Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΓ · Σύνοδος Δ› Συνεδρίαση 12

1894.11.18

3.623 στίχοι · 27.737 λέξεις · 3 πίνακες · 76 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1894.11.18
Προεδρεία
Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗ
Περίοδος
ΙΓ
Σύνοδος
Δ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1895)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 12

Τῆς 18 Νοεμβρίου 1894.

(Παρασκευή).

Ὥρα 4 καὶ 45′ μ. μ.

(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Γ. Κ. Ρώμα).

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ κάτοικοι Φιλιατρῶν δι’ ἀναφορᾶς των συνιστῶσιν εἴς τε τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως τοῦ πλεονάσματος, ὡς μόνον συντελεστικὸν πρὸς ὕψωσιν τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος.

§2ΘΑΝΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἀρχηγὸν τῆς ἀστυνομίας νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς τὰ διαπραττόμενα παρὰ τοῦ ἀστυνόμου τοῦ δήμου Δύμης, διότι ἐκεῖ τελοῦνται ὄργια. Προχθὲς ἕνα εὐϋπόληπτον ἔμπορον ἐκ Πατρῶν κατεδίκασεν εἰς 40 δραχμῶν πρόστιμον, διότι ἐξύβρισεν ἕνα πολίτην· ἐγένοντο δὲ κατ’ αὐτοῦ διάφοροι μηνύσεις ἐπὶ ἐκβιάσει, ἐπὶ καταπιέσει κλπ. Αἱ παράνομοι δὲ πράξεις τοῦ ἀστυνόμου ἐπεξετάθησαν καὶ ἐπὶ τῶν κτημάτων τοῦ Διαδόχου· διότι, ἐνῷ οἱ φύλακες τοῦ Διαδόχου κατέσχον βαλανίδια, τὰ ὁποῖα ἐσύναξαν οἱ χωρικοὶ πρὸ τῆς προσδιωρισμένης ἡμέρας, αὐτὸς ἀφῄρεσε τὰ κατασχεθέντα βαλανίδια καὶ τὰ ἐπώλησε. Θὰ παρακαλέσω δὲ καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ, ὅπως αἱ κατὰ τοῦ εἰρημένου ἀστυνόμου μηνύσεις ἐκδικασθῶσιν ὡς οἷόν τε τάχιον.

§3ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Παρὰ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου κ. Σταυροπούλου ἐγένετο προχθὲς παράκλησις πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν παράπονα πολλῶν ἐνταῦθα οἰνοπωλῶν κατὰ τῆς ἐνεργείας τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου Ἀττικῆς, ὅστις εἰς πολλοὺς ἐπέβαλε ποινὰς διὰ παραβάσεις δῆθεν τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ ͵ΒΡΙʹ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἠρεύνησε τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ θὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν δυνατὴν θεραπείαν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἐξετάσω καὶ ἐγὼ τὰ περὶ τούτου κἄπως ἐπισταμένως, ὑποβάλλω αὐτῷ τὰ ἑξῆς. Ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ αἱ ἀποφάσεις τοῦ ἐφόρου κατὰ τῶν οἰνοπωλῶν στηρίζονται εἰς τὸν λόγον, ὅτι αἱ δηλώσεις αὐτῶν περὶ τοῦ διατηρητέου παλαιοῦ οἴνου εὑρέθησαν κατὰ τὴν καταμέτρησιν ἐσφαλμέναι ἄλλων μὲν ἐπὶ πλέον, ἄλλων δ’ ἐπὶ ἔλαττον. Διότι π. χ. οἰνοπώλης τις εἶχε δηλώσει ὡς διατηρητέον οἶνον 1000 ὀκάδας καὶ εὑρέθη κατέχων κατὰ τὴν καταμέτρησιν 500, ἐτιμωρήθη διὰ προστίμου, ἄλλοι δ’ ἐπίσης ἐτιμωρήθησαν, διότι τοὐναντίον εὑρέθησαν κάτοχοι μείζονος τοῦ δηλωθέντος ποσοῦ. Τὰς διὰ τὴν πρώτην περίπτωσιν ἐπιβληθείσας ποινὰς εὑρίσκω ὅλως παρανόμους, μὴ στηριζομένας ποσῶς εἰς τὸν νόμον, τὰς δὲ διὰ τὴν δευτέραν, καίτοι νομίμους, ἀδικωτάτας. Διότι τὸ ἄρθρον 19 τοῦ μνησθέντος νόμου δὲν τιμωρεῖ τὸν εὑρεθέντα κατὰ τὴν καταμέτρησιν κάτοχον μικροτέρου τοῦ ἐν τῇ δηλώσει του ποσοῦ, ἀλλὰ μεγαλειτέρου. Καὶ τοῦτο πολὺ λογικόν, διότι σκοπὸς τοῦ νόμου εἶναι νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ Δημόσιον ἀπὸ καταχρήσεις ἐνδεχομένας κατὰ τὴν δήλωσιν τῶν νέων οἴνων. Ἐπειδὴ δέ τινες ἐξ ὑμῶν πιθανὸν νὰ μὴ ἐνθυμοῦνται ἀκριβῶς τὸ κείμενον τοῦ νόμου, ἀναγινώσκω τοῦτο. Ἄρθρον 19: «Γενομένης ἐξελέγξεως δηλώσεως περὶ διατηρήσεως παλαιοῦ οἴνου διὰ καταμετρήσεως κατὰ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ ᾼΤΝʹ νόμου, ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ δηλωθὲν ὡς διατηρητέον κατὰ τὸ πέρας τῆς νέας συγκομιδῆς ποσὸν οἴνου εἶναι ἀνώτερον ὑπὲρ τὰ 10% τοῦ πράγματι διατηρουμένου οἴνου καθ’ ὃν χρόνον ἐνεργεῖται ἡ καταμέτρησις, ὁ ὑποβαλὼν τὴν τοιαύτην δήλωσιν ὑπόκειται εἰς πρόστιμον 5–200 δραχ. κλπ.» Παρατηρεῖτε λοιπόν, ὅτι ὁ νόμος δὲν τιμωρεῖ οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ τιμωρήσῃ τοὺς κατὰ τὴν καταμέτρησιν εὑρεθέντας ὡς κατέχοντας ἔλαττον ποσὸν παλαιοῦ οἴνου τοῦ ἐν τῇ δηλώσει των ἀναφερομένου· τοῦτο δὲ, ὡς εἶπον, εἶναι λογικόν, διότι οὐδὲν συμφέρον ἔχει ὁ δηλωτὴς ν’ ἀποκρύψῃ τὴν ἀληθῆ διατηρητέαν ποσότητα, καθόσον οὗτος ἔχει καταβάλει ἤδη τὸν φόρον τοῦ παλαιοῦ οἴνου, ἐὰν δὲ περιστάσεις εὐνοϊκαὶ τοῦ ἐμπορίου του ἐπήνεγκον μείζονα κατανάλωσιν τῆς ὑπ’ αὐτοῦ προσδοκηθείσης, ἢ τοὐναντίον οἱ οἶνοι ἐφθάρησαν καὶ ἔχυσε τούτους, ὅπως μεταχειρισθῇ εἰς ἄλλην χρῆσιν τὰ οἰνοδοχεῖά του, καὶ οὕτω δὲν ἠδυνήθη νὰ παρουσιάσῃ κατὰ τὴν καταμέτρησιν τὸ δηλωθὲν ὡς διατηρητέον ποσὸν ἢ καὶ οὐδόλως, οὐδὲν κακὸν ἔπραξεν, οὐδὲ παρέβλαψε ποσῶς τὰ τοῦ Δημοσίου συμφέροντα, θὰ ἦτο δὲ ὅλως παράλογον ν’ ἀπαιτήσῃ τις παρὰ τοῦ δηλωτοῦ νὰ μὴ διαθέσῃ ἐλευθέρως τὸ ἐμπόρευμά του, τὴν περιουσίαν του, ἄνευ λόγου τινὸς καὶ μόνον ὅπως εὕρῃ ὁ κ. ἔφορος ἀνελλιπῆ τὸν οἶνον κατὰ τὴν καταμέτρησιν. Κατὰ τὴν ἑτέραν ὅμως τῶν περιπτώσεων, τουτέστι καθ’ ἣν ὁ δηλωτὴς εὑρίσκεται κατὰ τὴν καταμέτρησιν τῶν παλαιῶν οἴνων κάτοχος μείζονος ποσοῦ, αἱ ὑπὸ τοῦ ἐφόρου ἐπιβληθεῖσαι εἰς τοὺς τοιούτους δηλωτὰς ποιναί εἰσι νόμιμοι, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ δίκαιαι. Εἰσὶ δὲ νόμιμοι, διότι ἐπιβάλλει τοῦτο ὁ νόμος ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ὁ δηλωτὴς ὁ εὑρεθησόμενος κατὰ τὴν καταμέτρησιν κάτοχος μείζονος ποσότητος οἴνου παλαιοῦ τῆς δηλωθείσης ἀνέμιξε τὸν παλαιὸν οἶνον μετὰ νέου τοιούτου μήπω φορολογηθέντος καὶ διὰ ν’ ἀποφύγῃ τὴν φορολογίαν αὐτοῦ ἐποιήσατο τὴν ψευδῆ δήλωσιν. Ἀλλὰ καὶ ἡ περίστασις αὕτη δὲν δικαιολογεῖ τὰς ἐνοχλήσεις καὶ τοὺς κινδύνους, εἰς οὓς ἐμβάλλονται οἱ οἰνοπῶλαι, καὶ μάλιστα οἱ ἁπλούστεροι τούτων, ἕνεκα τῶν διατυπώσεων τῶν πολλῶν καὶ ποικίλων κατὰ τὴν δήλωσιν τῶν παλαιῶν οἴνων. Διότι ὁ παλαιὸς οἶνος δὲν δύναται νὰ ἀναμιχθῇ μετὰ νέου, ἄνευ κινδύνου νὰ φθαρῶσιν ἀμφότεροι, ἐπὶ μεγίστῃ ζημίᾳ τοῦ οἰνοπώλου, ἀλλὰ καὶ γενομένης τυχὸν τοιαύτης ἀναμίξεως, ἡ ἀνακάλυψις τῆς δολιότητος ταύτης εἶναι εὐχερεστάτη, διότι τὸ μίγμα τοῦτο διακρίνεται προχείρως, ὅτι δὲν εἶναι παλαιὸς οἶνος, καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Δημοσίου ἢ ὁ ἐνοικιαστὴς τῶν ἀδηλώτων, ἅμα τῇ ἀνακαλύψει κατὰ τὴν καταμέτρησιν τῶν οἴνων τῆς νέας συγκομιδῆς, θέλει ζητήσει τὸν νόμιμον φόρον. Ὥστε καὶ ἐντεῦθεν οὐδένα ἀπολύτως κίνδυνον τρέχει τὸ δημόσιον συμφέρον. Ἐκ τῶν σκέψεων τούτων παραγόμενος, ὑποβάλλω τῇ Κυβερνήσει τὴν παράκλησιν, ὅπως τάχιστα μεριμνήσῃ περὶ καταργήσεως τοῦ ἐπὶ τῶν οἴνων φόρου, τοῦ τόσον καταθλιπτικοῦ καὶ τόσα ἀδικήματα προξενοῦντος πολλάκις εἰς τοὺς φορολογουμένους, καὶ περὶ ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ δι’ ἄλλου δικαιοτέρου καὶ ἧττον καταπιεστικοῦ. Ἐὰν δὲ τοῦτο ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ἦναι δυνατόν, τότε νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ μνημονευθέντος ͵ΒΡΙʹ νόμου καὶ τῶν ἄλλων σχετικῶν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ διατάξεων, διότι αἱ διατάξεις αὐταί εἰσιν ἄσκοποι, ὅσον καὶ πιεστικαί.

§4Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ὁ φόρος οὗτος ἔχει πλεῖστα ὅσα τὰ πλημμελῆ, καὶ καλλίτερος τρόπος τῆς διορθώσεως τῶν πλημμελειῶν αὐτῶν θὰ ἦτο ἡ κατάργησις τοῦ νόμου, ἀλλ’ ὁ φόρος οὗτος ἀποδίδει πολλά, καὶ σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται ἡ κατάργησις αὐτοῦ, διότι ἄλλον φόρον ἀποδίδοντα τοσαῦτα δὲν δυνάμεθα προχείρως νὰ ἐξεύρωμεν, πρέπει ἑπομένως νὰ ἀνεχθῶμεν τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς ὁ φόρος οὗτος δύναται νὰ εἰσπραχθῇ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄργους σήμερον, ὅπως καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς πρὸ ἡμερῶν, παρέστησεν ὅτι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου συμβαίνουσιν ἄτοπα. Καὶ μάλιστα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶχε ζητήσει, ὅπως κατατεθῇ σημείωσις περὶ τῶν ἐπιβληθεισῶν ὑπὸ τοῦ ἐφόρου Ἀττικῆς ποινῶν, φρονῶν, ὑποθέτω, ὅτι αἱ ποιναὶ αὗται ἐπεβλήθησαν ἀτόπως, ὅπως καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄργους σήμερον ἰσχυρίσθη τοῦτο· φρονῶ ὅμως, ὅτι αὐτὸ τοῦτο τὸ ἄρθρον τοῦ τελευταίου νόμου, ὅπερ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄργους ἀνέγνωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος, καλῶς ἐφηρμόσθη· διότι κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν ὁρίζεται διὰ δηλώσεως τὸ ποσὸν τοῦ διατηρουμένου παλαιοῦ οἴνου, εἶναι, ὅπως βεβαιωθῇ, ὅτι ὁ οἶνος, ὅστις θὰ καταμετρηθῇ ἐπὶ τῇ νέᾳ ἐσοδείᾳ, περιλαμβάνει καὶ τὸ δηλωθὲν ποσόν, ὅπερ, ὡς ἀνῆκον εἰς τὴν παλαιὰν ἐσοδείαν, εἶναι φορολογημένον, καὶ ὡς τοιοῦτον ἐκπίπτεται ἐκ τοῦ καταμετρουμένου. Ἐννοεῖται ἄρα, ὅτι, ὅσῳ περισσότερος εἶναι ὁ δηλωθεὶς ὡς φορολογημένος οἶνος, τόσῳ ὀλιγώτερος θὰ φορολογηθῇ ἐκ τοῦ καταμετρουμένου ἐπὶ τῇ νέᾳ ἐσοδείᾳ, ἤτοι τοσούτῳ μεγαλείτερον ποσὸν θὰ ἀφαιρεθῇ ἐκ τοῦ βεβαιουμένου ἐν τῇ καταμετρήσει· τὸ συμφέρον ἄρα τοῦ διατηροῦντος παλαιὸν οἶνον εἶναι νὰ δηλώσῃ ὅσον ἔνεστι περισσότερον, ἐπειδὴ δὲ ἐνδέχεται τὸ συμφέρον τοῦτο νὰ προκαλέσῃ δηλώσεις ἐξωγκωμένας, λαμβάνει πρόνοιαν ὁ νόμος κατὰ τῆς καταχρήσεως ἐπιβάλλων πληρωμὴν προστίμου ἀπὸ 5 δραχμῶν ἕως 200, ὅταν τὸ ἐπὶ πλέον δηλωθὲν ποσὸν ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἐπὶ τῇ καταμετρήσει. Τοῦτο συνέβη ἐνταῦθα· αἱ δηλώσεις ἀνέγραφον ὡς διατηρούμενον καὶ διατηρητέον ποσὸν οἴνου ἀνώτερον τοῦ βεβαιωθέντος ἐπὶ τῇ καταμετρήσει, ἦτο δὲ ἐκ προοιμίων βέβαιον, ὅτι ἡ καταμέτρησις τοιοῦτον θὰ εἶχεν ἀποτέλεσμα, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον γίνεται ἡ δήλωσις ἀπὸ τῆς 1 ἕως τῆς 10 Σεπτεμβρίου, ἐπιβάλλεται δὲ εἰς τὸν δηλοῦντα, ὅπως συνάμα μετὰ τῆς δηλώσεως περὶ τοῦ διατηρουμένου οἴνου καθορίσῃ καὶ τὸν διατηρητέον κατὰ προσέγγισιν μέχρι 10 τοῖς ἑκατὸν κατὰ τὴν 10 Ὀκτωβρίου, ἥτις λογίζεται ὡς τὸ ἀκρότατον ὅριον τοῦ πέρατος τῆς συγκομιδῆς τοῦ νέου οἴνου, οὐδεὶς συνεπλήρωσε τὴν δήλωσιν διὰ τοιούτου καθορισμοῦ, ὡς νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι οὐδεμία θὰ ἐγίνετο κατανάλωσις τοῦ δηλωθέντος ποσοῦ κατὰ Σεπτέμβριον καὶ κατὰ τὸ πρῶτον δεκαήμερον τοῦ Ὀκτωβρίου. Ἡ ἐπιβαλομένη ποινὴ εἶναι ἀπὸ 5 δραχμῶν ἕως 200 δραχμῶν. Ἰδοὺ δὲ ὁ κατάλογος τῶν ἐπιβληθεισῶν ποινῶν, ὃν ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ἐτιμωρήθησαν μὲ πρόστιμον δραχμῶν 5 ἄτομα 123, δραχμῶν 10 ἄτομα 23, δραχμῶν 15 ἄτομα 2, δραχμῶν 20 ἄτομα 22, δραχμῶν 30 ἄτομα 20, καὶ δραχμῶν 50 ἄτομα 8. Ἐπὶ τῶν ἐφέσεων δὲν ἀποφασίζει ὁ Ὑπουργὸς, ἀποφασίζει τὸ Νομικὸν Συμβούλιον. Τὰ τῆς ἐφαρμογῆς ἄρα τοῦ νόμου διεξάγονται κανονικῶς, καὶ οὐ μόνον κανονικῶς διεξάγονται, ἀλλὰ καὶ ἐπιεικῶς, ἀφοῦ ἐπὶ ἀριθμοῦ ἀποταμιευτῶν 198 οἱ 123 ἐτιμωρήθησαν διὰ τοῦ κατωτάτου προστίμου τῶν 5 δραχμῶν.

§5ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω αἱ μεταγενέστεραι γενεαὶ, πῶς θὰ ἐξηγῶσι τοὺς νόμους μας, ἀφοῦ σήμερον οἱ συζητήσαντες καὶ ψηφίσαντες τοὺς νόμους τούτους δὲν τοὺς κατανοοῦσι. Πιθανὸν νὰ ἦναι τοῦτο τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἑρμηνεύει ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ἐκ τοῦ γράμματος δὲν προκύπτει αὐτό. Ὁ νόμος, ὁ σαφῶς διατυπώσας τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 19, ὅπερ ἀνέγνω προηγουμένως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄργους, δὲν ὑποχρεοῖ τὸν οἰνοπώλην νὰ δηλώσῃ καὶ πόσον ποσὸν οἴνου θὰ καταναλώσῃ μέχρι τῆς ἐποχῆς τῆς καταμετρήσεως. Ὁ παντοπώλης καὶ οἰνοπώλης, ὁ μὴ γνωρίζων τοὺς νόμους κατὰ πνεῦμα, (ἀφοῦ ἡμεῖς δὲν τοὺς γνωρίζομεν) πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὸ πνεῦμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, λέγοντος ὅτι ἐννοεῖ νὰ δηλώσῃ ὁ ἔχων π. χ. δέκα χιλιάδας ὀκάδες οἴνου ἐννέα χιλιάδας, ὑπολογίζων ὅτι μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς καταμετρήσεως, θὰ καταναλώσῃ τὰς χιλίας. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ λέγῃ ὁ νόμος, ὅτι ἐπιβάλλεται ποινὴ εἰς τὸν δηλώσαντα ἀκριβῶς τὸ δηλωτέον ποσόν· πλὴν ὁ νόμος λέγει, ὅτι ἐπιβάλλεται ποινὴ εἰς τὸν δηλώσαντα ἀνώτερον τοῦ 10%. Καὶ ἀφοῦ λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι οἱ δυστυχεῖς οἰνοπῶλαι ἔχουσι τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως, τοὺς ὑποβάλλει καὶ εἰς δαπάνας χαρτοσήμου, καὶ δηλῶν τὴν ἄνω γνώμην του ἀνεπιφυλάκτως, προεξοφλεῖ τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦδε ἐξηγεῖ αὐτὴν καὶ λέγει «βάλετε πρόστιμον καὶ ἄλλους φόρους· ἀφοῦ δὲ ἐκ τοιούτων νομοθετημάτων καὶ ἐξηγήσεων ὁ λαὸς ὁ Ἑλληνικὸς κατέστη πτωχὸς, τότε πάρετε καὶ τὴν σκούφια του!» Παρακαλῶ προσέτι τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἀπαντήσῃ καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἐπερώτησίν μου περὶ τοῦ φοιτητικοῦ ζητήματος, διότι τὸ Πανεπιστήμιον διατελεῖ ἀνάστατον, καὶ οὐδεὶς, πιστεύω, ἐξ ἡμῶν ἐπιθυμεῖ ταραχὰς, τεινούσας εἰς ἐπανάστασιν.

§6ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἷς τῶν Βουλευτῶν Τρικκάλων ἐπηρώτησε περὶ βιαιοπραγιῶν, ἃς διέπραξεν εἷς ἀστυνόμος ἐν τῷ χωρίῳ Μεροκόβῳ. Ἐζήτησα πληροφορίας, καὶ ἡ Νομαρχία ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς: «Νομαρχία οὐδεμίαν γνῶσιν ἔχει, ἂν ἐν Μεροκόβῳ δήμου Κοθωνίων ἀστυνομία προέβη εἰς καταπιέσεις κατοίκων. Κατὰ πληροφορίαν ὅμως εἰσαγγελέως καὶ δυνάμει ἐνταλμάτων ἀνακριτοῦ συνελήφθησαν ἐνταῦθα ἓξ χωρικοὶ ἐκ Μεροκόβου καὶ 24 ἕτεροι ἐκ διαφόρων ἄλλων χωρίων δήμου Κοθωνίων, ἅπαντες κατηγορούμενοι ἐπὶ ὑποθάλψει συμμορίας λῃστῶν Τσελουραίων.» Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἐζήτησε νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα τῆς κοινότητος Κισσοῦ. Καταθέτω ταῦτα.

§7Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὰ ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς, «εἷς τῶν Βουλευτῶν Ἀττικῆς ᾐτήσατο, ὅπως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καταθέσῃ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 83270 τῆς 16 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. διαταγήν του πρὸς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς περὶ δεκαετοῦς μισθώσεως τῆς ἁλιείας τῶν σπόγγων ἐν τῇ παραλίᾳ περιοχῇ τῆς νήσου Ἐλαφονήσου καὶ πᾶν σχετικὸν πρὸς τὴν διαταχθεῖσαν μίσθωσιν». Ὑποβάλω τὸ ζητούμενον τοῦτο ἔγγραφον, ἀναγράφον τὸ κείμενον τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἐφόρου περὶ τῆς δημοπρασίας.

§8ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν ἐδημοσιεύθη βασιλικὸν διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπαύθη ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ τοῦ δήμου Ναυπλιέων, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐστερεῖτο τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα διαγράφει τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου ΑϠΓʹ τῆς 7 Μαρτίου 1891. Γνωρίζω θετικῶς, ὅτι ὁ ἀπολυθεὶς εἰσπράκτωρ κέκτηται τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα διαγράφει τὸ ἄρθρον τοῦτο· διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἵνα πληροφορηθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν ἐντὸς τοῦ νόμου ἢ αὐθαιρέτως καὶ παρανόμως προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ δημοτικοῦ τούτου εἰσπράκτορος. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν αὐτὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ καὶ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, δυνάμει τῶν ὁποίων ὁ νομάρχης Ἀργολιδοκορινθίας, συνεπείᾳ τῆς ἀπολύσεως τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, ἐτιμώρησε πειθαρχικῶς τὸν δήμαρχον Ναυπλίου, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ καὶ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτῶν.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.

§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη συνέβη οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ πολλάκις, ὅταν εἰσήγοντο οἱ προϋπολογισμοὶ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ ἀναβαίνω τὸ βῆμα, εὐθὺς ὡς οὗτος κατέβαινεν αὐτοῦ, καὶ νὰ παρέχω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἶχον συλλέξει, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἀνῃροῦντο οἱ ἰσχυρισμοὶ, τοὺς ὁποίους αὐτὸς εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, παριστῶντο δὲ, οὐχὶ ὡς παρεστάθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ὡς ἀληθῶς εἶχον οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους αὐτὸς ἐπεκαλεῖτο. Ἡ τακτικὴ αὕτη δὲν εἶναι συνήθης, καὶ σπανίως τίθεται ἐν χρήσει ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις, ἠναγκαζόμην ὅμως τὸ ἀσύνηθες τοῦτο μέτρον νὰ θέτω ἐν ἐφαρμογῇ, διότι μεταξὺ τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον συνεζητεῖτο ὁ προϋπολογισμὸς ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσήγετο, συνέβαινε πάντοτε νὰ παρέρχηται χρονικὸν διάστημα ἑβδομάδων τινῶν ἢ καὶ μηνῶν, ἔκρινον δὲ ὅτι ἤθελον ζημιωθῆ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐὰν ἄφινον ἄνευ ἀμέσου ἀναιρέσεως τὰς παραστάσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν ἐσιώπων ὅλως, ἀφοῦ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔδιδεν εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς, αἱ δ’ ἐλπίδες, τὰς ὁποίας διέσπειρεν εἰς τὸ κοινὸν, ἦσαν ἀερώδεις καὶ ἀνύπαρκτοι, καὶ αὐτοὶ δὲ οἱ ἀριθμοὶ ψευδεῖς καὶ συνηρμολογημένοι μετὰ δολίας προαιρέσεως, ὅπως παραστήσωσιν ἀλλοῖα τὰ ἀποτελέσματα τῶν δι’ ἀριθμῶν βεβαιουμένων πραγματικῶν. Τῷ ὄντι ὑπὸ καθήκοντος μοὶ ἐπεβάλλετο ἡ τακτικὴ αὕτη, ὅπως καὶ οἱ ἀκούοντες ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος καὶ αὐτοὶ οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐν χρηματικαῖς σχέσεσι μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους διατελοῦντες μὴ ἀφίενται εἰς τὴν πλάνην, εἰς τὴν ὁποίαν παρέσυρεν αὐτοὺς ἡ εἰσήγησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ γιγνομένη. Ἐξυπηρετεῖτο μὲν ἡ δανειστικὴ πολιτικὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι εἱλκύοντο τὰ κεφάλαια ἀπὸ τὰς πεπλανημένας πληροφορίας αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἀπέληγε τοῦτο πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους. Ἄλλως δὲ ἡμεῖς, οἱ κατὰ τῆς δανειστικῆς πολιτικῆς κεκηρυγμένοι, ἐφρονοῦμεν ὅτι, ἐφ’ ὅσον ηὐκολύνοντο τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα συνωμολόγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπὶ τοσοῦτον εὐθὺ πρὸς τὴν καταστροφὴν ἐβαίνομεν. Ὠφείλομεν λοιπὸν νὰ φωτίσωμεν περὶ τῆς ἀληθείας πάντας, καὶ τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος καὶ αὐτοὺς ἔτι τοὺς μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ συναλλασσομένους. Ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη αὕτη ἐξέλιπεν, ἀφ’ οὗ ἀνεκηρύχθη ἡ πτώχευσις ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, τοῦ εἰσαγαγόντος καὶ ἐφαρμόσαντος τὴν δανειστικὴν πολιτικὴν, τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἑλλάδος. Ἔκτοτε ἐνόμισα, ὅτι τὸ καθῆκον τοῦτο δὲν ἐπεβάλλετο πλέον ἡμῖν, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀρκώμεθα νὰ ἐκθέτωμεν τὰς γνώμας ἡμῶν κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· διότι, καὶ ἐὰν ἐξηκολούθουν αἱ εἰσηγήσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ μὴ ἦναι ἀκριβεῖς, καὶ ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀκολουθῇ τὸ αὐτὸ σύστημα, ὅταν ἐκθέτῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, δὲν ὑφίσταται πλέον κίνδυνός τις, οὐδ’ ἀπειλοῦνται ζημίαι ἐπὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἂν δὲν ἀνῃροῦντο ἀμέσως αἱ ψευδεῖς πληροφορίαι, ἀφοῦ τὰ συμφέροντα ταῦτα δὲν κατωρθώθη νὰ διασωθῶσιν, ἀλλὰ κατεστράφησαν ἤδη. Διὰ τοῦτο δὲν ἔσπευσα νὰ ἀναιρέσω ἀμέσως μετὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 τὰς παραστάσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἂν καὶ ἦσαν πεπλανημέναι, ὡς ἀπέδειξαν αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου, οὐδὲ κατὰ τὸ 1894, οὐδὲ προχθὲς, ὅτε εἰσήχθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895. Εἶχον καθῆκον νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως, ἥτις προεκλήθη πρὸ μικροῦ, διότι προεκλήθην εἰς τοῦτο ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Προεκλήθην δὲ, οὐχὶ διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν, ἔλαβε πλέον ἢ ἅπαξ ὡς θέμα τὰς πράξεις μου ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἢ τὰς γνώμας μου ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, διὰ νὰ μεμφθῇ αὐτῶν καὶ δυνηθῇ νὰ ἐπιχύσῃ εἰς τὴν κοινωνίαν ὑπονοίας, ὅτι καὶ ἐγώ εἰμι ὑπαίτιος τῆς καταστροφῆς, ἥν αὐτὸς ἀπειργάσατο, διότι φρονῶ ὅτι δὲν ἔχουσι πλέον ἀξίαν αἱ τοιαῦται τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ αἰτιάσεις. Ἄλλοτε εἶχον αὗται ἀληθῶς ἀξίαν, καὶ ἀνεστάτωσαν τὴν συνείδησιν τοῦ ἑλληνικοῦ κοινοῦ, ἢ πρὶν ἀκόμη γνωσθῇ ὁ ἄνθρωπος, ἤτοι πρὶν ἢ ἐμφανισθῇ κυβερνήτης, ὅτε, σπεύδων νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ἠσχολεῖτο νὰ ὑπομονεύσῃ τὴν πρὸς τοὺς τότε κυβερνῶντας ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ· ἀλλὰ τώρα ἀρκετὰ ἐγνωρίσθημεν, καὶ ἂν ἐγνωρίσθημεν πάντες ὑπὸ τοῦ ἑλληνικοῦ κοινοῦ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς βεβαίως ἐγνωρίσθη ὑπὸ τοῦ κοινοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ καὶ ὑπὸ τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἑπομένως, ὅσας καὶ ἂν ἐκτοξεύσῃ, εἴτε ἀμέσως, εἴτε ὑπούλως καὶ δολίως, αἰτιάσεις ἢ μομφὰς, θεωρῶ αὐτὰς ἀβλαβεῖς, οὐδ’ ἔκρινα ὅτι ἔπρεπεν ἢ ὅτι εἶχον συμφέρον νὰ σπεύσω εἰς ἀναίρεσιν αὐτῶν. Εἶπον ὅτι μὲ ἠνάγκασεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως, διότι ἐνόμισε καθῆκον ἑαυτοῦ νὰ ποιήσηται πρὸς τὴν Βουλὴν ἀνακοινώσεις περὶ τῶν γενομένων διαπραγματεύσεων συμβιβασμοῦ μετὰ τῶν δανειστῶν, ἂν δ’ ἡ Βουλὴ, ἡ ἀκούσασα τὰς ἀνακοινώσεις ταύτας, ἤθελε παρέλθει ταύτας ἐν σιγῇ, ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ ὑποληφθῇ ὅτι ἐπιδοκιμάζει τὰ γενόμενα καὶ ὅτι δίδει λευκὴν εἰς ταῦτα ψῆφον. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν, ὅτι δὲν προκαλεῖ νῦν τῆς Βουλῆς τὴν γνώμην, ἔδιδε δ’ εἰς ἡμᾶς τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ προκαλέσῃ αὐτὴν μετὰ τὸ πέρας τῶν γινομένων συνεννοήσεων πρὸς συμβιβασμὸν, ἵνα ζητήσῃ τὴν νομοθετικὴν σύμπραξιν τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἡ ἐλπὶς αὕτη, ἣν ἔδιδεν εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἤρκει νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτὴν ἀπὸ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχε, νὰ μὴ παραλίπῃ νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῶν γενικῶν ἐκείνων θεμάτων, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἐξήρτηται ἡ ἐπιτυχία τῆς διεξαγωγῆς τῶν διαπραγματεύσεων, καὶ τὰ ὁποῖα ἐφάπτονται τῆς ἀκεραιότητος τῶν δικαιωμάτων ἑκάστης τῶν πολιτειακῶν ἐξουσιῶν. Διὰ τοῦτο ἐπὶ τῶν δύο τούτων θεμάτων ἰδίως θέλω περιορίσει τὸν λόγον μου, διότι οὐδαμῶς ἡ ἔρευνα αὐτῶν μειώνει τὸ κῦρος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὰς μελλούσας συνεννοήσεις αὐτοῦ μετὰ τῶν δανειστῶν, οὐδεμίαν δὲ αἱ γνῶμαί μου ἤθελον ἐπενέγκει ζημίαν εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἐξ ἐναντίας νομίζω ὅτι πρέπει νὰ καταστήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν γνωστὸν ποῖά τινα φρονοῦμεν ἡμεῖς, καὶ ποῖαι θέλουσιν ἐπέλθει αἱ συνέπειαι, ἂν τυχὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελεν ἐπιμείνει εἰς τὴν πεπλανημένην ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ἐχάραξε καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐβάδισε κατὰ τὴν μέχρι τοῦδε διεξαγωγὴν τῶν γενομένων διαπραγματεύσεων. Αἱ ἄλλαι λεπτομέρειαι τῶν διαπραγματεύσεων τούτων δὲν θέλουσι γενῆ θέμα τῆς ἐρεύνης μου, οὐδὲ θέλω ἀσχοληθῆ παντάπασι νὰ ἐξετάσω οὐδὲ πόσον εἶναι τὸ ἐτήσιον ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπρότεινεν ἢ ὑπεσχέθη ὅτι θέλει ἀποδεχθῆ, τῶν πληρωτέων τόκων καὶ χρεωλυσίων, οὐδὲ ποῖαι εἶναι αἱ ἄλλαι συμφωνίαι, αἱ παρομαρτοῦσαι εἴτε εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ποσοστοῦ, εἴτε εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, εἴτε εἰς τὴν βεβαίωσιν τῆς τακτικῆς πληρωμῆς κατ’ ἔτος τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θίξῃ τὰ θέματα ταῦτα ἡ Βουλὴ, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι παρεμβαίνει προώρως καὶ παρακωλύει τὴν ἐλευθερίαν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος συνέβη ν’ ἀντιπροσωπεύῃ τὸ Κράτος κατὰ τὰς συνεννοήσεις περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ μετὰ τῶν δανειστῶν. Λέγω συνέβη νὰ ἀντιπροσωπεύῃ καὶ κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης τὸ Κράτος, διότι ἀμφιβάλλω ἂν τοιοῦτόν τι ἔλαβε χώραν εἰς ἄλλο Κράτος. Εἶναι ὄντως ἐξαιρετικὸν, καὶ δυστυχῶς μὴ σύμφωνον πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, νὰ διεξάγῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰ περὶ συμβιβασμοῦ μετὰ τῶν δανειστῶν, ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅστις εἶναι ὁ εἰσηγητὴς τῆς πολιτικῆς, ἥτις ἔφερεν ἡμᾶς εἰς τὴν πτώχευσιν, διότι οὗτος εἰσήγαγε τὴν πολιτικὴν τῶν δανείων, ὡς ἂν δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς αὐτὸν νὰ διοικήσῃ ἄνευ δανείων. Ἀληθῶς κατ’ ἔτος συνωμολόγει δάνειον, καὶ κατ’ ἔτος εἶχεν ἀνάγκην νέων δανείων· ἵνα δὲ εὑρίσκῃ εὐκόλως κεφάλαια καὶ συνομολογῇ νέα δάνεια, εἶχεν ἀνάγκην νὰ πείθῃ τὰ κεφάλαια νὰ προσέλθωσιν εἰς αὐτὸν, καὶ ἵνα πείθῃ τὰ κεφάλαια, ὅτι δὲν τρέχουσι κίνδυνόν τινα, διατιθέμενα εἰς τὰ δάνεια ἡμῶν, εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ παριστᾷ τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῶν πραγμάτων· διότι, ἐὰν παρίστα τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, βεβαίως τὰ κεφάλαια δὲν ἤθελον εἶσθαι πρόθυμα εἰς τὰ συνομολογηθέντα δάνεια. Ἠναγκάζετο δὲ προσέτι, ὅπως ἀνεύρῃ καὶ συνομολογήσῃ τὰ δάνειά του, νὰ συνομολογῇ αὐτὰ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος παρεῖχε δυσανάλογα ἢ πολλάκις κρύφια κέρδη εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διεπραγματεύοντο τὰ δάνεια. Καὶ διὰ τὸν ἕνα δὲ καὶ διὰ τὸν ἄλλον τῶν λόγων τούτων καθίστατο ἀναρμόδιος νὰ διαχειρισθῇ τὰς συνεννοήσεις τοῦ συμβιβασμοῦ· ὁμολογῶ δὲ, ὅτι θεῶμαι μακρόθεν τὰ γιγνόμενα, ἀλλὰ θεῶμαι αὐτὰ μετ’ ἐκπλήξεως. Πῶς συμβαίνει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐξακολουθῇ ν’ ἀπολαμβάνῃ τὴν ἐμπιστοσύνην ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι κατὰ τὸ Σύνταγμα τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζωσι τὰ περὶ τούτου; Ἰδίως δ’ ἀπορῶ, πῶς συμβαίνει ν’ ἀπολαμβάνῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου; Ἕκαστον τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου ἔχει βεβαίως πλήρη ἐλευθερίαν τῆς ψήφου του, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ νὰ ἐπιβάλῃ σιγὴν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἔχωσι γνώμην καὶ νὰ ἐξηγῶσι τὴν ἔκπληξίν των, βλέποντες ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀπειργάσατο τὴν πτώχευσιν, αὐτὸς διαπραγματεύεται καὶ τὸν συμβιβασμόν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τοιαύτην ἔδωκαν γνώμην δημοσιογραφικά τινα φύλλα, εἴτε ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐκδιδόμενα εἴτε καὶ ἐν Ἀθήναις· ἀλλὰ ταῦτά εἰσιν ἐντελῶς ἀλλότρια τῆς συνειδήσεως καὶ τῶν φρονημάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἂν μὲν οἱ γράφοντες αὐτὰ διερμηνεύωσι τὰς ἰδίας αὑτῶν γνώμας, αἱ γνῶμαι αὐτῶν εἶναι ἀνάξιαι προσοχῆς τινος, διότι οὔτε τὰ βάρη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὑφίστανται, οὔτε κοινὴν ἔχουσι μετ’ αὐτοῦ τὴν τύχην· ἐὰν δὲ συμβαίνῃ νὰ μὴ ἑρμηνεύωσι καὶ τὰς ἰδίας αὑτῶν γνώμας, ἀλλὰ τὰς γνώμας ἄλλων, ἐχθρῶν τῆς Ἑλλάδος, ἐξίσταμαι πῶς ἦτο δυνατὸν γνῶμαι τοιούτων ἀνθρώπων νὰ εὑρίσκωσιν ὦτα διατεθειμένα νὰ ἀκούωσιν αὐτὰς, πολλῷ δὲ περισσότερον καὶ νὰ ἐπηρεάζωσι τὴν τύχην τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων. Κατὰ δυστυχίαν τὰ πράγματα τοιαύτην ἔλαβον τροπὴν, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς διεπραγματεύθη μετὰ τῶν ἀπεσταλμένων τῶν ἀντιπροσωπειῶν τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ αἱ διαπραγματεύσεις εἰς οὐδὲν κατέληξαν ἀποτέλεσμα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεκοίνωσε προχθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ βάσεις τῶν διαπραγματεύσεων δὲν ἐτέθησαν ἐπὶ τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως τοῦ τόπου, διότι οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπιτροπειῶν, οἱ ἐλθόντες εἰς Ἀθήνας, εἶπον ὅτι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ ἐξετάσωσι τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας, διότι ἐγνώριζον καλῶς αὐτὴν, ἀντλήσαντες τὰς πληροφορίας των περὶ ταύτης ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Λόου. Τὸν κ. Λόου δὲν μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ γνωρίσω προσωπικῶς, ἀνέγνων ὅμως τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας περὶ αὐτοῦ ἔδωκαν αἱ ἐφημερίδες, αἵτινες, ἐὰν ἦναι ἀκριβεῖς, προσδίδουσι μέγα κῦρος εἰς τὴν γνώμην αὐτοῦ, διότι κατ’ αὐτὰς ὁ κ. Λόου παρίσταται ὡς ἔχων εἰδικὴν ἱκανότητα περὶ τὸ ἐκτιμᾶν τὰ οἰκονομικὰ πράγματα καὶ διαγινώσκειν τὴν κατάστασιν αὐτῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Λόου ἐν τῇ ἐκθέσει του παρέστησε πράγματα μὴ ἀκριβῆ, διότι παρέστησεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἐν οἰκονομικῇ ἀκμῇ, ὅτι, ἐὰν εὑρίσκηται ἐν οἰκονομικαῖς στενοχωρίαις, πάσχει ἀπὸ νομισματικὴν ἀνωμαλίαν, ἂν δ’ αὕτη ἀρθῇ, ἡ Ἑλλὰς θέλει εἶσθαι ἀκμάζουσα, εὐποροῦσα, καὶ θέλει παρασταθῆ ζηλευτὴ εἰς τὴν Εὐρώπην διὰ τὴν οἰκονομικὴν αὐτῆς εὐρωστίαν. Ἀλλ’ αὐτὰς τὰς πληροφορίας ἔδιδεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Κατὰ τὸ 1892 δὲν ἐβεβαίου, ὅτι πάσχομεν ἀπὸ νομισματικὴν ἀνωμαλίαν; Συνέπεσε μάλιστα τοιαύτην πληροφορίαν νὰ μεταδώσῃ εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡ ἐν Ἀθήναις ὑπηρεσία τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, βεβαιοῦσα διὰ τῶν ἐκθέσεών της, ὅτι μόνον ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία εἶναι ἡ αἰτία τῆς οἰκονομικῆς δυσφορίας τῆς Ἑλλάδος. Ἄγομαι λοιπὸν νὰ πιστεύσω, ὅτι καὶ ὁ κ. Λόου καὶ ἡ ὑπηρεσία τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας εἶχον πορισθῆ τὰς πληροφορίας ταύτας ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν· ἑπομένως, ἐὰν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπιτροπειῶν ἐστηρίχθησαν εἰς τὰς πληροφορίας ταύτας τοῦ κ. Λόου, δὲν ἐστηρίχθησαν ἐπὶ ἀκριβῶν πληροφοριῶν, καὶ ἡ βάσις, ἡ ὁποία ἐχρησίμευε κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις, ἦτο ἐσφαλμένη· ὅταν δὲ διαπραγματεύωνται οἱ ἄνθρωποι οἰκονομικὰς ὑποθέσεις στηριζόμενοι ἐπὶ βάσεων ἐσφαλμένων, τὰ ἀποτελέσματα ἀδύνατον νὰ ἀποβῶσι σύμφωνα μὲ τὴν ἀλήθειαν. Ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοιαύτην ἐποιήσατο ἀνακοίνωσιν, μοὶ ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ παραστήσω, ὅτι δὲν ἔπραξε καλῶς, στέρξας νὰ γένηται ἀποδεκτὴ κατὰ τὰς διεξαχθείσας διαπραγματεύσεις τοιαύτη βάσις. Οἱ ὑβρίζοντες καὶ ὀνειδίζοντες τὴν Ἑλλάδα ὡς χώραν κακόπιστον καὶ ἡμᾶς ὡς ἀπατεῶνας καὶ ψευδολόγους ἀδικοῦσι τὴν χώραν, οὐδ’ ἐσμὲν ἄξιοι τοιαύτης τύχης. Ἡ χώρα κατ’ οὐδὲν ἔπταισεν, ἐξ ἐναντίας ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἐκ τῶν ὀλίγων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα, ἵνα ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῶν, ὑπεβλήθησαν εἰς βάρη ἀληθῶς δυσβάστακτα· ἀρκεῖ ν’ ἀναμνησθῆτε, ὅτι ἀπὸ 40 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐπλήρονεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πρὸ δέκα πέντε ἐτῶν, πληρόνει σήμερον ἑκατὸν ἑκατομμύρια, διὰ νὰ ἐννοήσητε τὸ μέγεθος τῶν θυσιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθη, ὅπως ἐκπληρώσῃ ἐντίμως τὰς ὑποχρεώσεις του. Νομίζω μάλιστα, ὅτι ἓν μέρος τῶν ὕβρεων, τὰς ὁποίας ἐκτοξεύουσι κατὰ τῆς χώρας οἱ δανεισταὶ τοῦ Κράτους, δύναται ν’ ἀντιστραφῇ πρὸς τοὺς ὑβρίζοντας, διότι οἱ δανεισταὶ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι μᾶς ὑβρίζουσιν, ἐγνώριζον ὅτι συνηλλάγησαν μὲ Κράτος συνταγματικὸν, ἐν τῷ ὁποίῳ λειτουργεῖ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, πάντα δὲ διεξάγονται ἐν πάσῃ δημοσιότητι καὶ οὐδὲν μένει κρυπτόν· ἑπομένως, ὅταν παρεῖχεν ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος αὐτοῖς τὰς περὶ οἰκονομικῆς εὐεξίας τοῦ Κράτους καὶ εὐπορίας τῆς χώρας ψευδεῖς πληροφορίας, καὶ ἔδιδε τὴν βεβαιότητα, ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος ἤθελεν ἀπειλήσει τὰ εἰς δάνεια τοῦ Κράτους διατιθέμενα κεφάλαια, κακῶς ἔπραξαν νὰ κλείσωσι τὰ ὦτα αὐτῶν εἰς τοὺς λόγους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις ἐπὶ δώδεκα συνεχῆ ἔτη οὐδέποτε παρέλειπε νὰ παριστᾷ καὶ ἐνταῦθα, ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ διὰ τοῦ τύπου, διαῤῥηγνύουσα τὰ ἱμάτιά της καὶ καταγγέλλουσα ὡς ψευδεῖς τὰς πληροφορίας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ φωνάζουσα ὅτι ἀγόμεθα εἰς πτώχευσιν, ὅτι εἴμεθα διαρκῶς ἐν ἐλλείμμασιν, ὅτι τὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου διαλαλούμενα ἰσοζύγια ἦσαν ψευδῆ, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους ἔβαινεν ἐπὶ τὰ χείρω, καὶ ὅτι ἐκινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν καὶ τὴν παραγωγὴν ἀποκάμνουσαν καὶ τὴν κατανάλωσιν ἐξασθενήσασαν. Ἐὰν δὲ ἔτεινον τὸ οὖς αὐτῶν εἰς τὰς φωνὰς ταύτας, καὶ δὲν ἐπίστευον τὴν ἐξωνημένην δημοσιογραφίαν, οὐ μόνον τὴν ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ τὴν τῆς ἀλλοδαπῆς, ἥτις μετέδιδε τὰ σχέδια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, βεβαίως ἤθελον ἀποφύγει τὰς ζημίας, εἰς τὰς ὁποίας ὑπέπεσαν. Καὶ νῦν, ἀφοῦ ἐπῆλθεν ἡ πτώχευσις, τὴν ὁποίαν πρὸ πολλοῦ χρόνου προηγγέλλομεν, ἡ Ἑλλὰς ὑπὸ τῶν αὐτῶν τιμίων καὶ εὐγενῶν αἰσθημάτων ἐμφορεῖται, καὶ εἶναι πρόθυμος νὰ δώσῃ ἀποδείξεις τῆς καλῆς πίστεως αὑτῆς, τῆς συνειδήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει, τῆς ἰδίας αὑτῆς τιμῆς, ὅπως διαψεύσῃ τοὺς ὀνειδισμοὺς καὶ τὰς ὕβρεις, αἱ ὁποῖαι ἐκτοξεύονται κατ’ αὐτῆς. Δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εἴπω σήμερον, ἂν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, οἱ κάτοχοι τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων, ἔχωσιν ἄλλας ἀφορμὰς ν’ ἀγανακτῶσιν· ἀλλὰ τὴν ἀγανάκτησιν αὐτῶν ἔπρεπε νὰ στρέψωσιν οὐχὶ κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἀλλὰ κατ’ ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὰς διαβεβαιώσεις ἐπίστευσαν, ὅτε ἔδιδον τὰ κεφάλαιά των εἰς τὰ δάνεια τοῦ Κράτους. Εἶπον, ὅτι ἔκρινα ὡς δυστύχημα νὰ ἀνατεθῇ ἡ διαχείρισις τῶν πρὸς συμβιβασμὸν διαπραγματεύσεων εἰς τὸν προϊστάμενον τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργείου, διότι τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο συντελεῖ ἴσως νὰ κλονίζῃ ἐπὶ μᾶλλον τὴν ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος πεποίθησιν τῶν ὁμολογιούχων. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὸ 1885 τραπεζίτης ἐν Ἀθήναις, κατέχων ἐπιφανῆ θέσιν ἐν τῷ παρ’ ἡμῖν τραπεζιτικῷ κόσμῳ, μοὶ ἔλεγεν ἐπερωτῶν, πῶς ἠμπορεῖ νὰ πιστεύωσιν οἱ τραπεζῖται τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ τὰς συμφωνίας, τὰς ὁποίας εἶχον ἀποδεχθῇ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, παρέβη ἡ Κυβέρνησις· μοὶ παρίστα δὲ ὁ ἀξιότιμος οὗτος κύριος, ὅτι ἐζημιοῦτο ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος διὰ τῆς ἀθετήσεως τῶν εἰρημένων συμφωνιῶν. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ συμβεβηκὸς, ὅπερ ἔλαβε τότε χώραν, προϊόντος τοῦ χρόνου ἐγένετο κανὼν κατὰ πάσας τὰς δανειστικὰς σχέσεις τοῦ ἡμετέρου Πρωθυπουργοῦ· ποία δὲ δὲν ἠθετήθη ὑπ’ αὐτοῦ ἡ συμφωνία ἢ ὑποχρέωσις; Νὰ ἀναμνήσω ὑμῖν τὴν διαχείρισιν τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων; Εἶχε συνομολογηθῆ τὸ δάνειον τοῦτο διὰ νὰ ἐξοφληθῶσι δι’ αὐτοῦ χρέη τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὅμως ἐκ τῶν χρημάτων αὐτοῦ ἐπληρώθησαν καὶ τόκοι, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Νὰ ἀναμνησθῶμεν τὸ δάνειον τῶν 10,200,000 φράγκων εἰς χρυσὸν τοῦ 1887, τὸ συνομολογηθὲν πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1887; Νὰ ἐνθυμηθῶμεν τὴν ὑπόθεσιν τῆς καταβολῆς εἰς τὴν Τράπεζαν τῶν ἑκατομμυρίων τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰς περὶ τοῦ δανείου τούτου συμφωνίας ἔπρεπε νὰ καταθέσῃ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους ὁ Πρωθυπουργὸς, καὶ δὲν κατέθηκεν εἰμὴ μετὰ παρέλευσιν χρόνου καὶ διὰ πολυποικίλων συνδυασμῶν, διότι δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς εἶχεν ἀναλάβει; Νὰ ἐνθυμηθῶμεν τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου τῆς Λαρίσης; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἴσως ἐπαναλάβῃ καὶ σήμερον τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν δι’ ὑπαινιγμῶν ἀπηύθυνε προχθὲς, κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθ’ ἡμῶν. Ἴσως εἴπῃ καὶ σήμερον πρός με, ὅτι καὶ ἐγὼ διέθεσα τὰ χρήματα τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης εἰς ἄλλας ἀνάγκας. Ἀληθῶς ἠναγκάσθημεν νὰ ἐκποιήσωμεν ὁμολογίας τοῦ εἰρημένου δανείου Λαρίσης ἀξίας 12,900,000 φράγκων, διὰ νὰ ἐξοφλήσωμεν ἔντοκον γραμμάτιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐκδώσει πρὸ ἑνὸς ἔτους ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅπως δι’ αὐτοῦ ἀποσβέσῃ τὸ δάνειον τῶν 1824 καὶ 1825. Κατὰ τὴν 20 Ὀκτωβρίου τοῦ 1890 ἀνελάβομεν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ κατὰ τὴν 9 Δεκεμβρίου ὠφείλομεν νὰ ἐξοφλήσωμεν τὸ γραμμάτιον τοῦτο, ἤτοι νὰ πληρώσωμεν 15 καὶ πλέον ἑκατομμύρια χρυσῶν φράγκων. Ἔπρεπε ν’ ἀφήσωμεν ἔκθετον τὴν τιμὴν τοῦ Κράτους καὶ νὰ κηρύξωμεν αὐτὸ εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως; Ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους δὲν ὑπῆρχον χρήματα, διότι εἶχεν ἀφήσει αὐτὰ κενὰ ὁ πρὸ τεσσαράκοντα ἡμερῶν καταβὰς τότε τῆς ἀρχῆς Πρωθυπουργός. Ποῦ ἀλλαχοῦ νὰ εὕρωμεν χρήματα; Ποῖον ἄλλον εἴχομεν πόρον; Διὰ νὰ διασώσωμεν τὴν οἰκονομικὴν τιμὴν τοῦ Κράτους, ἐλάβομεν τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τούτου προσωρινῶς καὶ ἐξεποιήσαμεν, καὶ ἀπετίσαμεν τὸ εἰρημένον ἀπαιτητὸν χρέος, ἀλλ’ ἐφροντίσαμεν νὰ δαπανήσωμεν κατόπιν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων ἴσον ποσὸν πρὸς τὴν ὀνοματικὴν ἀξίαν τῶν ἐκποιηθεισῶν ὁμολογιῶν εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης, διὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ δαπανηθῇ τὸ προϊὸν τῶν ἐκποιηθεισῶν ὁμολογιῶν, ὥστε δὲν διεθέσαμεν εἰς ἄλλην ἀνάγκην τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης, ἀλλ’ ἀπεδώκαμεν τὰ διατεθέντα προσωρινῶς εἰς ἄλλην ἀνάγκην κεφάλαια αὐτοῦ. Ἀφοῦ λοιπὸν τοσάκις ἠθετήθησαν αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἑπόμενον ἦτο νὰ κλονισθῇ ἡ πίστις τῶν ὁμολογιούχων, ὅταν δ’ αὐτοὶ ἐκλήθησαν πρὸ μικροῦ νὰ ἔλθωσιν εἰς διαπραγματεύσεις μετ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ προϊσταμένου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις εἶχεν ἐγκαλεσθῆ πολλάκις ὡς ἀθετήσας τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς διὰ συμφωνιῶν εἶχεν ἀναλάβει, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἴσως ἐπείσθησαν ὅτι ὀρθῶς ἐνεκαλεῖτο ἐπὶ παραβάσει τῶν ὑποσχέσεων, τὰς ὁποίας εἶχε δώσει εἰς αὐτοὺς, καὶ τῶν συμφωνιῶν, τὰς ὁποίας εἶχε συνομολογήσει μετ’ αὐτῶν, βεβαίως δὲν παρεσκευάζετο ἀρίστη ἡ θέσις τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος, διότι ὁ ἀντιπροσωπεύων τὰ συμφέροντα ταῦτα δὲν ἦτο δυνατὸν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις νὰ ἐμπνέῃ πίστιν εἰς ἐκείνους, μετὰ τῶν ὁποίων συνεννοεῖτο, ἐνῷ ἡμεῖς ἔχομεν καὶ συμφέρον καὶ καθῆκον νὰ καταστήσωμεν καταφανῆ τὴν καλὴν πίστιν τῆς χώρας, καὶ νὰ πείσωμεν ἐκείνους, οἵτινες κατέχουσι τὰ ἑλληνικὰ χρεώγραφα, ὅτι ἡ τύχη τῆς χώρας καὶ ἡ πρόοδος αὐτῆς συνδέεται μετὰ τοῦ συμφέροντος αὐτῶν τούτων τῶν δανειστῶν καὶ ὅτι ἑπομένως καὶ αὐτοὶ ἔχουσι συμφέρον νὰ συντρέξωσι Κράτος, τὸ ὁποῖον, ἀναξίως παθὸν, περιῆλθεν εἰς τὴν δυστυχῆ θέσιν νὰ κηρυχθῇ ἐν καταστάσει πτωχεύσεως. Εἶπον ὅτι ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθησαν αἱ διαπραγματεύσεις, αἱ γενόμεναι ἐν Ἀθήναις, ἦτο βάσις ψευδὴς, διότι δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ἡμεῖς ἐπτωχεύσαμεν μόνον ἕνεκα τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ νομίσματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐν χρήσει ἐν τῷ Κράτει, τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, ἀλλ’ ἐπτωχεύσαμεν οὐ μόνον ἕνεκα τούτου, ἀλλὰ καὶ διότι τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους δὲν ἐπήρκουν εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα αὐτοῦ, δὲν ἦτο δ’ ἀφ’ ἑτέρου πλέον δυνατὸν νὰ ἐκμυζήσῃ τις οὔτε ἀπὸ τὴν παραγωγὴν οὔτε ἀπὸ τὴν κατανάλωσιν κεφάλαιον διὰ νέων φόρων, εἴτε δι’ αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόντων φόρων, ὅπως αὐξήσῃ τὰ ἔσοδα καὶ καταστήσῃ αὐτὰ ἐπαρκῆ εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρίζεται, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν ἦτο ἐν ἰσοζυγίῳ· ἡμεῖς ἐν τούτοις διατεινόμεθα τὸ ἐναντίον. Τίς λέγει τὴν ἀλήθειαν; Πρέπει ν’ ἀποδείξωμεν τοὺς ἰσχυρισμοὺς ἡμῶν· ἐγὼ δὲ προβαίνω προθύμως νὰ πράξω τοῦτο, ἀποδεικνύων ὅτι οὔτε κατὰ τὸ 1887, οὔτε κατὰ τὸ 1888, οὔτε κατὰ τὸ 1889, οὔτε κατὰ τὸ 1890, οὔτε κατὰ τὸ 1892 ἢ κατὰ τὸ 1893 τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐπήρκεσε διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, οὔτε ἤθελεν ἐπαρκέσει, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία, καὶ ἂν τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ἐτιμᾶτο ἐν τῇ ἀγορᾷ εἰς τὸ ἄρτιον τῆς τιμῆς αὐτοῦ. Γνωρίζω, ὅτι δὲν ἀκούει τις εὐχαρίστως ἀριθμοὺς, ἀλλὰ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ παρατείνητε τὴν ἀνοχήν σας, ἀκούοντες καὶ τὸ μέρος τοῦτο, ἵνα πεισθῆτε περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου. Κατὰ τὸ 1887 τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, τά τε τακτικὰ καὶ τὰ ἔκτακτα, ἀνέβησαν κατὰ τὸν δημοσιευθέντα ἀπολογισμὸν εἰς δραχ. 176,210,226 καὶ 19, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 107,128,253 καὶ 96, ὥστε ὑπῆρξε περίσσευμα 69,081,972 καὶ 23. Ἀπέναντι ὅμως τοῦ περισσεύματος τούτου ἐπεβαρύνθη τὸ Κράτος διὰ δανείων δρ. 93,360,420 καὶ 81; ὥστε τὸ περίσσευμα εἶναι φαινόμενον, διότι ἐδανείσθημεν 93,360,420 καὶ 81, ἐὰν δ’ ὑπῆρξε περίσσευμα 69,081,972.23, ἀφοῦ ἐδανείσθημεν 93,360,420.81, τὸ περίσσευμα μεταβάλλεται εἰς ἔλλειμμα 24,278,448.58. Ἐὰν ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐξόδων, τῶν 107,128,253 καὶ 96, ἀφαιρεθῶσι τὰ πρὸς ἀπόσβεσιν χρεῶν πληρωθέντα κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν 16,336,189 καὶ 11, ὑπολείπονται ἔξοδα τακτικὰ 90,792, 064.85. Ἐὰν ἀφαιρεθῶσι τὰ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν πληρωθέντα εἰς συναλλαγματικὴν διαφοράν, ἤτοι 969,887.76, ὑπολείπονται 89,822,177.09· ἐπειδὴ δὲ τὰ τακτικὰ ἔσοδα ἦσαν 82,849,805.38, ἕπεται ὅτι κατὰ τὸ 1887 ὑπῆρξεν ἔλλειμμα 6,972,371.71, τὸ ἔλλειμμα δὲ τοῦτο ἤθελεν ὑπάρχει, καὶ ἐὰν δὲν ἐπληρόνομεν συναλλαγματικὴν διαφορὰν, καὶ ἐὰν τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ἐτιμᾶτο εἰς τὸ ἄρτιον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο τὸ ἔλλειμμα, διότι μεταξὺ τῶν 16,336,189, τῶν σημειωθέντων ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ὡς πληρωθέντων πρὸς ἀπόσβεσιν χρεῶν, περιελήφθησαν οὐ μόνον πληρωθέντα πρὸς ἀπόσβεσιν χρεῶν, ἀλλὰ καὶ πληρωθέντα πρὸς πληρωμὴν τόκων, ἐνῷ οἱ τόκοι ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, καὶ οὐχὶ ἐκ δανείων, διότι ἡ πληρωμὴ τῶν τόκων δὲν εἶναι ἀπόσβεσις κεφαλαίου, ἀλλὰ τακτικὸν ἔξοδον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ταῦτα δ’ ἀνέρχονται, κατὰ τὴν λεπτομερῆ σημείωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχω, εἰς 3,553,334.30. Πρέπει λοιπὸν νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ ἔλλειμμα τῶν 6,972,391.71 καὶ τὰ 3,553,334.30, τὰ ὁποῖα δολίως καὶ παρανόμως περιελήφθησαν ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ὡς πληρωθέντα πρὸς ἀπόσβεσιν χρεῶν. Ἀλλὰ εἰς ταῦτα πρέπει νὰ προστεθῶσι προσέτι καὶ οἱ τόκοι τοῦ δανείου τῶν 10,200,000 φράγκων, εἰς χρυσὸν, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1887, πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων τῆς βʹ ἑξαμηνίας τοῦ ἔτους ἐκείνου, διότι οὗτοι συνεφωνήθη νὰ προπληρωθῶσιν, ἀλλ’ ἀντὶ νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ ταμείου, προσετέθησαν εἰς τὸ κεφάλαιον, ἑπομένως ἐπεβάρυνον τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου, ἐξωφλήθησαν δὲ κατόπιν, μετὰ τοῦ κεφαλαίου τοῦ εἰρημένου δανείου τῶν 10,200,000 φράγκων, ἐκ τοῦ ἑτέρου δανείου τῶν 30 ἑκατομμυρίων φράγκων, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη κατόπιν. Καὶ οἱ τόκοι οὗτοι ἀνέρχονται εἰς 648,720 φράγκα. Οὕτω δὲ τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα τοῦ 1887 ἀνῆλθε διὰ τούτων εἰς 11,174,426.01. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, εἶναι προσέτι καὶ 3,236,000, τὰ ὁποῖα, ἐνῷ ἐπληρώθησαν κατὰ τὸ 1887 διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν στρατώνων Λαρίσης καὶ ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τοῖς λογαριασμοῖς τοῦ ἔτους 1887, ἀνεγράφησαν παρανόμως ἐν τοῖς λογαριασμοῖς τοῦ 1886, ἵνα ἐπιβαρυνθῇ δι’ αὐτῶν ἡ διαχείρισις τοῦ 1886, τὴν ὁποίαν καταλογίζουσιν εἰς βάρος ἐμοῦ, ἐλαφρυνθῇ δὲ ἡ διαχείρισις τοῦ 1887, ἥτις ἐγένετο ὑπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ. Οὕτω δὲ, καὶ ἂν τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ἤθελε τιμᾶσθαι εἰς τὸ ἄρτιον, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχε νομισματική τις ἀνωμαλία, ἤθελεν ὑπάρχει ὅμως ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1887, καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἤθελεν ἀνέρχεσθαι εἰς 14,420,726.01. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ὁμολογήσει, ὅτε εἰσήγαγε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1888, ὅτι κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ 1887 εἶχε κατορθώσει νὰ ἐλαττώσῃ τὰ ἔξοδα, διότι εἶχεν ἀποφύγει τὴν ἀνάγκην νὰ πληρώσῃ 5,079,000, χρησιμοποιήσας τὸν χρυσὸν τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων εἰς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων, ἀποφυγὼν δ’ οὕτω τὴν ἀνάγκην ν’ ἀγοράσῃ συνάλλαγμα καὶ χρυσόν. Τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν περιέλαβον εἰς τὰ 14,410,426.01, διότι ἡ δαπάνη, ἣν εἶπεν ὅτι ἀπέφυγεν, ἀνάγεται εἰς τὰ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, περὶ ἧς δὲν πρόκειται, ἀφοῦ ἐξετάζεται νῦν ποῖα ἤθελον εἶσθαι τ’ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε νομισματική τις ἀνωμαλία καὶ δὲν ὑπεκείμεθα εἰς πληρωμὴν συναλλαγματικῆς διαφορᾶς. Ἑπομένως τὸ 1887 οὐ μόνον δὲν κατέληξεν εἰς ἰσοζύγιον, ἀλλ’ οὐδ’ ἤθελε καταλήξει εἰς ἰσοζύγιον, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ νομισματικὴ διαφορά, ἐὰν τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ἐτιμᾶτο εἰς τὸ ἄρτιον καὶ δὲν ὑπεχρεούμεθα εἰς δαπάνας πρὸς μεταβολὴν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου εἰς χρυσόν. Τὸ 1888, κατὰ τὸν ἀπολογισμόν, εἰσεπράχθησαν ἔσοδα 93,671,217.09, ἐπληρώθησαν δὲ ἔξοδα 108,050,858 καὶ 71, ἑπομένως ὑπῆρχεν ἔλλειμμα 14,379,611.62. Ἐκ τῶν 93,671,217.09, τῶν ὡς εἴρηται ἐσόδων, πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσι 4,119,822.15, εἰσπραχθέντα ἐκ δανείων, ἤτοι ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ἐκ τοῦ δανείου τοῦ πατριωτικοῦ καὶ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 15 ἑκατομμυρίων· ἑπομένως τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἦσαν 89,551,394.94. Ἐπειδὴ δὲ τὰ ἔξοδα ἀνῆλθον εἰς 108,050,858 καὶ 71, τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα ἀνήρχετο εἰς 18,499,463.77. Κατὰ τὸν ἀπολογισμόν, ἐπληρώθησαν εἰς ἔξοδα ὑπηρεσίας δανείων καὶ περιελήφθησαν μετὰ τῶν ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμένων ἐξόδων, ἤτοι εἰς ἔξοδα συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, 5,366,747.41· ἀλλ’ εἶχεν εἰσπράξει τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων χρυσόν, τὸν ὁποῖον μετεχειρίσθη εἰς πληρωμὴν μέρους τῶν τόκων. Ἐὰν δὲν εἰσέπραττε τὸν χρυσὸν αὐτὸν καὶ ἐπλήρονε καὶ τὸ ὑπόλοιπον τῶν τόκων διὰ συναλλάγματος, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀγοράσει, ἤθελε πληρώσει διὰ συναλλαγματικὴν διαφορὰν οὐχὶ 5,366,747.41 μόνον, ἀλλὰ 7,659,774.20, διότι ἤθελεν ἀγοράσει τὸ ὑπόλοιπον τοῦ συναλλάγματος πρὸς 125 λεπτὰ τὸ φράγκον, ὅσον τότε ἐτιμᾶτο ἐν τῇ ἀγορᾷ. Ἑπομένως ἐκ τοῦ ἐλλείμματος τῶν 18,499,963.77 δέον ν’ ἀφαιρεθῶσιν 7,659,774.20, τὰ ὁποῖα ἀπέφυγε νὰ πληρώσῃ, ποιησάμενον χρῆσιν τοῦ χρυσοῦ τοῦ δανείου, ὡς εἴρηται, καὶ μὴ ἀγοράσαν διὰ τὸ εἰρημένον ὑπόλοιπον συνάλλαγμα, τὸ δ’ ἔλλειμμα ἤθελε συνίστασθαι κατὰ τὸ 1888 εἰς 10,839,689.57. Τὸ 1889 εἰσέπραξε τὸ δημόσιον ταμεῖον 183,031,964.09, ἐδαπάνησεν 168,739,262.39, ὑπελείφθη δὲ περίσσευμα 14,292,701.70. Ἐκ τῶν ἐσόδων ὅμως, ἤτοι ἐκ τῶν 183,031,964.09, πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσιν 99,300,373, τὰ ὁποῖα προῆλθον ἐκ δανείων, ἑπομένως τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ 1889 ἀνῆλθον μόνον εἰς 83,731,591.09, καὶ τὸ ἔλλειμμα ἀνῆλθεν εἰς 85,007,671.09. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἶχεν ἀναγραφῆ πίστωσις διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, ἤτοι πρὸς πληρωμὴν τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, 6,775,533, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν δὲν ἐπληρώθησαν, εἰμὴ μόνον 284,755.76, διότι οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεωλύσια ἐπληρώθησαν διὰ τοῦ χρυσοῦ, τὸν ὁποῖον εἶχεν εἰσπράξει τὸ ταμεῖον ἐκ τῶν δανείων· οὕτω δὲ πρέπει νὰ προστεθῶσι τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπληρώθησαν κατὰ τὸν ἀπολογισμόν, εἶχον ὅμως ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ ἤθελον πληρωθῆ πρὸς ἀγορὰν συναλλάγματος, ἐὰν δὲν εἴχομεν τὸν χρυσὸν τῶν δανείων, τὸ ποσὸν δ’ αὐτῶν ἀνέρχεται εἰς 7,580,683.97, ὑπολογισθέντος τοῦ φράγκου πρὸς λεπτὰ 122 μέχρις 126, ὅσον τότε ἐτιμᾶτο. Ἀφαιρουμένων δ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν ἀναγραφέντων ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ὡς δαπανηθέντων 284,755.76, ὑπολείπονται 6,490, 777.24, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὅτι ἤθελον πληρωθῆ δι’ ἀγορὰν συναλλάγματος. Διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ κατὰ

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
τὸ 1889 ἐδαπανήθησαν εἰς ἔκτακτα ἔξοδα 79,711,779.88
ἤτοι εἰς κατασκευὴν σιδηροδρόμων 10,225,643.14
εἰς κατασκευὴν τῶν θωρηκτῶν 3,136,838.53
εἰς ἀποσβέσεις χρεῶν 66,349,298.21
Τὸ ὅλον 79,711,779.88
ἀφαιρουμένου τοῦ ποσοῦ τούτου ἀπὸ τὸ
κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν ποσὸν τῶν ἐξόδων 168,739,262.39
ὑπολείπονται τακτικὰ ἔξοδα 89,027,482.51

ἀφοῦ δὲ τὰ ἔσοδα ἦσαν 83,731,591.09, ἕπεται ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1889 ὑπῆρξεν ἔλλειμμα 5,295,891.42. Τὸ 1890 τὰ ἔξοδα ἀνῆλθον εἰς 141,465,393.86, τὰ δὲ τακτικὰ ἔσοδα εἰς 79,931,795.22, καὶ ἑπομένως ἔλλειμμα 61,533,598.64. Τὸ πληρωτέον ποσὸν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων ἀνήρχετο κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν εἰς 34,173,548, τοῦ χρυσοῦ δ’ ἡ τιμὴ ἐκυμαίνετο μεταξὺ τῶν 122 καὶ ¾ καὶ 127 λεπτῶν. Ἐὰν ἠγοράζετο ὁ χρυσὸς εἰς τὴν ἀνωτάτην τιμὴν, τῶν 127 λεπτῶν, ἤθελον πληρωθῆ δραχ. 9,228,857.96, καὶ τὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων πληρωτέον ποσὸν ἤθελεν ἀναβιβασθῆ ἀπὸ 34,173,548 εἰς 43,399,405.96· ἀφαιρουμένου ἑπομένως καὶ τοῦ δι’ ἀγορὰν συναλλάγματος πληρωτέου, ὡς εἴρηται, ποσοῦ τῶν 9,225,857.96, τὸ ἔλλειμμα τῶν 61,533,598.64 ἤθελε περιορισθῆ εἰς 52,307,740.68. Ἐπειδὴ δ’ ἐπληρώθησαν

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
εἰς ἔκτακτα ἔξοδα κατασκευῆς σιδηροδρόμων καὶ ἄλλων
οἰκοδομῶν 20,854,808.72
εἰς κατασκευὴν τῶν θωρηκτῶν 4,597,845.95
καὶ εἰς ἀποσβέσεις χρεῶν 15,531,314.50
Τὸ ὅλον 40,983,969.17

ἀφαιρουμένου τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων ἀπὸ τὸ ἀνωτέρω ἀναγραφὲν ὡς ἔλλειμμα τῶν 52,307,718.68, ὑπολείπεται μεταξὺ τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ τῶν τακτικῶν ἐξόδων ἔλλειμμα δραχ. 11,323,771.51. Τὸ 1891 ἐπληρώθησαν ἔξοδα κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν 122,836,385.82, εἰσεπράχθησαν δὲ τακτικὰ καὶ ἔκτακτα ἔσοδα 106,396,075.51, καὶ ἑπομένως ὑπῆρξεν ἔλλειμμα 16,440,310.31. Ἐὰν ἐκ τῶν ἐσόδων ἀφαιρεθῶσι τὰ ἐκ δανείων εἰσπραχθέντα, ἤτοι τὰ ἔκτακτα, δηλαδὴ 3,174,203 ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, καὶ 12,900,000 ἐκ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης, τὸ ὅλον 16,074,203, ὑπολείπονται ὡς τακτικὰ ἔσοδα 90,321,872.51. Ἂν ἐκ τῶν ἐξόδων 122,836,385.82 ἀφαιρεθῶσι τὰ ἔκτακτα, ἤτοι 25,151,801.95, ὑπολείπονται ὡς τακτικὰ ἔξοδα 97,684,583.87· ἂν δὲ ἀφαιρεθῶσι καὶ ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν τακτικῶν ἐξόδων 97,684,583.87 τὰ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν πληρωθέντα διὰ συναλλαγματικὴν διαφορὰν 6,977,246.68, ὑπολείπονται ὡς τακτικὰ ἔξοδα, ἄνευ πληρωμῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, δραχ. 90,707,337.19, ἑπομένως καὶ κατὰ τὸ 1891 ἔλλειμμα δραχ. 385,464.68, ἀφοῦ τὰ τακτικὰ ἔσοδα εἶχον ἀνέλθει εἰς 90,321,872.51. Οὕτως ἐξελέγχεται μὴ ἀκριβὴς ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸν ὁποῖον μετέδωκεν εἰς τὸν κ. Λόου καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας καὶ ὁ ὁποῖος διὰ τῶν δημοσιευθεισῶν ἤδη ἐκθέσεων αὐτῶν μετεδόθη εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους ταράσσει μόνη ἡ συναλλαγματικὴ διαφορά· διότι ἔλεγον, ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἐκ τοῦ συναλλάγματος τοιαύτη ἀνωμαλία, καὶ ἐὰν τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ἐτιμᾶτο εἰς τὸ ἄρτιον, τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους θὰ ἐπήρκουν εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα αὐτοῦ. Τὰ οἰκονομικὰ ζητήματά εἰσιν ἀδυσώπητα, ὅσον δὲ καὶ ἂν προσπαθήσῃ τις νὰ τὰ περιπλέξῃ ἢ νὰ τὰ ἐκβιάσῃ, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ λύσιν οἵαν αὐτὸς θέλει, εἶναι ἀδύνατον νὰ κατορθώσῃ τοῦτο· θέλει ἐπέλθει ἡ μοιραία ἔκβασις αὐτῶν, αὕτη δὲ δυστυχῶς ἐπῆλθε καὶ ἐφ’ ἡμᾶς, καὶ εἰς ταύτην ὑπεκύψαμεν. Ἐγὼ, Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι, ἐὰν δὲν θαυμάζω, ἐπαινῶ ὅμως τὸ πάθος τῆς φιλοδοξίας, διότι ἀληθῶς πάθος εἶναι ἡ φιλοδοξία, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει οἱ καταληφθέντες ὑπὸ τοῦ πάθους τούτου τυγχάνουσιν ὑποδεέστεροι τῆς ἀξιώσεως, τὴν ὁποίαν καταδηλοῦσι, καὶ τότε οὐδεμία ἀπειλεῖ τὴν χώραν ζημία, οὐδεμία ἐπέρχεται εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους βλάβη· βλάβη ἐπέρχεται μόνον εἰς αὐτοὺς, οἵτινες ἔχουσιν ἀξιώσεις ὑπερτέρας τῆς χρησιμότητος αὐτῶν. Τὴν φιλοδοξίαν ὅμως χαρακτηρίζω ὡς πάθος εὐγενὲς, ὅταν λειτουργῇ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἀληθείας καὶ τῆς τιμῆς, ὑποτάσσηται δὲ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἢ τῆς χώρας· διότι, ὅταν ἡ φιλοδοξία δὲν ἐξυπηρετῇ, ἀλλὰ θυσιάζῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἢ τῆς χώρας, ὅταν ἡ φιλοδοξία ἄγῃ εἰς τὴν ἀθέτησιν τῆς ἀληθείας, εἰς τὴν ἀνατροπὴν τῆς τιμῆς, — διότι οἱ δύο οὗτοι δεσμοὶ τῆς ἀληθείας καὶ τῆς τιμῆς πρέπει νὰ συγκρατῶσι τὰς κοινωνίας, — ἡ φιλοδοξία δὲν εἶναι μόνον πάθος μὴ εὐγενὲς, ἀλλ’ εἶναι ὀλεθρία νόσος, μέγα κακὸν, τὸ ὁποῖον ἐὰν οἱ σύγχρονοι δὲν προβαίνωσι νὰ τιμωρήσωσι καὶ νὰ καταστείλωσιν, ἐπηρεαζόμενοι ἀπὸ πολιτικὰς σκέψεις γενικωτέρου συμφέροντος, ἐὰν αἱ Πολιτεῖαι, εἴτε ἐξ ἀμβλύτητος ἀντιλήψεως, εἴτε ἐξ ἀδρανείας περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος, εἴτε ἐξ ἀκηδίας ἢ ἀναλγησίας δεικνύωνται ὑποδεέστεραι τῆς ἀποστολῆς καὶ τοῦ καθήκοντος αὐτῶν, ἐὰν οἱ λαοὶ ἀνέχωνται διατελοῦντες ἀπαθεῖς θεωροὶ τῆς ἰδίας αὐτῶν καταστροφῆς, οὐδεὶς ὅμως πρέπει νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι θέλει ἐλθεῖ ἡμέρα, καθ’ ἣν ἡ ἱστορία διὰ πεπυρακτωμένου σιδήρου θέλει καυτηριάσει τοὺς περικαλύψαντας διὰ τῆς φιλοδοξίας πάθη ἀγενῆ καὶ μυσαρά. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι, ἐὰν μοι συνέβαινεν ἡ δυστυχία νὰ παραγάγω μετὰ πολυχρόνιον διοίκησιν τοῦ Κράτους τοιούτους καρποὺς, ὁποίους σήμερον γευόμεθα, δὲν ἤθελον στέρξει νὰ ἀναλάβω τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν μετὰ τοσαύτης ἐπιμονῆς θέλει νὰ διαχειρίζηται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν ἤθελον στέρξει νὰ ἀντιμετωπίσω ἐν διαπραγματεύσεσι τοὺς κατόχους τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων, διότι τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελον προσβλέπει αὐτοὺς ἀσκαρδαμυκτεὶ, ἤθελον ἐνθυμηθῆ, ὅτι ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ ἀναμνησθῶσιν οὗτοι, ὅτι μετ’ ἐμοῦ συνηλλάσσοντο, ὅταν ἐπλήρονον τὰ χρήματά των εἰς δάνεια, ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ φρονῶσιν, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν παριστῶν ἀλλοίαν τῆς ἀληθοῦς τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομιῶν τοῦ Κράτους, ὁ παραμορφόνων τὰ πράγματα καὶ παραποιῶν τοὺς ἀριθμοὺς, ὁ ὑπισχνούμενος καὶ ἀθετῶν τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἀνελάμβανον, τέλος πάντων ὁ ὑπαίτιος τῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας οὗτοι ὑφίστανται. Ἄλλοτε, κατ’ ἄλλην περίστασιν, πολλῷ διαφέρουσαν τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, συνέπεσε νὰ εὑρεθῶ ἐν τῇ Κυβερνήσει. Λέγω πολλῷ διαφέρουσαν τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν νῦν εὑρισκόμεθα, διότι τώρα μὲν ἐπτωχεύσαμεν, διότι ἐπὶ δεκάδα ἐνιαυτῶν παρεδόθημεν εἰς πολιτικὴν εἴτε ἐκ μωρίας σπάταλον καὶ ἀλόγιστον, εἴτε ἐκ προαιρέσεως καὶ μελέτης προδοτικὴν καὶ ὀλεθρίαν. Ἀλλὰ κατὰ τὴν περίστασιν, ἧς ποιοῦμαι μνείαν, οἱ ἰσχυρότεροι ἐξηνάγκαζον ἡμᾶς νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς τὴν θέλησίν των καὶ νὰ ἀποδεχθῶμεν τὰ ἐν Φιλιππουπόλει γενόμενα, καὶ ἐνῷ ἡμεῖς ἠγωνιζόμεθα ὑπὲρ τοῦ κράτους τῶν συνθηκῶν, τὰς ὁποίας αὐτοὶ οἱ ἰσχυροὶ εἶχον ὑπογράψει, καὶ αἵτινες ἐπροστάτευον τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα, εἰς τὰς ἀκτὰς τῆς Ἑλλάδος ἐπεφαίνοντο καταπλέοντες οἱ στόλοι αὐτῶν, ἵνα ὑποστηρίξωσι καὶ ὑπερασπίσωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρέβαινον τὰς συνθήκας ταύτας. Ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἦτο θέσις ἀδικουμένου, ὁ ὁποῖος εἵπετο ὅτι ἐκίνει τὰς συμπαθείας τῆς Εὐρώπης. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγὼ ἐνόμιζον ὅτι ἐζημίου τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ ἀνῄρει τὰς ἐλπίδας τῶν ὁμοφύλων, δὲν ἐσυμβιβάζετο δὲ οὐδὲ πρὸς τὴν αἴγλην τοῦ Στέμματος οὐδὲ πρὸς τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους, νὰ καταῤῥίψω τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν ἐκράτουν, καὶ νὰ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην τῶν ἰσχυροτέρων, ἔστω καὶ διὰ τῆς βίας ἐπιβαλλομένην, καὶ νὰ γένωμαι ἐγὼ ὄργανον πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῆς, διατάσσων ἐγὼ τὸν ἀφοπλισμὸν τοῦ Κράτους, καὶ συντρέχων καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἀθέτησιν τῶν συνθηκῶν, αἵτινες παρεῖχον ἀσφαλείας τινὰς εἰς τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐπροτίμησα νὰ παρακούσω εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Στέμματος καὶ εἰς τὰς συμβουλὰς τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ φιλίως πρός με διακειμένων πολιτικῶν ἀνδρῶν, καὶ νὰ ἐγκαταλείψω τὴν ἀρχήν. Λέγω «εἰς τὰς συμβουλὰς τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ φιλίως πρός με διακειμένων», διότι αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκρίνοντο ὑπὸ τοῦ κόσμου τότε ὡς οἱ δραστηριώτερον καὶ ἐνεργητικώτερον ἐπισπεύδοντες τὴν ἐκβίασιν τῆς Ἑλλάδος, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας, ὁ ὁποῖος νῦν εἶναι Πρωθυπουργὸς, ὁ λόρδος Ρόζβερυ, καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας, τοῦ ὁποίου ἰδίως τὸ ὄνομα διεσύρετο, ὡς προκαλοῦντος τὰ αὐστηρότερα μέτρα, ὁ κ. Ροβιλὰν, αὐτοὶ μὲ συνεβούλευον, ἐκ φιλίας πρὸς με κινούμενοι, ὡς ἔλεγον, νὰ στέρξω τὸν ἀφοπλισμὸν τοῦ Κράτους, ἐπαγγελλόμενοι, ὅτι, ἂν ἀπεφάσιζον νὰ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην των, αὐτοὶ ἤθελον εὐκολύνει πᾶσαν τὴν μέλλουσαν ἐργασίαν μου. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τότε φύλλα δημοσιογραφικὰ, τὰ ὁποῖα, ὅσον καὶ ἂν καὶ τότε ἀπεκηρύσσοντο ὑπὸ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, ἦσαν ὅμως στενῶς συνδεδεμένα μὲ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον ἀπετέλει τότε τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἤτοι μὲ τὸν νῦν προϊστάμενον τῆς Κυβερνήσεως, μὲ ἐπέκρινον διὰ βωμολοχιῶν ὡς φυγάδα, γράφοντα, ὅτι «ἐγὼ ἔστειλα τὰ κλειδιὰ», καὶ ὅτι πολλάκις ἐν τῇ πόλει πολιτικοὶ φίλοι αὐτοῦ ἄνδρες μὲ ἐπεκάλουν φυγάδα. Δὲν ἔφευγον διὰ νὰ διασώσω τὴν ἐμὴν τιμὴν καὶ τὰ ἐμὰ συμφέροντα, οὐδ’ ἐδραπέτευον περιδεὴς, διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ δώσω λόγον τῶν πράξεών μου, ἀλλὰ παρῃτήθην τῆς ἀρχῆς, ἵνα διατηρήσω τὴν αἴγλην τοῦ Ἑλληνικοῦ Στέμματος, τὴν αἴγλην τοῦ θρόνου τῆς Ἑλλάδος, ἵνα διατηρήσω τὴν τιμὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα διατηρήσω τὰς ἐλπίδας τοῦ μέλλοντος (εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἀλλ’ ἡ φυγὴ τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1893 ἦτο τοιαύτη; Ἦτο ὅμως φυγὴ, ἡ ὁποία προσῆκεν εἰς τὸν φυγόντα, διότι ἔτρεφε μέχρι τελευταίας στιγμῆς διὰ κενῶν ἐλπίδων τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν καὶ σύμπαντα τὸν Ἑλληνισμὸν, ἐπαγγελλόμενος ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ σωτὴρ, ὁ παρασύρων ὄπισθέν του τὰ κεφάλαια. Καὶ ἀπεδείχθη ὅτι δὲν ἔσυρε μεθ’ ἑαυτοῦ τὰ κεφάλαια, ἀλλὰ παρέσυρε τὴν λάμψιν τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, τεχναζόμενος ἢ μηχανευόμενος ἢ μετερχόμενος τέχνησιν, ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἶπεν, ὅπως παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁποῖος ἦτο ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅστις εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893 εἰς τὴν Βουλὴν ἔλεγε πρὸς αὐτὴν, ὅτι περιεῖχε περισσεύματα ὁρατὰ καὶ περισσεύματα ἀόρατα, καὶ ὅστις παρίστα εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν δι’ αὐτοῦ, ὅτι, ἂν μὲν συνωμολογεῖτο τὸ δάνειον κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1893, ἤθελεν ὑπάρχει περίσσευμα τῆς χρήσεως ἐκείνης ἓξ ἑκατομμυρίων, ἐὰν δὲ δὲν συνωμολογεῖτο, ἤθελεν ὑπάρξει περίσσευμα τὸ ἀναγραφὲν ποσὸν τῶν 8,849,000, τὸ προορισθὲν νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων τῶν δανείων, Τὸ δάνειον δὲν συνωμολογήθη, σκιὰ ἦσαν τὰ ἑκατομμύρια, καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπεδείκνυεν αὐτὰ, ἐτράπη εἰς φυγήν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, ἐποιήσατο βραχεῖαν μνείαν, διερχόμενος μετὰ σπουδῆς, τῶν οἰκονομικῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, ὡς καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892. Καὶ οἱ δύο προϋπολογισμοὶ ἦσαν ἔργον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ οἱ δύο δὲ κατὰ τὸ πλεῖστον ἐξετελέσθησαν ὑπ’ αὐτοῦ. Ὅταν θὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, θέλω λάβει αὖθις τὸν λόγον, καὶ ἀποδείξει ὅτι τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τῶν εἰρημένων ἐτῶν τυγχάνουσι πιστὴ εἰκὼν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ δημοσίου ταμείου. Τοσοῦτόν εἰσι δυσάρεστα, ὅσον ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου. Σήμερον δὲν ἐπιχειρῶ τὸ ἔργον τοῦτο, διότι νομίζω ὅτι ἀπηυδήσατε ἀκούοντες τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἀνέφερον πρὸ μικροῦ, ἐξετάζων τὰ ἰσοζύγια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τῶν ἐτῶν 1887 μέχρι 1892. Ἀλλ’ ἡ ἐξέτασις αὕτη ἐπεβεβαίωσε τὸν ἰσχυρισμόν μου, ὅτι ἡ βάσις, τὴν ὁποίαν εἶχον αἱ διαπραγματεύσεις πρὸς συμβιβασμὸν, ἦτο βάσις πλημμελὴς, δὲν ἦτο βάσις ἀληθὴς, καὶ ὅτι αὗται ἐστηρίχθησαν ἐπὶ γεγονότων ψευδῶν, μὴ ὑπαρχόντων, πάντες δ’ ὅσοι στηρίζονται ἐπὶ τοιούτων βάσεων εἶναι ἀδύνατον νὰ καταλήξωσιν εἰς ἀποτελέσματα. Αὐτὴν μόνην τὴν παρατήρησιν ἀπευθύνω, διότι μοὶ ἐπέβαλλε τὸ καθῆκον τοῦτο ἡ μνεία τῆς βάσεως τῶν διεξαχθεισῶν διαπραγματεύσεων, ἡ γενομένη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τοῦτο τὸ καθῆκον εἶχον, τούτου μόνου τοῦ γεγονότος νὰ μνημονεύσω, ἀπέχω δὲ πάσης ἄλλης μνείας τῶν ἄλλων διαπραγματεύσεων. Βεβαίως καὶ ἐν ἐμοὶ γεννῶνται ἀπορίαι, πῶς αἱ προτάσεις παριστῶνται ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ὡς συμφωνίαι, ἢ πῶς αἱ συμφωνίαι παριστῶνται ὑπὸ τῶν ἐν Ἀθήναις διαπραγματευθέντων μετὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ὡς προτάσεις, πῶς καταγγέλλονται ἐπὶ κακοπιστίᾳ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπιτροπειῶν, καὶ ἐὰν ὀρθῶς καταγγέλλωνται ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἀναβάλλω νὰ ἐξετάσω, ὅταν κληθῇ ἡ Βουλὴ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα συμπράξῃ νομοθετικῶς πρὸς κανονισμὸν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων. Θεωρῶ μάλιστα, ὅτι ἤθελον παραβῆ τὸ καθῆκον, γιγνόμενος ἴσως αἴτιος ζημιῶν, ἐὰν ἔθιγον τὰς λεπτομερείας τῶν γενομένων διαπραγματεύσεων, ἢ ἐὰν ἔσπευδον νὰ δώσω γνώμην τινὰ ἐπὶ ἑκάστης τῶν περὶ ὧν εἴρηται λεπτομερειῶν. Αὕτη εἶναι ἡ πρώτη ἀφορμὴ, ἧς ἕνεκα ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα, ὅπως ἀπευθύνω τὴν γενομένην παρατήρησιν πρὸ τῆς γενικῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ ἐκτὸς ταύτης, καὶ ἄλλη τις ἀφορμὴ μὲ ἠνάγκαζε νὰ λάβω τὸν λόγον. Ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὁ ὁποῖος μετ’ ἐπαινετῆς φιλοπονίας ἠρεύνησε τὰ κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις πρὸς συμβιβασμὸν, ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλὴν μέρη τινὰ τοῦ περιεχομένου συμβάσεώς τινος, ἡ ὁποία μετὰ τὴν ῥῆξιν τῶν ἐν Ἀθήναις διαπραγματεύσεων συνωμολογήθη ἐν Λονδίνῳ μεταξὺ τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὴν ἐπιτροπείαν τῶν ὁμολογιούχων τῆς Ἀγγλίας καὶ τοῦ ἐπιτετραμμένου τῆς Ἑλλάδος, τότε μέρη τινὰ τῆς συμβάσεως ταύτης, ἀνακοινωθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, μοὶ ἐνεποίησαν ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν. Ἔσπευσα λοιπὸν νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ποιήσηται περὶ τούτων τὰς ἀπαιτουμένας ἀνακοινώσεις εἰς τὴν Βουλὴν, ἰδίως νὰ πληροφορήσῃ ἡμᾶς, ἂν τοιαύτη ἦναι ἡ σύμβασις, τῆς ὁποίας ἐμνημόνευσεν εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἂν τοιαύτην ῥήτραν ἐδέχθη, ἵνα ἀναγραφῇ ἐν τῇ συμβάσει, ὁ ἀντιπροσωπεύων τὴν Ἑλλάδα ἐν Ἀγγλίᾳ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ ἔδωκεν ἀπάντησιν ὁμοίαν μὲ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐν τῷ ἱερῷ τῶν Δελφῶν ἔδιδέ ποτε ἡ Πυθία. Δὲν ἠρνήθη, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐβεβαίωσε. Δὲν ἐβεβαίωσεν, ἀλλὰ καὶ δὲν ἠρνήθη. Οὕτω δὲ μὲ ἀφῆκεν ἔτι ἐν δισταγμῷ, ἀλλ’ ἐν δισταγμῷ πείθοντί με περισσότερον νὰ ἀποδεχθῶ ὅτι κἄτι τρέχει, παρὰ νὰ ἀποδεχθῶ ὅτι οὐδὲν συνέβη· διότι, ἂν οὐδὲν συνέβαινεν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελεν ἀναβῆ πάραυτα εἰς τὸ βῆμα καὶ ἐπιπέσει λαῦρος κατὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἄρτης, πῶς τολμᾷ νὰ ἀποδώσῃ εἰς αὐτὸν ὅτι συνῄνεσεν εἰς τὴν ἀποδοχὴν τοιαύτης ῥήτρας καὶ τοιούτων συμφωνιῶν! Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐσιώπησε· τοῦτο δ’ ἐκλόνισε τὴν ἐμὴν πεποίθησιν. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ πραγματευθῶ περὶ ἐκείνων τῶν μερῶν τῆς συμβάσεως, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν, οὐδὲ μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ τηρήσω σιωπὴν ἐπ’ αὐτῶν· διότι, ἐὰν ταῦτα ἀληθεύωσι, δὲν πρόκειται περὶ ἁπλοῦ τινος συμβεβηκότος, πρόκειται περὶ συμφωνίας, ἥτις, ἂν μὴ ἀναιρῇ ἐκ βάθρων, περιτέμνει ὅμως τὴν κυριαρχίαν τοῦ Κράτους, μειοῦσα τὰ δικαιώματα τῶν καθεστημένων πολιτειακῶν ἐξουσιῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἶπεν, ὅτι ἡ μεγαλειτέρα δυσχέρεια, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὰς περὶ συνομολογήσεως συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεις, εἶναι ὄχι τόσον τὸ ποσοστὸν τοῦ τόκου, τὸ ὁποῖον θέλομεν ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρόνωμεν εἰς τὸ μέλλον, ἀλλ’ αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ζητοῦσιν οἱ ὁμολογιοῦχοι. Ὁμολογῶ, ὅτι, ἐὰν ἤμην ὀφειλέτης ποσοῦ τινος εἴς τινα, ὁ δὲ δανειστής, εἰς τὸν ὁποῖον ὤφειλον τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἤθελεν ἀρκεῖσθαι εἰς μόνην τὴν ὑπογραφήν μου, ἀλλ’ ἤθελε ζητεῖ καὶ ὑλικήν τινα ἐγγύησιν, ἵνα ᾖ βέβαιος, ὅτι ἡ ἐγγύησις αὕτη θὰ μὲ κατηνάγκαζε καὶ ἄκοντα νὰ ἀποτίσω τὴν ὀφειλήν μου, ὁμολογῶ ὅτι τὴν ἀπαίτησιν ταύτην ἤθελον θεωρήσει ὑβριστικήν. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ἂν τὰ Κράτη ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ θεωρῶσιν ὑβριστικὰς τοιαύτας ἀξιώσεις τῶν δανειστῶν των, ὅταν μάλιστα οἱ δανεισταὶ αὐτῶν δύνανται ἐν παντὶ χρόνῳ νὰ ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι αὐτοὶ δὲν ἐπλάνησαν, ἀλλ’ ὅτι ἐπλανήθησαν ὑπὸ τοῦ κυβερνῶντος τὸ ὀφεῖλον Κράτος, καὶ ἐὰν μάλιστα διαπραγματεύωνται μετ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ ὀφειλέτου, τὸν ὁποῖον θεωροῦσιν ὡς πλανήσαντα αὐτούς. Διὰ τοῦτο κατ’ ἀρχὴν δὲν ἐξεπλάγην, ἐὰν εἰς τὸ Κράτος συμβαίνῃ ὅ,τι, ἐὰν συνέβαινεν εἰς τὸ ἄτομον, τὸ ἄτομον ἤθελε θεωρήσει ὡς ὕβριν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι πάντα ταῦτα τὰ περὶ ἐγγυήσεων πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς ἀρχὴν ἀπαράβατον. Ἡ ἀπαράβατος ἀρχὴ εἶναι ἡ διατήρησις τῆς ἀκεραιότητος τῶν δικαιωμάτων πάσης πολιτειακῆς ἐξουσίας, ἡ διατήρησις τῶν δικαιωμάτων τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, ἡ διατήρησις τῶν δικαιωμάτων τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἡ διατήρησις τῶν δικαιωμάτων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ ἀποφεύγωμεν καὶ νὰ ἀποδιώκωμεν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγουσι ξενικὸν ἔλεγχον, πρέπει νὰ διατηρῶμεν τὴν ἰδίαν τῆς Πολιτείας ἀρτιότητα, τὴν ὁποίαν ἄλλως δὲν ἔχομεν καὶ ἐξουσίαν νόμιμον ἵνα διαθέσωμεν, οὐδ’ εἴμεθα κύριοι νὰ ὑποβάλωμεν τὸ Κράτος εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οἱ Ῥωμαῖοι ἔλεγον capitis deminutio, καὶ ἂν αὕτη ἦναι ἡ ἐσχάτη, ἡ minima. Τοιαῦται σκέψεις μὲ κατέστησαν ὑπόχρεων νὰ μὴ ἀφήσω τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης ἄνευ μελέτης. Τί ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης; Ὅ,τι ἀνέγνω ἐν ἐφημερίδι, τῆς ὁποίας καὶ μόναι αἱ γελοιογραφίαι, ἔστω, τελοῦσιν ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐν ἐφημερίδι ὅμως, ἥτις, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, εἶναι καλῶς πληροφορημένη, διότι τὸ ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἐρευνᾷ, ὡς φαίνεται, καθ’ ἑκάστην καὶ ἐξελέγχει, ἵνα ἴδῃ ἐὰν ἦναι ἀκριβεῖς αἱ πληροφορίαι της ἢ ὄχι. Καθ’ ἃ λοιπὸν ἀνέγνω ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἐν τῇ εἰρημένῃ συμβάσει περιελήφθη ὅρος, ὅτι τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ προσδιορισθῶσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, θέλουσιν ἀποδίδοσθαι εἰς μίαν ἑταιρίαν ἀνώνυμον, ἑδρεύουσαν ἐν Ἀθήναις, ἥτις δὲν θέλει διατηρηθῆ ὡς εἶναι ὠργανομένη, ἀλλὰ θέλουσιν εἰσαχθῆ εἰς αὐτὴν τρεῖς, ὡς μέλη τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου, ὧν ὁ εἷς κατ’ ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπείας τῶν ὁμολογιούχων τῆς Γερμανίας, ὁ ἕτερος κατ’ ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπείας τῶν ὁμολογιούχων τῆς Ἀγγλίας, καὶ ὁ τρίτος κατ’ ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπείας τῶν ὁμολογιούχων τῆς Γαλλίας, οἱ τρεῖς δὲ οὗτοι θέλουσιν ἔχει μείζονα ἐξουσίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχει ἕκαστον τῶν ἄλλων μελῶν τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς ἑταιρίας ταύτης, διότι αὐτοὶ οἱ τρεῖς θέλουσιν ἔχει τὸ λεγόμενον Veto, καὶ ἂν ἡ ἀπόφασις ἐγένετο ἀπὸ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων ὁμοφώνως. Τοῦτο εὔχομαι νὰ μὴ ἦναι ἀληθές, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν τὸ ἠρνήσε.

§11ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μοὶ συγχωρεῖτε μίαν διακοπήν; Τοῦτο δὲν τὸ εἶπον ἐγώ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι θὰ ὑπάρχωσιν ἀντιπρόσωποι τῶν ξένων ὁμολογιούχων ἐν τῇ ἑταιρίᾳ τῶν Μονοπωλίων.

§12ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀληθῶς τοῦτο δὲν ἐπορίσθην ἐκ τῆς ὁμιλίας σας, ἀλλ’ ἐκ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχω ἐξ Εὐρώπης.

§13ΡΑΛΛΗΣ. Ἀνακαινιζομένης τῆς ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων à la satisfaction des créanciers. Αὐτὸς εἶναι ὁ ὅρος.

§14ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εὔχομαι τοῦτο νὰ μὴ ἦναι ἀληθές. Ἐὰν ἦναι ἀληθές, ἤθελον πράξει μεγάλην παράλειψιν, ἐὰν δὲν ἔλεγον τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἀλλ’ ἴσως μὲ ἐρωτήσῃ τις, διατὶ δὲν ἀναμένεις νὰ εἴπῃς τὴν γνώμην σου, ὅταν εἰσαχθῇ ἡ σύμβασις αὕτη εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπιψήφισιν; Δυστυχῶς δὲν ἔχω, Κύριοι, πεποίθησιν περὶ τῆς εὐσυνειδησίας, μὲ τὴν ὁποίαν τελεῖται ἡ διαχείρισις τῶν κοινῶν. Ἐὰν ἡ σύμβασις αὕτη ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπιψήφισιν, βεβαίως μοὶ παρέχεται εὐκαιρία, ὡς καὶ εἰς πάντας ὑμᾶς παρέχεται εὐκαιρία, ἵνα ἐξελέγξωμεν τὰ γενόμενα, ἵνα κρίνωμεν ἐπ’ αὐτῶν καὶ εἴπωμεν ἐλευθέρως γνώμην. Ἀλλ’ ἐὰν τυχὸν δὲν προφθάσωμεν νὰ εἴπωμεν γνώμην, διότι ἴσως ὑποληφθῇ, ὅτι δύνανται νὰ γείνωσι ταῦτα διὰ μεταβολῆς τοῦ καταστατικοῦ τῆς ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, μεταβολῆς ἡ ὁποία δὲν χρήζει πρὸς ἔγκρισιν εἰμὴ βασιλικοῦ διατάγματος, τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου θέλουσι μάθει τὰ γενόμενα ἀφοῦ ταῦτα τελεσθῶσι, θὰ ἦναι δὲ πλέον βραδεῖα ἡ ἐπίκρισις αὐτῶν. Διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ μὴ παραλίπω νὰ ποιήσωμαι λόγον περὶ τοῦ πράγματος. Εἶπον ὅτι εὔχομαι νὰ μὴ ἦναι ἀληθές· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶναι καὶ ἀδύνατον νὰ ἦναι ἀληθὲς, ἀφοῦ τοιαύτην ἐτήρησε στάσιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, σπεύδω νὰ φέρω τὰς γνώμας μου, αἱ ὁποῖαι βεβαίως δὲν ἔχουσι λόγον τινὰ, ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ πρᾶγμα. Ἐὰν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν τῶν ὁμολογιούχων εἶχον χαρακτηρισθῆ ὡς μέλλοντα νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, ἀπεδίδοντο εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων καὶ μετεποιοῦντο καὶ καθίσταντο ἰδιοκτησία αὐτῆς, καὶ ἂν μάλιστα μεταβληθῶσιν οὕτω τὰ τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, ὥστε ἡ γνώμη τῶν τριῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν τῶν ὁμολογιούχων νὰ κατασταθῇ ἡ κρατοῦσα, τότε ἡ ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων, ἡ οὕτω μεταποιηθεῖσα, παριστᾶται ὡς ἐγγυητὴς τῆς Ἑλλάδος πρὸς τοὺς δανειστὰς, οἷος εἶναι ὁ ἀποδέκτης συναλλάγματος. Τίς ἐγγυᾶται ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ἐκπληροῖ τακτικῶς τὰς ἐτησίας του ὑποχρεώσεις, ὅτι πληρόνει τὰς ἐτησίας δόσεις τῶν τόκων; Ἡ ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων! Ἐὰν δὲν εἴχομεν τὴν ἐγγύησιν αὐτὴν, οὐδεμίαν θὰ εἶχεν ἀξίαν ἡ βεβαίωσις τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡ ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων μετὰ τὰς εἰρημένας μεταβολὰς δὲν εἶναι ἀνώνυμος ἑταιρία ἑλληνικὴ πλέον. Ἡ ψῆφος καὶ ἡ γνώμη τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς ψήφου καὶ τῆς γνώμης τῶν τριῶν ἀλλοδαπῶν. Τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ μείωσιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους; δὲν ἀποτελεῖ μάλιστα ψηλαφητὴν μείωσιν; Ἐὰν προταθῇ ἀμφισβήτησις, ἐάν ποτε εἰσήχθησαν ἢ μὴ ὅλα τὰ εἰρημένα ἔσοδα εἰς τὰ ταμεῖα τῆς ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, δὲν θέλομεν ἀναγνωρίσει οὕτως εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ὁμολογιούχων δικαίωμα νὰ ἐπιλαμβάνωνται τῆς ἐξετάσεως ἂν ἐξετέλεσεν ἡ Κυβέρνησις τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀναλάβει, νὰ εἰσαγάγῃ πάντα τὰ εἰρημένα ἔσοδα εἰς τὰ ταμεῖα τῆς ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, ἢ ἂν δὲν ἐξετέλεσε ταύτην; Καὶ ἐὰν δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων νὰ διαθέτῃ ἀμέσως καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀναμίξεως τῆς Κυβερνήσεως τὸ εἰσαγόμενον χρῆμα εἰς ἀγορὰν συναλλάγματος, δὲν καθιστῶμεν ὀλιγαρχίαν, ἥτις θέλει κανονίζει τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος; Θέλει συμβῆ μάλιστα ἡ ὀλιγαρχία αὕτη νὰ ἦναι ἐκ χρηματιστῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἄγνωστον ὅτι δὲν εἶναι ἀνώτεροι πάσης αἰτιάσεως εἰς διαχείρισιν χρημάτων πρὸς ἀγορὰν συναλλάγματος. Καὶ θὰ συμβῇ ὄχι μόνον ἡ ἀγορὰ τῶν Ἀθηνῶν νὰ ἦναι ὑποτεταγμένη εἰς τὸν τοιοῦτον κανονισμὸν τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, τοῦ οὕτω καταρτισθέντος, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἑλλὰς ὅλη νὰ τρέφῃ αὐτὴν, οὕτω δὲ ἡ εἰρημένη ἑταιρία θέλει τρέφεσθαι ὡς ἀγελὰς διὰ τοῦ γάλακτος, τὸ ὁποῖον θὰ ἀμέλγηται ἐκ τῶν μαστῶν ὅλων τῶν ἐν τῇ χώρᾳ ἐργαζομένων πολιτῶν, ὅλων τῶν ἐν αὐτῇ παραγωγῶν. Τὸ πρᾶγμα μοὶ φαίνεται ὅτι ὄχι μόνον ἀντιβαίνει εἰς τὴν κυριαρχίαν τοῦ Κράτους, ὄχι μόνον ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτοῦ, ἀλλὰ ζημιοῖ καὶ τὰ δημόσια συμφέροντα, ἰδίως δὲ ζημιοῖ καὶ τὰ συμφέροντα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ τὰ συμφέροντα πάντων τῶν πιστωτικῶν καταστημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Κράτει. Ἐκτὸς αὐτῶν τῶν δύο θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἀποκλειστικῶς μὲ ἀνήγαγον ἐπὶ τὸ βῆμα, καὶ ἄλλο τι ὑποδεεστέρας ἀξίας μοὶ φαίνεται ὅτι δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν ἔλεγχόν μου, καὶ ὅτι δύναμαι νὰ ἐπιφέρω γνώμην ἐπ’ αὐτοῦ, ἄνευ ζημίας τινὸς οἱουδήποτε συμφέροντος. Πρόκειται περὶ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεκοίνωσεν ὅτι ἤθελε τηρήσει, ἂν ἐγίνετο ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις αὐτοῦ περὶ ἀποσβέσεως προοδευτικῆς τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους, ἐν ᾗ περιπτώσει τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἤτοι τὰ περισσεύματα τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα προωρίσθησαν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, δὲν ἤθελον ἐπαρκεῖ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ἁπλούστατόν τι, ὅτι τότε συνομολογεῖ μικρὰ δάνεια καὶ δι’ αὐτῶν πληρόνει τὰ πρὸς τὴν τοιαύτην ἀπόσβεσιν πληρωτέα ποσά. Ὅθεν ἐπανατέλλει αὖθις ἡ ποθητὴ ἡμέρα τῆς συνομολογήσεως δανείων, διότι φαίνεται ὅτι οἱ κυβερνῶντες δὲν δύνανται νὰ ζήσωσιν ἄνευ δανείων. Ἀλλὰ τὰ οὕτω πως συνομολογούμενα προσωρινὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα καθ’ ἕκαστον ἑπόμενον ἔτος θέλουσιν εἶσθαι ἀνώτερα τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνωμολογήθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἄγουσιν εὐθὺ εἰς δευτέραν πτώχευσιν, καὶ οὐχὶ ἐν μακρῷ χρόνῳ, Κύριοι, ὑποθέτω ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν θέλει κατὰ δυστυχίαν τοῦ τόπου συντελεσθῆ τὸ ἀπαίσιον τοῦτο γεγονός. Διὰ τοῦτο ἐκφράζω εὐχὴν νὰ μὴ δοθῇ προσοχὴ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἴτε τῆς νῦν ὑπαρχούσης, εἴτε πάσης διαδόχου, ἥτις ἤθελε τυχὸν κληθῆ νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἀνιαρὸν τοῦτο ἔργον, νὰ μὴ δοθῇ προσοχὴ εἰς τὸ σύστημα τοῦτο τῆς ἀποσβέσεως τῶν χρεῶν. Κύριοι, ὁμολογῶ ὅτι παρέλειψα πολλά, τὰ ὁποῖα εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων συνεπείᾳ τῆς πτωχεύσεως. Παρέλιπον ὅμως αὐτὰ ἐν γνώσει καὶ μετὰ μελέτης, ἂν καὶ τρέχω τὸν κίνδυνον νὰ ἀκούσω αὖθις τὸ πολλάκις περὶ ἐμοῦ λεχθέν, μάλιστα κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς πτωχεύσεως τοῦ Κράτους. Ἐπεκρινόμην τότε διατὶ δὲν ἐπρότεινα γνώμην. Ὁμολογῶ ὅτι εἶχον ἀρτιωτάτην γνώμην, διότι εἶχον πεισθῆ, ὅτι ἠπειλεῖτο τὸ Κράτος ἀπὸ τὴν πτώχευσιν ἀπὸ τοῦ 1890, ὅτε ἐκλήθην ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἔβλεπον δὲ τὴν πτώχευσιν ἐπερχομένην δρομαίως, ἀφ’ ἧς ἐπῆλθεν ἡ ὑπουργικὴ μεταβολὴ τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1892. Ἀλλ’ ἔκρινον ὅτι ἐγὼ οὐδὲν εἶχον καθῆκον νὰ κηρύξω τὴν πατρίδα μου ἐν πτωχεύσει, ἐν ὅσῳ οἱ κυβερνῶντες, οἵτινες εἶχον τὴν εὐθύνην τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, διελάλουν, ὅτι τὸ Κράτος τυγχάνει ἐν οἰκονομικῇ ἀκμῇ, καὶ περιέτρεχον ζητοῦντες δάνεια, ἢ ἐν ὅσῳ οὗτοι δὲν ἐδήλονον, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου δὲν ἐπήρκουν εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του. Ἐνδέχεται καὶ τώρα τοιαύτην νὰ ἀπευθύνωσιν αἰτίασιν κατ’ ἐμοῦ, διότι ἐπέχω νὰ φέρω γνώμην ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τῶν γενομένων διαπραγματεύσεων περὶ συμβιβασμοῦ, ἀλλ’ ἀδιαφορῶ ὅλως, οὐδὲ φροντίζω ἂν ὑπάρχωσιν οἱ λησμονοῦντες, ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δὲν πρέπει νὰ λέγωσι τὴν ἰδίαν των γνώμην, ἐν ὅσῳ τὰ ζητήματά εἰσιν ἐκκρεμῆ. Δὲν ἤθελον δὲ δώσει ψῆφον οὐδὲ προχθὲς κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτε ἠρνεῖτο νὰ καταθέσῃ τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, τὰ συναφῆ μὲ τὰς διαπραγματεύσεις περὶ συμβιβασμοῦ, ἂν αὐτὸς ὁ ἴδιος δὲν εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι εἶχε συντελεσθῆ πρᾶξις ἀμφοτεροβαρὴς ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ ὑπὸ τῶν δανειστῶν, ἡ ὁποία, ἀφοῦ συνετελέσθη, ἀπέτυχεν, ἀπέτυχε δὲ διότι δὲν ἔστερξαν αὐτὴν οἱ δανεισταί, οὐ ἕνεκα δὲν ἔστερξεν αὐτὴν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἑπομένως, ἂν ἤθελον στέρξει αὐτὴν οἱ δανεισταί, ἤθελε στέρξει καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰ ἐν τῇ συμβάσει ἐκείνῃ. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ πρᾶξις αὕτη συνετελέσθη καὶ περιέλαβε τὴν βούλησιν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος, ὑπέκειτο εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου, ὅπερ εἶχε δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ ποῖαι ἦσαν αἱ πράξεις, αἱ ἐνέργειαι, αἱ ὁδηγίαι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂν αὗται ἦσαν σύμφωνοι μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἢ ὄχι. Ἀναγνωρίζω πόσον εἰσὶν ἀκροσφαλῆ τὰ τῶν διαπραγματεύσεων περὶ συμβιβασμοῦ καὶ λεπτά, ἀναγνωρίζω δὲ ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δὲν πρέπει νὰ παρακωλύωσι τὸ παράπαν τὴν ἐλευθερίαν ἐκείνων, οἵτινες συνέβη νὰ ἀντιπροσωπεύωσι τὸ Κράτος, καὶ οἵτινες καλοῦνται νὰ διεξαγάγωσι τοιαύτην ὑπηρεσίαν. Πρέπει οὗτοι νὰ ἔχωσι πλήρη τὴν ἐλευθερίαν ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ Κράτους, διότι εἶναι ζημία διὰ προώρων ἐλέγχων νὰ ἀποθαῤῥύνωνται κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις, ἢ νὰ προάγωνται εἰς ὀλισθήματα καὶ παραχωρήσεις, τὰς ὁποίας δὲν πρέπει νὰ δεχθῶσιν, ἐξ ἐγωϊσμοῦ ἢ ἐκ φιλοπρωτίας. Διὰ τοῦτο ἀπέσχον μετὰ μελέτης νὰ θίξω τὰ ἄλλα μέρη τῶν γενομένων διαπραγματεύσεων. Ἄλλοτε, ὅταν ἠγόρευον πρὸ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως ἀναιρέσω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδιδε πρὸς τὴν Βουλὴν εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν, ἔλεγον ὅτι πρέπει νὰ προσέξῃ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, διότι, ἂν δὲν προσέξῃ, θέλει τιμωρηθῆ. Δὲν ἐπρόσεξαν δυστυχῶς οὐδ’ ἡ Βουλὴ οὐδ’ ὁ λαὸς, καὶ ἡ τιμωρία ἐπῆλθε. Καὶ σήμερον λέγω, ὅτι πρέπει ὅσοι τυγχάνουσι κεκλημένοι νὰ διαπραγματευθῶσι μετὰ τῶν δανειστῶν τὰ τοῦ κανονισμοῦ τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους, εἴτε οἱ παρόντες Ὑπουργοὶ, εἴτε ἕτεροι, διάδοχοι αὐτῶν, πρέπει ὡσαύτως νὰ προσέξωσι, διότι τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα θέλουσι συζητήσει, ἡ σημαντικότης εἶναι μεγάλη, εἶναι δὲ φύσει τὰ ζητήματα ταῦτα ἀκροσφαλῆ. Ἐὰν δὲν προσέξωσι, θέλουσι παρασκευάσει νέαν καταστροφήν. Δὲν φρονῶ, ὡς φρονοῦσιν ἴσως τινὲς, ὅτι ἡμεῖς πρέπει νὰ ἐκμεταλλευθῶμεν τὴν ἐπισκήψασαν συμφορὰν, καὶ ὅτι πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ πορισθῶμεν ὀφέλη καὶ κέρδη ἐξ αὐτῆς. Ἡ ἀγαθοπιστία, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ μαρτυρήσωμεν, αὐτὴ θέλει ἀνορθώσει τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, ἡ δὲ ἀγαθοπιστία ἐπιτάσσει νὰ ἤμεθα ἐν τῇ ἀληθείᾳ, οὐδέποτε δὲ νὰ προσπαθῶμεν διὰ ψευδῶν νὰ ἀποπλανήσωμεν τοὺς ἄλλους.

§15ΡΑΛΛΗΣ. Ζητῶ συγγνώμην, Κύριοι, ἂν τέταρτος ἐγὼ ἔρχομαι νὰ συνεχίσω τὸν ἀπὸ δύο ἡμερῶν ἀρξάμενον μονόλογον, μονόλογον ἀληθῶς φορτικὸν, ὡς πᾶς μονόλογος. Ἀλλὰ τὸ σφάλμα εἶναι τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἄλλως συνείθισεν ἡμᾶς ἀπὸ μακροῦ χρόνου εἰς τὴν δοκιμασίαν τῶν μονολόγων· τὸ σφάλμα δὲ τοῦτο, ἡ ἕξις αὕτη καθίσταται σήμερον μᾶλλον φορτικὴ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν χώραν, ἀκριβῶς διότι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ Προέδρου αὐτῆς κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 προὐκάλεσε τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου συζήτησιν. Διὰ τῶν δηλώσεων ἐκείνων προσεπάθησε νὰ παραστήσῃ ἑαυτὸν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς τὸν ἄγρυπνον φύλακα τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, ν’ ἀσφαλίσῃ δ’ ἑαυτῷ τὸ προνόμιον τῆς ὑπερασπίσεως αὐτῶν, ἐνῷ πάντοτε—καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ εἴτε ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης εἴτε ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης—καταστροφεὺς τῶν συμφερόντων τούτων ὑπῆρξεν αὐτὸς ὁ προβάλλων ὡς μόνος ὑπερασπιστής των σήμερον. Οἱ λόγοι οἱ σοφοὶ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Γόρτυνος καὶ αἱ σοφαὶ συμβουλαὶ αὐτοῦ περὶ τοῦ ὅτι δὲν πρέπει νὰ θίγωνται ζητήματα ἐκκρεμῆ, ἀφορῶντα μάλιστα εἰς σπουδαιότατα συμφέροντα τοῦ Κράτους, δὲν δύνανται νὰ ἀπαλλάξωσιν ἡμᾶς τῆς ὑποχρεώσεως, ἣν ἔχομεν, μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τὰ θετικὰ καὶ ἁπτὰ ἀποτελέσματα, εἰς ἃ λέγει ὅτι προῆλθε διὰ τῶν διαπραγματεύσεων, νὰ ἐξετάσωμεν ὁποῖα ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα τὰ πρακτικὰ καὶ κατὰ πόσον δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς συντελέσαντα εἰς ἐνίσχυσιν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους ἢ εἰς καταστροφὴν αὐτῶν. Δὲν προτίθεμαι νὰ διαπραγματευθῶ περὶ τῶν διαπραγματεύσεων εἰς τρόπον, ὥστε νὰ παρακωλύσω τὴν ἐξακολούθησιν αὐτῶν, καθ’ ὅσον αὕτη εἶναι ἐφικτὴ, εἴτε παρὰ τῆς ὑφισταμένης ἔτι Κυβερνήσεως εἴτε παρ’ ἑτέρας, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ν’ ἀνεχθῶ, ὅπως μὴ ἀμέσως ἀποκρουσθῶσιν αἱ γνῶμαι ἐκεῖναι, ἃς ἐξήνεγκεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἃς ἐχαρακτήρισεν ὡς μόνας σωστικὰς τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, καὶ ὡς μόνας δυναμένας νὰ σώσωσι τὴν χώραν. Αἱ διεξαχθεῖσαι διαπραγματεύσεις, κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, κατέληξαν εἰς δύο πρακτικὰ ἀποτελέσματα, εἰς τὸ σημείωμα τὸ μονογραφηθὲν ἐν Ἀθήναις παρ’ αὐτοῦ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν, κατέληξαν εἰς τὴν σύμβασιν τὴν ὑπογραφεῖσαν ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου παρὰ τοῦ ἐν Λονδίνῳ ἐπιτετραμμένου τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐκ μέρους τῆς ἀγγλικῆς ἐπιτροπείας δὲν γνωρίζομεν παρὰ τίνος. Τὸ πρῶτον τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων ὑφίσταται ἀκέραιον, κατὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὑποχρεοῖ τὰς ἐπιτροπείας ἴσως καὶ τοὺς ὁμολογιούχους, δὲν ὑποχρεοῖ τὴν Ἑλλάδα. Τὸ δεύτερον ἐξέλιπε, διότι εἶχε τεθῆ ὅρος, καθ’ ὃν, ἐν περιπτώσει μὴ ἀμέσου ἀποδοχῆς παρὰ τῶν Ἄγγλων ὁμολογιούχων, ἤθελον θεωρηθῆ ὡς μὴ γενόμεναι αἱ εἰς τὴν ἀποδοχὴν αὐτῶν ὑποβληθεῖσαι προτάσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ἡ Βουλὴ συμφωνεῖ μὲ τὰς παραδόξους θεωρίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν πρακτικῶν τῶν δύο θετικῶν πράξεων, εἰς ἃς προῆλθεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις. Ἐγὼ ἀδυνατῶ νὰ ἐννοήσω, πῶς δύναταί τις νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς σύμβασιν σημείωμα, φέρον μονογραφὰς, σημείωμα ἄνευ χρονολογίας, σημείωμα ἀφορῶν εἰς ἕνα καὶ μόνον ὅρον ἐκ τῶν ποικίλων τοιούτων, οἵτινες ἀναγκαίως περιλαμβάνονται ἐν πάσῃ συμβάσει συμβιβασμοῦ πρὸς τοὺς δανειστάς. Καὶ ἔτι ὅμως παραδοξότερον, ἐνῷ τοιαῦτα ἐλαττώματα ἔχει τὸ σημείωμα τοῦτο, χαρακτηρίζεται παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὡς σύμβασις ὑποχρεωτικὴ διὰ τοὺς ὁμολογιούχους, ἀλλὰ μὴ ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Ἂν δύνασθε, εὕρετε λογικὴν εἰς τὴν δήλωσιν ταύτην τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ ἐστάθμισα τὰς δηλώσεις μετὰ τῆς μεγαλειτέρας ἐπιμελείας, οὐδεμίαν ὅμως ἔννοιαν λογικὴν ἢ νομικὴν ἠδυνήθην νὰ ἀνεύρω ἐν αὐταῖς. Καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐχαρακτήρισε τὸ σημείωμα τοῦτο ὡς ὑποχρεωτικὸν διὰ τὰς ἐπιτροπείας, καὶ ἴσως διὰ τοὺς ὁμολογιούχους, διότι ἄλλως οὐδεμίαν ἔννοιαν θὰ εἶχε τὸ ὑποχρεωτικόν· ἀλλ’ ἐνῷ οὕτως ἐχαρακτήριζε τὸ σημείωμα τοῦτο, ἐξέφερε συγχρόνως καὶ ἀμφιβολίας περὶ τοῦ ἂν οἱ ἀντιπρόσωποι καὶ αἱ ἐπιτροπεῖαι ἠδύναντο νὰ ὑποληφθῶσιν ὡς ἐκπροσωποῦσαι τοὺς ὁμολογιούχους. Ἀλλὰ τότε πῶς τὸ σημείωμα τοῦτο θέλει θεωρηθῆ ὡς ὑποχρεοῦν τοὺς ὁμολογιούχους;—διότι μὲ αὐτοὺς πρόκειται νὰ συμβιβασθῶμεν.—Ἀλλὰ περιπλέον τὸ σημείωμα ἢ ἡ σύμβασις, ἂν θέλετε, αὕτη πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς ὁμολογιούχους, ἀφοῦ κατηρτίσθη ὡς κατηρτίσθη; Πρόκειται περὶ συμβάσεως τετελεσμένης, ὡς παρέστησεν ἡμῖν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐνεχούσης πάντα τὰ στοιχεῖα τελείου συμβιβασμοῦ πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν; Οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τοῦτο, μήτε αὐτὸς ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μεθ’ ὅλην τὴν συνήθη αὐτοῦ εὐστροφίαν· καὶ ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος. Τὸ σημείωμα ἐκεῖνο περιλαμβάνει ἴσως συνεννόησιν, ἔστω ὁριστικὴν, ἔστω τελειωτικὴν, περὶ ἑνὸς σημείου ἐκ τῶν πολλῶν, ἃ ἔδει νὰ ἐξετασθῶσι καὶ ἐφ’ ὧν ἔπρεπε νὰ συμπέσῃ ἡ συνεννόησις μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῶν ὁμολογιούχων, περιλαμβάνει συνεννόησιν περὶ τοῦ ποσοστοῦ καὶ τῆς κλίμακος τῆς βαθμιαίας προσαυξήσεως αὐτοῦ. Ἀλλ’ αὐτὸ καὶ μόνον ἀποτελεῖ τὴν σύμβασιν τοῦ συμβιβασμοῦ; Ποῦ αἱ ἐγγυήσεις καὶ πότε καθωρίσθησαν αὗται; Ποῦ αἱ ὑπέγγυοι πρόσοδοι καὶ πότε καθωρίσθησαν καὶ αὗται; Διὰ νὰ πεισθῇ τις, ὅτι οὐδεμίαν δύναμιν ὑποχρεωτικὴν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ εἴτε διὰ τὰς ἐπιτροπείας εἴτε καὶ ἔτι πλέον διὰ τοὺς ὁμολογιούχους τὸ σημείωμα, δὲν ἔχει ἢ νὰ παραβάλῃ αὐτὸ μὲ τὴν σύμβασιν τὴν κατόπιν συνομολογηθεῖσαν, ἀλλ’ ἐκλείψασαν ἕνεκα τῆς μὴ ἀποδοχῆς αὐτῆς παρὰ τῶν Ἄγγλων ὁμολογιούχων. Τί εἶναι τὸ σημείωμα τοῦτο ἀπέναντι τῆς συμβάσεως πρὸς τοὺς Ἄγγλους ὁμολογιούχους; Τὸ σημείωμα καὶ ἡ σύμβασις, ὡς ἐβεβαιώθη παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καθορίζουσι τὴν ἀφετηρίαν τοῦ ποσοστοῦ τοῦ καταβλητέου εἰς τόκον ἀρχικῶς καὶ κατόπιν καὶ εἰς χρεωλύσιον, ἐκεῖνο μὲν ἀπὸ 32% μὲ κλίμακα σταθερὰν προσαυξήσεως διὰ τὸ μέλλον, αὕτη δὲ, ἡ πρὸς τὴν ἀγγλικὴν ἐπιτροπείαν σύμβασις, μὲ ἐλαχίστην ἐπὶ πλέον διαφοράν. Οὕτω τὴν πρὸς τὴν ἀγγλικὴν ἐπιτροπείαν σύμβασιν ἔχομεν βεβαιωμένην διὰ τῶν δηλώσεων τούτων τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ νὰ ἐπανέλθω δ’ ἤδη εἰς τὸ ζήτημά μας περὶ τοῦ κύρους τοῦ σημειώματος, ποῖον μέρος ἀπετέλεσε τῆς συμβάσεως πρὸς τοὺς Ἄγγλους ὁμολογιούχους τὸ σημείωμα τὸ μονογραφηθὲν ἐνταῦθα; Ἀποτελεῖ τὸ 1/12 τῆς συμβάσεως ἐκείνης. Διατί; Διότι ὁλόκληρον τὸ σημείωμα τὸ μονογραφηθὲν ἐνταῦθα περιλαμβάνεται ἐν τῷ ὑπὸ στοιχεῖον Ζʹ ἄρθρῳ τῆς συμβάσεως ἐκείνης, καὶ προηγοῦνται μὲν τὰ ὑπὸ στοιχεῖα αʹ, βʹ, γʹ, δʹ ἄρθρα, ἕπονται δὲ τὰ ὑπὸ στοιχεῖα ηʹ, θʹ, ιʹ, κʹ, λʹ καὶ μʹ ἐν τῇ συμβάσει πρὸς τὴν ἀγγλικὴν ἐπιτροπείαν. Ἀλλ’ ἐντεῦθεν τί εἴδους σύμβασις εἶναι αὕτη; τί ἐκ τοῦ σημειώματος τὸ ὑποχρεωτικὸν διὰ τοὺς ὁμολογιούχους, ἢ μὴ ὑποχρεωτικὸν διὰ τὸ Κράτος; Δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὡς ἤδη εἶπον, ὡς συνεννόησις, ἔστω καὶ ὁριστικὴ, ὡς πρὸς τὸ ποσοστὸν, ἀλλ’ αὕτη ἡ συνεννόησις, ὅσῳ δήποτε καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ τὴν θεωρήσωμεν ὡς ὁριστικὴν, δὲν ἀποτελεῖ τὴν σύμβασιν τοῦ συμβιβασμοῦ. Οὐδένα διαφεύγει, ὅτι, καὶ ἂν ἐθεωροῦντο ὡς δεσμευόμενοι οἱ ὁμολογιοῦχοι ἢ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπιτροπειῶν διὰ τοῦ σημειώματος τούτου, θὰ ἠδύναντο νὰ ἐκφύγωσι πᾶσαν ἐντεῦθεν ὑποχρέωσιν, καὶ ἂν ὑπέκειντο εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Πρωτοδικείου, ἀφοῦ σπουδαιότατα ζητήματα ἔμενον ἄλυτα, τὰ ζητήματα τῶν παραχωρητέων προσόδων, τῶν ἐγγυήσεων καὶ ὁ τρόπος τῆς λειτουργίας αὐτῶν, καθ’ ἃ εὐρὺ εἶχον στάδιον διαῤῥήξεως τῶν διαπραγματεύσεων. Λοιπὸν ποίου εἴδους πρακτικὸν ἀποτέλεσμα εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπέτυχεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ σημειώματος αὐτοῦ, καὶ πῶς θεωρεῖ ὡς κατ’ οὐσίαν λελυμένον τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ; Καὶ ὀρθῶς μὲν εἶπεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ σημείωμα τοῦτο δὲν ὑποχρεοῖ νομικῶς τὸ Κράτος, διότι οὐδένα ὑποχρεοῖ νομικῶς, ὡς ἀπέδειξα, ὑποχρεοῖ ὅμως ἡμᾶς ἠθικῶς, διότι καὶ τὸ σημείωμα καὶ ἡ σύμβασις πρὸς τὴν ἀγγλικὴν ἐπιτροπείαν θέλουν θεωρηθῆ, ἐν περιπτώσει ἐπαναλήψεως τῶν διαπραγματεύσεων πρὸς πᾶσαν Κυβέρνησιν ὑπὸ τὰς αὐτὰς βάσεις, ὡς ὑποχρεωτικὴ ἀφετηρία αὐτῶν. Καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἐλέγχω τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι τοιαύτας ἐποιήσατο παραχωρήσεις, χωρὶς κἂν νὰ ἀσφαλίσῃ τὸ λυσιτελὲς καὶ τελεσφόρον αὐτῶν. Καὶ δικαίως ἤθελε μοὶ ἀντιταχθῆ, ὅτι οἱ ὁμολογιοῦχοι δὲν δύνανται νὰ καλέσωσι τὸ Κράτος ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου πρὸς κανονισμὸν τῶν συνεπειῶν τῆς πτωχεύσεως, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶσιν ἴσως νὰ κινήσωσι τοὺς στόλους τῆς Ἀγγλίας, τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Γερμανίας, ὅπως μᾶς ἐξαναγκάσωσιν εἰς ἐπαχθεστέρους ὅρους τῶν τοῦ σημειώματος καὶ τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ θὰ δύνανται πάντοτε νὰ ἐπιῤῥίπτωσι καθ’ ἡμῶν, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἠθέλομεν ἀρνηθῆ ὡς ἀφετηρίαν μελλουσῶν διαπραγματεύσεων τὰς γενομένας αὐτοῖς ἤδη παραχωρήσεις, κακοπιστίαν καὶ δόλον. Καὶ ἤδη, ἂν κατ’ οὐσίαν θελήσωμεν νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰ συμφωνηθέντα, ἀνεξαρτήτως τῆς διαμαρτυρίας, ἥτις ὡς ἐξ ἐνστίκτου παρ’ ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐξηνέχθη ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διεξήχθησαν αἱ διαπραγματεύσεις καὶ ὡς πρὸς τὴν ἁρμοδιότητα ἐκείνου, ὅστις τὰς διεξήγαγε, — διότι πάντες βεβαιοῦσιν ὅτι ὁ ὀλιγώτερον ἁρμόδιος πρὸς τοῦτο ἦτο ἐκεῖνος, ὅστις ἔτυχε τῆς ὑμετέρας ἐντολῆς, ὅπως διεξαγάγῃ αὐτὰς, ἀφοῦ ἡ πολιτεία αὐτοῦ δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ φέρῃ εἰς ψευδῆ ἀφετηρίαν καὶ εἰς ψευδῆ βάσιν τοῦ συμβιβασμοῦ, — ἀνευρίσκομεν, ὅτι αὐτὸ τὸ θετικὸν ἀποτέλεσμα, εἰς ὃ κατὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως κατέληξαν αἱ διαπραγματεύσεις αὗται, καὶ ἐφ’ οὗ δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, διότι δὲν ὑφίσταταί τι ἐκκρεμὲς ἐξ αὐτοῦ, ἀποτελεῖ ζημίαν θετικὴν διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ οὐ μόνον πλέον κατὰ τὴν γνώμην τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ εἰσηγητοῦ ἀκόμη τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιὰν), κατὰ τὰς γνώμας αὐτοῦ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπὶ δεκαετίαν ἐδιδάσκετο ἐντεῦθεν οὗτος, ὅτι τὰ δάνεια τὰ ἐξωτερικὰ ὑπὸ ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν εἶναι καταστροφὴ, καὶ μετὰ πάροδον ὁλοκλήρου δεκαετίας τὸ μάθημα τὸ καθ’ ἡμέραν ἐντεῦθεν διδασκόμενον ἠδυνήθη νὰ τὸ ἐκμάθῃ καὶ νὰ μᾶς τὸ ἀποστηθίσῃ προχθές, ἀλλὰ καὶ ἀποστηθίζων αὐτὸ, πάλιν ἔπραττε τὰ ἐναντία τοῦ μαθήματος, ὅπερ ἐπὶ τέλους ἐξέμαθε· διότι κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν διαπραγματεύσεων ἐπέμεινεν, ὅπως καθορισθῇ τὸ ποσοστὸν εἰς χρυσόν. Τοῦτο ἀποδεικνύει ἡ σύμβασις, ἡ κατὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως σύμβασις, τὸ σημείωμα δηλαδὴ τὸ μονογραφηθὲν, ἀλλὰ τοῦτο ἀποδεικνύουσιν ἐπιπροσθέτως τὰ πρωτόκολλα τὰ δημοσιευθέντα παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν, καὶ τὰ ὁποῖα ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο δὲν φοβοῦμαι ὅτι θέλει διαψεύσει ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι περιλαμβάνουσι ῥητὰς δηλώσεις αὐτοῦ, ὅλως συμφώνους πρὸς τὰ συνομολογηθέντα. Ἐν τέλει τοῦ Εʹ πρωτοκόλλου εὑρίσκω τὰ ἑξῆς: «Ὁ Πρωθυπουργὸς παρετήρησεν, ὅτι δὲν ἀντέτεινεν», (εἰς τὴν ὑποβολὴν βοηθητικοῦ ὑπομνήματος) «ἐκ τῶν προτέρων ἐκήρυττεν ὅμως, ὅτι οὐδὲν ἠδύνατο ν’ ἀποδεχθῇ σχέδιον, μὴ θεμελιούμενον ἐπὶ τῶν ἑξῆς βάσεων: αʹ) Καταβολὴ τῶν ἠλαττωμένων τόκων εἰς χρυσὸν, ἀφοῦ καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι εἰς χρυσὸν καὶ οὐχὶ εἰς χαρτονόμισμα.» Τοιαύτην ἔδωκε κυρίαν βάσιν τῶν περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεων ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ, κατ’ ἐμὲ, ἡ δήλωσις αὕτη ὑπῆρξε τὸ μέγιστον σφάλμα ἐκ τῶν διαπραχθέντων πολλαπλῶν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν διαπραγματεύσεων, ἀποτελεῖ δὲ καὶ τελείαν ἀντίφασιν πρὸς τὸ μάθημα, ὅπερ ἐξέμαθεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τί δ’ ἀποδεικνύει ἡ δήλωσις αὕτη, ἡ γενομένη πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἐπιτροπειῶν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ ἐπίτροποι προέβαλον πρὸς αὐτὸν ἢ ἦσαν πρόθυμοι ν’ ἀποδεχθῶσι τὴν καταβολὴν τοῦ ποσοστοῦ εἰς χαρτονόμισμα, αὐτὸς δ’ ἀπέκρουσε τὴν πρότασιν ταύτην. Καὶ ἐπὶ τίνι λόγῳ; Ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι καὶ αἱ ἀρχικαὶ συμβάσεις τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου καθορίζουσιν ὡς καταβλητέας εἰς χρυσόν. Εἶναι ἀληθῶς παράδοξος ὁ λόγος οὗτος, προβαλλόμενος παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Κράτους. Θὰ ἐνόουν τὸν λόγον τοῦτον προβαλλόμενον παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν, ἢ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ὁμολογιούχων, διότι οὗτοι δικαίως θὰ ἔλεγον: «πῶς θέλεις οὐχὶ μόνον νὰ μειώσῃς τὸν τόκον, ἀλλὰ νὰ μεταβάλῃς καὶ τὸν τρόπον τῆς καταβολῆς τῶν ὑποχρεώσεων;» Ἀλλ’ ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ κεκλημένου νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ ἐκμαθόντος ἐπὶ τέλους τὸ μάθημα, ὅπερ τοσάκις ἐδιδάχθη ἐντεῦθεν, ἀντιτασσόμενος ὁ λόγος οὗτος, ἀποβαίνει ἀκατάληπτος, ἀδυνατῶ δὲ νὰ κατανοήσω τὴν λογικὴν τοιαύτης αἰτιολογίας ἐκ μέρους του εἰς ἀπόκρουσιν τῆς προτάσεως περὶ καταβολῆς τοῦ ποσοστοῦ εἰς χαρτονόμισμα. Εἶναι δὲ κατὰ τοσοῦτο μᾶλλον ἀκατάληπτος ὁ λόγος οὗτος καὶ ἡ στάσις, ἣν ἔλαβεν ἀπέναντι τοιαύτης προτάσεως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καθόσον ἀποτελεῖ καὶ τελείαν ἀντίφασιν πρὸς τὰ παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου πεπραγμένα. Γνωρίζετε πάντες τὴν τύχην τοῦ δανείου τῶν 16,500,000, τοῦ ἀποκαλουμένου διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μαντινείας, τοῦ δανείου τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου. Ὅτε κατεκρίνομεν τὸν κ. Πρόεδρον ἐντεῦθεν, ὅτι ἐτήρει δύο μέτρα καὶ δύο σταθμὰ ἀπέναντι τῶν δανειστῶν τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι συνεπῶς ἠθέλομεν χαρακτηρισθῆ ὡς κακῆς πίστεως, τί ἀπήντα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; ἀπήντα ὅτι τὸ δάνειον αὐτὸ ἐξῃρεῖτο τοῦ γενικοῦ μέτρου τῆς καταβολῆς τοῦ 30% εἰς χρυσὸν, ἢ 50% εἰς χαρτονόμισμα, διότι ἐτράπη ἤδη εἰς ἐσωτερικὸν δάνειον, διότι ἡ ὑπηρεσία του ἐγίνετο πλέον εἰς χαρτονόμισμα, ἐξῆρε μάλιστα τὸ κατόρθωμά του ἐκεῖνο, διότι ἐθεώρει ὅτι ἦτο κατόρθωμα νὰ μετατραπῇ τὸ δάνειον τῶν 16,500,000 ἀπὸ δανείου εἰς χρυσὸν εἰς δάνειον εἰς χαρτονόμισμα, καὶ τοῦτο, ὅταν ἀνεγνώριζεν εἰς τὸ ἄρτιον τὴν ἀξίαν τοῦ ἐν λόγῳ δανείου, ἀνελάμβανε δὲ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς καταβολῆς καὶ τοῦ τόκου καὶ αὐτοῦ τοῦ χρεωλυσίου ἀκεραίου, ἐνῷ ὡς πρὸς τὰ ἄλλα δάνεια τὰ εἰς χρυσὸν διὰ μὲν τὸ τοκομερίδιον τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1893 ἐζήτει παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἐψηφίζετο παρ’ αὐτῆς μόνον ποσοστὸν 50% εἰς χαρτονόμισμα, ἐζήτει δὲ παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἐψηφίζετο ἡ κατάργησις τελείως τοῦ χρεωλυσίου. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβάσῃ τις τὴν θεωρίαν ἐκείνην, ἐφ’ ἧς ἐστήριζε τὸ τόσον ἄνισον μέτρον τῆς τροπῆς τοῦ δανείου τῶν 16,500,000, πρὸς τὸν λόγον, ὃν προέβαλε πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἐπιτροπειῶν, ὅπως ἀποκρούσῃ τὴν εἰς χαρτονόμισμα καταβολὴν τοῦ ποσοστοῦ; Δὲν εὑρίσκω ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ Εʹ τὸν ἀληθῆ λόγον· ἀλλ’ ἐν ἄλλῳ πρωτοκόλλῳ προηγουμένῳ, τῷ Γʹ, τῷ πραγματευομένῳ περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, — τοῦτο δὲ προσεπικυροῖ τὸ ἀσφαλὲς τοῦ συμπεράσματος, ὅτι ἐγένετο πρότασις περὶ καταβολῆς τοῦ ποσοστοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἥτις ἀπεκρούσθη παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, — εὑρίσκω τὰ ἑξῆς: «Ἄλλως τε αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς κατόχους τῶν ἐξωτερικῶν δανείων ἦσαν εἰς χρυσόν. Εἰς χρυσὸν ἑπομένως καὶ οὐχὶ εἰς χαρτονόμισμα ὤφειλε ν’ ἀναλάβῃ καὶ τὰς νέας ὑποχρεώσεις. Ἡ πρότασις τῶν ἐπιτρόπων συνεπήγετο καὶ τοῦτο τὸ δεινὸν ἀτόπημα, ὅτι θ’ ἀνεστάτου τὴν νομισματικὴν ἀγορὰν, φέρουσα ἐν περιπτώσει αὐξήσεως τῶν εἰς χαρτονόμισμα προσόδων αἴτησιν χρυσοῦ ὑπερβαίνουσαν τὰς δυνάμεις τῆς χώρας.» Ἐνταῦθα εὑρίσκομεν τὸν λόγον, δι’ ὃν ἀπεκρούσθη ἡ πρότασις περὶ καταβολῆς τοῦ ποσοστοῦ εἰς χαρτονόμισμα, τὸν ἀληθῆ λόγον, ὄχι ἐκεῖνον, ὃν δὲν δύναταί τις νὰ χαρακτηρίσῃ ἄλλως ἢ ὡς non sens, καθόσον προεβάλλετο παρὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Κράτους. Ἐφοβεῖτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μὴ ἡ τροπὴ παρὰ τῶν ὁμολογιούχων ἢ παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν — ἐντεῦθεν παρὰ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων — μὴ ἡ τροπὴ, λέγω, τοῦ χαρτονομίσματος ἀναστατώσῃ τὴν νομισματικὴν ἡμῶν ἀγορὰν, ἐν ᾗ τόσον ὁμαλῶς ἔχουσι τὰ τῆς κυκλοφορίας. Ἀλλά, κατὰ τὴν συνήθειάν του, — καὶ τοῦτο δὲν ἀντελήφθησαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπιτροπειῶν, — ὁ κ. Πρόεδρος συνέχεε δύο προτάσεις ὅλως διόλου ἀνεξαρτήτους καὶ αὐτοτελεῖς· προβάλλων τὸν λόγον τοῦτον κατὰ τῆς καταβολῆς τοῦ ποσοστοῦ εἰς χαρτονόμισμα, συνέχεεν ἐπίτηδες τὴν πρότασιν περὶ καταβολῆς τοῦ ποσοστοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια μὲ τὴν πρότασιν περὶ διανομῆς τῶν πλεονασμάτων. Καὶ διὰ τοῦτο, ἀφοῦ ἀντέταξεν εἰς τὴν πρότασιν περὶ καταβολῆς τοῦ ποσοστοῦ εἰς γραμμάτια ἐκεῖνον τὸν τοσοῦτο λογικὸν λόγον, τοῦ ὅτι εἰς χρυσὸν ἦσαν αἱ ἀρχικαὶ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, προέβαλεν ἐπιβοηθητικῶς, ὅτι ἡ πρότασις τῶν ἐπιτρόπων θὰ συνεπήγετο τὴν ἀναστάτωσιν τῆς νομισματικῆς ἀγορᾶς δι’ αἰτήσεως χρυσοῦ ὑπερβαινούσης τὰς δυνάμεις τῆς χώρας, ἐν περιπτώσει αὐξήσεως τῶν εἰς χαρτονόμισμα προσόδων. Διότι γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι, κατὰ τὰς θεωρίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως,—καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπανέλθω ἐπ’ αὐτὰς, ἂν καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἱκανὰ εἶπε,—τὰ πάντα, καὶ ἡ σημερινὴ κατάστασις καὶ ἡ καταστροφὴ, πρὸ τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα, ὀφείλονται εἰς τὴν νομισματικὴν ἀνωμαλίαν. Ἀλλὰ πάλιν φρονεῖ ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι καὶ ἄνευ τῆς ἐξομαλύνσεως τῆς νομισματικῆς ἡμῶν κυκλοφορίας δύνανται αἱ πρόσοδοι τοῦ Κράτους νὰ προάγωνται ἐπ’ ἄπειρον, ἢ νὰ προάγωνται ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἐκ τῶν ἐξ αὐτῶν πλεονασμάτων, ἅτινα ἤθελον συμφωνηθῆ ὡς διανεμητέα μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ὁμολογιούχων, καὶ διὰ τῆς τροπῆς αὐτῶν εἰς χρυσὸν νὰ ἐπέλθῃ τελεία πλέον ἡ ἀναστάτωσις τῆς νομισματικῆς ἡμῶν ἀγορᾶς. Μάλιστα διὰ τῆς εἰσηγήσεώς του εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐπέτεινε τὴν θεωρίαν ταύτην, καὶ διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι τὸ ποσοστὸν τὸ καθορισθὲν εἴτε παρὰ τοῦ προσωρινοῦ νόμου εἴτε παρὰ τοῦ σημειώματος τοῦ μονογραφηθέντος, εἴτε παρὰ τῆς συμβάσεως τῆς ὑπογραφείσης παρὰ τοῦ ἐν Λονδίνῳ Ἕλληνος ἐπιτετραμμένου, εἶναι τὸ μόνον ἀνάλογον πρὸς τὰς δυνάμεις τῆς χώρας, ἔλεγεν, ὅτι ἤδη ἡ ἐπικαταλλαγὴ ἀποδεικνύει τοῦτο, διότι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἠθέλομεν καταβάλει τι περιπλέον, ἀφοῦ τὸ Δημόσιον θὰ ἦν ἠναγκασμένον διὰ τὸ περιπλέον τοῦτο νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν νομισματικὴν ἀγορὰν, κατὰ τοσοῦτον θὰ καθίστα τὴν θέσιν αὐτῆς ἐπαχθεστέραν καὶ κατὰ τοσοῦτον θὰ εἴχομεν ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ ἐπικαταλλαγή, ἣν παρέλαβεν εἰς τὰ 168 μὲ τὸ τόσον κατακριθὲν καὶ κατακρινόμενον καθ’ ἡμέραν παρ’ αὐτοῦ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, καὶ ἥτις ἀνῆλθε σήμερον εἰς τὰ 181 ἢ εἰς τὰ 182, ἄνευ ἐλπίδος ἐπιστροφῆς πρὸς τὰ ὀπίσω, διότι εἶναι ἐκ τῶν πτηνῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ Ἰουστινιανὸς χαρακτηρίζει ὡς μὴ ἔχοντα τὸ πνεῦμα τῆς ἐπιστροφῆς, ἐλησμόνησε, λέγω, ὅτι ἡ ἐπικαταλλαγὴ ἀποδεικνύει οὐχὶ τὴν δύναμιν τῆς χώρας, ἀλλὰ τὴν δύναμιν τῆς πτωχεύσεως, ἧς ὑπῆρξεν ὁ πρωτουργὸς, ἣν κατέστησεν ἀναπόδραστον διὰ τῆς πολιτείας του τῆς δεκαετοῦς, ἣν ἐγκαθίδρυσε διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο τὴν γνώμην μου κυροῦσι τὰ πράγματα· διότι, ἐνῷ πέρυσιν, εἰσάγων τὸ νομοθέτημα περὶ προσωρινοῦ διακανονισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ἐπηγγέλλετο, ὅτι δι’ αὐτοῦ ἠθέλομεν ἔχει μετ’ ὀλίγον, μάλιστα ἐὰν τὰ πλεονάσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ ἦσαν οἷα πράγματι ὑπῆρξαν, ἠθέλομεν ἔχει τὸ συνάλλαγμα εἰς τὰ 150 καὶ εἰς τὰ 140 καὶ εἰς τὰ 135, ὑπελόγιζε δὲ κατὰ πᾶν δεκατημόριον ὑποτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ φράγκου καὶ ἑκατομμύριον πλεονασμάτων, ἑκατομμύριον περιπλέον προσόδων, ἔχομεν ἤδη αὐτὸ εἰς τὰ 182. Τὸ συνάλλαγμα καὶ ἡ ἐπικαταλλαγὴ δὲν ἀποδεικνύουσιν, ὡς εἶπον, τὴν δύναμιν τῆς χώρας, ἀποδεικνύουσι τὴν δύναμιν τῆς πτωχεύσεως, καὶ καθ’ ὅσον ἡ πτώχευσις ἀποβαίνει χρονία, κατὰ τοσοῦτον ἡ δύναμις αὐτῆς πρὸς τὴν καταστροφὴν καὶ τὴν ἐξουθένωσιν καὶ τῆς πίστεως τῆς χώρας, ἀφοῦ κατεστράφη πρόῤῥιζα ἡ πίστις τοῦ Κράτους, ἀποδεικνύεται ἰσχυροτέρα. Ἐφθάσαμεν ἤδη εἰς τελείαν ἐξάντλησιν, ὄχι πλέον τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ τῆς χώρας αὐτῆς, καὶ πανταχόθεν μία ἐγείρεται φωνὴ περὶ τῆς ἀναποδράστου ἀνάγκης τῆς συνομολογήσεως τοῦ συμβιβασμοῦ, διότι ἐν τῇ συνομολογήσει τοῦ συμβιβασμοῦ ἡ χώρα ἐξ ἐνστίκτου βλέπει τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς. Καὶ ἐν τούτοις σεῖς ἐν μακαριότητι ἐπαίρεσθε, ὅτι κατωρθώσατε νὰ καθορίσητε τὴν δύναμιν τῆς χώρας διὰ τῆς ἐπικαταλλαγῆς τῆς καθ’ ἡμέραν ὑψουμένης, σεῖς ἀρκεῖσθε ὅτι ἔχετε εἰς χεῖράς σας μίαν σύμβασιν—δῆθεν σύμβασιν—ὑποχρεοῦσαν τοὺς ἐπιτρόπους ἢ τὰς ἐπιτροπείας ἢ τοὺς ὁμολογιούχους, μὴ ὑποχρεοῦσαν τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον· καὶ τοῦτο, διότι μία εἶναι ἡ ἀποστολή σας καὶ μία ἡ προσπάθειά σας, ἡ ἐν τῇ ἀρχῇ συντήρησίς σας· καὶ παραδόξως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος ὠνόμασε ταύτην φιλοδοξίαν, ἴσως ἐν τῇ συνήθει ἁβρότητι τῆς φράσεώς του, ἐνῷ εἶναι καθαρὰ ἀρχομανία, καὶ ἐνῷ δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ἄλλως ἢ ὡς ἀρχομανία. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι ἐπὶ τὸ θέμα. Ἡ ῥητὴ πρότασις, ἡ γενομένη παρὰ τῶν ἐπιτρόπων, περὶ καταβολῆς τοῦ ποσοστοῦ εἰς χαρτονόμισμα, ἀπεκρούσθη οὐχὶ διὰ τὸν λόγον ὅστις κυρίως ἀντετάχθη, τοῦ ὅτι αἱ ἀρχικαὶ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους ἦσαν εἰς χρυσὸν, ἀλλὰ δι’ ἐκεῖνον, ὅστις ἠδύνατο νὰ ἐμφιλοχωρήσῃ εἰς τὸ πνεῦμά τινος, ὅστις ἐξετέθη καὶ ἐν τῷ Γʹ πρωτοκόλλῳ, διὰ τὸν φόβον μὴ ἐπέλθῃ ἀναστάτωσις τῆς νομισματικῆς ἡμῶν ἀγορᾶς. Καὶ ὀφείλω τὸν λόγον τοῦτον νὰ τὸν ἀποδείξω ὡς ἐντελῶς ἀνυπόστατον, διότι οὕτω θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἡ πρότασις συντελοῦσα εἰς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, κατ’ ἀντίθεσιν καὶ κατ’ ἀντίφασιν πρὸς ὅλας τὰς παρὰ τοῦ κ. Προέδρου ἀποδεχθείσας θεωρίας ἢ ἐνεργηθείσας πράξεις, ἀπεκρούσθη. Διατὶ δύναται ν’ ἀναστατώσῃ τὴν νομισματικὴν ἀγορὰν ἡ καταβολὴ τοῦ ποσοστοῦ εἰς χαρτονόμισμα καὶ ἡ μετατροπὴ τούτου εἰς χρυσὸν παρὰ τῶν ὁμολογιούχων ἢ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν; Μὴ οὗτοι ἢ ἐκεῖνοι θὰ εἶχον συμφέρον νὰ ὑψώσωσι τὴν ἐπικαταλλαγήν; ἢ μὴ θὰ ἐξήγετο οὕτω περισσότερος χρυσός; Ἀπεναντίας, συνομολογοῦντες τὴν καταβολὴν τοῦ ποσοστοῦ εἰς χαρτονόμισμα, ἠθέλομεν ἀποκτήσει νέον παράγοντα ἰσχυρότατον, ἔχοντα δύναμιν ὡς ἓν πρὸς δέκα,— τοιαύτη θὰ ἦν ἡ ἀναλογία τῆς ἐκ τοῦ ποσοστοῦ κινήσεως πρὸς τὴν ὅλην κυκλοφορίαν ἡμῶν,—ὑπὲρ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ τραπεζογραμματίου καὶ τῆς ὑποτιμήσεως τῆς ἐπικαταλλαγῆς, διότι πάντες οἱ ὁμολογιοῦχοι, ὧν τὰ συμφέροντα ὑποθέτω ὅτι ὁ διὰ τῆς Ἀγγλικῆς συμβάσεως ὁριζόμενος πράκτωρ των, ἡ Ἑταιρία δηλ. τῶν Μονοπωλίων θὰ ἐξεπροσώπει εἰλικρινῶς,—καὶ τὸ ὑποθέτω, διότι καὶ τὸ πιστεύω,—διότι πάντες, λέγω, οἱ ὁμολογιοῦχοι θὰ εἶχον συμφέρον εἰς τὴν ὕψωσιν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, ἀφοῦ καθ’ ὅσον ἡ τιμὴ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου θὰ ἦτο ὑπερτέρα, κατὰ τοσοῦτον καὶ τὸ μέρισμα αὐτῶν θὰ ἀπέβαινεν ὑπέρτερον, καὶ καθ’ ὅσον ἡ τιμὴ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου θὰ ἦτο μικροτέρα, κατὰ τοσοῦτον καὶ τὸ μέρισμα αὐτῶν θὰ ἐμειοῦτο. Καὶ δύναταί τις νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι θ’ ἀπετέλει παράγοντα ἀσφαλῆ ὑπὲρ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ τραπεζογραμματίου ἡ εἰς τοιοῦτον καταβολὴ τοῦ ποσοστοῦ; Δὲν θὰ εἶχον ὑπέρτατον συμφέρον οἱ ὁμολογιοῦχοι, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἐκεῖνο, ὅπερ διὰ τῶν ἐπανειλημμένων δανείων καὶ διὰ τῶν μεγάλων ἐπαγγελιῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν κατωρθώθη, νὰ φθάσωμεν καὶ μέχρι τῆς ἰσοτιμίας τῆς δραχμῆς πρὸς τὸ φράγκον; Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐφοβεῖτο ἴσως μίαν κερδοσκοπίαν ἐκ μέρους τῆς πελάτιδός του, τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, ἥν κατέστησε πράκτορα τῶν ὁμολογιούχων διὰ τῆς Ἀγγλικῆς συμβάσεως, ἐφοβεῖτο, ὅτι ἔχουσα εἰς χεῖράς της τὸ χαρτονόμισμα ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων θὰ ἠδύνατο νὰ καταδολιευθῇ τὰ συμφέροντα τῶν ἐντολέων της, προερχομένη εἰς ἀθέμιτον κερδοσκοπίαν ἐπὶ τοῦ συναλλάγματος. Ἐγώ, καίτοι δὲν ἐννοῶ τίς ὁ λόγος τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, δὲν δύναμαι, Κύριοι, νὰ τῇ ἐπιῤῥίψω τοιαύτην μομφήν, ἀφοῦ δὲ διὰ τῆς συμβάσεως τῆς ὑπογραφείσης παρὰ τοῦ Ἕλληνος ἐπιτετραμμένου ἐν Λονδίνῳ πράκτωρ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ὁμολογιούχων καθίστατο ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων καὶ μόνη αὕτη θὰ ἠδύνατο ἐντεῦθεν νὰ προέλθῃ εἰς κερδοσκοπίαν ἐπὶ τοῦ συναλλάγματος κατὰ τὴν μεταβίβασιν τοῦ ποσοστοῦ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ὁ τοιοῦτος φόβος ἐκλείπει. Ἀλλ’ ἂν καὶ ἡ κερδοσκοπία αὕτη θὰ ἐγίνετο ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ, τὰ ἀποτελέσματα ὅμως αὐτῆς θὰ ἦσαν ἀμέσως κατάδηλα καὶ καταφανῆ. Ἐπιθυμῶ δὲ νὰ μάθω, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων ἤθελεν ἀποδειχθῆ τοσοῦτον κακόπιστος, ὥστε νὰ καταρωραθῇ δολιευομένη τὰ συμφέροντα τῆς χώρας καὶ τὰ τῶν ἐντολέων της, ἐὰν θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἐπὶ στιγμήν. Κίνδυνος λοιπὸν δὲν ἦν δυνατὸν νὰ προέλθῃ ἐκεῖθεν. Τὸ Δημόσιον θὰ ἠλευθεροῦτο ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως νὰ προμηθεύηται ἑκάστοτε τὸν χρυσὸν, θὰ ἄφινε δὲ τὴν φροντίδα ταύτην εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ὁμολογιούχων, οἵτινες, μίαν ἔχοντες ἐντολὴν καὶ ἓν μετ’ αὐτοῦ συμφέρον, τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ τραπεζογραμματίου, θὰ ἀπετέλουν νέον παράγοντα ὑπὲρ τῆς ὑπερτιμήσεως τούτου. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι κατεπλάγην, ἀναγνοὺς ἐν τοῖς πρωτοκόλλοις ἐκεῖνο, ὅπερ προσεπικυροῦσι καὶ τὸ σημείωμα τὸ μονογραφηθὲν παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ σύμβασις ἡ συνομολογηθεῖσα ἐν Λονδίνῳ, ὅτι ἀπεκρούσθη ἡ πρότασις περὶ καταβολῆς τοῦ ποσοστοῦ εἰς τραπεζογραμμάτια. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ καιρίου, τοῦ καιριωτάτου τούτου ἐλαττώματος, τοῦ ἐκδηλουμένου ἐν τῷ σημειώματι ἐκείνῳ, τῷ ἀποτελοῦντι τὴν σύμβασιν κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εὑρίσκω ἐν αὐτῷ καὶ ἕτερον ἐλάττωμα, ἀποδεικνύον ὅτι δὲν μετεμελήθη οὗτος διὰ τὴν μέχρι τοῦδε πολιτείαν του καὶ διὰ τὰς καταστροφὰς, ἃς ἐπήνεγκεν εἰς τὴν χώραν δι’ αὐτῆς, τὸ ἐλάττωμα τῆς ἐξακολουθήσεως τῶν ἐπανειλημμένων δανείων, οὗ ἐμνήσθη καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος. Διότι,—καὶ τοῦτο στηρίζεται εἰς ῥητὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ συζητῶ ἐπὶ ὑποθέσεων,—διότι, ὅταν ἀντετάσσετο αὐτῷ, πῶς, ἀφοῦ δὲν δύναται νὰ καταβάλῃ τὸ Κράτος πέραν τοῦ 30 ἢ 32 ἢ 34% τόκον, πῶς ζητεῖ διὰ τῶν χρημάτων τῶν δανειστῶν ν’ ἀποσβέσῃ τὰς ὀφειλὰς τοῦ Δημοσίου εἰς βραχύτατον χρόνον, συνομολογῶν χρεωλύσιον ὑπέρογκον, ἀπήντα, ὡς ἐβεβαίωσε καὶ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ: «Δὲν ἐννοῶ ν’ ἀποσβέσω, ἐννοῶ νὰ ἐξακολουθήσω τὴν δανειστικὴν πολιτικήν μου. Ἡ χώρα δὲν ἔχει τὴν δύναμιν ν’ ἀποτίῃ, ἐκτὸς τοῦ συνομολογουμένου ποσοστοῦ διὰ τὸν τόκον, καὶ τὸ χρεωλύσιον τὸ καθοριζόμενον ἐν τῇ σταθερᾷ κλίμακι, ἥτις ἀναγράφεται ἐν τῇ συμβάσει, ἀλλ’ ἐννοῶ νὰ πληρώσω τὰ χρεωλύσια, συνεχίζων τὴν πολιτικήν μου, ἤτοι δανειζόμενος διὰ ν’ ἀποσβέσω· ἀφοῦ δὲν δύναμαι νὰ δανείζωμαι, ὅπως ἐξακολουθήσω νὰ πληρόνω καὶ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια, ὡς κατὰ τὸ παρελθόν, θὰ μοὶ μείνῃ οὕτως ἡ μικρὰ αὕτη παραμυθία, νὰ δανείζωμαι, ὅπως πληρόνω τὰ χρεωλύσια. Καὶ θὰ δανείζωμαι εἰς τὸ ἄρτιον καὶ θὰ πληρόνω ἔξοδα ἐκδόσεως δανείων καὶ προμηθείας καὶ τ’ ἄλλα ἐκεῖνα, ἅτινα, κατά τινα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, λίαν ἔμπειρον περὶ τὰ τοιαῦτα, ἀποτελοῦσι τὴν ἄδηλον ἀναπνοήν.» Οὕτω, διὰ νὰ πληρόνῃ ὀφειλὴν πραγματικὴν 40, 50 ἢ 60, θὰ δανείζεται 100 ὀνοματικά. Εἰς τοιαῦτα ἀποτελέσματα ἄγει ἡ σύμβασις ἡ ὑποχρεωτικὴ διὰ τὰς ἐπιτροπείας καὶ ἐντεῦθεν διὰ τοὺς ὁμολογιούχους καὶ μὴ ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸ Κράτος, ἀποτελέσματα ἔχοντα ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν σκοπὸν, τὴν ἐξακολούθησιν τῆς αὐτῆς πολιτικῆς τῆς δανειομανίας, καὶ τὴν συντέλεσιν νέας πτωχεύσεως. Ἐὰν ἀπεκρούσθη ἡ καταβολὴ τοῦ ποσοστοῦ εἰς τραπεζογραμμάτια, ἀπεκρούσθη διότι ἐννοεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετ’ ὀλίγον νὰ συνεχίσῃ τὴν πολιτικὴν τοῦ δανεισμοῦ, καθ’ ὅσον αἱ περιστάσεις τοῦ Κράτους ἤθελον ἐπιτρέψει τοῦτο. Ἐὰν συνωμολογήθη τοσοῦτο χρεωλύσιον, συνωμολογήθη διότι ἀποβλέπει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πάντοτε μετὰ πόθου, μεθ’ ὅλα τὰ ὀδυνηρὰ διδάγματα τοῦ παρελθόντος, εἰς τὴν πολιτικὴν τῶν ἀλλεπαλλήλων δανείων. Ἀλλὰ κρίνατε, Κύριοι, ἐὰν τὸ σημείωμα τοῦτο, ἢ ἡ σύμβασις αὕτη, — ὅπως θέλει ἂς τὸ χαρακτηρίσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, — δὲν ἀποτελῇ τελείαν καταστροφὴν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, δὲν ἀποδεικνύῃ ἐκεῖνον, ὅστις διέπραξεν αὐτὴν, ἀνίκανον νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ συμφέροντα, ἅτινα ὑμεῖς αὐτοὶ παραδόξως εἰς χεῖράς του ἐνεπιστεύθητε. Τὸ ἕτερον θετικὸν ἀποτέλεσμα, εἰς ὃ κατέληξαν αἱ διαπραγματεύσεις, εἶναι ἡ σύμβασις ἡ ὑπογραφεῖσα παρὰ τοῦ ἡμετέρου ἐπιτετραμμένου ἐν Λονδίνῳ καὶ παρὰ τίνων ἑτέρων ἐκ τῆς ἀγγλικῆς ἐπιτροπείας, δὲν γνωρίζομεν, σύμβασις, ἧς ἡ χρονολογία ἐζητήθη, ὅτε ἐμνημόνευσε ταύτης κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὡς πρὸς ἣν μὲ παρέπεμψεν ὁ ἴδιος εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἀνεζήτησα αὐτὴν ἐν τῷ «Ἄστει», ὄχι διότι θεωρῶ ὅτι εἴτε αἱ γελοιογραφίαι εἴτε πάνθ’ ὅσα γράφονται κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὀφείλονται εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διότι αἱ πληροφορίαι, ἃς ἔχει τὸ «Ἄστυ», καθόσον ἀρύεται ταύτας παρ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μάλιστα πληροφορίαι περὶ ἐπισήμου ἐγγράφου, δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἢ ὡς αὐθεντικαί. Τὸ «Ἄστυ», τὴν ἐπιοῦσαν ἢ μετεπιοῦσαν τῆς ἀποτυχίας τῆς παραδοχῆς τῆς συμβάσεως ταύτης παρὰ τῶν Ἄγγλων ὁμολογιούχων, ἐδημοσίευε τὸ κείμενον αὐτῆς συγχρόνως μὲ τὴν τηλεγραφικὴν ἀναγγελίαν, ὅτι οἱ ὁμολογιοῦχοι ἀνέβαλον ν’ ἀποφασίσωσι, καὶ μὲ τὴν δήλωσιν, ἣν ἠκούσαμεν ἐπαναλαμβανομένην ἐνταῦθα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἐπειδὴ ἀνέβαλον ν’ ἀποδεχθῶσιν αὐτὴν, ἡ σύμβασις αὕτη θεωρεῖται ὡς μὴ ὑφισταμένη. Κατ’ ἐμὲ, θεωρεῖται ὡς μὴ ὑφισταμένη, διότι ἀπεκρούσθη παρ’ ἐκείνων, πρὸς οὓς ἠθέλησαν νὰ τὴν ἐπιβάλωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες συνεννοήθησαν μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἐπιτετραμμένου ἡμῶν. Ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ καὶ ἐν ἄρθρῳ Ζʹ ἀναγράφονται πάνθ’ ὅσα ἀνεγράφησαν καὶ ἐν τῷ σημειώματι, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν προσαυξήσεως τοῦ ποσοστοῦ κατὰ 2 τοῖς ἑκατόν. Ἀναγράφονται διάφοροι παροχαὶ πρὸς ὡρισμένα πρόσωπα, ἀλλὰ περιπλέον ἀναγράφονται ὡρισμέναι ὑποχρεώσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ἀφορῶσαι εἴτε εἰς τὰς ἐγγυήσεις εἴτε εἰς τὰς ἐκχωρουμένας προσόδους. Τίνες δὲ εἶναι αἱ πρόσοδοι αὗται; αἱ πρόσοδοι αὗται ἀναγράφονται ἐν τῷ ὑπὸ στοιχεῖον Γʹ ἄρθρῳ τῆς συμβάσεως. Κατ’ αὐτὸ, «ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὁρίζει ὑπὲρ τοῦ χρέους λόγῳ ἐγγυήσεως καὶ μέχρις ἀποσβέσεως αὐτοῦ: 1) Τὴν πρόσοδον τοῦ χαρτοσήμου. 2) Τὴν πρόσοδον τοῦ καπνοῦ. 3) Τὴν πρόσοδον τῶν Μονοπωλίων.» Διὰ ν’ ἀνεύρωμεν ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν, εἰς ὃ ἀνέρχονται πᾶσαι αἱ πρόσοδοι αὗται, ἀναγκαίως θ’ ἀνετρέχομεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1894, ἐν ᾧ καὶ καθορίζονται κατὰ τὴν ῥήτραν τοῦ ἄρθρου Γʹ τῆς συμβάσεως. Ἔχομεν δὲ αʹ) ἐκ τοῦ χαρτοσήμου πρόσοδον δρ. 12,477,000.67, βʹ) ἐκ τοῦ καπνοῦ 5,808,400, καὶ γʹ) πρόσοδον ἐκ τῶν Μονοπωλίων 10,916,500: ἤτοι πρόσοδον ἐν ὅλῳ 29,219,066. Καθωρίσθησαν οὕτως ἐν τῇ συμβάσει τῇ ὑπογραφείσῃ παρὰ τοῦ ἐπιτετραμμένου ἡμῶν ἐν Λονδίνῳ καὶ ἥτις θὰ καθίστατο ὑποχρεωτικὴ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν οἱ ὁμολογιοῦχοι Ἄγγλοι ἤθελον τὴν ἀποδεχθῆ, καθωρίσθησαν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ποσοστοῦ, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸν πίνακα τὸν συνταχθέντα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ μὲν τὸ πρῶτον, δεύτερον καὶ τρίτον ἔτος ἤθελεν ἀνέρχεσθαι εἰς 7,961,016, κατὰ δὲ τὸ τέταρτον εἰς 8,209,798 καὶ χρεωλύσιον 746,346, κατὰ τὸ πέμπτον εἰς 8,259,555 καὶ χρεωλύσιον δρ. 945,371, καὶ ὅπερ κατὰ τὸ 23ον ἔτος, διὰ νὰ μὴ μακρηγορῶ, ἤθελεν ἀνέρχεσθαι εἰς 9,155,081 ποσοστὸν τόκου καὶ 4,577,578 χρεωλύσιον, καθωρίσθησαν δραχ. 29,219,066. Οὕτω δι’ ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἥτις κατὰ τὴν ἀφετηρίαν αὐτοῦ θὰ ἀνήρχετο διὰ τὰ πρῶτα ἔτη εἰς 7,961,000, κατὰ δὲ τὸ 23ον ἔτος εἰς 13,732,659, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ νόμιμος ὑπερασπιστὴς τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ἐξεχώρει προσόδους 29 ὅλων ἑκατομμυρίων, μὲ τὴν ἐπαγγελίαν ὅτι ἠδύνατο ὑπὸ τοιούτους ὅρους νὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις ἡ οἰκονομικὴ τῆς χώρας. Ἀληθῶς δὲν τὰς ἐξεχώρει ὁριστικῶς, τὰς καθίστα ὑπεγγύους, παρέδιδε δὲ τὴν διαχείρισιν αὐτῶν εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων, διότι ἡ ἑταιρία αὕτη, κατὰ τὸ ὑπὸ στοιχεῖον Δʹ ἄρθρον τῆς συμβάσεως, θὰ εἰσέπραττεν ἀπ’ εὐθείας τὴν τιμὴν τῶν μονοπωλίων, κατὰ μῆνα δὲ ὑπεχρεοῦτο τὸ Δημόσιον νὰ παραδίδῃ εἰς αὐτὴν τὰς μηνιαίας εἰσπράξεις, τάς τε ἐκ τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ καὶ τὰς ἐκ τοῦ χαρτοσήμου, μόνον δὲ μετὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ τοκομεριδίου ἑκάστης ἑξαμηνίας ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων θὰ ἦτο ὑπόχρεως νὰ παραδίδῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὰ πλεονάσματα, ἐν περιπτώσει προμηθείας παρ’ αὐτῆς τοῦ χρυσοῦ, εἴτε τὰ εἰσπραχθέντα, ἐν περιπτώσει τῆς καταβολῆς τοῦ ποσοστοῦ εἰς χρυσὸν παρὰ τοῦ Δημοσίου. Καὶ ἐννοεῖτε περὶ τίνος πρόκειται· πρόκειται περὶ τῶν διαμέσων τόκων, περὶ τῆς jouissance, περὶ τῆς χρήσεως 29 ὅλων ἑκατομμυρίων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπροικοδοτεῖτο ἡ ἀγελὰς τῶν μονοπωλίων, ὡς ἐχαρακτήρισεν αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος. Οὕτως ἡ ἀγελάς, ἐκτὸς τῶν ἄλλων προμηθειῶν, τὰς ὁποίας ἀπολαμβάνει δυνάμει συμβάσεων, αἵτινες ἀπέδωκαν αὐτῇ τὴν ἰδιότητα τοῦ πράκτορος τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ἐπρόκειτο νὰ ἔχῃ καὶ τὴν χρῆσιν τῶν προσόδων 29 κατ’ ἔτος ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ πληροφορηθῶ, τί ἐδικαιολόγει τὰς τοιαύτας ὑπὲρ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων θυσίας, διότι οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἐκ τῶν θυσιῶν αὐτῶν θὰ ὠφελοῦντο οἱ δανεισταὶ ἡμῶν, θὰ ὠφελεῖτο μόνη ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων, ἥτις πάντα τὰ ἐκ τῆς τοιαύτης χρήσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων κέρδη θὰ κατελόγιζεν ὑπὲρ ἑαυτῆς καὶ ὄχι ὑπὲρ τῶν ὁμολογιούχων, οἵτινες θὰ ἐλάμβανον μόνον καὶ ξηρὸν τὸ ποσοστὸν τὸ καταβλητέον παρὰ τοῦ Δημοσίου καθ’ ἑξαμηνίαν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐπεθύμουν νὰ πληροφορηθῶ παρὰ τοῦ ἀγρύπνου ὑπερασπιστοῦ τοῦ Δημοσίου, τὸν ὁποῖον τόσον ἐπεκρότησαν καὶ δημοσιογράφοι χαρακτηριζόμενοι ὡς ἀνεξάρτητοι, πῶς τὸ Δημόσιον τὸ Ἑλληνικὸν, τὸ ἐλεεινὸν αὐτὸ, ὅπως τὸ κατήντησαν, ἤθελεν ἀποζῇ κατὰ τοὺς ἀγόνους μῆνας, ἂν ἐστερεῖτο τὴν διαχείρισιν πασῶν τούτων τῶν προσόδων, τὴν διαχείρισιν δηλαδὴ πλέον τοῦ τρίτου τοῦ ὅλου τῶν προσόδων τοῦ Κράτους; Καὶ ταῦτα, Κύριοι, ὡς πρὸς τὰς προσόδους τὰς ἀναγεγραμμένας ἐν τῇ συμβάσει. Ὡς πρὸς τὰς ἐγγυήσεις, ἠκούσατε χθὲς τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἄρτης’ δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ νὰ ἐξέλθῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τοῦ σιδηροῦ κύκλου, ὃν κατέστησεν οὗτος κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τῶν σχετικῶν ἄρθρων τῆς συμβάσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκφύγῃ ἐκ τῆς καταγγελίας, ὅτι ἐγκατέστησε τὸν ἔλεγχον καὶ ὅτι περιέκοψε κυριαρχικὰ, ἔστω εἰς στενὸν κύκλον, δικαιώματα τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ σύμβασις αὕτη, ἀρχικῶς μὲν τὴν ἐχαρακτήρισε παίζων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν αὐτῆς, ὡς ἐκλείψασαν, καθὸ μὴ γενομένην ἀμέσως δεκτὴν παρὰ τῶν Ἄγγλων ὁμολογιούχων, χθὲς δ’ ἔτεινε ν’ ἀρνηθῇ καὶ τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς, ὅταν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος ἐζήτησε κατηγορηματικὴν ἀπάντησιν περὶ τοῦ ἂν ἀνεγνώριζεν ἢ ὄχι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ ἐν τῷ διερμηνεύοντι τὰς γνώμας αὐτοῦ ὀργάνῳ δημοσιευθὲν κείμενον. Πρόκειται περὶ καταφώρου ζημίας εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ περὶ προσβολῆς τῶν κυριαρχικῶν αὐτοῦ δικαιωμάτων· ἀλλὰ παραδόξως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος, συλλαμβάνων τὴν ἀσεβῆ χεῖρα, τὴν τεθεῖσαν ἐπ’ αὐτῶν, ἐζήτησεν, ὅπως ἐκεῖνος, εἰς ὃν ἀνήκει αὕτη, ὁμολογήσῃ, ὅτι πράγματι εἰς τοιοῦτόν τινα σκοπὸν ἀπέβλεπε. Κατ’ ἐμὲ, τὰ θετικὰ ἀποτελέσματα τῶν μέχρι τοῦδε διαπραγματεύσεων, ἃ ἐξῆρεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε ἀποδεικνύουσιν, ὅτι οὐδὲ συνείδησιν ἔχει τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους, ἐπιβάλλεται δ’ ἡμῖν ἐντεῦθεν ἡ ἄμεσος ἄρσις τῆς ἐντολῆς, ἥτις ἐδόθη αὐτῷ διὰ τοῦ προσωρινοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου. Οὕτω μόνον δύνανται νὰ διασωθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, διότι, ὡς εἶπον καταρχόμενος τοῦ λόγου, ναὶ μὲν δὲν ὑποχρεοῖ ἥ τε σύμβασις καὶ τὸ σημείωμα οὐδὲ τοὺς ὁμολογιούχους οὐδὲ τὸ Κράτος, διότι τὸ μὲν σημείωμα οὐδέποτε ἀπετέλεσε σύμβασιν, ἡ δὲ παρὰ τοῦ ἐπιτετραμμένου ἐν Λονδίνῳ ὑπογραφεῖσα τοιαύτη ἐξέλιπεν, ἀποκρουσθεῖσα παρ’ ἐκείνων, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐπρόκειτο νὰ συνομολογηθῇ, ἀλλὰ τ’ ἀποτελέσματα τὰ ἠθικὰ ἀμφοτέρων μένουσιν ἀκέραια, ἐὰν δέ ποτε ἐπαναληφθῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ὑπηνίξατο οὗτος προχθές, θέλουσιν ἀντιταχθῆ ἡμῖν αἱ παραχωρήσεις αἱ περιλαμβανόμεναι ἐν ἀμφοτέροις, καὶ αὗται θὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἀφετηρία τῶν νέων διαπραγματεύσεων. Διὰ τῶν ἀντιτεχνήσεων καὶ τῶν τερτιπίων ἐνόμισεν ὁ κ. Πρόεδρος ὅτι ἤθελε συλλάβει τοὺς ὁμολογιούχους, ἐνῷ συνελαμβάνετο αὐτὸς εἰς τὴν ἰδίαν του παγίδα. Ἀπὸ παραχωρήσεως εἰς παραχώρησιν ἔφθασε μέχρις ἐκείνων, ἃς ἐξέθηκα ὑμῖν· καὶ ὁποῖον τὸ ἐξ αὐτῶν κέρδος τοῦ Κράτους; Κατώρθωσε νὰ συνομολογήσῃ τὸν συμβιβασμόν; Ἀπέδειξε τὰς προτάσεις αὐτοῦ τελεσφόρους καὶ λυσιτελεῖς; Οὐχὶ δὲ μόνον ἡ νῦν Κυβέρνησις, — διότι αὕτη εἶναι ἀναξία νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν δοθεῖσαν αὐτῇ ἐντολὴν, — ἀλλ’ οἱαδήποτε ἄλλη Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ νὰ ὑπερνικήσῃ ἀνυπερβλήτους δυσκολίας, διότι οἱ ὁμολογιοῦχοι θὰ ἀντιτάσσωσι τὰς παραχωρήσεις τὰς ἤδη γενομένας διὰ τοῦ σημειώματος τοῦ μονογραφηθέντος καὶ τῆς συμβάσεως τοῦ Λονδίνου, καὶ θὰ χρησιμεύσωσι καὶ αὕτη καὶ ἐκεῖνο ὡς ἀφετηρία τῶν νέων ἀξιώσεών των. Ἔσπευδεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὄπισθεν τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ κατεδίωκε τὴν σκιὰν αὐτοῦ, ἐλπίζων ἐκ τούτου τὴν ἰδίαν του σωτηρίαν, οὐχὶ τὴν τοῦ Κράτους, ὅπερ ἐβύθιζεν εἰς νέας περιπλοκὰς καὶ νέας δυσχερείας· οὕτω δ’ ἔπαθε τὸ πάθημα τοῦ καταδιώκοντος τὴν ἰδίαν τοῦ σκιὰν, ἣν ἐπὶ τέλους ἐνόμισεν ὅτι θὰ ἐνηγκαλίζετο. Τὰς συνεπείας τοῦ παθήματος θὰ πληρώσῃ αὔριον τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, διότι, ἐὰν θελήσῃ νὰ ἀρνηθῇ τὰς γενομένας παραχωρήσεις, θὰ χαρακτηρισθῇ ἐκ νέου ὡς κακόπιστον. Διὰ τὸ ἠθικὸν τοῦτο ἀποτέλεσμα ἀκριβῶς ἐθεώρησα ὅτι ὤφειλεν ἡ Βουλὴ ν’ ἀσχοληθῇ ἀμέσως ἐπὶ τῶν σημείων ἐκείνων τῶν διαπραγματεύσεων, ἅτινα κατέληξαν, κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὰ ἐκτεθέντα θετικὰ ἀποτελέσματα. Μία δὲ φρονῶ, ὅτι ἀπέναντι τοιούτων ἀποτελεσμάτων, μία μόνη προσήκει πολιτεία ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἡ μιᾷ φωνῇ διαμαρτυρία κατὰ τοῦ σφαγιαστοῦ τῶν ὑπερτάτων συμφερόντων τοῦ Κράτους. Ἐὰν, ὃ μὴ γένοιτο, ἤθελον ἐπαναληφθῇ αἱ διαπραγματεύσεις μετ’ αὐτοῦ, μὴ ἔχετε κἀμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ ἴδητε ἐπερχομένην νέαν θύελλαν ὕβρεων καὶ καταγγελιῶν ἐπὶ κακοπιστίᾳ κατὰ τῆς πατρίδος ἡμῶν, διότι δὲν ἐκπροσωπεῖ ταύτην ἡ Ἀντιπολίτευσις, δὲν ἐκπροσωπεῖ αὐτὴν ὁ κ. Βουλευτὴς Γόρτυνος, οὐδὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, καὶ κατὰ λόγον τῆς κακοπιστίας τῆς Κυβερνήσεώς της χαρακτηρίζεται ὡς κακόπιστος καὶ ἡ χώρα, ἣν κυβερνᾷ. Δυνάμεθα νὰ καυχώμεθα ἡμεῖς, ὅτι κατ’ οὐδὲν ἐπταίσαμεν διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν καταστροφὴν, δυνάμεθα νὰ ἐπαιρώμεθα, ὅτι κατεκρίναμεν τὸ σύστημα τοῦ δανεισμοῦ, προείδομεν τ’ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, ἀλλ’ αἱ διαμαρτυρίαι ἡμῶν αὗται δὲν δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὰ ὅρια τοῦ Κράτους ἔξω τῶν ὁρίων αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐκπροσωπεῖ τὴν χώραν, καὶ ἡ κακοπιστία ἐκείνης ὑπολαμβάνεται ὡς κακοπιστία τῆς χώρας. Καὶ οὐδὲ δικαιούμεθα ν’ ἀδημονῶμεν κατὰ τῶν ξένων, ὅταν οὕτω καταγγέλληται ἡ χώρα, διότι ὑπήρξαμεν ἄξιοι τῆς τύχης μας. Ἡμεῖς εἴμεθα ἡ μειοψηφία, δὲν ηὐτυχήσαμεν δὲ νὰ πείσωμεν τὴν πλειοψηφίαν περὶ τῶν καταστρεπτικῶν συνεπειῶν τοῦ συστήματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἡ μειοψηφία δὲν ἐκπροσωπεῖ τὸ Κράτος, ἀλλ’ ὁ ἡγούμενος τῆς πλειοψηφίας. Ἀλλ’ αὐτὸς, δικαίως ἀποκτήσας ἓν ὄνομα εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, δὲν δικαιοῦται νὰ ἐγκαλῇ τοὺς προκατόχους του ἐπὶ δολιότητι, διότι μήτε τὸν κ. Σωτηρόπουλον, μήτε ἐμὲ, μήτε ἄλλον ἐκ τῶν προκατόχων Ὑπουργῶν ἀπεκάλεσαν Χατζησταῦρον... Μειδιᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ἂς τολμήσῃ νὰ μεταβῇ εἰς Λονδῖνον καὶ θ’ ἀντιληφθῇ τίνα ὑπόληψιν χαίρει ἡ Κυβέρνησις, ἧς μετέχει... Καὶ αὐτὸς ὁ μετὰ τοσαύτης ἐμπαθείας καταφερόμενος κατὰ τῶν προκατόχων του ἐλησμόνησε πάνθ’ ὅσα ἐπροξένησε κακὰ εἰς τὴν τάλαιναν πατρίδα του διὰ τῶν ἀλογίστων μέτρων του, διὰ τῆς ἀσυνειδήτου πολιτείας του, ἐλησμόνησεν ὅτι ἐνεκόλαψεν ἐπὶ τοῦ μετώπου αὐτῆς τὴν σφραγῖδα τῆς χρεωκοπίας διὰ τῶν ἐπὶ δεκαετίαν μέχρι σήμερον παρ’ αὐτοῦ πεπραγμένων. Δολιότητα μετήλθομεν ἡμεῖς πρὸς τοὺς δανειστὰς, οὐχὶ δανειζόμενοι, ἀλλ’ ἀναγνωρίζοντες ἀπαιτήσεις αὐτῶν ληξιπροθέσμους καὶ λαμβάνοντες πάντα τὰ ἐξασφαλιστικὰ μέτρα ὑπὲρ τῆς τελείας πληρωμῆς αὐτῶν; δολιότητα μετήλθομεν ἡμεῖς, διότι ἀμέσως μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως προήλθομεν εἰς διαπραγματεύσεις τεινούσας ἀκριβῶς ν’ ἀσφαλίσωσι τὴν ἐπανάληψιν τῆς εἰς χρυσὸν πληρωμῆς τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, ἃς αὐτὸς συνωμολόγησε; δολιότητα μετήλθομεν, διότι ἐσπεύδομεν εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν αὐτῶν ἄνευ τοῦ ἐκ τῆς πτωχεύσεως κλονισμοῦ; δολιότητα μετήλθομεν, διότι ἐχορηγήσαμεν διὰ τοῦ μέτρου μας ἐκείνου τὴν ἄνεσιν εἰς τὴν χώραν νὰ ἐπισκοπήσῃ ἀκριβέστερον τὰ καθ’ ἑαυτὴν, νὰ διαφωτίσῃ καὶ ἑαυτὴν καὶ τοὺς δανειστὰς αὐτῆς; Ἀλλ’ οὐδεὶς ἐκ τῶν ἐνδιαφερομένων κατήγγειλεν ἡμῖν δολιότητα. Τὴν πολιτείαν ἡμῶν ἠδύναντο νὰ κατακρίνωσι μόνοι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐθεώρουν τὴν πτώχευσιν ἀναπόδραστον, καὶ καθόσον μετὰ τὴν ἐξέλιξιν τῶν μέτρων ἡμῶν ἠθέλομεν ἀποδειχθῆ σφαλέντες. Ἀλλ’ οὐχὶ σὺ, ὅστις μέχρις αὐτῆς τῆς 27 Ἀπριλίου ἐπηγγέλλεσο τὴν ἐπάρκειαν καὶ προσεπάθεις νὰ βάλῃς εἰς τὸ χέρι νέους δανειστὰς, ἐνῷ, κατὰ τὴν ὁμολογίαν σου, ἀπὸ τοῦ 1881 τὸ Κράτος ἦν εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως. Ἰδοὺ τί σὺ ἔλεγες, ὅτε προσεπάθεις νὰ δανεισθῇς κατὰ τὸ 1886 (ἀναγινώσκει): «... Ἀλλὰ ποῖος εἶναι ὁ τρόπος, δι’ οὗ σήμερον, ὅτε δὲν δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν οὐδ’ 100,000 δραχ. δάνειον μεταλλικὸν ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ συναλλαγῇ, ποῖος εἶναι ὁ τρόπος, δι’ οὗ θέλομεν δυνηθῆ νὰ περιορίσωμεν τὸ τραπεζιτικὸν γραμμάτιον; Ὁ μόνος τρόπος εἶναι ἡ ἀπόδειξις, ὅτι ἔχομεν ἀπόφασιν νὰ ζήσωμεν ὡς τίμιοι ἄνθρωποι, ἐκπληροῦντες τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, ὅτι, ἂν δανειζώμεθα, δανειζόμεθα ὑπολογίζοντες τὰς δυνάμεις ἡμῶν πρὸς ἀπότισιν τῶν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων, ὅτι τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα τυχὸν θέλομεν πραγματοποιήσει πρὸς μετατροπὴν εἰς μεταλλικὸν τῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δανείων, θέλουσι καλύπτεσθαι ὡς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν ἐκ τῶν πόρων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅταν οἱ κεφαλαιοῦχοι ἴδωσιν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἐν ἰσοζυγίῳ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἐν ἰσοζυγίῳ περιλαμβάνει καὶ τὰ ποσὰ τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, διὰ τῶν ὁποίων θέλει ἐπιτευχθῆ ἡ τροπὴ δανείων ἐκ τραπεζικῶν γραμματίων εἰς μεταλλικὰ δάνεια, οὐδεμία θέλει ὑπάρξει δυσχέρεια, ὅπως πραγματοποιηθῶσι τὰ δάνεια ταῦτα.» Καὶ ἐπραγματοποίει τὸ δάνειον ἐκεῖνο, ἐνῷ ἡ κατάστασις τῆς πτωχεύσεως, ὡμολόγει χθὲς, ὅτι ὑφίστατο ἀπὸ τοῦ 1881. Καὶ ἔκτοτε ἐπραγματοποίει πλεῖστα ἄλλα δάνεια. Ἀλλὰ ταῦτα ἔλεγε, διότι ἐκεῖνος, εἰς ὃν ἐπέῤῥιπτεν οὕτω τὴν εὐθύνην, δὲν ἠδύναντο νὰ ἐγερθῇ ἐκ τοῦ τάφου του, ὅπως τὸν ἀποστομώσῃ. Παρέλαβε τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸ 1882 παρ’ ἐκείνου πλουσίαν εἰς πίστιν καὶ πλουσίαν εἰς πλοῦτον πραγματικὸν, ἡ πολιτεία δ’ ἐκείνου, εἰς ὃν θέλει νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν εὐθύνην τῆς πτωχεύσεως, προσήρτησεν εἰς τὴν Ἑλλάδα δύο ἐπαρχίας πλουσίας. Καὶ θὰ ἠδύνατο ἡ Ἑλλὰς, διευθυνομένη παρ’ ἑτέρου, νὰ ἀνακαινισθῇ· ἀλλὰ ἦλθεν, ἐπεκράτησεν εἰς δύο μόνα ἔτη ὅλος ἐκεῖνος ὁ πλοῦτος, εἰς πίστιν καὶ εἰς πραγματικὸν πλοῦτον, συνετρίβη ὑπὸ τὴν ἀτάσθαλον διοίκησίν του καὶ ἐν ταῖς χερσί του. Ἀλλὰ πῶς δύναται νὰ ἐγκαλῇ τοὺς προκατόχους του τοῦ 1881 διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν πτώχευσιν καὶ νὰ ἀνάγῃ αὐτὴν εἰς τὸ 1881, ἀφοῦ ἔλεγεν ὅσα ἀνέγνωσα πρὸ ὀλίγου περὶ τῆς καταστάσεως κατὰ τὸ 1886; Κύριοι, ἀπέναντι τῶν δανειστῶν ἡμῶν μία ἐπιβάλλεται πολιτεία, ἐὰν θέλωμεν νὰ ὑπάρξωμεν ὡς Κράτος, ἔχον ἀποστολὴν ἐθνικὴν, καὶ ἐὰν ἀποβλέπωμεν εἰς μέλλον αἰσιώτερον· ἡ πολιτεία δ’ αὕτη εἶναι ἡ ἀντὶ πάσης θυσίας ἱκανοποίησις αὐτῶν, ταύτην δὲ καθορίζουσι μόναι αἱ δυνάμεις τῆς χώρας.

§16Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ συζήτησις αὕτη δὲν δύναται νὰ ἐπικριθῇ, ὡς μὴ προκαλουμένη ὑπὸ τῶν περιστάσεων, διότι καὶ ἐγὼ αὐτὸς, εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ὁμιλῶν τὸ πρῶτον πρὸς τὴν Βουλὴν, καθῆκον ἐθεώρησα νὰ ἀνακοινώσω πρὸς αὐτὴν τὰ τῆς καταστάσεως ἐν σχέσει πρὸς τὰ τῶν διαπραγματεύσεων περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ· φυσικὸν δὲ ἦτο, κατόπιν τοιαύτης ἀνακοινώσεως, ἡ Βουλὴ καὶ ἰδίως οἱ ἐν τῇ Βουλῇ μὴ ἔχοντες ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξετάσωσι τὰ ἀνακοινωθέντα, ἐπειδὴ δὲ καὶ ἄλλα εἶναι γνωστὰ πλὴν τῶν ἀνακοινωθέντων, ἐφ’ ὅσον τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, κατὰ τὴν γνώμην των, ἐπέτρεπον, ἵνα ποιήσωνται λόγον περὶ τούτων ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ ἐπεκτείνωσι καὶ ἐπὶ ταῦτα τὸν λόγον. Καὶ ἐπεξέτειναν τὸν λόγον ἐπὶ ταῦτα, ἐκδραμόντες καὶ ἐπὶ τὴν γενικὴν κατάστασιν, ὀρθῶς, διότι τὰ τῶν διαπραγματεύσεων περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Καὶ πῶς δύναται νὰ ἦναι ἄλλο ἢ συζήτησις περὶ ἐμπιστοσύνης, ἡ ἔχουσα τὴν ἀφετηρίαν ἐν δηλώσει ἡμῶν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ποιήσωμεν τὰς ἀναγκαίας ἀνακοινώσεις, ὅπως μορφώσῃ γνώμην ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν αἱ διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν, καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλουσιν ἐξακολουθήσει διεξαγόμεναι; Μόνον ἐπὶ ἐμπιστοσύνης δύναται ἡ Βουλὴ νὰ στηρίξῃ τὴν γνώμην αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον αὕτη σχετίζεται πρὸς τὰ μὴ γνωρισθέντα αὐτῇ, καθὸ ἐκκρεμῆ. Ἐφ’ ὅσον ὅμως σχετίζεται πρὸς τὰ τετελεσμένα, περὶ ὧν ἐγένοντο πρὸς αὐτὴν αὐθεντικαὶ ἀνακοινώσεις, ἡ γνώμη αὐτῆς στηρίζεται ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Οὐδόλως ἄρα ἐπικρίνω τὴν πρόκλησιν συζητήσεως περὶ τῆς συμφωνίας τῆς ἐν Ἀθήναις ὑπογραφείσης, ἥτις ἀποτελεῖ τετελεσμένον. Δὲν ἐγκρίνω τὰ περὶ αὐτῆς μὴ ὀρθῶς λεχθέντα καὶ μὴ συμφώνως πρὸς τὰ παρ’ ἐμοῦ ἀνακοινωθέντα, καταδικάζω δὲ, ὡς μὴ ἐπιτρεπομένην, τὴν διαστροφὴν τῶν παρ’ ἐμοῦ ἀνακοινωθέντων. Ἠκούσατε τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, παριστῶντός με εἰπόντα πρὸς ὑμᾶς τ’ ἀντίθετα ὅσων εἶπον περὶ τῆς συμφωνίας, εἰπόντα ὅτι ἡ συμφωνία ὑποχρεοῖ τοὺς ὁμολογιούχους, ἐνῷ ἐγὼ ῥητῶς εἶπον, ὅτι ἡ συμφωνία ὑποχρεοῖ τὰς ἐπιτροπὰς, δὲν ὑποχρεοῖ τοὺς ὁμολογιούχους, ὑποχρεοῖ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ὑποχρεοῖ τὴν Βουλήν. Ἐπὶ συμφωνίας τοιοῦτον ἐχούσης χαρακτῆρα προκαλεῖται ἡ συζήτησις, καὶ ἐπειδὴ ἐν τούτῳ περὶ τετελεσμένων πρόκειται, δύναται αὕτη νὰ διεξαχθῇ ἀκωλύτως. Ἀλλ’ ἡ ἐπὶ τῶν μὴ τετελεσμένων συζήτησις δὲν ἠδύνατο νὰ διεξαχθῇ ἀκωλύτως ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ἀφοῦ ταῦτα δὲν ἦσαν οὐδ’ ἠδύναντο νὰ ἦναι αὐθεντικῶς γνωστὰ εἰς τὴν Βουλήν, καὶ μόνην ἔννοιαν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἡ ἐπὶ τούτων συζήτησις τὴν τῆς ὀφειλομένης ἢ μὴ παροχῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εἰς διεξαγωγὴν τῶν τοῦ συμβιβασμοῦ, κατὰ τὰς ἐνδείξεις τὰς ἐκ τῶν τετελεσμένων ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσι καὶ τὰς ἐκ τῆς ἐν γένει πολιτείας αὐτῆς. Ἡ ἐν τοιαύτῃ ὅμως ἐννοίᾳ συζήτησις ἆρα διεξήχθη δεόντως ἐν τῇ Βουλῇ; Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελε νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἡ νῦν ἦναι ἡ κατάλληλος, ἵνα διεξαγάγῃ τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ, ἐπιτρέπεται τοῦ ζητήματος τούτου νὰ ἐπιληφθῇ, καθ’ ὃν τρόπον ἐπελήφθη αὐτοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, καθ’ ὃν τρόπον ἐπελήφθη αὐτοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς; Ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος θεωρεῖ ἀκαταλληλοτάτην τὴν νῦν Κυβέρνησιν πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ συμβιβασμοῦ, ποῖος ἀμφιβάλλει, ἀφοῦ οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀμφιβάλλων ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος θεωρεῖ πάντων καταλληλότατον πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ συμβιβασμοῦ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἡ χώρα θεωρεῖ τὸν πάντων ἀκαταλληλότατον; Ἡ χώρα ἐπανειλημμένως ἀπέδειξεν ὁποίαν ἔχει γνώμην περὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἠδυνήθη νὰ ἔλθῃ πλειονοψηφῶν ἐν τῇ Βουλῇ πότε; ὅτε προεκλήθη ῥεῦμα ἀντιδράσεως κατὰ τῆς καθεστηκυίας ἐν τῇ χώρᾳ Κυβερνήσεως, ἥτις ἦτο ἡ ἡμετέρα. Μόνη παροδικὴ καθ’ ἡμῶν ἀντίδρασιν δὶς ἐξώθησε τὸν κ. Βουλευτὴν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων, οὐχί ποτε ἡ πεποίθησις τῆς χώρας πρὸς αὐτὸν, διότι τὴν χώραν χαρακτηρίζει ἰδιάζουσα δυσπιστία πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ δικαίως ἡ χώρα δυσπιστεῖ πρὸς τὸν κ. Βουλευτήν, διότι πᾶσα αὐτοῦ ἡ πολιτεία καὶ πάντα τῆς πολιτείας αὐτοῦ τ’ ἀποτελέσματα ἐπιβάλλουσι τὴν δυσπιστίαν (Θόρυβος καὶ κίνησις ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει). Βεβαίως ἐγὼ δὲν ἀρέσκομαι εἰς συζητήσεις τοιούτου εἴδους, τὸ δ’ εἶδος τοῦτο θεωρῶ ἥκιστα ἁρμόζον εἰς κοινοβουλευτικὴν συζήτησιν· ἀλλ’ ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἀποδύηται εἰς τὴν συζήτησιν, μόνον φέρων ἐφόδιον τὴν ἐμπάθειαν, καὶ διατρανῶν ταύτην διὰ φράσεων ἀνοικείων ἐντὸς Βουλῆς περὶ τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει, μοὶ ἀφαιρεῖ τὸ ἔδαφος πρὸς συζήτησιν, ὁποίαν τὸ θέμα θὰ προεκάλει, ἂν μὴ ἀπεδεικνύοντο τοσοῦτον κατώτεροι τοῦ θέματος οἱ διαχειρισθέντες αὐτό. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπεχείρει ν’ ἀποδείξῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν ἀπεφθέγγετο ἁπλῶς δι’ ἀποστροφῶν, ὅτι ἡ πολιτεία ἡμῶν δὲν ἐδικαιολόγει τὴν παρεχομένην εἰς ἡμᾶς ἐμπιστοσύνην ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἔθνους, θὰ μοὶ παρεῖχε τὴν εὐκαιρίαν ν’ ἀνασκευάσω διὰ τῆς ἱστορίας τῶν τελευταίων χρόνων τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτοῦ, εἴτε ἐν ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διετυποῦντο οὗτοι, εἴτε ἐν ὀνόματι ὁμάδος ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, εἴτε καὶ ἐν ἰδίῳ μόνον ὀνόματι Βουλευτοῦ, καὶ μάλιστα Βουλευτοῦ κατέχοντος ἔξοχον θέσιν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐφιλοτιμήθη μόνον ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἀπεθησαύρισεν ἐν τοῖς λεξικοῖς πλοῦτον λέξεων, ἐκφραζουσῶν ἐμπαθῆ ἐχθρότητα πρὸς τοὺς ἐπιπροσθοῦντας εἰς τὴν πλήρωσιν διακαοῦς αὐτοῦ πόθου, ἀντιστρατευομένου πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ πολλάκις μὲν ἡ κατάχρησις τῆς ἐλευθερίας τοῦ βήματος ἐπιτρέπει ἴσως καὶ τὴν χρῆσιν τοιούτων λέξεων, ἀλλὰ τὴν διὰ τοιούτων λέξεων καὶ τοιούτου τρόπου συζήτησιν δὲν ἀπεξεδεχόμεθα ἐν τῷ θέματι τούτῳ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀπεφαίνετο ὡς ἀπὸ τρίποδος, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα οἱ παραίτιοι τῶν κακῶν τῆς νῦν καταστάσεως· τοιαῦτα δ’ ἔλεγε πρὸς ἐκείνους, οὓς ἐγίνωσκεν ἔχοντας τὴν συνείδησιν καὶ προχείρους τὰς ἀποδείξεις πάσας, ὅτι παραίτιος τῆς παρούσης καταστάσεως εἶναι μόνος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος (θόρυβος καὶ διακοπαὶ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Καὶ περὶ ἡμῶν μὲν δυνάμεθα νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἐν τῷ μακρῷ χρόνῳ, καθ’ ὃν διηυθύναμεν τὰ κοινὰ, εἰργάσθημεν συστηματικῶς πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς τέλεον ἐκλιπούσης πρὶν ἢ ἀναλάβωμεν τὴν ἀρχὴν ἰσοῤῥοπίας ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς τῆς χώρας, εἰργάσθημεν ὑπὲρ περιστολῆς τῶν ἐξόδων ἐν τῷ τακτικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους δι’ ὀργανικῶν οἰκονομιῶν, καὶ ὅτι ἀπὸ τοῦ 1881, ἤτοι ἀφ’ ὅτου ἡ πολιτικὴ ἡμῶν ἐνεκαινίσθη ἐν τῇ χώρᾳ, ὁ τακτικὸς προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων παρουσιάζει τ’ ἀποτελέσματα τῶν νόμων τῶν ἀλληλοδιαδόχως καὶ ῥιζικῶς περιστελλόντων τὰς δαπάνας, ἕως οὗ αὗται ἐμειώθησαν ἕως τῆς κατωτάτης βαθμίδος, εἰς ἣν κατῆλθον σήμερον (διακοπαὶ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Ἐπίσης ἐπιμόνως καὶ τελεσφόρως εἰργάσθημεν ἀπὸ τοῦ 1881 καὶ εἰς αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, βλέπομεν δ’ ἔκτοτε τὰς προσόδους τοῦ Κράτους αὐξανομένας οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πρώην καθεστῶτος, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων συστηματικῆς ἐνεργείας Κυβερνήσεως, ἥτις εἶχε τὴν εὐσυνειδησίαν καὶ τὸ θάῤῥος ἀπέναντι τοῦ λαοῦ νὰ μὴ δημοκοπῇ (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς), ἥτις εἶχε τὴν εὐσυνειδησίαν καὶ τὸ θάῤῥος κατὰ παραμονὰς ἐκλογῶν νὰ προσκαλῇ τὸν λαὸν εἰς θυσίας. Καὶ ἐὰν, ὡς ἐκ τῆς ἐνεργείας ἡμῶν ταύτης, ἡ πολιτικὴ ἡμῶν ἡττᾶτο κατὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ ἐκ τῆς ἥττης τῆς πολιτικῆς τῶν θυσιῶν ἀνεστηλοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐπὶ τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων, οὐδεὶς ποτε ἀπέδιδε τὴν πρόσκλησιν αὐτοῦ εἰς τὴν ἀρχὴν εἰς πεποίθησιν τῆς χώρας ἐπ’ αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς οὗτος, κηρύττων ὅτι μόνην πολιτικὴν εἶχε τὴν καταπολέμησιν τῆς ἡμετέρας πολιτικῆς, ἀνεγνώριζε πανδήμως, ὅτι ἡ χώρα οὐδεμίαν ἐξ αὐτοῦ ἠδύνατο ν’ ἀπεκδέχηται πρωτοβουλίαν καὶ οὐδεμίαν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ πεποίθησιν ἐπ’ αὐτόν. Προήγετο ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ὁ κ. Βουλευτὴς, περισυλλέγων τὰ λάφυρα τῆς ἥττης ἡμῶν, προσεχόντων κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν εἰς μόνην τὴν περιφρούρησιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας καὶ ὀλιγωρούντων ὅλως τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς πολιτικῆς ἡμῶν ἐπὶ τὰς ἐκλογὰς, προσεχόντων εἰς μόνον τὸ πολιτειακὸν ἡμῶν καθῆκον ἐν πλήρει ἐπιγνώσει, ὅτι τοῦ καθήκοντος ἡ ἐπιτέλεσις, ἡ κατάργησις ἐξόδων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους καὶ ἡ ἐπαύξησις τῆς φορολογίας κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ψηφοφορίας, ἤθελον ἐπιδράσει ἐν ταῖς κάλπαις, καταλείπουσαι ἐν μειονότητι τοὺς ἐργάτας τῆς πολιτικῆς τῶν οἰκονομιῶν καὶ τῶν θυσιῶν. Κατελείφθησαν ἐν μειονότητι αἱ κάλπαι ἡμῶν, καὶ ὅμως ὁ λαὸς, εὐθὺς μετὰ τὴν ἧτταν τῆς πολιτικῆς ἡμῶν, πάλιν εἰς τὴν πολιτικὴν ταύτην ἐστράφη, ὡς τὴν μόνην ἐπιβαλλομένην εἰς τὴν χώραν ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς, καὶ ἀνέθηκεν εἰς ἡμᾶς, ἵνα συνεχίσωμεν τὴν πολιτικὴν, ἣν δὶς ἀνέκοψαν ἀτυχεῖς ψηφοφορίαι, οἱ παραίτιοι τῆς σημερινῆς καταστάσεως (θόρυβος καὶ διακοπαὶ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Ἐπισκοπήσατε τὴν ἐξέλιξιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ 1881, καὶ δείξατε δαπάνην γενομένην παρ’ ἡμῶν πρὸς αὔξησιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ, δείξατε δαπάνην 135,000,000 ἀλογίστως γενομένην, ὡς τὴν τοῦ 1885. Τί καταλογίζετε εἰς βάρος ἡμῶν; Καταλογίζετε τὰς πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ χρυσοῦ τροπὰς χαρτίνων δανείων εἰς δάνεια μεταλλικά· ἀλλὰ τὴν ὀφειλὴν τοῦ χρυσοῦ, οὗτινος ἡ ἀπότισις ἐνηργεῖτο διὰ τῶν τροπῶν, δὲν ἐδημιουργήσαμεν ἡμεῖς, ἐκληροδοτήθη αὕτη εἰς ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ 1881. Ἡ κληροδοσία αὕτη δὲν ἦτο ἔργον ἑνὸς οἱουδήποτε κυβερνήτου τῆς χώρας, οὐδὲ ἥρμοζεν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ θελήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ καταβιβάσῃ εἰς στάδιον ἐγκλήσεων προσωπικῶν. Βεβαίως ἐγὼ περὶ τοῦ 1881 δὲν ἤθελον ὁμιλήσει, ἐὰν ἠδύνατο νὰ σχετισθῇ ὁ λόγος μου ὁπωσδήποτε πρὸς ζήτημα περὶ προσώπων καὶ μάλιστα πρὸς τὴν μνήμην προσώπου, ἣν εἴπερ τις καὶ ἄλλος ἐγὼ σέβομαι. Ἡ κατάστασις τοῦ 1881 δὲν ἦτο ἔργον προσώπου, ἦτο ἔργον συῤῥοῆς περιστάσεων ἐπικρατεστέρων ἐν τῇ ἀλληλουχίᾳ αὐτῶν παντὸς προσώπου· τὴν ἐκ τοιούτων περιστάσεων παραχθεῖσαν κατάστασιν παραλαβόντες ἡμεῖς, ἔπρεπεν ἐν αὐτῇ νὰ ἐργασθῶμεν, ἀναζητοῦντες τὴν διέξοδον καὶ τέμνοντες τὴν ὁδὸν πρὸς αὐτήν. Δὲν ἠγνοοῦμεν τὸ δυσπρόσιτον τῆς διεξόδου ἡμεῖς οἱ ἀδιαπτώτως ἐργαζόμενοι εἰς διάνοιξιν τῆς ὁδοῦ, οὐδ’ ἠγανακτοῦμεν κατὰ τῶν ἀποδιδόντων εἰς τὰς ἐνεργείας ἡμῶν τὰς δυσχερείας, ἃς ἀπηντῶμεν ἐν τῇ προόδῳ ἡμῶν. Τὴν ἐκ τοῦ χρυσοῦ κληροδοτηθεῖσαν ἡμῖν δυσχέρειαν ἀπηντήσαμεν πρώτην. Οἱ ἀγορεύσαντες ἐχαρακτήρισαν αὐτὴν ὡς παρ’ ἡμῶν δημιουργηθεῖσαν. Τοιοῦτος ἰσχυρισμὸς εἶναι θεμελιώδης διαστροφὴ τῶν πραγμάτων, οὐδ’ ἐξετάζω ἂν ὑπαγορεύηται ἐκ προαιρέσεως, χάριν ἰδίων τελῶν, ἢ ἐξ ὁλοσχεροῦς ἀγνοίας τῶν πραγμάτων. Ἡ δυσχέρεια ἐκληροδοτήθη τὸ 1881, ἐπαισθητῶς δὲ ηὐξήθη τὸ 1885. Εἰς παράκαμψιν τῆς δυσχερείας μετεχειρίσθημεν τὰς τροπὰς τῶν χαρτίνων δανείων εἰς δάνεια εἰς χρυσὸν, τὸ αὐτὸ δὲ ἔπραξαν καὶ οἱ ἀναπληρώσαντες ἡμᾶς κατὰ τὰ διαλείμματα, οἱ νῦν διαμαρτυρόμενοι κατὰ τοῦ τρόπου τῆς πληρωμῆς. Ὁ μόνος ἄλλος τρόπος θὰ ἦτο ἡ πληρωμὴ τῆς ὀφειλῆς ἐκ χρυσοῦ τῆς ἐγχωρίου ἀγορᾶς, ἀλλ’ ἵνα γίνηται χρῆσις τοῦ τρόπου τούτου, ἀπητεῖτο προηγουμένη ἀνάπτυξις τῆς ἀγορᾶς σπουδαία, ὅπως καταστῇ αὕτη ἐπαρκὴς πρὸς ἐκπλήρωσιν τοιαύτης λειτουργίας. Πρὸς τοῦτο δ’ ἀμέσως συνδέεται ἡ ἐπελθοῦσα καταστροφή. Πόθεν ἄρα προῆλθεν ἡ πτώχευσις; Ἡ πτώχευσις βεβαίως δὲν προῆλθεν ἐξ ἀνεπαρκείας τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι τὸν προϋπολογισμὸν παραλαβόντες ἡμεῖς ἐν ἀνισοῤῥοπίᾳ, εἴχομεν ἀποκαταστήσει ἐν ἀρτιότητι, οὐδὲ προῆλθεν ἡ πτώχευσις, ὡς ἠθέλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ παραστήσῃ ἡμᾶς φρονοῦντας, ἐκ μόνης τῆς ἀνωμαλίας τῆς νομισματικῆς. Καὶ ἂν τὰ τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας ἐξωμαλίζοντο, τὴν πτώχευσιν θὰ προεκάλει ἡ ἀνεπάρκεια, ἐὰν περὶ ταύτης μὴ ἐλαμβάνετο τελεσφόρος πρόνοια, τοῦ χρυσοῦ. Καθ’ ἅπαντα τὸν πρὸ τῆς πτωχεύσεως χρόνον εἰργαζόμεθα ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ, ὅτι, ἐὰν μὴ παρενεβαίνομεν εἰς τὰ τῆς ἀγορᾶς τῆς χώρας τῆς χρηματικῆς, καὶ ἐπετρέπομεν οὕτως εἰς τὴν χώραν τὴν χρῆσιν ὅλων αὐτῆς τῶν χρηματικῶν δυνάμεων, θ’ ἀνεπτύσσετο ἐν χρόνῳ προσεχεῖ ἡ ἐγχώριος χρηματικὴ ἀγορὰ ἐφ’ ἱκανὸν, ὅπως ἐπαρκῇ εἰς τὴν ἀπότισιν τῆς ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Τοῦτο δὲν ἐπετεύχθη· καὶ οὕτω τὸ ἀπὸ τοῦ 1881 δημιουργηθὲν ἀδιέξοδον ἐπήνεγκε τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, καταγγελλόμεθα δὲ ὡς ὑπαίτιοι τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων ἡμεῖς, οἱ ἐπιμόνως ἐργασθέντες, ὅπως ἀποσοβήσωμεν τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα, καὶ ἀποσοβήσαντες αὐτὰ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε καταστροφή, ἐπικειμένη ἀπὸ δωδεκαετίας ἤδη, ἀνεστάλη ἐπὶ μακρὸν χρόνον, καὶ θ’ ἀπεσοβεῖτο διαρκῶς, ἂν μὴ ἐπήρχοντο ἀτυχεῖς περιστάσεις ἐν τῇ γενικῇ συναλλαγῇ τοῦ κόσμου, ἐξαναγκάζουσαι τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον νὰ ἀρύηται τὸν πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑποχρεώσεων αὐτοῦ χρυσὸν ἐκ μόνης τῆς ἐγχωρίου ἀγορᾶς, ἐνῷ ἡ χώρα δὲν ἀνεπτύχθη ἔτι ἐφ’ ἱκανόν, ἵνα ἐπαρκῇ πρὸς τὴν ζητουμένην παρ’ αὐτῆς παροχήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐπανέλαβεν ἤδη ὅσα καὶ ἄλλοτε εἶπε περὶ ἡμῶν ὡς κηρυξάντων τὴν πτώχευσιν, διότι, εἰσαγαγόντες νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς παρὰ τῶν προκατόχων ἡμῶν τελεσθείσης πτωχεύσεως, εἴπομεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐπτώχευσε, καὶ ὡς παραιτίων τῆς πτωχεύσεως, ἣν παραλαβόντες παρὰ τῶν προκατόχων ἐκανονίζομεν ἄλλως ἢ διὰ δανείου κεφαλαιώσεως· θαυμάζει δὲ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ὁμιλῶ περὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως ὡς ἀποτελοῦντος τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους. Ὡμίλησα περὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως ὡς περὶ πραγματικοῦ ζητήματος ἀμέσως ἐχομένου τῆς πτωχεύσεως, οὐδ’ ἐσκεπτόμην κἂν περὶ τῆς σχέσεως τοῦ δανείου ἐκείνου πρὸς πρόσωπα· ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς θέλει νὰ σκεφθῶ καὶ περὶ τῆς σχέσεως αὐτοῦ πρὸς πρόσωπα, λέγω πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι ἐγὼ καλῶς γινώσκω, ὅτι τὴν προτεραίαν τῆς ἀποδοχῆς τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως εἶχε κηρυχθῆ κατ’ αὐτοῦ (κίνησις ἐν τῷ κέντρῳ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως), τὸ γινώσκω ἐκ στόματος ἐκείνου, ὅστις ἦλθεν ἐνταῦθα ὡς ἀντιπροσωπεύων τοὺς προτείνοντας, ὅπως συνάψωσι τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως. Ἐκεῖνος ἦλθε πρὸς ἐμέ, ἵνα μὲ πείσῃ, ὅτι τὸ προτεινόμενον σύστημα ἦτο λυσιτελές, καὶ ὅτε ἐγὼ τῷ ἀντέταξα πάνθ’ ὅσα καὶ ἐδῶ μὲ ἠκούσατε ἀντιτάσσοντα κατὰ τοῦ δανείου τούτου, μοὶ εἶπε: «ταῦτα ἀκριβῶς ἤκουσα καὶ ἐκ στόματος τοῦ κ. Σωτηροπούλου καὶ ἐκ στόματος τοῦ κ. Ράλλη, καὶ αὔριον πρωΐ ἀναχωρῶ». Ἀλλ’ ὅτε τὴν πρωΐαν ἠτοιμάζετο πρὸς ἀναχώρησιν, ἥτις θὰ ἐσήμαινε τὴν παραίτησιν τῶν κ. κ. Σωτηροπούλου καὶ Ράλλη, εἰδοποιήθη ὅτι αἱ πεποιθήσεις μετεβλήθησαν. Ταύτας τὰς μεταβεβλημένας πεποιθήσεις ἠκούσαμεν πρὸ ὀλίγου, ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔλεγε περὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, ὅτι διὰ τοῦ δανείου τούτου ἤθελεν ἐπιτύχει ἀνάπαυλαν— ἀνάπαυλαν ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ὑπὲρ τῆς φιλοδοξίας του ἢ τῆς φιλαρχίας του,— καὶ ἴσως ἐπετεύχθη ἡ ἀνάπαυλα, ἴσως ἱκανοποιήθη ἡ φιλοδοξία του ἢ ἡ φιλαρχία του, διότι ἀγνοῶ τί ἐπεζήτει· βεβαίως δὲν ἐπεζήτει τὸ καλὸν τῆς χώρας καὶ τὴν ὑπόληψιν τῆς χώρας, διότι, ἐὰν ταῦτα ἐπεζήτει, ἤθελε τότε παραιτηθῆ καὶ δὲν ἤθελεν ὑπογράψει τὸ διάταγμα περὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως. Τὸ σύστημα τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, ἐὰν ἐξηκολούθει, ὡς διὰ τοῦ διατάγματος ἐκανονίσθη, ἐπὶ 2½ ἔτη, καὶ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἐπὶ τὸ διηνεκὲς ἀκεραίαν πληρωμὴν τοῦ δανείου τῶν Μονοπωλίων κατὰ τὸ σύστημα τοῦ διατάγματος, θ’ ἀνεγνώριζεν ὑποχρεώσεις εἰς χρυσὸν, ὅση εἶναι ἡ ὑποχρέωσις, ἣν ἀναλαμβάνομεν διὰ τῆς μονογραφηθείσης συμφωνίας ἐν ἀφετηρίᾳ. Ὁ κ. Βουλευτής, ὅστις ἐπέκρινε τὴν συμφωνίαν ὡς ὑπερβολικὴν, εἶπεν ὅτι τὰ τοῦ διατάγματος περὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως θὰ ἐξετελοῦντο ἄνευ οὐδεμιᾶς περικοπῆς, θὰ ὑπεβάλλοντο δὲ εἰς περικοπὴν τ’ ἄλλα δάνεια, ὧν ἡ ὑπηρεσία διενηργεῖτο ἐπὶ τὰ 2½ ἔτη διὰ τίτλων τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως. Ἀλλ’ ὅταν ἐξαντλήσητε χάριν τῶν μὴ ὑποβαλλομένων εἰς περικοπὴν δανείων τοὺς πόρους πάντας τῆς χώρας εἰς χρυσὸν, πόθεν θὰ ἀρυσθῆτε τὸν χρυσὸν πρὸς πληρωμὴν τῶν ὑποβαλλομένων εἰς τὴν περικοπὴν δανείων;

§17ΡΑΛΛΗΣ. (γελᾷ).

§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς αἰσθάνεται, ὅτι ταῦτα τὸν καυτηριάζουσι, καὶ ἵνα θέση τέρμα εἰς τὸν καυτηριασμὸν, καγχάζει, ἀλλὰ διὰ μέσου τῶν καγχασμῶν του φθάνει μέχρις αὐτοῦ ὁ πεπυρακτωμένος σίδηρος, ὁ στιγματίζων τὰς παρεκτροπὰς, εἰς ἃς ἤγαγεν αὐτὸν ἡ φιλαρχία καὶ ἡ πολιτικὴ ἰδιοτέλεια. Εἶμαι δεδικαιολογημένος, ὁμιλήσας ὡς ὡμίλησα, διότι τὸ ὕφος καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος μοὶ ἐπέβαλλον τὴν ἐξαίρεσιν ἀπὸ τοῦ συνήθους μοι τρόπου, καὶ ἐλπίζω ὅτι οὐδέποτε ἄλλοτε θ’ ἀναγκασθῶ νὰ ὁμιλήσω κατὰ τὸν ἐπιβληθέντα μοι σήμερον τρόπον. Πλημμελὴς δὲ κατὰ τὸ ὕφος, οὐδὲ κατ’ οὐσίαν ὑπῆρξεν ἡ συζήτησις, ὁποία προεκαλεῖτο ἐπὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης. Ἀλλ’ ἂν τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης οὕτως ἐξηυτελίσθη, εἴχομεν κἂν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἀμέσως προταθέντος θέματος, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ; Οὔτε εἴχομεν, οὔτε ἐπετρέπετο ν’ ἀπεκδεχώμεθα συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὑπὸ Ἀντιπολιτεύσεως οὕτω συντεταγμένης, ὡς μαρτυροῦσι τὰ λεχθέντα παρὰ τῶν ἀγορητῶν αὐτῆς. Δὲν ἐξετάζω περὶ τῆς συντάξεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὅσα διαδίδονται, οὐδὲ ἐνδιαφέρομαι ποσῶς εἰς τὰ τῆς συντάξεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ προσωπικῇ αὐτῆς ἀπόψει, ἀλλ’ ὅταν βλέπω τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀναλαμβάνουσαν ἵνα ἐπιτελέσῃ λειτουργίαν ἐν τῇ Βουλῇ, μοὶ ἐνδιαφέρει ἡ γνῶσις, ἂν ἦναι εἰς τὸ ὕψος τῆς λειτουργίας. Ὅταν δὲ ἀκούω τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης λέγοντος, ὅτι τὸ σύστημα τῆς παγίας κλίμακος, ὅπερ ἡμεῖς εἰσηγησάμεθα, εἶναι καταδικαστέον, ἀκούω δὲ κατόπιν τῶν ἑτέρων ὁμιλησάντων κρινόντων τὸν τρόπον τοῦ κανονισμοῦ, ὃν προτείνει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὡς πάντη ἀποκρουστέον· ὅταν ἀκούω τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης ἰσχυριζομένου, ὅτι ὑπάρχουσι συμφωνίαι, ἃς γινώσκομεν μὴ ὑπαρχούσας, διότι μόνον διὰ τοιούτων ὑποθέσεων θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπικρίνῃ τὴν σύμβασιν· ὅταν ἀκούωμεν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ἰσχυριζομένου ὅτι τὸ κείμενον τῆς Ἀγγλικῆς συμβάσεως, οἷον ἐδημοσιεύθη ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων, ἀναγράφει διάταξιν περὶ ἑταιρίας, ἥτις θὰ συγκεντροῖ τὸ ὑπέγγυον χρῆμα, διευθυνομένης ὑπὸ ξένων, ὧν καθορίζει μάλιστα καὶ τὸν ἀριθμὸν καὶ τοὺς ὅρους τῆς λειτουργίας καὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ veto καὶ τὴν ἐπικράτησιν ἐπὶ τῶν ἐγχωρίων, ἐνῷ οὐδεμία ἐφημερὶς περιέλαβε τοιαύτην διάταξιν ἐν τῷ κειμένῳ, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐξεγείρεται ἐπὶ τῇ διαστροφῇ ταύτῃ τῶν κειμένων ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐξακολουθῆ λέγων, ὅτι ἡ ἑταιρία θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀγοράζῃ τὸ συνάλλαγμα καὶ δὲν θὰ ἔχῃ αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις, ἐνῷ ῥητῶς εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ κατὰ τὰς ἐφημερίδας κειμένῳ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ προμηθεύῃ αὐτὴ τὸ συνάλλαγμα πρὸ τῆς λήξεως τῆς διορίας, τί δύναμαι νὰ σκεφθῶ περὶ τῆς σπουδαιότητος, μεθ’ ἧς ἐπελήφθη ἡ Ἀντιπολίτευσις τῆς ἐξετάσεως τοῦ θέματος τούτου καὶ περὶ τῆς ἐπαρκείας αὐτῆς πρὸς συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ; Ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις τοὐλάχιστον περιωρίσθη εἰς τὰ τετελεσμένα, τίνας σκέψεις ἐστήριξεν ἐπὶ τούτων; Ἐστήριξε τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας γινώσκομεν ἐκφρασθείσας παρὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Γαλλικῆς ἐπιτροπείας, τοῦ κυρίου Ὀρνστάϊν, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὡμίλησε περὶ τῆς ἀνάγκης, ὅπως ἡ πληρωμὴ τοῦ ἀναγνωρισθησομένου ποσοστοῦ τοῦ χρέους γίνηται εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ οὐχὶ εἰς χρυσὸν, ἐπιστέψας τὰς σκέψεις αὑτοῦ ταύτας διὰ τῆς δηλώσεως, ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ Κυβέρνησις θέλει τὴν πληρωμὴν τοῦ ποσοστοῦ εἰς χρυσόν. Ἂν ἦτο ἐνταῦθα ὁ κ. Ὀρνστάϊν, ἃς ἦναι βέβαιος ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι μετὰ τοῦ κ. Δάλλα θὰ ἐχειροκρότει αὐτὸν καὶ ὁ κ. Ὀρνστάϊν (ἱλαρότης).

§19ΔΑΛΛΑΣ. Ἐγώ... (θόρυβος).

§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται αἱ διακοπαί. Ἐὰν θέλετε, ζητήσατε τὸν λόγον.

§21ΔΑΛΛΑΣ. Δὲν διακόπτω· δὲν ἐννοῶ νὰ λάβω τὸν λόγον... (θόρυβος).

§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διακόπτητε.

§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔστω· ὁ κ. Ὀρνστάϊν θὰ ἦτο ὁ μόνος, ὅστις θὰ ἐχειροκρότει τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ θὰ ἦτο ὁ μόνος, ὅστις θὰ μὲ διέκοπτε, ἀφοῦ οὐδεὶς μὲ διέκοψε πρότερον καὶ ἐγὼ ἐπλανήθην, νομίσας ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς μὲ διέκοψεν. Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς καὶ ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἕκαστος ἀπὸ ἰδίας καὶ ἀντιθέτου πρὸς τὸν ἄλλον ἀπόψεως, ἐπέκριναν καὶ τὰ τῆς καταβολῆς τῶν προσόδων ἐκ τῶν ὑπεγγύων φόρων μετὰ τὴν εἴσπραξιν καὶ ὅτε πλέον πρέπει ν’ ἀποτιθῶσι πρὸς τοὺς ἔχοντας δικαίωμα ἐκ τῆς συμβάσεως νὰ λάβωσιν αὐτὸ ἀντὶ τοῦ τοκομεριδίου τοῦ πρὸς αὐτοὺς χρέους τοῦ Κράτους, ἐπέκριναν οἱ κύριοι Βουλευταὶ τὴν εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων παράδοσιν τοῦ χρήματος καὶ τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ χρήματος τούτου μετὰ τὴν καταβολὴν ὡς καταστάντος χρήματος τῶν πιστωτῶν. Πρόκειται περὶ συμβιβασμοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸ ποσοστὸν, ὅπερ θὰ πληρώνηται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἀντὶ τῆς ὀφειλῆς ἀκεραίας, καὶ ἐρωτῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ διατὶ τὸ ποσοστὸν, ὅπερ ἀναγνωρίζεται ὡς πληρωτέον εἰς τοὺς δανειστὰς, θὰ δίδηται εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῶν ἐνταῦθα, διατὶ θὰ δίδηται εἰς πλήρη ἰδιοκτησίαν; Καὶ πότε ἐπλήρωσέ τις ὑποχρέωσιν αὑτοῦ, χωρὶς νὰ καταστήσῃ τὸ εἰς πληρωμὴν καταβαλλόμενον πλήρη ἰδιοκτησίαν τοῦ πρὸς ὃν καταβάλλεται; Ἀλλὰ διατὶ ἐκλέγουσιν οἱ δανεισταὶ ὡς ἀντιπρόσωπον αὑτῶν εἰς παραλαβὴν τοῦ εἰς αὐτοὺς ἀποδοτέου ποσοστοῦ τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων; Ἐὰν προέκειτο νὰ διανέμῃ τὸ Δημόσιον μετὰ τῶν πιστωτῶν τὰς προσόδους ἐξ ὡρισμένων φόρων, κατὰ τὴν συμβουλὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, θὰ ἦτο ἐνδιαφέρουσα ἡ ἐξέτασις περὶ τῶν κατὰ τὸν ἀντιπρόσωπον τῶν πιστωτῶν· ἀλλὰ συμβουλή, ὁποία ἡ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει πρὸς συζήτησιν παρὰ Κυβερνήσεως Ἑλληνικῆς, ἢ Βουλῆς Ἑλληνικῆς. Δύναται ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ χαρακτηρίζῃ ὡς ἔλεγχον τὰ παρ’ ἡμῶν γενόμενα δεκτὰ, προκαλῶν καὶ αὐτῶν τῶν ἀντιπολιτευομένων Βουλευτῶν τὰ μειδιάματα, ἀλλ’ ἐὰν ἦτο δυνατὸν συμβουλαὶ, ὁποῖαι αἱ παρὰ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐνδειχθεῖσαι, νὰ διετυποῦντο ἐν τῇ Βουλῇ ὡς προτάσεις, πᾶν ἄλλο ἢ μειδιάματα θὰ προεκάλουν αἱ προτάσεις. Ἡ ἐκχώρησις προσόδων εἶναι ἔλεγχος, κατὰ δὲ τὸ σύστημα, ὅπερ ἐγένετο δεκτὸν παρ’ ἡμῶν, οὐδεμία γίνεται ἐκχώρησις, οὐδεμία γίνεται μεταβολὴ τοῦ καθεστῶτος. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ καθεστώς; Εἶναι αὐτὸ τὸ καθεστὼς τὸ καθορισθὲν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ὅτε κατὰ τὸ 1885 ἦτο ἐν τῇ κυβερνήσει τῆς χώρας. Τότε ἐνομοθετήθη ἡ σύστασις ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, τότε συνεδυάσθη νομοθετικῶς πρὸς τὴν σύστασιν ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων καὶ ἡ συνομολόγησις δανείου 100 ἑκατομμυρίων, ὅπερ μετετράπη βραδύτερον εἰς δάνειον 135 ἑκατομμυρίων· ὑφίστανται ἄρα ἀπὸ τοῦ 1885 καὶ ἀπὸ τοῦ 1887 τὰ νῦν ἀναγνωριζόμενα ἐν σχέσει πρὸς τὸ καταβλητέον εἰς τοὺς πιστωτὰς ποσοστὸν, οὐδαμῶς μεταβάλλοντα τὰ τέως κείμενα. Ποία λοιπὸν συζήτησις δύναται νὰ χωρήσῃ περὶ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων ἐν σχέσει πρὸς τὸ ποσοστόν; Ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων διατηρεῖ κατὰ τὸ ἀπὸ τοῦ 1885 καὶ τοῦ 1887 καθεστὼς τὴν διαχείρισιν τῶν ἔκτοτε καθωρισμένων προσόδων, αἱ δὲ πρόσοδοι αὗται, ὑπέγγυοι κατὰ τὸ καθεστὼς τοῦτο εἰς τὸ δάνειον τῶν Μονοπωλίων, θὰ ἐξακολουθῶσιν ὑπέγγυοι, ἀντὶ δὲ τελωνειακῶν καὶ ἄλλων ἐγγυήσεων, καταργουμένων, θὰ ὁρισθῶσιν εἰς ἐγγύησιν τοῦ ποσοστοῦ φόροι ἀποδίδοντες πολλῷ ἐλάσσονα τῶν ἀπαλλασσομένων τῆς ἐγγυήσεως. Τὸ προϊὸν τῶν καταργουμένων ἐγγυήσεων κατεβάλλετο εἰς Τραπέζας καθωρισμένας διὰ τῶν περὶ τῶν δανείων συμβάσεων, κατὰ τὰς ἐπικρινομένας δὲ διατάξεις πρόκειται νὰ καταβάλληται τὸ προϊὸν τῶν ἐγγυήσεων, τῶν ἀντικαθιστωσῶν τὰς καταργουμένας, εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων. Οὐδεμία ἄρα καὶ ἐν τούτῳ διαφορά. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς προῆλθε καὶ περαιτέρω παρέστησεν ὅτι κατὰ τὴν συμφωνίαν τὴν ἐνταῦθα, καθὸ κανονίζουσαν τὴν καταβολὴν τοῦ ποσοστοῦ εἰς χρυσὸν, πλεῖσται ὅσαι δυσχέρειαι θὰ ἐγεννῶντο, αἵτινες δὲν θὰ ἐγεννῶντο, ἐὰν ἐκανονίζοντο τὰ τῆς καταβολῆς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐὰν τὰ τῆς καταβολῆς ἐκανονίζοντο καθ’ ὃν τρόπον προέτεινεν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Γαλλικῆς ἐπιτροπείας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀπεδείχθη ἐν ὅλῃ αὑτοῦ τῇ ἀγορεύσει μὴ ποιούμενος τὴν στοιχειώδη διάκρισιν μεταξὺ δανείων ἐσωτερικῶν καὶ δανείων ἐξωτερικῶν, καὶ νομίζων ὅτι ἡ διάκρισις, εἰς ἣν πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ, εἶναι ἡ τῶν δανείων εἰς χρυσὸν καὶ τῶν δανείων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἡ διάκρισις τῶν δανείων εἰς χρυσὸν καὶ δανείων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐλαχίστην θὰ εἶχε σημασίαν, ἐὰν ἦσαν ἐσωτερικὰ τὰ δάνεια εἰς χρυσόν. Δάνεια εἰς χρυσὸν μὴ ἐξωτερικὰ δὲν ἐπάγονται βάρος ἐξαιρετικὸν εἰς τὴν χώραν, διότι τὸ ἐξωτερικὸν τοῦ δανείου εἶναι τὸ ἐπαγόμενον τὸ ἐξαιρετικὸν τοῦ βάρους. Ἐὰν ἔχῃ ἡ χώρα ὑποχρεώσεις ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐὰν οἱ κάτοχοι δανείων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἦναι ἐγκατεστημένοι ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, αἱ ὑποχρεώσεις αὗται, τὰ δάνεια ταῦτα εἶναι ἐπίσης ἐπαχθῆ εἰς τὴν χώραν, ὅσον καὶ τὰ δάνεια εἰς χρυσὸν, διότι εὐθὺς ἐπὶ τῇ καταβολῇ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν θέλει ζητεῖσθαι ἐν τῇ ἀγορᾷ ὁ ἀντίστοιχος χρυσὸς πρὸς ἀποστολὴν εἰς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πιστωτὰς, ἐκ τούτου δὲ, ἂν τὸ ποσὸν ᾖναι σπουδαῖον, ἀναστάτωσις τῆς ἀγορᾶς. Καὶ λίαν σπουδαῖαι εἶναι αἱ καταβολαὶ, ὧν ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς τὸν κανονισμὸν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καίτοι τὰ δάνεια, ἐφ’ ὧν θὰ γίνωνται αὗται, εἶναι ἐξωτερικά. Καὶ ἐπαγγέλλεται μὲν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἐπιδιώκει ταῦτα πρὸς στερέωσιν τῆς ἀγορᾶς, καὶ εἰλικρινῶς πιστεύει εἰς τὰ ἐπαγγελλόμενα, ἀλλὰ τοιοῦτος κανονισμὸς θὰ ὑπέσκαπτεν ἐκ βάθρων τὴν ἀγοράν. Τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια, ἤτοι τὰ ἐν κατοχῇ κατοίκων τῆς χώρας, εἶναι ἀπηλλαγμένα τῶν ἐπαχθῶν συνεπειῶν τῶν δανείων τῶν ἐν κατοχῇ κατοίκων τοῦ ἐξωτερικοῦ· καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς διαπορῶν εἶδεν ἡμᾶς ἀποδεχομένους τὴν τροπὴν τοῦ δανείου τῶν 16,500,000 ἀπὸ δανείου εἰς χρυσὸν εἰς δάνειον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ, χαρακτηρίσας τὴν πρᾶξιν ὡς ἀντιφατικὴν πρὸς ὅσα ἡμεῖς ἐλέγομεν. Ἦτο ἀντιφατικὴ ἡ πρᾶξις οὐχὶ πρὸς ὅσα ἡμεῖς ἐλέγομεν, ἀλλὰ πρὸς ὅσα ἐκεῖνος ἐνόει, διότι ἡμεῖς μὲν ὡμιλοῦμεν περὶ διακρίσεως δανείων ἐξωτερικῶν καὶ ἐσωτερικῶν, ἐκεῖνος δὲ, ἐννοῶν διακρινόμενα τὰ δάνεια εἰς χρυσὸν καὶ τὰ δάνεια εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐθαύμαζε πῶς ἡμεῖς ἐδεχόμεθα νὰ τρέψωμεν τὸ εἰς χρυσὸν δάνειον τῶν 16,500,000 εἰς δάνειον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ καὶ δὲν ἐδεχόμεθα τοῦτο διὰ τ’ ἄλλα εἰς χρυσὸν δάνεια, ἐφ’ ὧν κατεβλήθη ποσοστὸν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια 50% διὰ τὸ τοκομερίδιον τοῦ παρελθόντος Δεκεμβρίου. «Κακόπιστον τοῦτο, ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτής, περικοπὴ τούτων καὶ ἀρτία πληρωμὴ ἐκείνων», μὴ ἀντιλαμβανόμενος τὴν θεμελιώδη διάκρισιν τῶν ἐσωτερικῶν δανείων ἀπὸ τῶν ἐξωτερικῶν, διὰ τὴν πολλαπλασίαν ἐπιβάρυνσιν τῆς ἀγορᾶς ἐκ τῶν ἐξωτερικῶν δανείων, ἐπιπιπτόντων ἐπ’ αὐτὴν, ἐνῷ τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια δὲν σχετίζονται ἀμέσως πρὸς τὴν κίνησιν τῆς ἀγορᾶς. Ἀλλὰ ταῦτα, τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς λεχθέντα, πῶς συμβιβάζονται πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ὅστις ἰδίως ἐπέκρινεν ἐν τοῖς περὶ τούτων τὰς διατάξεις, καθ’ ἃς ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων θὰ ἐγίνετο δῆθεν κυρία τῆς ἀγορᾶς τῆς χρηματικῆς διὰ τοῦ χρήματος τῶν δανειστῶν, ἂν τῇ ἐπετρέποντο ἐπὶ τοῦ χρήματος τούτου οἱαδήποτε δικαιώματα;

§24ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δικαιώματα ἐλέγχου.

§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δικαιώματα ἐλέγχου ὀνομάζει ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν διάθεσιν τοῦ χρήματος τῶν δανειστῶν ὑπὸ τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτῶν, ἐνῷ τὴν παρ’ ἡμῶν ἀποκρουσθεῖσαν καὶ τεθεῖσαν ἐκποδὼν ἐκχώρησιν προσόδου ἐνθέρμως συνιστᾷ, ὡς μὴ ἐπαγομένην τὸν ἔλεγχον. Οἱ ἐπιδιώκοντες τὸν ἔλεγχον ἄριστον ἐπενόησαν τρόπον πρὸς ἐπικράτησιν αὐτοῦ τὸν χαρακτηρισμὸν ὡς ἐλέγχου τοῦ συστήματος ἡμῶν, δι’ οὗ ὁ ἔλεγχος ἀποκλείεται. Καὶ ἀποκρούουσιν ἐν λόγοις ἄλλοι ἀγορηταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸν προτεινόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης ἔλεγχον, τὸν διὰ τῆς διανομῆς τῶν περισσευμάτων ὡρισμένων φόρων· ἀλλὰ καταδικάζοντες τὸ ἀποκλεῖον τὸν ἔλεγχον σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, θὰ διήνοιγον τὴν ὁδὸν πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ἂν μὴ ἦτο βέβαιον, ὅτι ἡ Βουλὴ παρέχει τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἔργου αὐτῆς. Ἡ περὶ τοῦ ἔργου τούτου συζήτησις, κακῶς διεξαχθεῖσα ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀπέδειξεν ὅμως τὴν πλήρη ἐν αὐτῇ ἀντίθεσιν καὶ σύγχυσιν ἰδεῶν ἐπὶ παντός τοῦ προκειμένου θέματος. Εἰς ἓν μόνον εἶναι σύμφωνος ἡ Ἀντιπολίτευσις, εἰς τὴν ἐπίκρισιν τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ ὡς ἀντιφρονοῦσα ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ διότι προέρχονται αὗται παρ’ ἡμῶν, ὡς προερχομένας δὲ παρ’ ἡμῶν, τὰς καταγγέλλει εἰς τὴν Βουλήν. Καταγγείλασα ὅμως, πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν ἔκφρασιν γνώμης τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς καταγγελίας, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς πρέπει νὰ ὑποβάλωμεν πρότασιν, προκαλοῦντες τὴν Βουλήν, ἵνα ἐκφρασθῇ θετικῶς, ἐὰν ἔχῃ ἐφ’ ἡμᾶς ἐμπιστοσύνην, ἢ ἐὰν δὲν ἔχῃ ἐφ’ ἡμᾶς ἐμπιστοσύνην.

§26ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θ’ ἀναμιχθῶ ἐπὶ τοῦ κυρίου θέματος, διότι ἁρμοδιώτεροι καὶ καταλληλότεροι εἶναι οἱ κ. κ. Βουλευταὶ Γόρτυνος, Ἀττικῆς καὶ Ἄρτης, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐπισήμου γλώσσης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προέκυψε σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω πῶς ἡ Βουλὴ ἄφησεν ἀπαρατήρητον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε τὰ ἑξῆς, τὰ ὁποῖα ὑποκρύπτουσιν ἔγκλημα· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι, ἐνῷ ἀπεκρούσθη παρ’ αὐτοῦ ὁ ἀντιπρόσωπος τῶν ὁμολογιούχων, διὰ τὸ ἀσύμφορον τῆς ἑτοιμαζομένης συμβάσεως κεφαλαιώσεως τῶν δανείων, καὶ τὴν αὐτὴν γνώμην εἶχε καὶ ὁ κ. Ράλλης, αἴφνης οὗτος τὴν πρωΐαν τῆς ἐπιούσης ἤλλαξε γνώμην, καὶ ὑπέγραψε τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως. Ἔκαμε δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μορφασμούς τινας ὑπόπτους. Κατόπιν δὲ, προχωρῶν ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἶπεν ὅτι τὴν κατάστασιν ταύτην διεῖπε φιλαρχία καὶ ἰδιοτέλεια. Ταῦτα εἶναι ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἀποδίδει ἐπίσημος γλῶσσα εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, καὶ ἢ εἶναι ἀληθῆ, καὶ τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὤφειλε καὶ ὀφείλει νὰ τὰ καταδιώξῃ, ἄλλως παραβαίνει τὸ καθῆκόν του, ἢ εἶναι ψευδῆ, καὶ τότε εἶναι συκοφάντης. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εἴπῃ, τί ἐννοεῖ διὰ τῶν φράσεων τούτων.

§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελείψατε μίαν λέξιν πρὸ τῆς λέξεως «ἰδιοτελείας»· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε πολιτικὴν ἰδιοτέλειαν, καὶ τὸ ἐξήγησε μάλιστα.

§28ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διά τινος σχήματος μάλιστα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὴν ἄλλην πρωΐαν δὲν γνωρίζει πῶς ὑπεγράφη τὸ διάταγμα τῆς κεφαλαιώσεως.

§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἤκουσε καλῶς, καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην δικηγόρου.

§30ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Νὰ γείνῃ μικρὰ διακοπὴ, κύριε Πρόεδρε.

§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διακοπῆς δὲν ἔχω ἀνάγκην, νομίζω δὲ, ὅτι πρότασις διακοπῆς δὲν εἶναι καὶ ἁρμόζουσα ἐν τῷ μέσῳ τοιαύτης συζητήσεως. Τὸ συμπέρασμα τῶν λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι ἡ προσφυγὴ αὐτοῦ εἰς τὸ ὅπλον, τὸ ὁποῖον κρατύνει τὸν βραχίονα αὐτοῦ, ἡ προσφυγὴ εἰς τοὺς ἀριθμούς. Ἔχει πεποίθησιν ὅτι ὄπισθεν αὐτοῦ οἱ πλείονες τῶν Βουλευτῶν ἐπιδοκιμάζουσι τὰς πράξεις αὐτοῦ, ἐπευφημοῦσι τοὺς λόγους αὐτοῦ. Εἰς τούτους προσφεύγει, ἵνα ἀποκριθῇ πρὸς τὰς αἰτιάσεις καὶ τὰς παραστάσεις, τὰς ὁποίας ἀπευθύνομεν πρὸς αὐτόν. Προσέθηκεν ὅμως εἰς τὸ ὅπλον τοῦτο καὶ ἄλλο ὅπλον, τοῦ ὁποίου συνήθως ποιεῖται χρῆσιν, τὸ ὅπλον τῶν ὕβρεων καὶ τῶν ἀντεγκλήσεων. Βεβαίως δὲν σκοπῶ νὰ καταβῶ εἰς τὸ στάδιον, εἰς τὸ ὁποῖον μὲ προεκάλεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἐπειδὴ ὅμως ἀξιοῖ, ὅτι αὐτὸς εὗρε τὴν Ἑλλάδα ἐν παρακμῇ οἰκονομικῇ, καὶ ὅτι προσεπάθησε νὰ σώσῃ αὐτήν, χρεωστῶ νὰ ἀναμνήσω εἰς τοὺς ἀκούοντας τὴν ἀληθῆ ἱστορίαν τῶν πραγμάτων, ὡς ταῦτα ἔλαβον χώραν. Ἐν πρώτοις ἐσύγχισε τὰς λέξεις, ἕνεκα τῆς ταραχῆς, ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατελήφθη. Ζητεῖ νὰ διακρίνωμεν τὸν ὅρον, τοῦ ὁποίου ἐγὼ ἐποιησάμην χρῆσιν, τὸν ὅρον τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας, ἀπὸ τοῦ ὅρου τὸν ὁποῖον αὐτὸς μετεχειρίσθη, τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ χρυσοῦ, ὡσανεὶ διέφερον ἀπ’ ἀλλήλων οἱ δύο οὗτοι ὅροι. Οἱ λέγοντες νομισματικὴν ἀνωμαλίαν τοῦτο ἐννοοῦσι, τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ χρυσοῦ, διότι τὴν νομισματικὴν ἀνωμαλίαν ἐπήνεγκε βεβαίως ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ χρυσοῦ, ἥτις εἶναι ἡ αἰτία τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας. Ἀλλ’ ἐὰν σεῖς, ὅταν ἤλθετε εἰς τὴν κυβέρνησιν κατὰ τὸ 1882, εὕρετε ἀνεπάρκειαν τοῦ χρυσοῦ, ποῖα μέσα μετήλθετε, ἵνα ἄρητε τὴν ἀνεπάρκειαν ταύτην; Ἀνεπάρκεια χρυσοῦ σημαίνει εἰσαγωγὴν χρυσοῦ ὀλιγωτέρου ποσοῦ ἐκείνου, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην, δηλαδὴ σημαίνει ὅτι ἐξάγομεν περισσότερον χρυσὸν ἢ ὅσον εἰσάγομεν διὰ τῶν προϊόντων ἡμῶν. Ποῖα μέσα λοιπὸν μετήλθετε ἵνα ἐλαττώσητε τὸ ἐξαγόμενον ποσὸν τοῦ χρυσοῦ, ἢ ἵνα αὐξήσητε τὸ εἰσαγόμενον ποσὸν τοῦ χρυσοῦ; Ἐνδεδειγμένα ἦσαν τὰ μέσα, δι’ ὧν ἠδύνασθε νὰ μειώσητε ἢ νὰ ἄρητε τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην. Ἦσαν αἱ προσπάθειαι πρὸς αὔξησιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἤτοι ἡ ἐνίσχυσις τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ποῖον κλάδον τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς ἐνισχύσατε σεῖς, ἀφ’ ἧς ἀνήλθετε κατὰ τὸ 1882 ἐπὶ τὴν ἀρχήν; Οὐδεμίαν ἐνίσχυσιν εἰς οὐδένα κλάδον τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς ἐνομοθετήσατε, ἐξ ἐναντίας ἐξησθενίσατε ἀντὶ νὰ ἐνισχύσητε τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν, διότι διὰ τῆς ἀπηνοῦς φορολογίας, ἣν ἐπεβάλετε, ἐξηντλήσατε πάντα τὰ ἀποταμιεύματα τῶν παραγωγῶν. Τί ἀφήκατε εἰς τὰ κιβώτια τῶν παραγωγῶν πλέον, ἵνα οὗτοι διαθέσωσιν αὐτὸ πρὸς ἐπέκτασιν τῆς ἐργασίας των καὶ πρὸς αὔξησιν τῆς παραγωγῆς των; Ἀλλὰ προσέτι, τί ἐπράξατε σεῖς, ἵνα περιορίσητε τὸ ποσὸν τοῦ ἐξαγομένου χρυσοῦ; Οὐδὲν ἐπράξατε· ἐξ ἐναντίας, ἀντὶ νὰ ἐλαττώσητε, ηὐξήσατε τὸ ποσὸν τοῦ ἐξαγομένου χρυσοῦ, διότι συνωμολογήσατε ἀλλεπάλληλα δάνεια ἐξωτερικὰ, καὶ ηὐξήσατε τὸ ποσὸν τὸ ἐξαγόμενον τοῦ χρυσοῦ. Τίς ἄλλος εἶναι ὁ αἴτιος καὶ ὁ ἐργάτης τῆς ὑπαρχούσης νομισματικῆς ἀνωμαλίας, ἐὰν μόνη αὕτη ἐπήνεγκε τὴν πτώχευσιν, ἢ σεῖς αὐτός; Ὅταν εὕρετε ἀνεπάρκειαν χρυσοῦ, ὅταν εὕρετε τὴν παραγωγὴν χρήζουσαν ἐπεκτάσεως καὶ ἀναπτύξεως, ὅταν ἔπρεπε νὰ ἐνισχύσητε αὐτήν, σεῖς ἐξησθενίσατε αὐτὴν διὰ τῆς φορολογίας τῆς ἀπηνοῦς, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ παραλλήλως ηὐξήσατε τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους πρὸς ἐξαγωγὴν χρυσοῦ. Λοιπὸν ἐνετείνατε, ηὐξήσατε τὴν ἀνωμαλίαν, ηὐξήσατε τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ χρυσοῦ, ἀντὶ νὰ ἄρητε αὐτήν. Καὶ τίνα καλὰ παρήχθησαν ἐκ τῶν μέτρων τούτων τῶν ἀλογίστων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Παρήχθησαν τὰ καλὰ τῆς στρώσεως τῶν σιδηροδρόμων! Ποίους ἠδυνήθη νὰ κατασκευάσῃ σιδηροδρόμους; Τὸν σιδηρόδρομον Μύλων– Καλαμῶν, ἢ τὸν σιδηρόδρομον Διακοπτοῦ–Καλαβρύτων, ἢ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσης; Καὶ λόγῳ σιδηροδρόμων ἐπεβάλετε εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ Κράτους 500 καὶ πλέον ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν, τὰ ὁποῖα ἐδανείσθητε! Ὑπολογίσατε πόσον ηὔξησε τὸ ποσὸν τοῦ ἐξαγομένου χρυσοῦ, ἵνα καταμετρήσητε τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ἐπεφέρατε εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, ὡς ἂν τοῦτο ἀπειργάζεσθε ἐκ προμελέτης καὶ πρὸς τοῦτον τὸν σκοπὸν εἴχετε ἀναλάβει τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν εἶπε μόνον τὰς ἀνακριβείας ταύτας καὶ ἄλλας εἶπεν ἀνακριβείας, διότι τὸ πάθος, τὸ ὁποῖον φλέγει τὰ στέρνα του, παρασύρει αὐτὸν νὰ λέγῃ καὶ ὅσα ἀληθῶς δὲν ὑπάρχουσι. Τίς συνέστησε τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων; Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, σᾶς εἶπεν ὁ Πρωθυπουργός. Τοῦτο εἶναι ψεῦδος. Δὲν συνέστησα τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων ἐγώ. Κατὰ τὸ 1886, κατὰ τὰς ἡμέρας καθ’ ἃς προσεδόκων ὅτι ἤθελε δράσει ὁ στρατὸς ἡμῶν, καὶ ἤθελεν ἐπιζητηθῆ πράγματι ὁ σκοπὸς τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἐνόουν καλῶς ὅτι εἶχον ἀνάγκην χρυσοῦ, καὶ ὅτι δὲν ἤρκουν τὰ 46 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα εἶχον συγκεντρώσει εἰς τὴν διάθεσίν μου, διότι ταῦτα ἦσαν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια· ἀλλ’ ἐὰν ὁ στρατὸς ἐξήρχετο τῶν ὁρίων, εἶχεν ἀνάγκην χρυσοῦ, καὶ τὴν ἀνάγκην ταύτην συνεῖδον. Ἐζήτησα λοιπὸν παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν νὰ συνομολογήσω δάνειον 100 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, αὐτὸς οὗτος ἐφώρμησε κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγον τότε, παριστῶν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρω δάνειον, ἐὰν δὲν στέρξω νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ἄδεια νὰ ἐκχωρήσῃ τὸ Κράτος καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν μονοπωλίων εἰς τοὺς δανειστάς. Διὰ τῆς προτάσεώς του ταύτης μὲ ἐνέβαλε πρὸ διλήμματος, ἢ νὰ ἐπιμείνω νὰ μὴ περιληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοιαύτη ἄδεια, ὅτε, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἐγίγνετο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ τὸ δάνειον, καὶ παρεκωλύοντο ἕνεκα τούτου αἱ στρατιωτικαὶ πράξεις, ἤθελε μὲ καταλογίσει ὡς παραλείψαντα νὰ πράξω ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πράξω, ὅπως εὑρεθῇ τὸ δάνειον, ἑπομένως ὡς αἴτιον τῆς ἀποτυχίας, ἥτις ἤθελεν ἐπέλθει ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τοῦ δανείου, ἢ νὰ ἐνδώσω εἰς πρότασιν, τὴν ὁποίαν βεβαίως ἐγὼ δὲν ἐνέκρινον. Οὕτως ἠναγκάσθην νὰ ἐνδώσω, καὶ περιελήφθη ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ἡ διάταξις, ὅτι ἐπετρέπετο εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐκχωρήσῃ τὴν διαχείρισιν τῶν μονοπωλίων εἰς τοὺς δανειστάς. Ἐξεχώρησα ὅμως ἐγὼ τὴν διαχείρισιν ταύτην; Παντάπασιν· ἐζήτησα ἀληθῶς νὰ συνομολογήσω τὸ δάνειον, συγκαλέσας εἰς σύσκεψιν τὸν διευθυντὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸν διευθυντὴν τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, τὸν διευθυντὴν τῆς Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως, καὶ τὸν διευθυντὴν τῆς Τραπέζης τῆς Ἰονικῆς, οἵτινες ἔστεργον νὰ μοὶ παράσχωσι τὸ δάνειον· ἐπειδὴ ὅμως οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους μοὶ προέβαλλον, μοὶ ἐφάνησαν ὅτι ἀντέβαινον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, δὲν ἐδέχθην τὸ προταθέν μοι δάνειον. Πότε δ’ ἐγένετο τὸ δάνειον, καὶ ὑπὸ τίνος ἐξεχωρήθη ἡ διαχείρισις τῶν μονοπωλίων; Τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων συνωμολογήθη ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὅτε δὲ συνωμολογήθη τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, αὐτὸς συνωμολόγησε καὶ τὴν ἐκχώρησιν τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων εἰς τὴν ὑπάρχουσαν ἑταιρίαν, ἣν αὐτὸς συνέστησε. Καὶ δὲν ἔπραξε μόνον ταῦτα, ἀλλὰ, ἵνα συνομολογήσῃ τὸ εἰρημένον δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ἔστερξε νὰ ποιήσηται καὶ ἄλλας θυσίας· ὅπως παραδώσωσιν αὐτῷ τὰ ἑκατομμύρια, τῶν ὁποίων εἶχεν ἀνάγκην, παρεχώρησεν εἰς αὐτοὺς καὶ τὴν κατασκευὴν τῶν τριῶν θωρηκτῶν, καὶ ἡ ὑπόθεσις τῆς κατασκευῆς αὐτῶν διεξήχθη οὕτως, ὥστε ἔλαβον χώραν καὶ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἔφθασαν μέχρι τῆς δικαιοσύνης ξένου Κράτους. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δέχομαι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς προέβαλεν, ἐλπίζω δὲ, ὅτι καὶ οἱ μετ’ ἐμοῦ συνεργαζόμενοι συνάδελφοι, ἴσως καὶ τὰ ἄλλα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν ἀποστέργουσι νὰ δεχθῶσιν ὡσαύτως τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἤτοι τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἔθηκε. Χρεωστῶ ὅμως ἀπὸ τοῦδε νὰ καταγγείλω ὡς μὴ βάσιμα ὅσα εἶπε περὶ τῶν λόγων μου σχετικῶς πρὸς τὴν σύμβασιν τοῦ Λονδίνου καὶ σχετικῶς πρὸς τὰς προτάσεις τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὸ συμβούλιον τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων καὶ ἀλλοδαπῶν. Βεβαίως δὲν περιέχεται ἐν τῷ κειμένῳ τῆς Ἀγγλικῆς συμβάσεως ἡ ῥήτρα, ὅτι θὰ εἰσαχθῶσιν ἐν τῷ διοικητικῷ συμβουλίῳ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων τρεῖς ἀλλοδαποὶ ἀντιπρόσωποι τῶν ὁμολογιούχων τῶν τριῶν Κρατῶν· ἀλλὰ, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἡ παραχώρησις αὕτη ζητεῖται νῦν, ὅπως γένηται δυνατὸν νὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις, καὶ κατορθωθῇ ἴσως ἡ συνομολόγησις τῆς συμβάσεως ἐκείνης, ἐὰν ὁ Πρωθυπουργὸς ἐξακολουθήσῃ νὰ ὑποστηρίζηται ὑπὸ τῶν πλειόνων, τῶν ὁποίων τὰς ψήφους διαθέτει, δὲν εἶναι δὲ παράξενον νὰ ἐνδώσῃ εἰς προτάσεις τοιαύτας. Ἀλλ’ αὗται αἱ προτάσεις πρέπει νὰ ὑποκύψωσιν εἰς συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, εἰσὶ δὲ τοιαῦται, ὥστε καὶ αὐτοὶ οἱ μεταδίδοντες εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν τὴν ἐμπιστοσύνην των σήμερον ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ ἀρνηθῶσι νὰ δεχθῶσι συμφωνίαν τῷ ὄντι ἀπαλλοτριοῦσαν τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους, καὶ μειοῦσαν τὰ δικαιώματα τῶν ἐν αὐτῷ πολιτειακῶν ἐξουσιῶν, ἢ ἂν καὶ αὐτοὶ ἤθελον θυσιάσει τὸν ἀνθρωπισμόν των, ἐπιψηφίζοντες τὰς προτάσεις ταύτας, ἐνδεχόμενον εἶναι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, κατανοῶν πάντως ὅτι ἡ Βουλὴ ὑπερέβη τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν της, ἐπιψηφίσασα τοιαύτας προτάσεις, νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ κῦρος τοιαύτης συμβάσεως, ἀφοῦ ἐψηφίζετο ὑπὸ Βουλῆς καθ’ ὑπέρβασιν τῆς ἁρμοδιότητός της. Ἑπομένως ὑπεφαίνετο εἷς κίνδυνος, ὁ κίνδυνος μήπως διὰ λαθροχειρίας ἡ ὑπόθεσις διαφύγῃ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, μήπως οἱ ἀλλοδαποὶ κατασταθῇ δυνατὸν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων ὑπὸ τοὺς εἰρημένους ὅρους διὰ τροποποιήσεως τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς. Διὰ τὰς τροποποιήσεις τοῦ καταστατικοῦ ἀρκεῖ πρὸς ἔγκρισιν βασιλικὸν διάταγμα. Ἐὰν τοιοῦτόν τι ἤθελε τολμηθῆ, δηλῶ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ἐγὼ, ἂν ἤθελον περιέλθει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, θέλω προκαλέσει βεβαίως τὴν ἀκύρωσιν τοιούτου διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἀπεμπολεῖ τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐζήτησε νὰ εὕρῃ συνεργάτην τῆς πτωχεύσεως ἐμὲ, καὶ ἀνεμνήσθη τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν ἄνευ λόγου τινὸς καὶ ἄνευ ἀνάγκης. Τὴν διάσωσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ αὐτὸς δὲν θεωρεῖ ὡς ἐθνικὴν ἀνάγκην. Ἀπέναντι τῶν κινδύνων, οἵτινες ὑπῆρχον κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, εἶχε τεθῆ ἓν ὀχύρωμα, ἀσθενὲς μὲν, ἀλλὰ πάντοτε ὀχύρωμα, τὸ ὀχύρωμα τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας. Τὸ ὀχύρωμα τοῦτο ἤρθη καὶ κατελήφθη ὑπὸ τῶν Βουλγάρων. Τὸ συμβεβηκὸς θεωρεῖ ἀνάξιον λόγου, καὶ διὰ τοῦτο θεωρεῖ σπατάλην τὴν δαπάνην ὄχι τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ὡς ψευδῶς λέγει, ἀλλὰ τῶν 55 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν, ἂν καὶ τὰ 38 ἑκατομμύρια ἐξ αὐτῶν ἦσαν ἀντίτιμον ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον κατηνάλωσεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅταν ἐκυβέρνα τὴν Ἑλλάδα. Θεωρεῖ σπατάλην δαπάνην γενομένην ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς πρὸς ἐκπλήρωσιν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν πρὸς τὴν ἱστορίαν ἡμῶν, ὁ σπαταλήσας 500 ἑκατομμύρια εἰς κατασκευὴν μὴ κατασκευασθέντων σιδηροδρόμων καὶ ὁ παρασχὼν τὴν διαρπαγὴν καὶ τὴν λεηλασίαν τῶν δημοσίων χρημάτων εἰς τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβον νὰ ἐκτελέσωσι τὰ ἔργα ταῦτα. Τὴν πρότασιν περὶ δυσπιστίας μου πρὸς αὐτὸν θέλω ἐπιψηφίσει προθύμως.

§32ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι γνωστὴ ἡ τακτικὴ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τὰ ζητήματα τῆς οὐσίας, καὶ ὅταν ταῦτα ἀφορῶσιν ὕψιστα συμφέροντα τοῦ τόπου, μεταβάλλῃ εἰς ζητήματα καθαρῶς προσωπικά. Διὰ τῆς μεταβολῆς ταύτης ἀποφεύγει τὴν πλήρη συζήτησιν τῶν οὐσιαστικῶν ζητημάτων. Σήμερον ὅμως δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποφύγῃ καὶ τὴν οὐσιαστικὴν συζήτησιν. Ἀνεγνώρισεν ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ ἀπαντήσῃ καὶ ἐπὶ οὐσιαστικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα θίγουσιν ἀμέσως τὴν προσωπικὴν αὐτοῦ εὐθύνην. Ἠθέλησε νὰ συζητήσῃ τὸ ζήτημα τοῦ ἐλέγχου, τὸν ὁποῖον ζητεῖ νὰ ἐπιβάλῃ ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος διὰ τῆς συμβάσεως, ἣν ὑπέγραψεν ἐν Λονδίνῳ διὰ τοῦ ἐκεῖ ἐπιτετραμμένου τῆς Ἑλλάδος. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἰσέλθω εἴς τινας λεπτομερείας, τὰς ὁποίας χθὲς ἀπέφυγον. Παραδέχεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὑπάρχει ἔλεγχος, ὁσάκις ὑπάρχῃ ἐκχώρησις προσόδων, ἀρνεῖται δὲ ὅτι ἐν τῇ συμβάσει τῇ μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Ἄγγλων ὁμολογιούχων ὑπάρχει ἐκχώρησις εἰσπράξεων. Εἰς τὸ ἄρθρον 4 τῆς συμβάσεως ταύτης ῥητῶς ἀναφέρεται, ὅτι αἱ πρόσοδοι μεταβάλλονται εἰς ἰδιοκτησίαν τῶν δανειστῶν, ἅμα εἰσπραχθῶσι. Τοῦτο βεβαίως ἀποτελεῖ ἐκχώρησιν, καὶ ἡ ἐκχώρησις προσόδων, κατὰ τὴν ἰδίαν ὁμολογίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐνέχει τὴν ἰδέαν τοῦ ἐλέγχου. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ ἄρθρου 4, τὸ ἄρθρον 10 τῆς αὐτῆς συμβάσεως ὑποβάλλει εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ εἰς τὴν ἀπόφασιν ξένων ὁμολογιούχων πράξεις ἀφορώσας τὴν κυριαρχίαν καὶ τὴν ἐλευθέραν ἐνέργειαν τοῦ Κράτους. Οὐδεὶς ἀμερολήπτως ἐξετάζων τοὺς ὅρους τούτους τῆς συμβάσεως δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι διὰ τῆς θύρας αὐτῶν ὁ ξένος ἔλεγχος εἰσέρχεται παρ’ ἡμῖν. Ἀβάσιμον δὲ εἶναι τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἐν τῇ ἰδέᾳ, ἣν ἐγὼ ἀνέπτυξα χθές, τῇ ἰδέᾳ δηλ. τῆς διανομῆς τῶν περισσευμάτων τῶν ὑπεγγύων ἐσόδων, δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἔλεγχος. Ὅπως πεισθῇ δὲ περὶ τούτου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, συνιστῶ εἰς αὐτὸν νὰ μάθῃ τί ἐγένετο ἐν Πορτογαλίᾳ. Ἡ Πορτογαλία, ἥτις ῥητῶς ἀπέκρουσε καὶ τὴν ἐκχώρησιν ἐσόδων καὶ πᾶσαν ἐπέμβασιν ἐν τῇ ἀπολύτῳ αὐτῆς κυριαρχίᾳ καὶ ἀνεξαρτησίᾳ, παρεδέχθη τὴν διανομὴν τῶν αὐξήσεων ὡρισμένων ἐσόδων. Διὰ κανονισμοῦ δὲ ἐπὶ τοιαύτῃ βάσει τοῦ δημοσίου αὐτῆς χρέους μετὰ τὴν πτώχευσίν της, ἡ Πορτογαλία κατώρθωσεν ἄνευ ξένου ἐλέγχου νὰ θέσῃ νέας βάσεις τῆς πίστεως αὐτῆς. Τὴν πρότασιν δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν φέρομεν ἡμεῖς. Ὅσα εἴπομεν κατὰ τῆς πορείας αὐτῆς ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσιν, ὅτι αὕτη κατέῤῥιψεν ἠθικῶς τὴν ὑπόληψιν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἔβλαψε καιρίως τὰ ὑλικὰ καὶ ἠθικὰ αὐτῆς συμφέροντα, τοιαύτην ἔχουσιν ἔννοιαν. Ὄχι μόνον δὲν ἀποκρούομεν τὴν ψηφοφορίαν περὶ μὴ ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ ἂν αὕτη δὲν ἔφερεν τοιαύτην, ἠθέλομεν φέρει ἀπ’ εὐθείας ἡμεῖς.

§33ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον, αὔριον.

§34ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε.

§35ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν εὐρύτητα, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ συζήτησις, καὶ μετὰ τὰς αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνον διακεκριμένα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν διαπραγματεύσεων, βεβαίως ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀποφανθῇ...

§36ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν ἔληξεν ἡ συζήτησις.

§37ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. .. Κατὰ συνέπειαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Ἡ Βουλή, μετὰ τὰ λεχθέντα, ἐπιδοκιμάζουσα τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»

§38ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν ἔληξεν ἡ συζήτησις.

§39ΔΑΛΛΑΣ. Μὲ προεκάλεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ μὴ διακόπτω, ἀλλὰ νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ζητήματος. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν ἠσχολήθην εἰς μελέτας οἰκονομολογικὰς, ἀλλὰ τοῦτο οὐδένα, νομίζω, ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους ἀποκλείει, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὸν ἐλάχιστον πολίτην, νὰ μορφόνῃ γνώμην περὶ τῆς πορείας τῶν κυβερνώντων αὐτὸν, ὅπως δὲν ἀποκλείει π. χ. καὶ αὐτὸν τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, τὸν προκαλέσαντά με νὰ ὁμιλήσω, δὲν ἀποκλείει καὶ τοῦτον, καίτοι μὴ οἰκονομολόγον, νὰ ἔχῃ γνώμην οἰκονομολογικὴν καὶ νὰ ψηφίζῃ ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ ἀγορεύῃ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων, καίτοι μακρὰ πολιτευόμενος ἔτη· δὲν ἀποκλείει καὶ αὐτοὺς τοὺς Ὑπουργοὺς, τοὺς συναδέλφους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, χωρὶς νὰ ἦναι οἰκονομολόγοι, νὰ ὁμιλοῦν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων, νὰ ἔχουν γνώμην ἀντίθετον ἡμῶν, ὅπως καὶ πάντα ἄλλον, ὡς εἶπον, Βουλευτὴν ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης ἢ ἐκείνης. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος ἐνόμισεν, ὅτι ἡ διακοπή μου ἐκείνη ἦτο ἀνάρμοστος. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν εἶπον ἄλλο τι, εἰμὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς πᾶς τις ἐξ ἡμῶν, μηδὲ τῶν κυβερνητικῶν ἐξαιρουμένων, λέγει κατὰ συνείδησιν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνει τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, ὅταν ἀκούῃ τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, πληγεὶς βαθέως ἐκ τῶν σθεναρῶν ἀγορεύσεων τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἠναγκάσθη νὰ εἴπῃ, ὅτι μετέρχεται τὴν ὁποίαν μετῆλθε γλῶσσαν, διότι τὸ ὕφος τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἠνάγκασεν αὐτὸν εἰς τοῦτο, καὶ ἐντείνων εἰς τὴν διαπασῶν τὴν φωνὴν αὐτοῦ, ἐπανελάμβανε τὰς τερατολογίας αὐτοῦ τὰς παλαιὰς περὶ οἰκονομιῶν καὶ ἰσοζυγίων κλπ. Ἐγὼ δὲ διακόψας προσέθεσα, ὅτι οἱ λόγοι του ἀπαντοῦν εἰς τοὺς λόγους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι τὸ ὕφος του δικαιολογεῖται ἐκ τοῦ ὕφους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ δὲν δικαιολογεῖται ὑπὸ τῶν πραγμάτων. Ἱκανὸν ἦτο τοῦτο νὰ ἐξεγείρῃ τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι πάντοτε ἀγανακτεῖ, ὅταν τῷ προβάλλωνται τὰ πράγματα, καὶ μνησικακῶν ἠθέλησε νὰ συγχίσῃ τὸ ὄνομά μου μετὰ τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ Ὀρνστάϊν. Ἐάν τις συνέδεε τὸ ὄνομα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μετὰ χρηματιστῶν, εἴτε ὅταν οὗτος ἦναι ἐν τῇ Κυβερνήσει, εἴτε ὅταν ἦναι μακρὰν αὐτῆς, διὰ τοῦτο οὐδόλως πρέπει νὰ ταράσσηται, διότι τῷ ἀποδίδει ἰδιότητα, σχέσεις, αἵτινες δὲν ἀπέχουσι πολὺ ἀπ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ τὸ νὰ συνδέῃ τὸ ὄνομά μου μετὰ τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ Ὀρνστάϊν, δὲν λέγω ὅτι εἶναί τι ἀνάρμοστον ἐν τῇ συγχύσει ταύτῃ, ἀλλ’ οὕτω λεγόμενον δὲν προσήκει εἰς ἐμὲ, προσήκει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ἀκόμη, ὅτι δὲν δίδει σημασίαν εἰς τοὺς διακόπτοντας ἐντεῦθεν· τουλάχιστον τοιοῦτόν τι ὑπῃνίξατο. Βεβαίως ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δι’ αὐτὸν ἀριθμητικὴν ἀξίαν, οὐδὲ τὰς σοφὰς οἰκονομολογικὰς γνώσεις αὐτοῦ, ἀλλ’ οὐδέτερον ἐζήλωσα. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι οὐδέποτε ἤθελον εὐχηθῆ νὰ ἔχω τοιαύτας γνώσεις, αἵτινες εἰς τοιαύτην κατάστασιν ἔφερον τὸ ἔθνος (γέλωτες). Δὲν ἔπρεπε, Κύριοι, κρυπτόμενος ὄπισθεν τῶν ἀριθμῶν τούτων (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπικαλῆται τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς χώρας, ὡς παρακολουθοῦσαν καὶ ὑποστηρίζουσαν τὰ ἔργα αὐτοῦ. Ἂν εἶχε πεποίθησιν εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς χώρας, δὲν ἔπρεπε νὰ προσπαθῇ νὰ συγκρατῇ πλειοψηφίαν δι’ ὧν μέσων πάντες γνωρίζομεν (θόρυβος).

§40ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Τί ἐννοεῖ; τί ἐννοεῖ;

§41ΔΑΛΛΑΣ. Ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ σθένος ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸν λαὸν, καὶ ὄχι νὰ παραποιῇ καὶ πλαστογραφῇ τὴν θέλησιν αὐτοῦ.

§42ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἐπίστευον ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελε καταστήσει ζήτημα ἀριθμῶν τὸ σπουδαιότερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον σήμερον ὑφίσταται ἐν Ἑλλάδι. Ἂν ἐνομίσατε, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτι δύνασθε διὰ πλειοψηφίας ἀριθμοῦ τινος Βουλευτῶν ἀσθενεστάτης νὰ λάβητε ἔγκρισιν εἴτε παρελθούσης ἐνεργείας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, εἴτε μελλούσης, πολὺ πλανᾶσθε. Ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς Γορτυνίας εἶχε τὴν ἁβρότητα νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι, ἂν διεπράξητέ τι σχετικὸν πρὸς τὰ λεχθέντα καὶ διὰ τὰ ὁποῖα κατηγόρησεν ὑμᾶς, ἁπλῶς καὶ μόνον θέλει ἀκυρώσει τὰ διαπραχθησόμενα παρ’ ὑμῶν, ἐγὼ θὰ σᾶς εἴπω καθαρώτερα, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν θὰ σᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ θέσητε χεῖρα ἀσεβῆ ἐπὶ τῶν ἐλευθεριῶν αὐτοῦ. Τὸ λέγω καὶ ἐλπίζω ὅτι λίαν προσεχῶς θὰ ἀποδείξῃ ὁ θερισμὸς ὑμῶν τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων ἡμῶν (θόρυβος).

§43ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ δεξιῶν). Ὅλο μὲ τὸν λαὸν μᾶς φοβερίζετε! (θόρυβος).

§44ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σᾶς ἀπειλοῦμεν δι’ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἔχομεν μεθ’ ἡμῶν. Διὰ τίνος θέλετε νὰ σᾶς ἀπειλήσωμεν; διὰ τῆς Αὐλῆς, ἥτις σᾶς ἐμπιστεύεται καὶ σᾶς προστατεύει, ἢ διὰ τῶν χρηματιστῶν, οἵτινες ἀναφανδὸν καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς σᾶς ὑποστηρίζουσι; (θόρυβος). Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ θέματος, διότι ἤλπιζον, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἤθελεν ἐπιζητήσει ψῆφον πρὸς ἔγκρισιν τῶν πεπραγμένων, διότι φοβοῦμαι, ὅτι ἡ αἴτησις τῆς ψήφου ὑμῶν καλύπτει ἔγκρισιν παρελθόντων καὶ μελλόντων, καὶ ἐπειδὴ ἔχω πεποίθησιν ἐπὶ τὸν πατριωτισμὸν ὑμῶν ὁπωσδήποτε, ὀφείλω κατὰ καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ, καὶ συγχρόνως νὰ σᾶς ὑποδείξω ποῖον κίνδυνον διατρέχετε, ἂν ψηφίσητε τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε διὰ τοῦ κ. Καραπαύλου ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀρνηθεὶς νὰ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα πρὸς τὸν συμβιβασμὸν, εἴδατε ὅτι περιωρίσθη εἰς τὴν κατάθεσιν μιᾶς συμφωνίας καί τινων ἄλλων ἐγγράφων· ἡ συμφωνία αὕτη δὲν ἀφορᾷ παρὰ ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς τὸ ποσοστὸν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων, τῶν ἀποδοτέων πρὸς τοὺς δανειστάς· ὅλα τὰ ἄλλα τὰ σχετικὰ ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἀλληλογραφίαν μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἐπιτροπειῶν τῶν ὁμολογιούχων. Ἠθελήσαμεν νὰ γνωρίσωμεν τὰς λεπτομερείας τῶν συμφωνιῶν αὐτῶν, οὐδεμίαν δ’ ἔχομεν βάσιν ἐπίσημον, καθόσον τῆς ἀλληλογραφίας τῆς διπλωματικῆς οὔτε μέρος ἐλάχιστον κατέθεσεν· ἐκ τῆς ἰδιωτικῆς μόνον κατά τι φωτιζόμεθα, διότι ῥητῶς ἐν τοῖς ἐγγράφοις τούτοις, τοῖς τύπον μάλιστα ἔχουσι διπλωματικὸν, ῥητῶς ἀναφέρουσιν οἱ ἐπίτροποι τῶν ὁμολογιούχων, ὅτι ἀπαιτοῦσι τοιαύτας ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι βεβαίως συνεπιφέρουσι τὴν μείωσιν τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τῆς χώρας καὶ τὴν ὑποβολὴν αὐτῆς εἰς τὸν ξενικὸν ἔλεγχον. Βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέκρουσε τοιαύτην ἐπέμβασιν, τοιαύτην τῆς κυριαρχίας μείωσιν ἐν ταῖς ἀπαντήσεσιν αὐτοῦ, καὶ αἱ ἐπιτροπεῖαι διατείνονται, ὅτι οὐδὲν τοιοῦτον ζητοῦσιν· ἀλλ’ ἀτυχῶς διὰ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν διέπραξεν ἐν Λονδίνῳ, ἀποδεικνύει εἴτε ὅτι δὲν ἐκτιμᾷ ἀκριβῶς τὴν μείωσιν τῆς κυριαρχίας τῆς χώρας καὶ τὸν ξενικὸν ἔλεγχον, εἴτε ὅτι εἶναι ἐναντίος τῆς μειώσεως τῆς κυριαρχίας καὶ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου ἐν λόγοις μόνον, ἐνῷ διὰ τῶν πραγμάτων ἐπιβάλλει ἢ ἀνέχεται ἱεροκρυφίως ἀμφότερα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης σᾶς ὑπέδειξε σημεῖά τινα, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐπίσης ἕτερα σημεῖα τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἐπισήμως δὲν ἀνεγνώρισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ προεῖπε, καὶ διὰ τῆς ψηφοφορίας τῆς σήμερον καὶ διὰ τῆς ὁμιλίας του καὶ διὰ δημοσιεύσεως εἰς τὴν κατ’ ἐξοχὴν φίλην αὐτῷ ἐφημερίδα ὑποδηλοῖ, ὅτι θεωρεῖ ταύτην ὄχι μόνον ὡς πρόδρομον, ἀλλ’ ὡς εὐρεῖαν λεωφόρον, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὀφείλει πᾶσα Κυβέρνησις νὰ κανονίσῃ τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ (ἀναγινώσκει): «...Ἐκτὸς αὐτῶν, ἔχομεν σειρὰν διαπραγματεύσεων, κατὰ τὰς ὁποίας καὶ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ μέρους τῶν δανειστῶν σαφῶς διετυπώθησαν αἱ ἑκατέρωθεν περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ ἐπικρατοῦσαι ἰδέαι, καθ’ ἃς ἡ ὁδὸς ἐκαθαρίσθη ἀπὸ πολλὰς ἀκάνθας καὶ προσκόμματα καὶ ἔχομεν ἀκόμη ἐπίσημα κείμενα συμφωνιῶν ὄχι μόνον πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν κομιτάτων τοὺς ἀποδοκιμασθέντας ὑπὸ τῶν ἐντολέων των, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ Ἀγγλικὸν κομιτᾶτον, τὸ ὁποῖον αἱ τελευταῖαι εἰδήσεις τῶν εὐρωπαϊκῶν φύλλων παριστῶσιν ὡς ἐμμένον ἀμετακλήτως εἰς αὐτήν...» (αὐτὴν ταύτην τὴν Ἀγγλικὴν σύμβασιν, ἣν χθὲς καὶ σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπεκάλει ἀνύπαρκτον, ἄκυρον, καὶ τὴν ὁποίαν ὁμολογεῖ καὶ ἀναγνωρίζει ἐν τῇ ἐφημερίδι αὐτοῦ ὡς ἀμετάκλητον!) Ἀκούσατε ἀκόμη, παρακαλῶ (ἀναγινώσκει): «... Οἱ ἀμερολήπτως καὶ ἀπαθῶς κρίνοντες τὰ πράγματα ἐννοοῦν, ὅτι ταῦτα ἀποτελοῦσι πλέον ἢ τὸ ἥμισυ τοῦ ὅλου, καὶ ὅτι σήμερον ἡ στενὴ καὶ δύσβατος ἀτραπός, ἡ φέρουσα πρὸ ἓξ μηνῶν εἰς τὸν συμβιβασμόν, ηὐρύνθη εἰς λεωφόρον εὔβατον, διὰ τῆς ὁποίας ἁπλοῦν ζήτημα χρόνου εἶναι ἡ διάβασις τῶν δανειστῶν, ὁδηγουμένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ λεωφόρος αὕτη ἐχαράχθη μὲ τόσην ἐπιμέλειαν (!), τόσην μεθοδικότητα (!), τόσην δεξιότητα (!), ὥστε καὶ ἂν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνατραπῇ, ἡ διάδοχος αὐτῆς δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ ἐντὸς αὐτῆς νὰ εἰσέλθῃ, ταύτην ν’ ἀκολουθήσῃ καὶ δι’ αὐτῆς νὰ φθάσῃ πρὸς τὸ τέρμα!»

§45ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος τὰ γράφει αὐτά;

§46ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ ἐφημερὶς ἡ διερμηνεύουσα τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως. Σεῖς δὲ γνωρίζετε, ὡς καὶ πολλοὶ τῶν φίλων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸν τρόπον τῆς ἀρθρογραφίας τῆς ἐφημερίδος ταύτης. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ ἄλλα πολυποίκιλα τῆς ἀξιολόγου ταύτης ἐφημερίδος, ἀγνοῶ τί συμβαίνει· γνωρίζω ὅμως, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὰ τῆς κυρίας ἀρθρογραφίας ἔχει τοσαύτην γνῶσιν, ὅσην ἔχετε σεῖς, ὅταν ὑπαγορεύητε καὶ γράφει ἄλλος μίαν ἐπιστολήν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπαγγέλλει πρὸς ὑπάλληλόν τινα οὐσιώδη μέρη τοῦ ἄρθρου, ὁ δὲ πολύτιμος συνεργάτης αὐτοῦ, ὡς φωνογράφος, ἀποτυπῶν ἐν τῇ μνήμῃ του τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὸ γραφεῖον τῆς ἐφημερίδος καὶ γράφει τὰ κύρια ἄρθρα. Γνωρίζετε τὸ πρόσωπον αὐτὸ πολὺ καλά. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διατείνεται, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει τὴν ὑπάρχουσαν σύμβασιν, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου τὴν ὑποδεικνύει ὡς πρότυπον κυβερνητικῆς ἐπιτυχίας! Ἔκαμα δὲ χρῆσιν τῆς συμβάσεως μετὰ τοῦ Ἀγγλικοῦ κομιτάτου, διότι αὕτη καὶ μόνη δύναται νὰ χρησιμεύσῃ, ὅπως ἀνεύρωμεν τὴν μέλλουσαν σύμβασιν, καὶ οὐχὶ τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον παρέσχεν εἰς ἡμᾶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς συμφωνίαν, ὡς σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ἔχω κἀμμίαν δυσκολίαν νὰ ἀποδεχθῶ εἴτε ὡς συμφωνίαν εἴτε ὡς μὴ συμφωνίαν,—μοὶ εἶναι ἀδιάφορον,—ἀλλὰ τὴν ὁποίαν ῥητῶς τὸ ἔγγραφον, οὐχὶ δὲ τὸ κείμενον τῆς συμφωνίας, ἀλλὰ τὸ ἔγγραφον τὸ διαβιβαστικὸν αὐτῆς πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν χαρακτηρίζει ἄλλως (ἀναγινώσκει): «Athènes le 22/10 Juillet 1894. «Monsieur le Président du Conseil. «J’ ai l’ honneur de transmettre ci joint à V. E. un des deux exemplaires du document devant servir comme base pour l’ arrangement définitif et dûment signé par moi et mes deux collègues. «STAEVIE.» «Διαβιβάζει, λέγει, τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις τῆς συμβάσεως». Ἡ βάσις τῆς συμβάσεως ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕνα ὅρον,—ἰδοὺ ἡ ἀποτελουμένη συμφωνία.—Ἀνοίγετε καὶ τί βλέπετε; Ὅτι πρόκειται ἁπλῶς καὶ μόνον περὶ τοῦ ποσοστοῦ τῆς ἀποδόσεως εἰς τοὺς ὁμολογιούχους. Ἄν θὰ δώσῃ δηλαδὴ τὸ διπλάσιον 30, ἢ 32, ἢ 35, ἢ 40% ἐκ τῶν ὀφειλομένων. Ἀλλ’ ὡς ἠκούσατε πάντων τῶν προλαλησάντων καὶ ὡς γνωρίζετε πάντες, δὲν πρόκειται κυρίως περὶ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ ἀποδοτέου εἰς τοὺς ὁμολογιούχους· ὡς πρὸς τοῦτο ἡμεῖς πάντοτε ἐφρονήσαμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐντίμως ὀφείλει νὰ δώσῃ ὅσα δύναται περισσότερα εἰς νόμισμα τοῦ Κράτους. Πρόκειται κατὰ πρῶτον λόγον περὶ τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας θὰ παράσχητε, περὶ τῆς ἀσφαλείας τῆς πληρωμῆς τοῦ ποσοστοῦ τούτου. Καὶ οὐχὶ μόνον περὶ τῆς πληρωμῆς, ἀλλὰ ῥητῶς ἐκφράζονται αἱ ἐπιτροπεῖαι ἐν ἑτέρῳ ἐγγράφῳ, τὸ ὁποῖον ἐπισήμως κατέθεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην, λέγουσι, μόνον νὰ μᾶς βεβαιώσητε καὶ μᾶς παράσχητε ἐγγυήσεις, ὅτι θὰ μᾶς πληρώσητε· ἐννοοῦμεν νὰ μᾶς παράσχητε τοιαύτας ἐγγυήσεις, ὥστε νὰ ἔχῃ ἡ Ἑταιρία «l'administration de ces revenus, la centralisation des produits et le mouvement des fonds destinés au service de la dette», νὰ ἔχῃ δηλαδὴ ἡ Ἑταιρία τὴν διοίκησιν τῶν ἐσόδων τούτων, τὴν συγκέντρωσιν τοῦ προϊόντος αὐτῶν καὶ τὴν κίνησιν τῶν κεφαλαίων τῶν προωρισμένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων. Ἡ Κυβέρνησις θέλει ἀπαλλοτριώσει ἑαυτὴν τῶν ἐσόδων τῶν ὁρισθησομένων εἰς ἀσφάλειαν τοῦ χρέους. (Il importe donc que le gouvernement soit dessaisis des revenus affectés à la garantie de la dette). Ταῦτα ἐν τῷ ἐγγράφῳ ῥητῶς ἐκφράζουσιν αἱ ἐπιτροπεῖαι, πρὸς τὰς ὁποίας ἐπισήμως συνηλλάχθη ὁ κ. Πρωθυπουργός.

§47ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ μεταφραστὴς δὲν εἶναι πιστός. Δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ μετάφρασις.

§48ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Διατί; Δὲν μεταφράζετε, παρακαλῶ, σεῖς; Μεταφραστὴς εἶναι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία μᾶς ἔδωκεν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα. Καὶ μάλιστα λέγουν ῥητῶς αἱ ἐπιτροπεῖαι εἰς τὸ τελευταῖον ἔγγραφον, ὅτι, «ἂν πρόκηται νὰ μὴ μᾶς παράσχητε αὐτά, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν, δηλαδὴ τὴν πλήρη ἀσφάλειαν διὰ τὴν πληρωμὴν, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ὅτι δὲν θὰ καταστῇ ποτε δυνατὸν εἰς τὸ μέλλον νὰ συμβῇ ὅ,τι συνέβη σήμερον ὅσον ἀφορᾷ τὰ δάνεια ταῦτα, δηλαδὴ ὅτι θὰ περιορίσητε ὑμᾶς αὐτοὺς αἰωνίως, καὶ ὅτι δὲν θὰ δύνασθέ ποτε νὰ νομοθετήσητε καὶ νὰ ἐπαναλάβητε ὅ,τι ἐπράξατε κλπ.» Εἶναι ῥητὴ ἡ φράσις (ἀναγινώσκει) «... et organisée par les porteurs de manière à rendre impossible une nouvelle interruption du fonctionnement contractuel des garanties»· δηλαδὴ σᾶς λέγουν ῥητῶς: «ἐννοοῦμεν νὰ δεσμεύσητε ὑμᾶς αὐτοὺς οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν πλέον νὰ ἐπαναληφθῇ ὅ,τι σήμερον πράττετε». Δύνασθε νὰ δεσμεύσητε τὸ Κράτος ἀπὸ τοῦ κυριαρχικῶς πράττειν ὅ,τι δικαιοῦται νὰ πράξῃ; Δύνασθε νὰ περιορίσητε τὸ Κράτος νὰ μὴ δικαιοῦται νὰ νομοθετήσῃ; Βεβαίως δὲν δύνασθε. Ὁ ἴδιος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δημοσίᾳ εἰς πολλὰς περιστάσεις ἐβεβαίωσεν, ὅτι οὔτε ἡ Βουλὴ οὔτε ἡ Ἐθνοσυνέλευσις αὐτὴ δύναται νὰ ψηφίσῃ πράξεις περιοριστικὰς τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων ἐλευθέρου Κράτους. Θ’ ἀποτελέσῃ ἡ σύμβασις ἡ μέλλουσα περιορισμὸν τῶν δικαιωμάτων τῶν κυριαρχικῶν καὶ θὰ περιλαμβάνῃ τὸν ξενικὸν ἔλεγχον; Ἄν γένηται σύμβασις τοιαύτη, οἷα ἐγένετο ἐν Λονδίνῳ, βεβαίως, Κύριοι· διότι καὶ εἰς ὁμάδα ἀλλοδαπῶν, εἰς τὸ συμβούλιον τῶν ξένων ὁμολογιούχων ἐν Λονδίνῳ (the council of foreign bondholders), εἰς αὐτοὺς καὶ μόνους δίδετε τὸ δικαίωμα νὰ δεχθῶσιν ἢ νὰ μὴ δεχθῶσι, νὰ ἐπιτρέψωσι δηλαδὴ ἢ ν’ ἀπαγορεύσωσιν οἱανδήποτε νομοθετικὴν μεταβολὴν ἐν Ἑλλάδι, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐκχωρούμενα εἰς ἀσφάλειαν ἔσοδα εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων. Εἶναι ῥητὸς ὅρος τῆς συμβάσεως τοῦτο, ναὶ ἢ ὄχι;

§49ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶναι ὑπὲρ ἡμῶν.

§50ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ θεωρεῖτε ὑπὲρ ἡμῶν σεῖς. Ἢ προσποιεῖσθε, ἢ δὲν ἐννοεῖτε τί ἐπράξατε. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, μοὶ ἐνθυμίζετε, ὅτι παρέστητε εἰς διαπραγματεύσεις, εἰς τὰς ὁποίας οὐδέποτε ἔπρεπε νὰ παραστῆτε, διότι οὐδεμίαν εἴχατε θέσιν. Μόνον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε θέσιν ἐκεῖ.

§51ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν δύνασθε νὰ τὸ κρίνητε σεῖς.

§52ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ κρίνω ἐγώ, διότι ἔχω δικαίωμα νὰ τὸ κρίνω, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἑνὸς Κράτους οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ διαπραγματεύσεις ἐμπορικὰς ἢ χρηματιστικὰς μετὰ ἰδιωτῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι εἰς τὴν θέσιν του, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἔχει κἀμμίαν θέσιν, διότι μεταβάλλει ἀμέσως εἰς διπλωματικὰς τὰς διαπραγματεύσεις, καὶ δημιουργεῖ, πρὸς μέγαν ἐθνικὸν κίνδυνον, διεθνεῖς ὑποχρεώσεις (ἀναγινώσκει): «Ἂν ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ κανονισμὸς τοῦ κυμαίνοντος χρέους ἢ μέτρα ληπτέα πρὸς βελτίωσιν τοῦ συναλλάγματος δὲν ἦτο ἐφικτὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν, ἀνεξαρτήτως τοῦ παρόντος διακανονισμοῦ, οὐδεμία συμφωνία συνεπαγομένη ἀφαίρεσιν ἐκ τοῦ προϊόντος τῶν ὡρισμένων προσόδων θὰ ἠδύνατο νὰ τελεσθῇ ἄνευ προηγουμένης συμφωνίας μετὰ τοῦ συμβουλίου τῶν ξένων ὁμολογιούχων.» Ἔχει λοιπὸν τὸ veto τὸ συμβούλιον τῶν ξένων ὁμολογιούχων ἐν Λονδίνῳ, ναὶ ἢ ὄχι; Δύνασθε νὰ νομοθετήσητε σεῖς, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ καὶ ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων, ἄνευ τῆς ἀδείας τῶν ὁμολογιούχων τοῦ Λονδίνου, τοῦ Βερολίνου, τῶν Παρισίων; Ὄχι. Δὲν θὰ δύνασθε. Πρέπει οἱ Ἄγγλοι ἐν Λονδίνῳ νὰ συνέλθωσι, νὰ σκεφθῶσιν, ἂν σεῖς δύνασθε, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, οἱ νομοθέται, ἂν ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων δύνανται, νὰ νομοθετήσωσιν ἐν Ἑλλάδι περὶ τῶν Ἑλληνικῶν οἰκονομικῶν! Εἶναι περιορισμὸς αὐτόδηλος; Εἶναι veto ὑπὸ τοῦ Κράτους διδόμενον εἰς ξένους, ναὶ ἢ ὄχι; Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν λεχθέντων παρὰ τῶν προηγουμένων συναδέλφων, ἔχω καθῆκον νὰ ὑποδείξω καὶ ἐλάττωμα τῆς συμβάσεως, κατ’ ἐμὴν γνώμην, καίριον, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔδοσε προσοχήν· διότι βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἀποδώσω εἰς αὐτὸν κακὴν πρόθεσιν, ὅτι ἐσκεμμένως ἐπιδιώκει τὴν δέσμευσιν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸν στιγματισμὸν τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἱστορίας, ἢ τοῦ ἰδίου αὐτοῦ ὀνόματος, διότι βεβαίως εἰς τὸ μέλλον ἐν Ἑλλάδι ἐστιγματισμένον θὰ ἦναι τὸ ὄνομα ἐκεῖνο, ἡ ὑπογραφὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία θέλει ἐπιφέρῃ τὴν ὑπαγωγὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς ξένον ἔλεγχον καὶ εἰς περιορισμὸν τῆς κυριαρχίας αὐτῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὁρίζει ὑπὲρ τοῦ χρέους, λόγῳ ἐγγυήσεως, μέχρι τελείας ἀποσβέσεως τῶν δανείων, τὴν πρόσοδον τῶν ἑπομένων φόρων: 1) Τὴν πρόσοδον τοῦ χαρτοσήμου». Μέχρι τοῦ σημείου τούτου ἔχει καλῶς. Δὲν σταματᾷ ὅμως, ἀλλὰ σᾶς ὁρίζει ποίαν πρόσοδον. Ποίαν; «Τουτέστι τὴν πρόσοδον τοῦ χαρτοσήμου, οἵα ἀνεγράφη ἐν τῷ ἐψηφισμένῳ προϋπολογισμῷ τοῦ 1894, Κεφάλαιον Γʹ ἄρθρον 1.» αʹ) Καὶ Γαλλιστὶ ἐπίσης (ἀναγινώσκει): «1. Revenu du timbre: à savoir: le produit du papier timbré tel qu’ il est spécifié au budget voté en 1894 au chapitre Gamma, article premier, alinèa alpha!» Ἠξεύρετε τί σημαίνει αὐτὸ, Κύριοι;

§53ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὴν διάκρισιν ἐσκόπει.

§54ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος.

§55ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἄν αὐτὸς ἦναι ὁ λόγος, δὲν εἴχετε ἀνάγκην νὰ ὁρίσητε οὕτω. Θὰ ὡρίζετε ἐνταῦθα ἁπλῶς τὰ εἴδη τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου, ἅτινα παραχωρεῖτε.

§56ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.

§57ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μάλιστα, κύριε Σιμόπουλε. Ἴσως πλανᾶσθε καὶ σεῖς, καὶ θὰ δώσητε ψῆφον ἐμπιστοσύνης, καὶ νομίζετε ὅτι ψηφίζετε ἁπλῶς τὴν διάκρισιν μόνον. Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ψηφίζετε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, ζητηθὲν ὑπὸ τῶν δανειστῶν, δὲν ἐδόθη τὸ κατ’ ἀρχὰς παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἤκουσα πρό τινος χρόνου ἐξερχομένην τὴν φήμην ἐκ τῆς αἰθούσης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι χρηματισταὶ προσελθόντες ἐζήτησαν παρ’ αὐτοῦ ὡρισμένην ἐσόδων παροχὴν καὶ ὡρισμένην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφὴν αὐτῶν μονίμως καὶ ἀμειώτως, δηλαδὴ στερεότυπον προϋπολογισμὸν (budget type), ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ῥητῶς ἀπήντησεν «οὐδέποτε στερεότυπος προϋπολογισμὸς (type) δύναται νὰ δοθῇ.» Στερεότυπος προϋπολογισμὸς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐν Ἑλλάδι, διότι τὸ Σύνταγμα ῥητῶς ἀναγράφει, ὅτι τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἀναγράφονται ἐνιαυσίως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ψηφίζονται παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἠξεύρετε, Κύριοι, ὅτι τὸ πολυτιμότερον δικαίωμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου εἶναι ἀκριβῶς τοῦτο; Ἀκριβῶς αὐτό.

§58ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν διαφωνοῦμεν.

§59ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν διαφωνεῖτε ἐν λόγοις, ἀλλὰ πάντοτε εἰς τὰ πράγματα διαφωνεῖτε.

§60ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀναγινώσκετε, δὲν ἔχει αὐτὴν τὴν ἔννοιαν.

§61ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αὐτὴν ἔχει... Καὶ πάντοτε προφορικῶς διαμαρτύρεσθε κατὰ τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου, διαμαρτύρεσθε κατὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς κυριαρχίας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τὰ ἔγγραφα ἀτυχῶς δὲν συνᾴδουσι πρὸς τοὺς λόγους σας. Ἐγὼ ἐπ’ αὐτοῦ θέλω νὰ προκαλέσω ῥητὰς καὶ μὴ διφορουμένας ἐξηγήσεις. Ἐπιθυμῶ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ τὸ δηλώσῃ ἐπισήμως, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἀντιληφθῇ καὶ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ μειωθῇ κατ’ ἐλάχιστον τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα τοῦ Κράτους, τοῦ νομοθετεῖν.

§62ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Αἱ ὑπέγγυοι πρόσοδοι διὰ τὰ ἄλλα δάνεια αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχουσι τῶν τελωνείων π. χ. κλπ.

§63ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν.

§64ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὸ ἴδιον εἶναι.

§65ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Οὐδεμία σχέσις. Σᾶς βεβαιῶ, οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει, οὐδὲ σύγκρισις. Διὰ τῶν συμβάσεων τῶν δανείων παρεχωρήθησαν ὡς ἐγγύησις ἁπλῆ τὰ εἰσοδήματα ὡρισμένων τελωνείων. Ἀλλὰ τὸ Κράτος ἔμενε καὶ μένει ἐλεύθερον νὰ νομοθετήσῃ, αὐξήσῃ, ἐλαττώσῃ, μεταβάλῃ νομοθετικῶς τοὺς δασμοὺς καὶ τὰ τέλη τῶν εἰσαγομένων ἢ ἐξαγομένων ἐμπορευμάτων. Ἐδῶ πρόκειται καὶ καθορίζεται, ὅτι εἰς ἕκαστον προϋπολογισμὸν, ἐπὶ τὸ μέλλον, τὸ χαρτόσημον ὑπὸ κεφάλαιον Γʹ, ἄρθρον 1 § αʹ, εἶναι στερεότυπον (budget type)· περιορίζεται τὸ δικαίωμα τὸ νομοθετικὸν, τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ συνταγματικὸν Κράτος, νὰ νομοθετῇ τὰ ἴδια ἔσοδα καὶ τὰ ἴδια ἔξοδα, νὰ μεταβάλλῃ, καταργῇ ἢ τροποποιῇ αὐτά, κατὰ τὰς περιστάσεις καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους. Πάντα τὰ ἐκ σφραγιστοῦ χάρτου ἔσοδα παραχωροῦνται καὶ ἀποκρυσταλλοῦνται, ἄνευ δικαιώματος μεταβολῆς εἰς τὸ μέλλον.

§66ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ....

§67ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Δραγούμη, μᾶς λέγετε πολλὰ καὶ πράττετε τὰ ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μᾶς λέγετε. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐκτιμήσω ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ συμβάσει τοῦ Λονδίνου. Ἓν πρᾶγμα δέχομαι, ὅτι δὲν εἶναι ἐπίσημον τὸ κείμενον, ἀφοῦ δὲν τὸ κατέθεσεν ὁ Ὑπουργὸς, ἀλλὰ καὶ δὲν τὸ διαψεύδει. Πρὸς δὲ εὔχομαι καὶ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσητε νὰ ἔχητε τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς,—ὄχι σεῖς, οἱ φίλοι σας,—ἂν ἐξακολουθήσωσιν ἄλλαι ἐξουσίαι νὰ ἔχωσιν ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν, ἢ μᾶλλον νὰ τὴν ὑποστηρίξωσι κατὰ τὴν γνωστὴν δεκαετῆ μέθοδον, ἂν ἐξακολουθήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἀνέχηται τοιαύτην Κυβέρνησιν, τότε θέλει μείνει εἰς τὴν ἀρχὴν ἡ ὁμὰς τῶν φίλων σας καὶ θέλει ἐξακολουθήσει τὰς διαπραγματεύσεις. Ἐν τοιαύτῃ ἀπελπιστικῇ περιπτώσει εὔχομαι,—καὶ διὰ τοῦτο ὑποδεικνύω αὐτὸ—καὶ ἐλπίζω ὅτι, τοιαύτη ῥήτρα δὲν θέλει περιληφθῆ ἐν τῇ μελλούσῃ συμβάσει περὶ συμβιβασμοῦ, διότι θεωρῶ ταύτην ἀπαισίαν διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἐγὼ, Κύριοι, ἔπραξα ὅ,τι ὤφειλον κατὰ καθῆκον νὰ πράξω. Παρακαλῶ ὑμᾶς καὶ πάλιν νὰ μὴ ψηφίσητε εἰς ζήτημα τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐνθαῤῥύνῃ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἰς τὸ νὰ προβῇ εἰς διάπραξιν ἔργου, τὸ ὁποῖον δύναται σπουδαίως νὰ βλάψῃ τὸν τόπον, καὶ τὸ ὁποῖον δύναται σπουδαίας καὶ σοβαρὰς περιπλοκὰς νὰ φέρῃ εἰς τὴν χώραν. Ἂν φρονῇ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι διὰ τῆς ψήφου ταύτης δύναται νὰ προβῇ εἰς σύνταξιν συμβάσεως τοιαύτης ἢ παρομοίας πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐν Λονδίνῳ ὑπέγραψεν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, ἐγὼ τὸν βεβαιῶ, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ σύμβασις αὕτη περιέχει ὅρον περιοριστικὸν τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους καὶ ἀντισυνταγματικὸν, τὸν ὁποῖον οὔτε Βουλὴ, οὔτε Ἐθνοσυνέλευσις δύναται νὰ ψηφίσῃ, οὔτε ὁ Βασιλεὺς νὰ κυρώσῃ, ἐγὼ τὸν βεβαιῶ, ὅτι δὲν θὰ τῷ ἐπιτραπῇ παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ πράξῃ τὸ ἔγκλημα τοῦτο κατὰ τῆς Ἑλλάδος. (Εὖγε! εὖγε! ἀριστερόθεν).

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;

§69ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θέλω μετάσχει τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἔλαβε τοσαύτας διαστάσεις, οὔτε ἐννοῶ νὰ εἰσέλθω εἰς ἐξέτασιν ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπ’ ἀρχῆς ἐθεώρησα πρόωρον καὶ οὐχὶ, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐγκαίρως εἰσαχθὲν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς. Ὅτε ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἄρτης ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ἡ δὲ Βουλὴ ἀπεφάσισεν, ὅτι λόγῳ τῆς ἐκκρεμότητος ἀντίκειται εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἡ παραδοχὴ τῆς προτάσεώς του, ἤλπιζον ὅτι ἤθελε παραιτηθῆ τῆς προτάσεως ταύτης καὶ ὅτι ἤθελεν ἀφήσει τὸ ζήτημα νὰ λάβῃ τὸν ῥοῦν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶναι κανονικὸς εἰς τοιαύτας ἐθνικὰς περιστάσεις. Ἡ Βουλὴ, καλουμένη ἐπὶ ζητημάτων ἐκκρεμῶν, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουσιν ἐθνικὰ συμφέροντα, δὲν ἔρχεται νὰ ἐλέγξῃ, ἔρχεται νὰ συμβουλεύσῃ, καὶ προκειμένου νὰ συμβουλεύσῃ, δὲν ἔρχεται μὲ τὸν τόνον καὶ τὸ ὕφος, μὲ τὸ ὁποῖον ἤρχισεν ἡ προκειμένη συζήτησις ἂν νομίζῃ ὅτι ἡ σύμπραξις τῆς Βουλῆς εἶναι ὠφέλιμος εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, προσφέρεται νὰ δώσῃ τὴν συνδρομήν, ἀλλὰ νὰ τὴν δώσῃ κατὰ τὰ ἔθιμα ἐκεῖνα τὰ κοινοβουλευτικά, τὰ ὁποῖα ἐπὶ παρομοίων περιστάσεων ἐφαρμόζονται· ἠδύνατο ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Ἄρτης νὰ ζητήσῃ ἀλλαγὴν γνωμῶν καὶ ἰδεῶν καὶ νὰ τὴν ζητήσῃ κατὰ τὸν κανονισμὸν ζητῶν μυστικὴν συνεδρίασιν. Ἡμεῖς εἴμεθα τὸ ἓν μέρος τῶν συναλλαττομένων, ὁλόκληρος ἡ Βουλή, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει τὸ ἔθνος, τὸ δὲ ἕτερον τῶν συναλλαττομένων εἶναι οἱ δανεισταί, μετὰ τῶν ὁποίων ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν καὶ κανονίσωμεν τὰ συμφέροντα καὶ τὰς σχέσεις μας. Ἡμεῖς ἀφ’ ἑνός, ἡμεῖς πάντες ὀφείλομεν ἀπὸ κοινοῦ, ἐν οἰκογενειακῷ κύκλῳ, νὰ συζητήσωμεν τὰ ἐσωτερικὰ ἡμῶν συμφέροντα, νὰ ἀνταλλάξωμεν τὰς ἀτομικὰς ἡμῶν ἰδέας, καὶ νὰ βοηθήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ὁπωσδήποτε σήμερον διεξάγει τὸ ζήτημα, νὰ τὴν βοηθήσωμεν εἰς τὴν ἐπιτυχῆ ἔκβασιν καὶ λύσιν τῶν διαπραγματεύσεων· ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ τρόπος τῆς συζητήσεως, ἡ θέσις τῶν ζητημάτων, ὅπως ἐγένετο, μετέβαλεν ἐντελῶς τὸν χαρακτῆρα τῆς συζητήσεως αὐτῆς καὶ ἀπέληξε, τὸ χειρότερον, εἰς ψηφοφορίαν, εἰς πρότασιν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ὑποδείξῃ, οὕτως εἰπεῖν, τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τῶν δανειστῶν της. Ὁσαιδήποτε καὶ ἂν ἦναι αἱ ψῆφοι, αἱ ὁποῖαι θὰ δοθῶσι κατὰ τῆς προτάσεως, εἶναι ἐπιζήμιοι εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος. Δὲν θέλω 80 ψῆφοι νὰ ἐκφρασθῶσι σήμερον κατὰ τῶν διαπραγματεύσεων, αἱ ὁποῖαι μένουσιν ἐκκρεμεῖς, ἐν ὀνόματι τοῦ τόπου...

§70ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἀριστερόθεν). Ἐνενήκοντα.

§71ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀκόμη χειρότερον... Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ γείνῃ γνωστὸν τοῦτο. Ἐπιθυμῶ νὰ γείνῃ γνωστόν, ὅτι ἡ Βουλή, ἡ ὁποία ἅπαξ ἐθεώρησεν, ὅτι συμφέρει νὰ ἀναμιχθῇ καὶ πρὸ τοῦ πέρατος τῶν διαπραγματεύσεων, ὅπως προστατεύσῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα διὰ τῶν ἰδίων συμβουλῶν, διὰ τῆς ἰδίας γνώμης, διὰ τῶν ἰδίων φώτων, διὰ τοῦ ἰδίου πατριωτισμοῦ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔρχεται σύσσωμος καὶ δίδει ἐντολὴν ἀπέναντι τῶν δανειστῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διεξαγάγῃ καὶ νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Εἰς τοιαύτην συζήτησιν καὶ ἐπὶ τοιούτου ζητήματος δὲν δύναμαι νὰ δώσω ψῆφον, διότι, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι, νομίζω ὅτι δὲν συντελεῖ εἰς τὸν ἀγαθὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον οἱ πάντες ἐπιδιώκομεν καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ ὁποίου οἱ πάντες σήμερον ἐνταῦθα ἀγωνιζόμεθα. Δὲν εἶναι ἡ ὥρα ἀντεγκλήσεων προσωπικῶν, δὲν εἶναι ἡ ὥρα καὶ ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπεν ὅπως δήποτε νὰ ἑνωθῇ μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον ὁ εἷς κατὰ τοῦ ἄλλου, ὡς ἠκούσατε, ἐζήτησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ. Ἓν εἶναι τὸ συμφέρον, εἷς εἶναι ὁ λόγος, εἷς εἶναι ὁ σκοπός, ἡ προστασία τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἡ προστασία τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς χώρας, ἡ ἀποπεράτωσις διαπραγματεύσεων, διὰ τῶν ὁποίων θέλει ἐπιζητηθῆ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, θέλει κανονισθῆ τὸ οἰκονομικὸν μέρος αὐτοῦ. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν).

§72ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν δὲν εἶχε, νομίζω, ἀνάγκην τοσούτων λόγων, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν ψῆφόν του· ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν ἔχει καὶ οὗτος τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς γνώμης του καὶ τῆς ψήφου του, καὶ δύναται νὰ δώσῃ αὐτὴν ὅπως θέλει. Ἔχει ὅμως, ὡς φαίνεται, καὶ γνώμας περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Τοιαύτη δὲ εἶναι τὸ ὅτι ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ πρέπει νὰ συζητῶμεν καὶ διαχειριζώμεθα αὐτὰ, καὶ ὅταν ἀκόμη ἐκ γεγονότων ἀναμφισβητήτων ἐξάγηται, ὅτι ἐκ κακῆς τῆς Κυβερνήσεως πορείας καταστρέφονται ταῦτα. Ἡμεῖς ἀλλοίαν εἴχομεν καὶ ἔχομεν περὶ τούτου γνώμην. Ἐγὼ δὲ, ὅστις ἔφερα τὸ ζήτημα τῶν διαπραγματεύσεων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τὸ ἔφερα, διότι εἰς τὰ μέχρι τοῦδε διαπραχθέντα κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διεῖδον σπουδαίαν καὶ μεγίστην βλάβην τῶν ἠθικῶν καὶ ὑλικῶν συμφερόντων τοῦ τόπου. Διεῖδον ἐν αὐταῖς τὸν ἐξευτελισμὸν τῆς ὑπολήψεως τῆς Ἑλλάδος, μειωθείσης ἔτι μᾶλλον καὶ μετὰ τὴν πτώχευσιν διὰ τοῦ τρόπου, μεθ’ οὗ διεξήχθησαν αἱ διαπραγματεύσεις αὗται. Διεῖδον προσέτι εἰς τοὺς ὅρους τοῦ συμβιβασμοῦ, τοὺς ὁποίους ἀπεδέχθη ἡ Κυβέρνησις, ὄχι μόνον βλάβην τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ κίνδυνον τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτῆς. Πρῶτον εὐρωπαϊκὸν Κράτος διὰ τῶν ὅρων τούτων ἤθελεν εἶσθαι ἡ Ἑλλάς, ἥτις ἤθελε παραδεχθῆ τὴν ἐλάττωσιν τῆς κυριαρχίας καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτοῦ διὰ ξένου ἐλέγχου ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναμείνωμεν, ὅπως ἐλέγξωμεν γεγονότα τετελεσμένα, ἀλλ’ ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐκφράσωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν ἐπὶ πράξεων τελεσθεισῶν καὶ γνωστῶν, αἵτινες, ὡς ὁ ἴδιος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν τοῦ συμβιβασμοῦ, ὃν ἐπιδιώκει. Ἔχομεν καθῆκον νὰ προσπαθήσωμεν νὰ παρακωλύσωμεν τὴν ἐκτέλεσιν γεγονότων, ἅτινα ἐκτελούμενα δύνανται νὰ θέσωσιν εἰς κίνδυνον ὕψιστα συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος. Τοιοῦτο καθῆκον μὲ παρεκίνησε νὰ θεωρήσω ὡς ἐπιβαλλομένην τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος ἐπὶ τῶν ἤδη τετελεσμένων. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν νομίζῃ, ὅτι ἐν παραβύστῳ πρέπει νὰ τελῶνται ταῦτα, δὲν ἐκτιμᾷ δεόντως τὴν σημασίαν τοῦ ζητήματος. Ἐὰν ὅμως ἔχῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι καλῶς διεξάγονται τὰ ζητήματα ταῦτα καὶ ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος καθαρῶς νὰ πράξῃ τοῦτο.

§73ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Πατρῶν θ’ ἀπευθύνω μίαν παράκλησιν· ν’ ἀποφεύγῃ τοῦ νὰ δίδῃ συμβουλὰς πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Καὶ ἡλικίαν καὶ ἱκανὴν ἔχουσι κρίσιν οἱ ἐντεῦθεν παρακαθήμενοι, ὅπως κρίνωσι τί ἐπιβάλλεται αὐτοῖς, ὅταν πρόκηται περὶ ὑπερτάτων συμφερόντων τοῦ Κράτους. Κατὰ τοσοῦτο δὲ μᾶλλον δικαιοῦμαι ν’ ἀπευθύνω τὴν παράκλησιν ταύτην πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Πατρῶν, καθόσον ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, οἷον τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς, δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ ἔχῃ ἰδίαν γνώμην, καὶ δηλοῖ ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ ἀρνεῖται ψῆφον. Δὲν ἔχει τὸ σθένος νὰ ταχθῇ ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ, καὶ δὲν ἔχει τὴν τόλμην νὰ τραπῇ πρὸς τὰ ἐκεῖ· νομίζει δὲ, ὅτι καθήμενος εἰς τὸ μέσον τῶν δύο πτερύγων, σώζει τὴν ἀτομικότητά του. Πλανᾶται· διότι οὐδένα δύναται νὰ πλανήσῃ διὰ τῆς στάσεως, ἣν τηρεῖ. Δὲν ἐπεθύμουν, Κύριοι, νὰ ταράξω ἐκ νέου τὰ νεῦρα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· μάλιστα κατεθλίβην, διότι ἤγαγον αὐτὸν διὰ τῆς ἀγορεύσεώς μου εἰς τοσοῦτον ταραχῆς, ὥστε εἴδομεν αὐτὸν παραφερόμενον μέχρι τοῦ σημείου νὰ συγχίσῃ καὶ ἀριθμοὺς καὶ ἰδέας. Οὕτω μὲ κατήγγελλεν, ὅτι ἠγνόουν τὴν στοιχειώδη διάκρισιν μεταξὺ ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν δανείων. Ἀλλὰ τοιαῦτα λέγων ἀπεδείκνυεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οὐδὲν ἐνόησεν, ἐξ ὅσων ἐξέθηκα. Δὲν ἐνόησεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐξωτερικὸν δάνειον εἰς τραπεζογραμμάτια, δὲν ἐνόησεν ὅτι δάνειον εἰς χρυσὸν, τρεπόμενον εἰς τραπεζογραμμάτια, καθίσταται ἐσωτερικόν, διότι θὰ ἐπανέλθῃ ἀναγκαίως ἐνταῦθα, ἀφοῦ τὸ τραπεζογραμμάτιον δὲν δύναται νὰ ἔχῃ κυκλοφορίαν πέραν τῶν ὁρίων τῆς ἐπικρατείας. Παραδόξως ὅμως δὲν ἐνόησε τοῦτο, ἀφοῦ τ’ ἀποτελέσματα τῆς τροπῆς ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου ἀπὸ χρυσοῦ εἰς γραμμάτια τὰ ἔχει πρὸ ὀφθαλμῶν, καὶ τὰ ἐξέθηκε μόλις προχθές. Ὑπάρχει τῳόντι κατατεθειμένον παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ 1,100,000 διὰ τὸ τοκομερίδιον τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1893, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ πληρωθῇ εἰς τραπεζογραμμάτια, καὶ ἐν τούτοις τὸ ἑκατομμύριον αὐτὸ, ὅπερ εὑρίσκεται ἀπὸ ἔτους εἰς τὴν διάθεσιν τῶν δανειστῶν, δὲν ἐλήφθη εἰσέτι. Καὶ διατὶ δὲν ἐλήφθη; Διὰ τὸν λόγον, ὃν δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐννοήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀναγκαίως δάνειον εἰς χρυσὸν, τρεπόμενον εἰς δάνειον εἰς τραπεζογραμμάτια, καθίσταται δάνειον ἐσωτερικόν. Δὲν εἶναι δὲ ποσῶς παράδοξον, ἀφοῦ εἰς τοσαύτην προῆλθε σύγχυσιν, ὅτι οὐδὲν ἐνόησεν, ἐξ ὅσων ἀνέπτυξα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οὐδὲ θαυμάσιον, ἂν φρονῇ, ὅτι μόνον ὁ κ. Ὀρνστάϊν, παρευρισκόμενος ἐνταῦθα, ἠδύνατο νὰ χειροκροτήσῃ τὰς γνώμας μου, ὁ κ. Ὀρνστάϊν, ὅστις παρεδόθη ψυχῇ τε καὶ σώματι τῷ κ. Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ χειροκροτῶν ὁ κ. Ὀρνστάϊν, ὅστις εἶχεν ἀποστολὴν τὴν ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων τῶν ἐντολέων του, ἤθελεν ἀποδειχθῆ μᾶλλον ἱκανὸς πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἡ σύγχυσις αὐτοῦ ἔφθασε μέχρις τοῦ σημείου, ὥστε νὰ παραστήσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως πράγματα ἐντελῶς ἀνακριβῆ. Ἀληθῶς αἱ προτάσεις, αἵτινες ἐγένοντο ἀρχικῶς, ὡς πρὸς τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, ἀπεκρούσθησαν διαῤῥήδην παρ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ τοῦτο, διότι περιελάμβανον τὸν ἔλεγχον, ὃν περιελάμβανε καὶ ἡ σύμβασις, ἡ σχεδιασθεῖσα παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη, ὅταν προσεπάθησε νὰ δανεισθῇ τὰ 60 ἑκατομμύρια τὰ πραγματικά. Ἀλλὰ κατόπιν αἱ προτάσεις ἐτροποποιήθησαν, καὶ ἀντὶ τοῦ ἐλέγχου ἐσχηματίσθη ταμεῖον ἐκ τῶν προνομιούχων Τραπεζῶν, τότε δὲ μόνον ἀνέλαβον τὴν εὐθύνην τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου ἐκείνου. Οὗτος λοιπὸν εἶναι ὁ λόγος, ὅστις ἐπήνεγκε τὴν μεταβολὴν τῶν σκέψεών μου ὡς πρὸς τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, οὐχὶ ἰδιοτέλεια πολιτικὴ, διότι ἰδιοτέλεια ἄλλη δὲν ἐχώρει ἐπὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, ἀφοῦ ἐπρόκειτο περὶ ἀναγνωρίσεως ὑποχρεώσεων ληξιπροθέσμων. Γνωρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τίνας ἀκάνθας ἔχει τὸ ἐδώλιον τοῦ Ὑπουργοῦ ὑπὸ περιστάσεις, οἷαι ἐκεῖναι, ὑφ’ ἃς ἐκλήθημεν ἡμεῖς ν’ ἀντικαταστήσωμεν αὐτὸν, φυγάδα καὶ δραπέτην· ἀλλὰ, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν, τὰ ὑπέρτατα συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἡ συνείδησις τοῦ καθήκοντος ἡμῶν πρὸς τὴν Πατρίδα καὶ τὸν Θρόνον, ὃν ἀφῆκεν ἔκθετον αὐτὸς, ἀφοῦ ἐπὶ δέκα ἔτη ἐξεμύζησεν ὅσην ἠδυνήθη παρ’ αὐτοῦ δύναμιν, μᾶς ἐκράτησαν ἐκεῖ καρφωμένους, διὰ νὰ ὑποστῶμεν ὅσα ὑπέστημεν καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὑπουργίας ἡμῶν καὶ μετ’ αὐτήν, διὰ νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα τῷ κ. Προέδρῳ, ἵνα ἐγκαλῇ ἡμᾶς ὡς κηρύξαντας τὴν πτώχευσιν, αὐτὸς ὁ πρωτεργάτης, ὁ μόνος ἐργάτης αὐτῆς· διότι δὲν ἀπεβλέπομεν ἡμεῖς νὰ σώσωμεν τὸ σαρκίον μας, εἰς ὃ καὶ μόνον ἀπέβλεπεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀπεβλέπομεν νὰ σώσωμεν ὑπέρτατα συμφέροντα τῆς Πατρίδος, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ἐγκατέλειψεν ἔκθετα.

§74ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω πρὸς τὸν ἔντιμον συνάδελφον, καθόσον πρόκειται νὰ δικαιολογήσω τὴν ἰδιότητα, καθ’ ἣν νομίζω ὅτι ἀνταποκρίνομαι πρὸς τὴν πεποίθησίν μου. Τὸ θάῤῥος, νομίζω, ἔχουν μεγαλείτερον ἐκεῖνοι, οἵτινες πάντοτε ἀπέδειξαν ὅτι ἔχουν ἰδίαν γνώμην καὶ θέλησιν, εἰς οἱονδήποτε κόμμα καὶ ἂν ἀνήκουν· μεγαλείτερον εἶναι τὸ θάῤῥος αὐτῶν, παρὰ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦν τὴν γνώμην τῶν πολλῶν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἀδίκως μοὶ ἀπέδωκαν δειλίαν. Ἐὰν ἐσκέφθην ὡς ἐσκέφθην, τοῦτο ἐπέβαλε πεῖρα μακρὰ, καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅμοια ζητήματα ἐν τῇ Βουλῇ, ἐνθυμοῦμαι μυστικὰς συνεδριάσεις καὶ τὰς συνεννοήσεις, αἵτινες ἐγένοντο μεταξὺ ὅλων τῶν κομμάτων τῆς Βουλῆς· καὶ ἐνθυμούμενος τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἐνόμισα ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ μὴ ἀπομακρυνθῶ ἀπὸ τὰς παλαιὰς ἕξεις καὶ παραδόσεις. Πιθανὸν σήμερον νὰ ἐπικρατοῦν ἰδιαίτεραι ἰδέαι, εἰς τὰς ὁποίας δὲν τολμῶ νὰ ἀντιταχθῶ, διότι οἱ ἀγορεύσαντες προηγοῦνται, ὡς ἡγέται πολλῶν ψήφων, διὰ τῶν ὁποίων δύνανται νὰ ἐπιβληθῶσιν· ἐγὼ ὅμως, εἷς καὶ μόνος, δὲν ἔχω νὰ προστατεύσω, εἰμὴ τὴν γνώμην μου. Εὔχομαι ν’ ἀπατηθῶ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν, δὲν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ὑπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου εἰς τὸ μέλλον.

§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἐζήτησε τὸν λόγον. Κηρύσσεται ἡ συζήτησις περατωμένη. Ἠκούσατε τὴν πρότασιν: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, ἐκφράζουσα τὴν ἐμπιστοσύνην της εἰς τὴν Κυβέρνησιν, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν πρότασιν λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ν. Καλογεροπούλου, Δ. Καλούτση καὶ Π. Σάκκη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Μιλτ. Δάλλας Ο Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ν
Ἀνδ. Παναγιωτόπουλος Ο Μιχ. Φωτιάδης Ν
Ἰω. Μεσσηνέζης Ο Γεώρ. Λιδωρίκης Ν
Σπυρ. Μαρκέλλος Ν Κων. Ἀναγνωστόπουλος Ο
Ἀρ. Ἀργυρόπουλος Ν Γεώρ. Λύρας Ν
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Ο Κων. Παπαμιχαλόπουλος Ο
Λεων. Καρυστινάκης Ν Σταμάτ. Μήτσας Ν
Δημ. Καΐρης Ο Δημ. Βουλπιώτης
Μιχ. Κωτσάκος Ν Κων. Ζῶτος Ν
Ἰω. Ζωγράφος Ν Ἡλ. Μπλατσῆς Ο
Ἀνδρ. Καρατζᾶς Ο Δ. Γρανίτσας Ο
Γεώρ. Παχύς Ν Διον. Στεφάνου ἀρν.
Μιχ. Π. Λάμπρος Ν Κων. Ἀργας Λομβάρδος Ν
Κων. Καραπᾶνος Ο Διον. Ζήβας Πλακᾶς Ν
Κων. Σταυρόπουλος Ο Γεώργιος Κανδ. Ρῶμας Ν
Ἀλέξ. Σκουζὲς Ο Γεώρ. Κρεστενίτης
Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Ο Χρ. Στεφανόπουλος Ο
Ἀλέξ. Ψύλλας Ο Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ο
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ἀρν.Διον. Παυλόπουλος Ν
Ἀλέξ. Ρετσίνας Ν Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ν
Δημ. Γ. Ράλλης Ο Ἄγγ. Πετραλιᾶς Ο
Α. Ζυγομαλᾶς Ο Ἐπαμ. Δημητρίου Ν
Θοδ. Μακρυγιάννης Ν Στέφ. Σκουλούδης Ν
Σ. Ζαχαρίτσας Ν Νικ. Νομικός
Μιλ. Ὀριγώνης Ο Θωμᾶς Μαρκεζίνης Ο
Κωνστ. Βαλτινὸς Ν Νικήτας Συνοδινὸς Ν
Ὀδυσ. Μοσχοβίτης Ν Βαρβαρῆγος Πήλικας Ν
Γεώρ. Καρτάλης Ν Ἀλέξ. Φωτῆλας Ν
Ἀργ. Κανταρτζῆς Ν Κων. Σταμπολόπουλος Ο
Νικ. Κοκωσλῆς Ν Λεων. Πετιμεζᾶς
Νικ. Ἀξελὸς Ο Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος Ν
Νικ. Παῤῥησιάδης Ν Γιαννούσης Τάκης
Ἰω. Γρίβας Ο Ἡρ. Καλαμπάκας Ν
Ἐπ. Μαυρομμάτης Ν Ἀντ. Π. Μαυρομιχάλης
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο Περ. Πεῤῥωτὴς Ν
Νικ. Σπυρακόπουλος Ν Κων. Φλέσσας Ο
Θημ. Κορομάντζος Ο Ἰωάννης Καζαμπάκας
Περ. Ἀλεξάκης Ο Κων. Ζωγλοπίτης Ο
Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ο Παν. Κουκορίκος
Κωνστ. Κοσσονάκος Ο Γεώρ. Φραγκίδης Ν
Δημ. Τερτίπης Ν Ἰω. Ἰντζὲς Ν
Ἀθαν. Κωστάμης Ν Γεώργ. Σισμάνης Ο
Ἀριστ. Χατζηνικολῆς Ο Νικ. Καλαντζόπουλος Ν
Νικ. Μπαλάφας Ν Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν
Νικ. Παπανικολάου Ν Ἡλ. Ποταμιάνος Ο
Παν. Λεβέντης Ο Ἀριστ. Ρούκης Ν
Βαπ. Βάστας Ν Σπ. Κουμουνδοῦρος Ο
Γεώργ. Θεοτόκης Ν Γιαννοῦκος ΜαυρομιχάληςΟ
Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ν Ξανθὸς Πικουλάκης Ο
Ἡλίας Πολίτης Ν Ἀσημ. Χριστόπουλος Ο
Γουλιέλμος Σκάρπας Ν Νικ. Παπαλέξης Ν
Νικ. Μαρκέτης Παν. Λαμπρούλιας Ο
Σπυρ. Λάσκαρης Εὐάγγ. Ἀρδαβάνης Ν
Κων. Θ. Ρωμαῖος Ν Ἰω. Τυπάλδος Χαριτάτος Ν
Κων. Χριστόπουλος Ν Σπ. Μακρῆς Ν
Σωτ. Κροκιδᾶς Ο Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ν
Σπυρ. Νοταρᾶς Εὐστ. Παπαδάκης Ν
Ἀναστ. Δημητριάδης Ν Πανουρ. Πανουργιᾶς Ν
Γεώργ. Κούστας Ν Θάνος Κανακάρης Ο
Ἰω. Τσιμάρας Ν Ἀχ. Χοϊδᾶς
Γερ. Μουσούρης Ἀντ. Ρικάκης
Α. Ἄννινος ΚαβαλιεράτοςΝ Ἰω. Τσερτίδης Ο
Θεόφραστος Μεταξᾶς Ν Νικ. Κουμανιώτης Ο
Διον. Καλούτσης Ο Ἄγγ. Ροῦφος Ο
Σπυρ. Στάης Ν Νικ. Καράπαυλος Ν
Μιχ. Πολίτης Ν Παν. Σάκκης Ο
Θεόδ. Θερμογιάννης Ο Σπ. Γρίβας Ν
Ἰω. Καλούτσης Ν Ἰω. Βρουνῆς Ο
Στέφ. Κοπανίτσας Ο Π. Ἄννινος Καβαλιεράτος
Κωνστ. Σαλταφέρος Ο Ἰω. Γεωργιάδης Ν
Πέτρ. Βαρβιτσιώτης Ν Γεώργ. Ν. Μπούμπουλης
Μελέτ. Ρουσόπουλος Ο Γεώργ. Π. Μπούμπουλης ἀρν.
Δημοσθ. Ματάλας Ο Ἀλέξ. Γ. Σοῦτσος Ο
Νικ. Καραστέργιος Ο Ἀνδρ. Συγγρός
Ἁγν. Διδίκας Ν Δημ. Βοκοτόπουλος Ν
Ἔδιπ–Σερὲφ–Χασὶπ Ο Μ. Μπογιατζόγλους Ν
Ἰω. Λάππας Ο Ἰω. Γκιὼν Ν
Νικ. Μπουφίδης ἀρν.Νικ. Φώσκολος
Περ. Βαλαωρίτης Ν Σωτ. Χατζηγιάννης Ο
Γερ. Σέρβος Ο Κωνστ. Χατζηπέτρος
Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ν Χρ. Μπλετσάκης Ν
Ἀθαν. Εὐταξίας Ο Γ. Κανούτας Ν
Κων. Κωνσταντόπουλος Εὐστ. Κοκκέβης Ο
Παν. Μανέτας Ο Δημ. Παπατσώρης Ν
Ν. Τριανταφυλλάκος Ο Χρ. Καραβίτης Ν
Ἡλ. Ζέγγελης Ν Διον. Κατρίτσης Ν
Φίλ. Βάρβογλης Ο Ἀνδρ. Σκαλτσᾶς Ν
Ἀθαν. Σακελλαριάδης Ο Ἀριστόβουλος Μάνεσης Ο
Λεων. Ζέρβας Ν Βασ. Δροσινός Ο
Στέφ. Δραγούμης Ν Νικ. Βαλάσης Ν
Νικ. Φιλάρετος Ο Ἐμμ. Δημητριάδης Ν
Χαρ. Τρικούπης ἀρν.Κωνστ. Σαχτούρης
Ἰω. Τρικούπης Θεόδ. Γκίκας Ο
Παν. Μερλόπουλος Ο Νικ. Τσαμαδὸς ἀρν.
Ἀλκ. Δεληγιάννης Ν Βησ. Χατζηαγγελάκης Ν
Ἀντ. Καρατζᾶς Ν Νικ. Ζητουνιάτης Ν
Ἀθαν. Παπαχελᾶς Ο Δημ. Ζουλούμης Ν
Χαρίλ. Προβελέγγιος Νικ. Χατζῖσκος Ο
Ἀντ. Μάτσας Ο Κωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ν
Δωρέντζος Δελαρόκας Δημ. Κρίτσας
Ἰω. Ναυπλιώτης Ν Ἡρ. Γαζέπης Ο
Στυλ. Βάλληνδας Β. Βουδούρης Ν
Νικ. Καλογερόπουλος Ν Κων. Παπανικολῆς Ν
Θέμ. Α. Κανάρης Ο

§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 175. Ἡ Βουλὴ διὰ ψήφων 99 κατὰ 76, τῶν 6 Ὑπουργῶν ἀρνηθέντων ψῆφον, παρεδέχθη τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν καὶ ἔδωκε ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 καὶ 30′ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 12
2Τῆς 18 Νοεμβρίου 1894.
3(Παρασκευή).
4Ὥρα 4 καὶ 45′ μ. μ.
5(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Γ. Κ. Ρώμα).
6(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυ-
7ροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριά-
8σεως).
9§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ κάτοικοι Φιλιατρῶν δι’ ἀναφορᾶς
10των συνιστῶσιν εἴς τε τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν τὸ
11μέτρον τῆς παρακρατήσεως τοῦ πλεονάσματος, ὡς μόνον
12συντελεστικὸν πρὸς ὕψωσιν τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος.
13§2ΘΑΝΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον
14Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἀρχηγὸν τῆς ἀστυνομίας νὰ
15ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς τὰ διαπραττόμενα παρὰ
16τοῦ ἀστυνόμου τοῦ δήμου Δύμης, διότι ἐκεῖ τελοῦνται ὄρ-
17για. Προχθὲς ἕνα εὐϋπόληπτον ἔμπορον ἐκ Πατρῶν κατε-
18δίκασεν εἰς 40 δραχμῶν πρόστιμον, διότι ἐξύβρισεν ἕνα πο-
19λίτην· ἐγένοντο δὲ κατ’ αὐτοῦ διάφοροι μηνύσεις ἐπὶ ἐκ-
20βιάσει, ἐπὶ καταπιέσει κλπ. Αἱ παράνομοι δὲ πράξεις τοῦ
21ἀστυνόμου ἐπεξετάθησαν καὶ ἐπὶ τῶν κτημάτων τοῦ Δια-
22δόχου· διότι, ἐνῷ οἱ φύλακες τοῦ Διαδόχου κατέσχον βαλα-
23νίδια, τὰ ὁποῖα ἐσύναξαν οἱ χωρικοὶ πρὸ τῆς προσδιωρισμέ-
24νης ἡμέρας, αὐτὸς ἀφῄρεσε τὰ κατασχεθέντα βαλανίδια καὶ
25τὰ ἐπώλησε. Θὰ παρακαλέσω δὲ καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς
26Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ, ὅπως αἱ κατὰ τοῦ εἰρημένου
27ἀστυνόμου μηνύσεις ἐκδικασθῶσιν ὡς οἷόν τε τάχιον.
28§3ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Παρὰ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου κ.
29Σταυροπούλου ἐγένετο προχθὲς παράκλησις πρὸς τὸν κ.
30Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν παράπονα
31πολλῶν ἐνταῦθα οἰνοπωλῶν κατὰ τῆς ἐνεργείας τοῦ οἰκο-
32νομικοῦ ἐφόρου Ἀττικῆς, ὅστις εἰς πολλοὺς ἐπέβαλε ποι-
33νὰς διὰ παραβάσεις δῆθεν τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ ͵ΒΡΙʹ νόμου
34περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ κ. Πρόε-
35δρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἠρεύνησε τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύ-
36της καὶ θὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν δυνατὴν θερα-
37πείαν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἐξετάσω καὶ
38ἐγὼ τὰ περὶ τούτου κἄπως ἐπισταμένως, ὑποβάλλω αὐτῷ
39τὰ ἑξῆς.
40Ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ αἱ ἀποφάσεις τοῦ ἐφόρου κατὰ τῶν
41οἰνοπωλῶν στηρίζονται εἰς τὸν λόγον, ὅτι αἱ δηλώσεις
42αὐτῶν περὶ τοῦ διατηρητέου παλαιοῦ οἴνου εὑρέθησαν
43κατὰ τὴν καταμέτρησιν ἐσφαλμέναι ἄλλων μὲν ἐπὶ πλέον,
44ἄλλων δ’ ἐπὶ ἔλαττον. Διότι π. χ. οἰνοπώλης τις εἶχε
45δηλώσει ὡς διατηρητέον οἶνον 1000 ὀκάδας καὶ εὑρέθη
46κατέχων κατὰ τὴν καταμέτρησιν 500, ἐτιμωρήθη διὰ
47προστίμου, ἄλλοι δ’ ἐπίσης ἐτιμωρήθησαν, διότι τοὐναν-
48τίον εὑρέθησαν κάτοχοι μείζονος τοῦ δηλωθέντος ποσοῦ.
49Τὰς διὰ τὴν πρώτην περίπτωσιν ἐπιβληθείσας ποινὰς εὑ-
50ρίσκω ὅλως παρανόμους, μὴ στηριζομένας ποσῶς εἰς τὸν
51νόμον, τὰς δὲ διὰ τὴν δευτέραν, καίτοι νομίμους, ἀδικω-
52τάτας. Διότι τὸ ἄρθρον 19 τοῦ μνησθέντος νόμου δὲν τιμωρεῖ
53τὸν εὑρεθέντα κατὰ τὴν καταμέτρησιν κάτοχον μικροτέρου
54τοῦ ἐν τῇ δηλώσει του ποσοῦ, ἀλλὰ μεγαλειτέρου. Καὶ
55τοῦτο πολὺ λογικόν, διότι σκοπὸς τοῦ νόμου εἶναι νὰ ἐξα-
56σφαλίσῃ τὸ Δημόσιον ἀπὸ καταχρήσεις ἐνδεχομένας κατὰ
57τὴν δήλωσιν τῶν νέων οἴνων. Ἐπειδὴ δέ τινες ἐξ ὑμῶν
58πιθανὸν νὰ μὴ ἐνθυμοῦνται ἀκριβῶς τὸ κείμενον τοῦ νόμου,
59ἀναγινώσκω τοῦτο. Ἄρθρον 19: «Γενομένης ἐξελέγξεως
60»δηλώσεως περὶ διατηρήσεως παλαιοῦ οἴνου διὰ καταμε-
61»τρήσεως κατὰ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ ᾼΤΝʹ νόμου, ἐὰν ἀπο-
62»δειχθῇ, ὅτι τὸ δηλωθὲν ὡς διατηρητέον κατὰ τὸ πέρας
63»τῆς νέας συγκομιδῆς ποσὸν οἴνου εἶναι ἀνώτερον ὑπὲρ τὰ
64»10% τοῦ πράγματι διατηρουμένου οἴνου καθ’ ὃν
65»χρόνον ἐνεργεῖται ἡ καταμέτρησις, ὁ ὑποβαλὼν τὴν τοιαύ-
66»την δήλωσιν ὑπόκειται εἰς πρόστιμον 5–200 δραχ. κλπ.»
67Παρατηρεῖτε λοιπόν, ὅτι ὁ νόμος δὲν τιμωρεῖ οὐδ’ ἦτο δυνα-
68τὸν νὰ τιμωρήσῃ τοὺς κατὰ τὴν καταμέτρησιν εὑρεθέντας
69ὡς κατέχοντας ἔλαττον ποσὸν παλαιοῦ οἴνου τοῦ ἐν τῇ
70δηλώσει των ἀναφερομένου· τοῦτο δὲ, ὡς εἶπον, εἶναι λο-
71γικόν, διότι οὐδὲν συμφέρον ἔχει ὁ δηλωτὴς ν’ ἀποκρύψῃ
72τὴν ἀληθῆ διατηρητέαν ποσότητα, καθόσον οὗτος ἔχει
73καταβάλει ἤδη τὸν φόρον τοῦ παλαιοῦ οἴνου, ἐὰν δὲ περι-
74στάσεις εὐνοϊκαὶ τοῦ ἐμπορίου του ἐπήνεγκον μείζονα κατα-
75νάλωσιν τῆς ὑπ’ αὐτοῦ προσδοκηθείσης, ἢ τοὐναντίον οἱ
76οἶνοι ἐφθάρησαν καὶ ἔχυσε τούτους, ὅπως μεταχειρισθῇ εἰς
77ἄλλην χρῆσιν τὰ οἰνοδοχεῖά του, καὶ οὕτω δὲν ἠδυνήθη νὰ
78παρουσιάσῃ κατὰ τὴν καταμέτρησιν τὸ δηλωθὲν ὡς δια-
79τηρητέον ποσὸν ἢ καὶ οὐδόλως, οὐδὲν κακὸν ἔπραξεν, οὐδὲ
80παρέβλαψε ποσῶς τὰ τοῦ Δημοσίου συμφέροντα, θὰ ἦτο
81δὲ ὅλως παράλογον ν’ ἀπαιτήσῃ τις παρὰ τοῦ δηλωτοῦ νὰ
82μὴ διαθέσῃ ἐλευθέρως τὸ ἐμπόρευμά του, τὴν περιουσίαν
83του, ἄνευ λόγου τινὸς καὶ μόνον ὅπως εὕρῃ ὁ κ. ἔφορος
84ἀνελλιπῆ τὸν οἶνον κατὰ τὴν καταμέτρησιν.
85Κατὰ τὴν ἑτέραν ὅμως τῶν περιπτώσεων, τουτέστι καθ’
86ἣν ὁ δηλωτὴς εὑρίσκεται κατὰ τὴν καταμέτρησιν τῶν πα-
87λαιῶν οἴνων κάτοχος μείζονος ποσοῦ, αἱ ὑπὸ τοῦ ἐφόρου
88ἐπιβληθεῖσαι εἰς τοὺς τοιούτους δηλωτὰς ποιναί εἰσι νόμι-
89μοι, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ δίκαιαι. Εἰσὶ δὲ νόμιμοι, διότι ἐπιβάλ-
90λει τοῦτο ὁ νόμος ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ὁ δηλωτὴς ὁ εὑρε-
91θησόμενος κατὰ τὴν καταμέτρησιν κάτοχος μείζονος ποσό-
92τητος οἴνου παλαιοῦ τῆς δηλωθείσης ἀνέμιξε τὸν παλαιὸν
93οἶνον μετὰ νέου τοιούτου μήπω φορολογηθέντος καὶ διὰ
94ν’ ἀποφύγῃ τὴν φορολογίαν αὐτοῦ ἐποιήσατο τὴν ψευδῆ δή-
95λωσιν. Ἀλλὰ καὶ ἡ περίστασις αὕτη δὲν δικαιολογεῖ τὰς
96ἐνοχλήσεις καὶ τοὺς κινδύνους, εἰς οὓς ἐμβάλλονται οἱ οἰνο-
97πῶλαι, καὶ μάλιστα οἱ ἁπλούστεροι τούτων, ἕνεκα τῶν δια-
98τυπώσεων τῶν πολλῶν καὶ ποικίλων κατὰ τὴν δήλωσιν
99τῶν παλαιῶν οἴνων. Διότι ὁ παλαιὸς οἶνος δὲν δύναται νὰ
100ἀναμιχθῇ μετὰ νέου, ἄνευ κινδύνου νὰ φθαρῶσιν ἀμφότε-
101ροι, ἐπὶ μεγίστῃ ζημίᾳ τοῦ οἰνοπώλου, ἀλλὰ καὶ γενομέ-
102νης τυχὸν τοιαύτης ἀναμίξεως, ἡ ἀνακάλυψις τῆς δολιότη-
103τος ταύτης εἶναι εὐχερεστάτη, διότι τὸ μίγμα τοῦτο δια-
104κρίνεται προχείρως, ὅτι δὲν εἶναι παλαιὸς οἶνος, καὶ ὁ ἀντι-
105πρόσωπος τοῦ Δημοσίου ἢ ὁ ἐνοικιαστὴς τῶν ἀδηλώτων,
106ἅμα τῇ ἀνακαλύψει κατὰ τὴν καταμέτρησιν τῶν οἴνων
107τῆς νέας συγκομιδῆς, θέλει ζητήσει τὸν νόμιμον φόρον.
108Ὥστε καὶ ἐντεῦθεν οὐδένα ἀπολύτως κίνδυνον τρέχει τὸ
109δημόσιον συμφέρον.
110Ἐκ τῶν σκέψεων τούτων παραγόμενος, ὑποβάλλω τῇ
111Κυβερνήσει τὴν παράκλησιν, ὅπως τάχιστα μεριμνήσῃ
112περὶ καταργήσεως τοῦ ἐπὶ τῶν οἴνων φόρου, τοῦ τόσον κατα-
113θλιπτικοῦ καὶ τόσα ἀδικήματα προξενοῦντος πολλάκις
114εἰς τοὺς φορολογουμένους, καὶ περὶ ἀντικαταστάσεως αὐ-
115τοῦ δι’ ἄλλου δικαιοτέρου καὶ ἧττον καταπιεστικοῦ. Ἐὰν
116δὲ τοῦτο ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ἦναι δυνατόν, τότε νὰ ὑπο-
117βάλῃ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ
118μνημονευθέντος ͵ΒΡΙʹ νόμου καὶ τῶν ἄλλων σχετικῶν τῷ
119ἄρθρῳ τούτῳ διατάξεων, διότι αἱ διατάξεις αὐταί εἰσιν
120ἄσκοποι, ὅσον καὶ πιεστικαί.
121§4Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ
122τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ὁ φόρος οὗτος ἔχει
123πλεῖστα ὅσα τὰ πλημμελῆ, καὶ καλλίτερος τρόπος τῆς
124διορθώσεως τῶν πλημμελειῶν αὐτῶν θὰ ἦτο ἡ κατάργησις
125τοῦ νόμου, ἀλλ’ ὁ φόρος οὗτος ἀποδίδει πολλά, καὶ σήμε-
126ρον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται ἡ κατάργησις αὐτοῦ,
127διότι ἄλλον φόρον ἀποδίδοντα τοσαῦτα δὲν δυνάμεθα προ-
128χείρως νὰ ἐξεύρωμεν, πρέπει ἑπομένως νὰ ἀνεχθῶμεν τοὺς
129ὅρους, ὑφ’ οὓς ὁ φόρος οὗτος δύναται νὰ εἰσπραχθῇ. Ἀλλ’ ὁ
130κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄργους σήμερον, ὅπως καὶ ὁ κ. Βουλευ-
131τὴς ἐξ Ἀττικῆς πρὸ ἡμερῶν, παρέστησεν ὅτι ἐν τῇ ἐφαρ-
132μογῇ τοῦ νόμου συμβαίνουσιν ἄτοπα. Καὶ μάλιστα ὁ κ.
133Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶχε ζητήσει, ὅπως κατατεθῇ ση-
134μείωσις περὶ τῶν ἐπιβληθεισῶν ὑπὸ τοῦ ἐφόρου Ἀττικῆς
135ποινῶν, φρονῶν, ὑποθέτω, ὅτι αἱ ποιναὶ αὗται ἐπεβλήθησαν
136ἀτόπως, ὅπως καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄργους σήμερον
137ἰσχυρίσθη τοῦτο· φρονῶ ὅμως, ὅτι αὐτὸ τοῦτο τὸ ἄρθρον
138τοῦ τελευταίου νόμου, ὅπερ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄργους
139ἀνέγνωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος, καλῶς ἐφηρμόσθη· διότι κατὰ
140τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν ὁρίζεται διὰ δηλώσεως
141τὸ ποσὸν τοῦ διατηρουμένου παλαιοῦ οἴνου, εἶναι, ὅπως βε-
142βαιωθῇ, ὅτι ὁ οἶνος, ὅστις θὰ καταμετρηθῇ ἐπὶ τῇ νέᾳ ἐσο-
143δείᾳ, περιλαμβάνει καὶ τὸ δηλωθὲν ποσόν, ὅπερ, ὡς ἀνῆκον
144εἰς τὴν παλαιὰν ἐσοδείαν, εἶναι φορολογημένον, καὶ ὡς
145τοιοῦτον ἐκπίπτεται ἐκ τοῦ καταμετρουμένου. Ἐννοεῖται
146ἄρα, ὅτι, ὅσῳ περισσότερος εἶναι ὁ δηλωθεὶς ὡς φορολογημέ-
147νος οἶνος, τόσῳ ὀλιγώτερος θὰ φορολογηθῇ ἐκ τοῦ καταμε-
148τρουμένου ἐπὶ τῇ νέᾳ ἐσοδείᾳ, ἤτοι τοσούτῳ μεγαλείτερον
149ποσὸν θὰ ἀφαιρεθῇ ἐκ τοῦ βεβαιουμένου ἐν τῇ καταμετρή-
150σει· τὸ συμφέρον ἄρα τοῦ διατηροῦντος παλαιὸν οἶνον εἶναι
151νὰ δηλώσῃ ὅσον ἔνεστι περισσότερον, ἐπειδὴ δὲ ἐνδέχεται
152τὸ συμφέρον τοῦτο νὰ προκαλέσῃ δηλώσεις ἐξωγκωμένας,
153λαμβάνει πρόνοιαν ὁ νόμος κατὰ τῆς καταχρήσεως ἐπιβάλ-
154λων πληρωμὴν προστίμου ἀπὸ 5 δραχμῶν ἕως 200, ὅταν
155τὸ ἐπὶ πλέον δηλωθὲν ποσὸν ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἐπὶ τῇ
156καταμετρήσει. Τοῦτο συνέβη ἐνταῦθα· αἱ δηλώσεις ἀνέγρα-
157φον ὡς διατηρούμενον καὶ διατηρητέον ποσὸν οἴνου ἀνώ-
158τερον τοῦ βεβαιωθέντος ἐπὶ τῇ καταμετρήσει, ἦτο δὲ ἐκ
159προοιμίων βέβαιον, ὅτι ἡ καταμέτρησις τοιοῦτον θὰ εἶχεν
160ἀποτέλεσμα, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον γίνεται ἡ δήλωσις
161ἀπὸ τῆς 1 ἕως τῆς 10 Σεπτεμβρίου, ἐπιβάλλεται δὲ εἰς
162τὸν δηλοῦντα, ὅπως συνάμα μετὰ τῆς δηλώσεως περὶ τοῦ
163διατηρουμένου οἴνου καθορίσῃ καὶ τὸν διατηρητέον κατὰ
164προσέγγισιν μέχρι 10 τοῖς ἑκατὸν κατὰ τὴν 10 Ὀκτω-
165βρίου, ἥτις λογίζεται ὡς τὸ ἀκρότατον ὅριον τοῦ πέρατος
166τῆς συγκομιδῆς τοῦ νέου οἴνου, οὐδεὶς συνεπλήρωσε τὴν
167δήλωσιν διὰ τοιούτου καθορισμοῦ, ὡς νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ
168ὑποτεθῇ, ὅτι οὐδεμία θὰ ἐγίνετο κατανάλωσις τοῦ δηλω-
169θέντος ποσοῦ κατὰ Σεπτέμβριον καὶ κατὰ τὸ πρῶτον
170δεκαήμερον τοῦ Ὀκτωβρίου. Ἡ ἐπιβαλομένη ποινὴ εἶναι
171ἀπὸ 5 δραχμῶν ἕως 200 δραχμῶν. Ἰδοὺ δὲ ὁ κατάλογος τῶν
172ἐπιβληθεισῶν ποινῶν, ὃν ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀτ-
173τικῆς. Ἐτιμωρήθησαν μὲ πρόστιμον δραχμῶν 5 ἄτομα 123,
174δραχμῶν 10 ἄτομα 23, δραχμῶν 15 ἄτομα 2, δραχ-
175μῶν 20 ἄτομα 22, δραχμῶν 30 ἄτομα 20, καὶ δραχμῶν
17650 ἄτομα 8. Ἐπὶ τῶν ἐφέσεων δὲν ἀποφασίζει ὁ Ὑπουργὸς,
177ἀποφασίζει τὸ Νομικὸν Συμβούλιον. Τὰ τῆς ἐφαρμογῆς
178ἄρα τοῦ νόμου διεξάγονται κανονικῶς, καὶ οὐ μόνον κανο-
179νικῶς διεξάγονται, ἀλλὰ καὶ ἐπιεικῶς, ἀφοῦ ἐπὶ ἀριθμοῦ
180ἀποταμιευτῶν 198 οἱ 123 ἐτιμωρήθησαν διὰ τοῦ κατω-
181τάτου προστίμου τῶν 5 δραχμῶν.
182§5ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω αἱ μεταγενέστεραι γε-
183νεαὶ, πῶς θὰ ἐξηγῶσι τοὺς νόμους μας, ἀφοῦ σήμερον οἱ
184συζητήσαντες καὶ ψηφίσαντες τοὺς νόμους τούτους δὲν τοὺς
185κατανοοῦσι. Πιθανὸν νὰ ἦναι τοῦτο τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου,
186τὸν ὁποῖον ἑρμηνεύει ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ἐκ τοῦ
187γράμματος δὲν προκύπτει αὐτό. Ὁ νόμος, ὁ σαφῶς διατυ-
188πώσας τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 19, ὅπερ ἀνέγνω προηγου-
189μένως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄργους, δὲν ὑποχρεοῖ τὸν
190οἰνοπώλην νὰ δηλώσῃ καὶ πόσον ποσὸν οἴνου θὰ κατανα-
191λώσῃ μέχρι τῆς ἐποχῆς τῆς καταμετρήσεως. Ὁ παντοπώ-
192λης καὶ οἰνοπώλης, ὁ μὴ γνωρίζων τοὺς νόμους κατὰ πνεῦ-
193μα, (ἀφοῦ ἡμεῖς δὲν τοὺς γνωρίζομεν) πρέπει νὰ γνωρίζῃ
194τὸ πνεῦμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, λέγοντος ὅτι ἐννοεῖ νὰ
195δηλώσῃ ὁ ἔχων π. χ. δέκα χιλιάδας ὀκάδες οἴνου ἐννέα
196χιλιάδας, ὑπολογίζων ὅτι μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς καταμε-
197τρήσεως, θὰ καταναλώσῃ τὰς χιλίας. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ
198λέγῃ ὁ νόμος, ὅτι ἐπιβάλλεται ποινὴ εἰς τὸν δηλώσαντα
199ἀκριβῶς τὸ δηλωτέον ποσόν· πλὴν ὁ νόμος λέγει, ὅτι ἐπι-
200βάλλεται ποινὴ εἰς τὸν δηλώσαντα ἀνώτερον τοῦ 10%.
201Καὶ ἀφοῦ λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι οἱ δυστυχεῖς
202οἰνοπῶλαι ἔχουσι τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως, τοὺς ὑποβάλ-
203λει καὶ εἰς δαπάνας χαρτοσήμου, καὶ δηλῶν τὴν ἄνω γνώ-
204μην του ἀνεπιφυλάκτως, προεξοφλεῖ τὴν γνώμην τοῦ Νο-
205μικοῦ Συμβουλίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦδε ἐξηγεῖ αὐτὴν
206καὶ λέγει «βάλετε πρόστιμον καὶ ἄλλους φόρους· ἀφοῦ δὲ
207ἐκ τοιούτων νομοθετημάτων καὶ ἐξηγήσεων ὁ λαὸς ὁ Ἑλλη-
208νικὸς κατέστη πτωχὸς, τότε πάρετε καὶ τὴν σκούφια του!»
209Παρακαλῶ προσέτι τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἀπαντήσῃ
210καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἐπερώτησίν μου περὶ τοῦ φοιτητικοῦ
211ζητήματος, διότι τὸ Πανεπιστήμιον διατελεῖ ἀνάστατον,
212καὶ οὐδεὶς, πιστεύω, ἐξ ἡμῶν ἐπιθυμεῖ ταραχὰς, τεινού-
213σας εἰς ἐπανάστασιν.
214§6ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
215Εἷς τῶν Βουλευτῶν Τρικκάλων ἐπηρώτησε περὶ βιαιοπρα-
216γιῶν, ἃς διέπραξεν εἷς ἀστυνόμος ἐν τῷ χωρίῳ Μεροκόβῳ.
217Ἐζήτησα πληροφορίας, καὶ ἡ Νομαρχία ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς:
218«Νομαρχία οὐδεμίαν γνῶσιν ἔχει, ἂν ἐν Μεροκόβῳ δήμου
219Κοθωνίων ἀστυνομία προέβη εἰς καταπιέσεις κατοίκων.
220Κατὰ πληροφορίαν ὅμως εἰσαγγελέως καὶ δυνάμει ἐνταλ-
221μάτων ἀνακριτοῦ συνελήφθησαν ἐνταῦθα ἓξ χωρικοὶ ἐκ Με-
222ροκόβου καὶ 24 ἕτεροι ἐκ διαφόρων ἄλλων χωρίων δήμου
223Κοθωνίων, ἅπαντες κατηγορούμενοι ἐπὶ ὑποθάλψει συμμο-
224ρίας λῃστῶν Τσελουραίων.»
225Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἐζήτησε νὰ καταθέσω τὰ
226ἔγγραφα τῆς κοινότητος Κισσοῦ. Καταθέτω ταῦτα.
227§7Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς
228ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὰ ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρα-
229κτικοῖς, «εἷς τῶν Βουλευτῶν Ἀττικῆς ᾐτήσατο, ὅπως ὁ
230Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καταθέσῃ τὴν ὑπ’ ἀριθ.
23183270 τῆς 16 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. διαταγήν του πρὸς τὸν
232οἰκονομικὸν ἔφορον Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς περὶ δεκαετοῦς
233μισθώσεως τῆς ἁλιείας τῶν σπόγγων ἐν τῇ παραλίᾳ περιο-
234χῇ τῆς νήσου Ἐλαφονήσου καὶ πᾶν σχετικὸν πρὸς τὴν
235διαταχθεῖσαν μίσθωσιν». Ὑποβάλω τὸ ζητούμενον τοῦτο
236ἔγγραφον, ἀναγράφον τὸ κείμενον τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἐφόρου
237περὶ τῆς δημοπρασίας.
238§8ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως πρὸ
239τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν ἐδημοσιεύθη βασιλικὸν διάταγμα,
240διὰ τοῦ ὁποίου ἐπαύθη ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ τοῦ δήμου
241Ναυπλιέων, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐστερεῖτο τῶν προσόντων, τὰ
242ὁποῖα διαγράφει τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου ΑϠΓʹ τῆς 7 Μαρ-
243τίου 1891. Γνωρίζω θετικῶς, ὅτι ὁ ἀπολυθεὶς εἰσπράκτωρ
244κέκτηται τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα διαγράφει τὸ ἄρθρον τοῦτο·
245διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερι-
246κῶν νὰ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἵνα πληροφορηθῇ
247ἡ Βουλὴ ἐὰν ἐντὸς τοῦ νόμου ἢ αὐθαιρέτως καὶ παρανόμως
248προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ δημοτικοῦ
249τούτου εἰσπράκτορος.
250Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν αὐτὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερι-
251κῶν νὰ ζητήσῃ καὶ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, δυνά-
252μει τῶν ὁποίων ὁ νομάρχης Ἀργολιδοκορινθίας, συνεπείᾳ
253τῆς ἀπολύσεως τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, ἐτιμώρησε πει-
254θαρχικῶς τὸν δήμαρχον Ναυπλίου, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ
255καὶ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτῶν.
256§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
257§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη
258συνέβη οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ πολλάκις, ὅταν εἰσήγοντο οἱ προϋ-
259πολογισμοὶ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
260λίου, νὰ ἀναβαίνω τὸ βῆμα, εὐθὺς ὡς οὗτος κατέβαινεν
261αὐτοῦ, καὶ νὰ παρέχω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας,
262τὰς ὁποίας εἶχον συλλέξει, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἀνῃροῦντο
263οἱ ἰσχυρισμοὶ, τοὺς ὁποίους αὐτὸς εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τὴν
264Βουλὴν κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, παρι-
265στῶντο δὲ, οὐχὶ ὡς παρεστάθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
266γοῦ, ἀλλ’ ὡς ἀληθῶς εἶχον οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους αὐτὸς
267ἐπεκαλεῖτο. Ἡ τακτικὴ αὕτη δὲν εἶναι συνήθης, καὶ σπα-
268νίως τίθεται ἐν χρήσει ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις, ἠναγκαζόμην
269ὅμως τὸ ἀσύνηθες τοῦτο μέτρον νὰ θέτω ἐν ἐφαρμογῇ, διότι
270μεταξὺ τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον συνεζητεῖτο ὁ προϋ-
271πολογισμὸς ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον
272εἰσήγετο, συνέβαινε πάντοτε νὰ παρέρχηται χρονικὸν διά-
273στημα ἑβδομάδων τινῶν ἢ καὶ μηνῶν, ἔκρινον δὲ ὅτι ἤθελον
274ζημιωθῆ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐὰν ἄφινον ἄνευ ἀμέ-
275σου ἀναιρέσεως τὰς παραστάσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν
276ἐσιώπων ὅλως, ἀφοῦ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔδιδεν εἰς
277τὴν Βουλὴν, δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς, αἱ δ’ ἐλπίδες, τὰς ὁποίας
278διέσπειρεν εἰς τὸ κοινὸν, ἦσαν ἀερώδεις καὶ ἀνύπαρκτοι, καὶ
279αὐτοὶ δὲ οἱ ἀριθμοὶ ψευδεῖς καὶ συνηρμολογημένοι μετὰ δο-
280λίας προαιρέσεως, ὅπως παραστήσωσιν ἀλλοῖα τὰ ἀποτε-
281λέσματα τῶν δι’ ἀριθμῶν βεβαιουμένων πραγματικῶν. Τῷ
282ὄντι ὑπὸ καθήκοντος μοὶ ἐπεβάλλετο ἡ τακτικὴ αὕτη,
283ὅπως καὶ οἱ ἀκούοντες ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τὸ κοινὸν τῆς Ἑλ-
284λάδος καὶ αὐτοὶ οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐν χρηματικαῖς σχέσεσι
285μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους διατελοῦντες μὴ ἀφίενται
286εἰς τὴν πλάνην, εἰς τὴν ὁποίαν παρέσυρεν αὐτοὺς ἡ εἰσή-
287γησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ
288γιγνομένη. Ἐξυπηρετεῖτο μὲν ἡ δανειστικὴ πολιτικὴ τοῦ
289κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι εἱλκύοντο τὰ κεφάλαια ἀπὸ τὰς
290πεπλανημένας πληροφορίας αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἀπέληγε τοῦτο
291πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους. Ἄλλως δὲ ἡμεῖς, οἱ κατὰ
292τῆς δανειστικῆς πολιτικῆς κεκηρυγμένοι, ἐφρονοῦμεν ὅτι,
293ἐφ’ ὅσον ηὐκολύνοντο τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα συνωμολόγει ὁ κ.
294Πρωθυπουργὸς, ἐπὶ τοσοῦτον εὐθὺ πρὸς τὴν καταστροφὴν
295ἐβαίνομεν. Ὠφείλομεν λοιπὸν νὰ φωτίσωμεν περὶ τῆς ἀλη-
296θείας πάντας, καὶ τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος καὶ αὐτοὺς ἔτι τοὺς
297μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ συναλλασσομένους. Ἀλλ’ ἡ
298ἀνάγκη αὕτη ἐξέλιπεν, ἀφ’ οὗ ἀνεκηρύχθη ἡ πτώχευσις ὑπ’
299αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, τοῦ εἰσαγαγόντος καὶ ἐφαρμόσαντος τὴν
300δανειστικὴν πολιτικὴν, τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργείου τῆς
301Ἑλλάδος. Ἔκτοτε ἐνόμισα, ὅτι τὸ καθῆκον τοῦτο δὲν ἐπε-
302βάλλετο πλέον ἡμῖν, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀρκώμεθα νὰ ἐκθέ-
303τωμεν τὰς γνώμας ἡμῶν κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ
304τοῦ προϋπολογισμοῦ· διότι, καὶ ἐὰν ἐξηκολούθουν αἱ εἰση-
305γήσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ μὴ ἦναι ἀκριβεῖς, καὶ ἐὰν
306ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀκολουθῇ τὸ αὐτὸ σύστημα, ὅταν ἐκθέτῃ
307εἰς τὴν Βουλὴν τὰ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κρά-
308τους, δὲν ὑφίσταται πλέον κίνδυνός τις, οὐδ’ ἀπειλοῦνται
309ζημίαι ἐπὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἂν δὲν ἀνῃροῦντο
310ἀμέσως αἱ ψευδεῖς πληροφορίαι, ἀφοῦ τὰ συμφέροντα ταῦτα
311δὲν κατωρθώθη νὰ διασωθῶσιν, ἀλλὰ κατεστράφησαν ἤδη.
312Διὰ τοῦτο δὲν ἔσπευσα νὰ ἀναιρέσω ἀμέσως μετὰ τὴν εἰσή-
313γησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 τὰς παραστάσεις τοῦ
314κ. Πρωθυπουργοῦ, ἂν καὶ ἦσαν πεπλανημέναι, ὡς ἀπέδειξαν
315αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προϋπολογι-
316σμοῦ τούτου, οὐδὲ κατὰ τὸ 1894, οὐδὲ προχθὲς, ὅτε εἰσή-
317χθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895. Εἶχον καθῆκον νὰ με-
318τάσχω τῆς συζητήσεως, ἥτις προεκλήθη πρὸ μικροῦ, διότι
319προεκλήθην εἰς τοῦτο ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Προεκλήθην
320δὲ, οὐχὶ διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσηγούμενος τὸν προϋ-
321πολογισμὸν, ἔλαβε πλέον ἢ ἅπαξ ὡς θέμα τὰς πράξεις μου
322ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἢ τὰς γνώμας μου ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει,
323διὰ νὰ μεμφθῇ αὐτῶν καὶ δυνηθῇ νὰ ἐπιχύσῃ εἰς τὴν κοι-
324νωνίαν ὑπονοίας, ὅτι καὶ ἐγώ εἰμι ὑπαίτιος τῆς καταστροφῆς,
325ἥν αὐτὸς ἀπειργάσατο, διότι φρονῶ ὅτι δὲν ἔχουσι πλέον
326ἀξίαν αἱ τοιαῦται τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ αἰτιάσεις. Ἄλλοτε
327εἶχον αὗται ἀληθῶς ἀξίαν, καὶ ἀνεστάτωσαν τὴν συνείδησιν
328τοῦ ἑλληνικοῦ κοινοῦ, ἢ πρὶν ἀκόμη γνωσθῇ ὁ ἄνθρωπος,
329ἤτοι πρὶν ἢ ἐμφανισθῇ κυβερνήτης, ὅτε, σπεύδων νὰ ἀνέλθῃ
330ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ἠσχολεῖτο νὰ ὑπομονεύσῃ τὴν πρὸς τοὺς
331τότε κυβερνῶντας ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ· ἀλλὰ τώρα ἀρ-
332κετὰ ἐγνωρίσθημεν, καὶ ἂν ἐγνωρίσθημεν πάντες ὑπὸ τοῦ
333ἑλληνικοῦ κοινοῦ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς βεβαίως ἐγνωρίσθη
334ὑπὸ τοῦ κοινοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ καὶ ὑπὸ τῶν ἐν τῇ ἀλλο-
335δαπῇ, ἑπομένως, ὅσας καὶ ἂν ἐκτοξεύσῃ, εἴτε ἀμέσως, εἴτε
336ὑπούλως καὶ δολίως, αἰτιάσεις ἢ μομφὰς, θεωρῶ αὐτὰς
337ἀβλαβεῖς, οὐδ’ ἔκρινα ὅτι ἔπρεπεν ἢ ὅτι εἶχον συμφέρον νὰ
338σπεύσω εἰς ἀναίρεσιν αὐτῶν. Εἶπον ὅτι μὲ ἠνάγκασεν ὁ κ.
339Πρωθυπουργὸς νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως, διότι ἐνόμισε
340καθῆκον ἑαυτοῦ νὰ ποιήσηται πρὸς τὴν Βουλὴν ἀνακοι-
341νώσεις περὶ τῶν γενομένων διαπραγματεύσεων συμβιβασμοῦ
342μετὰ τῶν δανειστῶν, ἂν δ’ ἡ Βουλὴ, ἡ ἀκούσασα τὰς ἀνα-
343κοινώσεις ταύτας, ἤθελε παρέλθει ταύτας ἐν σιγῇ, ἐνδεχό-
344μενον ἦτο νὰ ὑποληφθῇ ὅτι ἐπιδοκιμάζει τὰ γενόμενα καὶ
345ὅτι δίδει λευκὴν εἰς ταῦτα ψῆφον. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ.
346Πρωθυπουργὸς ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν, εἰσηγούμενος τὸν
347προϋπολογισμὸν, ὅτι δὲν προκαλεῖ νῦν τῆς Βουλῆς τὴν
348γνώμην, ἔδιδε δ’ εἰς ἡμᾶς τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ προκαλέσῃ
349αὐτὴν μετὰ τὸ πέρας τῶν γινομένων συνεννοήσεων πρὸς
350συμβιβασμὸν, ἵνα ζητήσῃ τὴν νομοθετικὴν σύμπραξιν τῆς
351Βουλῆς· ἀλλ’ ἡ ἐλπὶς αὕτη, ἣν ἔδιδεν εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν
352ἤρκει νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτὴν ἀπὸ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχε,
353νὰ μὴ παραλίπῃ νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῶν γενικῶν ἐκείνων θεμά-
354των, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἐξήρτηται ἡ ἐπιτυχία τῆς διεξαγω-
355γῆς τῶν διαπραγματεύσεων, καὶ τὰ ὁποῖα ἐφάπτονται τῆς
356ἀκεραιότητος τῶν δικαιωμάτων ἑκάστης τῶν πολιτειακῶν
357ἐξουσιῶν. Διὰ τοῦτο ἐπὶ τῶν δύο τούτων θεμάτων ἰδίως
358θέλω περιορίσει τὸν λόγον μου, διότι οὐδαμῶς ἡ ἔρευνα
359αὐτῶν μειώνει τὸ κῦρος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὰς μελ-
360λούσας συνεννοήσεις αὐτοῦ μετὰ τῶν δανειστῶν, οὐδεμίαν
361δὲ αἱ γνῶμαί μου ἤθελον ἐπενέγκει ζημίαν εἰς τὰ ἐθνικὰ
362συμφέροντα, ἐξ ἐναντίας νομίζω ὅτι πρέπει νὰ καταστήσω
363εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν γνωστὸν ποῖά τινα φρονοῦμεν
364ἡμεῖς, καὶ ποῖαι θέλουσιν ἐπέλθει αἱ συνέπειαι, ἂν τυχὸν ὁ
365κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελεν ἐπιμείνει εἰς τὴν πεπλανημένην
366ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ἐχάραξε καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐβάδισε κατὰ
367τὴν μέχρι τοῦδε διεξαγωγὴν τῶν γενομένων διαπραγματεύ-
368σεων. Αἱ ἄλλαι λεπτομέρειαι τῶν διαπραγματεύσεων τού-
369των δὲν θέλουσι γενῆ θέμα τῆς ἐρεύνης μου, οὐδὲ θέλω
370ἀσχοληθῆ παντάπασι νὰ ἐξετάσω οὐδὲ πόσον εἶναι τὸ ἐτήσιον
371ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπρότεινεν ἢ ὑπεσχέθη
372ὅτι θέλει ἀποδεχθῆ, τῶν πληρωτέων τόκων καὶ χρεωλυσίων,
373οὐδὲ ποῖαι εἶναι αἱ ἄλλαι συμφωνίαι, αἱ παρομαρτοῦσαι
374εἴτε εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ποσοστοῦ, εἴτε εἰς τὴν δια-
375χείρισιν τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, εἴτε εἰς τὴν βεβαίωσιν
376τῆς τακτικῆς πληρωμῆς κατ’ ἔτος τῆς ὑπηρεσίας τοῦ
377δανείου. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θίξῃ τὰ θέματα ταῦτα
378ἡ Βουλὴ, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι παρεμβαίνει προώρως καὶ
379παρακωλύει τὴν ἐλευθερίαν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος συνέβη ν’ ἀντι-
380προσωπεύῃ τὸ Κράτος κατὰ τὰς συνεννοήσεις περὶ τοῦ
381συμβιβασμοῦ μετὰ τῶν δανειστῶν. Λέγω συνέβη νὰ ἀντι-
382προσωπεύῃ καὶ κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας ταύ-
383της τὸ Κράτος, διότι ἀμφιβάλλω ἂν τοιοῦτόν τι ἔλαβε
384χώραν εἰς ἄλλο Κράτος. Εἶναι ὄντως ἐξαιρετικὸν, καὶ
385δυστυχῶς μὴ σύμφωνον πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους,
386νὰ διεξάγῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰ περὶ συμβιβασμοῦ μετὰ
387τῶν δανειστῶν, ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅστις εἶναι ὁ εἰσηγητὴς
388τῆς πολιτικῆς, ἥτις ἔφερεν ἡμᾶς εἰς τὴν πτώχευσιν, διότι
389οὗτος εἰσήγαγε τὴν πολιτικὴν τῶν δανείων, ὡς ἂν δὲν ἦτο
390δυνατὸν εἰς αὐτὸν νὰ διοικήσῃ ἄνευ δανείων. Ἀληθῶς κατ’
391ἔτος συνωμολόγει δάνειον, καὶ κατ’ ἔτος εἶχεν ἀνάγκην
392νέων δανείων· ἵνα δὲ εὑρίσκῃ εὐκόλως κεφάλαια καὶ συνο-
393μολογῇ νέα δάνεια, εἶχεν ἀνάγκην νὰ πείθῃ τὰ κεφάλαια
394νὰ προσέλθωσιν εἰς αὐτὸν, καὶ ἵνα πείθῃ τὰ κεφάλαια, ὅτι δὲν
395τρέχουσι κίνδυνόν τινα, διατιθέμενα εἰς τὰ δάνεια ἡμῶν,
396εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ παριστᾷ τὴν ἀληθῆ κατά-
397στασιν τῶν πραγμάτων· διότι, ἐὰν παρίστα τὴν ἀληθῆ
398κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, βεβαίως τὰ
399κεφάλαια δὲν ἤθελον εἶσθαι πρόθυμα εἰς τὰ συνομολογη-
400θέντα δάνεια. Ἠναγκάζετο δὲ προσέτι, ὅπως ἀνεύρῃ καὶ
401συνομολογήσῃ τὰ δάνειά του, νὰ συνομολογῇ αὐτὰ κατὰ
402τρόπον, ὁ ὁποῖος παρεῖχε δυσανάλογα ἢ πολλάκις κρύφια
403κέρδη εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διεπραγματεύοντο τὰ δάνεια.
404Καὶ διὰ τὸν ἕνα δὲ καὶ διὰ τὸν ἄλλον τῶν λόγων τούτων
405καθίστατο ἀναρμόδιος νὰ διαχειρισθῇ τὰς συνεννοήσεις τοῦ
406συμβιβασμοῦ· ὁμολογῶ δὲ, ὅτι θεῶμαι μακρόθεν τὰ γιγνό-
407μενα, ἀλλὰ θεῶμαι αὐτὰ μετ’ ἐκπλήξεως. Πῶς συμβαίνει ὁ
408κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐξακολουθῇ ν’ ἀπολαμβάνῃ τὴν ἐμπι-
409στοσύνην ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι κατὰ τὸ Σύνταγμα τὸ
410δικαίωμα νὰ κανονίζωσι τὰ περὶ τούτου; Ἰδίως δ’ ἀπορῶ,
411πῶς συμβαίνει ν’ ἀπολαμβάνῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοι-
412νοβουλίου; Ἕκαστον τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου ἔχει
413βεβαίως πλήρη ἐλευθερίαν τῆς ψήφου του, ἀλλὰ τοῦτο δὲν
414ἀρκεῖ νὰ ἐπιβάλῃ σιγὴν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ
415δικαίωμα νὰ ἔχωσι γνώμην καὶ νὰ ἐξηγῶσι τὴν ἔκπληξίν
416των, βλέποντες ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀπειργάσατο τὴν πτώ-
417χευσιν, αὐτὸς διαπραγματεύεται καὶ τὸν συμβιβασμόν.
418Εἶναι ἀληθές, ὅτι τοιαύτην ἔδωκαν γνώμην δημοσιογραφικά
419τινα φύλλα, εἴτε ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐκδιδόμενα εἴτε καὶ ἐν
420Ἀθήναις· ἀλλὰ ταῦτά εἰσιν ἐντελῶς ἀλλότρια τῆς συνει-
421δήσεως καὶ τῶν φρονημάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἂν
422μὲν οἱ γράφοντες αὐτὰ διερμηνεύωσι τὰς ἰδίας αὑτῶν γνώ-
423μας, αἱ γνῶμαι αὐτῶν εἶναι ἀνάξιαι προσοχῆς τινος, διότι
424οὔτε τὰ βάρη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὑφίστανται, οὔτε κοι-
425νὴν ἔχουσι μετ’ αὐτοῦ τὴν τύχην· ἐὰν δὲ συμβαίνῃ νὰ μὴ
426ἑρμηνεύωσι καὶ τὰς ἰδίας αὑτῶν γνώμας, ἀλλὰ τὰς γνώ-
427μας ἄλλων, ἐχθρῶν τῆς Ἑλλάδος, ἐξίσταμαι πῶς ἦτο δυνα-
428τὸν γνῶμαι τοιούτων ἀνθρώπων νὰ εὑρίσκωσιν ὦτα διατε-
429θειμένα νὰ ἀκούωσιν αὐτὰς, πολλῷ δὲ περισσότερον καὶ νὰ
430ἐπηρεάζωσι τὴν τύχην τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων.
431Κατὰ δυστυχίαν τὰ πράγματα τοιαύτην ἔλαβον τρο-
432πὴν, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς διεπραγματεύθη μετὰ τῶν ἀπε-
433σταλμένων τῶν ἀντιπροσωπειῶν τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ
434αἱ διαπραγματεύσεις εἰς οὐδὲν κατέληξαν ἀποτέλεσμα. Ὁ
435κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεκοίνωσε προχθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι
436αἱ βάσεις τῶν διαπραγματεύσεων δὲν ἐτέθησαν ἐπὶ τῆς
437ἀληθοῦς καταστάσεως τοῦ τόπου, διότι οἱ ἀντιπρόσωποι
438τῶν ἐπιτροπειῶν, οἱ ἐλθόντες εἰς Ἀθήνας, εἶπον ὅτι δὲν
439ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ ἐξετάσωσι τὴν οἰκονομικὴν κατάστα-
440σιν τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας, διότι ἐγνώριζον καλῶς
441αὐτὴν, ἀντλήσαντες τὰς πληροφορίας των περὶ ταύτης ἐκ
442τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Λόου. Τὸν κ. Λόου δὲν μοὶ ἐδόθη ἀφορ-
443μὴ νὰ γνωρίσω προσωπικῶς, ἀνέγνων ὅμως τὰς πληροφο-
444ρίας, τὰς ὁποίας περὶ αὐτοῦ ἔδωκαν αἱ ἐφημερίδες, αἵτινες,
445ἐὰν ἦναι ἀκριβεῖς, προσδίδουσι μέγα κῦρος εἰς τὴν γνώμην
446αὐτοῦ, διότι κατ’ αὐτὰς ὁ κ. Λόου παρίσταται ὡς ἔχων
447εἰδικὴν ἱκανότητα περὶ τὸ ἐκτιμᾶν τὰ οἰκονομικὰ πράγ-
448ματα καὶ διαγινώσκειν τὴν κατάστασιν αὐτῶν. Ἀλλ’ ὁ κ.
449Λόου ἐν τῇ ἐκθέσει του παρέστησε πράγματα μὴ ἀκριβῆ,
450διότι παρέστησεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἐν οἰκονομικῇ ἀκμῇ,
451ὅτι, ἐὰν εὑρίσκηται ἐν οἰκονομικαῖς στενοχωρίαις, πάσχει
452ἀπὸ νομισματικὴν ἀνωμαλίαν, ἂν δ’ αὕτη ἀρθῇ, ἡ Ἑλλὰς
453θέλει εἶσθαι ἀκμάζουσα, εὐποροῦσα, καὶ θέλει παρασταθῆ
454ζηλευτὴ εἰς τὴν Εὐρώπην διὰ τὴν οἰκονομικὴν αὐτῆς εὐ-
455ρωστίαν. Ἀλλ’ αὐτὰς τὰς πληροφορίας ἔδιδεν ὁ κ. Πρωθυ-
456πουργὸς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Κατὰ τὸ 1892 δὲν ἐβε-
457βαίου, ὅτι πάσχομεν ἀπὸ νομισματικὴν ἀνωμαλίαν; Συνέ-
458πεσε μάλιστα τοιαύτην πληροφορίαν νὰ μεταδώσῃ εἰς τὴν
459Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡ ἐν Ἀθήναις ὑπηρεσία τῆς
460Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, βεβαιοῦσα διὰ τῶν ἐκθέσεών της, ὅτι
461μόνον ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία εἶναι ἡ αἰτία τῆς οἰκονο-
462μικῆς δυσφορίας τῆς Ἑλλάδος. Ἄγομαι λοιπὸν νὰ πιστεύ-
463σω, ὅτι καὶ ὁ κ. Λόου καὶ ἡ ὑπηρεσία τῆς Ἀγγλικῆς Πρε-
464σβείας εἶχον πορισθῆ τὰς πληροφορίας ταύτας ἀπὸ τὸν κ.
465Πρωθυπουργόν· ἑπομένως, ἐὰν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπι-
466τροπειῶν ἐστηρίχθησαν εἰς τὰς πληροφορίας ταύτας τοῦ κ.
467Λόου, δὲν ἐστηρίχθησαν ἐπὶ ἀκριβῶν πληροφοριῶν, καὶ ἡ
468βάσις, ἡ ὁποία ἐχρησίμευε κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις, ἦτο
469ἐσφαλμένη· ὅταν δὲ διαπραγματεύωνται οἱ ἄνθρωποι οἰκο-
470νομικὰς ὑποθέσεις στηριζόμενοι ἐπὶ βάσεων ἐσφαλμένων, τὰ
471ἀποτελέσματα ἀδύνατον νὰ ἀποβῶσι σύμφωνα μὲ τὴν ἀλή-
472θειαν.
473Ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοιαύτην ἐποιήσατο ἀνακοί-
474νωσιν, μοὶ ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ παραστήσω, ὅτι
475δὲν ἔπραξε καλῶς, στέρξας νὰ γένηται ἀποδεκτὴ κατὰ τὰς
476διεξαχθείσας διαπραγματεύσεις τοιαύτη βάσις.
477Οἱ ὑβρίζοντες καὶ ὀνειδίζοντες τὴν Ἑλλάδα ὡς χώραν
478κακόπιστον καὶ ἡμᾶς ὡς ἀπατεῶνας καὶ ψευδολόγους ἀδι-
479κοῦσι τὴν χώραν, οὐδ’ ἐσμὲν ἄξιοι τοιαύτης τύχης. Ἡ
480χώρα κατ’ οὐδὲν ἔπταισεν, ἐξ ἐναντίας ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἐκ
481τῶν ὀλίγων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα, ἵνα ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ὑπο-
482χρεώσεις αὑτῶν, ὑπεβλήθησαν εἰς βάρη ἀληθῶς δυσβά-
483στακτα· ἀρκεῖ ν’ ἀναμνησθῆτε, ὅτι ἀπὸ 40 ἑκατομμυρίων,
484τὰ ὁποῖα ἐπλήρονεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πρὸ δέκα πέντε ἐτῶν,
485πληρόνει σήμερον ἑκατὸν ἑκατομμύρια, διὰ νὰ ἐννοήσητε
486τὸ μέγεθος τῶν θυσιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθη, ὅπως
487ἐκπληρώσῃ ἐντίμως τὰς ὑποχρεώσεις του. Νομίζω μάλιστα,
488ὅτι ἓν μέρος τῶν ὕβρεων, τὰς ὁποίας ἐκτοξεύουσι κατὰ τῆς
489χώρας οἱ δανεισταὶ τοῦ Κράτους, δύναται ν’ ἀντιστραφῇ
490πρὸς τοὺς ὑβρίζοντας, διότι οἱ δανεισταὶ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι
491μᾶς ὑβρίζουσιν, ἐγνώριζον ὅτι συνηλλάγησαν μὲ Κράτος συν-
492ταγματικὸν, ἐν τῷ ὁποίῳ λειτουργεῖ τὸ κοινοβουλευτικὸν
493πολίτευμα, πάντα δὲ διεξάγονται ἐν πάσῃ δημοσιότητι καὶ
494οὐδὲν μένει κρυπτόν· ἑπομένως, ὅταν παρεῖχεν ἡ Κυβέρνησις
495τῆς Ἑλλάδος αὐτοῖς τὰς περὶ οἰκονομικῆς εὐεξίας τοῦ Κρά-
496τους καὶ εὐπορίας τῆς χώρας ψευδεῖς πληροφορίας, καὶ ἔδιδε
497τὴν βεβαιότητα, ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος ἤθελεν ἀπειλήσει τὰ
498εἰς δάνεια τοῦ Κράτους διατιθέμενα κεφάλαια, κακῶς ἔπρα-
499ξαν νὰ κλείσωσι τὰ ὦτα αὐτῶν εἰς τοὺς λόγους τῆς
500Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις ἐπὶ δώδεκα συνεχῆ ἔτη οὐδέποτε
501παρέλειπε νὰ παριστᾷ καὶ ἐνταῦθα, ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ διὰ
502τοῦ τύπου, διαῤῥηγνύουσα τὰ ἱμάτιά της καὶ καταγγέλ-
503λουσα ὡς ψευδεῖς τὰς πληροφορίας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ
504φωνάζουσα ὅτι ἀγόμεθα εἰς πτώχευσιν, ὅτι εἴμεθα διαρκῶς
505ἐν ἐλλείμμασιν, ὅτι τὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου διαλαλούμενα
506ἰσοζύγια ἦσαν ψευδῆ, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ
507Κράτους ἔβαινεν ἐπὶ τὰ χείρω, καὶ ὅτι ἐκινδυνεύομεν νὰ
508ἴδωμεν καὶ τὴν παραγωγὴν ἀποκάμνουσαν καὶ τὴν κατα-
509νάλωσιν ἐξασθενήσασαν. Ἐὰν δὲ ἔτεινον τὸ οὖς αὐτῶν εἰς
510τὰς φωνὰς ταύτας, καὶ δὲν ἐπίστευον τὴν ἐξωνημένην δη-
511μοσιογραφίαν, οὐ μόνον τὴν ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ τὴν τῆς
512ἀλλοδαπῆς, ἥτις μετέδιδε τὰ σχέδια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
513βεβαίως ἤθελον ἀποφύγει τὰς ζημίας, εἰς τὰς ὁποίας ὑπέ-
514πεσαν. Καὶ νῦν, ἀφοῦ ἐπῆλθεν ἡ πτώχευσις, τὴν ὁποίαν
515πρὸ πολλοῦ χρόνου προηγγέλλομεν, ἡ Ἑλλὰς ὑπὸ τῶν αὐτῶν
516τιμίων καὶ εὐγενῶν αἰσθημάτων ἐμφορεῖται, καὶ εἶναι πρό-
517θυμος νὰ δώσῃ ἀποδείξεις τῆς καλῆς πίστεως αὑτῆς, τῆς
518συνειδήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει, τῆς ἰδίας αὑτῆς τιμῆς, ὅπως
519διαψεύσῃ τοὺς ὀνειδισμοὺς καὶ τὰς ὕβρεις, αἱ ὁποῖαι ἐκτο-
520ξεύονται κατ’ αὐτῆς.
521Δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εἴπω σήμερον, ἂν οἱ
522ἄνθρωποι οὗτοι, οἱ κάτοχοι τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων,
523ἔχωσιν ἄλλας ἀφορμὰς ν’ ἀγανακτῶσιν· ἀλλὰ τὴν ἀγανά-
524κτησιν αὐτῶν ἔπρεπε νὰ στρέψωσιν οὐχὶ κατὰ τοῦ Ἑλληνι-
525κοῦ ἔθνους, ἀλλὰ κατ’ ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὰς διαβεβαιώ-
526σεις ἐπίστευσαν, ὅτε ἔδιδον τὰ κεφάλαιά των εἰς τὰ δάνεια
527τοῦ Κράτους.
528Εἶπον, ὅτι ἔκρινα ὡς δυστύχημα νὰ ἀνατεθῇ ἡ διαχείρι-
529σις τῶν πρὸς συμβιβασμὸν διαπραγματεύσεων εἰς τὸν προϊ-
530στάμενον τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργείου, διότι τὸ συμβεβηκὸς
531τοῦτο συντελεῖ ἴσως νὰ κλονίζῃ ἐπὶ μᾶλλον τὴν ἐπὶ τὴν Κυ-
532βέρνησιν τῆς Ἑλλάδος πεποίθησιν τῶν ὁμολογιούχων. Ἐνθυ-
533μοῦμαι, ὅτι κατὰ τὸ 1885 τραπεζίτης ἐν Ἀθήναις, κατέχων
534ἐπιφανῆ θέσιν ἐν τῷ παρ’ ἡμῖν τραπεζιτικῷ κόσμῳ, μοὶ ἔλε-
535γεν ἐπερωτῶν, πῶς ἠμπορεῖ νὰ πιστεύωσιν οἱ τραπεζῖται τὴν
536Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ τὰς συμφωνίας, τὰς ὁποίας
537εἶχον ἀποδεχθῇ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν συνομο-
538λόγησιν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, παρέβη ἡ
539Κυβέρνησις· μοὶ παρίστα δὲ ὁ ἀξιότιμος οὗτος κύριος, ὅτι
540ἐζημιοῦτο ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος διὰ τῆς ἀθετήσεως τῶν
541εἰρημένων συμφωνιῶν. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ συμβεβηκὸς, ὅπερ
542ἔλαβε τότε χώραν, προϊόντος τοῦ χρόνου ἐγένετο κανὼν
543κατὰ πάσας τὰς δανειστικὰς σχέσεις τοῦ ἡμετέρου Πρωθυ-
544πουργοῦ· ποία δὲ δὲν ἠθετήθη ὑπ’ αὐτοῦ ἡ συμφωνία ἢ
545ὑποχρέωσις; Νὰ ἀναμνήσω ὑμῖν τὴν διαχείρισιν τοῦ δα-
546νείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων; Εἶχε συνομολογηθῆ τὸ δά-
547νειον τοῦτο διὰ νὰ ἐξοφληθῶσι δι’ αὐτοῦ χρέη τοῦ Κρά-
548τους, ἀλλ’ ὅμως ἐκ τῶν χρημάτων αὐτοῦ ἐπληρώθησαν καὶ
549τόκοι, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τῶν τακτικῶν
550ἐσόδων τοῦ Κράτους. Νὰ ἀναμνησθῶμεν τὸ δάνειον τῶν
55110,200,000 φράγκων εἰς χρυσὸν τοῦ 1887, τὸ συνομολο-
552γηθὲν πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας
553τοῦ 1887; Νὰ ἐνθυμηθῶμεν τὴν ὑπόθεσιν τῆς καταβολῆς
554εἰς τὴν Τράπεζαν τῶν ἑκατομμυρίων τῶν τραπεζικῶν
555γραμματίων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰς περὶ τοῦ δανείου τούτου
556συμφωνίας ἔπρεπε νὰ καταθέσῃ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων
557τοῦ Κράτους ὁ Πρωθυπουργὸς, καὶ δὲν κατέθηκεν εἰμὴ
558μετὰ παρέλευσιν χρόνου καὶ διὰ πολυποικίλων συνδυασμῶν,
559διότι δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑπο-
560χρεώσεις, ἃς εἶχεν ἀναλάβει; Νὰ ἐνθυμηθῶμεν τὸ δάνειον
561τοῦ σιδηροδρόμου τῆς Λαρίσης; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἴσως
562ἐπαναλάβῃ καὶ σήμερον τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν δι’
563ὑπαινιγμῶν ἀπηύθυνε προχθὲς, κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ
564προϋπολογισμοῦ, καθ’ ἡμῶν. Ἴσως εἴπῃ καὶ σήμερον πρός
565με, ὅτι καὶ ἐγὼ διέθεσα τὰ χρήματα τοῦ δανείου τοῦ σι-
566δηροδρόμου Λαρίσης εἰς ἄλλας ἀνάγκας. Ἀληθῶς ἠναγκά-
567σθημεν νὰ ἐκποιήσωμεν ὁμολογίας τοῦ εἰρημένου δανείου
568Λαρίσης ἀξίας 12,900,000 φράγκων, διὰ νὰ ἐξοφλήσω-
569μεν ἔντοκον γραμμάτιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐκδώσει πρὸ ἑνὸς
570ἔτους ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅπως δι’ αὐτοῦ ἀποσβέσῃ τὸ
571δάνειον τῶν 1824 καὶ 1825. Κατὰ τὴν 20 Ὀκτωβρίου τοῦ
5721890 ἀνελάβομεν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ κατὰ τὴν 9 Δεκεμ-
573βρίου ὠφείλομεν νὰ ἐξοφλήσωμεν τὸ γραμμάτιον τοῦτο, ἤτοι
574νὰ πληρώσωμεν 15 καὶ πλέον ἑκατομμύρια χρυσῶν φράγκων.
575Ἔπρεπε ν’ ἀφήσωμεν ἔκθετον τὴν τιμὴν τοῦ Κράτους καὶ
576νὰ κηρύξωμεν αὐτὸ εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως; Ἐν τοῖς
577ταμείοις τοῦ Κράτους δὲν ὑπῆρχον χρήματα, διότι εἶχεν
578ἀφήσει αὐτὰ κενὰ ὁ πρὸ τεσσαράκοντα ἡμερῶν καταβὰς
579τότε τῆς ἀρχῆς Πρωθυπουργός. Ποῦ ἀλλαχοῦ νὰ εὕρωμεν
580χρήματα; Ποῖον ἄλλον εἴχομεν πόρον; Διὰ νὰ διασώσωμεν
581τὴν οἰκονομικὴν τιμὴν τοῦ Κράτους, ἐλάβομεν τὰς ὁμολογίας
582τοῦ δανείου τούτου προσωρινῶς καὶ ἐξεποιήσαμεν, καὶ ἀπετί-
583σαμεν τὸ εἰρημένον ἀπαιτητὸν χρέος, ἀλλ’ ἐφροντίσαμεν νὰ
584δαπανήσωμεν κατόπιν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων ἴσον ποσὸν
585πρὸς τὴν ὀνοματικὴν ἀξίαν τῶν ἐκποιηθεισῶν ὁμολογιῶν εἰς
586τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης, διὰ τὴν ὁποίαν
587ἔπρεπε νὰ δαπανηθῇ τὸ προϊὸν τῶν ἐκποιηθεισῶν ὁμολο-
588γιῶν, ὥστε δὲν διεθέσαμεν εἰς ἄλλην ἀνάγκην τὸ κεφά-
589λαιον τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης, ἀλλ’ ἀπεδώ-
590καμεν τὰ διατεθέντα προσωρινῶς εἰς ἄλλην ἀνάγκην κεφά-
591λαια αὐτοῦ.
592Ἀφοῦ λοιπὸν τοσάκις ἠθετήθησαν αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ
593Κράτους ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἑπόμενον ἦτο νὰ κλονι-
594σθῇ ἡ πίστις τῶν ὁμολογιούχων, ὅταν δ’ αὐτοὶ ἐκλήθησαν
595πρὸ μικροῦ νὰ ἔλθωσιν εἰς διαπραγματεύσεις μετ’ αὐτοῦ
596τούτου τοῦ προϊσταμένου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις εἶχεν ἐγ-
597καλεσθῆ πολλάκις ὡς ἀθετήσας τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς διὰ
598συμφωνιῶν εἶχεν ἀναλάβει, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἴσως ἐπεί-
599σθησαν ὅτι ὀρθῶς ἐνεκαλεῖτο ἐπὶ παραβάσει τῶν ὑποσχέ-
600σεων, τὰς ὁποίας εἶχε δώσει εἰς αὐτοὺς, καὶ τῶν συμφωνιῶν,
601τὰς ὁποίας εἶχε συνομολογήσει μετ’ αὐτῶν, βεβαίως δὲν πα-
602ρεσκευάζετο ἀρίστη ἡ θέσις τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλά-
603δος, διότι ὁ ἀντιπροσωπεύων τὰ συμφέροντα ταῦτα δὲν
604ἦτο δυνατὸν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις νὰ ἐμπνέῃ πί-
605στιν εἰς ἐκείνους, μετὰ τῶν ὁποίων συνεννοεῖτο, ἐνῷ ἡμεῖς
606ἔχομεν καὶ συμφέρον καὶ καθῆκον νὰ καταστήσωμεν κατα-
607φανῆ τὴν καλὴν πίστιν τῆς χώρας, καὶ νὰ πείσωμεν ἐκεί-
608νους, οἵτινες κατέχουσι τὰ ἑλληνικὰ χρεώγραφα, ὅτι ἡ
609τύχη τῆς χώρας καὶ ἡ πρόοδος αὐτῆς συνδέεται μετὰ τοῦ
610συμφέροντος αὐτῶν τούτων τῶν δανειστῶν καὶ ὅτι ἑπομέ-
611νως καὶ αὐτοὶ ἔχουσι συμφέρον νὰ συντρέξωσι Κράτος, τὸ
612ὁποῖον, ἀναξίως παθὸν, περιῆλθεν εἰς τὴν δυστυχῆ θέσιν νὰ
613κηρυχθῇ ἐν καταστάσει πτωχεύσεως.
614Εἶπον ὅτι ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθησαν αἱ δια-
615πραγματεύσεις, αἱ γενόμεναι ἐν Ἀθήναις, ἦτο βάσις ψευ-
616δὴς, διότι δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ἡμεῖς ἐπτωχεύσαμεν μόνον
617ἕνεκα τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ νομίσματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐν
618χρήσει ἐν τῷ Κράτει, τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ
619γραμματίου, ἀλλ’ ἐπτωχεύσαμεν οὐ μόνον ἕνεκα τούτου,
620ἀλλὰ καὶ διότι τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους δὲν ἐπήρ-
621κουν εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα αὐτοῦ, δὲν ἦτο δ’ ἀφ’ ἑτέρου
622πλέον δυνατὸν νὰ ἐκμυζήσῃ τις οὔτε ἀπὸ τὴν παραγωγὴν
623οὔτε ἀπὸ τὴν κατανάλωσιν κεφάλαιον διὰ νέων φόρων, εἴτε
624δι’ αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόντων φόρων, ὅπως αὐξήσῃ τὰ ἔσοδα
625καὶ καταστήσῃ αὐτὰ ἐπαρκῆ εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους.
626Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρίζεται, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι τὸ
627δημόσιον ταμεῖον δὲν ἦτο ἐν ἰσοζυγίῳ· ἡμεῖς ἐν τούτοις
628διατεινόμεθα τὸ ἐναντίον. Τίς λέγει τὴν ἀλήθειαν; Πρέ-
629πει ν’ ἀποδείξωμεν τοὺς ἰσχυρισμοὺς ἡμῶν· ἐγὼ δὲ προβαίνω
630προθύμως νὰ πράξω τοῦτο, ἀποδεικνύων ὅτι οὔτε κατὰ τὸ
6311887, οὔτε κατὰ τὸ 1888, οὔτε κατὰ τὸ 1889, οὔτε κατὰ
632τὸ 1890, οὔτε κατὰ τὸ 1892 ἢ κατὰ τὸ 1893 τὸ δημό-
633σιον ταμεῖον ἐπήρκεσε διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων εἰς τὰ
634τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, οὔτε ἤθελεν ἐπαρκέσει, καὶ ἂν
635δὲν ὑπῆρχεν ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία, καὶ ἂν τὸ τραπε-
636ζικὸν γραμμάτιον ἐτιμᾶτο ἐν τῇ ἀγορᾷ εἰς τὸ ἄρτιον
637τῆς τιμῆς αὐτοῦ.
638Γνωρίζω, ὅτι δὲν ἀκούει τις εὐχαρίστως ἀριθμοὺς, ἀλλὰ
639παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ παρατείνητε τὴν ἀνοχήν σας, ἀκούον-
640τες καὶ τὸ μέρος τοῦτο, ἵνα πεισθῆτε περὶ τῆς ἀληθείας
641τῶν λόγων μου.
642Κατὰ τὸ 1887 τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, τά τε τακτικὰ
643καὶ τὰ ἔκτακτα, ἀνέβησαν κατὰ τὸν δημοσιευθέντα ἀπο-
644λογισμὸν εἰς δραχ. 176,210,226 καὶ 19, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς
645107,128,253 καὶ 96, ὥστε ὑπῆρξε περίσσευμα 69,081,972
646καὶ 23. Ἀπέναντι ὅμως τοῦ περισσεύματος τούτου ἐπεβα-
647ρύνθη τὸ Κράτος διὰ δανείων δρ. 93,360,420 καὶ 81; ὥστε
648τὸ περίσσευμα εἶναι φαινόμενον, διότι ἐδανείσθημεν 93,360,
649420 καὶ 81, ἐὰν δ’ ὑπῆρξε περίσσευμα 69,081,972.23, ἀφοῦ
650ἐδανείσθημεν 93,360,420.81, τὸ περίσσευμα μεταβάλ-
651λεται εἰς ἔλλειμμα 24,278,448.58. Ἐὰν ἐκ τοῦ ποσοῦ
652τῶν ἐξόδων, τῶν 107,128,253 καὶ 96, ἀφαιρεθῶσι τὰ
653πρὸς ἀπόσβεσιν χρεῶν πληρωθέντα κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν
65416,336,189 καὶ 11, ὑπολείπονται ἔξοδα τακτικὰ 90,792,
655064.85. Ἐὰν ἀφαιρεθῶσι τὰ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν πλη-
656ρωθέντα εἰς συναλλαγματικὴν διαφοράν, ἤτοι 969,887.76,
657ὑπολείπονται 89,822,177.09· ἐπειδὴ δὲ τὰ τακτικὰ ἔσοδα
658ἦσαν 82,849,805.38, ἕπεται ὅτι κατὰ τὸ 1887 ὑπῆρξεν
659ἔλλειμμα 6,972,371.71, τὸ ἔλλειμμα δὲ τοῦτο ἤθελεν
660ὑπάρχει, καὶ ἐὰν δὲν ἐπληρόνομεν συναλλαγματικὴν διαφο-
661ρὰν, καὶ ἐὰν τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ἐτιμᾶτο εἰς τὸ
662ἄρτιον.
663Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο τὸ ἔλλειμμα, διότι μεταξὺ
664τῶν 16,336,189, τῶν σημειωθέντων ἐν τῷ ἀπολογισμῷ
665ὡς πληρωθέντων πρὸς ἀπόσβεσιν χρεῶν, περιελήφθησαν οὐ
666μόνον πληρωθέντα πρὸς ἀπόσβεσιν χρεῶν, ἀλλὰ καὶ πλη-
667ρωθέντα πρὸς πληρωμὴν τόκων, ἐνῷ οἱ τόκοι ἔπρεπε νὰ
668πληρωθῶσιν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, καὶ
669οὐχὶ ἐκ δανείων, διότι ἡ πληρωμὴ τῶν τόκων δὲν εἶναι ἀπό-
670σβεσις κεφαλαίου, ἀλλὰ τακτικὸν ἔξοδον τοῦ προϋπολογι-
671σμοῦ. Ταῦτα δ’ ἀνέρχονται, κατὰ τὴν λεπτομερῆ σημείω-
672σιν, τὴν ὁποίαν ἔχω, εἰς 3,553,334.30. Πρέπει λοιπὸν νὰ
673προστεθῶσιν εἰς τὸ ἔλλειμμα τῶν 6,972,391.71 καὶ τὰ
6743,553,334.30, τὰ ὁποῖα δολίως καὶ παρανόμως περιελή-
675φθησαν ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ὡς πληρωθέντα πρὸς ἀπόσβεσιν
676χρεῶν. Ἀλλὰ εἰς ταῦτα πρέπει νὰ προστεθῶσι προσέτι καὶ
677οἱ τόκοι τοῦ δανείου τῶν 10,200,000 φράγκων, εἰς χρυ-
678σὸν, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1887,
679πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων τῆς βʹ ἑξαμηνίας τοῦ ἔτους ἐκεί-
680νου, διότι οὗτοι συνεφωνήθη νὰ προπληρωθῶσιν, ἀλλ’ ἀντὶ
681νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ ταμείου, προσε-
682τέθησαν εἰς τὸ κεφάλαιον, ἑπομένως ἐπεβάρυνον τὸ κεφά-
683λαιον τοῦ δανείου, ἐξωφλήθησαν δὲ κατόπιν, μετὰ τοῦ κε-
684φαλαίου τοῦ εἰρημένου δανείου τῶν 10,200,000 φράγκων,
685ἐκ τοῦ ἑτέρου δανείου τῶν 30 ἑκατομμυρίων φράγκων, τὸ
686ὁποῖον συνωμολογήθη κατόπιν. Καὶ οἱ τόκοι οὗτοι ἀνέρ-
687χονται εἰς 648,720 φράγκα. Οὕτω δὲ τὸ πραγματικὸν ἔλ-
688λειμμα τοῦ 1887 ἀνῆλθε διὰ τούτων εἰς 11,174,426.01.
689Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, εἶναι προσέτι
690καὶ 3,236,000, τὰ ὁποῖα, ἐνῷ ἐπληρώθησαν κατὰ τὸ 1887
691διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν στρατώνων Λαρίσης καὶ ἔπρεπε
692νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τοῖς λογαριασμοῖς τοῦ ἔτους 1887, ἀνε-
693γράφησαν παρανόμως ἐν τοῖς λογαριασμοῖς τοῦ 1886, ἵνα
694ἐπιβαρυνθῇ δι’ αὐτῶν ἡ διαχείρισις τοῦ 1886, τὴν ὁποίαν
695καταλογίζουσιν εἰς βάρος ἐμοῦ, ἐλαφρυνθῇ δὲ ἡ διαχείρισις
696τοῦ 1887, ἥτις ἐγένετο ὑπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ νῦν Πρωθυ-
697πουργοῦ. Οὕτω δὲ, καὶ ἂν τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ἤθελε
698τιμᾶσθαι εἰς τὸ ἄρτιον, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχε νομισματική τις
699ἀνωμαλία, ἤθελεν ὑπάρχει ὅμως ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ
7001887, καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἤθελεν ἀνέρχεσθαι εἰς
70114,420,726.01.
702Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ὁμολογήσει, ὅτε εἰσήγαγε τὸν
703προϋπολογισμὸν τοῦ 1888, ὅτι κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ
7041887 εἶχε κατορθώσει νὰ ἐλαττώσῃ τὰ ἔξοδα, διότι εἶχεν
705ἀποφύγει τὴν ἀνάγκην νὰ πληρώσῃ 5,079,000, χρησιμο-
706ποιήσας τὸν χρυσὸν τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων εἰς
707πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων, ἀποφυγὼν δ’ οὕτω
708τὴν ἀνάγκην ν’ ἀγοράσῃ συνάλλαγμα καὶ χρυσόν. Τὸ πο-
709σὸν αὐτὸ δὲν περιέλαβον εἰς τὰ 14,410,426.01, διότι ἡ
710δαπάνη, ἣν εἶπεν ὅτι ἀπέφυγεν, ἀνάγεται εἰς τὰ τῆς νομι-
711σματικῆς διαφορᾶς, περὶ ἧς δὲν πρόκειται, ἀφοῦ ἐξετάζεται
712νῦν ποῖα ἤθελον εἶσθαι τ’ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ
7131887, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε νομισματική τις ἀνωμαλία καὶ δὲν
714ὑπεκείμεθα εἰς πληρωμὴν συναλλαγματικῆς διαφορᾶς. Ἑπο-
715μένως τὸ 1887 οὐ μόνον δὲν κατέληξεν εἰς ἰσοζύγιον, ἀλλ’
716οὐδ’ ἤθελε καταλήξει εἰς ἰσοζύγιον, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ νο-
717μισματικὴ διαφορά, ἐὰν τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ἐτιμᾶτο
718εἰς τὸ ἄρτιον καὶ δὲν ὑπεχρεούμεθα εἰς δαπάνας πρὸς μετα-
719βολὴν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου εἰς χρυσόν.
720Τὸ 1888, κατὰ τὸν ἀπολογισμόν, εἰσεπράχθησαν ἔσοδα
72193,671,217.09, ἐπληρώθησαν δὲ ἔξοδα 108,050,858 καὶ
72271, ἑπομένως ὑπῆρχεν ἔλλειμμα 14,379,611.62. Ἐκ τῶν
72393,671,217.09, τῶν ὡς εἴρηται ἐσόδων, πρέπει ν’ ἀφαιρε-
724θῶσι 4,119,822.15, εἰσπραχθέντα ἐκ δανείων, ἤτοι ἐκ
725τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ἐκ τοῦ δανείου τοῦ πα-
726τριωτικοῦ καὶ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 15 ἑκατομμυρίων· ἑπομέ-
727νως τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἦσαν 89,551,394.94.
728Ἐπειδὴ δὲ τὰ ἔξοδα ἀνῆλθον εἰς 108,050,858 καὶ 71,
729τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα ἀνήρχετο εἰς 18,499,463.77.
730Κατὰ τὸν ἀπολογισμόν, ἐπληρώθησαν εἰς ἔξοδα ὑπηρεσίας
731δανείων καὶ περιελήφθησαν μετὰ τῶν ἐν αὐτῷ ἀναγε-
732γραμμένων ἐξόδων, ἤτοι εἰς ἔξοδα συναλλαγματικῆς δια-
733φορᾶς, 5,366,747.41· ἀλλ’ εἶχεν εἰσπράξει τὸ δημόσιον
734ταμεῖον ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων χρυσόν, τὸν
735ὁποῖον μετεχειρίσθη εἰς πληρωμὴν μέρους τῶν τόκων. Ἐὰν
736δὲν εἰσέπραττε τὸν χρυσὸν αὐτὸν καὶ ἐπλήρονε καὶ τὸ ὑπό-
737λοιπον τῶν τόκων διὰ συναλλάγματος, τὸ ὁποῖον ἤθελεν
738ἀγοράσει, ἤθελε πληρώσει διὰ συναλλαγματικὴν διαφορὰν
739οὐχὶ 5,366,747.41 μόνον, ἀλλὰ 7,659,774.20, διότι ἤθε-
740λεν ἀγοράσει τὸ ὑπόλοιπον τοῦ συναλλάγματος πρὸς 125
741λεπτὰ τὸ φράγκον, ὅσον τότε ἐτιμᾶτο ἐν τῇ ἀγορᾷ. Ἑπο-
742μένως ἐκ τοῦ ἐλλείμματος τῶν 18,499,963.77 δέον ν’ ἀφαι-
743ρεθῶσιν 7,659,774.20, τὰ ὁποῖα ἀπέφυγε νὰ πληρώσῃ,
744ποιησάμενον χρῆσιν τοῦ χρυσοῦ τοῦ δανείου, ὡς εἴρηται, καὶ
745μὴ ἀγοράσαν διὰ τὸ εἰρημένον ὑπόλοιπον συνάλλαγμα,
746τὸ δ’ ἔλλειμμα ἤθελε συνίστασθαι κατὰ τὸ 1888 εἰς
74710,839,689.57.
748Τὸ 1889 εἰσέπραξε τὸ δημόσιον ταμεῖον 183,031,964.09,
749ἐδαπάνησεν 168,739,262.39, ὑπελείφθη δὲ περίσσευμα
75014,292,701.70. Ἐκ τῶν ἐσόδων ὅμως, ἤτοι ἐκ τῶν
751183,031,964.09, πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσιν 99,300,373, τὰ
752ὁποῖα προῆλθον ἐκ δανείων, ἑπομένως τὰ τακτικὰ ἔσοδα
753τοῦ 1889 ἀνῆλθον μόνον εἰς 83,731,591.09, καὶ τὸ ἔλ-
754λειμμα ἀνῆλθεν εἰς 85,007,671.09. Ἐν τῷ προϋπολογι-
755σμῷ εἶχεν ἀναγραφῆ πίστωσις διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δα-
756νείων, ἤτοι πρὸς πληρωμὴν τῆς συναλλαγματικῆς διαφο-
757ρᾶς, 6,775,533, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν δὲν ἐπληρώθησαν, εἰμὴ
758μόνον 284,755.76, διότι οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεωλύσια ἐπλη-
759ρώθησαν διὰ τοῦ χρυσοῦ, τὸν ὁποῖον εἶχεν εἰσπράξει τὸ
760ταμεῖον ἐκ τῶν δανείων· οὕτω δὲ πρέπει νὰ προστεθῶσι τὰ
761ποσά, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπληρώθησαν κατὰ τὸν ἀπολογισμόν,
762εἶχον ὅμως ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ ἤθελον
763πληρωθῆ πρὸς ἀγορὰν συναλλάγματος, ἐὰν δὲν εἴχομεν
764τὸν χρυσὸν τῶν δανείων, τὸ ποσὸν δ’ αὐτῶν ἀνέρχεται
765εἰς 7,580,683.97, ὑπολογισθέντος τοῦ φράγκου πρὸς λε-
766πτὰ 122 μέχρις 126, ὅσον τότε ἐτιμᾶτο. Ἀφαιρουμένων
767δ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν ἀναγραφέντων ἐν τῷ ἀπολογι-
768σμῷ ὡς δαπανηθέντων 284,755.76, ὑπολείπονται 6,490,
769777.24, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὅτι ἤθελον πλη-
770ρωθῆ δι’ ἀγορὰν συναλλάγματος. Διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ κατὰ
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
771τὸ 1889 ἐδαπανήθησαν εἰς ἔκτακτα ἔξοδα 79,711,779.88
772ἤτοι εἰς κατασκευὴν σιδηροδρόμων 10,225,643.14
773εἰς κατασκευὴν τῶν θωρηκτῶν 3,136,838.53
774εἰς ἀποσβέσεις χρεῶν 66,349,298.21
775Τὸ ὅλον 79,711,779.88
776ἀφαιρουμένου τοῦ ποσοῦ τούτου ἀπὸ τὸ
777κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν ποσὸν τῶν ἐξόδων 168,739,262.39
778ὑπολείπονται τακτικὰ ἔξοδα 89,027,482.51
779ἀφοῦ δὲ τὰ ἔσοδα ἦσαν 83,731,591.09, ἕπεται ὅτι καὶ
780κατὰ τὸ 1889 ὑπῆρξεν ἔλλειμμα 5,295,891.42.
781Τὸ 1890 τὰ ἔξοδα ἀνῆλθον εἰς 141,465,393.86, τὰ
782δὲ τακτικὰ ἔσοδα εἰς 79,931,795.22, καὶ ἑπομένως ἔλ-
783λειμμα 61,533,598.64. Τὸ πληρωτέον ποσὸν τῶν τόκων
784καὶ χρεωλυσίων ἀνήρχετο κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν εἰς
78534,173,548, τοῦ χρυσοῦ δ’ ἡ τιμὴ ἐκυμαίνετο μεταξὺ τῶν
786122 καὶ ¾ καὶ 127 λεπτῶν. Ἐὰν ἠγοράζετο ὁ χρυ-
787σὸς εἰς τὴν ἀνωτάτην τιμὴν, τῶν 127 λεπτῶν, ἤθελον πλη-
788ρωθῆ δραχ. 9,228,857.96, καὶ τὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν
789δανείων πληρωτέον ποσὸν ἤθελεν ἀναβιβασθῆ ἀπὸ 34,173,
790548 εἰς 43,399,405.96· ἀφαιρουμένου ἑπομένως καὶ τοῦ
791δι’ ἀγορὰν συναλλάγματος πληρωτέου, ὡς εἴρηται, ποσοῦ
792τῶν 9,225,857.96, τὸ ἔλλειμμα τῶν 61,533,598.64 ἤθελε
793περιορισθῆ εἰς 52,307,740.68. Ἐπειδὴ δ’ ἐπληρώθησαν
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
794εἰς ἔκτακτα ἔξοδα κατασκευῆς σιδηροδρόμων καὶ ἄλλων
795οἰκοδομῶν 20,854,808.72
796εἰς κατασκευὴν τῶν θωρηκτῶν 4,597,845.95
797καὶ εἰς ἀποσβέσεις χρεῶν 15,531,314.50
798Τὸ ὅλον 40,983,969.17
799ἀφαιρουμένου τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων ἀπὸ
800τὸ ἀνωτέρω ἀναγραφὲν ὡς ἔλλειμμα τῶν 52,307,718.68,
801ὑπολείπεται μεταξὺ τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ τῶν τακτι-
802κῶν ἐξόδων ἔλλειμμα δραχ. 11,323,771.51.
803Τὸ 1891 ἐπληρώθησαν ἔξοδα κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν
804122,836,385.82, εἰσεπράχθησαν δὲ τακτικὰ καὶ ἔκτακτα
805ἔσοδα 106,396,075.51, καὶ ἑπομένως ὑπῆρξεν ἔλλειμμα
80616,440,310.31. Ἐὰν ἐκ τῶν ἐσόδων ἀφαιρεθῶσι τὰ ἐκ
807δανείων εἰσπραχθέντα, ἤτοι τὰ ἔκτακτα, δηλαδὴ 3,174,203
808ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, καὶ 12,900,000 ἐκ
809τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης, τὸ ὅλον 16,074,203,
810ὑπολείπονται ὡς τακτικὰ ἔσοδα 90,321,872.51. Ἂν ἐκ
811τῶν ἐξόδων 122,836,385.82 ἀφαιρεθῶσι τὰ ἔκτακτα,
812ἤτοι 25,151,801.95, ὑπολείπονται ὡς τακτικὰ ἔξοδα
81397,684,583.87· ἂν δὲ ἀφαιρεθῶσι καὶ ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τού-
814του τῶν τακτικῶν ἐξόδων 97,684,583.87 τὰ κατὰ τὸν
815ἀπολογισμὸν πληρωθέντα διὰ συναλλαγματικὴν διαφορὰν
8166,977,246.68, ὑπολείπονται ὡς τακτικὰ ἔξοδα, ἄνευ πλη-
817ρωμῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, δραχ. 90,707,337.19,
818ἑπομένως καὶ κατὰ τὸ 1891 ἔλλειμμα δραχ. 385,464.68,
819ἀφοῦ τὰ τακτικὰ ἔσοδα εἶχον ἀνέλθει εἰς 90,321,872.51.
820Οὕτως ἐξελέγχεται μὴ ἀκριβὴς ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Πρω-
821θυπουργοῦ, τὸν ὁποῖον μετέδωκεν εἰς τὸν κ. Λόου καὶ εἰς
822τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας καὶ ὁ ὁποῖος διὰ
823τῶν δημοσιευθεισῶν ἤδη ἐκθέσεων αὐτῶν μετεδόθη εἰς τὴν
824Εὐρώπην, ὅτι τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους
825ταράσσει μόνη ἡ συναλλαγματικὴ διαφορά· διότι ἔλεγον,
826ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἐκ τοῦ συναλλάγματος τοιαύτη ἀνω-
827μαλία, καὶ ἐὰν τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ἐτιμᾶτο εἰς τὸ
828ἄρτιον, τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους θὰ ἐπήρκουν εἰς τὰ
829τακτικὰ ἔξοδα αὐτοῦ.
830Τὰ οἰκονομικὰ ζητήματά εἰσιν ἀδυσώπητα, ὅσον δὲ καὶ
831ἂν προσπαθήσῃ τις νὰ τὰ περιπλέξῃ ἢ νὰ τὰ ἐκβιάσῃ, διὰ
832νὰ ἐπιτύχῃ λύσιν οἵαν αὐτὸς θέλει, εἶναι ἀδύνατον νὰ κα-
833τορθώσῃ τοῦτο· θέλει ἐπέλθει ἡ μοιραία ἔκβασις αὐτῶν,
834αὕτη δὲ δυστυχῶς ἐπῆλθε καὶ ἐφ’ ἡμᾶς, καὶ εἰς ταύτην
835ὑπεκύψαμεν.
836Ἐγὼ, Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι, ἐὰν δὲν θαυμάζω, ἐπαινῶ
837ὅμως τὸ πάθος τῆς φιλοδοξίας, διότι ἀληθῶς πάθος εἶναι
838ἡ φιλοδοξία, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει οἱ καταληφθέντες ὑπὸ
839τοῦ πάθους τούτου τυγχάνουσιν ὑποδεέστεροι τῆς ἀξιώ-
840σεως, τὴν ὁποίαν καταδηλοῦσι, καὶ τότε οὐδεμία ἀπειλεῖ
841τὴν χώραν ζημία, οὐδεμία ἐπέρχεται εἰς τὰ συμφέροντα
842τοῦ Κράτους βλάβη· βλάβη ἐπέρχεται μόνον εἰς αὐτοὺς,
843οἵτινες ἔχουσιν ἀξιώσεις ὑπερτέρας τῆς χρησιμότητος αὐ-
844τῶν. Τὴν φιλοδοξίαν ὅμως χαρακτηρίζω ὡς πάθος εὐγε-
845νὲς, ὅταν λειτουργῇ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἀληθείας καὶ τῆς
846τιμῆς, ὑποτάσσηται δὲ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἢ
847τῆς χώρας· διότι, ὅταν ἡ φιλοδοξία δὲν ἐξυπηρετῇ, ἀλλὰ
848θυσιάζῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἢ τῆς χώρας, ὅταν
849ἡ φιλοδοξία ἄγῃ εἰς τὴν ἀθέτησιν τῆς ἀληθείας, εἰς τὴν
850ἀνατροπὴν τῆς τιμῆς, — διότι οἱ δύο οὗτοι δεσμοὶ τῆς ἀλη-
851θείας καὶ τῆς τιμῆς πρέπει νὰ συγκρατῶσι τὰς κοινωνίας, —
852ἡ φιλοδοξία δὲν εἶναι μόνον πάθος μὴ εὐγενὲς, ἀλλ’ εἶναι
853ὀλεθρία νόσος, μέγα κακὸν, τὸ ὁποῖον ἐὰν οἱ σύγχρονοι δὲν
854προβαίνωσι νὰ τιμωρήσωσι καὶ νὰ καταστείλωσιν, ἐπηρεα-
855ζόμενοι ἀπὸ πολιτικὰς σκέψεις γενικωτέρου συμφέροντος,
856ἐὰν αἱ Πολιτεῖαι, εἴτε ἐξ ἀμβλύτητος ἀντιλήψεως, εἴτε ἐξ
857ἀδρανείας περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος, εἴτε ἐξ
858ἀκηδίας ἢ ἀναλγησίας δεικνύωνται ὑποδεέστεραι τῆς ἀπο-
859στολῆς καὶ τοῦ καθήκοντος αὐτῶν, ἐὰν οἱ λαοὶ ἀνέχωνται
860διατελοῦντες ἀπαθεῖς θεωροὶ τῆς ἰδίας αὐτῶν καταστροφῆς,
861οὐδεὶς ὅμως πρέπει νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι θέλει ἐλθεῖ ἡμέρα, καθ’
862ἣν ἡ ἱστορία διὰ πεπυρακτωμένου σιδήρου θέλει καυτηριάσει
863τοὺς περικαλύψαντας διὰ τῆς φιλοδοξίας πάθη ἀγενῆ καὶ
864μυσαρά. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι, ἐὰν μοι συνέβαινεν ἡ δυστυχία
865νὰ παραγάγω μετὰ πολυχρόνιον διοίκησιν τοῦ Κράτους τοι-
866ούτους καρποὺς, ὁποίους σήμερον γευόμεθα, δὲν ἤθελον στέρξει
867νὰ ἀναλάβω τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν μετὰ τοσαύτης ἐπιμο-
868νῆς θέλει νὰ διαχειρίζηται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν ἤθελον
869στέρξει νὰ ἀντιμετωπίσω ἐν διαπραγματεύσεσι τοὺς κατόχους
870τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων, διότι τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν
871ὁποίαν ἤθελον προσβλέπει αὐτοὺς ἀσκαρδαμυκτεὶ, ἤθελον
872ἐνθυμηθῆ, ὅτι ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ ἀναμνησθῶσιν οὗτοι, ὅτι
873μετ’ ἐμοῦ συνηλλάσσοντο, ὅταν ἐπλήρονον τὰ χρήματά
874των εἰς δάνεια, ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ φρονῶσιν, ὅτι ἐγὼ εἶμαι
875ὁ ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν παριστῶν ἀλλοίαν τῆς ἀληθοῦς τὴν κατά-
876στασιν τῶν οἰκονομιῶν τοῦ Κράτους, ὁ παραμορφόνων τὰ
877πράγματα καὶ παραποιῶν τοὺς ἀριθμοὺς, ὁ ὑπισχνούμενος
878καὶ ἀθετῶν τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἀνελάμβανον, τέλος πάντων
879ὁ ὑπαίτιος τῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας οὗτοι ὑφίστανται.
880Ἄλλοτε, κατ’ ἄλλην περίστασιν, πολλῷ διαφέρουσαν
881τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, συνέπεσε νὰ
882εὑρεθῶ ἐν τῇ Κυβερνήσει. Λέγω πολλῷ διαφέρουσαν τῆς
883καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν νῦν εὑρισκόμεθα, διότι τώρα
884μὲν ἐπτωχεύσαμεν, διότι ἐπὶ δεκάδα ἐνιαυτῶν παρεδόθη-
885μεν εἰς πολιτικὴν εἴτε ἐκ μωρίας σπάταλον καὶ ἀλόγιστον,
886εἴτε ἐκ προαιρέσεως καὶ μελέτης προδοτικὴν καὶ ὀλεθρίαν.
887Ἀλλὰ κατὰ τὴν περίστασιν, ἧς ποιοῦμαι μνείαν, οἱ ἰσχυ-
888ρότεροι ἐξηνάγκαζον ἡμᾶς νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς τὴν θέλησίν
889των καὶ νὰ ἀποδεχθῶμεν τὰ ἐν Φιλιππουπόλει γενόμενα,
890καὶ ἐνῷ ἡμεῖς ἠγωνιζόμεθα ὑπὲρ τοῦ κράτους τῶν συνθη-
891κῶν, τὰς ὁποίας αὐτοὶ οἱ ἰσχυροὶ εἶχον ὑπογράψει, καὶ αἵ-
892τινες ἐπροστάτευον τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα, εἰς τὰς
893ἀκτὰς τῆς Ἑλλάδος ἐπεφαίνοντο καταπλέοντες οἱ στόλοι
894αὐτῶν, ἵνα ὑποστηρίξωσι καὶ ὑπερασπίσωσιν ἐκείνους, οἱ
895ὁποῖοι παρέβαινον τὰς συνθήκας ταύτας. Ἡ θέσις τῆς Ἑλ-
896λάδος ἦτο θέσις ἀδικουμένου, ὁ ὁποῖος εἵπετο ὅτι ἐκίνει
897τὰς συμπαθείας τῆς Εὐρώπης. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγὼ ἐνόμιζον
898ὅτι ἐζημίου τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ ἀνῄρει τὰς
899ἐλπίδας τῶν ὁμοφύλων, δὲν ἐσυμβιβάζετο δὲ οὐδὲ πρὸς τὴν
900αἴγλην τοῦ Στέμματος οὐδὲ πρὸς τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους, νὰ
901καταῤῥίψω τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν ἐκράτουν, καὶ νὰ
902ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην τῶν ἰσχυροτέρων, ἔστω καὶ διὰ τῆς
903βίας ἐπιβαλλομένην, καὶ νὰ γένωμαι ἐγὼ ὄργανον πρὸς ἐκ-
904τέλεσιν αὐτῆς, διατάσσων ἐγὼ τὸν ἀφοπλισμὸν τοῦ Κρά-
905τους, καὶ συντρέχων καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἀθέτησιν τῶν συνθηκῶν,
906αἵτινες παρεῖχον ἀσφαλείας τινὰς εἰς τὸ μέλλον τοῦ Ἑλλη-
907νισμοῦ, ἐπροτίμησα νὰ παρακούσω εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Στέμ-
908ματος καὶ εἰς τὰς συμβουλὰς τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ φιλίως
909πρός με διακειμένων πολιτικῶν ἀνδρῶν, καὶ νὰ ἐγκαταλείψω
910τὴν ἀρχήν. Λέγω «εἰς τὰς συμβουλὰς τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ
911φιλίως πρός με διακειμένων», διότι αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι
912ἐκρίνοντο ὑπὸ τοῦ κόσμου τότε ὡς οἱ δραστηριώτερον καὶ ἐνερ-
913γητικώτερον ἐπισπεύδοντες τὴν ἐκβίασιν τῆς Ἑλλάδος, ὁ
914τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας, ὁ ὁποῖος
915νῦν εἶναι Πρωθυπουργὸς, ὁ λόρδος Ρόζβερυ, καὶ ὁ τότε Ὑπουρ-
916γὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας, τοῦ ὁποίου ἰδίως τὸ
917ὄνομα διεσύρετο, ὡς προκαλοῦντος τὰ αὐστηρότερα μέτρα,
918ὁ κ. Ροβιλὰν, αὐτοὶ μὲ συνεβούλευον, ἐκ φιλίας πρὸς με
919κινούμενοι, ὡς ἔλεγον, νὰ στέρξω τὸν ἀφοπλισμὸν τοῦ Κρά-
920τους, ἐπαγγελλόμενοι, ὅτι, ἂν ἀπεφάσιζον νὰ ἀποδεχθῶ
921τὴν γνώμην των, αὐτοὶ ἤθελον εὐκολύνει πᾶσαν τὴν μέλ-
922λουσαν ἐργασίαν μου. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τότε φύλλα δημο-
923σιογραφικὰ, τὰ ὁποῖα, ὅσον καὶ ἂν καὶ τότε ἀπεκηρύσ-
924σοντο ὑπὸ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, ἦσαν ὅμως στενῶς συν-
925δεδεμένα μὲ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον ἀπετέ-
926λει τότε τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἤτοι μὲ τὸν νῦν προϊστάμενον
927τῆς Κυβερνήσεως, μὲ ἐπέκρινον διὰ βωμολοχιῶν ὡς φυγάδα,
928γράφοντα, ὅτι «ἐγὼ ἔστειλα τὰ κλειδιὰ», καὶ ὅτι πολλά-
929κις ἐν τῇ πόλει πολιτικοὶ φίλοι αὐτοῦ ἄνδρες μὲ ἐπεκάλουν
930φυγάδα. Δὲν ἔφευγον διὰ νὰ διασώσω τὴν ἐμὴν τιμὴν καὶ
931τὰ ἐμὰ συμφέροντα, οὐδ’ ἐδραπέτευον περιδεὴς, διότι δὲν
932ἠδυνάμην νὰ δώσω λόγον τῶν πράξεών μου, ἀλλὰ παρῃ-
933τήθην τῆς ἀρχῆς, ἵνα διατηρήσω τὴν αἴγλην τοῦ Ἑλλη-
934νικοῦ Στέμματος, τὴν αἴγλην τοῦ θρόνου τῆς Ἑλλάδος,
935ἵνα διατηρήσω τὴν τιμὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα διατηρήσω
936τὰς ἐλπίδας τοῦ μέλλοντος (εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
937Ἀλλ’ ἡ φυγὴ τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1893 ἦτο τοιαύτη; Ἦτο
938ὅμως φυγὴ, ἡ ὁποία προσῆκεν εἰς τὸν φυγόντα, διότι ἔτρεφε
939μέχρι τελευταίας στιγμῆς διὰ κενῶν ἐλπίδων τὴν Ἑλληνι-
940κὴν κοινωνίαν καὶ σύμπαντα τὸν Ἑλληνισμὸν, ἐπαγγελλό-
941μενος ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ σωτὴρ, ὁ παρασύρων ὄπισθέν του τὰ
942κεφάλαια. Καὶ ἀπεδείχθη ὅτι δὲν ἔσυρε μεθ’ ἑαυτοῦ τὰ κε-
943φάλαια, ἀλλὰ παρέσυρε τὴν λάμψιν τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου
944καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, τεχναζόμενος ἢ μηχανευό-
945μενος ἢ μετερχόμενος τέχνησιν, ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρ-
946της εἶπεν, ὅπως παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁποῖος ἦτο ὁ
947Πρωθυπουργὸς, ὅστις εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893
948εἰς τὴν Βουλὴν ἔλεγε πρὸς αὐτὴν, ὅτι περιεῖχε περισσεύ-
949ματα ὁρατὰ καὶ περισσεύματα ἀόρατα, καὶ ὅστις παρίστα
950εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν δι’ αὐτοῦ, ὅτι, ἂν μὲν συνωμολογεῖτο τὸ
951δάνειον κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1893, ἤθελεν ὑπάρχει περίσ-
952σευμα τῆς χρήσεως ἐκείνης ἓξ ἑκατομμυρίων, ἐὰν δὲ δὲν
953συνωμολογεῖτο, ἤθελεν ὑπάρξει περίσσευμα τὸ ἀναγραφὲν
954ποσὸν τῶν 8,849,000, τὸ προορισθὲν νὰ χρησιμεύσῃ διὰ
955τὴν ὑπηρεσίαν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων τῶν δανείων,
956Τὸ δάνειον δὲν συνωμολογήθη, σκιὰ ἦσαν τὰ ἑκατομμύρια,
957καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπεδείκνυεν αὐτὰ, ἐτράπη εἰς φυγήν.
958Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν
959τοῦ 1895, ἐποιήσατο βραχεῖαν μνείαν, διερχόμενος μετὰ
960σπουδῆς, τῶν οἰκονομικῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ προϋπο-
961λογισμοῦ τοῦ 1893, ὡς καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ προϋπο-
962λογισμοῦ τοῦ 1892. Καὶ οἱ δύο προϋπολογισμοὶ ἦσαν ἔρ-
963γον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ οἱ δύο δὲ κατὰ τὸ πλεῖστον
964ἐξετελέσθησαν ὑπ’ αὐτοῦ. Ὅταν θὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς γενι-
965κῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, θέλω λάβει αὖθις τὸν
966λόγον, καὶ ἀποδείξει ὅτι τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τῶν
967εἰρημένων ἐτῶν τυγχάνουσι πιστὴ εἰκὼν τῆς οἰκονομικῆς
968καταστάσεως τοῦ δημοσίου ταμείου. Τοσοῦτόν εἰσι δυσάρε-
969στα, ὅσον ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου.
970Σήμερον δὲν ἐπιχειρῶ τὸ ἔργον τοῦτο, διότι νομίζω ὅτι
971ἀπηυδήσατε ἀκούοντες τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἀνέφερον
972πρὸ μικροῦ, ἐξετάζων τὰ ἰσοζύγια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ
973τῶν ἐτῶν 1887 μέχρι 1892. Ἀλλ’ ἡ ἐξέτασις αὕτη ἐπε-
974βεβαίωσε τὸν ἰσχυρισμόν μου, ὅτι ἡ βάσις, τὴν ὁποίαν
975εἶχον αἱ διαπραγματεύσεις πρὸς συμβιβασμὸν, ἦτο βάσις
976πλημμελὴς, δὲν ἦτο βάσις ἀληθὴς, καὶ ὅτι αὗται ἐστηρί-
977χθησαν ἐπὶ γεγονότων ψευδῶν, μὴ ὑπαρχόντων, πάντες
978δ’ ὅσοι στηρίζονται ἐπὶ τοιούτων βάσεων εἶναι ἀδύνατον νὰ
979καταλήξωσιν εἰς ἀποτελέσματα.
980Αὐτὴν μόνην τὴν παρατήρησιν ἀπευθύνω, διότι μοὶ ἐπέ-
981βαλλε τὸ καθῆκον τοῦτο ἡ μνεία τῆς βάσεως τῶν διεξαχθει-
982σῶν διαπραγματεύσεων, ἡ γενομένη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυ-
983πουργοῦ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τοῦτο τὸ
984καθῆκον εἶχον, τούτου μόνου τοῦ γεγονότος νὰ μνημονεύσω,
985ἀπέχω δὲ πάσης ἄλλης μνείας τῶν ἄλλων διαπραγματεύ-
986σεων. Βεβαίως καὶ ἐν ἐμοὶ γεννῶνται ἀπορίαι, πῶς αἱ προ-
987τάσεις παριστῶνται ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ὡς συμφωνίαι,
988ἢ πῶς αἱ συμφωνίαι παριστῶνται ὑπὸ τῶν ἐν Ἀθήναις δια-
989πραγματευθέντων μετὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ὡς προτάσεις,
990πῶς καταγγέλλονται ἐπὶ κακοπιστίᾳ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν
991ἐπιτροπειῶν, καὶ ἐὰν ὀρθῶς καταγγέλλωνται ἀλλὰ πάντα
992ταῦτα ἀναβάλλω νὰ ἐξετάσω, ὅταν κληθῇ ἡ Βουλὴ ὑπὸ
993τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα συμπράξῃ νομοθετικῶς πρὸς κανονι-
994σμὸν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων. Θεωρῶ μάλιστα, ὅτι ἤθε-
995λον παραβῆ τὸ καθῆκον, γιγνόμενος ἴσως αἴτιος ζημιῶν,
996ἐὰν ἔθιγον τὰς λεπτομερείας τῶν γενομένων διαπραγμα-
997τεύσεων, ἢ ἐὰν ἔσπευδον νὰ δώσω γνώμην τινὰ ἐπὶ ἑκά-
998στης τῶν περὶ ὧν εἴρηται λεπτομερειῶν. Αὕτη εἶναι ἡ
999πρώτη ἀφορμὴ, ἧς ἕνεκα ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα, ὅπως ἀπευ-
1000θύνω τὴν γενομένην παρατήρησιν πρὸ τῆς γενικῆς συζητή-
1001σεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ ἐκτὸς ταύτης, καὶ ἄλ-
1002λη τις ἀφορμὴ μὲ ἠνάγκαζε νὰ λάβω τὸν λόγον. Ὅταν
1003ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὁ ὁποῖος μετ’ ἐπαινετῆς φιλο-
1004πονίας ἠρεύνησε τὰ κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις πρὸς συμ-
1005βιβασμὸν, ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλὴν μέρη τινὰ τοῦ περιε-
1006χομένου συμβάσεώς τινος, ἡ ὁποία μετὰ τὴν ῥῆξιν τῶν ἐν
1007Ἀθήναις διαπραγματεύσεων συνωμολογήθη ἐν Λονδίνῳ με-
1008ταξὺ τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὴν ἐπιτροπείαν τῶν ὁμο-
1009λογιούχων τῆς Ἀγγλίας καὶ τοῦ ἐπιτετραμμένου τῆς Ἑλ-
1010λάδος, τότε μέρη τινὰ τῆς συμβάσεως ταύτης, ἀνακοινω-
1011θέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, μοὶ ἐνεποίησαν ἀλ-
1012γεινὴν ἐντύπωσιν. Ἔσπευσα λοιπὸν νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ.
1013Πρωθυπουργὸν νὰ ποιήσηται περὶ τούτων τὰς ἀπαιτου-
1014μένας ἀνακοινώσεις εἰς τὴν Βουλὴν, ἰδίως νὰ πληροφορή-
1015σῃ ἡμᾶς, ἂν τοιαύτη ἦναι ἡ σύμβασις, τῆς ὁποίας ἐμνη-
1016μόνευσεν εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἂν τοιαύ-
1017την ῥήτραν ἐδέχθη, ἵνα ἀναγραφῇ ἐν τῇ συμβάσει, ὁ ἀντι-
1018προσωπεύων τὴν Ἑλλάδα ἐν Ἀγγλίᾳ. Ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1019γὸς μοὶ ἔδωκεν ἀπάντησιν ὁμοίαν μὲ ἐκείνας, τὰς ὁποίας
1020ἐν τῷ ἱερῷ τῶν Δελφῶν ἔδιδέ ποτε ἡ Πυθία. Δὲν ἠρνήθη,
1021ἀλλὰ καὶ δὲν ἐβεβαίωσε. Δὲν ἐβεβαίωσεν, ἀλλὰ καὶ δὲν
1022ἠρνήθη. Οὕτω δὲ μὲ ἀφῆκεν ἔτι ἐν δισταγμῷ, ἀλλ’ ἐν
1023δισταγμῷ πείθοντί με περισσότερον νὰ ἀποδεχθῶ ὅτι κἄτι
1024τρέχει, παρὰ νὰ ἀποδεχθῶ ὅτι οὐδὲν συνέβη· διότι, ἂν οὐ-
1025δὲν συνέβαινεν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελεν ἀναβῆ πάραυτα
1026εἰς τὸ βῆμα καὶ ἐπιπέσει λαῦρος κατὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ
1027Ἄρτης, πῶς τολμᾷ νὰ ἀποδώσῃ εἰς αὐτὸν ὅτι συνῄνεσεν
1028εἰς τὴν ἀποδοχὴν τοιαύτης ῥήτρας καὶ τοιούτων συμφω-
1029νιῶν! Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐσιώπησε· τοῦτο δ’ ἐκλό-
1030νισε τὴν ἐμὴν πεποίθησιν. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ πραγμα-
1031τευθῶ περὶ ἐκείνων τῶν μερῶν τῆς συμβάσεως, τὰ ὁποῖα
1032ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν, οὐδὲ
1033μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ τηρήσω σιωπὴν ἐπ’ αὐτῶν· διότι, ἐὰν
1034ταῦτα ἀληθεύωσι, δὲν πρόκειται περὶ ἁπλοῦ τινος συμβε-
1035βηκότος, πρόκειται περὶ συμφωνίας, ἥτις, ἂν μὴ ἀναιρῇ ἐκ
1036βάθρων, περιτέμνει ὅμως τὴν κυριαρχίαν τοῦ Κράτους,
1037μειοῦσα τὰ δικαιώματα τῶν καθεστημένων πολιτειακῶν
1038ἐξουσιῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἶπεν, ὅτι ἡ μεγα-
1039λειτέρα δυσχέρεια, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὰς περὶ συνομο-
1040λογήσεως συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεις, εἶναι ὄχι τόσον
1041τὸ ποσοστὸν τοῦ τόκου, τὸ ὁποῖον θέλομεν ἀναλάβει τὴν
1042ὑποχρέωσιν νὰ πληρόνωμεν εἰς τὸ μέλλον, ἀλλ’ αἱ ἐγγυή-
1043σεις, τὰς ὁποίας ζητοῦσιν οἱ ὁμολογιοῦχοι. Ὁμολογῶ, ὅτι,
1044ἐὰν ἤμην ὀφειλέτης ποσοῦ τινος εἴς τινα, ὁ δὲ δανειστής,
1045εἰς τὸν ὁποῖον ὤφειλον τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἤθελεν ἀρκεῖ-
1046σθαι εἰς μόνην τὴν ὑπογραφήν μου, ἀλλ’ ἤθελε ζητεῖ καὶ
1047ὑλικήν τινα ἐγγύησιν, ἵνα ᾖ βέβαιος, ὅτι ἡ ἐγγύησις αὕτη
1048θὰ μὲ κατηνάγκαζε καὶ ἄκοντα νὰ ἀποτίσω τὴν ὀφειλήν
1049μου, ὁμολογῶ ὅτι τὴν ἀπαίτησιν ταύτην ἤθελον θεωρή-
1050σει ὑβριστικήν. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ἂν τὰ Κράτη ἔχωσι τὸ
1051δικαίωμα νὰ θεωρῶσιν ὑβριστικὰς τοιαύτας ἀξιώσεις τῶν
1052δανειστῶν των, ὅταν μάλιστα οἱ δανεισταὶ αὐτῶν δύναν-
1053ται ἐν παντὶ χρόνῳ νὰ ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι αὐτοὶ δὲν ἐπλάνη-
1054σαν, ἀλλ’ ὅτι ἐπλανήθησαν ὑπὸ τοῦ κυβερνῶντος τὸ ὀφεῖ-
1055λον Κράτος, καὶ ἐὰν μάλιστα διαπραγματεύωνται μετ’ αὐ-
1056τοῦ τούτου τοῦ ὀφειλέτου, τὸν ὁποῖον θεωροῦσιν ὡς πλανή-
1057σαντα αὐτούς. Διὰ τοῦτο κατ’ ἀρχὴν δὲν ἐξεπλάγην, ἐὰν εἰς
1058τὸ Κράτος συμβαίνῃ ὅ,τι, ἐὰν συνέβαινεν εἰς τὸ ἄτομον, τὸ
1059ἄτομον ἤθελε θεωρήσει ὡς ὕβριν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι πάντα
1060ταῦτα τὰ περὶ ἐγγυήσεων πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς ἀρχὴν
1061ἀπαράβατον. Ἡ ἀπαράβατος ἀρχὴ εἶναι ἡ διατήρησις τῆς
1062ἀκεραιότητος τῶν δικαιωμάτων πάσης πολιτειακῆς ἐξουσίας,
1063ἡ διατήρησις τῶν δικαιωμάτων τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας,
1064ἡ διατήρησις τῶν δικαιωμάτων τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας,
1065ἡ διατήρησις τῶν δικαιωμάτων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.
1066Δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ ἀποφεύγωμεν καὶ νὰ ἀποδιώκωμεν
1067αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγουσι ξενικὸν ἔλεγχον, πρέπει νὰ δια-
1068τηρῶμεν τὴν ἰδίαν τῆς Πολιτείας ἀρτιότητα, τὴν ὁποίαν
1069ἄλλως δὲν ἔχομεν καὶ ἐξουσίαν νόμιμον ἵνα διαθέσωμεν,
1070οὐδ’ εἴμεθα κύριοι νὰ ὑποβάλωμεν τὸ Κράτος εἰς ἐκεῖνο,
1071τὸ ὁποῖον οἱ Ῥωμαῖοι ἔλεγον capitis deminutio, καὶ ἂν
1072αὕτη ἦναι ἡ ἐσχάτη, ἡ minima. Τοιαῦται σκέψεις μὲ κα-
1073τέστησαν ὑπόχρεων νὰ μὴ ἀφήσω τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ.
1074Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης ἄνευ μελέτης. Τί ἀνεκοίνωσεν ὁ κ.
1075Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης; Ὅ,τι ἀνέγνω ἐν ἐφημερίδι, τῆς
1076ὁποίας καὶ μόναι αἱ γελοιογραφίαι, ἔστω, τελοῦσιν ὑπὸ τὴν
1077προστασίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐν ἐφημερίδι ὅμως, ἥτις,
1078ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, εἶναι καλῶς
1079πληροφορημένη, διότι τὸ ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ
1080ὁποῖος ἐρευνᾷ, ὡς φαίνεται, καθ’ ἑκάστην καὶ ἐξελέγχει, ἵνα
1081ἴδῃ ἐὰν ἦναι ἀκριβεῖς αἱ πληροφορίαι της ἢ ὄχι. Καθ’ ἃ
1082λοιπὸν ἀνέγνω ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἐν τῇ εἰρημένῃ
1083συμβάσει περιελήφθη ὅρος, ὅτι τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἐπρό-
1084κειτο νὰ προσδιορισθῶσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων,
1085θέλουσιν ἀποδίδοσθαι εἰς μίαν ἑταιρίαν ἀνώνυμον, ἑδρεύου-
1086σαν ἐν Ἀθήναις, ἥτις δὲν θέλει διατηρηθῆ ὡς εἶναι ὠργα-
1087νομένη, ἀλλὰ θέλουσιν εἰσαχθῆ εἰς αὐτὴν τρεῖς, ὡς μέλη
1088τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου, ὧν ὁ εἷς κατ’ ἐκλογὴν τῆς ἐπι-
1089τροπείας τῶν ὁμολογιούχων τῆς Γερμανίας, ὁ ἕτερος κατ’
1090ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπείας τῶν ὁμολογιούχων τῆς Ἀγγλίας,
1091καὶ ὁ τρίτος κατ’ ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπείας τῶν ὁμολογι-
1092ούχων τῆς Γαλλίας, οἱ τρεῖς δὲ οὗτοι θέλουσιν ἔχει μεί-
1093ζονα ἐξουσίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχει ἕκαστον τῶν ἄλλων
1094μελῶν τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς ἑταιρίας ταύτης,
1095διότι αὐτοὶ οἱ τρεῖς θέλουσιν ἔχει τὸ λεγόμενον Veto, καὶ
1096ἂν ἡ ἀπόφασις ἐγένετο ἀπὸ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ διοικητικοῦ
1097συμβουλίου τῆς ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων ὁμοφώνως. Τοῦτο
1098εὔχομαι νὰ μὴ ἦναι ἀληθές, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν
1099τὸ ἠρνήσε.
1100§11ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μοὶ συγχωρεῖτε μίαν διακοπήν; Τοῦτο
1101δὲν τὸ εἶπον ἐγώ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι θὰ ὑπάρχωσιν ἀντιπρό-
1102σωποι τῶν ξένων ὁμολογιούχων ἐν τῇ ἑταιρίᾳ τῶν Μονοπω-
1103λίων.
1104§12ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀληθῶς τοῦτο δὲν ἐπορίσθην ἐκ τῆς
1105ὁμιλίας σας, ἀλλ’ ἐκ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχω ἐξ Εὐ-
1106ρώπης.
1107§13ΡΑΛΛΗΣ. Ἀνακαινιζομένης τῆς ἑταιρίας τῶν Μονοπω-
1108λίων à la satisfaction des créanciers. Αὐτὸς εἶναι ὁ
1109ὅρος.
1110§14ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εὔχομαι τοῦτο νὰ μὴ ἦναι ἀληθές.
1111Ἐὰν ἦναι ἀληθές, ἤθελον πράξει μεγάλην παράλειψιν, ἐὰν
1112δὲν ἔλεγον τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἀλλ’
1113ἴσως μὲ ἐρωτήσῃ τις, διατὶ δὲν ἀναμένεις νὰ εἴπῃς τὴν
1114γνώμην σου, ὅταν εἰσαχθῇ ἡ σύμβασις αὕτη εἰς τὴν Βουλὴν
1115πρὸς ἐπιψήφισιν; Δυστυχῶς δὲν ἔχω, Κύριοι, πεποίθησιν
1116περὶ τῆς εὐσυνειδησίας, μὲ τὴν ὁποίαν τελεῖται ἡ διαχεί-
1117ρισις τῶν κοινῶν. Ἐὰν ἡ σύμβασις αὕτη ὑποβληθῇ εἰς τὴν
1118Βουλὴν πρὸς ἐπιψήφισιν, βεβαίως μοὶ παρέχεται εὐκαιρία,
1119ὡς καὶ εἰς πάντας ὑμᾶς παρέχεται εὐκαιρία, ἵνα ἐξελέγ-
1120ξωμεν τὰ γενόμενα, ἵνα κρίνωμεν ἐπ’ αὐτῶν καὶ εἴπωμεν
1121ἐλευθέρως γνώμην. Ἀλλ’ ἐὰν τυχὸν δὲν προφθάσωμεν νὰ εἴ-
1122πωμεν γνώμην, διότι ἴσως ὑποληφθῇ, ὅτι δύνανται νὰ γεί-
1123νωσι ταῦτα διὰ μεταβολῆς τοῦ καταστατικοῦ τῆς ἑται-
1124ρίας τῶν Μονοπωλίων, μεταβολῆς ἡ ὁποία δὲν χρήζει πρὸς
1125ἔγκρισιν εἰμὴ βασιλικοῦ διατάγματος, τὰ μέλη τοῦ Κοι-
1126νοβουλίου θέλουσι μάθει τὰ γενόμενα ἀφοῦ ταῦτα τελε-
1127σθῶσι, θὰ ἦναι δὲ πλέον βραδεῖα ἡ ἐπίκρισις αὐτῶν. Διὰ
1128τοῦτο ἔπρεπε νὰ μὴ παραλίπω νὰ ποιήσωμαι λόγον περὶ
1129τοῦ πράγματος. Εἶπον ὅτι εὔχομαι νὰ μὴ ἦναι ἀληθές·
1130ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶναι καὶ ἀδύνατον νὰ ἦναι ἀληθὲς, ἀφοῦ
1131τοιαύτην ἐτήρησε στάσιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, σπεύδω νὰ
1132φέρω τὰς γνώμας μου, αἱ ὁποῖαι βεβαίως δὲν ἔχουσι λό-
1133γον τινὰ, ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ πρᾶγ-
1134μα. Ἐὰν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰς
1135διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτρο-
1136πειῶν τῶν ὁμολογιούχων εἶχον χαρακτηρισθῆ ὡς μέλλοντα
1137νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, ἀπεδί-
1138δοντο εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων καὶ μετεποιοῦντο
1139καὶ καθίσταντο ἰδιοκτησία αὐτῆς, καὶ ἂν μάλιστα μετα-
1140βληθῶσιν οὕτω τὰ τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς ἑται-
1141ρίας τῶν Μονοπωλίων, ὥστε ἡ γνώμη τῶν τριῶν ἀντιπρο-
1142σώπων τῶν ἐπιτροπειῶν τῶν ὁμολογιούχων νὰ κατασταθῇ
1143ἡ κρατοῦσα, τότε ἡ ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων, ἡ οὕτω μετα-
1144ποιηθεῖσα, παριστᾶται ὡς ἐγγυητὴς τῆς Ἑλλάδος πρὸς
1145τοὺς δανειστὰς, οἷος εἶναι ὁ ἀποδέκτης συναλλάγματος. Τίς
1146ἐγγυᾶται ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ἐκπληροῖ τακτικῶς
1147τὰς ἐτησίας του ὑποχρεώσεις, ὅτι πληρόνει τὰς ἐτησίας δό-
1148σεις τῶν τόκων; Ἡ ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων! Ἐὰν δὲν
1149εἴχομεν τὴν ἐγγύησιν αὐτὴν, οὐδεμίαν θὰ εἶχεν ἀξίαν ἡ βε-
1150βαίωσις τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡ ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων
1151μετὰ τὰς εἰρημένας μεταβολὰς δὲν εἶναι ἀνώνυμος ἑταιρία
1152ἑλληνικὴ πλέον. Ἡ ψῆφος καὶ ἡ γνώμη τοῦ διοικητικοῦ
1153συμβουλίου ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς ψήφου καὶ τῆς γνώμης τῶν
1154τριῶν ἀλλοδαπῶν. Τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ μείωσιν τῶν δικαιω-
1155μάτων τοῦ Κράτους; δὲν ἀποτελεῖ μάλιστα ψηλαφητὴν
1156μείωσιν; Ἐὰν προταθῇ ἀμφισβήτησις, ἐάν ποτε εἰσήχθησαν
1157ἢ μὴ ὅλα τὰ εἰρημένα ἔσοδα εἰς τὰ ταμεῖα τῆς ἑταιρίας
1158τῶν Μονοπωλίων, δὲν θέλομεν ἀναγνωρίσει οὕτως εἰς τοὺς
1159ἀντιπροσώπους τῶν ὁμολογιούχων δικαίωμα νὰ ἐπιλαμβά-
1160νωνται τῆς ἐξετάσεως ἂν ἐξετέλεσεν ἡ Κυβέρνησις τὴν ὑπο-
1161χρέωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀναλάβει, νὰ εἰσαγάγῃ πάντα
1162τὰ εἰρημένα ἔσοδα εἰς τὰ ταμεῖα τῆς ἑταιρίας τῶν Μονο-
1163πωλίων, ἢ ἂν δὲν ἐξετέλεσε ταύτην; Καὶ ἐὰν δοθῇ τὸ δι-
1164καίωμα εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων νὰ διαθέτῃ ἀμέ-
1165σως καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀναμίξεως τῆς Κυβερνήσεως τὸ εἰσα-
1166γόμενον χρῆμα εἰς ἀγορὰν συναλλάγματος, δὲν καθιστῶμεν
1167ὀλιγαρχίαν, ἥτις θέλει κανονίζει τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγμα-
1168τος; Θέλει συμβῆ μάλιστα ἡ ὀλιγαρχία αὕτη νὰ ἦναι ἐκ
1169χρηματιστῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἄγνωστον ὅτι δὲν εἶναι
1170ἀνώτεροι πάσης αἰτιάσεως εἰς διαχείρισιν χρημάτων πρὸς
1171ἀγορὰν συναλλάγματος. Καὶ θὰ συμβῇ ὄχι μόνον ἡ ἀγορὰ
1172τῶν Ἀθηνῶν νὰ ἦναι ὑποτεταγμένη εἰς τὸν τοιοῦτον κα-
1173νονισμὸν τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς ἑταιρίας τῶν Μο-
1174νοπωλίων, τοῦ οὕτω καταρτισθέντος, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἑλλὰς
1175ὅλη νὰ τρέφῃ αὐτὴν, οὕτω δὲ ἡ εἰρημένη ἑταιρία θέλει τρέ-
1176φεσθαι ὡς ἀγελὰς διὰ τοῦ γάλακτος, τὸ ὁποῖον θὰ ἀμέλ-
1177γηται ἐκ τῶν μαστῶν ὅλων τῶν ἐν τῇ χώρᾳ ἐργαζομένων
1178πολιτῶν, ὅλων τῶν ἐν αὐτῇ παραγωγῶν. Τὸ πρᾶγμα μοὶ
1179φαίνεται ὅτι ὄχι μόνον ἀντιβαίνει εἰς τὴν κυριαρχίαν τοῦ
1180Κράτους, ὄχι μόνον ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτοῦ,
1181ἀλλὰ ζημιοῖ καὶ τὰ δημόσια συμφέροντα, ἰδίως δὲ ζημιοῖ
1182καὶ τὰ συμφέροντα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ τὰ συμφέ-
1183ροντα πάντων τῶν πιστωτικῶν καταστημάτων, τὰ ὁποῖα
1184ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Κράτει.
1185Ἐκτὸς αὐτῶν τῶν δύο θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἀποκλειστικῶς
1186μὲ ἀνήγαγον ἐπὶ τὸ βῆμα, καὶ ἄλλο τι ὑποδεεστέρας ἀξίας
1187μοὶ φαίνεται ὅτι δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν ἔλεγχόν μου,
1188καὶ ὅτι δύναμαι νὰ ἐπιφέρω γνώμην ἐπ’ αὐτοῦ, ἄνευ ζη-
1189μίας τινὸς οἱουδήποτε συμφέροντος. Πρόκειται περὶ τοῦ συ-
1190στήματος, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεκοίνωσεν ὅτι
1191ἤθελε τηρήσει, ἂν ἐγίνετο ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις αὐτοῦ περὶ
1192ἀποσβέσεως προοδευτικῆς τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους, ἐν ᾗ
1193περιπτώσει τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἤτοι τὰ περισσεύματα
1194τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα προωρίσθησαν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν
1195δανείων, δὲν ἤθελον ἐπαρκεῖ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν
1196ἁπλούστατόν τι, ὅτι τότε συνομολογεῖ μικρὰ δάνεια καὶ
1197δι’ αὐτῶν πληρόνει τὰ πρὸς τὴν τοιαύτην ἀπόσβεσιν πλη-
1198ρωτέα ποσά. Ὅθεν ἐπανατέλλει αὖθις ἡ ποθητὴ ἡμέρα τῆς
1199συνομολογήσεως δανείων, διότι φαίνεται ὅτι οἱ κυβερνῶντες
1200δὲν δύνανται νὰ ζήσωσιν ἄνευ δανείων. Ἀλλὰ τὰ οὕτω πως
1201συνομολογούμενα προσωρινὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα καθ’ ἕκαστον
1202ἑπόμενον ἔτος θέλουσιν εἶσθαι ἀνώτερα τῶν δανείων, τὰ
1203ὁποῖα συνωμολογήθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἄγουσιν
1204εὐθὺ εἰς δευτέραν πτώχευσιν, καὶ οὐχὶ ἐν μακρῷ χρόνῳ,
1205Κύριοι, ὑποθέτω ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν θέλει κατὰ δυστυ-
1206χίαν τοῦ τόπου συντελεσθῆ τὸ ἀπαίσιον τοῦτο γεγονός.
1207Διὰ τοῦτο ἐκφράζω εὐχὴν νὰ μὴ δοθῇ προσοχὴ ὑπὸ τῆς
1208Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἴτε τῆς νῦν ὑπαρχούσης, εἴτε
1209πάσης διαδόχου, ἥτις ἤθελε τυχὸν κληθῆ νὰ ἀναλάβῃ τὸ
1210ἀνιαρὸν τοῦτο ἔργον, νὰ μὴ δοθῇ προσοχὴ εἰς τὸ σύστημα
1211τοῦτο τῆς ἀποσβέσεως τῶν χρεῶν.
1212Κύριοι, ὁμολογῶ ὅτι παρέλειψα πολλά, τὰ ὁποῖα εἶχον
1213νὰ εἴπω ἐπὶ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων συνεπείᾳ τῆς πτω-
1214χεύσεως. Παρέλιπον ὅμως αὐτὰ ἐν γνώσει καὶ μετὰ μελέ-
1215της, ἂν καὶ τρέχω τὸν κίνδυνον νὰ ἀκούσω αὖθις τὸ πολ-
1216λάκις περὶ ἐμοῦ λεχθέν, μάλιστα κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς
1217πτωχεύσεως τοῦ Κράτους. Ἐπεκρινόμην τότε διατὶ δὲν
1218ἐπρότεινα γνώμην. Ὁμολογῶ ὅτι εἶχον ἀρτιωτάτην γνώ-
1219μην, διότι εἶχον πεισθῆ, ὅτι ἠπειλεῖτο τὸ Κράτος ἀπὸ
1220τὴν πτώχευσιν ἀπὸ τοῦ 1890, ὅτε ἐκλήθην ἐπὶ τὴν Κυ-
1221βέρνησιν, ἔβλεπον δὲ τὴν πτώχευσιν ἐπερχομένην δρο-
1222μαίως, ἀφ’ ἧς ἐπῆλθεν ἡ ὑπουργικὴ μεταβολὴ τοῦ Φεβρουα-
1223ρίου τοῦ 1892. Ἀλλ’ ἔκρινον ὅτι ἐγὼ οὐδὲν εἶχον καθῆ-
1224κον νὰ κηρύξω τὴν πατρίδα μου ἐν πτωχεύσει, ἐν ὅσῳ οἱ
1225κυβερνῶντες, οἵτινες εἶχον τὴν εὐθύνην τῆς διοικήσεως τοῦ
1226Κράτους, διελάλουν, ὅτι τὸ Κράτος τυγχάνει ἐν οἰκονομικῇ
1227ἀκμῇ, καὶ περιέτρεχον ζητοῦντες δάνεια, ἢ ἐν ὅσῳ οὗτοι
1228δὲν ἐδήλονον, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου δὲν ἐπήρκουν εἰς
1229τὴν πλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του. Ἐνδέχεται καὶ τώρα
1230τοιαύτην νὰ ἀπευθύνωσιν αἰτίασιν κατ’ ἐμοῦ, διότι ἐπέχω
1231νὰ φέρω γνώμην ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τῶν γενομένων δια-
1232πραγματεύσεων περὶ συμβιβασμοῦ, ἀλλ’ ἀδιαφορῶ ὅλως,
1233οὐδὲ φροντίζω ἂν ὑπάρχωσιν οἱ λησμονοῦντες, ὅτι οἱ πο-
1234λιτικοὶ ἄνδρες δὲν πρέπει νὰ λέγωσι τὴν ἰδίαν των γνώ-
1235μην, ἐν ὅσῳ τὰ ζητήματά εἰσιν ἐκκρεμῆ. Δὲν ἤθελον δὲ
1236δώσει ψῆφον οὐδὲ προχθὲς κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
1237ὅτε ἠρνεῖτο νὰ καταθέσῃ τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, τὰ
1238συναφῆ μὲ τὰς διαπραγματεύσεις περὶ συμβιβασμοῦ, ἂν
1239αὐτὸς ὁ ἴδιος δὲν εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι
1240εἶχε συντελεσθῆ πρᾶξις ἀμφοτεροβαρὴς ὑπὸ τοῦ Κράτους
1241καὶ ὑπὸ τῶν δανειστῶν, ἡ ὁποία, ἀφοῦ συνετελέσθη, ἀπέτυ-
1242χεν, ἀπέτυχε δὲ διότι δὲν ἔστερξαν αὐτὴν οἱ δανεισταί, οὐ
1243ἕνεκα δὲν ἔστερξεν αὐτὴν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἑπομένως, ἂν
1244ἤθελον στέρξει αὐτὴν οἱ δανεισταί, ἤθελε στέρξει καὶ ὁ κ. Πρω-
1245θυπουργὸς τὰ ἐν τῇ συμβάσει ἐκείνῃ. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ πρᾶξις
1246αὕτη συνετελέσθη καὶ περιέλαβε τὴν βούλησιν τοῦ ἀντι-
1247προσώπου τῆς Ἑλλάδος, ὑπέκειτο εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ
1248Κοινοβουλίου, ὅπερ εἶχε δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ ποῖαι ἦσαν
1249αἱ πράξεις, αἱ ἐνέργειαι, αἱ ὁδηγίαι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ
1250ἂν αὗται ἦσαν σύμφωνοι μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἢ
1251ὄχι. Ἀναγνωρίζω πόσον εἰσὶν ἀκροσφαλῆ τὰ τῶν διαπραγ-
1252ματεύσεων περὶ συμβιβασμοῦ καὶ λεπτά, ἀναγνωρίζω δὲ
1253ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δὲν πρέπει νὰ παρακωλύωσι τὸ
1254παράπαν τὴν ἐλευθερίαν ἐκείνων, οἵτινες συνέβη νὰ ἀντι-
1255προσωπεύωσι τὸ Κράτος, καὶ οἵτινες καλοῦνται νὰ διεξα-
1256γάγωσι τοιαύτην ὑπηρεσίαν. Πρέπει οὗτοι νὰ ἔχωσι πλήρη
1257τὴν ἐλευθερίαν ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ Κράτους, διότι εἶναι
1258ζημία διὰ προώρων ἐλέγχων νὰ ἀποθαῤῥύνωνται κατὰ τὰς
1259διαπραγματεύσεις, ἢ νὰ προάγωνται εἰς ὀλισθήματα καὶ
1260παραχωρήσεις, τὰς ὁποίας δὲν πρέπει νὰ δεχθῶσιν, ἐξ ἐγωϊ-
1261σμοῦ ἢ ἐκ φιλοπρωτίας. Διὰ τοῦτο ἀπέσχον μετὰ μελέ-
1262της νὰ θίξω τὰ ἄλλα μέρη τῶν γενομένων διαπραγματεύ-
1263σεων. Ἄλλοτε, ὅταν ἠγόρευον πρὸ τῆς γενικῆς συζητήσεως
1264τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως ἀναιρέσω τὰς πληροφορίας, τὰς
1265ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδιδε πρὸς τὴν Βουλὴν εἰσηγού-
1266μενος τὸν προϋπολογισμὸν, ἔλεγον ὅτι πρέπει νὰ προσέξῃ
1267ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, διότι, ἂν δὲν προσέξῃ, θέ-
1268λει τιμωρηθῆ. Δὲν ἐπρόσεξαν δυστυχῶς οὐδ’ ἡ Βουλὴ οὐδ’
1269ὁ λαὸς, καὶ ἡ τιμωρία ἐπῆλθε. Καὶ σήμερον λέγω, ὅτι πρέ-
1270πει ὅσοι τυγχάνουσι κεκλημένοι νὰ διαπραγματευθῶσι μετὰ
1271τῶν δανειστῶν τὰ τοῦ κανονισμοῦ τῶν χρεῶν τοῦ Κρά-
1272τους, εἴτε οἱ παρόντες Ὑπουργοὶ, εἴτε ἕτεροι, διάδοχοι αὐ-
1273τῶν, πρέπει ὡσαύτως νὰ προσέξωσι, διότι τῶν ζητημάτων,
1274τὰ ὁποῖα θέλουσι συζητήσει, ἡ σημαντικότης εἶναι μεγά-
1275λη, εἶναι δὲ φύσει τὰ ζητήματα ταῦτα ἀκροσφαλῆ. Ἐὰν
1276δὲν προσέξωσι, θέλουσι παρασκευάσει νέαν καταστροφήν.
1277Δὲν φρονῶ, ὡς φρονοῦσιν ἴσως τινὲς, ὅτι ἡμεῖς πρέπει νὰ
1278ἐκμεταλλευθῶμεν τὴν ἐπισκήψασαν συμφορὰν, καὶ ὅτι πρέ-
1279πει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ πορισθῶμεν ὀφέλη καὶ κέρδη ἐξ
1280αὐτῆς. Ἡ ἀγαθοπιστία, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ μαρτυρήσω-
1281μεν, αὐτὴ θέλει ἀνορθώσει τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος καὶ
1282τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, ἡ δὲ ἀγαθοπιστία ἐπιτάσσει νὰ
1283ἤμεθα ἐν τῇ ἀληθείᾳ, οὐδέποτε δὲ νὰ προσπαθῶμεν διὰ
1284ψευδῶν νὰ ἀποπλανήσωμεν τοὺς ἄλλους.
1285§15ΡΑΛΛΗΣ. Ζητῶ συγγνώμην, Κύριοι, ἂν τέταρτος ἐγὼ
1286ἔρχομαι νὰ συνεχίσω τὸν ἀπὸ δύο ἡμερῶν ἀρξάμενον μονό-
1287λογον, μονόλογον ἀληθῶς φορτικὸν, ὡς πᾶς μονόλογος. Ἀλλὰ
1288τὸ σφάλμα εἶναι τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἄλλως συνείθισεν
1289ἡμᾶς ἀπὸ μακροῦ χρόνου εἰς τὴν δοκιμασίαν τῶν μονολόγων·
1290τὸ σφάλμα δὲ τοῦτο, ἡ ἕξις αὕτη καθίσταται σήμερον μᾶλ-
1291λον φορτικὴ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν χώραν, ἀκρι-
1292βῶς διότι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ Προέ-
1293δρου αὐτῆς κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
12941895 προὐκάλεσε τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου συζήτησιν. Διὰ
1295τῶν δηλώσεων ἐκείνων προσεπάθησε νὰ παραστήσῃ ἑαυτὸν
1296ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς τὸν ἄγρυπνον φύλακα τῶν
1297συμφερόντων τοῦ Κράτους, ν’ ἀσφαλίσῃ δ’ ἑαυτῷ τὸ προ-
1298νόμιον τῆς ὑπερασπίσεως αὐτῶν, ἐνῷ πάντοτε—καὶ οὐδεὶς
1299δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ εἴτε ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης εἴτε
1300ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης—καταστροφεὺς τῶν συμφερόντων
1301τούτων ὑπῆρξεν αὐτὸς ὁ προβάλλων ὡς μόνος ὑπερασπιστής
1302των σήμερον. Οἱ λόγοι οἱ σοφοὶ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ
1303Γόρτυνος καὶ αἱ σοφαὶ συμβουλαὶ αὐτοῦ περὶ τοῦ ὅτι δὲν
1304πρέπει νὰ θίγωνται ζητήματα ἐκκρεμῆ, ἀφορῶντα μάλι-
1305στα εἰς σπουδαιότατα συμφέροντα τοῦ Κράτους, δὲν δύναν-
1306ται νὰ ἀπαλλάξωσιν ἡμᾶς τῆς ὑποχρεώσεως, ἣν ἔχομεν,
1307μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ
1308τὰ θετικὰ καὶ ἁπτὰ ἀποτελέσματα, εἰς ἃ λέγει ὅτι προῆλθε
1309διὰ τῶν διαπραγματεύσεων, νὰ ἐξετάσωμεν ὁποῖα ὑπῆρξαν
1310τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα τὰ πρακτικὰ καὶ κατὰ πόσον
1311δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς συντελέσαντα εἰς ἐνίσχυσιν
1312τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους ἢ εἰς καταστροφὴν αὐτῶν.
1313Δὲν προτίθεμαι νὰ διαπραγματευθῶ περὶ τῶν διαπραγμα-
1314τεύσεων εἰς τρόπον, ὥστε νὰ παρακωλύσω τὴν ἐξακολούθη-
1315σιν αὐτῶν, καθ’ ὅσον αὕτη εἶναι ἐφικτὴ, εἴτε παρὰ τῆς
1316ὑφισταμένης ἔτι Κυβερνήσεως εἴτε παρ’ ἑτέρας, ἀλλὰ δὲν
1317δύναμαι ν’ ἀνεχθῶ, ὅπως μὴ ἀμέσως ἀποκρουσθῶσιν αἱ
1318γνῶμαι ἐκεῖναι, ἃς ἐξήνεγκεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
1319καὶ ἃς ἐχαρακτήρισεν ὡς μόνας σωστικὰς τῶν συμφερόντων
1320τοῦ Κράτους, καὶ ὡς μόνας δυναμένας νὰ σώσωσι τὴν χώραν.
1321Αἱ διεξαχθεῖσαι διαπραγματεύσεις, κατὰ τὰς δηλώσεις
1322τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, κατέληξαν εἰς δύο πρα-
1323κτικὰ ἀποτελέσματα, εἰς τὸ σημείωμα τὸ μονογραφηθὲν
1324ἐν Ἀθήναις παρ’ αὐτοῦ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
1325καὶ παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν, κατέληξαν
1326εἰς τὴν σύμβασιν τὴν ὑπογραφεῖσαν ἐκ μέρους τοῦ Ἑλλη-
1327νικοῦ Δημοσίου παρὰ τοῦ ἐν Λονδίνῳ ἐπιτετραμμένου τῆς
1328Ἑλλάδος καὶ ἐκ μέρους τῆς ἀγγλικῆς ἐπιτροπείας δὲν
1329γνωρίζομεν παρὰ τίνος. Τὸ πρῶτον τῶν ἀποτελεσμάτων
1330τούτων ὑφίσταται ἀκέραιον, κατὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυ-
1331βερνήσεως, ὑποχρεοῖ τὰς ἐπιτροπείας ἴσως καὶ τοὺς ὁμολο-
1332γιούχους, δὲν ὑποχρεοῖ τὴν Ἑλλάδα. Τὸ δεύτερον ἐξέλιπε,
1333διότι εἶχε τεθῆ ὅρος, καθ’ ὃν, ἐν περιπτώσει μὴ ἀμέσου
1334ἀποδοχῆς παρὰ τῶν Ἄγγλων ὁμολογιούχων, ἤθελον θεωρη-
1335θῆ ὡς μὴ γενόμεναι αἱ εἰς τὴν ἀποδοχὴν αὐτῶν ὑποβλη-
1336θεῖσαι προτάσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Δὲν γνωρί-
1337ζω κατὰ πόσον ἡ Βουλὴ συμφωνεῖ μὲ τὰς παραδόξους θεω-
1338ρίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν
1339τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν πρακτικῶν τῶν δύο θετικῶν πρά-
1340ξεων, εἰς ἃς προῆλθεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰς διαπραγμα-
1341τεύσεις. Ἐγὼ ἀδυνατῶ νὰ ἐννοήσω, πῶς δύναταί τις νὰ
1342χαρακτηρίσῃ ὡς σύμβασιν σημείωμα, φέρον μονογραφὰς,
1343σημείωμα ἄνευ χρονολογίας, σημείωμα ἀφορῶν εἰς ἕνα καὶ
1344μόνον ὅρον ἐκ τῶν ποικίλων τοιούτων, οἵτινες ἀναγκαίως
1345περιλαμβάνονται ἐν πάσῃ συμβάσει συμβιβασμοῦ πρὸς τοὺς
1346δανειστάς. Καὶ ἔτι ὅμως παραδοξότερον, ἐνῷ τοιαῦτα ἐλατ-
1347τώματα ἔχει τὸ σημείωμα τοῦτο, χαρακτηρίζεται παρὰ
1348τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὡς σύμβασις ὑποχρεωτικὴ
1349διὰ τοὺς ὁμολογιούχους, ἀλλὰ μὴ ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸ Ἑλ-
1350ληνικὸν Δημόσιον. Ἂν δύνασθε, εὕρετε λογικὴν εἰς τὴν δή-
1351λωσιν ταύτην τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
1352Ἐγὼ ἐστάθμισα τὰς δηλώσεις μετὰ τῆς μεγαλειτέρας
1353ἐπιμελείας, οὐδεμίαν ὅμως ἔννοιαν λογικὴν ἢ νομικὴν ἠδυ-
1354νήθην νὰ ἀνεύρω ἐν αὐταῖς. Καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
1355ἐχαρακτήρισε τὸ σημείωμα τοῦτο ὡς ὑποχρεωτικὸν διὰ τὰς
1356ἐπιτροπείας, καὶ ἴσως διὰ τοὺς ὁμολογιούχους, διότι ἄλλως
1357οὐδεμίαν ἔννοιαν θὰ εἶχε τὸ ὑποχρεωτικόν· ἀλλ’ ἐνῷ οὕτως
1358ἐχαρακτήριζε τὸ σημείωμα τοῦτο, ἐξέφερε συγχρόνως καὶ
1359ἀμφιβολίας περὶ τοῦ ἂν οἱ ἀντιπρόσωποι καὶ αἱ ἐπιτρο-
1360πεῖαι ἠδύναντο νὰ ὑποληφθῶσιν ὡς ἐκπροσωποῦσαι τοὺς
1361ὁμολογιούχους. Ἀλλὰ τότε πῶς τὸ σημείωμα τοῦτο θέλει
1362θεωρηθῆ ὡς ὑποχρεοῦν τοὺς ὁμολογιούχους;—διότι μὲ αὐτοὺς
1363πρόκειται νὰ συμβιβασθῶμεν.—Ἀλλὰ περιπλέον τὸ σημείω-
1364μα ἢ ἡ σύμβασις, ἂν θέλετε, αὕτη πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ
1365ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς ὁμολογιούχους, ἀφοῦ κατηρτίσθη ὡς κα-
1366τηρτίσθη; Πρόκειται περὶ συμβάσεως τετελεσμένης, ὡς πα-
1367ρέστησεν ἡμῖν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐνεχούσης πάν-
1368τα τὰ στοιχεῖα τελείου συμβιβασμοῦ πρὸς τοὺς δανειστὰς
1369ἡμῶν; Οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τοῦτο, μήτε αὐτὸς
1370ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μεθ’ ὅλην τὴν συνήθη αὐτοῦ
1371εὐστροφίαν· καὶ ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος. Τὸ σημείωμα
1372ἐκεῖνο περιλαμβάνει ἴσως συνεννόησιν, ἔστω ὁριστικὴν, ἔστω
1373τελειωτικὴν, περὶ ἑνὸς σημείου ἐκ τῶν πολλῶν, ἃ ἔδει νὰ ἐξε-
1374τασθῶσι καὶ ἐφ’ ὧν ἔπρεπε νὰ συμπέσῃ ἡ συνεννόησις μεταξὺ
1375τοῦ Κράτους καὶ τῶν ὁμολογιούχων, περιλαμβάνει συνεννόησιν
1376περὶ τοῦ ποσοστοῦ καὶ τῆς κλίμακος τῆς βαθμιαίας προσαυ-
1377ξήσεως αὐτοῦ. Ἀλλ’ αὐτὸ καὶ μόνον ἀποτελεῖ τὴν σύμβασιν
1378τοῦ συμβιβασμοῦ; Ποῦ αἱ ἐγγυήσεις καὶ πότε καθωρίσθη-
1379σαν αὗται; Ποῦ αἱ ὑπέγγυοι πρόσοδοι καὶ πότε καθωρίσθη-
1380σαν καὶ αὗται;
1381Διὰ νὰ πεισθῇ τις, ὅτι οὐδεμίαν δύναμιν ὑποχρεωτικὴν
1382ἠδύνατο νὰ ἔχῃ εἴτε διὰ τὰς ἐπιτροπείας εἴτε καὶ ἔτι πλέον
1383διὰ τοὺς ὁμολογιούχους τὸ σημείωμα, δὲν ἔχει ἢ νὰ παρα-
1384βάλῃ αὐτὸ μὲ τὴν σύμβασιν τὴν κατόπιν συνομολογηθεῖ-
1385σαν, ἀλλ’ ἐκλείψασαν ἕνεκα τῆς μὴ ἀποδοχῆς αὐτῆς παρὰ
1386τῶν Ἄγγλων ὁμολογιούχων. Τί εἶναι τὸ σημείωμα τοῦτο
1387ἀπέναντι τῆς συμβάσεως πρὸς τοὺς Ἄγγλους ὁμολογιού-
1388χους; Τὸ σημείωμα καὶ ἡ σύμβασις, ὡς ἐβεβαιώθη παρὰ
1389τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καθορίζουσι τὴν ἀφετη-
1390ρίαν τοῦ ποσοστοῦ τοῦ καταβλητέου εἰς τόκον ἀρχικῶς καὶ
1391κατόπιν καὶ εἰς χρεωλύσιον, ἐκεῖνο μὲν ἀπὸ 32% μὲ
1392κλίμακα σταθερὰν προσαυξήσεως διὰ τὸ μέλλον, αὕτη δὲ,
1393ἡ πρὸς τὴν ἀγγλικὴν ἐπιτροπείαν σύμβασις, μὲ ἐλαχίστην
1394ἐπὶ πλέον διαφοράν. Οὕτω τὴν πρὸς τὴν ἀγγλικὴν ἐπιτρο-
1395πείαν σύμβασιν ἔχομεν βεβαιωμένην διὰ τῶν δηλώσεων
1396τούτων τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ νὰ ἐπανέλθω
1397δ’ ἤδη εἰς τὸ ζήτημά μας περὶ τοῦ κύρους τοῦ σημειώμα-
1398τος, ποῖον μέρος ἀπετέλεσε τῆς συμβάσεως πρὸς τοὺς Ἄγ-
1399γλους ὁμολογιούχους τὸ σημείωμα τὸ μονογραφηθὲν ἐνταῦθα;
1400Ἀποτελεῖ τὸ 1/12 τῆς συμβάσεως ἐκείνης. Διατί; Διότι ὁλό-
1401κληρον τὸ σημείωμα τὸ μονογραφηθὲν ἐνταῦθα περιλαμβά-
1402νεται ἐν τῷ ὑπὸ στοιχεῖον Ζʹ ἄρθρῳ τῆς συμβάσεως ἐκείνης,
1403καὶ προηγοῦνται μὲν τὰ ὑπὸ στοιχεῖα αʹ, βʹ, γʹ, δʹ ἄρθρα, ἕπον-
1404ται δὲ τὰ ὑπὸ στοιχεῖα ηʹ, θʹ, ιʹ, κʹ, λʹ καὶ μʹ ἐν τῇ συμβάσει
1405πρὸς τὴν ἀγγλικὴν ἐπιτροπείαν. Ἀλλ’ ἐντεῦθεν τί εἴδους σύμ-
1406βασις εἶναι αὕτη; τί ἐκ τοῦ σημειώματος τὸ ὑποχρεωτικὸν
1407διὰ τοὺς ὁμολογιούχους, ἢ μὴ ὑποχρεωτικὸν διὰ τὸ Κράτος;
1408Δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὡς ἤδη εἶπον, ὡς συνεννόησις, ἔστω καὶ
1409ὁριστικὴ, ὡς πρὸς τὸ ποσοστὸν, ἀλλ’ αὕτη ἡ συνεννόησις,
1410ὅσῳ δήποτε καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ τὴν θεωρήσωμεν ὡς ὁρι-
1411στικὴν, δὲν ἀποτελεῖ τὴν σύμβασιν τοῦ συμβιβασμοῦ.
1412Οὐδένα διαφεύγει, ὅτι, καὶ ἂν ἐθεωροῦντο ὡς δεσμευόμε-
1413νοι οἱ ὁμολογιοῦχοι ἢ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπιτροπειῶν
1414διὰ τοῦ σημειώματος τούτου, θὰ ἠδύναντο νὰ ἐκφύγωσι πᾶ-
1415σαν ἐντεῦθεν ὑποχρέωσιν, καὶ ἂν ὑπέκειντο εἰς τὴν ἁρμοδιό-
1416τητα τοῦ Πρωτοδικείου, ἀφοῦ σπουδαιότατα ζητήματα
1417ἔμενον ἄλυτα, τὰ ζητήματα τῶν παραχωρητέων προσόδων,
1418τῶν ἐγγυήσεων καὶ ὁ τρόπος τῆς λειτουργίας αὐτῶν, καθ’
1419ἃ εὐρὺ εἶχον στάδιον διαῤῥήξεως τῶν διαπραγματεύσεων.
1420Λοιπὸν ποίου εἴδους πρακτικὸν ἀποτέλεσμα εἶναι ἐκεῖνο, τὸ
1421ὁποῖον ἐπέτυχεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ ση-
1422μειώματος αὐτοῦ, καὶ πῶς θεωρεῖ ὡς κατ’ οὐσίαν λελυμένον
1423τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ; Καὶ ὀρθῶς μὲν εἶπεν ὁ Πρόε-
1424δρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ σημείωμα τοῦτο δὲν ὑποχρεοῖ
1425νομικῶς τὸ Κράτος, διότι οὐδένα ὑποχρεοῖ νομικῶς, ὡς ἀπέ-
1426δειξα, ὑποχρεοῖ ὅμως ἡμᾶς ἠθικῶς, διότι καὶ τὸ σημείωμα
1427καὶ ἡ σύμβασις πρὸς τὴν ἀγγλικὴν ἐπιτροπείαν θέλουν θεω-
1428ρηθῆ, ἐν περιπτώσει ἐπαναλήψεως τῶν διαπραγματεύσεων
1429πρὸς πᾶσαν Κυβέρνησιν ὑπὸ τὰς αὐτὰς βάσεις, ὡς ὑπο-
1430χρεωτικὴ ἀφετηρία αὐτῶν. Καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἐλέγχω
1431τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι τοιαύτας ἐποιήσατο
1432παραχωρήσεις, χωρὶς κἂν νὰ ἀσφαλίσῃ τὸ λυσιτελὲς καὶ τε-
1433λεσφόρον αὐτῶν. Καὶ δικαίως ἤθελε μοὶ ἀντιταχθῆ, ὅτι οἱ
1434ὁμολογιοῦχοι δὲν δύνανται νὰ καλέσωσι τὸ Κράτος ἐνώπιον
1435τοῦ Πρωτοδικείου πρὸς κανονισμὸν τῶν συνεπειῶν τῆς πτω-
1436χεύσεως, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶσιν ἴσως νὰ κινήσωσι τοὺς στό-
1437λους τῆς Ἀγγλίας, τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Γερμανίας, ὅπως
1438μᾶς ἐξαναγκάσωσιν εἰς ἐπαχθεστέρους ὅρους τῶν τοῦ σημειώ-
1439ματος καὶ τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ θὰ δύνανται πάντοτε νὰ
1440ἐπιῤῥίπτωσι καθ’ ἡμῶν, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἠθέλομεν
1441ἀρνηθῆ ὡς ἀφετηρίαν μελλουσῶν διαπραγματεύσεων τὰς
1442γενομένας αὐτοῖς ἤδη παραχωρήσεις, κακοπιστίαν καὶ δόλον.
1443Καὶ ἤδη, ἂν κατ’ οὐσίαν θελήσωμεν νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰ
1444συμφωνηθέντα, ἀνεξαρτήτως τῆς διαμαρτυρίας, ἥτις ὡς ἐξ
1445ἐνστίκτου παρ’ ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐξηνέχθη ὡς πρὸς τὸν
1446τρόπον, καθ’ ὃν διεξήχθησαν αἱ διαπραγματεύσεις καὶ ὡς
1447πρὸς τὴν ἁρμοδιότητα ἐκείνου, ὅστις τὰς διεξήγαγε, — διότι
1448πάντες βεβαιοῦσιν ὅτι ὁ ὀλιγώτερον ἁρμόδιος πρὸς τοῦτο
1449ἦτο ἐκεῖνος, ὅστις ἔτυχε τῆς ὑμετέρας ἐντολῆς, ὅπως διεξα-
1450γάγῃ αὐτὰς, ἀφοῦ ἡ πολιτεία αὐτοῦ δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ φέρῃ
1451εἰς ψευδῆ ἀφετηρίαν καὶ εἰς ψευδῆ βάσιν τοῦ συμβιβασμοῦ, —
1452ἀνευρίσκομεν, ὅτι αὐτὸ τὸ θετικὸν ἀποτέλεσμα, εἰς ὃ κατὰ τὸν
1453Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως κατέληξαν αἱ διαπραγματεύσεις
1454αὗται, καὶ ἐφ’ οὗ δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, διότι δὲν ὑφίστα-
1455ταί τι ἐκκρεμὲς ἐξ αὐτοῦ, ἀποτελεῖ ζημίαν θετικὴν διὰ τὰ συμ-
1456φέροντα τοῦ Κράτους, καὶ οὐ μόνον πλέον κατὰ τὴν γνώμην
1457τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ἀλλὰ καὶ
1458κατὰ τὴν γνώμην τοῦ εἰσηγητοῦ ἀκόμη τῆς πτέρυγος
1459ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιὰν), κατὰ τὰς γνώμας αὐτοῦ
1460τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπὶ δεκαετίαν ἐδιδά-
1461σκετο ἐντεῦθεν οὗτος, ὅτι τὰ δάνεια τὰ ἐξωτερικὰ ὑπὸ ἀναγ-
1462καστικὴν κυκλοφορίαν εἶναι καταστροφὴ, καὶ μετὰ πάροδον
1463ὁλοκλήρου δεκαετίας τὸ μάθημα τὸ καθ’ ἡμέραν ἐντεῦθεν
1464διδασκόμενον ἠδυνήθη νὰ τὸ ἐκμάθῃ καὶ νὰ μᾶς τὸ ἀπο-
1465στηθίσῃ προχθές, ἀλλὰ καὶ ἀποστηθίζων αὐτὸ, πάλιν ἔπραττε
1466τὰ ἐναντία τοῦ μαθήματος, ὅπερ ἐπὶ τέλους ἐξέμαθε· διότι
1467κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν διαπραγματεύσεων ἐπέμεινεν,
1468ὅπως καθορισθῇ τὸ ποσοστὸν εἰς χρυσόν. Τοῦτο ἀποδεικνύει
1469ἡ σύμβασις, ἡ κατὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως σύμ-
1470βασις, τὸ σημείωμα δηλαδὴ τὸ μονογραφηθὲν, ἀλλὰ τοῦτο
1471ἀποδεικνύουσιν ἐπιπροσθέτως τὰ πρωτόκολλα τὰ δημοσιευ-
1472θέντα παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν, καὶ τὰ
1473ὁποῖα ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο δὲν φοβοῦμαι ὅτι θέλει δια-
1474ψεύσει ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι περιλαμβάνουσι
1475ῥητὰς δηλώσεις αὐτοῦ, ὅλως συμφώνους πρὸς τὰ συνομολο-
1476γηθέντα. Ἐν τέλει τοῦ Εʹ πρωτοκόλλου εὑρίσκω τὰ ἑξῆς:
1477«Ὁ Πρωθυπουργὸς παρετήρησεν, ὅτι δὲν ἀντέτεινεν», (εἰς
1478τὴν ὑποβολὴν βοηθητικοῦ ὑπομνήματος) «ἐκ τῶν προτέ-
1479ρων ἐκήρυττεν ὅμως, ὅτι οὐδὲν ἠδύνατο ν’ ἀποδεχθῇ σχέ-
1480διον, μὴ θεμελιούμενον ἐπὶ τῶν ἑξῆς βάσεων: αʹ) Καταβολὴ
1481τῶν ἠλαττωμένων τόκων εἰς χρυσὸν, ἀφοῦ καὶ αἱ ὑποχρε-
1482ώσεις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι εἰς χρυσὸν καὶ οὐχὶ
1483εἰς χαρτονόμισμα.»
1484Τοιαύτην ἔδωκε κυρίαν βάσιν τῶν περὶ συμβιβασμοῦ δια-
1485πραγματεύσεων ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ, κατ’
1486ἐμὲ, ἡ δήλωσις αὕτη ὑπῆρξε τὸ μέγιστον σφάλμα ἐκ τῶν
1487διαπραχθέντων πολλαπλῶν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν δια-
1488πραγματεύσεων, ἀποτελεῖ δὲ καὶ τελείαν ἀντίφασιν πρὸς
1489τὸ μάθημα, ὅπερ ἐξέμαθεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
1490Τί δ’ ἀποδεικνύει ἡ δήλωσις αὕτη, ἡ γενομένη πρὸς τοὺς
1491ἀντιπροσώπους τῶν ἐπιτροπειῶν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς
1492Κυβερνήσεως; ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ ἐπίτροποι προέβαλον πρὸς
1493αὐτὸν ἢ ἦσαν πρόθυμοι ν’ ἀποδεχθῶσι τὴν καταβολὴν τοῦ
1494ποσοστοῦ εἰς χαρτονόμισμα, αὐτὸς δ’ ἀπέκρουσε τὴν πρότασιν
1495ταύτην. Καὶ ἐπὶ τίνι λόγῳ; Ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι καὶ αἱ ἀρχικαὶ
1496συμβάσεις τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου καθορίζουσιν ὡς
1497καταβλητέας εἰς χρυσόν. Εἶναι ἀληθῶς παράδοξος ὁ λόγος
1498οὗτος, προβαλλόμενος παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως,
1499παρὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Κράτους. Θὰ ἐνόουν τὸν λόγον
1500τοῦτον προβαλλόμενον παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπι-
1501τροπειῶν, ἢ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ὁμολογιούχων, διότι
1502οὗτοι δικαίως θὰ ἔλεγον: «πῶς θέλεις οὐχὶ μόνον νὰ μειώσῃς
1503τὸν τόκον, ἀλλὰ νὰ μεταβάλῃς καὶ τὸν τρόπον τῆς κατα-
1504βολῆς τῶν ὑποχρεώσεων;» Ἀλλ’ ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου
1505τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ κεκλημένου νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ συμ-
1506φέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ ἐκμαθόντος ἐπὶ
1507τέλους τὸ μάθημα, ὅπερ τοσάκις ἐδιδάχθη ἐντεῦθεν, ἀντι-
1508τασσόμενος ὁ λόγος οὗτος, ἀποβαίνει ἀκατάληπτος, ἀδυ-
1509νατῶ δὲ νὰ κατανοήσω τὴν λογικὴν τοιαύτης αἰτιολογίας
1510ἐκ μέρους του εἰς ἀπόκρουσιν τῆς προτάσεως περὶ καταβο-
1511λῆς τοῦ ποσοστοῦ εἰς χαρτονόμισμα. Εἶναι δὲ κατὰ το-
1512σοῦτο μᾶλλον ἀκατάληπτος ὁ λόγος οὗτος καὶ ἡ στάσις, ἣν
1513ἔλαβεν ἀπέναντι τοιαύτης προτάσεως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
1514Κυβερνήσεως, καθόσον ἀποτελεῖ καὶ τελείαν ἀντίφασιν πρὸς
1515τὰ παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου πεπραγμένα.
1516Γνωρίζετε πάντες τὴν τύχην τοῦ δανείου τῶν 16,500,000,
1517τοῦ ἀποκαλουμένου διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀξιοτίμου Βου-
1518λευτοῦ Μαντινείας, τοῦ δανείου τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου.
1519Ὅτε κατεκρίνομεν τὸν κ. Πρόεδρον ἐντεῦθεν, ὅτι ἐτήρει δύο
1520μέτρα καὶ δύο σταθμὰ ἀπέναντι τῶν δανειστῶν τοῦ Κρά-
1521τους, καὶ ὅτι συνεπῶς ἠθέλομεν χαρακτηρισθῆ ὡς κακῆς
1522πίστεως, τί ἀπήντα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; ἀπήντα
1523ὅτι τὸ δάνειον αὐτὸ ἐξῃρεῖτο τοῦ γενικοῦ μέτρου τῆς κατα-
1524βολῆς τοῦ 30% εἰς χρυσὸν, ἢ 50% εἰς χαρτονόμισμα,
1525διότι ἐτράπη ἤδη εἰς ἐσωτερικὸν δάνειον, διότι ἡ ὑπηρεσία
1526του ἐγίνετο πλέον εἰς χαρτονόμισμα, ἐξῆρε μάλιστα τὸ
1527κατόρθωμά του ἐκεῖνο, διότι ἐθεώρει ὅτι ἦτο κατόρθωμα νὰ
1528μετατραπῇ τὸ δάνειον τῶν 16,500,000 ἀπὸ δανείου εἰς
1529χρυσὸν εἰς δάνειον εἰς χαρτονόμισμα, καὶ τοῦτο, ὅταν ἀνε-
1530γνώριζεν εἰς τὸ ἄρτιον τὴν ἀξίαν τοῦ ἐν λόγῳ δανείου, ἀνε-
1531λάμβανε δὲ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς καταβολῆς καὶ τοῦ τόκου
1532καὶ αὐτοῦ τοῦ χρεωλυσίου ἀκεραίου, ἐνῷ ὡς πρὸς τὰ ἄλλα
1533δάνεια τὰ εἰς χρυσὸν διὰ μὲν τὸ τοκομερίδιον τοῦ Δεκεμ-
1534βρίου τοῦ 1893 ἐζήτει παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἐψηφίζετο
1535παρ’ αὐτῆς μόνον ποσοστὸν 50% εἰς χαρτονόμισμα, ἐζήτει
1536δὲ παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἐψηφίζετο ἡ κατάργησις τελείως
1537τοῦ χρεωλυσίου.
1538Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβάσῃ τις τὴν θεωρίαν
1539ἐκείνην, ἐφ’ ἧς ἐστήριζε τὸ τόσον ἄνισον μέτρον τῆς τροπῆς
1540τοῦ δανείου τῶν 16,500,000, πρὸς τὸν λόγον, ὃν προέβαλε
1541πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἐπιτροπειῶν, ὅπως ἀποκρούσῃ
1542τὴν εἰς χαρτονόμισμα καταβολὴν τοῦ ποσοστοῦ; Δὲν εὑρί-
1543σκω ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ Εʹ τὸν ἀληθῆ λόγον· ἀλλ’ ἐν ἄλλῳ
1544πρωτοκόλλῳ προηγουμένῳ, τῷ Γʹ, τῷ πραγματευομένῳ
1545περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, — τοῦτο δὲ προσεπικυροῖ τὸ
1546ἀσφαλὲς τοῦ συμπεράσματος, ὅτι ἐγένετο πρότασις περὶ
1547καταβολῆς τοῦ ποσοστοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἥτις
1548ἀπεκρούσθη παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, — εὑρί-
1549σκω τὰ ἑξῆς: «Ἄλλως τε αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους πρὸς
1550τοὺς κατόχους τῶν ἐξωτερικῶν δανείων ἦσαν εἰς χρυσόν. Εἰς
1551χρυσὸν ἑπομένως καὶ οὐχὶ εἰς χαρτονόμισμα ὤφειλε ν’ ἀνα-
1552λάβῃ καὶ τὰς νέας ὑποχρεώσεις. Ἡ πρότασις τῶν ἐπιτρόπων
1553συνεπήγετο καὶ τοῦτο τὸ δεινὸν ἀτόπημα, ὅτι θ’ ἀνεστάτου
1554τὴν νομισματικὴν ἀγορὰν, φέρουσα ἐν περιπτώσει αὐξήσεως
1555τῶν εἰς χαρτονόμισμα προσόδων αἴτησιν χρυσοῦ ὑπερβαίνου-
1556σαν τὰς δυνάμεις τῆς χώρας.»
1557Ἐνταῦθα εὑρίσκομεν τὸν λόγον, δι’ ὃν ἀπεκρούσθη ἡ πρό-
1558τασις περὶ καταβολῆς τοῦ ποσοστοῦ εἰς χαρτονόμισμα, τὸν
1559ἀληθῆ λόγον, ὄχι ἐκεῖνον, ὃν δὲν δύναταί τις νὰ χαρακτη-
1560ρίσῃ ἄλλως ἢ ὡς non sens, καθόσον προεβάλλετο παρὰ
1561τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Κράτους. Ἐφοβεῖτο ὁ κ. Πρόεδρος
1562τῆς Κυβερνήσεως, μὴ ἡ τροπὴ παρὰ τῶν ὁμολογιούχων ἢ
1563παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν — ἐντεῦθεν παρὰ τῆς Ἑται-
1564ρίας τῶν Μονοπωλίων — μὴ ἡ τροπὴ, λέγω, τοῦ χαρτονομί-
1565σματος ἀναστατώσῃ τὴν νομισματικὴν ἡμῶν ἀγορὰν, ἐν ᾗ
1566τόσον ὁμαλῶς ἔχουσι τὰ τῆς κυκλοφορίας. Ἀλλά, κατὰ τὴν
1567συνήθειάν του, — καὶ τοῦτο δὲν ἀντελήφθησαν οἱ ἀντιπρό-
1568σωποι τῶν ἐπιτροπειῶν, — ὁ κ. Πρόεδρος συνέχεε δύο προτά-
1569σεις ὅλως διόλου ἀνεξαρτήτους καὶ αὐτοτελεῖς· προβάλ-
1570λων τὸν λόγον τοῦτον κατὰ τῆς καταβολῆς τοῦ ποσοστοῦ
1571εἰς χαρτονόμισμα, συνέχεεν ἐπίτηδες τὴν πρότασιν περὶ
1572καταβολῆς τοῦ ποσοστοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια μὲ τὴν
1573πρότασιν περὶ διανομῆς τῶν πλεονασμάτων. Καὶ διὰ τοῦτο,
1574ἀφοῦ ἀντέταξεν εἰς τὴν πρότασιν περὶ καταβολῆς τοῦ
1575ποσοστοῦ εἰς γραμμάτια ἐκεῖνον τὸν τοσοῦτο λογικὸν λό-
1576γον, τοῦ ὅτι εἰς χρυσὸν ἦσαν αἱ ἀρχικαὶ ὑποχρεώσεις τοῦ
1577Κράτους, προέβαλεν ἐπιβοηθητικῶς, ὅτι ἡ πρότασις τῶν
1578ἐπιτρόπων θὰ συνεπήγετο τὴν ἀναστάτωσιν τῆς νομισμα-
1579τικῆς ἀγορᾶς δι’ αἰτήσεως χρυσοῦ ὑπερβαινούσης τὰς δυ-
1580νάμεις τῆς χώρας, ἐν περιπτώσει αὐξήσεως τῶν εἰς χαρ-
1581τονόμισμα προσόδων.
1582Διότι γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι, κατὰ τὰς θεωρίας τοῦ κ.
1583Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως,—καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπα-
1584νέλθω ἐπ’ αὐτὰς, ἂν καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευ-
1585τὴς ἱκανὰ εἶπε,—τὰ πάντα, καὶ ἡ σημερινὴ κατάστασις
1586καὶ ἡ καταστροφὴ, πρὸ τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα, ὀφείλονται
1587εἰς τὴν νομισματικὴν ἀνωμαλίαν. Ἀλλὰ πάλιν φρονεῖ ὁ κ.
1588Πρόεδρος, ὅτι καὶ ἄνευ τῆς ἐξομαλύνσεως τῆς νομισματικῆς
1589ἡμῶν κυκλοφορίας δύνανται αἱ πρόσοδοι τοῦ Κράτους νὰ
1590προάγωνται ἐπ’ ἄπειρον, ἢ νὰ προάγωνται ἐπὶ τοσοῦτον,
1591ὥστε ἐκ τῶν ἐξ αὐτῶν πλεονασμάτων, ἅτινα ἤθελον συμ-
1592φωνηθῆ ὡς διανεμητέα μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου
1593καὶ τῶν ὁμολογιούχων, καὶ διὰ τῆς τροπῆς αὐτῶν εἰς
1594χρυσὸν νὰ ἐπέλθῃ τελεία πλέον ἡ ἀναστάτωσις τῆς νομι-
1595σματικῆς ἡμῶν ἀγορᾶς. Μάλιστα διὰ τῆς εἰσηγήσεώς του
1596εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐπέτεινε τὴν θεωρίαν ταύτην, καὶ
1597διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι τὸ ποσοστὸν τὸ καθορισθὲν εἴτε παρὰ
1598τοῦ προσωρινοῦ νόμου εἴτε παρὰ τοῦ σημειώματος τοῦ μονο-
1599γραφηθέντος, εἴτε παρὰ τῆς συμβάσεως τῆς ὑπογραφείσης
1600παρὰ τοῦ ἐν Λονδίνῳ Ἕλληνος ἐπιτετραμμένου, εἶναι τὸ
1601μόνον ἀνάλογον πρὸς τὰς δυνάμεις τῆς χώρας, ἔλεγεν, ὅτι
1602ἤδη ἡ ἐπικαταλλαγὴ ἀποδεικνύει τοῦτο, διότι ἐν περιπτώ-
1603σει, καθ’ ἣν ἠθέλομεν καταβάλει τι περιπλέον, ἀφοῦ τὸ Δημό-
1604σιον θὰ ἦν ἠναγκασμένον διὰ τὸ περιπλέον τοῦτο νὰ προσ-
1605έλθῃ εἰς τὴν νομισματικὴν ἀγορὰν, κατὰ τοσοῦτον θὰ κα-
1606θίστα τὴν θέσιν αὐτῆς ἐπαχθεστέραν καὶ κατὰ τοσοῦτον θὰ
1607εἴχομεν ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος.
1608Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι
1609ἡ ἐπικαταλλαγή, ἣν παρέλαβεν εἰς τὰ 168 μὲ τὸ τόσον
1610κατακριθὲν καὶ κατακρινόμενον καθ’ ἡμέραν παρ’ αὐτοῦ
1611δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, καὶ ἥτις ἀνῆλθε σήμερον εἰς τὰ
1612181 ἢ εἰς τὰ 182, ἄνευ ἐλπίδος ἐπιστροφῆς πρὸς τὰ ὀπίσω,
1613διότι εἶναι ἐκ τῶν πτηνῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ Ἰουστινια-
1614νὸς χαρακτηρίζει ὡς μὴ ἔχοντα τὸ πνεῦμα τῆς ἐπιστρο-
1615φῆς, ἐλησμόνησε, λέγω, ὅτι ἡ ἐπικαταλλαγὴ ἀποδεικνύει
1616οὐχὶ τὴν δύναμιν τῆς χώρας, ἀλλὰ τὴν δύναμιν τῆς πτω-
1617χεύσεως, ἧς ὑπῆρξεν ὁ πρωτουργὸς, ἣν κατέστησεν ἀναπό-
1618δραστον διὰ τῆς πολιτείας του τῆς δεκαετοῦς, ἣν ἐγκαθί-
1619δρυσε διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου. Καὶ ὡς πρὸς
1620τοῦτο τὴν γνώμην μου κυροῦσι τὰ πράγματα· διότι, ἐνῷ
1621πέρυσιν, εἰσάγων τὸ νομοθέτημα περὶ προσωρινοῦ διακανο-
1622νισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ἐπηγγέλλετο,
1623ὅτι δι’ αὐτοῦ ἠθέλομεν ἔχει μετ’ ὀλίγον, μάλιστα ἐὰν τὰ
1624πλεονάσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ ἦσαν οἷα πράγματι
1625ὑπῆρξαν, ἠθέλομεν ἔχει τὸ συνάλλαγμα εἰς τὰ 150 καὶ εἰς
1626τὰ 140 καὶ εἰς τὰ 135, ὑπελόγιζε δὲ κατὰ πᾶν δεκατη-
1627μόριον ὑποτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ φράγκου καὶ ἑκατομμύριον
1628πλεονασμάτων, ἑκατομμύριον περιπλέον προσόδων, ἔχομεν
1629ἤδη αὐτὸ εἰς τὰ 182.
1630Τὸ συνάλλαγμα καὶ ἡ ἐπικαταλλαγὴ δὲν ἀποδεικνύου-
1631σιν, ὡς εἶπον, τὴν δύναμιν τῆς χώρας, ἀποδεικνύουσι τὴν
1632δύναμιν τῆς πτωχεύσεως, καὶ καθ’ ὅσον ἡ πτώχευσις ἀπο-
1633βαίνει χρονία, κατὰ τοσοῦτον ἡ δύναμις αὐτῆς πρὸς τὴν
1634καταστροφὴν καὶ τὴν ἐξουθένωσιν καὶ τῆς πίστεως τῆς
1635χώρας, ἀφοῦ κατεστράφη πρόῤῥιζα ἡ πίστις τοῦ Κράτους,
1636ἀποδεικνύεται ἰσχυροτέρα. Ἐφθάσαμεν ἤδη εἰς τελείαν
1637ἐξάντλησιν, ὄχι πλέον τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ τῆς χώρας
1638αὐτῆς, καὶ πανταχόθεν μία ἐγείρεται φωνὴ περὶ τῆς ἀνα-
1639ποδράστου ἀνάγκης τῆς συνομολογήσεως τοῦ συμβιβασμοῦ,
1640διότι ἐν τῇ συνομολογήσει τοῦ συμβιβασμοῦ ἡ χώρα ἐξ
1641ἐνστίκτου βλέπει τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς.
1642Καὶ ἐν τούτοις σεῖς ἐν μακαριότητι ἐπαίρεσθε, ὅτι κατωρ-
1643θώσατε νὰ καθορίσητε τὴν δύναμιν τῆς χώρας διὰ τῆς ἐπι-
1644καταλλαγῆς τῆς καθ’ ἡμέραν ὑψουμένης, σεῖς ἀρκεῖσθε ὅτι
1645ἔχετε εἰς χεῖράς σας μίαν σύμβασιν—δῆθεν σύμβασιν—ὑπο-
1646χρεοῦσαν τοὺς ἐπιτρόπους ἢ τὰς ἐπιτροπείας ἢ τοὺς ὁμο-
1647λογιούχους, μὴ ὑποχρεοῦσαν τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον· καὶ
1648τοῦτο, διότι μία εἶναι ἡ ἀποστολή σας καὶ μία ἡ προσπά-
1649θειά σας, ἡ ἐν τῇ ἀρχῇ συντήρησίς σας· καὶ παραδόξως ὁ
1650ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος ὠνόμασε ταύτην φιλοδοξίαν,
1651ἴσως ἐν τῇ συνήθει ἁβρότητι τῆς φράσεώς του, ἐνῷ εἶναι
1652καθαρὰ ἀρχομανία, καὶ ἐνῷ δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ
1653ἄλλως ἢ ὡς ἀρχομανία. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι ἐπὶ τὸ θέμα.
1654Ἡ ῥητὴ πρότασις, ἡ γενομένη παρὰ τῶν ἐπιτρόπων, περὶ
1655καταβολῆς τοῦ ποσοστοῦ εἰς χαρτονόμισμα, ἀπεκρούσθη οὐχὶ
1656διὰ τὸν λόγον ὅστις κυρίως ἀντετάχθη, τοῦ ὅτι αἱ ἀρχικαὶ ὑπο-
1657χρεώσεις τοῦ Κράτους ἦσαν εἰς χρυσὸν, ἀλλὰ δι’ ἐκεῖνον, ὅστις
1658ἠδύνατο νὰ ἐμφιλοχωρήσῃ εἰς τὸ πνεῦμά τινος, ὅστις ἐξετέθη
1659καὶ ἐν τῷ Γʹ πρωτοκόλλῳ, διὰ τὸν φόβον μὴ ἐπέλθῃ ἀνα-
1660στάτωσις τῆς νομισματικῆς ἡμῶν ἀγορᾶς. Καὶ ὀφείλω τὸν
1661λόγον τοῦτον νὰ τὸν ἀποδείξω ὡς ἐντελῶς ἀνυπόστατον,
1662διότι οὕτω θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἡ πρότασις συντελοῦσα εἰς
1663τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, κατ’ ἀντίθεσιν καὶ κατ’ ἀντί-
1664φασιν πρὸς ὅλας τὰς παρὰ τοῦ κ. Προέδρου ἀποδεχθείσας
1665θεωρίας ἢ ἐνεργηθείσας πράξεις, ἀπεκρούσθη. Διατὶ δύναται
1666ν’ ἀναστατώσῃ τὴν νομισματικὴν ἀγορὰν ἡ καταβολὴ τοῦ
1667ποσοστοῦ εἰς χαρτονόμισμα καὶ ἡ μετατροπὴ τούτου εἰς
1668χρυσὸν παρὰ τῶν ὁμολογιούχων ἢ τῶν ἀντιπροσώπων αὐ-
1669τῶν; Μὴ οὗτοι ἢ ἐκεῖνοι θὰ εἶχον συμφέρον νὰ ὑψώσωσι
1670τὴν ἐπικαταλλαγήν; ἢ μὴ θὰ ἐξήγετο οὕτω περισσότερος
1671χρυσός; Ἀπεναντίας, συνομολογοῦντες τὴν καταβολὴν τοῦ
1672ποσοστοῦ εἰς χαρτονόμισμα, ἠθέλομεν ἀποκτήσει νέον πα-
1673ράγοντα ἰσχυρότατον, ἔχοντα δύναμιν ὡς ἓν πρὸς δέκα,—
1674τοιαύτη θὰ ἦν ἡ ἀναλογία τῆς ἐκ τοῦ ποσοστοῦ κινήσεως
1675πρὸς τὴν ὅλην κυκλοφορίαν ἡμῶν,—ὑπὲρ τῆς ὑπερτιμή-
1676σεως τοῦ τραπεζογραμματίου καὶ τῆς ὑποτιμήσεως τῆς
1677ἐπικαταλλαγῆς, διότι πάντες οἱ ὁμολογιοῦχοι, ὧν τὰ συμ-
1678φέροντα ὑποθέτω ὅτι ὁ διὰ τῆς Ἀγγλικῆς συμβάσεως ὁρι-
1679ζόμενος πράκτωρ των, ἡ Ἑταιρία δηλ. τῶν Μονοπωλίων
1680θὰ ἐξεπροσώπει εἰλικρινῶς,—καὶ τὸ ὑποθέτω, διότι καὶ τὸ
1681πιστεύω,—διότι πάντες, λέγω, οἱ ὁμολογιοῦχοι θὰ εἶχον
1682συμφέρον εἰς τὴν ὕψωσιν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, ἀφοῦ
1683καθ’ ὅσον ἡ τιμὴ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου θὰ ἦτο ὑπερ-
1684τέρα, κατὰ τοσοῦτον καὶ τὸ μέρισμα αὐτῶν θὰ ἀπέβαινεν
1685ὑπέρτερον, καὶ καθ’ ὅσον ἡ τιμὴ τοῦ τραπεζικοῦ γραμμα-
1686τίου θὰ ἦτο μικροτέρα, κατὰ τοσοῦτον καὶ τὸ μέρισμα αὐτῶν
1687θὰ ἐμειοῦτο. Καὶ δύναταί τις νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι θ’ ἀπετέλει
1688παράγοντα ἀσφαλῆ ὑπὲρ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ τραπεζο-
1689γραμματίου ἡ εἰς τοιοῦτον καταβολὴ τοῦ ποσοστοῦ; Δὲν
1690θὰ εἶχον ὑπέρτατον συμφέρον οἱ ὁμολογιοῦχοι, ὅπως ἐπι-
1691τευχθῇ ἐκεῖνο, ὅπερ διὰ τῶν ἐπανειλημμένων δανείων καὶ διὰ
1692τῶν μεγάλων ἐπαγγελιῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνή-
1693σεως δὲν κατωρθώθη, νὰ φθάσωμεν καὶ μέχρι τῆς ἰσοτιμίας
1694τῆς δραχμῆς πρὸς τὸ φράγκον;
1695Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐφοβεῖτο ἴσως
1696μίαν κερδοσκοπίαν ἐκ μέρους τῆς πελάτιδός του, τῆς Ἑται-
1697ρίας τῶν Μονοπωλίων, ἥν κατέστησε πράκτορα τῶν ὁμο-
1698λογιούχων διὰ τῆς Ἀγγλικῆς συμβάσεως, ἐφοβεῖτο, ὅτι
1699ἔχουσα εἰς χεῖράς της τὸ χαρτονόμισμα ἡ Ἑταιρία τῶν
1700Μονοπωλίων θὰ ἠδύνατο νὰ καταδολιευθῇ τὰ συμφέροντα
1701τῶν ἐντολέων της, προερχομένη εἰς ἀθέμιτον κερδοσκοπίαν
1702ἐπὶ τοῦ συναλλάγματος. Ἐγώ, καίτοι δὲν ἐννοῶ τίς ὁ λό-
1703γος τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, δὲν δύ-
1704ναμαι, Κύριοι, νὰ τῇ ἐπιῤῥίψω τοιαύτην μομφήν, ἀφοῦ δὲ
1705διὰ τῆς συμβάσεως τῆς ὑπογραφείσης παρὰ τοῦ Ἕλληνος
1706ἐπιτετραμμένου ἐν Λονδίνῳ πράκτωρ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν
1707ὁμολογιούχων καθίστατο ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων καὶ
1708μόνη αὕτη θὰ ἠδύνατο ἐντεῦθεν νὰ προέλθῃ εἰς κερδοσκο-
1709πίαν ἐπὶ τοῦ συναλλάγματος κατὰ τὴν μεταβίβασιν τοῦ
1710ποσοστοῦ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ὁ τοιοῦτος φόβος ἐκλείπει.
1711Ἀλλ’ ἂν καὶ ἡ κερδοσκοπία αὕτη θὰ ἐγίνετο ἐν κρυπτῷ
1712καὶ παραβύστῳ, τὰ ἀποτελέσματα ὅμως αὐτῆς θὰ ἦσαν
1713ἀμέσως κατάδηλα καὶ καταφανῆ. Ἐπιθυμῶ δὲ νὰ μάθω,
1714ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων ἤθελεν
1715ἀποδειχθῆ τοσοῦτον κακόπιστος, ὥστε νὰ καταρωραθῇ δο-
1716λιευομένη τὰ συμφέροντα τῆς χώρας καὶ τὰ τῶν ἐντολέων
1717της, ἐὰν θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἐπὶ στιγμήν.
1718Κίνδυνος λοιπὸν δὲν ἦν δυνατὸν νὰ προέλθῃ ἐκεῖθεν. Τὸ
1719Δημόσιον θὰ ἠλευθεροῦτο ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως νὰ προμη-
1720θεύηται ἑκάστοτε τὸν χρυσὸν, θὰ ἄφινε δὲ τὴν φροντίδα
1721ταύτην εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ὁμολογιούχων, οἵτινες,
1722μίαν ἔχοντες ἐντολὴν καὶ ἓν μετ’ αὐτοῦ συμφέρον, τὴν
1723ὑπερτίμησιν τοῦ τραπεζογραμματίου, θὰ ἀπετέλουν νέον
1724παράγοντα ὑπὲρ τῆς ὑπερτιμήσεως τούτου.
1725Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι κατεπλάγην, ἀναγνοὺς ἐν τοῖς πρω-
1726τοκόλλοις ἐκεῖνο, ὅπερ προσεπικυροῦσι καὶ τὸ σημείωμα
1727τὸ μονογραφηθὲν παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ
1728ἡ σύμβασις ἡ συνομολογηθεῖσα ἐν Λονδίνῳ, ὅτι ἀπεκρούσθη
1729ἡ πρότασις περὶ καταβολῆς τοῦ ποσοστοῦ εἰς τραπεζογραμ-
1730μάτια.
1731Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ καιρίου, τοῦ καιριωτάτου τούτου ἐλατ-
1732τώματος, τοῦ ἐκδηλουμένου ἐν τῷ σημειώματι ἐκείνῳ, τῷ
1733ἀποτελοῦντι τὴν σύμβασιν κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυ-
1734βερνήσεως, εὑρίσκω ἐν αὐτῷ καὶ ἕτερον ἐλάττωμα, ἀπο-
1735δεικνύον ὅτι δὲν μετεμελήθη οὗτος διὰ τὴν μέχρι τοῦδε
1736πολιτείαν του καὶ διὰ τὰς καταστροφὰς, ἃς ἐπήνεγκεν εἰς
1737τὴν χώραν δι’ αὐτῆς, τὸ ἐλάττωμα τῆς ἐξακολουθήσεως
1738τῶν ἐπανειλημμένων δανείων, οὗ ἐμνήσθη καὶ ὁ ἀξιότιμος
1739Βουλευτὴς Γόρτυνος. Διότι,—καὶ τοῦτο στηρίζεται εἰς ῥητὴν
1740δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ συζητῶ
1741ἐπὶ ὑποθέσεων,—διότι, ὅταν ἀντετάσσετο αὐτῷ, πῶς, ἀφοῦ
1742δὲν δύναται νὰ καταβάλῃ τὸ Κράτος πέραν τοῦ 30 ἢ 32
1743ἢ 34% τόκον, πῶς ζητεῖ διὰ τῶν χρημάτων τῶν δανειστῶν
1744ν’ ἀποσβέσῃ τὰς ὀφειλὰς τοῦ Δημοσίου εἰς βραχύτατον χρό-
1745νον, συνομολογῶν χρεωλύσιον ὑπέρογκον, ἀπήντα, ὡς ἐβε-
1746βαίωσε καὶ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ: «Δὲν
1747ἐννοῶ ν’ ἀποσβέσω, ἐννοῶ νὰ ἐξακολουθήσω τὴν δανειστικὴν
1748πολιτικήν μου. Ἡ χώρα δὲν ἔχει τὴν δύναμιν ν’ ἀποτίῃ,
1749ἐκτὸς τοῦ συνομολογουμένου ποσοστοῦ διὰ τὸν τόκον, καὶ
1750τὸ χρεωλύσιον τὸ καθοριζόμενον ἐν τῇ σταθερᾷ κλίμακι,
1751ἥτις ἀναγράφεται ἐν τῇ συμβάσει, ἀλλ’ ἐννοῶ νὰ πληρώσω
1752τὰ χρεωλύσια, συνεχίζων τὴν πολιτικήν μου, ἤτοι δανει-
1753ζόμενος διὰ ν’ ἀποσβέσω· ἀφοῦ δὲν δύναμαι νὰ δανείζωμαι,
1754ὅπως ἐξακολουθήσω νὰ πληρόνω καὶ τοὺς τόκους καὶ τὰ
1755χρεωλύσια, ὡς κατὰ τὸ παρελθόν, θὰ μοὶ μείνῃ οὕτως ἡ μι-
1756κρὰ αὕτη παραμυθία, νὰ δανείζωμαι, ὅπως πληρόνω τὰ
1757χρεωλύσια. Καὶ θὰ δανείζωμαι εἰς τὸ ἄρτιον καὶ θὰ πλη-
1758ρόνω ἔξοδα ἐκδόσεως δανείων καὶ προμηθείας καὶ τ’ ἄλλα
1759ἐκεῖνα, ἅτινα, κατά τινα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, λίαν ἔμπειρον
1760περὶ τὰ τοιαῦτα, ἀποτελοῦσι τὴν ἄδηλον ἀναπνοήν.» Οὕτω,
1761διὰ νὰ πληρόνῃ ὀφειλὴν πραγματικὴν 40, 50 ἢ 60, θὰ δα-
1762νείζεται 100 ὀνοματικά. Εἰς τοιαῦτα ἀποτελέσματα ἄγει
1763ἡ σύμβασις ἡ ὑποχρεωτικὴ διὰ τὰς ἐπιτροπείας καὶ ἐντεῦθεν
1764διὰ τοὺς ὁμολογιούχους καὶ μὴ ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸ Κρά-
1765τος, ἀποτελέσματα ἔχοντα ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν σκοπὸν, τὴν
1766ἐξακολούθησιν τῆς αὐτῆς πολιτικῆς τῆς δανειομανίας, καὶ
1767τὴν συντέλεσιν νέας πτωχεύσεως. Ἐὰν ἀπεκρούσθη ἡ κατα-
1768βολὴ τοῦ ποσοστοῦ εἰς τραπεζογραμμάτια, ἀπεκρούσθη
1769διότι ἐννοεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετ’ ὀλίγον
1770νὰ συνεχίσῃ τὴν πολιτικὴν τοῦ δανεισμοῦ, καθ’ ὅσον αἱ
1771περιστάσεις τοῦ Κράτους ἤθελον ἐπιτρέψει τοῦτο. Ἐὰν
1772συνωμολογήθη τοσοῦτο χρεωλύσιον, συνωμολογήθη διότι
1773ἀποβλέπει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πάντοτε μετὰ πόθου, μεθ’ ὅλα
1774τὰ ὀδυνηρὰ διδάγματα τοῦ παρελθόντος, εἰς τὴν πολιτικὴν
1775τῶν ἀλλεπαλλήλων δανείων.
1776Ἀλλὰ κρίνατε, Κύριοι, ἐὰν τὸ σημείωμα τοῦτο, ἢ ἡ
1777σύμβασις αὕτη, — ὅπως θέλει ἂς τὸ χαρακτηρίσῃ ὁ κ. Πρόε-
1778δρος τῆς Κυβερνήσεως, — δὲν ἀποτελῇ τελείαν καταστροφὴν
1779τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, δὲν ἀποδεικνύῃ ἐκεῖνον,
1780ὅστις διέπραξεν αὐτὴν, ἀνίκανον νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ συμφέ-
1781ροντα, ἅτινα ὑμεῖς αὐτοὶ παραδόξως εἰς χεῖράς του ἐνεπι-
1782στεύθητε.
1783Τὸ ἕτερον θετικὸν ἀποτέλεσμα, εἰς ὃ κατέληξαν αἱ δια-
1784πραγματεύσεις, εἶναι ἡ σύμβασις ἡ ὑπογραφεῖσα παρὰ τοῦ
1785ἡμετέρου ἐπιτετραμμένου ἐν Λονδίνῳ καὶ παρὰ τίνων ἑτέ-
1786ρων ἐκ τῆς ἀγγλικῆς ἐπιτροπείας, δὲν γνωρίζομεν, σύμβα-
1787σις, ἧς ἡ χρονολογία ἐζητήθη, ὅτε ἐμνημόνευσε ταύτης
1788κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
1789Κυβερνήσεως καὶ ὡς πρὸς ἣν μὲ παρέπεμψεν ὁ ἴδιος εἰς τὰς
1790ἐφημερίδας. Ἀνεζήτησα αὐτὴν ἐν τῷ «Ἄστει», ὄχι διότι
1791θεωρῶ ὅτι εἴτε αἱ γελοιογραφίαι εἴτε πάνθ’ ὅσα γράφονται
1792κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὀφείλονται εἰς τὸν κ. Πρόεδρον
1793τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διότι αἱ πληροφορίαι, ἃς ἔχει τὸ
1794«Ἄστυ», καθόσον ἀρύεται ταύτας παρ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Προέ-
1795δρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μάλιστα πληροφορίαι περὶ ἐπι-
1796σήμου ἐγγράφου, δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἢ ὡς αὐθεν-
1797τικαί. Τὸ «Ἄστυ», τὴν ἐπιοῦσαν ἢ μετεπιοῦσαν τῆς ἀπο-
1798τυχίας τῆς παραδοχῆς τῆς συμβάσεως ταύτης παρὰ τῶν
1799Ἄγγλων ὁμολογιούχων, ἐδημοσίευε τὸ κείμενον αὐτῆς συγ-
1800χρόνως μὲ τὴν τηλεγραφικὴν ἀναγγελίαν, ὅτι οἱ ὁμολογιοῦ-
1801χοι ἀνέβαλον ν’ ἀποφασίσωσι, καὶ μὲ τὴν δήλωσιν, ἣν ἠκού-
1802σαμεν ἐπαναλαμβανομένην ἐνταῦθα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου
1803τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἐπειδὴ ἀνέβαλον ν’ ἀποδεχθῶσιν αὐτὴν,
1804ἡ σύμβασις αὕτη θεωρεῖται ὡς μὴ ὑφισταμένη. Κατ’ ἐμὲ,
1805θεωρεῖται ὡς μὴ ὑφισταμένη, διότι ἀπεκρούσθη παρ’ ἐκεί-
1806νων, πρὸς οὓς ἠθέλησαν νὰ τὴν ἐπιβάλωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες
1807συνεννοήθησαν μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ
1808τοῦ ἐπιτετραμμένου ἡμῶν.
1809Ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ καὶ ἐν ἄρθρῳ Ζʹ ἀναγράφονται
1810πάνθ’ ὅσα ἀνεγράφησαν καὶ ἐν τῷ σημειώματι, μὲ μόνην
1811τὴν διαφορὰν προσαυξήσεως τοῦ ποσοστοῦ κατὰ 2 τοῖς
1812ἑκατόν. Ἀναγράφονται διάφοροι παροχαὶ πρὸς ὡρισμένα
1813πρόσωπα, ἀλλὰ περιπλέον ἀναγράφονται ὡρισμέναι ὑπο-
1814χρεώσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ἀφορῶσαι εἴτε εἰς τὰς
1815ἐγγυήσεις εἴτε εἰς τὰς ἐκχωρουμένας προσόδους. Τίνες δὲ εἶναι
1816αἱ πρόσοδοι αὗται; αἱ πρόσοδοι αὗται ἀναγράφονται ἐν τῷ
1817ὑπὸ στοιχεῖον Γʹ ἄρθρῳ τῆς συμβάσεως. Κατ’ αὐτὸ, «ἡ Ἑλ-
1818ληνικὴ Κυβέρνησις ὁρίζει ὑπὲρ τοῦ χρέους λόγῳ ἐγγυήσεως
1819καὶ μέχρις ἀποσβέσεως αὐτοῦ: 1) Τὴν πρόσοδον τοῦ χαρ-
1820τοσήμου. 2) Τὴν πρόσοδον τοῦ καπνοῦ. 3) Τὴν πρόσοδον
1821τῶν Μονοπωλίων.»
1822Διὰ ν’ ἀνεύρωμεν ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν, εἰς ὃ ἀνέρχονται
1823πᾶσαι αἱ πρόσοδοι αὗται, ἀναγκαίως θ’ ἀνετρέχομεν εἰς τὸν
1824προϋπολογισμὸν τοῦ 1894, ἐν ᾧ καὶ καθορίζονται κατὰ
1825τὴν ῥήτραν τοῦ ἄρθρου Γʹ τῆς συμβάσεως. Ἔχομεν δὲ αʹ)
1826ἐκ τοῦ χαρτοσήμου πρόσοδον δρ. 12,477,000.67, βʹ) ἐκ τοῦ
1827καπνοῦ 5,808,400, καὶ γʹ) πρόσοδον ἐκ τῶν Μονοπωλίων
182810,916,500: ἤτοι πρόσοδον ἐν ὅλῳ 29,219,066.
1829Καθωρίσθησαν οὕτως ἐν τῇ συμβάσει τῇ ὑπογραφείσῃ
1830παρὰ τοῦ ἐπιτετραμμένου ἡμῶν ἐν Λονδίνῳ καὶ ἥτις θὰ
1831καθίστατο ὑποχρεωτικὴ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν οἱ ὁμολο-
1832γιοῦχοι Ἄγγλοι ἤθελον τὴν ἀποδεχθῆ, καθωρίσθησαν διὰ
1833τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ποσοστοῦ, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸν πίνακα
1834τὸν συνταχθέντα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ
1835μὲν τὸ πρῶτον, δεύτερον καὶ τρίτον ἔτος ἤθελεν ἀνέρχεσθαι
1836εἰς 7,961,016, κατὰ δὲ τὸ τέταρτον εἰς 8,209,798 καὶ
1837χρεωλύσιον 746,346, κατὰ τὸ πέμπτον εἰς 8,259,555 καὶ
1838χρεωλύσιον δρ. 945,371, καὶ ὅπερ κατὰ τὸ 23ον ἔτος, διὰ
1839νὰ μὴ μακρηγορῶ, ἤθελεν ἀνέρχεσθαι εἰς 9,155,081 ποσο-
1840στὸν τόκου καὶ 4,577,578 χρεωλύσιον, καθωρίσθησαν δραχ.
184129,219,066. Οὕτω δι’ ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἥτις
1842κατὰ τὴν ἀφετηρίαν αὐτοῦ θὰ ἀνήρχετο διὰ τὰ πρῶτα ἔτη
1843εἰς 7,961,000, κατὰ δὲ τὸ 23ον ἔτος εἰς 13,732,659, ὁ κ.
1844Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ νόμιμος ὑπερασπιστὴς τῶν
1845συμφερόντων τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ἐξεχώρει προσόδους
184629 ὅλων ἑκατομμυρίων, μὲ τὴν ἐπαγγελίαν ὅτι ἠδύνατο
1847ὑπὸ τοιούτους ὅρους νὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις ἡ οἰκονομικὴ
1848τῆς χώρας. Ἀληθῶς δὲν τὰς ἐξεχώρει ὁριστικῶς, τὰς καθίστα
1849ὑπεγγύους, παρέδιδε δὲ τὴν διαχείρισιν αὐτῶν εἰς τὴν Ἑται-
1850ρίαν τῶν Μονοπωλίων, διότι ἡ ἑταιρία αὕτη, κατὰ τὸ ὑπὸ
1851στοιχεῖον Δʹ ἄρθρον τῆς συμβάσεως, θὰ εἰσέπραττεν ἀπ’
1852εὐθείας τὴν τιμὴν τῶν μονοπωλίων, κατὰ μῆνα δὲ ὑπεχρε-
1853οῦτο τὸ Δημόσιον νὰ παραδίδῃ εἰς αὐτὴν τὰς μηνιαίας
1854εἰσπράξεις, τάς τε ἐκ τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ καὶ τὰς ἐκ τοῦ
1855χαρτοσήμου, μόνον δὲ μετὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ τοκομεριδίου
1856ἑκάστης ἑξαμηνίας ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων θὰ ἦτο
1857ὑπόχρεως νὰ παραδίδῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὰ πλεονά-
1858σματα, ἐν περιπτώσει προμηθείας παρ’ αὐτῆς τοῦ χρυσοῦ, εἴτε
1859τὰ εἰσπραχθέντα, ἐν περιπτώσει τῆς καταβολῆς τοῦ ποσο-
1860στοῦ εἰς χρυσὸν παρὰ τοῦ Δημοσίου.
1861Καὶ ἐννοεῖτε περὶ τίνος πρόκειται· πρόκειται περὶ τῶν
1862διαμέσων τόκων, περὶ τῆς jouissance, περὶ τῆς χρήσεως
186329 ὅλων ἑκατομμυρίων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπροικοδοτεῖτο ἡ
1864ἀγελὰς τῶν μονοπωλίων, ὡς ἐχαρακτήρισεν αὐτὴν ὁ ἀξιότι-
1865μος Βουλευτὴς Γόρτυνος. Οὕτως ἡ ἀγελάς, ἐκτὸς τῶν ἄλ-
1866λων προμηθειῶν, τὰς ὁποίας ἀπολαμβάνει δυνάμει συμβά-
1867σεων, αἵτινες ἀπέδωκαν αὐτῇ τὴν ἰδιότητα τοῦ πράκτορος
1868τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ἐπρόκειτο νὰ ἔχῃ καὶ τὴν χρῆ-
1869σιν τῶν προσόδων 29 κατ’ ἔτος ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἐπεθύ-
1870μουν νὰ πληροφορηθῶ, τί ἐδικαιολόγει τὰς τοιαύτας ὑπὲρ
1871τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων θυσίας, διότι οὐδὲ κατ’ ἐλά-
1872χιστον ἐκ τῶν θυσιῶν αὐτῶν θὰ ὠφελοῦντο οἱ δανεισταὶ
1873ἡμῶν, θὰ ὠφελεῖτο μόνη ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων,
1874ἥτις πάντα τὰ ἐκ τῆς τοιαύτης χρήσεως τῶν ὑπεγγύων
1875προσόδων κέρδη θὰ κατελόγιζεν ὑπὲρ ἑαυτῆς καὶ ὄχι ὑπὲρ
1876τῶν ὁμολογιούχων, οἵτινες θὰ ἐλάμβανον μόνον καὶ ξηρὸν
1877τὸ ποσοστὸν τὸ καταβλητέον παρὰ τοῦ Δημοσίου καθ’ ἑξα-
1878μηνίαν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐπεθύμουν νὰ πληροφορηθῶ
1879παρὰ τοῦ ἀγρύπνου ὑπερασπιστοῦ τοῦ Δημοσίου, τὸν ὁποῖον
1880τόσον ἐπεκρότησαν καὶ δημοσιογράφοι χαρακτηριζόμενοι ὡς
1881ἀνεξάρτητοι, πῶς τὸ Δημόσιον τὸ Ἑλληνικὸν, τὸ ἐλεεινὸν
1882αὐτὸ, ὅπως τὸ κατήντησαν, ἤθελεν ἀποζῇ κατὰ τοὺς ἀγό-
1883νους μῆνας, ἂν ἐστερεῖτο τὴν διαχείρισιν πασῶν τούτων
1884τῶν προσόδων, τὴν διαχείρισιν δηλαδὴ πλέον τοῦ τρίτου
1885τοῦ ὅλου τῶν προσόδων τοῦ Κράτους;
1886Καὶ ταῦτα, Κύριοι, ὡς πρὸς τὰς προσόδους τὰς ἀναγε-
1887γραμμένας ἐν τῇ συμβάσει. Ὡς πρὸς τὰς ἐγγυήσεις, ἠκού-
1888σατε χθὲς τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἄρτης’ δὲν εἶναι δυ-
1889νατὸν δὲ νὰ ἐξέλθῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τοῦ
1890σιδηροῦ κύκλου, ὃν κατέστησεν οὗτος κατὰ τὴν ἐκτίμησιν
1891τῶν σχετικῶν ἄρθρων τῆς συμβάσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
1892ἐκφύγῃ ἐκ τῆς καταγγελίας, ὅτι ἐγκατέστησε τὸν ἔλεγχον
1893καὶ ὅτι περιέκοψε κυριαρχικὰ, ἔστω εἰς στενὸν κύκλον, δι-
1894καιώματα τοῦ Κράτους.
1895Ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ σύμβασις αὕτη,
1896ἀρχικῶς μὲν τὴν ἐχαρακτήρισε παίζων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
1897Κυβερνήσεως, ὅτε ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν αὐτῆς, ὡς ἐκλεί-
1898ψασαν, καθὸ μὴ γενομένην ἀμέσως δεκτὴν παρὰ τῶν Ἄγ-
1899γλων ὁμολογιούχων, χθὲς δ’ ἔτεινε ν’ ἀρνηθῇ καὶ τὴν ὕπαρ-
1900ξιν αὐτῆς, ὅταν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος ἐζήτησε
1901κατηγορηματικὴν ἀπάντησιν περὶ τοῦ ἂν ἀνεγνώριζεν ἢ ὄχι
1902ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ ἐν τῷ διερμηνεύοντι τὰς
1903γνώμας αὐτοῦ ὀργάνῳ δημοσιευθὲν κείμενον. Πρόκειται περὶ
1904καταφώρου ζημίας εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ
1905καὶ περὶ προσβολῆς τῶν κυριαρχικῶν αὐτοῦ δικαιωμάτων·
1906ἀλλὰ παραδόξως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος, συλλαμ-
1907βάνων τὴν ἀσεβῆ χεῖρα, τὴν τεθεῖσαν ἐπ’ αὐτῶν, ἐζήτησεν,
1908ὅπως ἐκεῖνος, εἰς ὃν ἀνήκει αὕτη, ὁμολογήσῃ, ὅτι πράγματι
1909εἰς τοιοῦτόν τινα σκοπὸν ἀπέβλεπε. Κατ’ ἐμὲ, τὰ θετικὰ
1910ἀποτελέσματα τῶν μέχρι τοῦδε διαπραγματεύσεων, ἃ ἐξῆρεν
1911ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε ἀπο-
1912δεικνύουσιν, ὅτι οὐδὲ συνείδησιν ἔχει τοῦ συμφέροντος τοῦ
1913Κράτους, ἐπιβάλλεται δ’ ἡμῖν ἐντεῦθεν ἡ ἄμεσος ἄρσις τῆς
1914ἐντολῆς, ἥτις ἐδόθη αὐτῷ διὰ τοῦ προσωρινοῦ νόμου τῆς
191510 Δεκεμβρίου.
1916Οὕτω μόνον δύνανται νὰ διασωθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ
1917Κράτους, διότι, ὡς εἶπον καταρχόμενος τοῦ λόγου, ναὶ μὲν
1918δὲν ὑποχρεοῖ ἥ τε σύμβασις καὶ τὸ σημείωμα οὐδὲ τοὺς
1919ὁμολογιούχους οὐδὲ τὸ Κράτος, διότι τὸ μὲν σημείωμα
1920οὐδέποτε ἀπετέλεσε σύμβασιν, ἡ δὲ παρὰ τοῦ ἐπιτετραμ-
1921μένου ἐν Λονδίνῳ ὑπογραφεῖσα τοιαύτη ἐξέλιπεν, ἀποκρου-
1922σθεῖσα παρ’ ἐκείνων, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐπρόκειτο νὰ συνο-
1923μολογηθῇ, ἀλλὰ τ’ ἀποτελέσματα τὰ ἠθικὰ ἀμφοτέρων
1924μένουσιν ἀκέραια, ἐὰν δέ ποτε ἐπαναληφθῶσιν αἱ διαπραγ-
1925ματεύσεις μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ὑπη-
1926νίξατο οὗτος προχθές, θέλουσιν ἀντιταχθῆ ἡμῖν αἱ παρα-
1927χωρήσεις αἱ περιλαμβανόμεναι ἐν ἀμφοτέροις, καὶ αὗται θὰ
1928χρησιμεύσωσιν ὡς ἀφετηρία τῶν νέων διαπραγματεύσεων.
1929Διὰ τῶν ἀντιτεχνήσεων καὶ τῶν τερτιπίων ἐνόμισεν ὁ κ.
1930Πρόεδρος ὅτι ἤθελε συλλάβει τοὺς ὁμολογιούχους, ἐνῷ συνε-
1931λαμβάνετο αὐτὸς εἰς τὴν ἰδίαν του παγίδα. Ἀπὸ παρα-
1932χωρήσεως εἰς παραχώρησιν ἔφθασε μέχρις ἐκείνων, ἃς ἐξέ-
1933θηκα ὑμῖν· καὶ ὁποῖον τὸ ἐξ αὐτῶν κέρδος τοῦ Κράτους;
1934Κατώρθωσε νὰ συνομολογήσῃ τὸν συμβιβασμόν; Ἀπέδειξε
1935τὰς προτάσεις αὐτοῦ τελεσφόρους καὶ λυσιτελεῖς; Οὐχὶ δὲ
1936μόνον ἡ νῦν Κυβέρνησις, — διότι αὕτη εἶναι ἀναξία νὰ ἐκπλη-
1937ρώσῃ τὴν δοθεῖσαν αὐτῇ ἐντολὴν, — ἀλλ’ οἱαδήποτε ἄλλη
1938Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ νὰ ὑπερνικήσῃ ἀνυπερβλήτους δυσκο-
1939λίας, διότι οἱ ὁμολογιοῦχοι θὰ ἀντιτάσσωσι τὰς παραχω-
1940ρήσεις τὰς ἤδη γενομένας διὰ τοῦ σημειώματος τοῦ μονο-
1941γραφηθέντος καὶ τῆς συμβάσεως τοῦ Λονδίνου, καὶ θὰ χρη-
1942σιμεύσωσι καὶ αὕτη καὶ ἐκεῖνο ὡς ἀφετηρία τῶν νέων ἀξιώ-
1943σεών των. Ἔσπευδεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὄπι-
1944σθεν τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ κατεδίωκε τὴν σκιὰν αὐτοῦ, ἐλ-
1945πίζων ἐκ τούτου τὴν ἰδίαν του σωτηρίαν, οὐχὶ τὴν τοῦ
1946Κράτους, ὅπερ ἐβύθιζεν εἰς νέας περιπλοκὰς καὶ νέας δυσ-
1947χερείας· οὕτω δ’ ἔπαθε τὸ πάθημα τοῦ καταδιώκοντος τὴν
1948ἰδίαν τοῦ σκιὰν, ἣν ἐπὶ τέλους ἐνόμισεν ὅτι θὰ ἐνηγκαλίζετο.
1949Τὰς συνεπείας τοῦ παθήματος θὰ πληρώσῃ αὔριον τὸ
1950Ἑλληνικὸν Δημόσιον, διότι, ἐὰν θελήσῃ νὰ ἀρνηθῇ τὰς γε-
1951νομένας παραχωρήσεις, θὰ χαρακτηρισθῇ ἐκ νέου ὡς κακό-
1952πιστον. Διὰ τὸ ἠθικὸν τοῦτο ἀποτέλεσμα ἀκριβῶς ἐθεώ-
1953ρησα ὅτι ὤφειλεν ἡ Βουλὴ ν’ ἀσχοληθῇ ἀμέσως ἐπὶ τῶν
1954σημείων ἐκείνων τῶν διαπραγματεύσεων, ἅτινα κατέληξαν,
1955κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὰ
1956ἐκτεθέντα θετικὰ ἀποτελέσματα. Μία δὲ φρονῶ, ὅτι ἀπέ-
1957ναντι τοιούτων ἀποτελεσμάτων, μία μόνη προσήκει πολι-
1958τεία ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἡ μιᾷ φωνῇ διαμαρτυρία κατὰ
1959τοῦ σφαγιαστοῦ τῶν ὑπερτάτων συμφερόντων τοῦ Κρά-
1960τους. Ἐὰν, ὃ μὴ γένοιτο, ἤθελον ἐπαναληφθῇ αἱ διαπραγ-
1961ματεύσεις μετ’ αὐτοῦ, μὴ ἔχετε κἀμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι
1962θὰ ἴδητε ἐπερχομένην νέαν θύελλαν ὕβρεων καὶ καταγγε-
1963λιῶν ἐπὶ κακοπιστίᾳ κατὰ τῆς πατρίδος ἡμῶν, διότι δὲν
1964ἐκπροσωπεῖ ταύτην ἡ Ἀντιπολίτευσις, δὲν ἐκπροσωπεῖ
1965αὐτὴν ὁ κ. Βουλευτὴς Γόρτυνος, οὐδὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ
1966Ἄρτης, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, καὶ κατὰ λόγον τῆς κακοπι-
1967στίας τῆς Κυβερνήσεώς της χαρακτηρίζεται ὡς κακόπι-
1968στος καὶ ἡ χώρα, ἣν κυβερνᾷ.
1969Δυνάμεθα νὰ καυχώμεθα ἡμεῖς, ὅτι κατ’ οὐδὲν ἐπταί-
1970σαμεν διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν καταστροφὴν, δυνάμεθα νὰ ἐπαι-
1971ρώμεθα, ὅτι κατεκρίναμεν τὸ σύστημα τοῦ δανεισμοῦ,
1972προείδομεν τ’ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, ἀλλ’ αἱ διαμαρτυρίαι
1973ἡμῶν αὗται δὲν δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὰ ὅρια τοῦ Κρά-
1974τους ἔξω τῶν ὁρίων αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐκπροσωπεῖ τὴν
1975χώραν, καὶ ἡ κακοπιστία ἐκείνης ὑπολαμβάνεται ὡς κακο-
1976πιστία τῆς χώρας. Καὶ οὐδὲ δικαιούμεθα ν’ ἀδημονῶμεν
1977κατὰ τῶν ξένων, ὅταν οὕτω καταγγέλληται ἡ χώρα, διότι
1978ὑπήρξαμεν ἄξιοι τῆς τύχης μας. Ἡμεῖς εἴμεθα ἡ μειοψηφία,
1979δὲν ηὐτυχήσαμεν δὲ νὰ πείσωμεν τὴν πλειοψηφίαν περὶ
1980τῶν καταστρεπτικῶν συνεπειῶν τοῦ συστήματος τοῦ κ.
1981Πρωθυπουργοῦ. Ἡ μειοψηφία δὲν ἐκπροσωπεῖ τὸ Κράτος,
1982ἀλλ’ ὁ ἡγούμενος τῆς πλειοψηφίας. Ἀλλ’ αὐτὸς, δικαίως
1983ἀποκτήσας ἓν ὄνομα εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, δὲν δικαιοῦται νὰ
1984ἐγκαλῇ τοὺς προκατόχους του ἐπὶ δολιότητι, διότι μήτε τὸν
1985κ. Σωτηρόπουλον, μήτε ἐμὲ, μήτε ἄλλον ἐκ τῶν προκατό-
1986χων Ὑπουργῶν ἀπεκάλεσαν Χατζησταῦρον... Μειδιᾷ ὁ κ.
1987Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ἂς τολμήσῃ νὰ μεταβῇ
1988εἰς Λονδῖνον καὶ θ’ ἀντιληφθῇ τίνα ὑπόληψιν χαίρει ἡ Κυ-
1989βέρνησις, ἧς μετέχει... Καὶ αὐτὸς ὁ μετὰ τοσαύτης ἐμπα-
1990θείας καταφερόμενος κατὰ τῶν προκατόχων του ἐλησμό-
1991νησε πάνθ’ ὅσα ἐπροξένησε κακὰ εἰς τὴν τάλαιναν πα-
1992τρίδα του διὰ τῶν ἀλογίστων μέτρων του, διὰ τῆς ἀσυνει-
1993δήτου πολιτείας του, ἐλησμόνησεν ὅτι ἐνεκόλαψεν ἐπὶ τοῦ
1994μετώπου αὐτῆς τὴν σφραγῖδα τῆς χρεωκοπίας διὰ τῶν ἐπὶ
1995δεκαετίαν μέχρι σήμερον παρ’ αὐτοῦ πεπραγμένων. Δολιό-
1996τητα μετήλθομεν ἡμεῖς πρὸς τοὺς δανειστὰς, οὐχὶ δανειζό-
1997μενοι, ἀλλ’ ἀναγνωρίζοντες ἀπαιτήσεις αὐτῶν ληξιπροθέ-
1998σμους καὶ λαμβάνοντες πάντα τὰ ἐξασφαλιστικὰ μέτρα
1999ὑπὲρ τῆς τελείας πληρωμῆς αὐτῶν; δολιότητα μετήλθομεν
2000ἡμεῖς, διότι ἀμέσως μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου τῆς κεφα-
2001λαιώσεως προήλθομεν εἰς διαπραγματεύσεις τεινούσας ἀκρι-
2002βῶς ν’ ἀσφαλίσωσι τὴν ἐπανάληψιν τῆς εἰς χρυσὸν πληρω-
2003μῆς τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, ἃς αὐτὸς συνωμολό-
2004γησε; δολιότητα μετήλθομεν, διότι ἐσπεύδομεν εἰς τὴν διαῤ-
2005ῥύθμισιν αὐτῶν ἄνευ τοῦ ἐκ τῆς πτωχεύσεως κλονισμοῦ;
2006δολιότητα μετήλθομεν, διότι ἐχορηγήσαμεν διὰ τοῦ μέ-
2007τρου μας ἐκείνου τὴν ἄνεσιν εἰς τὴν χώραν νὰ ἐπισκοπήσῃ
2008ἀκριβέστερον τὰ καθ’ ἑαυτὴν, νὰ διαφωτίσῃ καὶ ἑαυτὴν
2009καὶ τοὺς δανειστὰς αὐτῆς;
2010Ἀλλ’ οὐδεὶς ἐκ τῶν ἐνδιαφερομένων κατήγγειλεν ἡμῖν
2011δολιότητα. Τὴν πολιτείαν ἡμῶν ἠδύναντο νὰ κατακρίνωσι
2012μόνοι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐθεώρουν τὴν πτώχευσιν ἀναπόδρα-
2013στον, καὶ καθόσον μετὰ τὴν ἐξέλιξιν τῶν μέτρων ἡμῶν
2014ἠθέλομεν ἀποδειχθῆ σφαλέντες. Ἀλλ’ οὐχὶ σὺ, ὅστις μέχρις
2015αὐτῆς τῆς 27 Ἀπριλίου ἐπηγγέλλεσο τὴν ἐπάρκειαν καὶ
2016προσεπάθεις νὰ βάλῃς εἰς τὸ χέρι νέους δανειστὰς, ἐνῷ, κατὰ
2017τὴν ὁμολογίαν σου, ἀπὸ τοῦ 1881 τὸ Κράτος ἦν εἰς κατά-
2018στασιν πτωχεύσεως. Ἰδοὺ τί σὺ ἔλεγες, ὅτε προσεπάθεις νὰ
2019δανεισθῇς κατὰ τὸ 1886 (ἀναγινώσκει):
2020«... Ἀλλὰ ποῖος εἶναι ὁ τρόπος, δι’ οὗ σήμερον, ὅτε δὲν
2021δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν οὐδ’ 100,000 δραχ. δά-
2022νειον μεταλλικὸν ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ συναλλαγῇ, ποῖος εἶναι ὁ
2023τρόπος, δι’ οὗ θέλομεν δυνηθῆ νὰ περιορίσωμεν τὸ τραπεζι-
2024τικὸν γραμμάτιον; Ὁ μόνος τρόπος εἶναι ἡ ἀπόδειξις, ὅτι
2025ἔχομεν ἀπόφασιν νὰ ζήσωμεν ὡς τίμιοι ἄνθρωποι,
2026ἐκπληροῦντες τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, ὅτι, ἂν δανειζώμεθα,
2027δανειζόμεθα ὑπολογίζοντες τὰς δυνάμεις ἡμῶν πρὸς
2028ἀπότισιν τῶν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων, ὅτι τὰ
2029δάνεια, τὰ ὁποῖα τυχὸν θέλομεν πραγματοποιήσει πρὸς μετα-
2030τροπὴν εἰς μεταλλικὸν τῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δα-
2031νείων, θέλουσι καλύπτεσθαι ὡς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν
2032ἐκ τῶν πόρων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅταν οἱ κεφαλαιοῦχοι
2033ἴδωσιν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἐν ἰσοζυγίῳ, ὅτι ὁ προϋ-
2034πολογισμὸς ἐν ἰσοζυγίῳ περιλαμβάνει καὶ τὰ ποσὰ τὰ
2035ἀναγκαῖα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, διὰ τῶν ὁποίων
2036θέλει ἐπιτευχθῆ ἡ τροπὴ δανείων ἐκ τραπεζικῶν γραμμα-
2037τίων εἰς μεταλλικὰ δάνεια, οὐδεμία θέλει ὑπάρξει δυσχέ-
2038ρεια, ὅπως πραγματοποιηθῶσι τὰ δάνεια ταῦτα.»
2039Καὶ ἐπραγματοποίει τὸ δάνειον ἐκεῖνο, ἐνῷ ἡ κατά-
2040στασις τῆς πτωχεύσεως, ὡμολόγει χθὲς, ὅτι ὑφίστατο ἀπὸ
2041τοῦ 1881. Καὶ ἔκτοτε ἐπραγματοποίει πλεῖστα ἄλλα δά-
2042νεια. Ἀλλὰ ταῦτα ἔλεγε, διότι ἐκεῖνος, εἰς ὃν ἐπέῤῥιπτεν
2043οὕτω τὴν εὐθύνην, δὲν ἠδύναντο νὰ ἐγερθῇ ἐκ τοῦ τάφου του,
2044ὅπως τὸν ἀποστομώσῃ. Παρέλαβε τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸ
20451882 παρ’ ἐκείνου πλουσίαν εἰς πίστιν καὶ πλουσίαν εἰς
2046πλοῦτον πραγματικὸν, ἡ πολιτεία δ’ ἐκείνου, εἰς ὃν θέλει
2047νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν εὐθύνην τῆς πτωχεύσεως, προσήρτησεν εἰς
2048τὴν Ἑλλάδα δύο ἐπαρχίας πλουσίας. Καὶ θὰ ἠδύνατο ἡ
2049Ἑλλὰς, διευθυνομένη παρ’ ἑτέρου, νὰ ἀνακαινισθῇ· ἀλλὰ
2050ἦλθεν, ἐπεκράτησεν εἰς δύο μόνα ἔτη ὅλος ἐκεῖνος ὁ πλοῦ-
2051τος, εἰς πίστιν καὶ εἰς πραγματικὸν πλοῦτον, συνετρίβη
2052ὑπὸ τὴν ἀτάσθαλον διοίκησίν του καὶ ἐν ταῖς χερσί του.
2053Ἀλλὰ πῶς δύναται νὰ ἐγκαλῇ τοὺς προκατόχους του τοῦ
20541881 διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν πτώχευσιν καὶ νὰ ἀνάγῃ αὐτὴν
2055εἰς τὸ 1881, ἀφοῦ ἔλεγεν ὅσα ἀνέγνωσα πρὸ ὀλίγου περὶ
2056τῆς καταστάσεως κατὰ τὸ 1886;
2057Κύριοι, ἀπέναντι τῶν δανειστῶν ἡμῶν μία ἐπιβάλλεται
2058πολιτεία, ἐὰν θέλωμεν νὰ ὑπάρξωμεν ὡς Κράτος, ἔχον ἀπο-
2059στολὴν ἐθνικὴν, καὶ ἐὰν ἀποβλέπωμεν εἰς μέλλον αἰσιώ-
2060τερον· ἡ πολιτεία δ’ αὕτη εἶναι ἡ ἀντὶ πάσης θυσίας ἱκα-
2061νοποίησις αὐτῶν, ταύτην δὲ καθορίζουσι μόναι αἱ δυνάμεις
2062τῆς χώρας.
2063§16Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ συζήτησις αὕ-
2064τη δὲν δύναται νὰ ἐπικριθῇ, ὡς μὴ προκαλουμένη ὑπὸ
2065τῶν περιστάσεων, διότι καὶ ἐγὼ αὐτὸς, εἰσάγων τὸν προϋ-
2066πολογισμὸν καὶ ὁμιλῶν τὸ πρῶτον πρὸς τὴν Βουλὴν, κα-
2067θῆκον ἐθεώρησα νὰ ἀνακοινώσω πρὸς αὐτὴν τὰ τῆς κατα-
2068στάσεως ἐν σχέσει πρὸς τὰ τῶν διαπραγματεύσεων περὶ
2069τοῦ συμβιβασμοῦ· φυσικὸν δὲ ἦτο, κατόπιν τοιαύτης ἀνα-
2070κοινώσεως, ἡ Βουλὴ καὶ ἰδίως οἱ ἐν τῇ Βουλῇ μὴ ἔχοντες
2071ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξετάσωσι τὰ ἀνα-
2072κοινωθέντα, ἐπειδὴ δὲ καὶ ἄλλα εἶναι γνωστὰ πλὴν τῶν
2073ἀνακοινωθέντων, ἐφ’ ὅσον τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους,
2074κατὰ τὴν γνώμην των, ἐπέτρεπον, ἵνα ποιήσωνται λόγον
2075περὶ τούτων ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ ἐπεκτείνωσι καὶ ἐπὶ ταῦτα
2076τὸν λόγον. Καὶ ἐπεξέτειναν τὸν λόγον ἐπὶ ταῦτα, ἐκδρα-
2077μόντες καὶ ἐπὶ τὴν γενικὴν κατάστασιν, ὀρθῶς, διότι τὰ
2078τῶν διαπραγματεύσεων περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ εἶναι κατ’
2079ἐξοχὴν ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Καὶ πῶς δύναται νὰ ἦναι
2080ἄλλο ἢ συζήτησις περὶ ἐμπιστοσύνης, ἡ ἔχουσα τὴν ἀφε-
2081τηρίαν ἐν δηλώσει ἡμῶν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ποιήσωμεν
2082τὰς ἀναγκαίας ἀνακοινώσεις, ὅπως μορφώσῃ γνώμην ἡ
2083Βουλὴ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν αἱ διαπραγματεύσεις διε-
2084ξήχθησαν, καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλουσιν ἐξακο-
2085λουθήσει διεξαγόμεναι; Μόνον ἐπὶ ἐμπιστοσύνης δύναται ἡ
2086Βουλὴ νὰ στηρίξῃ τὴν γνώμην αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον αὕτη σχε-
2087τίζεται πρὸς τὰ μὴ γνωρισθέντα αὐτῇ, καθὸ ἐκκρεμῆ. Ἐφ’
2088ὅσον ὅμως σχετίζεται πρὸς τὰ τετελεσμένα, περὶ ὧν ἐγέ-
2089νοντο πρὸς αὐτὴν αὐθεντικαὶ ἀνακοινώσεις, ἡ γνώμη αὐτῆς
2090στηρίζεται ἐπὶ τῶν πραγμάτων.
2091Οὐδόλως ἄρα ἐπικρίνω τὴν πρόκλησιν συζητήσεως περὶ
2092τῆς συμφωνίας τῆς ἐν Ἀθήναις ὑπογραφείσης, ἥτις ἀπο-
2093τελεῖ τετελεσμένον. Δὲν ἐγκρίνω τὰ περὶ αὐτῆς μὴ ὀρθῶς
2094λεχθέντα καὶ μὴ συμφώνως πρὸς τὰ παρ’ ἐμοῦ ἀνακοινω-
2095θέντα, καταδικάζω δὲ, ὡς μὴ ἐπιτρεπομένην, τὴν διαστρο-
2096φὴν τῶν παρ’ ἐμοῦ ἀνακοινωθέντων. Ἠκούσατε τοῦ κ. Βου-
2097λευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, παριστῶντός με εἰπόντα πρὸς ὑμᾶς
2098τ’ ἀντίθετα ὅσων εἶπον περὶ τῆς συμφωνίας, εἰπόντα ὅτι
2099ἡ συμφωνία ὑποχρεοῖ τοὺς ὁμολογιούχους, ἐνῷ ἐγὼ ῥητῶς
2100εἶπον, ὅτι ἡ συμφωνία ὑποχρεοῖ τὰς ἐπιτροπὰς, δὲν ὑπο-
2101χρεοῖ τοὺς ὁμολογιούχους, ὑποχρεοῖ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν
2102ὑποχρεοῖ τὴν Βουλήν. Ἐπὶ συμφωνίας τοιοῦτον ἐχούσης
2103χαρακτῆρα προκαλεῖται ἡ συζήτησις, καὶ ἐπειδὴ ἐν τούτῳ
2104περὶ τετελεσμένων πρόκειται, δύναται αὕτη νὰ διεξαχθῇ
2105ἀκωλύτως. Ἀλλ’ ἡ ἐπὶ τῶν μὴ τετελεσμένων συζήτησις
2106δὲν ἠδύνατο νὰ διεξαχθῇ ἀκωλύτως ἐπὶ τῶν πραγμάτων,
2107ἀφοῦ ταῦτα δὲν ἦσαν οὐδ’ ἠδύναντο νὰ ἦναι αὐθεντικῶς
2108γνωστὰ εἰς τὴν Βουλήν, καὶ μόνην ἔννοιαν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ
2109ἡ ἐπὶ τούτων συζήτησις τὴν τῆς ὀφειλομένης ἢ μὴ παροχῆς
2110ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εἰς διεξαγωγὴν τῶν
2111τοῦ συμβιβασμοῦ, κατὰ τὰς ἐνδείξεις τὰς ἐκ τῶν τετελε-
2112σμένων ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσι καὶ τὰς ἐκ τῆς ἐν γένει
2113πολιτείας αὐτῆς. Ἡ ἐν τοιαύτῃ ὅμως ἐννοίᾳ συζήτησις ἆρα
2114διεξήχθη δεόντως ἐν τῇ Βουλῇ; Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελε νὰ
2115ἐξετάσῃ, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἡ νῦν ἦναι ἡ κατάλληλος, ἵνα
2116διεξαγάγῃ τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ, ἐπιτρέπεται τοῦ ζητή-
2117ματος τούτου νὰ ἐπιληφθῇ, καθ’ ὃν τρόπον ἐπελήφθη αὐ-
2118τοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, καθ’ ὃν τρόπον ἐπελήφθη
2119αὐτοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς;
2120Ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος θεωρεῖ ἀκαταλληλο-
2121τάτην τὴν νῦν Κυβέρνησιν πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ συμβιβα-
2122σμοῦ, ποῖος ἀμφιβάλλει, ἀφοῦ οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀμφιβάλλων
2123ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος θεωρεῖ πάντων καταλλη-
2124λότατον πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ συμβιβασμοῦ ἐκεῖνον, τὸν
2125ὁποῖον ἡ χώρα θεωρεῖ τὸν πάντων ἀκαταλληλότατον; Ἡ
2126χώρα ἐπανειλημμένως ἀπέδειξεν ὁποίαν ἔχει γνώμην περὶ
2127τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἠδυνήθη νὰ ἔλθῃ πλειο-
2128νοψηφῶν ἐν τῇ Βουλῇ πότε; ὅτε προεκλήθη ῥεῦμα ἀντι-
2129δράσεως κατὰ τῆς καθεστηκυίας ἐν τῇ χώρᾳ Κυβερνήσεως,
2130ἥτις ἦτο ἡ ἡμετέρα. Μόνη παροδικὴ καθ’ ἡμῶν ἀντίδρα-
2131σιν δὶς ἐξώθησε τὸν κ. Βουλευτὴν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν
2132πραγμάτων, οὐχί ποτε ἡ πεποίθησις τῆς χώρας πρὸς αὐτὸν,
2133διότι τὴν χώραν χαρακτηρίζει ἰδιάζουσα δυσπιστία πρὸς
2134τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ δικαίως ἡ χώρα δυσπιστεῖ πρὸς τὸν
2135κ. Βουλευτήν, διότι πᾶσα αὐτοῦ ἡ πολιτεία καὶ πάντα
2136τῆς πολιτείας αὐτοῦ τ’ ἀποτελέσματα ἐπιβάλλουσι τὴν δυσ-
2137πιστίαν (Θόρυβος καὶ κίνησις ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει).
2138Βεβαίως ἐγὼ δὲν ἀρέσκομαι εἰς συζητήσεις τοιούτου
2139εἴδους, τὸ δ’ εἶδος τοῦτο θεωρῶ ἥκιστα ἁρμόζον εἰς κοινο-
2140βουλευτικὴν συζήτησιν· ἀλλ’ ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἀποδύηται
2141εἰς τὴν συζήτησιν, μόνον φέρων ἐφόδιον τὴν ἐμπάθειαν, καὶ
2142διατρανῶν ταύτην διὰ φράσεων ἀνοικείων ἐντὸς Βουλῆς περὶ
2143τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει, μοὶ ἀφαιρεῖ τὸ ἔδαφος πρὸς συζή-
2144τησιν, ὁποίαν τὸ θέμα θὰ προεκάλει, ἂν μὴ ἀπεδεικνύοντο
2145τοσοῦτον κατώτεροι τοῦ θέματος οἱ διαχειρισθέντες αὐτό.
2146Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπεχείρει ν’ ἀποδείξῃ ἐνώπιον τῆς Βου-
2147λῆς, καὶ δὲν ἀπεφθέγγετο ἁπλῶς δι’ ἀποστροφῶν, ὅτι ἡ
2148πολιτεία ἡμῶν δὲν ἐδικαιολόγει τὴν παρεχομένην εἰς ἡμᾶς
2149ἐμπιστοσύνην ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἔθνους, θὰ μοὶ
2150παρεῖχε τὴν εὐκαιρίαν ν’ ἀνασκευάσω διὰ τῆς ἱστορίας τῶν
2151τελευταίων χρόνων τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτοῦ, εἴτε ἐν ὀνόματι
2152τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διετυποῦντο οὗτοι, εἴτε ἐν ὀνόματι
2153ὁμάδος ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, εἴτε καὶ ἐν ἰδίῳ μόνον ὀνό-
2154ματι Βουλευτοῦ, καὶ μάλιστα Βουλευτοῦ κατέχοντος ἔξο-
2155χον θέσιν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐφι-
2156λοτιμήθη μόνον ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἀπεθησαύρισεν ἐν τοῖς λε-
2157ξικοῖς πλοῦτον λέξεων, ἐκφραζουσῶν ἐμπαθῆ ἐχθρότητα πρὸς
2158τοὺς ἐπιπροσθοῦντας εἰς τὴν πλήρωσιν διακαοῦς αὐτοῦ πό-
2159θου, ἀντιστρατευομένου πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ
2160λαοῦ. Καὶ πολλάκις μὲν ἡ κατάχρησις τῆς ἐλευθερίας τοῦ
2161βήματος ἐπιτρέπει ἴσως καὶ τὴν χρῆσιν τοιούτων λέξεων,
2162ἀλλὰ τὴν διὰ τοιούτων λέξεων καὶ τοιούτου τρόπου συζή-
2163τησιν δὲν ἀπεξεδεχόμεθα ἐν τῷ θέματι τούτῳ.
2164Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀπεφαίνετο ὡς ἀπὸ τρίποδος, ὅτι ἡμεῖς
2165εἴμεθα οἱ παραίτιοι τῶν κακῶν τῆς νῦν καταστάσεως· τοι-
2166αῦτα δ’ ἔλεγε πρὸς ἐκείνους, οὓς ἐγίνωσκεν ἔχοντας τὴν
2167συνείδησιν καὶ προχείρους τὰς ἀποδείξεις πάσας, ὅτι παραί-
2168τιος τῆς παρούσης καταστάσεως εἶναι μόνος ὁ κ. Βουλευτὴς
2169ἐκ Γόρτυνος (θόρυβος καὶ διακοπαὶ ἐκ τῆς Ἀντιπολι-
2170τεύσεως). Καὶ περὶ ἡμῶν μὲν δυνάμεθα νὰ ἀποδείξωμεν,
2171ὅτι ἐν τῷ μακρῷ χρόνῳ, καθ’ ὃν διηυθύναμεν τὰ κοινὰ, εἰρ-
2172γάσθημεν συστηματικῶς πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς τέλεον
2173ἐκλιπούσης πρὶν ἢ ἀναλάβωμεν τὴν ἀρχὴν ἰσοῤῥοπίας ἐν
2174τοῖς οἰκονομικοῖς τῆς χώρας, εἰργάσθημεν ὑπὲρ περιστολῆς
2175τῶν ἐξόδων ἐν τῷ τακτικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους
2176δι’ ὀργανικῶν οἰκονομιῶν, καὶ ὅτι ἀπὸ τοῦ 1881, ἤτοι ἀφ’
2177ὅτου ἡ πολιτικὴ ἡμῶν ἐνεκαινίσθη ἐν τῇ χώρᾳ, ὁ τακτικὸς
2178προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων παρουσιάζει τ’ ἀποτελέσματα
2179τῶν νόμων τῶν ἀλληλοδιαδόχως καὶ ῥιζικῶς περιστελ-
2180λόντων τὰς δαπάνας, ἕως οὗ αὗται ἐμειώθησαν ἕως τῆς
2181κατωτάτης βαθμίδος, εἰς ἣν κατῆλθον σήμερον (διακοπαὶ
2182ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Ἐπίσης ἐπιμόνως καὶ τελε-
2183σφόρως εἰργάσθημεν ἀπὸ τοῦ 1881 καὶ εἰς αὔξησιν τῶν
2184ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, βλέπομεν δ’ ἔκτοτε τὰς προσό-
2185δους τοῦ Κράτους αὐξανομένας οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ
2186πρώην καθεστῶτος, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων συστημα-
2187τικῆς ἐνεργείας Κυβερνήσεως, ἥτις εἶχε τὴν εὐσυνειδησίαν
2188καὶ τὸ θάῤῥος ἀπέναντι τοῦ λαοῦ νὰ μὴ δημοκοπῇ (εὖγε!
2189εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς), ἥτις εἶχε τὴν εὐσυνειδησίαν καὶ τὸ
2190θάῤῥος κατὰ παραμονὰς ἐκλογῶν νὰ προσκαλῇ τὸν λαὸν εἰς
2191θυσίας. Καὶ ἐὰν, ὡς ἐκ τῆς ἐνεργείας ἡμῶν ταύτης, ἡ πο-
2192λιτικὴ ἡμῶν ἡττᾶτο κατὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ ἐκ τῆς ἥττης
2193τῆς πολιτικῆς τῶν θυσιῶν ἀνεστηλοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
2194Γόρτυνος ἐπὶ τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων, οὐδεὶς ποτε
2195ἀπέδιδε τὴν πρόσκλησιν αὐτοῦ εἰς τὴν ἀρχὴν εἰς πεποίθη-
2196σιν τῆς χώρας ἐπ’ αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς οὗτος, κηρύττων
2197ὅτι μόνην πολιτικὴν εἶχε τὴν καταπολέμησιν τῆς ἡμετέρας
2198πολιτικῆς, ἀνεγνώριζε πανδήμως, ὅτι ἡ χώρα οὐδεμίαν ἐξ
2199αὐτοῦ ἠδύνατο ν’ ἀπεκδέχηται πρωτοβουλίαν καὶ οὐδεμίαν
2200ἠδύνατο νὰ ἔχῃ πεποίθησιν ἐπ’ αὐτόν. Προήγετο ἐπὶ τὴν
2201ἀρχὴν ὁ κ. Βουλευτὴς, περισυλλέγων τὰ λάφυρα τῆς ἥττης
2202ἡμῶν, προσεχόντων κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν εἰς
2203μόνην τὴν περιφρούρησιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας καὶ
2204ὀλιγωρούντων ὅλως τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς πολιτικῆς ἡμῶν
2205ἐπὶ τὰς ἐκλογὰς, προσεχόντων εἰς μόνον τὸ πολιτειακὸν
2206ἡμῶν καθῆκον ἐν πλήρει ἐπιγνώσει, ὅτι τοῦ καθήκοντος ἡ
2207ἐπιτέλεσις, ἡ κατάργησις ἐξόδων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ
2208Κράτους καὶ ἡ ἐπαύξησις τῆς φορολογίας κατὰ τὰς παρα-
2209μονὰς τῆς ψηφοφορίας, ἤθελον ἐπιδράσει ἐν ταῖς κάλπαις,
2210καταλείπουσαι ἐν μειονότητι τοὺς ἐργάτας τῆς πολιτικῆς
2211τῶν οἰκονομιῶν καὶ τῶν θυσιῶν.
2212Κατελείφθησαν ἐν μειονότητι αἱ κάλπαι ἡμῶν, καὶ ὅμως
2213ὁ λαὸς, εὐθὺς μετὰ τὴν ἧτταν τῆς πολιτικῆς ἡμῶν, πάλιν
2214εἰς τὴν πολιτικὴν ταύτην ἐστράφη, ὡς τὴν μόνην ἐπιβαλ-
2215λομένην εἰς τὴν χώραν ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς, καὶ ἀνέ-
2216θηκεν εἰς ἡμᾶς, ἵνα συνεχίσωμεν τὴν πολιτικὴν, ἣν δὶς ἀνέ-
2217κοψαν ἀτυχεῖς ψηφοφορίαι, οἱ παραίτιοι τῆς σημερινῆς κα-
2218ταστάσεως (θόρυβος καὶ διακοπαὶ ἐκ τῆς Ἀντιπολι-
2219τεύσεως). Ἐπισκοπήσατε τὴν ἐξέλιξιν τῶν οἰκονομικῶν
2220τοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ 1881, καὶ δείξατε δαπάνην γενομέ-
2221νην παρ’ ἡμῶν πρὸς αὔξησιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπο-
2222λογισμοῦ, δείξατε δαπάνην 135,000,000 ἀλογίστως γενο-
2223μένην, ὡς τὴν τοῦ 1885. Τί καταλογίζετε εἰς βάρος ἡμῶν;
2224Καταλογίζετε τὰς πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ χρυσοῦ τροπὰς χαρ-
2225τίνων δανείων εἰς δάνεια μεταλλικά· ἀλλὰ τὴν ὀφειλὴν τοῦ
2226χρυσοῦ, οὗτινος ἡ ἀπότισις ἐνηργεῖτο διὰ τῶν τροπῶν, δὲν
2227ἐδημιουργήσαμεν ἡμεῖς, ἐκληροδοτήθη αὕτη εἰς ἡμᾶς ἀπὸ
2228τοῦ 1881. Ἡ κληροδοσία αὕτη δὲν ἦτο ἔργον ἑνὸς οἱουδή-
2229ποτε κυβερνήτου τῆς χώρας, οὐδὲ ἥρμοζεν εἰς τὸν κ. Βου-
2230λευτὴν νὰ θελήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ καταβιβάσῃ εἰς
2231στάδιον ἐγκλήσεων προσωπικῶν. Βεβαίως ἐγὼ περὶ τοῦ
22321881 δὲν ἤθελον ὁμιλήσει, ἐὰν ἠδύνατο νὰ σχετισθῇ ὁ λό-
2233γος μου ὁπωσδήποτε πρὸς ζήτημα περὶ προσώπων καὶ μά-
2234λιστα πρὸς τὴν μνήμην προσώπου, ἣν εἴπερ τις καὶ ἄλλος
2235ἐγὼ σέβομαι. Ἡ κατάστασις τοῦ 1881 δὲν ἦτο ἔργον προ-
2236σώπου, ἦτο ἔργον συῤῥοῆς περιστάσεων ἐπικρατεστέρων ἐν
2237τῇ ἀλληλουχίᾳ αὐτῶν παντὸς προσώπου· τὴν ἐκ τοιού-
2238των περιστάσεων παραχθεῖσαν κατάστασιν παραλαβόντες
2239ἡμεῖς, ἔπρεπεν ἐν αὐτῇ νὰ ἐργασθῶμεν, ἀναζητοῦντες τὴν
2240διέξοδον καὶ τέμνοντες τὴν ὁδὸν πρὸς αὐτήν. Δὲν ἠγνοοῦμεν
2241τὸ δυσπρόσιτον τῆς διεξόδου ἡμεῖς οἱ ἀδιαπτώτως ἐργαζό-
2242μενοι εἰς διάνοιξιν τῆς ὁδοῦ, οὐδ’ ἠγανακτοῦμεν κατὰ τῶν
2243ἀποδιδόντων εἰς τὰς ἐνεργείας ἡμῶν τὰς δυσχερείας, ἃς
2244ἀπηντῶμεν ἐν τῇ προόδῳ ἡμῶν. Τὴν ἐκ τοῦ χρυσοῦ κλη-
2245ροδοτηθεῖσαν ἡμῖν δυσχέρειαν ἀπηντήσαμεν πρώτην. Οἱ ἀγο-
2246ρεύσαντες ἐχαρακτήρισαν αὐτὴν ὡς παρ’ ἡμῶν δημιουργη-
2247θεῖσαν. Τοιοῦτος ἰσχυρισμὸς εἶναι θεμελιώδης διαστροφὴ
2248τῶν πραγμάτων, οὐδ’ ἐξετάζω ἂν ὑπαγορεύηται ἐκ προαι-
2249ρέσεως, χάριν ἰδίων τελῶν, ἢ ἐξ ὁλοσχεροῦς ἀγνοίας τῶν
2250πραγμάτων. Ἡ δυσχέρεια ἐκληροδοτήθη τὸ 1881, ἐπαι-
2251σθητῶς δὲ ηὐξήθη τὸ 1885. Εἰς παράκαμψιν τῆς δυσχερείας
2252μετεχειρίσθημεν τὰς τροπὰς τῶν χαρτίνων δανείων εἰς δά-
2253νεια εἰς χρυσὸν, τὸ αὐτὸ δὲ ἔπραξαν καὶ οἱ ἀναπληρώσαν-
2254τες ἡμᾶς κατὰ τὰ διαλείμματα, οἱ νῦν διαμαρτυρόμενοι
2255κατὰ τοῦ τρόπου τῆς πληρωμῆς. Ὁ μόνος ἄλλος τρόπος
2256θὰ ἦτο ἡ πληρωμὴ τῆς ὀφειλῆς ἐκ χρυσοῦ τῆς ἐγχωρίου
2257ἀγορᾶς, ἀλλ’ ἵνα γίνηται χρῆσις τοῦ τρόπου τούτου, ἀπη-
2258τεῖτο προηγουμένη ἀνάπτυξις τῆς ἀγορᾶς σπουδαία, ὅπως κα-
2259ταστῇ αὕτη ἐπαρκὴς πρὸς ἐκπλήρωσιν τοιαύτης λειτουργίας.
2260Πρὸς τοῦτο δ’ ἀμέσως συνδέεται ἡ ἐπελθοῦσα καταστροφή.
2261Πόθεν ἄρα προῆλθεν ἡ πτώχευσις; Ἡ πτώχευσις βεβαίως
2262δὲν προῆλθεν ἐξ ἀνεπαρκείας τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι τὸν
2263προϋπολογισμὸν παραλαβόντες ἡμεῖς ἐν ἀνισοῤῥοπίᾳ, εἴχο-
2264μεν ἀποκαταστήσει ἐν ἀρτιότητι, οὐδὲ προῆλθεν ἡ πτώ-
2265χευσις, ὡς ἠθέλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ παραστήσῃ ἡμᾶς
2266φρονοῦντας, ἐκ μόνης τῆς ἀνωμαλίας τῆς νομισματικῆς.
2267Καὶ ἂν τὰ τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας ἐξωμαλίζοντο,
2268τὴν πτώχευσιν θὰ προεκάλει ἡ ἀνεπάρκεια, ἐὰν περὶ ταύ-
2269της μὴ ἐλαμβάνετο τελεσφόρος πρόνοια, τοῦ χρυσοῦ. Καθ’
2270ἅπαντα τὸν πρὸ τῆς πτωχεύσεως χρόνον εἰργαζόμεθα ἐπὶ
2271τῇ προσδοκίᾳ, ὅτι, ἐὰν μὴ παρενεβαίνομεν εἰς τὰ τῆς ἀγο-
2272ρᾶς τῆς χώρας τῆς χρηματικῆς, καὶ ἐπετρέπομεν οὕτως
2273εἰς τὴν χώραν τὴν χρῆσιν ὅλων αὐτῆς τῶν χρηματικῶν
2274δυνάμεων, θ’ ἀνεπτύσσετο ἐν χρόνῳ προσεχεῖ ἡ ἐγχώριος
2275χρηματικὴ ἀγορὰ ἐφ’ ἱκανὸν, ὅπως ἐπαρκῇ εἰς τὴν ἀπότι-
2276σιν τῆς ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου ἐν τῷ ἐξωτερικῷ.
2277Τοῦτο δὲν ἐπετεύχθη· καὶ οὕτω τὸ ἀπὸ τοῦ 1881 δη-
2278μιουργηθὲν ἀδιέξοδον ἐπήνεγκε τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ,
2279καταγγελλόμεθα δὲ ὡς ὑπαίτιοι τῶν ἀποτελεσμάτων τού-
2280των ἡμεῖς, οἱ ἐπιμόνως ἐργασθέντες, ὅπως ἀποσοβήσωμεν τὰ
2281ἀποτελέσματα ταῦτα, καὶ ἀποσοβήσαντες αὐτὰ ἐπὶ τοσοῦ-
2282τον, ὥστε καταστροφή, ἐπικειμένη ἀπὸ δωδεκαετίας ἤδη,
2283ἀνεστάλη ἐπὶ μακρὸν χρόνον, καὶ θ’ ἀπεσοβεῖτο διαρκῶς,
2284ἂν μὴ ἐπήρχοντο ἀτυχεῖς περιστάσεις ἐν τῇ γενικῇ συναλ-
2285λαγῇ τοῦ κόσμου, ἐξαναγκάζουσαι τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον
2286νὰ ἀρύηται τὸν πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ
2287ὑποχρεώσεων αὐτοῦ χρυσὸν ἐκ μόνης τῆς ἐγχωρίου ἀγορᾶς,
2288ἐνῷ ἡ χώρα δὲν ἀνεπτύχθη ἔτι ἐφ’ ἱκανόν, ἵνα ἐπαρκῇ πρὸς
2289τὴν ζητουμένην παρ’ αὐτῆς παροχήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ
2290Ἀττικῆς ἐπανέλαβεν ἤδη ὅσα καὶ ἄλλοτε εἶπε περὶ ἡμῶν
2291ὡς κηρυξάντων τὴν πτώχευσιν, διότι, εἰσαγαγόντες νομο-
2292σχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς
2293παρὰ τῶν προκατόχων ἡμῶν τελεσθείσης πτωχεύσεως, εἴ-
2294πομεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐπτώχευσε, καὶ ὡς παραιτίων τῆς
2295πτωχεύσεως, ἣν παραλαβόντες παρὰ τῶν προκατόχων ἐκα-
2296νονίζομεν ἄλλως ἢ διὰ δανείου κεφαλαιώσεως· θαυμάζει δὲ
2297ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ὁμιλῶ περὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώ-
2298σεως ὡς ἀποτελοῦντος τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους. Ὡμί-
2299λησα περὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως ὡς περὶ πραγ-
2300ματικοῦ ζητήματος ἀμέσως ἐχομένου τῆς πτωχεύσεως,
2301οὐδ’ ἐσκεπτόμην κἂν περὶ τῆς σχέσεως τοῦ δανείου ἐκεί-
2302νου πρὸς πρόσωπα· ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς θέλει νὰ
2303σκεφθῶ καὶ περὶ τῆς σχέσεως αὐτοῦ πρὸς πρόσωπα, λέγω
2304πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι ἐγὼ καλῶς γινώσκω, ὅτι τὴν
2305προτεραίαν τῆς ἀποδοχῆς τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως
2306εἶχε κηρυχθῆ κατ’ αὐτοῦ (κίνησις ἐν τῷ κέντρῳ τῆς
2307Ἀντιπολιτεύσεως), τὸ γινώσκω ἐκ στόματος ἐκείνου,
2308ὅστις ἦλθεν ἐνταῦθα ὡς ἀντιπροσωπεύων τοὺς προτείνοντας,
2309ὅπως συνάψωσι τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως. Ἐκεῖνος ἦλθε
2310πρὸς ἐμέ, ἵνα μὲ πείσῃ, ὅτι τὸ προτεινόμενον σύστημα ἦτο
2311λυσιτελές, καὶ ὅτε ἐγὼ τῷ ἀντέταξα πάνθ’ ὅσα καὶ ἐδῶ
2312μὲ ἠκούσατε ἀντιτάσσοντα κατὰ τοῦ δανείου τούτου, μοὶ
2313εἶπε: «ταῦτα ἀκριβῶς ἤκουσα καὶ ἐκ στόματος τοῦ κ. Σω-
2314τηροπούλου καὶ ἐκ στόματος τοῦ κ. Ράλλη, καὶ αὔριον
2315πρωΐ ἀναχωρῶ». Ἀλλ’ ὅτε τὴν πρωΐαν ἠτοιμάζετο πρὸς
2316ἀναχώρησιν, ἥτις θὰ ἐσήμαινε τὴν παραίτησιν τῶν κ. κ.
2317Σωτηροπούλου καὶ Ράλλη, εἰδοποιήθη ὅτι αἱ πεποιθήσεις
2318μετεβλήθησαν. Ταύτας τὰς μεταβεβλημένας πεποιθήσεις
2319ἠκούσαμεν πρὸ ὀλίγου, ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔλεγε
2320περὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, ὅτι διὰ τοῦ δανείου
2321τούτου ἤθελεν ἐπιτύχει ἀνάπαυλαν— ἀνάπαυλαν ὑπὲρ
2322ἑαυτοῦ, ὑπὲρ τῆς φιλοδοξίας του ἢ τῆς φιλαρχίας του,—
2323καὶ ἴσως ἐπετεύχθη ἡ ἀνάπαυλα, ἴσως ἱκανοποιήθη ἡ φιλο-
2324δοξία του ἢ ἡ φιλαρχία του, διότι ἀγνοῶ τί ἐπεζήτει·
2325βεβαίως δὲν ἐπεζήτει τὸ καλὸν τῆς χώρας καὶ τὴν ὑπόλη-
2326ψιν τῆς χώρας, διότι, ἐὰν ταῦτα ἐπεζήτει, ἤθελε τότε πα-
2327ραιτηθῆ καὶ δὲν ἤθελεν ὑπογράψει τὸ διάταγμα περὶ τοῦ
2328δανείου τῆς κεφαλαιώσεως.
2329Τὸ σύστημα τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, ἐὰν ἐξηκο-
2330λούθει, ὡς διὰ τοῦ διατάγματος ἐκανονίσθη, ἐπὶ 2½ ἔτη,
2331καὶ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἐπὶ τὸ διηνεκὲς ἀκεραίαν πλη-
2332ρωμὴν τοῦ δανείου τῶν Μονοπωλίων κατὰ τὸ σύστημα τοῦ
2333διατάγματος, θ’ ἀνεγνώριζεν ὑποχρεώσεις εἰς χρυσὸν, ὅση
2334εἶναι ἡ ὑποχρέωσις, ἣν ἀναλαμβάνομεν διὰ τῆς μονογρα-
2335φηθείσης συμφωνίας ἐν ἀφετηρίᾳ. Ὁ κ. Βουλευτής, ὅστις
2336ἐπέκρινε τὴν συμφωνίαν ὡς ὑπερβολικὴν, εἶπεν ὅτι τὰ τοῦ
2337διατάγματος περὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως θὰ ἐξετε-
2338λοῦντο ἄνευ οὐδεμιᾶς περικοπῆς, θὰ ὑπεβάλλοντο δὲ εἰς περι-
2339κοπὴν τ’ ἄλλα δάνεια, ὧν ἡ ὑπηρεσία διενηργεῖτο ἐπὶ τὰ
23402½ ἔτη διὰ τίτλων τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως. Ἀλλ’
2341ὅταν ἐξαντλήσητε χάριν τῶν μὴ ὑποβαλλομένων εἰς περι-
2342κοπὴν δανείων τοὺς πόρους πάντας τῆς χώρας εἰς χρυσὸν,
2343πόθεν θὰ ἀρυσθῆτε τὸν χρυσὸν πρὸς πληρωμὴν τῶν ὑποβαλ-
2344λομένων εἰς τὴν περικοπὴν δανείων;
2345§17ΡΑΛΛΗΣ. (γελᾷ).
2346§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς αἰσθάνεται, ὅτι ταῦτα
2347τὸν καυτηριάζουσι, καὶ ἵνα θέση τέρμα εἰς τὸν καυτηρια-
2348σμὸν, καγχάζει, ἀλλὰ διὰ μέσου τῶν καγχασμῶν του φθά-
2349νει μέχρις αὐτοῦ ὁ πεπυρακτωμένος σίδηρος, ὁ στιγματί-
2350ζων τὰς παρεκτροπὰς, εἰς ἃς ἤγαγεν αὐτὸν ἡ φιλαρχία καὶ
2351ἡ πολιτικὴ ἰδιοτέλεια.
2352Εἶμαι δεδικαιολογημένος, ὁμιλήσας ὡς ὡμίλησα, διότι
2353τὸ ὕφος καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ τοῦ κ. Βου-
2354λευτοῦ ἐκ Γόρτυνος μοὶ ἐπέβαλλον τὴν ἐξαίρεσιν ἀπὸ τοῦ
2355συνήθους μοι τρόπου, καὶ ἐλπίζω ὅτι οὐδέποτε ἄλλοτε
2356θ’ ἀναγκασθῶ νὰ ὁμιλήσω κατὰ τὸν ἐπιβληθέντα μοι σήμερον
2357τρόπον. Πλημμελὴς δὲ κατὰ τὸ ὕφος, οὐδὲ κατ’ οὐσίαν
2358ὑπῆρξεν ἡ συζήτησις, ὁποία προεκαλεῖτο ἐπὶ ζητήματος
2359ἐμπιστοσύνης. Ἀλλ’ ἂν τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης οὕ-
2360τως ἐξηυτελίσθη, εἴχομεν κἂν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἀμέσως
2361προταθέντος θέματος, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὰ τοῦ συμβιβα-
2362σμοῦ; Οὔτε εἴχομεν, οὔτε ἐπετρέπετο ν’ ἀπεκδεχώμεθα συ-
2363ζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὑπὸ Ἀντιπολιτεύσεως οὕ-
2364τω συντεταγμένης, ὡς μαρτυροῦσι τὰ λεχθέντα παρὰ τῶν
2365ἀγορητῶν αὐτῆς. Δὲν ἐξετάζω περὶ τῆς συντάξεως τῆς
2366Ἀντιπολιτεύσεως ὅσα διαδίδονται, οὐδὲ ἐνδιαφέρομαι ποσῶς
2367εἰς τὰ τῆς συντάξεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ προσωπι-
2368κῇ αὐτῆς ἀπόψει, ἀλλ’ ὅταν βλέπω τὴν Ἀντιπολίτευσιν
2369ἀναλαμβάνουσαν ἵνα ἐπιτελέσῃ λειτουργίαν ἐν τῇ Βουλῇ,
2370μοὶ ἐνδιαφέρει ἡ γνῶσις, ἂν ἦναι εἰς τὸ ὕψος τῆς λειτουργίας.
2371Ὅταν δὲ ἀκούω τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης λέγοντος,
2372ὅτι τὸ σύστημα τῆς παγίας κλίμακος, ὅπερ ἡμεῖς εἰσηγη-
2373σάμεθα, εἶναι καταδικαστέον, ἀκούω δὲ κατόπιν τῶν ἑτέ-
2374ρων ὁμιλησάντων κρινόντων τὸν τρόπον τοῦ κανονισμοῦ, ὃν
2375προτείνει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὡς πάντη ἀποκρου-
2376στέον· ὅταν ἀκούω τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης ἰσχυριζο-
2377μένου, ὅτι ὑπάρχουσι συμφωνίαι, ἃς γινώσκομεν μὴ ὑπαρ-
2378χούσας, διότι μόνον διὰ τοιούτων ὑποθέσεων θὰ ἠδύνατο νὰ
2379ἐπικρίνῃ τὴν σύμβασιν· ὅταν ἀκούωμεν τοῦ κ. Βουλευτοῦ
2380ἐκ Γόρτυνος ἰσχυριζομένου ὅτι τὸ κείμενον τῆς Ἀγγλικῆς
2381συμβάσεως, οἷον ἐδημοσιεύθη ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων, ἀναγρά-
2382φει διάταξιν περὶ ἑταιρίας, ἥτις θὰ συγκεντροῖ τὸ ὑπέγ-
2383γυον χρῆμα, διευθυνομένης ὑπὸ ξένων, ὧν καθορίζει μάλι-
2384στα καὶ τὸν ἀριθμὸν καὶ τοὺς ὅρους τῆς λειτουργίας καὶ
2385τὴν διαχείρισιν τοῦ veto καὶ τὴν ἐπικράτησιν ἐπὶ τῶν
2386ἐγχωρίων, ἐνῷ οὐδεμία ἐφημερὶς περιέλαβε τοιαύτην διά-
2387ταξιν ἐν τῷ κειμένῳ, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐξε-
2388γείρεται ἐπὶ τῇ διαστροφῇ ταύτῃ τῶν κειμένων ὅταν ὁ
2389κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐξακολουθῆ λέγων, ὅτι ἡ ἑται-
2390ρία θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀγοράζῃ τὸ συνάλλαγμα καὶ
2391δὲν θὰ ἔχῃ αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις, ἐνῷ ῥητῶς εἶναι ἀναγε-
2392γραμμένον ἐν τῷ κατὰ τὰς ἐφημερίδας κειμένῳ, ὅτι ἡ Κυ-
2393βέρνησις θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ προμηθεύῃ αὐτὴ τὸ
2394συνάλλαγμα πρὸ τῆς λήξεως τῆς διορίας, τί δύναμαι νὰ
2395σκεφθῶ περὶ τῆς σπουδαιότητος, μεθ’ ἧς ἐπελήφθη ἡ Ἀντι-
2396πολίτευσις τῆς ἐξετάσεως τοῦ θέματος τούτου καὶ περὶ τῆς
2397ἐπαρκείας αὐτῆς πρὸς συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ; Ὁ δὲ κ. Βου-
2398λευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις τοὐλάχιστον περιωρίσθη εἰς τὰ
2399τετελεσμένα, τίνας σκέψεις ἐστήριξεν ἐπὶ τούτων; Ἐστή-
2400ριξε τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας γινώσκομεν ἐκφρασθείσας
2401παρὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Γαλλικῆς ἐπιτροπείας, τοῦ
2402κυρίου Ὀρνστάϊν, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὡμί-
2403λησε περὶ τῆς ἀνάγκης, ὅπως ἡ πληρωμὴ τοῦ ἀναγνω-
2404ρισθησομένου ποσοστοῦ τοῦ χρέους γίνηται εἰς τραπεζικὰ
2405γραμμάτια καὶ οὐχὶ εἰς χρυσὸν, ἐπιστέψας τὰς σκέψεις αὑ-
2406τοῦ ταύτας διὰ τῆς δηλώσεως, ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην
2407εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ Κυβέρνησις θέλει τὴν πληρω-
2408μὴν τοῦ ποσοστοῦ εἰς χρυσόν. Ἂν ἦτο ἐνταῦθα ὁ κ. Ὀρν-
2409στάϊν, ἃς ἦναι βέβαιος ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι μετὰ τοῦ κ.
2410Δάλλα θὰ ἐχειροκρότει αὐτὸν καὶ ὁ κ. Ὀρνστάϊν (ἱλαρό-
2411της).
2412§19ΔΑΛΛΑΣ. Ἐγώ... (θόρυβος).
2413§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται αἱ διακοπαί. Ἐὰν θέ-
2414λετε, ζητήσατε τὸν λόγον.
2415§21ΔΑΛΛΑΣ. Δὲν διακόπτω· δὲν ἐννοῶ νὰ λάβω τὸν λό-
2416γον... (θόρυβος).
2417§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διακόπτητε.
2418§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔστω· ὁ κ. Ὀρνστάϊν θὰ ἦτο ὁ μόνος,
2419ὅστις θὰ ἐχειροκρότει τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ θὰ ἦτο ὁ μό-
2420νος, ὅστις θὰ μὲ διέκοπτε, ἀφοῦ οὐδεὶς μὲ διέκοψε πρότερον
2421καὶ ἐγὼ ἐπλανήθην, νομίσας ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς μὲ διέκο-
2422ψεν. Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς καὶ ὁ κ. ἐκ
2423Γόρτυνος Βουλευτὴς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἕκα-
2424στος ἀπὸ ἰδίας καὶ ἀντιθέτου πρὸς τὸν ἄλλον ἀπόψεως,
2425ἐπέκριναν καὶ τὰ τῆς καταβολῆς τῶν προσόδων ἐκ τῶν ὑπεγ-
2426γύων φόρων μετὰ τὴν εἴσπραξιν καὶ ὅτε πλέον πρέπει
2427ν’ ἀποτιθῶσι πρὸς τοὺς ἔχοντας δικαίωμα ἐκ τῆς συμβάσεως
2428νὰ λάβωσιν αὐτὸ ἀντὶ τοῦ τοκομεριδίου τοῦ πρὸς αὐτοὺς
2429χρέους τοῦ Κράτους, ἐπέκριναν οἱ κύριοι Βουλευταὶ τὴν
2430εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων παράδοσιν τοῦ χρή-
2431ματος καὶ τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ χρήματος τούτου μετὰ
2432τὴν καταβολὴν ὡς καταστάντος χρήματος τῶν πιστωτῶν.
2433Πρόκειται περὶ συμβιβασμοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸ ποσοστὸν,
2434ὅπερ θὰ πληρώνηται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἀντὶ τῆς ὀφειλῆς
2435ἀκεραίας, καὶ ἐρωτῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ διατὶ τὸ πο-
2436σοστὸν, ὅπερ ἀναγνωρίζεται ὡς πληρωτέον εἰς τοὺς δανει-
2437στὰς, θὰ δίδηται εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῶν ἐνταῦθα,
2438διατὶ θὰ δίδηται εἰς πλήρη ἰδιοκτησίαν; Καὶ πότε ἐπλή-
2439ρωσέ τις ὑποχρέωσιν αὑτοῦ, χωρὶς νὰ καταστήσῃ τὸ εἰς
2440πληρωμὴν καταβαλλόμενον πλήρη ἰδιοκτησίαν τοῦ πρὸς
2441ὃν καταβάλλεται; Ἀλλὰ διατὶ ἐκλέγουσιν οἱ δανεισταὶ ὡς
2442ἀντιπρόσωπον αὑτῶν εἰς παραλαβὴν τοῦ εἰς αὐτοὺς ἀπο-
2443δοτέου ποσοστοῦ τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων; Ἐὰν
2444προέκειτο νὰ διανέμῃ τὸ Δημόσιον μετὰ τῶν πιστωτῶν τὰς
2445προσόδους ἐξ ὡρισμένων φόρων, κατὰ τὴν συμβουλὴν τοῦ
2446κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, θὰ ἦτο ἐνδιαφέρουσα ἡ ἐξέτασις
2447περὶ τῶν κατὰ τὸν ἀντιπρόσωπον τῶν πιστωτῶν· ἀλλὰ
2448συμβουλή, ὁποία ἡ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, δὲν δύνα-
2449ται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει πρὸς συζήτησιν παρὰ Κυβερνήσεως
2450Ἑλληνικῆς, ἢ Βουλῆς Ἑλληνικῆς. Δύναται ὁ κ. Βουλευτὴς
2451νὰ χαρακτηρίζῃ ὡς ἔλεγχον τὰ παρ’ ἡμῶν γενόμενα δεκτὰ,
2452προκαλῶν καὶ αὐτῶν τῶν ἀντιπολιτευομένων Βουλευτῶν
2453τὰ μειδιάματα, ἀλλ’ ἐὰν ἦτο δυνατὸν συμβουλαὶ, ὁποῖαι
2454αἱ παρὰ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐνδειχθεῖσαι, νὰ διετυποῦντο
2455ἐν τῇ Βουλῇ ὡς προτάσεις, πᾶν ἄλλο ἢ μειδιάματα θὰ
2456προεκάλουν αἱ προτάσεις. Ἡ ἐκχώρησις προσόδων εἶναι
2457ἔλεγχος, κατὰ δὲ τὸ σύστημα, ὅπερ ἐγένετο δεκτὸν παρ’
2458ἡμῶν, οὐδεμία γίνεται ἐκχώρησις, οὐδεμία γίνεται μεταβολὴ
2459τοῦ καθεστῶτος. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ καθεστώς; Εἶναι αὐτὸ
2460τὸ καθεστὼς τὸ καθορισθὲν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρ-
2461τυνος, ὅτε κατὰ τὸ 1885 ἦτο ἐν τῇ κυβερνήσει τῆς χώρας.
2462Τότε ἐνομοθετήθη ἡ σύστασις ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων,
2463τότε συνεδυάσθη νομοθετικῶς πρὸς τὴν σύστασιν ἑταιρίας τῶν
2464Μονοπωλίων καὶ ἡ συνομολόγησις δανείου 100 ἑκατομμυ-
2465ρίων, ὅπερ μετετράπη βραδύτερον εἰς δάνειον 135 ἑκατομ-
2466μυρίων· ὑφίστανται ἄρα ἀπὸ τοῦ 1885 καὶ ἀπὸ τοῦ 1887
2467τὰ νῦν ἀναγνωριζόμενα ἐν σχέσει πρὸς τὸ καταβλητέον εἰς
2468τοὺς πιστωτὰς ποσοστὸν, οὐδαμῶς μεταβάλλοντα τὰ τέως
2469κείμενα. Ποία λοιπὸν συζήτησις δύναται νὰ χωρήσῃ περὶ
2470τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων ἐν σχέσει πρὸς τὸ ποσοστόν;
2471Ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων διατηρεῖ κατὰ τὸ ἀπὸ τοῦ
24721885 καὶ τοῦ 1887 καθεστὼς τὴν διαχείρισιν τῶν ἔκτοτε
2473καθωρισμένων προσόδων, αἱ δὲ πρόσοδοι αὗται, ὑπέγγυοι
2474κατὰ τὸ καθεστὼς τοῦτο εἰς τὸ δάνειον τῶν Μονοπωλίων,
2475θὰ ἐξακολουθῶσιν ὑπέγγυοι, ἀντὶ δὲ τελωνειακῶν καὶ ἄλλων
2476ἐγγυήσεων, καταργουμένων, θὰ ὁρισθῶσιν εἰς ἐγγύησιν τοῦ
2477ποσοστοῦ φόροι ἀποδίδοντες πολλῷ ἐλάσσονα τῶν ἀπαλ-
2478λασσομένων τῆς ἐγγυήσεως. Τὸ προϊὸν τῶν καταργουμένων
2479ἐγγυήσεων κατεβάλλετο εἰς Τραπέζας καθωρισμένας διὰ
2480τῶν περὶ τῶν δανείων συμβάσεων, κατὰ τὰς ἐπικρινομένας
2481δὲ διατάξεις πρόκειται νὰ καταβάλληται τὸ προϊὸν τῶν
2482ἐγγυήσεων, τῶν ἀντικαθιστωσῶν τὰς καταργουμένας, εἰς τὴν
2483Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων. Οὐδεμία ἄρα καὶ ἐν τούτῳ
2484διαφορά.
2485Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς προῆλθε καὶ περαι-
2486τέρω παρέστησεν ὅτι κατὰ τὴν συμφωνίαν τὴν ἐνταῦθα,
2487καθὸ κανονίζουσαν τὴν καταβολὴν τοῦ ποσοστοῦ εἰς χρυσὸν,
2488πλεῖσται ὅσαι δυσχέρειαι θὰ ἐγεννῶντο, αἵτινες δὲν θὰ ἐγεν-
2489νῶντο, ἐὰν ἐκανονίζοντο τὰ τῆς καταβολῆς εἰς τραπεζικὰ
2490γραμμάτια, ἐὰν τὰ τῆς καταβολῆς ἐκανονίζοντο καθ’ ὃν
2491τρόπον προέτεινεν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Γαλλικῆς ἐπιτρο-
2492πείας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀπεδείχθη ἐν ὅλῃ αὑτοῦ
2493τῇ ἀγορεύσει μὴ ποιούμενος τὴν στοιχειώδη διάκρισιν με-
2494ταξὺ δανείων ἐσωτερικῶν καὶ δανείων ἐξωτερικῶν, καὶ νο-
2495μίζων ὅτι ἡ διάκρισις, εἰς ἣν πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ, εἶναι ἡ τῶν
2496δανείων εἰς χρυσὸν καὶ τῶν δανείων εἰς τραπεζικὰ γραμ-
2497μάτια. Ἡ διάκρισις τῶν δανείων εἰς χρυσὸν καὶ δανείων εἰς
2498τραπεζικὰ γραμμάτια ἐλαχίστην θὰ εἶχε σημασίαν, ἐὰν
2499ἦσαν ἐσωτερικὰ τὰ δάνεια εἰς χρυσόν. Δάνεια εἰς χρυσὸν
2500μὴ ἐξωτερικὰ δὲν ἐπάγονται βάρος ἐξαιρετικὸν εἰς τὴν χώραν,
2501διότι τὸ ἐξωτερικὸν τοῦ δανείου εἶναι τὸ ἐπαγόμενον τὸ
2502ἐξαιρετικὸν τοῦ βάρους. Ἐὰν ἔχῃ ἡ χώρα ὑποχρεώσεις ἐν
2503τῷ ἐξωτερικῷ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐὰν οἱ κάτοχοι
2504δανείων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἦναι ἐγκατεστημένοι ἐν
2505τῷ ἐξωτερικῷ, αἱ ὑποχρεώσεις αὗται, τὰ δάνεια ταῦτα εἶναι
2506ἐπίσης ἐπαχθῆ εἰς τὴν χώραν, ὅσον καὶ τὰ δάνεια εἰς χρυσὸν,
2507διότι εὐθὺς ἐπὶ τῇ καταβολῇ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων
2508πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν θέλει ζητεῖσθαι ἐν τῇ ἀγορᾷ ὁ
2509ἀντίστοιχος χρυσὸς πρὸς ἀποστολὴν εἰς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτε-
2510ρικῷ πιστωτὰς, ἐκ τούτου δὲ, ἂν τὸ ποσὸν ᾖναι σπουδαῖον,
2511ἀναστάτωσις τῆς ἀγορᾶς. Καὶ λίαν σπουδαῖαι εἶναι αἱ κατα-
2512βολαὶ, ὧν ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς τὸν κανονισμὸν εἰς τρα-
2513πεζικὰ γραμμάτια, καίτοι τὰ δάνεια, ἐφ’ ὧν θὰ γίνωνται
2514αὗται, εἶναι ἐξωτερικά. Καὶ ἐπαγγέλλεται μὲν ὁ κ. Βου-
2515λευτὴς, ὅτι ἐπιδιώκει ταῦτα πρὸς στερέωσιν τῆς ἀγορᾶς, καὶ
2516εἰλικρινῶς πιστεύει εἰς τὰ ἐπαγγελλόμενα, ἀλλὰ τοιοῦτος
2517κανονισμὸς θὰ ὑπέσκαπτεν ἐκ βάθρων τὴν ἀγοράν. Τὰ ἐσω-
2518τερικὰ δάνεια, ἤτοι τὰ ἐν κατοχῇ κατοίκων τῆς χώρας,
2519εἶναι ἀπηλλαγμένα τῶν ἐπαχθῶν συνεπειῶν τῶν δανείων
2520τῶν ἐν κατοχῇ κατοίκων τοῦ ἐξωτερικοῦ· καὶ διὰ τοῦτο ὁ
2521κ. Βουλευτὴς διαπορῶν εἶδεν ἡμᾶς ἀποδεχομένους τὴν τρο-
2522πὴν τοῦ δανείου τῶν 16,500,000 ἀπὸ δανείου εἰς χρυσὸν
2523εἰς δάνειον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ, χαρα-
2524κτηρίσας τὴν πρᾶξιν ὡς ἀντιφατικὴν πρὸς ὅσα ἡμεῖς ἐλέ-
2525γομεν. Ἦτο ἀντιφατικὴ ἡ πρᾶξις οὐχὶ πρὸς ὅσα ἡμεῖς ἐλέ-
2526γομεν, ἀλλὰ πρὸς ὅσα ἐκεῖνος ἐνόει, διότι ἡμεῖς μὲν ὡμι-
2527λοῦμεν περὶ διακρίσεως δανείων ἐξωτερικῶν καὶ ἐσωτερικῶν,
2528ἐκεῖνος δὲ, ἐννοῶν διακρινόμενα τὰ δάνεια εἰς χρυσὸν καὶ τὰ
2529δάνεια εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐθαύμαζε πῶς ἡμεῖς ἐδε-
2530χόμεθα νὰ τρέψωμεν τὸ εἰς χρυσὸν δάνειον τῶν 16,500,000
2531εἰς δάνειον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ καὶ δὲν
2532ἐδεχόμεθα τοῦτο διὰ τ’ ἄλλα εἰς χρυσὸν δάνεια, ἐφ’ ὧν κατε-
2533βλήθη ποσοστὸν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια 50% διὰ τὸ
2534τοκομερίδιον τοῦ παρελθόντος Δεκεμβρίου. «Κακόπιστον
2535τοῦτο, ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτής, περικοπὴ τούτων καὶ ἀρτία
2536πληρωμὴ ἐκείνων», μὴ ἀντιλαμβανόμενος τὴν θεμελιώδη
2537διάκρισιν τῶν ἐσωτερικῶν δανείων ἀπὸ τῶν ἐξωτερικῶν, διὰ
2538τὴν πολλαπλασίαν ἐπιβάρυνσιν τῆς ἀγορᾶς ἐκ τῶν ἐξωτε-
2539ρικῶν δανείων, ἐπιπιπτόντων ἐπ’ αὐτὴν, ἐνῷ τὰ ἐσωτερικὰ
2540δάνεια δὲν σχετίζονται ἀμέσως πρὸς τὴν κίνησιν τῆς ἀγορᾶς.
2541Ἀλλὰ ταῦτα, τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς λε-
2542χθέντα, πῶς συμβιβάζονται πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ.
2543Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ὅστις ἰδίως ἐπέκρινεν ἐν τοῖς περὶ
2544τούτων τὰς διατάξεις, καθ’ ἃς ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων
2545θὰ ἐγίνετο δῆθεν κυρία τῆς ἀγορᾶς τῆς χρηματικῆς διὰ τοῦ
2546χρήματος τῶν δανειστῶν, ἂν τῇ ἐπετρέποντο ἐπὶ τοῦ χρή-
2547ματος τούτου οἱαδήποτε δικαιώματα;
2548§24ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δικαιώματα ἐλέγχου.
2549§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δικαιώματα ἐλέγχου ὀνομάζει ὁ κ. Βου-
2550λευτὴς τὴν διάθεσιν τοῦ χρήματος τῶν δανειστῶν ὑπὸ τοῦ
2551ἀντιπροσώπου αὐτῶν, ἐνῷ τὴν παρ’ ἡμῶν ἀποκρουσθεῖσαν
2552καὶ τεθεῖσαν ἐκποδὼν ἐκχώρησιν προσόδου ἐνθέρμως συνιστᾷ,
2553ὡς μὴ ἐπαγομένην τὸν ἔλεγχον. Οἱ ἐπιδιώκοντες τὸν ἔλεγχον
2554ἄριστον ἐπενόησαν τρόπον πρὸς ἐπικράτησιν αὐτοῦ τὸν χα-
2555ρακτηρισμὸν ὡς ἐλέγχου τοῦ συστήματος ἡμῶν, δι’ οὗ ὁ
2556ἔλεγχος ἀποκλείεται. Καὶ ἀποκρούουσιν ἐν λόγοις ἄλλοι
2557ἀγορηταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸν προτεινόμενον ὑπὸ τοῦ
2558κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης ἔλεγχον, τὸν διὰ τῆς διανομῆς τῶν
2559περισσευμάτων ὡρισμένων φόρων· ἀλλὰ καταδικάζοντες τὸ
2560ἀποκλεῖον τὸν ἔλεγχον σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, θὰ διή-
2561νοιγον τὴν ὁδὸν πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ
2562Ἄρτης, ἂν μὴ ἦτο βέβαιον, ὅτι ἡ Βουλὴ παρέχει τὴν ἐμπι-
2563στοσύνην αὑτῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ
2564ἔργου αὐτῆς. Ἡ περὶ τοῦ ἔργου τούτου συζήτησις, κακῶς
2565διεξαχθεῖσα ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀπέδειξεν ὅμως τὴν
2566πλήρη ἐν αὐτῇ ἀντίθεσιν καὶ σύγχυσιν ἰδεῶν ἐπὶ παντός
2567τοῦ προκειμένου θέματος. Εἰς ἓν μόνον εἶναι σύμφωνος ἡ
2568Ἀντιπολίτευσις, εἰς τὴν ἐπίκρισιν τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυ-
2569βερνήσεως, οὐχὶ ὡς ἀντιφρονοῦσα ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ
2570διότι προέρχονται αὗται παρ’ ἡμῶν, ὡς προερχομένας δὲ
2571παρ’ ἡμῶν, τὰς καταγγέλλει εἰς τὴν Βουλήν. Καταγγεί-
2572λασα ὅμως, πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν ἔκφρασιν γνώμης τῆς
2573Βουλῆς ἐπὶ τῆς καταγγελίας, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς πρέπει νὰ
2574ὑποβάλωμεν πρότασιν, προκαλοῦντες τὴν Βουλήν, ἵνα ἐκφρα-
2575σθῇ θετικῶς, ἐὰν ἔχῃ ἐφ’ ἡμᾶς ἐμπιστοσύνην, ἢ ἐὰν δὲν ἔχῃ
2576ἐφ’ ἡμᾶς ἐμπιστοσύνην.
2577§26ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θ’ ἀναμιχθῶ ἐπὶ τοῦ κυρίου
2578θέματος, διότι ἁρμοδιώτεροι καὶ καταλληλότεροι εἶναι οἱ
2579κ. κ. Βουλευταὶ Γόρτυνος, Ἀττικῆς καὶ Ἄρτης, ἀλλ’ ἐκ
2580τῆς ἐπισήμου γλώσσης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προέκυψε
2581σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω πῶς ἡ Βουλὴ ἄφησεν
2582ἀπαρατήρητον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε τὰ ἑξῆς, τὰ ὁποῖα
2583ὑποκρύπτουσιν ἔγκλημα· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι, ἐνῷ
2584ἀπεκρούσθη παρ’ αὐτοῦ ὁ ἀντιπρόσωπος τῶν ὁμολογιού-
2585χων, διὰ τὸ ἀσύμφορον τῆς ἑτοιμαζομένης συμβάσεως κε-
2586φαλαιώσεως τῶν δανείων, καὶ τὴν αὐτὴν γνώμην εἶχε καὶ
2587ὁ κ. Ράλλης, αἴφνης οὗτος τὴν πρωΐαν τῆς ἐπιούσης ἤλ-
2588λαξε γνώμην, καὶ ὑπέγραψε τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως.
2589Ἔκαμε δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μορφασμούς τινας ὑπόπτους.
2590Κατόπιν δὲ, προχωρῶν ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἶπεν ὅτι τὴν
2591κατάστασιν ταύτην διεῖπε φιλαρχία καὶ ἰδιοτέλεια. Ταῦ-
2592τα εἶναι ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἀποδίδει ἐπίσημος γλῶσσα
2593εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, καὶ ἢ εἶναι ἀληθῆ, καὶ τό-
2594τε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὤφειλε καὶ ὀφείλει νὰ τὰ καταδιώ-
2595ξῃ, ἄλλως παραβαίνει τὸ καθῆκόν του, ἢ εἶναι ψευδῆ, καὶ
2596τότε εἶναι συκοφάντης. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. Πρωθυπουρ-
2597γὸν νὰ εἴπῃ, τί ἐννοεῖ διὰ τῶν φράσεων τούτων.
2598§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελείψατε μίαν λέξιν πρὸ τῆς λέξεως
2599«ἰδιοτελείας»· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε πολιτικὴν ἰδιοτέ-
2600λειαν, καὶ τὸ ἐξήγησε μάλιστα.
2601§28ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διά τινος σχήματος μάλιστα ὁ κ.
2602Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὴν ἄλλην πρωΐαν δὲν γνωρίζει
2603πῶς ὑπεγράφη τὸ διάταγμα τῆς κεφαλαιώσεως.
2604§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἤκουσε κα-
2605λῶς, καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην δικηγόρου.
2606§30ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Νὰ γείνῃ
2607μικρὰ διακοπὴ, κύριε Πρόεδρε.
2608§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διακοπῆς δὲν ἔχω ἀνάγκην,
2609νομίζω δὲ, ὅτι πρότασις διακοπῆς δὲν εἶναι καὶ ἁρμόζουσα
2610ἐν τῷ μέσῳ τοιαύτης συζητήσεως. Τὸ συμπέρασμα τῶν
2611λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι ἡ προσφυγὴ αὐτοῦ εἰς
2612τὸ ὅπλον, τὸ ὁποῖον κρατύνει τὸν βραχίονα αὐτοῦ, ἡ προσ-
2613φυγὴ εἰς τοὺς ἀριθμούς. Ἔχει πεποίθησιν ὅτι ὄπισθεν αὐ-
2614τοῦ οἱ πλείονες τῶν Βουλευτῶν ἐπιδοκιμάζουσι τὰς πράξεις
2615αὐτοῦ, ἐπευφημοῦσι τοὺς λόγους αὐτοῦ. Εἰς τούτους προσ-
2616φεύγει, ἵνα ἀποκριθῇ πρὸς τὰς αἰτιάσεις καὶ τὰς παραστά-
2617σεις, τὰς ὁποίας ἀπευθύνομεν πρὸς αὐτόν. Προσέθηκεν ὅμως
2618εἰς τὸ ὅπλον τοῦτο καὶ ἄλλο ὅπλον, τοῦ ὁποίου συνήθως
2619ποιεῖται χρῆσιν, τὸ ὅπλον τῶν ὕβρεων καὶ τῶν ἀντεγ-
2620κλήσεων.
2621Βεβαίως δὲν σκοπῶ νὰ καταβῶ εἰς τὸ στάδιον, εἰς τὸ
2622ὁποῖον μὲ προεκάλεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἐπειδὴ ὅμως
2623ἀξιοῖ, ὅτι αὐτὸς εὗρε τὴν Ἑλλάδα ἐν παρακμῇ οἰκονο-
2624μικῇ, καὶ ὅτι προσεπάθησε νὰ σώσῃ αὐτήν, χρεωστῶ νὰ
2625ἀναμνήσω εἰς τοὺς ἀκούοντας τὴν ἀληθῆ ἱστορίαν τῶν πραγ-
2626μάτων, ὡς ταῦτα ἔλαβον χώραν. Ἐν πρώτοις ἐσύγχισε τὰς
2627λέξεις, ἕνεκα τῆς ταραχῆς, ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατελήφθη. Ζη-
2628τεῖ νὰ διακρίνωμεν τὸν ὅρον, τοῦ ὁποίου ἐγὼ ἐποιησάμην
2629χρῆσιν, τὸν ὅρον τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας, ἀπὸ τοῦ ὅρου
2630τὸν ὁποῖον αὐτὸς μετεχειρίσθη, τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ χρυσοῦ,
2631ὡσανεὶ διέφερον ἀπ’ ἀλλήλων οἱ δύο οὗτοι ὅροι. Οἱ λέγον-
2632τες νομισματικὴν ἀνωμαλίαν τοῦτο ἐννοοῦσι, τὴν ἀνεπάρ-
2633κειαν τοῦ χρυσοῦ, διότι τὴν νομισματικὴν ἀνωμαλίαν ἐπή-
2634νεγκε βεβαίως ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ χρυσοῦ, ἥτις εἶναι ἡ αἰ-
2635τία τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας. Ἀλλ’ ἐὰν σεῖς, ὅταν
2636ἤλθετε εἰς τὴν κυβέρνησιν κατὰ τὸ 1882, εὕρετε ἀνεπάρ-
2637κειαν τοῦ χρυσοῦ, ποῖα μέσα μετήλθετε, ἵνα ἄρητε τὴν
2638ἀνεπάρκειαν ταύτην; Ἀνεπάρκεια χρυσοῦ σημαίνει εἰσα-
2639γωγὴν χρυσοῦ ὀλιγωτέρου ποσοῦ ἐκείνου, τοῦ ὁποίου ἔχο-
2640μεν ἀνάγκην, δηλαδὴ σημαίνει ὅτι ἐξάγομεν περισσότερον
2641χρυσὸν ἢ ὅσον εἰσάγομεν διὰ τῶν προϊόντων ἡμῶν. Ποῖα
2642μέσα λοιπὸν μετήλθετε ἵνα ἐλαττώσητε τὸ ἐξαγόμενον πο-
2643σὸν τοῦ χρυσοῦ, ἢ ἵνα αὐξήσητε τὸ εἰσαγόμενον ποσὸν τοῦ
2644χρυσοῦ; Ἐνδεδειγμένα ἦσαν τὰ μέσα, δι’ ὧν ἠδύνασθε νὰ
2645μειώσητε ἢ νὰ ἄρητε τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην. Ἦσαν αἱ
2646προσπάθειαι πρὸς αὔξησιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἤτοι ἡ
2647ἐνίσχυσις τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ποῖον κλάδον τῆς ἐθνι-
2648κῆς παραγωγῆς ἐνισχύσατε σεῖς, ἀφ’ ἧς ἀνήλθετε κατὰ τὸ
26491882 ἐπὶ τὴν ἀρχήν; Οὐδεμίαν ἐνίσχυσιν εἰς οὐδένα κλά-
2650δον τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς ἐνομοθετήσατε, ἐξ ἐναντίας
2651ἐξησθενίσατε ἀντὶ νὰ ἐνισχύσητε τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν,
2652διότι διὰ τῆς ἀπηνοῦς φορολογίας, ἣν ἐπεβάλετε, ἐξηντλή-
2653σατε πάντα τὰ ἀποταμιεύματα τῶν παραγωγῶν. Τί ἀφή-
2654κατε εἰς τὰ κιβώτια τῶν παραγωγῶν πλέον, ἵνα οὗτοι
2655διαθέσωσιν αὐτὸ πρὸς ἐπέκτασιν τῆς ἐργασίας των καὶ πρὸς
2656αὔξησιν τῆς παραγωγῆς των; Ἀλλὰ προσέτι, τί ἐπράξα-
2657τε σεῖς, ἵνα περιορίσητε τὸ ποσὸν τοῦ ἐξαγομένου χρυσοῦ;
2658Οὐδὲν ἐπράξατε· ἐξ ἐναντίας, ἀντὶ νὰ ἐλαττώσητε, ηὐξή-
2659σατε τὸ ποσὸν τοῦ ἐξαγομένου χρυσοῦ, διότι συνωμολογή-
2660σατε ἀλλεπάλληλα δάνεια ἐξωτερικὰ, καὶ ηὐξήσατε τὸ
2661ποσὸν τὸ ἐξαγόμενον τοῦ χρυσοῦ. Τίς ἄλλος εἶναι ὁ αἴτιος
2662καὶ ὁ ἐργάτης τῆς ὑπαρχούσης νομισματικῆς ἀνωμαλίας,
2663ἐὰν μόνη αὕτη ἐπήνεγκε τὴν πτώχευσιν, ἢ σεῖς αὐτός;
2664Ὅταν εὕρετε ἀνεπάρκειαν χρυσοῦ, ὅταν εὕρετε τὴν παρα-
2665γωγὴν χρήζουσαν ἐπεκτάσεως καὶ ἀναπτύξεως, ὅταν ἔπρεπε
2666νὰ ἐνισχύσητε αὐτήν, σεῖς ἐξησθενίσατε αὐτὴν διὰ τῆς φο-
2667ρολογίας τῆς ἀπηνοῦς, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ παραλ-
2668λήλως ηὐξήσατε τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους πρὸς ἐξαγω-
2669γὴν χρυσοῦ. Λοιπὸν ἐνετείνατε, ηὐξήσατε τὴν ἀνωμαλίαν,
2670ηὐξήσατε τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ χρυσοῦ, ἀντὶ νὰ ἄρητε αὐ-
2671τήν. Καὶ τίνα καλὰ παρήχθησαν ἐκ τῶν μέτρων τούτων
2672τῶν ἀλογίστων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Παρήχθησαν τὰ
2673καλὰ τῆς στρώσεως τῶν σιδηροδρόμων! Ποίους ἠδυνήθη
2674νὰ κατασκευάσῃ σιδηροδρόμους; Τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–
2675Καλαμῶν, ἢ τὸν σιδηρόδρομον Διακοπτοῦ–Καλαβρύτων, ἢ
2676τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσης; Καὶ λόγῳ σιδηρο-
2677δρόμων ἐπεβάλετε εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ Κράτους 500 καὶ
2678πλέον ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν, τὰ ὁποῖα ἐδανείσθητε! Ὑπο-
2679λογίσατε πόσον ηὔξησε τὸ ποσὸν τοῦ ἐξαγομένου χρυσοῦ,
2680ἵνα καταμετρήσητε τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ἐπεφέρατε εἰς
2681τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, ὡς ἂν τοῦτο
2682ἀπειργάζεσθε ἐκ προμελέτης καὶ πρὸς τοῦτον τὸν σκοπὸν
2683εἴχετε ἀναλάβει τὴν Κυβέρνησιν.
2684Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν εἶπε μόνον τὰς ἀνακριβείας
2685ταύτας καὶ ἄλλας εἶπεν ἀνακριβείας, διότι τὸ πάθος, τὸ
2686ὁποῖον φλέγει τὰ στέρνα του, παρασύρει αὐτὸν νὰ λέγῃ
2687καὶ ὅσα ἀληθῶς δὲν ὑπάρχουσι. Τίς συνέστησε τὴν Ἑταιρίαν
2688τῶν Μονοπωλίων; Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, σᾶς εἶπεν ὁ
2689Πρωθυπουργός. Τοῦτο εἶναι ψεῦδος. Δὲν συνέστησα τὴν Ἑται-
2690ρίαν τῶν Μονοπωλίων ἐγώ. Κατὰ τὸ 1886, κατὰ τὰς ἡμέρας
2691καθ’ ἃς προσεδόκων ὅτι ἤθελε δράσει ὁ στρατὸς ἡμῶν, καὶ
2692ἤθελεν ἐπιζητηθῆ πράγματι ὁ σκοπὸς τῆς ἐπιστρατεύσεως,
2693ἐνόουν καλῶς ὅτι εἶχον ἀνάγκην χρυσοῦ, καὶ ὅτι δὲν ἤρ-
2694κουν τὰ 46 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα εἶχον συγκεντρώσει
2695εἰς τὴν διάθεσίν μου, διότι ταῦτα ἦσαν εἰς τραπεζικὰ
2696γραμμάτια· ἀλλ’ ἐὰν ὁ στρατὸς ἐξήρχετο τῶν ὁρίων, εἶχεν
2697ἀνάγκην χρυσοῦ, καὶ τὴν ἀνάγκην ταύτην συνεῖδον. Ἐζή-
2698τησα λοιπὸν παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν νὰ συνομολο-
2699γήσω δάνειον 100 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ὁ Βουλευτὴς ἐκ
2700Μεσολογγίου, αὐτὸς οὗτος ἐφώρμησε κατὰ τοῦ νομοσχεδίου,
2701τὸ ὁποῖον εἰσήγαγον τότε, παριστῶν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν
2702νὰ εὕρω δάνειον, ἐὰν δὲν στέρξω νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νομο-
2703σχεδίῳ καὶ ἄδεια νὰ ἐκχωρήσῃ τὸ Κράτος καὶ τὴν δια-
2704χείρισιν τῶν μονοπωλίων εἰς τοὺς δανειστάς. Διὰ τῆς προ-
2705τάσεώς του ταύτης μὲ ἐνέβαλε πρὸ διλήμματος, ἢ νὰ ἐπι-
2706μείνω νὰ μὴ περιληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοιαύτη ἄδεια,
2707ὅτε, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἐγίγνετο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ τὸ
2708δάνειον, καὶ παρεκωλύοντο ἕνεκα τούτου αἱ στρατιωτικαὶ
2709πράξεις, ἤθελε μὲ καταλογίσει ὡς παραλείψαντα νὰ πράξω
2710ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πράξω, ὅπως εὑρεθῇ τὸ δάνειον, ἑπομένως ὡς
2711αἴτιον τῆς ἀποτυχίας, ἥτις ἤθελεν ἐπέλθει ἕνεκα τῆς ἐλ-
2712λείψεως τοῦ δανείου, ἢ νὰ ἐνδώσω εἰς πρότασιν, τὴν ὁποίαν
2713βεβαίως ἐγὼ δὲν ἐνέκρινον. Οὕτως ἠναγκάσθην νὰ ἐνδώσω,
2714καὶ περιελήφθη ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ἡ διάταξις, ὅτι ἐπε-
2715τρέπετο εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐκχωρήσῃ
2716τὴν διαχείρισιν τῶν μονοπωλίων εἰς τοὺς δανειστάς. Ἐξε-
2717χώρησα ὅμως ἐγὼ τὴν διαχείρισιν ταύτην; Παντάπασιν·
2718ἐζήτησα ἀληθῶς νὰ συνομολογήσω τὸ δάνειον, συγκαλέσας
2719εἰς σύσκεψιν τὸν διευθυντὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸν διευ-
2720θυντὴν τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, τὸν διευθυντὴν
2721τῆς Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως, καὶ τὸν διευθυντὴν τῆς
2722Τραπέζης τῆς Ἰονικῆς, οἵτινες ἔστεργον νὰ μοὶ παράσχωσι τὸ
2723δάνειον· ἐπειδὴ ὅμως οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους μοὶ προέβαλλον,
2724μοὶ ἐφάνησαν ὅτι ἀντέβαινον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους,
2725δὲν ἐδέχθην τὸ προταθέν μοι δάνειον. Πότε δ’ ἐγένετο τὸ δά-
2726νειον, καὶ ὑπὸ τίνος ἐξεχωρήθη ἡ διαχείρισις τῶν μονοπωλίων;
2727Τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων συνωμολογήθη ὑπὸ τοῦ
2728Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὅτε δὲ συνωμολογήθη τὸ δά-
2729νειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, αὐτὸς συνωμολόγησε καὶ
2730τὴν ἐκχώρησιν τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων εἰς τὴν
2731ὑπάρχουσαν ἑταιρίαν, ἣν αὐτὸς συνέστησε. Καὶ δὲν ἔπραξε
2732μόνον ταῦτα, ἀλλὰ, ἵνα συνομολογήσῃ τὸ εἰρημένον δάνειον
2733τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ἔστερξε νὰ ποιήσηται καὶ ἄλλας
2734θυσίας· ὅπως παραδώσωσιν αὐτῷ τὰ ἑκατομμύρια, τῶν
2735ὁποίων εἶχεν ἀνάγκην, παρεχώρησεν εἰς αὐτοὺς καὶ τὴν
2736κατασκευὴν τῶν τριῶν θωρηκτῶν, καὶ ἡ ὑπόθεσις τῆς κατα-
2737σκευῆς αὐτῶν διεξήχθη οὕτως, ὥστε ἔλαβον χώραν καὶ
2738συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἔφθασαν μέχρι
2739τῆς δικαιοσύνης ξένου Κράτους.
2740Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δέχομαι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ Πρωθυ-
2741πουργὸς προέβαλεν, ἐλπίζω δὲ, ὅτι καὶ οἱ μετ’ ἐμοῦ συνερ-
2742γαζόμενοι συνάδελφοι, ἴσως καὶ τὰ ἄλλα μέλη τῆς Ἀντι-
2743πολιτεύσεως, δὲν ἀποστέργουσι νὰ δεχθῶσιν ὡσαύτως τὴν
2744πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἤτοι τὸ ζήτημα τῆς ἐμ-
2745πιστοσύνης, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἔθηκε. Χρεωστῶ ὅμως ἀπὸ
2746τοῦδε νὰ καταγγείλω ὡς μὴ βάσιμα ὅσα εἶπε περὶ τῶν
2747λόγων μου σχετικῶς πρὸς τὴν σύμβασιν τοῦ Λονδίνου καὶ
2748σχετικῶς πρὸς τὰς προτάσεις τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὸ συμ-
2749βούλιον τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων καὶ ἀλλοδαπῶν. Βε-
2750βαίως δὲν περιέχεται ἐν τῷ κειμένῳ τῆς Ἀγγλικῆς συμ-
2751βάσεως ἡ ῥήτρα, ὅτι θὰ εἰσαχθῶσιν ἐν τῷ διοικητικῷ συμ-
2752βουλίῳ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων τρεῖς ἀλλοδαποὶ
2753ἀντιπρόσωποι τῶν ὁμολογιούχων τῶν τριῶν Κρατῶν· ἀλλὰ,
2754καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἡ παραχώρησις αὕτη ζητεῖται νῦν,
2755ὅπως γένηται δυνατὸν νὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ διαπραγματεύ-
2756σεις, καὶ κατορθωθῇ ἴσως ἡ συνομολόγησις τῆς συμβάσεως
2757ἐκείνης, ἐὰν ὁ Πρωθυπουργὸς ἐξακολουθήσῃ νὰ ὑποστηρίζη-
2758ται ὑπὸ τῶν πλειόνων, τῶν ὁποίων τὰς ψήφους διαθέτει, δὲν
2759εἶναι δὲ παράξενον νὰ ἐνδώσῃ εἰς προτάσεις τοιαύτας. Ἀλλ’
2760αὗται αἱ προτάσεις πρέπει νὰ ὑποκύψωσιν εἰς συζήτησιν ἐν
2761τῇ Βουλῇ, εἰσὶ δὲ τοιαῦται, ὥστε καὶ αὐτοὶ οἱ μεταδίδον-
2762τες εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν τὴν ἐμπιστοσύνην των σήμερον
2763ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ ἀρνηθῶσι νὰ δεχθῶσι συμφωνίαν τῷ
2764ὄντι ἀπαλλοτριοῦσαν τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους, καὶ
2765μειοῦσαν τὰ δικαιώματα τῶν ἐν αὐτῷ πολιτειακῶν ἐξου-
2766σιῶν, ἢ ἂν καὶ αὐτοὶ ἤθελον θυσιάσει τὸν ἀνθρωπισμόν των,
2767ἐπιψηφίζοντες τὰς προτάσεις ταύτας, ἐνδεχόμενον εἶναι ὁ
2768Ἑλληνικὸς λαὸς, κατανοῶν πάντως ὅτι ἡ Βουλὴ ὑπερέβη
2769τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν της, ἐπιψηφίσασα τοιαύτας προ-
2770τάσεις, νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ κῦρος τοιαύτης
2771συμβάσεως, ἀφοῦ ἐψηφίζετο ὑπὸ Βουλῆς καθ’ ὑπέρβασιν τῆς
2772ἁρμοδιότητός της. Ἑπομένως ὑπεφαίνετο εἷς κίνδυνος, ὁ
2773κίνδυνος μήπως διὰ λαθροχειρίας ἡ ὑπόθεσις διαφύγῃ τὸν
2774ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, μήπως οἱ ἀλλοδαποὶ κατασταθῇ δυνα-
2775τὸν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων ὑπὸ
2776τοὺς εἰρημένους ὅρους διὰ τροποποιήσεως τοῦ καταστατικοῦ
2777αὐτῆς. Διὰ τὰς τροποποιήσεις τοῦ καταστατικοῦ ἀρκεῖ
2778πρὸς ἔγκρισιν βασιλικὸν διάταγμα. Ἐὰν τοιοῦτόν τι ἤθελε
2779τολμηθῆ, δηλῶ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ἐγὼ, ἂν ἤθελον περιέλθει
2780εἰς τὴν Κυβέρνησιν, θέλω προκαλέσει βεβαίως τὴν ἀκύρω-
2781σιν τοιούτου διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἀπεμπολεῖ τὰ δικαιώ-
2782ματα τοῦ Κράτους.
2783Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐζήτησε νὰ
2784εὕρῃ συνεργάτην τῆς πτωχεύσεως ἐμὲ, καὶ ἀνεμνήσθη τοῦ
2785δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν
2786ἄνευ λόγου τινὸς καὶ ἄνευ ἀνάγκης. Τὴν διάσωσιν τοῦ Ἑλ-
2787ληνισμοῦ αὐτὸς δὲν θεωρεῖ ὡς ἐθνικὴν ἀνάγκην. Ἀπέναντι
2788τῶν κινδύνων, οἵτινες ὑπῆρχον κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, εἶχε
2789τεθῆ ἓν ὀχύρωμα, ἀσθενὲς μὲν, ἀλλὰ πάντοτε ὀχύρωμα,
2790τὸ ὀχύρωμα τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας. Τὸ ὀχύρωμα τοῦτο
2791ἤρθη καὶ κατελήφθη ὑπὸ τῶν Βουλγάρων. Τὸ συμβεβηκὸς
2792θεωρεῖ ἀνάξιον λόγου, καὶ διὰ τοῦτο θεωρεῖ σπατάλην τὴν
2793δαπάνην ὄχι τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ὡς ψευδῶς λέγει,
2794ἀλλὰ τῶν 55 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν κατὰ
2795τὴν ἐπιστρατείαν, ἂν καὶ τὰ 38 ἑκατομμύρια ἐξ αὐτῶν
2796ἦσαν ἀντίτιμον ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον κατηνάλωσεν ὁ Πρωθυ-
2797πουργὸς, ὅταν ἐκυβέρνα τὴν Ἑλλάδα. Θεωρεῖ σπατάλην
2798δαπάνην γενομένην ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς πρὸς ἐκπλή-
2799ρωσιν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν πρὸς τὴν ἱστορίαν ἡμῶν,
2800ὁ σπαταλήσας 500 ἑκατομμύρια εἰς κατασκευὴν μὴ κατα-
2801σκευασθέντων σιδηροδρόμων καὶ ὁ παρασχὼν τὴν διαρπα-
2802γὴν καὶ τὴν λεηλασίαν τῶν δημοσίων χρημάτων εἰς τὰ
2803ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβον νὰ ἐκτελέσωσι τὰ ἔργα ταῦτα.
2804Τὴν πρότασιν περὶ δυσπιστίας μου πρὸς αὐτὸν θέλω ἐπι-
2805ψηφίσει προθύμως.
2806§32ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι γνωστὴ ἡ τακτικὴ τοῦ κ. Προέ-
2807δρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τὰ ζητήματα τῆς οὐσίας, καὶ
2808ὅταν ταῦτα ἀφορῶσιν ὕψιστα συμφέροντα τοῦ τόπου, μετα-
2809βάλλῃ εἰς ζητήματα καθαρῶς προσωπικά. Διὰ τῆς μετα-
2810βολῆς ταύτης ἀποφεύγει τὴν πλήρη συζήτησιν τῶν οὐ-
2811σιαστικῶν ζητημάτων. Σήμερον ὅμως δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀπο-
2812φύγῃ καὶ τὴν οὐσιαστικὴν συζήτησιν. Ἀνεγνώρισεν ὅτι εἶ-
2813χε καθῆκον νὰ ἀπαντήσῃ καὶ ἐπὶ οὐσιαστικῶν ζητημάτων,
2814τὰ ὁποῖα θίγουσιν ἀμέσως τὴν προσωπικὴν αὐτοῦ εὐθύνην.
2815Ἠθέλησε νὰ συζητήσῃ τὸ ζήτημα τοῦ ἐλέγχου, τὸν ὁποῖον
2816ζητεῖ νὰ ἐπιβάλῃ ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος διὰ τῆς συμβάσεως,
2817ἣν ὑπέγραψεν ἐν Λονδίνῳ διὰ τοῦ ἐκεῖ ἐπιτετραμμένου τῆς
2818Ἑλλάδος. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἰσέλθω εἴς τινας λε-
2819πτομερείας, τὰς ὁποίας χθὲς ἀπέφυγον. Παραδέχεται ὁ κ.
2820Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὑπάρχει ἔλεγχος, ὁσάκις
2821ὑπάρχῃ ἐκχώρησις προσόδων, ἀρνεῖται δὲ ὅτι ἐν τῇ συμ-
2822βάσει τῇ μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν
2823ἀντιπροσώπων τῶν Ἄγγλων ὁμολογιούχων ὑπάρχει ἐκχώ-
2824ρησις εἰσπράξεων. Εἰς τὸ ἄρθρον 4 τῆς συμβάσεως ταύτης
2825ῥητῶς ἀναφέρεται, ὅτι αἱ πρόσοδοι μεταβάλλονται εἰς
2826ἰδιοκτησίαν τῶν δανειστῶν, ἅμα εἰσπραχθῶσι. Τοῦτο βε-
2827βαίως ἀποτελεῖ ἐκχώρησιν, καὶ ἡ ἐκχώρησις προσόδων,
2828κατὰ τὴν ἰδίαν ὁμολογίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνή-
2829σεως, ἐνέχει τὴν ἰδέαν τοῦ ἐλέγχου. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ ἄρ-
2830θρου 4, τὸ ἄρθρον 10 τῆς αὐτῆς συμβάσεως ὑποβάλλει εἰς
2831τὸν ἔλεγχον καὶ εἰς τὴν ἀπόφασιν ξένων ὁμολογιούχων
2832πράξεις ἀφορώσας τὴν κυριαρχίαν καὶ τὴν ἐλευθέραν ἐνέρ-
2833γειαν τοῦ Κράτους. Οὐδεὶς ἀμερολήπτως ἐξετάζων τοὺς
2834ὅρους τούτους τῆς συμβάσεως δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι
2835διὰ τῆς θύρας αὐτῶν ὁ ξένος ἔλεγχος εἰσέρχεται παρ’ ἡμῖν.
2836Ἀβάσιμον δὲ εἶναι τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
2837ὅτι ἐν τῇ ἰδέᾳ, ἣν ἐγὼ ἀνέπτυξα χθές, τῇ ἰδέᾳ δηλ. τῆς
2838διανομῆς τῶν περισσευμάτων τῶν ὑπεγγύων ἐσόδων, δύνα-
2839ται νὰ ὑπάρξῃ ἔλεγχος. Ὅπως πεισθῇ δὲ περὶ τούτου ὁ
2840κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, συνιστῶ εἰς αὐτὸν νὰ μάθῃ
2841τί ἐγένετο ἐν Πορτογαλίᾳ. Ἡ Πορτογαλία, ἥτις ῥητῶς
2842ἀπέκρουσε καὶ τὴν ἐκχώρησιν ἐσόδων καὶ πᾶσαν ἐπέμβα-
2843σιν ἐν τῇ ἀπολύτῳ αὐτῆς κυριαρχίᾳ καὶ ἀνεξαρτησίᾳ, πα-
2844ρεδέχθη τὴν διανομὴν τῶν αὐξήσεων ὡρισμένων ἐσόδων. Διὰ
2845κανονισμοῦ δὲ ἐπὶ τοιαύτῃ βάσει τοῦ δημοσίου αὐτῆς χρέους
2846μετὰ τὴν πτώχευσίν της, ἡ Πορτογαλία κατώρθωσεν ἄνευ
2847ξένου ἐλέγχου νὰ θέσῃ νέας βάσεις τῆς πίστεως αὐτῆς.
2848Τὴν πρότασιν δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν φέρο-
2849μεν ἡμεῖς. Ὅσα εἴπομεν κατὰ τῆς πορείας αὐτῆς ἐν ταῖς
2850διαπραγματεύσεσιν, ὅτι αὕτη κατέῤῥιψεν ἠθικῶς τὴν ὑπό-
2851ληψιν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἔβλαψε καιρίως τὰ ὑλικὰ καὶ ἠθι-
2852κὰ αὐτῆς συμφέροντα, τοιαύτην ἔχουσιν ἔννοιαν. Ὄχι μό-
2853νον δὲν ἀποκρούομεν τὴν ψηφοφορίαν περὶ μὴ ἐμπιστοσύνης
2854πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ ἂν αὕτη δὲν ἔφερεν τοιαύ-
2855την, ἠθέλομεν φέρει ἀπ’ εὐθείας ἡμεῖς.
2856§33ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον, αὔριον.
2857§34ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ τελειώ-
2858σωμεν ἀπόψε.
2859§35ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν εὐρύτητα, τὴν ὁποίαν ἔλα-
2860βεν ἡ συζήτησις, καὶ μετὰ τὰς αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας
2861ἀπηύθυνον διακεκριμένα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ
2862τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν διαπραγματεύ-
2863σεων, βεβαίως ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀποφανθῇ...
2864§36ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν ἔληξεν ἡ συζήτησις.
2865§37ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ... Κατὰ συνέπειαν λαμβάνω τὴν τιμὴν
2866νὰ ὑποβάλω τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Ἡ Βουλή, μετὰ τὰ λε-
2867χθέντα, ἐπιδοκιμάζουσα τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως,
2868μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
2869§38ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν ἔληξεν ἡ συζήτησις.
2870§39ΔΑΛΛΑΣ. Μὲ προεκάλεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βου-
2871λῆς νὰ μὴ διακόπτω, ἀλλὰ νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ
2872συζητουμένου ζητήματος. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν ἠσχο-
2873λήθην εἰς μελέτας οἰκονομολογικὰς, ἀλλὰ τοῦτο οὐδένα,
2874νομίζω, ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους ἀποκλείει,
2875ἀλλ’ οὔτε καὶ τὸν ἐλάχιστον πολίτην, νὰ μορφόνῃ γνώμην
2876περὶ τῆς πορείας τῶν κυβερνώντων αὐτὸν, ὅπως δὲν ἀπο-
2877κλείει π. χ. καὶ αὐτὸν τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, τὸν προ-
2878καλέσαντά με νὰ ὁμιλήσω, δὲν ἀποκλείει καὶ τοῦτον, καίτοι
2879μὴ οἰκονομολόγον, νὰ ἔχῃ γνώμην οἰκονομολογικὴν καὶ νὰ
2880ψηφίζῃ ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ ἀγορεύῃ ἐπὶ τῶν
2881οἰκονομικῶν ζητημάτων, καίτοι μακρὰ πολιτευόμενος ἔτη·
2882δὲν ἀποκλείει καὶ αὐτοὺς τοὺς Ὑπουργοὺς, τοὺς συναδέλφους
2883τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, χωρὶς νὰ ἦναι οἰκονομολόγοι, νὰ ὁμι-
2884λοῦν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων, νὰ ἔχουν γνώμην
2885ἀντίθετον ἡμῶν, ὅπως καὶ πάντα ἄλλον, ὡς εἶπον, Βου-
2886λευτὴν ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης ἢ ἐκείνης. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόε-
2887δρος ἐνόμισεν, ὅτι ἡ διακοπή μου ἐκείνη ἦτο ἀνάρμοστος.
2888Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν εἶπον ἄλλο τι, εἰμὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον
2889ἀκριβῶς πᾶς τις ἐξ ἡμῶν, μηδὲ τῶν κυβερνητικῶν ἐξαιρου-
2890μένων, λέγει κατὰ συνείδησιν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμ-
2891βάνει τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, ὅταν ἀκούῃ τοὺς λόγους τοῦ κ.
2892Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, πληγεὶς βαθέως ἐκ
2893τῶν σθεναρῶν ἀγορεύσεων τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύ-
2894σεως, ἠναγκάσθη νὰ εἴπῃ, ὅτι μετέρχεται τὴν ὁποίαν με-
2895τῆλθε γλῶσσαν, διότι τὸ ὕφος τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολι-
2896τεύσεως ἠνάγκασεν αὐτὸν εἰς τοῦτο, καὶ ἐντείνων εἰς τὴν
2897διαπασῶν τὴν φωνὴν αὐτοῦ, ἐπανελάμβανε τὰς τερατολο-
2898γίας αὐτοῦ τὰς παλαιὰς περὶ οἰκονομιῶν καὶ ἰσοζυγίων
2899κλπ. Ἐγὼ δὲ διακόψας προσέθεσα, ὅτι οἱ λόγοι του ἀπαν-
2900τοῦν εἰς τοὺς λόγους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι τὸ ὕφος του
2901δικαιολογεῖται ἐκ τοῦ ὕφους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ
2902δὲν δικαιολογεῖται ὑπὸ τῶν πραγμάτων. Ἱκανὸν ἦτο τοῦτο
2903νὰ ἐξεγείρῃ τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι
2904πάντοτε ἀγανακτεῖ, ὅταν τῷ προβάλλωνται τὰ πράγ-
2905ματα, καὶ μνησικακῶν ἠθέλησε νὰ συγχίσῃ τὸ ὄνομά μου
2906μετὰ τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ Ὀρνστάϊν. Ἐάν τις συνέ-
2907δεε τὸ ὄνομα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μετὰ χρηματιστῶν,
2908εἴτε ὅταν οὗτος ἦναι ἐν τῇ Κυβερνήσει, εἴτε ὅταν ἦναι
2909μακρὰν αὐτῆς, διὰ τοῦτο οὐδόλως πρέπει νὰ ταράσσηται,
2910διότι τῷ ἀποδίδει ἰδιότητα, σχέσεις, αἵτινες δὲν ἀπέχουσι
2911πολὺ ἀπ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ τὸ νὰ συνδέῃ τὸ ὄνομά μου μετὰ
2912τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ Ὀρνστάϊν, δὲν λέγω ὅτι εἶναί τι
2913ἀνάρμοστον ἐν τῇ συγχύσει ταύτῃ, ἀλλ’ οὕτω λεγόμενον
2914δὲν προσήκει εἰς ἐμὲ, προσήκει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ὁ
2915κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ἀκόμη, ὅτι δὲν δίδει σημασίαν εἰς
2916τοὺς διακόπτοντας ἐντεῦθεν· τουλάχιστον τοιοῦτόν τι ὑπῃ-
2917νίξατο. Βεβαίως ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δι’ αὐτὸν ἀριθμητικὴν
2918ἀξίαν, οὐδὲ τὰς σοφὰς οἰκονομολογικὰς γνώσεις αὐτοῦ, ἀλλ’
2919οὐδέτερον ἐζήλωσα. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι οὐδέποτε ἤθελον εὐ-
2920χηθῆ νὰ ἔχω τοιαύτας γνώσεις, αἵτινες εἰς τοιαύτην κατά-
2921στασιν ἔφερον τὸ ἔθνος (γέλωτες).
2922Δὲν ἔπρεπε, Κύριοι, κρυπτόμενος ὄπισθεν τῶν ἀριθμῶν
2923τούτων (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπι-
2924καλῆται τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς χώρας, ὡς παρακολουθοῦ-
2925σαν καὶ ὑποστηρίζουσαν τὰ ἔργα αὐτοῦ. Ἂν εἶχε πεποί-
2926θησιν εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς χώρας, δὲν ἔπρεπε νὰ προσ-
2927παθῇ νὰ συγκρατῇ πλειοψηφίαν δι’ ὧν μέσων πάντες γνω-
2928ρίζομεν (θόρυβος).
2929§40ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Τί ἐννοεῖ; τί
2930ἐννοεῖ;
2931§41ΔΑΛΛΑΣ. Ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ σθένος ν’ ἀντιμετωπίσῃ
2932τὸν λαὸν, καὶ ὄχι νὰ παραποιῇ καὶ πλαστογραφῇ τὴν θέ-
2933λησιν αὐτοῦ.
2934§42ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἐπίστευον ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
2935ἤθελε καταστήσει ζήτημα ἀριθμῶν τὸ σπουδαιότερον ζή-
2936τημα, τὸ ὁποῖον σήμερον ὑφίσταται ἐν Ἑλλάδι. Ἂν ἐνο-
2937μίσατε, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτι δύνασθε διὰ πλειοψηφίας
2938ἀριθμοῦ τινος Βουλευτῶν ἀσθενεστάτης νὰ λάβητε ἔγκρισιν
2939εἴτε παρελθούσης ἐνεργείας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, εἴτε
2940μελλούσης, πολὺ πλανᾶσθε. Ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς Γορτυνίας
2941εἶχε τὴν ἁβρότητα νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι, ἂν διεπράξητέ τι σχε-
2942τικὸν πρὸς τὰ λεχθέντα καὶ διὰ τὰ ὁποῖα κατηγόρησεν
2943ὑμᾶς, ἁπλῶς καὶ μόνον θέλει ἀκυρώσει τὰ διαπραχθησόμενα
2944παρ’ ὑμῶν, ἐγὼ θὰ σᾶς εἴπω καθαρώτερα, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς
2945λαὸς δὲν θὰ σᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ θέσητε χεῖρα ἀσεβῆ ἐπὶ τῶν
2946ἐλευθεριῶν αὐτοῦ. Τὸ λέγω καὶ ἐλπίζω ὅτι λίαν προσεχῶς
2947θὰ ἀποδείξῃ ὁ θερισμὸς ὑμῶν τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων
2948ἡμῶν (θόρυβος).
2949§43ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ δεξιῶν). Ὅλο μὲ τὸν λαὸν μᾶς
2950φοβερίζετε! (θόρυβος).
2951§44ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σᾶς ἀπειλοῦμεν δι’ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον
2952ἔχομεν μεθ’ ἡμῶν. Διὰ τίνος θέλετε νὰ σᾶς ἀπειλήσωμεν;
2953διὰ τῆς Αὐλῆς, ἥτις σᾶς ἐμπιστεύεται καὶ σᾶς προστα-
2954τεύει, ἢ διὰ τῶν χρηματιστῶν, οἵτινες ἀναφανδὸν καὶ ἐντὸς
2955καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς σᾶς ὑποστηρίζουσι; (θόρυβος).
2956Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ
2957τοῦ θέματος, διότι ἤλπιζον, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἤθελεν
2958ἐπιζητήσει ψῆφον πρὸς ἔγκρισιν τῶν πεπραγμένων, διότι
2959φοβοῦμαι, ὅτι ἡ αἴτησις τῆς ψήφου ὑμῶν καλύπτει ἔγ-
2960κρισιν παρελθόντων καὶ μελλόντων, καὶ ἐπειδὴ ἔχω πεποί-
2961θησιν ἐπὶ τὸν πατριωτισμὸν ὑμῶν ὁπωσδήποτε, ὀφείλω κατὰ
2962καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ, καὶ συγχρόνως νὰ σᾶς ὑποδείξω
2963ποῖον κίνδυνον διατρέχετε, ἂν ψηφίσητε τὴν πρότασιν, τὴν
2964ὁποίαν ὑπέβαλε διὰ τοῦ κ. Καραπαύλου ὁ κ. Πρωθυπουργός.
2965Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀρνηθεὶς νὰ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ
2966ἔγγραφα πρὸς τὸν συμβιβασμὸν, εἴδατε ὅτι περιωρίσθη εἰς τὴν
2967κατάθεσιν μιᾶς συμφωνίας καί τινων ἄλλων ἐγγράφων· ἡ
2968συμφωνία αὕτη δὲν ἀφορᾷ παρὰ ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς τὸ πο-
2969σοστὸν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων, τῶν ἀποδοτέων πρὸς τοὺς
2970δανειστάς· ὅλα τὰ ἄλλα τὰ σχετικὰ ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἀλ-
2971ληλογραφίαν μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἐπιτροπειῶν
2972τῶν ὁμολογιούχων. Ἠθελήσαμεν νὰ γνωρίσωμεν τὰς λεπτο-
2973μερείας τῶν συμφωνιῶν αὐτῶν, οὐδεμίαν δ’ ἔχομεν βάσιν
2974ἐπίσημον, καθόσον τῆς ἀλληλογραφίας τῆς διπλωματικῆς
2975οὔτε μέρος ἐλάχιστον κατέθεσεν· ἐκ τῆς ἰδιωτικῆς μόνον
2976κατά τι φωτιζόμεθα, διότι ῥητῶς ἐν τοῖς ἐγγράφοις τού-
2977τοις, τοῖς τύπον μάλιστα ἔχουσι διπλωματικὸν, ῥητῶς ἀνα-
2978φέρουσιν οἱ ἐπίτροποι τῶν ὁμολογιούχων, ὅτι ἀπαιτοῦσι
2979τοιαύτας ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι βεβαίως συνεπιφέρουσι τὴν
2980μείωσιν τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τῆς χώρας καὶ τὴν
2981ὑποβολὴν αὐτῆς εἰς τὸν ξενικὸν ἔλεγχον. Βεβαίως ὁ κ.
2982Πρωθυπουργὸς ἀπέκρουσε τοιαύτην ἐπέμβασιν, τοιαύτην
2983τῆς κυριαρχίας μείωσιν ἐν ταῖς ἀπαντήσεσιν αὐτοῦ, καὶ αἱ
2984ἐπιτροπεῖαι διατείνονται, ὅτι οὐδὲν τοιοῦτον ζητοῦσιν·
2985ἀλλ’ ἀτυχῶς διὰ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν διέπραξεν ἐν
2986Λονδίνῳ, ἀποδεικνύει εἴτε ὅτι δὲν ἐκτιμᾷ ἀκριβῶς τὴν μείω-
2987σιν τῆς κυριαρχίας τῆς χώρας καὶ τὸν ξενικὸν ἔλεγχον,
2988εἴτε ὅτι εἶναι ἐναντίος τῆς μειώσεως τῆς κυριαρχίας
2989καὶ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου ἐν λόγοις μόνον,
2990ἐνῷ διὰ τῶν πραγμάτων ἐπιβάλλει ἢ ἀνέχεται ἱερο-
2991κρυφίως ἀμφότερα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης σᾶς ὑπέδειξε
2992σημεῖά τινα, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐπίσης ἕτερα
2993σημεῖα τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἐπισήμως δὲν ἀνεγνώ-
2994ρισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ προεῖπε, καὶ
2995διὰ τῆς ψηφοφορίας τῆς σήμερον καὶ διὰ τῆς ὁμιλίας
2996του καὶ διὰ δημοσιεύσεως εἰς τὴν κατ’ ἐξοχὴν φίλην αὐτῷ
2997ἐφημερίδα ὑποδηλοῖ, ὅτι θεωρεῖ ταύτην ὄχι μόνον ὡς
2998πρόδρομον, ἀλλ’ ὡς εὐρεῖαν λεωφόρον, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὀφεί-
2999λει πᾶσα Κυβέρνησις νὰ κανονίσῃ τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ
3000(ἀναγινώσκει):
3001«...Ἐκτὸς αὐτῶν, ἔχομεν σειρὰν διαπραγματεύσεων,
3002κατὰ τὰς ὁποίας καὶ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ
3003μέρους τῶν δανειστῶν σαφῶς διετυπώθησαν αἱ ἑκατέρωθεν
3004περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ ἐπικρατοῦσαι ἰδέαι, καθ’ ἃς ἡ ὁδὸς
3005ἐκαθαρίσθη ἀπὸ πολλὰς ἀκάνθας καὶ προσκόμματα καὶ ἔχο-
3006μεν ἀκόμη ἐπίσημα κείμενα συμφωνιῶν ὄχι μόνον πρὸς
3007τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν κομιτάτων τοὺς ἀποδοκιμα-
3008σθέντας ὑπὸ τῶν ἐντολέων των, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ Ἀγ-
3009γλικὸν κομιτᾶτον, τὸ ὁποῖον αἱ τελευταῖαι εἰδήσεις τῶν
3010εὐρωπαϊκῶν φύλλων παριστῶσιν ὡς ἐμμένον ἀμετακλή-
3011τως εἰς αὐτήν...» (αὐτὴν ταύτην τὴν Ἀγγλικὴν σύμβασιν,
3012ἣν χθὲς καὶ σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπεκάλει ἀνύπαρ-
3013κτον, ἄκυρον, καὶ τὴν ὁποίαν ὁμολογεῖ καὶ ἀναγνωρίζει ἐν
3014τῇ ἐφημερίδι αὐτοῦ ὡς ἀμετάκλητον!)
3015Ἀκούσατε ἀκόμη, παρακαλῶ (ἀναγινώσκει):
3016«... Οἱ ἀμερολήπτως καὶ ἀπαθῶς κρίνοντες τὰ πράγ-
3017ματα ἐννοοῦν, ὅτι ταῦτα ἀποτελοῦσι πλέον ἢ τὸ ἥμισυ τοῦ
3018ὅλου, καὶ ὅτι σήμερον ἡ στενὴ καὶ δύσβατος ἀτραπός, ἡ
3019φέρουσα πρὸ ἓξ μηνῶν εἰς τὸν συμβιβασμόν, ηὐρύνθη εἰς
3020λεωφόρον εὔβατον, διὰ τῆς ὁποίας ἁπλοῦν ζήτημα
3021χρόνου εἶναι ἡ διάβασις τῶν δανειστῶν, ὁδηγουμέ-
3022νων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ λεωφόρος αὕτη ἐχαρά-
3023χθη μὲ τόσην ἐπιμέλειαν (!), τόσην μεθοδικότητα (!), τόσην
3024δεξιότητα (!), ὥστε καὶ ἂν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἦτο
3025δυνατὸν ν’ ἀνατραπῇ, ἡ διάδοχος αὐτῆς δὲν ἦτο δυ-
3026νατὸν ἢ ἐντὸς αὐτῆς νὰ εἰσέλθῃ, ταύτην ν’ ἀκολου-
3027θήσῃ καὶ δι’ αὐτῆς νὰ φθάσῃ πρὸς τὸ τέρμα!»
3028§45ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος τὰ γράφει αὐτά;
3029§46ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ ἐφημερὶς ἡ διερμηνεύουσα τὰς γνώ-
3030μας τῆς Κυβερνήσεως. Σεῖς δὲ γνωρίζετε, ὡς καὶ πολλοὶ
3031τῶν φίλων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸν τρόπον τῆς ἀρθρογρα-
3032φίας τῆς ἐφημερίδος ταύτης. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ ἄλλα
3033πολυποίκιλα τῆς ἀξιολόγου ταύτης ἐφημερίδος, ἀγνοῶ τί
3034συμβαίνει· γνωρίζω ὅμως, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὰ
3035τῆς κυρίας ἀρθρογραφίας ἔχει τοσαύτην γνῶσιν, ὅσην ἔχετε
3036σεῖς, ὅταν ὑπαγορεύητε καὶ γράφει ἄλλος μίαν ἐπιστολήν.
3037Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπαγγέλλει πρὸς ὑπάλληλόν τινα
3038οὐσιώδη μέρη τοῦ ἄρθρου, ὁ δὲ πολύτιμος συνεργάτης αὐ-
3039τοῦ, ὡς φωνογράφος, ἀποτυπῶν ἐν τῇ μνήμῃ του τὰ λε-
3040χθέντα, μεταβαίνει εἰς τὸ γραφεῖον τῆς ἐφημερίδος καὶ
3041γράφει τὰ κύρια ἄρθρα. Γνωρίζετε τὸ πρόσωπον αὐτὸ πολὺ
3042καλά. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διατείνεται, ὅτι δὲν ἀναγνω-
3043ρίζει τὴν ὑπάρχουσαν σύμβασιν, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου τὴν ὑποδει-
3044κνύει ὡς πρότυπον κυβερνητικῆς ἐπιτυχίας! Ἔκαμα δὲ
3045χρῆσιν τῆς συμβάσεως μετὰ τοῦ Ἀγγλικοῦ κομιτάτου, διότι
3046αὕτη καὶ μόνη δύναται νὰ χρησιμεύσῃ, ὅπως ἀνεύρωμεν τὴν
3047μέλλουσαν σύμβασιν, καὶ οὐχὶ τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον παρέ-
3048σχεν εἰς ἡμᾶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς συμφωνίαν, ὡς σύμβασιν,
3049τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ἔχω κἀμμίαν δυσκολίαν νὰ ἀποδεχθῶ
3050εἴτε ὡς συμφωνίαν εἴτε ὡς μὴ συμφωνίαν,—μοὶ εἶναι ἀδιά-
3051φορον,—ἀλλὰ τὴν ὁποίαν ῥητῶς τὸ ἔγγραφον, οὐχὶ δὲ τὸ
3052κείμενον τῆς συμφωνίας, ἀλλὰ τὸ ἔγγραφον τὸ διαβιβα-
3053στικὸν αὐτῆς πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν χαρακτηρίζει ἄλ-
3054λως (ἀναγινώσκει):
3055«Athènes le 22/10 Juillet 1894.
3056«Monsieur le Président du Conseil.
3057«J’ ai l’ honneur de transmettre ci joint à V. E. un
3058des deux exemplaires du document devant servir
3059comme base pour l’ arrangement définitif et dû-
3060ment signé par moi et mes deux collègues.
3061«STAEVIE.»
3062«Διαβιβάζει, λέγει, τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον πρόκειται
3063νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις τῆς συμβάσεως». Ἡ βάσις
3064τῆς συμβάσεως ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕνα ὅρον,—ἰδοὺ ἡ ἀποτε-
3065λουμένη συμφωνία.—Ἀνοίγετε καὶ τί βλέπετε; Ὅτι πρόκει-
3066ται ἁπλῶς καὶ μόνον περὶ τοῦ ποσοστοῦ τῆς ἀποδόσεως εἰς
3067τοὺς ὁμολογιούχους. Ἄν θὰ δώσῃ δηλαδὴ τὸ διπλάσιον 30, ἢ
306832, ἢ 35, ἢ 40% ἐκ τῶν ὀφειλομένων. Ἀλλ’ ὡς ἠκούσατε
3069πάντων τῶν προλαλησάντων καὶ ὡς γνωρίζετε πάντες, δὲν
3070πρόκειται κυρίως περὶ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ ἀποδοτέου εἰς τοὺς
3071ὁμολογιούχους· ὡς πρὸς τοῦτο ἡμεῖς πάντοτε ἐφρονήσαμεν,
3072ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐντίμως ὀφείλει νὰ δώσῃ ὅσα δύναται πε-
3073ρισσότερα εἰς νόμισμα τοῦ Κράτους. Πρόκειται κατὰ
3074πρῶτον λόγον περὶ τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας θὰ παράσχητε,
3075περὶ τῆς ἀσφαλείας τῆς πληρωμῆς τοῦ ποσοστοῦ τούτου. Καὶ
3076οὐχὶ μόνον περὶ τῆς πληρωμῆς, ἀλλὰ ῥητῶς ἐκφράζονται αἱ
3077ἐπιτροπεῖαι ἐν ἑτέρῳ ἐγγράφῳ, τὸ ὁποῖον ἐπισήμως κατέ-
3078θεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην, λέγουσι,
3079μόνον νὰ μᾶς βεβαιώσητε καὶ μᾶς παράσχητε ἐγγυήσεις,
3080ὅτι θὰ μᾶς πληρώσητε· ἐννοοῦμεν νὰ μᾶς παράσχητε τοι-
3081αύτας ἐγγυήσεις, ὥστε νὰ ἔχῃ ἡ Ἑταιρία «l'admini-
3082stration de ces revenus, la centralisation des pro-
3083duits et le mouvement des fonds destinés au service
3084de la dette», νὰ ἔχῃ δηλαδὴ ἡ Ἑταιρία τὴν διοίκησιν
3085τῶν ἐσόδων τούτων, τὴν συγκέντρωσιν τοῦ προϊόντος αὐ-
3086τῶν καὶ τὴν κίνησιν τῶν κεφαλαίων τῶν προωρισμένων
3087διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων. Ἡ Κυβέρνησις θέλει
3088ἀπαλλοτριώσει ἑαυτὴν τῶν ἐσόδων τῶν ὁρισθησομένων
3089εἰς ἀσφάλειαν τοῦ χρέους. (Il importe donc que le gou-
3090vernement soit dessaisis des revenus affectés à la
3091garantie de la dette). Ταῦτα ἐν τῷ ἐγγράφῳ ῥητῶς
3092ἐκφράζουσιν αἱ ἐπιτροπεῖαι, πρὸς τὰς ὁποίας ἐπισήμως
3093συνηλλάχθη ὁ κ. Πρωθυπουργός.
3094§47ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ μεταφραστὴς δὲν εἶναι πιστός. Δὲν
3095εἶναι ἀκριβὴς ἡ μετάφρασις.
3096§48ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Διατί; Δὲν μεταφράζετε, παρακαλῶ,
3097σεῖς; Μεταφραστὴς εἶναι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία μᾶς ἔδω-
3098κεν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα. Καὶ μάλιστα λέγουν ῥητῶς αἱ ἐπι-
3099τροπεῖαι εἰς τὸ τελευταῖον ἔγγραφον, ὅτι, «ἂν πρόκηται νὰ
3100μὴ μᾶς παράσχητε αὐτά, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν, δηλαδὴ τὴν
3101πλήρη ἀσφάλειαν διὰ τὴν πληρωμὴν, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ
3102ὅτι δὲν θὰ καταστῇ ποτε δυνατὸν εἰς τὸ μέλλον νὰ συμβῇ
3103ὅ,τι συνέβη σήμερον ὅσον ἀφορᾷ τὰ δάνεια ταῦτα, δηλαδὴ
3104ὅτι θὰ περιορίσητε ὑμᾶς αὐτοὺς αἰωνίως, καὶ ὅτι δὲν θὰ
3105δύνασθέ ποτε νὰ νομοθετήσητε καὶ νὰ ἐπαναλάβητε ὅ,τι
3106ἐπράξατε κλπ.» Εἶναι ῥητὴ ἡ φράσις (ἀναγινώσκει) «... et
3107organisée par les porteurs de manière à rendre
3108impossible une nouvelle interruption du foncti-
3109onnement contractuel des garanties»· δηλαδὴ σᾶς
3110λέγουν ῥητῶς: «ἐννοοῦμεν νὰ δεσμεύσητε ὑμᾶς αὐτοὺς οὕ-
3111τως, ὥστε νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν πλέον νὰ ἐπαναληφθῇ ὅ,τι
3112σήμερον πράττετε». Δύνασθε νὰ δεσμεύσητε τὸ Κράτος
3113ἀπὸ τοῦ κυριαρχικῶς πράττειν ὅ,τι δικαιοῦται νὰ πράξῃ;
3114Δύνασθε νὰ περιορίσητε τὸ Κράτος νὰ μὴ δικαιοῦται νὰ
3115νομοθετήσῃ; Βεβαίως δὲν δύνασθε. Ὁ ἴδιος ὁ κ. Πρωθυ-
3116πουργὸς δημοσίᾳ εἰς πολλὰς περιστάσεις ἐβεβαίωσεν, ὅτι
3117οὔτε ἡ Βουλὴ οὔτε ἡ Ἐθνοσυνέλευσις αὐτὴ δύναται νὰ ψη-
3118φίσῃ πράξεις περιοριστικὰς τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων
3119ἐλευθέρου Κράτους. Θ’ ἀποτελέσῃ ἡ σύμβασις ἡ μέλλουσα
3120περιορισμὸν τῶν δικαιωμάτων τῶν κυριαρχικῶν καὶ θὰ
3121περιλαμβάνῃ τὸν ξενικὸν ἔλεγχον; Ἄν γένηται σύμβασις
3122τοιαύτη, οἷα ἐγένετο ἐν Λονδίνῳ, βεβαίως, Κύριοι· διότι
3123καὶ εἰς ὁμάδα ἀλλοδαπῶν, εἰς τὸ συμβούλιον τῶν ξένων
3124ὁμολογιούχων ἐν Λονδίνῳ (the council of foreign bon-
3125dholders), εἰς αὐτοὺς καὶ μόνους δίδετε τὸ δικαίωμα νὰ
3126δεχθῶσιν ἢ νὰ μὴ δεχθῶσι, νὰ ἐπιτρέψωσι δηλαδὴ ἢ ν’ ἀπα-
3127γορεύσωσιν οἱανδήποτε νομοθετικὴν μεταβολὴν ἐν Ἑλ-
3128λάδι, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐκχωρούμενα εἰς ἀσφάλειαν ἔσοδα εἰς
3129τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων. Εἶναι ῥητὸς ὅρος τῆς συμ-
3130βάσεως τοῦτο, ναὶ ἢ ὄχι;
3131§49ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶναι
3132ὑπὲρ ἡμῶν.
3133§50ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ θεωρεῖτε ὑπὲρ ἡμῶν σεῖς. Ἢ προσ-
3134ποιεῖσθε, ἢ δὲν ἐννοεῖτε τί ἐπράξατε. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν
3135Ἐξωτερικῶν, μοὶ ἐνθυμίζετε, ὅτι παρέστητε εἰς διαπραγ-
3136ματεύσεις, εἰς τὰς ὁποίας οὐδέποτε ἔπρεπε νὰ παραστῆτε,
3137διότι οὐδεμίαν εἴχατε θέσιν. Μόνον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
3138νομικῶν εἶχε θέσιν ἐκεῖ.
3139§51ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν δύνασθε νὰ τὸ κρίνητε σεῖς.
3140§52ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ κρίνω ἐγώ, διότι ἔχω δικαίωμα νὰ τὸ
3141κρίνω, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἑνὸς Κράτους οὐδε-
3142μίαν ἔχει σχέσιν μὲ διαπραγματεύσεις ἐμπορικὰς ἢ χρηματι-
3143στικὰς μετὰ ἰδιωτῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι
3144εἰς τὴν θέσιν του, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν
3145ἔχει κἀμμίαν θέσιν, διότι μεταβάλλει ἀμέσως εἰς διπλω-
3146ματικὰς τὰς διαπραγματεύσεις, καὶ δημιουργεῖ, πρὸς μέγαν
3147ἐθνικὸν κίνδυνον, διεθνεῖς ὑποχρεώσεις (ἀναγινώσκει): «Ἂν
3148ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ κανονισμὸς τοῦ κυμαίνοντος χρέους ἢ
3149μέτρα ληπτέα πρὸς βελτίωσιν τοῦ συναλλάγματος δὲν
3150ἦτο ἐφικτὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν, ἀνεξαρτήτως τοῦ πα-
3151ρόντος διακανονισμοῦ, οὐδεμία συμφωνία συνεπαγομένη
3152ἀφαίρεσιν ἐκ τοῦ προϊόντος τῶν ὡρισμένων προσόδων θὰ
3153ἠδύνατο νὰ τελεσθῇ ἄνευ προηγουμένης συμφωνίας μετὰ
3154τοῦ συμβουλίου τῶν ξένων ὁμολογιούχων.»
3155Ἔχει λοιπὸν τὸ veto τὸ συμβούλιον τῶν ξένων ὁμολο-
3156γιούχων ἐν Λονδίνῳ, ναὶ ἢ ὄχι; Δύνασθε νὰ νομοθετήσητε
3157σεῖς, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ καὶ ὁ Βα-
3158σιλεὺς τῶν Ἑλλήνων, ἄνευ τῆς ἀδείας τῶν ὁμολογιούχων
3159τοῦ Λονδίνου, τοῦ Βερολίνου, τῶν Παρισίων; Ὄχι. Δὲν θὰ
3160δύνασθε. Πρέπει οἱ Ἄγγλοι ἐν Λονδίνῳ νὰ συνέλθωσι, νὰ
3161σκεφθῶσιν, ἂν σεῖς δύνασθε, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνι-
3162κοῦ ἔθνους, οἱ νομοθέται, ἂν ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων δύ-
3163νανται, νὰ νομοθετήσωσιν ἐν Ἑλλάδι περὶ τῶν Ἑλληνικῶν
3164οἰκονομικῶν! Εἶναι περιορισμὸς αὐτόδηλος; Εἶναι veto ὑπὸ
3165τοῦ Κράτους διδόμενον εἰς ξένους, ναὶ ἢ ὄχι;
3166Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν λεχθέντων παρὰ τῶν προηγουμένων
3167συναδέλφων, ἔχω καθῆκον νὰ ὑποδείξω καὶ ἐλάττωμα τῆς
3168συμβάσεως, κατ’ ἐμὴν γνώμην, καίριον, τὸ ὁποῖον ἀποδει-
3169κνύει, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔδοσε προσοχήν· διότι
3170βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἀποδώσω εἰς αὐτὸν κακὴν πρόθε-
3171σιν, ὅτι ἐσκεμμένως ἐπιδιώκει τὴν δέσμευσιν τῆς Ἑλλάδος
3172καὶ τὸν στιγματισμὸν τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἱστορίας, ἢ τοῦ ἰδίου
3173αὐτοῦ ὀνόματος, διότι βεβαίως εἰς τὸ μέλλον ἐν Ἑλλάδι
3174ἐστιγματισμένον θὰ ἦναι τὸ ὄνομα ἐκεῖνο, ἡ ὑπογραφὴ ἐκείνη,
3175ἡ ὁποία θέλει ἐπιφέρῃ τὴν ὑπαγωγὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς
3176ξένον ἔλεγχον καὶ εἰς περιορισμὸν τῆς κυριαρχίας αὐτῆς
3177(ἀναγινώσκει):
3178«Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὁρίζει ὑπὲρ τοῦ χρέους, λόγῳ
3179ἐγγυήσεως, μέχρι τελείας ἀποσβέσεως τῶν δανείων, τὴν
3180πρόσοδον τῶν ἑπομένων φόρων: 1) Τὴν πρόσοδον τοῦ χαρ-
3181τοσήμου». Μέχρι τοῦ σημείου τούτου ἔχει καλῶς. Δὲν
3182σταματᾷ ὅμως, ἀλλὰ σᾶς ὁρίζει ποίαν πρόσοδον. Ποίαν;
3183«Τουτέστι τὴν πρόσοδον τοῦ χαρτοσήμου, οἵα ἀνεγράφη ἐν
3184τῷ ἐψηφισμένῳ προϋπολογισμῷ τοῦ 1894, Κεφάλαιον Γʹ
3185ἄρθρον 1.»
3186αʹ) Καὶ Γαλλιστὶ ἐπίσης (ἀναγινώσκει): «1. Revenu
3187du timbre: à savoir: le produit du papier timbré tel
3188qu’ il est spécifié au budget voté en 1894 au chapi-
3189tre Gamma, article premier, alinèa alpha!»
3190Ἠξεύρετε τί σημαίνει αὐτὸ, Κύριοι;
3191§53ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὴν διάκρισιν ἐσκόπει.
3192§54ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος.
3193§55ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἄν αὐτὸς ἦναι ὁ λόγος, δὲν εἴχετε
3194ἀνάγκην νὰ ὁρίσητε οὕτω. Θὰ ὡρίζετε ἐνταῦθα ἁπλῶς τὰ
3195εἴδη τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου, ἅτινα παραχωρεῖτε.
3196§56ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
3197§57ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μάλιστα, κύριε Σιμόπουλε. Ἴσως πλα-
3198νᾶσθε καὶ σεῖς, καὶ θὰ δώσητε ψῆφον ἐμπιστοσύνης, καὶ νο-
3199μίζετε ὅτι ψηφίζετε ἁπλῶς τὴν διάκρισιν μόνον. Ἐγὼ σᾶς
3200λέγω, ὅτι ψηφίζετε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, ζητηθὲν ὑπὸ τῶν
3201δανειστῶν, δὲν ἐδόθη τὸ κατ’ ἀρχὰς παρὰ τοῦ κ. Πρωθυ-
3202πουργοῦ. Ἤκουσα πρό τινος χρόνου ἐξερχομένην τὴν φή-
3203μην ἐκ τῆς αἰθούσης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι χρηματι-
3204σταὶ προσελθόντες ἐζήτησαν παρ’ αὐτοῦ ὡρισμένην ἐσόδων
3205παροχὴν καὶ ὡρισμένην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφὴν
3206αὐτῶν μονίμως καὶ ἀμειώτως, δηλαδὴ στερεότυπον προϋ-
3207πολογισμὸν (budget type), ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ῥητῶς
3208ἀπήντησεν «οὐδέποτε στερεότυπος προϋπολογισμὸς (type)
3209δύναται νὰ δοθῇ.» Στερεότυπος προϋπολογισμὸς δὲν δύναται
3210νὰ ὑπάρξῃ ἐν Ἑλλάδι, διότι τὸ Σύνταγμα ῥητῶς ἀναγρά-
3211φει, ὅτι τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἀναγράφον-
3212ται ἐνιαυσίως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ψηφίζονται παρὰ
3213τῆς Βουλῆς. Ἠξεύρετε, Κύριοι, ὅτι τὸ πολυτιμότερον δι-
3214καίωμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου εἶναι ἀκριβῶς τοῦτο;
3215Ἀκριβῶς αὐτό.
3216§58ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν διαφωνοῦμεν.
3217§59ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν διαφωνεῖτε ἐν λόγοις, ἀλλὰ πάντοτε
3218εἰς τὰ πράγματα διαφωνεῖτε.
3219§60ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀναγινώσκετε, δὲν
3220ἔχει αὐτὴν τὴν ἔννοιαν.
3221§61ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αὐτὴν ἔχει... Καὶ πάντοτε προφορικῶς
3222διαμαρτύρεσθε κατὰ τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου, διαμαρτύρεσθε
3223κατὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς κυριαρχίας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ
3224τὰ ἔγγραφα ἀτυχῶς δὲν συνᾴδουσι πρὸς τοὺς λόγους σας.
3225Ἐγὼ ἐπ’ αὐτοῦ θέλω νὰ προκαλέσω ῥητὰς καὶ μὴ διφο-
3226ρουμένας ἐξηγήσεις. Ἐπιθυμῶ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ τὸ
3227δηλώσῃ ἐπισήμως, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἀντιληφθῇ καὶ τὸ ἔθνος
3228ὁλόκληρον, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ μειωθῇ κατ’ ἐλάχιστον τὸ
3229κυριαρχικὸν δικαίωμα τοῦ Κράτους, τοῦ νομοθετεῖν.
3230§62ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Αἱ ὑπέγ-
3231γυοι πρόσοδοι διὰ τὰ ἄλλα δάνεια αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχουσι
3232τῶν τελωνείων π. χ. κλπ.
3233§63ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν.
3234§64ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὸ ἴδιον εἶναι.
3235§65ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Οὐδεμία σχέσις. Σᾶς βεβαιῶ, οὐδεμία
3236σχέσις ὑπάρχει, οὐδὲ σύγκρισις. Διὰ τῶν συμβάσεων τῶν δα-
3237νείων παρεχωρήθησαν ὡς ἐγγύησις ἁπλῆ τὰ εἰσοδήματα
3238ὡρισμένων τελωνείων. Ἀλλὰ τὸ Κράτος ἔμενε καὶ μένει
3239ἐλεύθερον νὰ νομοθετήσῃ, αὐξήσῃ, ἐλαττώσῃ, μεταβάλῃ νο-
3240μοθετικῶς τοὺς δασμοὺς καὶ τὰ τέλη τῶν εἰσαγομένων ἢ
3241ἐξαγομένων ἐμπορευμάτων. Ἐδῶ πρόκειται καὶ καθορίζεται,
3242ὅτι εἰς ἕκαστον προϋπολογισμὸν, ἐπὶ τὸ μέλλον, τὸ χαρτόση-
3243μον ὑπὸ κεφάλαιον Γʹ, ἄρθρον 1 § αʹ, εἶναι στερεότυπον
3244(budget type)· περιορίζεται τὸ δικαίωμα τὸ νομοθετικὸν,
3245τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ συνταγματικὸν
3246Κράτος, νὰ νομοθετῇ τὰ ἴδια ἔσοδα καὶ τὰ ἴδια ἔξοδα, νὰ
3247μεταβάλλῃ, καταργῇ ἢ τροποποιῇ αὐτά, κατὰ τὰς περι-
3248στάσεις καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους. Πάντα τὰ ἐκ
3249σφραγιστοῦ χάρτου ἔσοδα παραχωροῦνται καὶ ἀποκρυ-
3250σταλλοῦνται, ἄνευ δικαιώματος μεταβολῆς εἰς τὸ μέλλον.
3251§66ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ....
3252§67ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Δραγούμη, μᾶς λέγετε πολλὰ καὶ
3253πράττετε τὰ ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μᾶς λέγετε. Ἐγὼ
3254δὲν δύναμαι νὰ ἐκτιμήσω ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγε-
3255γραμμένον ἐν τῇ συμβάσει τοῦ Λονδίνου. Ἓν πρᾶγμα δέ-
3256χομαι, ὅτι δὲν εἶναι ἐπίσημον τὸ κείμενον, ἀφοῦ δὲν τὸ
3257κατέθεσεν ὁ Ὑπουργὸς, ἀλλὰ καὶ δὲν τὸ διαψεύδει. Πρὸς
3258δὲ εὔχομαι καὶ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσητε νὰ
3259ἔχητε τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς,—ὄχι σεῖς, οἱ φίλοι
3260σας,—ἂν ἐξακολουθήσωσιν ἄλλαι ἐξουσίαι νὰ ἔχωσιν ἐμπι-
3261στοσύνην ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν, ἢ μᾶλλον νὰ τὴν ὑπο-
3262στηρίξωσι κατὰ τὴν γνωστὴν δεκαετῆ μέθοδον, ἂν ἐξακο-
3263λουθήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἀνέχηται τοιαύτην Κυβέρ-
3264νησιν, τότε θέλει μείνει εἰς τὴν ἀρχὴν ἡ ὁμὰς τῶν φίλων σας
3265καὶ θέλει ἐξακολουθήσει τὰς διαπραγματεύσεις. Ἐν τοιαύτῃ
3266ἀπελπιστικῇ περιπτώσει εὔχομαι,—καὶ διὰ τοῦτο ὑποδει-
3267κνύω αὐτὸ—καὶ ἐλπίζω ὅτι, τοιαύτη ῥήτρα δὲν θέλει
3268περιληφθῆ ἐν τῇ μελλούσῃ συμβάσει περὶ συμβιβασμοῦ,
3269διότι θεωρῶ ταύτην ἀπαισίαν διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος.
3270Ἐγὼ, Κύριοι, ἔπραξα ὅ,τι ὤφειλον κατὰ καθῆκον νὰ πρά-
3271ξω. Παρακαλῶ ὑμᾶς καὶ πάλιν νὰ μὴ ψηφίσητε εἰς ζήτημα
3272τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐνθαῤῥύνῃ τὸν κ. Πρωθυ-
3273πουργὸν εἰς τὸ νὰ προβῇ εἰς διάπραξιν ἔργου, τὸ ὁποῖον
3274δύναται σπουδαίως νὰ βλάψῃ τὸν τόπον, καὶ τὸ ὁποῖον
3275δύναται σπουδαίας καὶ σοβαρὰς περιπλοκὰς νὰ φέρῃ εἰς
3276τὴν χώραν. Ἂν φρονῇ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι διὰ τῆς
3277ψήφου ταύτης δύναται νὰ προβῇ εἰς σύνταξιν συμβάσεως
3278τοιαύτης ἢ παρομοίας πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐν Λονδί-
3279νῳ ὑπέγραψεν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, ἐγὼ τὸν βε-
3280βαιῶ, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ σύμβασις αὕτη περιέχει ὅρον περιο-
3281ριστικὸν τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους καὶ
3282ἀντισυνταγματικὸν, τὸν ὁποῖον οὔτε Βουλὴ, οὔτε Ἐθνοσυ-
3283νέλευσις δύναται νὰ ψηφίσῃ, οὔτε ὁ Βασιλεὺς νὰ κυρώσῃ,
3284ἐγὼ τὸν βεβαιῶ, ὅτι δὲν θὰ τῷ ἐπιτραπῇ παρὰ τοῦ Ἑλ-
3285ληνικοῦ λαοῦ νὰ πράξῃ τὸ ἔγκλημα τοῦτο κατὰ τῆς Ἑλ-
3286λάδος. (Εὖγε! εὖγε! ἀριστερόθεν).
3287§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
3288§69ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θέλω μετάσχει τῆς συ-
3289ζητήσεως, ἡ ὁποία ἔλαβε τοσαύτας διαστάσεις, οὔτε ἐννοῶ
3290νὰ εἰσέλθω εἰς ἐξέτασιν ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπ’ ἀρχῆς
3291ἐθεώρησα πρόωρον καὶ οὐχὶ, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐγκαί-
3292ρως εἰσαχθὲν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς. Ὅτε ὁ ἀξιό-
3293τιμος Βουλευτὴς Ἄρτης ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγ-
3294γράφων, ἡ δὲ Βουλὴ ἀπεφάσισεν, ὅτι λόγῳ τῆς ἐκκρεμό-
3295τητος ἀντίκειται εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἡ παραδοχὴ
3296τῆς προτάσεώς του, ἤλπιζον ὅτι ἤθελε παραιτηθῆ τῆς προ-
3297τάσεως ταύτης καὶ ὅτι ἤθελεν ἀφήσει τὸ ζήτημα νὰ λάβῃ
3298τὸν ῥοῦν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶναι κανονικὸς εἰς τοιαύτας ἐθνι-
3299κὰς περιστάσεις. Ἡ Βουλὴ, καλουμένη ἐπὶ ζητημάτων ἐκ-
3300κρεμῶν, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουσιν ἐθνικὰ συμφέροντα, δὲν ἔρ-
3301χεται νὰ ἐλέγξῃ, ἔρχεται νὰ συμβουλεύσῃ, καὶ προκειμέ-
3302νου νὰ συμβουλεύσῃ, δὲν ἔρχεται μὲ τὸν τόνον καὶ τὸ ὕφος,
3303μὲ τὸ ὁποῖον ἤρχισεν ἡ προκειμένη συζήτησις ἂν νομίζῃ
3304ὅτι ἡ σύμπραξις τῆς Βουλῆς εἶναι ὠφέλιμος εἰς τὰ δημό-
3305σια συμφέροντα, προσφέρεται νὰ δώσῃ τὴν συνδρομήν, ἀλλὰ
3306νὰ τὴν δώσῃ κατὰ τὰ ἔθιμα ἐκεῖνα τὰ κοινοβουλευτικά,
3307τὰ ὁποῖα ἐπὶ παρομοίων περιστάσεων ἐφαρμόζονται· ἠδύ-
3308νατο ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Ἄρτης νὰ ζητήσῃ ἀλλαγὴν
3309γνωμῶν καὶ ἰδεῶν καὶ νὰ τὴν ζητήσῃ κατὰ τὸν κανονι-
3310σμὸν ζητῶν μυστικὴν συνεδρίασιν. Ἡμεῖς εἴμεθα τὸ ἓν μέ-
3311ρος τῶν συναλλαττομένων, ὁλόκληρος ἡ Βουλή, ἡ ὁποία
3312ἀντιπροσωπεύει τὸ ἔθνος, τὸ δὲ ἕτερον τῶν συναλλαττομένων
3313εἶναι οἱ δανεισταί, μετὰ τῶν ὁποίων ἔχομεν νὰ συζητήσω-
3314μεν καὶ κανονίσωμεν τὰ συμφέροντα καὶ τὰς σχέσεις μας.
3315Ἡμεῖς ἀφ’ ἑνός, ἡμεῖς πάντες ὀφείλομεν ἀπὸ κοινοῦ, ἐν οἰ-
3316κογενειακῷ κύκλῳ, νὰ συζητήσωμεν τὰ ἐσωτερικὰ ἡμῶν
3317συμφέροντα, νὰ ἀνταλλάξωμεν τὰς ἀτομικὰς ἡμῶν ἰδέας,
3318καὶ νὰ βοηθήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ὁπωσδήποτε
3319σήμερον διεξάγει τὸ ζήτημα, νὰ τὴν βοηθήσωμεν εἰς τὴν
3320ἐπιτυχῆ ἔκβασιν καὶ λύσιν τῶν διαπραγματεύσεων· ἀλλὰ
3321δυστυχῶς ὁ τρόπος τῆς συζητήσεως, ἡ θέσις τῶν ζητημά-
3322των, ὅπως ἐγένετο, μετέβαλεν ἐντελῶς τὸν χαρακτῆρα τῆς
3323συζητήσεως αὐτῆς καὶ ἀπέληξε, τὸ χειρότερον, εἰς ψηφο-
3324φορίαν, εἰς πρότασιν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ὑποδείξῃ, οὕτως
3325εἰπεῖν, τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τῶν δανειστῶν
3326της. Ὁσαιδήποτε καὶ ἂν ἦναι αἱ ψῆφοι, αἱ ὁποῖαι θὰ δο-
3327θῶσι κατὰ τῆς προτάσεως, εἶναι ἐπιζήμιοι εἰς τὰ συμφέροντα
3328τῆς Ἑλλάδος. Δὲν θέλω 80 ψῆφοι νὰ ἐκφρασθῶσι σήμερον
3329κατὰ τῶν διαπραγματεύσεων, αἱ ὁποῖαι μένουσιν ἐκκρεμεῖς,
3330ἐν ὀνόματι τοῦ τόπου...
3331§70ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἀριστερόθεν). Ἐνενήκοντα.
3332§71ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀκόμη χειρότερον... Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ γείνῃ
3333γνωστὸν τοῦτο. Ἐπιθυμῶ νὰ γείνῃ γνωστόν, ὅτι ἡ Βουλή,
3334ἡ ὁποία ἅπαξ ἐθεώρησεν, ὅτι συμφέρει νὰ ἀναμιχθῇ καὶ πρὸ
3335τοῦ πέρατος τῶν διαπραγματεύσεων, ὅπως προστατεύσῃ τὰ
3336ἐθνικὰ συμφέροντα διὰ τῶν ἰδίων συμβουλῶν, διὰ τῆς ἰδίας
3337γνώμης, διὰ τῶν ἰδίων φώτων, διὰ τοῦ ἰδίου πατριωτισμοῦ,
3338ὅτι ἡ Βουλὴ ἔρχεται σύσσωμος καὶ δίδει ἐντολὴν ἀπέναντι
3339τῶν δανειστῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διεξαγάγῃ καὶ νὰ ὑπε-
3340ρασπίσῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Εἰς τοιαύτην συζήτησιν
3341καὶ ἐπὶ τοιούτου ζητήματος δὲν δύναμαι νὰ δώσω ψῆφον,
3342διότι, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι, νομίζω ὅτι δὲν συντελεῖ εἰς
3343τὸν ἀγαθὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον οἱ πάντες ἐπιδιώκομεν καὶ
3344ἐν ὀνόματι τοῦ ὁποίου οἱ πάντες σήμερον ἐνταῦθα ἀγωνι-
3345ζόμεθα. Δὲν εἶναι ἡ ὥρα ἀντεγκλήσεων προσωπικῶν, δὲν
3346εἶναι ἡ ὥρα καὶ ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπεν ὅπως
3347δήποτε νὰ ἑνωθῇ μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ παρελθόν, τὸ
3348ὁποῖον ὁ εἷς κατὰ τοῦ ἄλλου, ὡς ἠκούσατε, ἐζήτησε νὰ
3349ἐπιῤῥίψῃ. Ἓν εἶναι τὸ συμφέρον, εἷς εἶναι ὁ λόγος, εἷς εἶναι
3350ὁ σκοπός, ἡ προστασία τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἡ προσ-
3351τασία τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς χώρας, ἡ ἀποπεράτωσις δια-
3352πραγματεύσεων, διὰ τῶν ὁποίων θέλει ἐπιζητηθῆ τὸ συμφέ-
3353ρον τοῦ τόπου, θέλει κανονισθῆ τὸ οἰκονομικὸν μέρος αὐτοῦ.
3354(Εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν).
3355§72ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν
3356δὲν εἶχε, νομίζω, ἀνάγκην τοσούτων λόγων, ὅπως δικαιο-
3357λογήσῃ τὴν ψῆφόν του· ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν ἔχει
3358καὶ οὗτος τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς γνώμης του καὶ τῆς ψή-
3359φου του, καὶ δύναται νὰ δώσῃ αὐτὴν ὅπως θέλει. Ἔχει
3360ὅμως, ὡς φαίνεται, καὶ γνώμας περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ
3361Κράτους. Τοιαύτη δὲ εἶναι τὸ ὅτι ἐν κρυπτῷ καὶ παρα-
3362βύστῳ πρέπει νὰ συζητῶμεν καὶ διαχειριζώμεθα αὐτὰ, καὶ
3363ὅταν ἀκόμη ἐκ γεγονότων ἀναμφισβητήτων ἐξάγηται, ὅτι
3364ἐκ κακῆς τῆς Κυβερνήσεως πορείας καταστρέφονται ταῦτα.
3365Ἡμεῖς ἀλλοίαν εἴχομεν καὶ ἔχομεν περὶ τούτου γνώμην.
3366Ἐγὼ δὲ, ὅστις ἔφερα τὸ ζήτημα τῶν διαπραγματεύσεων
3367ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τὸ ἔφερα, διότι εἰς τὰ μέχρι τοῦδε
3368διαπραχθέντα κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις παρὰ τῆς Κυ-
3369βερνήσεως διεῖδον σπουδαίαν καὶ μεγίστην βλάβην τῶν
3370ἠθικῶν καὶ ὑλικῶν συμφερόντων τοῦ τόπου. Διεῖδον ἐν αὐ-
3371ταῖς τὸν ἐξευτελισμὸν τῆς ὑπολήψεως τῆς Ἑλλάδος, μειω-
3372θείσης ἔτι μᾶλλον καὶ μετὰ τὴν πτώχευσιν διὰ τοῦ τρόπου,
3373μεθ’ οὗ διεξήχθησαν αἱ διαπραγματεύσεις αὗται. Διεῖδον
3374προσέτι εἰς τοὺς ὅρους τοῦ συμβιβασμοῦ, τοὺς ὁποίους ἀπε-
3375δέχθη ἡ Κυβέρνησις, ὄχι μόνον βλάβην τῶν συμφερόντων
3376τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ κίνδυνον τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτῆς.
3377Πρῶτον εὐρωπαϊκὸν Κράτος διὰ τῶν ὅρων τούτων ἤθελεν
3378εἶσθαι ἡ Ἑλλάς, ἥτις ἤθελε παραδεχθῆ τὴν ἐλάττωσιν
3379τῆς κυριαρχίας καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτοῦ διὰ ξένου ἐλέγ-
3380χου ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι
3381δὲν πρέπει ν’ ἀναμείνωμεν, ὅπως ἐλέγξωμεν γεγονότα τε-
3382τελεσμένα, ἀλλ’ ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐκφράσωμεν τὴν
3383γνώμην ἡμῶν ἐπὶ πράξεων τελεσθεισῶν καὶ γνωστῶν, αἵ-
3384τινες, ὡς ὁ ἴδιος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ἀπο-
3385τελοῦσι τὴν βάσιν τοῦ συμβιβασμοῦ, ὃν ἐπιδιώκει. Ἔχομεν
3386καθῆκον νὰ προσπαθήσωμεν νὰ παρακωλύσωμεν τὴν ἐκτέ-
3387λεσιν γεγονότων, ἅτινα ἐκτελούμενα δύνανται νὰ θέσωσιν
3388εἰς κίνδυνον ὕψιστα συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος. Τοιοῦτο κα-
3389θῆκον μὲ παρεκίνησε νὰ θεωρήσω ὡς ἐπιβαλλομένην τὴν
3390συζήτησιν τοῦ ζητήματος ἐπὶ τῶν ἤδη τετελεσμένων. Ἐὰν
3391ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν νομίζῃ, ὅτι ἐν παραβύστῳ πρέπει
3392νὰ τελῶνται ταῦτα, δὲν ἐκτιμᾷ δεόντως τὴν σημασίαν
3393τοῦ ζητήματος. Ἐὰν ὅμως ἔχῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι καλῶς διε-
3394ξάγονται τὰ ζητήματα ταῦτα καὶ ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ
3395ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὸ
3396θάῤῥος καθαρῶς νὰ πράξῃ τοῦτο.
3397§73ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Πατρῶν θ’ ἀπευ-
3398θύνω μίαν παράκλησιν· ν’ ἀποφεύγῃ τοῦ νὰ δίδῃ συμβουλὰς
3399πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Καὶ ἡλικίαν καὶ ἱκανὴν ἔχουσι
3400κρίσιν οἱ ἐντεῦθεν παρακαθήμενοι, ὅπως κρίνωσι τί ἐπιβάλ-
3401λεται αὐτοῖς, ὅταν πρόκηται περὶ ὑπερτάτων συμφερόντων
3402τοῦ Κράτους. Κατὰ τοσοῦτο δὲ μᾶλλον δικαιοῦμαι ν’ ἀπευ-
3403θύνω τὴν παράκλησιν ταύτην πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν
3404Πατρῶν, καθόσον ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, οἷον τὸ ἀπασχο-
3405λοῦν ἡμᾶς, δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ ἔχῃ ἰδίαν γνώμην, καὶ δηλοῖ
3406ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ ἀρνεῖται ψῆφον. Δὲν ἔχει τὸ σθένος νὰ ταχθῇ
3407ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ, καὶ δὲν ἔχει τὴν τόλμην νὰ τραπῇ
3408πρὸς τὰ ἐκεῖ· νομίζει δὲ, ὅτι καθήμενος εἰς τὸ μέσον τῶν δύο
3409πτερύγων, σώζει τὴν ἀτομικότητά του. Πλανᾶται· διότι
3410οὐδένα δύναται νὰ πλανήσῃ διὰ τῆς στάσεως, ἣν τηρεῖ.
3411Δὲν ἐπεθύμουν, Κύριοι, νὰ ταράξω ἐκ νέου τὰ νεῦρα τοῦ
3412κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· μάλιστα κατεθλίβην, διότι
3413ἤγαγον αὐτὸν διὰ τῆς ἀγορεύσεώς μου εἰς τοσοῦτον ταραχῆς,
3414ὥστε εἴδομεν αὐτὸν παραφερόμενον μέχρι τοῦ σημείου νὰ
3415συγχίσῃ καὶ ἀριθμοὺς καὶ ἰδέας. Οὕτω μὲ κατήγγελλεν,
3416ὅτι ἠγνόουν τὴν στοιχειώδη διάκρισιν μεταξὺ ἐσωτερικῶν
3417καὶ ἐξωτερικῶν δανείων. Ἀλλὰ τοιαῦτα λέγων ἀπεδείκνυεν
3418ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οὐδὲν ἐνόησεν, ἐξ ὅσων
3419ἐξέθηκα. Δὲν ἐνόησεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ
3420ἐξωτερικὸν δάνειον εἰς τραπεζογραμμάτια, δὲν ἐνόησεν ὅτι
3421δάνειον εἰς χρυσὸν, τρεπόμενον εἰς τραπεζογραμμάτια, καθί-
3422σταται ἐσωτερικόν, διότι θὰ ἐπανέλθῃ ἀναγκαίως ἐνταῦθα,
3423ἀφοῦ τὸ τραπεζογραμμάτιον δὲν δύναται νὰ ἔχῃ κυκλοφο-
3424ρίαν πέραν τῶν ὁρίων τῆς ἐπικρατείας.
3425Παραδόξως ὅμως δὲν ἐνόησε τοῦτο, ἀφοῦ τ’ ἀποτελέ-
3426σματα τῆς τροπῆς ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου ἀπὸ χρυσοῦ εἰς
3427γραμμάτια τὰ ἔχει πρὸ ὀφθαλμῶν, καὶ τὰ ἐξέθηκε μόλις
3428προχθές. Ὑπάρχει τῳόντι κατατεθειμένον παρὰ τῇ Ἐθνικῇ
3429Τραπέζῃ 1,100,000 διὰ τὸ τοκομερίδιον τοῦ Δεκεμβρίου
3430τοῦ 1893, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ πληρωθῇ εἰς τραπεζογραμ-
3431μάτια, καὶ ἐν τούτοις τὸ ἑκατομμύριον αὐτὸ, ὅπερ εὑρί-
3432σκεται ἀπὸ ἔτους εἰς τὴν διάθεσιν τῶν δανειστῶν, δὲν ἐλή-
3433φθη εἰσέτι. Καὶ διατὶ δὲν ἐλήφθη; Διὰ τὸν λόγον, ὃν δὲν
3434ἠδυνήθη νὰ ἐννοήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι
3435ἀναγκαίως δάνειον εἰς χρυσὸν, τρεπόμενον εἰς δάνειον εἰς
3436τραπεζογραμμάτια, καθίσταται δάνειον ἐσωτερικόν. Δὲν
3437εἶναι δὲ ποσῶς παράδοξον, ἀφοῦ εἰς τοσαύτην προῆλθε σύγ-
3438χυσιν, ὅτι οὐδὲν ἐνόησεν, ἐξ ὅσων ἀνέπτυξα ἐνώπιον τῆς
3439Βουλῆς, οὐδὲ θαυμάσιον, ἂν φρονῇ, ὅτι μόνον ὁ κ. Ὀρνστάϊν,
3440παρευρισκόμενος ἐνταῦθα, ἠδύνατο νὰ χειροκροτήσῃ τὰς
3441γνώμας μου, ὁ κ. Ὀρνστάϊν, ὅστις παρεδόθη ψυχῇ τε καὶ
3442σώματι τῷ κ. Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ χειρο-
3443κροτῶν ὁ κ. Ὀρνστάϊν, ὅστις εἶχεν ἀποστολὴν τὴν ὑπερά-
3444σπισιν τῶν συμφερόντων τῶν ἐντολέων του, ἤθελεν ἀπο-
3445δειχθῆ μᾶλλον ἱκανὸς πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων
3446τοῦ Δημοσίου ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
3447Ἀλλ’ ἡ σύγχυσις αὐτοῦ ἔφθασε μέχρις τοῦ σημείου, ὥστε
3448νὰ παραστήσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν διαπραγματεύ-
3449σεων τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως πράγματα ἐντελῶς
3450ἀνακριβῆ. Ἀληθῶς αἱ προτάσεις, αἵτινες ἐγένοντο ἀρχικῶς,
3451ὡς πρὸς τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, ἀπεκρούσθησαν διαῤ-
3452ῥήδην παρ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ τοῦτο, διότι περιελάμβανον τὸν ἔλεγ-
3453χον, ὃν περιελάμβανε καὶ ἡ σύμβασις, ἡ σχεδιασθεῖσα παρὰ
3454τοῦ κ. Τρικούπη, ὅταν προσεπάθησε νὰ δανεισθῇ τὰ 60
3455ἑκατομμύρια τὰ πραγματικά. Ἀλλὰ κατόπιν αἱ προτάσεις
3456ἐτροποποιήθησαν, καὶ ἀντὶ τοῦ ἐλέγχου ἐσχηματίσθη τα-
3457μεῖον ἐκ τῶν προνομιούχων Τραπεζῶν, τότε δὲ μόνον ἀνέ-
3458λαβον τὴν εὐθύνην τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου ἐκείνου. Οὗ-
3459τος λοιπὸν εἶναι ὁ λόγος, ὅστις ἐπήνεγκε τὴν μεταβολὴν
3460τῶν σκέψεών μου ὡς πρὸς τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως,
3461οὐχὶ ἰδιοτέλεια πολιτικὴ, διότι ἰδιοτέλεια ἄλλη δὲν ἐχώ-
3462ρει ἐπὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, ἀφοῦ ἐπρόκειτο περὶ
3463ἀναγνωρίσεως ὑποχρεώσεων ληξιπροθέσμων. Γνωρίζει ὁ κ.
3464Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τίνας ἀκάνθας ἔχει τὸ ἐδώλιον
3465τοῦ Ὑπουργοῦ ὑπὸ περιστάσεις, οἷαι ἐκεῖναι, ὑφ’ ἃς ἐκλή-
3466θημεν ἡμεῖς ν’ ἀντικαταστήσωμεν αὐτὸν, φυγάδα καὶ δρα-
3467πέτην· ἀλλὰ, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω
3468πρὸς τὴν Βουλὴν, τὰ ὑπέρτατα συμφέροντα τοῦ Κράτους,
3469ἡ συνείδησις τοῦ καθήκοντος ἡμῶν πρὸς τὴν Πατρίδα καὶ
3470τὸν Θρόνον, ὃν ἀφῆκεν ἔκθετον αὐτὸς, ἀφοῦ ἐπὶ δέκα ἔτη
3471ἐξεμύζησεν ὅσην ἠδυνήθη παρ’ αὐτοῦ δύναμιν, μᾶς ἐκράτη-
3472σαν ἐκεῖ καρφωμένους, διὰ νὰ ὑποστῶμεν ὅσα ὑπέστημεν
3473καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὑπουργίας ἡμῶν καὶ μετ’ αὐ-
3474τήν, διὰ νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα τῷ κ. Προέδρῳ, ἵνα ἐγ-
3475καλῇ ἡμᾶς ὡς κηρύξαντας τὴν πτώχευσιν, αὐτὸς ὁ πρω-
3476τεργάτης, ὁ μόνος ἐργάτης αὐτῆς· διότι δὲν ἀπεβλέπομεν
3477ἡμεῖς νὰ σώσωμεν τὸ σαρκίον μας, εἰς ὃ καὶ μόνον ἀπέβλε-
3478πεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀπεβλέπομεν νὰ
3479σώσωμεν ὑπέρτατα συμφέροντα τῆς Πατρίδος, τὰ ὁποῖα
3480αὐτὸς ἐγκατέλειψεν ἔκθετα.
3481§74ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω πρὸς τὸν ἔντιμον συνά-
3482δελφον, καθόσον πρόκειται νὰ δικαιολογήσω τὴν ἰδιότητα,
3483καθ’ ἣν νομίζω ὅτι ἀνταποκρίνομαι πρὸς τὴν πεποίθησίν
3484μου. Τὸ θάῤῥος, νομίζω, ἔχουν μεγαλείτερον ἐκεῖνοι, οἵτινες
3485πάντοτε ἀπέδειξαν ὅτι ἔχουν ἰδίαν γνώμην καὶ θέλησιν, εἰς
3486οἱονδήποτε κόμμα καὶ ἂν ἀνήκουν· μεγαλείτερον εἶναι τὸ
3487θάῤῥος αὐτῶν, παρὰ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦν τὴν
3488γνώμην τῶν πολλῶν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἀδίκως μοὶ
3489ἀπέδωκαν δειλίαν. Ἐὰν ἐσκέφθην ὡς ἐσκέφθην, τοῦτο ἐπέ-
3490βαλε πεῖρα μακρὰ, καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅμοια ζητήματα ἐν τῇ
3491Βουλῇ, ἐνθυμοῦμαι μυστικὰς συνεδριάσεις καὶ τὰς συνεννοή-
3492σεις, αἵτινες ἐγένοντο μεταξὺ ὅλων τῶν κομμάτων τῆς Βου-
3493λῆς· καὶ ἐνθυμούμενος τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἐνόμισα ὅτι μοὶ
3494ἐπιβάλλεται νὰ μὴ ἀπομακρυνθῶ ἀπὸ τὰς παλαιὰς ἕξεις
3495καὶ παραδόσεις. Πιθανὸν σήμερον νὰ ἐπικρατοῦν ἰδιαίτεραι
3496ἰδέαι, εἰς τὰς ὁποίας δὲν τολμῶ νὰ ἀντιταχθῶ, διότι οἱ
3497ἀγορεύσαντες προηγοῦνται, ὡς ἡγέται πολλῶν ψήφων, διὰ
3498τῶν ὁποίων δύνανται νὰ ἐπιβληθῶσιν· ἐγὼ ὅμως, εἷς καὶ
3499μόνος, δὲν ἔχω νὰ προστατεύσω, εἰμὴ τὴν γνώμην μου.
3500Εὔχομαι ν’ ἀπατηθῶ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ τακτική, τὴν
3501ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν, δὲν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ὑπη-
3502ρετήσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου εἰς τὸ μέλλον.
3503§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἐζήτησε τὸν λόγον.
3504Κηρύσσεται ἡ συζήτησις περατωμένη.
3505Ἠκούσατε τὴν πρότασιν: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λε-
3506χθέντα, ἐκφράζουσα τὴν ἐμπιστοσύνην της εἰς τὴν Κυβέρ-
3507νησιν, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
3508Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν πρότασιν λέγουσι
3509Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
3510(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
3511τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ν.
3512Καλογεροπούλου, Δ. Καλούτση καὶ Π. Σάκκη, κατὰ
3513τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3514Μιλτ. Δάλλας Ο Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ν
3515Ἀνδ. Παναγιωτόπουλος Ο Μιχ. Φωτιάδης Ν
3516Ἰω. Μεσσηνέζης Ο Γεώρ. Λιδωρίκης Ν
3517Σπυρ. Μαρκέλλος Ν Κων. Ἀναγνωστόπουλος Ο
3518Ἀρ. Ἀργυρόπουλος Ν Γεώρ. Λύρας Ν
3519Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Ο Κων. Παπαμιχαλόπουλος Ο
3520Λεων. Καρυστινάκης Ν Σταμάτ. Μήτσας Ν
3521Δημ. Καΐρης Ο Δημ. Βουλπιώτης
3522Μιχ. Κωτσάκος Ν Κων. Ζῶτος Ν
3523Ἰω. Ζωγράφος Ν Ἡλ. Μπλατσῆς Ο
3524Ἀνδρ. Καρατζᾶς Ο Δ. Γρανίτσας Ο
3525Γεώρ. Παχύς Ν Διον. Στεφάνου ἀρν.
3526Μιχ. Π. Λάμπρος Ν Κων. Ἀργας Λομβάρδος Ν
3527Κων. Καραπᾶνος Ο Διον. Ζήβας Πλακᾶς Ν
3528Κων. Σταυρόπουλος Ο Γεώργιος Κανδ. Ρῶμας Ν
3529Ἀλέξ. Σκουζὲς Ο Γεώρ. Κρεστενίτης
3530Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Ο Χρ. Στεφανόπουλος Ο
3531Ἀλέξ. Ψύλλας Ο Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ο
3532Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ἀρν.Διον. Παυλόπουλος Ν
3533Ἀλέξ. Ρετσίνας Ν Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ν
3534Δημ. Γ. Ράλλης Ο Ἄγγ. Πετραλιᾶς Ο
3535Α. Ζυγομαλᾶς Ο Ἐπαμ. Δημητρίου Ν
3536Θοδ. Μακρυγιάννης Ν Στέφ. Σκουλούδης Ν
3537Σ. Ζαχαρίτσας Ν Νικ. Νομικός
3538Μιλ. Ὀριγώνης Ο Θωμᾶς Μαρκεζίνης Ο
3539Κωνστ. Βαλτινὸς Ν Νικήτας Συνοδινὸς Ν
3540Ὀδυσ. Μοσχοβίτης Ν Βαρβαρῆγος Πήλικας Ν
3541Γεώρ. Καρτάλης Ν Ἀλέξ. Φωτῆλας Ν
3542Ἀργ. Κανταρτζῆς Ν Κων. Σταμπολόπουλος Ο
3543Νικ. Κοκωσλῆς Ν Λεων. Πετιμεζᾶς
3544Νικ. Ἀξελὸς Ο Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος Ν
3545Νικ. Παῤῥησιάδης Ν Γιαννούσης Τάκης
3546Ἰω. Γρίβας Ο Ἡρ. Καλαμπάκας Ν
3547Ἐπ. Μαυρομμάτης Ν Ἀντ. Π. Μαυρομιχάλης
3548Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο Περ. Πεῤῥωτὴς Ν
3549Νικ. Σπυρακόπουλος Ν Κων. Φλέσσας Ο
3550Θημ. Κορομάντζος Ο Ἰωάννης Καζαμπάκας
3551Περ. Ἀλεξάκης Ο Κων. Ζωγλοπίτης Ο
3552Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ο Παν. Κουκορίκος
3553Κωνστ. Κοσσονάκος Ο Γεώρ. Φραγκίδης Ν
3554Δημ. Τερτίπης Ν Ἰω. Ἰντζὲς Ν
3555Ἀθαν. Κωστάμης Ν Γεώργ. Σισμάνης Ο
3556Ἀριστ. Χατζηνικολῆς Ο Νικ. Καλαντζόπουλος Ν
3557Νικ. Μπαλάφας Ν Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν
3558Νικ. Παπανικολάου Ν Ἡλ. Ποταμιάνος Ο
3559Παν. Λεβέντης Ο Ἀριστ. Ρούκης Ν
3560Βαπ. Βάστας Ν Σπ. Κουμουνδοῦρος Ο
3561Γεώργ. Θεοτόκης Ν Γιαννοῦκος ΜαυρομιχάληςΟ
3562Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ν Ξανθὸς Πικουλάκης Ο
3563Ἡλίας Πολίτης Ν Ἀσημ. Χριστόπουλος Ο
3564Γουλιέλμος Σκάρπας Ν Νικ. Παπαλέξης Ν
3565Νικ. Μαρκέτης Παν. Λαμπρούλιας Ο
3566Σπυρ. Λάσκαρης Εὐάγγ. Ἀρδαβάνης Ν
3567Κων. Θ. Ρωμαῖος Ν Ἰω. Τυπάλδος Χαριτάτος Ν
3568Κων. Χριστόπουλος Ν Σπ. Μακρῆς Ν
3569Σωτ. Κροκιδᾶς Ο Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ν
3570Σπυρ. Νοταρᾶς Εὐστ. Παπαδάκης Ν
3571Ἀναστ. Δημητριάδης Ν Πανουρ. Πανουργιᾶς Ν
3572Γεώργ. Κούστας Ν Θάνος Κανακάρης Ο
3573Ἰω. Τσιμάρας Ν Ἀχ. Χοϊδᾶς
3574Γερ. Μουσούρης Ἀντ. Ρικάκης
3575Α. Ἄννινος ΚαβαλιεράτοςΝ Ἰω. Τσερτίδης Ο
3576Θεόφραστος Μεταξᾶς Ν Νικ. Κουμανιώτης Ο
3577Διον. Καλούτσης Ο Ἄγγ. Ροῦφος Ο
3578Σπυρ. Στάης Ν Νικ. Καράπαυλος Ν
3579Μιχ. Πολίτης Ν Παν. Σάκκης Ο
3580Θεόδ. Θερμογιάννης Ο Σπ. Γρίβας Ν
3581Ἰω. Καλούτσης Ν Ἰω. Βρουνῆς Ο
3582Στέφ. Κοπανίτσας Ο Π. Ἄννινος Καβαλιεράτος
3583Κωνστ. Σαλταφέρος Ο Ἰω. Γεωργιάδης Ν
3584Πέτρ. Βαρβιτσιώτης Ν Γεώργ. Ν. Μπούμπουλης
3585Μελέτ. Ρουσόπουλος Ο Γεώργ. Π. Μπούμπουλης ἀρν.
3586Δημοσθ. Ματάλας Ο Ἀλέξ. Γ. Σοῦτσος Ο
3587Νικ. Καραστέργιος Ο Ἀνδρ. Συγγρός
3588Ἁγν. Διδίκας Ν Δημ. Βοκοτόπουλος Ν
3589Ἔδιπ–Σερὲφ–Χασὶπ Ο Μ. Μπογιατζόγλους Ν
3590Ἰω. Λάππας Ο Ἰω. Γκιὼν Ν
3591Νικ. Μπουφίδης ἀρν.Νικ. Φώσκολος
3592Περ. Βαλαωρίτης Ν Σωτ. Χατζηγιάννης Ο
3593Γερ. Σέρβος Ο Κωνστ. Χατζηπέτρος
3594Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ν Χρ. Μπλετσάκης Ν
3595Ἀθαν. Εὐταξίας Ο Γ. Κανούτας Ν
3596Κων. Κωνσταντόπουλος Εὐστ. Κοκκέβης Ο
3597Παν. Μανέτας Ο Δημ. Παπατσώρης Ν
3598Ν. Τριανταφυλλάκος Ο Χρ. Καραβίτης Ν
3599Ἡλ. Ζέγγελης Ν Διον. Κατρίτσης Ν
3600Φίλ. Βάρβογλης Ο Ἀνδρ. Σκαλτσᾶς Ν
3601Ἀθαν. Σακελλαριάδης Ο Ἀριστόβουλος Μάνεσης Ο
3602Λεων. Ζέρβας Ν Βασ. Δροσινός Ο
3603Στέφ. Δραγούμης Ν Νικ. Βαλάσης Ν
3604Νικ. Φιλάρετος Ο Ἐμμ. Δημητριάδης Ν
3605Χαρ. Τρικούπης ἀρν.Κωνστ. Σαχτούρης
3606Ἰω. Τρικούπης Θεόδ. Γκίκας Ο
3607Παν. Μερλόπουλος Ο Νικ. Τσαμαδὸς ἀρν.
3608Ἀλκ. Δεληγιάννης Ν Βησ. Χατζηαγγελάκης Ν
3609Ἀντ. Καρατζᾶς Ν Νικ. Ζητουνιάτης Ν
3610Ἀθαν. Παπαχελᾶς Ο Δημ. Ζουλούμης Ν
3611Χαρίλ. Προβελέγγιος Νικ. Χατζῖσκος Ο
3612Ἀντ. Μάτσας Ο Κωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ν
3613Δωρέντζος Δελαρόκας Δημ. Κρίτσας
3614Ἰω. Ναυπλιώτης Ν Ἡρ. Γαζέπης Ο
3615Στυλ. Βάλληνδας Β. Βουδούρης Ν
3616Νικ. Καλογερόπουλος Ν Κων. Παπανικολῆς Ν
3617Θέμ. Α. Κανάρης Ο
3618§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 175. Ἡ Βουλὴ
3619διὰ ψήφων 99 κατὰ 76, τῶν 6 Ὑπουργῶν ἀρνηθέντων ψῆ-
3620φον, παρεδέχθη τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν καὶ ἔδωκε ψῆ-
3621φον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
3622Λύεται ἡ συνεδρίασις.
3623Ὥρᾳ 10 καὶ 30′ μ. μ.