Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΓ · Σύνοδος Δ› Συνεδρίαση 10

1894.11.16

1.887 στίχοι · 13.828 λέξεις · 1 πίνακας · 95 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1894.11.16
Προεδρεία
Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗ
Περίοδος
ΙΓ
Σύνοδος
Δ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1895)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10

Τῆς 16 Νοεμβρίου 1894.

(Τετάρτη).

Ὥρᾳ 5 μ. μ.

(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Γ. Κ. Ρώμα).

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κλητῆρες διαφόρων Ὑπουργείων δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀναγραφῇ ἀνάλογος αὔξησις τῆς μισθοδοσίας των εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ προσεχοῦς ἔτους.

§2ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρό τινος χρόνου, κύριε Πρόεδρε, πολὺς λόγος ἐγένετο ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ περὶ ἐνεργείας τινὸς τοῦ νομάρχου Λαρίσσης, ὅστις ἐνόμισεν ἐντὸς τῶν καθηκόντων του νὰ διαλύσῃ τὴν κοινότητα τοῦ Κισσοῦ τοῦ νομοῦ Λαρίσσης. Περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης πληροφοροῦμαι, ὅτι ἐγένετο προσφυγὴ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εὐηρεστήθη νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, καὶ ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνώμης ταύτης ἐξεδόθη ὁριστικὴ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργοῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελλον ὅλης τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ἵνα τὸν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. Ὑποβάλλω ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν μου.

§3ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω δύο προτάσεις νόμου, τὴν μὲν ἀφορῶσαν εἰς τροποποίησιν τῶν διατάξεων περὶ μονομαχίας, τὴν δὲ ἀφορῶσαν εἰς τὴν διάρκειαν τῆς κατὰ τὴν προδικασίαν τὴν ποινικὴν φυλακίσεως. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσι, νὰ διανεμηθῶσι καὶ νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Θὰ παρακαλέσω δὲ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν θέλῃ, νὰ τὰς υἱοθετήσῃ, ἐὰν νομίζῃ ὅτι εἶναι χρήσιμοι καὶ ὠφέλιμοι εἰς τὸν τόπον.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 29–30).

§5Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ σιδηρόδρομος Διακοπτοῦ–Καλαβρύτων ἔχει συντελεσθῆ πρὸ πολλοῦ, καὶ τὸ ἔργον παρεδόθη κατὰ τὸν νόμον. Γνωρίζετε ὅτι μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Πελοποννήσου ἔχει συναφθῆ σύμβασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἑταιρία αὕτη ὑποχρεοῦται νὰ ἀναλάβῃ καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ σιδηροδρόμου Διακοπτοῦ–Καλαβρύτων, μόλις ἤθελε συντελεσθῆ τὸ ἔργον, καὶ νὰ δώσῃ ἀμέσως αὐτὸν εἰς τὴν κοινὴν χρῆσιν. Ἀλλὰ, μολονότι παρῆλθον ἔκτοτε πολλοὶ μῆνες, τίποτε δὲν ἐγένετο. Ἤκουσα ὅτι ἡ ἑταιρία προβάλλει διαφόρους ἀντιῤῥήσεις, ὅτι ζητεῖ τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς τῶν εἰσιτηρίων καὶ ἄλλας τινὰς προτάσεις προβάλλει· ὅλα δὲ ταῦτα πρέπει νὰ κανονισθῶσι νομοθετικῶς. Ἀλλὰ βλέπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν νομοσχέδιον τοιοῦτον εἰσάγει. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τί πρόκειται νὰ γείνῃ περὶ τούτου; Ἡ ἐπαρχία τῶν Καλαβρύτων, κύριε Πρόεδρε, εἶναι μία ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι κατέβαλον τὰ μεγαλείτερα ποσὰ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ἐν τούτοις οὐδεμία ποτὲ φροντὶς ἐλήφθη περὶ τῆς ἐπαρχίας ταύτης. Ἐκτὸς μιᾶς ὁδοῦ ἁμαξιτῆς μεταξὺ Πατρῶν καὶ Καλαβρύτων, ἡ ὁποία μάλιστα κατεστράφη καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἄχρηστος ἐντελῶς καὶ ὡς ἐκ τῆς γραμμῆς, ἣν ἠκολούθησε, καὶ ὡς ἐκ τῆς ἐκτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὸν δρόμον διὰ τῶν ἑλιγμῶν αὐτῆς,—διότι τώρα, ἵνα μεταβῇ τις ἀπὸ τὰς Πάτρας εἰς τὰ Καλάβρυτα διὰ τῆς ὁδοῦ ταύτης, ἀπαιτοῦνται δύο ἡμέραι, ἐνῷ πρότερον διὰ τῆς τουρκικῆς ὁδοῦ ἀπῃτοῦντο μόνον δώδεκα ὧραι,—οὐδεμία ἄλλη ὁδὸς εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων ἐγένετό ποτε. Ἓν τμῆμα ὁδοῦ μεταξὺ Καλαβρύτων καὶ Αἰγιαλείας, τὸ ὁποῖον εἶχε συντελεσθῆ, κατελήφθη καὶ τοῦτο ὑπὸ τοῦ σιδηροδρόμου, ὁ ὁποῖος ἔσχε καὶ τοῦτο τὸ ἀποτέλεσμα, νὰ ἀποκλείσῃ ἐντελῶς τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ Καλαβρύτων καὶ Αἰγιαλείας, διότι οὔτε αὐτὸς τίθεται εἰς χρῆσιν, καὶ τὴν μόνην ὑπάρχουσαν ὁδὸν κατέλαβε καὶ κατέστρεψεν. Ἔχω καθῆκον, νομίζω, νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐξ ὀνόματος τῆς ἐπαρχίας τῶν Καλαβρύτων διὰ τὴν ἀκηδίαν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐρωτῶ τὸν ἁρμόδιον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, τί σκέπτεται νὰ πράξῃ διὰ τὸν σιδηρόδρομον Διακοπτοῦ–Καλαβρύτων; Θὰ ἀφήσωμεν καὶ τοῦτον νὰ καταστραφῇ ἐντελῶς, ἀφοῦ τόσα ἑκατομμύρια τὸ Δημόσιον ἐδαπάνησε διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ;

§6ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ ἀφήσωμεν τὸν σιδηρόδρομον Διακοφτοῦ – Καλαβρύτων νὰ καταστραφῇ. Τὸ θέμα τοῦτο εὑρίσκεται ἤδη ὑπὸ κανονισμὸν, λίαν δὲ προσεχῶς θὰ εἰσαχθῇ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁριστικῶς θὰ κανονίσῃ τὰ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου.

§7ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐπείγει τὸ θέμα τοῦτο, διότι μεταξὺ Καλαβρύτων καὶ Αἰγιαλείας δὲν ὑπάρχει κἀνὲν μέσον συγκοινωνίας. Διὰ τοῦτο ἠπόρησα, πῶς δὲν εἰσήχθη ἀμέσως τὸ νομοσχέδιον.

§8ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὰ σχετικὰ μέτρα θὰ εἰσαχθῶσι λίαν προσεχῶς.

§9ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ, συνεπείᾳ τῆς παρακλήσεως τοῦ συναδέλφου, εἶναι ὅτι ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων εὐγνωμονεῖ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τῶν Καλαβρύτων ἡ μόνη Κυβέρνησις, ἡ ὁποία συνετέλεσεν ἔργα καὶ ἔργα σπουδαῖα, ὠφελήσαντα τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων, εἶναι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη. Μετὰ θάῤῥους καὶ ἀπροκαλύπτως τὸ λέγω, διότι καὶ Γυμνάσιον συνεστήθη, καὶ ἡ ὁδὸς ἀπὸ Πατρῶν μέχρι Καλαβρύτων συνετελέσθη, καὶ, τὸ σπουδαιότερον, ὁ σιδηρόδρομος Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων κατεσκευάσθη. Διὰ τὸν σιδηρόδρομον αὐτὸν, — διότι καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν περιέργειαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Πετιμεζᾶς, ἵνα λάβω πληροφορίας, — ἡ μέλλουσα νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν ἑταιρία ἔχει ἀντιῤῥήσεις τινὰς, ἀντιῤῥήσεις συνήθεις, διότι νομίζει, ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ σιδηροδρόμου Διακοφτοῦ – Καλαβρύτων δὲν θ’ ἀποζημιοῖ αὐτὴν διὰ τὰς δαπάνας της. Πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ ἐγὼ, ἅμα ἐλθὼν ἐκ Πατρῶν, παρέστησα τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλαβεν ὅλα τὰ μέτρα καὶ θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ ἀποζημιώσεως ἐν μέτρῳ τινὶ τῆς ἑταιρίας, ἵνα ἀρχίσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν. Ὥστε ἡ ἐπαρχία τῶν Καλαβρύτων δὲν ἔχει τι παράπονον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι βέβαιον, ὅτι στερεῖται ἐσωτερικῶν τινων ὁδῶν, ἀλλὰ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη πολλὰ καλὰ ἔχει ἀποκτήσει, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ λόγους παραπόνων. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἁμαξιτὴν ὁδὸν μεταξὺ Αἰγίου καὶ Καλαβρύτων, γνωρίζει ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ὅτι ἐγένετο βατὴ ὁδὸς ἀπὸ Ζαχλωροῦς μέχρι Καλαβρύτων, δι’ ἧς συγκοινωνοῦσι τὰ χωρία, τῇ ὑποδείξει καὶ τῇ ἐνεργείᾳ μου.

§10Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀποδεικνύουσιν ὅτι ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων δὲν ἔχει λόγους νὰ εὐγνωμονῇ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως· διότι ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ, ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν μας δὲν ὑπάρχει παρὰ μία ὁδὸς, τὴν ὁποίαν κατέλαβεν ὁ σιδηρόδρομος, ὁ ὁποῖος ἀφίνεται νὰ καταστραφῇ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ συνάδελφός μου ἔπρεπε νὰ ἑνώσῃ καὶ ἐκεῖνος τὴν φωνήν του, ἵνα τὸ ταχύτερον ληφθῶσι τὰ δέοντα μέτρα, ὅπως ὁ σιδηρόδρομος τοὐλάχιστον τεθῇ τὸ ταχύτερον εἰς χρῆσιν.

§11ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ ἐφρόντισα πάντοτε διὰ τὴν ἐπαρχίαν, καὶ ἔχω ἀφορμὴν, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας μου, νὰ εὐγνωμονῶ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν...

§12ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ ἐπαρχία ὅμως διαφωνεῖ.

§13ΦΩΤΗΛΑΣ. .. διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μεγίστην πρόνοιαν ἔλαβεν ὑπὲρ τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων. Πρωθυπουργοῦντος τοῦ κ. Τρικούπη ἀπεπερατώθη ἡ ὁδὸς ἀπὸ Πατρῶν μέχρι Καλαβρύτων, πρωθυπουργοῦντος τοῦ κ. Τρικούπη ἐγένετο Γυμνάσιον, πρωθυπουργοῦντος τοῦ κ. Τρικούπη ἐγένετο ὁ σιδηρόδρομος Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων. Μόλις 40 ἕως 50 ἡμέραι παρῆλθον, ἀφ’ ὅτου ὁ σιδηρόδρομος αὐτὸς παρεδόθη ἐκ μέρους τῆς ἐργολαβίας πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἤδη πρόκειται νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐκμετάλλευσις. Ἡ ἑταιρία, ἡ ὁποία εἶναι ὑπόχρεως δυνάμει συμβάσεως νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, φέρει ἀντιῤῥήσεις, ἡ δὲ Κυβέρνησις καὶ ἀφ’ ἑαυτῆς καὶ ταῖς παραστάσεσιν ἐμοῦ ἐργάζεται, ὅπως ἡ ἑταιρία αὕτη ἀναλάβῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν. Ποῖον παράπονον δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως; Διὰ τὴν ἐσωτερικὴν συγκοινωνίαν τῆς ἐπαρχίας καὶ ὁ κ. Πετιμεζᾶς βεβαίως θὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ ἐγὼ καὶ ὅλοι οἱ Βουλευταί....

§14ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν λαμβάνουσιν οἱ Βουλευταὶ τὴν πρόνοιαν.

§15ΦΩΤΗΛΑΣ. .. Ἀλλ’ ἀφορμὰς παραπόνων δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν κατὰ τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μόνη προστατεύσασα τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων. Τὸ λέγω μετὰ θάῤῥους.

§16ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν δίδῃ ἀφορμὴν εἰς παράπονα ἐκ μέρους τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, δίδει ὅμως ἀφορμὴν εἰς ἔκπληξιν, μετ’ ἐκεῖνα ἀκριβῶς, ἅτινα ἐξέθηκεν ὁ ἕτερος τῶν ἐντίμων Βουλευτῶν Καλαβρύτων, ὁ κ. Φωτήλας· διότι μᾶς ἐπληροφόρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων δὲν εἶναι ζήτημα πλέον ἐκτελέσεως, ὅπως παρέστησεν ὁ βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων κ. Φωτήλας, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα νομοθετικῆς προνοίας. Μᾶς παρέστησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, ἵνα κανονισθῶσι τὰ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου. Ἀλλ’ ἡ δήλωσις αὕτη, ὡς εἶπον, φέρει εἰς ἔκπληξιν· διότι τί πρόκειται νὰ κανονισθῇ σήμερον διὰ τοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον ἀναγγέλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν; Ὑπάρχει σύμβασις, δυνάμει τῆς ὁποίας ὡρισμένη ἑταιρία ὑποχρεοῦται εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν; Ἐξετελέσθη τὸ ἔργον;...

§17ΦΩΤΗΛΑΣ. Βεβαιότατα.

§18ΡΑΛΛΗΣ. Παρεδόθη τὸ ἔργον ἐκ μέρους τῆς ἐργολαβίας; Ἀλλὰ τότε διατὶ δὲν ἤρξατο ἡ ἐκμετάλλευσις; Τί ἔχει νὰ πράξῃ ἡ Βουλή; Κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἔχω ἐγὼ, δὲν πρόκειται περὶ νομοθετικῆς προνοίας, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἀνεκμεταλλεύτου τοῦ ἔργου. Τὸ Δημόσιον, καθ’ ἣν ἐποχὴν παρεδόθη τὸ ἔργον, ἀπέστειλεν, ὡς ἐπληροφορήθην, μηχανικοὺς πρὸς τὴν παραλαβὴν αὐτοῦ ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ ἐργολάβου τῆς κατασκευῆς, ἀνετέθη δ’ αὐτοῖς ν’ ἀποφανθῶσι κατὰ πόσον τὸ ἔργον εἶναι ἐπιδεκτικὸν ἐκμεταλλεύσεως. Οἱ μηχανικοὶ τοῦ Δημοσίου, ἐκτελοῦντες τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτοῖς ἐντολὴν, ὑπέβαλον ἔκθεσιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, δι’ ἧς βεβαιοῦσιν, ὅτι, ὅπως ἔχει σήμερον τὸ ἔργον, δὲν εἶναι ἐκμεταλλεύσιμον, ὅτι ἀπαιτοῦνται ἑκατοντάδων χιλιάδων συμπληρωτικὰ ἔργα, ὅπως τελειωθῇ τὸ ἔργον, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐπιτρέπηται ἡ ἐκμετάλλευσις αὐτοῦ· καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν—καὶ πρὸς τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον—νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν κατὰ πόσον αἱ πληροφορίαι μου αὗταί εἰσιν ἀκριβεῖς, ἂν δὲ ὑπεβλήθη τοιαύτη τις ἔκθεσις, νὰ εὐαρεστηθῇ τὴν ἔκθεσιν ταύτην τῶν μηχανικῶν τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐπὶ μακρὰ ἔτη θὰ δύναται νὰ εὐγνωμονῇ ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ ἔργον τὸ πολύτιμον, δι’ οὗ τὴν ἐπροίκισεν, ἀλλ’ ἐπὶ μακρὰ ἔτη θὰ ἀναμένῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτοῦ. Τοιοῦτον εἶναι τὸ ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθησαν 3½ ἑκατομμύρια δραχμῶν, καὶ ὅμως δὲν δύναται νὰ ἐλπίζῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ χώρα, καὶ ἰδίᾳ ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων, νὰ τὸ ἴδῃ προσεχῶς λειτουργοῦν.

§19ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Βεβαιῶ τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία του, ὅτι ὑπεβλήθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἔκθεσις τῶν μηχανικῶν, διὰ τῆς ὁποίας πιστοποιεῖται τὸ ἀνεκμετάλλευτον τοῦ ἔργου, ἢ ὅτι ἀπαιτοῦνται πολλαὶ ἑκατοντάδες χιλιάδων δραχμῶν, ἵνα καταστῇ τοῦτο ἐκμεταλλεύσιμον. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νομοθετικῆς συνδρομῆς πρὸς διεκπεραίωσιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, διότι γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἡ ἑταιρία ἡ ἀναλαβοῦσα τὴν ἐκμετάλλευσιν εὑρίσκεται ὑπὸ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν,—καθόσον πρόκειται περὶ ἑταιρίας, περὶ τῆς ὑπάρξεως τῆς ὁποίας ὀφείλει νὰ ἐνδιαφέρηται ἡ Κυβέρνησις,—νὰ συντελέσῃ, ὥστε ἡ ἑταιρία, ἀναλαμβάνουσα τὴν ἐκμετάλλευσιν, νὰ δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῆς Πολιτείας καὶ τῆς κοινωνίας. Θέλει νὰ καταστῇ διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις τῇ συνδρομῇ τῆς Βουλῆς, νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐκ μέρους τῆς ἑταιρίας ἐκμετάλλευσις τοῦ ἔργου ἄνευ ζημίας ταύτης, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ φέρῃ εἰς φοβερὰς δυσχερείας αὐτήν. Ἂν ἡ ἑταιρία δὲν εὑρίσκετο ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εἶναι γνωστὸν ὅτι διατελεῖ, πιθανὸν νὰ μὴ ὑπῆρχε κἄν ἀνάγκη τῆς τοιαύτης συνδρομῆς. Ὑπάρχει μία σύμβασις, εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ Πολιτεία καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ εἰς μίαν σύμβασιν, ἵνα ἐπενέγκῃ καταστροφὰς ἀνυπολογίστους. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει συμφέρον καὶ τὸ ἔργον νὰ δοθῇ εἰς ἐκμετάλλευσιν καὶ ἡ ἐκμετάλλευσις νὰ ἔχῃ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, ὥστε νὰ δύναται ἐπὶ τὸ μέλλον νὰ ἐξακολουθῇ συγχρόνως ἀναγνωρίζουσα τὰς δικαίας παραστάσεις τῆς ἑταιρίας ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις, λίαν δὲ προσεχῶς θὰ ἀρθῶσιν ὅλα τὰ προσκόμματα καὶ θὰ δοθῇ τὸ ἔργον εἰς ἐκμετάλλευσιν;

§20ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ μάθωμεν τὰ μέτρα;

§21ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ θέμα, ἐπαναλαμβάνω, εὑρίσκεται ὑπὸ μελέτην· δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ δώσω περισσοτέρας πληροφορίας.

§22ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ χαίρω διὰ τὰς πληροφορίας, ἃς εὐηρεστήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ, βεβαιώσας ὅτι τὸ ἔργον εἶναι ἐκμεταλλεύσιμον, καὶ ὅτι δὲν ἀπαιτοῦνται, ὡς μὲ ἐπληροφόρησαν, ἑκατοντάδων χιλιάδων συμπληρωτικὰ ἔργα, ὅπως καταστῇ τοιοῦτον. Ἐὰν πρόκηται διὰ τῆς νομοθετικῆς προνοίας νὰ διευκολυνθῇ μόνον ἡ ἑταιρία τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Πελοποννήσου, ἵνα ἀναλάβῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, πιστεύω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ Βουλευτὴς, ὅστις θ’ ἀρνηθῇ τὴν συνδρομήν του, ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι ἄλλα θὰ προκύψωσι προσκόμματα.

§23ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὄχι.

§24ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ εὔχομαι.

§25ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι καὶ ἔχω γνῶσίν τινα τῶν πραγμάτων, δύναμαι νὰ πληροφορήσω τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς τὸ ἑξῆς· ὅτι τὸ ἔργον τοῦ σιδηροδρόμου Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων εἶναι ἴσως τὸ τελειότερον ἐξ ὅσων ἐγένοντο ἐν Ἑλλάδι καὶ διὰ τὸ ὁποῖον τὸ Δημόσιον ἐδαπάνησεν ὀλιγώτερα τῶν δαπανηθέντων δι’ ἄλλα τοιαῦτα ἔργα. Ἡ ἑταιρία, ἡ ἀναλαβοῦσα δυνάμει συμβάσεως τὴν ἐκμετάλλευσιν, φέρει ἀντιῤῥήσεις τινὰς, ὡς συνήθως γίνεται, ἀξιοῦσα ἀποζημιώσεις πρὸς κατασκευὴν ἔργων τινῶν, χρησίμων δῆθεν πρὸς τὴν ἐκμετάλλευσιν· ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐνόμισεν, ὅτι ὑπολείπονται συμπληρωτικὰ ἔργα πολλῶν χιλιάδων δραχμῶν, καὶ ἔκαμε τὸν ὑπολογισμὸν, ὅτι μετὰ πάροδον πολλῶν ἐτῶν θὰ ἴδῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ ἔργου. Τὸ ἔργον παρελήφθη ὑπὸ τῶν μηχανικῶν τοῦ Δημοσίου, καὶ οὗτοι εἶπον, ὅτι τὸ ἔργον εἶναι τελειότατον. Ἴσως ἡ ἑταιρία τῆς ἐκμεταλλεύσεως εὑρίσκεται εἰς δυσχερείας οἰκονομικὰς, δι’ ἃς καὶ ἐγὼ, ὡς Βουλευτὴς Καλαβρύτων, καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἀρνηθῶμεν ὑποστήριξίν τινα εἰς αὐτὴν, βεβαίως ὅμως δὲν θὰ παραδεχθῶμεν καὶ παραλόγους ἀξιώσεις αὐτῆς.

§26ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω ποσῶς περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἔργου, τὸ ὁποῖον προϋπελογίσθη μὲν εἰς ὀκτακοσίας χιλιάδας δραχμῶν, ἀλλὰ μᾶς ἐστοίχισεν ὑπὲρ τὸ τετραπλάσιον, καλὸν θὰ ἦτο νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τῆς παραδόσεως τοῦ ἔργου, διὰ νὰ ἴδῃ αὕτη ἐν ὁποίᾳ καταστάσει εὕρηται ἔργον, τὸ ὁποῖον τοσαῦτα μᾶς ἐστοίχισε καὶ τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ καλύψῃ οὐδὲ τὰ ἔξοδα τῆς ἐκμεταλλεύσεώς του, ὡς ἰσχυρίζεται ἡ ἑταιρία.

§27ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς ἐκμεταλλεύσεως θὰ καλυφθοῦν· ἂν δὲ τὸ ἔργον ἐπροχώρει μέχρι Μαζεΐκων, — καὶ ἦτο εὔκολον νὰ γείνῃ, ἀφοῦ ἡ ἀπόστασις εἶναι μικροτάτη, — θὰ εἶχε τοσαῦτα εἰσοδήματα ὁ σιδηρόδρομος αὐτὸς, ὅσα ἔχει καὶ ὁ σιδηρόδρομος ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Πατρῶν.

§28ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν αὐτὴν ἰδέαν, ἀλλὰ ἀπορῶ, διατὶ δὲν ἐπιβάλλεται ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἀφοῦ δὲν ζημιοῦται ἡ ἑταιρία.

§29ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε ἂς ὑποβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰς ἀντιῤῥήσεις τῆς ἑταιρίας, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν δύναται νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴ τὴν ἐκμετάλλευσιν ἄνευ τῆς ἐπικουρίας τοῦ Δημοσίου.

§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;

§31ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχει κἀμμίαν πληροφορίαν περὶ τῶν Πανεπιστημιακῶν;

§32ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλάκις ἠκούσθη φωνὴ καὶ εὐχὴ παρὰ πληθυσμῶν ἑλληνικῶν, εὑρισκομένων ἐκτὸς τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους, καὶ μάλιστα κατοικούντων εἰς μεγάλην ἀπὸ τῶν ἑλληνικῶν μεθορίων ἀπόστασιν, νὰ μετοικήσωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐσχάτως ὅμως, πρό τινων μηνῶν, ὡρισμένως καὶ θετικῶς ἐξωτερικεύθη τοιαύτη εὐχὴ παρὰ τῆς ἐν Καυκάσῳ πολυπληθοῦς κοινότητος, ἥτις, διὰ νὰ διερμηνεύσῃ τὴν διάπυρον ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει, ἵνα μετοικήσῃ καὶ ἐγκατασταθῇ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς ἐλευθέρας Ἑλληνικῆς πατρίδος, ἀπέστειλεν εἰς τὰς Ἀθήνας ἐπιτροπὴν τριμελῆ, ἡ ὁποία ἦτο ἐντεταλμένη νὰ ὑποβάλῃ τὴν εὐχὴν ταύτην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ζητήσῃ πᾶσαν διευκόλυνσιν πρὸς ἐκπλήρωσιν αὐτῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἦλθεν εἰς Ἀθήνας καὶ ἀπηυθύνθη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ὑπέδειξεν εἰς αὐτὴν μέρη τινά, εἰς τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἐγκατασταθῶσιν οἱ ἐπιθυμοῦντες τοῦτο· ἐχάραξεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν δρομολόγιον, ὑποθέτω δὲ καὶ πᾶσαν ἄλλην διευκόλυνσιν, πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ. Ἐσχάτως ἀνέγνων εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἡ ἐπιτροπή, περιελθοῦσα διάφορα μέρη τῆς Θεσσαλίας καὶ μέρη νομίζω τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, κατέληξεν εἰς ἀποτυχίαν, διότι οὐδαμοῦ εὗρεν ἔδαφος κατάλληλον πρὸς ἐγκατάστασιν τῶν ἐπιθυμούντων νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁμογενῶν μας. Ἐλπίζω ὅτι, εἴτε σήμερον, εἴτε ἄλλην ἡμέραν, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ χορηγήσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν πληροφορίαν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, τὴν ὁποίαν θεωρῶ, ἐγὼ τοὐλάχιστον, σοβαρὰν, τὸ μὲν διότι διὰ τῆς καταφατικῆς, ἤτοι τῆς εὐνοϊκῆς ὑπὲρ τῶν αἰτούντων λύσεως τοῦ ζητήματος ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει, θὰ εὐκολυνθῇ ἡ προσέλευσις καὶ ἐγκατάστασις ἐν Ἑλλάδι πολλῶν ὁμοεθνῶν, ἀποφευγόντων τὰ μαῦρα ξένα καὶ ἐρχομένων νὰ τύχωσι περιθάλψεως ὑπὸ τὴν μητρικὴν ἀγκάλην τῆς πατρίδος, θὰ προσελκυσθῶσι δὲ καὶ ἄλλοι πολλοὶ ὁμοεθνεῖς, παρακινούμενοι καὶ εὐελπιζόμενοι ἐκ τῆς ἐπιτυχίας τῶν πρώτων τούτων, ἵνα ζητήσωσι τὸ αὐτὸ παρὰ τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ δεύτερον δὲ λόγον θεωρῶ τὸ ζήτημα σοβαρὸν διὰ τ’ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, ἐὰν ἀποτύχῃ, διότι θὰ προκύψωσι δύο συνέπειαι, ἡ τῆς ἀπελπισίας ἐκείνων ἐκ τῶν ὁμογενῶν μας, οἱ ὁποῖοι θὰ ἤθελον νὰ ἐγκατασταθῶσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἡ παράτασις τοῦ κακοῦ τῆς ἐξ Ἑλλάδος μεταναστεύσεως Ἑλλήνων εἰς ξένας χώρας· διότι, ἐὰν δὲν δύναται ἡ Ἑλλὰς τοὺς αἰτήσαντας, τοὺς τόσον μακρόθεν ἐρχομένους, τοὺς μετὰ τόσον διαπύρου ἐπιθυμίας ζητοῦντας παρὰ τῆς Ἑλλάδος μικρὰν γωνίαν, ἵνα ἐγκατασταθῶσιν ἐδῶ, νὰ δεχθῇ καὶ διαθρέψῃ ἐν ἐργασίᾳ, πῶς θὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς συμπολίτας μας, εἰδικῶς δὲ εἰς τοὺς συμπολίτας μου, οἱ ὁποῖοι τρέχουσι μακρὰν πρὸς εὕρεσιν τῶν μέσων τῆς ὑπάρξεως, ὅταν δὲν ἀρκῇ αὐτοῖς πρὸς διατροφὴν τὸ ἔδαφος, τὸ ὁποῖον κατοικοῦσιν ἀρχῆθεν, πῶς θὰ εἴπωμεν εἰς αὐτοὺς μετὰ λόγου, ὡς καθημερινῶς τοῖς λέγομεν διὰ τοῦ τύπου: «Διατὶ ἀπέρχεσθε τόσον μακρὰν εἰς τὰς ἀξένους καὶ μακρυνὰς ἐκείνας χώρας πρὸς εὕρεσιν πόρου ζωῆς, καὶ δὲν καλλιεργεῖτε τὴν Θεσσαλίαν, ἡ ὁποία στερεῖται χειρῶν καὶ μένει ἕνεκα τούτου ἀκαλλιέργητος;» Τὸ ζήτημα, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι σπουδαιότατον, ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸς ταῖς πληροφορίαις, τὰς ὁποίας θὰ χορηγήσῃ, θὰ καταβάλῃ καὶ πλείονα προσπάθειαν, ἐὰν ὑπάρχῃ ἔτι καιρὸς, ἵνα διευκολύνῃ τὸν σκοπὸν καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν μετὰ πόθου ἀτενιζόντων πρὸς τὴν μητέρα Ἑλλάδα ὁμογενῶν μας.

§33ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Τὸ γεγονὸς τῆς παύσεως τοῦ δημάρχου Μελᾶ εἶναι ἀληθὲς πραξικόπημα τῆς Κυβερνήσεως· καὶ ὀνομάζω πραξικόπημα τὴν πρᾶξιν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως, διότι πρᾶξις μὴ στηριζομένη εἰς τὸν νόμον εἶναι πρᾶξις παράνομος, εἶναι πραξικόπημα. Μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος, ὅτε ἀπεδόθησαν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐλευθερίαι δημοτικαὶ καὶ ἐχορηγήθη τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅπως διορίζῃ διὰ τῆς ψήφου αὑτοῦ τοὺς δημοτικοὺς ἄρχοντας, πᾶσα ἄλλη ἐξουσία ἐστερήθη τοῦ δικαιώματος τούτου, διότι οἱ διοριζόμενοι διὰ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ δημοτικοὶ ἄρχοντες ἐκπίπτουσι τοῦ ἀξιώματος αὑτῶν, ὅπως ὁ νόμος διατάσσει, διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως· πᾶσα ἄλλη περίπτωσις περὶ ἐκπτώσεως ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος ἀντιβαίνει πρὸς τὴν θεωρίαν περὶ δημοτικῶν ἐλευθεριῶν καὶ πρὸς τὸν θεμελιώδη νόμον τῆς Πολιτείας, πρὸς αὐτὸ τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος ἐν τῷ δημοτικῷ νόμῳ διετηρήθη τὸ ἄρθρ. 44 τοῦ περὶ δήμων νόμου τοῦ 1834, διὰ τοῦ ὁποίου δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παύῃ τὸν δήμαρχον, τὸ δικαίωμα ὅμως τοῦτο δίδεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ περιορισμοὺς, ὑπὸ ὅρους καὶ εἰς κύκλον περιωρισμένον. Πάντες οἱ νομομαθεῖς συγγραφεῖς, οἱ συγγράψαντες περὶ τῆς δημοτικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, ἀναφέρουσι τοὺς ὅρους, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐνεργήσῃ, διὰ νὰ παύσῃ τὸν δήμαρχον, πέραν ὅμως τῶν ὅρων αὐτῶν πᾶσα πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πρᾶξις παράνομος καὶ ἔκθεσμος. Μεταξὺ τῶν νομομαθῶν ἀνδρῶν τῶν συγγραψάντων περὶ τοῦ δημοτικοῦ νόμου, ὁ διαπρεπὴς πολιτευτὴς ἡμῶν κ. Δηλιγιάννης, ὁ νομομαθὴς συγγραφεὺς, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη ἀποτελεῖ αὐθεντίαν, ἐν τῷ συγγράμματι αὑτοῦ ἀναφέρει τοὺς περιορισμοὺς ἐκείνους, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παύῃ τὸν δήμαρχον, καὶ θέλω ἀναφέρει πρὸς ὑμᾶς τὸ ἄρθρον 44 καθὼς καὶ τὰς ἐξηγήσεις ὡς πρὸς τοὺς περιορισμοὺς, τοὺς ὁποίους ὁ συγγραφεὺς δίδει· ἐκ τῶν ἐξηγήσεων δ’ αὐτῶν ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἐνήργησε πέραν τῶν περιορισμῶν τοῦ δικαιώματος αὑτῆς, ὑπῆρξε παράνομος καὶ ἔκθεσμος. Τὸ ἄρθρον 44 ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ὁ νομάρχης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παύῃ εἰς κατεπειγούσας περιστάσεις προσωρινῶς τὸν δήμαρχον· ὀφείλει δὲ νὰ ἀναφέρῃ τοῦτο ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν εἰς τὴν ἁρμοδίαν Γραμματείαν τῆς Ἐπικρατείας, ἐκθέτων τὰς αἰτίας τῆς τοιαύτης παύσεως καὶ ἐπισυνάπτων καὶ τὰς περὶ τούτου πράξεις.» Εἰς τὰς σημειώσεις τοῦ συγγράμματος τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἐν σημειώσει ὑπ’ ἀριθ. 2, ἀναφέρεται, ὅτι τότε ἐφαρμόζεται τὸ δικαίωμα τοῦ νομάρχου, «ὅταν αἱ πράξεις ἢ αἱ παραλείψεις τοῦ δημάρχου δύνανται νὰ ἐπαγάγωσιν ἀναγκαίως ἢ νὰ ἐνισχύσωσι βεβαίως τὴν διατάραξιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἢ ὅταν πράξεις ἰδιωτικαὶ αὑτοῦ προκαλῶσιν ἐπὶ τοσοῦτον τὴν κατ’ αὑτοῦ καταφορὰν τῶν συνδημοτῶν του, ὥστε ἐκτίθεται εἰς προφανῆ κίνδυνον ἡ ἐν τῷ δήμῳ κοινὴ ἀσφάλεια, ἢ τέλος, ὅταν ἐκ τῶν πράξεων ἢ παραλείψεων αὑτοῦ πρόκηται νὰ διακινδυνεύσωσι σπουδαῖα συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας, τότε ἡ ἐλαχίστη ἀναβολὴ καθίσταται ἐπιζήμιος, ἀποβαίνει δ’ ἀναγκαία ἡ ἐνάσκησις τοῦ εἰς τὸν νομάρχην παραχωρουμένου τούτου δικαιώματος.» Δὲν γνωρίζω ποία περίπτωσις ἐπειγούσης ἀνάγκης δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, ἵνα θεωρηθῇ ἐπείγουσα ἀνάγκη. Ὑπῆρξε κίνδυνος τῆς δημοσίας ἀσφαλείας; ὑπῆρξε κίνδυνος σπουδαίων καὶ μεγάλων συμφερόντων τοῦ δήμου; ἢ ὑπῆρξε κίνδυνος δημοσίας ὑγείας; Οὐδεμία περίπτωσις τοιαύτη ὑπῆρξεν ἐκ τῶν διαγραφομένων ἐν τῷ νόμῳ. Ἡ περίπτωσις ἡ μόνη, διὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ παυθῇ ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων, ὑπῆρξε τὸ ἔγγραφον τῆς παραιτήσεως αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνε πρὸς τὴν προϊσταμένην ἀρχήν, τὸ ἀπηύθυνε δέ, διότι ὤφειλε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν θέσιν αὐτοῦ διὰ τὴν γενομένην πρὸς αὐτὸν προσβολὴν τῆς προσωποκρατήσεως, καὶ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο ἦτο γεγραμμένον μὲ θαῤῥαλέαν καὶ αὐστηρὰν γλῶσσαν, καὶ ἐξετίθετο ἐν αὐτῷ ἡ κατάστασις τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς. Τοῦτο ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμή, ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ χολωθῇ ἐπὶ τοσοῦτον καὶ νὰ διατάξῃ τὸν νομάρχην, ὅπως παύσῃ τὸν δήμαρχον τοῦ ἀξιώματος αὐτοῦ, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Ἐπαύθη τοῦ ἀξιώματος αὐτοῦ ὁ δήμαρχος, διότι ἐτόλμησε νὰ καταγγείλῃ ἐνώπιον τῶν συνδημοτῶν του τοὺς ὑπαιτίους τῆς δυσχεροῦς καταστάσεως τοῦ δήμου, καὶ νὰ παραστήσῃ τὴν ἀθλίαν κατάστασιν τοῦ δήμου, διότι ἐτόλμησε νὰ παραστήσῃ τὴν ἀστοργίαν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸν δῆμον Ἀθηναίων, ἣν πάντοτε ἐπεδείξατο πρὸς αὐτόν. Ἐπαύθη ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων, διότι ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἂν δὲν βελτιωθῇ διὰ προνοίας τῆς Κυβερνήσεως ἡ κατάστασις τοῦ δήμου, θέλει ἀποχωρήσει τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς. Ἔπρεπε διὰ τὸ θάῤῥος αὐτοῦ ὁ δήμαρχος Μελᾶς νὰ στιγματισθῇ, ἔπρεπε διὰ τὴν τόλμην ταύτην τοῦ δημάρχου νὰ ἐξευτελισθῇ τὸ ἀξίωμα τὸ δημαρχικὸν, ἔπρεπε νὰ ποδοπατηθῇ τὸ δημαρχικὸν ἀξίωμα διὰ μιᾶς ἀποφάσεως παρανόμου τοῦ νομάρχου. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔκρινεν, ὅτι ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων ἔσφαλεν, εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ στείλῃ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ἄλλως οὐδεμία περίπτωσις συνέτρεχεν ἐκ τοῦ νόμου, ὅπως παυθῇ τοῦ ἀξιώματος αὐτοῦ ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων Μελᾶς. Διότι ἐξέθηκε τὴν ἀθλίαν, τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν τοῦ δήμου ἕνεκα τῆς ἀστοργίας τῆς Κυβερνήσεως, ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων δὲν ἔπρεπε νὰ παυθῇ· ἀλλὰ ἠθελήσατε νὰ τὸν στιγματίσητε διὰ μιᾶς ἀποφάσεως παρανόμου, ἠθελήσατε νὰ τὸν θεωρήσητε ἀνεπαρκῆ, καὶ τὸ στίγμα τοῦ ἀνεπαρκοῦς δημάρχου νὰ φέρῃ ἐφ’ ὅρου ζωῆς, διὰ μιᾶς τοιαύτης κυβερνητικῆς ἀποφάσεως παρανόμου, καὶ ἠθελήσατε τὸ στίγμα τοῦ ἀνικάνου δημάρχου νὰ φέρῃ ἀδίκως, διότι κατέδειξεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν κυβερνητικὴν ἀνεπάρκειαν αὐτῆς, ἐξ ἧς προέκυψεν ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ δήμου. Ἠθελήσατε νὰ ἐγκολάψητε τοιοῦτον στίγμα τῆς ἀνεπαρκείας εἰς τὸν δήμαρχον Ἀθηναίων ὅλως ἀδίκως, διότι ἀνέφερεν εἰς ὑμᾶς τὸ παράπονον διὰ τὴν ἀστοργίαν τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν δημοτικῶν πραγμάτων. Καὶ ἡμεῖς θέλομεν καταδείξει πρὸς ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ, δι’ ἀριθμῶν, ὅτι ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ δήμου ὀφείλεται εἰς τὴν ἀκηδίαν τῆς Κυβερνήσεως· ἐὰν ἦναι σήμερον ἀνεπαρκὴς ὁ δῆμος, ἐκληρονόμησε τὴν ἀνεπάρκειαν αὐτὴν ἀπὸ τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὸ «Ἄστυ», τὸ ἡμιεπίσημον ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ταμίας κ. Ζοῦγκος ἐκθέτει τὰ χρέη τοῦ δήμου, διὰ τῶν ὁποίων εἶναι ἐπιβεβαρημένος ὁ δῆμος καὶ τὰ ὁποῖα ὀφείλει πρὸς τὸ Δημόσιον, καὶ τὴν ἔκθεσιν ταύτην θὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅπως λεπτομερῶς ἀκούσητε τὴν κατάστασιν τῶν χρεῶν τοῦ δήμου, διότι ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναφέρω καὶ τὰς δικαίας ἀπαιτήσεις τοῦ δήμου κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐκ τῆς συγκρίσεως ταύτης θὰ πεισθῆτε, ὅτι ὀφείλονται μέγιστα ποσὰ εἰς τὸν δῆμον παρὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ ὅτι τὴν κακοδαιμονίαν τοῦ δήμου παρεσκεύασεν ἡ ἀστοργία τῆς Κυβερνήσεως. Ἀναφέρει ὁ ταμίας Ζοῦγκος ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ, ὅτι «ἀπὸ εἰσφορὰν ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ὀφείλονται δραχμαὶ 310,000». Δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ σημείωσις αὕτη, διότι δὲν εἶναι ἀπαιτητὸν τὸ χρέος αὐτό, καθότι δὲν ἔληξεν ὁ χρόνος, πέραν τοῦ ὁποίου δύναται νὰ γείνῃ ἀπαιτητὸν τὸ χρέος. Τὸ κεφάλαιον λοιπὸν τῶν 310,000 δραχ. δὲν πρέπει νὰ σημειωθῇ εἰς τὴν στήλην τῶν χρεῶν. Ἐπίσης ζητεῖ τὸ Δημόσιον παρὰ τοῦ δήμου «ἀπὸ ὑπόλοιπον εἰσφορᾶς τοῦ ἔτους 1893 δραχ. 48,000». Εἶναι τὸ τρυφερὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγέννησε τὸ ζήτημα τοῦ δημάρχου. Τὴν εἰσφορὰν αὐτὴν ζητεῖ διὰ τὸ ἔτος 1893 ὡς ὑπόλοιπον ἐκ δρ. 48,000· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1892 εἰσέπραξεν ἐπὶ πλέον διὰ λογαριασμὸν τοῦ δήμου τὸ Δημόσιον δραχ. 37,000, τὰς ὁποίας κατακρατεῖ ἡ Κυβέρνησις ἀτόπως, καὶ δὲν δίδει ταύτας εἰς τὸν δῆμον, καίτοι ζητηθείσας κατ’ ἐπανάληψιν. Ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων, ὅταν ἐζητήθησαν παρ’ αὐτοῦ αἱ 48,000 δραχμαὶ, ὅπως καταθέσῃ ταύτας, ἐζήτησε τὸν συμψηφισμὸν τῶν ὀφειλομένων 37,000. Ἐκ τοῦ συμψηφισμοῦ μένει ὑπόλοιπον δρ. 11,000. Ὁ δὲ δῆμος εἶναι ὑπόχρεως νὰ καταβάλῃ τὰς δρ. 11,000, διότι οὐσιαστικῶς τόσα ὀφείλει. Ὥστε ἡ ἀπαίτησις, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ κ. ταμίας διὰ τὴν καταβολὴν τῶν 48,000, ἦτο ἀπαίτησις μὴ στηριζομένη εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον. Ὡσαύτως ζητεῖ ὁ κ. ταμίας 3,347 δρ. διὰ τόκους τῆς ἀπαιτήσεως τῶν 48,000 καὶ ζητεῖ τοὺς τόκους αὐτοὺς, διότι τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου ἔχουν τόκους· ἀλλὰ τὰ τοῦ δήμου δὲν ἔχουν τόκους, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν; Τὸ ποσὸν τῶν τόκων ἀναγράφεται καὶ τοῦτο, ὡς μὴ ὤφελεν, ὡς χρέος ἀπαιτητὸν, εἰς τὴν στήλην τῶν χρεῶν. Ὡσαύτως ζητεῖ τὸ Δημόσιον ἀπὸ τὸν δῆμον «διὰ προκαταβολὰς τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν χωροφυλακὴν τῶν ἐτῶν 1891, 1890 καὶ 1889 δραχμὰς 14,000». Διὰ τὴν ὀφειλὴν ταύτην ὑπάρχει δίκη ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, διότι τὸ Δημόσιον ὀφείλει αὐτὸ νὰ πληρόνῃ τοὺς στρατῶνας τῆς χωροφυλακῆς, καὶ οὐχὶ ὁ δῆμος, ὅστις δὲν εἶναι ὑπόχρεως νὰ πληρόνῃ τοιαῦτα ἐνοίκια διὰ τοὺς στρατῶνας τῆς χωροφυλακῆς, διότι οὐδέποτε ἐπλήρωσε, καὶ ὑπάρχει δίκη ἐκκρεμής, διὰ δὲ τὸ ποσὸν τῶν 14,000 δὲν δύναται νὰ ζητηθῇ ἡ καταβολή, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται δίκη ἐκκρεμὴς καὶ δὲν εἶναι ἀπαιτητόν. «Ὑπόλοιπον τιμῆς οἰκοπέδου τοῦ 1893 δρ. 77,000.» Καὶ διὰ τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο ὑπάρχει ἐκκρεμὴς δίκη μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ δήμου, ἡ ἐκκρεμὴς δ’ αὕτη δίκη δὲν ἦλθεν εἰς πέρας, διὰ νὰ ἴδωμεν εἰς ποῖον θὰ ἐπιδικασθῇ ἡ ὑποχρέωσις τῆς πληρωμῆς, ὅπως πληρώσῃ τὸ ὀφειλόμενον ποσόν. Διὰ τόκους ὑπερημερίας τοῦ χρέους αὐτοῦ τῶν 77,000 δραχμῶν ζητεῖται ἕτερον ποσὸν δρ. 48,000. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν ἀπαιτηθῇ τὸ χρέος, δὲν γνωρίζω πῶς ἀπαιτοῦνται οἱ τόκοι. Τὸ ποσὸν τὸ ἀναγεγραμμένον λοιπὸν τῶν 48,000 εἶναι ποσὸν, τὸ ὁποῖον δὲν ὤφειλε νὰ ἀναγράψῃ ὁ ταμίας ὡς ὀφειλὴν τοῦ δήμου ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ. «Ἀπὸ ἐπαρχιακὰς προκαταβολὰς τοῦ 1880» ζητοῦνται δραχ. 246. Περὶ αὐτῶν δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε. Ἂν τὰς ὀφείλῃ ὁ δῆμος, νὰ τὰς πληρώσῃ τὰς 246 δραχμάς. «Φόρος οἰκοδομῶν τοῦ 1891 δρ. 43,777.» Καὶ δι’ αὐτὰς δὲν γνωρίζω τίποτε· ἀλλ’ ἂν ὀφείλωνται πραγματικῶς οἱ φόροι, ὀφείλει νὰ πληρώσῃ ὁ δῆμος τὴν ὑποχρέωσίν του. Ἀλλ’ ὁ κ. ταμίας Ζοῦγκος ἀναφέρει χρέος ἐξ 605,000 δραχμῶν εἰς βάρος τοῦ δήμου ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, ἐνῷ οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ εἶναι ἀνακριβεῖς, δι’ ὅσα εἶπον προηγουμένως. Ἀφοῦ ἐξεθέσαμεν τὰ διάφορα χρέη τοῦ δήμου πρὸς τὸ Δημόσιον, ὀφείλομεν νὰ ἐκθέσωμεν καὶ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ δήμου κατὰ τοῦ Δημοσίου, ὅπως τελεία εἰκὼν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ δήμου παρασταθῇ πρὸ τῶν ὀμμάτων ὑμῶν, καὶ κρίνητε ποῖος ἔχει τὸ δίκαιον, ἂν ἔχῃ τὸ δίκαιον ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων, ἢ ἔχῃ τὸ δίκαιον ὁ εἰσπράκτωρ ἢ τὸ Δημόσιον, ζητῶν τὰς 48,000 διὰ τὸ ἀναγραφόμενον χρέος τοῦ δήμου, τὸ ὁποῖον ἐξελέγχεται, ὅτι δὲν εἶναι πραγματικόν. Ὀφείλονται δραχμαὶ 481,615 παρὰ τοῦ Δημοσίου εἰς τὸν δῆμον διὰ τὸ καταληφθὲν οἰκόπεδον παρὰ τοῦ Δημοσίου, ἐφ’ οὗ ἤγειρε τὸ Δημόσιον ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Κηφισσίας τοὺς στρατῶνας τοῦ πυροβολικοῦ, καὶ οἱ τόκοι αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τῶν δρ. 481,000. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς καταλήψεως, ὅτε ἠγέρθησαν οἱ στρατῶνες τοῦ πυροβολικοῦ, μακρὰ ἀλληλογραφία διημείφθη μεταξὺ Δημοσίου καὶ δήμου, καὶ οὐδέποτε τὸ Δημόσιον ἐδέχθη νὰ καταβάλῃ τὸ ποσὸν τοῦτο. Ὀφείλονται ὡσαύτως δρ. 60,000 διὰ τὸ δημοτικὸν γήπεδον τὸ καταληφθὲν παρὰ τοῦ Δημοσίου, ἐφ’ οὗ ἤγειρε τὰς δύο πτέρυγας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ δὲ ἀτυχὴς δῆμος τῶν Ἀθηναίων ὑπεχρεώθη δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἐφετείου νὰ ἀναγράψῃ ὡς πιστωτὴν τοῦ δήμου τὸν Ἐμμανουὴλ Ἀντωνιάδην διὰ δραχ. 250,000 καὶ νὰ πληρώνῃ εἰς αὐτὸν τόκους, ἐνῷ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὀφείλεται ἀπὸ τὸ Δημόσιον εἰς τὸν δῆμον διὰ τὴν ἀνωτέρω αἰτίαν, δὲν καταβάλλεται· ἐν τούτοις ὁ ἀτυχὴς δῆμος Ἀθηναίων ὑπόκειται εἰς πληρωμὰς τόκων βαρυτάτων. Ὀφείλονται ὡσαύτως δραχ. 50,000 διὰ τὸ καταληφθὲν οἰκόπεδον ἐπὶ τῆς λεωφόρου τοῦ Πολυγώνου καὶ οἱ τόκοι ἀπὸ τῆς καταλήψεως, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1891. Ὀφείλονται ὡσαύτως 24,000 δραχ. διὰ τὸ καταληφθὲν οἰκόπεδον ἐπὶ τῆς παλαιᾶς ὁδοῦ Κηφισσίας, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οἰκοπέδου ἠγέρθησαν αἱ ἀποθῆκαι τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ. Ὀφείλονται ὡσαύτως δραχμαὶ 144,370 διὰ τὸ χορηγούμενον ὕδωρ εἰς τὸ Ἀνάκτορον καὶ τὸν ἀνακτορικὸν κῆπον, καὶ δυστροπεῖ τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ τὸ χορηγούμενον ὕδωρ, νὰ πληρώσῃ εἰς τὸν δῆμον τὸ μόνον εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον καὶ κύριον ἔχει. Ὀφείλονται δραχμαὶ 50,000 παρὰ τοῦ Δημοσίου ἐξ ἀμέσων φόρων, βεβαιωθέντων, εἰσπραχθέντων καὶ καθυστερουμένων ποσοστῶν ἀπὸ τοῦ 1889 μέχρι τοῦ 1894. Τὸ Δημόσιον ἐν συνόλῳ ὀφείλει τὸ στρογγύλον ποσὸν τῶν δρ. 1,259,289, ἐνῷ ὁ δῆμος ὀφείλει εἰς τὸ Δημόσιον 50,246. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν ἐπὶ Ἐσωτερικῶν: ἐγνώριζε τὰς ὀφειλὰς ταύτας τοῦ Δημοσίου προτοῦ ἀπολύσῃ τὸν δήμαρχον Ἀθηναίων ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος αὐτοῦ; ἐμελέτησε τὴν οἰκονομικὴν κατάστασίν του, τὴν ὁποίαν παρεσκεύασεν ἡ ἀστοργία τῆς Κυβερνήσεως. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, προτοῦ ἀπολύσητε τὸν δήμαρχον τοῦ ἀξιώματος αὐτοῦ, ὠφείλατε νὰ ἐξετάσητε κατὰ βάθος καὶ νὰ μεριμνήσητε διὰ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ δήμου, ὠφείλατε νὰ δείξητε ἀληθῆ στοργὴν περὶ τοῦ δήμου Ἀθηναίων. Διότι ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων εἶχε τὸ σθένος καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπερασπισθῇ τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου, καὶ ἐξῆλθε διὰ θαῤῥαλέας γλώσσης νὰ σᾶς εἴπῃ: «νὰ πληρώσητε τὰ χρέη σας πρὸς τὸν δῆμον, διότι ἄλλως σεῖς δημιουργεῖτε τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ δήμου. Ἐὰν δὲν ἐκπληρώσητε τὰς ὑποχρεώσεις σας, ἐγὼ καταθέτω τὴν παραίτησίν μου, μὴ δυνάμενος ὑπὸ τοιούτους ὅρους νὰ διοικήσω τὸν δῆμον.» Ἤρκεσεν ἡ θαῤῥαλέα ἐκείνη γλῶσσα δημάρχου ἀξιοπρεποῦς νὰ σᾶς χολώσῃ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε νὰ στερήσητε αὐτὸν τοῦ ἀξιώματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνεβίβασαν αὐτὸν χιλιάδες συμπολιτῶν αὐτοῦ. Ἡ προσβολὴ κατὰ τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων, κύριε Ὑπουργὲ, εἶναι προσβολὴ καθ’ ὅλου τοῦ Ἀθηναϊκοῦ λαοῦ, τοῦ εὐγενοῦς καὶ φιλονόμου. Ὁ Ἀθηναϊκὸς λαὸς, κολαφισθεὶς διὰ τοιαύτης προσβολῆς, θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν θὰ σᾶς διδάξῃ ὅτι δὲν προσβάλλεται τόσον εὐκόλως.

§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;

§35ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν θὰ ὁμιλήσῃ;

§36ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Χθὲς ὡμίλησα.

§37ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἀντεκρούσατε τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερε τώρα ὁ κ. Ὀριγώνης.

§38ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω.

§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον, Κύριοι;

§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐνόμιζον ὅτι ἄλλοι ἤθελον μετάσχῃ τῆς συζητήσεως ταύτης, ἵνα συντελέσωσιν εἰς τὸν φωτισμὸν τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ποικίλαι μέχρι τοῦδε ἀνεκοινώθησαν εἰς αὐτὴν γνῶμαι ὑπὸ τῶν ἐπερωτησάντων καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν φαίνεται διατεθειμένος ἕτερος νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀναγκάζομαι ἐγὼ νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως. Ἐγώ, κρίνων τὴν πρώτην ἀφορμήν, ἥτις παρήγαγε τὴν δυσάρεστον ταύτην πλοκήν, τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἐντάλματος προσωποκρατήσεως ὑπὸ τοῦ ταμίου παράνομον, ὑπέθετον ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε ζητήσει νὰ ἀποδείξῃ τὸ ἐναντίον. Ἐπειδὴ ἐσιώπησε μέχρι τοῦδε, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ ἔκδοσις τοῦ ἐντάλματος ὑπὸ τοῦ ταμίου τῶν Ἀθηνῶν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων στηρίζεται εἰς διάταξιν νόμου, καὶ ποίαν. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θεωρῇ ἄξιον νὰ ἀπαντήσῃ, ἡ σιωπή του δηλοῖ, ὅτι ἀρνεῖται νὰ δώσῃ ζητούμενος πληροφορίας. Κύριε Πρόεδρε, δὲν δύναμαι νὰ ὁμιλῶ ἐν ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ εἶμαι μέλος αὐτῆς καὶ δύναμαι νὰ ἀνακοινώσω τὴν γνώμην ἐμοῦ καὶ τῶν συναδέλφων τῶν μετ’ ἐμοῦ συνεργαζομένων, ὅτι ἡ σιωπὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἄτοπος καὶ ἀποτελεῖ οὐ μόνον ἄρνησιν καθήκοντος συνταγματικοῦ, ἀλλὰ καὶ ὕβριν, περιφρόνησιν πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν.

§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερόθεν). Ὅλην μαζὴ, ὅλην.

§42ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅλην τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀντιπροσωπεύετε καὶ μετ’ ἀξιοπρεπείας.

§43ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδεὶς δύναται νὰ κρίνῃ διαφόρως τὴν πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Γόρτυνος συμπεριφορὰν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, πᾶς δ’ ἀνήκων εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην οὔτε ἀλλοίαν γνώμην περὶ αὐτῆς ἠδύνατο νὰ ἔχῃ, οὔτε εἶχεν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τινὸς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες παρακάθηνται ἐνταῦθα, ὅπως χαρακτηρίσῃ αὐτὴν δεόντως· διότι, ἂν ἀληθῶς ἦναι θαυμάσιον τὸ ἀσύστολον τῆς πράξεως, πρὸ τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα, εἶναι ἔτι θαυμασιώτερον τὸ θράσος, μετὰ τοῦ ὁποίου ἡ πρᾶξις αὕτη μένει ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος, καίτοι προκαλοῦνται καὶ ζητοῦνται ἐξηγήσεις ἐπ’ αὐτῆς. Ἄν τις τῳόντι διέλθῃ τὰ ἔγγραφα, ἅτινα εὐηρεστήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς δικαιολόγησιν τῆς πράξεώς του νὰ καταθέσῃ ἐπὶ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, θέλει ἐλεεινολογήσει ἡμᾶς, ὅτι κατεπέσαμεν μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, ὥστε δήμαρχος— ἀδιάφορον ἂν ἦναι δήμαρχος τῆς πρωτευούσης ἢ ἄλλου οἱουδήποτε δήμου —ν’ ἀπολύηται ὡς ὁ ἔσχατος τῶν γραφέων τῆς τελευταίας οἰκονομικῆς ἐφορίας, θέλει ἐλεεινολογήσει τὴν κατάπτωσιν ἡμῶν, διότι δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ ἀνεύρῃ ἐν τοῖς ἐγγράφοις, τοῖς δῆθεν δικαιολογοῦσι τὴν ἀπόλυσιν τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων, ἔννοιάν τινα νομικὴν, δικαιολόγησίν τινα μὴ ἀντικρουομένην ἐξ ἑνὸς τῶν ἐγγράφων αὐτῶν τῶν κατατεθέντων. Ἀφίνων κατὰ μέρος τὰ ἔγγραφα τ’ ἄλλα, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἔχωσι σημασίαν, διότι καὶ αὐτὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον οὐδεμίαν τοῖς ἀπέδωκε τοιαύτην, παρατρέξαν αὐτὰ κατὰ τὴν γνωμοδότησίν του ὑπὲρ τῆς ἀπολύσεως τοῦ δημάρχου, λαμβάνω καὶ ἐξετάζω μόνον τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθη, ὅπως πληρωθῇ τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου 44 τοῦ περὶ δήμων νόμου, τὸ διάταγμα περὶ ἀπολύσεως τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων. Νομίζετε ὅτι γίνεται μνεία ἐν τῇ ἀποφάσει ταύτῃ περὶ τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων ὡς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τοῦ δήμου, δι’ ἧς ἠκούσαμεν δικαιολογουμένην τὴν ἀπόλυσιν; νομίζετε ὅτι πρόκειται περὶ περιπτώσεως διαταράξεως τῆς δημοσίας τάξεως; Ποσῶς. Ἐθεωρήθη ἁπλῶς, ὅτι ἐπέῤῥιψεν ὁ δήμαρχος μομφὴν ἐπὶ τὰς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐκρίθη ὅτι ἐπέῤῥιψεν αὐτῷ τὴν μομφὴν, ὅτι ὑπῆρξεν ἄστοργος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν δῆμον, τοῦτο δ’ ἤρκεσεν, ὅπως κτυπηθῇ κατακέφαλα ὁ δήμαρχος, διὰ ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ μὲν πρόσωπον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἱερὸν, αἱ δὲ πράξεις αὐτοῦ ἀνεπίδεκτοι ἐξελέγξεως, ὅτι αὐτὸς μετέχει τοῦ ἀναμαρτήτου τοῦ Πάπα, καὶ ὅτι, ἄν τις τολμήσῃ νὰ ὑψώσῃ φωνὴν ἐλέγχου ἐπὶ τὰς πράξεις αὐτοῦ, τὰς τόσον ἀνεπιλήπτους, ἀναγκαίως ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ θέλει καταπέσει ὁ πέλεκυς τῆς παύσεως, ἀδιάφορον ἂν πρόκηται καὶ περὶ δημάρχου, ὅστις ἐξελέγη διὰ πολλῶν χιλιάδων ψήφων. Καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐλεεινολογήσωμεν τὴν κατάπτωσιν ἡμῶν, διότι ἐκεῖνοι οἱ ἑπτὰ ἢ ἓξ Ὑπουργοὶ, οἵτινες ὑπέγραψαν τὸ πρακτικὸν αὐτὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη τὸ Β. Διάταγμα τῆς παύσεως τοῦ δημάρχου, ἀπέδειξαν ὅτι δὲν εἶχον συνείδησιν τῆς ἰδίας των ἀξιοπρεπείας, ὅταν τὸ τοιοῦτον πρακτικὸν ὑπέγραφον. Πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ πρακτικὸν, διὰ ν’ ἀντιληφθῇ πᾶς τις καὶ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τίνες εἶναι αἱ ἰδέαι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ χειραφεσίας τῶν δήμων, τὰς ὁποίας πρό τινων ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου ἐπηγγέλλετο, εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 (ἀναγινώσκει): «... Οὐχ ἧττον τὸ ὕφος καὶ ἡ φράσις, ὧν ποιεῖται χρῆσιν ἐν τῇ προμνησθείσῃ ἀναφορᾷ του ὁ εἰρημένος δήμαρχος, εἰσὶν ἀνάρμοστοι, ἀπρεπεῖς καὶ ἀνευλαβεῖς, περιεχόμεναι ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὴν προϊσταμένην αὐτοῦ ἀρχὴν, ἤτοι τὸν νομάρχην Ἀττικῆς. Ἀλλὰ πλὴν τούτου διὰ τῆς ἀναφορᾶς του ταύτης ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων ζητεῖ νὰ ἐπιῤῥίψῃ ἀτόπως καὶ ἀναληθῶς μομφὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὡς παραίτιον τῆς κακοδαιμονίας τοῦ δήμου, καὶ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἀστόργως πρὸς τὸν δῆμον προσενεχθέντα καὶ διὰ τῆς ἐκδόσεως ἐντάλματος προσωποκρατήσεως θελήσαντα νὰ ἐπισφραγίσῃ τὴν ἀσύγγνωστον ἀδιαφορίαν, ἣν τὸ Δημόσιον ἀείποτε ἐπέδειξε πρὸς τὰ δημοτικὰ συμφέροντα. Ἐπειδὴ τοιαύτην διαγωγὴν ἐπιδείξας ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων Μ. Μελᾶς πρὸς τὰς προεστώσας ἀρχάς, πρὸς ἃς ἐν πάσῃ περιπτώσει ὤφειλε νὰ προσενεχθῇ μετὰ τῆς ἐπιβαλλομένης εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ εὐλαβείας καὶ εὐπρεπείας, δὲν δύναται πλέον νὰ ἐξακολουθῇ κατέχων τὴν θέσιν τοῦ δημάρχου κλπ.» Τοιοῦτον εἶναι, Κύριοι, τὸ πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη τὸ Β. Διάταγμα, κρίνατε δ’ ἂν οἱ ὑπογράψαντες αὐτὸ Ὑπουργοὶ εἶχον συνείδησιν τῆς ἰδίας των ἀξιοπρεπείας, καὶ ἂν σήμερον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, συμπεριφερόμενος καθ’ ὃν ἀντελήφθητε τρόπον ἀπέναντι τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες προὐκάλεσαν αὐτὸν νὰ δώσῃ ὡρισμένην πληροφορίαν, σχετιζομένην πρὸς τὴν ὅλως αὐθαίρετον καὶ ἀδικαιολόγητον πρᾶξίν του, ἂν δὲν ἀποδεικνύηται ἐπιπροσθέτως ἀνευλαβὴς καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν Βουλήν. Ἄν ἀνεχθῆτε τὴν συμπεριφορὰν αὐτοῦ ταύτην, εἶσθε ἄξιοι τῆς τύχης σας, δύνασθε δὲ νὰ ἀποχαιρετίσητε διὰ παντὸς τὴν αἴθουσαν ταύτην, χωρὶς οὐδὲν νὰ ζημιωθῇ τὸ Κράτος ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν δῆθεν κοινοβουλευτικῶν τύπων, ὑφ’ ὧν διεπόμεθα.

§44ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βλέπω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἕτοιμον νὰ ἀπαντήσῃ· ἀλλ’ ὑπάρχει ζήτημα παρεμπίπτον. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, σκοπεῖ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ῥητὴν καὶ κατηγορηματικὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος; Πῶς θεωρεῖ ἡ Κυβέρνησις τὸ ἐκδοθὲν ἔνταλμα κατὰ τοῦ δημάρχου;

§45Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις τὸ θεωρεῖ νόμιμον.

§46ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἤδη, Κύριοι, τὸ ζήτημα διὰ τῆς βραχείας ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἐτέθη εἰς τὴν θέσιν του, διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι κατὰ τὴν προχθὲς ὑποβληθεῖσαν ἐπερώτησιν τοῦ ἑτέρου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ τὴν σημερινὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ εἶχεν ἐντελῶς ἐκτροχιασθῆ. Ἔχομεν ἤδη νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος, διότι περὶ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον οἱ νόμοι χορηγοῦσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τοῦ παύειν τοὺς δημάρχους, ἐξ ὅσων ἤκουσα, ὑποθέτω ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις, καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ, ἤθελον παρακαλέσει νὰ προηγηθῇ ἐμοῦ ὁ ἔχων ἀντίθετον γνώμην, ἵνα δυνηθῶ νὰ ἀπαντήσω. Ἐγὼ τοὐλάχιστον θεωρῶ ἐντελῶς ἀνεπίδεκτον συζητήσεως τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως.

§47ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἀπόλυτον;

§48ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐννοεῖται ὅτι τούτου πρέπει νὰ γίνηται χρῆσις ὅπου πρέπει καὶ ὅταν πρέπῃ. Τούτου δεδομένου, δὲν ὑπολείπεται ἢ νὰ συζητήσωμεν, ἐὰν πρεπόντως ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατέθεσα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐνόμιζον ὅτι πρὸς τιμὴν αὐτοῦ τοῦ ἀπολυθέντος δημάρχου δὲν θὰ ἐγίνετο τόσος λόγος εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, ἣν ἡ συμπεριφορὰ πρὸς τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν τοῦ δημάρχου καὶ ἡ ἀπόφασίς του τοῦ ν’ ἀποχωρήσῃ τῆς ἀρχῆς, ἡ μετὰ τοσούτου μάλιστα πείσματος ἐκδηλωθεῖσα, οὐ μόνον δικαιολογεῖ, ἀλλ’ ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἤκουον τοὺς ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἀγορεύσαντας ἀναγινώσκοντας τὸ ἔγγραφον τοῦ δημάρχου, ὅπερ ἀπηύθυνεν εἰς τὸν νομάρχην, κρίνοντας δὲ περὶ αὐτοῦ καὶ ἰδίως περὶ τῆς περιόδου ἐκείνης, δι’ ἧς ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων δηλοῖ, ὅτι ἐγκαταλείπει τὴν ἀρχὴν, παραδίδων ταύτην εἰς τὸν δημαρχικὸν πάρεδρον, ἵνα μὴ ἐπανέλθῃ πλέον, καὶ ἂν ἀνεγνωρίζετο ἔτι, ὅτι ἀδίκως ἐγένετο ὅ,τι ἐγένετο, καὶ ἂν ἐδίδετο ἔτι εἰς αὐτὸν ἡ προσήκουσα ἱκανοποίησις. Ἐπεθύμουν νὰ ἤκουον αὐτοὺς ἀναγινώσκοντας ταῦτα, ἵνα κρίνω ἐκ τῆς φυσιογνωμίας των οἵαν ἐντύπωσιν ἤθελε παραγάγῃ εἰς αὐτοὺς τοῦτο! Τὸ ἔγγραφον ὠνόμασάν τινες παραίτησιν εὔσχημον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὠνόμασεν αὐτὸ, προχθὲς ἀγορεύων, ὑβρεολόγιον· ἐγὼ ἀπέχω νὰ τὸ χαρακτηρίσω, ὀφείλω ὅμως νὰ δηλώσω, ὅτι ἐξεπλάγην, ὅταν ἀνέγνωσα κάτωθεν τοῦ ἐγγράφου τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Μελᾶ, διότι ἀλλοίαν ἐντελῶς εἶχον γνώμην περὶ τοῦ ἀνδρὸς, ὅστις προΐστατο τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς τῶν Ἀθηναίων. Εἶπον καὶ προχθὲς, ὅτι ὁ ἐπαρχιακὸς ταμίας ᾧτινι ἐπεβάλλετο ἐκ τοῦ νόμου, ἵνα πρὸ τῆς λήξεως τῆς χρήσεως μεριμνήσῃ περὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων καὶ μεταχειρισθῇ τὰ ἐκ τοῦ νόμου καταναγκαστικὰ μέτρα, ἵνα ἀποβάλῃ τὴν ἐκ τοῦ νόμου προσωπικὴν αὐτοῦ εὐθύνην, εἰδοποίησε τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν Ἀθηναίων, ὅτι ἡ χρῆσις ἔληγε προσεχῶς καὶ ὅτι δέον νὰ σπεύσῃ νὰ καταβάλῃ τὰ ὀφειλόμενα πρὸς τὸ Δημόσιον, καὶ ὅτι, ἂν δὲν σπεύσῃ, εὑρίσκεται ἐκ τοῦ νόμου εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβῇ οὐχὶ εἰς τὴν χρῆσιν τῶν καταναγκαστικῶν μέτρων, ὡς εἶχε δικαίωμα καὶ καθῆκον, ἀλλὰ εἰς τὴν ὑπόδειξιν τῆς χρήσεως αὐτῶν, ἵνα ἀπέναντι τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς ἔχῃ τὴν νόμιμον δικαιολογίαν, ὅτι ἐξετέλεσε τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν ὁ νόμος. Ὁ κ. δήμαρχος Ἀθηναίων, ὅστις ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου καὶ ὅστις ἐγνώριζεν, ὅτι ἦτο προσωπικῶς ὑπεύθυνος εἰς τὴν καταβολὴν τῶν ἐκ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ὀφειλομένων, ὅστις διετέλει ἐν πλήρει γνώσει τῆς καταστάσεως τοῦ δημοτικοῦ ταμείου, ὅστις ἐγνώριζεν, ὅτι οὐ μόνον τὸ Δημόσιον δὲν ὤφειλέ τι εἰς τὸν δῆμον, ἀλλ’ ὅτι ὁ δῆμος τοὐναντίον ἦτο ὀφειλέτης πρὸς τὸ Δημόσιον πολλῶν ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν, ὅστις ἐγνώριζεν ἐκ τῶν βιβλίων τοῦ δημοτικοῦ ταμείου, ὅτι πάντα τὰ ποσὰ, τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ ἐγγράφῳ τοῦ ταμία ὡς ὀφειλόμενα ὑπὸ τοῦ δήμου πρὸς τὸ Δημόσιον, ἦσαν ἀναγεγραμμένα καὶ εἰς τὰ βιβλία τοῦ δημοτικοῦ ταμείου, ὅστις ἐγνώριζεν, ὅτι αἱ ἀπαιτήσεις, ἃς ὁ δῆμος εἶχε κατὰ τοῦ Δημοσίου ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, πᾶσαι σχεδὸν εἶχον ἀποῤῥιφθῆ, καὶ ὅτι μία ἢ δύο εὑρίσκοντο ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ὅτι τὸ Ἐφετεῖον εἶχεν ἀποφανθῆ κατὰ τῶν ἀξιώσεων τοῦ δήμου...

§49ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.

§50ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἔχω σημείωσιν τοῦ δικαστικοῦ τμήματος, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀναφέρεται τὸ ἱστορικὸν ἑκάστης ὑποθέσεως... Ὁ δήμαρχος λοιπὸν, λέγω, ὅστις ἐπὶ τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς του πάντα ταῦτα ἐγνώριζεν, ἀναγράφει ἐν τῷ ἐγγράφῳ, οὗτινος πάντες ἐλάβετε γνῶσιν, ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα, πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν ἵνα δημοκοπήσῃ, ἀποχωρῶν τῆς ἀρχῆς διὰ παραιτήσεως, κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὑποβαλλομένης. Ἀλλὰ, Κύριοι, οἱ παραιτούμενοι ὅπως ἀποφύγωσιν ὑποχρεώσεις, χωρὶς νὰ ἔχωσι δικαίωμα πρὸς παραίτησιν, καθίστανται ἀνάξιοι νὰ κατέχωσι τὴν ἀρχήν. Ἐκ τοῦ νόμου οὐδὲν εἶχε δικαίωμα νὰ παραιτηθῇ, ἡ φυγή του δὲ, ἡ οὕτω πως γενομένη, δὲν εἶναι μόνον ὕβρις κατὰ τοῦ ἀξιώματος, ἀλλ’ εἶναι ὕβρις κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀνεβίβασαν αὐτὸν εἰς τὸ ὑπέρτατον ἀξίωμα καὶ ὑπὲρ τῶν ὁποίων ὤφειλε νὰ βαστάζῃ τὸ βαρὺ μὲν φορτίον διὰ πάντα, βαρύτερον δὲ διὰ τὸν κ. Μελᾶν, τῆς διοικήσεως τοῦ δήμου τῶν Ἀθηναίων. Ἔλεγον προχθὲς, ὅτι ἐπεζήτει ὁ κ. Μελᾶς τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀπέλθῃ, ζητῶν ν’ ἀποχωρήσῃ τῆς ἀρχῆς, διότι ἐθεώρει ἑαυτὸν ἀνίκανον ἐπὶ πλέον νὰ φέρῃ τὸ βάρος τοῦτο, καὶ ἐπεζήτησε τὴν εὐκαιρίαν ταύτην ἀστόχως ἐν τῇ νομίμῳ ἐνεργείᾳ τοῦ ταμία, φοβούμενος δὲ μὴ τυχὸν προσκληθῇ νὰ ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντά του, ἐμερίμνησε νὰ προσενεχθῇ κατὰ τρόπον ἐπιβάλλοντα τὴν ἐκ τοῦ ἀξιώματός του παῦσιν, καὶ διὰ τοῦτο δηλοῖ ῥητῶς ἐν τῷ ἐγγράφῳ του, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐννοεῖ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰ καθήκοντα τοῦ δημάρχου, καὶ ἂν ἀκόμη ἀρθῶσιν αἱ δῆθεν παρασχεθεῖσαι ἀφορμαί. Πρέπει, Κύριοι, ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ περίοδος αὕτη εἰς ὑμᾶς, ἵνα ἐκτιμηθῇ παρ’ ὑμῶν ἐν συνειδήσει, ἐὰν δήμαρχος κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὑποβάλλων παραίτησιν καὶ οὕτως ἀποχωρῶν τῶν καθηκόντων του δύναται νὰ γείνῃ ἀνεκτὸς, καὶ ἐὰν μὴ δυνάμενοι ν’ ἀποδεχθῶμεν τὴν παραίτησιν αὐτοῦ, ὡς μὴ στηριζομένην εἰς νόμιμον λόγον, ἐὰν δὲν ἐπεβάλλετο ἡμῖν καὶ παντὶ εὐσυνειδήτῳ κυβερνήτῃ νὰ παύσῃ αὐτὸν τῆς ἀρχῆς, ἀφοῦ αὐτὸς οὗτος ἐπισήμως ὁμολογεῖ, ὅτι ἐστίν ἀπολύτως ἀνίκανος νὰ ἐξακολουθήσῃ διοικῶν τὰ τοῦ δήμου. «Ἐν τέλει, κύριε, νομάρχα, γράφει ὁ δήμαρχος, φέρω εἰς γνῶσιν ὑμῶν, ὅτι παραδίδω τὴν διοίκησιν τοῦ δήμου Ἀθηναίων εἰς τὸν πρῶτον δημαρχικὸν πάρεδρον, ἔχων σταθερὰν ἀπόφασιν νὰ μὴ ἐπανέλθω πλέον εἰς τὴν Δημαρχίαν, μετὰ τὴν τελευταίαν ταύτην προσβολὴν, καὶ ἂν ἀκόμη ἡ Κυβέρνησις, ἀναγνωρίζουσα ὡς ἐσφαλμένην τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀπόφασίν της, ἤθελεν ἀνακαλέσει τὴν ἐκτέλεσίν της.» Ἰδοὺ, Κύριοι, τύπος παραιτήσεως! Ὁ κύριος δήμαρχος δὲν ἐπιθυμεῖ συζήτησιν, δὲν ζητεῖ ἔρευναν, ἀλλ’ ὑβρίζων καὶ Κυβέρνησιν καὶ λαὸν, δηλοῖ ὅτι παραδίδει τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν, ἀποχωρῶν ὁριστικῶς, καὶ δὲν θέλει, δὲν σκέπτεται κἂν νὰ ἐπανέλθῃ, καὶ ἐὰν ἀκόμη ἡ Κυβέρνησις ἀνακαλέσῃ τὰς ἀποφάσεις της, τὰς ὁποίας ὑποθέτει ὅτι ἐξέδωκεν. Ἰδοὺ δήμαρχος ἀντάρτης κατὰ τῶν νόμων τοῦ Κράτους, κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τῶν ἀναδειξάντων αὐτὸν τὸν πρῶτον δήμαρχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Τίς, Κύριοι, ἀγνοεῖ, ὅτι οὐδόλως ἐκ τοῦ νόμου ἀναμιγνύεται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς ἐνεργείας τοῦ ἐπαρχιακοῦ ταμία; Ὁ ταμίας ἐνεργεῖ ἐντελῶς αὐτοβούλως· λαμβάνει μόνον διαταγὰς παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἀνελλιποῦς εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων. Πόθεν λοιπὸν ἐδικαιοῦτο ὁ κ. δήμαρχος νὰ πιστεύῃ, ὅτι εἰδικῶς ἡ πρὸς αὐτὸν πρόσκλησις πρὸς πληρωμὴν ἐγένετο συνεπείᾳ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; Ἐνόμισεν ὁ κ. Μελᾶς, τοιοῦτον ἔχων ἀξίωμα, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ ἐξηγήσεις περὶ τῆς ἐνεργείας τοῦ ἐπαρχιακοῦ ταμία; Καὶ δὲν ἠδύνατο ἀναδιφῶν τὸν νόμον νὰ ἴδῃ, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς τὸν ταμίαν νὰ ἐνεργήσῃ ὅσα ἐνήργησε; Καὶ ἐπὶ τέλους δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναμείνῃ, ἵνα ἴδῃ, ἐὰν ἀληθῶς ἤθελον μεταβῆ εἰς τὸ Δημαρχεῖον οἱ εἰσπράκτορες καὶ οἱ στρατιῶται, τοὺς ὁποίους ἀνέμενεν, ἵνα μεταφέρωσιν αὐτὸν εἰς τὰς φυλακάς; «Χθὲς (γράφει) ἐνεφανίσθη δημοτικὸς εἰσπράκτωρ μετὰ στρατιωτικῆς δυνάμεως, φέρων ἀνὰ χεῖρας ἔνταλμα προσωποκρατήσεως, ἐκδοθὲν ῥητῇ ἐντολῇ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως συλλάβῃ τὸν δήμαρχον καὶ τὸν δημοτικὸν εἰσπράκτορα καὶ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὰς φυλακάς...» Καὶ διατί δὲν συνέλαβον τὸν δημοτικὸν εἰσπράκτορα;

§51ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Τὸν συνέλαβον.

§52ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μὴ λέγωμεν ἀνακριβείας! Οὐδένα συνέλαβον· διότι, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ ταμία, ὁ δημόσιος εἰσπράκτωρ μετέβη, ἵνα εἰδοποιήσῃ τὸν δημοτικὸν εἰσπράκτορα, ὅτι πρέπει νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς πληρωμῆς. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι ὁ δημόσιος εἰσπράκτωρ συνοδεύεται πάντοτε παρ’ ἑνὸς χωροφύλακος.

§53ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Τὸν ὁποῖον ἀφῆκε κάτω, εἰς τὴν θύραν.

§54ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εὐχαριστῶ, διότι ὑποβοηθεῖς τὰ ἐπιχειρήματά μου. Τὸν ἀφῆκε κάτω, διότι δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ συλλάβῃ τινά. Ἂν εἶχεν ἔνταλμα κατὰ τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, ἠδύνατο νὰ τὸ ἐκτελέσῃ, ἀφοῦ τὸν εὗρεν ἐκεῖ. Ἀλλ’ ὁ κ. Μελᾶς κατωτέρω πάλιν γράφει: «Κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν εὑρισκόμην εἰς τὸ γραφεῖον, ἀλλὰ σήμερον πρόκειται νὰ ἐπανέλθῃ ὁ δημόσιος εἰσπράκτωρ, ἵνα ἐκτελέσῃ τὸ ἔνταλμα καὶ τὴν πρὸς τοῦτο ἀπόφασιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Εἰ καὶ ἀλόγιστος καὶ ἀδικαιολόγητος ἡ ἀπόφασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ...» Περὶ τίνος ἀποφάσεως ὁμιλεῖ ὁ κ. δήμαρχος κατὰ τόσον αὐθάδη τρόπον; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὐδὲ ἀπόφασίν τινα ἐξέδωκεν, οὐδὲ γνῶσιν κἂν εἶχε τῆς ἐνεργείας τοῦ ταμία, ἀλλ’ ὁ κ. Μελᾶς ἤθελε νὰ ἀπαλλαγῇ τοῦ βάρους, καὶ μὴ γνωρίζων πῶς νὰ κατορθώσῃ τοῦτο, ἐδημιούργει δῆθεν ἀφορμὰς, ἵνα ὑβρίζῃ βαναύσως ἐκείνους, εἰς οὓς καὶ ἐκ τῆς θέσεώς του καὶ ἐκ τοῦ προσώπου των ὤφειλε σεβασμὸν καὶ ὑποταγήν. «Ἐν τούτοις (λέγει παρακατιὼν), θέλω ὑποκύψει εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν, ὅπως ἀχθῶ εἰς τὴν φυλακὴν, ἵνα ἴδω πραγματοποιηθεῖσαν τὴν τερατώδη ταύτην πρᾶξίν του.» Ὁ κ. Μελᾶς ὑποθέτει, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐπανέλθῃ ἡ στρατιωτικὴ δύναμις καὶ μεταφέρῃ αὐτὸν δέσμιον εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ταύτῃ καταλαμβάνεται ὑπὸ τρόμου, μεθίσταται εἰς ἀναίτιον σύγχυσιν καὶ λησμονεῖ καὶ τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον κατεῖχε, καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν του, καὶ τρέπεται εἰς φυγὴν, ἐκσφενδονίζων τὸ ἔγγραφον τοῦτο πρὸ ἡμῶν· μὴ δυνάμενος δὲ νὰ συγκρατήσῃ ἑαυτὸν, προσηνέχθη ὡς δὲν ἐπετρέπετο εἰς αὐτὸν οὔτε ἐκ τῆς ἀνατροφῆς του, οὔτε ἐκ τοῦ ἀξιώματός του. Δυστυχῶς τὰ πάντα ἐλησμόνησεν. Ἐλησμόνησε δὲ πρὸ πάντων τοὺς συμπολίτας του, οὓς ἐνόμισεν ὅτι κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἠδύνατο νὰ ἱκανοποιήσῃ, ῥίπτων εἰς τὸ πρόσωπον αὐτῶν τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβε διὰ τῆς ψήφου των, καὶ φεύγων ἀπὸ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς. Ἀλλὰ τοῦτο μόνον περιέχεται ἐν τῷ ἐγγράφῳ τοῦ δημάρχου πρὸς τὴν Νομαρχίαν; Εἶπον καὶ προχθὲς, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦτο περιέχει σειρὰν ἀνακριβειῶν, διότι οὐδὲν ἐκ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐν αὐτῷ ἀναφέρονται, εἶναι ἀληθές. Ἀναφέρει ὁ δήμαρχος, ὅτι τὸ Δημόσιον ὀφείλει μεγάλα ποσὰ πρὸς τὸν δῆμον Ἀθηναίων, καὶ ὅμως ἐκ τοῦ ἐγγράφου, ὅπερ ἔχω εἰς χεῖράς μου, καὶ τὸ ὁποῖον περιέχει τὴν ἐνεργηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ ἐξέλεγξιν, ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐκ τῶν βιβλίων τῆς Δημαρχίας πιστοποιεῖται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιστοποίησεν ὁ ἐπαρχιακὸς ταμίας ἐκ τῶν βιβλίων τοῦ Δημοσίου, τουτέστιν ὅτι ὁ δῆμος Ἀθηναίων ὀφείλει εἰς τὸ Δημόσιον 605,928 δραχμάς.

§55ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀναγνώσατε, παρακαλῶ, τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν τὰ χρέη τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸν δῆμον.

§56ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ, ἀναγινώσκων αὐτὸ, βλέπω ὅτι ὁ δῆμος Ἀθηναίων ἀναγνωρίζει εἰς τὸ Δημόσιον δι’ ὑπόλοιπον εἰσφορᾶς τοῦ 1893 δραχ. 48,712 καὶ 59/00, διὰ τὸ 1894 δραχ. 310,346, διάφορα δὲ ἄλλα ποσὰ ἐκ διαφόρων αἰτιῶν, ἅτινα ἐν ὅλῳ ἀνέρχονται εἰς δρ. 605,928 καὶ 48/00. Ὡς πρὸς τὰ ὀφειλόμενα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸν δῆμον, λέγει ὁ εἰσπράκτωρ, «ἐκ τῶν βιβλίων οὐδὲν συνάγεται»· καὶ ταῦτα, τὰ ὁποῖα ὁ εἰσπράκτωρ λέγει, δὲν ἀνέρχονται εἰς ποσὸν δυνάμενον νὰ καλύψῃ τὴν ὀφειλὴν τοῦ δήμου πρὸς τὸ Δημόσιον, εἰς οὐδὲν δὲ βιβλίον τοῦ δήμου ταῦτα σημειοῦνται, διότι ὁ οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητὴς, ἐξελέγχων τὰ βιβλία τοῦ δήμου, εἰς οὐδὲν μέρος ἀνεῦρεν ἀναγραφομένην ὀφειλὴν τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸν δῆμον· ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ ὅμως λέγει, ὅτι «διὰ τὴν ἀπαίτησιν τοῦ δήμου διὰ τὸ ποσὸν τῶν 300,000 δρ. δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ χορηγήσῃ πληροφορίας, καθόσον ἐκ τῶν βιβλίων τοῦ ταμείου τοῦ δήμου δὲν προκύπτει σχετικόν τι περὶ αὐτῆς.» Καὶ ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς—διὰ νὰ κάμω καὶ δι’ αὐτὸν λόγον—πρὸ ὀλίγου ἔλεγεν, ὅτι τοῦτο τὸ ποσὸν τὸ ὀφείλει τὸ Δημόσιον πρὸς τὸν δῆμον Ἀθηναίων, καὶ ὅτι, καίτοι τοσάκις ζητηθὲν, δὲν κατεβλήθη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου· ἀλλ’ ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ, διαψεύδων τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, λέγει, ὅτι οὐδὲν ἐκ τῶν βιβλίων τοῦ δήμου ἀποδεικνύεται, ὅτι οὐδεμίαν δύναται νὰ δώσῃ πληροφορίαν περὶ τῆς τοιαύτης ὀφειλῆς· ἐκ τῆς σημειώσεως δέ, τὴν ὁποίαν ἔδωκε τὸ δικαστικὸν τμῆμα, ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ ἀπαίτησις τοῦ δήμου ὁριστικῶς ὑπὸ τῶν δικαστηρίων ἀπεῤῥίφθη. Τοιαύτη εἶναι ἡ ὀφειλὴ τῶν 300,000 δραχμῶν, ἣν εἶχε τὴν ἀξίωσιν ὁ κ. Μελᾶς νὰ συμψηφίσῃ. Ἀπαίτησις ἀνύπαρκτος, ἀπαίτησις φανταστική! Διὰ δὲ τὴν ἀπαίτησιν τοῦ δήμου διὰ τὸ διοχετευόμενον ὕδωρ εἰς τὰ Ἀνάκτορα καὶ τὰ δημόσια καταστήματα, «ὁ εἰσπράκτωρ τοῦ δήμου, λέγει ὁ ἐπιθεωρητής, μοὶ παρέδωκεν ἀντίγραφον τῆς ὑπ’ ἀριθ... ἀναφορᾶς του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν».

§57ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἰς πόσον ποσὸν λέγει ὅτι ἀναβαίνει;

§58ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἰς 90 περίπου χιλιάδας δραχμῶν. Καὶ διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ὑπῆρχεν ἐκκρεμὴς δίκη, ἥτις ἀπέβη κατὰ τοῦ δήμου εἴς τε τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ εἰς τὸ Ἐφετεῖον, καὶ ἑπομένως διὰ τελεσιδίκου ἀποφάσεως τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνεγνωρίσθη, ὅτι δὲν ὀφείλεται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸν δῆμον.

§59ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον ποσόν; Διὰ τὸ ὕδωρ τῶν Ἀνακτόρων; Σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι εἶναι ἀνακριβές, διότι τὸ Ἀνάκτορον κατεδικάσθη νὰ πληρώσῃ.

§60ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ Ἀνακτόρων, ἀλλὰ περὶ τοῦ Δημοσίου. Εἰς τὴν δίκην ταύτην διάδικοι ὑπῆρχον ὁ δῆμος Ἀθηναίων, τὸ Δημόσιον καὶ τὸ Ἀνακτορικὸν ταμεῖον. Εἶπον λοιπόν, ὅτι τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ λόγου τούτου οὐδὲν ὀφείλει εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων.

§61ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀντεπροσωπεύετο τότε ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ Παπαμιχαλοπούλου καὶ ἀπέστειλεν ἔγγραφον πρὸς τὸ Ἀνακτορικὸν ταμεῖον, ὅτι ἀναδέχεται ταύτην τὴν ὑποχρέωσιν.

§62ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ περὶ αὐτοῦ· ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐκ τοῦ δικαστικοῦ τμήματος ἡ πληροφορία εἶναι, ὅτι ἡ ἀπαίτησις αὕτη τοῦ δήμου κατὰ τοῦ Δημοσίου τελεσιδίκως ἀπεῤῥίφθη. Πιθανὸν νὰ ὀφείληται τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸ Ἀνακτορικὸν ταμεῖον. Ἐκτὸς δὲ τῶν ἀπαιτήσεων τούτων, αἵτινες, ὡς ἐξέθεσα, εἰσὶν ἀνύπαρκτοι καὶ φανταστικαί, ὁποίαν νομίζετε ἄλλην ἀπαίτησιν προέβαλεν ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ κατὰ τοῦ Δημοσίου; Ὅτι τὸ Δημόσιον ὀφείλει ποσά τινα ἀόριστα ἐκ ποσοστῶν κληρονομικῶν δικαιωμάτων, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν ἀπέδωκε τὰ ποσὰ ταῦτα εἰς τὸν δῆμον, ποσά, τὰ ὁποῖα δὲν ὁρίζει, διότι δῆθεν ἀγνοεῖ. Ἰδοὺ δανειστὴς ἀγνοῶν τί ἔχει νὰ λάβῃ!

§63ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Εἶναι ἓν ἑκατομμύριον.

§64ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διατὶ νὰ ἦναι ἓν καὶ νὰ μὴ ἦναι πέντε; Σᾶς λέγω ὅμως, ὅτι ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἁρμόδιος νὰ γνωρίζῃ περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ ταμείου του, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ προσδιορίσῃ τὰ ποσὰ ταῦτα, προσδιορίζει ἐν τούτοις ἐξ ἄλλης αἰτίας ποσὸν 37,000 δραχμῶν, καθ’ ὑπέρβασιν εἰσπραχθεισῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐξ εἰσφορᾶς ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Πρέπει δὲ νὰ καταστῇ γνωστὸν, ὅτι ἡ εἴσπραξις τῶν ὀφειλομένων ὑπὸ τοῦ δήμου ἐνηργεῖτο κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὑπὸ τοῦ ἐπαρχιακοῦ ταμείου, ὥστε συνεψήφισε πολλὰ ποσά, εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1894, εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1893, τοῦτο δὲ δὲν δεικνύει ὅ,τι ὑπεστήριξαν οἱ προλαλήσαντες Κύριοι Βουλευταὶ, οὔτε ὅ,τι ὑποστηρίζει ὁ δήμαρχος ἐν τῷ ἐγγράφῳ του, ὅτι τουτέστι σκοπὸς τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἐντάλματος ἦτο ὁ ἐξευτελισμὸς τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς καὶ ἡ πραγματικὴ καταδίωξις τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων, ἀλλὰ σκοπὸς τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἐντάλματος ἦτο ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ὤφειλεν ὁ δήμαρχος, καὶ ὡς πολίτης, ἀλλὰ πρὸ πάντων ὡς δημοτικὸς ἄρχων, νὰ σέβηται. Τοιαῦτα λοιπὸν ἀνακριβῆ ἐπικαλούμενος ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων, συνέταξε τὸ ἔγγραφον τοῦτο (ἐπιδεικνύει τὸ ἔγγραφον), ὑβρίζων τὴν Κυβέρνησιν καὶ προκαλῶν τὸν Ἀθηναϊκὸν λαὸν εἰς μῖσος καὶ ἀποστροφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Τοιαύτη συμπεριφορὰ δημάρχου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἀνεκτὴ ὑπὸ τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς· ὅταν δὲ ἐκεῖνος ἔλεγεν, ὅτι ἀποχωρεῖ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, μὴ σκοπῶν νὰ ἐπανέλθῃ, ἐδικαιοῦτο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτὸν τοῦ βάρους, τὸ ὁποῖον μετὰ τόσης δυσχερείας ἐπὶ τρία ὁλόκληρα ἔτη ἔφερεν ἐπὶ τῶν ὤμων αὐτοῦ. Ἀλλὰ, Κύριοι, νομίζετε, ὅτι πρώτην φορὰν τοιαύτην ἐπεδείξατο συμπεριφορὰν ὁ τέως δήμαρχος Ἀθηναίων; Ὅτε πρὸ ὀλίγου χρόνου ἐγένετο γνωστὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι καταχρήσεις λαμβάνουσι χώραν κατὰ τὴν διανομὴν τοῦ ὕδατος, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον εἶχεν, ἵνα ἐπιτηρῇ τὴν δημοτικὴν διοίκησιν, ἵνα ἐλέγχῃ καὶ κρίνῃ περὶ τῆς δημοτικῆς διαχειρίσεως, ἐθεώρησε καθῆκον, ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὸν, νὰ ἐξετάσῃ τὰ περὶ τοῦ θέματος, νὰ ἐρευνήσῃ, ἐὰν ἀληθῶς γίνωνται καταχρήσεις κατὰ τὴν διανομὴν τοῦ ὕδατος, καὶ νὰ διορθώσῃ τὸ ἄτοπον, ἐφ’ ὅσον διὰ τούτου μάλιστα ἐπρόκειτο ν’ ἀποστερηθῶσι πολλαὶ συνοικίαι τοῦ ὀλίγου ὕδατος, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ θέρος εἶχον, ἵνα ἐξοικονομήσωσι τὰς ἀνάγκας αὐτῶν. Προέβη λοιπὸν εἰς τὸν διορισμὸν ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν τοῦ πράγματος, ὁ δὲ δήμαρχος Ἀθηναίων ἐθεώρησε καὶ τότε, ὅτι προσεβλήθησαν τὰ δικαιώματά του, καὶ δι’ ἐγγράφου, ἀπευθυνομένου πρὸς τὴν Νομαρχίαν, διετύπωσεν ἀρχάς τινας ἐλευθερίας ἀκατανοήτου τῆς δημοτικῆς διοικήσεως, ἀρχὰς τὰς ὁποίας πολλάκις ἀκούομεν ἀναφερομένας παρὰ μὴ πιστευόντων εἰς αὐτὰς, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι ἐὰν ἤθελον ἐφαρμοσθῆ, δὲν ἤθελεν ὑπάρχει εἰς τὸν τόπον διοίκησις ἀληθὴς καὶ πραγματική. Ἀπευθυνόμενος ὁ τέως δήμαρχος τότε πρὸς τὴν διοίκησιν, ἔλεγε: «Πῶς ἀνεμίχθητε εἰς τὰ δικαιώματά μου; Ἐὰν γίνωνται καταχρήσεις εἰς τὴν διανομὴν τοῦ ὕδατος, ἐγὼ ὀφείλω νὰ τὸ ἐξετάσω.» Ἀλλὰ σὺ, Κύριε, εἶσαι ὁ ὑπόλογος ἀπέναντι τῆς διοικήσεως διὰ τὰς γενομένας καταχρήσεις, διότι σὺ ἐξέλεξας τὰ πρόσωπα, εἰς ἃ ἀποδίδονται αἱ καταχρήσεις, καὶ θὰ ἀνατεθῇ εἰς σὲ ἡ ἐξέτασις τοῦ θέματος, ἀφοῦ διατελῇς ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἥτις θέλει νὰ βεβαιωθῇ κατὰ τίνα τρόπον ἐπιβλέπεις εἰς τὰ δημοτικὰ συμφέροντα; Τότε κατενόησε τὸ πρᾶγμα ὁ δήμαρχος, καὶ ἦλθε πρὸς τὸν φίλον Ὑπουργὸν τὸν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἀνεγνώρισεν ὅτι ἔπταισε, καὶ ἀνεγνώρισεν ὅτι παρανοῶν τὸν νόμον ὑπεστήριζεν ὅτι δὲν διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς κατὰ τὴν διαχείρισιν τῆς δημοτικῆς διοικήσεως, ἀνεγνώρισε τότε, ὅτι ὀρθῶς ἀπηντήσαμεν αὐτῷ, λέγοντες ὅτι ἐντὸς ὡρισμένου κύκλου διατελεῖ πᾶσα καθεστηκυῖα ἀρχὴ τῆς διοικήσεως ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς ὑπερτάτης διοικητικῆς ἀρχῆς, τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπεζήτησε ἴσως καὶ τότε ἀφορμὰς, ἵνα ἀποβάλῃ τὸ φορτίον, ἀλλὰ δὲν εὗρε τοιαύτας, καὶ ἐνόμισεν εὔκαιρον νὰ δημιουργήσῃ ἀφορμὴν τὴν ὑπὸ τοῦ ταμία ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου.

§65ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κατὰ ποίαν ἐποχὴν ἐγένετο τοῦτο; Κατὰ τὸν Φεβρουάριον 1893;

§66ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1894.

§67ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὑπῆρξε καὶ προηγουμένη παραίτησις.

§68ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω. Εἰς τὴν ἐποχὴν, περὶ ἧς ὁμιλῶ, δὲν ὑπέβαλε παραίτησιν, ἔκαμεν ἀπόπειραν παραιτήσεως. Ἐὰν καὶ πρότερον εἶχεν ὑποβάλει παραίτησιν, τοῦτο ἔρχεται εἰς ἐνίσχυσιν τῶν ὅσων λέγω, τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἔκτοτε εἶχε κατανοήσει ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀποχωρήσῃ.

§69ΔΑΛΛΑΣ. Ἀλλὰ καὶ ὅταν τελευταῖον παρῃτεῖτο, ἔπρεπε νὰ τὸν ἐξαναγκάσητε διὰ τοῦ νόμου νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰ καθήκοντά του, καὶ ὄχι νὰ προβῆτε εἰς ἀπόλυσιν.

§70ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἰδοὺ καὶ ἕτερος Βουλευτής, ὡς ὁ προαγορεύσας, παραπέμπων ἡμᾶς εἰς τὰ δικαστήρια! Καὶ τί φυσικώτερον; ἡ ὑφισταμένη ἀρχὴ, ὁ δήμαρχος, ὑβρίζει τὸν προϊστάμενον τῆς Κυβερνήσεως, ὑβρίζει τὴν Κυβέρνησιν, ὑβρίζει τοὺς νόμους, δημιουργεῖ σκάνδαλον, φεύγει ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ἀναιρῶν καὶ τάξιν καὶ πειθαρχίαν, ἀσεβεῖ πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις του, καὶ ἡμεῖς, παραιτούμενοι τῶν ἐκ τῶν νόμων δικαιωμάτων μας, διὰ τῆς χρήσεως τῶν ὁποίων συγκρατεῖται ἡ διοίκησις, νὰ καταγγείλωμεν τὸν δήμαρχον εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον! Τὴν συμβουλὴν ταύτην παρακαλοῦμεν νὰ κρατήσητε δι’ ὑμᾶς, ὅταν εὑρεθῆτε εἰς ὁμοίας περιστάσεις! Κύριοι, τοιαῦτα δὲν λέγονται σοβαρῶς ἐνώπιον Κοινοβουλίου. Ἡ δικαιοσύνη ἔχει ὑψηλότερα θέματα, ἵνα ἀσχοληθῇ, ἀλλὰ καὶ ἡ διοίκησις, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι ἐπέβαλον καθήκοντα καὶ ὑποχρεώσεις, ἀλλ’ ἐχορήγησαν καὶ δικαιώματα, γνωρίζει ὁποίαν χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων αὑτῆς ὤφειλε νὰ κάμῃ. Ποιούμενοι δὲ χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν ἐν μέτρῳ ἐπιβαλλομένῳ ὑπὸ τῶν πραγμάτων, ἤμεθα πεπεισμένοι, ὅτι ἐξυπηρετοῦμεν ὄχι μόνον τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς δημοτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐθεωρήσαμεν εἰς τὰ καίρια ὑβριζομένην διὰ τῆς τοιαύτης συμπεριφορᾶς τοῦ δημάρχου. Πρὸ παντὸς ὅμως ἔπρεπε νὰ δώσωμεν νὰ ἐννοήσῃ ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν, ὅστις περιέβαλε διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης αὑτοῦ τὸν πρώην δήμαρχον, ὅτι τοιαύτην οὗτος ἐποιήσατο χρῆσιν τῆς ἐμπιστοσύνης, μεθ’ ἧς περιεβλήθη, ἔπρεπε νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸν νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι οἱ οὕτω παραβαίνοντες τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβον διὰ τοῦ ἐπισήμου τῆς ἐκλογῆς γεγονότος, πρέπει νὰ τιμωρῶνται ὄχι διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς παραιτήσεώς των, ὅταν πρὸς τοῦτο δὲν ὑπάρχωσι νόμιμοι λόγοι, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀποβολῆς ἀπὸ τῆς ἀρχῆς. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ λαὸς τοῦ δήμου Ἀθηναίων δὲν εἶχε τὴν ἐλαχίστην ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα κατανοήσῃ ὁποία ἦτο ἡ πολιτεία τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων, διότι ὁ λαὸς τοῦ δήμου Ἀθηναίων διῳκεῖτο ὑπὸ τοῦ δημάρχου τρία ἤδη ἔτη, εἶναι δὲ ἀρκούντως νοήμων, ἵνα δύναται νὰ διαγινώσκῃ τὴν ἱκανότητα τῶν διοικούντων τὸν δῆμον. Ὁ λαὸς ὅμως τοῦ δήμου τῶν Ἀθηναίων εἶχε δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἕτερόν τι ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ τὸ σέβας πρὸς τοὺς νόμους, καὶ ἰδίως πρὸς τοὺς νόμους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν τῶν δημοτικῶν ἐλευθεριῶν. Καὶ δυστυχῶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει ἄλλας περὶ δημοτικῶν ἐλευθεριῶν ἰδέας, οὐδ’ ἐδίστασεν, ὁμιλῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐνασκεῖ κηδεμονίαν ἐπὶ τῶν δήμων· τοῦτο δὲ ἀρκεῖ, ὅπως κατανοήσητε τὸ ὕψος τῆς ἀμαθείας τοῦ ἀνδρὸς (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς καὶ τῶν ἀκροατηρίων). Καὶ ἐὰν τοιαύτη ἦναι ἡ ἀμάθεια τῶν διοικούντων, θέλετε κατανοήσει ὁποῖαι εἶναι αἱ πράξεις αὐτῶν. Ἂν ἀνεγίνωσκε τὸν νόμον περὶ διοικήσεως τῶν δήμων τοῦ 1834, ἤθελε μάθει, ὅτι τοῦτο ἰδίως ἀπαγορεύει ὁ νόμος περὶ δήμων εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ νὰ κηδεμονεύῃ τοὺς δήμους, καὶ ἀπηγόρευσε μάλιστα εἰς τὴν διοίκησιν νὰ παρεμβάλλῃ οἱονδήποτε πρόσκομμα εἰς τὴν ἀπόλυτον κίνησιν τῆς δημοτικῆς διοικήσεως. Ἄρθρον 117 τοῦ δημοτικοῦ νόμου (ἀναγινώσκει): «Οἱ δῆμοι καὶ αἱ διοικητικαὶ αὐτῶν ἀρχαὶ ὑπάγονται εἰς τοὺς ἐπάρχους. Εἰς τούτους ἀπόκειται τὸ νὰ ἐπιτηρῶσιν ἀμέσως τὴν διοίκησιν τοῦ δημάρχου καὶ τῶν δημοτικῶν συμβουλίων, καὶ νὰ διατάττωσι κατὰ τοῦτο ὅσα εἶναι ἀναγκαῖα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων. Εἶναι ὅμως ἀπηγορευμένον εἰς αὐτοὺς, ἐπὶ βαρυτάτῃ εὐθύνῃ, νὰ παρεμβαίνουν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν δικαιωμάτων, ἢ νὰ παρεμποδίζωσιν ἀθεμίτως τὴν νόμιμον καὶ ἐλευθέραν κίνησιν τῶν δημοτικῶν διοικητικῶν ἀρχῶν». Καὶ ὁ εἰρημένος νόμος δὲν ἐψηφίσθη ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος, διότι δὲν ἐξεδόθη κατὰ τὴν τελευταίαν τριακονταετίαν, καθ’ ἣν ἐγκατεστάθη τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, δὲν ἐψηφίσθη δ’ οὔτε ὑπὸ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα τοῦ 1843, ὅτε δὲν ἐλειτούργει τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, διότι ἐξεδόθη κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ξένοι διῴκουν τὴν Ἑλλάδα, καὶ διῴκουν αὐτὴν ἀπολύτως. Εἶχεν ἀληθῶς δικαίωμα ὁ λαὸς τοῦ δήμου Ἀθηναίων νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ σεβασθῇ τοὺς νόμους,—διότι, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν ἐσεβάσθη, ἀλλὰ παρέβη τοὺς νόμους. Δὲν ἰσχυρίζομαι, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ παύσῃ τὸν δήμαρχον, κρίνω μάλιστα, ὅτι ἀστόχως ἠμφισβητήθη τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως, ἵνα παύῃ τοὺς δημάρχους, καὶ ὅτι ἡ ἀμφισβήτησις αὕτη ἔδωκεν ἴσως ἀφορμὴν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ παρασταθῶσιν, ὅτι ἀδίκους ἀπηύθυναν κατ’ αὐτῶν αἰτιάσεις, διότι νόμιμος ἦτο ἡ ἐνέργεια αὐτῶν, δι’ ἧς προεκάλεσαν τὴν παῦσιν τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων· διατείνομαι μάλιστα, ὅτι ἠδύνατο νὰ παυθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ὁ δήμαρχος· ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ οὐχὶ μόνον παρέβησαν δύο νόμους τοῦ Κράτους, ἀλλ’ οὐδ’ ἐνήσκησαν δεδικαιολογημένως τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ἀνέγραψεν ὑπὲρ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἤτοι τὸ δικαίωμα νὰ προκαλέσωσι τὴν περὶ παύσεως τοῦ δημάρχου ἀπόφασιν τοῦ Βασιλέως. Ταῦτα, τὰ ὁποῖα λέγω, δὲν λέγω μόνον, διότι θέλω προβῆ εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν νόμων, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅσα λέγω. Καὶ πρῶτον ὁ ἐπιτετραμμένος τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων τοῦ δημοσίου ταμείου δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐντέλληται τὴν προσωπικὴν κράτησιν τῶν δημάρχων, διότι οὐδεὶς ἐκ τῶν τριῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ἐκανόνισαν τὰ τῆς εἰσπράξεως τῶν εἰσφορῶν, αἵτινες ἐπεβλήθησαν εἰς τοὺς δήμους, ἀπένειμεν εἴς τινα τοιοῦτον δικαίωμα. Κατὰ τὰς ἡμέρας μάλιστα ἐκείνας, καθ’ ἃς ἐξεδόθη τὸ ἔνταλμα τῆς προσωποκρατήσεως κατὰ τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων, τινὲς, οἵτινες προσπελάζουσιν εἰς τὰς οἰκίας τῶν κ. Ὑπουργῶν, διέδιδον, ὅτι νόμον ἐπιτρέποντα τοιοῦτον δικαίωμα κατεσκεύασε τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου προϊστάμην ἐγώ. Ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη καθ’ ὃν χρόνον ἐγὼ ἤμην ἐν τῇ ἀρχῇ, εἶναι ὁ νόμος τῆς 27 Μαρτίου 1891, ἐν ᾧ γʹ τοῦ ἄρθρ. 7. Ἔχει δὲ οὕτω τὸ κείμενον τῆς διατάξεως ταύτης: «Ἡ εἰσφορὰ τῶν δήμων καὶ ἡ συνδρομὴ τῶν Μονῶν ὑποβάλλεται εἰς τὸν διὰ τὰ δημόσια ἔσοδα ἰσχύοντα τόκον ὑπερημερίας, ἀρχόμενον ἀπὸ τῆς λήξεως τοῦ εἰς ὃ ἀνήκουσιν ἔτους.» Τοιαύτην, καὶ μόνην ταύτην τὴν κύρωσιν ἐζητήσαμεν νὰ νομοθετήσῃ ἡ Βουλὴ πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς εἰσπράξεως τοῦ ἐσόδου τοῦ ἐκ τῶν εἰσφορῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπεβλήθησαν εἰς τοὺς δήμους. Τοῦτον μόνον τὸν νόμον παρεσκευάσαμεν ἡμεῖς, οὗτος δὲ οὐδαμῶς ἐπέτρεπεν ἢ ἐπέτασσε τὴν προσωπικὴν κράτησιν τῶν δημάρχων. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ νόμου τούτου ἐξεδόθησαν δύο ἕτεροι νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν καὶ κατεσκευάσθησαν νόμοι τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου προΐστατο ὁ νῦν Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁ εἷς τῶν νόμων τούτων εἶναι ὁ τῆς 9 Ἰανουαρίου 1888, ὁ δὲ ἕτερος ὁ νόμος τῆς 12 Αὐγούστου τοῦ 1892. Ὁ νόμος τοῦ 1888 διατάσσει ἐν ἄρθρῳ 6 ταῦτα: «Πάντα τὰ κατὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3 τοῦ παρόντος νόμου ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Ταμείου τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως βεβαιοῦνται, ἀναγνωρίζονται καὶ πραγματοποιοῦνται κατὰ τὰς περὶ δημοσίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἰσχυούσας σχετικὰς διατάξεις καὶ ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ παρόντος.» Ἐν ἄρθρῳ δὲ 8 τὰ ἑξῆς: «Οἱ πρὸς εἴσπραξιν τῶν ἐν ταῖς §§ βʹ καὶ δʹ τοῦ ἄρθρου 2 ἐσόδων τοῦ Ταμείου τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως ἁρμόδιοι ταμίαι καὶ ὑποταμίαι (ἤτοι πρὸς εἴσπραξιν τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων καὶ τῆς εἰσφορᾶς τῶν ἱερῶν Μονῶν) ὀφείλουν, ἂν οἱ παρ’ αὐτῶν ἀμέσως εἰσπραττόμενοι δημοτικοὶ φόροι καὶ τὰ ἔσοδα τῶν διατηρουμένων Μονῶν δὲν ἐπαρκοῦν εἰς τὴν ἀπότισιν τῆς ὀφειλομένης ὑπὸ ἑκάστου τῶν δήμων καὶ Μονῶν εἰσφορᾶς, νὰ κατάσχωσιν ἐγκαίρως καὶ ἄλλα εἰσοδήματα αὐτῶν, καὶ νὰ εἰσπράττωσιν αὐτὰ ἀπ’ εὐθείας.» Καὶ ἐν ἄρθρῳ 9 ταῦτα: «Οἱ δήμαρχοι καὶ οἱ δημοτικοὶ εἰσπράκτορές εἰσι προσωπικῶς ὑπεύθυνοι διὰ τὴν καταβολὴν τῆς ὑπὸ τοῦ δήμου αὐτῶν καταβαλλομένης κατ’ ἔτος εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως εἰσφορᾶς, καὶ καταδικάζονται ἀτομικῶς δι’ ἀποφάσεως ἀνεκκλήτου τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργείου εἰς τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ΑΨΙΓʹ τῆς 1ης Ἀπριλίου 1887 πρόσθετον τέλος 20% καὶ τόκον 8%, ἂν, εἰσπράξαντες δημοτικὰ ἔσοδα ἀναλόγου ποσότητος, δὲν καταβάλωσι τὴν εἰσφορὰν τοῦ σχετικοῦ ἔτους.» Ποῖον δικαίωμα σᾶς ἀπένειμεν ὁ νόμος οὗτος, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐξέδοτε ἔνταλμα προσωπικῆς κρατήσεως κατὰ τοῦ δημάρχου; Κηρύσσει αὐτὸν ἀτομικῶς ὑπεύθυνον, διδάσκει ὅμως ὁ νόμος πρὸς τίνα σκοπὸν, ἵνα πληρώσῃ τὸ σύνηθες πρόστιμον τῶν 20% καὶ τὸν τόκον τῶν 8%. Δίδει δικαίωμα εἰς τοὺς ταμίας νὰ ζητήσωσι καὶ εἰσπράξωσι τὰ πρόσθετα ταῦτα ποσὰ παρὰ τοῦ δημάρχου, δὲν δίδει δὲ δικαίωμα νὰ ἐντέλλωνται τὴν προσωπικὴν κράτησιν αὐτῶν. Ἐὰν ἐξεδίδετο νόμος τοῦ Κράτους, διατάσσων τὴν προσωπικὴν κράτησιν δημάρχου, διότι τὸ δημοτικὸν ταμεῖον δὲν εἶχε χρήματα νὰ πληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ δήμου, τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο τερατῶδες. Ὑποθέσατε ὅτι δὲν ὑπάρχει ὁ προαιώνιος νόμος, ὁ ὁποῖος ἀπαλλάσσει καταδιώξεως τὰ Κράτη διὰ τὰς ὀφειλὰς τοῦ δημοσίου ταμείου· ἦτο τότε δυνατὸν οἱ δανεισταὶ τοῦ Κράτους νὰ ζητήσωσι τὴν προσωποκράτησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους δὲν ἐπήρκουν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ; Εὐτυχῶς διὰ τὴν Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος, δὲν δύναμαι νὰ προσάψω εἰς αὐτὴν τοιαύτην παρεκτροπὴν, ὅτι ἐψήφισε νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν προσωποκράτησιν τοῦ δημάρχου, ὅταν τὰ δημοτικὰ ταμεῖα δὲν ἐπαρκῶσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ δήμου. Πρὸ ὀλίγου ἔλεγεν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς περὶ τῶν ἐσόδων τοῦ 1893 καὶ 1894, ἀλλὰ δὲν ἀνέφερε διὰ τίνων ὁ δῆμος Ἀθηναίων ἐπεβαρύνθη ὑποχρεώσεων, εἰς τὰς ὁποίας βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ. Ἡ μετάθεσις τῆς πρωτευούσης ἐνταῦθα ἐπέβαλλε τὴν ἀνάγκην τῆς ῥυμοτομίας ὁδῶν, κατασκευῆς πλατειῶν, πάντα δὲ ταῦτα τὰ γήπεδα ἐκλήθη ὁ δῆμος Ἀθηναίων νὰ ἀποζημιώσῃ. Ἀλλ’ ὁ δῆμος Ἀθηναίων εἶχε καὶ τὴν ἄλλην δυστυχίαν, νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ δανειστικὴ πολιτικὴ τοῦ Ὑπουργείου. Τὴν δανειστικὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσεν οὐχὶ μόνον ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας περιήλθομεν εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιήλθομεν, δὲν ἐδίστασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ ἐπὶ τῶν δήμων, αὐτὸς δὲ, ὁ εἰσαγαγὼν τὴν δανειστικὴν πολιτικὴν εἰς τὸ Κράτος, δὲν ἐδίστασε προχθὲς νὰ ἀφορίσῃ τὴν δανειστικὴν πολιτικὴν, καὶ ἠκούσαμεν αὐτοῦ πρὸ ἡμερῶν νὰ συμβουλεύῃ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφύγῃ τὰ δάνεια. Καὶ συνεβούλευε τοῦτο αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ταύτην τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν, φυλάσσει ἐν ἰσχύϊ ἔτι εἴκοσιν ἀδείας δι’ εἴκοσι δάνεια, διὰ τὰ ὁποῖα εἶχε ζητήσει καὶ ἔλαβε τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα δὲ δὲν ἠδυνήθη νὰ πραγματοποιήσῃ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπραγματοποίησεν. Αὕτη λοιπὸν ἡ δανειστικὴ πολιτικὴ ἐπέφερε καὶ ἐπὶ τοῦ δήμου Ἀθηναίων τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκεν ἐπὶ τοῦ Κράτους. Γνωρίζετε εἰς ποίαν κατάστασιν τυγχάνει ὁ δῆμος Λετρίνων; Ὀλίγους μῆνας πρὸ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν τοῦ 1891, ὅτε ἐτύγχανον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπέβαλεν αἴτησιν παραιτήσεως ὁ δήμαρχος Λετρίνων, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν παρεῖχεν εἰς αὐτὸν χρήματα, τὰ ὁποῖα ἠξίου, ὅτι ὁ δῆμος εἶχεν ἀποτεθειμένα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἠπόρησα πῶς ὁ δήμαρχος Λετρίνων παρητεῖτο τρεῖς μῆνας πρὸ τῆς ἐνεργείας τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, καὶ ἀπέστειλα λογιστὴν, ἵνα ἐξελέγξῃ τὸ ταμεῖον τοῦ δήμου Λετρίνων. Σᾶς βεβαιῶ δὲ, ὅτι κατὰ τὸ πόρισμα τῆς ἐξελέγξεως ταύτης δὲν ὑπάρχει οἰκτροτέρα κατάστασις ταμείου δημοτικοῦ ἢ δημοσίου. Ὁ δῆμος οὗτος περιῆλθεν εἰς πλήρη πτώχευσιν, αὐτὴν δὲ τὴν στιγμὴν ἀμφιβάλλω ἂν ὁ δήμαρχος Λετρίνων ἔχῃ τὰ μέσα νὰ συντηρῇ ὄχι τὴν καθαριότητα, ἀλλ’ οὐδὲ τὸν φωτισμὸν τῆς πόλεως. Ἀλλὰ μήπως μόνος ὁ δῆμος Λετρίνων ἠπειλήθη ἀπὸ πτώχευσιν; Εἶναι καὶ ὁ δῆμος ἑτέρας μεγίστης πόλεως, ὁ ὁποῖος κατοικεῖται ὑπὸ λαοῦ ὑποβληθέντος εἰς μεγίστας θυσίας, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἴδῃ τὴν προσφιλῆ του πόλιν εὐπρεπῶς διεῤῥυθμισμένην καὶ ὑπερέχουσαν κατὰ τὸ κάλλος καὶ τὴν τάξιν πάσας τὰς ἄλλας πόλεις τοῦ Βασιλείου. Ἕτερος δῆμος, πρὸς τὸν ὁποῖον μὲ συνδέει μεγίστη στοργὴ, διότι ἀναμνήσεις εὐλαβεῖς καὶ δεσμοὶ εὐγενεῖς καὶ τρυφεροὶ μὲ συνέδεσαν μετ’ αὐτοῦ, εἰς τὴν αὐτὴν εὑρίσκεται κατάστασιν. Δὲν ἠξεύρω ἂν δὲν ἀπειλῆται ἀπὸ πτώχευσιν καὶ αὐτὸς ὁ δῆμος τῆς γείτονος πόλεως. Λοιπὸν ἠγνόει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὁ δῆμος Ἀθηναίων εἰς τοιαύτην εὑρίσκετο κατάστασιν; Καὶ ἂν ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἠγνόει τοῦτο, ἔχομεν πλήρη βεβαίωσιν περὶ τοῦ ἐναντίου αὐτὰς τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι οὗτος, ὅτε ὑπέβαλλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια τείνοντα εἰς θεραπείαν τῆς καταστάσεως ταύτης, βεβαίως ἐγνώριζε τὴν οἰκονομικὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ εἰρημένου δήμου. Καὶ εἰσήγαγε τὰ νομοσχέδια ταῦτα παραδόξως κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς Συνόδου. Αὐτὸς εἶναι ὁ δῆμος Ἀθηναίων, τοῦ ὁποίου τὸ ταμεῖον δὲν εἶχε χρήματα νὰ πληρώσῃ τὴν δημοτικὴν εἰσφοράν. Αὐτὸς εἶναι ὁ δήμαρχος, τοῦ ὁποίου προεκαλέσατε τὴν παῦσιν, διότι τὸ ταμεῖον τοῦ δήμου δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσῃ τεσσαράκοντα ὀκτὼ χιλιάδας δραχμὰς, τὰς ὁποίας τὸ Δημόσιον ζητεῖ ὡς εἰσφορὰν τοῦ δήμου, καὶ κατὰ τοῦ ὁποίου δημάρχου ἐξέδοτε ἔνταλμα προσωποκρατήσεως. Ἐγνωρίζετε ὅτι ηὐπόρει ὁ δῆμος Ἀθηναίων; Καὶ ἂν ἐγνωρίζετε ὅτι δὲν ηὐπόρει, διατὶ δὲν ἐφροντίζετε νὰ βελτιώσητε τὴν κατάστασιν αὐτοῦ; Ὑμεῖς ὑπέχετε, καὶ οὐχὶ ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων, τὴν εὐθύνην τῆς καταστάσεως ταύτης πλήρη. Ἂν δ’ ἀληθῶς ἡ νομοθεσία κατέστησεν ὑμᾶς κηδεμόνας τῶν δήμων, ἂν, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξέθηκεν, ἐνασκῆται πράγματι κηδεμονία ἐπὶ τῶν δήμων, ὑμεῖς δὲν εἶσθε συνυπεύθυνοι, ἀλλ’ εἶσθε οἱ μόνοι ἐπὶ τῆς καταστάσεως ταύτης ὑπεύθυνοι. Ὁ νόμος λοιπὸν τῆς 9 Ἰανουαρίου 1888 δὲν ἐπέτρεψε τὴν προσωποκράτησιν τῶν δημάρχων. Δὲν ἐκτείνω τὸν λόγον περὶ τοῦ νόμου τοῦ 1892, διότι οὗτος ἐπαναλαμβάνει αὐτὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶχε διατάξει ὁ νόμος τοῦ 1888. Ὁ νόμος τοῦ 1892 ἐξεδόθη, ἵνα προσθέσῃ ἄλλας διατάξεις, ἐπανέλαβε δὲ κατ’ ἀνάγκην ἐπὶ τῶν τρόπων τῆς εἰσπράξεως ὅτα ὁ νόμος τοῦ 1888 εἶχε διατάξει. Ἀναγινώσκω δὲ καὶ τοῦ νόμου τούτου τὴν διάταξιν, ἔχουσαν οὕτω: Ἅρθρον 5 τοῦ νόμου τῆς 12 Αὐγούστου 1892. «Οἱ δήμαρχοι καὶ οἱ δημοτικοὶ εἰσπράκτορές εἰσι προσωπικῶς ὑπεύθυνοι διὰ τὴν καταβολὴν τῆς ὑπὸ τοῦ δήμου αὐτῶν καταβαλλομένης κατ’ ἔτος εἰσφορᾶς, καὶ καταδιώκονται προσωπικῶς κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ καθυστερούντων πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλετῶν νόμου, καὶ ἐκτὸς τούτων ἐνεργεῖται διοικητικῶς κατάσχεσις ἀναλόγου μέρους τῶν λοιπῶν δημοτικῶν ἐσόδων τοῦ οἰκείου δήμου, μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ὁρισμῶν τῶν ἄρθρων 2 καὶ 3 τοῦ ἀπὸ 24 Ἰανουαρίου 1852 περὶ ἐξοφλήσεως τῶν χρεῶν τῶν δήμων ΡΠΘʹ νόμου.» Διὰ ταῦτα ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, ὅτι ὁ ταμίας Ἀθηνῶν δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ ἔνταλμα προσωπικῆς κρατήσεως κατὰ τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων. Εἶχε δικαίωμα νὰ ποιήσηται χρῆσιν πάντων τῶν ἄλλων μέσων, τὰ ὁποῖα ἐπέτρεψαν οἱ νόμοι διὰ τὴν καταδίωξιν τῶν ὀφειλόντων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὸ δικαίωμα τῆς προσωποκρατήσεως δὲν τὸ εἶχε, διότι δὲν ἐπέτρεψεν αὐτὸ ῥητῶς ὁ νόμος, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν δι’ ἑρμηνείας εἰκαστικῆς τῶν νόμων νὰ συμπεράνῃ τις, ὅτι οὗτοι ἐχορήγησαν τοιαῦτα δικαιώματα. Ὅπου ὁ νόμος ἐπεθύμει νὰ ἐπιτρέψῃ τὸ μέσον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, δὲν παραπέμπει ἁπλῶς εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἀλλὰ ῥητῶς ποιεῖται μνείαν τοῦ μέτρου τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, διότι τὸ μέτρον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως δὲν διατάσσεται ἢ ὅπου καθίσταται ἀναπόφευτος ἡ χρῆσις αὐτοῦ, ἕνεκα τῆς δυστροπίας τοῦ ὀφειλέτου, ὅταν ἀπέτυχον πάντα τὰ ἄλλα μέσα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἐπέτρεψε πρὸς ἐκβιασμὸν τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἀλλὰ πῶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι διαχειριστὴς ἀλλοτρίων, ὁ δήμαρχος, εἶναι ὀφειλέτης κακῆς πίστεως, ὅπως κρίνῃ ἀναγκαίαν τὴν ἐκβίασιν αὐτοῦ διὰ τοῦ ἐσχάτου τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπονται πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τοῦ δημοσίου ταμείου; Ἀλλὰ πλὴν ταύτης τῆς παρανομίας, ἄλλην εὑρίσκω παρανομίαν τερατώδη, κατ’ ἐμέ. Εἶπον ὅτι ἀνομολογῶ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ἀπέδωκεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ παύῃ τὸν δήμαρχον, ὡς ἀνομολογῶ, ὅτι ὁ νόμος προέβλεψε καὶ περὶ περιστάσεων ἐκτάκτων, κατὰ τὰς ὁποίας, μέχρις οὗ ἀνακοινωθῶσι τὰ πράγματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ μέχρις οὗ ἡ Κυβέρνησις σκεφθεῖσα κρίνῃ ἀναγκαίαν τὴν παῦσιν τοῦ δημάρχου καὶ ὑποβάλῃ προτάσεις εἰς τὸν Ἡγεμόνα, καὶ μέχρις οὗ ἐκδοθῇ τὸ διάταγμα, ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ συμβῶσι πράξεις καθιστῶσαι ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν δημοσίαν τάξιν, τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Διὰ νὰ παράσχῃ δὲ πάντα τὰ μέσα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅπως προλάβῃ καὶ ἀποσοβήσῃ πάντα κίνδυνον τοιοῦτον, ὁ νόμος συνῄνεσε νὰ μεταβιβασθῇ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως τοῦ δημάρχου εἰς τὸ ἀμέσως διοικοῦν τὴν τοπικὴν ἐκείνην περιφέρειαν ὄργανον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· διὰ τοῦτο τὸ δικαίωμα τοῦτο μετεβίβασεν εἰς τὸν νομάρχην, ἀλλ’ ὑπὸ ὅρους ῥητοὺς, οἵτινες μόνοι ἠδύναντο νὰ δικαιολογήσωσι τὴν μεταβίβασιν δικαιώματος, διὰ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ὁποίου ἀπῄτησεν ὁ νομοθέτης ὄχι μόνον τοῦ Ὑπουργοῦ τὴν πρότασιν, ἀλλὰ καὶ τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Συνέβη περίστασις ἐν Ἀθήναις, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐκινδύνευσεν ἡ δημοσία ἀσφάλεια; Συνέβη πυρκαϊά τις, λυμαινομένη τὴν πόλιν; Ὑπῆρχεν ὑπόνοια, ὅτι μολυσματικὴ νόσος ἔμελλε νὰ ἐπισκήψῃ ἐπ’ αὐτὴν, ὁ δὲ ἐπιτετραμμένος τὴν ὑγειονομικὴν ἀστυνομίαν ἔκλειε τοὺς ὀφθαλμούς του, ἀναβάλλων νὰ λάβῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι ἐπιτρέπουσι πρὸς πρόληψιν τῆς μεταδοτικῆς νόσου; Ὑπῆρξε τοιοῦτόν τι, ὅταν ὁ νομάρχης τῆς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐξέδωκε τὴν ἀπόφασιν, δι’ ἧς διέταξε τὴν προσωρινὴν παῦσιν τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν παρέστησεν, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ νομάρχου εἶναι μεταγενεστέρα τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἐντάλματος, καὶ ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ νομάρχου περὶ προσωρινῆς παύσεως ἐξεδόθη ἕνεκα τῆς ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν ὁ δήμαρχος ὑπέβαλε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἠναγκάσθην νὰ ἀναγνώσω τὴν ἀναφορὰν τοῦ δημάρχου καὶ ἐν αὐτῷ τῷ ἐπισήμῳ κειμένῳ, τὸ ὁποῖον κατετέθη εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ ἀναφορὰ τοῦ δημάρχου περιέχει φράσεις, αἵτινες δὲν εἶναι εἰθισμέναι, ἀπαγορεύονται μάλιστα εἰς τοὺς ἀναφερομένους πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς ἢ πρὸς τὰς ἄλλας δημοσίας ἀρχάς. Εὑρίσκω π. χ. ὅτι οἱ χαρακτηρισμοὶ, οἵτινες ἀπεδόθησαν εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἐντάλματος τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῶσιν. Ἐὰν ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων εἶχε τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐγὼ περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ἂν ἦτο πεπεισμένος, ὡς ἐγὼ, ὅτι δὲν ὑπῆρχε δικαίωμα, ἵνα ἐκδοθῇ ἔνταλμα προσωπικῆς κρατήσεως κατ’ αὐτοῦ, ἤρκει νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ πρᾶξις ἀντέβαινεν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, δὲν τῷ ἦτο ἐπιτετραμμένον ὅμως νὰ χαρακτηρίσῃ αὐτὴν ὡς ἀλόγιστον καὶ ἀδικαιολόγητον. Ἀλλ’ αἱ ἄλλαι περίοδοι αἱ ἐν τῇ ἀναφορᾷ, ὅτι π. χ. τὸ Δημόσιον εἶναι ὀφειλέτης τοῦ δήμου, οὐδεμίαν περιέχουσιν ὕβριν, περιέχουσι παράπονον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εὔλογον, ἥτις ὤφειλε νὰ δείξῃ περισσοτέραν στοργὴν εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων, προνοοῦσα ἵνα παράσχῃ πρὸς αὐτὸν τὰ ἀναγκαῖα μέσα. Ὡσαύτως ἡ φράσις «τὸ Ὑπουργεῖον αὐθαιρέτως ἀπέῤῥιψε τὰς πρὸς αὔξησιν τῶν ἐσόδων προτάσεις τοῦ δήμου», οὐδὲν ἔχει τὸ ἐπικριτὸν, εἰμὴ μόνον ὅτι ἐποιήσατο χρῆσιν τῆς λέξεως αὐθαιρέτως, ἀντὶ νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῆς λέξεως ἀστόργως ἢ ἀδικαιολογήτως. Ἡ ἑτέρα δὲ φράσις, ὅτι «λυπεῖται διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν φυλάττει τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ δὲν σέβεται τὰς σχέσεις της», δὲν προσῆκεν ἴσως ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἀναφορᾷ τοῦ δημάρχου, ἦτο ὅμως ἀληθὴς, διότι ἀνῄρει ὄντως τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς δημοσίας διοικήσεως ἡ δοθεῖσα ἐντολὴ πρὸς κράτησιν προσωπικὴν ἐκείνου, ὅστις ἐτύγχανε τῇ ψήφῳ τῶν πολιτῶν τῆς πρωτευούσης ἄρχων τοῦ πρώτου τῶν δήμων τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι ὄντως ἁπλοῦν πρᾶγμα νὰ ἄγηται δήμαρχος εἰς τὰς φυλακὰς ὡς ὀφειλέτης πρὸς τὸ Δημόσιον, ἀληθῶς δὲ καταγγέλλει τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι ἀνετράπη πᾶσα σχέσις μεταξὺ τῆς δημοσίας καὶ τῆς δημοτικῆς διοικήσεως. Ἀλλ’ ὁποιοιδήποτε καὶ ἂν ἦναι οἱ ὅροι οἱ ἐν τῇ ἀναφορᾷ, καὶ ἂν οὗτοι ἦσαν ὑβριστικοὶ, καὶ ἂν ἦσαν τοιοῦτοι, ὥστε νὰ ἐδημιουργήθη δι’ αὐτῶν κίνδυνος νὰ ἐγερθῇ τὸ μῖσος τοῦ λαοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ διατεθῶσι δυσμενῶς οἱ ἐκλογεῖς τῶν Ἀθηνῶν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ λόγος οὗτος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παῦσιν τοῦ δημάρχου. Τοιοῦτοι λόγοι ἐπάγουσι ποινικὴν καταδίωξιν καὶ οὐχὶ παῦσιν, διότι ὁ ποινικὸς νόμος τιμωρεῖ ἐκείνους, οἵτινες προκαλοῦσι διὰ τῆς γραφῆς ἢ διὰ τοῦ λόγου τὸ μῖσος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἑπομένως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὤφειλε νὰ καταγγείλῃ τὴν παράβασιν εἰς τὸν εἰσαγγελέα, ὅστις ἠδύνατο νὰ εἰσαγάγῃ τὸν δήμαρχον ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ ἀκροατήριον, τότε δὲ, ἂν κατεδικάζετο ὁ δήμαρχος ἐπὶ τῇ εἰρημένῃ πράξει, ἤθελεν ἐπέλθει τὸ ἄρθρον 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἤθελε παυθῆ. Ἡ παῦσις λοιπὸν τοῦ δημάρχου, ἂν ἐγένετο διὰ τὸν λόγον, ὃν ἀνέφερεν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου καταδίκην, οὐχὶ δὲ πρὸ ταύτης· οὐδ’ ἤρκει νὰ χαρακτηρίζῃ τὴν ἀναφορὰν τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων ὡς ἐχαρακτήρισεν αὐτὴν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἵνα δικαιολογηθῇ τοῦ δημάρχου ἡ παῦσις, διότι τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν ὑποκειμένων εἰς καταδίωξιν πράξεων δὲν ἐνεπιστεύθη ὁ νόμος εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ἀλλὰ εἰς τὰ δικαστήρια. Ἂν δὲ ἡ παῦσις τοῦ δημάρχου ἐγένετο δι’ ἄλλον λόγον, ὃν καὶ τοῦτον ὑπῃνίξατο ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἂν ἐγένετο διότι ὁ δήμαρχος ἀνέγραψεν ἐν τῇ ἀναφορᾷ αὐτοῦ φράσεις οὐχὶ ποινικῶς καταδιωξίμους, ἀλλὰ ἀνευλαβεῖς, ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς καθῆκον εἶχε νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας του, οὐχὶ δὲ νὰ προκαλέσῃ τὴν παῦσιν αὐτοῦ. Μήπως οἱ δήμαρχοι εἶναι ὑπάλληλοι τῶν Ὑπουργῶν, διατηρούμενοι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐν ὅσῳ ἀπολαμβάνουν τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῶν, παυόμενοι δὲ διότι διὰ τὰς κατὰ τῶν Ὑπουργῶν ὑβριστικὰς φράσεις των ἀπώλεσαν αὐτήν; Οἱ δήμαρχοι δὲν διατηροῦνται ἐν τῷ ἀξιώματι αὐτῶν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν ἐκλογέων των, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ παραβλέψῃ καὶ νὰ ἀναιρέσῃ ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία, εἰμὴ ὅταν κινδυνεύωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ ποῖα συμφέροντα τοῦ Κράτους ἤθελον κινδυνεύσει, ἂν δὲν ἐπαύετο ἀμέσως ὁ δήμαρχος, ἀλλὰ κατηγγέλλετο εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπελαμβάνετο ὡς διεγείρων τὸ μῖσος τοῦ λαοῦ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως; Ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν ἤθελε διατρέξει κίνδυνόν τινα ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν; Ἤθελεν ἐκραγῆ στάσις, ἔχοντος ἐν χερσὶ τὴν σημαίαν αὐτῆς τοῦ δημάρχου, καὶ ἔπρεπε νὰ προληφθῇ τὸ κακὸν διὰ τῆς παύσεως; (ἱλαρότης). Μήπως αἱ ἀνευλαβεῖς φράσεις τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων ἀπετέλουν ἔναυσμα, δι’ οὗ ἔμελλε νὰ ἐκραγῇ πυρκαϊὰ, ἥτις ἤθελεν ἀποτεφρώσει τὰς συνοικίας τῶν Ἀθηνῶν; Διὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ, ἵνα ἀνομολογηθῇ ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ τὴν παῦσιν τοῦ δημάρχου, διὰ νὰ κριθῇ εὔλογος καὶ εὐπρεπὴς ἡ παῦσις αὐτοῦ, ἀλλ’ ὤφειλεν ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία νὰ μὴ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ δικαιώματος αὐτῆς ἐπὶ περιπτώσεως, διὰ τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι δὲν εἶχον ἐμπιστευθῆ εἰς αὐτὴν τοιοῦτον δικαίωμα. Δὲν μοὶ φαίνεται, Κύριοι, τὸ θέμα κοινὸν, οὐδὲ πρόκειται περὶ ἁπλῆς παραβάσεως νόμου· πρόκειται περὶ τῆς ὑποταγῆς τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος τῶν δημοτῶν εἰς τὰς ἰδιοτροπίας ἢ εἰς τὰ πάθη τῶν Ὑπουργῶν, τοῦτο δὲ οὐδὲ σκιὰν αὐτοδιοικήσεως ἀφίνει ὑπάρχουσαν ἐν τῇ δημοτικῇ διοικήσει. Δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ὑποταγὴν αὐτὴν, ὅταν πρόκηται νὰ σωθῶσι κινδυνεύοντα συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἀμφισβητῶ αὐτὴν, ὅταν πρόκηται δι’ αὐτῆς νὰ ἱκανοποιηθῇ Ὑπουργός τις, ὑπολαβὼν ἑαυτὸν προσβεβλημένον, οὐδὲ ἀναγνωρίζω ὅτι οἱ ἀνευλαβῶς τυχὸν γράφοντες περὶ Ὑπουργείου σφάλλουσι τοσοῦτον, ὅσον ἤθελον σφάλει, ἐὰν μετεχειρίζοντο ἀνευλαβεῖς φράσεις περὶ τοῦ Βασιλέως ἢ περὶ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προέτεινε καὶ ἑτέραν δικαιολογίαν, ὅτι ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων δὲν ἔστεργε νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰ ἔργα τοῦ δημάρχου· ἐμνημόνευσε μάλιστα παραιτήσεως τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων, ὑποβληθείσης πρὸ πέντε ἢ πρὸ ἓξ μηνῶν, καὶ ἔλεγεν ὅτι αὕτη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῇ τότε ὑπ’ ὄψιν, διότι οἱ δήμαρχοι δὲν δύνανται νὰ παραιτηθῶσιν, ὅταν θέλωσι. Γνωρίζω ἀληθῶς τοιαύτην διάταξιν, ὑπάρχουσαν ἐν τῷ νόμῳ. Ὁ νόμος περὶ δήμων ἔκρινε τὸ ἀξίωμα τῶν ἀρχῶν τοῦ δήμου ὡς βάρος ἐπιβαλλόμενον ὑποχρεωτικῶς εἰς τοὺς δημότας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀφῆκεν αὐτοῖς ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τῆς ἀπὸ τοῦ βάρους τούτου παραιτήσεως· ἔδωκε δὲ δικαίωμα πρὸς παραίτησιν μόνον εἰς ἐκείνους τοὺς δημοτικοὺς ἄρχοντας, οἵτινες συνεπλήρωσαν τὸ 60ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας των, ἢ ὑπηρέτησαν τὸν δῆμον ἐπὶ δύο περιόδους. Ἀλλ’ ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων μοὶ φαίνεται ὅτι ὑπερέβη τὸ 60ὸν ἔτος πρὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ ἐξίσταμαι, πῶς ἐπείσθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ παραιτηθῇ. Τὸ μόνον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἦτο νὰ προσκαλέσῃ αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ πιστοποιητικὸν περὶ τῆς ἡλικίας του, οὐχὶ ὅμως νὰ ἀποῤῥίψῃ τὴν παραίτησιν αὐτοῦ, ὡς οὐδὲ σήμερον νὰ ἐπαίρηται, ὅτι ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὰς ἐκλογικὰς ἐλευθερίας δὲν ἐδέχθη τὴν παραίτησιν τοῦ δημάρχου. Καὶ τώρα, ἂν ἔκρινεν ὅτι ὁ δήμαρχος ἦτο ἀνεπαρκὴς εἰς τὰ καθήκοντα αὐτοῦ, ὡς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ἢ ἀσυμβίβαστος πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου, καὶ ἐπείθετο ὅτι ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ τὴν παῦσιν αὐτοῦ, ὤφειλε προηγουμένως νὰ ἀναιρέσῃ τὴν περὶ προσωρινῆς παύσεως αὐτοῦ παράνομον ἀπόφασιν τοῦ νομάρχου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ ν’ ἀποκαταστήσῃ τὸν δήμαρχον εἰς τὰ χρέη του, νὰ τιμωρήσῃ δὲ τὸν νομάρχην, ὅστις ἐποιήσατο κατάχρησιν τοῦ ἀνατεθειμένου αὐτῷ δικαιώματος, εἶτα δὲ, ἀνεξαρτήτως τῆς πράξεως ταύτης, νὰ προκαλέσῃ τὴν παῦσιν τοῦ δημάρχου, ἐὰν ἔκρινεν αὐτὴν ἀναπόφευκτον. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς οὐ μόνον ἠνέχθη τὴν παρανομίαν τοῦ νομάρχου, ἀλλ’ ἐπεκύρωσεν αὐτὴν, καὶ ἐποιήσατο μάλιστα μνείαν αὐτῆς καὶ ἐν αὐτῷ τῷ διατάγματι τῆς ὁριστικῆς παύσεως τοῦ δημάρχου. Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς παρέστησεν, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἀνεγνώριζε δικαίωμα εἰς αὐτὸν νὰ κηδεμονεύῃ τοὺς δήμους, δὲν ἠδύνατο νὰ συγκρατήσῃ τὴν διοίκησιν. Τῷ ὄντι ἡ διοίκησις τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τῶν νομῶν τοῦ Κράτους διὰ νὰ ἦναι τοσοῦτον ἀνθηρά, ὅσον εἶναι, πρέπει οἱ λαοὶ νὰ ποιήσωνται θυσίαν τῶν δικαιωμάτων των, διὰ νὰ βοηθήσωσι τοὺς διὰ τοσούτων ἀτρύτων κόπων κατορθώσαντας ν’ ἀποκαταστήσωσι τὴν διοίκησιν ταύτην! Ἀπορῶ, πῶς δὲν διστάζουσι νὰ μνημονεύωσι τῆς διοικήσεως τῆς ὑπαρχούσης. Ἐὰν τυχὸν, ἐγκεκλεισμένοι ἐν τοῖς γραφείοις αὐτῶν, δὲν ἀντιλαμβάνωνται τῶν ἐν τῇ χώρᾳ γιγνομένων, ἢ ἐὰν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰ καταγγέλλοντα τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν ἔγγραφα, δὲν ἔχωσι τὴν δύναμιν νὰ ἀντιλαμβάνωνται τοῦ περιεχομένου αὐτῶν, συλλυποῦμαι τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ τοὺς συλλυποῦμαι πρὸ πάντων, διότι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν αὐτῶν ἡ διοίκησις κατήντησεν εἰς ἣν διατελεῖ ἀπαισίαν κατάστασιν. Δὲν δύναμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ ὡς ὑπουργικὸν ὄργανον ἐφημερίδα τινὰ, τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει πολίτης ἐν Ἑλλάδι, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνομολογεῖ ὅτι εἶναι ἐπίσημον ὄργανον τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Εἶπον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικαλεσθῶ αὐτὴν ὡς τοιαύτην, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπεκήρυξε τὸ ἡμιεπίσημον τοῦτο ὄργανόν του, καὶ δὲν ἀνεγνώρισεν αὐτὸ ὡς τοιοῦτον, εἰμὴ μόνον διὰ τὰς γελοιογραφίας (ἱλαρότης). Τῷ ὄντι γελοιογραφικὸν ὄντως ὄργανον προσῆκεν εἰς τὸν ἄνδρα, καὶ ὑπὸ τὴν προεδρίαν αὐτοῦ θέλει κατορθωθῆ διὰ γελοιογραφιῶν νὰ δυνάμεθα νὰ εἰκονίζωμεν τὰ διανοήματα ἡμῶν καὶ τῆς χώρας τὴν κατάστασιν. Καθ’ ὃν χρόνον ἡ δημοτικὴ διοίκησις ἀνῃρέθη πρόῤῥιζα, διότι ἀφῄρεσαν τὴν ἀστυνομίαν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν δήμων καὶ ἐγκατέστησαν ἀντ’ αὐτῆς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, διότι ἀφῄρεσαν ἀπὸ τοὺς δήμους τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράττωσι τὰ ἔσοδά των καὶ νὰ διαχειρίζωνται αὐτὰ, δαπανῶντες εἰς τὰς ἀνάγκας των, καὶ ἀφῆκαν εἰς τοὺς δήμους μόνον νὰ ἐπιτηρῶσι τὰ ἀδελφάτα τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων. Καθ’ ὃν χρόνον, ὡς ἀνήγγειλε προχθὲς ὁ Πρωθυπουργὸς, πρόκειται νὰ νομοθετήσωσι θεσμοὺς, τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζω, ἂν οἱ κοινωνισταὶ τοῦ 1845 καὶ 1846 ἐν Γαλλίᾳ ἐσκόπουν νὰ ἐγκαταστήσωσιν ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ, διότι οὐδὲν ἄλλο εἶναι τὸ σύστημα, τοῦ ὁποίου περιγραφὴν ἐποιήσατο εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Πρωθυπουργὸς, εἰμὴ φορολογία τοῦ Κράτους, διανεμομένη εἰς τοὺς δήμους ἀντὶ τοῦ ἐκτάκτου δημοτικοῦ δασμοῦ, ὃν εἶχον δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλωσιν ἐπὶ τῶν δημοτῶν των, ἀλλὰ διανεμομένη εἰκονικῶς, διότι τὰ ἐκ ταύτης εἰσπραχθησόμενα χρήματα θέλει κρατεῖ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπέναντι τῶν ἐπιβεβλημένων εἰς τοὺς δήμους εἰσφορῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον, καθ’ ὃν πρόκειται τοιοῦτον οἰκοδόμημα διοικητικὸν νὰ οἰκοδομηθῇ, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐζήτει πρὸ μικροῦ νὰ θαυμάσωμεν αὐτὸν καὶ τὴν διοίκησιν· τὴν διοίκησιν, ἥτις καὶ τὴν τελωνειακὴν ὑπηρεσίαν θέλει ἀναθέσει εἰς τὸν τακτικὸν στρατὸν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν καπνοκοπτηρίων θέλει ἐμπιστευθῆ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, διότι οὕτω θέλουσιν αὐξάνει τὰ ἔσοδα. Καὶ ὁμιλεῖτε πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τοιαύτης διοικήσεως; Ὑποθέτετε ὅτι δὲν γνωρίζομεν διατὶ ηὔξησαν τὰ ἔσοδα τῶν τελωνείων καὶ τῶν καπνοκοπτηρίων, καὶ προβάλλετε τοιαῦτα ψεύδη, διὰ νὰ δικαιολογήσητε τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνετε περὶ τοῦ στρατοῦ, ἵνα καταστήσητε καὶ αὐτὸν εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν περιηγάγετε τοὺς δήμους; Μᾶς ἔδωκε νὰ ἐννοήσωμεν ἱκανὰ ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον χθὲς ἐσυζητήσαμεν. Κατὰ τοῦτον λοιπὸν τὸν χρόνον ὁ Ὑπουργὸς λέγει νὰ μὴ ταράξωμεν τὰ μέτρα αὐτοῦ, καὶ ν’ ἀφήσωμεν αὐτὸν νὰ τὰ ἐκτελέσῃ, διὰ νὰ παγιωθῇ ἡ παροῦσα διοίκησις! Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι κατάστασιν τοιαύτην ἀποκρούω μετὰ πάσης ψυχῆς καὶ καρδίας, καὶ εὔχομαι νὰ ἀρθῇ τάχιστα ἀπὸ τὴν πατρίδα μου. Εὔχομαι ὄντως νὰ μὴ ἴδω αὐτὴν ἐγκατεσταμένην, ἐνόσῳ ἀκόμη ἔχω ἀνοικτοὺς τοὺς ὀφθαλμούς. Διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον· προτείνω δὲ πρὸς ψηφοφορίαν τὸ ἑπόμενον θέμα, παρακαλῶν τοὺς συμμεριζομένους τὴν γνώμην ταύτην νὰ ψηφοφορήσωσιν ὑπὲρ αὐτοῦ. Τὸ πρὸς ψηφοφορίαν προτεινόμενον θέμα ἔχει οὕτω: «Ἡ Βουλὴ, ἐξετάσασα τὰς ἐπὶ τῆς διοικήσεως τοῦ δήμου Ἀθηναίων ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου, τὰς καταληξάσας εἰς τὴν ὁριστικὴν παῦσιν τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων, κρίνει ταύτας ὡς ἀναιρούσας τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας καὶ ἑπομένως ἀσυμβιβάστους πρὸς τὴν ἀναγκαιοῦσαν εἰς αὐτὸ ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς.»

§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἄλλος τὸν λόγον;

§73ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκ τῶν ὀλίγων λόγων, οὓς, προκαλῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ τὴν πληροφορίαν, ἥτις ἐζητήθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Γόρτυνος, ἐξήνεγκον ἐν ἀρχῇ τῆς συζητήσεως, κατέστη κατάδηλος ἡ ἐπὶ τοῦ ζητήματος γνώμη μου. Ἐπὶ τοῦ πραξικοπήματος τῆς Κυβερνήσεως μία ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἐπικρατεῖ γνώμη. Οὐδὲν δύναται ὁπωσδήποτε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὴν παῦσιν τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων. Τὴν πρᾶξιν ταύτην δὲν δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ τις ἄλλως ἢ ὡς ἀνευλαβῆ πρὸς τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ, ἢ ὡς ἀπόπειραν πρὸς καταστολὴν αὐτῶν· δὲν δύναταί τις νὰ τὴν δικαιολογήσῃ, εἰμὴ ἀναχωρῶν ἐκ τῆς σκέψεως, ὅτι πρόκειται δι’ ἀσυστόλου αὐθαιρεσίας νὰ καθιδρυθῇ σύστημα ἐντελῶς ἀσυμβίβαστον πρὸς τὰς ἐλευθερίας καὶ πρὸς τοὺς θεσμοὺς ἡμῶν. Διὰ τοῦτο δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρξῃ τις ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ὅστις θὰ ἐκτιμήσῃ ἄλλως τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἢ ὡς ἐξετίμησεν αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος. Θέλω ἐντεῦθεν ψηφίσει ὑπὲρ τῆς προβληθείσης παρ’ αὐτοῦ προτάσεως, τῆς καθαρᾶς δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.

§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ εἰς τὰς θέσεις σας. Ἠκούσατε τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν. Ἡ πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλή, ἐξετάσασα τὰς ἐπὶ τῆς διοικήσεως τοῦ δήμου Ἀθηναίων ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου, τὰς καταληξάσας εἰς τὴν ὁριστικὴν παῦσιν τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων, κρίνει ταύτας ὡς ἀναιρούσας τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας καὶ ἑπομένως ἀσυμβιβάστους πρὸς τὴν ἀναγκαιοῦσαν εἰς αὐτὸ ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ν. Καλογεροπούλου, Κ. Χατζηπέτρου καὶ Π. Σάκκη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Μιλτ. Δάλλας Ν Ὀδυσ. Μοσχοβίτης Ο
Ἀνδ. Παναγιωτόπουλος Ν Γεώρ. Καρτάλης Ο
Ἰω. Μεσηνέζης Ν Ἀργ. Κανταρτζῆς Ο
Σπυρ. Μαρκέλλος Ο Νικ. Κοκωσλῆς Ο
Ἀρ. Ἀργυρόπουλος Ο Νικ. Ἀξελός Ν
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Ν Νικ. Παῤῥησιάδης Ο
Λεων. Καρυστινάκης Ο Ἰω. Γρίβας Ν
Δημ. Καΐρης Ν Ἐπ. Μαυρομμάτης Ο
Μιχ. Κωτσάκος Ο Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ν
Ἰω. Ζωγράφος Ο Νικ. Σπυρακόπουλος Ο
Ἀνδρ. Καρατζᾶς Ν Θέμ. Κορομάντζος Ν
Γεώρ. Παχύς Ο Περ. Ἀλεξάκης Ν
Μιχ. Π. Λάμπρος Ο Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ν
Κων. Καραπάνος Ν Κωνστ. Κοσσονάκος Ν
Κων. Σταυρόπουλος Ν Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ο
Ἀλέξ. Σκουζὲς Ν Μιχ. Φωτιάδης Ο
Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Ν Γεώρ. Λιδωρίκης Ο
Ἀλέξ. Ψύλλας Ν Κων. Ἀναγνωστόπουλος Ν
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ἀρν.Γεώρ. Λύρας Ο
Ἀλέξ. Ρετσίνας Ο Κων. Παπαμιχαλόπουλος Ν
Δημ. Γ. Ράλλης Ν Σταμάτ. Μήτσας Ο
Α. Ζυγομαλᾶς Ν Δημ. Βουλπιώτης Ν
Ὀθ. Μακρυγιάννης Ο Κων. Ζῶτος Ο
Σ. Ζαχαρίτσας Ἡλ. Μπλατσῆς Ν
Μιλ. Ὀριγώνης Ν Δ. Γρανίτσας Ν
Κωνστ. Βαλτινός Ο Διον. Στεφάνου ἀρν.
Κων. Ἄργας. Λομβάρδος Ο Ἀργ. Διδίκας Ο
Διον. Ζήβας Πλακᾶς Ο Ἐδίπ–Σερὲφ–Χασὶπ Ν
Γεώργιος Κανδ. Ῥώμας Ο Ἰω. Λάππας Ν
Γεώρ. Κρεστενίτης Ν Νικ. Μπουφίδης ἀρν.
Χρ. Στεφανόπουλος Ν Περ. Βαλαωρίτης Ο
Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ν Γερ. Σέρβος Ν
Διον. Παυλόπουλος Ο Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ο Ἀθαν. Εὐταξίας Ν
Ἄγγ. Πετραλιᾶς Ν Κων. Κωνσταντόπουλος Ν
Ἐπαμ. Δημητρίου Ο Παν. Μανέτας Ν
Στέφ. Σκουλούδης Ο Ν. Τριανταφυλλάκος Ν
Νικ. Νομικός Ν Ἡλ. Ζέγγελης Ο
Θωμᾶς Μαρκεζίνης Ο Φίλ. Βάρβογλης Ν
Νικήτας Συνοδινός Ν Ἀθαν. Σακελλαριάδης Ν
Βαρβαρῆγος Ἡλίκας Ο Λεων. Ζέρβας Ο
Ἀλέξ. Φωτήλας Ο Στέφ. Δραγούμης Ο
Κων. Σταμπολόπουλος Ν Νικ. Φιλάρετος Ν
Λεων. Πετιμεζᾶς Ν Χαρ. Τρικούπης ἀρν.
Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος Ο Ἰω. Τρικούπης Ν
Γιαννούσης Τάκης Παν. Μερλόπουλος Ν
Ἡρ. Καλαμπάκας Ο Ἀλκ. Δεληγιάννης Ο
Ἀντ. Π. Μαυρομιχάλης Ν Ἀντ. Καρατζᾶς Ο
Περ. Πεῤῥωτὴς Ο Ἀθαν. Παπαχελᾶς Ν
Κων. Φλέσσας Ν Χαρίλ. Προβελέγγιος Ν
Ἰωάννης Καζαμπάκας Ν Ἀντ. Μάτσας Ν
Κων. Ζωγλοπίτης Ν Λορέντζος Δελαρόκας
Παν. Κουκορίκος Ν Ἰω. Ναυπλιώτης Ο
Γεώργ. Φραγκίδης Ο Στυλ. Βάλληνηδας
Δημ. Τερτίπης Ο Ἰω. Ἰντζὲς Ο
Ἀθαν. Κωστάμης Ο Γεώργ. Σισμάνης Ν
Ἀριστ. Χατζηνικολῆς Ν Νικ. Καλαντζόπουλος Ο
Νικ. Μπαλάφας Ο Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Ο
Νικ. Παπανικολάου Ο Ἡλ. Ποταμιάνος Ν
Παν. Λεβέντης Ν Ἀριστ. Ῥούκης Ο
Βαπ. Βάστα Ο Σπ. Κουμουνδοῦρος Ν
Γεώργ. Θεοτόκης Ο Γιαννοῦκος ΜαυρομιχάληςΝ
Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ο Ξανθὸς Πικουλάκης Ν
Ἡλίας Πολίτης Ο Ἀσημ. Χριστόπουλος Ν
Γουλιέλμος Σκάρπας Ο Νικ. Παπαλέξης Ο
Νικ. Μαρκέτης Παν. Λαμπρούλιας Ν
Σπυρ. Λάσκαρης Εὐάγγ. Ἀρδαβάνης Ο
Κων. Θ. Ῥωμαῖος Ο Ἰω. Τυπάλδος Χαριτᾶτος Ο
Κων. Χριστόπουλος Ο Σπ. Μακρῆς Ο
Σωτ. Κροκιδᾶς Ν Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ο
Σπυρ. Νοταρᾶς Ν Εὐστ. Παπαδάκης Ο
Ἀναστ. Δημητριάδης Ο Πανοῦργ. Πανουργιᾶς Ο
Γεώργ. Κούστας Ο Θάνος Κανακάρης Ν
Ἰω. Τσιμάρας Ο Ἀχ. Χοϊδᾶς Ν
Γερ. Μουσούρης Ἀντ. Ρικάκης
Α. Ἄννινος ΚαβαλιεράτοςΟ Ἰω. Τσερτίδης Ν
Θεόφραστος Μεταξᾶς Ο Νικ. Κουμανιώτης Ν
Διον. Καλούτσης Ν Ἄγγ. Ῥοῦφος Ν
Σπυρ. Στάης Ο Νικ. Καράπαυλος Ο
Μιχ. Πολίτης Ο Παν. Σάκκης Ν
Θεόδ. Θερμογιάννης Ν Σπ. Γρίβας Ο
Ἰω. Καλούτσης Ο Ἰω. Βρυώνης Ν
Στέφ. Κοπανίτσας Ν Π. Ἄννινος Καβαλιεράτος
Κωνστ. Σαλταφέρος Ν Ἰω. Γεωργιάδης Ο
Πέτρ. Βαρβιτσιώτης Ο Γεώργ. Ν. Μπούμπουλης Ο
Μελέτ. Ῥουσόπουλος Ν Γεώργ. Π. Μπούμπουλης ἀρν.
Δημοσθ. Ματάλας Ν Ἀλέξ. Γ. Σοῦτσος Ν
Νικ. Καραστέργιος Ν Ἀνδρ. Συγγρός
Δημ. Βοκοτόπουλος Ο Ἐμμ. Δημητριάδης Ο
Μ. Μπογιατζόγλους Ο Κωνστ. Σαχτούρης
Ἰω. Γκιὼν Ο Θεόδ. Γκίκας Ν
Νικ. Φώσκολος Ο Νικ. Τσαμαδὸς ἀρν.
Σωτ. Χατζηγάκης Ν Βησ. Χατζηαγγελάκης Ο
Κωνστ. Χατζηπέτρος Ν Νικ. Ζητουνιάτης Ο
Χρ. Μπλετσάκης Ο Δημ. Ζουλούμης Ο
Γ. Κανούτας Ο Νικ. Χατζῖσκος Ν
Εὐστ. Κοκκέβης Ν Κωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ο
Δημ. Παπατσώρης Ο Δημ. Κρίτσας
Χρ. Καραβίτης Ο Ἡρ. Γαζέπης Ν
Διον. Κατρίτσης Ο Β. Βουδούρης Ο
Ἀνδρ. Σκαλτσᾶς Ο Νικ. Καλογερόπουλος Ο
Ἀριστόβουλος Μάνεσης Ν Θεμ. Α. Κανάρης Ν
Βασ. Δροσινός Ν Κων. Παπανικολῆς Ο
Νικ. Βαλάσης Ο

§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 188, ἐξ ὧν 88 ὑπὲρ τῆς προτάσεως καὶ 100 κατ’ αὐτῆς, τῶν 6 Ὑπουργῶν ἀρνηθέντων ψῆφον. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη.

§76ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Αὔριον, αὔριον.

§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν...

§78ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἀλλὰ βλέπω ὅτι ὑπάρχει ἐπιθυμία νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.

§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις;

§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, ὄχι.

§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον.

§82ΛΑΠΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, φέρω ἔνστασιν ἀπαρτίας.

§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, καθήσατε εἰς τὰς θέσεις σας. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ Κυθήρων Σπ. Στάη. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).

§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες 119. Ὁ κ. Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον.

§85ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν ἐζήτησα τὸν λόγον, τὸν ἐζήτησα διότι ἀπὸ χθὲς εἶχον ζητήσει τοῦτον. Ἀλλὰ εἰς τὴν παροῦσαν ὥραν καὶ μετὰ τὴν κούρασιν τῆς Βουλῆς προτιμῶ νὰ μὴ ὁμιλήσω σήμερον. Ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἂς εἰσέλθῃ· θὰ ὁμιλήσω αὔριον.

§86ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἐμπρὸς, κύριε Πρόεδρε.

§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθήκης παραγράφων εἰς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου ͵ΒΡΠΗʹ τῆς 20 Μαρτίου 1893 περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλείονες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).

§88ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν πληροφορίαν, ἢ μᾶλλον μίαν ἐξήγησιν θέλω ζητήσει. Εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ νομοσχεδίου ἀναφέρεται, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀσκεῖ ἐφ’ ὅλου τοῦ ἀστυνομικοῦ προσωπικοῦ πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν. Μεταξὺ τοῦ ἀστυνομικοῦ προσωπικοῦ περιλαμβάνεται καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς, διότι ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς προΐσταται τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἀστυνομίας ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἐξασκῇ τὴν πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν καὶ ἐπὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ὅστις δύναται νὰ ᾖναι καὶ ὑποστράτηγος καὶ ἀντιστράτηγος;

§89ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὑποστράτηγος.

§90ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ γείνῃ γνωστὸν τοῦτο.

§91ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Προσωρινὴ παῦσις ἀξιωματικοῦ (εὑρισκομένου ἐν θέσει) ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, κατὰ τὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν, λογίζεται ὡς ποινή, διότι εἶναι ἀργίας εἶδος· διὰ τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους λογίζεται ὡς ποινή, διότι ἐπέρχεται καὶ ἡ στέρησις τῆς ἐνεργείας αὐτῶν καὶ ἡ τῆς μισθοδοσίας. Προκειμένου περὶ στρατιωτικῶν, ὁ ὅρος «παῦσις ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς θέσεως ὡς ποινή», τουτέστιν ἡ ἐπάνοδος εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, δὲν δύναται νὰ θεωρῆται ὡς ποινὴ λογικῶς, διότι εἶναι ὡς νὰ λέγητε «τιμὴ εἶναι τὸ νὰ ὑπηρετῇ ὁ ἀξιωματικὸς εἰς τὴν ἀστυνομίαν, δὲν εἶναι τιμὴ δὲ, ὅταν ἐπανέρχηται καὶ ὑπηρετῇ εἰς τὰς τάξεις του». Τοιαύτη ποινὴ νομίζω ὅτι θὰ εὐεργετήσῃ πολλοὺς ἐκ τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς ἀστυνομίας ἀπεσπασμένων ἀξιωματικῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).

§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη εἰς βʹ ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 34 § 1 τοῦ ΣΞΓʹ νόμου τῆς 16 Δεκεμβρίου 1867 περὶ ὁδοποιΐας.

§93ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι σπουδαιότατον, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν, ὅπως ἐξετάσῃ αὐτὸ καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της.

§94ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Βεβαιότατα. Ἠθέλομεν τὸ ζητήσει καὶ ἡμεῖς. Νὰ παραπεμφθῇ καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἀποφανθῇ καὶ αὕτη κατὰ πόσον εἶναι ἑρμηνευτικὸς νόμος τοιοῦτος.

§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπιτροπήν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 25′ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10
2Τῆς 16 Νοεμβρίου 1894.
3(Τετάρτη).
4Ὥρᾳ 5 μ. μ.
5(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Γ. Κ. Ρώμα).
6(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυ-
7ροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριά-
8σεως).
9§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κλητῆρες διαφόρων Ὑπουργείων δι’ ἀνα-
10φορᾶς των παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀναγραφῇ ἀνάλογος αὔξη-
11σις τῆς μισθοδοσίας των εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ προ-
12σεχοῦς ἔτους.
13§2ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρό τινος χρόνου, κύριε Πρόε-
14δρε, πολὺς λόγος ἐγένετο ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ περὶ ἐνερ-
15γείας τινὸς τοῦ νομάρχου Λαρίσσης, ὅστις ἐνόμισεν ἐντὸς
16τῶν καθηκόντων του νὰ διαλύσῃ τὴν κοινότητα τοῦ Κισσοῦ
17τοῦ νομοῦ Λαρίσσης. Περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης πληρο-
18φοροῦμαι, ὅτι ἐγένετο προσφυγὴ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
19Ἐσωτερικῶν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εὐηρε-
20στήθη νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου γνώμην
21τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, καὶ ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνώμης
22ταύτης ἐξεδόθη ὁριστικὴ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργοῦ. Παρα-
23καλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐα-
24ρεστηθῇ νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελλον ὅλης
25τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ἵνα τὸν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν.
26Ὑποβάλλω ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν μου.
27§3ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω δύο προ-
28τάσεις νόμου, τὴν μὲν ἀφορῶσαν εἰς τροποποίησιν τῶν δια-
29τάξεων περὶ μονομαχίας, τὴν δὲ ἀφορῶσαν εἰς τὴν διάρ-
30κειαν τῆς κατὰ τὴν προδικασίαν τὴν ποινικὴν φυλακίσεως.
31Παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσι, νὰ διανεμηθῶσι καὶ νὰ ἀναγρα-
32φῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Θὰ παρακαλέσω δὲ καὶ
33τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν θέλῃ, νὰ τὰς υἱοθε-
34τήσῃ, ἐὰν νομίζῃ ὅτι εἶναι χρήσιμοι καὶ ὠφέλιμοι εἰς τὸν
35τόπον.
36§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
37Παράρτημα, ἀριθ. 29–30).
38§5Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ σιδηρόδρομος Δια-
39κοπτοῦ–Καλαβρύτων ἔχει συντελεσθῆ πρὸ πολλοῦ, καὶ τὸ
40ἔργον παρεδόθη κατὰ τὸν νόμον. Γνωρίζετε ὅτι μεταξὺ
41τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου Πει-
42ραιῶς–Πελοποννήσου ἔχει συναφθῆ σύμβασις, κατὰ τὴν
43ὁποίαν ἡ ἑταιρία αὕτη ὑποχρεοῦται νὰ ἀναλάβῃ καὶ τὴν
44ἐκμετάλλευσιν τοῦ σιδηροδρόμου Διακοπτοῦ–Καλαβρύ-
45των, μόλις ἤθελε συντελεσθῆ τὸ ἔργον, καὶ νὰ δώσῃ ἀμέ-
46σως αὐτὸν εἰς τὴν κοινὴν χρῆσιν. Ἀλλὰ, μολονότι πα-
47ρῆλθον ἔκτοτε πολλοὶ μῆνες, τίποτε δὲν ἐγένετο. Ἤκουσα
48ὅτι ἡ ἑταιρία προβάλλει διαφόρους ἀντιῤῥήσεις, ὅτι ζητεῖ
49τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς τῶν εἰσιτηρίων καὶ ἄλλας τινὰς
50προτάσεις προβάλλει· ὅλα δὲ ταῦτα πρέπει νὰ κανονι-
51σθῶσι νομοθετικῶς. Ἀλλὰ βλέπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν
52νομοσχέδιον τοιοῦτον εἰσάγει. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν
53τῶν Ἐσωτερικῶν, τί πρόκειται νὰ γείνῃ περὶ τούτου; Ἡ
54ἐπαρχία τῶν Καλαβρύτων, κύριε Πρόεδρε, εἶναι μία ἐξ ἐκεί-
55νων, αἱ ὁποῖαι κατέβαλον τὰ μεγαλείτερα ποσὰ εἰς τὸ τα-
56μεῖον τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ἐν τούτοις οὐδεμία ποτὲ φροντὶς
57ἐλήφθη περὶ τῆς ἐπαρχίας ταύτης. Ἐκτὸς μιᾶς ὁδοῦ ἁμα-
58ξιτῆς μεταξὺ Πατρῶν καὶ Καλαβρύτων, ἡ ὁποία μάλιστα
59κατεστράφη καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἄχρηστος ἐντελῶς καὶ ὡς ἐκ
60τῆς γραμμῆς, ἣν ἠκολούθησε, καὶ ὡς ἐκ τῆς ἐκτάσεως, τὴν
61ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὸν δρόμον διὰ τῶν ἑλιγμῶν αὐτῆς,—διότι
62τώρα, ἵνα μεταβῇ τις ἀπὸ τὰς Πάτρας εἰς τὰ Καλάβρυτα
63διὰ τῆς ὁδοῦ ταύτης, ἀπαιτοῦνται δύο ἡμέραι, ἐνῷ πρό-
64τερον διὰ τῆς τουρκικῆς ὁδοῦ ἀπῃτοῦντο μόνον δώδεκα
65ὧραι,—οὐδεμία ἄλλη ὁδὸς εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων
66ἐγένετό ποτε. Ἓν τμῆμα ὁδοῦ μεταξὺ Καλαβρύτων καὶ
67Αἰγιαλείας, τὸ ὁποῖον εἶχε συντελεσθῆ, κατελήφθη καὶ τοῦτο
68ὑπὸ τοῦ σιδηροδρόμου, ὁ ὁποῖος ἔσχε καὶ τοῦτο τὸ ἀποτέ-
69λεσμα, νὰ ἀποκλείσῃ ἐντελῶς τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ
70Καλαβρύτων καὶ Αἰγιαλείας, διότι οὔτε αὐτὸς τίθεται εἰς
71χρῆσιν, καὶ τὴν μόνην ὑπάρχουσαν ὁδὸν κατέλαβε καὶ
72κατέστρεψεν. Ἔχω καθῆκον, νομίζω, νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐξ
73ὀνόματος τῆς ἐπαρχίας τῶν Καλαβρύτων διὰ τὴν ἀκηδίαν
74ταύτην τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐρωτῶ τὸν ἁρμόδιον ἐπὶ τῶν
75Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, τί σκέπτεται νὰ πράξῃ διὰ τὸν
76σιδηρόδρομον Διακοπτοῦ–Καλαβρύτων; Θὰ ἀφήσωμεν καὶ
77τοῦτον νὰ καταστραφῇ ἐντελῶς, ἀφοῦ τόσα ἑκατομμύρια
78τὸ Δημόσιον ἐδαπάνησε διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ;
79§6ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Βε-
80βαίως δὲν πρόκειται νὰ ἀφήσωμεν τὸν σιδηρόδρομον Διακο-
81φτοῦ – Καλαβρύτων νὰ καταστραφῇ. Τὸ θέμα τοῦτο εὑρί-
82σκεται ἤδη ὑπὸ κανονισμὸν, λίαν δὲ προσεχῶς θὰ εἰσαχθῇ
83νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁριστικῶς θὰ κανονίσῃ τὰ τοῦ σι-
84δηροδρόμου τούτου.
85§7ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐπεί-
86γει τὸ θέμα τοῦτο, διότι μεταξὺ Καλαβρύτων καὶ Αἰγια-
87λείας δὲν ὑπάρχει κἀνὲν μέσον συγκοινωνίας. Διὰ τοῦτο
88ἠπόρησα, πῶς δὲν εἰσήχθη ἀμέσως τὸ νομοσχέδιον.
89§8ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὰ σχετικὰ μέτρα θὰ εἰσαχθῶσι λίαν
90προσεχῶς.
91§9ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ εἴπω καὶ
92ἐγὼ, συνεπείᾳ τῆς παρακλήσεως τοῦ συναδέλφου, εἶναι ὅτι
93ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων εὐγνωμονεῖ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς
94Κυβερνήσεως, διότι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τῶν Καλαβρύτων ἡ μόνη
95Κυβέρνησις, ἡ ὁποία συνετέλεσεν ἔργα καὶ ἔργα σπουδαῖα,
96ὠφελήσαντα τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων, εἶναι ἡ Κυβέρνη-
97σις τοῦ κ. Τρικούπη. Μετὰ θάῤῥους καὶ ἀπροκαλύπτως τὸ
98λέγω, διότι καὶ Γυμνάσιον συνεστήθη, καὶ ἡ ὁδὸς ἀπὸ Πα-
99τρῶν μέχρι Καλαβρύτων συνετελέσθη, καὶ, τὸ σπουδαιότε-
100ρον, ὁ σιδηρόδρομος Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων κατεσκευάσθη.
101Διὰ τὸν σιδηρόδρομον αὐτὸν, — διότι καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν
102περιέργειαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ.
103Πετιμεζᾶς, ἵνα λάβω πληροφορίας, — ἡ μέλλουσα νὰ ἀνα-
104λάβῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν ἑταιρία ἔχει ἀντιῤῥήσεις τινὰς,
105ἀντιῤῥήσεις συνήθεις, διότι νομίζει, ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις
106τοῦ σιδηροδρόμου Διακοφτοῦ – Καλαβρύτων δὲν θ’ ἀποζη-
107μιοῖ αὐτὴν διὰ τὰς δαπάνας της. Πρὸς τὸν κ. Πρωθυ-
108πουργὸν καὶ ἐγὼ, ἅμα ἐλθὼν ἐκ Πατρῶν, παρέστησα τὴν
109ἀνάγκην τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, καὶ
110ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλαβεν ὅλα τὰ μέτρα καὶ θὰ ὑποβάλῃ
111νομοσχέδιον περὶ ἀποζημιώσεως ἐν μέτρῳ τινὶ τῆς ἑται-
112ρίας, ἵνα ἀρχίσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν. Ὥστε ἡ ἐπαρχία τῶν
113Καλαβρύτων δὲν ἔχει τι παράπονον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως.
114Εἶναι βέβαιον, ὅτι στερεῖται ἐσωτερικῶν τινων ὁδῶν, ἀλλὰ
115ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη πολλὰ καλὰ ἔχει
116ἀποκτήσει, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ λόγους παραπόνων. Ὅσον ἀφο-
117ρᾷ τὴν ἁμαξιτὴν ὁδὸν μεταξὺ Αἰγίου καὶ Καλαβρύτων,
118γνωρίζει ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ὅτι ἐγένετο βατὴ ὁδὸς ἀπὸ Ζα-
119χλωροῦς μέχρι Καλαβρύτων, δι’ ἧς συγκοινωνοῦσι τὰ χω-
120ρία, τῇ ὑποδείξει καὶ τῇ ἐνεργείᾳ μου.
121§10Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι αὐτά, τὰ
122ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀποδεικνύουσιν ὅτι ἡ
123ἐπαρχία Καλαβρύτων δὲν ἔχει λόγους νὰ εὐγνωμονῇ πρὸς
124τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως· διότι ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ,
125ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν μας δὲν ὑπάρχει παρὰ μία ὁδὸς, τὴν
126ὁποίαν κατέλαβεν ὁ σιδηρόδρομος, ὁ ὁποῖος ἀφίνεται νὰ κατα-
127στραφῇ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ συνάδελφός μου ἔπρεπε
128νὰ ἑνώσῃ καὶ ἐκεῖνος τὴν φωνήν του, ἵνα τὸ ταχύτερον
129ληφθῶσι τὰ δέοντα μέτρα, ὅπως ὁ σιδηρόδρομος τοὐλάχι-
130στον τεθῇ τὸ ταχύτερον εἰς χρῆσιν.
131§11ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ ἐφρόντισα πάντοτε διὰ τὴν ἐπαρ-
132χίαν, καὶ ἔχω ἀφορμὴν, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας
133μου, νὰ εὐγνωμονῶ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν...
134§12ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ ἐπαρχία ὅμως διαφωνεῖ.
135§13ΦΩΤΗΛΑΣ... διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μεγίστην πρό-
136νοιαν ἔλαβεν ὑπὲρ τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων. Πρωθυπουρ-
137γοῦντος τοῦ κ. Τρικούπη ἀπεπερατώθη ἡ ὁδὸς ἀπὸ Πα-
138τρῶν μέχρι Καλαβρύτων, πρωθυπουργοῦντος τοῦ κ. Τρι-
139κούπη ἐγένετο Γυμνάσιον, πρωθυπουργοῦντος τοῦ κ. Τρι-
140κούπη ἐγένετο ὁ σιδηρόδρομος Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων. Μό-
141λις 40 ἕως 50 ἡμέραι παρῆλθον, ἀφ’ ὅτου ὁ σιδηρόδρομος
142αὐτὸς παρεδόθη ἐκ μέρους τῆς ἐργολαβίας πρὸς τὸ Δημό-
143σιον. Ἤδη πρόκειται νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐκμετάλλευσις. Ἡ ἑται-
144ρία, ἡ ὁποία εἶναι ὑπόχρεως δυνάμει συμβάσεως νὰ ἀνα-
145λάβῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, φέρει ἀντιῤῥήσεις, ἡ δὲ Κυβέρνη-
146σις καὶ ἀφ’ ἑαυτῆς καὶ ταῖς παραστάσεσιν ἐμοῦ ἐργάζεται,
147ὅπως ἡ ἑταιρία αὕτη ἀναλάβῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν. Ποῖον
148παράπονον δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως;
149Διὰ τὴν ἐσωτερικὴν συγκοινωνίαν τῆς ἐπαρχίας καὶ ὁ κ.
150Πετιμεζᾶς βεβαίως θὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ ἐγὼ καὶ ὅλοι οἱ
151Βουλευταί....
152§14ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν λαμβάνουσιν οἱ Βουλευταὶ τὴν
153πρόνοιαν.
154§15ΦΩΤΗΛΑΣ... Ἀλλ’ ἀφορμὰς παραπόνων δὲν δυνά-
155μεθα νὰ ἔχωμεν κατὰ τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία
156εἶναι ἡ μόνη προστατεύσασα τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων.
157Τὸ λέγω μετὰ θάῤῥους.
158§16ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουρ-
159γοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν δίδῃ ἀφορμὴν εἰς παράπονα ἐκ μέ-
160ρους τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, δίδει ὅμως ἀφορμὴν εἰς
161ἔκπληξιν, μετ’ ἐκεῖνα ἀκριβῶς, ἅτινα ἐξέθηκεν ὁ ἕτερος
162τῶν ἐντίμων Βουλευτῶν Καλαβρύτων, ὁ κ. Φωτήλας· διότι
163μᾶς ἐπληροφόρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι
164τὸ ζήτημα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Διακο-
165φτοῦ–Καλαβρύτων δὲν εἶναι ζήτημα πλέον ἐκτελέσεως,
166ὅπως παρέστησεν ὁ βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων κ. Φωτή-
167λας, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα νομοθετικῆς προνοίας. Μᾶς παρέ-
168στησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ νομο-
169σχέδιον, ἵνα κανονισθῶσι τὰ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδη-
170ροδρόμου. Ἀλλ’ ἡ δήλωσις αὕτη, ὡς εἶπον, φέρει εἰς ἔκπλη-
171ξιν· διότι τί πρόκειται νὰ κανονισθῇ σήμερον διὰ τοῦ νο-
172μοθετήματος, τὸ ὁποῖον ἀναγγέλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
173Ἐσωτερικῶν; Ὑπάρχει σύμβασις, δυνάμει τῆς ὁποίας
174ὡρισμένη ἑταιρία ὑποχρεοῦται εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν;
175Ἐξετελέσθη τὸ ἔργον;...
176§17ΦΩΤΗΛΑΣ. Βεβαιότατα.
177§18ΡΑΛΛΗΣ. Παρεδόθη τὸ ἔργον ἐκ μέρους τῆς ἐργολα-
178βίας; Ἀλλὰ τότε διατὶ δὲν ἤρξατο ἡ ἐκμετάλλευσις; Τί
179ἔχει νὰ πράξῃ ἡ Βουλή; Κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἔχω
180ἐγὼ, δὲν πρόκειται περὶ νομοθετικῆς προνοίας, ἀλλὰ περὶ
181τοῦ ἀνεκμεταλλεύτου τοῦ ἔργου. Τὸ Δημόσιον, καθ’ ἣν ἐπο-
182χὴν παρεδόθη τὸ ἔργον, ἀπέστειλεν, ὡς ἐπληροφορήθην, μη-
183χανικοὺς πρὸς τὴν παραλαβὴν αὐτοῦ ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ
184ἐργολάβου τῆς κατασκευῆς, ἀνετέθη δ’ αὐτοῖς ν’ ἀποφαν-
185θῶσι κατὰ πόσον τὸ ἔργον εἶναι ἐπιδεκτικὸν ἐκμεταλλεύ-
186σεως. Οἱ μηχανικοὶ τοῦ Δημοσίου, ἐκτελοῦντες τὴν ἀνατε-
187θεῖσαν αὐτοῖς ἐντολὴν, ὑπέβαλον ἔκθεσιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουρ-
188γὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, δι’ ἧς βεβαιοῦσιν, ὅτι, ὅπως ἔχει
189σήμερον τὸ ἔργον, δὲν εἶναι ἐκμεταλλεύσιμον, ὅτι ἀπαιτοῦν-
190ται ἑκατοντάδων χιλιάδων συμπληρωτικὰ ἔργα, ὅπως τε-
191λειωθῇ τὸ ἔργον, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐπιτρέπηται ἡ ἐκμετάλ-
192λευσις αὐτοῦ· καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσω-
193τερικῶν—καὶ πρὸς τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον—νὰ εὐαρεστηθῇ
194νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν κατὰ πόσον αἱ πληροφορίαι μου
195αὗταί εἰσιν ἀκριβεῖς, ἂν δὲ ὑπεβλήθη τοιαύτη τις ἔκθεσις,
196νὰ εὐαρεστηθῇ τὴν ἔκθεσιν ταύτην τῶν μηχανικῶν τῆς
197Κυβερνήσεως νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν. Ἐγὼ φρονῶ,
198ὅτι ἐπὶ μακρὰ ἔτη θὰ δύναται νὰ εὐγνωμονῇ ἡ ἐπαρχία
199Καλαβρύτων τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ
200ἔργον τὸ πολύτιμον, δι’ οὗ τὴν ἐπροίκισεν, ἀλλ’ ἐπὶ μακρὰ
201ἔτη θὰ ἀναμένῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτοῦ. Τοιοῦτον εἶναι
202τὸ ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθησαν 3½ ἑκατομμύρια
203δραχμῶν, καὶ ὅμως δὲν δύναται νὰ ἐλπίζῃ καὶ ἡ Κυβέρνη-
204σις καὶ ἡ χώρα, καὶ ἰδίᾳ ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων, νὰ τὸ
205ἴδῃ προσεχῶς λειτουργοῦν.
206§19ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
207Βεβαιῶ τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι δὲν εἶναι
208ἀκριβὴς ἡ πληροφορία του, ὅτι ὑπεβλήθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν
209τῶν Ἐσωτερικῶν ἔκθεσις τῶν μηχανικῶν, διὰ τῆς ὁποίας
210πιστοποιεῖται τὸ ἀνεκμετάλλευτον τοῦ ἔργου, ἢ ὅτι ἀπαι-
211τοῦνται πολλαὶ ἑκατοντάδες χιλιάδων δραχμῶν, ἵνα κατα-
212στῇ τοῦτο ἐκμεταλλεύσιμον. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι
213ὑπάρχει ἀνάγκη νομοθετικῆς συνδρομῆς πρὸς διεκπεραίω-
214σιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, διότι γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς,
215ὅτι ἡ ἑταιρία ἡ ἀναλαβοῦσα τὴν ἐκμετάλλευσιν εὑρίσκεται
216ὑπὸ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουσιν εἰς τὴν Κυβέρνη-
217σιν,—καθόσον πρόκειται περὶ ἑταιρίας, περὶ τῆς ὑπάρξεως
218τῆς ὁποίας ὀφείλει νὰ ἐνδιαφέρηται ἡ Κυβέρνησις,—νὰ συν-
219τελέσῃ, ὥστε ἡ ἑταιρία, ἀναλαμβάνουσα τὴν ἐκμετάλλευ-
220σιν, νὰ δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῆς
221Πολιτείας καὶ τῆς κοινωνίας. Θέλει νὰ καταστῇ διὰ τῶν
222μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις τῇ συνδρομῇ
223τῆς Βουλῆς, νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐκ μέρους τῆς ἑταιρίας
224ἐκμετάλλευσις τοῦ ἔργου ἄνευ ζημίας ταύτης, ἡ ὁποία ἠδύ-
225νατο νὰ φέρῃ εἰς φοβερὰς δυσχερείας αὐτήν. Ἂν ἡ ἑταιρία
226δὲν εὑρίσκετο ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εἶναι
227γνωστὸν ὅτι διατελεῖ, πιθανὸν νὰ μὴ ὑπῆρχε κἄν ἀνάγκη
228τῆς τοιαύτης συνδρομῆς. Ὑπάρχει μία σύμβασις, εἶπεν ὁ
229κ. Βουλευτής. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἀλλὰ βε-
230βαίως ἡ Πολιτεία καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ στη-
231ριχθῇ εἰς μίαν σύμβασιν, ἵνα ἐπενέγκῃ καταστροφὰς ἀνυ-
232πολογίστους. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει συμφέρον καὶ τὸ ἔργον
233νὰ δοθῇ εἰς ἐκμετάλλευσιν καὶ ἡ ἐκμετάλλευσις νὰ ἔχῃ
234πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, ὥστε νὰ δύναται ἐπὶ τὸ μέλλον
235νὰ ἐξακολουθῇ συγχρόνως ἀναγνωρίζουσα τὰς δικαίας
236παραστάσεις τῆς ἑταιρίας ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος. Εἰς
237τὸ σημεῖον τοῦτο εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις, λίαν δὲ προσεχῶς
238θὰ ἀρθῶσιν ὅλα τὰ προσκόμματα καὶ θὰ δοθῇ τὸ ἔργον εἰς
239ἐκμετάλλευσιν;
240§20ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ μάθωμεν τὰ μέτρα;
241§21ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ θέμα, ἐπαναλαμβάνω, εὑρίσκεται ὑπὸ
242μελέτην· δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ δώσω περισσοτέρας
243πληροφορίας.
244§22ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ χαίρω διὰ τὰς πληροφορίας, ἃς εὐη-
245ρεστήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ, βε-
246βαιώσας ὅτι τὸ ἔργον εἶναι ἐκμεταλλεύσιμον, καὶ ὅτι δὲν
247ἀπαιτοῦνται, ὡς μὲ ἐπληροφόρησαν, ἑκατοντάδων χιλιάδων
248συμπληρωτικὰ ἔργα, ὅπως καταστῇ τοιοῦτον. Ἐὰν πρόκη-
249ται διὰ τῆς νομοθετικῆς προνοίας νὰ διευκολυνθῇ μόνον ἡ
250ἑταιρία τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Πελοποννήσου, ἵνα
251ἀναλάβῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, πιστεύω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ
252Βουλευτὴς, ὅστις θ’ ἀρνηθῇ τὴν συνδρομήν του, ἀλλὰ φο-
253βοῦμαι, ὅτι ἄλλα θὰ προκύψωσι προσκόμματα.
254§23ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὄχι.
255§24ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ εὔχομαι.
256§25ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι καὶ ἔχω
257γνῶσίν τινα τῶν πραγμάτων, δύναμαι νὰ πληροφορήσω τὸν
258κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς τὸ ἑξῆς· ὅτι τὸ ἔργον τοῦ σιδηρο-
259δρόμου Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων εἶναι ἴσως τὸ τελειότερον
260ἐξ ὅσων ἐγένοντο ἐν Ἑλλάδι καὶ διὰ τὸ ὁποῖον τὸ Δημό-
261σιον ἐδαπάνησεν ὀλιγώτερα τῶν δαπανηθέντων δι’ ἄλλα
262τοιαῦτα ἔργα. Ἡ ἑταιρία, ἡ ἀναλαβοῦσα δυνάμει συμβά-
263σεως τὴν ἐκμετάλλευσιν, φέρει ἀντιῤῥήσεις τινὰς, ὡς συνή-
264θως γίνεται, ἀξιοῦσα ἀποζημιώσεις πρὸς κατασκευὴν ἔργων
265τινῶν, χρησίμων δῆθεν πρὸς τὴν ἐκμετάλλευσιν· ὁ δὲ κ. Βου-
266λευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐνόμισεν, ὅτι ὑπολείπονται συμπληρω-
267τικὰ ἔργα πολλῶν χιλιάδων δραχμῶν, καὶ ἔκαμε τὸν
268ὑπολογισμὸν, ὅτι μετὰ πάροδον πολλῶν ἐτῶν θὰ ἴδῃ τὴν
269ἐκμετάλλευσιν τοῦ ἔργου. Τὸ ἔργον παρελήφθη ὑπὸ τῶν μη-
270χανικῶν τοῦ Δημοσίου, καὶ οὗτοι εἶπον, ὅτι τὸ ἔργον εἶναι
271τελειότατον. Ἴσως ἡ ἑταιρία τῆς ἐκμεταλλεύσεως εὑρίσκεται
272εἰς δυσχερείας οἰκονομικὰς, δι’ ἃς καὶ ἐγὼ, ὡς Βουλευτὴς
273Καλαβρύτων, καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἀρνηθῶ-
274μεν ὑποστήριξίν τινα εἰς αὐτὴν, βεβαίως ὅμως δὲν θὰ παρα-
275δεχθῶμεν καὶ παραλόγους ἀξιώσεις αὐτῆς.
276§26ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω ποσῶς περὶ τῆς ἀκριβείας
277τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ
278πρόκειται περὶ ἔργου, τὸ ὁποῖον προϋπελογίσθη μὲν εἰς ὀκτα-
279κοσίας χιλιάδας δραχμῶν, ἀλλὰ μᾶς ἐστοίχισεν ὑπὲρ τὸ τε-
280τραπλάσιον, καλὸν θὰ ἦτο νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν
281τὴν ἔκθεσιν τῆς παραδόσεως τοῦ ἔργου, διὰ νὰ ἴδῃ αὕτη
282ἐν ὁποίᾳ καταστάσει εὕρηται ἔργον, τὸ ὁποῖον τοσαῦτα μᾶς
283ἐστοίχισε καὶ τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ καλύψῃ οὐδὲ τὰ
284ἔξοδα τῆς ἐκμεταλλεύσεώς του, ὡς ἰσχυρίζεται ἡ ἑταιρία.
285§27ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι τὰ ἔξοδα
286τῆς ἐκμεταλλεύσεως θὰ καλυφθοῦν· ἂν δὲ τὸ ἔργον ἐπρο-
287χώρει μέχρι Μαζεΐκων, — καὶ ἦτο εὔκολον νὰ γείνῃ, ἀφοῦ
288ἡ ἀπόστασις εἶναι μικροτάτη, — θὰ εἶχε τοσαῦτα εἰσοδή-
289ματα ὁ σιδηρόδρομος αὐτὸς, ὅσα ἔχει καὶ ὁ σιδηρόδρομος
290ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Πατρῶν.
291§28ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν αὐτὴν ἰδέαν, ἀλλὰ
292ἀπορῶ, διατὶ δὲν ἐπιβάλλεται ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἐκμεταλ-
293λεύσεως, ἀφοῦ δὲν ζημιοῦται ἡ ἑταιρία.
294§29ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε ἂς ὑποβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσω-
295τερικῶν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰς ἀντιῤῥήσεις τῆς ἑταιρίας,
296διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν δύναται νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴ τὴν ἐκμετάλ-
297λευσιν ἄνευ τῆς ἐπικουρίας τοῦ Δημοσίου.
298§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
299§31ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
300δὲν ἔχει κἀμμίαν πληροφορίαν περὶ τῶν Πανεπιστημιακῶν;
301§32ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλάκις ἠκούσθη φωνὴ
302καὶ εὐχὴ παρὰ πληθυσμῶν ἑλληνικῶν, εὑρισκομένων ἐκτὸς
303τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους, καὶ μάλιστα κατοικούντων εἰς με-
304γάλην ἀπὸ τῶν ἑλληνικῶν μεθορίων ἀπόστασιν, νὰ μετοι-
305κήσωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐσχάτως ὅμως, πρό τινων μη-
306νῶν, ὡρισμένως καὶ θετικῶς ἐξωτερικεύθη τοιαύτη εὐχὴ
307παρὰ τῆς ἐν Καυκάσῳ πολυπληθοῦς κοινότητος, ἥτις, διὰ
308νὰ διερμηνεύσῃ τὴν διάπυρον ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει,
309ἵνα μετοικήσῃ καὶ ἐγκατασταθῇ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς ἐλευ-
310θέρας Ἑλληνικῆς πατρίδος, ἀπέστειλεν εἰς τὰς Ἀθήνας ἐπι-
311τροπὴν τριμελῆ, ἡ ὁποία ἦτο ἐντεταλμένη νὰ ὑποβάλῃ
312τὴν εὐχὴν ταύτην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ζητήσῃ πᾶ-
313σαν διευκόλυνσιν πρὸς ἐκπλήρωσιν αὐτῆς.
314Ἡ ἐπιτροπὴ ἦλθεν εἰς Ἀθήνας καὶ ἀπηυθύνθη πρὸς τὴν
315Κυβέρνησιν, ἥτις ὑπέδειξεν εἰς αὐτὴν μέρη τινά, εἰς τὰ
316ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἐγκατασταθῶσιν οἱ ἐπιθυμοῦντες τοῦτο·
317ἐχάραξεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν δρομολόγιον, ὑποθέτω δὲ καὶ
318πᾶσαν ἄλλην διευκόλυνσιν, πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ.
319Ἐσχάτως ἀνέγνων εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἡ ἐπιτροπή,
320περιελθοῦσα διάφορα μέρη τῆς Θεσσαλίας καὶ μέρη νομί-
321ζω τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, κατέληξεν εἰς ἀποτυχίαν, διότι
322οὐδαμοῦ εὗρεν ἔδαφος κατάλληλον πρὸς ἐγκατάστασιν τῶν
323ἐπιθυμούντων νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁμογενῶν μας.
324Ἐλπίζω ὅτι, εἴτε σήμερον, εἴτε ἄλλην ἡμέραν, ὁ κ. Ὑπουρ-
325γὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ χορηγήσῃ
326πρὸς τὴν Βουλὴν πληροφορίαν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης,
327τὴν ὁποίαν θεωρῶ, ἐγὼ τοὐλάχιστον, σοβαρὰν, τὸ μὲν διότι
328διὰ τῆς καταφατικῆς, ἤτοι τῆς εὐνοϊκῆς ὑπὲρ τῶν αἰτούν-
329των λύσεως τοῦ ζητήματος ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει,
330θὰ εὐκολυνθῇ ἡ προσέλευσις καὶ ἐγκατάστασις ἐν Ἑλλάδι
331πολλῶν ὁμοεθνῶν, ἀποφευγόντων τὰ μαῦρα ξένα καὶ ἐρ-
332χομένων νὰ τύχωσι περιθάλψεως ὑπὸ τὴν μητρικὴν ἀγκά-
333λην τῆς πατρίδος, θὰ προσελκυσθῶσι δὲ καὶ ἄλλοι πολλοὶ
334ὁμοεθνεῖς, παρακινούμενοι καὶ εὐελπιζόμενοι ἐκ τῆς ἐπιτυ-
335χίας τῶν πρώτων τούτων, ἵνα ζητήσωσι τὸ αὐτὸ παρὰ τῆς
336Ἑλλάδος. Κατὰ δεύτερον δὲ λόγον θεωρῶ τὸ ζήτημα σο-
337βαρὸν διὰ τ’ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, ἐὰν ἀποτύχῃ, διότι θὰ
338προκύψωσι δύο συνέπειαι, ἡ τῆς ἀπελπισίας ἐκείνων ἐκ τῶν
339ὁμογενῶν μας, οἱ ὁποῖοι θὰ ἤθελον νὰ ἐγκατασταθῶσιν εἰς
340τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἡ παράτασις τοῦ κακοῦ τῆς ἐξ Ἑλλάδος
341μεταναστεύσεως Ἑλλήνων εἰς ξένας χώρας· διότι, ἐὰν δὲν
342δύναται ἡ Ἑλλὰς τοὺς αἰτήσαντας, τοὺς τόσον μακρόθεν
343ἐρχομένους, τοὺς μετὰ τόσον διαπύρου ἐπιθυμίας ζητοῦντας
344παρὰ τῆς Ἑλλάδος μικρὰν γωνίαν, ἵνα ἐγκατασταθῶσιν ἐδῶ,
345νὰ δεχθῇ καὶ διαθρέψῃ ἐν ἐργασίᾳ, πῶς θὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς
346συμπολίτας μας, εἰδικῶς δὲ εἰς τοὺς συμπολίτας μου, οἱ
347ὁποῖοι τρέχουσι μακρὰν πρὸς εὕρεσιν τῶν μέσων τῆς ὑπάρ-
348ξεως, ὅταν δὲν ἀρκῇ αὐτοῖς πρὸς διατροφὴν τὸ ἔδαφος, τὸ
349ὁποῖον κατοικοῦσιν ἀρχῆθεν, πῶς θὰ εἴπωμεν εἰς αὐτοὺς
350μετὰ λόγου, ὡς καθημερινῶς τοῖς λέγομεν διὰ τοῦ τύπου:
351«Διατὶ ἀπέρχεσθε τόσον μακρὰν εἰς τὰς ἀξένους καὶ μα-
352»κρυνὰς ἐκείνας χώρας πρὸς εὕρεσιν πόρου ζωῆς, καὶ δὲν
353»καλλιεργεῖτε τὴν Θεσσαλίαν, ἡ ὁποία στερεῖται χειρῶν
354»καὶ μένει ἕνεκα τούτου ἀκαλλιέργητος;»
355Τὸ ζήτημα, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι σπουδαιότατον, ἐλπί-
356ζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸς ταῖς
357πληροφορίαις, τὰς ὁποίας θὰ χορηγήσῃ, θὰ καταβάλῃ καὶ
358πλείονα προσπάθειαν, ἐὰν ὑπάρχῃ ἔτι καιρὸς, ἵνα διευκο-
359λύνῃ τὸν σκοπὸν καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν μετὰ πόθου ἀτε-
360νιζόντων πρὸς τὴν μητέρα Ἑλλάδα ὁμογενῶν μας.
361§33ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Τὸ γεγονὸς τῆς παύσεως τοῦ δημάρχου
362Μελᾶ εἶναι ἀληθὲς πραξικόπημα τῆς Κυβερνήσεως· καὶ
363ὀνομάζω πραξικόπημα τὴν πρᾶξιν ταύτην τῆς Κυβερνή-
364σεως, διότι πρᾶξις μὴ στηριζομένη εἰς τὸν νόμον εἶναι πρᾶ-
365ξις παράνομος, εἶναι πραξικόπημα. Μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν
366τοῦ Συντάγματος, ὅτε ἀπεδόθησαν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν
367ἐλευθερίαι δημοτικαὶ καὶ ἐχορηγήθη τὸ κυριαρχικὸν δικαίω-
368μα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅπως διορίζῃ διὰ τῆς ψήφου
369αὑτοῦ τοὺς δημοτικοὺς ἄρχοντας, πᾶσα ἄλλη ἐξουσία ἐστε-
370ρήθη τοῦ δικαιώματος τούτου, διότι οἱ διοριζόμενοι διὰ τῆς
371ψήφου τοῦ λαοῦ δημοτικοὶ ἄρχοντες ἐκπίπτουσι τοῦ ἀξιώ-
372ματος αὑτῶν, ὅπως ὁ νόμος διατάσσει, διὰ δικαστικῆς ἀπο-
373φάσεως· πᾶσα ἄλλη περίπτωσις περὶ ἐκπτώσεως ἀπὸ τοῦ
374ἀξιώματος ἀντιβαίνει πρὸς τὴν θεωρίαν περὶ δημοτικῶν
375ἐλευθεριῶν καὶ πρὸς τὸν θεμελιώδη νόμον τῆς Πολιτείας,
376πρὸς αὐτὸ τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν
377τοῦ Συντάγματος ἐν τῷ δημοτικῷ νόμῳ διετηρήθη τὸ ἄρθρ.
37844 τοῦ περὶ δήμων νόμου τοῦ 1834, διὰ τοῦ ὁποίου δίδεται
379τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παύῃ τὸν δήμαρχον, τὸ
380δικαίωμα ὅμως τοῦτο δίδεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ περιο-
381ρισμοὺς, ὑπὸ ὅρους καὶ εἰς κύκλον περιωρισμένον. Πάντες
382οἱ νομομαθεῖς συγγραφεῖς, οἱ συγγράψαντες περὶ τῆς δημο-
383τικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, ἀναφέρουσι τοὺς ὅρους, ἐντὸς τῶν
384ὁποίων ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐνεργήσῃ, διὰ νὰ παύσῃ
385τὸν δήμαρχον, πέραν ὅμως τῶν ὅρων αὐτῶν πᾶσα πρᾶξις
386τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πρᾶξις παράνομος καὶ ἔκθεσμος.
387Μεταξὺ τῶν νομομαθῶν ἀνδρῶν τῶν συγγραψάντων περὶ
388τοῦ δημοτικοῦ νόμου, ὁ διαπρεπὴς πολιτευτὴς ἡμῶν κ. Δη-
389λιγιάννης, ὁ νομομαθὴς συγγραφεὺς, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη
390ἀποτελεῖ αὐθεντίαν, ἐν τῷ συγγράμματι αὑτοῦ ἀναφέρει
391τοὺς περιορισμοὺς ἐκείνους, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις
392ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παύῃ τὸν δήμαρχον, καὶ θέλω ἀνα-
393φέρει πρὸς ὑμᾶς τὸ ἄρθρον 44 καθὼς καὶ τὰς ἐξηγήσεις ὡς
394πρὸς τοὺς περιορισμοὺς, τοὺς ὁποίους ὁ συγγραφεὺς δίδει·
395ἐκ τῶν ἐξηγήσεων δ’ αὐτῶν ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς
396Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἐνήργησε πέραν τῶν περιορισμῶν
397τοῦ δικαιώματος αὑτῆς, ὑπῆρξε παράνομος καὶ ἔκθεσμος.
398Τὸ ἄρθρον 44 ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ὁ νομάρχης
399ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παύῃ εἰς κατεπειγούσας περιστάσεις
400προσωρινῶς τὸν δήμαρχον· ὀφείλει δὲ νὰ ἀναφέρῃ τοῦτο
401ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν εἰς τὴν ἁρμοδίαν Γραμματείαν τῆς
402Ἐπικρατείας, ἐκθέτων τὰς αἰτίας τῆς τοιαύτης παύσεως
403καὶ ἐπισυνάπτων καὶ τὰς περὶ τούτου πράξεις.» Εἰς τὰς
404σημειώσεις τοῦ συγγράμματος τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἐν σημειώ-
405σει ὑπ’ ἀριθ. 2, ἀναφέρεται, ὅτι τότε ἐφαρμόζεται τὸ δικαίω-
406μα τοῦ νομάρχου, «ὅταν αἱ πράξεις ἢ αἱ παραλείψεις τοῦ
407δημάρχου δύνανται νὰ ἐπαγάγωσιν ἀναγκαίως ἢ νὰ ἐνι-
408σχύσωσι βεβαίως τὴν διατάραξιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας,
409ἢ ὅταν πράξεις ἰδιωτικαὶ αὑτοῦ προκαλῶσιν ἐπὶ τοσοῦτον
410τὴν κατ’ αὑτοῦ καταφορὰν τῶν συνδημοτῶν του, ὥστε ἐκτί-
411θεται εἰς προφανῆ κίνδυνον ἡ ἐν τῷ δήμῳ κοινὴ ἀσφάλεια,
412ἢ τέλος, ὅταν ἐκ τῶν πράξεων ἢ παραλείψεων αὑτοῦ πρό-
413κηται νὰ διακινδυνεύσωσι σπουδαῖα συμφέροντα τῆς Ἐπι-
414κρατείας, τότε ἡ ἐλαχίστη ἀναβολὴ καθίσταται ἐπιζήμιος,
415ἀποβαίνει δ’ ἀναγκαία ἡ ἐνάσκησις τοῦ εἰς τὸν νομάρχην
416παραχωρουμένου τούτου δικαιώματος.»
417Δὲν γνωρίζω ποία περίπτωσις ἐπειγούσης ἀνάγκης δύ-
418ναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, ἵνα
419θεωρηθῇ ἐπείγουσα ἀνάγκη. Ὑπῆρξε κίνδυνος τῆς δημοσίας
420ἀσφαλείας; ὑπῆρξε κίνδυνος σπουδαίων καὶ μεγάλων συμ-
421φερόντων τοῦ δήμου; ἢ ὑπῆρξε κίνδυνος δημοσίας ὑγείας;
422Οὐδεμία περίπτωσις τοιαύτη ὑπῆρξεν ἐκ τῶν διαγραφομένων
423ἐν τῷ νόμῳ. Ἡ περίπτωσις ἡ μόνη, διὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ
424παυθῇ ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων, ὑπῆρξε τὸ ἔγγραφον τῆς πα-
425ραιτήσεως αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνε πρὸς τὴν προϊσταμέ-
426νην ἀρχήν, τὸ ἀπηύθυνε δέ, διότι ὤφειλε νὰ δικαιολογήσῃ
427τὴν θέσιν αὐτοῦ διὰ τὴν γενομένην πρὸς αὐτὸν προσβολὴν
428τῆς προσωποκρατήσεως, καὶ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο ἦτο γεγραμ-
429μένον μὲ θαῤῥαλέαν καὶ αὐστηρὰν γλῶσσαν, καὶ ἐξετίθετο ἐν
430αὐτῷ ἡ κατάστασις τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς. Τοῦτο ὑπῆρξεν
431ἡ ἀφορμή, ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ χολωθῇ ἐπὶ τοσοῦτον καὶ νὰ
432διατάξῃ τὸν νομάρχην, ὅπως παύσῃ τὸν δήμαρχον τοῦ ἀξιώ-
433ματος αὐτοῦ, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Ἐπαύθη τοῦ ἀξιώματος αὐτοῦ
434ὁ δήμαρχος, διότι ἐτόλμησε νὰ καταγγείλῃ ἐνώπιον τῶν συν-
435δημοτῶν του τοὺς ὑπαιτίους τῆς δυσχεροῦς καταστάσεως τοῦ
436δήμου, καὶ νὰ παραστήσῃ τὴν ἀθλίαν κατάστασιν τοῦ δή-
437μου, διότι ἐτόλμησε νὰ παραστήσῃ τὴν ἀστοργίαν τῆς Κυ-
438βερνήσεως διὰ τὸν δῆμον Ἀθηναίων, ἣν πάντοτε ἐπεδεί-
439ξατο πρὸς αὐτόν. Ἐπαύθη ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων, διότι ἐτόλ-
440μησε νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἂν δὲν βελτιωθῇ διὰ προνοίας τῆς Κυ-
441βερνήσεως ἡ κατάστασις τοῦ δήμου, θέλει ἀποχωρήσει τῆς
442δημοτικῆς ἀρχῆς. Ἔπρεπε διὰ τὸ θάῤῥος αὐτοῦ ὁ δήμαρ-
443χος Μελᾶς νὰ στιγματισθῇ, ἔπρεπε διὰ τὴν τόλμην ταύ-
444την τοῦ δημάρχου νὰ ἐξευτελισθῇ τὸ ἀξίωμα τὸ δημαρχι-
445κὸν, ἔπρεπε νὰ ποδοπατηθῇ τὸ δημαρχικὸν ἀξίωμα διὰ μιᾶς
446ἀποφάσεως παρανόμου τοῦ νομάρχου. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις
447ἔκρινεν, ὅτι ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων ἔσφαλεν, εἶχε τὸ δικαίω-
448μα καὶ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ στείλῃ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο
449εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ἄλλως οὐδεμία περίπτωσις συνέτρεχεν
450ἐκ τοῦ νόμου, ὅπως παυθῇ τοῦ ἀξιώματος αὐτοῦ ὁ δήμαρ-
451χος Ἀθηναίων Μελᾶς.
452Διότι ἐξέθηκε τὴν ἀθλίαν, τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν τοῦ
453δήμου ἕνεκα τῆς ἀστοργίας τῆς Κυβερνήσεως, ὁ δήμαρχος
454Ἀθηναίων δὲν ἔπρεπε νὰ παυθῇ· ἀλλὰ ἠθελήσατε νὰ τὸν
455στιγματίσητε διὰ μιᾶς ἀποφάσεως παρανόμου, ἠθελήσατε
456νὰ τὸν θεωρήσητε ἀνεπαρκῆ, καὶ τὸ στίγμα τοῦ ἀνεπαρκοῦς
457δημάρχου νὰ φέρῃ ἐφ’ ὅρου ζωῆς, διὰ μιᾶς τοιαύτης κυβερ-
458νητικῆς ἀποφάσεως παρανόμου, καὶ ἠθελήσατε τὸ στίγμα
459τοῦ ἀνικάνου δημάρχου νὰ φέρῃ ἀδίκως, διότι κατέδειξεν εἰς
460τὴν Κυβέρνησιν τὴν κυβερνητικὴν ἀνεπάρκειαν αὐτῆς, ἐξ ἧς
461προέκυψεν ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ δήμου. Ἠθελήσατε νὰ ἐγκο-
462λάψητε τοιοῦτον στίγμα τῆς ἀνεπαρκείας εἰς τὸν δήμαρ-
463χον Ἀθηναίων ὅλως ἀδίκως, διότι ἀνέφερεν εἰς ὑμᾶς τὸ πα-
464ράπονον διὰ τὴν ἀστοργίαν τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν δη-
465μοτικῶν πραγμάτων.
466Καὶ ἡμεῖς θέλομεν καταδείξει πρὸς ὑμᾶς, κύριε Ὑπουρ-
467γέ, δι’ ἀριθμῶν, ὅτι ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ δήμου ὀφείλεται
468εἰς τὴν ἀκηδίαν τῆς Κυβερνήσεως· ἐὰν ἦναι σήμερον ἀνε-
469παρκὴς ὁ δῆμος, ἐκληρονόμησε τὴν ἀνεπάρκειαν αὐτὴν ἀπὸ
470τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὸ «Ἄστυ», τὸ ἡμιε-
471πίσημον ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ταμίας κ. Ζοῦγκος
472ἐκθέτει τὰ χρέη τοῦ δήμου, διὰ τῶν ὁποίων εἶναι ἐπιβεβα-
473ρημένος ὁ δῆμος καὶ τὰ ὁποῖα ὀφείλει πρὸς τὸ Δημόσιον,
474καὶ τὴν ἔκθεσιν ταύτην θὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅπως λεπτομερῶς
475ἀκούσητε τὴν κατάστασιν τῶν χρεῶν τοῦ δήμου, διότι ἐπι-
476φυλάσσομαι νὰ ἀναφέρω καὶ τὰς δικαίας ἀπαιτήσεις τοῦ
477δήμου κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐκ τῆς συγκρίσεως ταύ-
478της θὰ πεισθῆτε, ὅτι ὀφείλονται μέγιστα ποσὰ εἰς τὸν δῆ-
479μον παρὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ ὅτι τὴν κακοδαιμονίαν τοῦ
480δήμου παρεσκεύασεν ἡ ἀστοργία τῆς Κυβερνήσεως.
481Ἀναφέρει ὁ ταμίας Ζοῦγκος ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ, ὅτι
482«ἀπὸ εἰσφορὰν ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ὀφεί-
483λονται δραχμαὶ 310,000». Δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ σημείωσις
484αὕτη, διότι δὲν εἶναι ἀπαιτητὸν τὸ χρέος αὐτό, καθότι δὲν
485ἔληξεν ὁ χρόνος, πέραν τοῦ ὁποίου δύναται νὰ γείνῃ ἀπαι-
486τητὸν τὸ χρέος. Τὸ κεφάλαιον λοιπὸν τῶν 310,000 δραχ.
487δὲν πρέπει νὰ σημειωθῇ εἰς τὴν στήλην τῶν χρεῶν.
488Ἐπίσης ζητεῖ τὸ Δημόσιον παρὰ τοῦ δήμου «ἀπὸ ὑπό-
489λοιπον εἰσφορᾶς τοῦ ἔτους 1893 δραχ. 48,000». Εἶναι τὸ
490τρυφερὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγέννησε τὸ ζήτημα τοῦ δη-
491μάρχου. Τὴν εἰσφορὰν αὐτὴν ζητεῖ διὰ τὸ ἔτος 1893 ὡς
492ὑπόλοιπον ἐκ δρ. 48,000· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1892 εἰσέπραξεν
493ἐπὶ πλέον διὰ λογαριασμὸν τοῦ δήμου τὸ Δημόσιον δραχ.
49437,000, τὰς ὁποίας κατακρατεῖ ἡ Κυβέρνησις ἀτόπως, καὶ
495δὲν δίδει ταύτας εἰς τὸν δῆμον, καίτοι ζητηθείσας κατ’ ἐπα-
496νάληψιν. Ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων, ὅταν ἐζητήθησαν παρ’
497αὐτοῦ αἱ 48,000 δραχμαὶ, ὅπως καταθέσῃ ταύτας, ἐζή-
498τησε τὸν συμψηφισμὸν τῶν ὀφειλομένων 37,000. Ἐκ τοῦ
499συμψηφισμοῦ μένει ὑπόλοιπον δρ. 11,000. Ὁ δὲ δῆμος
500εἶναι ὑπόχρεως νὰ καταβάλῃ τὰς δρ. 11,000, διότι οὐσια-
501στικῶς τόσα ὀφείλει. Ὥστε ἡ ἀπαίτησις, τὴν ὁποίαν εἶχεν
502ὁ κ. ταμίας διὰ τὴν καταβολὴν τῶν 48,000, ἦτο ἀπαί-
503τησις μὴ στηριζομένη εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον.
504Ὡσαύτως ζητεῖ ὁ κ. ταμίας 3,347 δρ. διὰ τόκους τῆς
505ἀπαιτήσεως τῶν 48,000 καὶ ζητεῖ τοὺς τόκους αὐτοὺς,
506διότι τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου ἔχουν τόκους· ἀλλὰ τὰ
507τοῦ δήμου δὲν ἔχουν τόκους, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονο-
508μικῶν; Τὸ ποσὸν τῶν τόκων ἀναγράφεται καὶ τοῦτο, ὡς
509μὴ ὤφελεν, ὡς χρέος ἀπαιτητὸν, εἰς τὴν στήλην τῶν χρεῶν.
510Ὡσαύτως ζητεῖ τὸ Δημόσιον ἀπὸ τὸν δῆμον «διὰ προ-
511καταβολὰς τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν χωροφυλακὴν τῶν ἐτῶν
5121891, 1890 καὶ 1889 δραχμὰς 14,000». Διὰ τὴν ὀφειλὴν
513ταύτην ὑπάρχει δίκη ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων,
514διότι τὸ Δημόσιον ὀφείλει αὐτὸ νὰ πληρόνῃ τοὺς στρα-
515τῶνας τῆς χωροφυλακῆς, καὶ οὐχὶ ὁ δῆμος, ὅστις δὲν εἶναι
516ὑπόχρεως νὰ πληρόνῃ τοιαῦτα ἐνοίκια διὰ τοὺς στρατῶ-
517νας τῆς χωροφυλακῆς, διότι οὐδέποτε ἐπλήρωσε, καὶ ὑπάρ-
518χει δίκη ἐκκρεμής, διὰ δὲ τὸ ποσὸν τῶν 14,000 δὲν δύ-
519ναται νὰ ζητηθῇ ἡ καταβολή, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται δίκη
520ἐκκρεμὴς καὶ δὲν εἶναι ἀπαιτητόν.
521«Ὑπόλοιπον τιμῆς οἰκοπέδου τοῦ 1893 δρ. 77,000.»
522Καὶ διὰ τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο ὑπάρχει ἐκκρεμὴς δίκη μετα-
523ξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ δήμου, ἡ ἐκκρεμὴς δ’ αὕτη δίκη
524δὲν ἦλθεν εἰς πέρας, διὰ νὰ ἴδωμεν εἰς ποῖον θὰ ἐπιδικασθῇ
525ἡ ὑποχρέωσις τῆς πληρωμῆς, ὅπως πληρώσῃ τὸ ὀφειλόμε-
526νον ποσόν.
527Διὰ τόκους ὑπερημερίας τοῦ χρέους αὐτοῦ τῶν 77,000
528δραχμῶν ζητεῖται ἕτερον ποσὸν δρ. 48,000. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον
529δὲν ἀπαιτηθῇ τὸ χρέος, δὲν γνωρίζω πῶς ἀπαιτοῦνται οἱ
530τόκοι. Τὸ ποσὸν τὸ ἀναγεγραμμένον λοιπὸν τῶν 48,000
531εἶναι ποσὸν, τὸ ὁποῖον δὲν ὤφειλε νὰ ἀναγράψῃ ὁ ταμίας
532ὡς ὀφειλὴν τοῦ δήμου ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ.
533«Ἀπὸ ἐπαρχιακὰς προκαταβολὰς τοῦ 1880» ζητοῦνται
534δραχ. 246. Περὶ αὐτῶν δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε. Ἂν τὰς
535ὀφείλῃ ὁ δῆμος, νὰ τὰς πληρώσῃ τὰς 246 δραχμάς.
536«Φόρος οἰκοδομῶν τοῦ 1891 δρ. 43,777.» Καὶ δι’ αὐ-
537τὰς δὲν γνωρίζω τίποτε· ἀλλ’ ἂν ὀφείλωνται πραγματικῶς
538οἱ φόροι, ὀφείλει νὰ πληρώσῃ ὁ δῆμος τὴν ὑποχρέωσίν του.
539Ἀλλ’ ὁ κ. ταμίας Ζοῦγκος ἀναφέρει χρέος ἐξ 605,000
540δραχμῶν εἰς βάρος τοῦ δήμου ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου,
541ἐνῷ οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ εἶναι ἀνακριβεῖς, δι’ ὅσα εἶπον προη-
542γουμένως.
543Ἀφοῦ ἐξεθέσαμεν τὰ διάφορα χρέη τοῦ δήμου πρὸς τὸ
544Δημόσιον, ὀφείλομεν νὰ ἐκθέσωμεν καὶ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ
545δήμου κατὰ τοῦ Δημοσίου, ὅπως τελεία εἰκὼν τῆς οἰκονομι-
546κῆς καταστάσεως τοῦ δήμου παρασταθῇ πρὸ τῶν ὀμμάτων
547ὑμῶν, καὶ κρίνητε ποῖος ἔχει τὸ δίκαιον, ἂν ἔχῃ τὸ δί-
548καιον ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων, ἢ ἔχῃ τὸ δίκαιον ὁ εἰσπρά-
549κτωρ ἢ τὸ Δημόσιον, ζητῶν τὰς 48,000 διὰ τὸ ἀναγρα-
550φόμενον χρέος τοῦ δήμου, τὸ ὁποῖον ἐξελέγχεται, ὅτι δὲν εἶ-
551ναι πραγματικόν.
552Ὀφείλονται δραχμαὶ 481,615 παρὰ τοῦ Δημοσίου εἰς
553τὸν δῆμον διὰ τὸ καταληφθὲν οἰκόπεδον παρὰ τοῦ Δημο-
554σίου, ἐφ’ οὗ ἤγειρε τὸ Δημόσιον ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Κηφισσίας
555τοὺς στρατῶνας τοῦ πυροβολικοῦ, καὶ οἱ τόκοι αὐτοῦ τοῦ
556ποσοῦ τῶν δρ. 481,000. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς καταλήψεως,
557ὅτε ἠγέρθησαν οἱ στρατῶνες τοῦ πυροβολικοῦ, μακρὰ ἀλλη-
558λογραφία διημείφθη μεταξὺ Δημοσίου καὶ δήμου, καὶ οὐδέ-
559ποτε τὸ Δημόσιον ἐδέχθη νὰ καταβάλῃ τὸ ποσὸν τοῦτο.
560Ὀφείλονται ὡσαύτως δρ. 60,000 διὰ τὸ δημοτικὸν γήπεδον
561τὸ καταληφθὲν παρὰ τοῦ Δημοσίου, ἐφ’ οὗ ἤγειρε τὰς δύο
562πτέρυγας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ δὲ ἀτυχὴς
563δῆμος τῶν Ἀθηναίων ὑπεχρεώθη δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἐφε-
564τείου νὰ ἀναγράψῃ ὡς πιστωτὴν τοῦ δήμου τὸν Ἐμμα-
565νουὴλ Ἀντωνιάδην διὰ δραχ. 250,000 καὶ νὰ πληρώνῃ εἰς
566αὐτὸν τόκους, ἐνῷ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὀφείλεται ἀπὸ τὸ
567Δημόσιον εἰς τὸν δῆμον διὰ τὴν ἀνωτέρω αἰτίαν, δὲν κατα-
568βάλλεται· ἐν τούτοις ὁ ἀτυχὴς δῆμος Ἀθηναίων ὑπό-
569κειται εἰς πληρωμὰς τόκων βαρυτάτων. Ὀφείλονται ὡσαύ-
570τως δραχ. 50,000 διὰ τὸ καταληφθὲν οἰκόπεδον ἐπὶ τῆς
571λεωφόρου τοῦ Πολυγώνου καὶ οἱ τόκοι ἀπὸ τῆς καταλή-
572ψεως, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1891. Ὀφείλονται ὡσαύτως 24,000
573δραχ. διὰ τὸ καταληφθὲν οἰκόπεδον ἐπὶ τῆς παλαιᾶς ὁδοῦ
574Κηφισσίας, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οἰκοπέδου ἠγέρθησαν αἱ ἀπο-
575θῆκαι τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ. Ὀφείλονται ὡσαύτως δραχ-
576μαὶ 144,370 διὰ τὸ χορηγούμενον ὕδωρ εἰς τὸ Ἀνάκτορον
577καὶ τὸν ἀνακτορικὸν κῆπον, καὶ δυστροπεῖ τὸ Δημόσιον νὰ
578πληρώσῃ τὸ χορηγούμενον ὕδωρ, νὰ πληρώσῃ εἰς τὸν δῆ-
579μον τὸ μόνον εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον καὶ κύριον ἔχει. Ὀφεί-
580λονται δραχμαὶ 50,000 παρὰ τοῦ Δημοσίου ἐξ ἀμέσων φό-
581ρων, βεβαιωθέντων, εἰσπραχθέντων καὶ καθυστερουμένων
582ποσοστῶν ἀπὸ τοῦ 1889 μέχρι τοῦ 1894. Τὸ Δημόσιον ἐν
583συνόλῳ ὀφείλει τὸ στρογγύλον ποσὸν τῶν δρ. 1,259,289,
584ἐνῷ ὁ δῆμος ὀφείλει εἰς τὸ Δημόσιον 50,246. Ἐρωτῶ τὸν
585κ. Ὑπουργὸν τῶν ἐπὶ Ἐσωτερικῶν: ἐγνώριζε τὰς ὀφειλὰς
586ταύτας τοῦ Δημοσίου προτοῦ ἀπολύσῃ τὸν δήμαρχον Ἀθη-
587ναίων ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος αὐτοῦ; ἐμελέτησε τὴν οἰκο-
588νομικὴν κατάστασίν του, τὴν ὁποίαν παρεσκεύασεν ἡ
589ἀστοργία τῆς Κυβερνήσεως. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτε-
590ρικῶν, προτοῦ ἀπολύσητε τὸν δήμαρχον τοῦ ἀξιώματος αὐ-
591τοῦ, ὠφείλατε νὰ ἐξετάσητε κατὰ βάθος καὶ νὰ μεριμνή-
592σητε διὰ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ δήμου, ὠφεί-
593λατε νὰ δείξητε ἀληθῆ στοργὴν περὶ τοῦ δήμου Ἀθηναίων.
594Διότι ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων εἶχε τὸ σθένος καὶ τὴν ὑπο-
595χρέωσιν νὰ ὑπερασπισθῇ τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου, καὶ
596ἐξῆλθε διὰ θαῤῥαλέας γλώσσης νὰ σᾶς εἴπῃ: «νὰ πληρώ-
597σητε τὰ χρέη σας πρὸς τὸν δῆμον, διότι ἄλλως σεῖς δημιουρ-
598γεῖτε τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ δήμου. Ἐὰν δὲν ἐκπληρώσητε
599τὰς ὑποχρεώσεις σας, ἐγὼ καταθέτω τὴν παραίτησίν μου,
600μὴ δυνάμενος ὑπὸ τοιούτους ὅρους νὰ διοικήσω τὸν δῆ-
601μον.» Ἤρκεσεν ἡ θαῤῥαλέα ἐκείνη γλῶσσα δημάρχου ἀξιο-
602πρεποῦς νὰ σᾶς χολώσῃ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε νὰ
603στερήσητε αὐτὸν τοῦ ἀξιώματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνεβίβασαν
604αὐτὸν χιλιάδες συμπολιτῶν αὐτοῦ. Ἡ προσβολὴ κατὰ τοῦ
605δημάρχου Ἀθηναίων, κύριε Ὑπουργὲ, εἶναι προσβολὴ καθ’
606ὅλου τοῦ Ἀθηναϊκοῦ λαοῦ, τοῦ εὐγενοῦς καὶ φιλονόμου. Ὁ
607Ἀθηναϊκὸς λαὸς, κολαφισθεὶς διὰ τοιαύτης προσβολῆς, θὰ
608ἔλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν θὰ σᾶς διδάξῃ ὅτι δὲν προσβάλλε-
609ται τόσον εὐκόλως.
610§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμε-
611ρησίας διατάξεως;
612§35ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν θὰ
613ὁμιλήσῃ;
614§36ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
615Χθὲς ὡμίλησα.
616§37ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἀντεκρούσατε τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα
617ἀνέφερε τώρα ὁ κ. Ὀριγώνης.
618§38ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω.
619§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον, Κύριοι;
620§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐνόμιζον ὅτι ἄλ-
621λοι ἤθελον μετάσχῃ τῆς συζητήσεως ταύτης, ἵνα συντελέ-
622σωσιν εἰς τὸν φωτισμὸν τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ποικίλαι μέχρι
623τοῦδε ἀνεκοινώθησαν εἰς αὐτὴν γνῶμαι ὑπὸ τῶν ἐπερωτη-
624σάντων καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπειδὴ
625ὅμως δὲν φαίνεται διατεθειμένος ἕτερος νὰ πράξῃ τοῦτο,
626ἀναγκάζομαι ἐγὼ νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως. Ἐγώ, κρί-
627νων τὴν πρώτην ἀφορμήν, ἥτις παρήγαγε τὴν δυσάρεστον
628ταύτην πλοκήν, τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἐντάλματος προσωποκρα-
629τήσεως ὑπὸ τοῦ ταμίου παράνομον, ὑπέθετον ὅτι ὁ κύριος
630Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε ζητήσει νὰ ἀποδείξῃ τὸ
631ἐναντίον. Ἐπειδὴ ἐσιώπησε μέχρι τοῦδε, παρακαλῶ αὐτὸν
632νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ ἔκδοσις τοῦ ἐντάλματος ὑπὸ τοῦ ταμίου
633τῶν Ἀθηνῶν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως τοῦ δημάρχου
634Ἀθηναίων στηρίζεται εἰς διάταξιν νόμου, καὶ ποίαν. Ἂν ὁ
635κ. Ὑπουργὸς δὲν θεωρῇ ἄξιον νὰ ἀπαντήσῃ, ἡ σιωπή του
636δηλοῖ, ὅτι ἀρνεῖται νὰ δώσῃ ζητούμενος πληροφορίας.
637Κύριε Πρόεδρε, δὲν δύναμαι νὰ ὁμιλῶ ἐν ὀνόματι τῆς
638Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ εἶμαι μέλος αὐτῆς καὶ δύναμαι νὰ
639ἀνακοινώσω τὴν γνώμην ἐμοῦ καὶ τῶν συναδέλφων τῶν μετ’
640ἐμοῦ συνεργαζομένων, ὅτι ἡ σιωπὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
641Οἰκονομικῶν εἶναι ἄτοπος καὶ ἀποτελεῖ οὐ μόνον ἄρνησιν
642καθήκοντος συνταγματικοῦ, ἀλλὰ καὶ ὕβριν, περιφρόνησιν
643πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν.
644§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερόθεν). Ὅλην μαζὴ, ὅλην.
645§42ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅλην τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀντιπροσω-
646πεύετε καὶ μετ’ ἀξιοπρεπείας.
647§43ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδεὶς δύναται νὰ κρίνῃ διαφόρως τὴν πρὸς
648τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Γόρτυνος συμπεριφορὰν τοῦ κ.
649Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, πᾶς δ’ ἀνήκων εἰς τὴν πτέρυγα
650ταύτην οὔτε ἀλλοίαν γνώμην περὶ αὐτῆς ἠδύνατο νὰ ἔχῃ,
651οὔτε εἶχεν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τινὸς ἐξ ἐκεί-
652νων, οἵτινες παρακάθηνται ἐνταῦθα, ὅπως χαρακτηρίσῃ αὐ-
653τὴν δεόντως· διότι, ἂν ἀληθῶς ἦναι θαυμάσιον τὸ ἀσύστο-
654λον τῆς πράξεως, πρὸ τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα, εἶναι ἔτι θαυ-
655μασιώτερον τὸ θράσος, μετὰ τοῦ ὁποίου ἡ πρᾶξις αὕτη
656μένει ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος, καίτοι προκαλοῦνται καὶ
657ζητοῦνται ἐξηγήσεις ἐπ’ αὐτῆς. Ἄν τις τῳόντι διέλθῃ τὰ
658ἔγγραφα, ἅτινα εὐηρεστήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερι-
659κῶν πρὸς δικαιολόγησιν τῆς πράξεώς του νὰ καταθέσῃ ἐπὶ
660τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, θέλει ἐλεεινολογήσει ἡμᾶς, ὅτι
661κατεπέσαμεν μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, ὥστε δήμαρχος—
662ἀδιάφορον ἂν ἦναι δήμαρχος τῆς πρωτευούσης ἢ ἄλλου οἱου-
663δήποτε δήμου —ν’ ἀπολύηται ὡς ὁ ἔσχατος τῶν γραφέων
664τῆς τελευταίας οἰκονομικῆς ἐφορίας, θέλει ἐλεεινολογήσει
665τὴν κατάπτωσιν ἡμῶν, διότι δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ ἀνεύρῃ
666ἐν τοῖς ἐγγράφοις, τοῖς δῆθεν δικαιολογοῦσι τὴν ἀπόλυσιν
667τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων, ἔννοιάν τινα νομικὴν, δικαιολό-
668γησίν τινα μὴ ἀντικρουομένην ἐξ ἑνὸς τῶν ἐγγράφων
669αὐτῶν τῶν κατατεθέντων. Ἀφίνων κατὰ μέρος τὰ ἔγ-
670γραφα τ’ ἄλλα, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἔχωσι ση-
671μασίαν, διότι καὶ αὐτὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον οὐδε-
672μίαν τοῖς ἀπέδωκε τοιαύτην, παρατρέξαν αὐτὰ κατὰ τὴν
673γνωμοδότησίν του ὑπὲρ τῆς ἀπολύσεως τοῦ δημάρχου, λαμ-
674βάνω καὶ ἐξετάζω μόνον τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ
675Συμβουλίου, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθη, ὅπως πληρωθῇ τὸ
676γράμμα τοῦ ἄρθρου 44 τοῦ περὶ δήμων νόμου, τὸ διάταγμα
677περὶ ἀπολύσεως τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων.
678Νομίζετε ὅτι γίνεται μνεία ἐν τῇ ἀποφάσει ταύτῃ περὶ
679τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων ὡς πρὸς τὴν οἰ-
680κονομικὴν διαχείρισιν τοῦ δήμου, δι’ ἧς ἠκούσαμεν δικαιο-
681λογουμένην τὴν ἀπόλυσιν; νομίζετε ὅτι πρόκειται περὶ
682περιπτώσεως διαταράξεως τῆς δημοσίας τάξεως; Ποσῶς.
683Ἐθεωρήθη ἁπλῶς, ὅτι ἐπέῤῥιψεν ὁ δήμαρχος μομφὴν ἐπὶ τὰς
684ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Προέδρου τῆς
685Κυβερνήσεως, ἐκρίθη ὅτι ἐπέῤῥιψεν αὐτῷ τὴν μομφὴν, ὅτι
686ὑπῆρξεν ἄστοργος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρόε-
687δρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν δῆμον, τοῦτο δ’ ἤρκεσεν,
688ὅπως κτυπηθῇ κατακέφαλα ὁ δήμαρχος, διὰ ν’ ἀποδειχθῇ,
689ὅτι τὸ μὲν πρόσωπον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ
690Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἱερὸν, αἱ δὲ πράξεις αὐτοῦ
691ἀνεπίδεκτοι ἐξελέγξεως, ὅτι αὐτὸς μετέχει τοῦ ἀναμαρτή-
692του τοῦ Πάπα, καὶ ὅτι, ἄν τις τολμήσῃ νὰ ὑψώσῃ φωνὴν
693ἐλέγχου ἐπὶ τὰς πράξεις αὐτοῦ, τὰς τόσον ἀνεπιλήπτους,
694ἀναγκαίως ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ θέλει καταπέσει ὁ πέ-
695λεκυς τῆς παύσεως, ἀδιάφορον ἂν πρόκηται καὶ περὶ δη-
696μάρχου, ὅστις ἐξελέγη διὰ πολλῶν χιλιάδων ψήφων.
697Καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐλεεινολογήσωμεν τὴν κατάπτωσιν
698ἡμῶν, διότι ἐκεῖνοι οἱ ἑπτὰ ἢ ἓξ Ὑπουργοὶ, οἵτινες ὑπέ-
699γραψαν τὸ πρακτικὸν αὐτὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
700ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη τὸ Β. Διάταγμα τῆς παύσεως
701τοῦ δημάρχου, ἀπέδειξαν ὅτι δὲν εἶχον συνείδησιν τῆς ἰδίας
702των ἀξιοπρεπείας, ὅταν τὸ τοιοῦτον πρακτικὸν ὑπέγραφον.
703Πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ πρακτικὸν, διὰ ν’ ἀντιληφθῇ πᾶς
704τις καὶ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τίνες εἶναι αἱ ἰδέαι τοῦ κ. Προέ-
705δρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ χειραφεσίας τῶν δήμων, τὰς
706ὁποίας πρό τινων ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου ἐπηγ-
707γέλλετο, εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 (ἀναγι-
708νώσκει):
709«... Οὐχ ἧττον τὸ ὕφος καὶ ἡ φράσις, ὧν ποιεῖται χρῆσιν
710ἐν τῇ προμνησθείσῃ ἀναφορᾷ του ὁ εἰρημένος δήμαρχος,
711εἰσὶν ἀνάρμοστοι, ἀπρεπεῖς καὶ ἀνευλαβεῖς, περιεχόμεναι ἐν
712ἀναφορᾷ πρὸς τὴν προϊσταμένην αὐτοῦ ἀρχὴν, ἤτοι τὸν
713νομάρχην Ἀττικῆς. Ἀλλὰ πλὴν τούτου διὰ τῆς ἀναφορᾶς
714του ταύτης ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων ζητεῖ νὰ ἐπιῤῥίψῃ
715ἀτόπως καὶ ἀναληθῶς μομφὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν,
716ὡς παραίτιον τῆς κακοδαιμονίας τοῦ δήμου, καὶ πρὸς
717τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ
718τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἀστόργως πρὸς τὸν δῆμον
719προσενεχθέντα καὶ διὰ τῆς ἐκδόσεως ἐντάλματος προσωπο-
720κρατήσεως θελήσαντα νὰ ἐπισφραγίσῃ τὴν ἀσύγγνωστον
721ἀδιαφορίαν, ἣν τὸ Δημόσιον ἀείποτε ἐπέδειξε πρὸς τὰ δη-
722μοτικὰ συμφέροντα. Ἐπειδὴ τοιαύτην διαγωγὴν ἐπιδείξας
723ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων Μ. Μελᾶς πρὸς τὰς προεστώσας
724ἀρχάς, πρὸς ἃς ἐν πάσῃ περιπτώσει ὤφειλε νὰ προσενεχθῇ
725μετὰ τῆς ἐπιβαλλομένης εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ εὐλαβείας
726καὶ εὐπρεπείας, δὲν δύναται πλέον νὰ ἐξακολουθῇ κατέχων
727τὴν θέσιν τοῦ δημάρχου κλπ.»
728Τοιοῦτον εἶναι, Κύριοι, τὸ πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ
729Συμβουλίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη τὸ Β. Διάταγμα,
730κρίνατε δ’ ἂν οἱ ὑπογράψαντες αὐτὸ Ὑπουργοὶ εἶχον
731συνείδησιν τῆς ἰδίας των ἀξιοπρεπείας, καὶ ἂν σήμερον ὁ
732Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, συμπεριφερόμενος καθ’ ὃν ἀντε-
733λήφθητε τρόπον ἀπέναντι τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες προὐκά-
734λεσαν αὐτὸν νὰ δώσῃ ὡρισμένην πληροφορίαν, σχετιζομέ-
735νην πρὸς τὴν ὅλως αὐθαίρετον καὶ ἀδικαιολόγητον πρᾶξίν
736του, ἂν δὲν ἀποδεικνύηται ἐπιπροσθέτως ἀνευλαβὴς καὶ
737πρὸς αὐτὴν τὴν Βουλήν. Ἄν ἀνεχθῆτε τὴν συμπεριφορὰν
738αὐτοῦ ταύτην, εἶσθε ἄξιοι τῆς τύχης σας, δύνασθε δὲ νὰ
739ἀποχαιρετίσητε διὰ παντὸς τὴν αἴθουσαν ταύτην, χωρὶς
740οὐδὲν νὰ ζημιωθῇ τὸ Κράτος ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν δῆ-
741θεν κοινοβουλευτικῶν τύπων, ὑφ’ ὧν διεπόμεθα.
742§44ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βλέπω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἕτοιμον νὰ
743ἀπαντήσῃ· ἀλλ’ ὑπάρχει ζήτημα παρεμπίπτον. Ἐρωτῶ
744τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, σκοπεῖ νὰ ἀπαντήσῃ
745εἰς τὴν ῥητὴν καὶ κατηγορηματικὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτί-
746μου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος; Πῶς θεωρεῖ ἡ Κυβέρνησις τὸ
747ἐκδοθὲν ἔνταλμα κατὰ τοῦ δημάρχου;
748§45Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις τὸ
749θεωρεῖ νόμιμον.
750§46ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἤδη, Κύριοι, τὸ ζήτημα διὰ τῆς βρα-
751χείας ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἐτέθη εἰς
752τὴν θέσιν του, διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι κατὰ τὴν
753προχθὲς ὑποβληθεῖσαν ἐπερώτησιν τοῦ ἑτέρου Βουλευτοῦ ἐξ
754Ἀττικῆς καὶ τὴν σημερινὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ εἶχεν ἐντε-
755λῶς ἐκτροχιασθῆ.
756Ἔχομεν ἤδη νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέμα-
757τος, διότι περὶ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον οἱ νόμοι χορη-
758γοῦσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τοῦ παύειν τοὺς δημάρχους, ἐξ
759ὅσων ἤκουσα, ὑποθέτω ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτη-
760σις, καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ, ἤθελον παρακαλέσει νὰ προη-
761γηθῇ ἐμοῦ ὁ ἔχων ἀντίθετον γνώμην, ἵνα δυνηθῶ νὰ ἀπαν-
762τήσω. Ἐγὼ τοὐλάχιστον θεωρῶ ἐντελῶς ἀνεπίδεκτον συζη-
763τήσεως τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως.
764§47ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἀπόλυτον;
765§48ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐννοεῖται ὅτι τούτου πρέπει νὰ γίνηται
766χρῆσις ὅπου πρέπει καὶ ὅταν πρέπῃ.
767Τούτου δεδομένου, δὲν ὑπολείπεται ἢ νὰ συζητήσωμεν, ἐὰν
768πρεπόντως ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν ἐνάσκησιν τοῦ
769δικαιώματος τούτου, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὰ ἔγγραφα, τὰ
770ὁποῖα κατέθεσα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐνόμιζον ὅτι πρὸς
771τιμὴν αὐτοῦ τοῦ ἀπολυθέντος δημάρχου δὲν θὰ ἐγίνετο
772τόσος λόγος εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερ-
773νήσεως, ἣν ἡ συμπεριφορὰ πρὸς τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν
774τοῦ δημάρχου καὶ ἡ ἀπόφασίς του τοῦ ν’ ἀποχωρήσῃ τῆς
775ἀρχῆς, ἡ μετὰ τοσούτου μάλιστα πείσματος ἐκδηλωθεῖσα,
776οὐ μόνον δικαιολογεῖ, ἀλλ’ ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
777Καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἤκουον τοὺς ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἀγο-
778ρεύσαντας ἀναγινώσκοντας τὸ ἔγγραφον τοῦ δημάρχου,
779ὅπερ ἀπηύθυνεν εἰς τὸν νομάρχην, κρίνοντας δὲ περὶ αὐτοῦ
780καὶ ἰδίως περὶ τῆς περιόδου ἐκείνης, δι’ ἧς ὁ δήμαρχος Ἀθη-
781ναίων δηλοῖ, ὅτι ἐγκαταλείπει τὴν ἀρχὴν, παραδίδων ταύ-
782την εἰς τὸν δημαρχικὸν πάρεδρον, ἵνα μὴ ἐπανέλθῃ πλέον,
783καὶ ἂν ἀνεγνωρίζετο ἔτι, ὅτι ἀδίκως ἐγένετο ὅ,τι ἐγένετο,
784καὶ ἂν ἐδίδετο ἔτι εἰς αὐτὸν ἡ προσήκουσα ἱκανοποίησις.
785Ἐπεθύμουν νὰ ἤκουον αὐτοὺς ἀναγινώσκοντας ταῦτα, ἵνα
786κρίνω ἐκ τῆς φυσιογνωμίας των οἵαν ἐντύπωσιν ἤθελε πα-
787ραγάγῃ εἰς αὐτοὺς τοῦτο!
788Τὸ ἔγγραφον ὠνόμασάν τινες παραίτησιν εὔσχημον. Ὁ κ.
789Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὠνόμασεν αὐτὸ, προχθὲς ἀγορεύων,
790ὑβρεολόγιον· ἐγὼ ἀπέχω νὰ τὸ χαρακτηρίσω, ὀφείλω ὅμως
791νὰ δηλώσω, ὅτι ἐξεπλάγην, ὅταν ἀνέγνωσα κάτωθεν τοῦ
792ἐγγράφου τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Μελᾶ, διότι ἀλλοίαν ἐντε-
793λῶς εἶχον γνώμην περὶ τοῦ ἀνδρὸς, ὅστις προΐστατο τῆς
794δημοτικῆς ἀρχῆς τῶν Ἀθηναίων.
795Εἶπον καὶ προχθὲς, ὅτι ὁ ἐπαρχιακὸς ταμίας ᾧτινι
796ἐπεβάλλετο ἐκ τοῦ νόμου, ἵνα πρὸ τῆς λήξεως τῆς χρή-
797σεως μεριμνήσῃ περὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων
798καὶ μεταχειρισθῇ τὰ ἐκ τοῦ νόμου καταναγκαστικὰ μέτρα,
799ἵνα ἀποβάλῃ τὴν ἐκ τοῦ νόμου προσωπικὴν αὐτοῦ εὐθύνην,
800εἰδοποίησε τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν Ἀθηναίων, ὅτι ἡ χρῆσις
801ἔληγε προσεχῶς καὶ ὅτι δέον νὰ σπεύσῃ νὰ καταβάλῃ τὰ
802ὀφειλόμενα πρὸς τὸ Δημόσιον, καὶ ὅτι, ἂν δὲν σπεύσῃ, εὑρί-
803σκεται ἐκ τοῦ νόμου εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβῇ οὐχὶ εἰς
804τὴν χρῆσιν τῶν καταναγκαστικῶν μέτρων, ὡς εἶχε δικαίω-
805μα καὶ καθῆκον, ἀλλὰ εἰς τὴν ὑπόδειξιν τῆς χρήσεως
806αὐτῶν, ἵνα ἀπέναντι τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς ἔχῃ τὴν νόμιμον
807δικαιολογίαν, ὅτι ἐξετέλεσε τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας
808ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν ὁ νόμος. Ὁ κ. δήμαρχος Ἀθηναίων,
809ὅστις ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου καὶ ὅστις
810ἐγνώριζεν, ὅτι ἦτο προσωπικῶς ὑπεύθυνος εἰς τὴν καταβο-
811λὴν τῶν ἐκ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ὀφειλομένων,
812ὅστις διετέλει ἐν πλήρει γνώσει τῆς καταστάσεως τοῦ δη-
813μοτικοῦ ταμείου, ὅστις ἐγνώριζεν, ὅτι οὐ μόνον τὸ Δημό-
814σιον δὲν ὤφειλέ τι εἰς τὸν δῆμον, ἀλλ’ ὅτι ὁ δῆμος τοὐναν-
815τίον ἦτο ὀφειλέτης πρὸς τὸ Δημόσιον πολλῶν ἑκατοντά-
816δων χιλιάδων δραχμῶν, ὅστις ἐγνώριζεν ἐκ τῶν βιβλίων
817τοῦ δημοτικοῦ ταμείου, ὅτι πάντα τὰ ποσὰ, τὰ ἀναγραφό-
818μενα ἐν τῷ ἐγγράφῳ τοῦ ταμία ὡς ὀφειλόμενα ὑπὸ τοῦ
819δήμου πρὸς τὸ Δημόσιον, ἦσαν ἀναγεγραμμένα καὶ εἰς τὰ
820βιβλία τοῦ δημοτικοῦ ταμείου, ὅστις ἐγνώριζεν, ὅτι αἱ ἀπαι-
821τήσεις, ἃς ὁ δῆμος εἶχε κατὰ τοῦ Δημοσίου ἐνώπιον τῶν
822δικαστηρίων, πᾶσαι σχεδὸν εἶχον ἀποῤῥιφθῆ, καὶ ὅτι μία
823ἢ δύο εὑρίσκοντο ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ
824ὅτι τὸ Ἐφετεῖον εἶχεν ἀποφανθῆ κατὰ τῶν ἀξιώσεων τοῦ
825δήμου...
826§49ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
827§50ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἔχω σημείωσιν τοῦ δικαστικοῦ τμή-
828ματος, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀναφέρεται τὸ ἱστορικὸν ἑκάστης ὑπο-
829θέσεως... Ὁ δήμαρχος λοιπὸν, λέγω, ὅστις ἐπὶ τῇ ἐπιση-
830μότητι τῆς ἀρχῆς του πάντα ταῦτα ἐγνώριζεν, ἀνα-
831γράφει ἐν τῷ ἐγγράφῳ, οὗτινος πάντες ἐλάβετε γνῶσιν,
832ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα, πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν ἵνα δημοκο-
833πήσῃ, ἀποχωρῶν τῆς ἀρχῆς διὰ παραιτήσεως, κατὰ τοιοῦ-
834τον τρόπον ὑποβαλλομένης. Ἀλλὰ, Κύριοι, οἱ παραιτούμε-
835νοι ὅπως ἀποφύγωσιν ὑποχρεώσεις, χωρὶς νὰ ἔχωσι δικαίω-
836μα πρὸς παραίτησιν, καθίστανται ἀνάξιοι νὰ κατέχωσι τὴν
837ἀρχήν. Ἐκ τοῦ νόμου οὐδὲν εἶχε δικαίωμα νὰ παραιτηθῇ,
838ἡ φυγή του δὲ, ἡ οὕτω πως γενομένη, δὲν εἶναι μόνον ὕβρις
839κατὰ τοῦ ἀξιώματος, ἀλλ’ εἶναι ὕβρις κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι
840ἀνεβίβασαν αὐτὸν εἰς τὸ ὑπέρτατον ἀξίωμα καὶ ὑπὲρ τῶν
841ὁποίων ὤφειλε νὰ βαστάζῃ τὸ βαρὺ μὲν φορτίον διὰ πάντα,
842βαρύτερον δὲ διὰ τὸν κ. Μελᾶν, τῆς διοικήσεως τοῦ δήμου
843τῶν Ἀθηναίων. Ἔλεγον προχθὲς, ὅτι ἐπεζήτει ὁ κ. Μελᾶς
844τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀπέλθῃ, ζητῶν ν’ ἀποχωρήσῃ τῆς ἀρχῆς,
845διότι ἐθεώρει ἑαυτὸν ἀνίκανον ἐπὶ πλέον νὰ φέρῃ τὸ βάρος
846τοῦτο, καὶ ἐπεζήτησε τὴν εὐκαιρίαν ταύτην ἀστόχως ἐν
847τῇ νομίμῳ ἐνεργείᾳ τοῦ ταμία, φοβούμενος δὲ μὴ τυχὸν
848προσκληθῇ νὰ ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντά του, ἐμερίμνησε νὰ
849προσενεχθῇ κατὰ τρόπον ἐπιβάλλοντα τὴν ἐκ τοῦ ἀξιώμα-
850τός του παῦσιν, καὶ διὰ τοῦτο δηλοῖ ῥητῶς ἐν τῷ ἐγγρά-
851φῳ του, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐννοεῖ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰ
852καθήκοντα τοῦ δημάρχου, καὶ ἂν ἀκόμη ἀρθῶσιν αἱ δῆθεν
853παρασχεθεῖσαι ἀφορμαί. Πρέπει, Κύριοι, ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ
854περίοδος αὕτη εἰς ὑμᾶς, ἵνα ἐκτιμηθῇ παρ’ ὑμῶν ἐν συνει-
855δήσει, ἐὰν δήμαρχος κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὑποβάλλων
856παραίτησιν καὶ οὕτως ἀποχωρῶν τῶν καθηκόντων του
857δύναται νὰ γείνῃ ἀνεκτὸς, καὶ ἐὰν μὴ δυνάμενοι ν’ ἀπο-
858δεχθῶμεν τὴν παραίτησιν αὐτοῦ, ὡς μὴ στηριζομένην εἰς
859νόμιμον λόγον, ἐὰν δὲν ἐπεβάλλετο ἡμῖν καὶ παντὶ εὐσυνει-
860δήτῳ κυβερνήτῃ νὰ παύσῃ αὐτὸν τῆς ἀρχῆς, ἀφοῦ αὐτὸς
861οὗτος ἐπισήμως ὁμολογεῖ, ὅτι ἐστίν ἀπολύτως ἀνίκανος νὰ
862ἐξακολουθήσῃ διοικῶν τὰ τοῦ δήμου. «Ἐν τέλει, κύριε,
863νομάρχα, γράφει ὁ δήμαρχος, φέρω εἰς γνῶσιν ὑμῶν, ὅτι
864παραδίδω τὴν διοίκησιν τοῦ δήμου Ἀθηναίων εἰς τὸν πρῶ-
865τον δημαρχικὸν πάρεδρον, ἔχων σταθερὰν ἀπόφασιν νὰ
866μὴ ἐπανέλθω πλέον εἰς τὴν Δημαρχίαν, μετὰ τὴν τε-
867λευταίαν ταύτην προσβολὴν, καὶ ἂν ἀκόμη ἡ Κυ-
868βέρνησις, ἀναγνωρίζουσα ὡς ἐσφαλμένην τὴν
869ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀπόφασίν της, ἤθελεν ἀνα-
870καλέσει τὴν ἐκτέλεσίν της.»
871Ἰδοὺ, Κύριοι, τύπος παραιτήσεως! Ὁ κύριος δήμαρχος
872δὲν ἐπιθυμεῖ συζήτησιν, δὲν ζητεῖ ἔρευναν, ἀλλ’ ὑβρίζων
873καὶ Κυβέρνησιν καὶ λαὸν, δηλοῖ ὅτι παραδίδει τὴν δημο-
874τικὴν ἀρχὴν, ἀποχωρῶν ὁριστικῶς, καὶ δὲν θέλει, δὲν σκέ-
875πτεται κἂν νὰ ἐπανέλθῃ, καὶ ἐὰν ἀκόμη ἡ Κυβέρνησις
876ἀνακαλέσῃ τὰς ἀποφάσεις της, τὰς ὁποίας ὑποθέτει ὅτι
877ἐξέδωκεν. Ἰδοὺ δήμαρχος ἀντάρτης κατὰ τῶν νόμων τοῦ
878Κράτους, κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τῶν ἀναδειξάντων
879αὐτὸν τὸν πρῶτον δήμαρχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους.
880Τίς, Κύριοι, ἀγνοεῖ, ὅτι οὐδόλως ἐκ τοῦ νόμου ἀναμιγνύε-
881ται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς ἐνεργείας τοῦ ἐπαρχιακοῦ ταμία;
882Ὁ ταμίας ἐνεργεῖ ἐντελῶς αὐτοβούλως· λαμβάνει μόνον
883διαταγὰς παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα μερι-
884μνήσῃ περὶ τῆς ἀνελλιποῦς εἰσπράξεως τῶν καθυστερούν-
885των. Πόθεν λοιπὸν ἐδικαιοῦτο ὁ κ. δήμαρχος νὰ πιστεύῃ,
886ὅτι εἰδικῶς ἡ πρὸς αὐτὸν πρόσκλησις πρὸς πληρωμὴν ἐγέ-
887νετο συνεπείᾳ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν;
888Ἐνόμισεν ὁ κ. Μελᾶς, τοιοῦτον ἔχων ἀξίωμα, ὅτι δὲν ἠδύ-
889νατο νὰ ζητήσῃ ἐξηγήσεις περὶ τῆς ἐνεργείας τοῦ ἐπαρ-
890χιακοῦ ταμία; Καὶ δὲν ἠδύνατο ἀναδιφῶν τὸν νόμον νὰ
891ἴδῃ, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς τὸν ταμίαν νὰ ἐνεργήσῃ ὅσα ἐνήρ-
892γησε; Καὶ ἐπὶ τέλους δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναμείνῃ, ἵνα
893ἴδῃ, ἐὰν ἀληθῶς ἤθελον μεταβῆ εἰς τὸ Δημαρχεῖον οἱ
894εἰσπράκτορες καὶ οἱ στρατιῶται, τοὺς ὁποίους ἀνέμενεν,
895ἵνα μεταφέρωσιν αὐτὸν εἰς τὰς φυλακάς; «Χθὲς (γράφει)
896»ἐνεφανίσθη δημοτικὸς εἰσπράκτωρ μετὰ στρατιωτικῆς
897»δυνάμεως, φέρων ἀνὰ χεῖρας ἔνταλμα προσωποκρατήσεως,
898»ἐκδοθὲν ῥητῇ ἐντολῇ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν,
899»ὅπως συλλάβῃ τὸν δήμαρχον καὶ τὸν δημοτικὸν εἰσπρά-
900»κτορα καὶ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὰς φυλακάς...» Καὶ διατί
901δὲν συνέλαβον τὸν δημοτικὸν εἰσπράκτορα;
902§51ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Τὸν συνέλαβον.
903§52ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μὴ λέγωμεν ἀνακριβείας! Οὐδένα συνέ-
904λαβον· διότι, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ ταμία, ὁ δημό-
905σιος εἰσπράκτωρ μετέβη, ἵνα εἰδοποιήσῃ τὸν δημοτικὸν
906εἰσπράκτορα, ὅτι πρέπει νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς πληρωμῆς.
907Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι ὁ δημόσιος εἰσπράκτωρ συνοδεύεται
908πάντοτε παρ’ ἑνὸς χωροφύλακος.
909§53ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Τὸν ὁποῖον ἀφῆκε κάτω, εἰς τὴν θύραν.
910§54ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εὐχαριστῶ, διότι ὑποβοηθεῖς τὰ ἐπιχει-
911ρήματά μου. Τὸν ἀφῆκε κάτω, διότι δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ
912συλλάβῃ τινά. Ἂν εἶχεν ἔνταλμα κατὰ τοῦ δημοτικοῦ
913εἰσπράκτορος, ἠδύνατο νὰ τὸ ἐκτελέσῃ, ἀφοῦ τὸν εὗρεν ἐκεῖ.
914Ἀλλ’ ὁ κ. Μελᾶς κατωτέρω πάλιν γράφει: «Κατὰ τὴν
915στιγμὴν ἐκείνην δὲν εὑρισκόμην εἰς τὸ γραφεῖον, ἀλλὰ σή-
916μερον πρόκειται νὰ ἐπανέλθῃ ὁ δημόσιος εἰσπράκτωρ, ἵνα
917ἐκτελέσῃ τὸ ἔνταλμα καὶ τὴν πρὸς τοῦτο ἀπόφασιν τοῦ
918κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Εἰ καὶ ἀλόγιστος
919καὶ ἀδικαιολόγητος ἡ ἀπόφασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ...»
920Περὶ τίνος ἀποφάσεως ὁμιλεῖ ὁ κ. δήμαρχος κατὰ τόσον
921αὐθάδη τρόπον; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὐδὲ ἀπό-
922φασίν τινα ἐξέδωκεν, οὐδὲ γνῶσιν κἂν εἶχε τῆς ἐνεργείας
923τοῦ ταμία, ἀλλ’ ὁ κ. Μελᾶς ἤθελε νὰ ἀπαλλαγῇ τοῦ βάρους,
924καὶ μὴ γνωρίζων πῶς νὰ κατορθώσῃ τοῦτο, ἐδημιούργει
925δῆθεν ἀφορμὰς, ἵνα ὑβρίζῃ βαναύσως ἐκείνους, εἰς οὓς καὶ
926ἐκ τῆς θέσεώς του καὶ ἐκ τοῦ προσώπου των ὤφειλε σε-
927βασμὸν καὶ ὑποταγήν. «Ἐν τούτοις (λέγει παρακατιὼν),
928θέλω ὑποκύψει εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν, ὅπως ἀχθῶ εἰς τὴν
929φυλακὴν, ἵνα ἴδω πραγματοποιηθεῖσαν τὴν τερατώδη
930ταύτην πρᾶξίν του.»
931Ὁ κ. Μελᾶς ὑποθέτει, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐπανέλθῃ ἡ στρα-
932τιωτικὴ δύναμις καὶ μεταφέρῃ αὐτὸν δέσμιον εἰς τὰς φυ-
933λακὰς, καὶ ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ταύτῃ καταλαμβάνεται ὑπὸ τρόμου,
934μεθίσταται εἰς ἀναίτιον σύγχυσιν καὶ λησμονεῖ καὶ τὸ ἀξίωμα,
935τὸ ὁποῖον κατεῖχε, καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλα-
936βεν ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν του, καὶ τρέπεται εἰς φυγὴν,
937ἐκσφενδονίζων τὸ ἔγγραφον τοῦτο πρὸ ἡμῶν· μὴ δυνάμενος δὲ
938νὰ συγκρατήσῃ ἑαυτὸν, προσηνέχθη ὡς δὲν ἐπετρέπετο εἰς
939αὐτὸν οὔτε ἐκ τῆς ἀνατροφῆς του, οὔτε ἐκ τοῦ ἀξιώματός
940του. Δυστυχῶς τὰ πάντα ἐλησμόνησεν. Ἐλησμόνησε δὲ πρὸ
941πάντων τοὺς συμπολίτας του, οὓς ἐνόμισεν ὅτι κατὰ τοιοῦ-
942τον τρόπον ἠδύνατο νὰ ἱκανοποιήσῃ, ῥίπτων εἰς τὸ πρόσω-
943πον αὐτῶν τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβε διὰ τῆς
944ψήφου των, καὶ φεύγων ἀπὸ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς.
945Ἀλλὰ τοῦτο μόνον περιέχεται ἐν τῷ ἐγγράφῳ τοῦ δη-
946μάρχου πρὸς τὴν Νομαρχίαν; Εἶπον καὶ προχθὲς, ὅτι τὸ
947ἔγγραφον τοῦτο περιέχει σειρὰν ἀνακριβειῶν, διότι οὐδὲν
948ἐκ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐν αὐτῷ ἀναφέρονται, εἶναι
949ἀληθές. Ἀναφέρει ὁ δήμαρχος, ὅτι τὸ Δημόσιον ὀφείλει
950μεγάλα ποσὰ πρὸς τὸν δῆμον Ἀθηναίων, καὶ ὅμως ἐκ τοῦ
951ἐγγράφου, ὅπερ ἔχω εἰς χεῖράς μου, καὶ τὸ ὁποῖον περιέχει
952τὴν ἐνεργηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ ἐξέλεγ-
953ξιν, ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐκ τῶν βιβλίων τῆς Δημαρχίας πι-
954στοποιεῖται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιστοποίησεν ὁ ἐπαρχιακὸς
955ταμίας ἐκ τῶν βιβλίων τοῦ Δημοσίου, τουτέστιν ὅτι ὁ
956δῆμος Ἀθηναίων ὀφείλει εἰς τὸ Δημόσιον 605,928 δραχμάς.
957§55ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀναγνώσατε, παρακαλῶ, τὸ μέρος τὸ
958ἀφορῶν τὰ χρέη τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸν δῆμον.
959§56ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ, ἀναγινώσκων αὐτὸ, βλέπω ὅτι ὁ
960δῆμος Ἀθηναίων ἀναγνωρίζει εἰς τὸ Δημόσιον δι’ ὑπόλοιπον
961εἰσφορᾶς τοῦ 1893 δραχ. 48,712 καὶ 59/00, διὰ τὸ 1894
962δραχ. 310,346, διάφορα δὲ ἄλλα ποσὰ ἐκ διαφόρων αἰτιῶν,
963ἅτινα ἐν ὅλῳ ἀνέρχονται εἰς δρ. 605,928 καὶ 48/00. Ὡς
964πρὸς τὰ ὀφειλόμενα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸν δῆμον,
965λέγει ὁ εἰσπράκτωρ, «ἐκ τῶν βιβλίων οὐδὲν συνάγεται»· καὶ
966ταῦτα, τὰ ὁποῖα ὁ εἰσπράκτωρ λέγει, δὲν ἀνέρχονται εἰς
967ποσὸν δυνάμενον νὰ καλύψῃ τὴν ὀφειλὴν τοῦ δήμου πρὸς
968τὸ Δημόσιον, εἰς οὐδὲν δὲ βιβλίον τοῦ δήμου ταῦτα ση-
969μειοῦνται, διότι ὁ οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητὴς, ἐξελέγχων τὰ
970βιβλία τοῦ δήμου, εἰς οὐδὲν μέρος ἀνεῦρεν ἀναγραφομένην
971ὀφειλὴν τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸν δῆμον· ὁ δημοτικὸς εἰσπρά-
972κτωρ ὅμως λέγει, ὅτι «διὰ τὴν ἀπαίτησιν τοῦ δήμου διὰ τὸ
973ποσὸν τῶν 300,000 δρ. δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ χορηγήσῃ
974πληροφορίας, καθόσον ἐκ τῶν βιβλίων τοῦ ταμείου τοῦ
975δήμου δὲν προκύπτει σχετικόν τι περὶ αὐτῆς.» Καὶ ὅμως ὁ
976κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς—διὰ νὰ κάμω καὶ δι’ αὐτὸν
977λόγον—πρὸ ὀλίγου ἔλεγεν, ὅτι τοῦτο τὸ ποσὸν τὸ ὀφείλει
978τὸ Δημόσιον πρὸς τὸν δῆμον Ἀθηναίων, καὶ ὅτι, καίτοι
979τοσάκις ζητηθὲν, δὲν κατεβλήθη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου· ἀλλ’ ὁ
980δημοτικὸς εἰσπράκτωρ, διαψεύδων τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ
981Ἀττικῆς, λέγει, ὅτι οὐδὲν ἐκ τῶν βιβλίων τοῦ δήμου ἀπο-
982δεικνύεται, ὅτι οὐδεμίαν δύναται νὰ δώσῃ πληροφορίαν
983περὶ τῆς τοιαύτης ὀφειλῆς· ἐκ τῆς σημειώσεως δέ, τὴν
984ὁποίαν ἔδωκε τὸ δικαστικὸν τμῆμα, ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ
985ἀπαίτησις τοῦ δήμου ὁριστικῶς ὑπὸ τῶν δικαστηρίων ἀπεῤ-
986ῥίφθη. Τοιαύτη εἶναι ἡ ὀφειλὴ τῶν 300,000 δραχμῶν, ἣν
987εἶχε τὴν ἀξίωσιν ὁ κ. Μελᾶς νὰ συμψηφίσῃ. Ἀπαίτησις
988ἀνύπαρκτος, ἀπαίτησις φανταστική! Διὰ δὲ τὴν ἀπαίτη-
989σιν τοῦ δήμου διὰ τὸ διοχετευόμενον ὕδωρ εἰς τὰ Ἀνά-
990κτορα καὶ τὰ δημόσια καταστήματα, «ὁ εἰσπράκτωρ τοῦ
991δήμου, λέγει ὁ ἐπιθεωρητής, μοὶ παρέδωκεν ἀντίγραφον τῆς
992ὑπ’ ἀριθ... ἀναφορᾶς του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰ-
993κονομικῶν».
994§57ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἰς πόσον ποσὸν λέγει ὅτι ἀναβαίνει;
995§58ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἰς 90 περίπου χιλιάδας δραχμῶν. Καὶ
996διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ὑπῆρχεν ἐκκρεμὴς δίκη, ἥτις ἀπέβη
997κατὰ τοῦ δήμου εἴς τε τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ εἰς τὸ Ἐφε-
998τεῖον, καὶ ἑπομένως διὰ τελεσιδίκου ἀποφάσεως τὸ ποσὸν
999τοῦτο ἀνεγνωρίσθη, ὅτι δὲν ὀφείλεται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου
1000πρὸς τὸν δῆμον.
1001§59ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον ποσόν; Διὰ τὸ ὕδωρ τῶν
1002Ἀνακτόρων; Σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι εἶναι ἀνακριβές, διότι τὸ
1003Ἀνάκτορον κατεδικάσθη νὰ πληρώσῃ.
1004§60ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ Ἀνακτόρων, ἀλλὰ
1005περὶ τοῦ Δημοσίου. Εἰς τὴν δίκην ταύτην διάδικοι ὑπῆρ-
1006χον ὁ δῆμος Ἀθηναίων, τὸ Δημόσιον καὶ τὸ Ἀνακτορικὸν
1007ταμεῖον. Εἶπον λοιπόν, ὅτι τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ λόγου
1008τούτου οὐδὲν ὀφείλει εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων.
1009§61ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν
1010ἀντεπροσωπεύετο τότε ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ Παπαμιχαλο-
1011πούλου καὶ ἀπέστειλεν ἔγγραφον πρὸς τὸ Ἀνακτορικὸν
1012ταμεῖον, ὅτι ἀναδέχεται ταύτην τὴν ὑποχρέωσιν.
1013§62ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ περὶ αὐτοῦ· ἐγὼ λέγω,
1014ὅτι ἐκ τοῦ δικαστικοῦ τμήματος ἡ πληροφορία εἶναι, ὅτι
1015ἡ ἀπαίτησις αὕτη τοῦ δήμου κατὰ τοῦ Δημοσίου τελε-
1016σιδίκως ἀπεῤῥίφθη. Πιθανὸν νὰ ὀφείληται τὸ ποσὸν τοῦτο
1017εἰς τὸ Ἀνακτορικὸν ταμεῖον.
1018Ἐκτὸς δὲ τῶν ἀπαιτήσεων τούτων, αἵτινες, ὡς ἐξέθεσα,
1019εἰσὶν ἀνύπαρκτοι καὶ φανταστικαί, ὁποίαν νομίζετε ἄλλην
1020ἀπαίτησιν προέβαλεν ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ κατὰ τοῦ
1021Δημοσίου; Ὅτι τὸ Δημόσιον ὀφείλει ποσά τινα ἀόριστα
1022ἐκ ποσοστῶν κληρονομικῶν δικαιωμάτων, ὅτι τὸ Δημόσιον
1023δὲν ἀπέδωκε τὰ ποσὰ ταῦτα εἰς τὸν δῆμον, ποσά, τὰ ὁποῖα
1024δὲν ὁρίζει, διότι δῆθεν ἀγνοεῖ. Ἰδοὺ δανειστὴς ἀγνοῶν τί
1025ἔχει νὰ λάβῃ!
1026§63ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Εἶναι ἓν ἑκατομμύριον.
1027§64ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διατὶ νὰ ἦναι ἓν καὶ νὰ μὴ ἦναι πέντε;
1028Σᾶς λέγω ὅμως, ὅτι ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ, ὁ ὁποῖος
1029εἶναι ἁρμόδιος νὰ γνωρίζῃ περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ τα-
1030μείου του, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ προσδιορίσῃ τὰ ποσὰ ταῦτα,
1031προσδιορίζει ἐν τούτοις ἐξ ἄλλης αἰτίας ποσὸν 37,000
1032δραχμῶν, καθ’ ὑπέρβασιν εἰσπραχθεισῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου
1033ἐξ εἰσφορᾶς ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Πρέπει
1034δὲ νὰ καταστῇ γνωστὸν, ὅτι ἡ εἴσπραξις τῶν ὀφειλομένων
1035ὑπὸ τοῦ δήμου ἐνηργεῖτο κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὑπὸ τοῦ
1036ἐπαρχιακοῦ ταμείου, ὥστε συνεψήφισε πολλὰ ποσά, εἰσ-
1037πραχθέντα κατὰ τὸ 1894, εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1893, τοῦτο
1038δὲ δὲν δεικνύει ὅ,τι ὑπεστήριξαν οἱ προλαλήσαντες Κύριοι
1039Βουλευταὶ, οὔτε ὅ,τι ὑποστηρίζει ὁ δήμαρχος ἐν τῷ ἐγ-
1040γράφῳ του, ὅτι τουτέστι σκοπὸς τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἐντάλ-
1041ματος ἦτο ὁ ἐξευτελισμὸς τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς καὶ ἡ
1042πραγματικὴ καταδίωξις τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων, ἀλλὰ
1043σκοπὸς τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἐντάλματος ἦτο ἡ ἐκτέλεσις τοῦ
1044νόμου, τὸν ὁποῖον ὤφειλεν ὁ δήμαρχος, καὶ ὡς πολίτης,
1045ἀλλὰ πρὸ πάντων ὡς δημοτικὸς ἄρχων, νὰ σέβηται.
1046Τοιαῦτα λοιπὸν ἀνακριβῆ ἐπικαλούμενος ὁ δήμαρχος
1047Ἀθηναίων, συνέταξε τὸ ἔγγραφον τοῦτο (ἐπιδεικνύει τὸ
1048ἔγγραφον), ὑβρίζων τὴν Κυβέρνησιν καὶ προκαλῶν τὸν
1049Ἀθηναϊκὸν λαὸν εἰς μῖσος καὶ ἀποστροφὴν κατὰ τῆς Κυ-
1050βερνήσεως. Τοιαύτη συμπεριφορὰ δημάρχου δὲν ἦτο δυνα-
1051τὸν νὰ γείνῃ ἀνεκτὴ ὑπὸ τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς· ὅταν
1052δὲ ἐκεῖνος ἔλεγεν, ὅτι ἀποχωρεῖ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, μὴ
1053σκοπῶν νὰ ἐπανέλθῃ, ἐδικαιοῦτο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπαλ-
1054λάξῃ αὐτὸν τοῦ βάρους, τὸ ὁποῖον μετὰ τόσης δυσχερείας
1055ἐπὶ τρία ὁλόκληρα ἔτη ἔφερεν ἐπὶ τῶν ὤμων αὐτοῦ.
1056Ἀλλὰ, Κύριοι, νομίζετε, ὅτι πρώτην φορὰν τοιαύτην
1057ἐπεδείξατο συμπεριφορὰν ὁ τέως δήμαρχος Ἀθηναίων;
1058Ὅτε πρὸ ὀλίγου χρόνου ἐγένετο γνωστὸν εἰς τὸ Ὑπουρ-
1059γεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι καταχρήσεις λαμβάνουσι χώ-
1060ραν κατὰ τὴν διανομὴν τοῦ ὕδατος, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσω-
1061τερικῶν, ἐν τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον εἶχεν, ἵνα ἐπιτηρῇ
1062τὴν δημοτικὴν διοίκησιν, ἵνα ἐλέγχῃ καὶ κρίνῃ περὶ τῆς
1063δημοτικῆς διαχειρίσεως, ἐθεώρησε καθῆκον, ἐπιβαλλόμενον
1064εἰς αὐτὸν, νὰ ἐξετάσῃ τὰ περὶ τοῦ θέματος, νὰ ἐρευνήσῃ,
1065ἐὰν ἀληθῶς γίνωνται καταχρήσεις κατὰ τὴν διανομὴν τοῦ
1066ὕδατος, καὶ νὰ διορθώσῃ τὸ ἄτοπον, ἐφ’ ὅσον διὰ τούτου
1067μάλιστα ἐπρόκειτο ν’ ἀποστερηθῶσι πολλαὶ συνοικίαι τοῦ
1068ὀλίγου ὕδατος, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ θέρος εἶχον, ἵνα ἐξοικο-
1069νομήσωσι τὰς ἀνάγκας αὐτῶν. Προέβη λοιπὸν εἰς τὸν διο-
1070ρισμὸν ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν τοῦ πράγματος, ὁ δὲ δή-
1071μαρχος Ἀθηναίων ἐθεώρησε καὶ τότε, ὅτι προσεβλήθησαν
1072τὰ δικαιώματά του, καὶ δι’ ἐγγράφου, ἀπευθυνομένου πρὸς
1073τὴν Νομαρχίαν, διετύπωσεν ἀρχάς τινας ἐλευθερίας ἀκατα-
1074νοήτου τῆς δημοτικῆς διοικήσεως, ἀρχὰς τὰς ὁποίας πολ-
1075λάκις ἀκούομεν ἀναφερομένας παρὰ μὴ πιστευόντων εἰς
1076αὐτὰς, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι ἐὰν ἤθελον ἐφαρμοσθῆ, δὲν ἤθελεν
1077ὑπάρχει εἰς τὸν τόπον διοίκησις ἀληθὴς καὶ πραγματική.
1078Ἀπευθυνόμενος ὁ τέως δήμαρχος τότε πρὸς τὴν διοίκησιν,
1079ἔλεγε: «Πῶς ἀνεμίχθητε εἰς τὰ δικαιώματά μου; Ἐὰν γί-
1080νωνται καταχρήσεις εἰς τὴν διανομὴν τοῦ ὕδατος, ἐγὼ ὀφεί-
1081λω νὰ τὸ ἐξετάσω.» Ἀλλὰ σὺ, Κύριε, εἶσαι ὁ ὑπόλογος
1082ἀπέναντι τῆς διοικήσεως διὰ τὰς γενομένας καταχρήσεις,
1083διότι σὺ ἐξέλεξας τὰ πρόσωπα, εἰς ἃ ἀποδίδονται αἱ κατα-
1084χρήσεις, καὶ θὰ ἀνατεθῇ εἰς σὲ ἡ ἐξέτασις τοῦ θέματος,
1085ἀφοῦ διατελῇς ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἥτις
1086θέλει νὰ βεβαιωθῇ κατὰ τίνα τρόπον ἐπιβλέπεις εἰς τὰ
1087δημοτικὰ συμφέροντα; Τότε κατενόησε τὸ πρᾶγμα ὁ δή-
1088μαρχος, καὶ ἦλθε πρὸς τὸν φίλον Ὑπουργὸν τὸν Ἐσωτερι-
1089κῶν, καὶ ἀνεγνώρισεν ὅτι ἔπταισε, καὶ ἀνεγνώρισεν ὅτι
1090παρανοῶν τὸν νόμον ὑπεστήριζεν ὅτι δὲν διατελεῖ ὑπὸ τὴν
1091ἐπιτήρησιν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς κατὰ τὴν διαχείρισιν
1092τῆς δημοτικῆς διοικήσεως, ἀνεγνώρισε τότε, ὅτι ὀρθῶς
1093ἀπηντήσαμεν αὐτῷ, λέγοντες ὅτι ἐντὸς ὡρισμένου κύκλου
1094διατελεῖ πᾶσα καθεστηκυῖα ἀρχὴ τῆς διοικήσεως ὑπὸ τὴν
1095ἐπιτήρησιν τῆς ὑπερτάτης διοικητικῆς ἀρχῆς, τῆς ὑπηρε-
1096σίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπεζήτησε ἴσως
1097καὶ τότε ἀφορμὰς, ἵνα ἀποβάλῃ τὸ φορτίον, ἀλλὰ δὲν εὗρε
1098τοιαύτας, καὶ ἐνόμισεν εὔκαιρον νὰ δημιουργήσῃ ἀφορμὴν
1099τὴν ὑπὸ τοῦ ταμία ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου.
1100§65ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κατὰ ποίαν ἐποχὴν ἐγένετο τοῦτο;
1101Κατὰ τὸν Φεβρουάριον 1893;
1102§66ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1894.
1103§67ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὑπῆρξε καὶ προηγουμένη παραίτησις.
1104§68ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω. Εἰς τὴν ἐποχὴν, περὶ ἧς
1105ὁμιλῶ, δὲν ὑπέβαλε παραίτησιν, ἔκαμεν ἀπόπειραν παραι-
1106τήσεως. Ἐὰν καὶ πρότερον εἶχεν ὑποβάλει παραίτησιν,
1107τοῦτο ἔρχεται εἰς ἐνίσχυσιν τῶν ὅσων λέγω, τοῦτο ἀποδει-
1108κνύει, ὅτι ἔκτοτε εἶχε κατανοήσει ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀποχωρήσῃ.
1109§69ΔΑΛΛΑΣ. Ἀλλὰ καὶ ὅταν τελευταῖον παρῃτεῖτο,
1110ἔπρεπε νὰ τὸν ἐξαναγκάσητε διὰ τοῦ νόμου νὰ ἐξακολου-
1111θήσῃ τὰ καθήκοντά του, καὶ ὄχι νὰ προβῆτε εἰς ἀπόλυσιν.
1112§70ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἰδοὺ καὶ ἕτερος Βουλευτής, ὡς ὁ προα-
1113γορεύσας, παραπέμπων ἡμᾶς εἰς τὰ δικαστήρια! Καὶ
1114τί φυσικώτερον; ἡ ὑφισταμένη ἀρχὴ, ὁ δήμαρχος, ὑβρίζει
1115τὸν προϊστάμενον τῆς Κυβερνήσεως, ὑβρίζει τὴν Κυβέρνησιν,
1116ὑβρίζει τοὺς νόμους, δημιουργεῖ σκάνδαλον, φεύγει ἀπὸ τῆς
1117ἀρχῆς, ἀναιρῶν καὶ τάξιν καὶ πειθαρχίαν, ἀσεβεῖ πρὸς τὰς
1118ὑποχρεώσεις του, καὶ ἡμεῖς, παραιτούμενοι τῶν ἐκ τῶν νό-
1119μων δικαιωμάτων μας, διὰ τῆς χρήσεως τῶν ὁποίων συγ-
1120κρατεῖται ἡ διοίκησις, νὰ καταγγείλωμεν τὸν δήμαρχον εἰς
1121τὸ Πταισματοδικεῖον! Τὴν συμβουλὴν ταύτην παρακα-
1122λοῦμεν νὰ κρατήσητε δι’ ὑμᾶς, ὅταν εὑρεθῆτε εἰς ὁμοίας
1123περιστάσεις!
1124Κύριοι, τοιαῦτα δὲν λέγονται σοβαρῶς ἐνώπιον Κοινο-
1125βουλίου. Ἡ δικαιοσύνη ἔχει ὑψηλότερα θέματα, ἵνα ἀσχο-
1126ληθῇ, ἀλλὰ καὶ ἡ διοίκησις, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι ἐπέ-
1127βαλον καθήκοντα καὶ ὑποχρεώσεις, ἀλλ’ ἐχορήγησαν καὶ
1128δικαιώματα, γνωρίζει ὁποίαν χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων
1129αὑτῆς ὤφειλε νὰ κάμῃ. Ποιούμενοι δὲ χρῆσιν τῶν δικαιω-
1130μάτων ἡμῶν ἐν μέτρῳ ἐπιβαλλομένῳ ὑπὸ τῶν πραγμάτων,
1131ἤμεθα πεπεισμένοι, ὅτι ἐξυπηρετοῦμεν ὄχι μόνον τὴν ἀξιο-
1132πρέπειαν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς δημοτικῆς,
1133τὴν ὁποίαν ἐθεωρήσαμεν εἰς τὰ καίρια ὑβριζομένην διὰ τῆς
1134τοιαύτης συμπεριφορᾶς τοῦ δημάρχου. Πρὸ παντὸς ὅμως
1135ἔπρεπε νὰ δώσωμεν νὰ ἐννοήσῃ ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν, ὅστις
1136περιέβαλε διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης αὑτοῦ τὸν πρώην δήμαρ-
1137χον, ὅτι τοιαύτην οὗτος ἐποιήσατο χρῆσιν τῆς ἐμπιστοσύνης,
1138μεθ’ ἧς περιεβλήθη, ἔπρεπε νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸν νὰ ἐν-
1139νοήσῃ, ὅτι οἱ οὕτω παραβαίνοντες τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς
1140ὁποίας ἀνέλαβον διὰ τοῦ ἐπισήμου τῆς ἐκλογῆς γεγονότος,
1141πρέπει νὰ τιμωρῶνται ὄχι διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς παραι-
1142τήσεώς των, ὅταν πρὸς τοῦτο δὲν ὑπάρχωσι νόμιμοι λόγοι,
1143ἀλλὰ διὰ τῆς ἀποβολῆς ἀπὸ τῆς ἀρχῆς. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ
1144τῆς δεξιᾶς).
1145§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ λαὸς τοῦ δήμου Ἀθηναίων
1146δὲν εἶχε τὴν ἐλαχίστην ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς τοῦ Ὑπουρ-
1147γοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα κατανοήσῃ ὁποία ἦτο ἡ πολι-
1148τεία τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων, διότι ὁ λαὸς τοῦ δήμου
1149Ἀθηναίων διῳκεῖτο ὑπὸ τοῦ δημάρχου τρία ἤδη ἔτη, εἶναι
1150δὲ ἀρκούντως νοήμων, ἵνα δύναται νὰ διαγινώσκῃ τὴν ἱκα-
1151νότητα τῶν διοικούντων τὸν δῆμον. Ὁ λαὸς ὅμως τοῦ δή-
1152μου τῶν Ἀθηναίων εἶχε δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἕτερόν τι ἀπὸ
1153τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ
1154τὸ σέβας πρὸς τοὺς νόμους, καὶ ἰδίως πρὸς τοὺς νόμους ἐκεί-
1155νους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν τῶν δημοτικῶν ἐλευ-
1156θεριῶν. Καὶ δυστυχῶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει
1157ἄλλας περὶ δημοτικῶν ἐλευθεριῶν ἰδέας, οὐδ’ ἐδίστασεν,
1158ὁμιλῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἡ ἐκτελε-
1159στικὴ ἐξουσία ἐνασκεῖ κηδεμονίαν ἐπὶ τῶν δήμων· τοῦτο
1160δὲ ἀρκεῖ, ὅπως κατανοήσητε τὸ ὕψος τῆς ἀμαθείας τοῦ
1161ἀνδρὸς (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς καὶ τῶν
1162ἀκροατηρίων). Καὶ ἐὰν τοιαύτη ἦναι ἡ ἀμάθεια τῶν διοι-
1163κούντων, θέλετε κατανοήσει ὁποῖαι εἶναι αἱ πράξεις αὐτῶν.
1164Ἂν ἀνεγίνωσκε τὸν νόμον περὶ διοικήσεως τῶν δήμων τοῦ
11651834, ἤθελε μάθει, ὅτι τοῦτο ἰδίως ἀπαγορεύει ὁ νόμος
1166περὶ δήμων εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ νὰ κηδεμονεύῃ τοὺς
1167δήμους, καὶ ἀπηγόρευσε μάλιστα εἰς τὴν διοίκησιν νὰ πα-
1168ρεμβάλλῃ οἱονδήποτε πρόσκομμα εἰς τὴν ἀπόλυτον κίνησιν
1169τῆς δημοτικῆς διοικήσεως. Ἄρθρον 117 τοῦ δημοτικοῦ
1170νόμου (ἀναγινώσκει):
1171«Οἱ δῆμοι καὶ αἱ διοικητικαὶ αὐτῶν ἀρχαὶ ὑπάγονται
1172εἰς τοὺς ἐπάρχους. Εἰς τούτους ἀπόκειται τὸ νὰ ἐπιτηρῶ-
1173σιν ἀμέσως τὴν διοίκησιν τοῦ δημάρχου καὶ τῶν δημοτι-
1174κῶν συμβουλίων, καὶ νὰ διατάττωσι κατὰ τοῦτο ὅσα εἶναι
1175ἀναγκαῖα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων. Εἶναι ὅμως ἀπηγο-
1176ρευμένον εἰς αὐτοὺς, ἐπὶ βαρυτάτῃ εὐθύνῃ, νὰ παρεμ-
1177βαίνουν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν δικαιωμάτων, ἢ
1178νὰ παρεμποδίζωσιν ἀθεμίτως τὴν νόμιμον καὶ ἐλευθέραν
1179κίνησιν τῶν δημοτικῶν διοικητικῶν ἀρχῶν».
1180Καὶ ὁ εἰρημένος νόμος δὲν ἐψηφίσθη ἀπὸ τὸ Κοινοβού-
1181λιον τῆς Ἑλλάδος, διότι δὲν ἐξεδόθη κατὰ τὴν τελευταίαν
1182τριακονταετίαν, καθ’ ἣν ἐγκατεστάθη τὸ κοινοβουλευτι-
1183κὸν πολίτευμα, δὲν ἐψηφίσθη δ’ οὔτε ὑπὸ τὸ συνταγματι-
1184κὸν πολίτευμα τοῦ 1843, ὅτε δὲν ἐλειτούργει τὸ κοινο-
1185βουλευτικὸν πολίτευμα, διότι ἐξεδόθη κατὰ τὴν ἐποχὴν,
1186καθ’ ἣν ξένοι διῴκουν τὴν Ἑλλάδα, καὶ διῴκουν αὐτὴν
1187ἀπολύτως.
1188Εἶχεν ἀληθῶς δικαίωμα ὁ λαὸς τοῦ δήμου Ἀθηναίων
1189νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ σεβα-
1190σθῇ τοὺς νόμους,—διότι, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν ἐσεβά-
1191σθη, ἀλλὰ παρέβη τοὺς νόμους. Δὲν ἰσχυρίζομαι, ὅτι ὁ
1192Βασιλεὺς δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ παύσῃ τὸν δήμαρχον,
1193κρίνω μάλιστα, ὅτι ἀστόχως ἠμφισβητήθη τὸ δικαίωμα
1194τοῦ Βασιλέως, ἵνα παύῃ τοὺς δημάρχους, καὶ ὅτι ἡ ἀμφι-
1195σβήτησις αὕτη ἔδωκεν ἴσως ἀφορμὴν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ
1196παρασταθῶσιν, ὅτι ἀδίκους ἀπηύθυναν κατ’ αὐτῶν αἰτιά-
1197σεις, διότι νόμιμος ἦτο ἡ ἐνέργεια αὐτῶν, δι’ ἧς προεκάλε-
1198σαν τὴν παῦσιν τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων· διατείνομαι μά-
1199λιστα, ὅτι ἠδύνατο νὰ παυθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ὁ δήμαρ-
1200χος· ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ οὐχὶ μόνον παρέβησαν δύο νόμους
1201τοῦ Κράτους, ἀλλ’ οὐδ’ ἐνήσκησαν δεδικαιολογημένως τὸ
1202δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ἀνέγραψεν ὑπὲρ τῆς ἐκτελε-
1203στικῆς ἐξουσίας, ἤτοι τὸ δικαίωμα νὰ προκαλέσωσι τὴν
1204περὶ παύσεως τοῦ δημάρχου ἀπόφασιν τοῦ Βασιλέως. Ταῦ-
1205τα, τὰ ὁποῖα λέγω, δὲν λέγω μόνον, διότι θέλω προβῆ εἰς
1206τὴν ἀνάλυσιν τῶν νόμων, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅσα λέγω.
1207Καὶ πρῶτον ὁ ἐπιτετραμμένος τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων
1208τοῦ δημοσίου ταμείου δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐντέλληται τὴν
1209προσωπικὴν κράτησιν τῶν δημάρχων, διότι οὐδεὶς ἐκ τῶν
1210τριῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ἐκανόνισαν τὰ τῆς εἰσπράξεως τῶν
1211εἰσφορῶν, αἵτινες ἐπεβλήθησαν εἰς τοὺς δήμους, ἀπένειμεν
1212εἴς τινα τοιοῦτον δικαίωμα. Κατὰ τὰς ἡμέρας μάλιστα
1213ἐκείνας, καθ’ ἃς ἐξεδόθη τὸ ἔνταλμα τῆς προσωποκρατή-
1214σεως κατὰ τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων, τινὲς, οἵτινες προσπε-
1215λάζουσιν εἰς τὰς οἰκίας τῶν κ. Ὑπουργῶν, διέδιδον, ὅτι
1216νόμον ἐπιτρέποντα τοιοῦτον δικαίωμα κατεσκεύασε τὸ
1217Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου προϊστάμην ἐγώ. Ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος
1218ἐξεδόθη καθ’ ὃν χρόνον ἐγὼ ἤμην ἐν τῇ ἀρχῇ, εἶναι ὁ νόμος
1219τῆς 27 Μαρτίου 1891, ἐν ᾧ γʹ τοῦ ἄρθρ. 7. Ἔχει δὲ οὕτω
1220τὸ κείμενον τῆς διατάξεως ταύτης: «Ἡ εἰσφορὰ τῶν δήμων
1221»καὶ ἡ συνδρομὴ τῶν Μονῶν ὑποβάλλεται εἰς τὸν διὰ τὰ
1222»δημόσια ἔσοδα ἰσχύοντα τόκον ὑπερημερίας, ἀρχόμενον
1223»ἀπὸ τῆς λήξεως τοῦ εἰς ὃ ἀνήκουσιν ἔτους.» Τοιαύτην,
1224καὶ μόνην ταύτην τὴν κύρωσιν ἐζητήσαμεν νὰ νομοθετήσῃ
1225ἡ Βουλὴ πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς εἰσπράξεως τοῦ ἐσόδου τοῦ
1226ἐκ τῶν εἰσφορῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπεβλήθησαν εἰς τοὺς δήμους.
1227Τοῦτον μόνον τὸν νόμον παρεσκευάσαμεν ἡμεῖς, οὗτος δὲ
1228οὐδαμῶς ἐπέτρεπεν ἢ ἐπέτασσε τὴν προσωπικὴν κράτησιν
1229τῶν δημάρχων. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ νόμου τούτου ἐξεδόθησαν
1230δύο ἕτεροι νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν καὶ κατεσκευάσθη-
1231σαν νόμοι τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου προΐ-
1232στατο ὁ νῦν Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁ εἷς
1233τῶν νόμων τούτων εἶναι ὁ τῆς 9 Ἰανουαρίου 1888, ὁ δὲ
1234ἕτερος ὁ νόμος τῆς 12 Αὐγούστου τοῦ 1892. Ὁ νόμος τοῦ
12351888 διατάσσει ἐν ἄρθρῳ 6 ταῦτα: «Πάντα τὰ κατὰ τὰ
1236»ἄρθρα 2 καὶ 3 τοῦ παρόντος νόμου ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ
1237»Ταμείου τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως βεβαιοῦνται, ἀνα-
1238»γνωρίζονται καὶ πραγματοποιοῦνται κατὰ τὰς περὶ δημο-
1239»σίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἰσχυούσας σχετικὰς διατάξεις καὶ
1240»ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ παρόντος.» Ἐν ἄρθρῳ δὲ 8 τὰ ἑξῆς:
1241«Οἱ πρὸς εἴσπραξιν τῶν ἐν ταῖς §§ βʹ καὶ δʹ τοῦ ἄρθρου 2
1242»ἐσόδων τοῦ Ταμείου τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως ἁρμό-
1243»διοι ταμίαι καὶ ὑποταμίαι (ἤτοι πρὸς εἴσπραξιν τῆς εἰσφο-
1244»ρᾶς τῶν δήμων καὶ τῆς εἰσφορᾶς τῶν ἱερῶν Μονῶν) ὀφεί-
1245»λουν, ἂν οἱ παρ’ αὐτῶν ἀμέσως εἰσπραττόμενοι δημοτικοὶ
1246»φόροι καὶ τὰ ἔσοδα τῶν διατηρουμένων Μονῶν δὲν ἐπαρ-
1247»κοῦν εἰς τὴν ἀπότισιν τῆς ὀφειλομένης ὑπὸ ἑκάστου τῶν
1248»δήμων καὶ Μονῶν εἰσφορᾶς, νὰ κατάσχωσιν ἐγκαίρως καὶ
1249»ἄλλα εἰσοδήματα αὐτῶν, καὶ νὰ εἰσπράττωσιν αὐτὰ ἀπ’
1250»εὐθείας.» Καὶ ἐν ἄρθρῳ 9 ταῦτα: «Οἱ δήμαρχοι καὶ οἱ
1251»δημοτικοὶ εἰσπράκτορές εἰσι προσωπικῶς ὑπεύθυνοι διὰ τὴν
1252»καταβολὴν τῆς ὑπὸ τοῦ δήμου αὐτῶν καταβαλλομένης
1253»κατ’ ἔτος εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως
1254»εἰσφορᾶς, καὶ καταδικάζονται ἀτομικῶς δι’ ἀποφάσεως
1255»ἀνεκκλήτου τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργείου εἰς
1256»τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ΑΨΙΓʹ τῆς 1ης Ἀπριλίου
1257»1887 πρόσθετον τέλος 20% καὶ τόκον 8%,
1258»ἂν, εἰσπράξαντες δημοτικὰ ἔσοδα ἀναλόγου ποσότητος,
1259»δὲν καταβάλωσι τὴν εἰσφορὰν τοῦ σχετικοῦ ἔτους.»
1260Ποῖον δικαίωμα σᾶς ἀπένειμεν ὁ νόμος οὗτος, δυνάμει
1261τοῦ ὁποίου ἐξέδοτε ἔνταλμα προσωπικῆς κρατήσεως κατὰ
1262τοῦ δημάρχου; Κηρύσσει αὐτὸν ἀτομικῶς ὑπεύθυνον, δι-
1263δάσκει ὅμως ὁ νόμος πρὸς τίνα σκοπὸν, ἵνα πληρώσῃ τὸ
1264σύνηθες πρόστιμον τῶν 20% καὶ τὸν τόκον τῶν 8%.
1265Δίδει δικαίωμα εἰς τοὺς ταμίας νὰ ζητήσωσι καὶ εἰσπρά-
1266ξωσι τὰ πρόσθετα ταῦτα ποσὰ παρὰ τοῦ δημάρχου, δὲν
1267δίδει δὲ δικαίωμα νὰ ἐντέλλωνται τὴν προσωπικὴν κράτη-
1268σιν αὐτῶν. Ἐὰν ἐξεδίδετο νόμος τοῦ Κράτους, διατάσσων
1269τὴν προσωπικὴν κράτησιν δημάρχου, διότι τὸ δημοτικὸν
1270ταμεῖον δὲν εἶχε χρήματα νὰ πληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις
1271τοῦ δήμου, τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο τερατῶδες. Ὑποθέσατε ὅτι
1272δὲν ὑπάρχει ὁ προαιώνιος νόμος, ὁ ὁποῖος ἀπαλλάσσει
1273καταδιώξεως τὰ Κράτη διὰ τὰς ὀφειλὰς τοῦ δημοσίου τα-
1274μείου· ἦτο τότε δυνατὸν οἱ δανεισταὶ τοῦ Κράτους νὰ ζη-
1275τήσωσι τὴν προσωποκράτησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονο-
1276μικῶν, διότι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους δὲν ἐπήρκουν εἰς τὴν
1277πληρωμὴν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ; Εὐτυχῶς διὰ τὴν Βου-
1278λὴν τῆς Ἑλλάδος, δὲν δύναμαι νὰ προσάψω εἰς αὐτὴν τοι-
1279αύτην παρεκτροπὴν, ὅτι ἐψήφισε νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπι-
1280τρέπῃ τὴν προσωποκράτησιν τοῦ δημάρχου, ὅταν τὰ δη-
1281μοτικὰ ταμεῖα δὲν ἐπαρκῶσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ὑπο-
1282χρεώσεων τοῦ δήμου. Πρὸ ὀλίγου ἔλεγεν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσω-
1283τερικῶν Ὑπουργὸς περὶ τῶν ἐσόδων τοῦ 1893 καὶ 1894,
1284ἀλλὰ δὲν ἀνέφερε διὰ τίνων ὁ δῆμος Ἀθηναίων ἐπεβαρύνθη
1285ὑποχρεώσεων, εἰς τὰς ὁποίας βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ
1286ἐπαρκέσῃ. Ἡ μετάθεσις τῆς πρωτευούσης ἐνταῦθα ἐπέβαλλε
1287τὴν ἀνάγκην τῆς ῥυμοτομίας ὁδῶν, κατασκευῆς πλατειῶν,
1288πάντα δὲ ταῦτα τὰ γήπεδα ἐκλήθη ὁ δῆμος Ἀθηναίων νὰ
1289ἀποζημιώσῃ. Ἀλλ’ ὁ δῆμος Ἀθηναίων εἶχε καὶ τὴν ἄλλην
1290δυστυχίαν, νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ δανειστικὴ πο-
1291λιτικὴ τοῦ Ὑπουργείου. Τὴν δανειστικὴν πολιτικὴν, τὴν
1292ὁποίαν ἐφήρμοσεν οὐχὶ μόνον ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ δη-
1293μοσίου ταμείου, καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας περιήλθομεν εἰς τὴν
1294κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιήλθομεν, δὲν ἐδίστασεν ὁ κ.
1295Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ ἐπὶ τῶν
1296δήμων, αὐτὸς δὲ, ὁ εἰσαγαγὼν τὴν δανειστικὴν πολιτικὴν
1297εἰς τὸ Κράτος, δὲν ἐδίστασε προχθὲς νὰ ἀφορίσῃ τὴν δα-
1298νειστικὴν πολιτικὴν, καὶ ἠκούσαμεν αὐτοῦ πρὸ ἡμερῶν νὰ
1299συμβουλεύῃ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφύγῃ τὰ δάνεια. Καὶ συνε-
1300βούλευε τοῦτο αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ταύτην τὴν στιγμὴν, κατὰ
1301τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν, φυλάσσει ἐν ἰσχύϊ ἔτι εἴκοσιν ἀδείας
1302δι’ εἴκοσι δάνεια, διὰ τὰ ὁποῖα εἶχε ζητήσει καὶ ἔλαβε
1303τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα δὲ δὲν ἠδυνήθη νὰ πραγ-
1304ματοποιήσῃ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπραγματοποίησεν. Αὕτη
1305λοιπὸν ἡ δανειστικὴ πολιτικὴ ἐπέφερε καὶ ἐπὶ τοῦ δήμου
1306Ἀθηναίων τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκεν ἐπὶ τοῦ
1307Κράτους.
1308Γνωρίζετε εἰς ποίαν κατάστασιν τυγχάνει ὁ δῆμος Λε-
1309τρίνων; Ὀλίγους μῆνας πρὸ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν τοῦ
13101891, ὅτε ἐτύγχανον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν,
1311ὑπέβαλεν αἴτησιν παραιτήσεως ὁ δήμαρχος Λετρίνων, ἐπὶ
1312τῷ λόγῳ ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν παρεῖχεν εἰς αὐτὸν
1313χρήματα, τὰ ὁποῖα ἠξίου, ὅτι ὁ δῆμος εἶχεν ἀποτεθειμένα
1314εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἠπόρησα πῶς ὁ δήμαρχος Λετρί-
1315νων παρητεῖτο τρεῖς μῆνας πρὸ τῆς ἐνεργείας τῶν δημοτι-
1316κῶν ἐκλογῶν, καὶ ἀπέστειλα λογιστὴν, ἵνα ἐξελέγξῃ τὸ
1317ταμεῖον τοῦ δήμου Λετρίνων.
1318Σᾶς βεβαιῶ δὲ, ὅτι κατὰ τὸ πόρισμα τῆς ἐξελέγξεως
1319ταύτης δὲν ὑπάρχει οἰκτροτέρα κατάστασις ταμείου δημο-
1320τικοῦ ἢ δημοσίου. Ὁ δῆμος οὗτος περιῆλθεν εἰς πλήρη
1321πτώχευσιν, αὐτὴν δὲ τὴν στιγμὴν ἀμφιβάλλω ἂν ὁ δήμαρ-
1322χος Λετρίνων ἔχῃ τὰ μέσα νὰ συντηρῇ ὄχι τὴν καθαριό-
1323τητα, ἀλλ’ οὐδὲ τὸν φωτισμὸν τῆς πόλεως. Ἀλλὰ μήπως
1324μόνος ὁ δῆμος Λετρίνων ἠπειλήθη ἀπὸ πτώχευσιν; Εἶναι καὶ
1325ὁ δῆμος ἑτέρας μεγίστης πόλεως, ὁ ὁποῖος κατοικεῖται ὑπὸ
1326λαοῦ ὑποβληθέντος εἰς μεγίστας θυσίας, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἴδῃ τὴν
1327προσφιλῆ του πόλιν εὐπρεπῶς διεῤῥυθμισμένην καὶ ὑπερέ-
1328χουσαν κατὰ τὸ κάλλος καὶ τὴν τάξιν πάσας τὰς ἄλλας
1329πόλεις τοῦ Βασιλείου. Ἕτερος δῆμος, πρὸς τὸν ὁποῖον μὲ
1330συνδέει μεγίστη στοργὴ, διότι ἀναμνήσεις εὐλαβεῖς καὶ δε-
1331σμοὶ εὐγενεῖς καὶ τρυφεροὶ μὲ συνέδεσαν μετ’ αὐτοῦ, εἰς τὴν
1332αὐτὴν εὑρίσκεται κατάστασιν. Δὲν ἠξεύρω ἂν δὲν ἀπειλῆ-
1333ται ἀπὸ πτώχευσιν καὶ αὐτὸς ὁ δῆμος τῆς γείτονος πόλεως.
1334Λοιπὸν ἠγνόει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὁ δῆμος Ἀθηναίων εἰς
1335τοιαύτην εὑρίσκετο κατάστασιν; Καὶ ἂν ἰσχυρισθῇ, ὅτι
1336ἠγνόει τοῦτο, ἔχομεν πλήρη βεβαίωσιν περὶ τοῦ ἐναντίου
1337αὐτὰς τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι οὗτος, ὅτε ὑπέ-
1338βαλλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια τείνοντα εἰς θεραπείαν
1339τῆς καταστάσεως ταύτης, βεβαίως ἐγνώριζε τὴν οἰκονομι-
1340κὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ εἰρημένου δήμου. Καὶ εἰσήγαγε τὰ
1341νομοσχέδια ταῦτα παραδόξως κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέ-
1342ραν τῆς Συνόδου. Αὐτὸς εἶναι ὁ δῆμος Ἀθηναίων, τοῦ
1343ὁποίου τὸ ταμεῖον δὲν εἶχε χρήματα νὰ πληρώσῃ τὴν δη-
1344μοτικὴν εἰσφοράν. Αὐτὸς εἶναι ὁ δήμαρχος, τοῦ ὁποίου
1345προεκαλέσατε τὴν παῦσιν, διότι τὸ ταμεῖον τοῦ δήμου δὲν
1346ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσῃ τεσσαράκοντα ὀκτὼ χι-
1347λιάδας δραχμὰς, τὰς ὁποίας τὸ Δημόσιον ζητεῖ ὡς εἰσφο-
1348ρὰν τοῦ δήμου, καὶ κατὰ τοῦ ὁποίου δημάρχου ἐξέδοτε ἔν-
1349ταλμα προσωποκρατήσεως. Ἐγνωρίζετε ὅτι ηὐπόρει ὁ δῆ-
1350μος Ἀθηναίων; Καὶ ἂν ἐγνωρίζετε ὅτι δὲν ηὐπόρει, διατὶ
1351δὲν ἐφροντίζετε νὰ βελτιώσητε τὴν κατάστασιν αὐτοῦ;
1352Ὑμεῖς ὑπέχετε, καὶ οὐχὶ ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων, τὴν εὐθύ-
1353νην τῆς καταστάσεως ταύτης πλήρη. Ἂν δ’ ἀληθῶς ἡ νο-
1354μοθεσία κατέστησεν ὑμᾶς κηδεμόνας τῶν δήμων, ἂν, ὡς ὁ
1355κ. Ὑπουργὸς ἐξέθηκεν, ἐνασκῆται πράγματι κηδεμονία ἐπὶ
1356τῶν δήμων, ὑμεῖς δὲν εἶσθε συνυπεύθυνοι, ἀλλ’ εἶσθε οἱ μό-
1357νοι ἐπὶ τῆς καταστάσεως ταύτης ὑπεύθυνοι.
1358Ὁ νόμος λοιπὸν τῆς 9 Ἰανουαρίου 1888 δὲν ἐπέ-
1359τρεψε τὴν προσωποκράτησιν τῶν δημάρχων. Δὲν ἐκτείνω
1360τὸν λόγον περὶ τοῦ νόμου τοῦ 1892, διότι οὗτος ἐπανα-
1361λαμβάνει αὐτὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶχε διατάξει ὁ νόμος
1362τοῦ 1888. Ὁ νόμος τοῦ 1892 ἐξεδόθη, ἵνα προσθέσῃ
1363ἄλλας διατάξεις, ἐπανέλαβε δὲ κατ’ ἀνάγκην ἐπὶ τῶν τρό-
1364πων τῆς εἰσπράξεως ὅτα ὁ νόμος τοῦ 1888 εἶχε διατάξει.
1365Ἀναγινώσκω δὲ καὶ τοῦ νόμου τούτου τὴν διάταξιν, ἔχου-
1366σαν οὕτω:
1367Ἅρθρον 5 τοῦ νόμου τῆς 12 Αὐγούστου 1892. «Οἱ δή-
1368»μαρχοι καὶ οἱ δημοτικοὶ εἰσπράκτορές εἰσι προσωπικῶς
1369»ὑπεύθυνοι διὰ τὴν καταβολὴν τῆς ὑπὸ τοῦ δήμου αὐτῶν
1370»καταβαλλομένης κατ’ ἔτος εἰσφορᾶς, καὶ καταδιώκονται
1371»προσωπικῶς κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ καθυστερούντων
1372»πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλετῶν νόμου, καὶ ἐκτὸς τούτων
1373»ἐνεργεῖται διοικητικῶς κατάσχεσις ἀναλόγου μέρους τῶν
1374»λοιπῶν δημοτικῶν ἐσόδων τοῦ οἰκείου δήμου, μὴ λαμ-
1375»βανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ὁρισμῶν τῶν ἄρθρων 2 καὶ 3 τοῦ
1376»ἀπὸ 24 Ἰανουαρίου 1852 περὶ ἐξοφλήσεως τῶν χρεῶν
1377»τῶν δήμων ΡΠΘʹ νόμου.»
1378Διὰ ταῦτα ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, ὅτι ὁ ταμίας Ἀθηνῶν δὲν
1379εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ ἔνταλμα προσωπικῆς κρατή-
1380σεως κατὰ τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων. Εἶχε δικαίωμα νὰ
1381ποιήσηται χρῆσιν πάντων τῶν ἄλλων μέσων, τὰ ὁποῖα
1382ἐπέτρεψαν οἱ νόμοι διὰ τὴν καταδίωξιν τῶν ὀφειλόντων
1383εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὸ δικαίωμα τῆς προσωποκρατή-
1384σεως δὲν τὸ εἶχε, διότι δὲν ἐπέτρεψεν αὐτὸ ῥητῶς ὁ νόμος,
1385δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν δι’ ἑρμηνείας εἰκαστικῆς τῶν νόμων
1386νὰ συμπεράνῃ τις, ὅτι οὗτοι ἐχορήγησαν τοιαῦτα δικαιώ-
1387ματα. Ὅπου ὁ νόμος ἐπεθύμει νὰ ἐπιτρέψῃ τὸ μέσον τῆς
1388προσωπικῆς κρατήσεως, δὲν παραπέμπει ἁπλῶς εἰς τὰς
1389διατάξεις τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων,
1390ἀλλὰ ῥητῶς ποιεῖται μνείαν τοῦ μέτρου τῆς προσωπικῆς
1391κρατήσεως, διότι τὸ μέτρον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως
1392δὲν διατάσσεται ἢ ὅπου καθίσταται ἀναπόφευτος ἡ χρῆ-
1393σις αὐτοῦ, ἕνεκα τῆς δυστροπίας τοῦ ὀφειλέτου, ὅταν ἀπέ-
1394τυχον πάντα τὰ ἄλλα μέσα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἐπέτρεψε
1395πρὸς ἐκβιασμὸν τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων.
1396Ἀλλὰ πῶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι διαχειριστὴς ἀλ-
1397λοτρίων, ὁ δήμαρχος, εἶναι ὀφειλέτης κακῆς πίστεως, ὅπως
1398κρίνῃ ἀναγκαίαν τὴν ἐκβίασιν αὐτοῦ διὰ τοῦ ἐσχάτου τῶν
1399μέσων, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπονται πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς εἰσ-
1400πράξεως τῶν ἐσόδων τοῦ δημοσίου ταμείου;
1401Ἀλλὰ πλὴν ταύτης τῆς παρανομίας, ἄλλην εὑρίσκω
1402παρανομίαν τερατώδη, κατ’ ἐμέ. Εἶπον ὅτι ἀνομολογῶ τὸ
1403δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ἀπέδωκεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν
1404ἐξουσίαν νὰ παύῃ τὸν δήμαρχον, ὡς ἀνομολογῶ, ὅτι ὁ νό-
1405μος προέβλεψε καὶ περὶ περιστάσεων ἐκτάκτων, κατὰ τὰς
1406ὁποίας, μέχρις οὗ ἀνακοινωθῶσι τὰ πράγματα εἰς τὴν Κυ-
1407βέρνησιν, καὶ μέχρις οὗ ἡ Κυβέρνησις σκεφθεῖσα κρίνῃ ἀναγ-
1408καίαν τὴν παῦσιν τοῦ δημάρχου καὶ ὑποβάλῃ προτάσεις
1409εἰς τὸν Ἡγεμόνα, καὶ μέχρις οὗ ἐκδοθῇ τὸ διάταγμα, ἐνδε-
1410χόμενον ἦτο νὰ συμβῶσι πράξεις καθιστῶσαι ἐν ἀμφιβόλῳ
1411τὴν δημοσίαν τάξιν, τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Διὰ νὰ
1412παράσχῃ δὲ πάντα τὰ μέσα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν,
1413ὅπως προλάβῃ καὶ ἀποσοβήσῃ πάντα κίνδυνον τοιοῦτον, ὁ
1414νόμος συνῄνεσε νὰ μεταβιβασθῇ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ
1415τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως τοῦ δημάρχου εἰς τὸ ἀμέσως
1416διοικοῦν τὴν τοπικὴν ἐκείνην περιφέρειαν ὄργανον τῆς ἐκ-
1417τελεστικῆς ἐξουσίας· διὰ τοῦτο τὸ δικαίωμα τοῦτο μετε-
1418βίβασεν εἰς τὸν νομάρχην, ἀλλ’ ὑπὸ ὅρους ῥητοὺς, οἵτινες
1419μόνοι ἠδύναντο νὰ δικαιολογήσωσι τὴν μεταβίβασιν δικαιώ-
1420ματος, διὰ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ὁποίου ἀπῄτησεν ὁ νομοθέ-
1421της ὄχι μόνον τοῦ Ὑπουργοῦ τὴν πρότασιν, ἀλλὰ καὶ τὴν
1422γνώμην ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Συνέβη
1423περίστασις ἐν Ἀθήναις, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐκινδύνευσεν ἡ
1424δημοσία ἀσφάλεια; Συνέβη πυρκαϊά τις, λυμαινομένη τὴν
1425πόλιν; Ὑπῆρχεν ὑπόνοια, ὅτι μολυσματικὴ νόσος ἔμελλε
1426νὰ ἐπισκήψῃ ἐπ’ αὐτὴν, ὁ δὲ ἐπιτετραμμένος τὴν ὑγειονο-
1427μικὴν ἀστυνομίαν ἔκλειε τοὺς ὀφθαλμούς του, ἀναβάλλων
1428νὰ λάβῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι ἐπιτρέπουσι πρὸς πρό-
1429ληψιν τῆς μεταδοτικῆς νόσου; Ὑπῆρξε τοιοῦτόν τι, ὅταν ὁ
1430νομάρχης τῆς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐξέδωκε τὴν ἀπόφασιν,
1431δι’ ἧς διέταξε τὴν προσωρινὴν παῦσιν τοῦ δημάρχου Ἀθη-
1432ναίων; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν παρέστησεν,
1433ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ νομάρχου εἶναι μεταγενεστέρα τῆς ἐκδό-
1434σεως τοῦ ἐντάλματος, καὶ ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ νομάρχου
1435περὶ προσωρινῆς παύσεως ἐξεδόθη ἕνεκα τῆς ἀναφορᾶς, τὴν
1436ὁποίαν ὁ δήμαρχος ὑπέβαλε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσω-
1437τερικῶν. Ἠναγκάσθην νὰ ἀναγνώσω τὴν ἀναφορὰν τοῦ δη-
1438μάρχου καὶ ἐν αὐτῷ τῷ ἐπισήμῳ κειμένῳ, τὸ ὁποῖον κα-
1439τετέθη εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ ἀναφορὰ τοῦ δημάρχου περιέ-
1440χει φράσεις, αἵτινες δὲν εἶναι εἰθισμέναι, ἀπαγορεύονται μά-
1441λιστα εἰς τοὺς ἀναφερομένους πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς ἢ πρὸς
1442τὰς ἄλλας δημοσίας ἀρχάς. Εὑρίσκω π. χ. ὅτι οἱ χαρακτη-
1443ρισμοὶ, οἵτινες ἀπεδόθησαν εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἐντάλματος
1444τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῶσιν.
1445Ἐὰν ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων εἶχε τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν
1446ὁποίαν ἔχω ἐγὼ περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ δημοσίου τα-
1447μείου, καὶ ἂν ἦτο πεπεισμένος, ὡς ἐγὼ, ὅτι δὲν ὑπῆρχε
1448δικαίωμα, ἵνα ἐκδοθῇ ἔνταλμα προσωπικῆς κρατήσεως κατ’
1449αὐτοῦ, ἤρκει νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ πρᾶξις ἀντέβαινεν εἰς
1450τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, δὲν τῷ ἦτο ἐπιτετραμμένον ὅμως
1451νὰ χαρακτηρίσῃ αὐτὴν ὡς ἀλόγιστον καὶ ἀδικαιολόγητον.
1452Ἀλλ’ αἱ ἄλλαι περίοδοι αἱ ἐν τῇ ἀναφορᾷ, ὅτι π. χ. τὸ
1453Δημόσιον εἶναι ὀφειλέτης τοῦ δήμου, οὐδεμίαν περιέχουσιν
1454ὕβριν, περιέχουσι παράπονον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εὔλογον,
1455ἥτις ὤφειλε νὰ δείξῃ περισσοτέραν στοργὴν εἰς τὸν δῆμον
1456Ἀθηναίων, προνοοῦσα ἵνα παράσχῃ πρὸς αὐτὸν τὰ ἀναγ-
1457καῖα μέσα. Ὡσαύτως ἡ φράσις «τὸ Ὑπουργεῖον αὐθαιρέ-
1458τως ἀπέῤῥιψε τὰς πρὸς αὔξησιν τῶν ἐσόδων προτάσεις τοῦ
1459δήμου», οὐδὲν ἔχει τὸ ἐπικριτὸν, εἰμὴ μόνον ὅτι ἐποιήσατο
1460χρῆσιν τῆς λέξεως αὐθαιρέτως, ἀντὶ νὰ ποιήσηται χρῆσιν
1461τῆς λέξεως ἀστόργως ἢ ἀδικαιολογήτως. Ἡ ἑτέρα δὲ
1462φράσις, ὅτι «λυπεῖται διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν φυλάττει τὴν
1463ἀξιοπρέπειαν καὶ δὲν σέβεται τὰς σχέσεις της», δὲν προσῆ-
1464κεν ἴσως ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἀναφορᾷ τοῦ δημάρχου, ἦτο
1465ὅμως ἀληθὴς, διότι ἀνῄρει ὄντως τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς
1466δημοσίας διοικήσεως ἡ δοθεῖσα ἐντολὴ πρὸς κράτησιν προ-
1467σωπικὴν ἐκείνου, ὅστις ἐτύγχανε τῇ ψήφῳ τῶν πολιτῶν
1468τῆς πρωτευούσης ἄρχων τοῦ πρώτου τῶν δήμων τοῦ Κρά-
1469τους. Δὲν εἶναι ὄντως ἁπλοῦν πρᾶγμα νὰ ἄγηται δήμαρχος
1470εἰς τὰς φυλακὰς ὡς ὀφειλέτης πρὸς τὸ Δημόσιον, ἀληθῶς
1471δὲ καταγγέλλει τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι ἀνετράπη πᾶσα σχέσις
1472μεταξὺ τῆς δημοσίας καὶ τῆς δημοτικῆς διοικήσεως.
1473Ἀλλ’ ὁποιοιδήποτε καὶ ἂν ἦναι οἱ ὅροι οἱ ἐν τῇ ἀναφορᾷ,
1474καὶ ἂν οὗτοι ἦσαν ὑβριστικοὶ, καὶ ἂν ἦσαν τοιοῦτοι, ὥστε
1475νὰ ἐδημιουργήθη δι’ αὐτῶν κίνδυνος νὰ ἐγερθῇ τὸ μῖσος τοῦ
1476λαοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ διατεθῶσι δυσμενῶς οἱ
1477ἐκλογεῖς τῶν Ἀθηνῶν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερι-
1478κῶν ἢ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ λόγος οὗτος
1479δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παῦσιν τοῦ δημάρ-
1480χου. Τοιοῦτοι λόγοι ἐπάγουσι ποινικὴν καταδίωξιν καὶ
1481οὐχὶ παῦσιν, διότι ὁ ποινικὸς νόμος τιμωρεῖ ἐκείνους, οἵτινες
1482προκαλοῦσι διὰ τῆς γραφῆς ἢ διὰ τοῦ λόγου τὸ μῖσος πρὸς
1483τὴν Κυβέρνησιν, ἑπομένως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
1484ὤφειλε νὰ καταγγείλῃ τὴν παράβασιν εἰς τὸν εἰσαγγελέα,
1485ὅστις ἠδύνατο νὰ εἰσαγάγῃ τὸν δήμαρχον ἀπ’ εὐθείας εἰς
1486τὸ ἀκροατήριον, τότε δὲ, ἂν κατεδικάζετο ὁ δήμαρχος ἐπὶ
1487τῇ εἰρημένῃ πράξει, ἤθελεν ἐπέλθει τὸ ἄρθρον 24 τοῦ ποι-
1488νικοῦ νόμου, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἤθελε παυθῆ. Ἡ παῦσις
1489λοιπὸν τοῦ δημάρχου, ἂν ἐγένετο διὰ τὸν λόγον, ὃν ἀνέ-
1490φερεν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ
1491μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου καταδίκην, οὐχὶ δὲ πρὸ
1492ταύτης· οὐδ’ ἤρκει νὰ χαρακτηρίζῃ τὴν ἀναφορὰν τοῦ δη-
1493μάρχου Ἀθηναίων ὡς ἐχαρακτήρισεν αὐτὴν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσω-
1494τερικῶν Ὑπουργὸς, ἵνα δικαιολογηθῇ τοῦ δημάρχου ἡ παῦ-
1495σις, διότι τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν ὑποκειμένων εἰς κατα-
1496δίωξιν πράξεων δὲν ἐνεπιστεύθη ὁ νόμος εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς,
1497ἀλλὰ εἰς τὰ δικαστήρια.
1498Ἂν δὲ ἡ παῦσις τοῦ δημάρχου ἐγένετο δι’ ἄλλον λό-
1499γον, ὃν καὶ τοῦτον ὑπῃνίξατο ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
1500Ὑπουργὸς, ἂν ἐγένετο διότι ὁ δήμαρχος ἀνέγραψεν ἐν τῇ
1501ἀναφορᾷ αὐτοῦ φράσεις οὐχὶ ποινικῶς καταδιωξίμους, ἀλλὰ
1502ἀνευλαβεῖς, ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς καθῆκον εἶχε
1503νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας του, οὐχὶ
1504δὲ νὰ προκαλέσῃ τὴν παῦσιν αὐτοῦ. Μήπως οἱ δήμαρχοι
1505εἶναι ὑπάλληλοι τῶν Ὑπουργῶν, διατηρούμενοι ἐν τῇ ὑπη-
1506ρεσίᾳ, ἐν ὅσῳ ἀπολαμβάνουν τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῶν,
1507παυόμενοι δὲ διότι διὰ τὰς κατὰ τῶν Ὑπουργῶν ὑβριστι-
1508κὰς φράσεις των ἀπώλεσαν αὐτήν; Οἱ δήμαρχοι δὲν δια-
1509τηροῦνται ἐν τῷ ἀξιώματι αὐτῶν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης
1510τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν ἐκλογέων
1511των, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ παραβλέψῃ καὶ νὰ ἀναι-
1512ρέσῃ ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία, εἰμὴ ὅταν κινδυνεύωσι τὰ
1513συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ ποῖα συμφέροντα τοῦ
1514Κράτους ἤθελον κινδυνεύσει, ἂν δὲν ἐπαύετο ἀμέσως ὁ δή-
1515μαρχος, ἀλλὰ κατηγγέλλετο εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην,
1516ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπελαμβάνετο ὡς διεγείρων τὸ μῖσος τοῦ
1517λαοῦ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως; Ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν ἤθελε
1518διατρέξει κίνδυνόν τινα ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν; Ἤθελεν
1519ἐκραγῆ στάσις, ἔχοντος ἐν χερσὶ τὴν σημαίαν αὐτῆς τοῦ δη-
1520μάρχου, καὶ ἔπρεπε νὰ προληφθῇ τὸ κακὸν διὰ τῆς παύ-
1521σεως; (ἱλαρότης). Μήπως αἱ ἀνευλαβεῖς φράσεις τοῦ δη-
1522μάρχου Ἀθηναίων ἀπετέλουν ἔναυσμα, δι’ οὗ ἔμελλε νὰ
1523ἐκραγῇ πυρκαϊὰ, ἥτις ἤθελεν ἀποτεφρώσει τὰς συνοικίας
1524τῶν Ἀθηνῶν; Διὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ, ἵνα ἀνομολογηθῇ ὅτι
1525ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ τὴν
1526παῦσιν τοῦ δημάρχου, διὰ νὰ κριθῇ εὔλογος καὶ εὐπρεπὴς
1527ἡ παῦσις αὐτοῦ, ἀλλ’ ὤφειλεν ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία νὰ μὴ
1528ποιήσηται χρῆσιν τοῦ δικαιώματος αὐτῆς ἐπὶ περιπτώσεως,
1529διὰ τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι δὲν εἶχον ἐμπιστευθῆ εἰς αὐτὴν
1530τοιοῦτον δικαίωμα.
1531Δὲν μοὶ φαίνεται, Κύριοι, τὸ θέμα κοινὸν, οὐδὲ πρόκει-
1532ται περὶ ἁπλῆς παραβάσεως νόμου· πρόκειται περὶ τῆς
1533ὑποταγῆς τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος τῶν δημοτῶν εἰς
1534τὰς ἰδιοτροπίας ἢ εἰς τὰ πάθη τῶν Ὑπουργῶν, τοῦτο δὲ
1535οὐδὲ σκιὰν αὐτοδιοικήσεως ἀφίνει ὑπάρχουσαν ἐν τῇ δημο-
1536τικῇ διοικήσει. Δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ὑποταγὴν αὐτὴν, ὅταν
1537πρόκηται νὰ σωθῶσι κινδυνεύοντα συμφέροντα τοῦ Κράτους,
1538ἀλλ’ ἀμφισβητῶ αὐτὴν, ὅταν πρόκηται δι’ αὐτῆς νὰ ἱκα-
1539νοποιηθῇ Ὑπουργός τις, ὑπολαβὼν ἑαυτὸν προσβεβλημένον,
1540οὐδὲ ἀναγνωρίζω ὅτι οἱ ἀνευλαβῶς τυχὸν γράφοντες περὶ
1541Ὑπουργείου σφάλλουσι τοσοῦτον, ὅσον ἤθελον σφάλει, ἐὰν
1542μετεχειρίζοντο ἀνευλαβεῖς φράσεις περὶ τοῦ Βασιλέως ἢ
1543περὶ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας.
1544Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προέτεινε καὶ
1545ἑτέραν δικαιολογίαν, ὅτι ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων δὲν ἔστεργε
1546νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰ ἔργα τοῦ δημάρχου· ἐμνημόνευσε μά-
1547λιστα παραιτήσεως τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων, ὑποβληθεί-
1548σης πρὸ πέντε ἢ πρὸ ἓξ μηνῶν, καὶ ἔλεγεν ὅτι αὕτη δὲν
1549ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῇ τότε ὑπ’ ὄψιν, διότι οἱ δήμαρχοι
1550δὲν δύνανται νὰ παραιτηθῶσιν, ὅταν θέλωσι. Γνωρίζω ἀλη-
1551θῶς τοιαύτην διάταξιν, ὑπάρχουσαν ἐν τῷ νόμῳ. Ὁ νόμος
1552περὶ δήμων ἔκρινε τὸ ἀξίωμα τῶν ἀρχῶν τοῦ δήμου ὡς
1553βάρος ἐπιβαλλόμενον ὑποχρεωτικῶς εἰς τοὺς δημότας, καὶ
1554διὰ τοῦτο δὲν ἀφῆκεν αὐτοῖς ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τῆς
1555ἀπὸ τοῦ βάρους τούτου παραιτήσεως· ἔδωκε δὲ δικαίωμα
1556πρὸς παραίτησιν μόνον εἰς ἐκείνους τοὺς δημοτικοὺς ἄρχον-
1557τας, οἵτινες συνεπλήρωσαν τὸ 60ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας των,
1558ἢ ὑπηρέτησαν τὸν δῆμον ἐπὶ δύο περιόδους. Ἀλλ’ ὁ δή-
1559μαρχος Ἀθηναίων μοὶ φαίνεται ὅτι ὑπερέβη τὸ 60ὸν ἔτος
1560πρὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ ἐξίσταμαι, πῶς ἐπείσθη ὁ Ὑπουρ-
1561γὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων δὲν εἶχε
1562δικαίωμα νὰ παραιτηθῇ. Τὸ μόνον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον
1563εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἦτο νὰ προσκαλέσῃ
1564αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ πιστοποιητικὸν περὶ τῆς ἡλικίας του,
1565οὐχὶ ὅμως νὰ ἀποῤῥίψῃ τὴν παραίτησιν αὐτοῦ, ὡς οὐδὲ
1566σήμερον νὰ ἐπαίρηται, ὅτι ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὰς ἐκλογικὰς
1567ἐλευθερίας δὲν ἐδέχθη τὴν παραίτησιν τοῦ δημάρχου. Καὶ τώρα,
1568ἂν ἔκρινεν ὅτι ὁ δήμαρχος ἦτο ἀνεπαρκὴς εἰς τὰ καθήκοντα
1569αὐτοῦ, ὡς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ἢ ἀσυμβίβαστος πρὸς τὰ
1570συμφέροντα τοῦ δήμου, καὶ ἐπείθετο ὅτι ἔπρεπε νὰ προκα-
1571λέσῃ τὴν παῦσιν αὐτοῦ, ὤφειλε προηγουμένως νὰ ἀναιρέσῃ
1572τὴν περὶ προσωρινῆς παύσεως αὐτοῦ παράνομον ἀπόφασιν
1573τοῦ νομάρχου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ ν’ ἀποκαταστήσῃ
1574τὸν δήμαρχον εἰς τὰ χρέη του, νὰ τιμωρήσῃ δὲ τὸν νομάρ-
1575χην, ὅστις ἐποιήσατο κατάχρησιν τοῦ ἀνατεθειμένου αὐτῷ
1576δικαιώματος, εἶτα δὲ, ἀνεξαρτήτως τῆς πράξεως ταύτης,
1577νὰ προκαλέσῃ τὴν παῦσιν τοῦ δημάρχου, ἐὰν ἔκρινεν αὐτὴν
1578ἀναπόφευκτον. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς οὐ μόνον ἠνέχθη τὴν
1579παρανομίαν τοῦ νομάρχου, ἀλλ’ ἐπεκύρωσεν αὐτὴν, καὶ ἐποιή-
1580σατο μάλιστα μνείαν αὐτῆς καὶ ἐν αὐτῷ τῷ διατάγματι
1581τῆς ὁριστικῆς παύσεως τοῦ δημάρχου.
1582Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς παρέστησεν, ὅτι, ἐὰν
1583ἡ Βουλὴ δὲν ἀνεγνώριζε δικαίωμα εἰς αὐτὸν νὰ κηδεμονεύῃ
1584τοὺς δήμους, δὲν ἠδύνατο νὰ συγκρατήσῃ τὴν διοίκησιν.
1585Τῷ ὄντι ἡ διοίκησις τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τῶν νομῶν τοῦ Κρά-
1586τους διὰ νὰ ἦναι τοσοῦτον ἀνθηρά, ὅσον εἶναι, πρέπει οἱ
1587λαοὶ νὰ ποιήσωνται θυσίαν τῶν δικαιωμάτων των, διὰ νὰ
1588βοηθήσωσι τοὺς διὰ τοσούτων ἀτρύτων κόπων κατορθώ-
1589σαντας ν’ ἀποκαταστήσωσι τὴν διοίκησιν ταύτην! Ἀπορῶ,
1590πῶς δὲν διστάζουσι νὰ μνημονεύωσι τῆς διοικήσεως τῆς
1591ὑπαρχούσης. Ἐὰν τυχὸν, ἐγκεκλεισμένοι ἐν τοῖς γραφείοις
1592αὐτῶν, δὲν ἀντιλαμβάνωνται τῶν ἐν τῇ χώρᾳ γιγνομένων,
1593ἢ ἐὰν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰ καταγγέλλοντα τὴν ὑπάρχουσαν
1594κατάστασιν ἔγγραφα, δὲν ἔχωσι τὴν δύναμιν νὰ ἀντιλαμ-
1595βάνωνται τοῦ περιεχομένου αὐτῶν, συλλυποῦμαι τοὺς ἀν-
1596θρώπους, ἀλλὰ τοὺς συλλυποῦμαι πρὸ πάντων, διότι ἐπὶ τῶν
1597ἡμερῶν αὐτῶν ἡ διοίκησις κατήντησεν εἰς ἣν διατελεῖ ἀπαι-
1598σίαν κατάστασιν. Δὲν δύναμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ ὡς ὑπουργι-
1599κὸν ὄργανον ἐφημερίδα τινὰ, τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει πολί-
1600της ἐν Ἑλλάδι, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνομολογεῖ ὅτι εἶναι ἐπίσημον
1601ὄργανον τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Εἶπον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπι-
1602καλεσθῶ αὐτὴν ὡς τοιαύτην, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπε-
1603κήρυξε τὸ ἡμιεπίσημον τοῦτο ὄργανόν του, καὶ δὲν ἀνεγνώ-
1604ρισεν αὐτὸ ὡς τοιοῦτον, εἰμὴ μόνον διὰ τὰς γελοιογραφίας
1605(ἱλαρότης). Τῷ ὄντι γελοιογραφικὸν ὄντως ὄργανον προσῆ-
1606κεν εἰς τὸν ἄνδρα, καὶ ὑπὸ τὴν προεδρίαν αὐτοῦ θέλει κα-
1607τορθωθῆ διὰ γελοιογραφιῶν νὰ δυνάμεθα νὰ εἰκονίζωμεν τὰ
1608διανοήματα ἡμῶν καὶ τῆς χώρας τὴν κατάστασιν.
1609Καθ’ ὃν χρόνον ἡ δημοτικὴ διοίκησις ἀνῃρέθη πρόῤῥιζα,
1610διότι ἀφῄρεσαν τὴν ἀστυνομίαν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν δήμων
1611καὶ ἐγκατέστησαν ἀντ’ αὐτῆς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνο-
1612μίαν, διότι ἀφῄρεσαν ἀπὸ τοὺς δήμους τὸ δικαίωμα νὰ εἰσ-
1613πράττωσι τὰ ἔσοδά των καὶ νὰ διαχειρίζωνται αὐτὰ, δα-
1614πανῶντες εἰς τὰς ἀνάγκας των, καὶ ἀφῆκαν εἰς τοὺς δήμους
1615μόνον νὰ ἐπιτηρῶσι τὰ ἀδελφάτα τῶν ἀγαθοεργῶν κατα-
1616στημάτων. Καθ’ ὃν χρόνον, ὡς ἀνήγγειλε προχθὲς ὁ Πρω-
1617θυπουργὸς, πρόκειται νὰ νομοθετήσωσι θεσμοὺς, τοὺς ὁποίους
1618δὲν γνωρίζω, ἂν οἱ κοινωνισταὶ τοῦ 1845 καὶ 1846 ἐν Γαλ-
1619λίᾳ ἐσκόπουν νὰ ἐγκαταστήσωσιν ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ, διότι
1620οὐδὲν ἄλλο εἶναι τὸ σύστημα, τοῦ ὁποίου περιγραφὴν ἐποιή-
1621σατο εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Πρωθυπουργὸς, εἰμὴ φορολογία τοῦ
1622Κράτους, διανεμομένη εἰς τοὺς δήμους ἀντὶ τοῦ ἐκτάκτου
1623δημοτικοῦ δασμοῦ, ὃν εἶχον δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλωσιν ἐπὶ
1624τῶν δημοτῶν των, ἀλλὰ διανεμομένη εἰκονικῶς, διότι τὰ ἐκ
1625ταύτης εἰσπραχθησόμενα χρήματα θέλει κρατεῖ τὸ δημό-
1626σιον ταμεῖον ἀπέναντι τῶν ἐπιβεβλημένων εἰς τοὺς δήμους
1627εἰσφορῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς στρατιωτι-
1628κῆς ἀστυνομίας. Κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον, καθ’ ὃν πρόκει-
1629ται τοιοῦτον οἰκοδόμημα διοικητικὸν νὰ οἰκοδομηθῇ, ὁ
1630Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐζήτει πρὸ μικροῦ νὰ θαυμά-
1631σωμεν αὐτὸν καὶ τὴν διοίκησιν· τὴν διοίκησιν, ἥτις καὶ τὴν
1632τελωνειακὴν ὑπηρεσίαν θέλει ἀναθέσει εἰς τὸν τακτικὸν στρα-
1633τὸν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν καπνοκοπτηρίων θέλει ἐμπιστευθῆ
1634εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, διότι οὕτω θέλουσιν
1635αὐξάνει τὰ ἔσοδα. Καὶ ὁμιλεῖτε πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τοι-
1636αύτης διοικήσεως; Ὑποθέτετε ὅτι δὲν γνωρίζομεν διατὶ ηὔ-
1637ξησαν τὰ ἔσοδα τῶν τελωνείων καὶ τῶν καπνοκοπτηρίων,
1638καὶ προβάλλετε τοιαῦτα ψεύδη, διὰ νὰ δικαιολογήσητε τὰ
1639μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνετε περὶ τοῦ στρατοῦ, ἵνα κατα-
1640στήσητε καὶ αὐτὸν εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν περιηγάγετε
1641τοὺς δήμους; Μᾶς ἔδωκε νὰ ἐννοήσωμεν ἱκανὰ ὁ νόμος, τὸν
1642ὁποῖον χθὲς ἐσυζητήσαμεν. Κατὰ τοῦτον λοιπὸν τὸν χρόνον
1643ὁ Ὑπουργὸς λέγει νὰ μὴ ταράξωμεν τὰ μέτρα αὐτοῦ,
1644καὶ ν’ ἀφήσωμεν αὐτὸν νὰ τὰ ἐκτελέσῃ, διὰ νὰ παγιωθῇ
1645ἡ παροῦσα διοίκησις!
1646Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι κατάστασιν τοιαύτην ἀποκρούω μετὰ
1647πάσης ψυχῆς καὶ καρδίας, καὶ εὔχομαι νὰ ἀρθῇ τάχιστα
1648ἀπὸ τὴν πατρίδα μου. Εὔχομαι ὄντως νὰ μὴ ἴδω αὐτὴν
1649ἐγκατεσταμένην, ἐνόσῳ ἀκόμη ἔχω ἀνοικτοὺς τοὺς ὀφθαλ-
1650μούς. Διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν
1651ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον· προτείνω δὲ
1652πρὸς ψηφοφορίαν τὸ ἑπόμενον θέμα, παρακαλῶν τοὺς συμ-
1653μεριζομένους τὴν γνώμην ταύτην νὰ ψηφοφορήσωσιν ὑπὲρ
1654αὐτοῦ. Τὸ πρὸς ψηφοφορίαν προτεινόμενον θέμα ἔχει οὕτω:
1655«Ἡ Βουλὴ, ἐξετάσασα τὰς ἐπὶ τῆς διοικήσεως τοῦ δή-
1656μου Ἀθηναίων ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου, τὰς καταληξά-
1657σας εἰς τὴν ὁριστικὴν παῦσιν τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων,
1658κρίνει ταύτας ὡς ἀναιρούσας τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας καὶ
1659ἑπομένως ἀσυμβιβάστους πρὸς τὴν ἀναγκαιοῦσαν εἰς αὐτὸ
1660ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς.»
1661§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἄλλος τὸν λόγον;
1662§73ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκ τῶν ὀλίγων λόγων, οὓς, προκαλῶν τὸν
1663κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ τὴν πληροφορίαν,
1664ἥτις ἐζητήθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Γόρτυνος,
1665ἐξήνεγκον ἐν ἀρχῇ τῆς συζητήσεως, κατέστη κατάδηλος
1666ἡ ἐπὶ τοῦ ζητήματος γνώμη μου. Ἐπὶ τοῦ πραξικοπήμα-
1667τος τῆς Κυβερνήσεως μία ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἐπικρατεῖ
1668γνώμη. Οὐδὲν δύναται ὁπωσδήποτε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν
1669πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τὴν πρᾶξιν τοῦ
1670Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὴν παῦσιν τοῦ δημάρχου
1671Ἀθηναίων. Τὴν πρᾶξιν ταύτην δὲν δύναται νὰ χαρακτη-
1672ρίσῃ τις ἄλλως ἢ ὡς ἀνευλαβῆ πρὸς τὰς ἐλευθερίας τοῦ
1673λαοῦ, ἢ ὡς ἀπόπειραν πρὸς καταστολὴν αὐτῶν· δὲν δύνα-
1674ταί τις νὰ τὴν δικαιολογήσῃ, εἰμὴ ἀναχωρῶν ἐκ τῆς σκέ-
1675ψεως, ὅτι πρόκειται δι’ ἀσυστόλου αὐθαιρεσίας νὰ καθιδρυ-
1676θῇ σύστημα ἐντελῶς ἀσυμβίβαστον πρὸς τὰς ἐλευθερίας
1677καὶ πρὸς τοὺς θεσμοὺς ἡμῶν. Διὰ τοῦτο δὲν πιστεύω νὰ
1678ὑπάρξῃ τις ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ὅστις θὰ ἐκτιμήσῃ ἄλλως
1679τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
1680Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἢ ὡς ἐξετίμησεν αὐτὴν
1681ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος. Θέλω ἐντεῦθεν ψηφίσει
1682ὑπὲρ τῆς προβληθείσης παρ’ αὐτοῦ προτάσεως, τῆς καθα-
1683ρᾶς δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
1684§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ εἰς τὰς θέσεις σας.
1685Ἠκούσατε τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν. Ἡ πρότασις ἔχει
1686ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
1687«Ἡ Βουλή, ἐξετάσασα τὰς ἐπὶ τῆς διοικήσεως τοῦ
1688δήμου Ἀθηναίων ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου, τὰς καταλη-
1689ξάσας εἰς τὴν ὁριστικὴν παῦσιν τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων,
1690κρίνει ταύτας ὡς ἀναιρούσας τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας καὶ
1691ἑπομένως ἀσυμβιβάστους πρὸς τὴν ἀναγκαιοῦσαν εἰς αὐτὸ
1692ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς.»
1693Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παρα-
1694δεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
1695(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
1696τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ν.
1697Καλογεροπούλου, Κ. Χατζηπέτρου καὶ Π. Σάκκη, κατὰ
1698τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1699Μιλτ. Δάλλας Ν Ὀδυσ. Μοσχοβίτης Ο
1700Ἀνδ. Παναγιωτόπουλος Ν Γεώρ. Καρτάλης Ο
1701Ἰω. Μεσηνέζης Ν Ἀργ. Κανταρτζῆς Ο
1702Σπυρ. Μαρκέλλος Ο Νικ. Κοκωσλῆς Ο
1703Ἀρ. Ἀργυρόπουλος Ο Νικ. Ἀξελός Ν
1704Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Ν Νικ. Παῤῥησιάδης Ο
1705Λεων. Καρυστινάκης Ο Ἰω. Γρίβας Ν
1706Δημ. Καΐρης Ν Ἐπ. Μαυρομμάτης Ο
1707Μιχ. Κωτσάκος Ο Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ν
1708Ἰω. Ζωγράφος Ο Νικ. Σπυρακόπουλος Ο
1709Ἀνδρ. Καρατζᾶς Ν Θέμ. Κορομάντζος Ν
1710Γεώρ. Παχύς Ο Περ. Ἀλεξάκης Ν
1711Μιχ. Π. Λάμπρος Ο Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ν
1712Κων. Καραπάνος Ν Κωνστ. Κοσσονάκος Ν
1713Κων. Σταυρόπουλος Ν Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ο
1714Ἀλέξ. Σκουζὲς Ν Μιχ. Φωτιάδης Ο
1715Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Ν Γεώρ. Λιδωρίκης Ο
1716Ἀλέξ. Ψύλλας Ν Κων. Ἀναγνωστόπουλος Ν
1717Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ἀρν.Γεώρ. Λύρας Ο
1718Ἀλέξ. Ρετσίνας Ο Κων. Παπαμιχαλόπουλος Ν
1719Δημ. Γ. Ράλλης Ν Σταμάτ. Μήτσας Ο
1720Α. Ζυγομαλᾶς Ν Δημ. Βουλπιώτης Ν
1721Ὀθ. Μακρυγιάννης Ο Κων. Ζῶτος Ο
1722Σ. Ζαχαρίτσας Ἡλ. Μπλατσῆς Ν
1723Μιλ. Ὀριγώνης Ν Δ. Γρανίτσας Ν
1724Κωνστ. Βαλτινός Ο Διον. Στεφάνου ἀρν.
1725Κων. Ἄργας. Λομβάρδος Ο Ἀργ. Διδίκας Ο
1726Διον. Ζήβας Πλακᾶς Ο Ἐδίπ–Σερὲφ–Χασὶπ Ν
1727Γεώργιος Κανδ. Ῥώμας Ο Ἰω. Λάππας Ν
1728Γεώρ. Κρεστενίτης Ν Νικ. Μπουφίδης ἀρν.
1729Χρ. Στεφανόπουλος Ν Περ. Βαλαωρίτης Ο
1730Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ν Γερ. Σέρβος Ν
1731Διον. Παυλόπουλος Ο Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
1732Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ο Ἀθαν. Εὐταξίας Ν
1733Ἄγγ. Πετραλιᾶς Ν Κων. Κωνσταντόπουλος Ν
1734Ἐπαμ. Δημητρίου Ο Παν. Μανέτας Ν
1735Στέφ. Σκουλούδης Ο Ν. Τριανταφυλλάκος Ν
1736Νικ. Νομικός Ν Ἡλ. Ζέγγελης Ο
1737Θωμᾶς Μαρκεζίνης Ο Φίλ. Βάρβογλης Ν
1738Νικήτας Συνοδινός Ν Ἀθαν. Σακελλαριάδης Ν
1739Βαρβαρῆγος Ἡλίκας Ο Λεων. Ζέρβας Ο
1740Ἀλέξ. Φωτήλας Ο Στέφ. Δραγούμης Ο
1741Κων. Σταμπολόπουλος Ν Νικ. Φιλάρετος Ν
1742Λεων. Πετιμεζᾶς Ν Χαρ. Τρικούπης ἀρν.
1743Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος Ο Ἰω. Τρικούπης Ν
1744Γιαννούσης Τάκης Παν. Μερλόπουλος Ν
1745Ἡρ. Καλαμπάκας Ο Ἀλκ. Δεληγιάννης Ο
1746Ἀντ. Π. Μαυρομιχάλης Ν Ἀντ. Καρατζᾶς Ο
1747Περ. Πεῤῥωτὴς Ο Ἀθαν. Παπαχελᾶς Ν
1748Κων. Φλέσσας Ν Χαρίλ. Προβελέγγιος Ν
1749Ἰωάννης Καζαμπάκας Ν Ἀντ. Μάτσας Ν
1750Κων. Ζωγλοπίτης Ν Λορέντζος Δελαρόκας
1751Παν. Κουκορίκος Ν Ἰω. Ναυπλιώτης Ο
1752Γεώργ. Φραγκίδης Ο Στυλ. Βάλληνηδας
1753Δημ. Τερτίπης Ο Ἰω. Ἰντζὲς Ο
1754Ἀθαν. Κωστάμης Ο Γεώργ. Σισμάνης Ν
1755Ἀριστ. Χατζηνικολῆς Ν Νικ. Καλαντζόπουλος Ο
1756Νικ. Μπαλάφας Ο Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Ο
1757Νικ. Παπανικολάου Ο Ἡλ. Ποταμιάνος Ν
1758Παν. Λεβέντης Ν Ἀριστ. Ῥούκης Ο
1759Βαπ. Βάστα Ο Σπ. Κουμουνδοῦρος Ν
1760Γεώργ. Θεοτόκης Ο Γιαννοῦκος ΜαυρομιχάληςΝ
1761Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ο Ξανθὸς Πικουλάκης Ν
1762Ἡλίας Πολίτης Ο Ἀσημ. Χριστόπουλος Ν
1763Γουλιέλμος Σκάρπας Ο Νικ. Παπαλέξης Ο
1764Νικ. Μαρκέτης Παν. Λαμπρούλιας Ν
1765Σπυρ. Λάσκαρης Εὐάγγ. Ἀρδαβάνης Ο
1766Κων. Θ. Ῥωμαῖος Ο Ἰω. Τυπάλδος Χαριτᾶτος Ο
1767Κων. Χριστόπουλος Ο Σπ. Μακρῆς Ο
1768Σωτ. Κροκιδᾶς Ν Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ο
1769Σπυρ. Νοταρᾶς Ν Εὐστ. Παπαδάκης Ο
1770Ἀναστ. Δημητριάδης Ο Πανοῦργ. Πανουργιᾶς Ο
1771Γεώργ. Κούστας Ο Θάνος Κανακάρης Ν
1772Ἰω. Τσιμάρας Ο Ἀχ. Χοϊδᾶς Ν
1773Γερ. Μουσούρης Ἀντ. Ρικάκης
1774Α. Ἄννινος ΚαβαλιεράτοςΟ Ἰω. Τσερτίδης Ν
1775Θεόφραστος Μεταξᾶς Ο Νικ. Κουμανιώτης Ν
1776Διον. Καλούτσης Ν Ἄγγ. Ῥοῦφος Ν
1777Σπυρ. Στάης Ο Νικ. Καράπαυλος Ο
1778Μιχ. Πολίτης Ο Παν. Σάκκης Ν
1779Θεόδ. Θερμογιάννης Ν Σπ. Γρίβας Ο
1780Ἰω. Καλούτσης Ο Ἰω. Βρυώνης Ν
1781Στέφ. Κοπανίτσας Ν Π. Ἄννινος Καβαλιεράτος
1782Κωνστ. Σαλταφέρος Ν Ἰω. Γεωργιάδης Ο
1783Πέτρ. Βαρβιτσιώτης Ο Γεώργ. Ν. Μπούμπουλης Ο
1784Μελέτ. Ῥουσόπουλος Ν Γεώργ. Π. Μπούμπουλης ἀρν.
1785Δημοσθ. Ματάλας Ν Ἀλέξ. Γ. Σοῦτσος Ν
1786Νικ. Καραστέργιος Ν Ἀνδρ. Συγγρός
1787Δημ. Βοκοτόπουλος Ο Ἐμμ. Δημητριάδης Ο
1788Μ. Μπογιατζόγλους Ο Κωνστ. Σαχτούρης
1789Ἰω. Γκιὼν Ο Θεόδ. Γκίκας Ν
1790Νικ. Φώσκολος Ο Νικ. Τσαμαδὸς ἀρν.
1791Σωτ. Χατζηγάκης Ν Βησ. Χατζηαγγελάκης Ο
1792Κωνστ. Χατζηπέτρος Ν Νικ. Ζητουνιάτης Ο
1793Χρ. Μπλετσάκης Ο Δημ. Ζουλούμης Ο
1794Γ. Κανούτας Ο Νικ. Χατζῖσκος Ν
1795Εὐστ. Κοκκέβης Ν Κωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ο
1796Δημ. Παπατσώρης Ο Δημ. Κρίτσας
1797Χρ. Καραβίτης Ο Ἡρ. Γαζέπης Ν
1798Διον. Κατρίτσης Ο Β. Βουδούρης Ο
1799Ἀνδρ. Σκαλτσᾶς Ο Νικ. Καλογερόπουλος Ο
1800Ἀριστόβουλος Μάνεσης Ν Θεμ. Α. Κανάρης Ν
1801Βασ. Δροσινός Ν Κων. Παπανικολῆς Ο
1802Νικ. Βαλάσης Ο
1803§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 188, ἐξ ὧν 88 ὑπὲρ
1804τῆς προτάσεως καὶ 100 κατ’ αὐτῆς, τῶν 6 Ὑπουργῶν ἀρνη-
1805θέντων ψῆφον. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη.
1806§76ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Αὔριον, αὔριον.
1807§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν...
1808§78ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμε-
1809ρησίας διατάξεως. Ἀλλὰ βλέπω ὅτι ὑπάρχει ἐπιθυμία νὰ
1810λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
1811§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις;
1812§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, ὄχι.
1813§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
1814§82ΛΑΠΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, φέρω ἔνστασιν ἀπαρτίας.
1815§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, καθήσατε εἰς τὰς θέσεις
1816σας. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
1817(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βου-
1818λευτῶν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ Κυθήρων
1819Σπ. Στάη. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
1820§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες
1821119. Ὁ κ. Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
1822§85ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν ἐζήτησα τὸν λόγον,
1823τὸν ἐζήτησα διότι ἀπὸ χθὲς εἶχον ζητήσει τοῦτον. Ἀλλὰ
1824εἰς τὴν παροῦσαν ὥραν καὶ μετὰ τὴν κούρασιν τῆς Βουλῆς
1825προτιμῶ νὰ μὴ ὁμιλήσω σήμερον. Ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ
1826εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἂς εἰσέλθῃ· θὰ ὁμι-
1827λήσω αὔριον.
1828§86ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἐμπρὸς, κύριε
1829Πρόεδρε.
1830§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1831Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ δευτέρα συζήτησις
1832τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθήκης παραγράφων εἰς τὸ ἄρθρον
18334 τοῦ νόμου ͵ΒΡΠΗʹ τῆς 20 Μαρτίου 1893 περὶ μεταβο-
1834λῆς τοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως.
1835Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακα-
1836λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλείονες). Ἡ Βουλὴ
1837παρεδέχθη.
1838Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
1839§88ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν πληροφορίαν, ἢ μᾶλλον μίαν ἐξή-
1840γησιν θέλω ζητήσει. Εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ νο-
1841μοσχεδίου ἀναφέρεται, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
1842ἀσκεῖ ἐφ’ ὅλου τοῦ ἀστυνομικοῦ προσωπικοῦ πειθαρχικὴν
1843δικαιοδοσίαν. Μεταξὺ τοῦ ἀστυνομικοῦ προσωπικοῦ περι-
1844λαμβάνεται καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς, διότι ὁ ἀρ-
1845χηγὸς τῆς χωροφυλακῆς προΐσταται τοῦ προσωπικοῦ τῆς
1846ἀστυνομίας ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσω-
1847τερικῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἐξασκῇ τὴν πει-
1848θαρχικὴν δικαιοδοσίαν καὶ ἐπὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυ-
1849λακῆς, ὅστις δύναται νὰ ᾖναι καὶ ὑποστράτηγος καὶ ἀντι-
1850στράτηγος;
1851§89ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
1852Βεβαίως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὑποστράτηγος.
1853§90ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ γείνῃ γνωστὸν τοῦτο.
1854§91ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Προσωρινὴ παῦσις ἀξιωματικοῦ (εὑρι-
1855σκομένου ἐν θέσει) ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, κατὰ τὴν στρα-
1856τιωτικὴν νομοθεσίαν, λογίζεται ὡς ποινή, διότι εἶναι ἀργίας
1857εἶδος· διὰ τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους λογίζεται ὡς ποινή,
1858διότι ἐπέρχεται καὶ ἡ στέρησις τῆς ἐνεργείας αὐτῶν καὶ ἡ τῆς
1859μισθοδοσίας. Προκειμένου περὶ στρατιωτικῶν, ὁ ὅρος «παῦσις
1860ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς θέσεως ὡς ποινή», τουτέστιν ἡ ἐπάνοδος
1861εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, δὲν δύναται νὰ θεωρῆται ὡς ποινὴ
1862λογικῶς, διότι εἶναι ὡς νὰ λέγητε «τιμὴ εἶναι τὸ νὰ ὑπηρετῇ
1863ὁ ἀξιωματικὸς εἰς τὴν ἀστυνομίαν, δὲν εἶναι τιμὴ δὲ, ὅταν
1864ἐπανέρχηται καὶ ὑπηρετῇ εἰς τὰς τάξεις του». Τοιαύτη
1865ποινὴ νομίζω ὅτι θὰ εὐεργετήσῃ πολλοὺς ἐκ τῶν ἐν τῇ ὑπη-
1866ρεσίᾳ τῆς ἀστυνομίας ἀπεσπασμένων ἀξιωματικῶν.
1867(Γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου
1868ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
1869§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομο-
1870σχεδίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισ-
1871σότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη εἰς βʹ ἀνάγνωσιν τὸ νομο-
1872σχέδιον.
1873Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως
1874τοῦ ἄρθρου 34 § 1 τοῦ ΣΞΓʹ νόμου τῆς 16 Δεκεμβρίου
18751867 περὶ ὁδοποιΐας.
1876§93ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύ-
1877ριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι σπουδαιότατον, καὶ
1878νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπι-
1879τροπήν, ὅπως ἐξετάσῃ αὐτὸ καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της.
1880§94ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Βεβαιότατα. Ἠθέλομεν τὸ ζητήσει καὶ
1881ἡμεῖς. Νὰ παραπεμφθῇ καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιο-
1882σύνης, ὅπως ἀποφανθῇ καὶ αὕτη κατὰ πόσον εἶναι ἑρμη-
1883νευτικὸς νόμος τοιοῦτος.
1884§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπὶ
1885τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπιτροπήν.
1886Λύεται ἡ συνεδρίασις.
1887Ὥρᾳ 8 καὶ 25′ μ. μ.