Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΓ · Session Γ› Sitting 66

1894.02.26

2,243 rows · 16,116 words · 7 tables · 85 turns

Date
1894.02.26
Presidency
Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗ
Period
ΙΓ
Session
Γ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1894)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 66

τῆς 26 Φεβρουαρίου 1894.

(Σάββατον).

Ὥρᾳ 5 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πέντε δήμαρχοι τῆς ἐπαρχίας Ἄρτης διὰ τηλεγραφήματός των πρὸς τὴν Βουλήν, διερμηνεύοντες τὰ αἰσθήματα τῶν συνδημοτῶν αὐτῶν, συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς μεταφορᾶς τοῦ ὑποτελωνείου Κοπραίνης εἰς Μενίδιον. Πολλοὶ κάτοικοι Ἄρτης δι’ ἑτέρου τηλεγραφήματος παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ἵνα μὴ πραγματοποιηθῇ τὸ μελετώμενον μέτρον περὶ μεταφορᾶς τοῦ ὑποτελωνείου Κοπραίνης εἰς Μενίδιον, διότι τοῦτο ἔσται καταστρεπτικὸν δι’ αὐτούς. Ἀμφότερα τὰ τηλεγραφήματα ταῦτα θὰ σταλῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπιτροπὴ συλλαλητηρίου, συνελθόντος ἐν Πύργῳ, μεταβιβάζει τηλεγραφικῶς ψήφισμα, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐκφράζεται ἡ θλῖψις τῶν κατοίκων Πύργου ἐπὶ τῇ ἀποῤῥίψει ὑπὸ τῆς Βουλῆς τοῦ περὶ παρακρατήσεως νομοσχεδίου, παρακαλεῖται δὲ ἡ Βουλή, ἵνα ψηφίσῃ οἱονδήποτε σταφιδικὸν νομοσχέδιον ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς καταστάσεως. Διάφοροι κατάδικοι, κρατούμενοι ἐν ταῖς φυλακαῖς Τρικκάλων, παραπονοῦνται κατὰ τοῦ παντοπώλου τῶν φυλακῶν, καὶ παρακαλοῦσιν ἵνα ληφθῇ πρόνοια ὑπὲρ αὐτῶν. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργεῖον. Οἱ ταμβακοποιοὶ Πατρῶν, παρακαλοῦσιν ὅπως γίνηται διάκρισις μεταξὺ φορολογίας καπνοῦ καὶ ταμβάκου. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον. Οἱ βουλευταὶ Ἄρτης κ. κ. Γ. Παχὺς καὶ Μιχ. Λάμπρος ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ νόμου περὶ γαιῶν καὶ φυτειῶν καὶ ἐπὶ τὸν νομὸν Ἄρτης. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 192).

§2ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας, ὀφείλω νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἡ διὰ τοῦ πρὸ ὀλίγου ἀνακοινωθέντος ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου τηλεγραφήματος παριστανομένη ἐν Ἠλείᾳ κατάστασις εἶναι δυστυχῶς ἀληθής. Ἡ οἰκονομικὴ στενοχωρία τοῦ τόπου ἐκείνου, ἡ στέρησις καὶ ἡ πεῖνα, ἃς δοκιμάζουσιν οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας, εἶναι ἀπερίγραπτοι, καὶ δέον νὰ ἐφελκύσωσι τὴν σπουδαίαν προσοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἄλλοτε εὔφορος καὶ πλουσία Ἠλεία, ἡ συνεισφέρουσα εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα καὶ εἰς τὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπείρους εἰσπράξεις, σήμερον πάσχει οἰκονομικῶς καὶ πένεται εἰς βαθμὸν ἀπίστευτον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐπικαλεῖται τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἡ συνδρομὴ αὕτη ἐπιβάλλεται καὶ ἐκ καθήκοντος φιλανθρωπίας ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας καὶ ἐξ ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς τὸν τόπον ἐκεῖνον, παρὰ τοῦ ὁποίου πολλὰ μέχρι τοῦδε ἀπεκόμισαν κέρδη. Ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις σκέπτηται νὰ λάβῃ μέτρα προστατευτικὰ, καὶ ποῖα. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον θεωρῶ ἐπιβαλλόμενον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραγγείλῃ τὰς ἐν Ἠλείᾳ οἰκονομικὰς ἀρχὰς νὰ παύσωσι πᾶσαν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων φόρων, ὡς καὶ πᾶσαν καταδίωξιν τῶν δημοσίων ὀφειλετῶν. Πρὸς τούτοις ἐπάναγκες θεωρῶ νὰ παρακληθῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἵνα προσέλθῃ ἀρωγὸς πρὸς τὴν ἐπαρχίαν Ἠλείας, πρὸς ἣν ὀφείλει τὸ μέγιστον μέρος τῶν κεφαλαίων της.

§3ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἐκ τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεων τῶν καθυστερούντων ὑπάρχουσιν ἐντάλματα πλέον τῶν 10,000, τῶν ὁποίων ἡ ἐκτέλεσις ἐξαναγκάζει τοὺς κατοίκους ν’ ἀπομακρύνωνται τῶν πόλεων καὶ τῶν χωρίων καὶ νὰ φυγοδικῶσιν, ἵνα μὴ συλληφθῶσι· τοῦθ’ ὅπερ βλάπτει τὰ συμφέροντα καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἰδιωτῶν. Ἐν τοιαύτῃ κρισίμῳ περιστάσει, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ τροποποιήσῃ τὸν νόμον ἐκεῖνον οὕτως, ὥστε οἱ ὀφειλέται νὰ καταβάλλωσι μέρος μόνον τῶν ὀφειλομένων ἐκ τῶν διὰ τῶν ἐνταλμάτων ζητουμένων, καὶ οὕτω καὶ τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράττῃ κἄτι τι καὶ οἱ πολῖται νὰ ἀπαλλαγῶσι τῆς καταπιέσεως.

§4ΡΙΚΑΚΗΣ. Συμφώνως μὲ τὴν σύστασιν τῶν κυρίων Βουλευτῶν, καὶ λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ διαφόρων παραπόνων, τὰ ὁποῖα ἐγείρονται, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ πείσῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἵνα ἔλθῃ ἀρωγὸς τῶν πασχόντων σταφιδοκτημόνων, ἢ τουλάχιστον νὰ ἀναστείλῃ τὰς καταδιώξεις, ἀφοῦ δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς βοήθειαν διὰ λόγους, οὓς θέλομεν ἐξετάσει. Διότι ἡ καταδίωξις σήμερον εἶναι πολὺ αὐστηρὰ, καὶ θὰ καταντήσωσιν οἱ ὀφειλέται νὰ μείνωσιν ἀκτήμονες, ἡ δὲ Τράπεζα θὰ γείνῃ ἰδιοκτήτης ὅλων τῶν σταφιδαμπέλων.

§5ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρατηρήσω, ὅτι εἶναι φοβερὸν νὰ βλέπῃ τις τὴν κατάστασιν τῆς Ἠλείας. Πλειστηριάζονται τὰ κτήματα τῶν ὀφειλετῶν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, πρέπει δὲ νὰ σταματήσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, διότι πολλὰ τῶν κτημάτων ἐξ ἀνεχείας τῶν πωλητῶν δὲν κατακυροῦνται οὔτε εἰς τὸ τρίτον τῆς ἀξίας των. Τοῦτο δὲ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ καὶ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα διὰ τὴν Τράπεζαν· θὰ ἦτο ἴσως ὀρθὸν εἰς ἄλλην ἐποχὴν, ἀλλὰ σήμερον, ἐν ᾗ καταστάσει εὑρίσκεται ἡ ἐπαρχία, πρέπει νὰ σταματήτῃ ὁ πλειστηριασμός.

§6ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴς κ. Χατζῖσκος ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ μέχρι σήμερον ἀγνοῶ διὰ τίνας λόγους, δὲν τῷ ἐδόθη ἀπάντησις. Πρόκειται περὶ τῆς ἀμοιβῆς ἐπὶ τῷ φόνῳ τοῦ ἐπικηρυχθέντος λῃστοῦ Βέλλιου. Δὲν θὰ ἔκαμνον δὲ τὴν ὑπόμνησιν ταύτην, ἂν δὲν ἐλάμβανον τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα τοῦ ἐνδιαφερομένου Τσιμπλάκη, ἐν Πάτραις διαμένοντος (ἀναγινώσκει): «Τρεῖς μῆνες ἀφ’ ὅτου ἐξηφάνισα λήσταρχον Βέλλιον παρῆλθον, καὶ ἀκόμη δὲν μοὶ ἐδόθη ἀμοιβή!...» Ὅταν ἀποβλέψωμεν ἀπὸ ποίαν φοβερὰν βάσανον ὁ ἀναφερόμενος Τσιμπλάκης ἀπήλλαξε τὴν Παρνασσίδα καὶ τὰς γειτονικὰς ἐπαρχίας,—καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν γνωρίζει καλῶς τὰ περὶ τούτου, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία διὰ τῆς ἐπικηρύξεως ἐπὶ τοιαύτῃ ἀμοιβῇ ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσῃ αὐτὸν,—ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καὶ ἄλλα τέρατα ὑπάρχουσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐκλείψωσι, ἔχομεν καθῆκον νὰ σπεύσωμεν, ὅπως δώσωμεν τὴν ἀμοιβήν.

§7ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶμαι σύμφωνος εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ἀλλὰ δὲν μοὶ ἐστάλη ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Φθιώτιδος, δὲν ἔχω δὲ προχείρους πληροφορίας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἵνα ἀπαντήσω. Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ στείλῃ ἐγκαίρως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅπως λάβω ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω.

§8ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀντικείμενον ἐπερωτήσεως, εἶναι ὑπόμνησις, διότι πρόκειται νὰ μὴ κλονισθῇ ἡ πεποίθησις τῶν πολιτῶν ἐπὶ τὰς ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως.

§9ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ κλονισθῇ ἡ πεποίθησις, διότι ἐβράδυνεν ὀλίγον ἡ ἀπονομὴ τῆς ἀμοιβῆς.

§10ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ τὸ Προδρεῖον νὰ δώσῃ αὐστηρὰς διαταγὰς, ὅπως πέμπωνται αἱ ἐπερωτήσεις εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, διότι παρατηρῶ, ὅτι καὶ ἄλλη τις ἐπερώτησίς μου δὲν ἐστάλη, καίτοι ἐγένετο πρὸ μιᾶς ἑβδομάδος.

§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.

§12ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἠναγκάσθην, Κύριοι, προχθὲς νὰ ἀναδράμω εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ν’ ἀνερευνήσω τὰ αἴτια, τὰ παραγαγόντα τὴν σημερινὴν κατάστασιν, διότι οὕτω πως μόνον ὑπολαμβάνω δυνατὸν ν’ ἀποφύγωμεν ἐν τῷ μέλλοντι τὰ σφάλματα τοῦ παρελθόντος καὶ ν’ ἀνεγείρωμεν τὸ οἰκονομικὸν ἡμῶν οἰκοδόμημα ἐπὶ νέων ὑγιεστέρων καὶ ἀσφαλεστέρων βάσεων. Τὴν ἔρευναν ταύτην εἶχε βεβαίως λόγους ν’ ἀποφύγῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ἐγίνωσκε κάλλιστα, ὅτι δι’ αὐτῆς θ’ ἀνεκίνει τὸν ἀνάγυρον καὶ θὰ ἔδιδεν ἀφορμὴν, ἵν’ ἀποκαλυφθῶσιν ἀλήθειαι πικραὶ δι’ αὐτόν. Τὴν ἔρευναν ταύτην ἀποκρούουσι καὶ πάντες οἱ ἐξ ἐπιπολῆς κρίνοντες τὰ πράγματα καὶ νομίζοντες ὅτι εἶναι δυνατόν ποτε, ἄνευ ἀκριβοῦς διαγνώσεως τῶν αἰτίων τοῦ κατατρύχοντος ἡμᾶς κακοῦ, νὰ ἐξεύρωμεν τὴν προσήκουσαν αὐτοῦ θεραπείαν. Οἱ τελευταῖοι ὅμως οὗτοι μόνον τὸν οἶκτον δύνανται νὰ κινήσωσιν ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι συνείδησιν τοῦ καθήκοντος, ὅπερ ἐπιβάλλεται εἰς αὐτοὺς, καὶ ὡς πολίτας, μάλιστα δὲ ὡς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, ἵνα ἐγκύψωσιν εἰς βαθυτέραν μελέτην τῆς παρούσης καταστάσεως καὶ τῶν παραγωγικῶν αὐτῆς αἰτίων, καὶ οὕτως ἐξεύρωσι τὸν προσφορώτερον τρόπον εἰς βελτίωσιν αὐτῆς. Τὸ καθῆκον τοῦτο ἠθέλησαν νὰ ἐπιτελέσωσι καὶ τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, κατὰ τρόπον ὅμως, ὡς εἴδομεν, ἐπισκοτίζοντα μᾶλλον ἢ διαφωτίζοντα τὴν ἀλήθειαν. Ὤφειλον δ’ ἐγὼ ν’ ἀνασκευάσω πάσας τὰς περὶ τοῦ παρελθόντος πεπλανημένας γνώμας των, ὅπως οὕτως ἐπανορθώσω καὶ τὰς περὶ τοῦ μέλλοντος σφαλερὰς προβλέψεις των. Καὶ τοιαύτη κατ’ ἐξοχὴν πεπλανημένη γνώμη τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἣν φαίνεται ἀσπαζομένη αὕτη, κατ’ ἀπομίμησιν πάντως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἡ περὶ δῆθεν ἐπιτευχθέντος ἤδη ἀληθοῦς ἰσοζυγίου μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους ἐπὶ τῷ νομίμως ἐν τῇ χώρᾳ κυκλοφοροῦντι τραπεζικῷ νομίσματι. Ἀλλὰ ποῦ ἴχνος, Κύριοι, τοιούτου ἰσοζυγίου ἐν πᾶσι τοῖς μέχρι τοῦδε προϋπολογισμοῖς τοῦ Κράτους; Δὲν εἶναι τολμηρὸν πλέον νὰ ὁμιλῇ τις περὶ ἰσοζυγίου, καθ’ ὃν χρόνον καὶ αὐτὸς ὁ κ. Τρικούπης, ὑπὸ τῆς ἐπιβολῆς τῶν πραγμάτων ἐξαναγκασθεὶς, δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποκρύψῃ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ (σελ. 41) τὰ ἐλλείμματα τῶν ἀπὸ τοῦ 1882–1892 χρήσεων, ἐλλείμματα ἀνερχόμενα ἐν ὅλῳ εἰς τὸ καταπληκτικὸν ποσὸν τῶν 303,680,641 δραχμῶν; Ἰδοὺ, Κύριοι, ὁ σχετικὸς πίναξ, ὁ δημοσιευθεὶς ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἔξοδα Ἔσοδα Ἐλλείμματα
1882 58,879,495.23 63,997,765.58 5,118,270.35
1883 58,537,556.10 67,795,868.91 9,258,312.81
1884 60,744,637.07 90,846,783.80 30,102,146.73
1885 61,110,133.08 122,797,767.24 61,687,634.16
1886 63,103,471.15 129,717,525.07 66,614,053.92
1887 82,849,805.38 91,236,606.96 8,386,801.58
1888 89,551,394.94 104,450,858.71 14,899,463.77
1889 83,731,591.09 100,674,829.89 16,943,238.80
1890 79,931,795.22 125,902,413.86 45,970,618.64
1891 90,272,212.26 122,625,177.74 32,352,965.48
1892 94,929,469.37 107,276,604.17 12,347,134.80
823,641,560.891,127,322,201.93303,680,641,01

Τὰ ἐλλείμματα ταῦτα, Κύριοι, ἀναλογοῦσι πρὸς δραχ. 27,600,000 περίπου καθ’ ἑκάστην χρῆσιν, καὶ δὲν εἶναι μόνα αὐτά. Ἔχομεν προσέτι τὰ λανθάνοντα ἐλλείμματα ὑπὸ τὴν σύγχυσιν τῶν εἰς χρυσὸν πρὸς τὰς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια πληρωμὰς, καθ’ ἣν διὰ τὰς πρώτας οὐδεμία νομισματικὴ διαφορὰ ἀναγράφεται. Ἐὰν προϋπελογίζετο νῦν ἡ διαφορὰ αὕτη, κατὰ τὴν σήμερον μάλιστα τρέχουσαν νομισματικὴν διαφορὰν, θὰ ἐβλέπετε τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ἐλλείμματα προσεγγίζοντα εἰς τὰ 400,000,000 δρ. ἐν συνόλῳ. Οὕτως ἐξηγεῖται βεβαίως καὶ ἡ ἐπελθοῦσα χρεωκοπία τοῦ Κράτους, καὶ οὐχὶ διὰ τῶν γνωστῶν ἐκείνων λογιστικῶν τεχνασμάτων, διὰ τῶν λαθροχειριῶν περὶ τοὺς ἀριθμοὺς, δι’ ὧν ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Δημοσίου ἡμῶν Λογιστικοῦ λούει καὶ κτενίζει τὴν διαχείρισιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, περιορίζων ταχυδακτυλουργικῶς τὰ ἐλλείμματα ὅλων τῶν χρήσεων, καθ’ ἃς οὗτος διῴκει τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικὰ, εἰς μόνα 2,819,887 δρ. καὶ 99 λεπτά! Ὅπως δὲ μὴ μείνῃ εἰς ὑμᾶς ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία περὶ τοῦ πράγματος, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐξετάσω δι’ ὀλίγων ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1892, ἣν ὁ κ. Τρικούπης προβάλλει ὡς πρόσωπον τηλαυγὲς τῆς ὅλης διαχειρίσεώς του, ὡς τὴν ἀποκαταστήσασαν τὸ ἀληθὲς ἰσοζύγιον τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους. Ἔχομεν ἤδη πρὸ ἡμῶν, δημοσιευθέντα καὶ ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894, τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1892. Εἶναι ἀληθές, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸ ἔλλειμμα ἀνέρχεται εἰς 2,808,337 δρ. καὶ 50 λεπτά, ὅπερ ὅμως, μετανοήσας, ὡς φαίνεται, βραδύτερον ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐν τῇ ἀπαντήσει αὐτοῦ πρὸς τὴν ἐπερώτησίν μου περιώρισεν εἰς 2,411,377 δραχμὰς καὶ 50 λεπτὰ! Ἀλλ’ ἀκριβεστέρα τις ἔρευνα τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος χρῆσιν τί ἀποδεικνύει; Ἔσοδα διὰ τὸ 1892 προϋπελογίσθησαν 103,550,792 καὶ ἐβεβαιώθησαν 104,277,888, μὴ συμπεριλαμβανομένων ἐν αὐτοῖς τῶν ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας δανείων ἐξ 1,280,000. εἰσεπράχθησαν δὲ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως 94,929,469. Ἀλλ’ ἐκ τῶν πραγματοποιηθέντων τούτων ἐσόδων πρέπει, κατὰ τὴν δήλωσιν αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰσηγουμένου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1894, ν’ ἀφαιρεθῶσιν εἰσπράξεις ἐκ δραχμῶν 4,400,000 περίπου, «αἵτινες δὲν θὰ ἐπανελαμβάνοντο ἐν προϋπολογισμοῖς νεωτέροις καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀνήκουσαι εἰς σταθερὸν προϋπολογισμόν». Οὕτως αἱ πραγματικαὶ εἰσπράξεις τοῦ 1892 περιορίζονται εἰς 90,529,469 δρ. Τί δ’ ἐδαπάνησεν ἀπέναντι αὐτῶν τὸ Κράτος; Τὰ ἔξοδα εἶχον προϋπολογισθῆ εἰς δραχ. 99,986,128, ἐξ αὐτῶν δ’ ἐδαπανήθησαν διὰ τὰς γενικὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, πλὴν τῆς τοῦ δημοσίου χρέους, 66,469,562, εἰς ἃς προσετέθησαν εἶτα δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἕτεραι 2,428,885, καὶ ἀπετέλεσαν ὁμοῦ τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 68,898,447, ὧν ἀφαιρουμένων ἐκ τῶν πραγματοποιηθέντων, ὡς εἴδομεν, 90,529,469, ἔχομεν ὑπόλοιπον 21,631,022. Ἀλλ’ ἀπῃτοῦντο τότε διὰ τὸ δημόσιον χρέος 30,000,000 χρυσᾶ φράγκα, ἅτινα μὲ τὴν τότε συναλλαγματικὴν διαφορὰν τῶν 50% ἀνήρχοντο εἰς 15,000,000. Ἂν δὲ εἰς ταῦτα προσθέσωμεν 5,000,000 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐσωτερικῶν ἡμῶν δανείων, πρὸς δὲ 12,000,000 εἰς δαπάνας διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσσης καὶ διὰ τὰ ἄλλα ἡμιτελῆ τότε δημόσια ἔργα, ἔχομεν οὕτως ἐν ὅλῳ δαπάνας δρ. 62,000,000, εἰς κάλυψιν τῶν ὁποίων ἔμενεν ἐκ τῶν λοιπῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους διαθέσιμον ποσὸν δρ. 21,631,022, οὗ ἀφαιρουμένου ἐκ τῶν 62,000,000, ἔχομεν πραγματικὸν ἔλλειμμα τῆς χρήσεως 1892 ἐκ δρ. 40,000,000 περίπου, ὅπερ ἀποδεικνύει τρανῶς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ τὸ παράπαν ἐξωγκωμένον τὸ ποσὸν τῶν 400,000,000 δραχμῶν, εἰς ὃ ἐγὼ ὑπελόγισα κατὰ προσέγγισιν τὸ ὅλον ἔλλειμμα τῆς ἀπὸ τοῦ 1882–1892 ἑνδεκαετίας. Καὶ ὁ ἀκριβὴς προϋπολογισμὸς, Κύριοι, τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους εἶναι ὁ ἀκρογωνιαῖος, οὕτως εἰπεῖν, λίθος τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως, ἧς οὐδεμίαν βεβαίως ἔννοιαν εἶχον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ συνήγοροι αὐτοῦ πρὸ τῆς ἐπελθούσης καταστροφῆς τῆς 10 Δεκεμβρίου, ἀλλ’ οὐδὲ νῦν δυστυχῶς, καὶ μετὰ τὴν γενομένην πικρὰν πεῖραν, φαίνονται ἔχοντες ἔννοιάν τινα αὐτῆς. Διότι ἄλλως δὲν θὰ ὑπέπιπτον τότε εἰς τόσον σφαλερὰς προβλέψεις, αἵτινες ὑπῆρξαν ἡ πρώτη πηγὴ τοῦ κακοῦ, δὲν θὰ ἐνέμενον δὲ καὶ νῦν εἰς τὰς αὐτὰς περίπου σφαλερὰς προβλέψεις περὶ τοῦ μέλλοντος, δι’ ἃς οὐδεμία ἐλπὶς ὑπάρχει νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς νῦν καταστάσεως’ καὶ ἂν δ’ ἐξέλθωμεν ἐξ αὐτῆς πρὸς καιρόν, φόβος εἶναι μὴ ἐκτεθῶμεν οὕτως εἰς νέαν, χείρονα τῆς πρώτης, καταστροφὴν, ὡς μέλλω ν’ ἀποδείξω ἐν τοῖς ἐφεξῆς. Ἐπὶ ἔτη πολλὰ, Κύριοι, ἠγωνιζόμεθα ἡμεῖς νὰ πείσωμεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι κακῶς προϋπελόγιζε τὰ ἔσοδα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βεβαιώσεων καὶ οὐχὶ τῶν εἰσπράξεων, ἀφοῦ αὗται καθυστέρουν ἐκείνων κατὰ πολλὰ ἑκατομμύρια. Ἐγὼ ἰδίᾳ καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, μακρὸν λόγον ποιούμενος περὶ τούτου, κατεδείκνυον καὶ ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα, ἐξ ἀντιπαραβολῆς τοῦ μέσου ὅρου τῶν εἰσπράξεων τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, ὁπόσον θὰ καθυστέρουν τὰ πραγματοποιηθησόμενα τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως προϋπολογιζομένων. Τὰ μέχρι τοῦδε γνωστὰ ἀποτελέσματα τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ 1892 καὶ 1893 μαρτυροῦσιν, ὁπόσον ἀκριβεῖς ἦσαν ἐν τοῖς πλείστοις οἱ ὑπολογισμοί μου ἐκεῖνοι· ἀλλὰ δυστυχῶς ἐλάλουν τότε εἰς ὦτα μὴ ἀκουόντων. Ἦτο ἀνάγκη τότε νὰ παρουσιάζωνται ἐπὶ τοῦ χάρτου ἰσοζύγια, καὶ ὄχι μόνον ἰσοζύγια, ἀλλὰ καὶ περισσεύματα, ὅπως οἱ ξένοι, φενακιζόμενοι δι’ αὐτῶν, ἀνοίξωσι τὰ βαλάντιά των εἰς νέον πρὸς ἡμᾶς δάνειον. Ἔπρεπε δὲ νὰ ἐπέλθῃ ἡ χρεωκοπία τοῦ Κράτους, ὅπως ἐννοήσῃ ἐπὶ τέλους ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι εἰς οὐδὲν ἠδύναντο πλέον νὰ χρησιμεύσωσι τὰ πλαστὰ ἰσοζύγια, καὶ, ὡς πρὸς τὸν καθορισμὸν τῶν ἐσόδων τοὐλάχιστον, λάβῃ ὡς βάσιν τὸν μέσον ὅρον τῶν εἰσπράξεων καὶ οὐχὶ τῶν βεβαιώσεων τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἔσοδα, ἐφ’ ὧν δὲν ἐφαρμόζεται ὁ γενικὸς οὗτος κανὼν, ἔσοδα, ἐφ’ ὧν ἔχομεν προϊοῦσαν πάντοτε ἐλάττωσιν, ἢ ἐφ’ ὧν διὰ λόγους καιρικοὺς ἡ ἔκπτωσις θὰ ᾖναι μεγαλειτέρα ἐκείνης, ἣν ὑπολογίζει καὶ αὐτὸς ὁ εἰσηγητὴς τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ. Δέν μοι εἶναι βεβαίως ἐπιτετραμμένον νὰ εἰσέλθω νῦν εἰς πάσας τὰς λεπτομερείας, ἀλλ’ εἰς πίστωσιν μόνον τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου θὰ ἐπικαλεσθῶ τὰ ἑξῆς παραδείγματα. Ἐκ τοῦ φόρου τούτου εἰσεπράχθησαν

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Κατὰ τὸ 1889 δρ.5,245,629
» » 1890 » 4,630,400
» » 1891 » 4,862,418
» » 1892 » 4,054,586
» » 1893 μέχρι 31 Δεκεμβρίου» 3,193,780

Μολονότι ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἐσόδου τούτου βαίνει μᾶλλον προϊοῦσα ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, οὐδὲν ἧττον ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἔχων ἐν τούτῳ σύμφωνον καὶ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς, λαμβάνει ὡς βάσιν τὸν μέσον ὅρον τῶν πέντε τελευταίων ἐτῶν, ἀφαιρεῖ δ’ ἐκ τοῦ οὕτως ἀνευρισκομένου ποσοῦ 10%, ὡς ἐκ τῆς ἐνδεχομένης ἐλαττώσεως τῆς παραγωγῆς διὰ τὴν νῦν οἰκονομικὴν δυσπραγίαν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, καὶ προϋπολογίζει ὡς ἔσοδον, εἰσπραχθησόμενον τὸ ἐνεστὼς ἔτος ἐκ τῆς σταφίδος, δραχ. 4,068,000. Ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν προϊοῦσαν ἐλάττωσιν τοῦ ἐσόδου τούτου κακῶς ἐλήφθη ὡς βάσις ὁ μέσος ὅρος τῶν 5 τελευταίων ἐτῶν, ὅτι δ’ ἔπρεπε νὰ ληφθῶσι μᾶλλον ὑπ’ ὄψιν τὰ πλήρη ἀποτελέσματα τοῦ προτελευταίου ἔτους 1892. Ἐκ τούτου δὲ δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφαιρεθῶσι μόνον 10% διὰ τὴν ἐνδεχομένην ἐφέτος ἐλάττωσιν τῆς καλλιεργείας τῆς σταφίδος—διότι τοῦτο εἶναι τὸ ἐλάχιστον κακὸν,—ἀλλὰ περὶ τὰ 25% διὰ τὴν βεβαίαν ἐλάττωσιν τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ προϊόντος ἡμῶν τούτου, ὡς ἐκ τοῦ ἐπικειμένου ἀποκλεισμοῦ του ἐκ τῆς ἐν Γαλλίᾳ οἰνοποιΐας, ἥτις μέχρι τοῦδε κατηνάλισκε περὶ τὸ ⅓ τοῦ ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου. Οὕτω νομίζω, ὅτι ἀντὶ τῶν 4,068,000 ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῇ ὡς ἐνδεχόμενον ἔσοδον ἐκ τῆς σταφίδος διὰ τὸ 1894 ἐκ δρ. 3,000,000, εὐτυχεῖς δὲ πρέπει νὰ λογιζώμεθα, Κύριοι, ἐὰν ὑπὸ τὴν φοβερὰν κρίσιν, ἣν διέρχεται νῦν τὸ κυριώτατον τῶν προϊόντων μας, εἰσπραχθῶσι πράγματι καὶ τὰ τρία ταῦτα ἑκατομμύρια. Πολλοί, Κύριοι, καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐθεώρησαν τὸ ἀναγραφόμενον ὡς ἔσοδον ἐκ τοῦ τελωνειακοῦ δασμοῦ εἰσαγωγῆς ἐκ 18,000,000 δρ. ὡς πολὺ κατώτερον τοῦ πράγματι εἰσπραχθησομένου, ὡς ἐγκλεῖον τὸ μέγιστον μέρος τῶν ἓξ ἑκατομμυρίων ὑπολανθανόντων περισσευμάτων τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐγώ, ἀποβλέπων εἰς τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν, τὴν κατατρύχουσαν ἡμᾶς, ἰδίᾳ δὲ εἰς τὴν συναλλαγματικὴν διαφοράν, ἥτις βεβαίως θ’ αὐξήσῃ καὶ δὲν θὰ ἐλαττωθῇ, ἂν ἀκριβῶς ψηφισθῇ ὡς ἔχει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1894, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συμμερισθῶ τὴν αἰσιοδοξίαν ταύτην. Δὲν μετέβαλον δὲ γνώμην ἐπὶ τοῖς αἰσίοις ἀποτελέσμασιν, ἅτινα ἐμφαίνουσιν αἱ τελωνειακαὶ εἰσπράξεις τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου, ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὸν ἀντίστοιχον μῆνα τοῦ ἔτους 1893. Πέρυσιν αἱ εἰσπράξεις αὗται κατῆλθον εἰς 1,433,874, ἐνῷ ἐφέτος ἀνῆλθον εἰς 1,482,431. Ἀλλὰ πέρυσιν ἔπρεπε κατ’ ἀνάγκην νὰ ἐλαττωθῶσιν αὐταί, καθόσον πολλοὶ ἔμποροι, ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ τοῦ νέου δασμολογίου εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ Δεκέμβριον μῆνα τοῦ 1893, ἔσπευσαν τότε νὰ προμηθευθῶσιν ἐγκαίρως τὰ εἴδη, ἅτινα ἐπεβαρύνοντο διὰ προσθέτου δασμοῦ, οὕτω δ’ ἐπῆλθεν ἡ ἐλάττωσις τῆς εἰσαγωγῆς κατὰ Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον τοῦ 1893. Πολὺ φοβοῦμαι λοιπὸν, μήπως ἡ μικρὰ αὔξησις τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων, ἡ παρατηρηθεῖσα τὸν πρῶτον μῆνα τοῦ ἔτους, ἀπὸ τοῦ προτεχοῦς μηνὸς μετατραπῇ εἰς ἐλάττωσιν, καὶ διασκεδασθῇ οὕτω ταχέως ἡ αἰσιοδοξία καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν ἄλλων, τῶν διορώντων ὑπ’ αὐτὰς τὸ ὑπολανθάνον περίσσευμα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ. Ἐκ τοῦ ἐγγείου τῶν προϊόντων τῆς Ἑπτανήσου φόρου, τοῦ εἰσπραττομένου εἰς τὰ τελωνεῖα, προϋπολογίζεται ἔσοδον ἐκ δραχμῶν 2,430,000, ἤτοι ἀνώτερον τοῦ ἐν ἔτει 1892 εἰσπραχθέντος ἐκ δρ. 1,955,478 κατὰ 474,522, καὶ τοῦ ἐν ἔτει 1893 εἰσπραχθέντος ἐκ 2,088,791 κατὰ 341,209 δρ. Ἐν πρώτοις κακῶς ὑπολογίζεται ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἐξαχθησομένου ποσοῦ σταφίδος εἰς μόνον 10%. Ἔκτακτον δὲ ἐσοδείαν ἐλαίου εἴχομεν ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ τὸ 1891, ἀλλὰ ἡ ἐξαγωγὴ αὐτοῦ τὸ ἐπιὸν ἔτος 1892 ἀνεβίβασε τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν ἑπτανησιακῶν προϊόντων εἰς δραχμὰς 1,955,478 μόνον. Πῶς δὲ νῦν, μετὰ τὴν ἐνδεχομένην ἐλάττωσιν τῆς ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος καὶ μετὰ τὴν βεβαιότητα, ἣν ἔχομεν ὅτι τὸ ἔτος τοῦτο δὲν εἶναι ἔτος ἐκτάκτου ἐσοδείας διὰ τὸ ἔλαιον, θ’ ἀναβιβασθῇ τὸ ἔσοδον εἰς τὸ προϋπολογιζόμενον ποσὸν τῶν 2,430,000 δραχμῶν, τοῦτο βεβαίως εἶναι ἐκ τῶν θαυμάτων, τὰ ὁποῖα μόνον εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐγχωροῦσιν! Ἡ εἰσφορὰ, Κύριοι, τῶν δήμων ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, προϋπολογισθεῖσα διὰ τὸ 1892 εἰς 2,850,000, ἀπέφερεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου 1,790,318, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον 1,049,682. Νῦν, ὅτε οἱ δῆμοι ἐπιβαρύνονται καὶ διὰ τῆς εἰσφορᾶς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὡς ἐκ ταύτης δὲ βεβαίως θὰ ἐλαττωθῇ κατὰ πολὺ καὶ ἡ ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἀντὶ νὰ προϋπολογισθῇ ἐπὶ ἔλαττον τὸ κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1894 εἰσπραχθησόμενον ποσὸν, προϋπολογίζεται ἐπὶ πλέον. Ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι οἱ δῆμοι ἡμῶν, διατελοῦντες τὴν σήμερον οἱ πλεῖστοι, ἂν ὄχι πάντες, ὑπὸ μεγάλας οἰκονομικὰς δυσχερείας, δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ εἰσφέρωσι τὰ ποσὰ τὰ προϋπολογιζόμενα ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἐπάναγκες ἐνόμισα, Κύριοι, νὰ ἐπικαλεσθῶ ταῦτα τὰ παραδείγματα πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ὅτι δὲν ὑπῆρξε ῥιζικὴ ἡ θεραπεία τοῦ κακοῦ, ὅτι δὲ καὶ νῦν ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων ἐγκλείει ἴχνη ἱκανὰ τοῦ πάλαι νοσήματος, τῆς ἀναγραφῆς δηλαδὴ πολλῶν ἐξ αὐτῶν ἐπὶ πλέον τοῦ πράγματι εἰσπραχθησομένου, εἰ καὶ ἄλλως προσηλυτίσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν ἀρχὴν, ἣν ἡμεῖς ἀπὸ πολλοῦ ἐπρεσβεύομεν καὶ καθ’ ἣν τὰ ἔσοδα πρέπει νὰ προϋπολογίζωνται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπραττομένων καὶ οὐχὶ τῶν βεβαιουμένων. Καὶ εἰς ἑτέραν ἀρχὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προσηλυτίσθη νῦν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ἀναγραφὴν δηλαδὴ καὶ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῖς εἰς χρυσὸν καταβαλλομένοις. Τὴν ἀνάγκην ταύτην ἀπὸ πολλοῦ ὑπεδεικνύομεν ἡμεῖς πρὸς ἀποκατάστασιν πραγματικοῦ καὶ ἀληθοῦς ἰσοζυγίου. Διότι ἡ ἀριθμητικὴ ἐξίσωσις τῶν ἀξιῶν, τῶν ἀποτελουσῶν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους καὶ διανεμημένων εἰς νόμισμα ἐξηυτελισμένον, πρὸς τὰς ἀξίας τὰς ἀπαιτουμένας διὰ τὰ ἔξοδα ἐν διατιμήσει εἰς νόμισμα μεταλλικὸν ἄρτιον, ἦτο βεβαίως παιδιὰ, ἀναξία ἀνδρῶν διαπεπιστευμένων τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας. Ἡ τότε προβαλλομένη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν συνηγόρων του δικαιολογία ὑπὲρ τῆς ἀναγραφῆς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων εἰς νόμισμα διαφόρου ἀξίας, ὅτι δῆθεν προσεδοκᾶτο ἐν προσεχεῖ ἢ ἀπωτέρῳ μέλλοντι ἡ ἐξίσωσις τῶν ἀξιῶν διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ δικαιολογία, λέγω, αὕτη ἠλέγχθη ἤδη ἐκ τοῦ ὑστέρου πάντη ἕωλος. Διὰ τοῦ συστήματος ἐκείνου, ἀντὶ νὰ προσεγγίζωμεν, τοὐναντίον ἀπομακρυνόμεθα τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἧς πρῶτος καὶ ἀπαραίτητος ὅρος, καθιστῶν αὐτὴν ἐφικτὴν, εἶναι ἀκριβῶς ἡ πραγματικὴ κατ’ ἀξίαν ἐξίσωσις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἤτοι τὸ ἀληθὲς αὐτοῦ ἰσοζύγιον Καθ’ ὅσον δὲ διὰ τοῦ συστήματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπεζητοῦμεν τὴν διὰ τῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ δημοσίου χρέους συγκάλυψιν τῆς πραγματικῆς ἀνισότητος μεταξὺ τῶν ἀριθμητικῶς ἰσοζυγιζομένων ἐσόδων καὶ ἐξόδων καὶ τοῦ καταλογισμοῦ τακτικῶν ἐξόδων ὡς ἐκτάκτων ὑπὲρ τοῦ αὐτοῦ σκοποῦ, τοῦ εἰκονικοῦ ἰσοζυγίου, κατὰ τοσοῦτον ἀκριβῶς ἀπεμακρυνόμεθα τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καθίστατο δὲ ὀξυτέρα καὶ ἡ νοσηρὰ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις, ἕως οὗ κατελήξαμεν ἐπὶ τέλους εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς 10 Δεκεμβρίου. Μετὰ τὴν καταστροφὴν ταύτην, ἔγνω ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἀναγράψῃ νῦν τὸ πρῶτον συναλλαγματικὴν διαφορὰν ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῖς καταβαλλομένοις εἰς χρυσὸν, καὶ νὰ ἐπιδιώξῃ οὕτω τὴν κατ’ ἀξίαν ἐξίσωσιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν ἠξεύρω ὅμως, κατὰ πόσον τὸ ἀναγραφὲν ποσὸν θὰ ἐπαρκεῖ. Προϋπολογίζεται ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος εἰς 70%, ἀλλ’ ἤδη ἔχει φθάσει αὕτη εἰς 72%, καὶ φόβος ὑπάρχει, μὴ ὑψωθῇ ἔτι μᾶλλον, ἂν ἐξακολουθήσῃ, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ἡ ἀζητησία τῆς σταφίδος, κατέλθῃ δὲ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀγορὰν πρὸς προμήθειαν συναλλάγματος, ἔστω καὶ διὰ τὰ 30%, ἅτινα προτείνει νῦν εἰς τοὺς πιστωτάς. Πλὴν νομίζω, ὅτι ἔπρεπε διὰ τοῦτο νὰ ὑπάρχῃ περιθώριον συναλλαγματικῆς διαφορᾶς μέχρις 100%, ὁπωσδήποτε ὅμως ἡ νῦν ἀναγραφομένη δι’ αὐτὴν διαφορὰ τῶν 70% θ’ ἀφήσῃ ἔλλειμμα τοὐλάχιστον 1,000,000. Καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔκτακτα ἔξοδα μακρὸν ἀγῶνα διεξήγαγεν ἐν τῷ παρελθόντι ἡ Ἀντιπολίτευσις, ζητοῦσα νὰ πείσῃ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι κακῶς ἔξοδα δυνάμενα νὰ προβλεφθῶσι καὶ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ παρέλειπεν ἐξ αὐτοῦ. Ὁ κ. Τρικούπης ἐνέμεινε καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἐν τῇ αὐτῇ σκολιᾷ ὁδῷ, ἣν ἐτράπη ἀρχῆθεν, ἕως οὗ ἔφθασεν εἰς τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους. Μετ’ αὐτὴν ἀνεγνώρισε καὶ αὐτὸς τὴν ὀρθότητα τῆς γνώμης ἡμῶν, καὶ ἠσπάσθη αὐτὴν, ὡς πρὸς ἄλλα τέως θεωρούμενα ἔκτακτα ἔξοδα. Δὲν ἐννοεῖ ὅμως ἔτι καὶ νῦν νὰ συμμορφωθῇ πρὸς αὐτὴν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης. Καὶ ὅμως ἔγνω νὰ προσθέσῃ ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τρία νέα κεφάλαια, τὸ 19, ὑπὸ τὸν τίτλον Κατασκευὴ σιδηροδρόμων, τὸ 20, ὑπὸ τὸν τίτλον Γενικὰ ἔξοδα σιδηροδρόμων, καὶ τὸ 21, ὑπὸ τὸν τίτλον Ἀποζημιώσεις κτημάτων καταλαμβανομένων ὑπὸ τῶν σιδηροδρόμων, χωρὶς ἐν οὐδενὶ τούτων νὰ ἀναγράψῃ οὔτε μιᾶς δραχμῆς πίστωσιν. Τὸ τοιοῦτον, Κύριοι, εἶναι πρωτοφανὲς καὶ πρωτάκουστον ἐν τοῖς κοινοβουλευτικοῖς χρονικοῖς, μόνον δ’ ἐν Ἑλλάδι, ἔνθα ὑπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν συνειθίσαμεν εἰς πολλὰ ἄλλα, ἔπρεπε νὰ ἐπιζητήσωμεν νῦν καὶ τοῦτο τὸ παράδοξον, καθ’ ὃ καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν πιστώσεις ἄνευ ὡρισμένων ποσῶν. Τί θὰ κωλύσῃ τὸ προσεχὲς ἔτος τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μᾶς παρουσιάσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 μὲ μόνους τοὺς τίτλους τῶν διαφόρων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων καὶ ἄνευ καθορισμοῦ τῶν σχετικῶν ποσῶν; Τὸ 60 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους πρέπει νὰ σημειῶνται εἰς τὸν προϋπολογισμόν; Ἀλλὰ μήπως τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν ἀθετεῖται καὶ νῦν ἀσυστόλως διὰ τῶν νέων κεφαλαίων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν; Ἐν τούτοις τὰ ἔξοδα τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης θὰ πληρωθῶσι, καὶ θὰ πληρωθῶσιν, ἐλλείψει ἄλλων ἐκτάκτων ἐσόδων, ἐκ τακτικῶν προσόδων τοῦ Κράτους. Ἡ παράλειψις τῆς ἀναγραφῆς των βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἄρῃ αὐτὰ ἐκ τοῦ μέσου, ἐγένετο δὲ ἀπὸ σκοποῦ, μόνον καὶ μόνον, ὅπως ἀποκρυβῇ τὸ σχετικὸν ποσὸν, ὅπερ ἀδύνατον νὰ ἦναι κατώτερον τῶν 5,000,000 δραχ. Μία τῶν πολλῶν πληγῶν τῶν μέχρι τοῦδε προϋπολογισμῶν ἦσαν καὶ αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις. Ἐν γνώσει, ἢ ἐν ἀγνοίᾳ πολλαὶ τακτικαὶ πιστώσεις ἀνεγράφοντο ἐπὶ ἔλαττον, ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐξήρκουν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν προϋπολογισμῶν, ἐχορηγοῦντο εἶτα ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, αἵτινες συνήθως τὰ ἰσοζύγια, ἢ καὶ μικρὰ περισσεύματα τῶν ψηφιζομένων προϋπολογισμῶν, μετέβαλλον ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς εἰς χαίνοντα ἐλλείμματα. Τοῦ κακοῦ τούτου δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένος καὶ ὁ προκείμενος προϋπολογισμός, ὡς μαρτυροῦσι τὰ ἑξῆς ἰδίᾳ παραδείγματα. Ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶχον ζητηθῆ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 πιστώσεις διὰ συντήρησιν ὁδῶν ἐκ δρ. 650,000, δι’ ἀνακαίνισιν ὁδῶν 400,000, καὶ διὰ κατασκευὴν ὁδῶν 478,000, ἐν ὅλῳ 1,528,000 δρ. Τὰ ποσὰ ταῦτα ἐθεωρήσαμεν ἡμεῖς τότε ἀνεπαρκῆ, καὶ ὑπεδείξαμεν τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθημεν. Τὰ πράγματα ἐν τούτοις ἐπεβεβαίωσαν βραδύτερον τὰς προβλέψεις μας ἐκείνας, αἱ δὲ ζητηθεῖσαι ἔκτοτε ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις διὰ μὲν τὴν συντήρησιν ἐξ 100,000, διὰ δὲ τὴν ἀνακαίνισιν ἐξ 97,000 καὶ διὰ τὴν κατασκευὴν ἐξ 1,350,000 δραχμῶν, ἤτοι ποσοῦ ὑπερδιπλασίου τῶν ἀρχικῶν πιστώσεων, ἀπέδειξαν, ὁπόσον δίκαιον εἴχομεν ἡμεῖς τότε. Τὸ πάθημα ὅμως ἐκεῖνο δὲν ἔγεινε μάθημα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν· διὸ ἀναγράφει καὶ διὰ τὸ ἔτος τοῦτο τὰς αὐτὰς πιστώσεις, προβάλλων τοὺς αὐτοὺς τετριμμένους ὑπολογισμοὺς τῆς ὑπηρεσίας, ὡς καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι αἱ πιστώσεις αὗται πρέπει νὰ αὐξηθῶσι κατὰ 1,000,000 τοὐλάχιστον. Ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἶχον ζητηθῆ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 πιστώσεις ἐκ δρ. 14,582,465.96· καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο κατεδείξαμεν ἡμεῖς τότε ἀνεπαρκὲς, χωρὶς νὰ εἰσακουσθῶμεν, ἐννοεῖται. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ἀπαιτήσασα διὰ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος Ὑπουργεῖον ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις ἐκ δρ. 1,041,500, ἀπέδειξε μὲν, ὁπόσον δίκαιον εἴχομεν ἡμεῖς τότε, δὲν ἔπεισεν ὅμως τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἵνα αὐξήσῃ νῦν τὰς περυσινὰς πιστώσεις. Τοὐναντίον μάλιστα κατ’ ἀρχὰς μὲν ἀνέγραψε πιστώσεις ἐπὶ ἔλαττον, ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὰς τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἐκ δρ. 14,420,432 80, ταύτας δὲ βραδύτερον διὰ δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ηὔξησε κατὰ 61,013.32, τὸ ὅλον ὅμως τῶν οὑτωσὶ αἰτουμένων πιστώσεων ἐκ δρ. 14,481,446.12 εἶναι κατώτερον τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος κατὰ 100,000 δρ. ὡς ἔγγιστα. Καὶ δικαιολογεῖ μὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὴν τοιαύτην ἐλάττωσιν διὰ τῆς μεταθέσεως ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τούτου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν πιστώσεων ἐκ δρ. 533.377 (πέρυσι τὰς πιστώσεις ταύτας ὑπελόγιζεν εἰς 255,600 δραχμὰς μόνον) χάριν τῆς ἐφαρμογῆς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας· ἀλλ’ ἀφοῦ ἔχομεν νῦν αὔξησιν δαπανῶν, ὑπολογιζομένην εἰς 300,000 δρ. ὡς ἐκ τῆς προσθήκης 950 ἀνδρῶν εἰς τὸ σῶμα τῶν πεζῶν, ἔχομεν δὲ πρὸ ὀφθαλμῶν καὶ τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος, ὀφείλομεν, νομίζω, ν’ αὐξήσωμεν τὸ ποσὸν τῶν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν αἰτουμένων πιστώσεων κατὰ 580,000 δρ. τοὐλάχιστον. Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, μεθ’ ὅλην τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους, μεθ’ ὅλην τὴν ἀποκοπὴν τῶν χρεωλυσίων καὶ τὴν περιστολὴν τῶν τόκων τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους κατὰ 70%, ὁ ὑποβληθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸς διὰ τὸ ἔτος 1894 ἐνέχει ἀπὸ τοῦδε τὸ ἑξῆς ἔλλειμμα:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1)Ἐκ τοῦ ἐπὶ πλέον προϋπολογισμοῦ τοῦ φόρου τῆς
σταφίδος δρ.1,000,000
2)Ἐκ τοῦ ἐπὶ ἔλαττον προϋπολογισμοῦ
τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς » 1,000,000
3)Ἐκ τῆς μὴ ἀναγραφῆς πιστώσεων διὰ
τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσσης » 5,000,000
4)Ἐκ τοῦ ἐπὶ ἔλαττον προϋπολογισμοῦ
τῶν ἐξόδων τῆς ὁδοποιΐας » 1,000,000
5)Ἐκ τοῦ ἐπὶ ἔλαττον προϋπολογισμοῦ
τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν » 580,000
Ἐν ὅλῳ δρ.8,580,000

Καὶ ἔχομεν οὕτω, Κύριοι, ἀντὶ τοῦ ὑπολανθάνοντος περισσεύματος, ὅπερ ἐπηγγέλθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσηγούμενος τὸν προκείμενον προϋπολογισμὸν, ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἀδύνατόν ποτε νὰ ᾖναι κατώτερον τῶν 8,000,000, καθ’ ἣν γνώμην ἐκφέρει καὶ ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς. Ἐγὼ μάλιστα εἶμαι πρόθυμος νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἂν κατορθώσῃ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου νὰ ἀποφύγῃ τὰ ἄλλα ὑπολανθάνοντα ἐλλείμματα, ἅτινα ἐν τοῖς μέχρι τοῦδε εἰρημένοις ὑπηνίχθην ἐγὼ, καὶ νὰ περιορίσῃ τὸ ὅλον ἔλλειμμα αὐτοῦ εἰς 8,000,000 μόνον. Καὶ μὲ ἔλλειμμα τοιοῦτον τοῦ πρώτου μετὰ τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους προϋπολογισμοῦ, καὶ πρὶν ἢ ἔτι ἐπιτευχθῇ συμβιβασμὸς πρὸς τοὺς πιστωτάς του, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὴν τόλμην νὰ προβῇ εἰς τὴν δημιουργίαν νέων δαπανῶν, ἢ μὴ ἀπολύτως ἀναγκαίων, ἢ πάντη περιττῶν, ὡς μαρτυροῦσι τὰ ἑξῆς παραδείγματα. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν δημιουργεῖται νῦν δαπάνη διὰ τὸ προσωπικὸν αὐτοῦ ἐξ 8,160 δραχμῶν, μολονότι, καὶ κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας, «τὰ πλεῖστα τῆς ἐπιτροπῆς μέλη παρατηροῦσιν, ὅτι δύναται ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου νὰ λειτουργήσῃ καὶ κατὰ ἔτος τοῦτο ἄνευ προσθήκης νέων ὑπαλλήλων, ὡς ἐκ τῶν ὑφισταμένων οἰκονομικῶν δυσχερειῶν». Ἀλλὰ τίς οἶδεν, ὁποίας κομματικὰς ἀξιώσεις ἔχει νὰ πληρώσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος κενῶν θέσεων! Ἀπέναντι δὲ τοῦ κομματικοῦ του συμφέροντος πρέπει νὰ παροραθῶσι καὶ αἱ ὑφιστάμεναι οἰκονομικαὶ δυσχέρειαι καὶ πᾶν γενικώτερον συμφέρον. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης ζητεῖται αὔξησις διὰ προσωπικὰς, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, δαπάνας καὶ πρὸς πλήρωσιν ὡσαύτως, τίς οἶδεν, ὁποίων κομματικῶν ἀξιώσεων, ἐκ δραχ. 53,225.50. Περὶ τῆς αὐξήσεως ταύτης ἰδοὺ τί γράφει ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτῆς καὶ αὐτὴ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ αἰτούμεναι πιστώσεις ἐπὶ πλέον διὰ τὸ 1894 ἠδύναντο νὰ δικαιολογηθῶσιν ἐν ἐποχῇ κρείσσονος καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ὡς ἐκ ταύτης δὲ τὰ πλεῖστα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς κρίνουσιν ἀναγκαῖον νὰ ἐφελκύσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἰδίως ἐπὶ τῶν προτεινομένων νέων πιστώσεων πρὸς πλήρωσιν 4 θέσεων εἰσαγγελέων, πρὸς σύστασιν δύο νέων Πταισματοδικείων καὶ πρὸς ἀνασύστασιν 4 Εἰρηνοδικείων, καθόσον φρονοῦσιν, ὅτι δύναται ἡ ὑπηρεσία νὰ λειτουργήσῃ ἀπροσκόπτως καὶ ἄνευ τῶν προσθηκῶν τούτων κατὰ τὸ ἀρξάμενον ἔτος.» Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ζητεῖται αὔξησις πιστώσεων ἐκ δρ. 135,773.09, αἵτινες κυρίως ἀφορῶσιν εἰς τὴν δημιουργίαν δεκάδων ὅλων θέσεων ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, τέλεσι καὶ δαπάναις τοῦ Δημοσίου καὶ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς κρατούσης φατρίας. Αἱ θέσεις αὗται, μισθοδοτούμεναι μέχρι τοῦδε ὑπὸ τοῦ Πανεπιστημίου, διετίθεντο ὑπὸ τοῦ πρυτάνεως καὶ τῆς συγκλήτου αὐτοῦ. Ὑπὸ τὸ πρόσχημα δὲ ἐπικουρίας τοῦ Κράτους εἰς τὰς νῦν οἰκονομικὰς δυσχερείας τοῦ ἀνωτάτου ἡμῶν ἐκπαιδευτηρίου, ζητεῖ νῦν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ θέσῃ χεῖρα καὶ ἐπ’ αὐτῶν, πρὸς ἱκανοποίησιν κομματικῶν ἀξιώσεων, δυσοικονομήτων ἄλλως. Ἡ περιουσία τοῦ Πανεπιστημίου, καλῶς διαχειριζομένη, δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ, ὡς μέχρι τοῦδε, καὶ ἐφεξῆς εἰς τὰς ἀνάγκας του διὰ τῆς περικοπῆς πάσης περιττῆς δαπάνης. Τοῦτο ἔπρεπε νὰ ὑποδείξῃ εἰς αὐτὸ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ νὰ μὴ ἐπωφεληθῇ τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως δημιουργήσῃ πολλὰς δεκάδας θέσεων ὑπὲρ τῶν φίλων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ζητοῦνται αἱ ἑξῆς αὐξήσεις δαπανῶν:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1)Διὰ μισθὸν γραμματέως Προξενικοῦ γρα-
φείου ἐν Λονδίνῳ δρ. 8,600
2)Διὰ τέταρτον γραφέα τοῦ ἐν Σμύρνῃ Προ-
ξενείου » 1,800
3)Δι’ αὔξησιν μισθοῦ γραμματέως Γεν. Προ-
ξένου Μασσαλίας » 1,200
4)Δι’ ἔξοδα Προξεν. γραφείου ἐν Λονδίνῳ » 1,800
5)Διὰ διαφορὰν συναλλαγματικὴν » 1,260
6)Δι’ ἐνοίκιον τοῦ ἐν Λονδίνῳ Προξενείου » 4,000
7)Δι’ ἔξοδα γραφικὰ τῆς ἐν Κωνσταντινου-
πόλει Πρεσβείας » 4,000
8)Διὰ παράσημα » 14,000
Ἐν ὅλῳ δρ.36,660

Ἐξ αὐτῶν τὰ μὲν ἓξ πρῶτα ἄρθρα ἀφορῶσιν εἰς ἱκανοποίησιν προσωπικῶν ἀξιώσεων, ὧν ἡ πλήρωσις ἠδύνατο κάλλιστα ν’ ἀναβληθῇ εἰς ἄλλον καιρόν, μᾶλλον εὔθετον τοῦ νῦν, διὰ δὲ τοῦ ἄρθρου 7 ἐπιζητεῖται αὔξησις δαπάνης τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας, ἥτις ἐδύνατο κάλλιστα, ὡς μέχρι τοῦδε, καὶ διὰ τὸ παρὸν ἔτος νὰ ἐπαρκέσῃ· διὰ δὲ τοῦ ἄρθρου 8 ζητεῖται ἡ πρόσκτησις σωρείας παρασήμων, τὰ ὁποῖα δὲν ἠξεύρω εἰς τίνας φίλους ἔχουσι νὰ διαθέσωσιν ἀκόμη. Ἀλλὰ δὲν ἀρκοῦσιν αἱ ἤδη ἀπονεμηθεῖσαι ὑφ’ ὑμῶν, κύριε Πρωθυπουργέ, μυριάδες παρασήμων, οὕτως ὥστε ἐφεξῆς νὰ δακτυλοδεικτῶνται ἐν Ἑλλάδι μόνοι οἱ μὴ παρασημοφορηθέντες ὑφ’ ὑμῶν; Δὲν ἀρκεῖ τὸ γενικὸν παράσημον τῆς χρεωκοπίας καὶ ἀτιμίας τοῦ ἔθνους, ὅπερ ἀπὸ τῆς 10ης Δεκεμβρίου π. ἔ. κοσμεῖ τὰ στήθη σου καὶ τὰ στήθη παντὸς φίλου σου; Μόναι αἱ καταλεγεῖσαι ἐνταῦθα αὐξήσεις ἀνέρχονται εἰς ἑκατοστύας ὅλας χιλιάδων δραχμῶν. Καὶ πρόκειται, Κύριοι, οὕτω περὶ δημιουργίας θέσεων, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, μὴ ἀπολύτως ἀναγκαίων, ἢ πάντη περιττῶν· πρόκειται, ἐν μιᾷ λέξει, περὶ σπατάλης, ἣν ἐννοεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ συντελέσῃ ἐν τῷ μέσῳ τῆς χρεωκοπίας τοῦ Κράτους, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ ἔχοντος πρόδηλον τοῖς πᾶσιν ἔλλειμμα ἐξ 8,000,000. Καὶ θέλετε μὲ τοιοῦτον προϋπολογισμόν, κύριε Πρωθυπουργέ, νὰ ἐμφανισθῆτε ἐνώπιον τῶν πιστωτῶν μας καὶ νὰ ἐπιδιώξητε συμβιβασμὸν πρὸς αὐτούς; Ἀλλὰ τίνα ἀσφάλειαν παρέχετε οὕτως εἰς αὐτοὺς, ὅτι θὰ δυνηθῆτε νὰ πληρώσητε, μετὰ τὴν αὐθαίρετον ἀποκοπὴν τῶν χρεωλύτρων καὶ περιστολὴν τῶν τόκων κατὰ 70%, καὶ αὐτὰ τὰ ὑπολειπόμενα 30%; Μὴ πλανᾶσθε, Κύριοι. Ὁ προκείμενος προϋπολογισμὸς, ὡς ἔχει, ἀδύνατον νὰ ἐμπνεύσῃ οἱανδήποτε ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς πιστωτάς μας, ἀδύνατον νὰ προλειάνῃ τὴν ὁδὸν τὴν ἄγουσαν εἰς τὸν συμβιβασμὸν, εἰς τὴν διέξοδον ἡμῶν ἐκ τῆς νῦν ἀφορήτου καταστάσεως. Διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου, ἐγκλείοντος τὰ σπέρματα νέας φοβερωτέρας χρεωκοπίας τῆς πρώτης, καταδικάζεται ἡ Ἑλλὰς εἰς οἰκονομικὸν μαρασμὸν, ὅστις εἶναι χείρων πάσης οἰκονομικῆς κρίσεως καὶ καταστροφῆς. Ἂν πονῆτε τὸν τόπον σας, ἂν κήδησθε τῆς οἰκονομικῆς αὐτοῦ ὑπάρξεως, ἂν κήδησθε τῆς τιμῆς του καὶ ἀξιοπρεπείας, σπεύσατε νὰ ψηφίσητε τὸ ἀπαράδεκτον αὐτοῦ, κατὰ τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, καὶ ἐξαναγκάσατε οὕτω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ συντάξῃ καὶ ὑποβάλῃ νέον προϋπολογισμὸν, ἀνταποκρινόμενον εἰς τὰς νῦν ἐκρύθμους περιστάσεις καὶ παρέχοντα ἐλπίδα αἰσιωτέρου μέλλοντος...

§13ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε συνάδελφε, θὰ ἐξακολουθήσητε ἀκόμη ἐπὶ πολύ;

§14ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ δύο περίπου ὥρας.

§15ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τότε ν’ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.

§16ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ θὰ ἐπροτίμων ν’ ἀποπερατώσω ἀπόψε τὴν ἀγόρευσίν μου.

§17Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς διακόψωμεν τώρα, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐξακολουθοῦμεν τὴν Τρίτην. Εἶναι Ἀπόκρεω, καὶ κατὰ τὰ ἔθιμα ἡμῶν, πρέπει νὰ ἤμεθα ἐν τῷ μέσῳ τῶν οἰκογενειῶν ἡμῶν.

§18ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πήγαινε σὺ, ὅστις ἔχεις τὰ παιδιὰ σου· ἡμεῖς θὰ μείνωμεν.

§19Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν θέλητε νὰ ἐπιμείνητε, τότε θὰ φέρω ἔνστασιν ἀπαρτίας. Πρέπει νὰ διακόψωμεν.

§20Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπαναλάβωμεν.

§21Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολέκτου, τοῦ βουλευτοῦ Ἀχιλλέως Χοϊδᾶ, μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).

§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες Βουλευταὶ 108.

§23Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι καὶ τὸ ἀφορῶν εἰς ἐμπορικὴν συμφωνίαν μεταξὺ Σερβίας καὶ Ἑλλάδος, ἐξ ἧς ἐξαρτῶνται πολλὰ συμφέροντα. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ νὰ ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν.

§24ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσίν μου.

§25Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τώρα, ὅτε ὑπάρχει ἀπαρτία. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀδείας πρὸς συνομολόγησιν ἐμπορικῆς συμφωνίας μετὰ τῆς Σερβίας).

§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 47,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως 1893. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 193). Ὁ κύριος Εὐταξίας παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.

§27ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὴν ἀνεπάρκειαν, Κύριοι τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν ἀνάγκην ῥιζικῆς αὐτοῦ μεταῤῥυθμίσεως δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ συναισθάνηται πᾶς ὁ ἔχων συνείδησιν, ἔστω καὶ ἀμυδράν, τῆς παρούσης ἡμῶν καταστάσεως. Ἐγὼ μάλιστα δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι τὴν ἀνεπάρκειαν καὶ ἀνάγκην ταύτην θὰ συναισθάνωνται ἐνδομύχως καὶ αὐτὸς ὁ ὑποβαλὼν τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλὴν κ. Πρωθυπουργὸς καὶ αὐτὸς ὁ τόσον ἀπροθύμως ἔχων ἐν ἀρχῇ, ἵνα συνηγορήσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ, ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας. Καὶ ἂν διΐσταμαι πρὸς αὐτοὺς πολιτικῶς, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι ν’ ἀποδεχθῶ, ὅτι τυφλώττουσι πρὸ τόσον καταφανοῦς πράγματος. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι νῦν, πῶς πρέπει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους νὰ μεταῤῥυθμισθῇ, ὅπως ἀποβῇ ἐπαρκὴς εἰς τὰς ἐπειγούσας αὐτοῦ ἀνάγκας καὶ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις ἀσφαλὴς πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν ἤδη κατηρειπωμένων δημοσίων καὶ κατ’ ἰδίαν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος τούτου ὀφείλω νὰ ἐπιληφθῶ νῦν, καθ’ ἣν ἀρχὴν καθιερώσαμεν ἡμεῖς ἤδη ἀπὸ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892. Ὡς δηλαδὴ καὶ ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου καὶ ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 ἡμεῖς δὲν ἠρκέσθημεν εἰς ἁπλῆν πολεμικὴν κατὰ τῶν ὑποβληθέντων τότε ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως προϋπολογισμῶν, εἰς μόνην τὴν κατάδειξιν τῆς ἀνεπαρκείας καὶ τῆς ἀνάγκης ῥιζικῆς αὐτῶν μεταῤῥυθμίσεως, ἀλλ’ ὑπεδείξαμεν καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν, ὡς ἡμεῖς ἐνομίζομεν, ἡ μεταῤῥύθμισις αὕτη ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ, τοῦτ’ αὐτὸ θεωροῦμεν καθῆκον εἴπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτε νὰ πράξωμεν νῦν. Διότι εἴπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτε νῦν ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ προβῶμεν εἰς τὴν τοιαύτην μεταῤῥύθμισιν, νῦν, ὅτε ἡ καταστροφή, ἣν ἐζητοῦμεν τότε ν’ ἀποσοβήσωμεν δι’ αὐτῆς, συνετελέσθη ἤδη, ὡς μὴ ὤφελεν. Ἐκ τῆς καταστροφῆς ταύτης, Κύριοι, ἀδύνατον νὰ ἀναλάβωμέν ποτε διὰ τοῦ αὐτοῦ συστήματος, δι’ οὗ ἐπὶ ἑνδεκαετίαν καὶ ἐπέκεινα παρεσκευάσαμεν αὐτήν. Τὴν μεταῤῥύθμισιν ἐννοοῦμεν ἡμεῖς, ὡς προεδήλωσα ἤδη, ῥιζικήν, τοιαύτην, οἵαν ὑπαγορεύουσιν αἱ ὑγιεῖς ἀρχαὶ τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως καὶ οἰκονομικῆς πολιτικῆς ἔν τε τῇ στενοτέρᾳ καὶ τῇ εὐρυτέρᾳ ταύτης ἐννοίᾳ. Ἐννοοῦμεν πρὸ παντὸς ἀποκατάστασιν πλήρους καὶ ἀληθοῦς ἰσοζυγίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ τῆς ἀκριβοῦς ἀναγραφῆς ἐν αὐτῷ τῶν ἐσόδων τῶν πράγματι εἰσπραττομένων, καὶ τῶν ἐξόδων τῶν πραγματοποιουμένων κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ἄνευ τῆς μέχρι τοῦδε διακρίσεως ἐκτάκτων ἐξόδων, πλὴν μόνων τῶν μὴ δυναμένων νὰ προβλεφθῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὡς καὶ ὁ Λογιστικὸς ἡμῶν νόμος διακελεύει, χωρὶς νὰ καταλείπηται ἡ ἐλαχίστη θυρὶς ἀνοικτὴ εἰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, καὶ μὲ πραγματικὴν κατ’ ἀξίαν ἐξίσωσιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ἐννοοῦμεν σκοπιμωτέραν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ἐξασφαλιζομένων διὰ διοικήσεως χρηστοτέρας καὶ διὰ μεταῤῥυθμίσεως τῆς σχετικῆς ἡμῶν νομοθεσίας οὕτως, ὥστε καὶ τὸ λαθρεμπόριον νὰ κατασταλῇ, κατὰ τὸ ἐφικτόν, καὶ οἱ πολῖται ἐπὶ τῶν ἀμέσων ἰδίᾳ φόρων νὰ διευκολύνωνται εἰς τὴν ἐμπρόθεσμον καταβολὴν αὐτῶν. Ἐννοοῦμεν ἀληθῆ ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων χρημάτων διὰ τῆς πλήρους καὶ αὐστηρᾶς ἐφαρμογῆς τῶν σχετικῶν διατάξεων, συμπληρουμένων τούτων καὶ διὰ τῆς ἀναγκαίας νομοθετικῆς μεταῤῥυθμίσεως, τῆς ὑπὸ τῆς μέχρι τοῦδε πείρας ἐνδεικνυομένης. Ἐννοοῦμεν νὰ μὴ ἀφήσωμεν νεκρὸν γράμμα καὶ αὐτὸν τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, τὸν ὑπό τε τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Λογιστικοῦ ἡμῶν νόμου καθιερούμενον καὶ ἐν τούτοις μέχρι τοῦδε παροραθέντα. Δισεκατομμύρια ὅλα, Κύριοι, ἔχουσι διαχειρισθῆ μέχρι τοῦδε αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις, χωρὶς ὅμως ποτὲ νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς νομίμως κατηρτισμένους ἀπολογισμούς! Ἐννοοῦμεν πᾶσαν ἐφικτὴν οἰκονομίαν ἐν τοῖς ἐξόδοις καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων ὀργανικῶν νόμων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναγκαίας μεταῤῥυθμίσεως τούτων, καθ’ ἣν πᾶσα ἡ δημοσία ἡμῶν ὑπηρεσία ἁπλοποιουμένη θὰ καθίστατο ἧττον δαπανηρὰ ἢ νῦν. Καὶ αἱ μεταῤῥυθμίσεις αὗται ἀνάγονται εἰς τὴν οἰκονομικὴν διοίκησιν. Ἀλλ’ ἐννοοῦμεν καὶ μεταῤῥυθμίσεις, ἀναγομένας εἰς τὴν οἰκονομικὴν καθόλου πολιτικήν. Ἐννοοῦμεν ῥιζικὴν μεταῤῥύθμισιν τῆς φορολογικῆς ἡμῶν νομοθεσίας κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε ν’ αὐξήσωσι μὲν αἱ πρόσοδοι τοῦ Κράτους, νὰ ἀνακουφισθῶσι δὲ αἱ νῦν ὑπὸ τὰ φορολογικὰ βάρη καπτόμεναι τάξεις τοῦ λαοῦ, καὶ νὰ ἐπιβαρυνθῶσιν ἀναλόγως καὶ αἱ νῦν ἐλαφρῶς φορολογούμεναι ἢ ὅλως ἀσύδοτοι τάξεις. Ἐννοοῦμεν μεταῤῥύθμισιν, καθ’ ἣν θὰ ἔπαυεν ἡ νῦν παρατηρουμένη διὰ τῆς φορολογίας ἐκμύζησις παραγωγικῶν κεφαλαίων ἐκ τῶν κατ’ ἐξοχὴν παραγωγικῶν τάξεων τῆς χώρας, καὶ καθ’ ἣν μετὰ τοῦ ἐρίου κείρεται καὶ τὸ δέρμα πολλάκις. Ἐννοοῦμεν μεταῤῥύθμισιν τοιαύτην, καθ’ ἣν θὰ ἔπαυεν ἡ παραγωγὴ ἡμῶν θεωρουμένη ὡς ἀγελάς, ἣν δύναταί τις νὰ ἀμέλγῃ, χωρὶς νὰ τρέφῃ, καθ’ ἣν μέρος τῶν εἰσπραττομένων ἐξ αὐτῆς φόρων θὰ διετίθετο ἐπ’ ἀγαθῷ αὐτῆς τῆς παραγωγῆς, πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας, τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ναυτιλίας. Ἰδοὺ τὰ διδάγματα, ἅτινα ὑπαγορεύει εἰς ἡμᾶς καὶ ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ πεῖρα τῶν ἄλλων χωρῶν, τῶν μᾶλλον ἡμῶν προηγμένων, καὶ αὐτὴ ἡ πικρὰ πεῖρα τοῦ ἰδίου ἡμῶν παρελθόντος. Μακρὸν λόγον, Κύριοι, ἐποιησάμην ἤδη κατὰ τὴν συζήτησιν ἰδίᾳ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 περὶ τῶν ἐπενεκτέων εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν διοίκησιν μεταῤῥυθμίσεων. Κρίνω περιττόν, τὸν λόγον ἀπευθύνων πρὸς τὴν αὐτὴν Βουλήν, νὰ ἐπανέλθω εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας, εἰς ἃς τότε εἰσῆλθον· διὸ περιορίζομαι εἰς τὰ κεφαλαιωδέστερα ἐξ αὐτῶν, καὶ δὴ εἰς ἐκεῖνα, ἅτινα τότε προεκάλεσαν τὰς μεγαλειτέρας ἀντιῤῥήσεις. Ἀνάγκη πᾶσα ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα αὐτοῦ, νὰ συνταχθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τότε διατυπωθεισῶν γνωμῶν μας, ἃς ἠσπάσθη μὲν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατ’ ἀρχὴν, χωρὶς ὅμως νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὰς καθ’ ὅλας τὰς συνεπείας των. Ἀνάγκη, ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα νὰ μὴ προϋπολογίζωνται ταῦτα ἐπὶ τῇ βάσει μόνον τοῦ μέσου ὅρου τῶν πράγματι εἰσπραχθέντων κατὰ τὰ τρία προηγούμενα ἔτη, ἀλλὰ καὶ ὅπου παρατηρεῖται προϊοῦσα ἐλάττωσις αὐτῶν, καὶ ὅπου αἱ καιρικαὶ περιστάσεις ὑποδεικνύουσιν ἐπαισθητὴν αὐτῶν ἔκπτωσιν, νὰ λαμβάνηται αὕτη ὑπ’ ὄψιν, ὡς ὑπέδειξα ἤδη ἐπὶ διαφόρων ἐσόδων κατὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ. Ἀνάγκη, ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, ν’ ἀναγραφῶσι πιστῶς καὶ ἀκριβῶς πᾶσαι αἱ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη πραγματοποιηθεῖσαι πιστώσεις, καὶ νὰ κλεισθῇ οὕτως ἐρυμνῶς, εἰ δυνατὸν, ἡ θύρα τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Ἀνάγκη νὰ μὴ ἀποκλεισθῇ ἐξ αὐτῶν μηδεμία πλέον δαπάνη ὑπὸ τὸν τύπον ἐκτάκτου πιστώσεως, πλὴν μόνον καθ’ ὅσον αὕτη δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προβλεφθῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἀνάγκη ἐπὶ πάσης δαπάνης εἰς χρυσὸν νὰ προσυπολογίζηται καὶ ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ, καὶ μὲ περιθώριον μάλιστα, μήπως ἐντεῦθεν προκύψῃ ἔλλειμμά τι. Ἀνάγκη οὕτω νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἀληθὲς ἰσοζύγιον διὰ τῆς πραγματικῆς κατ’ ἀξίαν ἐξισώσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Εἰδικώτερον δὲ, ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, ἀνάγκη πᾶσα καὶ διοικητικῶς καὶ νομοθετικῶς νὰ παταχθῇ κατὰ κεφαλῆς πᾶσα παράβασις τῶν φορολογικῶν νόμων, καὶ νὰ περισταλῇ κατὰ τὸ ἐφικτὸν τὸ λαθρεμπόριον. Ἀνάγκη ἰδίᾳ ὡς πρὸς τοὺς ἀμέσους φόρους νὰ ἐξευρεθῇ ὁ προσφορώτερος τρόπος βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως, καθιερουμένης καὶ τῆς κατὰ δόσεις διμηνιαίας καταβολῆς αὐτῶν, ὅπου αὕτη ἐγχωρῇ. Ἀνάγκη διὰ τοιούτων μεταῤῥυθμίσεων νὰ περιορισθῇ κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ ἡ διαφορὰ μεταξὺ βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων ἐσόδων, καὶ ν’ ἀποσκορακισθῇ ἐκ τῆς νομοθεσίας ἡμῶν τὸ βάρβαρον μέτρον τοῦ προσθέτου φόρου καὶ τόκου ἐπὶ τῶν καθυστερούντων, δι’ ὧν δὲν ἠλαττώθησαν μὲν ταῦτα, ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς προηγούμενα ἔτη, καθ’ ἃ δὲν εἶχεν ἐφαρμοσθῇ τὸ τοιοῦτο μέτρον, ηὔξησε δὲ μόνον ἡ καταπίεσις καὶ τὸ φορολογικὸν βάρος τῶν ἀπορωτέρων ἐν ἡμῖν τάξεων. Ὡς πρὸς δὲ τὰ ἔξοδα, ἀνάγκη ν’ ἀποκρουσθῇ κατ’ ἀρχὴν πᾶσα περιττὴ ἢ καὶ μὴ ἐπείγουσα δαπάνη, νὰ ἐπιδιωχθῇ δὲ πᾶσα δυνατὴ οἰκονομία ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων. Ἀνάγκη πρὸς τούτοις νὰ μεταῤῥυθμισθῶσι καὶ οἱ ὀργανικοὶ ἡμῶν νόμοι, ἁπλοποιουμένης ἐν πολλοῖς τῆς δημοσίας ἡμῶν ὑπηρεσίας. Ἀνάγκη ἡ ἁπλοποίησις αὕτη νὰ ἄρξηται ἐκ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, καθ’ ἃ ὑπέδειξα ἄλλοτε, καὶ νὰ καταλήξῃ εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν διοίκησιν. Ἀνάγκη ἰδίᾳ νὰ αὐξηθῇ κατά τι ὁ ἀριθμὸς τῶν νῦν Νομαρχιῶν, προσκτωμένων τούτων τὴν ἀπαιτουμένην ἀναλογίαν τοῦ πληθυσμοῦ τῶν κατοίκων καὶ τῆς ἐδαφιαίας ἐκτάσεως. Ἀνάγκη εἰς τὰς ἕδρας αὐτῶν νὰ συγκεντρωθῶσι καὶ αἱ οἰκονομικαὶ, δικαστικαὶ καὶ ἐκκλησιαστικαὶ ἀρχαὶ, ἐξ οὗ βεβαίως καὶ ἡ ὑπηρεσία θὰ διευκολύνετο, καὶ οἱ πολῖται θὰ διεξῆγον εὐχερέστερον καὶ ταχύτερον τὰς ἐνώπιον αὐτῶν ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις των, καὶ οἰκονομία οὐ σμικρὰ θὰ ἐπήρχετο εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους. Ὡς πρὸς δὲ τὴν διαχείρισιν, ἀνάγκη ὁ ἤδη καθιερωμένος ὑπὸ τῆς νομοθεσίας ἡμῶν ἔλεγχος νὰ καταστῇ ἐνήμερος καὶ νὰ λειτουργήσῃ ἐφεξῆς ἀμείλικτος. Ἀνάγκη νὰ παύσῃ ἡ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἀναβολὴ τῆς ἐξελέγξεως τῆς διαχειρίσεως τῶν διαφόρων ὑπολόγων. Ἀνάγκη πρὸς τοῦτο νὰ ἐμφυσηθῇ νέα πνοὴ ζωῆς εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν ἡμῶν Συνέδριον. Ἀνάγκη ἐπὶ πᾶσι καὶ τὸ Δημόσιον ἡμῶν Λογιστικὸν νὰ συντάσσῃ ἐγκαίρως τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν διαφόρων χρήσεων, καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ ἐξελέγχῃ αὐτούς, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἐνασκῇ ὅπερ κέκτηται ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Λογιστικοῦ νόμου δικαίωμα ἐλέγχου ἐπὶ τῶν ἀπολογισμῶν. Πέρυσι, Κύριοι, κατέδειξα ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὰς οἰκονομίας, αἵτινες δύνανται νὰ γείνωσιν ἐν τοῖς διαφόροις Ὑπουργείοις καὶ τοῖς ἐξ αὐτῶν ἐξαρτωμένοις κλάδοις τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑφισταμένης νομοθεσίας καὶ διὰ μεταῤῥυθμίσεων ταύτης. Δὲν θέλω νῦν, ὡς προεῖπον, νὰ ἐπανέλθω εἰς τὰ τότε λεχθέντα, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ κατ’ αὐτῶν οὐδεμία ἀξία λόγου ἀντίῤῥησις ἠγέρθη. Ἀντιῤῥήσεις προυκάλεσεν ἰδίᾳ ἡ περὶ συντάξεων πρότασίς μου, εἰς ἣν εἶμαι διὰ τοῦτο ἠναγκασμένος νὰ ἐπανέλθω νῦν, ὅπως μὴ ἀφήσω ἀμφιβολίαν τινὰ περὶ τῆς ὀρθότητος αὐτῆς. Ἐν ἔτει 1883, Κύριοι, τὸ ποσὸν τὸ καταβαλλόμενον εἰς συντάξεις ἀνήρχετο εἰς 3.500,000 δραχ. περίπου. Νῦν προϋπολογίζεται αὐτὸ εἰς 5,126,400, αὐξῆσαν ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς μόνον τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτε αὐτὸ εἶχε προϋπολογισθῆ εἰς 4,893,000, κατὰ 233,400 δραχ. Ἄν ἐμμείνωμεν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὸ μέχρι τοῦδε κρατῆσαν σύστημα, φόβος εἶναι μὴ σὺν τῷ χρόνῳ ἀποῤῥοφήσωσι τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ μας αἱ συντάξεις. Τῆς ζημίας δὲ, ἥτις προσγίνεται ἐντεῦθεν εἰς τὸ Κράτος, δύνασθε νὰ ἔχητε ἔννοιάν τινα, ἀναλογιζόμενοι ὅτι ἀπέναντι τῶν ὑπ’ αὐτοῦ καταβαλλομένων συντάξεων ἐκ 5,126,400 δραχμῶν εἰσπράττει αὐτὸ ἐκ κρατήσεων ἐκ τῶν μισθῶν τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων μόλις δρ. 903,000. Ὁ περὶ συντάξεων νόμος εὐνοεῖ τοὺς ὑπαλλήλους ὑπὲρ τὸ μέτρον τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς αὐτοὺς ὑποχρεώσεων, καθόσον ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας, ὁ κατ’ αὐτὸν ἀπαιτούμενος πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ δικαιώματος τῆς συντάξεως, εἶναι βραχύτερος τοῦ δέοντος, καὶ δυσαναλογία μεγάλη τῶν κρατήσεων πρὸς τὰς ἀπονεμομένας συντάξεις ὑπάρχει, καὶ πλεῖσται ὅσαι θυρίδες ἔχουσιν ἀφεθῆ ἀνοικταὶ πρὸς καταστρατήγησίν του. Εἰς τὸ κακὸν δὲ τὸ ἐγκείμενον ἐν τῷ νόμῳ αὐτῷ ἐπέθεσε τὴν κορωνίδα ὁ ἀχαλίνωτος φατριασμὸς, ὁ εἴτε ἐξ εὐμενείας εἴτε ἐκ δυσμενείας ἀπολύων ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἅμα τῇ συμπληρώσει τῶν ἐτῶν τῆς συντάξεως, ὑπαλλήλους δεδοκιμασμένους, ἐν τῇ ἀκμῇ ἔτι τῆς ἀνδρικῆς ἡλικίας διατελοῦντας καὶ δυναμένους ἐπὶ πολὺν ἔτι χρόνον νὰ παράσχωσι τὰς ὑπηρεσίας των εἰς τὴν Πολιτείαν. Πόσοι τούτων, λαβόντες τὴν σύνταξίν των, δὲν ὑπηρετοῦσι τὴν σήμερον εὐδοκίμως πάνυ εἰς διαφόρους ἑταιρίας καὶ ἄλλας ἰδιωτικὰς θέσεις; Καὶ ζημιοῦται οὕτω τὸ Κράτος διττῶς, ἔνθεν μὲν στερούμενον τῆς ὑπηρεσίας δεδοκιμασμένων ὑπαλλήλων, ἔνθεν δὲ ἀναγκαζόμενον νὰ καταβάλλῃ διπλοῦς, τριπλοῦς καὶ ἐνίοτε πλείονας μισθοὺς διὰ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν θέσιν, πρὸς τὸν ἐν ἐνεργείᾳ δηλαδὴ καὶ πρὸς τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς διατελοῦντας συνταξιούχους ὑπαλλήλους. Πρέπει, Κύριοι, νὰ τεθῇ ὅσον οἷόν τε τάχιον ἓν τέρμα εἰς τὴν τοιαύτην κατάστασιν, καὶ νὰ κλείσῃ οὕτω μία τῶν φοβερωτέρων πληγῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Πρέπει πρὸ παντὸς καὶ αἱ κρατήσεις τῶν ὑπαλλήλων ν’ αὐξήσωσι καὶ ὁ χρόνος ὁ ἀπαιτούμενος πρὸς σύνταξιν, καὶ ὅριον ἡλικίας νὰ τεθῇ, καὶ αἱ λόγῳ ἀνικανότητος ἢ θανάτου ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἀπονεμόμεναι συντάξεις νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς αὐστηροτέρας τῶν νῦν διατάξεις, ἀποκλειούσας ἐφεξῆς τὴν τέως καταστρατήγησιν τοῦ νόμου. Πλὴν τοῦτο καὶ μόνον δὲν ἀρκεῖ. Ἀνάγκη νὰ ληφθῇ καὶ ῥιζικώτερον μέτρον, δι’ οὗ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπαλλαγῇ ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ Κράτος τῆς λύμης τῶν συντάξεων. Ὀφείλομεν, Κύριοι, τὸ ἀσφαλιστικὸν ἔργον τῶν ὑπαλλήλων, ὡς πρὸς τὰς συντάξεις των, ὅπερ τόσον ἀδεξίως καὶ ἐπιζημίως δι’ ἑαυτὴν διεξήγαγε μέχρι τοῦδε ἡ Πολιτεία, νὰ ὑπαγάγωμεν εἰς ἰδιαίτερον ταμεῖον, ἱδρυόμενον ὑπ’ αὐτῶν τούτων τῶν ὑπαλλήλων καὶ διατελοῦν μόνον ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Κράτους. Εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ταμείου πρέπει νὰ ὑπαχθῶσι πάντες οἱ ἐν ἐνεργείᾳ ὑπάλληλοι, οἱ συμπληρώσαντες δεκαετῆ ὑπηρεσίαν καὶ οἱ ἐφεξῆς διορισθησόμενοι. Καὶ εἰς τούτους δὲ καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς ἐν ἐνεργείᾳ ὑπαλλήλους ἀνάγκη νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἀπὸ τοῦδε αἱ ὑποδειχθεῖσαι μεταῤῥυθμιστικαὶ διατάξεις, ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῶν κρατήσεων, ὡς πρὸς τὸν χρόνον τὸν ἀπαιτούμενον πρὸς σύνταξιν, ὡς πρὸς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας κλπ. Αἱ ἤδη καταβαλλόμεναι ὑπὸ τοῦ Κράτους συντάξεις πρὸς τοὺς ἐκτὸς ὑπηρεσίας ὑπαλλήλους θὰ καταβάλλωνται καὶ ἐφεξῆς ὑπ’ αὐτοῦ καὶ θ’ ἀπονέμωνται ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ πρὸς σύνταξιν ἀπαιτηθησομένου χρόνου, καὶ πρὸς ἐκείνους τῶν νῦν ἐν ἐνεργείᾳ ὑπαλλήλων, οἵτινες ἔχουσι διανύσει ἤδη δεκαετίαν ἐν αὐτῇ, ἀλλ’ ὄχι πλέον ἐκ τακτικῶν πόρων τοῦ Κράτους. Πρέπει διὰ παρεμφεροῦς πρὸς τὸν ἐν Ἰταλίᾳ ἤδη ἐφαρμοσθέντα συνδυασμὸν, καθ’ ὃν, ἀντὶ τῶν τέως 70,000,000 φράγκων, τὸ Κράτος θὰ πληρόνῃ ἐφεξῆς 36,000,000 μόνον καὶ δὴ ἐπὶ 56 ἔτη, μεθ’ ἃ μέλλει νὰ ἀπαλλαγῇ αὐτὸ πάσης ὑποχρεώσεως, ἀποῤῥεούσης ἐκ συντάξεων· πρέπει, λέγω, διὰ παρεμφεροῦς συνδυασμοῦ ν’ ἀπαλλαγῇ καὶ τὸ Κράτος ἡμῶν ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου πάσης ἐκ συντάξεων προερχομένης ὑποχρεώσεως. Ὁ συνδυασμὸς οὗτος εἶναι ἡ κεφαλαίωσις τῶν ὑφισταμένων πρὸς σύνταξιν ὑποχρεώσεων διὰ δανείου χρεωλυτικοῦ ἐσωτερικοῦ, οὗτινος ἡ λειτουργία θ’ ἀνεκούφιζε τὸ Δημόσιον τὰ τρία πρῶτα ἔτη, καθ’ ἃ θὰ διήρκουν καὶ αἱ μεγαλείτεραι αὐτοῦ δυσχέρειαι, κατὰ τέσσαρα καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμύρια. Τὸ δάνειον θὰ ἐπραγματοποιεῖτο κατὰ δόσεις, καθόσον δηλ. Θὰ κατεβάλλοντο δι’ αὐτοῦ τὰ ἐτησίως ἀπαιτούμενα ποσὰ διὰ τὰς συντάξεις. Οὕτω πως ἡ λειτουργία τοῦ νέου δανείου θὰ ἤρχιζε τὸ πρῶτον ἔτος μὲ τόκον 6% καὶ 1% χρεώλυτρον, ὅπερ διὰ τὴν πρώτην ἐτησίαν δόσιν ἐπὶ 5.000,000 κεφαλαίου, ἵνα λάβωμεν ὡς βάσιν τὸ στρογγύλον τοῦτο ποσὸν, θὰ ἀνήρχετο εἰς δρ. 350,000, τὸ δεύτερον ἔτος εἰς 750,000, τὸ τρίτον εἰς 1,050,000 δρ. καὶ οὕτως ἐφεξῆς. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἀδύνατόν ποτε νὰ ὑπερβῇ σὺν τῷ χρόνῳ τὰ 5.000,000, ἅτινα νῦν καταβάλλομεν διὰ τὰς συντάξεις, μεθ’ ὡρισμένην ὅμως ἐποχὴν θ’ ἀρχίσῃ ἐλαττούμενον, καθόσον θὰ ἐκλείπωσι σὺν τῷ χρόνῳ οἱ συνταξιοῦχοι καὶ αἱ διάφοροι δόσεις τοῦ δανείου, αἵτινες διὰ τὸν αὐτὸν λόγον μεθ’ ὡρισμένην ἐποχὴν θὰ ὦσι μικρότεραι, θὰ ἀποσβέννυνται ἑκάστη μετὰ πάροδον 33 ἐτῶν, ἕως οὗ ἀπαλλαγῇ τὸ Δημόσιον ὁλοσχερῶς πάσης ἐκ συντάξεων ἀποῤῥεούσης ὑποχρεώσεως. Εἶμαι ἠναγκασμένος, Κύριοι, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἰδιαιτέρως καὶ ὡς πρὸς τὰς οἰκονομίας ἑνὸς μόνον Ὑπουργείου καὶ τῶν ἐξ αὐτοῦ ἐξαρτωμένων κλάδων δημοσίας ὑπηρεσίας, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, οὗτινος εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προστῶ ἐπὶ ἑξάμηνον, καὶ νὰ λάβω οὕτω γνῶσιν ἀκριβῆ ἐξ ἰδίας πείρας τῶν εἰς αὐτὸ ἐπενεκτέων μεταῤῥυθμίσεων. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο κατώρθωσα ἤδη, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑφισταμένης ὀργανικῆς νομοθεσίας, νὰ ἐπενέγκω ἐντὸς ἑξαμήνου οἰκονομίας ἐκ 500,000 δρ. Διὰ καταλλήλου μεταῤῥυθμίσεως τῆς ὀργανικῆς του νομοθεσίας, εἶναι δυνατὸν, ὡς ἀπέδειξα ἄλλοτε, ἀγορεύσας εἰδικῶς περὶ τῶν κατ’ αὐτὸ, καὶ οἱ διαπεπιστευμένοι εἰς αὐτὸ κλάδοι σπουδαίως νὰ βελτιωθῶσι καὶ ἀποφέρωσιν ἀγλαοὺς καρποὺς ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ἔθνους, καὶ ἐτησία οἰκονομία νὰ ἐπέλθῃ ἐξ 1,000,000 δραχ. τοὐλάχιστον. Σᾶς ὑπέδειξα τότε, πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναδιοργανωθῶσιν ἡ ἀνωτάτη, ἡ μέση καὶ ἡ στοιχειώδης ἡμῶν ἐκπαίδευσις ἐπὶ βάσεων ὑγιεστέρων καὶ οἰκονομικωτέρων δι’ ἡμᾶς, πῶς δὲ εἶναι δυνατὸν ἡ Πολιτεία ν’ ἀπαλλαγῇ πάσης δαπάνης ἐξ ἰδίων καὶ διὰ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ διὰ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ὑπηρεσίαν. Αἱ διὰ τὴν Ἐκκλησίαν δαπάναι θ’ ἀνατεθῶσιν εἰς τὸ συσταθησόμενον Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον, τὰ δὲ διὰ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ὑπηρεσίαν ἔξοδα θ’ ἀποτίωνται ἐκ τοῦ Λαχείου τῶν Ἀρχαιοτήτων, οὗ αἱ εἰσπράξεις διὰ τοῦτο πρέπει νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ νὰ μὴ διαχειρίζωνται πλέον ὑπὸ ἑταιρίας, ἥτις κινδυνεύει νὰ ἐκπέσῃ παντάπασι τοῦ ἀρχικοῦ της προορισμοῦ, κατασπαταλῶσα τὰς ἐκ τοῦ Λαχείου εἰσπράξεις, τὰς ἀνερχομένας ἐτησίως εἰς 100,000 δρ., ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ. Ἀναξίαν λόγου ὑπολαμβάνω τὴν οἰκονομίαν, ἣν συνιστᾷ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τῆς ἐκθέσεώς της, ὡς πρὸς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν. Βεβαίως καὶ ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μισθοδοτουμένων πρωτοβαθμίων δημοδιδασκάλων. Ἀλλ’ ἡ μεγαλειτέρα οἰκονομία θὰ ἐπέλθῃ, ἂν ἀντικαταστήσωμεν νῦν τὸ σύστημα τῆς ἱδρύσεως καὶ διαβαθμολογήσεως τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, τὸ στηριζόμενον εἰς τὸν πληθυσμὸν τῶν κατοίκων, δι’ ἄλλου συστήματος, ἑδραζομένου ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν, καὶ ἂν τὰ μονοτάξια σχολεῖα ἐπεκτείνωμεν μέχρις 100 μαθητῶν, ὡς γίνεται τοῦτο καὶ ἐν Γερμανίᾳ, τῇ προτύπῳ ἐκείνῃ χώρᾳ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τοσαῦτα, Κύριοι, ἐνόμισα ἐπάναγκες νὰ εἴπω νῦν περὶ οἰκονομιῶν καὶ οἰκονομικῆς καθόλου διοικήσεως, συμπληρωματικὰ τῶν ὅσα ἐξέθεσα ἤδη ἄλλοτε πρὸς ὑμᾶς περὶ τούτου. Ἀλλ’ ὁσαιδήποτε καὶ οἱαιδήποτε μεταῤῥυθμίσεις ἂν εἰσήγοντο ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικῆς διοικήσεως, αὐταὶ καὶ μόναι βεβαίως δὲν θὰ ἐξήρκουν εἰς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἀνάγκη, καὶ ἀνάγκη ἀπόλυτος, νὰ συνοδευθῶσιν αὗται καὶ ὑπὸ ῥιζικῶν μεταῤῥυθμίσεων, ὡς πρὸς τὴν καθόλου οἰκονομικὴν πολιτικήν. Ἀνάγκη πρὸ παντὸς νὰ μεταῤῥυθμισθῇ ἐκ θεμελίων τὸ ἀπηρχαιωμένον, τὸ ἄδικον, ἄνισον καὶ δυσανάλογον ἐν πολλοῖς φορολογικὸν ἡμῶν σύστημα. Ἀνάγκη διὰ τῆς τοιαύτης μεταῤῥυθμίσεως νὰ ἀνακουφισθῶσι, κατὰ τὸ δυνατὸν, αἱ νῦν καταπεπονημέναι τάξεις τοῦ λαοῦ, καὶ νὰ ἐπιβαρυνθῶσιν ἀναλόγως αἱ τάξεις ἐκεῖναι, αἵτινες νῦν ἢ ἐλάχιστα σχετικῶς φορολογοῦνται, ἢ μένουσι σχεδὸν ἀσύδοτοι. Ἀνάγκη ν’ ἀποκατασταθῇ οὕτω καὶ ἔργῳ ἡ ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγραφομένη ἰσοπολιτεία, καθ’ ἣν «ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη, ἀναλόγως τῆς περιουσίας των» (ἄρθρ. 3).

§28ΠΑΧΥΣ. Μήπως τώρα δὲν πληρόνομεν ὅλοι φόρους;

§29ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑπὸ ἔποψιν τῶν ἐμμέσων φόρων ναὶ, οὐχὶ ὅμως καὶ ὑπὸ ἔποψιν τῶν ἀμέσων φόρων. Οἱ φόροι καταναλώσεως, τὰ τέλη καὶ δικαιώματα, τὰ μονοπώλια πλήττουσιν ἐξ ἴσου πάντας τοὺς πολίτας, καὶ μάλιστα ἔνιοι τῶν φόρων τούτων πλήττουσι βαρύτερον τοὺς ἀπορωτέρους, ὡς ὁ τοῦ ἅλατος, ὁ τοῦ πετρελαίου καὶ οἱ παραπλήσιοι τούτοις, διότι οὔτε ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἄρτης οὔτε ἄλλος τις τῶν ὁμοίων του καταναλίσκει πλειότερον ἅλας ἑνὸς πτωχοῦ οἰκογενειάρχου, μεταχειριζόμενος δὲ ἠλεκτρικὸν φῶς ἢ φωταέριον καὶ αὐτὸς καὶ πᾶς τις ἄλλος εὔπορος, εἶναι ἀπηλλαγμένος τοῦ ἐπαχθεστάτου φόρου τοῦ πετρελαίου, εἰς ὃν ὑποβάλλονται οἱ ἀστοὶ καὶ αὐταὶ αἱ ἐργατικαὶ τάξεις τοῦ λαοῦ, αἱ καταναλίσκουσαι αὐτό. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι οἱ ἔμμεσοι φόροι πλήττουσιν ἐξ ἴσου πάντας τοὺς πολίτας, ἐν τῇ φορολογίᾳ ταύτῃ ἔγκειται φύσει δυσαναλογία τις μεταξὺ τῶν διαφόρων τάξεων τοῦ λαοῦ, πρὸς ἄρσιν τῆς ὁποίας ἐπιβάλλονται οἱ ἄμεσοι φόροι, οἱ πλήττοντες κυρίως τὰς εὐπόρους τάξεις. Διὰ τῶν ἀμέσων φόρων ἀποκαθίσταται πανταχοῦ τῶν πεπολιτισμένων καὶ εὐνομουμένων χωρῶν ἡ φορολογικὴ ἀναλογία, καθ’ ἣν οἱ εὔποροι εἰσφέρουσι τὰ πλείονα, ἀναλόγως τῆς περιουσίας των. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν, ὡς ἐν ἄλλοις πολλοῖς, καὶ ἐν τούτῳ ἔχουσιν ἀναστραφῆ οἱ ὅροι, οἱ δὲ ἄμεσοι φόροι ἐπιβαρύνουσι μᾶλλον τὴν μέσην καὶ ἀπορωτέραν τάξιν τοῦ λαοῦ, ὡς δύναται νὰ καταστήσῃ καταληπτὸν εἰς πάντας τὸ πρᾶγμα τὸ ἑξῆς παράδειγμα. Ὁ φόρος, Κύριοι, τοῦ ἐπιτηδεύματος εἶναι κυρίως φόρος εἰσοδήματος. Ἐν ᾧ δὲ ὑποβάλλονται εἰς τοῦτο παρ’ ἡμῖν ὁ μικρέμπορος καὶ ὁ μικρὸς χειροτέχνης, ὅστις ἐπὶ εἰσοδήματος καθαροῦ 600 περίπου δραχμῶν ἐκ τῆς προσωπικῆς του ἐργασίας ὀφείλει νὰ πληρώσῃ πολλάκις φόρον ἐπιτηδεύματος καθαροῦ 600 περίπου δραχμῶν, ἀναλογοῦντα πρὸς 10%, πόσον φόρον πληρόνει ὁ κ. Παχὺς ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματός του, τὸ ὁποῖον ὑπερβαίνει βεβαίως κατὰ πολὺ τὰς 100 χιλιάδας δραχμὰς ἐτησίως;

§30ΠΑΧΥΣ. Καὶ δὲν πληρόνω ἐγὼ φόρον οἰκοδομῶν καὶ τόσα ἄλλα;

§31ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λείψουν τὰ προσωπικὰ (θόρυβος).

§32ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ, Κύριοι, δέχεται αὐτὸς ὁ ἐνδιαφερόμενος συνάδελφος τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ἐδάφους, διατὶ ταράττεσθε σεῖς οἱ ἄλλοι; Εἰς τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν, κ. Βουλευτὰ ἐξ Ἄρτης, ὑποβάλλεται καὶ ὁ ἐκλέγων ὑμᾶς ἀντιπρόσωπόν του μικρέμπορος ἢ χειροτέχνης τῆς Ἄρτης, ἂν ἔχῃ οἰκίαν. Ἀλλ’ ὡς ἐκ περισσοῦ ὀφείλει οὗτος νὰ πληρώσῃ καὶ φόρον εἰσοδήματος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μικροῦ ἐπιτηδεύματος, ἐξ οὗ ἀποζῇ αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του. Καὶ ὁ φόρος οὗτος ἀνέρχεται δι’ αὐτὸν, ὡς εἴδομεν, εἰς 10%, καὶ καταβάλλεται ἐκ τοῦ ὑστερήματός του· ἐνῷ ἐκ τοῦ περισσεύματός σας, ἐκ τοῦ εἰσοδήματός σας τῶν 100 καὶ ἐπέκεινα χιλιάδων δραχμῶν οὐδ’ ὀβολὸν καταβάλλετε ὑμεῖς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ποῦ ἴχνος λοιπὸν ἀναλογίας ἐν τῇ τοιαύτῃ φορολογίᾳ; ποῦ ἴχνος ἰσοπολιτείας ἐν αὐτῇ;

§33ΠΑΧΥΣ. Δὲν ἔχεις δίκαιον.

§34ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχω πληρέστατα δίκαιον, καὶ ἐὰν ἦτο παρὼν ταύτῃ τῇ στιγμῇ ἐνταῦθα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Σύρου Βουλευτὴς κ. Συγγρὸς, ὅστις ὑποβάλλεται εἰς τὸν ἀνώτατον φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος, ὡς τραπεζίτης, ἂν δὲν πλανῶμαι, θὰ εἶχε τὴν εἰλικρίνειαν νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι ὁ φόρος οὗτος δὲν ἀναλογεῖ οὐδὲ πρὸς ⅛ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματός του, ἐνῷ ἔπρεπεν ἀναλόγως τῆς περιουσίας του, ὡς ἄλλοι πλούσιοι ἀλλαχοῦ, καὶ αὐτὸς ἐν Ἑλλάδι νὰ φορολογῆται τοὐλάχιστον μὲ 5% ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματός του, καὶ οἱ μικρέμποροι καὶ μικροτέχναι νὰ φορολογῶνται μὲ ½ καὶ 1%. Αὐτὴ εἶναι ἡ φορολογικὴ ἀναλογία, ἡ ἀπαντῶσα ἀλλαχοῦ, αὐτὴν τὴν φορολογικὴν ἀναλογίαν ἐπιζητοῦμεν καὶ ἡμεῖς διὰ τὴν Ἑλλάδα, τὴν ἔλλειψιν δ’ αὐτῆς καταγγέλλων ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ὁ κ. Συγγρὸς εἶχε τὴν εἰλικρίνειαν ν’ ἀναφωνήσῃ: «Ἐγὼ, Κύριοι, σχετικῶς εἶμαι σχεδὸν ἀφορολόγητος».

§35ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μάλιστα, τὸ εἶπεν.

§36ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἄλλο, Κύριοι, παράδειγμα τοῦτο φορολογικῆς ἀδικίας, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω νῦν. Ἂν ὑπολογίσητε ἀκριβῶς τὸν ἔγγειον φόρον, ὃν καταβάλλουσιν ἐν Θεσσαλίᾳ, Ἄρτῃ, Φθιώτιδι καὶ Εὐβοίᾳ οἱ μεγάλοι γεωκτήμονες, ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, — ἄλλοτε ἦσαν αὐτοὶ ἀπηλλαγμένοι καὶ τούτου, — θὰ ἴδητε, ὅτι ὁ φόρος οὗτος ἀναλογεῖ μόλις πρὸς ⅕ καὶ ⅒ ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Εἰς πόσον δὲ ἀναλογεῖ τὴν σήμερον ὁ ἔγγειος φόρος, τὸν ὁποῖον καταβάλλει ὁ σταφιδοπαραγωγὸς διὰ τὸ προϊόν του; Μὲ τὰς σημερινὰς τιμὰς τῆς σταφίδος ἀναλογεῖ αὐτὸς πρὸς 30% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰσοδήματός του. Ἀλλ’ εἶναι δικαιοσύνη αὐτή; εἶναι ἀναλογία φορολογίας; Καὶ δὲν εἶχον δίκαιον, εἰπὼν ἐγὼ πρότερον, ὅτι ὑπὸ τὸ νῦν κρατοῦν σύστημα φορολογίας ἐν ἡμῖν ἄλλαι μὲν τάξεις φορολογοῦνται ἐλάχιστα καὶ μένουσι σχεδὸν ἀσύδοτοι, ἄλλαι δὲ τάξεις κινδυνεύουσι νὰ συντριβῶσι, καμπτόμεναι ὑπὸ τὰ φορολογικὰ βάρη; Δὲν εἶχον δίκαιον, εἰπὼν, ὅτι οὕτω πως κείρεται ὁμοῦ μετὰ τοῦ ἐρίου καὶ τὸ δέρμα, ὅτι δὲ διὰ τῆς τοιαύτης ἀδίκου φορολογίας ἐκμυζῶνται παραγωγικὰ κεφάλαια ἀκριβῶς ἐκ τῶν κατ’ ἐξοχὴν παραγωγικῶν τάξεων, ἐξ ἐκείνων, αἵτινες εἶναι ἡ βάσις τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν παραγωγῆς, ὡς ἡ τῶν σταφιδοκτημόνων; Καὶ τρίτον, Κύριοι, παράδειγμα φορολογικῆς δυσαναλογίας καὶ ἀδικίας ἐν Ἑλλάδι ὀφείλω νὰ ἀναφέρω ἐνταῦθα. Οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ καὶ ἐλαιοπαραγωγοὶ τῆς Ἑπτανήσου καταβάλλουσιν ἐπὶ τῶν προϊόντων των φόρον ἀνερχόμενον μὲ τὰς σημερινὰς τιμὰς των μέχρις 25%. Διατὶ δὲ ὑφίστανται αὐτοὶ τὴν βαρεῖαν καὶ ἐπαχθῆ ταύτην φορολογίαν; Διὰ νὰ μένωσιν ἀφορολόγητοι οἱ ἐν Ἑπτανήσῳ ἀστοὶ, διὰ νὰ ἦναι ἀπηλλαγμένοι τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων οἱ πλούσιοι κάτοικοι τῶν πόλεων, ἰδίᾳ οἱ Ἑβραῖοι τραπεζῖται, οἵτινες εἶναι ὅλως ἀσύδοτοι. Ἔπρεπε, Κύριοι, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἦναι οἷος εἶναι, ἐν τῇ νομιμοφροσύνῃ αὐτοῦ δηλαδὴ νὰ ἔχῃ συνεξομοιωθῇ πρὸς αὐτοὺς τοὺς Φελλάχους, ὅπως μὴ ἐξεγερθῇ μέχρι τοῦδε κατὰ τῆς τοιαύτης ἀφορήτου καταστάσεως καὶ μὴ διεκδικήσῃ τὰ τόσον ἀσυστόλως καταπατούμενα δικαιώματά του, πατάσσων κατὰ κεφαλῆς τοὺς πρωτεργάτας τῆς παρούσης κακοδαιμονίας του. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι δυνάμεθα ἐπ’ ἄπειρον νὰ ὑπολογίζωμεν ἐπὶ τὴν τοιαύτην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νομιμοφροσύνην; Δὲν νομίζετε ὅτι ἠμπορεῖ αὐτὸς ἐπὶ τέλους, ἐν τῷ μέσῳ ἰδίᾳ τῆς νῦν κατατρυχούσης αὐτὸν οἰκονομικῆς δυσπραγίας, νὰ ἀνανήψῃ αἴφνης ἐκ τοῦ ληθάργου καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ διεκδικήσῃ τὰ δικαιώματά του κατὰ τρόπον, δυνάμενον νὰ ἔχῃ θλιβερὰς συνεπείας διὰ τὴν Πολιτείαν; Δὲν νομίζετε διὰ τοῦτο, ὅτι αὐτὸ τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τοῦ Κράτους ἐπιβάλλει νὰ προβῶμεν ὅσον οἷόν τε τάχιον εἰς τὴν ῥιζικὴν μεταῤῥύθμισιν τῆς φορολογίας ἡμῶν, μεταῤῥύθμισιν, δι’ ἧς θ’ ἀποκαθιστῶμεν μὲν ἐν αὐτῇ τὴν ἀναλογίαν, ἀνακουφίζοντες τὰς ἤδη ὑπερμέτρως ἐπιβαρυνομένας τάξεις τοῦ λαοῦ, ἐπιβαρύνοντες δὲ ἀναλόγως τὰς νῦν ἐλάχιστα φορολογουμένας, ἢ ἀσυδότους διατελούσας τάξεις αὐτοῦ; Καὶ ἐνῷ, Κύριοι, ζητοῦμεν οὕτω πως ν’ ἀνακουφίσωμεν τὰς ἤδη ἀφορήτως φορολογουμένας τάξεις, δὲν ἐννοοῦμεν οὕτω νὰ ἐλαττώσωμεν τὰς προσόδους τοῦ Κράτους, ὡς ὑπό τινων κατεσυκοφαντήθημεν. Τὴν φορολογικὴν μεταῤῥύθμισιν ἐννοοῦμεν ἡμεῖς γινομένην καὶ ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Κράτους καὶ ἀποφέρουσαν ὑπὲρ αὐτοῦ τόσας προσόδους, ὅσαι θὰ ἤρκουν οὐ μόνον ἐκ τῆς νῦν καταστάσεως νὰ ἐξαγάγωσιν αὐτὸ, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸ ἀποδείξωσιν ἱκανὸν εἰς πλήρωσιν πασῶν τῶν ἀναγκῶν του καθ’ ἑαυτὸ καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν κοινωνίαν. Καὶ ἄλλοτε, Κύριοι, σᾶς ἀπέδειξα, ὁποία αὔξησις προσόδων θὰ ἐπήρχετο ἐκ τῆς προτεινομένης ὑφ’ ἡμῶν φορολογικῆς μεταῤῥυθμίσεως, καὶ νῦν ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω τοῦτο, ἀρκούμενος εἰς τὰ κεφαλαιωδέστερα καὶ ἐνδιατρίβων ἰδίᾳ περὶ τὰ μᾶλλον ἀμφισβητούμενα. Εἴμεθα, Κύριοι, ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, οὐχὶ διότι ἐννοοῦμεν οὕτω ν’ ἀποστερήσωμεν τὸ Κράτος μιᾶς προσόδου του, ἀλλὰ διότι θέλομεν ν’ ἀντικαταστήσωμεν αὐτὴν δι’ ἄλλης δικαιοτέρας προσόδου, τῆς προσόδου τοῦ ἐγγείου στρεμματικοῦ φόρου. Διὰ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀντὶ νὰ πλήξωμεν τὸ κεφάλαιον, τὴν γῆν, τὸν κύριον καὶ καρπωτὴν αὐτῆς, πλήττομεν κυρίως τὸν καλλιεργητήν της, τὸν μόλις ἀποζῶντα ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου του. Δύνασθε νὰ φαντασθῆτε ἀδικωτέραν ταύτης φορολογίαν; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι διὰ τοῦ ἐν ἔτει 1892 ψηφισθέντος νόμου ἐπεῤῥίψαμεν τὸ βάρος τοῦτο εἰς τοὺς γεωκτήμονας, ἐπιτρέψαντες εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα, ἵνα εἰσπράττωσιν αὐτοὶ παρὰ τῶν καλλιεργητῶν τὸ ἀναλογοῦν εἰς αὐτοὺς μέρος τοῦ φόρου. Ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος καταστρατηγεῖται πολλαχοῦ ἀσυστόλως, καὶ πολλοὶ γεωκτήμονες ἐν καιρῷ συγκομιδῆς κρατοῦσι παρὰ τῶν καλλιεργητῶν τὸ ὅλον τοῦ ὑπ’ αὐτῶν ἀποτιουμένου φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν...

§37ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές.

§38ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ. Τὰ δύο τρίτα πληρόνουν οἱ καλλιεργηταὶ, ἀναλόγως τῆς συμμετοχῆς των.

§39ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἀποδέχομαι, πρὸς τιμὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅτι αὐτὸς ἐν Μαντουδίῳ συμμορφοῦται αὐστηρῶς πρὸς τὸν νόμον καὶ δὲν ἀδικεῖ τοὺς καλλιεργητάς του. Ἀλλ’ οὗτος δὲν εἶναι λόγος, ἵνα συναγάγωμεν ἐντεῦθεν, ὅτι καὶ πάντες οἱ γεωκτήμονες μιμοῦνται τὸ παράδειγμά του. Ἐγὼ ἔχω πληροφορίας ἐκ Φθιώτιδος παρὰ μεγάλου γεωκτήμονος, ὅτι ἐκεῖ δὲν συμβαίνει τοῦτο, ἀλλὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ εἶπον. Πλὴν καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ἐφαρμόζεται πράγματι πανταχοῦ ὁ νόμος, εἶναι δίκαιον οἱ δυστυχεῖς καλλιεργηταὶ ν’ ἀποτίωσι τὰ ⅔ τοῦ φόρου, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ ἕτερος γεωκτήμων, ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος κ. Ἀγαθοκλῆς, ἢ τὸ ½, καὶ τὸ ⅓, ὡς σᾶς προσθέτω ἐγώ;— διότι καὶ τοιαῦται ἀναλογίαι ἀπαντῶσιν ἐν τῇ συγκομιδῇ τῶν καρπῶν μεταξὺ γεωκτημόνων καὶ καλλιεργητῶν. Οἱ τελευταῖοι οὗτοι καταβάλλουσι τὸν φόρον, κυρίως εἰπεῖν, ἐκ τῶν ἡμερομισθίων αὑτῶν καὶ τῶν οἰκογενειῶν των, ἡμερομισθίων ἀναλογούντων πολλάκις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀνήκοντος εἰς αὐτοὺς μεριδίου ἐκ τῆς συγκομιδῆς εἰς 50–60 λεπ. καὶ ἐνίοτε πολὺ ὀλιγώτερον κατ’ ἄτομον καὶ καθ’ ἡμέραν. Καὶ πρέπει ἐκ τοῦ γλίσχρου τούτου ἡμερομισθίου, τὸ ὁποῖον μόλις καὶ μετὰ βίας ἐξαρκεῖ εἰς συντήρησίν των, νὰ πληρόνωσι καὶ τὸν φόρον τῆς γῆς, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ καλλιεργοῦσιν, ὡς δουλοπάροικοι, ὑπὲρ τῶν κυρίων αὐτῆς; Τί δὲ νὰ εἴπῃ τις περὶ τῶν καλλιεργητῶν ἐκείνων, οἵτινες, οὐχὶ ὡς ἐπίμορτοι καλλιεργηταί, ἀλλ’ ὡς μισθωταὶ τῶν ἀγρῶν τῶν ἄλλων καταβάλλουσι πρὸς τῷ μισθώματι, ὅπερ δὲν καλύπτει πάντοτε ἡ συγκομιδή, καὶ ὁλόκληρον τὸν φόρον τῆς γῆς, τῆς ἀνηκούσης εἰς τρίτους, μένοντας οὕτω δι’ αὐτὴν ἀσυδότους; Ἀλλὰ μήπως τὸ Κράτος εἰσπράττει νῦν ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ὅ,τι ἔπρεπε ν’ ἀποφέρῃ ὑπὲρ αὐτοῦ ἡ γῆ; Μόνη ἡ Θεσσαλία ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἀπέφερεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐκ τοῦ φόρου τῆς δεκάτης ὡς 5,000,000 φρ. χρυσᾶ, ἐνῷ τώρα ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς ἀποφέρει ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν μόλις δρ. 2,000,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Εἶναι ἡ ἐσχάτη ἀπόνοια, Κύριοι, νὰ μὴ θέλωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν νῦν τοὐλάχιστον τὴν ἔγγειον στρεμματικὴν φορολογίαν, ὅτε ἐφθάσαμεν ἐκεῖ, ὅπου εὑρισκόμεθα τὴν σήμερον. Θὰ ἤμεθα ἀναπολόγητοι οὐ μόνον ἀπέναντι τῶν πιστωτῶν μας, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ μέλλοντος τῆς πατρίδος ἡμῶν, ἂν ἀφήσωμεν ἔτι ἀφορολογήτους τοὺς Ὀθωμανοὺς μεγαλοκτήμονας τῆς Θεσσαλίας, οἵτινες, ζῶντες ἐν Θεσσαλονίκῃ, Κωνσταντινουπόλει καὶ Σμύρνῃ, ἐξάγουσι τὸ εἰσόδημα τῶν κτημάτων των εἰς χρυσὸν καὶ τὸ καταναλίσκουσιν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, συντελοῦντες οὕτω καὶ εἰς τὴν νομισματικὴν ἀνωμαλίαν τῆς χώρας. Θὰ ἤμεθα ἀναπολόγητοι, ἐὰν ἀφήσωμεν αὐτοὺς ἀσυδότους σχεδὸν, ὅπως ἀντ’ αὐτῶν ὑποβάλλωμεν τοὺς δυστυχεῖς καλλιεργητὰς τῶν κτημάτων των εἰς τὴν ἀδικωτάτην τῶν φορολογιῶν, ὅπως ἀντ’ αὐτῶν φορολογῶμεν ἀδυσωπήτως τοὺς δυστυχεῖς σταφιδοπαραγωγοὺς, ἐκμυζῶντες παρὰ τούτων καὶ αὐτὰ τὰ παραγωγικά των κεφάλαια. Τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν ἐν ἀρχῇ ἐπὶ τῶν μεγάλων κτήσεων τῆς Θεσσαλίας, Ἄρτης, Φθιώτιδος, Εὐβοίας καὶ ὅπου ἀλλαχοῦ τῆς Ἑλλάδος ὑπάρχουσι τοιαῦται, διότι ἐπ’ αὐτῶν ὑπάρχουσι τίτλοι ἰδιοκτησίας (ταπία), καθιστῶντες εὐχερῆ τὸν καθορισμὸν τῆς ἐκτάσεώς των. Εἶτα δυνάμεθα νὰ ἐπεκτείνωμεν αὐτὴν καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἀγροτικῶν κτήσεων διὰ δηλώσεων, κατὰ τὸ σύστημα τὸ ἐφαρμοσθὲν ἤδη ἐπιτυχῶς πάνυ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἐν Ρουμανίᾳ. Διὰ τῆς ἐγγείου στρεμματικῆς φορολογίας, ἐφαρμοζομένης ὀλίγον κατ’ ὀλίγον καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐτησίαν πρόσοδον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐξ 6,000,000 δραχμῶν. Εἰς τὸν φόρον τοῦτον θὰ συγχωνεύοντο, πλὴν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ οἱ φόροι τῶν βοσκῶν καὶ περιβολίων καὶ ὁ φόρος τῶν ζώων, ἐξ ὧν νῦν προϋπολογίζει νὰ εἰσπράξῃ τὸ Κράτος ὡς 4,300,000 δρ. μόνον. Ὁ φόρος τῶν βοσκῶν, ἐπιβαλλόμενος εἰς καλλιεργησίμους μὲν γαίας, ἀλλὰ χέρσους, εἶναι ἄδικος διὰ τὸ Δημόσιον, διότι ἀποφέρει ἐλάχιστον ποσὸν ὑπὲρ αὐτοῦ ἐν σχέσει πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσέπραττεν ἐκ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος γαιῶν, ἐὰν ἐκαλλιεργοῦντο· ἐπιβαλλόμενος δὲ ἐπὶ τῶν καλλιεργουμένων γαιῶν, εἶναι ἄδικος διὰ τοὺς φορολογουμένους, διότι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον φορολογεῖ δὶς, ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ φόρου τῶν βοσκῶν. Διὰ τοῦ ἐγγείου στρεμματικοῦ φόρου ἐν τέλει θὰ ἐξηναγκάζοντο οἱ μεγάλοι ἰδίᾳ γεωκτήμονες νὰ καλλιεργήσωσιν αὐτοὶ πάσας τὰς ἐπιδεκτικὰς καλλιεργείας ἐκτάσεις των, ἢ νὰ ἐκποιήσωσιν αὐτὰς εἰς τοὺς δυναμένους, νὰ τὰς καλλιεργήσωσιν, ὅπως μὴ μένῃ ἀνεκμετάλλευτος ἐθνικὸς πλοῦτος ἐπὶ ζημίᾳ καὶ τῆς δημοσίας καὶ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας. Διότι δὲν εἶναι μικρὰ ἡ ζημία ἡ ἐπερχομένη νῦν καὶ εἰς τὴν καθόλου ἐθνικὴν ἡμῶν οἰκονομίαν, ὡς ἐκ τοῦ ἀκαλλιεργήτου πολλῶν γονιμωτάτων ἐκτάσεων, αἵτινες καλλιεργούμεναι θ’ ἀπεδείκνυον τὴν Ἑλλάδα αὐτάρκη διὰ τοὺς ἀναγκαίους εἰς αὐτὴν δημητριακοὺς καρποὺς, ἐνῷ μένουσαι νῦν χέρσοι ἀναγκάζουσιν αὐτὴν νὰ ἐξάγῃ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν δεκάδας ὅλας ἑκατομμυρίων φράγκων χρυσῶν ἐτησίως πρὸς προμήθειαν τοῦ ἄρτου της. Καὶ δυσανάλογος καὶ καταθλιπτικὸς τὰ μάλιστα εἶναι ὁ ἐν ἰσχύϊ φόρος τοῦ οἴνου. Εἶναι δυσανάλογος, διότι, ἐνῷ αὐτὸς εἰς τὰς πόλεις καὶ ἐπὶ τῶν καλλιτέρων ποιοτήτων ἀναλογεῖ πρὸς 1–2%, ἐν ταῖς κώμαις καὶ τοῖς χωρίοις ἀναλογεῖ πρὸς 7–10%, ὡς ἀπέδειξα ἄλλοτε. Εἶναι δὲ καταθλιπτικός, διότι ὑπὸ τὸν τύπον ἰδίᾳ τῆς ὑπ’ ἐνοικιαστῶν βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως αὐτοῦ παρέχει ἀφορμὴν εἰς μυρίας καταχρήσεις. Ὅσον ἀκριβῶς καὶ ἂν δηλώσῃ ὁ οἰνοπαραγωγὸς τὸν οἶνόν του, ὁ ἐνοικιαστὴς ἔχει τὸ δικαίωμα κατὰ τὴν ἀπουσίαν του νὰ συντάξῃ ἓν πλαστὸν πρωτόκολλον, διὸ ὁ φορολογούμενος, ὅπως ἀποφύγῃ ἀνακοπὰς, ἡμεραργίας καὶ ἔξοδα δικηγορικὰ, ἀναγκάζεται νὰ ἔλθῃ εἰς ἰδιαιτέρας συμφωνίας πρὸς τὸν ἐκοικιαστὴν, καὶ νὰ τῷ πληρώσῃ ἰδιαίτερον φόρον. Καὶ τὴν δυσαναλογίαν ταύτην καὶ τὰς συμπαρομαρτούσας εἰς τὸ ἐν ἰσχύϊ σύστημα φορολογίας οἴνου καταπιέσεις θ’ ἀπεφεύγομεν, κατὰ τὸ δυνατόν, ἐὰν ἀντικαθιστῶμεν αὐτὸ διὰ τοῦ ἐγγείου στρεμματικοῦ φόρου καὶ διὰ τοῦ δικαιώματος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου, ὑπαγομένων εἰς τὰς σχετικὰς δηλώσεις καὶ καταμετρήσεις μόνον τῶν ἐχόντων οἶνον πρὸς πώλησιν. Καὶ περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ φόρου τοῦ κυριωτάτου καὶ πολυτιμοτάτου τῶν προϊόντων μας ἀνάγκη πᾶσα νὰ ληφθῇ ὡς τάχιστα πρόνοιά τις. Ὁ ἐν ἰσχύϊ φόρος, ὁ κυμαινόμενος νῦν μεταξὺ 20–30% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, εἶναι ἀδύνατον νὰ παραταθῇ ἐπὶ πολὺ ἔτι, ἐκτὸς ἐὰν θέλωμεν νὰ ἀφαιρέσωμεν οὕτω καὶ αὐτὰ τὰ παραγωγικὰ κεφάλαια τῶν σταφιδοκτημόνων. Τότε ὅμως δὲν θὰ ἴδωμεν μόνον τὴν ἐντεῦθεν πρόσοδον τοῦ Δημοσίου μειουμένην καταπληκτικῶς, ἀλλὰ καὶ τὸν πρῶτον παράγοντα τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας φθίνοντα ὀλίγον κατ’ ὀλίγον. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀντικαταστήσωμεν καὶ τὸν νῦν ἐν τοῖς τελωνείοις εἰσπραττόμενον ἔγγειον τῆς σταφίδος φόρον δι’ ἐγγείου στρεμματικοῦ φόρου, ἐξ οὗ θὰ εἴχομεν πρόσοδον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐκ 2,000,000 δρ. ἀντὶ τῶν ὑπὸ τὸ νῦν σύστημα εἰσπραχθησομένων, ὡς εἴδομεν, 3,000,000 δρ. Ἐξ ὅσων εἶπον ἤδη, λόγον ποιούμενος περὶ τῆς ἐγγείου στρεμματικῆς ἡμῶν φορολογίας, ἐνόησατε, Κύριοι, ὅτι εἶμαι κατὰ τοῦ ἀμέσου φόρου τῶν ζώων, ὅστις καὶ αὐτὸς εἶναι, ὡς νῦν ἐπιβάλλεται, δυσανάλογος καὶ ἐπαχθὴς τὰ μάλιστα, ἀποτίνεται δὲ διττῶς, καὶ ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ φόρου τῶν βοσκῶν καὶ ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ φόρου τῶν ζώων, μὲ ὅλας τὰς δυνατὰς καταθλίψεις, τὰς παρακολουθούσας εἰς τὴν βεβαίωσιν του διὰ δηλώσεων καὶ ἐνοικιάσεως. Διὰ τοῦτο ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι μετὰ τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τῆς στρεμματικῆς φορολογίας δύναται ν’ ἀντικατασταθῇ καὶ ὁ ἐν ἰσχύϊ φόρος τῶν ζώων διὰ δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν σφαγίων πρὸς 10 λεπ. κατ’ ὀκᾶν. Ἐπὶ τῇ ὑποθέσει δὲ, ὅτι ἐν Ἑλλάδι καταναλίσκονται 30,000,000 ὀκάδες κρέατος ἐτησίως, ἤτοι πρὸς 15 ὀκ. κατὰ κεφαλήν,—καὶ οὗτος εἶναι βεβαίως ὁ ἐλάχιστος ὅρος καταναλώσεως,—τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράττῃ ἐντεῦθεν 1,500,000, ἀντὶ τῶν νῦν προϋπολογιζομένων 2,000,000 περίπου δρ. Ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων ἀνάγκη πᾶσα νὰ ἐπέλθῃ, καθ’ ἃ ὑπέδειξα ἤδη πρότερον, μεταῤῥύθμισις τοιαύτη, καθ’ ἣν θ’ ἀνεκουφίζοντο μὲν ἐπαισθητῶς αἱ κατώτεραι κλάσεις, θὰ ἐπεβαρύνοντο δὲ αἱ ἀνώτεραι κλάσεις, καὶ θὰ συμπεριελαμβάνοντο εἰς ταύτας καὶ πάντες οἱ νῦν ἀσύδοτοι πλούσιοι εἰσοδηματίαι, καθιερουμένης ἰδίᾳ ἐπὶ τούτων προοδευτικῆς κλίμακος, κατὰ τὰ ἰσχύοντα ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Πρωσσίᾳ. Ἐκ τῆς μεταῤῥυθμίσεως ταύτης ὑπολογίζω αὔξησιν τοῦ νῦν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων κατὰ 2,000,000 δρ. Καὶ τὸ δασμολόγιον, Κύριοι, χρῄζει ῥιζικῆς μεταῤῥυθμίσεως. Πρέπει ἰδίᾳ τὰ ἀντικείμενα γενικῆς καταναλώσεως καὶ πρώτης ἀνάγκης ν’ ἀνακουφισθῶσι, καθόσον αὐτὰ δὲν παράγονται ἐν τῷ τόπῳ, οὐδὲ πρόκειται οὕτω διὰ τῆς ἐλαττώσεώς των νὰ παραβλαβῶσι τὰ συμφέροντα ἐγχωρίας βιωσίμου βιομηχανίας. Τὰς περὶ δασμολογίου γνώμας μου, καὶ δὴ καθ’ ὅσον τοῦτο ἐφάπτεται τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, τοῦ ἐμπορίου, τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς καὶ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας, ἐξέθεσα ἐπ’ ἄλλῃ εὐκαιρίᾳ πρὸς τὴν Βουλήν. Ὡς τότε, καὶ νῦν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ συστηματικὴ τοῦ ἐν ἰσχύϊ δασμολογίου ἐπεξεργασία ἐν ἐπιτροπῇ ἀπαρτιζομένῃ ἐξ ἀνδρῶν εἰδικῶν τῆς ἐπιστήμης, τῆς ὑπηρεσίας, τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας, τὸ οὕτω δὲ συνταχθησόμενον νομοσχέδιον νὰ δημοσιευθῇ καὶ προκληθῶσιν ἐπ’ αὐτοῦ αἱ γνῶμαι τῶν ἐπαϊόντων, ἐπὶ τῇ βάσει δ’ αὐτῶν ν’ ἀναθεωρηθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Οὕτω γίνεται ἀλλαχοῦ ἡ ἐπεξεργασία καὶ ἀναθεώρησις τῶν δασμολογίων, οὕτω πρέπει νὰ γείνῃ καὶ ἐν ἡμῖν, ἂν θέλωμεν ν’ ἀπαλλαγῶμεν τοῦ νῦν τραγελαφικοῦ δασμολογίου μας, ὅπερ καὶ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου δὲν ἀποφέρει τὸ προσδοκώμενον ποσὸν καὶ εἰς καίρια συμφέροντα τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς προσκρούει. Νῦν ἐν σχέσει πρὸς τὴν καθόλου οἰκονομικὴν πολιτικὴν παρατηρῶ, ὅτι εἶναι καιρὸς ν’ ἀνακόψωμεν τὴν ὁρμὴν ἡμῶν πρὸς τὴν ἀλόγιστον αὔξησιν παντὸς τυχόντος δασμοῦ καὶ μάλιστα ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων τῆς πρώτης ἀνάγκης. Ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε πείρας ἐδιδάχθημεν, ὅτι καὶ ἐπὶ ἄλλων φόρων, κατ’ ἐξοχὴν δ’ ἐπὶ τῶν δασμῶν δὲν κάμνουσι πάντοτε δύο καὶ δύο τέσσαρα. Ὑπάρχει ὅριόν τι, ὅπερ, ἅμα ὑπερβάντες οἱ δασμοὶ, ἀντὶ αὐξήσεως, ἐλάττωσιν ἀποδίδουσιν, ὡς συνέβη τοῦτο καὶ παρ’ ἡμῖν κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος. Ἐκ τῆς εἰσαχθείσης ἐν ἔτει 1892 αὐξήσεως ἐν τῷ δασμολογίῳ ἡμῶν ἠλπίσαμεν, ὅτι αἱ τελωνειακαὶ ἡμῶν εἰσπράξεις, ἀντὶ τῶν τότε 26,066,291 δρ. θ’ ἀπέδιδον τὸ 1893 δρ. 29,487,000, πλὴν, ἀντὶ τοῦ ποσοῦ τούτου εἰσεπράξαμεν μόλις 22,303,838. Οἱ βαρεῖς δασμοὶ, Κύριοι, ἐπιφέρουσι τὸν κάματον εἰς τὴν κατανάλωσιν, ἐνισχύουσι δὲ τὸ λαθρεμπόριον, ὡς ἐκ τοῦ μείζονος κέρδους, ὅπερ ἔχει αὐτὸ ἐντεῦθεν, καὶ ζημιοῦσι καιρίως τὸ ἔντιμον ἐμπόριον, ὅπερ ἀδυνατεῖ νὰ ὑποστῇ ἀνταγωνισμὸν πρὸς ἐκεῖνο. Ἐπῆλθε δὲ κάματος εἰς τὴν κατανάλωσιν, ἀποδεικνύμενος οὗτος καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἀτελοῦς στατιστικῆς τοῦ ἐμπορίου, τῆς δημοσιευομένης ὑπὸ τοῦ οἰκείου γραφείου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ δὲ κάματος αὐτὸς μαρτυρεῖ σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ τὸν ἀβίωτον βίον, ὃν εἶναι καταδεδικασμένος νὰ διάγῃ τὴν σήμερον ὁ Ἕλλην ὑπὸ τὸ κράτος ἐπαχθεστάτων φόρων καὶ ἀφορήτων δασμῶν, δι’ οὓς οἱ ζήσαντές ποτε ὑπὸ τὸ ὅμορον Κράτος μετὰ πόθου τινὸς ἀναμιμνήσκονται τῆς ἐκεῖ ἀπαντώσης εὐθηνίας τῶν πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαίων. Ἐκεῖ μᾶς κατήντησε ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τοῦ κ. Τρικούπη, ἂν αὕτη ἦναι ἀξία τοῦ ὀνόματος τούτου, ὥστε πολλοὶ νὰ προτιμῶσι νῦν τὸν ἐν Τουρκίᾳ τοῦ ἐν Ἑλλάδι βίου. Δι’ ὅλα ταῦτα, Κύριοι, ἡμεῖς τοὐλάχιστον τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ δασμολογίου ἡμῶν κατὰ τρόπον ἀνακουφίζοντα τὰ ἤδη ἐπαχθῶς τὰ μάλιστα ἐπιβεβαρημένα ἀντικείμενα γενικῆς καταναλώσεως καὶ πρώτης ἀνάγκης, τὰ μὴ παραγόμενα ἰδίᾳ ἐν τῷ τόπῳ, θεωροῦμεν ὡς ἀνάγκην τὰ μάλιστα ἐπείγουσαν. Ἐκ τῆς τοιαύτης ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου δὲν εἶναι φόβος νὰ ἐκπέσωσι πολὺ αἱ τελωνειακαὶ ἡμῶν εἰσπράξεις. Τοὐλάχιστον ἐν ἄλλαις χώραις, ἐν αὐτῇ τῇ Ἀγγλίᾳ, παραπλησία ἐλάττωσις δασμῶν ἐπὶ ἀντικειμένων γενικῆς καταναλώσεως καὶ πρώτης ἀνάγκης ὄχι μόνον ἐλάττωσιν εἰσπράξεων δὲν ἐπέφερεν, ἀλλὰ καὶ ηὔξησεν αὐτάς. Καὶ παρ’ ἡμῖν ἂν δὲν ἐπέλθῃ αὔξησις εἰσπράξεων, δὲν θὰ ἔχωμεν ὅμως καὶ ἀξίαν λόγου ἐλάττωσιν αὐτῶν, διότι διὰ τοῦ μικροτέρου δασμοῦ καὶ ἡ κατανάλωσις θὰ αὐξήσῃ καὶ τὸ λαθρεμπόριον θὰ περισταλῇ ἱκανῶς, ἐλλείψει τοῦ μεγάλου κέρδους. Ὑπὸ τὰ μονοπώλια, Κύριοι, ὑφ’ ἃ τὸ Κράτος ἐπεμβαίνει εἰς τὴν παραγωγὴν καὶ τὸ ἐμπόριον, καὶ ὑποβάλλει εἰς περιορισμοὺς τὴν ἰδιωτικὴν αὐτενέργειαν, ὑπήχθησαν ἀλλαχοῦ τὰ κατ’ ἐξοχὴν φορολογήσιμα εἴδη, τὰ ὁποῖα, μὴ ὄντα ἀντικείμενα πρώτης ἀνάγκης, δύνανται νὰ ὑποστῶσιν οἱανδήποτε φορολογικὴν ἀφαίμαξιν. Παρ’ ἡμῖν ὅμως, ὡς ἐν πολλοῖς ἄλλοις, καὶ ἐν τούτῳ ἔχουσιν ἀναστραφῆ οἱ ὅροι. Παρ’ ἡμῖν ἔχουσιν ὑπαχθῆ εἰς τὴν βαρυτάτην φορολογίαν, τὴν ὑπὸ τὸν τύπον τῶν μονοπωλίων, ἀντικείμενα πρώτης ἀνάγκης, ὡς τὸ ἅλας καὶ τὸ πετρέλαιον, καὶ ἐξῃρέθησαν αὐτῆς τὰ κατ’ ἐξοχὴν φορολογήσιμα εἴδη, τὰ ἀντικείμενα τῆς πολυτελείας μᾶλλον, ἢ καὶ ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν ὑγείαν καὶ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ὡς ὁ καπνὸς καὶ αἱ ἐκρηκτικαὶ ὕλαι. Καὶ τὰ μονοπώλια ἄρα χρήζουσι μεταῤῥυθμίσεως, ὧν ἡ μᾶλλον ἐπείγουσα εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ εἰς αὐτὰ τῶν δύο τελευταίων εἰδῶν, τοῦ καπνοῦ καὶ τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπιδεικνύμενος κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα τοῦ ἐν ἰσχύι φορολογικοῦ συστήματος τοῦ καπνοῦ, καθ’ ἃ τὸ φορολογούμενον αὐτοῦ ποσὸν προσεγγίζει ἤδη εἰς τὸ 1,000,000 ὀκάδων, τὰ δ’ ἐξ αὐτοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου ἔσοδα προϋπολογίζονται εἰς 8,208,400, ἐξέφρασε τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἀπέναντι τῶν τοιούτων ἀποτελεσμάτων τὸ μορμολύκειον τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ δὲν θὰ προβάλῃ πλέον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀλλ’ ἰδοὺ, ὅτι αὐτὸ ἔχει τὸ θάῤῥος καὶ μετὰ τὰ ἐπιτευχθέντα ἀποτελέσματα τοῦ ἐν ἰσχύϊ φορολογικοῦ συστήματος τοῦ καπνοῦ νὰ προβάλῃ αὖθις, καὶ δὴ εὐτολμώτερον ἢ πρίν. Εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι εὔκολον διὰ τοιούτων πομπικῶν μὲν, ἀλλ’ ἐστερημένων πάσης ἐννοίας λέξεων, νὰ ἐκφράζηται περὶ τῶν γνωμῶν τῶν ἄλλων. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο καὶ μόνον· πρέπει προσέτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζεται, καὶ νὰ τὸ ἀποδεικνύῃ, ἂν θέλῃ νὰ γίνηται πιστευτός. Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὤφειλε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ὑπὸ τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ δὲν ἔχομεν τῳόντι τὴν δικαιοτέραν αὐτοῦ φορολογίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν μείζονας προσόδους ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐκείνων, ἃς παρουσιάζει τὸ ἐν ἰσχύϊ φορολογικὸν σύστημα τοῦ καπνοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προαχθῇ δι’ αὐτοῦ ἡ ἐγχωρία παραγωγὴ τοῦ προϊόντος τούτου καὶ ν’ ἀποβῇ ἀληθὴς πηγὴ ἐθνικοῦ πλούτου. Διότι αὐτὰ ἰσχυρίσθημεν καὶ ἀπεδείξαμεν ἡμεῖς μέχρι τοῦδε, αὐτὰ ἔπρεπε καὶ αὐτὸς νὰ ἀναιρέσῃ ἐν πρώτοις, ἐὰν ἐδύνατο, καὶ οὕτω νὰ προβῇ εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ ὡς μορμολυκείου, καθ’ ὃν χρόνον αὐτὸ καὶ ἐν τῇ ἐπιστήμῃ θεωρεῖται ὡς ὁ μόνος προσήκων εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ τύπος, καὶ ἐν τῇ πράξει, ἐφαρμοσθὲν ἤδη ἐν Γαλλίᾳ, Αὐστρίᾳ καὶ Οὐγγαρίᾳ, ἐν Ἰταλίᾳ, Ἱσπανίᾳ, Πορτογαλίᾳ, Ῥουμανίᾳ, Σερβίᾳ καὶ Τουρκίᾳ, πανταχοῦ ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ τὰ ἄριστα τῶν ἀποτελεσμάτων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδὲν ἀπολύτως ἀπαντᾷ εἰς ὅσα ἡμεῖς προεβάλλομεν κατὰ τοῦ ἐν ἰσχύϊ συστήματος φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Ἀλλὰ καὶ τί ἔχει νὰ ἀπαντήσῃ; Πῶς λ. χ. νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὁ ὑπ’ αὐτὸ ἐπιβαλλόμενος φόρος δὲν εἶναι δυσανάλογος καὶ ἄδικος, ἀφοῦ κατ’ αὐτὸν πᾶσαι αἱ ποιότητες τοῦ καπνοῦ φορολογοῦνται ἐξ ἴσου, ἤτοι 5 δραχ. κατ’ ὀκᾶν πληρόνει φόρον καὶ ὁ πτωχὸς ἐργάτης καὶ στρατιώτης, ὁ καπνίζων καπνὸν ἀξίας 1–2 δραχμῶν τὴν ὀκᾶν, τὸν αὐτὸν δὲ φόρον πληρόνει καὶ ὁ πλούσιος, ὁ καπνίζων καπνὸν ἀξίας 10 καὶ 20 δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν; Πῶς ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ὑπὸ τὸ νῦν σύστημα ἅπας ὁ ἐν τῷ Κράτει καταναλισκόμενος καπνὸς ὑπάγεται εἰς φορολογίαν, ἀφοῦ εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ ἥμισυ αὐτοῦ καὶ ἐπέκεινα ὑπεκφεύγει αὐτὴν, καταναλισκόμενον λαθραίως; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδὲν ἀπαντᾷ καὶ πρὸς ὅσα ἡμεῖς προβάλλομεν ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, διότι καὶ πρὸς ταῦτα οὐδὲν ἔχει ν’ ἀπαντήσῃ. Τί νὰ εἴπῃ λ. χ. περὶ τῆς φορολογικῆς ἀναλογίας τοῦ καπνοῦ, ὅστις ὑπὸ τὸ μονοπώλιον ὑποδιαιρούμενος εἰς πλείστας ὅσας φυσικὰς καὶ τεχνητὰς ποιότητας φορολογεῖται ἀναλόγως τῆς ἀξίας του, καὶ οὕτως ὁ φορολογούμενος συνεισφέρει εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῆς περιουσίας του; Καὶ ἡ ἀναλογία εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἐν τῷ ὁλικῷ ἀποτελέσματι ν’ ἀποδίδῃ τὰ αὐτὰ καὶ μεγαλείτερα ποσὰ ἢ τὸ ἐν ἰσχύϊ σύστημα, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι ὑπὸ τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ φορολογεῖται ἅπας ὁ ἐν τῷ Κράτει καταναλισκόμενος καπνὸς, ὑπὲρ τὰ 2,000,000 ὀκάδ. Ἄν νῦν ὁ καθαρὸς αὐτοῦ φόρος ὑπολογισθῇ κατὰ μέσον ὅρον πρὸς 5 δραχ. τὴν ὀκᾶν,—διότι θ’ ἄρχηται ἀπὸ 2 καὶ θὰ φθάνῃ ἀναλόγως τῶν διαφόρων ποιοτήτων μέχρις 8 δρ. κατ’ ὀκᾶν,—ἐντεῦθεν τὸ Δημόσιον θὰ ἔχῃ ἐτησίαν καθαρὰν πρόσοδον ἐκ μὲν τοῦ καπνοῦ δραχμῶν 10,000,000 τοὐλάχιστον, ἐκ δὲ τοῦ σιγαροχάρτου 3,600,000 δραχμῶν, ἐνῷ κατὰ τὸ ἐν ἰσχύϊ σύστημα ἡ καθαρά του πρόσοδος ἀνέρχεται, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων, διὰ τὸν καπνὸν καὶ τὸ σιγαρόχαρτον εἰς 7,500,000 δρ. Ἐν ἄλλαις λέξεσι, τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ μέλλει ν’ ἀποφέρῃ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου διπλασίαν ὡς ἔγγιστα ἐτησίαν πρόσοδον ἐκείνης, ἥν ἀποφέρει τὸ κρατοῦν σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Τί δὲ νὰ ἀντείπῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τόσον ἀναντίλεκτα ἐπιχειρήματα; Καὶ ὡς πρὸς τὴν παραγωγὴν τοῦ καπνοῦ σᾶς ἀπέδειξα ἐγὼ ἄλλοτε, ὅτι αὐτὴ θὰ ὑποβληθῇ μὲν ἐν ἀρχῇ εἰς περιορισμοὺς, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ μονοπωλίου, ἀλλ’ οἱ περιορισμοὶ οὗτοι θ’ ἀποβῶσι σὺν τῷ χρόνῳ ἐπ’ ἀγαθῷ αὐτῆς. Διότι ἡ διαχείρισις τοῦ μονοπωλίου, ἐπιδιώκουσα τὸ ἴδιον κέρδος ἐν τῇ αὐξήσει οὐ μόνον τῆς ἐσωτερικῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐξωτερικῆς καταναλώσεως, θὰ ἔχῃ τὸ συμφέρον καὶ τὰ ὑλικὰ μέσα, ὅπως σπουδάζῃ τὰς ἑκασταχοῦ καταναλισκομένας ποιότητας, καὶ ταύτας καλλιεργῇ καὶ αὐτὴ ἐνταῦθα καὶ διὰ τῆς παραγωγῆς καὶ διὰ τῆς ἀπεργασίας τοῦ καπνοῦ. Αἱ πλεῖσται δὲ ποιότητες τοῦ καπνοῦ, ὡς γνωστὸν, παράγονται ἐν τῇ ἀπεργασίᾳ αὐτοῦ διὰ τῆς τοιᾶσδε ἢ τοιᾶσδε συσκευῆς καὶ συμμίξεως τῶν φυσικῶν αὐτοῦ ποιοτήτων. Διὰ τοῦτο ἡ Αἴγυπτος, ἥτις τὴν σήμερον δὲν ἔχει παραγωγὴν καπνοῦ, διὰ τῆς τοιαύτης συσκευῆς καὶ συμμίξεως τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων ποιοτήτων παράγει ἀπείρους τεχνητὰς ποιότητας, περιζητήτους ἤδη πολλαχοῦ τῆς Ἑσπερίας. Οὕτω πως καὶ αἱ τιμαὶ τοῦ ἐν Ἑλλάδι παραγομένου καπνοῦ θὰ ὑψωθῶσι καὶ ἡ κατανάλωσις αὐτοῦ, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ καὶ ἡ παραγωγή του, ἥτις τοιουτοτρόπως θ’ ἀπεδεικνύετο νέα πηγὴ ἐθνικοῦ πλούτου καὶ εἰσροῆς χρυσοῦ εἰς τὴν χώραν. Ὅλα αὐτὰ, Κύριοι, τὰ πλεονεκτήματα τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ ἀδυνατεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μὲ τὴν χαρακτηρίζουσαν αὐτὸν στενοκεφαλιὰν, νὰ ἐννοήσῃ καὶ ἐν τούτοις ἔχει τὸ θάῤῥος ν’ ἀποφαίνηται περὶ αὐτοῦ, ὡς ἀπὸ τρίποδος, καὶ νὰ τὸ ἀποκαλῇ ἁπλοῦν μορμολύκειον, χωρὶς νὰ συναισθάνηται, ὁποῖον γέλωτα ὀφλισκάνει οὕτω καὶ εἰς ὁποῖον μορμολύκειον μετασχηματίζεται αὐτὸς, τοιαῦτα τερατευόμενος. Ὡς ἓν τῶν ἐπουσιωδεστέρων στοιχείων τῆς ὑφ’ ἡμῶν προτεινομένης φορολογικῆς μεταῤῥυθμίσεως ὑπεδείξαμεν ἡμεῖς καὶ τὸ μονοπώλιον τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν. Καὶ ὅμως οἱ πρὸς ἡμᾶς ἀντιφρονοῦντες, οἱ τυφλῶς καὶ ἀλογίστως ἐχόμενοι τῆς νῦν φορολογίας ἡμῶν, ἐνόμισαν, ὅτι θὰ ἐξέθετον ἡμᾶς εἰς τὰ κοινὰ σκώμματα, ἐὰν ἐξῆρον τὸ μονοπώλιον τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, ὡς τὸν ἀκρογωνιαῖον λίθον τῶν φορολογικῶν ἡμῶν μεταῤῥυθμίσεων. Ἀλλ’ εἶναι τοιοῦτον τωόντι τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος μονοπώλιον, τὸ ὁποῖον καὶ ἀλλαχοῦ ἤδη ἔχει εἰσαχθῆ καὶ λειτουργεῖ κάλλιστα; Ἀκούσατε, τί εἶπον ἐγὼ ἄλλοτε περὶ αὐτοῦ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 (ἀναγινώσκει): «Ὑπὸ τὸ μονοπώλιον τοῦτο τὸ Κράτος λαμβάνει, κατὰ τὸ δυνατὸν, προληπτικὰ μέτρα διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, δύναται ν’ ἀνανεόνῃ ἑκάστοτε τὴν ἀναγκαίαν εἰς τὸν στρατόν του πυρίτιδα καὶ νὰ ἔχῃ πρόχειρον τὸ ποσὸν αὐτῆς, τὸ ὁποῖον θὰ ἐχρειάζετο ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης, καὶ τέλος ἐξασφαλίζει εἰς ἑαυτὸ οὐχὶ εὐκαταφρόνητον πρόσοδον. «Ἐν Ἑλλάδι ἰδίᾳ, ἔνθα τόσα δυστυχήματα ἔχουσιν ἐπισυμβῆ μέχρι τοῦδε, ἕνεκα τῆς ἐλευθέρας παρασκευῆς τῆς πυρίτιδος πολλάκις ἐν τῷ μέσῳ κατῳκημένων μερῶν ἐν Ἑλλάδι, ἔνθα τοσαύτη κατάχρησις γίνεται καὶ τῆς πυρίτιδος καὶ τῶν ἄλλων ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, ἐξ οὗ θρηνοῦμεν τὴν ἀπώλειαν τοσούτων ὑπάρξεων ἐν Ἑλλάδι, λέγω, κατ’ ἐξοχὴν ἐπιβάλλεται, εἰς πρόληψιν ὅλων τούτων τῶν δεινῶν, ἡ σύστασις τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος μονοπωλίου. «Εἶναι δὲ γνωσταὶ αἱ ζημίαι, ἃς τὸ Κράτος ὑφίσταται νῦν, προμηθευόμενον παρ’ ἄλλων τὴν ἀναγκαίαν εἰς αὐτὸ πυρίτιδα. Ὅταν ἔχῃ ἀνάγκην αὐτῆς, τὴν ἀγοράζει συνήθως ὑπερτετιμημένην, ὡς κατὰ τὰς ἐπιστρατείας τοῦ 1880–1881 καὶ τοῦ 1885–1886. Μὴ δυνάμενον δὲ νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτὴν ἐγκαίρως, τὴν βλέπει μετά τινα χρόνον φθειρομένην καὶ ἄχρηστον καθισταμένην. Ἄν κατεσκεύαζεν αὐτὸ τὴν πυρίτιδα, καὶ εὐθηνότερα θὰ ἐστοίχιζεν αὕτη, καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὴν ἀντικαθιστᾷ ἑκάστοτε καὶ νὰ μὴ ὑφίσταται ζημίαν, ὡς νῦν. Ἐν ὥρᾳ δὲ ἀνάγκης δὲν θὰ ἐξήρτα τὴν τύχην τοῦ πολέμου ἐκ τούτου ἢ ἐξ ἐκείνου τοῦ ἰδιωτικοῦ ἐργοστασίου. Ἀλλ’ ὁ λόγος, ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἐνδιαφέρων ἡμᾶς νῦν, εἶναι ἡ πρόσοδος, ἣν θὰ εἶχε τὸ Κράτος ἐκ τοῦ μονοπωλίου τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν. «Ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν τὴν σήμερον ἓν μέγα ἰδιωτικὸν ἐργοστάσιον ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, τὸ παρὰ τὸ Δαφνίον πυριτιδοποιεῖον, τὸ ὁποῖον, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, δύναται νὰ παραγάγῃ ἐτησίως ὡς 600,000 ὀκάδας πυρίτιδος, τρία μικρότερα ἐργοστάσια ἐνταῦθα καὶ ἐν Πειραιεῖ, παράγοντα ὁμοῦ ὡς 100,000, καὶ ἄλλα τινὰ ἀνάξια λόγου πυριτιδοποιεῖα ἐν Δημητσάνῃ τῆς Γορτυνίας καὶ ἐν Μαυρίλλῳ τῆς Φθιώτιδος, ὧν ἡ ἐτησία παραγωγὴ πυρίτιδος δὲν ὑπερβαίνει τὰς 40,000 ὀκάδας. Ἡ ἐτησία παραγωγὴ ὅλων τῶν ἐν Ἑλλάδι ἰδιωτικῶν ἐργοστασίων δύναται νὰ ἀνέλθῃ κατὰ ταῦτα εἰς 750,000 ὀκάδας πυρίτιδος περίπου. Τὸ ὀλιγώτερον μέρος τοῦ ποσοῦ τούτου ἐξάγεται εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, καὶ τὸ περισσότερον καταναλίσκεται ἐν τῇ ἡμεδαπῇ. Καὶ ἐκ τούτου τὸ περισσότερον καταναλίσκεται εἰς τὰ δημόσια ἔργα, τὸ δὲ ὀλιγώτερον εἰς τὸ κυνήγιον καὶ τὰ ὅπλα καθόλου. Ἡ πυρῖτις τῶν δημοσίων ἔργων εἶναι ἡ εὐθηνοτέρα, ἡ τοῦ κυνηγίου καὶ τῶν ὅπλων καθόλου ἀκριβοτέρα. Εἰς ἐκείνην τὴν πυρίτιδα βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ μεγάλη φορολογία, ἀλλ’ ἡ δευτέρα εἶναι ἐπιδεκτικὴ οἱασδήποτε φορολογίας. Τὴν πυρίτιδα ταύτην δύναται νὰ ἐκποιήσῃ τὸ Δημόσιον καὶ πρὸς 8 δραχμὰς τὴν ὀκᾶν. Εἰς τοὺς κυνηγοῦντας καὶ ὁπλοφοροῦντας καθόλου, οἵτινες δύνανται νὰ καταναλώσωσιν ἐτησίως 1–2 ὀκάδας τὸ πολύ, θὰ ἦτο ἀνεπαίσθητος σχεδὸν ἡ τοιαύτη φορολογία· εἰς τὸ Κράτος ὅμως θ’ ἀπέφερεν ἀξίαν λόγου πρόσοδον. Τὰς δαπάνας δύνανται νὰ καλύψωσιν ἡ πυρῖτις τῶν δημοσίων ἔργων, ἡ δυναμῖτις, τὸ θεϊκὸν καὶ νιτρικὸν ὀξύ, τὰ σφαιρίδια καὶ οἱ μολυβδοσωλῆνες, ἅτινα πάντα δύνανται νὰ κατασκευάζωνται ἀποκλειστικῶς ἐν τῷ ἐργοστασίῳ τοῦ Κράτους, καὶ νὰ καλύπτωσι πάσας τὰς δαπάνας, οὕτως ὥστε νὰ μένῃ ὡς καθαρὰ πρόσοδος αὐτοῦ τὸ ἀντίτιμον τῆς πυρίτιδος τῶν ὅπλων. Ἄν δὲ τὴν ἐτησίαν κατανάλωσιν αὐτῆς ἐν Ἑλλάδι ὑπολογίσωμεν εἰς 150.000 ὀκάδας κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, θὰ ἔχῃ τὸ Δημόσιον πρὸς 8 δραχμὰς ὡς 1,200,000 πρόσοδον ἐντεῦθεν.» Τοιαῦται, Κύριοι, διὰ βραχέων καὶ ὅσον ἐπιτρέπεται τοῦτο ἐν μιᾷ ἀγορεύσει, αἱ ὑφ’ ἡμῶν προτεινόμεναι μεταῤῥυθμίσεις. Ἰδοὺ δὲ νῦν, ὁποῖα ἀποτελέσματα ἐν κεφαλαίῳ θὰ εἴχομεν ἐξ αὐτῶν διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Αἱ δημόσιαι ἡμῶν πρόσοδοι θὰ ὑφίσταντο μὲν τὴν ἑξῆς μείωσιν ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν φόρων:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1)Ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐκ δρ. 2,133,000
2)» » περιβολίων καὶ βοσκῶν» 145,000
3)» τοῦ οἴνου » 1,848,000
4)» τῆς σταφίδος » 3,000,000
5)» τῶν ζώων » 2,000,058
6)Δικαίωμα καταναλώσεως καπνοῦ
μετ’ ἀφαίρεσιν ἐξόδων » 5,508,428
Ἐν ὅλῳ » 14,692,428

Θὰ ἐπήρχετο δὲ ἡ ἑξῆς αὔξησις διὰ τῶν νέων φόρων:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1)Τοῦ ἐγγείου στρεμματικοῦ ἐκ δρ. 6,000,000
2)Ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου οἴνου » 1,000,000
3)» τῆς σταφίδος ἐγγείου στρεμμ. » 2,000,000
4)» τῶν σφαγίων » 1,500,000
5)» » ἐπιτηδευμάτων » 2,000,000
6)» τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ » 10,000,000
7)» » σιγαροχάρτου » 1,800,000
8)» » μονοπωλίου τῶν ἐκρηκτ. ὑλῶν» 1,200,000
Ἐν ὅλῳ δρ. 25,500,000

Τοιουτοτρόπως, Κύριοι, αἱ νῦν πρόσοδοι τοῦ Κράτους θὰ ηὔξανον κατὰ ἕνδεκα περίπου ἑκατομμύρια, δι’ ὧν καὶ τὸ ἐξ 8,000,000 ἔλλειμμα τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ θὰ ἐκαλύπτετο, καὶ περίσσευμα θὰ εἴχομεν ἐκ 3 ἑκατομμυρίων, ὅπερ ὁμοῦ μετὰ τῶν ὑποδειχθεισῶν οἰκονομιῶν ἐν τοῖς ἐξόδοις αὐτοῦ θὰ ὑπερέβαινε τὰ 6 ἑκατομμύρια. Μόνον μὲ τοιοῦτον προϋπολογισμὸν ἐμφανιζόμενοι πρὸ τῶν πιστωτῶν ἡμῶν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς αὐτοὺς ἐμπιστοσύνην, καὶ νὰ προέλθωμεν εἰς διαπραγματεύσεις περὶ συμβιβασμοῦ. Καὶ ὁ συμβιβασμὸς, Κύριοι, δι’ ἡμᾶς εἶναι ἀπαραίτητος τὴν σήμερον· διότι μόνον δι’ αὐτοῦ δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς νῦν ἀφορήτου καταστάσεως, νὰ ἀνακτήσωμεν δὲ τήν τε δημοσίαν καὶ τὴν κατ’ ἰδίαν ἡμῶν πίστιν, καὶ ν’ ἀτενίσωμεν πλήρεις ἐλπίδων εἰς τὸ μέλλον. Ἄνευ συμβιβασμοῦ, καὶ ἂν ἔτι οἱ πιστωταὶ ἡμῶν ἠρκοῦντο εἰς τὰ νῦν προτεινόμενα αὐτοῖς 30% ἐκ τῶν τόκων τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους, καὶ πάλιν οὐδὲν θὰ κατωρθοῦμεν, ἀφοῦ οὕτω δὲν θ’ ἀνακτῶμεν τὴν πίστιν ἡμῶν, θὰ κατεδικαζόμεθα δὲ εἰς οἰκονομικὸν ἀποκλεισμόν, ὅστις θὰ ἰσοφάριζε πρὸς οἰκονομικὸν μαρασμόν. Τὴν παράτασιν, Κύριοι, τῆς παρούσης καταστάσεως θὰ ηὔχετο εἰς τὴν Ἑλλάδα μόνος ὁ χείριστος τῶν ἐχθρῶν της. Ὡς ὁ χείριστος δὲ τῶν ἐχθρῶν της πολιτεύεται ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐπιμένων εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ, δι’ οὗ θ’ ἀπεκλείετο εἰς ἡμᾶς πᾶσα διέξοδος ἐκ τῆς παρούσης καταστάσεως. Μεταῤῥυθμίζοντες δὲ τὴν φορολογίαν ἡμῶν, ὡς ἡμεῖς ὑποδεικνύομεν, θὰ εἴχομεν καὶ ἄλλως τὴν μόνην ἀσφαλῆ βάσιν πρὸς συμβιβασμὸν, τὸ μόνον μέσον πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου. Διὰ τῆς προσθήκης δύο ἔτι μονοπωλίων εἰς τὰ ἤδη ὑπάρχοντα θὰ εἴχομεν ἐτησίαν πρόσοδον ἐκ δρ. 25,000,000, ὧν τὴν διαχείρισιν διαθέτοντες πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν πιστωτῶν μας ὑπὸ τύπον παρεμφερῆ πρὸς τὸν τῆς ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, θὰ ἠδυνάμεθα οὐ μόνον εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν περικεκομμένων τόκων τοῦ μέχρι τοῦδε χρέους ἡμῶν νὰ ἐπαρκέσωμεν οὕτως, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν συνομολόγησιν νέου δανείου, δι’ οὗ καὶ μόνον θὰ κατωρθοῦμεν καὶ τὴν νομισματικὴν ἡμῶν ἀνωμαλίαν νὰ περιορίσωμεν, καὶ εἰς ἀνόρθωσιν τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν νὰ συντελέσωμεν, καὶ τὴν ἤδη νεκρὰν ἡμῶν ἀγορὰν νὰ ἀναζωογονήσωμεν. Ὁ τοιοῦτος συμβιβασμὸς θὰ εἶχεν ὡς ἐπακόλουθον καὶ τὴν ἐπικουρίαν τῶν ξένων κεφαλαίων ὑπὲρ τῶν πιστωτικῶν ἡμῶν ἱδρυμάτων, ἰδίᾳ ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, οὕτω δὲ θὰ ἀνεγεννᾶτο καὶ ἡ κατ’ ἰδίαν πίστις τῆς χώρας καὶ θὰ συνετελεῖτο τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως τῆς καθόλου ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας. Μὲ τὸν συμβιβασμὸν θὰ ἐδίδετο καιρὸς καὶ εἰς τὸ Κράτος νὰ σκεφθῇ περὶ πληρώσεως τῶν κυρίων αὑτοῦ ἀναγκῶν, περὶ ἀναδιοργανώσεως τῶν διαφόρων κλάδων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, περὶ ἐπιῤῥώσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Γινώσκετε ἤδη, Κύριοι, τίς ἡ ὁδὸς ἡ ἄγουσα εἰς τὴν ἀπώλειαν, καὶ τίς ἡ ἐξασφαλίζουσα εἰς ἡμᾶς τὴν σωτηρίαν. Ἄν ἀποῤῥίψητε διὰ τῆς ψήφου ὑμῶν τὸν προκείμενον προϋπολογισμὸν, ὡς ἀπαράδεκτον’ ἂν ἐξαναγκάσητε οὕτω τὴν σύνταξιν ἑτέρου προϋπολογισμοῦ ἐπὶ βάσεων ὑγιεστέρων, οἷαι αἱ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποδειχθεῖσαι, τότε σώζετε καὶ τὸ Κράτος καὶ τὴν χώραν ἐκ τῆς ὁλοσχεροῦς οἰκονομικῆς καταστροφῆς. Ἄν τοὐναντίον ἐπιψηφίσητε αὐτὸν ὡς ἔχει, θὰ δημιουργήσητε οὕτω τὸ χάος, τὸ ἀδιέξοδον ἐκ τῆς νῦν καταστάσεως, καὶ θὰ καταστῆτε συνυπεύθυνοι τῷ κ. Πρωπουργῷ οὐ μόνον διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν ἤδη καταστροφὴν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς μελλούσας νὰ ἐπακολοιθήσωσιν εἰς αὐτὴν συμφορὰς, καὶ θὰ συνεπισύρητε ἐπὶ τῶν κεφαλῶν σας τὰς ἀρὰς ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους! (Εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).

§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;

§41ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Εἶναι ἀρκετοὶ νὰ ὁμιλήσουν, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ ὥρα παρῆλθε (Θόρυβος)... Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ φωνάζητε. Ἐὰν ἐπιμένητε, θὰ μᾶς ἀναγκάσητε νὰ φέρωμεν ἔνστασιν ἀπαρτίας.

§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;

§43ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἐπιμένητε νὰ ἐξακολουθήσητε, ὑποβάλλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.

§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολέκτου, τοῦ βουλευτοῦ Μιλτιάδου Ὀριγώνη).

§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων Βουλευτῶν 106. Ἔχει τις τὸν λόγον;

§46Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν πολύωρον ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν μέχρι τοῦδε ἐργασίαν, νὰ ἀναβάλῃ δὲ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς μίαν τῶν ἑπομένων συνεδριάσεων. Τοῦτο ἦτο τὸ πρέπον, διότι ὁ προϋπολογισμὸς δεῖται ἐρεύνης καὶ συζητήσεως σπουδαίας· μετὰ τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν περιήλθομεν, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ δείξωμεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, ὅτι δὲν σπεύδομεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἔχομεν δὲ καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀναβολὴν, διότι οἱ ἡγήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Εὐταξία ἤθελε λυθῆ ἡ συνεδρίασις, ἀπῆλθον. Εἶχον δὲ τὴν πεποίθησιν ταύτην, διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπε πρὸς τὸν ἀγορεύοντα, ὅτι ἅμα λήξῃ ἡ ἀγόρευσις αὐτοῦ θὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις...

§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀνακριβές.

§48ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας μοὶ εἶπε ῥητῶς, ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς του, ὅτι οὕτω τῷ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος. Δημοσίᾳ ἔλεγε τοῦτο...

§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀνακριβές.

§50ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. .. Δὲν ἐπίστευον δὲ, ὅτι ἐνέδρα εἶχε στηθῆ ὑπὸ τὸ βῆμα, ἵνα κηρυχθῇ ἡ λῆξις τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μὴ δυσανασχετῆτε, Κύριοι, διότι ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς δὲν ψηφίζεται ἐν μιᾷ νυκτὶ, δὲν εἶναι δὲ πρέπον νὰ συζητηθῇ οὕτω, χάριν αὐτοῦ τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν τῇ συνδρομῇ δύο μόνον Βουλευτῶν, καὶ αὐτῶν ἀντιπολιτευομένων, καταρτίζηται ἡ ἀπαρτία, μὴ νομίζετε, ὅτι αὕτη εἶναι ἀπαρτία, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ σεβασθῇ τὸ ἔθνος, εἴτε καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀναμένουσιν ἐξ ἡμῶν νὰ μάθωσιν εἰλικρινῶς, τί ἐμπεριέχει ὁ προϋπολογισμός. Ἔχομεν λοιπὸν συμφέρον ἅπαντες νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν εὐρεῖαν τοῦ προϋπολογισμοῦ συζήτησιν. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ στιγμῇ καὶ ὥρᾳ δὲν δύναται νὰ γείνῃ σπουδαία συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἂν ἐπιμένητε καὶ ἔχητε ἀπαρτίαν, σεῖς θ’ ἀναλάβητε τὴν εὐθύνην, καὶ μόνοι σεῖς. Ἅπαντες ἔχομεν καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, ὅτι ἐν τοιαύτῃ στιγμῇ δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν δὲν εἶναι παρόντες ἐνταῦθα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ φωτίσωσι τὸ ἔθνος περὶ τῶν σπουδαιοτάτων ζητημάτων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὰ ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ ἡμῶν. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι σπουδαία ἡ πρότασις τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιμενούσης εἰς τὴν ταχεῖαν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν περάτωσιν τῶν καθέκαστα αὐτοῦ. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, καὶ νὰ συνέλθωμεν τὴν προσεχῆ Τρίτην κατὰ τὴν συνήθη ὥραν τῆς συνεδριάσεως. Προτείνω λοιπὸν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως διὰ τὴν προσεχῆ Τρίτην.

§51ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν πρόκηται νὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, θὰ μείνωμεν νὰ τὸν ἀκούσωμεν. Ἂν ὅμως πρόκηται νὰ μᾶς καταδικάσητε εἰς μονολογίαν, τότε θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀντίδρασις. Τὸν πρῶτον μετὰ τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους προϋπολογισμὸν θέλετε νὰ λάβητε τὴν νύκτα ταύτην τῶν Ἀπόκρεω καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους! Αὐτὸ δὲν δύναται, παρὰ νὰ γεννήσῃ ἀντίδρασιν.

§52ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος ἐδήλωσε κατηγορηματικῶς, ὅτι θὰ ὁμιλήσῃ μετὰ τὸν Βουλευτὴν ἐκ Λοκρίδος. Ὡς ἐκ τούτου ἡμεῖς ἐδηλώσαμεν, ὅτι θὰ ὁμιλήσωμεν μετὰ τὸν κ. Βουλευτὴν Παρνασσίδος. Τώρα δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ ὁ Βουλευτὴς Παρνασσίδος. Καταργεῖτε λοιπὸν τὴν συζήτησιν!

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς Παρνασσίδος δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ὁμιλήσῃ.

§54ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν νὰ ἀναβάλωμεν. Ἀφοῦ ὁ εἰσηγητὴς ἐδήλωσεν ἀπὸ χθὲς, ὅτι θὰ λάβῃ τὸν λόγον, πῶς θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, χωρὶς νὰ ἦναι παρών;

§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑποστηρίζετε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν τὸν τόπον των. Ὑποθέσατε, ὅτι συμβαίνει νὰ ἀσθενῇ ἐπὶ ὀκτὼ ἡμέρας ὁ κ. εἰσηγητής. Πρέπει διὰ τοῦτο νὰ ἀναβάλωμεν ἐπὶ ὀκτὼ ἡμέρας;

§56ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διαφέρει τοῦτο. Τώρα ὅμως ἦτο ἐδῶ ὁ κ. Σιμόπουλος, πρὸ ὀλίγου.

§57ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἂν ὁ κ. Σιμόπουλος δὲν ἦναι εἰς θέσιν νὰ λάβῃ τὸν λόγον, καὶ ἡ πλειονοψηφία ἐπιθυμῇ νὰ προβῶμεν εἰς περαιτέρω ἐξακολούθησιν τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρέπει ἕτερός τις νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Βεβαίως ὁ μονόλογος αὐτὸς δὲν θὰ ἐξακολουθήσῃ. Προτιμότερον εἶναι νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπηνίχθη ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ἡμεῖς δὲ νομίζομεν, ὅτι θὰ ἤμεθα δικαιολογημένοι καὶ ἀπέναντι τῆς συνειδήσεώς μας καὶ ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, ὅτι ἀντεστρατεύθημεν διὰ τῶν μέσων τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπως μὴ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ὁ πρῶτος μετὰ τὴν χρεωκοπίαν αὐτοῦ, ἐπιψηφισθῇ ἄνευ συζητήσεως.

§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, προτείνεται ἡ ἀναβολή. Εἶναι 15 οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν;

§59Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν γνῶσιν, τὴν ὁποίαν λαμβάνω ταύτην τὴν στιγμήν, ὅτι καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας δὲν εἶναι παρών, λαμβάνω τὸ θάῤῥος νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν περὶ ἀναβολῆς πρότασίν μου, διότι ἡ ἀγόρευσις αὐτοῦ εἶναι ἀπαραίτητος, ἀπαραίτητος ἰδίως διὰ σᾶς, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσητε ὑπὲρ τοῦ προϋπολογισμοῦ, χωρὶς νὰ ἀκούσητε τὸν εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας ἀναιροῦντα τὸν εἰσηγητὴν τῆς μειοψηφίας, ὅστις πολλὰ εἶπε κατὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐπὶ πλέον ἐπιμονὴ δὲν ἔχει βάσιν τινὰ, δὲν ἔχει λόγον· διότι, καὶ ἂν θελήσητε πρὸς στιγμὴν νὰ κηρύξητε περατωμένην τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, νομίζετε, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ὅσον θέλομεν ἐν τοῖς καθέκαστα; Δὲν θὰ κατορθώσητε τίποτε, διότι ὅλοι ἡμεῖς θὰ λάβωμεν τὸν λόγον, ἀμυνόμενοι ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῆς πατρίδος.

§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, λάβετε τὸν λόγον.

§61ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἶμαι μεταξὺ τῶν νεωτέρων Βουλευτῶν, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἐννοήσω διὰ ποῖον λόγον οἱ συνάδελφοι ζητοῦσιν ἐπιμόνως νὰ ἀκούσωσι τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ. Φρονῶ, ὅτι ἐκεῖνοι ἐκ τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν διάθεσιν καὶ τὴν ἱκανότητα νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν θ’ ἀναμείνωσι νὰ ἀντλήσωσι γνώσεις ἐκ τῆς ἀγορεύσεως οἱουδήποτε ἄλλου. Ὅστις εἶναι παρεσκευασμένος νὰ ὁμιλήσῃ, δύναται νὰ προβῇ εἰς τοῦτο. Ἂν δὲ οἱ κύριοι Βουλευταὶ νομίζωσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἀκούσωσι τοῦτον ἢ ἐκεῖνον, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς προσοχὴν, ἀλλὰ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον της.

§62ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ Κύριος εἶναι πραγματικῶς πολὺ νέος, καὶ διὰ τοῦτο δὲν γνωρίζει τί γίνεται. Εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια εἴθισται νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας...

§63ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν εἴθισται ὅμως νὰ κωλυσιεργῶσιν, οὔτε ὑφίσταται τοῦ κωλυσιεργεῖν νόμος.

§64ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑφίσταται τὸ κωλυσιεργεῖν, ὅταν οἱ Κύριοι τῆς πλειονοψηφίας νομίζωσιν, ὅτι τυφλῶς καὶ ἐκ συναρπαγῆς ψηφίζεται ὁ προϋπολογισμὸς (Θόρυβος).

§65ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (ἐν ὀργῇ). Παρανομεῖτε σεῖς!

§66ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κάθησε κάτω, καὶ μὴ κουνεῖς τὸν δάκτυλόν σου εἰς ἐμένα! (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).

§67ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν ἔτυχε νὰ γείνῃ βουλευτὴς ὁ κ. Κρίτσας, ἐγενόμην καὶ ἐγώ. Μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι εἴμεθα καὶ οἱ δύο νέοι (γέλωτες). Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸν κ. Κρίτσαν ἤκουσα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀγορεύοντα καὶ ἐξετίμησα αὐτὸν, ἰδίως ὡς πρὸς τὰ στρατιωτικά· καὶ πραγματικῶς τὸν κ. Κρίτσαν πρέπει νὰ ἐκτιμᾷ τις, διότι ἀκολουθεῖ κοινοβουλευτικὴν πορείαν. Ἀλλ’ ἀπορῶ, πῶς ἤδη αὐτὸς ὁ κοινοβουλευτικὸς στρατιωτικὸς δὲν θέλει, εἰμὴ μίαν ἰδέαν νὰ ἀκολουθήσῃ, ὅτι ἡ πλειοψηφία δὲν πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ μόνον ἡ μειοψηφία. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τοῦτο ἀδικεῖ τὸν κ. Κρίτσαν, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ στρατιωτικῇ στασιοδρομίᾳ του εἶναι κοινοβουλευτικώτατος, καὶ φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Κρίτσας θὰ ἀποβάλῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει, ὅτι ἡ πλειοψηφία δὲν πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ. Ἀπ’ ἐναντίας ἡ πλειοψηφία ὀφείλει νὰ ἀκουσθῇ, διὰ νὰ φωτισθῶμεν καὶ ἡμεῖς οἱ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως—διότι πιθανὸν νὰ εὑρισκώμεθα ἡμεῖς ἐν τῇ πλάνῃ —ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. προέδρου καὶ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως κανονίσωμεν τὴν ψῆφόν μας, κατὰ τὴν αὐτὴν δὲ πορείαν καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον θὰ κανονίσῃ τὴν ψῆφόν του καὶ ὁ κ. Κρίτσας, ὅταν, μετὰ τὸν εἰσηγητὴν τῆς μειοψηφίας, ἀκούσῃ τὸν εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας, καὶ οὕτως ὁ κ. Κρίτσας πραγματικῶς θὰ ἔχῃ ἓν μέλλον κοινοβουλευτικόν, ὅταν ἀποκτήσῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν τοῦ ὑποδεικνύω.

§68ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ἤκουσα καλῶς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὀριγώνη, ἕνεκα τοῦ ἐπικρατήσαντος θορύβου. Ἐκ τῶν ὀλίγων ὅμως, τὰ ὁποῖα ἠδυνήθην νὰ ἀντιληφθῶ, ἀντελήφθην δυστυχῶς καὶ τὸ ὅτι ὁ κ. Ὀριγώνης δὲν μὲ ἀντελήφθη καλῶς. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ εἴπω, ὅτι πρέπει νὰ ἀποκλεισθῇ τις τῆς τιμῆς τοῦ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἄπαγε! Εἶπον μόνον, ὅτι δυστύχημα θὰ ἦτο διὰ τὸ Βουλευτήριον τῆς Ἑλλάδος, ἂν μεταξὺ τῶν διασήμων μελῶν αὐτοῦ ὑπάρχωσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι, ἵνα ὁμιλήσωσιν ἐπί τινος ζητήματος, ἀναμένουσι νὰ ὁμιλήσωσιν ἄλλοι, ἵνα ἐκ τῆς ὁμιλίας αὐτῶν ἀντλήσωσιν ἐπιχειρήματα. Ὑποθέτω λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Ὀριγώνης οὐδόλως μὲ ἐνόησε, καὶ ὅτι ἐγὼ πᾶν ὅ,τι εἶπον τὸ εἶπον περιεσκεμμένως. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὀριγώνην νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον της. Ἄλλως τε δὲ ἀρκετὰ ὡμίλησαν ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος, ὅταν ὁ μὲν πρῶτος κατέθεσε τὸν προϋπολογισμὸν, ὁ δὲ δεύτερος τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔκθεσιν. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν εἶχον εἴπει τι, πέπεισμαι ὅτι τὰ ἔγκριτα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα θέλουσι συμμετάσχει τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ συζητήσεως, εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωσι, πῶς τὰ μέλη τῆς Συμπολιτεύσεως, ὧν τὴν ἀγόρευσιν ἐπιμόνως ζητοῦσι, θέλουσιν ὑποστηρίξει τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ συνεπῶς ὅτι δύνανται νὰ ἐπιληφθῶσι τῆς ἐξετάσεως αὐσοῦ.

§69ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀρκετὴ διασκέδασις...

§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἄ! ἄ! ἄ!

§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ἂν ἔχητε ὄρεξιν νὰ διασκεδάσητε...

§72ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Δὲν εἶναι διασκέδασις, νομίζετε, ὅταν ἡ πλειονοψηφία ἔρχηται καὶ λέγῃ: «ἐγὼ θὰ βουβαθῶ, ἐγὼ θὰ ἀκούσω μόνον τὴν μειονοψηφίαν, καὶ θὰ ἀρκεσθῶ, διὰ νὰ πάρω τὸν προϋπολογισμὸν καὶ νὰ πάω εἰς τὴν δουλειά μου»; Λοιπὸν κοινοβουλευτικῶς πολιτεύεται ἡ παροῦσα Βουλὴ, καὶ μάλιστα ὅσοι ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς ἐν τῇ σταδιοδρομίᾳ των ὑπῆρξαν κοινοβουλευτικοὶ χαρακτῆρες, ἐρχόμενοι ἤδη νὰ παραδεχθῶσι τοιαύτην ἀρχήν; Ἐγὼ θέλω νὰ ἀκουσθῶσι πάντες, ἵνα φωτισθῶ. Ὅλοι οἱ δυνάμενοι νὰ εἴπωσι κἄτι ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων, καὶ ὁ φίλος μου ὁ κ. Μακρῆς, ἐπιθυμῶ καὶ αὐτὸς νὰ ἐκφέρῃ γνώμην, ὥστε οὕτω πως νὰ μορφωθῇ μία γνώμη (γέλωτες παρατεταμένοι).

§73ΜΑΚΡΗΣ. (ἐγειρομένου τοῦ κυρίου Μακρῆ, πᾶσα ἡ Βουλὴ ἐκρήγνυται εἰς γέλωτας). Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὀλίγα εἰς ἀπάντησιν τοῦ φίλου μου κ. Ὀριγώνη, ἢ μᾶλλον τοῦ βαπτισθέντος παρ’ ἐμοῦ κ. Τριγώνη. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἔπρεπεν ὅλοι νὰ ἔχωμεν συνείδησιν τοῦ καθήκοντός μας καὶ νὰ γνωρίζωμεν ὅτι ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχει πεῖνα μεγάλη, καὶ πάσχομεν νὰ ἀποθάνωμεν τῆς πείνης. Ἀλλὰ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος ἐμποδιζόμεθα δυστυχῶς, διότι, κατὰ κακὴν τύχην, ἔχομεν τὸν κ. Τριγώνην, ὁ ὁποῖος μᾶς παρουσιάζει κάθε στιγμὴ ζήτημα μὴ ἀπαρτίας. Τί νὰ κάμωμεν; Ὁ Θεὸς νὰ τοῦ τὸ πληρώσῃ! (γέλωτες).

§74ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Καὶ σὲ ὁ Τρικούπης (γέλωτες).

§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, τὴν περὶ ἀναβολῆς πρότασιν πρέπει, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, νὰ ὑποστηρίξωσι 15.

§76ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι 20 ἐδῶ· τοὺς γνωρίζετε, καὶ δύνασθε νὰ τοὺς μετρήσητε.

§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν προσεχῆ Τρίτην λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολέκτου, τοῦ βουλευτοῦ Π. Μερλοπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Μιλτ. Δάλλας Νικ. Παῤῥησιάδης Ο
Ἀνδ. Παναγιωτόπουλος Ἰω. Γρίβας
Ἰω. Μεσσηνέζης Ἐπ. Μαυρομμάτης Ο
Σπυρ. Μαρκέλλος ΟΘεόδ. Π. Δηλιγιάννης
Ἀρ. Ἀργυρόπουλος ΟΝικ. Σπυρακόπουλος Ο
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Θεμ. Κορομάντζος
Λεων. Καρυστινάκης ΟΠερ. Ἀλεξάκης
Δημ. Καΐρης ΝἸω. Ἀντωνόπουλος Ν
Μιχ. Κωτσάκος ΟΚωνστ. Κοσσονάκος
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ο
Ἠλ. Κανελλόπουλος ΝΜιχ. Φωτιάδης Ο
Γεώργ. Παχὺς ΟΓεώρ. Λιδωρίκης Ο
Μιχ. Π. Λάμπρος ΟΚων. Ἀναγνωστόπουλος
Κων. Καραπάνος ΝΓεώρ. Λύρας Ο
Κων. Σταυρόπουλος ΝΚων. Παπαμιχαλόπουλος
Ἀλέξ. Σκουζὲς Σταμάτ. Μήτσας Ο
Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Δημ. Βουλπιώτης
Ἀλέξ. Ψύλλας Κων. Ζῶτος Ο
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟἨλ. Μπλατσῆς
Ἀλέξ. Ρετσίνας ΟΔ. Γρανίτσας
Δημ. Γ. Ράλλης ΝΔιον. Στεφάνου Ο
Α. Ζυγομαλᾶς Κων. Ἀργασάρ. ΛομβάρδοςΟ
Ὅθ. Μακρυγιάννης ΟΔιον. Ζήβας Πλακᾶς Ο
Σ. Ζαχαρίτσας ΟΓεώργιος Κανδ. Ρώμας Ο
Μιλτ. Ὀριγώνης ΝΓεώρ. Κρεστενίτης
Κωνστ. Βαλτινὸς ΟΧρ. Στεφανόπουλος
Ὀδυσ. Μοσχοβίτης ΟἈνδρ. Στεφανόπουλος
Γεώρ. Καρτάλης ΟΔιον. Παυλόπουλος Ο
Ἀργ. Κανταρτζῆς ΟἈνδρ. Σπηλιάδης Ο
Νικ. Κοκωσλῆς ΟἌγγελος Πετραλιᾶς
Νικ. Ἀξελὸς Ἐπαμ. Δημητρίου Ο
Στέφ. Σκουλούδης ΟΝ. Τριανταφυλλάκος
Νικ. Νομικός Ἤλ. Ζέγγελης Ο
Θωμᾶς Μαρκεζίνης ΟΦίλ. Βάρβογλης
Νικήτας Συνοδινός ΝἈθ. Σακελλαριάδης
Βαρβαρῆγος Πήλικας ΟΛεων. Ζέρβας Ο
Ἀλέξ. Φωτήλας ΟΣτέφ. Δραγούμης Ο
Κων. Σταμπουλόπουλος Νικ. Φιλάρετος
Λεων. Πετιμεζᾶς ΝΧαρ. Τρικούπης Ο
Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος ΟἸω. Τρικούπης
Γιαννούτσης Τάκης Παν. Μερλόπουλος Ν
Ἡρ. Καλαμπάκας ΟἈλκ. Δεληγιάννης Ο
Ἀντ. Π. Μαυρομιχάλης Ἀντ. Καρατζᾶς Ο
Περ. Πεῤῥωτὴς ΟἈθαν. Παπαγγελᾶς
Κων. Φλέσσας Χαρίλ. Προβελέγγιος
Ἰωάν. Καζαμπάκας Ἀντ. Μάτσας
Κων. Ζωγλοπίτης Λορέντζος Δελαρόκας
Παν. Κουκορῖκος Ἰω. Ναυπλιώτης Ο
Γεώργ. Φραγκίδης ΟΣτυλ. Βάλληνας
Δημ. Τερτίπης ΟἸω. Ἰντζὲς
Ἀθαν. Κωστάμης ΟΓεώργ. Σισμάνης
Ἀριστ. Χατζηνικολῆς Νικ. Καλαντζόπουλος Ο
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΟἈλέξ. Ἀντωνόπουλος Ο
Νικ. Παπανικολάου ΟἬλ. Ποταμιάνος
Παν. Λεβέντης Ἀριστ. Ρούκης Ο
Βαπτιστὴς Βάστα ΟΣπ. Α. Κουμουνδοῦρος
Γεώργ. Θεοτόκης ΟΓιαννοῦκος ΜαυρομιχάληςΝ
Ἀλκίνοος Ζερβὸς ΟΞανθὸς Πικουλάκης
Ἡλίας Πολίτης Ἀσημ. Χριστόπουλος Ν
Γουλιέλμος Σκάρπας ΟΝικ. Παπαλέξης
Νικ. Μαρκέτης ΟΠαν. Λαμπρούλιας
Σπυρ. Λάσκαρης ΟΕὐάγγ. Ἀρδαβάνης Ο
Κων. Θ. Ρωμαῖος ΟἸω. Τυπάλδος Χαριτᾶτος Ο
Κων. Χριστόπουλος Σπ. Μακρῆς Ο
Σωτ. Κροκιδᾶς Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ο
Σπυρ. Νοταρᾶς Εὐστ. Παπαδάκης Ο
Ἀναστ. Δημητριάδης Πανουρ. Πανουργιᾶς Ο
Γεώργ. Κούστας Θάνος Κανακάρης
Ἰω. Τσιμάρας ΟἈχ. Χοϊδᾶς Ν
Γερ. Μουσούρης ΟἈντ. Ρικάκης Ν
Α. Ἄννινος ΚαβαλιεράτοςΟἸω. Τσερτίδης
Θεόφραστος Μεταξᾶς ΟΝικ. Κουμανιώτης
Διον. Καλούτσης Ἄγγ. Ροῦφος Ν
Σπυρ. Στάης ΟΝικ. Καράπαυλος Ο
Μιχ. Πολίτης Παν. Σάκκης
Θεόδ. Θερμογιάννης Σπ. Γρίβας Ο
Ἰω. Καλούτσης ΟἸω. Βρυώνης Ν
Στέφ. Κοπανίτσας Π. Ἄννινος Καβαλιεράτος
Κωνστ. Σαλταφέρος Ἰω. Γεωργιάδης Ο
Πέτρ. Βαρβιτσιώτης ΟΓεώργ. Ν. Μπούμπουλης Ο
Μελέτ. Ρουσόπουλος Γεώργ. Π. Μπούμπουλης Ο
Δημοσθ. Ματάλας Ἀλέξ. Γ. Σοῦτσος Ο
Νικ. Καραστέργιος Ἀνδρ. Συγγρός
Ἀργ. Διδίκας ΟΔημ. Βοκοτόπουλος Ο
Ἐδίπ–Σερέφ–Χασίπ Μ. Μπογιατζόγλους Ο
Ἰω. Λάππας Ἰω. Γκιὼν Ο
Νικ. Μπουρίδης ΟΝικ. Φώσκολος Ο
Περ. Βαλαωρίτης ΟΣωτ. Χατζηγάκης
Γερ. Σέρβος ΝΚωνστ. Χατζηπέτρος
Κωνστ. Χαλκιόπουλος ΟΧρ. Μπλετσάκης
Ἀθαν. Εὐταξίας ΝΓ. Κανούτας Ο
Κων. Κωνσταντόπουλος Εὐστ. Κοκκέβης
Παν. Μανέτας Δημ. Παπατσώρης Ο
Χρ. Καραβίτης ΟΝικ. Ζητουνιάτης Ο
Διον. Κατρίτσης ΟΔημ. Ζουλούμης
Ἀνδρ. Σκαλτσᾶς ΟΝικ. Χατζῖσκος
Ἀριστοβούλος Μάνεσης ΝΚωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ο
Βασ. Δροσινός Δημ. Κρίττας Ο
Νικ. Βαλάσης ΟἩρ. Γαζέπης
Ἐμμ. Δημητριάδης Β. Βουδούρης Ο
Κωνστ. Σαχτούρης Νικ. Καλογερόπουλος Ο
Ἐπαμ. Κριεζῆς Θεμ. Α. Κανάρης Ο
Νικ. Τσαμαδὸς ΟΚων. Παπανικολῆς Ο
Βησ. Χατζηαγγελάκης Ο

§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 121. Ἐκ τούτων 19 εἶπον Ναὶ καὶ 102 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἀπεῤῥίφθη. Τίς ἔχει τὸν λόγον;

§79Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς δὲν θὰ ὁμιλήσῃ;

§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴπομεν, ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν.

§81ΜΑΝΕΣΗΣ. Τὸ σπουδαιότερον θέμα, Κύριοι, ἐν ὅλοις τοῖς Κοινοβουλίοις τοῦ κόσμου εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, μόνον δ’ ἐν Ἑλλάδι θεωρεῖται πάρεργον. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐμφαίνει συζήτησιν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, δι’ ἧς μέλλει νὰ διοικηθῇ τὸ Κράτος, ἐν συγκρίσει τῆς πολιτικῆς ταύτης πρὸς τὴν πολιτικὴν τοῦ παρελθόντος καὶ τὰ ἀποτελέσματα ἐκείνης. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι καθ’ ὅλας τὰς συνόδους τῆς παρελθούσης δεκαετίας ἡ πολιτικὴ ἐν γένει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἰδίᾳ ἡ οἰκονομικὴ αὐτοῦ πολιτικὴ, κατεκρίνετο καὶ ἠλέγχετο ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν ταῖς βάσεσιν αὐτῆς ὡς σφαλερὰ καὶ ἐπιζήμιος, ἀλλ’ εἰς τὰς γνώμας αὐτῆς δὲν ἔτεινε δυστυχῶς τὸ οὖς οὔτε ὁ πολὺς κόσμος, οὔτε μέγα μέρος τῶν ἀντιπροσώπων. Τοιαύτη ἦτο ἡ πεποίθησις ἐπὶ τὴν ἀξίαν καὶ ἱκανότητα τοῦ κυβερνήτου τῆς χώρας. Ἀλλ’ ὅταν κατὰ τὸν παρελθόντα Μάϊον ὁ πολὺς κόσμος εἶδε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν φεύγοντα τροχάδην τὴν ἀρχὴν, ἐγκαταλιμπάνοντα τουτέστι τὰς τάξεις, ἐν αἷς ἔταξεν αὐτὸν τὸ ἔθνος διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, καὶ ἐμβάλλοντα ἀποτόμως, τῆς Βουλῆς ἀπούσης, διὰ τῆς ἀξιοποίνου φυγῆς ἐκείνης τὴν ἑτέραν τῶν καθεστηκυιῶν ἐξουσιῶν εἰς ἀπόγνωσιν περὶ τοῦ πρακτέου, τὰ πράγματα μετεβλήθησαν. Καὶ περὶ μὲν τῆς πολιτικῆς ἐκείνης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δευτέρα γνώμη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ τις ὁ ἀμφισβητῶν, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἤγαγεν ἡμᾶς εἰς τὴν οἰκονομικὴν καταστροφήν. Δύναται μὲν ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ διαχειρίζηται διὰ τῆς δεξιότητος καὶ ἐπιτηδειότητος τοῦ προέδρου αὐτῆς δικαιολογίας ἐπὶ δικαιολογιῶν πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, δύναται νὰ παριστᾷ ἀλάνθαστον, ἄσπιλον καὶ ἀμόλυντον τὸν ἐργάτην αὐτῆς, δύναται νὰ ἐπισωρεύῃ ὅλας τὰς εὐθύνας τῆς ἀποτυχούσης ὀλεθρίας ἐκείνης πολιτικῆς ἐπὶ τοὺς ἀντιπάλους τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι καὶ ἐκείνη πρεσβεύει, ὅτι οὐδένα αἱ δικαιολογίαι αὗται δύνανται νὰ πείσωσιν, εἴτε ἐντὸς εἴτε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς· διότι καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἐπανελήφθησαν πλειστάκις αἱ δικαιολογίαι αὗται διὰ τῶν ἀγορεύσεων τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δικαιολογοῦντος ἑκάστοτε τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἀγορεύσεων τὰ σχετικὰ ἀποσπάσματα ἐντέχνως ἐκωδικοποιήθησαν ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς. Ἀλλαχοῦ τοιαύτη πολιτικὴ καὶ οἱ ἐργάται αὐτῆς ἤθελον τεθῆ ἐκποδὼν, καὶ μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ τῶν παραδόξων, βλέπει τις προτεινομένην πρὸς ἐπανάληψιν τὴν αὐτὴν πολιτικὴν, καὶ τοὺς ἐργάτας αὐτῆς ἐπανερχομένους ἐκ νέου ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς, ἵνα συνεχίσωσι τὸ ἔργον αὑτῶν· διότι οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἡ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ προτεινομένη πολιτικὴ ἢ συνέχεια τῆς πολιτικῆς τοῦ παρελθόντος, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς ἀντίγραφον τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ παρελθόντος, μὲ τὴν διαφορὰν ἴσως, ὅτι οὗτος ἐπιβαρύνεται διὰ δαπανῶν, προερχομένων ἐκ τῆς ἐπιθυμίας, ἣν δηλοῦσι πρὸς ἐπαύξησιν θέσεων. Ἀλλὰ μήπως, πτωχεύσαντες δυστυχῶς,—ἵνα ἐπαναλάβω τὴν φράσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,—προηγάγομεν τὸ Κράτος ἐσωτερικῶς κατὰ ἓν βῆμα θετικὸν πολιτισμοῦ; μήπως ἐμορφώσαμεν μὲ τὰ δάνεια διοικητικῶς τὴν χώραν; Ἐπνίγημεν εἰς τὰ χρέη, ἀνεβιβάσαμεν τὰ χρέη εἰς ὀκτακόσια ἑκατομμύρια δραχμῶν, καὶ δὲν ἐπόνεσεν ἡ ψυχή μας νὰ θυσιάσωμεν τρία ἑκατομμύρια, ἵνα ἀνεγείρωμεν φυλακὰς εἰς τρία ἢ τέσσαρα κατάλληλα κέντρα, διὰ ν’ ἀπαλλαγῶμεν τῶν ἁπανταχοῦ τοῦ Κράτους τρωγλῶν, ἐν αἷς ῥίπτομεν ἀσπλάγχνως τὰ ἀπόκληρα ἐκεῖνα ὄντα τῆς κοινωνίας, τοὺς καταδίκους, ἵνα ἀποφύγωμεν τὰ αἴτια τῆς πολιτικῆς διαφθορᾶς, τὰς πιέσεις τῶν ἐκλογέων ἐπὶ τοὺς ἀντιπροσώπους, τὰς πιέσεις τῶν ἀντιπροσώπων ἐπὶ τὰς Κυβερνήσεις πρὸς ἐνοικίασιν σεσαθρωμένων οἰκημάτων διὰ φυλακὰς, ἵνα ἐξασφαλισθῶμεν ἀπὸ τὰς συνεχεῖς ἀποδράσεις, ἵνα ἀποφύγωμεν τοσαύτας ἑστίας μολύσματος, ἐξυγιαίνοντες τὸν τόπον, ἵνα ἀπαλλάξωμεν περὶ τοὺς 1500 ἄνδρας, ἐνασχολουμένους καθ’ ἑκάστην εἰς τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν, ἵνα ἐπὶ τέλους ἔχωμεν μεγίστην οἰκονομίαν, ὡς θέλω πάραυτα ἀποδείξει. Ἐὰν λάβητε, Κύριοι, ὑπ’ ὄψει τὴν δαπάνην τὴν ἀναγραφομένην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ σχετικοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης πρὸς πληρωμὴν ἐνοικίων οἰκημάτων χρησιμευόντων ἐν τοῖς διαφόροις μέρεσι τοῦ Κράτους ὡς φυλακῶν, θέλετε εὕρει αὐτὴν ἀνερχομένην εἰς ὀγδοήκοντα πέντε χιλιάδας δραχμῶν ἐτησίως διὰ τὰς φυλακὰς ἐν Σύρῳ, ἐν Ἀθήναις, ἐν Χαλκίδι, ἐν Λαμίᾳ, ἐν Ἀμφίσσῃ, ἐν Ναυπλίῳ, ἐν Τριπόλει, ἐν Καλάμαις, ἐν Κυπαρισσίᾳ, ἐν Σπάρτῃ, ἐν Πάτραις, ἐν Μεσολογγίῳ, ἐν Πύργῳ, ἐν Λευκάδι, ἐν Ζακύνθῳ, ἐν Κερκύρᾳ, ἐν Ἄρτῃ, ἐν Λαρίσσῃ, ἐν Τρικκάλοις, ἐν Καρδίτσῃ, ἐν Βώλῳ. Ἐὰν δὲ προσθέτητε εἰς ταῦτα δι’ ἐπισκευὰς καὶ μεταῤῥυθμίσεις δραχμὰς ἓξ χιλιάδας, ἔχετε ἐν ὅλῳ 91,351. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει τὴν δαπάνην τὴν ἀναγραφομένην πρὸς πληρωμὴν τοῦ προσωπικοῦ τῶν 21 φυλακῶν, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς 114,000 δραχμῶν, ἐπειδὴ διὰ τῆς συγκεντρώσεως αὐτῶν εἰς τρία σημεῖα μόνον τὸ ἕβδομον αὐτῆς σᾶς ἀναγκαιοῖ, θέλετε ἔχει 97,715 κέρδος ἐκ τούτου. Ἐὰν δὲ προσθέσητε τὴν πληρωμὴν τῶν ἐνοικίων, τῶν ὁποίων ἠθέλατε ἀπαλλαγῆ, ἐξ 81,341, ἔχετε ἐκ τῶν δύο κονδυλίων κέρδος 179,056. Ἐὰν προσέτι λάβητε ὑπ’ ὄψει τὴν ἀναγραφομένην δαπάνην πρὸς συντήρησιν καὶ διατροφὴν καταδίκων, ἥτις ἀνέρχεται εἰς 1,300,000, οὐ μόνον πρὸς διατροφὴν, ἀλλὰ καὶ πρὸς θέρμανσιν εἰς τὰ διάφορα αὐτὰ μέρη κλπ., θέλετε ἔχει οἰκονομίαν τὸ ὀλιγώτερον 300,000 δραχμῶν, ὡς ἐκ τῆς συγκεντρώσεως εἰς τρία σημεῖα, διότι ἡ διατροφὴ τότε καθίσταται πολὺ εὐθηνοτέρα. Ἐὰν δὲ προσθέσητε τὴν ἰδιαιτέραν δαπάνην διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν ἄλλων φυλακῶν, καταργηθησομένων, ἀνερχομένην εἰς 26,944, πλὴν τοῦ σωφρονιστηρίου Κερκύρας καὶ τοῦ σωφρονιστηρίου Ἀθηνῶν, τουτέστι τῶν φυλακῶν Συγγροῦ, τὰς ὁποίας βεβαίως θέλετε διατηρήσει, ἠθέλατε ἔχει ἐν ὅλῳ 506,000 δραχμῶν οἰκονομίαν. Ἑπομένως, ἂν ἀφαιρεθῶσι 16,000 διὰ συντήρησιν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος μεγάλων φυλακῶν, προκύπτει 490,000 κέρδος ἐτήσιον, ἐπιβαρῦνον ἤδη τὸν προϋπολογισμόν. Ἐὰν δὲ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῶν 490,000 τὸν τόκον τῶν 3,000,000 πρὸς 6 τοῖς ἑκατὸν, ἤτοι 180,000 φράγκων, ἠθέλομεν ἔχει ἑπομένως 310,000 δραχμὰς, αἵτινες ἤθελον χρησιμεύει ὡς χρεώλυτρον, καὶ ἐντὸς δεκαετίας ἠθέλετε ἔχει ἤδη τὰς φυλακὰς ἑτοίμους, ἀνακεκτημένα τουτέστι τὰ κεφάλαια. Ἐὰν δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ 1500 ἄνδρες, οἱ καθ’ ἑκάστην ἐνασχολούμενοι πρὸς φρούρησιν τῶν φυλακῶν, ἤθελον ἀπαλλαγῆ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, ἀνατιθεμένης εἰς τὴν χωροφυλακὴν, τοῦτο ἤθελεν ἐπιτρέψει εἰς τὸ Κράτος, ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ζημίας, νὰ παρέχῃ εἰς δύο καὶ πλέον χιλιάδας ἄνδρας ὑποχρεωτικὴν ἄδειαν ἐκ περιτροπῆς, ἐξ οὗ ἤθελεν ἐπέλθει περὶ τὰ 2,000,000 οἰκονομία, ἐὰν ὑπολογίσωμεν τὴν ἐτησίαν δαπάνην δι’ ἕκαστον στρατιώτην εἰς 800 ἐπὶ ἔλασσον δραχμάς. Καὶ ἂν μὲν ἐλαμβάνετε ὑπ’ ὄψει τοῦτο καὶ ἀπεστέλλετε εἰς ὑποχρεωτικὴν ἄδειαν τοὺς ἄνδρας ἐντὸς διετίας, ἠθέλετε ἔχει ἀνακεκτημένα τὰ κεφάλαια ἀλλὰ ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι ἐπιθυμεῖτε νὰ διατηρήσητε εἰς τὰς τάξεις τοὺς ἄνδρας αὐτοὺς καθ’ ὅλον τὸν χρόνον τῆς διετίας· Θέλετε τότε περιορισθῆ εἰς τὰ δύο ἄλλα κονδύλια, τὰ ὁποῖα ἀνωτέρω ἀνέφερα. Ἀλλὰ λάβετε καὶ ἄλλο τι σπουδαιότερον· ἁπανταχοῦ τοῦ Κράτους ἔχετε τὰς πολιτικὰς καὶ στρατιωτικὰς ἀρχὰς ἐγκατεστημένας βεβαίως οὐχὶ μετ’ ἀνθρωπισμοῦ καὶ ἀξιοπρεπείας ἐντὸς οἰκιῶν, τὴν ὑπέρογκον συνήθως ἐκμίσθωσιν τῶν ὁποίων ἐπιβάλλουσιν οἱ ἐκλογεῖς διὰ τῶν Βουλευτῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν λάβητε τὰ ἀναγραφόμενα ποσὰ, τὰ χρησιμεύοντα πρὸς ἐκμίσθωσιν τῶν οἰκημάτων τούτων, θέλετε ἴδει, διὰ τῆς αὐτῆς μεθόδου, διὰ τῆς αὐτῆς σκέψεως, τοῦ αὐτοῦ ὑπολογισμοῦ, ὅτι ἐντὸς δεκαετίας, δαπανῶντες τὸ ἀνάλογον χρῆμα, ἠθέλετε ἔχει ἀνακεκτημένα τὰ κεφάλαια ἡμῶν, ἀνάκτορα δὲ πρὸς ἐγκατάστασιν τῶν ἀρχῶν εἰς ὅλους τοὺς δήμους, οἵτινες μάλιστα πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν ἤθελον προσφέρει τὰ γήπεδα δωρεάν. Βεβαίως τὰ τοιαῦτα ἔργα εἶναι μικρὰ, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Τρικούπη, ἀπέναντι τῶν μεγάλων αὐτοῦ ἀτασθάλων ἐπιχειρήσεων, καὶ διὰ τοῦτο ἐπάθομεν τὸ πάθημα τοῦ ἁλιέως ἐν Ἀφρικῇ, ὅστις ἀναζητῶν τὰ μεγάλα δὲν ἠρκεῖτο εἰς τὰ λιανὰ, καὶ περιέστη εἰς τὴν αἰχμαλωσίαν· καὶ ἐκεῖνος μὲν κατεδικάσθη νὰ κινῇ διὰ τῶν χειρῶν τὸν χειρόμυλον, καὶ διὰ τῶν ποδῶν τὴν κοιτίδα τοῦ βρέφους, ἡμεῖς δὲ κατεδικάσθημεν ἤδη νὰ τίλλωμεν τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς, περιελθόντες εἰς χρεωκοπίαν. Δὲν ἠξίου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ καταγείνῃ εἰς τοιαῦτα ἔργα, ἀλλ’ ἐπεθύμει νὰ καταπλήξῃ διὰ τῆς συγχρόνου ἐκτελέσεως μεγάλων ἔργων τὸν κόσμον ὅλον. Ἀλλὰ τὰ ἔργα ἐκεῖνα ἠδύναντο ν’ ἀναβληθῶσι εἰς τὴν μέλλουσαν γενεάν· οἱ ὀδοντωτοὶ καὶ ἐναέριοι σιδηρόδρομοί εἰσιν ἔργα ἄστοχα καὶ ἐπιζήμια νῦν, ὁπόταν πρώτισται ἀνάγκαι βοῶσι, μένουσαι ἀθεράπευτοι...

§82Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θέλετε μικρὰν διακοπὴν, κύριε Βουλευτά;

§83ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω διακοπήν.

§84ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ, κύριε Πρόεδρε, ὁ κατάλογος, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν ἤμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ.

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 11 καὶ 30′ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 66
2τῆς 26 Φεβρουαρίου 1894.
3(Σάββατον).
4Ὥρᾳ 5 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπι-
6κυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνε-
7δριάσεως).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πέντε δήμαρχοι τῆς ἐπαρχίας Ἄρτης διὰ
9τηλεγραφήματός των πρὸς τὴν Βουλήν, διερμηνεύοντες τὰ
10αἰσθήματα τῶν συνδημοτῶν αὐτῶν, συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς
11μεταφορᾶς τοῦ ὑποτελωνείου Κοπραίνης εἰς Μενίδιον.
12Πολλοὶ κάτοικοι Ἄρτης δι’ ἑτέρου τηλεγραφήματος
13παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ἵνα μὴ πραγματοποιηθῇ τὸ μελε-
14τώμενον μέτρον περὶ μεταφορᾶς τοῦ ὑποτελωνείου Κοπραίνης
15εἰς Μενίδιον, διότι τοῦτο ἔσται καταστρεπτικὸν δι’ αὐτούς.
16Ἀμφότερα τὰ τηλεγραφήματα ταῦτα θὰ σταλῶσιν εἰς
17τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
18Ἐπιτροπὴ συλλαλητηρίου, συνελθόντος ἐν Πύργῳ, μετα-
19βιβάζει τηλεγραφικῶς ψήφισμα, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐκφράζεται ἡ
20θλῖψις τῶν κατοίκων Πύργου ἐπὶ τῇ ἀποῤῥίψει ὑπὸ τῆς
21Βουλῆς τοῦ περὶ παρακρατήσεως νομοσχεδίου, παρακαλεῖται
22δὲ ἡ Βουλή, ἵνα ψηφίσῃ οἱονδήποτε σταφιδικὸν νομοσχέδιον
23ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς καταστάσεως.
24Διάφοροι κατάδικοι, κρατούμενοι ἐν ταῖς φυλακαῖς Τρικ-
25κάλων, παραπονοῦνται κατὰ τοῦ παντοπώλου τῶν φυλα-
26κῶν, καὶ παρακαλοῦσιν ἵνα ληφθῇ πρόνοια ὑπὲρ αὐτῶν.
27Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης
28Ὑπουργεῖον.
29Οἱ ταμβακοποιοὶ Πατρῶν, παρακαλοῦσιν ὅπως γίνηται
30διάκρισις μεταξὺ φορολογίας καπνοῦ καὶ ταμβάκου. Παρα-
31πέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
32Ὑπουργεῖον.
33Οἱ βουλευταὶ Ἄρτης κ. κ. Γ. Παχὺς καὶ Μιχ. Λάμπρος
34ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ νόμου
35περὶ γαιῶν καὶ φυτειῶν καὶ ἐπὶ τὸν νομὸν Ἄρτης.
36Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα,
37ἀριθ. 192).
38§2ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρ-
39χίας Ἠλείας, ὀφείλω νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἡ διὰ τοῦ πρὸ ὀλί-
40γου ἀνακοινωθέντος ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου τηλεγραφή-
41ματος παριστανομένη ἐν Ἠλείᾳ κατάστασις εἶναι δυστυ-
42χῶς ἀληθής. Ἡ οἰκονομικὴ στενοχωρία τοῦ τόπου ἐκείνου,
43ἡ στέρησις καὶ ἡ πεῖνα, ἃς δοκιμάζουσιν οἱ κάτοικοι τῆς
44ἐπαρχίας Ἠλείας, εἶναι ἀπερίγραπτοι, καὶ δέον νὰ ἐφελκύ-
45σωσι τὴν σπουδαίαν προσοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς
46Κυβερνήσεως. Ἡ ἄλλοτε εὔφορος καὶ πλουσία Ἠλεία,
47ἡ συνεισφέρουσα εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα καὶ εἰς τὰ τῆς Ἐθνι-
48κῆς Τραπέζης ἀπείρους εἰσπράξεις, σήμερον πάσχει οἰκονο-
49μικῶς καὶ πένεται εἰς βαθμὸν ἀπίστευτον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου
50ἐπικαλεῖται τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθνι-
51κῆς Τραπέζης. Ἡ συνδρομὴ αὕτη ἐπιβάλλεται καὶ ἐκ κα-
52θήκοντος φιλανθρωπίας ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας καὶ ἐξ
53ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς
54τὸν τόπον ἐκεῖνον, παρὰ τοῦ ὁποίου πολλὰ μέχρι τοῦδε
55ἀπεκόμισαν κέρδη. Ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης
56ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις σκέπτηται νὰ λάβῃ
57μέτρα προστατευτικὰ, καὶ ποῖα. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον
58θεωρῶ ἐπιβαλλόμενον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραγγείλῃ
59τὰς ἐν Ἠλείᾳ οἰκονομικὰς ἀρχὰς νὰ παύσωσι πᾶσαν εἴσ-
60πραξιν τῶν δημοσίων φόρων, ὡς καὶ πᾶσαν καταδίωξιν τῶν
61δημοσίων ὀφειλετῶν. Πρὸς τούτοις ἐπάναγκες θεωρῶ νὰ
62παρακληθῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἵνα προσέλθῃ ἀρωγὸς πρὸς
63τὴν ἐπαρχίαν Ἠλείας, πρὸς ἣν ὀφείλει τὸ μέγιστον μέρος
64τῶν κεφαλαίων της.
65§3ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἐκ τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεων
66τῶν καθυστερούντων ὑπάρχουσιν ἐντάλματα πλέον τῶν
6710,000, τῶν ὁποίων ἡ ἐκτέλεσις ἐξαναγκάζει τοὺς κατοί-
68κους ν’ ἀπομακρύνωνται τῶν πόλεων καὶ τῶν χωρίων καὶ
69νὰ φυγοδικῶσιν, ἵνα μὴ συλληφθῶσι· τοῦθ’ ὅπερ βλάπτει τὰ
70συμφέροντα καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἰδιωτῶν. Ἐν τοιαύτῃ
71κρισίμῳ περιστάσει, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον
72τῆς Κυβερνήσεως νὰ τροποποιήσῃ τὸν νόμον ἐκεῖνον οὕτως,
73ὥστε οἱ ὀφειλέται νὰ καταβάλλωσι μέρος μόνον τῶν ὀφει-
74λομένων ἐκ τῶν διὰ τῶν ἐνταλμάτων ζητουμένων, καὶ οὕτω
75καὶ τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράττῃ κἄτι τι καὶ οἱ πολῖται νὰ
76ἀπαλλαγῶσι τῆς καταπιέσεως.
77§4ΡΙΚΑΚΗΣ. Συμφώνως μὲ τὴν σύστασιν τῶν κυρίων Βου-
78λευτῶν, καὶ λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ διαφόρων παραπόνων,
79τὰ ὁποῖα ἐγείρονται, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν,
80νὰ πείσῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἵνα ἔλθῃ ἀρωγὸς τῶν
81πασχόντων σταφιδοκτημόνων, ἢ τουλάχιστον νὰ ἀναστείλῃ
82τὰς καταδιώξεις, ἀφοῦ δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς βοήθειαν
83διὰ λόγους, οὓς θέλομεν ἐξετάσει. Διότι ἡ καταδίωξις σή-
84μερον εἶναι πολὺ αὐστηρὰ, καὶ θὰ καταντήσωσιν οἱ ὀφει-
85λέται νὰ μείνωσιν ἀκτήμονες, ἡ δὲ Τράπεζα θὰ γείνῃ ἰδιο-
86κτήτης ὅλων τῶν σταφιδαμπέλων.
87§5ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρατηρήσω, ὅτι εἶναι φο-
88βερὸν νὰ βλέπῃ τις τὴν κατάστασιν τῆς Ἠλείας. Πλειστη-
89ριάζονται τὰ κτήματα τῶν ὀφειλετῶν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς
90Τραπέζης, πρέπει δὲ νὰ σταματήσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, διότι
91πολλὰ τῶν κτημάτων ἐξ ἀνεχείας τῶν πωλητῶν δὲν κατα-
92κυροῦνται οὔτε εἰς τὸ τρίτον τῆς ἀξίας των. Τοῦτο δὲ δὲν
93δύναται νὰ ἔχῃ καὶ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα διὰ τὴν Τρά-
94πεζαν· θὰ ἦτο ἴσως ὀρθὸν εἰς ἄλλην ἐποχὴν, ἀλλὰ σήμερον,
95ἐν ᾗ καταστάσει εὑρίσκεται ἡ ἐπαρχία, πρέπει νὰ σταμα-
96τήτῃ ὁ πλειστηριασμός.
97§6ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώ-
98τιδος βουλευτὴς κ. Χατζῖσκος ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν πρὸς
99τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ μέχρι σήμερον
100ἀγνοῶ διὰ τίνας λόγους, δὲν τῷ ἐδόθη ἀπάντησις. Πρόκει-
101ται περὶ τῆς ἀμοιβῆς ἐπὶ τῷ φόνῳ τοῦ ἐπικηρυχθέντος λῃ-
102στοῦ Βέλλιου. Δὲν θὰ ἔκαμνον δὲ τὴν ὑπόμνησιν ταύτην,
103ἂν δὲν ἐλάμβανον τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα τοῦ ἐνδιαφερομένου
104Τσιμπλάκη, ἐν Πάτραις διαμένοντος (ἀναγινώσκει): «Τρεῖς
105μῆνες ἀφ’ ὅτου ἐξηφάνισα λήσταρχον Βέλλιον παρῆλθον,
106καὶ ἀκόμη δὲν μοὶ ἐδόθη ἀμοιβή!...»
107Ὅταν ἀποβλέψωμεν ἀπὸ ποίαν φοβερὰν βάσανον ὁ ἀνα-
108φερόμενος Τσιμπλάκης ἀπήλλαξε τὴν Παρνασσίδα καὶ τὰς
109γειτονικὰς ἐπαρχίας,—καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερι-
110κῶν γνωρίζει καλῶς τὰ περὶ τούτου, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία διὰ
111τῆς ἐπικηρύξεως ἐπὶ τοιαύτῃ ἀμοιβῇ ἀνέλαβε τὴν ὑπο-
112χρέωσιν νὰ πληρώσῃ αὐτὸν,—ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι
113καὶ ἄλλα τέρατα ὑπάρχουσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, τὰ ὁποῖα
114πρέπει νὰ ἐκλείψωσι, ἔχομεν καθῆκον νὰ σπεύσωμεν, ὅπως
115δώσωμεν τὴν ἀμοιβήν.
116§7ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
117Εἶμαι σύμφωνος εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ἀλλὰ δὲν
118μοὶ ἐστάλη ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Φθιώτιδος,
119δὲν ἔχω δὲ προχείρους πληροφορίας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἵνα
120ἀπαντήσω. Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ στείλῃ ἐγκαίρως
121εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅπως
122λάβω ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω.
123§8ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀντικείμενον ἐπερωτήσεως, εἶναι
124ὑπόμνησις, διότι πρόκειται νὰ μὴ κλονισθῇ ἡ πεποίθησις
125τῶν πολιτῶν ἐπὶ τὰς ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως.
126§9ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ κλονισθῇ ἡ πεποίθη-
127σις, διότι ἐβράδυνεν ὀλίγον ἡ ἀπονομὴ τῆς ἀμοιβῆς.
128§10ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ τὸ Προδρεῖον νὰ δώσῃ αὐστη-
129ρὰς διαταγὰς, ὅπως πέμπωνται αἱ ἐπερωτήσεις εἰς τοὺς
130κυρίους Ὑπουργοὺς, διότι παρατηρῶ, ὅτι καὶ ἄλλη τις
131ἐπερώτησίς μου δὲν ἐστάλη, καίτοι ἐγένετο πρὸ μιᾶς ἑβδο-
132μάδος.
133§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
134Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ
135τοῦ Κράτους.
136§12ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἠναγκάσθην, Κύριοι, προχθὲς νὰ ἀναδράμω
137εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ν’ ἀνερευνήσω τὰ αἴτια, τὰ παραγα-
138γόντα τὴν σημερινὴν κατάστασιν, διότι οὕτω πως μόνον
139ὑπολαμβάνω δυνατὸν ν’ ἀποφύγωμεν ἐν τῷ μέλλοντι τὰ
140σφάλματα τοῦ παρελθόντος καὶ ν’ ἀνεγείρωμεν τὸ οἰκονο-
141μικὸν ἡμῶν οἰκοδόμημα ἐπὶ νέων ὑγιεστέρων καὶ ἀσφαλε-
142στέρων βάσεων. Τὴν ἔρευναν ταύτην εἶχε βεβαίως λόγους
143ν’ ἀποφύγῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ἐγίνωσκε κάλλιστα,
144ὅτι δι’ αὐτῆς θ’ ἀνεκίνει τὸν ἀνάγυρον καὶ θὰ ἔδιδεν ἀφορ-
145μὴν, ἵν’ ἀποκαλυφθῶσιν ἀλήθειαι πικραὶ δι’ αὐτόν. Τὴν ἔρευ-
146ναν ταύτην ἀποκρούουσι καὶ πάντες οἱ ἐξ ἐπιπολῆς κρίνον-
147τες τὰ πράγματα καὶ νομίζοντες ὅτι εἶναι δυνατόν ποτε,
148ἄνευ ἀκριβοῦς διαγνώσεως τῶν αἰτίων τοῦ κατατρύχοντος
149ἡμᾶς κακοῦ, νὰ ἐξεύρωμεν τὴν προσήκουσαν αὐτοῦ θερα-
150πείαν. Οἱ τελευταῖοι ὅμως οὗτοι μόνον τὸν οἶκτον δύναν-
151ται νὰ κινήσωσιν ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι συνείδησιν τοῦ
152καθήκοντος, ὅπερ ἐπιβάλλεται εἰς αὐτοὺς, καὶ ὡς πολίτας,
153μάλιστα δὲ ὡς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, ἵνα ἐγκύψωσιν
154εἰς βαθυτέραν μελέτην τῆς παρούσης καταστάσεως καὶ
155τῶν παραγωγικῶν αὐτῆς αἰτίων, καὶ οὕτως ἐξεύρωσι τὸν
156προσφορώτερον τρόπον εἰς βελτίωσιν αὐτῆς.
157Τὸ καθῆκον τοῦτο ἠθέλησαν νὰ ἐπιτελέσωσι καὶ τὰ μέλη
158τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς,
159κατὰ τρόπον ὅμως, ὡς εἴδομεν, ἐπισκοτίζοντα μᾶλλον ἢ
160διαφωτίζοντα τὴν ἀλήθειαν. Ὤφειλον δ’ ἐγὼ ν’ ἀνασκευάσω
161πάσας τὰς περὶ τοῦ παρελθόντος πεπλανημένας γνώμας
162των, ὅπως οὕτως ἐπανορθώσω καὶ τὰς περὶ τοῦ μέλλοντος
163σφαλερὰς προβλέψεις των. Καὶ τοιαύτη κατ’ ἐξοχὴν πε-
164πλανημένη γνώμη τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἣν
165φαίνεται ἀσπαζομένη αὕτη, κατ’ ἀπομίμησιν πάντως τοῦ
166κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἡ περὶ δῆθεν ἐπιτευ-
167χθέντος ἤδη ἀληθοῦς ἰσοζυγίου μεταξὺ ἐσόδων καὶ
168ἐξόδων τοῦ Κράτους ἐπὶ τῷ νομίμως ἐν τῇ χώρᾳ
169κυκλοφοροῦντι τραπεζικῷ νομίσματι. Ἀλλὰ ποῦ
170ἴχνος, Κύριοι, τοιούτου ἰσοζυγίου ἐν πᾶσι τοῖς μέχρι τοῦδε
171προϋπολογισμοῖς τοῦ Κράτους; Δὲν εἶναι τολμηρὸν πλέον
172νὰ ὁμιλῇ τις περὶ ἰσοζυγίου, καθ’ ὃν χρόνον καὶ αὐτὸς ὁ κ.
173Τρικούπης, ὑπὸ τῆς ἐπιβολῆς τῶν πραγμάτων ἐξαναγκα-
174σθεὶς, δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποκρύψῃ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει
175τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ (σελ. 41) τὰ ἐλλείμ-
176ματα τῶν ἀπὸ τοῦ 1882–1892 χρήσεων, ἐλλείμματα
177ἀνερχόμενα ἐν ὅλῳ εἰς τὸ καταπληκτικὸν ποσὸν τῶν
178303,680,641 δραχμῶν; Ἰδοὺ, Κύριοι, ὁ σχετικὸς πίναξ,
179ὁ δημοσιευθεὶς ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
180 Ἔξοδα Ἔσοδα Ἐλλείμματα
181
1821882 58,879,495.23 63,997,765.58 5,118,270.35
1831883 58,537,556.10 67,795,868.91 9,258,312.81
1841884 60,744,637.07 90,846,783.80 30,102,146.73
1851885 61,110,133.08 122,797,767.24 61,687,634.16
1861886 63,103,471.15 129,717,525.07 66,614,053.92
1871887 82,849,805.38 91,236,606.96 8,386,801.58
1881888 89,551,394.94 104,450,858.71 14,899,463.77
1891889 83,731,591.09 100,674,829.89 16,943,238.80
1901890 79,931,795.22 125,902,413.86 45,970,618.64
1911891 90,272,212.26 122,625,177.74 32,352,965.48
1921892 94,929,469.37 107,276,604.17 12,347,134.80
193 823,641,560.891,127,322,201.93303,680,641,01
194Τὰ ἐλλείμματα ταῦτα, Κύριοι, ἀναλογοῦσι πρὸς δραχ.
19527,600,000 περίπου καθ’ ἑκάστην χρῆσιν, καὶ δὲν εἶναι
196μόνα αὐτά. Ἔχομεν προσέτι τὰ λανθάνοντα ἐλλείμματα
197ὑπὸ τὴν σύγχυσιν τῶν εἰς χρυσὸν πρὸς τὰς εἰς τραπεζικὰ
198γραμμάτια πληρωμὰς, καθ’ ἣν διὰ τὰς πρώτας οὐδεμία
199νομισματικὴ διαφορὰ ἀναγράφεται. Ἐὰν προϋπελογίζετο
200νῦν ἡ διαφορὰ αὕτη, κατὰ τὴν σήμερον μάλιστα τρέχου-
201σαν νομισματικὴν διαφορὰν, θὰ ἐβλέπετε τὰ περὶ ὧν ὁ λό-
202γος ἐλλείμματα προσεγγίζοντα εἰς τὰ 400,000,000 δρ.
203ἐν συνόλῳ. Οὕτως ἐξηγεῖται βεβαίως καὶ ἡ ἐπελθοῦσα
204χρεωκοπία τοῦ Κράτους, καὶ οὐχὶ διὰ τῶν γνωστῶν ἐκείνων
205λογιστικῶν τεχνασμάτων, διὰ τῶν λαθροχειριῶν περὶ τοὺς
206ἀριθμοὺς, δι’ ὧν ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Δημοσίου ἡμῶν
207Λογιστικοῦ λούει καὶ κτενίζει τὴν διαχείρισιν τοῦ ἀξιοτί-
208μου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, περιορίζων ταχυδακτυλουρ-
209γικῶς τὰ ἐλλείμματα ὅλων τῶν χρήσεων, καθ’ ἃς οὗτος
210διῴκει τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικὰ, εἰς μόνα 2,819,887
211δρ. καὶ 99 λεπτά! Ὅπως δὲ μὴ μείνῃ εἰς ὑμᾶς ἡ ἐλαχί-
212στη ἀμφιβολία περὶ τοῦ πράγματος, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ
213ἐξετάσω δι’ ὀλίγων ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα αὐτὰ τὰ ἀποτελέ-
214σματα τῆς χρήσεως τοῦ 1892, ἣν ὁ κ. Τρικούπης προ-
215βάλλει ὡς πρόσωπον τηλαυγὲς τῆς ὅλης διαχειρίσεώς του,
216ὡς τὴν ἀποκαταστήσασαν τὸ ἀληθὲς ἰσοζύγιον τῶν ἐσό-
217δων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους.
218Ἔχομεν ἤδη πρὸ ἡμῶν, δημοσιευθέντα καὶ ἐν τῷ τεύ-
219χει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894, τὸν προσωρινὸν ἀπο-
220λογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1892. Εἶναι ἀληθές, ὅτι κατ’
221αὐτὸν τὸ ἔλλειμμα ἀνέρχεται εἰς 2,808,337 δρ. καὶ 50
222λεπτά, ὅπερ ὅμως, μετανοήσας, ὡς φαίνεται, βραδύτερον ὁ
223κ. Πρωθυπουργός, ἐν τῇ ἀπαντήσει αὐτοῦ πρὸς τὴν ἐπερώτη-
224σίν μου περιώρισεν εἰς 2,411,377 δραχμὰς καὶ 50 λεπτὰ!
225Ἀλλ’ ἀκριβεστέρα τις ἔρευνα τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν περὶ
226ἧς ὁ λόγος χρῆσιν τί ἀποδεικνύει;
227Ἔσοδα διὰ τὸ 1892 προϋπελογίσθησαν 103,550,792
228καὶ ἐβεβαιώθησαν 104,277,888, μὴ συμπεριλαμβανομένων
229ἐν αὐτοῖς τῶν ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας δανείων ἐξ 1,280,000.
230εἰσεπράχθησαν δὲ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως
23194,929,469. Ἀλλ’ ἐκ τῶν πραγματοποιηθέντων τούτων
232ἐσόδων πρέπει, κατὰ τὴν δήλωσιν αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυ-
233πουργοῦ, εἰσηγουμένου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸν προϋ-
234πολογισμὸν τοῦ 1894, ν’ ἀφαιρεθῶσιν εἰσπράξεις ἐκ δραχ-
235μῶν 4,400,000 περίπου, «αἵτινες δὲν θὰ ἐπανελαμβά-
236»νοντο ἐν προϋπολογισμοῖς νεωτέροις καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ
237»θεωρηθῶσιν ὡς ἀνήκουσαι εἰς σταθερὸν προϋπολογισμόν».
238Οὕτως αἱ πραγματικαὶ εἰσπράξεις τοῦ 1892 περιορίζονται
239εἰς 90,529,469 δρ. Τί δ’ ἐδαπάνησεν ἀπέναντι αὐτῶν τὸ
240Κράτος;
241Τὰ ἔξοδα εἶχον προϋπολογισθῆ εἰς δραχ. 99,986,128,
242ἐξ αὐτῶν δ’ ἐδαπανήθησαν διὰ τὰς γενικὰς ὑπηρεσίας τοῦ
243Κράτους, πλὴν τῆς τοῦ δημοσίου χρέους, 66,469,562, εἰς
244ἃς προσετέθησαν εἶτα δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων
245ἕτεραι 2,428,885, καὶ ἀπετέλεσαν ὁμοῦ τὸ ποσὸν τῶν δραχ.
24668,898,447, ὧν ἀφαιρουμένων ἐκ τῶν πραγματοποιηθέν-
247των, ὡς εἴδομεν, 90,529,469, ἔχομεν ὑπόλοιπον 21,631,022.
248Ἀλλ’ ἀπῃτοῦντο τότε διὰ τὸ δημόσιον χρέος 30,000,000
249χρυσᾶ φράγκα, ἅτινα μὲ τὴν τότε συναλλαγματικὴν δια-
250φορὰν τῶν 50% ἀνήρχοντο εἰς 15,000,000. Ἂν δὲ εἰς
251ταῦτα προσθέσωμεν 5,000,000 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐσω-
252τερικῶν ἡμῶν δανείων, πρὸς δὲ 12,000,000 εἰς δαπάνας διὰ
253τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσσης καὶ διὰ τὰ ἄλλα
254ἡμιτελῆ τότε δημόσια ἔργα, ἔχομεν οὕτως ἐν ὅλῳ δαπάνας
255δρ. 62,000,000, εἰς κάλυψιν τῶν ὁποίων ἔμενεν ἐκ τῶν λοι-
256πῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους διαθέσιμον ποσὸν δρ. 21,631,022,
257οὗ ἀφαιρουμένου ἐκ τῶν 62,000,000, ἔχομεν πραγματικὸν
258ἔλλειμμα τῆς χρήσεως 1892 ἐκ δρ. 40,000,000 περίπου,
259ὅπερ ἀποδεικνύει τρανῶς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ τὸ
260παράπαν ἐξωγκωμένον τὸ ποσὸν τῶν 400,000,000 δραχ-
261μῶν, εἰς ὃ ἐγὼ ὑπελόγισα κατὰ προσέγγισιν τὸ ὅλον ἔλ-
262λειμμα τῆς ἀπὸ τοῦ 1882–1892 ἑνδεκαετίας.
263Καὶ ὁ ἀκριβὴς προϋπολογισμὸς, Κύριοι, τῶν ἐσόδων καὶ
264ἐξόδων τοῦ Κράτους εἶναι ὁ ἀκρογωνιαῖος, οὕτως εἰπεῖν,
265λίθος τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως, ἧς οὐδεμίαν βεβαίως ἔν-
266νοιαν εἶχον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ συνήγοροι αὐτοῦ πρὸ
267τῆς ἐπελθούσης καταστροφῆς τῆς 10 Δεκεμβρίου, ἀλλ’ οὐδὲ
268νῦν δυστυχῶς, καὶ μετὰ τὴν γενομένην πικρὰν πεῖραν, φαί-
269νονται ἔχοντες ἔννοιάν τινα αὐτῆς. Διότι ἄλλως δὲν θὰ ὑπέ-
270πιπτον τότε εἰς τόσον σφαλερὰς προβλέψεις, αἵτινες ὑπῆρ-
271ξαν ἡ πρώτη πηγὴ τοῦ κακοῦ, δὲν θὰ ἐνέμενον δὲ καὶ νῦν
272εἰς τὰς αὐτὰς περίπου σφαλερὰς προβλέψεις περὶ τοῦ μέλ-
273λοντος, δι’ ἃς οὐδεμία ἐλπὶς ὑπάρχει νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς
274νῦν καταστάσεως’ καὶ ἂν δ’ ἐξέλθωμεν ἐξ αὐτῆς πρὸς και-
275ρόν, φόβος εἶναι μὴ ἐκτεθῶμεν οὕτως εἰς νέαν, χείρονα τῆς
276πρώτης, καταστροφὴν, ὡς μέλλω ν’ ἀποδείξω ἐν τοῖς ἐφεξῆς.
277Ἐπὶ ἔτη πολλὰ, Κύριοι, ἠγωνιζόμεθα ἡμεῖς νὰ πείσω-
278μεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι κακῶς προϋπελόγιζε τὰ ἔσοδα
279ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βεβαιώσεων καὶ οὐχὶ τῶν εἰσπράξεων,
280ἀφοῦ αὗται καθυστέρουν ἐκείνων κατὰ πολλὰ ἑκατομμύρια.
281Ἐγὼ ἰδίᾳ καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ
282τοῦ 1892 καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ
283τοῦ 1893, μακρὸν λόγον ποιούμενος περὶ τούτου, κατεδεί-
284κνυον καὶ ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα, ἐξ ἀντιπαραβολῆς τοῦ μέσου
285ὅρου τῶν εἰσπράξεων τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, ὁπόσον
286θὰ καθυστέρουν τὰ πραγματοποιηθησόμενα τῶν ὑπὸ τοῦ κ.
287Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως προϋπολογιζομένων. Τὰ μέχρι
288τοῦδε γνωστὰ ἀποτελέσματα τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ
2891892 καὶ 1893 μαρτυροῦσιν, ὁπόσον ἀκριβεῖς ἦσαν ἐν τοῖς
290πλείστοις οἱ ὑπολογισμοί μου ἐκεῖνοι· ἀλλὰ δυστυχῶς ἐλά-
291λουν τότε εἰς ὦτα μὴ ἀκουόντων. Ἦτο ἀνάγκη τότε νὰ
292παρουσιάζωνται ἐπὶ τοῦ χάρτου ἰσοζύγια, καὶ ὄχι μόνον
293ἰσοζύγια, ἀλλὰ καὶ περισσεύματα, ὅπως οἱ ξένοι, φενακιζό-
294μενοι δι’ αὐτῶν, ἀνοίξωσι τὰ βαλάντιά των εἰς νέον πρὸς
295ἡμᾶς δάνειον. Ἔπρεπε δὲ νὰ ἐπέλθῃ ἡ χρεωκοπία τοῦ Κρά-
296τους, ὅπως ἐννοήσῃ ἐπὶ τέλους ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι εἰς οὐδὲν
297ἠδύναντο πλέον νὰ χρησιμεύσωσι τὰ πλαστὰ ἰσοζύγια, καὶ,
298ὡς πρὸς τὸν καθορισμὸν τῶν ἐσόδων τοὐλάχιστον, λάβῃ ὡς
299βάσιν τὸν μέσον ὅρον τῶν εἰσπράξεων καὶ οὐχὶ τῶν βεβαιώ-
300σεων τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ
301ἔσοδα, ἐφ’ ὧν δὲν ἐφαρμόζεται ὁ γενικὸς οὗτος κανὼν, ἔσοδα,
302ἐφ’ ὧν ἔχομεν προϊοῦσαν πάντοτε ἐλάττωσιν, ἢ ἐφ’ ὧν διὰ
303λόγους καιρικοὺς ἡ ἔκπτωσις θὰ ᾖναι μεγαλειτέρα ἐκείνης,
304ἣν ὑπολογίζει καὶ αὐτὸς ὁ εἰσηγητὴς τοῦ προκειμένου
305προϋπολογισμοῦ. Δέν μοι εἶναι βεβαίως ἐπιτετραμμένον νὰ
306εἰσέλθω νῦν εἰς πάσας τὰς λεπτομερείας, ἀλλ’ εἰς πίστωσιν
307μόνον τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου θὰ ἐπικαλεσθῶ τὰ ἑξῆς παρα-
308δείγματα.
309Ἐκ τοῦ φόρου τούτου εἰσεπράχθησαν
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
310Κατὰ τὸ 1889 δρ.5,245,629
311» » 1890 » 4,630,400
312» » 1891 » 4,862,418
313» » 1892 » 4,054,586
314» » 1893 μέχρι 31 Δεκεμβρίου» 3,193,780
315Μολονότι ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἐσόδου τούτου βαίνει μᾶλλον
316προϊοῦσα ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, οὐδὲν ἧττον ὁ κ. Πρωθυπουργός,
317ἔχων ἐν τούτῳ σύμφωνον καὶ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ἐπι-
318τροπῆς, λαμβάνει ὡς βάσιν τὸν μέσον ὅρον τῶν πέντε τε-
319λευταίων ἐτῶν, ἀφαιρεῖ δ’ ἐκ τοῦ οὕτως ἀνευρισκομένου
320ποσοῦ 10%, ὡς ἐκ τῆς ἐνδεχομένης ἐλαττώσεως τῆς πα-
321ραγωγῆς διὰ τὴν νῦν οἰκονομικὴν δυσπραγίαν τῶν σταφι-
322δοπαραγωγῶν, καὶ προϋπολογίζει ὡς ἔσοδον, εἰσπραχθησό-
323μενον τὸ ἐνεστὼς ἔτος ἐκ τῆς σταφίδος, δραχ. 4,068,000.
324Ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν προϊοῦσαν ἐλάττωσιν τοῦ
325ἐσόδου τούτου κακῶς ἐλήφθη ὡς βάσις ὁ μέσος ὅρος τῶν 5
326τελευταίων ἐτῶν, ὅτι δ’ ἔπρεπε νὰ ληφθῶσι μᾶλλον ὑπ’ ὄψιν
327τὰ πλήρη ἀποτελέσματα τοῦ προτελευταίου ἔτους 1892.
328Ἐκ τούτου δὲ δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφαιρεθῶσι μόνον 10% διὰ
329τὴν ἐνδεχομένην ἐφέτος ἐλάττωσιν τῆς καλλιεργείας τῆς
330σταφίδος—διότι τοῦτο εἶναι τὸ ἐλάχιστον κακὸν,—ἀλλὰ
331περὶ τὰ 25% διὰ τὴν βεβαίαν ἐλάττωσιν τῆς ἐξαγωγῆς
332τοῦ προϊόντος ἡμῶν τούτου, ὡς ἐκ τοῦ ἐπικειμένου ἀποκλει-
333σμοῦ του ἐκ τῆς ἐν Γαλλίᾳ οἰνοποιΐας, ἥτις μέχρι τοῦδε
334κατηνάλισκε περὶ τὸ ⅓ τοῦ ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου.
335Οὕτω νομίζω, ὅτι ἀντὶ τῶν 4,068,000 ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῇ
336ὡς ἐνδεχόμενον ἔσοδον ἐκ τῆς σταφίδος διὰ τὸ 1894 ἐκ δρ.
3373,000,000, εὐτυχεῖς δὲ πρέπει νὰ λογιζώμεθα, Κύριοι, ἐὰν
338ὑπὸ τὴν φοβερὰν κρίσιν, ἣν διέρχεται νῦν τὸ κυριώτατον
339τῶν προϊόντων μας, εἰσπραχθῶσι πράγματι καὶ τὰ τρία
340ταῦτα ἑκατομμύρια.
341Πολλοί, Κύριοι, καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυ-
342βερνήσεως, ἐθεώρησαν τὸ ἀναγραφόμενον ὡς ἔσοδον ἐκ τοῦ
343τελωνειακοῦ δασμοῦ εἰσαγωγῆς ἐκ 18,000,000 δρ. ὡς πολὺ
344κατώτερον τοῦ πράγματι εἰσπραχθησομένου, ὡς ἐγκλεῖον τὸ
345μέγιστον μέρος τῶν ἓξ ἑκατομμυρίων ὑπολανθανόντων περισ-
346σευμάτων τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐγώ,
347ἀποβλέπων εἰς τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν, τὴν κατατρύχουσαν
348ἡμᾶς, ἰδίᾳ δὲ εἰς τὴν συναλλαγματικὴν διαφοράν, ἥτις βε-
349βαίως θ’ αὐξήσῃ καὶ δὲν θὰ ἐλαττωθῇ, ἂν ἀκριβῶς ψηφι-
350σθῇ ὡς ἔχει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1894, ὁμολογῶ, ὅτι
351δὲν δύναμαι νὰ συμμερισθῶ τὴν αἰσιοδοξίαν ταύτην. Δὲν
352μετέβαλον δὲ γνώμην ἐπὶ τοῖς αἰσίοις ἀποτελέσμασιν, ἅτινα
353ἐμφαίνουσιν αἱ τελωνειακαὶ εἰσπράξεις τοῦ μηνὸς Ἰανουα-
354ρίου, ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὸν ἀντίστοιχον μῆνα τοῦ ἔτους
3551893. Πέρυσιν αἱ εἰσπράξεις αὗται κατῆλθον εἰς 1,433,874,
356ἐνῷ ἐφέτος ἀνῆλθον εἰς 1,482,431. Ἀλλὰ πέρυσιν ἔπρεπε
357κατ’ ἀνάγκην νὰ ἐλαττωθῶσιν αὐταί, καθόσον πολλοὶ ἔμ-
358ποροι, ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ τοῦ νέου δασμολογίου εἰς τὴν Βου-
359λὴν κατὰ Δεκέμβριον μῆνα τοῦ 1893, ἔσπευσαν τότε νὰ
360προμηθευθῶσιν ἐγκαίρως τὰ εἴδη, ἅτινα ἐπεβαρύνοντο διὰ
361προσθέτου δασμοῦ, οὕτω δ’ ἐπῆλθεν ἡ ἐλάττωσις τῆς εἰσα-
362γωγῆς κατὰ Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον τοῦ 1893. Πολὺ
363φοβοῦμαι λοιπὸν, μήπως ἡ μικρὰ αὔξησις τῶν τελωνειακῶν
364εἰσπράξεων, ἡ παρατηρηθεῖσα τὸν πρῶτον μῆνα τοῦ ἔτους,
365ἀπὸ τοῦ προτεχοῦς μηνὸς μετατραπῇ εἰς ἐλάττωσιν, καὶ
366διασκεδασθῇ οὕτω ταχέως ἡ αἰσιοδοξία καὶ τοῦ κ. Πρωθυ-
367πουργοῦ καὶ τῶν ἄλλων, τῶν διορώντων ὑπ’ αὐτὰς τὸ ὑπο-
368λανθάνον περίσσευμα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ.
369Ἐκ τοῦ ἐγγείου τῶν προϊόντων τῆς Ἑπτανήσου φόρου,
370τοῦ εἰσπραττομένου εἰς τὰ τελωνεῖα, προϋπολογίζεται ἔσο-
371δον ἐκ δραχμῶν 2,430,000, ἤτοι ἀνώτερον τοῦ ἐν ἔτει 1892
372εἰσπραχθέντος ἐκ δρ. 1,955,478 κατὰ 474,522, καὶ τοῦ ἐν
373ἔτει 1893 εἰσπραχθέντος ἐκ 2,088,791 κατὰ 341,209 δρ.
374Ἐν πρώτοις κακῶς ὑπολογίζεται ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἐξα-
375χθησομένου ποσοῦ σταφίδος εἰς μόνον 10%. Ἔκτακτον δὲ
376ἐσοδείαν ἐλαίου εἴχομεν ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ τὸ 1891, ἀλλὰ
377ἡ ἐξαγωγὴ αὐτοῦ τὸ ἐπιὸν ἔτος 1892 ἀνεβίβασε τὸ ἔσοδον
378τὸ ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν ἑπτανησιακῶν προϊόντων εἰς
379δραχμὰς 1,955,478 μόνον. Πῶς δὲ νῦν, μετὰ τὴν ἐνδεχο-
380μένην ἐλάττωσιν τῆς ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος καὶ μετὰ
381τὴν βεβαιότητα, ἣν ἔχομεν ὅτι τὸ ἔτος τοῦτο δὲν εἶναι
382ἔτος ἐκτάκτου ἐσοδείας διὰ τὸ ἔλαιον, θ’ ἀναβιβασθῇ τὸ ἔσο-
383δον εἰς τὸ προϋπολογιζόμενον ποσὸν τῶν 2,430,000 δραχμῶν,
384τοῦτο βεβαίως εἶναι ἐκ τῶν θαυμάτων, τὰ ὁποῖα μόνον εἰς
385τὴν κεφαλὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐγχωροῦσιν!
386Ἡ εἰσφορὰ, Κύριοι, τῶν δήμων ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκ-
387παιδεύσεως, προϋπολογισθεῖσα διὰ τὸ 1892 εἰς 2,850,000,
388ἀπέφερεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου 1,790,318, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον
3891,049,682. Νῦν, ὅτε οἱ δῆμοι ἐπιβαρύνονται καὶ διὰ τῆς
390εἰσφορᾶς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὡς ἐκ ταύτης δὲ
391βεβαίως θὰ ἐλαττωθῇ κατὰ πολὺ καὶ ἡ ὑπὲρ τῆς στοιχειώ-
392δους ἐκπαιδεύσεως, ἀντὶ νὰ προϋπολογισθῇ ἐπὶ ἔλαττον τὸ
393κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1894 εἰσπραχθησόμενον ποσὸν, προϋ-
394πολογίζεται ἐπὶ πλέον. Ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι οἱ δῆμοι
395ἡμῶν, διατελοῦντες τὴν σήμερον οἱ πλεῖστοι, ἂν ὄχι πάντες,
396ὑπὸ μεγάλας οἰκονομικὰς δυσχερείας, δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ
397εἰσφέρωσι τὰ ποσὰ τὰ προϋπολογιζόμενα ὑπὲρ τῆς στοι-
398χειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας.
399Ἐπάναγκες ἐνόμισα, Κύριοι, νὰ ἐπικαλεσθῶ ταῦτα τὰ
400παραδείγματα πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ὅτι δὲν ὑπῆρξε ῥιζικὴ ἡ
401θεραπεία τοῦ κακοῦ, ὅτι δὲ καὶ νῦν ὁ προϋπολογισμὸς τῶν
402ἐσόδων ἐγκλείει ἴχνη ἱκανὰ τοῦ πάλαι νοσήματος, τῆς ἀνα-
403γραφῆς δηλαδὴ πολλῶν ἐξ αὐτῶν ἐπὶ πλέον τοῦ πράγματι
404εἰσπραχθησομένου, εἰ καὶ ἄλλως προσηλυτίσθη ὁ κ. Πρω-
405θυπουργὸς εἰς τὴν ἀρχὴν, ἣν ἡμεῖς ἀπὸ πολλοῦ ἐπρεσβεύο-
406μεν καὶ καθ’ ἣν τὰ ἔσοδα πρέπει νὰ προϋπολογίζωνται ἐπὶ
407τῇ βάσει τῶν εἰσπραττομένων καὶ οὐχὶ τῶν βεβαιουμένων.
408Καὶ εἰς ἑτέραν ἀρχὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προσηλυτί-
409σθη νῦν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ἀναγρα-
410φὴν δηλαδὴ καὶ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς ἐν τοῖς ἐξόδοις
411τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῖς εἰς χρυσὸν καταβαλλομένοις.
412Τὴν ἀνάγκην ταύτην ἀπὸ πολλοῦ ὑπεδεικνύομεν ἡμεῖς πρὸς
413ἀποκατάστασιν πραγματικοῦ καὶ ἀληθοῦς ἰσοζυγίου. Διότι
414ἡ ἀριθμητικὴ ἐξίσωσις τῶν ἀξιῶν, τῶν ἀποτελουσῶν τὰ
415ἔσοδα τοῦ Κράτους καὶ διανεμημένων εἰς νόμισμα ἐξηυτε-
416λισμένον, πρὸς τὰς ἀξίας τὰς ἀπαιτουμένας διὰ τὰ ἔξοδα
417ἐν διατιμήσει εἰς νόμισμα μεταλλικὸν ἄρτιον, ἦτο βεβαίως
418παιδιὰ, ἀναξία ἀνδρῶν διαπεπιστευμένων τὴν Κυβέρνησιν
419τῆς χώρας. Ἡ τότε προβαλλομένη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
420γοῦ καὶ τῶν συνηγόρων του δικαιολογία ὑπὲρ τῆς ἀναγρα-
421φῆς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων εἰς νόμισμα διαφόρου ἀξίας, ὅτι
422δῆθεν προσεδοκᾶτο ἐν προσεχεῖ ἢ ἀπωτέρῳ μέλλοντι ἡ ἐξί-
423σωσις τῶν ἀξιῶν διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλο-
424φορίας, ἡ δικαιολογία, λέγω, αὕτη ἠλέγχθη ἤδη ἐκ τοῦ
425ὑστέρου πάντη ἕωλος. Διὰ τοῦ συστήματος ἐκείνου, ἀντὶ
426νὰ προσεγγίζωμεν, τοὐναντίον ἀπομακρυνόμεθα τῆς ἄρσεως
427τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἧς πρῶτος καὶ ἀπαραίτη-
428τος ὅρος, καθιστῶν αὐτὴν ἐφικτὴν, εἶναι ἀκριβῶς ἡ πραγ-
429ματικὴ κατ’ ἀξίαν ἐξίσωσις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ
430προϋπολογισμοῦ, ἤτοι τὸ ἀληθὲς αὐτοῦ ἰσοζύγιον Καθ’ ὅσον
431δὲ διὰ τοῦ συστήματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπεζητοῦμεν
432τὴν διὰ τῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ δημοσίου χρέους συγκάλυ-
433ψιν τῆς πραγματικῆς ἀνισότητος μεταξὺ τῶν ἀριθμητικῶς
434ἰσοζυγιζομένων ἐσόδων καὶ ἐξόδων καὶ τοῦ καταλογισμοῦ
435τακτικῶν ἐξόδων ὡς ἐκτάκτων ὑπὲρ τοῦ αὐτοῦ σκοποῦ, τοῦ
436εἰκονικοῦ ἰσοζυγίου, κατὰ τοσοῦτον ἀκριβῶς ἀπεμακρυνό-
437μεθα τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καθίστατο
438δὲ ὀξυτέρα καὶ ἡ νοσηρὰ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις,
439ἕως οὗ κατελήξαμεν ἐπὶ τέλους εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς
44010 Δεκεμβρίου.
441Μετὰ τὴν καταστροφὴν ταύτην, ἔγνω ὁ κ. Πρωθυπουρ-
442γὸς νὰ ἀναγράψῃ νῦν τὸ πρῶτον συναλλαγματικὴν διαφο-
443ρὰν ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῖς καταβαλλομένοις εἰς χρυσὸν, καὶ
444νὰ ἐπιδιώξῃ οὕτω τὴν κατ’ ἀξίαν ἐξίσωσιν τῶν ἐσόδων καὶ
445ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν ἠξεύρω ὅμως, κατὰ πόσον
446τὸ ἀναγραφὲν ποσὸν θὰ ἐπαρκεῖ. Προϋπολογίζεται ἡ δια-
447φορὰ τοῦ συναλλάγματος εἰς 70%, ἀλλ’ ἤδη ἔχει φθάσει
448αὕτη εἰς 72%, καὶ φόβος ὑπάρχει, μὴ ὑψωθῇ ἔτι μᾶλλον,
449ἂν ἐξακολουθήσῃ, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ἡ ἀζητησία
450τῆς σταφίδος, κατέλθῃ δὲ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀγορὰν
451πρὸς προμήθειαν συναλλάγματος, ἔστω καὶ διὰ τὰ 30%,
452ἅτινα προτείνει νῦν εἰς τοὺς πιστωτάς. Πλὴν νομίζω, ὅτι
453ἔπρεπε διὰ τοῦτο νὰ ὑπάρχῃ περιθώριον συναλλαγματικῆς
454διαφορᾶς μέχρις 100%, ὁπωσδήποτε ὅμως ἡ νῦν ἀναγρα-
455φομένη δι’ αὐτὴν διαφορὰ τῶν 70% θ’ ἀφήσῃ ἔλλειμμα
456τοὐλάχιστον 1,000,000.
457Καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔκτακτα ἔξοδα μακρὸν ἀγῶνα διεξή-
458γαγεν ἐν τῷ παρελθόντι ἡ Ἀντιπολίτευσις, ζητοῦσα νὰ
459πείσῃ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι κακῶς ἔξοδα
460δυνάμενα νὰ προβλεφθῶσι καὶ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ προϋπο-
461λογισμῷ παρέλειπεν ἐξ αὐτοῦ. Ὁ κ. Τρικούπης ἐνέμεινε
462καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἐν τῇ αὐτῇ σκολιᾷ ὁδῷ, ἣν ἐτράπη ἀρχῆ-
463θεν, ἕως οὗ ἔφθασεν εἰς τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους. Μετ’ αὐ-
464τὴν ἀνεγνώρισε καὶ αὐτὸς τὴν ὀρθότητα τῆς γνώμης ἡμῶν,
465καὶ ἠσπάσθη αὐτὴν, ὡς πρὸς ἄλλα τέως θεωρούμενα ἔκτα-
466κτα ἔξοδα. Δὲν ἐννοεῖ ὅμως ἔτι καὶ νῦν νὰ συμμορφωθῇ
467πρὸς αὐτὴν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ σιδηροδρόμου Πει-
468ραιῶς–Λαρίσσης. Καὶ ὅμως ἔγνω νὰ προσθέσῃ ἐν τοῖς ἐξό-
469δοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τρία νέα κεφάλαια,
470τὸ 19, ὑπὸ τὸν τίτλον Κατασκευὴ σιδηροδρόμων, τὸ 20,
471ὑπὸ τὸν τίτλον Γενικὰ ἔξοδα σιδηροδρόμων, καὶ τὸ 21,
472ὑπὸ τὸν τίτλον Ἀποζημιώσεις κτημάτων καταλαμ-
473βανομένων ὑπὸ τῶν σιδηροδρόμων, χωρὶς ἐν οὐδενὶ
474τούτων νὰ ἀναγράψῃ οὔτε μιᾶς δραχμῆς πίστωσιν.
475Τὸ τοιοῦτον, Κύριοι, εἶναι πρωτοφανὲς καὶ πρωτάκουστον
476ἐν τοῖς κοινοβουλευτικοῖς χρονικοῖς, μόνον δ’ ἐν Ἑλλάδι,
477ἔνθα ὑπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν συνειθίσαμεν εἰς πολλὰ
478ἄλλα, ἔπρεπε νὰ ἐπιζητήσωμεν νῦν καὶ τοῦτο τὸ παράδο-
479ξον, καθ’ ὃ καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν πιστώσεις ἄνευ ὡρι-
480σμένων ποσῶν. Τί θὰ κωλύσῃ τὸ προσεχὲς ἔτος τὸν κ. Πρω-
481θυπουργὸν νὰ μᾶς παρουσιάσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895
482μὲ μόνους τοὺς τίτλους τῶν διαφόρων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων
483καὶ ἄνευ καθορισμοῦ τῶν σχετικῶν ποσῶν; Τὸ 60 ἄρθρον τοῦ
484Συντάγματος, καθ’ ὃ ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους
485πρέπει νὰ σημειῶνται εἰς τὸν προϋπολογισμόν; Ἀλλὰ μή-
486πως τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν ἀθετεῖται καὶ νῦν ἀσυστόλως διὰ
487τῶν νέων κεφαλαίων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν;
488Ἐν τούτοις τὰ ἔξοδα τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου
489Πειραιῶς–Λαρίσσης θὰ πληρωθῶσι, καὶ θὰ πληρωθῶσιν, ἐλ-
490λείψει ἄλλων ἐκτάκτων ἐσόδων, ἐκ τακτικῶν προσόδων τοῦ
491Κράτους. Ἡ παράλειψις τῆς ἀναγραφῆς των βεβαίως δὲν
492δύναται νὰ ἄρῃ αὐτὰ ἐκ τοῦ μέσου, ἐγένετο δὲ ἀπὸ σκοποῦ,
493μόνον καὶ μόνον, ὅπως ἀποκρυβῇ τὸ σχετικὸν ποσὸν, ὅπερ
494ἀδύνατον νὰ ἦναι κατώτερον τῶν 5,000,000 δραχ.
495Μία τῶν πολλῶν πληγῶν τῶν μέχρι τοῦδε προϋπολογι-
496σμῶν ἦσαν καὶ αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις. Ἐν γνώσει,
497ἢ ἐν ἀγνοίᾳ πολλαὶ τακτικαὶ πιστώσεις ἀνεγράφοντο ἐπὶ
498ἔλαττον, ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐξήρκουν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν
499προϋπολογισμῶν, ἐχορηγοῦντο εἶτα ἀναπληρωματικαὶ πι-
500στώσεις, αἵτινες συνήθως τὰ ἰσοζύγια, ἢ καὶ μικρὰ περισ-
501σεύματα τῶν ψηφιζομένων προϋπολογισμῶν, μετέβαλλον ἐν
502τοῖς ἀπολογισμοῖς εἰς χαίνοντα ἐλλείμματα. Τοῦ κακοῦ
503τούτου δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένος καὶ ὁ προκείμενος προϋπο-
504λογισμός, ὡς μαρτυροῦσι τὰ ἑξῆς ἰδίᾳ παραδείγματα.
505Ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶχον ζη-
506τηθῆ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 πιστώσεις διὰ συν-
507τήρησιν ὁδῶν ἐκ δρ. 650,000, δι’ ἀνακαίνισιν ὁδῶν 400,000,
508καὶ διὰ κατασκευὴν ὁδῶν 478,000, ἐν ὅλῳ 1,528,000 δρ.
509Τὰ ποσὰ ταῦτα ἐθεωρήσαμεν ἡμεῖς τότε ἀνεπαρκῆ, καὶ
510ὑπεδείξαμεν τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν
511εἰσηκούσθημεν. Τὰ πράγματα ἐν τούτοις ἐπεβεβαίωσαν
512βραδύτερον τὰς προβλέψεις μας ἐκείνας, αἱ δὲ ζητηθεῖσαι
513ἔκτοτε ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις διὰ μὲν τὴν συντήρησιν
514ἐξ 100,000, διὰ δὲ τὴν ἀνακαίνισιν ἐξ 97,000 καὶ διὰ
515τὴν κατασκευὴν ἐξ 1,350,000 δραχμῶν, ἤτοι ποσοῦ ὑπερδι-
516πλασίου τῶν ἀρχικῶν πιστώσεων, ἀπέδειξαν, ὁπόσον δίκαιον
517εἴχομεν ἡμεῖς τότε. Τὸ πάθημα ὅμως ἐκεῖνο δὲν ἔγεινε μά-
518θημα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν· διὸ ἀναγράφει καὶ διὰ τὸ
519ἔτος τοῦτο τὰς αὐτὰς πιστώσεις, προβάλλων τοὺς αὐτοὺς
520τετριμμένους ὑπολογισμοὺς τῆς ὑπηρεσίας, ὡς καὶ κατὰ τὸ
521παρελθὸν ἔτος. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι αἱ πιστώσεις αὗται πρέ-
522πει νὰ αὐξηθῶσι κατὰ 1,000,000 τοὐλάχιστον.
523Ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἶχον
524ζητηθῆ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 πιστώσεις ἐκ
525δρ. 14,582,465.96· καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο κατεδείξαμεν ἡμεῖς
526τότε ἀνεπαρκὲς, χωρὶς νὰ εἰσακουσθῶμεν, ἐννοεῖται. Ἡ
527ἐφαρμογὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ἀπαιτήσασα διὰ τὸ περὶ
528οὗ ὁ λόγος Ὑπουργεῖον ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις ἐκ
529δρ. 1,041,500, ἀπέδειξε μὲν, ὁπόσον δίκαιον εἴχομεν ἡμεῖς
530τότε, δὲν ἔπεισεν ὅμως τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἵνα αὐξήσῃ
531νῦν τὰς περυσινὰς πιστώσεις. Τοὐναντίον μάλιστα κατ’
532ἀρχὰς μὲν ἀνέγραψε πιστώσεις ἐπὶ ἔλαττον, ἐν ἀντιπαρα-
533βολῇ πρὸς τὰς τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἐκ δρ. 14,420,432 80,
534ταύτας δὲ βραδύτερον διὰ δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
535Στρατιωτικῶν ηὔξησε κατὰ 61,013.32, τὸ ὅλον ὅμως τῶν
536οὑτωσὶ αἰτουμένων πιστώσεων ἐκ δρ. 14,481,446.12 εἶναι
537κατώτερον τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος κατὰ 100,000 δρ. ὡς
538ἔγγιστα. Καὶ δικαιολογεῖ μὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρα-
539τιωτικῶν τὴν τοιαύτην ἐλάττωσιν διὰ τῆς μεταθέσεως ἐκ
540τοῦ Ὑπουργείου τούτου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερι-
541κῶν πιστώσεων ἐκ δρ. 533.377 (πέρυσι τὰς πιστώσεις ταύ-
542τας ὑπελόγιζεν εἰς 255,600 δραχμὰς μόνον) χάριν τῆς
543ἐφαρμογῆς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας· ἀλλ’ ἀφοῦ ἔχο-
544μεν νῦν αὔξησιν δαπανῶν, ὑπολογιζομένην εἰς 300,000 δρ.
545ὡς ἐκ τῆς προσθήκης 950 ἀνδρῶν εἰς τὸ σῶμα τῶν πεζῶν,
546ἔχομεν δὲ πρὸ ὀφθαλμῶν καὶ τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος,
547ὀφείλομεν, νομίζω, ν’ αὐξήσωμεν τὸ ποσὸν τῶν διὰ τὸ
548Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν αἰτουμένων πιστώσεων
549κατὰ 580,000 δρ. τοὐλάχιστον.
550Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, μεθ’ ὅλην τὴν χρεωκοπίαν τοῦ
551Κράτους, μεθ’ ὅλην τὴν ἀποκοπὴν τῶν χρεωλυσίων καὶ τὴν
552περιστολὴν τῶν τόκων τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους κατὰ
55370%, ὁ ὑποβληθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸς διὰ
554τὸ ἔτος 1894 ἐνέχει ἀπὸ τοῦδε τὸ ἑξῆς ἔλλειμμα:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
5551)Ἐκ τοῦ ἐπὶ πλέον προϋπολογισμοῦ τοῦ φόρου τῆς
556 σταφίδος δρ.1,000,000
5572)Ἐκ τοῦ ἐπὶ ἔλαττον προϋπολογισμοῦ
558 τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς » 1,000,000
5593)Ἐκ τῆς μὴ ἀναγραφῆς πιστώσεων διὰ
560 τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσσης » 5,000,000
5614)Ἐκ τοῦ ἐπὶ ἔλαττον προϋπολογισμοῦ
562 τῶν ἐξόδων τῆς ὁδοποιΐας » 1,000,000
5635)Ἐκ τοῦ ἐπὶ ἔλαττον προϋπολογισμοῦ
564 τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν » 580,000
565 Ἐν ὅλῳ δρ.8,580,000
566Καὶ ἔχομεν οὕτω, Κύριοι, ἀντὶ τοῦ ὑπολανθάνοντος περισ-
567σεύματος, ὅπερ ἐπηγγέλθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσηγούμενος
568τὸν προκείμενον προϋπολογισμὸν, ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἀδύ-
569νατόν ποτε νὰ ᾖναι κατώτερον τῶν 8,000,000, καθ’ ἣν
570γνώμην ἐκφέρει καὶ ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολο-
571γισμοῦ ἐπιτροπῆς ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς. Ἐγὼ μάλιστα
572εἶμαι πρόθυμος νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἂν κα-
573τορθώσῃ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου
574νὰ ἀποφύγῃ τὰ ἄλλα ὑπολανθάνοντα ἐλλείμματα, ἅτινα ἐν
575τοῖς μέχρι τοῦδε εἰρημένοις ὑπηνίχθην ἐγὼ, καὶ νὰ περιο-
576ρίσῃ τὸ ὅλον ἔλλειμμα αὐτοῦ εἰς 8,000,000 μόνον.
577Καὶ μὲ ἔλλειμμα τοιοῦτον τοῦ πρώτου μετὰ τὴν χρεω-
578κοπίαν τοῦ Κράτους προϋπολογισμοῦ, καὶ πρὶν ἢ ἔτι ἐπι-
579τευχθῇ συμβιβασμὸς πρὸς τοὺς πιστωτάς του, ὁ κ. Πρωθυ-
580πουργὸς ἔχει τὴν τόλμην νὰ προβῇ εἰς τὴν δημιουργίαν
581νέων δαπανῶν, ἢ μὴ ἀπολύτως ἀναγκαίων, ἢ πάντη περιτ-
582τῶν, ὡς μαρτυροῦσι τὰ ἑξῆς παραδείγματα.
583Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν δημιουργεῖ-
584ται νῦν δαπάνη διὰ τὸ προσωπικὸν αὐτοῦ ἐξ 8,160 δραχ-
585μῶν, μολονότι, καὶ κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας, «τὰ
586πλεῖστα τῆς ἐπιτροπῆς μέλη παρατηροῦσιν, ὅτι δύναται ἡ
587ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου νὰ λειτουργήσῃ καὶ κατὰ ἔτος
588τοῦτο ἄνευ προσθήκης νέων ὑπαλλήλων, ὡς ἐκ τῶν ὑφιστα-
589μένων οἰκονομικῶν δυσχερειῶν». Ἀλλὰ τίς οἶδεν, ὁποίας
590κομματικὰς ἀξιώσεις ἔχει νὰ πληρώσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
591διὰ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος κενῶν θέσεων! Ἀπέναντι δὲ τοῦ
592κομματικοῦ του συμφέροντος πρέπει νὰ παροραθῶσι καὶ αἱ
593ὑφιστάμεναι οἰκονομικαὶ δυσχέρειαι καὶ πᾶν γενικώτερον
594συμφέρον.
595Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης ζητεῖται αὔ-
596ξησις διὰ προσωπικὰς, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, δαπάνας καὶ πρὸς
597πλήρωσιν ὡσαύτως, τίς οἶδεν, ὁποίων κομματικῶν ἀξιώ-
598σεων, ἐκ δραχ. 53,225.50. Περὶ τῆς αὐξήσεως ταύτης ἰδοὺ
599τί γράφει ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτῆς καὶ αὐτὴ ἡ πλειονοψηφία
600τῆς ἐπιτροπῆς (ἀναγινώσκει):
601«Αἱ αἰτούμεναι πιστώσεις ἐπὶ πλέον διὰ τὸ 1894 ἠδύ-
602ναντο νὰ δικαιολογηθῶσιν ἐν ἐποχῇ κρείσσονος καταστά-
603σεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ὡς ἐκ ταύτης δὲ τὰ
604πλεῖστα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς κρίνουσιν ἀναγκαῖον νὰ ἐφελ-
605κύσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἰδίως ἐπὶ τῶν προτεινο-
606μένων νέων πιστώσεων πρὸς πλήρωσιν 4 θέσεων εἰσαγγε-
607λέων, πρὸς σύστασιν δύο νέων Πταισματοδικείων καὶ πρὸς
608ἀνασύστασιν 4 Εἰρηνοδικείων, καθόσον φρονοῦσιν, ὅτι δύνα-
609ται ἡ ὑπηρεσία νὰ λειτουργήσῃ ἀπροσκόπτως καὶ ἄνευ
610τῶν προσθηκῶν τούτων κατὰ τὸ ἀρξάμενον ἔτος.»
611Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ζητεῖται
612αὔξησις πιστώσεων ἐκ δρ. 135,773.09, αἵτινες κυρίως ἀφορῶ-
613σιν εἰς τὴν δημιουργίαν δεκάδων ὅλων θέσεων ἐν τῷ Πανε-
614πιστημίῳ, τέλεσι καὶ δαπάναις τοῦ Δημοσίου καὶ ἐπ’ ἀγα-
615θῷ τῆς κρατούσης φατρίας. Αἱ θέσεις αὗται, μισθοδοτούμε-
616ναι μέχρι τοῦδε ὑπὸ τοῦ Πανεπιστημίου, διετίθεντο ὑπὸ τοῦ
617πρυτάνεως καὶ τῆς συγκλήτου αὐτοῦ. Ὑπὸ τὸ πρόσχημα
618δὲ ἐπικουρίας τοῦ Κράτους εἰς τὰς νῦν οἰκονομικὰς δυσχε-
619ρείας τοῦ ἀνωτάτου ἡμῶν ἐκπαιδευτηρίου, ζητεῖ νῦν ὁ κ.
620Πρωθυπουργὸς νὰ θέσῃ χεῖρα καὶ ἐπ’ αὐτῶν, πρὸς ἱκανο-
621ποίησιν κομματικῶν ἀξιώσεων, δυσοικονομήτων ἄλλως. Ἡ
622περιουσία τοῦ Πανεπιστημίου, καλῶς διαχειριζομένη, δύνα-
623ται νὰ ἐπαρκέσῃ, ὡς μέχρι τοῦδε, καὶ ἐφεξῆς εἰς τὰς ἀνάγ-
624κας του διὰ τῆς περικοπῆς πάσης περιττῆς δαπάνης. Τοῦτο
625ἔπρεπε νὰ ὑποδείξῃ εἰς αὐτὸ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ νὰ
626μὴ ἐπωφεληθῇ τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως δημιουργήσῃ πολλὰς
627δεκάδας θέσεων ὑπὲρ τῶν φίλων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυ-
628βερνήσεως.
629Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ζητοῦνται αἱ
630ἑξῆς αὐξήσεις δαπανῶν:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
6311)Διὰ μισθὸν γραμματέως Προξενικοῦ γρα-
632 φείου ἐν Λονδίνῳ δρ. 8,600
6332)Διὰ τέταρτον γραφέα τοῦ ἐν Σμύρνῃ Προ-
634 ξενείου » 1,800
6353)Δι’ αὔξησιν μισθοῦ γραμματέως Γεν. Προ-
636 ξένου Μασσαλίας » 1,200
6374)Δι’ ἔξοδα Προξεν. γραφείου ἐν Λονδίνῳ » 1,800
6385)Διὰ διαφορὰν συναλλαγματικὴν » 1,260
6396)Δι’ ἐνοίκιον τοῦ ἐν Λονδίνῳ Προξενείου » 4,000
6407)Δι’ ἔξοδα γραφικὰ τῆς ἐν Κωνσταντινου-
641 πόλει Πρεσβείας » 4,000
6428)Διὰ παράσημα » 14,000
643 Ἐν ὅλῳ δρ.36,660
644Ἐξ αὐτῶν τὰ μὲν ἓξ πρῶτα ἄρθρα ἀφορῶσιν εἰς ἱκα-
645νοποίησιν προσωπικῶν ἀξιώσεων, ὧν ἡ πλήρωσις ἠδύνατο
646κάλλιστα ν’ ἀναβληθῇ εἰς ἄλλον καιρόν, μᾶλλον εὔθετον
647τοῦ νῦν, διὰ δὲ τοῦ ἄρθρου 7 ἐπιζητεῖται αὔξησις δαπά-
648νης τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας, ἥτις ἐδύνατο
649κάλλιστα, ὡς μέχρι τοῦδε, καὶ διὰ τὸ παρὸν ἔτος νὰ ἐπαρ-
650κέσῃ· διὰ δὲ τοῦ ἄρθρου 8 ζητεῖται ἡ πρόσκτησις σωρείας
651παρασήμων, τὰ ὁποῖα δὲν ἠξεύρω εἰς τίνας φίλους ἔχουσι
652νὰ διαθέσωσιν ἀκόμη. Ἀλλὰ δὲν ἀρκοῦσιν αἱ ἤδη ἀπονεμη-
653θεῖσαι ὑφ’ ὑμῶν, κύριε Πρωθυπουργέ, μυριάδες παρασήμων,
654οὕτως ὥστε ἐφεξῆς νὰ δακτυλοδεικτῶνται ἐν Ἑλλάδι μόνοι
655οἱ μὴ παρασημοφορηθέντες ὑφ’ ὑμῶν; Δὲν ἀρκεῖ τὸ γενι-
656κὸν παράσημον τῆς χρεωκοπίας καὶ ἀτιμίας τοῦ ἔθνους,
657ὅπερ ἀπὸ τῆς 10ης Δεκεμβρίου π. ἔ. κοσμεῖ τὰ στήθη σου
658καὶ τὰ στήθη παντὸς φίλου σου;
659Μόναι αἱ καταλεγεῖσαι ἐνταῦθα αὐξήσεις ἀνέρχονται
660εἰς ἑκατοστύας ὅλας χιλιάδων δραχμῶν. Καὶ πρόκειται,
661Κύριοι, οὕτω περὶ δημιουργίας θέσεων, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, μὴ
662ἀπολύτως ἀναγκαίων, ἢ πάντη περιττῶν· πρόκειται, ἐν μιᾷ
663λέξει, περὶ σπατάλης, ἣν ἐννοεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
664νήσεως νὰ συντελέσῃ ἐν τῷ μέσῳ τῆς χρεωκοπίας τοῦ Κρά-
665τους, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ ἔχοντος πρόδηλον τοῖς πᾶσιν
666ἔλλειμμα ἐξ 8,000,000. Καὶ θέλετε μὲ τοιοῦτον προϋπο-
667λογισμόν, κύριε Πρωθυπουργέ, νὰ ἐμφανισθῆτε ἐνώπιον τῶν
668πιστωτῶν μας καὶ νὰ ἐπιδιώξητε συμβιβασμὸν πρὸς αὐτούς;
669Ἀλλὰ τίνα ἀσφάλειαν παρέχετε οὕτως εἰς αὐτοὺς, ὅτι θὰ
670δυνηθῆτε νὰ πληρώσητε, μετὰ τὴν αὐθαίρετον ἀποκοπὴν τῶν
671χρεωλύτρων καὶ περιστολὴν τῶν τόκων κατὰ 70%, καὶ
672αὐτὰ τὰ ὑπολειπόμενα 30%;
673Μὴ πλανᾶσθε, Κύριοι. Ὁ προκείμενος προϋπολογισμὸς,
674ὡς ἔχει, ἀδύνατον νὰ ἐμπνεύσῃ οἱανδήποτε ἐμπιστοσύνην
675εἰς τοὺς πιστωτάς μας, ἀδύνατον νὰ προλειάνῃ τὴν ὁδὸν
676τὴν ἄγουσαν εἰς τὸν συμβιβασμὸν, εἰς τὴν διέξοδον ἡμῶν
677ἐκ τῆς νῦν ἀφορήτου καταστάσεως. Διὰ τοῦ προϋπολογι-
678σμοῦ τούτου, ἐγκλείοντος τὰ σπέρματα νέας φοβερωτέρας
679χρεωκοπίας τῆς πρώτης, καταδικάζεται ἡ Ἑλλὰς εἰς οἰκο-
680νομικὸν μαρασμὸν, ὅστις εἶναι χείρων πάσης οἰκονομικῆς
681κρίσεως καὶ καταστροφῆς. Ἂν πονῆτε τὸν τόπον σας, ἂν
682κήδησθε τῆς οἰκονομικῆς αὐτοῦ ὑπάρξεως, ἂν κήδησθε τῆς
683τιμῆς του καὶ ἀξιοπρεπείας, σπεύσατε νὰ ψηφίσητε τὸ
684ἀπαράδεκτον αὐτοῦ, κατὰ τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας
685τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, καὶ ἐξαναγκάσατε
686οὕτω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ συντάξῃ καὶ ὑποβάλῃ νέον
687προϋπολογισμὸν, ἀνταποκρινόμενον εἰς τὰς νῦν ἐκρύθμους
688περιστάσεις καὶ παρέχοντα ἐλπίδα αἰσιωτέρου μέλλοντος...
689§13ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε συνάδελφε, θὰ ἐξακολουθήσητε
690ἀκόμη ἐπὶ πολύ;
691§14ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ δύο περίπου ὥρας.
692§15ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τότε ν’ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
693§16ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ θὰ ἐπροτίμων ν’ ἀποπερατώσω ἀπόψε
694τὴν ἀγόρευσίν μου.
695§17Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς διακόψωμεν τώρα, κύριε
696Πρόεδρε, καὶ ἐξακολουθοῦμεν τὴν Τρίτην. Εἶναι Ἀπόκρεω,
697καὶ κατὰ τὰ ἔθιμα ἡμῶν, πρέπει νὰ ἤμεθα ἐν τῷ μέσῳ
698τῶν οἰκογενειῶν ἡμῶν.
699§18ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πήγαινε σὺ, ὅστις ἔχεις τὰ παιδιὰ
700σου· ἡμεῖς θὰ μείνωμεν.
701§19Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν θέλητε νὰ ἐπιμείνητε, τότε
702θὰ φέρω ἔνστασιν ἀπαρτίας. Πρέπει νὰ διακόψωμεν.
703§20Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διακόψωμεν
704καὶ νὰ ἐπαναλάβωμεν.
705§21Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρ-
706χει ἀπαρτία. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
707(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπι-
708τήρησιν, ὡς ψηφολέκτου, τοῦ βουλευτοῦ Ἀχιλλέως Χοϊδᾶ,
709μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
710§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες Βου-
711λευταὶ 108.
712§23Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μεταξὺ τῶν νομο-
713σχεδίων τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι καὶ τὸ ἀφορῶν εἰς
714ἐμπορικὴν συμφωνίαν μεταξὺ Σερβίας καὶ Ἑλλάδος, ἐξ ἧς
715ἐξαρτῶνται πολλὰ συμφέροντα. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ
716θὰ δεχθῇ νὰ ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν.
717§24ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσίν μου.
718§25Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τώρα, ὅτε
719ὑπάρχει ἀπαρτία.
720(Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν,
721κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομο-
722σχέδιον περὶ ἀδείας πρὸς συνομολόγησιν ἐμπορικῆς συμ-
723φωνίας μετὰ τῆς Σερβίας).
724§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑπέ-
725βαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας
726ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 47,000 ἐπὶ τοῦ εἰδι-
727κοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν
728τῆς χρήσεως 1893. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
729Παράρτημα, ἀριθ. 193).
730Ὁ κύριος Εὐταξίας παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγό-
731ρευσίν του.
732§27ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὴν ἀνεπάρκειαν, Κύριοι τοῦ προκειμένου
733προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν ἀνάγκην ῥιζικῆς αὐτοῦ μεταῤ-
734ῥυθμίσεως δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ συναισθάνηται πᾶς ὁ ἔχων
735συνείδησιν, ἔστω καὶ ἀμυδράν, τῆς παρούσης ἡμῶν κατα-
736στάσεως. Ἐγὼ μάλιστα δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι τὴν ἀνεπάρ-
737κειαν καὶ ἀνάγκην ταύτην θὰ συναισθάνωνται ἐνδομύχως
738καὶ αὐτὸς ὁ ὑποβαλὼν τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος προϋπολογισμὸν
739εἰς τὴν Βουλὴν κ. Πρωθυπουργὸς καὶ αὐτὸς ὁ τόσον ἀπρο-
740θύμως ἔχων ἐν ἀρχῇ, ἵνα συνηγορήσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ, ἀξιότι-
741μος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας. Καὶ ἂν διΐσταμαι πρὸς
742αὐτοὺς πολιτικῶς, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι ν’ ἀποδε-
743χθῶ, ὅτι τυφλώττουσι πρὸ τόσον καταφανοῦς πράγματος.
744Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι νῦν, πῶς πρέπει ὁ προϋπολογισμὸς
745τοῦ Κράτους νὰ μεταῤῥυθμισθῇ, ὅπως ἀποβῇ ἐπαρκὴς εἰς
746τὰς ἐπειγούσας αὐτοῦ ἀνάγκας καὶ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις
747ἀσφαλὴς πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν ἤδη κατηρειπωμένων δημοσίων
748καὶ κατ’ ἰδίαν οἰκονομικῶν τῆς χώρας.
749Τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος τούτου ὀφείλω νὰ ἐπιλη-
750φθῶ νῦν, καθ’ ἣν ἀρχὴν καθιερώσαμεν ἡμεῖς ἤδη ἀπὸ τῆς
751συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892. Ὡς δηλαδὴ
752καὶ ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου καὶ
753ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 ἡμεῖς
754δὲν ἠρκέσθημεν εἰς ἁπλῆν πολεμικὴν κατὰ τῶν ὑποβλη-
755θέντων τότε ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως προϋπο-
756λογισμῶν, εἰς μόνην τὴν κατάδειξιν τῆς ἀνεπαρκείας καὶ
757τῆς ἀνάγκης ῥιζικῆς αὐτῶν μεταῤῥυθμίσεως, ἀλλ’ ὑπεδεί-
758ξαμεν καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν, ὡς ἡμεῖς ἐνομίζομεν, ἡ με-
759ταῤῥύθμισις αὕτη ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ, τοῦτ’ αὐτὸ θεω-
760ροῦμεν καθῆκον εἴπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτε νὰ πράξωμεν νῦν.
761Διότι εἴπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτε νῦν ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ
762προβῶμεν εἰς τὴν τοιαύτην μεταῤῥύθμισιν, νῦν, ὅτε ἡ κατα-
763στροφή, ἣν ἐζητοῦμεν τότε ν’ ἀποσοβήσωμεν δι’ αὐτῆς,
764συνετελέσθη ἤδη, ὡς μὴ ὤφελεν. Ἐκ τῆς καταστροφῆς ταύ-
765της, Κύριοι, ἀδύνατον νὰ ἀναλάβωμέν ποτε διὰ τοῦ αὐτοῦ
766συστήματος, δι’ οὗ ἐπὶ ἑνδεκαετίαν καὶ ἐπέκεινα παρεσκευά-
767σαμεν αὐτήν.
768Τὴν μεταῤῥύθμισιν ἐννοοῦμεν ἡμεῖς, ὡς προεδήλωσα ἤδη,
769ῥιζικήν, τοιαύτην, οἵαν ὑπαγορεύουσιν αἱ ὑγιεῖς ἀρχαὶ τῆς
770οἰκονομικῆς διοικήσεως καὶ οἰκονομικῆς πολιτικῆς ἔν τε τῇ
771στενοτέρᾳ καὶ τῇ εὐρυτέρᾳ ταύτης ἐννοίᾳ. Ἐννοοῦμεν πρὸ
772παντὸς ἀποκατάστασιν πλήρους καὶ ἀληθοῦς ἰσοζυγίου ἐν τῷ
773προϋπολογισμῷ διὰ τῆς ἀκριβοῦς ἀναγραφῆς ἐν αὐτῷ τῶν
774ἐσόδων τῶν πράγματι εἰσπραττομένων, καὶ τῶν ἐξόδων τῶν
775πραγματοποιουμένων κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ἄνευ τῆς
776μέχρι τοῦδε διακρίσεως ἐκτάκτων ἐξόδων, πλὴν μόνων τῶν
777μὴ δυναμένων νὰ προβλεφθῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὡς καὶ
778ὁ Λογιστικὸς ἡμῶν νόμος διακελεύει, χωρὶς νὰ καταλείπηται
779ἡ ἐλαχίστη θυρὶς ἀνοικτὴ εἰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις,
780καὶ μὲ πραγματικὴν κατ’ ἀξίαν ἐξίσωσιν τῶν ἐσόδων καὶ
781ἐξόδων. Ἐννοοῦμεν σκοπιμωτέραν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων
782τοῦ Κράτους, ἐξασφαλιζομένων διὰ διοικήσεως χρηστοτέρας
783καὶ διὰ μεταῤῥυθμίσεως τῆς σχετικῆς ἡμῶν νομοθεσίας
784οὕτως, ὥστε καὶ τὸ λαθρεμπόριον νὰ κατασταλῇ, κατὰ τὸ
785ἐφικτόν, καὶ οἱ πολῖται ἐπὶ τῶν ἀμέσων ἰδίᾳ φόρων νὰ
786διευκολύνωνται εἰς τὴν ἐμπρόθεσμον καταβολὴν αὐτῶν.
787Ἐννοοῦμεν ἀληθῆ ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων
788χρημάτων διὰ τῆς πλήρους καὶ αὐστηρᾶς ἐφαρμογῆς τῶν
789σχετικῶν διατάξεων, συμπληρουμένων τούτων καὶ διὰ τῆς
790ἀναγκαίας νομοθετικῆς μεταῤῥυθμίσεως, τῆς ὑπὸ τῆς μέχρι
791τοῦδε πείρας ἐνδεικνυομένης. Ἐννοοῦμεν νὰ μὴ ἀφήσωμεν
792νεκρὸν γράμμα καὶ αὐτὸν τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον,
793τὸν ὑπό τε τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Λογιστικοῦ ἡμῶν νό-
794μου καθιερούμενον καὶ ἐν τούτοις μέχρι τοῦδε παροραθέντα.
795Δισεκατομμύρια ὅλα, Κύριοι, ἔχουσι διαχειρισθῆ μέχρι τοῦδε
796αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις, χωρὶς ὅμως ποτὲ νὰ ὑπο-
797βάλωσιν εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς νομίμως κατηρτισμέ-
798νους ἀπολογισμούς! Ἐννοοῦμεν πᾶσαν ἐφικτὴν οἰκονομίαν
799ἐν τοῖς ἐξόδοις καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων ὀργανικῶν
800νόμων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναγκαίας μεταῤῥυθμίσεως τού-
801των, καθ’ ἣν πᾶσα ἡ δημοσία ἡμῶν ὑπηρεσία ἁπλοποιου-
802μένη θὰ καθίστατο ἧττον δαπανηρὰ ἢ νῦν. Καὶ αἱ μεταῤ-
803ῥυθμίσεις αὗται ἀνάγονται εἰς τὴν οἰκονομικὴν διοίκησιν.
804Ἀλλ’ ἐννοοῦμεν καὶ μεταῤῥυθμίσεις, ἀναγομένας εἰς τὴν
805οἰκονομικὴν καθόλου πολιτικήν. Ἐννοοῦμεν ῥιζικὴν μεταῤ-
806ῥύθμισιν τῆς φορολογικῆς ἡμῶν νομοθεσίας κατὰ τρόπον
807τοιοῦτον, ὥστε ν’ αὐξήσωσι μὲν αἱ πρόσοδοι τοῦ Κράτους,
808νὰ ἀνακουφισθῶσι δὲ αἱ νῦν ὑπὸ τὰ φορολογικὰ βάρη κα-
809πτόμεναι τάξεις τοῦ λαοῦ, καὶ νὰ ἐπιβαρυνθῶσιν ἀναλόγως
810καὶ αἱ νῦν ἐλαφρῶς φορολογούμεναι ἢ ὅλως ἀσύδοτοι τά-
811ξεις. Ἐννοοῦμεν μεταῤῥύθμισιν, καθ’ ἣν θὰ ἔπαυεν ἡ νῦν
812παρατηρουμένη διὰ τῆς φορολογίας ἐκμύζησις παραγωγι-
813κῶν κεφαλαίων ἐκ τῶν κατ’ ἐξοχὴν παραγωγικῶν τάξεων
814τῆς χώρας, καὶ καθ’ ἣν μετὰ τοῦ ἐρίου κείρεται καὶ τὸ
815δέρμα πολλάκις. Ἐννοοῦμεν μεταῤῥύθμισιν τοιαύτην, καθ’
816ἣν θὰ ἔπαυεν ἡ παραγωγὴ ἡμῶν θεωρουμένη ὡς ἀγελάς,
817ἣν δύναταί τις νὰ ἀμέλγῃ, χωρὶς νὰ τρέφῃ, καθ’ ἣν μέρος
818τῶν εἰσπραττομένων ἐξ αὐτῆς φόρων θὰ διετίθετο ἐπ’ ἀγαθῷ
819αὐτῆς τῆς παραγωγῆς, πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς γεωργίας, τῆς
820βιομηχανίας, τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ναυτιλίας. Ἰδοὺ τὰ δι-
821δάγματα, ἅτινα ὑπαγορεύει εἰς ἡμᾶς καὶ ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ
822πεῖρα τῶν ἄλλων χωρῶν, τῶν μᾶλλον ἡμῶν προηγμένων,
823καὶ αὐτὴ ἡ πικρὰ πεῖρα τοῦ ἰδίου ἡμῶν παρελθόντος.
824Μακρὸν λόγον, Κύριοι, ἐποιησάμην ἤδη κατὰ τὴν συζή-
825τησιν ἰδίᾳ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 περὶ τῶν ἐπενε-
826κτέων εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν διοίκησιν μεταῤῥυθμίσεων.
827Κρίνω περιττόν, τὸν λόγον ἀπευθύνων πρὸς τὴν αὐτὴν Βου-
828λήν, νὰ ἐπανέλθω εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας, εἰς ἃς τότε
829εἰσῆλθον· διὸ περιορίζομαι εἰς τὰ κεφαλαιωδέστερα ἐξ αὐτῶν,
830καὶ δὴ εἰς ἐκεῖνα, ἅτινα τότε προεκάλεσαν τὰς μεγαλειτέ-
831ρας ἀντιῤῥήσεις. Ἀνάγκη πᾶσα ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ ὡς
832πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα αὐτοῦ, νὰ συνταχθῇ
833ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τότε διατυπωθεισῶν γνωμῶν μας, ἃς
834ἠσπάσθη μὲν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατ’ ἀρχὴν, χωρὶς ὅμως
835νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὰς καθ’ ὅλας τὰς συνεπείας των. Ἀνάγκη,
836ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα νὰ μὴ προϋπολογίζωνται ταῦτα ἐπὶ τῇ
837βάσει μόνον τοῦ μέσου ὅρου τῶν πράγματι εἰσπραχθέντων
838κατὰ τὰ τρία προηγούμενα ἔτη, ἀλλὰ καὶ ὅπου παρατη-
839ρεῖται προϊοῦσα ἐλάττωσις αὐτῶν, καὶ ὅπου αἱ καιρικαὶ
840περιστάσεις ὑποδεικνύουσιν ἐπαισθητὴν αὐτῶν ἔκπτωσιν,
841νὰ λαμβάνηται αὕτη ὑπ’ ὄψιν, ὡς ὑπέδειξα ἤδη ἐπὶ διαφό-
842ρων ἐσόδων κατὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋ-
843πολογισμοῦ. Ἀνάγκη, ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, ν’ ἀναγραφῶσι
844πιστῶς καὶ ἀκριβῶς πᾶσαι αἱ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη
845πραγματοποιηθεῖσαι πιστώσεις, καὶ νὰ κλεισθῇ οὕτως ἐρυ-
846μνῶς, εἰ δυνατὸν, ἡ θύρα τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώ-
847σεων. Ἀνάγκη νὰ μὴ ἀποκλεισθῇ ἐξ αὐτῶν μηδεμία πλέον
848δαπάνη ὑπὸ τὸν τύπον ἐκτάκτου πιστώσεως, πλὴν μόνον
849καθ’ ὅσον αὕτη δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προβλεφθῇ ἐν τῷ προϋ-
850πολογισμῷ. Ἀνάγκη ἐπὶ πάσης δαπάνης εἰς χρυσὸν νὰ
851προσυπολογίζηται καὶ ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ, καὶ μὲ
852περιθώριον μάλιστα, μήπως ἐντεῦθεν προκύψῃ ἔλλειμμά τι.
853Ἀνάγκη οὕτω νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἀληθὲς ἰσοζύγιον διὰ τῆς
854πραγματικῆς κατ’ ἀξίαν ἐξισώσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων.
855Εἰδικώτερον δὲ, ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, ἀνάγκη πᾶσα καὶ
856διοικητικῶς καὶ νομοθετικῶς νὰ παταχθῇ κατὰ κεφαλῆς
857πᾶσα παράβασις τῶν φορολογικῶν νόμων, καὶ νὰ περι-
858σταλῇ κατὰ τὸ ἐφικτὸν τὸ λαθρεμπόριον. Ἀνάγκη ἰδίᾳ ὡς
859πρὸς τοὺς ἀμέσους φόρους νὰ ἐξευρεθῇ ὁ προσφορώτερος τρό-
860πος βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως, καθιερουμένης καὶ τῆς
861κατὰ δόσεις διμηνιαίας καταβολῆς αὐτῶν, ὅπου αὕτη ἐγ-
862χωρῇ. Ἀνάγκη διὰ τοιούτων μεταῤῥυθμίσεων νὰ περιορισθῇ
863κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ ἡ διαφορὰ μεταξὺ βεβαιουμένων καὶ
864εἰσπραττομένων ἐσόδων, καὶ ν’ ἀποσκορακισθῇ ἐκ τῆς νομο-
865θεσίας ἡμῶν τὸ βάρβαρον μέτρον τοῦ προσθέτου φόρου καὶ
866τόκου ἐπὶ τῶν καθυστερούντων, δι’ ὧν δὲν ἠλαττώθησαν μὲν
867ταῦτα, ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς προηγούμενα ἔτη, καθ’ ἃ
868δὲν εἶχεν ἐφαρμοσθῇ τὸ τοιοῦτο μέτρον, ηὔξησε δὲ μόνον ἡ
869καταπίεσις καὶ τὸ φορολογικὸν βάρος τῶν ἀπορωτέρων ἐν
870ἡμῖν τάξεων.
871Ὡς πρὸς δὲ τὰ ἔξοδα, ἀνάγκη ν’ ἀποκρουσθῇ κατ’ ἀρχὴν
872πᾶσα περιττὴ ἢ καὶ μὴ ἐπείγουσα δαπάνη, νὰ ἐπιδιωχθῇ
873δὲ πᾶσα δυνατὴ οἰκονομία ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νό-
874μων. Ἀνάγκη πρὸς τούτοις νὰ μεταῤῥυθμισθῶσι καὶ οἱ ὀρ-
875γανικοὶ ἡμῶν νόμοι, ἁπλοποιουμένης ἐν πολλοῖς τῆς δημο-
876σίας ἡμῶν ὑπηρεσίας. Ἀνάγκη ἡ ἁπλοποίησις αὕτη νὰ ἄρ-
877ξηται ἐκ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τῶν διαφόρων Ὑπουρ-
878γείων, καθ’ ἃ ὑπέδειξα ἄλλοτε, καὶ νὰ καταλήξῃ εἰς τὴν
879ἐπαρχιακὴν διοίκησιν. Ἀνάγκη ἰδίᾳ νὰ αὐξηθῇ κατά τι
880ὁ ἀριθμὸς τῶν νῦν Νομαρχιῶν, προσκτωμένων τούτων τὴν
881ἀπαιτουμένην ἀναλογίαν τοῦ πληθυσμοῦ τῶν κατοίκων
882καὶ τῆς ἐδαφιαίας ἐκτάσεως. Ἀνάγκη εἰς τὰς ἕδρας αὐτῶν
883νὰ συγκεντρωθῶσι καὶ αἱ οἰκονομικαὶ, δικαστικαὶ καὶ ἐκ-
884κλησιαστικαὶ ἀρχαὶ, ἐξ οὗ βεβαίως καὶ ἡ ὑπηρεσία θὰ διευ-
885κολύνετο, καὶ οἱ πολῖται θὰ διεξῆγον εὐχερέστερον καὶ τα-
886χύτερον τὰς ἐνώπιον αὐτῶν ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις των, καὶ
887οἰκονομία οὐ σμικρὰ θὰ ἐπήρχετο εἰς τὰς δαπάνας τοῦ
888Κράτους.
889Ὡς πρὸς δὲ τὴν διαχείρισιν, ἀνάγκη ὁ ἤδη καθιερωμένος
890ὑπὸ τῆς νομοθεσίας ἡμῶν ἔλεγχος νὰ καταστῇ ἐνήμερος
891καὶ νὰ λειτουργήσῃ ἐφεξῆς ἀμείλικτος. Ἀνάγκη νὰ παύσῃ
892ἡ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἀναβολὴ τῆς ἐξελέγξεως τῆς διαχειρί-
893σεως τῶν διαφόρων ὑπολόγων. Ἀνάγκη πρὸς τοῦτο νὰ ἐμφυ-
894σηθῇ νέα πνοὴ ζωῆς εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν ἡμῶν Συνέδριον.
895Ἀνάγκη ἐπὶ πᾶσι καὶ τὸ Δημόσιον ἡμῶν Λογιστικὸν νὰ
896συντάσσῃ ἐγκαίρως τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν διαφόρων χρή-
897σεων, καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ ἐξελέγχῃ αὐτούς,
898καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἐνασκῇ ὅπερ κέκτηται ἐκ τοῦ Συντάγμα-
899τος καὶ τοῦ Λογιστικοῦ νόμου δικαίωμα ἐλέγχου ἐπὶ τῶν
900ἀπολογισμῶν.
901Πέρυσι, Κύριοι, κατέδειξα ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὰς οἰκο-
902νομίας, αἵτινες δύνανται νὰ γείνωσιν ἐν τοῖς διαφόροις
903Ὑπουργείοις καὶ τοῖς ἐξ αὐτῶν ἐξαρτωμένοις κλάδοις τῆς
904δημοσίας ὑπηρεσίας, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑφισταμένης νομοθε-
905σίας καὶ διὰ μεταῤῥυθμίσεων ταύτης. Δὲν θέλω νῦν, ὡς
906προεῖπον, νὰ ἐπανέλθω εἰς τὰ τότε λεχθέντα, τόσῳ μᾶλλον,
907ὅσῳ κατ’ αὐτῶν οὐδεμία ἀξία λόγου ἀντίῤῥησις ἠγέρθη.
908Ἀντιῤῥήσεις προυκάλεσεν ἰδίᾳ ἡ περὶ συντάξεων πρότασίς
909μου, εἰς ἣν εἶμαι διὰ τοῦτο ἠναγκασμένος νὰ ἐπανέλθω νῦν,
910ὅπως μὴ ἀφήσω ἀμφιβολίαν τινὰ περὶ τῆς ὀρθότητος αὐτῆς.
911Ἐν ἔτει 1883, Κύριοι, τὸ ποσὸν τὸ καταβαλλόμενον
912εἰς συντάξεις ἀνήρχετο εἰς 3.500,000 δραχ. περίπου. Νῦν
913προϋπολογίζεται αὐτὸ εἰς 5,126,400, αὐξῆσαν ἐν ἀντιπαρα-
914βολῇ πρὸς μόνον τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτε αὐτὸ εἶχε προϋπο-
915λογισθῆ εἰς 4,893,000, κατὰ 233,400 δραχ. Ἄν ἐμμεί-
916νωμεν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὸ μέχρι τοῦδε κρατῆσαν σύ-
917στημα, φόβος εἶναι μὴ σὺν τῷ χρόνῳ ἀποῤῥοφήσωσι τὸ πλεῖ-
918στον μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ μας αἱ συντάξεις. Τῆς ζη-
919μίας δὲ, ἥτις προσγίνεται ἐντεῦθεν εἰς τὸ Κράτος, δύνασθε
920νὰ ἔχητε ἔννοιάν τινα, ἀναλογιζόμενοι ὅτι ἀπέναντι τῶν ὑπ’
921αὐτοῦ καταβαλλομένων συντάξεων ἐκ 5,126,400 δραχμῶν
922εἰσπράττει αὐτὸ ἐκ κρατήσεων ἐκ τῶν μισθῶν τῶν πολιτικῶν
923ὑπαλλήλων μόλις δρ. 903,000.
924Ὁ περὶ συντάξεων νόμος εὐνοεῖ τοὺς ὑπαλλήλους ὑπὲρ
925τὸ μέτρον τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς αὐτοὺς ὑποχρεώσεων, κα-
926θόσον ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας, ὁ κατ’ αὐτὸν ἀπαιτούμενος
927πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ δικαιώματος τῆς συντάξεως, εἶναι βρα-
928χύτερος τοῦ δέοντος, καὶ δυσαναλογία μεγάλη τῶν κρατή-
929σεων πρὸς τὰς ἀπονεμομένας συντάξεις ὑπάρχει, καὶ πλεῖ-
930σται ὅσαι θυρίδες ἔχουσιν ἀφεθῆ ἀνοικταὶ πρὸς καταστρα-
931τήγησίν του. Εἰς τὸ κακὸν δὲ τὸ ἐγκείμενον ἐν τῷ νόμῳ
932αὐτῷ ἐπέθεσε τὴν κορωνίδα ὁ ἀχαλίνωτος φατριασμὸς, ὁ εἴτε
933ἐξ εὐμενείας εἴτε ἐκ δυσμενείας ἀπολύων ἐκ τῆς ὑπηρεσίας,
934ἅμα τῇ συμπληρώσει τῶν ἐτῶν τῆς συντάξεως, ὑπαλλήλους
935δεδοκιμασμένους, ἐν τῇ ἀκμῇ ἔτι τῆς ἀνδρικῆς ἡλικίας δια-
936τελοῦντας καὶ δυναμένους ἐπὶ πολὺν ἔτι χρόνον νὰ παρά-
937σχωσι τὰς ὑπηρεσίας των εἰς τὴν Πολιτείαν. Πόσοι τούτων,
938λαβόντες τὴν σύνταξίν των, δὲν ὑπηρετοῦσι τὴν σήμερον εὐ-
939δοκίμως πάνυ εἰς διαφόρους ἑταιρίας καὶ ἄλλας ἰδιωτικὰς
940θέσεις; Καὶ ζημιοῦται οὕτω τὸ Κράτος διττῶς, ἔνθεν μὲν
941στερούμενον τῆς ὑπηρεσίας δεδοκιμασμένων ὑπαλλήλων,
942ἔνθεν δὲ ἀναγκαζόμενον νὰ καταβάλλῃ διπλοῦς, τριπλοῦς
943καὶ ἐνίοτε πλείονας μισθοὺς διὰ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν θέσιν,
944πρὸς τὸν ἐν ἐνεργείᾳ δηλαδὴ καὶ πρὸς τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς
945διατελοῦντας συνταξιούχους ὑπαλλήλους. Πρέπει, Κύριοι, νὰ
946τεθῇ ὅσον οἷόν τε τάχιον ἓν τέρμα εἰς τὴν τοιαύτην κατά-
947στασιν, καὶ νὰ κλείσῃ οὕτω μία τῶν φοβερωτέρων πληγῶν
948τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Πρέπει πρὸ παντὸς καὶ
949αἱ κρατήσεις τῶν ὑπαλλήλων ν’ αὐξήσωσι καὶ ὁ χρόνος ὁ
950ἀπαιτούμενος πρὸς σύνταξιν, καὶ ὅριον ἡλικίας νὰ τεθῇ, καὶ
951αἱ λόγῳ ἀνικανότητος ἢ θανάτου ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἀπονε-
952μόμεναι συντάξεις νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς αὐστηροτέρας τῶν νῦν
953διατάξεις, ἀποκλειούσας ἐφεξῆς τὴν τέως καταστρατήγησιν
954τοῦ νόμου. Πλὴν τοῦτο καὶ μόνον δὲν ἀρκεῖ. Ἀνάγκη νὰ
955ληφθῇ καὶ ῥιζικώτερον μέτρον, δι’ οὗ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ
956ἀπαλλαγῇ ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ Κράτος τῆς λύμης τῶν συν-
957τάξεων.
958Ὀφείλομεν, Κύριοι, τὸ ἀσφαλιστικὸν ἔργον τῶν ὑπαλ-
959λήλων, ὡς πρὸς τὰς συντάξεις των, ὅπερ τόσον ἀδεξίως καὶ
960ἐπιζημίως δι’ ἑαυτὴν διεξήγαγε μέχρι τοῦδε ἡ Πολιτεία,
961νὰ ὑπαγάγωμεν εἰς ἰδιαίτερον ταμεῖον, ἱδρυόμενον ὑπ’ αὐ-
962τῶν τούτων τῶν ὑπαλλήλων καὶ διατελοῦν μόνον ὑπὸ τὴν
963ἐποπτείαν τοῦ Κράτους. Εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ περὶ οὗ
964ὁ λόγος ταμείου πρέπει νὰ ὑπαχθῶσι πάντες οἱ ἐν ἐνεργείᾳ
965ὑπάλληλοι, οἱ συμπληρώσαντες δεκαετῆ ὑπηρεσίαν καὶ οἱ
966ἐφεξῆς διορισθησόμενοι. Καὶ εἰς τούτους δὲ καὶ εἰς τοὺς λοι-
967ποὺς ἐν ἐνεργείᾳ ὑπαλλήλους ἀνάγκη νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἀπὸ
968τοῦδε αἱ ὑποδειχθεῖσαι μεταῤῥυθμιστικαὶ διατάξεις, ὡς πρὸς
969τὸ ποσὸν τῶν κρατήσεων, ὡς πρὸς τὸν χρόνον τὸν ἀπαιτού-
970μενον πρὸς σύνταξιν, ὡς πρὸς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας κλπ.
971Αἱ ἤδη καταβαλλόμεναι ὑπὸ τοῦ Κράτους συντάξεις πρὸς
972τοὺς ἐκτὸς ὑπηρεσίας ὑπαλλήλους θὰ καταβάλλωνται καὶ
973ἐφεξῆς ὑπ’ αὐτοῦ καὶ θ’ ἀπονέμωνται ἅμα τῇ συμπληρώσει
974τοῦ πρὸς σύνταξιν ἀπαιτηθησομένου χρόνου, καὶ πρὸς ἐκεί-
975νους τῶν νῦν ἐν ἐνεργείᾳ ὑπαλλήλων, οἵτινες ἔχουσι διανύ-
976σει ἤδη δεκαετίαν ἐν αὐτῇ, ἀλλ’ ὄχι πλέον ἐκ τακτικῶν
977πόρων τοῦ Κράτους. Πρέπει διὰ παρεμφεροῦς πρὸς τὸν ἐν
978Ἰταλίᾳ ἤδη ἐφαρμοσθέντα συνδυασμὸν, καθ’ ὃν, ἀντὶ τῶν
979τέως 70,000,000 φράγκων, τὸ Κράτος θὰ πληρόνῃ ἐφεξῆς
98036,000,000 μόνον καὶ δὴ ἐπὶ 56 ἔτη, μεθ’ ἃ μέλλει νὰ
981ἀπαλλαγῇ αὐτὸ πάσης ὑποχρεώσεως, ἀποῤῥεούσης ἐκ συν-
982τάξεων· πρέπει, λέγω, διὰ παρεμφεροῦς συνδυασμοῦ ν’ ἀπαλ-
983λαγῇ καὶ τὸ Κράτος ἡμῶν ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου πάσης
984ἐκ συντάξεων προερχομένης ὑποχρεώσεως. Ὁ συνδυασμὸς
985οὗτος εἶναι ἡ κεφαλαίωσις τῶν ὑφισταμένων πρὸς σύνταξιν
986ὑποχρεώσεων διὰ δανείου χρεωλυτικοῦ ἐσωτερικοῦ, οὗτινος
987ἡ λειτουργία θ’ ἀνεκούφιζε τὸ Δημόσιον τὰ τρία πρῶτα
988ἔτη, καθ’ ἃ θὰ διήρκουν καὶ αἱ μεγαλείτεραι αὐτοῦ δυσχέ-
989ρειαι, κατὰ τέσσαρα καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμύρια. Τὸ δάνειον
990θὰ ἐπραγματοποιεῖτο κατὰ δόσεις, καθόσον δηλ. Θὰ κατε-
991βάλλοντο δι’ αὐτοῦ τὰ ἐτησίως ἀπαιτούμενα ποσὰ διὰ τὰς
992συντάξεις. Οὕτω πως ἡ λειτουργία τοῦ νέου δανείου θὰ ἤρ-
993χιζε τὸ πρῶτον ἔτος μὲ τόκον 6% καὶ 1% χρεώλυτρον,
994ὅπερ διὰ τὴν πρώτην ἐτησίαν δόσιν ἐπὶ 5.000,000 κεφα-
995λαίου, ἵνα λάβωμεν ὡς βάσιν τὸ στρογγύλον τοῦτο ποσὸν,
996θὰ ἀνήρχετο εἰς δρ. 350,000, τὸ δεύτερον ἔτος εἰς 750,000,
997τὸ τρίτον εἰς 1,050,000 δρ. καὶ οὕτως ἐφεξῆς. Τὸ ποσὸν
998τοῦτο ἀδύνατόν ποτε νὰ ὑπερβῇ σὺν τῷ χρόνῳ τὰ 5.000,000,
999ἅτινα νῦν καταβάλλομεν διὰ τὰς συντάξεις, μεθ’ ὡρισμένην
1000ὅμως ἐποχὴν θ’ ἀρχίσῃ ἐλαττούμενον, καθόσον θὰ ἐκλείπωσι
1001σὺν τῷ χρόνῳ οἱ συνταξιοῦχοι καὶ αἱ διάφοροι δόσεις τοῦ
1002δανείου, αἵτινες διὰ τὸν αὐτὸν λόγον μεθ’ ὡρισμένην ἐποχὴν
1003θὰ ὦσι μικρότεραι, θὰ ἀποσβέννυνται ἑκάστη μετὰ πάροδον
100433 ἐτῶν, ἕως οὗ ἀπαλλαγῇ τὸ Δημόσιον ὁλοσχερῶς πάσης
1005ἐκ συντάξεων ἀποῤῥεούσης ὑποχρεώσεως.
1006Εἶμαι ἠναγκασμένος, Κύριοι, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις
1007ἰδιαιτέρως καὶ ὡς πρὸς τὰς οἰκονομίας ἑνὸς μόνον Ὑπουρ-
1008γείου καὶ τῶν ἐξ αὐτοῦ ἐξαρτωμένων κλάδων δημοσίας
1009ὑπηρεσίας, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, οὗτινος
1010εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προστῶ ἐπὶ ἑξάμηνον, καὶ νὰ λάβω
1011οὕτω γνῶσιν ἀκριβῆ ἐξ ἰδίας πείρας τῶν εἰς αὐτὸ ἐπενε-
1012κτέων μεταῤῥυθμίσεων. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο κατώρ-
1013θωσα ἤδη, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑφισταμένης ὀργανικῆς νομο-
1014θεσίας, νὰ ἐπενέγκω ἐντὸς ἑξαμήνου οἰκονομίας ἐκ 500,000
1015δρ. Διὰ καταλλήλου μεταῤῥυθμίσεως τῆς ὀργανικῆς του
1016νομοθεσίας, εἶναι δυνατὸν, ὡς ἀπέδειξα ἄλλοτε, ἀγορεύσας
1017εἰδικῶς περὶ τῶν κατ’ αὐτὸ, καὶ οἱ διαπεπιστευμένοι εἰς
1018αὐτὸ κλάδοι σπουδαίως νὰ βελτιωθῶσι καὶ ἀποφέρωσιν
1019ἀγλαοὺς καρποὺς ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ἔθνους,
1020καὶ ἐτησία οἰκονομία νὰ ἐπέλθῃ ἐξ 1,000,000 δραχ. τοὐ-
1021λάχιστον. Σᾶς ὑπέδειξα τότε, πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνα-
1022διοργανωθῶσιν ἡ ἀνωτάτη, ἡ μέση καὶ ἡ στοιχειώδης ἡμῶν
1023ἐκπαίδευσις ἐπὶ βάσεων ὑγιεστέρων καὶ οἰκονομικωτέρων
1024δι’ ἡμᾶς, πῶς δὲ εἶναι δυνατὸν ἡ Πολιτεία ν’ ἀπαλλαγῇ
1025πάσης δαπάνης ἐξ ἰδίων καὶ διὰ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ διὰ
1026τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ὑπηρεσίαν. Αἱ διὰ τὴν Ἐκκλησίαν
1027δαπάναι θ’ ἀνατεθῶσιν εἰς τὸ συσταθησόμενον Ἐκκλησια-
1028στικὸν Ταμεῖον, τὰ δὲ διὰ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ὑπηρεσίαν
1029ἔξοδα θ’ ἀποτίωνται ἐκ τοῦ Λαχείου τῶν Ἀρχαιοτήτων,
1030οὗ αἱ εἰσπράξεις διὰ τοῦτο πρέπει νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸ
1031δημόσιον ταμεῖον καὶ νὰ μὴ διαχειρίζωνται πλέον ὑπὸ
1032ἑταιρίας, ἥτις κινδυνεύει νὰ ἐκπέσῃ παντάπασι τοῦ ἀρ-
1033χικοῦ της προορισμοῦ, κατασπαταλῶσα τὰς ἐκ τοῦ Λα-
1034χείου εἰσπράξεις, τὰς ἀνερχομένας ἐτησίως εἰς 100,000 δρ.,
1035ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ.
1036Ἀναξίαν λόγου ὑπολαμβάνω τὴν οἰκονομίαν, ἣν συνιστᾷ
1037ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τῆς ἐκθέσεώς της, ὡς
1038πρὸς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν. Βεβαίως καὶ ἐγὼ εἶμαι
1039ὑπὲρ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μισθοδοτουμένων
1040πρωτοβαθμίων δημοδιδασκάλων. Ἀλλ’ ἡ μεγαλειτέρα οἰ-
1041κονομία θὰ ἐπέλθῃ, ἂν ἀντικαταστήσωμεν νῦν τὸ σύστημα
1042τῆς ἱδρύσεως καὶ διαβαθμολογήσεως τῶν σχολείων τῆς
1043στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, τὸ στηριζόμενον εἰς τὸν πλη-
1044θυσμὸν τῶν κατοίκων, δι’ ἄλλου συστήματος, ἑδραζομένου
1045ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν, καὶ ἂν τὰ μονοτάξια σχο-
1046λεῖα ἐπεκτείνωμεν μέχρις 100 μαθητῶν, ὡς γίνεται τοῦτο
1047καὶ ἐν Γερμανίᾳ, τῇ προτύπῳ ἐκείνῃ χώρᾳ τῆς δημοτικῆς
1048ἐκπαιδεύσεως.
1049Τοσαῦτα, Κύριοι, ἐνόμισα ἐπάναγκες νὰ εἴπω νῦν περὶ οἰ-
1050κονομιῶν καὶ οἰκονομικῆς καθόλου διοικήσεως, συμπληρωμα-
1051τικὰ τῶν ὅσα ἐξέθεσα ἤδη ἄλλοτε πρὸς ὑμᾶς περὶ τούτου.
1052Ἀλλ’ ὁσαιδήποτε καὶ οἱαιδήποτε μεταῤῥυθμίσεις ἂν
1053εἰσήγοντο ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικῆς διοικήσεως, αὐταὶ καὶ
1054μόναι βεβαίως δὲν θὰ ἐξήρκουν εἰς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομι-
1055κῶν ἡμῶν. Ἀνάγκη, καὶ ἀνάγκη ἀπόλυτος, νὰ συνοδευθῶ-
1056σιν αὗται καὶ ὑπὸ ῥιζικῶν μεταῤῥυθμίσεων, ὡς πρὸς τὴν
1057καθόλου οἰκονομικὴν πολιτικήν. Ἀνάγκη πρὸ παντὸς νὰ
1058μεταῤῥυθμισθῇ ἐκ θεμελίων τὸ ἀπηρχαιωμένον, τὸ ἄδικον,
1059ἄνισον καὶ δυσανάλογον ἐν πολλοῖς φορολογικὸν ἡμῶν σύ-
1060στημα. Ἀνάγκη διὰ τῆς τοιαύτης μεταῤῥυθμίσεως νὰ ἀνα-
1061κουφισθῶσι, κατὰ τὸ δυνατὸν, αἱ νῦν καταπεπονημέναι τά-
1062ξεις τοῦ λαοῦ, καὶ νὰ ἐπιβαρυνθῶσιν ἀναλόγως αἱ τάξεις
1063ἐκεῖναι, αἵτινες νῦν ἢ ἐλάχιστα σχετικῶς φορολογοῦνται, ἢ
1064μένουσι σχεδὸν ἀσύδοτοι. Ἀνάγκη ν’ ἀποκατασταθῇ οὕτω
1065καὶ ἔργῳ ἡ ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγραφομένη ἰσοπολιτεία,
1066καθ’ ἣν «ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου
1067»καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη,
1068»ἀναλόγως τῆς περιουσίας των» (ἄρθρ. 3).
1069§28ΠΑΧΥΣ. Μήπως τώρα δὲν πληρόνομεν ὅλοι φόρους;
1070§29ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑπὸ ἔποψιν τῶν ἐμμέσων φόρων ναὶ, οὐχὶ
1071ὅμως καὶ ὑπὸ ἔποψιν τῶν ἀμέσων φόρων. Οἱ φόροι κατανα-
1072λώσεως, τὰ τέλη καὶ δικαιώματα, τὰ μονοπώλια πλήτ-
1073τουσιν ἐξ ἴσου πάντας τοὺς πολίτας, καὶ μάλιστα ἔνιοι
1074τῶν φόρων τούτων πλήττουσι βαρύτερον τοὺς ἀπορωτέρους,
1075ὡς ὁ τοῦ ἅλατος, ὁ τοῦ πετρελαίου καὶ οἱ παραπλήσιοι
1076τούτοις, διότι οὔτε ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἄρτης οὔτε ἄλ-
1077λος τις τῶν ὁμοίων του καταναλίσκει πλειότερον ἅλας ἑνὸς
1078πτωχοῦ οἰκογενειάρχου, μεταχειριζόμενος δὲ ἠλεκτρικὸν
1079φῶς ἢ φωταέριον καὶ αὐτὸς καὶ πᾶς τις ἄλλος εὔπορος, εἶναι
1080ἀπηλλαγμένος τοῦ ἐπαχθεστάτου φόρου τοῦ πετρελαίου, εἰς
1081ὃν ὑποβάλλονται οἱ ἀστοὶ καὶ αὐταὶ αἱ ἐργατικαὶ τάξεις
1082τοῦ λαοῦ, αἱ καταναλίσκουσαι αὐτό. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ
1083ὑποθέσει ὅτι οἱ ἔμμεσοι φόροι πλήττουσιν ἐξ ἴσου πάντας
1084τοὺς πολίτας, ἐν τῇ φορολογίᾳ ταύτῃ ἔγκειται φύσει
1085δυσαναλογία τις μεταξὺ τῶν διαφόρων τάξεων τοῦ λαοῦ,
1086πρὸς ἄρσιν τῆς ὁποίας ἐπιβάλλονται οἱ ἄμεσοι φόροι, οἱ
1087πλήττοντες κυρίως τὰς εὐπόρους τάξεις. Διὰ τῶν ἀμέσων
1088φόρων ἀποκαθίσταται πανταχοῦ τῶν πεπολιτισμένων καὶ
1089εὐνομουμένων χωρῶν ἡ φορολογικὴ ἀναλογία, καθ’ ἣν οἱ εὔπο-
1090ροι εἰσφέρουσι τὰ πλείονα, ἀναλόγως τῆς περιουσίας των.
1091Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν, ὡς ἐν ἄλλοις πολλοῖς, καὶ ἐν τούτῳ ἔχουσιν
1092ἀναστραφῆ οἱ ὅροι, οἱ δὲ ἄμεσοι φόροι ἐπιβαρύνουσι μᾶλλον
1093τὴν μέσην καὶ ἀπορωτέραν τάξιν τοῦ λαοῦ, ὡς δύναται νὰ
1094καταστήσῃ καταληπτὸν εἰς πάντας τὸ πρᾶγμα τὸ ἑξῆς
1095παράδειγμα.
1096Ὁ φόρος, Κύριοι, τοῦ ἐπιτηδεύματος εἶναι κυρίως φόρος
1097εἰσοδήματος. Ἐν ᾧ δὲ ὑποβάλλονται εἰς τοῦτο παρ’ ἡμῖν ὁ
1098μικρέμπορος καὶ ὁ μικρὸς χειροτέχνης, ὅστις ἐπὶ εἰσοδή-
1099ματος καθαροῦ 600 περίπου δραχμῶν ἐκ τῆς προσωπικῆς
1100του ἐργασίας ὀφείλει νὰ πληρώσῃ πολλάκις φόρον ἐπιτη-
1101δεύματος καθαροῦ 600 περίπου δραχμῶν, ἀναλογοῦντα πρὸς
110210%, πόσον φόρον πληρόνει ὁ κ. Παχὺς ἐπὶ τοῦ εἰσοδή-
1103ματός του, τὸ ὁποῖον ὑπερβαίνει βεβαίως κατὰ πολὺ τὰς
1104100 χιλιάδας δραχμὰς ἐτησίως;
1105§30ΠΑΧΥΣ. Καὶ δὲν πληρόνω ἐγὼ φόρον οἰκοδομῶν καὶ τόσα
1106ἄλλα;
1107§31ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λείψουν τὰ προσωπικὰ
1108(θόρυβος).
1109§32ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ, Κύριοι, δέχεται αὐτὸς ὁ ἐνδια-
1110φερόμενος συνάδελφος τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ
1111ἐδάφους, διατὶ ταράττεσθε σεῖς οἱ ἄλλοι; Εἰς τὸν φόρον
1112τῶν οἰκοδομῶν, κ. Βουλευτὰ ἐξ Ἄρτης, ὑποβάλλεται καὶ ὁ
1113ἐκλέγων ὑμᾶς ἀντιπρόσωπόν του μικρέμπορος ἢ χειροτέχνης
1114τῆς Ἄρτης, ἂν ἔχῃ οἰκίαν. Ἀλλ’ ὡς ἐκ περισσοῦ ὀφείλει
1115οὗτος νὰ πληρώσῃ καὶ φόρον εἰσοδήματος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ
1116μικροῦ ἐπιτηδεύματος, ἐξ οὗ ἀποζῇ αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά
1117του. Καὶ ὁ φόρος οὗτος ἀνέρχεται δι’ αὐτὸν, ὡς εἴδομεν,
1118εἰς 10%, καὶ καταβάλλεται ἐκ τοῦ ὑστερήματός του·
1119ἐνῷ ἐκ τοῦ περισσεύματός σας, ἐκ τοῦ εἰσοδήματός σας τῶν
1120100 καὶ ἐπέκεινα χιλιάδων δραχμῶν οὐδ’ ὀβολὸν κατα-
1121βάλλετε ὑμεῖς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ποῦ ἴχνος λοιπὸν ἀνα-
1122λογίας ἐν τῇ τοιαύτῃ φορολογίᾳ; ποῦ ἴχνος ἰσοπολιτείας
1123ἐν αὐτῇ;
1124§33ΠΑΧΥΣ. Δὲν ἔχεις δίκαιον.
1125§34ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχω πληρέστατα δίκαιον, καὶ ἐὰν ἦτο
1126παρὼν ταύτῃ τῇ στιγμῇ ἐνταῦθα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Σύρου
1127Βουλευτὴς κ. Συγγρὸς, ὅστις ὑποβάλλεται εἰς τὸν ἀνώτα-
1128τον φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος, ὡς τραπεζίτης, ἂν δὲν πλα-
1129νῶμαι, θὰ εἶχε τὴν εἰλικρίνειαν νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι ὁ φόρος
1130οὗτος δὲν ἀναλογεῖ οὐδὲ πρὸς ⅛ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ εἰσο-
1131δήματός του, ἐνῷ ἔπρεπεν ἀναλόγως τῆς περιουσίας του,
1132ὡς ἄλλοι πλούσιοι ἀλλαχοῦ, καὶ αὐτὸς ἐν Ἑλλάδι νὰ φο-
1133ρολογῆται τοὐλάχιστον μὲ 5% ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματός του,
1134καὶ οἱ μικρέμποροι καὶ μικροτέχναι νὰ φορολογῶνται μὲ
1135½ καὶ 1%. Αὐτὴ εἶναι ἡ φορολογικὴ ἀναλογία, ἡ ἀπαν-
1136τῶσα ἀλλαχοῦ, αὐτὴν τὴν φορολογικὴν ἀναλογίαν ἐπιζη-
1137τοῦμεν καὶ ἡμεῖς διὰ τὴν Ἑλλάδα, τὴν ἔλλειψιν δ’ αὐτῆς
1138καταγγέλλων ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ὁ κ.
1139Συγγρὸς εἶχε τὴν εἰλικρίνειαν ν’ ἀναφωνήσῃ: «Ἐγὼ, Κύ-
1140ριοι, σχετικῶς εἶμαι σχεδὸν ἀφορολόγητος».
1141§35ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μάλιστα, τὸ εἶπεν.
1142§36ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἄλλο, Κύριοι, παράδειγμα τοῦτο φο-
1143ρολογικῆς ἀδικίας, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω νῦν.
1144Ἂν ὑπολογίσητε ἀκριβῶς τὸν ἔγγειον φόρον, ὃν καταβάλ-
1145λουσιν ἐν Θεσσαλίᾳ, Ἄρτῃ, Φθιώτιδι καὶ Εὐβοίᾳ οἱ μεγά-
1146λοι γεωκτήμονες, ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ φόρου τῶν ἀροτριών-
1147των κτηνῶν, — ἄλλοτε ἦσαν αὐτοὶ ἀπηλλαγμένοι καὶ τού-
1148του, — θὰ ἴδητε, ὅτι ὁ φόρος οὗτος ἀναλογεῖ μόλις πρὸς ⅕
1149καὶ ⅒ ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Εἰς πόσον δὲ ἀναλογεῖ τὴν σήμε-
1150ρον ὁ ἔγγειος φόρος, τὸν ὁποῖον καταβάλλει ὁ σταφιδοπα-
1151ραγωγὸς διὰ τὸ προϊόν του; Μὲ τὰς σημερινὰς τιμὰς τῆς
1152σταφίδος ἀναλογεῖ αὐτὸς πρὸς 30% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρί-
1153στου εἰσοδήματός του. Ἀλλ’ εἶναι δικαιοσύνη αὐτή; εἶναι
1154ἀναλογία φορολογίας; Καὶ δὲν εἶχον δίκαιον, εἰπὼν ἐγὼ
1155πρότερον, ὅτι ὑπὸ τὸ νῦν κρατοῦν σύστημα φορολογίας ἐν
1156ἡμῖν ἄλλαι μὲν τάξεις φορολογοῦνται ἐλάχιστα καὶ μέ-
1157νουσι σχεδὸν ἀσύδοτοι, ἄλλαι δὲ τάξεις κινδυνεύουσι νὰ
1158συντριβῶσι, καμπτόμεναι ὑπὸ τὰ φορολογικὰ βάρη; Δὲν εἶ-
1159χον δίκαιον, εἰπὼν, ὅτι οὕτω πως κείρεται ὁμοῦ μετὰ τοῦ
1160ἐρίου καὶ τὸ δέρμα, ὅτι δὲ διὰ τῆς τοιαύτης ἀδίκου φορολο-
1161γίας ἐκμυζῶνται παραγωγικὰ κεφάλαια ἀκριβῶς ἐκ τῶν
1162κατ’ ἐξοχὴν παραγωγικῶν τάξεων, ἐξ ἐκείνων, αἵτινες εἶναι
1163ἡ βάσις τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν παραγωγῆς, ὡς ἡ τῶν σταφιδο-
1164κτημόνων;
1165Καὶ τρίτον, Κύριοι, παράδειγμα φορολογικῆς δυσαναλο-
1166γίας καὶ ἀδικίας ἐν Ἑλλάδι ὀφείλω νὰ ἀναφέρω ἐνταῦθα.
1167Οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ καὶ ἐλαιοπαραγωγοὶ τῆς Ἑπτανή-
1168σου καταβάλλουσιν ἐπὶ τῶν προϊόντων των φόρον ἀνερχό-
1169μενον μὲ τὰς σημερινὰς τιμὰς των μέχρις 25%. Διατὶ δὲ
1170ὑφίστανται αὐτοὶ τὴν βαρεῖαν καὶ ἐπαχθῆ ταύτην φορολο-
1171γίαν; Διὰ νὰ μένωσιν ἀφορολόγητοι οἱ ἐν Ἑπτανήσῳ ἀστοὶ,
1172διὰ νὰ ἦναι ἀπηλλαγμένοι τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν καὶ
1173τῶν ἐπιτηδευμάτων οἱ πλούσιοι κάτοικοι τῶν πόλεων, ἰδίᾳ
1174οἱ Ἑβραῖοι τραπεζῖται, οἵτινες εἶναι ὅλως ἀσύδοτοι.
1175Ἔπρεπε, Κύριοι, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἦναι οἷος εἶναι,
1176ἐν τῇ νομιμοφροσύνῃ αὐτοῦ δηλαδὴ νὰ ἔχῃ συνεξομοιωθῇ
1177πρὸς αὐτοὺς τοὺς Φελλάχους, ὅπως μὴ ἐξεγερθῇ μέχρι τοῦδε
1178κατὰ τῆς τοιαύτης ἀφορήτου καταστάσεως καὶ μὴ διεκ-
1179δικήσῃ τὰ τόσον ἀσυστόλως καταπατούμενα δικαιώματά
1180του, πατάσσων κατὰ κεφαλῆς τοὺς πρωτεργάτας τῆς παρού-
1181σης κακοδαιμονίας του. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι δυνάμεθα ἐπ’
1182ἄπειρον νὰ ὑπολογίζωμεν ἐπὶ τὴν τοιαύτην τοῦ Ἑλληνικοῦ
1183λαοῦ νομιμοφροσύνην; Δὲν νομίζετε ὅτι ἠμπορεῖ αὐτὸς ἐπὶ
1184τέλους, ἐν τῷ μέσῳ ἰδίᾳ τῆς νῦν κατατρυχούσης αὐτὸν οἰ-
1185κονομικῆς δυσπραγίας, νὰ ἀνανήψῃ αἴφνης ἐκ τοῦ ληθάργου
1186καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ διεκδικήσῃ τὰ δικαιώματά του κατὰ
1187τρόπον, δυνάμενον νὰ ἔχῃ θλιβερὰς συνεπείας διὰ τὴν Πο-
1188λιτείαν; Δὲν νομίζετε διὰ τοῦτο, ὅτι αὐτὸ τὸ καλῶς ἐννοού-
1189μενον συμφέρον τοῦ Κράτους ἐπιβάλλει νὰ προβῶμεν ὅσον
1190οἷόν τε τάχιον εἰς τὴν ῥιζικὴν μεταῤῥύθμισιν τῆς φορολο-
1191γίας ἡμῶν, μεταῤῥύθμισιν, δι’ ἧς θ’ ἀποκαθιστῶμεν μὲν ἐν
1192αὐτῇ τὴν ἀναλογίαν, ἀνακουφίζοντες τὰς ἤδη ὑπερμέτρως
1193ἐπιβαρυνομένας τάξεις τοῦ λαοῦ, ἐπιβαρύνοντες δὲ ἀναλόγως
1194τὰς νῦν ἐλάχιστα φορολογουμένας, ἢ ἀσυδότους διατελού-
1195σας τάξεις αὐτοῦ;
1196Καὶ ἐνῷ, Κύριοι, ζητοῦμεν οὕτω πως ν’ ἀνακουφίσωμεν
1197τὰς ἤδη ἀφορήτως φορολογουμένας τάξεις, δὲν ἐννοοῦμεν
1198οὕτω νὰ ἐλαττώσωμεν τὰς προσόδους τοῦ Κράτους, ὡς ὑπό
1199τινων κατεσυκοφαντήθημεν. Τὴν φορολογικὴν μεταῤῥύθμισιν
1200ἐννοοῦμεν ἡμεῖς γινομένην καὶ ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Κράτους καὶ
1201ἀποφέρουσαν ὑπὲρ αὐτοῦ τόσας προσόδους, ὅσαι θὰ ἤρκουν
1202οὐ μόνον ἐκ τῆς νῦν καταστάσεως νὰ ἐξαγάγωσιν αὐτὸ,
1203ἀλλὰ καὶ νὰ τὸ ἀποδείξωσιν ἱκανὸν εἰς πλήρωσιν πασῶν τῶν
1204ἀναγκῶν του καθ’ ἑαυτὸ καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν κοινωνίαν.
1205Καὶ ἄλλοτε, Κύριοι, σᾶς ἀπέδειξα, ὁποία αὔξησις προσό-
1206δων θὰ ἐπήρχετο ἐκ τῆς προτεινομένης ὑφ’ ἡμῶν φορολογι-
1207κῆς μεταῤῥυθμίσεως, καὶ νῦν ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω τοῦτο,
1208ἀρκούμενος εἰς τὰ κεφαλαιωδέστερα καὶ ἐνδιατρίβων ἰδίᾳ
1209περὶ τὰ μᾶλλον ἀμφισβητούμενα.
1210Εἴμεθα, Κύριοι, ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν ἀρο-
1211τριώντων κτηνῶν, οὐχὶ διότι ἐννοοῦμεν οὕτω ν’ ἀποστερή-
1212σωμεν τὸ Κράτος μιᾶς προσόδου του, ἀλλὰ διότι θέλομεν
1213ν’ ἀντικαταστήσωμεν αὐτὴν δι’ ἄλλης δικαιοτέρας προσό-
1214δου, τῆς προσόδου τοῦ ἐγγείου στρεμματικοῦ φόρου. Διὰ
1215τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀντὶ νὰ πλήξωμεν τὸ
1216κεφάλαιον, τὴν γῆν, τὸν κύριον καὶ καρπωτὴν αὐτῆς, πλήτ-
1217τομεν κυρίως τὸν καλλιεργητήν της, τὸν μόλις ἀποζῶντα
1218ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου του. Δύνασθε νὰ φαντασθῆτε ἀδι-
1219κωτέραν ταύτης φορολογίαν; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι διὰ τοῦ ἐν
1220ἔτει 1892 ψηφισθέντος νόμου ἐπεῤῥίψαμεν τὸ βάρος τοῦτο
1221εἰς τοὺς γεωκτήμονας, ἐπιτρέψαντες εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίω-
1222μα, ἵνα εἰσπράττωσιν αὐτοὶ παρὰ τῶν καλλιεργητῶν τὸ
1223ἀναλογοῦν εἰς αὐτοὺς μέρος τοῦ φόρου. Ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος
1224καταστρατηγεῖται πολλαχοῦ ἀσυστόλως, καὶ πολλοὶ γεω-
1225κτήμονες ἐν καιρῷ συγκομιδῆς κρατοῦσι παρὰ τῶν καλλιερ-
1226γητῶν τὸ ὅλον τοῦ ὑπ’ αὐτῶν ἀποτιουμένου φόρου τῶν ἀρο-
1227τριώντων κτηνῶν...
1228§37ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές.
1229§38ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ. Τὰ δύο τρίτα πληρόνουν οἱ καλλιερ-
1230γηταὶ, ἀναλόγως τῆς συμμετοχῆς των.
1231§39ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἀποδέχομαι, πρὸς τιμὴν τοῦ
1232κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅτι αὐτὸς ἐν Μαντουδίῳ συμμορ-
1233φοῦται αὐστηρῶς πρὸς τὸν νόμον καὶ δὲν ἀδικεῖ τοὺς καλ-
1234λιεργητάς του. Ἀλλ’ οὗτος δὲν εἶναι λόγος, ἵνα συναγάγω-
1235μεν ἐντεῦθεν, ὅτι καὶ πάντες οἱ γεωκτήμονες μιμοῦνται τὸ
1236παράδειγμά του. Ἐγὼ ἔχω πληροφορίας ἐκ Φθιώτιδος παρὰ
1237μεγάλου γεωκτήμονος, ὅτι ἐκεῖ δὲν συμβαίνει τοῦτο, ἀλλὰ
1238ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ εἶπον. Πλὴν καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι
1239ἐφαρμόζεται πράγματι πανταχοῦ ὁ νόμος, εἶναι δίκαιον οἱ
1240δυστυχεῖς καλλιεργηταὶ ν’ ἀποτίωσι τὰ ⅔ τοῦ φόρου, ὡς
1241σᾶς εἶπεν ὁ ἕτερος γεωκτήμων, ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος κ.
1242Ἀγαθοκλῆς, ἢ τὸ ½, καὶ τὸ ⅓, ὡς σᾶς προσθέτω ἐγώ;—
1243διότι καὶ τοιαῦται ἀναλογίαι ἀπαντῶσιν ἐν τῇ συγκομιδῇ
1244τῶν καρπῶν μεταξὺ γεωκτημόνων καὶ καλλιεργητῶν. Οἱ
1245τελευταῖοι οὗτοι καταβάλλουσι τὸν φόρον, κυρίως εἰπεῖν, ἐκ
1246τῶν ἡμερομισθίων αὑτῶν καὶ τῶν οἰκογενειῶν των, ἡμερο-
1247μισθίων ἀναλογούντων πολλάκις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀνήκον-
1248τος εἰς αὐτοὺς μεριδίου ἐκ τῆς συγκομιδῆς εἰς 50–60 λεπ.
1249καὶ ἐνίοτε πολὺ ὀλιγώτερον κατ’ ἄτομον καὶ καθ’ ἡμέραν.
1250Καὶ πρέπει ἐκ τοῦ γλίσχρου τούτου ἡμερομισθίου, τὸ ὁποῖον
1251μόλις καὶ μετὰ βίας ἐξαρκεῖ εἰς συντήρησίν των, νὰ πλη-
1252ρόνωσι καὶ τὸν φόρον τῆς γῆς, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ καλλιερ-
1253γοῦσιν, ὡς δουλοπάροικοι, ὑπὲρ τῶν κυρίων αὐτῆς; Τί δὲ
1254νὰ εἴπῃ τις περὶ τῶν καλλιεργητῶν ἐκείνων, οἵτινες, οὐχὶ
1255ὡς ἐπίμορτοι καλλιεργηταί, ἀλλ’ ὡς μισθωταὶ τῶν ἀγρῶν
1256τῶν ἄλλων καταβάλλουσι πρὸς τῷ μισθώματι, ὅπερ δὲν κα-
1257λύπτει πάντοτε ἡ συγκομιδή, καὶ ὁλόκληρον τὸν φόρον τῆς
1258γῆς, τῆς ἀνηκούσης εἰς τρίτους, μένοντας οὕτω δι’ αὐτὴν
1259ἀσυδότους;
1260Ἀλλὰ μήπως τὸ Κράτος εἰσπράττει νῦν ἐκ τοῦ φόρου τῶν
1261ἀροτριώντων κτηνῶν ὅ,τι ἔπρεπε ν’ ἀποφέρῃ ὑπὲρ αὐτοῦ ἡ
1262γῆ; Μόνη ἡ Θεσσαλία ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἀπέφερεν ὑπὲρ
1263τοῦ Δημοσίου ἐκ τοῦ φόρου τῆς δεκάτης ὡς 5,000,000 φρ.
1264χρυσᾶ, ἐνῷ τώρα ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς ἀποφέρει ἐκ τοῦ φόρου
1265τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν μόλις δρ. 2,000,000 εἰς τραπε-
1266ζικὰ γραμμάτια. Εἶναι ἡ ἐσχάτη ἀπόνοια, Κύριοι, νὰ μὴ
1267θέλωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν νῦν τοὐλάχιστον τὴν ἔγγειον στρεμ-
1268ματικὴν φορολογίαν, ὅτε ἐφθάσαμεν ἐκεῖ, ὅπου εὑρισκόμεθα
1269τὴν σήμερον. Θὰ ἤμεθα ἀναπολόγητοι οὐ μόνον ἀπέναντι
1270τῶν πιστωτῶν μας, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι τοῦ ἐνεστῶτος καὶ
1271τοῦ μέλλοντος τῆς πατρίδος ἡμῶν, ἂν ἀφήσωμεν ἔτι ἀφο-
1272ρολογήτους τοὺς Ὀθωμανοὺς μεγαλοκτήμονας τῆς Θεσσα-
1273λίας, οἵτινες, ζῶντες ἐν Θεσσαλονίκῃ, Κωνσταντινουπόλει
1274καὶ Σμύρνῃ, ἐξάγουσι τὸ εἰσόδημα τῶν κτημάτων των εἰς
1275χρυσὸν καὶ τὸ καταναλίσκουσιν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, συντελοῦν-
1276τες οὕτω καὶ εἰς τὴν νομισματικὴν ἀνωμαλίαν τῆς χώρας.
1277Θὰ ἤμεθα ἀναπολόγητοι, ἐὰν ἀφήσωμεν αὐτοὺς ἀσυδότους
1278σχεδὸν, ὅπως ἀντ’ αὐτῶν ὑποβάλλωμεν τοὺς δυστυχεῖς
1279καλλιεργητὰς τῶν κτημάτων των εἰς τὴν ἀδικωτάτην τῶν
1280φορολογιῶν, ὅπως ἀντ’ αὐτῶν φορολογῶμεν ἀδυσωπήτως
1281τοὺς δυστυχεῖς σταφιδοπαραγωγοὺς, ἐκμυζῶντες παρὰ τού-
1282των καὶ αὐτὰ τὰ παραγωγικά των κεφάλαια.
1283Τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν
1284ἐν ἀρχῇ ἐπὶ τῶν μεγάλων κτήσεων τῆς Θεσσαλίας, Ἄρ-
1285της, Φθιώτιδος, Εὐβοίας καὶ ὅπου ἀλλαχοῦ τῆς Ἑλλάδος
1286ὑπάρχουσι τοιαῦται, διότι ἐπ’ αὐτῶν ὑπάρχουσι τίτλοι ἰδι-
1287οκτησίας (ταπία), καθιστῶντες εὐχερῆ τὸν καθορισμὸν τῆς
1288ἐκτάσεώς των. Εἶτα δυνάμεθα νὰ ἐπεκτείνωμεν αὐτὴν καὶ
1289ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἀγροτικῶν κτήσεων διὰ δηλώσεων, κατὰ
1290τὸ σύστημα τὸ ἐφαρμοσθὲν ἤδη ἐπιτυχῶς πάνυ καὶ ἐν Ἰτα-
1291λίᾳ καὶ ἐν Ρουμανίᾳ. Διὰ τῆς ἐγγείου στρεμματικῆς φορο-
1292λογίας, ἐφαρμοζομένης ὀλίγον κατ’ ὀλίγον καθ’ ὅλον τὸ
1293Κράτος, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐτησίαν πρόσοδον ὑπὲρ τοῦ
1294Δημοσίου ἐξ 6,000,000 δραχμῶν. Εἰς τὸν φόρον τοῦτον θὰ
1295συγχωνεύοντο, πλὴν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν,
1296καὶ οἱ φόροι τῶν βοσκῶν καὶ περιβολίων καὶ ὁ φόρος τῶν
1297ζώων, ἐξ ὧν νῦν προϋπολογίζει νὰ εἰσπράξῃ τὸ Κράτος ὡς
12984,300,000 δρ. μόνον. Ὁ φόρος τῶν βοσκῶν, ἐπιβαλλόμε-
1299νος εἰς καλλιεργησίμους μὲν γαίας, ἀλλὰ χέρσους, εἶναι ἄδι-
1300κος διὰ τὸ Δημόσιον, διότι ἀποφέρει ἐλάχιστον ποσὸν ὑπὲρ
1301αὐτοῦ ἐν σχέσει πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσέπραττεν ἐκ
1302τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος γαιῶν, ἐὰν ἐκαλλιεργοῦντο· ἐπιβαλ-
1303λόμενος δὲ ἐπὶ τῶν καλλιεργουμένων γαιῶν, εἶναι ἄδικος
1304διὰ τοὺς φορολογουμένους, διότι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον
1305φορολογεῖ δὶς, ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων
1306κτηνῶν καὶ ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ φόρου τῶν βοσκῶν.
1307Διὰ τοῦ ἐγγείου στρεμματικοῦ φόρου ἐν τέλει θὰ ἐξη-
1308ναγκάζοντο οἱ μεγάλοι ἰδίᾳ γεωκτήμονες νὰ καλλιεργήσω-
1309σιν αὐτοὶ πάσας τὰς ἐπιδεκτικὰς καλλιεργείας ἐκτάσεις
1310των, ἢ νὰ ἐκποιήσωσιν αὐτὰς εἰς τοὺς δυναμένους, νὰ τὰς
1311καλλιεργήσωσιν, ὅπως μὴ μένῃ ἀνεκμετάλλευτος ἐθνικὸς
1312πλοῦτος ἐπὶ ζημίᾳ καὶ τῆς δημοσίας καὶ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν
1313οἰκονομίας. Διότι δὲν εἶναι μικρὰ ἡ ζημία ἡ ἐπερχομένη νῦν
1314καὶ εἰς τὴν καθόλου ἐθνικὴν ἡμῶν οἰκονομίαν, ὡς ἐκ τοῦ
1315ἀκαλλιεργήτου πολλῶν γονιμωτάτων ἐκτάσεων, αἵτινες καλ-
1316λιεργούμεναι θ’ ἀπεδείκνυον τὴν Ἑλλάδα αὐτάρκη διὰ τοὺς
1317ἀναγκαίους εἰς αὐτὴν δημητριακοὺς καρποὺς, ἐνῷ μένουσαι
1318νῦν χέρσοι ἀναγκάζουσιν αὐτὴν νὰ ἐξάγῃ εἰς τὴν ἀλλοδα-
1319πὴν δεκάδας ὅλας ἑκατομμυρίων φράγκων χρυσῶν ἐτησίως
1320πρὸς προμήθειαν τοῦ ἄρτου της.
1321Καὶ δυσανάλογος καὶ καταθλιπτικὸς τὰ μάλιστα εἶναι
1322ὁ ἐν ἰσχύϊ φόρος τοῦ οἴνου. Εἶναι δυσανάλογος, διότι, ἐνῷ
1323αὐτὸς εἰς τὰς πόλεις καὶ ἐπὶ τῶν καλλιτέρων ποιοτήτων
1324ἀναλογεῖ πρὸς 1–2%, ἐν ταῖς κώμαις καὶ τοῖς χωρίοις
1325ἀναλογεῖ πρὸς 7–10%, ὡς ἀπέδειξα ἄλλοτε. Εἶναι δὲ
1326καταθλιπτικός, διότι ὑπὸ τὸν τύπον ἰδίᾳ τῆς ὑπ’ ἐνοικια-
1327στῶν βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως αὐτοῦ παρέχει ἀφορμὴν
1328εἰς μυρίας καταχρήσεις. Ὅσον ἀκριβῶς καὶ ἂν δηλώσῃ ὁ
1329οἰνοπαραγωγὸς τὸν οἶνόν του, ὁ ἐνοικιαστὴς ἔχει τὸ δικαίω-
1330μα κατὰ τὴν ἀπουσίαν του νὰ συντάξῃ ἓν πλαστὸν πρω-
1331τόκολλον, διὸ ὁ φορολογούμενος, ὅπως ἀποφύγῃ ἀνακοπὰς,
1332ἡμεραργίας καὶ ἔξοδα δικηγορικὰ, ἀναγκάζεται νὰ ἔλθῃ εἰς
1333ἰδιαιτέρας συμφωνίας πρὸς τὸν ἐκοικιαστὴν, καὶ νὰ τῷ πλη-
1334ρώσῃ ἰδιαίτερον φόρον.
1335Καὶ τὴν δυσαναλογίαν ταύτην καὶ τὰς συμπαρομαρτού-
1336σας εἰς τὸ ἐν ἰσχύϊ σύστημα φορολογίας οἴνου καταπιέσεις
1337θ’ ἀπεφεύγομεν, κατὰ τὸ δυνατόν, ἐὰν ἀντικαθιστῶμεν αὐτὸ
1338διὰ τοῦ ἐγγείου στρεμματικοῦ φόρου καὶ διὰ τοῦ δικαιώ-
1339ματος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου, ὑπαγομένων εἰς
1340τὰς σχετικὰς δηλώσεις καὶ καταμετρήσεις μόνον τῶν ἐχόν-
1341των οἶνον πρὸς πώλησιν.
1342Καὶ περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ φόρου τοῦ κυριωτάτου καὶ
1343πολυτιμοτάτου τῶν προϊόντων μας ἀνάγκη πᾶσα νὰ ληφθῇ
1344ὡς τάχιστα πρόνοιά τις. Ὁ ἐν ἰσχύϊ φόρος, ὁ κυμαινόμενος
1345νῦν μεταξὺ 20–30% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, εἶναι
1346ἀδύνατον νὰ παραταθῇ ἐπὶ πολὺ ἔτι, ἐκτὸς ἐὰν θέλωμεν νὰ
1347ἀφαιρέσωμεν οὕτω καὶ αὐτὰ τὰ παραγωγικὰ κεφάλαια
1348τῶν σταφιδοκτημόνων. Τότε ὅμως δὲν θὰ ἴδωμεν μόνον τὴν
1349ἐντεῦθεν πρόσοδον τοῦ Δημοσίου μειουμένην καταπληκτι-
1350κῶς, ἀλλὰ καὶ τὸν πρῶτον παράγοντα τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν
1351οἰκονομίας φθίνοντα ὀλίγον κατ’ ὀλίγον. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι
1352δυνάμεθα ν’ ἀντικαταστήσωμεν καὶ τὸν νῦν ἐν τοῖς τελω-
1353νείοις εἰσπραττόμενον ἔγγειον τῆς σταφίδος φόρον δι’ ἐγ-
1354γείου στρεμματικοῦ φόρου, ἐξ οὗ θὰ εἴχομεν πρόσοδον ὑπὲρ
1355τοῦ Δημοσίου ἐκ 2,000,000 δρ. ἀντὶ τῶν ὑπὸ τὸ νῦν σύ-
1356στημα εἰσπραχθησομένων, ὡς εἴδομεν, 3,000,000 δρ.
1357Ἐξ ὅσων εἶπον ἤδη, λόγον ποιούμενος περὶ τῆς ἐγγείου
1358στρεμματικῆς ἡμῶν φορολογίας, ἐνόησατε, Κύριοι, ὅτι εἶμαι
1359κατὰ τοῦ ἀμέσου φόρου τῶν ζώων, ὅστις καὶ αὐτὸς εἶναι,
1360ὡς νῦν ἐπιβάλλεται, δυσανάλογος καὶ ἐπαχθὴς τὰ μάλι-
1361στα, ἀποτίνεται δὲ διττῶς, καὶ ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ φόρου
1362τῶν βοσκῶν καὶ ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ φόρου τῶν ζώων, μὲ
1363ὅλας τὰς δυνατὰς καταθλίψεις, τὰς παρακολουθούσας εἰς
1364τὴν βεβαίωσιν του διὰ δηλώσεων καὶ ἐνοικιάσεως. Διὰ
1365τοῦτο ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι μετὰ τὴν πλήρη ἐφαρμο-
1366γὴν τῆς στρεμματικῆς φορολογίας δύναται ν’ ἀντικατα-
1367σταθῇ καὶ ὁ ἐν ἰσχύϊ φόρος τῶν ζώων διὰ δικαιώματος
1368καταναλώσεως ἐπὶ τῶν σφαγίων πρὸς 10 λεπ. κατ’ ὀκᾶν.
1369Ἐπὶ τῇ ὑποθέσει δὲ, ὅτι ἐν Ἑλλάδι καταναλίσκονται
137030,000,000 ὀκάδες κρέατος ἐτησίως, ἤτοι πρὸς 15 ὀκ. κατὰ
1371κεφαλήν,—καὶ οὗτος εἶναι βεβαίως ὁ ἐλάχιστος ὅρος κατα-
1372ναλώσεως,—τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράττῃ ἐντεῦθεν 1,500,000,
1373ἀντὶ τῶν νῦν προϋπολογιζομένων 2,000,000 περίπου δρ.
1374Ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων ἀνάγκη πᾶσα νὰ
1375ἐπέλθῃ, καθ’ ἃ ὑπέδειξα ἤδη πρότερον, μεταῤῥύθμισις τοι-
1376αύτη, καθ’ ἣν θ’ ἀνεκουφίζοντο μὲν ἐπαισθητῶς αἱ κατώ-
1377τεραι κλάσεις, θὰ ἐπεβαρύνοντο δὲ αἱ ἀνώτεραι κλάσεις, καὶ
1378θὰ συμπεριελαμβάνοντο εἰς ταύτας καὶ πάντες οἱ νῦν ἀσύ-
1379δοτοι πλούσιοι εἰσοδηματίαι, καθιερουμένης ἰδίᾳ ἐπὶ τού-
1380των προοδευτικῆς κλίμακος, κατὰ τὰ ἰσχύοντα ἐπὶ τοῦ
1381φόρου τοῦ εἰσοδήματος ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Πρωσσίᾳ. Ἐκ
1382τῆς μεταῤῥυθμίσεως ταύτης ὑπολογίζω αὔξησιν τοῦ νῦν φό-
1383ρον τῶν ἐπιτηδευμάτων κατὰ 2,000,000 δρ.
1384Καὶ τὸ δασμολόγιον, Κύριοι, χρῄζει ῥιζικῆς μεταῤῥυθμί-
1385σεως. Πρέπει ἰδίᾳ τὰ ἀντικείμενα γενικῆς καταναλώσεως
1386καὶ πρώτης ἀνάγκης ν’ ἀνακουφισθῶσι, καθόσον αὐτὰ δὲν
1387παράγονται ἐν τῷ τόπῳ, οὐδὲ πρόκειται οὕτω διὰ τῆς
1388ἐλαττώσεώς των νὰ παραβλαβῶσι τὰ συμφέροντα ἐγχωρίας
1389βιωσίμου βιομηχανίας. Τὰς περὶ δασμολογίου γνώμας μου,
1390καὶ δὴ καθ’ ὅσον τοῦτο ἐφάπτεται τοῦ δημοσίου θησαυ-
1391ροῦ, τοῦ ἐμπορίου, τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς καὶ τῆς ἐθνι-
1392κῆς ἡμῶν οἰκονομίας, ἐξέθεσα ἐπ’ ἄλλῃ εὐκαιρίᾳ πρὸς τὴν
1393Βουλήν. Ὡς τότε, καὶ νῦν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ συ-
1394στηματικὴ τοῦ ἐν ἰσχύϊ δασμολογίου ἐπεξεργασία ἐν ἐπι-
1395τροπῇ ἀπαρτιζομένῃ ἐξ ἀνδρῶν εἰδικῶν τῆς ἐπιστήμης,
1396τῆς ὑπηρεσίας, τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας, τὸ οὕτω
1397δὲ συνταχθησόμενον νομοσχέδιον νὰ δημοσιευθῇ καὶ προ-
1398κληθῶσιν ἐπ’ αὐτοῦ αἱ γνῶμαι τῶν ἐπαϊόντων, ἐπὶ τῇ
1399βάσει δ’ αὐτῶν ν’ ἀναθεωρηθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ ὑπο-
1400βληθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Οὕτω γίνεται ἀλλαχοῦ ἡ ἐπεξερ-
1401γασία καὶ ἀναθεώρησις τῶν δασμολογίων, οὕτω πρέπει νὰ
1402γείνῃ καὶ ἐν ἡμῖν, ἂν θέλωμεν ν’ ἀπαλλαγῶμεν τοῦ νῦν
1403τραγελαφικοῦ δασμολογίου μας, ὅπερ καὶ ὑπὲρ τοῦ Δημο-
1404σίου δὲν ἀποφέρει τὸ προσδοκώμενον ποσὸν καὶ εἰς καίρια
1405συμφέροντα τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς
1406προσκρούει.
1407Νῦν ἐν σχέσει πρὸς τὴν καθόλου οἰκονομικὴν πολιτικὴν
1408παρατηρῶ, ὅτι εἶναι καιρὸς ν’ ἀνακόψωμεν τὴν ὁρμὴν ἡμῶν
1409πρὸς τὴν ἀλόγιστον αὔξησιν παντὸς τυχόντος δασμοῦ καὶ
1410μάλιστα ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων τῆς πρώτης ἀνάγκης. Ἐκ
1411τῆς μέχρι τοῦδε πείρας ἐδιδάχθημεν, ὅτι καὶ ἐπὶ ἄλλων φό-
1412ρων, κατ’ ἐξοχὴν δ’ ἐπὶ τῶν δασμῶν δὲν κάμνουσι πάντοτε
1413δύο καὶ δύο τέσσαρα. Ὑπάρχει ὅριόν τι, ὅπερ, ἅμα ὑπερ-
1414βάντες οἱ δασμοὶ, ἀντὶ αὐξήσεως, ἐλάττωσιν ἀποδίδουσιν,
1415ὡς συνέβη τοῦτο καὶ παρ’ ἡμῖν κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος.
1416Ἐκ τῆς εἰσαχθείσης ἐν ἔτει 1892 αὐξήσεως ἐν τῷ δασμο-
1417λογίῳ ἡμῶν ἠλπίσαμεν, ὅτι αἱ τελωνειακαὶ ἡμῶν εἰσπρά-
1418ξεις, ἀντὶ τῶν τότε 26,066,291 δρ. θ’ ἀπέδιδον τὸ 1893 δρ.
141929,487,000, πλὴν, ἀντὶ τοῦ ποσοῦ τούτου εἰσεπράξαμεν
1420μόλις 22,303,838.
1421Οἱ βαρεῖς δασμοὶ, Κύριοι, ἐπιφέρουσι τὸν κάματον εἰς τὴν
1422κατανάλωσιν, ἐνισχύουσι δὲ τὸ λαθρεμπόριον, ὡς ἐκ τοῦ
1423μείζονος κέρδους, ὅπερ ἔχει αὐτὸ ἐντεῦθεν, καὶ ζημιοῦσι και-
1424ρίως τὸ ἔντιμον ἐμπόριον, ὅπερ ἀδυνατεῖ νὰ ὑποστῇ ἀντα-
1425γωνισμὸν πρὸς ἐκεῖνο. Ἐπῆλθε δὲ κάματος εἰς τὴν κατα-
1426νάλωσιν, ἀποδεικνύμενος οὗτος καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἀτελοῦς στα-
1427τιστικῆς τοῦ ἐμπορίου, τῆς δημοσιευομένης ὑπὸ τοῦ οἰκείου
1428γραφείου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ δὲ κάματος
1429αὐτὸς μαρτυρεῖ σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ τὸν ἀβίωτον βίον, ὃν
1430εἶναι καταδεδικασμένος νὰ διάγῃ τὴν σήμερον ὁ Ἕλλην ὑπὸ
1431τὸ κράτος ἐπαχθεστάτων φόρων καὶ ἀφορήτων δασμῶν, δι’
1432οὓς οἱ ζήσαντές ποτε ὑπὸ τὸ ὅμορον Κράτος μετὰ πόθου
1433τινὸς ἀναμιμνήσκονται τῆς ἐκεῖ ἀπαντώσης εὐθηνίας τῶν
1434πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαίων. Ἐκεῖ μᾶς κατήντησε ἡ οἰκονο-
1435μικὴ πολιτικὴ τοῦ κ. Τρικούπη, ἂν αὕτη ἦναι ἀξία τοῦ
1436ὀνόματος τούτου, ὥστε πολλοὶ νὰ προτιμῶσι νῦν τὸν ἐν Τουρ-
1437κίᾳ τοῦ ἐν Ἑλλάδι βίου.
1438Δι’ ὅλα ταῦτα, Κύριοι, ἡμεῖς τοὐλάχιστον τὴν ἀναθεώ-
1439ρησιν τοῦ δασμολογίου ἡμῶν κατὰ τρόπον ἀνακουφίζοντα
1440τὰ ἤδη ἐπαχθῶς τὰ μάλιστα ἐπιβεβαρημένα ἀντικείμενα
1441γενικῆς καταναλώσεως καὶ πρώτης ἀνάγκης, τὰ μὴ παρα-
1442γόμενα ἰδίᾳ ἐν τῷ τόπῳ, θεωροῦμεν ὡς ἀνάγκην τὰ μάλι-
1443στα ἐπείγουσαν. Ἐκ τῆς τοιαύτης ἀναθεωρήσεως τοῦ δα-
1444σμολογίου δὲν εἶναι φόβος νὰ ἐκπέσωσι πολὺ αἱ τελωνεια-
1445καὶ ἡμῶν εἰσπράξεις. Τοὐλάχιστον ἐν ἄλλαις χώραις, ἐν
1446αὐτῇ τῇ Ἀγγλίᾳ, παραπλησία ἐλάττωσις δασμῶν ἐπὶ ἀντι-
1447κειμένων γενικῆς καταναλώσεως καὶ πρώτης ἀνάγκης ὄχι
1448μόνον ἐλάττωσιν εἰσπράξεων δὲν ἐπέφερεν, ἀλλὰ καὶ ηὔ-
1449ξησεν αὐτάς. Καὶ παρ’ ἡμῖν ἂν δὲν ἐπέλθῃ αὔξησις εἰσπρά-
1450ξεων, δὲν θὰ ἔχωμεν ὅμως καὶ ἀξίαν λόγου ἐλάττωσιν αὐ-
1451τῶν, διότι διὰ τοῦ μικροτέρου δασμοῦ καὶ ἡ κατανάλω-
1452σις θὰ αὐξήσῃ καὶ τὸ λαθρεμπόριον θὰ περισταλῇ ἱκανῶς,
1453ἐλλείψει τοῦ μεγάλου κέρδους.
1454Ὑπὸ τὰ μονοπώλια, Κύριοι, ὑφ’ ἃ τὸ Κράτος ἐπεμβαίνει
1455εἰς τὴν παραγωγὴν καὶ τὸ ἐμπόριον, καὶ ὑποβάλλει εἰς περιο-
1456ρισμοὺς τὴν ἰδιωτικὴν αὐτενέργειαν, ὑπήχθησαν ἀλλαχοῦ
1457τὰ κατ’ ἐξοχὴν φορολογήσιμα εἴδη, τὰ ὁποῖα, μὴ ὄντα
1458ἀντικείμενα πρώτης ἀνάγκης, δύνανται νὰ ὑποστῶσιν οἱαν-
1459δήποτε φορολογικὴν ἀφαίμαξιν. Παρ’ ἡμῖν ὅμως, ὡς ἐν πολ-
1460λοῖς ἄλλοις, καὶ ἐν τούτῳ ἔχουσιν ἀναστραφῆ οἱ ὅροι. Παρ’
1461ἡμῖν ἔχουσιν ὑπαχθῆ εἰς τὴν βαρυτάτην φορολογίαν, τὴν
1462ὑπὸ τὸν τύπον τῶν μονοπωλίων, ἀντικείμενα πρώτης ἀνάγ-
1463κης, ὡς τὸ ἅλας καὶ τὸ πετρέλαιον, καὶ ἐξῃρέθησαν αὐ-
1464τῆς τὰ κατ’ ἐξοχὴν φορολογήσιμα εἴδη, τὰ ἀντικείμενα τῆς
1465πολυτελείας μᾶλλον, ἢ καὶ ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν ὑγείαν καὶ
1466τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ὡς ὁ καπνὸς καὶ αἱ ἐκρηκτικαὶ
1467ὕλαι. Καὶ τὰ μονοπώλια ἄρα χρήζουσι μεταῤῥυθμίσεως, ὧν
1468ἡ μᾶλλον ἐπείγουσα εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ εἰς αὐτὰ τῶν δύο
1469τελευταίων εἰδῶν, τοῦ καπνοῦ καὶ τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν.
1470Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπιδεικνύμενος κατὰ τὴν εἰσήγη-
1471σιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα
1472τοῦ ἐν ἰσχύι φορολογικοῦ συστήματος τοῦ καπνοῦ, καθ’ ἃ
1473τὸ φορολογούμενον αὐτοῦ ποσὸν προσεγγίζει ἤδη εἰς τὸ
14741,000,000 ὀκάδων, τὰ δ’ ἐξ αὐτοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου
1475ἔσοδα προϋπολογίζονται εἰς 8,208,400, ἐξέφρασε τὴν ἐλ-
1476πίδα, ὅτι ἀπέναντι τῶν τοιούτων ἀποτελεσμάτων τὸ μορ-
1477μολύκειον τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ δὲν θὰ προβάλῃ πλέον
1478ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀλλ’ ἰδοὺ, ὅτι αὐτὸ ἔχει τὸ θάῤῥος
1479καὶ μετὰ τὰ ἐπιτευχθέντα ἀποτελέσματα τοῦ ἐν ἰσχύϊ φο-
1480ρολογικοῦ συστήματος τοῦ καπνοῦ νὰ προβάλῃ αὖθις, καὶ
1481δὴ εὐτολμώτερον ἢ πρίν.
1482Εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι εὔκολον διὰ
1483τοιούτων πομπικῶν μὲν, ἀλλ’ ἐστερημένων πάσης ἐννοίας
1484λέξεων, νὰ ἐκφράζηται περὶ τῶν γνωμῶν τῶν ἄλλων. Ἀλλὰ
1485δὲν ἀρκεῖ τοῦτο καὶ μόνον· πρέπει προσέτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
1486ἰσχυρίζεται, καὶ νὰ τὸ ἀποδεικνύῃ, ἂν θέλῃ νὰ γίνηται πι-
1487στευτός. Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὤφειλε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι
1488ὑπὸ τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ δὲν ἔχομεν τῳόντι τὴν δι-
1489καιοτέραν αὐτοῦ φορολογίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν
1490μείζονας προσόδους ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐκείνων, ἃς παρου-
1491σιάζει τὸ ἐν ἰσχύϊ φορολογικὸν σύστημα τοῦ καπνοῦ, δὲν
1492εἶναι δυνατὸν νὰ προαχθῇ δι’ αὐτοῦ ἡ ἐγχωρία παραγωγὴ
1493τοῦ προϊόντος τούτου καὶ ν’ ἀποβῇ ἀληθὴς πηγὴ ἐθνικοῦ
1494πλούτου. Διότι αὐτὰ ἰσχυρίσθημεν καὶ ἀπεδείξαμεν ἡμεῖς
1495μέχρι τοῦδε, αὐτὰ ἔπρεπε καὶ αὐτὸς νὰ ἀναιρέσῃ ἐν πρώ-
1496τοις, ἐὰν ἐδύνατο, καὶ οὕτω νὰ προβῇ εἰς τὸν χαρακτηρι-
1497σμὸν τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ ὡς μορμολυκείου, καθ’ ὃν
1498χρόνον αὐτὸ καὶ ἐν τῇ ἐπιστήμῃ θεωρεῖται ὡς ὁ μόνος
1499προσήκων εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ τύπος, καὶ ἐν τῇ
1500πράξει, ἐφαρμοσθὲν ἤδη ἐν Γαλλίᾳ, Αὐστρίᾳ καὶ Οὐγγαρίᾳ,
1501ἐν Ἰταλίᾳ, Ἱσπανίᾳ, Πορτογαλίᾳ, Ῥουμανίᾳ, Σερβίᾳ καὶ
1502Τουρκίᾳ, πανταχοῦ ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ τὰ ἄριστα τῶν ἀπο-
1503τελεσμάτων.
1504Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδὲν ἀπολύτως ἀπαντᾷ εἰς ὅσα
1505ἡμεῖς προεβάλλομεν κατὰ τοῦ ἐν ἰσχύϊ συστήματος φορο-
1506λογίας τοῦ καπνοῦ. Ἀλλὰ καὶ τί ἔχει νὰ ἀπαντήσῃ; Πῶς
1507λ. χ. νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὁ ὑπ’ αὐτὸ ἐπιβαλλόμενος φόρος δὲν
1508εἶναι δυσανάλογος καὶ ἄδικος, ἀφοῦ κατ’ αὐτὸν πᾶσαι αἱ
1509ποιότητες τοῦ καπνοῦ φορολογοῦνται ἐξ ἴσου, ἤτοι 5 δραχ.
1510κατ’ ὀκᾶν πληρόνει φόρον καὶ ὁ πτωχὸς ἐργάτης καὶ στρα-
1511τιώτης, ὁ καπνίζων καπνὸν ἀξίας 1–2 δραχμῶν τὴν ὀκᾶν,
1512τὸν αὐτὸν δὲ φόρον πληρόνει καὶ ὁ πλούσιος, ὁ καπνίζων
1513καπνὸν ἀξίας 10 καὶ 20 δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν; Πῶς ν’ ἀπο-
1514δείξῃ, ὅτι ὑπὸ τὸ νῦν σύστημα ἅπας ὁ ἐν τῷ Κράτει κατα-
1515ναλισκόμενος καπνὸς ὑπάγεται εἰς φορολογίαν, ἀφοῦ εἶναι
1516βέβαιον, ὅτι τὸ ἥμισυ αὐτοῦ καὶ ἐπέκεινα ὑπεκφεύγει αὐτὴν,
1517καταναλισκόμενον λαθραίως;
1518Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδὲν ἀπαντᾷ καὶ πρὸς ὅσα ἡμεῖς
1519προβάλλομεν ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, διότι καὶ
1520πρὸς ταῦτα οὐδὲν ἔχει ν’ ἀπαντήσῃ. Τί νὰ εἴπῃ λ. χ. περὶ
1521τῆς φορολογικῆς ἀναλογίας τοῦ καπνοῦ, ὅστις ὑπὸ τὸ μονο-
1522πώλιον ὑποδιαιρούμενος εἰς πλείστας ὅσας φυσικὰς καὶ τεχνη-
1523τὰς ποιότητας φορολογεῖται ἀναλόγως τῆς ἀξίας του, καὶ
1524οὕτως ὁ φορολογούμενος συνεισφέρει εἰς τὰ δημόσια βάρη
1525ἀναλόγως τῆς περιουσίας του; Καὶ ἡ ἀναλογία εἶναι
1526τοιαύτη, ὥστε ἐν τῷ ὁλικῷ ἀποτελέσματι ν’ ἀποδίδῃ τὰ αὐτὰ
1527καὶ μεγαλείτερα ποσὰ ἢ τὸ ἐν ἰσχύϊ σύστημα, μὲ μόνην τὴν
1528διαφοράν, ὅτι ὑπὸ τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ φορολογεῖται
1529ἅπας ὁ ἐν τῷ Κράτει καταναλισκόμενος καπνὸς, ὑπὲρ τὰ
15302,000,000 ὀκάδ. Ἄν νῦν ὁ καθαρὸς αὐτοῦ φόρος ὑπολογισθῇ
1531κατὰ μέσον ὅρον πρὸς 5 δραχ. τὴν ὀκᾶν,—διότι θ’ ἄρχηται
1532ἀπὸ 2 καὶ θὰ φθάνῃ ἀναλόγως τῶν διαφόρων ποιοτήτων μέ-
1533χρις 8 δρ. κατ’ ὀκᾶν,—ἐντεῦθεν τὸ Δημόσιον θὰ ἔχῃ ἐτησίαν
1534καθαρὰν πρόσοδον ἐκ μὲν τοῦ καπνοῦ δραχμῶν 10,000,000
1535τοὐλάχιστον, ἐκ δὲ τοῦ σιγαροχάρτου 3,600,000 δραχμῶν,
1536ἐνῷ κατὰ τὸ ἐν ἰσχύϊ σύστημα ἡ καθαρά του πρόσοδος ἀνέρ-
1537χεται, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων, διὰ τὸν καπνὸν καὶ
1538τὸ σιγαρόχαρτον εἰς 7,500,000 δρ. Ἐν ἄλλαις λέξεσι, τὸ
1539μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ μέλλει ν’ ἀποφέρῃ ὑπὲρ τοῦ Δημο-
1540σίου διπλασίαν ὡς ἔγγιστα ἐτησίαν πρόσοδον ἐκείνης, ἥν
1541ἀποφέρει τὸ κρατοῦν σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ.
1542Τί δὲ νὰ ἀντείπῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τόσον
1543ἀναντίλεκτα ἐπιχειρήματα;
1544Καὶ ὡς πρὸς τὴν παραγωγὴν τοῦ καπνοῦ σᾶς ἀπέδειξα
1545ἐγὼ ἄλλοτε, ὅτι αὐτὴ θὰ ὑποβληθῇ μὲν ἐν ἀρχῇ εἰς περιο-
1546ρισμοὺς, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ μονοπωλίου, ἀλλ’ οἱ περιορισμοὶ
1547οὗτοι θ’ ἀποβῶσι σὺν τῷ χρόνῳ ἐπ’ ἀγαθῷ αὐτῆς. Διότι ἡ
1548διαχείρισις τοῦ μονοπωλίου, ἐπιδιώκουσα τὸ ἴδιον κέρδος
1549ἐν τῇ αὐξήσει οὐ μόνον τῆς ἐσωτερικῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐξω-
1550τερικῆς καταναλώσεως, θὰ ἔχῃ τὸ συμφέρον καὶ τὰ ὑλικὰ
1551μέσα, ὅπως σπουδάζῃ τὰς ἑκασταχοῦ καταναλισκομένας
1552ποιότητας, καὶ ταύτας καλλιεργῇ καὶ αὐτὴ ἐνταῦθα καὶ
1553διὰ τῆς παραγωγῆς καὶ διὰ τῆς ἀπεργασίας τοῦ καπνοῦ.
1554Αἱ πλεῖσται δὲ ποιότητες τοῦ καπνοῦ, ὡς γνωστὸν, παρά-
1555γονται ἐν τῇ ἀπεργασίᾳ αὐτοῦ διὰ τῆς τοιᾶσδε ἢ τοιᾶσδε
1556συσκευῆς καὶ συμμίξεως τῶν φυσικῶν αὐτοῦ ποιοτήτων. Διὰ
1557τοῦτο ἡ Αἴγυπτος, ἥτις τὴν σήμερον δὲν ἔχει παραγωγὴν κα-
1558πνοῦ, διὰ τῆς τοιαύτης συσκευῆς καὶ συμμίξεως τῶν ἔξωθεν
1559εἰσαγομένων ποιοτήτων παράγει ἀπείρους τεχνητὰς ποιότη-
1560τας, περιζητήτους ἤδη πολλαχοῦ τῆς Ἑσπερίας. Οὕτω πως
1561καὶ αἱ τιμαὶ τοῦ ἐν Ἑλλάδι παραγομένου καπνοῦ θὰ ὑψω-
1562θῶσι καὶ ἡ κατανάλωσις αὐτοῦ, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ καὶ ἡ
1563παραγωγή του, ἥτις τοιουτοτρόπως θ’ ἀπεδεικνύετο νέα
1564πηγὴ ἐθνικοῦ πλούτου καὶ εἰσροῆς χρυσοῦ εἰς τὴν χώραν.
1565Ὅλα αὐτὰ, Κύριοι, τὰ πλεονεκτήματα τοῦ μονοπωλίου
1566τοῦ καπνοῦ ἀδυνατεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μὲ τὴν χαρακτη-
1567ρίζουσαν αὐτὸν στενοκεφαλιὰν, νὰ ἐννοήσῃ καὶ ἐν τούτοις
1568ἔχει τὸ θάῤῥος ν’ ἀποφαίνηται περὶ αὐτοῦ, ὡς ἀπὸ τρίπο-
1569δος, καὶ νὰ τὸ ἀποκαλῇ ἁπλοῦν μορμολύκειον, χωρὶς νὰ
1570συναισθάνηται, ὁποῖον γέλωτα ὀφλισκάνει οὕτω καὶ εἰς
1571ὁποῖον μορμολύκειον μετασχηματίζεται αὐτὸς, τοιαῦτα τε-
1572ρατευόμενος.
1573Ὡς ἓν τῶν ἐπουσιωδεστέρων στοιχείων τῆς ὑφ’ ἡμῶν προ-
1574τεινομένης φορολογικῆς μεταῤῥυθμίσεως ὑπεδείξαμεν ἡμεῖς
1575καὶ τὸ μονοπώλιον τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν. Καὶ ὅμως οἱ
1576πρὸς ἡμᾶς ἀντιφρονοῦντες, οἱ τυφλῶς καὶ ἀλογίστως ἐχό-
1577μενοι τῆς νῦν φορολογίας ἡμῶν, ἐνόμισαν, ὅτι θὰ ἐξέθετον
1578ἡμᾶς εἰς τὰ κοινὰ σκώμματα, ἐὰν ἐξῆρον τὸ μονοπώλιον
1579τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, ὡς τὸν ἀκρογωνιαῖον λίθον τῶν φο-
1580ρολογικῶν ἡμῶν μεταῤῥυθμίσεων. Ἀλλ’ εἶναι τοιοῦτον τωόντι
1581τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος μονοπώλιον, τὸ ὁποῖον καὶ ἀλλαχοῦ
1582ἤδη ἔχει εἰσαχθῆ καὶ λειτουργεῖ κάλλιστα; Ἀκούσατε, τί
1583εἶπον ἐγὼ ἄλλοτε περὶ αὐτοῦ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προ-
1584ϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 (ἀναγινώσκει):
1585«Ὑπὸ τὸ μονοπώλιον τοῦτο τὸ Κράτος λαμβάνει, κατὰ
1586τὸ δυνατὸν, προληπτικὰ μέτρα διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφά-
1587λειαν, δύναται ν’ ἀνανεόνῃ ἑκάστοτε τὴν ἀναγκαίαν εἰς
1588τὸν στρατόν του πυρίτιδα καὶ νὰ ἔχῃ πρόχειρον τὸ ποσὸν
1589αὐτῆς, τὸ ὁποῖον θὰ ἐχρειάζετο ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης, καὶ τέ-
1590λος ἐξασφαλίζει εἰς ἑαυτὸ οὐχὶ εὐκαταφρόνητον πρόσοδον.
1591«Ἐν Ἑλλάδι ἰδίᾳ, ἔνθα τόσα δυστυχήματα ἔχουσιν ἐπι-
1592συμβῆ μέχρι τοῦδε, ἕνεκα τῆς ἐλευθέρας παρασκευῆς τῆς
1593πυρίτιδος πολλάκις ἐν τῷ μέσῳ κατῳκημένων μερῶν ἐν
1594Ἑλλάδι, ἔνθα τοσαύτη κατάχρησις γίνεται καὶ τῆς πυρί-
1595τιδος καὶ τῶν ἄλλων ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, ἐξ οὗ θρηνοῦμεν
1596τὴν ἀπώλειαν τοσούτων ὑπάρξεων ἐν Ἑλλάδι, λέγω, κατ’
1597ἐξοχὴν ἐπιβάλλεται, εἰς πρόληψιν ὅλων τούτων τῶν δεινῶν,
1598ἡ σύστασις τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος μονοπωλίου.
1599«Εἶναι δὲ γνωσταὶ αἱ ζημίαι, ἃς τὸ Κράτος ὑφίσταται
1600νῦν, προμηθευόμενον παρ’ ἄλλων τὴν ἀναγκαίαν εἰς αὐτὸ
1601πυρίτιδα. Ὅταν ἔχῃ ἀνάγκην αὐτῆς, τὴν ἀγοράζει συνή-
1602θως ὑπερτετιμημένην, ὡς κατὰ τὰς ἐπιστρατείας τοῦ
16031880–1881 καὶ τοῦ 1885–1886. Μὴ δυνάμενον δὲ νὰ χρη-
1604σιμοποιήσῃ αὐτὴν ἐγκαίρως, τὴν βλέπει μετά τινα χρόνον
1605φθειρομένην καὶ ἄχρηστον καθισταμένην. Ἄν κατεσκεύαζεν
1606αὐτὸ τὴν πυρίτιδα, καὶ εὐθηνότερα θὰ ἐστοίχιζεν αὕτη,
1607καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὴν ἀντικαθιστᾷ ἑκάστοτε καὶ νὰ
1608μὴ ὑφίσταται ζημίαν, ὡς νῦν. Ἐν ὥρᾳ δὲ ἀνάγκης δὲν θὰ
1609ἐξήρτα τὴν τύχην τοῦ πολέμου ἐκ τούτου ἢ ἐξ ἐκείνου τοῦ
1610ἰδιωτικοῦ ἐργοστασίου. Ἀλλ’ ὁ λόγος, ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἐνδια-
1611φέρων ἡμᾶς νῦν, εἶναι ἡ πρόσοδος, ἣν θὰ εἶχε τὸ Κράτος ἐκ
1612τοῦ μονοπωλίου τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν.
1613«Ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν τὴν σήμερον ἓν μέγα ἰδιωτικὸν ἐρ-
1614γοστάσιον ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, τὸ παρὰ τὸ Δαφνίον πυριτι-
1615δοποιεῖον, τὸ ὁποῖον, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, δύναται νὰ
1616παραγάγῃ ἐτησίως ὡς 600,000 ὀκάδας πυρίτιδος, τρία
1617μικρότερα ἐργοστάσια ἐνταῦθα καὶ ἐν Πειραιεῖ, παράγοντα
1618ὁμοῦ ὡς 100,000, καὶ ἄλλα τινὰ ἀνάξια λόγου πυριτιδο-
1619ποιεῖα ἐν Δημητσάνῃ τῆς Γορτυνίας καὶ ἐν Μαυρίλλῳ τῆς
1620Φθιώτιδος, ὧν ἡ ἐτησία παραγωγὴ πυρίτιδος δὲν ὑπερβαί-
1621νει τὰς 40,000 ὀκάδας. Ἡ ἐτησία παραγωγὴ ὅλων τῶν
1622ἐν Ἑλλάδι ἰδιωτικῶν ἐργοστασίων δύναται νὰ ἀνέλθῃ κατὰ
1623ταῦτα εἰς 750,000 ὀκάδας πυρίτιδος περίπου. Τὸ ὀλιγώτε-
1624ρον μέρος τοῦ ποσοῦ τούτου ἐξάγεται εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν,
1625καὶ τὸ περισσότερον καταναλίσκεται ἐν τῇ ἡμεδαπῇ. Καὶ
1626ἐκ τούτου τὸ περισσότερον καταναλίσκεται εἰς τὰ δημόσια
1627ἔργα, τὸ δὲ ὀλιγώτερον εἰς τὸ κυνήγιον καὶ τὰ ὅπλα καθόλου.
1628Ἡ πυρῖτις τῶν δημοσίων ἔργων εἶναι ἡ εὐθηνοτέρα, ἡ τοῦ
1629κυνηγίου καὶ τῶν ὅπλων καθόλου ἀκριβοτέρα. Εἰς ἐκείνην
1630τὴν πυρίτιδα βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ μεγάλη φο-
1631ρολογία, ἀλλ’ ἡ δευτέρα εἶναι ἐπιδεκτικὴ οἱασδήποτε φο-
1632ρολογίας. Τὴν πυρίτιδα ταύτην δύναται νὰ ἐκποιήσῃ τὸ
1633Δημόσιον καὶ πρὸς 8 δραχμὰς τὴν ὀκᾶν. Εἰς τοὺς κυνηγοῦν-
1634τας καὶ ὁπλοφοροῦντας καθόλου, οἵτινες δύνανται νὰ κατα-
1635ναλώσωσιν ἐτησίως 1–2 ὀκάδας τὸ πολύ, θὰ ἦτο ἀνεπαί-
1636σθητος σχεδὸν ἡ τοιαύτη φορολογία· εἰς τὸ Κράτος ὅμως
1637θ’ ἀπέφερεν ἀξίαν λόγου πρόσοδον. Τὰς δαπάνας δύνανται
1638νὰ καλύψωσιν ἡ πυρῖτις τῶν δημοσίων ἔργων, ἡ δυναμῖτις,
1639τὸ θεϊκὸν καὶ νιτρικὸν ὀξύ, τὰ σφαιρίδια καὶ οἱ μολυβδο-
1640σωλῆνες, ἅτινα πάντα δύνανται νὰ κατασκευάζωνται ἀπο-
1641κλειστικῶς ἐν τῷ ἐργοστασίῳ τοῦ Κράτους, καὶ νὰ καλύ-
1642πτωσι πάσας τὰς δαπάνας, οὕτως ὥστε νὰ μένῃ ὡς κα-
1643θαρὰ πρόσοδος αὐτοῦ τὸ ἀντίτιμον τῆς πυρίτιδος τῶν ὅπλων.
1644Ἄν δὲ τὴν ἐτησίαν κατανάλωσιν αὐτῆς ἐν Ἑλλάδι ὑπο-
1645λογίσωμεν εἰς 150.000 ὀκάδας κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, θὰ
1646ἔχῃ τὸ Δημόσιον πρὸς 8 δραχμὰς ὡς 1,200,000 πρόσοδον
1647ἐντεῦθεν.»
1648Τοιαῦται, Κύριοι, διὰ βραχέων καὶ ὅσον ἐπιτρέπεται
1649τοῦτο ἐν μιᾷ ἀγορεύσει, αἱ ὑφ’ ἡμῶν προτεινόμεναι μεταῤ-
1650ῥυθμίσεις. Ἰδοὺ δὲ νῦν, ὁποῖα ἀποτελέσματα ἐν κεφαλαίῳ
1651θὰ εἴχομεν ἐξ αὐτῶν διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κρά-
1652τους. Αἱ δημόσιαι ἡμῶν πρόσοδοι θὰ ὑφίσταντο μὲν τὴν
1653ἑξῆς μείωσιν ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν φόρων:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
16541)Ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐκ δρ. 2,133,000
16552)» » περιβολίων καὶ βοσκῶν» 145,000
16563)» τοῦ οἴνου » 1,848,000
16574)» τῆς σταφίδος » 3,000,000
16585)» τῶν ζώων » 2,000,058
16596)Δικαίωμα καταναλώσεως καπνοῦ
1660 μετ’ ἀφαίρεσιν ἐξόδων » 5,508,428
1661 Ἐν ὅλῳ » 14,692,428
1662Θὰ ἐπήρχετο δὲ ἡ ἑξῆς αὔξησις διὰ τῶν νέων φόρων:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
16631)Τοῦ ἐγγείου στρεμματικοῦ ἐκ δρ. 6,000,000
16642)Ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου οἴνου » 1,000,000
16653)» τῆς σταφίδος ἐγγείου στρεμμ. » 2,000,000
16664)» τῶν σφαγίων » 1,500,000
16675)» » ἐπιτηδευμάτων » 2,000,000
16686)» τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ » 10,000,000
16697)» » σιγαροχάρτου » 1,800,000
16708)» » μονοπωλίου τῶν ἐκρηκτ. ὑλῶν» 1,200,000
1671 Ἐν ὅλῳ δρ. 25,500,000
1672Τοιουτοτρόπως, Κύριοι, αἱ νῦν πρόσοδοι τοῦ Κράτους θὰ
1673ηὔξανον κατὰ ἕνδεκα περίπου ἑκατομμύρια, δι’ ὧν καὶ τὸ
1674ἐξ 8,000,000 ἔλλειμμα τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ
1675θὰ ἐκαλύπτετο, καὶ περίσσευμα θὰ εἴχομεν ἐκ 3 ἑκατομμυ-
1676ρίων, ὅπερ ὁμοῦ μετὰ τῶν ὑποδειχθεισῶν οἰκονομιῶν ἐν τοῖς
1677ἐξόδοις αὐτοῦ θὰ ὑπερέβαινε τὰ 6 ἑκατομμύρια.
1678Μόνον μὲ τοιοῦτον προϋπολογισμὸν ἐμφανιζόμενοι πρὸ
1679τῶν πιστωτῶν ἡμῶν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς αὐ-
1680τοὺς ἐμπιστοσύνην, καὶ νὰ προέλθωμεν εἰς διαπραγματεύσεις
1681περὶ συμβιβασμοῦ. Καὶ ὁ συμβιβασμὸς, Κύριοι, δι’ ἡμᾶς εἶ-
1682ναι ἀπαραίτητος τὴν σήμερον· διότι μόνον δι’ αὐτοῦ δυνά-
1683μεθα νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς νῦν ἀφορήτου καταστάσεως, νὰ
1684ἀνακτήσωμεν δὲ τήν τε δημοσίαν καὶ τὴν κατ’ ἰδίαν ἡμῶν
1685πίστιν, καὶ ν’ ἀτενίσωμεν πλήρεις ἐλπίδων εἰς τὸ μέλλον.
1686Ἄνευ συμβιβασμοῦ, καὶ ἂν ἔτι οἱ πιστωταὶ ἡμῶν ἠρκοῦντο
1687εἰς τὰ νῦν προτεινόμενα αὐτοῖς 30% ἐκ τῶν τόκων τοῦ
1688δημοσίου ἡμῶν χρέους, καὶ πάλιν οὐδὲν θὰ κατωρθοῦμεν,
1689ἀφοῦ οὕτω δὲν θ’ ἀνακτῶμεν τὴν πίστιν ἡμῶν, θὰ κατεδι-
1690καζόμεθα δὲ εἰς οἰκονομικὸν ἀποκλεισμόν, ὅστις θὰ ἰσοφά-
1691ριζε πρὸς οἰκονομικὸν μαρασμόν. Τὴν παράτασιν, Κύριοι, τῆς
1692παρούσης καταστάσεως θὰ ηὔχετο εἰς τὴν Ἑλλάδα μόνος ὁ
1693χείριστος τῶν ἐχθρῶν της. Ὡς ὁ χείριστος δὲ τῶν ἐχθρῶν της
1694πολιτεύεται ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐπιμένων εἰς τὴν ἐπιψήφι-
1695σιν τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ, δι’ οὗ θ’ ἀπεκλείετο
1696εἰς ἡμᾶς πᾶσα διέξοδος ἐκ τῆς παρούσης καταστάσεως.
1697Μεταῤῥυθμίζοντες δὲ τὴν φορολογίαν ἡμῶν, ὡς ἡμεῖς
1698ὑποδεικνύομεν, θὰ εἴχομεν καὶ ἄλλως τὴν μόνην ἀσφαλῆ βά-
1699σιν πρὸς συμβιβασμὸν, τὸ μόνον μέσον πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ
1700διεθνοῦς ἐλέγχου. Διὰ τῆς προσθήκης δύο ἔτι μονοπωλίων
1701εἰς τὰ ἤδη ὑπάρχοντα θὰ εἴχομεν ἐτησίαν πρόσοδον ἐκ
1702δρ. 25,000,000, ὧν τὴν διαχείρισιν διαθέτοντες πρὸς ἐξα-
1703σφάλισιν τῶν πιστωτῶν μας ὑπὸ τύπον παρεμφερῆ πρὸς τὸν
1704τῆς ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, θὰ ἠδυνάμεθα οὐ μόνον εἰς
1705τὴν λειτουργίαν τῶν περικεκομμένων τόκων τοῦ μέχρι τοῦδε
1706χρέους ἡμῶν νὰ ἐπαρκέσωμεν οὕτως, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν συνο-
1707μολόγησιν νέου δανείου, δι’ οὗ καὶ μόνον θὰ κατωρθοῦμεν
1708καὶ τὴν νομισματικὴν ἡμῶν ἀνωμαλίαν νὰ περιορίσωμεν,
1709καὶ εἰς ἀνόρθωσιν τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν νὰ συν-
1710τελέσωμεν, καὶ τὴν ἤδη νεκρὰν ἡμῶν ἀγορὰν νὰ ἀναζωο-
1711γονήσωμεν.
1712Ὁ τοιοῦτος συμβιβασμὸς θὰ εἶχεν ὡς ἐπακόλουθον καὶ
1713τὴν ἐπικουρίαν τῶν ξένων κεφαλαίων ὑπὲρ τῶν πιστωτι-
1714κῶν ἡμῶν ἱδρυμάτων, ἰδίᾳ ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης,
1715οὕτω δὲ θὰ ἀνεγεννᾶτο καὶ ἡ κατ’ ἰδίαν πίστις τῆς χώρας
1716καὶ θὰ συνετελεῖτο τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως τῆς καθόλου
1717ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας. Μὲ τὸν συμβιβασμὸν θὰ ἐδίδετο
1718καιρὸς καὶ εἰς τὸ Κράτος νὰ σκεφθῇ περὶ πληρώσεως τῶν
1719κυρίων αὑτοῦ ἀναγκῶν, περὶ ἀναδιοργανώσεως τῶν διαφό-
1720ρων κλάδων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, περὶ ἐπιῤῥώσεως τῆς
1721ἐθνικῆς παραγωγῆς.
1722Γινώσκετε ἤδη, Κύριοι, τίς ἡ ὁδὸς ἡ ἄγουσα εἰς τὴν
1723ἀπώλειαν, καὶ τίς ἡ ἐξασφαλίζουσα εἰς ἡμᾶς τὴν σωτηρίαν.
1724Ἄν ἀποῤῥίψητε διὰ τῆς ψήφου ὑμῶν τὸν προκείμενον
1725προϋπολογισμὸν, ὡς ἀπαράδεκτον’ ἂν ἐξαναγκάσητε οὕτω
1726τὴν σύνταξιν ἑτέρου προϋπολογισμοῦ ἐπὶ βάσεων ὑγιεστέ-
1727ρων, οἷαι αἱ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποδειχθεῖσαι, τότε σώζετε καὶ τὸ
1728Κράτος καὶ τὴν χώραν ἐκ τῆς ὁλοσχεροῦς οἰκονομικῆς
1729καταστροφῆς. Ἄν τοὐναντίον ἐπιψηφίσητε αὐτὸν ὡς ἔχει, θὰ
1730δημιουργήσητε οὕτω τὸ χάος, τὸ ἀδιέξοδον ἐκ τῆς νῦν
1731καταστάσεως, καὶ θὰ καταστῆτε συνυπεύθυνοι τῷ κ. Πρω-
1732πουργῷ οὐ μόνον διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν ἤδη καταστροφὴν,
1733ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς μελλούσας νὰ ἐπακολοιθήσωσιν εἰς αὐ-
1734τὴν συμφορὰς, καὶ θὰ συνεπισύρητε ἐπὶ τῶν κεφαλῶν σας
1735τὰς ἀρὰς ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους! (Εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).
1736§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
1737§41ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Εἶναι ἀρκετοὶ νὰ ὁμιλήσουν, ἀλλὰ μοὶ φαί-
1738νεται, ὅτι ἡ ὥρα παρῆλθε (Θόρυβος)... Δὲν εἶναι ἀνάγκη
1739νὰ φωνάζητε. Ἐὰν ἐπιμένητε, θὰ μᾶς ἀναγκάσητε νὰ φέ-
1740ρωμεν ἔνστασιν ἀπαρτίας.
1741§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
1742§43ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἐπιμένητε νὰ ἐξακολου-
1743θήσητε, ὑποβάλλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
1744§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
1745(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, ὑπὸ
1746τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολέκτου, τοῦ βουλευτοῦ
1747Μιλτιάδου Ὀριγώνη).
1748§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων Βου-
1749λευτῶν 106.
1750Ἔχει τις τὸν λόγον;
1751§46Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν πολύωρον ἀγόρευσιν
1752τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔπρεπε
1753νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν μέχρι τοῦδε ἐργασίαν, νὰ ἀναβάλῃ δὲ
1754τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς μίαν τῶν ἑπομένων
1755συνεδριάσεων. Τοῦτο ἦτο τὸ πρέπον, διότι ὁ προϋπολογι-
1756σμὸς δεῖται ἐρεύνης καὶ συζητήσεως σπουδαίας· μετὰ τὴν
1757κατάστασιν, εἰς ἣν περιήλθομεν, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ δείξω-
1758μεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, ὅτι δὲν σπεύδομεν εἰς τὴν ἐπι-
1759ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἔχομεν δὲ καὶ τὸ δικαίωμα
1760νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀναβολὴν, διότι οἱ ἡγήτορες τῆς Ἀντι-
1761πολιτεύσεως, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ
1762κ. Εὐταξία ἤθελε λυθῆ ἡ συνεδρίασις, ἀπῆλθον. Εἶχον δὲ
1763τὴν πεποίθησιν ταύτην, διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπε
1764πρὸς τὸν ἀγορεύοντα, ὅτι ἅμα λήξῃ ἡ ἀγόρευσις αὐτοῦ θὰ
1765λυθῇ ἡ συνεδρίασις...
1766§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀνακριβές.
1767§48ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας μοὶ εἶπε ῥητῶς,
1768ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς του, ὅτι οὕτω τῷ εἶπεν ὁ κ. Πρόε-
1769δρος. Δημοσίᾳ ἔλεγε τοῦτο...
1770§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀνακριβές.
1771§50ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ... Δὲν ἐπίστευον δὲ, ὅτι ἐνέδρα εἶχε
1772στηθῆ ὑπὸ τὸ βῆμα, ἵνα κηρυχθῇ ἡ λῆξις τῆς γενικῆς συ-
1773ζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς
1774δεξιᾶς). Μὴ δυσανασχετῆτε, Κύριοι, διότι ὁ προϋπολογισμὸς
1775αὐτὸς δὲν ψηφίζεται ἐν μιᾷ νυκτὶ, δὲν εἶναι δὲ πρέπον νὰ συ-
1776ζητηθῇ οὕτω, χάριν αὐτοῦ τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους καὶ
1777τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν τῇ συνδρομῇ δύο μόνον Βουλευτῶν,
1778καὶ αὐτῶν ἀντιπολιτευομένων, καταρτίζηται ἡ ἀπαρτία, μὴ
1779νομίζετε, ὅτι αὕτη εἶναι ἀπαρτία, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ
1780σεβασθῇ τὸ ἔθνος, εἴτε καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀναμένουσιν ἐξ
1781ἡμῶν νὰ μάθωσιν εἰλικρινῶς, τί ἐμπεριέχει ὁ προϋπολογι-
1782σμός. Ἔχομεν λοιπὸν συμφέρον ἅπαντες νὰ ἐμμείνωμεν εἰς
1783τὴν εὐρεῖαν τοῦ προϋπολογισμοῦ συζήτησιν. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ
1784στιγμῇ καὶ ὥρᾳ δὲν δύναται νὰ γείνῃ σπουδαία συζήτησις
1785τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἂν ἐπιμένητε καὶ ἔχητε ἀπαρτίαν,
1786σεῖς θ’ ἀναλάβητε τὴν εὐθύνην, καὶ μόνοι σεῖς.
1787Ἅπαντες ἔχομεν καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, ὅτι ἐν
1788τοιαύτῃ στιγμῇ δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ
1789προϋπολογισμοῦ, ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν δὲν εἶναι παρόντες ἐν-
1790ταῦθα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ φωτίσωσι τὸ ἔθνος περὶ
1791τῶν σπουδαιοτάτων ζητημάτων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὰ ἐσω-
1792τερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ ἡμῶν.
1793Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι σπουδαία ἡ πρότασις τῆς Κυβερ-
1794νήσεως, ἐπιμενούσης εἰς τὴν ταχεῖαν συζήτησιν τοῦ προϋ-
1795πολογισμοῦ καὶ τὴν περάτωσιν τῶν καθέκαστα αὐτοῦ.
1796Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, καὶ
1797νὰ συνέλθωμεν τὴν προσεχῆ Τρίτην κατὰ τὴν συνήθη ὥραν
1798τῆς συνεδριάσεως. Προτείνω λοιπὸν τὴν ἀναβολὴν τῆς συ-
1799ζητήσεως διὰ τὴν προσεχῆ Τρίτην.
1800§51ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν πρόκηται νὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ εἰσηγη-
1801τὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ,
1802θὰ μείνωμεν νὰ τὸν ἀκούσωμεν. Ἂν ὅμως πρόκηται νὰ μᾶς
1803καταδικάσητε εἰς μονολογίαν, τότε θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀντίδρα-
1804σις. Τὸν πρῶτον μετὰ τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους προϋπο-
1805λογισμὸν θέλετε νὰ λάβητε τὴν νύκτα ταύτην τῶν Ἀπό-
1806κρεω καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους! Αὐτὸ δὲν δύναται, παρὰ νὰ
1807γεννήσῃ ἀντίδρασιν.
1808§52ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος ἐδή-
1809λωσε κατηγορηματικῶς, ὅτι θὰ ὁμιλήσῃ μετὰ τὸν Βουλευ-
1810τὴν ἐκ Λοκρίδος. Ὡς ἐκ τούτου ἡμεῖς ἐδηλώσαμεν, ὅτι θὰ
1811ὁμιλήσωμεν μετὰ τὸν κ. Βουλευτὴν Παρνασσίδος. Τώρα δὲν
1812πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ ὁ Βουλευτὴς Παρνασσίδος. Καταρ-
1813γεῖτε λοιπὸν τὴν συζήτησιν!
1814§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς Παρνασσίδος δὲν εἶναι εἰς
1815κατάστασιν νὰ ὁμιλήσῃ.
1816§54ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν νὰ ἀναβάλωμεν. Ἀφοῦ ὁ εἰσηγη-
1817τὴς ἐδήλωσεν ἀπὸ χθὲς, ὅτι θὰ λάβῃ τὸν λόγον, πῶς θὰ
1818προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, χωρὶς νὰ ἦναι παρών;
1819§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑποστηρίζετε πράγματα, τὰ ὁποῖα
1820δὲν ἔχουν τὸν τόπον των. Ὑποθέσατε, ὅτι συμβαίνει νὰ
1821ἀσθενῇ ἐπὶ ὀκτὼ ἡμέρας ὁ κ. εἰσηγητής. Πρέπει διὰ τοῦτο
1822νὰ ἀναβάλωμεν ἐπὶ ὀκτὼ ἡμέρας;
1823§56ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διαφέρει τοῦτο. Τώρα ὅμως ἦτο ἐδῶ ὁ κ.
1824Σιμόπουλος, πρὸ ὀλίγου.
1825§57ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἂν ὁ κ. Σιμόπουλος δὲν ἦναι εἰς θέσιν νὰ
1826λάβῃ τὸν λόγον, καὶ ἡ πλειονοψηφία ἐπιθυμῇ νὰ προβῶ-
1827μεν εἰς περαιτέρω ἐξακολούθησιν τῆς γενικῆς συζητήσεως
1828τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρέπει ἕτερός τις νὰ λάβῃ τὸν λόγον.
1829Βεβαίως ὁ μονόλογος αὐτὸς δὲν θὰ ἐξακολουθήσῃ. Προτι-
1830μότερον εἶναι νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπηνίχθη
1831ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ἡμεῖς δὲ νομίζομεν, ὅτι θὰ ἤμεθα
1832δικαιολογημένοι καὶ ἀπέναντι τῆς συνειδήσεώς μας καὶ ἀπέ-
1833ναντι τοῦ λαοῦ, ὅτι ἀντεστρατεύθημεν διὰ τῶν μέσων τοῦ
1834Κανονισμοῦ, ὅπως μὴ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ὁ
1835πρῶτος μετὰ τὴν χρεωκοπίαν αὐτοῦ, ἐπιψηφισθῇ ἄνευ συ-
1836ζητήσεως.
1837§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, προτείνεται ἡ ἀναβολή.
1838Εἶναι 15 οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν;
1839§59Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν γνῶσιν, τὴν ὁποίαν
1840λαμβάνω ταύτην τὴν στιγμήν, ὅτι καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς
1841πλειοψηφίας δὲν εἶναι παρών, λαμβάνω τὸ θάῤῥος νὰ ἐπι-
1842μείνω εἰς τὴν περὶ ἀναβολῆς πρότασίν μου, διότι ἡ ἀγό-
1843ρευσις αὐτοῦ εἶναι ἀπαραίτητος, ἀπαραίτητος ἰδίως διὰ
1844σᾶς, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσητε ὑπὲρ τοῦ προϋπολογισμοῦ, χω-
1845ρὶς νὰ ἀκούσητε τὸν εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας ἀναιροῦντα
1846τὸν εἰσηγητὴν τῆς μειοψηφίας, ὅστις πολλὰ εἶπε κατὰ τοῦ
1847προϋπολογισμοῦ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐπὶ πλέον ἐπιμονὴ δὲν ἔχει
1848βάσιν τινὰ, δὲν ἔχει λόγον· διότι, καὶ ἂν θελήσητε πρὸς
1849στιγμὴν νὰ κηρύξητε περατωμένην τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς
1850ἀρχῆς, νομίζετε, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ὅσον θέ-
1851λομεν ἐν τοῖς καθέκαστα; Δὲν θὰ κατορθώσητε τίποτε,
1852διότι ὅλοι ἡμεῖς θὰ λάβωμεν τὸν λόγον, ἀμυνόμενοι ὑπὲρ
1853τῶν δικαιωμάτων τῆς πατρίδος.
1854§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, λάβετε τὸν λόγον.
1855§61ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἶμαι μεταξὺ τῶν νεωτέ-
1856ρων Βουλευτῶν, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἐννοήσω διὰ ποῖον λό-
1857γον οἱ συνάδελφοι ζητοῦσιν ἐπιμόνως νὰ ἀκούσωσι τὴν ἀγό-
1858ρευσιν τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ. Φρονῶ, ὅτι ἐκεῖ-
1859νοι ἐκ τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν διάθεσιν καὶ
1860τὴν ἱκανότητα νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν
1861θ’ ἀναμείνωσι νὰ ἀντλήσωσι γνώσεις ἐκ τῆς ἀγορεύσεως οἱ-
1862ουδήποτε ἄλλου. Ὅστις εἶναι παρεσκευασμένος νὰ ὁμιλήσῃ,
1863δύναται νὰ προβῇ εἰς τοῦτο. Ἂν δὲ οἱ κύριοι Βουλευταὶ νο-
1864μίζωσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἀκούσωσι τοῦτον ἢ ἐκεῖνον, νομίζω
1865ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς προσοχὴν,
1866ἀλλὰ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον της.
1867§62ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ Κύριος εἶναι πραγματικῶς πολὺ νέος,
1868καὶ διὰ τοῦτο δὲν γνωρίζει τί γίνεται. Εἰς ὅλα τὰ Κοινο-
1869βούλια εἴθισται νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον ὁ εἰσηγητὴς τῆς
1870πλειοψηφίας...
1871§63ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν εἴθισται ὅμως
1872νὰ κωλυσιεργῶσιν, οὔτε ὑφίσταται τοῦ κωλυσιεργεῖν νόμος.
1873§64ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑφίσταται τὸ κωλυσιεργεῖν, ὅταν οἱ Κύ-
1874ριοι τῆς πλειονοψηφίας νομίζωσιν, ὅτι τυφλῶς καὶ ἐκ συν-
1875αρπαγῆς ψηφίζεται ὁ προϋπολογισμὸς (Θόρυβος).
1876§65ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (ἐν ὀργῇ). Παρανομεῖτε σεῖς!
1877§66ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κάθησε κάτω, καὶ μὴ κουνεῖς τὸν δάκτυ-
1878λόν σου εἰς ἐμένα! (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
1879§67ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν ἔτυχε
1880νὰ γείνῃ βουλευτὴς ὁ κ. Κρίτσας, ἐγενόμην καὶ ἐγώ. Μοὶ
1881φαίνεται ὅμως, ὅτι εἴμεθα καὶ οἱ δύο νέοι (γέλωτες). Εἶναι
1882ἀληθὲς, ὅτι τὸν κ. Κρίτσαν ἤκουσα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ
1883ἀγορεύοντα καὶ ἐξετίμησα αὐτὸν, ἰδίως ὡς πρὸς τὰ στρατιω-
1884τικά· καὶ πραγματικῶς τὸν κ. Κρίτσαν πρέπει νὰ ἐκτιμᾷ
1885τις, διότι ἀκολουθεῖ κοινοβουλευτικὴν πορείαν. Ἀλλ’ ἀπορῶ,
1886πῶς ἤδη αὐτὸς ὁ κοινοβουλευτικὸς στρατιωτικὸς δὲν θέλει,
1887εἰμὴ μίαν ἰδέαν νὰ ἀκολουθήσῃ, ὅτι ἡ πλειοψηφία δὲν πρέ-
1888πει νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ μόνον ἡ
1889μειοψηφία. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τοῦτο ἀδικεῖ τὸν κ. Κρίτσαν,
1890ὁ ὁποῖος ἐν τῇ στρατιωτικῇ στασιοδρομίᾳ του εἶναι κοινο-
1891βουλευτικώτατος, καὶ φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Κρίτσας θὰ ἀποβάλῃ
1892τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει, ὅτι ἡ πλειοψηφία δὲν πρέπει
1893νὰ ὁμιλήσῃ. Ἀπ’ ἐναντίας ἡ πλειοψηφία ὀφείλει νὰ ἀκου-
1894σθῇ, διὰ νὰ φωτισθῶμεν καὶ ἡμεῖς οἱ ἐκ τῆς Ἀντιπολι-
1895τεύσεως—διότι πιθανὸν νὰ εὑρισκώμεθα ἡμεῖς ἐν τῇ πλάνῃ
1896—ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. προέδρου καὶ εἰσηγητοῦ τῆς
1897ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως κανονίσωμεν τὴν ψῆ-
1898φόν μας, κατὰ τὴν αὐτὴν δὲ πορείαν καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν
1899τρόπον θὰ κανονίσῃ τὴν ψῆφόν του καὶ ὁ κ. Κρίτσας, ὅταν,
1900μετὰ τὸν εἰσηγητὴν τῆς μειοψηφίας, ἀκούσῃ τὸν εἰσηγη-
1901τὴν τῆς πλειοψηφίας, καὶ οὕτως ὁ κ. Κρίτσας πραγματικῶς
1902θὰ ἔχῃ ἓν μέλλον κοινοβουλευτικόν, ὅταν ἀποκτήσῃ τὴν
1903γνώμην, τὴν ὁποίαν τοῦ ὑποδεικνύω.
1904§68ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ἤκουσα καλῶς τὰ
1905λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὀριγώνη, ἕνεκα τοῦ ἐπικρατήσαν-
1906τος θορύβου. Ἐκ τῶν ὀλίγων ὅμως, τὰ ὁποῖα ἠδυνήθην νὰ
1907ἀντιληφθῶ, ἀντελήφθην δυστυχῶς καὶ τὸ ὅτι ὁ κ. Ὀριγώ-
1908νης δὲν μὲ ἀντελήφθη καλῶς. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἐγὼ
1909δὲν ἠθέλησα νὰ εἴπω, ὅτι πρέπει νὰ ἀποκλεισθῇ τις τῆς
1910τιμῆς τοῦ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπο-
1911λογισμοῦ. Ἄπαγε! Εἶπον μόνον, ὅτι δυστύχημα θὰ ἦτο
1912διὰ τὸ Βουλευτήριον τῆς Ἑλλάδος, ἂν μεταξὺ τῶν δια-
1913σήμων μελῶν αὐτοῦ ὑπάρχωσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι, ἵνα
1914ὁμιλήσωσιν ἐπί τινος ζητήματος, ἀναμένουσι νὰ ὁμιλήσω-
1915σιν ἄλλοι, ἵνα ἐκ τῆς ὁμιλίας αὐτῶν ἀντλήσωσιν ἐπιχει-
1916ρήματα. Ὑποθέτω λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Ὀριγώνης οὐδόλως μὲ
1917ἐνόησε, καὶ ὅτι ἐγὼ πᾶν ὅ,τι εἶπον τὸ εἶπον περιεσκεμμέ-
1918νως. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὀριγώνην νὰ συστήσῃ
1919εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον της. Ἄλλως τε
1920δὲ ἀρκετὰ ὡμίλησαν ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ
1921ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος, ὅταν ὁ μὲν πρῶτος κατέθεσε
1922τὸν προϋπολογισμὸν, ὁ δὲ δεύτερος τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολο-
1923γισμοῦ ἔκθεσιν. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν εἶχον εἴπει τι, πέπεισμαι
1924ὅτι τὰ ἔγκριτα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα θέλουσι
1925συμμετάσχει τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ συζητήσεως, εἶναι
1926εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωσι, πῶς τὰ μέλη τῆς Συμπολιτεύσεως,
1927ὧν τὴν ἀγόρευσιν ἐπιμόνως ζητοῦσι, θέλουσιν ὑποστηρίξει
1928τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ συνεπῶς ὅτι δύνανται νὰ ἐπιλη-
1929φθῶσι τῆς ἐξετάσεως αὐσοῦ.
1930§69ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀρκετὴ διασκέδασις...
1931§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἄ! ἄ! ἄ!
1932§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ἂν ἔχητε ὄρεξιν νὰ δια-
1933σκεδάσητε...
1934§72ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Δὲν εἶναι διασκέδασις, νομίζετε, ὅταν ἡ
1935πλειονοψηφία ἔρχηται καὶ λέγῃ: «ἐγὼ θὰ βουβαθῶ, ἐγὼ
1936θὰ ἀκούσω μόνον τὴν μειονοψηφίαν, καὶ θὰ ἀρκεσθῶ, διὰ
1937νὰ πάρω τὸν προϋπολογισμὸν καὶ νὰ πάω εἰς τὴν δου-
1938λειά μου»; Λοιπὸν κοινοβουλευτικῶς πολιτεύεται ἡ πα-
1939ροῦσα Βουλὴ, καὶ μάλιστα ὅσοι ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς ἐν
1940τῇ σταδιοδρομίᾳ των ὑπῆρξαν κοινοβουλευτικοὶ χαρακτῆ-
1941ρες, ἐρχόμενοι ἤδη νὰ παραδεχθῶσι τοιαύτην ἀρχήν; Ἐγὼ
1942θέλω νὰ ἀκουσθῶσι πάντες, ἵνα φωτισθῶ. Ὅλοι οἱ δυνά-
1943μενοι νὰ εἴπωσι κἄτι ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων, καὶ ὁ φί-
1944λος μου ὁ κ. Μακρῆς, ἐπιθυμῶ καὶ αὐτὸς νὰ ἐκφέρῃ γνώ-
1945μην, ὥστε οὕτω πως νὰ μορφωθῇ μία γνώμη (γέλωτες
1946παρατεταμένοι).
1947§73ΜΑΚΡΗΣ. (ἐγειρομένου τοῦ κυρίου Μακρῆ, πᾶσα ἡ
1948Βουλὴ ἐκρήγνυται εἰς γέλωτας). Κύριε Πρόεδρε, θὰ
1949μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὀλίγα εἰς ἀπάντησιν τοῦ φίλου
1950μου κ. Ὀριγώνη, ἢ μᾶλλον τοῦ βαπτισθέντος παρ’ ἐμοῦ κ.
1951Τριγώνη. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἔπρεπεν ὅλοι νὰ ἔχωμεν συνεί-
1952δησιν τοῦ καθήκοντός μας καὶ νὰ γνωρίζωμεν ὅτι ἐν Ἑλ-
1953λάδι ὑπάρχει πεῖνα μεγάλη, καὶ πάσχομεν νὰ ἀποθάνωμεν
1954τῆς πείνης. Ἀλλὰ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος
1955ἐμποδιζόμεθα δυστυχῶς, διότι, κατὰ κακὴν τύχην, ἔχομεν
1956τὸν κ. Τριγώνην, ὁ ὁποῖος μᾶς παρουσιάζει κάθε στιγμὴ
1957ζήτημα μὴ ἀπαρτίας. Τί νὰ κάμωμεν; Ὁ Θεὸς νὰ τοῦ τὸ
1958πληρώσῃ! (γέλωτες).
1959§74ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Καὶ σὲ ὁ Τρικούπης (γέλωτες).
1960§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, τὴν περὶ ἀνα-
1961βολῆς πρότασιν πρέπει, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, νὰ ὑποστη-
1962ρίξωσι 15.
1963§76ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι 20 ἐδῶ· τοὺς γνωρίζετε, καὶ δύνασθε
1964νὰ τοὺς μετρήσητε.
1965§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς συ-
1966ζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν προσεχῆ Τρίτην λέ-
1967γουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουσιν Ὄχι.
1968(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
1969ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολέκτου, τοῦ βουλευτοῦ Π. Μερλοπού-
1970λου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1971Μιλτ. Δάλλας Νικ. Παῤῥησιάδης Ο
1972Ἀνδ. Παναγιωτόπουλος Ἰω. Γρίβας
1973Ἰω. Μεσσηνέζης Ἐπ. Μαυρομμάτης Ο
1974Σπυρ. Μαρκέλλος ΟΘεόδ. Π. Δηλιγιάννης
1975Ἀρ. Ἀργυρόπουλος ΟΝικ. Σπυρακόπουλος Ο
1976Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Θεμ. Κορομάντζος
1977Λεων. Καρυστινάκης ΟΠερ. Ἀλεξάκης
1978Δημ. Καΐρης ΝἸω. Ἀντωνόπουλος Ν
1979Μιχ. Κωτσάκος ΟΚωνστ. Κοσσονάκος
1980Ἄγγ. Γεωργαντᾶς Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ο
1981Ἠλ. Κανελλόπουλος ΝΜιχ. Φωτιάδης Ο
1982Γεώργ. Παχὺς ΟΓεώρ. Λιδωρίκης Ο
1983Μιχ. Π. Λάμπρος ΟΚων. Ἀναγνωστόπουλος
1984Κων. Καραπάνος ΝΓεώρ. Λύρας Ο
1985Κων. Σταυρόπουλος ΝΚων. Παπαμιχαλόπουλος
1986Ἀλέξ. Σκουζὲς Σταμάτ. Μήτσας Ο
1987Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Δημ. Βουλπιώτης
1988Ἀλέξ. Ψύλλας Κων. Ζῶτος Ο
1989Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟἨλ. Μπλατσῆς
1990Ἀλέξ. Ρετσίνας ΟΔ. Γρανίτσας
1991Δημ. Γ. Ράλλης ΝΔιον. Στεφάνου Ο
1992Α. Ζυγομαλᾶς Κων. Ἀργασάρ. ΛομβάρδοςΟ
1993Ὅθ. Μακρυγιάννης ΟΔιον. Ζήβας Πλακᾶς Ο
1994Σ. Ζαχαρίτσας ΟΓεώργιος Κανδ. Ρώμας Ο
1995Μιλτ. Ὀριγώνης ΝΓεώρ. Κρεστενίτης
1996Κωνστ. Βαλτινὸς ΟΧρ. Στεφανόπουλος
1997Ὀδυσ. Μοσχοβίτης ΟἈνδρ. Στεφανόπουλος
1998Γεώρ. Καρτάλης ΟΔιον. Παυλόπουλος Ο
1999Ἀργ. Κανταρτζῆς ΟἈνδρ. Σπηλιάδης Ο
2000Νικ. Κοκωσλῆς ΟἌγγελος Πετραλιᾶς
2001Νικ. Ἀξελὸς Ἐπαμ. Δημητρίου Ο
2002Στέφ. Σκουλούδης ΟΝ. Τριανταφυλλάκος
2003Νικ. Νομικός Ἤλ. Ζέγγελης Ο
2004Θωμᾶς Μαρκεζίνης ΟΦίλ. Βάρβογλης
2005Νικήτας Συνοδινός ΝἈθ. Σακελλαριάδης
2006Βαρβαρῆγος Πήλικας ΟΛεων. Ζέρβας Ο
2007Ἀλέξ. Φωτήλας ΟΣτέφ. Δραγούμης Ο
2008Κων. Σταμπουλόπουλος Νικ. Φιλάρετος
2009Λεων. Πετιμεζᾶς ΝΧαρ. Τρικούπης Ο
2010Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος ΟἸω. Τρικούπης
2011Γιαννούτσης Τάκης Παν. Μερλόπουλος Ν
2012Ἡρ. Καλαμπάκας ΟἈλκ. Δεληγιάννης Ο
2013Ἀντ. Π. Μαυρομιχάλης Ἀντ. Καρατζᾶς Ο
2014Περ. Πεῤῥωτὴς ΟἈθαν. Παπαγγελᾶς
2015Κων. Φλέσσας Χαρίλ. Προβελέγγιος
2016Ἰωάν. Καζαμπάκας Ἀντ. Μάτσας
2017Κων. Ζωγλοπίτης Λορέντζος Δελαρόκας
2018Παν. Κουκορῖκος Ἰω. Ναυπλιώτης Ο
2019Γεώργ. Φραγκίδης ΟΣτυλ. Βάλληνας
2020Δημ. Τερτίπης ΟἸω. Ἰντζὲς
2021Ἀθαν. Κωστάμης ΟΓεώργ. Σισμάνης
2022Ἀριστ. Χατζηνικολῆς Νικ. Καλαντζόπουλος Ο
2023Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΟἈλέξ. Ἀντωνόπουλος Ο
2024Νικ. Παπανικολάου ΟἬλ. Ποταμιάνος
2025Παν. Λεβέντης Ἀριστ. Ρούκης Ο
2026Βαπτιστὴς Βάστα ΟΣπ. Α. Κουμουνδοῦρος
2027Γεώργ. Θεοτόκης ΟΓιαννοῦκος ΜαυρομιχάληςΝ
2028Ἀλκίνοος Ζερβὸς ΟΞανθὸς Πικουλάκης
2029Ἡλίας Πολίτης Ἀσημ. Χριστόπουλος Ν
2030Γουλιέλμος Σκάρπας ΟΝικ. Παπαλέξης
2031Νικ. Μαρκέτης ΟΠαν. Λαμπρούλιας
2032Σπυρ. Λάσκαρης ΟΕὐάγγ. Ἀρδαβάνης Ο
2033Κων. Θ. Ρωμαῖος ΟἸω. Τυπάλδος Χαριτᾶτος Ο
2034Κων. Χριστόπουλος Σπ. Μακρῆς Ο
2035Σωτ. Κροκιδᾶς Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ο
2036Σπυρ. Νοταρᾶς Εὐστ. Παπαδάκης Ο
2037Ἀναστ. Δημητριάδης Πανουρ. Πανουργιᾶς Ο
2038Γεώργ. Κούστας Θάνος Κανακάρης
2039Ἰω. Τσιμάρας ΟἈχ. Χοϊδᾶς Ν
2040Γερ. Μουσούρης ΟἈντ. Ρικάκης Ν
2041Α. Ἄννινος ΚαβαλιεράτοςΟἸω. Τσερτίδης
2042Θεόφραστος Μεταξᾶς ΟΝικ. Κουμανιώτης
2043Διον. Καλούτσης Ἄγγ. Ροῦφος Ν
2044Σπυρ. Στάης ΟΝικ. Καράπαυλος Ο
2045Μιχ. Πολίτης Παν. Σάκκης
2046Θεόδ. Θερμογιάννης Σπ. Γρίβας Ο
2047Ἰω. Καλούτσης ΟἸω. Βρυώνης Ν
2048Στέφ. Κοπανίτσας Π. Ἄννινος Καβαλιεράτος
2049Κωνστ. Σαλταφέρος Ἰω. Γεωργιάδης Ο
2050Πέτρ. Βαρβιτσιώτης ΟΓεώργ. Ν. Μπούμπουλης Ο
2051Μελέτ. Ρουσόπουλος Γεώργ. Π. Μπούμπουλης Ο
2052Δημοσθ. Ματάλας Ἀλέξ. Γ. Σοῦτσος Ο
2053Νικ. Καραστέργιος Ἀνδρ. Συγγρός
2054Ἀργ. Διδίκας ΟΔημ. Βοκοτόπουλος Ο
2055Ἐδίπ–Σερέφ–Χασίπ Μ. Μπογιατζόγλους Ο
2056Ἰω. Λάππας Ἰω. Γκιὼν Ο
2057Νικ. Μπουρίδης ΟΝικ. Φώσκολος Ο
2058Περ. Βαλαωρίτης ΟΣωτ. Χατζηγάκης
2059Γερ. Σέρβος ΝΚωνστ. Χατζηπέτρος
2060Κωνστ. Χαλκιόπουλος ΟΧρ. Μπλετσάκης
2061Ἀθαν. Εὐταξίας ΝΓ. Κανούτας Ο
2062Κων. Κωνσταντόπουλος Εὐστ. Κοκκέβης
2063Παν. Μανέτας Δημ. Παπατσώρης Ο
2064Χρ. Καραβίτης ΟΝικ. Ζητουνιάτης Ο
2065Διον. Κατρίτσης ΟΔημ. Ζουλούμης
2066Ἀνδρ. Σκαλτσᾶς ΟΝικ. Χατζῖσκος
2067Ἀριστοβούλος Μάνεσης ΝΚωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ο
2068Βασ. Δροσινός Δημ. Κρίττας Ο
2069Νικ. Βαλάσης ΟἩρ. Γαζέπης
2070Ἐμμ. Δημητριάδης Β. Βουδούρης Ο
2071Κωνστ. Σαχτούρης Νικ. Καλογερόπουλος Ο
2072Ἐπαμ. Κριεζῆς Θεμ. Α. Κανάρης Ο
2073Νικ. Τσαμαδὸς ΟΚων. Παπανικολῆς Ο
2074Βησ. Χατζηαγγελάκης Ο
2075§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 121. Ἐκ τούτων
207619 εἶπον Ναὶ καὶ 102 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις
2077περὶ ἀναβολῆς ἀπεῤῥίφθη.
2078Τίς ἔχει τὸν λόγον;
2079§79Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψη-
2080φίας τῆς ἐπιτροπῆς δὲν θὰ ὁμιλήσῃ;
2081§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴπομεν, ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν.
2082§81ΜΑΝΕΣΗΣ. Τὸ σπουδαιότερον θέμα, Κύριοι, ἐν ὅλοις
2083τοῖς Κοινοβουλίοις τοῦ κόσμου εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ προϋ-
2084πολογισμοῦ τοῦ Κράτους, μόνον δ’ ἐν Ἑλλάδι θεωρεῖται
2085πάρεργον. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐμφαίνει συ-
2086ζήτησιν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, δι’ ἧς μέλ-
2087λει νὰ διοικηθῇ τὸ Κράτος, ἐν συγκρίσει τῆς πολιτικῆς
2088ταύτης πρὸς τὴν πολιτικὴν τοῦ παρελθόντος καὶ τὰ ἀπο-
2089τελέσματα ἐκείνης. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι καθ’ ὅλας
2090τὰς συνόδους τῆς παρελθούσης δεκαετίας ἡ πολιτικὴ ἐν
2091γένει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἰδίᾳ ἡ οἰκονομικὴ αὐτοῦ
2092πολιτικὴ, κατεκρίνετο καὶ ἠλέγχετο ὑπὸ τῆς Ἀντιπολι-
2093τεύσεως ἐν ταῖς βάσεσιν αὐτῆς ὡς σφαλερὰ καὶ ἐπιζήμιος,
2094ἀλλ’ εἰς τὰς γνώμας αὐτῆς δὲν ἔτεινε δυστυχῶς τὸ οὖς
2095οὔτε ὁ πολὺς κόσμος, οὔτε μέγα μέρος τῶν ἀντιπροσώπων.
2096Τοιαύτη ἦτο ἡ πεποίθησις ἐπὶ τὴν ἀξίαν καὶ ἱκανότητα
2097τοῦ κυβερνήτου τῆς χώρας. Ἀλλ’ ὅταν κατὰ τὸν παρελ-
2098θόντα Μάϊον ὁ πολὺς κόσμος εἶδε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν
2099φεύγοντα τροχάδην τὴν ἀρχὴν, ἐγκαταλιμπάνοντα του-
2100τέστι τὰς τάξεις, ἐν αἷς ἔταξεν αὐτὸν τὸ ἔθνος διὰ τῆς
2101πλειονοψηφίας τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, καὶ ἐμβάλλοντα
2102ἀποτόμως, τῆς Βουλῆς ἀπούσης, διὰ τῆς ἀξιοποίνου φυγῆς
2103ἐκείνης τὴν ἑτέραν τῶν καθεστηκυιῶν ἐξουσιῶν εἰς ἀπόγνω-
2104σιν περὶ τοῦ πρακτέου, τὰ πράγματα μετεβλήθησαν. Καὶ
2105περὶ μὲν τῆς πολιτικῆς ἐκείνης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ
2106δευτέρα γνώμη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ τις ὁ ἀμφι-
2107σβητῶν, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἤγαγεν ἡμᾶς εἰς τὴν οἰκο-
2108νομικὴν καταστροφήν. Δύναται μὲν ἡ πλειονοψηφία τῆς
2109ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ διαχειρίζηται διὰ
2110τῆς δεξιότητος καὶ ἐπιτηδειότητος τοῦ προέδρου αὐτῆς
2111δικαιολογίας ἐπὶ δικαιολογιῶν πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς πολι-
2112τικῆς ἐκείνης, δύναται νὰ παριστᾷ ἀλάνθαστον, ἄσπιλον
2113καὶ ἀμόλυντον τὸν ἐργάτην αὐτῆς, δύναται νὰ ἐπισωρεύῃ
2114ὅλας τὰς εὐθύνας τῆς ἀποτυχούσης ὀλεθρίας ἐκείνης πο-
2115λιτικῆς ἐπὶ τοὺς ἀντιπάλους τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ,
2116ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι καὶ ἐκείνη πρεσβεύει, ὅτι οὐδένα αἱ
2117δικαιολογίαι αὗται δύνανται νὰ πείσωσιν, εἴτε ἐντὸς εἴτε
2118ἐκτὸς τῆς Βουλῆς· διότι καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς
2119ἐπανελήφθησαν πλειστάκις αἱ δικαιολογίαι αὗται διὰ τῶν
2120ἀγορεύσεων τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δι-
2121καιολογοῦντος ἑκάστοτε τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ, καὶ ἐκ τῶν
2122ὁποίων ἀγορεύσεων τὰ σχετικὰ ἀποσπάσματα ἐντέχνως
2123ἐκωδικοποιήθησαν ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς. Ἀλλαχοῦ τοιαύτη
2124πολιτικὴ καὶ οἱ ἐργάται αὐτῆς ἤθελον τεθῆ ἐκποδὼν, καὶ
2125μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ τῶν παραδόξων, βλέ-
2126πει τις προτεινομένην πρὸς ἐπανάληψιν τὴν αὐτὴν πολιτι-
2127κὴν, καὶ τοὺς ἐργάτας αὐτῆς ἐπανερχομένους ἐκ νέου ἐπὶ
2128τῆς πολιτικῆς σκηνῆς, ἵνα συνεχίσωσι τὸ ἔργον αὑτῶν· διότι
2129οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἡ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ προτεινομένη
2130πολιτικὴ ἢ συνέχεια τῆς πολιτικῆς τοῦ παρελθόντος, καὶ
2131ὁ προϋπολογισμὸς ἀντίγραφον τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ
2132παρελθόντος, μὲ τὴν διαφορὰν ἴσως, ὅτι οὗτος ἐπιβαρύνεται
2133διὰ δαπανῶν, προερχομένων ἐκ τῆς ἐπιθυμίας, ἣν δηλοῦσι
2134πρὸς ἐπαύξησιν θέσεων.
2135Ἀλλὰ μήπως, πτωχεύσαντες δυστυχῶς,—ἵνα ἐπαναλάβω
2136τὴν φράσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,—προηγάγομεν τὸ Κρά-
2137τος ἐσωτερικῶς κατὰ ἓν βῆμα θετικὸν πολιτισμοῦ; μήπως
2138ἐμορφώσαμεν μὲ τὰ δάνεια διοικητικῶς τὴν χώραν; Ἐπνί-
2139γημεν εἰς τὰ χρέη, ἀνεβιβάσαμεν τὰ χρέη εἰς ὀκτακόσια
2140ἑκατομμύρια δραχμῶν, καὶ δὲν ἐπόνεσεν ἡ ψυχή μας νὰ
2141θυσιάσωμεν τρία ἑκατομμύρια, ἵνα ἀνεγείρωμεν φυλακὰς
2142εἰς τρία ἢ τέσσαρα κατάλληλα κέντρα, διὰ ν’ ἀπαλλαγῶ-
2143μεν τῶν ἁπανταχοῦ τοῦ Κράτους τρωγλῶν, ἐν αἷς ῥίπτομεν
2144ἀσπλάγχνως τὰ ἀπόκληρα ἐκεῖνα ὄντα τῆς κοινωνίας, τοὺς
2145καταδίκους, ἵνα ἀποφύγωμεν τὰ αἴτια τῆς πολιτικῆς δια-
2146φθορᾶς, τὰς πιέσεις τῶν ἐκλογέων ἐπὶ τοὺς ἀντιπροσώπους,
2147τὰς πιέσεις τῶν ἀντιπροσώπων ἐπὶ τὰς Κυβερνήσεις πρὸς
2148ἐνοικίασιν σεσαθρωμένων οἰκημάτων διὰ φυλακὰς, ἵνα ἐξα-
2149σφαλισθῶμεν ἀπὸ τὰς συνεχεῖς ἀποδράσεις, ἵνα ἀποφύγω-
2150μεν τοσαύτας ἑστίας μολύσματος, ἐξυγιαίνοντες τὸν τόπον,
2151ἵνα ἀπαλλάξωμεν περὶ τοὺς 1500 ἄνδρας, ἐνασχολουμένους
2152καθ’ ἑκάστην εἰς τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν, ἵνα ἐπὶ τέλους
2153ἔχωμεν μεγίστην οἰκονομίαν, ὡς θέλω πάραυτα ἀποδείξει.
2154Ἐὰν λάβητε, Κύριοι, ὑπ’ ὄψει τὴν δαπάνην τὴν ἀνα-
2155γραφομένην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ σχετικοῦ Ὑπουρ-
2156γείου τῆς Δικαιοσύνης πρὸς πληρωμὴν ἐνοικίων οἰκημάτων
2157χρησιμευόντων ἐν τοῖς διαφόροις μέρεσι τοῦ Κράτους ὡς φυ-
2158λακῶν, θέλετε εὕρει αὐτὴν ἀνερχομένην εἰς ὀγδοήκοντα
2159πέντε χιλιάδας δραχμῶν ἐτησίως διὰ τὰς φυλακὰς ἐν Σύρῳ,
2160ἐν Ἀθήναις, ἐν Χαλκίδι, ἐν Λαμίᾳ, ἐν Ἀμφίσσῃ, ἐν Ναυ-
2161πλίῳ, ἐν Τριπόλει, ἐν Καλάμαις, ἐν Κυπαρισσίᾳ, ἐν Σπάρ-
2162τῃ, ἐν Πάτραις, ἐν Μεσολογγίῳ, ἐν Πύργῳ, ἐν Λευκάδι, ἐν
2163Ζακύνθῳ, ἐν Κερκύρᾳ, ἐν Ἄρτῃ, ἐν Λαρίσσῃ, ἐν Τρικκά-
2164λοις, ἐν Καρδίτσῃ, ἐν Βώλῳ. Ἐὰν δὲ προσθέτητε εἰς ταῦτα
2165δι’ ἐπισκευὰς καὶ μεταῤῥυθμίσεις δραχμὰς ἓξ χιλιάδας,
2166ἔχετε ἐν ὅλῳ 91,351. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει τὴν δαπάνην
2167τὴν ἀναγραφομένην πρὸς πληρωμὴν τοῦ προσωπικοῦ τῶν
216821 φυλακῶν, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς 114,000 δραχμῶν,
2169ἐπειδὴ διὰ τῆς συγκεντρώσεως αὐτῶν εἰς τρία σημεῖα μό-
2170νον τὸ ἕβδομον αὐτῆς σᾶς ἀναγκαιοῖ, θέλετε ἔχει 97,715
2171κέρδος ἐκ τούτου. Ἐὰν δὲ προσθέσητε τὴν πληρωμὴν τῶν
2172ἐνοικίων, τῶν ὁποίων ἠθέλατε ἀπαλλαγῆ, ἐξ 81,341, ἔχετε
2173ἐκ τῶν δύο κονδυλίων κέρδος 179,056. Ἐὰν προσέτι λά-
2174βητε ὑπ’ ὄψει τὴν ἀναγραφομένην δαπάνην πρὸς συντήρησιν
2175καὶ διατροφὴν καταδίκων, ἥτις ἀνέρχεται εἰς 1,300,000,
2176οὐ μόνον πρὸς διατροφὴν, ἀλλὰ καὶ πρὸς θέρμανσιν εἰς τὰ
2177διάφορα αὐτὰ μέρη κλπ., θέλετε ἔχει οἰκονομίαν τὸ ὀλι-
2178γώτερον 300,000 δραχμῶν, ὡς ἐκ τῆς συγκεντρώσεως εἰς
2179τρία σημεῖα, διότι ἡ διατροφὴ τότε καθίσταται πολὺ εὐ-
2180θηνοτέρα. Ἐὰν δὲ προσθέσητε τὴν ἰδιαιτέραν δαπάνην διὰ
2181τὸ προσωπικὸν τῶν ἄλλων φυλακῶν, καταργηθησομένων,
2182ἀνερχομένην εἰς 26,944, πλὴν τοῦ σωφρονιστηρίου Κερκύ-
2183ρας καὶ τοῦ σωφρονιστηρίου Ἀθηνῶν, τουτέστι τῶν φυλα-
2184κῶν Συγγροῦ, τὰς ὁποίας βεβαίως θέλετε διατηρήσει, ἠθέ-
2185λατε ἔχει ἐν ὅλῳ 506,000 δραχμῶν οἰκονομίαν. Ἑπομέ-
2186νως, ἂν ἀφαιρεθῶσι 16,000 διὰ συντήρησιν τῶν περὶ ὧν
2187ὁ λόγος μεγάλων φυλακῶν, προκύπτει 490,000 κέρδος ἐτή-
2188σιον, ἐπιβαρῦνον ἤδη τὸν προϋπολογισμόν. Ἐὰν δὲ ἀφαι-
2189ρέσωμεν ἐκ τῶν 490,000 τὸν τόκον τῶν 3,000,000 πρὸς 6
2190τοῖς ἑκατὸν, ἤτοι 180,000 φράγκων, ἠθέλομεν ἔχει ἑπομέ-
2191νως 310,000 δραχμὰς, αἵτινες ἤθελον χρησιμεύει ὡς χρεώ-
2192λυτρον, καὶ ἐντὸς δεκαετίας ἠθέλετε ἔχει ἤδη τὰς φυλα-
2193κὰς ἑτοίμους, ἀνακεκτημένα τουτέστι τὰ κεφάλαια. Ἐὰν
2194δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ 1500 ἄνδρες, οἱ καθ’ ἑκάστην
2195ἐνασχολούμενοι πρὸς φρούρησιν τῶν φυλακῶν, ἤθελον ἀπαλ-
2196λαγῆ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, ἀνατιθεμένης εἰς τὴν χωρο-
2197φυλακὴν, τοῦτο ἤθελεν ἐπιτρέψει εἰς τὸ Κράτος, ἄνευ τῆς
2198ἐλαχίστης ζημίας, νὰ παρέχῃ εἰς δύο καὶ πλέον χιλιάδας
2199ἄνδρας ὑποχρεωτικὴν ἄδειαν ἐκ περιτροπῆς, ἐξ οὗ ἤθελεν
2200ἐπέλθει περὶ τὰ 2,000,000 οἰκονομία, ἐὰν ὑπολογίσωμεν
2201τὴν ἐτησίαν δαπάνην δι’ ἕκαστον στρατιώτην εἰς 800 ἐπὶ
2202ἔλασσον δραχμάς. Καὶ ἂν μὲν ἐλαμβάνετε ὑπ’ ὄψει τοῦτο
2203καὶ ἀπεστέλλετε εἰς ὑποχρεωτικὴν ἄδειαν τοὺς ἄνδρας ἐν-
2204τὸς διετίας, ἠθέλετε ἔχει ἀνακεκτημένα τὰ κεφάλαια ἀλλὰ
2205ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι ἐπιθυμεῖτε νὰ διατηρήσητε εἰς τὰς
2206τάξεις τοὺς ἄνδρας αὐτοὺς καθ’ ὅλον τὸν χρόνον τῆς διε-
2207τίας· Θέλετε τότε περιορισθῆ εἰς τὰ δύο ἄλλα κονδύλια, τὰ
2208ὁποῖα ἀνωτέρω ἀνέφερα. Ἀλλὰ λάβετε καὶ ἄλλο τι σπου-
2209δαιότερον· ἁπανταχοῦ τοῦ Κράτους ἔχετε τὰς πολιτικὰς
2210καὶ στρατιωτικὰς ἀρχὰς ἐγκατεστημένας βεβαίως οὐχὶ
2211μετ’ ἀνθρωπισμοῦ καὶ ἀξιοπρεπείας ἐντὸς οἰκιῶν, τὴν ὑπέ-
2212ρογκον συνήθως ἐκμίσθωσιν τῶν ὁποίων ἐπιβάλλουσιν οἱ
2213ἐκλογεῖς διὰ τῶν Βουλευτῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν
2214λάβητε τὰ ἀναγραφόμενα ποσὰ, τὰ χρησιμεύοντα πρὸς
2215ἐκμίσθωσιν τῶν οἰκημάτων τούτων, θέλετε ἴδει, διὰ τῆς αὐ-
2216τῆς μεθόδου, διὰ τῆς αὐτῆς σκέψεως, τοῦ αὐτοῦ ὑπολογι-
2217σμοῦ, ὅτι ἐντὸς δεκαετίας, δαπανῶντες τὸ ἀνάλογον χρῆμα,
2218ἠθέλετε ἔχει ἀνακεκτημένα τὰ κεφάλαια ἡμῶν, ἀνάκτορα
2219δὲ πρὸς ἐγκατάστασιν τῶν ἀρχῶν εἰς ὅλους τοὺς δήμους,
2220οἵτινες μάλιστα πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν ἤθελον προσφέρει τὰ
2221γήπεδα δωρεάν.
2222Βεβαίως τὰ τοιαῦτα ἔργα εἶναι μικρὰ, κατὰ τὴν γνώ-
2223μην τοῦ κ. Τρικούπη, ἀπέναντι τῶν μεγάλων αὐτοῦ ἀτα-
2224σθάλων ἐπιχειρήσεων, καὶ διὰ τοῦτο ἐπάθομεν τὸ πάθημα
2225τοῦ ἁλιέως ἐν Ἀφρικῇ, ὅστις ἀναζητῶν τὰ μεγάλα δὲν
2226ἠρκεῖτο εἰς τὰ λιανὰ, καὶ περιέστη εἰς τὴν αἰχμαλωσίαν·
2227καὶ ἐκεῖνος μὲν κατεδικάσθη νὰ κινῇ διὰ τῶν χειρῶν τὸν
2228χειρόμυλον, καὶ διὰ τῶν ποδῶν τὴν κοιτίδα τοῦ βρέφους,
2229ἡμεῖς δὲ κατεδικάσθημεν ἤδη νὰ τίλλωμεν τὰς τρίχας τῆς
2230κεφαλῆς, περιελθόντες εἰς χρεωκοπίαν. Δὲν ἠξίου ὁ κ. Πρω-
2231θυπουργὸς νὰ καταγείνῃ εἰς τοιαῦτα ἔργα, ἀλλ’ ἐπεθύμει
2232νὰ καταπλήξῃ διὰ τῆς συγχρόνου ἐκτελέσεως μεγάλων ἔρ-
2233γων τὸν κόσμον ὅλον. Ἀλλὰ τὰ ἔργα ἐκεῖνα ἠδύναντο
2234ν’ ἀναβληθῶσι εἰς τὴν μέλλουσαν γενεάν· οἱ ὀδοντωτοὶ καὶ
2235ἐναέριοι σιδηρόδρομοί εἰσιν ἔργα ἄστοχα καὶ ἐπιζήμια νῦν,
2236ὁπόταν πρώτισται ἀνάγκαι βοῶσι, μένουσαι ἀθεράπευτοι...
2237§82Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θέλετε μικρὰν διακοπὴν, κύριε Βου-
2238λευτά;
2239§83ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω διακοπήν.
2240§84ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ, κύριε Πρόεδρε, ὁ κατά-
2241λογος, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν ἤμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ.
2242§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2243Ὥρᾳ 11 καὶ 30′ μ. μ.