| 3460 | 1871 | 35,634,758 | 1882 | 58,879,495 | |
| 3461 | 1872 | 36,263,892 | 1883 | 58,537,556 | |
| 3462 | 1873 | 34,724,280 | 1884 | 60,744,637 | |
| 3463 | 1874 | 37,404,408 | 1885 | 61,110,133 | |
| 3464 | 1875 | 36,357,473 | 1886 | 63,103,471 | |
| 3465 | 1876 | 35,514,289 | 1887 | 82,849,805 | |
| 3466 | 1877 | 38,018,173 | 1888 | 89,551,394 | |
| 3467 | 1878 | 39,289,976 | 1889 | 83,731,591 | |
| 3468 | 1879 | 42,194,663 | 1890 | 79,931,795 | |
| 3469 | 1880 | 41,582,801 | 1891 | 90,272,212 | |
| 3470 | 1881 | 46,928,944 | 1892 | 94,929,469 | |
| 3471 | 423,913,657 | 823,641,560 |
1894.02.24
3.517 στίχοι · 27.012 λέξεις · 1 πίνακας · 209 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 64
τῆς 24 Φεβρουαρίου 1894.
(Πέμπτη).
Ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἐμπόρων Ἄρτης, παρακαλούντων τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπιψηφίσῃ τὴν μεταφορὰν τοῦ ὑποτελωνείου Κοπραίνης εἰς Μενίδιον, καθότι ἡ ἐν Κοπραίνῃ διατήρησις τοιούτου εἶναι ἐπιβλαβὴς καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ἐμπόρων καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ὁ Χαράλαμπος Γιαννούλης καταγγέλλει τηλεγραφικῶς τὸν Στυλιανὸν Ζαφειρίου, ὅτι ἐπλαστογράφησε τὴν ὑπογραφήν του ἐν τῇ κατὰ τοῦ ἀστυνόμου Αἰγίνης ἀναφορᾷ του. Προσέτι πλέον τῶν 200 πολῖται ἐξ Αἰγίνης διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσιν, ἵνα ὁ συλληφθεὶς Στυλιανὸς Ζαφειρίου μὴ ἀπολυθῇ, διότι κατήντησε τὸ φόβητρον τῆς Αἰγίνης, ἐπαπειλοῦνται δὲ αἱματηραὶ συμπλοκαί. Ὁ Δημήτριος Πουλάκης τηλεγραφεῖ ἐπίσης ἐξ Αἰγίνης, ὅτι ὁ Στυλιανὸς Ζαφειρίου, ἀποπλανήσας αὐτόν, ὑφήρπασε τὴν ὑπογραφήν του ἐν τῇ κατὰ τοῦ ἀστυνόμου ἀναφορᾷ.
§2Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφορμὴν λαμβάνων ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος αὐτοῦ, ἔρχομαι νὰ καταγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν πράξεις τοῦ ἀστυνόμου Αἰγίνης, αἵτινες μὲ ἄγουσιν εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν: ζῶμεν ἐν συνταγματικῷ πολιτεύματι ἢ οὔ; Ὁ Στυλιανὸς Ζαφειρίου, πολιτευόμενος ἐν Αἰγίνῃ, ἐπιβλέπει τὰ διαβήματα τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ ἀστυνόμου αὐτοῦ. Εἶχε καταγγείλῃ πράξεις ῥητὰς καὶ ὡρισμένας τοῦ ἀστυνόμου διὰ τῆς ὑπογραφῆς του ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ δὲν ἐγένετο εἰσέτι ἐνέργειά τις κατ’ αὐτῶν. Προχθὲς δὲ ὁ ἴδιος Ζαφειρίου, δι’ ἀναφορᾶς ὑπογεγραμμένης ὑπὸ 500–600 συμπολιτῶν του, καὶ ἀνακοινωθείσης, ὡς ἐνθυμεῖσθε, εἰς τὴν Βουλήν, κατήγγελλε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἑτέρας πράξεις τοῦ αὐτοῦ ἀστυνόμου. Διὰ τοῦτο ὁ ἀστυνόμος ἐνόμισεν, ὅτι πρέπει νὰ τὸν ἐκδικηθῇ, καὶ δὴ νὰ τὸν ἐξοντώσῃ! Δὲν εἶναι τοῦτο ὑπερβολή. Διότι, ἐνῷ ἐκάθητο ὁ ἄνθρωπος εἰς τὸ καφενεῖον, σπεῖρα ἀστυνομικῶν ὀργάνων μεταβαίνει ἐκεῖ, τὸν συλλαμβάνουν καὶ δέσμιον καὶ δέροντες αὐτὸν τὸν ἀπάγουν εἰς τὴν ἀστυνομίαν, καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὴν λέμβον, ἵνα τὸν ἀποστείλωσιν ἐνταῦθα, εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν. Ὁ πατήρ του, βλέπων ταῦτα, ἔπεσε λιπόθυμος ὁ δυστυχὴς, οἱ δὲ πολῖται ἐξανέστησαν· ἀλλὰ τοῦτο πλειότερον ἠρέθισε τὸν ἀστυνόμον, καὶ ἀποταθεὶς οὗτος πρὸς τὸν ἐνωμοτάρχην, τὸν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς συνοδίας, τῷ εἶπεν: «ἀκόμη τὸν ἔχετε εἰς τὴν ζωήν;» ὁ δ’ ἐνωμοτάρχης ὁρμήσας ἐπετέθη κατ’ αὐτοῦ καὶ τὸν ἐκτύπησε κατὰ κεφαλῆς, ῥίψας αὐτὸν ἐντὸς τῆς λέμβου. Τοιαῦτα, Κύριοι, συνέβησαν χθὲς ἐν Αἰγίνῃ, καὶ τὰς ἀγρίας ταύτας πράξεις του δικαιολογῶν ὁ ἀστυνόμος, προβάλλει ὅτι ὁ Ζαφειρίου ἐξεβίασεν ὑπογραφὰς εἰς ἀναφορὰν ἐναντίον του. Τέλος πάντων ἔφθασεν ὁ Ζαφειρίου εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν. Μεταβαίνω ἐγὼ αὐτὸς εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, καὶ ἐρωτῶ τὸν Εἰσαγγελέα, διὰ τίνα πρᾶξιν κατηγορεῖται ὁ Ζαφειρίου; ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι ὑπάρχουσι τηλεγραφήματα ἐναντίον του, ὅτι ἐξεβίασέ τινα νὰ ὑπογράψῃ κατὰ τοῦ ἀστυνόμου, ἄλλου δὲ τὴν ὑπογραφὴν ἐπλαστογράφησε. Λέγω εἰς τὸν Εἰσαγγελέα: «αὐτὰ ἀποτελοῦσι πρᾶξιν ἐγκληματικήν; ἔχουσί τι τὸ ἀξιόποινον;» Ὁ δὲ κ. Εἰσαγγελεὺς μοὶ ἀπαντᾷ, ὅτι θέλει ἐξετάσει τὰ ἔγγραφα καὶ θέλει παραγγείλῃ εἰς τὸν ἀνακριτὴν νὰ ἐρευνήσῃ. Ἀφίνω τί θὰ κάμῃ ὁ κ. Εἰσαγγελεύς, ἂν θὰ κρατήσῃ τὸν κακοποιηθέντα πολίτην ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἢ θὰ διορίσῃ ἀνακριτήν· τοῦτο δὲν τὸ ἐξετάζω, διότι δὲν δύναται νὰ τὸν φυλακίσῃ, καθόσον δὲν ὑπάρχει τι τὸ ἀξιόποινον· ἀλλ’ ἔρχομαι ἐν τῇ πράξει ἢ ἐν ταῖς πράξεσι μᾶλλον τοῦ ἀστυνόμου. Τοῦτον πρὸ 8 ἢ 10 ἡμερῶν ὁ Ζαφειρίου εἶχε καταγγείλῃ διὰ σπουδαίας παραβάσεις καὶ παρεκτροπάς· ἐκ τούτου δὲ ἡ μῆνις τοῦ ἀστυνόμου κατὰ τοῦ Ζαφειρίου, ὃν ἀπεφάσισε νὰ ἐξοντώσῃ. Συλλαμβάνει λοιπὸν αὐτόν, λόγῳ δῆθεν ὅτι ἔδειρε δημοτικὸν εἰσπράκτορα,—οὐχί! ἐπ’ αὐτοφώρῳ,—καὶ τὸν θέτει εἰς τὰς φυλακάς· ἐν ᾧ δὲ τὸν ἔθετεν εἰς τὰς φυλακὰς, ὑπὸ τὰς ὄψεις ὅλων τῶν καταδίκων, ὁ ἐνωμοτάρχης ἐπυροβόλησε κατ’ αὐτοῦ, καὶ ἂν μὴ ἔκυπτε τὴν κεφαλὴν ὁ δυστυχὴς, θὰ ἦτο σήμερον νεκρός· ἡ δὲ σφαῖρα διῆλθε δύο δακτύλους ἄνωθεν τῆς κεφαλῆς του, κτυπήσασα εἰς τὰς κιγκλίδας τῆς φυλακῆς. Ἐνῷ δὲ ὁ παθὼν τὴν πρᾶξιν αὐτὴν κατήγγειλεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ ἐνῷ οὗτος ὤφειλε νὰ συλλάβῃ τὸν ἐνωμοτάρχην αὐτὸν καὶ τὸν θέσῃ εἰς τὰς φυλακὰς, ἀφίνει αὐτὸν ἐλεύθερον· ἐξ οὗ θρασυνθεὶς περισσότερον ὁ ἐνωμοτάρχης, συλλαμβάνει χθὲς τὸν Ζαφειρίου, τὸν δέρει ἀνηλεῶς καὶ τὸν ἀποστέλλει ὑπὸ συνοδίαν εἰς Ἀθήνας! Ζῶμεν λοιπὸν ἐν συνταγματικῷ πολιτεύματι; καὶ ἔχουσιν οἱ Ἕλληνες τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι; ἔχουσι τὴν ἀσφάλειαν τοῦ ἀπαραβιάστου; ἢ πάντα ταῦτα ἐξέλιπον πρὸ τοῦ γιανιτσαρισμοῦ τῶν στρατιωτικῶν ἀστυνόμων; Ἀλλὰ καὶ ἂν τὰ προβαλλόμενα ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου περὶ ἐκβιάσεως ἢ πλαστογραφίας ὑπογραφῆς τινος τῶν καταγγειλάντων τὸν ἀστυνόμον διεπράχθησαν ὑπὸ τοῦ Ζαφειρίου, εἶναι βεβαιωμένον ὅτι ταῦτα φέρουσιν ἀξιόποινον χαρακτῆρα; Ὑπῆρξεν ἔνταλμα συλλήψεως; ἐγένετο ἡ πρᾶξις ἐπ’ αὐτοφώρῳ, διὰ νὰ προβῇ ὁ ἀστυνόμος εἰς τὴν σύλληψιν; Αὐτὰ εἶναι σπουδαῖα πράγματα, καὶ ὀφείλω νὰ παρακαλέσω τοὺς κκ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ τιμωρήσωσιν αὐστηρῶς τὸν παρεκτραπέντα ἀστυνόμον, διατάσσοντες καὶ τὴν προφυλάκισιν αὐτοῦ. Ἠθέλησάν τινες νὰ δικαιολογήσωσι τὰς πράξεις αὐτὰς ἐκ τοῦ ὅτι 2–3 τῶν ὑπογραψάντων τὴν κατὰ τοῦ ἀστυνόμου καταγγελίαν ἐξεβιάσθησαν δῆθεν, καὶ ὅτι κίνδυνος ἐπίκειται ἐκ τούτου, ἂν ἐπανέλθῃ αὐτὸς εἰς τὴν Αἴγιναν, νὰ γείνῃ αἱματοχυσία, καὶ διὰ ν’ ἀποσοβηθῇ αὐτὸς ὁ κίνδυνος τῶν πολιτῶν, συλλαμβάνουν τὸν ἄνθρωπον, τὸν κακοποιοῦσι δεινῶς, τὸν τραυματίζουσι καὶ τὸν ῥίπτουσιν εἰς τὰς φυλακὰς! Λαμπρὰ δικαιοσύνη! ὡραία λογική! Θὰ ἐπιστήσω λοιπὸν τὴν προσοχὴν τῶν κκ. Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ θὰ παρακαλέσω αὐτοὺς νὰ συνεννοηθῶσι μετὰ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως, ὅπως διαταχθῇ ἡ ἐκ τῶν φυλακῶν ἀπόλυσις τοῦ τόσα δεινὰ παθόντος ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας ἀτυχοῦς πολίτου, καὶ ἡ αὐστηρὰ τιμωρία τοῦ ἀστυνόμου, ὅστις ἦν ὁ αἴτιος ὅλων αὐτῶν τῶν φοβερῶν σκηνῶν. Ἔστωσαν δὲ βέβαιοι, ὅτι ἐκ τῆς ἀτιμωρησίας τοῦ ἀστυνόμου καὶ τῆς ἀδίκου φυλακίσεως τοῦ Ζαφειρίου εἶναι κίνδυνος νὰ ἐπέλθωσι σκηναὶ, καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς ἐπανόδου τοῦ Ζαφειρίου εἰς τὴν Αἴγιναν.
§3ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀληθῶς ὅσα ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτής, ἂν ἐγένοντο, εἶναι πράξεις ἄξιαι νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἰδίως τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἰς αὐτὸν, ὅτι συνέπεσε νὰ γνωρίζῃ καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν Αἰγίνῃ τὰ πρόσωπα. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι αἱ πράξεις, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν, ἂν ἀληθῶς ἐτελέσθησαν, εἶναι ἄξιαι στιγματισμοῦ, ὁ ἀστυνόμος δὲ εἶναι ἄξιος τιμωρίας. Περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, οἱ δὲ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ θέλουσιν ἐκπληρώσει τὸ καθῆκόν των. Ἀλλ’ ἵνα παραστήσῃ τὰ πράγματα σοβαρώτερον ὁ κ. συνάδελφος, ἤρξατο ὁμιλῶν ὑπὲρ ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖον παρέστησεν ὡς πολιτευόμενον Αἰγίνης καὶ ὡς μέγα δυνάμενον ἐν Αἰγίνῃ. Δὲν γνωρίζω περὶ τίνος πρόκειται, ἂν πρόκηται περί τινος Στυλιανοῦ Ζαφειρίου, τὸν ὁποῖον συνήντησα ἐγὼ πολλάκις κατὰ τὸν βίον μου τὸν δικηγορικόν· τὸν συνήντησα δὶς ὡς πολιτικῶς ἐνάγων ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου ἐπὶ ἀποπείρᾳ ἀναιρέσεως καὶ ἐπὶ ἀναιρέσει, πολλάκις δὲ τὸν εἶδον ἔχοντα ληψοδοσίας μετὰ τῆς Δικαιοσύνης ἐνώπιον τῶν Πλημμελειοδικῶν. Δὲν γνωρίζω ἂν πρόκηται περὶ αὐτοῦ.
§4Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἦναι ἐκεῖνος.
§5ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ταῦτα πάντα λέγω οὐχὶ ἵνα μειώσω τὴν σοβαρότητα τῶν ἀποδιδομένων κατηγοριῶν εἰς τὴν ἀστυνομίαν, ἂν ἦναι ἀληθεῖς, ἀλλ’ ἵνα καθησυχάσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, διὰ νὰ μὴ ὑποθέσῃ καὶ αὐτὸς καὶ ἡ Βουλή, ὅτι δὲν ζῶμεν ἐν συνταγματικῷ πολιτεύματι, διότι συνελήφθη εἷς πολίτης. Αἱ πράξεις, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν, ἀνάγονται εἰς τοῦτο κυρίως, ὅτι προέβη εἰς ἐκβίασιν διαφόρων πολιτῶν, ὅπως ὑπογράψωσιν ἀναφορὰν κατὰ τοῦ ἀστυνόμου, ἢ καὶ ἐπλαστογράφησε τὰς ὑπογραφάς. Τὸ ἀξιόποινον τῶν πράξεων τούτων θὰ κρίνῃ ἡ δικαστικὴ ἀρχή, καὶ ἑπομένως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι ἐκ τοῦ νόμου ἁρμόδιοι νὰ διατάξωσι νὰ ἀπολυθῇ ἢ νὰ φυλακισθῇ. Ὁσονδήποτε δὲ μικραὶ καὶ ἂν ἦναι αἱ πράξεις αὐτοῦ, καὶ ἂν εἰς βαθμὸν πλημμελήματος ἀκόμη, γνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος, καθὸ δικαστικός, ὅτι, ἂν τὸ πρόσωπον τοῦτο ἦναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προανέφερον καὶ τὸ ὁποῖον φέρει εἰς τὴν ῥάχιν του καταδικαστικὴν ἀπόφασιν ἐπὶ πλημμελήματι ἢ κακουργήματι, δικαιοῦται ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ νὰ τὸν φυλακίσῃ, δυνάμει τοῦ νόμου, ὁσονδήποτε μικρὸν καὶ ἂν ἦναι τὸ πλημμέλημα, διὰ τὸ ὁποῖον κατηγορεῖται. Ὁπωσδήποτε ὅμως, ἐφ’ ὅσον ἀνάγεται εἰς τὴν ἐμὴν ἁρμοδιότητα, θέλω ἐξετάσει μετ’ αὐστηρότητος τὰ πράγματα, καὶ ἂν ἀληθῶς εὕρω τὸν ἀστυνόμον παρανομήσαντα, ἔστω βέβαιος ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι θέλω προβῆ εἰς ὅ,τι ὁ νόμος μοὶ χορηγεῖ δικαίωμα, ἵνα τιμωρηθῇ ὁ παραβιάσας τὸν νόμον.
§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λυποῦμαι, διότι δὲν συμμερίζομαι τὰς θεωρίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν· ἐλπίζω μάλιστα, ὅτι, ἂν ἦτο παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ οὗτος ἤθελε συνταχθῆ μετὰ τῆς γνώμης μου, καὶ ἤθελε διαφωνήσει πρὸς τὰς θεωρίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἄν τινος τὸ παρελθὸν δὲν ἦναι ἀνεπίληπτον, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προσεπάθησε νὰ παραστήσῃ τὸ παρελθὸν τοῦ πολίτου, περὶ οὗ ὁ λόγος, τοῦτο δὲν παρέχει εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχήν, οὐδ’ εἰς τὴν διοίκησιν, εἰς ἣν ὑπάγεται ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχή, τὸ δικαίωμα νὰ ἐνασκήσῃ βίαν ἐπὶ τοῦ προσώπου του, ἢ περιορισμὸν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας αὐτοῦ, πολλῷ δ’ ἧττον νὰ ἐξοκείλῃ εἰς κακώσεις καὶ δαρμούς...
§7ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω, ὅτι εἴμεθα συμφωνότατοι.
§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Ὅταν ὁ πολίτης οὗτος ὑπέβαλε καταγγελίαν εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα κατὰ τοῦ ἀστυνόμου Αἰγίνης ἐπὶ παραβιάσεσιν, ὁ ἀστυνόμος ἐνόμισεν ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ ἀκολουθῇ αὐτὸν κατὰ βῆμα· ἔταξε δὲ τρεῖς ἀστυφύλακας, μὲ τὰ ὅπλα εἰς χεῖρας, οἵτινες ἐβάδιζον ὄπισθέν του. Ἠγείρετο οὗτος τῆς κλίνης, καὶ ἐξήρχετο τοῦ οἴκου του, ἵνα ὑπάγῃ εἰς τὸ καφενεῖον; οἱ ἀστυφύλακες ἦσαν κατόπιν αὐτοῦ. Εἰσήρχετο εἰς τὸ καφενεῖον, διὰ νὰ πίῃ καφέν; οἱ ἀστυφύλακες ἐφύλασσον τὴν θύραν τοῦ καφενείου. Ἐξήρχετο τοῦ καφενείου, ἵνα ὑπάγῃ εἰς τὸν περίπατον; οἱ ἀστυφύλακες ἠκολούθουν αὐτόν. Οἱ νόμοι ἐπέτρεψαν τὴν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, ἀλλὰ τοιοῦτον εἶδος ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι οὔτε νόμιμον, εἶναι δὲ καὶ πρωτοφανές. Ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις ἐπιβάλλεται κατὰ τὴν ἑλληνικὴν νομοθεσίαν διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Ἄν τις κατεδικάσθη ἐπὶ κακουργήματι, ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτηρῇ αὐτὸν, συνίσταται δ’ ἡ ἐπιτήρησις οὐχὶ εἰς τὴν ἀπασχόλησιν τριῶν ὁπλιτῶν, ὅπως ἀκολουθῶσι κατὰ βῆμα αὐτὸν, ἀλλ’ εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἀστυνομίας νὰ ἀπαγορεύῃ τὴν διαμονὴν αὐτοῦ ἐν ὡρισμένοις τόποις. Τὸ δικαίωμα τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως ἔχει ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ καὶ κατὰ τῶν ὑπὸ Πταισματοδικείων καταδικασθέντων ἐπὶ λωποδυσίᾳ. Ἀλλὰ διότι ἐδημιουργήθη ἐν τοῖς σπλάγχνοις τοῦ ἀστυνόμου ἐχθρότης κατὰ τοῦ πολίτου, εἴτε διότι ὁ πολίτης ἀδίκως κατήγγειλεν αὐτὸν, εἴτε διότι ὁ πολίτης δὲν εἶπεν ἀληθῆ περὶ αὐτοῦ, εἴτε διότι ὕβρισεν αὐτὸν κατὰ οἱονδήποτε τρόπον, ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ἀστυνόμος νὰ τάξῃ ὄπισθεν αὐτοῦ ἀστυφύλακας ἢ ὁπλίτας; Καὶ ὄχι μόνον ἔταξεν ἀστυφύλακας, ἀλλὰ καὶ ἐπυροβόλησαν κατ’ αὐτοῦ, καὶ ὀλίγον ἔλειψε νὰ φονεύσωσι τὸν ἄνθρωπον. Καὶ ἐπειδὴ ὁ πολίτης οὗτος, ἕνεκα τοιαύτης στάσεως τῶν ὀργάνων τῆς ἀστυνομίας Αἰγίνης, παρεκάλει τοὺς συμπολίτας του νὰ ὑπογράψωσιν ἀναφορὰς καὶ νὰ βεβαιώσωσι τὴν ἀφόρητον ταύτην κατάστασιν, ἀναφορὰν πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα διὰ τοῦ νόμου ζητήσῃ τὴν καταστολὴν τοιαύτης ἀτασθάλου διαγωγῆς τοῦ ἀστυνόμου, ἐπετρέπετο εἰς τὸν ἀστυνόμον νὰ διατάξῃ τοὺς χωροφύλακας νὰ συλλάβωσιν αὐτὸν, νὰ κατασχέσωσι τὰς ἀναφορὰς, τὰς ὁποίας, ὑπογεγραμμένας ὑπὸ πεντακοσίων πολιτῶν, εἶχεν ἐν τοῖς θυλακίοις του, νὰ ἀπαγάγωσιν αὐτὸν δέσμιον, νὰ ἐπιβιβάσωσιν ἐπὶ λέμβου καὶ νὰ ἀποστείλωσιν αὐτὸν εἰς Ἀθήνας δέσμιον; Κατὰ τοιούτων ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα διέπραττεν ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ, παρεπονεῖτο ὁ βασανιζόμενος πολίτης, ἀλλ’ ἐφώνει ὁ ἀστυνόμος μετ’ ὀργῆς πρὸς τοὺς συνοδεύοντας τὸν δεσμώτην ὁπλίτας «τὸν φυλάσσετε ἀκόμη;» Ὁρμῶσι δ’ οἱ ὁπλῖται κατ’ αὐτοῦ, καὶ τύπτουσι τὸν ἄνθρωπον διὰ τοῦ κοπάνου τῶν ὅπλων των, καὶ πληγόνουσιν αὐτόν! Ὅτε δ’ ἀφίκοντο εἰς Ἀθήνας, ἀπάγοντες αὐτὸν δεσμώτην ὡς κακοῦργον, συνήντησέ τις τὴν συνοδίαν ἐκ τῶν φιλίως πρὸς με διακειμένων, καὶ ἠρώτησε τὸν ἐνωμοτάρχην: «τί ἔκαμεν ὁ ἄνθρωπος; Διατὶ δὲν ἐπιβαίνετε ἁμάξης, ἵνα ὁδηγήσητε αὐτὸν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα; — Ὄχι, ἀπήντησεν ὁ ἐνωμοτάρχης, πρέπει νὰ πομπεύσωμεν αὐτὸν τὸν ἀχρεῖον!» Καὶ τὸν διήγαγον διὰ τῶν ὁδῶν τῆς πρωτευούσης δέσμιον, ὅπως ἀπαγάγωσιν αὐτὸν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν. Τί ἔπραξεν οὗτος; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἂς ζητήσῃ τὸ ἔγγραφον τοῦ ἀστυνόμου πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Ἀθηνῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπέστειλε τὸν συλληφθέντα, ἵνα ἀναγνώσῃ αὐτό. Ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἐκείνῳ τοῦ ἀστυνόμου πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα θέλει ἀναγνώσει ποῖαι ἦσαν αἱ ἀξιόποινοι πράξεις, τὰς ὁποίας ὁ δυστυχὴς πολίτης ἔπραξεν. Ἀλλὰ καὶ ἀξιόποινον ἂν ἔπραττε πρᾶξιν, δὲν ἤρκει ἵνα ἐκδοθῇ ἔνταλμα συλλήψεως, ὥστε νομίμως νὰ συλληφθῇ καὶ νομίμως ἀπαχθῇ εἰς τὰς φυλακάς; Πῶς λοιπὸν συνελήφθη ἄνευ ἐντάλματος συλλήψεως καὶ τῇ διαταγῇ τοῦ ἀστυνόμου; Διότι ὑπεγράφη ἀναφορὰ ὑπὸ 100 ἢ 200 πολιτῶν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, παραπονουμένων κατὰ τοῦ πολίτου τούτου, δύναται νὰ νομιμοποιηθῇ τοιαύτη πρὸς τοὺς νόμους καὶ πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν ὕβρις; Ἐπετρέπετο ἐπὶ λόγῳ τοιούτῳ νὰ συλλάβωσιν αὐτὸν, καὶ νὰ τὸν ἀπαγάγωσι μακρὰν τῆς κατοικίας του, εἰς Ἀθήνας; Ἢ διότι εἷς πολίτης, ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὴν κατὰ τοῦ ἀστυνόμου ἀναφορὰν, ἀνέφερε πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι ὑπέγραψεν αὐτὴν κατὰ πλάνην, ἐνῷ πεντακόσιοι ἄλλοι πολῖται, τῶν ὁποίων τὰς ὑπογραφὰς εἶχεν ἡ ἀναφορὰ, οὐδὲν ἀπηύθυναν παράπονον, εἶχε δικαίωμα ὁ ἀστυνόμος νὰ συλλάβῃ καὶ νὰ δέσῃ καὶ ἀπαγάγῃ αὐτὸν δέσμιον εἰς Ἀθήνας, νὰ τὸν ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοῦ κέντρου τῶν ὑποθέσεών του καὶ ἀποστείλῃ αὐτὸν εἰς ἄλλην πόλιν; Ἂν ἀναγνωρίσητε τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τοὺς ἀστυνόμους, νομίζω ὅτι ἀναιρεῖτε ἐκ βάθρων τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν. Ἂν κατεδικάσθη ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος πολίτης ἐπὶ πλημμελήματι κατ’ ἄλλην τινὰ περίοδον χρόνου, ἡ Εἰσαγγελία, ὅταν θὰ ἐκδώσῃ ἔνταλμα συλλήψεως ἢ ὁπωσδήποτε προφυλακίσῃ αὐτὸν, ἐννοεῖται, θὰ πράξῃ ὅ,τι οἱ νόμοι ἐπιτρέπουσιν. Ἂν αὐτὸς εἶχε κατηγορηθῇ ἐπὶ ἀποπείρᾳ ἀναιρέσεως, ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἦτο πολιτικῶς ἐνάγων, ἠθωώθη ἢ κατεδικάσθη; Ἂν ἤθελε καταδικασθῇ, θὰ ἦτο ἐν ταῖς φυλακαῖς. Ἠθωώθη; Ἀλλὰ πρὸς τίνα σκοπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέφερε περὶ τοιαύτης κατ’ αὐτοῦ κατηγορίας; Τὸ ζήτημα τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν εἶναι ζήτημα σοβαρώτατον. Ἀφοῦ μάλιστα ἐγκατεστάθη στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἐν τῷ Κράτει, ἔχομεν πάντες συμφέρον νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν, διότι αὔριον τὰ κατ’ αὐτοῦ γενόμενα δύνανται νὰ διαπραχθῶσι καὶ κατ’ ἐμοῦ αὐτοῦ. Ἂν κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἀπαρέσω εἰς τὸν ἀστυνόμον, δύναται νὰ μὲ συλλάβῃ καὶ μὲ στείλῃ εἰς τὴν Τρίπολιν, καὶ νὰ λέγῃ δικαιολογούμενος, ὅτι τὸ ἔπραξε, διότι, ἂν μένω εἰς τὸν τόπον μου, δύνανται νὰ ἐπηρεασθῶσιν οἱ πολῖται! Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔγγραφον τοῦ ἀστυνόμου Αἰγίνης, δι’ οὗ ἐστάλη ὁ συλληφθείς. Τὸ ἔγγραφον δὲν ἀνάγεται εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ἵνα ἀνήκῃ εἰς τὰ μυστήρια τῆς ἀνακρίσεως· τὸ ἔγγραφον εἶναι πρᾶξις διοικητικὴ, ἑπομένως ἔχομεν δικαίωμα νὰ τὸ ζητήσωμεν. Ἐξ αὐτοῦ θὰ γνωσθῇ, ἂν ἡμάρτησεν οὗτος κατά τι, καὶ ἂν δὲν ἡμάρτησε, παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ φροντίσῃ νὰ διώξῃ τὸν ἀστυνόμον τοῦτον ἐξ Αἰγίνης, διότι θέλει προκαλέσει δυστυχήματα, εἶναι δὲ πιθανώτατον νὰ προκληθῶσι δυστυχήματα, εἶναι πιθανώτατον νὰ διαπραχθῶσι φόνοι, καὶ ἂν διαπραχθῶσι φόνοι, θέλω ἀπὸ τοῦδε νὰ καταστήσω ὑπευθύνους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι παραλίπει νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των ἀπὸ τοῦδε, ὅπως προλάβωσιν αὐτούς.
§9ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἔχει, φαίνεται, τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀγορεύῃ ὑπὲρ τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐδημιούργησε καὶ ἀπέδωκεν εἰς ἐμὲ θεωρίας, τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν εἶπον, ἐπεκαλέσθη δὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἰπὼν, ὅτι, ἂν ὁ Ὑπουργὸς ἦτο παρὼν, ἤθελε συμφωνήσει μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ἤθελε δὲ διαφωνήσει πρὸς ἐμὲ, διότι ἐγὼ ἀνέπτυξα τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς μοὶ ἀπέδωκε. Πρὸς εὐχαρίστησίν του, τὸν διαβεβαιῶ, ὅτι ἐγὼ συμφωνῶ πλειότερον, διότι καὶ ἐξ ἀρχῆς συνεφώνησα πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέπτυξεν. Ἐγὼ δὲν δικαιολογῶ τὴν διαγωγὴν τοῦ ἀστυνόμου, διότι δὲν γνωρίζω τί ἔπραξεν. Ἐγώ, ἀπαντῶν εἰς τὸν πρῶτον ἀγορεύσαντα κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, εἶπον, ὅτι βεβαίως, ἂν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέφερε καὶ τὰ ὁποῖα ἐν πλάτει ἀνέπτυξεν ὁ ἔντιμος συνάδελφός του, ἦναι ἀληθῆ, εἶναι πράξεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Πάντες, ὅσοι μὲ ἤκουσαν, ἐνθυμοῦνται, ὅτι τοῦτο ἀκριβῶς εἶπον. Ἀλλὰ θέλων νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν αἴτησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ πρῶτος ἀγορεύσας ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, εἰπὼν ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης ὀφείλουσι νὰ διατάξωσι τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν νὰ ἀπολύσῃ τὸν συλληφθέντα, παρετήρησα εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι τοιοῦτον δικαίωμα, γνωρίζει πολὺ καλῶς, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχουσιν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἤχθη ἐνώπιον τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς καὶ κατὰ τὰς νομίμους διατυπώσεις μέλλει νὰ δοθῇ ἐπ’ αὐτῆς λύσις· ἑπομένως δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν παρέμβασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως οὗτοι ἀποφανθῶσι διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ τοῦ ἀνακριτοῦ τοῦ ἁρμοδίου, ἂν πρέπῃ νὰ ἀπολυθῇ ἢ προφυλακισθῇ ὁ συλληφθείς· παρετήρησα δὲ εἰς τὸν κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, ὅτι, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἦναι μικρὸν τὸ πλημμέλημα, διὰ τὸ ὁποῖον κατηγορεῖται ὁ συλληφθεὶς, ἂν κατηγορήθη καὶ ἂν ἔπραξεν ἀξιόποινόν τινα πρᾶξιν ὁ περὶ οὗ πρόκειται Ζαφειρίου, ἀφοῦ πολλάκις κατεδικάσθη ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου ἢ τοῦ Κακουργιοδικείου, καθ’ ἃ ἐγὼ αὐτὸς προσωπικῶς γνωρίζω, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους δύναται νὰ προφυλακισθῇ. Ἑπομένως ματαίως ἐπεκαλέσθη τὴν παρέμβασιν τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα μεσολαβήσωσι παρὰ τῷ Εἰσαγγελεῖ τῶν Πλημμελειοδικῶν, ὅπως ἀπολυθῇ ὁ συλληφθείς. Εἰς τὸ τέλος δὲ τῆς ὁμιλίας μου ῥητῶς ἐδήλωσα, ὅτι, ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοί, θέλω ἐξετάσει τὰς πράξεις τοῦ ἀστυνόμου, καὶ ἂν βεβαίως αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ὑμεῖς ἔχετε καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἐγὼ οὐδὲν γνωρίζω, ἦναι ἀληθεῖς, βεβαίως θὰ προκαλέσω τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν τοῦ ἀστυνόμου.
§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἐδήλωσα τὴν ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν ἠσθάνθην, ὅταν ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὁμολογοῦντα, ὅτι, ἂν τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου ἐκ Γόρτυνος κ. Ἀντωνοπούλου περὶ τῶν διαπραχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου ἐπὶ τοῦ πολίτου τούτου ἦναι ἀληθῆ, βεβαίως ὁ ἀστυνόμος εἶναι ἄξιος κατακρίσεως καὶ ποινῆς...
§11ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὰ περὶ ἐκβιάσεως.
§12ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ περὶ συλλήψεως καὶ ἀπαγωγῆς... Ἂν τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος περὶ τῶν διαπραχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου ἦναι ἀληθῆ· καὶ εἴπετε ὅτι συμφωνεῖτε μετ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἴπετε ταῦτα, προεβάλετε δισταγμοὺς, οἵτινες, ἂν ἀκουσθῶσιν ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου ὑπὸ τῶν διαχειριζομένων τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι θέλουσιν ἐνθαῤῥύνει αὐτοὺς εἰς τὰς βιαιοπραγίας, καὶ θέλουσιν ἀφαιρέσει πᾶσαν ἐγγύησιν. Ὑμεῖς εἴπετε, ὅτι, ἂν ἀληθῆ ἦναι ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ἀντωνόπουλος, κακῶς ἔπραξεν ὁ ἀστυνόμος, καὶ θέλετε λάβει πρόνοιαν· ἀλλὰ προσεθήκατε, ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι καὶ αὐτὸς δὲν εἶναι καλὸς ἄνθρωπος, διότι εἶχε κατηγορηθῆ ἐπὶ ἀποπείρᾳ ἀναιρέσεως, ἢ εἶχε καταδικασθῆ ἐπὶ πλημελήματι! Λοιπὸν νομίμως συνελήφθη καὶ ἀπήχθη ἐνθάδε δέσμιος, διὰ τοὺς λόγους τούτους; Ἂν ὅσα εἴπετε περὶ τοῦ παρελθόντος τοῦ πολίτου ἦναι ἀληθῆ, νομίμως ἔπραξεν ὁ ἀστυνόμος; Λοιπὸν πρὸς τί προεβάλετε τοὺς δισταγμούς; Διὰ νὰ ἐνθαῤῥύνητε τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἵνα πράττωσι παραπλησίας βιαιοπραγίας κατὰ πολιτῶν; Ἰδοὺ διατὶ μοὶ ἐνεποίησαν ἀπορίαν οἱ δισταγμοὶ, τοὺς ὁποίους ἐπροβάλετε. Οὐδὲ ὀρθῶς εἴπετε, ὅτι ὁ ἐμὸς συνάδελφος, ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἐζήτησεν, ἵνα διατάξητε ὑμεῖς ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἀπολύσῃ τὸν συλληφθέντα, διότι οὐδεὶς διενοήθη τοιοῦτον παραλογισμὸν, πολλῷ δ’ ἧσσον ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος συμβαίνει νὰ ἦναι καὶ δικηγόρος καὶ νομικός. Ἄλλο εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Γόρτυνος, ὅπερ καὶ ἐγὼ ἐπανέλαβον καὶ τὸ βεβαιῶ, ὅτι οἱ ἀστυνόμοι δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ συλλαμβάνωσι τοὺς πολίτας, εἰμὴ ὅταν ἐπ’ αὐτοφώρῳ παραβαίνωσι τοὺς νόμους· ἄλλως ἀπαιτεῖται ἔνταλμα συλλήψεως ἀναποφεύκτως. Καὶ τοῦτο δὲν ἀνεγράφη μόνον ὑπὸ τῶν νόμων τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἀνεγράφη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅταν ἀκούητε ὅτι εἷς ἀστυνόμος συνέλαβεν ἕνα πολίτην ἄνευ ἐντάλματος, ἐνῷ δὲν συνέλαβεν αὐτὸν ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐγκληματοῦντα, καὶ ἀνέχεσθε τοῦτο, καὶ μᾶς λέγετε, ὅτι ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ πολίτης οὗτος εἶχε κατηγορηθῆ ἄλλοτε ἐπὶ ἀναιρέσει, τότε καταστρέφετε πᾶσαν κύρωσιν τῶν νόμων. Ἡ κύρωσις τῶν νόμων εἶναι ἡ τιμωρία τῶν παραβαινόντων αὐτούς· ἀλλ’ ἡ τιμωρία ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐπιτηρήσεως τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς, ὅταν δὲ ἡ προϊσταμένη ἀρχὴ διστάζῃ νὰ κατακεραυνόνῃ ἀμέσως τοιαύτας παραβάσεις, ἐκλείπει βεβαίως ἡ κύρωσις τῶν νόμων.
§13Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐζήτησα τὴν μεσολάβησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς ἀπόλυσιν τοῦ φυλακισθέντος, ἀλλὰ τὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ Εἰσαγγελέως, ὅπως τεθῶσιν ἐν ἐνεργείᾳ αἱ καταγγελίαι κατὰ τοῦ ἀστυνόμου (αἱ καταγγελίαι κατὰ τοῦ ἀστυνόμου καὶ τῶν ὀργάνων αὐτοῦ ἀνέρχονται εἰς 7 ἢ 8) καὶ ἰδίως ἡ καταγγελία τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος Ζαφειρίου ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατηγορίαν τῆς ἀποπείρας φόνου, διότι ὁ ἐνωμοτάρχης, ὅστις ἐπυροβόλησε κατ’ αὐτοῦ, μένει ἔτι ἐν Αἰγίνῃ καὶ ἐνεργεῖ ὑπηρεσίαν, καὶ συλλαμβάνει καὶ κακοποιεῖ τὸν καταγγείλαντα αὐτόν. Ἐπεκαλέσθην τὴν μεσολάβησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐζήτησα νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ Εἰσαγγελέως, διὰ νὰ πεισθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει τι ἀξιόποινον κατ’ αὐτοῦ, οὐχὶ διὰ νὰ ἀπολύσῃ αὐτὸν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει καμμίαν ἁρμοδιότητα. Εἶπον μάλιστα, ὅτι ἀφίνω εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν τὰ τῆς πράξεως ἐκείνης· ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἀξιόποινον, θὰ ἀπολυθῇ ὁ Ζαφειρίου. Ἐπεκαλέσθην ὅμως καὶ τὴν μεσολάβησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὴν ἐπικαλοῦμαι καὶ ἤδη, ὅπως μεταθέσῃ ἐξ Αἰγίνης τὸν ἀστυνόμον ἐκεῖνον, καὶ εἰσαγάγῃ αὐτὸν εἰς δίκην, ὅπως τιμωρηθῇ, διὰ νὰ διδαχθῶσιν, ὅτι πρέπει νὰ συμπεριφέρωνται ὅπως διατάσσει ὁ νόμος. Τοιαύτην ἐζήτησα ἐγὼ μεσολάβησιν, καὶ οὐχὶ νὰ διατάξῃ ὁ Ὑπουργὸς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ συλληφθέντος Ζαφειρίου. Τίνα σχέσιν ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ Ζαφειρίου;
§14ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συνήντησα καὶ ἐγὼ τὸν Ζαφειρίου εἰς τὸν δικηγορικόν μου βίον, καὶ εἶδον, ὅτι εἶναι εἷς ἄνθρωπος πολιτευόμενος καὶ ἰσχύων ἐν Αἰγίνῃ, πλούσιος καὶ ἀντίθετος τῶν σήμερον ἰσχυόντων· ἀπεδείχθη δὲ ἐκ τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀδίκως εἰσήχθη καὶ εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον καὶ εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι τοῦτο δίδει κἄποιον δικαίωμα εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν νὰ ὑποπτεύηται ἢ νὰ φαίνηται αὐστηροτέρα πρὸς τὸν τοιούτους ἔχοντα λογαριασμοὺς μὲ τὴν Δικαιοσύνην· ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν (παραδεχόμενος, ὅτι τὸ πρᾶγμα ἔχει ὡς ἀναφέρεται ἐν τῷ τηλεγραφήματι, ὅτι ὁ Ζαφειρίου ἐξεβίασεν ἀνθρώπους πρὸς ὑπογραφὴν ἢ ἐξέσχισε τὰς ὑπογραφὰς τῶν ὑπογραφέντων.) νὰ μοὶ εἴπῃ, εἰς τίνα νόμον ἡ τοιαύτη πρᾶξις καθορίζεται ὡς ἔγκλημα; Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι εἶναι ἔγκλημα, ἦτο ἐπ’ αὐτοφώρῳ, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἢ ἐτελέσθη, κατὰ τὸ τηλεγράφημα, τὴν προτεραίαν; Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐπ’ αὐτοφώρῳ τὸ ἔγκλημα αὐτὸ διεπράττετο κατ’ αὐτοῦ τοῦ ἀστυνόμου, ἠδύνατο οὗτος νὰ ἐνεργήσῃ τὴν σύλληψιν τοῦ κατ’ αὐτοῦ ἐγκληματοῦντος; ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἀστυνόμος καὶ δικαστὴς τοῦ ἑαυτοῦ του; Νομίζω λοιπόν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπὸ ἀμφισβήτησιν, ὄντος δεδομένου, ὅτι οὔτε ἀδίκημα ὑπῆρξεν, οὔτε ἠδύνατο ὁ ἀστυνόμος νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συλλήψεως τούτου. Ὀφείλει λοιπὸν νὰ ἐνεργήσῃ ἀμέσως τὰ νόμιμα κατὰ τοῦ ἀστυνόμου τούτου. Ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ ἀστυνομικοῦ ὀργάνου σήμερον μοὶ ἐγνώσθη, καὶ μοὶ ἀφῄρεσε τὰς ἀρίστας ἐντυπώσεις περὶ τῆς ἐν τῇ πόλει τῆς Αἰγίνης στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, εἰς ἣν ἀπέδωκα τὰ ὡραιότερα χρώματα, ἐνόμιζον δὲ, ὅτι ἐπλανήθην, ἀποκρούων τὸ περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νομοσχέδιον. Τῷ ὄντι ἐκεῖ εὗρον ἀστυνομίαν, διότι ἐκεῖ ἐξελέξαντο οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ τὰ καλλίτερα ὄργανα, παρ’ ἐλπίδα ὅμως μοὶ ἐμείωσε τὴν πρὸς αὐτὰ ὑπόληψίν μου ταύτην ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ ἐνωμοτάρχου. Ἐπειδὴ μοὶ ἐδόθη εὐκαιρία νὰ λάβω τὸν λόγον, παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος καὶ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἡ φιλανθρωπία ὑπαγορεύει. Ἐπεσκέφθην τὰς φυλακὰς Τριπόλεως καὶ εὗρον ἐν αὐταῖς 380 κρατουμένους, ἐξ ὧν 33 ἦσαν εἰς τὸ μικρότερον δωμάτιον καὶ 88 εἰς τὸ μεγαλείτερον, τὰ δὲ δωμάτια εἶναι χειρότερα καὶ ἀπὸ τρώγλας, καὶ παραβιάζονται ὅλοι οἱ ἀνθρώπινοι θεσμοὶ καὶ οἱ ὅροι τῆς φιλανθρωπίας, τὰ δωμάτια δὲ ταῦτα τῶν φυλακῶν εἶναι ἑστία μολύσματος, οἱ δὲ ἄνθρωποι, μόλις εἰσέρχονται, γίνονται κάτωχροι καὶ ἀσθενικοὶ, ἕνεκα τοῦ νοσηροῦ ἀέρος, τὸν ὁποῖον ἀναπνέουσι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φροντίσῃ τάχιστα περὶ τῶν φυλακῶν τούτων, διότι θὰ ἀποθάνουν ὅλοι οἱ ἐν αὐταῖς κρατούμενοι, καὶ αἱ φυλακαὶ αὗται θὰ γείνωσιν ἑστία μολύσματος καὶ εἰς αὐτὴν τὴν πόλιν.
§15ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πιστεύω, ὅτι θέλει καταθέσει τὸ ἔγγραφον τοῦ ἀστυνόμου Αἰγίνης, τὸ ὁποῖον τῷ ἐζητήθη.
§16ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαίως.
§17ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῶν κυρίων Ὑπουργῶν καὶ ἐπὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐκτελεῖται ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις· διότι, ἐὰν αἱ παραστάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἦναι ἀληθεῖς, ἅμα τις ὑπόκηται εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, ἠξεύρει, ὅτι εἶναι ἐν φυλακῇ, διότι διαρκῶς φρουρεῖται ἀπὸ δύο ἀστυφύλακας.
§18ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἰσχύουσιν αἱ διατάξεις περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ κάτοικοι Βώλου παραπονοῦνται κατὰ τοῦ αὐτόθι οἰκονομικοῦ ἐφόρου, καὶ παρακαλοῦσι νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ἐλαττώσεως τῶν φόρων τοῦ ἐπιτηδεύματος καὶ τῶν οἰκοδομῶν.
§20ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἐνεχείρισα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, δοθεῖσάν μοι παρ’ ἐμπόρων τῆς πόλεως Βώλου, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ θεραπεύσῃ τὰ παράπονά των.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§22ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω διὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Βουλῆς ἀναφορὰν τοῦ Σταύρου Λαζαράκου, καταδίκου κρατουμένου ἐν ταῖς ἐν Ἀθήναις φυλακαῖς, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ τὴν ἀναθεώρησιν τῆς δίκης του, διότι φρονεῖ, ὅτι ἀδικεῖται, καταδικασθεὶς εἰς ὀκταετῆ εἱρκτήν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§24Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας ἐζήτησε χθὲς πληροφορίας τινὰς σχετικὰς πρὸς ὑποβεβλημένον νομοσχέδιον περὶ μεταφορᾶς τῶν ἁλικῶν Λευκίμμης εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ Κράτους. Αἱ πληροφορίαι ἀνατρέχουσι μέχρι δεκαετίας, δὲν εἶναι δὲ πρόχειροι ἕως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἐζητήθησαν ἐκ Κερκύρας, ἀλλὰ μέχρι πενταετίας ἀναδρομικῶς ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ δι’ ὃ καταθέτω τοὺς πίνακας περὶ τῶν κατὰ τὴν πενταετίαν, καὶ εὐθὺς ὡς λάβωμεν τὰς ζητηθείσας πληροφορίας περὶ τῆς προηγουμένης πενταετίας, θέλω ὑποβάλει πίνακας καὶ περὶ ἐκείνης. Ἐπίσης θέλω ὑποβάλει καὶ ὁλόκληρον τὸν φάκελλον, ὡς ἐζητήθη, τὸν ἀφορῶντα εἰς τὰ τῆς δημοπρασίας τῆς τελευταίας, τῆς ἀκυρωθείσης, ἀλλ’ ὑποβάλλω ἤδη ἓν ἔγγραφον περὶ τῆς δημοπρασίας ταύτης, διαλαμβάνον περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς δημοπρασίας ταύτης καὶ παρέχον πληροφορίας τινὰς περὶ τῶν κατ’ αὐτήν. Ὁ φάκελλος θ’ ἀποσταλῇ ἐκ Κερκύρας, ζητηθεὶς τηλεγραφικῶς. Ἐν τούτοις ὁ πίναξ οὗτος, ὡς καὶ ὁ πίναξ περὶ τοῦ ἅλατος τοῦ παραδιδομένου εἰς τὴν κοινότητα Λευκάδος, καίτοι καὶ οὗτος ἀνατρέχει μόνον μέχρι τοῦ 1888, ζητηθεὶς ὅμως μέχρις ἐποχῆς πολὺ παλαιοτέρας, ἤτοι μέχρι τοῦ 1877, ὅτε ὁ νόμος ἐψηφίσθη, παρακαλῶ ὅπως τυπωθῶσιν εὐθύς. Τὰ τῆς Λευκάδος πιθανὸν νὰ μὴ ληφθῶσιν ὅλα, διότι δὲν εἶναι βέβαιον, ὅτι ὑπάρχουσι σήμερον αἱ πληροφορίαι πᾶσαι αἱ ἀπὸ τοῦ 1877 μέχρι τοῦ 1888, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1888 μέχρι σήμερόν εἰσι πλήρεις αἱ πληροφορίαι, διότι ἔκτοτε διαχειρίζεται τὰ τῶν ἁλάτων ἡ ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων, ἥτις διατηρεῖ αὐτὰς συγκεντρωμένας.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κατατεθέντες πίνακες θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 181).
§26ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὑπὲρ τοὺς 150 δημόται τοῦ δήμου Ἀνακτορίων, ἐκ τῶν ἐγκριτωτέρων, δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν παρακαλοῦσιν, ὅπως ὁ νόμος ΑΡΠʹ περὶ κοινοτήτων, ὁ ἰσχύων ἤδη εἰς τὰς ἐπαρχίας Ξηροχωρίου, Καλαμπάκας, Ἄρτης κλπ. ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὰς κοινότητας τοῦ δήμου Ἀνακτορίων. Τοιοῦτο νομοσχέδιον ὑπεβλήθη, νομίζω, καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἤδη παρακαλῶ νὰ συστηθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ὑποβάλῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον καὶ ἀπαλλαχθῶσιν αἱ κοινότητες καὶ οἱ οἰκοκυραῖοι τῶν ἐπιβλαβῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ νόμου περὶ βοσκησίμων γαιῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνθαῤῥύνεται μόνον ἡ αὐθαιρεσία, πολὺ δὲ ζημιοῦνται αἵ τε κοινότητες καὶ τὸ Δημόσιον.
§27ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Πρὸ ὀλίγου χρόνου τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διέταξε διὰ δημοπρασίας τὴν ἐκποίησιν ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, καλύκων, φυσιγγίων, ὀρειχάλκου καὶ δὲν ἠξεύρω τίνος ἄλλου· ἡ δημοπρασία ἐγένετο καὶ τελευταῖος πλειοδότης ἀνεδείχθη εἷς ἔμπορος ἐν Ἀθήναις, Θεοδωρακάκης, νομίζω, ὀνομαζόμενος, ἔχων καὶ σύντροφον ἕνα Μαγγιῶρον, καὶ κατεκυρώθη ἐπ’ ὀνόματί των πρὸς 70 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, νομίζω. Τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας ἐστάλησαν εἰς τὸν Διευθυντὴν τῆς ἀποθήκης τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, ὁ ὁποῖος, νομίζω, εἶναι ὁ κύριος Μαμούρης. Ὁ Διευθυντὴς τῆς ἀποθήκης ἐθεώρησεν, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ προσφερόμενον δὲν εἶναι ἐπαρκὲς καὶ κατὰ συνέπειαν ἐπρότεινε τὴν ἀκύρωσιν τῆς δημοπρασίας, ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅμως τῶν Στρατιωτικῶν, ἄλλως σκεπτόμενος, ἐπεκύρωσε τὴν δημοπρασίαν, προσέθηκε δὲ καὶ ἕνα ὅρον εἰς τὸ συμβόλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπεχρεοῦτο ὁ τελευταῖος πλειοδότης, ὁ Θεοδωρακάκης, νὰ παραλαμβάνῃ καὶ ὅσον ἄχρηστον ὑλικὸν ἤθελεν εὑρεθῆ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ στρατοῦ μὲ τὴν αὐτὴν τιμὴν, ἐν ᾗ περιπτώσει ὅμως δὲν ἐπαρουσιάζετο ἑτέρα μεγαλειτέρα προσφορά.
§28ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε διετάχθη ἡ ἐκποίησις τοῦ ὡς ἀχρήστου ὑλικοῦ θεωρηθέντος;
§29ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς, καὶ διὰ τοῦτο ὑποβάλλω ἐπερώτησιν: Μετὰ τὴν κατακύρωσιν αὐτῆς τῆς δημοπρασίας καὶ τὴν σύναψιν τοῦ συμβολαίου, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διατάσσει τὸν ταγματάρχην Τριγγέταν νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὴν ἀποθήκην ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, μήπως εὕρῃ καὶ ἄλλο ἄχρηστον ὑλικόν, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ ἀποταθῇ εἰς τὸν Διευθυντὴν τῆς ἀποθήκης, ὁ ὁποῖος θὰ τῷ ἔδιδε τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας. Ὁ κ. Τριγγέτας ἐπιθεωρήσας εὑρίσκει ὅτι ὑπάρχει ἄχρηστον ὑλικὸν περὶ τὰ 6 ἑκατομμύρια ὀκάδων καὶ ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἐκποιηθῇ καὶ αὐτό, διὰ νὰ μὴ καταστραφῇ. Μετὰ τοῦτο ἕτερος ἔμπορος, ἐπισκεφθεὶς προσωπικῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς τὴν οἰκίαν του καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ δι’ αἰτήσεώς του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, προσέφερε τιμὴν 97 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, εἶχε δὲ ἐγγυητὴν ἄνθρωπον λίαν ἀξιόχρεων, τὸν κ. Σερπιέρην· ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅμως τῶν Στρατιωτικῶν, χαριζόμενος εἰς τοὺς περὶ αὐτὸν καὶ εἰς τὸ σπῆτι...
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται αὐτά, κύριε Βουλευτά.
§31ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. .. ἐθεώρησε καλὸν νὰ δώσῃ τὸ ὑλικὸν αὐτὸ πρὸς 70 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν εἰς τὸν αὐτὸν Θεοδωρακάκην, ζημιώσας τὸ Δημόσιον 180 χιλιάδας δραχμῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελλον καὶ θέλω ἐπανέλθει εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Τὴν ἐπερώτησιν καταθέτω καὶ ἐγγράφως.
§32ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸν φάκελλον θέλω ταχέως καταθέσει, ἀλλ’ ἐκ τῶν προτέρων γνωστοποιῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι πάνθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν εἶναι ἀκριβῆ· διότι ἀληθῶς ἐγένετο δημοπρασία, καὶ περὶ ταύτης θὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλή, ὅταν κατατεθῶσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἀλλ’ ἡ δημοπρασία ἐγένετο κατὰ τοὺς νομίμους τύπους, παρεδόθησαν δὲ εἰς τὸν ἐργολάβον τὰ συμπεφωνημένα, καὶ τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐπαρουσιάσθη τις καὶ μοὶ προσέφερε νὰ παραλάβῃ μὲ ἀνωτέραν τιμὴν τὰ πέραν τῆς δημοπρασίας ταύτης· τὸ ἐπ’ ἐμοί, διέταξα ἀληθῶς νὰ παύσῃ ἡ παράδοσις τῶν πέραν τοῦ ὁρίου τῆς δημοπρασίας ἐκείνης, ἵνα ἐξετάσω κατὰ πόσον ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ τὰ χορηγήσω πλέον εἰς τὸν πρῶτον ἐργολάβον, ἀλλὰ νὰ ἐκποιήσω ταῦτα ἐν δευτέρᾳ δημοπρασίᾳ. Ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων ὅμως εἶδον, ὅτι τοῦτο δὲν ἠδυνάμην νὰ πράξω, διότι τὸ συμβόλαιον τὸ συνταχθὲν μὲ ἐδέσμευε νὰ χορηγήσω εἰς τὸν πρῶτον ἐργολάβον καὶ τὸ ἐπὶ πλέον τῆς δημοπρασίας, ὅσον ἤθελε παρουσιασθῆ. Διέταξα λοιπὸν, ὅπως τὸ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐπιθεωρηθὲν καὶ κριθὲν ὡς ἄχρηστον ὑλικόν, τὸ ὁποῖον ἐδικαιοῦτο ὁ πρῶτος ἐργολάβος ἐκ τοῦ συμβολαίου νὰ παραλάβῃ, χορηγηθῇ αὐτῷ, ἐν τῷ μέλλοντι δὲ νὰ διαταχθῇ νέα δημοπρασία. Δὲν θ’ ἀπαντήσω βεβαίως εἰς τὰ σκώμματα τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ εἰς τὰς ἀπρεπεῖς αὐτοῦ ἐκφράσεις. Ἡ Βουλὴ θέλει ἐκ τῶν ἐγγράφων πεισθῆ, ἐὰν συνέβησαν παρανομίαι κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς δημοπρασίας.
§33ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ συμπληρώσω τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσαγάγῃ καὶ τὴν διακήρυξιν τῆς δημοπρασίας...
§34ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως, ὁλόκληρον τὸν φάκελλον θέλω προσαγάγει.
§35ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. .. εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἴδῃ ἡ Βουλή, ὅτι ὑπάρχει ῥητὸς ὅρος, καθ’ ὃν τὸ Δημόσιον δὲν ὑποχρεοῦται, ἀλλ’ ὁ ὑπερθεματιστὴς ὑποχρεοῦται. Ἐκτὸς τούτου, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ προσαγάγῃ καὶ τὴν πρᾶξιν τῆς ἀγορᾶς τῶν καλύκων τούτων ἀρχικῶς, πρὸς δὲ καὶ μίαν αἴτησιν, ἡ ὁποία τῷ ὑπεβλήθη μὲ προσφορὰν μεγαλειτέραν, καὶ ἓν ἔγγραφον τοῦ στρατιωτικοῦ ἀποθηκαρίου, διὰ τοῦ ὁποίου οὗτος διαμαρτύρεται κατὰ τῆς παραδόσεως τῶν περὶ πλέον, ὡς ἀχρήστων δῆθεν θεωρηθέντων, καλύκων.
§36ΣΤΑΗΣ. Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ διακεκριμένων ἐμπόρων συμπατριωτῶν μου, ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, τὴν ὁποίαν καλῶς γινώσκω. Ἡ δημοπρασία ἐγένετο ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ ἐγένετο καθ’ ὅλους τοὺς νομίμους τύπους, καὶ κατεκυρώθη, νομίζω, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρελθόντος Αὐγούστου ἐπ’ ὀνόματι ἀξιοτίμων ἐμπόρων, ἐν Ἀθήναις ἀποκατεστημένων, τῶν κυρίων Θεοδωρακάκη καὶ Μαγγιώρου. Ἐν τῷ συμβολαίῳ ὑπάρχει ὅρος, ὑποχρεῶν αὐτοὺς νὰ παραλάβωσιν, ἅπαν τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἤθελεν εὑρεθῆ ὡς ἄχρηστον ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ στρατοῦ, καὶ τοιαύτην ὑποχρέωσιν οὐ μόνον ἐκεῖνοι εἶχον, ἀλλὰ καὶ τὸ Δημόσιον, ἐὰν δὲν προσήρχετο ἄλλος νὰ προσφέρῃ ποσὸν ἀνώτερον τοῦ διὰ τῆς δημοπρασίας προσενεχθέντος, τοιοῦτον δὲ ποσὸν μετὰ τὸ πέρας τῆς παραδόσεως τοῦ πρώτου ποσοῦ δὲν προσῆλθεν ἄλλος νὰ προσφέρῃ, καὶ ἐντεῦθεν ἦτο ὑπόχρεων τὸ Δημόσιον νὰ χορηγήσῃ καὶ τὸ ἐπὶ πλέον ποσόν. Πρόκειται δὲ περὶ ἀχρήστων καλύκων 4 περίπου ἑκατομμυρίων καὶ ὄχι 6 ἑκατομμυρίων ὀκάδων, ὡς εἶπον οἱ προλαλήσαντες. Παρακαλῶ δὲ καὶ ἐγὼ νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, ἵνα καταδειχθῇ, ὅτι καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις νομίμως ἐνήργησε καὶ ὁ νῦν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἐπροστάτευσε τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἐκπληρώσας μετὰ περισσῆς εὐλαβείας τὸ καθῆκον αὑτοῦ.
§37ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἀνέλαβε νὰ μᾶς πληροφορήσῃ περὶ τῆς ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν προὐκάλεσεν ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τρικκάλων, ἐγὼ θὰ τὸν παρακαλέσω, ἐὰν ἔχῃ περισσοτέρας πληροφορίας περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, νὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἑξῆς ἐξήγησιν. Ἐὰν τουτέστιν ὁ ὅρος, καθ’ ὃν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὑποχρεοῦται νὰ παραδίδῃ εἰς τὸν τελευταῖον πλειοδότην τὸ περὶ πλέον ποσὸν καλύκων, ἐὰν ὁ ὅρος, λέγω, οὗτος ἀνεγράφετο ἐν τῇ διακηρύξει τῆς δημοπρασίας καὶ ἐκεῖθεν μετηνέχθη καὶ ἐν τῷ συνταχθέντι συμβολαίῳ, ἢ ἐὰν ἀνεγράφη μόνον ἐν τῷ συμβολαίῳ, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῇ διακηρύξει. Διότι, νομίζω, ὅλον τὸ ζήτημα εἰς τοῦτο συνίσταται.
§38ΣΤΑΗΣ. Ὅταν κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, θὰ ἴδητε.
§39ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ ὑπόθεσις, καθ’ ἃ ἐλέχθη ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων, εὐθύνει καὶ τὸν πρώην συνάδελφόν μου κ. Κόρπαν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ ταχέως τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα.
§40ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Μάλιστα, αὔριον.
§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀνέγνων ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι κατ’ αὐτὰς διεξάγεται διαγωνισμὸς τῶν διδακτικῶν βιβλίων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ τούτων νόμου. Ἐκ τούτου δὲ μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ μελετήσω τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ἐκείνου, καὶ τὴν προκήρυξιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διὰ τῆς ὁποίας προεκάλεσε τὴν ἐνέργειαν τοῦ διαγωνισμοῦ. Ἐπειδὴ δ’ εὗρον διαφοράς τινας, ἐνόμισα, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἵνα μελετήσῃ καὶ οὗτος τὰς διαφοράς, ὥστε, ἐὰν τυχὸν ἤθελε συμβῆ νὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν γνώμην, ἣν καὶ ἐγώ, ἐπὶ τούτου, νὰ σπεύσῃ νὰ λάβῃ τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, ὅπως προληφθῶσι παράπονα καὶ ἀξιώσεις ἰδιωτῶν ἀδικηθέντων. Κατὰ τὸν νόμον ΧΘʹ τοῦ 1878 περὶ Διδασκαλείων, ἐν τοῖς μαθήμασι τῶν δημοτικῶν σχολείων περιλαμβάνονται ἡ στοιχειώδης ἱστορία, ἰδίως ἡ ἑλληνικὴ, καὶ ἡ ἱερὰ ἱστορία· ἐν τῇ προκηρύξει ὅμως, ἣν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, δὲν εὑρίσκω ἀναφερόμενον τοιοῦτόν τι μάθημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προκαλεῖται διαγωνισμὸς, ἀλλ’ εὑρίσκω μόνον (ἀναγινώσκει): «Ἐγχειρίδιον φυσικῆς ἱστορίας, περιέχον ἐκ μὲν τῆς σωματολογίας τὰ κυριώτατα, ἐκ δὲ τῆς ζωολογίας τὰ συνανθρωπευόμενα, τὰ κοινότατα τῶν ἐν Ἑλλάδι καὶ τὰ κάλλιστα τῶν λοιπῶν ζώων· ἐκ δὲ τῆς φυτολογίας τὰ ἐν Ἑλλάδι ἐπικρατοῦντα καὶ θεραπευόμενα, τὰ χρησιμώτατα εἰς τὸν βίον τῶν ἀνθρώπων, καὶ τὰ περικαλλέστατα τῶν λοιπῶν φυτῶν· ἐκ δὲ τῆς ὀρυκτολογίας τὰ γνωστὰ πᾶσι τοῖς ἀνθρώποις, καὶ τὰ ἀναγκαιότατα εἰς τὸν ἀνθρώπινον βίον ὀρυκτά». Ὁ νόμος δὲν ἀπῄτει νὰ μεταδώσῃ εἰς τοὺς ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις ἐκπαιδευομένους τὰ μαθήματα τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως μόνας τὰς γνώσεις τῆς φυσικῆς ἱστορίας περὶ τῶν ζώων ἢ περὶ τῶν φυτῶν, ἀλλὰ καὶ τὰς γνώσεις τὰς ἱστορικὰς περὶ τῶν συμβάντων κατὰ τὸν παρελθόντα χρόνον καὶ ἰδίως τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου μας. Ἐκτὸς τούτου, ἐνῷ ὁ νόμος περὶ διδακτικῶν βιβλίων, ὁ ἐκδοθεὶς κατὰ τὸ 1893, δὲν προσδιορίζει, ἀλλ’ ἀφίησιν εἰς τοὺς κριτὰς, τοὺς ἀποφανθησομένους ἐπὶ τῶν ὑποβληθησομένων βιβλίων πρὸς ἐξέτασιν, νὰ ἐκλέξωσι τὸ ἄριστον τῶν βιβλίων, ἡ προκήρυξις ὅμως προσδιορίζει, κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον, τὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ὑποβληθῆ πρὸς ἐξέτασιν (ἀναγινώσκει): «Ἀναγνωστικὰ βιβλία διὰ τοὺς μαθητὰς ἀμφοτέρων τῶν φύλων, ἄνευ εἰκόνων, περιέχοντα Αἰσωπείους μύθους, περιγραφὰς καὶ βίους ζώων καὶ φυτῶν, περιγραφὰς τῆς φύσεως, παροιμίας, γνωμικὰ, ποιήματα...» Ἡ δὲ ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ ἡ ἑλληνικὴ γραμματογραφία ἔχει τοσαῦτα βιβλία, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τοὺς μείρακας αὐτοὺς, τοὺς φοιτῶντας ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ προτιμηθῶσι τῶν βίων τῶν ζώων, τοὺς ὁποίους καλοῦνται νὰ συγγράψωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσι νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν κρίσιν τῶν ἀγωνοδικῶν διδακτικὰ βιβλία.
§42ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ τυχὸν ἡ προκήρυξις προσδιορίζῃ καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν σελίδων καὶ τὰ τυπογραφικὰ στοιχεῖα, ἅτινα πρέπει νὰ περιλαμβάνῃ ἕκαστον ὑποβληθησόμενον βιβλίον;
§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἔχητε μικρὰν ὑπομονὴν, θέλω μετ’ ὀλίγον διαλάβει καὶ περὶ τούτου. Ὁ περὶ διδακτικῶν βιβλίων νόμος εἶναι γενικὸς, ἀφίνει δὲ πλήρη ἐλευθερίαν εἰς τοὺς κριτὰς νὰ ἐξετάσωσι τὰ βιβλία τὰ ὑποβληθησόμενα, καὶ νὰ ἀνακοινώσωσι ποῖα ἐξ αὐτῶν κρίνουσι τὰ ἄριστα καὶ τὰ χρήσιμα· ἀλλ’ ἡ προκήρυξις καὶ τὸ διάταγμα εἶναι περιοριστικὰ, καὶ περιοριστικὰ, ὡς σᾶς ἐξέθηκα, ὄχι μόνον κατὰ ποιὸν, ἀλλὰ καὶ κατὰ ποσὸν, καὶ ἐντὸς τοῦ διατάγματος ὑπάρχει διάταξις, καθ’ ἣν ἀναφέρεται μάλιστα καὶ τὸ ποσὸν τῶν στίχων, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ περιέχωσι τὰ ὑποβληθησόμενα πρὸς ἐξέτασιν βιβλία (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 5 τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 20 Φεβρουαρίου 1893. «Ἕκαστον τυπογραφικὸν φύλλον πρέπει νὰ περιέχῃ περίπου 27.000 τυπογραφικὰ στοιχεῖα, πλὴν τῶν φύλλων τῶν ἀναγνωστικῶν βιβλίων τῶν δημοτικῶν σχολείων, ὧν τὸ μὲν ἀλφαβητάριον πρέπει νὰ περιέχῃ ἐν ὅλῳ μὲν τῷ πρώτῳ μέρει περὶ τὰ 42,500 στοιχεῖα, ἐν τῷ δευτέρῳ δὲ αὐτοῦ μέρει περὶ τὰ 16,500 κατὰ τυπογραφικὸν φύλλον, ὁ δὲ δεύτερος καὶ τρίτος τόμος τοῦ ἀναγνωσματαρίου περὶ τὰ 18,000 στοιχεῖα κατὰ τυπογραφικὸν φύλλον, ὁ δὲ τέταρτος τοῦ αὐτοῦ βιβλίου περὶ τὰ 22,000 στοιχεῖα κατὰ φύλλον.» Ἐγὼ δὲν κρίνω τὴν διάταξιν ταύτην κατ’ οὐσίαν, ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἐπεθύμει, ἀλλὰ τὴν κρίνω ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ νομίμου ἢ μὴ νομίμου, διότι νομίζω, ὅτι ὑπάρχει κανὼν, ὅτι ἐκεῖ, ὅπου ὁ νόμος δὲν διακρίνει, δὲν δύναται νὰ διακρίνῃ ὁ ἐκτελεστὴς τοῦ νόμου, καὶ ἐὰν ὁ νόμος δὲν διακρίνῃ πόση θὰ ᾖναι ἡ ἔκτασις τῶν βιβλίων, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν ἐκτελεστὴν τοῦ νόμου νὰ προσδιορίσῃ πόση θὰ ᾖναι ἡ ἔκτασις, καὶ μάλιστα μετὰ τοσαύτης ἀκριβείας, ὥστε νὰ φθάσῃ καὶ εἰς ἀρίθμησιν τῶν στοιχείων τοῦ ἀλφαβήτου.
§44ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ τυχὸν ἔτυχε νὰ μάθητε καὶ ὑμεῖς, ὡς ἔμαθον καὶ ἐγὼ, ἴσως δὲ καὶ πολὺς ἄλλος κόσμος, ὅτι ὑπάρχει ἤδη ἐκδεδομένον ἀναγνωσματάριον εἰς 4 τόμους, προοριζόμενον νὰ βραβευθῇ, καὶ διὰ τοῦτο ὡρίσθησαν διὰ τῆς προκηρύξεως ὡς ὅροι τοῦ διαγωνισμοῦ οἱ δι’ αὐτοῦ πληρούμενοι;
§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐμάθετε, συνέπεσε νὰ τὸ μάθω καὶ ἐγὼ, ἀλλὰ δὲν ἐποιησάμην χρῆσιν αὐτοῦ, διότι εἶναι προσωπικόν. Ἐγὼ περιωρίσθην εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ νομίμου, διότι νομίζω, ὅτι τὸ Β. Διάταγμα δὲν ἠδύνατο νὰ εἰσαγάγῃ περιορισμοὺς, οὓς ὁ νόμος δὲν ἀνέγραψεν. Ἐὰν περιορίσῃ κατ’ ἔκτασιν τὰ βιβλία τὰ διδακτικὰ, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς τὴν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀποκλείει πάντα τὰ ἄλλα βιβλία, τὰ ὁποῖα δὲν περιέχουσι τὴν ἔκτασιν ταύτην, ἑπομένως καταργεῖ γενικὴν διάταξιν τοῦ νόμου. Εἶπον ταῦτα διὰ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του καὶ νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ταῦτα ἔχωσι βάσιν τινὰ, ἢ ἐὰν ἐγὼ πλανῶμαι. Ἐγὼ κατ’ ἀρχὴν εἶμαι κατὰ τοῦ νόμου περὶ διδακτικῶν βιβλίων, καὶ ἂν ἤθελε μοὶ παρουσιασθῆ εὐκαιρία, θέλω ἐκτελέσει τὸ καθῆκόν μου, προτείνων τὴν κατάργησιν αὐτοῦ. Ὁ νόμος οὗτος μέχρι τοῦδε δὲν ἐχρησίμευσεν εἰς ἄλλα, εἰμὴ εἰς τὴν δημιουργίαν καὶ παρασκευὴν συμφερόντων ταπεινῶν, συνετέλεσε δὲ καὶ εἰς τὴν διαφθορὰν τῆς διοικήσεως, διότι πρὸ τοῦ νόμου τούτου δὲν εἶχε δοθῆ ἀφορμὴ νὰ λεχθῶσιν ὅσα, καθ’ ἃ ἐβεβαίωσε καὶ ὁ συνάδελφος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, διαδίδονται καὶ βεβαιοῦνται κατὰ τοὺς χρόνους τούτους. Νομίζω ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἄξιον τῆς μελέτης τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει μελετήσει τοῦτο.
§46Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Γνωρίζει καλῶς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτι τὸ διάταγμα προεκλήθη καὶ ἐξεδόθη ὑπὸ προκατόχου μου Ὑπουργοῦ. Ἐν τούτοις θέλω λάβει ὑπ’ ὄψει τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ θέλω ἐξετάσει περὶ τοῦ θέματος.
§47ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν μέριμναν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλὰ μέριμνα μία δύναται, κατ’ ἐμὲ, νὰ ληφθῇ: ἡ ὑποβολὴ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλὴν, δυνάμει τοῦ ὁποίου νὰ καταργῆται ὁ ὑπάρχων νόμος, ἢ νὰ ἀναστέλληται ἡ ἐκτέλεσίς του ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη, μέχρις ὅτου δοθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν εὐκαιρία νὰ σκεφθῶσι κάλλιον, εἴτε καταρτίζουσαι νομοθέτημα κρεῖσσον τοῦ ὑπάρχοντος, εἴτε καὶ ἀποῤῥίπτουσαι τὸν θεσμόν. Ἐγὼ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ὁμολογουμένως ἐπιφυλάσσεται ἡμῖν νὰ ἴδωμεν πράγματα λίαν δυσάρεστα καὶ διὰ τὴν διοίκησιν, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, καὶ διὰ τὴν παιδείαν, ἡ ὁποία ἐπαπειλεῖται ὑπὸ τερατώδους στρεβλώσεως διὰ τοῦ νόμου τούτου, κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ὁποίου ἐγὼ ἀντετάχθην τότε.
§48ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ ὑποβάλῃ ὡς τάχιστα πληροφορίας, ἐὰν τὸ διάταγμα τὸ ἐκδοθὲν ἐξεδόθη παρὰ τὸν νόμον, διότι τότε καὶ ὁ διαγωνισμὸς ἔσται παράνομος, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ γνωρίζωσιν οἱ εἰς τὸν διαγωνισμὸν ἐκτεθησόμενοι, ἐὰν τ’ ἀποτελέσματα τοῦ διαγωνισμοῦ θὰ ἦναι νόμιμα.
§49Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ ἐσκόπει ἡ ἐμὴ ἐπερώτησις· διότι, ὅταν παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ μελετήσῃ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἤθελον τῷ ἀπευθύνει, ἵνα κρίνῃ καὶ πεισθῇ, ἐὰν ἦναι νόμιμοι ἢ ὄχι, ἐνόουν ὅτι, εὐθὺς ὡς ἤθελε δειχθῆ, ὅτι αἱ παρατηρήσεις μου εἶναι νόμιμοι, ἤθελε πράξει τὸ καθῆκόν του, καὶ τὸ καθῆκόν του εἶναι νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου.
§50ΗΛ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πληροφοροῦμαι, ὅτι κατὰ τὴν χθὲς γενομένην κηδείαν τοῦ πλοιάρχου τοῦ Β. Ναυτικοῦ μακαρίτου Βούλγαρη ὁ διοικῶν τὸ ἀπόσπασμα ἀξιωματικὸς ἔφερε τὸν βαθμὸν ὑποπλοιάρχου. Τὸ τοιοῦτον εἶναι ἀντικανονικὸν, καὶ ἐπεθύμουν πολὺ, ἵνα δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τὰς ἀναγκαίας ὁδηγίας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ὅπως μὴ ἐπαναληφθῇ παρόμοιον ἀτόπημα ἐν ἑτέρᾳ κηδείᾳ.
§51Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κατὰ τὸν κανονισμὸν, ὤφειλον τὰς ταινίας τοῦ φερέτρου τοῦ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ νὰ κρατῶσιν ἀντιπλοίαρχοι, ἀνώτερος δὲ ἀξιωματικὸς νὰ διοικῇ τὸ ἄγημα. Εἶχε ληφθῆ φροντὶς περὶ τούτου, ἀλλ’ ἀτυχῶς πολλοὶ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ ἐδήλωσαν, ὅτι ἦσαν ἀσθενεῖς, καὶ ἐκ τούτου ἐδέησε νὰ διοικῇ τὸ ἄγημα κατώτερος ἀξιωματικός.
§52ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἰς ὑπόθεσιν λαβοῦσαν χώραν πρὸ ὀκτὼ περίπου μηνῶν, ἀφορῶσαν δὲ εἰς ἐνωμοτάρχην τινὰ Νικόλαον Μαγουλᾶν, ἐδόθη πέρας, τὸ ὁποῖον μὲ ἀναγκάζει ν’ ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ τὴν δικογραφίαν, ἐκ τῆς μελέτης τῆς ὁποίας, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλει πεισθῆ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναψηλαφίσεως τῆς δίκης. Ὁ ἐνωμοτάρχης οὗτος κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούλιον, διερχόμενος τοῦ Πειραιῶς, διενυκτέρευσεν εἰς ἓν ξενοδοχεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον, νομίζω, συνέβη ἡ κλοπὴ τῶν πραγμάτων τοῦ πρώην προέδρου τῶν πρωτοδικῶν κ. Γορτυνίου. Τὴν πρωΐαν οὗτος ἀνεκάλυψεν, ὅτι τοῦ ἐκλάπη ἓν ὡρολόγιον ἀξίας δραχμῶν 300 καὶ δραχμαὶ 100 εἰς μετρητά. Ἀπετάθη εἰς τὸν ξενοδόχον, ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τῶν διανυκτερευσάντων εἰς τὸ παρακείμενον δωμάτιον, ἐπληροφορήθη ὅτι διενυκτέρευσαν ἐκεῖ ἄγνωστοι, καὶ ἀπεφάσισε νὰ ἀναστείλῃ τὸν δρόμον του καὶ νὰ φροντίσῃ πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν δραστῶν τῆς κατ’ αὐτοῦ διαπραχθείσης κλοπῆς. Κατώρθωσε δὲ, τεθεὶς ἐπὶ τὰ ἴχνη των, νὰ συλλάβῃ αὐτοὺς καὶ τοὺς παραδώσῃ εἰς τὴν Ὑπομοιραρχίαν Πειραιῶς. Οἱ δρᾶσται ἐκεῖνοι δὲν ἠρνήθησαν, ἀλλ’ ὡμολόγησαν τὴν πρᾶξιν, καὶ εἶπον, ὅτι τὰς μὲν 100 δραχμὰς ἐδαπάνησαν, τὸ δὲ ὡρολόγιον θὰ τὸ ἐπιστρέψωσιν. Ἀλλὰ τεθέντες ἐν τῇ φυλακῇ, ἀπεφάσισαν νὰ ματαιώσωσι τὴν κατ’ αὐτῶν καταδίωξιν, ἀποδίδοντες εἰς τὸν ἐνωμοτάρχην τὴν διάπραξιν πράξεως δυσωνύμου. Ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, πληροφορηθεῖσα ὅτι ἐγένετο καταγγελία κατὰ τοῦ ἐνωμοτάρχου ἐπὶ τῇ δῆθεν διαπράξει τῆς δυσωνύμου ἐκείνης πράξεως, συνεκρότησεν ἀνακριτικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον, χωρὶς νὰ ἀναμείνῃ τὴν ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ ἔκδοσιν τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως, ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς ἀποπομπῆς τοῦ ἐνωμοτάρχου ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Μετὰ τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ ἀνακριτικοῦ συμβουλίου τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε τὴν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ ἀποπομπὴν τοῦ ἐνωμοτάρχου. Ἀλλὰ μετὰ τὴν τοιαύτην ἀποπομπὴν δικασθεὶς ὁ ἐνωμοτάρχης ἐπ’ αὐτῇ ταύτῃ τῇ πράξει ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου, ἠθωώθη πανηγυρικῶς· ἀλλὰ τὸ ἀνακριτικὸν συμβούλιον εἶχεν ἤδη ἐκδώσει τὴν ἀπόφασίν του, καὶ ὁ ἐνωμοτάρχης, ἐπὶ τῷ πλασθέντι ἐκείνῳ ὑπὸ τῶν λωποδυτῶν ἐγκλήματι εἶχεν ἀποπεμφθῆ ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Ἔχω, Κύριοι, πλήρη πεποίθησιν, ὅτι ἡ κατὰ τοῦ ἐνωμοτάρχου κατηγορία ἦτο πλαστή, διότι γνωρίζω καλῶς τὴν ἀρίστην διαγωγὴν αὐτοῦ, ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρετοῦντος, καὶ διὰ τοῦτο ἐτόλμησα νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, συνηγορῶν ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔχω, ἔχει λάβει χώραν καί τις παρατυπία, ἥτις μοὶ δίδει ἔτι περισσότερον τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι τὸ 10ον ἐδάφιον τοῦ 320 ἄρθρου τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας, τοῦ κανονίζοντος τὰ περὶ ἀνακριτικῶν συμβουλίων, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἀνακρίσεων ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ καταγγελλόμενος ὑπαξιωματικὸς ὑπέπεσεν εἰς παράβασιν ποινικῆς διατάξεως, συνεπαγομένην καταδίωξιν ποινικὴν, τὸ Συμβούλιον κηρύσσεται ἀναρμόδιον, συντάσσον περὶ τούτου ἔκθεσιν, ἣν ὑποβάλλει διὰ τοῦ προέδρου εἰς τὴν συστήσασαν αὐτὸ ἀρχὴν κλπ.» Καίτοι ὁ ἐνωμοτάρχης, παρουσιασθεὶς ἐνώπιον αὐτοῦ πρὸς ἀπολογίαν, ὑπέμνησε τὸ ἐν λόγῳ ἐδάφιον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου τὸ Συμβούλιον δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς διάσκεψιν, τοῦτο προέβη εἰς τὴν διάσκεψιν καὶ ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς ἀποπομπῆς τοῦ ἐνωμοτάρχου, ὅπερ παράτυπον καὶ παράτολμον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει τὰ πράγματα ἔχωσιν, ἀληθῶς ὡς τὰ ἀφηγήθην ἐγὼ, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὸν ἐνωμοτάρχην αὐτὸν, ὁ ὁποῖος ἀριθμεῖ 15 ἐτῶν ἄσπιλον, δύναμαι νὰ εἴπω, ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίαν, ἱκανοποιῶν οὕτω καὶ τὸν ἐνωμοτάρχην καὶ τὸ δίκαιον ἐν γένει.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§54Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἴπομεν χθὲς ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ὥραν τῆς συνεδριάσεως θὰ ψηφίζωμεν τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδια, καὶ εἶτα θὰ εἰσερχώμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§55ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἂς ψηφίσωμεν ὅσα δὲν ἔχουσι μεγάλην συζήτησιν.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δραχμῶν 5,260. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δραχμῶν 353,255.
§58ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσηγούμενος τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, ὑπηνίξατο ὅτι εὐθύνει τὴν διαχείρισίν μου ἡ πίστωσις αὕτη. Ἐντεῦθεν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ ὀνομαστικὸν πίνακα τῶν ἀπαιτήσεων, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ πληρωθῶσι διὰ τῆς πιστώσεως ταύτης. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου).
§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ δώσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐξηγήσεις τινὰς, ἀναφερομένας ἐν γένει εἰς τὴν ἐκτέλεσίν τινων ἔργων, διότι αἱ ἀνακοινωθεῖσαι εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίαι περιέχουσι μεγάλας ἀντιφάσεις. Κατετέθη ἔν τινι τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων πίναξ, φέρων χρονολογίαν τῆς 15 Δεκεμβρίου 1893, ὁ ὁποῖος παριστᾷ τὰ ὀφειλόμενα χρήματα διὰ τὴν ἐθνικὴν ὁδοποιΐαν ὡς ἀνερχόμενα εἰς δραχ. 4,043.000. Ἐξ αὐτῶν ἦσαν ἐκκρεμῆ 1,060,000, ὥστε ὑπελείποντο περίπου 3.000,000, ὀφειλόμενα τὴν 15 Δεκεμβρίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπελόγισεν, ὅτι τὰ ὀφειλόμενα ταῦτα ἀνήρχοντο εἰς 2,500,000 δραχμῶν, ὑπάρχει ἑπομένως διαφορὰ 2,000,000 περίπου δραχμῶν μεταξὺ τῶν ἐν τῷ κατατεθέντι πίνακι ἀναγραφομένων καὶ τῶν προφορικῶς ἐκτεθέντων εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὕτη μόνον ἡ διαφορά. Ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς τὰ ὑπολειπόμενα περιορίζονται εἰς 1,088,000, ἑπομένως ἡ διαφορὰ εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα. Τίνα εἰσὶ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀφήνουσιν ὑπόλοιπον τὴν 15 Δεκεμβρίου; τίνα εἰσὶ τὰ ἐκτελεσθέντα καὶ τίνα τὰ ἐξ αὐτῶν κυρωθέντα;
§60ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θέλετε δηλαδὴ κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὰ ἔργα.
§61ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, τίνα ἦσαν τὰ ὀφειλόμενα κατὰ τὴν 15 Δεκεμβρίου, τίνα ἐξ αὐτῶν παρελήφθησαν καὶ διεγράφησαν διὰ τῆς διαλύσεως τῶν συμβάσεων, καὶ τίνα τὰ ὑπολειπόμενα.
§62ΡΑΛΛΗΣ. Περὶ πλέον ἐγὼ ἐζήτησα νὰ ὑποβληθῇ ὀνομαστικὸς πίναξ μετὰ τῆς χρονολογίας τῆς ἐγκρίσεως τῶν ἔργων καὶ τῆς ἐκτελέσεως.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§64ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας τῆς πιστώσεως, κατὰ τὴν 17 Δεκεμβρίου 1893, ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δι’ ἐπερωτήσεώς μου νὰ προσαγάγῃ σημείωμα, ὑπογεγραμμένον ἀπὸ τὸν Διευθυντὴν τῶν δημοσίων ἔργων καὶ τὸν τμηματάρχην τοῦ λογιστικοῦ τμήματος, ἐμφαῖνον τὰ ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1892 καθυστεροῦντα δι’ ἔργα ὁδοποιΐας, καὶ εἰς ποῖα ποσὰ ἀνέρχονται ταῦτα καὶ πρὸς τίνας ὀφείλονται· δεύτερον, νὰ προσαγάγῃ πίνακα τῶν ἀπὸ τῆς 8 Ἰουνίου 1892 μέχρι τέλους Ἀπριλίου 1893 ἐκδοθέντων εἰς ἐργοληψίαν ἔργων ὁδοποιΐας, ἐμφαίνοντα καὶ τὰ ποσὰ, ἐφ’ οἷς ἐξεχωρήθη ἕκαστον, ἕτερον δὲ πίνακα ἐμφαίνοντα τὰ κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1893 ὑπὸ ἐκτέλεσιν ἔργα ὁδοποιΐας, τὰ μέχρι τοῦδε πληρωθέντα δι’ ἕκαστον ποσὰ, τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς περάτωσιν αὐτῶν καὶ τὰ ἐκ τῶν ἔργων τούτων ἐγκαταλειφθέντα, ἤτοι τὰς διαλυθείσας ἐργοληψίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, καίτοι παρῆλθεν ἔκτοτε τόσον χρονικὸν διάστημα, δὲν εὐηρεστήθη νὰ φέρῃ τὰς πληροφορίας αὐτὰς, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐζήτησαν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες, εἰς τὰς πληροφορίας δὲ τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ καὶ στήλη, ἐμφαίνουσα τὰ ἔργα, τῶν ὁποίων ἡ ἐργολαβία διελύθη ἀρτίως, ὡς διέλαβον ἐν ἐκτάσει.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ πληρωμῆς ἀποζημιώσεως γραμματοδιδασκάλων.
§66ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1892 καὶ 1893 ὑπάρχωσι καὶ ἄλλα καθυστερήματα ὡς πρὸς τοὺς γραμματοδιδασκάλους, διότι ἔχομεν βεβαίαν πληροφορίαν, ὅτι ὑπάρχουσι δεκαπλάσια καθυστερήματα τοιούτων, διὰ τὰ ὁποῖα ἐναχθὲν κατεδικάσθη τὸ Δημόσιον.
§67Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐννοεῖτε τὰ παραγεγραμμένα;
§68ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ὄχι. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2, ὡς ἔχουσι).
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§70ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω τὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἔκαμα, ὅπως τὸ σύστημα τὸ ἐπὶ τῶν γραμματοδιδασκάλων ἐφαρμοζόμενον ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων διδασκάλων καὶ λοιπῶν, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τῆς ἀκαταστασίας τῆς ἐν τῷ ταμείῳ καὶ τῇ ὑπηρεσίᾳ δὲν ἔλαβον τὰ ὀφειλόμενα αὐτοῖς ποσά. Τὸ μέτρον τοῦτο νομίζω καλὸν νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῶν γραμματοδιδασκάλων, διότι οὐχὶ ἐξ ἰδίας ὑπαιτιότητος ἐστερήθησαν τοῦ μισθοῦ των. Ἐπίσης στεροῦνται τῶν μισθῶν των καὶ ἑλληνοδιδάσκαλοι καὶ ἰδιοκτῆται οἰκιῶν, αἵτινες χρησιμεύουσιν ὡς δημόσια ἢ δημοτικὰ σχολεῖα, διότι ἡ ὑπηρεσία δὲν ἐφρόντισεν ἐγκαίρως νὰ θεωρήσῃ τὰς καταστάσεις αὐτῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ δημοτικοῦ δασμοῦ τῶν εἰσαγομένων ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς καὶ μεταφερομένων ἐξ ἄλλων μερῶν τοῦ Κράτους σίτου, κουκουλίων, ἀκατεργάστων δερμάτων καὶ βάμβακος, λόγῳ μεταποιήσεως ἢ κατεργασίας.
§72ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐπιμένῃ εἰς τὸ 4ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀναιρεῖ τὰ τρία πρῶτα, τότε οὐδεμίαν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν· ἀλλ’ ἂν ἐπιμένῃ, παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§73ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἂς ἀναβληθῇ.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν φορολογικῶν νόμων ͵ΒΠʹ καὶ ͵ΒΡΙʹ τοῦ 1892. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ, ὡς ἔχει).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία.
§77ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα διενεμήθησαν.
§79ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον νὰ προστεθῇ «καὶ δικηγόρος ὑπηρετήσας πραγματικῶς, ἐπὶ πιστοποιητικῷ τοῦ ἁρμοδίου Προέδρου, ἐπὶ δεκαετίαν».
§80ΡΑΛΛΗΣ. Αἱ τροπολογίαι παρακαλῶ νὰ ψηφισθῶσι πᾶσαι εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§81ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§82ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ «καὶ πρωτεύσας ἐν διαγωνισμῷ» τί σημαίνει;
§83ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διὰ βασιλικοῦ διατάγματος κανονισθήσονται κατὰ τὸ ἄρθρον 10 τὰ περὶ τοῦ διαγωνισμοῦ.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§85ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸ αʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου προτείνω μίαν τροπολογίαν, συνεπείᾳ τῆς τροπολογίας, ἣν ἐπρότεινα εἰς τὸ 2ον ἄρθρον· νὰ προστεθῶσι τουτέστι μετὰ τὴν λέξιν «Πανεπιστημίου» αἱ λέξεις «ἢ ὁ ἐπὶ διετίαν ὑπηρετήσας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὡς ἄνω καὶ ἐπὶ διετίαν ἐν ἄλλῃ θέσει ὁμοιοβάθμῳ ἐκ τῶν ὑπαγομένων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὑπηρεσιῶν». Νὰ δύναται δηλ. νὰ ἑνώσῃ τὰς δύο ὑπηρεσίας ὁ ὑπάλληλος, ἵνα προαχθῇ εἰς τμηματάρχην, μετὰ διετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ καὶ διετῆ ὑπηρεσίαν ἐν ὁμοιοβάθμῳ θέσει.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν αὔριον, κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.
§87ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον ἔχω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Ἐὰν ὁ ὑποψήφιος, ἵνα προαχθῇ εἰς τμηματάρχην, ἔχῃ ὑπηρεσίαν ὡς εἰσαγγελεὺς, δὲν θὰ ληφθῇ αὕτη ὑπ’ ὄψιν, ἀφοῦ ἀπαιτεῖται ὑπηρεσία ἀντεισαγγελέως πενταετής;
§88ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαίως, ἐὰν ἔχῃ πενταετῆ ὑπηρεσίαν εἰσαγγελέως καὶ δὲν ἔχῃ ὑπηρεσίαν ἀντεισαγγελέως, δύναται νὰ διορισθῇ. Σκοπὸς τῆς διατάξεως εἶναι νὰ ἀποκλείσῃ τὴν κατάχρησιν τοῦ νὰ δύναται νὰ διορισθῇ τμηματάρχης ὁ χρηματίσας ἐπὶ ἕνα μῆνα εἰσαγγελεύς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 4–10).
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§90ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου παρετήρησα, ὅτι πλεῖστα νομοθετήματα δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι φέρουσιν αὐτὴν τὴν διάκρισιν. Τί πταίει ὁ δυστυχὴς ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος παρανόμως διωρίσθη; Διατὶ νὰ μὴ ἔχῃ δικαίωμα ἀποζημιώσεως; Διατὶ νὰ ἀπόλλυται ἡ ἀγωγή; Τί Σύνταγμα ἔχομεν; τίνα δικαιοσύνην; Ὅλοι οἱ νόμοι ὅλων τῶν ἐθνῶν τῶν εὐνομουμένων ἐπιτρέπουν τὴν ἀποζημίωσιν.
§91Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάλληλος ἀξιωματικὸς ἐν οὐδενὶ ἄλλῳ Κράτει ἔλαβεν ἀποζημίωσιν παρὰ τοῦ δικαστηρίου ἐκ τοιαύτης ἀφορμῆς. Ἐδῶ μόνον τοῦτο συμβαίνει.
§92ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὑπάλληλος ἀδικηθεὶς θέλῃ νὰ καταφύγῃ κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ παρανομήσαντος, θὰ τῷ εἴπῃ τὸ δικαστήριον «ἔχω τὸν περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμον», καὶ τότε ποῦ θὰ εὕρῃ τὸ δίκαιόν του, ἀφοῦ τῷ ἀποκλείεται καὶ ἡ κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀγωγή; Αὐτὰ εἶναι πράγματα ἀνάξια ἐλευθέρων ἐθνῶν.
§93Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἵνα ἀδικηθῇ ὁ πολίτης, πρέπει νὰ ἔχῃ δικαίωμα παραγνωριζόμενον, δικαίωμα δὲ ἔχει τὸ χορηγούμενον αὐτῷ ὑπὸ τοῦ νόμου, ὁ δὲ νόμος ῥητῶς διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ὁρίζει, ὅτι οὐδὲν τῷ δίδει δικαίωμα. Ὁ διορισμὸς τοῦ ὑπαλλήλου εἶναι συμφωνία τοῦ ὑπαλλήλου καὶ τοῦ Κράτους. Ἡ συμφωνία γίνεται ἐπὶ τοῖς ὅροις τοῦ νόμου. Ὅταν δ’ ὁ νόμος ἀνέγραψεν, ὅτι ὁ ὑπάλληλος δὲν ἔχει δικαίωμα ἀποζημιώσεως, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελον τηρηθῆ τὰ τοῦ νόμου, συνέπεια εἶναι, ὅτι τὰ τοῦ νόμου δὲν ἀποτελοῦσι δικαίωμα αὐτοῦ, ἀποτελοῦσιν ὑποχρέωσιν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Πολιτείαν καὶ οὐχὶ πρὸς αὐτόν.
§94ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ πολίτης, παυθεὶς κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου αὐτοῦ, δὲν ἔχει δικαίωμα ἀποζημιώσεως, καίτοι τοῦ Ὑπουργοῦ μὴ συμμορφωθέντος πρὸς τὸν νόμον; Αὐτὸ λέγεται Πολιτεία;
§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν λέγεται Πολιτεία ἡ ἀνεχομένη, ὅπως στρεψοδικοῦντες οἱ ὑπάλληλοι ἐπιδιώκωσιν ἀποζημιώσεις παρὰ τοῦ Δημοσίου ἢ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, εὐθὺς ὡς ἤθελον παυθῆ. Ἐὰν μὴ περιελαμβάνοντο τοιαῦται προστατευτικαὶ κατὰ τῆς στρεψοδικίας διατάξεις ἐν τοῖς νόμοις περὶ προσόντων, οὐδεὶς ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ νόμος περὶ προσόντων, διότι θὰ διέτρεφον οὗτοι μόνον τοὺς δικηγόρους, καὶ οὐδὲν ἐξ αὐτῶν θὰ ὠφελεῖτο ἡ Πολιτεία.
§96ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν προτίθεμαι ποσῶς, σᾶς βεβαιῶ, νὰ ἐπιδιώξω πελατείαν ἐκ τοῦ νόμου’ νομίζω, ὅτι ἡ παρατήρησις ἔχει τινὰ βάσιν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς διατυπώσεις τὰς ἐσωτερικὰς, καὶ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ διάκρισις μεταξὺ τῶν διατυπώσεων, αἱ ὁποῖαι προσπίπτουν εἰς τὰς αἰσθήσεις παντὸς, καὶ τῶν διατυπώσεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας. Ὁ λόγος τῆς διακρίσεως εἶναι, ὅτι ὁ ὑπάλληλος δύναται νὰ ἐξακριβώσῃ κατὰ πόσον ἔχει τὰ προσόντα ἐκ τοῦ νόμου καὶ ἐκ τούτου εὐθύνεται, ἀποδεχόμενος ὑπηρεσίαν, μὴ ἔχων τὰ προσόντα τὰ νόμιμα, ἐντεῦθεν δὲ οὐδὲν δικαίωμα ὑπὲρ αὐτοῦ παράγεται. Ἀλλ’ ὅταν δὲν πρόκηται περὶ τοιούτων προσόντων καὶ περὶ ὅρου, τὸν ὁποῖον δύναται νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος, τότε εἶναι ἀδικία νὰ στερῆται πάσης προσφυγῆς, διότι ἐκτίθεται ὁ ὑπάλληλος εἰς ζημίαν, χωρὶς νὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν, ἐὰν οἱ ὅροι τοῦ νόμου ἐξεπληρώθησαν.
§97ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 11 ὡς ἔχει, οὐδὲν νόμιμον δικαίωμα ἔχει ὁ παρὰ τὸν νόμον περὶ προσόντων διορισθεὶς ὑπάλληλος, ὅπως ζητήσῃ ἀποζημίωσιν παρὰ τοῦ Δημοσίου. Ἐν τούτοις, ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην τῆς ἐννοίας τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς, οὗτος ἤθελε νὰ εἴπῃ, ὅτι, μολονότι δὲν ὑπάρχει τὸ δικαίωμα διατετυπωμένον ἐν τῷ νόμῳ, ὑπάρχει ὅμως τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζει ἡ συνείδησις ἡμῶν πρὸς τὸν διοριζόμενον ὑπάλληλον. Ἐὰν λοιπὸν ἡ ἡμετέρα συνείδησις ἀναγνωρίζῃ, ὅτι ὁ ὑπάλληλος, ὅστις ἀνέλαβε τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἐξεπλήρωσεν αὐτὴν ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον, δίκαιον εἶναι νὰ ἀνταμειφθῇ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν παρέσχεν, ἐπιβάλλεται ἡμῖν, ὅπως καθιερώσωμεν τοιαύτην διάταξιν, ὥστε ὁ ὑπάλληλος οὗτος νὰ τύχῃ τῆς δεούσης ἀποζημιώσεως παρὰ τῆς Πολιτείας.
§98ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὄχι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν προσέφερεν, ἀλλὰ διότι ἐπαύθη. Ἀλλὰ ἐὰν παρανόμως διορισθεὶς ἐπαύθη, νομίζω ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχει. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν κατασκευὴν δημοσίας οἰκοδομῆς πρὸς ἐνοίκησιν τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου.
§100ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τῷ ὑποβληθέντι σημειώματι ἀναφέρονται τὰ ποσὰ διαφόρων πιστώσεων, δὲν ὑπάρχει δὲ καὶ προϋπολογισμὸς τοῦ κατασκευαζομένου κτιρίου. Καὶ προφορικῶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ εἰς τὴν ἔκθεσιν ἀναφέρεται, ὅτι ἐγκαταλιμπάνονται διάφοροι ἐργασίαι, ὅπως ὁ προϋπολογισμὸς περιορισθῇ εἰς 950,000 δρ. Δὲν ἠξεύρω τίνες εἰσὶν αἱ ἐγκαταλιμπανόμεναι ἐργασίαι· ἐγένετο π. χ. λόγος, ὅτι ἡ αἴθουσα τοῦ χοροῦ μετατρέπεται εἰς δωμάτια. Θὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ αἴθουσα αὕτη;
§101Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ προϋπολογισμὸς κατετέθη καὶ θέλει δημοσιευθῆ μετὰ τοῦ νόμου ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως· ἤδη δὲν ἐτυπώθη, ὅπως ὑπάρχῃ πρόχειρον τὸ χειρόγραφον κατὰ τὴν συζήτησιν, κατατεθειμένον παρὰ τῷ Προεδρείῳ. Ἄλλως, τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει τὸ συμπέρασμα, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ἐνδιαφέρον. Ὅ,τι θὰ ψηφισθῇ εἶναι τὸ συμπέρασμα τοῦτο τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐχ ἧττον συνημμένοι εἶναι καὶ οἱ πίνακες, εἶναι δὲ ὁ συνημμένος εἰς τὸν νόμον προϋπολογισμὸς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ περιορισμοῦ τοῦ προηγουμένου προϋπολογισμοῦ ἐξ 1,185,000 εἰς 950,000 δραχμάς.
§102ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῖα ἔργα ἐγκατελείφθησαν;
§103Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ ἐγκαταλειφθέντα ἔργα εἶναι ἡ αἴθουσα τοῦ χοροῦ· ἐγκατελείφθη ὡσαύτως ὁ μαρμάρινος περίβολος, ἐγκατελείφθησαν καί τινα παραρτήματα. Προσεπαθήσαμεν νὰ περιορίσωμεν τὸ ποσὸν ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατόν· ἀποτέλεσμα δὲ τοῦ περιορισμοῦ εἶναι, ὅτι τὸ κτίριον δὲν θὰ ἔχῃ αἴθουσαν χοροῦ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι μεγάλη ἔλλειψις· τὸ κτίριον ἔχει μεγάλας αἰθούσας, οἷον τὸ ἑστιατόριον καὶ τὰ συνεχόμενα πρὸς αὐτὸ διαχωρίσματα, ἅτινα δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς συγκεντρώσεις κοινωνικάς· δὲν ἔχουσι ταῦτα τὴν πολυτέλειαν καὶ τὴν ἐπισημότητα τῆς αἰθούσης τοῦ χοροῦ, ἀναπληροῦσιν ὅμως ταύτην ἐν πολλοῖς.
§104ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει σχέδιον κατατεθέν;
§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶχε κατατεθῆ ἐπὶ τῇ πρώτῃ ψηφίσει, ἔκτοτε ἐπῆλθον αἱ μεταβολαὶ βαθμηδὸν, καὶ ἤδη ὑποβάλλομεν τὸ νέον σχέδιον.
§106ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κακῶς ποιοῦντες ἀπεφάσισαν τὴν κατασκευὴν μεγάρου τοῦ Διαδόχου, τῆς Ἑλλάδος διατελούσης— καὶ πρὸ καιροῦ διατελεῖ—ἐν καταστάσει χρεωκοπίας. Κακῶς ποιοῦντες ἐπίσης, προβαίνουσιν εἰς τὸν μετασχηματισμὸν τῆς «Μπουμπουλίνας» εἰς θαλαμηγὸν, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν διατελοῦμεν ὑπὸ ἐπισήμως κεκηρυγμένην πτώχευσιν, καταδαπανῶντες πρὸς τοῦτο χιλιάδας ἐπὶ χιλιάδων δραχμῶν, εἰς οὐδὲν δὲ λογιζόμενοι τὰς καθ’ ἡμῶν ὡς κακῆς πίστεως ὀφειλετῶν ὕβρεις καὶ προπηλακισμούς τῆς Εὐρώπης ὁλοκλήρου. Ἐν τούτοις συγχαίρω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι περιορίζει διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὰς πρὸς κατασκευὴν τῶν ἀνακτόρων δαπάνας, καίτοι πολὺ βραδέως πράττει τοῦτο.
§107ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὰς αὐξάνει. Ἐν τούτοις νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, παραγόμενος ἐκ πληροφοριῶν εἰδημόνων. Κατὰ τὸ σχεδιάγραμμα ἡ περάτωσις τοῦ ἀνακτόρου τοῦ Διαδόχου θὰ κοστίσῃ εἰς τὸ Δημόσιον ἄνω τῶν 3,000,000 δρ. καὶ νομίζω ὅτι ἢ πρέπει νὰ δοθῇ πίστωσις μέχρι 2,000,000, ἢ νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ σχετικὸν κονδύλιον, διότι ἡ χορηγία, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς κατασκευῆς τοῦ μεγάρου, εἶναι μᾶλλον φενάκη, παρὰ πραγματική. Νομίζω προσέτι καλὸν, ὅπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον, ἢ τὸ συμπληρώσῃ μέχρι τῆς ἀληθοῦς δαπάνης, ἥτις θὰ φθάσῃ τὰ 3,000,000 δραχμῶν.
§108Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅτε ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ συνεννοήθην μετὰ τῶν ἁρμοδίων καὶ ἐμελέτησα πάντα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸ ζήτημα, οὐδαμῶς περὶ 3,000,000 δρ. προέκειτο· ταῦτα εἶναι αἱ συνήθεις ἐξογκώσεις· προέκειτο μόνον περὶ ποσοῦ ἀνωτέρου μὲν τῶν 1,185,000 δρ. ἀλλὰ περιορισθέντος εἰς ταύτας, ἐφ’ ὧν καὶ πάλιν ἐπῆλθεν ἡ μείωσις εἰς 950,000. Ὁ ἀρχιτέκτων τοῦ κτιρίου προσεκλήθη, ὅπως χορηγήσῃ ἐξηγήσεις, διατὶ ἡ περὶ τοῦ κτιρίου πρόνοια δὲν ἦτο καθ’ ὅλα πλήρης, ὅτε ἔδωκε τὸν προϋπολογισμὸν, ἐφ’ ᾧ ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὴν δαπάνην τῶν 540,000 δραχμῶν, περιορισθεῖσαν εἰς 380,000 ἐν τῷ διαγωνισμῷ. Τῷ ὄντι πολλαὶ ἐκ τῶν προστεθεισῶν δαπανῶν, ὡς βλέπετε ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι προσθῆκαι ἐξ ἐλλείψεων τοῦ ἀρχικοῦ σχεδίου· τοῦτο δὲ ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ στηριζώμεθα ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἀρχιτεκτόνων, καὶ ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς μείζονα ἐπιμέλειαν, ὅπως μὴ γίνωνται ὑπερβάσεις ἐν τῇ ἐκτελέσει. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὑπερβάσεις ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἤδη προτεινομένου δὲν θέλουσι γείνῃ, διότι δὲν πρόκειται περὶ πιστώσεως, ἀλλὰ περὶ νόμου ἐγκρίσεως τῆς συμπληρωματικῆς δαπάνης κατὰ τὴν ψηφισθεῖσαν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς ἐγκρίσεως ταύτης θέλουσι χορηγηθῆ αἱ πιστώσεις. Κατὰ τὸ ἔτος δὲ τοῦτο μικρὰ πρόκειται νὰ χορηγηθῇ πίστωσις, διότι ὑπάρχει ἀδιάθετον ὑπόλοιπον πιστώσεων τοῦ 1893 ἐκ δρ. 63,000, αἵτινες θὰ προστεθῶσιν εἰς τὰς 45,000 τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1894. Ἐὰν ἠπόρει τὸ δημόσιον ταμεῖον, θὰ ἦτο πρέπον νὰ προβῶμεν ταχέως εἰς τὴν συντέλεσιν τοῦ ἔργου, διότι συμφέρει τοιαῦτα ἔργα νὰ μὴ χρονίζωσιν ἐν τῇ κατασκευῇ, ἀλλ’ ὡς ἤδη ἔχουσι τὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, τὴν περιορισθεῖσαν ὑπέρβασιν εἶναι πρέπον νὰ κατανείμωμεν εἰς τρία ἔτη· κατὰ τὸ πρῶτον δ’ ἔτος θ’ ἀρκέσωσιν αἱ 108,000 δρ. αἱ ἀπαρτιζόμεναι ἐκ τῶν 63,000 δραχμῶν, ὑπολοίπου τῶν πιστώσεων τοῦ 1893, καὶ τῶν 45,000 δραχμῶν τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1894.
§109ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι αἱ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως περιέχουσί τι τὸ μεμπτόν· ἠθέλησα μόνον νὰ ὑποδείξω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πειθώμεθα εἰς τὰς διαβεβαιώσεις τῶν ἀρχιτεκτόνων. Ὁ αὐτὸς μηχανικὸς ἔκαμε τὸ πρῶτον σχέδιον, ὁ αὐτὸς τὰς προσθήκας, αὐτὸς ὥρισε τὸ ποσὸν εἰς 340,000 δραχμὰς, ἡ δὲ Βουλή, προνοοῦσα μήπως γείνῃ περισσοτέρα ἐπαύξησις ὥρισε τὸ ποσὸν εἰς 540,000 δραχμάς.
§110ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§111ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ διαγωνισμὸς τὸ ἐμείωσε.
§112ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐξετάσωμεν τὰς ἀνακριβείας τοῦ ἀρχιτέκτονος, θὰ εὕρωμεν, ὅτι οὔτε 3,000,000 δὲν θὰ φθάσωσι.
§113Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου ἀνέγνων, ὅτι διὰ τὰς προτεινομένας προσθήκας ὑπὸ τοῦ ἀρχιτέκτονος τοῦ ἐπιτηρήσαντος τὴν οἰκοδομὴν τοῦ ἀνακτόρου ἀπῃτεῖτο ποσὸν δαπάνης ἐκ δρ. 1,185,000, καὶ ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἠδυνήθη τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ περιορίσῃ εἰς 950,000. ἤτοι ἐπήνεγκεν ἐλάττωσιν 235,000 δραχμῶν. Ἐὰν αὐτὴ ᾖναι ἡ ἔννοια τῆς τελευταίας περιόδου τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὲ βοηθήσῃ, ἵνα ἐννοήσω κάλλιον τὰ πράγματα. Διότι κατὰ σημείωμα, τὸ ὁποῖον δὲν κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἐκπορεύεται ἐκ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἐπορίσθην δὲ νομίμως καθ’ ὃν χρόνον ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, αἱ προσθῆκαι, τὰς ὁποίας εἶχε προτείνει ὁ ἐπιτηρῶν τὴν οἰκοδομὴν τοῦ ἀνακτόρου ἀρχιτέκτων, ἀπῄτουν δαπάνην δρ. 633,866· εἶναι δὲ αἱ προσθῆκαι αὗται αἱ ἑξῆς: «αʹ) ἡ κατασκευὴ πατωμάτων (parquet)· βʹ) ἀγωγοὶ θερμάνσεως· γʹ) σιδηρᾶ στέγη τῆς κλίμακος· δʹ) κιγκλίδωμα μετὰ τῆς μαρμαρίνης βάσεως· εʹ ἐλαιοχρωματισμὸς καὶ διακόσμησις· Ϛʹ προσθήκη μιᾶς πτέρυγος πρὸς κατασκευὴν αἰθούσης τοῦ χοροῦ, μετὰ τῶν ἐξαρτημάτων αὐτῆς, ἐξέδρας ὀρχήστρας, τοῦ parquet, τῆς διακοσμήσεως καὶ τοῦ ἐλαιοχρωματισμοῦ· ζʹ) κατασκευὴ σταύλων.» Ἐὰν λοιπὸν 633.866 δρ. ἀπῃτοῦντο διὰ τὴν οἰκοδομὴν τῶν προσθηκῶν τούτων, ἐπειδὴ τὰ ἕως τότε δαπανηθέντα κατὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δημοπρασίας τῆς γενομένης διὰ τὴν ἀρχικὴν οἰκοδομὴν, τὴν μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου γενομένην, συνίσταντο εἰς 383,689 41, ἕπεται ὅτι ἡ ὅλη δαπάνη πρὸς περάτωσιν τοῦ ἀνακτόρου θὰ ἀνήρχετο εἰς δρ. 1,017,555 41, καὶ οὐχὶ εἰς 1,185,000, ἤτοι εἰς ποσὸν ὀλιγώτερον κατὰ 67,555.41. Ἀλλὰ δὲν ἤθελε τότε παραλειφθῆ, ἤθελε δὲ κατασκευασθῆ ἡ αἴθουσα τοῦ χοροῦ μετὰ τῶν ἐξαρτημάτων αὐτῆς. Ἐὰν ὅμως ἐπρόκειτο νὰ παραλειφθῇ ἡ οἰκοδομὴ τῆς αἰθούσης, ἡ ὁλικὴ πρὸς περάτωσιν τοῦ ἀνακτόρου δαπάνη ἤθελεν εἶσθαι ὀλιγωτέρα τῶν 950,000 δραχμῶν, δὲν ἤθελε δὲ μᾶς δώσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν πληροφορίαν, ὅτι κατώρθωσε νὰ ἐπιφέρῃ οἰκονομίαν 235,000 δραχμῶν. Ὅταν ὁ κ. Τσίλλερ προέτεινε τὰς προσθήκας καὶ προϋπελόγισε τὸ ἀπαιτούμενον δι’ αὐτὰς ποσὸν ἐκ δραχμῶν 633,866, δὲν ἦτο εἰμὴ ἡ κατὰ τὸ ἀρχικὸν σχέδιον οἰκοδομὴ, δι’ ἣν δὲν ἀπῃτοῦντο εἰμὴ ὅσα διὰ τῆς δημοπρασίας προσδιωρίσθησαν, ἤτοι δρ. 383,689.41· ἀφοῦ δ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνέκρινε νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὰς ὑπὸ τοῦ κ. Τσίλλερ προταθείσας προσθήκας ἡ οἰκοδομὴ τῆς αἰθούσης τοῦ χοροῦ καὶ τῶν ἐξαρτημάτων αὐτῆς, ἕπεται ὅτι ἡ δαπάνη τῶν προσθηκῶν ἤθελεν εἶσθαι ὀλιγωτέρα τοῦ ποσοῦ τῶν 633,866 κατὰ ποσὸν τόσον, ὅσον ἤθελεν ἀπαιτηθῆ διὰ τὴν οἰκοδομὴν τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἐξαρτημάτων αὐτῆς, ἡ δὲ προσθήκη τῆς οὕτως ἠλαττωμένης δαπάνης τῶν προσθηκῶν μετὰ τοῦ ποσοῦ τοῦ δαπανηθέντος κατὰ τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας διὰ τὴν ἀρχικὴν οἰκοδομὴν ἤθελεν ἀποτελέσει ποσὸν πολλῷ ὀλιγώτερον τῶν 950,000· ἂν δ’ ἐδαπανῶμεν τὰς 950 χιλιάδας, ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ οἰκοδομήσωμεν καὶ τὴν παραλειφθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ αἴθουσαν τοῦ χοροῦ. Ἐλπίζω ὅτι, ἂν κατά τι σφάλλωμαι, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει μοὶ ἐξηγήσει τὰ πράγματα.
§114Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχει σημείωμα, λαβὼν αὐτὸ κατὰ τὸ παρελθὸν, ὅτε ἦτο ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐν ᾧ γίνεται λόγος περὶ προσθηκῶν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν γίνωνται αἱ προσθῆκαι εἰς τὰς 380,000 τοῦ ἀποτελέσματος τῆς δημοπρασίας, ἢ εἰς τὰς 540,000 τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου ἐγκριθείσας, ἢ εἰς τὰς 700,000 τῶν πιστώσεων, διότι ἐκ πιστώσεων εἴχομεν κεχορηγημένας δραχ. 700,000, ἐξ ὧν κατόπιν ἀφῃρέθησαν 35,000 μὴ πληρωθεῖσαι ἐντὸς τῆς χρήσεως. Ἐὰν ἄρα εἰς τὰς κεχορηγημένας διὰ πιστώσεων 700,000 προστεθῶσιν αἱ 633,000, αἱ κατὰ τὸ σημείωμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἔχομεν 1,333,000, τουτέστι πλέον τῶν 1,185.000, αἵτινες χαρακτηρίζονται ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὡς ἀναγραφόμεναι ἐξωγκωμένως. Ἠδύναντο ὅμως νὰ προέρχωνται αἱ 633,000 ἐκ τούτου, ὅτι ἡ προσθήκη δὲν ἐγένετο παρὰ τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὴν πίστωσιν τῶν 700,000, οὐδὲ εἰς τὸ ποσὸν τὸ κατὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δημοπρασίας, ἀλλ’ ἐγένετο εἰς τὸ ποσὸν τὸ ἐγκριθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐν τῷ ἀρχικῷ νόμῳ, διότι ἡ ὑπηρεσία ἐπὶ τῇ ἐγκρίσει ταύτῃ κατελόγιζε τὸ ποσὸν εἰς πίστωσιν αὐτῆς. Ἐὰν προσθέσητε ἤδη τὰς τοῦ σημειώματος ὑμῶν 633.000 εἰς τὰς 540,000, τὰς ἀρχικῶς ἐγκριθείσας, φθάνετε σχεδὸν εἰς τὸ 1,185,000.
§115Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ προσθέσω τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν ἀρχικῶς παρέστησα ὡς ἀναγκαίαν νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ποσὸν τὸ ἀρχικόν.
§116ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὴν ἔννοιαν τοῦ «ἀρχικῶς» γινώσκω, συνομιλήσας μετὰ τοῦ ἀρχιτέκτονος καὶ τῶν προϊσταμένων τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἔχω τοὺς ὑπολογισμοὺς περὶ τῆς ὑπερβάσεως, σχετιζομένης πρὸς τὰς νομοθετικῶς ἐγκεκριμένας 540,000 δραχ. καὶ οὐχὶ πρὸς τὰς περιορισθείσας κατόπιν διὰ τῆς δημοπρασίας εἰς 380,000. Ὁ περιορισμὸς οὗτος ἔχει μὲν οὐσιαστικὴν σημασίαν, ἀλλὰ δὲν ἐπάγεται καὶ περιορισμὸν τῆς ἐγκεκριμένης δαπάνης. Ἡ ὑπηρεσία δὲν εἶχεν ἀνάγκην νεωτέρας ἀδείας, ἵνα δαπανήσῃ ἐντὸς τοῦ ὅρου τούτου, καίτοι ἡ δημοπρασία περιώρισεν αὐτὸν τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ εἰς τοὺς τοιούτους προϋπολογισμοὺς περιλαμβάνεται πάντοτε καὶ ποσὸν διὰ τὰ ἀπρόβλεπτα ἔξοδα, καὶ τοιοῦτον ἐθεωρεῖτο ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἡ διαφορὰ τῆς κατὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δημοπρασίας πρὸς τὴν νομοθετικῶς ἐγκεκριμένην δαπάνην.
§117Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοὺς δισταγμούς μου ἐνισχύουσιν αἱ χρονολογίαι τῶν πράξεων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν αἱ πιστώσεις. Αἱ ἀρχικῶς χορηγηθεῖσαι πιστώσεις ἦσαν ἡ χορηγηθεῖσα διὰ τοῦ νόμου τῶν δραχμῶν 200,000, ἥτις ἐκυρώθη διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ Αὐγούστου 1890 καὶ ἀντικατεστάθη διὰ πιστώσεως 150,000, καὶ ἡ ἐκ δραχ. 250,000· ἑπομένως αἱ δραχ. 400,000 ἐχρησίμευσαν διὰ τὴν δαπάνην τῶν 383,689.41 τῆς ἀρχικῆς οἰκοδομῆς μέχρι τοῦ Μαρτίου τοῦ 1892. Κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ 1892 ἐχορηγήθη ἑτέρα πίστωσις 150,000 δρ. διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 27 Ὀκτωβρίου 1892, καὶ ἑτέρα πίστωσις διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 2 Ὀκτωβρίου 1893 ἐκ δραχ. 150,000. Αἱ πιστώσεις αὗται ἐχορηγήθησαν οὐχὶ διὰ τὴν οἰκοδομὴν τῶν ἀρχικῶν ἐργασιῶν, ἀλλὰ πρὸς πληρωμὴν ἐργασιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο πρὸς πραγματοποίησιν τῶν προσθηκῶν· ἑπομένως, ἐὰν οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, ἡ ὁλικὴ δαπάνη, ἥ τε διὰ τὴν ἀρχικὴν οἰκοδομὴν γενομένη καὶ ἡ πρὸς οἰκοδομὴν καὶ περάτωσιν τῶν προσθηκῶν, ἀνέρχεται εἰς δραχ. 1,017,555. Ὅθεν ἠθέλομεν χρεωστεῖ χάριν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι ἐπήνεγκεν ἐλάττωσιν δραχ. 67,555, ἂν ᾠκοδομεῖτο καὶ ἡ αἴθουσα τοῦ χοροῦ μετὰ τῶν ἐξαρτημάτων αὐτῆς διὰ τῆς δαπάνης τῶν 950,000.
§118Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τώρα, ὅτε ἐννοῶ τὸν σκοπὸν τῆς ἐρωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τοῦ βαθμοῦ τῆς ὀφειλομένης πρὸς ἡμᾶς χάριτος, σπεύδω νὰ τῷ δηλώσω, ὅτι ὀφείλει χάριτας εἰς ἡμᾶς πλείονας ὅσων ὑποθέτει. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἔλαβε παρὰ τῆς ὑπηρεσίας τὸ σημείωμα πρὶν ἢ γείνωσι πᾶσαι αἱ προσθῆκαι εἰς τὸ ἀρχικὸν σχέδιον, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Αἱ προσθῆκαι αὗται εἶχον αὐξήσει τὸν προϋπολογισμὸν τῆς οἰκοδομῆς εἰς ποσὸν πολὺ ἀνώτερον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ 185,000 δραχμῶν, εἰς ἃς ἡ ὑπηρεσία περιέστειλε τὸ πρῶτον τὰς δαπάνας ἐπὶ ταῖς παραστάσεσιν ἡμῶν, ἀλλ’ ἐπιμεινάντων ἡμῶν καὶ μετὰ τὴν περιστολὴν ταύτην, ὅπως περικοπῇ ἀνεξαιρέτως πᾶσα πρόσθετος δαπάνη, ἣν δὲν εἶχε καταστήσει ἀμετάκλητον ἡ πρόοδος τῆς ἐκτελέσεως, ἐμειώθη περαιτέρω ὁ προϋπολογισμὸς ἀπὸ τῶν 1,185,000 δραχμῶν εἰς τὰς 950,000, αἵτινες εἶναι τὸ ἔσχατον τῆς ἐφικτῆς περιστολῆς τῶν δαπανῶν ὅριον, ἐὰν μετὰ αὐστηρότητος ἀδυσωπήτου ἐπιτηρῆται ἡ ἐργασία.
§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεκάλυψε τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ὑπηγόρευσεν ἡ ἐρώτησίς μου· ἐγὼ μετὰ λόγου ἀπηύθυνα τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, ζητήσας τὴν διασάφησιν, διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πρὸ δύο ἡμερῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἄκρας μετριοφροσύνης αὐτοῦ. Ἑπομένως ἀνὴρ τόσον μετριόφρων, ἀποφεύγων τὰς ἐπιδείξεις καὶ τὰς μεγαλοῤῥημοσύνας, ἀπεχθανόμενος δὲ τὴν ἀγυρτείαν καὶ τὴν δημοκοπίαν, δὲν ἤθελε δεχθῆ νὰ παραστήσῃ ὅτι διέπραξεν οἰκονομίας, τὰς ὁποίας δὲν διέπραξεν. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν ᾖναι μεγάλη ἡ χάρις, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν εἰς αὐτὸν, ἐξαλείφεται ἀπὸ τὸ λάθος, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς περιέπεσεν, ὅτε ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ οἰκοδομῆς ἀνακτόρου τοῦ Διαδόχου, καὶ ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι μόνον 540,000 δρ. ἔμελλε τὸ Κράτος νὰ δαπανήσῃ, ἐνῷ, ὡς ἀπεδείχθη, οἱ ὑπολογισμοί του ἦσαν τοσοῦτον ἀνακριβεῖς, ὥστε ἠκρωτηρίασε τὴν οἰκοδομὴν, ἀφαιρέσας τὴν αἴθουσαν τοῦ χοροῦ, διὰ νὰ περιορίσῃ τὴν ὅλην δαπάνην εἰς 950 χιλιάδας, ὡς εἶπεν. Ἡ ἔλλειψις τῆς προσηκούσης προνοίας τάχα ἦτο ἀμέλεια, ἢ μελέτης πόρισμα; Ἀλλ’ εἰς αὐτὴν χρεωστοῦμεν τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν ἀνέγερσιν καταστήματος ἰαματικῶν λουτρῶν ἐν Ὑπάτῃ.
§121ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εἶναι τώρα ἐποχὴ διὰ τοιαῦτα ἔξοδα;
§122Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ ἀνακτόρου. Πρόκειται περὶ περιορισμοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§123ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ θὰ ἦμαι ὀλιγώτερον φειδωλὸς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, διότι τοῦτο ἐπιβάλλει τὸ ἀληθὲς συμφέρον τοῦ Δημοσίου. Ἐγὼ ἀντελήφθην ἰδίοις ὄμμασι τὰς ἀτελείας τοῦ καταστήματος τῶν λουτρῶν Ὑπάτης, καὶ κατέκρινα τὴν ἀπόφασιν, ἣν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, περὶ κατασκευῆς του· ἀλλὰ τὸ Δημόσιον ἐξετέθη εἰς δαπάνας ὑπερόγκους, βλέπω δὲ ἤδη, ὅτι ἀπαιτεῖται πρόσθετος δαπάνη 105,000 δραχμῶν διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν λουτρῶν, παραδόξως δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ζητεῖ νὰ μερισθῇ αὕτη εἰς 3 ἢ 4 ἔτη, πρὸς συμπλήρωσιν τῆς κατασκευῆς, νὰ ἔχωμεν δὲ οὕτω τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἐδαπανήσαμεν, ἐντελῶς ἀργόν. Ἠδύνατό τις νὰ ἐννοήσῃ τὸ μέτρον τοῦτο διὰ κατασκευὴν μεγάρου πολυτελείας, ἀλλ’ ἐπὶ καταστήματος λουτρῶν τοῦτο δὲν πρέπει νὰ γείνῃ, διότι τὸ Δημόσιον θὰ χάσῃ τοὺς τόκους τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησε, καὶ δὲν θὰ περατωθῇ τὸ κατάστημα χρησίμων ἰαματικῶν λουτρῶν. Διὰ τοῦτο ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ συμφέρει νὰ κατανείμωμεν τὴν πίστωσιν τῶν 105 χιλιάδων δραχμῶν εἰς 3 ἢ 4 χρήσεις, διότι τὸ ἔργον τοῦτο συντελεῖ εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ δημοσίου πλούτου.
§124Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ δικαιολογία τῶν προκαλεσάντων τὴν ἔγκρισιν τῆς δαπάνης ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς ἀνέγερσιν τῶν λουτρῶν τῆς Ὑπάτης ἔγκειται εἰς τοῦτο, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ τότε ὑπολογισθὲν ὑπὸ τοῦ ἀρχιτέκτονος κ. Τσίλλερ ἦτο 144,000 δραχμῶν. Ἐὰν τότε ὑπολογίζετο ἡ δαπάνη ὡς ὑπελογίσθη δι’ ἄλλα καταστήματα λουτρῶν, ἔπρεπε ν’ ἀναβάλωμεν τὴν ἐκτέλεσιν ἕως τῆς εὐκαιρίας, ἣν ἡ περάτωσις τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης θὰ παρεῖχε, τῆς δι’ ἑταιρίας περατώσεως τῆς κατασκευῆς. Προϋπολογισθείσης ὅμως ἀνακριβῶς τῆς δαπάνης εἰς 144,000 δραχμὰς, προεκλήθη ἡ ἐπὶ τῷ προϋπολογισμῷ τούτῳ ἐκτέλεσις τῆς ἐργασίας ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ἤδη ὅμως παρουσιάζεται ἀνάγκη ἀναγνωρίσεως ἐπηυξημένης τῆς δαπάνης ἐπὶ ἔργοις ἐκτελεσθεῖσι καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ εἰς τακτοποίησιν λογιστικὴν τῶν περὶ τούτου ζητοῦμεν τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου. Ἡ ἐγγραφὴ πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1894 εἶναι πρᾶξις διακεκριμένη τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου, τὴν δὲ πίστωσιν ἀνεγράψαμεν περιωρισμένην· τὴν δὲ σύστασιν, ὅπως κατὰ τὸ 1894 δαπανηθῇ ὁλόκληρον τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου ἐγκρινόμενον ποσὸν, δὲν ἀποδεχόμεθα. Ὁ ταῦτα συνιστῶν κύριος Βουλευτὴς εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει τὸ Σύνταγμα εἰς Βουλευτὴν νὰ προτείνῃ τὴν ψήφισιν μέτρων ἐπιβαρυνόντων τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ τῷ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι περιορίζεται ἡ ἀπαγόρευσις εἰς μόνα τὰ προσωπικὰ μέτρα. Ὅθεν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, προελθόντα εἰς συστάσεις περὶ τῆς πιστώσεως, θ’ ἀνήκῃ νὰ διακρίνῃ ἐὰν ἡ πρότασις ᾖναι προσωπικὴ, ἐν ᾗ περιπτώσει τῷ ἐπιβάλλεται ἡ ἀποχὴ, ἢ ἂν δὲν ᾖναι προσωπικὴ, ὅτε, ἡμῶν ἀρνουμένων, δύναται αὐτὸς νὰ προτείνῃ, ὅπως ἐγγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1894 πίστωσις ἐπαρκὴς πρὸς πᾶσαν τὴν κατὰ τὸ νομοσχέδιον συμπληρωματικὴν τῆς ὅλης κατασκευῆς δαπάνην.
§125ΡΑΛΛΗΣ. Οὕτω πᾶσα πρότασις ἀφορῶσα εἰς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου εἶναι προσωπικὴ, ἢ τοὐλάχιστον πρέπει νὰ χαρακτηρισθῇ τοιαύτη, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι τὸ Δημόσιον ἀποτελεῖ νομικὸν πρόσωπον. Ὑποθέτω ὅτι αἱ γνώσεις αἱ νομικαὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐξικνοῦνται μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, ἀλλ’ ἐπίσης θὰ γνωρίζῃ, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος δὲν ἀπέβλεψαν εἰς τὸ Δημόσιον· ἡ δὲ παρατήρησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μόνον ὡς χαριτολογία ἔχει ἀξίαν, ἄλλως δὲν ἔχει καὶ βάσιν τινὰ, διότι ἐγὼ δὲν προέβαλον αὔξησιν πιστώσεως, ἐγὼ κατέκρινα μέτρον, τὸ ὁποῖον προβάλλει ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει, ὅτι ἡ δαπάνη τῶν 175,000 δρ. εἶναι ἀναγκαία; Ἄν τὴν ἀναγνωρίζῃ ὡς τοιαύτην, πρέπει νὰ γείνῃ ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1894, διότι οὕτω θὰ καταστήσῃ χρήσιμον καὶ τὴν δαπάνην τὴν γενομένην μέχρι τοῦδε, ἐνῷ δὲν θὰ συμβῇ τοῦτο, ἐὰν κατανεμηθῇ ἡ δαπάνη εἰς τέσσαρας χρήσεις.
§126ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν χωρεῖ τοιαύτη συζήτησις ἐνταῦθα.
§127ΡΑΛΛΗΣ. Χωρεῖ, διότι τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ κολάσῃ τὴν ἐντύπωσιν τὴν ἐκ τῆς δαπάνης, περιλαμβάνει ἔκθεσιν, δι’ ἧς ὑπόσχεται τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι τὴν δαπάνην αὐτὴν θέλει τὴν κατανείμει εἰς διαφόρους χρήσεις.
§128ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸ δὲν δεσμεύει τὴν Κυβέρνησιν.
§129ΡΑΛΛΗΣ. Ἀνεξαρτήτως τούτου, παρατηρῶ, ὅτι ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον κατεσκευάσθη τὸ κατάστημα τῆς Ὑπάτης, ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ, θὰ ζημιώσῃ τὰ ἰαματικὰ λουτρὰ, διότι ὅλαι αἱ πτητικαὶ οὐσίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς ὕδασιν, ἀναγκαίως καταστρέφονται διὰ τῆς μετοχετεύσεως εἰς τὸ κατάστημα, τὸ ὁποῖον ἀπέχει πολὺ, καὶ διὰ τῆς ἀναθερμάνσεως τοῦ ὕδατος, ὅπερ ἀπόλλυσι τὴν φυσικήν του θερμότητα ἐκ τοῦ ὅτι διοχετεύεται μακράν. Καὶ τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, αὐτὸ παριστᾷ τὴν εἰκόνα τῆς ἐκτελέσεως τῶν δημοσίων ἡμῶν ἔργων, τὴν εἰκόνα τῆς ἀτελείας τῶν προϋπολογισμῶν καὶ τὴν εἰκόνα τῆς ἀτελείας τῶν ἔργων. Ὡς πρὸς τὴν ἀτέλειαν τῶν προϋπολογισμῶν, αὐτὸ εἶναι ὡμολογημένον ἐκ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ψηφίζομεν καθ’ ἑκάστην. Δαπάνη, ἡ ὁποία ἀρχικῶς προϋπελογίσθη εἰς 400,000, ἀναβιβάζεται εἰς τὸ διπλάσιον καὶ τὸ τριπλάσιον. Ἀλλὰ τὸ χειρότερον πάντων εἶναι νὰ βλέπῃ τις τὴν ἀφειδίαν, μὲ τὴν ὁποίαν καταστρέφεται τὸ δημόσιον χρῆμα ἐκ τῆς ἀτελείας τῆς κατασκευῆς· τὴν ἀτέλειαν δὲ τῆς κατασκευῆς θέλετε τὴν ἴδει, ἐπισκεπτόμενοι τὸ ἀνάκτορον τοῦ Διαδόχου, θέλετε τὴν ἴδει ἀναγινώσκοντες τὴν ἔκθεσιν αὐτήν. Ὡς πρὸς τὰ λουτρὰ τῆς Ὑπάτης, 49,000 δραχμῶν ἐῤῥίφθησαν ἀληθῶς ἀπὸ τοῦ παραθύρου πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς κατασκευῆς ὀχετοῦ, ἀποδειχθέντος κατόπιν ἐντελῶς ἀχρήστου· σήμερον εἴμεθα ἠναγκασμένοι, ἐκ τῆς ἀτελείας αὐτοῦ, τὸν ὀχετὸν αὐτὸν, τὸν ὁποῖον κατεσκεύασαν εἰς τὸ μέσον, νὰ τὸν μεταφέρωμεν εἰς τὸ ἄκρον, καὶ νὰ δαπανήσωμεν καὶ πρὸς κατεδάφισιν τοῦ ἤδη κατεσκευασμένου καὶ πρὸς κατασκευὴν ἑτέρου ὀχετοῦ. Ἂν δέ τις τῶν συναδέλφων λάβῃ τὸν κόπον νὰ ἐπισκεφθῇ τὸ ἀνάκτορον τοῦ Διαδόχου, ἀληθῶς θέλει θλιβῆ διὰ τὴν καταστροφὴν τοῦ δημοσίου πλούτου, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν στρέβλωσιν τὴν ἀρχιτεκτονικὴν, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ κατὰ τὴν ἀνοικοδόμησιν τοῦ ἀνακτόρου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἕνεκα οἰκονομίας ἐσταμάτησεν ἡ στρέβλωσις ἡ ἀρχιτεκτονικὴ, διότι ἐπρόκειτο νὰ τοποθετηθῇ κατὰ τὴν ἀνατολικὴν πλευρὰν ἡ αἴθουσα τοῦ χοροῦ καὶ τῶν ὑποδοχῶν, ὅπερ ἤθελε καταστρέψει ἐντελῶς πάντα ἀρχιτεκτονικὸν ῥυθμὸν τοῦ ἀνακτόρου. Καὶ ἀκριβῶς ἐνόμισαν ὅτι τὴν αἴθουσαν ταύτην ἔπρεπε νὰ τὴν τοποθετήσουν ἀντικρὺ τῶν πλυσταρείων τοῦ παρακειμένου Ὀρφανοτροφείου. Σήμερον ὅμως ὅλαι αἱ τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται πάλιν πρὸς τὸν σκοπὸν δῆθεν τῶν οἰκονομιῶν, ἀντὶ νὰ συντελῶσιν εἰς οἰκονομίαν, συντελοῦσιν εἰς ἄλλην καταστροφήν· διότι ἡ ἀνέγερσις τῆς αἰθούσης ταύτης μέχρι τοῦ σημείου εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασε, συνεπήγαγε νέας τροποποιήσεις ἐν τοῖς σχεδίοις· διότι μετετέθη ἡ αἴθουσα ἡ ἀρχικῶς σχεδιασθεῖσα, καθόσον ἐθεωρήθη, ὅτι δὲν ἦτο ἐπαρκοῦς χώρου, ὅλον δὲ τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ καταληφθῇ ἐκ τῆς κυρίως αἰθούσης διεσκευάσθη εἰς δωμάτια. Ἡ αἴθουσα ἦτο εἰς τὸ δεύτερον πάτωμα, καὶ καθ’ ὕψος μέχρι τῆς ὀροφῆς· οὕτως ἡ αἴθουσα διεσκευάσθη εἰς δωμάτια καὶ πατώματα, σήμερον δὲ πρόκειται νὰ κατεδαφισθῶσι ταῦτα.
§130ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι.
§131ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ μείνῃ ὡς ἔχει; Τότε σᾶς συγχαίρω.
§132ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ γείνῃ κῆπος.
§133ΡΑΛΛΗΣ. Τότε ἀκριβῶς θὰ ἦναι ἀπαράλλακτα ὡς τὸ Βουλευτήριον, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἕνεκα τῶν αὐτῶν λόγων, λόγων οἰκονομικῶν καὶ λόγων κακῆς διασκευῆς. Ἀλλ’ εἴμεθα τοσούτῳ μᾶλλον κατακριτέοι, δημιουργοῦντες ἐπὶ ἁδρᾷ δαπάνῃ τοιαῦτα ἐξαμβλώματα, καθόσον ἀποδεικνυόμεθα ἔτι πλέον νάνοι κατ’ ἀντιπαραβολὴν τῶν νέων ἔργων πρὸς τὰ ἔργα τῶν ἀρχαίων· καὶ ὅταν πρόκηται ὁπωσδήποτε νὰ γείνῃ θυσία πλούτου πρὸς τὴν κατασκευὴν ἔργων πολυτελείας, ἀποδεικνυόμεθα ἀσύγγνωστοι, τοιαῦτα διαπράττοντες λάθη κατὰ τὴν ἀρχιτεκτονικὴν σχεδίασιν τῶν ἔργων αὐτῶν. Ἡ πικρὰ πεῖρα, τὴν ὁποίαν ἔχομεν μέχρι τοῦδε, ἂς χρησιμεύσῃ ὡς δίδαγμα διὰ τὸ μέλλον· ἂς παύσωμεν θέλοντες νὰ οἰκοδομῶμεν ἀρχιτεκτονικὰ ἀριστουργήματα δι’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν μήτε νὰ σχεδιάσουν, μήτε νὰ ἐκτελέσουν τοιαῦτα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνεγέρσεως λοιμοκαθαρτηρίου ἐπὶ τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ ὁροθετικῆς γραμμῆς.
§135ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει μία ἔκτακτος ἀνάγκη, καθιστῶσα ἀναγκαίαν τὴν σύστασιν λοιμοκαθαρτηρίου σήμερον. Ἀλλὰ δὲν θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε ἡ ἐπιδημικὴ νόσος ἐν Τουρκίᾳ. Ὥστε, ἂν κατασκευασθῇ τοιοῦτον, ὁποῖον πρόκειται νὰ κατασκευασθῇ, θὰ προκαλέσῃ δαπάνην ὑπερβολικὴν διὰ τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἐπειδὴ δὲ δὲν θὰ χρησιμεύσῃ παρὰ διὰ ἓν ἢ δύο ἔτη, θὰ ἐγκαταλειφθῇ δὲ κατόπιν καὶ θὰ μεταβληθῇ εἰς ἐρείπιον, ὅπως ὅλα τὰ μὴ χρησιμοποιούμενα δημόσια καταστήματα, νομίζω ὅτι καλλίτερον εἶναι νὰ κατασκευασθῇ προσωρινὸν ὀλιγοδάπανον λοιμοκαθαρτήριον, καὶ ὄχι βαρὺ κτίριον, τὸ ὁποῖον καὶ πολὺ θὰ κοστίσῃ καὶ θὰ ἐρειπωθῇ μετ’ ὀλίγον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΒΜΒʹ περὶ συντηρήσεως τῶν ὁδῶν τοῦ Κράτους.
§137ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν ἐγένετο μακρὰ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ἤδη ἐπαναλαμβάνω τὰς παρατηρήσεις μου ἐπ’ αὐτοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν, νὰ κατορθώσωμεν ἀληθῆ συντήρησιν ὁδῶν δι’ ὁδοστατῶν. Ἀποβαίνει ἀπολύτως ἀδύνατος ἡ συντήρησις τῶν ὁδῶν, ἂν εἰς τοὺς ὁδοστάτας ἀναθέσωμεν καὶ τὴν ἐπιτήρησιν καὶ συντήρησιν τῶν τηλεγραφικῶν γραμμῶν. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ μᾶς δώσῃ τὴν λεπτομερῆ σημείωσιν τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν.
§138ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ καλλίτερος τρόπος πρὸς συντήρησιν τῶν τηλεγραφικῶν γραμμῶν, ὡς καὶ τῶν ὁδῶν, εἶναι νὰ ἔχωμεν ἰδίους φύλακας. Τοῦτο οὐδεὶς τὸ ἀμφισβητεῖ. Ἀλλὰ διὰ νὰ φυλαχθῶσιν ὅλαι αἱ γραμμαὶ ὅπως πρέπει, θ’ ἀπαιτηθῇ πολὺ μεγάλη δαπάνη, δαπάνη 150 ἕως 200 χιλιάδων δραχμῶν. Ἐσκέφθημεν λοιπὸν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβάσωμεν τὸ πρᾶγμα, ὥστε νὰ ἔχωμεν τὴν συντήρησιν τῶν γραμμῶν ἄνευ πολλῆς δαπάνης, καὶ δὲν εὕρομεν ἄλλον τρόπον ἢ τὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινόμενον. Ἐπὶ πολὺ συνεσκέφθημεν καὶ πολλάκις συνεζητήσαμεν μετὰ τοῦ διευθυντοῦ τῶν δημοσίων ἔργων καὶ τοῦ διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, μὲ ἐβεβαίωσαν δὲ ἀμφότεροι, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἄνευ βλάβης οὐδεμιᾶς τῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ τότε προέβην εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου. Ἡ ἐντεῦθεν προελευσομένη οἰκονομία ἀνέρχεται εἰς 70,000 δραχμὰς καὶ πλέον, ὅπερ εἶναι ἀρκετὰ σοβαρὸν, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§139ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ ἔχωμεν προϋπολογισμὸν ἢ ὄχι; Ἐπὶ δύο ἤδη ὥρας συνεδριάζομεν.
§140ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρακαλῶ, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον νὰ καταταχθῇ πρῶτον τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον.
§141ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως, ἂν πρόκηται νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν ἀμέσως.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§143ΡΑΛΛΗΣ. Ἂς ἀναγνωσθῶσι πρῶτον αἱ συμβάσεις.
§144Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπισκευῆς καὶ μεταῤῥυθμίσεως διαφόρων δημοσίων κτιρίων;
§146ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔχομεν νὰ κάμωμεν παρατηρήσεις. Ἐψηφίσθη νόμος ἀκριβῶς, ὅπως ἐξασφαλισθῇ τὸ Δημόσιον κατὰ δαπανῶν περιττῶν. Ἐὰν πρόκηται τοὺς προϋπολογισμοὺς νὰ τοὺς ψηφίζῃ ἡ Βουλὴ ἄνευ προηγουμένης μελέτης καὶ ἐξετάσεως τῶν ἀφορώντων τὰ ἐκτελεσθησόμενα ἔργα ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι περιττός. Θὰ ἦτο καλὸν νὰ παραδεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν.
§147ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Δὲν ἔχομεν καιρόν.
§148ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ὑποβληθῇ αὔριον ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς.
§149ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ὁ χρόνος εἶναι ἐπαρκής, ὅπως συγκληθῇ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἐγὼ δὲν ἔχω κἀμμίαν ἀντίῤῥησιν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοιαῦτα νομοσχέδια δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητῶνται ἐν τῇ ἐπιτροπῇ.
§150ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Καραπάνου εἶναι πολὺ ὀρθή, διότι εἰς τί τάχα θὰ χρησιμεύσῃ ἡ μετατόπισις τῆς εὐθύνης ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὴν Βουλήν; Θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸ νὰ μὴ ὑπάρχῃ κἀνεὶς ὑπεύθυνος.
§151ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ ἦναι ὁ Ὑπουργός.
§152ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ σᾶς χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν νὰ ἐκτελέσητε τὸ ἔργον, ἐκλείπει ἡ εὐθύνη σας, μένει δὲ μόνον ἡ ἠθικὴ εὐθύνη· ἵνα ὑπάρχῃ δὲ ὁ ἔλεγχος ἐπὶ τοιούτων ἀντικειμένων, ἀναγκαίως πρέπει νὰ συνοδεύωνται τὰ νομοσχέδια διὰ τῶν προϋπολογισμῶν.
§153ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Οἱ προϋπολογισμοὶ ὑπεβλήθησαν, ἐξετυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν. Ἄνευ προϋπολογισμῶν βεβαίως θὰ ἦτο ματαία ἡ συζήτησις.
§154ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν τοὺς ἔλαβον.
§155ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καταργοῦμεν τὴν σημασίαν τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, καὶ ὅτι οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ νὰ λύωμεν καθ’ ὁλοκληρίαν τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ. Τοῦτο πράττομεν, δεχόμενοι νὰ ψηφίζωμεν ἡμεῖς προϋπολογισμοὺς κτιρίων ἄνευ μελέτης τῶν λεπτομερειῶν αὐτῶν, δηλ. πόσαι σανίδες χρειάζονται, πόσαι πέτραι κτλ., χωρὶς τὰ τοιαῦτα νομοσχέδια νὰ ἐξετάζωνται προηγουμένως παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς.
§156Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ταῦτα πάντα ἀνεγράφοντο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἄλλοτε ἄνευ τινὸς ἄλλου καθορισμοῦ. Ἤδη ὑπεβάλομεν συγχρόνως τοὺς προϋπολογισμούς, οἵτινες ἐξετυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν· δὲν βλέπω δὲ τί δύναται νὰ πράξῃ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τούτων. Ἕκαστος δύναται νὰ ἐξετάσῃ τοὺς προϋπολογισμούς, καὶ ἐὰν ἐκ τῆς ἐξετάσεως προκύψῃ ἡ ἀνάγκη εἰδικωτέρας τινὸς διευκρινήσεως ἐν ἐπιτροπῇ, ἀποφασίζει ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῇ παραστάσει ταύτῃ τὴν ἀποστολὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἐνταῦθα πρόκειται ν’ ἀποφασισθῇ, ἂν ἐγκρίνηται παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ ἐκτέλεσις δημοσίου ἔργου ἐπὶ δαπάνῃ καθωρισμένῃ, ἀλλ’ οἱ πρὸς καθορισμὸν τῆς δαπάνης ὑπολογισμοὶ ἀνήκουσιν εἰς τοὺς μηχανικούς.
§157ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡμεῖς θὰ ἤμεθα ὑπεύθυνοι συντάκται.
§158ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πάντοτε θὰ ἤμεθα ὑπεύθυνοι συντάκται, ἐκτὸς ἐὰν γείνωμεν καὶ ἡμεῖς μηχανικοί. Ὥστε δὲν νομίζω, ὅτι ὑφίσταται ἀνάγκη παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἡ δαπάνη εἶναι ἐλαχίστη.
§159ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κυρίως ὁ ἔλεγχος τῆς Βουλῆς, τὸν ὁποῖον ἀπῄτησεν ὁ ἄρτι κατ’ εἰσήγησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ψηφισθεὶς νόμος, ἀπέβλεψεν οὐχὶ εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν κατὰ μέρος δαπανῶν, ἀλλ’ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ἀνάγκης τῆς δαπάνης. Ἀκριβῶς ὅμως τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὅπως ὑπεβλήθη, οὐδόλως δικαιολογεῖ τὰς δαπάνας ταύτας, μίαν τοὐλάχιστον ἐξ αὐτῶν, τὴν καὶ σπουδαιοτέραν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸ καπνοκοπτήριον Ἔχομεν μὲν ἐνταῦθα τὸν προϋπολογισμὸν, δυνάμει τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ δαπανηθῶσιν 63,000 δραχμαὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐπεκτάσεως τῶν καπνοκοπτηρίων, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν δικαιολόγησιν τῆς ἀνάγκης ταύτης. Κατὰ ταῦτα εὑρίσκω, ὅτι εἶναι ἐλλιπὲς τὸ νομοσχέδιον.
§160Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο νομίζω ὅτι δύνασθε νὰ ζητήσητε: ποία εἶναι ἡ δικαιολόγησις. Ἡ δικαιολόγησις εἶναι, ὅτι τὸ κοπτήριον, τὸ σήμερον λειτουργοῦν, ᾠκοδομήθη ἐπὶ καταστάσεως ἄλλης τῶν τῆς βιομηχανίας τῆς καπνοκοπτικῆς καὶ τῆς κατεργαστικῆς τοῦ καπνοῦ, διότι, ὅτε τὸ κατάστημα τοῦτο ᾠκοδομήθη ἐνταῦθα, ἐγίνετο πώλησις κυρίως καπνοῦ κεκομμένου ἐν σακκιδίοις· ἡ σιγαροποιΐα δὲν εἶχε λάβει τὴν ἀνάπτυξιν, ἣν ἀπέκτησεν ἤδη καὶ λαμβάνει ὁλονὲν παρ’ ἡμῖν, ὡς καὶ ἀλλαχοῦ. Ὡς ἐκ τούτου ὁ χῶρος τοῦ κοπτηρίου σήμερον εἶναι ἀνεπαρκὴς καὶ ἀνεπαρκέστερος ὁσημέραι ἀποβαίνει, νομίζω δὲ, ὅτι, ἀφοῦ ἐπεβλήθησαν εἰς τοὺς καπνοπώλας πᾶσαι αἱ πρὸς τὴν ἐν τοῖς κοπτηρίοις κατεργασίαν τοῦ καπνοῦ ὑποχρεώσεις, καὶ οἰκονομίας ἐπραγματοποιήσαμεν μεγάλας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐκ τῆς τοιαύτης μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἀρχικοῦ νόμου, ὀφείλει τὸ Δημόσιον ν’ ἀναδεχθῇ τὴν δαπάνην 60,000 δραχμῶν πρὸς παροχὴν εἰς τοὺς καπνοπώλας καταστήματος ἐπιτρέποντος ἀνετωτέραν ἐν αὐτῷ τὴν ἐργασίαν· διότι, ὡς σήμερον ἔχουσι τὰ τοῦ κοπτηρίου, σπουδαίως προσκόπτει ἡ ἐργασία, διὰ τὸ δυσανάλογον τοῦ χώρου πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῆς καὶ κατὰ ποσὸν καὶ κατ’ εἶδος.
§161ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐννοεῖ τις ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ποία προσθήκη πρόκειται νὰ γείνῃ. Ἐὰν πρόκηται νὰ γείνῃ μία αἴθουσα ἰσόγειος, ἡ δαπάνη τῶν 60,000 δραχμῶν εἶναι βεβαίως ὑπερβολική.
§162ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ στοιχίσῃ ἡ νέα αἴθουσα ὅ,τι ἐστοίχισε καὶ ἡ πρώτη, εἰς ἣν θέλει ἐπιπροστεθῆ ἐπὶ τῷ αὐτῷ σχεδίῳ, διπλασιάζουσα τὸν χῶρον ἄνευ διαχωρίσματος. Τὸ ἥμισυ τοῦ δημοσίου γηπέδου κατελήφθη ὑπὸ τῆς πρώτης οἰκοδομῆς, ἤδη δὲ θὰ καταληφθῇ καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπισκευῆς καὶ μεταῤῥυθμίσεως διαφόρων δημοσίων κτιρίων» εἰς αʹ συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§164ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν δαπάνην αὐτὴν διὰ τὰς φυλακὰς Συγγροῦ δὲν ἐννοῶ. Πρόκειται νὰ δαπανηθῶσι 15,000 δραχμαὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς μεταῤῥυθμίσεως τῶν φυλακῶν Συγγροῦ. Ἐὰν πρόκηται νὰ γείνῃ μεταῤῥύθμισις, διὰ τῆς ὁποίας θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀποφύγωμεν τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα βλέπομεν πολὺ συχνὰ ἀναγραφόμενα ἐν ταῖς ἐφημερίσι, τὰ ἄτοπα τῆς ἀποδράσεως τῶν καταδίκων, ἡ δαπάνη πρέπει νὰ γείνῃ πολὺ μεγαλειτέρα καὶ εἰς μεγαλείτερον κύκλον. Ἔχει δὲ καὶ ἄλλα ἐλαττώματα τὸ κατάστημα, τὰ ὁποῖα καθιστῶσιν αὐτὸ δύσχρηστον, ἂν οὐχὶ ἄχρηστον. Ἐπὶ ὅλων αὐτῶν τῶν ἐλαττωμάτων νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὀφείλει νὰ προκαλέσῃ μίαν γνωμοδότησιν ἁρμοδίων ἀρχιτεκτόνων, ἢ τῶν μηχανικῶν τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων. Εἶναι ὁ μόνος τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ δυνηθῶμεν νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὰς φυλακὰς ταύτας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§165ΚΡΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἔχῃ κἀμμίαν ἀντίῤῥησιν, ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου ΣΞʹ περὶ τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου.
§166ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας, Κύριοι, ὅτι καθ’ ὅσον δαπανῶμεν περισσότερον χρόνον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ὑπέθεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀρκετὸν διὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, κατὰ τοσοῦτον συντέμνομεν τὸν χρόνον τὸν πρὸς συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§167Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχομεν ἀκόμη 10 λεπτὰ μέχρι τῆς 9½ ὥρας μετὰ μεσημβρίαν (ἱλαρότης).
§168ΡΑΛΛΗΣ. Λησμονεῖτε ὅμως, ὅτι ἠρχίσαμεν εἰς τὰς 4½.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου ΣΞʹ τῆς 23 Ὀκτωβρίου 1853 περὶ τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§170ΡΑΛΛΗΣ. Τὰς συμβάσεις, κύριε Πρόεδρε.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Βραΐλᾳ ἑδρευούσης Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας Ἐμπειρίκων συμβάσεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς Γερμανικῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας «Deutsche Levant Linie» προσθέτου συμβάσεως. Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἑδρευούσης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας «G Lambros et Cie» συμβάσεως. Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς Ρωσσικῆς ἀτμοπλοϊκῆς καὶ ἐμπορικῆς ἑταιρίας συμβάσεως. Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Λονδίνῳ ἑδρευούσης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας «Eastern General Traffic Company Limited» συμβάσεως).
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δρ. 35,000. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 183). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
§173ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Πρωϊνὴν συνεδρίασιν ἔχομεν αὔριον, κύριε Πρόεδρε;
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§175ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νομίζω ὅτι διὰ τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν πρωϊνὴν συνεδρίασιν.
§176ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται καθ’ ἡμέραν νὰ μεταβάλλῃ ἀπόφασιν ἡ Βουλή. Χθὲς ἀπεφασίσθη νὰ μὴ γίνηται πρωϊνὴ συνεδρίασις.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Εὐταξία.
§178ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρατηρεῖτε ὅτι ὑπάρχει ἑκατέρωθεν διάθεσις, ὅπως αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἐπιταχυνθῶσι. Νομίζω ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καλὸν θὰ ἦτο, ὅπως μὴ ἀναγκαζώμεθα νὰ δευτερολογῶμεν, νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ τάξις, ἡ ἀνέκαθεν ἐπικρατήσασα ἐπὶ τοιούτων συζητήσεων, καὶ καθ’ ἥν, ἀφοῦ ἐγένετο ἅπαξ μία ἀγόρευσις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ λάβῃ τὸν λόγον εἷς ἐκ τῶν τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰ ἤδη εἰρημένα. Νομίζω ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ἔχει καθῆκον καὶ δι’ ἄλλον τινὰ λόγον νὰ ἀγορεύσῃ αὐτὸς πρῶτος. Ἐὰν ἐγίνετο μία καὶ μόνη ἔκθεσις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ δὲν ὑπῆρχε διαφωνία ἐκ μέρους τῆς μειονοψηφίας καὶ ἡ διαφωνία αὕτη δὲν διετυποῦτο ἐγγράφως, τότε βεβαίως ὤφειλον νὰ λάβωσι πρῶτοι τὸν λόγον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ἐναντίαν γνώμην ἔχοντες πρὸς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ὤφειλον νὰ ὑποστηρίξωσι ταύτην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ νῦν, ἀφοῦ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μετ’ αὐτὴν ὑπεβλήθη ἑτέρα ἔκθεσις τῆς μειονοψηφίας, ἥτις ἀνασκευάζει ἐν πᾶσι τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειονοψηφίας, ἔχει τελευταία τὸν λόγον ἡ μειονοψηφία. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἔλαβεν ἤδη τὸν λόγον ἓν μέλος ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου βουλευτὴς κ. Καΐρης, καταπολεμῶν τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν καὶ ὅσα πρὸς ὑποστήριξιν αὐτοῦ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἔγραψεν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ. Διὰ ταῦτα νομίζω, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νῦν νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ν’ ἀγορεύσῃ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας. Ἐγώ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, θὰ περιορισθῶ εἰς τὸ νὰ λάβω ἅπαξ μόνον τὸν λόγον, ἐνῷ, ἐὰν νῦν λάβω αὐτὸν καὶ ἀκολούθως ἀπαντήσῃ εἰς ἐμὲ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ἴσως θὰ λάβω ἀφορμήν, ἵνα δευτερολογήσω. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ ἐπισπεύσῃ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν της, ὁ μόνος κατάλληλος τρόπος, νομίζω, θὰ ἦτο νὰ διεξαχθῇ οὕτω πως ἡ συζήτησις, ὥστε νὰ μὴ προκαλῶνται δευτερολογίαι.
§179ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἄλλοτε κατετέθη ἔκθεσις τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ κατάθεσις ὅμως ταύτης δὲν μετέβαλε τὸ καθιερωμένον ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κοινοβουλίῳ ἔθιμον νὰ λαμβάνωσι πρῶτοι τὸν λόγον οἱ τῆς μειονοψηφίας καὶ ἀπαντῶσιν ὄχι μόνον εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν εἰσηγητήριον λόγον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ νὰ γνωρίζωσιν εἰς τὸ κοινὸν τὰς ἰδέας τῆς μειονοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ. Πλὴν ὅμως τούτου, ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ἡ ἔκθεσις τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν πολλοῖς παραπέμπει εἰς ὅσας οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως θὰ ἀναπτύξωσι προφορικῶς ἀπὸ τοῦ βήματος ἰδέας, ὡς ἐκ τούτου δύναται νὰ θεωρηθῇ καὶ ἀτελὴς ἡ ἔκθεσις. Δὲν ἐννοῶ δὲ, διατὶ οἱ προαγορεύσαντες νομίζουσιν, ὅτι μόνον εἰς αὐτοὺς ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ δευτερολογήσωσιν, αὐτὸ δὲ τὸ δικαίωμα δὲν τὸ ἀναγνωρίζουσιν εἰς τοὺς συναδέλφους των. Ἐὰν ἐγὼ ὡμίλουν πρῶτος, δὲν ἕπεται, ὅτι ἀπέβαλον τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐκ δευτέρου, ἂν ἤθελον κρίνει τοῦτο ἀναγκαῖον. Λοιπὸν νομίζω προσῆκον, ὡς εἶναι εἰθισμένον ἄλλως τε, νὰ ὁμιλήσῃ πρῶτος ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας.
§180ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς ἠξεύρει, ὅτι εὑρισκόμεθα νῦν πρὸ μιᾶς ἐξαιρετικῆς περιστάσεως, καθ’ ἣν ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας, ὑπείκων εἰς περιστάσεις ἀνεξαρτήτους τῆς θελήσεώς του, ἠναγκάσθη νὰ καταλίπῃ τὰς Ἀθήνας, καὶ δὲν εἶναι ἐνταῦθα, ὅπως ὑποστηρίξῃ καὶ προφορικῶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγγράφως διετύπωσεν ἐν τῇ ἐκθέσει. Ἐγὼ δὲ, ἐὰν θὰ λάβω νῦν τὸν λόγον, θὰ λάβω αὐτὸν ἐπέχων θέσιν εἰσηγητοῦ τῆς μειονοψηφίας, καὶ ἂν θ’ ἀναγκασθῶ ἀκολούθως νὰ δευτερολογήσω, θὰ λάβω τὸν λόγον μόνον ὡς Βουλευτὴς ἀνήκων εἰς τὴν μειονοψηφίαν Εἶναι λοιπὸν ὅλως διόλου ἐξαιρετικὴ ἡ περίπτωσις δι’ ἐμὲ, ἐνῷ δὲν συμβαίνει τοῦτο εἰς τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς θὰ ἀγορεύσῃ καὶ ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας καὶ ὡς Βουλευτὴς Παρνασσίδος συγχρόνως· δὲν θὰ εὑρεθῇ λοιπὸν εἰς τὴν αὐτὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι ἐγώ.
§181ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ὡς συνετάχθη ἡ ἔκθεσις τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἀπέδειξαν οἱ ὑπογράψαντες αὐτὴν τὴν ἀπαραίτητον ἀνάγκην νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρος ἐν τῇ Βουλῇ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος, διότι ἀκριβῶς ἐν αὐτῇ γίνεται μνεία, ὅτι θὰ ἀναπτυχθῶσι τὰ ἐν αὐτῇ καὶ ἐν ταῖς γενικαῖς γραμμαῖς καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς...
§182ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρὰ τοῦ εἰσηγητοῦ.
§183ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος συνάδελφος, λίαν ἄλλως τε ἀξιότιμος, βεβαίως δὲν εἶναι καὶ ὁ συντάκτης τῆς ἐκθέσεως τῆς μειονοψηφίας. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς, νομίζω, ὅτι εἶναι ὁ πραγματικὸς εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας, καὶ ὀφείλει τὸ καθῆκον αὐτοῦ νὰ ἐκπληρώσῃ. Κατόπιν δὲ θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγώ.
§184ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν διακόπτομεν ὀλίγον, κύριε Πρόεδρε;
§185ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Εὐταξίας θὰ ὁμιλήσῃ τοὐλάχιστον τρεῖς ὥρας.
§186ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ ἔτους, καθ’ ἣν εὑρισκόμεθα, ἐποχὴν Ἀπόκρεων, πρέπει νὰ τελειόνωμεν εἰς τὰς 9 ἢ 10 τὸ πολύ.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ Ἀπόκρεω δὲν ἔχουν κἀμμίαν σχέσιν μὲ τὴν Βουλὴν, κύριε Βουλευτὰ (ἱλαρότης).
§188ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ὑπομιμνήσκουσι τὰς Ἀπόκρεω, δὲν τὰς ὑπομιμνήσκουσι, διότι ἔχουσι διάθεσιν νὰ μεταμφιεσθῶσιν, ἀλλὰ διότι αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, ἐπιβάλλουσι τὸ καθῆκον νὰ τελειώνωμεν ἐνωρίς. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως π. χ. δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ μεταβῇ εἰς τὸν χορὸν τοῦ ἐξαδέλφου του (ἱλαρότης). Ἕνεκα τούτου ἀναγκαίως πρέπει νὰ κανονίσωμεν τὰς ἐργασίας μας οὕτως, ὥστε νὰ ἔχωσιν οἱ συνάδελφοι τὸν καιρὸν, ἵνα ἐκπληρῶσι τὰς τοιαύτας ὑποχρεώσεις των.
§189ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ἐξακολουθήσωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
§191ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν δύναμαι, Κύριοι, ν’ ἀποκρύψω τὴν βαθεῖαν ἔκπληξιν, ἣν ἐνεποίησεν εἰς ἐμὲ τόσον ἡ ἀκρόασις τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσον καὶ ἡ ἀνάγνωσις τῆς μακρᾶς ἐκθέσεως, ἣν ἔγνω αὐτὸς νὰ προτάξῃ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894. Εἶναι οὗτος ὁ πρῶτος προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ὁ εἰσαχθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν ἤδη καταστροφὴν εἰς τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικά. Καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν πάντες ἀνεμένομεν ν’ ἀκούσωμεν ἐκτιθέμενα ἐν εἰλικρινείᾳ τὰ αἴτια, τὰ παραγαγόντα τὴν σημερινὴν κατάστασιν, ὅπως οὕτως ἐκ τῆς ὀρθῆς αὐτῶν διαγνώσεως ὁδηγηθῶμεν ἀσφαλῶς εἰς τὸν προσφορώτερον τρόπον τῆς θεραπείας τοῦ κατατρύχοντος ἡμᾶς κακοῦ· καθ’ ἣν στιγμὴν πάντες ἀνεμένομεν νὰ ἴδωμεν τὸν εἰσηγητὴν τοῦ νέου προϋπολογισμοῦ λαμβάνοντα ὁριστικὸν διαζύγιον πρὸς τὸ ἀπαίσιον παρελθὸν, τὸ ἐγκυμονῆσαν τὴν χρεωκοπίαν τῆς 10 Δεκεμβρίου, τί ἠκούσαμεν παρ’ αὐτοῦ; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐθεώρησε πάντη περιττὸν νὰ ἀναδράμῃ εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ν’ ἀναζητήσῃ ἐν αὐτῷ τὰ αἴτια τῆς σημερινῆς καταστάσεως, παραγνωρίζων δὲ τέλεον τὴν νῦν θέσιν τῶν πραγμάτων, ἐνόμισεν ὅτι τῷ ἦτο ἐπιτετραμμένον ν’ ἀνασκοπήσῃ μόνον τὰ μέχρι τοῦδε γνωστὰ ἀποτελέσματα τῶν δύο προηγουμένων χρήσεων καὶ νὰ στηρίξῃ εἰς αὐτὰ τὰς περὶ τοῦ μέλλοντος προβλέψεις, ὡς ἐὰν μὴ ὑπῆρχε τὸ παράπαν τὸ μεσότοιχον τῆς 10 Δεκεμβρίου, τὸ διαχωρίζον ἡμᾶς ἀπὸ τῶν χρήσεων ἐκείνων καὶ ἐπιβάλλον εἰς ἡμᾶς νῦν νὰ τάμωμεν νέαν ὁδὸν ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἡμῶν διαχειρίσει. Αὐτὸς μάλιστα, ὑποβάλλων τὴν φορὰν ταύτην βραδέως πως τὸν προϋπολογισμὸν, δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποκρύψῃ τὴν εὐαρέσκειάν του, διότι, ὡς εἶπεν, ἡ βραδύτης αὕτη εἶχε τοῦτο τὸ πλεονέκτημα, ὅτι ἠδύναντο ἐν τῷ νέῳ προϋπολογισμῷ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἤδη γνωστὰ ἀποτελέσματα τῶν δύο τελευταίων προϋπολογισμῶν. Ὀφείλω, Κύριοι, πρὸς τιμὴν τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς νὰ ὁμολογήσω, ὅτι αὕτη, διαφωνοῦσα κατὰ τοῦτο πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἔσχε τὴν εἰλικρίνειαν νὰ δηλώσῃ εὐθὺς ἐν ἀρχῇ τῆς ἐκθέσεώς της, ὅτι ναὶ μὲν «ὤφειλε, κατὰ τὰ εὐλόγως παραδεδεγμένα ἐν τῷ παρελθόντι, νὰ συμβουλευθῇ τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ ἀπολογισμοὺς τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἰδίᾳ δὲ τοὺς τῆς χρήσεως 1892, ληξάσης ἤδη, καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως 1893, ὡς καὶ τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1893· ἀλλ’ οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν 1892 καὶ 1893 ἐπὶ μιᾶς ἐστηρίζοντο βάσεως καὶ εἰς ἕνα ἀφεώρουν θεμελιώδη σκοπὸν, εἰς τὴν ἀκεραίαν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς πιστωτὰς αὐτοῦ». Ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς προέβη καὶ ἔτι περαιτέρω. Ἐξ ἀντιθέτου πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐνόμισεν ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὴν ν’ ἀναζητήσῃ ἐν τῷ παρελθόντι τὰ αἴτια τῆς παρούσης καταστάσεως. Πλὴν δυστυχῶς, ἐκ τῆς ἀρχῆς, ἣν ἔθεσεν ὀρθῶς καὶ καθ’ ἣν ὁ νέος προϋπολογισμὸς δὲν ἔπρεπε νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων πρὸς τοὺς προηγουμένους προϋπολογισμοὺς, δὲν ἔγνω νὰ ἐξαγάγῃ τὰς ἀναγκαίας συνεπείας, ὡς θὰ ἴδωμεν βραδύτερον· ἐν δὲ τῇ ἀναζητήσει τῶν αἰτίων τῆς ἐπελθούσης καταστροφῆς ἐφρόντισε μόνον νὰ συγκαλύψῃ ἐκ παντὸς τρόπου τὸν κυρίως ἔνοχον καὶ ν’ ἀναζητήσῃ εὐθύνας ἐκεῖ, ὅπου τοιαῦται δὲν ὑπάρχουσιν. Ἠστόχησεν ἄρα τοῦ σκοποῦ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὑπὸ τὴν μίαν καὶ ὑπὸ τὴν ἄλλην ἔποψιν. Ποιεῖται λόγον ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς περὶ οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἥτις ὑπὸ τὸν νῦν Πρωθυπουργὸν ἀπέβλεπεν εἰς τὴν πλήρη ἀνόρθωσιν καὶ ἐμπέδωσιν τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως καὶ εἰς τὴν χρησιμοποίησιν αὐτῆς πρὸς προαγωγὴν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, καὶ τῆς πολιτικῆς ταύτης ἀναφέρει ὡς κύριον μοχλὸν τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς, δι’ ὧν, ὡς ἰσχυρίζεται, ἐπὶ μίαν πενταετίαν, ἀπὸ τοῦ 1886–1890, ἐπετελέσθησαν ἀληθῆ θαύματα, καὶ τὸ Κράτος καὶ ἡ χώρα εἶχον ἀνακτήσει τὴν οἰκονομικήν των εὐρωστίαν. Ἀλλὰ τὸ λαμπρὸν τοῦτο ἔργον τοῦ κ. Τρικούπη ἀνέτρεψεν ἡ 14 Ὀκτωβρίου, ἥτις ἐξέβαλεν αὐτὸν τῆς ἀρχῆς καὶ ἔφερεν εἰς αὐτὴν τὸ Ὑπουργεῖον Δηλιγιάννη, τὸ ὁποῖον ἐντὸς 17 μηνῶν ἐδημιούργησεν ἀληθὲς χάος ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς ἡμῶν, ἐξ οὗ θὰ ἔσωζεν ἡμᾶς αὖθις ἡ ἐπάνοδος τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ εἰς τὰ πράγματα, ἐὰν μὴ ἐξηναγκάζετο οὗτος τὴν τελευταίαν στιγμήν, καθ’ ἣν ἔμελλον αἱ προσπάθειαί του νὰ στεφθῶσιν ὑπὸ ἐπιτυχίας, νὰ παραχωρήσῃ τὴν θέσιν του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς 3 Μαΐου, ὑφ’ ὃ διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως συνετελέσθη ἡ χρεωκοπία τοῦ Κράτους. Καὶ οὕτως ἐνόμισεν ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ἐπετέλεσε τιμίως καὶ εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν της, διαγνοῦσα αὐτὴ καὶ καταδείξασα καὶ εἰς ἡμᾶς τὰ ἀληθῆ αἴτια καὶ τοὺς κυρίως ὑπευθύνους διὰ τὴν σημερινὴν κατάστασιν, ἄφησε δὲ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸ ἔθνος νὰ βάλωσι τὸν λίθον τοῦ ἀναθέματος κατ’ ἐκείνων, οἵτινες, δὶς ἀνακόψαντες τὸ σωτήριον ἔργον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐξώθησαν τὰ πράγματα εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν ἤδη καταστροφήν. Κατὰ τὴν σύνταξιν, Κύριοι, τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς παρετηρήθη ἐν ἀρχῇ δυστοκία τις, δοῦσα εἰς πολλοὺς ἀφορμὴν νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι τὰ μέλη αὐτῆς, καὶ ἰδίᾳ ὁ εἰσηγητής, εἶχον ἐνδοιασμοὺς πρὸς τοῦτο. Ὡς φαίνεται, ἐταλαντεύθησαν ἐφ’ ἱκανὸν χρόνον μεταξὺ τῆς φωνῆς τῆς συνειδήσεως, ἥτις ὑπηγόρευεν εἰς αὐτοὺς πρὸ τῶν τετελεσμένων γεγονότων νὰ μιμηθῶσι τὸ παράδειγμα ἄλλων συναδέλφων των, καὶ νὰ στρέψωσι τὰ νῶτα πρὸς τὸν ὑπαίτιον τῆς συμφορᾶς, καὶ τοῦ αἰσθήματος τῆς φιλίας καὶ ἀφοσιώσεως πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς ὃν πολλοὶ καὶ ποικίλοι δεσμοὶ συνδέουσιν αὐτούς. Καὶ τὸ αἴσθημα τοῦτο ὑπερίσχυσεν ἐπὶ τέλους, ὁ δὲ σημαιοφόρος, ὡς ἀπεκλήθη ποτέ, τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ κυρίου Τρικούπη ἀξιότιμος ἐκ Παρνασίδος Βουλευτὴς ἐθεώρησε πρέπον νὰ ξιφουλκήσῃ καὶ νῦν, μετὰ μείζονος μάλιστα ζήλου ἢ πρίν, ὑπὲρ τοῦ ἀρχηγοῦ του. Ἴσως συναισθανόμενος ἑαυτὸν συνένοχον τῆς οἰκονομικῆς τούτου διαχειρίσεως, ὑπὲρ ἧς πάντοτε αὐτὸς ἐκθύμως συνηγόρησε καὶ ἥτις ἐπέπρωτο τόσον ὀλεθρίους καρποὺς νὰ ἀποφέρῃ εἰς τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν τόπον, ἐνόμισεν ὅτι ἐπεβάλλετο νῦν αὐτῷ τὸ καθῆκον νὰ ὑπεραπολογηθῇ αὐτῆς, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι οὕτω πως ὑπεραπολογεῖται καὶ τῆς ἰδίας πολιτείας. Ἀλλ’ ἐὰν ἐνόμισεν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι τοιοῦτο καθῆκον ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸν, ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ παρεξηγήσῃ νῦν ἡμᾶς, ἐὰν προκληθέντες οὕτως ὑπ’ αὐτοῦ ἤμεθα ἠναγκασμένοι ν’ ἀντεπεξέλθωμεν πρὸς ὅλας τὰς ἀνακριβείας καὶ τὰς διαστροφὰς τῆς ἀληθείας, ἃς ἐνέχει ἡ ἔκθεσίς του, καὶ τοῦτο οὐχὶ βεβαίως τόσον ὅπως ὑπεραπολογηθῶμεν ἡμῶν αὐτῶν, — διότι εὐτυχῶς ἔχομεν τὰ πράγματα, μόνον οὐχὶ φωνὴν ἀφιέντα ὑπὲρ ἡμῶν, — ὅσον ὅπως διασκεδάσωμεν τὴν ἀχλύν, μεθ’ ἧς αὐτὸς ἠθέλησε νὰ περιβάλῃ καὶ αὐτὸ τὸ ἐγγύτατα ἡμῶν κείμενον παρελθόν, καὶ ἀποκαλύψωμεν γυμνὴν τὴν ἀλήθειαν, ἀψηφοῦντες ἐὰν αὕτη ἦναι πικρὰ εἴς τινας. Ἀρκεῖ ὅτι οὕτω συντελοῦμεν εἰς τὴν ἀκριβῆ διάγνωσιν τῶν αἰτίων, τῶν παραγαγόντων τὴν παροῦσαν κατάστασιν, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ καὶ εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ προσφορωτέρου τρόπου πρὸς βελτίωσιν αὐτῆς. Γίνεται λόγος ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας περὶ οἰκονομικῆς πολιτικῆς, καὶ ὡς κύριος μοχλὸς αὐτῆς ἀναφέρονται οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοί. Ἀλλὰ πᾶς, ὅστις καὶ ἄκρῳ δακτύλῳ, τὸ δὴ λεγόμενον, ἐγεύσατο τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, δὲν δύναται βεβαίως νὰ μὴ αἰσθανθῇ τὸ μειδίαμα ἀναβαῖνον εἰς τὰ χείλη του πρὸ τοῦ τοιούτου χαρακτηρισμοῦ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ εἶναι, κυρίως εἰπεῖν, πράξεις χρηματιστικαί, καὶ δὴ οὐχὶ τοῦ ἀρίστου εἴδους. Ὅταν, Κύριοι, ὑπὸ τὸ πρόσχημα μετατροπῆς δανείων δανείζηταί τις, μεταβάλλων ἐσωτερικὰ εἰς ἐξωτερικὰ χρέη, ἅτινα εἶναι τὰ ἐπαχθέστερα πάντοτε, ὅταν τις δανείζηται ὑπὸ τὸ πρόσχημα κατασκευῆς δημοσίων ἔργων, τὸ δὲ προϊόν τῶν δανείων διαθέτῃ εἰς κάλυψιν ἐλλειμμάτων τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἐπαυξάνων οὕτως ἀντὶ νὰ ἐλαττώσῃ τὸ κακόν, αἱ πράξεις αὗται δύνανται νὰ ὦσι χρηματιστικαί, ἢ πᾶν ὅ,τι ἄλλο ἂν θέλητε, πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ὅμως πολιτικὴν βεβαίως οὐδεμίαν σχέσιν δύνανται νὰ ἔχωσιν. Ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας εἶναι τῳόντι ἐκ τῶν κρατίστων λογιστικῶν ἡμῶν, — ἀπόδειξις δὲ τούτου τρανὴ ἡ ἱκανότης, μεθ’ ἧς κατώρθωσε πάντοτε νὰ παριστᾷ τὰ ἐλλείμματα τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ κ. Τρικούπη ὡς περισσεύματα, — ἔχει δὲ οὐ σμικρὰν πεῖραν καὶ τῶν χρηματιστικῶν πράξεων. Ἐὰν ἴσην ἱκανότητα καὶ ἐμπειρίαν ἐκέκτητο καὶ περὶ τὰ κυρίως οἰκονομικὰ ζητήματα, θὰ ἐγίνωσκεν ὅτι οἰκονομικὴ πολιτικὴ δὲν εἶναι οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοί, ἀλλὰ τὸ σύνολον τῶν νομοθετικῶν καὶ διοικητικῶν μέτρων τῆς Πολιτείας, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ προαγωγὴν τῶν οἰκονομικῶν πόρων καὶ εἰς τὴν καθόλου οἰκονομικὴν εὐημερίαν χώρας τινός. Ἐν τῇ στενοτέρᾳ αὐτῆς ἐννοίᾳ οἰκονομικὴ πολιτικὴ σημαίνει τὸ σύνολον τῶν νομοθετικῶν καὶ διοικητικῶν μέτρων, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῶν οἰκονομικῶν πόρων Πολιτείας τινὸς κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε καὶ αὐτὴ νὰ ἔχῃ πάντα τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν της, καὶ τὰ βάρη, τὰ οὕτως ἐπιβαλλόμενα εἰς τοὺς πολίτας, νὰ ὦσιν ἀνάλογα καὶ δίκαια, καὶ νὰ μὴ ἀφαιρῶσι παραγωγικὰ κεφάλαια τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἔσχε ποτὲ τοιαύτην οἰκονομικὴν πολιτικὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ἐν τῇ εὐρυτέρᾳ εἴτε ἐν τῇ στενοτέρᾳ αὐτῆς ἐννοίᾳ; Μετὰ τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους, Κύριοι, ἀνάγκη πᾶσα νὰ ἐπέλθῃ πλήρης καὶ τελεία ἡ ἐκκαθάρισις, ἂν θέλωμεν νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς νῦν ἀφορήτου καταστάσεως, ν’ ἀποφύγωμεν δὲ καὶ ἐν τῷ μέλλαντι παραπλησίαν, εἰ μὴ καὶ χείρονα καταστροφὴν τῆς τῆς 10ης Δεκεμβρίου. Ἀνάγκη πᾶσα ἡ ἐκκαθάρισις αὕτη νὰ μὴ περιορισθῇ εἰς μόνον τὸ δημόσιον ἡμῶν χρέος, διότι εἰς ὁσονδήποτε ποσὸν καὶ ἂν ἐλαττωθῇ ἡ λειτουργία τούτου, ἂν μὴ λάβωμεν ὁριστικὸν διαζύγιον πρὸς τὸ παρελθόν, ἂν μὴ ἄρωμεν ἐκ τοῦ μέσου ὅλα τὰ αἴτια, τὰ παραγαγόντα τὴν παροῦσαν κατάστασιν, ἢ δὲν θὰ ἐξέλθωμεν τὸ παράπαν ἐξ αὐτῆς, ἢ ἐξελθόντες, ταχέως πάλιν θὰ περιστῶμεν εἰς ἣν νῦν εὑρισκόμεθα καὶ εἰς χείρονα ἴσως θέσιν. Ἀνάγκη πᾶσα ἡ ἐκκαθάρισις νὰ ἐπεκταθῇ ἐπὶ τὴν ὅλην οἰκονομικὴν ἡμῶν διοίκησιν. Ἀνάγκη νὰ παύσῃ πλέον ἡ μέχρι τοῦδε γινομένη διάκρισις στενῶν καὶ εὐρέων ἰσοζυγίων, ν’ ἀποκατασταθῇ δὲ πλῆρες καὶ πραγματικὸν τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡμῶν. Ἀνάγκη πρὸς τοῦτο ν’ ἀναγράφωνται ἐν μὲν τοῖς ἐσόδοις αὐτοῦ ἀκριβῶς τὰ ποσὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μέλλουσι τῳόντι νὰ εἰσπραχθῶσιν, ἐν δὲ τοῖς ἐξόδοις πᾶσαι αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους, αἵτινες μέλλουσι νὰ πραγματοποιηθῶσι. Πρέπει βεβαίως ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα νὰ γείνῃ πᾶσα δυνατὴ οἰκονομία, ἀποκοπτομένης πάσης περιττῆς δαπάνης· πλὴν τοῦτο δὲν εἶναι λόγος, ὅπως μὴ ἀναγράφωνται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πᾶσαι αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους, καὶ δὴ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ νομίσματος, προσυπολογιζομένης δηλαδὴ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς ἐπὶ τῶν εἰς χρυσὸν δαπανῶν, καὶ καθ’ ὅσον αὐταὶ δύνανται νὰ προβλεφθῶσι, κατὰ τὸν Λογιστικὸν ἡμῶν νόμον, περιοριζομένων κατὰ τὸ ἐφικτὸν τῶν ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων, αἵτινες ὑπῆρξαν μέχρι τοῦδε μία τῶν πρώτων πηγῶν τοῦ κακοῦ. Ἀνάγκη πᾶσα μετὰ τὴν οἰκονομικὴν διοίκησιν ἡ ἐκκαθάρισις νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τὴν ὅλην οἰκονομικὴν ἡμῶν πολιτικήν. Ἀνάγκη πρὸς τοῦτο ῥιζικῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἐν ἰσχύϊ φορολογικοῦ ἡμῶν συστήματος, ὅπερ εἶναι ἀπηρχαιωμένον ἐν πολλοῖς, ἄνισον, ἄδικον καὶ δυσανάλογον. Ἀνάγκη νὰ τεθῶσιν αἱ βάσεις ἀληθοῦς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, μὴ ὑπολαμβανούσης τὴν χώραν ὡς ἀγελάδα, ἣν δύναταί τις νὰ ἀμέλγῃ, χωρὶς νὰ διατρέφῃ, ἀλλὰ προνοούσης καὶ μεριμνώσης περὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν τέως ἀνεκμεταλλεύτων, καὶ περὶ προαγωγῆς καὶ ἀναπτύξεως πάντων τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς πόρων. Μόνον μετὰ τοιαύτην ἐκκαθάρισιν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς νῦν θέσεως, καὶ νὰ ἐλπίσωμεν εἰς μέλλον αἰσιώτερον. Ἀλλ’ ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ἐκκαθάρισις αὕτη, ἀνάγκη ν’ ἀναδράμωμεν, ὡς προεῖπον, εἰς τὸ παρελθὸν καὶ νὰ ἐξετάσωμεν sine ira et studio, τί, ὀφείλοντες νὰ πράξωμεν, παρελείψαμεν κατ’ αὐτό, τί δὲ πράξαντες πλημμελῶς, ἐφθάσαμεν ἐκεῖ, ὅπου εὑρισκόμεθα τὴν σήμερον. Καὶ τὸ παρελθὸν τοῦτο δὲν εἶναι, ὡς ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ἀπὸ τοῦ 1886 καὶ ἐντεῦθεν χρονικὸν διάστημα, ἀλλ’ ἀνέρχεται μέχρι τοῦ 1882, ὅτε μετὰ τὴν προσάρτησιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν ἤρξατο διὰ τὴν Ἑλλάδα ἐποχὴ νέου πολιτικοῦ καὶ οἰκονομικοῦ βίου. Ἔκτοτε ἐπεκράτησεν ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἡμῶν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, καὶ κατώρθωσεν ὁμολογουμένως νὰ προσδώσῃ, ὡς εἰς πάντα ἄλλον κλάδον τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου, καὶ εἰς τὰ οἰκονομικὰ τὸν ἰδιάζοντα αὐτοῦ τύπον καὶ χαρακτῆρα. Ἡ ἐποχὴ αὕτη δύναται διὰ τοῦτο ν’ ἀποκληθῇ κάλλιστα ἐποχὴ Τρικουπικὴ, πρέπει δὲ νὰ διακριθῇ κατ’ ἀνάγκην εἰς δύο περιόδους, εἰς τὴν ἀπὸ τοῦ 1882–1885 καὶ εἰς τὴν ἀπὸ τοῦ 1886–1890, κατὰ τὰς δύο μεγάλας κυβερνητικὰς αὐτοῦ περιόδους. Ἡ πρώτη τῶν περιόδων τούτων εἶναι περίοδος φορομανίας καὶ μεγαλομανίας. Κατ’ αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐφρόντισε ν’ αὐξήσῃ τοὺς ὑπάρχοντας καὶ νὰ ἐπιβάλῃ νέους φόρους, νὰ προβῇ δὲ εἰς ἀναδιοργανώσεις τῶν πολεμικῶν δυνάμεων τῆς χώρας καὶ εἰς τὴν ἀθρόαν κατασκευὴν πολλῶν δημοσίων ἔργων. Ἡ δευτέρα εἶναι ἡ περίοδος τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν. Ἡ αὔξησις τῶν φόρων ἐπεδιώχθη καὶ κατ’ αὐτὴν, πυρετωδέστερον μάλιστα ἢ κατὰ τὴν πρώτην περίοδον, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ ἐπενοήθησαν οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ, ὑφ’ οὓς ἐγένετο ἡ μετατροπὴ διαφόρων δανείων, ἐπεδιώχθη δὲ ἡ κατασκευὴ διαφόρων δημοσίων ἔργων, καὶ ἐπηγγέλθη ἡ βαθμιαία ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Μίαν ἑκάστην τῶν περιόδων τούτων ὀφείλομεν ν’ ἀνασκοπήσωμεν νῦν, ἵνα ἴδωμεν, ὁποῖα ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα αὐτῶν. Οἱ πάντες, Κύριοι, ἀνωμολόγουν πρὸ τοῦ 1882, οὐδ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Τρικούπη ἐξαιρουμένου, ὅτι τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικὰ ἔχρῃζον ῥιζικῆς μεταῤῥυθμίσεως, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ παρ’ ἡμῖν διοίκησις ἐμφρονεστέρα καὶ σκοπιμωτέρα, ὅτι ἔπρεπεν ἰδίᾳ τὸ ἐν πολλοῖς ἀπηρχαιωμένον, ἄνισον καὶ δυσανάλογον φορολογικὸν ἡμῶν σύστημα νὰ μεταβληθῇ ἐκ θεμελίων. Ἀλλὰ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οὐδεμία Κυβέρνησις εἶχε τὸν προσήκοντα καιρὸν, ἵνα προβῇ εἰς τοιαύτας μεταῤῥυθμίσεις. Τὰς ἀπησχόλει πάσας τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, αἱ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἐκρηγνύμεναι ἐπαναστάσεις τῶν ὁμοφύλων καὶ ὁμοδόξων ἡμῶν ἐν τῇ γείτονι χώρᾳ, καὶ οἱ πόλεμοι ἐπὶ τῆς Ἰλλυρικῆς Χερσονήσου, πρὸ τῶν ὁποίων δὲν ἠδύναντο αὐταὶ νὰ μένωσιν ἀπαθεῖς. Πλὴν τούτου, μέχρι τοῦ 1882 δὲν εἴχομεν κυβερνητικὴν μονιμότητα. Εἴχομεν τότε Ὑπουργεῖα ἐφήμερα, Ὑπουργεῖα, ὧν ἡ διάρκεια σπανιώτατα παρετείνετο πέραν τοῦ ἔτους, συνήθως δὲ περιωρίζετο εἰς μῆνας καὶ ἔστιν ὅτε εἰς ἑβδομάδας καὶ ἡμέρας μόνον. Πῶς δὲ ἠθέλετε, οἱ τότε κυβερνῶντες τὴν Ἑλλάδα, ἐν τῷ μέσῳ τῆς διαρκοῦς ἀγωνίας, ὑφ’ ἣν διετέλουν, φοβούμενοι ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τὴν ἀπώλειαν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, ἢ τοῦ Στέμματος, νὰ ἔχωσιν ἥσυχον τὸν νοῦν, ὅπως μελετήσωσι καὶ ἐφαρμόσωσι σχέδια γενικωτέρων μεταῤῥυθμίσεων; Ἡ ἐποχὴ τῶν τοιούτων μεταῤῥυθμίσεων εἶχεν ἀνατείλει διὰ τὴν Ἑλλάδα μὲ τὴν ἄνοδον ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ κ. Τρικούπη ἀρχομένου τοῦ ἔτους 1882. Ὁ ἀνὴρ ἐφημίζετο τότε, ὡς κεκτημένος παίδευσιν ἀμφιλαφῆ, ὡς φέρων ἐκ τῆς μακρᾶς διατριβῆς του ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ πάντα τὰ ἀναγκαῖα τῆς πείρας ἐφόδια διὰ τὴν εἰσαγωγὴν κρείττονος πολιτικοῦ βίου ἐν ἡμῖν. Αἱ μέχρι δὲ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐπαγγελίαι αὐτοῦ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει ἦσαν τοιαῦται, ὥστε οἱ πάντες τὰ βέλτιστα ἀπεξεδέχοντο ἐκ τῆς κυβερνήσεώς του. Συνέδραμον δὲ τότε εἰς τοῦτο καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι περιστάσεις. Ἐν τῇ Ἀνατολῇ εἶχεν ἀποκατασταθῆ ἡ εἰρήνη καὶ ἐφαίνετο ἐξησφαλισμένη ἐπί τινα ἔτη τοὐλάχιστον, καθ’ ἃ ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο ν’ ἀφοσιωθῇ ἀπερίσπαστος εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ἀναδιοργάνωσίν της. Ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Βούλγαρη, τοῦ Δεληγεώργη καὶ τοῦ Ζαΐμη, τὰ κόμματα εἶχον περιορισθῆ εἰς δύο μόνοι, τοῦθ ὅπερ ἐξησφάλιζεν ἐκ τοῦ προτέρου μονιμότητα εἰς τὴν νέαν Κυβέρνησιν· ὁ μετὰ μικρὸν δὲ ἐπακολουθήσας θάνατος καὶ τοῦ Κουμουνδούρου, ἐξ οὗ ἐπῆλθεν ἐπὶ μακρὸν διάσπασις εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατέστησεν ἀκλόνητον σχεδὸν τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργείου Τρικούπη καθ’ ὅλην τὴν Θʹ Βουλευτικὴν Περίοδον. Ἐπὶ τρία καὶ ἐπέκεινα ἔτη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἀπήλαυε τῆς τυφλῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Στέμματος, ἠδύνατο δὲ καὶ τὰ παραβολώτατα τῶν μέτρων νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἔγκρισιν αὐτῶν, βέβαιος ὤν, ὅτι ταῦτα θὰ ἐψηφίζοντο καὶ θὰ ἐκυροῦντο πάραυτα. Ἐπὶ τρία καὶ ἐπέκεινα ἔτη ἐκυβέρνησε σχεδὸν δικτατορικῶς τὴν Ἑλλάδα, ἀνελθὼν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν καθ’ ὃν χρόνον τὰ μὲν δημόσια αὐτῆς ταμεῖα ἦσαν ἔτι πλήρη ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 φράγκων, πλήρεις δὲ αἱ ἀποθῆκαι αὐτῆς ἐξ ὑλικοῦ πολέμου, τοῦθ ὅπερ ἐπὶ ἔτη καθίστα περιττὴν τὴν δαπάνην πρὸς ἀπόκτησιν τοιούτου διὰ τὰς ἐτησίας ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ· ἡ δημοσία αὐτῆς πίστις ἦτο ἀκμαία, ὡς ἐκ τῆς πεποιθήσεως, ἣν ἐνέπνεεν ἡ χώρα μετὰ τὴν ἀπόκτησιν τόσον γονίμων καὶ πλουσίων ἐπαρχιῶν, οἷαι ἰδίᾳ αἱ τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἡ ἐθνικὴ δὲ ἡμῶν πίστις εἶχε τότε σπουδαίως ἀναζωογονηθῇ καὶ διὰ τοὺς ἄλλους γενικοὺς λόγους καὶ διὰ τὴν ἀθρόαν εἰσροὴν κεφαλαίων ἔξωθεν, ἥτις εἶχεν ἐπακολουθήσει τότε εἰς τὴν παρ’ ἡμῖν ἐγκατάστασιν πολλῶν ζαπλούτων ὁμογενῶν. Ἀλλὰ πῶς ἀνταπεκρίθη ὁ κ. Τρικούπης εἰς τὰς τότε προσδοκίας; πῶς ἐχρησιμοποίησεν ὅλας τὰς ἐκτάκτως εὐνοϊκὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς ἐκλήθη νὰ κυβερνήσῃ τὴν χώραν ἀπὸ τοῦ 1882–1885; Οὐδεμία βελτίωσις ἐπηνέχθη ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὴν διοίκησιν τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν· τοὐναντίον μάλιστα, ἄν τις παραβάλῃ τὰ ἀποτελέσματα τῶν προϋπολογισμῶν τῆς τριετίας ἐκείνης πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τῶν προϋπολογισμῶν τῶν προηγουμένων ἐτῶν, θὰ ἴδῃ ὅτι καὶ ὡς πρὸς τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων καὶ ὡς πρὸς τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἐξόδων πολὺ ἐχειροτέρευσεν αὕτη. Ἠδύνατο ν’ ἁπλοποιηθῇ ἐν πολλοῖς ἡ ὑπηρεσία, καὶ νὰ γείνωσιν οὐκ ὀλίγαι οἰκονομίαι, ὡς ἀπεδείχθη τοῦτο καὶ ὑπ’ αὐτὸν τὸν κ. Τρικούπην κατὰ τὴν δευτέραν περίοδον, τὴν ἀπὸ τοῦ 1886–1890. Ἀλλὰ κατὰ τὴν πρώτην ἐκείνην περίοδον, ἀντὶ ν’ ἁπλοποιηθῇ, κατέστη πολυπλοκωτέρα ἡ δημοσία ὑπηρεσία, ἐδημιουργήθησαν δὲ πλεῖσται ὅσαι θέσεις ἀμεριμνομερίμνης, καὶ ἀπέβη ἐν πολλοῖς ἀφειδὴς καὶ σπάταλος ἡ διαχείρισις τῶν δημοσίων χρημάτων. Περὶ οἰκονομικῆς πολιτικῆς οὐδὲ λόγος δύναται νὰ γείνῃ. Οὐδὲν σχεδὸν ἐγένετο κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς, τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας, τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ναυτιλίας. Τὰ διάφορα δημόσια ἔργα, γενόμενα ὡς ἐγένοντο, ἐξυπηρέτησαν πολλαχοῦ φατριαστικοὺς σκοπούς, ἐλάχιστα ὅμως συνετέλεσαν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν οἰκονομικῶν πόρων τῆς χώρας. Οὐδεμία δὲ πρόνοια ἐλήφθη καὶ περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ φορολογικοῦ συστήματος. Ὁ κ. Τρικούπης ἐνόμισεν, ὅτι ἔργον αὑτοῦ ἦτο μόνον ν’ αὐξήσῃ τοὺς ὑπάρχοντας καὶ νὰ ἐπιβάλῃ νέους φόρους εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν. Καὶ ἐγένετο ἡ αὔξησις τῶν ὑπαρχόντων καὶ ἡ ἐπιβολὴ τῶν νέων φόρων ἐν τόσῃ σπουδῇ, τόσον ἀβασανίστως καὶ ἀπρομελετήτως, ὥστε πολλὰ τῶν σχετικῶν νομοσχεδίων, πρὶν ἢ ἔτι ἐπιψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, μετεβάλλοντο καὶ ἀνασυνετάττοντο δὶς καὶ τρίς, καὶ ψηφιζόμενα δὲ καὶ κυρούμενα ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ δημοσιευόμενα ὡς νόμοι τοῦ Κράτους ὑπεβάλλοντο διὰ νεωτέρων νομοθετημάτων εἰς πολλὰς καὶ ποικίλας μεταῤῥυθμίσεις. Οὐδὲν ἄπορον, ἐὰν ὑπὸ τοιαύτην φορολογικὴν νομοθεσίαν ἐφορολογοῦντο μὲν ἐπαχθῶς ὡρισμέναι τάξεις τοῦ λαοῦ καὶ ἐγόγγυζον κατ’ αὐτῆς, χωρὶς ὅμως νὰ εἰσπράττωνται τὰ προϋπολογιζόμενα ἐξ αὐτῆς ποσά. Ἐντεῦθεν προέρχεται ἡ μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ προϋπολογιζομένων καὶ εἰσπραττομένων, ἰδίᾳ ἀπὸ τοῦ 1883, ἀφ’ ὅτου ἤρξαντο ἐφαρμοζόμενα τὰ φορολογικὰ μέτρα τοῦ κ. Τρικούπη. Ἐνῷ τὸ 1882 εἶχον προϋπολογισθῆ, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τότε ὑφισταμένης φορολογίας, ἔσοδα ἐκ δρ. 61,269,234, καὶ εἶχον εἰσπραχθῆ 58,879.495, τὸ 1883, ἀφ’ ὅτου ἤρξατο λειτουργοῦσα ἡ νέα φορολογία, προϋπελογίσθησαν μὲν ἔσοδα ἐκ δρ. 72,133,600, εἰσεπράχθησαν ὅμως 58,537,556, καὶ τὸ 1884 προϋπελογίσθησαν 86,122,950, καὶ εἰσεπράχθησαν μόλις 60,744,637. Καὶ ἐνῷ, Κύριοι, τόσον οἰκτρῶς ἀπετύγχανον τὰ φορολογικά του μέτρα, αὐτὸς, ἀληθοῦς μεγαλομανίας ἐμφορούμενος, ἐζήτει διὰ μιᾶς ν’ ἀναμορφώσῃ τὴν Ἑλλάδα, ἀναδιοργανῶν τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικόν της, καὶ καλύπτων τὸ ἔδαφος αὐτῆς διὰ ἁμαξιτῶν καὶ σιδηροδρόμων. Ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξεν εὐτυχέστερος ἐν τούτῳ ἢ ἐν τῇ φορολογικῇ του ἐργασίᾳ. Ἔφερεν ἀντὶ ἁδροτάτης δαπάνης μεγαλοσχήμους ξένας ἀποστολὰς, ἐσπατάλησε πολλὰ ἑκατομμύρια διὰ τὸν στρατὸν, τὸ ναυτικὸν καὶ τὰ δημόσια ἔργα, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα πάντων τούτων ποῖον ἦτο; Ὁ μὲν στρατὸς καὶ τὸ ναυτικὸν καθ’ ὅλην τὴν ὑπερτριετῆ ἐκείνην Κυβέρνησιν τοῦ κ. Τρικούπη εἶχον ἐπὶ τοσοῦτον παραλύσει, ὥστε ἀναγκασθεῖσα ἡ Ἑλλὰς ἐν ἔτει 1885 νὰ δράσῃ πολεμικῶς, οὐδὲν τῶν πλοίων της ἠδύνατο νὰ κινητοποιήσῃ πάραυτα, οὐδὲ νὰ παρατάξῃ ἀμέσως ἐπὶ τῆς μεθορίου γραμμῆς 10 χιλιάδας ἄνδρας, θελήσασα δὲ νὰ ἐπιστρατεύσῃ μὲ τοὺς ἄνδρας τῆς θητείας τοῦ 1882–1884, ἐξετέθη εἰς τὸ ὄνειδος τῆς Κούτρας, καὶ ὅτε εἶδε τὰς θαλάσσας της ἀποκλεισθείσας ὑπὸ τῶν ἡνωμένων στόλων, ἠδυνάτει νὰ μεταφέρῃ κατὰ ξηρὰν εἰς τὴν Θεσσαλίαν τὰ πυροβόλα της, ἐλλείψει ἁμαξιτοῦ! Ἐκ μεγαλομανίας ὁρμώμενος ὁ κ. Τρικούπης, ἠθέλησε νὰ συνομολογήσῃ ἐν ἔτει 1884 τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 φρ. καὶ νὰ καταρτίσῃ δι’ αὐτοῦ ἀξιόμαχον στόλον ἐκ θωρηκτῶν πλοίων, καὶ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἀπέτυχεν, ὡς γνωστὸν, κατὰ τὴν ἔκδοσίν του εἰς δημοσίαν ἐγγραφήν. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐκώλυσε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀντὶ τῶν θωρηκτῶν νὰ προμηθευθῇ τὴν «Κίχλαν», τὴν «Ἀηδόνα» καὶ τὴν λοιπὴν χορείαν τῶν μικρῶν πλοίων, νὰ προβῇ δὲ εἰς τὴν ἀπότομον ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας διὰ δανείων προσωρινῶν, αὐτόχρημα τοκογλυφικῶν. Ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δικαίως ἐχαρακτηρίσθη τότε ὡς πρᾶξις ἀσύνετος, διότι συνετελέσθη αὐτὴ βιαίως, καθ’ ὃν χρόνον οὔτε τὰ δημόσια οὔτε τὰ κατ’ ἰδίαν οἰκονομικὰ τῆς χώρας ἐπέτρεπον αὐτὴν, καθ’ ὃν χρόνον ἤρξατο ἤδη ἐκρηγνυμένη φοβερὰ οἰκονομικὴ κρίσις, ἥτις ἐπέβαλλεν ὄχι μόνον τὴν μὴ περιστολὴν, ἀλλὰ καὶ τὴν αὔξησιν αὐτῆς. Τοῦτο διδάσκει ἡμᾶς ἡ ἐπιστήμη, τοῦτο καὶ ἡ πεῖρα ἄλλων χωρῶν· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μὴ θελήσας νὰ συμβουλευθῇ αὐτὰς, συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐπίτασιν τῆς τότε οἰκονομικῆς κρίσεως, ἐπεβάρυνε τὸ Κράτος μὲ δεκάδας ἑκατομμυρίων προκαταβολῶν τοκογλυφικῶν, ταῦτα δὲ πάντα, ὅπως καταστήσῃ ἀναπόδραστον τὴν ἐκ νέου ἐπιβολὴν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας μετά τινας μῆνας. Διότι εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας πλέον, ὅτι τὸ πραξικόπημα τῆς Φιλιππουπόλεως καὶ ἡ ἐπακολουθήσασα εἰς αὐτὸ ἐπιστράτευσις ἐν Ἑλλάδι ὑπῆρξαν ἁπλῆ ἀφορμὴ μόνον διὰ τὴν ἐκ νέου ἐπιβολὴν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐνῷ ἡ κυρία αἰτία ἐνέκειτο ἐν αὐτῇ τῇ ἐκρύθμῳ καταστάσει, ἐν ᾗ ἐκπίπτων τῆς ἀρχῆς τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1885 ὁ κ. Τρικούπης ἐγκατέλειπε καὶ τὰ δημόσια καὶ τὰ κατ’ ἰδίαν οἰκονομικὰ τῆς χώρας. Δὲν εἶναι ζήτημα, Κύριοι, ὅτι τὰ σπέρματα τῆς μετὰ ταῦτα συντελεσθείσης χρεωκοπίας τοῦ Κράτους ἐγκλείει ἡ οἰκονομικὴ περίοδος τοῦ 1882–1885. Ἐν ἀρχῇ τῆς περιόδου ταύτης εὗρεν ὁ κ. Τρικούπης ὑπόλοιπον ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 ἐκ δρ. 24,428,569.11, εὗρεν ἀκμαίαν τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, ὡς διεκήρυττε διὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Καλλιγᾶ, εὗρε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους μὲ 20,252,753 καὶ τὸν προϋπολογισμὸν μὲ τακτικὸν καὶ ἔκτακτον ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 5,118,270.35. Πῶς δὲ ἄφησε τὴν ἀρχὴν ἐν ἔτει 1885; μὲ κενὰ ὅλως τὰ ταμεῖα, μὲ αὔξησιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους εἰς 30,507,434, μὲ κατεστραμμένην τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν καὶ μὲ τακτικὰ καὶ ἔκτακτα ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα, μεθ’ ὅλην τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας, μεθ’ ὅλην τὴν συνομολόγησιν τῶν νέων δανείων, ἐν ἔτει 1884 εἶχον ἀνέλθει εἰς 30,102,145.73. Καὶ δὲν νομίζετε, ὅτι ἐν τῷ μέσῳ τοιαύτης καταστάσεως εἶχεν ἤδη τότε συντελεσθῆ κατὰ τὸ ἥμισυ τὸ ἔργον τῆς καταστροφῆς, ὅπερ ἔμελλε βραδύτερον νὰ συμπληρωθῇ ὑπὸ τὸν αὐτὸν ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτήν; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προβάλλει πάντοτε ὡς πρώτην αἰτίαν τοῦ κακοῦ τὸ κυβερνητικὸν διάλειμμα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, τὸ διαρκέσαν μόλις ἓν ἔτος, ἤτοι ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου 1885 μέχρι τοῦ αὐτοῦ μηνὸς τοῦ 1886. Ἀλλ’ εἴδετε ἤδη, εἰς ὁποίαν κατάστασιν ἐγκατέλιπεν αὐτὸς τὴν Κυβέρνησιν τῷ 1885. Ἐὰν ἔμενε τότε ἐν τῇ ἀρχῇ καὶ ἐπεψηφίζετο ὁ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο προϋπολογισμὸς, τὰ ἀποτελέσματα τούτου θὰ ἦσαν βεβαίως πολὺ χειρότερα τῶν τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Δηλιγιάννη, δι’ οὗ ἐπετεύχθησαν κατὰ τοὺς ἓξ ὑπολειπομένους μῆνας τοῦ ἔτους ἐκείνου (διότι μόλις ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου ἤρξατο αὐτὸς ἐφαρμοζόμενος) οἰκονομίαι 5½ ἑκατομμυρίων. Τὰ δὲ ἔσοδα, ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὸ 1884, οὐ μόνον δὲν ἠλαττώθησαν, ἀλλὰ καὶ ηὔξησαν τὸ 1885 καὶ 1886, μολονότι ἡ οἰκονομικὴ κρίσις εἶχε φθάσει τότε εἰς τὸ κατακόρυφον, ἡ δὲ χώρα διετέλει ὑπὸ ἐπιστράτευσιν. Διότι, ἐνῷ τὸ 1884 εἰσεπράχθησαν 60,744,637, τὸ 1885 ἀνῆλθον τὰ ἔσοδα εἰς δρ. 61,110,133, καὶ τὸ 1886 εἰς 63,103,471, τουτέστιν, ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὸ 1884, τὸ 1886 εἴχομεν αὔξησιν κατὰ 2,358,844. Κατὰ ταῦτα, ὡς πρὸς τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν, εἴχομεν κατὰ τὸ κυβερνητικὸν διάλειμμα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ἀπὸ τοῦ 1885 ἕως τοῦ 1886 ἐπαισθητὴν βελτίωσιν, ἀντὶ χειροτερεύσεως. Τοῦτο τοὐλάχιστον βεβαιοῖ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894 (σελ. 41). Ἀλλ’ ἔρχεται ἡ ἐπιστρατεία τῶν ἐτῶν ἐκείνων, καθ’ ἧς νῦν διαῤῥηγνύει τὰ ἱμάτιά του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καταστρεψάσης τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικά. Λησμονεῖ ὅμως αὐτὸς, ὅτι καὶ τὸν λαὸν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἐξώθησαν τότε εἰς τὴν ἐπιστρατείαν ἐκείνην, ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τοῦ πραξικοπήματος τῆς Φιλιππουπόλεως, τὰ δημοσιογραφικά του ὄργανα· λησμονεῖ τὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπισυμβᾶσαν σκηνὴν κατὰ τὴν τότε σύγκλησιν τῆς Βουλῆς εἰς ἔκτακτον σύνοδον, καθ’ ἣν ἐν ἀπουσίᾳ αὐτοῦ ὁ τότε ὑπαρχηγὸς τοῦ κόμματός του Λομβάρδος ἔτεινε χεῖρα συνδιαλλαγῆς πρὸς τὸν κ. Δηλιγιάννην, καὶ ἀσπαζόμενος αὐτὸν ἐπὶ τῶν χειλέων διεβεβαίου, ὅτι, ὡς πρὸς τὴν ἐμπόλεμον στάσιν, ἣν εἶχε λάβει τότε ἡ Κυβέρνησις, δὲν ὑπῆρχεν ἀντιπολίτευσις καὶ συμπολίτευσις· λησμονεῖ, τί διεκήρυττεν αὐτὸς οὗτος ἐν Λονδίνῳ, καὶ τί μετ’ ὀλίγον ἐλθὼν ἐνταῦθα ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τῆς κατοικίας του· λησμονεῖ, ὅτι καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Βουλῇ ἀπέναντι εὐαρίθμων Βουλευτῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶχον τὴν τιμὴν νὰ καταλέγωμαι καὶ ἐγώ, καὶ οἵτινες, ἔχοντες δικαίους ἐνδοιασμοὺς περὶ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, ἐζητήσαμεν νὰ γείνῃ μυστικὴ συνεδρίασις, ὅπως δώσῃ κατ’ αὐτὴν ἐξηγήσεις ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς στάσεως τοῦ ζητήματος καὶ ἴδωμεν, ἐὰν συνέφερεν ἡ ἐξακολούθησις τῆς ἐπιστρατείας, αὐτὸς ἐξανέστη κατὰ τῆς τοιαύτης ἡμῶν ἀξιώσεως, ἐκθύμως ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἐπὶ τοιούτου ζητήματος ὤφειλε νὰ ἔχῃ τυφλὴν ἐμπιστοσύνην ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Δύναται λοιπὸν νὰ ἀπονίψῃ νῦν αὐτὸς τὰς χεῖράς του ἐκ τῶν συνεπειῶν τῆς ἐπιστρατείας ἐκείνης, ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν; Ἐνταῦθα γενόμενος τοῦ λόγου, Κύριοι, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ περιαυτολογήσω πως. Κατηγορήθην πρό τινων ἡμερῶν ἐπὶ ἀσταθείᾳ πολιτικῶν φρονημάτων, εἰς ἀπόδειξιν δὲ τούτου ἐγένετο ἰδίᾳ ἐπίκλησις τοῦ γεγονότος, καθ’ ὃ, ὑποστηρίζων κατὰ τὴν Αʹ Σύνοδον τῆς Ιʹ Βουλευτικῆς Περιόδου τὸ Ὑπουργεῖον Δηλιγιάννη, μετέστην κατὰ τὴν ἔκτακτον αὐτῆς σύνοδον εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ὑπεστήριξα ἐν ἀρχῇ τῆς Βʹ Συνόδου τὸ νέον Ὑπουργεῖον Τρικούπη, μετέστην δὲ καὶ ἐκ τούτου μετ’ ὀλίγους μῆνας εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Κατέκρινα, Κύριοι, δημοσιογραφῶν ἀπὸ τοῦ 1883–1885 τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη καὶ διὰ τὴν ὅλην πολιτείαν του, μάλιστα δὲ διὰ τὴν οἰκονομικήν του διαχείρισιν. Ἔκτοτε ὑπεστήριζον πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν ἐν τοῖς ἐξόδοις καὶ αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους διὰ ῥιζικῆς μεταῤῥυθμίσεως τῆς ὑφισταμένης ὀργανικῆς καὶ φορολογικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, διότι οὕτω πως μόνον ἐνόμιζον ὅτι ἠδυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν τὴν καταστροφήν, εἰς ἣν ἐξώθει ἔκτοτε τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικὰ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής. Ὑπὸ τὸ πρόγραμμα τοῦτο ἐκλεγεὶς τὸ πρῶτον Βουλευτὴς τὸ 1885, δὲν ἠδυνάμην νὰ μὴ ὑποστηρίξω τὴν νέαν Κυβέρνησιν, καθόσον ἄλλως τε αὕτη διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ της εἰσῆγεν ἀξίας λόγου οἰκονομίας. Ἐτήρουν ὅμως πάντοτε ἀνεξαρτησίαν φρονήματος ἀπέναντι αὐτῆς, ἣν ἐπέδειξα, ὁσάκις ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ἀγορεύσω ἐν τῇ Βουλῇ, ἰδίᾳ δ’ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτῆς περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μετέστην, ὅτε κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886 ἐπείσθην, ὅτι ἡ τότε Κυβέρνησις δὲν ἐσκέπτετο νὰ εἰσαγάγῃ ὀργανικὰς καὶ φορολογικὰς μεταῤῥυθμίσεις, ἐνόει δὲ νὰ ἐμμείνῃ ἐν τῇ ἐπιστρατείᾳ, ἣν ἐγὼ ἀρχῆθεν ἐθεώρουν ἄσκοπον καὶ ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Ἐγὼ ἤμην καὶ εἶμαι πάντοτε τῆς γνώμης, ὅτι ἡμεῖς οὐχὶ δι’ ἐπιστρατείας, ἀλλὰ μόνον δι’ αἰφνιδίας καταλήψεως χωρῶν τῆς γείτονος ἐπικρατείας δυνάμεθα νὰ κατορθώσωμέν τι. Μετὰ τὴν κατάληψιν τούτων δυνάμεθα νὰ ἐνισχυθῶμεν καὶ διὰ τῶν ἐγχωρίων στοιχείων καὶ δι’ ἐπιστρατεύσεως ἡλικιῶν τινων, καὶ νὰ διεξαγάγωμεν οὕτως ἐπιτυχῶς πόλεμον ἀμυντικόν. Πρὸ τῶν τετελεσμένων δὲ γεγονότων δυνάμεθα νὰ ὦμεν βέβαιοι, ὅτι θὰ ὑποχωρήσωσι καὶ αἱ Μ. Δυνάμεις, ὡς ἤδη ἔπραξαν καὶ ἀπέναντι τῆς καταλήψεως τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας. Θέλοντες τοὐναντίον νὰ ἐπιστρατεύσωμεν προηγουμένως καὶ εἶτα νὰ δράσωμεν, δίδομεν μόνον καιρὸν εἰς τὸ ὅμορον Κράτος νὰ συγκεντρώσῃ καὶ αὐτὸ δυνάμεις ἀξιομάχους παρὰ τὴν μεθόριον γραμμήν, καὶ νὰ ὀχυρώσῃ αὐτὰς ἐκεῖ οὕτως, ὥστε πᾶσα ἐπίθεσις ἐκ μέρους ἡμῶν ν’ ἀποβαίνῃ ἀλυσιτελής, εἰμὴ καὶ ἀδύνατος ὅλως. Διὰ τῆς τοιαύτης δὲ ἡμῶν ἐνεργείας δίδομεν καὶ εἰς τὰς Δυνάμεις καιρὸν νὰ ἐπέμβωσι καὶ νὰ ἐπέμβωσι καθ’ ἡμῶν, ὡς ἔπραξαν καὶ ἐν ἔτει 1886. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, Κύριοι, δι’ οὓς ὧν ἐγὼ κατὰ τῆς παρατάσεως τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦ 1885 ἠναγκάσθην νὰ κηρυχθῶ κατὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως καὶ νὰ συμπράξω μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, ὅτε οὗτος, διὰ λόγους, οὓς αὐτὸς μόνος οἶδεν, ἔγνω μόλις κατὰ Μάρτιον τοῦ 1886 νὰ κηρυχθῇ ὡσαύτως κατ’ αὐτῆς. Ἠκολούθησα τότε τὸν κ. Τρικούπην, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι τὰ παθήματα τοῦ 1882–1885 εἶχον γείνῃ εἰς αὐτὸν μαθήματα. Ὅτε ὅμως ἐκ τῶν πραγμάτων αὐτῶν ἐπείσθην, ὅτι ἡ γενομένη πεῖρα ἦτο δι’ αὐτὸν «βιβλίον, ἐσφραγισμένον σφραγῖσιν ἑπτά», ὅτε οὗτος ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1886 τὰ νέα οἰκονομικά του μέτρα, δι’ ὧν καὶ μὲν προέβαινεν εἰς ἀξίας λόγου οἰκονομίας καὶ εἰς πραγματικὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων κατὰ δεκάδας ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ αἱ μὲν οἰκονομίαι αὐτοῦ διῆκον μέχρι παντελοῦς παραλύσεως τοῦ στρατοῦ καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐκπαιδευτικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν ὑπηρεσιακήν, ἡ δὲ αὔξησις τῶν φόρων ἐπεζητεῖτο οὐχὶ διὰ ῥιζικῆς μεταῤῥυθμίσεως τῆς ὑφισταμένης φορολογικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, ἀλλὰ διὰ νέας ἀφορήτου ἐπιβαρύνσεως τῆς ἤδη ἐπαχθῶς ἐπιβεβαρημένης μέσης καὶ κατωτέρας τοῦ λαοῦ τάξεως, τότε ἠναγκάσθην νὰ μεταστῶ εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Διὰ τὴν τοιαύτην πολιτείαν μου, Κύριοι, τὴν ἐμπρέπουσαν εἰς πάντα ἀληθῆ ἀντιπρόσωπον τοῦ ἔθνους, νομίζω, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ καυχῶμαι, ἥκιστα δὲ θεωρῶ ἁρμοδίους νὰ κρίνωσιν αὐτὴν ἀκριβῶς ἐκείνους, οἵτινες χάριν προσωπικῶν παροχῶν, χάριν διορισμοῦ ἀδελφῶν εἰς δημοσίας θέσεις καὶ ἐκμισθώσεως πατρικῶν οἰκιῶν διὰ σχολεῖα ἀπεμπολοῦσι καὶ τὴν ψῆφον καὶ τὴν συνείδησίν των, κλείοντες τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς πᾶν γενικὸν τοῦ τόπου συμφέρον. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης, ἐπανερχόμενος εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ Μάϊον μῆνα τοῦ 1886, δὲν εὕρισκε πλέον τόσον ῥοδινὴν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, ὅσον ἐν ἔτει 1882. Τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικὰ εὑρίσκοντο τότε ὁμολογουμένως εἰς θέσιν κρίσιμον, ἀλλὰ τὴν κρίσιν δὲν προεκάλεσεν ἡ ἐπιστρατεία τοῦ 1885–1886. Ἄν τε εἰς 52,221,068.63 ὑπολογισθῶσιν αἱ δαπάναι αὐτῆς, κατὰ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἄν τε εἰς 78,003,710.44, κατὰ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὑπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, βεβαίως διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσωμεν ἐκεῖ, ὅπου εὑρισκόμεθα ἐν ἔτει 1886. Τὴν κρίσιν εἶχεν ἐγκυμονήσει ἤδη καὶ παρασκευάσει, ὡς εἴδομεν, ἡ διαχείρισις τοῦ 1882–1885, εἶχε δ’ ἐκραγῆ ἤδη αὕτη κατὰ τὴν ἔκπτωσιν τοῦ κ. Τρικούπη ἐκ τῆς ἀρχῆς, καὶ μόνον ἐπέτεινεν αὐτὴν ἡ ἐπιστρατεία τοῦ 1885–1886. Ὁπωσδήποτε ὅμως ἡ κρίσις ἦτο τότε γεγονὸς ἀναντίλεκτον, γεγονός, τὸ ὁποῖον εἰς οὐδένα, ἥκιστα δὲ πάντων εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἐπετρέπετο νὰ παραγνωρίσῃ τότε. Καὶ βεβαίως παρεγνώρισεν οὗτος αὐτήν· διότι, ἐὰν εἶχε συνείδησιν ἀκριβῆ τῆς καταστάσεως, θὰ κατέβαλλε πᾶσαν εἰλικρινῆ προσπάθειαν πρὸς ὁλοσχερῆ τοῦ κινδύνου ἀποσόβησιν· διότι καὶ τὰ μέσα καὶ τὸν χρόνον εἶχε τότε πρὸς τοῦτο. Εἶχε τὰ μέσα, διότι ἦσαν εἰς τὴν διάθεσίν του τότε τὰ μονοπώλια, δι’ ὧν ὄχι μόνον τὰς ἐπαχθεστάτας προκαταβολὰς ἠδύνατο νὰ μετατρέψῃ εἰς πάγιον ἢ χρεωλυτικὸν δάνειον, ἀνακουφίζων οὕτω μεγάλως τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ καὶ κεφάλαια νὰ ἐξεύρῃ πρὸς βελτίωσιν τῆς νομισματικῆς ἡμῶν ἀνωμαλίας, ἥτις ἔκτοτε ἤρξατο καθισταμένη ἀπειλητική. Οὕτω πως δὲ θὰ ἐκέρδιζε τὸν ἀναγκαιοῦντα χρόνον, καθ’ ὃν θὰ ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς ῥιζικὰς μεταῤῥυθμίσεις καὶ τῶν ὀργανικῶν ἡμῶν νόμων, ἐπιφέρων ἐπαισθητὴν ἐλάττωσιν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, ἄνευ ζημίας τινὸς τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ καὶ τῆς φορολογικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, οὕτως ὥστε, ἀνακουφιζομένων τῶν ἤδη ἐπαχθῶς ἐπιβεβαρημένων, καὶ ὑποβαλλομένων εἰς τὰ ἀναλογοῦντα αὐταῖς βάρη τῶν νῦν ἐλαφρῶς φορολογουμένων ἢ ὅλως ἀσυδότων τάξεων, ν’ αὐξήσῃ τὰς προσόδους τοῦ Κράτους, καὶ ν’ ἀποκαταστήσῃ πλῆρες καὶ πραγματικὸν τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὐτοῦ. Ἀντὶ τούτου ὅμως ὁ κ. Τρικούπης προετίμησε νὰ προβῇ ἐκ τοῦ προχείρου εἰς τὰς πρώτας τυχούσας οἰκονομίας, ἀψηφῶν ἐὰν οὕτω παρέλυε τὴν διοίκησιν καὶ ἔφερεν εἰς ἀποσύνθεσιν τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἤδη ὑφισταμένων φόρων. Καὶ ἐὰν περιωρίζετο εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ἡ δρᾶσίς του ἐκείνη δὲν θ’ ἀπέφερε βεβαίως μέγα τι ἀγαθὸν εἰς τὸν τόπον, ἀλλὰ καὶ δὲν θὰ ἐγίνετο εἰς αὐτὸν δυσεπανορθώτου ζημίας πρόξενος. Ἐπαναπεσὼν ὅμως εἰς τὴν μεγαλομανίαν τῆς προηγουμένης κυβερνητικῆς του περιόδου, καὶ θελήσας νὰ συνεχίσῃ καὶ νῦν τὰ δημόσια ἔργα, εἰς εὐρύτερον μάλιστα κύκλον διὰ τῆς κατασκευῆς μεγάλων σιδηροδρομικῶν γραμμῶν τέλεσι καὶ δαπάναις τοῦ Κράτους, συνετέλεσεν οὕτω τὸ ἔργον τῆς καταστροφῆς, ὅπερ εἶχεν ἀφήσει ἡμιτελὲς ἐν ἔτει 1885. Ἀλλὰ τὴν κορωνίδα εἰς τὸ ἔργον τοῦτο τῆς καταστροφῆς ἐπέθεσεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς διὰ τῶν περιπύστων οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, οὓς ἐφήρμοσεν ἀπὸ τοῦ 1887–1890, καὶ οὓς ἐνόμισε καλὸν καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς νὰ ἐξάρῃ ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς ὡς τὸν κύριον μοχλὸν τῆς τότε οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Δι’ αὐτῶν κατωρθώθη, κατὰ τὴν ἔκθεσιν ταύτην (ἀναγινώσκει): «αʹ) Ἐν διαστήματι σχεδὸν πενταετίας νὰ μὴ ἐξαχθῇ ἐκ τῆς ἡμετέρας χώρας διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους μεταλλικὸν νόμισμα ποσότητος ἀξίας λόγου, τοῦθ’ ὅπερ συνεβάλλετο εἰς τὴν προϊοῦσαν αὔξησιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἀποταμιευμάτων αὐτοῦ, προλαμβανομένης τῆς πλήρους φυγαδεύσεως καὶ ἐξαντλήσεως τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, τῆς ἐπαγομένης ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· βʹ) νὰ διατηρῆται τὸ ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα ἐν τιμῇ σχεδὸν σταθερᾷ μεταξὺ 119–123, διὰ τῆς τοιαύτης δὲ στάσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος νὰ καθίσταται ἐφικτὴ ἡ ἀπρόσκοπτος λειτουργία τοῦ ἐγχωρίου ἐμπορίου, καὶ νὰ προλαμβάνωνται αἱ καταστροφαὶ καὶ αἱ περιπέτειαι αὐτοῦ, ἃς ἐπάγεται ἡ ἀπότομος καὶ ἐν μεγάλαις διαστάσεσιν αὐξομείωσις τῶν τιμῶν· γʹ) νὰ πραγματοποιῆται ἐν λελογισμένῳ μέτρῳ ἡ τῆς χώρας ναυτικὴ παρασκευή, ἧς ἄνευ αἱ βαρύνουσαι τὸν προϋπολογισμὸν χάριν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων δαπάναι ἀποβαίνουσιν ἄσκοποι· δʹ) νὰ πραγματοποιῆται ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἀναγκαίων ἔργων, ἰδίᾳ δὲ τῶν ἀφορώντων εἰς τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, οὐ μόνον ἵνα μὴ ὑπολειφθῇ ἡ χώρα ἡμῶν καὶ αὐτῶν τῶν δευτερευουσῶν ἐν Εὐρώπῃ ἐπικρατειῶν εἰς τὸ ἔργον τοῦ ἐκπολιτισμοῦ, ἀλλ’ ἰδίως ἵνα διὰ τῆς κατασκευῆς ὁδῶν καὶ σιδηροδρόμων προαχθῇ ὁ ἐθνικὸς πλοῦτος, καὶ εʹ) νὰ κατορθωθῇ ἡ σπουδαία ἐλάττωσις τοῦ ὑπὸ τοῦ Κράτους πληρονομένου πρὸς συνομολόγησιν δανείων τόκου ἀπὸ 7 καὶ 8 τοῖς ἑκατὸν εἰς μόνον 5½, καὶ νὰ δύνηται τὸ Κράτος νὰ δανείζηται ἄνευ παραχωρήσεως εἰδικῶν ἐγγυήσεων, ἀλλὰ διὰ μόνης τῆς ἠθικῆς αὐτοῦ ἀπέναντι τῶν δανειζόντων ὑποχρεώσεως, οὕτω δὲ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ τροπὴ ὑφισταμένων παλαιῶν δανείων διὰ τῆς μειώσεως τῆς ἐκ τούτων προερχομένης ἐπιβαρύνσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους ἐν ποσότητι, ἀξίᾳ μνείας, ὑπερβάσῃ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 6,000,000.» Ἐγὼ, Κύριοι, τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς ἐθεώρησα ἀνέκαθεν ἁπλοῦν μορφινισμὸν, δι’ οὗ ἐπετυγχάνετο μὲν στιγμιαία τις ἀνακούφισις ἐκ τοῦ δεινοῦ, ὑφ’ οὗ κατετρυχόμεθα, ἀλλ’ ἐπὶ ζημίᾳ ἀνηκέστῳ τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν ὀργανισμοῦ, ἐπὶ ζημίᾳ, ἥτις ἔμελλε νὰ καταστῇ εἰς πάντας ἐπαισθητὴ, εὐθὺς ἅμα κατέπαυεν ὁ μορφινισμός. Καὶ μορφινισμὸς ἦταν τὰ δάνεια, ἅτινα, ὑπὸ τὸ πρόσχημα μετατροπῆς προηγουμένων δανείων ἢ κατασκευῆς θωρηκτῶν καὶ δημοσίων ἔργων καὶ περιορισμοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀπέβλεπον πράγματι εἰς τὴν κάλυψιν τῶν χαινόντων ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ, δι’ ὧν ηὐρύνετο μόνον ὁ κύκλος τῆς καταστροφῆς. Καὶ ἡ καταστροφὴ αὕτη δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ καταστῇ ἀναπόδραστος, ἅμα τῇ καταπαύσει τοῦ μορφινισμοῦ, ἅμα τῇ στειρεύσει τῆς πηγῆς τῶν δανείων, ὡς μέλλω νὰ ἀποδείξω νῦν, ἐλέγχων ἓν πρὸς ἓν τὰ δῆθεν κατορθώματα, τὰ ἐπιτευχθέντα διὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, κατὰ τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς. Φαντασιώδη ὅλως εὑρίσκω, Κύριοι, τὰ εἰς χρυσὸν ἀποταμιεύματα τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, τὰ προελθόντα κατὰ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς ἐκ τῆς μὴ ἐξαγωγῆς ἐπὶ πενταετίαν ὅλην ἐκ τῆς χώρας ἡμῶν τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους μεταλλικοῦ νομίσματος. Ποῦ ἦσαν τὰ ἀποταμιεύματα ἐκεῖνα ἐν ἔτει 1891, ὅτε τὸ Ὑπουργεῖον Δηλιγιάννη ἠναγκάσθη, ἐλλείψει ἄλλου μέσου, ἐλλείψει δανείου, νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν ἐγχωρίαν ἀγορὰν πρὸς προμήθειαν μεταλλικοῦ νομίσματος, ἀναγκαιοῦντος διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ τοκομεριδίου μιᾶς μόνης ἑξαμηνίας; Πῶς ἐξηφανίσθησαν τότε αἴφνης τὰ ἀποταμιεύματα ἐκεῖνα τοῦ χρυσοῦ, καὶ ἐπῆλθεν ὁ γνωστὸς ἐκεῖνος κλωνισμὸς εἰς τὴν ἀγορὰν ἡμῶν, ὁ ἐπενεγκὼν τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος κατὰ 20% περίπου; Δὲν ἦτο, Κύριοι, διόλου φυσιολογικὴ ἡ κατάστασις ἐκείνη, καθ’ ἣν ἐν καιρῷ ἐφαρμογῆς τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν παρετηρεῖτο σταθερότης τις ἐν τῇ τιμῇ τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος μεταξὺ 119–123. Ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ μορφινισμοῦ, ἥτις ἔπρεπε νὰ διαρκέσῃ ἐνόσῳ ἦτο ἀνοικτὴ εἰς ἡμᾶς ἡ θύρα τῶν δανείων, καὶ δι’ αὐτῆς, ἀντὶ νὰ ἐξάγηται μεταλλικὸν ἐκ τῆς χώρας διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, τοὐναντίον εἰσήγετο εἰς αὐτὴν ἔξωθεν χρυσὸς ὑπὸ τὸ πρόσχημα κατασκευῆς δημοσίων ἔργων. Εὐθὺς ὅμως, ὡς ἐξέλιπεν ὁ μορφινισμὸς, εὐθὺς ὡς ἔκλεισεν εἰς ἡμᾶς ἡ θύρα τῶν δανείων καὶ ἔπαυσαν οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ, ἔπρεπε κατ’ ἀνάγκην νὰ ἐπέλθῃ πλήρης ἡ ἀτονία καὶ ἐξάντλησις. Ὁ ἀναγινώσκων, Κύριοι, τί γράφεται ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας περὶ ναυτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας, ὡς δῆθεν γενομένης ἐν λελογισμένῳ μέτρῳ, καὶ ζῶν ἐν Ἑλλάδι καὶ γινώσκων ὅτι ὑπὸ τοιαύτην παρασκευὴν ἐννοεῖται ἡ ἀπόκτησις τῶν τριῶν ἡμῶν θωρηκτῶν, θ’ ἀπορήσῃ βεβαίως μὲ τὴν ἀφέλειαν, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω, τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας. Ἀλλὰ ποῦ ἴχνος λελογισμένου μέτρου ἐν τῇ κατασκευῇ τῶν θωρηκτῶν ἡμῶν, ὅταν ἀναλογισθῇ τις, ὅτι ταῦτα ἐπεβλήθησαν ὡς ὅρος τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 φρ. ὑπὸ τῶν συμβληθέντων πρὸς ἡμᾶς χρηματιστῶν καὶ κερδοσκόπων, καὶ δὴ εἰς τὸ διπλάσιον τῆς ἀξίας των; Ποῦ ἴχνος λελογισμένου μέτρου, ὅταν ἀναλογισθῶμεν, ὅτι κατεσκευάσθησαν αὐτὰ καθ’ ὃν χρόνον οὔτε εἴχομεν οὔτε ἠδυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν μόνιμον δεξαμενὴν πρὸς καθαρισμόν των; Ποῦ ἴχνος λελογισμένου μέτρου, ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οὔτε πρὸ τῆς κατασκευῆς αὐτῶν οὔτε μετ’ αὐτὴν ἐπὶ πενταετίαν ἤδη ἐλήφθη πρόνοιά τις περὶ συμπληρώσεως τοῦ στόλου ἡμῶν διὰ τῆς προσκτήσεως τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων καταδρομικῶν καὶ ἀνιχνευτικῶν πλοίων, ἂν μέλλῃ ποτὲ νὰ χρησιμοποιηθῇ ὁ στόλος ἡμῶν; Ποῦ ἴχνος λελογισμένου μέτρου, ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν κατωρθώθη νὰ γείνωσι κἂν ἔνσφαιρα γυμνάσια τῶν θωρηκτῶν, ἀφοῦ τὴν μόλις πρὸ ἑνὸς ἔτους γενομένην πρὸς τοῦτο ἀπόπειραν παρὰ τὴν Αἴγιναν πρὸ τοῦ ἐκεῖ Πετροκαράβου καὶ ἐπιστεφθεῖσαν ὑπὸ πλήρους ἀποτυχίας οὐδεὶς δύναται νὰ θεωρήσῃ ὡς τοιαῦτα; Ποῦ ἴχνος λελογισμένου μέτρου ἐν τῇ τοιαύτῃ ναυτικῇ παρασκευῇ, ὅταν ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι θελήσαντες τελευταῖον νὰ μετακινήσωμεν τὰ θωρηκτὰ ἡμῶν ἐκ Κερατσινίου εἰς Πόρον, δὲν κατωρθώσαμεν τοῦτο, ἐλλείψει τῶν ἀναγκαιούντων θερμαστῶν; Μὲ τὴν ἀφέλειαν τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας, οἵτινες εἶχον τὸ θάῤῥος νῦν ἐκ τοῦ ὑστέρου, μετὰ τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα τῆς ναυτικῆς ἡμῶν παρασκευῆς, τὰ πασίγνωστα πλέον, νὰ ἐξυμνῶσιν αὐτήν, θὰ ἐγέλασαν βεβαίως ὑπὲρ πάντα ἄλλον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Ὁ κ. Μπούμπουλης εἶναι, ὡς γνωστόν, ὁ σφοδρότερον παντὸς ἄλλου κατακρίνας τὴν ἀπόκτησιν τῶν τριῶν ἡμῶν θωρηκτῶν, ὡς γενομένην ἄνευ προδιαγεγραμμένου σχεδίου, ὡς ἀλόγιστον ὅλως, ὡς στοιχίσασαν εἰς ἡμᾶς τὸ διπλάσιον τῆς ἀξίας, ὡς προσπορίσασαν εἰς τὸ Κράτος πλοῖα, τὰ ὁποῖα, ὑφ’ ἃς περιστάσεις διατελεῖ αὐτό, θὰ ἀποβῶσι παντάπασιν ἄχρηστα. Ὁ δὲ γηραιὸς Βουλευτὴς Σπετσῶν δὲν εἶναι βεβαίως ἐξ ἐκείνων, οἵτινες μεταβάλλουσιν εὐκόλως γνώμην. Τὸ πιθανώτερον ἄρα εἶναι, ὅτι, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ σύμπραξίς του πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἐδέησε νὰ προσχωρήσῃ μᾶλλον οὗτος εἰς τὴν γνώμην τοῦ κ. Μπούμπουλη, καὶ ὅτι θεωρεῖ νῦν καὶ αὐτὸς τὴν ἀπόκτησιν τῶν τριῶν ἡμῶν θωρηκτῶν ὡς τὴν ἀτυχεστέραν πρᾶξιν τοῦ βίου του, τὰς δὲ δι’ αὐτὴν δαπανηθείσας δεκάδας ἑκατομμυρίων φρ. ὡς χρήματα ῥιφθέντα αὐτόχρημα εἰς τὴν θάλασσαν. Πῶς λοιπὸν νὰ μὴ γελῶσι νῦν αὐτοὶ διὰ τὸν ὑπεράγαν ζῆλον, μεθ’ οὗ ἔσπευσαν νῦν, κατόπιν ἑορτῆς, τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας νὰ ἐξυμνήσωσι τὴν τοιαύτην ἀπόκτησιν ὡς ναυτικὴν παρασκευὴν γενομένην ἐν λελογισμένῳ μέτρῳ; Ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐξαίρει καὶ τὰ γενόμενα δημόσια ἔργα, ὡς σκοποῦντα πάντα εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς συγκοινωνίας καὶ ὡς προαγαγόντα τὸν ἐθνικὸν ἡμῶν πλοῦτον. Πλὴν εἶναι καὶ τοῦτο ἀληθές; Ἡ ὁδοποιΐα ἡμῶν ἐγένετο ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἄνευ προδιαγεγραμμένου σχεδίου, ἄνευ ὡρισμένου συμπλέγματος, ἀπέβλεπε δὲ μᾶλλον εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν φατριαστικῶν συμφερόντων καὶ εἰς τὸν ἀθέμιτον πλουτισμόν τινων ἢ εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀληθῶν ἀναγκῶν τῆς συγκοινωνίας καὶ τὴν προαγωγὴν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου. Ἐρωτῶ δὲ νῦν αὐτὸν τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας, τὸν ἐντριβέστερον περὶ τὰ τοιαῦτα, κατὰ τί ἐξυπηρέτησε τὰς ἀνάγκας τῆς συγκοινωνίας ἡ δευτέρα παρὰ τὸν Κιθαιρῶνα ἁμαξιτός, ἡ διὰ τῶν Βυλλίων ἄγουσα, καὶ ἡ ἀπὸ Χαλκίδος εἰς Ξηροχώριον, ἢ ἡ ἀπὸ Βιτρινίτσης εἰς Λιδωρίκιον; Ἐπὶ τῆς πρώτης καὶ τελευταίας ὄχι μόνον ἅμαξαι, ἀλλ’ οὐδὲ αἶγες διέρχονταί ποτε, ἡ δὲ προτελευταία χρησιμεύει μόνον εἰς τὸ νὰ ταξειδεύῃ ἐφ’ ἁμάξης ἐκ Χαλκίδος εἰς τὸ ἐν Μαντουδίῳ κτῆμά του καὶ τἀνάπαλιν ὁ ἐξ ὑδροφοβίας πάσχων ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Καὶ ὅμως δι’ αὐτὰς τὰς ἁμαξιτοὺς ἐδαπανήθησαν πολλαὶ ἑκατοστύες χιλιάδων δραχμῶν, ἠδύνατο δὲ μὲ μόνην τὴν δαπάνην τῆς ἁμαξιτοῦ Βιτρινίτσης–Λιδωρικίου νὰ καλυφθῇ ὁλόκληρος ἡ Δωρὶς ὑπὸ βατῶν δρόμων, τὸ ἴδιον δὲ νὰ συμβῇ καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας, διὰ παρομοίους λόγους, ἀποκλήρους ἔτι τῶν ἀγαθῶν τῆς συγκοινωνίας. Καὶ ζητοῦσι νὰ ἐξάρωσι τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ἐπιτευχθέντα ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἀπὸ τοῦ 1886–1890, καθ’ ὃν χρόνον μεθ’ ὅλην τὴν δαπάνην πολλῶν δεκάδων ἑκατομμυρίων δὲν κατωρθώθη ἀκόμη νὰ συντελεσθῇ ἡ κυριωτάτη ἀρτηρία τῶν ὁδῶν ἡμῶν, ἡ ἁμαξιτὸς ἡ ἄγουσα ἐξ Ἀθηνῶν εἰς τὴν μεθόριον γραμμήν! Δὲν ὑπῆρξε δὲ, Κύριοι, καλλιτέρα ἡ τύχη τῶν σιδηροδρόμων. Καὶ οὗτοι κατεσκευάσθησαν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἄνευ δηλαδὴ προδιαγεγραμμένου σχεδίου, καὶ δι’ αὐτῶν ἐπεδιώχθη μᾶλλον ἡ ἐξυπηρέτησις φατριαστικῶν συμφερόντων ἢ ἄλλων ἀναγκῶν. Τίνα συγκοινωνίαν λ. χ. ἔχουσι νὰ ἐξυπηρετήσωσιν οἱ σιδηρόδρομοι Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων καὶ Μεσολογγίου–Ἀγρινίου; Ὁ πρῶτος τούτων μᾶς ἐστοίχισε τὸ τριπλάσιον τοῦ ἀρχικοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐδέποτε δὲ θὰ καλύψῃ τὰ ἔξοδα τῆς ἐκμεταλλεύσεώς του. Τὰ ἔξοδα τῆς ἐκμεταλλεύσεώς του δὲν καλύπτει ἀκόμη ὁλοσχερῶς καὶ ὁ σιδηρόδρομος Μεσολογγίου–Ἀγρινίου, δι’ ὃν ἐχρεώθη τὸ Δημόσιον ἑκατομμύρια ὅλα, μόνον καὶ μόνον ὅπως ἐνισχυθῇ κομματικῶς ἐν τῷ νομῷ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ὁ κ. Πρωθυπουργός. Βεβαίως ἀληθεῖς ἀνάγκας τῆς συγκοινωνίας ἔμελλε νὰ ἐξυπηρετήσῃ ὁ σιδηρόδρομος Μύλων–Καλαμῶν· ἀλλὰ μὴ νομίσητε, ὅτι εἰς τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ προέβη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χάριν τῶν ἀναγκῶν τούτων. Εἶχεν ἄλλας ἀνάγκας νὰ ἐξυπηρετήσῃ αὐτὸς τότε διὰ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος σιδηροδρόμου, ἀνάγκας τοῦ δημοσίου ταμείου. Διὰ τοῦτο, ἐνῷ εἶχε προσενεχθῆ ἐγχώριος ἑταιρία, ἀναλαμβάνουσα νὰ κατασκευάσῃ αὐτὸν ὑπὸ παραπλησίους ὅρους πρὸς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, ἤτοι ἐπὶ ἐπιχορηγήσει παρὰ τοῦ Δημοσίου ποσοῦ, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε θὰ ὑπερέβαινε τὰ πέντε ἑκατομμύρια....
§192Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές.
§193ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι ἀληθέστατον, κύριε Πρωθυπουργὲ, λυποῦμαι δὲ, διότι δὲν εἶναι παρὼν ἐνταῦθα ὁ βουλευτὴς Μήλου κ. Μάτσας, ἵνα διαπιστώσῃ τὸν ἰσχυρισμόν μου αὐτὸς, ὁ προτείνας ὑμῖν τότε τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου ἐκείνου ὑφ’ οὓς ὅρους ὑπηνίχθην ἐγώ. Ἀλλ’ ὑμεῖς εἴχετε ἀνάγκην τότε 10,000,000 φρ. εἰς χρυσὸν διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ τοκομεριδίου, ὅπερ μικροῦ δεῖν θὰ ἐγίνετο ληξιπρόθεσμον, καὶ θὰ ἐκηρύττετο ἔκτοτε εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως τὸ Κράτος, μεθ’ ὅλα τὰ τότε περιᾳδόμενα περισσεύματα. Πρὸς ἀποφυγὴν λοιπὸν τοῦ τοιούτου κινδύνου προετιμήσατε νὰ συνομολογήσητε τὸ δάνειον τῶν 24 ἑκατομμυρίων πρὸς τὸν κ. Ρολὲν, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ χορηγηθῇ ὑμῖν ἡ προκαταβολὴ τῶν ἀναγκαίων 10,000,000 φρ. εἰς χρυσόν. Χάριν δὲ τῆς προκαταβολῆς ταύτης ἐδέησε νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ δημόσιον ἡμῶν χρέος μὲ 33 ὅλα ἑκατομμύρια χρυσῶν φράγκων, καὶ ν’ ἀθετηθῇ ὑφ’ ὑμῶν ὁ ἀρχικὸς νόμος περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου κατὰ πέντε ἑκατομμύρια διὰ τῆς γνωστῆς μεθόδου τῆς ἐγγυήσεως τοῦ κ. Deloye, ὡς ἀπέδειξα ἤδη πρὸ δύο ἡμερῶν, ἀγορεύων ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν δανείων.
§194Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἡμεῖς θ’ ἀποδείξωμεν πᾶν τοὐναντίον, ὅτι δηλαδὴ ὅλα, ὅσα καὶ τότε εἴπετε καὶ ἤδη λέγετε, εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβῆ.
§195ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε καθυστερεῖ ἡ ἀπόδειξις ὑμῶν αὕτη, θὰ καθυστερήσῃ δὲ καθ’ ὅλα τὰ φαινόμενα μέχρι τέλους· διότι εἶναι ἀδύνατον, πάντη ἀδύνατον, ν’ ἀμφισβητήσητε κἄν τὰ ἀνεπίδεκτα ἀμφισβητήσεως. Καὶ ἀνεπίδεκτα ἀμφισβητήσεως εἶναι βεβαίως τὰ γεγονότα, ἅτινα ἐπικαλοῦμαι ἐγὼ, καὶ καθ’ ἃ, χάριν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἀντὶ νὰ δαπανήσητε πέντε μόνον ἑκατομμύρια, κατὰ τὰς προτάσεις τοῦ κ. Μάτσα, προετιμήσατε νὰ ἐπιβαρύνητε τὸ δημόσιον ἡμῶν χρέος μὲ 33 ὅλα ἑκατομμύρια, ν’ ἀφήσητε διὰ νὰ ἐξατμισθῶσι μὲ τὸν κ. Deloye πέντε ἑκατομμύρια, καὶ ἐπὶ τέλους ἀντὶ σιδηροδρόμου νὰ ἔχωμεν τὴν σήμερον κατὰ τὸ πλεῖστον ἐρείπια τοιούτου, εἰς ἃ ἔχει ἤδη μεταβληθῆ ἡ ἡμιτελὴς γραμμή του. Αὐτὰ, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Παρνασίδος, εἶναι τὰ κατορθώματα τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, οὓς ἔχητε τὸ θάῤῥος νὰ ἐξάρητε ἔτι καὶ νῦν διὰ τῆς ἐκθέσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς ἐὰν ἀπηυθύνετε αὐτὴν πρὸς Ὀττεντώτους καὶ οὐχὶ πρὸς Ἕλληνας, γινώσκοντας, εἰμή τι ἄλλο, πάντως ὅμως τὴν σύγχρονον ἱστορίαν, τὰ γεγονότα, ἅτινα μόλις χθὲς ἔλαβον χώραν πρὸ τῶν ὀμμάτων των. Παρόμοια ἀποτελέσματα ἐπέπρωτο νὰ ἔχῃ, ὡς μὴ ὤφελε, καὶ ὁ ἕτερος μέγας σιδηρόδρομος τοῦ Κράτους, ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς–Λαρίσσης. Καὶ εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου ἔγνω νὰ προβῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐχὶ τόσον χάριν τῶν ἀναγκῶν τῆς συγκοινωνίας, ἃς ἔμελλε νὰ ἐξυπηρετήσῃ αὐτὸς, ὅσον χάριν τῶν ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν τοῦ δημοσίου ταμείου, ἃς μόνον διὰ δανείου ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ, χάριν τοῦ ὁποίου καὶ ἐπενόησε τὴν κατασκευὴν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος σιδηροδρόμου. Τὸ δάνειον συνωμολογήθη ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅρον τοῦ νὰ χρησιμοποιηθῇ τὸ προϊὸν αὐτοῦ εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Πειραιῶς–Λαρίσσης, ἐφ’ ἧς μάλιστα, ἅμα συντελουμένης, θὰ ἐνεγράφετο ὑποθήκη ὑπὲρ τῶν ὁμολογιούχων αὐτοῦ. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ἄρξηται ἡ κατασκευή του, εἶχεν ἐξαντληθῆ ἤδη τὸ πλεῖστον τοῦ πραγματοποιηθέντος αὐτοῦ μέρους εἰς πλήρωσιν ἄλλων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, οὕτω δ’ ἔγεινε κατάδηλος εἰς πάντας πλέον ἡ κακοπιστία αὐτοῦ, καὶ ἐκλείσθη τότε εἰς ἡμᾶς ἑρμητικῶς ἡ θύρα τῶν δανείων, καὶ ἐτέθη ὁ τελευταῖος ἧλος εἰς τὸ νεκρικὸν φέρετρον τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως. Αὐτὰ, Κύριοι, ὑπῆρξαν τὰ μεγάλα κατορθώματα τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, δι’ ἃ νομίζω, ὅτι ὤφειλον νῦν νὰ συγκαταλύπτωσιν ἐξ αἰσχύνης τὸ πρόσωπον οἱ πρωτουργοὶ καὶ οἱ συνεργοὶ αὐτῶν καὶ νὰ μὴ κλασαυχενίζωνται δι’ αὐτά. Ἀλλ’ ὑπολείπεται ὡς τελευταῖον πρόσχωμα εἰς τοὺς σημαιοφόρους καὶ συνηγόρους τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ κ. Τρικούπη ἡ δῆθεν ἐλάττωσις τῶν τόκων τοῦ δημοσίου χρέους, ἡ ἐπιτευχθεῖσα διὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν κατὰ τὴν πρὸ τοῦ 1890 πενταετίαν. Πλὴν εἶναι καὶ ἡ ἐλάττωσις αὕτη πραγματική; Ἀξία λόγου ἐλάττωσις τοῦ τόκου ἐπῆλθε κυρίως διὰ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, μετατραπεισῶν εἰς αὐτὸ διαφόρων προκαταβολῶν, αἵτινες εἶχον συνομολογηθῆ ἐπὶ τόκῳ ὄντως τοκογλυφικῷ. Ἀλλὰ συνωμολόγησε τὰ προσωρινὰ ταῦτα δάνεια ἐπὶ τόκῳ 7 καὶ 8%; Δὲν συνωμολόγησεν αὐτὰ κατὰ τὸ πλεῖστον ὁ κ. Τρικούπης, ὡς εἴδομεν, κατὰ τὴν πρώτην οἰκονομικὴν περίοδον; Καὶ ὀφείλεται διὰ τοῦτο χάρις ἰδιαιτέρα πρὸς αὐτόν, διότι ἐμετρίασέ πως οὕτω τὸ κακόν, οὗτινος αὐτὸς ἐγένετο πρόξενος; Πλὴν πῶς ἐπετεύχθη ἡ μετρίασις αὕτη τοῦ τόκου τῶν πρὸ τοῦ 1877 προσωρινῶν δανείων; Ὑπὲρ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων διετέθη ὅ,τι πολύτιμον ἐκέκτητο τότε τὸ Κράτος, τὰ μονοπώλια δηλαδή, ὧν ἡ διαχείρισις ἀνετέθη εἰς τὴν ἐπὶ τούτῳ συστᾶσαν ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων. Εἰς τὴν παράδοσιν διαχειρίσεως τόσον ἀσφαλῶν προσόδων προβαίνουσι τὰ Κράτη συνήθως μετὰ συντελεσθεῖσαν πτώχευσιν, συνομολογοῦσι δὲ τότε δάνεια ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ βάσει ὑπὸ πολὺ συμφορωτέρους ὅρους ἐκείνων, ὑφ’ οὓς συνωμολογήθη τὸ δάνειον τῶν Μονοπωλίων. Καὶ τὰ δάνεια ταῦτα εἶναι πραγματικὰ, καὶ συντελοῦσι τῳόντι εἰς τὴν οἰκονομικὴν αὐτῶν ἀνάῤῥωσιν. Ἀλλ’ ἦτο τοιοῦτο τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων; Ὁ πραγματικὸς αὐτοῦ τόκος ἦτο 5½ τοῖς ἑκατὸν, ἐνῷ ὑφ’ ἃς συνθήκας καὶ ὑφ’ ἃς ἐγγυήσεις καὶ ἀσφαλείας συνωμολογήθη, ἔπρεπε νὰ ἀνέλθῃ αὐτὸς τὸ πολὺ πολὺ εἰς 4%. Τί δὲ πράγματι εἰσέπραξεν ἐξ αὐτοῦ τὸ Κράτος; Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ποσῶν τῶν ἀπαιτηθέντων διὰ τὴν μετατροπὴν τῶν προσωρινῶν δανείων καὶ διὰ τὴν ἐπιβληθεῖσαν εἰς ἡμᾶς κατασκευὴν τῶν τριῶν θωρηκτῶν, ἐχορηγήθη εἰς αὐτὸ τοῖς μετρητοῖς μόνον τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτηθὲν διὰ τὴν πληρωμὴν ἑνὸς τοκομεριδίου. Δὲν ὑπελείφθη δὲ ἐκ τοῦ δανείου ἐκείνου οὐδ’ ὀβολὸς διαθέσιμος εἰς περιορισμὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἰς βελτίωσιν τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας, εἰς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν του. Καὶ δύναται νῦν νὰ θεωρηθῇ ὡς κατόρθωμα ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, δι’ ὃ νομίζουσιν οἱ πρωτεργάται καὶ συνεργοὶ αὐτοῦ, ὅτι δικαιοῦνται νὰ καυχῶνται τὴν σήμερον; Ἑτέρα μετατροπή, Κύριοι, ἐπετεύχθη διὰ τοῦ δανείου τῶν 1,200,000 λιρῶν στερλινῶν ἢ 30,000,000 φρ. Ἀλλὰ τίνες οἱ προβάντες εἰς τὴν μετατροπὴν ταύτην; Οἱ ἐν ἔτει 1888 προκαταβαλόντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡμῶν χάριν τῆς πληρωμῆς δύο τοκομεριδίων τὰ προσωρινὰ δάνεια τῶν 10,200,000 φράγκων χρυσῶν καὶ τῶν 400,000 λιρ. στερλινῶν, ἅτινα συμποσούμενα εἰς 20,437,000 φρ. ἀντήλλαξαν πρὸς ὁμολογίας τοῦ Δημοσίου ἀξίας 30,000,000 φράγκων χρυσῶν. Εἰς τὴν πρᾶξιν δὲ ταύτην προέβησαν, ὅπως ἐξαπατήσωσιν οὕτω τὸ πολὺ κοινόν, παριστῶντες ἀνθηρὰν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος, καθ’ ὃν χρόνον ὑπῆρχε τοσαύτη πληθώρα κεφαλαίων ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ, ὥστε ἠδύναντο νὰ συνομολογῶσιν ἐν αὐτῇ δάνεια, καὶ ὑπὸ ὅρους μάλιστα συμφορωτέρους, ὄχι μόνον Κράτη τῆς αὐτῆς πρὸς τὸ ἡμέτερον πίστεως, ἀλλὰ καὶ αἱ ἐπαρχίαι αὐτῶν, ὡς αἱ τῆς Ἀργεντίνης. Προπαρασκευάσαντες δὲ οὕτω τὸ ἔδαφος, προέβησαν εἶτα εἰς τὴν ῥυπαρωτέραν τῶν κερδοσκοπικῶν πράξεων, αἵτινες συνετελέσθησαν, ὑπουργοῦντος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἡμῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὑπὸ τὸν τύπον μετατροπῆς δανείων. Συνωμολογήθη τὸ δάνειον τῶν 5,000,000 λιρῶν στερλινῶν ἢ 125,000,000 φράγκων, ἐξ οὗ τὸ Δημόσιον ἔλαβε τοῖς μετρητοῖς μόνον ἓν τοκομερίδιον, τὰ δὲ λοιπὰ διετέθησαν εἰς τὴν μετατροπὴν προηγουμένων δανείων, ἤτοι 55 ἑκατομμύρια διὰ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 καὶ 26 ἑκατομμύρια διὰ τὰ δάνεια τῶν σιδηροδρόμων Μύλων–Καλαμῶν καὶ Μεσολογγίου–Ἀγρινίου. Τὰς ὁμολογίας τῶν τελευταίων τούτων δανείων εἶχον εἰς χεῖράς των οἱ συνομολογήσαντες αὐτά, τὰς δὲ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 κατώρθωσαν νὰ ἀγοράσωσιν αὐτοὶ καὶ οἱ λοιποὶ συμβληθέντες μετὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ δάνειον τῶν 125 ἑκατομμυρίων, καὶ νὰ καταλογίσωσιν αὐτὰς εἰς τὸ ἄρτιον, λαμβάνοντες ὁμολογίας τοῦ νέου δανείου ἐπὶ πραγματικῇ τιμῇ 72,25%. Οὕτω πως μόνον τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἐξ οὗ τὸ Δημόσιον, κατὰ τὴν κατάστασιν τῶν δανείων, τὴν συνοδεύουσαν τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ, εἰσέπραξε μόλις 19,264,670.44, ἐπεβάρυνε τὸ δημόσιον ἡμῶν χρέος διὰ τῆς τοιαύτης μετατροπῆς μὲ 33 ὅλα ἑκατομμύρια. Ἐντεῦθεν ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὁπόσον ἐκερδοσκόπησαν οἱ συμβληθέντες πρὸς ἡμᾶς κατὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 125 ἑκατομμυρίων διὰ τῆς μετατροπῆς καὶ τῶν ἄλλων δανείων, ἤτοι τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων καὶ τοῦ τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου– Ἀγρινίου. Ἡ ἐλάττωσις τῶν τόκων τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους κατὰ 6 ἑκατομμύρια, ἡ ἐπιτευχθεῖσα δῆθεν διὰ τῆς τοιαύτης μετατροπῆς τῶν δανείων, εἶναι φαντασιώδης ὅλως. Ἡ ἐλάττωσις τῶν τόκων περιωρίσθη κατὰ 1½ περίπου ἑκατομμύριον, τὰ δὲ λοιπὰ ἦσαν χρεώλυτρα, ὧν ἡ ἀποκοπὴ δὲν ἦτο κυρίως εἰπεῖν οἰκονομία. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐλάττωσις αὕτη ἐξεμηδενίσθη ἀπέναντι τῆς ἀφροσύνης, μεθ’ ἧς ἐσωτερικὰ δάνεια, ἐν μέρει εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, μετετράπησαν εἰς ἐξωτερικὰ εἰς χρυσὸν δάνεια, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ὁποίων, ὡς θ’ ἀποδείξω βραδύτερον, ἀπῃτήθησαν νῦν πολὺ ἀνώτερα ποσὰ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ νομίσματος ἢ πρίν. Αἱ μετατροπαί, Κύριοι, τῶν δανείων, αἱ συντελεσθεῖσαι ἀπὸ τοῦ 1887–1889, ἦσαν μᾶλλον ῥυπαραὶ κερδοσκοπικαὶ πράξεις, ἃς ἀσυνείδητοι χρηματισταὶ ἐπετέλεσαν, ἐπωφελούμενοι ἔνθεν μὲν τὴν τότε ἀναλαβοῦσάν πως δημοσίαν ἡμῶν πίστιν διὰ τοῦ δανείου τῶν μονοπωλίων καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν προσόδων τοῦ Κράτους κατὰ 20 ὡς ἔγγιστα ἑκατομμύρια, ἔνθεν δὲ τὴν πληθώραν καὶ εὐπιστίαν τῶν κεφαλαίων ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ ἐν τέλει τὴν παντελῆ ἄγνοιαν καὶ ἀπειρίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τὰ τοιαῦτα. Ἀλλὰ θὰ ἦτο νῦν πάντως εἰλικρινέστερον καὶ δι’ αὐτὸν καὶ διὰ τοὺς συνηγόρους του, ἐὰν ὡμολόγουν τὴν ἀλήθειαν ταύτην. Οὕτω πως ἠδύναντο νὰ ὑπολογίσωσι τοὐλάχιστον ἐπὶ τὴν ἐπιείκειαν ἡμῶν, ἐνῷ πάντως ἀσύγγνωστοι μένουσιν, ἰσχυριζόμενοι ἔτι καὶ νῦν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς. Μετὰ τοιαῦτα, Κύριοι, κατορθώματα τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, πρόδηλα ἤδη τοῖς πᾶσιν ἐκ τοῦ ὑστέρου, ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῶν, ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, λησμονήσας πρὸς στιγμὴν ὅτι εὑρισκόμεθα νῦν ἐν ἔτει 1894, ἐν πλήρει χρεωκοπίᾳ τοῦ Κράτους, καὶ νομίσας ὅτι διατελεῖ αὐτὸς ἔτι ἐν τῇ μακαρίᾳ ἐκείνῃ ἐποχῇ τοῦ 1888 καὶ 1889, ἀνέκρουσεν ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ τὸν ἑξῆς παιᾶνα ὑπὲρ τῆς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως (ἀναγινώσκει): «Τῆς πρὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1890 πολιτικῆς βάσις ἦτο ἡ πλήρης ἀνόρθωσις καὶ ἐμπέδωσις τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως, συνάμα δὲ ἡ χρησιμοποίησις ταύτης μέχρις οὗ σπουδαίως προαχθῶσιν αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας, καὶ διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἢ διὰ τῆς ἐξουδετερώσεως τῶν ἐπὶ τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας ἐπιβλαβῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς, περιέλθωσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε ἡ χρῆσις τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως νὰ μὴ ἦναι ἀπολύτως ἀναγκαία πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἰσοζυγίου, ἀλλὰ πρὸς περαιτέρω βελτίωσιν τῶν παραγόντων τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν εὐημερίας.» Καὶ ἡ πλήρης ἀνόρθωσις καὶ ἐμπέδωσις τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως συνίστατο ἐν τῇ ἀποτυχίᾳ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης κατὰ τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ εἰς δημοσίαν ἐγγραφήν· συνίστατο ἐν τῇ καταχρηστικῇ διαθέσει τοῦ πραγματοποιηθέντος ποσοῦ ἐκ τοῦ δανείου ἐκείνου εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἐξ οὗ διετρανώθη ἡ κακοπιστία αὐτοῦ καὶ ἔκτοτε ἐκλείσθη εἰς ἡμᾶς ἑρμητικῶς ἡ θύρα τῶν δανείων. Ἀντὶ δὲ τῆς ἄρσεως, ἢ τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἴχομεν τοὐναντίον αὔξησιν αὐτῆς, μεθ’ ὅλας τὰς κατ’ ἔτος ἀπὸ τοῦ 1886–1890 στερεοτύπως διδομένας διαβεβαιώσεις καὶ παρὰ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ παρὰ τοῦ σημαιοφόρου τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ περὶ βαθμιαίας αὐτῆς ἄρσεως. Ἀντὶ δ’ ἐνισχύσεως τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας εἴχομεν τοὐναντίον καταπόνησιν αὐτῶν· διότι οὐδὲν μὲν ἐκ τῶν ἑκατομμυρίων ἐκείνων, ἅτινα καθ’ ἑκατοντάδας ἐδανείζετο τὸ Δημόσιον, διετέθη τότε, ὡς εἴδομεν, ὑπὲρ τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς, ἡ δὲ φορολογία ἐξηκολούθησε καὶ κατὰ τὴν περίοδον ταύτην ἐπιβαρύνουσα κατ’ ἐξοχὴν τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις καὶ ἐκμυζῶσα τὰ παραγωγικὰ κεφάλαια τῆς χώρας. Ἀντὶ δὲ ἰσοζυγίου, εἴχομεν τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς περιόδου ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁμολογίαν αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ (πρβλ. εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894 σελ. 41) ἐλλείμματα τὸ μὲν 1889 ἐκ 14,899,463.77, τὸ δὲ 1890 ἐκ 45,979,618.64. Τὰ ἐλλείμματα ταῦτα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καλυφθῶσι πλέον δι’ ἐκτάκτων ἐσόδων, ἀφοῦ ἡ πηγὴ τῶν δανείων, μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, εἶχε στειρεύσει πλέον ὁλοσχερῶς δι’ ἡμᾶς, καὶ δὲν ὑπελείπετο τότε ἄλλο τι εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὑπὸ τὸ ὀλέθριον σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἢ ἡ χρεωκοπία τοῦ Κράτους. Κατὰ ταῦτα, τὸ ἔργον τῆς καταστροφῆς, ὅπερ εἶχεν ἀρχίσει ἤδη ὑπ’ αὐτὸν κατὰ τὴν πρώτην περίοδον, τὴν ἀπὸ τοῦ 1882–1885, συνετελέσθη κατὰ τὴν δευτέραν ταύτην περίοδον, τὴν ἀπὸ τοῦ 1886–1890...
§196Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὁμιλήσητε ἀκόμη διὰ μακρῶν, κύριε συνάδελφε; Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀνθέξωμεν πέραν τῶν 9.
§197ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ, ἔχετε ὀλίγην ὑπομονήν. Ἡ ἐπακολουθήσασα, Κύριοι, ἐποχὴ ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ Ὀκτωβρίου 1890, ὅτε μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς ΙΒʹ Βουλευτικῆς Περιόδου, ἀπολέσας τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ ἐκ τῆς ἀρχῆς, μέχρι τῶν ἀρχῶν τοῦ Μαΐου 1892, ὅτε μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς ΙΓʹ Βουλευτικῆς Περιόδου, ἀνακτήσας τὴν πλειονοψηφίαν, ἀνέλαβε τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους, ἦτο ἐποχὴ ἀγωνιώδους ἀναβολῆς τῆς μοιραίας καταστροφῆς. Τὸ Ὑπουργεῖον Δηλιγιάννη, ἐλθὸν εἰς τὰ πράγματα κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890, κατελήφθη ὁμολογουμένως ὑπὸ σκοτοδίνης πρὸ τῆς καταστάσεως, ἣν εὗρεν ἐνώπιόν του. Εὗρε τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους κενὰ, ὡς ἐν ἔτει 1885, τὴν δὲ πίστιν αὐτοῦ ἐξηντλημένην καὶ ληξιπροθέσμους ὑποχρεώσεις ἐκ δεκάδων ὅλων ἑκατομμυρίων χάριν τοῦ τοκομεριδίου καὶ τοῦ προσωρινοῦ δανείου τῶν ἐντόκων γραμματίων ἐκ 15,000,000 φρ. χρ., ὅπερ εἶχε συνομολογήσει πρὸ ἔτους ὁ κ. Τρικούπης πρὸς μετατροπὴν τοῦ δανείου τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ ὅπερ ἔληγε τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1890 Ἠναγκάσθη τότε τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ὑπὸ τὸν κ. Τρικούπην πραγματοποιηθέντος ποσοῦ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης καὶ ὅσον ποσὸν ἠδυνήθη αὐτὸ νὰ πραγματοποιήσῃ, νὰ διαθέσῃ καὶ αὐτὸ καταχρηστικῶς ὑπὲρ τῶν κατεπειγουσῶν τούτων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Αἰσθανόμενον δὲ τὸ ἔδαφος κλωνιζόμενον ὑπὸ τοὺς πόδας του, ἐλιποψύχησε καὶ δὲν ἔσχε τὸ θάῤῥος νὰ προβῇ εἰς ῥιζικὰς μεταῤῥυθμίσεις τόσον τῶν ὀργανικῶν, ὅσον καὶ τῶν φορολογικῶν νόμων τοῦ Κράτους, δι’ ὧν καὶ οἰκονομίαι ἐπαισθηταὶ ἠδύναντο νὰ ἐπέλθωσιν εἰς τὰ ἔξοδα, καὶ αὔξησις οὐ σμικρὰ εἰς τὸ ἔσοδα. Ἄν ἔχῃ τις ν’ ἀπευθύνῃ μομφήν τινα κατ’ αὐτοῦ, ἡ μομφὴ αὕτη εἶναι, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸ νὰ συνεχίσῃ ἐν πᾶσι σχεδὸν τὸ αὐτὸ σύστημα τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου Τρικούπη. Ἀλλὰ τὴν μομφὴν ταύτην ἥκιστα βεβαίως δικαιοῦται ν’ ἀπευθύνῃ κατ’ αὐτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ἐφευρετὴς καὶ τελειωτὴς τοῦ συστήματος ἐκείνου, καὶ οἱ συνήγοροι αὐτοῦ. Οὗτοι θὰ ἐδικαιοῦντο τῳόντι ν’ ἀπευθύνωσι τὴν τοιαύτην μομφὴν, ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον Δηλιγιάννη ἐπέφερε τοιαύτας μεταβολὰς εἰς τὸ σύστημά των, ὥστε ἐξ αὐτῶν νὰ προκύψῃ ἐλάττωσις ἐξόδων, ἢ αὔξησις προσόδων. Πλὴν ποῦ ἴχνος τοιούτων μεταβολῶν; ποῦ ἡ ἐπαισθητὴ ἐλάττωσις τῶν ἐσόδων ἢ αὔξησις τῶν ἐξόδων αὐτοῦ; Δὲν εἶναι ἔντιμον, δὲν εἶναι εἰλικρινὲς παρ’ ὑμῶν, κύριε Πρωθυπουργὲ καὶ σεῖς κ. εἰσηγητὰ τῆς πλειονοψηφίας, νὰ καταλογίζητε νῦν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δηλιγιάννη τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1890, τοῦ ὁποίου τὸν προϋπολογισμὸν εἶχε συντάξει καὶ διαχειρισθῆ κατὰ τοὺς 10 πρώτους αὐτῆς μῆνας τὸ προκάτοχον αὐτοῦ Ὑπουργεῖον. Ἀφοῦ καταλογίζετε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δηλιγιάννη ὁλόκληρον τὴν χρῆσιν τοῦ 1886, μόνον καὶ μόνον διότι αὐτὸ εἶχε συντάξει τὸν προϋπολογισμὸν αὐτοῦ, εἰ καὶ τὸν ἐφήρμοσε μόλις κατὰ τοὺς τέσσαρας πρώτους μῆνας τοῦ ἔτους ἐκείνου, ὀφείλετε νῦν, συνεπεῖς ὄντες πρὸς ὑμᾶς αὐτοὺς, νὰ ἀναλάβητε τὴν εὐθύνην σεῖς διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1890, ἧς τὸν προϋπολογισμὸν σεῖς συνετάξατε καὶ ἐφηρμόσατε κατὰ τοὺς 10 πρώτους αὐτῆς μῆνας. Τὸ Ὑπουργεῖον Δηλιγιάννη, Κύριοι, εὐθύνει μόνη ἡ χρῆσις τοῦ 1891, ἧς τὸν προϋπολογισμὸν συνέταξε καὶ ἐφήρμοσεν αὐτὸ κατὰ τὸ πλεῖστον. Ἀλλὰ ποῖα ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως ἐκείνης; Τὰ ἔσοδα αὐτῆς οὐ μόνον δὲν ἠλαττώθησαν, ἀλλὰ καὶ ηὐξήθησαν καταπληκτικῶς, ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὰ ἔσοδα τῶν χρήσεων τοῦ 1889 καὶ 1890, αἵτινες εὐθύνουσι τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τοὺς συνηγόρους του. Ἐνῷ τὸ 1889 εἰσεπράχθησαν τακτικὰ ἔσοδα δρ. 83,731,571.09, τὸ δὲ 1890 μόλις 79,931,795.22, τὸ 1891 ἀνῆλθον αὐτὰ εἰς δραχ. 90,272,212.26. Ταῦτα κατὰ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ Κράτους, τὰ ἀναγραφόμενα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894 (σελ. 41). Ἀλλὰ ἀντιτάττουσιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι ηὔξησαν τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1891. Ἡ αὔξησις ὅμως αὕτη εἶναι φαινομενικὴ, οὐδὲ εὐθύνει κυρίως τὸ Ὑπουργεῖον Δηλιγιάννη. Τί πρὸς αὐτὸ, ἐὰν ἠναγκάσθη νὰ πληρώσῃ τὸ ἔτος ἐκεῖνο πολλὰ ἑκατομμύρια διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσσης; Μήπως αὐτὸ εἶχε δημιουργήσει τὴν δαπάνην ἐκείνην; Τί πρὸς αὐτὸ, ἐὰν ὡς ἐκ τῆς παντελοῦς στειρεύσεως τῶν δανείων ἠναγκάσθη νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν ἐγχωρίαν ἀγορὰν πρὸς προμήθειαν τοῦ ἀναγκαιοῦντος μεταλλικοῦ διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ τοκομεριδίου τῆς βʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1891; Μήπως δὲν θὰ ἔκαμνε τὸ ἴδιον καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εὑρισκόμενος εἰς παραπλησίαν θέσιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν; Δὲν εἶναι σοβαραὶ, Κύριοι, δὲν εἶναι κἄν εἰλικρινεῖς αἱ αἰτιάσεις, αἱ ἀπευθυνόμεναι παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψίας κατὰ τοῦ Ὑπουργείου Δηλιγιάννη. Τὸ πολὺ πολὺ, ὡς εἴδομεν, δύνανται ἄλλοι νὰ μεμφθῶσι τοῦτο, ὅτι δὲν ἐβελτίωσεν ἐπαισθητῶς τὴν κατάστασιν, οὐχὶ δὲ αὐτοὶ, οἵτινες δύνανται νὰ καυχηθῶσι μόνον, ὅτι παρέλαβον αὖθις σώαν καὶ ἀκεραίαν τὴν κληρονομίαν ἐν ἔτει 1892, ὡς παρέδωκαν αὐτὴν τὸ 1890.
§198ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν νομίζετε καλὸν νὰ ἀναβάλητε δι’ αὔριον τὴν συνέχειαν τῆς ἀγορεύσεώς σας;
§199ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ νὰ τελειώσω σήμερον τὸ πρῶτον αὐτῆς μέρος. Ἔχετε ἀκόμη ὀλίγην ὑπομονήν. Ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν ὁ κ. Τρικούπης τῇ 10 Ἰουνίου 1892 ἐν τῷ μέσῳ πλειονοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ, ἥτις ἰσοφάριζε πρὸς παμψηφίαν σχεδὸν, ἐν τῷ μέσῳ τῆς γενικῆς προσδοκίας, ὅτι αὐτὸς ἦτο ὁ σωτὴρ ἐκ τῆς ἀφορήτου καταστάσεως, ἐν ᾗ διετελοῦμεν τότε. Οἱ πολλοὶ δὲν ἐξήταζον, ἐὰν αὐτὸς ἦτο ὁ κυρίως ὑπαίτιος διὰ τὴν κατάστασιν ἐκείνην, ἀλλ’ ἀναμιμνησκόμενοι τῆς σχετικῆς εὐημερίας τῶν ἐτῶν 1886–1890, καὶ μὴ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ φαινομενικὴ ἐκείνη εὐημερία ἦτο ἡ παραγωγὸς τῆς κρίσεως, τῆς ἐκραγείσης ἐν καιρῷ τῆς ἐκπτώσεως αὐτοῦ ἐκ τῆς ἀρχῆς, ἐνόμιζον, ὅτι μόνη ἡ ἐπάνοδός του εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἤρκει ν’ ἀποσοβήσῃ τὸν ἐπικρεμάμενον κίνδυνον. Καὶ ἐκ τῶν ἄλλων δὲ οὐκ ὀλίγοι, καίτοι ἀναγνωρίζοντες ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἦτο ὁ πρωτουργὸς τοῦ κακοῦ, οὐδὲν ἧττον, συμπαρασυρθέντες καὶ αὐτοὶ ὑπὸ τῶν πολλῶν, ἀνέθετον τὰς ἐλπίδας των εἰς αὐτὸν, νομίζοντες ὅτι ἠδύνατο ὁ τρώσας καὶ νὰ ἰάσῃ. Πῶς ὅμως ὁ κ. Τρικούπης ἀνταπεκρίθη καὶ τὴν φορὰν ταύτην πρὸς τὴν γενικὴν ἐκείνην προσδοκίαν; ὅπως καὶ ἐν ἔτει 1882 καὶ ἐν ἔτει 1886. Ἔκτοτε αἱ τρίχες αὐτοῦ μόνον ἐλευκάνθησαν κατά τι, ἀλλ’ οὔτε γνώμην οὔτε πολιτείαν μετέβαλεν. Ἐνόμισεν ὅτι εὑρίσκετο καὶ νῦν, ὑφ’ ἃς περιστάσεις τὸ 1882 καὶ 1886, καὶ ὅτι ἑπομένως ἠδύνατο νὰ ἐπαναλάβῃ αὖθις τὰ τότε γενόμενα πειράματα τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων καὶ τῆς συνομολογήσεως ἐκ παντὸς τρόπου δανείου, ἐπιτρέποντος αὐτῷ τὴν ἐξακολούθησιν τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν. Καὶ ἔφερε μὲν ἀγογγύστως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν νέαν αὔξησιν τῶν φορολογικῶν βαρῶν, καίτοι καμπτόμενος καὶ κινδυνεύων νὰ συντριβῇ ὑπ’ αὐτά. Ἀλλ’ ἡ αὔξησις αὕτη τῶν φόρων, γενομένη καὶ νῦν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἄνευ δηλαδὴ ῥιζικῆς τινος μεταῤῥυθμίσεως, δὲν ἀπέφερε τοὺς προσδοκωμένους καρπούς. Ἡ αὔξησις ἰδίᾳ τῶν εἰσαγωγικῶν δασμῶν, ἀντὶ νὰ ἐπιφέρῃ αὔξησιν τῶν τελωνειακῶν τελῶν, τοὐναντίον ἐπέφερεν ἐλάττωσιν αὐτῶν ἐπαισθητήν· διότι καὶ ἡ κατανάλωσις ἐκάμφθη ὑπὸ τὸ ἐπαχθὲς τοῦ βάρους, καὶ τὸ λαθρεμπόριον ὑπερῆρε τὴν κεφαλὴν, ὡς ἐκ τοῦ μεγάλου κέρδους, ὅπερ ἀπέδιδεν αὐτὸ μετὰ τὴν αὔξησιν τῶν δασμῶν. Ἀλλ’ οὐ φροντὶς Ἱπποκλείδῃ περὶ τούτου. Ὁ κ. Τρικούπης, αὐξάνων τοὺς φόρους καὶ δασμοὺς, καὶ ἀψηφῶν ἐὰν οὗτοι καθίσταντο πράγματι εἰς ὡρισμένας τάξεις τοῦ λαοῦ δυσβάστακτοι, ἐὰν δὲν ἀπέδιδον τὰ προσδοκώμενα ποσὰ, ἕνα καὶ μόνον ἐπεδίωκε σκοπὸν, πῶς τοιουτοτρόπως νὰ παραστήσῃ ἐπὶ τοῦ χάρτου ἰσοζύγια καὶ περισσεύματα, καὶ νὰ παραπείσῃ δι’ αὐτῶν τὰ ξένα κεφάλαια εἰς τὴν συνομολόγησιν νέου δανείου, καὶ δυνηθῇ οὕτω νὰ συνεχίσῃ τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμούς. Καὶ ὅτε εἶδεν, ὅτι τὰ τεχνάσματα ταῦτα, γνωστὰ ἤδη γενόμενα τοῖς πᾶσιν ἐκ τῆς προτέρας οἰκονομικῆς διαχειρίσεώς του, ἠστόχουν τοῦ σκοποῦ των, δὲν ὤκνησε νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Στέμματος τὸν ͵ΒΞΖʹ νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετρέπετο εἰς αὐτὸν ἐπὶ ὅροις αὐτόχρημα χρεωκοπικοῖς νὰ συνομολογήσῃ νέον δάνειον. Ὅτε δὲ εἶδεν, ὅτι καὶ τοῦτο δὲν ἤρκει, ἐζήτησε καὶ ἔλαβε καὶ τὸν νόμον ͵ΒΡΙΕʹ περὶ πληρωμῆς εἰς χρυσὸν δημοσίων τινῶν ἐσόδων, ὧν τὴν διαχείρισιν ἐνόει νὰ παραδώσῃ εἰς χεῖρας τῶν μελλόντων νὰ συνομολογήσωσι τὸ δάνειον. Τὸ νέον δάνειον, Κύριοι, οὐδένα ἄλλον σκοπὸν εἶχεν ἢ νὰ ἀναβάλῃ ἐπὶ δύο ἀκόμη ἔτη τὴν καταστροφὴν, ἐν συνειδήσει ὅτι αὕτη θὰ ἐπήρχετο τότε μεγαλειτέρα. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπηγγέλλετο τότε, ἐπαναλαμβάνει δὲ νῦν, δίκην ἠχοῦς, ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι δι’ αὐτοῦ ἐσκοπεῖτο ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἢ τοὐλάχιστον ὁ περιορισμὸς αὐτῆς κατὰ τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ νὰ ἦναι πλέον ἀνεπαίσθητος καὶ νὰ δυνηθῇ οὕτω τὸ Κράτος ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐξ ἰδίων πόρων πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων. Δὲν ἐξετάζω νῦν, ἐὰν ἔχηται τὸ παράπαν ἀκριβείας ὁ ἰσχυρισμὸς καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, καθ’ ὃν δῆθεν εἶχεν ἤδη κατορθωθῆ «τὸ ἀληθὲς ἰσοζύγιον μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους ἐπὶ τῷ νομίμως ἐν τῇ χώρᾳ κυκλοφοροῦντι τραπεζικῷ νομίσματι», δὲν ὑπελείπετο δὲ ἄλλο τι ἢ νὰ ἐπιτεθῇ εἰς τοιοῦτον οἰκοδόμημα τὸ ἐπιστέγασμα διὰ τῆς ἄρσεως ἢ διὰ τοῦ μεγάλου περιορισμοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ νέου δανείου δὲν ἔμελλεν οὐδ’ ὀβολὸς νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Κράτος, ἀφοῦ, ὡς γνωστὸν, ὁλόκληρον τὸ προϊὸν του θὰ διέθετον αὐτοὶ οἱ πιστωταί μας εἰς πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων δύο ἐτῶν. Διὰ τῆς ἀποδόσεως δὲ εἰς τὰς Προνομιούχους Τραπέζας ἴσου ποσοῦ τραπεζικῶν γραμματίων, ἐν ἰσοτιμίᾳ λαμβανομένων, πρὸς τὸ καταβαλλόμενον ἑκάστοτε μεταλλικὸν ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, θὰ ηὔξανον μόνον αἱ χρηματικαὶ δυσχέρειαι τῆς χώρας, ἐλλείψει ἀνταλλακτικοῦ ὀργάνου διὰ τὰς συναλλαγάς της, καὶ θὰ ἐπετείνετο ἔτι μᾶλλον ἡ κατατρύχουσα αὐτὴν οἰκονομικὴ κρίσις, χωρὶς ὅμως διόλου νὰ ἀρθῶσιν ἢ περιορισθῶσιν αἱ ὑφιστάμεναι νομισματικαὶ ἀνωμαλίαι. Ἡ χώρα ἔχει ἀνάγκην χρυσοῦ, ἐνόσῳ δὲ τοιοῦτος δὲν εἰσάγεται ἔξωθεν, οὐδεμία βελτίωσις εἰς τὰς νομισματικάς της ἀνωμαλίας δύναται νὰ ἐπέλθῃ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἦτο τῆς γνώμης, ἣν συμμερίζεται πληρέστατα καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς νῦν, καὶ καθ’ ἣν ἐκ τῆς μὴ ἐξαγωγῆς τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ποσοῦ εἰς μεταλλικὸν ἐπὶ διετίαν ἐκ τῆς χώρας, αὕτη θ’ ἀπέκτα τόσα ἀποταμιεύματα εἰς χρυσὸν, ὥστε μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς διετίας θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ ὑφίσταται τὴν ἐτησίαν ἀφαίμαξιν ὄχι μόνον 30–31, ἀλλὰ καὶ 36 ὅλων ἑκατομμυρίων εἰς χρυσὸν, εἰς ὅσον περίπου θὰ ἀνήρχετο ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους μετὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ νέου δανείου. Ἀλλὰ μετὰ τὴν γενομένην ἤδη πεῖραν, καθ’ ἣν ἡμεῖς οὐχὶ μόνον ἐπὶ πενταετίαν, ὡς ἰσχυρίζεται ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1881–1890 οὐδέποτε ἐξηγάγομεν ἐκ τῆς χώρας χρυσὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ ἐν τούτοις, θελήσαντες τὸ 1891 τὸ τοκομερίδιον μιᾶς μόνης ἑξαμηνίας νὰ προμηθευθῶμεν ἐκ τῆς ἐγχωρίας ἀγορᾶς, εἴδομεν ἀμέσως τὸ συνάλλαγμα ὑπερτιμώμενον καταπληκτικῶς καὶ ἐκρηγνυμένην νομισματικὴν κρίσιν ἐν ἡμῖν μετὰ τὴν πεῖραν ταύτην, λέγω, μόνον γέλωτα ὀφλισκάνει ὁ ἰσχυριζόμενος ὅτι ἐντὸς διετίας νῦν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προμηθευώμεθα ἐκ τῆς χώρας 36 ὅλα ἑκατομμύρια εἰς χρυσόν. Τὸ δάνειον, Κύριοι, ἐπολεμήσαμεν ἡμεῖς ἐκθύμως, ὡς μέλλον νὰ συνομολογηθῇ ὑπὸ ὅρους αὐτόχρημα χρεωκοπικούς, ὡς ἐπιβάλλον τὸν διεθνῆ ἔλεγχον εἰς τὴν χώραν, καθ’ ἃ ἀπεδείχθη κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ἐν ἀρχῇ τῆς παρούσης βουλευτικῆς συνόδου, ὡς ἄστοχον ὅλως, ὡς ἀναβάλλον μόνον τὴν καταστροφὴν ἐπί τινα χρόνον, ὅπως καταστήσῃ αὐτὴν εἶτα μεγαλειτέραν. Ἀλλὰ τὸ δάνειον δὲν ἀπέτυχε διὰ τὴν τοιαύτην ἡμῶν πολεμικήν. Ἡ ἀποτυχία αὐτοῦ ὀφείλεται εἰς τὴν ἀκριβῆ γνῶσιν τῶν καθ’ ἡμᾶς πραγμάτων, ἣν οἱ ξένοι κεφαλαιοῦχοι εἶχον λάβει ἤδη πρὸ πολλοῦ. Κατ’ ἐμὴν δὲ πεποίθησιν, οὐδὲ διεξήχθησάν ποτε σοβαραὶ διαπραγματεύσεις περὶ δανείου. Ὑπῆρξαν μόνον ἀσυνείδητοι χρηματισταί, οἵτινες δι’ αὐτῶν ἠθέλησαν νὰ κερδοσκοπήσωσιν ἐπὶ τῆς εὐπιστίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν Ἑλλήνων, εἰς οὓς ἔμελλον οὕτω νὰ στοιχίσωσιν ἀκριβὰ αἱ ἐλπίδες, ἃς εἶχον ἀναθέσει ἐν ἔτει 1892 εἰς τὴν νέαν πρωθυπουργίαν τοῦ κ. Τρικούπη. Ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ τοῦ συνομολογηθησομένου δανείου, ὅπερ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ μῆνας παρίστα ὡς βέβαιον καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τοῦ δημοσιογραφικοῦ του ὀργάνου, παρασυρθέντες πολλοὶ τῶν ἡμετέρων ἐῤῥίφθησαν ἀκατάσχετοι εἰς τὴν κερδοσκοπίαν ἐπὶ τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων, ἅτινα κατώρθωσαν οὕτω νὰ ἐκποιήσωσιν εἰς τιμὰς συμφερούσας οἱ ἐν Λονδίνῳ χρηματισταί. Ἀφοῦ δὲ ἐπέτυχον οὗτοι τοῦ σκοποῦ τῶν, ἀποδεκατίσαντες τὰς ἑλληνικὰς περιουσίας, ἔστρεψαν τὰ νῶτα πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅστις, εὑρεθεὶς τότε πρὸ τοῦ χάους, ἔσπευσε νὰ δραπετεύσῃ τῇ 27 Ἀπριλίου 1893 ἐκ τῆς ἀρχῆς, φροντίζων πῶς νὰ διασώσῃ μόνον τὸ πολύτιμον σαρκίον του ἐκ τῶν ἐρειπίων, ἅτινα ἐγκατελίμπανεν ὄπισθέν του. Κληθέντες τότε ἡμεῖς, Κύριοι, εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, εὕρομεν συντετελεσμένην ἤδη τὴν καταστροφήν. Εὕρομεν τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους κενὰ καὶ ὑποχρεώσεις αὐτοῦ ληξιπροθέσμους ἐντὸς ἑβδομάδων καὶ μηνῶν, ἀνερχομένας εἰς δεκάδας ὅλας ἑκατομμυρίων. Τί ἠθέλετε τότε νὰ πράξωμεν πρὸ τῆς καταστάσεως ἐκείνης; Κατὰ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς, ὠφείλομεν ἡμεῖς νὰ πράξωμεν ἓν ἐκ τῶν δύο, ἢ νὰ συνομολογήσωμεν δηλαδὴ τὸ δάνειον, οὗτινος τὴν σύμβασιν εἶχεν ἐγκαταλίπει ἑτοίμην πρὸς ὑπογραφὴν ὁ κ. Τρικούπης, ἢ νὰ προβῶμεν εἰς τὸν συμβιβασμὸν πρὸς τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὡς ἀπεδείξαμεν ἤδη κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡμεῖς ἐπ’ οὐδενὶ οὐδέποτε λόγῳ ἠδυνάμεθα νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον χρεωκοπικόν, δάνειον συνεπαγόμενον τὸν διεθνῆ ἔλεγχον, δάνειον ἀναβάλλον μόνον τὴν καταστροφήν, χωρὶς νὰ ἐπαγγέλληται οἱανδήποτε θεραπείαν τοῦ κακοῦ· ἐκτὸς, λέγω, τούτου, οὔτε δάνειον ἕτοιμον πρὸς συνομολόγησιν εὕρομεν, οὔτε σύμβασιν ἑτοίμην πρὸς ὑπογραφήν. Οὔτε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν οὔτε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν εὕρομεν σχετικόν τι ἔγγραφον πρὸς τὸ δάνειον. Ἡ ὑπηρεσία δὲ καὶ τῶν δύο τούτων Ὑπουργείων μᾶς ἐπληροφόρησεν, ὅτι τὰς περὶ αὐτοῦ διαπραγματεύσεις διεξῆγεν ἀπ’ εὐθείας ὁ κ. Τρικούπης μετὰ τοῦ κ. Θεοτόκη ἐν Λονδίνῳ μετὰ δὲ τὴν παραίτησίν του συναπεκόμισε πᾶν σχετικὸν ἔγγραφον εἰς τὴν ἰδιωτικήν του κατοικίαν. Ἀπετάθημεν τότε πρὸς τοὺς κ. κ. Θεοτόκην καὶ Τρικούπην. Ἀλλ’ ἐκεῖνος μὲν εἶχεν ἀπέλθει ἐκ Λονδίνου τὴν ἡμέραν, ὡς μᾶς διεβεβαίωσε, καὶ οὐχὶ τὴν νύκτα, ἐπὶ ἡμέρας δὲ πολλὰς ἦτο ἀγνώστου διαμονῆς. Ὁ δὲ κ. Τρικούπης εὐηρεστήθη, κατ’ ἐπίμονον πρόκλησιν ἡμῶν, νὰ μᾶς ἀποστείλῃ ἓν σχέδιον συμβάσεως, τὸ ὁποῖον ὅμως εἰς οὐδὲν ἄλλο ἠδύνατο νὰ μᾶς χρησιμεύσῃ, πλὴν μόνον εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ὅτι ἦτο πρόθυμος αὐτὸς καὶ τὸν διεθνῆ ἔλεγχον ν’ ἀποδεχθῇ, ἂν εὕρισκε δάνειον. Ἀλλ’ οὐδαμοῦ ἠδυνήθημεν ν’ ἀνακαλύψωμεν τὰ ἴχνη οὔτε δανείου οὔτε κεφαλαιούχων προθύμων νὰ συνυπογράψωσι μεθ’ ἡμῶν τὴν σχετικὴν σύμβασιν. Ὅπως δὲ προβῶμεν εἰς τὸν συμβιβασμὸν, ὠφείλομεν προηγουμένως νὰ κηρύξωμεν τὸ Κράτος ἐν χρεωκοπίᾳ. Ἀλλὰ ἡ τιμὴ αὕτη, Κύριοι, δὲν ἀνῆκεν εἰς ἡμᾶς. Ἀνῆκεν εἰς τὸν πρωτεργάτην τοῦ τοιούτου ἐθνικοῦ ὀνείδους, ὅστις ἐπὶ ἑνδεκαετίαν ὅλην, ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν, συντόνως καὶ ἀνενδότως ἐργαζόμενος, παρεσκεύασε τὴν τοιαύτην καταστροφήν. Ἐὰν ἐπέπρωτο νὰ ἐπέλθῃ αὐτὴ, ὁ μόνος ἁρμόδιος, ἵνα ἐκκενώσῃ τὸ τοιοῦτον ποτήριον μέχρι τρυγὸς, ἦτο ὁ πληρώσας αὐτὸ μέχρι χειλέων ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής. Ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν καθῆκον ἡμῶν τότε νὰ καταβάλωμεν τὴν τελευταίαν ἔντιμον καὶ εἰλικρινῆ προσπάθειαν πρὸς ἀποσόβησιν τῆς τοιαύτης ἀτιμίας. Καὶ ἡ προσπάθεια αὕτη ἐνέκειτο ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ μέτρου ἐκείνου, ὅπερ καὶ ἐν ἄλλῃ χώρᾳ ἐφαρμοσθὲν ἤδη, διέσωσε τὴν τιμήν της, καὶ ὑπεβοήθησεν αὐτὴν εἰς τὸ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ὁδὸν τῆς οἰκονομικῆς ἀναῤῥώσεως. Ἡ χώρα αὕτη εἶναι ἡ Ἀργεντίνη, ἥτις διὰ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως ἠδυνήθη νὰ ἴδῃ βελτιουμένην ἐπαισθητῶς τὴν οἰκονομικήν της κατάστασιν καὶ ἀναζωογονουμένην τὴν δημοσίαν αὐτῆς πίστιν. Εἰς τὸ δάνειον λοιπὸν τῆς κεφαλαιώσεως ὠφείλομεν νὰ προσφύγωμεν καὶ ἡμεῖς, ἀφοῦ ἡ ἑνδεκαετὴς οἰκονομικὴ διαχείρισις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μᾶς ἤγαγεν εἰς παραπλησίαν θέσιν πρὸς τὴν τῆς Ἀργεντίνης ἐν ἔτει 1890. Τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως ἔσπευσε τότε νὰ χαρακτηρήσῃ ὁ κ. Τρικούπης διὰ τοῦ δημοσιογραφικοῦ του ὀργάνου ὡς δολίαν χρεωκοπίαν, συνιστῶν ἀντ’ αὐτοῦ τὴν ἄρνησιν πάσης πληρωμῆς, ἢ τὸν αὐθαίρετον περιορισμὸν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ὡς αὐτὸς ἔπραξε διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου. Ἀλλὰ μόνον ὁ ἔχων τὴν ἠθικὴν συνείδησιν ἀπημβλυμένην ἠδύνατο νὰ θεωρήσῃ τοῦτο προτιμότερον τοῦ μέτρου ἐκείνου, καθ’ ὃ, περιελθόντες ἅπαξ εἰς ἀνικανότητα, ἵν’ ἀποτίσωμεν τοῖς μετρητοῖς τὰς ὀφειλὰς ἡμῶν, ἀνεγνωρίζομεν ἐντίμως καὶ εἰλικρινῶς τὰς ὀφειλὰς ἡμῶν ταύτας, καὶ ἐζητοῦμεν μόνον τὴν ἐπὶ 2½ ἔτη ἀναβολὴν τῆς πληρωμῆς αὐτῶν, ἐν τῷ μεταξὺ ἐξασφαλίζοντες τοὺς πιστωτὰς ἡμῶν δι’ ὅλων τῶν δυνατῶν ἐγγυήσεων, ὡς πρὸς τὰ διάμεσα τοκοχρεωλύσια. Κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα θὰ εἴχομεν τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν ν’ ἀναδιοργανώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, καὶ νὰ ἴδωμεν μέχρι τέλους, τί ἠδυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν, καὶ τότε ἐν ἀνάγκῃ νὰ προέλθωμεν εἰς συμβιβασμόν. Διὰ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως θὰ ἐτύγχανον ἐπὶ 2½ ἔτη ἀνακουφίσεως καὶ τὸ Κράτος καὶ ἡ χώρα ἡμῶν, θὰ συνετελοῦμεν δ’ ἐκ τῶν τακτικῶν προσόδων τοῦ Δημοσίου τὰ ἤδη ἡμιτελῆ δημόσια ἔργα, θ’ ἀπετίομεν τὰ προσωρινὰ δάνεια, καθόσον αὐτὰ δὲν συμπεριελαμβάνοντο ἐν τῷ δανείῳ τῆς κεφαλαιώσεως, καὶ θὰ περιωρίζομεν κατά τι καὶ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Τὸ δάνειον, Κύριοι, τῆς κεφαλαιώσεως ἐχαιρετίσθη ἅμα τῇ ἐκδόσει αὐτοῦ δι’ ὑψώσεως τῶν τιμῶν τῶν χρεωγράφων ἡμῶν καὶ διὰ βελτιώσεως τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, ἥτις τότε εἶχε κατέλθει εἰς τὰ 148. Ἂν ὅμως βραδύτερον ὑπετιμήθησαν τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα καὶ ὑπερετιμήθη τὸ συνάλλαγμα, εἰς τοῦτο δὲν πταίει διόλου τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως. Πταίουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔσπευσαν ν’ ἀποκηρύξωσιν αὐτό, καὶ νὰ διατρανώσωσι καὶ διὰ τοῦ ἐνταῦθα δημοσιογραφικοῦ των ὀργάνου καὶ διὰ διαφόρων φύλλων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ὅτι αὐτοὶ ἔχοντες τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἅμα τῇ συγκλήσει ταύτης, θὰ ἠκύρουν αὐτὸ καὶ θὰ ἐκήρυττον τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους. Ἐντεῦθεν ὁ πανικὸς ὁ καταλαβὼν τοὺς πάντας τότε, ἐντεῦθεν καὶ ἡ ῥαγδαία ὑποτίμησις καὶ τῶν ἄλλων ἡμῶν χρεωγράφων καὶ τῶν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως. Ἐπὶ τῇ τιμῇ τοῦ συναλλάγματος ἐπέδρασε, πλὴν τοῦ λόγου τούτου, καὶ ἡ ἀναβολὴ πολλῶν ἐκκρεμῶν πληρωμῶν πρὸς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐν ἀρχῇ μὲν μέχρι τῆς περιαδομένης συνομολογήσεως τοῦ δανείου τοῦ κ. Τρικούπη, εἶτα δὲ μέχρι τῆς νέας ἐσοδείας τῆς σταφίδος, ἐξ ἧς ἀνεμένετο ἡ εἰσροὴ εἰς τὴν χώραν ἡμῶν ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος καὶ ἡ ὑποτίμησις αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀπέτυχε τὸ δάνειον, ἐπῆλθε δὲ καὶ ἡ ἀζητησία τῆς σταφίδος, τότε ἔσπευσαν πάντες οἱ ἔχοντες ἐκκρεμεῖς πληρωμὰς πρὸς τὴν ἀλλοδαπὴν νὰ προμηθευθῶσι συνάλλαγμα, ἐκ φόβου μεγαλειτέρας ὑπερτιμήσεως, ἐκ δὲ τῆς ἁθρόας ταύτης ζητήσεως ἔπρεπε κατ’ ἀνάγκην νὰ ὑπερτιμηθῇ αὐτὸ ἔτι μᾶλλον, χωρὶς βεβαίως νὰ ἐνέχηται εἰς τοῦτο τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως. Τοὐναντίον μάλιστα, ἐὰν ἄνευ αὐτοῦ ἠναγκαζόμεθα νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν προμήθειαν τοῦ ἀναγκαιοῦντος μεταλλικοῦ διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ τοκομεριδίου τῆς αʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1893 ἐκ τῆς ἐγχωρίας ἀγορᾶς, τότε θὰ ἐβλέπετε εἰς ὁποῖα δυσθεώρητα ὕψη θὰ ἔφθανεν αὐτό. Τὸ δάνειον, Κύριοι, τῆς κεφαλαιώσεως ἐξετιμήθη προσηκόντως, ὡς ἡ μόνη εἰλικρινὴς καὶ ἔντιμος προσπάθεια τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὰς πρὸς τοὺς πιστωτάς της ὑποχρεώσεις, παρ’ αὐτῶν τῶν πιστωτῶν της· διὸ οὗτοι ὄχι μόνον δὲν προσέφυγον εἰς διαμαρτυρίας, εἰς ἑνώσεις καὶ εἰς συστάσεις κομιτάτων κατ’ αὐτοῦ, ὡς ἔπραξαν βραδύτερον κατὰ τοῦ μέτρου τοῦ κ. Τρικούπη, κατὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου, ἀλλὰ καὶ ἔσπευσαν νὰ ἐπέλθωσιν ἀρωγοὶ εἰς τὴν τοιαύτην ἡμῶν προσπάθειαν. Πρὸς τοῦτο κατήρξαντο αὐτοὶ πρῶτοι διαπραγματεύσεων περὶ μετατροπῆς καὶ ἑνοποιήσεως τῶν διαφόρων ἡμῶν δανείων, περιοριζομένου οὕτω κατὰ πολὺ τοῦ ἐτησίου ποσοῦ, τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους. Ἡ μετατροπὴ αὕτη καὶ ἑνοποίησις τῶν δανείων ἡμῶν θὰ ἐπήρχετο κατ’ ἀκολουθίαν τῆς ἀσφαλείας, ἣν θὰ παρείχομεν ἐφεξῆς εἰς τοὺς πιστωτὰς ἡμῶν, ἐκχωροῦντες ὡρισμένας προσόδους τοῦ Κράτους εἰς διαχείρισιν ὑπὲρ αὐτῶν παρεμφερῆ πρὸς τὴν τῆς ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων· πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον δὲν συμπεριελάβομεν εἰς τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως καὶ τὸ δάνειον τῶν Μονοπωλίων, ὅπως δηλαδὴ ἀποδείξωμεν, ὅτι ὑπάρχει ἐγγύησις τις, ἣν τὸ Κράτος ἐννοεῖ ἐκ παντὸς τρόπου νὰ σεβασθῇ. Πλὴν τῆς ἐλαττώσεως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ἐπεδιώκετο διὰ τῶν διαπραγματεύσεων ἐκείνων καὶ ἡ ἐπικουρία τῶν ξένων κεφαλαίων ὑπέρ τε τῆς δημοσίας καὶ τῆς ἰδιωτικῆς ἡμῶν πίστεως, ἰδίᾳ διὰ τῆς ἐγχύσεως νέου αἵματος εἰς τὴν Ἐθνικὴν ἡμῶν Τράπεζαν, διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν κεφαλαίων της εἰς χρυσὸν καὶ δι’ ἀναδιοργανώσεώς της τοιαύτη—, ὥστε αὐτὴ ἐφεξῆς νὰ καταστῇ ὄντως τὸ ἐθνικὸν πιστωτικὸν ἵδρυμα, τὸ κέντρον, ἐξ οὗ νὰ προέρχηται πᾶσα οἰκονομικὴ ζωὴ καὶ κίνησις διὰ τὴν χώραν. Αἱ διαπραγματεύσεις, Κύριοι, ἐκεῖναι ἔβαινον αἰσίως, ὅτε ἐπελθοῦσα ἡ κυβερνητικὴ μεταβολὴ τῆς 29 Ὀκτωβρίου π. ἔ. διέκοψεν αὐτὰς καὶ ἀνέτρεψε τὸ ὅλον ἔργον τοῦ Ὑπουργείου τῆς 3 Μαΐου. Ἡ μεταβολὴ αὕτη ἐπανέφερεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τὸν κ. Τρικούπην, ὅστις ἐὰν ἐγένετο νῦν ἐπιλήσμων ὅλων τῶν ἐπαγγελιῶν του, ὡς ἀντιπολιτευομένου, περὶ συμβιβασμοῦ, περὶ χρησιμοποιήσεως ξένων κεφαλαίων εἰς μεταλλικὸν ὑπὲρ τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας, περὶ τοῦ χρυσοῦ αἰῶνος ἐν μιᾷ λέξει, ὅστις θὰ ἐπέτελλεν οὕτως εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐνεθυμήθη ὅμως καὶ ἐξετέλεσε κατὰ γράμμα πάσας τὰς ἀπειλάς του περὶ ἀκυρώσεως τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως καὶ περὶ πτωχεύσεως. Καὶ ἐξετέλεσε δυστυχῶς τὰς ἀπειλάς του ἐκείνας, κατὰ τρόπον, ὅστις οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἠδύνατο νὰ ἐγκαταλίπῃ περὶ τῆς αὐθαιρεσίας τῶν μέτρων του, περὶ τῆς δολιότητος τῆς συντελεσθείσης ὑπ’ αὐτοῦ χρεωκοπίας. Τὰ πραξικοπήματα τῆς ἐγκυκλίου τῆς 1 Νοεμβρίου καὶ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου, δι’ ὧν ἐπέστεψε τὴν ἀπὸ τοῦ 1882 οἰκονομικήν του δρᾶσιν, ἐξήγειραν τὴν κοινὴν ἀγανάκτησιν ὅλου τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, ἐξώθησαν τοὺς πιστωτάς μας εἰς διαμαρτυρίας καὶ εἰς συστάσεις κομιτάτων, καὶ ἐκίνησαν τὸν Εὐρωπαϊκὸν τύπον εἰς γενικὴν σταυροφορίαν καθ’ ἡμῶν, καθ’ ἣν δὲν ὑπάρχει ὕβρις καὶ λοιδορία, ἡ ὁποία δὲν ἐκτοξεύεται ὑπ’ αὐτοῦ καθ’ ἑκάστην κατὰ τῆς πατρίδος ἡμῶν. Ἡ Ἑλλὰς τίθεται νῦν ἐν χείρονι μοίρᾳ παντὸς χρεωκοπημένου Κράτους, καὶ αὐτῆς ἔτι τῆς Πορτογαλίας, καὶ ἐπαπειλεῖται δι’ οἰκονομικοῦ ἀποκλεισμοῦ, ὅστις δύναται νὰ ἔχῃ τὰς ὀλεθριωτάτας διὰ τὸ μέλλον αὐτῆς συνεπείας. Διὰ τὴν τοιαύτην, Κύριοι, καταστροφὴν, διὰ τὸ τοιοῦτον ἐθνικὸν ὄνειδος ὑπέχει εὐθύνας μόνος ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τοῦτο δυνατὸν νὰ μὴ θέλωσι νὰ διίδωσιν οἱ ὑπὸ τοῦ κομματικοῦ συμφέροντος ἀποτυφλούμενοι, εἶναι ὅμως πρόδηλον εἰς πάντα ἀπαθῆ καὶ ἀμερόληπτον κριτὴν τῆς ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν ἱστορίας ἡμῶν. Κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο παρέλαβεν ὁ κ. Τρικούπης τὴν Ἑλλάδα πλήρη χρηστῶν ἐλπίδων, μὲ νέας πλουσίας ἐπαρχίας, μὲ πλήρη τὰ ταμεῖα της, μὲ ἀκμαίαν τήν τε δημοσίαν καὶ τὴν κατ’ ἰδίαν πίστιν αὐτῆς, καὶ τὴν παραδίδει τὴν σήμερον ἐν παντελεῖ ἀπογνώσει, χρεωκόπον καὶ ἄτιμον. Καὶ πῶς ἔφθασεν εἰς τὸ κατόρθωμα τοῦτο; Διπλασιάσας σχεδὸν τὰ τακτικὰ ἔσοδα κατὰ τὴν ἀπὸ τοῦ 1882–1892 ἑνδεκαετίαν, ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὴν ἀμέσως προηγουμένην ἑνδεκαετίαν, τὴν ἀπὸ τοῦ 1871–1881, ὡς μαρτυρεῖ ὁ ἑξῆς πίναξ: Εἰσεπράχθησαν
| 1871 | 35,634,758 | 1882 | 58,879,495 |
| 1872 | 36,263,892 | 1883 | 58,537,556 |
| 1873 | 34,724,280 | 1884 | 60,744,637 |
| 1874 | 37,404,408 | 1885 | 61,110,133 |
| 1875 | 36,357,473 | 1886 | 63,103,471 |
| 1876 | 35,514,289 | 1887 | 82,849,805 |
| 1877 | 38,018,173 | 1888 | 89,551,394 |
| 1878 | 39,289,976 | 1889 | 83,731,591 |
| 1879 | 42,194,663 | 1890 | 79,931,795 |
| 1880 | 41,582,801 | 1891 | 90,272,212 |
| 1881 | 46,928,944 | 1892 | 94,929,469 |
| 423,913,657 | 823,641,560 |
Ἂν νῦν προσθέσωμεν εἰς ταῦτα καὶ τὰς ἐκ τῶν δανείων πραγματοποιηθείσας εἰσπράξεις, θὰ ἴδωμεν ὅτι τὸ ὅλον τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους κατὰ μὲν τὴν ἀπὸ τοῦ 1871–1881 περίοδον δὲν ὑπερβαίνει τὰ 600 ἑκατομμύρια, ἐνῷ κατὰ τὴν περίοδον τὴν ἀπὸ τοῦ 1882–1892, κατ’ αὐτὴν τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, μεθ’ ἧς συνοδεύει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1894 (σελ. 40 καὶ 41), ἀνῆλθεν εἰς 1,230,547,200· ἤτοι κατὰ τὴν τελευταίαν ἑνδεκαετίαν, ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὴν προηγουμένην ἑνδεκαετίαν, εἰσεπράχθησαν ἐπὶ πλέον 630,547,200. Τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστρατείας ἦσαν ἀνώτερα κατὰ τὴν προηγουμένην ἑνδεκαετίαν, διότι τότε ἀπὸ τοῦ 1876–1881 εὑρισκόμεθα σχεδὸν ἐν διηνεκεῖ ἐπιστρατείᾳ, εἴχομεν δὲ καὶ τὰ ἐπαναστατικὰ κινήματα τοῦ 1878 καὶ τὰ ἔξοδα τῆς καταλήψεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Μόνα ποσὰ, δικαιολογούμενα, ὡς ἐπὶ πλέον δαπανηθέντα κατὰ τὴν τελευταίαν ἑνδεκαετίαν, εἶναι τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Θεσσαλίας, τῶν δημοσίων ἔργων καὶ τῶν τριῶν θωρηκτῶν, ἅτινα ὅμως ἀδύνατον νὰ ὑπερβῶσι τὰ 200,000,000. Ἀλλὰ τί ἐγένοντο τότε τὰ περιπλέον ὑπολειπόμενα 430,547,200 τῆς τελευταίας ἑνδεκαετίας; Τὰ ἐσπατάλησε, τὰ κατησώτευσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅπως ἀγάγῃ ἡμᾶς εἰς τὴν χρεωκοπίαν, ὅπως τὴν Ἑλλάδα καταστήσῃ τὸ ἐξουθένωμα τῶν Κρατῶν τῆς ὑφηλίου! (Εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).
§200ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ διακοπῇ ἐνταῦθα ἡ συνεδρίασις. Δὲν πρέπει νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι θὰ τελειώσῃ ἐντὸς μιᾶς ἢ δύο ὡρῶν ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. συναδέλφου.
§201ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως ὄχι.
§202ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐργαζόμεθα ἐπὶ πέντε ὥρας, κύριε Πρόεδρε.
§203ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂς ἐργασθῶμεν ἀκόμη ἐπὶ μίαν ὥραν.
§204ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὴν κερδίζομεν αὔριον.
§205ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἂς ἐξακολουθήσωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§206ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ἂν ἀρχίσω τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἀγορεύσεώς μου, ὅπερ θὰ διαρκέσῃ ἐπὶ τρεῖς περίπου ὥρας, ἀνάγκη καὶ νὰ τὸ τελειώσω ἀπόψε· δὲν ἐννοῶ νὰ τὸ διακόψω ἐν τῷ μέσῳ.
§207Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν νομίζουν, ὅτι διὰ τῆς βίας θὰ μᾶς κρατήσωσιν ἐνταῦθα, φέρω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§208ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Θὰ μεταβῶμεν νὰ γευματίσωμεν, ἕως ὅτου ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 καὶ 30′ μ. μ.