1894.02.23
3.061 στίχοι · 24.008 λέξεις · 129 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 63
Τῆς 23 Φεβρουαρίου 1894.
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 11 καὶ 15′ π. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ μετά τινας ἐπ’ αὐτῶν παρατηρήσεις ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν Λοκρίδος καὶ ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν Ἀττικῆς ἐπικυροῦνται).
§1Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐζητήθησαν χθὲς ἔγγραφά τινα, ἀφορῶντα εἰς καλλιέργειαν ἐντὸς τῶν δασῶν ἐν Πυλίᾳ. Ὑποβάλλω τὸν περὶ τούτου φάκελλον. Ἐζητήθησαν καὶ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πυλίας πληροφορίαι τινὲς, τὰς ὁποίας ὑποβάλλω ἐν σημειώσει τῆς ὑπηρεσίας. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς διορίας πρὸς ἐναποταμίευσιν ἐν τῇ διαμετακομίσει δοχείων οἴνου. Ἐπειδὴ ἡ οἰνοποιΐα πρὸς ἐξαγωγὴν λαμβάνει ἀνάπτυξιν καὶ δεῖται προστασίας, παρουσιάζεται δὲ πολλάκις μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς διετίας ἀνάγκη παρατάσεως τῆς διορίας τῆς διαμετακομίσεως τῶν δοχείων, ὡς ἀπαιτοῦντος τοῦ οἴνου πλειότερον χρόνον παραμονῆς ἐν αὐτοῖς πρὶν ἢ ἐξαχθῇ, παρέχεται διὰ νομοσχεδίου ἐπὶ ὅροις τισὶν ἄδεια παρατάσεως ἐπὶ ἓν ἔτι ἔτος τῆς κατὰ τὸν κείμενον νόμον μακροτάτης διορίας. Ὑποβάλλω προσέτι νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως 35,000 δραχμῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1893 ἕνεκα ὑπερτιμήσεως συναλλαγματικῆς ἐπὶ τῇ ἀποδόσει τηλεγραφικῶν τελῶν εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα δύο νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ.176–177).
§3Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει καὶ ἐγὼ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν διαταγήν, τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέστειλε πρὸς τὸν δασάρχην Ἠλείας, διὰ τῆς ὁποίας παρημπόδισε τὴν καλλιέργειαν τῶν ἀγρῶν τῶν κειμένων ἐντὸς καὶ πέριξ τοῦ δάσους Κάπελης.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 5,260 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1893. Ἡ αὐτὴ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δραχ. 353,255. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 178–179).
§5ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν ἠθέλησα ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, διότι ἐφρόνουν, ὅτι ἦτο σπουδαιότερον τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον θ’ ἀπασχολήσῃ σήμερον τὴν Βουλήν· τὸ ζήτημα δὲ αὐτὸ εἶναι ἡ ἀπάντησις εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς καὶ ἄλλοτε, ὅτε ἐποιησάμην τὴν ἐπερώτησίν μου, εἶπον, παρηνόμησε, καὶ τὴν παρανομίαν του ταύτην θὰ ἀποδείξω διὰ τῶν ἐγγράφων, τῶν παρ’ αὐτοῦ κατατεθέντων εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ μακρῶν δὲν θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, διότι ἡ παρανομία εἶναι πασιφανής· θὰ περιορισθῶ μόνον εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν διαταγῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, δύο ἐγγράφων τῶν δύο νομαρχῶν, τοῦ κ. Βάρβογλη, ἀδελφοῦ τοῦ συναδέλφου κ. Βάρβογλη, καὶ τοῦ κ. Μπουκλάκου, διότι τοῦ τρίτου, τοῦ νομαρχοῦντος κ. Μάτσα, τὴν ἔκθεσιν δὲν τὴν βλέπω ἐδῶ, καὶ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἴσως ἐπειδὴ δὲν τὸν συνέφερε, δὲν τὴν κατέθεσεν· ἀλλὰ τὰ ὑπάρχοντα ἔγγραφα μὲ ἀρκοῦσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πέρυσιν, ὅτε ἐτύγχανον φίλος τῆς Κυβερνήσεως, εἶχεν ἐκδώσει, χωρὶς νὰ πληροφορηθῶ τι περὶ αὐτῆς, διαταγὴν πρὸς τὸν νομάρχην Τρικκάλων, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτει τὴν διαγραφὴν 900 ἐκλογέων τοῦ δήμου Τρικκαίων, λόγῳ ὅτι κακῶς ἐνεγράφησαν διὰ νομαρχιακῆς ἀποφάσεως. Ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπ’ ἀριθ. 85219, εἶναι αὕτη (ἀναγινώσκει): «Ἑπόμενοι εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 83947 τῆς 24 λήγοντος μηνὸς διαταγὴν ἡμῶν, διατάσσομεν τὴν διαγραφὴν ἐκ τῶν μητρώων τῶν ἀῤῥένων τοῦ δήμου Τρικκαίων ἀπάντων τῶν ἐγγραφέντων δι’ ἡμετέρων ἀποφάσεων, καθόσον, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1324 ἀναφορᾶς τοῦ δημάρχου Τρικκαίων, τῆς συνημμένης ἐν τῇ μνησθείσῃ διαταγῇ μας, πολλοὶ μὲν τῶν ἐγγραφέντων τυγχάνουσι δημόται ἑτέρων δήμων τοῦ Κράτους, πολλοὶ δὲ ἀλλοδαποὶ καί τινες φέροντες ἡλικίαν κατὰ ὀλίγα ἔτη μικροτέραν τοῦ πατρός των.» Μετὰ παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκδίδει δευτέραν διαταγήν, ἔχουσαν οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 85219 διαταγὴ ἡμῶν δὲν θέλει ἐκτελεσθῆ· συνεπῶς θέλουσι μένει ἐγγεγραμμένοι εἰς τὰ μητρῷα τῶν ἀῤῥένων τοῦ δήμου Τρικκαίων πάντες οἱ εἰς αὐτὰ ἐγγραφέντες συνεπείᾳ ἀποφάσεων ὑμῶν κλπ.» Ἡ διαταγὴ αὕτη ἀπευθύνεται πρὸς τὸν νομάρχην Τρικκάλων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀναγνωρίζων τὸ ἔννομον τῆς ἐγγραφῆς τῶν ἐκλογέων τούτων, ἀνακαλεῖ τὴν πρώτην παράνομον, κατ’ αὐτόν, διαταγήν του, καὶ διὰ δευτέρας διαταγῆς του παραγγέλλει τὸν νομάρχην νὰ ἀφήσῃ ἐγγεγραμμένους τοὺς 900 αὐτούς, τοὺς δι’ ἀποφάσεως τῆς Νομαρχίας νομίμως ἐγγραφέντας.
§6ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πῶς εἶχον ἐγγραφῆ;
§7ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τῇ αἰτήσει των δι’ ἀποφάσεως τοῦ νομάρχου. Διότι, ὡς γνωρίζετε, ἀπέκτησαν τὴν ἰθαγένειαν διὰ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐδῶ, καὶ θὰ σᾶς τὴν ἀναγνώσω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἓν ἔτος μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς διαταγῆς ταύτης, θέλων νὰ μὲ ἐκδικηθῇ, διότι, διὰ τοὺς λόγους, οὓς ἐν ἀνοικτῇ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐπιστολῇ, ἐν τῇ «Ἐφημερίδι» δημοσιευθείσῃ, ἀνέφερα, ἐγκατέλιπον τὴν πτέρυγα αὐτὴν καὶ μετέστην εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐκδίδει διαταγὴν τρίτην, καὶ ἐπαναφέρει ἐν ἰσχύϊ τὴν πρώτην διαταγήν του, τὴν παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ὡς παράνομον χαρακτηρισθεῖσαν, καὶ διατάσσει τὴν διαγραφὴν πάλιν τῶν 900 αὐτῶν ἐκλογέων, διὰ νὰ εὐχαριστήσῃ τὸν συνάδελφόν μου κ. Κανούταν, ὅπως μὴ ἐγκαταλείψῃ καὶ αὐτὸς τὰς τάξεις τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος, καὶ οὕτω πως δὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία.
§8ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πότε εἶχον ἐγγραφῆ αὐτοί;
§9ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐνεγράφησαν πρὸ πενταετίας. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω δὲ τώρα τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομάρχου.
§10ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἰς ποῖον δῆμον;
§11ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Εἰς τὸν δῆμον Τρικκαίων. Ἀλλὰ συνάμα κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐνεγράφησαν εἰς ἅπαντας τοὺς δήμους τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἄρτης πλεῖστοι ὅσοι, χιλιάδες χιλιάδων, διότι οὕτω πως ἀπέκτησαν τὴν ἰθαγένειαν· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὅμως σκέπτεται μίαν καὶ μόνην παρανομίαν, τὴν τοῦ δήμου Τρικκαίων, νὰ διορθώσῃ, ὅλαι αἱ ἄλλαι ἐγγραφαὶ καλῶς ἐγένοντο, διότι οἱ ἄλλοι Βουλευταὶ ἢ ἦσαν φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, ἢ δὲν παρεπονέθησαν κατὰ τῆς παρανομίας αὐτῆς· ὁ δῆμος Τρικκαίων μόνον νὰ σωθῇ ἀπὸ τὴν παρανομίαν, αὐτὸ εἶναι τὸ σπουδαῖον τοῦ ζητήματος!
§12ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸν δῆμον Τρικκαίων, ἦσαν καὶ εἰς ἄλλον δῆμον ἐγγεγραμμένοι;
§13ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὄχι· ὅσοι ἦσαν ἐγγεγραμμένοι καὶ εἰς ἄλλον δῆμον διεγράφησαν συνεπείᾳ ἐγγράφου τῆς Νομαρχίας πρὸς τὸν δήμαρχον. Ὁ δήμαρχος τοὺς δὶς ἐγγεγραμμένους καὶ τοὺς ἐγγεγραμμένους εἰς ἄλλον δῆμον τοὺς διέγραψε.
§14ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἰς τὸ μητρῷον τῶν ἀῤῥένων ἦσαν ἐγγεγραμμένοι;
§15ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Μάλιστα.
§16ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἰς ἄλλα μητρῷα δὲν ἦσαν;
§17ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὄχι. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ φέρῃ σημείωσιν τῶν εἰς ἄλλα μητρῷα ἐγγεγραμμένων ἐκ τῶν 900 τούτων. Θέλετε νὰ μάθητε τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἔγεινεν αὐτό; Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω περικοπὴν τοῦ ἐγγράφου τοῦ νομάρχου κ. Βάρβογλη, ὁ ὁποῖος ἦτο νομάρχης πρωθυπουργοῦντος τοῦ κ. Δηλιγιάννη, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἦτο φίλος μου (ἀναγινώσκει): «Ὁ δήμαρχος Τρικκαίων κ. Γ. Κανούτας, ἐκθύμως καὶ θερμῶς ὑποστηριζόμενος ὑπὸ τῆς πρότερον ἰσχυούσης πολιτικῆς εἰς πάντα, κατώρθωσε κατὰ τὰ προλαβόντα ἔτη νὰ προκαλέσῃ καὶ ἐνεργήσῃ τὴν ἐγγραφὴν ἐν τῷ μητρῴῳ τῶν ἀῤῥένων, τῷ δημοτολογίῳ καὶ τοῖς ἐκλογικοῖς καταλόγοις τοῦ δήμου του ἀκωλύτως, δυνάμει νομαρχιακῶν καὶ λοιπῶν ἀποφάσεων, πάντας τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν μερίδα αὐτοῦ καὶ τῶν πολιτικῶν φίλων του, ἤτοι τοὺς πιστούς, ν’ ἀποκλείσῃ δὲ τοῦ δικαιώματος τούτου διὰ τῆς ἰσχύος του πάντας τοὺς μὴ φίλα φρονοῦντας αὐτῷ καὶ τοῖς πολιτικοῖς φίλοις του, ἤτοι τοὺς ἀπίστους καὶ τοὺς ἀμφιβόλους καὶ ὑπόπτους, καίτοι ὄντας συγγενεῖς στενοὺς, συγχωρίους καὶ ὁμοίας καταγωγῆς πανθομολογουμένης καὶ ἀπὸ τῆς καταλήψεως καὶ πρὸ αὐτῆς ἀκόμη ἐγκατεστημένους ἐνταῦθα οἰκογενειακῶς καὶ ἐν τοῖς προαστείοις, ἔχοντας ἰδιοκτησίας διαφόρους καὶ ἐξασκοῦντας διάφορα ἐπαγγέλματα, δι’ ἃ πληρόνουν ἱκανοὺς φόρους, ὡς μαρτυροῦσι τὰ φορολογικὰ βιβλία τῆς Ἐφορίας καὶ τοῦ Ταμείου, ἐπιτηδευμάτων, οἰκοδομῶν, βοσκησίμων γαιῶν, ζώων, ἀροτριώντων κτηνῶν κλπ. πάντες δ’ οὗτοι, ἐλευθερωθέντες ἤδη ἐκ τοῦ αὐθαιρέτου καὶ κομματικοῦ ἀποκλεισμοῦ, εἰς ὃν εὑρίσκοντο ἐπὶ μακρὸν χρόνον, μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν πολιτικὴν μεταβολὴν ἔσπευσαν δι’ ἐγγράφων αἰτήσεών των, ὧν αἱ πλεῖσται ὑπεβλήθησαν τῷ Σ. Ὑπουργείῳ κλπ., νὰ αἰτήσωνται τὴν ἀπόκτησιν τῶν νομίμων πολιτικῶν καὶ ἀστικῶν δικαιωμάτων των, τὰ ὁποῖα ἡ Νομαρχία, στηριζομένη εἰς τὰ ἄρθρα 22, 23 καὶ 24 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου, τὸ ἄρθρον 13 τῆς συνθήκης τοῦ 1881 καὶ τὰς διαταγὰς τοῦ Σ. τούτου Ὑπουργείου, ἐχορήγησεν αὐτοῖς, ἀφοῦ ἐβεβαιώθη καὶ ἐπείσθη περὶ τοῦ δικαίου των, ἵνα μὴ τοὺς ἀποκλείσῃ καὶ ἀδικήσῃ καὶ ἐπὶ τὸ μέλλον. Ἀλλ’ ὁ εἰρημένος δήμαρχος καὶ οἱ εἰς τὴν μερίδα αὐτοῦ ἀνήκοντες ἐξανέστησαν διὰ τὴν διαταχθεῖσαν ἐγγραφὴν τούτων, ἥτις ἄλλως τε δὲν εἶναι καὶ ὁριστικὴ, ὡς ὑποκειμένη εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου κατὰ τὸν νόμον, καὶ εἰς διάφορα μέσα ἄτοπα κατέφυγον, ὅπως ματαιώσωσιν αὐτὴν διὰ πατάγου, ὀδυρμῶν καὶ ὀλοφυρμῶν καὶ διὰ τῶν μακροσκελῶν εἰς τὰς αὐτόθι ἐφημερίδας τηλεγραφημάτων, ψευδῶν παραστάσεων, συνεννοήσεων μετὰ Βουλευτῶν ἀντιπολιτευομένων, ὑποκινήσεως καὶ παρεμβάσεως τοῦ ἐνταῦθα Τουρκικοῦ Προξενείου καὶ τῆς ἐν Ἀθήναις Τουρκικῆς Πρεσβείας κατορθώσουν τοῦτο, πρὸς σωτηρίαν των πολιτικὴν. «Ὅμοιαι ἐγγραφαὶ διετάχθησαν κατὰ τοὺς μῆνας Δεκέμβριον π. ἔτους καὶ Ἰανουάριον ἐ. ἔ. ὡς καὶ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, ἐπὶ τῶν προκατόχων μου, εἰς ὅλους τοὺς δήμους σχεδὸν τοῦ ὑπ’ ἐμὲ νομοῦ, αἰτήσει ποῦ μὲν τῶν οἰκείων δημάρχων, ποῦ δὲ τῶν ἀμέσως ἐνδιαφερομένων πολιτῶν, καὶ οἱ δήμαρχοι τῶν δήμων ἐκείνων πάντες, σεβασθέντες τὰς ἀποφάσεις τῆς Νομαρχίας, ἐξετέλεσαν αὐτὰς ἀμέσως, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ λόγου τινὸς, ἀναγνωρίζοντες τὸ νόμιμον αὐτῶν καὶ τὸ δίκαιον τῶν πολιτῶν, καὶ ἀντιθέτως φρονοῦντες πρὸς τὸν κύριον δήμαρχον τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ, ὅστις μετὰ θέρμης καὶ πόνου ἐφρόντισε, φροντίζει καὶ ἐργάζεται ἀνενδότως περὶ τῆς μὴ ἐλαττώσεως τοῦ τουρκικοῦ πληθυσμοῦ καὶ τῆς μὴ αὐξήσεως τοῦ ἑλληνικοῦ τοιούτου, ἔστω καὶ ἂν δημαρχεύῃ ἐπὶ Ὀθωμανῶν μόνον, ἀρκεῖ νὰ κατορθώσῃ καὶ καθέξῃ τὸ ἀξίωμα τοῦτο καὶ ἐπὶ τὸ μέλλον ὁπωσδήποτε.» Ὡς βλέπετε, ἡ ἐγγραφὴ διετάχθη καὶ ἐγένετο νομίμως, περὶ αὐτῆς δὲ τετράκις μέχρι τοῦδε ἀπεφάνθησαν τὰ δικαστήρια, παρ’ ὧν ἐπὶ τέσσαρα συνεχῆ ἔτη ὁ κ. Κανούτας ἐζήτησε τὴν διαγραφὴν τῶν 900 ἐκλογέων, ὡς παρανόμως ἐγγραφέντων, ὅτι καλῶς αὕτη ἐγένετο καὶ νομίμως.
§18ΡΑΛΛΗΣ. Τὰς ἀποφάσεις τὰς ἔχετε;
§19ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἢ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Τρικκάλων ἂς μὲ διαψεύσουν, ἂν δύνανται.
§20ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ αὐτάς.
§21ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν ὑπάρχουσι δυστυχῶς.
§22ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Θὰ τὰς καταθέσω ἐγώ.
§23ΚΑΝΟΥΤΑΣ. Τίνα σχέσιν ἔχει ἡ ἐγγραφὴ μὲ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου;
§24ΡΑΛΛΗΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ γενικωτέρου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα, θεωρῶ δὲ σπουδαίαν τὴν ἀντίῤῥησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Τρικκάλων. Ἐὰν τὸ δικαστήριον ἀπεφήνατο ὑπὲρ τῆς μὴ διαγραφῆς τῶν ἐγγεγραμμένων εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους καὶ ἂν ἡ διαγραφὴ κατόπιν διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ ἐγένετο ἐκ τοῦ μητρώου, ἀπεφήνατο ἀκριβῶς τὸ δικαστήριον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, καὶ διὰ τοῦτο ἀποδίδω σπουδαιότητα εἰς τὰς ἀποφάσεις τὰς δικαστικὰς, διότι αὗται ἐδέσμευον πλέον τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, οὔτε ἠδύνατο πλέον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφοῦ ἀπεφήναντο τὰ δικαστήρια ὅτι αὐτοὶ ἐκέκτηντο τὸ δικαίωμα τῆς ἐγγραφῆς των εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους, δηλαδὴ ἐκέκτηντο τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, ἄνευ τῆς ὁποίας πολιτικὸν δικαίωμα δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λέγω, δὲν ἐδικαιοῦτο πλέον ν’ ἀποφανθῇ εἰς τὴν κατὰ μέρος ἐκτίμησιν τοῦ νόμου, ἂν αὐτοὶ ἀπέκτησαν τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν ἢ ὄχι. Διὰ τοῦτο ἐμμένω εἰς τὴν παράκλησίν μου νὰ ζητηθῶσι τηλεγραφικῶς αἱ ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξεδόθησαν σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο.
§25ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἀκούσατε τώρα καὶ τί λέγει ὁ νομάρχης περὶ τοῦ ἐγγράφου τοῦ προξένου τῆς Τουρκίας, ὁ ὁποῖος βεβαιοῖ, ὅτι μόνον 140 εἶναι οἱ Ὀθωμανοὶ ὑπήκοοι (ἀναγινώσκει): «... Ἔτι δὲ μᾶλλον διέταξα ἐγγράφως τοὺς κ. κ. δημάρχους Τρικκαίων, Καρδίτσης καὶ Καλαμπάκας, ὅπου ἰδίως διαμένουσιν εἰσέτι ὀλίγιστοι Ὀθωμανοί, ἐν συνεννοήσει ἰδιαιτέρᾳ μετὰ τοῦ ἐνταῦθα κ. προξένου τῆς Τουρκίας, ὅπως προσκαλέσωσιν αὐτοὺς νὰ ἐμφανισθῶσι ταχέως ἐνώπιον αὐτοῦ, ἐγγραφῶσιν εἰς τὸ βιβλίον του καὶ ἐφοδιασθῶσι μὲ τ’ ἀπαιτούμενα διαμονητήρια πρὸς ἐξακρίβωσιν αὐτῶν, οἵτινες κατὰ τὸ συνημμένον ἀντίγραφον εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 109 ἀπὸ 5 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. ἀναφοράν μου, ὅπερ ἐζήτησε καὶ ἔλαβε πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἐφέσεώς του ἐγγράφως ὁ κ. δήμαρχος Τρικκαίων ἀπὸ τὸν ἐνταῦθα κ. πρόξενον τῆς Τουρκίας, ἀνέρχονται μόνον εἰς 140 ἐν ὅλῳ, ἐξ ὧν οἱ πλεῖστοι φέρουσιν ἡλικίαν ἐλάσσονα τοῦ 20οῦ ἔτους.» Τώρα ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ ἕτερον ζήτημα. Τὸ ἄρθρον 26 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου στηρίζονται καὶ ἐστηρίχθησαν, ὅπως διατάξουν τὴν διαγραφήν, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐν τῷ μητρώῳ τῶν ἀῤῥένων δήμου τινὸς ἐγγραφὴ ἐγγεγραμμένου ἐν τῷ μητρώῳ ἑτέρου δήμου, κατὰ παράβασιν τῶν ἄρθρων 22, 23 καὶ 24, εἶναι ἄκυρος. Ἀποφαίνεται δὲ περὶ τούτου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.» Δηλαδή, ἐὰν εἷς ᾖναι ἐγγεγραμμένος εἰς δύο μητρῷα ἀῤῥένων, ἢ δὶς εἰς τὸ αὐτὸ μητρῷον, διατάσσεται ἡ διαγραφή του. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν· τὸ ζήτημα οὕτως ἔχει, καὶ καλῶς ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν; ἢ διέταξεν αὐθαιρέτως τὴν διαγραφὴν 900 ἐκλογέων, ἵνα χαρισθῇ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Τρικκάλων συνάδελφον, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ εὐτυχήσῃ νὰ ἴδῃ ἄλλοτε τὸ Βουλευτήριον;
§26ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὅτε ὡμίλει ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, εἶχεν ἀναγνώσει μεταξὺ πολλῶν ἐγγράφων καὶ ἓν τηλεγράφημά σας, διὰ τοῦ ὁποίου κατηγγέλλετε τὴν ἐγγραφὴν αὐτῶν.
§27ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Θὰ ἀπαντήσω καὶ ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐδῶ ἔχω τοῦ ἑτέρου νομάρχου τὴν ἔκθεσιν, τοῦ κ. Μπουκλάκου (ἀναγινώσκει): «Ὡς ἐξάγεται ἐκ τῆς ἐν τῷ ἀρχείῳ τῆς Νομαρχίας τηρουμένης ἀλληλογραφίας περὶ τοῦ ἐπιδηλουμένου ἀντικειμένου, ἡ Νομαρχία δὲν προέβη εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 85219 ἀπὸ 29 Δεκεμβρίου 1892 διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου, διότι αὐτὸ τοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 87 τῆς 9 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. διαταγῆς του τὴν μὴ ἐκτέλεσιν ἐκείνης, καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ ἐδαφίου βʹ τῆς τελευταίας διαταγῆς ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν δήμαρχον Τρικκαίων τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας περὶ τῶν ἐπιδηλουμένων, περὶ ὧν καὶ ἤδη διέταξα αὐτὸν νὰ χορηγήσῃ ἡμῖν, ὅσον οἷόν τε τάχιον, καὶ ἐν καιρῷ θέλω ἀναφέρει ταύτας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. «Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ δὲν θεωρῶ ἄσκοπον νὰ ἀναφέρω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι πρὶν ἢ χορηγηθῶσιν ὑπὸ τοῦ δημάρχου Τρικκαίων αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι περὶ τῶν προσόντων τῶν ἐπιδηλουμένων, δὲν θεωρῶ οὔτε ὀρθὸν οὔτε νόμιμον νὰ προβῶ εἰς ἔκδοσιν ἀποφάσεων περὶ διαγραφῆς αὐτῶν ἐκ τῶν μητρῴων ἀῤῥένων, ἐν οἷς ἐνεγράφησαν δι’ ἀποφάσεων προκατόχου μου, ἐξ ὧν προκύπτει, ὅτι οἱ μὲν ἐγγραφέντες εἶχον τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα, αἱ δὲ ἀποφάσεις ἐξεδόθησαν ἐπὶ τῇ βάσει ῥητῆς διατάξεως τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ περὶ διαγραφῆς αὐτῶν ἀπόφασίς μου, ὡς μὴ στηριζομένη εἰς διάταξιν νόμου, οὐδὲν κῦρος θέλει ἔχῃ, ἡ δὲ συνεπείᾳ τοιαύτης παρανόμου ἀποφάσεως γενομένη εἰς τὰ μητρῷα μεταβολὴ θέλει καταστήσει ταῦτα τραγελαφικά· ἂς φαντασθῇ δέ τις, τί θέλουσι κατασταθῆ τὰ μητρῷα, ἐὰν κατόπιν διαταχθῇ καὶ ἡ ἀνάκλησις τῆς τοιαύτης παρανόμου ἀποφάσεώς μου, ὅπερ ἐνδεχόμενον νὰ συμβῇ· ἐκτὸς δὲ τούτου, πλεῖστοι ἐκ τῶν οὕτως ἐγγραφέντων ἐξεπλήρωσαν τὴν πρὸς στράτευσιν ὑποχρέωσίν των.» Τώρα θὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν μὴ ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἐδῶ ὑπάρχει τηλεγράφημα, φέρον τὴν ὑπογραφήν μου, διὰ τοῦ ὁποίου παραπονοῦμαι κατὰ τῆς ἐγγραφῆς τῶν 900 αὐτῶν πολιτῶν. Ἡ ὑπογραφή μου εἶναι πλαστή, ἀλλ’ ἐγώ, ἔστω, τὴν ἐκλαμβάνω ὡς γνησίαν,—δὲν θέλω νὰ διαψεύσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν,—ὁ κ. Κανούτας ἔθεσε τὴν ὑπογραφήν μου. Ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι παρεπονέθην, διότι δὲν μὲ ἐσύμφερε νὰ ἐγγραφῶσιν οἱ 900, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν φίλοι μου. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι αὐτό· εἶναι ἄλλο, τὸ ἑξῆς: εἶναι νόμιμος ἡ ἐγγραφή των ἢ ὄχι; Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διατάξας τὴν ἐγγραφήν των, παρηνόμησεν ἢ ὄχι; Ἐὰν ἐγὼ ἐζήτησα παράνομόν τι, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ κάμῃ.
§28ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Νομίζω ὅτι ἡ ἀπάντησις, ἣν ἔδωκεν ὁ κ. Βουλευτὴς Τρικκάλων, πληρέστατα δικαιολογεῖ ὅσα εἶπον περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι οὐδὲν ἐπιχείρημα εὗρεν, ὅπως ἀνασκευάσῃ τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα. Ἀνέγνωσα τὰς ἐκθέσεις τῶν νομαρχῶν, καὶ ἐρωτῶ, πῶς ἦτο δυνατὸν οἱ νομάρχαι νὰ γράφωσι τὰ ἐναντία τῶν ὅσων ἔπραξαν, ἀφοῦ ἐνέγραψαν ἀλλοδαποὺς καὶ ἑτεροδημότας; ἠδύναντο νὰ εἴπωσιν, ὅτι παρανόμως τοὺς ἐνέγραψαν; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπραξαν οἱ νομάρχαι, εἶναι ὅτι δὲν συνεμορφώθησαν πρὸς τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ῥητῶς κανονίζει τὸν τρόπον τῆς ἐγγραφῆς ἐν τοῖς μητρώοις τῶν ἀῤῥένων τῶν ὡς παραλειφθέντων ἢ τῶν ἄρτι δηλωσάντων ὅτι ἐπιθυμοῦσι ν’ ἀποκτήσωσι τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν· περὶ ἀλλοδαπῶν οὐδεὶς ἐγένετο λόγος, διότι ὁ νόμος δὲν προεῖδεν, ὅτι ὁ νομάρχης δύναται νὰ ἐγγράψῃ ἀλλοδαποὺς μὴ δηλώσαντας καὶ μὴ ὑποβληθέντας εἰς τὰς διατυπώσεις τοῦ νόμου. Τὸ ἄρθρον 23 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου λέγει ὅτι «πᾶς πολίτης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ αἰτήσηται τὴν ἐγγραφὴν παντὸς μὴ ἐγγεγραμμένου ἐν τῷ μητρώῳ τῶν ἀῤῥένων δι’ αἰτήσεώς του πρὸς τὸν οἰκεῖον νομάρχην, προσάγων τὰς πρὸς ὑποστήριξιν τῆς τοιαύτης ἐγγραφῆς ἀποδείξεις». Καὶ ἀληθῶς αἱ δηλώσεις ἐγένοντο παρὰ πολιτῶν τρίτων ὅλως ἀγνώστων. Εἷς πολίτης ἐδήλωσε 50 τοιούτους, ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ ἀποκτήσωσι τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν. Δὲν προσήχθη κἀμμία ἀπόδειξις εἰς τὸν νομάρχην πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἐγγραφῆς ἐν τοῖς μητρώοις τῶν ἀῤῥένων. Ὁ νομάρχης ὤφειλε, κατὰ τὸν νόμον, πρὶν ἀποφασίσῃ τὴν ἐγγραφὴν, νὰ καλέσῃ διὰ τοῦ οἰκείου δημάρχου τοὺς αἰτήσαντας. Καὶ ἀληθῶς ὁ νομάρχης ἔστειλε τὴν αἴτησιν ταύτην πρὸς τὸν δήμαρχον, ὅπως ἐξακριβώσῃ τὰ προσόντα αὐτῶν· ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἀνέγνωσε τοῦ δημάρχου τὴν ἀπάντησιν, καίτοι εὗρεν αὐτὴν ἐν τῷ φακέλλῳ, διότι δὲν συνέφερεν εἰς αὐτὸν, καθόσον ἐν αὐτῇ ὁ δήμαρχος διαμαρτύρεται κατὰ τῆς τοιαύτης ἐγγραφῆς, ὡς παρανόμου. Ἐξετάζεται λοιπὸν ἡ ὑπόθεσις, καὶ εὑρίσκεται, ὅτι οἱ τοιοῦτοι οὐδὲν ἔχουσι δικαίωμα ἐγγραφῆς ἐν τῷ μητρώῳ. Οὕτω δ’ ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἐρωτῶ, τί ἠδύνατο νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν; Ἀλλὰ λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι προκύπτει ἐκ τῆς συμβάσεως· καὶ σᾶς ἀνέφερε τὸ ἄρθρον 13 ἐσφαλμένως, διότι ἐνταῦθα ἐφαρμόζεται τὸ ἄρθρον 3. Καὶ ἀληθῶς πρό τινων ἡμερῶν ὑπέβαλα νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, καθ’ ὃν δὲν ἀπαλλάσσονται τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν Ὀθωμανοὶ ὑπήκοοι, μὴ δηλώσαντες ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ τηρήσωσι τὴν ὀθωμανικὴν ἰθαγένειαν,—διότι τοιαύτη ἦτο ἡ σύμβασις. Οὗτοι ὤφειλον ἐντὸς τριῶν ἐτῶν νὰ δηλώσωσιν, ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ τηρήσωσι τὴν ὀθωμανικὴν ἰθαγένειαν, οἱ δὲ μὴ δηλώσαντες θεωροῦνται αὐτοδικαίως πολῖται Ἕλληνες καὶ συνεπῶς δέον νὰ ὦσιν ἐγγεγραμμένοι ἐν τοῖς δημοτολογίοις τοῦ Κράτους. Ἰδοὺ ὅμως μετὰ δεκαετίαν ὅλην ἔρχονται χιλιάδες πολιτῶν ἀγνώστων,—διότι εἰς οὐδὲν δημοτολόγιον εἶναι ἐγγεγραμμένοι,—καὶ αἰτοῦσι τὴν ἐν τοῖς μητρώοις τῶν ἀῤῥένων ἐγγραφήν των. Ὅτι δὲ μεταξὺ τῶν ἐγγραφέντων πλεῖστοι ὅσοι ὑπῆρχον ὑπήκοοι Ὀθωμανοί, οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει· ἔχω ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον εὗρον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ τὸ ὁποῖον καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν, ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπὸ ἡμερομηνίαν 24 Ἰανουαρίου 1891, δι’ οὗ ὁ εἰρημένος Ὑπουργὸς παραπονεῖται πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι κατὰ παραστάσεις τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἐνεγράφησαν ὑπήκοοι Ὀθωμανοὶ εἰς τὰ μητρῷα τῶν ἀῤῥένων τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐξαιτεῖται τὴν διαγραφὴν αὐτῶν καὶ τὴν θεραπείαν τοῦ ἀτόπου. Οὐδεμία λοιπὸν ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι οὐδεὶς εἶχε δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν ἐγγραφὴν ἐν τοῖς μητρῴοις τῶν ἀῤῥένων ξένων ὑπηκόων. Ἂν δὲ ἐξέδωκα ἀντιρατικὴν διαταγὴν, τοῦτο εἶναι πρὸς ἔπαινόν μου, διότι στηριχθεὶς ἐπὶ ἐπισήμων ἐγγράφων διέταξα τὴν διαγραφὴν, κατόπιν ὅμως παραστάσεων αὐτοῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀνέστειλα τὴν ἐκτέλεσιν τῆς διαταγῆς, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ ἄτοπόν τι. Καὶ λέγει ἡ διαταγὴ ἐν τέλει, ὅτι, ἂν ἀποδειχθῇ ἡ ἐξακρίβωσις περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐγγραφῆς αὐτῶν ὡς ὑπηκόων Ἑλλήνων, ἂν ἔχωσι τουτέστι τὰ προσόντα τῆς ἐγγραφῆς ἐν τοῖς μητρῴοις, νὰ ἀποφανθῇ τὸ Ὑπουργεῖον. Παρῆλθον ἤδη ἔτη ὁλόκληρα καὶ οὐδεμία προσήχθη ἀπόδειξις τοῦ ἐναντίου, ὅτι δηλαδὴ ἐκέκτηντο τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν. Εἶχον λοιπὸν καθῆκον νὰ διατάξω τὴν διαγραφὴν, ἀκυρῶν τὴν παράνομον ἐγγραφήν. Ὅτι δὲ τὸ τοιοῦτον ἀφεώρα εἰς τὰς μελλούσας δημοτικὰς ἐκλογὰς, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία· ὁ κ. Βουλευτὴς ἦτο τότε σύμφωνος, διότι συνέπραττε μετὰ τοῦ ἑτέρου τῶν Βουλευτῶν Τρικκάλων, καὶ ἐπεδίωκε τὴν διαγραφήν· κατόπιν ὅμως ἦλθεν εἰς διάστασιν πρὸς αὐτὸν καὶ ἀπῄτει τὴν ἐγγραφήν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι λόγος, ἵνα συμβαίνωσι τοιαῦται παρανομίαι, θίγουσαι ὕψιστα τῆς Πολιτείας συμφέροντα. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι δικαίως διετάχθη ἡ διαγραφὴ αὐτῶν, ὅπως μὴ συμβαίνωσι τοιαῦται ἀσχημίαι ἐν τοῖς δημοτικοῖς καταλόγοις καὶ τοῖς μητρῴοις τῶν ἀῤῥένων.
§29ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ζήτημα ἐνέχει τοσαύτην σπουδαιότητα, ὥστε θεωρῶ ὅλως μάταιον νὰ ἐξετάσω, ἂν ὑπῆρχε πρόθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ παρανομήσῃ. Τὰ ἔκτροπα, τὰ λαβόντα χώραν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ τὰ παρέλθω, χωρὶς νὰ ἐπιστήσω ἐπ’ αὐτὰ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Δύο γεννῶνται ζητήματα ἐκ τῆς ἐνεργείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν· τὸ ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος, καὶ τὸ ζήτημα τὸ οὐσιαστικὸν τοῦ στερεῖν τινα τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας συνεπείᾳ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ πρῶτον γεννᾶται εἰς τὸν νοῦν παντὸς ἡ ἀπορία, πόθεν ἠρύσθη τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἤσκησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τῆς τελευταίας διαταγῆς του, νὰ διαγράψῃ ἐκ τοῦ μητρῴου τῶν ἀῤῥένων τοῦ δήμου Τρικκαίων πολίτας; Περὶ τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶπέ τι. Ἤκουσα ὅμως παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Τρικκάλων, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπικαλεῖται τὸ ἄρθρον 26 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου· ἀλλὰ τοῦτο προβλέπει περὶ ὡρισμένης περιπτώσεως, περὶ ἐκείνης, καθ’ ἣν πολίτης τις ἤθελεν εἶναι ἐγγεγραμμένος εἰς τὰ μητρῷα δύο ἢ πλειοτέρων δήμων· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, μὴ θιγούσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὸ δικαίωμα νὰ διατάξῃ τὴν διαγραφὴν τοῦ στρατευσίμου ἐκ τοῦ μητρῴου τοῦ ἑνὸς τῶν δήμων. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν ἔχει τοιαύτην βάσιν, ἀλλὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι ὡρισμένοι πολῖται, ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸ μητρῷον τῶν ἀῤῥένων, δὲν εἶχον προσκτήσει τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν. Συνέπεια τῆς διαταγῆς ταύτης εἶναι, ὅτι ἐξέλιπεν ἡ βάσις τῆς ἐγγραφῆς τῶν αὐτῶν πολιτῶν ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς καταλόγοις, οὕτω δὲ, ἐπειδὴ ὁ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμος ἀπαιτεῖ διὰ τὴν ἐγγραφὴν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους τὴν ἐγγραφὴν ἐν τοῖς μητρῴοις τῶν ἀῤῥένων, ὁ κ. Ὑπουργὸς καθίσταται κύριος τοῦ δικαιώματος τούτου τῆς διαγραφῆς ἢ μή. Καὶ δύναται μὲν νὰ ἔχῃ ἁγνοτάτας προθέσεις, ἀλλ’ εὐτυχῶς τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτου Ἕλληνος ὁ νόμος δὲν τὸ ἐξήρτησεν ἐκ τῆς κρίσεως οἱουδήποτε Ὑπουργοῦ. Ἐδῶ βλέπω ὑπέρβασιν, ἥτις δύναται νὰ μὴ προῆλθεν ἐκ προθέσεως, ἀλλ’ εἶναι ὑπέρβασις ἀναμφισβήτητος, καὶ πρέπει νὰ σπεύσῃ νὰ ἀπεκδυθῇ ὁ Ὑπουργὸς ἐξουσίας, δι’ ἧς οὐχὶ νομίμως ἠθέλησε νὰ περιβάλῃ ἑαυτόν. Ἀλλὰ καὶ ἄν τις ἐξέλθῃ τοῦ ζητήματος τοῦ δικονομικοῦ, εὑρίσκει νέαν ὑπέρβασιν καιριωτέραν, ὅτι διὰ τῆς διαταγῆς του δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ χαρακτηρίζῃ τοὺς πολίτας Ἕλληνας ὡς ἀλλοδαποὺς ἢ μὴ, νὰ τοὺς βαπτίζῃ....
§30ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἂν ἀναγνώσητε τὴν ἔκθεσιν τοῦ δημάρχου, θέλετε πεισθῆ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀλλοδαπῶν, ἀλλὰ περὶ ἑτεροδημοτῶν, οἱ πλεῖστοι δὲ τούτων τοῦ δήμου Τρικκαίων ἦσαν ἐγγεγραμμένοι εἰς ἄλλους δήμους.
§31ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ βλέπω ἐν τῇ πρὸς τὸν νομάρχην Τρικκάλων διαταγῇ τοῦ Ὑπουργοῦ, — γνωρίζομεν δὲ πῶς γίνονται αἱ διαταγαὶ παρὰ τῆς ὑπηρεσίας, — ὅτι ὁ Ὑπουργὸς καθίσταται δι’ αὐτῆς κριτὴς περὶ τοῦ ἂν ἀπέκτησαν αὐτοὶ οἱ πολῖται, τῶν ὁποίων τὴν διαγραφὴν διέταξε, τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν. Τοῦτο ὅμως, πιστεύω, δὲν τὸ ἀναγνωρίζει ἡ συνείδησίς του· διότι τότε ἡ ἑλληνικὴ ἰθαγένεια θὰ ἐξηρτᾶτο ἐκ τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας οἱουδήποτε Ὑπουργοῦ· Θαυμάζω δὲ, πῶς μὲ τόσην νοημοσύνην, ἣν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὑπέπεσεν εἰς τοιαύτην ἔκτροπον διαταγήν. Καὶ ποῦ ἐστηρίχθη, ἵνα ἐκδώσῃ αὐτὸν τὸν φετφᾶν; Εἰς τὴν σύμβασιν, ἡ ὁποία λέγει ὅλως τὰ ἐναντία, ἤτοι ὅτι, ἂν οἱ περὶ ὧν πρόκειται δὲν δηλώσωσιν ὅτι δὲν θέλουσι τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, θεωροῦνται πολῖται Ἕλληνες· σεῖς ζητεῖτε τὸ ἀντίθετον: ἀφοῦ δὲν ἐδήλωσαν, δὲν ἀπέκτησαν τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν. Ἀλλὰ προσθέτετε: διατὶ αὐτοὶ δὲν ἐνεγράφησαν εἰς τοὺς διαφόρους δήμους; Αὐτὸ βεβαίως ὑπῆρξε παράλειψις σπουδαιοτάτη, τὴν ὁποίαν προέβλεψεν ὁ νομοθέτης, παράλειψις συνεπάγουσα ἐπιβλαβεστάτας συνεπείας. Ὑμεῖς γνωρίζετε τὸν περὶ στρατολογίας νόμον, καὶ δύνασθε νὰ κρίνητε, ποῖαι εἶναι αἱ συνέπειαι τῆς μὴ ἐγγραφῆς εἰς τὸ μητρῷον τῶν ἀῤῥένων. Παρακαλῶ λοιπὸν, σπεύσατε νὰ ἀνακαλέσητε τὴν διαταγὴν, καὶ οὐδὲν θέλετε ἀπολέσει.
§32ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐκ Τρικκάλων συνάδελφον νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ὑπάρχωσιν ἐντὸς τῆς πόλεως Τρικκάλων δύο συνοικίαι, ἡ τῶν Κουτσομυλίων καὶ ἡ τῆς Ἁγίας Μονῆς, κατοικούμεναι ὑπὸ τῶν παρ’ αὐτοῦ ὡς ἀλλοδαπῶν χαρακτηρισθέντων, καὶ ἂν αἱ οἰκογένειαι αὐτῶν δὲν κατοικῶσιν ἀπὸ ἑκατονταετίας καὶ πλέον εἰς τὰς συνοικίας ταύτας.
§33ΚΑΝΟΥΤΑΣ. Ἵνα σᾶς εὐχαριστήσω, θὰ σᾶς εἴπω, ὅτι πράγματι ὑπάρχουσιν, ἀλλὰ συνάμα θὰ σᾶς πληροφορήσω, ὅτι οἱ περισσότεροι ἐξ αὐτῶν ἦσαν ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸ δημοτολόγιον καὶ εἰς τὸ μητρῷον τῶν ἀῤῥένων τοῦ δήμου Τρικκαίων· δὲν ἐπερίμενον δὲ νὰ παρέλθῃ δεκαετία, ἀλλ’ οἱ θελήσαντες νὰ ὦσι πολῖται Ἕλληνες ἐνεγράφησαν, ὡς προεἶπον, εἰς τὸ δημοτολόγιον καὶ τὸ μητρῷον, οἱ δὲ μὴ θελήσαντες ἔσπευσαν νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὸ δημοτολόγιον τοῦ Ὀθωμανικοῦ Προξενείου. Ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ βεβαιώσητε σεῖς, ἂν ἐξ ὅλων τῶν ἐγγραφέντων τὸ ⅒ πράγματι κατοικῇ ἐκεῖ. Οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν, Κύριοι, εἰσὶ κάτοικοι τοῦ Μετσόβου, τῶν Γρεβενῶν, ἄλλοι εἰσὶ ποιμένες, διεσπαρμένοι ἀνὰ πᾶσαν τὴν Θεσσαλίαν, καὶ ἄλλοι ἐντελῶς ἄγνωστοι καὶ ἀνύπαρκτοι· δὲν ὑπῆρχον δὲ ἐγγεγραμμένοι οὔτε εἰς δημοτολόγιον, οὔτε εἰς τὸ μητρῷον δήμου τινός. Ἐλάχιστοι ἦσαν οἱ ἐν τοῖς μητρῴοις ἄλλων δήμων ἐγγεγραμμένοι. Τινὲς ἐκ τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν σπανίως κατήρχοντο τὸν χειμῶνα εἰς τὴν Θεσαλίαν πρὸς διαχείμασιν τῶν κτηνῶν των ἢ πορισμὸν τῶν πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαίων, ἀλλὰ εἰς πάντα πολίτην τῶν Τρικκάλων ἦσαν ἐντελῶς ἄγνωστοι. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ συμπολίτην μου, διότι τὸ τηλεγράφημά του εἶναι ἐδῶ, καίτοι ἠμφισβήτησε τὴν ὑπογραφήν του, καὶ ἀπέδωκεν εἰς ἐμὲ βαρυτάτην κατηγορίαν, εἰπών, ὅτι πιθανὸν νὰ τὴν ἔθηκα ἐγώ, λησμονήσας ὅτι τὸ τηλεγράφημα προῆλθεν ἐκ Καρδίτσης, ὅπου βεβαίως ἐγώ, ὡς δήμαρχος, δὲν τὸ παρηκολούθησα. Τὸ τηλεγράφημα τοῦ ἡμετέρου συμπολίτου, εἶπον, εἶναι ἐδῶ, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Κύριος οὗτος ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ἔχει γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ θ’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις κατώρθωσε νὰ παραμορφώσῃ καὶ νὰ παραστήσῃ ἄλλως τὸ ζήτημα ἢ ὡς πράγματι εἶναι, νὰ τὸ παραστήσῃ δηλαδὴ ὡς ζήτημα καθαρᾶς διαγραφῆς, διὰ νὰ εὕρῃ καταλληλότερον ἔδαφος πρὸς ὑποστήριξιν τῆς κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιθέσεώς του. Δὲν πρόκειται, κύριοι Βουλευταί, περὶ διαγραφῆς ἐνεργηθείσης, ὡς παρεστάθη, εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἢ μᾶλλον αὐθαιρέτως, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀποφάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ νομαρχιακῶν ἀποφάσεων περὶ ἐγγραφῶν ἐφεσιβληθεισῶν ἐνώπιον τοῦ οἰκείου δημάρχου. Ὁ νομάρχης Τρικκάλων ἐξέδωκε τὰς κατατεθείσας ἐνταῦθα ἀποφάσεις περὶ ἐγγραφῶν, καὶ τὰς ἀπέστειλεν εἰς τὸν δήμαρχον, ἵνα τὰς ἐκτελέσῃ, ὁ δήμαρχος δὲ εἶχε καθῆκον νὰ πληροφορήσῃ τὸν νομάρχην, ὅτι αὐτοὶ στεροῦνται τῶν προσόντων, καὶ ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων τοῦ νομάρχου, οὐχὶ ὅπως ὑπηρετήσῃ ἐκλογικὰ συμφέροντα, ὡς παριστᾷ ὁ κ. νομάρχης ἐν τῷ ἐγγράφῳ του, ἀλλ’ ὅπως ὑπερασπισθῇ τὰ πολιτικὰ δικαιώματα τῶν συνδημοτῶν του, χάριν τῶν ὁποίων οὗτοι ὑποβάλλονται εἰς τοσαύτας ὑποχρεώσεις πρὸς τὸ Κράτος. Ὁ νομάρχης ἐπέμεινε, καὶ ὁ δήμαρχος ἐφεσίβαλε τὰς ἀποφάσεις του ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν...
§34ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ποῦ στηριζόμενος;
§35ΚΑΝΟΥΤΑΣ. Εἰς τὸν νόμον καὶ τὸ βασιλικὸν διάταγμα περὶ καθηκόντων τῶν νομαρχῶν, κατὰ τὸ ὁποῖον πᾶσα πρᾶξις ἐκδοθεῖσα ὑπὸ τοῦ νομάρχου, ἀντικειμένη εἰς τὸν νόμον, εἶναι ἀκυρωτέα ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ... Συμφώνως λοιπὸν πρὸς τὸν νόμον ἐγένετο ἡ ἔφεσις ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπερ ἀπεδέξατο ταύτην, καὶ οὕτω τὸ ζήτημα τῆς διὰ νομίμων ἀποφάσεων ἐγγραφῆς εὑρίσκετο ἔκτοτε ἐκκρεμές. Τοῦτο μαρτυρεῖται ἐκ τῆς διαταγῆς, ἣν ἐξέδωκεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ζητῶν διαφόρους πληροφορίας. Κατόπιν ἦλθεν ὁ κ. Μαστραπᾶς, ὁ ὁποῖος ἐξέδωκε διαταγὰς ἐπὶ τῷ αὐτῷ σκοπῷ. Ὁ δὲ νῦν Ὑπουργὸς εὗρε τὸ ζήτημα ἐκκρεμές, καὶ ὤφειλε κατὰ καθῆκον ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν ἐφεσιβληθεισῶν νομαρχιακῶν ἀποφάσεων, καὶ ἢ χαρακτηρίζων ταύτας νομίμους νὰ κυρώσῃ, ἢ παρανόμους καὶ ν’ ἀκυρώσῃ. Λαβὼν λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν τὸν σχετικὸν φάκελλον καὶ τὰ ἐν αὐτῷ ἔγγραφα καὶ πίνακας, καὶ πεισθεὶς ἐκ τούτων, ὅτι πάντες οἱ περὶ ὧν πρόκειται ἐνεγράφησαν παρὰ τὸν νόμον, διέταξε τὴν διαγραφὴν αὐτῶν. Τώρα ἔρχεται τὸ ζήτημα, ἐὰν ἐγένετο κατὰ νόμον ἡ διαγραφή, καὶ ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχεν ἁρμοδιότητα ν’ ἀποφανθῇ. Τὸ ἄρθρον 26, κατ’ ἐμὲ, ὁμιλεῖ μόνον περὶ ἑνὸς ἀτόπου, προκειμένου περὶ ἐγγραφῆς ἐν τοῖς μητρῴοις τῶν ἀῤῥένων τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα, ἀλλὰ περὶ τῶν μὴ ἐχόντων τὰ προσόντα δὲν ὁμιλεῖ τὸ ἄρθρον αὐτό, ὁμιλοῦν τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα δίδουν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν νομάρχην νὰ ἐγγράφῃ τοὺς παραλειφθέντας, ὑπὸ τὸν ἀπαράβατον ὅρον, ἐὰν ἔχουν τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου προσόντα, ἐννοεῖται δὲ οἴκοθεν, ὅτι, ἐὰν δὲν ἔχωσι τὰ προσόντα, ἡ ἐγγραφὴ εἶναι παράνομος.
§36ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀκυρώσῃ;
§37ΚΑΝΟΥΤΑΣ. Βεβαίως. Εἶναι ἡ § 5 τοῦ Β. Διατάγματος, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι πᾶσα πρᾶξις τοῦ νομάρχου, ἀντικειμένη εἰς τὸν νόμον, εἶναι ἄκυρος. Πᾶσαν πρᾶξιν δὲ ἄκυρον ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀκυρώσῃ.
§38ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καὶ εἶναι ἁρμόδιος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν;
§39ΚΑΝΟΥΤΑΣ. Βεβαίως. Ἡ ἁρμοδιότης εἶναι ἀναμφισβήτητος· τοῦτο δ’ ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος περὶ καθηκόντων τῶν νομαρχῶν, ὡς προεῖπον, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰ ἄρθρα περὶ ἐγγραφῆς 22, 23 καὶ 24, καὶ ἐξ ἄλλων γενικῶν διατάξεων, ὡς π. χ. τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου, καθ’ ὃ μόνον οἱ πολῖται Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ ἐν τῷ στρατῷ καὶ ἑπομένως ἐγγραπτέοι ἐν τοῖς μητρώοις· ἀλλὰ ἐκτὸς τούτων, ἡ πειστικωτέρα πασῶν τῶν διατάξεων τούτων εἶναι ἡ λογικὴ διὰ τῆς εἰς ἄτοπον ἀγωγῆς. Ὑποθέσατε νομάρχην ἐγγράφοντα εἰς τὰ μητρῷα ξένους ὑπηκόους καὶ τὰς ἀποφάσεις ἀνεκκλήτους. Τότε τί θέλει συμβῆ; Θὰ καλέσωμεν αὐτοὺς ὑπὸ τὰ ὅπλα, καὶ ἐν ἀρνήσει θὰ τοὺς καταδιώξωμεν ὡς ἀνυποτάκτους; Τὸ θέμα λοιπὸν περὶ τίνος πρόκειται καὶ περὶ τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἤδη λελυμένον· διὰ τοῦτο ἤδη δέον νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ὁ νομάρχης εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς ἐγγραφῆς ἐν τῷ μητρῴῳ τῶν ἀῤῥένων καὶ κατόπιν ἐν τῷ δημοτολογίῳ, καὶ ἐὰν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐνεγράφησαν, εἶχον τὰ προσόντα. Τὸ δικαίωμα τοῦ νομάρχου περὶ ἐγγραφῆς ἐν τῷ μητρῴῳ τῶν παραλειφθέντων ἐχορήγησαν τὰ ἄρθρα 22, 23 καὶ 24 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ὁρίζοντα ἀκριβῶς τὸν τρόπον περὶ ἐγγραφῆς· ἐπέβαλον ὅμως εἰς τὸν νομάρχην νὰ ἐξακριβώσῃ τὰ προσόντα διὰ τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς, καὶ ἁρμοδία ἀρχὴ εἶναι ἡ δημοτικὴ ἀρχή. Πρῶτον προσὸν εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ δημότου καὶ ἡ ἐγγραφὴ ἐν τῷ δημοτολογίῳ. Ταῦτα τὰ προσόντα ποῖος κατὰ νόμον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πιστοποιήσῃ; Μόνον ὁ δήμαρχος. Τὸ δικαίωμα δὲ τοῦ δημότου προϋποθέτει καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, ἑπομένως καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο μόνον ὁ δήμαρχος δύναται νὰ πιστοποιήσῃ. Ἀλλὰ ὁ κ. νομάρχης δὲν ἐνόμισε καλὸν ν’ ἀπευθυνθῇ εἰς τὸν δήμαρχον. Ἴσως εἴπῃ τις, ὅτι ὁ δήμαρχος ἦτο ἀντιπολιτευόμενος καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ ἐνεργήσῃ· ἀλλὰ ὁ νόμος δίδει πολλὰ μέσα εἰς τὸν νομάρχην, ἵνα ἀσκήσῃ βίαν ἐπὶ τοῦ δημάρχου, ὅπως οὗτος ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, ἑπομένως ὁ δήμαρχος ἤθελε σπεύσει νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, καὶ πληροφορίας ἀληθεῖς καὶ πραγματικὰς, διότι ἄλλως ἤθελε κινδυνεύσει νὰ παραπεμφθῇ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης ἐπὶ ψευδεῖ πιστοποιήσει. Ἀλλ’ ὁ κύριος νομάρχης τί ἔπραξε; Παρουσιάζει αἰτήσεις ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου, δι’ ὧν οἱ αἰτοῦντες ζητοῦσι τὴν ἐγγραφὴν ἐν τῷ δημοτολογίῳ καὶ ἐν τῷ μητρῴῳ. Διὰ τὴν ἐγγραφὴν εἰς τὸ μητρῷον ἀρκεῖ βεβαίως αἴτησις ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου, ἀλλὰ διὰ τὴν ἐγγραφὴν εἰς τὸ δημοτολόγιον πρέπει, νομίζω, νὰ γραφῇ ἡ αἴτησις ἐπὶ χαρτοσήμου. Βλέπετε ἐδῶ 25 ἢ 30 ἄτομα, ὑπογεγραμμένα διὰ διὰ τρίτου καὶ ζητοῦντα δῆθεν νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὸ μητρῷον καὶ εἰς τὸ δημοτολόγιον· τοιαῦται δὲ εἶναι πᾶσαι αἱ ὑποβληθεῖσαι εἰς τὸν κ. νομάρχην αἰτήσεις, (ἐπιδεικνύει ταύτας εἰς τοὺς Βουλευτὰς) ἃς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει ὁ κ. νομάρχης, ἀλλὰ πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν συνετάχθησαν καὶ πιστοποιητικὰ παρὰ τῶν ἰδίων ὑπογεγραμμένα, ὅτι οἱ Κύριοι ἦσαν κάτοικοι κατὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Θεσσαλίας· καὶ ἰδοὺ δεῖγμα (δεικνύει ἔγγραφον). Ἐκ τοιούτων λοιπὸν αἰτήσεων ὁρμηθεὶς καὶ ἐπὶ τοιούτων πιστοποιητικῶν στηριχθείς, ἐξέδωκεν ὁ κ. νομάρχης τὰς ἀποφάσεις του. Τί δὲ περιλαμβάνουσιν αἱ ἀποφάσεις αὗται; 140 μόνον, λέγει ὁ κ. νομάρχης ἐν τῷ ἐγγράφῳ του, ἐξηκρίβωσεν ἐγγεγραμμένους ἐν τῷ ὀθωμανικῷ δημοτολογίῳ· τοῦτο εἶναι μικρὸν πρᾶγμα κατ’ αὐτόν, ἀλλὰ δὲν γνωρίζει, ὅτι ἐξ ὅλων τῶν ἐγγραφέντων μόνον 140 εἶναι πράγματι κάτοικοι τῶν Τρικκάλων, πάντες δὲ οἱ ἄλλοι εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστοι, διότι εἶναι κάτοικοι, ὡς εἶπον, μερῶν τῆς Τουρκίας καὶ διαφόρων ἄλλων μερῶν τῆς Θεσσαλίας, ὅπου ζῶσιν ὡς ποιμένες, ἀγνοῶ δὲ, ἐὰν ἦναι ἐγγεγραμμένοι ἐκεῖ...
§40ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὥστε βεβαιοῦτε ὑμεῖς, ὅτι εἶναι ὀλιγώτεροι τῶν 140 οἱ κατοικοῦντες εἰς τὰ Κουτσομύλια, τὴν Ἁγίαν Μονὴν καὶ τὰ Τρίκκαλα;
§41ΚΑΝΟΥΤΑΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ὑπάρχουν περισσότεροι πραγματικοὶ κάτοικοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἰδιοκτησίαν, ἀλλὰ πολλοὶ ἦσαν ἐγγεγραμμένοι πρὸ ἐτῶν καὶ ἀπ’ ἀρχῆς... Οὐδόλως λοιπὸν ἐδίστασεν ὁ κ. νομάρχης νὰ χειροτονήσῃ διὰ μιᾶς ἀποφάσεως, ἔστω καὶ 140 μόνον, τοὺς ἀναγνωριζομένους ὑπὸ τοῦ ἰδίου Ὀθωμανοὺς ὑπηκόους, ὡς πολίτας Ἕλληνας· πρὸς τοῦτο δὲ ἐπικαλεῖται ἀφελέστατα τὸ ἄρθρον 13 τῆς συνθήκης. Ἀλλὰ τί κοινὸν μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 13 καὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ; τὸ ἄρθρον 13 τῆς συνθήκης εἶναι διεθνές, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεγνωρίσθησαν πάντες οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας πολῖται Ἕλληνες. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἐφηρμόσθησαν οἱ νόμοι οἱ ἰσχύοντες εἰς τὸ λοιπὸν Κράτος, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν κατηρτίσθησαν τὰ ὁριστικὰ δημοτολόγια καὶ μητρῷα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐνεγράφησαν πρὸ ἐτῶν οἱ πολῖται Ἕλληνες καὶ κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας...
§42ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τοιαῦτα δὲν συνέβησαν καὶ εἰς ἄλλους δήμους καὶ ἐπαρχίας τῆς Θεσσαλίας; Διατὶ ἐκεῖ δὲν διαμαρτύρονται;
§43ΚΑΝΟΥΤΑΣ. Ὅ,τι συνέβη εἰς ἡμᾶς, συνέβη καὶ ἀλλαχοῦ, ἀλλ’ ἐν μικρῷ. Καὶ ἐκεῖ διεμαρτυρήθησαν καὶ 7 Βουλευταὶ ἐπέδωκαν ἀναφορὰν πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Θεοτόκην... Λοιπὸν πάντες οἱ ἀναγνωρισθέντες ὑπήκοοι Ἕλληνες καὶ κάτοικοι τῶν Τρικκάλων ἐνεγράφησαν εἰς τὸ δημοτολόγιον τοῦ δήμου Τρικκαίων καὶ εἰς τὸ μητρῷον· ἑπομένως ἡ δικαιολογία, ὅτι παρελείφθησαν, ἢ ὅτι ἠγνόουν τὸν νόμον, νομίζω ὅτι εἶναι ὅλως σαθρὰ καὶ ἀβάσιμος. Ἀλλὰ τὸ πλεῖστον τῶν ἐγγραφέντων εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστα καὶ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἀνύπαρκτα ἄτομα, μὴ πατήσαντα ποτὲ εἰς Τρίκκαλα, οὐδὲ μακρόθεν γνωρίσαντα τὴν πόλιν. Ὁποίαν ἄλλην ἀπόδειξιν θέλετε ὅτι αὐτοὶ δὲν ὑπῆρξαν ποτὲ κάτοικοι Τρικκάλων, ἐκτὸς τοῦ δημοτολογίου καὶ τοῦ μητρῴου, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει κἀνεὶς ἐγγεγραμμένος καὶ εἰς ἃ βεβαίως θὰ ὑπῆρχον ἅπαντες ἐγγεγραμμένοι, ἐὰν πράγματι ἦσαν κάτοικοι τῶν Τρικκάλων; — διότι ἡ ἐγγραφὴ ἐν τῷ δημοτολογίῳ καὶ τῷ μητρῴῳ δὲν εἶναι μόνον προαιρετική, ἀλλὰ καὶ ὑποχρεωτική, ἐνεργουμένη ὑπὸ τῶν ἀρχῶν. Δὲν πείθουν ὑμᾶς καὶ τὰ μητρῷα τῆς δεκαετίας; Οὐδὲν ἄῤῥεν τέκνον αὐτῶν εἶναι ἐγγεγραμμένον. Περὶ μὲν τῆς ἐγγραφῆς εἰς τὸ μητρῷον τῶν ἀῤῥένων ἐπεκαλέσθη ὁ νομάρχης τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, περὶ δὲ τῆς ἐγγραφῆς ἐν τῷ δημοτολογίῳ ποῖον ἄρθρον ἐπικαλεῖται; Ποῖος νόμος ἐπέτρεψεν εἰς αὐτὸν τὴν ἐγγραφήν; Ἐπικαλεῖται τὴν ἐγκύκλιον τοῦ 1851 περὶ δημοτολογίων, ἀλλ’ αὐτὴ μόνη ἀρκεῖ νὰ τὸν καταδικάσῃ, καὶ ν’ ἀποδείξῃ ὁποία παραβίασις καὶ καταπάτησις τῶν νόμων ἔλαβε χώραν. Ἡ ἐγκύκλιος αὕτη ῥητῶς ἀπαγορεύει τὴν ἐγγραφὴν δῆθεν παραλειφθέντων, ἐπιτρέπουσα μόνον τὴν ἐγγραφὴν τῶν μεταφερόντων τὰ δημοτικὰ δικαιώματα ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον καὶ τῶν ἀποκτώντων τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν κατὰ τὸν ἀστικὸν νόμον. Τί δὲ νὰ εἴπω περὶ τῆς ἡλικίας, μεθ’ ἧς φέρονται οἱ ἐγγραφέντες; Ἐνεγράφησαν πάντες μὲ ἡλικίαν 35–36 ἐτῶν, εἰς τρόπον ὥστε οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν νὰ ὑπάγηται εἰς ὑποχρέωσίν τινα στρατιωτικὴν, καὶ οὕτω νὰ καρπωθῶσιν ὅλα τὰ δικαιώματα τὰ πολιτικὰ, νὰ μὴ ἔχουν δὲ οὐδὲν καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα. Ποῖος ἐξ ὑμῶν ἀνέχεται νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη τάξις πολιτῶν προνομιοῦχος; Ἀντὶ λοιπὸν νὰ ἐπιτίθηνται κατὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἐξετέλεσεν ἐν τῇ παρούσῃ περιστάσει τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον τῷ ἐπέβαλλε καὶ ἡ τιμὴ τοῦ στρατοῦ καὶ ὁ σεβασμὸς πρὸς τοὺς νόμους, ἔπρεπε νὰ στιγματισθῶσιν αἱ νομαρχιακαὶ ἀποφάσεις καὶ τὰ ἐξ αὐτῶν ἀποτελέσματα, ἵνα μὴ ἐπαναλαμβάνωνται· διότι νομίζω, ὅτι τὸ κακὸν εἶναι μέγα, προσβάλλον τοὺς θεμελιωδεστέρους θεσμοὺς τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, καὶ δύναται νὰ ἐπεκταθῇ ἀπὸ τῶν νέων ἐπαρχιῶν καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας, καὶ τότε τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους δὲν θὰ τοὺς πέμπῃ ἐνταῦθα ὁ λαὸς, ἀλλὰ θὰ τοὺς πέμπωσιν οἱ νομάρχαι.
§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀληθῶς, ὅτε ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἔλαβον ἀναφορὰν, δι’ ἧς παρεπονοῦντο ἐκ τοῦ δήμου Τρικκαίων, ὅτι ἐνεγράφησαν ἐν τῷ μητρῴῳ τῶν ἀῤῥένων ἄτομα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἐγγραφῶσιν· ἐπειδὴ δὲ ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ὀργάνων ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων, τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐνήσκησα, ζητήσας νὰ μάθω, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν ὁ νομάρχης. Ἐπείσθην δὲ, ὅτι ὁ νομάρχης ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, καὶ ὅτι τὰ παράπονα δὲν ἐστηρίζοντο ἐπὶ νομίμων βάσεων. Ἐγὼ δὲν φρονῶ, ὅτι νόμιμος βάσις πρὸς ἄρνησιν ἐγγραφῆς ἐν τῷ μητρῴῳ εἶναι τὸ ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ὁ προαγορεύσας Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων κατήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ αἰτήσεις εἶχον γραφῆ εἴτε διὰ τῆς αὐτῆς χειρὸς πᾶσαι, εἴτε δὲν εἶχον ὑπογραφὴν, ἀλλ’ ὑπεγράφησαν παρ’ ἄλλου κατ’ ἐντολὴν, ὡς ἐπίσης δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἐλάττωμα ἡ μὴ ἀναγραφὴ τῆς αἰτήσεως ἐπὶ χαρτοσήμου, ἀλλ’ ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου. Ἠδύνατό τις νὰ κατακρίνῃ τὴν ἀρχὴν, ἥτις ἐδέχθη τὴν ἀναφορὰν ταύτην, διότι δὲν ἐφήρμοσε τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ αἰτοῦντος νὰ ἐγγραφῇ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει πράγματι ἀκυρωτικὴν ἁρμοδιότητα, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἐχορήγησεν εἰς αὐτόν. Ὁ νόμος ἐκήρυξεν ἀμεταβλήτους καὶ ὁριστικὰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ νομάρχου περὶ ἐγγραφῆς ἐν τοῖς μητρῴοις, ἑπομένως ἡ ὁριστικότης τῶν ἀποφάσεων ἀνατρέπεται μόνον ὑπὸ τῆς ἀρχῆς, εἰς ἣν ἐδόθη ἀκυρωτικὴ ἁρμοδιότης ὑπὸ τοῦ νόμου, τοιαύτη δὲ ἐδόθη πράγματι εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει δικαίωμα κατὰ τὸν νόμον καθ’ ὡρισμένας περιστάσεις νὰ ἀκυρώσῃ ἐγγραφὰς ἐν τοῖς μητρῴοις, ἀλλὰ μόνον τὰς ἐγγραφὰς ἐκείνων, οἵτινες κατὰ παράβασιν τῶν ἄρθρων 22, 23 καὶ 24 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας ἦσαν ἐγγεγραμμένοι καὶ ἐν ἄλλοις δήμοις. Τὸ ἄρθρον 22 ἀνατίθησιν εἰς τὸν νομάρχην ν’ ἀποφαίνηται ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων αἰτήσεων· τὸ δ’ ἄρθρον 23 ἐπιτρέπει εἰς πάντα πολίτην, ὁ ὁποῖος νομίζει ὅτι παρελείφθησαν ἐκ τοῦ μητρῴου ἄτομα, ἔχοντα τὰ προσόντα, νὰ ζητῇ τὴν ἐγγραφὴν αὐτῶν, ἀνέθηκε δ’ αὖθις εἰς τὸν νομάρχην ν’ ἀποφασίζῃ καὶ ἐπὶ τῶν αἰτήσεων τούτων· ἀνέθηκε δ’ εἰς τὸν νομάρχην καὶ αὐτεπαγγέλτως ν’ ἀποφασίζῃ περὶ τῆς ἐγγραφῆς παντὸς μὴ ἐγγεγραμμένου, ἀνέθηκε δ’ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀκυρόνῃ τὰς ἐγγραφὰς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐγγεγραμμένοι καὶ ἐν ἄλλῳ δήμῳ, δὲν ἀνέθηκεν ὅμως αὐτῷ τὴν ἐξουσίαν ν’ ἀποφασίζῃ ποῖοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας καὶ ποῖοι δὲν ἔχουσιν αὐτό. Ἀπὸ τοῦ δικαιώματος τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας προάγονται πάντα τὰ ἄλλα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐν τῷ Κράτει. Τὸ δικαίωμα τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ ἔχῃ, καὶ ἀπορῶ πῶς μέχρι τοῦδε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν μετέσχον τῆς συζητήσεως, ἵνα μᾶς ἀπαλλάξωσι τῆς ἀνάγκης νὰ παρατείνωμεν τὴν συζήτησιν. Τόσον δὲ εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἔχει αὐτὸ τὸ δικαίωμα, ὥστε καὶ αὐτὸς πρὸ μικροῦ ἐδήλωσεν ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι δὲν εἶχεν ἐν τῷ νῷ νὰ διατάξῃ τὴν διαγραφὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐστεροῦντο τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, καὶ ἀφῆκεν ἡμᾶς νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ὁ ὅρος οὗτος περιελήφθη ἐν τῷ ἐγγράφῳ ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου. Ἡ ὁμολογία αὕτη τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ ἀποδεικνύει τὴν νομιμοφροσύνην τοῦ ἀνδρὸς, καὶ ἐπαινῶ αὐτὸν διὰ τοῦτο. Πράγματι τὸ δικαίωμα τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας εἶναι ἀνώτερον πάντων τῶν ἄλλων δικαιωμάτων, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ ὑπαχθῇ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ὁ ἔλεγχος οὗτος εἰς ἄλλους ἀνετέθη ὑπὸ τοῦ νόμου, οὗτοι δέ εἰσιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν· ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν πρώτοις, διότι οἱ ἀποκτῶντες τὸ δικαίωμα τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας ἐνδέχεται νὰ κατέλιπον δικαίωμα ἰθαγενείας ξένης, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ φέρῃ εἰς περιπλοκὰς τὸ Κράτος, ἕνεκα τῆς ὑποχρεώσεως, ἣν ἤθελεν ἀναλάβει πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἀνῆκον εἰς Κράτη ἄλλα· ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι οὗτος εἶναι ὁ ὑπὸ τῆς νομοθεσίας ταχθεὶς προστάτης καὶ συνήγορος τῶν πολιτειακῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, ἑπομένως αὐτὸς εἶναι ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσῃ ἂν ἀπέκτησαν οἱ ἐγγραφέντες τὴν ἰθαγένειαν ἢ δὲν ἀπέκτησαν αὐτήν, τίνες ἀπέκτησαν καὶ τίνες δὲν ἀπέκτησαν. Κατὰ τὴν διαταγὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, διετάχθη ἡ διαγραφὴ en bloc ἑκατοστύων πολιτῶν, διὰ τὸν λόγον ὅτι οὗτοι δὲν εἶχον ἀποκτήσει τὸ δικαίωμα τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας. Πῶς ἀποκτᾶται τὸ δικαίωμα τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας; Ἀποκτᾶται δυνάμει τοῦ περὶ ταύτης νόμου, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1835, καὶ ὅστις ἐκανόνισε τὸν τρόπον τῆς ἀποκτήσεως αὐτοῦ. Ἀποκτᾶται δυνάμει συμβάσεων· ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ ὑπάρχει σύμβασις, κανονίζουσα ὅτι πάντες οἱ κατοικοῦντες ἐν ταῖς χώραις, αἵτινες προσαρτῶνται εἰς τὸ Κράτος, θεωροῦνται πολῖται Ἕλληνες. Δὲν θεωροῦνται δὲ πολῖται Ἕλληνες μόνον ἐκεῖνοι τῶν κατοικούντων ἐν ταῖς προσαρτηθείσαις χώραις, ὅσοι ἤθελον δηλώσει, ὅτι δὲν θέλουν νὰ ἦναι πολῖται Ἕλληνες. Ἑπομένως ὁ ἀρνούμενος νὰ ἐγγράψῃ ἐν τῷ μητρώῳ κατοίκους τῶν εἰρημένων χωρῶν, οἵτινες δὲν ἐδήλωσαν ὅτι θέλουσι νὰ διατηρήσωσι τὴν ὀθωμανικὴν ὑπηκοότητα, παραγνωρίζει δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἡ σύμβασις ἀπένειμεν εἰς αὐτούς. «Οἱ ἐκ τῶν παραχωρουμένων τῇ Ἑλλάδι χωρῶν καταγόμενοι», (ἀναγράφει ἡ σύμβασις τῆς 2 Ἰουλίου 1881 ἐν ἄρθρῳ 13), «ἡ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ταύταις σήμερον κατοικοῦντες, ὅσοι θελήσωσι νὰ διατηρήσωσι τὴν ὀθωμανικὴν ἐθνικότητα, θὰ ἀπολαύωσιν ἐπὶ τρία ἔτη ἀπὸ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν ἐπικυρώσεων, καὶ μετὰ προηγουμένην δήλωσιν πρὸς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν, τοῦ δικαιώματος νὰ μεταφέρωσι τὴν κατοικίαν αὐτῶν εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος καὶ νὰ ἐγκατασταθῶσιν ἐν αὐτῷ...» Ἑπομένως μόνον διὰ τοῦ γεγονότος τῆς παραχωρήσεως τῶν ἐπαρχιῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐγένοντο πολῖται Ἕλληνες...
§45ΚΑΝΟΥΤΑΣ. Ἄρα ἔπρεπε νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὰ μητρῷα.
§46ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑμεῖς ἔχετε ἐπάγγελμα τὸ ἰατρικὸν, καὶ εἰς πᾶν συμβούλιον ἰατρικὸν θέλετε ἔχει χρησιμωτάτην γνώμην, οὐχὶ ὅμως καὶ ἐπὶ πολιτειακῶν ζητημάτων· διὰ τοῦτο παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μὴ μὲ διακόπτητε.
§47ΚΑΝΟΥΤΑΣ. Κακῶς φρονεῖτε, ὅτι ἡ ἑρμηνεία τῶν νόμων εἶναι μονοπώλιόν σας.
§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν αὐτοὶ κατὰ τὸ 1882 δὲν ἐνεγράφησαν ἐν τοῖς μητρῴοις ἢ δὲν ἐνεγράφησαν ἐν τοῖς δημοτολογίοις, ἡ παράλειψις αὕτη δὲν μοὶ φαίνεται ἱκανὴ νὰ στερήσῃ αὐτοὺς δικαιώματος, τὸ ὁποῖον αἱ συνθῆκαι ἀπένειμον εἰς αὐτούς. Τὰ δικαιώματα δὲν ἀπόλλυνται, διότι παρέλειψέ τις νὰ ἀσκήσῃ αὐτά. Ἡ ἐγγραφὴ εἰς δῆμον τοῦ Κράτους δὲν εἶναι δικαίωμα, ἀλλὰ καθῆκον, ἐὰν δὲ αὐτοὶ δὲν ἐνεγράφησαν ἐν δημοτολογίῳ, παρέλιπον καθῆκον, καὶ οἱ νόμοι δὲν ἀνέγραψαν διατάξεις πρὸς κύρωσιν τῆς ὑποχρεώσεως, πρὸς ἐκβίασιν τῶν ἐχόντων τὸ δικαίωμα καὶ μὴ ἐνασκησάντων αὐτό. Μόνη κύρωσις εἶναι, ὅτι δὲν ἀπήλαυσαν τὸ ἀγαθὸν, τὸ ἐκ τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ πολίτου. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐνεγράφησαν ἐν τοῖς μητρῴοις, δὲν πρέπει τάχα νὰ ὑποθέσητε, ὅτι οὗτοι ἔλαβον γνῶσιν τῆς συνθήκης ἀτελεστέραν ἐκείνης, ἣν ἔλαβεν ὁ προαγορεύσας; Καὶ δὲν νομίζετε, ὅτι δὲν προσῆκε νὰ εὑρεθῇ τις μετὰ 13 ἔτη νὰ εἴπῃ πρὸς αὐτοὺς, ὅτι δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσι πολῖται Ἕλληνες, καίτοι Θεσσαλοὶ, διότι δὲν ἐφρόντισαν νὰ ἐγγραφῶσιν ἐν τοῖς μητρῴοις ἀπὸ τὸ 1881; νὰ εἴπῃ αὐτοῖς, ὅτι, ἀφοῦ δὲν ἔπραξαν τοῦτο, ἄρα ἀπώλεσαν τὸ δικαίωμα αὐτό; Τοῦτο εἶναι μέτρον βίαιον καὶ αὐθαίρετον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ἀποδείξῃ ὅτι ὀρθῶς ἀπεφήνατο, διατάξας τὴν διαγραφὴν, καὶ ὅτι οἱ διαγραφέντες οὗτοι ἀπὸ τοῦ μητρῴου δὲν εἶναι πολῖται Ἕλληνες, ἀνέγνω ἔγγραφον τοῦ κατὰ τὸ 1891 Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τὸν τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, δι’ οὗ ἀνεκοίνωσεν αὐτῷ τὰς παραστάσεις, ἃς ἡ Ὀθωμανικὴ Πρεσβεία εἶχεν ἀπευθύνει αὐτῷ περὶ ἐγγραφῆς ἐν τῷ μητρῴῳ τοῦ δήμου Τρικκαίων ὑπηκόων Ὀθωμανῶν. Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς καθῆκον εἶχε νὰ ἀνακοινώσῃ πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν συνάδελφόν του τὰς γενομένας αὐτῷ παραστάσεις, ἀλλὰ τῶν παραστάσεων τούτων ἡ ἀνακοίνωσις δὲν ἦτο βεβαίωσις τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ κ. πρέσβεως τῆς Τουρκίας· τοὺς ἰσχυρισμοὺς ὅμως τούτους φαίνεται ὅτι εὗρεν ἐστερημένους πάσης βάσεως ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, διότι οὐδὲν διέταξε μέτρον συνεπείᾳ τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ διαταγὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ διαγραφῆς ἀπὸ τοῦ μητρῴου τοῦ δήμου Τρικκαίων τῶν ἑκατοστύων πολιτῶν, οἵτινες εἶχον ἐγγραφῆ ἐν αὐτῷ, δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἐγγράφων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ προϊσταμένη ἀρχὴ ἐπιστέλλει πρὸς τοὺς ὑφισταμένους, διδοῦσα ὁδηγίας περὶ ἐκτελέσεως τῶν νόμων’ δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἐγγράφων ἐκείνων, διὰ τῶν ὁποίων ἡ προϊσταμένη ἀρχὴ λύει ἀπορίας τῶν ὑφισταμένων, ἀλλ’ εἶναι ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς ἀρχῆς ἐχούσης ἀκυρωτικὴν ἁρμοδιότητα. Ἀκυρωτικαὶ ἀποφάσεις πρέπει νὰ διατάσσωσιν εἰδικῶς δι’ ἕκαστον ἄτομον τὴν διαγραφὴν, ἵνα ἀποδεικνύηται, ὅτι ἡ ἀρχὴ, ἡ ἐνασκήσασα τὴν ἀκυρωτικὴν ἁρμοδιότητά της, ἐβασάνισε τὰς περιστάσεις ἑκάστου, καὶ εἶδεν ὅτι δὲν ὑπῆρχε λόγος, διδοὺς τὸ δικαίωμα πρὸς ἐγγραφήν. Ἀλλὰ μοὶ δίδει τὴν παρηγορίαν ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι δὲν ἐνόει νὰ διατάξῃ τὴν διαγραφὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐγγραφῆ, ὡς μὴ κεκτημένων τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, ἀλλὰ μόνον ἐκείνων οἵτινες ἦσαν ἐγγεγραμμένοι ἐν τῷ μητρῴῳ ἄλλου δήμου. Ἐὰν δὲ αὐτὴ ἦναι ἡ γνώμη του, ἡ δήλωσις αὕτη δηλοῖ πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ. Τότε οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω, ἀλλ’ ἐνισχύω αὐτὸν, ἵνα ἐκτελέσῃ τὸ μέτρον τοῦτο. Ἐνῷ, ἐὰν ἤθελον ἄλλως ἐκληφθῆ τὰ πράγματα, ἐὰν ἤθελεν ἀναγνωρισθῆ ἁρμοδιότης τις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως διατάσσῃ διαγραφὰς ἀπὸ τὰ μητρῷα διὰ λόγους ἄλλους, πλὴν ἐκείνων, διὰ τοὺς ὁποίους ὁ νόμος ἐπέτρεψεν αὐτῷ τὴν ἀκυρωτικὴν ἐξουσίαν, συντελεῖται ἀνάμιξις τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἐν τοῖς ἄλλοις κλάδοις τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους· ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἐκτείνει τὴν ἁρμοδιότητά της ἐπὶ ἀντικειμένων ἀλλοτρίων τοῦ χαρακτῆρος καὶ τῆς φύσεως ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῆς, ἐπὶ τοσοῦτον ἡ ἐπέκτασις τῆς δικαιοδοσίας αὐτῆς ἀντλεῖται ἐπὶ περιορισμῷ τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ἐλευθεριῶν τῶν πολιτῶν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκ τῶν θαυμαζόντων τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον τελευταῖον εἰσήχθη ἐν Ἑλλάδι, τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, κατὰ πλείονα δὲ λόγον δὲν μοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ θαυμάσω τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ καὶ ἐπὶ τῆς ἐρεύνης τῶν περὶ ἑλληνικῆς ἰθαγενείας θεμάτων. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω ἐν τῇ πατρίδι μου ἐγκαθιστάμενον τὸ gouvernement militair, τὴν στρατιωτικὴν Κυβέρνησιν.
§49ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, διότι νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα ἤχθη εἰς τὴν λύσιν αὐτοῦ. Καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἰς ἓν καὶ μόνον ἀνευρίσκουσι τὴν μὴ κανονικὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὸ ὅτι διέταξε τὴν ἐκ τοῦ μητρῴου τῶν ἀῤῥένων διαγραφὴν ἀλλοδαπῶν, ὧν δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ διατάξῃ τὴν διαγραφήν. Περὶ τῶν ἄλλων οὐδεὶς γίνεται λόγος, διότι, ὑπαγομένων τούτων εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 26, βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἠδύνατο νὰ διατάξῃ τὴν διαγραφὴν, ἀφοῦ ἀπεδείχθη ὅτι ὑπῆρχον ἐγγεγραμμένοι καὶ ἐν ἑτέρῳ μητρῴῳ ἀῤῥένων ἑτέρων δήμων τοῦ Κράτους. Φρονῶ ὅμως, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει οὕτω, καὶ ὅτι καὶ ἐπὶ τῆς πρώτης περιστάσεως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καλῶς ἐξέδωκε τὴν διαταγήν. Ἡ διαταγὴ ἐξεδόθη οὐχὶ ἵνα ἐκτελεσθῇ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, ἐξεδόθη πρὸς τὸν νομάρχην, δὲν ἐπρόκειτο δὲ περὶ διαγραφῆς ἀτόμων ἐν τοῖς μητρῴοις ἐγγεγραμμένων ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, ἐπρόκειτο περὶ διαγραφῆς ἀτόμων ἀρτίως ἐγγεγραμμένων, ὧν ἡ ἐγγραφὴ δὲν εἶχεν ἔτι θεωρηθῆ ὡς τετελεσμένη, καὶ περὶ τῆς ὁποίας ὑπῆρχεν ἀλληλογραφία ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς πρώτης ἀποφάσεως τοῦ νομάρχου μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ ὁποία ἑπομένως δὲν εἶχε καταστῆ ὁριστική. Ἄρα δὲν ἐπρόκειτο περὶ διαγραφῆς, ὅπως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, εἰπὼν ὅτι οὕτω δύναμαι νὰ διατάξω καὶ τὴν διαγραφὴν αὐτοῦ ἐκ τοῦ μητρῴου τῶν ἀῤῥένων· διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ τῶν ἐγγεγραμμένων νομίμως ἐν τῷ μητρῴῳ τῶν ἀῤῥένων, ἐπρόκειτο περὶ ἀτόμων, ἅτινα ἦσαν ὑπὸ ἐκκρεμότητα ἐγγραφῆς.
§50ΡΑΛΛΗΣ. Ἐνεγράφησαν.
§51ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς λοιπὸν διέταξε συλλήβδην τὴν διαγραφὴν αὐτῶν, διότι συλλήβδην ἐνεγράφησαν πάντες δι’ ἀποφάσεως γενικῆς· δύο ἢ τρεῖς ἀποφάσεις περιλαμβάνουσιν ὅλας αὐτὰς τὰς ἐγγραφάς...
§52ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Πρὸ τετραετίας.
§53ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1890 μέχρι τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1891 νομίζω ὅτι δὲν εἶναι μακρὸν τὸ διάστημα... Ἡ διαταγὴ λοιπὸν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐξεδόθη πρὸς τοὺς δημάρχους, ἐξεδόθη πρὸς τὸν νομάρχην, ὅστις ἤθελε διατάξει τὴν διαγραφήν. Καὶ περὶ μὲν τῆς κατηγορίας τῶν ἐγγεγραμμένων εἰς ἑτέρους δήμους τοῦ Κράτους οὐδεμία ὑφίσταται ἀμφιβολία, ὅτι ὁ νομάρχης ὤφειλε νὰ ἐκτελέσῃ τὴν διαταγὴν, περὶ τῆς ἑτέρας δὲ κατηγορίας τῶν ἀλλοδαπῶν, τῶν μὴ ὄντων πολιτῶν Ἑλλήνων, ὧν ὁ νομάρχης εἶχε διατάξει τὴν ἐγγραφὴν, ἠδύνατο, νομίζω, αὐτὸς ὁ ἴδιος νὰ διατάξῃ καὶ τὴν διαγραφήν. Ἑπομένως ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἦτο διαταγὴ πρὸς τοὺς δημάρχους, ἵνα διαγράψωσιν ἐκ τοῦ μητρώου τῶν ἀῤῥένων. Ἡ διαγραφὴ ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ διὰ τῆς αὐτῆς ἀρχῆς, ὑφ’ ἧς διετάχθη καὶ ἡ ἐγγραφή· δὲν ἦτο δὲ διαταγὴ αὐθαίρετος καὶ ἀδικαιολόγητος· ὁ νομάρχης διέταξε τὴν ἐγγραφὴν, ὁ ἴδιος ἑπομένως ἐπρόκειτο, ἐξακριβόνων τὰ πράγματα καὶ συμμορφούμενος πρὸς τοὺς νόμους τοὺς κειμένους τοῦ Κράτους, νὰ διατάξῃ καὶ τὴν διαγραφήν. Ἑπομένως ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νόμιμος καὶ δικαία ἦτο καὶ ἀσφαλὴς εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας· διότι, ἂν ἐπιτρέψωμεν τοιαύτας ἐκνόμους ἐγγραφὰς, δὲν γνωρίζω πλέον, ἐὰν θὰ ἤμεθα ἀσφαλεῖς ἐνταῦθα· διότι, ἂν κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ συλλήβδην ἐγγραφὴ 1400 ὀνομάτων ἐν τῷ μητρώῳ καὶ ἐντεῦθεν ἐν τοῖς δημοτολογίοις καὶ ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς καταλόγοις, οὐδεὶς πλέον ἐξ ἡμῶν ἠδύνατο νὰ ἦναι βέβαιος περὶ τῆς ἐπιῤῥοῆς του καὶ τῆς ἀγάπης τῶν συμπολιτῶν του. Καὶ ὅταν στοιχεῖα ὅλως ξένα τοῦ τόπου κατακλύζωσι τὰ μητρῷα τῶν ἀῤῥένων καὶ κατ’ ἀκολουθίαν τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους, καὶ τὰ ὁποῖα θ’ ἀποφασίζωσι περὶ τῆς τύχης τῶν ἐκλογῶν, ὁποία πλέον παρέχεται ἡμῖν ἐγγύησις περὶ τῆς ἀκεραιότητος τοῦ πολιτεύματος;
§54ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 4ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 1 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6 μ. μ.)
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μεσσηνέζης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§57ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Καίτοι ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, τὸ ἔκθετον ἐκεῖνο τέκνον τῆς κυβερνητικῆς πρωτοβουλίας, φρονῶ οὐχ ἧττον, ὅτι καὶ Βουλὴ καὶ Κυβέρνησις δὲν ἀπαλλάσσονται τῆς ὑποχρεώσεως, ὅπως προνοήσωσι καὶ λάβωσι κατάλληλα νομοθετικὰ μέτρα πρὸς ἀνακούφισιν τῶν δεινῶς πασχόντων σταφιδοπαραγωγῶν καὶ ἀναζωογόνησιν τῆς εἰς ἀθλίαν κατάστασιν διατελούσης σταφιδοπαραγωγῆς, τῆς πρωτίστης ταύτης βιομηχανίας τῆς Ἑλλάδος. Ἄστοργος καὶ ἄφρων ἀποδειχθήσεται ἡ Πολιτεία, ἐὰν ἄλλως πράξῃ. Ὑποβάλλω διὰ ταῦτα πρότασιν νόμου σταφιδικοῦ, στηριζομένου ἐπὶ βάσεως ὑποδειχθείσης πολλαχόθεν, καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν βουλευτοῦ κ. Κανακάρη, ὡς δικαίας, ὡς συντελεστικῆς εἰς βελτίωσιν τοῦ εἴδους καὶ εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ πρὸς κατανάλωσιν σταφιδοκάρπου καὶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν νέας βιομηχανίας· ἡ βάσις δ’ αὕτη εἶναι ἡ καταβολὴ τοῦ φόρου εἰς εἶδος, ἀντὶ εἰς χρήματα. Δικαία, κύριοι, Βουλευταὶ, ἡ μεταβολὴ αὕτη, διότι ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης μεγάλης ἐκπτώσεως τῶν τιμῶν τοῦ σταφιδοκάρπου ἡ εἰς χρήματα φορολογία ἀποβαίνει ἀδικωτάτη, σχεδὸν δημευτική. Ἀντικαθισταμένης δὲ τῆς φορολογίας ταύτης διὰ τῆς εἰς εἶδος, ἐπιβαλλομένης ταύτης κατὰ ποσὸν δυνάμενον νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς ἀγοραίας τιμῆς τοῦ σταφιδοκάρπου, μεταποιουμένου τοῦ φόρου τούτου εἰς μάζαν καὶ ἐκποιουμένου πρὸς κατασκευὴν οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων, μέγα ἔσται τὸ ἐκ τούτου κέρδος τῆς Πολιτείας. Ἐπέρχεται τότε κατὰ πρῶτον, κύριοι Βουλευταὶ, βελτίωσις τῆς ποιότητος, διότι ὁ φόρος θὰ δίδηται εἰς δευτέρας ποιότητος καρπὸν, ἐλάττωσις δεύτερον τοῦ ποσοῦ τοῦ πρὸς κατανάλωσιν προωρισμένου, καὶ μετὰ ὑψώσεως τῶν τιμῶν, καὶ τρίτον ἀνάπτυξις σπουδαίας βιομηχανίας νέας, ἥτις θέλει ἀποτελέσει νέαν πηγὴν πλούτου εἰς τὸν τόπον, καὶ ταῦτα πάντα ἄνευ ζημίας τοῦ Δημοσίου. Ἐπιτραπήτω μοι νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασίν μου. (Ἀναγινώσκει αὐτήν). Τῆς προτάσεως ταύτης, κύριοι Βουλευταὶ, ἐξαιτοῦμαι τὴν τύπωσιν καὶ διανομὴν καὶ τὴν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατάταξιν αὐτῆς, κηρυσσομένης κατεπειγούσης, διότι εἴπερ τις καὶ ἄλλη εἶναι κατεπείγουσα. (Ὅρα Παράρτημα, ἀρ. 180). Δὲν σᾶς ἀπησχόλησα πολύ...
§58ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδόλως.
§59ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. .. Ἀλλ’ ἐλπίζω, ὅτι δὲν σᾶς ἀπησχόλησα ἐπὶ ματαίῳ.
§60Θ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Τρεῖς ἐκ τῶν καλλιτέρων ἐμπόρων τῶν Πατρῶν μοὶ τηλεγραφοῦσιν, ὅτι παραλαβόντες ἐκ τοῦ τελωνείου Πατρῶν τρεῖς σάκκους καφὲ, εὗρον ἐντὸς αὐτῶν ἀραβόσιτον, ἀντὶ καφέ! Ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι σπουδαία, ἐνεργοῦνται δὲ ἀνακρίσεις πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν ἐνόχων. Ἀλλὰ παραπονοῦνται οἱ τηλεγραφοῦντες ἔμποροι, ὅτι μέχρι τοῦδε ἤλλαξαν τρεῖς ἀνακριταὶ ἐν διαστήματι ὀλιγίστων ἡμερῶν. Θὰ παρεκάλουν τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβωσι σύντονα μέτρα, πρὸς ἀνακάλυψιν καὶ τιμωρίαν τῶν ἐνόχων, διότι τὸ πρᾶγμα εἶναι λίαν σπουδαῖον καὶ ἄξιον προσοχῆς.
§61ΛΑΜΠΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Πατρῶν, διότι γνωρίζω τοὺς δύο ἐκ τῶν παθόντων ἐμπόρων· εἶναι συμπολῖταί μου ἐντιμότατοι καὶ ἐκ τῶν καλλιτέρων ἐμπόρων.
§62Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ὑπόθεσις διατελεῖ ἐν τῷ σταδίῳ τῆς ἀνακρίσεως. Ἐφ’ ὅσον ἀνάγεται εἰς τὴν ἀνάκρισιν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πληροφορίας εἰς ἀνακοίνωσιν· ἐφ’ ὅσον δ’ ἀνάγεται εἰς τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς, οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἠδυνήθημεν νὰ ἐξακριβώσωμεν. Τοὐναντίον ὁ ἐπιθεωρητὴς, ὁ μεταβὰς ἐπὶ τόπου, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ περὶ τούτου, δὲν ἠδυνήθη νὰ πιστοποιήσῃ, ὅτι ἐγένετό τις παράβασις παρὰ τῶν ὑπαλλήλων. Τί συμβαίνει, εἶναι εἰσέτι ἄγνωστον. Ἐν τούτοις ἐπανελήφθησαν αἱ διαταγαὶ περὶ διοικητικῆς ἐξετάσεως, αἵτινες διεξάγονται ὅλως ἀνεξαρτήτως τῆς δικαστικῆς ἀνακρίσεως.
§63ΔΑΛΛΑΣ. Μοὶ φαίνεται περίεργος ἡ συνεχὴς ἀλλαγὴ τῶν τριῶν ἀνακριτῶν, περὶ τῆς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§65ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν τῶν κατὰ πρῶτον ὑποβληθεισῶν προτάσεων νόμων, τῶν σχετικῶν πρὸς τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, δὲν ὑπολαμβάνει, ὅτι ἐξεπλήρωσε πρὸς τὰς σταφιδικὰς ἐπαρχίας τὸ καθῆκον, ὅπερ ἔχει καὶ ὅπερ ἐπιβάλλεται ἐκ τῶν ἐκτάκτων ἀληθῶς καὶ δυσχερῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας αὕτη εὑρίσκεται, ὅτι ἑπομένως μελετᾷ περὶ παροχῆς ἀμέσου ἀρωγῆς πρὸς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας. Ἐπιθυμῶ δὲ νὰ πληροφορηθῶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἂν μετ’ ὀλίγον σκέπτηται νὰ ἀνακοινώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα σήμερον ἰδίως τῇ ἐπιβάλλονται, μετὰ τὰς δοθείσας ἐπαγγελίας, αἵτινες ἀπεδείχθησαν δυστυχῶς φροῦδαι, ἕνεκα τῆς μὴ ὀρθῆς συντάξεως τοῦ παρ’ αὐτῆς ὑποβληθέντος νομοσχεδίου.
§66Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γινώσκω κατὰ πόσον ἡ μὴ εὔστοχος σύνταξις τοῦ νομοσχεδίου ἦτο παραίτιος τῆς καταψηφίσεως. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ Βουλή, ψηφίσασα κατὰ τῆς παρακρατήσεως, ἀπέδειξεν ὅτι δὲν θεωρεῖ τὸ μέτρον ἐκεῖνο δεδικαιολογημένον· τοὐλάχιστον ἐπὶ τοιούτων σκέψεων θέλω ἐργασθῆ, διότι ἄλλη ἔνδειξις δὲν ὑπάρχει. Τοὐναντίον θεωρῶ, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ ἦτο διατεθειμένη ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως, τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ εἴχομεν ὑποβάλει, ἦτο ἡ καταλληλοτέρα βάσις πρὸς τὴν ἐργασίαν ταύτην, καὶ περὶ τούτου ἔτι μᾶλλον πείθομαι ἐκ πληροφοριῶν, ἃς ἔλαβον χθὲς τὸ ἑσπέρας· διότι χθὲς ἑσπέρας ἀφίχθη ἓν τῶν προσώπων, περὶ ὧν εἶχον ὁμιλήσει καὶ πρότερον, εἰπὼν ὅτι ἀνεμένοντο, καὶ ἐφαίνετο διατεθειμένον ἐπὶ τῶν βάσεων τοῦ νομοσχεδίου νὰ διαπραγματευθῇ. Ἀσχέτως ὅμως πρὸς τὰ τῆς παρακρατήσεως, πρὸς ἣν ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐσχημάτισα τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἔτι μᾶλλον ἐναντία ἢ ὅσον ἐδείκνυεν ἡ ψῆφος αὐτῆς, διότι αἱ πληροφορίαι, ἃς ἔχω, εἶναι, ὅτι ὁ πολὺς ἀριθμὸς τῶν μὴ ψηφοφορησάντων εἶναι δυσμενὴς πρὸς τὴν παρακράτησιν, ἀσχέτως, λέγω, πρὸς τὸ μέτρον τοῦτο, ὑπάρχει καὶ ἄλλη πρόνοια, ἥτις ἔδει νὰ ληφθῇ ἐν τῷ θέματι. Ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔκρινε τὰ τῆς ἄλλης προνοίας λίαν σπουδαῖα, ἀπεδείχθη ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὅπερ δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὸν παρ’ αὐτῆς, εἶχε δὲ τῷ ὄντι κυριωτέραν βάσιν τὴν ἄλλην, τὴν τῆς παροχῆς τῶν 9 ἑκατομμυρίων εἰς τοὺς καλλιεργητὰς τῆς σταφίδος. Μετὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν καὶ τῶν δύο βάσεων τοῦ νομοσχεδίου, ἐννοεῖται ὅτι ἡ Κυβέρνησις αἰσθάνεται ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ μὴ παύσῃ ἐνεργοῦσα. Ἡ Κυβέρνησις ἑπομένως ἐξακολουθεῖ ἐπιδιώκουσα λύσιν τινά· ἀλλ’ εἰς τί θέλουσι καταλήξει αἱ ἐνέργειαι αὐτῆς, δὲν εἶναι εἰς θέσιν εἰσέτι νὰ εἴπῃ. Ἐλπίζω ὅτι θέλω δυνηθῆ προσεχῶς νὰ ποιήσωμαι ἀνακοίνωσίν τινα εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ὁποία τις αὕτη ἔσται, δὲν γινώσκω, ἀφοῦ ἤδη διατελοῦμεν ἐν τῷ σταδίῳ τῶν συνεννοήσεων.
§67ΡΑΛΛΗΣ. Ὁπωσδήποτε, κατὰ τὰς σκέψεις μας περὶ σταφιδικοῦ ζητήματος, τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθὲν νομοσχέδιον δὲν ἦτο ὀρθῶς συντεταγμένον. Ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως ἡ διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ νὰ λάβωμεν μέτρα πρὸς ἀνακούφισιν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Ἂν δὲ αἱ σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὡριμάσωσιν ἐντὸς τῆς περιόδου, καθ’ ἣν πιθανῶς θὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι αἱ σκέψεις αὗται θὰ ἦναι μάταιαι, καὶ ὄχι μόνον μάταιαι, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβεῖς, διότι χορηγοῦμεν ἐλπίδας, χωρὶς ἐντεῦθεν νὰ προερχώμεθα εἰς ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα νὰ δύνανται νὰ ἱκανοποιήσωσι δικαίας ἀξιώσεις.
§68Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς ἐλπίδας δὲν ἐχορηγήσαμεν, ἀλλὰ προεβάλομεν πράγματα· εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, στηριζόμενον ἐπὶ παροχῆς 9 ἑκατομμυρίων, περὶ ὧν εἴχομεν κλείσει συμφωνίας. Τὰ 9 ἑκατομμύρια θὰ ἐδίδοντο εὐθὺς ἐπὶ τῇ ὑπογραφῇ τῆς συμβάσεως, καὶ θὰ ἠδύναντο νὰ διατεθῶσιν ὑπὸ τῆς ἑταιρίας πρὸ τῆς πρώτης Ἀπριλίου. Ταῦτα εἶχον δηλώσει εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ δὲν ἔκρινε πρέπον ἡ Βουλὴ νὰ ἐνεργήσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Ἐννοεῖται ὅτι, ἀφοῦ τὸ ἡμέτερον σύστημα δὲν ἐγένετο δεκτὸν, καὶ ἀφοῦ ὑπεβλήθησαν ἕτερα συστήματα εἴτε παρὰ Βουλευτοῦ ὡς ἀτόμου, εἴτε παρὰ Βουλευτοῦ ὡς διερμηνέως ὁμάδος, — διότι καὶ ἐπισήμως, ἐν ὀνόματι ὁμάδων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἢ ἴσως καὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ τμήματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐγένοντο προτάσεις, — βεβαίως πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῶν προτάσεων τούτων. Πρότασις ὑπεβλήθη καὶ πρὸ ὀλίγου παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας, ἔχομεν καὶ ἄλλας, καὶ βεβαίως θέλομεν συντελέσει, ὅπως γένηται συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν. Ἐγὼ δὲν φρονῶ ὅτι δυνάμεθα νὰ καταλήξωμεν εἴς τι χρήσιμον ἐπὶ τῶν προτάσεων τούτων, οὐχ ἧττον δὲν ἠθέλομεν παρεμποδίσει συζήτησιν ἐπὶ τῶν προτάσεων, ἄν τις ἐνόμιζεν ὅτι αὗται περιέχουσι πρακτικόν τι. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι μόνον ἐκτὸς τῶν προτάσεων τούτων δύναται νὰ γείνῃ ἐνέργεια πρακτική. Ἡ ἐνέργεια ἡ μόνη ἀρτία ἦτο ἡ παρ’ ἡμῶν προβληθεῖσα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐκείνης ἀποῤῥιφθείσης, πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν ἄλλο τι, καὶ εἰς τοῦτο ἀσχολούμεθα συντόνως. Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἔχω ἐλπίδας ὅτι θέλομεν καταλήξει εἰς ἀποτελέσματα, τοὐναντίον αἱ δυσκολίαι φαίνονται ἀνυπέρβλητοι καὶ δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐπιῤῥίπτηται εἰς ἡμᾶς ἡ εὐθύνη, παρεχομένων ἐλπίδων, αἵτινες δύνανται νὰ διαψευσθῶσιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀπευθύνεται ἡ ἐρώτησις, ἂν νομίζωμεν, ὅτι ἔπαυσε τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐργάζηται ἐν τῷ θέματι τούτῳ, ἀπαντῶ, ὅτι οὐ μόνον δὲν φρονῶ τοῦτο, ἀλλὰ τοὐναντίον εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τούτου κυρίως ἐργαζόμεθα, δὲν εἶμαι ὅμως εἰς θέσιν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐργασίας ταύτης, οὐδὲ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἐλπίδας, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα θέλει εἶσθαι αἴσιον.
§69ΡΑΛΛΗΣ. Αἱ παρὰ τῶν συναδέλφων ὑποβληθεῖσαι προτάσεις ἔχουσιν ἐν ἑαυταῖς ἓν καίριον ἐλάττωμα· τοιοῦτον δὲ εἶναι τὸ ἐλάττωμα, ὥστε καὶ συζήτησις κἂν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς αὐτῶν νὰ μὴ δύναται νὰ λαμβάνῃ χώραν ἐν τῇ Βουλῇ, ἐκτὸς ἐὰν τὰς υἱοθετήσῃ ἡ Κυβέρνησις· διότι προτάσεις νόμων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβαρύνεται ὁ προϋπολογισμὸς, δὲν δύνανται νὰ προέλθωσιν ἐκ πρωτοβουλίας κοινοβουλευτικῆς. Ἀκριβῶς δὲ τὸ ἐλάττωμα τοῦτο ὑπέδειξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἶπεν ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει, ὅτι ἤθελε θέσει ζήτημα ἐμπιστοσύνης, τὸ ζήτημα ἂν δυνάμεθα ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ νὰ θέσωμεν χεῖρα ἐπὶ τὰς δημοσίας προσόδους. Ἂν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπολαμβάνῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον ὁπωσδήποτε νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐξομάλισιν τῶν δυσχερειῶν, πρὸ τῶν ὁποίων εὑρίσκεται ἡ παραγωγὴ τῆς σταφίδος, ἀναγκαίως δὲν πρέπει νὰ κρύπτηται ὄπισθεν τοιούτων προτάσεων. Αἱ προτάσεις αὗται ἀναμφισβητήτως εἶναι ἀπαράδεκτοι, ἐνόσῳ δὲν τὰς υἱοθετήσει ἡ Κυβέρνησις. Ἤθελε δὲ εἶσθαι ἀληθὴς ματαιοπονία, ἂν ὄχι ἄλλο τι, ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν προτάσεων ἐκείνων, ἐνόσῳ δὲν ἤθελε τὰς υἱοθετήσει ἐκείνη. Καὶ αὐτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Μεσσηνέζη δὲν δύναται παρὰ νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀπαράδεκτος, ἂν δὲν τὴν υἱοθετήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ πλανῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τοὺς ἐνδιαφερομένους ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, κρυπτόμενοι ὄπισθεν προτάσεων, αἵτινες δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Θέλομεν δὲ ἀντιταχθῆ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους καὶ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν παρελκύομεν διὰ ματαίων συζητήσεων τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Δὲν δύναταί τις νὰ ψέξῃ τὴν Βουλὴν διὰ τὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἐν πάσῃ διαυγείᾳ ἐξήνεγκεν ἐπὶ τῶν σχεδίων τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις βλέπει, ὅτι τὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα διετύπωσε, ῥυμουλκουμένη ἀπὸ ὡρισμένον τμῆμα κοινῆς γνώμης, τὰ σχέδια ἐκεῖνα εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμα, ἀτελεσφόρητα, ἀλυσιτελῆ, οὐδὲ δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ὑποστήριξιν τῆς πρώτης παραγωγῆς τῆς χώρας ἡμῶν. Πρέπει νὰ πεισθῇ τέλος πάντων, ὅτι ἔχει καθῆκον πρὸς τὴν χώραν, πρὸς τὰς σταφιδικὰς ἐπαρχίας νὰ ἐργασθῇ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας καὶ οὐχὶ ῥυμουλκουμένη ἐξ ὡρισμένων τμημάτων τῆς κοινῆς γνώμης. Τοῦτο δὲν ἔπραξε μέχρι τοῦδε, καὶ δὲν τὸ ἔπραξεν, ἐναντίον τῶν ἐπαγγελιῶν αὐτῆς, διότι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν τὸ σταφιδικὸν ζήτημα εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠνέχθη τὴν συζήτησιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἢ τὴν συζήτησιν ἐν εἰδικῇ ἐπιτροπῇ, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως, ὅτι αὐτὴ ἤθελεν εἶσθαι ὁ ὁδηγὸς τῶν τελικῶν ἀποτελεσμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἤθελον καταλήξει ἀμφότεραι αἱ συζητήσεις, ἥ τε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἡ ἐν τῇ εἰδικῇ ἐπιτροπῇ. Σήμερον παραιτεῖται τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε, καὶ σήμερον πάλιν ὑπόσχεται, καὶ ὑπόσχεται τόσα, ὅσα εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκπληρώσῃ· Διότι, λέγων ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι σκέπτεται, ὅτι προσπαθεῖ, ὅτι ἐλπίζει, ἀλλὰ δὲν ἐλπίζει, ὑπόσχεται παραπολλὰ, ὑπὲρ τὸ μέτρον τῆς δυνάμεώς του· καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένομεν, παρακαλοῦντες τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ παρίδῃ τὸ σπουδαῖον τοῦ ζητήματος, διότι ἄλλως καὶ αὐτὴ θέλει μετανοήσει διὰ τοῦτο, καὶ ἡ χώρα θέλει εἰς ἄκρον ζημιωθῆ.
§70Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν περιέμενα, μετὰ πεντήκοντα ἐτῶν κοινοβουλευτικὸν βίον, νὰ ἀκούσωμεν παρὰ Βουλευτοῦ, φεύγοντος τὴν εὐθύνην, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς Βουλευτὴν νὰ εἰσηγῆται νόμον ἐν τῇ Βουλῇ περὶ οἰκονομικῶν θεμάτων. Ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, καθ’ ἣν ὡρισμένα προσωπικὰ ζητήματα, συσχετιζόμενα πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, δὲν δύνανται νὰ προταθῶσι παρὰ Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ τίνα ταῦτα ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸ προκείμενον θέμα; Ἔχομεν τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Συντάγματος, καὶ οὐδὲν ἄλλο, ἀναγράφον ὅτι οὐδεμία πρότασις ἀφορῶσα εἰς αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ παροχῆς μισθοῦ ἢ συντάξεως, ἢ ἐν γένει εἰς ὄφελος προσώπου, πηγάζει ἐκ τῆς Βουλῆς. Περὶ προσώπου συζητοῦμεν ἀπὸ ἡμερῶν ἐνταῦθα; Ἡμεῖς συζητοῦμεν περὶ ἑνὸς τῶν γενικωτέρων θεμάτων, τῶν μᾶλλον πραγματικῶν, ἐξ ὅσων ποτὲ παρουσιάσθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ ζητήματος, ἐξ οὗ ἐξαρτᾶται τὸ οἰκονομικὸν μέλλον τῆς χώρας. Ὁ κ. Βουλευτὴς θέλει νὰ ἀποφύγῃ τὰς εὐθύνας καὶ νὰ ἐπιῤῥίψῃ αὐτὰς ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν, διότι δι’ αὐτὸν δὲν ὑπάρχει ἄλλο θέμα ἐν τῇ Βουλῇ, εἰμὴ τὸ κομματικὸν, τὸ θέμα τῶν εὐθυνῶν τῆς Κυβερνήσεως· καὶ ἐν αὐτῷ ἔτι τῷ ζητήματι τῆς σταφίδος δὲν ἠδυνήθη ὀλίγον νὰ ἐξαρθῇ ὑπεράνω τοῦ συμφέροντος τοῦ κομματικοῦ, καὶ ἀφορῶν εἰς τὸ πρὸς τὴν Πολιτείαν καθῆκον, νὰ ἀπόσχῃ ἐν τούτῳ τοὐλάχιστον ἀπὸ τοῦ κορεσμοῦ τῶν παθῶν αὐτοῦ τῶν κομματικῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐπικαλούμενος τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Συντάγματος, τὸ 24, ἐνόμισεν ὅτι δὲν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος ἐδήλωσεν, ὅτι προτείνει ἐν ὀνόματι τῶν φίλων αὐτοῦ. Ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγε, διεσκευάσθη, συζητηθὲν ὑπὸ τοῦ κόμματος, ὅπερ ἐπικαλεῖ ἑαυτὸ Ἀξιωματικὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ ὅτι ὡς τοιοῦτον ὑπεβάλλετο εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ δὲν φέρω ἀντίῤῥησιν, ὅπως ἐπικληθῇ τὸ κόμμα Ἀξιωματικὴ Ἀντιπολίτευσις, καὶ τὸ νομοσχέδιον ἀναγνωρίζω ὡς ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς Ἀξιωματικῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἂς ἀποδείξῃ ἡ Ἀξιωματικὴ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι εἶναι ἀξία τοῦ ὀνόματος, ὑποστηρίζουσα τὸ νομοσχέδιον καὶ μὴ κρυπτομένη ὄπισθεν ἄρθρου τοῦ Συντάγματος περὶ προσωπικῶν, ὅταν πρόκηται περὶ ζητήματος γενικοῦ συμφέροντος καὶ πραγματικοῦ, οὐδὲν δὲ περιλαμβάνοντος τὸ προσωπικόν. Ἀλλ’ οἱ κύριοι Βουλευταὶ δύνανται ἤδη νὰ ἐγκαταλείψωσι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ δύνανται νὰ προκαλῶσι τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα αὕτη λάβῃ νέαν πρωτοβουλίαν ἐν τῷ θέματι, δὲν ἔχουσιν ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ λέγωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπετέλεσε πᾶν ὅ,τι ὑπεσχέθη. Ἡ Κυβέρνησις ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ζητήματος, ὅτε ἐζητήθη ἵνα γένηται ἐκλογὴ ἐπιτροπῆς, ἵνα αὕτη μελετήσῃ τὸ θέμα, καὶ ὅτε ἐζητήθη ἵνα γενικωτέρα συζήτησις γένηται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἶπεν ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ παράσχῃ τὴν συνδρομὴν αὐτῆς εἰς πᾶσαν ἐνέργειαν, εἶπεν ὅμως ταὐτοχρόνως, ὅτι καὶ αὕτη θέλει ἀναλάβει τὴν ἀνήκουσαν εἰς αὐτὴν πρωτοβουλίαν. Ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀνήκουσαν εἰς αὐτὴν πρωτοβουλίαν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐν τῇ θέματι τούτῳ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς Κυβέρνησιν νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς τοὺς πολίτας διὰ νομοθετικῆς ἐνεργείας, παρ’ αὐτῆς προκαλουμένης, τὰ μὴ ἀποῤῥέοντα ἐκ τῆς θελήσεως αὐτῶν, ἐνόμισεν ὅτι ἐν τῷ θέματι τούτῳ ἐξαιρετικῶς ὤφειλε νὰ πράξῃ ὅ,τι συνεχῶς παρωτρύνετο παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ πράττῃ, τουτέστι νὰ μὴ δώσῃ εἰς τὸ μέτρον χαρακτῆρα πολιτικόν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις, εἰσηγούμεναι εἰς τὴν Βουλήν νομοθετικὰ μέτρα, ἐξ ἀνάγκης μεταδίδουσιν εἰς αὐτὰ, κατὰ γενικὸν κανόνα, τὸν πολιτικὸν χαρακτῆρα. Καὶ ἂν ἐχρειάζετο ἀπόδειξις περὶ τῆς ἀνάγκης, ὅπως οὕτω διεξάγωνται τὰ τῶν νομοθετικῶν συζητήσεων, ἔχομεν ταύτην, διότι πρῶτον ἤδη ἡ Κυβέρνησις ἐποιήσατο ἐξαίρεσιν τοῦ κανόνος, ὃν ἠκολούθησε μέχρι τοῦδε καὶ προτίθεται νὰ ἀκολουθῇ, ὑποστηρίζουσα τὰ μέτρα αὐτῆς ὡς ἐπαγόμενα τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, καὶ τῆς πρώτης ταύτης ἐξαιρέσεως εἴδετε τ’ ἀποτελέσματα, καὶ βλέπετε συνεχῶς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀποδίδουσαν τὴν ἀποτυχίαν τῆς μέχρι τοῦδε ἐνεργείας τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἔλλειψιν τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἐπαγομένου τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως χαρακτηρισθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, διότι διατάξεις, ὁποῖαι αἱ παρ’ ἡμῶν προταθεῖσαι, δὲν ἀνήκουσι κανονικῶς εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐνέργειαν. Νομοθετικὴ ἐνέργεια ἐπὶ ἰδιωτικῶν συμφερόντων, ὧν ὁ κανονισμὸς ἀνήκει εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῶν ἐνδιαφερομένων, χωρεῖ, μόνον ἂν παρ’ αὐτῶν προκαλῆται, καὶ εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν πίεσιν, ἣν ἐπάγεται ὁ σύνδεσμος αὐτῆς πρὸς ζητήματα ἐμπιστοσύνης. Ἐν τῇ συνειδήσει τῶν διακρίσεων τούτων ἐργασθεῖσα ἡ Κυβέρνησις, ἔκλεισε συμφωνίας, παρασκευάσασα ἐν ταῖς δυσχερέσι ταύταις περιστάσεσι κεφάλαιον 9,000,000, ἕτοιμον ἵνα καταβληθῇ εὐθὺς ἐπὶ τῇ ὑπογραφῇ τῆς συμβάσεως, καὶ εἶπε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι εἰς αὐτὴν ἀνῆκε νὰ διερμηνεύσῃ τὴν θέλησιν τῶν σταφιδοκτημόνων, ὅπως ὑποβληθῶσιν ἢ μὴ εἰς τὴν παρακράτησιν, ὅτι ἡ παρέμβασις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐδικαιολογεῖτο μόνον πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς θελήσεως τῶν ἀμέσως ἐνδιαφερομένων, καὶ ὅτι ἐκ τῆς γνώμης αὐτῶν καὶ μόνον ἔδει νὰ ὁδηγηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἀποδοχῆς ἢ τῆς ἀποῤῥίψεως τοῦ μέτρου. Ἐπὶ τῆς παρακρατήσεως ἐστηρίζετο καὶ πρόνοια περὶ παροχῆς χρήματος πρὸς τοὺς σταφιδοκτήμονας. Οὐδεὶς, πλὴν τῆς ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, προσεφέρετο ἢ ἠδύνατο νὰ παράσχῃ τὸ χρῆμα, ἀλλ’ ἐπειδὴ αὕτη διηυκόλυνε τὸ ἔργον, παρεστήθη ὡς ὑποκρύπτουσα δολίας προθέσεις χρηματιστῶν καὶ κερδοσκόπων, ἐματαιώθη δὲ τὸ ἔργον, ἀποῤῥιφθέντος τοῦ νομοσχεδίου. Ταῦτα οὐδόλως ἐπάγονται τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν ἦτο τὸ μέτρον ἄρτιον, ὅτι δὲν ἦτο χρήσιμον. Ἔχω γνώμην, ὅτι οὐδὲν ὑπῆρξεν ἐπιβλαβέστερον εἰς τὴν σταφιδικὴν παραγωγὴν ἐν Ἑλλάδι καὶ εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας τῆς ἀποῤῥίψεως τοῦ νομοσχεδίου παρὰ τῆς Βουλῆς. Ὅπως εἶχε παρουσιασθῆ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ μέτρον, ἦτο τὸ μόνον ἐν ταῖς περιστάσεσι ταύταις δυνάμενον νὰ λειτουργήσῃ, οὐχὶ ἐπαρκὲς πρὸς τὰς ἀνάγκας τῶν σταφιδοκτημόνων, ἀλλὰ βεβαίως σχετικῶς πρὸς τὰς περιστάσεις τὸ μόνον τελεσφόρον. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐτέθη ἐκποδὼν, ἐτέθη δὲ ἐκποδὼν παρὰ πολλῶν, παραπλανηθέντων ἐκ τῶν ἐπιθέσεων τῶν ἐναντίων, παρὰ πολλῶν δ’ ἐκ πεποιθήσεως εἰς γενικωτέρας ἀρχάς, δὲν ἐπετρέπετο ὅμως νὰ τεθῇ ἐκποδὼν παρὰ τῶν μὴ τολμώντων νὰ ἀναλάβωσι τὴν εὐθύνην τῶν ἰδίων αὐτῶν προτάσεων. Ἐῤῥίπτοντο τοιαῦται προτάσεις εἰς τὴν Βουλὴν, μόνον καὶ μόνον, ἵνα ἐπιτευχθῇ ἡ ἀπόῤῥιψις τοῦ μόνου σωτηρίου μέτρου, διότι σωτηρία προερχομένη ἐκ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὄλεθρος διὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς καὶ τοὺς περὶ αὐτόν. Δι’ αὐτὸν μόνη σωτηρία διὰ τὸ ἔθνος εἶναι ἐνέργεια κυβερνητικὴ, προκαλοῦσα τὴν ἀποχώρησιν αὐτῆς ἀπὸ τῶν θέσεων, εἰς ἃς προσβλέπει μετὰ τόσης στοργῆς ὁ κ. Βουλευτής. Ἀλλ’ οἱ πόθοι τοῦ κ. Βουλευτοῦ οὐδαμῶς ἐπιδρῶσιν ἐπὶ τὰς ἐνεργείας ἡμῶν, οὐδὲ προκαλῶ ἐγὼ αὐτὸν εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντος, οὐδὲ ἐνδιαφέρομαι, ὅπως μὴ ἀποπειρᾶται νὰ κρύπτῃ τὴν παράλειψιν τοῦ καθήκοντος ὄπισθεν τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Συντάγματος, οὗτινος ἡ ἐπίκλησις ἀποκαλύπτει τὴν ἀδημονίαν αὐτοῦ. Οὔτε τὴν ἀντίπραξιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀποφεύγομεν, οὔτε τὴν σύμπραξιν αὐτοῦ ἐν τῷ θέματι τούτῳ ἐπιδιώκομεν· οὔτε αὕτη μᾶς εἶναι χρήσιμος, οὔτε ἐκείνη κωλύει τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ ἡμετέρου καθήκοντος. Μόνη ἐνόχλησις ἐκ τῆς ἀντιπράξεως αὐτοῦ, ὅτι γευματίζομεν ἀργὰ, καὶ κοιμώμεθα ἀργότερα, ἀλλ’ ὡς βλέπει, ἡ ὑγεία ἡμῶν δὲν διεταράχθη, καὶ μάλιστα ἡ εὐρωστία ἡμῶν ἡ κυβερνητική. Ἀλλ’ ἐκ τῆς εὐρωστίας ἡμῶν τῆς κυβερνητικῆς, εἰς ἣν συνετέλεσεν ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἡ Ἀξιωματικὴ Ἀντιπολίτευσις διευθύνει τὸ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἔργον, ὀφείλομεν νὰ ὠφεληθῶμεν εἰς διέξοδον ἐκ τῆς παρούσης κρίσεως, διότι, καίτοι τὸ μέτρον, ὅπερ εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐκρίνομεν ὡς τὸ μόνον πρόσφορον πρὸς ἀρτίαν ἐνέργειαν ἐν τῷ θέματι, ὁπωσδήποτε ἀπεῤῥίφθη παρὰ τῆς Βουλῆς, οὐδαμῶς ἐννοοῦμεν, ὅτι ἀπαλλάττει ἡμᾶς τοῦτο τῆς εὐθύνης τῆς ἀνηκούσης εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ θέματι θέλει ἐργάζεσθαι, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει στάδιον ἐνεργείας· ὅτι δὲ ὑπάρχει ἔτι στάδιον ἐνεργείας, ἀπόδειξις ὅτι ἤδη ἐργαζόμεθα. Ποῖον ὅμως θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω. Ἂν μάλιστα ὀφείλω νὰ ἐνδείξω τί ἀπεκδέχομαι, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἔχω μεγάλας ἐλπίδας τελεσφορήσεως τῶν διαπραγματεύσεων. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε διαπραγματευόμεθα, καὶ τὰ τῶν διαπραγματεύσεων θέλω ἀνακοινώσει πρὸς τὴν Βουλὴν, εὐθὺς ὡς καταλήξωσιν εἰς ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα.
§71ΡΑΛΛΗΣ. Παραδόξως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠρνήθη νὰ ἀναλάβῃ μίαν οἱανδήποτε εὐθύνην, κατηγορεῖ ἡμᾶς, ὡς ἀποφεύγοντας τὴν εὐθύνην· ἐκ τοῦ τρόπου δὲ, μὲ τὸν ὁποῖον γνωρίζει νὰ διαχειρίζηται τὰ τῆς δικονομίας τῆς κοινοβουλευτικῆς, ἐνόμισεν, ὅτι θέλει ἐξάψει διὰ τῶν λόγων του ἀντιζηλίας ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, αἵτινες ἤθελον τὸν ὠφελήσει. Ἡμεῖς δὲν ἀποδίδομεν εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὡς ἀξιωματικῆς ἢ μὴ ἀξιωματικῆς ἕτερόν τι, εἰ μὴ δικονομικὸν χαρακτῆρα, οὔτε ἐννοοῦμεν, ὅτι τὰ δικαιώματα οἱουδήποτε μέλους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ εἶναι ἐλάσσονα, εἴτε εἰς τὴν μίαν εἴτε εἰς τὴν ἄλλην μερίδα αὐτῆς ἀνήκει. Οὐδέποτε δὲ ἤκουσε παρ’ ἐμοῦ, εἰ μὴ αὐτὴν τὴν στιγμήν, προφερόμενον τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς Ἀξιωματικῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἤδη διότι θέλω νὰ τὸν ἀποκρούσω. Ἠθέλησεν ὅμως τὴν εὐθύνην τῶν ἰδίων του πράξεων καὶ τῶν ἰδίων του σκέψεων νὰ τὴν ἐπιῤῥίψῃ ἐπ’ ἐμὲ, ὡς νὰ ἐπετρέπετο αὐτῷ νὰ ἐλέγξῃ τινὰ, ὅτι ἀποφεύγει τὴν εὐθύνην, ἀφοῦ αὐτὸς τὴν εὐθύνην προσπαθεῖ πάντοτε νὰ ἀποφεύγῃ. Ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι ἐντελῶς μάταια ἐπὶ τοῦ προκειμένου· τὸ ζήτημα δὲ, τὸ ὁποῖον πρόκειται εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι τοιοῦτον, ὥστε βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ διεξέλθωμεν, καὶ νὰ ἐγκύψωμεν εἰς αὐτὸ, συζητοῦντες ἐπὶ ἑώλων καὶ ἀσκόπων λόγων. Τὸ ζήτημα τίθεται καθαρά: Ἡ Κυβέρνησις ἀπέβαλε πᾶσαν πρωτοβουλίαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ σπουδαιοτάτου τῆς σταφιδικῆς στενοχωρίας, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται μέγα τμῆμα τῆς χώρας; Καὶ φαίνεται, ὅτι ἀπέβαλε τὴν πρωτοβουλίαν, θέλει δὲ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν πρωτοβουλίαν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον ἐκ τῆς κοινοβουλευτικῆς πρωτοβουλίας νομοθετήματα. Ἄν τὰ νομοθετήματα ταῦτα δὲν ὑπεβάλλοντο ἡμῖν πρὸς μελέτην, θὰ ἐβλέπετε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, μὲ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Συντάγματος ἀνὰ χεῖρας, νὰ πολεμῇ αὐτὰ κατὰ κόρον. Ἀλλ’ ἤδη, ὅτε τῷ ὑπεδείχθη τὸ τρωτὸν τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, ἔχων τὸ συμφέρον ἴσως νὰ ἀποβάλῃ τὴν ἰδίαν πρωτοβουλίαν καὶ τὴν ἰδίαν εὐθύνην ἐπὶ ζητήματος σπουδαίου, μεταβάλλει γνώμην ὡς πρὸς τὴν διάταξιν τὴν σχετικὴν τοῦ Συντάγματος, καὶ προβάλλει, ὅτι ἡ πρότασις, δι’ ἧς ἐπιβάλλεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἡ ὑποχρέωσις καταβολῆς ἑκατομμυρίων ὅλων χάριν ὡρισμένων παραγωγῶν, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν εἶναι προσωπική. Βεβαίως ἡ πρότασις αὕτη ἐνέχει σπουδαιότατον οἰκονομικὸν χαρακτῆρα, βεβαίως ἡ πρότασις αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὰ σπουδαιότατα συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δὲν παύει ἀπὸ τοῦ νὰ ἔχῃ τὸν χαρακτῆρα τὸν προσωπικὸν ἐκ τοῦ ὅτι ἀφορᾷ εἰς λαὸν κατοικοῦντα τμῆμα ὁλόκληρον τῆς Ἑλλάδος. Ἡ πρότασις αὕτη δὲν δύναται νὰ εἰσαχθῇ, εἰ μὴ ἐκ πρωτοβουλίας κυβερνητικῆς. Ἀλλὰ θέλουσα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποβάλῃ, ὡς εἶπον, τὴν εὐθύνην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, προσπαθεῖ νὰ κρυφθῇ ὄπισθεν τῆς εὐθύνης τῶν ἄλλων, καὶ κατηγορεῖ ἡμᾶς, ὅτι δὲν ἀναλαμβάνομεν τὴν εὐθύνην ἐπὶ ζητήματος, ἐφ’ οὗ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θέλει νὰ ἀναλάβῃ αὕτη αὐτήν. Ἄν ἡ Κυβέρνησις θεωρῇ ὡς μὴ ἀπαράδεκτον τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν παρὰ τοῦ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ τὸ συζητήσωμεν...
§72Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδὲ νὰ φαντασθῶ δύναμαι, ὅτι εἶναι λόγῳ συνταγματικῷ ἀπαράδεκτον καὶ ἐπὶ τοιούτῳ λόγῳ ἀποῤῥιπτέον καὶ παρ’ αὐτῶν τῶν ὑποβαλόντων αὐτό.
§73ΡΑΛΛΗΣ. .. διότι εἶναι τὸ μόνον, ὅπερ δύναται νὰ ἐξαγάγῃ ἐκ τῶν δυσχερειῶν τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, ὡς ἀποβλέπον καὶ εἰς τὸ παρὸν καὶ εἰς τὸ ἄμεσον μέλλον, καὶ εἰς τὸ παρελθὸν καὶ εἰς τὸ προσεχὲς μέλλον καὶ εἰς τὸ ἀπώτερον. Οὐδέποτε ἐν τοῖς νομοσχεδίοις, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ὑφίσταται σήμερον τὴν καταστροφὴν ταύτην ἡ παραγωγὴ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ὁ τῆς ἀθρόας προσφορᾶς, καὶ διὰ τοῦτο οὐδέποτε ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν οὔτε πρότασιν κἂν περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἀθρόα αὕτη προσφορὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μειωθῇ. Τὸ νομοσχέδιον δὲ τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου βεβαίως ὡς πρῶτον καὶ κύριον λόγον τῆς ὑποτιμήσεως τῆς σταφίδος, τῆς ἐκπτώσεως τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος, ὑπολαμβάνει τὴν ἀθρόαν προσφοράν, καὶ προσφέρεται εἰς τὸ νὰ μετριάσῃ ταύτην κατὰ τὸ ἐφικτόν. Ἡμεῖς ἔχομεν ἐντελῶς διάφορον γνώμην ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, καὶ δὲν ἔχω κἀνένα λόγον νὰ ἀποκρύψω ὑμῖν, ὅτι θεωροῦμεν ὡς κυνδυνεύουσαν τὴν ὅλην ἰδιοκτησίαν τὴν σταφιδικήν, ἂν δὲν ἐπέλθῃ ἀρωγὸς εἰς αὐτὴν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Οἱ σταφιδοκτήμονες κατὰ τὸ πλεῖστον λυγίζουσιν ὑπὸ τὰ βάρη τὰ ἀναληφθέντα κατὰ τὸ παρελθὸν ἐκ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ ἀποκτήσωσι χρῆμα πρὸς τὴν καλλιέργειαν, λυγίζουσιν ὑπὸ τὰ βάρη τὰ ἀναληφθέντα ἀκόμη καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐμφυτεύσεως· ἐν ὅσῳ δὲ δὲν προσέλθωμεν ἀρωγοὶ πρὸς ἀνακούφισιν ἐκ τῶν βαρῶν τούτων, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ ὀρθοποδήσῃ ἡ σταφιδικὴ ἰδιοκτησία. Τὸ πρῶτον μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται σήμερον, εἶναι ὁ περιορισμὸς τοῦ τόκου μετὰ παρατάσεως ἐφ’ ὡρισμένον χρόνον τῆς πρὸς ἐξόφλησιν τῶν ἤδη συνομολογημένων χρεῶν ὑποχρεώσεως τῶν σταφιδοκτημόνων. Ἀλλὰ ὁ καθορισμὸς τοῦ τόκου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ κινδύνου τελείας καταστροφῆς τῶν σταφιδοκτημόνων, ἐν ὅσῳ δὲν προμηθεύσωμεν πρὸς αὐτοὺς τὸ χρῆμα, διὰ τοῦ ὁποίου θέλουσιν ἀπαντήσει τὰς ἀμέσους καὶ τὰς προσεχεῖς ἀνάγκας αὐτῶν. Αὕτη εἶναι ἡ δευτέρα βάσις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐῤῥίφθη ἐνταῦθα πρὸς μελέτην· ἡ Κυβέρνησις ὅμως, ῥυμουλκουμένη ἀπὸ τὴν κοινὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφραζεν ἡ σταφιδικὴ ἐπιτροπὴ τῶν Πατρῶν, προσεκολλήθη εἰς τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως, χωρὶς νὰ θελήσῃ νὰ ἐξετάσῃ ποῖοι εἶναι οἱ δικαιολογικοὶ λόγοι, ποία εἶναι ἡ πρώτη ἀφορμὴ τῆς κρίσεως, πρὸ τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα, καὶ χωρὶς νὰ θελήσῃ νὰ θεραπεύσῃ ἀκριβῶς τὴν κατάστασιν, ἐκριζοῦσα τὴν πρώτην καὶ κυρίαν ἀφορμήν. Ἂν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ, ἀπὸ αὔριον πρωῒ ἀναλαμβάνομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ὑποσχέσει ὅτι δὲν θὰ θέσῃ, ὡς εἶπεν ἀπ’ ἀρχῆς, ζήτημα ἐμπιστοσύνης τὸ ζήτημα τῆς παροχῆς ἐνισχύσεώς τινος ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου ταμείου.
§74ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον εἶχε δύο καίρια ἐλαττώματα· πρῶτον, ὅτι ἀνέθετε τὴν παροχὴν βοηθημάτων πρὸς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς εἰς ἑταιρίαν ξένην ἐντελῶς πρὸς τὸν σταφιδικὸν κόσμον, οὐδεμίαν ἔχουσαν σχέσιν πρὸς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, μὴ γνωρίζουσαν παντάπασι τὰς ἀνάγκας αὐτῶν, καὶ παρεῖχεν εἰς αὐτὴν προνόμια τερατώδη, καὶ ἀνέθετεν εἰς αὐτὴν τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν σχέσεων αὐτῆς μεταξὺ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, σχέσεων, αἱ ὁποῖαι δίδουσι χώραν εἰς πολλὰς δολοπλοκίας, καὶ ταῦτα πάντα χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ προηγούμενον τι, τὸ ὁποῖον νὰ ἐγγυᾶται καλὴν διαχείρισιν τῆς λειτουργίας, ἡ ὁποία ἐπετρέπετο εἰς αὐτὴν. Ἄν ταῦτα ἐχορηγοῦντο, εἰς τὰς Τραπέζας, τῶν ὁποίων οἱ διοικηταὶ εἶναι γνωστοὶ καὶ τὸ προσωπικὸν εἶναι γνωστὸν, τότε βεβαίως δὲν ἤθελεν ἐξαναστῆ ὁ κόσμος τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ὅπως κατεξανέστη κατὰ τοῦ μέτρου ἐκείνου. Ἂν δ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμιζεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἦτο τὸ μόνον σωστικόν, τότε ἔπραξέ τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάξιον τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχει ἀπὸ τόσου καιροῦ ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Ἔπρεπε νὰ τὸ καταστήσῃ ζήτημα ὑπουργικόν, καὶ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν περὶ αὐτὸν πλειονοψηφίαν νὰ μένῃ πιστὴ εἰς τὸ πρόγραμμα τοῦ ἡγέτου αὐτῆς. Μὴ τολμῶν δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ὑποστηρίξῃ ἔργα δυνάμενα κατὰ τὴν κρίσιν του νὰ σώσωσι τὴν μεγαλειτέραν βιομηχανίαν τοῦ τόπου, πράττει τι, ὅπερ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἔχει τὸ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ πολιτικός, κατέχων τοιαύτην θέσιν περιφανῆ. Τὸ δεύτερον ἐλάττωμα, κύριε Πρόεδρε, εἶναι, ὅτι, ἐνῷ παρεδέχθη τὴν παρακράτησιν, ὑποδειχθεῖσαν ἀπὸ τοὺς ἐμπόρους τῶν Πατρῶν, ἀπὸ τὴν σταφιδικὴν ἐπιτροπήν...
§75ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἀπὸ τοὺς παραγωγούς.
§76ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀπὸ τοὺς παραγωγοὺς καὶ τὴν ἐπιτροπὴν τῆς σταφίδος, ἐνῷ, λέγω, παρεδέχθη τὴν παρακράτησιν, δὲν ἥνωσε τὴν παρακράτησιν μετὰ τοῦ φόρου, ἀλλὰ ἐσκέπτετο ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν παρακράτησιν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἐπιβάλῃ τὸν φόρον, καὶ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν παρακράτησιν καὶ τὸν φόρον εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγούς, τοὺς πεινῶντας σήμερον, τοὺς γυμνητεύοντας σήμερον, τοὺς σήμερον εὑρισκομένους χωρὶς περιουσίαν, χωρὶς τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως. Καὶ ἡ πρᾶξις αὕτη ἦτο ἀναρμοδία, ἦτο ἐπιβάρυνσις, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδύνατο εὐκόλως νὰ παραδεχθῇ ἡ Βουλή. Ἐγὼ αὐτός, Κύριοι, ὁ ἐκθύμως ἀγωνισθεὶς ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως, περιέστην εἰς δισταγμοὺς ὡς πρὸς τὴν χρησιμότητα τῆς παρακρατήσεως ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἤθελον ἀφήσει ἀναπολόγητα ὅσα ἐλέγοντο κατὰ τοῦ μέτρου τῆς παρακρατήσεως, ἂν δὲν ἐγεννῶντο οἱ δισταγμοὶ ἐν τῇ καρδίᾳ μου, καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὴν χρησιμότητα τοῦ μέτρου αὐτοῦ, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβάλωμεν παρακράτησιν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ταὐτοχρόνως φόρον εἰς χρήματα ἐπὶ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἦτο δυνατόν, Κύριοι, νὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα, ὁποῖα προσεδόκα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δι’ ὃ ἡ Βουλὴ τὸ ἀπέῤῥιψεν. Ἄν ἦτο σωστικόν, κακῶς ἔπραξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, μὴ ὑποστηρίξας αὐτὸ καὶ μὴ θέσας αὐτὸ ὡς ζήτημα ὑπουργικόν. Τὸ νομοσχέδιόν μου, κύριε Πρόεδρε, στηρίζεται ἐπὶ τῆς βάσεως, ὅτι ἡ Πολιτεία ὀφείλει νὰ προσέλθῃ εἰς ἀρωγὴν τῶν πασχόντων σταφιδοπαραγωγῶν· ὁ σταφιδοπαραγωγὸς τὴν σήμερον δὲν ἔχει χρῆμα νὰ δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον· ἂς δεχθῇ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις τὸν φόρον εἰς εἶδος, καὶ τὸ εἶδος νὰ τὸ μεταχειρισθῇ οὕτω πως, ὥστε νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ σταφιδοπαραγωγοῦ, ἐκ τῆς βελτιώσεως δὲ ταύτης, δὲν ὑπάρχει κἀμμία ἀμφιβολία, ὅτι θέλει ἐπέλθει καὶ ἡ βελτίωσις τῆς Πολιτείας καὶ ἡ βελτίωσις τῶν πόρων τοῦ Κράτους.
§77ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπανειλημμένως ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπέῤῥιψεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον, κατὰ δεύτερον δὲ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καθόλου, τὴν εὐθύνην τῆς ἀποῤῥίψεως τοῦ νομοσχεδίου του, ἰδίως ὡς πρὸς τὴν σύστασιν σταφιδικοῦ ταμείου ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων. Νῦν, ὅτε τὸ νομοσχέδιον ἀπεῤῥίφθη, ἐπαναλαμβάνει μετὰ τοῦ στόμφου τοῦ συνήθους αὐτῷ, ὅτι αὐτὸς ἐθεώρει τὸ μέτρον ἐκεῖνο ὡς τὸ μόνον σωστικὸν διὰ τὸν τόπον, καὶ ἂν ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ τῶν ἐπιθέσεών της κατ’ αὐτοῦ συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ φωτισθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἀποῤῥίψῃ αὐτὸ, δὲν φέρει αὐτὸς κἀμμίαν εὐθύνην! Αὐτὸς ἀπονίπτει τὰς χεῖρας! Τὴν εὐθύνην πλήρη καὶ ἀκεραίαν φέρομεν ἡμεῖς, οἵτινες τοιοῦτον μέτρον κατεψηφίσαμεν! Πρὸ τῆς ἀποῤῥίψεως ὅμως τοῦ μέτρου αὐτοῦ δὲν τὸν ἠκούσαμεν νὰ ἔχῃ τοιαύτην γλῶσσαν. Ἔλεγεν ἁπλῶς, ὅτι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλήν, τὴν θεωρεῖ ὀρθήν, ἡ Βουλὴ ὅμως εἶναι κυρία νὰ τὴν ἀποδεχθῇ ἢ νὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ. Καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἀκριβῶς συνεζητεῖτο τὸ σχετικὸν μέρος τοῦ νομοσχεδίου του, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν σύστασιν τοῦ σταφιδικοῦ ταμείου, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων, πρὶν ἢ ἀχθῇ εἰς πέρας ἡ συζήτησις, ἠγέρθη εἷς τῶν κ.κ. Βουλευτῶν καὶ λέγει πρὸς τὸν τότε ἀγορεύοντα ἀξιότιμον ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτήν: πρὸς τί ἀγορεύετε ματαίως κατὰ τῆς συστάσεως τοῦ σταφιδικοῦ ταμείου; Ἡμεῖς οἱ τῆς πτέρυγος ταύτης, καίτοι ἀκολουθοῦντες τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ καταψηφίσωμεν τὰς σχετικὰς διατάξεις...
§78ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος;
§79ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Σπηλιάδης.
§80ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ κατῆλθον τοῦ βήματος.
§81ΕΥΤΑΞΙΑΣ. .. Ὅτε δὲ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καλαβρύτων, ἀπαντῶν εἰς αὐτὸν, εἶπεν, ὅτι, ἂν ἦτο αὐτὸς εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ἠδύνατο βεβαίως νὰ ποιήσῃ τοιαύτας δηλώσεις καὶ αἱ δηλώσεις αὗται νὰ γείνωσιν ἀποδεκταὶ παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νὰ διακόψῃ τὴν συζήτησιν, τότε δὲν ἐδίστασε νὰ ἐγερθῇ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ νὰ δηλώσῃ, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Ἠλείας ἠδύνατο, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του, νὰ γινώσκῃ ὁποῖαι αἱ διαθέσεις τῆς πλειονοψηφίας, καὶ νὰ ἀνακοινώσῃ αὐτὰς εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τοιαύτης δὲ δηλώσεως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι καὶ αὐτὸς ἦτο πλέον κατὰ τοῦ ἰδίου μέτρου...
§82ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ τὸ κατεψήφισεν.
§83ΕΥΤΑΞΙΑΣ. .. Καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, οὔτε αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠγέρθη, ὅπως ψηφίσῃ αὐτὸ, καὶ οὕτω κατεψηφίσθη αὐτὸ ὑπὸ τῆς Βουλῆς παμψηφεὶ. Μόνον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, ὡς ἐνθυμεῖσθε, τότε, καὶ αὐτὸς κατὰ λάθος, ἠγέρθη ὑπὲρ αὐτοῦ. Βεβαίως ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε πεισθῆ ἤδη καὶ αὐτὸς ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων τῶν προβληθέντων ὑπὸ τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι τὸ νομοσχέδιόν του ἦτο ὅλως ἄστοχον, ἦτο μέτρον ἐπιβλαβὲς μᾶλλον, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἐγκατέλιπε καὶ τὸ κατεψήφισε καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος. Πῶς λοιπὸν, μετὰ τὴν τοιαύτην στάσιν ἀπέναντι τοῦ ἰδίου του μέτρου, ἔρχεται νῦν καὶ ἐπαναλαμβάνει κατὰ κόρον ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἦτο αὐτὸ τὸ μόνον σωστικὸν μέτρον; Ἄν τὸ μέτρον σας ἀπεῤῥίφθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, αἰτιᾶσθε ὑμᾶς αὐτούς, μὴ αἰτιᾶσθε ἐμὲ καὶ τοὺς ἄλλους ἀντιπολιτευομένους, οἵτινες, καὶ ἂν ἐψηφίζομεν ὑπὲρ τοῦ μέτρου σας, θὰ εὑρισκόμεθα ἐν μειονοψηφίᾳ ἀπέναντι τῆς ἰδικῆς σας πλειονοψηφίας. Παρομοία ὑπῆρξε καὶ ἡ λύσις ὡς πρὸς τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως. Καὶ διὰ τὴν καταψήφισιν τοῦ μέτρου τούτου ὑπὸ τῆς Βουλῆς ζητεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν εὐθύνην εἰς ἡμᾶς! Αὐτὸς ἔκαμε τὸ χρέος του! Διατί; Διότι, ἀφοῦ ἀνέμενεν ἐπὶ μῆνας πολλοὺς, καθ’ οὓς μάτην ἠγείρετο πανταχόθεν τῆς Πελοποννήσου καὶ τῶν ἄλλων σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ἡ κραυγὴ, ὅπως ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἐπέλθωσιν ἀρωγοὶ εἰς αὐτὰς, ἀφοῦ, λέγω, μάτην ἐπὶ πολλοὺς μῆνας ἐκώφευσε πρὸς τὰς τοιαύτας ἐπικλήσεις, ἀνέμενεν ἕως ὅτου εἶδεν, ὅτι ἐν τῇ κοινῇ γνώμῃ ὑπερίσχυε κἄπως ἡ ἰδέα τῆς παρακρατήσεως, καὶ τότε, ῥυμουλκούμενος ὑπ’ αὐτῆς τῆς ἰδέας, τὴν ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν, χωρὶς ὅμως νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸς διὰ τοῦτο εὐθύνην τινὰ, χωρὶς νὰ θέσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ μέτρου του ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Τώρα πρώτην φορὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε ν’ ἀποδειχθῇ κοινοβουλευτικὸς, νὰ ἀποδείξῃ ὅτι, προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, δὲν πρέπει νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν συνείδησιν τῶν Βουλευτῶν, ἀλλὰ ν’ ἀφίνῃ αὐτοὺς ἐλευθέρους, ὅπως ψηφίσωσι κατὰ πεποίθησιν. Προκειμένου περὶ τόσων ἄλλων ζητημάτων, ἄλλην γνώμην ἔχει περὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὅταν ἐπρόκειτο περὶ τῆς δωρεᾶς τοῦ Σπάρταλη, ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς καὶ νῦν, προκειμένου περὶ τόσων ἄλλων νομοσχεδίων τῆς ἡμερησίας διατάξεως, τὰ ὁποῖα ἔχουσι παραπλήσιον πρὸς τὴν δωρεὰν τοῦ Σπάρταλη χαρακτῆρα, ἐννοεῖ νὰ ἐπιβάλληται εἰς τοὺς φίλους του, καὶ νὰ θέτῃ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Προκειμένου δὲ περὶ τοῦ ζωτικωτάτου τούτου ζητήματος, τοῦ σταφιδικοῦ, ἐννοεῖ νὰ ἐπιδείξῃ τὴν ἄκραν αὐτοῦ εὐλάβειαν πρὸς τὸ νομοθετικὸν σῶμα. Δὲν εἶναι καιρὸς πλέον νὰ ἐξαπατᾷ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινὴν γνώμην μὲ ἐπαγγελίας, καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι εὑρίσκεται εἰς διαπραγματεύσεις καὶ ἂν αἱ διαπραγματεύσεις αὗται ἀχθῶσιν εἰς αἴσιον ἀποτέλεσμα, θὰ δυνηθῇ νὰ πράξῃ τι ὑπὲρ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Ταῦτα εἶναι διαβουκολήσεις· διότι πάντες γνωρίζομεν, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θὰ λήξωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς καὶ τότε ποῖον νομοθετικὸν σῶμα θὰ ψηφίσῃ τὰ μέτρα του; Ἔχομεν, Κύριοι, πληροφορίας ἐκ πολλῶν ἐπαρχιῶν, ὅτι εἶναι ἀνάστατοι αὗται, ὅτι κινδυνεύουσι νὰ περιστῶσιν εἰς κατάστασιν ὁμοίαν πρὸς τὴν τῆς Σικελίας! Καὶ ἐν τούτοις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐννοεῖ νὰ παίζῃ μὲ τὴν τοιαύτην κατάστασιν! Ἐγὼ, Κύριοι, εἶπον ἤδη χθὲς, ἣν ἔχω περὶ τοῦ πράγματος γνώμην, ὅτι δηλαδὴ, προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος, μίαν ἐντολὴν ἔχει ἡ Κυβέρνησις, νὰ καταρτίσῃ μίαν ἰδίαν πρότασιν καὶ νὰ φέρῃ ταύτην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῇ αὐτὴν, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσίν της, ἂν δὲ δὲν ἀποδεχθῇ αὐτὴν, νὰ δηλώσῃ ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴ τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τοιούτου κινδύνου, οἷος ὁ ἐπικρεμάμενος ἐκ τοῦ ζητήματος τῆς σταφίδος, καὶ ἢ νὰ παραιτηθῇ, ἢ νὰ ζητήσῃ νὰ γείνῃ ἔκκλησις πρὸς τὴν χώραν. Ἡ χώρα θὰ κρίνῃ τότε μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις ἐν τῷ μέσῳ τοιούτου κινδύνου εὗρε νὰ ἐξάρῃ τὴν ὑγείαν καὶ εὐρωστίαν, τῆς ὁποίας ἀπολαύει.
§84ΚΟΥΣΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔπεσε τὸ σταφιδικὸν ζήτημα καὶ ἡ Ἑλλὰς ζημιοῦται κατ’ ἔτος 70,000,000 δραχμῶν χρυσῶν. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀπασχολήσω αὐτὴν ἐπ’ ὀλίγον, ὅπως καταστήσω γνωστὰς τὰς αἰτίας, ἕνεκα τῶν ὁποίων τὸ σταφιδικὸν ζήτημα πρέπει νὰ λυθῇ αἰσίως. Μὴ ὑπολάβετε αὐτὸ ὡς πρᾶγμα ἀσήμαντον· ἡ σταφὶς εἶναι ἡ ζωὴ ἡ ἐθνικὴ, εἶναι τὸ μόνον προιὸν, τὸ ὁποῖον εἰσάγει εἰς τὸ Κράτος 70,000,000 κατ’ ἔτος καὶ παρέχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν φόρον 4½ ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος ἐκ τῆς Πελοποννήσου καὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἐξ ἄλλων εἰδῶν. Ὑπάρχουσι μὲν διάφοροι γνῶμαι, ἀλλὰ πάντες σχεδὸν ὁμολογοῦσιν, ὅτι ἡ παρακράτησις εἶναι ἀναγκαιοτάτη, δὲν συμφωνοῦσιν ὅμως ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς. Οἱ Αἰγιεῖς καὶ οἱ Κορίνθιοι, ὡς παράγοντες καλλιτέρας ποιότητος προιὸν, δὲν δέχονται νὰ καταβάλλωσιν ἐπὶ τῇ αὐτῇ ἀναλογίᾳ τὸ παρακρατηθησόμενον ποσὸν, οὐδὲ δέχονται νὰ γίνηται ἡ διαχείρισις παρὰ ξένων, τὸ ὁποῖον δὲν δέχονται οὔτε αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι. Πρέπει λοιπὸν ἡ παρακράτησις καὶ ἡ διαχείρισις νὰ ὁρισθῇ κατὰ δήμους, καὶ νὰ ἐνεργῆται ὑπὸ ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ διορίζῃ τὸν σταφιδαποθηκάριον, ὁ ὁποῖος θὰ εἰσπράττῃ τὴν παρακράτησιν. Μετὰ τὴν εἴσπραξιν δὲ θὰ σκεφθῇ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη περὶ τῆς ἐκποιήσεως, ἡ ὁποία θὰ καταστῇ εὐχερεστάτη εἰς τὸ Κράτος· διότι, ὅταν ἡ σταρὶς τιμᾶται 30 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ὄχι μόνον οἱ ἄνθρωποι θὰ συνειθίσωσι νὰ τρώγωσιν ἐξ αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ζῶά των θὰ δίδωσιν. Ἐὰν δὲν ἐνισχυθῇ ἡ παραγωγὴ καὶ ἡ κατανάλωσις, μεγάλας καταστροφὰς θὰ ὑποστῶσιν οἱ Ἠλεῖοι καὶ οἱ Μεσσήνιοι, κατὰ τῶν ὁποίων—πρέπει νὰ τὸ μάθητε—κακὸς ὑποκρύπτεται σκοπὸς, νὰ παύσῃ δηλαδὴ ἡ παραγωγή των. Ἐγὼ εἶμαι σταφιδοκτήμων καὶ ἐν Κορίνθῳ καὶ ἐν Αἰγίῳ, ἀλλὰ δὲν ἀποβλέπω εἰς τὸ ἀτομικὸν συμφέρον μου, ἀποβλέπω εἰς τὸ γενικὸν συμφέρον τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον πολλὰ ἀναμένει ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς καὶ ἐκ τῆς καταναλώσεως τοῦ πολυτίμου αὐτοῦ προϊόντος. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἡ ζημία εἶναι ἐθνικὴ, καὶ θὰ χάσωμεν πολλὰ χρήματα. Κύριοι, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, ἂν τὸ ζήτημα ἔμενεν ἐπί τινα ἔτι χρόνον ἐκκρεμὲς, θὰ ἐκερδίζομεν πολλὰ, διότι ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος εἶχεν ἀρχίσει νὰ αὐξάνῃ, ἐνῷ ἤδη θὰ καταπέσωσι πάλιν αἱ τιμαὶ αὐτῆς. Πρέπει ὅμως ἡ διαχείρισις νὰ γείνῃ παρ’ ἑκάστου δήμου, καὶ παρακαλῶ καὶ τοὺς ἄλλους Βουλευτὰς, τοὺς ἐκ τῶν μὴ σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, νὰ ἐνισχύσωσι τὰς προσπαθείας μας, καὶ ἐνεργήσωσιν, ὅπως ἐπανέλθῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν.
§85ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρέπει, κύριε Πρόεδρε, νὰ καταλήξωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα. Καθ’ ὅσον ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡμεῖς παρηκούσαμεν αὐτοῦ ἀγορεύοντος. Καλὸν λοιπὸν νομίζω, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀφοῦ αὐτὸς ἐδήλωσεν, ὅτι οὐδὲν μέτρον ἔχει νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ ἀναγραφῶσιν αὔριον πρῶται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει αἱ προτάσεις νόμου τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ.
§86ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη ἔχομεν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§88ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχομεν ἐκκρεμῆ τόσα ἄλλα ζητήματα· δὲν ἔληξεν εἰσέτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ πρωϊνοῦ.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴπομεν ὅτι ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν πρωΐαν.
§90ΡΑΛΛΗΣ. Εἴπομεν ὅτι ὁ ἔλεγχος θὰ γίνηται καὶ τὴν πρωΐαν καὶ τὴν ἑσπέραν· πρόκειται δὲ ἤδη περὶ ζητήματος σπουδαιοτάτου.
§91ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Μετὰ πολλῆς προσοχῆς ἤκουσα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, δικαιολογοῦντος τὰς ἐνεργείας αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν μητρῴων τοῦ δήμου Τρικκαίων. Μετὰ προσοχῆς ἐπίσης ἤκουσα τῆς ἀρωγῆς, τὴν ὁποίαν τῷ παρέσχεν ὁ ἐκ Τρικκάλων κ. Βουλευτής. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εὐλόγως ἤλπισεν ἀπὸ τὴν ἐγνωσμένην εὐμάθειαν καὶ εὐθύτητα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἤθελε σπεύσει νὰ ἐπανορθώσῃ οἴκοθεν πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἀντιβαίνει εἰς τὸν νόμον καὶ δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸν εὐθὺν χαρακτῆρα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐλυπήθην δὲ εἰλικρινῶς, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν προσεπάθησε δι’ αἰτιολογημάτων ἐξεζητημένων νὰ δικαιολογήσῃ τὰς ἐνεργείας ταύτας καὶ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν μὴ ἐπανόρθωσιν αὐτῶν, φρονῶν ἴσως, ὅτι ἐκ τούτου θὰ ἐπήρχετο κατάκρισις τῆς μεταβολῆς τῆς γνώμης του. Νομίζω ὅτι κατὰ τοῦτο εἶναι ἐσφαλμένη ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Φρονῶ δὲ, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἐμελετήθη ἐπαρκῶς ἀπὸ τοὺς λαλήσαντας ἐπ’ αὐτοῦ. Κατὰ τὴν σύναψιν τῆς συμβάσεως περὶ προσαρτήσεως τῶν Θεσσαλικῶν χωρῶν, ἡ τότε Κυβέρνησις τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου πολὺ ἐπέμενεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀναγνωρίσεως ἁπάντων τῶν κατοικούντων εἰς τὰς χώρας ἐκείνας, ὡς πολιτῶν Ἑλλήνων. Ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, καθ’ ὃν διηύθυνον τὸ διοικητικὸν τμῆμα, τὸ ὁποῖον διεξάγει καὶ τὰ ἀντικείμενα τῆς ἰθαγενείας, ἐξεδόθησαν ὁδηγίαι, κατὰ τὰς ὁποίας οἱ τότε ἐπίτροποι, οἱ ὁποῖοι ἐξετέλουν τὰ καθήκοντα τῶν νομαρχῶν, ἔδει νὰ ἐγγράψωσιν ἅπαντας ἀνεξαιρέτως τοὺς κατοικοῦντας τὴν Θεσσαλικὴν χώραν καὶ τὰς προσαρτηθείσας ἐπαρχίας τῆς Ἠπείρου, ἐκτὸς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὸ ἄρθρον 13 τῆς συμβάσεως, ἤθελον ἐπιφυλαχθῆ νὰ δηλώσωσιν ἐντὸς τριετίας, ὅτι κρατοῦσι τὴν ὀθωμανικὴν ὑπηκοότητα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀντιθέτως ὅλως ἐξήγησε τὸ ζήτημα τοῦτο, διαταθεὶς ὅτι ὅσοι δὲν ἐδήλωσαν ἐντὸς τριετίας, ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ ὦσι πολῖται Ἕλληνες, δὲν εἶναι τοιοῦτοι, ἀλλ’ Ὀθωμανοὶ ὑπήκοοι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, αἰτιολογῶν τὰς ἀντιστρόφους διαταγὰς, τὰς ὁποίας ἐξέδωκε, πότε μὲν ὑπὲρ τῆς ἐγγραφῆς, πότε δὲ περὶ τῆς διαγραφῆς τῶν ἐγγραφομένων ἐν τοῖς μητρώοις, φαίνεται ῥυμουλκούμενος ἀπὸ τοὺς ἐνδιαφερομένους. Μεταξὺ τῶν σπουδαιοτέρων αἰτιολογιῶν, τὰς ὁποίας προέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀφοῦ τῷ κατεδείχθη τὸ ἀναρμόδιον περὶ τὴν ἔκδοσιν τοιούτων διαταγῶν, εἶναι καὶ τὸ ὅτι αὐτὸς δὲν διέταξε τὴν διαγραφὴν ἀπ’ εὐθείας, ἀλλ’ εἶπε μόνον εἰς τοὺς νομάρχας, ὅτι ἐσφαλμένως ἐνήργησαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν βεβαίως δὲν εἶναι ἐγκρατὴς τῆς καθόλου νομοθεσίας μας, διότι περὶ τὰ στρατιωτικὰ εὐδοκίμως βεβαίως ἀσχολούμενος, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐνδιατρίψῃ καὶ περὶ τὰ διοικητικά· ἀλλ’ ἐὰν ἀνεγίνωσκε τὸ διάταγμα περὶ τῶν νομαρχῶν, θὰ ἔβλεπεν, ὅτι ὁ νομάρχης δὲν δύναται νὰ ἀναμορφώσῃ τὴν ἀπόφασίν του, ἢ τὴν τοῦ προκατόχου του, ἐὰν ἐκ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἀπέκτησε τρίτος τις δικαίωμα. Ἐὰν ἑπομένως οἱ νομάρχαι ἀνεμόρφωσαν τὰς ἀποφάσεις των, οὐδεμίαν ἰσχὺν ἔχουσιν αἱ ἀναμορφώσεις αὗται, διότι μόνον τὰ τακτικὰ δικαστήρια δύνανται νὰ ἀποφανθῶσι καὶ ἐπὶ τῶν ἐνστάσεων περὶ διαγραφῆς τῶν κακῶς ἐγγεγραμμένων καὶ περὶ τῶν ἐνστάσεων περὶ ἐγγραφῆς τῶν μὴ ἐγγεγραμμένων ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς καταλόγοις καὶ κατ’ ἀκολουθίαν καὶ ἐν τοῖς μητρώοις ἀῤῥένων, ἐχόντων πολλὴν σχέσιν καὶ συνάφειαν πρὸς ἄλληλα. Τὰ ἄρθρα 22, 23 καὶ 24 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου διαλαμβάνουσι τὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν γίνεται ἡ ἐγγραφὴ ἐν τοῖς μητρώοις, ἡ ἐγγραφὴ δ’ αὕτη δὲν εἶναι δικαίωμα, ἀλλ’ εἶναι ὑποχρέωσις πρὸς ἐκπλήρωσιν στρατιωτικῶν χρεῶν· διότι, ἂν δὲν ἐγγραφῇ τις ἐν τοῖς μητρώοις, φέρῃ δὲ τὴν στρατεύσιμον ἡλικίαν, ἐγγράφεται αὐτοδικαίως ἐν ἀρχῇ τοῦ κληρωτικοῦ πίνακος καὶ δὲν ὑποβάλλεται εἰς κλήρωσιν, ἀλλ’ ἀποστέλλεται αὐτοδικαίως εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ὑποβάλλεται καὶ εἰς ποινάς. Τὰ ἄρθρα 22, 23 καὶ 24 ὁρίζουσιν ἐπίσης τοὺς δικονομικοὺς τύπους, κατὰ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἐξακριβῶνται τὰ προσόντα τοῦ ἐγγραπτέου, ὡρισμένως δὲ λέγει τὸ ἄρθρον 24, ὅτι «ὁ νομάρχης διατάσσει καὶ αὐτεπαγγέλτως τὴν ἐν τῷ μητρῴῳ τῶν ἀῤῥένων ἐγγραφὴν παντὸς μὴ ἐγγεγραμμένου ἐν αὐτῷ, ἐὰν πεισθῇ ἐξ ἐγγράφων, ὅτι οὗτος κέκτηται τὰ προσόντα, καὶ ὑπὸ τὰς ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ διατυπώσεις.» Ἡ διαδικασία, ἡ ὁποία γίνεται, ἀφορᾷ εἰς τὸ νὰ πληροφορήσῃ ὁ δήμαρχος, ἐὰν ὁ περὶ οὗ πρόκειται ᾖναι δημότης, πρὸ πάντων δὲ ποίαν πραγματικὴν ἡλικίαν ἔχει, διότι τινὲς, ἵνα ἀποφύγωσι τὴν στρατολογίαν, παρουσιάζονται ὡς ὑπερβεβηκότες τὴν στρατεύσιμον ἡλικίαν. Πρὸς τούτοις πρέπει νὰ φροντίσῃ ὁ δήμαρχος νὰ βεβαιωθῇ μήπως ὁ αἰτῶν τὴν ἐγγραφὴν εἶναι ἐγγεγραμμένος καὶ ἐν τῷ μητρῴῳ ἑτέρου δήμου. Μόνον δὲ ἐν τῇ τελευταίᾳ ταύτῃ περιπτώσει, ἤτοι ἐάν τις ἀποδειχθῇ ὢν ἐγγεγραμμένος ἐν τοῖς μητρώοις δύο ἢ πλειοτέρων δήμων, ἢ δὶς ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ αὐτῷ μητρῴῳ, ὑπὸ διαφόρους ἐννοεῖται ἡλικίας, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προβαίνει εἰς τὴν διαγραφὴν τῆς κακῶς γενομένης ἐγγραφῆς. Κατάδηλον λοιπὸν πρόκειται, ὅτι ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν περιορίζεται εἰς τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν ἀτοπημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὰ μητρῷα δύο ἢ πλειοτέρων δήμων, ἢ διπλῆν ἐν τῷ αὐτῷ μητρῴῳ ἐγγραφήν. Ὁ νόμος τοῦ 1878 δὲν περιεῖχε τὴν διάταξιν ταύτην, δὲν περιεῖχον δ’ αὐτὴν οὐδ’ οἱ νόμοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν κατόπιν, ἐνόσῳ τὰς στρατολογικὰς ἐργασίας διεξῆγε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀφ’ ὅτου ὅμως ἐκρίθη ὡς ἀναμόρφωσις ἡ μεταβίβασις τῶν στρατολογικῶν ἐργασιῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφέθη δὲ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ τυπόνειν προγράμματα καὶ στέλλειν αὐτὰ εἰς τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς καὶ πληρόνειν καὶ τὰς ἀποζημιώσεις τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, ἀφ’ ὅτου, λέγω, ἐπῆλθεν ἡ ἀναμόρφωσις αὕτη, ἐπῆλθε καὶ εἰς τὸν νόμον τοιοῦτος κυκεὼν περὶ τὰ τῆς διατάξεως, ὥστε τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εὑρίσκεται διὰ πολλὰς διατάξεις πρὸ τοῦ ἀπροχωρήτου. Ὡς εἶπον, τὰ δικαστήρια μόνα εἶναι ἁρμόδια ν’ ἀποφασίζωσι περὶ τῆς ἰθαγενείας, μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἐν ἰσχύϊ ἐκλογικοῦ νόμου· ταῦτα ἑπομένως ἀπεφάσισαν, ὅτι κακῶς διετάχθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἡ διαγραφὴ ἐκ τῶν μητρῴων. Ἀλλ’ ἴσως μοὶ εἴπητε: τότε πῶς θὰ ἐγγραφῶσιν οὗτοι ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ, χωρὶς νὰ σημειῶται ἀπέναντι τοῦ ὀνόματος ἑκάστου αὐτῶν ὁ ἀριθμὸς τοῦ μητρώου ἀῤῥένων, ὑπὸ τὸν ὁποῖον φέρεται ἐγγεγραμμένος, ὡς διατάσσουσιν ὅ τε ἐκλογικὸς καὶ ὁ στρατολογικὸς νόμος; Περὶ τούτου ἂς φροντίσῃ ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία αὐθαιρέτως ἐκανόνισε τὰ τῆς διαγραφῆς, καὶ ἡ ὁποία διὰ τῆς αὐθαιρέτου καὶ παρανόμου ταύτης ἐνεργείας καὶ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν ἐζημίωσε, μειώσασα σπουδαίως τὸν ἀριθμὸν τῶν εἰς τὰς στρατιωτικὰς ὑποχρεώσεις ὑπαγομένων, καὶ τοὺς ὑποβαλλομένους εἰς κλήρωσιν ἔβλαψε, μειώσασα τὸν ἀριθμὸν τῶν κληρωσίμων καὶ καταστήσασα πιθανωτέραν τὴν εἰς ὑποχρεωτικὴν σειρὰν κλήρωσιν αὐτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐξῆρε τὸ δικαίωμα τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, καὶ μὲ συνεκίνησεν ἀληθῶς διὰ τῆς ἐξάρσεως αὐτῆς· διότι ἐγὼ δὲν ἀνήκω εἰς τοὺς κοσμοπολίτας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας εἶναι ἀσήμαντον χρῆμα, καὶ ὅτι δύναται νὰ δίδηται καὶ διὰ μιᾶς ἁπλῆς ἐπινεύσεως τοῦ Ὑπουργοῦ ἢ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, δὲν ἀνήκω εἰς τοὺς κοσμοπολίτας ἐκείνους, διότι ὁ πάππος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ οἱ συγγενεῖς του καὶ οἱ συμπατριῶταί του μετὰ τῶν πατέρων, τῶν συγγενῶν καὶ τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, οἵτινες ἐπότισαν τὴν γῆν αὐτὴν μὲ αἷμα, διὰ νὰ τὴν ἐλευθερώσουν, ἀπέδωκαν μεγίστην σημασίαν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἰθαγενείας· αἱ αὐταὶ δὲ παραδόσεις διευθύνουσι καὶ τὰς σκέψεις μου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἔδειξε τὴν αὐτὴν ἐκτίμησιν καὶ τὴν αὐτὴν στοργὴν εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἰθαγενείας, ὅταν ὁ συνάδελφος αὐτοῦ καὶ πρώην ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς κ. Θεοτόκης προσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1893 νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας διὰ Β. Διατάγματος. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον μᾶς παρέστησαν ὡς μέλλοντα νὰ ὑπηρετήσῃ ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα, ὑπηρετήθησαν τὰ συμφέροντα ἑνὸς νέου τῆς φατρίας, διὰ νὰ γείνῃ Βουλευτής. Κατὰ τὴν 8ην Φεβρουαρίου ἐψηφίζετο ὁ νόμος, κατὰ τὴν 10ην κυροῦται, αὐθημερὸν δημοσιεύεται, καθίσταται ἐκτελέσιμος τὴν 20 τοῦ αὐτοῦ μηνός, τὴν δὲ 22 δημοσιεύεται βασιλικὸν διάταγμα, δι’ οὗ ἀναγνωρίζεται ὡς ὑπήκοος Ἕλλην ὁ νῦν Βουλευτὴς ἐκ Δομοκοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε προταθῆ καὶ ἀνακηρυχθῆ ὑποψήφιος πρὸ τῆς καὶ διὰ τοιούτου ἀκόμη τρόπου κτήσεως τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας. Βλέπετε δὲ, ὅτι οὔτε τὴν νόμιμον ἡλικίαν φέρει, οὔτε ἐξεπλήρωσε στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν. Τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἀντετάχθη, ἀλλ’ ἔδωκε τὴν ψῆφόν του, ὁ νόμος δ’ ἐκεῖνος εἶναι ἀνάξιος νὰ διατελῇ ἰσχύων. Τὸν νόμον ἐκεῖνον προεκάλεσεν ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος δι’ ὑψηλοὺς σκοποὺς, ὅπως εὐκολυνθῇ ἡ προσέλευσις τῶν ἀξιωματικῶν Ἀλβανῶν, καὶ ὅταν ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος καὶ ἐπαρουσιάσθη ἀνάγκη νὰ ἐφαρμοσθῇ, ὡς ἐνθυμοῦμαι, δι’ ἕνα Καραβαγγέλην ἐκ Βώλου, ὁ ὁποῖος ἐτροφοδότει τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Πηλίου, ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος ἐδίσταζε νὰ καταστήσῃ τοῦτον Ἕλληνα πολίτην, καὶ πολλαὶ προσπάθειαι κατεβλήθησαν, ὅπως ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον μίαν καὶ τελευταίαν φορὰν διὰ τὸν Καραβαγγέλην καὶ μόνον. Ἦλθε κατόπιν ἡ διοίκησις τῆς ἀναμορφώσεως, καὶ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔτυχε γενικῆς ἐφαρμογῆς, ἐξαιρετικῶς δὲ δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἀπέκτησαν εἷς ἢ δύο τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ ἀστικοῦ νόμου· ὅλοι δὲ οἱ ἄλλοι, οἱ γενόμενοι ἔκτοτε πολῖται Ἕλληνες, ἐγένοντο διὰ Β. Διατάγματος, καὶ διὰ νὰ πληρωθῶσιν οἱ κατάλογοι τοῦ δήμου Ἀθηναίων καὶ τοῦ Πειραιῶς, ὅλοι τοῦ Λεβάντε οἱ ἀπόβλητοι δι’ ἑνὸς Β. Διατάγματος ἔγειναν Ἕλληνες! Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος κατέδειξε κατὰ τὴν πρωινὴν συνεδρίασιν τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα τῆς ἀνεξελέγκτου καὶ συλλήβδην εἰσόδου τῶν ἀλλοδαπῶν εἰς τὰ μέγαρα τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, ἔπρεπε ν’ ἀποκρούσῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου ἐκείνου, καὶ νὰ παραστήσῃ εἰς τὸν συνάδελφόν του Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὴ ποιῆται τοὐλάχιστον κατάχρησιν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα τὰ μεταχειρίζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, μόνον ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν ἄτοπον ἐνέργειαν, εἰς ἣν προέβη. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ εὐθύτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἀναγνωρίζομεν, πρέπει νὰ τὸν ὑποχρεώσῃ ν’ ἀνακαλέσῃ τὰς διαταγὰς, τὰς ὁποίας ἐξέδωκεν ἐναντίον τοῦ νόμου, καὶ αἱ ὁποῖαι ἄλλως δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι, διότι θὰ τὰς ἀνατρέψῃ μία δικαστικὴ ἀπόφασις κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων.
§92ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔπρεπε, μοὶ φαίνεται, νὰ ὑποδειχθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸ ἑξῆς· ὅτι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τῷ δίδει τὸ ἄρθρον τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, τοῦ νὰ διατάσσῃ τὴν διαγραφὴν τῶν ἐγγεγραμμένων εἴτε δὶς ἐν τῷ αὐτῷ δήμῳ εἴτε καὶ εἰς τὰ μητρῷα ἄλλων δήμων, δὲν εἶναι ἀπόλυτον, δὲν τῷ ἐδόθη, ἵνα γενικῶς τὸ ἐφαρμόζῃ, ἀλλ’ εἶναι σχετικόν. Ὁ περὶ στρατολογίας νόμος ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις, ὑποχρεώσεις στρατεύσεως· πάντες οἱ ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸ μητρῷον τῶν ἀῤῥένων καὶ φέροντες τὴν νόμιμον ἡλικίαν εἶναι ὑπόχρεοι νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸν στρατόν. Αὐτοί, ὅταν ἔχωσι λόγους ἀπαλλαγῆς, ἐκ τοῦ νόμου πηγάζοντας, τοὺς ὑποβάλλουσι κατὰ τὸν νόμον περὶ στρατολογίας εἰς τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον, καὶ ἐκεῖνο ἀποφαίνεται, ἐξαιρετικῶς ὅμως, ὅταν ἔχωσι τοῦτον τὸν λόγον, ὅτι εἶναι ἐγγεγραμμένοι καὶ εἰς ἄλλον δῆμον, καὶ εἴτε ὑπηρέτησαν, εἴτε πρόκειται νὰ ὑπηρετήσουν εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον, τότε τὴν προσφυγήν των κατὰ τὸν στρατολογικὸν νόμον δὲν τὴν ἀπευθύνουσιν εἰς τὸ Συμβούλιον, ἀλλ’ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ τοῦτο ἐτέθη ἐν τῷ νόμῳ χάριν αὐτῶν τῶν ὑποχρέων. Δὲν ἠθέλησεν ὁ νόμος τὴν τοιαύτην περίπτωσιν νὰ τὴν ὑπαγάγῃ εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις τῶν Στρατολογικῶν Συμβουλίων, ἀλλὰ διὰ τὸ ταχύτερον ν’ ἀποφαίνηται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Μόνον λοιπὸν ἐπὶ τῇ βάσει αἰτήσεως τοῦ ζητουμένου καὶ ἐκ δευτέρου εἰς στράτευσιν, ἐνῷ ὡς ἐγγεγραμμένος εἰς ἄλλον δῆμον ἢ ὡς ἐγγεγραμμένος εἰς τὸ αὐτὸ μητρῷον μὲ ἄλλην ἡλικίαν ὑπέστη τὴν στράτευσιν, μόνον ἐπὶ τῇ αἰτήσει αὐτοῦ δύναται ν’ ἀποφανθῇ καὶ διατάξῃ τὴν διόρθωσιν τοῦ μητρῴου τῶν ἀῤῥένων, ὄχι γενικῶς, ὅπως ἔπραξεν ἤδη· δὲν ἀνέθεσεν ὁ νόμος περὶ στρατολογίας εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διορθώσῃ τὸ μητρῷον τῶν ἀῤῥένων ἄνευ λόγου καὶ ἄνευ ἀφορμῆς. Ἀπορῶ λοιπὸν, πῶς προέβη ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὴν ἔκδοσιν τοιαύτης διαταγῆς, δι’ ἧς ἐζήτει τὴν διαγραφὴν ἀπὸ τοῦ μητρῴου τῶν ἀῤῥένων 900 ὅλων πολιτῶν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι αὐτοὶ δὲν εἶχον τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, ἐνῷ δὲν ἐκαλεῖτο εἰς τοῦτο, ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει, καθόσον οὐδεὶς ὑπέβαλε προσφυγὴν περὶ τῆς διαγραφῆς του εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Διὰ τοῦτο εἶπον πρότερον καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, —διότι γνωρίζω ὅτι, ἐὰν προέβη εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην, δὲν προέβη ἐκ κακῆς προθέσεως, ἀλλὰ διότι οὕτω, φαίνεται, τῷ παρεστάθη ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τὸ ζήτημα, καὶ δὲν κατέβαλε τὴν δέουσαν προσοχὴν, ὅπως ἐξεύρῃ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ νόμου, —πιστεύω, λέγω, ὅτι ἐννοεῖ τώρα, ὅτι ἡ πρᾶξίς του δὲν στηρίζεται εἰς τοὺς νόμους, καὶ θέλει τὴν ἀνακαλέσει.
§93ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν πρώτην του ἀγόρευσιν ἐνόησε τὸ ἄδικον, ὅπερ διέπραξε καὶ ὅπερ εἶναι ἀκίνδυνον, διότι οὔτε ὁ δήμαρχος Τρικκαίων θὰ δεχθῇ τὴν διαταγὴν τοῦ νομάρχου, οὔτε τὸ δικαστήριον θ’ ἀκούσῃ τί ὁ Ὑπουργὸς διατάσσει, διότι τετράκις ἢ πεντάκις ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν διέταξε καὶ ὁ συνάδελφος ἐκ Τρικκάλων κ. Κανούτας ὑπέβαλεν ἐνστάσεις εἰς τὸ δικαστήριον, καὶ τετράκις ἢ πεντάκις τὸ δικαστήριον τὰς ἀπέῤῥιψε, κατὰ συνέπειαν δὲν μὲ ἐνδιαφέρει, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θ’ ἀνακαλέσῃ ἢ δὲν θ’ ἀνακαλέσῃ τὴν διαταγήν. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἔφερα εἰς Βουλὴν, διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἁπλῶς καὶ μόνον ὅπως εὐχαριστήσῃ κομματικὰς ἀπαιτήσεις, ὅπως διατηρήσῃ τὴν ἀπαρτίαν καὶ πλειονοψηφίαν, παρηνόμησεν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θέλῃ ἀνακαλέσει ἢ δὲν θέλῃ ἀνακαλέσει τὴν διαταγήν του, ποσῶς δὲν μὲ ἐνδιαφέρει· θὰ ἀντικρούσω μόνον τὸν ἰσχυρισμόν του, ὃν ἐπεκαλέσθη κατὰ τὴν δευτέραν ἀγόρευσίν του, ὅτι δῆθεν, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα ἦτο ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ δὲν εἶχε λυθῆ, εἶχε τὸ δικαίωμα αὐτὸς νὰ ἐπιληφθῇ καὶ νὰ διατάξῃ τὸν νομάρχην Τρικκάλων νὰ διαγράψῃ συλλήβδην τοὺς 900. Καὶ εἰς τὴν πρώτην ἐπερώτησίν μου τὴν ἔγγραφον παρεκάλεσα τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τώρα τοὺς παρακαλῶ, νὰ καταθέσουν εἰς τὴν Βουλὴν πίνακας τῶν ψηφοφορησάντων ἐκ τῶν 900 αὐτῶν κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς τὰς τελευταίας, κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς τῆς 14 Ὀκτωβρίου καὶ κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς τῆς 3 Μαΐου, διότι ἅπαντες οὗτοι ἐψηφοφόρησαν καὶ κατὰ τὰς τρεῖς ταύτας ἐκλογὰς καὶ κατὰ συνέπειαν τὸ ζήτημα δὲν ἦτο ποσῶς ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ εἶχε πρὸ ἐτῶν λυθῆ, δὲν ἀνέμενε δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς ἐδικαιολογήθη τὴν πρωΐαν, νὰ λάβῃ τὰς πληροφορίας κατὰ τὸ διάστημα τοῦ ἔτους καὶ μετὰ ἓν ἔτος νὰ ἐκδώσῃ νέαν διαταγὴν, ἡ ὁποία ἀνεκάλει τὴν δευτέραν, τὴν ἀνακαλοῦσαν τὴν πρώτην. Αὐτὸ εἶναι· νομίζω μάλιστα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ τὸ ἐνθυμῆται. Πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως μηνὸς, ὅτε εἶχον ὑποβάλει τὴν ἐπερώτησίν μου, ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα καὶ ἔγγραφον τοῦ γραμματέως τῶν ἐν Τρικκάλοις Πρωτοδικῶν, ὅστις ἔλεγεν, ὅτι ἀπῃτεῖτο μηνὸς προθεσμία, ἵνα ὑποβάλῃ τὸν πίνακα τὸν αἰτηθέντα παρ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ὅτι δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι πάντες οὗτοι ἐψηφοφόρησαν. Ἀπευθύνομαι δὲ καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Τρικκάλων, καὶ τῷ ἀπαντῶ, ὅτι, ἂν μόνον 140 ἢ 150 ᾖναι οἱ πραγματικοὶ ἐκλογεῖς ἐκ τῶν 900, οἱ δὲ λοιποὶ δὲν ὑπάρχωσι, πῶς ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς καὶ κατὰ τὰς βουλευτικὰς τῆς 14 Ὀκτωβρίου καὶ τῆς 3 Μαΐου, ὅτε ἐψήφιζον αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, δὲν ὑπέβαλεν ἐνστάσεις; Καὶ ἐὰν ὑπέβαλε, (διότι θὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὑπέβαλε) θὰ τὸν παρακαλέσω—καὶ ἐπειδὴ εἶναι φίλος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ τῷ ᾖναι εὐκολώτατον—νὰ ζητήσῃ, ὅπως κατατεθῶσιν αἱ ἐνστάσεις αὗται καὶ ἐν γένει ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὸν ἰσχυρισμόν του ὡς ἀκριβῆ καὶ γνήσιον, διότι ἅπαντες οὗτοι ἐψηφοφόρησαν, καὶ τὸ ζήτημα εἶχε λυθῆ ἔκτοτε παρὰ τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν.
§94ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑπηρέτησαν ὡς στρατιῶται;
§95ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Μάλιστα, πλεῖστοι ὅσοι, καὶ ὑπηρετοῦν καὶ ἤδη ἄλλοι πολλοί.
§96ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι βεβαίως ἀρκετὰ σοβαρὸν, ἐπειδὴ ὅμως παρῆλθεν ἡ ὥρα, δὲν θέλω ν’ ἀποσχολήσω ἤδη τὴν Βουλὴν, ἐπιφυλαττόμενος νὰ λάβω τὸν λόγον αὔριον, καὶ παρακαλῶ νὰ προβῶμεν ἤδη εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§97ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὑποβάλλω ἐγγράφως εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν παράκλησιν, ὅπως ὑποβάλῃ πληροφορίας χρησίμους ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἁλικῶν τῆς Λευκίμμης εἰς τὸ μονοπώλιον τοῦ Κράτους» (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: αʹ) Κατὰ ποῖον τρόπον ἡ ἐπὶ τῶν ἁλικῶν Λευκίμμης τῆς Κερκύρας διαχείρισις ἐνήργησε τὴν καλλιέργειαν αὐτῶν καθ’ ἕκαστον τῶν ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι σήμερον ἐτῶν, δηλαδὴ δι’ ἐργολαβίας ἢ δι’ ἐργασιῶν, καὶ πόσον καθ’ ἕκαστον τῶν ἄνω ἐτῶν ἐδαπάνησε; (σημειουμένου τοῦ τε τρόπου καὶ τῆς δαπάνης δι’ ἕκαστον ἔτος). βʹ) Πόσον ποσὸν ἅλατος παρήχθη καθ’ ἕκαστον τῶν ἰδίων ἐτῶν, καὶ πόσον κατηναλώθη καθ’ ἕκαστον αὐτῶν ἐν Κερκύρᾳ, καὶ ἐκ τοῦ καταναλωθέντος πόσαι ὀκάδες ἐπωλήθησαν χονδρικῶς καὶ εἰς πόσον κατ’ ὀκᾶν, πόσαι δὲ λιανικῶς καὶ εἰς πόσον; γʹ) Κατὰ ποῖον τρόπον ἐγένετο ἡ πώλησις ἐν Κερκύρᾳ κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη; Δηλαδὴ ἐγένετο μόνον ἐν τῇ πόλει τῆς Κερκύρας, ἢ καὶ ἐν ἄλλαις κώμαις αὐτῆς, καὶ ποίαις; δʹ) Ἐξήχθη κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη ἐκ Κερκύρας ἅλας; πόσον, ποῦ καὶ εἰς ποίαν τιμὴν ἐπωλήθη; εʹ) Πόσα εἰσέπραξεν ἡ ἐγχώριος διαχείρισις καθ’ ἕκαστον τῶν ἰδίων ἐτῶν, καὶ πόσα ἐδαπάνησε διὰ τὴν μεταφορὰν εἰς ἀποθήκας, προσωπικόν, καὶ λοιπὰ τέλη; (εἰδικῶς ἕκαστον). ϛʹ) Πόσας ὀκάδας ἅλατος ἐχορήγησεν εἰς τὴν Κοινότητα Λευκάδος τὸ Δημόσιον πρὸς λεπτὰ 5 τὴν ὀκᾶν καθ’ ἕκαστον τῶν ἀπὸ τοῦ 1877 μέχρι σήμερον ἐτῶν; «Προσέτι παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελλον τὸν περιέχοντα πάντα τὰ ἔγγραφα τῆς δημοπρασίας, καθ’ ἣν προσηνέχθη ποσὸν δραχ. 101,501, ὡς ἡ ἔκθεσις ἡ εἰσηγητικὴ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ἁλικῶν Κερκύρας εἰς τὸ Μονοπώλιον τοῦ Κράτους ἀναφέρει.»
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ γενικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Τίς ἔχει τὸν λόγον;
§99ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συνεδρίασιν, καλὸν εἶναι νὰ διακόψωμεν.
§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§101ΚΑΪΡΗΣ. Εὐχαρίστως, κύριοι Βουλευταί, λαμβάνω πρῶτος τὸν λόγον ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ οἱ ἀξιότιμοι κύριοι εἰσηγηταὶ ἠρκέσθησαν εἰς μόνην τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐκθέσεών των καὶ ἐπεφυλάχθησαν νὰ ὁμιλήσωσι βραδύτερον. Καὶ εὐχαρίστως λαμβάνω τὸν λόγον, διότι ἀνήκω εἰς πολιτικὴν μερίδα ἰδίαν, ἔρχομαι δὲ νὰ ἐκθέσω ὅσον οἷόν τε συνοπτικῶς τὰς γνώμας, ἃς ἔχω ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ. Καὶ πεποιθότως φρονῶ, ὅτι ἡ ἔρευνα καὶ ἡ μελέτη τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ εἶναι ἀξία μεγίστης προσοχῆς καὶ ἐκ τοῦ γενικοῦ λόγου, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι κατὰ τὸν θεμελιώδη ἡμῶν νόμον ἡ πρωτίστη καὶ κυριωτάτη τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καθόσον εἶναι ὄντως ἡ ψυχὴ τοῦ Κράτους καὶ ἡ πιστὴ εἰκὼν τῆς Κυβερνήσεως αὐτοῦ, καὶ ἐκ τοῦ εἰδικοῦ λόγου, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1894 εἶναι ὁ πρῶτος προϋπολογισμὸς μετὰ τὸ νέον οἰκονομικὸν καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἐκανόνισε προσωρινῶς ὁ νόμος τῆς 10ης Δεκεμβρίου π. ἔ. Καὶ ἐὰν τὸ νέον οἰκονομικὸν καθεστὼς ἦναι—καὶ εἶναι—προϊὸν τῆς ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἀτυχοῦς οἰκονομικῆς ἡμῶν διαχειρίσεως καὶ τῆς πεπλανημένης ἐκτιμήσεως τῶν πραγματικῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, βεβαίως τὸ ἐπελθὸν ἀτύχημα τῆς πτωχεύσεως πρέπει νὰ γένηται μάθημα διδακτικόν, ὅπως μὴ ἐπαναληφθῶσιν αἱ αὐταὶ ἀτυχίαι, ὅπως μὴ ἐπικρατήσωσιν αἱ αὐταὶ πλάναι, αἵτινες μᾶς ἔφερον εἰς τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου, ὅστις τοσοῦτον θανασίμως ἔτρωσε τὴν τιμὴν τῆς χώρας, καὶ τοσοῦτον ἐπιβλαβῶς ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς καταστάσεως αὐτῆς. Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀνομολογῶν τὸ σοβαρὸν καὶ κρίσιμον τῆς τοιαύτης καταστάσεως διὰ τῆς μακρᾶς εἰσηγητικῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀγορεύσεώς του, δικαιολογῶν ἐν πρώτοις τὴν βραδεῖαν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὡς ἐκ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων καὶ περὶ τὰ τῆς Βουλῆς καὶ περὶ τὰ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, ἐπειράθη νὰ ἐξάρῃ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, ὡς καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 διὰ τοὺς πρώτους ἓξ μῆνας, ἵνα ἀποδείξῃ μετὰ πόσης προνοίας καὶ μετὰ πόσης εὐρύτητος προεβλέφθησαν τὰ τῶν προϋπολογισμῶν τούτων, ὅπως γινώσκωμεν τὰς βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ στηρίξωμεν τὰς πιθανότητας περὶ τοῦ μέλλοντος, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων βασίζεται ὁ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους. Καὶ ἐξετάζων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892 ὡς πρὸς τ’ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, ἐξέθηκεν ὅτι ταῦτα ἀνταπεκρίθησαν πληρέστατα πρὸς τὰς προσδοκίας τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐπὶ προϋπολογισθέντων τακτικῶν ἐσόδων ἐξ 103,550,793 δραχμῶν ἐβεβαιώθησαν τακτικὰ ἔσοδα 104,279,887 δραχμῶν, ἤτοι ἐβεβαιώθησαν ἐπὶ πλέον 727,095, καὶ ἤθελον ὑπερτερήσει κατὰ 1,200,000 μάλιστα, ἐὰν ἐβεβαιοῦτο τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιίας, ὑπελείφθησαν ὅμως αἱ εἰσπράξεις τῶν βεβαιώσεων κατὰ 9,348,062. Καὶ ἐνῷ κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὸ πιθανὸν ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1892 ἤθελεν ἀνέλθει περὶ τὰ 4 ἢ 5 ἑκατομμύρια, ἡ χρῆσις τοῦ 1892 ἀφῆκε μόνον ἔλλειμμα πραγματικὸν 1,796,929, καὶ εἶναι ἔλλειμμα τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸς τακτικὰ καὶ ἔκτακτα ἔξοδα αὐτοῦ. Ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὰ νὰ ἴδωμεν εἰς τί ποσὸν ἔφθασεν ἡ βεβαίωσις ἑκάστου φόρου καὶ τί ἀπέδωκεν ἕκαστος εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὡς ἐπίσης καὶ εἰς τὴν λεπτομερῆ ἔρευναν τῶν κονδυλίων τῶν διαφόρων ἐξόδων, ἡ ὁποία ἐργασία ἀνήκει μᾶλλον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις εἶναι καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ, κεφαλαιωδῶς παρατηρῶ, ὅτι κατὰ τὴν δημοσιευθεῖσαν προσωρινὴν κατάστασιν τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1892 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1892 μέχρι 31 Ὀκτωβρίου 1893, ἥτις εἶναι καὶ ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς, τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ τακτικῶν ἐσόδων ἀνῆλθον εἰς 94,882,884 δραχμὰς, τὰ δὲ πληρωθέντα τακτικὰ ἔξοδα εἰς 97,340,946· ὥστε τὸ ἔλλειμμα μεταξὺ τακτικῶν ἐσόδων καὶ τακτικῶν ἐξόδων εἶναι 2,458,062. Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ 2,458,062 δὲν εἶναι τὸ μόνον πραγματικὸν ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1892· ἡ χρῆσις τοῦ 1892 ἔχει ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους εἰς μεταλλικὸν, καὶ αἱ ὑποχρεώσεις αὗται ἀνήρχοντο τὸ 1892 εἰς 31,000,000· διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ μεταλλικοῦ αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις ἦτο ἠναγκασμένη νὰ πληρώσῃ νομισματικὴν διαφορὰν δι’ ἀγορὰν συναλλάγματος, καὶ διὰ τοιαύτην συναλλαγματικὴν διαφορὰν ὁ προϋπολογισμὸς προβλέπει ποσὸν μόνον 2,200,000· ἀλλ’ ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ διὰ προμήθειαν μεταλλικοῦ 31,000,000, ὑπολογιζομένου τοῦ φράγκου κατὰ μέσον ὅρον πρὸς 145 λεπ. διὰ τὸ 1892, ὅπως καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπολογίζει, ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ διὰ τὸ ῥηθὲν ποσὸν τῶν 31 ἑκατομμυρίων μεταλλικῶν εἶναι 14 ὡς ἔγγιστα ἑκατομμύρια. Ἀφαιρουμένων λοιπὸν τῶν 2,200,000, ὑπολείπεται ποσὸν 11,750,000· τούτου δὲ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι τακτικὸν ἔξοδον καὶ βαρύνει τὴν χρῆσιν τοῦ 1892, προστιθεμένου εἰς τὸ ἔλλειμμα τῶν 2,458,062, τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1892 ἀνέρχεται εἰς 14,208,062. Ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν εἶναι αὐτὸ μόνον τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα. Ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν πηγὴν τῶν ἐσόδων, θέλομεν ἴδει, ὅτι τὰ εἰσπραχθέντα τακτικὰ ἔσοδα δὲν προέρχονται ὅλα ἐκ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ ψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892· τὸ Δημόσιον εἰσέπραξε παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τοῦ δικαιώματός του ἐπὶ τῆς συμμετοχῆς ἐπὶ τῶν κερδῶν τῶν ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων ποσὸν 2,560,000· τοῦτο εἶναι ἔσοδον μὴ προερχόμενον ἐκ μονίμου φόρου, καὶ δὲν ἐπαναλαμβάνεται ἐν τοῖς κατόπιν προϋπολογισμοῖς· προσέτι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι κατὰ τὸ 1892 εἶχον ἐπιβληθῆ τελωνειακοὶ δασμοὶ ἐπί τινων εἰδῶν τῆς εἰσαγωγῆς, ὧν ἡ ἰσχὺς ἤρχιζεν ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1893· τούτου ἕνεκα οἱ ἔμποροι περὶ τὸ τέλος τοῦ 1892, διὰ νὰ ἐπωφεληθῶσι τὴν διαφορὰν αὐτὴν τοῦ δασμοῦ, ἔσπευσαν εἰς ἀθρόον τελωνισμὸν τῶν ἐπιβαρυνομένων εἰδῶν, καὶ τὸ Δημόσιον εἰσέπραξε περὶ τὰς 500 χιλιάδας περιπλέον, ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ εἰσεπράττετο κατὰ τὸ 1893· ὥστε, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων 94,882,884 τὰ 3,060,000, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν τυχαίως κατὰ τὸ 1892, μένουν ἔσοδα καθαρὰ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1892 δρ. 91,822,884. Μεταξὺ δὲ αὐτῶν τῶν τακτικῶν ἐσόδων πρὸς τὰς τακτικὰς δαπάνας τὰς πληρωθείσας ἐξ 109,090,946, ὡς σημειοῖ ἡ προσωρινὴ κατάστασις τοῦ ἀπολογισμοῦ, ἔχομεν διαφορὰν 17,268,062, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1892 καὶ οὐχὶ 1,796,929, ὡς ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ, διότι ὁ ἔκτακτος προϋπολογισμὸς ἔχει τὰς δαπάνας του, ἀλλ’ ἔχει καὶ τὰ ἔσοδά του, ἤτοι τὸ δάνειον τῶν 16,500,000, τὸ ὁποῖον ἐκάλυψε τὰς ἐκτάκτους δαπάνας, ἄφησε δὲ περίσσευμα 668 χιλιάδων. Τοῦτο τὸ περίσσευμα ἀφαιρούμενον μειοῖ τὸ ἔλλειμμα εἰς 16,606,929, καὶ εἶχε δίκαιον ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 νὰ καταγγείλῃ ἔκτοτε τὸ τοιοῦτον ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἦλθον σήμερον τὰ πράγματα νὰ βεβαιώσουν καὶ νὰ ἀποδείξουν. Ἂν τοιαῦτα ἦναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1892, ὁποῖα θὰ ἦναι τὰ τοῦ 1893; Πολὺ χειρότερα. Ἕν βλέμμα ἄν ῥίψῃ τις ἐπὶ τῆς δημοσιευθείσης προσωρινῆς καταστάσεως τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων ἐσόδων ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1893, ἤτοι κατὰ τοὺς 12 μῆνας, καθ’ οὕς βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται οἱ πλεῖστοι τῶν φόρων καὶ οἱ σπουδαιότεροι, οἱ ἀποτελοῦντες τὰ ¾ τῶν ὅλων ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, θέλει ἰδεῖ εἰς ποίαν κατάπτωσιν ἔφθασαν οἱ φόροι, καὶ ὁποία ἀπόστασις ὑπάρχει μεταξὺ τῶν προβλέψεων καὶ τῆς ἀποδόσεως τῶν φόρων. Ἐν παραδείγματι, οἱ φόροι τῆς καταναλώσεως προϋπελογίσθησαν εἰς 36,003,000, καὶ ἐν τούτοις ἀπέδωκαν 28,346,239, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον 7,656,299. Τὰ μονοπώλια προϋπελογίσθησαν ν’ ἀποδώσουν 11,342,840 καὶ ἀπέδωκαν 8,628,840, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον 2,713,966. Τὰ τέλη ἀγκυροβολίας προϋπελογίσθησαν εἰς 421,000 καὶ ἀπέδωκαν δραχ. 108,986, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον 313,064. Τὸ γραμματόσημον ἐπὶ ἔλαττον 37,000, τὰ τέλη ἐπιταγῶν καὶ δεμάτων ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν ἐπὶ ἔλαττον 60 χιλιάδας Αὐτοὶ οἱ φόροι ἀποτελοῦσι ποσὸν 10,780,329. Δὲν μνημονεύω τοὺς ἐξαγωγικοὺς φόρους, τοὺς εἰσπραττομένους ἐν τοῖς τελωνείοις’ καὶ αὐτοὶ ἀπέδωκαν ὀλιγώτερα ἢ τὸ 1892. Ἀλλ’ ἄν ἕτεροι φόροι ἀπέδωκαν μείζονα ποσὰ, ταῦτα δὲν μεταβάλλουσι τὰ γενικὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1893. Κατὰ τοὺς 12 μῆνας, συμφώνως πρὸς τὴν δημοσιευθεῖσαν κατάστασιν, τί εἰσεπράχθη ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1893; Εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 76,698,067, τί εἰσεπράχθη δὲ κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1892; 76,984,920, ἤτοι τὸ 1893 ἐπὶ ἔλαττον 288,833. Ἐὰν ἤδη ὑπολογίσωμεν, ὅτι διὰ τοὺς ὑπολοίπους 10 μῆνας μέχρι 31 Ὀκτωβρίου 1894, ἀσχέτως τῆς προβαινούσης καταπτώσεως τῶν φόρων, θὰ εἰσπραχθῶσι τὰ αὐτὰ ποσὰ, ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους 10 μῆνας τοῦ 1892, (μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν τυχηρῶν ἐσόδων ἐκ 3,060,000) βλέπετε ὅτι δὲν ὑπολείπονται ἀκόμη πρὸς εἴσπραξιν ἢ 15,150,000· τούτων προστιθεμένων εἰς τὸ μέχρι τέλους Δεκεμβρίου εἰσπραχθὲν ποσὸν, αἱ ὁλικαὶ ἐκ τακτικῶν ἐσόδων εἰσπράξεις τοῦ 1893 θὰ ἀνέλθουν εἰς ποσὸν 91,848,067. Ἀλλὰ ποῖα θὰ ἦναι τὰ ἔξοδα; τοῦτο δὲν δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ γνωρίζωμεν. Αἱ ψηφισθεῖσαι πιστώσεις διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ τῶν εἰδικῶν νόμων καὶ Β. Διαταγμάτων ἀνέρχονται εἰς 109,050,706 (ἐκτὸς ἄλλων πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ζητοῦνται ἤδη, ἐκτὸς τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, αἵτινες ἐγένοντο καὶ θὰ γείνωσιν). Ἐκ τούτων ἂν ὑπολογίσωμεν ὡς ἀδιαθέτους πιστώσεις 9,050,706, τὰ πραγματικὰ ἔξοδα θὰ ὦσιν 100 ἑκατομμύρια, ἐν οἷς περιέχεται καὶ συναλλαγματικὴ διαφορὰ δρ. 7,600,000. Ἀλλὰ διὰ τὴν προμήθειαν μεταλλικοῦ δραχ. 32,000,000, ὅπερ ἀπαιτεῖται κατὰ τὸ 1893 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ὑπολογιζομένης τῆς δραχμῆς πρὸς 1,70, ὡς δέχεται ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἡ ἐπ’ αὐτοῦ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἀπαιτεῖται ἔτι ποσὸν 13,800,000, καὶ οὕτως αἱ δαπάναι τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 113,800,000. Ἐὰν ἐξ αὐτῶν ἀφαιρέσωμεν τὰς εἰσπράξεις, ὡς προεῖπον, δρ. 91,848,064, θὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα 21,959,933, καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο εἶναι ἔτι μεῖζον ὡς ἐκ τῶν ζητουμένων νέων ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, καὶ ἀκόμη μεγαλείτερον διὰ τῆς προσθήκης τῶν δαπανῶν ἐκ τῶν σιδηροδρόμων· ἐν συνόλῳ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1893 θὰ ὑπερβῇ τὰ 30 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ μὴ ἀνησυχῶμεν· ὁ ἐπελθὼν νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου ἐξαφανίζει τὸ ἔλλειμμα, καὶ ἴσως ἡ χρῆσις τοῦ 1893 παρουσιάσῃ καὶ πλεόνασμα. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ 1892 καὶ 1893, ἅτινα ἐξῆρεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων βασίζει τὸν ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμόν. Τὰ ἀποτελέσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 ἐγνώριζε κάλλιστα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ διὰ τοῦτο ἐστήριξεν ὅλας τὰς προσδοκίας αὑτοῦ εἰς τὸ προσφιλὲς σύστημα τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, εἰς τὴν συνομολόγησιν δανείου, ὡς ἔπραττε τακτικῶς μέχρι σήμερον· ἀλλ’ ὁ ἔκτακτος οὗτος πόρος τῶν δανείων ἐστείρευσεν ἀπὸ τοῦ τελευταίου δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, τὸ ὁποῖον διετέθη εἰς σκοποὺς ἀλλοτρίους κατὰ τὸ πλεῖστον τοῦ προορισμοῦ του, καὶ ἐντεῦθεν ἄρχεται ὁ κλονισμὸς τῆς πίστεως τοῦ Κράτους καὶ ἡ παντελὴς καταστροφὴ αὐτῆς. Ἐντεῦθεν τὰ ἐπισκήψαντα δεινὰ ἐπὶ τῆς χώρας· διότι τὸ Κράτος, θέλον νὰ ἐξακολουθῇ ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ αὐτοῦ τὴν ἀκεραίαν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του, ἐν ἐλλείψει ἐξωτερικοῦ δανείου, προέβη εἰς τὴν συνομολόγησιν πολλῶν προσωρινῶν δανείων μετὰ τῶν πιστωτικῶν καταστημάτων, καὶ ἀπεγύμνωσεν αὐτὰ τοῦ μεταλλικοῦ των· διὰ τῆς ζητήσεως δὲ συναλλάγματος ἐν τῇ ἀγορᾷ ἔφερε τὴν νομισματικὴν κρίσιν εἰς ὃ σημεῖον σήμερον εὑρίσκεται, καὶ ἡ κατάστασις αὕτη παρεσκεύασε τὴν οἰκονομικὴν δυσπραγίαν τῆς χώρας, τὴν ὁποίαν κατεπόνησε διὰ τῆς μεγάλης φορολογίας, ἧς τὰ ἀποτελέσματα βλέπομεν σήμερον εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν φόρων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐγίνωσκε, λέγω, τὰ ἀποτελέσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, ἐὰν τὸ δάνειον, εἰς ὃ ἀπέβλεπε, δὲν ἐπραγματοποιεῖτο, καὶ διὰ τοῦτο εἰργάσθη ὅσον ἠδύνατο εἰς τὴν ἐπιτυχίαν αὐτοῦ. Δὲν ὤκνησε νὰ ἐπαυξήσῃ τὴν φορολογίαν, καὶ ἰδίως τοὺς φόρους τῆς καταναλώσεως, καὶ νὰ ἐπιβάλῃ κατὰ τὸ 1892 καὶ 1893 νέους φόρους βαρυτάτους, ἵνα παραστήσῃ τὸ Κράτος οἰκονομικῶς εὔρωστον καὶ δυνάμενον νὰ δώσῃ φόρους 111 ἑκατομμυρίων, ὅπως προέβλεπεν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893. Δὲν παρέλειψε νὰ μειώσῃ πολλὰ τακτικὰ ἔξοδα καὶ παραλείψῃ ἕτερα, ἵνα παρουσιάσῃ περισσεύματα, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων νὰ μετατρέπωνται κατόπιν εἰς ἐλλείμματα. Οὐδὲν παρέλειψεν, ὅπως πείσῃ τοὺς κεφαλαιούχους, ἵνα ἔλθωσι βοηθοὶ διὰ δανείου· καὶ ξένοι ἐλεγκταὶ ἦλθον ἐνταῦθα, ὑπὸ τὸ πρόσχημα μὲν τῶν ἐκτάκτων ὑπαλλήλων τῶν Κυβερνήσεών των παρὰ ταῖς ἐδῶ Πρεσβείαις, πράγματι ὅμως ὅπως μελετήσωσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν καὶ διαβιβάσωσιν εὐαρέστους πληροφορίας εἰς τοὺς κεφαλαιούχους. Καὶ δὲν γνωρίζω ἂν αἱ ἐκθέσεις τῶν κυρίων ἐλεγκτῶν ἦναι εὐνοϊκαὶ ἢ μὴ δι’ ἡμᾶς. Ἡ τοῦ ἐλεγκτοῦ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐδημοσιεύθη, καὶ εἶναι ἄγνωστον τὸ περιεχόμενον αὐτῆς, ἀλλ’ ἡ δημοσιευθεῖσα ἔκθεσις τοῦ κ. Λόου δὲν εὑρίσκω ὅτι εἶναι πολὺ κολακευτικὴ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν οὗτος ἀποφαίνηται, ὅτι τὸ αἴτιον τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν νόσου εἶναι ἀποτέλεσμα ἀτυχοῦς δημοσιονομικῆς διαχειρίσεως, ὅτι αἱ ὑπερβολικαὶ πιστώσεις πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν κενῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι κηλὶς τῶν μέχρι τοῦδε προϋπολογισμῶν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ποσὰ μεγάλα, προωρισμένα εἰς δημόσια ἔργα, ἐσπαταλήθησαν ἄνευ τῆς προσηκούσης προνοίας περὶ τὴν διαχείρισιν, ὅτι ἡ ἐξόγκωσις τῶν καθυστερούντων εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς πλημμελείας καὶ τῆς χαλαρότητος τῆς διοικήσεως, καὶ ὅτι ἂν καὶ ἡ κατὰ τὸ 1885 πρὸς τὸ 1886 ἀνώμαλος πολιτικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους, ὡς ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἦτο καὶ αὐτὴ μία αἰτία τῆς ἐπιδεινώσεως τοῦ κακοῦ, ἐδόθη ὅμως καιρὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐπαρουσιάσθησαν περιστάσεις πρὸς βελτίωσιν τῶν πραγμάτων, ἀλλ’ οὐδεμία τοιαύτη ἐπῆλθε. Καὶ ὁμολογουμένως ὑπῆρξε καιρὸς ἀπὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1886 μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου 1890, καὶ ἐπαρουσιάσθησαν περιστάσεις, ὡς ἡ συνομολόγησις ἀλλεπαλλήλων δανείων καὶ ἡ ἐπιβληθεῖσα μεγάλη φορολογία, ἀλλὰ καὶ ὁ χρόνος καὶ αἱ περιστάσεις ἀντιπαρῆλθον ἄνευ τῆς ἐλαχίστης βελτιώσεως. Καὶ ὅλην αὐτὴν τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιβολῆς τῶν φόρων, τῶν ἀνυπάρκτων ἰσοζυγίων, τῶν φανταστικῶν περισσευμάτων μετῆλθεν εὐθαρσῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἵνα συνομολογήσῃ τὸ πολυθρύλλητον δάνειον, ἀλλὰ τὴν φορὰν ταύτην ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν δανειστῶν δὲν ἐνέδιδεν ἢ εἰς ἐγγυήσεις χειροπιαστάς· ἤθελον τὸ δάνειον νὰ κρατήσωσιν αὐτοὶ καὶ αὐτοὶ νὰ πληρώνωσι τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια εἰς ἑκάστην λῆξιν, μετὰ προηγουμένην ἐξαφάνισιν ἴσου ποσοῦ τραπεζογραμματίων, δεικνύοντες οὕτως ὁποίαν ἐμπιστοσύνην εἶχον πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν· ἤθελον ὡς ἐγγύησιν τοὺς εἰς χρυσὸν φόρους, καὶ ἤθελον κυρίως τὴν διαχείρισιν αὐτῶν. Ἡ ὑπόθεσις περιῆλθεν εἰς δυσχερείας, καὶ δὲν ἐπαναλαμβάνω τὰ ὅσα ἐλέχθησαν ἐντεῦθεν περὶ τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ δανείου, καὶ ἂν τοῦτο εἶχε φθάσει εἰς πέρας, ἂν εἶχε καταρτισθῆ ἢ ὄχι ἡ περὶ τούτου σύμβασις, λέγω μόνον τὸ γνωστὸν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις τοῦ δανείου ἔφερε τὴν παραίτησιν τῆς τότε Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη οὐχὶ διότι οἱ δανεισταὶ δὲν συνῄνουν ἐντὸς βραχυτάτης προθεσμίας νὰ κυρωθῇ ἡ σύμβασις τοῦ δανείου παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ τοῦ ὅρου τῆς διαχειρίσεως ἐδίστασεν, ἵνα μὴ ἡ ἐξεγερθεῖσα κοινὴ γνώμη στραφῇ κατ’ αὐτοῦ. Καὶ δὲν θέλω νὰ μνησθῶ, ἂν ἡ διάδοχος Κυβέρνησις ἐτήρησε τὰς ἐπαγγελίας, ἃς εἶχε δώσει πρὸ τῆς ἀνόδου της εἰς τὴν ἀρχήν· λέγω μόνον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς 3ης Μαΐου, εὑρεθεῖσα πρὸ τῆς ἀδυναμίας τῆς ἐκπληρώσεως τῶν νομίμων ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, ἠσπάσθη τὸ σύστημα τῆς κεφαλαιώσεως τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῶν πέντε ἑξαμηνιῶν, τὸ ὁποῖον ἐκανόνισε διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 30 Μαΐου π. ἔ., ὅπως χρησιμεύσῃ ὡς προσωρινὸν παράπηγμα, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ, διὰ νὰ στεγασθῇ ὑπ’ αὐτὸ, ἵνα ἐν τῷ μεταξὺ τῶν πέντε ἑξαμηνιῶν, δι’ ὅσων εἶχεν οἰκονομικῶν μέτρων, δυνηθῇ νὰ καταστήσῃ τὸ Κράτος ἐπαρκὲς πρὸς ἐπανάληψιν τῆς ἀκεραίας ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεών του, δὲν εἶχε δὲ τὸν πραγματικὸν αὐτὸν σκοπὸν, ὡς ἐξεδηλώθη βραδύτερον ἐπισήμως διὰ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου· διότι, ἂν τὸ μέτρον τῆς κεφαλαιώσεως τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων εἶχε τὸν σκοπὸν τῆς ἐπαρκείας, αἱ ἐκτὸς τοῦ μέτρου τούτου μένουσαι ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου εἰς μεταλλικὸν, ὡς λεπτομερῶς ἐξέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἀγόρευσίν του, ἦσαν τοιαῦται, ὥστε καθίστων τὸ μέτρον τῆς κεφαλαιώσεως ἀνεπαρκὲς, καὶ ἂν παρέμενεν ἡ Κυβέρνησις τῆς 3 Μαΐου μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ ἐζήτει νὰ ἐξεύρῃ ἐν τῇ ἀγορᾷ τὸ μεταλλικὸν, οὗ εἶχεν ἀνάγκην διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου, συμποσούμενον εἰς 7,275,000, θὰ ἦτο ἠναγκασμένη νὰ προβῇ καὶ εἰς δευτέραν κεφαλαίωσιν, ἂν ἀπέστεργε καὶ τότε τὸν συμβιβασμόν. Ἀλλὰ τὸ μέτρον τῆς κεφαλαιώσεως εἶχε μόνον τὸν σκοπὸν νὰ χρησιμεύσῃ ὡς σταθμὸς ἀναψυχῆς, ὅπως ἀνέτως προβῇ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἰς συνεννοήσεις μετὰ τῶν δανειστῶν περὶ ὁριστικοῦ κανονισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους εἰς τὸ δυνατὸν ποσὸν τῆς εἰλικρινοῦς καὶ διαρκοῦς παροχῆς αὐτοῦ· καὶ ἰδοὺ ἐφθάσαμεν εἰς τὸν τελικὸν σκοπὸν, ἀλλ’ ἐφθάσαμεν οὐχὶ, ὡς ἀπαιτεῖ ἡ τιμὴ τοῦ Κράτους καὶ τὰ ἀληθῆ αὐτοῦ συμφέροντα, διὰ τῆς συναινέσεως τῶν δανειστῶν, ἀλλ’ αὐτογνωμόνως καὶ ὡς ἔδοξε τῷ κ. Πρωθυπουργῷ· καὶ ἡ εὐθύνη τῆς τοιαύτης καταστάσεως μένει ἀκεραία εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ δανείου ἐγίνωσκε κάλλιστα τὴν πραγματικὴν ἀδυναμίαν τοῦ δημοσίου ταμείου πρὸς τὴν ἀκεραίαν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, καὶ τὸ ἐδήλωσεν εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν τραπεζογραμματίων, τὸ ὁποῖον εἶχε προβλέψει ὁ προϋπολογισμὸς διὰ συναλλαγματικὴν διαφορὰν, δὲν ἦτο οὔτε ποσοστὸν τοῦ ἀπαιτουμένου ποσοῦ εἰς τὴν προμήθειαν 32,000,000 εἰς μεταλλικὸν, ὅτι, καὶ ἂν εἶχε τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ μεταλλικοῦ, ἦτο ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ μεταλλικὸν 32,000,000 εἰς τὴν ἀγοράν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ταῦτα ἐγίνωσκε καὶ ὤφειλε νὰ ἐνθυμηθῇ τῶν λόγων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἰδίως τῶν λόγων τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Ἄρτης καὶ τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, καὶ ὤφειλε νὰ στραφῇ ἔκτοτε πρὸς τοὺς δανειστὰς καὶ ζητήσῃ τὴν συναίνεσιν αὐτῶν εἰς ὁριστικὸν διακανονισμὸν, καὶ οὐχὶ νὰ φύγῃ ἐκ τῆς ἀρχῆς, ἵνα ῥίψῃ τὴν εὐθύνην ἐπὶ τῶν διαδόχων των· ὅτι δὲ τοῦτο ἐπεδίωκε, τὸ ὡμολόγησεν, εἰπὼν ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς 3 Μαΐου ἐπέσπευσε τὴν πτώχευσιν, διότι δὲν συνωμολόγησε τὸ δάνειον, ὅπερ ἦτο ἕτοιμον, καὶ δὲν ἔχρηζεν ἢ τῆς ἁπλῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως. Ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς 3 Μαΐου ἐκήρυξε τὴν πτώχευσιν διὰ τοῦ ἀνεπαρκοῦς μέτρου τῆς κεφαλαιώσεως, καὶ ὅτι ἐλθοῦσα εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡ νῦν Κυβέρνησις εὑρέθη πρὸ τοῦ τετελεσμένου γεγονότος τῆς πτωχεύσεως καὶ πρὸ τῆς ἀδυναμίας τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ἐκτὸς τοῦ μέτρου τῆς κεφαλαιώσεως ὑποχρεώσεων, καὶ ἠναγκάσθη νὰ προβῇ εἰς τὸν προσωρινὸν κανονισμὸν τοῦ δημοσίου χρέους διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου π. ἔ., τὰ τοιαῦτα δικαιολογήματα δύνανται νὰ λέγωνται, ἀλλὰ δὲν πιστεύονται, διότι πάντες γνωρίζουσιν, ὅτι ἡ παροῦσα κατάστασις εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς μακροχρονίου διοικήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει καὶ ἡ τιμὴ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ λεχθῇ διατὶ περιήλθομεν εἰς τὴν ἀδυναμίαν τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεών μας; διατὶ ἐπτωχεύσαμεν; Ἐπτωχεύσαμεν, διότι βασιζόμενοι εἰς πλάνας λογιστικὰς ὑπερετιμήσαμεν τὰς πραγματικὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου ἐν τῷ μέτρῳ τῆς προόδου καὶ ἀναπτύξεως αὐτῶν, καὶ ἐπολλαπλασιάσαμεν τὰς ἀνάγκας τῆς ἐν γένει διοικήσεως πέραν τῶν χρησίμων ὁρίων’ ἐπτωχεύσαμεν διότι ἠθελήσαμεν ἐκ μεγαλομανίας νὰ ἐπιχειρήσωμεν δημόσια ἔργα, ὠφέλιμα μὲν, ἀλλ’ ἀθρόα καὶ ἐσπευσμένως, λησμονοῦντες ὅτι τὰ πολλὰ ἔργα καὶ ἡ βία περὶ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν πολλαπλασιάζουσι τὰς δαπάνας καὶ γεννῶσι τὰς καταχρήσεις. Ἐπτωχεύσαμεν, διότι λησμονοῦντες τὴν λελογισμένην ἐθνικὴν πολιτικὴν τῆς ἐπικρατήσεως τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων παρὰ τῇ γείτονι ἐπικρατείᾳ διὰ τῶν εἰρηνικῶν καὶ τελεσφόρων μέσων, ὧν ἔδει νὰ γένηται χρῆσις ἄνευ ὑπερβολικῶν δαπανῶν, ἐτράπημεν τὴν πολιτικὴν τῶν ἐπιδείξεων, ἡ ὁποία καὶ ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς τοσοῦτον μᾶς ἐζημίωσεν· ἐπτωχεύσαμεν, διότι συνωμολογήσαμεν ὑπέρογκα δάνεια καὶ κατεπονήσαμεν τὴν χώραν διὰ βαρυτάτης φορολογίας, θιγούσης καὶ αὐτὰ τὰ παραγωγικὰ κεφάλαια, ὅπως ἐπαρκῶμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων καὶ τῶν ἀναγκῶν ἐν μέρει αὐτῆς τῆς διοικήσεως καὶ ἐνῷ ἐπτωχεύσαμεν, ἐξακολουθοῦμεν τὸ αὐτὸ σύστημα τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν. Πρὸ μικροῦ ἐψηφίσαμεν νόμους αὐξάνοντας τὰς δαπάνας, καὶ καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν καὶ ἄλλους· ἐξακολουθοῦμεν τὴν αὐτὴν πολιτικὴν τῆς βαρυτάτης φορολογίας, ἥτις ἐπεβλήθη, ἵνα σώσῃ τὴν τιμὴν τῆς χώρας, τὴν ὁποίαν ὅμως ἀτυχῶς δὲν ἠδυνήθη νὰ σώσῃ. Καὶ ταῦτα διὰ τὸ παρελθόν. Εἰσέρχομαι ἤδη εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους εἶναι ὁ πρῶτος μετὰ τὸ νέον οἰκονομικὸν καθεστὼς καὶ παρουσιάζει καὶ μίαν καινοτομίαν. Τὸ σύστημα, τὸ κρατῆσαν μέχρι σήμερον, τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν φόρων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν βεβαιώσεων τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο πρόξενον τοσαύτης βλάβης εἰς τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικὰ, ὡς ἐκ τῆς πλημμελοῦς βεβαιώσεως τῶν φόρων, καὶ τὸ ὁποῖον ἄφινε μεγάλας καθυστερήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐν ταῖς κατόπιν χρήσεσιν οὔτε 35% δὲν ἀπέδιδον, τὸ σύστημα τοῦτο ἐγκατελείφθη, καὶ ὡς βάσις τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν ἐσόδων καθιεροῦται ἡ ἀπόδοσις τῶν φόρων τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν, ἐπὶ τῇ ἀναλογίᾳ τῆς ἀποδόσεως ἑκάστου αὐτῶν. Ἡ νέα αὕτη βάσις εἶναι ὀρθὴ καὶ ἀσφαλὴς, διότι ἡ τυχὸν καθυστέρησις δὲν νομίζω νὰ ὑπερβῇ τὸ ἓν ἢ καὶ ἓν καὶ ἥμισυ τοῖς ἑκατόν. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς νέας ταύτης ἀρχῆς ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1894 ὁρίζει ἔσοδα τακτικὰ 87,134,069, ἔξοδα δὲ 86,370,248, ἤτοι ἀφίνει περίσσευμα 763,921· ἀλλὰ μετὰ τὰς δηλώσεις τὰς γενομένας μεταγενεστέρως τὰ ἔξοδα ηὐξήθησαν εἰς 86,869,881, ὥστε τὸ περίσσευμα περιωρίσθη εἰς 269,287. Κατὰ μεταγενεστέραν δὲ δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τὸ περίσσευμα τοῦτο σχεδὸν ἐξαφανίζεται. Ἄν, κύριοι Βουλευταί, ὁ προϋπολογισμὸς κατὰ ἀλήθειαν ἦναι ἡ ἀκριβὴς πρόνοια ὅλων τῶν ἀναγκαίων ἐξόδων, ὡς ἐπίσης καὶ ἡ ἀκριβὴς πρόβλεψις τῶν ἐσόδων διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων, ὁ εἰσαχθεὶς προϋπολογισμὸς πληροῖ τὴν ἀλήθειαν ταύτην; Ἡ γενικὴ ἐπισκόπησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων δεικνύει, ὅτι ἐν αὐτῷ περιλαμβάνονται πᾶσαι αἱ δαπάναι κατὰ τοὺς ὀργανικοὺς νόμους διὰ τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν, διὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν φόρων, διὰ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους καὶ ἐν μέτρῳ πολὺ ἀνωτέρῳ τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι προεβλέφθησαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, ἤτοι κατὰ ποσὸν ἄνω τῶν 2 ἑκατομμυρίων· ὁ προϋπολογισμὸς προνοεῖ καὶ περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους καθ’ ὅσον ἐκανονίσθη διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου, προνοεῖ ἐπίσης καὶ περὶ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ μεταλλικοῦ τοῦ ἀναγκαιοῦντος διὰ τὴν εἰς χρυσὸν πληρωμήν. Ἐὰν ἡ πρόνοια ἦναι ἐπαρκὴς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, τοῦτο θέλει ἀποδείξει τὸ ἀποτέλεσμα τῶν διαπραγματεύσεων μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν πιστωτῶν κατὰ τὸν ὁριστικὸν συμβιβασμὸν, ὁ ὁποῖος φαίνεται θὰ παραταθῇ, διότι νομίζω, ὅτι αἱ ἀξιώσεις τῶν δανειστῶν δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐξομαλυνθῶσι ταχέως πρὸς τὸ συμφέρον καὶ αὐτῶν καὶ ἡμῶν, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ λαμβανομένη πρόνοια θὰ ᾖναι ἐπαρκὴς διὰ τὸ 1894· ἀλλ’ ἂν θὰ ἦναι ἐπαρκὴς ἡ πρόνοια καὶ διὰ τὴν νομισματικὴν διαφορὰν, τοῦτο εἶναι ἀμφίβολον, διότι ἡ βραδύτης τοῦ ὁριστικοῦ συμβιβασμοῦ μᾶς ἀποκλείει τὴν ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ πίστιν, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἡ κρίσις ἐπὶ τοῦ προϊόντος τῆς σταφίδος ἐλαττόνει κατὰ πολὺ τὴν εἰσαγωγὴν χρυσοῦ καὶ συναλλάγματος· ἡ δὲ ζήτησις παρὰ τοῦ Δημοσίου χρυσοῦ δραχ. 9,000,000 ἐκ τῆς ἀγορᾶς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ 5–6 ἑκατομμυρίων διὰ τὰς προμηθείας, πολὺ φοβοῦμαι ὅτι θὰ φέρῃ μείζονα ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος καὶ ἡ λαμβανομένη πρόνοια περὶ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς ἔσται ἀνεπαρκὴς, ἀλλὰ κατὰ πόσον θὰ ἦναι ἀνεπαρκὴς, δὲν δύναται νὰ ὁρισθῇ. Ὁ προϋπολογισμὸς δὲν προνοεῖ ἐπαρκῶς περὶ τῶν δαπανῶν τῆς ὁδοποιΐας· ἡ ζητουμένη πίστωσις δρ. 650,000 διὰ συντήρησιν τῶν ὁδῶν εἶναι ἀνεπαρκὴς, διότι ἡ αὐτὴ πίστωσις δὲν ἐπήρκεσεν οὔτε κατὰ τὸ 1893 καὶ ἐδόθη ἀναπληρωτικὴ δρ. 100,000, οὐδεὶς δὲ λόγος προβάλλεται, δικαιολογῶν τὴν μὴ ὑπέρβασιν, τοὐναντίον ὁ διορισμὸς ὁδοστατῶν θὰ ἀπαιτήσῃ μείζονα δαπάνην. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἡ ἐκ δρ. 450,000 πίστωσις διὰ τὴν ἀνακαίνισιν τῶν ὁδῶν δὲν θὰ ἦναι ἐπαρκὴς, διότι τοσαύτη ὑπῆρχε καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ ἐζητήθη ἀναπληρωματικὴ ἐξ 97,000, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ὑπέρβασις καὶ ἤδη...
§102ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ λόγος τῆς διαχειρίσεως.
§103ΚΑΪΡΗΣ. Καὶ ἦτο κακὴ ἡ διαχείρισις τῶν πρὸ ὑμῶν; ... Ἐπίσης νομίζω, ὅτι καὶ τὸ κονδύλιον τῶν 470,000 δραχ. διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν εἶναι ἀνεπαρκὲς, καὶ βεβαίως δὲν θὰ ζητηθῶσιν ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις 2,100,000, ὅπως εἰς τὸ 1893, ἀλλὰ πάντοτε θὰ ἐπέλθῃ ὑπέρβασις, ἀφοῦ πολλὰ ἔργα εἶναι ἐν τῷ γίγνεσθαι, ἡ δὲ πεῖρα ἀπέδειξε πάντοτε ὑπερβάσεις. Ὁ προϋπολογισμὸς δὲν προνοεῖ ποσῶς περὶ τῶν δαπανῶν κατασκευῆς τῶν σιδηροδρόμων, καὶ εἶναι σπουδαιοτάτη ἔλλειψις. Ἐγὼ δὲ ὑπολαμβάνω, ὅτι ἡ δαπάνη τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης εἶναι δαπάνη τακτικὴ, διότι τὸ δάνειον τὸ ἐλάβομεν καὶ τὸ ἐδαπανήσαμεν εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς βαρύνεται μὲ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, καὶ ἐὰν τὰ ἔργα δὲν ἐξακολουθήσωσι, βεβαίως πρέπει νὰ ἀναγραφῇ κονδύλιον διὰ τὴν συντήρησιν τῶν τελεσθέντων ἔργων, ὅπως μὴ καταστραφῶσιν. Ἀλλὰ διὰ τῆς γενομένης δηλώσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προτείνεται νὰ προστεθῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ νέα κεφάλαια: κατασκευὴ σιδηροδρόμων, γενικὰ ἔξοδα, ἀποζημιώσεις κτημάτων κλπ. ἄνευ καθορισμοῦ τῶν ποσῶν τῆς πιστώσεως, διότι μετὰ τὴν διαιτητικὴν ἀπόφασιν δὲν δύναται νὰ προσδιορισθῇ ἀπὸ τοῦδε ὁ τρόπος τῆς κατασκευῆς τῶν ὑπολειπομένων ἐργασιῶν, καὶ εἶναι προσῆκον νὰ ἀφεθῇ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα δι’ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς παρουσιασθησομένας ἀνάγκας, δαπανῶσα ἐκ τῶν περισσευμάτων τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους. Περιττὸν νὰ λεχθῇ πόσον ἔκθεσμον εἶναι τὸ μέτρον τοῦτον καὶ πόσον ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἡ Βουλὴ ψηφίζει κατ’ ἔτος ὅλα τὰ ἀναγκαῖα ἔξοδα καὶ ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα ἔσοδα διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων· ὁ δὲ Λογιστικὸς νόμος χορηγεῖ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς διὰ Β. Διατάγματος πιστώσεις ἀναπληρωτικὰς ἐπὶ τῶν κεφαλαίων καὶ ἄρθρων, περὶ ὧν αἱ προβλέψεις ἐγένοντο ἀνεπαρκῶς. Ἡ δαπάνη διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης εἶναι ἀναγκαία καὶ τακτικὴ, ὡς προεῖπον· ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν γενομένων μέχρι σήμερον ἐργασιῶν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ὁρίσῃ καὶ τί ποσὸν δύναται τὸ Κράτος νὰ δαπανήσῃ διὰ τὸ 1894, καὶ πρέπει νὰ ζητήσῃ τὴν περὶ τούτου πίστωσιν, διὰ νὰ γνωρίζωμεν ἐπὶ τέλους ποῖαι εἶναι αἱ ὁλικαὶ δαπάναι τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἂν ἀρκοῦν διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτοῦ οἱ ψηφιζόμενοι πόροι· ἄνευ τῆς τοιαύτης ἀκριβείας, ὁ προϋπολογισμὸς πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ προϋπολογισμὸς ἐν ἀληθείᾳ· ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς παρουσιάσῃ ἔλλειμμα, μόνον ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ψηφίσῃ τὸν πόρον πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἐλλείμματος. Πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ γνωρίζῃ τὸ ἔθνος τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τῶν ἐξόδων του· τοιαῦται ἄδειαι ἀπεριόριστοι, νὰ δαπανᾷ ἡ Κυβέρνησις δι’ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ὅσα ποσὰ ἐγκρίνῃ, νὰ συνομολογῇ δάνεια, εἶναι μέτρα αὐθαίρετα, μέτρα τὰ ὁποῖα ἔβλαψαν εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπαναληφθῶσι καὶ τώρα. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς δὲν προνοῇ περὶ τῶν οὐσιωδεστάτων τούτων, προνοεῖ ὅμως περὶ αὐξήσεως δαπανῶν εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ Ὑπουργεῖα. Διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ζητεῖ ἐπὶ πλέον τοῦ 1893 δρ. 1,022,000, καὶ τὸ μὲν ποσὸν 800,000 δραχμῶν δικαιολογεῖται, διότι ἀφορᾷ τὴν λειτουργίαν τῶν φόρων καὶ ἰδίως τῶν μονοπωλίων, ἀλλὰ ποσὸν 213,000 ἀφορᾷ εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ καὶ ἀμοιβὰς, καὶ δὲν δικαιολογεῖται, διότι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν ἐπιτρέπει δαπάνας τοιαύτας. Τὸ σήμερον ὑπάρχον προσωπικὸν, ἐὰν εἰργάζετο ὡς ὤφειλε, θὰ ἦτο ἐπαρκὲς, ὡς καὶ εἶναι. Τὸ ποσὸν λοιπὸν τῶν 9,960 δραχμῶν διὰ δύο τμηματάρχας, δι’ ἕνα ὑπουργικὸν γραμματέα καὶ δύο γραφεῖς νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀποῤῥίψῃ. Τὸ ποσὸν 27,500 δι’ ἐκτάκτους λογιστὰς παρὰ τῷ Συνεδρίῳ, καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀποῤῥιφθῇ. Ὅπως ἐλειτούργησεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Συνεδρίου μέχρι σήμερον, δύναται καὶ εἰς τὸ 1894 νὰ λειτουργήσῃ. Τὸ κονδύλιον τῶν 59,000 δραχμῶν δι’ ἀντιμισθίαν εἰσπρακτόρων πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ. Αὐτοὶ λαμβάνουν τὰ ποσοστά των· ἂν δὲ ἐπῆλθεν ἐλάττωσις τῶν εἰσπράξεων καὶ ἠλαττώθησαν τὰ ποσοστὰ, ἂς ἀρκεσθῶσι καὶ εἰς ὀλιγώτερα. Ἡ προσθήκη δραχ. 14,000 δι’ ἀντιμισθίαν ἐκτάκτων ἐργατῶν τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου εἶναι περιττὴ, καὶ γνωρίζομεν ὁποία κατάχρησις γίνεται ἐπὶ τῶν ἐκτάκτων αὐτῶν ἐργατῶν. Τὸ κονδύλιον 50,000 διὰ τελωνοσταθμάρχας πρέπει νὰ διαγραφῇ· τὰ καθήκοντά των δύνανται κάλλιστα νὰ ἀνατεθῶσιν εἰς τὴν τελωνοφυλακὴν, ἥτις τὰ ἐκπληροῖ εἰς πολλὰ μέρη. Πίστωσις περιπλέον 14,000 δραχ. διὰ τοὺς καταδιώκτας τῶν λαθρεμπορίων εἶναι ἀποῤῥιπτέα, διότι ἡ ὑπάρχουσα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑπεραρκεῖ. Ἡ ἐκ δραχμῶν 28,000 προσθήκη δι’ ἀμοιβὴν ἐφόρων πρὸς σύνταξιν ἐκκαθαρίσεων χρέους δηλωθεισῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν νὰ ἀποῤῥιφθῇ, διότι ἡ ὑπάρχουσα νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκοῦσα. Ἡ κατὰ προσθήκην πίστωσις δραχμῶν 55,000 διὰ δικαιώματα κλητήρων κλπ. πρὸς ἐκτέλεσιν νόμων περὶ παραχωρήσεως γαιῶν πρέπει νὰ ἀποῤῥιφθῇ, διότι δὲν εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐκδοθῶσι κατὰ τὸ 1894 παραχωρητήρια 60,000. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ζητεῖ ἐπὶ πλέον πιστώσεις δραχ. 46,000, ἀλλὰ δὲν βλέπω τὸν λόγον τῆς αὐξήσεως τῆς πιστώσεως κατὰ δρ. 14,000 διὰ τὰ παράσημα· ἡ ὑπάρχουσα πίστωσις τῶν δρ. 10,000 ἀρκεῖ δι’ ὅσα παράσημα ἔχει τυχὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπονείμῃ εἰς ξένους διὰ τοὺς πρέποντας λόγους, ὥστε καὶ αὐτὴ πρέπει νὰ ἀποῤῥιφθῇ ἡ ἐπὶ πλέον πίστωσις δρ. 4,000 διὰ τὰ γραφικὰ ἔξοδα τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας δὲν δικαιολογεῖται· ἀρκοῦσα εἶναι ἀρχικὴ πίστωσις τῶν δραχ. 7,000. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦναι νὰ μὴ πραγματοποιήσῃ τὰς ψηφισθείσας προξενικὰς αὐξήσεις καὶ νὰ ἀναβάλῃ αὐτὰς εἰς εὔθετον χρόνον. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ζητεῖ ἐπὶ πλέον πιστώσεις δρ. 365,203. Ὅσαι ἀφορῶσι τὴν μεταφορὰν καταδίκων, τὴν διατροφὴν ὑποδίκων καὶ καταδίκων, τὰς ἀποζημιώσεις μαρτύρων κλπ. δικαιολογοῦνται· ἀλλὰ τὸ ποσὸν 20,000 δὲν δικαιολογεῖται. Περιττοὶ εἶναι οἱ δύο κατὰ προσθήκην ὑπογραμματεῖς Ἐφετείου Ἀθηνῶν, οἱ τέσσαρες Εἰσαγγελεῖς, διότι τὰ εἰσαγγελικὰ καθήκοντα, ὅπως ἐξεπληρώθησαν ἕως τώρα, δύνανται καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ ἐκπληρωθῶσι, καὶ ἡ ζητουμένη ἐπὶ πλέον πίστωσις δρ. 21,400 πρέπει νὰ ἀποῤῥιφθῇ. Ἡ πίστωσις δραχ. 5,000 διὰ δημοσίευσιν τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν εἶναι κατεπείγουσαι. Αἱ ἀποφάσεις αὗται ἔπαυσαν πρὸ ἐτῶν νὰ δημοσιεύωνται· ἐὰν καθυστερήσουν ἀκόμη ἓν ἔτος, δὲν θὰ ἐπέλθῃ βλάβη τις εἰς τὴν νομολογίαν. Αἱ ἐπὶ πλέον πιστώσεις ἐκ δρ. 4,000 δι’ ἐνδεχομένην ἀγορὰν συγγραμμάτων καὶ ἐπιθεωρητὴν τῶν δικαστικῶν γραφείων εἶναι ἄσκοπος ἐπὶ τοῦ παρόντος καὶ ἀποῤῥιπτέα. Αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὸ πλεῖστον δικαιολογοῦνται. Ἀλλὰ δαπάνη 54,000 δραχ. ἀφορῶσα προσθήκην προσωπικοῦ, ἤτοι ἑνὸς τμηματάρχου, δύο ὑπουργικῶν γραμματέων, ἑνὸς γραφέως, ἑνὸς ὑποδιευθυντοῦ αʹ τάξεως, ἑνὸς ἐπιθεωρητοῦ τηλεγραφικῶν γραμμῶν καὶ ἑνὸς κλητῆρος κεντρικῆς ἀποθήκης, ὡς ἐπίσης 15 τηλεγραφικῶν βοηθῶν αʹ τάξεως καὶ εἴκοσιν ἐπὶ πλέον ἐκτάκτων ὑγειονομικῶν φυλάκων εἶναι περιττή· δὲν δικαιολογοῦνται αἱ πιστώσεις αὗται ὡς ἐκ τῆς παραλυτικῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας...
§104ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ ἐνομοθετήθησαν.
§105ΚΑΪΡΗΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ δύνανται νὰ μὴ ἐκτελεσθῶσι... Δὲν ἐννοῶ ἐπίσης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τὴν προσθήκην 81,000 δραχμῶν διὰ 150 ἐπὶ πλέον πρὸς τοὺς ὑπάρχοντας 700 γραμματοδιδασκάλους. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς διαγραφῆς ὁλοκλήρου τοῦ κονδυλίου τῶν 460,000. Εἶναι ἄσκοπον νὰ ἐξοδεύωμεν διὰ γραμματοδιδασκάλους τοσοῦτον ποσὸν, ἐνῷ δὲν χρησιμεύουν εἰς τίποτε· δύνανται μόνον νὰ συγκεντρώνουν τὰ μικρὰ παιδία ἐν στενῷ καὶ ἀθλίῳ χώρῳ, ὅπου καὶ βλάπτεται ἡ ὑγεία των, δὲν δύνανται ὅμως οὔτε εἰς τὴν στοιχειωδεστάτην ἐκπαίδευσιν νὰ ὦσι χρήσιμοι. Πρέπει νὰ διαγραφῇ ἐντελῶς τὸ κονδύλιον αὐτὸ καὶ εἶναι καιρὸς νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ δαπάνη, ἥτις δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν ἢ σκοπὸν περιθάλψεως, ἀλλὰ τὸ Κράτος δὲν εἶναι εἰς θέσιν σήμερον νὰ χορηγῇ 460,000 δραχμὰς διὰ τοιούτους σκοπούς. Ἐπίσης ὁ διπλασιασμὸς τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Διδασκαλείου εἶναι ἄσκοπος πολυτέλεια. Ὅπως ἐλειτούργησε πέρυσι, δύναται νὰ λειτουργήσῃ καὶ κατὰ τὸ παρὸν ἔτος. Αὐταὶ αἱ οἰκονομίαι ἐν συνόλῳ ἀποτελοῦσι ποσὸν 800,000 δραχ. καὶ ἡ δαπάνη αὐτῶν δὲν δικαιολογεῖται σήμερον, οὔτε εἶναι δαπάναι, αἵτινες βελτιόνουσι τὴν ὑπηρεσίαν, εἶναι δαπάναι μόνον πρὸς ἱκανοποίησιν προσώπων. Καὶ ἑτέραν παρατήρησιν ἔχω. Ἀφοῦ τὸ Κράτος εὑρίσκεται ἐν πτωχεύσει, δὲν εἶναι πρέπον οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ διατηρῶσιν ἁμάξας. Τὸ ἔξοδον τῶν ἁμαξῶν τῶν Ὑπουργῶν, ὡς καὶ τὸ τοῦ σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀθηνῶν, ὅστις ἔχει ἐπιμίσθιον καὶ ἀρκούσας ἀποδοχὰς, ἀνέρχεται εἰς 40,000· τοιαύτη οἰκονομία, ὡς εὑρισκόμεθα, δὲν εἶναι ἀποῤῥιπτέα. Καὶ ἄλλοτε τὸ μέτρον αὐτὸ τῆς καταργήσεως τῶν ἁμαξῶν εἶχε ληφθῆ· διατὶ νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ καὶ σήμερον; Ἐν συνόλῳ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ 1894 βεβαίως εἶναι ἀκριβέστερος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ καθ’ ὅλα εἰλικρινὴς, διότι δι’ ὅσων εἶπον δὲν παρίσταται ἐν αὐτῷ πλήρης ἡ εἰκὼν τῆς ἀληθείας τῶν πραγματικῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, ἐὰν δὲ ἡ ἀρετὴ ἑνὸς προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ ᾖναι ἡ πραγματικὴ ἀλήθεια αὐτοῦ, τῆς ἀρετῆς ταύτης στερεῖται ὁ παρὼν προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων. Καὶ ἐὰν τοιοῦτος ᾖναι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων, ὁποῖός τις εἶναι ὁ τῶν ἐσόδων; Ἡ καθιερουμένη τὸ πρῶτον ἤδη ἀρχὴ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν ἐσόδων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπράξεων καὶ ἐπὶ τῇ ἀναλογίᾳ τῆς ἀποδόσεως τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν εἶναι ἀρχὴ ἐπαινετὴ καὶ πρακτική. Διερχόμενός τις τὰ διάφορα κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, οὐδαμοῦ εὑρίσκει τὸ ὑπερβολικὸν καὶ ἐκ τῆς ἐκτιμήσεως τῆς ἀποδόσεως εἴτε ἐπὶ πλέον εἴτε ἐπὶ ἔλαττον, διότι ἐφ’ ἑκάστου φόρου ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ποῦ μὲν ἡ πρέπουσα ἀναλογία τῆς ἀποδόσεως, ποῦ δὲ ὁ εἰδικὸς λόγος τοῦ καθορισμοῦ τοῦ φόρου· ἀλλὰ πρὸ τοῦ κεφαλαίου Βʹ τοῦ ἄρθρου 1 «τελωνειακὸς δασμὸς εἰσαγωγῆς» σταματῶν τις, δύναται νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἀπορίαν του, διατὶ οἱ τελωνειακοὶ δασμοὶ, οἱ ὁποῖοι εἰς τὰ 1890 ἀπέδοσαν 24,483,078, εἰς τὰ 1891 δρ. 26,066,291, εἰς τὰ 1892 26,758,169, εἰς τὰ 1893 δρ. 22,303,838, καίτοι ηὐξήθησαν ἐπί τινων εἰδῶν οἱ εἰσαγωγικοὶ δασμοὶ, διατὶ εἰς τὰ 1894 θὰ ἀποδώσουν μόνον 18,000,000; Βεβαίως ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας, ἥτις ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι ἡ αὐτὴ, δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι οἱ εἰσαγωγικοὶ δασμοὶ τοῦ 1894 θὰ ὑπερβῶσι τοὺς δασμοὺς τοῦ 1893, ἀλλ’ ἡ κατὰ 4,303,000 ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰ εἶναι ὑπερβολικὴ, καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει ὑπὸ ποῖον φόβον εὑρίσκεται ἔτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡς ἐκ τῶν ἀπροσδοκήτων ἀποτελεσμάτων τῆς βʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1893. Ἀλλ’ ὁ φόβος οὗτος, ὅσῳ δεδικαιολογημένος καὶ ἂν ᾖναι, εἶναι ὑπερβολικός. Βεβαίως οἱ εἰσαγωγικοὶ δασμοὶ τοῦ 1894 δὲν θ’ ἀποδώσωσιν ἴσως τὰ αὐτὰ ποσὰ τοῦ προηγουμένου ἔτους, εἰ καὶ ὁ Ἰανουάριος ἐ. ἔ. ἀπέδωκε πλέον τοῦ ὁμωνύμου 1893 δραχ. 55.000, ἀλλὰ πάντως μικρὸν θὰ ὑπολειφθῶσιν· ἐν τῷ συνόλῳ ὅμως τοῦ καθορισμοῦ τῶν φόρων ἐλπίζω νὰ ἐπέλθῃ ἐξίσωσις, καὶ ἀποκρούεται πᾶσα ὑπόνοια, ὅτι ὁ καθορισμὸς τῶν φόρων ὑποκρύπτει ὑστεροβουλίαν τινά. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, καθόσον ἡ παρατηρουμένη ἀδιαφιλονεικήτως κατάπτωσις τῆς ἀποδόσεως τῶν φόρων αἴρει ἀφ’ ἑαυτῆς τὴν τοιαύτην ὑπόνοιαν· καὶ πρὸς τί ἡ ὑπόνοια αὕτη, ὅταν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας ᾖναι ὁποίαν πάντες τὴν ἀντιλαμβανόμεθα; Ἡ χώρα διατελεῖ ὑπὸ κρίσιν ἐμπορικήν, βιομηχανικήν, γεωργικήν, νομισματικήν. Τοιαύτην κρίσιν ἔχων ὑπ’ ὄψιν, βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ προσδοκῶ, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ 1893 θὰ ὑπερβῶσι τὰ προϋπολογιζόμενα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν συμμερίζομαι τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι θὰ ὑπερβῶσιν αὐτά. Μὴ λησμονῶμεν, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἡ χώρα, πρὸς τῇ οἰκονομικῇ κρίσει, ἣν διανύει, ἡ χώρα εὑρίσκεται καὶ εἰς καταπόνησιν ἐκ τῆς βαρυτάτης φορολογίας, εἰς ἣν ὑπεβλήθη καὶ ὑπόκειται. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1894 στηρίζεται ἐπὶ τῆς αὐτῆς φορολογίας, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίζετο καὶ ὁ τοῦ 1893 καὶ ὁ τοῦ 1892. Ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος εἶναι, ὡς καὶ οἱ πρὸ αὐτοῦ, προϋπολογισμὸς ἐπαρκείας τῆς χώρας διὰ τὴν ἀκεραίαν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών της, καὶ ἐν τούτοις σήμερον μόλις δύναται νὰ ᾖναι προϋπολογισμὸς ἐπαρκὴς τῆς ἀνεπαρκείας. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἡ χώρα δὲν δύναται νὰ βαστάσῃ ἐπὶ πλέον τοιαύτην βαρυτάτην φορολογίαν, καὶ δὲν δύναται ν’ ἀποδώσῃ ὅσα προσδοκᾷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ν’ ἀποδώσῃ. Καὶ πῶς δύναται ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, εἰς τοὺς δήμους καὶ εἰς τόσα ἄλλα εἰδικὰ ταμεῖα ποσὸν περίπου 125,000,000 ἐτησίως, ὅταν τὸ σύνολον τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, κατὰ τὰς βασίμους στατιστικὰς πληροφορίας τῶν εἰδότων, δὲν ὑπερβαίνῃ τὰ 500,000,000, καὶ ἡ τοιαύτη φορολογία ἀφαιρῇ τὸ ¼ τῆς ὅλης ἐθνικῆς παραγωγῆς; Τοιαύτη τερατώδης φορολογία εἰς κἀνὲν Κράτος τοῦ κόσμου δὲν ὑπάρχει. Καὶ πῶς θέλετε νὰ μὴ καταπονηθῇ ἡ χώρα ἐπὶ τόσα ἔτη, οὕτως ἀσπλάγχνως φορολογουμένη; καὶ πῶς νὰ μὴ καταπίπτῃ ἀπὸ μῆνα εἰς μῆνα ἡ ἀπόδοσις τῶν φόρων; Αἱ προσδοκίαι λοιπὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ ἀποδόσεως τῶν φόρων κατὰ ἑκατομμύρια πέραν τῶν προϋπολογιζομένων διὰ τῆς ἐλπιζομένης βελτιώσεως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, καὶ ὅτι θὰ δυνηθῶμεν ἐκ τῶν περισσευμάτων τούτων νὰ φανῶμεν γενναιότεροι εἰς τοὺς δανειστὰς καὶ νὰ περιορίσωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἢ καὶ νὰ ἄρωμεν τὴν νομισματικὴν ἀνωμαλίαν, αἱ τοιαῦται προσδοκίαι νομίζω ὅτι θὰ ᾖναι εὐλαβεῖς πόθοι, καὶ θὰ ᾖναι τοιοῦτοι, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δὲν προβῇ εἰς τὴν ἀναγκαίαν ἐργασίαν πρὸς πραγματοποίησιν αὐτῶν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1894, ὡς πρῶτος μετὰ τὸ νέον οἰκονομικὸν καθεστώς, δὲν ὤφειλε νὰ ὑποβληθῇ οἷος ὑπεβλήθη, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν πραγματοποιηθῶσιν ὅλαι αἱ δαπάναι, περὶ ὧν ἐμνήσθην, βεβαίως ὁ προϋπολογισμὸς θ’ ἀπολήξῃ εἰς ἔλλειμμα, ἀλλ’ εἰς ποῖον ποσὸν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ. Ἡ σημερινὴ κατάστασις ἀπῄτει, ἵνα ἐν τῇ γενικῇ ὑπηρεσίᾳ ἐπιτευχθῶσι γενναῖαι οἰκονομίαι. Ἀλλὰ γενναῖαι οἰκονομίαι καὶ εὐρεῖαι, ὡς ἔχουσι νῦν τὰ πράγματα, εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνωσι σήμερον, ἄνευ ὀργανικῶν μεταῤῥυθμίσεων εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως, ἤτοι ἐν τῷ κλάδῳ τῷ διοικητικῷ, ἐν τῷ κλάδῳ τῷ δικαστικῷ, τῷ ἐκπαιδευτικῷ, τῷ ἐξωτερικῷ, τῷ οἰκονομικῷ ἀκόμη καὶ ἐν αὐτῷ τῷ στρατιωτικῷ. Καὶ τὰς μεταῤῥυθμίσεις ταύτας ὑπέδειξεν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς πρὸ ἑνὸς ἔτους ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἄρτης κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, καὶ αἱ μεταῤῥυθμίσεις αὗται οὐ μόνον βελτιοῦσι τὴν καθόλου διοίκησιν, οὐ μόνον ἀσφαλίζουσι τὴν δημοσίαν τάξιν, οὐ μόνον ἐγγυῶνται τὴν ταχυτέραν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, οὐ μόνον προάγουσι τὴν πνευματικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἐλαφρύνουν καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον σημαντικῶς, καὶ ἐπιτρέπουν εἰς τὸ Κράτος νὰ σκεφθῇ ἀνετώτερον καὶ περὶ τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν δανειστῶν του καὶ πρὸ πάντων περὶ ἀναπτύξεως τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων αὐτοῦ, διότι ἄνευ τῆς τοιαύτης ἀναπτύξεως πραγματικὴ βελτίωσις τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως ἀδύνατος· ἄνευ τῶν ὑποδειχθεισῶν ὀργανικῶν αὐτῶν μεταῤῥυθμίσεων ἐν τῇ καθόλου διοικήσει, καὶ παραλλήλως ἄνευ τῆς μεταῤῥυθμίσεως καὶ βελτιώσεως τῆς ὑφισταμένης καταθλιπτικῆς φορολογίας πρὸς ἐλάφρυνσιν τοῦ καταπεπονημένου καὶ ἐξηντλημένου Ἑλληνικοῦ λαοῦ κατὰ τρόπον καθιστῶντα δυνατὴν τὴν παροχὴν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τῶν ὅσων δύναται ὁ τόπος νὰ συνεισφέρῃ ἄνευ περαιτέρω καταπονήσεως, καὶ ὅσων ἀρκοῦσι διὰ τὰς ἀπαραιτήτους τοῦ Κράτους ἀνάγκας, μὴ ἐλπίσωμεν ὅτι θὰ δυνηθῶμεν νὰ ὀρθοποδήσωμεν, μετὰ τὴν ὁποίαν ὑπέστημεν πτώχευσιν, ἢ νὰ βαδίσωμεν στεῤῥῷ τῷ ποδὶ πρὸς τὴν ἐντελῆ ἀνάῤῥωσιν· ἀλλὰ δυστυχῶς ὀλίγας ἐλπίδας ἔχω περὶ τῶν τοιούτων μεταῤῥυθμίσεων, ἢ μᾶλλον οὐδεμίαν ἔχω ἐλπίδα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν, εἶπε σαφῶς, ὅτι δὲν ἐννοεῖ τὸ παράπαν νὰ θίξῃ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Κράτους, ἢ νὰ θέσῃ τὴν χεῖρα ἐπὶ τῆς φορολογίας, ὅτι τοὐναντίον νομίζει, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἔχει ἀνάγκην μεγαλειτέρας ἀναπτύξεως καὶ βελτιώσεως διὰ τῆς αὐξήσεως καὶ τοῦ προσωπικοῦ καὶ τῆς μισθοδοσίας του, καὶ ὅτι, ἂν ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμῷ μικρὸν μόνον ἔξοδον προσέθηκεν ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ, εὐθὺς ὡς τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους τῷ ἐπιτρέψωσι μεγαλειτέρας δαπάνας, δὲν θὰ παραλείψῃ τὴν προσθήκην αὐτῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐννοεῖ, ὡς βλέπετε, νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ αὐτὸ σύστημα, τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, βραδύτερον δὲ τὴν ἐπιβολὴν φόρων, ἴσως καὶ τὴν συνομολόγησιν νέων δανείων, ἐὰν τῷ ᾖναι δυνατόν. Ἐξακολουθεῖ τὴν αὐτὴν πολιτικὴν, ἡ ὁποία μᾶς ἔφερεν εἰς τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου, καὶ θὰ μᾶς φέρῃ καὶ ἐκ δευτέρου πολὺ ταχύτερον ἢ πρὶν, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ αὐτὴ ὡς νῦν πολιτικὴ κατάστασις. Πάντως ἤλπιζον, ὅτι μετὰ τὴν ἀναστολὴν τῶν χρεωλυσίων, μετὰ τὴν περικοπὴν τῶν τόκων κατὰ 70% τῶν εἰς μεταλλικὸν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θὰ ἐλησμόνει τὰ πρόσθετα τέλη, τὰ ἐπιβληθέντα κατὰ τὸ 1887 καὶ 1891 ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν δασμῶν λόγῳ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, καὶ ὅτι, ἀφοῦ αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους εἰς μεταλλικὸν περιωρίσθησαν εἰς 9,500,000, ἤθελε κατὰ τοσοῦτον ἐλαφρυνθῆ καὶ ἡ κατανάλωσις, καταργουμένων τῶν προσθέτων τούτων τελῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν μὲν ἐλάφρυνσιν ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων ἐπεδίωξεν, ἀλλὰ τὴν ἐλάφρυνσιν τῆς καταναλώσεως ἀποκρούει. Καὶ τί κωλύει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ καταργήσῃ τὰ πρόσθετα ταῦτα τέλη; ὁ φόβος μὴ οἱ δανεισταὶ γεννήσωσι δυσχερείας κατὰ τὸν ὁριστικὸν συμβιβασμόν; Οὐδεὶς φόβος ὑπάρχει, διότι τὰ πρόσθετα τέλη δὲν εἶναι τακτικὸς φόρος, εἶναι προσθήκη λόγῳ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, ἑπομένως, ἀφοῦ αἱ εἰς μεταλλικὸν ὑποχρεώσεις μας ἠλαττώθησαν, πρέπει νὰ ἐλαττωθῶσι καὶ τὰ διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ μεταλλικοῦ πρόσθετα τέλη ἀναλόγως· οὐδὲν κωλύει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἢ ὁ πόθος τῆς πλεονεξίας, τὸν ὁποῖον ἐξεδήλωσεν, εἰς τὸ νὰ κρατῇ τὸ Κράτος πᾶν ὅ,τι παρανόμως κατὰ τὴν Κυβέρνησιν ἐκ τῶν εἰς χρυσὸν φόρων εἰσέπραξε. Καὶ ἐμνήσθην αὐτῶν τῶν περιστατικῶν, ἵνα ἀποδείξω πόσον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν μεριμνᾷ καὶ δὲν σκέπτεται περὶ ἐλαφρύνσεως τοῦ καταπεπονημένου Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐκ τοῦ βάρους, εἰς ὃ πρὸ πολλοῦ εὑρίσκεται. Συμπεραίνων, Κύριοι, λέγω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1894 στηρίζεται ἐπὶ τῆς αὐτῆς φορολογίας καὶ ἐπὶ τῶν αὐτῶν ὀργανικῶν νόμων, μὲ μόνην τὴν ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ δύναται νὰ ᾖναι προϋπολογισμὸς ἐπαρκὴς διὰ τὴν χρῆσίν του, ἀλλὰ δὲν εἶναι προϋπολογισμὸς ἐπαρκὴς διὰ τὸ μέλλον τῆς χώρας· εἶναι προϋπολογισμὸς ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων, ὡς καὶ οἱ πρὸ αὐτοῦ, οἵτινες μᾶς ἔφεραν εἰς τὸ ἀπαίσιον ἀτύχημα τῆς 10 Δεκεμβρίου π. ἔ. Εὔχομαι δὲ εἰς τοιοῦτον ἀτύχημα νὰ μὴ περιέλθῃ καὶ ἐκ δευτέρου ἡ Πατρὶς, διότι τοιοῦτον ἀτύχημα θέλει εἶσθαι οὐ μόνον ὁ οἰκονομικὸς, ἀλλὰ καὶ ὁ πολιτικὸς τάφος αὐτῆς.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§107ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σπουδάζοντες, κύριε Πρόεδρε, λέγετε τοῦτο; Ἀφοῦ ἐπὶ μίαν δεκαετίαν περιήγαγε τὸν τόπον ἡ Κυβέρνησις, εἰς ἣν θέσιν τὸν περιήγαγε... θόρυβος).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ συζήτησιν εἶναι ὁ προϋπολογισμός.
§109ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θέλετε εἰς μίαν ἑσπέραν νὰ ὑφαρπάσητε τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς; (θόρυβος).
§110ΜΑΝΕΣΗΣ. Πρὸ τριῶν ἡμερῶν ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν διαφόρων πινάκων παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ δὲν τοὺς κατέθεσε· πῶς δυνάμεθα ἄνευ αὐτῶν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν;
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς ἔχει τὸν λόγον;
§112ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπισπεύδει τὴν λῆξιν τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§113ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι.
§114ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν θὰ εἴχομεν ἀντίῤῥησιν νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ἀπόψε ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἀπαντήσῃ εἰς τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄνδρου, καὶ τότε μένομεν. Δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ καταδικασθῶμεν πάλιν εἰς μονολογίαν. Πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ νὰ προβῇ ἡ συζήτησις κανονικῶς. Ἄν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἦναι εἰς θέσιν ἀπόψε νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἡμεῖς ζητοῦμεν τὴν ἀναβολὴν δι’ αὔριον, ὅτε θὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς Λοκρίδος.
§115Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ δυσχέρεια δὲν προέρχεται ἐκ τοῦ λόγου, ὃν ὑποθέτει ὁ κ. Βουλευτής, ἀλλὰ διότι δὲν ἐργαζόμεθα ἐπαρκῶς. Εἰσήλθομεν εἰς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ μόλις περὶ τὴν 8ην καὶ εἶναι ἤδη ἐννάτη, ἐὰν δ’ ἐργαζώμεθα ἐπὶ μίαν ὥραν καθ’ ἑσπέραν εἰς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν τελειόνομεν οὐδὲ μετὰ παρέλευσιν μηνός. Ἐννοοῦμεν λοιπὸν νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἡμεῖς τοὐλάχιστον εἴμεθα διατεθειμένοι, ἵνα συντελέσωμεν, ὅπως γίνηται καθ’ ἑκάστην ἐργασία 4 ἢ 5 ὡρῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τοῦτο παρὰ πᾶσι τοῖς Κοινοβουλίοις γίνεται, καὶ πιστεύω, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος, ὅπως μὴ γίνηται παρ’ ἡμῖν. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀποδίδοντες πολλὴν σημασίαν εἰς τὸν ἔλεγχον, ἐζήτησαν, ὅπως ὁ ἔλεγχος γίνηται καὶ τὴν πρωίαν καὶ τὴν ἑσπέραν, καὶ εἰς πάντα ταῦτα ἐδείχθημεν πρόθυμοι· ἀλλ’ ὅταν διὰ τοῦ ἐλέγχου κατορθῶμεν νὰ μὴ ἔχωμεν συζήτησιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὅταν τὴν πρωίαν δὲν ἠδυνήθημεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅταν τὴν ἑσπέραν εἰσελθόντες εἰς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, μόνον ἐπὶ μίαν ὥραν συνεζητήσαμεν, ἀναγκαζόμεθα νὰ παραμείνωμεν ἐνταῦθα, ἵνα ἀποδείξωμεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν. Βεβαίως οὐδένα θὰ εἴχωμεν ἡμεῖς λόγον, ἵνα μὴ ἀναβάλωμεν αὐτὴν εἰς τὴν αὔριον, ὅπως ὁμιλήτωσι καὶ ἕτερα μέλη ἐκ τῆς μειονοψηφίας, πρὶν ἢ ἀπαντήσῃ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας· διότι τοῦτο θὰ ἦτο κανονικόν· ἀλλ’ ἐὰν ἤδη διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν, θέλομεν ἀποδείξει, ὅτι θεωροῦμεν αὐτὴν ἀρτίαν, διαρκέσασαν μόλις μίαν ὥραν. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν, ὅτι αἱ συνεδριάσεις ἡμῶν πρέπει κανονικῶς νὰ ἔχωσιν ὡρισμένην τινὰ διάρκειαν. Ἐὰν εἰς τοῦτο συμφωνῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις, δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτητιν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, καὶ αὔριον νὰ ἐπαναλάβωμεν αὐτήν· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ παραμείνῃ ἐπὶ πολὺν ἔτι χρόνον συνεδριάζουσα, καὶ ἂν προβαίνωμεν εἰς τὰ τῆς συζητήσεως κατὰ τὰς ἑπομένας συνεδριάσεις καθ’ ὃν τρόπον προέβημεν εἰς αὐτὴν ἀπόψε, διακόψωμεν δὲ ἤδη, βεβαίως θὰ ἐξαναγκασθῶμεν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας διὰ παννυχίδων νὰ ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμόν, ὅπερ, νομίζω, θὰ ἦναι ἄτοπον.
§116ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχομεν κἀμμίαν ἀντίῤῥησιν εἰς τὸ νὰ παρατείνωνται περισσότερον ἢ ὅσον παρατείνονται μέχρι τοῦδε αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς· νομίζομεν ὅμως, ὅτι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη, νὰ συνεδριάζωμεν δὶς τῆς ἡμέρας, ἀντὶ νὰ διευκολύνῃ, δυσχεραίνει τὴν ἐργασίαν, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ συνερχώμεθα δίς, δυσχεραίνει δὲ καὶ αὐτὸν τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ νὰ ἐργάζηται περισσότερον ἡ Βουλὴ παρ’ ὅσον ἐργάζεται· διότι δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι, ἂν ἀντὶ τῆς 9ης ἢ τῆς 10ης ἡ πρωινὴ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς ἄρχηται περὶ τὴν 11ην, τοῦτο δὲν ὀφείλεται ὅλως εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἀλλ’ ὀφείλεται καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς φίλους αὐτῆς, ὀφείλεται κυρίως εἰς τὸ ὅτι εἶναι ἀδύνατον οἱ Βουλευταὶ νὰ παραμένωσιν ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας καὶ μέχρι νυκτός. Θὰ ἐνόουν τὴν ἐργασίαν πραγματικὴν, ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤρχοντο αἱ συνεδριάσεις ἀπὸ τῆς 4ης μ.μ. ὥρας καὶ παρετείνοντο μέχρι τῆς 9ης ἢ καὶ τῆς 10ης, ἀναλόγως τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἤθελον λάβει τὸν λόγον. Ἀλλ’ ἐὰν ματαιοποιῶμεν εἰς τὸ νὰ ἔχωμεν δὶς τῆς ἡμέρας συνεδρίασιν, ἐὰν ἐρχώμεθα καὶ χάνωμεν τὸν καιρόν μας ἀπὸ τῆς 9ης μέχρι τῆς 11ης, τὴν 11ην δὲ μόνον ἀρχώμεθα τῆς συνεδριάσεως, φεύγοντες τὴν 1 μετὰ μεσημβρίαν, βεβαίως ὁ τρόπος οὗτος τοῦ κανονισμοῦ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι πρακτικός, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν, παρὰ νὰ ἀποδώσῃ τ’ ἀποτελέσματα, δι’ ἃ παραπονεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὰ ὁποῖα θέλει νὰ κατανείμῃ εἰς βάρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Νὰ κανονισθῇ λοιπὸν ὡς χρόνος τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως ἡ τετάρτη ὥρα μετὰ μεσημβρίαν.
§117ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Νὰ ἔρχησθε.
§118ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ ἔρχωνται οἱ κύριοι Ὑπουργοί. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβές, ὅτι δὲν ἔρχονται οἱ Βουλευταί· διότι ὁσάκις ἐτέθη χρονικὸν ὅριον τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως, πάντοτε ἐπετεύχθη ἡ ἔναρξις τῆς συνεδριάσεως κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχει εἷς ἄλλος λόγος, ὁ ὁποῖος δίδει ἀκριβῶς ἀφορμὴν εἰς τὴν κωλυσιεργίαν· διότι ἡμεῖς εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ μὴ μετέχωμεν τῆς τακτικῆς, τῆς ὁποίας μετέχουν οἱ πλεῖστοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν τῆς Συμπολιτεύσεως, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ λαμβάνωμεν τὸν λόγον, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ λαμβάνωμεν τὸν λόγον ὀφείλομεν ἀκριβῶς νὰ ἐργαζώμεθα καὶ νὰ μελετῶμεν κατ’ ἰδίαν· ἀλλ’ ὅταν μᾶς καταναλίσκητε ὁλόκληρον τὴν ἡμέραν καὶ τὴν νύκτα ἀκόμη καὶ ματαιοπονῶμεν συνεδριάζοντες ἄνευ σκοποῦ, μὴ ἔχετε κἀμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀντίδρασις, ἡ ὁποία ἐπέρχεται. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον βλέπετε τὴν παράλυσιν αὐτὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς· καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ παράλυσις αὕτη· διότι, ἐὰν δὲν κατηναλίσκομεν καθ’ ἡμέραν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ καταρτισμοῦ δύο συνεδριάσεων 4 ὥρας, περιπλανώμενοι ἐντὸς τῶν διαδρόμων τοῦ Βουλευτηρίου, βεβαίως ἠθέλομεν χρησιμοποιήσει τὸν χρόνον αὐτὸν, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖος, ἵνα παραστήσωμεν τὰς γνώμας ἡμῶν εἰς τὴν Βουλήν. Συμπεραίνων λέγω, ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς θέλων νὰ ἀντιδράσῃ εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ καταλογίσητε εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὴν παράλυσιν τῶν συνεδριάσεων, διότι ἡ παράλυσις αὕτη εἶναι ἀναγκαία συνέπεια τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη, τῶν διπλῶν συνεδριάσεων. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ ἄρχωνται αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς ἀπὸ τῆς 4ης ὥρας, ἡμεῖς δὲν θὰ λείψωμεν ἀπὸ τοῦ νὰ ἤμεθα ἐνταῦθα, καὶ νὰ συντρέχωμεν εἰς τὴν ἀπαρτίαν.
§119Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐννοεῖται ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν τὸ ἔργον ἡμῶν, ἐὰν μὴ ἔχωμεν καθημέραν δύο συνεδριάσεις, διότι ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ προϋποθέτει τὴν ψήφισιν μέτρων τινῶν ἐκ τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἥτις ἤδη κατὰ τὸ πλεῖστον περιέχει νομοσχέδια ἐκ τῶν ἀπαραιτήτων πρὸς τὴν λειτουργίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐὰν ἄρα θέλωμεν νὰ ἔχωμεν μίαν μόνον συνεδρίασιν, καὶ ταύτην ἀφιερῶμεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, καὶ μάλιστα εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, θὰ ἦναι ἀδύνατον νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα ἐντὸς τοῦ χρόνου, ὃν ἔχομεν ὅλοι ὑπ’ ὄψει ὡς τὸν μακρότατον, ἐφ’ ὃν δύναται νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὰ περὶ τούτου, ἵνα ἀπέλθωσι κατόπιν οἱ Βουλευταὶ εἰς τὰς ἑστίας αὐτῶν. Αἱ δύο ἄρα συνεδριάσεις εἶναι ἀπαραίτητοι, ἐκτὸς ἐὰν δυνάμεθα νὰ ἐξεύρωμεν τρόπον τινὰ, ὅπως ἐν τῇ ἑνιαίᾳ συνεδριάσει εἰσερχώμεθα καὶ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχεδίων καὶ εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τοῦτο βεβαίως θὰ ἦτο προτιμότερον· ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ κανονίσωμεν τοῦτο; Ἐὰν συνηρχόμεθα τὴν 3ην ἢ τὴν 4ην ὥραν καὶ ἐπὶ μίαν ὥραν ἢ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν κατεγινόμεθα εἰς τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, κατόπιν δὲ ἐπελαμβανόμεθα τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἠδύναντο πάντα νὰ διευθετηθῶσιν· ἀλλὰ τοῦτο θὰ γείνῃ;
§120ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως.
§121ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἡμεῖς ἀποδεχόμεθα τὸν κανονισμὸν τοῦτον τοῦ χρόνου τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν 4ην ὅμως ἀκριβῶς. Θὰ κάμω ἰδιαιτέραν πρόσκλησιν (θόρυβος).
§123Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς θὰ τοὺς ἀνεχθῶμεν νὰ συζητήσωσι μέχρι πρωΐας.
§124ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ πιέσεως νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμός.
§125ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡμεῖς πιεζόμεθα.
§126ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τίς πιέζεται, τὸ γνωρίζομεν· ἐνδέχεται νὰ πιέζησθε ὑμεῖς, ἐνδέχεται νὰ πιέζηται ἡ Ἀντιπολίτευσις· ἀλλ’ ἐὰν νομίζητε, ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ πιέσεως, ἀπατᾶσθε. Ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ἐγένετο, ὅπως ἀνεπτύχθη παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἡ πρακτικωτέρα. Ὅταν ἐρχώμεθα ἐνταῦθα εἰς τὰς 4 καὶ ἐργαζώμεθα μέχρι τῶν 9 καὶ τῶν 10, θὰ δυνηθῶμεν καὶ τὰς ἐπερωτήσεις νὰ κάμωμεν καὶ τὰ νομοσχέδια καὶ τὸν προϋπολογισμὸν νὰ ψηφίσωμεν.
§127Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὰς 4, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀντιπολιτευομένων σημειοῦται εἰς τὸν κατάλογον.
§128Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν ὡς δεδομένον, ὅτι ὅσα ἐλέχθησαν καὶ ἐκεῖθεν καὶ ἐντεῦθεν θὰ ἐκτελεσθῶσιν. Ἐὰν ἐκτελεσθῶσιν, οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἐργασία θὰ διεξαχθῇ κανονικῶς, καὶ προτείνω, ὅπως λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 40′ μ. μ.