1893.12.18
2,672 rows · 20,009 words · 188 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40
τῆς 18 Δεκεμβρίου 1893.
(Σάββατον).
Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καταθέτω τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου περὶ τῆς ἐκλογῆς καὶ τοῦ διορισμοῦ ὡς μέλους τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Ριζαρείου Σχολῆς τοῦ Π. Ἰωαννίδου. Ἐπίσης πίνακα ἐμφαίνοντα τοὺς ἐν τοῖς γραμματοδιδασκαλείοις διωρισμένους γραμματοδιδασκάλους, καὶ γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου κλπ. Καταθέτω ἐπίσης, τῇ αἰτήσει τοῦ ἐκ Κυνουρίας ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, πίνακα ἐμφαίνοντα τὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα ἱδρύθησαν ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως τοῦ καὶ νῦν κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· Θὰ παρακαλέσω δὲ τὴν Βουλὴν, ὅπως τυπωθῇ ὁ πίναξ οὗτος, διότι ἐμφαίνει τὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα συνεστήθησαν μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΗΛ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὑπάρχει ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1893 ἐκ δραχ. 206,090. Ἐπειδὴ σκοπεύω νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, δέομαι στοιχείων τινῶν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ εἰρημένου νομοσχεδίου τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «αʹ) Σημείωμα, ἐμφαῖνον τὴν ἀκριβῆ χρονολογίαν, καθ’ ἣν ἀπελύθησαν τῆς ὑπηρεσίας οἱ κατὰ τὸν ͵ΒΡΚΘʹ νόμον μὴ δυνάμενοι πλέον νὰ μισθοδοτῶνται κατὰ τὸν βαθμὸν αὐτῶν πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως ναῦται, καὶ πόσοι ἦσαν οἱ εἰς ἑκατέραν τῶν τάξεων τούτων ἀνήκοντες. «βʹ) Σημείωμα, ἐμφαῖνον τὴν ἀκριβῆ χρονολογίαν, καθ’ ἣν προσεκλήθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ἡ δευτέρα καὶ τρίτη σειρὰ τῶν ὑποχρέων, ἐκ πόσων ἀνδρῶν ἀπετελεῖτο ἑκατέρα τούτων, καὶ ἂν κατετάχθησαν ἐκτὸς αὐτῶν ἄλλοι ναῦται ἢ θερμασταὶ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1893 ἕως σήμερον, πόσοι καὶ πότε. «γʹ) Σημείωμα, ἐμφαῖνον ποῖα πλοῖα παρωπλισμένα ἢ ἔφεδρα ἐξωπλίσθησαν διαρκοῦντος τοῦ ἔτους 1893, καὶ πότε ἕκαστον τούτων ἐξωπλίσθη. «δʹ) Σημείωμα, ἐμφαῖνον ποῖοι οἱ ἕνεκα τοῦ ἐξοπλισμοῦ τῶν πλοίων τούτων μεταταχθέντες ἐκ τῆς διαθεσιμότητος εἰς τὴν ἐνέργειαν ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοί. «εʹ) Τοὺς μισθοδοτικοὺς πίνακας τῶν πλοίων τούτων τοῦ πρώτου ἀπὸ τοῦ ἐξοπλισμοῦ των μηνός. «Ϛʹ) Κατάστασιν δηλοῦσαν τὸ δαπανηθὲν κατὰ τὸ 1893 ποσὸν ἐπὶ ἑκάστου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 3 κεφαλαίου Ϛʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ αὐτοῦ ἔτους ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἔξοδα γραφείων».
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑπὸ στοιχ. ͵ΒΜΑʹ περὶ κατασκευῆς λιμένος ἐν Λευκάδι νόμου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως νόμου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§5ΣΕΡΒΟΣ. Ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ ἔχω τροπολογίας, καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν τροπολογιῶν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της. Ἡ πρώτη τροπολογία ἀφορᾷ εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ οἴνου, διότι καὶ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ὁ οἶνος ἐπιβαρύνεται βαρέως, πρέπει δὲ νὰ ἠξεύρητε, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τοσοῦτον ἐξέπεσεν ἡ τιμή του, ὥστε ἐχρησίμευσεν εἰς ἀπόσταξιν, οἱ δὲ οἰνοπαραγωγοὶ δὲν ἐλάμβανον οὔτε τὰς πρώτας δαπάνας, πωλοῦντες αὐτὸν, οὔτε τοὺς τόκους τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος, ἀλλ’ οὔτε ὁλόκληρον τὸ ἡμερομίσθιόν των, καὶ ἕνεκα τούτου ἡ φορολογία αὕτη εἶναι βαρεῖα, καίτοι μικρά. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ, ὅπως ἀφαιρεθῇ ἡ φορολογία αὕτη, νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Βαλαωρίτης θὰ παραδεχθῇ, ὅτι ὅσα λέγω εἶναι ἀληθῆ. Ἡ δευτέρα τροπολογία μου ἀφορᾷ τὴν ἐπιβαλλομένην φορολογίαν ἐπὶ τῶν εἰσκομιζομένων εἰς τὴν Λευκάδα γεωργικῶν προϊόντων ὑπὸ τῶν εἰς τὴν Στερεὰν μεταβαινόντων πρὸς σπορὰν γεωργῶν οὗτοι, μεταφέροντες ἕκαστος 5, 6 ἢ 7 κοιλὰ, ὑποβάλλονται εἰς φορολογίαν...
§6ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ὄχι· ἐγένετο τροποποίησις.
§7ΣΕΡΒΟΣ. Χαίρω ὅτι ἀναγνωρίζει καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι τοῦτο εἶναι βαρὺ, καὶ προτείνει τὴν κατάργησιν αὐτοῦ τοῦ φόρου. Ἀλλ’ ἡ κατάργησις πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ ὅλα τὰ μέρη τῆς Λευκάδος, καὶ μάλιστα ἐπὶ τὰ χωρία, καθόσον οἱ γεωργοὶ εἶναι χωρικοὶ καὶ οὐχὶ πολῖται, τὸ δὲ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι ἀπαλλάσσονται τῆς φορολογίας μόνον τὰ εἰσκομιζόμενα εἰς τὴν πόλιν τῆς Λευκάδος.
§8ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Διωρθώθη αὐτὸ χθὲς. Σεῖς θέλετε νὰ τεθῇ «εἰς τὴν νῆσον τῆς Λευκάδος».
§9ΣΕΡΒΟΣ. Μάλιστα.
§10ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Τὸ ἀποδέχομαι.
§11ΣΕΡΒΟΣ. Τρίτη τροπολογία εἶναι ἡ ἑξῆς· ὑπάρχει ὁ λιμὴν τῆς Βασιλικῆς τῆς Λευκάδος, ὁ ὁποῖος ἔχει φορολογίαν οὐχὶ μακρὰν διὰ τὰ εἰσερχόμενα καὶ ἐξερχόμενα, πρὸς ἐνίσχυσιν αὐτοῦ τοῦ λιμένος· ἕνεκα τούτου δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιβαρύνηται καὶ ὁ λιμὴν αὐτὸς διὰ τῆς φορολογίας τοῦ νομοσχεδίου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ καὶ τὰς ἄλλας δύο τροπολογίας μου, ὡς παρεδέχθη τὴν μίαν.
§12ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ἔχετε δίκαιον, ὅτι ὁ οἶνος πέρυσιν ἐτιμᾶτο 4 δραχμὰς ἡ βαρέλα, ἀλλὰ ἐφέτος τιμᾶται 14 δραχμάς.
§13ΣΕΡΒΟΣ. Εἶναι μηδαμινὴ ἡ τιμή.
§14ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ἐλπίζω ὅτι ἡ τιμὴ θὰ φθάσῃ τὰς 20 δραχμὰς, διότι ὑπάρχει ζήτησις αὐτὴν τὴν στιγμήν. Μὴ λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν ἓν μόνον ἔτος, πρέπει νὰ ἀποβλέπητε καὶ εἰς τὸ μέλλον.
§15ΣΕΡΒΟΣ. Εἶναι βαρυτάτη ἡ φορολογία.
§16ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Δὲν συμφωνῶ εἰς αὐτό.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Λευκάδος κ. Σέρβου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Διαγράφεται τὸ ἐδάφιον Ϛʹ τοῦ νόμου ͵ΒΜΑʹ, ὡς καὶ τὸ ἐδάφιον τοῦ νομοσχεδίου.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν διαγραφὴν τοῦ ἐδαφίου 6, συμφώνως μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Σέρβου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη τροπολογία τοῦ αὐτοῦ κ. Βουλευτοῦ, διὰ τῆς ὁποίας προτείνεται, ἵνα ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου μόνου ἀπαλειφθῇ καὶ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐξαιροῦνται τῆς διὰ τοῦ ἐδαφίου εʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἰδίου νόμου ἐπιβεβλημένης φορολογίας οἱ ἐκ τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας εἰς τὰς νήσους τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος μεταφερόμενοι δημητριακοὶ καρποί.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπάρχει καὶ τρίτη τροπολογία τοῦ αὐτοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἔχουσα ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐξαιροῦνται προσέτι τῆς φορολογίας τῶν ἐδαφίων δʹ, Ϛʹ, ζʹ καὶ ηʹ τὰ ἐκ τοῦ λιμένος Βασιλικῆς ἐξαγόμενα ἢ εἰσαγόμενα εἰς αὐτὸν ἐμπορεύματα.»
§18ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοῦ λιμένος Λευκάδος, καὶ ἐπειδὴ ὅλη ἡ δαπάνη αὕτη θὰ γείνῃ ὄχι χάριν τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος, ὄχι χάριν τῶν λιμένων ὅλης τῆς νήσου...
§19ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Διατὶ ὄχι;
§20ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διότι ὁ νόμος ἀφορᾷ μόνον τὸν λιμένα τῆς Λευκάδος. Εἶναι ἄδικον ἑπομένως νὰ φορολογῶνται ἄλλοι λιμένες, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀνάγκην. Ἐὰν εἰς τὸν νόμον προστεθῇ, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη θὰ χρησιμεύσῃ ὄχι μόνον χάριν τοῦ λιμένος Λευκάδος, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τοῦ λιμένος τῆς Βασιλικῆς καὶ τῶν ἄλλων λιμένων, τότε εἶναι δίκαιον νὰ φορολογῶνται καὶ οἱ ἄλλοι λιμένες.
§21Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὄχι· διότι ἐφορολογήθησαν. Φορολογεῖται ὁ Ἀλέξανδρος, καὶ πληρόνουν τὰ πλοῖα 10 λεπτὰ κατὰ τόννον.
§22ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς λέγω.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τρίτην τροπολογίαν τοῦ κ. Σέρβου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τρίτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ ἀπαλλαγῆς ἀκινήτων ἐν Κερκύρᾳ ἀπὸ τῶν εἰσέτι βαρυνουσῶν αὐτὰ διηνεκῶν τιμαριωτικῶν παροχῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1, ὡς ἔχει εἰς τὸ ἀνατυπωθὲν κείμενον, ἤτοι μετὰ τῶν ἐν τῇ δευτέρᾳ συζητήσει ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν Κερκύρας (ἀναγινώσκεται).
§24ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Παρακαλῶ, ἵνα μετὰ τὰς λέξεις «νόμων ΣΜΔʹ» προστεθῶσιν αἱ λέξεις «τῆς 1 Νοεμβρίου 1867», μετὰ δὲ τὰς λέξεις «καὶ ΣΞΗʹ» προστεθῶσιν αἱ λέξεις «τῆς 8 Ὀκτωβρίου 1868», καὶ μετὰ τὰς λέξεις «καὶ ᾼΦΙʹ» προστεθῶσιν αἱ λέξεις «τῆς 28 Μαΐου 1887»..
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Μαρκέτη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει ἐν τῷ ἀνατυπωθέντι μετὰ τῶν τροπολογιῶν τῶν ὑποβληθεισῶν κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν ὑφ’ ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν Κερκύρας κειμένῳ).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§27ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Καὶ ἐνταῦθα παρακαλῶ, ἵνα μετὰ τὰς λέξεις: «ἐπὶ χρεωλυσίῳ οὐχὶ» ἀπαλειφθῇ ἡ λέξις «μείζονι» καὶ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέξεως «ἐλάσσονι.» (Οὕτω τροποποιηθὲν τὸ ἄρθρον 3, γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4, ὡς ἔχει ἐν τῷ ἀνατυπωθέντι τροπολογημένῳ κειμένῳ τῆς προτάσεως νόμου (ἀναγινώσκεται).
§29ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐγένετο δεκτὴ τροποποίησίς τις, τὴν ὁποίαν οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Κερκύρας συνάδελφοι ἐδέχθησαν.
§30ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Κατόπιν τῶν παρατηρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο χθὲς ὑπό τινων τῶν κ.κ. Βουλευτῶν, προτείνομεν, ὅπως ἡ προτελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου ἀπαλειφθῇ καὶ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐπιτροπή, ποριζομένη ὅσας κρίνῃ πληροφορίας, προβαίνει κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῇ εἰς τὸν κατὰ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ παρόντος προσδιορισμὸν εἰς χρήματα τῆς κατὰ μέσον ὅρον ἐτησίας πραγματικῆς εἰσπράξεως τῶν δικαιούχων, τῶν παραλειπόντων νὰ καταθέσωσι, κατὰ τὰ ἀνωτέρω, ἐντὸς τῆς ὀκταμήνου προθεσμίας τοὺς ἐν τοῖς ἐδαφίοις 5 καὶ 6 ἀναφερομένους πίνακας.»
§31ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται τοιαῦται τροπολογίαι, ἀνατρέπουσαι τὸ νομοσχέδιον, εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν περὶ τίνος πρόκειται. Δίδεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν μετὰ τὸν ὁρισμὸν ὅλων αὐτῶν τῶν ὑποθέσεων τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζῃ αὐτὴ κατ’ ἀρέσκειαν ἐκεῖνα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζει, ἐὰν ἦναι πραγματικά.
§32ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Ὄχι, ἐντὸς τῆς προθεσμίας· τὸ ἐδάφιον τὸ προτελευταῖον εἶχεν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱοσδήποτε δικαιοῦχος, μὴ καταθέσας κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἐντὸς τῆς εἰρημένης ὀκταμήνου προθεσμίας τοὺς ἐν τοῖς ἐδαφίοις 5 καὶ 6 ἀναφερομένους πίνακας, ἀπόλλυσι πᾶν δικαίωμα ἐπὶ τῶν κτημάτων ἀπέναντι τῶν τε συνεισφορέων καὶ τῆς Ἐγχωρίου Διαχειρίσεως. Ἐπίσης δὲ ἀπόλλυσι πᾶν δικαίωμα ἐπὶ παντὸς κτήματος μὴ περιληφθέντος ἐν τοῖς αὐτοῖς πίναξι.» Οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι εἶπον χθὲς, ὅτι θεωροῦσι λίαν αὐστηρὰν τὴν διάταξιν ταύτην, διότι ἐάν τις δικαιοῦχος ἐξ οἱουδήποτε λόγου ἐμποδισθῇ νὰ ὑποβάλῃ ἐντὸς αὐτῆς τῆς ἀνατρεπτικῆς προθεσμίας τὰ ἔγγραφά του, ἀπόλλυσι τὸ δικαίωμά του. Φέρομεν λοιπὸν τὴν ἑξῆς τροποποίησιν· ἀντὶ νὰ χάνῃ τὸ δικαίωμά του ὁ ἰδιοκτήτης τῶν τιμαρίων, νὰ δικαιῶται ἡ ἐπιτροπὴ νὰ τὸ προσδιορίσῃ ὅσον αὕτη νομίσῃ, ποριζομένη ὅσας ἂν κρίνῃ ἀναγκαίας πληροφορίας.
§33ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δίδεται τώρα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἐνδέχεται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς πλείστας καταχρήσεις, καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἔχουσι δικαίωμα, νὰ ἔρχωνται μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς προθεσμίας καὶ νὰ λέγωσιν, ὅτι ἔχουσι δικαίωμα.
§34ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Ἐντὸς τῆς προθεσμίας τῆς ὀκταμήνου πάντοτε.
§35ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ ὅτι αἱ τοιαῦται τροποποιήσεις εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν δὲν εἶναι προσήκουσαι· πρέπει νὰ γίνωνται πρότερον γνωσταὶ, διὰ νὰ δύναταί τις ν’ ἀντιλαμβάνεται περὶ τίνος πρόκειται.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 5–12, ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ ἀνατυπωθέντι κειμένῳ τῆς προτάσεως νόμου, μετὰ τῶν τροπολογιῶν τῶν ὑποβληθεισῶν κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν ὑφ’ ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν Κερκύρας).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
§38ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι φοβερὰ αὐτὴ ἡ διάταξις; Ἕν μέλος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ὑποθέσατε, ἀσθενεῖ· εἶναι δίκαιον νὰ χάνῃ τὸ δικαίωμά του ὁ δῆμος, ἂν δὲν συνέλθῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐντὸς τῆς προθεσμίας;
§39ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος δικαιολογεῖ τὴν διάταξιν ταύτην, εἶναι γνωστὸς εἰς ὅλους, διότι ἔχομεν ὅλοι πεῖραν τῶν δυσκολιῶν, αἵτινες πολλάκις παρεμβάλλονται εἰς τὰς συνεδριάσεις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων ἕνεκεν ἐλλείψεως ἀπαρτίας. Πολλάκις ἠγέρθησαν συζητήσεις καὶ παράπονα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἂν λοιπὸν δὲν ταχθῇ προθεσμία, δὲν φθάνομεν εἰς ἀποτέλεσμα. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια καλὸν εἶναι νὰ ὑποχρεωθῶσι, ἵνα ἐντὸς προθεσμίας ὡρισμένης ἀποφαίνωνται.
§40ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐντὸς μηνός.
§41ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω ὅτι προκειμένου περὶ δήμων μικρῶν ἡ ταχθεῖσα προθεσμία ἀρκεῖ.
§42ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς δοθῇ τοὐλάχιστον προθεσμία 15 ἡμερῶν.
§43ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔστω.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀντὶ τῆς λέξεως «δεκαημέρου» ἐν τῷ ἄρθρῳ θὰ τεθῇ ἡ λέξις «δεκαπενθημέρου», καὶ ἀντὶ τῶν λέξεων «δέκα ἡμερῶν» αἱ λέξεις «δεκαπέντε ἡμερῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτά, ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ τροποποιηθέντι καὶ ἀνατυπωθέντι κειμένῳ τῆς προτάσεως νόμου, τὰ ἄρθρα 14–23).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἅρθρον 24 (ἀναγινώσκεται).
§46ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξε προχθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρωθυπουργός, ὅστις ὑποθέτει, ὅτι ἡ ἀπαλλαγὴ ἐκ τελῶν χαρτοσήμου ἐπὶ τῶν συμβολαίων τῶν συνομολογουμένων μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ ἀγροληπτῶν ἐφαρμόζεται ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις, καὶ ὅτι ἀπαλλάσσονται τῶν τελῶν χαρτοσήμου, κατὰ τοὺς προηγηθέντας νόμους. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Δὲν ἔρχομαι νὰ προτείνω ὅπως ἐπιβληθῇ ἐδῶ, ἀπεναντίας νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ἐνταῦθα τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου, ἀλλὰ συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἰσαγάγῃ καὶ διὰ τὰς νέας ἐπαρχίας τὴν σήμερον ψηφιζομένην διάταξιν τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ τέλους χαρτοσήμου διὰ τὰ μεταξὺ χωρικῶν καὶ ἰδιοκτητῶν συμβόλαια.
§47ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ λέξις «δικαστικῶν» δὲν εἶναι καλὸν νὰ λείψῃ; (ἀναγινώσκει): «Ἅπασαι αἱ πράξεις τῆς κατὰ τὸν νόμον τοῦτον διαδικασίας, πλὴν τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 16 δικαστικῶν, ἀπαλλάσσονται τελῶν χαρτοσήμου.» Τί θέλει ἐδῶ τὸ «δικαστικῶν»; εἶναι ὀλίγον πονηρόν.
§48ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι δικαστικὴ πρᾶξις ἡ ἐπίδοσις (διάλογοι).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 24, ὡς ἔχει ἐν τῷ ἀνατυπωθέντι κειμένῳ τῆς προτάσεως νόμου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 25 καὶ 26, ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ ἀνατυπωθέντι κειμένῳ μετὰ τῶν τροπολογιῶν τῶν ὑποβληθεισῶν κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν ὑφ’ ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν Κερκύρας).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἅρθρον 27 (ἀναγινώσκεται).
§51ΡΙΚΑΚΗΣ. Μίαν παρατήρησιν θὰ κάμω ἁπλῶς. Νομίζετε ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν θέλῃ ἐπαρκέσει τὸ δάνειον καὶ ἡ διαφορὰ ἦναι μικρὰ, πρέπει ὁλόκληρος ὁ νόμος νὰ καταργηθῇ, καὶ νὰ ματαιωθῇ ὅλος ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον ἐπιζητεῖ; Δὲν εἶναι καλλίτερον νὰ τροποποιηθῇ οὕτως, ὥστε ἡ ἔλλειψις αὕτη νὰ θεραπευθῇ δι’ οἱουδήποτε ἄλλου τρόπου; Διότι θὰ ἔλθωμεν πάλιν εἰς τὰ ἴδια. Ὑποθέσατε ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ 10,000 δραχμῶν, καὶ δι’ αὐτὰς τὰς 10,000 δραχμὰς ματαιοῦται ὅλον τὸ νομοσχέδιον. Ἡμεῖς διὰ πάσης θυσίας ζητοῦμεν νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα. Ἐλέχθησαν τόσα ἑκατέρωθεν κατὰ τοῦ συστήματος τοῦ τιμαριωτικοῦ, καὶ ἐπιθυμοῦμεν πάντες νὰ ἐκλείψῃ. Ψηφίζομεν λοιπὸν πρὸς τοῦτο εἰδικὸν νόμον, δι’ οὗ ἐκάμαμεν ὅλας τὰς παραχωρήσεις· ἀλλ’ ἐὰν λείψουν 10,000 δραχμαί, ματαιοῦνται τὰ πάντα, καὶ τὰ χρήματα δίδονται εἰς τὴν Διαχειριστικὴν Ἐπιτροπήν. Δὲν εὑρίσκω ὀρθὴν τὴν διάταξιν ταύτην, οὔτε σύμφωνον μὲ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον προτίθεται νὰ ὑπηρετήσῃ, καὶ μὲ τὴν ἐπιθυμίαν, ἣν ἔχομεν, νὰ λυθῇ ὁριστικῶς αὐτὸ τὸ ζήτημα, διότι εὑρίσκομεν, ὅτι ἡ διατήρησίς του εἶναι ἀναχρονισμός. Ἐὰν οἱ κύριοι Κερκυραῖοι ἐνδιαφέρωνται διὰ τοπικὸν λόγον, καὶ ἡμεῖς ἐνδιαφερόμεθα δι’ ἐθνικὸν λόγον, καὶ θέλομεν τέλος πάντων εἰς τὸν τόπον μας νὰ μὴ ὑπάρχῃ αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶναι προϊόν ἀρχαίων χρόνων. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω νὰ σκεφθῶσιν οἱ Κύριοι, ὅπως ἀντικαταστήσωσιν αὐτὸ τὸ ἄρθρον δι’ ἄλλου καταλληλοτέρου.
§52ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζομεν ὅτι διὰ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος προβλέπει, θέλομεν ἐπαρκέσει.
§53ΡΙΚΑΚΗΣ. Τότε νὰ διαγραφῇ, διὰ νὰ μὴ φαίνηται ἓν τοιοῦτον πρᾶγμα.
§54ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐκ τῶν προτέρων δὲν πρέπει νὰ διαγραφῇ· εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπολογισθῇ ἐκ τῶν πραγμάτων. Ἂν δὲν ἐπαρκέσῃ, θὰ ὑπάρξῃ τότε ἀνάγκη ἑνὸς εἰδικοῦ νόμου ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅστις νὰ τὰ κανονίσῃ.
§55ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία ἔρχεται νὰ κανονίσῃ ἓν ζήτημα τόσῳ σπουδαῖον, μία τοιαύτη διάταξις δὲν πρέπει νὰ εὑρίσκηται ἐν τῷ νόμῳ· ἀλλὰ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Θεοτόκης, τὸ δέχομαι· ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἐπαρκέσῃ, εἰδικὸς νόμος θέλει κανονίσει τὰ περὶ τούτου· αὐτὸ τὸ παραδέχομαι, ἀλλὰ νὰ φαίνηται ὅτι ἡμεῖς ἐθέσαμεν τοιοῦτον ὅρον, καὶ ματαιοῦμεν ὅλον τὸ νομοσχέδιον διὰ τοιαύτην αἰτίαν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Νὰ τεθῇ, ὅτι ἐν ἀνεπαρκείᾳ δι’ εἰδικοῦ νόμου θέλει κανονισθῆ τὸ ζήτημα.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 27, ὡς ἔχει ἐν τῷ ἀνατυπωθέντι κειμένῳ τῆς προτάσεως νόμου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 28, ὡς ἔχει ἐν τῷ ἀνατυπωθέντι κειμένῳ, ὡσαύτως δὲ καὶ τὸ σύνολον τῆς προτάσεως νόμου εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§57ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπεσχέθη χθές, ὅτι θὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας τὰς αἰτηθείσας ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τῶν πιστώσεων.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά των.
§59ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἀκριβῶς πρὶν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας.
§60ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀμέσως τὰ καταθέτω.
§61ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ δώσητε διαταγὴν, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ δώσωσι τὰ ἔγγραφα.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαταγὴν θὰ δώσω, ἀλλὰ ὀφείλω νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γίνεται, δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ, διότι χθὲς ἐπήρατε τὰ ἔγγραφα εἰς τὸν οἶκόν σας. Ἐγὼ, ἐννοεῖται, δὲν ἔχω κἀνὲν ἐνδιαφέρον, ἀλλ’ ἔρχονται Βουλευταὶ ἄλλοι καὶ ζητοῦσι τὰ ἔγγραφα, καὶ τὰ ἔγγραφα εἶναι εἰς τὸν οἶκόν σας. Αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ.
§63ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἂν τὰ ζητῶσι καὶ ἄλλοι, νὰ τυπωθῶσι.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία ν’ ἀποφασίσῃ νὰ τυπωθῶσιν· αὐτὸ ὅμως, τὸ νὰ δίδωνται τὰ ἔγγραφα εἰς τὰς οἰκίας τῶν Βουλευτῶν, δὲν δύναται νὰ γείνῃ.
§65ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸν λόγον, δι’ ὃν ἔπραξα τοῦτο, τὸν γνωρίζετε. Ἅμα τῇ εἰσόδῳ μου εἰς τὴν αἴθουσαν, ἐζήτησα τὰ ἔγγραφα, ἀλλὰ δὲν μοὶ ἐδόθησαν· μόνον δ’ ὅτε εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, μοὶ ἐδόθησαν. Λοιπὸν, διὰ νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ ἀσχημία.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι κἀμμία ἀσχημία. Ἐζητήσατε τὰ ἔγγραφα, καὶ διέταξα νὰ σᾶς τὰ δώσουν· σᾶς ἠρώτησα μάλιστα, ἂν θέλητε νὰ μάθητέ τι ἐδῶ, καὶ σεῖς τὰ ἐπήρατε εἰς τὸ σπῆτί σας. Ἔρχονται Βουλευταὶ ἄλλοι νὰ τὰ μελετήσωσι καὶ δὲν τὰ εὑρίσκουσιν. Ἐγὼ ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς δὲν δύναμαι νὰ ἐπιτρέψω νὰ ἐξέρχωνται ἔγγραφα. Ὅστις Βουλευτὴς θέλει νὰ λάβῃ γνῶσιν, ἂς ἔλθῃ νὰ τὰ μελετήσῃ εἰς τὸ γραφεῖον.
§67ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§68ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐδῶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὰ ἀπαγορεύσητε.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ χθὲς εἴπατε «ἐδῶ», ἀλλὰ τὰ ἐπήρατε εἰς τὸ σπῆτί σας. Ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐγὼ ἀτομικῶς δὲν ἔχω κἀνένα λόγον, ἀλλὰ τὰ ζητοῦν καὶ ἄλλοι Βουλευταί.
§70ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ τὰ θέλω εἰς τὴν αἴθουσαν.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν αἴθουσαν μάλιστα.
§72ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω τοὺς πίνακας τοὺς ζητηθέντας ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἐκ Καλαβρύτων. Εἷς πίναξ ἀκόμη λείπει, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἀναπληρωθῇ, ἀλλὰ καὶ τοῦτον ἐλπίζω ὅτι ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως θὰ δυνηθῶ νὰ καταθέσω. Ἐλλείπει ἡ σημείωσις, δηλαδὴ ἐπὶ τίνων ἔργων προηγήθησαν γνωμοδοτήσεις τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων.
§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ τυπωθῶσιν αὐτοὶ οἱ πίνακες.
§74ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, νὰ τυπωθῶσι.
§75ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐκ τῶν ὑποβληθέντων πινάκων προκύπτει ἡ χρονολογία τῆς ἐγκρίσεως, τὴν ὁποίαν κυρίως ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ἡ ὑποβολὴ καὶ τῶν γνωμοδοτήσεων τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων ἀπῄτει χρόνον, διότι ἔπρεπε νὰ εὑρεθῶσιν ὅλαι αἱ γνωμοδοτήσεις· διὰ τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προσαχθῶσι σήμερον. Μοὶ ὑπεσχέθησαν ὅμως, ὅτι ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως θὰ μοὶ σταλῶσι.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐκ Τρικκάλων Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ τυπωθῶσιν οἱ πίνακες, ἀλλὰ διὰ νὰ τυπωθῶσιν, ἀπαιτοῦνται 15 ἡμέραι.
§77ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀδιάφορον.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἀδιάφορον;
§79ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Αὔριον εἶναι Κυριακή· ἡ Βουλὴ δὲν ἐργάζεται.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρήσατε, διὰ νὰ πεισθῆτε, ἂν δύνανται νὰ τυπωθῶσι πρὸ τῆς παρελεύσεως 10 τοὐλάχιστον ἡμερῶν (δεικνύει τοὺς πίνακας).
§81ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν ἐπιμένω. Ἐνόμιζα ὅτι εἶναι σύντομοι.
§82ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι αἱ πληροφορίαι συνδέονται ἀμέσως μὲ ἓν ζήτημα ἀρκετὰ σπουδαῖον, διότι εἰς πίστωσιν 470,000 δραχμῶν τακτικὴν προστίθεται ἀναπληρωτικὴ 1,400,000· εἶναι σπουδαῖον, ὄχι μόνον διότι πρόκειται περὶ 1,400,000, ἀλλὰ διότι πρόκειται περὶ γεγονότος, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν θ’ ἀπαντήσωμεν εἰς τὰ χρονικὰ οὐδεμιᾶς Κυβερνήσεως. Πρόκειται περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως τριπλασίας τῆς τακτικῆς. Εἶναι λοιπὸν λογικόν, εἶναι εὔσχημον νὰ ἴδωμεν καὶ ἡμεῖς, διατὶ ἐπῆλθε τοιαύτη πίστωσις. Διὰ τοῦτο δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἐπέλθῃ βλάβη τις εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἂν ἡ πίστωσις αὕτη ψηφισθῇ μετὰ 5–6 ἡμέρας· ἂν δὲ οἱ πίνακες αὐτοὶ ἦναι ἐκτεταμένοι, δύνανται νὰ συντομευθῶσιν, ὅπως ἡ τύπωσίς των ἀποβῇ πρακτικωτέρα.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρήσατε, διὰ νὰ ἴδητε, ἂν δύνανται νὰ συντομευθῶσι.
§84ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κατὰ τίνα τρόπον θὰ συντομευθῶσι; Διὰ νὰ συντομευθῶσι, πρέπει νὰ παραλειφθῶσιν αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι.
§85ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἵνα τὰς ἐλλειπούσας πληροφορίας καταθέσῃ πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἄνευ τούτων δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν.
§86ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐκ τῶν κατατεθέντων πινάκων ἔχει ἡ Βουλὴ πάσας τὰς πληροφορίας· ἐλλείπει μόνον ἡ πληροφορία, περὶ ἧς πρὸ ὀλίγου ὡμίλησα. Δι’ αὐτὴν ἔχω διατάξει ἀπὸ πρωΐας, ὅπως γείνῃ ἡ προσήκουσα ἐργασία. Μοὶ παρήγγειλαν πρὸ ὀλίγου, ὅτι δὲν κατώρθωσαν ἀκόμη νὰ τελειώσουν, μοὶ ὑπεσχέθησαν δὲ, διότι παρήγγειλα ἐκ νέου νὰ καταγείνουν, ὅτι ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως θὰ σταλῇ ἀπὸ τὸ γραφεῖον.
§87ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Χρησιμεύει νὰ γνωρίζωμεν ἐπὶ πόσων ὁδῶν προηγήθη ἡ γνωμοδότησις τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων. Διὰ τοῦτο ἔχομεν ἀνάγκην πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἄλλως νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ἵνα λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς πίνακας τούτους. Ἂς ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἤλθομεν, Κύριοι, ἀκόμη εἰς τὴν συζήτησιν.
§89ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅταν ἔλθωμεν.
§90ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Σήμερον εἶναι εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἐλπίζω ὅτι ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως θὰ κατορθώσω νὰ καταθέσω τὴν ἐλλείπουσαν πληροφορίαν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅμως, δύνασθε νὰ λάβητε γνῶσιν αὐτῆς κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, ἂν δὲν κατορθωθῇ νὰ προσαχθῇ σήμερον.
§91ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρέπει νὰ λάβωμεν γνῶσιν πρὸ τῆς τελευταίας συζητήσεως.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, διατὶ δὲν ἀφίνετε αὐτὴν τὴν συζήτησιν, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον;
§93ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω. Νομίζω ὅτι θέλομεν φθάσει εἰς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, ἂν τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ὁ μικρότερος πίναξ, ἐκ δὲ τοῦ μεγάλου καὶ ἐκτεταμένου πίνακος, τοῦ ἀφορῶντος τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου πρὸς κατασκευὴν ἐθνικῶν, ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν ὁδῶν, νὰ τυπωθῶσι μόνον αἱ ἀνακεφαλαιώσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι συντομώταται. Αὐταὶ θὰ μᾶς δώσωσι τὸ σύνολον τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου, καὶ ὁ ἕτερος πίναξ, ὁ ὁποῖος εἶναι μόνον τρεῖς σελίδες, θὰ μᾶς δώσῃ τὸ σύνολον τῶν ἐκτελεσθεισῶν δαπανῶν. Πρὸ πάντων δὲ ὁ πίναξ οὗτος ὁ δεύτερος, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἐκτεταμένος, δύναται νὰ τυπωθῇ πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§94ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Διὰ νὰ ἦναι ὁ ἔλεγχος ἀκριβής, πρέπει νὰ τυπωθῶσιν ὁλόκληροι οἱ πίνακες, ὅπως ἔχουν. Τότε ἠμπορεῖ νὰ ἦναι ἀκριβὴς ὁ ἔλεγχος, τότε ἠμπορεῖ νὰ ἀποδειχθῇ, ἂν τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐτελέσθησαν, εἶναι ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶχον προϋπολογισθῆ, καὶ ἂν διότι εἶχον ἀποφασισθῆ, κατ’ ἀνάγκην προέβη τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων εἰς τὴν ἐκτελεσθεῖσαν δαπάνην, ἢ ἂν ἀπεφασίσθησαν μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἢ ἀπεφασίσθησαν χάριν τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου Βουλευτοῦ, καὶ τότε εἶναι ὑπερβασία, ὑπερβασία ἀντιβαίνουσα εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ὁ τόπος, διὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ εἶπε «δὲν ἐπιτρέπω ἢ μόνον δαπάνην 450,000 δραχμῶν»· καὶ ἐν τούτοις, παρὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, παρὰ τὴν δεινὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ὁ τόπος, προέβησαν, χαριζόμενοι εἰς τὸν ἕνα καὶ εἰς τὸν ἄλλον, εἰς δαπάνην 1,400,000.
§95ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων ὅλων περὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων νομίζω ἀναγκαῖον καὶ καθῆκόν μου νὰ εἴπω δύο λέξεις κατὰ τῆς φαγεδαίνης ταύτης τῆς τιμῆς κατὰ τοῦ πλούτου τῆς πατρίδος μας (γέλωτες). Λαλῶ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν (θόρυβος δεξιόθεν).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Θὰ κάμω καὶ πρὸς ὑμᾶς τὴν ἰδίαν παρατήρησιν. Τὸ ὀρθὸν εἶναι νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς πιστώσεως, καὶ τότε νὰ ὁμιλήσητε. Δὲν ἐφθάσαμεν ἀκόμη ἐκεῖ. Προηγοῦνται ἄλλαι πιστώσεις.
§97ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ ὅλων ἐν γένει τῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ὁμιλῶ.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε λοιπὸν, ἀφοῦ τὸ θέλετε.
§99ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λογιστικὸς νόμος τῷ ὄντι ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ θεραπεύῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους δι’ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων, ὅταν αἱ τακτικαὶ δὲν ἐπαρκῶσιν, ἢ ὅταν ἦναι ἔκτακτοι περιστάσεις. Δυστυχῶς, ἀφ’ ὅτου ἱδρύθη τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, πάντοτε ὑπάρχουσι τοιαῦται περιστάσεις, πάντοτε δι’ ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων καλύπτονται ὅλα τὰ ἀδικήματα. Ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις διῴκησαν πάντοτε δι’ εἰκονικῶν καὶ ψευδῶν καὶ δολίων προϋπολογισμῶν· πάντοτε ὑπερετίμησαν τὰ ἔσοδα, καὶ ὑπετίμησαν τὰς δαπάνας. Τοῦτο ἀποδεικνύει ἢ ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι ἀνίκανοι, μὴ προϋπολογίζοντες εἰς τὸ ἐγγὺς τὴν δαπάνην, ἢ εἶναι δόλιοι, καταχρώμενοι τὴν περιουσίαν τοῦ ἔθνους. Ἡ ἀρχὴ νὰ ἔρχηται ἡ Βουλὴ ὡς βωβὴ καὶ νὰ λέγῃ «ὅλα αὐτὰ τὰ συγχωρῶ», προδίδει ἀναλγησίαν, προδίδει ὀκνηρίαν τῶν Ὑπουργῶν, καθιεροῖ ἀρχὰς κακοήθεις τῆς διοικήσεως. Ὑπολογίζει ἡ Κυβέρνησις ἓν ποσὸν 400,000 δραχμῶν, καὶ ζητεῖ ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν 1,000,000. Εἶναι ταῦτα αἴσχη, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μάθῃ ὁ λαός. Ἔρχεται τὸ παρελθὸν Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης μὲ πίστωσιν 150,000 καὶ κατόπιν ζητεῖ 300,000 ἀναπληρωτικήν· τὰ ἐκαλύψαμεν. Συγχωροῦμεν τοὺς ἀνομοῦντας. Διὰ τοῦτο παραπονοῦμαι κατὰ τῆς τοιαύτης ὑπερβασίας· εἶμαι πολίτης Ἕλλην καὶ Βουλευτὴς, καὶ πονῶ τὸν τόπον. Προκαλῶ δὲ τὴν συνείδησιν ἑκάστου Βουλευτοῦ νὰ μὴ ψηφίζῃ τόσον ἀσυνειδήτως τοιαῦτα νομοσχέδια, ἀλλὰ νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν καθέκαστα, καὶ τότε νὰ δικαιολογῇ τὸν Ὑπουργὸν ὑπερβάντα· οὐχὶ ὅμως ὡς βωβοὶ οἱ Βουλευταὶ νὰ ψηφίζωμεν ἀσυζητητεὶ τοιαύτας ἀκατανοήτους πράξεις. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς Βουλευτὰς νὰ σημειώσωσιν αὐτὴν τὴν περίστασιν, διότι, ἄν ποτε ἔλθῃ περίστασις, θὰ δώσωσι λόγον τῶν τοιούτων παρανόμων πράξεών των.
§100ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ὡς μέλος τῆς μειοψηφίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ζητήσω αὐτὰς ταύτας τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας σήμερον καὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐννοοῦσιν ἀπαραιτήτους διὰ τὴν συζήτησιν τῶν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην συζητηθησομένων 9 ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων. Παρετήρησα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅτι ἀδικαιολόγητον καὶ ἀνεξήγητον φαίνεται, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς, ὁ ὑποβαλὼν καὶ λαβὼν τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1892 καὶ 1893, ἐλησμόνησε νὰ ἐλαττώσῃ αὐτοὺς κατὰ 20,000,000 ἔλασσον τῶν πραγματικῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἀπῄτουν αἱ χρήσεις τῶν ἐτῶν ἐκείνων, διότι διὰ τῶν ὑποβληθεισῶν καὶ συζητηθησομένων σήμερον τούτων ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων οὐδὲν ἕτερον ζητεῖται ἀπὸ τὴν Βουλὴν, εἰμὴ νὰ ψηφίσῃ καὶ ἄλλα 19,600,000 διὰ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1892 καὶ 1893. Ὡς ἐκ τούτου μετὰ τῶν ἑτέρων τεσσάρων ἀξιοτίμων συναδέλφων μου μελῶν τῆς μειοψηφίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπεβάλομεν τὴν ἔκθεσιν, τῆς ὁποίας βεβαίως πάντες οἱ συνάδελφοι ἔλαβον γνῶσιν καὶ ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ μειοψηφία δὲν ἀντιλέγει μὲν εἰς τὴν κύρωσιν πιστώσεων προκληθεισῶν ἐξ ἀναγκῶν τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας, ἀλλὰ δὲν δύναται ἢ νὰ ἐκφράσῃ τὴν βαθυτάτην αὐτῆς λύπην, ὅτι ἐκ τῶν τοιούτων πιστώσεων, ἀνερχομένων εἰς ποσὸν οὐχὶ εὐκαταφρόνητον, περὶ τὰ εἴκοσιν ἑκατομμύρια, προκύπτει καὶ διατρανοῦται τὸ εἰκονικὸν τοῦ τε προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1892 καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1893, ὅπερ ἀδικεῖ μεγάλως τοὺς συντάξαντας αὐτοὺς καὶ τὴν χώραν, ἐν ὀνόματι τῆς ὁποίας οἱ κυβερνῆται αὐτῆς συνέταξαν τοὺς εἰρημένους προϋπολογισμοὺς, τῆς καλῆς πίστεως τοῦ Κράτους ἐν ἀμφιβόλῳ μοίρᾳ ἐντεθειμένης. Εὔχεται δὲ ἡ μειοψηφία, ὅπως κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπιόντος ἔτους ἐπικρατήσῃ ἡ ἀλήθεια καὶ μόνη ἡ ἀλήθεια, ἵνα δυνηθῶμεν ν’ ἀνακτήσωμεν τὴν ἐξ ἀσυγγνώστου πολιτείας ἀπολεσθεῖσαν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν.» Προκειμένου ἑπομένως περὶ τῆς ἀρχῆς τῶν συζητουμένων πιστώσεων, ἐνόμισα ὅτι τὴν παράκλησιν ταύτην, τὴν ἀπαίτησιν ταύτην δικαιοῦμαι νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν νῦν τε καὶ πρώην Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ μὴ συνεχίσῃ, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ διοικῶν τὰ τοῦ τόπου, σύστημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἤγαγεν εἰς τὴν πτώχευσιν καὶ τὴν χρεωκοπίαν, ἤτοι διὰ τοιούτων πάντοτε εἰκονικῶν καὶ ψευδῶν προϋπολογισμῶν, δι’ ὧν κατώρθωσεν, ὥστε μετὰ δεκαετίαν νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὸ σημεῖον, τοῦ ὁποίου πάντες ἀντιλαμβανόμεθα τὰ ἀποτελέσματα. Τοιούτους προϋπολογισμοὺς πάντοτε ὑποβάλλων εἰς τὴν Βουλὴν ψευδεῖς, ἤρχετο ἐκ τῶν ὑστέρων δι’ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων νὰ ἀναπληρώσῃ τὰ κενά, τὰ ὁποῖα ἐν γνώσει ἄφινεν εἰς τοὺς προϋπολογισμούς. Σχετικῶς δὲ ἐπὶ τῆς πιστώσεως τῆς ἀφορώσης τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ ζητήσῃ πλείονας ἐξηγήσεις καὶ πληροφορίας, καὶ ἐπὶ ταῖς παρατηρήσεσι ταῖς ὑποβληθείσαις παρ’ ἡμῶν τῶν μειοψηφούντων ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὁ κ. Πρόεδρος ἀνέβαλεν ἐπὶ μίαν ἡμέραν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ παρεκάλεσε τὸν Διευθυντὴν τῶν δημοσίων ἔργων, ἵνα ἐμφανιζόμενος ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς δώσῃ τὰς ἀπαιτουμένας ἐξηγήσεις. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἦλθεν οὗτος καὶ ὑπέβαλεν αὐτοὺς τούτους τοὺς πίνακας, τοὺς σήμερον κομισθέντας παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ὡς παρετηρήσαμεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, οὐδόλως δικαιολογεῖται ἡ δαπάνη τοῦ 1,500,000 περίπου πέραν τῆς δοθείσης πιστώσεως διὰ τοῦ ἐτησίου προϋπολογισμοῦ. Ἐντύπωσιν δὲ ἰδίως προὐξένησεν εἰς τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας ἡ δαπάνη διὰ τὴν λεγομένην ἀνακαίνισιν τῶν δημοσίων ὁδῶν, δαπάνη ὑπερβαίνουσα πολὺ τὸ ἑκατομμύριον, γενομένη μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις, ὡς ἐνθυμούμεθα, ἐγένετο κατὰ τὸν παρελθόντα Φεβρουάριον, καὶ δαπάνη ὑπερβᾶσα τὴν δοθεῖσαν πίστωσιν ἐντὸς ὀκτὼ μηνῶν. Νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι εἶναι λίαν δικαία ἡ ἀπαίτησις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅπως, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναβληθῇ διὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς πιστώσεως εἰδικῶς τῆς ἀφορώσης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα προηγουμένως τυπωθῶσιν, εἴτε ἐν περιλήψει, ὡς εἶπεν ὁ Βουλευτὴς Ἄρτης, εἴτε ἐν συνόλῳ, ἂν ἦναι δυνατὸν, οἱ ὑποβληθέντες πίνακες, διὰ νὰ κατορθώσωμεν ἐπὶ τέλους ἐν ἐπιγνώσει νὰ ψηφίσωμεν. Θὰ τὴν ψηφίσωμεν βεβαίως καὶ αὐτὴν, διότι, καίτοι ἡ δαπάνη ἐγένετο κακῶς, εἴτε ἐκ κακοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν δαπανῶν, εἴτε ἐκ κακοπιστίας, εἴτε ἐξ οἱωνδήποτε προσωπικῶν συμφερόντων καὶ λόγων τῶν κυβερνησάντων καὶ πρώην καὶ νῦν κυβερνώντων τὴν χώραν, ἐν τούτοις θὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας· ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, πρέπει ἐν ἐπιγνώσει ψηφίσωμεν. Ἀμφιβάλλω δὲ, ἂν θὰ εὑρεθῇ ἄλλη Βουλή, ἡ ὁποία νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸ μέλλον νὰ διαχειρίζωνται οὕτω τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, καὶ νὰ εὑρεθῇ πάλιν ἄλλη Ἑλληνικὴ Βουλὴ εἰς θέσιν νὰ ἀκούσῃ καὶ ἐκ δευτέρου ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠκούσαμεν πρὸ ἡμερῶν, ὅτι ἐπτωχεύσαμεν δυστυχῶς, καὶ θὰ πτωχεύσωμεν πάλιν μετ’ οὐ πολὺ, ἐὰν ἀκολουθήσωμεν τὸ ἴδιον σύστημα, ὅπερ ἀπὸ πολλοῦ συνεχίζει ὁ κ. Τρικούπης.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δραχμῶν 1,041,500.
§102ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λοκρίδος κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου ἔλεγεν, ὅτι ἐγίνωσκεν ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον θὰ ἐζήτει ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν διὰ τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τοῦτο ἐκ τῆς συζητήσεως, ἥτις ἐγένετο κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Προέβλεψε, λέγει, τὴν δαπάνην ταύτην ἐκ τοῦ ἀδυνάτου τῆς συντάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι τὰς ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐπίστευεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἐπρόκειτο δηλ. νὰ ἐπέλθωσιν αἱ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμέναι οἰκονομίαι, τουτέστιν ἡ χορηγία τῶν ἀδειῶν καὶ αἱ λοιπαὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναφερόμεναι οἰκονομίαι. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔπεισε βεβαίως τὴν Βουλὴν, διότι ἐπηγγέλθη, ὅτι, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἤθελεν ἐπιτραπῆ ἡ χορηγία τῶν ἀδειῶν. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ ἀπαντήσω, ὅτι δὲν εἴμεθα σύμφωνοι. Διότι τί θὰ ἔπραττεν ἡ Κυβέρνησις ἡ συντάξασα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, αὐτὸ δὲν δύναται νὰ γινώσκῃ ὁ κ. Βουλευτής· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γινώσκῃ εἶναι τὸ τί ἔπραξαν οἱ ἐφαρμόσαντες τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ τὰ δύο τρίτα τοῦ χρόνου. Καὶ ἀληθῶς, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἡ συντάξασα τὸν προϋπολογισμὸν ἔμενεν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ τηρήσῃ εἰς τὰς τάξεις τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν ἀπολυομένην κλάσιν. Ἐὰν δὲ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἔπραξε τοῦτο, τὸ ἔπραξε διότι ἐγέννησε τὴν ἀνάγκην ταύτην διὰ τῆς ἐπικηρύξεως τῶν λῃστῶν· διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τῆς λῃστείας ἐδημιούργησε τοιαύτην κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ὥστε νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ τηρήσῃ ὑπὸ τὰ ὅπλα πλειοτέρους τῶν ὅσοι ἠδύναντο ἄλλως νὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Ἐντεῦθεν λοιπὸν προέκυψε διαφορὰ μεγίστη, ἀνερχομένη εἰς 600,000 δραχμάς. Πλὴν τούτου ἐποιήσατο λόγον καὶ περὶ τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς τοῦ σίτου· ὁ σῖτος φέρει διαφορὰν εἰς τὴν τιμὴν αὐτοῦ, διότι ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡμεῖς ἀπεχωρήσαμεν τῆς ἀρχῆς, δὲν ὑπερέβαινε τὰ 40%, ἐνῷ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἀνῆλθεν εἰς 88%.
§103ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὰ πιστεύετε αὐτά;
§104ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι πιστεύω τὰ ἰδικά σας!
§105ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πόσον ἐτιμᾶτο τότε ὁ σῖτος, ὅτε ἦτο ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ 40%, καὶ πόσον τώρα; Τιμᾶται ὀλιγώτερον νῦν.
§106ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν λέγετε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἰσάγει σῖτον καθ’ ἕκαστον ἔτος ἀξίας 30,000,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, τοῦθ’ ὅπερ εἶναι ἀληθὲς, καὶ ὅτι ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς ταύτης ἡ ἀξία τοῦ ἐσωτερικοῦ σίτου ἐπηρεάζεται, διότι δύναται νὰ ἐξέλθῃ ὁ ἐσωτερικὸς, ὅπως ὁ ἐξωτερικὸς εἰσέρχεται, καθόσον τοῦτο ἀποτελεῖ κίνησιν ἐμπορικήν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου τὸ σύστημα τῆς διοικήσεως δὲν ἦτο τὸ αὐτό. Καὶ ἡμεῖς μὲν ἐσκεπτόμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ἡ ὁποία δὲν εἶχεν ἀνάγκην τῶν δυνάμεων αὐτῶν, τῶν ὁποίων ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐποιήσατο χρῆσιν πρὸς τήρησιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἐντεῦθεν λοιπὸν προῆλθον αἱ διαφοραὶ, τὰς ὁποίας ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις θέλει νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν συντάξασαν τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἥτις κατὰ τὰ δύο τρίτα ἐφήρμοσε τὸν προϋπολογισμόν, οὗτινος δὲν ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην, ἀλλὰ τὴν ἐπιῤῥίπτει εἰς τὴν ἄλλην Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ διότι ἐπῆλθε διαφορὰ εἰς τὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ὑπέστη αὔξησιν κατὰ 1,040,000, ἀπεναντίας ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει καὶ 1,142,000 δραχμῶν πιστώσεις ἀδιαθέτους ἐξ ἄλλων κονδυλίων, ἑπομένως ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 101,000. Ὥστε ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν οὐ μόνον δὲν ὑπερέβη τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἔδωκε καὶ πίστωσιν 101,000 καὶ πλέον. Ταῦτα νομίζω ἀρκετὰ, ἵνα καταδείξωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος δὲν εἶναι ἀληθεῖς.
§107ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἤθελον ν’ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα, ἐκτελοῦσα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἤθελεν ἀποφύγει τὰς ἀναπληρωτικὰς ταύτας πιστώσεις ἢ ὄχι. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι οὔτε ἡ Κυβέρνησις ἡ νῦν οὔτε ἡ προκάτοχος αὐτῆς ἠδύνατο ν’ ἀποφύγῃ δαπάνας ἐπιβαλλομένας ὑπὸ τῆς ἀνάγκης. Διατὶ δὲ ἠλαττώθησαν ἐν τῷ ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ αἱ δαπάναι αὗται, τοῦτο εἶναι γνωστὸν καὶ πολλάκις ἀπεδείχθη· ἠλαττώθησαν αἱ δαπάναι, διότι ἔπρεπε νὰ φανῶσιν ὀλιγώτεραι. Εἰς ἐμὲ δὲ φαίνεται κἄπως περίεργον, πῶς ἐπὶ ποσοῦ 4,475,000 δραχμῶν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν βεβαιοῖ, ὅτι θὰ ἔχῃ ἀδιαθέτους πιστώσεις 1,142,000. Θὰ παρακαλέσω δὲ νὰ τυπωθῇ ὁ πίναξ αὐτὸς, ἵνα ἴδωμεν ἐκ τίνων ἄρθρων ἐπέρχεται ἡ ἀδιάθετος πίστωσις.
§108ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ἐπελθουσῶν οἰκονομιῶν ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω βραδύτερον. Περίεργον ὅμως μοὶ ἐφάνη, πῶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, προκειμένου περὶ τῆς ἐπὶ πλέον δαπάνης, ἠθέλησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ ὅλην τὴν εὐθύνην εἰς ἡμᾶς, προκειμένου δὲ περὶ τῶν οἰκονομιῶν, ἠθέλησε νὰ οἰκειοποιηθῇ ταύτας αὐτός. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐξήλεγξα ὡρισμένα κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ δαπάνη ἐν γνώσει ἦτο ἐγγεγραμμένη ἐπὶ ἔλαττον τοῦ προσήκοντος. Ἔχω ἐνταῦθα τὴν τότε ἀγόρευσίν μου ἐστενογραφημένην, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω περικοπάς. Προκειμένου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἔλεγον τότε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ αὕτη ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου, καὶ ἀπόδειξις ὅτι συνεζητοῦμεν τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ τὰ τέλη τοῦ αὐτοῦ μηνός. Ἀφοῦ δὲ δὲν εἶχον ἀκόμη ψηφίσει τὰς σχετικὰς πιστώσεις τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν εἰς ἔσοδον ἄλλοθεν, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπληρώνομεν τοὺς ἀξιωματικούς. Τοῦτο δὲ ἦτο σφάλμα, γινόμενον ἐν ἐπιγνώσει τοῦ νὰ ἀναγράψωμεν οἰκονομίας ἐκ τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν λέγει νῦν, ὅτι, ἐὰν ἔμενον αὐτοὶ ἐν τοῖς πράγμασι, θὰ ἐφήρμοζον τὸν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας θεσμόν· ἀλλὰ διατὶ δὲν τὸν ἐφηρμόσατε κατὰ Ἰανουάριον, Φεβρουάριον, Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον μῆνα, ὅτε ἦσθε ἔτι ἐν τοῖς πράγμασι; διατὶ δὲν τὸν ἐφηρμόσατε τώρα τουλάχιστον, διὰ ν’ ἀποδείξητε τὸ ἀναληθὲς τοῦ ἰσχυρισμοῦ μας, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐντὸς τοῦ ἔτους; Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἠναγκάσθητε νὰ ἀναβάλητε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου μέχρι τοῦ 1894· ψευδῶς ἄρα ἀνεγράφετε οἰκονομίαν 555,000 δραχμῶν, καὶ τώρα ζητεῖτε τὴν ἀναπλήρωσιν αὐτῆς Προκειμένου περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν χωροφυλάκων, ἐνῷ διὰ τοῦ τότε ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἐζήτει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν κατὰ χιλίους περίπου ἄνδρας, ἐν τούτοις ὁ προϋπολογισμὸς ἀνέγραφε τὴν αὐτὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ προηγούμενον ἔτος. Ἠρώτων δὲ τότε τὸν Ὑπουργὸν, πῶς, ἀφοῦ ηὔξανεν ὁ ἀριθμὸς τῶν πεζῶν χωροφυλάκων, δὲν ηὔξανε καὶ ἡ πίστωσις; Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς μοὶ ἀπήντα ἄλλ’ ἀντ’ ἄλλων. Ἐγὼ ἤλεγχον ἓν πρὸς ἓν τὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου του, ὑποδεικνύων ποῦ καὶ ποῦ θὰ ἦτο ἠναγκασμένος νὰ ζητήσῃ ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις. Ἔλεγον δὲ τότε (ἀναγινώσκει): «Ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχω ἐν πρώτοις ν’ ἀπευθύνω ἀπορίας τινὰς πρὸς τὸν προϊστάμενον αὐτοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ του. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς διαβεβαιοῖ, ὅτι ἀπὸ τῆς 1 τοῦ νέου ἔτους καταργοῦνται τὰ ἐπιμίσθια τῶν στρατιωτικῶν καθηγητῶν τῶν στρατιωτικῶν σχολείων. Ἐρωτῶ αὐτὸν εἶναι τοῦτο ἀληθές; «ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μάλιστα. «ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ τότε διατὶ μόλις πρὸ 10 ἡμερῶν ἀπηυθύνατε διαταγὴν πρὸς τὴν Διοίκησιν τοῦ Σχολείου Βολῆς, δι’ ἧς ἀνακοινοῦτε εἰς αὐτὴν, ὅτι ἀπὸ τῆς 1 Φεβρουαρίου τρ. ἔτους διορίζονται ὡρισμένοι στρατιωτικοὶ καθηγηταὶ ἐν αὐτῇ μὲ ἐπιμίσθιον; Ἰδοὺ, ἔχω ἐνταῦθα ἀντίγραφον ἀκριβὲς τῆς σχετικῆς διαταγῆς σας· ἐρωτῶ δὲ νῦν ὑμᾶς, ἀφοῦ δὲν ἀναγράφετε τὴν σχετικὴν πίστωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, πόθεν θὰ πληρώσητε αὐτά; Ἐκ τοῦ ἰδιαιτέρου βαλαντίου σας βεβαίως ὄχι, ἀλλὰ δι’ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως βραδύτερον, δι’ ἧς θὰ ζητήσητε νὰ καλύψητε προφανὲς ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ σας. «Προτείνετε εἶτα τὴν κατάργησιν τῶν στρατιωτικῶν μουσικῶν, πλὴν μιᾶς, καὶ ὑπολογίζετε ἐντεῦθεν ἀξίαν λόγου οἰκονομίαν· ἀλλ’ οἱ μουσικοὶ ἀκόμη δὲν ἀπελύθησαν, ἄγνωστον δὲ ἐὰν μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς ἀπολυθῶσι. «ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Οἱ μουσικοὶ δὲν δύνανται ν’ ἀπολυθῶσιν, οὔτε τὰ ἐπιμίσθια ν’ ἀφαιρεθῶσιν, ἐὰν δὲν ψηφισθῶσιν οἱ σχετικοὶ νόμοι. «ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν τούτοις πρό τινων ἡμερῶν εἴχετε ἄλλην γνώμην, ὅτε ὁ κ. Ζυγομαλᾶς σᾶς εἶχεν ἐρωτήσει περὶ τούτου. Ὅπως δήποτε ὅμως, ἀφοῦ οἱ μουσικοὶ πάντες θὰ διατηρηθῶσιν ἐπὶ ἕνα μῆνα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, θ’ ἀπαιτήσωσι δαπάνην, ἥτις δὲν προβλέπεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ ἥτις θ’ ἀφήσῃ ἔλλειμμα τοὐλάχιστον 10,000. «ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὸν προϋπολογισμὸν, θὰ ἴδητε, ὅτι ὑπάρχουσιν, ἕνεκα κενῶν θέσεων, ποσὰ διαθέσιμα. «ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ σᾶς ἀποδείξω βραδύτερον, ὁπόσον ἀνυπόστατος εἶναι ὁ ἰσχυρισμός σας οὗτος. Νῦν ἐξακολουθῶ τὰς ἀπορίας μου. Καταργεῖτε θέσεις ἱερέων στρατιωτικῶν, καὶ νομίζετε, ὅτι κάμνετε οἰκονομίαν μεγάλην. «ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Κάμνομεν μεγίστην οἰκονομίαν. «ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ συγχρόνως καθιεροῦτε τὴν ἀνάθεσιν τῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων εἰς τοὺς ἑκασταχοῦ ἱερεῖς, ὅπου ὑπάρχουσι φρουραί. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὁπόσαι αἱ φρουραὶ τοῦ Κράτους, ὄχι μόνον ἐν ταῖς πόλεσιν, ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς κωμοπόλεσι καὶ ἐν τοῖς χωρίοις, ὡς παρὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμήν... «ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, θὰ ἴδητε πάντα ταῦτα. «ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἔχω ἀναγνώσει ἤδη, καὶ σᾶς λέγω, ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, οἱ μὲν ἐν ταῖς πόλεσιν ἱερεῖς θὰ λαμβάνωσι 30 δραχμὰς μηνιαίως, οἱ δ’ ἐν ταῖς κωμοπόλεσιν 25, ὅταν δὲ κάμητε ὑπολογισμόν, θὰ ἴδητε, ὅτι οὕτω πως θὰ δαπανήσητε περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα νομίζετε ὅτι οἰκονομεῖτε διὰ τῆς καταργήσεως τῶν στρατιωτικῶν ἱερέων. «Προκειμένου περὶ τοῦ Σχολείου Βολῆς, τοῦτο μεταῤῥυθμίζετε νῦν ἐπὶ εὐρυτέρων βάσεων, καὶ ὑπολογίζετε διὰ τοῦτο αὔξησιν κατὰ 20,000 δρ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀμφιβάλλω, ἐὰν ἡ αὔξησις αὕτη τῆς δαπάνης θὰ ἐπαρκέσῃ διὰ μόνην τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ Σχολείου. «Ἐκ τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν διορισθησομένων εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ὑπολογίζει ὁ μὲν τμηματάρχης τοῦ Στρατιωτικοῦ Λογιστηρίου οἰκονομίαν δρ. 255,600, ὁ δὲ Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Δημοσίου Λογιστηρίου 292,880 δρ. Τώρα ἀγνοῶ καὶ ἐγώ, ἐὰν ὁ ἰδικός σας τμηματάρχης, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ ὁ ἰδικός σας «Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ», κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχῃ δίκαιον. Παρακαλῶ νὰ συνεννοηθῆτε πρὸς ἀλλήλους καὶ νὰ μᾶς εἴπητε, τίς εὕρηται ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἀκόμη δὲν ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν ὁ σχετικὸς νόμος, καθ’ ὃν χρόνον εἶναι βέβαιον, ὅτι, ἂν ὄχι πάντα, τὰ πλεῖστα ὅμως τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων τοῦ Κράτους δὲν ἔχουσι ψηφίσει τὴν σχετικὴν πίστωσιν διὰ τὴν εἰσφορὰν ὑπὲρ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, δὲν πρέπει νὰ ὑπολογίζωμεν, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία, διότι θὰ διαθέσωμεν τοὺς ἀπαιτουμένους ἀξιωματικοὺς εἰς τὴν ἀστυνομίαν. Εἶπον προχθές, καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ νῦν, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν δήμων μας δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ διαθέσωσιν αὐτὴν τὴν δαπάνην, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν δήμων μας δὲν ἐψήφισαν κἂν τὴν σχετικὴν δαπάνην ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς αὐτῶν. Καθ’ ὃν χρόνον λοιπὸν δὲν ἔχετε αὐτὴν τὴν βεβαιότητα, δὲν ἐννοῶ, πῶς ὑπολογίζετε, ὅτι θὰ οἰκονομήσητε 255 ἢ 292 χιλιάδας δραχμῶν. «Ἐλπίζετε οἰκονομίαν ἕνεκα τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πεζῶν χωροφυλάκων ἐκ δρ. 70,000· ἀλλὰ κατὰ τὸν νέον ὀργανισμόν, τοῦ ὁποίου τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον ὑπεβάλετε ἤδη εἰς τὴν Βουλήν, ὄχι μόνον ἐλάττωσις δὲν ἐπέρχεται, ἀλλὰ καὶ αὔξησις προτείνεται, διότι οἱ κληρωτοί, οἱ ἐκ τοῦ πεζικοῦ μετατιθέμενοι εἰς τὴν χωροφυλακὴν, ἐνῷ μέχρι τοῦδε ἀνήρχοντο εἰς 2,200, εἰς τὸ μέλλον θ’ ἀνέλθωσιν εἰς 2,940, οὕτω δὲ θὰ ἔχωμεν ἐπὶ πλέον πεζοὺς χωροφύλακας 740. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀπορῶ, πῶς ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐπήρχετο οἰκονομία. «ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Θὰ ἐλαττώσωμεν τὸ κεφάλαιον τοῦ πεζικοῦ, καὶ θ’ αὐξήσωμεν τὸ τῆς χωροφυλακῆς. «ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ, ὡς ὁμολογεῖτε καὶ ὑμεῖς, αὐξάνετε τὸ κεφάλαιον τῆς χωροφυλακῆς, δὲν ἐννοῶ, πῶς ἀναγράφετε ἐν τούτοις οἰκονομίαν ἐν αὐτῷ ἐξ 70,000 δραχμῶν. «Προκειμένου περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, παρατηρῶ ὅτι δὲν ἀναγράφονται ἀκριβῶς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα πληρόνονται τὴν σήμερον διὰ τοὺς κατέχοντας τὰς σχετικὰς θέσεις. «ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἶπον ὅτι θὰ διορθωθῶσι ταῦτα. «ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ εὑρισκόμεθα ἤδη ἐν αὐτῇ τῇ χρήσει τοῦ 1893, καὶ ἀκόμη δὲν διωρθώθησαν. Ἐν τῷ τμήματι τοῦ πεζικοῦ ἀναγράφεται μισθὸς ταγματάρχου διὰ τὴν θέσιν τμηματάρχου. Ἐν τούτοις τὴν σήμερον ἔχομεν ἐν τῇ θέσει ταύτῃ ἕνα ἀντισυνταγματάρχην καὶ ἕνα συνταγματάρχην διότι εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν ἔχει τοποθετηθῆ ὁ νῦν εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν ἀπεσπασμένος συνταγματάρχης κ. Βασιλειάδης, κατέχει δὲ αὐτὴν ὁ ἀντισυνταγματάρχης κ. Γκολφινόπουλος. «Ἐν τῷ τμήματι τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἀντὶ τοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναφερομένου ταγματάρχου, μὲ μισθὸν δρ. 420 κατὰ μῆνα, ἔχομεν νῦν ἕνα συνταγματάρχην μὲ μισθὸν 550 καὶ ἕνα μοίραρχον μὲ μισθὸν 310. Ἐν τῷ τμήματι τοῦ πυροβολικοῦ ἀναγράφεται μισθὸς ταγματάρχου πρὸς 440 δρ. κατὰ μῆνα, καὶ ὑπηρετεῖ ἀντισυνταγματάρχης, λαμβάνων μισθὸν 480. Ἐπίσης ἐν τῷ τμήματι τοῦ μηχανικοῦ ἀναγράφεται μισθὸς ταγματάρχου πρὸς 440, καὶ ὑπάρχει ἀντισυνταγματάρχης μὲ μισθὸν 480. Ἐν τῷ τμήματι τῶν προμηθειῶν ἀναγράφεται μισθὸς ταγματάρχου μὲ μισθὸν 410 δραχμῶν, ἐνῷ ὑπηρετεῖ ἀντισυνταγματάρχης μὲ μισθὸν 450. Αὐταὶ εἶναι αἱ εἰκονικότητες τοῦ προϋπολογισμοῦ. «ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀλλὰ δὲν ἀνεφέρατε τὰς ἄλλας θέσεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἀναπληροῦνται τὰ ποσὰ ταῦτα. «ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θ’ ἀποδείξω, κύριε Ὑπουργὲ, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου σας, ὅτι καὶ ἡ δαπάνη ἡ δῆθεν πλεονάζουσα ἐκ τῶν κενῶν θέσεων εἶναι εἰκονική. Νῦν ὑποδεικνύω τὰς ἐπὶ ἔλαττον ἀναγραφομένας δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου σας, ἐφ’ ὧν οὐδεμία, ἔλλογος τοὐλάχιστον, ἀντίῤῥησις δύναται νὰ ἐγερθῇ. «Ἐν κεφαλαίῳ Βʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ σας ἀναγράφεται δαπάνη διὰ 3 συνταγματάρχας τοῦ μηχανικοῦ, ἐνῷ μισθοδοτοῦνται 4 τοιοῦτοι... «ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Περιλαμβάνετε καὶ τὸν ἐκ τῆς διαθεσιμότητος ἀνακληθέντα κ. Σέχον μετὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ; «ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ὑμεῖς ἔπρεπε νὰ τὸν συμπεριλάβητε, ἀφοῦ ἐγινώσκετε, ὅτι διετέλει ἐν ἀδείᾳ, ἥτις θὰ ἔληγε πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ παρόντος προϋπολογισμοῦ. Οὕτω θ’ ἀνεγράφετε καὶ τὴν δι’ αὐτὸν ἀπαιτουμένην ἐτησίαν δαπάνην ἐξ 6,960 δρ. Ἐν τῷ αὐτῷ Βʹ κεφαλαίῳ ἀντὶ 38 ἀνθυπολοχαγῶν τοῦ μηχανικοῦ, ἀναγράφονται μόνον 26, οὕτω δὲ ἡ σχετικὴ δαπάνη προϋπολογίζεται κατὰ 23,000 δρ. ἐλάττων τῆς πραγματικῆς. «ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Θ’ ἀναπληρωθῇ ἐκ τῶν κενῶν θέσεων. «ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ σᾶς ἀποδείξω, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ σας, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον. «Ἐν κεφαλαίῳ Γʹ ἀναγράφετε δαπάνην δι’ 9 ἀντισυνταγματάρχας τοῦ πυροβολικοῦ, ἐνῷ ὑπάρχουσι τοιοῦτοι 11, ὅ ἐστὶ προϋπολογίζετε ἐπὶ ἔλαττον 11,520 δρ. Ἐν τῷ αὐτῷ κεφαλαίῳ ἀναγράφεται δαπάνη διὰ 33 λοχαγούς, ἐνῷ εἶναι τοιοῦτοι 35, ὅ ἐστὶ ἔχομεν ἐπὶ πλέον δαπάνην ἐξ 7,440 δρ. Ἐν τῷ αὐτῷ κεφαλαίῳ ἀναγράφεται δαπάνη διὰ 32 ὑπολοχαγούς, ἐνῷ ὑπάρχουσι 33, ἤτοι προϋπολογίζονται ἐπὶ ἔλαττον 2,280 δρ. Ἐν τῷ αὐτῷ κεφαλαίῳ ἀναγράφεται δαπάνη διὰ 43 ἀνθυπολοχαγούς, ἐνῷ πράγματι μισθοδοτοῦνται 77 τοιοῦτοι, ἤτοι προϋπολογίζονται ἐπὶ ἔλαττον δρ. 69,360. «Ἐν κεφαλαίῳ Δʹ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ μισθοδοτοῦνται 25 ἀνθυπίλαρχοι, ἐνῷ πράγματι λαμβάνουσι μισθὸν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου 59, ἤτοι προϋπολογίζονται ἐπὶ ἔλαττον δρ. 69,360. «Ἐν κεφαλαίῳ Εʹ ἀναγράφεται δαπάνη διὰ 355, ἐνῷ ὑπάρχουσι 442, ἤτοι προϋπολογίζονται ἐπὶ ἔλαττον δρ. 146,160. «Ἐν κεφαλαίῳ Ζʹ ἀναγράφεται δαπάνη διὰ 54 ὑπολοχαγούς, ἐνῷ ὑπάρχουσι τοιοῦτοι 62, ἤτοι προϋπολογίζονται ἐπὶ ἔλαττον δρ. 15,360. Ἐν τῷ αὐτῷ κεφαλαίῳ ἀναγράφεται δαπάνη δι’ 87 ἀνθυπολοχαγούς, ἐνῷ εἶναι τοιοῦτοι 120, ἤτοι προϋπολογίζονται ἐπὶ ἔλαττον δρ. 55,440.» Πάσας, Κύριοι, τὰς ἐπὶ ἔλαττον ταύτας ἀναγραφὰς, τὰς ὁποίας ἐν τοιαύτῃ ἀκριβολογίᾳ κατεδείκνυον ἐγὼ τότε, ἠρνεῖτο δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἰδοὺ ὅτι ἔρχεται νῦν διὰ τῆς προκειμένης ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως καὶ ἀνομολογεῖ, ὁπόσον ἤμην μὲν ἐγὼ ἐν τῇ ἀκριβείᾳ, ὁπόσον δ’ αὐτὸς ἐν τῇ ἀνακριβείᾳ.
§109ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τίς ἐφήρμοσε τὸν προϋπολογισμόν;
§110ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ τοὺς τέσσαρας πρώτους καὶ τοὺς δύο τελευταίους τοῦ ἔτους μῆνας ὑμεῖς, κατὰ τοὺς λοιποὺς ἕξ μῆνας τὸ Ὑπουργεῖον τῆς 3 Μαΐου. Ἀλλὰ καὶ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος ἐὰν ἐφηρμόζετε ὑμεῖς τὸν προϋπολογισμόν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, πῶς ἦτο δυνατὸν ἄλλως νὰ πληρώσητε ὅλας ἐκείνας τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου σας, τὰς ὁποίας ἀπεκρύπτετε, ὡς σᾶς ἀπέδειξα τότε, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σας, διὰ νὰ τὸν παρουσιάσητε ἄρτιον καὶ μὲ περίσσευμα μάλιστα, εἰμὴ μόνον δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων; Ὅπου ἦτο δυνατὸν νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐγένοντο ὑφ’ ἡμῶν μὲ τὸ παραπάνω. Ἡ μόνη οἰκονομία, τὴν ὁποίαν ἀπεφύγομεν ἡμεῖς, εἶναι ἡ τῆς χορηγίας ἀθρόων ἀδειῶν εἰς τοὺς ὁπλίτας. Ἀλλ’ ὡς εἶπον ἤδη, εἰς ἀδείας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβῶμεν ἡμεῖς, καὶ διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν στρατευσίμων εἶχε περιορισθῆ κατὰ χιλιάδας, συνεπείᾳ τοῦ τελευταίου στρατολογικοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῇ εἰσηγήσει τοῦ κ. Τσαμαδοῦ, καὶ διότι ἡμεῖς ἠθελήσαμεν νὰ θέσωμεν ἓν τέρμα εἰς τὴν ἔκρυθμον κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἣν εἶχε δημιουργήσει πρὸ ἡμῶν ὑπερδεκαετὴς ἀτάσθαλος διοίκησις. Κληθέντες, Κύριοι, εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, εὕρομεν χιλιάδας πολλὰς φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων, λυμαινομένων τὴν Ἑλλάδα, τὴν δὲ λῃστείαν ἐν πλήρει ἀκμῇ. Τὴν κατάστασιν αὐτὴν, ἐπαναλαμβάνω, εἶχον δημιουργήσει οἱ πρὸ ἡμῶν ἐπὶ δεκαετίαν καὶ ἐπέκεινα κυβερνήσαντες τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν τόπον καὶ οἱ ὁποῖοι ἐκ στοργῆς πρὸς αὐτὴν δὲν ἐδίστασαν νὰ ῥήξωσι κραυγὴν ὀδύνης καὶ διαμαρτυρίας ἐν τῷ τύπῳ κατὰ τοῦ μόνου τελεσφόρου μέτρου, ὅπερ ἡμεῖς ἔγνωμεν νὰ λάβωμεν κατὰ τῆς λῃστείας, ἐφαρμόζοντες τὸν περὶ αὐτῆς νόμον καὶ ἐπικηρύττοντες καὶ καταδιώκοντες ὅλους τοὺς λῃστὰς καὶ κακούργους, τοὺς ὁποίους ἡ διοίκησίς των εἶχεν ἐκθρέψει. Διὰ τὴν καταδίωξιν ταύτην τῶν λῃστῶν, φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ τηρήσωμεν ὑπὸ τὰς σημαίας πάντας τοὺς ὁπλίτας, ἤτοι νὰ μὴ χορηγήσωμεν πρὸς αὐτοὺς ἀδείας. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ἡ καταδίωξις θὰ ἦτο ἀποτελεσματικωτέρα, ἐὰν ἡ προκάτοχος ἡμῶν Κυβέρνησις δὲν εἶχε σὺν τοῖς ἄλλοις παραλύσει καὶ τὸν ὑπηρεσιακὸν στρατὸν τῆς χώρας, δὲν εἶχε δ’ ἐξασθενίσει καὶ αὐτὸν τὸν ἐκπαιδευτικὸν στρατὸν αὐτῆς. Ἄλλοτε, Κύριοι, εἴχομεν πράγματι ὑπηρεσιακὸν στρατόν. Εἴχομεν χωροφυλακὴν καὶ εὐζωνικὰ τάγματα ἐξ ἀνδρῶν ἀφυπηρετησάντων ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, ἐξ ἀνδρῶν ἐξῳκειωμένων πρὸς τὴν σκληραγωγίαν καὶ τὰς κακώσεις τοῦ μεταβατικοῦ βίου καὶ ἐμπείρων τῆς καταδιώξεως τῆς λῃστείας καὶ φυγοδικίας. Ἄλλοτε εἴχομεν καὶ στρατὸν ἐκπαιδευτικόν, παραμένοντα ἐπὶ ἔτη ὑπὸ τὰ ὅπλα καὶ δυνάμενον μετὰ τὴν πλήρη καὶ τελείαν ἐκγύμνασίν του νὰ ἐπέλθῃ ἐπίκουρος εἰς τὸν ὑπηρεσιακὸν στρατόν. Ἄλλοτε ὑπηρέτουν εἰς τοὺς ἰδίους νομοὺς των συνήθως οἱ κληρωτοί, καὶ ἦσαν αὐτοὶ οἱ ἐπιτηδειότατοι εἰς καταδίωξιν τῆς λῃστείας καὶ φυγοδικίας, καὶ ἐξῳκειωμένοι πρὸς τὸ οἰκεῖον ἔδαφος. Ἔκτοτε ὅμως τὰ πάντα ἀνετράπησαν παρ’ ἡμῖν, χάρις εἰς τὸ ὀλέθριον σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ δεκαετίας καὶ ἐπέκεινα διέπει ἡμᾶς. Ἔκτοτε κατηργήθη ἡ ἐθελουσία κατάταξις ἐν τῇ χωροφυλακῇ καὶ τοῖς εὐζωνικοῖς τάγμασι, καὶ ἐφοδιάζονται τὰ σώματα ταῦτα διὰ κληρωτῶν μόλις χειριζομένων τὸ ὅπλον. Ἔκτοτε κατηργήθη ἐν τῷ ἐκπαιδευτικῷ στρατῷ ἡ πολυετὴς θητεία. Ἔκτοτε οἱ κληρωτοὶ ἐκσφενδονίζονται πρὸς κατάταξιν ἐκ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἄλλο τῆς Ἑλλάδος ἄκρον. Οὕτω δὲ συνέβη νὰ εὕρωμεν ἡμεῖς ἀντὶ τῶν πρὶν ἀφυπηρετησάντων ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ μετὰ πολυετῆ θητείαν καὶ ἐσκληραγωγημένων χωροφυλάκων καὶ εὐζώνων χθεσινοὺς κληρωτοὺς τοῦ στρατοῦ, ἀντὶ δὲ στρατιωτῶν ἐκ τῶν κατ’ ἐξοχὴν στρατιωτικῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος, τῶν μόνων ἐξῳκειωμένων πρὸς τὴν σκληραγωγίαν τοῦ ὀρεινοῦ βίου τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος, ἐν ᾗ ἐνδιῃτῶντο οἱ Τσουλῆδες, οἱ Παπακυριτσόπουλοι, οἱ Μαργώνηδες, οἱ Βέλλιοι καὶ ἡ λοιπὴ χορεία τῶν πολυωνύμων καὶ δυσωνύμων λῃστῶν καὶ κακούργων, νησιώτας κληρωτούς, μόλις μῆνας ἀριθμοῦντας ὑπὸ τὰς σημαίας. Εἴχομεν λάβει, Κύριοι, ἐκθέσεις παρὰ τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν τεταγμένων ἐπὶ τῆς καταδιώξεως τῆς λῃστείας καὶ φυγοδικίας, δι’ ὧν μᾶς διεβεβαίουν, ὅτι μὲ τοιούτους στρατιώτας ἦτο ἀδύνατον νὰ καταδιωχθῶσι τελεσφόρως λῃσταὶ καὶ κακοῦργοι, οἷοι οἱ προμνημονευθέντες. «Δότε μας στρατιώτας, ἔλεγον, διότι οἱ στρατιῶται, τοὺς ὁποίους ἔχομεν, ὅταν ἀκούωσι Παπακυριτσόπουλον καὶ Τσουλῆν, τρέπωνται εἰς φυγήν!»
§111ΡΟΥΚΗΣ. Δὲν πιστεύω ποτὲ νὰ εὑρέθῃ ἀξιωματικὸς νὰ σᾶς εἶπε τοιαῦτα.
§112ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑπάρχουσιν ἐκθέσεις περὶ τούτου.
§113ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἶναι ψεύδη αὐτά!
§114ΡΟΥΚΗΣ. Ὑβρίζετε τοὺς ἀξιωματικούς!... (θόρυβος).
§115ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοὺς ἀξιωματικοὺς ὑβρίζει ἐκεῖνος καὶ μόνος, ὅστις, μὴ ἐπιῤῥίπτων τὴν εὐθύνην ἐκεῖ, ὅπου ἁρμόζει αὕτη, εἰς τοὺς παραλύσαντας δηλαδὴ τὸν στρατὸν ἡμῶν, ζητεῖ οὕτω νὰ καταστήσῃ τοὺς ἀξιωματικούς μας ὑπευθύνους, διότι δὲν καταδιώκουσι τὴν σήμερον τοὺς λῃστὰς ἀποτελεσματικῶς. Καὶ ὅμως οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, ὁ Μακρῆς, οἱ Μαυροδημαῖοι καὶ τόσοι ἄλλοι, διεκρίθησαν ἄλλοτε ἐν τῇ καταδιώξει τῆς λῃστείας· διατί; Διότι τότε εἶχον στρατιώτας ἐκγεγυμνασμένους καὶ ἐσκληραγωγημένους, ἐνῷ τώρα ἡγοῦνται χθεσινῶν κληρωτῶν τῆς Σίφνου, τῆς Πάρου, τῆς Νάξου καὶ τῶν λοιπῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου Πελάγους, τοὺς ὁποίους δὲν ὑβρίζει τις βεβαίως, λέγων ὅτι δύνανται μὲν νὰ ἦναι πολὺ καλοὶ ναυτικοί, νὰ γείνωσι δ’ ἐπὶ τέλους καὶ καλοὶ στρατιῶται μὲ τὸν καιρόν, ἀλλὰ δὲν δύνανται ἐντὸς μηνῶν νὰ ἐκγυμνασθῶσι καὶ ἐξοικειωθῶσι πρὸς τὸν ἀήθη δι’ αὐτοὺς βίον τῶν ὀρέων τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος.
§116ΡΟΥΚΗΣ. Οἱ καλλίτεροι στρατιῶται εἶναι οἱ Αἰγαιοπελαγῖται· εἶναι εὐπειθέστατοι, σκληραγωγημένοι καὶ καλοὶ σκοπευταὶ (θόρυβος).
§117ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὑπάρχουσιν ἐκθέσεις ἀξιωματικῶν, οἵτινες λέγουσι τὰ ἐναντία.
§118ΡΟΥΚΗΣ. Ποτὲ ἀξιωματικὸς δὲν εἶπε τοιοῦτόν τι, καὶ ἂν τὸ εἶπεν, εἶναι ἀνάξιος. Ἐγὼ ἔκαμα μὲ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα, συνεπλάκην μὲ λῃστὰς, καὶ δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι οἱ Αἰγαιοπελαγῖται εἶναι οἱ καλλίτεροι στρατιῶται (θόρυβος).
§119ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε λοιπὸν πταίει καθ’ ὑμᾶς ὁ Μακρῆς, οἱ Μαυροδημαῖοι καὶ οἱ λοιποὶ ἀξιωματικοί, οἱ τεταγμένοι τὴν σήμερον ἐπὶ τῆς καταδιώξεως τῆς λῃστείας, οἱ ὁποῖοι μὲ αὐτοὺς τοὺς καλλιτέρους στρατιώτας δὲν κατορθόνουσι τώρα ὅ,τι σεῖς πρὸ ἐτῶν ἐν τῇ μεταβατικῇ ὑπηρεσίᾳ (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, παρακαλῶ, Κύριοι.
§121ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπανέρχομαι, Κύριοι, μετὰ τὴν παρέκβασιν ταύτην, εἰς ἣν παρ’ ἄλλων προεκλήθην, εἰς τὸ κύριον ζήτημα. Καὶ τὸ κύριον ζήτημα εἶναι, ὅτι εἰς τὰ διάφορα κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀνεγράφοντο ἐν γνώσει, δύναμαι νὰ εἴπω, ποσὰ ἐπὶ ἔλαττον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ πραγματοποιηθῶσι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Σᾶς ἀνέγνων τὴν σχετικὴν περικοπὴν τῆς ἀγορεύσεώς μου, ἐξ ἧς, ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὰς νῦν ζητουμένας ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις, δύναται πᾶς τις νὰ πεισθῇ, ὁπόσον ἔχω δίκαιον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς εἰδικώτερος ἐμοῦ, ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ ἔκτοτε τίνα ποσὰ θὰ ἐχρειάζοντο διὰ τὰ διάφορα ταῦτα ἄρθρα, καὶ ἐν τούτοις δὲν ἀνέγραψεν αὐτὰ ἀκριβῶς. Πλὴν δὲν πταίει διὰ τοῦτο ὁ κ. Τσαμαδός· πταίει τὸ ὅλον σύστημα, τὸ διέπον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893, τὸ διέπον ὅλους τοὺς προϋπολογισμοὺς ἡμῶν ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν· τὸ σύστημα τοῦ νὰ ἐξογκόνωμεν ἐν ἐπιγνώσει τὰ ἔσοδα καὶ νὰ ἐλαττόνωμεν ἀφ’ ἑτέρου τὰ ἔξοδα, διὰ νὰ παρουσιάζωμεν πάντοτε προϋπολογισμοὺς ἐν ἰσοζυγίῳ καὶ μὲ περίσσευμα, καὶ νὰ κατορθῶμεν οὕτω νὰ συνομολογῶμεν δάνεια ἐπὶ δανείων, αὐξάνοντες πάντοτε τὰ φορολογικὰ βάρη τοῦ λαοῦ, καὶ καταπονοῦντες αὐτὸν, ἕως οὗ ἐφθάσαμεν ἐκεῖ, ὅπου εὑρισκόμεθα τὴν σήμερον, εἰς τὴν χρεωκοπίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν ἔσφαλε, ἔσφαλε καθόσον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ αὐτοῦ ἐπέτρεψε νὰ ἐπικρατήσῃ τὸ αὐτὸ ὀλέθριον τῆς πλαστότητος καὶ εἰκονικότητος σύστημα.
§122Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπεδείχθησαν αἱ δαπάναι κατά τινα μὲν ἀνώτεραι, κατ’ ἄλλα δὲ κατώτεραι τῶν ἀναγεγραμμένων· καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν ἀπεδείχθησαν ἀνώτεραι τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, οἱ ἀξιότιμοι κύριοι Βουλευταὶ λέγουσιν, ὅτι προέρχεται τοῦτο, διότι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑπῆρξεν ἀπόκρυψις, ἐφ’ ὅσον δὲ ἀποδεικνύονται αἱ δαπάναι κατώτεραι τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, οὐδὲν λέγουσιν. Ἐὰν κατὰ τὰς ἐνδείξεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν τὰ ἐν τῇ ἐκτελέσει ἀποδεικνυόμενα ὡς ἐπὶ ἔλαττον ἀναγραφέντα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σκοπίμως ἐπὶ ἔλαττον ἀνεγράφησαν, πῶς ἐξηγοῦσιν οὗτοι τὰς ἐπὶ πλέον ἀναγραφάς; Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐσκόπει νὰ παραστήσῃ τὰς δαπάνας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ κατωτέρας τῶν πραγματικῶν, διατὶ δὲν ἀπέφευγε τὰς ἐπὶ πλέον ἀναγραφάς; Ἀφοῦ ἠθελήσαμεν ν’ ἀποκρύψωμεν τὰ ὑπάρχοντα, δὲν ἦτο ὀρθότερον νὰ μὴ ἀναγράψωμεν τὰ μὴ ὑπάρχοντα; Οἱ κύριοι Βουλευταὶ παρέστησαν ἑαυτοὺς πεισθέντας ὅτι ἀνεγράψαμεν τὰ ἐπὶ ἔλαττον 1,041,000, ἵνα μειώσωμεν κατὰ τοσοῦτον τὸν προϋπολογισμόν, ἀλλ’ ἔχομεν ἀδιαθέτους πιστώσεις δραχ. 1,142,000, τουτέστιν ἔχομεν ἀναγραφὰς κατὰ πλεονασμὸν ὑπερτερούσας τὰς ἀνεπαρκεῖς ἐπὶ ποσῷ ἐν συνόλῳ 101,000 δραχμῶν. Ἀναντιῤῥήτως λοιπὸν δὲν ἐπεδιώξαμεν περιεσταλμένην παράστασιν τῶν πραγματικῶν ἀναγκῶν, διότι, ἐὰν τοῦτο ἐπεδιώκομεν, ἠθέλομεν προσθέσει εἰς τὰ 1,041,000, τὰ δῆθεν ἀποκρυβέντα, καὶ τὰ 1,142,000 τὰ καθ’ ὑπέρβασιν ὁμολογηθέντα. Ἀλλὰ πόθεν προῆλθον τὰ ἐλλείμματα; Οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἠδύναντο ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ὑπεβάλομεν τὰ τῶν πιστώσεων καὶ τῶν αἰτιολογικῶν ἐκθέσεων, νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι ἀπέσχομεν ἀπὸ παντὸς πολιτικοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν πιστώσεων οὐχὶ διότι ἐφρονοῦμεν, ὅτι τὰ περὶ εὐθύνης δὲν πρέπει νὰ συζητηθῶσιν, ἀλλὰ διότι δὲν ἐνομίζομεν ὅτι ἐξ ἀφορμῆς τῶν πιστώσεων ἔπρεπε νὰ γένηται ἡ συζήτησις. Ἵνα ᾖ αὕτη τελεσφόρος, πρέπει νὰ γένηται ἐν ἑνιαίᾳ μελέτῃ, τοιαύτην δὲ θέλει προκαλέσει ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὁ νῦν, ὅστις ἦτο καὶ ὁ συντάξας τὸν προϋπολογισμὸν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, παρέστησεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρξῃ διαφορὰ ἐν τῇ ἐκτελέσει πρὸς τ’ ἀναγεγραμμένα, ἀφοῦ τὸ σύστημα, καθ’ ὃ εἶχε συνταχθῆ ὁ προϋπολογισμὸς, ἐν πολλοῖς μετεβλήθη. Μετεβλήθη περὶ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἐὰν ἐλειτούργει ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία κατὰ τὸ 1893, δὲν ἤθελεν ὑπάρχει ἀνάγκη τηρήσεως ὑπὸ τὰ ὅπλα τοσούτων ἀνδρῶν, διότι ἀντὶ τούτων θὰ ἐνήργουν οἱ ἀστυφύλακες, καὶ αἱ δαπάναι αὐτῶν θὰ ἐκανονίζοντο κατὰ τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας προνοούμενα. Ἤδη, ἂν ἐνταῦθα ἔχωμεν αὔξησιν εἰς τὰ τῶν ἀνδρῶν, ἔχομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου μείωσιν εἰς τὰ τῆς ἀστυνομίας. Ἑτέρα μεταβολὴ, συνδεομένη πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας καὶ τὴν πολιτικὴν τῶν ἐκτελεσάντων τὸν προϋπολογισμὸν, εἶναι αὕτη, ὅτι ἡ θεμελιώδης ἰδέα, ἡ πρυτανεύσασα ἐν τῷ καταρτισμῷ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν δαπανητέων εἰς προμηθείας ὑλικῶν, ἦτο ὅτι ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος θὰ ἐκανονίζετο ἐκ τῶν συνεπειῶν τῆς ὑπογραφῆς τῆς περὶ τοῦ δανείου συμβάσεως. Ἦτο τότε ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος 40%, ὑπετίθετο δὲ, ὅτι θὰ ἐξέπιπτεν εἰς τὰ 20 ἢ καὶ τὰ 15%, ἀλλ’ ἀντὶ τούτου, ἀντὶ ὑπερτιμήσεως 40%, εἴχομεν ὑπερτίμησιν 88%, ἢ 80, ἢ 75. Κατὰ τὸν προαγορεύσαντα ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος δὲν ἐπέδρασεν ἐπὶ τὴν τιμὴν τῆς κυριωτέρας προμηθείας, τῆς τοῦ σίτου. Ὁ,τιδήποτε ὅμως καὶ ἂν ἐπληροφορήθη ὁ κ. Βουλευτὴς περὶ τῆς τιμῆς τοῦ σίτου κατὰ τὴν ὥραν τοῦ ἁλωνίσματος ἐν σχέσει πρὸς τὴν τιμὴν αὐτοῦ ὅτε συνετάσσετο ὁ προϋπολογισμὸς, ἀναμφήριστον εἶναι, ὅτι ὁ σῖτος, ὃν καταναλίσκει ἡ χώρα, εἴτε ἐγχώριος εἶναι, εἴτε ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, ἔχει τὴν τιμὴν τὴν κανονιζομένην ὑπὸ τῆς παγκοσμίου ἀγορᾶς, ἥτις δὲν δύναται νὰ μὴ ἐπηρεασθῇ ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, διότι εἶναι τιμὴ μεταλλική. Ἐὰν ἐπεκράτει ἡ πολιτικὴ, ἧς ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ εἶχε συνταχθῆ ὁ προϋπολογισμὸς, θὰ εἴχομεν ὑπερτίμησιν συναλλάγματος πάντως κατωτέραν τῶν 40%· δὲν ἐπεκράτησεν ἡ πολιτικὴ ἐκείνη, ἐπεκράτησεν ἄλλη πολιτικὴ, αἱ προσδοκίαι ἐκεῖναι δὲν ἐπληρώθησαν, καὶ εἴχομεν ὑπερτίμησιν συναλλάγματος 88%. Ἐννοεῖται δ’ ὅτι ἡ παγκόσμιος τιμὴ τοῦ σίτου, μεταφραζομένη εἰς τὸ νόμισμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπηρεάσθη ἐκ τῆς διαφορᾶς ταύτης. Τοιοῦτοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ προκαλέσαντες τὴν ἀνάγκην τῆς αἰτήσεως πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893. Οἱ λόγοι οὗτοι δὲν ἐπέδρασαν εἰς ἄλλας δαπάνας, ὧν ἡ ἐκτέλεσις ἀπέδειξε, τὰς ἀναγραφὰς ἀνωτέρας τῆς ἀνάγκης. Ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς ἀποδεικνύεται ἐν τῷ συνόλῳ ἐκτελούμενος ἐντὸς τῶν ἀναγεγραμμένων ὅρων· οὔτε ἐπὶ πλέον ἔχει ἐν τῷ συνόλῳ ἀναγεγραμένας τὰς δαπάνας οὔτε ἐπὶ ἔλαττον· βεβαίως δὲ σκοπὸς δὲν ὑπῆρχεν, ὅτε συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς, ἀποκρύψεως τῶν δαπανῶν, οὐδ’ ἐρχόμεθα ἤδη νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς πολιτικῆς, ἧς ἕνεκα ἐπῆλθεν αὔξησίς τινων ἐξ αὐτῶν. Ἐρχόμεθα μόνον νὰ ἐνδείξωμεν ὅτι ἀντισταθμίζονται αἱ ζητούμεναι πιστώσεις ὑπὸ τῶν ἀδιαθέτων. Οὕτω, ζητεῖ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν πίστωσιν ἀνωτέραν διὰ τοὺς ὁπλίτας, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν παρουσιάζει πιστώσεις ἀντιστοίχους ἀδιαθέτους ἐπὶ ποσῷ ἀνωτέρῳ. Ἐὰν δὲ μὴ ἔχωσιν ἀδιάθετον πίστωσιν ἀντίστοιχον αἱ ζητούμεναι πιστώσεις συνεπεία τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, αἵτινες ἄλλως, προκληθεῖσαι ἐκ πολιτικῶν λόγων, οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὴν ἀκριβῆ ἢ μὴ ἀκριβῆ σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀντισηκόνονται ὅμως ἐξ ἀδιαθέτων πιστώσεων μὴ ἀντιστοίχων. Τοῦτο μαρτυρεῖ ὁ πίναξ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐὰν δὲ οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐπιμένωσιν, ἐπικρίνοντες ἡμᾶς, ὅτι ἀνεγράψαμέν τινα ἐπὶ ἔλαττον, θὰ εἴχομεν καὶ ἡμεῖς, κατὰ τὸ αὐτὸ σύστημα, τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσωμεν ἐπαίνους, ὡς ἀναγράψαντές τινα ἐπὶ πλέον, ἐπειδὴ δὲ τὰ ἐπὶ πλέον ὑπερβαίνουσι κατὰ 101,000 δραχμῶν τὰ ἐπὶ ἔλαττον, νὰ καταλογίσωμεν ἐν τῷ ἐνεργητικῷ ἡμῶν μετὰ τὸν συμψηφισμὸν τὸ ὑπόλοιπον τῶν ἐπαίνων.
§123ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ὅμως ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ὀφείλει νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ὁ ἔπαινος ἀνήκει εἰς ἡμᾶς, διότι ἡμεῖς μόνοι κατὰ τὴν ἑξάμηνον διοίκησίν μας μετήλθομεν πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν καὶ φειδὼ περὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ δημοσίου πλούτου. Δὲν ἔχω πρόχειρον τὴν πληροφορίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα κάμω νῦν χρῆσιν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, οὗτινος ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι, ἐπῆλθον οἰκονομίαι περὶ τὰς ἑξακοσίας χιλιάδας δραχμῶν. Περὶ τὰς τεσσαράκοντα χιλιάδας δραχμῶν κατὰ μῆνα ἐδίδοντο εἰς τοὺς γραμματοδιδασκάλους, καθ’ ἣν ἐποχὴν οὐδὲν εἶχον ἔργον, διότι καθ’ ὅλον τὸ θέρος, ὡς εἶναι γνωστὸν, εἰς τὰ χωρία τὰ παιδία ἀπασχολοῦνται εἰς τὰς ἀγροτικὰς ἐργασίας. Διὰ τοῦτο ἀπεφάσισα νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῶν γραμματοδιδασκάλων, ἐξ ἧς ἐπῆλθεν οἰκονομία διακοσίων πεντήκοντα ὡς ἔγγιστα χιλιάδων δραχμῶν. Ἀπέλυσα ὁλόκληρον τὸ βοηθητικὸν προσωπικὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως, κατὰ τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ὁ προκάτοχός μου κ. Κοσσονάκος εἶχε καθιερώσει. Ἀπέλυσα τοὺς γυμναστάς, καλλιγράφους, ἐπιστάτας, καὶ ἐπιθεωρητὰς καὶ ἐπόπτας τῶν στρατιωτικῶν ἀσκήσεων. Ἐξ ὅλων αὐτῶν τῶν ἀπολύσεων, πρὸς δὲ ἐκ τῆς καταργήσεως πολλῶν δεκάδων ἑλληνικῶν σχολείων, περιττῶν πάντη, ὡς ἐμαρτύρει ἡ ἔλλειψις μαθητῶν ἐν αὐτοῖς, ἐπῆλθεν οἰκονομία ἄνω τῶν ἑκατὸν πεντήκοντα χιλιάδων δραχμῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μειδιῶν προηγουμένως εἶπε: «Βεβαίως ἐκάματε οἰκονομίας καὶ ἀπὸ τὰ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα.» Αἱ οἰκονομίαι αὗται δὲν ἦσαν τόσον ἀνάξιαι λόγου, ὥστε νὰ κινήσωσι τὸ μειδίαμα τοῦ κ. Τρικούπη. Ἐγὼ μετέθεσα τῇ αἰτήσει των τοὺς ἐπιδιώκοντας μετάθεσιν πρὸς ἐπανόρθωσιν τοῦ προσγενομένου εἰς αὐτοὺς ἀδικήματος ὑπὸ τῆς προκατόχου ἡμῶν Κυβερνήσεως, ὅτε χάριν φατριαστικῶν λόγων ἐξεσφενδονίζοντο ἐκ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἄλλο τῆς Ἑλλάδος ἄκρον, χωρὶς οὕτω νὰ ἐπιβαρύνω τὸ Δημόσιον μὲ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα. Ἐπίσης ἐφείσθην τούτων καὶ ἐπὶ τῶν δυσμενῶν μεταθέσεων τῶν ἐπιβληθεισῶν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας λόγῳ τιμωρίας, ἀπολύων καὶ ἀναδιορίζων τοὺς οὕτω μετατιθεμένους. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν πόσα κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν τότε ἐνσκήψασαν γενικὴν ἀναστάτωσιν εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, ὀφείλετε νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι εἰς ἡμᾶς μὲν μόνον ἔπαινος προσήκει, εἰς ὑμᾶς δὲ πᾶσα κατάκρισις· διότι ὄχι μόνον οὐδέποτε ἐσκέφθητε σεῖς νὰ προβῆτε εἰς τοιαύτας οἰκονομίας, ἀλλὰ καὶ διότι ἀνεγράφετε ψευδῶς καὶ εἰκονικῶς πιστώσεις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δι’ ἃς ἔπρεπε κατ’ ἀνάγκην νὰ ζητηθῶσι νῦν ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις. Πρὸς τὸ ζήτημα δὲ τοῦτο ἐν οὐδεμιᾷ σχέσει εὕρηται ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος. Ὅταν, ἔχοντες τρεῖς χιλιάδας χωροφυλάκων ὑπὸ τὰ ὅπλα, ἀνεγράφετε πίστωσιν διὰ δύο χιλιάδας, ἡ πίστωσις αὕτη ἦτο πλαστή, μὲ τὴν ὁποίαν βεβαίως τίποτε δὲν ἔχει νὰ κάμῃ ἡ συναλλαγματικὴ διαφορά. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι ἡ ὥρα, καθ’ ἣν δύναται νὰ προκληθῇ πολιτικὴ συζήτησις· ὅταν ὅμως ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) γίνωνται αἰτιάσεις τοιαῦται, βεβαίως εἴμεθα ἠναγκασμένοι ν’ ἀποκρούσωμεν αὐτάς.
§124ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἤθελον λάβει μέρος εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐνόμιζε καλὸν νὰ μνημονεύσῃ καὶ ἐμοῦ. Ἐγὼ ἐξέφραζον γνώμην οὐχὶ ἐπὶ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν· ἐκεῖ, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ πιστεύῃ, ὅτι μὲ τὰς τετρακοσίας ἑβδομήκοντα πέντε χιλιάδας δραχμῶν ἠδύνατο νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ὅλας τὰς δαπάνας τῶν ἀναληφθεισῶν ὑποχρεώσεων παρὰ τοῦ Δημοσίου. Δὲν νομίζω ὅτι γενικὴ συζήτησις σήμερον περὶ τοῦ τρόπου τῆς συντάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔχει πρακτικὸν ἀποτέλεσμα· θὰ εἶχεν ἴσως πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, ὅτε ἦτο καιρὸς νὰ προληφθῇ ἡ τοιαύτη κατάταξις, ἀλλὰ σήμερον τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης κατατάξεως, τῆς τοιαύτης ἐκτιμήσεως ἐπῆλθον. Ὅτε συνεζητεῖτο ὁ προϋπολογισμὸς, ἐποιησάμεθα τὰς τοιαύτας παρατηρήσεις· ἐκεῖνα δὲ, τὰ ὁποῖα τότε εἴπομεν,—καὶ εὐτυχῶς εἶναι τυπωμένα,— ἔρχονται σήμερον τὰ πράγματα νὰ τὰ βεβαιώσωσι. Δὲν δύναμαι ἐκ τοῦ προχείρου νὰ ἐξετάσω ὅλα τὰ κονδύλια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἴδω κατὰ πόσον ταῦτα δικαιολογοῦσι τὰς ζητουμένας πιστώσεις, ἀλλ’ ἡ δαπάνη τοῦ ἱματισμοῦ, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ ἥμισυ τοῦ ὅλου τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, βεβαίως δὲν εἶναι οἰκονομία. Δὲν θ’ ἀνεγνωρίσθη ἡ δαπάνη τοῦ ἱματισμοῦ ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου, διότι, ὡς εἶναι γνωστὸν ἐκ προηγουμένης συζητήσεως, ἐπῆλθεν ἀμφισβήτησις εἰς τὴν παραλαβὴν τοῦ ἱματισμοῦ. Ἀλλὰ βεβαίως τὰ εἴδη, ἐφ’ ὧν ἠγέρθη ἀμφισβήτησις, θὰ παραληφθῶσι καὶ θὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1894. Ὁπωσδήποτε ἡ ἐπαύξησις ἐπῆλθε μοιραίως, διότι καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν ἦτο ἀνώτερος ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ὑπελογίσθη τότε, καὶ ἡ ἀστυνομία ἡ στρατιωτική, ἂν ἐφηρμόζετο, δὲν θὰ ἔφερεν ὁλόκληρον τὴν οἰκονομίαν, ἡ ὁποῖα ὑπελογίσθη. Νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ ὑπενθυμίζωμεν τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἀπευθύναμεν ὅτε συνεζητεῖτο ὁ προϋπολογισμὸς, ὅπως καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων καταφαίνηται, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893 συνετάχθη ὑπὸ ἰδέας καθ’ ὑπερβολὴν αἰσιοδόξους.
§125ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξέφρασε τὴν λύπην αὐτῆς καὶ ἐπαναλαμβάνει τὴν τοιαύτην ἔκφρασιν, διότι ἐκ τῶν ὑπὸ συζήτησιν πιστώσεων ἀποδεικνύεται, ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ 1892 καὶ 1893 εἰσὶν εἰκονικοί, αὐτόχρημα ψεῦδος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει τὸ ψευδὲς τῶν προϋπολογισμῶν, διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ ὑπέρβασις εἰς τὰ ἔξοδα, ὑπάρχει ὅμως μείωσις εἰς τὰς δαπάνας. Ἐὰν ἦναι τοῦτο ἢ δὲν ἦναι ἀληθές, δὲν γνωρίζω· ἀλλὰ καὶ ἂν ἦναι ἀληθές, καὶ τοῦτο εἶναι ψεῦδος. Ὁ προϋπολογισμὸς ἔπρεπε νὰ ἦναι ἡ ἀλήθεια καὶ μόνη ἡ ἀλήθεια, ὅπως ὄχι μόνον οἱ ἐκτελοῦντες αὐτὸν ὑπάλληλοι ἔχωσιν αὐτὸν ὡς ὑπογραμμὸν τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων τῶν οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ οἱ πιστεύοντες εἰς τὴν τιμήν, οἱ πιστεύοντες εἰς τὸ ἀξιότιμον τῆς Ἑλλάδος, ἔχωσιν αὐτὸν ὡς καθρέπτην. Ἀλλά, ἀκολουθήσας ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς πολιτικὴν ἀντίθετον, ἔφερε τὸν τόπον εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε νὰ προγράφηται, νὰ ἐξυβρίζηται καὶ νὰ ἦναι τὸ ἀντικείμενον σήμερον τῆς χλεύης καὶ τῆς περιφρονήσεως τοῦ κόσμου ὁλοκλήρου· ἀφοῦ δὲ ὡδήγησε τὰ πράγματα εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ὁμιλεῖ μετὰ στόμφου πολλοῦ, καὶ φαίνεται ἐναβρυνόμενος ἐπὶ τῇ καταστάσει, εἰς τὴν ὁποίαν ἤγαγε τὴν Πολιτείαν, καὶ θέλει νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι ἡ πολιτεία, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ, εἶναι ἡ πολιτεία ἡ σώζουσα τὸν τόπον. Ἀλλ’ ἔχομεν δυστυχῶς τὸ παρελθόν, παρελθὸν πολυετές, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ πολιτεία τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ δὲν εἶναι παρὰ πολιτεία ἐγωϊστική, πολιτεία φατριαστική, ἡ ὁποία εἰς οὐδὲν λογίζεται τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, ἀλλὰ εἰς ἓν καὶ μόνον ἀποβλέπει, εἰς τὴν κατοχὴν τῆς ἐξουσίας. Καὶ πῶς κατέχει τὴν ἐξουσίαν; Εἰς τὸ πεῖσμα τῶν πραγμάτων, εἰς τὸ πεῖσμα τῆς τιμῆς τοῦ τόπου, εἰς τὸ πεῖσμα τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ, μετέρχεται πᾶν μέσον θεμιτὸν καὶ ἀθέμιτον. Ἡ θέσις, Κύριοι, τῆς Ἑλλάδος εἶναι πολὺ ὀδυνηρά, καὶ οἱ κατέχοντες τὴν ἐξουσίαν σήμερον, καταλαβόντες αὐτὴν δὲν γνωρίζω διὰ ποίων μέσων, ἀλλὰ καταλαβόντες αὐτὴν ἐν οὐ δέοντι, μετὰ τὴν παραίτησιν αὐτῶν τὴν ἐπίσημον, ἡ ὁποία ἐδείνωσε τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, ἔπρεπε νὰ ἦναι μετριοπαθέστεροι εἰς τὴν πολιτείαν των, ἔπρεπε νὰ ἦναι μετριοφρονέστεροι, δὲν ἔπρεπε νὰ παρίστανται ὡς οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ σώσωσι τὸν τόπον ἐκ τοῦ ὀλέθρου, εἰς τὸν ὁποῖον αὐτοὶ τὸν ἤγαγον, διότι τίποτε δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὸν τοιοῦτον στόμφον αὐτῶν. Ἐὰν ἡμεῖς ἀντιτασσώμεθα τὴν σήμερον, ἀντιτασσόμεθα ὄχι διότι δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν τὴν θέσιν τῆς πλειοψηφίας, διὰ τὸ ὁποῖον πολὺ λυποῦμαι· διότι ὑπάρχει πλειοψηφία, ὑποστηρίζουσα τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος μέχρι τῆς χθὲς ἐκυβέρνα τὸν τόπον κατὰ πρόγραμμα ἐπαρκείας, καὶ μετὰ παρέλευσιν οὐ πολλοῦ χρόνου ἔρχεται ὁ ἴδιος καὶ λέγει «ἐπτωχεύσαμεν!» Καὶ δὲν περιορίζεται εἰς τοῦτο μόνον, ἀλλὰ προέρχεται καὶ εἰς προτάσεις αὐθαιρέτους περὶ ἐλαττώσεως τῶν πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν ὑποχρεώσεων, αἵτινες δίδουσιν εἰς τὴν Εὐρώπην τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς ἀποκαλῇ λῃστάς, λωποδύτας, ἅρπαγας! Καὶ ἐν τούτοις ὑπάρχει πλειοψηφία 102 ἢ 120 Βουλευτῶν, ἐξακολουθοῦσα νὰ ὑποστηρίζῃ τοιαύτην πολιτικήν! Κύριοι, ἡ θέσις τῶν πραγμάτων καὶ ἡ θέσις τῆς Βουλῆς εἶναι πολὺ κρίσιμος. Ἡμεῖς, οἱ παραμένοντες ἐδῶ, παραμένομεν διότι νομίζομεν, ὅτι ὑπηρετοῦμεν ὕψιστα συμφέροντα τοῦ τόπου· ἀλλ’ ἵνα τὰ ὑπηρετήσωμεν, πρέπει καὶ ἡ θέσις μας νὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ συμπράττωμεν μὲ τοιαύτην πλειοψηφίαν. Κόμμα σπουδαῖον τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ ἡγέτου αὐτοῦ, ἐπιφανοῦς πολιτευτοῦ, ἀπεκήρυξε τὴν Βουλήν, καὶ ἐζήτησεν ἐπιμόνως τὴν διάλυσιν, καὶ ἄλλαι ἀποχρώσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπίσης ἀπεκήρυξαν τὴν Βουλὴν καὶ ἐζήτησαν τὴν διάλυσιν· συλλαλητήρια πανταχόθεν τοῦ Κράτους ἀποκηρύττουσι τοιαύτην πλειοψηφίαν, τυφλῶς ὑποστηρίζουσαν μίαν τοιαύτην πολιτικὴν (θόρυβος)... Μὴ διακόπτετε, Κύριοι· εἶναι ἄτοπον αὐτό, τὸ νὰ μὲ διακόπτητε... Ἀλλ’ ἡμεῖς, οἱ παραμένοντες ἐνταῦθα, μὴ πιστεύοντες, ὅτι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς δύναται νὰ σώσῃ ἡμᾶς ἐκ τῆς καταισχύνης τῆς χρεωκοπίας, καὶ ὅτι βελτιοῦται ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις, ῥιπτομένου τοῦ τόπου εἰς ἐκλογικὸν σάλον, ἀποκρούομεν τὰ περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς δόγματα, οὐδόλως δυνάμενα νὰ βελτιώσωσι τὴν ὀδυνηρὰν τοῦ τόπου κατάστασιν. Ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, πρέπει καὶ ἡ πολιτεία τῆς Συμπολιτεύσεως νὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ συμπράξωμεν μετ’ αὐτῆς, καὶ οὐχὶ νὰ προέρχηται εἰς παρεκτροπὰς, εἰς οἵας προῆλθε πρὸ μικροῦ, καὶ νὰ καθιστᾷ πλέον ἀδύνατον τὴν διαμονήν μας ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Ἡ δὲ πολιτεία τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ πρέπει νὰ ἦναι πολιτεία δυναμένη νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι πράγματι δὲν σκέπτεται περὶ τῆς κατοχῆς μόνον τῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ σκέπτεται πῶς νὰ σώσῃ τὸν τόπον ἀπὸ τὸν ὄλεθρον, ἀπὸ τὴν καταισχύνην, ἀπὸ τὴν ἀτιμίαν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸν ἤγαγε, καὶ νὰ μὴ ἀκολουθῇ τὴν αὐτὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε μέχρι σήμερον. Βλέπω εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καθ’ ἑκάστην μεταθέσεις ἐπὶ μεταθέσεων. Ἐνῷ ὁ τόπος διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἀτίμωσιν, ὑπὸ τὸν στιγματισμὸν, οἱ Ὑπουργοὶ δὲν παύουσιν ἐνεργοῦντες μεταθέσεις εἰρηνοδικῶν, διδασκάλων, δικαστῶν. Διατὶ μετατίθενται οὗτοι; Εἶναι κακοῦργοι; εἶναι ἀνίκανοι; Ὄχι. Μετατίθενται, ἵνα ἐξυπηρετήσωμεν πάλιν τὸ κόμμα· ἄρα ἰσχύει ἡ αὐτὴ πολιτική, καὶ ἐὰν ἰσχύῃ ἡ αὐτὴ πολιτική, λυποῦμαι διὰ τὴν Ἑλλάδα, διότι οἱ δυνάμενοι νὰ λύσωσι τὴν κατάστασιν αὐτὴν, νὰ σώσωσι τὸν τόπον ἀπὸ τοιαύτην διοίκησιν, ἀνέχονται αὐτὴν, ἀπρακτοῦσι. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§126ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναμφισβητήτως ἡ μεταβολὴ ἡ κυβερνητική, ἡ ἐπελθοῦσα κατὰ Μάϊον, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ φέρῃ καὶ μεταβολὴν πολιτικὴν, καὶ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ μεταβολὴ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης ἐν μέρει ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πίστωσιν. Ἀληθῶς ἀναγράφεται ἐν τῷ σχετικῷ νομοσχεδίῳ αἴτησις περὶ πιστώσεως διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ ἐκ δραχμῶν 229,000, καὶ ἡ πίστωσις αὕτη οὐδὲν ἕτερον εἶναι ἢ μεταφορὰ πιστώσεως ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν· διότι κατὰ τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῇ ἔκτοτε, ἂν καὶ δὲν εἰσήχθη ἔτι, ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, καὶ ἑπομένως ἐβαρύνετο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τῆς δαπάνης, δι’ ἧς ἔπρεπε νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὡς πρὸς τοὺς μισθοὺς τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀλλὰ πᾶσαι αἱ ἄλλαι δαπάναι μέχρι λεπτοῦ ὀφείλονται, οὐχί, ὡς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς πολιτικῆς, ἀλλὰ εἰς τὴν ἔλλειψιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ συνταχθέντος κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1892. Καὶ τὴν ἔλλειψιν ταύτην παρέστησα πάντοτε καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Παρίστων τότε εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι μία προσθήκη, ἐπερχομένη εἰς τὰς δαπάνας κατόπιν νέας δηλώσεως, δὲν ἠδύνατο νὰ ἰσοζυγισθῇ διὰ τῆς δηλώσεως, ὅτι θὰ μείνωσιν ἀδιάθετοι θέσεις ἀξιωματικῶν, καὶ ἐντεῦθεν διὰ τῆς μὴ αὐξήσεως τῶν ἤδη ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεων. Τοιαῦται εἶναι αἱ πιστώσεις. Ἐκ τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας σήμερον ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, δὲν εἶναι δυνατόν τις νὰ ἐξηγήσῃ τὴν αἰτουμένην πίστωσιν 26,000 διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν ἐκ τοῦ ὅτι μετεβλήθη ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ Μάϊον. Κατὰ τί καὶ κατὰ πόσον ἡ κυβερνητικὴ μεταβολή, ἡ ἐπελθοῦσα κατὰ Μάϊον, καὶ ἡ μεταβολὴ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐντεῦθεν ἠδύνατο νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν; Ἕπεται ἐκ τῆς πρώτης ταύτης ἀναγραφῆς, ὅτι κατὰ 26,000 δραχμὰς παρεστάθη ἐπὶ ἔλαττον ἡ δαπάνη τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Οὐδεὶς δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ τοῦτο. Δευτέρα δαπάνη διὰ μισθοὺς ὑπαξιωματικῶν τοῦ μηχανικοῦ δραχ. 12,000. Κατὰ πόσον ἡ δαπάνη αὕτη ἐπεβλήθη ἐκ τῆς μεταβολῆς τῆς κυβερνητικῆς καὶ ἐκ τῆς μεταβολῆς τῆς πολιτικῆς; Βεβαίως οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον· διότι αἱ 12,000 αὗται ἔπρεπεν ἀναγκαίως νὰ ἀναγραφῶσιν, οὐδὲ ἡ μεταβολὴ τοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομίας ἐπέδρασεν ἐπὶ τὸ προσωπικὸν τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ἕπεται ἐντεῦθεν, ὅτι καὶ ἡ δευτέρα αὕτη δαπάνη τῶν 12,000 δραχμῶν ἀποδεικνύει ἔλλειψιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τρίτη δαπάνη: μισθοὶ στρατιωτῶν τοῦ μηχανικοῦ· ἀλλ’ εἰς αὐτὴν τὴν δαπάνην πρέπει νὰ περιλάβωμεν καὶ ὅλας τὰς ἄλλας δαπάνας, τὰς ἀφορώσας εἰς τοὺς ὁπλίτας, τὴν δαπάνην ἑπομένως τῶν στρατιωτῶν τοῦ πυροβολικοῦ, τῶν στρατιωτῶν τοῦ ἱππικοῦ καὶ τῶν στρατιωτῶν τοῦ πεζικοῦ. Καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς προσθέτου δαπάνης συνδέεται ἀληθῶς μὲ τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴχομεν τὴν διάθεσιν, λόγῳ παρατάξεως, νὰ κρατήσωμεν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ τοὺς ὁπλίτας τούτους, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσωμεν τὴν ὕβριν οὔτε εἰς τοὺς προκατόχους μας καὶ διαδόχους μας, ὅτι ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως δημοσίας ἀσφαλείας ἤθελον κλείσει τοὺς ὀφθαλμούς, ἤθελον σταυρώσει τὰς χεῖρας, καὶ ὅτι ἤθελον ἀφήσει ἐλευθέρους καὶ ἀκαταδιώκτους τὸν Βέλλιον, τὸν Μαργώνην, τὸν Παπακυριτσόπουλον, τὸν Τσουλῆν, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν ἐφύησαν ἐκ τοῦ φυτωρίου τῆς 3 Μαΐου, περὶ τοῦ ὁποίου ἤκουσα, ὅτι ὡμίλησεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι ἐφύησαν ἐκ τοῦ φυτωρίου, τὸ ὁποῖον ὑπέθαλψαν αὐτοὶ ἐπὶ δεκαετίαν ὁλόκληρον. Δὲν δύναμαι νὰ ἀποδώσω τὴν ὕβριν αὐτὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τοιαῦτα λέγοντα, ὅτι ἤθελον ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως δημοσίας ἀσφαλείας νὰ σταυρώσωμεν τὰς χεῖρας καὶ ἀναμείνωμεν, ἵνα οἱ λῃσταὶ ἔλθωσι νὰ μᾶς συλλάβωσιν ἐντὸς αὐτῶν τῶν Ὑπουργείων. Ἀναγκαίως λοιπὸν ἡ ἀναγραφὴ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὁπλιτῶν δὲν ἦτο ἀνάλογος πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἑπομένως δὲν δύναταί τις νὰ θεωρήσῃ, ὅτι ἡ δαπάνη ἡ σχετιζομένη εἴτε πρὸς τοὺς μισθοὺς τῶν ὁπλιτῶν τῶν διαφόρων ὅπλων, εἴτε πρὸς τὴν τροφὴν αὐτῶν, ὀφείλεται εἰς τὴν κυβερνητικὴν μεταβολὴν καὶ εἰς τὴν ἐντεῦθεν μεταβολὴν τῆς πολιτικῆς. Πολιτικὴ μεταβολὴ δὲν συνεπάγεται τὴν ἀνατροπὴν τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν οἱασδήποτε πολιτείας ἢ οἱασδήποτε Κυβερνήσεως, οὐδὲ εἶναι, λέγω, δυνατὸν νὰ κατηγορήσωμεν τοὺς προκατόχους μας καὶ τοὺς διαδόχους μας, ὅτι ἤθελον φθάσει μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ μὴ ἐννοῶσιν, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ ἀμυνθῇ καθ’ ὅλων τῶν κακοποιῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα εἶχον διασαλεύσει τὴν τάξιν ἐκ βάθρων· ἐξ ἐναντίας ἀποδίδομεν καὶ εἰς αὐτοὺς τὴν δικαιοσύνην αὐτήν, ὅτι ἤθελον προβλέψει περὶ τῆς καταστάσεως ταύτης· ἀλλὰ πῶς ἤθελον προβλέψει; Ἤθελον προβλέψει βεβαίως διὰ στρατιωτῶν, καὶ ἂν δὲν ἐπήρχετο ἡ μεταβολὴ τῆς 3ης Μαΐου, ἤθελεν ἀναγκασθῇ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον εἶχε, τοῦ νὰ δώσῃ ἀόριστον ἄδειαν, καὶ ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξεν ὁ διάδοχος τοῦ κ. Τσαμαδοῦ καὶ προκάτοχός του ὡς πρὸς τὴν ἄδειαν αὐτὴν καὶ ὡς πρὸς τὴν συντήρησιν τῶν ὁπλιτῶν εἰς τὰς τάξεις των, ἤθελε πράξει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς ἔπραξεν ὡς πρὸς τὴν χωροφυλακὴν, δηλ. ἤθελε θέσει εἰς ἐνέργειαν τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1893 ἀπὸ τῆς 1ης Ὀκτωβρίου, διότι δυστυχῶς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸν θέσωμεν εἰς ἐνέργειαν πρότερον. Αὕτη δὲν εἶναι δαπάνη δικαιολογουμένη ἐκ τῆς κυβερνητικῆς μεταβολῆς, δὲν εἶναι πίστωσις, ἣν συνεπάγεται ἡ διαφορὰ τῆς πολιτικῆς· αὗται εἶναι πιστώσεις, τὰς ὁποίας συνεπάγεται ἡ ἀπροβλεψία· αὗται αἱ πιστώσεις ἀναγκαίως κατὰ λόγον τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἔπρεπε νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ δὲν περιελήφθησαν· δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἀποδώσω οὐδὲ τὴν ὕβριν εἰς τοὺς Κυρίους, ὅτι δὲν ἐγνώριζον τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ὅτι δὲν ἐγνώριζον τὰ κενὰ τοῦ στρατοῦ, διότι τί ἔκαμνον ἐπὶ τόσα ἔτη ἐν τῷ στρατῷ; Δὲν ἐγνώριζον τάχα, ὅτι οἱ λῃσταὶ ἔβοσκον εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας; Ἢ δύνανται νὰ εἴπωσιν, ὅτι οἱ λῃσταὶ ἀνεφάνησαν διότι ἡμεῖς ἐγείναμεν κυβερνῆται; Ἀλλὰ τοιαύτην ὕβριν δὲν δύναμαι ἐγὼ οὐδὲ νὰ τὴν σκεφθῶ δι’ αὐτοὺς, διότι ἤθελεν ἀποδοθῆ τοιαύτη καὶ εἰς τὸν τόπον μας, διότι ἤθελε θεωρηθῆ ἡ τοιαύτη λῃστεία ὡς ἀποβλέπουσα εἰς σκοποὺς πολιτικούς. Οἱ λῃσταὶ ἀνεφάνησαν, διότι ἦλθεν ἡ ὥρα τοῦ ἔτους, καθ’ ἣν ἀναφαίνονται, ἦλθεν ἡ ἄνοιξις, ἤνοιξε τὸ κλαρί. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, οἱ τότε, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος φέρει ὅλην τὴν εὐθύνην τῆς κυβερνητικῆς πολιτικῆς, ὤφειλον βεβαίως νὰ προβλέψωσιν, ὅπως εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ὑπάρχωσι τόσοι ὁπλῖται, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἀντεπεξέλθωσι κατὰ τῶν κακοποιῶν στοιχείων. Ποία δὲ ἦτο ἡ κατάστασις; Ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ ἦτο τοιαύτη, ὥστε δεξιόθεν καὶ ἀριστερόθεν ἀπὸ πάντων τῶν ἀρχηγῶν καὶ ἀπὸ πάντων τῶν σωματαρχῶν εἴχομεν παραστάσεις περὶ τοῦ ἀνεπαρκοῦς τῆς δυνάμεως, περὶ τῆς ἀνεπαρκείας λόγῳ ποιότητος, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς ἀνεπαρκείας λόγῳ ἀριθμοῦ, καὶ ἐφθάσαμεν μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε οἱ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἀποσπασμάτων, — ταῦτα δὲ εἶναι ἐκθέσεις κατακεχωρισμέναι εἰς τὸ πρωτόκολλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὰς ὁποίας δύνανται νὰ λάβωσιν, ὁπόταν θέλωσιν, —οἱ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἀποσπασμάτων, οἱ ἀνώτεροι στρατιωτικοὶ ἐπόπται τί ἐζήτουν, νομίζετε; Ἐζήτουν νὰ μισθώσωμεν, λόγῳ ἀνεπαρκείας τοῦ ἀριθμοῦ, ἀλλὰ λόγῳ ἀνεπαρκείας καὶ τῆς ποιότητος τῶν στρατιωτῶν, νὰ μισθώσωμεν πολίτας, τοὺς ὁποίους νὰ ὁπλίσωμεν. Καὶ βεβαίως αἱ παραστάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν καὶ εἰς ἐμὲ, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ εἰς τὸν συνάδελφόν μου Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὄχι μόνον εὑρίσκονται εἰς χεῖρας τῶν διαδόχων ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ θὰ ἐπανελήφθησαν ἔκτοτε, διότι δυστυχῶς δὲν κατωρθώθη, ἕνεκα τοῦ ἐλλιποῦς ἀκριβῶς τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, δὲν κατωρθώθη νὰ ἐκριζωθῇ ἡ μάστιξ αὕτη ἀπὸ τὸν τόπον· εἶναι ἀκόμη μία ἢ δύο λῃστρικαὶ συμμορίαι, αἱ ὁποῖαι νέμονται τὴν Φθιώτιδα καὶ τὴν Θεσσαλίαν ὁλόκληρον, ἡ λῃστρικὴ συμμορία τοῦ Τσανάκα καὶ τῶν Τσεκουραίων, καὶ ἡ λῃστρικὴ συμμορία τοῦ Παπακυριτσοπούλου καὶ Τσουλῆ, ἡ ὁποία παίζει τὸ παιγνίδι αὐτὸ ἀπὸ τῆς Ὄθρυος μέχρις Ἁλμυροῦ, καὶ ἀπὸ Ἁλμυροῦ μέχρι Καρδίτσης, καὶ ἀπὸ Καρδίτσης μέχρι Καλαμπάκας. Πῶς δὲν κατωρθώθη μέχρι τοῦδε οὐδὲ νὰ τὸ ματώσουν κἄν, κατὰ κοινῶς λεγόμενον, αἱ ληστοσυμμορίαι αὗται; Ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκείας τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων. Αἰτήσεις ἐπὶ αἰτήσεων ἀπεστέλλοντο περὶ συμπληρώσεως τῶν κενῶν τοῦ στρατοῦ. Πόθεν προῆλθον τὰ κενὰ ταῦτα τοῦ στρατοῦ; Ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τῆς ἀναγραφομένης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δυνάμεως. Καὶ πόθεν προῆλθεν ἡ δαπάνη, τὴν ὁποίαν σήμερον ζητοῦσι δι’ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως; Ἐκ τοῦ ὅτι ἀνεπαρκὴς ἀνεγράφη πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Κατὰ τί δὲ ἡ μεταβολὴ ἡ κυβερνητικὴ συνετέλεσεν εἰς τὴν δαπάνην ταύτην; Οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον· διότι, ἂν εἴπωσιν, ὅτι συνετέλεσεν ἡ κυβερνητικὴ μεταβολή, βεβαίως θὰ θέλωσι ν’ ἀποδώσωσιν εἰς ἑαυτοὺς ὕβριν, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε οἱ ἀντίπαλοί των θὰ θελήσωσι νὰ τοῖς προσάψωσι. Ταῦτα εἶναι λοιπὸν τὰ κυριώτερα κονδύλια τῆς ἀναπληρωματικῆς ταύτης πιστώσεως, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ ἀρχικὴ πρόνοια ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἦτο ἀνεπαρκὴς ἀπέναντι τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου. Τί σημαίνει προϋπολογισμός; Σημαίνει «κόπτε ῥάπτε»; Πῶς θὰ προϋπολογίσω; Θὰ εἴπω: κατατάσσω καὶ κατανέμω τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους κατὰ λόγον τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ. Ἦτο ἀνάγκη, ναὶ ἢ ὄχι, νὰ προβλέψωμεν περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας; Εἴχομεν ἀνάγκην ὁπλιτῶν, ναὶ ἢ ὄχι; Διατὶ δὲν τοὺς ἀνέγραφες; διατὶ δὲν ἀνέγραφες τὴν μισθοδοσίαν των; διατὶ δὲν ἀνέγραφες τὴν τροφοδοσίαν των; Ἄλλη δαπάνη: Μισθὸς ἀξιωματικῶν πυροβολικοῦ δρ. 59,000. Κατὰ τί ὁ νόμος περὶ ἀστυνομίας ἤθελεν ἐπιδράσει εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πυροβολικοῦ; Ἐὰν δὲν ἀναγράφωνται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αἱ 59,000, τὰς ὁποίας σήμερον ζητεῖτε διὰ τῆς πιστώσεως, ἕπεται ὅτι ἡ ἀρχική σας πρόνοια ἦτο ἐλλιπής. Μισθὸς ἀξιωματικῶν ἱππικοῦ δρ. 40,000. Κατὰ τί ἐπίσης ἐπέδρασεν ἡ μεταβολὴ ἡ κυβερνητικὴ καὶ ἡ μεταβολὴ τῆς πολιτικῆς ἐπὶ τὸ κονδύλιον τοῦτο; Οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον. Ἕπεται λοιπόν, ὅτι κατὰ 40,000 ὑπετιμήσατε ἐν γνώσει τὰς δαπάνας διὰ τὴν μισθοδοσίαν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἱππικοῦ. Μισθὸς ὑπαξιωματικῶν ἱππικοῦ δρ. 27,000. Κατὰ τί πάλιν ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἤθελεν ἐπιδράσει ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ ἱππικοῦ; Οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον· οὐδεὶς ἤθελεν ἀπολυθῆ, οὐδεὶς ἤθελε προστεθῆ. Κατὰ τοσοῦτον λοιπὸν, κατὰ 27,000 δρ. ἀποδεικνύεται ἐλλιπὴς ὁ προϋπολογισμός σας. Ἀξιωματικοὶ πεζικοῦ. (Τοῦτο ἀνάγεται εἰς μεταφορὰν πιστώσεως). Ἔξοδα νοσοκόμων 38,000. Κατὰ τί ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν αὔξησιν ἢ ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων τῶν νοσοκόμων; Οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον. Μισθὸς ἀξιωματικῶν γενικῶν ὑπηρεσιῶν δρ. 64,000. Τὰ αὐτὰ ἐπίσης. Ἔξοδα χωροφυλακῆς, τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὸ γενικώτερον ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, δραχ. 103,000. Τροφαὶ δρ. 62,000. Ἔξοδα στερεῶν χορηγήσεων δρ. 40,000. Διατὶ ἀποδεικνύεται ἐλλιπὴς ὁ προϋπολογισμός σας ἐπὶ τῶν χορηγήσεων αὐτῶν; Δὲν συνεζητήθη τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ κατὰ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ὑπεβάλλετο τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον περὶ ἀποκοπῆς τῶν στερεῶν αὐτῶν χορηγήσεων καὶ κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ; Σεῖς πάντοτε δικαιολογεῖτε τὴν ἐλάττωσιν τῆς πιστώσεως ἐκ τοῦ ὅτι «θέλομεν καὶ δὲν θέλομεν». Ὁρίστε λοιπὸν σήμερον πληρώσατε δι’ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως 40,000. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν πληρόνεται τίποτε περιπλέον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπληρόνετο, ἐὰν περιελαμβάνετο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡ δαπάνη αὕτη. Ἀποδεικνύεται ὅμως ἐκ τούτων ὅλων, ὅτι ὁ προϋπολογισμός σας ὑπῆρξεν ἐλλιπὴς, ὅτι δὲν περιελάμβανε τὰς προνοίας, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ περιλάβῃ, ὅτι αἱ πρόνοιαι αὗται ἦσαν γνωσταὶ, ὡς αἱ ἀνάγκαι ἦσαν γνωσταὶ καὶ ἐπιβεβλημμέναι, ἐὰν δὲ δὲν ἀνεγράψατε τὰς πιστώσεις ταύτας, τὸ ἐκάμετε, ἵνα παραστήσητε ψευδὲς ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.
§127ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὀφείλω νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν παρεστάθησαν ἀκριβῶς παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς περιεστράφη περὶ δύο ἀντικείμενα κυρίως, ἵνα καταστήσῃ πιθανὴν τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐπρονοήσαμεν ἐπαρκῶς κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ περὶ τῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων, αἵτινες ὠφείλοντο πρὸς πληρωμὴν τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δαπανῶν. Καὶ πρῶτον ἀνέφερε τὴν πίστωσιν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ εἰς τοὺς ὁπλίτας, καὶ εἶπεν ὅτι περὶ τῶν 26,000 δραχμῶν, αἵτινες ζητοῦνται σήμερον πρὸς ἀναπλήρωσιν τῆς ὀφειλομένης δαπάνης, ἔπρεπε νὰ προνοήσωμεν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μεταβληθῇ; Ἡ πίστωσις αὕτη ὤφειλε νὰ ζητηθῇ σήμερον, διότι, ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ὅτι ἡμεῖς θὰ ἱδρύωμεν τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ὅλα ταῦτα εἶναι ἐπακολουθήματα ...
§128ΡΑΛΛΗΣ. Ἴσως δὲν ἐξεφράσθην σαφῶς. Ἐγὼ ἀφῄρεσα τὴν μεταφορὰν διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ ἐκ 229,000 δραχμῶν, οὐδὲ σᾶς καταλογίζω ταύτην, διότι εἶπον, ὅτι αἱ 229,000 δραχμαὶ δικαιολογοῦνται ἐκ μεταφορᾶς πιστώσεως.
§129ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πάντα ταῦτα εἶναι συνέπειαι, διότι τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἦτο συμπεπληρωμένον, ὅπως εἶναι σήμερον.
§130ΡΑΛΛΗΣ. Ἔπρεπε νὰ μεταβάλητε καὶ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ.
§131ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ποσῶς δὲν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ μεταβάλωμεν τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ· διότι τὸ μὴ συμπληροῦν μίαν θέσιν δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ ἡ θέσις αὕτη. Ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ τὴν φέρωμεν εἰς ἐλάττωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι συναφὲς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀστυνομίας· ἡ ἀστυνομία θὰ μᾶς παρεῖχε θέσεις κενὰς πολλάς. Τὰς θέσεις ταύτας ἠθέλομεν πληρώσει, ἀποσπῶντες ἐκ τῶν διαφόρων ὀργανικῶν θέσεων, εἰς τὰς ὁποίας εἶναι σήμερον τοποθετημένοι οἱ ἀξιωματικοί. Ὥστε ἦτο δυνατὸν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δώσῃ τὴν οἰκονομίαν, τὴν ὁποίαν προβλέψαμεν. Δὲν εἶναι δὲ ἀληθὲς τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λοκρίδος, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ, παραμένοντες ἐπ’ ἀδείᾳ, θὰ ἔφερον καὶ οἰκονομίαν εἰς τὸ Δημόσιον. Τοῦτο πολλάκις ἐλέχθη, χωρὶς νὰ γινώσκῃ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἡ ἄδεια τῶν ἀξιωματικῶν δὲν ἐπάγεται οἰκονομίαν.
§132ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ὑπεστήριξα τοῦτο ἐγώ.
§133ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸ ζήτημα λοιπὸν τὸ κύριον εἶναι τὸ τῆς ἀστυνομίας. Περὶ τοῦτο περιεστράφη ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἡμεῖς ἀκριβῶς ἐστηρίξαμεν πάσας τὰς οἰκονομίας· διότι τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ εἶναι ἀκριβῶς τὰ αἴτια τὰ προκαλέσαντα τὴν ἵδρυσιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἡ μὴ τουτέστιν ἐξαφάνισις τῶν λῃστῶν καὶ τῶν φυγοδίκων, οἱ ὁποῖοι λυμαίνονται τὴν χώραν καὶ ἰδίως τὰς ἐπαρχίας τῆς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος καὶ τῆς Θεσσαλίας. Καὶ βεβαίως εἰς τὰς πόλεις καὶ τὰ χωρία ἐνδιαιτῶνται οἱ λησταί. Διὰ τοῦ συστήματος ὅθεν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας τοῦτο ἀκριβῶς ἐπρόκειτο κατὰ τὸ παρελθὸν νὰ ἐπιδιώξωμεν, καὶ τοῦτο θέλομεν ἐπιδιώξει κατὰ τὸ ἐνεστώς, ἐγκαθιστῶντες τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις ἐντὸς τῶν χωρίων καὶ τῶν πόλεων καὶ οὐχὶ διανέμοντες ταύτας εἰς μεταβατικὰ ἀποσπάσματα, ὧν ἡ ὑπηρεσία καὶ ἄκαρπος καὶ ἐπίμοχθος τυγχάνει. Καὶ ἐὰν τὰ παράπονα τῶν ἀξιωματικῶν ἦναι βάσιμα, εἶναι κατὰ τοῦτο, ὅτι δὲν εἶναι δεκτοὶ οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ τὰ ἀποσπάσματα εἰς τὰ χωρία καὶ τὰς πόλεις, διότι ἀληθῶς αἱ πόλεις καὶ τὰ χωρία ὑποφέρουσιν ἐκ τῆς διαμονῆς τῶν ἀποσπασμάτων. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐμποδίζει, ἵνα πλειότερον ὑποφέρωσιν αὐτὰ ταῦτα τὰ ἀποσπάσματα, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι οἱ ἀξιωματικοί, καθ’ ὧν μετὰ τοσαύτης ὀργῆς ἐπετέθη ὁ κ. Βουλευτής.
§134ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ λέγητε, ὅτι ὕβρισα τοὺς ἀξιωματικούς. Περὶ στρατιωτῶν νεοσυλλέκτων ὡμίλησα, οὐχὶ περὶ ἀξιωματικῶν (θόρυβος).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι.
§136ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀκριβῶς λοιπὸν αὐτὰ ταῦτα τὰ ἀποσπάσματα ἠθέλομεν ν’ ἀντικαταστήσωμεν διὰ μικροτέρου μὲν ἀριθμοῦ, ἀλλὰ διὰ πραγματικωτέρας ὑπηρεσίας. Καὶ διὰ τοῦ μέσου τούτου θὰ ἐξαλειφθῇ ἡ μάστιξ τῆς ληστείας καὶ τῆς φυγοδικίας· διότι, ὁπόταν ὁ φρουρὸς τῆς τάξεως διαρκῶς μένῃ εἰς τὸν τόπον ὡς φύλαξ τοῦ χωρίου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κακοποιὸν στοιχεῖον. Οἱ λησταὶ δὲν διαιτῶνται εἰς τὰ ὄρη, ἀλλ’ εἰς τὰ χωρία, ἔνθα τρέφονται καὶ συντηροῦνται· τάσσοντες δὲ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν εἰς ὡρισμένα μέρη, θὰ φθάσωμεν εἰς εὐχάριστον ἀποτέλεσμα. Καὶ ἡ μὲν δύναμις τῆς ἀστυφυλακῆς, ἥτις θ’ ἀνέλθῃ εἰς 1800 περίπου ἄνδρας, ἑνουμένη μετὰ τῆς δυνάμεως τῆς χωραφυλακῆς, θὰ παράσχῃ ἡμῖν τὸ μέσον νὰ ἀσφαλίσωμεν τὴν χώραν, τὴν δὲ πλεονάζουσαν δύναμιν τοῦ στρατοῦ θ’ ἀποστείλωμεν εἰς τετράμηνον ὑποχρεωτικὴν ἄδειαν, καὶ ἐντεῦθεν καὶ οἱ ὑπαξιωματικοί, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, θὰ ἀπέρχωνται εἰς ὑποχρεωτικὴν ἄδειαν, οἵ τε τοῦ μηχανικοῦ καὶ οἱ τοῦ πεζικοῦ, διότι καὶ οὗτοι, ἐκπληρώσαντες τὴν εἰκοσάμηνον θητείαν των, δύνανται νὰ ἀπέλθωσιν εἰς ὑποχρεωτικὴν ἄδειαν, καὶ οὕτως εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσιν αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ὁ προϋπολογισμὸς ἀνέγραψεν εἰς ἕκαστον ἄρθρον καὶ κεφάλαιον. Ἐκ τούτων γίνεται δῆλον, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἦτο ἀόριστον, οὐδ’ εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡμεῖς αὐθαιρέτως ἀνεγράψαμεν πιστώσεις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ οὐχὶ τὰς πραγματικάς, ἵνα φέρωμεν οἰκονομίαν εἰς τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡμεῖς ἀνεγράψαμεν τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας ὠφείλαμεν νὰ ἀναγράψωμεν καὶ τὰς ὁποίας ὑπεδείκνυεν ἡ πεῖρα τῶν προηγουμένων ἐτῶν. Τὸ κύριον ζήτημα εἶναι τὸ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διότι διὰ ταύτης θὰ ἀσφαλίσωμεν τὴν χώραν, μὴ ἔχοντες ἀνάγκην τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων, τὰ ὁποῖα ἐν διπλασίῳ ἀριθμῷ ἐργάζονται ἄνευ ἀποτελέσματος, καταπονοῦντα οὕτω καὶ τοὺς στρατιώτας καὶ τοὺς ὑπαξιωματικούς.
§137ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναμφισβητήτως εἰς αὐτὸ ἀπέβλεπε, τοὐλάχιστον κατ’ ἐπιφάνειαν, τὸ μέτρον τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐμπέδωσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τάξεως, διότι γνωρίζομεν, ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον εἰς τοὺς δήμους Βʹ τάξεως ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία θὰ ἀσκῆται διὰ τῶν ἀνδρῶν τῆς χωροφυλακῆς, εἰς δὲ τὰς πρωτευούσας τῶν δήμων μεταφέροντες ὡρισμένους ἀξιωματικούς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ βελτιωθῇ ἡ δημοσία ἀσφάλεια. Τί θὰ κάμωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ μὲ τοὺς χιλίους ἀστυφύλακας, ἐξ ὧν οἱ 500 εἶναι προωρισμένοι διὰ τὰς Ἀθήνας, οἱ δὲ λοιποὶ θὰ ἀντικαταστήσουν τοὺς δημοτικοὺς κλητῆρας; Ἀλλ’ οἱ λησταὶ συλλαμβάνονται διὰ τῶν δημοτικῶν κλητήρων, οὓς ὀνομάζετε ἀστυφύλακας; Νομίζετε ὅτι θὰ ἀπαλλάξητε οὕτω τὸν τόπον ἀπὸ τὰς καταπιέσεις τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων, καὶ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς ἐκ τῆς ἐπαχθεστάτης ὑπηρεσίας τοῦ ἀποσπάσματος; Θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἰδία κατάστασις, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι θὰ ἔχητε τὴν δαπάνην τῶν χιλίων ἀστυφυλάκων, τοὺς ὁποίους, ἀντὶ νὰ διορίζωσιν οἱ δῆμοι, θὰ διορίζητε σεῖς, καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἦτο ὁ σκοπός σας ἡ καταδίωξις τῆς λῃστείας· διότι τοὺς ληστὰς δὲν κατορθόνουν νὰ ἀνιχνεύσωσι τὰ ἀποσπάσματα, καὶ θὰ ἀνιχνεύσωσιν ὀλίγοι τινὲς ἄνδρες εἰς τοὺς δήμους; Ἐπρόκειτο λοιπὸν περὶ πολιτικοῦ σκοποῦ ἐν τῷ νόμῳ καὶ περὶ διαλύσεως τοῦ στρατοῦ, περὶ σκοποῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ἠθέλατε νὰ πραγματοποιήσητε μίαν οἰκονομίαν, ἀφαιροῦντες τὴν σχετικὴν δαπάνην ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐπιβάλλοντες αὐτὴν εἰς βάρος τῶν δήμων. Ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία δὲν θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐμπέδωσιν τῆς τάξεως, ἀλλὰ θὰ ἀποβῇ μάστιξ τῶν δήμων, μάλιστα διὰ τοῦ διατάγματος τοῦ ἐκδοθέντος, δι’ οὗ καθίστανται στρατιωτικοὶ σταθμοί. Ἀλλὰ λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, δὲν θὰ ἔχωμεν τὴν δαπάνην τῶν 26,000 δραχμῶν διὰ τὸν μισθὸν τῶν ἀξιωματικῶν. Διατί; Μεταβάλλεται ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ; Βεβαίως ὄχι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤθελε νὰ εἴπῃ, ὅτι ὡρισμένος ἀριθμὸς ἀξιωματικῶν θὰ μισθοδοτῆται ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· ἀλλὰ τί εἶπεν; εἶπεν ὅτι ἀφῄρεσεν ἐκ τῆς περιπλέον πιστώσεως τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 229,000 διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, διότι τὸ ποσὸν αὐτὸ μετεφέρθη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καθόσον, ἐὰν ἐφηρμόζετο ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, οἱ ἀξιωματικοὶ ἤθελον τεθῆ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῆς. Ἀλλὰ ὅλα τὰ λοιπὰ κονδύλια οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν μὲ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν· οἱ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ μηχανικοῦ, τοῦ ἱππικοῦ καὶ τοῦ πυροβολικοῦ θὰ ἀπεστέλλοντο εἰς ἀόριστον ἄδειαν; Ἀλλὰ τότε δὲν θὰ ἔχητε στρατόν. Καὶ ἂν νομίζητε, ὅτι προορισμὸς τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἶναι ἡ καταδίωξις τῶν ληστῶν διὰ σταθμεύσεως ὡρισμένων βαθμοφόρων ἐντὸς τῶν πρωτευουσῶν τῶν δήμων, τότε διαλύσατε τὸν στρατόν, ἵνα μὴ δαπανᾶτε 16 ἑκατομμύρια καὶ μὴ καταδικάζητε τοὺς βαθμοφόρους εἰς αὐτὸ τὸ ἀνιαρὸν ἔργον. Ὁ σκοπὸς τοῦ στρατοῦ εἶναι ἄλλος· ἡμεῖς τὸν θεωροῦμεν ὑπέρτερον ἀπὸ τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας· ἀλλὰ μήτε σεῖς ἐνοεῖτε, καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπεβάλλετε τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὅτι ἔπρεπεν ὁ ἄλλος στρατὸς νὰ διαλυθῇ.
§138ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἕν οὐσιαστικὸν ζήτημα ἠγέρθη, καὶ τοῦτο πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω καὶ ἐγώ, ὡς ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὅτι ἡ καταδίωξις τῆς λῃστείας δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, ἡ ὁποία μεταβάλλεται εἰς στρατιωτικήν, καὶ ποῖα τὰ καθήκοντα τοῦ σώματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ καταδιώξῃ τοὺς ληστάς· ἀλλὰ πάντες, ὅσοι γνωρίζετε τὰς ἐπαρχίας, ὅπου ὑπάρχει ληστεία, κατανοεῖτε ὅτι διὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας δὲν δύναται νὰ καταδιωχθῇ αὕτη. Ἔχομεν δὲ καὶ παράδειγμα ἀρκούντως ἐνδεικτικόν, τὸ τῆς δασικῆς ἀστυνομίας, ἐξ οὗ δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν τί θὰ πράξῃ ἡ στρατιωτική. Εἶναι σπουδαῖον τὸ ζήτημα, καὶ πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι ἡ ληστεία πρέπει νὰ καταδιωχθῇ διὰ παντὸς τρόπου, δὲν δύναται δὲ νὰ καταδιωχθῇ ἢ διὰ τῆς ἐνισχύσεως τῶν εὐζωνικῶν σωμάτων, τὰ ὁποῖα μόνα δύνανται νὰ καταδιώξωσι τὴν ληστείαν, καὶ οὐχὶ οἱ ἀστυφύλακες. Εἰς τοῦτο δὲ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
§139ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐγὼ ἠθέλησα νὰ ὑβρίσω τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς τεταγμένους ἐπὶ τῆς καταδιώξεως τῆς ληστείας. Εὐτυχῶς τὴν ἑσπέραν ταύτην ἠκούσθησαν οἱ λόγοι μου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καλῶς, καὶ δὲν πιστεύω ἄλλος τις, ἐκτὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ ἐκ Ξηροχωρίου ἀξιοτίμου συναδέλφου, νὰ ἀντελήφθη ἄλλως πως αὐτῶν Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ διασώσω τὴν τιμὴν τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν τεταγμένων ἐπὶ τῆς καταδιώξεως τῆς ληστείας. Σᾶς ἀνέφερε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὅτι δύο φοβεροὶ λησταί, ὁ Τσουλῆς καὶ ὁ Παπακυριτσόπουλος, κατώρθωσαν μέχρι τοῦδε ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους νὰ μὴ ἔλθωσιν εἰς σύγκρουσιν μὲ τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα. Τοῦτο δὲν εἶναι βεβαίως πρὸς τιμὴν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἐπὶ τῆς καταδιώξεως, ἐγὼ δὲ, ὅπως διασώσω τὴν τιμὴν αὐτῶν, ἠθέλησα νὰ ἐξηγήσω τὸν λόγον τοῦ θλιβεροῦ τούτου φαινομένου, καὶ εἶπον, ὅτι τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἀξιωματικοὶ δὲν ἔχουσιν ἱκανοὺς ἄνδρας πρὸς τοιαύτην καταδίωξιν. Ἄλλοτε οἱ αὐτοὶ ἀξιωματικοὶ εἶχον διαπράξει ἆθλα, διότι εἶχον ὑπὸ τὰς διαταγάς των τὰ εὐζωνικὰ τάγματα ἀπαρτιζόμενα ἐξ ἀνδρῶν ἐθελουσίας κατατάξεως, προερχομένων ἐκ τῶν κατ’ ἐξοχὴν στρατιωτικῶν ἐπαρχιῶν τῆς χώρας καὶ ὑπηρετούντων ἀπὸ ἐτῶν ἐν τῷ στρατῷ, συνειθισμένων δὲ εἰς ὅλας τὰς κακουχίας, διότι εἶχον χωροφύλακας οὐχὶ τοὺς σημερινούς, τοὺς ἀπαρτιζομένους ἐκ νεοσυλλέκτων, εἶχον χωροφύλακας ἐξ ἀνδρῶν καταγομένων ἐκ τῶν στρατιωτικῶν ἐπαρχιῶν καὶ πρὸ πολλοῦ ἀφυπηρετησάντων ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Τὴν σήμερον τί νὰ κάμωσιν οἱ αὐτοὶ ἀξιωματικοὶ ἐπὶ κεφαλῆς νεοσυλλέκτων, προερχομένων ἐκ τῶν νήσων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν λαμπροὶ ὡς ἐργάται θαλάσσης, ἀλλ’ οὐδεὶς προσβάλλει αὐτούς, ἄν εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ καταδιώξωσι τὸν Τσουλῆν καὶ Παπακυριτσόπουλον ἐπὶ τῶν δυσπροσίτων ὀρέων τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος; Αὐτὴ εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ἡ πραγματικὴ ἐξήγησις, ἡ ἱκανοποιοῦσα τοὺς ἀξιωματικούς, ὅτι δηλαδὴ διὰ νέων καὶ ἀγυμνάστων στρατιωτῶν δὲν δύνανται αὐτοὶ νὰ καταδιώξωσιν ἀποτελεσματικῶς ληστάς, οἷοι ὁ Τσουλῆς καὶ ὁ Παπακυριτσόπουλος, οἵτινες εἶναι ἀρχαῖοι ὑπαξιωματικοὶ καὶ σκληραγωγημένοι, ὥστε τὸ ὄνομά των νὰ ἐμπνέῃ πολλάκις τρόμον.
§140ΖΩΤΟΣ. Ὄχι!
§141ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ διασώσω οὕτω τὴν τιμὴν τῶν ἀξιωματικῶν μας, οἵτινες ἄλλως θὰ διεσύροντο ἀδίκως. Ἀξιωματικοὶ, οἵτινες διεκρίθησαν κατὰ τὴν καταδίωξιν ληστῶν, ὡς εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἐν Λαρίσσῃ ἀρχηγείου κ. Μακρῆς, καὶ ἄλλοι ἀξιωματικοί, οἵτινες ἐπροβιβάσθησαν ἐξ ὑπαξιωματικῶν, διακριθέντες ἐν τῇ μεταβατικῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ εἰς τοῦτο ὀφείλοντες τοὺς βαθμούς των, τὴν σήμερον δὲν δύνανται νὰ ἐπιδείξωσιν οἷα ἄλλοτε ἀποτελέσματα, διότι δὲν ἔχουσι τοὺς καταλλήλους πρὸς τοῦτο ἄνδρας. Ἐγὼ ἠθέλησα οὕτω νὰ διασώσω ἀκεραίαν τὴν τιμὴν τῶν ἀξιωματικῶν, ἐπιῤῥίπτων τὴν εὐθύνην εἰς ἐκείνους, οἵτινες φέρουσιν αὐτὴν πλήρη, οἵτινες διέλυσαν τὰ εὐζωνικὰ τάγματα καὶ κατέστρεψαν τὴν χωροφυλακὴν, καὶ ζητοῦσι τὰ πάντα νὰ ἀναπληρώσωσι διὰ τῶν νεοσυλλέκτων, καταστρέψαντες οὕτω καὶ τὸν ἐκπαιδευτικὸν καὶ τὸν ὑπηρεσιακὸν σκοπὸν τοῦ στρατοῦ. Ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς νομίζει, ὅτι ὅλα θὰ τ’ ἀναπληρώσῃ διὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διὰ τῶν δημοτικῶν κλητήρων, διὰ τῶν εἰρηνοφυλάκων, καὶ ὅτι, ἂν μέχρι τοῦδε ἠγέρθη παράπονον κατά τινων ἀποσπασμάτων, ἠγέρθη διότι παρεκάθηντο εἰς τὰς κωμοπόλεις καὶ τὰ χωρία τρώγοντα καὶ πίνοντα, καὶ οὐχὶ τρέχοντα ἀνὰ τὰ ὄρη πρὸς καταδίωξιν τῶν λῃστῶν. Ἀλλ’ οἱ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας θὰ εἴπωσιν: ἔχοντες νὰ προνοήσωμεν περὶ τῆς τάξεως ἐντὸς τῶν πόλεων, κωμοπόλεων καὶ χωρίων, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναλάβωμεν καὶ τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας ἐπὶ τῶν ὀρέων. Δὲν ἔχει κἀμμίαν σχέσιν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία μὲ τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ὁμολογήσατε ὅτι τὸ σύστημά σας ἀπέτυχε, καὶ ἐπανέλθετε εἰς τὸ πρώην καθεστὼς, ἐπαναφέροντες τὴν ἐθελουσίαν κατάταξιν εἰς τὰ εὐζωνικὰ καὶ τὴν χωροφυλακὴν, καὶ τότε θὰ ἔχητε τὸ μόνον μέσον τῆς ἀποτελεσματικῆς καταδιώξεως τῆς λῃστείας.
§142ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν ἐνόησα τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, δικαιολογοῦντα τὴν ἀναγραφὴν ἐκ νέου τῆς δαπάνης τῶν 26,000 δραχμῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκτὸς ἐὰν προὐτίθετο νὰ ἀποσπάσῃ ἀξιωματικοὺς ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας· διότι τότε ἀποδεικνύεται, ὅτι αἱ νῦν θέσεις εἶναι περιτταὶ, καὶ ὅτι ἐγένοντο μόνον πρὸς πολυτέλειαν, καὶ τὴν εὐθύνην φέρει ὁ Ὑπουργός. Ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδὲ εἷς νὰ φύγῃ ἀξιωματικὸς, χωρὶς ἡ ὑπηρεσία νὰ πάθῃ· διότι ἄλλως θὰ ἔλεγον, ὅτι πταίει ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς, ὅστις δὲν προέβλεψε νὰ φέρῃ τὰς δεούσας οἰκονομίας κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ἀφαιρουμένης τῆς δαπάνης τῶν 250,000, ὅλαι αἱ ἄλλαι δὲν εἶναι, εἰμὴ παραβλέψεις δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ γείνωσι καὶ δὲν ἀνεγράφησαν. Ἐπίσης διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς εἶχε πληρέστατα δίκαιον, διότι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία δὲν ἤθελε λάβει ὑπαξιωματικοὺς ἐκ τοῦ μηχανικοῦ καὶ τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τοῦ ἱππικοῦ. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον μὲ ἀναγκάζει νὰ ὁμιλήσω, εἶναι, ὅτι εἶναι πλάνη νὰ νομίζῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία δύναται ν’ ἀναπληρώσῃ τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα καὶ σώσῃ τὸν τόπον ἀπὸ τὴν λῃστείαν. Πρέπει νὰ μὴ γνωρίζῃ τις τὴν Ἑλλάδα, ἵνα νομίζῃ, ὅτι θὰ ἐμποδίσῃ ἡ ἀστυφυλακὴ τὴν φυγοδικίαν καὶ τὴν λῃστείαν. Εἶναι πλάνη νὰ νομίζητε, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία θ’ ἀναπληρώσῃ τὰ ἀποσπάσματα· διότι, ἐὰν ταῦτα παύσωσιν ἐνεργοῦντα, θὰ ἴδητε τοὺς λῃστὰς εἰς τὰ πρόθυρα τῶν Ἀθηνῶν. Παρακαλῶ τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχήν των εἰς τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας· διότι, ἂν ἤμεθα ἥσυχοι ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν, δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ ἐπισκεφθῶμεν τὰς ἐπαρχίας μας. Δὲν πρέπει νὰ κρυπτώμεθα, διότι τὸ κρύπτεσθαι ἔφερε τὴν κατάστασιν ταύτην. Εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐγνώριζε τὴν κατάστασιν ταύτην κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, καὶ νὰ λέγωμεν, ὅτι ἐτράχυνεν αὐτὴν ἡ ἔλευσις τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως; Τοὐναντίον νομίζω, ὅτι αὕτη ἠθέλησε νὰ τὴν πατάξῃ διὰ τοῦ νόμου περὶ ληστείας, καὶ ἔφερε τῳόντι ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. Ἂν δὲ δὲν ἐπέτυχεν ἐντελῶς, τοῦτο προῆλθε, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἀρκοῦσα στρατιωτικὴ δύναμις, καὶ τὸ ποιὸν τῶν νεοσυλλέκτων δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκτελέσῃ ὑπηρεσίαν ἐξαιρετικήν. Ἔχω πεῖραν τῶν τοιούτων, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἐγὼ εἶμαι ἀνίκανος νὰ καταδιώξω λῃστὰς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπίσης· καὶ δὲν ἐντρέπομαι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ εἰς κατάστασιν νὰ τρέχωσιν εἰς τὰ ὄρη. Τοῦτο εἶναι εἰδικὴ ὑπηρεσία. Οἱ ἀξιωματικοὶ, οὓς εἶδον, περιερχόμενος τὴν ἐπαρχίαν μου, μοὶ ἔλεγον, ὅτι δὲν ἔχομεν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ καταλλήλους στρατιώτας. Ἴσως εἶναι ἄριστοι διὰ πόλεμον, ὄχι ὅμως καὶ πρὸς καταδίωξιν λῃστῶν. Εἶναι πλάνη νὰ νομίζωμεν, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία θὰ συντελέσῃ εἰς καταστροφὴν τῆς ληστείας· τοὐναντίον θὰ ἴδωμεν τοὺς λῃστὰς πολλαπλασιαζομένους. Δὲν εἶμαι κατ’ ἀρχὴν κατὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν, ἐν Ἀθήναις, ἐν Πάτραις, ἐν Κερκύρᾳ κλπ. Ἐνταῦθα ηὐδοκίμησεν, ἀλλ’ εἰς τοὺς δήμους μὴ τολμήσετε νὰ τὴν ἐφαρμόσητε, διότι θὰ μεταμεληθῆτε εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς. Καὶ πῶς ἀρνεῖσθε τὰς μέχρι τοῦδε παρεκτροπὰς ὀργάνων στρατιωτικῶν, τὰ ὁποῖα εὔχεται ὁ στρατὸς νὰ τιμωρῶνται παραδειγματικῶς; διότι γνωρίζω ἐν παραδείγματι ἀξιωματικὸν παρεκτραπέντα ἐν τῷ δήμῳ Παμφείας κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς καὶ οὐδόλως τιμωρηθέντα, ἕνεκα πολιτικῶν λόγων. Τοῦτο γνωρίζει καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὑπεσχέθη νὰ μεριμνήσῃ. Πῶς ἀρνεῖσθε τὰς παρεκτροπὰς; Ὁ στρατὸς χαίρει, ὅταν τοιαῦται παρεκτροπαὶ ἀνακαλύπτωνται καὶ τιμωρῶνται, καὶ πρέπει ἕκαστος νὰ τὰς καταγγέλλῃ, ὁ δὲ Ὑπουργὸς ἔχει καθῆκον ἀπηνῶς νὰ ἐπέρχηται κατ’ αὐτῶν, διότι τότε καὶ μόνον σώζεται τὸ γόητρον τοῦ στρατοῦ. Ἐκτὸς τοῦ μειονεκτήματος τοῦ μεγάλου, ὅπερ ἀνέπτυξα, ὅτι θὰ ἔχητε, ἂν ἐφαρμόσητε τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, θὰ ἔχητε καὶ μεγίστην βλάβην εἰς τὸν στρατόν. Παύσατε ἀποσπῶντες ὑπαξιωματικούς, διότι οἱ ὑπαξιωματικοὶ, ἀπογοητευθέντες ἐκ τῆς ἐλλείψεως μέλλοντος ἐν τῷ στρατεύματι, ἀφυπηρετοῦσι, καὶ ἔχετε μεγάλην ἔλλειψιν. Ὡς πρὸς τὸν ὀργανισμὸν, ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἐν τῷ ὀργανισμῷ ἔχετε μεγάλας ἐλλείψεις, τὰς ἐλλείψεις, δὲ ταύτας θὰ ἐπαυξήσητε διὰ τῆς ἀποσπάσεως τῶν ὑπαξιωματικῶν. Εἶναι δὲ περίεργον, πῶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν λέγει, ὅτι οὐδόλως τοῦτο θὰ βλάψῃ τὸ στράτευμα· εἶναι ὡς νὰ λέγῃ, ὅτι ἀντὶ τῶν ἑξήκοντα λοχιῶν ἐν τῷ συντάγματι δύνασθε νὰ ἔχητε καὶ 13. Μεταβάλετε τὸν ὀργανισμὸν ἐντελῶς, καὶ θὰ ἔχωμεν πολλῶν ἑκατομμυρίων οἰκονομίαν. Ἢ πρέπει νὰ ἔχωμεν κἄτι τι, ἔστω καὶ ὀλίγον, ἀλλὰ τέλειον καὶ πλῆρες, ἢ νὰ μὴ τὸ ἔχωμεν. Ἐπαναλαμβάνω καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμείνητε εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐφαρμόζοντες τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν εἰς ὅλους τοὺς μεμακρυσμένους δήμους τῆς Ἑλλάδος, θὰ ὠφελήσητε, τοὐναντίον θὰ βλάψητε σπουδαίως τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ τὸν στρατὸν, διότι ἐξ αὐτοῦ λαμβάνετε καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς ὑπαξιωματικούς, τὸ καλλίτερον δὲ εἶναι νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς μόνον εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ τὸ πολὺ εἰς τὰς μᾶλλον κατῳκημένας πρωτευούσας ἐπαρχιῶν.
§143ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανειλημμένως ἤκουσα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν ἀπαρατήρητον, τὴν μομφὴν τὴν ἐπιῤῥιπτομένην κατὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν στρατιωτῶν. Ὀφείλω καὶ ὡς Βουλευτὴς καὶ ὡς ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γινώσκων τὰ ἐν Φθιώτιδι, ὀφείλω νὰ ἀναιρέσω πᾶσαν μομφὴν ἐπιῤῥιπτομένην κατὰ τῶν στρατιωτῶν τῆς πατρίδος ἡμῶν. Διαψεύδω πάντα, ὅστις ἀβασανίστως καὶ ἐπιπολαίως κατηγορεῖ τῶν στρατιωτῶν τῆς πατρίδος, διαψεύδω ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἰσχυρισθῆ, ὅτι συνεκρούσθη ποτὲ στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα μετὰ ληστρικῆς συμμορίας καὶ ἐτράπη τὸ ἀπόσπασμα εἰς φυγήν. Ἐλέχθη τὸ τοιοῦτον, πρὸς αἶσχος τῶν στρατιωτῶν τῆς πατρίδος ἡμῶν, ἀλλ’ εἶναι ἀνακριβὲς ἐντελῶς. Οὐδεμία συμπλοκὴ ἐγένετο οὔτε ἐν Φθιώτιδι, οὔτε ἐν Θεσσαλίᾳ, οὔτε ἀλλαχοῦ, καθ’ ἣν οἱ στρατιῶται νὰ ἐτράπησαν εἰς φυγήν. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, ὀφείλομεν νὰ ἀποστρέψωμεν τὸ πρόσωπον ἡμῶν πρὸ τοιαύτης κατηγορίας, ἡ ὁποία ἐπιῤῥίπτεται κατὰ τοῦ στρατοῦ! Ἂν εἴχομεν τοιοῦτον στρατὸν, ἔπρεπε νὰ διαγράψωμεν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ μεγάλα ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀναγράφομεν ἐτησίως διὰ τὸν στρατόν· ἀλλὰ λέγω πρὸς τιμὴν τοῦ στρατοῦ, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐτράπησαν ποτὲ οἱ στρατιῶται εἰς τοιαύτην φυγὴν, ἀλλ’ ἔχομεν παραδείγματα ἀξιοθαυμάστου γενναιότητος αὐτῶν, τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς ἀναφέρω, διὰ νὰ ἀναιρέσω τὴν συκοφαντίαν τὴν ἐπιῤῥιπτομένην κατὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν στρατιωτῶν. Θὰ σᾶς φέρω παραδείγματα, δι’ ὧν θέλετε πεισθῆ, ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον αὑτοῦ μετ’ ἀφοσιώσεως. Τὸν Τσουλῆν μετὰ τῶν συντρόφων αὐτοῦ στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα μικρᾶς δυνάμεως συνήντησεν εἰς τὴν Γκούραν, συνεπλάκη μετὰ τῆς συμμορίας αὐτοῦ, ἐφόνευσε δύο ἐξ αὐτῶν καὶ ἕνα συνέλαβε ζωντανὸν. Τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο τόσος λόγος, αὐτὰ τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνέλαβον τοὺς λῃστὰς Παρνασσίδος, καὶ ἔπραξαν ἀνδραγαθήματα, περιποιοῦντα τιμὴν εἰς τὸν στρατὸν ἡμῶν. Ὀνομαστὶ, Κύριοι, σᾶς ἀναφέρω τὸν ἐνωμοτάρχην Πετρόπουλον, ὁ ὁποῖος, μὴ πτοηθεὶς ποσῶς ἐκ τοῦ θηριώδους Βέλλου, εἰσῆλθεν ἐντὸς τῆς κατοικίας αὐτοῦ καὶ συνέλαβεν αὐτὸν, ὅτε ἐν τῇ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντός του ἐφονεύθη δολίως. Δὲν γνωρίζω λεπτομερῶς τὴν περίστασιν, ἀλλὰ γνωρίζω, ὅτι ἐγένετο θῦμα τῆς ἀνδρίας καὶ ἀφοσιώσεώς του πρὸς τὸ καθῆκον. Ποῖοι συνέλαβον τὸν διαβόητον λῃστὴν ἐν Θεσσαλίᾳ Στράτσον; Ποῖοι συνέλαβον εἰς τὴν Φθιώτιδα τὸν Χασιώτην; Ποῖοι συνέλαβον ὁλόκληρον συμμορίαν εἰς τὸν Σπερχειὸν ποταμόν; Λέγουσιν ὅτι τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα δὲν συνεπλάκησαν ποτὲ μετὰ τῶν λῃστῶν, ἀλλὰ νομίζετε ἐκ δειλίας αὐτῶν; Ὄχι, Κύριοι, εἶναι ὕβρις, εἶναι βλασφημία τοῦτο! Οἱ λῃσταὶ κρύπτονται ὁλονὲν, καὶ ἀποφεύγουσιν ἐπιμελῶς τὴν συμπλοκήν. Πρέπει, Κύριοι, νὰ γνωρίζωμεν τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τοῦ τόπου μας. Οἱ λῃσταὶ δὲν εἶναι οὔτε τῆς μιᾶς πτέρυγος προστατευόμενοι, οὔτε τῆς ἑτέρας. Εἶναι ὕβρις ἀνήκουστος καὶ φοβερὰ, νὰ διασπείρηται ψευδῶς ἡ κατηγορία, ὅτι οἱ διαβόητοι αὐτοὶ λῃσταὶ, τὰ καθάρματα ταῦτα τῆς κοινωνίας καὶ ἡ μάστιξ τῆς πατρίδος ἡμῶν, ὑποθάλπονται ἢ προστατεύονται δῆθεν παρὰ πολιτευομένων. Ἂν αὐτὸ ἦναι ἀληθὲς, δὲν πρέπει βεβαίως νὰ καλῆται ἡ Ἑλλὰς ἔθνος πεπολιτισμένον. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν τοιοῦτον παράδειγμα ἄχρι τοῦδε· δὲν ὑπάρχει Ἕλλην, πολιτευόμενος καὶ μὴ πολιτευόμενος, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἀσπασθῆ τοιαύτην ἰδέαν καὶ ὑποστηρίξει τοιαῦτα βδελυρὰ καθάρματα, πρὸς βλάβην τοῦ ἔθνους. Ἀλλὰ ἐρχόμεθα, Κύριοι, ἐνταῦθα καὶ λέγομεν ἀπερισκέπτως λόγους κενοὺς, καὶ ἐπιῤῥίπτομεν μομφὰς κατὰ τῆς πατρίδος ἡμῶν ἀδίκως, διὰ λόγους πολιτικῆς κερδοσκοπίας. Ἡ λῃστεία ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι, διότι τὰ μεθόρια ἡμῶν εἶναι πολὺ ἀνοικτὰ πρὸς τὰ τῆς γείτονος ἐπικρατείας, καὶ οἱ λησταὶ, καταδιωκόμενοι ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέρους, καταφεύγουσιν εἰς τὸ ἕτερον. Παρατηρήσατε σήμερον ποῦ διαιτᾶται ἡ ληστεία. Αὕτη διαιτᾶται εἰς τὰ μεθόρια, μεταξὺ Θεσσαλίας καὶ Μακεδονίας, μεταξὺ Ἀκαρνανίας καὶ Ἠπείρου, ἐν δὲ Φθιώτιδι διαιτῶνται ὀλίγοι, καὶ οὗτοι διότι δυστυχῶς ἔχουσιν ἐκεῖ συγγενεῖς καὶ ἀποκρύπτονται ὑπ’ αὐτῶν, μὴ τολμῶντες ν’ ἀντικρύσωσι τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα. Ἀλλὰ πανταχοῦ, ὡς καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐπετέλεσεν ἄριστα τὸ καθῆκον αὑτοῦ ὁ στρατὸς, καὶ ἔχομεν ἀποτελέσματα λίαν εὐχάριστα. Ἐρχόμεθα ἐν τούτοις ἐδῶ, ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, δημοσίᾳ, μὴ ἐπηρεαζόμενοι, Κύριοι, ἐκ τῶν ἐντυπώσεων, αἱ ὁποῖαι γεννῶνται ἐντεῦθεν εἰς τὸν ἔξω κόσμον, καὶ ἐκτοξεύομεν ὕβρεις καὶ συκοφαντίας κατά τε τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς πατρίδος ἡμῶν, διατεινόμενοι ὅτι ἡ ληστεία μᾶς κατέπνιξεν, ὅτι βρίθει ὁ τόπος ληστῶν, ὅτι οἱ λησταὶ δὲν καταδιώκονται, καὶ ὅλας ἐκείνας τὰς ἀβασίμους κατηγορίας. Ὀλίγοι, Κύριοι, εἶναι οἱ λησταὶ, καὶ αὐτοὶ κρύπτονται εἰς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν, ἔνθα ἀδυνατοῦμεν νὰ τοὺς καταδιώξωμεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ ὄχι τὰ λεχθέντα πρότερον ὑπὸ τοῦ συναδέλφου μου.
§144ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἠμπορῶ νὰ ἔχω πλήρη πεποίθησιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἐμπειρίαν τοῦ συναδέλφου, ἀλλ’ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ πιστεύω μόνον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐπὶ κεφαλῆς τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως. Ἔτυχε δὲ νὰ ἴδω ἐκθέσεις τῶν ἀρχῶν, τῶν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, καὶ ἰδίως τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ τρίτου Ἀρχηγείου, ἐκθέσεις ἐν αἷς παρεπονεῖτο ὁ ἀρχηγὸς διὰ τὸ ποιὸν τῶν ἀποσπασμάτων. Ὁ ἀρχηγὸς αὐτὸς εἶναι ὁ κ. Μακρῆς, αἱ δὲ ἐκθέσεις εὑρίσκονται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς εὑρίσκονται καὶ αἱ ἐκθέσεις τῶν νομαρχῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ κ. Μακρῆς παρεπονεῖτο καὶ ἐδικαιολογεῖτο, ὄχι διότι οἱ στρατιῶται ἐτράπησαν εἰς φυγὴν, ἀλλὰ διότι δὲν κατωρθώθη νὰ συμπλακῶσι τὰ ἀποσπάσματα, ἐδικαιολογεῖτο, λέγω, ἐκ τοῦ ποιοῦ τῶν ὁπλιτῶν, καὶ τοῦτο δὲν εἶναι προσβλητικὸν, οὔτε παράδοξον, διότι οἱ ὁπλῖται ἔρχονται τὴν 1 Ὀκτωβρίου, τότε κατατάσσονται, τὸ δὲ τάγμα τῆς Φθιώτιδος, γνωρίζομεν πάντες, ὅτι ἔχει εἰς τὰς τάξεις του τοὺς νησιώτας. Βεβαίως πρόκειται περὶ ἀνδρῶν γενναιοτάτων, ἀλλὰ ἐντελῶς ξένων πρὸς τὸν τόπον, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπηρετοῦσι, καὶ περὶ ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουσιν οὔτε τὸ ἕν–δυό. Κατόπιν δὲ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι κατατάσσονται καὶ κατετάχθησαν εἰς τὸ σύνταγμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῶν πολυαρίθμων—καὶ ἂς μὴ κακοφαίνεται εἰς τὸν προλαλήσαντα κ. Βουλευτὴν—πολυαρίθμων κατ’ ἐμὲ ληστῶν, διότι εὑρίσκω, ὅτι εἶναι ἀληθὲς ὄνειδος δι’ ἡμᾶς τὸ νὰ ἔχωμεν ληστὰς ὄχι πλέον εἰς τὰ μεθόρια, ἀλλὰ μεταξὺ Ὄθρυος καὶ Ἁλμυροῦ, ληστρικὰς συμμορίας ἀποτελουμένας ἐκ 36 ληστῶν· ἡ συμμορία τῶν Τσεκουραίων καὶ τοῦ Τσανάκα ἀπετελεῖτο ἐκ 36 ληστῶν, καὶ ἔχομεν ληστρικὰς συμμορίας, αἱ ὁποῖαι συγκροτοῦνται ἑκάστοτε καὶ διαλύονται κατὰ λόγον τῶν ἀναγκῶν των, καὶ νὰ μὴ δυνάμεθα οὔτε νὰ τὰς ματώσωμεν, νὰ ἔχωμεν εἰς τὴν Καλαμπάκαν τὴν συμμορίαν τῶν Τσεκουραίων καὶ τὴν σφαγὴν τῶν Ραπταίων, νὰ ἔχωμεν ἔξωθεν τῆς Γκούρας, ἐπὶ τῆς δημοσίας ὁδοῦ, τὴν φοβερὰν ἐκείνην λῃστοπραξίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Τσίκας, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἄλλοτε εἶχε προδώσει τὴν συμμορίαν τοῦ Τσουλή, κατεσφάγη ἀνηλεῶς, ἡ δὲ κεφαλή του ἐστήθη ἐπὶ κοντοῦ ἐν τῷ μέσῳ τῆς δημοσίας ὁδοῦ! Αὐτὴ ἦτο ἡ κατάστασις· ἀντὶ δὲ νὰ θέλωμεν νὰ κρύπτωμεν τὴν κατάστασιν, πρέπει μᾶλλον νὰ ἐλεεινολογῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς αὐτήν. Ἡμεῖς δὲ οὐδέποτε ἀπεδόσαμεν εἰς τινα πολιτευόμενον τὴν κατάστασιν ταύτην, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀτέλειαν τῆς καταδιώξεως. Ἐξ ἐναντίας πρὸ ὀλίγου ἔλεγον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς τοὺς προκατόχους ἢ διαδόχους τὴν ὕβριν, ὅτι αὐτοὶ ἠθέλησαν ὁπωσδήποτε νὰ ἐνθαῤῥύνωσι τὴν ληστείαν διὰ τῆς ἀτελοῦς ἀναγραφῆς τῆς ἀναγκαίας δαπάνης. Διὰ τοὺς ὁπλίτας, τοὺς στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι ἐχρησίμευον πρὸς καταδίωξιν, ἐλέγοντο αὐτά. Παρεπονούμεθα δὲ κατὰ τοῦ ποιοῦ, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν, παρὰ νὰ ᾖναι τὸ ποιὸν τοιοῦτον ἀκριβῶς, ἕνεκα τοῦ ὀργανισμοῦ. Δὲν εἶναι δὲ ὕβρις τὸ νὰ λέγωμεν, ὅτι νεοσύλλεκτοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντεπεξέρχωνται κατὰ ληστρικῶν συμμοριῶν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀληθῶς εἶναι ὕβρις διὰ τὸν τόπον μας, εἶναι ὅτι οἱ λησταὶ εὑρίσκουν ἄσυλον καὶ δύνανται νὰ ἀποκρύπτωνται, καὶ ὅτι ἐπὶ ἕξ μῆνας τὰ ἀποσπάσματα δὲν ἠδυνήθησαν νὰ συμπλακῶσιν. Ἀλλ’ εἶναι πράγματα φανερὰ καὶ ἀναμφισβήτητα γεγονότα, καὶ ὅσον θέλομεν νὰ δημοκοπῶμεν ἐνταῦθα καὶ νὰ ὑπερασπίζωμεν δῆθεν τὸν στρατόν, δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ γεγονότα αὐτὰ νὰ ἀπαλείψωμεν ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου, καὶ ὀφείλομεν νὰ καταγείνωμεν ἀκριβῶς, πῶς νὰ καταστήσωμεν τὴν ἐξουσίαν ἐπαρκῆ, ἵνα καταστρέψῃ τὴν μάστιγα τῆς ληστείας. Ὅταν, Κύριοι, ἠρωτώμην ἀπὸ τὴν Πρεσβείαν τὴν Ἀγγλικὴν, ἂν δύνανται νὰ ἐξέλθουν ἀξιωματικοὶ τοῦ στόλου εἰς κυνηγεσίαν εἰς Βῶλον, διότι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἶχε συμβῆ ἡ σφαγὴ τοῦ Τσίκα, νομίζετε ὅτι εἶναι μικρὸν αὐτὸ τὸ ὄνειδος; καὶ νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ καυχώμεθα διὰ τὴν καλὴν κατάστασίν μας; Ἢ νομίζετε ὅτι εἶναι λαμπρὸν τὸ κατόρθωμα, ὁ Βέλλιος νὰ φυγοδικῇ ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη, καὶ ὁ Μαργώνης ἐπίσης, καὶ ὁ Πιστόλης νὰ ἔχῃ ἀδελφὸν γραμματέα Ἐφορίας ἐν Λεβαδείᾳ, παρὰ τοῦ ὁποίου νὰ τροφοδοτῆται; Αὐτὴ ἦτο ἡ κατάστασις, ὅτε ἀνελάβομεν τὴν ἐξουσίαν. Πότε ἐφύησαν αὐτοὶ οἱ λησταί; ἀπὸ τῆς 3 Μαΐου μέχρις 25 Μαΐου, ὅτε ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν ὁ νόμος περὶ καταδιώξεως τῆς ληστείας; Τὴν κατάστασιν αὐτὴν εὕρομεν ἐκ κληρονομίας, ὅπως καὶ τὰς ἄλλας ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Τίνα βαρύνει ἡ κατάστασις αὕτη; ἡμᾶς ἢ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς ἀτελείας τῶν μέτρων των τὴν ὑπέθαλψαν; Διότι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν προνοεῖ, διατελῶν κυβερνήτης, περὶ τοῦ τρόπου, δι’ οὗ δύναται νὰ ἐξυπηρετηθῇ τὸ δημόσιον συμφέρον καὶ ἡ δημοσία τάξις, ὑποθάλπει βεβαίως τὴν κατάστασιν αὐτήν.
§145ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. συνάδελφος δὲν ἦτο καθ’ ἣν ὥραν ἐλέχθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἡ κατὰ τοῦ στρατοῦ ὕβρις καὶ συκοφαντία. Ἤκουσα λεχθὲν,—δὲν πιστεύω δὲ νὰ ἀπατῶμαι,—ὅτι οἱ στρατιῶται ἡμῶν, ὁσάκις συνηντῶντο μετὰ ληστῶν, ἐτρέποντο εἰς φυγήν. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, τὴν φράσιν τοῦ τοῦ συναδέλφου μου ἐκ Λοκρίδος καὶ τὰ λεχθέντα ἐν γένει παρ’ αὐτοῦ, ὧν ἕνεκα ἠναγκάσθην νὰ διαψεύσω ῥητῶς τὰς συκοφαντίας, αἱ ὁποῖαι ἐλέχθησαν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, χάριν τῆς τιμῆς τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς πατρίδος ἡμῶν. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς μᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι εὑρίσκοντο ἐνώπιον ἑνὸς φοβεροῦ στρατοπέδου ληστῶν μεταξὺ Φθιώτιδος καὶ Θεσσαλίας, ληστοσυμμορίας ἐκ 36 ληστῶν. Σᾶς διαβεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι αὐτὸ τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Ράλλης σήμερον ἐνώπιόν σας, πρώτην φορὰν τὸ ἀκούω. Οὐδέποτε ἠκούσθη, οὔτε εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπῆρξε ληστρικὴ συμμορία εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, συγκροτουμένη ἐκ 36 ληστῶν, καὶ ὅτι αὐτὴ ἡ συμμορία διαιτᾶται εἴτε εἰς Ἁλμυρὸν, εἴτε εἰς Φθιώτιδα, εἴτε εἰς Θεσσαλίαν ἐν γένει. Οὐδέποτε συνεκεντρώθησαν λῃσταὶ πλέον τῶν τριῶν ἢ πέντε ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Οὐδέποτε! Τοῦτο ἔχει σημασίαν, Κύριοι, διότι, ὅταν εἷς πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται ὡς ἀρχηγὸς μεγάλης μερίδος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἔρχηται καὶ λέγῃ, ὅτι ὑπῆρχε συμμορία ἐν Φθιώτιδι ἐκ 36 λῃστῶν, διαιτωμένη εἰς γνωστὰ μέρη καὶ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν, ἔχει μεγίστην σημασίαν καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸ διαψεύσωμεν, πρὸς τιμὴν τῆς πατρίδος καὶ ἡμῶν αὐτῶν. Λῃστρικὴ συμμορία δὲν ὑπάρχει ἀποτελουμένη ἐκ πλέον τῶν πέντε τεράτων, καὶ αὐτοὶ οἱ πέντε δὲν ἔμενον πάντοτε συγκεκροτημένοι εἰς συμμορίαν, ἀλλὰ διῃροῦντο κατὰ τὰς ἀνάγκας εἰς δύο καὶ τρία τμήματα, καὶ ἀπήρχοντο εἰς ἄγνωστα μέρη· καὶ ὁ Τσουλῆς καὶ ὁ Παπακυριτσόπουλος ἀπεκρύπτοντο ἀπομεμονωμένοι, καὶ σήμερον δὲν ἔχουν συγκεκροτημένην συμμορίαν· ἐνῷ δὲ οὕτως ἐπιμελῶς ἀποφεύγουσιν οἱ λῃσταὶ τὴν μετὰ τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων συνάντησίν των, πῶς ἔχετε τὴν ἀξίωσιν, ἵνα ὁ στρατὸς συνάψῃ μάχην μετ’ ἀγνώστων;
§146ΡΑΛΛΗΣ. Ἠξεύρετε πόσοι λῃσταὶ ἐπεκηρύχθησαν μέχρι τοῦδε;
§147ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠξεύρετε τί ἔπραξαν οἱ πρώην Ὑπουργοί; Ἔπραξαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μόνον ἀδαεῖς, μόνον ἄπειροι τῶν πραγμάτων ἠδύναντο νὰ πράξωσι. Περὶ τοὺς 150 ὡς λῃσταὶ ἐπεκηρύχθησαν, ἐνῷ οἱ πλεῖστοι εἶναι κοινοὶ ἐγκληματίαι. Καὶ ἀληθῶς ἐδυσχέραναν τὴν θέσιν τῆς κοινωνίας οἱ πρώην Ὑπουργοὶ διὰ τῆς πράξεως ταύτης. Ἀληθῶς ἐπεκήρυξαν ὡς λῃστὰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι μόνον ἠδύναντο νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια, ὡς ἁπλοῖ ἐγκληματίαι· ναὶ, αὐτοὺς ἐχαρακτήρισαν ὡς λῃστὰς ὅλους... Μὴ γελᾶτε, κύριε Ράλλη, διότι ἐπράξατε μέγα σφάλμα. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἠδύνασθε νὰ ἐφαρμόσητε τὸν περὶ λῃστείας νόμον μόνον ἐπὶ 10, 20 ἢ καὶ 30 προσώπων, δὲν εἴχετε ὅμως τὸ δικαίωμα, δὲν ἦτο ποσῶς ὀρθὸν νὰ ἐπικηρύξητε 150 πολίτας ὡς λῃστὰς εἰς τὴν πατρίδα σας. Δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ δημιουργήσητε λῃστὰς 150, ἐπικηρύσσοντες ἀμοιβὴν διὰ τὴν σύλληψιν ἢ τὸν φόνον αὐτῶν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι καθ’ ἑκάστην ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως ἐξεφούρνιζε λῃστὰς, ὡς νὰ ἦτο μεταλλεῖον! Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐνέργειά σας. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ἐπράξατε σφάλμα μέγα, καὶ σᾶς προκαλῶ νὰ τοὺς ἀπαριθμήσητε, ποῦ εἶναι σήμερον αὐτοὶ οἱ 150 λῃσταί. Λοιπὸν ἐπράξατε ἀληθῶς ἀδίκημα κατὰ τῆς πατρίδος σας. Λέγετε ὅτι δὲν κατηγορήσατε τὸν στρατόν· τὸν κατηγορήσατε, ναί, καὶ ἂν ὑπῆρξαν ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ἔχουν καταλλήλους ἄνδρας, δὲν σημαίνει τοῦτο, ὅτι ἐθεώρουν τοὺς στρατιώτας ἀνάνδρους καὶ τρεπομένους εἰς φυγήν. Ἠμπορεῖ νὰ ἦναι ἀκατάλληλοι διὰ τὴν καταδίωξιν τῶν λῃστῶν, ἀλλὰ οὐδέποτε τρέπονται ἐνώπιον λῃστῶν εἰς φυγὴν ὡς δειλοὶ καὶ ἄνανδροι.
§148ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ εὐλογημένος αὐτὸς συνάδελφος, φαίνεται, νομίζει, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν χαρακτηρίζει τοὺς λῃστὰς καὶ τοὺς ἐπικηρύσσει. Θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἀνεγίνωσκε τὸν νόμον περὶ λῃστείας· ἐκεῖ θὰ ἔβλεπεν, ὅτι, διὰ νὰ ἐπικηρυχθῇ τις λῃστὴς, δὲν χρειάζεται μόνον νὰ ὑπάρχῃ βούλευμα παραπεμπτικὸν ἐπὶ λῃστοπραξίᾳ, ἀλλὰ καὶ νὰ συνταχθῇ πρωτόκολλον ἐκ μέρους τοῦ νομάρχου, τοῦ εἰσαγγελέως καὶ τοῦ προϊσταμένου τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς, τὸ ὁποῖον νὰ βεβαιοῖ, ὅτι ὁ δεῖνα λῃστὴς, τὸ δεῖνα ἄτομον, τὸ ὁποῖον παρεπέμφθη ἐπὶ λῃστοπραξίᾳ, ἢ τὸ ὁποῖον καταδιώκεται ἐπὶ λῃστοπραξίᾳ, πρέπει νὰ ἐπικηρυχθῇ. Λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀληθῶς ἐπὶ τοῦ προκειμένου οὐδὲν ἕτερον πράττει ἢ νὰ προσυπογράφῃ τὴν ἐπικήρυξιν τὴν γιγνομένην παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν. Δὲν ἠξεύρω τίνας συμπολίτας ἔχει, τοὺς ὁποίους δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπικηρύξω.
§149ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τί συμπολίτας ἐννοεῖτε; Ληστάς; Σᾶς διαψεύδω μὲ τὸν ἐπισημότερον τρόπον. Οὐδὲ εἷς ἐκ Λοκρίδος ὑπάρχει οὔτε φυγόδικος, οὔτε ληστής.
§150ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἐπικήρυξις, ἐπαναλαμβάνω, ἐγένετο κατόπιν βουλευμάτων παραπεμπτικῶν καὶ πρωτοκόλλων τῶν ἁρμοδίων προϊσταμένων ἀρχῶν, καὶ τὰ πρωτόκολλα αὐτὰ δὲν δύναται ἢ νὰ τὰ ἐκτελέσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν· κατηγορήθην μάλιστα, διότι δὲν ἐξετέλεσα δῆθεν τοιοῦτον πρωτόκολλον, ἀφορῶν εἰς φυγόδικον, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπικήρυξις εἶχε ζητηθῆ, ἀλλ’ ἡ κατηγορία ἦτο ψευδής· δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἐκτελέσω καὶ ὡς πρὸς αὐτὸν τὸν νόμον. Ἐπεκήρυξα λοιπὸν ὅσους ἐπεκήρυξα, διότι ὑπῆρχον ἐναντίον αὐτῶν βουλεύματα παραπεμπτικά, ἀλλὰ ὑπῆρχον ἐπὶ πλέον τὰ πρωτόκολλα τῆς ἐπικηρύξεως, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἠδύνατο, παρὰ νὰ ὑποβάλῃ τὸ διάταγμα τῆς ἐπικηρύξεως· ἂν δὲν ἔπραττον οὕτω, θὰ παρέβαινον τὸ καθῆκόν μου. Ὅτε δὲ ἤλθομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, εὕρομεν ἀληθῶς τοιαύτην κατάστασιν τῆς δικαιοσύνης, διὰ τὴν ὁποίαν ἐφρίξαμεν! Ὑπῆρχον λησταί, οἱ ὁποῖοι ἐμάστιζον ἐπὶ ἔτη ἐπαρχίας, καὶ ὡς πρὸς τοὺς ὁποίους δὲν εἶχον οὐδ’ ἐκδικασθῆ αἱ κατηγορίαι, ἀλλ’ οὔτε βουλεύματα παραπεμπτικὰ εἶχον ἐκδοθῆ· καὶ κατὰ τοῦτο ἠτιμάσαμεν τὴν πατρίδα ἡμῶν, διότι ἐπεβάλομεν εἰς τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς νὰ ἐπιτελέσωσι τὸ καθῆκόν των; Διότι ἡμεῖς ἐθεωροῦμεν ὡς ὕβριν αἱ ληστοπραξίαι νὰ κοιμῶνται εἰς τὰ ἀρχεῖα τὰ ἀνακριτικὰ καὶ εἰσαγγελικά. Πᾶσαι δὲ αἱ ἐπικηρύξεις ἔγειναν ὡς ὤφειλον νὰ γείνουν. Καὶ ὅταν τοιοῦτος ἦναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐπικηρυχθέντων ληστῶν, νομίζει ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἡ δημοσία τάξις καὶ ἀσφάλεια ἦτο ἀνθηρὰ, καὶ νομίζει ὅτι ἠδικήσαμεν τὴν πατρίδα μας, διότι ἐφροντίσαμεν ἀκριβῶς νὰ ἐκριζώσωμεν αὐτὴν τὴν φοβερὰν μάστιγα, ἡ ὁποία συντελεῖ εἰς τὸ νὰ μᾶς ὑπολήπτωνται οἱ ξένοι, ὡς μᾶς ὑπολήπτονται!
§151ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐγὼ δὲν συγχαίρω τὸν αὐτόκλητον συνήγορον τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων. Πρέπει νὰ μάθῃ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος κ. Χαλκιόπουλος, ὅτι πονῶ πλειότερον αὐτοῦ τὸν στρατὸν, διότι ἔχω ἕνα λόγον μείζονα, ὅτι ἀνήκω εἰς τάξεις αὐτοῦ. Τίς ψέγει τὸν Ἡρακλέα; τίς ἠρνήθη τὰς ὑπηρεσίας τῶν μεταβατικῶν ἀποσμασμάτων καὶ τῶν ἐπὶ κεφαλῆς ἀξιωματικῶν; Ἐγὼ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξύμνησα τὰς ἀρετὰς αὐτῶν. Οἱ ἀξιωματικοὶ, ὅσοι ἦσαν ἱκανοὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, ἀλλὰ σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δὲν ἦσαν ἐπαρκῆ τὰ ἀποσπάσματα, διὰ νὰ φέρωσιν ἀποτελέσματα, ἢ ὅτι οἱ νεοσύλλεκτοι, δὲν ἠξεύρω ἐκ τίνος νήσου, δὲν ἦσαν ἱκανοὶ νὰ ὀρειβατῶσιν, ἵνα καταδιώκωσι ληστάς. Τοῦτο θεωρεῖ ὕβριν ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ σκιαμαχεῖ ἐνταῦθα ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν, ἐνῷ οὐδεὶς τοὺς ὕβρισεν ἐκ τῶν προαγορευσάντων. Ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅτι παρεξετράπησάν τινες τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ τὰς παρεκτροπὰς ταύτας πρέπει νὰ τὰς λέγωμεν ἐνταῦθα, νὰ τὰς καταδιώκωμεν ἀπηνῶς, διότι τότε σᾶς εὐγνωμονοῦσι καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι ποθοῦσι τοῦτο χάριν τοῦ στρατοῦ. Ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ εἰς τὴν Εὐρώπην, ἵνα μάθῃ αὕτη, ὅτι διατελοῦμεν εἰς πλήρη ἡσυχίαν. Ἀλλ’ ἔχομεν τριακοσίας ἐφημερίδας, αἵτινες καθ’ ἑκάστην ἀναγράφουσι πλείστας πράξεις, μαρτυρούσας ὅτι ἡ ἀσφάλεια δὲν εὑρίσκεται εἰς ὃ σημεῖον παριστᾷ ὁ κύριος Βουλευτής. Τὴν δὲ προκάτοχον Κυβέρνησιν ἠδύνασθε μόνον νὰ ψέξητε, ἐὰν δὲν εἶχε προκηρύξει συμφώνως τῷ περὶ λῃστείας νόμῳ τοὺς ἤδη ἀποκεκηρυγμένους λῃστάς, καὶ ἐὰν δραστηρίως δὲν εἰργάσθη πρὸς καταδίωξιν τῶν λῃστῶν· ἀλλὰ περὶ τούτου βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ ψέξῃ αὐτήν, διότι εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου ὀφείλονται πᾶσαι αἱ γενόμεναι συλλήψεις· ἀλλ’ ὑμεῖς καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν γνωρίζετε τὸν τόπον σας, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένετε, ὅτι εἰς τοὺς ἀπομεμακρυσμένους δήμους μένοντες δύο ἀστυφύλακες ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ δήμου, θὰ προφυλάξωσι τὸν τόπον ἀπὸ τοὺς φυγοδίκους καὶ τοὺς λῃστάς. Δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον τὴν Βουλήν, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ παραλείψω τὴν ἔκφρασιν τῆς λύπης μου, ὅτι ἀντὶ ν’ ἀποδοθῶσιν ἔπαινοι εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν διὰ τὰς ἀποτελεσματικὰς κατὰ τῆς λῃστείας ἐνεργείας αὐτῆς, ἐπεῤῥίφθη κατ’ αὐτῆς ψόγος, ὅπερ ἄδικον.
§152ΚΡΙΤΣΑΣ. Καίτοι ἀπεμακρύνθημεν πολὺ ἀπὸ τοῦ ζητήματος, περὶ οὗ πρόκειται, ἀναγκάζομαι ν’ ἀπαντήσω εἰς τοὺς ἀξιοτίμους προλαλήσαντας, καὶ διὰ τοῦτο ὡς πρὸς μὲν τὰ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς λεχθέντα παρατηρῶ μόνον, ὅτι ἐσφαλμένως οὗτος, ὁμιλῶν πρότερον, ἠθέλησε νὰ δείξῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι αἰτία τοῦ φόνου τῶν Ραπταίων καὶ τοῦ Τσίκα ἐκ Γούρας ὑπῆρξε τὸ ἀνεπαρκὲς τῶν ἀποσπασμάτων. Διαβεβαιῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, μεθ’ ὅλην τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν συνείθισα νὰ τρέφω πρὸς αὐτόν, — διότι ὁμολογουμένως συγκαταλέγεται μεταξὺ τῶν καλῶν μελῶν τῆς Βουλῆς, — ὅτι ὁ φόνος τῶν Ραπταίων καὶ τοῦ Τσίκα ὀφείλεται οὐχὶ εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν ἀποσπασμάτων, ἀλλ’ εἰς τὴν προθυμίαν, τὴν ὁποίαν οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοί, ἐν οἷς καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, δεικνύουσι, νὰ διαβιβάζωσιν εἰς τὰς ἐφημερίδας τοῦ κόμματος τὰς εἰδήσεις περὶ προδοσίας τῶν λῃστῶν, διότι οἱ λῃσταὶ ἐκ τούτου κατὰ πρῶτον πληροφοροῦνται, καὶ λόγῳ ἐκδικήσεως προβαίνουσιν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ φονεύωσιν ἐκείνους εἰς τὴν δημοσίαν ὁδόν, εἰς πᾶν σημεῖον τῆς ὁποίας καὶ κατὰ πᾶσαν ὥραν δὲν δυνάμεθα ν’ ἀπαιτῶμεν τὴν παρουσίαν τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων. Ὡς πρὸς ἐκεῖνα δέ, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος κ. Εὐταξίας εἶπεν, ὅτι δηλαδὴ ἀποσπάσματα, συναντήσαντα τοὺς λῃστάς, ἐτράπησαν εἰς φυγήν, ἀπαντῶ, ὅτι οὐδὲν τούτου ψευδέστερον. Τὰ ἀποσπάσματα, συγκείμενα ἐξ ἀνδρῶν φιλοτίμων καὶ ἐξ Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὑπὲρ πάντα ἄλλον λαὸν τὸ αἴσθημα τῆς τιμῆς, δὲν τρέπονται εἰς φυγὴν ὄχι μόνον πρὸ τῶν λῃστῶν, ἀλλὰ καὶ πρὸ παντὸς ἄλλου ἐχθροῦ πολὺ ὑπερτέρου αὐτῶν. Πλειστάκις ὁ στρατός μας προέβαλε τὰ στήθη ἀπέναντι τοῦ κινδύνου, καὶ πάντοτε περιεφρόνησε τὸν θάνατον. Ἀλλ’ ἐν ᾧ λέγετε ταῦτα ὡς πρῴην Ὑπουργός, ὑποχρεοῦσθε νὰ ἀναφέρητε καὶ συγκεκριμένον παράδειγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον εἷς ἀξιωματικὸς κατήγγειλε τοὺς ἄνδρας του, ὅτι τὸν ἐγκατέλιπον.
§153ΡΑΛΛΗΣ. Θαυμάζω πῶς ἄνθρωπος, ἔχων τόσῳ καλὴν ἰδέαν περὶ τῶν συναδέλφων του, οἵαν προηγουμένως ἐξέφρασε, ἐννοεῖ νὰ διαστρέφῃ τοὺς λόγους των. Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ ἀνεπαρκείας καὶ ἀτελείας, καὶ βεβαίως ὁ κ. συνάδελφος, ἀφοῦ εἶναι στρατιωτικός, δὲν πρέπει νὰ ἀρνῆται τὴν ἀτέλειαν τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, τῆς συγκειμένης ἀπὸ νεοσυλλέκτους, καὶ τὴν ἀνεπάρκειαν αὐτῆς, μὴ κατορθωσάσης ἐπὶ δύο μῆνας νὰ συναντηθῇ μὲ λῃστοσυμμορίαν. Ἐὰν δ’ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ παραπονῆται, πρέπει νὰ παραπονῆται κατὰ τῶν φίλων του, διότι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη κατηγγέλθη ἡ ληστοσυμορία ὑπὸ τῶν Ραπταίων, καὶ τότε ἐδημοσιεύοντο εἰς τὰς ἐφημερίδας τὰ περὶ προδοσίας, καθ’ ὃν δὲ χρόνον ἐγὼ διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, οὐδεμία ἐδόθη εἴδησις εἰς αὐτὰς περὶ τῆς καταδιώξεως τῆς ληστείας. Ἐκλάπησαν μόνον εἰδήσεις ἀπὸ τὸ πρωτόκολλον καὶ ἐκλάπησαν παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπερασπίζονται τὰς πράξεις τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, ἀλλὰ βεβαίως ἐγὼ οὐδεμίαν εἴδησιν ἔδωκα περὶ δημοσίας ἀσφαλείας· διότι, ἀποβλέπων εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ ἀποκρύπτω τὴν κίνησιν τῶν ἀποσπασμάτων καὶ νὰ μὴ καθιστῶ γνωστοὺς ἐκείνους, οἵτινες κατήγγελλον τοὺς ληστάς.
§154ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἰδοὺ τί ἔχω νὰ σᾶς εἴπω, κύριε συνάδελφε, ἐὰν ἐπιῤῥίπτητε τὴν εὐθύνην ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Τσίκα ἢ τῶν Ραπταίων εἰς τὸν προκάτοχόν σας· ἔχω ἄλλο παράδειγμα, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν θὰ δυνηθῆτε ν’ ἀντιτάξητέ τι. Ἐπὶ τῆς ὑπουργίας σας συνελήφθη ἔξωθεν τῆς Λαμίας εἷς ληστὴς ὑπό τινων ὑπαξιωματικῶν, ἐπὶ κεφαλῆς ἐχόντων ἕνα ἀξιωματικόν. Ἐνῷ δὲ ἡ σύλληψις ἐγένετο λ. χ. σήμερον, ἀκριβῶς μετὰ τρεῖς ἡμέρας, ἤτοι ὅσον ἐχρειάζετο διὰ νὰ ἔλθῃ τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ πρωτοκολληθῇ καὶ νὰ γνωσθῇ, ἀνεγινώσκομεν μετ’ ἐκπλήξεως τὰ ἑξῆς εἰς τὰς ἐφημερίδας: «Χθὲς τηλεγραφικῶς ἀνηγγέλθη ὑπὸ τοῦ νομάρχου ἐκ Λαμίας, ὅτι οἱ βλαχοποιμένες Βάγλας (καὶ δὲν γνωρίζω ποῖος ἄλλος), τέσσαρες τὸν ἀριθμόν, συνέλαβον τὸν ληστὴν Ζάκαν. Ποῦ ἤξευρεν αὐτὸ ἡ «Ἐφημερίς»; Πρότερον ὁμιλοῦντα ἠθέλησε νὰ μὴ διαψεύσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος Βουλευτής· ἰδοὺ ὅμως ἀναγινώσκω ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, τί ἀκριβῶς ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Εὐταξία (ἀναγινώσκει): «Ἐζητήσαμεν πολλάκις λόγον παρὰ τῶν ἀξιωματικῶν, διατὶ δὲν συνεκρούοντο πρὸς τοὺς ληστάς, καὶ τὶ μᾶς εἶπον; Δότε μας στρατιώτας, διότι οἱ στρατιῶται, τοὺς ὁποίους ἔχομεν, ὅταν ἀκούουν Παπακυριτσόπουλον καὶ Τσουλῆν, τρέπονται εἰς φυγήν.» Αὐτὰ, ὑποθέτω, εἶναι ἀρκετὰ, ἵνα πείσωσι τὸν κ. Εὐταξίαν, ὅτι εἶπεν ὅ,τι τῷ ἀπεδόθη, καὶ τὸ ὁποῖον ἤδη ἀρνεῖται.
§155ΡΑΛΛΗΣ. Ὁμολογουμένως ὁ κύριος συνάδελφος πρέπει καὶ αὐτὸς νὰ ἀναγνώσῃ τὸν νόμον περὶ ληστείας, διότι, ἐὰν τὸν ἀναγνώσῃ, θὰ ἐννοήσῃ, διατὶ σήμερον, μετὰ τὴν σύλληψιν τῶν ληστῶν, ἀναγράφονται εἰς τὰς ἐφημερίδας κατ’ ὄνομα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνέπραξαν εἰς τὴν σύλληψιν ταύτην· θὰ ἐμάνθανεν, ὅτι εἰς αὐτοὺς πρόκειται νὰ καταβληθῇ ἡ ἀμοιβή. Ἐὰν οἱ συλλαβόντες τὸν Ζάκαν ἔσπευσαν νὰ καταγγείλωσιν αὐτοὶ ἑαυτούς, τὸ ἔπραξαν, διότι εὑρέθη εἷς λοχίας, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ τοῖς διαμφισβητήσῃ τὴν ἀμοιβὴν τῆς συλλήψεως. Θέλετε τώρα σεῖς νὰ ἐμποδίσω ἐγὼ τοὺς χωρικούς, οἱ ὁποῖοι συνέλαβον τὸν Ζάκαν, ἀπὸ τοῦ νὰ ζητήσωσι τὴν ἀμοιβήν των, καὶ ἀπὸ τοῦ νὰ τηλεγραφήσωσι πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὰς ἐφημερίδας, διὰ νὰ διαπιστώσωσι τὴν ὑπηρεσίαν των; Ὁ δὲ συνάδελφός μου ἐκ Λοκρίδος δὲν σᾶς ὡμίλησε περὶ ἀποσπασμάτων, σᾶς ὡμίλησε περὶ νεοσυλλέκτων, καὶ ὅσον καὶ ἂν θέλητε νὰ διαστρέψητε τοὺς λόγους του, οὐδένα θὰ πείσητε. Καὶ βεβαίως τὸ Στενογραφικὸν Γραφεῖον παρέβη τὸ καθῆκόν του, παραδόσαν εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν ἀγόρευσιν, ἡ ὁποία δὲν ἐπεθεωρήθη· δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα οἱ ὑπάλληλοι ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ ἀγορεύσαντος νὰ παραδίδωσιν ἀγόρευσιν. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀγόρευσις αὕτη τί ἀποδεικνύει; ἀποδεικνύει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, θέλων νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ ἀτελοῦς τῆς μορφώσεως τῶν νεοσυλλέκτων.
§156ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Οἱ νεοσύλλεκτοι οὐδέποτε ἀποσπῶνται.
§157ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ οἱ ἀποσπώμενοι εἶναι νεοσύλλεκτοι.
§158ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τότε μάλιστα.
§159ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς εἴπατε, ὅτι ἠναγκάσθητε ν’ ἀποστείλητε καὶ τοὺς νησιώτας, κατ’ αὐτῶν δὲ παρεπονεῖτο καὶ τὸ Ἀρχηγεῖον καὶ ὁ ἀνώτερος ἐπόπτης· αἱ ἐκθέσεις δὲ καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δὲ εὑρίσκονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§160ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων λέξεων εἰς ὅσα πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν. Εἶπεν ὅτι ἐγὼ διέστρεψα τὴν ὑπόθεσιν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν σύλληψιν τοῦ Ζάκα, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ εἴδησις ἐκείνη εἰς τὰς ἐφημερίδας δὲν ἐδόθη παρὰ τοῦ Ὑπουργείου. Ἰδοὺ τί συνέβη. Ὁ Ζάκας συνελήφθη ὁμολογουμένως τῇ ὑποδείξει τεσσάρων χωρικῶν, ὁ λοχαγὸς ὅμως τῆς καταδιώξεως, ἔχων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἐὰν τοῦτο ἐγίνετο γνωστὸν, αὐτοὶ οἱ τέσσαρες χωρικοὶ, οἵτινες συνέλαβον καὶ παρέδωκαν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν τὸν Ζάκαν, θὰ ὑπεβάλλοντο εἰς πολλοὺς φόβους καὶ κινδύνους ἐκ μέρους τῶν λῃστῶν, οἱ ὁποῖοι, ἐκδικούμενοι αὐτοὺς, ἠδύνατο νὰ τοὺς βλάψωσιν, ἐσκέφθη νὰ συστήσῃ εἰς τοὺς χωρικοὺς νὰ μεθύσωσι τὸν λῃστὴν καὶ καταστήσωσιν αὐτὸν ἀνίκανον, εἶτα δὲ νὰ ὑποδείξωσι τὸ μέρος, ἵνα μεταβῶσι καὶ τὸν συλλάβωσιν οἱ στρατιῶται. Ὅτε εἰδοποιήθη τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τῆς συλλήψεως τοῦ Ζάκα, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ γείνῃ γνωστὴ εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅλη ἐκείνη ἡ ἱστορία.
§161ΡΑΛΛΗΣ. Περὶ τῆς πληρωμῆς τῆς ἀμοιβῆς ἐκδίδεται βασιλικὸν διάταγμα.
§162ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὁ νομάρχης καὶ αἱ διάφοροι ἀρχαὶ ἀνέφερον τὴν σύλληψιν τοῦ λῃστοῦ κρυπτογραφικῶς βεβαίως, ἐξέθετον δὲ ὅλην τὴν ὑπόθεσιν, ὡς εἶχε λάβει χώραν. Τίς ἄλλος λοιπὸν, ἐκτὸς τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ γραμματέως, ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ὅτι εἰς τὴν σύλληψιν τοῦ Ζάκα συνετέλεσαν οἱ τέσσαρες βλαχοποιμένες; Ἵνα δὲ δημοσιευθῇ ἡ εἴδησις αὕτη ἀμέσως τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἀπὸ τῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διαβιβάσεώς της, δηλοῦται ἐκ τούτου, ὅτι τὰς εἰδήσεις ταύτας ἔλαβον αἱ ἐφημερίδες ἐκ τοῦ γραφείου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Πῶς ἄλλως ἠδύναντο αἱ ἐφημερίδες νὰ γνωρίσωσι τὰς λεπτομερείας ἐκείνας; πῶς ἠδύναντο, λέγω, νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι εἰς τὴν σύλληψιν τοῦ Ζάκα συνετέλεσαν ὄχι μόνον στρατιωτικοὶ, ἀλλὰ καὶ τέσσαρες βλαχοποιμένες, τοὺς ὁποίους ἀνέφερον ὄχι μόνον ἀριθμητικῶς, ἀλλὰ καὶ ὀνομαστί; Μὴ λέγετε λοιπὸν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκδώσητε τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀμοιβὴν τῶν καταδεικτῶν· διότι, τοῦτο λέγων, ἐλέγχετε ἑαυτὸν ἐπὶ ἀγνοίᾳ τῆς διατάξεως τοῦ νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἔνταλμα πληρωμῆς τῆς ἀμοιβῆς πρέπει νὰ ἐκδίδηται ἐπ’ ὀνόματι τοῦ νομάρχου.
§163ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο, εἶναι τὸ ἑξῆς· ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος συνάδελφος ἤγειρε φοβερὰν κατηγορίαν κατὰ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφου, ὅτι οὗτος εἶναι ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς τῆς κατακρεουργήσεως τῶν Ραπταίων ὑπὸ τοῦ Τσουλῆ, εἰπὼν ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Ράλλη ἐγένετο ἡ κατακρεούργησις αὐτῶν, διότι αὐτὸς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὰς φιλικῶς διακειμένας πρὸς αὐτὸν ἐφημερίδας τὴν εἴδησιν περὶ καταδόσεως τοῦ Τσουλῆ ὑπὸ τῶν Ραπταίων, καὶ οὕτω προῆλθεν ἡ κατακρεούργησις τούτων. Τί ἀποδεικνύεται ὅμως νῦν; ὅτι ἡ κατάδοσις τοῦ Τσουλῆ ὑπὸ τῶν Ραπταίων ἐγένετο πέρυσιν, ὅτε δὲν ἦτο Ὑπουργὸς ὁ κ. Ράλλης, ἀλλ’ ὁ κ. Θεοτόκης. Ὡς εἰλικρινὴς καὶ ἔντιμος στρατιώτης, ὤφειλεν ὁ κ. Κρίτσας, ἀφοῦ ἐγένετο τοῦτο κατάδηλον, νὰ ἐγερθῇ καὶ νὰ εἴπῃ: Κύριε Ράλλη, σᾶς ἠδίκησα· δὲν εἶσθε σεῖς ὁ ἠθικὸς αὐτουργός· ἐὰν ὑπάρχῃ ἠθικὸς αὐτουργὸς τοῦ φόνου τῶν Ραπταίων, τοιοῦτος εἶναι ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑποστηρίζω! Μεταβαίνω νῦν εἰς τὴν ἄλλην φοβερὰν κατηγορίαν τοῦ κ. Κρίτσα, καθ’ ἣν δῆθεν ἐγὼ ὕβρισα τὸν στρατὸν, καὶ ὕβρισα τὸν στρατὸν, εἰπὼν ὅσα εἶπον περὶ τῆς νῦν καταδιώξεως τῆς ληστείας. Ἐγὼ ἰσχυρίσθην, ὅτι οὐδεμία ἐγένετο σύγκρουσις πρὸς τὰς συμμορίας Τσουλῆ καὶ Τσανάκα καὶ ὅτι οἱ νεοσύλλεκτοι στρατιῶται, οἱ ὅλως ἀσυνείθιστοι εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, οἱ μόλις χθὲς λαβόντες τὸ ὅπλον ἀνὰ χεῖρας, δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀντεπεξέλθωσι μετὰ θάῤῥους ἐναντίον ἀρχαίων ὑπαξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, ὁποῖοι ἦσαν ὁ Τσουλῆς καὶ ὁ Παπακυριτσόπουλος. Τὸν ἰσχυρισμόν μου αὐτὸν ἐδικαιολόγησα μὲ τὸ παραπάνω. Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος ἠθέλησε νὰ μὲ προκαλέσῃ νὰ εἴπω εἰς ὑποστήριξιν αὐτοῦ καὶ τὸ ἑξῆς ὡρισμένον γεγονός. Οἱ κάτοικοι τῆς Οἴτης γνωρίζουσι πολὺ καλὰ, ὅτι, ὅτε ἐγένετο γνωστὸν εἰς στρατιωτικόν τι ἀπόσπασμα, ὅτι ἐκεῖ πλησίον ἦτο ληστρική τις συμμορία, οἱ στρατιῶται ἐτράπησαν ἄλλην ὁδόν...
§164ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἀπατᾶσθε.
§165ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Χατζῖσκος εἶναι ἐνταῦθα, καὶ δύναται νὰ σᾶς βεβαιώσῃ περὶ ὅσων λέγω... Ἐγὼ εἶπον, ὅτι οἱ νεοσύλλεκτοι στρατιῶται, οἱ στρατολογούμενοι μάλιστα ἐκ τῶν νήσων, δὲν εἶναι οἱ κατάλληλοι πρὸς καταδίωξιν ληστρικῶν συμμοριῶν. Εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ἀνασυστηθῶσι τὰ εὐζωνικὰ τάγματα καὶ ἡ χωροφυλακή. Ἐὰν νομίζητε καὶ διακηρύττητε πρὸς δημοκοπίαν, ὅτι οἱ στρατιῶται ἐκ τῶν νήσων εἶναι κατάλληλοι διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, βεβαίως δὲν πρόκειται πλέον περὶ τοῦ ἀξιώματός σας ὡς Βουλευτοῦ, ἀλλὰ ὡς ἀξιωματικοῦ. Ἐλέχθη, ὅτι ἐγὼ ἐπέῤῥιψα μομφὴν εἰς διαφόρους πολιτευτάς. Ὅτι εἶπον, τὸ ἐπαναλαμβάνω. Εἶπον, ὅτι ἡ κατάστασις ἐκείνη ὠφείλετο εἰς τὸ σύστημα τῆς διοικήσεως, τὸ διέπον ἡμᾶς ἐπὶ ὅλην δεκαετίαν, καὶ τὸ σύστημα αὐτὸ εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη.
§166ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἠθέλησε νὰ κατακρίνῃ, ὅτι εἶπον, ὅτι τὰ ἀποσπάσματα εἶναι ἀνεπαρκῆ, καὶ προέβαλε παραδείγματα, ὅτι ἐγὼ ἤμην ἡ αἰτία νὰ κατακρεουργηθῶσιν οἱ συμπολῖται ἡμῶν ἐκεῖνοι. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι ἔπταισαν οἱ προκάτοχοί μου, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπω αὐτὸ, καθόσον γνωρίζω, ὅτι οὐδεὶς εἶναι κύριος τοῦ τηλεγράφου, ὅτι τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν πᾶν συμφέρον νὰ τηρηθῶσι μυστικὰ, εὑρέθησαν τυπωμένα εἰς τὸ «Ἄστυ»· ἀλλ’ οὐχ ἧττον, καὶ ἐὰν καὶ θελήσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν διεδίδοντο αἱ εἰδήσεις αὗται, τάχα ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου, ὅτι ἔπταισεν ὁ Ὑπουργὸς καὶ ὅτι τὰ ἀποσπάσματα εἶναι ἐπαρκῆ; Ἐκ τοῦ ὅτι κατεσφάγη ὁ Τσίκας, ἐκ τούτου προέκυψεν, ὅτι ὑπάρχει ληστεία; Ὄχι βεβαίως. Αὐτὸ ἦτο μία ἐκδήλωσις τῆς ὑπάρξεως τῶν ληστῶν, ἀλλὰ δὲν σημαίνει, ὅτι τοιαῦτα λέγοντες δικαιολογεῖτε τὴν ἐπάρκειαν. Ἀπεναντίας αἱ πράξεις δεικνύουσι τὴν ἀνεπάρκειαν. Εἴτε παρ’ ἐμοῦ ἐγνώριζον εἴτε παρὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ, εἴτε ἀπὸ τοὺς ἰδίους χωρικούς, καθὼς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Ζάκα, εἶναι ἀδιάφορον. Ὁ πολίτης καταγγέλλων κατακρεουργεῖται, ἔχει δὲ δικαίωμα προστασίας παρὰ τῆς κοινωνίας, καὶ ἡ προστασία αὕτη ἐνασκεῖται συνήθως παρὰ τῶν ἀποσπασμάτων. Ὅταν δὲν ἦναι ἐπαρκῆ τὰ ἀποσπάσματα, συμβαίνει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τοὺς Ραπταίους, εἰς τὸν Τσίκαν, ἀλλὰ συμβαίνει καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὸν Μπέην τὸν Τοῦρκον, ὁ ὁποῖος διατηρεῖται ἐπὶ τρεῖς μῆνας εἰς ὡρισμένον μέρος, χωρὶς νὰ κατορθωθῇ νὰ εὑρεθῇ τὸ μέρος παρὰ τῶν ἀποσπασμάτων. Αὐτὸ δεικνύει ἀνεπάρκειαν.
§167ΚΡΙΤΣΑΣ. Πταίει ἡ ὑπηρεσία.
§168ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι οὐδένα ἔχω λόγον νὰ κατηγορήσω τὴν ὑπηρεσίαν, διότι βεβαίως μήτε ὁ Τσουλῆς, μήτε ὁ Παπακυριτσόπουλος, μήτε οἱ Τσεκουραῖοι εἶναι συνδρομηταὶ ἐφημερίδων, καὶ δὲν ὑποθέτω, ὅτι τὰς εἰδήσεις τὰς ἐλάμβανον ἐκεῖθεν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι, ὅτι κρυπτογραφικὰ τηλεγραφήματα δὲν δύνανται νὰ διαβιβάζωνται· μοὶ κατηγγέλθησαν δὲ ὡρισμένοι ὑπάλληλοι τοῦ Τηλεγραφείου, καὶ ἐγένετο καὶ μήνυσις, ὡς μεταδόσαντες ὁμιλίας μεταξὺ τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ τοῦ νομάρχου, μεταξὺ τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ ἐμοῦ, μεταξὺ τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, μεταξὺ τοῦ νομάρχου καὶ ἐμοῦ. Κατώρθωσαν, καίτοι μυστικήν, ὁλόκληρον τὴν συνομιλίαν νὰ ἀντιληφθῶσι καὶ νὰ δημοσιεύσωσι.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δραχ. 120,000, καὶ 2) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δρ. 732,609).
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως τῆς χρήσεως 1892 ἐκ δραχμῶν 3,710,200.70. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§171Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῇ δευτέρᾳ σειρᾷ τοῦ ἄρθρου, ἕνεκα λάθους τοῦ τύπου, ἡ ἡμερομηνία εἶναι λελανθασμένη. Ἀντὶ «22 Δεκεμβρίου 1893» πρέπει νὰ τεθῇ «22 Σεπτεμβρίου 1893».
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· διωρθώθη.
§173Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§174ΡΑΛΛΗΣ. Δύο μόνον λέξεις, κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι βεβαίως δὲν εἶναι ἡ μεταβολὴ τῆς Κυβερνήσεως τῆς 3ης Μαΐου, ἡ ὁποία εἶχεν ὡς συνέπειαν αὐτὴν τὴν αὔξησιν ἐκ 3,710,200 δραχμῶν· εἶναι ὁλόκληρος εἰς βάρος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ ἡ πίστωσις αὕτη. Ἀποδεικνύεται δὲ κατὰ τοσοῦτον μᾶλλον ἐλαττωματικὸς ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892, τὸν ὁποῖον παρεσκεύασεν αὐτός. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς διωρθώθη, καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς βʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δραχ. 156,829. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 206,090 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1893. Περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δραχμῶν 7,405,122.70).
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δραχμῶν 619,059.48.
§176ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μείνῃ αὐτὸ, μέχρις οὗ προσκομισθῶσιν οἱ ζητηθέντες πίνακες.
§177ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατετέθησαν πάντα, πλὴν τοῦ σημειώματος, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, ὅπερ δὲν ἡτοιμάσθη ἀκόμη· ἀλλ’ αἱ χρονολογίαι τῶν ἐγκρίσεων ὑπάρχουσιν εἰς τὸν ἄλλον πίνακα.
§178ΡΑΛΛΗΣ. Τῶν κατασκευαζομένων ἐθνικῶν ὁδῶν ἐζήτησα δύο πίνακας. (Τὴν στιγμὴν ταύτην ἀκούεται ἰσχυρὸς κρότος, προερχόμενος ἐξ ἐκρήξεως παρὰ τὸ ἀνατολικὸν θεωρεῖον, τοῦ ὁποίου οἱ ἀκροαταὶ τρέπονται εἰς φυγήν. Πάντες οἱ Βουλευταὶ στρέφουσι τὰ βλέμματα πρὸς τὸ θεωρεῖον).
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθήσατε, κύριε Ράλλη. Εἴμεθα εἰς τὸ δέκατον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§180ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ἄρθρον εὐκρινῶς. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ συζήτησιν).
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1893, ἀναπληρωτικῶν μὲν ἐκ δραχμῶν 1,877,028.87, ἐκτάκτων δὲ ἐκ δραχ. 525,000. Εἰς αὐτὸ ἔχετε ἀντίῤῥησιν, κύριε Ράλλη;
§182ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Διατὶ νὰ μὴ συζητηθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν; Οἱ πίνακες κατετέθησαν.
§183ΡΑΛΛΗΣ. Ἐζητήθη πίναξ τῶν ἐγκεκριμένων ἐθνικῶν ὁδῶν, ἐπίσης πίναξ τῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, πίναξ τῶν κατασκευασθεισῶν ἀπὸ Μαΐου 1892 μέχρι σήμερον...
§184ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κατετέθησαν πάντες, πλὴν τοῦ σημειώματος τοῦ ἐμφαίνοντος τὴν χρονολογίαν, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε.
§185ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι κἀμμία βία.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀφίνετε εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν;
§187ΡΑΛΛΗΣ. Ἀρκεῖ νὰ κατατεθῶσιν οἱ πίνακες κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ συζήτησιν).
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 καὶ 30′ μ. μ.