1893.12.16
1,486 rows · 11,399 words · 106 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 38
Τῆς 16 Δεκεμβρίου 1893.
(Πέμπτη).
Ὥρα 6 καὶ 30′ μ. μ.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου, ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ συνερχώμεθα ἐνωρίτερον, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν. Ἡ ὥρα εἶναι 6½.
§2ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ ὧραι, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουσι κατ’ ἀνάγκην τὴν ἀπομάκρυνσιν ἡμῶν ἀπὸ τῆς Βουλῆς, εἶναι δύο, ἡ μεσημβρία καὶ τὸ ἑσπέρας περὶ τὴν ὀγδόην· φυσικαὶ ἀνάγκαι ἐπιβάλλουσιν εἰς ὅλους νὰ παύωσι τὴν ἐργασίαν κατὰ τὰς ὥρας ταύτας. Λοιπὸν ἢ πρέπει νὰ ἐρχώμεθα κατὰ τὴν 3ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν, ὥστε μέχρι τῆς ὀγδόης νὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ λύωμεν τὴν συνεδρίασιν, ἢ νὰ ἐρχώμεθα μετὰ τὴν 8ην. Ἐὰν ἐρχώμεθα εἰς τὰς 6½ καὶ 7, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἀναχωρήσωμεν κατὰ τὴν ὀγδόην, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ. Τίς πταίει; Λοιπὸν, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐργασθῶμεν ὡς πρέπει, δέον νὰ ἐρχώμεθα ἐγκαίρως, διότι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἔρχονται αἱ ἑορταὶ καὶ οἱ Βουλευταὶ θὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, χωρὶς νὰ κάμωμεν τίποτε. Λοιπὸν θέλουσιν οἱ Κύριοι νὰ ἐργασθῶμεν; Ἐγὼ εἶμαι προθυμότατος. Ὅσοι δὲν θέλουσιν, ἂς τὸ εἴπωσι.
§3ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐρχώμεθα τὴν 3ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν, ἥτις εἶναι ἡ κεκανονισμένη ὥρα.
§4ΜΑΝΕΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, χθὲς κατὰ τὴν ἀπουσίαν σας εἶπον καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, ἐὰν ἀπειληθῇ ἡ Βουλή, ὅτι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἤθελε κατορθωθῆ ἀπαρτία τὸ πολὺ μέχρι τῶν 4 μ. μ., θὰ διαλύηται ἡ συνεδρίασις, νὰ ἦσθε βέβαιος, ὅτι θὰ ἔρχωνται οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐγκαίρως.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ προβῆτε εἰς μίαν ἀπόφασιν ὁριστικήν, τὴν ὁποίαν σᾶς εἰδοποιῶ ὅτι θὰ ἐκτελέσω ἀπαρεγκλίτως.
§6ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὰς 3 νὰ ἐρχώμεθα.
§7ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Εἰς τὰς 4. Καὶ ἂν δὲν ἔλθωμεν, νὰ διαλύητε τὴν συνεδρίασιν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἰς τὰς 4 μ. μ. Θ’ ἀρχίζῃ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἦναι ἐν ἀπαρτίᾳ, θὰ λύω τὴν συνεδρίασιν.
§9ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§10ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Νὰ κλείουν τὰ Ὑπουργεῖα, κύριε Πρόεδρε.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι σχετικόν.
§12ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Εἶναι πολὺ σχετικὸν μάλιστα, διὰ νὰ γίνηται ἀπαρτία ἐνωρίς. (Μετὰ τοῦτο ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ πιστώσεων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ 1893, ἀναπληρωματικῶν μὲν ἐκ δρ. 1,877,098.87, ἐκτάκτων δὲ ἐκ δρ. 525,000. Θὰ τυπωθῇ, θὰ διανεμηθῇ καὶ θὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 83). Πολλοὶ σταφιδοκτήμονες Πύργου παρακαλοῦσιν, ὅπως λυθῇ ὡς τάχιστα τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, συμμεριζόμενοι καὶ τὴν κατ’ εἶδος φορολογίαν πρὸς 25%. Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Βώλου παρακαλεῖ νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς θέσεως ἑρμηνέων τῆς τουρκικῆς γλώσσης.
§14ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἀναφορὰν τοῦ σωματείου τῶν οἰνοπαντοπωλῶν, ἐξαιτουμένων δικαιότερον κανονισμὸν τῶν εἰς αὐτοὺς ἐπιβαλλομένων φόρων. Παρακαλῶ δὲ δι’ ὑμῶν τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ ἰδιαιτέρως εἰς τὴν μέριμναν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὴν αἴτησιν ταύτην, διότι νομίζω, ὅτι τὸ σωματεῖον τοῦτο δικαιοῦται τῆς μερίμνης καὶ τῆς προστασίας τῆς τε Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Σύγκειται ἀπὸ πολυαρίθμους συμπολίτας μας, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς ἐργασίας των καὶ διὰ τοῦ προϊόντος τῶν κεφαλαίων των καταβάλλουσιν ἁδροὺς φόρους, εἰς ἑκατοντάδας ὅλας χιλιάδων δραχμῶν ἀνερχομένους, εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὑπόκεινται δὲ εἰς περιπετείας, εἰς ἃς ὀλίγοι ἐκ τῶν ἐπιτηδευματιῶν ὑπόκεινται, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ προϊόντος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ ἐμπόριόν των, ὑπόκεινται εἰς πληρωμὴν φόρου διὰ προϊόν, τὸ ὁποῖον λίαν συνήθως καταστρέφεται, χάνει τὴν ἀξίαν του, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς πλείστους ἐξ ὑμῶν, κτηματίας τυγχάνοντας, ὅτι ὁ οἶνος ἀποταμιευόμενος ξυνίζει πολλάκις, καὶ χάνει τὴν ἀξίαν του. Ἐκτὸς δὲ τούτου, οἱ ἐν Ἀθήναις οἰνοπαντοπῶλαι ὑπόκεινται καὶ εἰς συναγωνισμὸν, ὁ ὁποῖος τοὺς βαρύνει ἀδίκως. Οἱ ἐνταῦθα ἐγκατεστημένοι πληρόνουσι φόρον ἐπιτηδεύματος, διότι ἔχουσι καταστήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπὸ τὰ ὄμματα τῆς ἀρχῆς, καὶ ἐγγράφονται εἰς τὸν φορολογικὸν κατάλογον τῶν ἐπιτηδευματιῶν. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐναποταμίευσιν τοῦ οἴνου ἔρχονται πολλοὶ ἐξ ἄλλων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, ὡς ἐκ Πελοποννήσου καὶ ἐξ Εὐβοίας, ὅπου πληρόνουσιν ἐλάχιστα δικαιώματα, μόνον ἥμισυ λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ ἐδῶ πληρόνουσι 2½ λεπτά· οὗτοι μεταφέρουσιν οἶνον ἐνταῦθα, ἐνοικιάζουσι προσωρινῶς, ἐπὶ 2 ἢ 3 μῆνας, μαγαζεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι καταγεγραμμένα εἰς τὸν κατάλογον, καὶ πωλοῦσι τὸν οἶνόν των εἰς πολὺ μικροτέραν, ἐννοεῖται, τιμὴν, παρ’ ὅσον οἱ ἐνταῦθα ἐγκατεστημένοι καὶ ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸν φορολογικὸν κατάλογον, πρὶν ἢ ἡ ἁρμοδία ἀρχὴ, ἡ Ἐφορία, τοὺς ἀνακαλύψῃ καὶ τοὺς ἐγγράψῃ εἰς τὸν κατάλογον τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, νομίζω, ὅτι οἱ ἀναφερόμενοι οἰνοπαντοπῶλαι δικαιοῦνται νὰ τύχωσι μερίμνης καὶ προστασίας ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, καὶ θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὴν μέριμναν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§15ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορὰ, κύριε Πρόεδρε.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορά;
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§18ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Βεβαίως δὲν ἐνδιαφέρει μεγάλως ἡ ἀνάγνωσις τῶν λεπτομερειῶν τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, ἀλλὰ τὸ παράπονον τῶν οἰνοπαντοπωλῶν εἶναι δικαιότατον, καθόσον ἐπεβλήθη, ὡς ἐνθυμεῖσθε, πέρυσι φόρος διπλοῦς ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἤτοι ἐπεβλήθη καὶ φόρος καταναλώσεως. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου, ἀλλὰ περὶ τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως, ὡς ἐκ τῆς ἐπιβολῆς δὲ τούτου ἐπέρχονται μεγάλα ἀδικήματα καὶ ἀνισότητες. Τούτου ἕνεκα ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ διορθώσῃ τὰς ἀδικίας καὶ τὰς ἀνισότητες ταύτας.
§19ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Πάντες ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων εἶναι ἐκ τῶν δυσκολωτέρων νὰ ἐφαρμοσθῇ ἄνευ σχετικῶν ἀδικιῶν, καὶ διὰ τοῦτο βεβαίως οἱαδήποτε Κυβέρνησις ὑπέχει ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην, ἐὰν ἑκάστοτε συμβαίνωσιν ἀδικίαι καὶ παράπονα τῶν φορολογουμένων ἐπιτηδευματιῶν· ἀλλὰ συγκεκριμένως νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὀφείλει νὰ προσέχῃ περισσότερον εἰς τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα διαβιβάζονται πρὸς αὐτὸν, καὶ ὅταν τὰ παράπονα ταῦτα ἦναι ψηλαφητὰ, ὡς παράγοντα ἀδικίας, καὶ ὅταν μάλιστα δύναται ἐκ τοῦ προχείρου νὰ φέρῃ διόρθωσιν τῶν ἀδικιῶν τούτων. Οὕτω χθὲς ἀντελήφθην, ὅτι εἷς ἐνταῦθα, χωρὶς οὐδέποτε νὰ ἦναι οἰνοπώλης, συνελήφθη, ἵνα ἀποτίσῃ φόρους ἐπιτηδεύματος τοῦ 1890, 1891 καὶ 1892, τυχαίως δὲ διερχόμενος τοῦ Ταμείου, εἶδον τὸν συλληφθέντα τοῦτον ἀδημονοῦντα καὶ διαμαρτυρόμενον, ὅτι αὐτὸς οὐδέποτε ὑπῆρξεν οἰνοπώλης καὶ ὅτι ἀνέκαθεν πρὸ δεκαετίας ἐνταῦθα ἦτο διευθυντὴς τῆς γνωστῆς ἐμπορικῆς λέσχης, καὶ ἀπεδείκνυε διὰ τῶν προσελθόντων κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην συμπολιτῶν του, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξεν οἰνοπώλης· ἐν τούτοις, ἐπειδὴ συνελήφθη κατὰ τὰς νομίμους διατυπώσεις, ἀπῃτεῖτο νὰ μεταφερθῇ εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ ἠναγκάσθη νὰ καταβάλῃ τοὺς φόρους ἑνὸς ἔτους, μὴ ἔχων κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην πρόχειρον νὰ καταβάλῃ καὶ τῶν ἑτέρων δύο ἐτῶν τὸν φόρον, ἀνήρχετο δὲ ἕκαστος φόρος εἰς δραχμὰς 226· ἀλλ’ ἐπιμένοντος τοῦ ταμία, ἠναγκάσθη δι’ ἐράνων ἐκ τῶν παρισταμένων ἐκεῖ νὰ συμπληρώσῃ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνήρχετο εἰς 680 δραχμὰς περίπου, διὰ νὰ μὴ μεταφερθῇ εἰς τὰς φυλακὰς καὶ προσβληθῇ, ἐπιφυλαχθεὶς μόνον νὰ ἀναφερθῇ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νὰ ζητήσῃ διόρθωσιν τοῦ γενομένου αὐτῷ ἀδικήματος. Τοῦτο νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμω γνωστὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι εἶναι λίαν σχετικὸν πρὸς τὴν ὑποβληθεῖσαν ἀναφορὰν τῶν οἰνοπαντοπωλῶν τῶν Ἀθηνῶν. Ἐπίσης δὲ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πρὸ 8 μηνῶν περίπου συνέβη ἕτερον μεγαλείτερον ἀδίκημα εἰς ἕτερον δῆθεν ἐπιτηδευματίαν Ἀθηνῶν. Συνελήφθη εἷς δῆθεν οἰνοπώλης ἐν Ἀθήναις, διὰ νὰ πληρώσῃ φόρον τοῦ 1890 ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι εἶχεν οἰνοπωλεῖον εἰς τὴν ὁδὸν Αἰόλου, ἐνῷ ἦτο πασίγνωστον ἐν Ἀθήναις, καὶ εἰς τὴν ἐνταῦθα Ἀστυνομίαν καὶ εἰς τὴν Ἐφορίαν καὶ εἰς πάντας τοὺς ἐνδιαφερομένους διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων φόρων, ὅτι τὸ οἰνοπωλεῖόν του ἐκεῖνο κατὰ τὸ 1889 κατεστράφη ἐντελῶς ὑπὸ πυρκαϊᾶς καὶ μετὰ τοῦ οἰκοδομήματος κατεστράφησαν καὶ ὅλα τὰ ὑπάρχοντα ἐν τῷ οἰνοπωλείῳ· ἔκτοτε δ’ ἔμενεν ἄεργος ὁ ἐπιτηδευματίας ἐκεῖνος, ζητῶν τὸν ἄρτον τὸν ἐπιούσιον ἀπὸ τὴν φιλανθρωπίαν τῶν συμπολιτῶν του. Τὸ ἀτύχημα τοῦτο συνέβη εἰς αὐτὸν κατὰ τὸ 1889, ὡς εἶπον, κατὰ δὲ τὸ 1893 ἐζητεῖτο ἵνα πληρώσῃ φόρον τοῦ 1890, καίτοι δὲ, ὡς διαμαρτυρόμενος ἔλεγεν, ὑπέβαλεν ἀναφορὰν κατὰ τὸ 1889 πρὸς τὸν οἰκονομ. ἔφορον, ὅτι ἔπαυσε πρὸ πολλοῦ, ὡς ἐκ τῆς ἐπισυμβάσης καταστροφῆς τοῦ οἰνοπωλείου του, νὰ ἦναι οἰνοπώλης, ἐν τούτοις συνελήφθη καὶ μετεφέρθη εἰς τὰς φυλακὰς, ἵνα πληρώσῃ φόρον ἐπιτηδεύματος ἐκ δραχμῶν 240· καὶ διὰ νὰ μὴ ὑποστῇ μακρὰν φυλάκισιν, ἠναγκάσθη δι’ ἐράνων πολλῶν συμπολιτῶν του νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον τοῦτον. Δὲν λέγω ταῦτα, ἵνα κακίσω ἀπολύτως τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ σχετικῶς πρὸς τὸ κρατοῦν παρ’ ἡμῖν κάκιστον σύστημα τῆς φορολογίας κατὰ τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων.
§20ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν καὶ γνωρίζω, ὅτι ἡ σύστασίς μου δὲν θὰ τύχῃ εὐνοϊκῆς ὑποδοχῆς παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τούτοις καὶ ἐγὼ συνενῶ τὴν θερμὴν σύστασίν μου ὑπὲρ τῆς ἀναφορᾶς τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, διότι θεωρῶ ἀδικώτατον τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως· πολλοὶ συμπολῖταί μας ὑποφέρουσι, διότι ὑπολογίζουσιν, ὅτι δύνανται νὰ κερδήσωσιν ἀπὸ τοὺς οἴνους, τοὺς ὁποίους κατασκευάζουσιν, ἀλλ’ οἱ οἶνοι αὐτῶν καταστρέφονται, ξυνίζουν, καὶ ἐν τούτοις εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσουν τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως, ὅπερ ἄδικον, εἶδον δὲ πολλοὺς συμπολίτας μας, τοὺς ὁποίους ἔστειλαν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἀκόμη φυλακισμένοι, διότι δὲν δύνανται νὰ πληρώσωσι φόρον ἄδικον. Συνιστῶ λοιπὸν θερμότατα τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα συντρέξῃ, ἂν θέλῃ, τοὺς συμπολίτας μας τούτους, οἱ ὁποῖοι φορολογοῦνται ἀδίκως.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ θὰ παραπεφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς ἐνέργειαν τῶν δεόντων.
§22Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ὑπέβαλον πρότασιν νόμου, ὑπογεγραμμένην καὶ παρὰ πολλῶν ἄλλων συναδέλφων, περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· ἀπορῶ δὲ, πῶς ἡ πρότασις ἐκείνη δὲν ἀνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κατὰ παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ, διότι κατὰ τὸν Κανονισμὸν ὅλαι αἱ προτάσεις, εἴτε ἐκ τῶν Ὑπουργῶν εἴτε ἐκ τῶν Βουλευτῶν προερχόμεναι, ἀναγράφονται κατὰ τὴν χρονολογικὴν αὐτῶν τάξιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ μόνον ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ, ὅτι πρότασίς τις εἶναι κατεπείγουσα, δύναται νὰ προταχθῇ αὕτη. Ἀπορῶ λοιπὸν, πῶς ἡ πρότασίς μου ἐκείνη δὲν ἀνεγράφη ὄχι μόνον κατὰ τὴν χρονολογικήν της σειράν, ἀλλὰ δὲν ἀνεγράφη διόλου. Γίνεται οὕτω μία οἰκτρὰ παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν, ὅπως ἀναγραφῇ ἡ πρότασίς μου αὕτη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον θ’ ἀναγραφῇ.
§24ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν λυπηρὰν ἀνάγκην νὰ ὑποβάλω καὶ ἐγὼ εἰς τὸ Προεδρεῖον παρατηρήσεις τινὰς διὰ τὴν μὴ ἀναγραφὴν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πρῶτον τῆς προτάσεώς μου περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ἐνδεῶν καὶ ἐπιμελῶν μαθητῶν ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τελῶν χαρτοσήμου, δεύτερον τῆς προτάσεως νόμου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ περὶ γεωργικοῦ σταθμοῦ ἐν Βυτίνῃ νόμου καὶ τοῦ σχετικοῦ νόμου περὶ δασῶν, τρίτον τῆς περὶ ἐγκρίσεως ἐκδόσεως χρηματικοῦ λαχείου ὑπὲρ τοῦ μετοχικοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, νομίζω δὲ, ὅτι τὸ τελευταῖον τοῦτο νομοσχέδιον δὲν ἔπρεπε νὰ παροραθῇ, διότι ἀφορᾷ εἰς τὴν τύχην μερίδος πολιτῶν Ἑλλήνων, ὕστερον μάλιστα ἀπὸ τὴν χρεωκοπίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν τὰ μετοχικὰ ταμεῖα ἐκ τῶν τελευταίων μέτρων τῆς Κυβερνήσεως· τέταρτον, περὶ στρατιωτικῶν καταλυμάτων. Ὅσοι κατάγονται ἀπὸ ἐπαρχίας, ἐννοοῦσι ποίαν ἀξίαν καὶ σπουδαιότητα ἔχει τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἡ ψήφισις δ’ αὐτοῦ θὰ ἐξασφαλίσῃ ὄχι μόνον τοὺς κατοίκους, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐκλογῶν. Ἐπίσης δὲν ἀνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πρότασις νόμου, ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ συναδέλφου κ. Καραστεργίου, καὶ ἑτέρα ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, εἰς τὴν ὁποίαν εἴμεθα ὑπογεγραμμένοι πολλοί, ἀφορῶσα εἰς τὴν κατάργησιν τῶν φόρων ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ ἐπὶ τῶν ζώων, καὶ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῶν δι’ ἄλλης φορολογίας, καὶ ἑτέρα πρότασις ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, σπουδαιοτάτη ἐπίσης, ἀφορῶσα εἰς τὴν τακτοποίησιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, εὑρισκομένης εἰς πολὺ ἀνώμαλον κατάστασιν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ φροντίσω νὰ σᾶς εὐχαριστήσω.
§26ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ νὰ πηγαίνουν, ὡς ἡ ἰδική μου πρότασις, εἰς τὴν Πάρον!
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καταρτίζει ὁ Πρόεδρος, ἡ δὲ Βουλή, ὅταν θέλῃ, τὴν μεταβάλλει. Θὰ ἀναγραφῶσι, Κύριοι, ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὅλαι αἱ προτάσεις νόμων, καὶ διὰ τὴν παράλειψιν αὐτὴν σᾶς ζητῶ συγνώμην, διότι δὲν ἦτο σκόπιμος.
§28ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Εὑρίσκομαι ἐπίσης εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ τρίτον ἤδη, ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα πρὸ πολλῶν ἡμερῶν περὶ ῥητῆς παραβάσεως τοῦ νόμου περὶ τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεσχέθη ὅτι θὰ προσαγάγῃ τὰ ἀπαιτούμενα ἔγγραφα, ἵνα γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ταύτης, ἀλλ’ ἀκόμη δὲν ἐξεπλήρωσε τὴν ὑπόσχεσίν του. Ἐζήτησα πληροφορίας τινὰς συμπληρωτικὰς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐδόθησαν εἰσέτι. Ἐπίσης ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ζήτημα τῆς πλαστῆς παραιτήσεως τοῦ δημοδιδασκάλου Βώλου κ. Ριζοπούλου. Ἡ Εἰσαγγελία ἐνήργησεν ἤδη τὰς ἀνακρίσεις, εἶναι καιρὸς ἑπομένως νὰ περατωθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεως αὐτοῦ παρῆλθον πλέον τῶν 25 ἡμερῶν. Ἐπίσης ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου, καὶ εἰς ταύτην ἐφιστῶ σπουδαίως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς πρὸς τὸ κατάστημα τοῦ Λωβοκομείου ἐν Μαραθῶνι (θόρυβος). Πάσχουσιν ἐκ τῆς φρικώδους ταύτης νόσου πολλαὶ οἰκογένειαι ἐν Ἑλλάδι, καὶ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι φωνάζουσιν, ἔχουσιν ἐπίσης συγγενεῖς ἢ συμπατριώτας, πάσχοντας ἐκ λώβης, οὓς δὲν θέλουσι νὰ τοποθετήσωσιν εἰς Μαραθῶνα, καὶ διὰ τοῦτο κραυγάζουσι κατὰ τοῦ μέτρου. Διὰ τοῦτο καθῆκον φιλανθρωπικὸν θεωρῶ νὰ προνοήσω καὶ περὶ ἐκείνων. Πρὸ ὀλίγου συνήντησα καθ’ ὁδὸν τὸν γενικὸν ἀρχίατρον τοῦ στρατοῦ κύριον Περικλῆ Σοῦτσον, ὁ ὁποῖος ἐποπτεύει τὴν ἵδρυσιν τοῦ καταστήματος καὶ τὸ ὑγιεινὸν μέρος αὐτοῦ. Ὁ κύριος Σοῦτσος μοὶ εἶπεν, ὅτι ὑπέβαλε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον παραστάσεις περὶ συμπληρωτικῶν τινων ἔργων, ἀναγκαίων πρὸς λειτουργίαν τοῦ καταστήματος· τὰ ἔργα ταῦτα εἶναι τῷ ὄντι ἀσήμαντα, ἀλλ’ ἐν τούτοις δὲν προέβη τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὴν πραγματοποίησίν των. Πρόκειται νὰ κατασκευασθῇ μία δεξαμενὴ ἐπὶ τοῦ παρόντος, μέχρις ὅτου διοχετευθῇ πηγαῖον ὕδωρ ἐκ τῶν πλησιοχώρων, καὶ εἷς οἰκίσκος διὰ στρατιωτικὸν σταθμόν, διότι βεβαίως χρειάζεται εἷς στρατιωτικὸς σταθμὸς, ἄλλως οἱ λωβιῶντες θὰ περιφέρωνται εἰς τὰ πέριξ ἐλεύθεροι, μὲ τὸν κίνδυνον νὰ μεταδώσωσι τὸ νόσημα εἰς τοὺς περιοίκους, καὶ τρίτον νὰ καταρτισθῇ ὁ κανονισμὸς τοῦ καταστήματος. Ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ παρόντος διαθέσιμον ποσὸν ὑπὲρ τὰς 80,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ διὰ τὰς πρώτας ἀνάγκας τῆς λειτουργίας τοῦ καταστήματος. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρέπει πρὸς τούτοις νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ἵνα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἀναγραφῇ πίστωσις ἐπαρκὴς διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ καταστήματος· διότι ἀπαιτεῖται δαπάνη καὶ διὰ τὴν συντήρησιν τῶν λωβιώντων. Ἐν τῇ προτάσει νόμου, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, περὶ ἐκδόσεως λαχείου χρηματικοῦ ὑπὲρ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου τῶν ὑπαλλήλων, λαμβάνεται πρόνοια καὶ ὑπὲρ τοῦ καταστήματος τοῦ Λωβοκομείου, διότι 7% ἐκ τῶν εἰσπράξεων θέλουσι διατίθεσθαι ὑπὲρ τοῦ φιλανθρωπικοῦ τούτου ἱδρύματος, καὶ ἀνὰ πέντε ἄλλα ἑκατοστὰ ὑπὲρ τοῦ ἀσύλου τῶν ἀνιάτων νοσημάτων καὶ τοῦ Ὀφθαλμιατρείου Ἀθηνῶν· καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω τὴν σύστασίν μου, ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἡ πρότασις αὕτη· σᾶς εὐχαριστῶ δὲ, κύριε Πρόεδρε, διὰ τὴν ὑπόσχεσίν σας περὶ ἀναγραφῆς αὐτῆς. Παρακαλῶ καὶ αὖθις τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς νὰ φέρωσι τὰς ζητηθείσας παρ’ ἐμοῦ πληροφορίας· πρῶτον ὡς πρὸς τὸν δημοδιδάσκαλον Βώλου, δεύτερον ὡς πρὸς τὴν ἐγκύκλιον τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὰ δάνεια τῶν δήμων, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐκδώσει ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1889, τρίτον περὶ τροποποιήσεως τῶν διακηρύξεων περὶ ἐκμισθώσεως τῶν δημοτικῶν δασμῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, εἰς τρόπον ὥστε νὰ γίνηται ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις παρὰ δημοτικῶν ὑπαλλήλων, συμπραττόντων καὶ τῶν μισθωτῶν, διότι κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος θὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ καθυστερήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ δεκαετίας ἤρξαντο καὶ αὐξάνουσιν ὁσημέραι, ἐφέτος μάλιστα εἶδον εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι εἷς μισθωτὴς καθυστερεῖ 400 χιλιάδας δραχμάς. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῶν ὑπομνήσεων. Καθὼς γνωρίζετε, κύριε Πρόεδρε, οἱ δημόσιοι καὶ οἱ δημοτικοὶ ὑπόλογοι, οἱ διαχειρισταὶ ἐν γένει τοῦ δημοσίου χρήματος, οἷον ταμίαι, τελῶναι, τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι ἐπὶ τῶν ἐπιταγῶν, καὶ δημοτικοὶ εἰσπράκτορες, παρέχουσιν ἐγγύησιν χρηματικὴν πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν δήμων. Ἡ χρηματικὴ αὕτη ἐγγύησις ἐπιτρέπεται νὰ δίδηται καὶ εἰς χρεώγραφα τοῦ Κράτους ἐπὶ τῇ ὀνομαστικῇ αὐτῶν ἀξία. Ὡς ἐκ τῶν τελευταίων ὅμως μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἀξία τῶν χρεωγράφων ἠλαττώθη κάτω τοῦ τρίτου, ἑπομένως αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ Δημόσιον, ἐμειώθησαν. Καὶ μέχρι τοῦδε μὲν εἶχεν ἐλαττωθῆ ἡ ἀρχικὴ ἀξία τῶν μετοχῶν, ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν διέτρεχε τὸν κίνδυνον ζημίας τινὸς τὸ Δημόσιον, ἢ οἱ δῆμοι, διότι ἠδύναντο νὰ λαμβάνωσι τὸν τόκον ἀκέραιον ἐπὶ τῆς ἀρχικῆς ἀξίας· τώρα ὅμως τὸ ποσὸν τοῦ τόκου ἐμειώθη κατὰ 70 τοῖς ἑκατόν, καὶ κατὰ συνέπειαν, ἐὰν οἱ ὑπόλογοι ὑποπέσωσιν εἰς καθυστερήσεις, τοῦθ’ ὅπερ εἶναι σφόδρα πιθανὸν νὰ λάβῃ χώραν, τὸ δὲ Δημόσιον καὶ οἱ δῆμοι εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκποιήσωσι τοὺς τίτλους, τοὺς ὁποίους ἔχουσιν ἀνὰ χεῖρας, τὸ ἐκ τῆς ἐκποιήσεως ταύτης προκῦψον ποσὸν θὰ ἦναι ἐλάχιστον ἀπέναντι τοῦ πραγματικοῦ ποσοῦ τῆς ἐγγυήσεως. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ἐξηγήσῃ, ἂν καὶ ποίαν πρόνοιαν ἔλαβεν ἢ πρόκηται νὰ λάβῃ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Σημειωτέον ὅμως, ὅτι διὰ τὴν κατάθεσιν τὴν χρηματικὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ὑποχρεοῖ τοὺς διαχειριστὰς ἐν γένει, πληρόνεται ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου τόκος. Ἐὰν δὲ οὗτοι ὑποχρεωθῶσι νὰ καταθέσωσιν εἰς χρήματα τὰς ἐγγυήσεις ταύτας, αἵτινες συμποσοῦνται εἰς τρία ἑκατομμύρια, τὸ Δημόσιον θὰ ὑποβληθῇ, ἕνεκα τῶν τελευταίων μέτρων, καὶ εἰς πληρωμὴν τόκων πλέον τῶν 200,000 δραχ. κατ’ ἔτος, ἐκτὸς τῶν τόκων, τοὺς ὁποίους πληρόνει εἰς χρυσὸν διὰ τὴν ἐγγύησιν τῆς ἑταιρίας τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς– Λαρίσσης.
§29Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λόγῳ τῆς σοβαρότητος τοῦ ζητήματος περὶ σταφίδος, νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐν καιρῷ νὰ ὑποβάλῃ τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον, ὅπως ἐπιληφθῶμεν ἐντεῦθεν τῆς συζητήσεως τοῦ ζητήματος. Ἡ Κυβέρνησις γνωρίζει, ὅτι μία μεγάλη μερὶς τοῦ Κράτους συνεισφέρει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν διὰ γενναίας εἰσφορᾶς καὶ συνεισφέρει πάντοτε εἰς τὰς οἰκονομικὰς αὐτοῦ ἀνάγκας, ὅτι ἡ μερὶς ἐκείνη κακοδαιμονεῖ, ὅτι ἐνταῦθα ἔχει ἐστραμμένα τὰ βλέμματα, καὶ ἐντεῦθεν ἀπεκδέχεται τὴν σωτηρίαν καὶ τὴν θεραπείαν τῶν δεινῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ὑποφέρει ἰδίως ἀπὸ δύο ἤδη ἐτῶν. Παρακαλῶ ἑπομένως τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τούτου, καὶ σπεύσῃ, ἵνα ὑποβάλῃ τὸ προσῆκον νομοσχέδιον, ὅπως γείνῃ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις, ἀσχέτως τῶν τηλεγραφημάτων καὶ τῶν γνωμῶν, αἱ ὁποῖαι διαβιβάζονται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκ τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν· τοῦτο δὲ νὰ γείνῃ, εἰ δυνατόν, πρὸ τῶν ἑορτῶν, διότι ἡ ἀνάγκη εἶναι μεγίστη καὶ λίαν ἐπείγουσα.
§30ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπήντησε χθὲς εἰς ἐπερώτησιν περὶ κοινοτικῶν Καρδίτσης. Γνωρίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι τὴν ἐπερώτησιν ταύτην δὲν τῷ ἀπηύθυνα ἐγὼ, ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κουκορῖκος, ὅστις, ὡς μοὶ εἶπε πρὸ ὀλίγου, θὰ τῷ δώσῃ τὴν δέουσαν ἀπάντησιν. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διατὶ ὁ Γραμματεὺς τοῦ Πολιτικοῦ Πρακτορείου ἢ Γενικοῦ Προξενείου Φιλιππουπόλεως ἀπὸ ἑνὸς ἤδη ἔτους ἢ 15 μηνῶν εὑρίσκεται ἐν Ἀθήναις καὶ δὲν μεταβαίνει εἰς τὴν θέσιν του, δὲν γνωρίζει δὲ καὶ ποῦ κεῖται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐντούτοις μισθοδοτεῖται παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου!
§31ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι;
§32ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τὸν γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διατὶ εἷς γενικὸς πρόξενος καὶ δύο ἢ τρεῖς πρόξενοι παραμένουσιν ἀκόμη ἐνταῦθα, καίτοι διορισθέντες πρὸ ἑνὸς ἔτους ἢ πρὸ 14 μηνῶν· τὸν εἰδοποιῶ δὲ, ὅτι, ἂν μοὶ ἀπαντήσῃ, ὅτι δὲν ἐξεδόθησαν τὰ ἐκτελεστήριά των, τοῦτο δὲν θέλει τὸν δικαιολογήσει, διότι τὰ ἐκτελεστήρια δὲν θὰ ἐκδοθῶσιν ὑπὸ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης, ἀφοῦ ἐπὶ ἓν ἤδη ἔτος δὲν ἐξεδόθησαν. Διὰ τρία ἢ τέσσαρα μέρη ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις ἀρνεῖται νὰ ἐκδώσῃ τὰ ἐκτελεστήρια. Βεβαίως δὲν κακίζω τὸν νῦν Ὑπουργὸν διὰ τὴν κατασπατάλησιν αὐτὴν τοῦ δημοσίου πλούτου, ἀλλὰ τοὺς προκατόχους του, καὶ ἰδίως τὸν κ. Δραγούμην, τὸν βουλευτὴν Μεγαρίδος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ κυρίως ἔνοχος αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Ἐφιστῶ ὅμως τὴν προσοχὴν τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ μὴ ἀκολουθήσῃ καὶ αὐτὸς τὰ ἴχνη τῶν προκατόχων του, διότι εἶναι ἄδικον, τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ πληρόνῃ 400 καὶ 600 δραχμὰς κατὰ μῆνα εἰς διαφόρους ὑπαλλήλους, παραμένοντας ἐν Ἀθήναις ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐργασίας, ἐν ᾗ μάλιστα οἰκονομικῇ καταστάσει διατελεῖ σήμερον ἡ Ἑλλάς.
§33ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εὐχαριστῶ τὸν κ. ἐκ Τρικκάλων Βουλευτήν, διότι μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ τῷ ἀπαντήσω εὐθύς. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὑπάλληλον, περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμε λόγον, αὐτὸς ἐργάζεται, τοποθετηθεὶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι ἡ ὑπηρεσία αὐτοῦ ἐκρίθη προσωρινῶς ἀναγκαία πρὸς περαίωσιν ἐργασίας σπουδαίας, ἐκκρεμοῦς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ.
§34ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Πῶς ὀνομάζεται;
§35ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καρατζᾶς. Ἐπὶ 14 μῆνας μένει ἐδῶ· ἀλλὰ διὰ τοῦτο, εἶπον, δὲν κακίζω τὸν νῦν Ὑπουργόν.
§36ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ ἀπὸ μηνὸς μόνον διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον· ἄλλως δὲ πρὸ ἐμοῦ διηύθυνεν ἐπὶ 7 μῆνας ὁ προκάτοχος κ. Κοντόσταυλος. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν πρόξενον, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπίσης ἔκαμε λόγον ὁ κ. Βουλευτής...
§37ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τοὺς προξένους, ὄχι τὸν πρόξενον.
§38ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τοὺς προξένους καὶ τὸν πρόξενον, διότι περὶ ἑνὸς πρόκειται, οἱ ἄλλοι εἶναι εἰς τὴν θέσιν των, ἐν μεταθέσει καὶ ἐν ἀδείᾳ... Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ, λέγω, τὸν πρόξενον, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτής, οὗτος ὅσον οὔπω τοποθετεῖται ὁριστικῶς ἐν θέσει. Περὶ τῶν ἄλλων προξένων, τῶν ὁποίων τὰ ἐκτελεστήρια δὲν ἐξεδόθησαν εἰσέτι, δὲν εὐθύνομαι ἐγὼ, ἀλλ’ ἡ Ὑψηλὴ Πύλη, ἡ ὁποία δὲν ἐκδίδει τὰ ἐκτελεστήρια.
§39ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καὶ ἠμπορεῖ νὰ μὴ τὰ ἐκδώσῃ ποτέ· πρέπει λοιπὸν νὰ πληρόνωνται αὐτοὶ, καὶ νὰ μένωσιν ἐδῶ;
§40ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Θὰ ἴδωμεν, ἂν ἐκ τῆς δυστροπίας ταύτης πρέπῃ νὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς ἄλλο μέτρον, τὸ ὁποῖον νὰ παύσῃ τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν.
§41ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Νὰ τοποθετηθῶσιν ἀλλοῦ.
§42ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Συγχρόνως ἀπαντῶ εἰς ἐπερώτησιν γενομένην παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος χθὲς καὶ ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἀναστολὴν τῆς δημοπρασίας διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ Σωφρονιστηρίου τῶν ἐφήβων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ τῆς διεξαχθείσης κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων συζητήσεως ἐγνώρισε τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἡ περαιτέρω μελέτη τοῦ θέματος μὲ ἐνίσχυσεν εἰς τὴν γνώμην, ἣν ἐξ ἀρχῆς ἐσχημάτισα, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι ἁρμόδιον νὰ διατάξῃ τὰ τῆς οἰκοδομῆς τοῦ κτιρίου τοῦ μέλλοντος νὰ χρησιμεύσῃ ὡς Ἐφηβεῖον. Διὰ τοῦτο δὲ παρέπεμψα τὰ περὶ τούτου εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τουτέστιν εἰς τὴν Διεύθυνσιν τῶν δημοσίων ἔργων. Ταῦτα ὡς πρὸς τὰς ἐπερωτήσεις. Ἤδη καταθέτω νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ Ἀρείου Πάγου. Τὸ ζήτημα τῆς καλλιτέρας διαῤῥυθμίσεως τῶν κατὰ τὸν Ἄρειον Πάγον εἶναι ἀπὸ πολλοῦ ὥριμον. Πολλάκις καὶ ἐν ἐπιτροπαῖς καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συνεζητήθη τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ δὲν ἠδύνατο ἡ κατάστασις, εἰς ἣν περιέστη ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ἀρείου Πάγου, νὰ μὴ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν δικανικῶν ἐν γένει καὶ τοῦ κοινοῦ, διότι, ὡς ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλήν, ἡ μεταῤῥύθμισις ἡ γενομένη κατὰ τὸ ἔτος 1877 ἀπέτυχεν, ἢ μᾶλλον δὲν ἐπέτυχεν ἐντελῶς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκε, τουτέστι τὴν ταχυτέραν διεξαγωγὴν τῶν δικῶν. Τὸ κύριον δὲ ἐλάττωμα ἐν τῷ ὀργανισμῷ ἐκείνῳ ὑπῆρξεν, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος διῃρέθη μὲν εἰς δύο τμήματα, ἀλλὰ τὸ ἕτερον τῶν τμημάτων τούτων ἔμεινε καχεκτικὸν καὶ ἀναιμικὸν, δι’ ἔλλειψιν ἐπαρκοῦς ἐργασίας. Ἐνῷ δὲ προσετέθη ἱκανὸς ἀριθμὸς δικαστῶν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ὥστε νὰ σχηματισθῶσι δύο τμήματα, ἀνεξαρτήτως ἐργαζόμενα, ἐν τούτοις ἐν τῇ πρακτικῇ ὁ Ἄρειος Πάγος ἐξηκολούθησεν ἐργαζόμενος, ὅπως καὶ πρίν, δι’ ἑνὸς μόνου τμήματος, συγκειμένου ἐξ ἑπτὰ δικαστῶν, διότι εἰς τὸ τμῆμα ἐκεῖνο ἐπισωρεύεται ἅπασα ἡ σπουδαία ἐργασία, ἡ ἀναιρετική. Τὸ νὰ θίξῃ τις ῥιζικῶς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Ἀρείου Πάγου, δὲν εἶναι ἔργον πρόχειρον. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγώ, ὅστις ἔχω γνῶσίν τινα τῶν κατὰ τὸ δικαστήριον τοῦτο καὶ τῆς νομοθεσίας τῆς διεπούσης αὐτὸ, δὲν ἐτόλμησα, ὅπως καὶ οἱ προκάτοχοί μου, νὰ ἐπιληφθῶ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου σχετίζεται πρὸς διατάξεις δικονομικὰς, τὰς ὁποίας δὲν εἶναι φρόνιμον ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ θίξωμεν, διότι θέλει διασαλευθῆ ὁλόκληρον τὸ οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον σοφῶν χεῖρες ἄλλοτε ἐδημιούργησαν. Διὰ τοῦτο περιωρίσθην, ὥστε νὰ ἐξεύρω τὸ μέσον τὸ δυνάμενον νὰ θεραπεύσῃ τὴν κατάστασιν καὶ νὰ καταστήσῃ οὕτω τὸν Ἄρειον Πάγον ὡς οἷόν τε ἐνήμερον ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων, αἵτινες εἶναι ἐκκρεμεῖς ἐνώπιόν του καὶ αἵτινες προϊόντος τοῦ χρόνου ἐξογκοῦνται εἰς βαθμὸν ἐμπνέοντα ἀνησυχίαν. Τὸ πρόχειρον λοιπὸν μέσον, τὸ ὁποῖον προβάλλεται εἰς τὸν θέλοντα νὰ σκεφθῇ περὶ τούτου, εἶναι τὸ πῶς νὰ καταστήσῃ καὶ τὸ δεύτερον τμῆμα τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐργαζόμενον, εἰς τρόπον ὥστε καὶ τὸ πρῶτον ν’ ἀνακουφισθῇ καὶ ἡ πρόοδος τῶν ὑποθέσεων νὰ βαίνῃ ἐπὶ τὰ πρόσω. Ἀλλὰ ἡ θεραπεία αὕτη, τὴν ὁποίαν καὶ οἱ προκάτοχοί μου ἐσκέφθησαν νὰ ἐφαρμόσωσι, προσκρούει κατὰ μιᾶς θεωρίας, τῆς ἑνότητος τῆς νομολογίας, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ ἰδιάζων καὶ κύριος χαρακτὴρ τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου τοῦ Κράτους; διότι, ἂν ἔχωμεν δύο ἀναιρετικὰ τμήματα, δὲν ἔχομεν πλέον τὴν ἑνότητα τοῦ δικαστηρίου καὶ τῆς νομολογίας, καθόσον, ἐὰν τὰ τμήματα ταῦτα διῃροῦντο, ὅπως εἰς τὰ ἄλλα δικαστήρια, δι’ ἐσωτερικοῦ κανονισμοῦ, τὸ ἑνιαῖον τοῦ δικαστηρίου ἔμενεν ἄθικτον· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ νόμος τοῦ 1877 διέκρινε δύο τμήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπήγαγεν ὡρισμένον εἶδος ὑποθέσεων, ἐξ ἀνάγκης διῄρεσεν, ἐδίχασε τὸν Ἄρειον Πάγον, δοὺς ἁρμοδιότητα διάφορον εἰς ἕκαστον τμῆμα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ φρονῶ, ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον σκεπτόμενος, ὅτι πρέπει πολλάκις νὰ θυσιάζωμεν τὴν θεωρίαν, ἵνα ἐπιτύχωμεν πρακτικώτερα ἀποτελέσματα, φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει πλέον νὰ διστάσωμεν, ὅπως ἀποδεχθῶμεν τὴν λύσιν ταύτην, τὴν ἐκ τῆς πείρας ὑποδεικνυομένην, τουτέστι νὰ παραδεχθῶμεν δύο τμήματα, ἀκυρωτικὰ ἀμφότερα, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐν τῷ θεσμῷ τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὴν ἑνότητα τῆς νομολογίας, καὶ οὕτω νὰ συγκεράσωμεν τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προκύψῃ ἐκ τοῦ διχασμοῦ τούτου τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀλλὰ προκειμένου νὰ καθορίσωμεν τὴν ἁρμοδιότητα τῶν δύο τμημάτων, ἵνα ὅσον τὸ δυνατὸν κατανεμηθῶσιν αἱ ὑποθέσεις μεταξὺ τῶν τμημάτων, ἕτερον ἐπαρουσιάζετο πρόσκομμα, τί εἶδος ὑποθέσεων νὰ ὑπαχθῇ εἰς ἑκάτερον τῶν τμημάτων’ καὶ προὐτάθη μὲν ἡ ἰδέα νὰ κατανεμηθῶσιν αἱ ὑποθέσεις κατὰ τὴν φύσιν αὐτῶν, τουτέστι κατὰ τὴν διάκρισιν τὴν ἐν τῇ δικονομίᾳ γιγνομένην, συνήθων, συνοπτικῶν, ἐμπορικῶν, ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἐκρίθη λυσιτελές, ἕνεκα τῶν δυσχερειῶν, τὰς ὁποίας πιθανὸν, ἂν ὄχι καὶ βέβαιον, ὅτι θ’ ἀπήντα κατὰ τὴν ἐφαρμογήν, διότι ἑκάστοτε θὰ ἐγίνετο συζήτησις περὶ τοῦ ἂν ἡ ὑπόθεσις ἡ ἐγγραφεῖσα εἰς τὸ πινάκιον τοῦ οἰκείου τμήματος ἔχῃ τὸν χαρακτῆρα τοῦτον, καὶ ἑπομένως θὰ ἐγίνετο, οὕτως εἰπεῖν, μία προκαταρκτικὴ συζήτησις ἐπὶ βλάβῃ τῶν δικαζομένων. Ἄλλο μέσον πρὸς κατανομὴν τῶν ὑποθέσεων παρίστατο ἡ κατὰ περιφερείας διανομή, ἀλλὰ τοῦτο τὸ μέσον δὲν ἐθεωρήθη σκόπιμον, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, διότι δὲν θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ ἐξ ἴσου κατανομὴ κατὰ περιφερείας, καὶ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα τὸ ἕτερον τῶν τμημάτων θὰ εἶχε πολὺ περισσοτέρας ἐργασίας ἢ τὸ ἄλλο. Θὰ εἶχε δὲ καὶ τὸ ἑξῆς ἀκόμη ἄτοπον, ὅτι θὰ καθίστατο ὁ Ἄρειος Πάγος διπλοῦς, διότι θὰ ἀνῆκεν ἑκάτερον τῶν τμημάτων εἰς ὡρισμένην περιφέρειαν, θὰ καθίστατο τουτέστιν ὁ Ἄρειος Πάγος εἰς δύο, καὶ θὰ εἴχομεν δύο Ἀρείους Πάγους, τὸν Ἄρειον Πάγον, ὑποθετέον, τῆς Στερεᾶς καὶ τὸν Ἄρειον Πάγον τῆς Πελοποννήσου καὶ τῶν νήσων. Διὰ τοῦτο, πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἀτόπων τούτων, προσέφυγον εἰς ἄλλην διαίρεσιν, τὴν ὁποίαν πρόσφατος ἐφαρμογὴ ἐν τῷ Ἐφετείῳ ὑποδεικνύει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν’ ὡρίσθησαν τουτέστι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ὑπαγόμεναι εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ δευτέρου τμήματος, πᾶσαι αἱ ὑποθέσεις εἰς τὰς ὁποίας διάδικος εἶναι τὸ Δημόσιον, διότι, ὡς γνωρίζουσιν οἱ δικανικοὶ ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, τὸ Δημόσιον εἶναι ὁ μεγαλείτερος πελάτης τῶν δικαστηρίων, ἐκ στατιστικῶν δὲ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἐκ τοῦ Γραμματέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἶδον, ὅτι τὸ τρίτον τῶν δικαζομένων ὑποθέσεων ἀνήκει εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην. Πιθανὸν νὰ ἀντιταχθῇ εἰς τοῦτο, ὅτι ὡρισμένος διάδικος ὑποβάλλεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Βʹ τμήματος. Ἐπειδὴ ὅμως πρόκειται περὶ διαδίκου, οὕτως εἰπεῖν, ἀπροσώπου, φρονῶ ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξωσι τὰ ἄτοπα ἐκεῖνα, ἅτινα θὰ ὑπῆρχον, ἂν ὁ διάδικος οὗτος ἦτο πρόσωπον φυσικόν. Ἄλλως δὲ, Κύριοι, ἀπέναντι τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον προτίθεται τὸ μέτρον, τουτέστι νὰ βοηθήσῃ τὸν Ἄρειον Πάγον, ὥστε νὰ καταστῇ ἐνήμερος, καὶ νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τούτου οἱ διάδικοι, οἵτινες ἐπὶ μακρὸν χρόνον περιμένουσι τὸ πέρας τῶν ἐνώπιον αὐτοῦ ἐκκρεμῶν αὐτῶν ὑποθέσεων, φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει περὶ τὸ τοιοῦτον νὰ λεπτολογήσωμεν. Αὕτη εἶναι ἡ κυριωτέρα καινοτομία, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο φέρει εἰς τὸν κείμενον νόμον. Ἐν μακρᾷ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἐκτίθενται αἱ τροπολογίαι αἱ προτεινόμεναι. Ἐνόμισα δὲ κατάλληλον, ὅτι, ἀντὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ προταθῇ ὡς μεταῤῥύθμισις τοῦ κειμένου νόμου, εὐχερέστερον εἶναι καὶ διὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ καὶ διὰ τὴν ἐν γένει μελέτην νὰ συγχωνευθῇ ἐν ταῖς κειμέναις διατάξεσι, καὶ οὕτω νὰ ψηφισθῇ ἑνιαῖος νόμος, ἀντικαθιστῶν τὸν νῦν ἰσχύοντα. Πρὸς εὐκολίαν δὲ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, εὐθὺς μετὰ τὸ νομοσχέδιον νὰ τυπωθῇ καὶ ὁ ἰσχύων νῦν νόμος, ὥστε ὁ βουλόμενος νὰ ἔχῃ πρόχειρον τὴν παραβολὴν, ἵνα ἐντεῦθεν κρίνῃ περὶ τῶν προτεινομένων μεταῤῥυθμίσεων. Συγχρόνως δὲ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἐν τέλει νὰ τυπωθῇ καὶ ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον κατήρτισα ἐκ τῶν στατιστικῶν πληροφοριῶν, περὶ ὧν πρὸ ὀλίγου ἔλεγον, ἵνα ἔχωσι καὶ τοῦτον ὑπ’ ὄψιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐν τῇ μελέτῃ αὐτῶν.
§43ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Θὰ ἐξακολουθήσῃ δικάζων ὁ Ἄρειος Πάγος;
§44ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἑκάτερον τμῆμα μετὰ ἀναίρεσιν θὰ παραπέμπῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ ἕτερον πρὸς συζήτησιν τῆς οὐσίας.
§45ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὥστε θὰ δικάζῃ ὁ Ἄρειος Πάγος.
§46ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μάλιστα.
§47Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἑνότης τῆς νομολογίας τί γίνεται;
§48ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἶναι ἡ ὁλομέλεια. Ἂν τὰ τμήματα ἐπὶ τοῦ νομικοῦ ζητήματος διαφωνήσωσι, θὰ ἔρχηται ἡ ὁλομέλεια νὰ τὸ λύῃ. Ἐπίσης ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὁ προκάτοχός μου ὑπέβαλεν, ἀλλὰ δὲν ἐπρόφθασε νὰ ψηφισθῇ, τὸ περὶ διαθηκῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατηρτίσθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, σκοπεῖ δὲ τὴν μεταῤῥύθμισιν καὶ ἀντικατάστασιν τοῦ ἰσχύοντος ψηφίσματος τοῦ Κυβερνήτου, τοῦ ὁποίου αἱ λεπτολόγοι διατυπώσεις πολλάκις ἐπέφερον τὴν ἀκύρωσιν διαθηκῶν, εἶναι δὲ καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ δυσεφάρμοστον. Ἐν μακρᾷ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἀναφέρονται αἱ πηγαὶ, ἐξ ὧν τὸ νομοσχέδιον ἐλήφθη, καὶ ὁ σκοπὸς τῶν κυριωτέρων αὐτοῦ διατάξεων. Ἐν γένει τὸ νομοσχέδιον σκοπεῖ, κατὰ μίμησιν τῶν νεωτέρων νομοθεσιῶν, νὰ ἁπλοποιήσῃ τὰ τῶν διατυπώσεων τῶν διαθηκῶν. Ἐν τέλει τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τυπωμένον ὁλόκληρον τὸ ψήφισμα τοῦ Κυβερνήτου, καθὼς καὶ αἱ διατάξεις αἱ ἀντικαθιστάμεναι νῦν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Ἰονίου Κώδικος, διὰ τὴν εὐχερεστέραν μελέτην τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑποβληθέντα δύο νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 80–81).
§50Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης χθὲς παρέστησεν, ὅτι διατρέχει κίνδυνον τὸ Δημόσιον ζημίας περὶ τὰς 60,000 δραχμῶν ἐξ ἐνεργείας δημοπρασίας τῶν ἀδηλώτων οἴνων, διότι τὶς ἐκ τῶν συνήθως παρουσιαζομένων εἰς τὰς δημοπρασίας ἐζήτησε καὶ ἔγεινεν ἑνωτικῶς ἡ δημοπρασία ἐπὶ προσφορᾷ 10,000 δραχμῶν, ἐνῷ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἔπρεπε νὰ προσδοκᾷ τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς δημοπρασίας ταύτης ὑπὲρ τὰς 70,000 δραχμῶν.
§51ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Τὰς εἰσέπραττεν ἄλλοτε.
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Φέρω σημείωμα, ἀποδεικνύον ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς παρενόησεν ἐντελῶς τὰ τῆς δημοπρασίας ταύτης, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐνόμισεν, ὅπως παρατηρεῖ καὶ ἤδη, ὅτι εἰσέπραττεν ἄλλοτε τὸ Δημόσιον 70,000 ἢ 60,000, ἐνῷ εἰσέπραττε ταύτας τὸ Δημόσιον οὐχὶ ἐκ τῶν ἀδηλώτων οἴνων, ἀλλὰ ἐκ τῶν δηλουμένων οἴνων ὁμοῦ μετὰ τῶν ἀδηλώτων. Οὕτω (ἀναγινώσκει): «κατὰ τὸ 1890 εἴχομεν διὰ δηλώσεως ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεσσήνης δραχμὰς 27,000, ἐξ ἀδηλώτων δὲ 9,000. Κατὰ τὸ 1891 διὰ δηλώσεων 34,000 καὶ ἐξ ἀδηλώτων 34,000. Κατὰ τὸ 1892 διὰ δηλώσεων 43,000 καὶ ἐξ ἀδηλώτων 20,000, καὶ τὸ 1893 διὰ δηλώσεων 58,104· προστιθεμένων δὲ εἰς τὴν δήλωσιν ταύτην τῶν 58,000 δρ. τῶν 10,000, αἵτινες ἤδη προσφέρονται διὰ τὰ ἀδήλωτα, ἔχομεν ἐν συνόλῳ 68,104, ἤτοι 5,000 ἐπὶ πλέον τῶν κατὰ τὸ 1892 βεβαιωθεισῶν 63,000, ἔχομεν ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ τοῦ ἔτους 1891, ὅτε ἦτο πάλιν 68,000, πολὺ δὲ ἀνώτερον τοῦ ποσοῦ τοῦ ἔτους 1890, ὅτε ἦτο 36,000». Ἀλλὰ ὁ λόγος, δι’ ὃν τὸ Δημόσιον παραδέχεται τὴν ἀφετηρίαν ταύτην τῆς δημοπρασίας, καὶ παραδέχεται ταύτην ἑνωτικήν, εἶναι, ὅτι ἐγένετο μέχρι τοῦδε τετράκις ἀπόπειρα κατὰ τὸ σύστημα, ὅπερ συνιστᾷ ὁ κ. Βουλευτής. Κατὰ τὴν πρώτην ἀπόπειραν τῆς κατὰ δήμους δημοπρασίας εἴχομεν προσφορὰν μόνον δι’ ἕνα δῆμον· δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους οὐδεὶς ἐπαρουσιάσθη· ἦσαν δὲ τὰ προσφερόμενα 1500 δραχμαί· ἠκυρώθη ἡ δημοπρασία αὕτη, καὶ εἴχομεν δευτέραν δημοπρασίαν, καθ’ ἣν ἐγένοντο προσφοραὶ δι’ ὅλους τοὺς δήμους, ἀλλὰ τὸ ὅλον ποσὸν ἦτο 4,950 δραχμῶν. Ἠκυρώθη ὅμως καὶ αὕτη, κατόπιν παραστάσεων, ὅτι εἶναι ἀνεπαρκὲς τὸ ποσόν, καὶ εἴχομεν εἰς τρίτην δημοπρασίαν ποσὸν 5,880 δραχμῶν. Ἀκυρωθείσης δὲ καὶ ταύτης, εἴχομεν κατὰ τὴν τετάρτην δημοπρασίαν ἀποτέλεσμα 3,200 δραχμῶν, διότι διὰ τρεῖς δήμους οὐδεὶς ἐπαρουσιάσθη.
§53ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Ἐνίοτε γίνεται ἐκ συμπαιγνίας.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἴσως ἐνίοτε μόνον, βεβαίως ὅμως κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην· ἠκούσαμεν δὲ τῆς ἀποτυχούσης συμπαιγνίας τὴν διαμαρτύρησιν. Κατὰ τῆς συμπαιγνίας τὸ Δημόσιον προσφεύγει εἰς τὴν ἑνωτικὴν δημοπρασίαν· διότι, ἀφοῦ τετράκις ἐπανελήφθη ἡ δημοπρασία ἐπὶ ἀποτελέσματι ἀνωτάτῳ 5,880 δραχμῶν, τελευταίῳ δὲ 3,200, φαίνεται ἐνδεδειγμένη ἡ ἀποδοχὴ προσφορᾶς ἑνωτικῆς 10,000 δραχμῶν, αἵτινες, προστιθέμεναι εἰς τὴν γενομένην δήλωσιν τῶν 58,104, φέρουσι τὴν ὅλην πρόσοδον ἐκ τοῦ οἴνου εἰς ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ βεβαιωθὲν κατὰ τὸ 1891, ὑπέρτερον δὲ τῶν βεβαιωθέντων κατὰ πάντα τἆλλα ἔτη.
§55ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μόνον τοῦ ἐγγείου, ἢ καὶ τῆς καταναλώσεως;
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μόνον περὶ τοῦ ἐγγείου φόρου πρόκειται.
§57ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Ἀφοῦ λάβω γνῶσιν τοῦ πίνακος, θὰ ἀπαντήσω.
§58ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἐγένετο λόγος περὶ διασκευῆς ἢ ἐπισκευῆς τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ πρὸς τοῦτο ἐγένοντο μελέται δαπάνῃ τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατηρτίσθησαν καὶ ἐπερατώθησαν αἱ μελέται αὗται. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Βουλήν, ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας ἡμῶν καὶ πρὸς ἀποτροπὴν ἐνδεχομένου κινδύνου, νὰ δαπανήσωμεν τὸ ἀπαιτούμενον χρηματικὸν ποσὸν πρὸς τὴν ἐν γένει διασκευήν, ἀφοῦ τὸ παρὸν κτίριον οὔτε διὰ τὰς συνεδριάσεις ἡμῶν συντελεῖ, οὔτε διὰ τὴν ὑγείαν, ἀλλὰ μᾶλλον διὰ τὸν κίνδυνον, καὶ ἀφοῦ ἀπειλεῖται πτῶσις, διότι οἱ πραγματογνώμονες εἶπον, ὅτι μετ’ οὐ πολὺ θὰ καταῤῥεύσῃ καὶ θὰ μᾶς θάψῃ ὑπὸ τὰ ἐρείπειά του (Ἱλαρότης). Ἂν στρέψητε ἄνω, θὰ ἴδητε, ὅτι τὰ σοβατίσματα ἤρχισαν νὰ πίπτωσι. Πιστεύω λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ τῆς ζωῆς τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν νὰ βουλεύωνται περὶ τῶν κοινῶν, καὶ ἀναγνωρίζουσα τὴν ὕπαρξιν τῆς ἀνάγκης ταύτης θὰ περιλάβῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν κεφάλαιον ἀνάλογον διὰ τὴν τοιαύτην διασκευὴν τοῦ κτιρίου, ἵνα καταρτισθῇ Βουλευτήριον τοὐλάχιστον λυσιτελὲς εἰς τὴν ὑγείαν μας καὶ χρήσιμον πρὸς διαμονὴν ἐν συνεδριάσεσι, καὶ οὐχὶ νὰ χρησιμεύῃ ὡς τρώγλη, διότι οὐδὲν ἄλλο ἀποτελοῦσι τὰ δωμάτια αὐτοῦ ἢ τρώγλην, καὶ προσέτι ν’ ἀποκρούσωμεν τὸν ἀπειλούμενον κίνδυνον. Λαμβάνω δὲ εἰς τοῦτο ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἐν τῇ σημερινῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγραφῆς ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων, ἐξ ὧν προκύπτει, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰς πολλὰ ἄλλα πράγματα δαπανᾷ καὶ ἀσχολεῖται, χωρὶς νὰ σκέπτηται καὶ περὶ τοῦ ἰδίου αὑτῆς σώματος. Ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν πίστωσιν διὰ τὸ ἀνάκτορον τοῦ Διαδόχου, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθη 1 ἑκατομμύριον· διατὶ νὰ μὴ δαπανήσωμεν καὶ διὰ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ Βουλευτηρίου καὶ διὰ τοὺς διαδόχους μας; Τὴν παράκλησίν μου ταύτην ἐλπίζω ὅτι θέλει ἀποδεχθῆ ἡ Κυβέρνησις, ἀναγράφουσα κονδύλιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ πιστεύω ὅτι οὐδεμίαν θὰ εὕρῃ ἀντίῤῥησιν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἑτέραν παρατήρησιν θὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ δημοτικὸς νόμος ἐπέτρεψεν εἰς τοὺς ἐπόπτας νομάρχας νὰ ἐγκρίνωσιν ἢ νὰ ἀκυρῶσι τὰς δημοτικὰς ἀποφάσεις, ἐπέτρεψε δὲ νὰ τὰς τροποποιῶσι μόνον ἐπὶ ἐφέσει. Δυστυχῶς ὅλοι οἱ νομάρχαι, παρανοοῦντες τὸν νόμον, αὐθαιρέτως τροποποιοῦσι τὰς ἀποφάσεις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν μελετήσῃ τὸν νόμον, θέλει ἰδεῖ, ὅτι τὸ ἄτοπον τοῦτο πρέπει νὰ ἐκλείψῃ· νομίζω δὲ, ὅτι θὰ τῷ δοθῇ ἀφορμὴ καὶ ἐκ τοῦ ἑξῆς. Ὑπεβλήθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ δήμου Θηβαίων εἰς τὸν νομάρχην Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, καὶ οὗτος, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἔφεσις κατὰ τῶν πράξεων τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, αὐτοβούλως μετεῤῥύθμισε τὰς διατάξεις, κατὰ παράβασιν οὐ μόνον τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ τῆς λογικῆς. Ἰδοὺ τί λέγει ἐν τῇ ἀποφάσει του (ἀναγινώσκει τὴν ἀπόφασιν). Ταύτην ἐξέδωκεν ἐπὶ ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν ἔκαμαν πολλοί, ζητοῦντες νὰ περιορισθῇ ὁ δασμὸς ὁ δημοτικὸς εἰς 1% ἀντὶ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως. Βλέπετε ἐν τῇ ἀποφάσει του, ὅτι περιορίζει τὸν δασμὸν τὸν ἐπὶ τῶν ὠνίων, λόγῳ δυστυχίας τῶν Θηβαίων, ἀλλ’ ἀφίνει τὸν ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων, ὡσὰν οἱ ἔμποροι δὲν ἔπαθον ἐκ τοῦ σεισμοῦ καὶ δὲν ἦναι Θηβαῖοι δυστυχεῖς· καὶ διὰ τοῦτο ὑπέβαλον ἀναφορὰν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ὅμως οὐδὲν ἐνήργησε.
§59ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς γνωρίζει, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν δύναται νὰ ἐνεργήσῃ ἐπὶ τῇ βάσει ἀναφορῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει ἐφέσεων.
§60ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δύναται νὰ ἀκυρώσῃ πράξεις τοῦ νομάρχου ἀντικειμένας εἰς τὸν νόμον καὶ καθ’ ὑπέρβασιν τῆς ἁρμοδιότητός του ἐκδοθείσας.
§61ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς γνωρίζει, ὅτι ὑπάρχουσι διατάξεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὡρισμέναι διοικητικαὶ ἀποφάσεις δὲν δύνανται ν’ ἀνακληθῶσιν, ἐκτὸς ἐὰν γείνῃ ἔφεσις. Θέλω ἐξετάσει ὅμως, ἐὰν ὁ νομάρχης παρεβίασε τὸν νόμον.
§62ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Φέρετε τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν ὑπῆρξε παρανομία.
§63Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι λόγοι σπουδαῖοι ἠνάγκασαν τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἐφορεύουσαν τὴν ἐνταῦθα Γεωργικὴν Σχολὴν νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν περὶ ἀπολύσεως τοῦ νῦν ὑποδιευθυντοῦ τῆς Σχολῆς. Ἡ ἔκθεσις ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸ τριῶν περίπου μηνῶν, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον ἀπέστειλε ταύτην εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, διότι ἐπρόκειτο περὶ διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων· ἀλλὰ καίτοι παρῆλθεν ἔκτοτε ἀρκετὸς χρόνος, οὐδὲν ἐνηργήθη. Νομίζω, ὅτι ὁ νόμος περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων δὲν ἔχει ἀξίαν, ἐὰν ὑποβάλλωνται ἐκθέσεις, αὗται δὲ παραπέμπωνται εἰς τὴν αἰωνιότητα ἐνώπιον τῶν Νομικῶν Συμβουλίων· τότε εἶναι περιττὸς ὁ νόμος, διότι, ἀντὶ νὰ ἀμείβῃ τὴν ἀρετήν, ἀμείβει τὴν κακίαν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐρωτήσῃ, ἐὰν ὑπεβλήθη ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἄν τὸ Ὑπουργεῖον προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ὑπαλλήλου.
§64ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἴπετε ὅτι ἡ ἔκθεσις ὑπεβλήθη πρὸ τριῶν μηνῶν, ἑπομένως ὑποθέτω, ὅτι γνωρίζετε ὅτι δὲν δύναμαι νὰ δώσω πληροφορίας, ἀφοῦ τότε ἐγὼ δὲν ἤμην Ὑπουργός.
§65ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δύναμαι νὰ δώσω πληροφορίας ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐπῆλθε ῥῆξις τελευταῖον μεταξὺ τοῦ ὑποδιευθυντοῦ τῆς Σχολῆς καὶ τῶν καθηγητῶν καὶ τοῦ διευθύνοντος τότε τὴν Σχολὴν, ἤτοι τοῦ διευθυντοῦ τοῦ τμήματος τῆς Γεωργίας. Ἕνεκα τῆς ῥήξεως ταύτης διέταξα ἀνακρίσεις, τῶν ὁποίων τὸ πόρισμα, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων νόμου, ὑπέβαλον εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπανειλημμένως ὑπέμνησα τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποφανθῇ, νομίζω δὲ, ὅτι ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ἀπολύσεως τοῦ ὑποδιευθυντοῦ ἤ τινος τῶν καθηγητῶν τῶν καταγγελθέντων παρὰ τοῦ πρώην διευθυντοῦ τῆς Σχολῆς. Ἀληθῶς αἱ σχέσεις μεταξὺ διευθυντοῦ, καθηγητῶν καὶ λογιστοῦ τῆς Σχολῆς ἦσαν τοιαῦται, ὥστε ἠναγκάσθην καὶ αὐτοπροσώπως νὰ μεταβῶ, ἵνα τοὺς πείσω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐργασθῶσι πρὸς διάσωσιν τῆς περιουσίας τῆς Σχολῆς· ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ μετὰ τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ σύμπνοια, ἠναγκάσθην νὰ μεταθέσω ἐνταῦθα τὸν κ. Μουράτογλουν ἐκ τῆς Σχολῆς τοῦ Ἀϊδινίου.
§66Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα.
§67ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπειδὴ ὅλη αὐτὴ ἡ ἐνέργεια ἐγένετο παρ’ ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐγὼ παρακαλῶ νὰ προσαχθῇ ὁ φάκελλος, ἵνα πεισθῇ καὶ ὁ κ. συνάδελφος καὶ ἡ Βουλή, ὅτι ἐξετελέσθη κατὰ γράμμα ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων νόμου.
§68ΚΟΥΚΟΡΙΚΟΣ. Πράγματι, Κύριοι, πρό τινων ἡμερῶν ἐποιησάμην ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ ποῖον λόγον ὁ νομάρχης Τρικκάλων ἐδέχθη τὴν πρότασιν τῆς μειοψηφίας τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Καρδίτσης, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν τῆς πλειοψηφίας, διὰ τῆς ὁποίας ἀπεῤῥίπτετο αἴτησις τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐπιτρόπων τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου, δι’ ἧς ἐζήτουν οἱ ἐπίτροποι νὰ δοθῇ δωρεὰ εἴς τινα δήμαρχον, Μπούσδραν ὀνόματι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀντὶ νὰ ἀπαντήσῃ πρὸς ἐμὲ, ἀπήντησε πρός τινα τῶν Βουλευτῶν Τρικκάλων· ἐγὼ δὲν ἀπήντησα ἀμέσως εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, διότι ἡ ἀπάντησίς του δὲν ἀπηυθύνετο πρὸς ἐμέ· ἀπαντῶ δὲ σήμερον. Ἀντὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μεμφθῇ τὸν νομάρχην, διότι δὲν ἐδέχθη τὴν ἀπόφασιν τῆς πλειοψηφίας τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, εἶπεν ὅτι καλῶς ἔπραξεν ὁ νομάρχης· ἀνέπτυξε δὲ καὶ ἄλλα ζητήματα, περὶ ὧν δὲν πρόκειται· εἶπεν, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶχον καλὰς πληροφορίας, ἐνῷ πράγματι πρόκειται περὶ δωρεᾶς, διότι ὁ δήμαρχος Μπούσδρας ὤφειλεν εἰς τὸν ναὸν τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου 60 λίρας ὀθωμανικάς, αἵτινες, πρὸς 40 δραχμὰς ἑκάστη, φέρουν 2,400 δραχμάς· ἀλλ’ ὁ νομάρχης εἶπε νὰ πληρωθῶσι πρὸς 23 δραχμὰς ἑκάστη λίρα, δηλ. νὰ χαρισθῶσιν εἰς τὸν ὀφειλέτην δήμαρχον χίλιαι περίπου δραχμαί. Καὶ ὁ κ. νομάρχης λέγει, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δωρεά, καὶ τὸ παραδέχεται καὶ ὁ κ. Ὑπουργός! Ἀγνοεῖ δηλ. ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τὰ στοιχειωδέστατα τῆς ἐπιστήμης, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ κήδηται τῶν συμφερόντων τοῦ ἱεροῦ ναοῦ, καὶ μάλιστα σήμερον, ὅτε πρόκειται νὰ ἐγερθῇ νέος ναὸς, ὁ ὁποῖος θὰ κοστίσῃ ἑκατοντάδας χιλιάδων. Ὁ κ. νομάρχης δὲν ἔδειξε φροντίδα διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ ναοῦ, διότι ὁ δήμαρχος εἶναι φίλος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη. Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς, καὶ ἂν γείνῃ ἔφεσις, θὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ ἐκ τῶν προτέρων, ἀφοῦ μᾶς εἶπεν, ὅτι πρόκειται περὶ τοκογλυφικῶν λόγων. Οὐδόλως πρόκειται περὶ τοκογλυφίας ἐνταῦθα, κύριε Ὑπουργὲ, ἀλλὰ μόνον περὶ ἀναγωγῆς χρημάτων. Διὰ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ μεμφθῇ τὸν νομάρχην, διότι ἐζημίωσε τὸν ἱερὸν ναὸν τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου χιλίας δραχμάς.
§69Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν παράκλησίν μου ἐντελῶς λησμονηθεῖσαν, ὅπως ὑποβάλῃ σημείωμα περὶ τοῦ ἐξαχθέντος ταμβάκου ἀφ’ ἧς ἐποχῆς λειτουργεῖ ὁ νόμος περὶ καπνοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον ὑπήχθη καὶ ὁ ταμβάκος εἰς φορολογίαν. Παρακαλῶ τὸ σημείωμα νὰ περιλαμβάνῃ καὶ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐδηλώθη ὡς παραχθὲν ἐκ τοῦ δήμου Ψωφίδος, διότι ἔχω πληροφορίας, ὅτι ἡ παραγωγὴ ἐκεῖ ἐντελῶς ἐξέλιπεν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ὑποβολῆς τοῦ ταμβάκου εἰς τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ.
§70ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω νομοσχέδιον περὶ προσθήκης τηλεγραφικῶν καὶ ταχυδρομικῶν βοηθῶν.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 82).
§72ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα λεπτομερῆ, δικαιολογοῦντα τὴν αἴτησιν ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχμῶν 1,350,000 διὰ κατασκευὴν ὁδῶν. Ἐπειδὴ ἡ πίστωσις αὕτη δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς βαρύνουσα καὶ τὴν ἰδικήν μου διαχείρισιν, διὰ τοῦτο ζητῶ νὰ κατατεθῇ τοιοῦτος πίναξ, ἀναγράφων τὴν ἐποχὴν τῶν ἐκδοθεισῶν ἐγκρίσεων περὶ κατασκευῆς ὁδῶν, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη τῆς πιστώσεως ταύτης, καὶ καθορίζων καὶ τὰς ἤδη ἐγκριθείσας περὶ τὰς ἀρχὰς Μαΐου δαπάνας διὰ κατασκευὴν ὁδῶν. Ἐκ τοῦ πίνακος τούτου θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν προέβλεψε περὶ ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἔκτοτε ἔπρεπε νὰ προβλέψῃ, ὡς μέλλοντα νὰ καταστῶσιν ἀπαιτητά· ἔτι θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι μέχρι σήμερον δὲν γνωρίζομεν, τί συμβαίνει εἰς τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων σχετικῶς πρὸς τὴν ὁδοποιΐαν· ἔτι θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἔχομεν ἀναλάβει ὑποχρεώσεις 5,000,000 δραχμῶν, δυνάμει ἐγκρίσεων ἐπὶ τοῦ προηγουμένου Ὑπουργείου τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ ὅτι ἀπέναντι τῶν ἐγκρίσεων αὐτῶν ἀνεγράφη τὸ ποσὸν 1,877,000, καὶ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ διάδοχος, νὰ σταματήσῃ τὰ ἔργα, διότι ἤθελεν ἐκθέσει τὸ Δημόσιον εἰς ζημίας πολλαπλᾶς.
§73ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ πίναξ κατετέθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§74ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν προσήχθησαν μόνον πληροφορίαι τινές, ἀλλ’ αὗται δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς· αὗται ἐχρησίμευσαν μόνον, ἵνα ἐκφέρῃ τὴν ἀπόφασίν της ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀντὶ δὲ νὰ τὰς καταθέσῃ ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὴν Βουλήν, τὰς ἀπεκόμισε μεθ’ ἑαυτοῦ.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς κατετέθη καὶ σημείωσις, ἥτις θὰ τυπωθῇ.
§76ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποχρεοῦμαι νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ χθές, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ γίνεται λόγος, συνάδελφοί τινες ἐζήτησαν νὰ δοθῶσιν ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων πληροφορίαι, ὅπως πεισθῶσιν, ἐὰν αἱ πιστώσεις δικαιολογῶνται ἀποχρώντως· ὡς ἐκ τούτου ἀνεβλήθη ἡ συζήτησις, διότι δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀπαιτούμενος ὑλικὸς χρόνος, ὅπως ὁ διευθυντὴς τῶν δημοσίων ἔργων, ὁ κομίσας σημειώσεις εἰς τὴν ἐπιτροπήν, καταστρώσῃ τακτικώτερον τοὺς πίνακας, οὓς ἐκόμισε προχείρως πρὸς σχηματισμὸν τῆς πεποιθήσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Μετὰ τὴν προσαγωγὴν τῶν ἀναγκαίων πληροφοριῶν ἡ ἐπιτροπὴ ἐμόρφωσε γνώμην, ὅτι αἱ αἰτήσεις περὶ χορηγίας πιστώσεων εἶναι εὔλογοι, καὶ προέβη εἰς τὴν σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως. Εἰς τὸν κ. Διευθυντὴν τῶν δημοσίων ἔργων προσέθηκα, ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ζητηθῶσι καὶ ἐν τῇ Βουλῇ αἱ αὐταὶ πληροφορίαι, καλὸν εἶναι νὰ καταστρωθῶσιν εὐμεθοδέστερον, ὥστε νὰ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ βουλόμενος. Ὁ κατατεθεὶς πίναξ, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόεδρος, δὲν ἀποτέλει τὸ ὅλον τῶν σχετικῶν πληροφοριῶν.
§77ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἦναι διακεκριμένοι οἱ πίνακες;
§78ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ δαπάναι διαιροῦνται εἰς τρεῖς κατηγορίας. Εἰς τὴν πρώτην ἀνάγονται αἱ γενόμεναι ἤδη δαπάναι. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγονται αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἐξεκαθαρίσθησαν μέν, ἀλλὰ δὲν ἐπληρώθησαν. Εἰς δὲ τὴν τρίτην ἀνάγονται αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὑπὸ ἐκκαθάρισιν. Ὁ κατατεθεὶς πίναξ ἀφορᾷ εἰς τὰς πληρωθείσας δαπάνας· διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ καὶ ὁ ἀφορῶν εἰς τὰς ἄλλας δύο κατηγορίας πίναξ.
§79ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἦτο καλὸν νὰ προστεθῇ καὶ τέταρτος πίναξ, ὁ ὁποῖος νὰ καθορίζῃ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της, ὅτε ὑπέβαλλε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893, δι’ οὗ ἐζήτει πιστώσεις 500,000 δραχμῶν, καὶ τὰ ἔργα προσέτι τὰ προστεθέντα κατόπιν καὶ ἀπαιτοῦντα τὴν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν τοῦ 1,200,000.
§80ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε κατηρτίσθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893, εἰς τὸ γραφεῖον τῶν δημοσίων ἔργων δὲν ὑπῆρχον κατατεθειμέναι αἱ καταστάσεις, ἰδίᾳ δὲ αἱ πιστοποιήσεις τῶν ἁρμοδίων μηχανικῶν, ἐκ τῶν ὁποίων προκύπτει τὸ πληρωτέον ποσὸν διὰ τὰ τελεσθέντα ἔργα. Ἦτο γνωστὸν, ὅτι ὑπῆρχον ἐκκρεμῆ ἔργα, ἀνερχόμενα εἰς τὸ ποσὸν 7,000,000 δραχ. Ἡ Κυβέρνησις ὑπέλαβεν, ὅτι ἠδύνατο τὰς πλείστας τῶν ἐργολαβιῶν νὰ διαλύσῃ, νὰ περιορίσῃ δὲ τὰς λοιπάς, οὕτως ὥστε ἡ ἀναγεγραμμένη πίστωσις νὰ ἐπαρκέσῃ διὰ τὰς δαπάνας τοῦ 1893. Ἀλλ’ ἐγένετο τὸ ἐναντίον. Τὰ ἔργα ἐξηκολούθησαν, ἐξεκαθαρίσθησαν δὲ δρ. 750,000, ἐκκαθαρίζονται δὲ νῦν καὶ ἄλλα. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ Διευθυντὴς τῶν δημοσίων ἔργων, ὑπολείπονται ἔτι ἐκκρεμεῖς ἐργασίαι 4,700,000 δραχμῶν. Ἡ ὑπηρεσία τῶν δημοσίων ἔργων νομίζει, ὅτι εἶναι δυνατόν τινες τῶν ἐργολαβιῶν νὰ διαλυθῶσιν ἄνευ πληρωμῆς ἀποζημιώσεων ἀξίων λόγου· ὡς πρὸς δὲ τὰς κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος συντελεσθείσας ἐργασίας, προβάλλει τὸ δικαιολόγημα, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διαῤῥήξῃ τὰς πλείστας τῶν συμφωνιῶν, ἐκ τοῦ φόβου, ὅτι ἤθελεν ὑποβάλει τὸ Δημόσιον εἰς σπουδαίας ἀποζημιώσεις, προσέτι δὲ καὶ εἰς ζημίας ἄλλας, ἐὰν διεκόπτοντο ἔργα ἀρξάμενα ἤδη.
§81ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅσα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Παρνασσίδος εἶπε σήμερον, εἴχομεν ἡμεῖς ἀναπτύξει κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰπόντες ὅτι δυσκόλως θὰ δυνηθῇ τὸ Δημόσιον νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, αἵτινες ἐπεβάλλοντο αὐτῷ δυνάμει προηγουμένων συμβολαίων, διὰ τοῦ ποσοῦ τῆς πιστώσεως, ὅπερ ἐνεγράφετο· ἐδικαιολογήσαμεν δὲ τὴν τοιαύτην γνώμην μας διὰ τῶν λόγων ἀκριβῶς, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος. Τότε δὲ ἐδόθη εἰς ἡμᾶς ἀπάντησις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔκαμεν ἐξέτασιν τῶν ἔργων τούτων, καὶ ἐπείσθη, ὅτι τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ ἐκτελέσῃ ἐντὸς τοῦ 1893, θὰ ἐκτελεσθῶσι διὰ τῆς πιστώσεως τῶν 470,000 δραχμῶν. Τοῦτο ἠθέλησα, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ πληροφορηθῶ, ζητήσας τίνα εἰσὶ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις κατὰ Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον τοῦ 1893 ὑπελόγισεν ὅτι θὰ ἐκτελεσθῶσιν, ἀπαλλαττομένη τῆς πληρωμῆς τῶν ἄλλων ποσῶν διὰ τῆς μὴ ἐκτελέσεως ἔργων. Ἡ ἀπάντησις δὲ, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ ἐκ Παρνασσίδος κ. Βουλευτὴς, δεικνύει τὴν ἀδυναμίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἦτο ἡ Κυβέρνησις καὶ τότε καὶ τώρα, ἵνα ἐπιτύχῃ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα.
§82ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Καραπάνος, συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, ἐνθυμοῦμαι μόνον, ὅτι ἐφ’ ὅλων τῶν προτάσεων τῆς Κυβερνήσεως ἀντέλεγεν ἀδιακρίτως, ὥστε δὲν εἶναι ἀπίθανος ὁ προβαλλόμενος νῦν ὑπ’ αὐτοῦ ἰσχυρισμός. Ἀλλὰ ἐπειδὴ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέλος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐφρόνουν πεποιθότως, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν ἡ αἰτηθεῖσα πίστωσις· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν παρέμεινεν ἐν τῇ ἀρχῇ καὶ δὲν ἐξετέλεσε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893. Κατ’ ἀκολουθίαν οὐδεμίαν ὑπέχει εὐθύνην διὰ τὰς πράξεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξετέλεσαν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον.
§83ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἡ συντάξασα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893 ἐγνώριζεν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅτι εἶχεν ἀναλάβει ὑποχρεώσεις 7 ὅλων ἑκατομμυρίων δραχμῶν· ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις εἶχε προβῆ εἰς τὴν ἔγκρισιν τῶν ὁδῶν, κατόπιν τῶν ὁποίων ἐπήρχετο ἡ ὑποχρέωσις τῶν 7 ἑκατομμυρίων. Ἂν δὲ ἐνέγραφε τὸ ποσὸν 470 χιλιάδων διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν 7 ἑκατομμυρίων, τὸ ἔπραξεν ὄχι διότι ἠγνόει, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξαρκέσωσι δι’ ὅλον τὸ ἔτος, ἀλλὰ διότι ἐνόμισεν, ὅτι οὕτως ἔπρεπε νὰ συνταχθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ νὰ ἔλθῃ ἡ ἀναπληρωτικὴ πίστωσις τοῦ 1,350,000. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος ἠθέλησε νὰ μὲ ἐλέγξῃ, διότι δὲν ἐσταμάτησα τὸ ἔργον, ἅμα ἡ δαπάνη ὑπερέβη τὰς 470,000· ἔπρεπε νὰ ἐλέγξῃ τοὺς προκατόχους ἡμῶν, διότι τὸ ποσὸν τῶν 470,000 εἶχεν ἐξαντληθῆ πολὺ πρὶν ἀναλάβω ἐγὼ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸ μηνῶν, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἦτο ἐξηντλημένον. Ἄλλως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ παρακολουθῇ βῆμα πρὸς βῆμα τὴν κατασκευὴν τῶν ἐγκεκριμένων ὁδῶν, διότι γινώσκει ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος, ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις τῆς δαπάνης γίνεται μετὰ μῆνας ὁλοκλήρους. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος, ἔτι σπουδαιότερος, ὅστις ἐπέβαλλε νὰ μὴ σταματήσουν τὰ ἔργα, ὁ λόγος ὅτι αἱ ὁδοὶ αὐταὶ ἦσαν ἐν τῷ κατασκευάζεσθαι, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελον διακοπῆ τὰ ἔργα, ὅλη ἡ γενομένη ἐργασία καὶ ἡ δαπάνη ἤθελον ὑπάγει εἰς μάτην. Δεύτερον ἀποτέλεσμα, ὅπερ ἤθελον ἀναποφεύκτως ἐπέλθει, ἐὰν ἠκολούθουν τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ Παρνασσίδος, εἶναι, ὅτι ὅλοι οἱ ἐργολάβοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐπιτύχει τὰς ἐγκρίσεις παρὰ τῆς προκατόχου ἡμῶν Κυβερνήσεως, ἤθελον προβῆ εἰς ἀγωγὰς περὶ ἀποζημιώσεως, καὶ θὰ ἐδικαιοῦντο, διότι αὐτοὶ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσουν τὴν ἀπόδοσιν τῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας ἤθελον ὑποστῆ ἐκ τοῦ ὅτι συνεργεῖα ἤδη εἶχον καταρτισθῆ, καὶ ἀποζημιώσεις διὰ τὸ ἀπολεσθὲν κέρδος των. Ἐντεῦθεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς σχετικῆς πιστώσεως κατὰ Μάϊον, εὑρίσκετο ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ σταματήσῃ τὰ ἔργα αὐτὸς, διότι, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελε τὰ σταματήσει, ἤθελεν ἀναποφεύκτως συνεπαγάγει βαρυτάτας ζημίας διὰ τὸ Δημόσιον. Ἄν δὲ ὑπέχῃ τις εὐθύνην, διότι σήμερον ζητεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις 1,350,000 δραχ. ἐπὶ ἀρχικῆς πιστώσεως 470,000, βεβαίως τὴν εὐθύνην τοῦ ὅτι τοιαύτη πίστωσις ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σήμερον, κατόπιν τῆς τελέσεως τῶν ἔργων, φέρει ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία συνέταξε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893, ἀλλὰ τὴν εὐθύνην φέρουσι καὶ οἱ ἐπεξεργασθέντες τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον, διότι καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1893 καὶ οἱ ἐπεξεργασθέντες τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον ἐγνώριζον, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ὑποχρεώσεων ἐξ 7 ὅλων ἑκατομμυρίων, τὰς ὁποίας ἤθελον νὰ θεραπεύσωσι διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 470,000. Ἀληθῶς εἶναι ἀξιοδάκρυτος ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον διευθύνονται τὰ δημόσια ἡμῶν ἔργα, καὶ ἰδίως τὰ τῆς ὁδοποιΐας· ἐφθάσαμεν μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, νὰ ἔχωμεν ἔργα δεδομένα εἰς ἐργολάβον, καὶ ἡμεῖς παραλλήλως νὰ δαπανῶμεν δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων. Τοιοῦτον ἔργον εἶναι ὁ σιδηρόδρομος Διακοπτοῦ–Καλαβρύτων· καὶ ἀληθῶς παρεξενεύθην, ὅτε εὗρον πιστώσεις δαπανημένας διὰ τὸν σιδηρόδρομον αὐτὸν, ὁ ὁποῖος δὲν ἠξεύρω εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ· ἴσως ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου γνωρίζει εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ αὐτὸς καὶ τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν· εὗρον ὅμως δαπανημένας ἰδιαιτέρας πιστώσεις, ὅταν τὸ ἔργον ἦτο δεδομένον εἰς ἐργολάβον· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠδυνάμην ἐγὼ νὰ πράξω, ἦτο νὰ κόψω αὐτὰς τὰς καταχρήσεις, διότι ἐπρόκειτο περὶ καταχρήσεων, ἢ ἄλλως ἐπρόκειτο περὶ δωρεῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὸν ἐργολάβον. Οὐδεὶς ὅμως δύναται νὰ κατηγορήσῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν, διότι δὲν διέκοψε τὰ ἔργα, διὰ νὰ φέρῃ οὕτω μεγαλειτέρας ζημίας εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου.
§84Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων, καὶ εἶτα συζητεῖ, πρὶν ἢ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα. Ἀλλὰ διατὶ δὲν περιμένει τὰ ἔγγραφα; Διότι γινώσκει, ὅτι ἐκ τούτων οὐδὲν προκύπτει τὸ συμφέρον εἰς αὐτόν· ἰσχυρίζεται δὲ νῦν ὅ,τι τῷ συμφέρει, ἐν γνώσει ὅτι τὰ ἔγγραφα δὲν κυροῦσι τοὺς λόγους του. Ἡμεῖς, ἀναγράφοντες τὴν πίστωσιν τῶν 450,000, ἐγινώσκομεν ὅτι ὑπῆρχον ἔργα ἐκκρεμῆ ἑκατομμυρίων, ὅτε δὲ κατηρτίζομεν τὸν προϋπολογισμὸν, συνδιεσκέφθημεν μετὰ τῆς Διευθύνσεως τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ ἐθέσαμεν εἰς αὐτὴν τὸ ζήτημα κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται περιορισμὸς ἐντὸς τοῦ 1893 τῆς δαπάνης πρὸς τὰ ἐγκεκριμένα ταῦτα ἔργα, διότι περὶ νέων ἐγκρίσεων δὲν προέκειτο· εἶχε ληφθῆ ἡ ἀπόφασις οὐδὲν νέον ἔργον νὰ γένηται. Ἡ Διεύθυνσις τῶν δημοσίων ἔργων, μελετήσασα καλῶς τὰ τοῦ θέματος, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν γνώμην, ὅτι δύνανται πολλαὶ μὲν συμφωνίαι νὰ διαλυθῶσιν ἄνευ ζημίας τοῦ Δημοσίου, ἢ διὰ μικρᾶς ζημίας, τῶν ἄλλων δ’ ἐγκεκριμένων ἔργων νὰ κανονισθῇ κατὰ τὰ συμβόλαια βραδυτέρα ἡ πρόοδος, καὶ οὕτω νὰ δαπανηθῶσιν ἐντὸς τοῦ ἔτους ὅσα ἐνεγράψαμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ταῦτα ἐν τῇ ἐκτελέσει ἐνδεχόμενον ἦτο καὶ ἔν τισι νὰ προσκόψωσιν. Ἡμεῖς ἐξετελέσαμεν τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ ἔτους, καὶ ἂν κατ’ αὐτοὺς, διὰ τὴν ἔλλειψιν τῆς πρεπούσης ἐπιμελείας, ἐγένετο δαπάνη μεγαλειτέρα τῆς ἀναλογούσης, ὑπέχομεν τὴν εὐθύνην, ἂν ὅμως τῆς μεγαλειτέρας τυχὸν δαπάνης ἄλλαι ὑπῆρξαν αἱ ἀφορμαὶ, διότι ἐνδέχεται ἡ γνώμη τῆς Διευθύνσεως τῶν δημοσίων ἔργων, ὅτι θὰ ἠδύναντο νὰ διαλυθῶσι συμβόλαια ἄνευ ζημίας τοῦ Δημοσίου, νὰ μὴ ἐστηρίζετο ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ἢ ἡ γνώμη τῆς Διευθύνσεως τῶν δημοσίων ἔργων, ὅτι ἡ ἐπιβράδυνσις τῶν ἔργων ἦτο εὐχερὴς, ἐνδέχεται νὰ μὴ ἐπεκυρώθη ὑπὸ τῶν πραγμάτων, ἀποδειχθέντος ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιβραδυνθῶσιν ἔργα τινὰ διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον, ταῦτα πάντα πρέπει νὰ συζητηθῶσιν ἐπὶ τῶν ἐγγράφων, ἡ δὲ συζήτησις αὕτη, προκαλουμένη πρὸ τῆς προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων, ἅτινα αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ προσαχθῶσι, δεικνύει προτίμησιν πρὸς τὴν ἔρευναν ἐν τῷ σκότει, διότι τὸ φῶς δὲν συμφέρει.
§85ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ συζήτησις αὕτη προεκλήθη ὑπὸ τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι οὗτος ὑπηνίξατο, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὤφειλε νὰ σταματήσῃ τὴν περαιτέρω ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας, ἅμα ὡς εἶχε φθάσει νὰ ἐξαντληθῇ τὸ ποσὸν τῶν 470 χιλιάδων.
§86ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§87ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως· καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν, παρὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτὸν τὸν ὑπαινιγμόν. Ἀλλὰ βεβαίως ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι διέταξα τὴν κατασκευὴν ἔργων 1,350,000 ἀπέναντι πιστώσεως ἐξαντληθείσης 470 χιλιάδων, καὶ ὅτι ἐντεῦθεν θέλω νὰ δικαιολογηθῶ. Οὔτε ἑνὸς λεπτοῦ κατασκευὴν νέας ὁδοῦ διέταξα ἐγώ· ὅλη ἡ κατασκευὴ βαρύνει τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, βαρύνει τὸν Πρωθυπουργὸν τὸν νῦν, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ ἀποκρύψῃ ἀκριβῶς τοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους ἐπεδίωξε πάντοτε διὰ τῶν ψευδῶν πλεονασμάτων τῶν προϋπολογισμῶν· ἠθέλησε νὰ ἀποκρύψῃ τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ διὰ τοῦτο, ἐναντίον τῶν παραστάσεων,—καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τίνες ἦσαν αἱ παραστάσεις αὗται, ἦσαν τοῦ Διευθυντοῦ τῶν δημοσίων ἔργων,—ἐναντίον τῶν παραστάσεων αὐτῶν, ἐνεγράφη τὸ ποσὸν τῶν 470 χιλιάδων.
§88Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές.
§89ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν ἀλήθειάν σας τὴν γνωρίζει ἡ οἰκουμένη ὅλη σήμερον. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅπως δὲν ἦτο ἀληθὲς, ὅτι οὐδεμίαν ἔλαβε πρόνοιαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσσης, διὰ τὸν ὁποῖον σήμερον ἡ Βουλὴ ἔχει νὰ ψηφίσῃ πίστωσιν 7 ὅλων ἑκαμμυρίων διὰ τὸ 1893. Τῷ ἐλέγομεν τότε: τίνα πρόνοιαν ἔλαβες περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης; καὶ μᾶς ἀπήντα: «πιστώσεις ἔχομεν, χρημάτων εἶναι πλήρη τὰ ταμεῖα· τί μᾶς ἐλέγχετε;» Καὶ ἐν τούτοις εἶχε δαπανήσει ὅλην τὴν πίστωσιν τοῦ 1892 καὶ 480,000 πέραν τῆς πιστώσεως ἐκείνης, καὶ ἤλθομεν ἡμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ Μάϊον, καὶ ἀμέσως ἠναγκάσθημεν νὰ προκαλέσωμεν πίστωσιν, διὰ νὰ καλύψωμεν δαπάνας, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἄνευ πιστώσεως. Αὕτη εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ Βουλευτοῦ Μεσολογγίου, καὶ αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν τὴν ἠκούσαμεν πάντοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ἠκούσαμεν καὶ διατάγματα περικοπτόμενα καὶ δηλώσεις περὶ πιστώσεων ὑπαρχουσῶν, ἐνῷ ἦσαν ἐξηντλημέναι, καὶ βλέπομεν τὰ ἀποτελέσματα τῆς διαχειρίσεώς του καὶ τῆς πολιτείας του. Διὰ τοιούτου τρόπου τοῦ καταρτισμοῦ τῶν προϋπολογισμῶν ἔφθανεν εἰς τὸ νὰ ἐπιδεικνύῃ τὰ πλεονάσματα, διὰ τῶν ὁποίων ἐνόμιζεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐξαπατᾷ τοὺς δανειστὰς, μέχρις ὅτου ἤλθομεν εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν.
§90Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔχει τὴν εὐχαριστοῦσαν αὐτὸν, μηδένα δὲ βλάπτουσαν ἰδέαν, ὅτι ἀνεκάλυψεν αὐτὸς, ὅτι δὲν ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡ δαπάνη τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς καὶ Λαρίσσης, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα ἀποκαλυφθῇ εἰς τὸ Πανελλήνιον, ὅτι πλὴν τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπάρχει καὶ δαπάνη διὰ τὸν σιδηρόδρομον, κανονιζομένη δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων. Τῷ ὄντι ἡ ἀποκάλυψις αὕτη θ’ ἀπετέλει χρησιμότητα μοναδικὴν τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἂν μὴ τῷ ἠμφισβήτει τὴν προτεραιότητα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης. Ἀκριβῶς περὶ τῶν πιστώσεων τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς καὶ Λαρίσσης ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐπανειλημμένως εἶχε προκαλέσει συζητήσεις, καθ’ ἃς ἐπανειλημμένως εἶχον δικαιολογήσει τὴν γνώμην ἡμῶν περὶ τῆς μὴ περιλήψεως τῶν δαπανῶν τοῦ σιδηροδρόμου ἐν τῷ τακτικῷ προϋπολογισμῷ, ὅπως κανονίζωνται τὰ περὶ αὐτῶν δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων, αἵτινες ἀποτελοῦσιν ἔκτακτον προϋπολογισμόν. Ἠδύνατό τις περὶ τούτου νὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην, ὅτι δηλ. περὶ τούτων ἔπρεπε νὰ λαμβάνηται πρόνοια ἐν αὐτῷ τῷ τεύχει τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ μετὰ πολυώρους συζητήσεις, ἐξ ἀφορμῶν πάντοτε δοθεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, καὶ ἀφοῦ τὸ θέμα ἐξηντλήθη, ἐδηλώθη, ὅτι τὰ τῆς δαπάνης τοῦ σιδηροδρόμου θέλουσι κανονίζεσθαι κατὰ τὸ ἡμέτερον σύστημα, ἤτοι διὰ νόμου ἢ διατάγματος περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως, διατεθησομένης ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ περὶ κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου νόμου· διότι δὲν θὰ παρεῖχον αἱ πιστώσεις ἀδείας δαπάνης, εἰς ἣν αὐθαιρέτως θὰ προήρχετο ἡ Κυβέρνησις· περὶ τῆς δαπάνης τῆς διὰ τῶν πιστώσεων ἐπιτρεπομένης ὑπῆρχε ψῆφος τῆς Βουλῆς καὶ νόμος ἰσχύων, ὑπῆρχε δὲ ἡ διαφωνία περὶ μόνου τοῦ λογιστικοῦ κανονισμοῦ, ὡς οὔσης καθ’ ἡμᾶς ἀναγκαίας τῆς εἰδικῆς περὶ τῶν τοῦ σιδηροδρόμου προνοίας, διὰ τὸ ἀνέφικτον τῆς ἐκ προοιμίων ἔστω καὶ κατὰ προσέγγισιν ἐκτιμήσεως τῆς δαπάνης. Ἡ ἔλλειψις παντὸς δεδομένου πρὸς τὴν ἐκτίμησιν ταύτην καταφαίνεται καὶ ἐκ τούτου, ὅτι, ὅτε ἐγένετο ἡ συζήτησις καὶ καθωρίζετο ἡ πιθανὴ δαπάνη, παριστᾶτο αὕτη πάντως ὡς οὐχὶ κατωτέρα τῶν 2 ἑκατομμυρίων κατὰ μῆνα, ἐνῷ ἤδη δὲν ὑπερβαίνει τὰς 100 χιλιάδας δραχμῶν κατὰ μῆνα. Δὲν ὑπῆρχεν ἄρα ὅρος, ὃν ἠδυνάμεθα ν’ ἀναγράψωμεν ἐν τακτικῷ προϋπολογισμῷ ὡς ἔστω καὶ κατὰ προσέγγισιν πιθανόν. Περὶ τοῦ συστήματος δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν σήμερον, ἀλλ’ ἔδει νὰ ῥηθῇ, ὅτι πάντα ταῦτα εἶχον ἀνακοινωθῆ πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐξετελέσθησαν παρ’ ἡμῶν, ὅπως ἀνεκοινώθησαν πρὸς αὐτήν.
§91ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μακρὰ συζήτησις ἠγέρθη τότε, ἀλλὰ βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν κατώρθωσε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ἐζήτει ἔκτακτον πίστωσιν ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἐπετρέπετο ὑπὸ τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Ἀπεδείξαμεν τότε, ὅτι ἔκτακτοι πιστώσεις εἶναι αἱ ὅλως ἀπρόβλεπτοι, ἀνεφέραμεν δὲ τὰς δαπάνας, τὰς προκαλουμένας ἐκ ζημιῶν ἐκ σεισμῶν, ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἐπέρχεται ἐπίκουρος, ἀνεφέρομεν τὸν πόλεμον, ὅστις ἐκρήγνυται ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους, καὶ δημιουργοῦνται οὕτω δαπάναι, τὰς ὁποίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προΐδῃ οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε ἡ Βουλὴ, κατὰ τὴν σύνταξιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἤδη σχεδιασθῆ, ἡ κατασκευὴ αὐτοῦ ἔχει ἐκδοθῆ εἰς δημοπρασίαν, ἔχουσι δὲ ὁρισθῆ ἐκ τοῦ προτέρου αἱ δαπάναι διὰ νόμου, πῶς δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι ἀπρόβλεπτος; Ἡμεῖς ὑπεστηρίξαμεν πάντοτε τὴν γνώμην ταύτην, τὴν μόνην ὀρθὴν, ὅτι πᾶσα δαπάνη προβλεπομένη δὲν εἶναι ἔκτακτος, καὶ πρέπει νὰ ἐγγράφηται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου δὲν ἐνέμεινε πιστὸς εἰς τὴν γνώμην τὴν ἀντίθετον, τὴν ὁποίαν εἶχε, καὶ καθ’ ἥν, προκειμένου περὶ ἔργου, οἷον ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς–Λαρίσσης, πρέπει νὰ καταφεύγωμεν εἰς ἐκτάκτους πιστώσεις. Πλὴν διατὶ τοὐλάχιστον δὲν ἐζήτει αὐτὸς τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις παρὰ τῆς Βουλῆς; Τὸ παρελθὸν ἔτος, κατὰ Ἰούλιον, ἐζήτησε καὶ ἔλαβε παρ’ αὐτῆς πιστώσεις ἐκτάκτους διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσσης, κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους ἐκείνου· διατὶ δὲν ἐζήτησε τοιαύτας καὶ διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος; Διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον ἔχει νὰ προβάλῃ καὶ περὶ τακτικῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους, καὶ καθ’ ὃν δὲν ἐννοεῖ ποτε νὰ λαμβάνῃ προϋπολογισμοὺς ἀληθεῖς, ἀλλὰ νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τύπους μόνον ἀπολογισμούς. Ὅτι δὲ ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν συνήθως ψευδεῖς, εἰκονικοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ ὡς πρὸς τὰς τακτικὰς δαπάνας, θὰ ἀποδείξω ἀκολούθως, λαμβάνων τὸν λόγον ἐπὶ τῶν τακτικῶν πιστώσεων. Ὅτε ἡμεῖς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπεδείξαμεν, ὅτι πολλαὶ δαπάναι ἐκ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων ἀπεκρύπτοντο, μόνον καὶ μόνον ὅπως παρουσιασθῇ εἰκονικὸν ἰσοζύγιον, αὐτὸς ἐζήτει νὰ μᾶς διαψεύσῃ· ἀλλὰ, κατὰ περίεργον σύμπτωσιν, σήμερον τὰ ποσὰ αὐτὰ, τὰ τότε ἀποκρυπτόμενα, ζητοῦνται διὰ τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα. Ἓν μόνον βλέμμα ἐὰν ῥίψητε εἰς τὴν δικαιολογητικὴν ἔκθεσιν, θὰ ἴδητε, ὅτι προέκειτο περὶ δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἠδύνατο κάλλιστα τότε νὰ προΐδῃ, τὰς ὁποίας ἐγίνωσκε καὶ τὰς ὁποίας ἐν τούτοις δὲν ἐνέγραψε, μόνον καὶ μόνον ὅπως παρουσιάσῃ εἰκονικὸν προϋπολογισμόν. Καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ δεκαετίαν ὁλόκληρον εἰργάσθησαν τῷ ὄντι ἐν τῷ σκότει καὶ παρεσκεύασαν τὴν παροῦσαν κατάστασιν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑφίστανται τὸν ἔλεγχον ἡμῶν, ἔχουσι τὸ θάῤῥος, ἀφοῦ ἔφεραν τὰ πράγματα ἐκεῖ, ὅπου τὴν σήμερον εὑρίσκονται, νὰ λέγωσι νῦν, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν συμφέρον νὰ εὑρισκώμεθα ἐν τῷ σκότει!
§92ΡΑΛΛΗΣ. Ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ μὲ διαψεύσῃ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπικαλούμενος τὴν ἄγνωστον ἔτι γνώμην τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων, διότι τὴν ἔχω ἐδῶ· εἶναι προσηρτημένη εἰς τὴν κατατεθεῖσαν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν, καὶ βλέπω ἐν αὐτῇ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ δι’ ἔξοδα σιδηροδρόμων τοῦ τρέχοντος ἔτους συνταχθεὶς προϋπολογισμὸς δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, διότι κατὰ τὴν ἐπικρατήσασαν γνώμην ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον αἱ ὑπάρχουσαι διαθέσιμοι πιστώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὅπερ καὶ ἐγένετο μέχρι τοῦδε· ἀλλ’ ἤδη ἡ μὲν πίστωσι, ἐκ δραχμῶν 5,000,000 διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης οὐ μόνον ἐξηντλήθη, ἀλλὰ ἐπληρώθησαν καὶ δραχμαὶ 614,449.59 καθ’ ὑπέρβασιν, τῆς πληρωμῆς μὴ ἐπιδεχομένης ἀναβολὴν ἕνεκεν ἀπειλουμένης διακοπῆς τῶν ἔργων ὑπὸ τῆς ἑταιρίας· ἡ δὲ πίστωσις ἐκ δραχμῶν 90,548 δι’ ἔξοδα ἐπιστασίας κλπ. ἐξηντλήθη καὶ αὕτη, ὀφείλονται δὲ μισθοὶ τῶν μηνῶν Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου εἰς διαφόρους ἐπιστάτας καὶ προσωρινοὺς μηχανικοὺς ἐκ δραχμῶν 3,000. Ἑπομένως ἀποβαίνει ἤδη ἀναγκαία πίστωσις συμπληρωτικὴ, διὰ μὲν τὴν κάλυψιν τῆς γενομένης ὑπερβάσεως τῶν ἐξόδων κατασκευῆς ἐκ δραχμῶν 614,449.59, διὰ δὲ τὴν πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων μισθῶν ἐκ δραχμῶν 3,000, τὸ ὅλον δραχ. 617,449.59 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ παρελθόντος ἔτους.» Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν ἀφῆκε τὰ δημόσια ἔργα ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου κατὰ τὰ τέλη Ἀπριλίου ἢ ἀρχὰς Μαΐου, ὅτε παρῃτήθη τῆς Κυβερνήσεως, ἀφῆκε δηλ. ὅλα αὐτὰ τὰ ἔργα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχον δαπανηθῆ δεκάδες ἑκατομμυρίων ἄνευ οὐδεμιᾶς προνοίας, καὶ ἠναγκάσθη νὰ διατάξῃ τὴν πληρωμὴν καταστάσεων ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν, χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ οὐδὲ κἄν πίστωσις, καὶ μᾶς ἔλεγεν, ὅτι αὐτὸς ἐσκέπτετο ὅλως ἄλλως, καὶ ἐκανόνισε τὰ τῆς δαπάνης αὐτῆς ἄλλως, διότι ἐπρόκειτο περὶ δαπάνης ἐκτάκτου. Πῶς ἄλλως; Ἡ δαπάνη ἢ θὰ περιληφθῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἢ θὰ ἐκδοθῇ διάταγμα, ἐὰν ἦναι ἀποῦσα ἡ Βουλή, ἢ θὰ ζητηθῇ πίστωσις, ἄν ἦναι παροῦσα ἡ Βουλή. Αὐτὰ τῷ τὰ ἐλέγομεν τότε, ἀλλὰ δὲν ἀπήντα· μᾶς ἔλεγε μόνον, ὅτι πιστώσεις ἔχει, χρήματα ἔχει. Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ πρόνοια, ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς διευθύνσεως τῶν δημοσίων ἔργων ἐξαγομένη. Εἶχεν ἤδη ἐξαντληθῆ ὁλόκληρος ἡ πίστωσις καὶ εἶχον καταβληθῆ ἐξ ἄλλων πιστώσεων 604 χιλιάδες δραχμῶν, καθυστεροῦντο δὲ οἱ μισθοὶ τῶν μηνῶν Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου τοῦ 1892. Ἀκριβῶς εἰς τοῦτο ἐχρησίμευσεν ἡ διάβασις ἡμῶν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ διὰ τοῦτο τὸν βλέπομεν ἀγανακτοῦντα καὶ ταρασσόμενον, διότι ἐχρησίμευσεν ἡ διάβασις ἡμῶν αὕτη εἰς τὸ νὰ θέσωμεν τὸν δάκτυλον ἐπὶ τῶν τύπων τῶν ἥλων, διὰ νὰ καταστήσωμεν φανερὰς ὁλοκλήρους τὰς πληγάς, τὰς ὁποίας δεκαετὴς ἀτυχὴς διαχείρισις κατήνεγκεν ἐπὶ τοῦ σώματος αὐτῆς τῆς ἀτυχοῦς Πολιτείας. Θὰ ἦτο εὐτύχημα διὰ τὸν κ. Βουλευτὴν Μεσολογγίου, ἐὰν κατώρθου νὰ ἐξαλείψῃ τὴν ἑξάμηνον ἐκείνην διοίκησιν, ἀλλὰ δὲν θὰ τὸ κατορθώσῃ. Ἡ ἑξάμηνος ἐκείνη διοίκησις ἐχρησίμευσεν εἰς τὸν τόπον, ὅπως τὸν διαφωτίσῃ περὶ τῶν διαπραχθέντων ἐπὶ δεκαετίαν ὁλόκληρον· ἐχρησίμευσεν ὅπως ἀποδείξῃ τίνες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸν ἠπάτων διαρκῶς, οἱ ὁποῖοι πάντοτε παρέστησαν ψευδῆ πράγματα ὡς ἀληθῆ, καὶ ἐν τῇ ἰδιότητί των ὡς δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἔφερον ἐδῶ ψευδεῖς προϋπολογισμούς, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐβάσιζον πλεονάσματα ἐπὶ πλεονασμάτων. Δὲν εἶναι διόλου παράδοξον, ἐὰν, ἀφοῦ ἡμεῖς ἐπηνέγκομεν τοιαύτας συνεπείας ἐκ τῆς ὑπουργίας μας, τὸν βλέπετε καταθορυβούμενον, ὁσάκις ἀναμιμνήσκεται αὐτήν. Ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ εἴπῃ, πῶς δικαιολογεῖ τὴν δαπάνην τῶν 50,000 δραχμῶν διὰ τὸν σιδηρόδρομον Καλαβρύτων–Διακοφτοῦ. Δὲν εἶναι εὔκολον νὰ καταδείξῃ τις ὅλα τὰ πλημμελῆ τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων ἡμῶν ἔργων. Θὰ ἔλθῃ ὅμως ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ φανερωθοῦν ὅλα καὶ ἀκριβῶς· ὅπως δὲ συντελέσω εἰς τὸ νὰ διαφωτίσω τὴν Βουλήν, θὰ παρακαλέσω νὰ κατατεθῇ ὁ πίναξ, τοῦ ὁποίου προεμνήσθην. Ἀλλ’ ἤδη παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ καὶ πίναξ τῶν κατασκευασθεισῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου 1892 μέχρι σήμερον, διότι ἐκεῖ θὰ ἴδητε ἄλλην φάμπρικαν, θὰ ἴδητε ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν κατασπαταλωμένας, ὅπως ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι κατεσπαταλήθησαν διὰ τὸν Κιθαιρῶνα.
§93ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσιν οἱ τρεῖς πίνακες, οἵτινες προσήχθησαν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ παρὰ τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ προσαχθέντες εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπέδειξεν, ὅτι θέλει διαταχθῆ ἡ Διεύθυνσις τῶν δημοσίων ἔργων νὰ ὑποβάλῃ πίνακας ἐντελεστέρους.
§94ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§95ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ὑποβληθῶσι καὶ αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προσήχθησαν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἂν θὰ ἦναι αὐτοὶ ἐκεῖνοι, θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν καλὴν πίστιν τοῦ κ. προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐβεβαίωσα πρὸ ὀλίγου, ὅτι οἱ πίνακες κατετέθησαν καὶ ἤδη εἶναι εἰς τὸ τυπογραφεῖον.
§97ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὄχι· μαρτυρεῖ περὶ τούτου ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς.
§98ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ πίνακες, οἱ ὁποῖοι ἦσαν καθαρογεγραμμένοι, εἶναι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι κατετέθησαν· οἱ ἄλλοι πίνακες, οἱ ἀφορῶντες εἰς τὴν βʹ κατηγορίαν, ἦσαν κακογεγραμμένοι, διότι σήμερον κατὰ πρῶτον συνετάχθησαν, εἶπον δὲ εἰς τὸν Διευθυντὴν τῶν δημοσίων ἔργων νὰ διατάξῃ, ὅπως ἀντιγραφῶσι, καὶ νὰ τοὺς ἀποστείλῃ εἰς τὴν Βουλήν.
§99ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ θέλω καὶ ἐκείνους.
§100ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑπὸ στοιχεῖα ͵ΒΜΑʹ περὶ κατασκευῆς λιμένος ἐν Λευκάδι νόμου». Ὁ κ. Σέρβος ἔχει τὸν λόγον.
§102ΣΕΡΒΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δὲν εἶναι οὔτε περισπούδαστον, οὔτε γενικῆς ὠφελείας, διότι ἀφορᾷ ἐπαρχιακὸν ζήτημα, καὶ ἕνεκα τούτου ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν καὶ ὑπομονὴν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἂν καὶ εἶναι ζήτημα ἐπαρχιακὸν, εἶναι ὅμως διὰ τὴν ἐπαρχίαν σπουδαῖον, διὰ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπέφερεν ὁ νόμος, εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ ὁποίου ἁπλῶς ἀποβλέπει ἡ προκειμένη πρότασις νόμου. Ἐγώ, Κύριοι, ἀποβλέπω εἰς τὴν πλήρη κατάργησιν τοῦ νόμου, κατάργησιν, τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι ὀφείλει νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή, ἕνεκα τῶν ἐπαχθῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἔφερε, καὶ τὰ ὁποῖα ἀναγνωρίζει ἐν μέρει ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου κ. Βαλαωρίτης, ὁ προτείνων τὴν τροπολογίαν τοῦ νόμου. Διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΜΑʹ τῆς 23 Ἰουλίου 1892 ἐψηφίσθησαν τρία τινά· αʹ) νὰ κατασκευασθῇ ἐσωτερικὸς λιμὴν ἐν Λευκάδι, ἀντὶ τοῦ προϋπάρχοντος παλαιοῦ λιμένος, καὶ τῆς προϋπαρχούσης ἀβαθοῦς αὔλακος, τῆς χωριζούσης τὴν Λευκάδα ἀπὸ τὴν Ἀκαρνανίαν· βʹ) ἐψηφίσθη πρὸς τοῦτο 1,400,000 δραχμῶν δάνειον, καὶ ἐκανονίσθη ὁ τρόπος τῆς πληρωμῆς, καὶ γʹ) ἐψηφίσθησαν διάφοροι φόροι, λίαν ἐπαχθεῖς, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου. Οἱ φόροι οὗτοι ἦσαν δεκαπλασίως ἀνώτεροι ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐπλήρονε προηγουμένως ἡ ἐπαρχία ἀπὸ τοῦ 1820, ἐπικυρωθέντες καὶ διὰ Β. Διατάγματος τῆς 30 Νοεμβρίου 1890. Τὸ δάνειον εὐτυχῶς δὲν εὑρέθη, εὐνόητον δὲ εἶναι, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἀτυχῶς ἡ Λευκὰς, ὡς ἐπίσης καὶ ὅλη ἡ Ἐπικράτεια. Ἐν τούτοις ἡ φορολογία ἦτο βαρεῖα καὶ καταθλιπτική, καὶ πᾶς ὁ πονῶν διὰ τὸν τόπον ηὔχετο διὰ τὴν παῦσιν αὐτῆς καὶ τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς ἐπιχειρήσεως. Οὐχ ἧττον ἐγένετο προκήρυξις διὰ τὴν ἐργολαβίαν, ἀλλ’ οὐδεὶς προσῆλθεν ἐργολάβος. Ἐπειδὴ δὲ ὁ προϋπάρχων λιμὴν, ἕνεκα θεομηνίας, εἶχεν ὑποστῆ μεγάλην βλάβην, ἡ ναυτιλία ἐζήτει ἐπανειλημμένως, ἵνα ληφθῇ ἐπείγουσα πρόνοια διὰ τὴν ἐκβάθυνσιν καὶ διόρθωσιν τοῦ λιμένος ἐκ τῆς καταστροφῆς, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποστῆ. Τοῦτο ἦτο εὐκολώτατον νὰ κατορθωθῇ ὡς ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος ἱκανοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου ἐν τῷ λιμενικῷ ταμείῳ. Συνεπείᾳ ἀποφάσεως τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, γενομένης παραδεκτῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐψηφίσθη τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ἐπιδιόρθωσιν τοῦ λιμένος. Ἐγένετο προκήρυξις μειοδοσίας, καὶ ἐπαρουσιάσθη μειοδότης, ὁ ὁποῖος ἐδέχθη νὰ ἐπιδιορθώσῃ αὐτὸν διὰ ποσὸν 270,000 δραχμῶν, ἀφαιρέσει τοῦ 16%, πρὸς τοῦτο δὲ συνετάχθη συμβόλαιον κατὰ τὰς ἀρχὰς Νοεμβρίου ἐ. ἔ. Καὶ ἱκανοποιήθησαν ἕνεκα τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο εἰς τὸ ταμεῖον, παρέμεινε δὲ ἐν αὐτῷ καὶ ἓν ὑπόλοιπον δραχμῶν ὡς ἔγγιστα 79,000, διότι τὸ ὑπάρχον ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 303,387. Τοιουτοτρόπως ἐξέλιπεν ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἔφερε τὰ κακὰ ἀποτελέσματα, διότι διὰ τῆς προνοίας, ἡ ὁποία ἐλήφθη, ἀπεμακρύνθη οἱαδήποτε πρόφασις πρὸς ἀπολαυὴν τῆς σωτηρίας τῶν πλοίων διὰ τῆς ἐπιδιορθώσεως τοῦ λιμένος. Τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα ἐπέφερεν ὁ νόμος, εἶναι τὰ ἀκόλουθα. Ἐνῷ πρότερον ὅλον τὸ ἐμπόριον εἰσήγετο ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν εἰς τὴν Λευκάδα, ἀφ’ ὅτου ἐπεβλήθη ὁ βαρὺς φόρος, οὐδὲν ἐμπόρευμα ἤρχετο ἐν αὐτῇ, διότι, διὰ νὰ ἀπαλλαγῶσιν οἱ ἔμποροι τοῦ ἐπιβληθέντος προσθέτου δασμοῦ, ἐτελώνιζον τὰ ἐμπορεύματα εἰς τὴν Κέρκυραν, καὶ τὰ ἔφερον ἐλεύθερα εἰς τὴν Λευκάδα. Δεύτερον οἱ γεωργοὶ τῆς Λευκάδος ἀπέρχονται κατ’ ἔτος εἰς τὴν Ἀκαρνανίαν, κάμνουν τὰς σποράς των καὶ ἐπιστρέφοντες εἰς τὴν Λευκάδα φέρουν δύο, τρία, τέσσαρα ἢ πέντε σίτου ἢ κριθῆς κοιλά. Ὁ νόμος, ἐπιβάλλων φόρους εἰς τοὺς γεωργοὺς, ἐμποδίζει τὴν γεωργίαν, καὶ ἐντεῦθεν ἠκούοντο γοεραὶ κραυγαὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς δυστυχεῖς γεωργούς. Τρίτον, ὁ οἶνος τῆς Λευκάδος ἐπωλεῖτο ἄλλοτε 15–20 ἢ 25–30 δραχμὰς τὴν βαρέλαν· πέρυσι καὶ προπέρυσι κατήντησεν εἰς μόνον 4–5 δραχμὰς τὴν βαρέλαν, εἰς τρόπον ὥστε οἱ δυστυχεῖς γεωργοί, ἐνῷ δὲν ἀπολαμβάνουν οὔτε τὰ ἡμερομίσθιά των, ἐπλήρονον αὐτὸν τὸν φόρον. Τέταρτον, ἐνῷ ὑπάρχουν λιμενικὰ ταμεῖα ἄλλα, ἐκτὸς τοῦ τῆς Λευκάδος, ἠναγκάζοντο, δυνάμει τοῦ νόμου, νὰ πληρώνωσι καὶ ἕτερον φόρον διὰ τὸ τῆς Λευκάδος. Οἱ λόγοι οὗτοι ἔφεραν τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι σήμερον ὑποβάλλονται διὰ τῆς προτάσεως τοῦ νόμου. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ νόμος πρέπει νὰ καταργηθῇ ὁλοσχερῶς, ἵνα ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προϋπῆρχεν ἀπὸ τῆς Προστασίας καὶ ἐντεῦθεν μέχρι τῆς 23 Ἰουλίου 1892, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου οἱ προϋπάρχοντες φόροι ἀφῃρέθησαν, ἀντικατασταθέντες διὰ τῶν τοῦ νόμου ͵ΒΜΑʹ. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν μου κ. Βαλαωρίτην νὰ παραδεχθῇ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου καὶ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν προηγουμένην κατάστασιν, μέχρις οὗ ἔλθῃ ἡ κατάλληλος εὐνοϊκὴ στιγμή, διότι τὴν σήμερον δὲν εἶναι αὕτη, καὶ ἕνεκα τῶν γενικῶν περιστάσεων τοῦ Κράτους καὶ ἕνεκα τῶν τῆς ἰδιαιτέρας ἡμῶν ἐπαρχίας, καὶ τότε νὰ ληφθῇ γενικὴ πρόνοια. Διότι, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἀνορυχθῇ ἡ διώρυξ αὕτη, δὲν πρέπει νὰ ἀνορυχθῇ μόνον διὰ τὴν Λευκάδα· πρέπει νὰ ἀνορυχθῇ ἐπ’ ὠφελείᾳ ὅλων ἐκείνων τῶν μερῶν, τὰ ὁποῖα θὰ εὐεργετηθοῦν ἐκ τῆς διανοίξεως ταύτης, οἷον τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου καὶ ἄλλων, καθὼς πολὺ εὐλόγως παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, καὶ ἕνεκα τούτου εἶναι δίκαιον νὰ συνεισφέρωσι τὰ λαμβάνοντα τὴν εὐεργεσίαν μέρη ἀναλόγως τοῦ εὐεργετήματος. Ἰδοὺ οἱ κύριοι λόγοι, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν ἐπρυτάνευσαν κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νόμου ἐκείνου κατὰ τὸ 1892, καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων, ἀντὶ τῆς τροπολογίας τοῦ νόμου, ἐγὼ προτείνω τὴν κατάργησιν αὐτοῦ, καὶ περὶ τούτου θὰ καταθέσω ἰδίαν πρότασιν. Ἐὰν ὅμως, παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν, ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ μόνον τὴν τροπολογίαν τοῦ νόμου ἐκείνου, τοῦ τόσον ἀδίκου, τοῦ τόσον ἐπιζημίου, θὰ φέρω ἰδιαιτέραν πρότασιν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀντικείμενα τοῦ νόμου αὐτοῦ. Καὶ πρῶτον συμφωνῶ πληρέστατα εἰς τὸ νὰ ἀπαλλαγῶσι τῆς φορολογίας οἱ γεωργοί, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται εἰς τὴν Στερεὰν καὶ φέρουν τοὺς καρπούς των εἰς τὸν τόπον των· καὶ ναὶ μὲν συμφωνῶ μὲ τὴν πρότασιν, ἀλλ’ ὄχι μόνον διὰ τὰ εἰσαγόμενα ἐν τῇ πόλει, —διότι ἡ πρότασις ἀφορᾷ νὰ ἀπαλλαχθῶσιν οἱ καρποὶ οἱ εἰσαγόμενοι εἰς τὴν πόλιν τῆς Λευκάδος· ἀλλ’ οἱ γεωργοὶ δὲν εἶναι οἱ πολῖται, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται, εἶναι οἱ χωρικοί, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ἀπαλλαχθῶσιν ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἐργαζόμενοι εἰς τὴν Ἀκαρνανίαν, ἐνῷ κατὰ τὴν πρότασιν ἡ ἀπαλλαγὴ περιορίζεται εἰς μόνην τὴν εἰς τὴν πόλιν εἰσαγωγήν. Δεύτερον, ὁ οἶνος πρέπει νὰ μείνῃ ἀφορολόγητος, καίτοι ὁ ἐπιβαλλόμενος φόρος εἶναι ὀλίγος· διότι, ἀφοῦ ὁ γεωργὸς δὲν ἀπαντᾷ οὔτε τὰ ἔξοδά του, οὔτε τὰ ἡμερομίσθιά του, δὲν πρέπει νὰ πληρόνῃ φόρον, χωρὶς νὰ ἀπολαμβάνῃ οὐδέν. Τρίτον, ὁ λιμὴν τῆς Βασιλικῆς τελεῖ ἰδιαίτερον λιμενικὸν φόρον· εἶναι δίκαιον λοιπὸν νὰ ἀπαλλαχθῇ τοῦ φόρου αὐτοῦ, διότι βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ὑπαχθῇ εἰς διττὴν φορολογίαν, καὶ περὶ τούτου φέρω τὰς οἰκείας προτάσεις. Ἐξαιτοῦμαι λοιπὸν νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος, καὶ νὰ μὴ γείνῃ δεκτὴ ἡ προκειμένη πρότασις νόμου· ἄλλως, νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ δευτέρα πρότασίς μου, ἵνα ἡ εἰσαγωγὴ τῶν δημητριακῶν καρπῶν μείνῃ ἐλευθέρα δι’ ἅπασαν τὴν ἐπαρχίαν, καὶ ἀπαλλαχθῇ τῆς φορολογίας ὁ οἶνος, ἀποκλεισθῇ δὲ τῆς φορολογίας ὁ λιμὴν τῆς Βασιλικῆς.
§103ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ἂς ψηφισθῇ ἤδη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, καὶ θέλω ἀπαντήσει εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§104ΡΑΛΛΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος, κύριε Πρόεδρε, νὰ σᾶς ὑπομνήσω τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεως πλέον ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς.
§105ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ λοιπὸν ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 καὶ 25′ μ. μ.