1893.12.15
1,370 rows · 10,296 words · 97 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37
Τῆς 15 Δεκεμβρίου 1893.
(Τετάρτη).
Ὥρα 6 καὶ 15 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Μαρία χήρα Παναγιώτου Βρυωνίδου καὶ ἡ Ἑλένη χήρα Δημητρίου Δεληγιάννη, ἀμφότεραι σύζυγοι τῶν θανατωθέντων ἀξιωματικῶν κατὰ τὴν ἔκρηξιν τῆς πυριταποθήκης τοῦ Σκαραμαγκᾶ, παρακαλοῦσι δι’ ἀναφορᾶς των τὴν Βουλήν, ὅπως ἀντὶ τῆς χορηγηθείσης αὐταῖς συντάξεως, ἥτις εἶναι ἀνεπαρκὴς πρὸς συντήρησίν των, ταῖς χορηγηθῇ ὁλόκληρος ὁ μισθὸς τῶν ἐν ὑπηρεσίᾳ παθόντων συζύγων των. Ἡ ἀναφορὰ θέλει ἀποσταλῆ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον διὰ τὰ περαιτέρω. Πολλοὶ τῶν ἐν Ἀθήναις φαρμακοποιῶν παρακαλοῦσι δι’ ἀναφορᾶς των, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν φαρμακεμπόρων, οἵτινες δὲν ἐκπληροῦσι τὸν προορισμόν των. Ὁ Βασίλειος Κυριακοῦ παραπονεῖται δι’ ἀναφορᾶς του, ὅτι ἐκόμισεν ἐνταῦθα σταφίδα καὶ ὑπεχρεώθη νὰ πληρώσῃ 1½ λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν διὰ δημοτικὸν φόρον.
§2ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Σήμερον μοὶ ἐστάλη ἐκ Μεσσήνης τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου μὲ πληροφοροῦσιν, ὅτι πολίτης τις προσέφερεν ἑνωτικὴν προσφορὰν ἐπὶ τῶν ἀδηλώτων οἴνων τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης 10,000 δραχμάς. Ἐπειδὴ οἱ ἀδήλωτοι οἶνοι ἑκάστου δήμου τῆς ἐπαρχίας ταύτης ἐνοικιάζονται χωριστὰ ἀντὶ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ τῶν 10,000 δραχμῶν, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἐπαρχία ἔχει ἓξ δήμους, τὸ Δημόσιον, ἐὰν ἐγκριθῇ ἡ προσφορὰ τοῦ Κυρίου αὐτοῦ, θέλει ζημιωθῇ περὶ τὰς 60,000 δραχμῶν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων, ἵνα μὴ ἐγκρίνωσι τὴν προσφορὰν ταύτην, ἀλλὰ διατάξωσι τὴν ἐνέργειαν πλειοδοτικῆς δημοπρασίας.
§3ΚΑΪΡΗΣ. Τετρακόσιοι πέντε κρατούμενοι εἰς τὰς φυλακὰς Πύλου δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, παραπονοῦνται, ὅτι οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ παντοπωλείου τῶν φυλακῶν εἰσάγουσι τρόφιμα κακῆς ποιότητος, διὰ τὰ ὁποῖα ζητοῦσι καὶ ἀκριβά. Παραπονοῦνται ἐπίσης κατὰ τοῦ χορηγητοῦ τοῦ ἄρτου, ὅτι ὁ ἄρτος εἶναι κακίστης ποιότητος καὶ ἐλλιπής. Τὰ παράπονα ταῦτα ὑπέβαλον καὶ εἰς τὰς ἐκεῖ τοπικὰς ἀρχὰς καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν. Ταῦτα πάντα δι’ ἀναφορᾶς, φερούσης 405 ὑπογραφὰς, ἀναφέρουσι πρὸς ὑμᾶς, καὶ παρακαλῶ νὰ συστηθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ληφθῇ πρόνοια, καὶ ἐὰν ὅσα λέγωσιν ἦναι ἀληθῆ, ἐπέλθῃ θεραπεία.
§4ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρὸ ἡμερῶν διεβιβάσθη παρόμοιον παράπονον καὶ παρὰ τῶν κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς Λαμίας, ὅτι δηλαδὴ ἡ ποιότης τοῦ ἄρτου τοῦ χορηγουμένου εἰς αὐτοὺς εἶναι κακίστη, καὶ ὅτι τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἀπηύθυναν πρὸς τὰς ἐκεῖ ἀρχὰς, δὲν εἰσηκούσθησαν. Τὰ παράπονα ταῦτα ἀνεκοίνωσεν ἐνταῦθα ὁ ἐκ Φθιώτιδος ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Χατζῖσκος, παρακαλέσας τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργὸν, ἵνα ζητήσῃ πληροφορίας καὶ ἀνακοινώσῃ αὐτὰς εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν ἔχωνται ἢ ὄχι ἀληθείας. Συγχρόνως τὸν παρεκάλεσεν, ἐὰν ἐπληροφορεῖτο ὅτι ἦτο ἀληθὲς τὸ γεγονὸς, νὰ ἐπιστήσῃ τὴν δέουσαν προσοχὴν, ὅπως παύσῃ τὸ ἄτοπον τοῦτο, διότι οὐδεὶς νόμος, οὐδὲν δίκαιον ἐπιτρέπει, τὰ πλάσματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἔτυχον νὰ ῥιφθῶσιν εἰς τὰς φυλακὰς, νὰ τὰ καταδικάσωμεν εἰς τὸν δι’ ἀσιτίας θάνατον. Ἐλήφθησαν ἆρά γε αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι;
§5ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἁρμόδιος, καὶ ὑποθέτω ὅτι θὰ ἐζήτησε πληροφορίας.
§6ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ἐδημοσιεύθη διακήρυξις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τῆς 10 ἱσταμένου μηνὸς, διὰ τῆς ὁποίας ἀνακαλεῖται ἡ προδημοσιευθεῖσα διακήρυξις περὶ ἐνεργείας μειοδοτικῆς δημοπρασίας διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ Ἀβερωφείου Ἐφηβείου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέπτυξεν ἐνταῦθα καὶ συνεφώνησε μαζύ μου, χωρὶς νὰ τὸ ἐννοήσῃ, ὅτι τὸ ἔργον εἶναι ἰδιωτικὸν, καὶ καθὸ τοιοῦτον δὲν ὑπάγεται εἰς τὸν ἔλεγχον οὐδὲ εἰς τὴν σύμπραξιν τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι μετέσχον εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς δημοπρασίας, μετέσχον κατὰ παράκλησιν τοῦ Ἀβέρωφ, δαπάναις τοῦ ὁποίου ἐγείρεται τὸ ἵδρυμα. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἑπομένως δὲν εἶχε κἀμμίαν ἁρμοδιότητα νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος δημοπρασίας, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ δυσφορήσῃ ὁ γενναῖος χορηγὸς τῆς δαπάνης. Πρὸς τοῦτο καταθέτω ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, συνιστῶν αὐτῷ νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐπανάληψιν τῆς δημοπρασίας. Ἑτέραν ἐπερώτησιν ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς. Ἡ ὁδὸς ἀπὸ Πύργου εἰς Κατάκωλον, χαρακτηρισμένη ὡς ἐθνικὴ, ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν διατελεῖ εἰς ἀθλιεστάτην κατάστασιν. Κατὰ τὸ 1891, ἐπὶ παραστάσεσί μου, ἐγένετο ἐνέργεια, καὶ κατηρτίσθη προϋπολογισμὸς τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης, καὶ ἐξετέθη τὸ ἔργον εἰς δημοπρασίαν, ἔκτοτε ὅμως ἐγκατελείφθη πᾶσα περαιτέρω ἐνέργεια, καὶ τοιουτατρόπως, καθ’ ἃ γράφουσιν αἱ ἐφημερίδες τοῦ Πύργου, ἡ κατάστασις τῆς ὁδοῦ κατέστη ἀνοικονόμητος. Κατὰ τὸ 1890 καὶ 1891 εἶχον ἐγερθῆ τὰ παράπονα τῶν κατοίκων τοσοῦτον ἔντονα ἐπὶ τῇ καταστάσει τῆς ὁδοῦ ταύτης, ὥστε ἤχθησαν εἰς τὸ νὰ ἀποδώσουν τὴν αἰτίαν τῆς μὴ ἐπισκευῆς αὐτῆς εἰς ἔμμεσον ἐνέργειαν τῆς σιδηροδρομικῆς ἑταιρίας Πύργου–Κατακώλου, ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ ἀναγκάζωνται οἱ ἔμποροι καὶ οἱ ἰδιοκτῆται νὰ μεταφέρωσι διὰ τοῦ σιδηροδρόμου τὸν σταφιδόκαρπον, τὸ ὁποῖον στοιχίζει διπλασίαν τιμὴν, ἀδικεῖται δὲ ἑτέρωθεν μεγάλη τάξις καῤῥαγωγέων, ἀνερχομένων εἰς 300 περίπου, μενόντων οὕτω ἐν ἀργίᾳ. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φροντίσῃ, ὥστε νὰ περατωθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἔργου εἰς ἐργολαβίαν, αἱ ἀρξάμεναι κατὰ τὸ 1891, ἀλλὰ ματαιωθεῖσαι κατὰ τὸ 1892, ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης ὑπουργικῆς μεταβολῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προχθές, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησίν μου, ποῦ ἐστηρίχθη, ἐκδοὺς μετὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ τὸ Β. Διάταγμα τῆς 19 Νοεμβρίου, διὰ τοῦ ὁποίου συνεστήθησαν σταθμοὶ ἀστυνομικοὶ εἰς πολλοὺς δήμους τῆς Ἐπικρατείας, μοὶ εἶπεν, ὅτι ἐστηρίχθη εἰς τὴν βʹ παράγραφον τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἐὰν ἀνέμενον αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν, δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ ἐπερωτήσω διόλου, διότι τὸ διάταγμα τῆς 19 Νοεμβρίου ἐν τῇ αἰτιολογίᾳ του παραπέμπει εἰς τὴν βʹ παράγραφον τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ εἰρημένου νόμου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέγνωσε μάλιστα περικοπὴν τοῦ νόμου μέχρι τοῦ μέρους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον τὸν συνέφερε. Τὸν παρεκάλεσα, ἀλλ’ ἐπὶ ματαίῳ, νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀνάγνωσιν, ἐκ τῆς ὁποίας ἤθελε πεισθῆ, ἂν καὶ ἦτο κατὰ βάθος πεπεισμένος, ἀλλὰ ἤθελε φωτισθῆ καὶ ἡ Βουλή, ὅτι τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον κατήγγειλα, δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον. Ἰδοὺ περὶ τίνος πρόκειται. Τὸ ἄρθρον 2 ἐν τῇ βʹ παραγράφῳ ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐν τοῖς λοιποῖς δήμοις τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα ἐκτελοῦνται κατὰ τὰ κανονισθησόμενα διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων, τῇ προτάσει τῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν Ὑπουργῶν ἐκδιδομένων, ὑπὸ τῆς χωροφυλακῆς, διοριζομένων ἐν τοῖς δήμοις τούτοις ἀστυνόμων τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν προκαλουμένων. Ἐν περιπτώσει ὅμως ἐλλείψεως τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, ἀποσπῶνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς καὶ διορίζονται ἀστυνόμοι, κατὰ τὰ ἄνω ὁριζόμενα διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς, ἀξιωματικοὶ καὶ ἀνθυπασπισταὶ τοῦ πεζικοῦ, τοῦ πυροβολικοῦ, τοῦ μηχανικοῦ καὶ τοῦ ἱππικοῦ, οἵτινες ἐκτελοῦσιν οἷα καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς καθήκοντα.» Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐσταμάτησεν εἰς τὸ «κανονισθησόμενα διὰ Β. Διαταγμάτων»· ἀλλ’ ἡ περικοπὴ αὕτη δὲν εἶναι αὐτοτελής, ὡς βεβαίως ἐπείσθητε ἐκ τοῦ κειμένου τοῦ ἄρθρου, ὅπερ σᾶς ἀνέγνωσα. Προκύπτει δ’ ἐξ αὐτοῦ ἀναντιῤῥήτως, ὅτι ἐν τοῖς ὑπαγομένοις εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 2 δήμοις τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα ἐκτελοῦνται ὑπὸ ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ἐν ἐλλείψει τοιούτων ὑπὸ ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν τοῦ πεζικοῦ, τοῦ πυροβολικοῦ, τοῦ μηχανικοῦ καὶ τοῦ ἱππικοῦ, ἑδρευόντων ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν ἀστυνομικῶν περιφερειῶν, καὶ ὅτι ἀστυνομικῶν σταθμῶν σύστασις ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν λοιπῶν δήμων τῆς περιφερείας δὲν ἐπιτρέπεται. Ἡ τελευταία δὲ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 2 σαφηνίζει ἔτι μᾶλλον τὸ ζήτημα, ὁρίζουσα ὅτι «τὰ περὶ διορισμοῦ τῶν κατὰ τὰς ἀνωτέρω δύο παραγράφους ἀστυνόμων Β. Διατάγματα δημοσιεύονται πρὸς τῆς ἐκτελέσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», ἤτοι διαλαμβάνει περὶ διορισμοῦ ἀστυνόμων καὶ ὄχι σταθμαρχῶν. Οἱ δὲ κύριοι Ὑπουργοὶ, ἀντὶ νὰ ἱδρύσουν ἀστυνομίαν, ἔρχονται διὰ τοῦ διατάγματος καὶ συνιστῶσιν εἰς τοὺς δήμους, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν ὑπάρχει ἕδρα ἀστυνομικὴ καὶ οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν περιφέρειαν τῆς ἀστυνομίας, συνιστῶσι, λέγω, σταθμοὺς στρατιωτικοὺς, εἰς δὲ τοὺς σταθμοὺς τούτους τῆς ἀστυφυλακῆς διορίζουσι σταθμάρχας ὑπαξιωματικοὺς, ἐναντίον τοῦ νόμου· διότι πρὸς τοῖς ἄλλοις ἡ σύστασις τοιούτων σταθμῶν συνεπάγεται καὶ δαπάνην διὰ τὴν μίσθωσιν καταστημάτων, διὰ τὴν συντήρησιν αὐτῶν καὶ διὰ τὴν γραφικὴν ἐπιχορήγησιν καὶ ἄλλα ἔξοδα. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι τὸ διάταγμα τῆς 19 Νοεμβρίου δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, καὶ πρέπει νὰ ἀνακληθῇ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 13 τρέχοντος προσήγαγε πληροφορίας, τὰς ὁποίας τῷ εἶχον ζητήσει δι’ ἐπερωτήσεώς μου κατὰ τὴν 27 Νοεμβρίου. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας εἶχον ζητήσει, ἦσαν «πόσαι ὑπῆρχον αἱ θέσεις τῶν τηλεγραφικῶν βοηθῶν αʹ καὶ βʹ τάξεως.» Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνόησε διατί ἐζήτησα τὰς πληροφορίας ταύτας, διότι εἶχε διορίσει κατὰ τὴν 27 Νοεμβρίου δύο βοηθοὺς βʹ τάξεως, χωρὶς νὰ ὑπάρχωσι κεναὶ θέσεις. Ἡ ἐπερώτησίς μου ἐκείνη συνετέλεσεν εὐτυχῶς εἰς τὸ νὰ δικαιωθῶσι τρεῖς ὑπάλληλοι, τηλεγραφηταὶ αʹ τάξεως, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 3 Δεκεμβρίου προεβιβάσθησαν εἰς τηλεγραφητὰς αʹ τάξεως, καὶ τοιουτοτρόπως ἐκενώθησαν αἱ θέσεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸν διορισμὸν τῶν δύο βοηθῶν δὲν ἦσαν κεναί, καὶ ἑπομένως ὑπεραρίθμως εἶχον διορισθῆ οἱ διορισθέντες. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν θέλω νὰ ἀποδώσω κατάκρισιν· ἠθέλησα ὅμως νὰ δικαιολογήσω τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα. Ἐπιλαμβάνομαι δὲ τῆς εὐκαιρίας, ἵνα συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως ἐν τῷ προσεχῶς ὑποβληθησομένῳ προϋπολογισμῷ προνοήσῃ περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βοηθῶν αʹ καὶ βʹ τάξεως, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας. Πλεῖστοι ὅσοι τηλεγραφικοὶ σταθμοὶ διατελοῦσιν ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἐν ἀργίᾳ, ἕνεκα ἐλλείψεως προσωπικοῦ, — ὄχι ἐλλείψεως προσώπων, ἀλλ’ ἀριθμοῦ τοῦ προσωπικοῦ, — διότι ὁλόκληρος ὁ ἀριθμὸς ὁ κανονιζόμενος ὑπὸ τοῦ νόμου εἶναι συμπεπληρωμένος. Ἐννοεῖται ὅτι πρέπει νὰ ὑποβάλῃ καὶ σχετικὸν νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ αὐξάνωνται τοὐλάχιστον εἰς 160 οἱ βοηθοὶ τῆς αʹ τάξεως καὶ εἰς 120 οἱ τῆς βʹ. Τοιουτοτρόπως θέλει καταστῆ ἐφικτὸν νὰ ἀναπληρωθῶσιν αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, προνοοῦν περὶ τῆς καταρτίσεως προσωπικοῦ τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων, συνιστᾷ κατ’ ἔτος Σχολὴν τηλεγραφικὴν ἐν τῷ Σχολείῳ τῶν Τεχνῶν, καὶ τοιουτοτρόπως εἶναι σήμερον διαθέσιμοι πλέον τῶν 100 τηλεγραφικῶν βοηθῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ μετέλθωσιν ἄλλο ἐπάγγελμα, διότι τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἠδύναντο νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς ἄλλα ἐπαγγέλματα, τὸν διήνυσαν εἰς τὴν Τηλεγραφικὴν Σχολὴν, καὶ ἤδη οὗτοι μένουσιν ἄνευ θέσεως καὶ πόρων, ἐνῷ ἑτέρωθεν ἡ ὑπηρεσία πάσχει.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις αὑτῆς ἐπὶ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: 1) Περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δραχ. 7,405,122.70. 2) Περὶ κυρώσεως ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δραχ. 619,059.48. 3) Περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δραχ. 206,000. 4) Περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δραχ. 156,829. 5) Περὶ κυρώσεως ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δραχ. 3,710,200.70. 6) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δραχμῶν 732,609. 7) Περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δραχμῶν 120,000. 8) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δραχ. 1,041,500. Ἐπίσης ἐπὶ ὅλων τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν ὑπέβαλεν ἰδίας ἐκθέσεις ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς. Πᾶσαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ καὶ μετὰ τοῦτο θέλουσιν ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 68–76).
§8ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἄρχομαι ἀπὸ τῆς τελευταίας ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτὴς, τῆς ἀφορώσης εἰς τὸν διορισμὸν δύο βοηθῶν τηλεγραφικῶν, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Βουλευτὴς ἐθεώρησεν ὡς διορισθέντας καθ’ ὑπέρβασιν. Ἐν πρώτοις ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι ἦτο ἐντελῶς περιττὴ ἡ προτροπὴ τοῦ νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ διορισμοῦ καὶ ἄλλων βοηθῶν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία χωλαίνει, διότι τὴν πρόνοιαν ταύτην ἔλαβεν ἤδη ἡ Κυβέρνησις καὶ θέλει ὑποβάλει τὸ πρὸς τοῦτο ἀναγκαῖον νομοσχέδιον, συγχρόνως δὲ θὰ προσθέσῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν θέσεις τηλεγραφικῶν βοηθῶν, διότι ὁμολογουμένως ἄνευ τούτων ἡ ὑπηρεσία ἡ τηλεγραφικὴ χωλαίνει. Ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀπαντῶν εἰς τὴν προηγουμένως δοθεῖσαν ἀπάντησίν μου εἰς ἐπερώτησίν του, παρετήρησεν ὅτι ὤφειλε νὰ δικαιολογήσῃ ταύτην, διότι εὕρισκεν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα ἐξισώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαρχόντων βοηθῶν πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, προέβη εἰς τὸν προβιβασμὸν βοηθῶν αʹ τάξεως εἰς τηλεγραφητὰς βʹ τάξεως, καὶ οὕτως ἡ ἰσοῤῥοπία ἐπῆλθε, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, κατέθετο ἀριθμοὺς συμφώνους πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀγνοεῖ ἴσως, ὅτι εἰς τὴν τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν ὑπάρχουσι πολλαὶ κεναὶ θέσεις ἀνωτέρων ὑπαλλήλων, ἰδίως τηλεγραφητῶν αʹ τάξεως καὶ τηλεγραφητῶν βʹ τάξεως, ὅτι ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εὑρίσκεται συμφωνότερος πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν βοηθῶν αʹ καὶ βʹ τάξεως ἀπὸ τὸν πρώην Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀριθμὸν πολὺ ἀνώτερον. Τοῦτο δὲν λέγω, ἵνα καταδείξω ὅτι ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἀριθμὸν ἀνώτερον διότι καὶ τότε ὑπῆρχεν ἡ αὐτὴ ἔλλειψις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει καὶ τώρα...
§9ΡΑΛΛΗΣ. Γνωρίζετε, τί ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκληρονόμησεν ἀπὸ τὸν προκάτοχόν του Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν;
§10ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω τί ἐκληρονόμησε, γνωρίζω ὅτι ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε βοηθοὺς αʹ καὶ βʹ τάξεως 275, ἐνῷ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἔπρεπε νὰ ἦσαν 271. Δὲν λέγω ὅτι τοῦτο ἦτο καθ’ ὑπέρβασιν πιστώσεως· ἠδύνατο νὰ ἔχῃ καὶ 290 καὶ νὰ ἦναι ἐντὸς τῆς πιστώσεως καὶ ἴσως ἴσως νὰ ἦναι καὶ ἐντὸς τοῦ ὀρθοῦ καὶ τοῦ πρέποντος, διότι τόσην ἀνάγκην ἔχει ἡ ὑπηρεσία. Δὲν λέγω τοῦτο, ἵνα κακίσω τὸν πρώην ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν κάμνω ὅμως μίαν παρατήρησιν πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, ὅτι ὁ νῦν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἀντὶ τῶν 275 βοηθῶν αʹ τάξεως καὶ βʹ, ἔχει 271, εἶναι δὲ σύμφωνος ἀκριβῶς πρὸς τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον κανονίζει ὁ νόμος, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι εἶναι ὀλιγώτεροι οἱ βοηθοὶ αʹ τάξεως, περισσότεροι δὲ οἱ βοηθοὶ βʹ τάξεως, ἀλλὰ τοῦτο δὲν νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ σημασίαν τινά. Ἐν τούτοις ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας εἶναι τοιαύτη, ὥστε εὐλόγως ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ προσθέσῃ, ἔχων πίστωσιν, καὶ 10 ἀκόμη βοηθοὺς, τοὺς ὁποίους δὲν προσέθεσεν, ἀναμένων ἵνα τὸ πρᾶγμα κανονισθῇ διὰ νόμου.
§11ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ἔχετε πίστωσιν πρὸς τοῦτο;
§12ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαίως.
§13ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζεσθε, ἀντιβαίνει εἰς ῥητὸν νόμον· πρόκειται περὶ ἄλλου ἄρθρου καὶ ἄλλου κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§14ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἄλλου κεφαλαίου καὶ ἄρθρου, πρόκειται περὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου καὶ διαφόρων ἐδαφίων, ὅπερ δὲν ἀπαγορεύει ὁ νόμος. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐλησμόνησεν, ὅτι προηγουμένως παρετήρησεν, ὅτι εἶναι τοιαύτη ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας, ὥστε δὲν δύναται νὰ κάμῃ βῆμα ἡ ὑπηρεσία ἄνευ τῆς προσθήκης τῶν ὑπαλλήλων. Πρὸ αὐτῆς λοιπὸν τῆς ἀνάγκης ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἠδύνατο νὰ τοποθετήσῃ τηλεγραφικοὺς ὑπαλλήλους, ἵνα ἐξοικονομηθῇ ἡ ὑπηρεσία, μέχρις οὗ τὸ πρᾶγμα τακτοποιηθῇ. Καταθέτω δὲ τὸ σημείωμα τοῦτο. Ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος διὰ τὸ διάταγμα τῆς 19 Νοεμβρίου, τὸ ἀφορῶν εἰς σταθμοὺς ἀστυνομικοὺς, παρατηρῶ ὅτι, ἐὰν ἀναγνώσῃ τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 2, θέλει πεισθῆ, ὅτι ὑπῆρξαν ἄδικοι αἱ παρατηρήσεις αὐτοῦ. Ἡ βʹ παράγραφος τῆς δευτέρας διατάξεως τοῦ νόμου ὁρίζει, ὅτι διὰ Β. Διατάγματος δύνανται νὰ κανονισθῶσι τὰ τῆς ἀστυνομίας ἐν τοῖς δήμοις, ὅπου δὲν ὑπάρχει ὁ πληθυσμὸς ὁ ἀπαιτούμενος· δίδει κατὰ συνέπειαν ὁ νόμος τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἀρχὴν, ὅπως διὰ Β. Διατάγματος κανονίσῃ αὕτη τὰ τῆς ἀστυνομίας. Ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ ἱδρύσῃ ἀστυνομικοὺς σταθμοὺς εἴς τινας δήμους, καὶ προεκάλεσε τὸ διάταγμα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Οἱ ἀστυνομικοὶ σταθμοὶ δὲν ἐνεργοῦσιν, ὡς ὑποθέτει ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀνεξαρτήτως πάσης προϊσταμένης ἀρχῆς, διότι οἱ ἀστυνομικοὶ οὗτοι σταθμοὶ εἶναι ἐξαρτήματα τῶν ἀστυνομιῶν, εἰς τὰς ὁποίας καὶ ὑπάγονται, ὡς λ. χ. ὁ ἀστυνομικὸς σταθμὸς ἐν Φαλήρῳ εἶναι σταθμὸς ἀστυνομικός· δὲν δύναται νὰ ἦναι μία πλήρης ἀστυνομία ἐκεῖ, δύναται ὅμως νὰ ἦναι εἷς σταθμὸς ἀστυνομικὸς, χάριν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τάξεως. Τοιοῦτοι σταθμοὶ θὰ παραστῇ ἀνάγκη νὰ συστηθῶσιν εἰς πολλὰ μέρη καὶ εἰς πολλοὺς δήμους, καὶ τοιούτους σταθμοὺς δύναται νὰ συστήσῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ Β. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον προκαλεῖται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2. Ἤδη ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τῶν μελῶν τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν ἀνακηρυσσομένων ὑποψηφίων. Γνωρίζετε πόσα ἄτοπα συμβαίνουσι κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ὅτε ἐκ συμφέροντος πολιτικοῦ ἀνακηρύσσουν ὑποψηφίους ὅλα τὰ μέλη τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν· πρὸς πρόληψιν τῶν ἀτόπων τούτων, ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου δίδεται τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς εἰς τὰ μέλη τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν.
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά.
§16ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν, ὅπως μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς οἰκείας ἐκθέσεως ἀναγραφῇ μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 77).
§18ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἷς τῶν Βουλευτῶν Μεσσήνης ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν, ὅπως πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐνήργησά τι, καὶ τί ὡρισμένως, ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ ἐν Σύρῳ ταχυδρομικοῦ ὑπαλλήλου Κανταρτζόγλου, κατηγορηθέντος ἐπὶ ἐξαφανίσει συστημένων ἐπιστολῶν. Κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου τούτου ἠγέρθησαν ὑπόνοιαι, ὅτι ὑπεξῄρεσε μίαν συστημένην ἐπιστολὴν καὶ ὅτι παρεβίασε τέσσαρας ἄλλας συστημένας ἐπιστολάς· συνεπείᾳ τούτου ἀπεμακρύνθη τῆς θέσεώς του, καὶ ἐζητήθη παρ’ αὐτοῦ ἀπολογία, συγχρόνως δὲ ἀπεστάλησαν αἱ καταγγελθεῖσαι ὡς παραβιασθεῖσαι ἐπιστολαὶ, ἵνα γείνῃ ἡ προσήκουσα ἔρευνα, ὅπως βεβαιωθῇ τὸ γεγονὸς, καὶ ἂν βεβαιωθῇ τὸ γεγονὸς, θέλει ἀπολυθῆ τῆς ὑπηρεσίας, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ σχετικοῦ νόμου.
§19ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ παρεπέμφθησαν αἱ ἐπιστολαί;
§20ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν, ἵνα ἐνεργηθῶσι τὰ δέοντα.
§21ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι εἰς τὸν Εἰσαγγελέα;
§22ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ δηλώσω ποῦ παρεπέμφθησαν καὶ ὁποίου εἴδους ἐνέργεια γίνεται. Διαβεβαιῶ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι γίνεται ἡ ἐνέργεια, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γείνῃ.
§23ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕως ὅτου περαιωθῇ ἡ ἀνάκρισις, ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς θὰ λάβῃ τὴν σύνταξίν του.
§24ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀνακρίσεως, Ὁ ἐκ Μεσσήνης κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ διάταγμα τοῦ 1841 «περὶ διακανονισμοῦ τῶν ὁρίων τῶν δήμων Ἀμφείας καὶ Ἄριος, τὴν ὑπ’ ἀριθ. 9641 τοῦ 1889 ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 86 τοῦ 1890 ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου.» Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 9641 ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν ὑπόθεσιν, περὶ ἧς ἐνδιαφέρεται ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀλλὰ κατὰ πιστοποιητικὸν, τὸ ὁποῖον ἔχω, τοῦ ἁρμοδίου τμήματος, ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀποστολὴν χρηματικοῦ ἐντάλματος εἰς τὴν Νομαρχίαν Ζακύνθου, ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἐκ λάθους τυπογραφικοῦ ἢ λάθους τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐτέθη ὁ ἀριθμὸς αὐτός.
§25ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἐζητήθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 9841 ἀπόφασις τοῦ 1889, καὶ ὄχι ἡ ὑπ’ ἀριθ. 9641.
§26ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ πάλιν ἔχετε λάθος· ἡ ἀπόφασις φέρει ἀριθμὸν 9613, καὶ ταύτην προσάγω.
§27ΦΛΕΣΣΑΣ. 9614 ἤθελον νὰ εἴπω.
§28ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἔχω 9613· αὕτη εἶναι ἡ ἀπόφασις, ἡ ὁποία ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1889. Πιθανὸν καὶ νὰ ἔχω λάθος, καὶ διὰ τοῦτο θὰ ἐρευνήσω, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀπόφασις ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν αὐτόν. Καταθέτω τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἀντίγραφον τοῦ Β. Διατάγματος. Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Χατζηπέτρος ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν, ὅπως τὸν πληροφορήσω διατὶ ὁ νομάρχης Τρικκάλων ἐδέχθη τὴν γνώμην τῆς μειοψηφίας τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Καρδίτσης περὶ τῆς ὀφειλῆς ὀφειλέτου τινὸς εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου. Ἡ ἐπερώτησις ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους εἶναι ἐσφαλμένη. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν ἔῤῥιψε τὴν ἐπερώτησιν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ νομάρχης ἐπελήφθη ὑποθέσεως σχετικῆς πρὸς τὸν ἱερὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, ἐζήτησα καὶ ἀπεστάλησαν ἐνταῦθα τὰ ἔγγραφα· ὑποθέτω δὲ, ὅτι περὶ αὐτῆς ἤθελε νὰ ἐρωτήσῃ ὁ κ. Βουλευτής. Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς. Εἷς ὀφειλέτης τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου τοῦ ναοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου εἶχε δανεισθῆ κατὰ τὸ 1880 23 λίρας, ἃς δὲν εἶχε πληρώσει μέχρις ἐσχάτων. Ἐγένετο ἐπιταγὴ κατ’ αὐτοῦ πρὸς πληρωμὴν, τὴν ὁποίαν ἀνέκοψεν, ἰσχυριζόμενος ὅτι πρέπει νὰ πληρώσῃ τὴν ἀξίαν τῶν λιρῶν εἰς τὴν τρέχουσαν τιμὴν καθ’ ὃν χρόνον ἐδανείσθη· ἡ ὑπόθεσις ἦλθεν εἰς τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐξήνεγκεν ὁμόφωνον γνώμην, ὅτι ὁ ναὸς δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τοκογλυφικὰς διαθέσεις, καὶ δὲν εὕρισκε δίκαιον νὰ πληρώσῃ ὁ ὀφειλέτης τὴν λίραν εἰς τὴν σημερινὴν αὐτῆς ἀξίαν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀξίαν, ἣν εἶχε κατὰ τὸν χρόνον τῆς συστάσεως τοῦ δανείου. Ἡ ὑπόθεσις ἦλθεν εἶτα εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὅπερ ἐξήνεγκεν ἀντίθετον γνώμην κατὰ πλειονοψηφίαν, ὅτι δηλαδὴ ὁ ὀφειλέτης πρέπει νὰ πληρώσῃ τὴν λίραν εἰς τὴν σημερινὴν ἀξίαν της. Ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ὑπεβλήθη, ὡς εἰκὸς, εἰς τὴν κρίσιν τοῦ νομάρχου, ὁ ὁποῖος ἐδέχθη τὴν γνώμην τῆς μειοψηφίας τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἥτις ἦτο σύμφωνος πρὸς τὴν ὁμόφωνον γνώμην τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου. Ὁ νομάρχης ἐσκέφθη, ὅτι ὁ ναὸς δὲν πρέπει νὰ καταπιέζῃ ἕνα ὀφειλέτην του καὶ νὰ ζητῇ νὰ ὠφεληθῇ ἐκ περιστάσεων, τὰς ὁποίας δὲν προέβλεπεν, ὅτε ἐδάνειζεν εἰς αὐτὸν τὸ ποσόν. Δὲν εὑρίσκω λόγον νὰ κακίσω τὴν ἀπόφασιν τοῦ νομάρχου, διότι εἶναι σύμφωνος μὲ τὸ δίκαιον καὶ τὴν ἐπιείκειαν. Ὁπωσδήποτε τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔχει νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν ὑπόθεσιν, διότι δὲν ἐγένετο κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ νομάρχου ἔφεσις. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπηρώτησεν ἐπίσης, διατὶ δὲν ἐκτελεῖται παρὰ τοῦ λοχαγοῦ Οἰκονομοπούλου ἔνταλμα κατά τινος ὀφειλέτου πρώην δημοτικοῦ εἰσπράκτορος. Τηλεγραφικῶς ἐζήτησα πληροφορίας, μολονότι ἐθεώρουν, ὅτι δὲν ἦτο ἁρμόδιον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς ὃ ἀπηυθύνθη ἡ ἐπερώτησις. Ὁ νομάρχης Τρικκάλων διεβίβασε τὴν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ἐπόπτην τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων ἵνα λάβῃ πληροφορίας, ὁ δὲ ἐπόπτης ἀπήντησε τὰ ἑξῆς, τὰ ὁποῖα ἀναγινώσκω, ἵνα λάβῃ πληροφορίας ὁ κ. Βουλευτὴς (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν ἴδιον κ. νομάρχην, πληροφορούμενον, ὅτι τὸ περὶ οὗ πρόκειται ἔνταλμα ἔκτοτε ἀπεστάλη εἰς τὸν ἁρμόδιον ἀποσπασματάρχην Αἰθίκων πρὸς ἐκτέλεσιν μετὰ πολλῶν ἄλλων ἐνταλμάτων κατὰ ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, δὲν ἐξετελέσθη δὲ τόσον τοῦτο, ὅσον καὶ πολλὰ ἄλλα, διότι οἱ καθ’ ὧν ταῦτα ἀποφεύγουσιν, ὡς ἑπόμενον, τὸ ἀπόσπασμα καὶ διότι τὸ ἀπόσπασμα ἔχει ἀνεπαρκῆ δύναμιν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ ὁ λοχαγὸς Οἰκονομόπουλος οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει, καθόσον αὐτὸς δὲν εἶναι ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἐνταλμάτων, οὔτε ἔλαβε παρ’ ὑμῶν τὸ ἔνταλμα. «Πληροφορίας περὶ τῆς μὴ ἐκτελέσεως τούτου μόνος ὁ ἀποσπασματάρχης Αἰθίκων δύναται νὰ δώσῃ ἐκτενεῖς καὶ λεπτομερεῖς, καὶ τῷ ἐζητήσαμεν τοιαύτας, ἃς θὰ μεταδώσωμεν ὑμῖν ὡς τὰς λάβωμεν. Δὲν εἶναι δὲ εὔκολον νὰ δίδωμεν χωριστὰ δι’ ἕκαστον ἔνταλμα τοιαύτας, διότι ταῦτα μᾶς ἀποστέλλονται κατὰ ἑκατοντάδας ὑπὸ τῶν διαφόρων ταμιῶν, καὶ διανέμονται πρὸς ἐκτέλεσιν εἰς τὰ ἀποσπάσματα. «Ὁ ἀνώτερος ἐπόπτης Τρικκάλων «Σ. Γιώτης.» Ταῦτα εἶχον νὰ ἀπαντήσω εἰς τοὺς ἐπερωτήσαντας κυρίους Βουλευτάς.
§29ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Καὶ περὶ τοῦ μηχανικοῦ Σάφνερ δὲν μᾶς λέγετε τίποτε;
§30ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ ζητήσω πληροφορίας, τὰς ὁποίας θέλω καταθέσει.
§31ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι ἐπερωτήσεις προγενέστεραι, ἀφορῶσαι εἰς τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τοῦ Παμίσου.
§32ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐζήτησα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θέλω καταθέσει.
§33ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί γίνεται ἡ ἰδική μου ἐπερώτησις πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης; Ἀφοῦ πρόκειται νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις νόμου περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὰς πληροφορίας. Ἐζήτησα νὰ προταχθῶσιν αἱ ἀποφάσεις, τὰ βουλεύματα καὶ αἱ μηνύσεις κατὰ τῶν στρατιωτικῶν ἀστυνόμων.
§34ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ὑπάρχουσι τοιαῦτα ἔγγραφα. Βεβαίω ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθ’ ἑαυτόν. Ὅ,τι εἶχον ἐγὼ νὰ καταθέσω, τὸ κατέθεσα.
§35ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω, τί ἐγένετο καὶ περὶ τοῦ Χρυσάνθου, ὁ ὁποῖος ἀφῄρεσε καὶ τὸ ἔλλειμμα καὶ τὰ ὑπάρχοντα ἐν τῷ ταμείῳ χρήματα.
§36ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἔρχομαι ν’ ἀπαντήσω εἰς διαφόρους ἐπερωτήσεις, ἀπευθυνθείσας εἰς ἐμέ, εἴτε ὡς Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἴτε ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἡ πρώτη εἶναι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τρικκάλων, ζητήσαντος νὰ κατατεθῶσιν ἔγγραφα τῶν ἐν Τρικκάλοις ἁρμοδίων ἀρχῶν, νομάρχου καὶ γραμματέως Πρωτοδικῶν, «διαλαμβάνοντα ἂν οἱ ἐν τῇ ἐκδοθείσῃ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν διαταγῇ πρὸς τὸν νομάρχην ἀναφερόμενοι ὅπως διαγραφῶσιν ἐκ τοῦ μητρῴου τῶν ἀῤῥένων τοῦ δήμου Τρικκάλων ἐνήσκησαν ἐκλογικὸν δικαίωμα ἐν τῇ δημοτικῇ ἐκλογῇ τῆς 7 Ἰουλίου 1891 καὶ τῇ βουλευτικῇ τῆς 3 Μαΐου 1892». Περὶ τούτου ἐζήτησα πληροφορίας. Ἀλλὰ παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτήν, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς τῆς 3 Μαΐου ἔχει πρόχειρα τὰ μέσα τῆς ἐξελέγξεως, διότι τὰ πρακτικὰ εἶναι κατατεθειμένα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εὔκολον εἶναι νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ διευθύνοντος τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς καὶ ἐξακριβώσῃ ὅ,τι ζητεῖ. Ὡς πρὸς τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς τῆς 7ης Ἰουλίου 1891, ἀπηύθυνα ἔγγραφον πρὸς τὸν γραμματέα τοῦ ἁρμοδίου Πρωτοδικείου, καὶ ἅμα ὡς αἱ πληροφορίαι ἔλθωσι, θέλω τὰς καταθέσει εἰς τὴν Βουλὴν. Δευτέρα ἐπερώτησις εἶναι περὶ τοῦ διερμηνέως τοῦ ἐν Ἀργυροκάστρῳ Προξενείου, ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Νάξου. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ λάβῃ ὑπομονὴν ἐπί τινας ἡμέρας, διότι ἔχω μὲν τὸν φάκελλον, ἀλλὰ δὲν ἔλαβα καιρὸν νὰ τὸν μελετήσω· ὅταν φθάσω εἰς τὸ πέρας τῆς μελέτης, θὰ ὑποβάλω τὸ πόρισμα εἰς τὴν Βουλὴν. Ἑτέρα ἐπερώτησις εἶναι ἡ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Σάμης, ἀφορῶσα τὸν εἰρηνοδίκην Ἀργοστολίου, τοῦ ὁποίου ἡ δικαιοδοσία ἐπεκτείνεται καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Σάμης, ὅπου αὐτὸς ἀσκεῖ τὰ πολιτικά του δικαιώματα. Ἀφορᾷ ἡ ἐπερώτησις, ἐὰν ἐν γένει ὁ νόμος περὶ μὴ διορισμοῦ ἐντοπίων ὑπαλλήλων ἐφαρμόζηται καὶ ἐπὶ τοῦ εἰρηνοδίκου αὐτοῦ, καὶ ἂν ὑπεβλήθη ἀναφορὰ ὑπὸ τοῦ δικηγόρου Μαρκέτη. Τὰ τῆς ὑποθέσεως ἔχουσιν ὡς ἑξῆς. Ἀληθῶς ὑπεβλήθη ἀναφορά, ἐπὶ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὑπὸ τοῦ δικηγόρου Μαρκέτη, καὶ προεκλήθη μία ἀπάντησις ἐκ μέρους τοῦ Εἰσαγγελέως, διαβιβάσαντος ἔκθεσιν ἢ ἀπολογίαν—ὅπως θέλετε χαρακτηρίσατέ την— τοῦ εἰρηνοδίκου τούτου. Μετὰ τοῦτο ἡ ὑπόθεσις ἐτέθη εἰς τὸ ἀρχεῖον, ἐξ οὗ τὴν ἔλαβον συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἐπειδὴ δὲ μοὶ ἐγεννήθησαν ἀμφιβολίαι ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν ἡ ἀναφορὰ, ἐζήτησα τὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὴν ὁποίαν ἅμα ὡς λάβω θὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν. Τὴν δήλωσιν ταύτην ποιοῦμαι, ἵνα μὴ ἐκληφθῇ, ὅτι ἀνέβαλον τὴν ἀπάντησιν ἐξ ἄλλου τινὸς λόγου. Ἐπίσης ὑπάρχει ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ἀφορῶσα τὰ τῆς ἐξαφανίσεως τῶν πρακτικῶν τῆς βουλευτικῆς ἐκλογῆς ἐν τῷ δήμῳ Ἐλευσῖνος τῆς Γόρτυνος. Ὡς πρὸς ταύτην κατέθεσα τὸ ζητηθὲν βούλευμα καὶ τὴν πρότασιν τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ζητεῖ καὶ τὴν κατάθεσιν ὁλοκλήρου τῆς δικογραφίας. Ἐπειδὴ ἡ ὑπόθεσις πρόκειται νὰ δικασθῇ κατ’ αὐτὰς, ἔγραψα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Ναυπλίου, ἅμα ὡς περατωθῇ ἡ δίκη, ν’ ἀποστείλῃ τὴν δικογραφίαν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν διατὶ ἀπηγορεύθη ἡ καθ’ ἑκάστην ἐπίσκεψις τῶν καταδίκων τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς ἰδίως τῆς Κυπαρισσίας, καὶ ὡρίσθησαν πρὸς τοῦτο τακταὶ ἡμέραι. Περὶ τούτου ἐπληροφορήθην, ὅτι ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς κατὰ τὸν Ἰούλιον ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον, ἧς καταθέτω ἀντίτυπον, δι’ ἧς ἠθέλησε νὰ περιορίσῃ πολλὰς καταχρήσεις καὶ ἄτοπα συμβαίνοντα κατὰ τὰς ἐπισκέψεις, διότι ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς θέλοντας νὰ ἴδωσι τοὺς καταδίκους νὰ ἐπισκέπτωνται αὐτοὺς καθ’ οἱανδήποτε ὥραν τῆς ἡμέρας, ἀλλ’ ἐκ τῶν τοιούτων ἐπισκέψεων παρετηρήθη, ὅτι εἰσήγοντο εἰς τὰς φυλακὰς ἐκτὸς τῶν πνευματωδῶν ποτῶν καὶ ὅπλα, διὰ τῶν ὁποίων ὁπλιζόμενοι οἱ κατάδικοι προέβαινον εἰς ἀδικήματα, τραυματίζοντες ἀλλήλους. Τοιοῦτον μέτρον ἐλήφθη καὶ συνεπείᾳ ἐκθέσεων διαφόρων Εἰσαγγελέων, εἶναι δὲ τὸ μέτρον γενικὸν, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις διά τινας φυλακάς. Ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ, ὅπως καὶ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι εἶναι σκληρὸν βεβαίως εἰς τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς συγγενεῖς νὰ μὴ δύνανται νὰ βλέπωσι τοὺς ἐν τῇ φυλακῇ συγγενεῖς των ἢ μόνον εἰς ὡρισμένας ἡμέρας, καὶ μάλιστα ὅταν ἔρχωνται μακρόθεν, συνήθως δ’ εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Πλημμελειοδικείου, ὅταν προσέρχωνται ὡς μάρτυρες, ὅτε ὠφελούμενοι τῆς εὐκαιρίας ἐπισκέπτονται καὶ τοὺς συγγενεῖς των τοὺς καταδεδικασμένους, ἀλλ’ οὐκ ἔστιν· ἄλλως γενέσθαι· διότι, ἵνα παράσχωμεν αὐτὴν τὴν εὐκολίαν, διατρέχομεν τὸν ἕτερον κίνδυνον, ὃν ἀναφέρει ἡ ἐγκύκλιος.
§37ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἂς ὑπάρχῃ μεγαλειτέρα ἐπιτήρησις.
§38ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριε Ρικάκη, γνωρίζετε πολὺ καλὰ τὴν κατάστασιν τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους, ὥστε νὰ μὴ ὁμιλῆτε περὶ ἐπιτηρήσεως· ἡ ἐπιτήρησις εἶναι ὡραία λέξις, ἀλλ’ ἔχει πολλὰ τὰ δύσκολα, ὡς ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ πράγματα. Ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν, ὁ πρὸ ὀλίγου διακόψας με, μοὶ ὑπέδειξε πρὸ ἡμερῶν, ἐν εἴδει συστάσεως, ὅτι ἡ μεταβολὴ τῶν ἀνακριτῶν ἐντὸς τοῦ ἔτους καθίσταται ἐπιζήμιο, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἡ παρατήρησις αὕτη θὰ εἶχεν ἀξίαν, ἂν ἡ μεταβολὴ προήρχετο αὐτεπαγγέλτως ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τοὺς τελευταίους διορισμοὺς τῶν ἀνακριτῶν οὐδὲν ἕτερον ἔπραξεν ἢ ὅτι συνεμορφώθη πρὸς τὰς ὑποδείξεις τῶν Εἰσαγγελέων, εἰς τὰς ἐκθέσεις τῶν ὁποίων οὐδένα λόγον εἶχε νὰ δυσπιστήσῃ, διότι οὗτοι, ὄντες παρὰ τῷ δικαστηρίῳ, ἔχοντες γνῶσιν τῶν πραγμάτων καὶ τῶν προσώπων, εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνωσι περὶ τοῦ συμφέροντος τῆς ὑπηρεσίας. Ἐπίσης ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν συνέστησεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προτείνῃ νόμον, διαῤῥυθμίζοντα παράλειψίν τινα, γενομένην ἐν τῷ νόμῳ, τὸν ὁποῖον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνολον τῆς Βουλῆς ἐψηφίσαμεν, σχετικῶς πρὸς τὰ προσόντα τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Πράγματι ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ, ἐν ταῖς μεταβατικαῖς διατάξεσιν, ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψει μόνον οἱ δικηγόροι, οἱ ἀποκτήσαντες τὸ δικαίωμα τοῦ δικηγορεῖν, ἀλλὰ μὴ ὄντες διωρισμένοι, δὲν ἐλήφθησαν δ’ ὑπ’ ὄψιν οἱ ὑποψήφιοι δικηγόροι, οἱ ὑποστάντες τὰς πρακτικὰς ἐξετάσεις κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1877, ἀλλὰ μὴ προφθάσαντες νὰ διορισθῶσιν. Ἐμελέτησα τὸ ζήτημα, καὶ φρονῶ, ὅτι ἡ παράλειψις αὕτη πρέπει νὰ διορθωθῇ, διότι ἐπῆλθεν ἀδικία εἰς τάξιν πολιτῶν, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω διόρθωσιν διὰ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω ἤδη.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 78).
§40ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Φθιώτιδος κ. Χατζῖσκος ἔκαμε μίαν παρατήρησιν, κύριε Ὑπουργὲ, περὶ τῆς κακῆς ποιότητος τοῦ χορηγουμένου εἰς τοὺς κρατουμένους ἐν ταῖς φυλακαῖς τῆς Λαμίας ἄρτου.
§41ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἐπερωτήσεως.
§42ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Συνεπείᾳ ἀναφορᾶς πολλῶν καταδίκων ἐποιησάμην μίαν σύστασιν πρὸς ὑμᾶς, ὅπως διατάξητε τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς νὰ μεριμνῶσι περὶ τῆς τροφῆς, ἥτις παρέχεται εἰς τοὺς καταδίκους.
§43ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἔλαβον ἐσχάτως δύο ἢ τρεῖς ἀναφορὰς, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐκ τίνων φυλακῶν, ἐκ μέρους καταδίκων, καὶ δείγματα ἄρτου, καὶ ἀμέσως διέταξα τὰ δέοντα πρὸς τὰς ἀρχάς.
§44ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐὰν δὲν ἔχητε μεταξὺ τῶν ἀναφορῶν αὐτῶν καὶ τὴν ἀναφορὰν τῶν καταδίκων Λαμίας, παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει τὴν σύστασίν μου.
§45Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἐπαναφορᾶς τῆς διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΡΚΘʹ τῆς 13 Ἰανουαρίου 1893 καταργηθείσης τάξεως τοῦ μαθητευομένου ναύτου ἐν τοῖς πληρώμασι τοῦ στόλου.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 79).
§47ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σχετικῶς μὲ τὸν διερμηνέα Ἀργυροκάστρου ἀναγκάζομαι νὰ ὑποβάλω τὴν παρατήρησιν, ὅτι οὐ μόνον πρὸ 15 ἡμερῶν ὑπεβλήθη ἡ περὶ τούτου ἐπερώτησις, καὶ ἠδύνατο ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ αὐτοῦ διαστήματος νὰ μελετηθῇ ὁ σχετικὸς φάκελλος, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἐγένοντο ἐπανειλημμέναι περὶ τούτου ἐπερωτήσεις· τότε δὲ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐλέχθη περὶ τοῦ διερμηνέως αὐτοῦ, ὅτι εἶχε διορισθῆ ἐν Θεσσαλονίκῃ, καὶ ἐκεῖ μετήρχετο διαγωγὴν ἐπαίσχυντον καὶ ἀναξίαν εἰς ὑπάλληλον προξενικὸν, διότι κατήγγελλεν εἰς τὰς τουρκικὰς ἀρχὰς τοὺς Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι ἤρχοντο νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατόν. Τότε ὑπεβλήθη ἔκθεσις κατὰ τούτου, διὰ τῆς ὁποίας κατηγγέλλετο ἐπὶ τούτοις, καὶ συνεπείᾳ ταύτης ἀπελύθη τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ κατόπιν διωρίσθη πάλιν ὑπὸ τοῦ κ. Δραγούμη εἰς τὸ Ἀργυρόκαστρον. Ἐκεῖθεν διάφοροι ἐγένοντο κατ’ αὐτοῦ καταγγελίαι, ἰδίως ἐπὶ ἀπιστίᾳ καὶ ἀνακοινώσει τῶν μυστικῶν τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ἀπολυθῇ, ἐκλήθη εἰς Ἀθήνας διὰ λόγους δῆθεν ὑπηρεσίας. Συνεπείᾳ δὲ τῶν πέρυσι γενομένων ἐπερωτήσεων, ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ κ. Δραγούμης εἶπεν, ὅτι τὸ ζήτημα ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ἐκεῖ ἀπεφασίσθη ἡ ἀπόλυσις τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ὑπαλλήλου. Καὶ ἐν τούτοις, ἐνῷ ἐπὶ ἓξ μῆνας διετηρήθη κατόπιν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ὁ ὑπάλληλος οὗτος εὑρίσκεται ἐν ὑπηρεσίᾳ, καὶ μάλιστα ἐν Ἀθήναις, ὑπηρετῶν δῆθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Περὶ αὐτοῦ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου καὶ ἔγγραφον τοῦ προξένου Ἀργυροκάστρου, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐν Ἀργυροκάστρῳ τῇ 6 Ὀκτωβρίου 1890. «Ἀριθ. 219. «Πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Σ. Ὑπουργεῖον. «Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω συνημμένως ὧδε πρωτόκολλον παραλαβῆς καὶ παραδόσεως τῶν ἀρχείων τοῦ Προξένου, ἐξ οὗ θέλει παρατηρήσει τὸ Σ. Ὑπουργεῖον, ὅτι ἐκ τῶν ἀρχείων λείπουσι συμβόλαια καὶ ἀπόῤῥητα ἔγγραφα, ὡς σημειοῦνται ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ. Βιβλίον ἀποθήκης χαρτοσήμου δὲν ὑπάρχει, ὅπως γείνῃ τακτικὴ ἡ ἐξέλεγξις τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἐνσήμου. Ἐν τούτοις ὁ ἀναπληρωτὴς εἶπεν, ὅτι ἐκ τοῦ ἐνσήμου τῶν 70 δραχμῶν λείπουσιν ἓξ τεμάχια, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 420. Τὸ ἀρχεῖον εὑρίσκετο εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν’ ἠδύνατο κάλλιστα νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὰ μικρότερα παντοπωλεῖα, διότι βιβλία δὲν ὑπῆρχον, ἀλλὰ ῥυπαρὰ κατάστιχα. «Βεβαίως καλλιτέραν κατάστασιν δὲν ἠδύνατο νὰ περιμένῃ τις ἀπὸ χρυσοχόον ἀναπληρωτὴν (Β. Στάμος ἤδη τοιοῦτος) καὶ ἀπὸ ἀχρεῖον διερμηνέα Ἠλιόπουλον, οἵτινες, τὰ ἴδια αὑτῶν συμφέροντα ἐπιδιώκοντες, ἐξηυτέλισαν καὶ κατέστρεψαν τὸ γόητρον τοῦ Προξενείου. «Εὐπειθέστατος ὁ Πρόξενος «Δ. Βιδάλης.» Πρόκειται περὶ τοιούτου ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος ἀπὸ διετίας ἢ τριετίας ὑπηρετεῖ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀφοῦ ἔγειναν γνωστὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον αὐτὸ ὅλα τὰ πραξικοπήματά του· κατηγορήθη καὶ ἐπὶ ἀπιστίᾳ καὶ ἀπάτῃ καὶ ἐπὶ ἀνακοινώσει τῶν ἀποῤῥήτων τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐν τούτοις οὐδεμία τῶν καταγγελιῶν τούτων ἀπεστάλη εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον τὸν ἀφορῶντα τὸν ὑπάλληλον τοῦτον φάκελλον, ἰδίως δὲ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ τῶν Προξενείων.
§48ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσων λέγετε, τοῦτο μόνον θὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὶς ἀπεφασίσθη, καθ’ ἃς ἔλαβον πληροφορίας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ἀπόλυσις τοῦ ὑπαλλήλου τούτου ὑπὸ δύο Ὑπουργῶν προκατόχων, τοῦ κ. Δεληγεώργη καὶ τοῦ κ. Κοντοσταύλου ἢ τοῦ κ. Δραγούμη, καὶ ἀφοῦ εἶχεν ἀποφασισθῆ ἡ παῦσις αὐτοῦ, ἐκ τῆς μελέτης τῶν ἐγγράφων καὶ τῆς ἀπολογίας τοῦ ὑπαλλήλου τούτου ἐπείσθησαν καὶ μετέβαλον γνώμην. Ἰδοὺ ἡ ἐξήγησις καὶ ἡ λύσις τῆς ἀπορίας, τὴν ὁποίαν ἐγείρετε. Μετὰ τὴν μελέτην δὲ τοῦ φακέλλου θὰ σᾶς πληροφορήσω διὰ τίνα λόγον οἱ προκάτοχοί μου Ὑπουργοὶ ἐπείσθησαν, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ὁ ὑπάλληλος οὗτος νὰ παυθῇ· διότι καὶ ἐγὼ προχθὲς ἠπόρησα, πῶς αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος, κατὰ τοῦ ὁποίου τόσα καταγγέλλονται, δὲν ἐπαύθη εἰσέτι.
§49ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἦναι τίμιος, τότε ὁ Πρόξενος, ὁ ὁποῖος καταγγέλλει αὐτὸν, δὲν πρέπει νὰ μένῃ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ.
§50ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος κατέθεσε τοὺς ὑπ’ ἐμοῦ ζητηθέντας πίνακας, οἵτινες ἀφορῶσι τὸ Πλημμελειοδικεῖον Ἀθηνῶν. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ μὲ εὐχαριστήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι θέλει καταδειχθῆ διὰ τῶν πινάκων αὐτῶν ἡ κατάστασις τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἀθηνῶν, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λάβῃ μέριμναν ἰδιαιτέραν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μετ’ οὐ πολὺ θὰ συζητήσωμεν ἐν τῇ Βουλῇ τὸ ζήτημα περὶ γενικῆς μεταῤῥυθμίσεως τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Καραπαύλου, ἀλλ’ ἐγὼ περιωρίσθην νὰ ζητήσω πίνακας διὰ τὸ Πλημμελειοδικεῖον Ἀθηνῶν, διότι καὶ ὡς δικηγόρος συχνὰ πυκνὰ τὸ ἐπισκέπτομαι, καθὼς καὶ ἄλλοι δικηγόροι ἐπισκέπτονται αὐτὸ, οἱ ὁποῖοι μέχρι τοῦδε ἀνῆλθον μέχρι τῆς θέσεως τοῦ ὑπουργικοῦ ἐδωλίου. Ἡ ἐξέτασις τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἀθηνῶν θέλει καταδείξει, ὅτι σωρεῖαι ποινικῶν ὑποθέσεων, ἐκ τῶν συσσωρευθεισῶν ἐνώπιον αὐτοῦ, παρεγράφησαν, δι’ οὐδένα ἄλλον λόγον ἢ μόνον διότι αἱ δικάσιμοι δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς. Ὁμολογουμένως εἶναι ἄξιος ἐπαίνου ὁ νῦν κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν, ὅστις διὰ προτάσεώς του πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν ἐπρότεινεν αὔξησιν πρὸ δύο ἐτῶν, καὶ ηὔξησαν ὄντως τὰς δικασίμους ἡμέρας ἀπὸ δύο εἰς τρεῖς καθ’ ἑβδομάδα. Ἀλλ’ ἡ σωρεία τῶν ὑποθέσεων, τῶν εἰσαγομένων καθ’ ἑκάστην δικάσιμον, ἠνάγκασε τοὺς δικαστὰς νὰ μὴ δύνανται νὰ τὰς ἐκδικάζωσι, καὶ ὡς ἐκ τούτου πλεῖσται τούτων ἐῤῥίπτοντο εἰς τὸ χρονοντούλαπον, καὶ σήμερον ἐκ τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων εἶναι παραγεγραμμέναι 15,000 εἰς τὸ διάστημα τῆς πενταετίας. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ῥίψῃ ἓν βλέμμα, θὰ ἴδῃ, ὅτι 27,963 ἐπεδόθησαν μηνύσεις ἀπὸ τοῦ 1889 μέχρι τοῦ 1893, ἐξεδόθησαν δὲ βουλεύματα παρὰ τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν 13,875, ἐξ ὧν 632 εἶναι παραπεμπτικὰ εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον καὶ 2579 εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ἀλλ’ ἐξεδικάσθησαν καὶ δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως ἐν ὅλῳ 12,957, ἤτοι ὑπολείπονται παραγραφεῖσαι μηνύσεις 15,000 ποινικῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι παρεγράφησαν εἰς τὸ διάστημα αὐτό. Θὰ ἦναι ἄξιος ἐπαίνων ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν κατορθώσῃ, ὥστε οἱ κύριοι δικασταὶ ν’ αὐξήσωσι τὰς συνεδριάσεις τοῦ Πλημμελειοδικείου ἀπὸ τριῶν εἰς ἓξ καθ’ ἑβδομάδα, καὶ ἐὰν ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ διορισθῇ ἀντιπρόεδρος τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ ἐξαιρετικὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ τὴν ἐπίβλεψιν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης· διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, ἕνεκα τῆς πολυασχόλου ὑπηρεσίας του, δὲν δύναται νὰ ἐπαρκῇ καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν διαδικασίαν καὶ νὰ λαμβάνῃ μέρος καὶ εἰς τὴν ποινικήν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν σύστασιν αὐτὴν θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὥστε νὰ κανονίσῃ τὰ τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἀθηνῶν· ἐὰν δὲ ἦναι ἀνάγκη νὰ αὐξηθοῦν καὶ τὰ πρόσωπα τὰ δικαστικὰ τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῆς ἐργασίας τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς ἄλλο Πρωτοδικεῖον τοῦ Κράτους, διότι ἡ ἐργασία τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν εἶναι μεγίστη. Ἐὰν παραβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὸς πάντας τοὺς λοιποὺς τῶν ἄλλων Ὑπουργείων, θὰ ἴδῃ, ὅτι δὲν ηὐξήθη παντελῶς εἰς τὸ διάστημα αὐτῆς τῆς πενταετίας. Ἐλπίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος διεκρίθη εἰς τὸν νομικὸν κόσμον, θὰ διορθώσῃ τὰ τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν διὰ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὑποβάλῃ ταχέως εἰς τὴν Βουλὴν ἄλλως θέλει ἀδικήσει τὴν ὑπὲρ αὐτοῦ καλὴν γνώμην.
§51ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ἡ κατ’ ἐπανάληψιν ἄνοδος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τὸ βῆμα δὲν μοὶ ἐπέτρεψε νὰ ἀπαντήσω. Ἐν παρόδῳ ποιοῦμαι λόγον τῆς δικαιολογίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν βοηθῶν τοῦ Τηλεγραφείου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι, ὅταν τοὺς διώρισεν, αἱ θέσεις τῶν βοηθῶν δὲν ἦσαν πλήρεις. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Κατὰ τὴν 29 Νοεμβρίου αἱ θέσεις ἦσαν πεπληρωμέναι, καὶ διὰ τοῦτο ἠναγκάσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν 3 Δεκεμβρίου νὰ προκαλέσῃ διάταγμα περὶ κενώσεως θέσεων τῶν πρώτης τάξεως βοηθῶν. Ἠπόρησα δὲ μὲ τὴν εὐχέρειαν, τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, τοῦ νὰ ποιῆται χρῆσιν πιστώσεως ἑτέρου ἄρθρου τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸς ἐξοικονόμησιν, λέγει, τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς οἱ νόμοι ἐκηρύχθησαν ἐν ἀργίᾳ χάριν τῆς σωτηρίας τῆς πατρίδος. Ὁ νόμος ὁ ἀπαγορεύσας τὰς μεταθέσεις τῶν πιστώσεων εἶχε λόγον, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται ἡ δικαιολογία, ἧς ἐχρήσατο ὁ κ. Ὑπουργός. Καὶ ταῦτα ἐν παρόδῳ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁμολογῶ, ὅτι ἦτο τολμηρὸν, καὶ μάλιστα πραττόμενον παρὰ Ὑπουργοῦ διακρινομένου ἐπὶ νομικαῖς γνώσεσιν, εἶναι, πῶς ἐπιμένει εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ 2 ἄρθρου τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἀναγκάζομαι νὰ τῷ ἀναγνώσω ἐκ νέου τὸ κείμενον τοῦ νόμου (ἀναγινώσκει αὐτό). Βεβαίως εἰς λάθος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπέπεσε, καὶ δὲν ἐννοῶ, διατὶ νὰ καθιερώσῃ ἓν προηγούμενον παραβάσεως τῶν νόμων.
§52ΣΑΚΚΗΣ. Ἐπειδὴ ἐνδέχεται νὰ ἔχωμεν ἀναφορὰν τῶν κυρίων καθηγητῶν τῆς Φιλολογίας περὶ προσβολῆς κατὰ τοῦ συντακτικοῦ, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ διορθωτοῦ τῶν ἐντύπων, ἵνα μὴ παρουσιάζωνται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδια μὲ σολοικισμοὺς πραγματικούς, ὡς τὸν ἑπόμενον (ἀναγινώσκει): «Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ ἀπαλλαγῆς ἀκινήτων ἐν Κερκύρᾳ ἀπὸ τῶν εἰσέτι βαρυνόντων αὐτὰ διηνεκῶν παροχῶν». (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ἐνταῦθα ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Βαρβαρῆγος Πήλικας.)
§53Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαμῶν ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν αἰτούμενος πληροφορίας, «ἐπὶ τίνι λόγῳ ἀπέλυσε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς ὑπηρεσίας τὸν γραφέα τοῦ ταμείου Μεγαλοπόλεως Σ. Ἀρβανίτην, ἔχοντα ὑπηρεσίαν ὑπερδεκαετῆ, καὶ διώρισεν εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ τὸν μὴ ἔχοντα προσόντα Ἀλέξιον Γιαννόπουλον». Ὁ Ἀλέξιος Γιαννόπουλος ἔχει τὰ προσόντα· ἔχει τὴν ἀπόδειξιν τοῦ Σχολαρχείου, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ προσόν· ὁ δὲ παυθεὶς δὲν ἀπέδειξεν ὅτι ἔχει δεκαετῆ ὑπηρεσίαν, τοὐναντίον ἐκ τῶν παρ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντων δικαιολογητικῶν ἐξάγεται, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀποδείξῃ δεκαετῆ ὑπηρεσίαν· ἐκ τῆς ἀναφορᾶς δ’ αὐτοῦ, ἣν καταθέτω, προκύπτει, ὅτι δὲν ἔχει ἐπαρκῆ πρὸς τὴν μονιμότητα χρόνον ὑπηρεσίας. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα, ἵνα τὰ μελετήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ προκαλέσῃ, ἂν προαιρῆται, περαιτέρω ἐξηγήσεις.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν...
§55ΜΑΝΕΣΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ἐννοῶ βεβαίως, ὅτι στενοχωρεῖται τὸ Προεδρεῖον, διότι βραδύνει ἡ ἔναρξις τῆς ἡμερησίας διατάξεως· ἀλλὰ τὸ Προεδρεῖον ἔχει καθῆκον νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς Βουλευτὰς τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων εἰς τὰς 4 μ. μ. καὶ ὄχι εἰς τὰς 7,—διότι βεβαίως μετὰ ¼ ὅλοι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ δειπνήσωμεν,— ἐὰν δὲ μέχρι τῶν 5 δὲν ἔλθωσιν οἱ Βουλευταὶ, τότε νὰ λύητε τὴν συνεδρίασιν.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν στενοχωροῦμαι ποσῶς. Ὁρίστε!
§57ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐδῶ εἶναι σπουδαία ἐπερώτησις· καὶ ὁμολογῶ μὲν, ὅτι ἡ ἀπάντησις ἡ δοθεῖσα παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ἀνάλογος τῆς εὐφυΐας αὐτοῦ, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἀνάλογος τῶν νομικῶν του γνώσεων· διότι λέγει, ὅτι ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νόμου εὑρίσκει ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν ἀπάντησιν. Τοὐναντίον ὁ κ. Βουλευτὴς εὑρίσκει ἀπάντησιν ἀντίθετον πρὸς τὴν δοθεῖσαν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἡ δευτέρα παράγραφος λέγει, ὅτι ἐν τοῖς δήμοις διορίζονται ὡς ἀστυνόμοι ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, ἐν ἐλλείψει δὲ τούτων ἀξιωματικοὶ τῶν ἄλλων ὅπλων, ἢ καὶ ἀνθυπασπισταί. Ἤθελον ἐννοήσει ἀπάντησιν, ὅτι δὲν ἔχει ἀξιωματικούς· ἀλλὰ τότε ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ τροποποίησις τοῦ νόμου· διότι, ὅπως ἔχει, εἶναι παράβασις τοῦ νόμου, καὶ αὔριον δύνασθε νὰ διορίσητε ὑπαξιωματικοὺς καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας. Τώρα, ἐὰν παραδεχθῆτε, ὅτι δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἱκανότητα τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, σᾶς λέγω, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι εἶναι οἱ μᾶλλον ἱκανοὶ, διότι αὐτὸ καὶ μόνον τὸ καθῆκον ἔχουσιν ἐν τῷ στρατεύματι, τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ὁ δὲ ἀξιωματικὸς τῆς χωροφυλακῆς, ὁ μὴ ἱκανὸς πρὸς τοῦτο, πρέπει νὰ τεθῇ ἐκποδών. Ἐννοῶ νὰ λέγῃ τις, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοί. Ἀλλὰ σήμερον, ἕνεκα τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ὁμολογουμένως τὸ στράτευμα κατατέμνεται, καὶ ἔχομεν ἀριθμὸν ἐλάχιστον ὁπλιτῶν καὶ ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν δυσανάλογον. Ἀξιωματικοὺς ἐὰν λάβωμεν ἐκ τοῦ στρατεύματος, παρέχομεν εἰς αὐτὸ ἐλάσσονα ζημίαν, παρὰ ἐὰν λάβωμεν ὑπαξιωματικούς· διότι ἔλαβον ἄλλοτε ἀφορμὴν νὰ εἴπω, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαξιωματικῶν εἶναι πολὺ ἐλάσσων τοῦ ὑπὸ τοῦ ὀργανισμοῦ ὁριζομένου, διότι πολλοὶ ὑπαξιωματικοὶ, ἕνεκα ἀπογοητεύσεως, ἕνεκα ἐλλείψεως προστατευτικοῦ νόμου, ἀπεστρατεύθησαν ἢ ἀπεμακρύνθησαν οἴκοθεν, καὶ σήμερον ἔτι μᾶλλον αὐξάνετε τὴν ἔλλειψιν διὰ τῆς ἀποσπάσεως ὑπαξιωματικῶν εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ καὶ εἰς τὴν τῆς ἀστυνομίας. Καὶ ἔλαβον μάλιστα ἀφορμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον προχθὲς, ὅπως ὑπομνήσῃ εἰς τὸν φίλον μου κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, μήπως ἐπιφέρῃ διὰ τῆς ἀποσπάσεως 200 καὶ ἐπέκεινα ὑπαξιωματικῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας μεγίστην βλάβην ἐν τῷ στρατῷ, διότι θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τούτου ἡ ἀποσύνθεσις τοῦ στρατοῦ. Λοιπὸν δὲν ἐπερίμενα τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν· ἀναγνώσας δὲ καὶ πάλιν τὸ ἄρθρον, ἐπείσθην ὅτι δὲν ἀπατῶμαι.
§58ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι ἡ εὐφυΐα, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπέδωκε, δὲν ἐξικνεῖται μέχρι τοῦ σημείου τῆς παρερμηνείας τοῦ νόμου. Τὸ ἄρθρον δίδει δικαίωμα εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ὁρίσῃ διὰ Β. Διατάγματος τὰ τῆς ἀστυνομίας τῶν δήμων, ἐν τοῖς ὁποίοις ὁ πληθυσμὸς δὲν ὑπερβαίνει τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου ὡρισμένον ἀριθμόν...
§59ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι!
§60ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ... Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς, τὸν ὁποῖον ἐσκανδάλισεν ὁ διορισμὸς ὑπαξιωματικοῦ, ἀμφισβητῇ τὴν ἱκανότητα τοῦ ὑπαξιωματικοῦ· ἀλλ’ ὅτι ὁ νόμος ἐπιτρέπει τὸν διορισμὸν ὑπαξιωματικοῦ, θὰ τὸ ἀνακαλύψῃ ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐὰν προχωρήσῃ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν· διότι κατωτέρω θὰ ἴδῃ, ὅτι ἐπιτρέπεται ὁ διορισμὸς ὑπαξιωματικῶν. Ὅτε τὸ πρῶτον ἀπήντησα εἰς τὴν ἐπερώτησιν, προσέθεσα καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἀνεξάρτητος ἀστυνόμος ὁ ὑπαξιωματικὸς, διότι θὰ ὑπάγηται εἰς μίαν ἀστυνομικὴν περιφέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ὑπάρχῃ ἀνώτερος ἀξιωματικός· ἀλλ’ ὅταν ὁ νόμος δίδῃ τὸ δικαίωμα νὰ διορίζηται ἀνθυπασπιστής, δύναται νὰ διορίζηται καὶ ὑπαξιωματικός.
§61ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ ζήτημα δὲν παρουσιάζεται ἤδη κατὰ πρῶτον, διότι τοῦτο συνεζητήθη κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου περὶ ἀστυνομίας· ὡς δ’ ἔλεγον τότε, ἐπειδὴ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν δὲν δύναται νὰ ᾖναι τοσοῦτος, ὥστε εἰς ἕκαστον δῆμον νὰ διορισθῇ καὶ ἴδιος ἀστυνόμος, πρέπει νὰ κανονισθῇ οὕτως, ὥστε ἑκάστη ἀστυνομικὴ διαίρεσις νὰ περιλαμβάνῃ ἕνα ἢ πλείονας δήμους. Ἐντεῦθεν λοιπὸν προέκυψεν, ὅτι, ἐὰν ἡ ἀστυνομικὴ διαίρεσις περιλαμβάνῃ δύο ἢ πλείονας δήμους, εἰς τὴν ἕδραν τῆς ἀστυνομικῆς διαιρέσεως θὰ ἑδρεύῃ ὁ ἀστυνόμος ἀξιωματικός, εἰς δὲ τοὺς λοιποὺς δήμους θὰ ὁρισθῶσιν ὑπαξιωματικοὶ εἴτε τῆς χωροφυλακῆς, εἴτε ἀπεσπασμένοι ἐκ τοῦ στρατοῦ εἰς τὴν χωροφυλακήν, οἱ ὁποῖοι θὰ χρησιμεύσουν οὐχὶ ὡς ἀστυνόμοι, ἀλλ’ ὡς ἐκτελεσταὶ τῶν ἀστυνομικῶν διατάξεων, τῶν ἐκδιδομένων παρὰ τῶν ἀστυνόμων ἀξιωματικῶν. Τοιαύτη ὅθεν ἡ ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ κανονικὴ αὐτῶν θέσις, καὶ τοῦτο εἴπομεν, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος ἐπὶ τῇ ἀντιῤῥήσει τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν, ὅτι «διὰ τῶν διαταγμάτων τούτων προτίθεσθε νὰ κανονίσητε ἄλλο παρ’ ὅ,τι ὁ νόμος ὁρίζει ἐν τῷ κειμένῳ»· καὶ ἡμεῖς ἐδώκαμεν αὐτῷ τὰς πληροφορίας ταύτας, καὶ ἂν ἀνατρέξητε εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς συζητήσεως κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, θὰ εὕρητε τὰ σήμερον ἐκτιθέμενα. Δὲν πρόκειται λοιπὸν ὑπαξιωματικοὶ νὰ ᾖναι ἀστυνόμοι, διότι οὗτοι θὰ ᾖναι ἐκτελεσταὶ τῶν διαταγῶν, ἃς ὁ ἀστυνόμος θὰ ἐκδίδῃ, οὗτοι θὰ ᾖναι ἐπὶ κεφαλῆς τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως ὡς σταθμάρχαι, καὶ θὰ ἐπιτηρῶσι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀστυνομικῶν διατάξεων. Δὲν ὑπάρχει ὅθεν λόγος νὰ συζητήσωμεν, ἂν ὁ ὑπαξιωματικὸς ᾖναι πρόσωπον ἐμπιστοσύνης ἢ πρόσωπον ἱκανὸν νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀστυνομικὴν ταύτην ὑπηρεσίαν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα, περὶ οὗ ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς Τριχωνίας, ὅτι οἱ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, ἀποσπώμενοι εἰς τὴν ἀστυνομίαν, ἤθελον χαλαρώσει τὰ στρατιωτικὰ σώματα, ἀπαντῶ ὅτι δὲν θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐλαχίστη χαλάρωσις, διότι σήμερον ἀσχολοῦνται πλεῖστοι τῶν ὑπαξιωματικῶν τούτων εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου δὲν θὰ ἐξακολουθῶσι πλέον ὄντες ἀπεσπασμένοι, καὶ ἑπομένως οὐδόλως θὰ διαταράξωσι τὴν ἁρμονίαν τοῦ μένοντος στρατοῦ ἐν τοῖς σώμασι.
§62ΜΑΝΕΣΗΣ. Πιθανὸν νὰ ἐγένοντο τότε ἐξηγήσεις κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὅλαι αἱ ἐξηγήσεις δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι κῦρος ἀπέναντι τοῦ ῥητοῦ γράμματος τοῦ νόμου. Ὁ νόμος ὁμιλεῖ ῥητῶς περὶ ὑπαξιωματικῶν. Βεβαίως λοιπὸν ἔχει ἐσφαλμένην ἰδέαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῶν ἀνθυπασπιστῶν, κατατάσσων αὐτοὺς εἰς τοὺς ὑπαξιωματικούς...
§63ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Οἱ ἀνθυπασπισταὶ εἶναι ἀστυνόμοι.
§64ΜΑΝΕΣΗΣ. .. Διότι, λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, κάλλιστα δύνανται νὰ ᾖναι καὶ ὑπαξιωματικοί, καὶ συγκατατάσσει τοὺς ἀνθυπασπιστὰς μετὰ τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἐνῷ ῥητῶς μνημονεύεται, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληρωθῶσιν αἱ θέσεις αὗται δι’ ἀξιωματικῶν ἐξ ὅλων τῶν ὅπλων, δύνασθε ν’ ἀναπληρώσητε αὐτοὺς καὶ δι’ ἀνθυπασπιστῶν. Ὁ νόμος λέγει ῥητῶς, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ διορίσητε ἀστυνόμους, παρὰ ἀξιωματικούς. Σήμερον δὲ δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ στρατιωτικοῦ κανονισμοῦ, καθ’ ὃν, ἵνα διοικηθῇ σῶμά τι ὑπὸ ἀξιωματικοῦ, πρέπει νὰ ἀποτελῆται ἐξ 24 ἀνδρῶν ἤδη ἐπιτρέπεται νὰ προΐσταται καὶ ὀλιγωτέρων, ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, καὶ συνεπῶς δὲν πρέπει νὰ ὑποκατασταθῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ δι’ ὑπαξιωματικῶν. Ἐνταῦθα δὲν ἔχομεν στρατιωτικὸν σῶμα, διὰ νὰ ἔχωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν τὸν ὁριζόμενον ὑπὸ τοῦ κανονισμοῦ· ἔχομεν ἀστυφυλακὴν, ἑπομένως καὶ ὀλιγώτερος ἀριθμὸς δύναται νὰ διοικῆται ὑπὸ ἀξιωματικοῦ. Δὲν ἐπερίμενα δὲ νὰ μοὶ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι διὰ τῆς ἀποσπάσεως τῶν ὑπαξιωματικῶν δὲν καταστρέφεται ἡ ὑπηρεσία. Πρῶτον δὲν νομίζω, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαξιωματικῶν τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἀνέρχεται εἰς διακοσίους καὶ ἐπέκεινα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὰ κενὰ τῶν ὑπαξιωματικῶν εἰς τὸν στρατὸν εἶναι μεγάλα, καὶ ἤδη, ἀντὶ νὰ τὰ συμπληρώσωμεν, τὰ ἐπαυξάνομεν.
§65ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν σταθμῶν, νομίζω ὅτι δὲν ἐπιδέχεται πλέον συζήτησιν, διότι εἶναι ἀρκετὰ διευκρινισμένον. Θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν μόνον ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ὑπαξιωματικούς, ὅτι τουτέστιν ὑπάρχουσιν ἤδη κενὰ, καὶ δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἐπαυξηθῶσι ταῦτα. Τὸν πληροφορῶ, ὅτι ὑπάρχουσι κενὰ ἀληθῶς, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ τάγματα στελεχῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι στρατεύματα, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς παρουσίας τῶν στελεχῶν τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ὑπάρχουσιν ὅμως ὑπαξιωματικοὶ, ἀσχολούμενοι εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, τοὺς ὁποίους δὲν θέλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Τὸν πληροφορῶ, ὅτι ὑπάρχουσιν εἰς μέγαν ἀριθμὸν ὑπαξιωματικοὶ, ἀσχολούμενοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Πάντες οὗτοι θὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των, διότι ἡ ἀστυνομία ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ἀσχολῆται εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν· δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν ὀλίγα μεταβατικὰ ἀποσπάσματα, ὅπου ὑπάρχει λῃστεία, ἀλλ’ εἰς τὴν Πελοπόννησον δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς διατηρήσεως αὐτῶν. Ἡ βοήθεια ὅθεν τῶν ὑπαξιωματικῶν τούτων τὰ μάλα θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, καὶ δὲν θὰ προέλθῃ ἡ ἐλαχίστη ζημία ἕνεκα τῆς ἀπομακρύνσεως ὑπαξιωματικῶν τινων, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει τῶν στελεχῶν τῶν ταγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς παρουσίας πάντων τῶν ὑπαξιωματικῶν τούτων.
§66ΜΑΝΕΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις ἔχει κοινωφελῆ σκοπὸν, καὶ ὁ κ. Τσαμαδὸς παραδέχεται, ὅτι τὰς παρατηρήσεις μου τὰς κάμνω χάριν τοῦ στρατοῦ, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐνδιαφέρεται καὶ αὐτὸς, ὡς καὶ ἐγὼ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἐλησμόνησα τὰ τάγματα, τὰ ἐν καιρῷ εἰρήνης νεκρά· ἄλλως, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ ἀνάγκη, δύναται νὰ ἀναπληρώσῃ τὰ κενὰ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ, διότι ἐγὼ ἐξεπλάγην, ἰδὼν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ συντάγματος μόνον 13 ὑπαξιωματικοὺς, τοὺς δὲ λοιποὺς ἀπεσπασμένους εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας. Ἂν ἐξετάσητε, θὰ ἴδητε, ὅτι εἶναι ἐντελῶς κενὰ τὰ συντάγματα, καὶ ταῦτα λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν, ὅταν λέγω νὰ μὴ ἐπαυξήσωμεν τὰ κενὰ, ἐνῷ ἀξιωματικοὺς ἔχομεν ἀρκοῦντας. Ἀλλ’ ὁ νόμος ῥητῶς λέγει, ὅτι ἐν τοῖς λοιποῖς δήμοις, ὅπου ὁ πληθυσμὸς δὲν ἀνέρχεται εἰς τόσας χιλιάδας, ἐκεῖ ὀφείλετε νὰ ἔχητε ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς· καὶ ὁ νομοθέτης τότε θὰ εἶχε σπουδαῖον λόγον, διὰ νὰ θέσῃ ἐκεῖ τὴν χωροφυλακήν. Ἐγὼ τὴν ἤθελον τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν μόνον διὰ τὰς πόλεις τὰς μεγάλας καὶ τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ τὸ πολὺ τῶν ἐπαρχιῶν, διότι γνωρίζω τί θὰ συμβῇ, ὅταν λειτουργήσῃ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία εἰς τὰ ὀλιγαρίθμως κατῳκημένα μέρη. Ἀκριβῶς διὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα ἐσκέφθη ὁ νομοθέτης, ὅτι εἶναι κατάλληλοι μόνοι οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, οἱ ὁποῖοι κατέγειναν εἰς αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν, διότι αὐτοὶ θὰ προλαμβάνωσι πολλὰ ἄτοπα, καὶ θὰ ἦναι εἰς θέσιν καὶ δύο καὶ τρεῖς δήμους μεμακρυσμένους ἀπ’ ἀλλήλων νὰ διοικῶσιν, ἄλλως δὲν θὰ ἐτίθεντο οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλὰ καὶ παντὸς ἄλλου ὅπλου· ἀλλὰ ὁ νόμος λέγει ῥητῶς, ὅτι τότε μόνον διορίζονται ἐξ ἄλλου ὅπλου, ὅταν ὑπάρχῃ ἔλλειψις ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς. Τότε ἐγὼ δὲν εἰσηκούσθην, ὅταν ἔλεγον νὰ μὴ ἀναμίξωμεν ὅλων τῶν ὅπλων τοὺς ἀξιωματικούς, ἀλλὰ μόνον τοὺς ἤδη εἰς τὴν μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν, διότι ἐθεώρουν βλάβην μεγίστην τὴν διάθεσιν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἄλλων ὅπλων εἰς αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ὑπηρεσίας. Ἐλεύσεται ἦμαρ, καὶ οὐχὶ ἀργά, ὁπότε θέλετε μεταμεληθῆ διὰ πάντα ταῦτα, καὶ διὰ τὴν ἀποσύνθεσιν τοῦ στρατεύματος καὶ διὰ τὰ γεννηθησόμενα ἀφεύκτως δεινὰ ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, οὕτως ἐπεκτεινομένης.
§67ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρείλκυσε τὸ ζήτημα· ἀπὸ νομικοῦ, ἀναφορικῶς πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ περὶ ἀστυνομίας νόμου, τὸ παρείλκυσεν εἰς στρατιωτικὸν ζήτημα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 2 αὐτὸ ἐννοεῖ, ὅτι διὰ τῶν διαταγμάτων αὐτῶν δύναται νὰ πράττῃ ὅ,τι θέλει, ὅτι ἔχει εὐρυτάτην δικαιοδοσίαν. Κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δύναται καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ κάμῃ ὑποειρηνοδίκας εἰς τοὺς δήμους τοὺς ὑπαγομένους εἰς εἰρηνοδικειακὴν περιφέρειαν, συνισταμένην ἐκ πλειόνων τοῦ ἑνὸς δήμων· τουτέστι νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Δημόσιον μὲ ἐνοικιάσεις οἰκιῶν. Ἰδοὺ περὶ τίνος πρόκειται. Π. χ. ἡ ἀστυνομία τοῦ δήμου Μαραθῶνος καὶ Ὠρωποῦ περιλαμβάνει δύο δήμους, μὲ πρωτεύουσαν τὸν Ὠρωπόν· ἐν τῷ Ὠρωπῷ συνιστᾷ σταθμὸν ἀστυφυλακῆς...
§68ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι ἀστυφυλακῆς.
§69ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ἀλλὰ οὐδὲν δικαίωμα ἔχετε νὰ καθιδρύητε ἀρχὴν ἀστυνομικὴν ἢ ἀστυφυλακῆς, ἀφοῦ δὲν σᾶς τὸ δίδῃ ὁ νόμος. Οὐδαμοῦ ὁ νόμος ἀναφέρει, ὅτι εἰς τοὺς δήμους τοὺς ὑπαγομένους εἰς τὴν ἀστυνομικὴν περιφέρειαν πρέπει νὰ γείνῃ σταθμὸς ἀστυνομικός.
§70Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἑρμηνεύσωμεν τὸν νόμον ὑπὸ τὴν στενὴν αὐτοῦ ἔννοιαν, θέλομεν καταλήξει ἀσφαλῶς εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι αἱ γνῶμαι ἀμφοτέρων τῶν Ὑπουργῶν εἶναι ἐσφαλμέναι. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δύο ἰσχυρισμοὺς προβάλλουσιν· ὁ μὲν πρῶτος εἶναι, ὅτι, ἀφοῦ ὁ νόμος μᾶς δίδῃ τὸ δικαίωμα διὰ τῶν διαταγμάτων τούτων νὰ συνιστῶμεν ἀστυνομίας, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τὰς συστήσωμεν ὅπως τὰς θέλομεν· ὁ ἕτερος λόγος εἶναι, ἂν συμπέσῃ νὰ ἦναι δύο ἢ τρεῖς δῆμοι, ὁ εἷς νὰ ἦναι ἀστυνομία, οἱ δὲ ἕτεροι σταθμαρχεῖα. Ἀλλὰ τὸ συμπέρασμα αὐτὸ μᾶς ἄγει εἰς ἄτοπα· διότι ποίαν ὑπηρεσίαν θὰ ἐκτελῶσιν αὐτὰ τὰ σταθμαρχεῖα; Τὸ σταθμαρχεῖον εἶναι ἀρχὴ αὐτοτελής, ἐνασκοῦσα αὐτὴ τὴν πταισματικὴν δικαιοσύνην, τὴν ἀγροφυλακήν, αὐτὴ ἐπιτηροῦσα τὴν τάξιν· ποίαν παραγγελίαν θὰ λάβῃ ἀπὸ τὸν διευθυντήν; Καὶ τότε διατὶ νὰ μὴ εἴπωμεν, ὅτι θὰ λάβῃ διαταγὰς καὶ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν; Νομίζω ὅτι αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία εἶναι ἐσφαλμένη. Ἀλλ’ ὁ νόμος ἐνόει τὸν πληθυσμόν. Καὶ ἂν συμπέσῃ ὁ ἀστυνόμος νὰ ἑδρεύῃ ἐν πληθυσμῷ μικροτέρῳ καὶ ὁ σταθμάρχης ἐν πληθυσμῷ μεγαλειτέρῳ, διατὶ τάχα αὐτὴ ἡ διάκρισις; Διότι, λέγει, πολλαὶ ἀστυνομίαι θὰ συμπέσῃ νὰ ἔχωσιν ὑπ’ αὐτὰς καὶ δύο καὶ τρεῖς δήμους. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἡ ὑπηρεσία τῶν ἀστυνόμων εἶναι ὑπηρεσία αὐτοτελής, δικαστική, μὴ ὑφισταμένη εἰς οὐδένα νόμον. Ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ αὐτὴ ἀναπληροῖ τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχήν, ἀποσπασθεῖσαν ἀπὸ τὴν δημοτικὴν ἀρχήν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δίδουν οἱ Ὑπουργοί, εἶναι ἐσφαλμένη, καὶ πρέπει διὰ νόμου νὰ συμπληρωθῇ τὸ κενὸν αὐτό.
§71ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐδῶ, κύριε Πρόεδρε, προσβάλλεται τὸ διάταγμα τὸ ἐκδοθὲν ὑπὸ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, ὡς μὴ στηριζόμενον εἰς τὸν νόμον· εἶναι δὲ παράδοξος ἡ δικαιολογία τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν, λεγόντων ὅτι ἔχουσι δικαίωμα νὰ κανονίζωσι σταθμοὺς καὶ νὰ διορίζουν ὑπαξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς, ἢ ἄλλους ὑπαξιωματικούς, ὡς σταθμάρχας. Ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας δύο κατηγορίας ἀστυνομιῶν ἀναγνωρίζει, τὴν μίαν εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν πρώτης τάξεως δήμων καὶ εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἔχοντας πληθυσμὸν ἀνώτερον τῶν 5 χιλιάδων, καὶ τὴν δευτέραν κατηγορίαν εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἔχοντας πληθυσμὸν κατώτερον τῶν 5 χιλιάδων. Καὶ εἰς τὰς δύο κατηγορίας ὁ νόμος ὁρίζει, ὅτι πρέπει νὰ διορίζωνται ἀξιωματικοί, εἰς τὴν δευτέραν μάλιστα κατηγορίαν μόνον ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, καὶ μόνον ἐν ἐλλείψει τούτων δύνανται νὰ ἀποσπασθῶσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν καὶ ἀξιωματικοὶ τῶν ἄλλων ὅπλων, οὐχὶ δὲ ὑπαξιωματικοί. Περὶ σταθμῶν οὐδαμοῦ ὁμιλεῖ ὁ νόμος· τὸ διάταγμα δὲ λέγει, ὅτι ὁρίζονται σταθμοὶ ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς. Θέλομεν νὰ μάθωμεν, ποῦ στηρίζεται τὸ διάταγμα τοῦτο· διότι ἐκ τοῦ νόμου ἐξάγεται, ὅτι οἱ κατώτεροι ἄνδρες, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἀστυνομίαν, εἶναι δύο εἰδῶν, εἶναι ἢ ὑπαξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, ἐνωμοτάρχαι καὶ ὑπενωμοτάρχαι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ διορισθοῦν εἰς τὴν ἀστυνομίαν τῆς πρώτης κατηγορίας πρὸς ἐνάσκησιν τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, ἢ ἀστυφύλακες· εἰς τοὺς δήμους ὅμως τῆς δευτέρας κατηγορίας, περὶ τῶν ὁποίων κάμνει λόγον ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 2, δὲν δύνανται παρὰ νὰ διορισθῶσιν ὁπλῖται τῆς χωροφυλακῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 9. Τὰ ἐν ταῖς ἀστυνομίαις καθήκοντα τῶν μέχρι τοῦδε ἀστυνομικῶν κλητήρων ἐκτελοῦνται ἐν μὲν ταῖς συνιστωμέναις κατὰ τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 2 ὑπὸ στρατιωτικῶς ὠργανωμένου σώματος, καλουμένου «Ἀστυφυλακὴ» καὶ ἀποτελουμένου ἐξ ἐνωμοταρχῶν βʹ τάξεως, ὑπενωμοταρχῶν καὶ ἀστυφυλάκων, ἐν δὲ ταῖς συνιστωμέναις κατὰ τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ὑπὸ τῶν ὁπλιτῶν τῆς χωροφυλακῆς.» Οὐδαμοῦ κάμνει λόγον τὸ ἄρθρον τοῦτο περὶ ὑπαξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς.
§72ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀλλὰ τί ἐννοεῖ μὲ τὴν λέξιν «ὁπλιτῶν»;
§73ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οἱ ὁπλῖται εἶναι στρατιῶται.
§74ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐρωτήσατε τὸν παρακαθήμενόν σας στρατιωτικόν, ἵνα μάθητε τί σημαίνει «ὁπλίτης»... Δὲν ἀπαντᾷ, βλέπω, ὁ κ. Μάνεσης.
§75ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν καὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ λέγωνται ὁπλῖται, καθὸ μὴ στρατιωτικός. Ὁ νόμος ὅμως φέρει ἀντίθεσιν, καὶ προφανῶς ἀποκλείει τοὺς ὑπαξιωματικούς· διότι ἐκεῖ, ὅπου θέλει νὰ διορίζωνται ὑπαξιωματικοί, τὸ λέγει ῥητῶς, ὅτι τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα ἐν ταῖς κατὰ τὴν αʹ § τοῦ ἄρθρου 2 ἀστυνομίας ἐκτελοῦνται ὑπὸ ἐνωμοταρχῶν, ὑπενωμοταρχῶν καὶ ἀστυφυλάκων. Εἰς τὰς ἄλλας κατηγορίας μόνον ὑπὸ ὁπλιτῶν.
§76ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διότι ἡ ἀστυνομία δὲν εἶχεν ὀργανωθῇ ἀκόμη, καὶ δὲν ἐκανονίζοντο τὰ τῶν ὁπλιτῶν τῆς χωροφυλακῆς, ἐνῷ τὸ στράτευμα διακρίνεται εἰς ἀξιωματικοὺς καὶ ὁπλίτας.
§77ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ ὑποβάλητε νομοσχέδιον, μεταβάλλον τὸ κείμενον.
§78ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὅλος ὁ στρατιωτικὸς κόσμος γνωρίζει, ὅτι ὁπλῖται καλοῦνται οἱ ἀπὸ τοῦ ἐπιλοχίου μέχρι καὶ τοῦ στρατιώτου.
§79ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω λοιπόν, ὅτι τὸ διάταγμα αὐτὸ εἶναι παράνομον, ὅτι κανονίζετε σταθμοὺς ἐκεῖ, ὅπου ἡ Βουλὴ δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ κανονίσῃ τοιούτους, ὅτε ἐψήφιζε τὸν νόμον, καὶ μάλιστα σταθμούς, τοὺς ὁποίους θὰ καθιστᾷ ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς ὅπως θέλει καὶ ὁπόταν θέλῃ. Ἄν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ μεταῤῥυθμισθοῦν τὰ τοῦ νόμου, ἂς φέρῃ νόμον μεταῤῥυθμιστικὸν τοῦ πρώτου· ἀπορῶ πῶς δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο μόνον διὰ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν ὑπαξιωματικῶν ὡς ὁπλιτῶν.
§80ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἐκ τῆς κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν δηλώσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τῶν φιλανθρωπικῶν αὐτοῦ αἰσθημάτων ὑπὲρ τῶν γεωργῶν καὶ κτηματιῶν ἐνθαῤῥυνόμενος, θὰ ὑπομνήσω εἰς αὐτὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ τῶν ἀτυχῶν ἐκείνων, οἵτινες, λησμονηθέντες ὅτι ἐδικαιοῦντο νὰ ὠφεληθῶσι τῶν περὶ διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν εὐεργετικῶν νόμων, τῶν λειτουργούντων ἀπὸ τοῦ 1871 μέχρι σήμερον, ὑπέβαλον δηλώσεις, συμμορφωθέντες πρὸς τὰ κείμενα τῶν νόμων, καὶ ἐζητήσαντο τὴν παραχώρησιν ὡρισμένων ἐθνικῶν γαιῶν. Ὡς δὲ γνωρίζομεν πάντες, βεβαίως πρὸ παντός, ὡς ὤφειλον, κατέβαλον ὅ,τι ὁ νόμος ὁ ἀρχικὸς ἀπῄτει, ἵνα καταβάλῃ ὁ δηλώσας, ὅπως λάβῃ τὸ δικαίωμα τῆς παραχωρήσεως. Δυστυχῶς, ὡς παρ’ ἡμῖν ἔχουσι τὰ τῆς νομοθεσίας, ὁ ἀρχικὸς σχετικὸς νόμος ὑπέστη πολλὰς τροποποιήσεις, τοιαύτας δὲ μάλιστα τροποποιήσεις, ὥστε οἱ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀρχικοῦ νόμου δηλώσαντες καὶ καταβαλόντες ὅ,τι ὤφειλον νὰ καταβάλωσιν εὑρέθησαν, συνεπείᾳ τῶν μεταγενεστέρων νόμων καὶ ἐκδοθέντων βασιλικῶν διαταγμάτων, τροποποιησάντων τοὺς νόμους, καί τινος ἐν αὐτοῖς διατάξεως, διὰ τῆς ὁποίας ἐδικαιοῦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξαιρέσῃ τῆς διανομῆς γαίας, τὰς ὁποίας ἐνόμιζεν ἐξαιρετέας, εὑρέθησαν, λέγω, οἱ δηλώσαντες κατὰ τὰς διατάξεις αὐτῶν, ἐστερημένοι τοῦ εὐεργετήματος τῶν νόμων τούτων. Τοιοῦτοι δηλωταὶ ἀπὸ τοῦ 1872 μέχρι τοῦ 1879, στερηθέντες αὐθαιρέτως διὰ μεταγενεστέρων ὑπουργικῶν διαταγῶν τοῦ εὐεργετήματος τούτου, κατέβαλον ἐπὶ τῷ τέλει τῆς νομίμου παραχωρήσεως γαιῶν πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν. Τὸ ποσὸν τοῦτο δυστυχῶς μέχρι σήμερον δὲν ἐλήφθη πρόνοια νὰ ἀποδοθῇ εἰς αὐτούς, ἀφοῦ ἀδικαιολογήτως δὲν παραχωροῦνται εἰς αὐτοὺς αἱ δηλωθεῖσαι γαῖαι. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο τὸ ἄδικον συμβαίνει, ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ἐπισφράγισιν τοῦ ἀτόπου, μετ’ ἐπανειλημμένας ἀναφορὰς καὶ διαμαρτυρήσεις τῶν δηλωτῶν τούτων, τελευταῖον, ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Τρικούπη, ἀπήντησεν, ὅτι παρεγράφη τὸ δικαίωμά των περὶ ἀναλήψεως τῶν προκαταβολῶν, ἐπὶ τῷ λόγῳ δῆθεν, ὅτι ἐφαρμόζεται καὶ δι’ αὐτοὺς ἡ διάταξις τοῦ λογιστικοῦ νόμου περὶ διετοῦς παραγραφῆς. Τοιαύτην ἀπάντησιν ἔλαβον, ληστευόμενοι, ὑπὸ τύπον δῆθεν νόμιμον, οἱ συμπολῖται ἡμῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ προηγουμένως τοῦτο, ἐπὶ ταῖς ὑποβληθείσαις ἀναφοραῖς ὑπ’ αὐτῶν, ἀπήντα καὶ προεκάλει ἐπισήμως, μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Τρικούπη, ὅτι ἔχουσι πληρέστατα δίκαιον, ζητοῦντες τὴν παραχώρησιν γαιῶν, ἀλλ’ ὅτι μόνον ἔπρεπε, πρὶν καταλήξῃ ἡ ὑπηρεσία εἰς τὴν ὁριστικὴν ἀναγνώρισιν τῆς παραχωρήσεως εἰς αὐτοὺς τῶν γαιῶν, αἱ διατυπώσεις αἱ προβλεπόμεναι ὑπὸ τοῦ σχετικοῦ νόμου, νομίμως νὰ ἐκπληρωθῶσιν. Ἡ δὲ λήστευσις τῆς περιουσίας τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν τούτων ἐπῆλθε σπουδαιοτέρα, ὅτε ἀπὸ τοῦ 1879, κατὰ τὸν Μάρτιον καὶ Μάϊον, διὰ τριῶν ἐκδοθέντων βασιλικῶν διαταγμάτων, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐξαιρετικῆς διατάξεως τοῦ ἀρχικοῦ νόμου τοῦ 1871, ἐξῃρέθησαν τῆς διανομῆς γαῖαι ὡρισμέναι εἰς διάφορα μέρη τῆς χώρας, αἱ ὁποῖαι εἶχον προηγουμένως δηλωθῆ ἀπὸ τοὺς ἐξαπατηθέντας ἐκ τοῦ νόμου συμπολίτας μας, οἵτινες εὑρέθησαν μετὰ τὴν ἀδικαιολόγητον ἐξαίρεσιν ἱκανοποιούμενοι μόνον μὲ τὰς δηλώσεις ἀνὰ χεῖρας καὶ τὰς ἀποδείξεις τοῦ ταμείου, ὅτι κατέβαλον τὴν ὡρισμένην προκαταβολήν. Καὶ τούτου τοῦ ἐγκληματικοῦ συμβεβηκότος, Κύριοι, οὐδεμία διόρθωσις ἐπῆλθε μέχρι τοῦδε, οὔτε ἐλήφθη τοὐλάχιστον πρόνοιά τις περὶ αὐτοῦ, καίτοι διὰ πολλῶν ἀναφορῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπεδόθησαν διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος, διεμαρτυρήθησαν οἱ δηλωταὶ οὗτοι πρὸς τὸ ὑπὸ τὸν κ. Τρικούπην Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὑπεσχέθη ὅμως, ὡς συνειθίζει, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Τρικούπης, ὅτι θὰ ἐπιστραφῶσι τοὐλάχιστον τὰ καταβληθέντα, καὶ πρὸς ἀποπλάνησιν καὶ ἐξαπάτησιν τῶν δηλωτῶν, εἰς ἔγγραφα αὐτῶν σχετικὰ, διαβιβασθέντα παρὰ τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων εἰς τὸν κ. Τρικούπην, ἐδόθη ἡ ἀπάντησις, ὅτι θὰ ἐξετάσῃ ἡ ὑπηρεσία καὶ θ’ ἀποδώσῃ εἰς αὐτοὺς τὸ δίκαιον, καὶ ὅτι, ἂν δὲν δοθῶσι τὰ δηλωθέντα διὰ παραχωρήσεως, τοὐλάχιστον θὰ τοῖς ἐπιστραφῇ ὅ,τι κατέβαλον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον προκαταβολικῶς, ἀλλ’ οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἐγένετο, ἔστω καὶ προπαρασκευαστικῶς. Κατὰ τὸ 1880 ὁ καὶ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Τρικούπης, ἀναγνωρίσας τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον προσεγένετο εἰς τοὺς δηλωτάς, ἐζήτησε καὶ ἔλαβε παρὰ τῆς Βουλῆς νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπηγορεύετο ἡ διὰ Β. Διατάγματος ἐξαίρεσις ἀπὸ τῆς διανομῆς δηλωθεισῶν γαιῶν ἐκ τῶν ὑστέρων, ἀλλὰ καὶ τὸ νομοθετικὸν τοῦτο μέτρον δὲν ὠφέλησε. Διὰ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κ. Τρικούπης, ὅστις χθὲς τοιαῦτα φιλάνθρωπα αἰσθήματα ἐπεδείξατο, προκειμένου περὶ τῶν γεωργῶν τῆς Κερκύρας, περὶ ὧν ἔλαβε νομοθετικὴν πρόνοιαν, ὀφείλει κατὰ τὸ αὐτὸ μέτρον νὰ λάβῃ σύντονον πρόνοιαν, ὅπως ἀποδοθῶσιν εἰς τοὺς δυστυχεῖς δηλώσαντας συμπολίτας μας ὅ,τι πρὸ 15 ἢ πρὸ 10 ἐτῶν κατέβαλον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐπὶ τῷ σκοπῷ παραχωρήσεως ἐθνικῶν γαιῶν. Καὶ δὲν ζητοῦσιν αὐτοὶ τίποτε δωρεὰν, ὅπως διὰ τοῦ κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν συζητηθέντος νομοσχεδίου ἐζητεῖτο· ζητοῦσι νὰ ἀποδοθῇ εἰς αὐτοὺς ὅ,τι ἀχρεωστήτως καὶ ἄνευ ἀποτελέσματος κατέβαλον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον λῃστρικῶς ἔλαβε καὶ κατέχει. Ἰδίως δὲ καὶ ἐξαιρετικῶς ἡ ἀδικία αὕτη ἐγένετο καὶ ἐπετελέσθη εἰς τὸν νομὸν τῶν Κυκλάδων. Τὰ διατάγματα, ὧν ἐμνήσθην, ἐξῄρουν τῆς διανομῆς γαίας ἐξαιρετικῶς κειμένας εἰς τὰς ἐπαρχίας Ἄνδρου, Νάξου, Σύρου, Μήλου, καὶ Κέας. Ἐδικαιοῦντο ἑπομένως νὰ νομίσωσιν ἐντεῦθεν οἱ Κυκλαδῖται, ὅτι ἦσαν ἀπόκληροι τοῦ εὐεργετήματος, τὸ ὁποῖον εἰδικὸς νόμος παρέσχε πρὸς πάντας τοὺς κατοίκους τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τὸ ἄδικον τοῦτο δὲν ἐγένετο μόνον διὰ τὰς νήσους τῶν Κυκλάδων, καθόσον, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἡ ἐξαίρεσις ἐπεξετάθη καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὴν Ἀττικὴν, εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Λεβαδείας, εἰς πολλὰ μέρη τῆς Πελοποννήσου καὶ ἀλλαχοῦ, διὰ λόγους δῆθεν δημοσίας ἀνάγκης, ἀδικαιολογήτως. Ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μὴ ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν του αὐτεπαγγέλτως, ὅτι ὀφείλω νὰ ὑποβάλω καὶ ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, βεβαίως δὲν θὰ παραλείψω τοῦτο. Σχετικῶς δὲ ὑπενθυμίζω εἰς αὐτὸν καὶ σχετικὴν ἀναφορὰν ἑνὸς ἐκ τῆς ἐπαρχίας Μήλου δηλωτοῦ, τοῦ Κων. Καμπάνη, ὅστις μετὰ τὸν τελευταῖον σχετικὸν νόμον τοῦ 1885, ἐπὶ τῇ πρωθυπουργίᾳ νομίζω τοῦ κ. Δηλιγιάννη ψηφισθέντα, τὸν ὁποῖον δυστυχῶς ἡ σχετικὴ ἐγκύκλιος, ἡ ἐκδοθεῖσα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχε καταστήσει ἔτι δυσληπτότερον, ἐζήτησε πληροφορίας ἀπὸ τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον Μήλου, ἐὰν μετὰ τὸν τελευταῖον ἐκεῖνον νόμον ἐδικαιοῦτο νὰ ζητήσῃ διὰ δηλώσεως νομίμου τὴν παραχώρησιν γαιῶν κειμένων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μήλου, καὶ ἀφοῦ ἔλαβε παρὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου Μήλου καταφατικὴν ἀπάντησιν, προτραπεὶς οὕτως εἰς τοῦτο, ὑπέβαλε δήλωσιν καὶ προκατέβαλε 3–4 χιλιάδας δραχμῶν, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ παραχωρηθῶσιν εἰς αὐτὸν ὡρισμέναι γαῖαι. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἐπῆλθεν ἡ κυβερνητικὴ μεταβολὴ, καὶ ὁ κ. οἰκονομικὸς ἔφορος ἠρνήθη νὰ δεχθῇ τὰς δηλώσεις τοῦ εἰρημένου Καμπάνη, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν κατηργήθη διὰ τοῦ τελευταίου τούτου νόμου ἡ ἐξαίρεσις τῆς παραχωρήσεως τῶν δηλωθεισῶν γαιῶν διὰ τῶν Β. Διαταγμάτων τοῦ 1879. Τὸ σκανδαλῶδες τοῦτο ζήτημα ἀνηνέχθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν κ. Τρικούπην, ὁ ὁποῖος δι’ ἐγγράφου του παρήγγειλε τηλεγραφικῶς εἰς τὸν κ. ἔφορον, ὅτι ὀφείλει νὰ δεχθῇ τὰς δηλώσεις, διότι ἦσαν νόμιμοι. Ὁ ἔφορος συνεπῶς τὰς ἐδέχθη. Ἀλλὰ ποῖον ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης ἀποδοχῆς; Τὸ Ὑπουργεῖον ἀπεφάνθη κατόπιν, ὅτι κατὰ τὸν τελευταῖον νόμον, πρὸς τῇ καταβολῇ, ἔπρεπε νὰ καταθέσῃ ὁ δηλωτὴς καὶ ποσὸν μιᾶς καὶ ἡμισείας δραχμῆς κατὰ στρέμμα διὰ φόρον ἐπικαρπίας τοῦ ἔτους ἐκείνου. Συνεμορφώθη ὁ δηλωτὴς ἐκεῖνος καὶ συνεπλήρωσε τὴν καταβολὴν, ἡ ὁποία οὕτως ἀνῆλθεν εἰς ἀρκετὸν ποσόν. Καὶ ὅμως, μετὰ τὴν τοιαύτην διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνόμισε πάλιν ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Τρικούπης, ὅτι ἐκ λάθους ἐδόθη ἡ διαταγὴ εἰς τὸν ἔφορον Μήλου νὰ δεχθῇ τὰς δηλώσεις. Ἐν τῷ δικαιώματί του λίαν παρανόμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠδυνήθη νὰ ἑρμηνεύσῃ οὕτω τὸν νόμον. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τοῦτο ὑπέβαλεν ὁ ἀδικηθεὶς πολίτης ἀναφορὰν, καὶ ἐζήτησε νὰ ἐπιστραφῶσι τὰ προκαταβληθέντα καὶ ἐγκριθέντα χρήματα, ὑπέβαλε αἴτησιν θεραπείας, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς σιωπᾷ, καὶ ὑποχρεοῦται οὕτως ὁ ἐξαπατηθεὶς πολίτης νὰ εὕρῃ τὸ δίκαιόν του εἰς τὰ δικαστήρια καὶ μετὰ τὴν ὑπὲρ αὐτοῦ μάλιστα γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου.
§81ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐργασθῶμεν περισσότερον, κύριε Πρόεδρε· εἶναι ἐννάτη ἡ ὥρα.
§82ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, λύσατε τὴν συνεδρίασιν.
§83ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν θὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις. Ἔχετε τὸ θάῤῥος νὰ φέρητε ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας. Δι’ αὐτὸ κάθεσθε ἐνταῦθα. Οὐδεμίαν ἄλλην ἐργασίαν ἔχετε.
§84ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς κάθεσθε ἐνταῦθα μόνον ὡς claqueur.
§85ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγεννήθητε μόνον διὰ νὰ ὑβρίζητε καὶ νὰ λέγητε κακοηθείας· εἶσθε ἀρχηγὸς τῶν τραμπούκων! (θόρυβος).
§86ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸς ὑβρίζει ἐνταῦθα!
§87ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑβρίζει ὁλόκληρον τὴν μερίδα μας· πρέπει νὰ τὸν ἀνακαλέσητε εἰς τὴν τάξιν. Νὰ ἐφαρμόσητε, κύριε Πρόεδρε, τὸν Κανονισμόν. Εἶσθε τεταγμένος διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ.
§88ΡΑΛΛΗΣ. Ἀνακαλέσατέ τον εἰς τὴν τάξιν, διότι ἄλλως θὰ τὸν ἀνακαλέσωμεν ἡμεῖς αὔριον.
§89ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ὡμίλει ὁ Κύριος οὗτος ἑλληνιστὶ, ἤθελεν ἀντιληφθῆ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ, τί εἶπε χθὲς καὶ ἐπανέλαβε σήμερον. Ὁ Κύριος οὐδὲν ἄλλο εἶπε γαλλιστὶ ἢ ὅτι εἶμαι ἄνθρωπος πληρωμένος διὰ νὰ χειροκροτῶ. Χειροτέρα ὕβρις ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου τὴν ἔννοιαν ταύτην ἔχει ἡ λέξις, δὲν ὑπάρχει· καὶ αὐτὸς, ὁ τοιαῦτα ἐκστομίζων, ζητεῖ νὰ ἀνακληθῶ ἐγὼ εἰς τὴν τάξιν! Ἐγὼ οὐδένα ποτὲ ὕβρισα καὶ οὐδένα ποτὲ θέλω ὑβρίσει, διότι δὲν ἔχω τοιαύτας συνηθείας, ἀλλ’ ὤφειλα νὰ χαρακτηρίσω τὰς πράξεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τοιαύτας ὕβρεις καθ’ ἡμέραν πρὸς πάντας ἀποτείνουσι. Καὶ τοῦτο ἔπραξα.
§90ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν εἶναι ἀνάξιον νὰ ἀπαντήσῃ τις ἄλλως ἢ ὡς ἀνήκει εἰς τὴν ἀνατροφήν του· ἀλλ’ ἐπιμένομεν ν’ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν.
§91ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐδῶ αἱ λέξεις κινδυνεύουσι ν’ ἀπολέσωσι τὴν σημασίαν των.
§92ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὕβρισεν ὁλόκληρον μερίδα, ἀποκαλέσας ἡμᾶς τραμπούκους.
§93ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδεμίαν τοιαύτην ἔννοιαν περιεῖχεν ἡ λέξις, τὴν ὁποίαν εἶπον. Σέβομαι ἀνεξαιρέτως πάντας τοὺς ἀκολουθοῦντας τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, καὶ βεβαίως, λέγων ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπαναλάβω, μετανοῶν διότι δὲν ἐκρατήθην νὰ μὴ τὸ εἴπω, βεβαίως δὲν ἐνόουν, ὅτι ὁ Κύριος οὗτος εἶναι ἀρχηγὸς τῶν ἐνταῦθα εὑρισκομένων συναδέλφων. Εἶπον ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὁ τοιαύτην ὕβριν γαλλιστὶ κατὰ Βουλευτοῦ ἐκστομίσας εἶναι ἄξιος νὰ ἦναι ἀρχηγὸς ἀνθρώπων, τοιούτων, ὁποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ὠνόμασα.
§94ΡΑΛΛΗΣ. Εἶμαι ἀρχηγὸς πεντήκοντα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ καταδεχθῶσι ποτὲ νὰ σοὶ ἀπευθύνωσι τὸν λόγον, διότι ἐκεῖνοι ἔχουσι καὶ τοῦ γένους τὴν εὐγένειαν καὶ τῆς ἀγωγῆς καὶ τῶν γνώσεων. Τοιοῦτος ἀρχηγὸς εἶμαι, καὶ μετ’ ὀλίγον θὰ ἴδῃς ποῦ θὰ εὑρεθῇς.
§95ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἀξιολύπητοι ὅσοι τοιοῦτον ἔχουσιν ἀρχηγὸν (Θόρυβος).
§96ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 μ. μ.