Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΓ · Session Γ› Sitting 27

1893.12.03

2,373 rows · 17,372 words · 1 table · 136 turns

Date
1893.12.03
Presidency
Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗ
Period
ΙΓ
Session
Γ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1894)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27

τῆς 3 Δεκεμβρίου 1893.

(Παρασκευή).

Ὥρα 6 μ. μ.

(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Βαρβαρήγου Πήλικα).

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ χήρα Χαρίκλεια Πατρόκλου Σαλωνιτίδου παρακαλεῖ, ἵνα χορηγηθῇ αὐτῇ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου βοήθημα ἀνάλογον πρὸς τὴν δεκαοκταετῆ ὑπηρεσίαν τοῦ θανόντος συζύγου της. Θ’ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορά της εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν.

§2Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, κατὰ τὰ ἐν τῷ λογιστικῷ νόμῳ, ἐξεδόθησαν διατάγματα ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπί τε τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 καὶ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, κατὰ δὲ τὰ διατεταγμένα ὑποβάλλονται ταῦτα εἰς τὴν προσεχῆ σύνοδον πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Συμμορφούμενος πρὸς τὴν διάταξιν ταύτην, καίτοι ὀλίγον βραδέως, ὑποβάλλω τὰ διατάγματα μετὰ πάντων τῶν παρομαρτούντων καὶ μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως περὶ τῶν καθ’ ἑκάστην τῶν κατηγοριῶν’ τουτέστιν ὑποβάλλω νομοσχέδιον μετὰ ἐκθέσεως αἰτιολογικῆς περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως 1892 ἐκ δραχμῶν 3,710,000, ἤτοι Κεφ. 1 δημοσίου χρέους 3,112,000, Κεφ. 7 Ὑπουργείου Δικαιοσύνης 100,000, Κεφ. 13 ἐξόδων διοικήσεως καὶ εἰσπράξεως ἐσόδων 437,000 καὶ Κεφ. 14 διαφόρων πληρωμῶν 60,000, κατὰ τὸν ἔγκλειστον πίνακα. Ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 ὑποβάλλω νομοσχέδιον μετ’ ἐκθέσεως περὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 619,000, ἤτοι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης δρ. 330,000, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν 40,000, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν 3,000 καὶ διαφόρων πληρωμῶν 246,000. Ὡσαύτως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 νομοσχέδιον μετ’ ἐκθέσεως περὶ κυρώσεως ἐκτάκτου πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκ δραχμῶν 7,405,000, ἤτοι διὰ κατασκευὴν σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης 7,000,000, διὰ μισθοὺς ἐπιστατῶν καὶ λοιπὰ 40,000, δι’ ὁδοιπορικὰ καὶ ἀποζημιώσεις μηχανικῶν 40,000, δι’ ἐνοίκια καὶ ἔξοδα γραφείων 20,000, διὰ συνδρομὴν ὑπὲρ τῶν ἐν τῇ νήσῳ Σαμοθράκῃ ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθόντων 5,000, διὰ κατασκευὴν ἀνακτόρου Διαδόχου 150,000, διὰ μηχανήματα καὶ ἔργα τοῦ ὑδροθεραπευτικοῦ καταστήματος ἐν τοῖς λουτροῖς Ὑπάτης 150,000. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα παρακαλῶ ὅπως παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπήν.

§3ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αἱ ἀποζημιώσεις καταληφθεισῶν γαιῶν περιλαμβάνονται;

§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ διαταγμάτων ἐκδεδομένων. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη περαιτέρω πιστώσεων πρὸς ἀπότισιν ἀποζημιώσεων, αὗται θὰ περιληφθῶσιν ἐν προτάσεσιν ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὴν Βουλήν.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 29–31).

§6ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν σχέδιον νόμου περὶ τῆς ἐτησίας δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1894. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 32). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σάμης βουλευτὴς κ. Καβαλλιεράτος δι’ ἐπερωτήσεώς του ἐπιθυμεῖ νὰ μάθῃ ὁποίαν ἔχω γνώμην περί τινος κατηγορίας κληρωτῶν, ἀπαλλασσομένων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου· ἤτοι ἂν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα πράττουσιν ὀρθῶς καὶ νομίμως, ἐπιβάλλοντα πρόσθετον ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς μὴ ἐγκαίρως, ἀλλὰ μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς πρὸς κατάταξιν αὐτῶν ὡρισμένης ἡμέρας ὑποβάλλοντας αἴτησιν ἀπαλλαγῆς διὰ λόγους οἰκογενειακούς, ὑφισταμένους πρὸ τῆς κληρώσεως τῶν στρατευσίμων». Δὲν ἔχω τὴν γνώμην, ἣν ἔχει ὁ κ. Βουλευτής. Ἀληθῶς τὸ ἄρθρον 56 λέγει, ὅτι οἱ ἔχοντες λόγον ἀπαλλαγῆς πρὸ τῆς κληρώσεως καὶ ὑποβαλόντες τοῦτον μετὰ τὴν κλήρωσιν, εἰ μὲν ὑποβάλουσιν αὐτὸν πρὸ τῆς κατατάξεως ἐνώπιον τῶν ἐκτάκτων στρατολογικῶν συμβουλίων, ἀπαλλάσσονται ἐπὶ τῇ καταβολῇ 100 δραχμῶν, εἰ δὲ μετὰ τὴν κατάταξίν των, ἀπαλλάσσονται καταβάλλοντες 150 δραχμάς. Τὰς αὐτὰς 150 δραχμὰς καταβάλλουσι καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς πρὸς κατάταξιν αὐτῶν ὡρισμένης ἡμέρας, τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι δύνανται καὶ νὰ μὴ καταταχθῶσι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς κατατάξεως, οὐχ ἧττον καὶ πάλιν δύνανται νὰ ἀπαλλαγῶσι, καταβάλλοντες τὰς 150 δραχμάς. Τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα ἐπιβάλλουσι πρόσθετον ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς ἔχοντας λόγους ἀπαλλαγῆς πρὸ τῆς κληρώσεώς των καὶ μὴ κατατασσομένους ἐμπροθέσμως· ἀλλ’ ἐπιβάλλουσι πρόσθετον ὑπηρεσίαν οὐχὶ κηρύσσοντες αὐτοὺς ἀνυποτάκτους, ὅπως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐν τῇ ἐκθέσει του λέγει (διότι τὴν ἐπερώτησιν αὐτοῦ συνώδευσε καὶ δι’ ἐκθέσεως). Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι μετὰ μεγίστης προσοχῆς καὶ ἐπιτηδειότητος διεξήγαγε τὸ ζήτημα ὁ κ. Βουλευτής· ἀλλὰ δὲν ἐγνώριζε διάταξιν ἄλλην τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ μὴ παρουσιαζόμενοι εἰς τὰ στρατολογικὰ συμβούλια τὰ τακτικὰ ἀπαλλάσσονται μὲν τῆς ὑποχρεώσεώς των, ἀλλ’ ὑποχρεοῦνται εἰς πρόσθετον ὑπηρεσίαν κτλ. Ἐξαιροῦνται δὲ τῆς ἀνωτέρω προσθέτου ὑπηρεσίας οἱ ἀπαλλαγέντες παρὰ τοῦ τακτικοῦ στρατολογικοῦ συμβουλίου. Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι τὸ 146. Ἑπομένως οἱ ἔχοντες λόγους ἀπαλλαγῆς καὶ μὴ προσελθόντες εἰς τὰ τακτικὰ στρατολογικὰ συμβούλια, ἵνα αἰτήσωνται ταύτην, δικαιοῦνται μὲν νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὰ ἔκτακτα στρατολογικὰ συμβούλια, ἀλλ’ ὀφείλουσι νὰ ὑπηρετήσωσι τρίμηνον πρόσθετον ὑπηρεσίαν, ἢ νὰ ἐξαγοράσωσι ταύτην. Ἐντεῦθεν προκύπτει ἑτέρα ἀμφιβολία, τουτέστι: προσκαλούμενοι οὗτοι διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως νὰ παρουσιασθῶσι τὴν 1 Ὀκτωβρίου πρὸς κατάταξιν, ἵνα διανύσωσι τὴν τρίμηνον ταύτην ὑπηρεσίαν, τὴν ποινὴν καὶ οὐχὶ τὴν πραγματικὴν ὑπηρεσίαν, καθὸ ἔχοντες λόγον ἀπαλλαγῆς, δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀνυπότακτοι; Τὰ στρατολογικὰ συμβούλια ἐθεώρουν τούτους ὡς ἀνυποτάκτους. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, φρονῶ ὅτι δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀνυπότακτοι· διότι ἀνυπότακτοι θεωροῦνται ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσι πραγματικὴν ὑπηρεσίαν νὰ ὑπηρετήσωσι, τουτέστιν οἱ κληρωτοί, οἱ ὑπόχρεοι εἰς διετῆ ὑπηρεσίαν. Ὅταν δὲν παρουσιασθῶσιν ἐμπροθέσμως, ἵνα ὑπηρετήσωσι, τότε δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀνυπότακτοι. Ἐξέδωκα ὅθεν τὰς ἀναγκαίας ὁδηγίας, ἵνα μὴ θεωρῶσι τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα τούτους ὡς ἀνυποτάκτους, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ τοὺς θεωρῶσιν ὡς ὑποχρέους εἰς τὴν τρίμηνον ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν τὸ ἄρθρον 146 ἐπιβάλλει καὶ τὴν ὁποίαν ὀφείλουσιν ἢ νὰ διανύσωσιν ἐν τῷ στρατῷ, ἢ νὰ ἐξαγοράσωσι, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου.

§7ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ὑποσχεθῇ προχθὲς νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διετέθησαν τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια τῶν 8,760,000 δραχμῶν, ἅτινα ἦσαν παρακατατεθειμένα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὡς ἐγγύησις τῆς προκαταβολῆς τῶν 7,300,000 δραχμῶν. Ὑπάρχει δυσκολία τις νὰ κατατεθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται;

§8Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον εἰς τὸν κ. Βουλευτήν, ὅτι ὑπῆρχεν ἡ δυσκολία, ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταβῶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὰς ζητήσω. Μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὰς ἐζήτησα καὶ τὰς προσκομίζω· ἑπομένως τώρα οὐδεμία ὑπάρχει δυσκολία. Τὰς καταθέτω ἐγγράφους, ἵνα τυπωθῶσι.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 33).

§10ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Καταθέτω σχέδιον νόμου «περὶ ἐπικυρώσεως τῆς διομολογηθείσης ἐν Βιέννῃ συμβάσεως περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ τῶν ἡνωμένων βασιλείων Σουηδίας καὶ Νορβηγίας ὑφισταμένης περὶ ἐμπορίας συνθήκης τοῦ ἔτους 1352». Ἐπίσης νομοσχέδιον «περὶ ἐπικυρώσεως συμφωνίας διομολογηθείσης ἐν Παρισίοις καὶ ἀφορώσης τὴν νομισματικὴν ἕνωσιν». Ἐπίσης νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΘΞΓʹ περὶ διορισμοῦ ἑρμηνέων τῆς Τουρκικῆς γλώσσης ἐν τοῖς δικαστηρίοις τῶν μεθορίων ἐπαρχιῶν». Συνεπείᾳ ἐκθέσεως τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ Προέδρου τῶν ἐν Λαρίσσῃ Ἐφετῶν, ἡ θέσις τῶν ἑρμηνέων τῆς Τουρκικῆς γλώσσης παρὰ τοῖς Πρωτοδικείοις Τρικκάλων, Βώλου, Καρδίτσης καὶ Ἄρτης θεωρεῖται τοῦ λοιποῦ περιττή, ἐπαρκοῦντος μόνου τοῦ ἑρμηνέως τῆς Τουρκικῆς τοῦ ἐν Λαρίσσῃ ὑφισταμένου. Ἑπομένως διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτείνεται ἡ κατάργησις τῶν θέσεων τούτων. Καταθέτω τὰς ζητηθείσας πληροφορίας παρὰ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἀφορώσας εἰς τὴν κατάθεσιν πίνακος περιλαμβάνοντος τὰς εἰσαχθείσας μηνύσεις, τὰς ἐκδικασθείσας καὶ τὰ βουλεύματα παραπομπῆς. Εἶναι πίναξ συνοπτικός, τοῦ ὁποίου ὁ κ. Βουλευτὴς θὰ λάβῃ γνῶσιν.

§11ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νὰ τυπωθῇ, κύριε Πρόεδρε.

§12ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ...

§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τά τε νομοσχέδια καὶ ὁ πίναξ θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 34–37).

§15ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περιέχεται ἐν τῷ πίνακι καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὰ ἀδικήματα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας τὰ ἐκδικασθέντα;

§16ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ διέταξα τὴν σύνταξιν τοῦ πίνακος συμφώνως πρὸς τὴν ἐπερώτησιν ὑμῶν. (Ἀναγινώσκει τὴν ἐπερώτησιν).

§17ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, καὶ τὰ προβουλεύματα τῶν κυρίων Εἰσαγγελέων, οἱ ὁποῖοι εἰς τὸ διάστημα τῆς πενταετίας αὐτῆς ὑπηρέτησαν.

§18ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Νομίζω ὅτι αὕτη εἶναι μία συμπληρωματικὴ πληροφορία, τὴν ὁποίαν εἰς τὴν ἀκόλουθον συνεδρίασιν ὑπεβάλετε· ἀλλὰ ἡ ἐπερώτησις αὕτη δὲν μοὶ ἐστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ γνωρίζετε ὅτι, ὅταν δὲν ᾖναι ἔγγραφος ἡ ἐπερώτησις, καθίσταται δύσκολον ἀπὸ μνήμης νὰ δοθῇ διαταγή.

§19ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Δὲν δυσκολεύομαι νὰ τὴν καταθέσω καὶ ἐγγράφως.

§20ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀπαντῶ ἐπίσης εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος κ. Κορομάντζου, ζητήσαντος τὴν κατάθεσιν τῆς προτάσεως τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν Ναυπλίου καὶ τοῦ βουλεύματος τοῦ ἐκδοθέντος ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν ἐπὶ τῆς καταγγελίας τῆς ἀφορώσης τὸν λοχίαν Ροδάτον, ἀναγομένην δὲ εἰς τὰς ἐκλογὰς τῆς 3 Μαΐου. Ἐνταῦθα ὑπάρχει καὶ ἡ διαμειφθεῖσα ἀλληλογραφία καὶ ἀντίγραφον τῆς προτάσεως τοῦ κ. Εἰσαγγελέως καὶ ἀντίγραφον τοῦ βουλεύματος. Ἐπὶ τέλους ἀπαντῶ εἰς ἐπερώτησιν γενομένην ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριχωνίας, ἀφορῶσαν δὲ εἰς τὴν μετάθεσιν τοῦ δικαστοῦ κ. Ἰωαννίδου. Δὲν παρευρέθην (διότι ἦλθον βραδέως) κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς μετά τινος ὁρμῆς ἐζήτησε νὰ ἐπικρίνῃ τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα τῆς μεταθέσεως, εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τοῦτο ἀφέθη εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐκεῖνο, ὅπερ ἐνδιαφέρει τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐνασκήσῃ τὸν νόμιμον ἔλεγχον ἐπὶ τῶν πράξεων τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, εἶναι, ἂν οἱ λόγοι, οἱ ὑπαγορεύσαντες τὴν μετάθεσιν, ἦναι οἷοι παρέστησεν αὐτοὺς ὁ κ. Βουλευτὴς εἰς τὴν Βουλήν. Διαβεβαιῶ τὸν κ. Βουλευτὴν διὰ τοῦ ἐπισημοτέρου τρόπου, ὅτι κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην τὸ πρῶτον ἔμαθον, ὅτι ὁ μετατεθεὶς δικαστὴς εἶναι συγγενής του. Διαβεβαιῶ ἐπίσης τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι οὐδεμία εἰσήγησις καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν μετάθεσιν ταύτην ἐγένετο οὔτε παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, οὔτε παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μάλιστα ἠπόρησε, πῶς ἀπεδίδετο εἰς αὐτὸν τοιαύτη εἰσήγησις, ἀφοῦ οὐδ’ ἐνθυμεῖται κἂν τοιοῦτόν τι, ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς παρέστησε συμβὰν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἐν λόγῳ πρωτοδίκου.

§21ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Οὐδὲ συνέβη ποτέ.

§22ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Οὔτε συνέβη ποτὲ, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.

§23ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρχον λόγοι τῆς μεταθέσεως, κύριε Ὑπουργέ;

§24ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Λόγοι ὑπηρεσιακοί.

§25ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τοὺς ἀκούσωμεν, κύριε Ὑπουργέ.

§26ΜΑΝΕΣΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἀπήντησεν εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου. Ἐγὼ ἠπόρησα, μετ’ ἐμοῦ δὲ ἅπας ὁ δικαστικὸς καὶ νομικὸς κόσμος, ὅτι ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ, ἐν πλήρει λειτουργίᾳ τῶν δικαστηρίων, ἐκρίθη καλὸν νὰ μετατεθῇ ὁ δικαστὴς οὗτος, περὶ οὗ, σᾶς εἶπον, δὲν ἐξήνεγκον ἐγὼ γνώμην, ἀλλ’ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Σιμόπουλος. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι εἶναι δικαίωμά του ἡ μετάθεσις, νομίζω ὅτι δικαίωμα Ὑπουργοῦ εἰδικοῦ, ἐνδιαφερομένου περὶ τῆς βελτιώσεως τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, δὲν εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς μεταθέσεως ἐν ἀκαταλλήλῳ ὥρᾳ. Αἱ μεταθέσεις γίνονται ὅταν τὰ δικαστήρια δὲν λειτουργῶσιν. Ἰδοὺ διατί λέγω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔκαμε βεβαίως παρανομίαν, ἀλλ’ ἔκαμε πρᾶξιν ὁμολογουμένως ἐπιβλαβεστάτην εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Δικαιοσύνης. Ὡς πρὸς δὲ τὸ γεγονὸς τῆς αἰτίας τῆς μεταθέσεως, δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος γινώσκει τοῦτο κάλλιστα· ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ διαψεύδει μετ’ ἐπισημότητος, δὲν ἐπιμένω. Ὡς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι οὐδέποτε συνέβη τοιοῦτόν τι, ὅπερ εἶπον εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου, ἀπαντῶ ὅτι ἐγὼ δὲν εἶπόν τι σκανδαλῶδες διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν· εἶπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι γνωστότατον εἰς ὅλους τοὺς δικηγόρους, εἰς ὅλους τοὺς δικαστάς, εἰς ὅλον τὸν νομικὸν κόσμον, ὅτι ὁ κ. Μπουφίδης ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας, ἐξασκῶν τὸ δικηγορικὸν του ἐπάγγελμα, ἐπεσκέπτετο τὰ δικαστήρια. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν οὐ μόνον, ὅτι ἦτο ὀπαδὸς τῆς μεγάλης ἐκείνης κυβερνητικῆς πλειονοψηφίας, ἀλλὰ καὶ ἰδιαίτερος φίλος τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐν γένει. Τοῦτο ἤρκει, ἵνα ἐξασκῇ πολλὴν ἐπιῤῥοὴν, καὶ ὁσάκις εἰσήρχετο, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ καὶ προτίμησιν. Ταῦτα εἶναι γνωστὰ, εἶναι δὲ ἐντροπὴ ἐντὸς τῆς Βουλῆς νὰ λέγωνται. Τοῦτο μόνον σᾶς λέγω, ὅτι, ἂν εἶχον δύναμιν νὰ πείσω ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐπιβάλω εἰς αὐτὴν τὴν γνώμην μου, θὰ ἔλεγον, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πολιτεύονται καὶ ἀτενίζουσι μάλιστα, ἵνα φθάσωσιν εἰς τὰ ἀξιώματα τῶν Ὑπουργῶν, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναμιγνύωνται εἰς τὰ δικαστήρια· διότι ὁ πολιτευόμενος, καὶ μάλιστα ὁ ἰσχύων, ἐπιδρᾷ σπουδαίως ἐπ’ αὐτῶν. Ἐπισκεφθῆτε τὰς ἐπαρχίας, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἰσχυρῶν πολιτευομένων καὶ αὐτοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἑκατονταπλασιάζουσιν ἐντὸς ὀλιγίστου χρόνου τὴν πελατείαν αὐτῶν, διότι ὁ πτωχὸς λαὸς φρονεῖ, ὅτι παρ’ αὐτῶν θὰ τύχῃ πραγματικῆς ὑποστηρίξεως. Τοῦτο ἤθελον νὰ εἴπω καὶ προχθές· ἦτο δὲ περιττὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι δικαίωμά του ἡ μετάθεσις. Ἂν δὲν ἦτο δικαίωμά του, ἤθελον φέρει κατηγορητήριον· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἔφερον κατηγορητήριον· εἶπον μόνον, ὅτι ὁ εἰδικὸς Ὑπουργὸς, ὁ ἐρχόμενος ἵνα βελτιώσῃ τὸν δικαστικὸν κλάδον, δὲν ὤφειλε νὰ μεταθέτῃ δικαστὰς ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους, διότι οἱ τοιοῦτοι δικασταὶ ἔχουσι σωρείαν ὑποθέσεων, εἰς τὰς ὁποίας ἐνδιαφέρεται πολὺς κόσμος, σπουδαίας ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναβάλλονται, καὶ καταστρέφονται συνεπῶς οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ἕνεκα τῆς μεταθέσεως τῶν δικαστῶν ἐν ὥρᾳ τοιαύτῃ.

§27ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Τριχωνίας, διαβεβαιῶ αὐτὸν καὶ αὖθις, ὅτι ἡ μετάθεσις τοῦ ἐν λόγῳ πρωτοδίκου δὲν ἐγένετο ἐκ λόγων δυσμενείας...

§28ΜΑΝΕΣΗΣ. Τὸ παραδέχομαι.

§29ΣΤΕΦΑΝΟΥ. .. Τὸ Πρωτοδικεῖον δὲ, εἰς τὸ ὁποῖον μετετέθη, εἶναι Πρωτοδικεῖον πολυάσχολον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπίσης δύναται νὰ ἀναδείξῃ τὰς καλὰς αὐτοῦ ἰδιότητας, διότι καὶ ἐγὼ τὴν αὐτὴν ἔχω πρὸς τὸν μετατεθέντα δικαστὴν ὑπόληψιν. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς ἄλλους ὑπαινιγμοὺς τοῦ κ. Βουλευτοῦ, θὰ τῷ ἀπαντήσω διὰ μιᾶς γνωστῆς παροιμίας, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ δηλ. τοὺς πολιτευομένους, τοὺς ἀναμιγνυομένους εἰς τὰ δικαστήρια, ὅτι δὲν εἶναι ὁ σκοῦφος, ὁ ὁποῖος κάμνει τὸν καλόγηρον, ἀλλ’ ὁ καλόγηρος τὸν σκοῦφον. Ἑπομένως δὲν εἶναι ἡ θέσις, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ, διότι τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ χαρακτῆρος.

§30ΜΑΝΕΣΗΣ. Πρέπει νὰ προσθέσω δύο λέξεις διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος βεβαίως γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ τὴν θέσιν τῶν δικαστῶν ἐν Ἑλλάδι. Οἱ δικασταὶ ἐν Ἑλλάδι ἔχουσιν εὐτελῆ καὶ γλίσχραν μισθοδοσίαν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δέ εἰσιν ἐπιβεβαρημένοι μὲ μεγάλα οἰκογενειακὰ βάρη καὶ στεροῦνται περιουσίας ἰδίας, οἱ ἄνθρωποι δ’ αὐτοὶ βεβαίως πολλάκις τρέμουσι τὴν μετάθεσιν ἐν τοιαύτῃ ἀκαταλλήλῳ ὥρᾳ. Ἂς μὴ λέγωσι λοιπὸν, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἐπίδρασιν ἐπ’ αὐτῶν οἱ πολιτευόμενοι. Ἔπρεπεν οἱ δικασταὶ σήμερον νὰ ἔχωσι πεποίθησιν, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ μεταθέσῃ αὐτοὺς, καὶ μάλιστα ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ μετάθεσις δὲν ἐγένετο ἐκ λόγων προσωπικῶν, λέγω ὅτι ὁ ἀντικαταστήσας τὸν μετατεθέντα δικαστὴν εἶναι ὁ δικαστὴς κ. Ναύτης, περὶ τοῦ ὁποίου ἐνδιαφέρεται ὁ ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν περὶ ἐπικυρώσεως τῆς ἐγκυκλίου βουλευτὴς Σύρου κ. Βοκοτόπουλος.

§31ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν γνωρίζω οἱανδήποτε συγγένειαν ὡς λόγον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐμποδίζῃ τὴν μετάθεσιν δικαστοῦ τινος. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐντίμου ἐκ Τριχωνίας Βουλευτοῦ, εἶπεν ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐποιήσατο τὴν ἐπερώτησίν του, ἠγνόει ἐντελῶς τὴν συγγένειαν, ἡ ὁποία συνδέει τὸν δικαστὴν Ἰωαννίδην μετὰ τοῦ Βουλευτοῦ Τριχωνίας, δικαιολογῶν οὑτωσὶ τὴν μετάθεσιν...

§32ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἐδικαιολογήθην· ἀπέκρουσα τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ προσάψῃ, ὅτι, ἐπειδὴ ἦτο συγγενής του, μετετέθη.

§33ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου Τριχωνίας δὲν ἀπέβλεπεν εἰς τὸ νὰ διατυπώσῃ παράπονον προσωπικὸν, ἡ ἐπερώτησίς του ἀπέβλεπεν εἰς τὸ νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ τοὺς οὐσιαστικοὺς λόγους, οἵτινες ὑπηγόρευσαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν μετάθεσιν ἑνὸς δικαστοῦ ἐκ τῶν ἱκανωτέρων, τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν, καὶ μάλιστα ἐν ὥρᾳ τοῦ ἔτους, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ συζητήσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε εἶναι γνωστὸν κοινῶς, ὅτι πάντες οἱ δικασταὶ εἶναι ἐπιβεβαρημένοι μὲ πλείστας ὑποθέσεις, τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἀναλάβει τὴν εἰσήγησιν, καὶ αἱ ὁποῖαι βεβαίως ἐκ τῆς μεταθέσεως τῶν δικαστῶν, τῶν ἐχόντων αὐτὰς, θέλουσιν ἔλθει εἰς ἀνασυζήτησιν, καὶ θέλει προκύψει ἐντεῦθεν ζημία εἰς τοὺς δικαζομένους πολίτας. Εἰς τοῦτο ἀπέβλεπεν ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Τριχωνίας, καὶ ἐπὶ τούτου ὀφείλει νὰ δώσῃ ἀπάντησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς.

§34ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ σᾶς δώσω τὴν ἀπάντησιν. Ὅταν ὁ νόμος, ὅπως γινώσκετε καὶ ὑμεῖς ἄριστα, διότι εἶσθε νομικὸς, ἀνατίθησιν εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ μίαν ἐνέργειαν, τοῦτο ἀφορᾷ πλέον εἰς τοὺς λόγους τῆς ἐσωτερικῆς πεποιθήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ· οἱ λόγοι οὗτοι εἶναι ἀνεξέλεγκτοι. Ἀπήντησα δὲ εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καθόσον προετάθησαν λόγοι τοιοῦτοι, καθιστῶντες τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπιλήψιμον, καὶ διὰ τοῦτο ἠθέλησα ν’ ἀποκρούσω τοὺς λόγους τούτους, ὄχι δικαιολογούμενος, ἀλλὰ ἀποκρούων, ἀρνούμενος, ἀναιρῶν αὐτούς. Γινώσκετε δ’ ἐπίσης καλῶς, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ νῦν εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ ἀνατεθειμένον, ἄλλοτε διὰ νόμου εἶχε περιορισθῆ, ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος κατηργήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐλθούσης διὰ τῶν ἐκλογῶν τῆς 14 Ὀκτωβρίου, ἀκριβῶς ἵνα λύσῃ τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ αἱ χεῖρες σήμερον τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι ἐλεύθεραι. Ὥστε δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον σήμερον δύναται νὰ τεθῇ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ, τὴν ὁποίαν αὐτὴ ἡ Βουλὴ ἠθέλησε νὰ ἐνασκῇ ὁ Ὑπουργὸς ἀνεξελέγκτως, δυνάμει τῆς διακριτικῆς αὐτοῦ ἐξουσίας.

§35ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι καὶ ὁ ἐλθὼν εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ μετατεθέντος εἶναι δικαστὴς ἐπίσης ἐντιμότατος καὶ ἱκανώτατος. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι νὰ μεταθέτῃ τοὺς δικαστὰς, χωρὶς νὰ δίδῃ λόγον, ἀλλ’ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν κ. Στεφάνου ἰδίως, δικηγόρον καὶ γνωρίζοντα τὰ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπιβάλλεται ὅπως τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐνασκῇ μετὰ τινος δεδικαιολογημένης μετριότητος. Τὸ δικαίωμα τοῦτο πρέπει νὰ ἐνασκῇ χωρὶς νὰ ἐπιφέρῃ καὶ ἀδικίας· διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεταθέτῃ, ἔχει ἀφ’ ἑτέρου καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ βλάπτῃ τοὺς πολίτας. Ὁ μετατεθεὶς δικαστὴς ἦτο εἰσηγητὴς εἰς 500 πτωχεύσεις καὶ εἰς 500 ἄλλας ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔλθωσιν εἰς ἀνασυζήτησιν, ἐντεῦθεν δὲ διὰ τῆς τοιαύτης μεταθέσεως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐγένετο πρόξενος ἀδικήματος εἰς τοὺς πολίτας. Ὥστε, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι μὲν νόμιμος ἡ χρῆσις τοῦ δικαιώματός σας τούτου, ἀλλ’ ὅταν ἐπέρχηται ἀποτέλεσμα ἄδικον, αὐτὸ βαρύνει τὴν συνείδησίν σας, κύριε Ὑπουργέ.

§36Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυνουρίας καταθέτω πίνακα, ἐμφαίνοντα τὰ καταργηθέντα ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἑλληνικὰ σχολεῖα. Ἐπίσης συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης καταθέτω καὶ ἕτερον πίνακα, ἐμφαίνοντα τὰ μὴ καταργηθέντα ἑλληνικὰ σχολεῖα.

§37ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὸν πίνακα τὸν ἐμφαίνοντα τὰ καταργηθέντα σχολεῖα ἀναγράφεται ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν καθ’ ἣν ἐποχὴν κατηργήθησαν;

§38ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἀναγράφεται καὶ διὰ τὰ καταργηθέντα καὶ διὰ τὰ μὴ καταργηθέντα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἐζήτησε νὰ καταθέσω καὶ τὴν ἔκθεσιν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας κατηργήθησαν τὰ σχολεῖα· ἀλλ’ ὡς μὲ ἐπληροφόρησεν ἡ ὑπηρεσία, τοιαύτη ἔκθεσις δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς μὲ διεβεβαίωσεν, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τοιαύτη ἔκθεσις, διέταξα καὶ ἐγένετο κατ’ ἐπανάληψιν ἀκριβεστέρα ἔρευνα, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἔρευναν ταύτην δὲν ἀνευρέθη ἡ τοιαύτη ἔκθεσις.

§39ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αἱ πληροφορίαι αὗται πρέπει νὰ τυπωθῶσι.

§40ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν ἀντιλέγω.

§41ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὁ ἐκ Τρικκάλων βουλευτὴς κ. Χατζηπέτρος ἐπηρώτησεν, ἂν ἡ χρησιμεύουσα ἤδη ὡς ἰδιωτικὸν σχολεῖον ἀῤῥένων ἐν Τρικκάλοις οἰκία ἐμισθώθη κατὰ ἓν τμῆμα αὐτῆς, ἵνα χρησιμεύσῃ καὶ ὡς σχολεῖον τῶν θηλέων. Πληροφορῶ τὸν κ. Βουλευτήν, ὅτι οὐ μόνον δὲν ἐμισθώθη ἡ οἰκία αὕτη, ἀλλ’ οὔτε καὶ προὐτάθη ὡς κατάλληλος δι’ ἐνοικίασιν. Ἐπροτάθη ὅμως ἑτέρα οἰκία ὡς κατάλληλος, ἡ τῶν ἀδελφῶν Τακιαντζῆ, ἀλλὰ εἰς ταύτης τὴν ἐνοικίασιν δὲν συνῄνεσεν ὁ ἰδιοκτήτης. Ἐπίσης ἐθεωρήθη κατάλληλος καὶ ἡ οἰκία τοῦ κ. Δ. Τσούκα, ἀλλὰ καὶ ταύτην δὲν συνῄνεσεν ὁ ἰδιοκτήτης νὰ ἐκμισθώσῃ. Μέχρι τοῦδε τὸ ζήτημα τοῦτο μένει ἐκκρεμὲς, μὴ ἐνοικιασθείσης οὐδεμιᾶς οἰκίας διὰ σχολεῖον τῶν θηλέων. Περὶ δὲ τῆς οἰκίας τοῦ Βαμβέτσου οὐδεμία διαταγὴ ἐδόθη πρὸς ἐνοικίασιν.

§42ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Οἱ βουλευταὶ Μεσσήνης κ. κ. Ἀλκιβιάδης Δεληγιάννης καὶ Μερλόπουλος ἐζήτησαν νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς γράνας Μάλτας. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Σταυρόπουλος ἐζήτησε νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν δύο ἐγκυκλίους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τῆς μιᾶς τῶν ὁποίων οἱ Νομάρχαι τοῦ Κράτους διετάσσοντο, πρὶν ἢ ἐκδώσωσιν ἀπόφασιν ἐπὶ ψηφισμάτων Δημοτικῶν Συμβουλίων, νὰ ὑποβάλλωσι τὰ ψηφίσματα ταῦτα καὶ ζητῶσι τὴν ἐπ’ αὐτῶν γνώμην τοῦ Ὑπουργείου. Τὴν ἐγκύκλιον ταύτην ὡς καὶ τὴν ἀνακαλοῦσαν αὐτὴν ἐγκύκλιον, τὴν ἐκδοθεῖσαν πρὸ ὀλίγου χρόνου, καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν.

§43ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Μίαν ἄλλην ἡμιεπίσημον διαταγὴν δὲν θὰ καταθέσητε;

§44ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐγκύκλιον, ὡς ὠνόμασεν αὐτὴν προχθὲς ὁ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτὴς, τὴν ἐκδοθεῖσαν πρὸ χρόνων καὶ πραγματευομένην περὶ ὁμοίου θέματος, τοιαύτην ἐγκύκλιον δὲν εὗρον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ζητήσας δὲ πληροφορίας, ἔλαβον τὰς ἑξῆς: Ὅτι ἡμιεπίσημος ἐπιστολὴ πρὸ ἐτῶν πολλῶν ἐστάλη εἰς τοὺς νομάρχας, διὰ τῆς ὁποίας παρηγγέλοντο οἱ δήμαρχοι ἢ οἱ νομάρχαι, ὅπως τὰ ψηφίσματα τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, δι’ ὧν ἐψηφίζοντο εἰδικῶς δάνεια, ὑποβάλλωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα λαμβάνῃ γνῶσιν αὐτῶν. Τοιαύτην ὅμως ἐγκύκλιον, ἐπειδὴ ἦτο, φαίνεται, ἡμιεπίσημος, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀνεύρω, ἐπληροφορήθην ὅμως, ὅτι οὕτως εἶχον τὰ κατ’ αὐτήν.

§45ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς πρώτης ἐγκυκλίου δὲν ἔχετε παρατηρήσεις νὰ ὑποβάλητε;

§46ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὑπῆρχε τοιαύτη ἐγκύκλιος τοῦ προκατόχου μου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐπειδὴ ἐθεώρησα, ὅτι δὲν ἐστηρίζετο εἰς τὸν νόμον, τὴν ἀνεκάλεσα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐζήτησε συγχρόνως νὰ καταθέσω ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργείου, δι’ ἧς ἀπηγορεύετο εἰς τοὺς δημάρχους νὰ ἐκδίδωσι πιστοποιητικὰ ἀκτημοσύνης. Τοιαύτη ἐγκύκλιος δὲν ἐξεδόθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐζήτησα πληροφορίας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ αὕτη μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι ἀντηλλάγη ἀλληλογραφία μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων, ἧς τὰ ἔγγραφα καὶ μοὶ παρέδωκεν. Ἐκ τῶν ἐγγράφων δὲ τούτων προκύπτουσι τὰ ἑξῆς: Ὅτι ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων, εὑρισκόμενος εἰς ἐξαιρετικὰς ὅλως περιστάσεις, διότι ἐν τῷ δήμῳ Ἀθηναίων ὑπάρχουσι πολλοὶ δημόται, καταγόμενοι ἐκ διαφόρων μερῶν τῆς Ἑλλάδος, καὶ τῶν ὁποίων αἱ περιουσίαι εἶναι ἄγνωστοι ἐντελῶς εἰς τὸν δήμαρχον Ἀθηναίων, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκδίδῃ πιστοποιητικὰ ἐπὶ τῇ ἰδίᾳ του γνώσει καὶ εὐθύνῃ, ἐστηρίζετο δὲ εἰς πληροφορίας ἢ μαρτυρίας, ἀλλὰ κατὰ νόμον τὰ πιστοποιητικὰ ταῦτα δὲν δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, διότι ὁ νόμος ἀπαιτεῖ, ἵνα ἡ πιστοποίησις τοῦ δημάρχου στηρίζηται εἰς τὴν ἰδίαν του ἀντίληψιν καὶ τὴν ἰδίαν του εὐθύνην. Ἐκ τούτου τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὀρθῶς, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, παρήγγειλεν εἰς τὸν δήμαρχον Ἀθηναίων διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 20,659 ἐγγράφου του, ὅτι κατὰ τὸν νόμον ὀφείλει νὰ ἐκδίδῃ πιστοποιητικὰ στηριζόμενα εἰς τὴν ἰδίαν του ἀντίληψιν καὶ τὴν ἰδίαν του εὐθύνην, ἐὰν δὲ τὴν ἀντίληψίν του ταύτην μέλλῃ νὰ σχηματίσῃ ἐκ πληροφοριῶν ἢ ἐξ ἐνόρκων καταθέσεων μαρτύρων, τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς ἰδίας του πεποιθήσεως, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀναφέρωνται ἐντὸς τῶν πιστοποιητικῶν τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἐξ ὧν ἠρύσθη τὰς πληροφορίας καὶ ἐφ’ ὧν ἐβασίσθη καὶ ἐσχημάτισε τὴν περὶ τῆς ἀκτημοσύνης τῶν αἰτούντων πεποίθησίν του, διότι, προσέθετε τὸ Ὑπουργεῖον, τοιαῦτα πιστοποιητικὰ δὲν δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ταμίου, ὅπως διατάξῃ τὴν ἀποφυλάκισιν τῶν τοιαῦτα πιστοποιητικὰ προσαγόντων ὀφειλετῶν. Εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἴσως παρενόησεν ὁ κ. δήμαρχος Ἀθηναίων, ἀπαντῶν οὗτος, ὑπέβαλεν ὑπόμνημα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐν ᾧ λέγει, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐκδίδῃ πιστοποιητικὰ, ἐὰν δὲν ἀναφέρῃ τὰ ἔγγραφα, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζει τὴν πεποίθησιν αὑτοῦ περὶ τῆς ἀκτημοσύνης τῶν αἰτούντων τὰ πιστοποιητικὰ ταῦτα. Ἐπὶ τοῦ τοιούτου ὑπομνήματος τοῦ κ. δημάρχου δὲν ἐδόθη ἀκόμη ἀπάντησις, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐκ παρανοήσεως τοῦ πνεύματος τῆς διαταγῆς τοῦ προκατόχου μου Ὑπουργοῦ ὁ κ. δήμαρχος Ἀθηναίων ἀρνεῖται τὴν ἔκδοσιν τῶν πιστοποιητικῶν, διότι ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς παρετήρησεν εἰς αὐτὸν, ὅτι δύναται μὲν, ἐὰν ἔχῃ πεποίθησιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ βεβαιώσωσιν αὐτὸν περὶ τῆς ἀκτημοσύνης τῶν αἰτούντων τὰ πιστοποιητικὰ, νὰ σχηματίσῃ ἐκ τούτου τὴν ἰδίαν αὐτοῦ πεποίθησιν, ὀφείλει ὅμως νὰ μὴ ἀναγράφῃ ἐντὸς τῶν πιστοποιητικῶν τὰ ἔγγραφα, ἐξ ὧν ἐσχημάτισε τὴν τοιαύτην πεποίθησίν του, ἐὰν δὲ σχηματίσῃ πεποίθησιν περὶ τῆς ἀκτημοσύνης τῶν αἰτούντων, νὰ βεβαιώνῃ ὑπὸ τὴν εὐθύνην αὐτοῦ τὴν ἀκτημοσύνην τῶν αἰτούντων, διότι—ἔλεγε τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ ἐγγράφου—τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἐξασφαλίζουσιν αὐτὸν ἐκ πεπλανημένης τυχὸν πιστοποιήσεως, καθόσον ἀποκλείουσι τὴν δολίαν προαίρεσιν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παράπονα κατὰ τοῦ ἐγγράφου τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ.

§47ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Τὸ συμπέρασμά σας ν’ ἀκούσωμεν.

§48ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ποῖον;

§49ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Τῆς διαταγῆς σας.

§50ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ δήμαρχος θέλει συμμορφωθῇ μὲ τὴν διαταγὴν, ἡ ὁποία στηρίζεται ἐπὶ τοῦ κειμένου νόμου.

§51ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Ὑπὸ ἰδίαν του εὐθύνην θὰ πιστοποιῇ;

§52ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐὰν ἐκδίδῃ κατ’ ἄλλον τρόπον τὰ πιστοποιητικὰ, ταῦτα δὲν θὰ χρησιμεύωσιν εἰς τοὺς αἰτοῦντας, διότι ὁ ταμίας δὲν δύναται νὰ τὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν· διότι, ὅταν ὁ δήμαρχος λέγῃ: «πιστοποιῶ, στηριζόμενος εἰς πληροφορίαν ἢ εἰς τὰ τάδε ἔγγραφα, ὅτι ὁ δεῖνα εἶναι ἀκτήμων», τὸ τοιοῦτον πιστοποιητικὸν δὲν πληροῖ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου, καὶ ἑπομένως δὲν ὠφελεῖ τὸν προσάγοντα αὐτό. Ὁ προκάτοχος λοιπὸν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν παρετήρησε πρὸς τὸν κ. δήμαρχον: «δύνασθε νὰ λαμβάνητε πληροφορίας καὶ νὰ ἐξετάζητε μάρτυρας, ἵνα πεισθῆτε περὶ τῆς ἀκτημοσύνης τῶν αἰτούντων τοιαῦτα πιστοποιητικὰ, ἀλλ’ ὀφείλετε, ὅταν ἐκδίδητε τὰ πιστοποιητικὰ, νὰ βεβαιῶτε ὑπὸ ἰδίαν σας εὐθύνην τὴν ἀκτημοσύνην, χωρὶς νὰ ἀναφέρητε ἐν αὐτοῖς τὰ ἔγγραφα, ἐφ’ ὧν στηριχθέντες ἐσχηματίσατε τὴν πεποίθησιν σας». Τὴν διαταγὴν ταύτην θεωρῶ σύμφωνον πρὸς τὸν νόμον, καὶ ἑπομένως κακῶς ὁ δήμαρχος, παρανοήσας αὐτὴν, ἀρνεῖται νὰ ἐκδίδῃ πιστοποιητικὰ ἀκτημοσύνης.

§53ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Εὐχαριστοῦμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν πληροφορίαν αὐτὴν, ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζητε, κ. Ὑπουργὲ, ὅτι ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν περιλαμβάνει μέγαν ἀριθμὸν κατοίκων καταγομένων ἀπὸ διαφόρους πόλεις τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, καὶ ὁ δήμαρχος δὲν δύναται νὰ ἀναλαμβάνῃ ὑπὸ ἰδίαν του εὐθύνην νὰ πιστοποιῇ, ἐὰν οἱ τοιοῦτοι κέκτηνται περιουσίαν κινητὴν ἢ ἀκίνητον. Ὅταν λοιπὸν δὲν θέλῃ ὁ δήμαρχος νὰ πιστοποιήσῃ καὶ κατόπιν τῶν διαβεβαιώσεων, κατόπιν τῶν ἐνόρκων μαρτυριῶν, κατόπιν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα δύναται πᾶς τις νὰ προσαγάγῃ ἐνώπιον τοῦ δημάρχου, πῶς θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα;

§54ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι ὁ δήμαρχος δὲν σχηματίζει πεποίθησιν περὶ τῆς ἀκτημοσύνης, καὶ ἐπειδὴ τοῦτο ἀφορᾷ αὐτὸν, βεβαίως δὲν δύναται νὰ δώσῃ περὶ τούτου πιστοποιητικόν. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι κατὰ τοιοῦτον τρόπον δύνανται νὰ ἐκδίδωνται τὰ πιστοποιητικὰ παρὰ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, τότε πρέπει νὰ μεταβληθῇ ὁ κείμενος νόμος, εἰς τρόπον ὥστε νὰ χρησιμεύωσι τὰ τοιαῦτα πιστοποιητικὰ εἰς τοὺς ζητοῦντας καὶ προσάγοντας αὐτά.

§55ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Αὐτὸ περιμένομεν ἀπὸ σᾶς, διὰ νὰ διευκολύνωμεν τὸν δήμαρχον, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐκδίδῃ πιστοποιητικά.

§56ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ἀκριβῆ, καὶ ὀρθὴ εἶναι ἡ λύσις ἡ δοθεῖσα καὶ ὑπ’ αὐτοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ προκατόχου αὐτοῦ εἰς τὸ ζήτημα τῶν πιστοποιητικῶν. Βεβαίως ὁ δήμαρχος ὀφείλει νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς πληροφορίας τὰς εἴτε ἐγγράφως εἴτε προφορικῶς, εἴτε ἐνόρκως εἴτε ἀνωμοτὶ δοθείσας αὐτῷ, καὶ ἐπὶ ἰδίᾳ εὐθύνῃ, σχηματίζων πεποίθησιν, νὰ πιστοποιῇ· ἐὰν δὲ δὲν πιστοποιῇ, ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι πᾶσαι αἱ πληροφορίαι, αἱ δοθεῖσαι αὐτῷ εἴτε ἐνόρκως εἴτε μὴ, δὲν ἤρκεσαν, ὅπως πεισθῇ καὶ δώσῃ τὴν βεβαίωσιν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἔχει πάσας τὰς πληροφορίας, τὰς ἀναγομένας εἰς τὸ ζήτημα, τὸ τελευταῖον προκύψαν ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ, διότι καὶ πρότερον ὁ αὐτὸς ἴσχυε νόμος, καὶ ἐν τούτοις οἱ δήμαρχοι ἐπιστοποίουν καὶ ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην, στηριζόμενοι μὲν ἴσως εἰς ἔγγραφα, ἀλλὰ περιλαμβάνοντες τὴν φράσιν, ὅτι πιστοποιοῦσιν ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην. Τελευταῖον ὅμως νομίζω, ὅτι ἄλλοθεν προέκυψεν ἡ δυσχέρεια, διότι πολλοὺς ὀφειλέτας ἤκουσα παραπονουμένους, ὅτι ἀρνεῖται εἰς αὐτοὺς ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ πιστοποιητικὰ, καὶ ἐξετάσας ἐπείσθην, ὅτι ἄλλοθεν προέρχεται ἡ δυσχέρεια. Φαίνεται ὅτι πιστοποιητικὰ καλῶς ἔχοντα κατὰ τὸν νόμον, προσαγόμενα εἰς τὸν ἁρμόδιον ταμίαν ἢ ὑποταμίαν ἢ εἰσπράκτορα, δὲν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ αὐτοῦ ὑπ’ ὄψιν, κατ’ ἐντολὴν τοῦ προϊσταμένου, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ὁ ταμίας, δυσπιστῶν πρὸς τὸ ἀφερέγγυον τοῦ ὀφειλέτου, πρὸς τὴν πενίαν αὐτοῦ, ἐζήτει νὰ περιληφθῇ εἰς τὴν πιστοποίησιν τοῦ δημάρχου ἡ βεβαίωσις, ὅτι ὁ ὑπὲρ οὗ δίδωσι τὸ πιστοποιητικὸν οὔτε ἄλλην ἔχει περιουσίαν ἀλλ’ οὔτε διὰ προικοσυμφώνου ἔχει προῖκα, οὔτε συνέταξέ ποτε συμβόλαιον εἰκονικόν· ἐζήτει δηλαδὴ παρὰ τοῦ δημάρχου νὰ γνωρίζῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οὔτε οἱ στενότεροι συγγενεῖς τοῦ ἐνδιαφερομένου δύνανται νὰ γνωρίζωσιν, οὔτε ἄλλος τις ἐν τῇ κοινωνίᾳ, πλὴν ἐκείνου μόνον, μετὰ τοῦ ὁποίου συνετάχθη τὸ εἰκονικὸν συμβόλαιον. Τοῦτο μοὶ ἐφάνη ὑπερβολικόν, ἐξετάσας δὲ ἀκριβέστερον τὰ πράγματα, ἐβεβαιώθην ὅτι τῷ ὄντι ὑπῆρχε τοιαύτη ἀξίωσις ἐκ μέρους τῶν ταμιῶν, ἀπέναντι δὲ τοιαύτης ἀξιώσεως ἐννοεῖται ὅτι καὶ ὁ δήμαρχος ἠρνεῖτο νὰ δώσῃ οἱονδήποτε πιστοποιητικόν. Ἐὰν τοιοῦτόν τι ὑπάρχῃ,—καὶ ἂν ὑπάρχῃ, πᾶν τὸ σχετικὸν θέλει εὑρεθῆ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν,— νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐξετασθῇ ἐν τούτῳ τῷ Ὑπουργείῳ ἡ τοιαύτη παράδοξος ἀξίωσις, καὶ νὰ καθοδηγηθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι οἱ ἁρμόδιοι, ἵνα ζητῶσι τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀξιούμενα καὶ ὄχι τὰ κατὰ τὴν φαντασίαν αὐτῶν ἀπαραίτητα.

§57ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἐγένετο τοιαύτη ποτὲ ἐνέργεια, οὔτε ἐὰν ἀνεκοινώθη ποτὲ τοιοῦτον παράπονον. Βεβαίως τοῦτο, τὸ ὁποῖον παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος ὡς γενόμενον, εἶναι ἄτοπον, διότι ὁ νόμος ἀξιοῖ πιστοποιητικὸν, δι’ οὗ νὰ βεβαιοῖ ὁ δήμαρχος, ὅτι ὁ ὑπὲρ οὗ τοῦτο ἐκδίδεται εἶναι ἀκτήμων, καὶ οὐδὲν πλέον· ὁ δὲ ταμίας, συμμορφούμενος μὲ τὸν νόμον, ὀφείλει νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν τοιαύτην κατὰ νόμον πιστοποίησιν τοῦ δημάρχου. Ἐκ τῶν ἐν τῷ φακέλλῳ τῆς σχετικῆς ἀλληλογραφίας ἐγγράφων δὲν προκύπτει τοιαύτη περίστασις, προκύπτει ἡ περίστασις, τὴν ὁποίαν προανέφερα, τουτέστιν, ὅτι συνεπείᾳ ἀναφορᾶς διαφόρων ὀφειλετῶν, παραπονουμένων ὅτι ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων δὲν ἐκδίδει πιστοποιητικὰ τοιαῦτα, ἐζητήθη παρὰ τοῦ κ. δημάρχου ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀρνεῖται τὴν ἔκδοσιν, καὶ ὁ δήμαρχος ἀπήντησεν: «ἐπειδὴ τὸ Ὑπουργεῖον μοὶ παρήγγειλε νὰ μὴ ἀναφέρω εἰς τὰ πιστοποιητικά, ὅτι τὰς πληροφορίας ταύτας ἔλαβον ἐκ τοῦ δεῖνος ἢ δεῖνος μέσου, δὲν δύναμαι νὰ ἐκδώσω πιστοποιητικόν, καθόσον δὲν γνωρίζω ἐγὼ ἐὰν οἱ αἰτοῦντες ἦναι ἀκτήμονες, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἀναλάβω τὴν ἐπὶ τούτῳ εὐθύνην»· ὅπερ δηλοῖ, ὅτι ὁ κ. δήμαρχος δὲν ἔχει πεποίθησιν εἰς τὸ μέσον καὶ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας παρέσχον εἰς αὐτὸν, ὅπως σχηματίσῃ πεποίθησιν. Ὅταν δὲ ὁ δήμαρχος δὲν ἔχῃ πεποίθησιν περί τινος, δὲν δύναται νὰ ἐκβιασθῇ ὑπ’ οὐδενὸς πρὸς ἔκδοσιν πιστοποιητικοῦ. Ἐν τούτοις τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέδειξεν εἰς αὐτὸν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ τὴν ἰδίαν του εὐθύνην καὶ νὰ σχηματίσῃ τὴν πεποίθησίν του ἐκ τῶν δυνατῶν μέσων περὶ τῆς ἀκτημοσύνης τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ζητοῦσι τοιοῦτον πιστοποιητικόν, ἀλλ’ ὁ κ. δήμαρχος ἐξακολουθεῖ νὰ ἀρνῆται.

§58Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1894. Ἡ δύναμις αὐτοῦ ἀνέρχεται εἰς 3,302 ἄνδρας, ἀξιωματικούς, ὑπαξιωματικοὺς καὶ ναύτας.

§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 39).

§60ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ βεβαιώσῃ τὴν ἐνέργειαν τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου ἐπὶ τῶν διαταγῶν τῶν δοθεισῶν εἰς τὸν δήμαρχον Ἀθηναίων ὡς καλῶς ἔχουσαν, ὀφείλει νὰ σκεφθῇ, ὅτι ὁ νομοθέτης οὐδέποτε ἐσκέφθη νὰ δώσῃ δῶρον ἄδωρον εἰς τοὺς πολίτας, καὶ ἔπρεπε τοὐλάχιστον διὰ καταλλήλου τρόπου νὰ εἰσηγήσηται τῷ δημάρχῳ τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου· ἡ δὲ ἀξίωσίς του, ὅτι ὁ δήμαρχος τότε μόνον δύναται νὰ δώσῃ πιστοποιητικόν, ὅταν βεβαιωθῇ, ὅτι καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος δὲν κέκτηται περιουσίαν ὁ ζητῶν τὸ πιστοποιητικὸν τοῦ πένητος, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν στηρίζεται οὔτε εἰς τὴν λογικὴν οὔτε εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, διότι οὐδεὶς δήμαρχος θὰ δυνηθῇ νὰ δώσῃ τοιοῦτον πιστοποιητικόν, ἀφοῦ ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων π. χ. δὲν δύναται νὰ ἠξεύρῃ ἐὰν ὁ δημότης Ἀθηναίων ἔχῃ περιουσίαν ἐν Τριπόλει, καὶ οὕτως ὁ νομοθέτης χαρακτηρίζεται ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς παράλογος. Ἔστω ὅμως, ὅτι ἡ μία πρᾶξις ἐθεωρήθη ὡς καλῶς ἐνεργηθεῖσα· ἀλλὰ διὰ τὴν δευτέραν δὲν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀγανακτήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἐπιβάλλουσιν οἱ νόμοι τῆς πατρίδος του; Ἐκδίδεται, Κύριοι, μία ἐγκύκλιος, καταργοῦσα τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, καὶ δὲν ταράσσεται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ «ποῦ εὑρισκόμεθα»; Διότι, ὅταν ἕκαστος Ὑπουργὸς ἔρχηται καὶ παρανομῇ, καὶ ἕτερος τὸν ἀπομιμῆται, τότε τίποτε δὲν δύναται νὰ σταθῇ ἐν Ἑλλάδι, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ἐρχώμεθα ἐδῶ, διότι οὕτως οἱ Βουλευταὶ μεταβαλλόμεθα εἰς νευρόσπαστα τοῦ Χόλδεν. Ἰδού, κύριοι Βουλευταί, τί λέγει ἡ ἐγκύκλιος (ἀναγινώσκει):

«ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

«Πρὸς τοὺς Νομάρχας τοῦ Κράτους. «Ἐκ διαφόρων περιστάσεων γινώσκομεν, ὅτι μετὰ τὴν ὁριστικὴν κατάρτισιν τῶν δημοτικῶν προϋπολογισμῶν τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια δήμων τινῶν προβαίνουσιν εἰς ψήφισιν διαφόρων πιστώσεων, δι’ ὧν ἀνεπαισθήτως καὶ πλαγίως ἐξογκοῦνται τὰ τῶν προϋπολογισμῶν ἔξοδα, ματαιοῦται δὲ ὁ τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς καὶ τοῦ Ὑπουργείου ἔλεγχος, διότι διὰ τῶν ψηφισμάτων τούτων οὐχὶ σπανίως κατορθοῦται, ὥστε τὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου περιορισθέντα ἢ διαγραφέντα ἔξοδα νὰ ἐπανάγωνται ὑπὸ τῶν Συμβουλίων, ἐνδιδούσης τῆς προϊσταμένης διοικητικῆς ἀρχῆς. Τὸ τοιοῦτον, ἂν μή τι ἄλλο, εἶναι καταστρατήγησις τῶν περὶ διαδικασίας ἐν τῇ ἐκδικάσει τῶν δημοτικῶν προϋπολογισμῶν νενομισμένων. «Ὅθεν, ἵνα τοῦ λοιποῦ τεθῇ τέρμα εἰς τὸ προκείμενον ἄτοπον, ἐντελλόμεθα, ἵνα, ὁσάκις ὑποβάλλωνται ὑμῖν ψηφίσματα ἀφορῶντα εἰς αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ ἐγκεκριμένου προϋπολογισμοῦ, πρὶν ἢ ἐκδίδητε τὴν ἐπ’ αὐτῶν ἀπόφασίν σας, ὑποβάλλητε τὸ περιεχόμενον ἐν περιλήψει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀναμένητε δὲ τὴν τούτου γνώμην ἐπ’ αὐτῶν. Ἡ τήρησις τῆς παρούσης διαταγῆς καὶ ὑμᾶς θέλει ἀπαλλάξει ἐνοχλήσεων καὶ τὰ τῶν δήμων συμφέροντα θέλει προστατεύσει. «Τὴν παροῦσαν θέλετε κοινοποιήσει καὶ τοῖς δημάρχοις τοῦ ὑφ’ ὑμᾶς νομοῦ πρὸς γνῶσιν. «Ἐν Ἀθήναις, τῇ 12 Σεπτεμβρίου 1893. «Ὁ Ὑπουργὸς «Δ. Γ. Ράλλης». Ἀκούετε! Δὲν ἔχομεν νόμον; Δὲν πρέπει νὰ ἴδητε, κύριε Ὑπουργέ, τί λέγει ὁ δημοτικὸς νόμος; Δὲν σκέπτεσθε, ὅτι πρόκειται περὶ ἐγκλήματος διαπραχθέντος ἀσυστόλως ὑπὸ Ὑπουργοῦ, ὀφείλοντος νὰ ἐκτελῇ τοὺς νόμους μετ’ εὐλαβείας, καὶ νὰ ἔλθητε νὰ ζητήσητε τὴν παραπομπὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος παρέβη τὸν νόμον, ἀφοῦ, κατὰ τὸν περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμον ἐὰν παραλείψητε τοῦτο, ἔχετε καὶ σεῖς εὐθύνην; Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 118 τοῦ δημοτικοῦ νόμου (ἀναγινώσκει): «Πᾶσα ἀπόφασις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου θέλει καθυποβάλλεσθαι, ἐπὶ ἀποδείξει παραλαβῆς, εἰς τὸν ἔπαρχον καὶ δι’ αὐτοῦ εἰς τὸν νομάρχην· ἀφοῦ δὲ παρέλθουν δεκαπέντε ἡμέραι μετὰ τὴν πρὸς τὸν ἔπαρχον κοινοποίησιν, ἂν ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ δὲν ἐκδοθῇ διαταγὴ τοῦ ἐπάρχου ἢ νομάρχου, ἐμποδίζουσα τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως, εἴτε ὡς παρανόμου, εἴτε κατὰ συνέπειαν ἀναφορᾶς τῶν φορολογουμένων, ἡ ἀπόφασις θεωρεῖται ὡς ἔχουσα κῦρος καὶ ἐνεργεῖται».

§61Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὑπάρχει ἄλλο ἄρθρον κατωτέρω.

§62ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς τὰ ἠξεύρετε, διότι διετέλεσατε νομάρχης, ἀλλὰ δὲν ἀναβαίνετε εἰς τὸ βῆμα νὰ τὰ εἴπητε. Κατόπιν εἶναι τὸ ἄρθρον 119 (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἀποφάσεις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου χρῄζουσι τῆς ῥητῆς ἐγκρίσεως τοῦ νομάρχου εἰς τὰς ἐφεξῆς περιπτώσεις: αʹ) εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ δημοτικοῦ προϋπολογισμοῦ· βʹ) εἰς τὴν ἔγκρισιν ἐκτάκτων δαπανῶν, τὰς ὁποίας δὲν προεῖδεν ὁ προϋπολογισμός... κλπ.» Τὸ δὲ ἄρθρον 122 λέγει (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἀπόκειται τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐκκαλῇ πρὸς τὴν προεστῶσαν ἀρχὴν πᾶσαν ἀπόφασιν τῆς Νομαρχίας τροπολογοῦσαν ἢ ἀποῤῥίπτουσαν τὴν ἀπόφασίν του.» Ἄρα ὁ νομάρχης δικάζει εἰς πρῶτον βαθμόν, καὶ ἐὰν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον εὕρῃ, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ νομάρχου ἀντίκειται εἰς τὴν ἀπόφασίν του, εἴτε διότι ἀπεῤῥίφθη, εἴτε διότι ἐτροποποιήθη, δικαιοῦται νὰ κάμῃ ἔφεσιν. Ὥστε πρὸ τῆς τοιαύτης δηλώσεως τοῦ Συμβουλίου ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἔχει γνώμην συμφώνως μὲ τὸν νόμον, καὶ δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ λέγῃ εἰς τὸν νομάρχην νὰ μὴ ἀποφασίσῃ, πρὶν στείλῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ τὰ ἴδῃ οὗτος. Αὐτὰ εἶναι ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ καταδιώκωνται, κατὰ τὸν περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμον. Ἐὰν εἶχον τὴν δύναμιν, ἐγὼ θὰ ὑπέβαλλον τὸ κατηγορητήριον, ἀλλὰ σεῖς ἔχετε τὴν δύναμιν, καὶ πρέπει νὰ τὸ φέρητε, διὰ νὰ διδαχθῶσιν οἱ παρανομοῦντες Ὑπουργοί· διότι ἀλλοίμονον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ὅταν ἔρχηται εἷς Ὑπουργὸς καὶ καταργῇ τοὺς νόμους διὰ τοιούτων ἐγκυκλίων! Εἶναι ἔθνος ἀνάξιον νὰ λέγεται εὐνομούμενον!

§63ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, ὁ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμος ὤφειλε νὰ λειτουργῇ κατὰ τὴν ἐμπάθειαν ἡμῶν, βεβαίως ἤθελε καταστῆ καταγέλαστος καὶ εἰς διαφόρους μὲν ἄλλας περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἡ ἐμπάθεια ὑπαγορεύει τὴν καταγγελίαν, ἀλλ’ ἰδίως ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Περὶ τίνος ἐπρόκειτο; περὶ τίνος διέλαβεν ἡ ἐγκύκλιος; Ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς καταφώρου κακοπιστίας ἐκ μέρους ἐνίων ἐκ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, τὰ ὁποῖα ἐναντίον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐνιαυσίου, καὶ μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου, προέβαινον εἰς τὴν ἔκδοσιν πράξεων, διὰ τῶν ὁποίων ἐξωγκοῦτο ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ δήμου, καὶ εἴτε ἐξ ὀλιγωρίας τῆς προϊσταμένης διοικητικῆς ἀρχῆς, εἴτε δυνάμει μέσων, κατώρθουν ὥστε τοιαῦται πράξεις, δι’ ὧν μόνη ἡ διασπάθησις τοῦ δημοτικοῦ πλούτου ἐπρόκειτο νὰ ἐπιτευχθῇ, χάριν προσωπικῶν συμφερόντων, κατώρθουν, λέγω, ὅπως τοιαῦται πράξεις ἐπικυρῶνται. Ἀκριβῶς λοιπὸν εἰς τὴν ἐκρίζωσιν τοῦ ἀτόπου τούτου προέβλεψεν ἡ καταγγελλομένη ἐγκύκλιος, ὡς καὶ ἡ ἐγκύκλιος εὐτυχῶς τοῦ διαδόχου μου, διότι ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ δευτέρα γνώμη, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν, ὁ ἔχων τὴν ἀξίωσιν νὰ καθήσῃ ἐπὶ τῆς ἕδρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ αἰσθανόμενος τὴν τιμὴν, διὰ τῆς ὁποίας περιβάλλεται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ τὰς κακοήθεις ἐκείνας πράξεις, διὰ τῶν ὁποίων διασπαθίζεται ὁ δημοτικὸς πλοῦτος καθ’ ἡμέραν, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων πράξεων ὁρμαθοὺς ὁλοκλήρους εἶχον ὑπ’ ὄψει μου, ὅτε ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, πράξεων προερχομένων ἐκ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀθηναίων, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων βεβαίως πολλὰς θὰ ἔχῃ καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπ’ ὄψει του. Τὴν κατάχρησιν ταύτην προετίθετο νὰ περιστείλῃ ἡ ἐγκύκλιος, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκα καὶ διότι προεθέμην νὰ περιστείλω τοιαύτας ἀναμφισβητήτους καταχρήσεις, καταγγέλλομαι ὡς ἄξιος νὰ παραπεμφθῶ ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου! Ἄξιοι νὰ ἐμφανισθῶσιν ὄχι ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου, ἀλλὰ ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, παραβαίνοντες τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον τοῖς ἐπεβάλλετο, καὶ τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἔδωκαν, ὡς δημοτικὴ ἀρχὴ, προέβαινον εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοιούτων αἰσχρῶν καὶ κακοήθων πράξεων· καὶ τὰς αἰσχρὰς καὶ κακοήθεις ταύτας πράξεις ἐπρόκειτο νὰ πατάξῃ ἡ ἐγκύκλιος· ἐπρόκειτο νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, καὶ ἀπ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι περιέσαινον αὐτὰς, τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ κατεσπαθίζετο ὁ δημοτικὸς πλοῦτος. Καὶ τί ἔπραξεν ἡ ἐγκύκλιος; τί ἀνέγραψεν ἡ ἐγκύκλιος; Παρέβη διάταξίν τινα τοῦ Συντάγματος, τῶν νόμων, τοῦ δημοτικοῦ νόμου; Ποσῶς· ἐζήτησε νὰ περιορίσῃ τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, ἐζήτησε νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν ἐπὶ τῶν τοιούτων κακοήθων πράξεων, καὶ ἐπέβαλεν εἰς τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχει τὴν ἀνωτέραν ἐποπτείαν, πρὶν ἢ ἀποφανθῶσιν ἐπὶ τῶν πράξεων τούτων, νὰ ἀκούσωσι τὴν γνώμην τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς. Ἀλλὰ συγχέουσιν ἐνταῦθα τὴν γνώμην μὲ τὴν ἀπόφασιν, καὶ ἐνταῦθα ἔγκειται τὸ ἔγκλημα, εἰς τὸ λογοπαίγνιον. Δὲν ἐπρόκειτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀντιποιούμενος τὸ δικαίωμα τῆς προϊσταμένης διοικητικῆς ἀρχῆς, νὰ ἐκφέρῃ ἀπόφασιν, ἐπρόκειτο νὰ ἐξετάσῃ, νὰ ἐρευνήσῃ, νὰ ἐκφέρῃ γνώμην, καὶ καθοδηγήσῃ τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, τὴν προϊσταμένην, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μόνη ἁρμοδία ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῆς πράξεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Τοιαύτη Κύριοι, εἶναι ἡ ἐγκύκλιος ἡ καταγγελλομένη, καὶ τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἤγαγον εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς ἐγκυκλίου, ὁ διάδοχός μου εὐτυχῶς τὰ ἀναγνωρίζει (ἀναγινώσκει): «Εἶναι ἀτυχῶς γνωστὸν (λέγει ἡ ἐγκύκλιος του τῆς 15 Νοεμβρίου) ἐκ τῆς πείρας, ὅτι τινὰ τῶν Δημοτικῶν Συμβούλων, ὁρμώμενα ἐξ ἐπιεικείας πρὸς πρόσωπα, ἢ ἐξ ἄλλων λόγων, ἥκιστα συμβιβαζομένων πρὸς τὸ ἀληθὲς τῶν δήμων συμφέρον, μεταβάλλουσι τοὺς ὁριστικοὺς ἐτησίους προϋπολογισμοὺς διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων, ἄνευ δεδικαιολογημένης ἀνάγκης, τινὲς δὲ τῶν νομαρχῶν, ἄνευ τῆς προσηκούσης ἐκτιμήσεως τῶν λόγων, οἵτινες προὐκάλεσαν τὴν ὑπὸ τῶν Δημοτικῶν Συμβούλων ἐπιψήφισιν τοιούτων πιστώσεων, προβαίνουσιν εἰς τὴν ἔγκρισιν τοιούτων ψηφισμάτων, οὕτω δὲ οἱ δῆμοι δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκῶσιν εἰς τὰς ἀληθεῖς δημοτικὰς ἀνάγκας, καὶ καθίστανται ἀνίκανοι νὰ ἐκπληρῶσι τὸν προορισμὸν αὐτῶν...» Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ αἰτιολογία τῆς ἐγκυκλίου τοῦ διαδόχου μου ὑπῆρξεν ἡ αἰτιολογία τῆς ἐγκυκλίου τῆς ἐμῆς· ἀλλ’ ὁ διάδοχός μου, ἴσως διότι δὲν ἐμελέτησεν αὐτὸς προσωπικῶς τὴν ἐγκύκλιον ταύτην, ὑπέπεσεν, ἀκουσίως βεβαίως, εἰς τὸ ἴδιον σφάλμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκ προμελέτης ὑπέπεσαν ἐκεῖνοι, οἵτινες κατηγοροῦσι τὴν ἐγκύκλιον καὶ ἐσύγχυσαν τὴν γνώμην μὲ τὴν ἀπόφασιν, καὶ διὰ τοῦτο, ἀφοῦ ἀνεγνώρισε τὴν κατάχρησιν, καθ’ ἧς ἐπῆλθεν ἡ ἐγκύκλιος, προέβη εἰς τὴν ἀνάκλησιν αὐτῆς καὶ εἰς τὴν ἔκδοσιν ὁδηγιῶν, ὅπως ἀγρυπνήσωσι τέλος πάντων αἱ δημοτικαὶ ἀρχαί, καὶ λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἄτοπον τοῦτο προέθετο βεβαίως νὰ περιστείλῃ ἡ ἐκδοθεῖσα πρὸς ὑμᾶς ὑπ’ ἀριθ. 17252 ἀπὸ 12 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. ἐγκύκλιος τοῦ προκατόχου ἡμῶν· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ δι’ αὐτῆς παραγγελθὲν μέτρον τοῦ νὰ ὑποβάλλωνται προηγουμένως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὰ ψηφίσματα τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, τὰ ἀφορῶντα εἰς αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ ἐγκρινομένου προϋπολογισμοῦ, ἵνα ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του, ἀντίκειται προφανῶς εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δήμων νόμου, καθ’ ἃς ὁ νομάρχης ἐτάχθη ἐπὶ τοιούτων θεμάτων κατὰ πρῶτον βαθμὸν δικαστής, κρίνων καὶ ἀποφασίζων κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ πεποίθησιν, ἣν σχηματίζει ἐκ τῆς ἀσφαλοῦς γνώσεως τῶν πραγμάτων, ἀνακαλοῦμεν αὐτὴν κλπ.» Ἐπρόκειτο περὶ γνώμης, ἐπαναλαμβάνω, οὐχὶ περὶ ἀποφάσεως. Ἀποφασίζει κατὰ δεύτερον βαθμὸν ὁ Ὑπουργὸς μετ’ ἔφεσιν, ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο ἐνταῦθα ν’ ἀντιποιηθῇ τὰ δικαιώματα τοῦ νομάρχου· ἐπρόκειτο διὰ τρόπου μᾶλλον λυσιτελοῦς νὰ ἐξυπνήσῃ τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς καὶ νὰ ἀποτρέψῃ ἀπὸ τῶν δήμων τὴν καταστροφὴν τῶν δημοτικῶν περιουσιῶν. Ὑπάρχουσιν ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν πράξεις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀθηναίων, ἐκδοθεῖσαι μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ δημοτικοῦ προϋπολογισμοῦ, μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου. Αὐταὶ δὲ αἱ πράξεις εἶναι ἐκεῖναι, αἵτινες ὑπῆρξαν τὸ ἐλατήριον τῆς ἐγκυκλίου, καὶ αὐταὶ αἱ πράξεις ὑπῆρξαν τὸ ἐλατήριον τῆς κατηγορίας.

§64ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ, λαβὼν γνῶσιν τῆς ἐγκυκλίου, ἐθεώρησα, ὅτι ὁ προϊστάμενος Ὑπουργὸς δὲν ὀφείλει κατὰ τὸν νόμον νὰ δώσῃ οὔτε γνώμην...

§65ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς δύνασθε νὰ τὸ θεωρῆτε.

§66ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. .. οὔτε γνώμην περὶ τῶν ζητημάτων, εἰς ἃ ἀφορᾷ ἡ ἐγκύκλιος. Ἀναγνωρίζω, ὅτι πολλὰ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων προέρχονται εἰς ψηφίσματα, μὴ ἐξυπηρετοῦντα τὰ συμφέροντα τῶν δήμων, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐγκύκλιος, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐξέδωκα, ἐφιστᾷ τὴν προσοχὴν τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν, ὅπως μετὰ τῆς μεγαλειτέρας αὐστηρότητος ἀποφασίζωσιν ἐπὶ τῶν θεμάτων, περὶ ὧν πρόκειται ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ὁ δικαστὴς, ὁ ὁποῖος μέλλει νὰ δικάσῃ κατὰ δεύτερον βαθμὸν, δύναται, πρὶν αὐτὸς δικάσῃ, νὰ δώσῃ γνώμην εἰς τὸν κατὰ πρῶτον βαθμὸν δικάζοντα δικαστὴν, καὶ νὰ προδικάσῃ οὕτω ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως. Τοῦτο τὸ ἐθεώρησα ὡς ἀντικείμενον εἰς τὸν νόμον. Ἀνεγνώρισα, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος τοῦ προκατόχου μου εἶχεν ἀγαθὴν τὴν προαίρεσιν, — περὶ τούτου οὐδεὶς δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὁ ἀμφιβάλλων, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, — ἀλλὰ δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἀναγνωρίσω, ὅτι εἶναι ἐναντία προφανῶς εἰς τὸν δημοτικὸν νόμον, καὶ διὰ τοῦτο προέβην εἰς τὴν ἀνάκλησιν τῆς ἐγκυκλίου, ἐπιστήσας συγχρόνως τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων διοικητικῶν ἀρχῶν, ὅπως ἐπισταμένως μελετῶσι τὰ θέματα ταῦτα καὶ μετ’ αὐστηρότητος κρίνωσιν ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων εἰς αὐτὰς ψηφισμάτων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, διότι πολλάκις τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, εἴτε ἐξ ἐπιεικείας πρὸς πρόσωπα, εἴτε καὶ ἐξ ἄλλων λόγων, προέρχονται εἰς παροχὰς, ἕνεκα τῶν ὁποίων οἱ δῆμοι περιῆλθον εἰς ἣν κατάστασιν περιέστησαν.

§67ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς νὰ τῷ εἴπω, ὅτι δὲν ἐλάλησα ἐξ ἐμπαθείας, ἐλάλησα ἐξ ἀγανακτήσεως πρὸς τοὺς ἑκάστοτε παρανομοῦντας Ὑπουργούς. Δὲν δύναται νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἔχω λόγον νὰ ἦμαι ἐμπαθὴς πρὸς αὐτόν. Ἴσως διϊστάμεθα ὡς πρὸς τὰς ἀρχὰς, ἴσως ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ὑπάρχει περίπτωσις νὰ εὑρισκώμεθα εἰς φιλικὰς σχέσεις, ἀλλ’ οὐδέποτε οὔτε ἀφορμὴν μέχρι τῆς προχθὲς εἶχε νὰ νομίζῃ, ὅτι ἐγὼ διάκειμαι ἐμπαθῶς πρὸς αὐτόν. Θέλω ἁπλῶς νὰ ὑποδείξω διὰ τοῦ καθήκοντός μου, διὰ τῆς φωνῆς μου, τὰς παρανομίας τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν. Ἀλλ’ ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰ γεγονότα καὶ ἂς τὰ ἐξετάσωμεν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἐμπαθοῦς. Εἶναι ἀληθῆ; Ἡ ἐγκύκλιος ἐξεδόθη διὰ τὰ μέλλοντα καὶ οὐχὶ διὰ τὰ τετελεσμένα, ἐχρησίμευσαν δὲ τὰ τετελεσμένα εἰς ἔκδοσιν τῆς ἐγκυκλίου. Παρηνόμησας, κύριε πρώην Ὑπουργέ! Διότι, ὅταν εἶδες αἴσχη καὶ κακοηθείας τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων κατὰ τῆς περιουσίας τῶν δήμων, ὤφειλες νὰ καταδιώξῃς τοὺς ἐγκληματίας. Ὑπάρχει ὁ ποινικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι σύμβουλοι, διοικηταὶ ἀλλοτρίων, διαχειρισταὶ εὐεργετικῶν ἱδρυμάτων, δημοτικῶν καταστημάτων καὶ δήμων τιμωροῦνται μὲ φυλάκισιν, ἂν ἔπραξαν πρᾶξιν ἐπιβλαβῆ καὶ ἄνευ προθέσεως εἰς βλάβην. Παρέλειψας καθῆκον, κύριε πρώην Ὑπουργέ. Εἶσαι δὲ ἀδικαιολόγητος ἀπέναντι τοῦ ἔθνους, ἐκφραζόμενος οὕτω πως ὡς πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλ’ ἔστω, ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι αὐτὰ τὰ ἐγκλήματα ἠνάγκασαν τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐκδώσῃ αὐτὴν τὴν ἐγκύκλιον. Στηρίζεται εἰς τὰ πράγματα ἢ τὸν νόμον; Ἡ ἐγκύκλιος τί ἀφορᾷ; «Νομάρχα, πᾶσαν πρᾶξιν τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων θὰ τὴν στέλλῃς εἰς ἐμὲ, ὅπως δώσω γνώμην καὶ ἀποφασίσω, διότι δὲν σὲ ἐμπιστεύομαι!» Ἔπρεπε νὰ φροντίσῃς νὰ διορίσῃς ἠθικοὺς νομάρχας, καὶ ὄχι κακοήθεις. Σὺ ὁ ἴδιος τοὺς ὀνομάζεις κακοήθεις, διότι τοὺς ὑποπτεύεσαι διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των... τοῖς λέγεις «εἶσθε κακοήθεις, γίνεσθε ὄργανα τῶν ἰσχυρῶν, καὶ ἐκδίδετε ἀποφάσεις, διὰ τῶν ὁποίων ληστεύονται αἱ περιουσίαι τῶν δήμων!» Ἂν εἶχες ἠθικὰ ὄργανα, δὲν εἶχες ἀνάγκην τοιαύτης ἐγκυκλίου παρανόμου. Δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, ἴσως δὲ μετ’ ἐμοῦ καὶ οἱ γνῶσιν τῶν νομικῶν ἔχοντες, τί ἐστὶ γνώμη καὶ τί ἀπόφασις Ὑπουργοῦ. Ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λέγῃ εἰς τὸν νομάρχην «λαβὼν ὑπ’ ὄψει τὴν ἀπόφασιν, τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἔχω αὐτὴν τὴν γνώμην», (ἂς μὴ τὴν εἴπω ἀπόφασιν) τί θὰ εἴπῃ ὁ νομάρχης, κύριε πρώην Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν; Ὅτι «ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν γνώμην σου»; (γέλωτες ἐν τῇ δεξιᾷ). Τολμᾷ τοιαῦτα νὰ εἴπῃ; Εὐτυχῶς, Κύριοι, δὲν πιστεύω νὰ περιέλαβε μεταξὺ τῶν δῆθεν ἀδικησάντων συμβούλων καὶ ἐμὲ, ὡς δημοτικὸν σύμβουλον τῶν Ἀθηναίων, διότι ἔχω 3–4 χρόνια, ποῦ δὲν εἶμαι, εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς, δημοτικὸς σύμβουλος, ἀλλὰ τὸν βεβαιῶ ἐν συνειδήσει, ὅτι οὐδὲν Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐργάζεται ὅσον τὸ τοῦ δήμου Ἀθηναίων φιλοπονώτατα καὶ ἐντιμότατα...

§68ΡΑΛΛΗΣ. Βλέπομεν τὰ οἰκονομικά του.

§69ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ οἰκονομικά του ἔφθασαν ἐκεῖ ποῦ ἔφθασαν, διότι ὁ δυστυχὴς δῆμος κατεδικάζετο εἰς μεγάλας ἀποζημιώσεις, χωρὶς νὰ ἐρωτᾶται ποτὲ, διότι ὅλαι αἱ ὁδοὶ, ὅλαι αἱ ῥυμοτομίαι ἐνεργοῦνται ἐν ἀγνοίᾳ του, ἄνευ ψηφίσματος, ἐγκρίνονται ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων, καὶ οὕτω ὁ δῆμος ζητεῖται νὰ πληρώσῃ ὑπέρογκα ποσὰ, δι’ ἃ ἀναγκάζεται νὰ δανείζηται, καὶ ὡς τούτου περιῆλθεν εἰς αὐτὴν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν. Φαίνεται ὅμως, ὅτι δὲν παράγεται ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ πεποιθήσεων τοῦ κ. πρώην Ὑπουργοῦ ἡ ἐγκύκλιος κατὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ παράγεται διότι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τὸν δυσηρέστησεν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ὑπουργίας του καὶ δὲν ἐνέκρινε τὸν διορισμὸν διὰ τὸν ἄνθρωπόν του, ὃν ἐζήτει νὰ τοποθετήσῃ ταμίαν τοῦ δήμου.

§70ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδέποτε εἶχον οἱανδήποτε σχέσιν πρὸς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἀθηναίων, ἐκτὸς τῶν σχέσεων τῶν ἐπισήμων, καὶ κατὰ τὰς σχέσεις τὰς ἐπισήμους περιέστειλα πᾶσαν ὑπερβασίαν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου· ἐπέβαλον εἰς αὐτὸ νὰ σεβασθῇ τὰ δικαιώματα τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς, ἐπέβαλον εἰς αὐτὸ νὰ σεβασθῇ τὸν νόμον, ἐπέβαλον νὰ σεβασθῇ τὸ καθῆκον καὶ τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἔχει δώσει ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς περιουσίας. Αὐταὶ εἶναι αἱ μόναι σχέσεις, τὰς ὁποίας γνωρίζω μετὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀθηναίων καὶ πρὸς πάντα τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια. Ἀλλὰ καθ’ ἡμέραν ἤρχοντο καθ’ ὁρμαθοὺς αἱ πράξεις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀθηναίων, διὰ τῶν ὁποίων ἐχαρίζοντο εἰς τὸν μὲν, ἐχαρίζοντο εἰς τὸν δὲ, ἐδίδοντο ὑποτροφίαι ὑπὲρ τοῦ μὲν, ὑποτροφίαι ὑπὲρ τοῦ δὲ, ψυχικὸ ὑπὲρ τοῦ μὲν, ψυχικὸ ὑπὲρ τοῦ δὲ, καὶ ὁ νομάρχης ἤρχετο καθ’ ἡμέραν καὶ ἔλεγε «τί νὰ κάμω;» Αὐτὰ εἶχον συμβῆ. Ὁ νομάρχης δὲ ἐκεῖνος, ὡς καὶ πάντες, τοὺς ὁποίους εἶχον τὴν τιμὴν ἀληθῶς νὰ διορίσω, εἶναι τόσον ἀνώτεροι τῶν λοιδοριῶν τοῦ συναδέλφου μου...

§71ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σὺ τοὺς ὠνόμασες, ἐγὼ δὲν τοὺς ὠνόμασα.

§72ΡΑΛΛΗΣ. .. ὥστε κρίνω ἐντελῶς ἀνάξιον αὐτῶν νὰ θελήσω νὰ ἐπαινέσω αὐτούς.

§73ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σὺ τοὺς ὠνόμασες ὡς ἀποῤῥέοντας ἀπὸ σέ.

§74ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι καὶ αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ δὲν μένουν πάντοτε εἰς τὴν θέσιν των, ὅτι αὐταὶ ἔχουν τοὺς ἀντικαταστάτας των, ὅτι ἀκριβῶς, οὕτως εἰπεῖν, κατὰ τὴν μεσοβασιλείαν, τελοῦνται τὰ ὄργια, τὰ ὁποῖα ἠθέλησε νὰ περιστείλῃ ἡ ἐγκύκλιος. Καὶ δυστυχῶς ὁ νόμος περὶ προσόντων, οἷος κατεσκευάσθη, δὲν ἐπέτρεπεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν μεσοβασιλείαν αὐτὴν νὰ τὴν καταστήσῃ ἔντιμον· ἡ μεσοβασιλεία δίδεται εἰς χεῖρας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ νόμιμοι ἀντικαταστάται καὶ τοὺς ὁποίους δὲν δύναται νὰ θίξῃ ὁ Ὑπουργὸς, ἐνόσῳ ὑφίσταται ἡ μονιμότης, καὶ γνωρίζετε διὰ τίνων, χάρις εἰς αὐτὴν, ἐπλήρωσαν οἱανδήποτε ὑπηρεσίαν, εἴτε διοικητικὴν, εἴτε διδασκαλικήν, εἴτε ἄλλην τινά. Ἀκριβῶς δὲ κατὰ τῶν καταχρήσεων τῆς μεσοβασιλείας τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων ἐπῆλθεν ἡ ἐγκύκλιος, καὶ ἡ ἐγκύκλιος κατώρθωσε νὰ καταστείλῃ ἀκριβῶς τὰς καταχρήσεις ἐκείνας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταγγείλω τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια. Τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια δύνανται νὰ καταγγέλλωνται—καὶ τὸ γνωρίζει ὁ συνάδελφός μου, διότι ἐπὶ ἔτη ἀσχολεῖται περὶ τοὺς νόμους,—διὰ ζημίαν, ἡ ὁποία πραγματικῶς ἐπῆλθεν εἰς τοὺς δήμους...

§75ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 439 λέγει «πᾶσα πρᾶξις».

§76ΡΑΛΛΗΣ. ... Ἀλλ’ ἡ ζημία αὕτη δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ, ἀκυρουμένης τῆς πράξεως· πᾶσα δὲ πρᾶξις τοιαύτη, ἐμφαίνουσα πρότασιν καταχρήσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου ἠκυρώθη, καὶ ἠκυρώθη ἀμειλίκτως. Δὲν ὑπάρχει μία χαριστικὴ πρᾶξις καθ’ ὅλον τὸ Κράτος οὐδενὸς τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων τοῦ Κράτους· καὶ ἐπολιτευόμην καὶ ἐγὼ, ὢν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ εἶχον καὶ ἐγὼ πιέσεις, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐνέδωκα εἰς οἱανδήποτε πίεσιν, καὶ παρακαλῶ τὸν διάδοχόν μου νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ φέρῃ, ἂν εὕρῃ, μίαν κἂν ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ θεραπεύηται οἱονδήποτε προσωπικὸν συμφέρον εἴτε ἐκ τοῦ Δημοσίου εἴτε ἐκ τῶν δήμων.

§77ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος κ. Σταυρόπουλος εἰσηγήσατο κοινὴν μετ’ ἐμοῦ πρότασιν περὶ καταργήσεως ἐκείνων τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ͵ΦΝΔʹ, αἵτινες ἀφορῶσι τὰ τέλη, τὰ ὁποῖα καταβάλλουσιν οἱ μαθηταί. Ἡ πρότασις ἐκείνη, τῇ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς, παρεπέμφθη εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν. Δυστυχῶς, ἂν καὶ ἔκτοτε παρῆλθον πλέον τῶν 20 ἡμερῶν,—διότι ἡ πρότασις ἐγένετο τὴν 13 Νοεμβρίου,—οὐδεμίαν ἐξήνεγκεν ἡ ἁρμοδία ἐπιτροπὴ γνώμην, διότι οὐδεμία ἔκθεσις ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τῆς Βουλῆς ἐπαρουσιάσθη. Ἀμφιβάλλω μάλιστα ἄν συνῆλθε κἂν αὕτη...

§78ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Νὰ μὴ ἀμφιβάλλητε.

§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. .. Τούτου ἕνεκα παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ ἄρθρον 36 τοῦ Κανονισμοῦ, δι’ οὗ ὁρίζεται ὁ χρόνος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της. Νομίζω, ὅτι μέχρι τῆς ἐρχομένης Δευτέρας τὸ χρονικὸν διάστημα εἶναι πλέον ἢ ἀρκετὸν, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἂν μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἡ ἁρμοδία ἐπιτροπὴ δὲν ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, τὸ Σῶμα νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως συζήτησιν, συμφώνως μὲ τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ ἡμῶν.

§80ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν Τετάρτην νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.

§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;

§83ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.

§84ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δύο προτάσεις νὰ ἀναγραφῶσι τὴν Τετάρτην.

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ δοθῇ προθεσμία μέχρι τῆς προσεχοῦς Τετάρτης εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπήν, ὅπως ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της;

§86ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα· δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§87ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσῃ. Ἀπὸ 20 ὅλων ἐτῶν, κύριε Πρόεδρε, χηρεύει ἡ ἐπισκοπὴ τῆς Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως. Ἡ ἐπισκοπὴ τῶν δύο αὐτῶν ἐπαρχιῶν εἶναι λίαν ἐκτεταμένη. Διὰ παντοίων μέσων ἐν τῷ μεταξὺ προσεπάθησαν οἱ προύχοντες τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων νὰ συμπληρωθῇ καὶ ἡ θέσις τῆς ἐπισκοπῆς ταύτης, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσαν, πότε διὰ τὸν ἕνα λόγον, καὶ πότε διὰ τὸν ἄλλον. Δύνασθε δὲ νὰ ἐννοήσητε ποίων κακῶν πρόξενος ἐγένετο ἡ ἔλλειψις ποιμενάρχου, διοικοῦντος τὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐπιμελουμένου τὴν πνευματικὴν μόρφωσιν. Καθὼς γνωρίζετε, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἐπισκοπὴν ἐκείνην διοικεῖ ἐπὶ 20 ἔτη ἐπιτροπή, μεταβαλλομένη κατὰ τὰς ἑκάστοτε εἰσηγήσεις τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, δύνασθε νὰ κατανοήσητε, πόσον ἐλλιπῶς ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά της· ἡ ἔλλειψις ποιμαντορικῆς προνοίας ἐχαλάρωσε τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα· διὰ τοῦτο ἐν ἀμφοτέραις ταῖς ἐπαρχίαις τὸ ἔγκλημα ἔλαβε μεγάλην ἐπίδοσιν, ἰδίως τὸ ἔγκλημα τῆς ζωοκλοπῆς ὑπερῆρε τῷ ὄντι τὴν κεφαλήν. Ἐπὶ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ὑπέβαλον εἰσηγήσεις περὶ πληρώσεως τῆς κενῆς ταύτης θέσεως, καὶ εὐτυχῶς ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐσκόπει καὶ ἀπεφάσισε νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς συμπληρώσεως τῆς θέσεως, καὶ προέβη καὶ εἰς διαβήματά τινα· ἀλλ’ ἐπῆλθον τὰ πολιτικὰ γεγονότα, καὶ ἀπεχώρησεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἑπομένως δὲν ἐγένετό τι. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν,—καὶ ἐπὶ τούτῳ καταθέτω σημείωμα,—ἂν συνέχισε τὰς ἐνεργείας τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αὗται· προσθέτω δὲ τὴν παράκλησιν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πράξῃ τοῦτο. Παρακαλῶ ὡσαύτως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας καὶ σημείωμα, πόσοι μηχανικοὶ ἀλλοδαποὶ διατελοῦσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὑπὸ ποῖον μισθὸν ἕκαστος, πότε δὲ λήγει ἡ μίσθωσις αὐτῶν, ἂν προτίθηται νὰ ἀνανεώσῃ τὴν μίσθωσιν αὐτῶν, καὶ δυνάμει τίνος νόμου· συγχρόνως δὲ νὰ προσαγάγῃ καὶ τὰ μισθωτήρια ἔγγραφα. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσέξῃ εἰς τὰς ἑξῆς παραστάσεις μου. Ἐν τῷ δήμῳ Κλείτορος ἀνεπτύχθη πρὸ πολλῶν ἐτῶν τὸ ἀπαισιώτατον νόσημα τῆς λώβης, ἐκ τοῦ ὁποίου πάσχουσι πολλαὶ οἰκογένειαι. Τὸ νόσημα αὐτὸ, καθὼς γνωρίζετε, ἐπιπολάζει εἰς πολλὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος, καθόσον δὲ γνωρίζω, εἰς 300 καὶ πλέον ἀνέρχονται οἱ λωβιῶντες. Οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη ὑπὲρ τῶν δυστυχῶν αὐτῶν καὶ πρὸς ἀποτροπὴν τῆς μεταδόσεως τοῦ νοσήματος. Ὑπάρχει ἓν ἰδιωτικὸν Λωβοκομεῖον, ἀτελέστατον ὅμως, ἐν Θήρᾳ, συντηρούμενον ἀπὸ τὰς ἀδελφὰς τοῦ ἐλέους, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ὅλως ἀνεπαρκές. Ὁμογενής τις ἵδρυσε τοιοῦτον κατάστημα ἐν τῷ δήμῳ Μαραθῶνος, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχον τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως, καὶ διὰ τοῦτο οὐδ’ ἤρξατο ἡ λειτουργία αὐτοῦ. Ὅτε ἐτύγχανον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐμερίμνησα καὶ ἐσύστησα πρὸς τοὺς νομάρχας νὰ προτρέψωσι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, ἵνα ψηφίσωσι πιστώσεις τινὰς εἰς παροχὴν εἰσφορᾶς ὑπὲρ τοῦ Λωβοκομείου, διότι ἅπαντες σχεδὸν οἱ δῆμοι ἔχουσι δημότας λωβιῶντας. Ἀγνοῶ τί ἐγένετο ἔκτοτε· γνωρίζω δὲ μόνον, ὅτι ὁ ἀξιότιμος τέως ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς εἶχε λάβει τὴν πρόνοιαν νὰ σημειώσῃ ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894 πίστωσιν διὰ τὸ Λωβοκομεῖον, δι’ ἧς ἤθελεν ἐπιτευχθῆ ἡ ἔναρξις τῆς λειτουργίας αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἤδη πρόκειται περὶ τῶν πασχόντων συμπολιτῶν μου κατοίκων Κλείτορος. Κατὰ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον καταδιωχθέντες τινὲς ἐκ τῶν λωβιώντων, ὅπως ἀπομονωθῶσι, κατέφυγον εἰς Μονήν τινα ἐν τῷ δήμῳ Νυμφασίας, ἐκεῖ δὲ κατέλαβον δωμάτιά τινα· οἱ μοναχοὶ ἀντέστησαν, καὶ οὕτως οἱ δυστυχεῖς φυγάδες ἀπεδιώχθησαν. Ἐδέησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ μεταχειρισθῇ τὴν δημοσίαν δύναμιν, διὰ νὰ ἐξώσῃ τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς ἐκ τῆς Μονῆς καὶ νὰ τοὺς ἀναγκάσῃ νὰ καταφύγωσιν εἰς σπήλαια, ἀφίνουσα αὐτοὺς ἀπροστατεύτους. Ἡ παροῦσα παράκλησίς μου συνίσταται εἰς τὸ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ πληροφορίας εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ ἐνέργειαι τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς ἀπομονώσεως καὶ τῆς συντηρήσεως τῶν δυστυχῶν ἐκείνων· συγχρόνως δὲ νὰ λάβῃ πρόνοιαν πρὸς τοποθέτησιν αὐτῶν ἐν τῷ ἐν Μαραθῶνι Λωβοκομείῳ, καὶ πρὸς πορισμὸν τῶν μέσων πρὸς συντήρησιν αὐτῶν καὶ διάσωσιν ἀπὸ τῆς καταστροφῆς. Μετὰ τὰς πληροφορίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου.

§88ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πολὺς λόγος ἐγένετο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡμῶν ὡς πρὸς τὰς 8,760,000 δραχ. εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τὰς κατατεθειμένας ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ὡς ἐνέχυρον διὰ τὴν προκαταβολὴν τῶν 7,300,000 φράγκων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι ἅμα τῇ ὑπογραφῇ τῆς περὶ δανείου συμβάσεως ἐν Λονδίνῳ θὰ ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ αὐτάς. Ἀφοῦ δὲ διὰ τοῦ κειμένου τῆς συμβάσεως ἐκείνης ἀπεδείξαμεν ἡμεῖς, ὅτι ἀκριβῶς τότε δὲν θὰ ἠδύνατο ν’ ἀναλάβῃ τὰς 8,760,000 δραχμάς, αὐτὸς προσέφυγεν εἰς ἄλλον ἰσχυρισμὸν, ὅτι δηλ. ἅμα τῇ ὑπογραφῇ ἐκείνης τῆς συμβάσεως θὰ ὑπεγράφετο ἑτέρα σύμβασις, διὰ τῆς ὁποίας αἱ avances θὰ μετεβάλλοντο εἰς πάγια δάνεια, καὶ οὕτω θὰ ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ τὴν παρακαταθήκην ἐκείνην. Ἀφοῦ καὶ τοῦτον τὸν ἰσχυρισμόν του ἀνῃρέσαμεν, ἀφοῦ δηλαδὴ ἀπεδείξαμεν, ὅτι δὲν προέκειτο περὶ ἄλλων συμβάσεων, δι’ ὧν θὰ εἶχε διαθέσιμον ποσὸν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως πληρώσῃ τὰς avances καὶ ἀναλάβῃ καὶ τὴν παρακαταθήκην αὐτῆς· ἀφοῦ ἀκολούθως ἀπεδείξαμεν, ὅτι, καὶ ἂν ὑπεγράφοντο καὶ αἱ ἄλλαι συμβάσεις, διὰ τῶν ὁποίων θὰ μετετρέποντο εἰς πάγια δάνεια αἱ avances, καὶ πάλιν δὲν θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἀναλάβῃ τὰ 8,760,000 δραχμῶν, διότι διὰ τοῦ ἄρθρου 11 τῆς συμβάσεως, ἥτις θὰ ὑπεγράφετο ἐν Λονδίνῳ, ἀπηγορεύετο εἰς αὐτὴν ῥητῶς νὰ ἀναλάβῃ πλέον τὸ ποσὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θὰ ἤρετο οὕτω πως ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θὰ ἠκυροῦτο, θὰ ἐξηφανίζετο ἐνώπιον τοῦ ταμείου τοῦ δανείου ἐκείνου· μεθ’ ὅλας, λέγω, ταύτας τὰς ἀποδείξεις, τὰς ὁποίας προσηγάγομεν, ὅπως ἀναιρέσωμεν καὶ τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οὗτος τελευταῖον ἰσχυρίσθη, ὅτι οὐχὶ μόνον τὸ ἐναντίον εἶναι ἀληθὲς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἴπομεν, ἀλλὰ καὶ ἐκάμομεν ἡμεῖς χρῆσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ κατατεθειμένου παρὰ τῇ Τραπέζῃ. Μὴ νομίσητε, Κύριοι, ὅτι θέλω νὰ ὑποβάλω νῦν φράσιν τινὰ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν αὐτὸς δὲν εἶπεν· ἔχω ἐνώπιόν μου τὴν ἀγόρευσίν του, καθ’ ἃ ἔχει δημοσιευθῆ εἰς τὸ «Ἄστυ». Τί λοιπὸν ἔλεγεν; (ἀναγινώσκει): «Ἀλλ’ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διέθεσεν ἐκ τῶν 8,760,000 δραχμῶν, τῶν παρακατατεθειμένων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἓξ ἑκατομμύρια εἰς ἐκτάκτους δαπάνας τοῦ Δημοσίου». Συνεπείᾳ τούτου προεκλήθη καὶ παρὰ τοῦ ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ καὶ παρ’ ἡμῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἵνα προσαγάγῃ ἐπίσημον σημείωμα, ἀποδεικνύον, ἐὰν ἡμεῖς τῷ ὄντι ἐλάβομεν τὰ ἓξ αὐτὰ ἑκατομμύρια ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τὰ ἐδαπανήσαμεν εἰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους.

§89ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λέγει ῥητῶς «εἰς ἐκτάκτους δαπάνας».

§90ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀκούσατε λοιπὸν, πῶς τὰ ἐλάβομεν ἡμεῖς καὶ εἰς ὁποίας ἐκτάκτους δαπάνας τὰ ἐδαπανήσαμεν. Κατὰ τὸ σημείωμα, ὁμολογεῖται, ὅτι τὰ 8,760,000 κατετέθησαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὑπὸ τοῦ προκατόχου ἡμῶν Ὑπουργείου, οὗτινος προήδρευεν ὁ καὶ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπέναντι τοῦ προσωρινοῦ δανείου τῶν 7,300,000 φράγκων, ὑπὸ τὸν ὅρον, ἐὰν ἐντὸς ἓξ μηνῶν δὲν ἐπλήρονε τὸ χρέος αὐτὸ τὸ προσωρινὸν ἡ Κυβέρνησις, οἱ δανεισταὶ νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ λάβωσιν αὐτοὶ τὸ ἐνέχυρον καὶ νὰ τὸ κάμωσιν ὅ,τι ἤθελον. Ἀλλὰ μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν ἓξ μηνῶν, ὅτε ἤμεθα πλέον ἡμεῖς Ὑπουργοὶ καὶ εὕρομεν τὰ ταμεῖα κενὰ καὶ ἀπαιτητὰς ὑποχρεώσεις ἀνερχομένας εἰς πολλὰς δεκάδας ἑκατομμυρίων, εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην ν’ ἀνανεώσωμεν τὴν τοιαύτην avance. Προτοῦ ὅμως κατορθώσωμεν τοῦτο, οἱ δανεισταὶ τῶν 7,300,000, φοβούμενοι, τίς οἶδέ τι, ἐζήτησαν παρὰ τῆς Τραπέζης τὴν παράδοσιν εἰς αὐτοὺς τῶν 8,760,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καθ’ ἃ καὶ τὸ σχετικὸν διάταγμα καὶ ἡ σύμβασις καὶ ὁ εἰδικὸς νόμος διακελεύουσιν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Τράπεζα ἀντέταξε τότε πρὸς αὐτοὺς τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι δὲν ἐζήτησαν ὅλοι τὴν παράδοσιν τοῦ ἐνεχύρου, εἶχε δηλαδὴ ζητήσει αὐτὴν μόνη ἡ Τράπεζα Κωνσταντινουπόλεως, οἱ δανεισταὶ, θεωρήσαντες ὅτι ἡ τοιαύτη ἄρνησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπεδείκνυεν ὄχι καλὴν πίστιν πρὸς αὐτοὺς, ἀπῄτησαν κατὰ τὴν ἀνανέωσιν τῆς συμβάσεως νὰ χωρισθῶσι τὰ ποσὰ, κατὰ τὰ ὁποῖα ἕκαστος εἶχε συμμετάσχει τοῦ δανείου. Ἑπομένως κατ’ αὐτὴν τὴν σύμβασιν ἔμενον διὰ τὴν Τράπεζαν Κωνσταντινουπόλεως 5,610,000 δρ. Ἡ ἀνανέωσις ἐγένετο μέχρι τῆς 2 Σεπτεμβρίου, ὁπότε αὐτοὶ ἐπέμενον, καθὸ εἶχον δικαίωμα, ὄχι συνεπείᾳ τῆς ἰδικῆς μας ἀνανεώσεως, ἀλλὰ συνεπείᾳ τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε συνομολογήσει πρὸς αὐτοὺς, συνεπείᾳ τῶν σχετικῶν διαταγμάτων καὶ τοῦ σχετικοῦ νόμου, ἐπέμενον καὶ ἔλαβον τὸ ἐνέχυρον, ὄχι ὅλοι· τὸ ἀνέλαβεν ἡ Τράπεζα Κωνσταντινουπόλεως ἐκ 5,610,000 καὶ ἡ Τράπεζα Ἠπειροθεσσαλίας ἐκ 5,903,000. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ παραλαβὴ παρ’ ἡμῶν τῶν 6,000,000 καὶ ἡ διάθεσις αὐτῶν εἰς ἐκτάκτους δαπάνας, καθὼς εἶπεν ὁ κ. Δραγούμης. Τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὸν διαψεύδει. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος ἐννοεῖτε, ὁποίας ὑποστάσεως ἔχονται καὶ ὅλοι οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δι’ ὧν ζητεῖ νὰ μᾶς διαψεύσῃ, καὶ οἱ περὶ δανείων καὶ οἱ περὶ τόσων ἄλλων διαπραγματεύσεων.

§91Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπόστασιν ἔχουσι πάντοτε τὰ παρ’ ἐμοῦ ἀνακοινούμενα τὴν ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Εἶπον ἐν ἀρχῇ, ὅτι, ἐὰν ἡ σύμβασις ὑπεγράφετο, ἤθελεν ὑπογραφῆ συνάμα μετ’ αὐτῆς καὶ ἄλλη σύμβασις περὶ παγιώσεως τῶν εἰς χρυσὸν προσωρινῶν δανείων, καὶ πάλιν ἄλλη περὶ συνομολογήσεως δανείου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, περιλαμβάνοντος πάντα τὰ κατὰ τὸν νόμον ᾼϠΜΔʹ. Ἡ τροπὴ τῶν προσωρινῶν δανείων εἰς πάγια θ’ ἀπέδιδεν εἰς τὸ Δημόσιον τὸ ἐνέχυρον τῶν 8,760,000 δραχμῶν, συνομολογουμένης δὲ τῆς συμβάσεως περὶ τῶν δανείων τοῦ νόμου ᾼϠΜΔʹ, θὰ εἰσεπράττετο ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καὶ τὸ κεφάλαιον τῶν δανείων τούτων. Ἰδοὺ λοιπὸν τραπεζικὰ γραμμάτια πλέον ἢ ἐπαρκῆ πρὸς πάντας ἡμῶν τοὺς σκοπούς. Τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, ἅτινα τὸ ταμεῖον ἤθελεν εἰσπράξει ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ᾼϠΜΔʹ, ἀφεώρων εἰς ἀναπλήρωσιν δαπανῶν γενομένων κατὰ τὸ πλεῖστον ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐκ προκαταβολῆς εἰς διάφορα ἔργα, εἰς τὸν σιδηρόδρομον Διακοπτοῦ–Καλαβρύτων, εἰς τὸ Μουσεῖον τὸ ἀρχαιολογικὸν, εἰς τὸν σιδηρόδρομον Κυλλήνης, εἰς τὸ ἀνάκτορον τοῦ Διαδόχου, εἰς τὰ λουτρὰ Ὑπάτης, εἰς τὴν διαπλάτυνσιν τοῦ πορθμοῦ Εὐρίπου καὶ εἰς ἄλλα ὑπὸ νόμων προβλεπόμενα. Διατὶ δὲ ἐζητοῦμεν διὰ συνομολογήσεως συμβάσεως πάντων τῶν οὕτω προκαταβληθέντων τὴν ἀπόδοσιν, ἀφοῦ τὸ ταμεῖον δὲν ᾐσθάνετο τὴν ἔλλειψιν τοῦ εἰς τὰς προκαταβολὰς διατεθέντος χρήματος; Ἐζητοῦμεν τὴν ἀπόδοσιν τοῦ χρήματος, καὶ διότι συνέφερεν ὅπως ἔχῃ τὸ ταμεῖον πλείονα εὐπορίαν, ἀλλ’ ἐζητοῦμεν αὐτὸ κυρίως, ἵνα σπεύσωμεν εἰς τὴν μείωσιν τῶν εἰς λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων, εἰς ἣν καὶ ἡ κυρία σύμβασις πρωτίστως ἀφεώρα, ὡς σταθμὸν πρὸς τὴν βαθμιαίαν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ ἡ ἑτέρα τῶν παραπληρωματικῶν συμβάσεων τὸν αὐτὸν ὑπηρέτει σκοπόν. Ἐλευθεροῦντες διὰ τῆς παγιώσεως τῶν προσωρινῶν δανείων τὰ 8,760,000 δραχμῶν, διεθέτομεν αὐτὰ συγχρόνως πρὸς μείωσιν τῶν κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων. Ἵνα ἡ δ’ ἐξησφαλισμένη ἡ κατάργησις τραπεζικῶν γραμματίων τοιούτου ποσοῦ, ἀνεγράφετο διάταξις περὶ ταύτης ἐν τῇ συμβάσει, ἀποκτῶσα διὰ τοιαύτης ἀναγραφῆς κῦρος νόμου, ἀφοῦ ἡ σύμβασις θὰ εἶχε τὴν ὑπόστασιν ἐν τῷ νόμῳ. Ἰδοὺ τὸ ὅλον ἱστορικὸν τῶν περὶ τούτου. Ἀποτελούμενον τὸ ἱστορικὸν ἐκ πλειόνων περιόδων, παρέσχεν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λοκρίδος τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως, ὁτὲ μὲν ἀναφέρων ταύτας καὶ παραλείπων ἐκείνας, ὁτὲ δὲ ἀναφέρων ἐκείνας καὶ παραλείπων ταύτας, προκαλέσῃ σύγχυσιν, συντελοῦσαν εἰς παράστασιν μὴ συνᾴδουσαν πρὸς τὰ πράγματα.

§92ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔρχεται ὀλίγον κατ’ ὀλίγον εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδόν. Κρίνω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω τοὺς πρώτους ἰσχυρισμούς του, τοὺς δευτέρους, τοὺς τρίτους, καὶ πῶς ὁ ἴδιος ἐνόει αὐτοὺς, ἕως ὅτους καταλήξῃ ἐκεῖ, ὅπου κατέληξε τὴν σήμερον. Τὸ πρῶτον καὶ κύριον ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς, ἐὰν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ διαθέσῃ ποσὸν ἤδη διατεθειμένον· τὸ ποσὸν αὐτὸ ἦτο διατεθειμένον ὑπὲρ τοῦ δανείου τῶν 7,300,000, διετέθη δὲ ἀρχῆθεν ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῇ 2/14 Δεκεμβρίου 1892 ὑπὲρ τῶν συνομολογησάντων τὸ προσωρινὸν ἐκεῖνο δάνειον, οἵτινες μόνοι εἶχον τὸ δικαίωμα, ἅμα τῇ μὴ ἐμπροθέσμῳ πληρωμῇ τῶν 7,300,000 φρ. εἰς χρυσὸν, νὰ διαθέσωσιν αὐτό. Ἂν νῦν δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ διαθέσεως τῶν 8,760,000 δραχμῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ διάθεσις αὕτη ἀνάγεται εἰς τὴν 2/14 Δεκεμβρίου 1892, ὅτε ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς παρέσχε τὸ ποσὸν αὐτὸ ὡς ἐνέχυρον εἰς τοὺς δανειστάς. Τώρα ἐπανέλαβε πάλιν τὰς πολλὰς καὶ ποικίλας συμβάσεις, τὰς ὁποίας εἶχε δῆθεν ἑτοίμους πρὸς ὑπογραφὴν καὶ δὲν ὑπέγραψε, διὰ τοὺς γνωστοὺς εἰς ἡμᾶς λόγους, τοὺς ὁποίους ἄλλοτε ἀνέφερε, καὶ καθ’ οὓς δῆθεν ἐπῆλθε τότε δυσπιστία ἐκ μέρους τοῦ Στέμματος. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐγινώσκομεν ὅλοι διὰ τίνας λόγους κυρίως ἀπεχώρησε, καθ’ ὃν χρόνον ἀπετύγχανεν ἡ συνομολόγησις δανείου ὑπὸ διεθνῆ ἔλεγχον, θέλει νὰ τὸν πιστεύσωμεν, ὅτι αὐτὸς εἶχεν ἕτοιμα δάνεια ἄνευ ἐγγυήσεως, ἄνευ διαχειρίσεως προσόδου τινὸς, τὰ δάνεια, δι’ ὧν αἱ avances θὰ μετετρέποντο εἰς πάγια δάνεια! Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ᾖναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, εἶναι τί εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ ἀγορεύσει του καὶ τί λέγει νῦν ἐν τῷ σημειώματι τούτῳ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡμεῖς ἐλάβομεν καὶ διεθέσαμεν ἐκ τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ἐπὶ ἐνεχύρῳ παρακατατεθειμένων 6,000,000, ἐνῷ τὸ σημείωμα τοῦτο, (ἐπιδεικνύει αὐτὸ) τὸ ὑποβληθὲν ὑπ’ αὐτοῦ σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν, τὸν διαψεύδει, καὶ διαβεβαιοῖ ἡμᾶς, ὅτι ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 8,760,000 δραχμῶν εἶχε διατεθῆ ὑπ’ αὐτοῦ ἤδη ἀπὸ τῆς 2/14 Δεκεμβρίου 1892 ὑπὲρ τῶν συνομολογησάντων τὸ δάνειον τῶν 7,300,000 φράγκων. Ποία νῦν σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τῆς ὑφ’ ἡμῶν διαθέσεως καὶ τοῦ σημειώματος τούτου; Ἐκ τῆς ἀνακριβείας ταύτης, τῆς προφανοῦς, ἡ ὁποία ἐξελέγχεται ἐξ αὐτοῦ τοῦ σημειώματος, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, δύνασθε νὰ ἐννοήσητε, ὁποίαν σημασίαν ἔχουσι καὶ οἱ ἄλλοι λόγοι περὶ τῶν δῆθεν ἀλλεπαλλήλων συμβάσεων, τὰς ὁποίας αὐτὸς ἔμελλε νὰ συνομολογήσῃ.

§93ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ Κύριοι δυσανασχετοῦσι καὶ ἴσως κατηγοροῦσιν ἡμᾶς ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ· ἀλλ’ ὅταν προβάλλωνται παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἰσχυρισμοὶ, οἷοι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἀνέγνωσε πρὸ ὀλίγου ὁ συνάδελφός μου, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἀμυνθῶμεν. Τὰ ζητήματα, ἐφ’ ὧν διεξήχθη ἡ συζήτησις, σχετικῶς πρὸς τὰ 8,760,000, εἶναι δύο. Ἀρχικῶς μὲν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγεν ἡμῖν, ὅτι εἶχεν 8,760,000, δι’ ὧν θὰ κατώρθου νὰ συμπληρώσῃ τὸ τοκομερίδιον τοῦ Ἰουνίου, τῇ προσθήκῃ τῶν 6,000,000, τὰ ὁποῖα εὕρομεν ἡμεῖς. Τότε ἀπήντησα, ὅτι τὰ 8,760,000 δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διατεθῶσι μήτε παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, μήτε παρ’ ἡμῶν, πρῶτον διότι ἦσαν ἐνέχυρον, δεύτερον διότι, καὶ ἂν ἐλυτροῦντο, ἔπρεπε νὰ καῶσι, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῶσι διὰ τὸ τοκομερίδιον τοῦ Ἰουνίου, ἀφοῦ ἡ σύμβασις ῥητῶς προέβλεπεν, ὅτι ἡ κατάργησις τῶν ἰσαρίθμων τῷ τοκομερίῳ τραπεζ. γραμματίων θὰ ἐγίνετο, μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει τῶν 8,760,000. Σήμερον μᾶς εἶπεν, ὅτι εἶχε διαφόρους συμβάσεις, τῶν ὁποίων οὐκ ἔστιν ἀριθμὸς, συμβάσεις περὶ δανείων, περὶ μὴ δανείων, καὶ δὲν γνωρίζω περὶ τίνος ἄλλου. Ἀλλ’ ὅλαι αὐταὶ αἱ συμβάσεις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταργήσουν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 11 τῆς συμβάσεως τῆς κυρίας, δι’ ἧς τὰ 8,760,000 ἐτίθεντο ἐκτὸς μάχης, κατηργοῦντο, ἐκαίοντο, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναγεννηθῶσιν ἐκ τῆς τέφρας των. Αὐτὸ ἦτο τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη μεταξὺ ἡμῶν. Δεύτερον ζήτημα ἐτέθη προχθὲς, καὶ τὸ ἔθεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀλλ’ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, διέθεσεν ἐκ τῶν 8,760,000 δραχμῶν, τῶν παρακατατεθειμένων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἓξ ἑκατομμύρια εἰς ἐκτάκτους δαπάνας τοῦ Δημοσίου.» Ποία εἶναι ἡ ἔννοια αὐτῆς τῆς φράσεως; ὅτι ἡμεῖς ἐλάβομεν 6,000,000 καὶ τὰ ἐδαπανήσαμεν εἴτε εἰς ἐκτάκτους εἴτε εἰς τακτικὰς δαπάνας. Ἀλλὰ τὰ πράγματα δὲν ἀποδεικνύονται ἔχοντα ὡς τὰ παρέστησεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ τοῦ σημειώματος, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὰ πράγματα ἀποδεικνύουν, ὅτι ὑπῆρχε συνομολογημένη σύμβασις, δυνάμει τῆς ὁποίας 8,760,000 καθιστῶντο ὡς ἐνέχυρον πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ δανείου τῶν 7,300,000 φρ., ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη ὥριζε μίαν προθεσμίαν, ἡ ὁποία ἔληγε τὴν 2 Ἰουνίου, καὶ ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 4 «ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τὸ χορηγούμενον ὡς ἀνωτέρω πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν δάνειον δὲν ἤθελεν ἐξοφληθῆ ἐμπροθέσμως, ἡ Κυβέρνησις παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς δανειστὰς νὰ λάβωσι παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος τὸ παρ’ αὐτῇ κατατεθὲν ἤδη ἐπὶ τούτῳ ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων, προερχομένων ἐξ εἰσπράξεων δημοσίων, προωρισμένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους τῆς ληγούσης ἑξαμηνίας, ἐκ δρ. 8,760,000». Ἀκριβῶς λοιπὸν τὴν 2 Ἰουνίου οἱ δανείσαντες τὰ φρ. 7,300,000 ἐζήτησαν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἄρθρου 4 τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέγραψεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἐπειδὴ τὸ Δημόσιον εὑρίσκετο εἰς στενοχωρίας, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ, καὶ ἐπειδὴ, ἄν ἐξετελεῖτο, ἤθελεν ἀνέλθει ὁ χρυσὸς εἰς ὕψη δυσθεώρητα, διὰ τοῦτο μετὰ παρακλήσεων κατωρθώσαμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἀνανέωσιν ἐπὶ τρεῖς μῆνας, μέχρι τῆς 2 Σεπτεμβρίου δηλαδὴ, καὶ τότε ἐζητήθη παρὰ τῶν δανειστῶν, ὅπως τὸ ποσὸν τῶν 8,760,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια μείνῃ μὲν παρὰ τῇ Τραπέζῃ τῇ Ἐθνικῇ, ὅπως μὴ γείνῃ χρῆσις αὐτῶν, ἀλλὰ καταλογισθῇ εἰς ἕνα ἕκαστον ἐκ τῶν ὁμολογιούχων τοῦ δανείου κατὰ τὸ ποσὸν τῆς συμμετοχῆς του. Τοῦτο ἐγένετο μέχρι τῆς 2 Σεπτεμβρίου. Τὴν 2 Σεπτεμβρίου δευτέρα λῆξις· νέαι παρακλήσεις, προσλιπαρήσεις, προσπάθειαι, ἀλλ’ εἰς οὐδὲν ἀπέληξαν· οἱ δανεισταὶ ἐζήτουν τὴν πληρωμὴν, καὶ ἠπείλουν νὰ ῥίψουν εἰς τὴν ἀγορὰν τὰ 8,760,000 δρ. τραπεζικὰ γραμμάτια. Εἷς ἐκ τῶν λόγων, οἵτινες συνετέλεσαν εἰς τὴν ὕψωσιν τοῦ συναλλάγματος, ἦτο καὶ αὐτὴ ἡ προκαταβολὴ, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τὴν πρόνοιαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἠπειλεῖτο παρὰ τῶν μετασχόντων τῆς προκαταβολῆς αὐτῆς τῶν 7,300,000 φρ. ὅτι ἤθελον λάβει τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ ἤθελον ῥίψει αὐτὰ εἰς τὴν ἀγορὰν ἡμῶν, ἵνα τὰ ἀνταλλάξουν εἰς χρυσόν· ἐπὶ τῆς ἀπειλῆς δὲ ταύτης ὑπολογίζουσα ἡ κερδοσκοπία, ὤθει πρὸς τὰ ἄνω τὴν ὕψωσιν τοῦ χρυσοῦ, καὶ ἡ ὕψωσις ἐκείνη, ἂν δύναται νὰ καταλογισθῇ εἴς τινα, βεβαίως ὀφείλει νὰ καταλογισθῇ εἰς τὰς πράξεις καὶ τὴν πρόνοιαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. 8,760,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἦσαν διαρκῶς ληξιπρόθεσμα ἀπὸ τῆς 2 Σεπτεμβρίου, καὶ ἠπειλεῖτο ἔκτοτε διαρκῶς, χάρις εἰς τὴν πρόνοιαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, 8,760,000 νὰ ῥιφθοῦν εἰς τὴν χρηματιστικὴν ἀγορὰν ἡμῶν. Καὶ ὅταν τοιαύτην εἶχε λάβει πρόνοιαν ὑπὲρ τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας, ἐθαύμαζε καὶ ἐξεπλήσσετο, διότι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ἡμῶν ὁ χρυσὸς ἔφθασε μέχρι τοῦ 188! Ἐγὼ θαυμάζω καὶ ἐκπλήττομαι, πῶς δὲν ἔφθασε, μὲ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπὲρ τῆς χρηματιστικῆς ἀγορᾶς, μέχρι 300%. Ἂν δὲ δὲν ἔφθασε μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, τοῦτο ὀφείλεται ἀκριβῶς εἰς τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως. Αἱ προσλιπαρήσεις καὶ αἱ προσπάθειαι πρὸς τοὺς δανειστὰς εἰς οὐδὲν ἀπέληξαν, οὐδόλως ἀπέτρεψάν τινας τῶν δανειστῶν νὰ θέσωσι χεῖρα ἐπὶ τοῦ ἐνεχύρου καὶ τὸ λάβουν εἰς τὴν κατοχήν των, καθ’ ὃ εἶχον δικαίωμα, δυνάμει τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν συνωμολόγησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐντεῦθεν εὗρεν εὔθετον τὴν εὐκαιρίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταλογίσῃ ἡμῖν, ὅτι ἐδαπανήσαμεν ἐκ τῶν 8,760,000 τὰ 6,000,000, τὰ ὁποῖα οἱ ἐνεχυριοῦχοι δανεισταὶ ἔλαβον εἰς τὴν κατοχήν των. Οὕτω πως παρίσταται ἡ ἀλήθεια ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐκ τῶν χειλέων τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ οὕτω πως κατανέμονται αἱ εὐθῦναι. Τὴν εὐθύνην τῆς σημερινῆς καταστάσεως τὴν ἔχει ἀκεραίαν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν εἶναι μία πρᾶξις τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία νὰ μὴ τείνῃ ἀκριβῶς εἰς τὸ νὰ μειώσῃ τὴν καταστρεπτικὴν πολιτείαν, εἰς ἣν ἀχαλίνωτος εἶχε ῥιφθῆ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.

§94Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Προκειμένου, Κύριοι, νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου, ὑπογεγραμμένην παρ’ ἐμοῦ καὶ διαφόρων ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἐθεώρησα καλὸν νὰ συνοδεύσω τὴν ὑποβολὴν μὲ ὀλίγας λέξεις, αἵτινες θέλουν χρησιμεύσει ἀντὶ δικαιολογητικῆς ἐκθέσεως τῆς προτάσεως ταύτης. Ὅτε, Κύριοι, ἐπεκράτουν αἱ ἰδέαι, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅτι πρὸς τοῦτο ἔπρεπε νὰ παρασταθῇ αὕτη ἐπαρκής, ὅτε πρὸς τοῦτο ἐθεωρεῖτο ἀναγκαῖον, ἵνα ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους διὰ παντὸς τρόπου φανῇ ἄρτιος καὶ ἰσοσκελής, ἐπιδιωκομένου τοῦ ἐν αὐτῷ ἰσοζυγίου, μὲ ὅλην τὴν πεποίθησιν, ἣν πάντες εἴχομεν, ὅτι οἱ φόροι οἱ ὑπάρχοντες, καὶ ἰδίως πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, ἵνα μὴ εἴπω οἱ πλεῖστοι, καὶ ἄνισοι καὶ ἄδικοι καὶ λίαν ἐπαχθεῖς ἦσαν, δὲν ἐδιστάσαμεν ὄχι μόνον εἰς τὴν διατήρησιν αὐτῶν νὰ ἐμμείνωμεν, ἀλλὰ καὶ πολλοὺς ἄλλους φόρους καὶ πολλὰ ἄλλα μέτρα νὰ ψηφίσωμεν κατὰ προσθήκην εἰς τοὺς ὑπάρχοντας· διότι ὁ κίνδυνος παρίστατο, ὡς καὶ πράγματι ἦτο, ἐπικείμενος, καὶ δὲν μᾶς ἐδίδετο ὁ ἀπαιτούμενος καιρὸς οὔτε νὰ σκεφθῶμεν οὔτε νὰ πραγματοποιήσωμεν μεταβολὴν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, ὅπερ μᾶς διεῖπε, καὶ ἐν τῇ μεταβολῇ ταύτῃ νὰ ἐπιδιώξωμεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ἐπάρκειαν τοῦ δημοσίου ταμείου εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν ἀνακούφισιν τοῦ λαοῦ, καὶ ἰδίως ἐκείνων τῶν τάξεων αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι ὑπὲρ τὰς δυνάμεις αὐτῶν ἐπιβαρύνονται. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους τώρα δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ἐκθέσω, νομίζω ὅτι πᾶσα ἐναντία σκέψις κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο ἐντελῶς ἀσύμφορος. Πειθόμενοι εἰς τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐνεμείναμεν ἐν τῇ πολιτικῇ ἐκείνῃ, τῆς ὁποίας ἅπαν τὸ οἰκονομικὸν σύστημα ἐβασίζετο ἐπὶ ἑνὸς δανείου μεταλλικοῦ καὶ ἐξωτερικοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου, ὡς ἔλεγε τότε, ἤθελεν ἀρθῆ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἡ φαγέδαινα αὕτη τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἤθελον αὐξηθῆ τὰ μεταλλικὰ κεφάλαια τῶν Τραπεζῶν, ἤθελε ληφθῆ πρόνοια περὶ ἱδρύσεως Γεωργικῆς Τραπέζης, πρὸς πλήρωσιν μιᾶς ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ἀναγκῶν τοῦ τόπου, ἤθελε τακτοποιηθῆ ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία, ἡ μάστιξ αὕτη τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις ἤθελε δοθῆ καιρός, ἵνα ἕκαστος φροντίσῃ περὶ τῆς πραγματοποιήσεως τῶν ἰδεῶν του, πρὸς μεταβολὴν τοῦ ἀθλίου φορολογικοῦ συστήματός μας καὶ τακτοποίησιν τῶν καθ’ ἡμᾶς. Τί ἄλλο ἠθέλομεν! Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα ἀπεδείχθησαν ὄνειρα πολὺ ἀπατηλά· τὰ σχέδια ἐκεῖνα τὰ ὡραῖα ἀπέτυχον ἐλεεινά, ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἠστόχησε καὶ ἐναυάγησεν ἐντελῶς. Μεταξὺ ὅμως τῶν ναυαγίων καὶ τῶν συντριμμάτων αὐτῆς ἔμειναν ὄρθια καὶ ἀνέπαφα ὅλα τὰ μέτρα καὶ ὅλοι οἱ φόροι, ὅσοι τότε προσετέθησαν, καὶ μένουσιν εἰσέτι, δεινῶς τὸν λαὸν καταθλίβοντες. Ἐκτὸς δὲ τούτου, μένει ἀνέπαφος, δεινωθεῖσα μάλιστα, καὶ ἡ οἰκονομικὴ καὶ νομισματικὴ δυσπραγία, ἡ ὁποία καθιστᾷ πολὺ πλέον ἀφόρητα τὰ μέτρα ἐκεῖνα. Ἐν τούτοις προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐζήτησε τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ κηρύξῃ τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους, καὶ ὑποβαλὼν πρὸς τοῦτο νομοσχέδιον, ἐβεβαίωσε συνάμα, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς δὲν θὰ πληρώνωμεν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, εἰμὴ 7,500,000 δραχμῶν. Ὁ προϋπολογισμὸς ὅμως ἀποδεικνύει, ὅτι τὰ ἔξοδα ἐν γένει τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους δὲν ὑπερβαίνουσι τὸ πολὺ τὰ 55 ἢ τὰ 60 ἑκατομμύρια, ἐὰν δ’ εἰς ταῦτα προσθέσωμεν καὶ τὰ ἑπτὰ ἥμισυ ἑκατομμύρια ταῦτα καὶ πᾶσαν ἄλλην τυχὸν ἑτέραν δαπάνην διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ αὐτὴν τὴν διαφορὰν τῆς ἐπικαταλλαγῆς, δὲν θὰ ὑπερβῇ τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων τὰ 80,000,000, διότι ὑποθέτω ὅτι πλέον τῶν 20,000,000 χαρτίνων δραχμῶν δὲν θὰ χρειασθῶσι δι’ ὅλα ταῦτα μετὰ τῶν 7,500,000. Λοιπόν, ἐνῷ ἔχομεν ἀνάγκην 80,000,000 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δημοσίου, τήν τε ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικὴν, ὁ προϋπολογισμὸς φέρει ὡς ἔσοδα 110,000,000, ἐξ ὧν δὲν δύνανται παρὰ νὰ εἰσπραχθῶσι τὰ 95,000,000 τοὐλάχιστον, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῆ ἀνειλικρινὴς καὶ ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος τοῦ 1893. Ὥστε ἔχομεν ἓν μέγα περίσσευμα μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων πλέον τῶν 15,000,000.

§95ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τί προτείνετε;

§96ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Προτείνω τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἐπὶ τῶν ζώων. Ἀλλὰ θὰ ἀναπτύξω, ὡς εἶπον, τὴν πρότασίν μου.

§97ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τότε νὰ διακόψωμεν.

§98ΕΤΕΡΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν. (Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)

§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λάβετε τὰς θέσεις σας, Κύριοι. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.

§101ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι δὲν πρόκειται ἤδη περὶ ἀνορθώσεως τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος· ὄχι μόνον δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλ’ οὔτε ἀφίεται πλέον εἰς ἡμᾶς ἡ ἐλπὶς τῆς ἐπὶ τὸ βέλτιον μεταῤῥυθμίσεως τῶν φορολογικῶν ἡμῶν πραγμάτων καὶ τῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν, καθόσον καὶ αὐτὰ τὰ μέτρα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα, ἐπαναλέγω, ἦσαν τὰ μόνα, ὅσα ἠδύναντο νὰ ληφθῶσι πρὸς συγκράτησιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἀνετράπησαν. Καὶ ἐνῷ, κατὰ τὸ πρόγραμμα τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἐπρόκειτο νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ φορολογικοῦ ἡμῶν συστήματος, οὕτως ὥστε νὰ μὴ ἐπιῤῥίπτωνται ὅλα τὰ βάρη ἐπὶ τῶν πτωχῶν τάξεων τοῦ λαοῦ, αἱ δὲ πλουσιώτεραι τάξεις νὰ μὴ μένωσιν ἐντελῶς ἀσύδοτοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἐνῷ ἐπρόκειτο, κατὰ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, νὰ εἰσαχθῇ ἡ στρεμματικὴ φορολογία ἐπὶ τῶν ἀγρῶν καὶ ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, καὶ νὰ τεθῶσιν εἰς ἐνέργειαν αἱ λοιπαὶ μεταῤῥυθμίσεις αἱ φορολογικαί, οἰκονομικαὶ καὶ διοικητικαί, ὅσας περιεῖχε τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο, πᾶσα ἐλπὶς ἤδη περὶ τούτων ἐνεκρώθη. Ἐπῆλθεν ἐν τῷ μεταξὺ πολιτικὴ μεταβολὴ, ἡ ὁποία πᾶσαν τοιαύτην ἐλπίδα κατέῤῥιψεν, ἐπανῆλθε δὲ εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡ πολιτικὴ τῶν μεγάλων ἔργων καὶ τῆς πλήρους ἐπαρκείας. Ἐπέπρωτο, κατὰ παράδοξον τῶν συμπτώσεων συναρμογὴν, ὥστε αὐτοὶ οἱ ἴδιοι νὰ συλλέξωσι τοὺς καρποὺς τῆς ἀποτυχίας των, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι νὰ κηδεύσωσιν ὄχι μόνον τὴν οἰκονομικὴν πίστιν, ἀλλὰ καὶ πᾶν ἐθνικὸν γόητρον, καὶ αὐτὴν τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος. Ἀνῆλθεν, ἐπαναλέγω, ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ μὲ θάῤῥος ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος πᾶν ἄλλο ἐπρόκειτο νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλήν, παρὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνήγγειλε, μὲ θάῤῥος καὶ ὕφος ἁρμόζον εἰς ἄνθρωπον, ὅστις ἐπρόκειτο νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους τὴν σωτηρίαν τῆς Ἑλλάδος, προέβη εἰς τὸ ἔργον αὑτοῦ γενναίως, μὲ ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν, ἀλλὰ μὲ τὸ μέτωπον ὑψηλά, ὡς νὰ ἐπανήρχετο ἀπὸ νίκην λαμπρὰν, προσθέτουσαν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ τρόπαια ἄφθιτον δόξαν, καὶ ἀντὶ τούτου ἀνεκήρυξε τὴν χρεωκοπίαν τῆς Ἑλλάδος! Δὲν πρόκειται, Κύριοι, νὰ ὁμιλήσω ἤδη περὶ τοῦ σοβαροῦ τούτου ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ προκαλέσῃ μακρὰς συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν πρόκειται ἤδη πλέον περὶ ἐλπίδων πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος, εἰς τί ἄλλο θὰ μᾶς χρησιμεύσῃ τὸ περίσσευμα, ὃ ἀφίεται ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν ὄχι πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς πολιτικῆς τῆς σπατάλης, τῆς διαφθορᾶς καὶ τῶν καταχρήσεων; Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐνόμισα, ὅτι ἡ περίστασις εἶναι ἁρμοδία νὰ σπεύσωμεν ἀμέσως πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ λαοῦ, καὶ ἰδίως ἐκείνων τῶν τάξεων, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ φέρωσι τὰ ἐπαχθῆ βάρη, ὅσα ἐπεβλήθησαν εἰς αὐτάς. Καὶ ὄχι μόνον πρέπει νὰ ἄρωμεν ὅλα ἐκεῖνα τὰ βάρη, τὰ καταθλίβοντα τὰς τάξεις αὐτὰς, ὅσα κατὰ τὰς δύο προηγουμένας συνόδους τῆς Βουλῆς ἐπεβάλομεν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ἄλλους σκοποὺς, ἀλλὰ πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ καταργήσωμεν καὶ ἐκείνους τοὺς φόρους, οἱ ὁποῖοι εἶναι καταθλιπτικοὶ ἰδίως διὰ τὰς πτωχὰς τάξεις. Ἀφοῦ δὲ στάδιον εὐρὺ μᾶς παρέχει ἡ νέα τῶν πραγμάτων κατάστασις, εἶναι εὐχερὴς ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἐπιθυμίας, ἡ ὁποία πιστεύω ὅτι εἶναι ἐπιθυμία γενικὴ τῆς Βουλῆς, νὰ ἔλθωμεν εἰς βοήθειαν τῶν πτωχῶν τάξεων. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου, ὑπογεγραμμένην ἐκτὸς ἐμοῦ καὶ ὑπὸ πολλῶν ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων...

§102ΡΟΥΚΗΣ. Διατὶ ὄχι καὶ ὑπὸ σοῦ;

§103ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑπογεγραμμένος.

§104ΡΟΥΚΗΣ. Ἄ! ἔτσι!

§105ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Μὰ ἐγὼ δὲν διδάσκω γραμματικήν. Ἰδοὺ ἡ πρότασις (ἀναγινώσκει): «Πρότασις νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐπὶ τῶν οἴνων καὶ ἐπὶ τῶν ζώων ἐν γένει. «Ἄρθρον 1. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἴνων καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων ἐν γένει καταργοῦνται. «Ἄρθρον 2. Πᾶσα διάταξις, ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον, καταργεῖται. «Ἐν Ἀθήναις, τῇ 2 Δεκεμβρίου 1893. «Οἱ Βουλευταὶ «Α. Πετιμεζᾶς, Κ. Φλέσσας, Ι. Ν. Ἰντζὲς, Π. Μερλόπουλος, Λ. Σακελλαριάδης, Θ. Κορομάντζος, Α. Χατζηνικολῆς, Ξ. Πικουλάκης, Κ. Σαλταφέρος, Γ. Λ. Κρεστενίτης Γιαννοῦκος Μαυρομιχάλης.» (Ἱλαρότης). Οἱ γέλωτες ἐνδεικνύουσιν εὐχαρίστησιν. Διὰ τοῦτο χαίρω πολύ.

§106ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κατάργησις καὶ εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη.

§107ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οἱ φόροι οὗτοι, Κύριοι, προσδίδουσιν εἰς τὸ Δημόσιον ὅλοι ὁμοῦ ἓν ποσὸν, μὴ ὑπερβαῖνον τὰ 6 ἑκατομμύρια! ὥστε ὁ προϋπολογισμὸς ἐπιτρέπει τὴν κατάργησιν αὐτῶν. Λέγω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ προτιμηθῇ ἡ κατάργησις αὐτῶν τῶν φόρων ὑπὲρ πάντα ἄλλον, διότι οἱ φόροι οὗτοι ἰδίως καταθλίβουσι τὰς πτωχοτέρας τοῦ λαοῦ τάξεις. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, εἶναι καὶ καθ’ ἑαυτοὺς οἱ φόροι οὗτοι ἐξοβελιστέοι ἀπὸ τὴν φορολογικὴν ἡμῶν νομοθεσίαν, διότι εἶναι ἀπολύτως καὶ ἄνισοι καὶ δυσανάλογοι καὶ ἀπάνθρωποι καὶ βάρβαροι φόροι, καὶ οὐδένα ὅρον τῆς δημοσιονομίας πληροῦσι. Ποῖον ὅρον τῆς δημοσιονομίας πληροῦσιν οὗτοι; Τὸν τῆς ἰσότητος; Ἀλλὰ πᾶν ἄλλο ἢ ἰσότης καθιεροῦται δι’ αὐτῶν. Οἱ ἔχοντες τὰς μεγάλας ἐκτάσεις γαιῶν οὐδένα πληρόνουσι φόρον ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, οἱ δὲ μὴ ἔχοντες καθόλου γῆν, ἀλλὰ μόνον καλλιεργοῦντες τὴν ξένην γῆν, οἱ ἔχοντες ὡς μόνην περιουσίαν ζεῦγος βοῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτῶσι τὴν ὕπαρξιν τῆς οἰκογενείας των, αὐτοὶ καλοῦνται διὰ τοῦ συστήματος τούτου νὰ πληρώνωσι τὸν ἔγγειον φόρον διὰ γῆν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχουν. Εἶναι δὲ ἀνεκδιήγητοι αἱ καταχρήσεις, αἱ κλοπαὶ καὶ αἱ ἀδικίαι, αἱ ὁποῖαι προσγίνονται εἰς τοὺς πτωχοὺς χωρικοὺς ἐκ τῶν ἐπὶ τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διότι ὅσοι μὲν ἐξ αὐτῶν εἶναι ἐπιτήδειοι καὶ δύνανται νὰ ἔλθωσιν εἰς συνεννόησιν μὲ τοὺς ἐπιτετραμμένους τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου τούτου, πολλάκις ἀπαλλάσονται παντὸς φόρου. Ἀλλ’ οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου, ὑποπίπτοντες εἰς τοιαύτας καταχρήσεις, διὰ νὰ δικαιολογήσωσιν ἑαυτοὺς, ἐκδίδουσι πρωτόκολλα ψευδῆ κατὰ τῶν μὴ ὑποκειμένων εἰς φόρον, κατὰ τῶν μὴ ἐχόντων ποσῶς ἀροτῆρας βοῦς, οἵτινες ἀναγκάζονται τότε νὰ καταφεύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια, ἐγκαταλιμπάνοντες τὰς ἐργασίας αὐτῶν καὶ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν, νὰ προκαλῶσιν ἐξέτασιν μαρτύρων, νὰ προκαλῶσι τὴν ἔκδοσιν διαφόρων ἀποφάσεων, νὰ ὑποβάλλωνται εἰς δαπάνας πολλὰς, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ νὰ ἐκτελῶνται τὰ πρωτόκολλα τὰ ψευδῆ διοικητικῶς, καὶ ν’ ἀναγκάζωνται τότε νὰ ἐγκαταλείπωσι καὶ τὰς δίκας, νὰ ὑφίστανται τόσας δαπάνας ἀδίκως, καὶ νὰ πληρώνωσι καὶ φόρους, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν ὑποχρεοῦνται. Τοιοῦτον, Κύριοι, τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ τοιούτου φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διὰ τὸν ὁποῖον, ἐνθυμοῦμαι, ὅτε τὸν εἰσήγαγον, ἔλεγον, ὅτι τὸ κάμνουν διὰ νὰ ὑποστηρίξουν τὴν γεωργίαν. Τὸ σύστημα τοῦτο φορολογεῖ τὸ ὄργανον, ἀντὶ νὰ φορολογῇ τὴν γῆν· καὶ ὅταν φορολογῆται τὸ ὄργανον, ἐννοεῖται εὐκόλως, ὅτι δὲν ὑποστηρίζεται, ἀλλὰ περιορίζεται ἡ γεωργία· διότι διὰ τοῦ τοιούτου φόρου φυσικῶς περιορίζονται τὰ ὄργανα τὰ πρὸς τὴν γεωργίαν χρήσιμα, ὅσον δὲ ἐλαττοῦνται τὰ ὄργανα, τόσον ἐλαττοῦται καὶ ἡ καλλιέργεια, καὶ ἑπομένως κατὰ τοσοῦτον περιορίζεται, ἀντὶ νὰ ἀναπτύσσηται, ἡ γεωργία. Ταῦτα καὶ ἔτι χείρονα συμβαίνουσι καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἴνων· ἐν τούτῳ μάλιστα συμβαίνει καὶ κἄτι τι ὅλως παράδοξον, διότι διὰ τοῦ νόμου περὶ ἐπιβολῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων παρεβιάσθη καὶ μία ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ἐλευθεριῶν ἡμῶν, παρεβιάσθη τὸ ἄσυλον τὸ οἰκογενειακόν. Οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀδηλώτων οἴνων, ὅταν κατορθῶσι νὰ ἐξασφαλίζωσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὴν δημόσιον δύναμιν, εἰσέρχονται εἰς τὰς οἰκίας τῶν πολιτῶν διὰ τῆς βίας, ἄνευ οὐδεμιᾶς διατυπώσεως, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως, ἐξασφαλιζούσης τοὺς πολίτας, καὶ εἶναι φοβερὰ τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα ὑποφέρουσιν οἱ πολῖται ἐκ τοῦ νόμου τούτου, ἰδίως οἱ ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, τῶν Καλαβρύτων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ κατέρχωνται εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, ὅπου ἔχουσι τὰ κτήματά των, καὶ δὲν εὑρίσκονται εἰς τὰς οἰκίας αὐτῶν, ὅταν ἦναι ἡ ἐποχὴ τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων. Οὕτω δὲ αἱ οἰκίαι αὐτῶν μένουσιν εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἐνοικιαστῶν, οἵτινες εἰσέρχονται εἰς αὐτὰς ἄνευ ἀδείας τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ ἀπούσης τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, καὶ ὀργιάζουσι πολυτρόπως. Καὶ εἶναι παράδοξον ὅτι, ἐνῷ προκειμένου περὶ σπουδαιοτέρων ἀντικειμένων ὁ νόμος δὲν ἐπέτρεψε τὴν παραβίασιν τοῦ οἰκογενειακοῦ ἀσύλου, εἰμὴ κατόπιν ἀδείας τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ ἐπὶ παρουσίᾳ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, προκειμένου περὶ τῆς βεβαιώσεως ἑνὸς φόρου τοιούτου, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ Δημόσιον δὲν προσδίδει οὔτε 2,000,000, ὁ νόμος οὗτος παρέβλεψε τὴν προστασίαν τοῦ ἀσύλου τῆς οἰκογενείας, καὶ ἐπέτρεψεν εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς καὶ τοὺς χωροφύλακας νὰ διαῤῥηγνύωσι τὰς θύρας τῶν οἰκιῶν, καὶ νὰ μὴ σέβωνται ὄχι μόνον τὴν ἰδιοκτησίαν, ἀλλ’ οὔτε τὴν ἐλευθερίαν, οὔτε καὶ τὴν τιμὴν πολλάκις τῶν οἰκογενειῶν. Πολλάκις διεμαρτυρήθησαν οἱ πάσχοντες δι’ ἀναφορῶν, διὰ τηλεγραφημάτων, διὰ δημοσιεύσεων, ἀλλ’ οὐδέποτε εἰσηκούσθησαν, καὶ ἐξακολουθεῖ ὁ βάρβαρος αὐτὸς νόμος νὰ ὑφίσταται. Ἀλλ’ ἐν γένει ὅλοι οἱ φόροι οὗτοι, καὶ ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ὁ φόρος τῶν οἴνων καὶ ὁ φόρος τῶν ζώων, κατέστησαν ἐπαχθεῖς, ἰδίως διὰ τοῦ συστήματος τούτου τῶν δηλώσεων, τῶν πρωτοκόλλων, καὶ ἐν γένει τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως. Δύναται, Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ, νὰ ὑπάρξωσι πλέον ἄδικοι, πλέον βάρβαροι καὶ πλέον καταθλιπτικοὶ φόροι ἀπ’ αὐτούς; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει ἀμέσως, ἀφοῦ μᾶς δίδετε ἤδη ἡ εὐκαιρία, νὰ ἐξοβελίσωμεν ἀπὸ τὴν φορολογικὴν ἡμῶν νομοθεσίαν τοὺς βαρβάρους, ἀνίσους καὶ ἀδίκους τούτους φόρους.

§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑπηρεσίας ἐθνικῶν δανείων. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον. Παρακαλῶ νὰ κάμητε ἡσυχίαν, διότι δὲν θὰ ὁμιλήσῃ πολλὴν ὥραν. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐπὶ τῶν λόγων δηλ. οἵτινες προεκάλεσαν τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις παρ’ οἱουδήποτε, ὅστις μετ’ ἀμεροληψίας ἤθελον ἐξετάσει καὶ ἀντιληφθῆ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκονται τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Δημοσίου. Ἡ ἀντίληψις σήμερον πάντων εἶναι, ὅτι τὸ Δημόσιον εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν πλήρους ἀδυναμίας νὰ ἐκπληρώσῃ ὁλοσχερῶς τὰς ὑποχρεώσεις αὑτοῦ πρὸς τοὺς δανειστάς του, καὶ ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἀνάγκη τῆς διακανονίσεως τοῦ δημοσίου χρέους ἀναλόγως πρὸς τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ πρὸς τὰς δυνάμεις τοῦ Δημοσίου. Λυπηρὸν δὲ εἶναι, ὅτι ἡ γενικὴ ἀντίληψις τῆς καταστάσεως ταύτης ἐπῆλθε πολὺ ἀργὰ, ἐξ αὐτῶν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμοσθείσης πολιτικῆς, καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς προβλέψεως αὐτῶν, ὅτε ἦτο καιρὸς νὰ προλάβωμεν τὸ δυστύχημα, ὅπερ ἐνέσκηψεν ἐφ’ ἡμῶν. Ὅτι ἠθέλομεν περιέλθει εἰς ἣν σήμερον εὑρισκόμεθα κατάστασιν, ἐφαίνετο πρὸ πολλῶν ἐτῶν. Καθαρώτερον δ’ ἐφάνη πρὸ ἑπτὰ ἐτῶν, ὅτε τὰ βάρη, ἅτινα εἶχον ἐπιβληθῆ ἐπὶ τοῦ Δημοσίου, ἀπέβησαν δυσανάλογα πρὸς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις καὶ αὐτοῦ καὶ τῆς χώρας. Ἡ ἀμερόληπτος ἐξέτασις τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως κατὰ τὸ 1886 καὶ 1887 καθίστα ἀναμφίβολον, ὅτι, ἐξακολουθοῦντες νὰ αὐξάνωμεν τὰ βάρη τοῦ Δημοσίου, ἠθέλομεν φέρει αὐτὸ εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀδυναμίαν νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του, καὶ εἰς τὴν πτώχευσιν. Τότε ἡμεῖς ὑπεδείξαμεν τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμοζομένης πολιτικῆς, ὑπεδείξαμεν ποῦ θὰ φθάσωμεν καὶ συνάμα διὰ τίνων μέτρων ἠδυνάμεθα νὰ προλάβωμεν τὸ δυστύχημα, τὸ ὁποῖον σήμερον ἐπιπίπτει ἐπὶ τῆς πατρίδος ἡμῶν. Ἀλλὰ στεναὶ καὶ κομματικαὶ σκέψεις καὶ ὑπολογισμοὶ παρημπόδισαν τότε τὴν μελέτην τῶν ὑφ’ ἡμῶν ὑποβληθεισῶν εἰς τὴν Βουλὴν σκέψεων. Αἱ σκέψεις δ’ ἡμῶν αὗται ἐχρησίμευσαν εἰς τοὺς ἀντιπάλους ἡμῶν ὡς ἀφορμὴ δυσφημήσεως καὶ πολιτικῆς κερδοσκοπίας. Εἶναι λυπηρὸν, διότι τότε δὲν ἠθελήσαμεν νὰ προλάβωμεν τὴν πτώχευσιν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἀφήσαμεν νὰ ἔλθῃ καὶ ἐπιβληθῆ αὕτη εἰς ἡμᾶς, ὅπως ἐννοήσωμεν τὴν κατάστασιν τῆς χώρας ἡμῶν. Εὑρισκόμεθα ἔκτοτε ἐν ἀνεπαρκείᾳ, τὴν ὁποίαν ἐκαλύπτομεν διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων καὶ διὰ τῆς ἐξακολουθητικῆς συνομολογήσεως δανείων. Ἐφ’ ὅσον συνωμολογοῦντο τὰ δάνεια, ἀπετύφλονεν ἡμᾶς ἡ παροδικὴ ἄνεσις, ἥτις διὰ τοῦ ἐξ αὐτῶν ἐρχομένου χρήματος ἐπαρουσιάζετο εἰς τὴν κοινωνίαν· τῆς ἀνέσεως δὲ ταύτης ἐνθαῤῥυνόμενοι, ἐξηκολουθοῦμεν ἐπιτείνοντες τὸ κακὸν, μέχρις ὅτου ἐξηντλήσαμεν καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν πίστιν τοῦ Δημοσίου, καὶ διὰ τῆς καταπτώσεως τῆς νομισματικῆς ἡμῶν κυκλοφορίας καὶ τῶν φορολογικῶν ἐπιβαρύνσεων ἐξηντλήσαμεν καὶ τὴν οἰκονομικὴν εὐρωστίαν τῆς κοινωνίας. Μετεβάλομεν δ’ οὕτω τὴν τότε ἀνεπάρκειαν τοῦ Δημοσίου εἰς πλήρη ἀδυναμίαν αὐτοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεών του. Εἰς τὴν τοιαύτην δ’ ἀδυναμίαν δὲν ἐφθάσαμεν σήμερον μόνον. Πρὸ ἔτους καὶ ἐπέκεινα εἶχεν ἤδη ἐξαντληθῆ οἰκονομικῶς τὸ Δημόσιον καὶ ἡ πίστις αὐτοῦ. Ὅτε δ’ ἐζητήσαμεν, κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1892, νὰ δανεισθῶμεν ἐκ νέου, ὅπως ἐξακολουθήσωμεν τὴν αὐτὴν πολιτικὴν, ἐπαρουσιάσθη ἐνώπιον ἡμῶν τὸ φάσμα τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐλέγχου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ὠπισθοχώρησεν ὁ τότε καὶ σήμερον Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Μετά τινα καιρὸν ὅμως ἐσυνείθισεν οὗτος εἰς τὴν θέαν τοῦ φάσματος τούτου, καὶ θέλων νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐφαρμόζων τὴν ὀλεθρίαν διὰ τὸν τόπον πολιτικὴν αὐτοῦ, παρεδέχθη καὶ τὸν ἐξωτερικὸν ἔλεγχον, ἐπιδιώξας τὴν συνομολόγησιν δανείου οὐχὶ πλέον εἰς βάρος τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων καὶ τῆς ἐξαντληθείσης πίστεως τῆς χώρας, ἀλλ’ εἰς βάρος τῆς πολιτικῆς αὐτῆς ἀνεξαρτησίας. Τοιοῦτο ἦτο τὸ κατὰ Ἀπρίλιον ἀποτυχὸν δάνειον, διὰ τοῦ ὁποίου μετὰ τὴν οἰκονομικὴν ἐξάντλησιν τῆς χώρας ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἔναρξις καὶ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς ἐξαντλήσεως. Ἀπὸ τοῦ 1892 ἡ Ἑλλὰς ἦτο κατ’ οὐσίαν εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως. Διὰ λόγους ἐσωτερικοὺς, ἴσως δὲ καὶ ἐξωτερικοὺς, ἀπέτυχε τὸ δάνειον, ἡ ἀποτυχία δ’ αὐτοῦ ἔσωσε μὲν τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τοῦ κινδύνου τῆς ἐνάρξεως τῆς πολιτικῆς της ἐξαντλήσεως, κατέστησεν ὅμως τὴν πτώχευσιν αὐτῆς γεγονὸς ἀναμφισβήτητον. Ἡ ἐμφάνισις δὲ τοῦ γεγονότος τούτου τῆς πτωχεύσεως ἀπεμάκρυνε κατὰ τὸν παρελθόντα Ἀπρίλιον τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας. Ἡ πτώχευσις εἶχεν ἤδη ἐπέλθει οὐσιαστικῶς, ὅτε ἐσχηματίσθη ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Σωτηροπούλου, μὲ τὰς διαβεβαιώσεις καὶ τὰς ὑποσχέσεις, ἃς αὕτη ἔδιδεν, ὅτι δύναται νὰ διοικήσῃ τὴν χώραν ἄνευ δανείου καὶ ἄνευ πτωχεύσεως! Εὗρε δὲ αὕτη, εἰσελθοῦσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὤφειλε μὲν, δὲν ἠδυνήθη ὅμως νὰ ἐννοήσῃ πρότερον, τὴν πτώχευσιν τῆς Ἑλλάδος ἐν αὐτῷ ἐγκατεστημένην. Εὑρεθεῖσα δ’ ἐξαίφνης ἀπέναντι τοῦ φάσματος τῆς πτωχεύσεως, περιῆλθεν εἰς ἀπόγνωσιν. Θέλουσα δὲ νὰ σώσῃ τὴν κυβερνητικὴν αὑτῆς ὕπαρξιν μᾶλλον ἢ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, κατέφυγεν εἰς τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, τὸ ὁποῖον ἦτο καὶ δάνειον καὶ πτώχευσις. Ἠθέλησεν, ὡς εἶπον οἱ ἐν τῇ Κυβερνήσει ἐκείνῃ λαβόντες μέρος συνάδελφοι ἡμῶν, νὰ ἀνεγείρῃ παράπηγμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον νὰ σκιασθῇ καὶ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Δὲν ἐνόησεν, ὅτι τὸ παράπηγμα, τὸ ἐκ ξυλείας Ἀργεντινῆς, ὅπερ ἠθέλησε νὰ ἀνεγείρῃ, δὲν ἦτο δυνατὸν μήτε νὰ ἀνθέξῃ εἰς τὸ κλίμα τῆς Ἑλλάδος, μήτε νὰ ὠφελήσῃ αὐτήν. Δὲν ἐνόησε τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως ἔφερε καλοὺς καρποὺς ἐν τῇ Ἀργεντινῇ, χώρᾳ πλουσίᾳ καὶ ἀπεράντῳ, καὶ ὅτι αἱ περιστάσεις αὗται ἦσαν ὅλως διάφοροι ἐκείνων, ἐν αἷς εὑρίσκεται ἡ Ἑλλὰς, χώρα πτωχὴ καὶ μικρὰ. Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως καὶ τὰ ἐπιβλαβῆ διὰ τὴν χώραν ἀποτελέσματα αὐτοῦ. Τὸ δάνειον τοῦτο ἀπέθανεν ἤδη, ὀρθῶς καὶ καλῶς, καὶ δὲν ὑπάρχει μήτε ἀνάγκη μήτε ὠφέλειά τις νὰ ἐξετάσωμεν τὰ περὶ αὐτοῦ. Δὲν νομίζω ἐπίσης, ὅτι ἐν τῇ παρούσῃ συζητήσει, ἥτις δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς μία τῶν ἐπισημοτέρων ἐξ ὅσων ἐπαρουσιάσθησαν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα, πρὸς ἐμὲ ἀποτεινόμενος, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λοκρίδος εἶπε, σχετικῶς μὲ τὴν σύγκρισιν, ἣν ἐγὼ ἐποιησάμην, τῆς καταστάσεως τῆς Ἀργεντινῆς πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος. Ὁ κ. συνάδελφος ἀνέγνωσέ που, φαίνεται, ὅτι αἱ στατιστικαὶ αἱ ἐνδεικνύουσαι τὴν ἐμπορικὴν κίνησιν τῶν ἐθνῶν περιέχουσι λάθη, καὶ ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι πόροι, ἄδηλοι ἢ γνωστοί, οἵτινες συντελοῦσιν εἰς τὴν ἰσοστάθμισιν τῶν διαφορῶν, τῶν παρουσιαζομένων μεταξὺ τῆς ἐμπορικῆς ἐξαγωγῆς καὶ εἰσαγωγῆς τῶν Κρατῶν. Τοῦτο δ’ ἀναγνώσας, ἐνόμισεν ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῶσιν αἱ στατιστικαί, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ στηριχθῇ τις πλέον ἐπὶ τῶν ἐξ αὐτῶν ἐξαγομένων ἀποτελεσμάτων, ὅπως μελετήσῃ καὶ μορφώσῃ γνώμην περὶ τῆς καταστάσεως χώρας τινός. Τὴν γνώμην ταύτην τοῦ κ. συναδέλφου νομίζω ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ συμμερισθῇ. Μὴ συμμεριζόμενος δὲ ταύτην καὶ ἐγώ, ἐστηρίχθην ἐπὶ τῶν στατιστικῶν περὶ τῶν γνωστῶν καὶ ἀδήλων πόρων τῆς Ἀργεντινῆς καὶ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐποιησάμην τὴν μεταξὺ αὐτῶν σύγκρισιν κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. Δὲν νομίζω δ’ ἀναγκαῖον νὰ εἰσέλθω σήμερον εἰς πλειοτέραν ἀνάπτυξιν, ἥτις δύναται ἴσως νὰ γείνῃ εἰς ἄλλην περίστασιν, ὅτε θὰ ἔχωμεν ὑπὸ συζήτησιν θέματα ὀλιγώτερον σπουδαῖα τοῦ σήμερον συζητουμένου νομοσχεδίου. Τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, ὡς εἶπον, εἶναι ἤδη νεκρὸν πτῶμα, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀφήσωμεν νὰ ταφῇ, εὐχόμενοι ὅπως τὰ ἐξ αὐτοῦ ἀποτελέσματα ὦσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον ἐπιζήμια διὰ τὸ Δημόσιον καὶ διὰ τὴν χώραν. Ἐπανῆλθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δυστυχῶς καὶ δι’ αὐτὸν καὶ διὰ τὸν τόπον, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής, ὑποσχόμενος ὅτι θ’ ἀνορθώσῃ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ὅτι θὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, θὰ ἐνισχύσῃ τὰς Τραπέζας καὶ θὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ὁμαλὴν αὐτῶν τροχιὰν καὶ τὰ οἰκονομικὰ καὶ τὰ νομισματικὰ τῆς χώρας. Δὲν ἐνόησεν ὅτι ἡ ἔλευσις ἐν τῇ Κυβερνήσει αὐτοῦ, ὅστις ἐπὶ δεκαετίαν ἔδιδεν ἀδιακόπως ὑποσχέσεις καὶ διαβεβαιώσεις περὶ πλούτου τῆς Ἑλλάδος, περὶ ἰσοζυγίων καὶ περισσευμάτων, καὶ πλανῶν τοὺς κεφαλαιούχους ἐλάμβανε τὰ χρήματα αὐτῶν, ὅτι ἡ ἔλευσίς του, ὅπως διαψεύσῃ τὰς τοιαύτας ὑποσχέσεις καὶ διαβεβαιώσεις, ἀποτελεῖ ἐπιπρόσθετον ἐμπόδιον εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς πίστεως τῆς χώρας. Ἐπίστευσεν ὅτι ἡ ἐπάνοδός του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελεν ἑλκύσει εἰς αὐτὸ τὰ ξένα κεφάλαια, καὶ ὅτι ταῦτα, ἀφθόνως εἰς αὐτὸν προσφερόμενα, θὰ τὸν ηὐκόλυνον νὰ συνεχίσῃ τὴν πολιτικήν του. Ἑνὸς μηνὸς ὅμως διαμονὴ ἐν τῇ Κυβερνήσει ἤρκεσεν, ὅπως ἐξαγάγῃ αὐτὸν τῆς πλάνης, εἰς ἣν εὑρίσκετο, καὶ τὸν ἐξαναγκάσῃ νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἐξεθέτομεν ἐντεῦθεν καὶ πρὸ ἑνὸς περίπου ἔτους, ὅτε ἀπέκρουεν αὐτάς, καὶ πρὸ δεκαπέντε ἡμερῶν, ὅτε μετ’ ἀδιαφορίας τὰς ἤκουεν. Ἠναγκάσθη νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν γνώμην ἡμῶν, ὅτι, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα σήμερον θέσιν, δὲν δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ ἐπωφελοῦς ἀρωγῆς τῶν ξένων κεφαλαίων, ἀλλ’ ὀφείλομεν, στηριζόμενοι ἐπὶ τῶν ἰδίων ἡμῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων, νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, δίδοντες εἰς τοὺς δανειστὰς τοῦ Κράτους πᾶν ὅ,τι αἱ δυνάμεις ἡμῶν αὐτῶν ἐπιτρέπουσιν. Ἀλλ’ ὑποταχθεὶς ὑπὸ τὴν ἀναμφισβήτητον ἀλήθειαν τῆς θεμελιώδους ταύτης ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἀπὸ ἐτῶν ὑποστηρίζομεν, δὲν ἠθέλησε καὶ πάλιν νὰ ἐμφορηθῇ μήτε ἐκ τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως τοῦ τόπου καὶ τοῦ ἀληθοῦς καθήκοντος τοῦ Δημοσίου, μήτε ἐκ τῶν μεγάλων συμφερόντων καὶ τοῦ μέλλοντος τῆς Ἑλλάδος. Εὗρεν εὐκολώτερον νὰ μιμηθῇ ἓν ξένον παράδειγμα, καὶ λακτίσας τὸ παράπηγμα τὸ ἐκ τῆς Ἀργεντινῆς, ἠθέλησε νὰ στήσῃ σκηνὴν ἐκ τῆς Πορτογαλίας, ἵνα καὶ αὐτὸς, ὡς ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, σκιασθῇ ὑπ’ αὐτὴν καὶ ἐπιδιώξῃ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἄν ἐνεφορεῖτο ἐκ τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως τῆς χώρας, ἐκ τῆς τιμῆς, ἐκ τῶν συμφερόντων καὶ ἐκ τοῦ μέλλοντος αὐτῆς, ἤθελεν ἐννοήσει, ὅτι ὅσα προτείνει σήμερον νὰ δοθῶσιν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν ἀντὶ τῶν εἰς αὐτοὺς ὀφειλομένων, καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν πρόκειται νὰ δοθῶσι ταῦτα, δὲν συμφωνοῦσι μήτε μὲ τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, μήτε μὲ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς προασπίσεως τῶν ἠθικῶν καὶ ὑλικῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους’ ἤθελεν ἐννοήσει, ὅτι, ἀνεξαρτήτως τοῦ προσφερομένου ποσοῦ, τὰ αὐτὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους ἐπιβάλλουσιν, ὅπως αὐτοπροαιρέτως καὶ ἐξ ἰδίας ἡμῶν πρωτοβουλίας ἐξασφαλίσωμεν τὴν βεβαίαν ἐκτέλεσιν τῶν νέων ὑποχρεώσεων, ἃς ἀναλαμβάνομεν, καὶ ὅπως δώσωμεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν τὴν βάσιμον ἐλπίδα, ὅτι ἡ βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου, ἡ ἀνάπτυξις καὶ πρόοδος αὐτοῦ, θὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα ἐπωφελῆ καὶ δι’ αὐτοὺς, διὰ τῆς ἐπαυξήσεως τῶν εἰς αὐτοὺς σήμερον διδομένων καὶ τῆς ἐπανορθώσεως τοῦ πρὸς αὐτοὺς διαπραττομένου ἀδικήματος. Τὸν τρόπον, καθ’ ὃν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο, ἀνέπτυξα ἤδη ἐπανειλημμένως’ οὐδεμίαν δ’ ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι τὰ μέτρα, ἅτινα πολλάκις ἀνέπτυξα, δύνανται μόνα νὰ δώσωσι τὴν ἀσφαλῆ βάσιν τῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας καὶ τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων. Ἀλλὰ θελήσας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ παράδειγμα τῆς Πορτογαλίας, ἥτις εὑρέθη πρὸ διετίας εἰς τὴν αὐτὴν περίπου μὲ ἡμᾶς οἰκονομικὴν θέσιν, δὲν ἐφρόντισε νὰ μάθῃ τοὐλάχιστον τὴν θεμελιώδη ἰδέαν, ἥτις ὡδήγησεν αὐτὴν εἰς τὴν παραδοχὴν τῶν μέτρων, ἅτινα ἐφήρμοσεν. Ἡ θεμελιώδης ἰδέα, ἥτις ὡδήγησε τοὺς ἐν Πορτογαλίᾳ, ἦτο ἡ ἐπιθυμία νὰ μεταβάλωσιν ἐμμέσως τὰ ἐξωτερικὰ αὐτῶν χρέη εἰς ἐσωτερικά. Ἐν οἰκονομικῇ ἀνεπαρκείᾳ εὑρισκόμενοι, ἠλάττωσαν κατὰ 66% τοὺς τόκους τοῦ ἐξωτερικοῦ αὐτῶν χρέους, τοὺς καταβαλλομένους εἰς χρυσὸν, κατὰ 30% δὲ μόνον τοὺς τόκους τῶν ἐσωτερικῶν αὐτῶν χρεῶν, τοὺς πληρονομένους εἰς τὸ νόμιμον νόμισμα τοῦ τόπου, εἰς Mil Reis, ὅπερ ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν χρυσὸν ὑποτιμᾶται κατὰ 35 περίπου τοῖς ἑκατόν. Πληρόνουσι 33% ἐκ τῶν εἰς χρυσὸν τόκων, τὰ ὁποῖα ἀντιστοιχοῦσι μὲ 50% εἰς ἐπιτόπιον ἀργυροῦν νόμισμα διὰ τὰ ἐξωτερικὰ χρέη καὶ 70% εἰς ἄργυρον διὰ τὰ ἐσωτερικά. Ἔδωκαν ὅμως τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς εἰς τοὺς κατόχους τῶν ἐξωτερικῶν δανείων νὰ μεταβάλωσιν αὐτὰ εἰς ἐσωτερικὰ δάνεια καὶ λάβωσι καὶ αὐτοὶ, ἂν θέλωσιν, 70% εἰς νόμισμα τοῦ τόπου. Παρέσχον τοιουτοτρόπως ὠφελείας εἰς τὰ ἐντόπια κεφάλαια, ὅπως ἀγοράσωσι τὰ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ χρεώγραφα καὶ μεταβάλωσιν αὐτὰ εἰς ἐσωτερικά. Ὁποῖα δ’ ἔσονται τὰ ὀφέλη ἐκ τῆς τοιαύτης ἰδέας, εὐκόλως δύναταί τις νὰ τὰ κατανοήσῃ, ἀναμιμνησκόμενος ὅτι τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια, ὁσαδήποτε καὶ ἂν ὦσι, δὲν δύνανται νὰ φέρωσιν ἐξάντλησιν καὶ πτώχευσιν τοῦ Κράτους, ἐνῷ τὰ ἐξωτερικὰ, καὶ ὀλίγα ἂν ὦσι, ἐξαντλοῦσι καὶ συντελοῦσιν εἰς τὴν πτώχευσιν αὐτοῦ. Ἡ Πορτογαλία κατήργησε τὰς εἰδικὰς ἐγγυήσεις τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν ἐντεῦθεν περὶ τοῦ δανείου τοῦ μονοπωλίου τῶν καπνῶν. Τὸ δάνειον τοῦτο δὲν εἶναι δάνειον τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τῆς ἑταιρίας, ἥτις ἐνοικίασε καὶ διευθύνει τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ. Ἡ ἑταιρία αὕτη πρὸ τριῶν περίπου ἐτῶν ἐγένετο κυρία, δι’ ἐκχωρήσεως πρὸς αὐτὴν παρὰ τοῦ Κράτους, μεγάλου μέρους τοῦ παρ’ αὐτῆς πληρονομένου ἐτησίως ἐνοικίου, ἐξέδωκε δὲ ἰδίας ὁμολογίας, αἵτινες ἀποτελοῦσιν ἰδίαν ὀφειλὴν, βαρύνουσαν τὸ ἐνεργητικὸν αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦ προϊόντος τῶν ὁποίων ἐπλήρωσεν εἰς τὸ Κράτος τὸ ἀντίτιμον τοῦ εἰς αὐτὴν ἐκχωρηθέντος ἐνοικίου. Δὲν ἠδύνατο ἑπομένως νὰ θίξῃ τὸ δάνειον τοῦτο ἡ Πορτογαλία, διότι τοῦτο πράττουσα ἤθελε πράξει καθαρὰν δήμευσιν ξένης περιουσίας. Ἀλλ’ ἡ Πορτογαλία, ἡ οὕτω πολιτευθεῖσα, ἐχαρακτηρίσθη, καθὼς πάντες γνωρίζομεν, ὡς Κράτος πτωχεῦσαν κατ’ ἀρχάς· ἀκολούθως δ’ ἡ πτώχευσις αὐτῆς ἐχαρακτηρίσθη ὡς χρεωκοπία, διότι ἐν τῷ διακανονισμῷ τῶν σχέσεων τοῦ Δημοσίου μὲ ξένας ἑταιρίας τῶν Πορτογαλικῶν σιδηροδρόμων ἠθέλησε ν’ ἀδικήσῃ αὐτὰς, καὶ ἐξηνάγκασεν οὕτω τὸν χρηματιστικὸν κόσμον τῆς Εὐρώπης νὰ χαρακτηρίσῃ αὐτὴν ὡς δολίως φερομένην καὶ ὡς χρεωκόπον. Ἂν δὲ τὴν Πορτογαλίαν οὕτως ἐχαρακτήρισαν ἕνεκα τοιούτων προτιμήσεων καὶ διακρίσεων, πῶς ἆρά γε θὰ χαρακτηρίσουν ἡμᾶς, οἵτινες, δηλοῦντες ὅτι ἐπτωχεύσαμεν, δὲν ἐννοοῦμεν ἡμεῖς αὐτοὶ νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς θυσίαν τινὰ, μήτε νὰ ἐλαττώσωμεν κατ’ οὐδὲν τὰ χρέη, ἅτινα ὀφείλομεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς, εἰς ἱδρύματα δηλ. εἰς καταστήματα καὶ εἰς πολίτας Ἕλληνας, ἀλλ’ ἐννοοῦμεν νὰ ἐλαττώσωμεν κατὰ 70% ἐκεῖνα, ἅτινα ὀφείλομεν εἰς τοὺς ξένους, οἵτινες, πειθόμενοι εἰς τὰς ἐπισήμους διαβεβαιώσεις καὶ ὑποσχέσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐνεπιστεύθησαν εἰς ἡμᾶς τὰ χρήματά των; Πρόκειται νὰ πληρώσωμεν ἀκεραίους τοὺς τόκους τῶν ἐσωτερικῶν δανείων, τῶν καταβαλλομένων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τριάκοντα δὲ τοῖς ἑκατὸν μόνον ἐκ τῶν τόκων τῶν ἐξωτερικῶν δανείων, οἵτινες καταβάλλονται εἰς χρυσόν. Διὰ τὰ προσεχῆ δὲ τοκομερίδια δὲν δίδομεν μήτε τοῦτο, ἀλλὰ λέγομεν εἰς αὐτούς: ἔλθετε εἰς Ἀθήνας, ἵνα λάβητε παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὸ εἰς γραμμάτια ἀντίτιμον, ἤτοι πεντήκοντα δραχμὰς, ἀντὶ τῶν ἑκατὸν φράγκων χρυσῶν, ἅτινα ὀφείλονται ὑμῖν. Ἐκτὸς δὲ τῆς γενικῆς ταύτης ἀδικίας καὶ μεροληψίας, διαπράττομεν καὶ εἰδικωτέραν τοιαύτην, ἐρχόμενοι κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὑποβάλλεται ἐπισήμως εἰς τὴν Βουλὴν ὁ τρόπος τῆς διακανονίσεως τῆς πτωχεύσεως τῆς Ἑλλάδος, νὰ μεταβάλωμεν διὰ μαγικῆς ῥάβδου δάνειον εἰς χρυσὸν πληρονόμενον καὶ πάντοτε συγκατατασσόμενον μετὰ τῶν ἐξωτερικῶν δανείων, τὸ δάνειον τῶν 16,500,000 φράγκων, καὶ χαρακτηρίσωμεν αὐτὸ ὡς ἐσωτερικὸν, διὰ νὰ πληρώσωμεν εἰς ἡμᾶς αὐτούς, οἵτινες κατέχομεν αὐτὸ, τὸ διπλάσιον τοῦ ποσοστοῦ, ὅπερ θέλομεν νὰ πληρώσωμεν εἰς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ δανειστὰς τοῦ Δημοσίου. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι ἐκ τῶν ἐξωτερικῶν δανείων εὑρίσκονται εἰς χεῖρας καταστημάτων καὶ ἱδρυμάτων οὐκ ὀλίγα ποσὰ, ἀλλὰ τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια, τὰ πληρονόμενα εἰς τραπεζογραμμάτια, ὡς καὶ τὸ δάνειον τὸ διὰ μαγικῆς ῥάβδου μετατραπὲν εἰς ἐσωτερικὸν, εὑρίσκονται σχεδὸν ὁλόκληρα εἰς χεῖρας καταστημάτων καὶ ἱδρυμάτων ἐγχωρίων, ἅτινα διὰ τοῦ περιορισμοῦ εἰς τὸ ἥμισυ τῶν εἰς αὐτὰ ὀφειλομένων τόκων, ἤθελον ὑποστῆ ζημίας, δυναμένας νὰ φέρωσι σπουδαῖον κλονισμὸν εἰς τὴν κοινωνίαν ἡμῶν, καὶ ὅτι καθῆκον ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προλάβῃ τὸ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα τῆς πτωχεύσεως, εἰς ἣν ἔφερε τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ τὸ καθῆκον τοῦτο ἠδύνατο καὶ ἔπρεπε νὰ ἐκτελεσθῇ κατὰ τρόπον μὴ προσάπτοντα τὴν μομφὴν τῆς μεροληψίας καὶ τοῦ δόλου εἰς τὰ προτεινόμενα μέτρα, καὶ μὴ ἐνδεικνύοντα ὅτι πτωχεύομεν μὲν διὰ τὸ ἐξωτερικὸν, μένομεν δὲ ἐν πλήρει ἐπαρκείᾳ διὰ τὸ ἐσωτερικόν. Ἂν θέλωμεν, καὶ πρέπει νὰ θέλωμεν, νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ τὰ δημόσια καὶ φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα, ἅτινα ἐκ τῶν ζημιῶν, ἃς θὰ ὑφίστανται ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν εἰς αὐτὰ πληρωθησομένων τοκομεριδίων, ἠδύναντο νὰ περιέλθωσιν εἰς σπουδαίας στενοχωρίας, δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο διὰ χορηγήματος ἢ ἄλλης ἐμμέσου ὠφελείας, παρεχομένης ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, χωρὶς νὰ ποιήσωμεν τὴν κακόπιστον διάκρισιν μεταξὺ τῶν δανειστῶν αὐτοῦ, καὶ παρασταθῶμεν ὅτι ἀδικοῦμεν τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τοιούτους, εὐνοοῦμεν δὲ τοὺς ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι τὸν τρόπον τῆς τοιαύτης διακανονίσεως τῆς πτωχεύσεως τοῦ Δημοσίου τὸ νομοσχέδιον παριστᾷ ὡς προσωρινόν, καὶ ἀφίνει τὴν ὁριστικὴν διακανόνισιν νὰ γείνῃ κατόπιν συνεννοήσεως καὶ συμβιβασμοῦ μετὰ τῶν δανειστῶν, ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων τὸ προσωρινὸν ἔχει συνήθως τὸν χαρακτῆρα τοῦ ὁριστικοῦ, τὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινόμενα μέτρα εἰσὶ τὰ ἐνδεικνύοντα τὰς αὐθορμήτους ἡμῶν διαθέσεις, καὶ χρησιμεύουσιν ὡς κριτήριον τῆς καλῆς ἡμῶν πίστεως. Ὑπὸ τοιοῦτο δὲ πνεῦμα κρινομένη ἡ τοιαύτη διακανόνισις, θὰ ἐξεγείρῃ βεβαίως ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τὴν συνείδησιν οὐ μόνον τῶν δανειστῶν ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ πάντων ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον ἐξετάσει αὐτήν. Τὸ γεγονὸς ὅτι χάριν ἡμῶν αὐτῶν θέλομεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ πρὸς τοὺς ἔξω δανειστὰς τοῦ Δημοσίου προσφερόμενον ποσόν, ἀφ’ ἑνός, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἔλλειψις πάσης ἀσφαλείας περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νέων ὑποχρεώσεων, ἃς ἀναλαμβάνομεν, καὶ ἡ μὴ παροχὴ θετικῆς ἐλπίδος καὶ ὑποσχέσεως, ὅτι ἡ βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας θέλει βελτιώσει καὶ τὴν θέσιν τῶν δανειστῶν ἡμῶν, ταῦτα θέλουσι συντελέσει, ὅπως τὸ δυστύχημα τῆς πτωχεύσεως χαρακτηρισθῇ ὡς καθαρὰ χρεωκοπία. Καὶ μετὰ τοιαῦτα ἀποτελέσματα καὶ τοιαύτας ἐντυπώσεις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξακολουθεῖ ἐλπίζων, ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ συνομολογήσῃ δάνειον, ὅπως ἄρῃ τὸ πλεονάζον ποσὸν ἐκ τῶν ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων, ὅπως ἐνισχύσῃ τὰ τραπεζικὰ ἡμῶν ἱδρύματα καὶ ἐπιτύχῃ οὕτω βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἐπιτρέπουσαν μεγαλειτέρας παροχὰς εἰς τοὺς δανειστὰς τοῦ Δημοσίου! Δὲν γνωρίζω τίς εἶναι ἡ ὁμάς, ἢ αἱ ὁμάδες, μεθ’ ὧν διαπραγματεύεται τὴν συνομολόγησιν τοιούτου δανείου. Ἀλλὰ βεβαίως, ἂν ἡ ὁμὰς ἢ αἱ ὁμάδες αὐταὶ ἦναι σοβαραί, καὶ δύνανται νὰ διαθέσωσιν ἐν Ἑλλάδι χρήματα, οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους θὰ θελήσωσι νὰ δανείσωσιν ἡμᾶς, ἔσονται ἀναμφισβητήτως ἐπαχθέστατοι ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, ἴσως δὲ καὶ ὑπὸ πολιτικήν. Μόνον δι’ εἰλικρινοῦς διακανονισμοῦ τῶν χρεῶν ἡμῶν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ θέσωμεν τὸ πρῶτον θεμέλιον τῆς ἐν τῷ μέλλοντι ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ τῆς δημοσίας πίστεως καὶ θὰ προλάβωμεν τοὺς κινδύνους, οἵτινες ἀπειλοῦσι τὸ μέλλον τῆς πατρίδος ἡμῶν. Πλανᾶται δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἂν πιστεύῃ, ὅτι διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προτείνει, εἶναι δυνατὴ ἡ ἐπίτευξις τοιούτων ἀποτελεσμάτων. Διὰ τῆς ὑπερβολικῆς του αἰσιοδοξίας ἐπέφερε τὴν πτώχευσιν τῆς Ἑλλάδος· διὰ τῆς ἐπιδεικνυομένης δὲ σήμερον μεροληπτικῆς ἀπαισιοδοξίας μεταβάλλει τὴν πτώχευσιν εἰς χρεωκοπίαν. Ἂν θελήσῃ νὰ ψυχολογῇ τις ἐπὶ τῶν παρ’ ἡμῖν συμβαινόντων, δὲν δύναται ἢ νὰ ὑποπτεύσῃ, ὅτι κακή τις μοῖρα διέπει τὰ τῆς Ἑλλάδος. Κακὴ μοῖρα ἔθεσε τὴν διοίκησιν αὐτῆς εἰς χεῖρας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ δεκαετίαν, ὅπως τὴν ἐξαντλήσῃ οἰκονομικῶς, κακὴ μοῖρα τὸν ἔφερεν, ἐπὶ κακῷ καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου καὶ τῆς Ἑλλάδος, πάλιν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὅπως καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν ἐν τῷ μέλλοντι ἀνόρθωσιν αὐτῆς. Ἡ ὑποψία δ’ αὕτη θέλει ἐνισχυθῆ, ὅταν ἐπισκοπήσῃ τὴν κατάστασιν, ἐν ᾗ διατελεῖ, ἡ δευτέρα κοινοβουλευτικὴ ἡμῶν δύναμις, ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἥτις κατέχεται εἴτε ὑπὸ πολιτικῆς ἀρνητικῆς, εἴτε ὑπὸ πολιτικῆς στενῶν καὶ φατριαστικῶν ὑπολογισμῶν. Καὶ αὕτη ἐν στιγμῇ κρισιμωτάτῃ διὰ τὴν πατρίδα ἡμῶν, καὶ καθ’ ἣν ἡ πρώτη κοινοβουλευτικὴ δύναμις, ἡ πλειονοψηφία, συσπειρωμένη, δι’ οὓς γνωρίζομεν λόγους, μοιραίως ἐξακολουθεῖ τὴν πορείαν, ἥτις ἔφερε τὴν κατάπτωσιν τῆς Ἑλλάδος, παρίσταται παραπαίουσα καὶ μὴ ἐμφορουμένη ἐκ τῶν γενικῶν τῆς χώρας συμφερόντων. Ὀφείλει τοὐλάχιστον αὕτη νὰ αἰσθανθῇ τὸ ὕψος τῶν καθηκόντων, ἅτινα ἐπιβάλλονται σήμερον εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, καὶ ἐγκαταλιμπάνουσα πᾶσαν ἄλλην βλέψιν καὶ πάντα ἄλλον ὑπολογισμὸν, νὰ ἐμφορηθῇ ἐκ τῶν καθηκόντων τούτων καὶ ἐκ τῶν γενικωτέρων συμφερόντων τοῦ ἔθνους, καὶ νὰ ἐπιζητήσῃ ὄχι τὴν παρακώλυσιν μόνον τῆς ψηφίσεως τῶν ὑποβαλλομένων ἐπιβλαβῶν μέτρων, ἀλλὰ καὶ τὴν μόρφωσιν καὶ ὑποστήριξιν μέτρων δυναμένων νὰ φέρωσι τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ τὴν πρόληψιν τῶν ἐπαπειλούντων ἡμᾶς κινδύνων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).

§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ εἰς συνομολόγησιν δανείου ἀφορῶντος Β. Διατάγματος τῆς 30 Μαΐου 1893.

§110Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτε ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν εἶχεν ἔτι εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον τὸ ψηφισθὲν ἤδη εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, δι’ οὗ κανονίζεται προσωρινῶς ἡ πληρωμὴ τῶν τόκων τῶν μεταλλικῶν δανείων ἐπὶ περιορισμῷ εἰς τρία δεκατημόρια. Τοιούτου τιθεμένου προσωρινοῦ κανονισμοῦ, πρέπει ἡ περὶ αὐτοῦ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τὴν κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ νῦν ψηφιζόμενον ὀφειλὴν, ἀντικαθισταμένης τῆς ἐν τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ διατάξεως, καθ’ ἣν οἱ κάτοχοι τῶν τίτλων τῆς ὀφειλῆς ταύτης ἀπολαύουσι τοῦ ἐν αὐτοῖς ὁριζομένου τόκου καὶ χρεωλυσίου, διὰ διατάξεως ὁριζούσης, ὅτι καταβάλλονται προσωρινῶς τοῖς ὁμολογιούχοις 30% εἰς χρυσὸν ἐπὶ τῶν ἑκάστοτε λιξιπροθέσμων τόκων, κατὰ τὰ ἐν τῷ ἑτέρῳ νομοσχεδίῳ. Ὑποβάλλω τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου, ὡς τροπολογεῖται.

§111ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐθεωρήσαμεν περιττὸν καὶ κατὰ τὴν πρώτην καὶ κατὰ τὴν δευτέραν καὶ τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ λάβωμεν τὸν λόγον καὶ νὰ ἐκφέρωμεν ἣν ἔχομεν ἡμεῖς γνώμην περὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, ἀφοῦ τὴν γνώμην ἡμῶν ταύτην ἀνεπτύξαμεν ἤδη διὰ μακρῶν, προκληθέντες, ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. Τότε ἀπεδείξαμεν, ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα ἦτο νόμιμον, νομιμώτατον, καὶ ὅτι κατ’ ἀκολουθίαν ἦτο πάντη ἕωλος ὁ ἰσχυρισμὸς τῶν ἀντιλεγόντων, ὅτι δὲν ἐστηρίζετο αὐτὸ εἰς νόμον. Μόνον τὸ ἄρθρον 12 τοῦ διατάγματος τῆς 30 Μαΐου, καθ’ ὃ τὸ Κράτος εἶχε περιέλθει εἰς τὴν ἀνάγκην, ἀντὶ τῆς πληρωμῆς τοῖς μετρητοῖς εἰς χρυσὸν, ἐπί τινα χρόνον νὰ καταβάλῃ τὰ τοκομερίδια ὡρισμένων δανείων εἰς ὁμολογίας, περιβεβλημένας διὰ πάσης δυνατῆς ἐγγυήσεως πρὸς τοὺς δανειστὰς, μόνον, λέγω, τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν ἐστηρίζετο εἰς νόμον· ἀλλ’ αὐτῆς τῆς διατάξεως τὴν κύρωσιν τὸ διάταγμα τῆς 30 Μαΐου ἐπεφύλαξεν εἰς τὴν Βουλήν. Ὅτι ἦτο νόμιμον, νομιμώτατον, τὸ διάταγμα ἐκεῖνο κατὰ τὰ ἄλλα, ἀπόδειξις, ὅτι αὐτὸ ἦτο ἀντιγραφὴ κατὰ τὰ ἄλλα τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἑτοιμάσει νὰ συνομολογήσῃ πρὸς τοὺς δανειστὰς, πρὸς οὓς διεπραγματεύετο τὸ ἐν Λονδίνῳ δάνειον, πλὴν μόνου τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου. Κατεδείξαμεν, ὅτι τὸ μόνον μέσον, τὸ ὁποῖον ὑπελείπετο τότε εἰς τὸ Κράτος ἡμῶν, ὅπως ἐξέλθῃ ἐντίμως ἐκ τῶν δυσχερειῶν, εἰς ἃς ἀσύνετος δεκαετὴς διαχείρισις εἶχεν ἐμβάλει αὐτὸ, ἦτο τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως. Ἀπεδείξαμεν προσέτι, ὅτι τὸ μόνον μέσον, δι’ οὗ ἠδύνατο νὰ ἀναζωογονηθῇ ἡ πίστις αὐτοῦ, ἦτο τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, ὡς μαρτυρεῖ τοῦτο τρανῶς καὶ τὸ γεγονὸς, καθ’ ὃ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ εἶχον προέλθει πρὸς ἡμᾶς εἰς διαπραγματεύσεις ξένοι κεφαλαιοῦχοι, εἰς διαπραγματεύσεις, αἵτινες θὰ ἔληγον εἰς αἴσιον πέρας, ἐξασφαλίζον καὶ τὴν ἔντιμον ἡμῶν διέξοδον ἐκ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν δυσχερειῶν καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τὴν πλήρη καὶ τῆς πίστεως καὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἐξέλιπε, Κύριοι, ἡ βάσις ἐκείνη, καὶ βλέπετε ποῦ ἀμέσως περιέστημεν. Περιέστημεν ὄχι εἰς τὴν πτώχευσιν, ἀλλὰ εἰς τὴν χρεωκοπίαν. Ἠθέλησαν νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὴν ἱστορίαν ἄλλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα περιῆλθον εἰς παρομοίας δυσχερείας· καὶ ποία τις ἡ ἱστορία αὕτη; τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα προέβησαν εἰς τὴν πλήρη πτώχευσιν καὶ χρεωκοπίαν, ἢ περιῆλθον εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται νῦν ἡ Πορτογαλία, ἥτις δακτυλοδεικτεῖται ἐν τῷ πεπολιτισμένῳ κόσμῳ, ὡς ἀθετήσασα τὰς νομίμους ὑποχρεώσεις αὑτῆς, καὶ θεωρεῖται ἀναξία νὰ καταλέγηται πλέον εἰς τὴν χορείαν τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν, ἢ περιῆλθον εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν περιῆλθον ἡ Τουρκία καὶ ἡ Αἴγυπτος, αἵτινες διατελοῦσιν ὑπὸ ξενικὸν ἔλεγχον. Μία καὶ μόνη χώρα, ἡ Ἀργεντινὴ Δημοκρατία, προσέφυγεν εἰς τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ δανείου τούτου ἡ χώρα ἐκείνη ἠδυνήθη, κρατοῦσα τὸ μέτωπον ὑψηλὰ, νὰ σώσῃ καὶ τὴν τιμήν της καὶ τὴν πίστιν αὑτῆς, καὶ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀναῤῥώσεως. Ἡ μόνη ἔντιμος διέξοδος, ἡ ὁποία ὑπεδεικνύετο καὶ εἰς ἡμᾶς ἐκ τῆς ἱστορίας τῶν ἄλλων Κρατῶν, ἦτο ἡ διέξοδος τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως. Δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε ν’ ἀκολουθήσῃ αὐτὴν, προτιμήσασα τὰς ὁδοὺς, τὰς ἀγούσας εἴτε εἰς τὴν πλήρη καὶ δολίαν χρεωκοπίαν τῆς Πορτογαλίας, εἴτε εἰς τὸν ξενικὸν ἔλεγχον τῆς Τουρκίας καὶ τῆς Αἰγύπτου. Ὁπουδήποτε καὶ ἂν καταλήξῃ, θὰ καταλήξῃ βεβαίως εἰς τὸν οἰκονομικὸν ὄλεθρον τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας ἡμῶν, εἰς ὄλεθρον οἰκονομικὸν, ὅστις, ὑφ’ ἃς συνθήκας διατελεῖ τὴν σήμερον ἡ Ἑλλὰς, δύναται νὰ διακυβεύσῃ καὶ τὴν πολιτικήν της ἀνεξαρτησίαν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, καὶ τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροπολογήθη παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ.)

§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον...

§113ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ σύνολον δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἀλλὰ ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον. Ὅταν γίνωνται τροπολογίαι, πρέπει νὰ συναρμολογῶνται, καὶ νὰ τυπῶται ἐκ νέου τὸ νομοσχέδιον, ἵνα ψηφισθῇ εἰς τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν.

§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.

§115ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ ἐρωτήσητε τὸν Κανονισμόν· ὁ Κανονισμὸς λέγει ῥητῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον ἐγώ. Εἶναι ζήτημα τάξεως, δὲν εἶναι ζήτημα ψηφοφορίας.

§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον τὸ τροπολογηθὲν ἐψηφίσθη. Τὴν παρατήρησιν ταύτην ἔπρεπε νὰ τὴν κάμητε, ὅταν ἐτίθετο εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἄρθρον τὸ τροπολογηθέν.

§117ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀναγνώσατε τὸν Κανονισμόν.

§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται ἡ ἀναβολὴ τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου. Οἱ παραδεχόμενοι...

§119ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν περὶ τούτου. Πρόκειται περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει, ὅτι πρέπει νὰ συναρμολογηθῇ τὸ κείμενον τὸ τροπολογηθέν, νὰ τυπωθῇ, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν νὰ ψηφισθῇ τὸ σύνολον.

§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ψηφοφορηθῇ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§121ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διαμαρτυρόμεθα. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.

§122ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ παραβιάζητε τὸν Κανονισμόν.

§123ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καίτοι εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὸ ὑποβληθὲν αὐτῇ θέμα περὶ τῆς ψηφοφορίας τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου, ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ὁ Βουλευτὴς Λοκρίδος...

§124ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ προχωρήσητε. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.

§125ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί περισσότερον ἔκαμον λοιπὸν οἱ στηλῖται; Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία! (θόρυβος καὶ διαπληκτισμοὶ καὶ σφοδραὶ ἀντεγκλήσεις μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν τῶν δύο πτερύγων.)

§126ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐξηγήσω βραδύτερον τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ.

§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὑπεβλήθη ἔνστασις μὴ ἀπαρτίας. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου, ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 133 Βουλευτῶν.)

§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ψηφισθῇ ἤδη τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου.

§129ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ καταπατεῖται ὁ Κανονισμὸς, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι, ὅταν ὑποβληθῶσι τροπολογίαι καὶ ζητηθῇ ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου, ἀναβάλλεται αὕτη, ἕως ὅτου τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν αἱ τροπολογίαι καὶ συναρμολογηθῶσι μετὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐπειδὴ δὲ ἡμεῖς, πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς καταπατήσεως ταύτης τοῦ Κανονισμοῦ, ἐφέρομεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἀλλ’ οὐδ’ ἡ ἔνστασις αὕτη ἐγένετο ἐν καιρῷ δεκτή, ἀλλ’ ἐδόθη ὁ λόγος εἰς Βουλευτὴν, ἡμεῖς ἕνεκα τούτου δηλοῦμεν, ὅτι θὰ ἀπόσχωμεν πάσης ψηφοφορίας.

§130Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θέλω νὰ ἀφήσω αὐτοὺς τοὺς Κυρίους ἄνευ ἀπαντήσεως, ἵνα μὴ θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι σύμφωνον μὲ τὸν Κανονισμὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πράττουσιν αὐτὴν τὴν στιγμήν...

§131ΜΑΝΕΣΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω δύο λέξεις, διότι ἀφορῶσιν ὑμᾶς. Ἐπειδὴ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀντελήφθητε,—καὶ ἐγὼ δὲν δύναμαι ἢ νὰ σᾶς δικαιολογήσω ἐπὶ τοῦ προκειμένου,— ὅτι ἐγένετο ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ ἐδόσατε τὸν λόγον, διὰ τοῦτο ἐγένετο ὁ θόρυβος αὐτός. Τούτου ἕνεκα νομίζω, ὅτι ἡ διαμαρτυρία τοῦ κ. Βουλευτοῦ Καλαβρύτων εἶναι δικαία. Ἐγένετο ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, ὁ δὲ κ. Χριστόπουλος, χωρὶς νὰ ἐννοήσῃ, ἐξηκολούθησε τὴν ὁμιλίαν του. Αὕτη εἶναι ἡ αἰτία ὅλου τοῦ θορύβου.

§132Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, κύριε Πρόεδρε, νὰ βεβαιώσω καὶ ἐγὼ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀντελήφθη καὶ τὸ Προεδρεῖον καὶ ἅπασα ἡ Βουλή, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶχε θέσει εἰς ψηφοφορίαν δι’ ἀναστάσεως τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ τοῦτο ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἠγέρθη, προβάλλων ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, τὴν ὁποίαν ἐστήριζεν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐπεφυλάχθην, ὅτε ἐγένετο ἡ ἔνστασις, νὰ ἐξηγήσω, τί ὁ Κανονισμὸς λέγει. Ὁ Κανονισμὸς, κατὰ τὴν κρίσιν μου καὶ κατὰ τὸ γράμμα αὐτοῦ, λέγει, ὅτι, ὅταν πρόκηται περὶ πολλῶν τροπολογιῶν, ἐπειδὴ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν οὐδ’ ἡ Βουλὴ οὐδ’ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος διευθύνει τὰς συζητήσεις αὐτῆς, νὰ συναρμολογήσωσι τὰς τροπολογίας ταύτας, ἀναβάλλεται ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου διὰ τὴν ἐπιοῦσαν, ὅπως ἐν ἀνέσει γείνῃ ἡ συναρμολόγησις, τῇ συνδρομῇ βεβαίως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὰς τροπολογίας ταύτας. Τοῦτο λέγει ὁ Κανονισμός· αὕτη εἶναι ἡ ἀληθὴς καὶ εἰλικρινὴς ἐξήγησις τοῦ Κανονισμοῦ. Τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλε μίαν καὶ μόνην τροπολογίαν, τροπολογίαν σαφῆ, σαφεστάτην, ὑποκειμένην εἰς τὴν ἀντίληψιν παντὸς, ἔχοντος καὶ τὴν κοινὴν ἀντίληψιν, ἐκτὸς ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Λοκρίδος στερεῖται καὶ τῆς κοινῆς ἀντιλήψεως. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐψηφίσθη, καὶ ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη καὶ ἂν ἀντελήφθην καλῶς, ἡ τροπολογία αὕτη ἐψηφίσθη τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Λοκρίδος καὶ ὁ κατόπιν ὁμιλήσας κ. Βουλευτὴς Καλαβρύτων ἐπεκαλέσθησαν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ ἀναβάλῃ τὴν ψήφισιν τοῦ συνόλου. Καὶ ἡ διάταξις αὕτη, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθησαν, εἶναι ἐναντίον των, διότι ἡ Βουλὴ λύει πάντα τὰ ζητήματα. Ἡ τροπολογία ὑπεβλήθη, καὶ ἡ Βουλὴ συνῄνεσε νὰ ψηφισθῇ καὶ ἐψηφίσθη. Τί λοιπὸν ζητοῦσιν οἱ Κύριοι; Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχω κἀνὲν συμφέρον,—διότι ἀνήκω εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν,—ὅπως συντρέξω τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῆς, ὀφείλω ὅμως, ἐκ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχω, νὰ συντελῶ, ὅπως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐφαρμόζηται ὁ Κανονισμὸς καὶ ἐκτελῆται τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ πρὸ πάντων, ὅπως οἱ κανόνες τῆς ἠθικῆς, τῆς χρηστότητος καὶ τῆς λογικῆς κατισχύσωσιν ἅπαξ διὰ παντός. (Εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Π. Σάκκη καὶ Ν. Καλογεροπούλου, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Μιλτ. Δάλλας Κωνστ. Βαλτινὸς Ν
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ὀδυσ. Μοσχοβίτης Ν
Ἰω. Μεσσηνέζης Γεώρ. Καρτάλης Ν
Σπυρ. Μαρκέλος ΝἈρ. Κανταρτζῆς Ν
Ἀρ. Ἀργυρόπουλος ΝΝικ. Κοκωσλῆς Ν
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Νικ. Ἀξελὸς
Λεων. Καρυστινάκης ΝΝικ. Παῤῥησιάδης
Δημ. Καΐρης Ἰω. Γρίβας
Μιχ. Κωτσάκος ΝἘπ. Μαυρομμάτης Ν
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΝΘεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ν
Ἠλ. Κανελλόπουλος Νικ. Σπυρακόπουλος Ν
Γεώρ. Παχὺς Θεμ. Κορομάντζος
Μιχ. Π. Λάμπρος ΝΠερ. Ἀλεξάκης
Κωνστ. Καραπάνος Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ν
Κωνσταν. Σταυρόπουλος Κωνστ. Κοσσονάκος Ν
Ἀλέξ. Σκουζὲς Ἀρστ. Πετροπουλάκης Ν
Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Μιχ. Φωτιάδης Ν
Ἀλέξ. Ψύλλας Γεώργ. Λιδωρίκης Ν
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝΚων. Ἀναγνωστόπουλος
Ἀλέξ. Ρετσίνας ΝΓεώρ. Λύρας Ν
Δημ. Γ. Ράλλης Κων. Παπαμιχαλόπουλος
Α. Ζυγομαλᾶς ΝΣταμάτ. Μήτσας Ν
Ὄθ. Μακρυγιάννης ΝΔημ. Βουλπιώτης
Σ. Ζαχαρίτσας ΝΚων. Ζῶτος Ν
Μιλτ. Ὀριγώνης ΟἨλ. Μπλατσῆς
Δ. Γρανίτσας Δημοσθ. Ματάλας
Διον. Στεφάνου ΝΝικ. Καραστέργιος
Κων. Ἀργασ. Λομβάρδος ΝἈργ. Διδίκας Ν
Διον. Ζήβας Πλακᾶς ΝἘδίπ–Σερέφ–Χασὶπ
Γεώργ. Κανδ. Ρώμας ΝἸω. Λάππας
Γεώρ. Κρεστενίτης Νικ. Μπουφίδης Ν
Χρ. Στεφανόπουλος Περ. Βαλαωρίτης Ν
Ἀνδρ. Στεφανόπουλος ΝΓερ. Σέρβος
Διον. Παυλόπουλος ΝΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ν
Ἀνδρ. Σπηλιάδης ΝἈθαν. Εὐταξίας
Ἄγγ. Πετραλιᾶς Κων. Κωνσταντόπουλος
Ἐπαμ. Δημητρίου Παν. Μανέτας
Στέφ. Σκουλούδης ΝΝ. Τριανταφυλλάκος
Νικ. Νομικός Ἠλ. Ζέγγελης Ν
Θωμᾶς Μαρκεζίνης ΝΦίλ. Βάρβογλης Ν
Νικήτας Συνοδινός Ἀθαν. Σακελλαριάδης
Βαρβαρῆγος Πήλικας ΝΛεων. Ζέρβας Ν
Ἀλέξ. Φωτήλας ΝΣτέφ. Δραγούμης Ν
Κων. Σταμπουλόπουλος Νικ. Φιλάρετος
Λεων. Πετιμεζᾶς Χαρ. Τρικούπης Ν
Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος ΝἸω. Τρικούπης
Γιαννούσης Τάκης Παν. Μερλόπουλος
Ήρ. Καλαμπάκας ΝἈλκ. Δεληγιάννης Ν
Ἀντ. Π. Μαυρομιχάλης ΝἈντ. Καρατζᾶς Ν
Περ. Πεῤῥωτής ΝἈθαν. Παπαχελᾶς
Κων. Φλέσσας Χαρίλ. Προβελέγγιο
Ἰωαν. Καζαμπάκας ΝἈντ. Μάτσας
Κων. Ζωγλοπίτης Λορέντζος Δελαρόκας
Παν. Κουκορῖκος Ἰω. Ναυπλιώτης Ν
Γεώρ. Φραγκίδης ΝΣτυλ. Βάλληνδας
Δημ. Τερτίπης ΝἸω. Ἰντζές
Ἀθαν. Κωστάμης ΝΓεώργ. Σισμάνης
Ἀριστ. Χατζηνικολῆς Νικ. Καλαντζόπουλος Ν
Νικ. Μπαλάφας Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν
Νικ. Παπανικολάου ΝἨλ. Ποταμιάνος
Παν. Λεβέντης Ἀριστ. Ρούκης Ν
Βαπ. Βάστας ΝΣπ. Κουμουνδοῦρος
Γεώρ. Θεοτόκης ΝΓιαννούκος Μαυρομιχάλης
Ἀλκίνοος Ζερβός ΝΞανθός Πικουλάκης
Ἠλίας Πολίτης ΝἈσημ. Χριστόπουλος Ν
Γουλιέλμος Σκάρπας ΝΝικ. Παπαλέξης Ν
Νικ. Μαρκέτης ΝΠαν. Λαμπρούλιας
Σπυρ. Λάσκαρης ΝΕὐάγγ. Ἀρδαβάνης Ν
Κων. Θ. Ρωμαῖος ΝἸω. Τυπάλδος Χαριτάτος Ν
Κων. Χριστόπουλος Σπ. Μακρῆς Ν
Σωτ. Κροκιδᾶς Ἀγάρ. Σιμόπουλος Ν
Σπυρ. Νοταρᾶς Εὐστ. Παπαδάκης Ν
Ἀναστ. Δημητριάδης ΝΠανουρ. Πανουργιάς Ν
Γεώρ. Κούστας Θάνος Κανακάρης Ν
Ἰω. Τσιμάρας ΝἈχ. Χοίδας
Γερ. Μουσούρης ΝἈντ. Ρικάκης
Α. Ἀννίνος ΚαβαλιεράτοςΝἸω. Τσερτίδης Ν
Θεόφραστος Μεταξᾶς ΝΝικ. Κουμανιώτης Ν
Διον. Καλούτσης Ἄγγ. Ρούφος Ν
Σπυρ. Στάης ΝΝικ. Καράπαυλος Ν
Μιχ. Πολίτης ΝΠαν. Σάκκης Ν
Θεόδ. Θερμογιάννης Σπ. Γρίβας Ν
Ἰω. Καλούτσης ΝἸω. Βρυώνης
Στέφ. Κοπανίτσας ΝΠ. Ἄννινος Καβαλιεράτος
Κωνστ. Σαλταφέρος Ἰω. Γεωργιάδης Ν
Πέτρ. Βαρβιτσιώτης ΝΓεώργιος Ν. ΜπούμπουληςΝ
Μελέτ. Ρουσόπουλος Γεώργ. Π. Μπούμπουλης Ν
Ἀλέξ. Γ. Σοῦτσος ΝΝικ. Βαλάσης Ν
Ἀνδρ. Συγγρός Ἐμμ. Δημητριάδης
Δημ. Βοκοτόπουλος Κωνστ. Σαχτούρης
Μ. Μπογιατζόγλους ΝἘπαμ. Κριεζῆς
Ἰω. Γκιὼν ΝΝικ. Τσαμαδὸς Ν
Νικ. Φώσκολος ΝΒησ. Χατζηαγγελάκης Ν
Σωτ. Χατζηγάκης Νικ. Ζητουνιάτης Ν
Κωνστ. Χατζηπέτρος Δημ. Ζουλούμης
Χρ. Μπλετσάκης Νικ. Χατζῖσκος
Γ. Κανούτας ΝΚωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ν
Εὐστ. Κοκκέβης Δημ. Κρίτσας Ν
Δημ. Παπατσώρης ΝἩρ. Γαζέπης
Χρ. Καραβίτης ΝΒ. Βουδούρης Ν
Διον. Κατρίτσης ΝΝικ. Καλογερόπουλος Ν
Ἀνδρ. Σκαλτσᾶς ΝΘεσ. Α. Κανάρης Ν
Ἀριστοβούλος Μάνεσης Κων. Παπανικολῆς
Βασ. Δροσινός

§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 117, ἐξ ὧν 116 ὑπὲρ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου, καὶ 1 κατά.

§135ΡΟΥΚΗΣ. Αἰωνία ἡ μνήμη τοῦ Φαΐντιγγ! (γέλωτες).

§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 12 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27
2τῆς 3 Δεκεμβρίου 1893.
3(Παρασκευή).
4Ὥρα 6 μ. μ.
5(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Βαρβαρήγου Πήλικα).
6(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπι-
7κυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνε-
8δριάσεως).
9§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ χήρα Χαρίκλεια Πατρόκλου Σαλωνι-
10τίδου παρακαλεῖ, ἵνα χορηγηθῇ αὐτῇ ἐκ τοῦ δημοσίου τα-
11μείου βοήθημα ἀνάλογον πρὸς τὴν δεκαοκταετῆ ὑπηρεσίαν
12τοῦ θανόντος συζύγου της.
13Θ’ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορά της εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν
14ἀναφορῶν.
15§2Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν ἀπουσίᾳ τῆς
16Βουλῆς, κατὰ τὰ ἐν τῷ λογιστικῷ νόμῳ, ἐξεδόθησαν δια-
17τάγματα ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπί
18τε τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 καὶ ἐπὶ τοῦ προϋπολο-
19γισμοῦ τοῦ 1893, κατὰ δὲ τὰ διατεταγμένα ὑποβάλλονται
20ταῦτα εἰς τὴν προσεχῆ σύνοδον πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ
21προϋπολογισμοῦ. Συμμορφούμενος πρὸς τὴν διάταξιν ταύ-
22την, καίτοι ὀλίγον βραδέως, ὑποβάλλω τὰ διατάγματα
23μετὰ πάντων τῶν παρομαρτούντων καὶ μετὰ αἰτιολογικῆς
24ἐκθέσεως περὶ τῶν καθ’ ἑκάστην τῶν κατηγοριῶν’ τουτέ-
25στιν ὑποβάλλω νομοσχέδιον μετὰ ἐκθέσεως αἰτιολογικῆς
26περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως
271892 ἐκ δραχμῶν 3,710,000, ἤτοι Κεφ. 1 δημοσίου χρέους
283,112,000, Κεφ. 7 Ὑπουργείου Δικαιοσύνης 100,000,
29Κεφ. 13 ἐξόδων διοικήσεως καὶ εἰσπράξεως ἐσόδων 437,000
30καὶ Κεφ. 14 διαφόρων πληρωμῶν 60,000, κατὰ τὸν ἔγ-
31κλειστον πίνακα. Ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 ὑπο-
32βάλλω νομοσχέδιον μετ’ ἐκθέσεως περὶ ἀναπληρωματικῶν
33πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 619,000, ἤτοι τοῦ Ὑπουργείου
34τῆς Δικαιοσύνης δρ. 330,000, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσω-
35τερικῶν 40,000, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν 3,000
36καὶ διαφόρων πληρωμῶν 246,000. Ὡσαύτως ἐπὶ τοῦ προϋ-
37πολογισμοῦ τοῦ 1893 νομοσχέδιον μετ’ ἐκθέσεως περὶ κυ-
38ρώσεως ἐκτάκτου πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτε-
39ρικῶν ἐκ δραχμῶν 7,405,000, ἤτοι διὰ κατασκευὴν σιδη-
40ροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης 7,000,000, διὰ μισθοὺς ἐπι-
41στατῶν καὶ λοιπὰ 40,000, δι’ ὁδοιπορικὰ καὶ ἀποζημιώ-
42σεις μηχανικῶν 40,000, δι’ ἐνοίκια καὶ ἔξοδα γραφείων
4320,000, διὰ συνδρομὴν ὑπὲρ τῶν ἐν τῇ νήσῳ Σαμοθράκῃ
44ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθόντων 5,000, διὰ κατασκευὴν ἀνακτό-
45ρου Διαδόχου 150,000, διὰ μηχανήματα καὶ ἔργα τοῦ
46ὑδροθεραπευτικοῦ καταστήματος ἐν τοῖς λουτροῖς Ὑπάτης
47150,000. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα παρακαλῶ ὅπως παρα-
48πεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπήν.
49§3ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αἱ ἀποζημιώσεις καταληφθεισῶν γαιῶν
50περιλαμβάνονται;
51§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ διαταγμάτων
52ἐκδεδομένων. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη περαιτέρω πιστώσεων
53πρὸς ἀπότισιν ἀποζημιώσεων, αὗται θὰ περιληφθῶσιν ἐν
54προτάσεσιν ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὴν Βουλήν.
55§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυ-
56πωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 29–31).
57§6ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
58Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν σχέδιον νόμου περὶ τῆς ἐτησίας
59δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1894. (Ὅρα
60Παράρτημα, ἀριθ. 32).
61Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σάμης βουλευτὴς κ. Καβαλλιεράτος δι’
62ἐπερωτήσεώς του ἐπιθυμεῖ νὰ μάθῃ ὁποίαν ἔχω γνώμην περί
63τινος κατηγορίας κληρωτῶν, ἀπαλλασσομένων κατὰ τὰς
64διατάξεις τοῦ νόμου· ἤτοι ἂν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι τὰ στρα-
65τολογικὰ γραφεῖα πράττουσιν ὀρθῶς καὶ νομίμως, ἐπιβάλ-
66λοντα πρόσθετον ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς μὴ ἐγκαίρως, ἀλλὰ
67μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς πρὸς κατάταξιν αὐτῶν ὡρισμένης
68ἡμέρας ὑποβάλλοντας αἴτησιν ἀπαλλαγῆς διὰ λόγους οἰκο-
69γενειακούς, ὑφισταμένους πρὸ τῆς κληρώσεως τῶν στρα-
70τευσίμων».
71Δὲν ἔχω τὴν γνώμην, ἣν ἔχει ὁ κ. Βουλευτής. Ἀληθῶς
72τὸ ἄρθρον 56 λέγει, ὅτι οἱ ἔχοντες λόγον ἀπαλλαγῆς
73πρὸ τῆς κληρώσεως καὶ ὑποβαλόντες τοῦτον μετὰ τὴν κλή-
74ρωσιν, εἰ μὲν ὑποβάλουσιν αὐτὸν πρὸ τῆς κατατάξεως ἐνώ-
75πιον τῶν ἐκτάκτων στρατολογικῶν συμβουλίων, ἀπαλλάσ-
76σονται ἐπὶ τῇ καταβολῇ 100 δραχμῶν, εἰ δὲ μετὰ τὴν
77κατάταξίν των, ἀπαλλάσσονται καταβάλλοντες 150 δραχ-
78μάς. Τὰς αὐτὰς 150 δραχμὰς καταβάλλουσι καὶ μετὰ τὴν
79παρέλευσιν τῆς πρὸς κατάταξιν αὐτῶν ὡρισμένης ἡμέρας,
80τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι δύνανται καὶ νὰ μὴ καταταχθῶσι
81κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς κατατάξεως, οὐχ ἧττον καὶ πάλιν
82δύνανται νὰ ἀπαλλαγῶσι, καταβάλλοντες τὰς 150 δραχ-
83μάς. Τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα ἐπιβάλλουσι πρόσθετον
84ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς ἔχοντας λόγους ἀπαλλαγῆς πρὸ τῆς
85κληρώσεώς των καὶ μὴ κατατασσομένους ἐμπροθέσμως·
86ἀλλ’ ἐπιβάλλουσι πρόσθετον ὑπηρεσίαν οὐχὶ κηρύσσοντες
87αὐτοὺς ἀνυποτάκτους, ὅπως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐν τῇ ἐκθέσει
88του λέγει (διότι τὴν ἐπερώτησιν αὐτοῦ συνώδευσε καὶ δι’
89ἐκθέσεως). Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι μετὰ μεγίστης προσο-
90χῆς καὶ ἐπιτηδειότητος διεξήγαγε τὸ ζήτημα ὁ κ. Βου-
91λευτής· ἀλλὰ δὲν ἐγνώριζε διάταξιν ἄλλην τοῦ στρατολο-
92γικοῦ νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ μὴ παρουσιαζόμενοι
93εἰς τὰ στρατολογικὰ συμβούλια τὰ τακτικὰ ἀπαλλάσ-
94σονται μὲν τῆς ὑποχρεώσεώς των, ἀλλ’ ὑποχρεοῦνται εἰς
95πρόσθετον ὑπηρεσίαν κτλ. Ἐξαιροῦνται δὲ τῆς ἀνωτέρω
96προσθέτου ὑπηρεσίας οἱ ἀπαλλαγέντες παρὰ τοῦ τακτικοῦ
97στρατολογικοῦ συμβουλίου. Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι τὸ
98146. Ἑπομένως οἱ ἔχοντες λόγους ἀπαλλαγῆς καὶ μὴ
99προσελθόντες εἰς τὰ τακτικὰ στρατολογικὰ συμβούλια,
100ἵνα αἰτήσωνται ταύτην, δικαιοῦνται μὲν νὰ παρουσιασθῶ-
101σιν εἰς τὰ ἔκτακτα στρατολογικὰ συμβούλια, ἀλλ’ ὀφεί-
102λουσι νὰ ὑπηρετήσωσι τρίμηνον πρόσθετον ὑπηρεσίαν, ἢ νὰ
103ἐξαγοράσωσι ταύτην. Ἐντεῦθεν προκύπτει ἑτέρα ἀμφιβο-
104λία, τουτέστι: προσκαλούμενοι οὗτοι διὰ τῆς Ἐφημερίδος
105τῆς Κυβερνήσεως νὰ παρουσιασθῶσι τὴν 1 Ὀκτωβρίου πρὸς
106κατάταξιν, ἵνα διανύσωσι τὴν τρίμηνον ταύτην ὑπηρεσίαν,
107τὴν ποινὴν καὶ οὐχὶ τὴν πραγματικὴν ὑπηρεσίαν, καθὸ
108ἔχοντες λόγον ἀπαλλαγῆς, δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀνυ-
109πότακτοι; Τὰ στρατολογικὰ συμβούλια ἐθεώρουν τούτους
110ὡς ἀνυποτάκτους. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, φρονῶ ὅτι δὲν δύνανται νὰ
111θεωρηθῶσιν ὡς ἀνυπότακτοι· διότι ἀνυπότακτοι θεωροῦν-
112ται ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσι πραγματικὴν ὑπηρεσίαν νὰ ὑπη-
113ρετήσωσι, τουτέστιν οἱ κληρωτοί, οἱ ὑπόχρεοι εἰς διετῆ ὑπη-
114ρεσίαν. Ὅταν δὲν παρουσιασθῶσιν ἐμπροθέσμως, ἵνα ὑπη-
115ρετήσωσι, τότε δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀνυπότακτοι.
116Ἐξέδωκα ὅθεν τὰς ἀναγκαίας ὁδηγίας, ἵνα μὴ θεωρῶσι
117τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα τούτους ὡς ἀνυποτάκτους, ἀλλ’
118ἁπλῶς νὰ τοὺς θεωρῶσιν ὡς ὑποχρέους εἰς τὴν τρίμηνον
119ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν τὸ ἄρθρον 146 ἐπιβάλλει καὶ τὴν
120ὁποίαν ὀφείλουσιν ἢ νὰ διανύσωσιν ἐν τῷ στρατῷ, ἢ νὰ
121ἐξαγοράσωσι, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου.
122§7ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν
123ὑποσχεθῇ προχθὲς νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας περὶ
124τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διετέθησαν τὰ τραπεζικὰ
125γραμμάτια τῶν 8,760,000 δραχμῶν, ἅτινα ἦσαν παρα-
126κατατεθειμένα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὡς ἐγγύησις τῆς
127προκαταβολῆς τῶν 7,300,000 δραχμῶν. Ὑπάρχει δυσκο-
128λία τις νὰ κατατεθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται;
129§8Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον εἰς τὸν κ.
130Βουλευτήν, ὅτι ὑπῆρχεν ἡ δυσκολία, ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταβῶ
131εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὰς ζητήσω. Μετέβην εἰς τὸ Ὑπουρ-
132γεῖον, τὰς ἐζήτησα καὶ τὰς προσκομίζω· ἑπομένως τώρα
133οὐδεμία ὑπάρχει δυσκολία. Τὰς καταθέτω ἐγγράφους, ἵνα
134τυπωθῶσι.
135§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
136Παράρτημα, ἀριθ. 33).
137§10ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν
138Ἐξωτερικῶν). Καταθέτω σχέδιον νόμου «περὶ ἐπικυρώσεως
139τῆς διομολογηθείσης ἐν Βιέννῃ συμβάσεως περὶ τροπο-
140ποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ τῶν ἡνω-
141μένων βασιλείων Σουηδίας καὶ Νορβηγίας ὑφισταμένης περὶ
142ἐμπορίας συνθήκης τοῦ ἔτους 1352». Ἐπίσης νομοσχέδιον
143«περὶ ἐπικυρώσεως συμφωνίας διομολογηθείσης ἐν Παρισίοις
144καὶ ἀφορώσης τὴν νομισματικὴν ἕνωσιν». Ἐπίσης νομοσχέ-
145διον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΘΞΓʹ περὶ διορισμοῦ
146ἑρμηνέων τῆς Τουρκικῆς γλώσσης ἐν τοῖς δικαστηρίοις τῶν
147μεθορίων ἐπαρχιῶν». Συνεπείᾳ ἐκθέσεως τοῦ Εἰσαγγελέως
148καὶ τοῦ Προέδρου τῶν ἐν Λαρίσσῃ Ἐφετῶν, ἡ θέσις τῶν ἑρ-
149μηνέων τῆς Τουρκικῆς γλώσσης παρὰ τοῖς Πρωτοδικείοις
150Τρικκάλων, Βώλου, Καρδίτσης καὶ Ἄρτης θεωρεῖται τοῦ
151λοιποῦ περιττή, ἐπαρκοῦντος μόνου τοῦ ἑρμηνέως τῆς Τουρ-
152κικῆς τοῦ ἐν Λαρίσσῃ ὑφισταμένου. Ἑπομένως διὰ τοῦ νο-
153μοσχεδίου προτείνεται ἡ κατάργησις τῶν θέσεων τούτων.
154Καταθέτω τὰς ζητηθείσας πληροφορίας παρὰ τοῦ κυρίου
155Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἀφορώσας εἰς τὴν κατάθεσιν πίνα-
156κος περιλαμβάνοντος τὰς εἰσαχθείσας μηνύσεις, τὰς ἐκδι-
157κασθείσας καὶ τὰ βουλεύματα παραπομπῆς. Εἶναι πίναξ
158συνοπτικός, τοῦ ὁποίου ὁ κ. Βουλευτὴς θὰ λάβῃ γνῶσιν.
159§11ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νὰ τυπωθῇ, κύριε Πρόεδρε.
160§12ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ...
161§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
162§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τά τε νομοσχέδια καὶ ὁ πίναξ θέλουσι τυ-
163πωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 34–37).
164§15ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περιέχεται ἐν τῷ πίνακι καὶ ἡ ἔκ-
165θεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὰ ἀδική-
166ματα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας τὰ ἐκδικασθέντα;
167§16ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ διέταξα τὴν σύνταξιν τοῦ πίνακος
168συμφώνως πρὸς τὴν ἐπερώτησιν ὑμῶν. (Ἀναγινώσκει τὴν
169ἐπερώτησιν).
170§17ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, καὶ τὰ προβουλεύματα
171τῶν κυρίων Εἰσαγγελέων, οἱ ὁποῖοι εἰς τὸ διάστημα τῆς πεν-
172ταετίας αὐτῆς ὑπηρέτησαν.
173§18ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Νομίζω ὅτι αὕτη εἶναι μία συμπληρω-
174ματικὴ πληροφορία, τὴν ὁποίαν εἰς τὴν ἀκόλουθον συνεδρία-
175σιν ὑπεβάλετε· ἀλλὰ ἡ ἐπερώτησις αὕτη δὲν μοὶ ἐστάλη
176εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ γνωρίζετε ὅτι, ὅταν δὲν ᾖναι ἔγ-
177γραφος ἡ ἐπερώτησις, καθίσταται δύσκολον ἀπὸ μνήμης νὰ
178δοθῇ διαταγή.
179§19ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Δὲν δυσκολεύομαι νὰ τὴν καταθέσω καὶ
180ἐγγράφως.
181§20ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀπαντῶ ἐπίσης εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βου-
182λευτοῦ ἐκ Γόρτυνος κ. Κορομάντζου, ζητήσαντος τὴν κατά-
183θεσιν τῆς προτάσεως τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν Ναυ-
184πλίου καὶ τοῦ βουλεύματος τοῦ ἐκδοθέντος ὑπὸ τοῦ Συμ-
185βουλίου τῶν Ἐφετῶν ἐπὶ τῆς καταγγελίας τῆς ἀφορώσης
186τὸν λοχίαν Ροδάτον, ἀναγομένην δὲ εἰς τὰς ἐκλογὰς τῆς
1873 Μαΐου. Ἐνταῦθα ὑπάρχει καὶ ἡ διαμειφθεῖσα ἀλληλο-
188γραφία καὶ ἀντίγραφον τῆς προτάσεως τοῦ κ. Εἰσαγγελέως
189καὶ ἀντίγραφον τοῦ βουλεύματος.
190Ἐπὶ τέλους ἀπαντῶ εἰς ἐπερώτησιν γενομένην ὑπὸ τοῦ
191κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριχωνίας, ἀφορῶσαν δὲ εἰς τὴν μετάθε-
192σιν τοῦ δικαστοῦ κ. Ἰωαννίδου. Δὲν παρευρέθην (διότι ἦλ-
193θον βραδέως) κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν
194ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς
195μετά τινος ὁρμῆς ἐζήτησε νὰ ἐπικρίνῃ τὴν πρᾶξιν τοῦ
196Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα
197τῆς μεταθέσεως, εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τοῦτο
198ἀφέθη εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐκεῖνο,
199ὅπερ ἐνδιαφέρει τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐνα-
200σκήσῃ τὸν νόμιμον ἔλεγχον ἐπὶ τῶν πράξεων τῆς νομοτε-
201λεστικῆς ἐξουσίας, εἶναι, ἂν οἱ λόγοι, οἱ ὑπαγορεύσαντες τὴν
202μετάθεσιν, ἦναι οἷοι παρέστησεν αὐτοὺς ὁ κ. Βουλευτὴς εἰς
203τὴν Βουλήν. Διαβεβαιῶ τὸν κ. Βουλευτὴν διὰ τοῦ ἐπιση-
204μοτέρου τρόπου, ὅτι κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην τὸ πρῶτον
205ἔμαθον, ὅτι ὁ μετατεθεὶς δικαστὴς εἶναι συγγενής του. Δια-
206βεβαιῶ ἐπίσης τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι οὐδεμία εἰσήγησις καθ’
207ὅσον ἀφορᾷ τὴν μετάθεσιν ταύτην ἐγένετο οὔτε παρὰ τοῦ
208κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, οὔτε παρὰ τοῦ κ. Προέδρου
209τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσω-
210τερικῶν μάλιστα ἠπόρησε, πῶς ἀπεδίδετο εἰς αὐτὸν τοιαύτη
211εἰσήγησις, ἀφοῦ οὐδ’ ἐνθυμεῖται κἂν τοιοῦτόν τι, ὁποῖον ὁ κ.
212Βουλευτὴς παρέστησε συμβὰν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἐν λόγῳ
213πρωτοδίκου.
214§21ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
215Οὐδὲ συνέβη ποτέ.
216§22ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Οὔτε συνέβη ποτὲ, κατὰ τὴν διαβεβαίω-
217σιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
218§23ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρχον λόγοι τῆς μεταθέσεως,
219κύριε Ὑπουργέ;
220§24ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Λόγοι ὑπηρεσιακοί.
221§25ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τοὺς ἀκούσωμεν, κύριε Ὑπουργέ.
222§26ΜΑΝΕΣΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύ-
223νης, διότι ἀπήντησεν εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου. Ἐγὼ ἠπό-
224ρησα, μετ’ ἐμοῦ δὲ ἅπας ὁ δικαστικὸς καὶ νομικὸς κόσμος,
225ὅτι ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ, ἐν πλήρει λειτουργίᾳ τῶν δικαστηρίων,
226ἐκρίθη καλὸν νὰ μετατεθῇ ὁ δικαστὴς οὗτος, περὶ οὗ, σᾶς
227εἶπον, δὲν ἐξήνεγκον ἐγὼ γνώμην, ἀλλ’ ὁ πρώην Ὑπουργὸς
228τῆς Δικαιοσύνης κ. Σιμόπουλος. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς
229εἶπεν, ὅτι εἶναι δικαίωμά του ἡ μετάθεσις, νομίζω ὅτι δι-
230καίωμα Ὑπουργοῦ εἰδικοῦ, ἐνδιαφερομένου περὶ τῆς βελτιώ-
231σεως τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, δὲν εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς
232μεταθέσεως ἐν ἀκαταλλήλῳ ὥρᾳ. Αἱ μεταθέσεις γίνονται
233ὅταν τὰ δικαστήρια δὲν λειτουργῶσιν. Ἰδοὺ διατί λέγω,
234ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔκαμε βεβαίως παρα-
235νομίαν, ἀλλ’ ἔκαμε πρᾶξιν ὁμολογουμένως ἐπιβλαβεστάτην
236εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Δικαιοσύνης. Ὡς πρὸς δὲ τὸ γεγο-
237νὸς τῆς αἰτίας τῆς μεταθέσεως, δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω ἄν-
238θρωπον, ὁ ὁποῖος γινώσκει τοῦτο κάλλιστα· ἐπειδὴ ὁ κ.
239Ὑπουργὸς τὸ διαψεύδει μετ’ ἐπισημότητος, δὲν ἐπιμένω.
240Ὡς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος εἶπεν,
241ὅτι οὐδέποτε συνέβη τοιοῦτόν τι, ὅπερ εἶπον εἰς τὴν ἐπε-
242ρώτησίν μου, ἀπαντῶ ὅτι ἐγὼ δὲν εἶπόν τι σκανδαλῶδες
243διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν· εἶπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
244εἶναι γνωστότατον εἰς ὅλους τοὺς δικηγόρους, εἰς ὅλους
245τοὺς δικαστάς, εἰς ὅλον τὸν νομικὸν κόσμον, ὅτι ὁ κ. Μπου-
246φίδης ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας, ἐξασκῶν τὸ δικηγορικὸν
247του ἐπάγγελμα, ἐπεσκέπτετο τὰ δικαστήρια. Ἀλλ’ εἶναι
248γνωστὸν οὐ μόνον, ὅτι ἦτο ὀπαδὸς τῆς μεγάλης ἐκείνης κυ-
249βερνητικῆς πλειονοψηφίας, ἀλλὰ καὶ ἰδιαίτερος φίλος τοῦ
250Πρωθυπουργοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐν γένει. Τοῦτο ἤρκει,
251ἵνα ἐξασκῇ πολλὴν ἐπιῤῥοὴν, καὶ ὁσάκις εἰσήρχετο, ἔπρεπε
252νὰ ἔχῃ καὶ προτίμησιν. Ταῦτα εἶναι γνωστὰ, εἶναι δὲ ἐν-
253τροπὴ ἐντὸς τῆς Βουλῆς νὰ λέγωνται. Τοῦτο μόνον σᾶς λέγω,
254ὅτι, ἂν εἶχον δύναμιν νὰ πείσω ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν καὶ
255νὰ ἐπιβάλω εἰς αὐτὴν τὴν γνώμην μου, θὰ ἔλεγον, ὅτι ἐκεῖ-
256νοι, οἱ ὁποῖοι πολιτεύονται καὶ ἀτενίζουσι μάλιστα, ἵνα
257φθάσωσιν εἰς τὰ ἀξιώματα τῶν Ὑπουργῶν, δὲν ἔπρεπε νὰ
258ἀναμιγνύωνται εἰς τὰ δικαστήρια· διότι ὁ πολιτευόμενος,
259καὶ μάλιστα ὁ ἰσχύων, ἐπιδρᾷ σπουδαίως ἐπ’ αὐτῶν. Ἐπι-
260σκεφθῆτε τὰς ἐπαρχίας, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι οἱ ἀντιπρόσω-
261ποι τῶν ἰσχυρῶν πολιτευομένων καὶ αὐτοῦ τοῦ Πρωθυπουρ-
262γοῦ ἑκατονταπλασιάζουσιν ἐντὸς ὀλιγίστου χρόνου τὴν πε-
263λατείαν αὐτῶν, διότι ὁ πτωχὸς λαὸς φρονεῖ, ὅτι παρ’ αὐ-
264τῶν θὰ τύχῃ πραγματικῆς ὑποστηρίξεως. Τοῦτο ἤθελον
265νὰ εἴπω καὶ προχθές· ἦτο δὲ περιττὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
266Δικαιοσύνης νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι δικαίωμά του ἡ μετάθεσις.
267Ἂν δὲν ἦτο δικαίωμά του, ἤθελον φέρει κατηγορητήριον·
268ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἔφερον κατηγορητήριον· εἶπον μόνον, ὅτι ὁ
269εἰδικὸς Ὑπουργὸς, ὁ ἐρχόμενος ἵνα βελτιώσῃ τὸν δικαστι-
270κὸν κλάδον, δὲν ὤφειλε νὰ μεταθέτῃ δικαστὰς ἐν τῷ μέσῳ
271τοῦ ἔτους, διότι οἱ τοιοῦτοι δικασταὶ ἔχουσι σωρείαν ὑπο-
272θέσεων, εἰς τὰς ὁποίας ἐνδιαφέρεται πολὺς κόσμος, σπουδαίας
273ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναβάλλονται, καὶ καταστρέφονται
274συνεπῶς οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ἕνεκα τῆς μεταθέσεως τῶν δι-
275καστῶν ἐν ὥρᾳ τοιαύτῃ.
276§27ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Τριχω-
277νίας, διαβεβαιῶ αὐτὸν καὶ αὖθις, ὅτι ἡ μετάθεσις τοῦ ἐν
278λόγῳ πρωτοδίκου δὲν ἐγένετο ἐκ λόγων δυσμενείας...
279§28ΜΑΝΕΣΗΣ. Τὸ παραδέχομαι.
280§29ΣΤΕΦΑΝΟΥ... Τὸ Πρωτοδικεῖον δὲ, εἰς τὸ ὁποῖον μετε-
281τέθη, εἶναι Πρωτοδικεῖον πολυάσχολον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπί-
282σης δύναται νὰ ἀναδείξῃ τὰς καλὰς αὐτοῦ ἰδιότητας, διότι
283καὶ ἐγὼ τὴν αὐτὴν ἔχω πρὸς τὸν μετατεθέντα δικαστὴν
284ὑπόληψιν. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς ἄλλους ὑπαινιγμοὺς
285τοῦ κ. Βουλευτοῦ, θὰ τῷ ἀπαντήσω διὰ μιᾶς γνωστῆς
286παροιμίας, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ δηλ. τοὺς πολιτευομένους, τοὺς
287ἀναμιγνυομένους εἰς τὰ δικαστήρια, ὅτι δὲν εἶναι ὁ σκοῦφος,
288ὁ ὁποῖος κάμνει τὸν καλόγηρον, ἀλλ’ ὁ καλόγηρος τὸν
289σκοῦφον. Ἑπομένως δὲν εἶναι ἡ θέσις, ἡ ὁποία δύναται νὰ
290ἐπηρεάσῃ, διότι τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ χαρακτῆρος.
291§30ΜΑΝΕΣΗΣ. Πρέπει νὰ προσθέσω δύο λέξεις διὰ τὸν
292κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος βεβαίως γνωρίζει
293κάλλιον ἐμοῦ τὴν θέσιν τῶν δικαστῶν ἐν Ἑλλάδι. Οἱ δι-
294κασταὶ ἐν Ἑλλάδι ἔχουσιν εὐτελῆ καὶ γλίσχραν μισθοδο-
295σίαν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δέ εἰσιν ἐπιβεβαρημένοι μὲ μεγάλα
296οἰκογενειακὰ βάρη καὶ στεροῦνται περιουσίας ἰδίας, οἱ ἄν-
297θρωποι δ’ αὐτοὶ βεβαίως πολλάκις τρέμουσι τὴν μετάθεσιν
298ἐν τοιαύτῃ ἀκαταλλήλῳ ὥρᾳ. Ἂς μὴ λέγωσι λοιπὸν, ὅτι
299δὲν ἔχουσιν ἐπίδρασιν ἐπ’ αὐτῶν οἱ πολιτευόμενοι. Ἔπρεπεν
300οἱ δικασταὶ σήμερον νὰ ἔχωσι πεποίθησιν, ὅτι οὐδεὶς δύ-
301ναται νὰ μεταθέσῃ αὐτοὺς, καὶ μάλιστα ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ.
302Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ μετάθεσις δὲν ἐγένετο
303ἐκ λόγων προσωπικῶν, λέγω ὅτι ὁ ἀντικαταστήσας τὸν
304μετατεθέντα δικαστὴν εἶναι ὁ δικαστὴς κ. Ναύτης, περὶ
305τοῦ ὁποίου ἐνδιαφέρεται ὁ ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν περὶ
306ἐπικυρώσεως τῆς ἐγκυκλίου βουλευτὴς Σύρου κ. Βοκοτό-
307πουλος.
308§31ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν γνωρίζω
309οἱανδήποτε συγγένειαν ὡς λόγον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐμποδίζῃ τὴν
310μετάθεσιν δικαστοῦ τινος. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι ὁ κύριος
311Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν
312τοῦ ἐντίμου ἐκ Τριχωνίας Βουλευτοῦ, εἶπεν ὅτι μέχρι τῆς
313στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐποιήσατο τὴν
314ἐπερώτησίν του, ἠγνόει ἐντελῶς τὴν συγγένειαν, ἡ ὁποία
315συνδέει τὸν δικαστὴν Ἰωαννίδην μετὰ τοῦ Βουλευτοῦ Τρι-
316χωνίας, δικαιολογῶν οὑτωσὶ τὴν μετάθεσιν...
317§32ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν
318ἐδικαιολογήθην· ἀπέκρουσα τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν ἠθέ-
319λησε νὰ προσάψῃ, ὅτι, ἐπειδὴ ἦτο συγγενής του, μετετέθη.
320§33ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου συνα-
321δέλφου Τριχωνίας δὲν ἀπέβλεπεν εἰς τὸ νὰ διατυπώσῃ παρά-
322πονον προσωπικὸν, ἡ ἐπερώτησίς του ἀπέβλεπεν εἰς τὸ νὰ
323μάθῃ ἡ Βουλὴ τοὺς οὐσιαστικοὺς λόγους, οἵτινες ὑπηγό-
324ρευσαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν μετάθεσιν
325ἑνὸς δικαστοῦ ἐκ τῶν ἱκανωτέρων, τῶν ὑπηρετούντων εἰς
326τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν, καὶ μάλιστα ἐν ὥρᾳ τοῦ ἔτους,
327κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ συζητήσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε εἶναι
328γνωστὸν κοινῶς, ὅτι πάντες οἱ δικασταὶ εἶναι ἐπιβεβαρη-
329μένοι μὲ πλείστας ὑποθέσεις, τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἀναλάβει
330τὴν εἰσήγησιν, καὶ αἱ ὁποῖαι βεβαίως ἐκ τῆς μεταθέσεως
331τῶν δικαστῶν, τῶν ἐχόντων αὐτὰς, θέλουσιν ἔλθει εἰς ἀνα-
332συζήτησιν, καὶ θέλει προκύψει ἐντεῦθεν ζημία εἰς τοὺς δι-
333καζομένους πολίτας. Εἰς τοῦτο ἀπέβλεπεν ἡ ἐπερώτησις
334τοῦ κ. Βουλευτοῦ Τριχωνίας, καὶ ἐπὶ τούτου ὀφείλει νὰ
335δώσῃ ἀπάντησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς.
336§34ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ
337σᾶς δώσω τὴν ἀπάντησιν. Ὅταν ὁ νόμος, ὅπως γινώσκετε
338καὶ ὑμεῖς ἄριστα, διότι εἶσθε νομικὸς, ἀνατίθησιν εἰς τὴν
339διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ μίαν ἐνέργειαν, τοῦτο
340ἀφορᾷ πλέον εἰς τοὺς λόγους τῆς ἐσωτερικῆς πεποιθή-
341σεως τοῦ Ὑπουργοῦ· οἱ λόγοι οὗτοι εἶναι ἀνεξέλεγκτοι.
342Ἀπήντησα δὲ εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καθό-
343σον προετάθησαν λόγοι τοιοῦτοι, καθιστῶντες τὴν πρᾶξιν
344τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπιλήψιμον, καὶ διὰ τοῦτο ἠθέλησα ν’ ἀπο-
345κρούσω τοὺς λόγους τούτους, ὄχι δικαιολογούμενος, ἀλλὰ
346ἀποκρούων, ἀρνούμενος, ἀναιρῶν αὐτούς. Γινώσκετε δ’ ἐπί-
347σης καλῶς, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ νῦν εἰς τὴν διακρι-
348τικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ ἀνατεθειμένον, ἄλλοτε διὰ
349νόμου εἶχε περιορισθῆ, ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος κατηργήθη ὑπὸ
350τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐλθούσης διὰ τῶν ἐκλογῶν τῆς 14
351Ὀκτωβρίου, ἀκριβῶς ἵνα λύσῃ τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ,
352καὶ αἱ χεῖρες σήμερον τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι ἐλεύθεραι. Ὥστε
353δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον σήμερον δύναται νὰ τεθῇ ὑπὸ
354τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ, τὴν ὁποίαν
355αὐτὴ ἡ Βουλὴ ἠθέλησε νὰ ἐνασκῇ ὁ Ὑπουργὸς ἀνεξελέγ-
356κτως, δυνάμει τῆς διακριτικῆς αὐτοῦ ἐξουσίας.
357§35ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι καὶ ὁ ἐλθὼν εἰς
358ἀντικατάστασιν τοῦ μετατεθέντος εἶναι δικαστὴς ἐπίσης
359ἐντιμότατος καὶ ἱκανώτατος. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι
360δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι νὰ μεταθέτῃ τοὺς δικα-
361στὰς, χωρὶς νὰ δίδῃ λόγον, ἀλλ’ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς
362Δικαιοσύνης, τὸν κ. Στεφάνου ἰδίως, δικηγόρον καὶ γνωρί-
363ζοντα τὰ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπιβάλλεται ὅπως τὸ δικαίωμα
364τοῦτο ἐνασκῇ μετὰ τινος δεδικαιολογημένης μετριότητος.
365Τὸ δικαίωμα τοῦτο πρέπει νὰ ἐνασκῇ χωρὶς νὰ ἐπιφέρῃ
366καὶ ἀδικίας· διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μετα-
367θέτῃ, ἔχει ἀφ’ ἑτέρου καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ βλάπτῃ
368τοὺς πολίτας. Ὁ μετατεθεὶς δικαστὴς ἦτο εἰσηγητὴς εἰς
369500 πτωχεύσεις καὶ εἰς 500 ἄλλας ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι
370θὰ ἔλθωσιν εἰς ἀνασυζήτησιν, ἐντεῦθεν δὲ διὰ τῆς τοιαύτης
371μεταθέσεως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐγένετο πρόξενος ἀδικήματος
372εἰς τοὺς πολίτας. Ὥστε, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι μὲν νόμιμος
373ἡ χρῆσις τοῦ δικαιώματός σας τούτου, ἀλλ’ ὅταν ἐπέρχη-
374ται ἀποτέλεσμα ἄδικον, αὐτὸ βαρύνει τὴν συνείδησίν σας,
375κύριε Ὑπουργέ.
376§36Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκ-
377κλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως).
378Συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυνουρίας κατα-
379θέτω πίνακα, ἐμφαίνοντα τὰ καταργηθέντα ὑπὸ τῆς προ-
380κατόχου Κυβερνήσεως ἑλληνικὰ σχολεῖα.
381Ἐπίσης συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ
382Μεσσήνης καταθέτω καὶ ἕτερον πίνακα, ἐμφαίνοντα τὰ μὴ
383καταργηθέντα ἑλληνικὰ σχολεῖα.
384§37ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὸν πίνακα τὸν ἐμφαίνοντα τὰ κα-
385ταργηθέντα σχολεῖα ἀναγράφεται ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν
386καθ’ ἣν ἐποχὴν κατηργήθησαν;
387§38ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἀναγράφεται καὶ διὰ τὰ καταργη-
388θέντα καὶ διὰ τὰ μὴ καταργηθέντα.
389Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἐζήτησε νὰ καταθέσω καὶ
390τὴν ἔκθεσιν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας κατηργήθησαν τὰ
391σχολεῖα· ἀλλ’ ὡς μὲ ἐπληροφόρησεν ἡ ὑπηρεσία, τοιαύτη
392ἔκθεσις δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ
393ὁ κ. Βουλευτὴς μὲ διεβεβαίωσεν, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουρ-
394γείῳ τοιαύτη ἔκθεσις, διέταξα καὶ ἐγένετο κατ’ ἐπανάλη-
395ψιν ἀκριβεστέρα ἔρευνα, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἔρευναν ταύ-
396την δὲν ἀνευρέθη ἡ τοιαύτη ἔκθεσις.
397§39ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αἱ πληροφορίαι αὗται πρέπει νὰ τυ-
398πωθῶσι.
399§40ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν ἀντιλέγω.
400§41ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὁ ἐκ Τρικκάλων βουλευτὴς κ. Χα-
401τζηπέτρος ἐπηρώτησεν, ἂν ἡ χρησιμεύουσα ἤδη ὡς ἰδιωτι-
402κὸν σχολεῖον ἀῤῥένων ἐν Τρικκάλοις οἰκία ἐμισθώθη κατὰ
403ἓν τμῆμα αὐτῆς, ἵνα χρησιμεύσῃ καὶ ὡς σχολεῖον τῶν θη-
404λέων. Πληροφορῶ τὸν κ. Βουλευτήν, ὅτι οὐ μόνον δὲν ἐμι-
405σθώθη ἡ οἰκία αὕτη, ἀλλ’ οὔτε καὶ προὐτάθη ὡς κατάλ-
406ληλος δι’ ἐνοικίασιν. Ἐπροτάθη ὅμως ἑτέρα οἰκία ὡς κα-
407τάλληλος, ἡ τῶν ἀδελφῶν Τακιαντζῆ, ἀλλὰ εἰς ταύτης
408τὴν ἐνοικίασιν δὲν συνῄνεσεν ὁ ἰδιοκτήτης. Ἐπίσης ἐθεω-
409ρήθη κατάλληλος καὶ ἡ οἰκία τοῦ κ. Δ. Τσούκα, ἀλλὰ
410καὶ ταύτην δὲν συνῄνεσεν ὁ ἰδιοκτήτης νὰ ἐκμισθώσῃ. Μέ-
411χρι τοῦδε τὸ ζήτημα τοῦτο μένει ἐκκρεμὲς, μὴ ἐνοικια-
412σθείσης οὐδεμιᾶς οἰκίας διὰ σχολεῖον τῶν θηλέων. Περὶ δὲ
413τῆς οἰκίας τοῦ Βαμβέτσου οὐδεμία διαταγὴ ἐδόθη πρὸς
414ἐνοικίασιν.
415§42ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Οἱ
416βουλευταὶ Μεσσήνης κ. κ. Ἀλκιβιάδης Δεληγιάννης καὶ
417Μερλόπουλος ἐζήτησαν νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφο-
418ρῶντα εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς γράνας Μάλτας. Καταθέτω
419τὰ ἔγγραφα ταῦτα.
420Ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Σταυρόπουλος ἐζήτησε νὰ
421καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν δύο ἐγκυκλίους τοῦ Ὑπουργείου
422τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τῆς μιᾶς τῶν ὁποίων οἱ Νομάρχαι
423τοῦ Κράτους διετάσσοντο, πρὶν ἢ ἐκδώσωσιν ἀπόφασιν ἐπὶ
424ψηφισμάτων Δημοτικῶν Συμβουλίων, νὰ ὑποβάλλωσι τὰ
425ψηφίσματα ταῦτα καὶ ζητῶσι τὴν ἐπ’ αὐτῶν γνώμην τοῦ
426Ὑπουργείου. Τὴν ἐγκύκλιον ταύτην ὡς καὶ τὴν ἀνακα-
427λοῦσαν αὐτὴν ἐγκύκλιον, τὴν ἐκδοθεῖσαν πρὸ ὀλίγου χρόνου,
428καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν.
429§43ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Μίαν ἄλλην ἡμιεπίσημον διαταγὴν
430δὲν θὰ καταθέσητε;
431§44ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐγκύκλιον, ὡς ὠνόμα-
432σεν αὐτὴν προχθὲς ὁ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτὴς, τὴν ἐκδο-
433θεῖσαν πρὸ χρόνων καὶ πραγματευομένην περὶ ὁμοίου θέ-
434ματος, τοιαύτην ἐγκύκλιον δὲν εὗρον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
435ζητήσας δὲ πληροφορίας, ἔλαβον τὰς ἑξῆς: Ὅτι ἡμιεπίση-
436μος ἐπιστολὴ πρὸ ἐτῶν πολλῶν ἐστάλη εἰς τοὺς νομάρ-
437χας, διὰ τῆς ὁποίας παρηγγέλοντο οἱ δήμαρχοι ἢ οἱ νο-
438μάρχαι, ὅπως τὰ ψηφίσματα τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων,
439δι’ ὧν ἐψηφίζοντο εἰδικῶς δάνεια, ὑποβάλλωσιν εἰς τὸ
440Ὑπουργεῖον, ἵνα λαμβάνῃ γνῶσιν αὐτῶν. Τοιαύτην ὅμως
441ἐγκύκλιον, ἐπειδὴ ἦτο, φαίνεται, ἡμιεπίσημος, δὲν ἠδυνή-
442θην νὰ ἀνεύρω, ἐπληροφορήθην ὅμως, ὅτι οὕτως εἶχον τὰ
443κατ’ αὐτήν.
444§45ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς πρώτης ἐγκυκλίου δὲν
445ἔχετε παρατηρήσεις νὰ ὑποβάλητε;
446§46ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὑπῆρχε τοιαύτη ἐγκύκλιος τοῦ προκα-
447τόχου μου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐπειδὴ
448ἐθεώρησα, ὅτι δὲν ἐστηρίζετο εἰς τὸν νόμον, τὴν ἀνεκάλεσα.
449Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐζήτησε συγχρόνως νὰ
450καταθέσω ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργείου, δι’ ἧς ἀπηγορεύετο
451εἰς τοὺς δημάρχους νὰ ἐκδίδωσι πιστοποιητικὰ ἀκτημοσύ-
452νης. Τοιαύτη ἐγκύκλιος δὲν ἐξεδόθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου
453τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐζήτησα πληροφορίας ἐκ τῆς ὑπηρε-
454σίας, καὶ αὕτη μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι ἀντηλλάγη ἀλλη-
455λογραφία μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ
456τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων, ἧς τὰ ἔγγραφα καὶ μοὶ παρέ-
457δωκεν. Ἐκ τῶν ἐγγράφων δὲ τούτων προκύπτουσι τὰ ἑξῆς:
458Ὅτι ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων, εὑρισκόμενος εἰς ἐξαιρετικὰς
459ὅλως περιστάσεις, διότι ἐν τῷ δήμῳ Ἀθηναίων ὑπάρχουσι
460πολλοὶ δημόται, καταγόμενοι ἐκ διαφόρων μερῶν τῆς Ἑλ-
461λάδος, καὶ τῶν ὁποίων αἱ περιουσίαι εἶναι ἄγνωστοι ἐντε-
462λῶς εἰς τὸν δήμαρχον Ἀθηναίων, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκδίδῃ
463πιστοποιητικὰ ἐπὶ τῇ ἰδίᾳ του γνώσει καὶ εὐθύνῃ, ἐστηρί-
464ζετο δὲ εἰς πληροφορίας ἢ μαρτυρίας, ἀλλὰ κατὰ νόμον τὰ
465πιστοποιητικὰ ταῦτα δὲν δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν,
466διότι ὁ νόμος ἀπαιτεῖ, ἵνα ἡ πιστοποίησις τοῦ δημάρχου
467στηρίζηται εἰς τὴν ἰδίαν του ἀντίληψιν καὶ τὴν ἰδίαν του
468εὐθύνην. Ἐκ τούτου τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὀρ-
469θῶς, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, παρήγγειλεν εἰς τὸν δήμαρ-
470χον Ἀθηναίων διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 20,659 ἐγγράφου του,
471ὅτι κατὰ τὸν νόμον ὀφείλει νὰ ἐκδίδῃ πιστοποιητικὰ στη-
472ριζόμενα εἰς τὴν ἰδίαν του ἀντίληψιν καὶ τὴν ἰδίαν του εὐ-
473θύνην, ἐὰν δὲ τὴν ἀντίληψίν του ταύτην μέλλῃ νὰ σχη-
474ματίσῃ ἐκ πληροφοριῶν ἢ ἐξ ἐνόρκων καταθέσεων μαρτύ-
475ρων, τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς ἰδίας του πε-
476ποιθήσεως, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀναφέρωνται ἐντὸς τῶν πι-
477στοποιητικῶν τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἐξ ὧν ἠρύσθη τὰς πλη-
478ροφορίας καὶ ἐφ’ ὧν ἐβασίσθη καὶ ἐσχημάτισε τὴν περὶ τῆς
479ἀκτημοσύνης τῶν αἰτούντων πεποίθησίν του, διότι, προσέ-
480θετε τὸ Ὑπουργεῖον, τοιαῦτα πιστοποιητικὰ δὲν δύνανται
481νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ταμίου, ὅπως δια-
482τάξῃ τὴν ἀποφυλάκισιν τῶν τοιαῦτα πιστοποιητικὰ προσα-
483γόντων ὀφειλετῶν. Εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο τοῦ Ὑπουρ-
484γείου, τὸ ὁποῖον ἴσως παρενόησεν ὁ κ. δήμαρχος Ἀθη-
485ναίων, ἀπαντῶν οὗτος, ὑπέβαλεν ὑπόμνημα εἰς τὸ Ὑπουρ-
486γεῖον, ἐν ᾧ λέγει, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐκδίδῃ πιστοποιη-
487τικὰ, ἐὰν δὲν ἀναφέρῃ τὰ ἔγγραφα, ἐπὶ τῶν ὁποίων στη-
488ρίζει τὴν πεποίθησιν αὑτοῦ περὶ τῆς ἀκτημοσύνης τῶν
489αἰτούντων τὰ πιστοποιητικὰ ταῦτα. Ἐπὶ τοῦ τοιούτου
490ὑπομνήματος τοῦ κ. δημάρχου δὲν ἐδόθη ἀκόμη ἀπάντη-
491σις, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐκ παρανοή-
492σεως τοῦ πνεύματος τῆς διαταγῆς τοῦ προκατόχου μου
493Ὑπουργοῦ ὁ κ. δήμαρχος Ἀθηναίων ἀρνεῖται τὴν ἔκδοσιν
494τῶν πιστοποιητικῶν, διότι ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς παρε-
495τήρησεν εἰς αὐτὸν, ὅτι δύναται μὲν, ἐὰν ἔχῃ πεποίθησιν
496εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ βεβαιώσωσιν αὐτὸν περὶ τῆς ἀκτη-
497μοσύνης τῶν αἰτούντων τὰ πιστοποιητικὰ, νὰ σχηματίσῃ
498ἐκ τούτου τὴν ἰδίαν αὐτοῦ πεποίθησιν, ὀφείλει ὅμως νὰ μὴ
499ἀναγράφῃ ἐντὸς τῶν πιστοποιητικῶν τὰ ἔγγραφα, ἐξ ὧν
500ἐσχημάτισε τὴν τοιαύτην πεποίθησίν του, ἐὰν δὲ σχημα-
501τίσῃ πεποίθησιν περὶ τῆς ἀκτημοσύνης τῶν αἰτούντων, νὰ
502βεβαιώνῃ ὑπὸ τὴν εὐθύνην αὐτοῦ τὴν ἀκτημοσύνην τῶν
503αἰτούντων, διότι—ἔλεγε τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ ἐγγρά-
504φου—τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἐξασφαλίζουσιν αὐτὸν ἐκ πεπλα-
505νημένης τυχὸν πιστοποιήσεως, καθόσον ἀποκλείουσι τὴν
506δολίαν προαίρεσιν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ.
507Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἠδύ-
508νατο νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παράπονα κατὰ τοῦ ἐγγράφου
509τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ.
510§47ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Τὸ συμπέρασμά σας ν’ ἀκούσωμεν.
511§48ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ποῖον;
512§49ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Τῆς διαταγῆς σας.
513§50ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ δήμαρχος θέλει συμμορφωθῇ μὲ τὴν
514διαταγὴν, ἡ ὁποία στηρίζεται ἐπὶ τοῦ κειμένου νόμου.
515§51ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Ὑπὸ ἰδίαν του εὐθύνην θὰ πιστοποιῇ;
516§52ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐὰν ἐκδίδῃ κατ’ ἄλλον τρόπον τὰ πι-
517στοποιητικὰ, ταῦτα δὲν θὰ χρησιμεύωσιν εἰς τοὺς αἰτοῦντας,
518διότι ὁ ταμίας δὲν δύναται νὰ τὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν· διότι,
519ὅταν ὁ δήμαρχος λέγῃ: «πιστοποιῶ, στηριζόμενος εἰς πλη-
520ροφορίαν ἢ εἰς τὰ τάδε ἔγγραφα, ὅτι ὁ δεῖνα εἶναι ἀκτή-
521μων», τὸ τοιοῦτον πιστοποιητικὸν δὲν πληροῖ τοὺς ὅρους
522τοῦ νόμου, καὶ ἑπομένως δὲν ὠφελεῖ τὸν προσάγοντα αὐτό.
523Ὁ προκάτοχος λοιπὸν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
524παρετήρησε πρὸς τὸν κ. δήμαρχον: «δύνασθε νὰ λαμβάνητε
525πληροφορίας καὶ νὰ ἐξετάζητε μάρτυρας, ἵνα πεισθῆτε
526περὶ τῆς ἀκτημοσύνης τῶν αἰτούντων τοιαῦτα πιστοποιη-
527τικὰ, ἀλλ’ ὀφείλετε, ὅταν ἐκδίδητε τὰ πιστοποιητικὰ, νὰ
528βεβαιῶτε ὑπὸ ἰδίαν σας εὐθύνην τὴν ἀκτημοσύνην, χωρὶς
529νὰ ἀναφέρητε ἐν αὐτοῖς τὰ ἔγγραφα, ἐφ’ ὧν στηριχθέντες
530ἐσχηματίσατε τὴν πεποίθησιν σας». Τὴν διαταγὴν ταύτην
531θεωρῶ σύμφωνον πρὸς τὸν νόμον, καὶ ἑπομένως κακῶς ὁ
532δήμαρχος, παρανοήσας αὐτὴν, ἀρνεῖται νὰ ἐκδίδῃ πιστο-
533ποιητικὰ ἀκτημοσύνης.
534§53ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Εὐχαριστοῦμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
535Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν πληροφορίαν αὐτὴν, ἀλλὰ πρέπει νὰ
536γνωρίζητε, κ. Ὑπουργὲ, ὅτι ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν περι-
537λαμβάνει μέγαν ἀριθμὸν κατοίκων καταγομένων ἀπὸ
538διαφόρους πόλεις τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, καὶ
539ὁ δήμαρχος δὲν δύναται νὰ ἀναλαμβάνῃ ὑπὸ ἰδίαν του
540εὐθύνην νὰ πιστοποιῇ, ἐὰν οἱ τοιοῦτοι κέκτηνται περιου-
541σίαν κινητὴν ἢ ἀκίνητον. Ὅταν λοιπὸν δὲν θέλῃ ὁ δήμαρ-
542χος νὰ πιστοποιήσῃ καὶ κατόπιν τῶν διαβεβαιώσεων, κα-
543τόπιν τῶν ἐνόρκων μαρτυριῶν, κατόπιν τῶν ἐγγράφων, τὰ
544ὁποῖα δύναται πᾶς τις νὰ προσαγάγῃ ἐνώπιον τοῦ δημάρ-
545χου, πῶς θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα;
546§54ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι ὁ δήμαρχος δὲν
547σχηματίζει πεποίθησιν περὶ τῆς ἀκτημοσύνης, καὶ ἐπειδὴ
548τοῦτο ἀφορᾷ αὐτὸν, βεβαίως δὲν δύναται νὰ δώσῃ περὶ τού-
549του πιστοποιητικόν. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι κατὰ τοιοῦτον
550τρόπον δύνανται νὰ ἐκδίδωνται τὰ πιστοποιητικὰ παρὰ τῶν
551δημοτικῶν ἀρχῶν, τότε πρέπει νὰ μεταβληθῇ ὁ κείμενος
552νόμος, εἰς τρόπον ὥστε νὰ χρησιμεύωσι τὰ τοιαῦτα πιστο-
553ποιητικὰ εἰς τοὺς ζητοῦντας καὶ προσάγοντας αὐτά.
554§55ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Αὐτὸ περιμένομεν ἀπὸ σᾶς, διὰ νὰ διευ-
555κολύνωμεν τὸν δήμαρχον, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐκδίδῃ
556πιστοποιητικά.
557§56ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ
558τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ἀκριβῆ, καὶ ὀρθὴ εἶναι ἡ λύσις ἡ
559δοθεῖσα καὶ ὑπ’ αὐτοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ προκατόχου αὐτοῦ εἰς
560τὸ ζήτημα τῶν πιστοποιητικῶν. Βεβαίως ὁ δήμαρχος ὀφεί-
561λει νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς πληροφορίας τὰς εἴτε ἐγγρά-
562φως εἴτε προφορικῶς, εἴτε ἐνόρκως εἴτε ἀνωμοτὶ δοθείσας
563αὐτῷ, καὶ ἐπὶ ἰδίᾳ εὐθύνῃ, σχηματίζων πεποίθησιν, νὰ
564πιστοποιῇ· ἐὰν δὲ δὲν πιστοποιῇ, ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι πᾶ-
565σαι αἱ πληροφορίαι, αἱ δοθεῖσαι αὐτῷ εἴτε ἐνόρκως εἴτε
566μὴ, δὲν ἤρκεσαν, ὅπως πεισθῇ καὶ δώσῃ τὴν βεβαίωσιν.
567Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν
568ἔχει πάσας τὰς πληροφορίας, τὰς ἀναγομένας εἰς τὸ ζή-
569τημα, τὸ τελευταῖον προκύψαν ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ, διότι καὶ
570πρότερον ὁ αὐτὸς ἴσχυε νόμος, καὶ ἐν τούτοις οἱ δήμαρχοι
571ἐπιστοποίουν καὶ ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην, στηριζόμενοι μὲν ἴσως
572εἰς ἔγγραφα, ἀλλὰ περιλαμβάνοντες τὴν φράσιν, ὅτι πιστο-
573ποιοῦσιν ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην. Τελευταῖον ὅμως νομίζω, ὅτι
574ἄλλοθεν προέκυψεν ἡ δυσχέρεια, διότι πολλοὺς ὀφειλέτας
575ἤκουσα παραπονουμένους, ὅτι ἀρνεῖται εἰς αὐτοὺς ἡ δημο-
576τικὴ ἀρχὴ πιστοποιητικὰ, καὶ ἐξετάσας ἐπείσθην, ὅτι ἄλ-
577λοθεν προέρχεται ἡ δυσχέρεια. Φαίνεται ὅτι πιστοποιητικὰ
578καλῶς ἔχοντα κατὰ τὸν νόμον, προσαγόμενα εἰς τὸν ἁρμό-
579διον ταμίαν ἢ ὑποταμίαν ἢ εἰσπράκτορα, δὲν ἐλαμβάνοντο
580ὑπ’ αὐτοῦ ὑπ’ ὄψιν, κατ’ ἐντολὴν τοῦ προϊσταμένου, διὰ
581τὸν λόγον, ὅτι ὁ ταμίας, δυσπιστῶν πρὸς τὸ ἀφερέγγυον τοῦ
582ὀφειλέτου, πρὸς τὴν πενίαν αὐτοῦ, ἐζήτει νὰ περιληφθῇ εἰς
583τὴν πιστοποίησιν τοῦ δημάρχου ἡ βεβαίωσις, ὅτι ὁ ὑπὲρ
584οὗ δίδωσι τὸ πιστοποιητικὸν οὔτε ἄλλην ἔχει περιουσίαν
585ἀλλ’ οὔτε διὰ προικοσυμφώνου ἔχει προῖκα, οὔτε συνέταξέ
586ποτε συμβόλαιον εἰκονικόν· ἐζήτει δηλαδὴ παρὰ τοῦ δημάρ-
587χου νὰ γνωρίζῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οὔτε οἱ στενότεροι συγγε-
588νεῖς τοῦ ἐνδιαφερομένου δύνανται νὰ γνωρίζωσιν, οὔτε ἄλλος
589τις ἐν τῇ κοινωνίᾳ, πλὴν ἐκείνου μόνον, μετὰ τοῦ ὁποίου
590συνετάχθη τὸ εἰκονικὸν συμβόλαιον. Τοῦτο μοὶ ἐφάνη ὑπερ-
591βολικόν, ἐξετάσας δὲ ἀκριβέστερον τὰ πράγματα, ἐβεβαιώ-
592θην ὅτι τῷ ὄντι ὑπῆρχε τοιαύτη ἀξίωσις ἐκ μέρους τῶν
593ταμιῶν, ἀπέναντι δὲ τοιαύτης ἀξιώσεως ἐννοεῖται ὅτι καὶ
594ὁ δήμαρχος ἠρνεῖτο νὰ δώσῃ οἱονδήποτε πιστοποιητικόν.
595Ἐὰν τοιοῦτόν τι ὑπάρχῃ,—καὶ ἂν ὑπάρχῃ, πᾶν τὸ σχε-
596τικὸν θέλει εὑρεθῆ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν,—
597νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐξετασθῇ ἐν τούτῳ τῷ Ὑπουργείῳ
598ἡ τοιαύτη παράδοξος ἀξίωσις, καὶ νὰ καθοδηγηθῶσιν οἱ
599ὑπάλληλοι οἱ ἁρμόδιοι, ἵνα ζητῶσι τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου
600ἀξιούμενα καὶ ὄχι τὰ κατὰ τὴν φαντασίαν αὐτῶν ἀπαραί-
601τητα.
602§57ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἐγένετο τοιαύτη ποτὲ
603ἐνέργεια, οὔτε ἐὰν ἀνεκοινώθη ποτὲ τοιοῦτον παράπονον.
604Βεβαίως τοῦτο, τὸ ὁποῖον παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
605Μεγαρίδος ὡς γενόμενον, εἶναι ἄτοπον, διότι ὁ νόμος ἀξιοῖ
606πιστοποιητικὸν, δι’ οὗ νὰ βεβαιοῖ ὁ δήμαρχος, ὅτι ὁ ὑπὲρ
607οὗ τοῦτο ἐκδίδεται εἶναι ἀκτήμων, καὶ οὐδὲν πλέον· ὁ δὲ
608ταμίας, συμμορφούμενος μὲ τὸν νόμον, ὀφείλει νὰ ἀρκεσθῇ
609εἰς τὴν τοιαύτην κατὰ νόμον πιστοποίησιν τοῦ δημάρχου.
610Ἐκ τῶν ἐν τῷ φακέλλῳ τῆς σχετικῆς ἀλληλογραφίας ἐγ-
611γράφων δὲν προκύπτει τοιαύτη περίστασις, προκύπτει ἡ
612περίστασις, τὴν ὁποίαν προανέφερα, τουτέστιν, ὅτι συνε-
613πείᾳ ἀναφορᾶς διαφόρων ὀφειλετῶν, παραπονουμένων ὅτι
614ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων δὲν ἐκδίδει πιστοποιητικὰ τοι-
615αῦτα, ἐζητήθη παρὰ τοῦ κ. δημάρχου ὁ λόγος, διὰ τὸν
616ὁποῖον ἀρνεῖται τὴν ἔκδοσιν, καὶ ὁ δήμαρχος ἀπήντη-
617σεν: «ἐπειδὴ τὸ Ὑπουργεῖον μοὶ παρήγγειλε νὰ μὴ ἀνα-
618φέρω εἰς τὰ πιστοποιητικά, ὅτι τὰς πληροφορίας ταύ-
619τας ἔλαβον ἐκ τοῦ δεῖνος ἢ δεῖνος μέσου, δὲν δύναμαι νὰ
620ἐκδώσω πιστοποιητικόν, καθόσον δὲν γνωρίζω ἐγὼ ἐὰν οἱ
621αἰτοῦντες ἦναι ἀκτήμονες, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἀναλάβω τὴν
622ἐπὶ τούτῳ εὐθύνην»· ὅπερ δηλοῖ, ὅτι ὁ κ. δήμαρχος δὲν
623ἔχει πεποίθησιν εἰς τὸ μέσον καὶ τὰς πληροφορίας, τὰς
624ὁποίας παρέσχον εἰς αὐτὸν, ὅπως σχηματίσῃ πεποίθησιν.
625Ὅταν δὲ ὁ δήμαρχος δὲν ἔχῃ πεποίθησιν περί τινος, δὲν
626δύναται νὰ ἐκβιασθῇ ὑπ’ οὐδενὸς πρὸς ἔκδοσιν πιστοποιη-
627τικοῦ. Ἐν τούτοις τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέ-
628δειξεν εἰς αὐτὸν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἠδύνατο νὰ ἐξασφα-
629λίσῃ καὶ τὴν ἰδίαν του εὐθύνην καὶ νὰ σχηματίσῃ τὴν πε-
630ποίθησίν του ἐκ τῶν δυνατῶν μέσων περὶ τῆς ἀκτημοσύνης
631τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ζητοῦσι τοιοῦτον πιστοποιητι-
632κόν, ἀλλ’ ὁ κ. δήμαρχος ἐξακολουθεῖ νὰ ἀρνῆται.
633§58Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυ-
634τικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τῆς
635δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1894.
636Ἡ δύναμις αὐτοῦ ἀνέρχεται εἰς 3,302 ἄνδρας, ἀξιωματι-
637κούς, ὑπαξιωματικοὺς καὶ ναύτας.
638§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
639Παράρτημα, ἀριθ. 39).
640§60ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ κ.
641Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ βεβαιώσῃ τὴν ἐνέργειαν
642τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου ἐπὶ τῶν διαταγῶν τῶν δοθει-
643σῶν εἰς τὸν δήμαρχον Ἀθηναίων ὡς καλῶς ἔχουσαν, ὀφεί-
644λει νὰ σκεφθῇ, ὅτι ὁ νομοθέτης οὐδέποτε ἐσκέφθη νὰ δώσῃ
645δῶρον ἄδωρον εἰς τοὺς πολίτας, καὶ ἔπρεπε τοὐλάχιστον
646διὰ καταλλήλου τρόπου νὰ εἰσηγήσηται τῷ δημάρχῳ τὸν
647τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου· ἡ δὲ ἀξίωσίς του, ὅτι ὁ
648δήμαρχος τότε μόνον δύναται νὰ δώσῃ πιστοποιητικόν,
649ὅταν βεβαιωθῇ, ὅτι καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος δὲν κέκτηται
650περιουσίαν ὁ ζητῶν τὸ πιστοποιητικὸν τοῦ πένητος, μοὶ
651φαίνεται ὅτι δὲν στηρίζεται οὔτε εἰς τὴν λογικὴν οὔτε εἰς
652τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, διότι οὐδεὶς δήμαρχος θὰ δυνηθῇ νὰ
653δώσῃ τοιοῦτον πιστοποιητικόν, ἀφοῦ ὁ δήμαρχος Ἀθη-
654ναίων π. χ. δὲν δύναται νὰ ἠξεύρῃ ἐὰν ὁ δημότης Ἀθη-
655ναίων ἔχῃ περιουσίαν ἐν Τριπόλει, καὶ οὕτως ὁ νομοθέτης
656χαρακτηρίζεται ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτε-
657ρικῶν ὡς παράλογος.
658Ἔστω ὅμως, ὅτι ἡ μία πρᾶξις ἐθεωρήθη ὡς καλῶς ἐνερ-
659γηθεῖσα· ἀλλὰ διὰ τὴν δευτέραν δὲν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν
660νὰ ἀγανακτήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἐπι-
661βάλλουσιν οἱ νόμοι τῆς πατρίδος του;
662Ἐκδίδεται, Κύριοι, μία ἐγκύκλιος, καταργοῦσα τοὺς
663νόμους τοῦ Κράτους, καὶ δὲν ταράσσεται ὁ κ. Ὑπουργὸς
664νὰ εἴπῃ «ποῦ εὑρισκόμεθα»; Διότι, ὅταν ἕκαστος Ὑπουρ-
665γὸς ἔρχηται καὶ παρανομῇ, καὶ ἕτερος τὸν ἀπομιμῆται,
666τότε τίποτε δὲν δύναται νὰ σταθῇ ἐν Ἑλλάδι, καὶ εἶναι
667περιττὸν νὰ ἐρχώμεθα ἐδῶ, διότι οὕτως οἱ Βουλευταὶ
668μεταβαλλόμεθα εἰς νευρόσπαστα τοῦ Χόλδεν.
669Ἰδού, κύριοι Βουλευταί, τί λέγει ἡ ἐγκύκλιος (ἀναγι-
670νώσκει):
671«ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
672«Πρὸς τοὺς Νομάρχας τοῦ Κράτους.
673«Ἐκ διαφόρων περιστάσεων γινώσκομεν, ὅτι μετὰ τὴν
674ὁριστικὴν κατάρτισιν τῶν δημοτικῶν προϋπολογισμῶν τὰ
675Δημοτικὰ Συμβούλια δήμων τινῶν προβαίνουσιν εἰς ψήφι-
676σιν διαφόρων πιστώσεων, δι’ ὧν ἀνεπαισθήτως καὶ πλαγίως
677ἐξογκοῦνται τὰ τῶν προϋπολογισμῶν ἔξοδα, ματαιοῦται
678δὲ ὁ τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς καὶ τοῦ Ὑπουργείου ἔλεγχος,
679διότι διὰ τῶν ψηφισμάτων τούτων οὐχὶ σπανίως κατορ-
680θοῦται, ὥστε τὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου περιορισθέντα ἢ δια-
681γραφέντα ἔξοδα νὰ ἐπανάγωνται ὑπὸ τῶν Συμβουλίων,
682ἐνδιδούσης τῆς προϊσταμένης διοικητικῆς ἀρχῆς. Τὸ τοιοῦ-
683τον, ἂν μή τι ἄλλο, εἶναι καταστρατήγησις τῶν περὶ δια-
684δικασίας ἐν τῇ ἐκδικάσει τῶν δημοτικῶν προϋπολογισμῶν
685νενομισμένων.
686«Ὅθεν, ἵνα τοῦ λοιποῦ τεθῇ τέρμα εἰς τὸ προκείμενον
687ἄτοπον, ἐντελλόμεθα, ἵνα, ὁσάκις ὑποβάλλωνται ὑμῖν ψη-
688φίσματα ἀφορῶντα εἰς αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ ἐγκεκριμέ-
689νου προϋπολογισμοῦ, πρὶν ἢ ἐκδίδητε τὴν ἐπ’ αὐτῶν ἀπό-
690φασίν σας, ὑποβάλλητε τὸ περιεχόμενον ἐν περιλήψει εἰς
691τὸ Ὑπουργεῖον, ἀναμένητε δὲ τὴν τούτου γνώμην ἐπ’ αὐ-
692τῶν. Ἡ τήρησις τῆς παρούσης διαταγῆς καὶ ὑμᾶς θέλει
693ἀπαλλάξει ἐνοχλήσεων καὶ τὰ τῶν δήμων συμφέροντα
694θέλει προστατεύσει.
695«Τὴν παροῦσαν θέλετε κοινοποιήσει καὶ τοῖς δημάρχοις
696τοῦ ὑφ’ ὑμᾶς νομοῦ πρὸς γνῶσιν.
697«Ἐν Ἀθήναις, τῇ 12 Σεπτεμβρίου 1893.
698«Ὁ Ὑπουργὸς
699«Δ. Γ. Ράλλης».
700Ἀκούετε! Δὲν ἔχομεν νόμον; Δὲν πρέπει νὰ ἴδητε, κύριε
701Ὑπουργέ, τί λέγει ὁ δημοτικὸς νόμος; Δὲν σκέπτεσθε, ὅτι
702πρόκειται περὶ ἐγκλήματος διαπραχθέντος ἀσυστόλως ὑπὸ
703Ὑπουργοῦ, ὀφείλοντος νὰ ἐκτελῇ τοὺς νόμους μετ’ εὐλα-
704βείας, καὶ νὰ ἔλθητε νὰ ζητήσητε τὴν παραπομπὴν τοῦ
705Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος παρέβη τὸν νόμον, ἀφοῦ, κατὰ τὸν περὶ
706εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμον ἐὰν παραλείψητε τοῦτο, ἔχετε
707καὶ σεῖς εὐθύνην; Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 118 τοῦ δη-
708μοτικοῦ νόμου (ἀναγινώσκει):
709«Πᾶσα ἀπόφασις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου θέλει κα-
710θυποβάλλεσθαι, ἐπὶ ἀποδείξει παραλαβῆς, εἰς τὸν ἔπαρχον
711καὶ δι’ αὐτοῦ εἰς τὸν νομάρχην· ἀφοῦ δὲ παρέλθουν δε-
712καπέντε ἡμέραι μετὰ τὴν πρὸς τὸν ἔπαρχον κοινοποίησιν,
713ἂν ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ δὲν ἐκδοθῇ διαταγὴ τοῦ ἐπάρ-
714χου ἢ νομάρχου, ἐμποδίζουσα τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφά-
715σεως, εἴτε ὡς παρανόμου, εἴτε κατὰ συνέπειαν ἀναφορᾶς
716τῶν φορολογουμένων, ἡ ἀπόφασις θεωρεῖται ὡς ἔχουσα κῦ-
717ρος καὶ ἐνεργεῖται».
718§61Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὑπάρχει ἄλλο ἄρθρον κατωτέρω.
719§62ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς τὰ ἠξεύρετε, διότι διετέλε-
720σατε νομάρχης, ἀλλὰ δὲν ἀναβαίνετε εἰς τὸ βῆμα νὰ τὰ
721εἴπητε.
722Κατόπιν εἶναι τὸ ἄρθρον 119 (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἀπο-
723φάσεις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου χρῄζουσι τῆς ῥητῆς
724ἐγκρίσεως τοῦ νομάρχου εἰς τὰς ἐφεξῆς περιπτώσεις: αʹ) εἰς
725τὸν προσδιορισμὸν τοῦ δημοτικοῦ προϋπολογισμοῦ· βʹ) εἰς
726τὴν ἔγκρισιν ἐκτάκτων δαπανῶν, τὰς ὁποίας δὲν προεῖδεν ὁ
727προϋπολογισμός... κλπ.»
728Τὸ δὲ ἄρθρον 122 λέγει (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸ Δη-
729μοτικὸν Συμβούλιον ἀπόκειται τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐκκα-
730λῇ πρὸς τὴν προεστῶσαν ἀρχὴν πᾶσαν ἀπόφασιν τῆς Νο-
731μαρχίας τροπολογοῦσαν ἢ ἀποῤῥίπτουσαν τὴν ἀπόφασίν
732του.» Ἄρα ὁ νομάρχης δικάζει εἰς πρῶτον βαθμόν, καὶ
733ἐὰν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον εὕρῃ, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ
734νομάρχου ἀντίκειται εἰς τὴν ἀπόφασίν του, εἴτε διότι ἀπεῤ-
735ῥίφθη, εἴτε διότι ἐτροποποιήθη, δικαιοῦται νὰ κάμῃ ἔφε-
736σιν. Ὥστε πρὸ τῆς τοιαύτης δηλώσεως τοῦ Συμβουλίου ὁ
737Ὑπουργὸς δὲν ἔχει γνώμην συμφώνως μὲ τὸν νόμον, καὶ δὲν
738δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ λέγῃ εἰς τὸν νομάρχην νὰ μὴ
739ἀποφασίσῃ, πρὶν στείλῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὰ ἔγγραφα,
740διὰ νὰ τὰ ἴδῃ οὗτος. Αὐτὰ εἶναι ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα
741πρέπει νὰ καταδιώκωνται, κατὰ τὸν περὶ εὐθύνης τῶν
742Ὑπουργῶν νόμον. Ἐὰν εἶχον τὴν δύναμιν, ἐγὼ θὰ ὑπέβαλ-
743λον τὸ κατηγορητήριον, ἀλλὰ σεῖς ἔχετε τὴν δύναμιν, καὶ
744πρέπει νὰ τὸ φέρητε, διὰ νὰ διδαχθῶσιν οἱ παρανομοῦντες
745Ὑπουργοί· διότι ἀλλοίμονον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ὅταν
746ἔρχηται εἷς Ὑπουργὸς καὶ καταργῇ τοὺς νόμους διὰ τοιού-
747των ἐγκυκλίων! Εἶναι ἔθνος ἀνάξιον νὰ λέγεται εὐνο-
748μούμενον!
749§63ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, ὁ περὶ εὐθύνης τῶν
750Ὑπουργῶν νόμος ὤφειλε νὰ λειτουργῇ κατὰ τὴν ἐμπάθειαν
751ἡμῶν, βεβαίως ἤθελε καταστῆ καταγέλαστος καὶ εἰς δια-
752φόρους μὲν ἄλλας περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἡ ἐμπάθεια ὑπαγο-
753ρεύει τὴν καταγγελίαν, ἀλλ’ ἰδίως ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Περὶ
754τίνος ἐπρόκειτο; περὶ τίνος διέλαβεν ἡ ἐγκύκλιος; Ἐπρό-
755κειτο περὶ μιᾶς καταφώρου κακοπιστίας ἐκ μέρους ἐνίων
756ἐκ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, τὰ ὁποῖα ἐναντίον τοῦ
757προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐνιαυσίου, καὶ μετὰ τὴν ἐξάντλησιν
758τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου, προέβαινον εἰς τὴν ἔκδοσιν
759πράξεων, διὰ τῶν ὁποίων ἐξωγκοῦτο ὁ προϋπολογισμὸς
760τῶν ἐξόδων τοῦ δήμου, καὶ εἴτε ἐξ ὀλιγωρίας τῆς προϊ-
761σταμένης διοικητικῆς ἀρχῆς, εἴτε δυνάμει μέσων, κατώρ-
762θουν ὥστε τοιαῦται πράξεις, δι’ ὧν μόνη ἡ διασπάθησις
763τοῦ δημοτικοῦ πλούτου ἐπρόκειτο νὰ ἐπιτευχθῇ, χάριν
764προσωπικῶν συμφερόντων, κατώρθουν, λέγω, ὅπως τοιαῦται
765πράξεις ἐπικυρῶνται. Ἀκριβῶς λοιπὸν εἰς τὴν ἐκρίζωσιν τοῦ
766ἀτόπου τούτου προέβλεψεν ἡ καταγγελλομένη ἐγκύκλιος, ὡς
767καὶ ἡ ἐγκύκλιος εὐτυχῶς τοῦ διαδόχου μου, διότι ἐπὶ τοῦ
768ζητήματος αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ δευτέρα γνώμη,
769διότι δὲν εἶναι δυνατὸν, ὁ ἔχων τὴν ἀξίωσιν νὰ καθήσῃ ἐπὶ
770τῆς ἕδρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ αἰσθανόμενος
771τὴν τιμὴν, διὰ τῆς ὁποίας περιβάλλεται, δὲν εἶναι δυνατὸν
772νὰ ἀνεχθῇ τὰς κακοήθεις ἐκείνας πράξεις, διὰ τῶν ὁποίων
773διασπαθίζεται ὁ δημοτικὸς πλοῦτος καθ’ ἡμέραν, καὶ ἐκ
774τῶν ὁποίων πράξεων ὁρμαθοὺς ὁλοκλήρους εἶχον ὑπ’ ὄψει
775μου, ὅτε ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, πράξεων προερ-
776χομένων ἐκ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀθηναίων, καὶ ἐκ
777τῶν ὁποίων βεβαίως πολλὰς θὰ ἔχῃ καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν
778Ἐσωτερικῶν ὑπ’ ὄψει του. Τὴν κατάχρησιν ταύτην προετί-
779θετο νὰ περιστείλῃ ἡ ἐγκύκλιος, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκα καὶ
780διότι προεθέμην νὰ περιστείλω τοιαύτας ἀναμφισβητή-
781τους καταχρήσεις, καταγγέλλομαι ὡς ἄξιος νὰ παραπεμφθῶ
782ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου! Ἄξιοι νὰ ἐμφανισθῶσιν
783ὄχι ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου, ἀλλὰ ἐνώπιον τοῦ
784Πλημμελειοδικείου, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, παραβαίνοντες
785τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον τοῖς ἐπεβάλλετο, καὶ τὸν ὅρκον, τὸν
786ὁποῖον ἔδωκαν, ὡς δημοτικὴ ἀρχὴ, προέβαινον εἰς τὴν ἐπι-
787ψήφισιν τοιούτων αἰσχρῶν καὶ κακοήθων πράξεων· καὶ τὰς
788αἰσχρὰς καὶ κακοήθεις ταύτας πράξεις ἐπρόκειτο νὰ πα-
789τάξῃ ἡ ἐγκύκλιος· ἐπρόκειτο νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὰς δημοτι-
790κὰς ἀρχὰς, καὶ ἀπ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι περιέσαινον αὐτὰς, τὸ
791μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ κατεσπαθίζετο ὁ δημοτικὸς πλοῦ-
792τος. Καὶ τί ἔπραξεν ἡ ἐγκύκλιος; τί ἀνέγραψεν ἡ ἐγκύ-
793κλιος; Παρέβη διάταξίν τινα τοῦ Συντάγματος, τῶν νό-
794μων, τοῦ δημοτικοῦ νόμου; Ποσῶς· ἐζήτησε νὰ περιορίσῃ
795τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, ἐζήτησε νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν
796τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν ἐπὶ τῶν τοιούτων κακοήθων πρά-
797ξεων, καὶ ἐπέβαλεν εἰς τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς, ἐπὶ τῶν
798ὁποίων ἔχει τὴν ἀνωτέραν ἐποπτείαν, πρὶν ἢ ἀποφανθῶ-
799σιν ἐπὶ τῶν πράξεων τούτων, νὰ ἀκούσωσι τὴν γνώμην τῆς
800προϊσταμένης ἀρχῆς. Ἀλλὰ συγχέουσιν ἐνταῦθα τὴν γνώ-
801μην μὲ τὴν ἀπόφασιν, καὶ ἐνταῦθα ἔγκειται τὸ ἔγκλημα,
802εἰς τὸ λογοπαίγνιον. Δὲν ἐπρόκειτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσω-
803τερικῶν, ἀντιποιούμενος τὸ δικαίωμα τῆς προϊσταμένης
804διοικητικῆς ἀρχῆς, νὰ ἐκφέρῃ ἀπόφασιν, ἐπρόκειτο νὰ ἐξε-
805τάσῃ, νὰ ἐρευνήσῃ, νὰ ἐκφέρῃ γνώμην, καὶ καθοδηγήσῃ
806τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, τὴν προϊσταμένην, ἡ ὁποία εἶναι
807ἡ μόνη ἁρμοδία ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῆς πράξεως τοῦ Δη-
808μοτικοῦ Συμβουλίου. Τοιαύτη Κύριοι, εἶναι ἡ ἐγκύκλιος ἡ
809καταγγελλομένη, καὶ τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἤγαγον εἰς τὴν
810ἔκδοσιν τῆς ἐγκυκλίου, ὁ διάδοχός μου εὐτυχῶς τὰ ἀνα-
811γνωρίζει (ἀναγινώσκει):
812«Εἶναι ἀτυχῶς γνωστὸν (λέγει ἡ ἐγκύκλιος του τῆς 15
813Νοεμβρίου) ἐκ τῆς πείρας, ὅτι τινὰ τῶν Δημοτικῶν Συμ-
814βούλων, ὁρμώμενα ἐξ ἐπιεικείας πρὸς πρόσωπα, ἢ ἐξ ἄλλων
815λόγων, ἥκιστα συμβιβαζομένων πρὸς τὸ ἀληθὲς τῶν δήμων
816συμφέρον, μεταβάλλουσι τοὺς ὁριστικοὺς ἐτησίους προϋπο-
817λογισμοὺς διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτά-
818κτων πιστώσεων, ἄνευ δεδικαιολογημένης ἀνάγκης, τινὲς δὲ
819τῶν νομαρχῶν, ἄνευ τῆς προσηκούσης ἐκτιμήσεως τῶν λό-
820γων, οἵτινες προὐκάλεσαν τὴν ὑπὸ τῶν Δημοτικῶν Συμβού-
821λων ἐπιψήφισιν τοιούτων πιστώσεων, προβαίνουσιν εἰς τὴν
822ἔγκρισιν τοιούτων ψηφισμάτων, οὕτω δὲ οἱ δῆμοι δὲν δύ-
823νανται νὰ ἐπαρκῶσιν εἰς τὰς ἀληθεῖς δημοτικὰς ἀνάγκας,
824καὶ καθίστανται ἀνίκανοι νὰ ἐκπληρῶσι τὸν προορισμὸν
825αὐτῶν...»
826Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ αἰτιολογία τῆς ἐγκυκλίου τοῦ διαδόχου
827μου ὑπῆρξεν ἡ αἰτιολογία τῆς ἐγκυκλίου τῆς ἐμῆς· ἀλλ’ ὁ
828διάδοχός μου, ἴσως διότι δὲν ἐμελέτησεν αὐτὸς προσωπικῶς
829τὴν ἐγκύκλιον ταύτην, ὑπέπεσεν, ἀκουσίως βεβαίως, εἰς τὸ
830ἴδιον σφάλμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκ προμελέτης ὑπέπεσαν ἐκεῖ-
831νοι, οἵτινες κατηγοροῦσι τὴν ἐγκύκλιον καὶ ἐσύγχυσαν τὴν
832γνώμην μὲ τὴν ἀπόφασιν, καὶ διὰ τοῦτο, ἀφοῦ ἀνεγνώρισε
833τὴν κατάχρησιν, καθ’ ἧς ἐπῆλθεν ἡ ἐγκύκλιος, προέβη εἰς
834τὴν ἀνάκλησιν αὐτῆς καὶ εἰς τὴν ἔκδοσιν ὁδηγιῶν, ὅπως
835ἀγρυπνήσωσι τέλος πάντων αἱ δημοτικαὶ ἀρχαί, καὶ λέ-
836γει (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἄτοπον τοῦτο προέθετο βεβαίως
837νὰ περιστείλῃ ἡ ἐκδοθεῖσα πρὸς ὑμᾶς ὑπ’ ἀριθ. 17252 ἀπὸ
83812 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. ἐγκύκλιος τοῦ προκατόχου ἡμῶν·
839ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ δι’ αὐτῆς παραγγελθὲν μέτρον τοῦ νὰ ὑπο-
840βάλλωνται προηγουμένως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὰ ψηφίσματα
841τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, τὰ ἀφορῶντα εἰς αὔξησιν τῶν
842ἐξόδων τοῦ ἐγκρινομένου προϋπολογισμοῦ, ἵνα ἐκφέρῃ τὴν
843γνώμην του, ἀντίκειται προφανῶς εἰς τὰς διατάξεις τοῦ
844περὶ δήμων νόμου, καθ’ ἃς ὁ νομάρχης ἐτάχθη ἐπὶ τοιούτων
845θεμάτων κατὰ πρῶτον βαθμὸν δικαστής, κρίνων καὶ ἀποφα-
846σίζων κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ πεποίθησιν, ἣν σχηματίζει ἐκ
847τῆς ἀσφαλοῦς γνώσεως τῶν πραγμάτων, ἀνακαλοῦμεν
848αὐτὴν κλπ.»
849Ἐπρόκειτο περὶ γνώμης, ἐπαναλαμβάνω, οὐχὶ περὶ ἀπο-
850φάσεως. Ἀποφασίζει κατὰ δεύτερον βαθμὸν ὁ Ὑπουργὸς
851μετ’ ἔφεσιν, ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο ἐνταῦθα ν’ ἀντιποιηθῇ
852τὰ δικαιώματα τοῦ νομάρχου· ἐπρόκειτο διὰ τρόπου μᾶλ-
853λον λυσιτελοῦς νὰ ἐξυπνήσῃ τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς καὶ νὰ
854ἀποτρέψῃ ἀπὸ τῶν δήμων τὴν καταστροφὴν τῶν δημοτι-
855κῶν περιουσιῶν. Ὑπάρχουσιν ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχ-
856μῶν πράξεις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀθηναίων, ἐκδο-
857θεῖσαι μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ δημοτικοῦ προϋπολογισμοῦ,
858μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου. Αὐταὶ
859δὲ αἱ πράξεις εἶναι ἐκεῖναι, αἵτινες ὑπῆρξαν τὸ ἐλατήριον
860τῆς ἐγκυκλίου, καὶ αὐταὶ αἱ πράξεις ὑπῆρξαν τὸ ἐλατήριον
861τῆς κατηγορίας.
862§64ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
863Ἐγὼ, λαβὼν γνῶσιν τῆς ἐγκυκλίου, ἐθεώρησα, ὅτι ὁ προϊ-
864στάμενος Ὑπουργὸς δὲν ὀφείλει κατὰ τὸν νόμον νὰ δώσῃ
865οὔτε γνώμην...
866§65ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς δύνασθε νὰ τὸ θεωρῆτε.
867§66ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ... οὔτε γνώμην περὶ τῶν ζητημάτων,
868εἰς ἃ ἀφορᾷ ἡ ἐγκύκλιος. Ἀναγνωρίζω, ὅτι πολλὰ τῶν Δη-
869μοτικῶν Συμβουλίων προέρχονται εἰς ψηφίσματα, μὴ ἐξυ-
870πηρετοῦντα τὰ συμφέροντα τῶν δήμων, καὶ διὰ τοῦτο ἡ
871ἐγκύκλιος, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐξέδωκα, ἐφιστᾷ τὴν προσο-
872χὴν τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν, ὅπως μετὰ τῆς μεγαλειτέρας
873αὐστηρότητος ἀποφασίζωσιν ἐπὶ τῶν θεμάτων, περὶ ὧν πρό-
874κειται ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ὁ δικαστὴς, ὁ
875ὁποῖος μέλλει νὰ δικάσῃ κατὰ δεύτερον βαθμὸν, δύναται,
876πρὶν αὐτὸς δικάσῃ, νὰ δώσῃ γνώμην εἰς τὸν κατὰ πρῶτον
877βαθμὸν δικάζοντα δικαστὴν, καὶ νὰ προδικάσῃ οὕτω ἐπὶ
878τῆς ὑποθέσεως. Τοῦτο τὸ ἐθεώρησα ὡς ἀντικείμενον εἰς τὸν
879νόμον. Ἀνεγνώρισα, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος τοῦ προκατόχου μου
880εἶχεν ἀγαθὴν τὴν προαίρεσιν, — περὶ τούτου οὐδεὶς δύναται
881νὰ ὑπάρξῃ ὁ ἀμφιβάλλων, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, — ἀλλὰ
882δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἀναγνωρίσω, ὅτι εἶναι ἐναντία προφανῶς
883εἰς τὸν δημοτικὸν νόμον, καὶ διὰ τοῦτο προέβην εἰς τὴν
884ἀνάκλησιν τῆς ἐγκυκλίου, ἐπιστήσας συγχρόνως τὴν προσο-
885χὴν τῶν ἁρμοδίων διοικητικῶν ἀρχῶν, ὅπως ἐπισταμένως
886μελετῶσι τὰ θέματα ταῦτα καὶ μετ’ αὐστηρότητος κρίνω-
887σιν ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων εἰς αὐτὰς ψηφισμάτων τῶν
888Δημοτικῶν Συμβουλίων, διότι πολλάκις τὰ Δημοτικὰ
889Συμβούλια, εἴτε ἐξ ἐπιεικείας πρὸς πρόσωπα, εἴτε καὶ ἐξ
890ἄλλων λόγων, προέρχονται εἰς παροχὰς, ἕνεκα τῶν ὁποίων
891οἱ δῆμοι περιῆλθον εἰς ἣν κατάστασιν περιέστησαν.
892§67ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ
893ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς νὰ τῷ εἴπω, ὅτι δὲν ἐλά-
894λησα ἐξ ἐμπαθείας, ἐλάλησα ἐξ ἀγανακτήσεως πρὸς τοὺς
895ἑκάστοτε παρανομοῦντας Ὑπουργούς. Δὲν δύναται νὰ πι-
896στεύσῃ, ὅτι ἔχω λόγον νὰ ἦμαι ἐμπαθὴς πρὸς αὐτόν. Ἴσως
897διϊστάμεθα ὡς πρὸς τὰς ἀρχὰς, ἴσως ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν
898ὑπάρχει περίπτωσις νὰ εὑρισκώμεθα εἰς φιλικὰς σχέσεις,
899ἀλλ’ οὐδέποτε οὔτε ἀφορμὴν μέχρι τῆς προχθὲς εἶχε νὰ
900νομίζῃ, ὅτι ἐγὼ διάκειμαι ἐμπαθῶς πρὸς αὐτόν. Θέλω
901ἁπλῶς νὰ ὑποδείξω διὰ τοῦ καθήκοντός μου, διὰ τῆς φωνῆς
902μου, τὰς παρανομίας τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν.
903Ἀλλ’ ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰ γεγονότα καὶ ἂς τὰ ἐξε-
904τάσωμεν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἐμπαθοῦς. Εἶναι ἀληθῆ;
905Ἡ ἐγκύκλιος ἐξεδόθη διὰ τὰ μέλλοντα καὶ οὐχὶ διὰ τὰ τε-
906τελεσμένα, ἐχρησίμευσαν δὲ τὰ τετελεσμένα εἰς ἔκδοσιν τῆς
907ἐγκυκλίου. Παρηνόμησας, κύριε πρώην Ὑπουργέ! Διότι,
908ὅταν εἶδες αἴσχη καὶ κακοηθείας τῶν Δημοτικῶν Συμβου-
909λίων κατὰ τῆς περιουσίας τῶν δήμων, ὤφειλες νὰ κατα-
910διώξῃς τοὺς ἐγκληματίας. Ὑπάρχει ὁ ποινικὸς νόμος, ὁ
911ὁποῖος λέγει, ὅτι σύμβουλοι, διοικηταὶ ἀλλοτρίων, διαχει-
912ρισταὶ εὐεργετικῶν ἱδρυμάτων, δημοτικῶν καταστημάτων
913καὶ δήμων τιμωροῦνται μὲ φυλάκισιν, ἂν ἔπραξαν πρᾶξιν
914ἐπιβλαβῆ καὶ ἄνευ προθέσεως εἰς βλάβην. Παρέλειψας
915καθῆκον, κύριε πρώην Ὑπουργέ. Εἶσαι δὲ ἀδικαιολόγητος
916ἀπέναντι τοῦ ἔθνους, ἐκφραζόμενος οὕτω πως ὡς πρώην
917Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
918Ἀλλ’ ἔστω, ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι αὐτὰ τὰ ἐγκλή-
919ματα ἠνάγκασαν τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν
920νὰ ἐκδώσῃ αὐτὴν τὴν ἐγκύκλιον. Στηρίζεται εἰς τὰ πράγ-
921ματα ἢ τὸν νόμον; Ἡ ἐγκύκλιος τί ἀφορᾷ; «Νομάρχα,
922πᾶσαν πρᾶξιν τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων θὰ τὴν στέλλῃς
923εἰς ἐμὲ, ὅπως δώσω γνώμην καὶ ἀποφασίσω, διότι δὲν σὲ
924ἐμπιστεύομαι!» Ἔπρεπε νὰ φροντίσῃς νὰ διορίσῃς ἠθικοὺς
925νομάρχας, καὶ ὄχι κακοήθεις. Σὺ ὁ ἴδιος τοὺς ὀνομάζεις κα-
926κοήθεις, διότι τοὺς ὑποπτεύεσαι διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν
927καθηκόντων των... τοῖς λέγεις «εἶσθε κακοήθεις, γίνεσθε
928ὄργανα τῶν ἰσχυρῶν, καὶ ἐκδίδετε ἀποφάσεις, διὰ τῶν
929ὁποίων ληστεύονται αἱ περιουσίαι τῶν δήμων!» Ἂν εἶχες
930ἠθικὰ ὄργανα, δὲν εἶχες ἀνάγκην τοιαύτης ἐγκυκλίου
931παρανόμου.
932Δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, ἴσως δὲ μετ’ ἐμοῦ καὶ οἱ γνῶ-
933σιν τῶν νομικῶν ἔχοντες, τί ἐστὶ γνώμη καὶ τί ἀπόφασις
934Ὑπουργοῦ. Ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λέγῃ
935εἰς τὸν νομάρχην «λαβὼν ὑπ’ ὄψει τὴν ἀπόφασιν, τὸ ψήφι-
936σμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἔχω αὐτὴν τὴν γνώμην»,
937(ἂς μὴ τὴν εἴπω ἀπόφασιν) τί θὰ εἴπῃ ὁ νομάρχης, κύριε
938πρώην Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν; Ὅτι «ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν
939γνώμην σου»; (γέλωτες ἐν τῇ δεξιᾷ). Τολμᾷ τοιαῦτα
940νὰ εἴπῃ;
941Εὐτυχῶς, Κύριοι, δὲν πιστεύω νὰ περιέλαβε μεταξὺ τῶν
942δῆθεν ἀδικησάντων συμβούλων καὶ ἐμὲ, ὡς δημοτικὸν σύμ-
943βουλον τῶν Ἀθηναίων, διότι ἔχω 3–4 χρόνια, ποῦ δὲν
944εἶμαι, εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς, δημοτικὸς σύμβουλος, ἀλλὰ τὸν
945βεβαιῶ ἐν συνειδήσει, ὅτι οὐδὲν Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐρ-
946γάζεται ὅσον τὸ τοῦ δήμου Ἀθηναίων φιλοπονώτατα καὶ
947ἐντιμότατα...
948§68ΡΑΛΛΗΣ. Βλέπομεν τὰ οἰκονομικά του.
949§69ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ οἰκονομικά του ἔφθασαν ἐκεῖ
950ποῦ ἔφθασαν, διότι ὁ δυστυχὴς δῆμος κατεδικάζετο εἰς
951μεγάλας ἀποζημιώσεις, χωρὶς νὰ ἐρωτᾶται ποτὲ, διότι ὅλαι
952αἱ ὁδοὶ, ὅλαι αἱ ῥυμοτομίαι ἐνεργοῦνται ἐν ἀγνοίᾳ του,
953ἄνευ ψηφίσματος, ἐγκρίνονται ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων, καὶ οὕτω
954ὁ δῆμος ζητεῖται νὰ πληρώσῃ ὑπέρογκα ποσὰ, δι’ ἃ ἀναγ-
955κάζεται νὰ δανείζηται, καὶ ὡς τούτου περιῆλθεν εἰς αὐτὴν
956τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν. Φαίνεται ὅμως, ὅτι δὲν παρά-
957γεται ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ πεποιθήσεων τοῦ κ. πρώην
958Ὑπουργοῦ ἡ ἐγκύκλιος κατὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου,
959ἀλλὰ παράγεται διότι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τὸν
960δυσηρέστησεν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ὑπουργίας του καὶ δὲν ἐνέ-
961κρινε τὸν διορισμὸν διὰ τὸν ἄνθρωπόν του, ὃν ἐζήτει νὰ το-
962ποθετήσῃ ταμίαν τοῦ δήμου.
963§70ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδέποτε εἶχον οἱανδήποτε σχέσιν πρὸς τὸ
964Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἀθηναίων, ἐκτὸς τῶν σχέσεων τῶν
965ἐπισήμων, καὶ κατὰ τὰς σχέσεις τὰς ἐπισήμους περιέστειλα
966πᾶσαν ὑπερβασίαν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου· ἐπέβαλον
967εἰς αὐτὸ νὰ σεβασθῇ τὰ δικαιώματα τῆς προϊσταμένης ἀρ-
968χῆς, ἐπέβαλον εἰς αὐτὸ νὰ σεβασθῇ τὸν νόμον, ἐπέβαλον
969νὰ σεβασθῇ τὸ καθῆκον καὶ τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἔχει δώσει
970ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς περιουσίας. Αὐταὶ εἶναι αἱ μόναι σχέ-
971σεις, τὰς ὁποίας γνωρίζω μετὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου
972Ἀθηναίων καὶ πρὸς πάντα τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια. Ἀλλὰ
973καθ’ ἡμέραν ἤρχοντο καθ’ ὁρμαθοὺς αἱ πράξεις τοῦ Δημο-
974τικοῦ Συμβουλίου Ἀθηναίων, διὰ τῶν ὁποίων ἐχαρίζοντο
975εἰς τὸν μὲν, ἐχαρίζοντο εἰς τὸν δὲ, ἐδίδοντο ὑποτροφίαι ὑπὲρ
976τοῦ μὲν, ὑποτροφίαι ὑπὲρ τοῦ δὲ, ψυχικὸ ὑπὲρ τοῦ μὲν,
977ψυχικὸ ὑπὲρ τοῦ δὲ, καὶ ὁ νομάρχης ἤρχετο καθ’ ἡμέραν
978καὶ ἔλεγε «τί νὰ κάμω;» Αὐτὰ εἶχον συμβῆ. Ὁ νομάρχης
979δὲ ἐκεῖνος, ὡς καὶ πάντες, τοὺς ὁποίους εἶχον τὴν τιμὴν
980ἀληθῶς νὰ διορίσω, εἶναι τόσον ἀνώτεροι τῶν λοιδοριῶν τοῦ
981συναδέλφου μου...
982§71ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σὺ τοὺς ὠνόμασες, ἐγὼ δὲν τοὺς
983ὠνόμασα.
984§72ΡΑΛΛΗΣ... ὥστε κρίνω ἐντελῶς ἀνάξιον αὐτῶν νὰ
985θελήσω νὰ ἐπαινέσω αὐτούς.
986§73ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σὺ τοὺς ὠνόμασες ὡς ἀποῤῥέοντας
987ἀπὸ σέ.
988§74ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι καὶ αἱ διοικητικαὶ
989ἀρχαὶ δὲν μένουν πάντοτε εἰς τὴν θέσιν των, ὅτι αὐταὶ
990ἔχουν τοὺς ἀντικαταστάτας των, ὅτι ἀκριβῶς, οὕτως εἰπεῖν,
991κατὰ τὴν μεσοβασιλείαν, τελοῦνται τὰ ὄργια, τὰ ὁποῖα
992ἠθέλησε νὰ περιστείλῃ ἡ ἐγκύκλιος. Καὶ δυστυχῶς ὁ νόμος
993περὶ προσόντων, οἷος κατεσκευάσθη, δὲν ἐπέτρεπεν εἰς τὸν
994Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν μεσοβασιλείαν αὐτὴν νὰ τὴν
995καταστήσῃ ἔντιμον· ἡ μεσοβασιλεία δίδεται εἰς χεῖρας ἐκεί-
996νων, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ νόμιμοι ἀντικαταστάται καὶ τοὺς
997ὁποίους δὲν δύναται νὰ θίξῃ ὁ Ὑπουργὸς, ἐνόσῳ ὑφίσταται ἡ
998μονιμότης, καὶ γνωρίζετε διὰ τίνων, χάρις εἰς αὐτὴν, ἐπλήρω-
999σαν οἱανδήποτε ὑπηρεσίαν, εἴτε διοικητικὴν, εἴτε διδασκαλι-
1000κήν, εἴτε ἄλλην τινά. Ἀκριβῶς δὲ κατὰ τῶν καταχρήσεων
1001τῆς μεσοβασιλείας τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων ἐπῆλθεν ἡ
1002ἐγκύκλιος, καὶ ἡ ἐγκύκλιος κατώρθωσε νὰ καταστείλῃ ἀκρι-
1003βῶς τὰς καταχρήσεις ἐκείνας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εὑρέθην εἰς
1004τὴν ἀνάγκην νὰ καταγγείλω τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια. Τὰ
1005Δημοτικὰ Συμβούλια δύνανται νὰ καταγγέλλωνται—καὶ
1006τὸ γνωρίζει ὁ συνάδελφός μου, διότι ἐπὶ ἔτη ἀσχολεῖται
1007περὶ τοὺς νόμους,—διὰ ζημίαν, ἡ ὁποία πραγματικῶς ἐπῆλ-
1008θεν εἰς τοὺς δήμους...
1009§75ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 439 λέγει «πᾶσα πρᾶξις».
1010§76ΡΑΛΛΗΣ.... Ἀλλ’ ἡ ζημία αὕτη δὲν ἠδύνατο νὰ
1011ἐπέλθῃ, ἀκυρουμένης τῆς πράξεως· πᾶσα δὲ πρᾶξις τοιαύτη,
1012ἐμφαίνουσα πρότασιν καταχρήσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμ-
1013βουλίου, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου ἠκυρώθη, καὶ ἠκυρώθη ἀμει-
1014λίκτως. Δὲν ὑπάρχει μία χαριστικὴ πρᾶξις καθ’ ὅλον τὸ
1015Κράτος οὐδενὸς τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων τοῦ Κράτους·
1016καὶ ἐπολιτευόμην καὶ ἐγὼ, ὢν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν,
1017καὶ εἶχον καὶ ἐγὼ πιέσεις, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐνέδωκα εἰς οἱαν-
1018δήποτε πίεσιν, καὶ παρακαλῶ τὸν διάδοχόν μου νὰ εὐα-
1019ρεστηθῇ νὰ φέρῃ, ἂν εὕρῃ, μίαν κἂν ἀπόφασιν, διὰ τῆς
1020ὁποίας νὰ θεραπεύηται οἱονδήποτε προσωπικὸν συμφέρον
1021εἴτε ἐκ τοῦ Δημοσίου εἴτε ἐκ τῶν δήμων.
1022§77ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατά
1023τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττι-
1024κῆς συνάδελφος κ. Σταυρόπουλος εἰσηγήσατο κοινὴν μετ’
1025ἐμοῦ πρότασιν περὶ καταργήσεως ἐκείνων τῶν διατάξεων
1026τοῦ νόμου ͵ΦΝΔʹ, αἵτινες ἀφορῶσι τὰ τέλη, τὰ ὁποῖα κατα-
1027βάλλουσιν οἱ μαθηταί.
1028Ἡ πρότασις ἐκείνη, τῇ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς, παρεπέμ-
1029φθη εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν. Δυστυχῶς, ἂν καὶ ἔκτοτε
1030παρῆλθον πλέον τῶν 20 ἡμερῶν,—διότι ἡ πρότασις ἐγέ-
1031νετο τὴν 13 Νοεμβρίου,—οὐδεμίαν ἐξήνεγκεν ἡ ἁρμοδία
1032ἐπιτροπὴ γνώμην, διότι οὐδεμία ἔκθεσις ἐν τῇ ὁλομελείᾳ
1033τῆς Βουλῆς ἐπαρουσιάσθη. Ἀμφιβάλλω μάλιστα ἄν συνῆλ-
1034θε κἂν αὕτη...
1035§78ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Νὰ μὴ ἀμφιβάλλητε.
1036§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ... Τούτου ἕνεκα παρακαλῶ τὴν
1037Βουλὴν νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ ἄρθρον 36 τοῦ Κανονισμοῦ, δι’ οὗ
1038ὁρίζεται ὁ χρόνος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ
1039τὴν ἔκθεσίν της. Νομίζω, ὅτι μέχρι τῆς ἐρχομένης Δευτέ-
1040ρας τὸ χρονικὸν διάστημα εἶναι πλέον ἢ ἀρκετὸν, καὶ παρα-
1041καλῶ τὴν Βουλὴν, ἂν μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἡ ἁρμοδία
1042ἐπιτροπὴ δὲν ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, τὸ Σῶμα νὰ προ-
1043χωρήσῃ εἰς τὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως συζήτησιν, συμφώνως
1044μὲ τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ ἡμῶν.
1045§80ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
1046§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν Τετάρτην νὰ ἀναγραφῇ ἐν
1047τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
1048§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
1049§83ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
1050§84ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δύο προτάσεις νὰ ἀναγρα-
1051φῶσι τὴν Τετάρτην.
1052§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ δοθῇ προθεσμία
1053μέχρι τῆς προσεχοῦς Τετάρτης εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
1054κῶν ἐπιτροπήν, ὅπως ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της;
1055§86ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα· δὲν ὑπάρχει ἀντίῤ-
1056ῥησις.
1057§87ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν
1058τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως,
1059καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσῃ. Ἀπὸ 20 ὅλων ἐτῶν,
1060κύριε Πρόεδρε, χηρεύει ἡ ἐπισκοπὴ τῆς Γόρτυνος καὶ Μεγα-
1061λοπόλεως. Ἡ ἐπισκοπὴ τῶν δύο αὐτῶν ἐπαρχιῶν εἶναι λίαν
1062ἐκτεταμένη. Διὰ παντοίων μέσων ἐν τῷ μεταξὺ προσεπά-
1063θησαν οἱ προύχοντες τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων νὰ συμπληρω-
1064θῇ καὶ ἡ θέσις τῆς ἐπισκοπῆς ταύτης, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρ-
1065θωσαν, πότε διὰ τὸν ἕνα λόγον, καὶ πότε διὰ τὸν ἄλλον.
1066Δύνασθε δὲ νὰ ἐννοήσητε ποίων κακῶν πρόξενος ἐγένετο ἡ
1067ἔλλειψις ποιμενάρχου, διοικοῦντος τὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ
1068ἐπιμελουμένου τὴν πνευματικὴν μόρφωσιν.
1069Καθὼς γνωρίζετε, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἐπισκοπὴν ἐκείνην
1070διοικεῖ ἐπὶ 20 ἔτη ἐπιτροπή, μεταβαλλομένη κατὰ τὰς
1071ἑκάστοτε εἰσηγήσεις τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας, καὶ ἡ ἐπι-
1072τροπὴ ἐκείνη, δύνασθε νὰ κατανοήσητε, πόσον ἐλλιπῶς
1073ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά της· ἡ ἔλλειψις ποιμαντορικῆς
1074προνοίας ἐχαλάρωσε τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα· διὰ τοῦτο
1075ἐν ἀμφοτέραις ταῖς ἐπαρχίαις τὸ ἔγκλημα ἔλαβε μεγάλην
1076ἐπίδοσιν, ἰδίως τὸ ἔγκλημα τῆς ζωοκλοπῆς ὑπερῆρε τῷ
1077ὄντι τὴν κεφαλήν. Ἐπὶ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ὑπέ-
1078βαλον εἰσηγήσεις περὶ πληρώσεως τῆς κενῆς ταύτης θέσεως,
1079καὶ εὐτυχῶς ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐσκόπει καὶ ἀπεφάσισε
1080νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς συμπληρώσεως τῆς θέσεως, καὶ προέ-
1081βη καὶ εἰς διαβήματά τινα· ἀλλ’ ἐπῆλθον τὰ πολιτικὰ
1082γεγονότα, καὶ ἀπεχώρησεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἑπομένως
1083δὲν ἐγένετό τι. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν
1084τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν,—καὶ
1085ἐπὶ τούτῳ καταθέτω σημείωμα,—ἂν συνέχισε τὰς ἐνεργείας
1086τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρί-
1087σκονται αὗται· προσθέτω δὲ τὴν παράκλησιν νὰ εὐαρεστηθῇ
1088νὰ πράξῃ τοῦτο.
1089Παρακαλῶ ὡσαύτως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν
1090νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας καὶ ση-
1091μείωμα, πόσοι μηχανικοὶ ἀλλοδαποὶ διατελοῦσιν ἐν τῇ ὑπη-
1092ρεσίᾳ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὑπὸ ποῖον μισθὸν
1093ἕκαστος, πότε δὲ λήγει ἡ μίσθωσις αὐτῶν, ἂν προτίθηται νὰ
1094ἀνανεώσῃ τὴν μίσθωσιν αὐτῶν, καὶ δυνάμει τίνος νόμου·
1095συγχρόνως δὲ νὰ προσαγάγῃ καὶ τὰ μισθωτήρια ἔγγραφα.
1096Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν
1097νὰ προσέξῃ εἰς τὰς ἑξῆς παραστάσεις μου. Ἐν τῷ δήμῳ
1098Κλείτορος ἀνεπτύχθη πρὸ πολλῶν ἐτῶν τὸ ἀπαισιώτατον
1099νόσημα τῆς λώβης, ἐκ τοῦ ὁποίου πάσχουσι πολλαὶ οἰκογέ-
1100νειαι. Τὸ νόσημα αὐτὸ, καθὼς γνωρίζετε, ἐπιπολάζει εἰς
1101πολλὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος, καθόσον δὲ γνωρίζω, εἰς 300
1102καὶ πλέον ἀνέρχονται οἱ λωβιῶντες. Οὐδεμία πρόνοια ἐλή-
1103φθη ὑπὲρ τῶν δυστυχῶν αὐτῶν καὶ πρὸς ἀποτροπὴν τῆς
1104μεταδόσεως τοῦ νοσήματος. Ὑπάρχει ἓν ἰδιωτικὸν Λωβο-
1105κομεῖον, ἀτελέστατον ὅμως, ἐν Θήρᾳ, συντηρούμενον ἀπὸ
1106τὰς ἀδελφὰς τοῦ ἐλέους, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ὅλως ἀνεπαρκές.
1107Ὁμογενής τις ἵδρυσε τοιοῦτον κατάστημα ἐν τῷ δήμῳ
1108Μαραθῶνος, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχον τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως,
1109καὶ διὰ τοῦτο οὐδ’ ἤρξατο ἡ λειτουργία αὐτοῦ. Ὅτε
1110ἐτύγχανον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐμερίμνησα
1111καὶ ἐσύστησα πρὸς τοὺς νομάρχας νὰ προτρέψωσι τὰ Δη-
1112μοτικὰ Συμβούλια, ἵνα ψηφίσωσι πιστώσεις τινὰς εἰς παρο-
1113χὴν εἰσφορᾶς ὑπὲρ τοῦ Λωβοκομείου, διότι ἅπαντες σχεδὸν
1114οἱ δῆμοι ἔχουσι δημότας λωβιῶντας. Ἀγνοῶ τί ἐγένετο
1115ἔκτοτε· γνωρίζω δὲ μόνον, ὅτι ὁ ἀξιότιμος τέως ἐπὶ τῶν
1116Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς εἶχε λάβει τὴν πρόνοιαν νὰ σημειώ-
1117σῃ ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894 πίστωσιν
1118διὰ τὸ Λωβοκομεῖον, δι’ ἧς ἤθελεν ἐπιτευχθῆ ἡ ἔναρξις τῆς
1119λειτουργίας αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἤδη πρόκειται περὶ τῶν πασχόν-
1120των συμπολιτῶν μου κατοίκων Κλείτορος. Κατὰ τὸν
1121παρελθόντα Αὔγουστον καταδιωχθέντες τινὲς ἐκ τῶν λω-
1122βιώντων, ὅπως ἀπομονωθῶσι, κατέφυγον εἰς Μονήν τινα ἐν
1123τῷ δήμῳ Νυμφασίας, ἐκεῖ δὲ κατέλαβον δωμάτιά τινα· οἱ
1124μοναχοὶ ἀντέστησαν, καὶ οὕτως οἱ δυστυχεῖς φυγάδες ἀπε-
1125διώχθησαν. Ἐδέησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ μεταχειρισθῇ τὴν
1126δημοσίαν δύναμιν, διὰ νὰ ἐξώσῃ τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς ἐκ
1127τῆς Μονῆς καὶ νὰ τοὺς ἀναγκάσῃ νὰ καταφύγωσιν εἰς σπή-
1128λαια, ἀφίνουσα αὐτοὺς ἀπροστατεύτους. Ἡ παροῦσα παρά-
1129κλησίς μου συνίσταται εἰς τὸ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουρ-
1130γὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ πληροφορίας εἰς ποῖον
1131σημεῖον εὑρίσκονται αἱ ἐνέργειαι τῆς Κυβερνήσεως περὶ
1132τῆς ἀπομονώσεως καὶ τῆς συντηρήσεως τῶν δυστυχῶν
1133ἐκείνων· συγχρόνως δὲ νὰ λάβῃ πρόνοιαν πρὸς τοποθέτη-
1134σιν αὐτῶν ἐν τῷ ἐν Μαραθῶνι Λωβοκομείῳ, καὶ πρὸς πο-
1135ρισμὸν τῶν μέσων πρὸς συντήρησιν αὐτῶν καὶ διάσωσιν ἀπὸ
1136τῆς καταστροφῆς.
1137Μετὰ τὰς πληροφορίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπιφυλάσσομαι
1138νὰ ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου.
1139§88ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πολὺς λόγος ἐγένετο ἐν τῇ
1140αἰθούσῃ ταύτῃ μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυ-
1141βερνήσεως καὶ ἡμῶν ὡς πρὸς τὰς 8,760,000 δραχ. εἰς
1142τραπεζικὰ γραμμάτια, τὰς κατατεθειμένας ἐν τῇ Ἐθνικῇ
1143Τραπέζῃ ὡς ἐνέχυρον διὰ τὴν προκαταβολὴν τῶν 7,300,000
1144φράγκων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι ἅμα τῇ
1145ὑπογραφῇ τῆς περὶ δανείου συμβάσεως ἐν Λονδίνῳ θὰ ἠδύ-
1146νατο νὰ ἀναλάβῃ αὐτάς. Ἀφοῦ δὲ διὰ τοῦ κειμένου τῆς
1147συμβάσεως ἐκείνης ἀπεδείξαμεν ἡμεῖς, ὅτι ἀκριβῶς τότε δὲν
1148θὰ ἠδύνατο ν’ ἀναλάβῃ τὰς 8,760,000 δραχμάς, αὐτὸς
1149προσέφυγεν εἰς ἄλλον ἰσχυρισμὸν, ὅτι δηλ. ἅμα τῇ ὑπο-
1150γραφῇ ἐκείνης τῆς συμβάσεως θὰ ὑπεγράφετο ἑτέρα σύμ-
1151βασις, διὰ τῆς ὁποίας αἱ avances θὰ μετεβάλλοντο εἰς
1152πάγια δάνεια, καὶ οὕτω θὰ ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ τὴν
1153παρακαταθήκην ἐκείνην. Ἀφοῦ καὶ τοῦτον τὸν ἰσχυρι-
1154σμόν του ἀνῃρέσαμεν, ἀφοῦ δηλαδὴ ἀπεδείξαμεν, ὅτι δὲν
1155προέκειτο περὶ ἄλλων συμβάσεων, δι’ ὧν θὰ εἶχε διαθέσιμον
1156ποσὸν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως πληρώσῃ τὰς avances καὶ
1157ἀναλάβῃ καὶ τὴν παρακαταθήκην αὐτῆς· ἀφοῦ ἀκολού-
1158θως ἀπεδείξαμεν, ὅτι, καὶ ἂν ὑπεγράφοντο καὶ αἱ ἄλλαι
1159συμβάσεις, διὰ τῶν ὁποίων θὰ μετετρέποντο εἰς πάγια
1160δάνεια αἱ avances, καὶ πάλιν δὲν θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ
1161Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἀναλάβῃ τὰ 8,760,000 δραχ-
1162μῶν, διότι διὰ τοῦ ἄρθρου 11 τῆς συμβάσεως, ἥτις θὰ
1163ὑπεγράφετο ἐν Λονδίνῳ, ἀπηγορεύετο εἰς αὐτὴν ῥητῶς νὰ
1164ἀναλάβῃ πλέον τὸ ποσὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θὰ ἤρετο οὕτω
1165πως ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θὰ ἠκυροῦτο, θὰ
1166ἐξηφανίζετο ἐνώπιον τοῦ ταμείου τοῦ δανείου ἐκείνου· μεθ’
1167ὅλας, λέγω, ταύτας τὰς ἀποδείξεις, τὰς ὁποίας προσηγά-
1168γομεν, ὅπως ἀναιρέσωμεν καὶ τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον ἰσχυ-
1169ρισμὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οὗτος τελευταῖον ἰσχυρίσθη,
1170ὅτι οὐχὶ μόνον τὸ ἐναντίον εἶναι ἀληθὲς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα
1171εἴπομεν, ἀλλὰ καὶ ἐκάμομεν ἡμεῖς χρῆσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ
1172κατατεθειμένου παρὰ τῇ Τραπέζῃ.
1173Μὴ νομίσητε, Κύριοι, ὅτι θέλω νὰ ὑποβάλω νῦν φράσιν
1174τινὰ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν αὐτὸς
1175δὲν εἶπεν· ἔχω ἐνώπιόν μου τὴν ἀγόρευσίν του, καθ’ ἃ ἔχει
1176δημοσιευθῆ εἰς τὸ «Ἄστυ». Τί λοιπὸν ἔλεγεν; (ἀναγι-
1177νώσκει): «Ἀλλ’ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διέθεσεν ἐκ
1178τῶν 8,760,000 δραχμῶν, τῶν παρακατατεθειμένων εἰς τὴν
1179Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἓξ ἑκατομμύρια εἰς ἐκτάκτους δαπά-
1180νας τοῦ Δημοσίου». Συνεπείᾳ τούτου προεκλήθη καὶ παρὰ
1181τοῦ ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ καὶ παρ’ ἡμῶν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1182γὸς, ἵνα προσαγάγῃ ἐπίσημον σημείωμα, ἀποδεικνύον,
1183ἐὰν ἡμεῖς τῷ ὄντι ἐλάβομεν τὰ ἓξ αὐτὰ ἑκατομμύρια ἐκ
1184τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τὰ ἐδαπανήσαμεν εἰς ἀνάγκας
1185τοῦ Κράτους.
1186§89ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λέγει ῥητῶς «εἰς ἐκτάκτους δαπάνας».
1187§90ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀκούσατε λοιπὸν, πῶς τὰ ἐλάβομεν ἡμεῖς
1188καὶ εἰς ὁποίας ἐκτάκτους δαπάνας τὰ ἐδαπανήσαμεν.
1189Κατὰ τὸ σημείωμα, ὁμολογεῖται, ὅτι τὰ 8,760,000 κατε-
1190τέθησαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὑπὸ τοῦ προκατόχου
1191ἡμῶν Ὑπουργείου, οὗτινος προήδρευεν ὁ καὶ νῦν κ. Πρωθυ-
1192πουργὸς, ἀπέναντι τοῦ προσωρινοῦ δανείου τῶν 7,300,000
1193φράγκων, ὑπὸ τὸν ὅρον, ἐὰν ἐντὸς ἓξ μηνῶν δὲν ἐπλήρονε
1194τὸ χρέος αὐτὸ τὸ προσωρινὸν ἡ Κυβέρνησις, οἱ δανεισταὶ
1195νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ λάβωσιν αὐτοὶ τὸ ἐνέχυρον καὶ
1196νὰ τὸ κάμωσιν ὅ,τι ἤθελον. Ἀλλὰ μετὰ τὴν παρέλευσιν
1197τῶν ἓξ μηνῶν, ὅτε ἤμεθα πλέον ἡμεῖς Ὑπουργοὶ καὶ εὕρομεν
1198τὰ ταμεῖα κενὰ καὶ ἀπαιτητὰς ὑποχρεώσεις ἀνερχομένας
1199εἰς πολλὰς δεκάδας ἑκατομμυρίων, εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνα-
1200πόδραστον ἀνάγκην ν’ ἀνανεώσωμεν τὴν τοιαύτην avance.
1201Προτοῦ ὅμως κατορθώσωμεν τοῦτο, οἱ δανεισταὶ τῶν
12027,300,000, φοβούμενοι, τίς οἶδέ τι, ἐζήτησαν παρὰ τῆς
1203Τραπέζης τὴν παράδοσιν εἰς αὐτοὺς τῶν 8,760,000 εἰς
1204τραπεζικὰ γραμμάτια, καθ’ ἃ καὶ τὸ σχετικὸν διάταγμα
1205καὶ ἡ σύμβασις καὶ ὁ εἰδικὸς νόμος διακελεύουσιν. Ἐπειδὴ
1206δὲ ἡ Τράπεζα ἀντέταξε τότε πρὸς αὐτοὺς τὸν ἰσχυρισμὸν,
1207ὅτι δὲν ἐζήτησαν ὅλοι τὴν παράδοσιν τοῦ ἐνεχύρου, εἶχε
1208δηλαδὴ ζητήσει αὐτὴν μόνη ἡ Τράπεζα Κωνσταντινουπό-
1209λεως, οἱ δανεισταὶ, θεωρήσαντες ὅτι ἡ τοιαύτη ἄρνησις τῆς
1210Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπεδείκνυεν ὄχι καλὴν πίστιν πρὸς αὐ-
1211τοὺς, ἀπῄτησαν κατὰ τὴν ἀνανέωσιν τῆς συμβάσεως νὰ
1212χωρισθῶσι τὰ ποσὰ, κατὰ τὰ ὁποῖα ἕκαστος εἶχε συμμε-
1213τάσχει τοῦ δανείου. Ἑπομένως κατ’ αὐτὴν τὴν σύμβασιν
1214ἔμενον διὰ τὴν Τράπεζαν Κωνσταντινουπόλεως 5,610,000
1215δρ. Ἡ ἀνανέωσις ἐγένετο μέχρι τῆς 2 Σεπτεμβρίου, ὁπό-
1216τε αὐτοὶ ἐπέμενον, καθὸ εἶχον δικαίωμα, ὄχι συνεπείᾳ τῆς
1217ἰδικῆς μας ἀνανεώσεως, ἀλλὰ συνεπείᾳ τῆς ἀρχικῆς συμ-
1218βάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε
1219συνομολογήσει πρὸς αὐτοὺς, συνεπείᾳ τῶν σχετικῶν διαταγ-
1220μάτων καὶ τοῦ σχετικοῦ νόμου, ἐπέμενον καὶ ἔλαβον τὸ
1221ἐνέχυρον, ὄχι ὅλοι· τὸ ἀνέλαβεν ἡ Τράπεζα Κωνσταντινου-
1222πόλεως ἐκ 5,610,000 καὶ ἡ Τράπεζα Ἠπειροθεσσαλίας ἐκ
12235,903,000. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ παραλαβὴ παρ’ ἡμῶν
1224τῶν 6,000,000 καὶ ἡ διάθεσις αὐτῶν εἰς ἐκτάκτους δαπά-
1225νας, καθὼς εἶπεν ὁ κ. Δραγούμης. Τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον
1226παρουσιάζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὸν διαψεύδει. Ἐξ αὐτοῦ
1227τοῦ γεγονότος ἐννοεῖτε, ὁποίας ὑποστάσεως ἔχονται καὶ
1228ὅλοι οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δι’ ὧν ζητεῖ νὰ
1229μᾶς διαψεύσῃ, καὶ οἱ περὶ δανείων καὶ οἱ περὶ τόσων ἄλ-
1230λων διαπραγματεύσεων.
1231§91Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπόστασιν ἔχουσι
1232πάντοτε τὰ παρ’ ἐμοῦ ἀνακοινούμενα τὴν ἐν τῇ ἀληθείᾳ.
1233Εἶπον ἐν ἀρχῇ, ὅτι, ἐὰν ἡ σύμβασις ὑπεγράφετο, ἤθελεν
1234ὑπογραφῆ συνάμα μετ’ αὐτῆς καὶ ἄλλη σύμβασις περὶ
1235παγιώσεως τῶν εἰς χρυσὸν προσωρινῶν δανείων, καὶ πάλιν
1236ἄλλη περὶ συνομολογήσεως δανείου εἰς τραπεζικὰ γραμμά-
1237τια, περιλαμβάνοντος πάντα τὰ κατὰ τὸν νόμον ᾼϠΜΔʹ.
1238Ἡ τροπὴ τῶν προσωρινῶν δανείων εἰς πάγια θ’ ἀπέδιδεν
1239εἰς τὸ Δημόσιον τὸ ἐνέχυρον τῶν 8,760,000 δραχμῶν,
1240συνομολογουμένης δὲ τῆς συμβάσεως περὶ τῶν δανείων τοῦ
1241νόμου ᾼϠΜΔʹ, θὰ εἰσεπράττετο ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καὶ τὸ
1242κεφάλαιον τῶν δανείων τούτων. Ἰδοὺ λοιπὸν τραπεζικὰ
1243γραμμάτια πλέον ἢ ἐπαρκῆ πρὸς πάντας ἡμῶν τοὺς σκο-
1244πούς. Τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, ἅτινα τὸ ταμεῖον ἤθελεν
1245εἰσπράξει ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ᾼϠΜΔʹ, ἀφεώρων
1246εἰς ἀναπλήρωσιν δαπανῶν γενομένων κατὰ τὸ πλεῖστον ὑπὸ
1247τοῦ δημοσίου ταμείου ἐκ προκαταβολῆς εἰς διάφορα ἔργα,
1248εἰς τὸν σιδηρόδρομον Διακοπτοῦ–Καλαβρύτων, εἰς τὸ Μου-
1249σεῖον τὸ ἀρχαιολογικὸν, εἰς τὸν σιδηρόδρομον Κυλλήνης,
1250εἰς τὸ ἀνάκτορον τοῦ Διαδόχου, εἰς τὰ λουτρὰ Ὑπάτης,
1251εἰς τὴν διαπλάτυνσιν τοῦ πορθμοῦ Εὐρίπου καὶ εἰς ἄλλα
1252ὑπὸ νόμων προβλεπόμενα. Διατὶ δὲ ἐζητοῦμεν διὰ συνομο-
1253λογήσεως συμβάσεως πάντων τῶν οὕτω προκαταβληθέντων
1254τὴν ἀπόδοσιν, ἀφοῦ τὸ ταμεῖον δὲν ᾐσθάνετο τὴν ἔλλειψιν
1255τοῦ εἰς τὰς προκαταβολὰς διατεθέντος χρήματος; Ἐζη-
1256τοῦμεν τὴν ἀπόδοσιν τοῦ χρήματος, καὶ διότι συνέφερεν
1257ὅπως ἔχῃ τὸ ταμεῖον πλείονα εὐπορίαν, ἀλλ’ ἐζητοῦμεν
1258αὐτὸ κυρίως, ἵνα σπεύσωμεν εἰς τὴν μείωσιν τῶν εἰς λογα-
1259ριασμὸν τοῦ Δημοσίου κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμ-
1260ματίων, εἰς ἣν καὶ ἡ κυρία σύμβασις πρωτίστως ἀφεώρα,
1261ὡς σταθμὸν πρὸς τὴν βαθμιαίαν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς
1262κυκλοφορίας. Καὶ ἡ ἑτέρα τῶν παραπληρωματικῶν συμ-
1263βάσεων τὸν αὐτὸν ὑπηρέτει σκοπόν. Ἐλευθεροῦντες διὰ τῆς
1264παγιώσεως τῶν προσωρινῶν δανείων τὰ 8,760,000 δραχ-
1265μῶν, διεθέτομεν αὐτὰ συγχρόνως πρὸς μείωσιν τῶν κυ-
1266κλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων. Ἵνα ἡ δ’ ἐξησφα-
1267λισμένη ἡ κατάργησις τραπεζικῶν γραμματίων τοιούτου
1268ποσοῦ, ἀνεγράφετο διάταξις περὶ ταύτης ἐν τῇ συμβάσει,
1269ἀποκτῶσα διὰ τοιαύτης ἀναγραφῆς κῦρος νόμου, ἀφοῦ ἡ
1270σύμβασις θὰ εἶχε τὴν ὑπόστασιν ἐν τῷ νόμῳ. Ἰδοὺ τὸ
1271ὅλον ἱστορικὸν τῶν περὶ τούτου. Ἀποτελούμενον τὸ ἱστο-
1272ρικὸν ἐκ πλειόνων περιόδων, παρέσχεν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν
1273ἐκ Λοκρίδος τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως, ὁτὲ μὲν ἀναφέρων ταύτας
1274καὶ παραλείπων ἐκείνας, ὁτὲ δὲ ἀναφέρων ἐκείνας καὶ
1275παραλείπων ταύτας, προκαλέσῃ σύγχυσιν, συντελοῦσαν εἰς
1276παράστασιν μὴ συνᾴδουσαν πρὸς τὰ πράγματα.
1277§92ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔρχεται ὀλίγον κατ’
1278ὀλίγον εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδόν. Κρίνω περιττὸν νὰ ἐπαναλά-
1279βω τοὺς πρώτους ἰσχυρισμούς του, τοὺς δευτέρους, τοὺς τρί-
1280τους, καὶ πῶς ὁ ἴδιος ἐνόει αὐτοὺς, ἕως ὅτους καταλήξῃ
1281ἐκεῖ, ὅπου κατέληξε τὴν σήμερον. Τὸ πρῶτον καὶ κύριον
1282ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς, ἐὰν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ διαθέσῃ
1283ποσὸν ἤδη διατεθειμένον· τὸ ποσὸν αὐτὸ ἦτο διατεθειμένον
1284ὑπὲρ τοῦ δανείου τῶν 7,300,000, διετέθη δὲ ἀρχῆθεν ὑπὸ
1285τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῇ 2/14 Δεκεμβρίου 1892 ὑπὲρ τῶν
1286συνομολογησάντων τὸ προσωρινὸν ἐκεῖνο δάνειον, οἵτινες
1287μόνοι εἶχον τὸ δικαίωμα, ἅμα τῇ μὴ ἐμπροθέσμῳ πληρωμῇ
1288τῶν 7,300,000 φρ. εἰς χρυσὸν, νὰ διαθέσωσιν αὐτό. Ἂν
1289νῦν δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ διαθέσεως τῶν 8,760,000
1290δραχμῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ διάθεσις αὕτη ἀνάγεται
1291εἰς τὴν 2/14 Δεκεμβρίου 1892, ὅτε ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς
1292παρέσχε τὸ ποσὸν αὐτὸ ὡς ἐνέχυρον εἰς τοὺς δανειστάς.
1293Τώρα ἐπανέλαβε πάλιν τὰς πολλὰς καὶ ποικίλας συμβά-
1294σεις, τὰς ὁποίας εἶχε δῆθεν ἑτοίμους πρὸς ὑπογραφὴν καὶ
1295δὲν ὑπέγραψε, διὰ τοὺς γνωστοὺς εἰς ἡμᾶς λόγους, τοὺς
1296ὁποίους ἄλλοτε ἀνέφερε, καὶ καθ’ οὓς δῆθεν ἐπῆλθε τότε
1297δυσπιστία ἐκ μέρους τοῦ Στέμματος. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐγι-
1298νώσκομεν ὅλοι διὰ τίνας λόγους κυρίως ἀπεχώρησε, καθ’
1299ὃν χρόνον ἀπετύγχανεν ἡ συνομολόγησις δανείου ὑπὸ διεθνῆ
1300ἔλεγχον, θέλει νὰ τὸν πιστεύσωμεν, ὅτι αὐτὸς εἶχεν ἕτοιμα
1301δάνεια ἄνευ ἐγγυήσεως, ἄνευ διαχειρίσεως προσόδου τινὸς,
1302τὰ δάνεια, δι’ ὧν αἱ avances θὰ μετετρέποντο εἰς πάγια
1303δάνεια! Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ᾖναι ἐκτὸς πά-
1304σης ἀμφιβολίας, εἶναι τί εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ
1305ἀγορεύσει του καὶ τί λέγει νῦν ἐν τῷ σημειώματι τούτῳ.
1306Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡμεῖς ἐλάβομεν καὶ διεθέ-
1307σαμεν ἐκ τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ἐπὶ ἐνεχύρῳ παρα-
1308κατατεθειμένων 6,000,000, ἐνῷ τὸ σημείωμα τοῦτο, (ἐπι-
1309δεικνύει αὐτὸ) τὸ ὑποβληθὲν ὑπ’ αὐτοῦ σήμερον εἰς τὴν
1310Βουλὴν, τὸν διαψεύδει, καὶ διαβεβαιοῖ ἡμᾶς, ὅτι ὁλόκλη-
1311ρον τὸ ποσὸν τῶν 8,760,000 δραχμῶν εἶχε διατεθῆ ὑπ’
1312αὐτοῦ ἤδη ἀπὸ τῆς 2/14 Δεκεμβρίου 1892 ὑπὲρ τῶν συνο-
1313μολογησάντων τὸ δάνειον τῶν 7,300,000 φράγκων. Ποία
1314νῦν σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τῆς ὑφ’ ἡμῶν διαθέσεως καὶ
1315τοῦ σημειώματος τούτου; Ἐκ τῆς ἀνακριβείας ταύτης,
1316τῆς προφανοῦς, ἡ ὁποία ἐξελέγχεται ἐξ αὐτοῦ τοῦ σημειώ-
1317ματος, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσήγαγεν εἰς τὴν
1318Βουλὴν, δύνασθε νὰ ἐννοήσητε, ὁποίαν σημασίαν ἔχουσι
1319καὶ οἱ ἄλλοι λόγοι περὶ τῶν δῆθεν ἀλλεπαλλήλων συμ-
1320βάσεων, τὰς ὁποίας αὐτὸς ἔμελλε νὰ συνομολογήσῃ.
1321§93ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ Κύριοι δυσανασχετοῦσι καὶ ἴσως κατη-
1322γοροῦσιν ἡμᾶς ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ· ἀλλ’ ὅταν προβάλλωνται
1323παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἰσχυρισμοὶ, οἷοι
1324ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἀνέγνωσε πρὸ ὀλίγου ὁ συνάδελφός μου,
1325δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἀμυνθῶμεν. Τὰ ζητήματα, ἐφ’
1326ὧν διεξήχθη ἡ συζήτησις, σχετικῶς πρὸς τὰ 8,760,000,
1327εἶναι δύο. Ἀρχικῶς μὲν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
1328ἔλεγεν ἡμῖν, ὅτι εἶχεν 8,760,000, δι’ ὧν θὰ κατώρθου
1329νὰ συμπληρώσῃ τὸ τοκομερίδιον τοῦ Ἰουνίου, τῇ προσ-
1330θήκῃ τῶν 6,000,000, τὰ ὁποῖα εὕρομεν ἡμεῖς. Τότε ἀπήν-
1331τησα, ὅτι τὰ 8,760,000 δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διατε-
1332θῶσι μήτε παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, μήτε παρ’ ἡμῶν, πρῶ-
1333τον διότι ἦσαν ἐνέχυρον, δεύτερον διότι, καὶ ἂν ἐλυτροῦντο,
1334ἔπρεπε νὰ καῶσι, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμοποιη-
1335θῶσι διὰ τὸ τοκομερίδιον τοῦ Ἰουνίου, ἀφοῦ ἡ σύμβασις
1336ῥητῶς προέβλεπεν, ὅτι ἡ κατάργησις τῶν ἰσαρίθμων τῷ τοκο-
1337μερίῳ τραπεζ. γραμματίων θὰ ἐγίνετο, μὴ λαμβανομένων
1338ὑπ’ ὄψει τῶν 8,760,000. Σήμερον μᾶς εἶπεν, ὅτι εἶχε διαφό-
1339ρους συμβάσεις, τῶν ὁποίων οὐκ ἔστιν ἀριθμὸς, συμβάσεις περὶ
1340δανείων, περὶ μὴ δανείων, καὶ δὲν γνωρίζω περὶ τίνος ἄλ-
1341λου. Ἀλλ’ ὅλαι αὐταὶ αἱ συμβάσεις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ
1342καταργήσουν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 11 τῆς συμβάσεως
1343τῆς κυρίας, δι’ ἧς τὰ 8,760,000 ἐτίθεντο ἐκτὸς μάχης,
1344κατηργοῦντο, ἐκαίοντο, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναγεννη-
1345θῶσιν ἐκ τῆς τέφρας των. Αὐτὸ ἦτο τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον
1346ἐτέθη μεταξὺ ἡμῶν. Δεύτερον ζήτημα ἐτέθη προχθὲς, καὶ
1347τὸ ἔθεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἑξῆς (ἀναγι-
1348νώσκει): «Ἀλλ’ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, διέθεσεν ἐκ τῶν
13498,760,000 δραχμῶν, τῶν παρακατατεθειμένων εἰς τὴν
1350Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἓξ ἑκατομμύρια εἰς ἐκτάκτους δαπάνας
1351τοῦ Δημοσίου.»
1352Ποία εἶναι ἡ ἔννοια αὐτῆς τῆς φράσεως; ὅτι ἡμεῖς ἐλά-
1353βομεν 6,000,000 καὶ τὰ ἐδαπανήσαμεν εἴτε εἰς ἐκτά-
1354κτους εἴτε εἰς τακτικὰς δαπάνας. Ἀλλὰ τὰ πράγματα δὲν
1355ἀποδεικνύονται ἔχοντα ὡς τὰ παρέστησεν ὁ Πρόεδρος τῆς
1356Κυβερνήσεως, ἐκ τοῦ σημειώματος, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὰ
1357πράγματα ἀποδεικνύουν, ὅτι ὑπῆρχε συνομολογημένη σύμ-
1358βασις, δυνάμει τῆς ὁποίας 8,760,000 καθιστῶντο ὡς ἐνέ-
1359χυρον πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ δανείου τῶν 7,300,000 φρ., ὅτι ἡ
1360σύμβασις αὕτη ὥριζε μίαν προθεσμίαν, ἡ ὁποία ἔληγε τὴν
13612 Ἰουνίου, καὶ ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 4 «ἐν περιπτώσει, καθ’
1362ἣν τὸ χορηγούμενον ὡς ἀνωτέρω πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυ-
1363βέρνησιν δάνειον δὲν ἤθελεν ἐξοφληθῆ ἐμπροθέσμως, ἡ Κυ-
1364βέρνησις παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς δανειστὰς νὰ λά-
1365βωσι παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος τὸ παρ’
1366αὐτῇ κατατεθὲν ἤδη ἐπὶ τούτῳ ποσὸν τραπεζικῶν γραμ-
1367ματίων, προερχομένων ἐξ εἰσπράξεων δημοσίων, προωρι-
1368σμένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους τῆς ληγού-
1369σης ἑξαμηνίας, ἐκ δρ. 8,760,000».
1370Ἀκριβῶς λοιπὸν τὴν 2 Ἰουνίου οἱ δανείσαντες τὰ φρ.
13717,300,000 ἐζήτησαν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἄρθρου 4 τῆς συμ-
1372βάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέγραψεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἐπειδὴ
1373τὸ Δημόσιον εὑρίσκετο εἰς στενοχωρίας, δὲν ἦτο δὲ δυνα-
1374τὸν νὰ ἐκτελεσθῇ, καὶ ἐπειδὴ, ἄν ἐξετελεῖτο, ἤθελεν ἀνέλ-
1375θει ὁ χρυσὸς εἰς ὕψη δυσθεώρητα, διὰ τοῦτο μετὰ παρα-
1376κλήσεων κατωρθώσαμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἀνανέωσιν ἐπὶ
1377τρεῖς μῆνας, μέχρι τῆς 2 Σεπτεμβρίου δηλαδὴ, καὶ τότε
1378ἐζητήθη παρὰ τῶν δανειστῶν, ὅπως τὸ ποσὸν τῶν 8,760,000
1379εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια μείνῃ μὲν παρὰ τῇ Τραπέζῃ τῇ
1380Ἐθνικῇ, ὅπως μὴ γείνῃ χρῆσις αὐτῶν, ἀλλὰ καταλογισθῇ
1381εἰς ἕνα ἕκαστον ἐκ τῶν ὁμολογιούχων τοῦ δανείου κατὰ τὸ
1382ποσὸν τῆς συμμετοχῆς του. Τοῦτο ἐγένετο μέχρι τῆς 2
1383Σεπτεμβρίου. Τὴν 2 Σεπτεμβρίου δευτέρα λῆξις· νέαι παρα-
1384κλήσεις, προσλιπαρήσεις, προσπάθειαι, ἀλλ’ εἰς οὐδὲν ἀπέλη-
1385ξαν· οἱ δανεισταὶ ἐζήτουν τὴν πληρωμὴν, καὶ ἠπείλουν νὰ ῥί-
1386ψουν εἰς τὴν ἀγορὰν τὰ 8,760,000 δρ. τραπεζικὰ γραμμάτια.
1387Εἷς ἐκ τῶν λόγων, οἵτινες συνετέλεσαν εἰς τὴν ὕψωσιν τοῦ
1388συναλλάγματος, ἦτο καὶ αὐτὴ ἡ προκαταβολὴ, ἡ ὁποία
1389ὀφείλεται εἰς τὴν πρόνοιαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· κατὰ πᾶ-
1390σαν στιγμὴν ἠπειλεῖτο παρὰ τῶν μετασχόντων τῆς προ-
1391καταβολῆς αὐτῆς τῶν 7,300,000 φρ. ὅτι ἤθελον λάβει τὰ
1392τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ ἤθελον ῥίψει αὐτὰ εἰς τὴν ἀγο-
1393ρὰν ἡμῶν, ἵνα τὰ ἀνταλλάξουν εἰς χρυσόν· ἐπὶ τῆς ἀπειλῆς
1394δὲ ταύτης ὑπολογίζουσα ἡ κερδοσκοπία, ὤθει πρὸς τὰ ἄνω
1395τὴν ὕψωσιν τοῦ χρυσοῦ, καὶ ἡ ὕψωσις ἐκείνη, ἂν δύναται νὰ
1396καταλογισθῇ εἴς τινα, βεβαίως ὀφείλει νὰ καταλογισθῇ εἰς
1397τὰς πράξεις καὶ τὴν πρόνοιαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνή-
1398σεως. 8,760,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἦσαν διαρκῶς λη-
1399ξιπρόθεσμα ἀπὸ τῆς 2 Σεπτεμβρίου, καὶ ἠπειλεῖτο ἔκτοτε
1400διαρκῶς, χάρις εἰς τὴν πρόνοιαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερ-
1401νήσεως, 8,760,000 νὰ ῥιφθοῦν εἰς τὴν χρηματιστικὴν ἀγορὰν
1402ἡμῶν. Καὶ ὅταν τοιαύτην εἶχε λάβει πρόνοιαν ὑπὲρ τῆς
1403νομισματικῆς κυκλοφορίας, ἐθαύμαζε καὶ ἐξεπλήσσετο, διότι
1404ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ἡμῶν ὁ χρυσὸς ἔφθασε μέχρι τοῦ 188! Ἐγὼ
1405θαυμάζω καὶ ἐκπλήττομαι, πῶς δὲν ἔφθασε, μὲ τὰ μέτρα, τὰ
1406ὁποῖα ἔλαβεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπὲρ τῆς χρηματιστικῆς
1407ἀγορᾶς, μέχρι 300%. Ἂν δὲ δὲν ἔφθασε μέχρις αὐτοῦ
1408τοῦ σημείου, τοῦτο ὀφείλεται ἀκριβῶς εἰς τὸ δάνειον τῆς
1409κεφαλαιώσεως. Αἱ προσλιπαρήσεις καὶ αἱ προσπάθειαι πρὸς
1410τοὺς δανειστὰς εἰς οὐδὲν ἀπέληξαν, οὐδόλως ἀπέτρεψάν
1411τινας τῶν δανειστῶν νὰ θέσωσι χεῖρα ἐπὶ τοῦ ἐνεχύρου καὶ
1412τὸ λάβουν εἰς τὴν κατοχήν των, καθ’ ὃ εἶχον δικαίωμα, δυνά-
1413μει τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν συνωμολόγησεν ὁ κ. Πρόεδρος
1414τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐντεῦθεν εὗρεν εὔθετον τὴν εὐκαι-
1415ρίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταλογίσῃ ἡμῖν,
1416ὅτι ἐδαπανήσαμεν ἐκ τῶν 8,760,000 τὰ 6,000,000, τὰ
1417ὁποῖα οἱ ἐνεχυριοῦχοι δανεισταὶ ἔλαβον εἰς τὴν κατοχήν
1418των. Οὕτω πως παρίσταται ἡ ἀλήθεια ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύ-
1419τῃ ἐκ τῶν χειλέων τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ
1420οὕτω πως κατανέμονται αἱ εὐθῦναι. Τὴν εὐθύνην τῆς σημε-
1421ρινῆς καταστάσεως τὴν ἔχει ἀκεραίαν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυ-
1422βερνήσεως, καὶ δὲν εἶναι μία πρᾶξις τῆς παρελθούσης Κυ-
1423βερνήσεως, ἡ ὁποία νὰ μὴ τείνῃ ἀκριβῶς εἰς τὸ νὰ μειώσῃ
1424τὴν καταστρεπτικὴν πολιτείαν, εἰς ἣν ἀχαλίνωτος εἶχε
1425ῥιφθῆ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
1426§94Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Προκειμένου, Κύριοι, νὰ ὑποβάλω πρό-
1427τασιν νόμου, ὑπογεγραμμένην παρ’ ἐμοῦ καὶ διαφόρων ἄλ-
1428λων ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἐθεώρησα καλὸν νὰ συνοδεύσω
1429τὴν ὑποβολὴν μὲ ὀλίγας λέξεις, αἵτινες θέλουν χρησιμεύσει
1430ἀντὶ δικαιολογητικῆς ἐκθέσεως τῆς προτάσεως ταύτης.
1431Ὅτε, Κύριοι, ἐπεκράτουν αἱ ἰδέαι, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποστη-
1432ριχθῇ ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅτι πρὸς τοῦτο ἔπρεπε
1433νὰ παρασταθῇ αὕτη ἐπαρκής, ὅτε πρὸς τοῦτο ἐθεωρεῖτο
1434ἀναγκαῖον, ἵνα ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους διὰ παντὸς
1435τρόπου φανῇ ἄρτιος καὶ ἰσοσκελής, ἐπιδιωκομένου τοῦ ἐν
1436αὐτῷ ἰσοζυγίου, μὲ ὅλην τὴν πεποίθησιν, ἣν πάντες εἴχο-
1437μεν, ὅτι οἱ φόροι οἱ ὑπάρχοντες, καὶ ἰδίως πολλοὶ ἐξ αὐτῶν,
1438ἵνα μὴ εἴπω οἱ πλεῖστοι, καὶ ἄνισοι καὶ ἄδικοι καὶ λίαν
1439ἐπαχθεῖς ἦσαν, δὲν ἐδιστάσαμεν ὄχι μόνον εἰς τὴν διατή-
1440ρησιν αὐτῶν νὰ ἐμμείνωμεν, ἀλλὰ καὶ πολλοὺς ἄλλους φό-
1441ρους καὶ πολλὰ ἄλλα μέτρα νὰ ψηφίσωμεν κατὰ προσθή-
1442κην εἰς τοὺς ὑπάρχοντας· διότι ὁ κίνδυνος παρίστατο, ὡς
1443καὶ πράγματι ἦτο, ἐπικείμενος, καὶ δὲν μᾶς ἐδίδετο ὁ
1444ἀπαιτούμενος καιρὸς οὔτε νὰ σκεφθῶμεν οὔτε νὰ πραγμα-
1445τοποιήσωμεν μεταβολὴν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος,
1446ὅπερ μᾶς διεῖπε, καὶ ἐν τῇ μεταβολῇ ταύτῃ νὰ ἐπιδιώξω-
1447μεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ἐπάρκειαν τοῦ δημοσίου ταμείου εἰς
1448τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ
1449Κράτους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν ἀνακούφισιν τοῦ λαοῦ, καὶ ἰδίως
1450ἐκείνων τῶν τάξεων αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι ὑπὲρ τὰς δυνάμεις
1451αὐτῶν ἐπιβαρύνονται. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι διὰ
1452λόγους, τοὺς ὁποίους τώρα δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ἐκθέσω, νομίζω
1453ὅτι πᾶσα ἐναντία σκέψις κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο
1454ἐντελῶς ἀσύμφορος. Πειθόμενοι εἰς τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ
1455κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐνεμείναμεν ἐν τῇ πολιτικῇ ἐκείνῃ, τῆς
1456ὁποίας ἅπαν τὸ οἰκονομικὸν σύστημα ἐβασίζετο ἐπὶ ἑνὸς
1457δανείου μεταλλικοῦ καὶ ἐξωτερικοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου, ὡς
1458ἔλεγε τότε, ἤθελεν ἀρθῆ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἡ φα-
1459γέδαινα αὕτη τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἤθελον αὐξηθῆ τὰ
1460μεταλλικὰ κεφάλαια τῶν Τραπεζῶν, ἤθελε ληφθῆ πρόνοια
1461περὶ ἱδρύσεως Γεωργικῆς Τραπέζης, πρὸς πλήρωσιν μιᾶς
1462ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ἀναγκῶν τοῦ τόπου, ἤθελε τακτο-
1463ποιηθῆ ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία, ἡ μάστιξ αὕτη τῆς Ἑλ-
1464ληνικῆς κοινωνίας, ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις ἤθελε δοθῆ καιρός,
1465ἵνα ἕκαστος φροντίσῃ περὶ τῆς πραγματοποιήσεως τῶν ἰδεῶν
1466του, πρὸς μεταβολὴν τοῦ ἀθλίου φορολογικοῦ συστήματός
1467μας καὶ τακτοποίησιν τῶν καθ’ ἡμᾶς. Τί ἄλλο ἠθέλομεν!
1468Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα ἀπεδείχθησαν ὄνειρα πολὺ ἀπατηλά· τὰ
1469σχέδια ἐκεῖνα τὰ ὡραῖα ἀπέτυχον ἐλεεινά, ἡ πολιτικὴ
1470ἐκείνη ἠστόχησε καὶ ἐναυάγησεν ἐντελῶς. Μεταξὺ ὅμως
1471τῶν ναυαγίων καὶ τῶν συντριμμάτων αὐτῆς ἔμειναν ὄρθια
1472καὶ ἀνέπαφα ὅλα τὰ μέτρα καὶ ὅλοι οἱ φόροι, ὅσοι τότε
1473προσετέθησαν, καὶ μένουσιν εἰσέτι, δεινῶς τὸν λαὸν καταθλί-
1474βοντες. Ἐκτὸς δὲ τούτου, μένει ἀνέπαφος, δεινωθεῖσα μάλι-
1475στα, καὶ ἡ οἰκονομικὴ καὶ νομισματικὴ δυσπραγία, ἡ ὁποία
1476καθιστᾷ πολὺ πλέον ἀφόρητα τὰ μέτρα ἐκεῖνα.
1477Ἐν τούτοις προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐζήτησε τὴν
1478ἄδειαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ κηρύξῃ τὴν χρεωκοπίαν τοῦ
1479Κράτους, καὶ ὑποβαλὼν πρὸς τοῦτο νομοσχέδιον, ἐβεβαίωσε
1480συνάμα, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς δὲν θὰ πληρώνωμεν διὰ τὴν ὑπη-
1481ρεσίαν τῶν δανείων, εἰμὴ 7,500,000 δραχμῶν. Ὁ προϋπο-
1482λογισμὸς ὅμως ἀποδεικνύει, ὅτι τὰ ἔξοδα ἐν γένει τῆς ἐσω-
1483τερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους δὲν ὑπερβαίνουσι τὸ πολὺ
1484τὰ 55 ἢ τὰ 60 ἑκατομμύρια, ἐὰν δ’ εἰς ταῦτα προσθέσω-
1485μεν καὶ τὰ ἑπτὰ ἥμισυ ἑκατομμύρια ταῦτα καὶ πᾶσαν
1486ἄλλην τυχὸν ἑτέραν δαπάνην διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δη-
1487μοσίου χρέους, καὶ αὐτὴν τὴν διαφορὰν τῆς ἐπικαταλλαγῆς,
1488δὲν θὰ ὑπερβῇ τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων τὰ 80,000,000,
1489διότι ὑποθέτω ὅτι πλέον τῶν 20,000,000 χαρτίνων δραχ-
1490μῶν δὲν θὰ χρειασθῶσι δι’ ὅλα ταῦτα μετὰ τῶν 7,500,000.
1491Λοιπόν, ἐνῷ ἔχομεν ἀνάγκην 80,000,000 διὰ τὴν ὑπηρε-
1492σίαν τοῦ Δημοσίου, τήν τε ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικὴν, ὁ
1493προϋπολογισμὸς φέρει ὡς ἔσοδα 110,000,000, ἐξ ὧν δὲν
1494δύνανται παρὰ νὰ εἰσπραχθῶσι τὰ 95,000,000 τοὐλάχι-
1495στον, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῆ ἀνειλικρινὴς καὶ
1496ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος τοῦ 1893. Ὥστε ἔχομεν ἓν μέγα
1497περίσσευμα μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων πλέον τῶν
149815,000,000.
1499§95ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τί προτείνετε;
1500§96ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Προτείνω τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου ἐπὶ
1501τοῦ οἴνου, ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἐπὶ τῶν ζώων.
1502Ἀλλὰ θὰ ἀναπτύξω, ὡς εἶπον, τὴν πρότασίν μου.
1503§97ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τότε νὰ διακόψωμεν.
1504§98ΕΤΕΡΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
1505§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν.
1506(Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)
1507§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λάβετε τὰς θέσεις σας, Κύριοι. Ὁ κ. Πε-
1508τιμεζᾶς θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
1509§101ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι δὲν πρόκειται ἤδη
1510περὶ ἀνορθώσεως τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος· ὄχι μόνον δὲν
1511πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλ’ οὔτε ἀφίεται πλέον εἰς ἡμᾶς
1512ἡ ἐλπὶς τῆς ἐπὶ τὸ βέλτιον μεταῤῥυθμίσεως τῶν φορολογι-
1513κῶν ἡμῶν πραγμάτων καὶ τῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομι-
1514κῶν, καθόσον καὶ αὐτὰ τὰ μέτρα τῆς προκατόχου Κυβερ-
1515νήσεως, τὰ ὁποῖα, ἐπαναλέγω, ἦσαν τὰ μόνα, ὅσα ἠδύ-
1516ναντο νὰ ληφθῶσι πρὸς συγκράτησιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν
1517πραγμάτων, ἀνετράπησαν. Καὶ ἐνῷ, κατὰ τὸ πρόγραμμα
1518τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἐπρόκειτο νὰ λη-
1519φθῇ πρόνοια περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ φορολογικοῦ ἡμῶν
1520συστήματος, οὕτως ὥστε νὰ μὴ ἐπιῤῥίπτωνται ὅλα τὰ βάρη
1521ἐπὶ τῶν πτωχῶν τάξεων τοῦ λαοῦ, αἱ δὲ πλουσιώτεραι
1522τάξεις νὰ μὴ μένωσιν ἐντελῶς ἀσύδοτοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον,
1523ἐνῷ ἐπρόκειτο, κατὰ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, νὰ εἰσαχθῇ ἡ στρεμ-
1524ματικὴ φορολογία ἐπὶ τῶν ἀγρῶν καὶ ἐπὶ τῶν ἀμπέλων,
1525καὶ νὰ τεθῶσιν εἰς ἐνέργειαν αἱ λοιπαὶ μεταῤῥυθμίσεις αἱ
1526φορολογικαί, οἰκονομικαὶ καὶ διοικητικαί, ὅσας περιεῖχε τὸ
1527πρόγραμμα ἐκεῖνο, πᾶσα ἐλπὶς ἤδη περὶ τούτων ἐνεκρώθη.
1528Ἐπῆλθεν ἐν τῷ μεταξὺ πολιτικὴ μεταβολὴ, ἡ ὁποία πᾶ-
1529σαν τοιαύτην ἐλπίδα κατέῤῥιψεν, ἐπανῆλθε δὲ εἰς τὴν ἐξου-
1530σίαν ἡ πολιτικὴ τῶν μεγάλων ἔργων καὶ τῆς πλήρους
1531ἐπαρκείας. Ἐπέπρωτο, κατὰ παράδοξον τῶν συμπτώσεων
1532συναρμογὴν, ὥστε αὐτοὶ οἱ ἴδιοι νὰ συλλέξωσι τοὺς καρ-
1533ποὺς τῆς ἀποτυχίας των, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι νὰ κηδεύσωσιν ὄχι
1534μόνον τὴν οἰκονομικὴν πίστιν, ἀλλὰ καὶ πᾶν ἐθνικὸν γόη-
1535τρον, καὶ αὐτὴν τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος.
1536Ἀνῆλθεν, ἐπαναλέγω, ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
1537καὶ μὲ θάῤῥος ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος πᾶν ἄλλο ἐπρόκειτο νὰ
1538ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλήν, παρὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνήγ-
1539γειλε, μὲ θάῤῥος καὶ ὕφος ἁρμόζον εἰς ἄνθρωπον, ὅστις ἐπρό-
1540κειτο νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους
1541τὴν σωτηρίαν τῆς Ἑλλάδος, προέβη εἰς τὸ ἔργον αὑτοῦ
1542γενναίως, μὲ ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν, ἀλλὰ μὲ τὸ μέτωπον
1543ὑψηλά, ὡς νὰ ἐπανήρχετο ἀπὸ νίκην λαμπρὰν, προσθέτου-
1544σαν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ τρόπαια ἄφθιτον δόξαν, καὶ ἀντὶ τού-
1545του ἀνεκήρυξε τὴν χρεωκοπίαν τῆς Ἑλλάδος!
1546Δὲν πρόκειται, Κύριοι, νὰ ὁμιλήσω ἤδη περὶ τοῦ σοβα-
1547ροῦ τούτου ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ προκαλέσῃ
1548μακρὰς συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν πρόκειται
1549ἤδη πλέον περὶ ἐλπίδων πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς τιμῆς τῆς
1550Ἑλλάδος, εἰς τί ἄλλο θὰ μᾶς χρησιμεύσῃ τὸ περίσσευμα, ὃ
1551ἀφίεται ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, τὸ περίσσευμα, τὸ
1552ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν ὄχι
1553πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς πολιτικῆς τῆς σπατάλης, τῆς δια-
1554φθορᾶς καὶ τῶν καταχρήσεων; Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐνόμισα,
1555ὅτι ἡ περίστασις εἶναι ἁρμοδία νὰ σπεύσωμεν ἀμέσως πρὸς
1556ἀνακούφισιν τοῦ λαοῦ, καὶ ἰδίως ἐκείνων τῶν τάξεων, αἱ
1557ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ φέρωσι τὰ ἐπαχθῆ βάρη, ὅσα ἐπε-
1558βλήθησαν εἰς αὐτάς. Καὶ ὄχι μόνον πρέπει νὰ ἄρωμεν ὅλα
1559ἐκεῖνα τὰ βάρη, τὰ καταθλίβοντα τὰς τάξεις αὐτὰς, ὅσα
1560κατὰ τὰς δύο προηγουμένας συνόδους τῆς Βουλῆς ἐπεβά-
1561λομεν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ἄλλους σκοποὺς, ἀλλὰ πρέπει νὰ
1562σπεύσωμεν νὰ καταργήσωμεν καὶ ἐκείνους τοὺς φόρους, οἱ
1563ὁποῖοι εἶναι καταθλιπτικοὶ ἰδίως διὰ τὰς πτωχὰς τάξεις.
1564Ἀφοῦ δὲ στάδιον εὐρὺ μᾶς παρέχει ἡ νέα τῶν πραγμάτων
1565κατάστασις, εἶναι εὐχερὴς ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἐπιθυμίας, ἡ
1566ὁποία πιστεύω ὅτι εἶναι ἐπιθυμία γενικὴ τῆς Βουλῆς, νὰ
1567ἔλθωμεν εἰς βοήθειαν τῶν πτωχῶν τάξεων. Διὰ τοῦτο, Κύ-
1568ριοι, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρό-
1569τασιν νόμου, ὑπογεγραμμένην ἐκτὸς ἐμοῦ καὶ ὑπὸ πολλῶν
1570ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων...
1571§102ΡΟΥΚΗΣ. Διατὶ ὄχι καὶ ὑπὸ σοῦ;
1572§103ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑπογεγραμμένος.
1573§104ΡΟΥΚΗΣ. Ἄ! ἔτσι!
1574§105ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Μὰ ἐγὼ δὲν διδάσκω γραμματικήν. Ἰδοὺ
1575ἡ πρότασις (ἀναγινώσκει):
1576«Πρότασις νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου
1577ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐπὶ τῶν οἴνων καὶ
1578ἐπὶ τῶν ζώων ἐν γένει.
1579«Ἄρθρον 1. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὁ
1580φόρος ἐπὶ τῶν οἴνων καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων ἐν γένει
1581καταργοῦνται.
1582«Ἄρθρον 2. Πᾶσα διάταξις, ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν πα-
1583ρόντα νόμον, καταργεῖται.
1584«Ἐν Ἀθήναις, τῇ 2 Δεκεμβρίου 1893.
1585«Οἱ Βουλευταὶ
1586«Α. Πετιμεζᾶς, Κ. Φλέσσας, Ι. Ν. Ἰντζὲς, Π. Μερλό-
1587πουλος, Λ. Σακελλαριάδης, Θ. Κορομάντζος, Α. Χατζηνι-
1588κολῆς, Ξ. Πικουλάκης, Κ. Σαλταφέρος, Γ. Λ. Κρεστενίτης
1589Γιαννοῦκος Μαυρομιχάλης.» (Ἱλαρότης).
1590Οἱ γέλωτες ἐνδεικνύουσιν εὐχαρίστησιν. Διὰ τοῦτο χαίρω
1591πολύ.
1592§106ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κατάργησις καὶ εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη.
1593§107ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οἱ φόροι οὗτοι, Κύριοι, προσδίδουσιν εἰς
1594τὸ Δημόσιον ὅλοι ὁμοῦ ἓν ποσὸν, μὴ ὑπερβαῖνον τὰ 6 ἑκα-
1595τομμύρια! ὥστε ὁ προϋπολογισμὸς ἐπιτρέπει τὴν κατάργησιν
1596αὐτῶν. Λέγω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ προτιμηθῇ ἡ κατάργησις
1597αὐτῶν τῶν φόρων ὑπὲρ πάντα ἄλλον, διότι οἱ φόροι οὗτοι
1598ἰδίως καταθλίβουσι τὰς πτωχοτέρας τοῦ λαοῦ τάξεις.
1599Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, εἶναι καὶ καθ’ ἑαυτοὺς οἱ
1600φόροι οὗτοι ἐξοβελιστέοι ἀπὸ τὴν φορολογικὴν ἡμῶν νομο-
1601θεσίαν, διότι εἶναι ἀπολύτως καὶ ἄνισοι καὶ δυσανάλογοι
1602καὶ ἀπάνθρωποι καὶ βάρβαροι φόροι, καὶ οὐδένα ὅρον τῆς
1603δημοσιονομίας πληροῦσι. Ποῖον ὅρον τῆς δημοσιονομίας
1604πληροῦσιν οὗτοι; Τὸν τῆς ἰσότητος; Ἀλλὰ πᾶν ἄλλο ἢ
1605ἰσότης καθιεροῦται δι’ αὐτῶν. Οἱ ἔχοντες τὰς μεγάλας ἐκ-
1606τάσεις γαιῶν οὐδένα πληρόνουσι φόρον ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον,
1607οἱ δὲ μὴ ἔχοντες καθόλου γῆν, ἀλλὰ μόνον καλλιεργοῦντες
1608τὴν ξένην γῆν, οἱ ἔχοντες ὡς μόνην περιουσίαν ζεῦγος βοῶν,
1609ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτῶσι τὴν ὕπαρξιν τῆς οἰκογενείας των,
1610αὐτοὶ καλοῦνται διὰ τοῦ συστήματος τούτου νὰ πληρώ-
1611νωσι τὸν ἔγγειον φόρον διὰ γῆν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχουν.
1612Εἶναι δὲ ἀνεκδιήγητοι αἱ καταχρήσεις, αἱ κλοπαὶ καὶ
1613αἱ ἀδικίαι, αἱ ὁποῖαι προσγίνονται εἰς τοὺς πτωχοὺς χω-
1614ρικοὺς ἐκ τῶν ἐπὶ τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριών-
1615των κτηνῶν, διότι ὅσοι μὲν ἐξ αὐτῶν εἶναι ἐπιτήδειοι καὶ
1616δύνανται νὰ ἔλθωσιν εἰς συνεννόησιν μὲ τοὺς ἐπιτετραμ-
1617μένους τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου τούτου, πολλάκις ἀπαλ-
1618λάσονται παντὸς φόρου. Ἀλλ’ οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν βε-
1619βαίωσιν τοῦ φόρου, ὑποπίπτοντες εἰς τοιαύτας καταχρήσεις,
1620διὰ νὰ δικαιολογήσωσιν ἑαυτοὺς, ἐκδίδουσι πρωτόκολλα
1621ψευδῆ κατὰ τῶν μὴ ὑποκειμένων εἰς φόρον, κατὰ τῶν μὴ
1622ἐχόντων ποσῶς ἀροτῆρας βοῦς, οἵτινες ἀναγκάζονται τότε
1623νὰ καταφεύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια, ἐγκαταλιμπάνοντες
1624τὰς ἐργασίας αὐτῶν καὶ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν, νὰ προ-
1625καλῶσιν ἐξέτασιν μαρτύρων, νὰ προκαλῶσι τὴν ἔκδοσιν δια-
1626φόρων ἀποφάσεων, νὰ ὑποβάλλωνται εἰς δαπάνας πολλὰς,
1627ἐν τῷ μεταξὺ δὲ νὰ ἐκτελῶνται τὰ πρωτόκολλα τὰ ψευδῆ
1628διοικητικῶς, καὶ ν’ ἀναγκάζωνται τότε νὰ ἐγκαταλείπωσι
1629καὶ τὰς δίκας, νὰ ὑφίστανται τόσας δαπάνας ἀδίκως, καὶ
1630νὰ πληρώνωσι καὶ φόρους, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν ὑποχρεοῦνται.
1631Τοιοῦτον, Κύριοι, τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ τοιούτου φόρου
1632ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διὰ τὸν ὁποῖον, ἐνθυμοῦμαι,
1633ὅτε τὸν εἰσήγαγον, ἔλεγον, ὅτι τὸ κάμνουν διὰ νὰ ὑπο-
1634στηρίξουν τὴν γεωργίαν. Τὸ σύστημα τοῦτο φορολογεῖ τὸ
1635ὄργανον, ἀντὶ νὰ φορολογῇ τὴν γῆν· καὶ ὅταν φορολογῆται
1636τὸ ὄργανον, ἐννοεῖται εὐκόλως, ὅτι δὲν ὑποστηρίζεται, ἀλλὰ
1637περιορίζεται ἡ γεωργία· διότι διὰ τοῦ τοιούτου φόρου φυσι-
1638κῶς περιορίζονται τὰ ὄργανα τὰ πρὸς τὴν γεωργίαν χρή-
1639σιμα, ὅσον δὲ ἐλαττοῦνται τὰ ὄργανα, τόσον ἐλαττοῦται
1640καὶ ἡ καλλιέργεια, καὶ ἑπομένως κατὰ τοσοῦτον περιορίζε-
1641ται, ἀντὶ νὰ ἀναπτύσσηται, ἡ γεωργία. Ταῦτα καὶ ἔτι χεί-
1642ρονα συμβαίνουσι καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἴνων· ἐν τούτῳ
1643μάλιστα συμβαίνει καὶ κἄτι τι ὅλως παράδοξον, διότι διὰ
1644τοῦ νόμου περὶ ἐπιβολῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων παρε-
1645βιάσθη καὶ μία ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ἐλευθεριῶν ἡμῶν,
1646παρεβιάσθη τὸ ἄσυλον τὸ οἰκογενειακόν. Οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ
1647φόρου ἐπὶ τῶν ἀδηλώτων οἴνων, ὅταν κατορθῶσι νὰ ἐξα-
1648σφαλίζωσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὴν δημόσιον δύναμιν, εἰσέρχονται
1649εἰς τὰς οἰκίας τῶν πολιτῶν διὰ τῆς βίας, ἄνευ οὐδεμιᾶς
1650διατυπώσεως, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως, ἐξασφαλιζούσης
1651τοὺς πολίτας, καὶ εἶναι φοβερὰ τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα ὑποφέ-
1652ρουσιν οἱ πολῖται ἐκ τοῦ νόμου τούτου, ἰδίως οἱ ἐκ τῆς
1653ἐπαρχίας μου, τῶν Καλαβρύτων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἠναγκασμέ-
1654νοι νὰ κατέρχωνται εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, ὅπου
1655ἔχουσι τὰ κτήματά των, καὶ δὲν εὑρίσκονται εἰς τὰς οἰκίας
1656αὐτῶν, ὅταν ἦναι ἡ ἐποχὴ τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου ἐπὶ
1657τῶν οἴνων. Οὕτω δὲ αἱ οἰκίαι αὐτῶν μένουσιν εἰς τὴν διά-
1658κρισιν τῶν ἐνοικιαστῶν, οἵτινες εἰσέρχονται εἰς αὐτὰς ἄνευ
1659ἀδείας τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ ἀπούσης τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς,
1660καὶ ὀργιάζουσι πολυτρόπως. Καὶ εἶναι παράδοξον ὅτι, ἐνῷ
1661προκειμένου περὶ σπουδαιοτέρων ἀντικειμένων ὁ νόμος δὲν
1662ἐπέτρεψε τὴν παραβίασιν τοῦ οἰκογενειακοῦ ἀσύλου, εἰμὴ
1663κατόπιν ἀδείας τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ ἐπὶ παρουσίᾳ τῆς δη-
1664μοτικῆς ἀρχῆς, προκειμένου περὶ τῆς βεβαιώσεως ἑνὸς φό-
1665ρου τοιούτου, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ Δημόσιον δὲν προσδίδει οὔτε
16662,000,000, ὁ νόμος οὗτος παρέβλεψε τὴν προστασίαν τοῦ
1667ἀσύλου τῆς οἰκογενείας, καὶ ἐπέτρεψεν εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς
1668καὶ τοὺς χωροφύλακας νὰ διαῤῥηγνύωσι τὰς θύρας τῶν
1669οἰκιῶν, καὶ νὰ μὴ σέβωνται ὄχι μόνον τὴν ἰδιοκτησίαν,
1670ἀλλ’ οὔτε τὴν ἐλευθερίαν, οὔτε καὶ τὴν τιμὴν πολλάκις τῶν
1671οἰκογενειῶν. Πολλάκις διεμαρτυρήθησαν οἱ πάσχοντες δι’
1672ἀναφορῶν, διὰ τηλεγραφημάτων, διὰ δημοσιεύσεων, ἀλλ’
1673οὐδέποτε εἰσηκούσθησαν, καὶ ἐξακολουθεῖ ὁ βάρβαρος αὐτὸς
1674νόμος νὰ ὑφίσταται. Ἀλλ’ ἐν γένει ὅλοι οἱ φόροι οὗτοι, καὶ
1675ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ὁ φόρος τῶν οἴνων
1676καὶ ὁ φόρος τῶν ζώων, κατέστησαν ἐπαχθεῖς, ἰδίως διὰ τοῦ
1677συστήματος τούτου τῶν δηλώσεων, τῶν πρωτοκόλλων, καὶ
1678ἐν γένει τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως. Δύναται, Κύριοι,
1679σᾶς παρακαλῶ, νὰ ὑπάρξωσι πλέον ἄδικοι, πλέον βάρβαροι
1680καὶ πλέον καταθλιπτικοὶ φόροι ἀπ’ αὐτούς; Διὰ τοῦτο νο-
1681μίζω, ὅτι πρέπει ἀμέσως, ἀφοῦ μᾶς δίδετε ἤδη ἡ εὐκαι-
1682ρία, νὰ ἐξοβελίσωμεν ἀπὸ τὴν φορολογικὴν ἡμῶν νομοθε-
1683σίαν τοὺς βαρβάρους, ἀνίσους καὶ ἀδίκους τούτους φόρους.
1684§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1685Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ νο-
1686μοσχεδίου περὶ ὑπηρεσίας ἐθνικῶν δανείων.
1687Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
1688Παρακαλῶ νὰ κάμητε ἡσυχίαν, διότι δὲν θὰ ὁμιλήσῃ
1689πολλὴν ὥραν.
1690Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου,
1691ἐπὶ τῶν λόγων δηλ. οἵτινες προεκάλεσαν τὴν ὑποβολὴν αὐ-
1692τοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις παρ’ οἱουδήποτε,
1693ὅστις μετ’ ἀμεροληψίας ἤθελον ἐξετάσει καὶ ἀντιληφθῆ τῆς
1694καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκονται τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Δημο-
1695σίου. Ἡ ἀντίληψις σήμερον πάντων εἶναι, ὅτι τὸ Δημόσιον
1696εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν πλήρους ἀδυναμίας νὰ ἐκπλη-
1697ρώσῃ ὁλοσχερῶς τὰς ὑποχρεώσεις αὑτοῦ πρὸς τοὺς δανει-
1698στάς του, καὶ ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἀνάγκη τῆς διακανονί-
1699σεως τοῦ δημοσίου χρέους ἀναλόγως πρὸς τὴν κατάστασιν
1700τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ πρὸς τὰς δυνάμεις τοῦ Δημοσίου.
1701Λυπηρὸν δὲ εἶναι, ὅτι ἡ γενικὴ ἀντίληψις τῆς καταστάσεως
1702ταύτης ἐπῆλθε πολὺ ἀργὰ, ἐξ αὐτῶν τῶν ἀποτελεσμάτων
1703τῆς ἐφαρμοσθείσης πολιτικῆς, καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς προβλέψεως
1704αὐτῶν, ὅτε ἦτο καιρὸς νὰ προλάβωμεν τὸ δυστύχημα, ὅπερ
1705ἐνέσκηψεν ἐφ’ ἡμῶν. Ὅτι ἠθέλομεν περιέλθει εἰς ἣν σήμε-
1706ρον εὑρισκόμεθα κατάστασιν, ἐφαίνετο πρὸ πολλῶν ἐτῶν.
1707Καθαρώτερον δ’ ἐφάνη πρὸ ἑπτὰ ἐτῶν, ὅτε τὰ βάρη, ἅτινα
1708εἶχον ἐπιβληθῆ ἐπὶ τοῦ Δημοσίου, ἀπέβησαν δυσανάλογα
1709πρὸς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις καὶ αὐτοῦ καὶ τῆς χώρας.
1710Ἡ ἀμερόληπτος ἐξέτασις τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν κατα-
1711στάσεως κατὰ τὸ 1886 καὶ 1887 καθίστα ἀναμφίβολον,
1712ὅτι, ἐξακολουθοῦντες νὰ αὐξάνωμεν τὰ βάρη τοῦ Δημοσίου,
1713ἠθέλομεν φέρει αὐτὸ εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀδυναμίαν νὰ ἐκπλη-
1714ρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του, καὶ εἰς τὴν πτώχευσιν. Τότε
1715ἡμεῖς ὑπεδείξαμεν τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμοζομένης πο-
1716λιτικῆς, ὑπεδείξαμεν ποῦ θὰ φθάσωμεν καὶ συνάμα διὰ τίνων
1717μέτρων ἠδυνάμεθα νὰ προλάβωμεν τὸ δυστύχημα, τὸ ὁποῖον
1718σήμερον ἐπιπίπτει ἐπὶ τῆς πατρίδος ἡμῶν. Ἀλλὰ στεναὶ
1719καὶ κομματικαὶ σκέψεις καὶ ὑπολογισμοὶ παρημπόδισαν
1720τότε τὴν μελέτην τῶν ὑφ’ ἡμῶν ὑποβληθεισῶν εἰς τὴν Βου-
1721λὴν σκέψεων. Αἱ σκέψεις δ’ ἡμῶν αὗται ἐχρησίμευσαν εἰς
1722τοὺς ἀντιπάλους ἡμῶν ὡς ἀφορμὴ δυσφημήσεως καὶ πολι-
1723τικῆς κερδοσκοπίας. Εἶναι λυπηρὸν, διότι τότε δὲν ἠθελή-
1724σαμεν νὰ προλάβωμεν τὴν πτώχευσιν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’
1725ἀφήσαμεν νὰ ἔλθῃ καὶ ἐπιβληθῆ αὕτη εἰς ἡμᾶς, ὅπως ἐν-
1726νοήσωμεν τὴν κατάστασιν τῆς χώρας ἡμῶν. Εὑρισκόμεθα
1727ἔκτοτε ἐν ἀνεπαρκείᾳ, τὴν ὁποίαν ἐκαλύπτομεν διὰ τῆς αὐ-
1728ξήσεως τῶν φόρων καὶ διὰ τῆς ἐξακολουθητικῆς συνομολο-
1729γήσεως δανείων. Ἐφ’ ὅσον συνωμολογοῦντο τὰ δάνεια, ἀπε-
1730τύφλονεν ἡμᾶς ἡ παροδικὴ ἄνεσις, ἥτις διὰ τοῦ ἐξ αὐτῶν
1731ἐρχομένου χρήματος ἐπαρουσιάζετο εἰς τὴν κοινωνίαν·
1732τῆς ἀνέσεως δὲ ταύτης ἐνθαῤῥυνόμενοι, ἐξηκολουθοῦμεν ἐπι-
1733τείνοντες τὸ κακὸν, μέχρις ὅτου ἐξηντλήσαμεν καθ’ ὁλοκλη-
1734ρίαν τὴν πίστιν τοῦ Δημοσίου, καὶ διὰ τῆς καταπτώσεως
1735τῆς νομισματικῆς ἡμῶν κυκλοφορίας καὶ τῶν φορολογικῶν
1736ἐπιβαρύνσεων ἐξηντλήσαμεν καὶ τὴν οἰκονομικὴν εὐρωστίαν
1737τῆς κοινωνίας. Μετεβάλομεν δ’ οὕτω τὴν τότε ἀνεπάρκειαν
1738τοῦ Δημοσίου εἰς πλήρη ἀδυναμίαν αὐτοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν
1739τῶν ὑποχρεώσεών του. Εἰς τὴν τοιαύτην δ’ ἀδυναμίαν δὲν
1740ἐφθάσαμεν σήμερον μόνον. Πρὸ ἔτους καὶ ἐπέκεινα εἶχεν ἤδη
1741ἐξαντληθῆ οἰκονομικῶς τὸ Δημόσιον καὶ ἡ πίστις αὐτοῦ.
1742Ὅτε δ’ ἐζητήσαμεν, κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1892, νὰ δανει-
1743σθῶμεν ἐκ νέου, ὅπως ἐξακολουθήσωμεν τὴν αὐτὴν πολιτι-
1744κὴν, ἐπαρουσιάσθη ἐνώπιον ἡμῶν τὸ φάσμα τοῦ ἐξωτερικοῦ
1745ἐλέγχου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ὠπισθοχώρησεν ὁ τότε καὶ
1746σήμερον Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Μετά τινα καιρὸν ὅμως
1747ἐσυνείθισεν οὗτος εἰς τὴν θέαν τοῦ φάσματος τούτου, καὶ θέ-
1748λων νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐφαρμόζων τὴν ὀλεθρίαν διὰ τὸν τόπον
1749πολιτικὴν αὐτοῦ, παρεδέχθη καὶ τὸν ἐξωτερικὸν ἔλεγχον,
1750ἐπιδιώξας τὴν συνομολόγησιν δανείου οὐχὶ πλέον εἰς βάρος
1751τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων καὶ τῆς ἐξαντληθείσης πίστεως
1752τῆς χώρας, ἀλλ’ εἰς βάρος τῆς πολιτικῆς αὐτῆς ἀνεξαρτη-
1753σίας. Τοιοῦτο ἦτο τὸ κατὰ Ἀπρίλιον ἀποτυχὸν δάνειον, διὰ
1754τοῦ ὁποίου μετὰ τὴν οἰκονομικὴν ἐξάντλησιν τῆς χώρας
1755ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἔναρξις καὶ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς ἐξαν-
1756τλήσεως. Ἀπὸ τοῦ 1892 ἡ Ἑλλὰς ἦτο κατ’ οὐσίαν εἰς κατά-
1757στασιν πτωχεύσεως. Διὰ λόγους ἐσωτερικοὺς, ἴσως δὲ καὶ
1758ἐξωτερικοὺς, ἀπέτυχε τὸ δάνειον, ἡ ἀποτυχία δ’ αὐτοῦ
1759ἔσωσε μὲν τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τοῦ κινδύνου τῆς ἐνάρξεως
1760τῆς πολιτικῆς της ἐξαντλήσεως, κατέστησεν ὅμως τὴν
1761πτώχευσιν αὐτῆς γεγονὸς ἀναμφισβήτητον. Ἡ ἐμφάνισις
1762δὲ τοῦ γεγονότος τούτου τῆς πτωχεύσεως ἀπεμάκρυνε
1763κατὰ τὸν παρελθόντα Ἀπρίλιον τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν
1764ἐκ Μεσολογγίου ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας.
1765Ἡ πτώχευσις εἶχεν ἤδη ἐπέλθει οὐσιαστικῶς, ὅτε ἐσχη-
1766ματίσθη ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Σωτηροπούλου, μὲ τὰς δια-
1767βεβαιώσεις καὶ τὰς ὑποσχέσεις, ἃς αὕτη ἔδιδεν, ὅτι δύναται
1768νὰ διοικήσῃ τὴν χώραν ἄνευ δανείου καὶ ἄνευ πτω-
1769χεύσεως! Εὗρε δὲ αὕτη, εἰσελθοῦσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
1770τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὤφειλε μὲν, δὲν ἠδυνήθη
1771ὅμως νὰ ἐννοήσῃ πρότερον, τὴν πτώχευσιν τῆς Ἑλλάδος
1772ἐν αὐτῷ ἐγκατεστημένην. Εὑρεθεῖσα δ’ ἐξαίφνης ἀπέναντι
1773τοῦ φάσματος τῆς πτωχεύσεως, περιῆλθεν εἰς ἀπόγνωσιν.
1774Θέλουσα δὲ νὰ σώσῃ τὴν κυβερνητικὴν αὑτῆς ὕπαρξιν
1775μᾶλλον ἢ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, κατέφυγεν εἰς τὸ δά-
1776νειον τῆς κεφαλαιώσεως, τὸ ὁποῖον ἦτο καὶ δάνειον καὶ
1777πτώχευσις. Ἠθέλησεν, ὡς εἶπον οἱ ἐν τῇ Κυβερνήσει
1778ἐκείνῃ λαβόντες μέρος συνάδελφοι ἡμῶν, νὰ ἀνεγείρῃ
1779παράπηγμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον νὰ σκιασθῇ καὶ ἀσχοληθῇ
1780εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Δὲν ἐνόησεν,
1781ὅτι τὸ παράπηγμα, τὸ ἐκ ξυλείας Ἀργεντινῆς, ὅπερ ἠθέ-
1782λησε νὰ ἀνεγείρῃ, δὲν ἦτο δυνατὸν μήτε νὰ ἀνθέξῃ εἰς τὸ
1783κλίμα τῆς Ἑλλάδος, μήτε νὰ ὠφελήσῃ αὐτήν. Δὲν ἐνόησε
1784τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώ-
1785σεως ἔφερε καλοὺς καρποὺς ἐν τῇ Ἀργεντινῇ, χώρᾳ πλου-
1786σίᾳ καὶ ἀπεράντῳ, καὶ ὅτι αἱ περιστάσεις αὗται ἦσαν ὅλως
1787διάφοροι ἐκείνων, ἐν αἷς εὑρίσκεται ἡ Ἑλλὰς, χώρα πτωχὴ
1788καὶ μικρὰ. Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ δάνειον τῆς κε-
1789φαλαιώσεως καὶ τὰ ἐπιβλαβῆ διὰ τὴν χώραν ἀποτελέ-
1790σματα αὐτοῦ. Τὸ δάνειον τοῦτο ἀπέθανεν ἤδη, ὀρθῶς καὶ
1791καλῶς, καὶ δὲν ὑπάρχει μήτε ἀνάγκη μήτε ὠφέλειά τις νὰ
1792ἐξετάσωμεν τὰ περὶ αὐτοῦ. Δὲν νομίζω ἐπίσης, ὅτι ἐν τῇ
1793παρούσῃ συζητήσει, ἥτις δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς μία τῶν
1794ἐπισημοτέρων ἐξ ὅσων ἐπαρουσιάσθησαν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ
1795τούτῳ, ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα, πρὸς ἐμὲ ἀποτεινόμενος,
1796ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λοκρίδος εἶπε, σχετικῶς μὲ τὴν
1797σύγκρισιν, ἣν ἐγὼ ἐποιησάμην, τῆς καταστάσεως τῆς Ἀρ-
1798γεντινῆς πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος. Ὁ κ. συνά-
1799δελφος ἀνέγνωσέ που, φαίνεται, ὅτι αἱ στατιστικαὶ αἱ ἐνδει-
1800κνύουσαι τὴν ἐμπορικὴν κίνησιν τῶν ἐθνῶν περιέχουσι λάθη,
1801καὶ ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι πόροι, ἄδηλοι ἢ γνωστοί, οἵ-
1802τινες συντελοῦσιν εἰς τὴν ἰσοστάθμισιν τῶν διαφορῶν, τῶν
1803παρουσιαζομένων μεταξὺ τῆς ἐμπορικῆς ἐξαγωγῆς καὶ
1804εἰσαγωγῆς τῶν Κρατῶν. Τοῦτο δ’ ἀναγνώσας, ἐνόμισεν ὅτι
1805πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῶσιν αἱ στατιστικαί, καὶ ὅτι δὲν
1806πρέπει νὰ στηριχθῇ τις πλέον ἐπὶ τῶν ἐξ αὐτῶν ἐξαγομέ-
1807νων ἀποτελεσμάτων, ὅπως μελετήσῃ καὶ μορφώσῃ γνώμην
1808περὶ τῆς καταστάσεως χώρας τινός. Τὴν γνώμην ταύτην
1809τοῦ κ. συναδέλφου νομίζω ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ συμμερι-
1810σθῇ. Μὴ συμμεριζόμενος δὲ ταύτην καὶ ἐγώ, ἐστηρίχθην
1811ἐπὶ τῶν στατιστικῶν περὶ τῶν γνωστῶν καὶ ἀδήλων πόρων
1812τῆς Ἀργεντινῆς καὶ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐποιησάμην τὴν
1813μεταξὺ αὐτῶν σύγκρισιν κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαν-
1814τήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. Δὲν νομίζω δ’ ἀναγκαῖον
1815νὰ εἰσέλθω σήμερον εἰς πλειοτέραν ἀνάπτυξιν, ἥτις δύναται
1816ἴσως νὰ γείνῃ εἰς ἄλλην περίστασιν, ὅτε θὰ ἔχωμεν ὑπὸ
1817συζήτησιν θέματα ὀλιγώτερον σπουδαῖα τοῦ σήμερον συζη-
1818τουμένου νομοσχεδίου.
1819Τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, ὡς εἶπον, εἶναι ἤδη νεκρὸν
1820πτῶμα, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀφήσωμεν νὰ ταφῇ, εὐχόμενοι
1821ὅπως τὰ ἐξ αὐτοῦ ἀποτελέσματα ὦσιν ὅσον τὸ δυνατὸν
1822ὀλιγώτερον ἐπιζήμια διὰ τὸ Δημόσιον καὶ διὰ τὴν χώραν.
1823Ἐπανῆλθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δυστυχῶς καὶ δι’ αὐτὸν
1824καὶ διὰ τὸν τόπον, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής,
1825ὑποσχόμενος ὅτι θ’ ἀνορθώσῃ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ὅτι θὰ
1826ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, θὰ ἐνισχύσῃ τὰς
1827Τραπέζας καὶ θὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ὁμαλὴν αὐτῶν τρο-
1828χιὰν καὶ τὰ οἰκονομικὰ καὶ τὰ νομισματικὰ τῆς χώρας.
1829Δὲν ἐνόησεν ὅτι ἡ ἔλευσις ἐν τῇ Κυβερνήσει αὐτοῦ, ὅστις
1830ἐπὶ δεκαετίαν ἔδιδεν ἀδιακόπως ὑποσχέσεις καὶ διαβεβαιώ-
1831σεις περὶ πλούτου τῆς Ἑλλάδος, περὶ ἰσοζυγίων καὶ περισσευ-
1832μάτων, καὶ πλανῶν τοὺς κεφαλαιούχους ἐλάμβανε τὰ χρή-
1833ματα αὐτῶν, ὅτι ἡ ἔλευσίς του, ὅπως διαψεύσῃ τὰς τοιαύ-
1834τας ὑποσχέσεις καὶ διαβεβαιώσεις, ἀποτελεῖ ἐπιπρόσθετον
1835ἐμπόδιον εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ εἰς
1836τὴν βελτίωσιν τῆς πίστεως τῆς χώρας. Ἐπίστευσεν ὅτι ἡ
1837ἐπάνοδός του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελεν
1838ἑλκύσει εἰς αὐτὸ τὰ ξένα κεφάλαια, καὶ ὅτι ταῦτα, ἀφθό-
1839νως εἰς αὐτὸν προσφερόμενα, θὰ τὸν ηὐκόλυνον νὰ συνεχίσῃ
1840τὴν πολιτικήν του. Ἑνὸς μηνὸς ὅμως διαμονὴ ἐν τῇ Κυβερ-
1841νήσει ἤρκεσεν, ὅπως ἐξαγάγῃ αὐτὸν τῆς πλάνης, εἰς ἣν εὑ-
1842ρίσκετο, καὶ τὸν ἐξαναγκάσῃ νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὰς γνώμας,
1843τὰς ὁποίας ἐξεθέτομεν ἐντεῦθεν καὶ πρὸ ἑνὸς περίπου ἔτους,
1844ὅτε ἀπέκρουεν αὐτάς, καὶ πρὸ δεκαπέντε ἡμερῶν, ὅτε μετ’
1845ἀδιαφορίας τὰς ἤκουεν. Ἠναγκάσθη νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν
1846γνώμην ἡμῶν, ὅτι, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα σήμερον θέσιν, δὲν δυ-
1847νάμεθα νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ ἐπωφελοῦς ἀρωγῆς τῶν ξένων
1848κεφαλαίων, ἀλλ’ ὀφείλομεν, στηριζόμενοι ἐπὶ τῶν ἰδίων
1849ἡμῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων, νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν διαῤῥύθ-
1850μισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, δίδοντες εἰς τοὺς δανειστὰς
1851τοῦ Κράτους πᾶν ὅ,τι αἱ δυνάμεις ἡμῶν αὐτῶν ἐπιτρέπου-
1852σιν. Ἀλλ’ ὑποταχθεὶς ὑπὸ τὴν ἀναμφισβήτητον ἀλήθειαν
1853τῆς θεμελιώδους ταύτης ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἀπὸ ἐτῶν ὑπο-
1854στηρίζομεν, δὲν ἠθέλησε καὶ πάλιν νὰ ἐμφορηθῇ μήτε ἐκ
1855τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως τοῦ τόπου καὶ τοῦ ἀληθοῦς κα-
1856θήκοντος τοῦ Δημοσίου, μήτε ἐκ τῶν μεγάλων συμφερόν-
1857των καὶ τοῦ μέλλοντος τῆς Ἑλλάδος. Εὗρεν εὐκολώτερον
1858νὰ μιμηθῇ ἓν ξένον παράδειγμα, καὶ λακτίσας τὸ παρά-
1859πηγμα τὸ ἐκ τῆς Ἀργεντινῆς, ἠθέλησε νὰ στήσῃ σκηνὴν
1860ἐκ τῆς Πορτογαλίας, ἵνα καὶ αὐτὸς, ὡς ἡ προκάτοχος Κυ-
1861βέρνησις, σκιασθῇ ὑπ’ αὐτὴν καὶ ἐπιδιώξῃ τὴν ἀνόρθωσιν
1862τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἄν ἐνεφορεῖτο ἐκ τῆς ἀληθοῦς
1863καταστάσεως τῆς χώρας, ἐκ τῆς τιμῆς, ἐκ τῶν συμφερόν-
1864των καὶ ἐκ τοῦ μέλλοντος αὐτῆς, ἤθελεν ἐννοήσει, ὅτι ὅσα
1865προτείνει σήμερον νὰ δοθῶσιν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν ἀντὶ
1866τῶν εἰς αὐτοὺς ὀφειλομένων, καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν πρόκειται
1867νὰ δοθῶσι ταῦτα, δὲν συμφωνοῦσι μήτε μὲ τὴν οἰκονομι-
1868κὴν ἡμῶν κατάστασιν, μήτε μὲ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς προα-
1869σπίσεως τῶν ἠθικῶν καὶ ὑλικῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους’
1870ἤθελεν ἐννοήσει, ὅτι, ἀνεξαρτήτως τοῦ προσφερομένου πο-
1871σοῦ, τὰ αὐτὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους ἐπιβάλλουσιν, ὅπως
1872αὐτοπροαιρέτως καὶ ἐξ ἰδίας ἡμῶν πρωτοβουλίας ἐξασφα-
1873λίσωμεν τὴν βεβαίαν ἐκτέλεσιν τῶν νέων ὑποχρεώσεων, ἃς
1874ἀναλαμβάνομεν, καὶ ὅπως δώσωμεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν
1875τὴν βάσιμον ἐλπίδα, ὅτι ἡ βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ
1876τόπου, ἡ ἀνάπτυξις καὶ πρόοδος αὐτοῦ, θὰ ἔχῃ ἀποτελέ-
1877σματα ἐπωφελῆ καὶ δι’ αὐτοὺς, διὰ τῆς ἐπαυξήσεως τῶν εἰς
1878αὐτοὺς σήμερον διδομένων καὶ τῆς ἐπανορθώσεως τοῦ πρὸς
1879αὐτοὺς διαπραττομένου ἀδικήματος. Τὸν τρόπον, καθ’ ὃν
1880δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο, ἀνέπτυξα ἤδη ἐπανειλημμένως’
1881οὐδεμίαν δ’ ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι τὰ μέτρα, ἅτινα πολλάκις
1882ἀνέπτυξα, δύνανται μόνα νὰ δώσωσι τὴν ἀσφαλῆ βάσιν
1883τῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας καὶ τῆς ἐξυ-
1884πηρετήσεως τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων.
1885Ἀλλὰ θελήσας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ παρά-
1886δειγμα τῆς Πορτογαλίας, ἥτις εὑρέθη πρὸ διετίας εἰς τὴν
1887αὐτὴν περίπου μὲ ἡμᾶς οἰκονομικὴν θέσιν, δὲν ἐφρόντισε νὰ
1888μάθῃ τοὐλάχιστον τὴν θεμελιώδη ἰδέαν, ἥτις ὡδήγησεν
1889αὐτὴν εἰς τὴν παραδοχὴν τῶν μέτρων, ἅτινα ἐφήρμοσεν.
1890Ἡ θεμελιώδης ἰδέα, ἥτις ὡδήγησε τοὺς ἐν Πορτογαλίᾳ, ἦτο
1891ἡ ἐπιθυμία νὰ μεταβάλωσιν ἐμμέσως τὰ ἐξωτερικὰ αὐτῶν
1892χρέη εἰς ἐσωτερικά. Ἐν οἰκονομικῇ ἀνεπαρκείᾳ εὑρισκόμε-
1893νοι, ἠλάττωσαν κατὰ 66% τοὺς τόκους τοῦ ἐξωτε-
1894ρικοῦ αὐτῶν χρέους, τοὺς καταβαλλομένους εἰς χρυσὸν, κατὰ
189530% δὲ μόνον τοὺς τόκους τῶν ἐσωτερικῶν αὐτῶν
1896χρεῶν, τοὺς πληρονομένους εἰς τὸ νόμιμον νόμισμα τοῦ τόπου,
1897εἰς Mil Reis, ὅπερ ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν χρυσὸν ὑποτιμᾶται
1898κατὰ 35 περίπου τοῖς ἑκατόν. Πληρόνουσι 33% ἐκ
1899τῶν εἰς χρυσὸν τόκων, τὰ ὁποῖα ἀντιστοιχοῦσι μὲ 50%
1900εἰς ἐπιτόπιον ἀργυροῦν νόμισμα διὰ τὰ ἐξωτερικὰ χρέη καὶ
190170% εἰς ἄργυρον διὰ τὰ ἐσωτερικά. Ἔδωκαν ὅμως
1902τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς εἰς τοὺς κατόχους τῶν ἐξωτερι-
1903κῶν δανείων νὰ μεταβάλωσιν αὐτὰ εἰς ἐσωτερικὰ δάνεια
1904καὶ λάβωσι καὶ αὐτοὶ, ἂν θέλωσιν, 70% εἰς
1905νόμισμα τοῦ τόπου. Παρέσχον τοιουτοτρόπως ὠφελείας εἰς
1906τὰ ἐντόπια κεφάλαια, ὅπως ἀγοράσωσι τὰ ἐν τῷ ἐξωτε-
1907ρικῷ χρεώγραφα καὶ μεταβάλωσιν αὐτὰ εἰς ἐσωτερικά.
1908Ὁποῖα δ’ ἔσονται τὰ ὀφέλη ἐκ τῆς τοιαύτης ἰδέας, εὐκόλως
1909δύναταί τις νὰ τὰ κατανοήσῃ, ἀναμιμνησκόμενος ὅτι τὰ
1910ἐσωτερικὰ δάνεια, ὁσαδήποτε καὶ ἂν ὦσι, δὲν δύνανται νὰ
1911φέρωσιν ἐξάντλησιν καὶ πτώχευσιν τοῦ Κράτους, ἐνῷ τὰ
1912ἐξωτερικὰ, καὶ ὀλίγα ἂν ὦσι, ἐξαντλοῦσι καὶ συντελοῦσιν
1913εἰς τὴν πτώχευσιν αὐτοῦ. Ἡ Πορτογαλία κατήργησε τὰς
1914εἰδικὰς ἐγγυήσεις τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου. Δὲν εἶναι δὲ
1915ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν ἐντεῦθεν περὶ τοῦ δανείου τοῦ μονοπω-
1916λίου τῶν καπνῶν. Τὸ δάνειον τοῦτο δὲν εἶναι δάνειον τοῦ
1917Κράτους, ἀλλὰ τῆς ἑταιρίας, ἥτις ἐνοικίασε καὶ διευθύνει
1918τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ. Ἡ ἑταιρία αὕτη πρὸ τριῶν
1919περίπου ἐτῶν ἐγένετο κυρία, δι’ ἐκχωρήσεως πρὸς αὐτὴν παρὰ
1920τοῦ Κράτους, μεγάλου μέρους τοῦ παρ’ αὐτῆς πληρονομένου
1921ἐτησίως ἐνοικίου, ἐξέδωκε δὲ ἰδίας ὁμολογίας, αἵτινες ἀπο-
1922τελοῦσιν ἰδίαν ὀφειλὴν, βαρύνουσαν τὸ ἐνεργητικὸν αὐτῆς,
1923καὶ διὰ τοῦ προϊόντος τῶν ὁποίων ἐπλήρωσεν εἰς τὸ Κράτος
1924τὸ ἀντίτιμον τοῦ εἰς αὐτὴν ἐκχωρηθέντος ἐνοικίου. Δὲν ἠδύ-
1925νατο ἑπομένως νὰ θίξῃ τὸ δάνειον τοῦτο ἡ Πορτογαλία,
1926διότι τοῦτο πράττουσα ἤθελε πράξει καθαρὰν δήμευσιν ξέ-
1927νης περιουσίας. Ἀλλ’ ἡ Πορτογαλία, ἡ οὕτω πολιτευθεῖσα,
1928ἐχαρακτηρίσθη, καθὼς πάντες γνωρίζομεν, ὡς Κράτος πτω-
1929χεῦσαν κατ’ ἀρχάς· ἀκολούθως δ’ ἡ πτώχευσις αὐτῆς ἐχα-
1930ρακτηρίσθη ὡς χρεωκοπία, διότι ἐν τῷ διακανονισμῷ τῶν
1931σχέσεων τοῦ Δημοσίου μὲ ξένας ἑταιρίας τῶν Πορτογαλι-
1932κῶν σιδηροδρόμων ἠθέλησε ν’ ἀδικήσῃ αὐτὰς, καὶ ἐξηνάγκα-
1933σεν οὕτω τὸν χρηματιστικὸν κόσμον τῆς Εὐρώπης νὰ χα-
1934ρακτηρίσῃ αὐτὴν ὡς δολίως φερομένην καὶ ὡς χρεωκόπον.
1935Ἂν δὲ τὴν Πορτογαλίαν οὕτως ἐχαρακτήρισαν ἕνεκα τοιού-
1936των προτιμήσεων καὶ διακρίσεων, πῶς ἆρά γε θὰ χαρα-
1937κτηρίσουν ἡμᾶς, οἵτινες, δηλοῦντες ὅτι ἐπτωχεύσαμεν, δὲν
1938ἐννοοῦμεν ἡμεῖς αὐτοὶ νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς θυσίαν τινὰ, μήτε
1939νὰ ἐλαττώσωμεν κατ’ οὐδὲν τὰ χρέη, ἅτινα ὀφείλομεν εἰς
1940ἡμᾶς αὐτοὺς, εἰς ἱδρύματα δηλ. εἰς καταστήματα καὶ εἰς
1941πολίτας Ἕλληνας, ἀλλ’ ἐννοοῦμεν νὰ ἐλαττώσωμεν κατὰ
194270% ἐκεῖνα, ἅτινα ὀφείλομεν εἰς τοὺς ξένους, οἵτινες,
1943πειθόμενοι εἰς τὰς ἐπισήμους διαβεβαιώσεις καὶ ὑποσχέσεις
1944τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐνεπιστεύθησαν εἰς ἡμᾶς τὰ
1945χρήματά των; Πρόκειται νὰ πληρώσωμεν ἀκεραίους τοὺς
1946τόκους τῶν ἐσωτερικῶν δανείων, τῶν καταβαλλομένων εἰς
1947τραπεζικὰ γραμμάτια, τριάκοντα δὲ τοῖς ἑκατὸν μόνον ἐκ
1948τῶν τόκων τῶν ἐξωτερικῶν δανείων, οἵτινες καταβάλλονται
1949εἰς χρυσόν. Διὰ τὰ προσεχῆ δὲ τοκομερίδια δὲν δίδομεν μήτε
1950τοῦτο, ἀλλὰ λέγομεν εἰς αὐτούς: ἔλθετε εἰς Ἀθήνας, ἵνα
1951λάβητε παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὸ εἰς γραμμάτια
1952ἀντίτιμον, ἤτοι πεντήκοντα δραχμὰς, ἀντὶ τῶν ἑκατὸν φράγ-
1953κων χρυσῶν, ἅτινα ὀφείλονται ὑμῖν. Ἐκτὸς δὲ τῆς γενικῆς
1954ταύτης ἀδικίας καὶ μεροληψίας, διαπράττομεν καὶ εἰδικω-
1955τέραν τοιαύτην, ἐρχόμενοι κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὑπο-
1956βάλλεται ἐπισήμως εἰς τὴν Βουλὴν ὁ τρόπος τῆς διακανο-
1957νίσεως τῆς πτωχεύσεως τῆς Ἑλλάδος, νὰ μεταβάλωμεν διὰ
1958μαγικῆς ῥάβδου δάνειον εἰς χρυσὸν πληρονόμενον καὶ πάν-
1959τοτε συγκατατασσόμενον μετὰ τῶν ἐξωτερικῶν δανείων, τὸ
1960δάνειον τῶν 16,500,000 φράγκων, καὶ χαρακτηρίσωμεν
1961αὐτὸ ὡς ἐσωτερικὸν, διὰ νὰ πληρώσωμεν εἰς ἡμᾶς αὐτούς,
1962οἵτινες κατέχομεν αὐτὸ, τὸ διπλάσιον τοῦ ποσοστοῦ, ὅπερ
1963θέλομεν νὰ πληρώσωμεν εἰς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ δανει-
1964στὰς τοῦ Δημοσίου.
1965Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι ἐκ τῶν ἐξωτερικῶν δανείων
1966εὑρίσκονται εἰς χεῖρας καταστημάτων καὶ ἱδρυμάτων οὐκ
1967ὀλίγα ποσὰ, ἀλλὰ τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια, τὰ πληρονόμενα
1968εἰς τραπεζογραμμάτια, ὡς καὶ τὸ δάνειον τὸ διὰ μαγικῆς
1969ῥάβδου μετατραπὲν εἰς ἐσωτερικὸν, εὑρίσκονται σχεδὸν ὁλό-
1970κληρα εἰς χεῖρας καταστημάτων καὶ ἱδρυμάτων ἐγχωρίων,
1971ἅτινα διὰ τοῦ περιορισμοῦ εἰς τὸ ἥμισυ τῶν εἰς αὐτὰ ὀφει-
1972λομένων τόκων, ἤθελον ὑποστῆ ζημίας, δυναμένας νὰ φέ-
1973ρωσι σπουδαῖον κλονισμὸν εἰς τὴν κοινωνίαν ἡμῶν, καὶ ὅτι
1974καθῆκον ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προλάβῃ τὸ
1975τοιοῦτον ἀποτέλεσμα τῆς πτωχεύσεως, εἰς ἣν ἔφερε τὴν
1976Ἑλλάδα. Ἀλλὰ τὸ καθῆκον τοῦτο ἠδύνατο καὶ ἔπρεπε νὰ
1977ἐκτελεσθῇ κατὰ τρόπον μὴ προσάπτοντα τὴν μομφὴν τῆς
1978μεροληψίας καὶ τοῦ δόλου εἰς τὰ προτεινόμενα μέτρα, καὶ
1979μὴ ἐνδεικνύοντα ὅτι πτωχεύομεν μὲν διὰ τὸ ἐξωτερικὸν, μέ-
1980νομεν δὲ ἐν πλήρει ἐπαρκείᾳ διὰ τὸ ἐσωτερικόν. Ἂν θέλω-
1981μεν, καὶ πρέπει νὰ θέλωμεν, νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν Ἐθνι-
1982κὴν Τράπεζαν καὶ τὰ δημόσια καὶ φιλανθρωπικὰ ἱδρύμα-
1983τα, ἅτινα ἐκ τῶν ζημιῶν, ἃς θὰ ὑφίστανται ἐκ τῆς ἐλατ-
1984τώσεως τῶν εἰς αὐτὰ πληρωθησομένων τοκομεριδίων, ἠδύ-
1985ναντο νὰ περιέλθωσιν εἰς σπουδαίας στενοχωρίας, δυνάμεθα
1986νὰ πράξωμεν τοῦτο διὰ χορηγήματος ἢ ἄλλης ἐμμέσου
1987ὠφελείας, παρεχομένης ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, χωρὶς νὰ ποιή-
1988σωμεν τὴν κακόπιστον διάκρισιν μεταξὺ τῶν δανειστῶν
1989αὐτοῦ, καὶ παρασταθῶμεν ὅτι ἀδικοῦμεν τοὺς ἐν τῷ ἐξωτε-
1990ρικῷ τοιούτους, εὐνοοῦμεν δὲ τοὺς ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Καὶ
1991εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι τὸν τρόπον τῆς τοιαύτης διακανονί-
1992σεως τῆς πτωχεύσεως τοῦ Δημοσίου τὸ νομοσχέδιον παρι-
1993στᾷ ὡς προσωρινόν, καὶ ἀφίνει τὴν ὁριστικὴν διακανόνισιν
1994νὰ γείνῃ κατόπιν συνεννοήσεως καὶ συμβιβασμοῦ μετὰ τῶν
1995δανειστῶν, ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων
1996τὸ προσωρινὸν ἔχει συνήθως τὸν χαρακτῆρα τοῦ ὁριστικοῦ,
1997τὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινόμενα μέτρα εἰσὶ τὰ ἐνδει-
1998κνύοντα τὰς αὐθορμήτους ἡμῶν διαθέσεις, καὶ χρησιμεύουσιν
1999ὡς κριτήριον τῆς καλῆς ἡμῶν πίστεως. Ὑπὸ τοιοῦτο δὲ
2000πνεῦμα κρινομένη ἡ τοιαύτη διακανόνισις, θὰ ἐξεγείρῃ βε-
2001βαίως ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τὴν συνείδησιν οὐ μόνον τῶν δανει-
2002στῶν ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ πάντων ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον ἐξε-
2003τάσει αὐτήν.
2004Τὸ γεγονὸς ὅτι χάριν ἡμῶν αὐτῶν θέλομεν νὰ ἐλαττώ-
2005σωμεν τὸ πρὸς τοὺς ἔξω δανειστὰς τοῦ Δημοσίου προσφε-
2006ρόμενον ποσόν, ἀφ’ ἑνός, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἔλλειψις πάσης
2007ἀσφαλείας περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νέων ὑποχρεώσεων, ἃς
2008ἀναλαμβάνομεν, καὶ ἡ μὴ παροχὴ θετικῆς ἐλπίδος καὶ ὑπο-
2009σχέσεως, ὅτι ἡ βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας θέλει
2010βελτιώσει καὶ τὴν θέσιν τῶν δανειστῶν ἡμῶν, ταῦτα θέλουσι
2011συντελέσει, ὅπως τὸ δυστύχημα τῆς πτωχεύσεως χαρακτη-
2012ρισθῇ ὡς καθαρὰ χρεωκοπία. Καὶ μετὰ τοιαῦτα ἀποτε-
2013λέσματα καὶ τοιαύτας ἐντυπώσεις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξα-
2014κολουθεῖ ἐλπίζων, ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ συνομολογήσῃ δάνειον,
2015ὅπως ἄρῃ τὸ πλεονάζον ποσὸν ἐκ τῶν ἀναγκαστικῶς κυ-
2016κλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων, ὅπως ἐνισχύσῃ τὰ
2017τραπεζικὰ ἡμῶν ἱδρύματα καὶ ἐπιτύχῃ οὕτω βελτίωσιν
2018τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἐπιτρέπουσαν μεγαλειτέρας παρο-
2019χὰς εἰς τοὺς δανειστὰς τοῦ Δημοσίου! Δὲν γνωρίζω τίς εἶ-
2020ναι ἡ ὁμάς, ἢ αἱ ὁμάδες, μεθ’ ὧν διαπραγματεύεται τὴν
2021συνομολόγησιν τοιούτου δανείου. Ἀλλὰ βεβαίως, ἂν ἡ ὁμὰς
2022ἢ αἱ ὁμάδες αὐταὶ ἦναι σοβαραί, καὶ δύνανται νὰ διαθέ-
2023σωσιν ἐν Ἑλλάδι χρήματα, οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους θὰ
2024θελήσωσι νὰ δανείσωσιν ἡμᾶς, ἔσονται ἀναμφισβητήτως
2025ἐπαχθέστατοι ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, ἴσως δὲ καὶ ὑπὸ πο-
2026λιτικήν. Μόνον δι’ εἰλικρινοῦς διακανονισμοῦ τῶν χρεῶν
2027ἡμῶν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ θέσωμεν τὸ πρῶτον
2028θεμέλιον τῆς ἐν τῷ μέλλοντι ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν
2029ἡμῶν καὶ τῆς δημοσίας πίστεως καὶ θὰ προλάβωμεν τοὺς
2030κινδύνους, οἵτινες ἀπειλοῦσι τὸ μέλλον τῆς πατρίδος ἡμῶν.
2031Πλανᾶται δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἂν πιστεύῃ, ὅτι διὰ τῶν
2032μέτρων, τὰ ὁποῖα προτείνει, εἶναι δυνατὴ ἡ ἐπίτευξις τοιού-
2033των ἀποτελεσμάτων. Διὰ τῆς ὑπερβολικῆς του αἰσιοδοξίας
2034ἐπέφερε τὴν πτώχευσιν τῆς Ἑλλάδος· διὰ τῆς ἐπιδεικνυο-
2035μένης δὲ σήμερον μεροληπτικῆς ἀπαισιοδοξίας μεταβάλλει
2036τὴν πτώχευσιν εἰς χρεωκοπίαν. Ἂν θελήσῃ νὰ ψυχολογῇ
2037τις ἐπὶ τῶν παρ’ ἡμῖν συμβαινόντων, δὲν δύναται ἢ νὰ ὑπο-
2038πτεύσῃ, ὅτι κακή τις μοῖρα διέπει τὰ τῆς Ἑλλάδος. Κακὴ
2039μοῖρα ἔθεσε τὴν διοίκησιν αὐτῆς εἰς χεῖρας τοῦ κ. Πρωθυ-
2040πουργοῦ ἐπὶ δεκαετίαν, ὅπως τὴν ἐξαντλήσῃ οἰκονομικῶς,
2041κακὴ μοῖρα τὸν ἔφερεν, ἐπὶ κακῷ καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου καὶ
2042τῆς Ἑλλάδος, πάλιν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὅπως καταστήσῃ
2043ἀδύνατον τὴν ἐν τῷ μέλλοντι ἀνόρθωσιν αὐτῆς. Ἡ ὑποψία
2044δ’ αὕτη θέλει ἐνισχυθῆ, ὅταν ἐπισκοπήσῃ τὴν κατάστασιν,
2045ἐν ᾗ διατελεῖ, ἡ δευτέρα κοινοβουλευτικὴ ἡμῶν δύναμις, ἡ
2046Ἀντιπολίτευσις, ἥτις κατέχεται εἴτε ὑπὸ πολιτικῆς ἀρνη-
2047τικῆς, εἴτε ὑπὸ πολιτικῆς στενῶν καὶ φατριαστικῶν ὑπολο-
2048γισμῶν. Καὶ αὕτη ἐν στιγμῇ κρισιμωτάτῃ διὰ τὴν πατρί-
2049δα ἡμῶν, καὶ καθ’ ἣν ἡ πρώτη κοινοβουλευτικὴ δύναμις,
2050ἡ πλειονοψηφία, συσπειρωμένη, δι’ οὓς γνωρίζομεν λόγους,
2051μοιραίως ἐξακολουθεῖ τὴν πορείαν, ἥτις ἔφερε τὴν κατά-
2052πτωσιν τῆς Ἑλλάδος, παρίσταται παραπαίουσα καὶ μὴ
2053ἐμφορουμένη ἐκ τῶν γενικῶν τῆς χώρας συμφερόντων. Ὀφεί-
2054λει τοὐλάχιστον αὕτη νὰ αἰσθανθῇ τὸ ὕψος τῶν καθηκόν-
2055των, ἅτινα ἐπιβάλλονται σήμερον εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους
2056τοῦ ἔθνους, καὶ ἐγκαταλιμπάνουσα πᾶσαν ἄλλην βλέψιν
2057καὶ πάντα ἄλλον ὑπολογισμὸν, νὰ ἐμφορηθῇ ἐκ τῶν κα-
2058θηκόντων τούτων καὶ ἐκ τῶν γενικωτέρων συμφερόντων τοῦ
2059ἔθνους, καὶ νὰ ἐπιζητήσῃ ὄχι τὴν παρακώλυσιν μόνον τῆς
2060ψηφίσεως τῶν ὑποβαλλομένων ἐπιβλαβῶν μέτρων, ἀλλὰ
2061καὶ τὴν μόρφωσιν καὶ ὑποστήριξιν μέτρων δυναμένων νὰ
2062φέρωσι τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ τὴν πρό-
2063ληψιν τῶν ἐπαπειλούντων ἡμᾶς κινδύνων.
2064(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον,
2065εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
2066§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ
2067εἰς συνομολόγησιν δανείου ἀφορῶντος Β. Διατάγματος τῆς
206830 Μαΐου 1893.
2069§110Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτε ὑπεβλήθη
2070τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν εἶχεν ἔτι εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βου-
2071λὴν τὸ νομοσχέδιον τὸ ψηφισθὲν ἤδη εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, δι’ οὗ
2072κανονίζεται προσωρινῶς ἡ πληρωμὴ τῶν τόκων τῶν μεταλ-
2073λικῶν δανείων ἐπὶ περιορισμῷ εἰς τρία δεκατημόρια. Τοι-
2074ούτου τιθεμένου προσωρινοῦ κανονισμοῦ, πρέπει ἡ περὶ αὐτοῦ
2075διάταξις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τὴν
2076κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ νῦν ψηφιζόμενον ὀφειλὴν, ἀντικαθι-
2077σταμένης τῆς ἐν τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ διατάξεως, καθ’ ἣν οἱ
2078κάτοχοι τῶν τίτλων τῆς ὀφειλῆς ταύτης ἀπολαύουσι τοῦ ἐν
2079αὐτοῖς ὁριζομένου τόκου καὶ χρεωλυσίου, διὰ διατάξεως
2080ὁριζούσης, ὅτι καταβάλλονται προσωρινῶς τοῖς ὁμολογιού-
2081χοις 30% εἰς χρυσὸν ἐπὶ τῶν ἑκάστοτε λιξιπροθέσμων
2082τόκων, κατὰ τὰ ἐν τῷ ἑτέρῳ νομοσχεδίῳ. Ὑποβάλλω τὸ
2083κείμενον τοῦ ἄρθρου, ὡς τροπολογεῖται.
2084§111ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐθεωρήσαμεν περιττὸν καὶ κατὰ τὴν
2085πρώτην καὶ κατὰ τὴν δευτέραν καὶ τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ
2086νομοσχεδίου νὰ λάβωμεν τὸν λόγον καὶ νὰ ἐκφέρωμεν ἣν
2087ἔχομεν ἡμεῖς γνώμην περὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως,
2088ἀφοῦ τὴν γνώμην ἡμῶν ταύτην ἀνεπτύξαμεν ἤδη διὰ μα-
2089κρῶν, προκληθέντες, ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν
2090λόγον. Τότε ἀπεδείξαμεν, ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο καθ’ ὅλα
2091τὰ ἄλλα ἦτο νόμιμον, νομιμώτατον, καὶ ὅτι κατ’ ἀκολου-
2092θίαν ἦτο πάντη ἕωλος ὁ ἰσχυρισμὸς τῶν ἀντιλεγόντων, ὅτι
2093δὲν ἐστηρίζετο αὐτὸ εἰς νόμον. Μόνον τὸ ἄρθρον 12 τοῦ
2094διατάγματος τῆς 30 Μαΐου, καθ’ ὃ τὸ Κράτος εἶχε περιέλ-
2095θει εἰς τὴν ἀνάγκην, ἀντὶ τῆς πληρωμῆς τοῖς μετρητοῖς
2096εἰς χρυσὸν, ἐπί τινα χρόνον νὰ καταβάλῃ τὰ τοκομερίδια
2097ὡρισμένων δανείων εἰς ὁμολογίας, περιβεβλημένας διὰ πά-
2098σης δυνατῆς ἐγγυήσεως πρὸς τοὺς δανειστὰς, μόνον, λέγω,
2099τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν ἐστηρίζετο εἰς νόμον· ἀλλ’ αὐτῆς τῆς
2100διατάξεως τὴν κύρωσιν τὸ διάταγμα τῆς 30 Μαΐου ἐπεφύ-
2101λαξεν εἰς τὴν Βουλήν. Ὅτι ἦτο νόμιμον, νομιμώτατον, τὸ
2102διάταγμα ἐκεῖνο κατὰ τὰ ἄλλα, ἀπόδειξις, ὅτι αὐτὸ ἦτο
2103ἀντιγραφὴ κατὰ τὰ ἄλλα τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ.
2104Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἑτοιμάσει νὰ συνομολογήσῃ πρὸς τοὺς
2105δανειστὰς, πρὸς οὓς διεπραγματεύετο τὸ ἐν Λονδίνῳ δά-
2106νειον, πλὴν μόνου τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου. Κατεδείξαμεν, ὅτι
2107τὸ μόνον μέσον, τὸ ὁποῖον ὑπελείπετο τότε εἰς τὸ Κράτος
2108ἡμῶν, ὅπως ἐξέλθῃ ἐντίμως ἐκ τῶν δυσχερειῶν, εἰς ἃς ἀσύ-
2109νετος δεκαετὴς διαχείρισις εἶχεν ἐμβάλει αὐτὸ, ἦτο τὸ δά-
2110νειον τῆς κεφαλαιώσεως. Ἀπεδείξαμεν προσέτι, ὅτι τὸ μό-
2111νον μέσον, δι’ οὗ ἠδύνατο νὰ ἀναζωογονηθῇ ἡ πίστις αὐτοῦ,
2112ἦτο τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, ὡς μαρτυρεῖ τοῦτο τρα-
2113νῶς καὶ τὸ γεγονὸς, καθ’ ὃ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ εἶχον προ-
2114έλθει πρὸς ἡμᾶς εἰς διαπραγματεύσεις ξένοι κεφαλαιοῦχοι,
2115εἰς διαπραγματεύσεις, αἵτινες θὰ ἔληγον εἰς αἴσιον πέρας,
2116ἐξασφαλίζον καὶ τὴν ἔντιμον ἡμῶν διέξοδον ἐκ τῶν οἰκονο-
2117μικῶν ἡμῶν δυσχερειῶν καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τὴν πλήρη καὶ
2118τῆς πίστεως καὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν.
2119Ἐξέλιπε, Κύριοι, ἡ βάσις ἐκείνη, καὶ βλέπετε ποῦ ἀμέ-
2120σως περιέστημεν. Περιέστημεν ὄχι εἰς τὴν πτώχευσιν, ἀλλὰ
2121εἰς τὴν χρεωκοπίαν. Ἠθέλησαν νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὴν ἱστο-
2122ρίαν ἄλλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα περιῆλθον εἰς παρομοίας
2123δυσχερείας· καὶ ποία τις ἡ ἱστορία αὕτη; τὰ Κράτη, τὰ
2124ὁποῖα προέβησαν εἰς τὴν πλήρη πτώχευσιν καὶ χρεωκοπίαν,
2125ἢ περιῆλθον εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται νῦν ἡ Πορτο-
2126γαλία, ἥτις δακτυλοδεικτεῖται ἐν τῷ πεπολιτισμένῳ κόσμῳ,
2127ὡς ἀθετήσασα τὰς νομίμους ὑποχρεώσεις αὑτῆς, καὶ θεωρεῖ-
2128ται ἀναξία νὰ καταλέγηται πλέον εἰς τὴν χορείαν τῶν
2129πεπολιτισμένων Κρατῶν, ἢ περιῆλθον εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν
2130περιῆλθον ἡ Τουρκία καὶ ἡ Αἴγυπτος, αἵτινες διατελοῦσιν
2131ὑπὸ ξενικὸν ἔλεγχον. Μία καὶ μόνη χώρα, ἡ Ἀργεντινὴ
2132Δημοκρατία, προσέφυγεν εἰς τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως,
2133καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ δανείου τούτου ἡ χώρα ἐκείνη ἠδυ-
2134νήθη, κρατοῦσα τὸ μέτωπον ὑψηλὰ, νὰ σώσῃ καὶ τὴν τιμήν
2135της καὶ τὴν πίστιν αὑτῆς, καὶ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ στάδιον
2136τῆς ἀναῤῥώσεως. Ἡ μόνη ἔντιμος διέξοδος, ἡ ὁποία ὑπεδει-
2137κνύετο καὶ εἰς ἡμᾶς ἐκ τῆς ἱστορίας τῶν ἄλλων Κρατῶν,
2138ἦτο ἡ διέξοδος τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως. Δυστυχῶς ἡ
2139Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε ν’ ἀκολουθήσῃ αὐτὴν, προτιμήσασα
2140τὰς ὁδοὺς, τὰς ἀγούσας εἴτε εἰς τὴν πλήρη καὶ δολίαν χρεω-
2141κοπίαν τῆς Πορτογαλίας, εἴτε εἰς τὸν ξενικὸν ἔλεγχον τῆς
2142Τουρκίας καὶ τῆς Αἰγύπτου. Ὁπουδήποτε καὶ ἂν κατα-
2143λήξῃ, θὰ καταλήξῃ βεβαίως εἰς τὸν οἰκονομικὸν ὄλεθρον τοῦ
2144Κράτους καὶ τῆς χώρας ἡμῶν, εἰς ὄλεθρον οἰκονομικὸν,
2145ὅστις, ὑφ’ ἃς συνθήκας διατελεῖ τὴν σήμερον ἡ Ἑλλὰς, δύ-
2146ναται νὰ διακυβεύσῃ καὶ τὴν πολιτικήν της ἀνεξαρτησίαν.
2147(Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως.
2148Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει,
2149καὶ τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροπολογήθη παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ.)
2150§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον...
2151§113ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ σύνολον δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἀλλὰ
2152ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον. Ὅταν γίνωνται τροπολογίαι, πρέπει
2153νὰ συναρμολογῶνται, καὶ νὰ τυπῶται ἐκ νέου τὸ νομο-
2154σχέδιον, ἵνα ψηφισθῇ εἰς τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν.
2155§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
2156§115ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ ἐρωτήσητε τὸν Κανονισμόν· ὁ Κανο-
2157νισμὸς λέγει ῥητῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον ἐγώ. Εἶναι
2158ζήτημα τάξεως, δὲν εἶναι ζήτημα ψηφοφορίας.
2159§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον τὸ τροπολογηθὲν ἐψηφίσθη.
2160Τὴν παρατήρησιν ταύτην ἔπρεπε νὰ τὴν κάμητε, ὅταν ἐτί-
2161θετο εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἄρθρον τὸ τροπολογηθέν.
2162§117ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀναγνώσατε τὸν Κανονισμόν.
2163§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται ἡ ἀναβολὴ τῆς ψηφίσεως τοῦ
2164συνόλου. Οἱ παραδεχόμενοι...
2165§119ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν
2166περὶ τούτου. Πρόκειται περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ.
2167Ὁ Κανονισμὸς λέγει, ὅτι πρέπει νὰ συναρμολογηθῇ τὸ κεί-
2168μενον τὸ τροπολογηθέν, νὰ τυπωθῇ, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν νὰ
2169ψηφισθῇ τὸ σύνολον.
2170§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ψηφοφορηθῇ τὸ σύνο-
2171λον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγεί-
2172ρονται οἱ περισσότεροι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
2173§121ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διαμαρτυρόμεθα. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κύριε
2174Πρόεδρε.
2175§122ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ
2176παραβιάζητε τὸν Κανονισμόν.
2177§123ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καίτοι
2178εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὸ ὑποβληθὲν αὐτῇ
2179θέμα περὶ τῆς ψηφοφορίας τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου,
2180ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ὁ Βουλευτὴς Λοκρίδος...
2181§124ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ προχωρήσητε. Δὲν ὑπάρ-
2182χει ἀπαρτία.
2183§125ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί περισσότερον ἔκαμον λοιπὸν οἱ στη-
2184λῖται; Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία! (θόρυβος καὶ διαπλη-
2185κτισμοὶ καὶ σφοδραὶ ἀντεγκλήσεις μεταξὺ τῶν Βου-
2186λευτῶν τῶν δύο πτερύγων.)
2187§126ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐξη-
2188γήσω βραδύτερον τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ.
2189§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὑπεβλήθη ἔνστασις μὴ ἀπαρτίας.
2190Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
2191(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου, ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν ἀπαρ-
2192τίᾳ, παρόντων 133 Βουλευτῶν.)
2193§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ψηφισθῇ ἤδη τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου.
2194§129ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ καταπατεῖται ὁ
2195Κανονισμὸς, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι, ὅταν ὑποβληθῶσι τροπο-
2196λογίαι καὶ ζητηθῇ ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνό-
2197λου, ἀναβάλλεται αὕτη, ἕως ὅτου τυπωθῶσι καὶ διανεμη-
2198θῶσιν αἱ τροπολογίαι καὶ συναρμολογηθῶσι μετὰ τοῦ
2199νομοσχεδίου, ἐπειδὴ δὲ ἡμεῖς, πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς κατα-
2200πατήσεως ταύτης τοῦ Κανονισμοῦ, ἐφέρομεν ἔνστασιν περὶ
2201μὴ ἀπαρτίας, ἀλλ’ οὐδ’ ἡ ἔνστασις αὕτη ἐγένετο ἐν καιρῷ
2202δεκτή, ἀλλ’ ἐδόθη ὁ λόγος εἰς Βουλευτὴν, ἡμεῖς ἕνεκα
2203τούτου δηλοῦμεν, ὅτι θὰ ἀπόσχωμεν πάσης ψηφοφορίας.
2204§130Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θέλω νὰ
2205ἀφήσω αὐτοὺς τοὺς Κυρίους ἄνευ ἀπαντήσεως, ἵνα μὴ θεω-
2206ρηθῇ, ὅτι εἶναι σύμφωνον μὲ τὸν Κανονισμὸν αὐτὸ, τὸ
2207ὁποῖον πράττουσιν αὐτὴν τὴν στιγμήν...
2208§131ΜΑΝΕΣΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω δύο
2209λέξεις, διότι ἀφορῶσιν ὑμᾶς. Ἐπειδὴ, κύριε Πρόεδρε, δὲν
2210ἀντελήφθητε,—καὶ ἐγὼ δὲν δύναμαι ἢ νὰ σᾶς δικαιολο-
2211γήσω ἐπὶ τοῦ προκειμένου,— ὅτι ἐγένετο ἔνστασις περὶ μὴ
2212ἀπαρτίας, καὶ ἐδόσατε τὸν λόγον, διὰ τοῦτο ἐγένετο ὁ
2213θόρυβος αὐτός. Τούτου ἕνεκα νομίζω, ὅτι ἡ διαμαρτυρία
2214τοῦ κ. Βουλευτοῦ Καλαβρύτων εἶναι δικαία. Ἐγένετο ἔν-
2215στασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, ὁ δὲ κ. Χριστόπουλος, χωρὶς νὰ
2216ἐννοήσῃ, ἐξηκολούθησε τὴν ὁμιλίαν του. Αὕτη εἶναι ἡ αἰ-
2217τία ὅλου τοῦ θορύβου.
2218§132Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, κύριε Πρόεδρε,
2219νὰ βεβαιώσω καὶ ἐγὼ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀντελήφθη καὶ τὸ
2220Προεδρεῖον καὶ ἅπασα ἡ Βουλή, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βου-
2221λῆς εἶχε θέσει εἰς ψηφοφορίαν δι’ ἀναστάσεως τὸ σύνο-
2222λον τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ τοῦτο
2223ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἠγέρθη,
2224προβάλλων ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, τὴν ὁποίαν ἐστή-
2225ριζεν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐπεφυλάχθην, ὅτε ἐγένετο ἡ
2226ἔνστασις, νὰ ἐξηγήσω, τί ὁ Κανονισμὸς λέγει. Ὁ Κανονι-
2227σμὸς, κατὰ τὴν κρίσιν μου καὶ κατὰ τὸ γράμμα αὐτοῦ,
2228λέγει, ὅτι, ὅταν πρόκηται περὶ πολλῶν τροπολογιῶν, ἐπειδὴ
2229δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν οὐδ’ ἡ Βουλὴ οὐδ’ ὁ Πρόεδρος
2230τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος διευθύνει τὰς συζητήσεις αὐτῆς, νὰ
2231συναρμολογήσωσι τὰς τροπολογίας ταύτας, ἀναβάλλεται
2232ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου διὰ τὴν ἐπιοῦσαν,
2233ὅπως ἐν ἀνέσει γείνῃ ἡ συναρμολόγησις, τῇ συνδρομῇ βεβαίως
2234ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὰς τροπολογίας ταύτας. Τοῦτο
2235λέγει ὁ Κανονισμός· αὕτη εἶναι ἡ ἀληθὴς καὶ εἰλικρινὴς
2236ἐξήγησις τοῦ Κανονισμοῦ. Τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. Πρω-
2237θυπουργὸς ὑπέβαλε μίαν καὶ μόνην τροπολογίαν, τροπο-
2238λογίαν σαφῆ, σαφεστάτην, ὑποκειμένην εἰς τὴν ἀντίληψιν
2239παντὸς, ἔχοντος καὶ τὴν κοινὴν ἀντίληψιν, ἐκτὸς ἐὰν ὑπο-
2240τεθῇ, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Λοκρίδος στερεῖται καὶ τῆς κοι-
2241νῆς ἀντιλήψεως. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ
2242κ. Πρωθυπουργὸς, ἐψηφίσθη, καὶ ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη
2243καὶ ἂν ἀντελήφθην καλῶς, ἡ τροπολογία αὕτη ἐψηφίσθη
2244τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Λοκρίδος
2245καὶ ὁ κατόπιν ὁμιλήσας κ. Βουλευτὴς Καλαβρύτων ἐπε-
2246καλέσθησαν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ
2247Βουλὴ ἔπρεπε νὰ ἀναβάλῃ τὴν ψήφισιν τοῦ συνόλου. Καὶ
2248ἡ διάταξις αὕτη, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθησαν, εἶναι ἐναν-
2249τίον των, διότι ἡ Βουλὴ λύει πάντα τὰ ζητήματα. Ἡ
2250τροπολογία ὑπεβλήθη, καὶ ἡ Βουλὴ συνῄνεσε νὰ ψηφισθῇ
2251καὶ ἐψηφίσθη. Τί λοιπὸν ζητοῦσιν οἱ Κύριοι;
2252Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχω κἀνὲν συμφέρον,—διότι
2253ἀνήκω εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν,—ὅπως συντρέξω τὴν Κυβέρ-
2254νησιν εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῆς, ὀφείλω
2255ὅμως, ἐκ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχω, νὰ συντελῶ, ὅπως
2256ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐφαρμόζηται ὁ Κανονισμὸς καὶ ἐκτε-
2257λῆται τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ πρὸ πάντων, ὅπως οἱ κανόνες
2258τῆς ἠθικῆς, τῆς χρηστότητος καὶ τῆς λογικῆς κατισχύ-
2259σωσιν ἅπαξ διὰ παντός. (Εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
2260§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομο-
2261σχεδίου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2262(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρη-
2263σιν τῶν βουλευτῶν Π. Σάκκη καὶ Ν. Καλογεροπούλου, ὡς ψηφο-
2264λεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2265Μιλτ. Δάλλας Κωνστ. Βαλτινὸς Ν
2266Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ὀδυσ. Μοσχοβίτης Ν
2267Ἰω. Μεσσηνέζης Γεώρ. Καρτάλης Ν
2268Σπυρ. Μαρκέλος ΝἈρ. Κανταρτζῆς Ν
2269Ἀρ. Ἀργυρόπουλος ΝΝικ. Κοκωσλῆς Ν
2270Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Νικ. Ἀξελὸς
2271Λεων. Καρυστινάκης ΝΝικ. Παῤῥησιάδης
2272Δημ. Καΐρης Ἰω. Γρίβας
2273Μιχ. Κωτσάκος ΝἘπ. Μαυρομμάτης Ν
2274Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΝΘεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ν
2275Ἠλ. Κανελλόπουλος Νικ. Σπυρακόπουλος Ν
2276Γεώρ. Παχὺς Θεμ. Κορομάντζος
2277Μιχ. Π. Λάμπρος ΝΠερ. Ἀλεξάκης
2278Κωνστ. Καραπάνος Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ν
2279Κωνσταν. Σταυρόπουλος Κωνστ. Κοσσονάκος Ν
2280Ἀλέξ. Σκουζὲς Ἀρστ. Πετροπουλάκης Ν
2281Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Μιχ. Φωτιάδης Ν
2282Ἀλέξ. Ψύλλας Γεώργ. Λιδωρίκης Ν
2283Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝΚων. Ἀναγνωστόπουλος
2284Ἀλέξ. Ρετσίνας ΝΓεώρ. Λύρας Ν
2285Δημ. Γ. Ράλλης Κων. Παπαμιχαλόπουλος
2286Α. Ζυγομαλᾶς ΝΣταμάτ. Μήτσας Ν
2287Ὄθ. Μακρυγιάννης ΝΔημ. Βουλπιώτης
2288Σ. Ζαχαρίτσας ΝΚων. Ζῶτος Ν
2289Μιλτ. Ὀριγώνης ΟἨλ. Μπλατσῆς
2290Δ. Γρανίτσας Δημοσθ. Ματάλας
2291Διον. Στεφάνου ΝΝικ. Καραστέργιος
2292Κων. Ἀργασ. Λομβάρδος ΝἈργ. Διδίκας Ν
2293Διον. Ζήβας Πλακᾶς ΝἘδίπ–Σερέφ–Χασὶπ
2294Γεώργ. Κανδ. Ρώμας ΝἸω. Λάππας
2295Γεώρ. Κρεστενίτης Νικ. Μπουφίδης Ν
2296Χρ. Στεφανόπουλος Περ. Βαλαωρίτης Ν
2297Ἀνδρ. Στεφανόπουλος ΝΓερ. Σέρβος
2298Διον. Παυλόπουλος ΝΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ν
2299Ἀνδρ. Σπηλιάδης ΝἈθαν. Εὐταξίας
2300Ἄγγ. Πετραλιᾶς Κων. Κωνσταντόπουλος
2301Ἐπαμ. Δημητρίου Παν. Μανέτας
2302Στέφ. Σκουλούδης ΝΝ. Τριανταφυλλάκος
2303Νικ. Νομικός Ἠλ. Ζέγγελης Ν
2304Θωμᾶς Μαρκεζίνης ΝΦίλ. Βάρβογλης Ν
2305Νικήτας Συνοδινός Ἀθαν. Σακελλαριάδης
2306Βαρβαρῆγος Πήλικας ΝΛεων. Ζέρβας Ν
2307Ἀλέξ. Φωτήλας ΝΣτέφ. Δραγούμης Ν
2308Κων. Σταμπουλόπουλος Νικ. Φιλάρετος
2309Λεων. Πετιμεζᾶς Χαρ. Τρικούπης Ν
2310Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος ΝἸω. Τρικούπης
2311Γιαννούσης Τάκης Παν. Μερλόπουλος
2312Ήρ. Καλαμπάκας ΝἈλκ. Δεληγιάννης Ν
2313Ἀντ. Π. Μαυρομιχάλης ΝἈντ. Καρατζᾶς Ν
2314Περ. Πεῤῥωτής ΝἈθαν. Παπαχελᾶς
2315Κων. Φλέσσας Χαρίλ. Προβελέγγιο
2316Ἰωαν. Καζαμπάκας ΝἈντ. Μάτσας
2317Κων. Ζωγλοπίτης Λορέντζος Δελαρόκας
2318Παν. Κουκορῖκος Ἰω. Ναυπλιώτης Ν
2319Γεώρ. Φραγκίδης ΝΣτυλ. Βάλληνδας
2320Δημ. Τερτίπης ΝἸω. Ἰντζές
2321Ἀθαν. Κωστάμης ΝΓεώργ. Σισμάνης
2322Ἀριστ. Χατζηνικολῆς Νικ. Καλαντζόπουλος Ν
2323Νικ. Μπαλάφας Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν
2324Νικ. Παπανικολάου ΝἨλ. Ποταμιάνος
2325Παν. Λεβέντης Ἀριστ. Ρούκης Ν
2326Βαπ. Βάστας ΝΣπ. Κουμουνδοῦρος
2327Γεώρ. Θεοτόκης ΝΓιαννούκος Μαυρομιχάλης
2328Ἀλκίνοος Ζερβός ΝΞανθός Πικουλάκης
2329Ἠλίας Πολίτης ΝἈσημ. Χριστόπουλος Ν
2330Γουλιέλμος Σκάρπας ΝΝικ. Παπαλέξης Ν
2331Νικ. Μαρκέτης ΝΠαν. Λαμπρούλιας
2332Σπυρ. Λάσκαρης ΝΕὐάγγ. Ἀρδαβάνης Ν
2333Κων. Θ. Ρωμαῖος ΝἸω. Τυπάλδος Χαριτάτος Ν
2334Κων. Χριστόπουλος Σπ. Μακρῆς Ν
2335Σωτ. Κροκιδᾶς Ἀγάρ. Σιμόπουλος Ν
2336Σπυρ. Νοταρᾶς Εὐστ. Παπαδάκης Ν
2337Ἀναστ. Δημητριάδης ΝΠανουρ. Πανουργιάς Ν
2338Γεώρ. Κούστας Θάνος Κανακάρης Ν
2339Ἰω. Τσιμάρας ΝἈχ. Χοίδας
2340Γερ. Μουσούρης ΝἈντ. Ρικάκης
2341Α. Ἀννίνος ΚαβαλιεράτοςΝἸω. Τσερτίδης Ν
2342Θεόφραστος Μεταξᾶς ΝΝικ. Κουμανιώτης Ν
2343Διον. Καλούτσης Ἄγγ. Ρούφος Ν
2344Σπυρ. Στάης ΝΝικ. Καράπαυλος Ν
2345Μιχ. Πολίτης ΝΠαν. Σάκκης Ν
2346Θεόδ. Θερμογιάννης Σπ. Γρίβας Ν
2347Ἰω. Καλούτσης ΝἸω. Βρυώνης
2348Στέφ. Κοπανίτσας ΝΠ. Ἄννινος Καβαλιεράτος
2349Κωνστ. Σαλταφέρος Ἰω. Γεωργιάδης Ν
2350Πέτρ. Βαρβιτσιώτης ΝΓεώργιος Ν. ΜπούμπουληςΝ
2351Μελέτ. Ρουσόπουλος Γεώργ. Π. Μπούμπουλης Ν
2352Ἀλέξ. Γ. Σοῦτσος ΝΝικ. Βαλάσης Ν
2353Ἀνδρ. Συγγρός Ἐμμ. Δημητριάδης
2354Δημ. Βοκοτόπουλος Κωνστ. Σαχτούρης
2355Μ. Μπογιατζόγλους ΝἘπαμ. Κριεζῆς
2356Ἰω. Γκιὼν ΝΝικ. Τσαμαδὸς Ν
2357Νικ. Φώσκολος ΝΒησ. Χατζηαγγελάκης Ν
2358Σωτ. Χατζηγάκης Νικ. Ζητουνιάτης Ν
2359Κωνστ. Χατζηπέτρος Δημ. Ζουλούμης
2360Χρ. Μπλετσάκης Νικ. Χατζῖσκος
2361Γ. Κανούτας ΝΚωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ν
2362Εὐστ. Κοκκέβης Δημ. Κρίτσας Ν
2363Δημ. Παπατσώρης ΝἩρ. Γαζέπης
2364Χρ. Καραβίτης ΝΒ. Βουδούρης Ν
2365Διον. Κατρίτσης ΝΝικ. Καλογερόπουλος Ν
2366Ἀνδρ. Σκαλτσᾶς ΝΘεσ. Α. Κανάρης Ν
2367Ἀριστοβούλος Μάνεσης Κων. Παπανικολῆς
2368Βασ. Δροσινός
2369§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 117, ἐξ ὧν 116
2370ὑπὲρ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου, καὶ 1 κατά.
2371§135ΡΟΥΚΗΣ. Αἰωνία ἡ μνήμη τοῦ Φαΐντιγγ! (γέλωτες).
2372§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2373Ὥρα 12 μ. μ.