Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΓ · Σύνοδος Γ› Συνεδρίαση 26

1893.12.02

2.910 στίχοι · 21.438 λέξεις · 2 πίνακες · 108 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1893.12.02
Προεδρεία
Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗ
Περίοδος
ΙΓ
Σύνοδος
Γ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1894)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 26

Τῆς 2 Δεκεμβρίου 1893.

(Πέμπτη).

Ὥρα 5 καὶ 40′ μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς μοὶ ἐπεδόθη ἀναφορὰ τῶν ἐνταῦθα σοσιαλιστῶν, αἰτούντων τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐργατῶν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, πληροφορῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λοκρίδος, ὅτι ὁ ἀτακτήσας χθὲς ἐν τῷ θεωρείῳ εἶχεν εἰσιτήριον δημοσιογράφου, διότι εἶναι ἐκδότης τῆς ἐφημερίδος «Σοσιαλιστοῦ», ἀλλὰ τῇ διαταγῇ μου συνελήφθη καὶ ἐστάλη ἀμέσως εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, κατόπιν δὲ τὸν κατήγγειλα εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν.

§2ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἐπιδοκιμάσω τὴν ἐνέργειαν τοῦ Προεδρείου· δὲν βλέπω ὅμως τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἀναγινώσκεται ἡ ἀναφορά.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνωσθῇ;

§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Περιττόν.

§5ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν πολίτευμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον κυβερνώμεθα· λοιπὸν δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἀναφορῶν σοσιαλιστικῶν.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ εἶναι εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ ὅστις ἐπιθυμεῖ δύναται νὰ τὴν ἀναγνώσῃ· διαβεβαιῶ ὅμως τὴν Βουλήν, ὅτι οὐδὲν τὸ σπουδαῖον περιέχει.

§7ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ Προεδρεῖον βεβαίως καλῶς ἔπραξε, διατάξαν νὰ ἀπομακρυνθῇ εἷς ἀκροατής, ὅστις ἠτάκτησεν ἐν τοῖς θεωρείοις. Ὁ νέος αὐτὸς, καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα ἀξιότιμος, υἱὸς ἀγωνιστοῦ ἐκ τῆς ἡρωικῆς Κρήτης, ἔχει ἐμπνευσθῆ ἐνθουσιωδῶς ἀπὸ ἰδέας, αἱ ὁποῖαι κρατοῦσιν εἰς ἄλλα μέρη τῆς Εὐρώπης, αἵτινες ὅμως ἐν Ἑλλάδι ἀκόμη δὲν ἀνεπτύχθησαν, διότι δὲν ὑπάρχουσιν αἱ ἀφορμαὶ ἐκεῖναι, αἵτινες προκαλοῦσιν ἐκεῖ τὰς τοιαύτας ἰδέας. Τινὲς ἐκ τῶν ἰδεῶν αὐτοῦ εἶναι ἀξιέπαινοι, ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι, ὅτι καὶ εἷς αὐτοκράτωρ τῆς Εὐρώπης πανίσχυρος, ὁ τῆς Γερμανίας, ἀνέλαβε τὴν ὑποστήριξιν αὐτῶν ἐν τῷ Κράτει του αὐτοπροσώπως. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κάμω γνωστὸν εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, εἶναι, ὅτι ὁ νέος αὐτὸς ἀτυχῶς ἐκακοποιήθη βαναύσως παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας καὶ παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνέλαβον καὶ μετήγαγον αὐτὸν εἰς τὴν ἀστυνομίαν. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, οὐδὲ νόμιμον, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ· ἠδύνατο ὁ νέος ἐκεῖνος νὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, ἠδύνατο νὰ σταλῇ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ἀλλ’ αἱ βιαιοπραγίαι δὲν ἔπρεπε νὰ γείνωσι, γενόμεναι δὲ, εἶναι ἀξιοτιμώρητοι. Τὰ αἰτήματα τῆς ἀναφορᾶς, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται ἐν ἀποφάσει συνεδρίου σοσιαλιστῶν, συνελθόντος ἐνταῦθα κατὰ μῆνα Μάϊον, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε, μὴ ἀξιοκατάκριτα κατ’ ἀρχὴν, δὲν δύνανται νὰ προκαλέσωσι μεγάλην συζήτησιν ἐν Ἑλλάδι. Ὡς πρὸς τὸ τῆς ὀκταώρου ἐργασίας, οἱ ἐργάται εἰς τὰ πλεῖστα μέρη τῆς Ἑλλάδος, ἔνθα ἀθρόοι ἐργάζονται ἐπὶ ἡμερομισθίῳ, ὡς ἐν τοῖς μεταλλείοις τοῦ Λαυρίου καὶ ἀλλαχοῦ, ἔχουσι τὴν ὀκτάωρον ἐργασίαν ὡς κανόνα. Τὸ περὶ τῆς ἀργίας τῆς Κυριακῆς εἶναι χριστιανικὸν καθῆκον καὶ ἀνθρωπίνη ἀνάγκη, πάντες δ’ ὅσοι δύνανται βεβαίως θὰ ἦτο καλὸν νὰ τηρῶσι ταύτην, ἰδίως οἱ τῶν ἐμπορικῶν καταστημάτων. Ἐν Εὐρώπῃ δὲν ὑπάρχει πανταχοῦ ἡ τῆς Κυριακῆς ἀργία, καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖται ἐκεῖ, ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχει· ἐκτὸς ὅμως ταύτης τῆς ἀναγκαιοτάτης καὶ σεβαστῆς, ἔχομεν καὶ πάρα πολλοὺς ἁγίους, κατὰ τὰς ἑορτὰς τῶν ὁποίων ἀργοῦμεν, πρὸς ζημίαν οἰκονομικὴν τοῦ τόπου καὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἀτυχῶν ἐργατῶν. Καὶ πρέπει μὲν νὰ τιμῶμεν τὴν μνήμην τῶν ἁγίων, καθόσον πολλὰ ὀφείλει ἡ θρησκεία εἰς αὐτοὺς, ἀλλὰ ἡ λατρεία θὰ ἦναι μᾶλλον θεάρεστος, ἐὰν ἐν κατανύξει ἐργαζώμεθα νὰ βελτιώσωμεν τὴν τύχην τῶν τέκνων μας, παρὰ ἐὰν κραιπαλῶμεν, ἐν οἰνοπωλείοις λατρεύοντες τὸν ἀρχαῖον θεόν. Ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν ὑπὲρ τῶν γερόντων καὶ τῶν ἀνικάνων καταστάντων ἐν τῇ ἐργασίᾳ ἐργατῶν, ἀτυχῶς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εὑρίσκονται νῦν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ περιορίσωμεν καὶ αὐτὰς τὰς συντάξεις τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, τῶν καλῶν καὶ τιμίων ἐμμίσθων ἐργατῶν τῆς Πολιτείας, οἵτινες κατέθεσαν μέρος τῆς περιουσίας αὐτῶν, ὅπως ἔχωσιν αὐτοὶ καὶ τὰ τέκνα των μίαν ἀποζημίωσιν ἐν τῷ γήρατι αὐτῶν, ἢ πόρον ζωῆς τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας των μετὰ τὸν θάνατον αὐτῶν. Ἑπομένως τὰ προτεινόμενα καλὰ καὶ ἀγαθὰ, ἄλλα μὲν ὑπάρχουσιν, ἄλλα δὲ δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐν Ἑλλάδι, πρόωρος δὲ πᾶσα σοσιαλιστικὴ ἐργασία ἐν τῷ τόπῳ, ἐφ’ ὅσον περιορίζεται εἰς τοιαῦτα αἰτήματα. Ἀλλὰ καὶ ἄτοποι καὶ ἀξιόποινοί εἰσιν αἱ βιαιοπραγίαι κατὰ τοῦ ἀτυχοῦς νέου κ. Καλλέργη, περὶ τοῦ ὁποίου παρακαλῶ νὰ λάβῃ μέριμναν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφοῦ ἄλλως τὸ παράπτωμά του δὲν ἦτο καὶ τόσον σοβαρόν. Παριστάμενος ὡς δημοσιογράφος, δὲν ἀκούει νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ ἡ ἀναφορὰ αὐτοῦ καὶ τῶν ὁμοφρόνων του, καὶ ἐξ ἀγνοίας ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τούτου. Δὲν ἦτο τὸ γεγονὸς ἄξιον τόσης συγκινήσεως. Ἡ ἀπάθεια καὶ ἡ ἀδιαφορία εἴς τινας περιστάσεις εἶναι ὁ καλλίτερος σύμβουλος.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ συλληφθεὶς τῇ διαταγῇ μου παρὰ τοῦ κ. φρουράρχου τῆς Βουλῆς οὐδόλως ἐκακοποιήθη κατὰ τὴν σύλληψιν αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω τί ἔλαβε χώραν εἰς τὴν ἀστυνομίαν, διότι δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσω· ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸν κ. φρούραρχον τῆς Βουλῆς, οὗτος εἶναι τοσοῦτον εὐγενὴς καὶ τοσοῦτον ἤπιος τὸν χαρακτῆρα, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδὲ νὰ διανοηθῇ τις, ὅτι ἐκακοποίησεν ἄνθρωπον.

§9ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐπαναλάβωμεν τοὺς εὐγενεῖς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξεφράσατε ὑπὲρ τοῦ κ. φρουράρχου· ὁμολογῶ ὅτι ὁ νέος φρούραρχος εἶναι καθ’ ὅλα ἄξιος καὶ εὐγενὴς, καὶ ἡ συμπεριφορὰ αὐτοῦ πρέπουσα· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ κ. φρουράρχου. Μὲ ἐπληροφόρησαν ἄνθρωποι ἀξιόπιστοι, ὅτι ὁ νέος αὐτὸς, ὁ συντάκτης τοῦ «Σοσιαλιστοῦ» καὶ πρόεδρος ἑνὸς συλλόγου σοσιαλιστῶν, ἐκακοποιήθη διὰ κοντακίων καὶ δαρμῶν παρανόμως. Ἂς ἐξετάσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἂν δὲν ἦναι ἀληθὲς, θὰ χαρῶ μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀλλ’ ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα πρὸς τιμωρίαν τῶν παρανομησάντων. Μὲ τὸ ξύλο δὲν ἐξαλείφεται ὁ σοσιαλισμὸς, ἀλλ’ ἐνδυναμοῦται· ἡ διὰ τοῦ λόγου πειθὼ μόνη δύναται νὰ χρησιμεύσῃ.

§10ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ ἐξετάσω περὶ τούτου, διότι μέχρι τοῦδε οὐδεμίαν ἔλαβον γνῶσιν. Ἐὰν τὰ παρ’ ὑμῶν καταγγελλόμενα ἦναι ἀληθῆ, βεβαιωθῆτε ὅτι θέλουσιν ἐνεργηθῆ τὰ δέοντα.

§11ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Περὶ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας μοί εἶπον, ὅτι οὗτος προσωπικῶς δὲν τὸν ἐκακοποίησεν, ἀλλ’ ἁπλῶς τὸν ἐνουθέτησεν, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἐκακοποιήθη παρὰ ὀργάνων ἀστυνομικῶν.

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τις τὸν λόγον;

§13ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματοποιείων φόρου, καθόσον ὁ νόμος αὐτὸς ἐθεωρήθη ἀπολύτως ἀναγκαῖος καὶ ὡς πρῶτον μέσον πρὸς διακανόνισιν τοῦ ζητήματος τοῦ σταφιδικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀρκούντως ἀπασχολεῖ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν κοινωνίαν· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, ἐνῷ πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἐψηφίσθη, ὡς γνωρίζετε, εἰσέτι δὲν ἐδημοσιεύθη. Ἡ ἐπίσπευσις τῆς δημοσιεύσεως ὄχι μόνον πληροῖ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ὑπηρετήσῃ, ἀλλὰ καὶ πρόκειται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς ἐφαρμογὴν μιᾶς εὐεργετικῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος περιέλαβεν, ὑπὲρ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἡ αἴτησίς μου καὶ νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ δημοσίευσις.

§14Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Δημοσιεύεται.

§15ΡΙΚΑΚΗΣ. Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἀπουσιάζει τὴν στιγμὴν ταύτην, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω δύο λέξεις, ἵνα σημειωθῶσιν εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ λάβῃ γνῶσιν, ἀφοῦ δὲν εἶναι ἤδη παρών. Ἀνέγνων εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως χθὲς σειρὰν μεταβολῶν ἐν τῷ ἀνακριτικῷ προσωπικῷ. Ἡ θέσις τοῦ ἀνακριτοῦ, κύριε Πρόεδρε, γνωρίζετε ὅτι εἶναι ἐκ τῶν ὑπηρεσιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι κατὰ πρῶτον λόγον ὑπηρετοῦσι τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην· εἶναι τὰ ὄργανα τὰ κυριώτερα, τὰ ὁποῖα, ὑπηρετοῦντα τὴν δικαιοσύνην, ὑπηρετοῦσι καὶ τὴν κοινωνίαν. Εἶναι βαρεῖα ἴσως ἡ ὑποχρέωσις εἰς τοὺς κυρίους δικαστάς, ἀλλ’ εἶναι καθῆκον, τὸ ὁποῖον ὀφείλουσι νὰ ἐκπληρώσωσιν. Ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων ῥητῶς διατάσσει, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἀνακριτοῦ πρέπει νὰ ᾖναι τοὐλάχιστον ἐνιαυσία, καὶ μόνον εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους δύνανται ν’ ἀντικατασταθῶσιν. Ὁ τελευταῖος νόμος, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, ἔθεσε περισσοτέρους περιορισμοὺς εἰς τὰς μεταβολὰς καὶ μ’ ὅλα ταῦτα παρατηρῶ, — ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ ἔκφρασις, — ὅτι ἐλήφθη καὶ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ὡς μέσον, ὅπως ὑπηρετηθῶσιν ἴσως θελήσεις ἢ ἀπαιτήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν συμβιβάζονται μὲ τὸ συμφέρον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον τὸν Δεκέμβριον μῆνα νὰ ἀντικαθίστανται οἱ ἀνακριταὶ, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν εἰς χεῖράς των ἤδη τὴν διεξαγωγὴν τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων, καὶ τῶν ὁποίων αἱ γνώσεις καθίστανται εἰδικαὶ καὶ ἡ ὑπηρεσία των ἀπαραίτητος. Ὡς γνωρίζετε δὲ, εἰς ἄλλα Κράτη ἡ ὑπηρεσία τῶν ἀνακριτῶν εἶναι διαρκὴς καὶ μακρὰ, διορίζονται δὲ οἱ ἔχοντες ἐπιστημονικὴν ἱκανότητα καὶ φυσικὴν εἰδικότητα πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ δυσκόλου τούτου καθήκοντος. Ἐὰν οἱ κύριοι Εἰσαγγελεῖς εὑρίσκωσιν εὔκολον νὰ προτείνωσιν ἑκάστοτε τὴν ἀντικατάστασιν τῶν ἀνακριτῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συστήσῃ εἰς αὐτοὺς, ὅτι τὸ καθῆκον αὐτῶν καὶ τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας εἶναι νὰ προστατεύωσι τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, καὶ οὐχὶ τὰς ἀξιώσεις εἴτε τῶν δικαστῶν εἴτε ἄλλων προσώπων, τὰ ὁποῖα ἴσως θέλουσι καὶ εὐχαριστοῦνται εἰς τὴν ἀντικατάστασιν ταύτην.

§16ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διάφοροι κάτοικοι τῆς νήσου Σκοπέλου μοὶ ἀπέστειλαν ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλὴν, διὰ τῆς ὁποίας παραπονοῦνται, ὅτι πρὸ ἑνὸς ὁλοκλήρου ἔτους ἔπαυσε πᾶσα δι’ ἀτμοπλοίων συγκοινωνία τῆς νήσου Σκοπέλου μετὰ τοῦ λοιποῦ βασιλείου. Ἕνεκα δὲ τούτου μυρίας ὑφίστανται οἱ ἄνθρωποι ζημίας καὶ στερήσεις καὶ δεινὰ, κατὰ τὴν φράσιν τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς. Ἑπομένως ζητοῦσι παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ ὅσον ἔνεστι τάχιον μέριμναν περὶ τῆς διορθώσεως τοῦ ἀτόπου τούτου, τὸ ὁποῖον πράγματι εἶναι λίαν ἄδικον, νῆσος κατοικουμένη ἀπὸ 12,000 ψυχὰς, ὅπως ἀναφέρουσιν εἰς τὴν ἀναφοράν των, νὰ μὴ ἔχῃ οὐδ’ ἅπαξ τοῦ μηνὸς τοὐλάχιστον συγκοινωνίαν δι’ ἀτμοπλοίων. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ σπεύσῃ νὰ φροντίσῃ δι’ ὅλων τῶν μέσων πρὸς θεραπείαν τοῦ ἐκτεθέντος ἀτόπου καὶ ἐν γένει πρὸς βελτίωσιν τῆς συγκοινωνίας.

§17ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπωφελούμενος τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῶν νήσων τῶν Κυκλάδων. Βεβαίως δὲ δὲν λησμονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τὸ Κράτος μας εἶναι μᾶλλον νησιωτικὸν, καὶ ὅτι ἑπομένως κατὰ τὸ πλεῖστον ἔχει ἀνάγκην ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας. Ἂν καὶ πρό τινων ἡμερῶν ἤκουσα ἐνταῦθα λεγόμενον, ὅτι ἡ δεκαετὴς πολιτεία τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ συνετέλεσεν εἰς τὸν ἐκπολιτισμὸν τῆς Ἑλλάδος, ἰδίως δὲ διότι συνεπλήρωσε τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, ἀλλὰ βεβαίως, προκειμένου περὶ τῶν νήσων, τὰ ληφθέντα μέτρα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπεκταθῶσι καὶ εἰς αὐτὰς, διότι ἐπρόκειτο περὶ ὁδῶν, αἵτινες κατέστησαν ἄχρηστοι καὶ περὶ γραμμῶν τινων σιδηροδρομικῶν ἀχρήστων ὡς ἐπὶ τὸ πολύ. Δέχομαι ὅτι ὅλα ταῦτα ἠδύναντο νὰ ἦναι ἀληθῆ καὶ εὐεργετικά· διὰ τὰς ἀτυχεῖς ὅμως νήσους ἐλήφθη, ἐρωτῶ ὑμᾶς, κἀνὲν μέτρον; Ἀγνοεῖτε ὅτι ἀπὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους καὶ πλέον αἱ πλεῖστοι τῶν νήσων στεροῦνται πάσης ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας; Θὰ ἀπορῶσι βεβαίως τινὲς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν εὐτυχίαν νὰ συγκοινωνῶσι μετὰ τῶν τόπων των διὰ σιδηροδρόμων καὶ ἁμαξιτῶν ὁδῶν, πῶς ἡμεῖς οἱ ἐκ τῶν ἀτυχῶν νήσων τῶν Κυκλάδων ὑποβάλλομεν τοιαῦτα παράπονα. Καὶ ὅμως οἱ ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι μετὰ λύπης βεβαίως θὰ μάθωσιν, ὅτι εἶναι πολὺ ἀκριβὲς τὸ ὑποβληθὲν πρὸ μικροῦ παράπονον τῶν κατοίκων Σκοπέλου. Ἀλλ’ ἐπίσης εἶναι ἀληθὲς, ὅτι καὶ ἡμεῖς οἱ ἐκ τοῦ νομοῦ τῶν Κυκλάδων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦμεν πληθυσμὸν 160,000, στερούμεθα ἐντελῶς πάσης συγκοινωνίας, καὶ ἐντεῦθεν ἐπανήλθομεν εἰς τοὺς χρόνους τοὺς κατὰ τὴν ἔξωσιν τοῦ μακαρίτου Ὄθωνος, καθ’ ἣν ἐποχὴν μόνον μετὰ 4 μῆνας ἀπὸ τὴν Μασσαλίαν προερχόμενον προσήγγισεν ἱστιοφόρον εἴς τινα τῶν νήσων, τὴν Φολέγανδρον, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἔμαθον ἐκεῖ τὴν Βασιλικὴν μεταβολὴν, ἀλλὰ βεβαίως καὶ σήμερον μετὰ παρέλευσιν πολλῶν μηνῶν θὰ μάθωσιν οἱ μακάριοι κάτοικοι πολλῶν νήσων τῶν Κυκλάδων, ὅτι χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἀνηγγέλθη ἐπισήμως ἡ χρεωκοπία τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τοῦ ἀπεργασαμένου αὐτὴν κ. Τρικούπη.

§18ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ. Θὰ ἦναι εὐτυχεῖς.

§19ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Εὐτυχέστατοι, νομίζοντες ὅτι δὲν ἐχρεωκόπησαν εἰσέτι. Σᾶς φαίνεται παράδοξον τοῦτο. Συνήλθομεν ἐνταῦθα ἀντιπροσωπεύοντες δῆθεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἀλλὰ βεβαίως δὲν συνήλθομεν μόνον, ἵνα κηρύξωμεν ἐπισήμως τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους καὶ χειροκροτήσωμεν τὸν ἐργάτην αὐτῆς. Συνήλθομεν ἰδίως, ἵνα ἐξυπηρετήσωμεν πάσας τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας ἡμῶν, ἰδίως δὲ ἐκείνας, διὰ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὁποίων ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς νομίζει, ὅτι συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ἐκπολιτίσῃ τὴν Ἑλλάδα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἢ, ὡς ἐκ γλωσσικῆς παραδρομῆς ἀληθῶς εἶπε, νὰ ἐκβαρβαρώσῃ τὴν Ἑλλάδα. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ ἐπαρχία Θήρας, ἡ ἐπαρχία Μήλου, ἡ ἐπαρχία Νάξου, ἡ ἐπαρχία Τήνου, ἡ ἐπαρχία Ἄνδρου, στεροῦνται σχεδὸν πάσης ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας.

§20ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀκριβὲς δι’ ὅλας τὰς νήσους. Ἡ Νάξος ἔχει συγκοινωνίαν.

§21ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Δὲν λέγετε τὴν ἀλήθειαν, κύριε συνάδελφε, μολονότι σᾶς ἀναγνωρίζω ὡς ὑφυπουργὸν, ὅπως ἀνεγνώρισα εἰς ἄλλην συνεδρίασιν ἄλλον, κατὰ τὸ νέον σύστημα τῆς συναλλαγῆς. Καὶ διὰ νὰ ἦμαι ἀκριβέστερος, ἄρχομαι ἀπὸ τῆς Ἄνδρου. Ἡ ἐπαρχία Ἄνδρου—καὶ εἶναι ἐνταῦθα ἀντιπρόσωποι ἐξ Ἄνδρου, ἵνα ἐπιμαρτυρήσωσιν, ἂν λέγω ἀληθῆ ἢ ὄχι,—ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἑταιρία τοῦ Κουρτζῆ, δὲν θὰ εἶχε συγκοινωνίαν.

§22ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πηγαίνουν τὰ ἀτμόπλοια Γουδῆ.

§23ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Σπανίως. Ἀπὸ τὴν Τουρκίαν ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἑταιρία, καὶ ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον τὰ συμφέροντά της καὶ ὁ καιρὸς τῇ ἐπιτρέπωσι, νὰ προσεγγίζῃ· ἂν δὲ δὲν ὑπῆρχε— καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω τοῦτο—ἡ ἑταιρία τοῦ Γουδῆ, ἡ ὁποία προσεγγίζει κατὰ μῆνα ἀτάκτως καὶ ὅταν ἔχῃ συμφέρον, δὲν θὰ ὑπῆρχε συγκοινωνία, οὕτω δὲ οἱ κάτοικοι τῆς Ἄνδρου, θέλοντες νὰ συγκοινωνήσωσιν εἴτε μὲ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ, τὴν Σῦρον, εἴτε μὲ τὸν Πειραιᾶ, εἴτε μὲ οἱονδήποτε ἄλλο μέρος τοῦ Κράτους, εὑρίσκονται εἰς τὴν διάθεσιν τῶν τρεχαντηρίων, καὶ ἐπανῆλθον οὕτω εἰς τὴν πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως ἐποχήν. Τὰ αὐτὰ πάσχει καὶ ἡ ἐπαρχία τῆς Τήνου. Ἐκεῖ μάλιστα εἶναι μεγαλείτερον τὸ κακὸν, διότι δὲν ὑπάρχει ἢ μία ἀτμάκατος, ἡ ὁποία, ὅταν ὁ καιρὸς ἐπιτρέπῃ, προσεγγίζει ἐκ Σύρου, καὶ οὕτω στεροῦνται καὶ οἱ δυστυχεῖς χριστιανοὶ τῆς ἐπιθυμίας, τὴν ὁποίαν ἔχουσι, νὰ ἐπικαλῶνται καὶ ἐκ τοῦ πλησίον τὴν προστασίαν τῆς ἐν Τήνῳ ἁγίας εἰκόνος! Εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μήλου δὲν ὑπάρχει ἀπολύτως κἀμμία συγκοινωνία. Γνωρίζετε δὲ ἡ ἐπαρχία Μήλου ἀπὸ πόσας νήσους ἀποτελεῖτε; Παρακαλῶ οἱονδήποτε ἐξ ὑμῶν, ἂν γνωρίζῃ, νὰ τὸ δηλώσῃ. Μὴ λυπεῖσθε ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους δὲν γνωρίζομεν τὸν τόπον μας· εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς γενικῆς ἐκλύσεως. Ἡ ἐπαρχία Μήλου ἀποτελεῖται ἀπὸ τὰς νήσους Μῆλον, Σίφνον, Σίκινον, Φολέγανδρον καὶ Κίμωλον. Οἱ κάτοικοι τούτων γνωρίζετε πῶς συγκοινωνοῦσιν ἀπὸ δύο ἤδη ἐτῶν; Κἀμμία προσέγγισις ἀτμοπλοίων δὲν γίνεται· τὰ δὲ ταχυδρομεῖα πῶς ἀποστέλλονται ἐκεῖ, ἡ Κυβέρνησις ἂς εἴπῃ· κατὰ τὴν ὥραν μάλιστα τοῦ χειμῶνος παύει πᾶσα συγκοινωνία καὶ δι’ ἰστιοφόρων. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Θήρας, ἐκτὸς τῆς Θήρας, ὡς μεγαλειτέρας νήσου, ὅλαι αἱ ἄλλαι τέσσαρες νῆσοι, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἀποτελεῖται ἡ ἐπαρχία αὕτη, εἶναι ἐγκαταλελειμμέναι εἰς τὴν τύχην των. Ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπάρχει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Θήρας, ὁ ὁποῖος θὰ ὁμολογήσῃ τὴν ἀλήθειαν. Μετατίθενται ἢ διορίζονται ὑπάλληλοι, καὶ ὅμως παρέρχονται ἡμέραι, ἑβδομάδες, μῆνες, διὰ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν θέσιν των. Ἡ ἐπαρχία τῆς Νάξου—διὰ νὰ εὐχαριστήσω καὶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν μου κ. Ναυπλιώτην—ἀποτελεῖται ἐκ δύο μεγάλων νήσων...

§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, μάθημα Γεωγραφίας θὰ κάμητε τώρα;

§25ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε· δὲν θὰ μοὶ ὑποδείξητε σεῖς τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ κάμω ἐγὼ τὴν ἐπερώτησίν μου καὶ τὰ παράπονά μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, μολονότι ἀναγνωρίζω, ὅτι σεῖς διευθύνετε τὰς συνεδριάσεις καὶ εἶσθε ἐκ ναυτικῆς οἰκογενείας (ἱλαρότης). Θὰ ἀναφέρω μίαν ἑκάστην νῆσον.

§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰς γνωρίζουσιν ὅλοι οἱ Βουλευταὶ τὰς νήσους.

§27ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Οἱ πλεῖστοι βεβαίως οὐχὶ, δυστυχῶς. Ὑμεῖς πιθανὸν νὰ τὰς γνωρίζητε, ἐπειδὴ ἀνήκετε, ὡς προεῖπον, εἰς ναυτικὴν οἰκογένειαν. Ὥστε ἡ διακοπή σας ἦτο ἄτοπος... Θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους νὰ μοὶ εἴπωσι, πῶς συγκοινωνεῖ ἡ Ἀνάφη, ἡ Ἀμοργὸς, ἡ Ἴος, ἡ Θηρασία; Ἵνα ἐννοήσωσιν οἱ συνάδελφοι τὴν κατάστασιν τῆς συγκοινωνίας τῶν νήσων τῶν Κυκλάδων, πρέπει νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ ἑξῆς. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον κατηργήθησαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ Εἰρηνοδικεῖά τινα· καὶ γνωρίζετε ποῖα Εἰρηνοδικεῖα κατηργήθησαν; Ἰδίως τὰ τῶν ἐγκαταλελειμμένων, τῶν ἀπροστατεύτων ἐκείνων νήσων· κατηργήθησαν π. χ. δύο Εἰρηνοδικεῖα τῆς ἐπαρχίας Θήρας, τὸ Εἰρηνοδικεῖον Ἀνάφης, τὸ Εἰρηνοδικεῖον Καλλίστης· κατηργήθησαν τρία Εἰρηνοδικεῖα τῆς ἐπαρχίας Μήλου, τὸ Εἰρηνοδικεῖον Φολεγάνδρου, τὸ Εἰρηνοδικεῖον Σικίνου καὶ τὸ Εἰρηνοδικεῖον Κιμώλου· ἀλλὰ γνωρίζετε τὰ ἀποτελέσματα; Ὁ εἰρηνοδίκης, ὡς γνωρίζετε, εἶναι καὶ συμβολαιογράφος καὶ ὑποθηκοφύλαξ. Ἑκάστη νῆσος ἀπέχει τῆς πρωτευούσης, εἰς τὴν ὁποίαν ἑδρεύει ὁ εἰρηνοδίκης, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου ὑπήχθησαν τὰ καταργηθέντα Εἰρηνοδικεῖα, 15 ἢ 20 μίλια διὰ θαλάσσης. Γνωρίζετε δὲ ποῖον πέλαγος εἶναι; Τὸ Αἰγαῖον πέλαγος, τὸ ὁποῖον, ὅσον μικρὸν καὶ ἂν ἦναι, ἐν τούτοις συνταράσσεται ἀπὸ τοὺς πνέοντας ἑκάστοτε ἀνέμους καὶ δὲν εἶναι εὔκολον εἰς τὰς λέμβους, αἱ ὁποῖαι μόνον ὑπάρχουσιν εἰς τὰς νήσους ἐκείνας, νὰ χρησιμεύωσιν ὡς μεταγωγικὰ εἴτε τῶν εἰρηνοδικῶν εἴτε τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀνάγκην τῶν εἰρηνοδικῶν, καὶ ἑπομένως συμβαίνει τὸ ἑξῆς ἄτοπον· ὁ κάτοικος Ἀνάφης ἢ Φολεγάνδρου ἢ Σικίνου ψυχοῤῥαγῶν θέλει νὰ κάμῃ διαθήκην, ἢ θέλει νὰ κάμῃ διὰ συμφέροντά του συμβόλαιον, ἢ θέλει νὰ τελέσῃ τὸν γάμον τῶν τέκνων του, ἀφοῦ προηγουμένως προικίσῃ ταῦτα, καὶ ἔχει ἀνάγκην ἄμεσον τοῦ εἰρηνοδίκου καὶ συμβολαιογράφου· ποῦ θὰ τὸν εὕρῃ; Εἶναι ἐγκαταλελειμμένος νὰ ἀποθάνῃ ἄνευ διαθήκης, νὰ τελέσῃ τὸν γάμον τῶν τέκνων του ἄνευ προικοσυμφώνου, καὶ οἱανδήποτε σύμβασιν περὶ συμφερόντων του θέλει νὰ τελέσῃ, δὲν ἔχει πρόχειρον τὸν μόνον ἁρμόδιον ὑπάλληλον. Ταῦτα τὰ παραδείγματα ἀνέφερον, ἵνα καταδείξω πόσον ἐπιζήμιος εἶναι ἡ ἔλλειψις τῆς συγκοινωνίας διὰ τοὺς νησιωτικοὺς τούτους πληθυσμούς. Δὲν ἐξεπολιτίσθημεν λοιπὸν, κύριε ἐκ Κερκύρας Βουλευτὰ, ἐξεβαρβαρώθημεν ἀληθῶς διὰ τῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Τρικούπη, διότι πρὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ὑπῆρχον τοὐλάχιστον ἐκεῖ οἱ Καγγελάριοι ἐπὶ Τουρκοκρατίας, οἱ ὁποῖοι ἐχρησίμευον διὰ τὰς τοιαύτας βιωτικὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων τῶν μικρῶν ἐκείνων νήσων, μετὰ τὴν σύστασιν δὲ τοῦ Βασιλείου συνεστήθησαν αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ, αἱ εἰρηνοδιακαὶ, ἀλλὰ σήμερον, κατὰ τὸ ἐκπολιτιστικὸν σύστημα τοῦ κ. Τρικούπη, μετὰ τὴν κατάργησιν μάλιστα τῶν Εἰρηνοδικείων, εἴμεθα πλέον ἐκπεπολιτισμένοι!! Καὶ ὅμως, ἐν ἐπιγνώσει τῆς καταστάσεως ταύτης καὶ τῶν ἀναγκῶν τῶν ἀτυχῶν ἐκείνων κατοίκων οὖσα ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἐννοεῖ ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ ἔκτακτον καὶ ἄμεσον πρόνοιαν πρὸς λειτουργίαν ποιᾶς τινος συγκοινωνίας!

§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βʹ Συνόδου τῆς ΙΓʹ Βουλευτικῆς Περιόδου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 28).

§29ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὴν ἀναφορὰν τὴν ὑποβληθεῖσαν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας συναδέλφου ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ὅσον τάχιον ἐπαναληφθῇ ἡ συγκοινωνία. Ὅπως, Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε, ἐπιψηφιζομένου πέρυσι τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, πρῶτος ὕψωσα φωνὴν ὑπὲρ τῆς ἀναγραφῆς εἰδικοῦ κονδυλίου πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, οὐδεὶς δὲ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι σήμερον κόπτονται ὑπὲρ τῆς συγκοινωνίας, εὑρέθη ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασίν μου ἐκείνην, ἣν καὶ διὰ ἰδιαιτέρων ἐνεργειῶν μου συνέστησα τότε τῇ Κυβερνήσει. Ἤδη δὲ ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἐπαναλήψεως τῆς ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, διότι ὁμολογουμένως πολλὰ πάσχουσιν οἱ συμπολῖταί μου ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως ταύτης. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὑποβάλλω καὶ τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς ἀπουσιάζει τὴν στιγμὴν ταύτην. Πρό τινων ἡμερῶν δύο πλοῖα Ἑλληνικὰ, πλέοντα ἔξωθεν τῆς Μυτιλήνης, συνελήφθησαν ὑπὸ ἀτμοπλοίων τοῦ Μονοπωλίου τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους καὶ ὡδηγήθησαν εἰς τὴν Μυτιλήνην, ὅπου τὰ μὲν πληρώματα αὐτῶν ἐῤῥίφθησαν εἰς τὰς φυλακὰς, τὰ δὲ πλοῖα καὶ τὰ ἐμπορεύματα κατεσχέθησαν. Τὰ ἀτμόπλοια, τὰ ὁποῖα ἐνήργησαν τὰς συλλήψεις ταύτας, δὲν ἦσαν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ τῆς Τουρκίας, συνεπῶς δὲν δύνανται παρὰ ὡς ἐμπορικὰ νὰ θεωρηθῶσιν, ἐνήργησαν δὲ τὰς πράξεις ταύτας ἐπὶ Ἑλληνικοῦ, οὕτως εἰπεῖν, ἐδάφους καὶ ἄνευ τῆς συμπράξεως ἐπιχωρίου τινὸς ἢ ξένης ἀρχῆς. Περὶ τοῦ ἑτέρου τῶν συλληφθέντων πλοίων εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, Κύριοι, ὅτι εὑρέθη ἔχον ἐν πλήρει τάξει καὶ ἀκριβείᾳ τὰ ναυτιλιακά του ἔγγραφα· δὲν ἀντέταξαν δὲ τὰ συλληφθέντα πλοῖα οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ἀντίστασιν. Ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι ἐκ τῆς πράξεως ταύτης οὐσιωδῶς παρεβιάσθησαν αἱ διεθνεῖς ἐμπορικαὶ καὶ ναυτιλιακαὶ συμβάσεις, ὑποθέτω ὅτι παρεβιάσθη τὸ διεθνὲς ναυτικὸν δίκαιον. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ προβῇ εἰς ἐντόνους ἐνεργείας παρὰ τῇ Ὑψηλῇ Πύλῃ πρὸς ἀπελευθέρωσιν τοῦ πληρώματος τῶν πλοίων καὶ ἀπόδοσιν τῶν ἐμπορευμάτων καὶ τῶν πλοίων, ἅτινα κατεσχέθησαν.

§30Δ. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Θὰ ὑπενθυμίσω καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν παράκλησίν μου, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τῆς συγκοινωνίας τῆς νήσου Κυθήρων, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν πρὸς τὰς λοιπὰς νήσους.

§31ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ βελτιώσεως τῆς τροφῆς τῆς παρεχομένης εἰς τοὺς καταδίκους Λαμίας, οἵτινες παραπονοῦνται πρὸς ἐμὲ σήμερον, ὡς καὶ πρὸς τὸν κ. Ράλλην, δι’ ἀναφορᾶς των, ἐπὶ τῇ ἀθλιεστάτῃ ποιότητι αὐτῆς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς πρὸς ἐνέργειαν τῶν δεόντων. Συνάμα δὲ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀναγράψῃ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ πρὸ ἡμερῶν ὑποβληθὲν παρ’ ἐμοῦ καὶ τῶν λοιπῶν συναδέλφων νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ δασῶν νόμου.

§32ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσκομίσῃ τῇ Βουλῇ ὀνομαστικὴν κατάστασιν τῶν ἐν ὑπηρεσίᾳ ταμιῶν τοῦ Κράτους, μετ’ ἀναγραφῆς τῆς παρ’ ἑκάστου αὐτῶν κατατεθειμένης ἐγγυήσεως καὶ τοῦ εἴδους τῆς δεδομένης ἐγγυήσεως, δηλαδὴ ἂν αὕτη ἦναι χρηματικὴ ἢ κτηματικὴ, ἢ ἀποτελῆται ἐκ χρεωγράφων. Ὄταν προσκομισθῶσιν αἱ πληροφορίαι, θέλω ὁμιλήσει.

§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ χθὲς ἕνεκα ἐλλείψεως ἀπαρτίας ἀναβληθεῖσα ψηφοφορία ἐπὶ τῆς εἰς αʹ συζήτησιν προτάσεως νόμου περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως παραγράφου τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Στ. Βάλληνδα καὶ Ν. Καλογεροπούλου).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Μιλ. Δάλλας Δημ. Βουλπιώτης
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος ΝΚων. Ζῶτος Ο
Ἰω. Μεσσηνέζης ΝἨλ. Μπλατσῆς Ν
Σπυρ. Μαρκέλλος ΟΔ. Γρανίτσας Ν
Ἀρ. Ἀργυρόπουλος ΟΔιον. Στεφάνου Ο
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος ΝΚων. Ἄργας. Λομβάρδος Ο
Λεων. Καρυστινάκης ΟΔιον. Ζήβας Πλακᾶς Ο
Δημ. Καΐρης ΝΓεώργιος Κανδ. Ρώμας Ο
Μιχ. Κωτσάκος ΟΓεώρ. Κρεστενίτης Ν
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς Χρ. Στεφανόπουλος
Ἠλ. Κανελλόπουλος ΝἈνδρ. Στεφανόπουλος Ν
Γεώρ. Παχὺς ΟΔιον. Παυλόπουλος Ο
Μιχ. Π. Λάμπρος Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ο
Κων. Καραπάνος ΝἌγγ. Πετραλιᾶς
Κων. Σταυρόπουλος ΝἘπαμ. Δημητρίου
Ἀλέξ. Σκουζὲς Στέφ. Σκουλούδης Ο
Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Νικ. Νομικὸς
Ἀλέξ. Ψύλλας ΟΘωμᾶς Μαρκεζίνης Ο
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΝικήτας Συνοδινὸς
Ἀλέξ. Ρετσίνας ΟΒαρβαρῆγος Πήλικας Ο
Δημ. Γ. Ράλλης ΝἈλέξ. Φωτήλας Ο
Α. Ζυγομαλᾶς ΝΚωνστ. Σταμπολόπουλος
Ὄθ. Μακρυγιάννης ΟΛεων. Πετιμεζᾶς Ν
Σ. Ζαχαρίτσας ΟὈδυσ. Λαμπρόπουλος Ο
Μιλ. Ὀριγώνης ΝΓιαννούσης Τάκης
Κωνστ. Βαλτινὸς ΟἩρ. Καλαμπάκας Ο
Ὀδυσ. Μοσχοβίτης ΟἈντ. Π. Μαυρομιχάλης Ο
Γεώρ. Καρτάλης ΟΠερ. Πεῤῥωτὴς Ο
Ἀργ. Κανταρτζῆς ΟΚων. Φλέσσας Ν
Νικ. Κοκωσλῆς ΟἸωάν. Καζαμπάκας
Νικ. Ἀξελὸς Κων. Ζωγλοπίτης Ν
Νικ. Παῤῥησιάδης Παν. Κουκορῖκος Ν
Ἰω. Γρίβας ΝΓεώρ. Φραγκίδης Ο
Ἐπ. Μαυρομμάτης ΟΔημ. Τερτίπης Ο
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ἀθαν. Κωστάμης Ο
Νικ. Σπυρακόπουλος ΟἈριστ. Χαντζηνικολῆς Ν
Θεμ. Κορομάντζος ΝΝικ. Μπαλάφας
Περ. Ἀλεξάκης Νικ. Παπανικολάου Ο
Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΝΠαν. Λεβέντης
Κωνστ. Κοσσονάκος Βαπτ. Βάστας Ο
Ἀριστ. Πετροπουλάκης ΟΓεώρ. Θεοτόκης Ο
Μιχ. Φωτιάδης ΟἈλκίνοος Ζερβὸς
Γεώρ. Λιδωρίκης ΟἨλίας Πολίτης Ο
Κων. Ἀναγνωστόπουλος ΝΓουλιέλμος Σκάρπας Ο
Γεώρ. Λύρας ΟΝικ. Μαρκέτης Ο
Κων. Παπαμιχαλόπουλος Σπυρ. Λάσκαρης
Σταμάτ. Μήτσας ΟΚων. Θ. Ρωμαῖος
Κων. Χριστόπουλος Ἀσημ. Χριστόπουλος Ν
Σωτ. Κροκιδᾶς ΝΝικ. Παπαλέξης Ο
Σπυρ. Νοταρᾶς ΝΠαν. Λαμπρούλιας
Ἀναστ. Δημητριάδης ΟΕὐάγγ. Ἀρδαβάνης Ο
Γεώρ. Κούστας Ἰω. Τυπάλδος Χαριτάτος Ο
Ἰω. Τσιμάρας ΟΣπ. Μακρῆς
Γερ. Μουσούρης ΟἈνάρ. Σιμόπουλος
Α. Ἄννινος Καβαλιεράτος Εὐστ. Παπαδάκης
Θεόφραστος Μεταξᾶς ΟΠανουρ. Πανουργιᾶς Ο
Διον. Καλούτσης ΝΘάνος Κανακάρης Ν
Σπυρ. Στάης ΟἈχ. Χοϊδᾶς
Μιχ. Πολίτης ΟἈντ. Ρικάκης Ν
Θεόδ. Θερμογιάννης Ἰω. Τσερτίδης Ν
Ἰω. Καλούτσης ΟΝικ. Κουμανιώτης Ν
Στέφ. Κοπανίτσας ΟἌγγ. Ροῦφος Ν
Κωνστ. Σαλταφέρος ΝΝικ. Καράπαυλος Ο
Πέτρ. Βαρβιτσιώτης ΟΣπ. Γρίβας Ν
Μελέτ. Ρουσόπουλος ΝἸω. Βρυώνης Ν
Δημοσθ. Ματάλας ΝΙΙ. Ἄννινος Καβαλιεράτος
Νικ. Καραστέργιος ΝἸω. Γεωργιάδης Ο
Ἀργ. Διδίκας ΟΓεώργ. Ν. Μπούμπουλης Ο
Ἐδὶπ–Σερέφ–Χασὶπ ΝΓεώργ. Π. Μπούμπουλης Ο
Ἰω. Λάππας ΝἈλέξ. Γ. Σοῦτσος Ο
Νικ. Μπουφίδης ΟἈνδρ. Συγγρός
Περ. Βαλαωρίτης ΟΔημ. Βοκοτόπουλος
Γερ. Σέρβος ΝΜ. Μπογιατζόγλους Ο
Κωνστ. Χαλκιόπουλος ΟἸω. Γκιὼν Ο
Ἀθαν. Εὐταξίας ΝΝικ. Φώσκολος Ο
Κωνστ. Κωνσταντόπουλος ΝΣωτ. Χατζηγάκης Ν
Παν. Μανέτας Κωνστ. Χατζηπέτρος
Ν. Τριανταφυλλάκος ΝΧρ. Μπλετσάκης Ν
Ἤλ. Ζέγγελης ΟΓ. Κανούτας Ο
Φίλ. Βάρβογλης ΝΕὐστ. Κοκκέβης Ν
Ἀθαν. Σακελλαριάδης ΝΔημ. Παπατσώρης Ο
Λεων. Ζέρβας ΟΧρ. Καραβίτης Ο
Στεφ. Δραγούμης ΟΔιον. Κατρίτσης Ο
Νικ. Φιλάρετος ΝἈνδρ. Σκαλτσᾶς Ο
Χαρ. Τρικούπης ΟἈριστόβουλος Μάνεσης Ν
Ἰω. Τρικούπης ΟΒασ. Δροσινός Ν
Παν. Μερλόπουλος ΝΝικ. Βαλάσης Ο
Ἀλκ. Δεληγιάννης ΟἜμμ. Δημητριάδης
Ἀντ. Καρατζᾶς ΟΚωνστ. Σαχτούρης
Ἀθαν. Παπαχελᾶς ΝἘπαμ. Κριεζῆς Ν
Χαρίλ. Προβελέγγιος Νικ. Τσαμαδός Ο
Ἀντ. Μάτσας Βησ. Χατζηαγγελάκης Ο
Λορέντζος Δελαρόκας Νικ. Ζητουνιάτης Ο
Ἰω. Ναυπλιώτης ΟΔημ. Ζουλούμης
Στυλ. Βάλληνδας ΝΝικ. Χατζῖσκος Ν
Ἰω. Ἰντζές ΝΚωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ο
Γεώργ. Σισμάνης ΝΔημ. Κρίτσας Ο
Νικ. Καλαντζόπουλος ΟἬρ. Γαζέπης Ν
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΟΒ. Βουδούρης Ο
Ἠλ. Ποταμιάνος ΝΝικ. Καλογερόπουλος Ο
Ἀριστ. Ρούκης ΟΘεμ. Α. Κανάρης Ο
Σπ. Α. Κουμουνδοῦρος ΝΚων. Παπανικολῆς
Γιαννούκος Μαυρομιχάλης
Ξανθὸς Πικουλάκης Ν

§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν 160 ἐν ὅλῳ· 64 εἶπον Ναί, καὶ 96 εἶπον Ὄχι. Κατὰ συνέπειαν ἀπεῤῥίφθη τὸ νομοσχέδιον. Μεταβαίνομεν ἤδη εἰς τὸ ἕτερον ἀντικείμενον, ἤτοι εἰς τὴν αʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑπηρεσίας ἐθνικῶν δανείων. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.

§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, ἵνα ποιήσωμαι εἰς τὴν Βουλὴν ἀνακοινώσεις, κατὰ τὴν ἀναγγελίαν τῆς ἀναγραφῆς ὡς πρώτου ἀντικειμένου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τοῦ νομοσχεδίου περὶ πτωχεύσεως, διότι αἱ ἀνακοινώσεις, τὰς ὁποίας σκοπῶ νὰ ποιήσωμαι εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἀνάγονται τόσον εἰς τὰς ἐννοίας τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, ὅσον εἰς αὐτὴν τὴν ἀναγραφὴν αὐτοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ὠνόμασα τὸ νομοσχέδιον «περὶ πτωχεύσεως», ἐνῷ ὁ εἰσαγαγὼν αὐτὸ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὠνόμασεν αὐτὸ νομοσχέδιον «περὶ ὑπηρεσίας ἐθνικῶν δανείων». Δὲν μετέβαλον τὸν ὁρισμὸν τοῦτον διὰ νὰ σᾶς ἐκπλήξω. Προσῆκεν ἀληθῶς εἰς τὴν Βουλὴν νὰ καταπλαγῇ, καὶ οὐ μόνον αὕτη, ἀλλὰ καὶ ἡ κοινωνία πᾶσα, ἐὰν ἠγειρόμεθα ἢ χθὲς ἢ σήμερον ἐξ ὕπνου, ὅστις κατὰ τὴν δεκαετίαν, καθ’ ἣν κυβερνᾷ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, εἶχε κλείσει τὰ βλέφαρα τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν, καὶ χθὲς ἐγερθέντες ἐμανθάνομεν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγε νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ πτωχεύσεως, ἐνῷ ἡμεῖς, ὅταν ἐκοιμήθημεν τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν προσηρτήθησαν αἱ νέαι ἐπαρχίαι εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἐγνωρίζομεν ὅτι ἡ χώρα ἐκαλεῖτο τότε εἰς στάδιον ἐθνικῆς ἀληθῶς ἐργασίας, καὶ εἰσήρχετο εἰς αὐτὸ εὔελπις, πεπεισμένη ὅτι ἤθελε κρατυνθῆ ἡ κοινωνικὴ φιλοπονία, καὶ ἐνισχυθῆ πᾶν εἶδος παραγωγῆς ἐν τῇ χώρᾳ, καὶ ἡ πνευματικὴ καὶ ἡ τῆς φύσεως καὶ ἡ τῶν τεχνῶν, καὶ ὅτι ἤθελεν ἀνδρωθῆ ἡ ἐθνικὴ ἐλπίς. Ἀλλὰ ἡμεῖς κατὰ δυστυχίαν δὲν ἐκοιμώμεθα κατὰ τὰ δέκα ταῦτα ἔτη· εἴχομεν καταδικασθῆ νὰ ἐπιτηρῶμεν, νὰ ἐλέγχωμεν, νὰ πολεμῶμεν καὶ νὰ ἀγωνιζώμεθα πῶς νὰ προλάβωμεν, πῶς νὰ ἀνακόψωμεν καὶ νὰ σταματήσωμεν πολιτικὴν, ἥτις βεβαίως καὶ ἀσφαλῶς μᾶς ἦγεν ἐκεῖ, ὅπου περιήχθημεν σήμερον. Ἑπομένως οὐδὲν νέον ἐμάθομεν ἐκ τοῦ εἰσαχθέντος νομοσχεδίου, διότι ἐμάθομεν ὅ,τι ἐγνωρίζομεν ὡς συντελεσθὲν πρὸ εἴκοσι καὶ πλέον μηνῶν, τὸ ὁποῖον ὅμως πεφροντισμένως ἀπέκρυπτον, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, οἱ ἔχοντες συμφέρον νὰ ἀποκρύψωσιν αὐτό. Ἐὰν ἡ πλειονοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ κατὰ τὴν 3 Μαΐου 1892 ἀπεπλανήθη ὑπὸ τῶν ἐλπίδων, τὰς ὁποίας ἔδιδον εἰς αὐτὴν, ὅτι, ἐὰν διεχειρίζετο τὴν ψῆφον αὐτῆς κατὰ τὸν τρόπον καθ’ ὃν διεχειρίσθη αὐτὴν, ἤθελεν ἀποσοβηθῆ ἡ ἀπειλοῦσα τὸ Κράτος πτώχευσις, διότι ἡ τοιαύτη διαχείρισις τῆς ψήφου της ἤθελεν ἀγάγει εἰς τὴν ἀρχὴν τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις μόνος ἤθελε σώσει ἡμᾶς ἀπὸ τῆς πτωχεύσεως, μεγίστη ὅμως μειονοψηφία καὶ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον εἶχε τὴν ἐναντίαν γνώμην, καὶ ἀκραδάντως ἐπίστευεν, ὅτι δόλιαι ἦσαν αἱ καταβαλλόμεναι προσπάθειαι καὶ ψευδεῖς αἱ διδόμεναι βεβαιώσεις, ὅπως ἀποπλανηθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ διὰ τῆς ψήφου του δικαιολογήσῃ τὴν ἐπαναγωγὴν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ἔβλεπε δὲ μετ’ ἀπελπισίας, ὅτι μᾶς ἦγε κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὴν πτώχευσιν ἡ τοιαύτη τοῦ ἐκλογικοῦ ἐκείνου ἀγῶνος ἔκβασις. Ἦτο δὲ τοσοῦτον μεγίστη ἡ μειοψηφία κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην, ὥστε μικρὸν ὑπελείπετο, ἵνα μεταβληθῇ εἰς πλειοψηφίαν, δὲν παρῆλθον δ’ ὄντως, εἰμὴ ὀλίγοι μῆνες, μεθ’ οὓς ἡ μειοψηφία μετεβλήθη εἰς πλειοψηφίαν καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατὰ τὸ μέγιστον μέρος αὐτοῦ ἦτο πεπεισμένος ὅτι ἐπτωχεύσαμεν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅστις ἐτύγχανε πάσης ὑποστηρίξεως καὶ συνδρομῆς ἐξ ὅλων τῶν στρωμάτων τῶν ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ ἐν τῇ Πολιτείᾳ, ἐξ ὅλων τῶν μερῶν καὶ τῶν ἄκρων αὐτῶν τῆς Ἑσπερίας, ἐξηκολούθει νὰ βεβαιόνῃ, ὅτι ἡ ἐπάρκεια τῆς χώρας εἶναι ἀναντίῤῥητος, καὶ ὅτι ἡ εὕρεσις δανείου τινὸς ἤθελε τὰ πάντα ἐξομαλύνει, μετὰ τὴν συνομολόγησιν δ’ αὐτοῦ ἠθέλομεν ἐπανέλθει εἰς κατάστασιν ὁμαλὴν, καὶ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν εἰς πλήρη καὶ ταχεῖαν ἀνάῤῥωσιν· ἐν ὀνόματι δὲ τῆς ἐπαρκείας καὶ χάριν αὐτῆς ἐξέθλιβε τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν τῆς χώρας διὰ φόρων βαρέων καὶ ἐπαχθεστάτων, καὶ αὐτὴν τὴν πνευματικὴν ἀνάπτυξιν τῆς Ἑλληνικῆς νεολαίας παρακωλυόντων, καὶ αὐτὴν τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης τοῦ λαοῦ καθιστώντων δυσπρόσιτον. Τότε ἡ πλειοψηφία εἶχε κατασταθῆ σχεδὸν παμψηφία, διότι ἐλάχιστον μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐνέμενεν ἀκοῦον μὲ ἀνοικτὸν στόμα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς προώρισται νὰ ζήσῃ καὶ θὰ ζήσῃ. Ἠγωνίζετο ὄντως ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διὰ νὰ εὕρῃ δάνειον, καὶ δὲν ἐδίσταζε πρὸ πάσης θυσίας, καὶ πρὸ τῆς ὕβρεως, τὴν ὁποίαν οἱ ὅροι τοῦ συνομολογουμένου δανείου περιεῖχον ἐν ἑαυτοῖς, ὅταν ὑπεχρεοῦτο νὰ μὴ διαθέτῃ τὸ προϊὸν τοῦ δανείου κατὰ βούλησιν, ἀλλὰ νὰ διαθέτωσιν αὐτὸ οἱ δανεισταὶ μόνον πρὸς πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων, καὶ ὅταν ἠναγκάζετο νὰ ἀνεχθῇ παράβασιν τῶν νόμων, στέργων ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῇ συμβάσει περὶ δανείου διάταξις, δι’ ἧς ἐχαρακτηρίζοντο ὡς ἀξιόποινοι πράξεις ἁπλαῖ παραβάσεις ἢ παραλείψεις, τὰς ὁποίας ἡ ποινικὴ νομοθεσία δὲν εἶχε χαρακτηρίσει ὡς ὑπαγομένας εἰς τοὺς ὅρους τοῦ ποινικοῦ νόμου, ὡς ἐχαρακτήριζεν αὐτὰς ἡ σύμβασις, μὴ διστάσας νὰ στέρξῃ, ἵνα ἀναγραφῇ ἐν τῇ συμβάσει καὶ αὐτὴ ἡ ἀπαισία ῥήτρα τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου, ἡ ἀντὶ χρημάτων ἀπεμπόλησις ἱερῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Τίς ἀμφέβαλλεν, ὅτι ἔπνεον τότε τὰ λοίσθια τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἵνα σώσῃ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ εὐθύνην, ἐθυσίαζε τὰ πάντα, ὅπως δυνηθῇ νὰ ὑφαρπάσῃ τὴν ἐλπίδα ὀλίγων ἑκατομμυρίων, οὐχὶ ὅπως ἀποσοβήσῃ, ἀλλ’ ὅπως ἀναβάλῃ τὴν πτώχευσιν τοῦ δημοσίου ταμείου; Καὶ ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἀπέτυχεν εἰς τὰς προσπαθείας του, καὶ καταλιμπάνων τὴν ἀρχὴν, ἐβεβαίου ὅτι δὲν ἀπέτυχον αἱ περὶ δανείου διαπραγματεύσεις, ἀλλ’ ὅτι ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου παρεκωλύθη ἐν Ἀθήναις, διότι τὸ Στέμμα εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι ἔπρεπεν ἡ σύμβασις νὰ εἰσαχθῇ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, οἱ δὲ δανεισταὶ δὲν ἔστεργον νὰ χορηγήσωσι τὴν προθεσμίαν, ἥτις ἀπῃτεῖτο ὅπως ἐκτελεσθῇ ἡ ῥήτρα αὕτη, τίς ἀμφέβαλλεν, ὅτι ταῦτα πάντα δὲν ἦσαν ἐπινοήματα, ὅπως καλύψῃ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ δανείου καὶ καταστήσῃ εὐπρόσωπον τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς ἀρχῆς ἐν ὥρᾳ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπεβάλλοντο καθήκοντα ἀνιαρὰ εἰς τὸν κατέχοντα αὐτήν;

§36ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο συμπαιγνία.

§37ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μεταξὺ τίνος καὶ τίνος;

§38ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταξὺ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν ἁρμοδίων (Θόρυβος).

§39ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δυστυχῶς παρεστάθησαν ἐν τῷ μέσῳ οἱ διαδεξάμενοι τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου Ὑπουργοὶ τῆς 3 Μαΐου 1893, καὶ παρεστάθησαν, διότι κατὰ τὰς ὥρας τῆς οἰκονομικῆς ἀγωνίας εἶχον ἀναρτήσει καὶ οὗτοι τὴν αὐτὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν ἀνύψονεν ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς διὰ τῶν χειρῶν του, ἀνακράζων, ὅτι «ἡ Ἑλλὰς προώρισται νὰ ζήσῃ καὶ θὰ ζήσῃ». Καὶ οἱ διάδοχοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑπισχνοῦντο καὶ αὐτοὶ τὴν ἐπάρκειαν τῆς χώρας· ἀνελθόντες δ’ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εὑρεθέντες εἰς τὴν αὐτὴν ἀμηχανίαν, ὑπέκυψαν εἰς τὴν αὐτὴν ἀγωνίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποκύψει κατὰ τὸ τέλος Ἀπριλίου καὶ ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής. Ἠναγκάσθησαν ἑπομένως, ὡς ἔλεγον προχθὲς πρὸς τὴν Βουλήν, νὰ οἰκοδομήσωσιν ἓν παράπηγμα, ἵνα στεγασθῶμεν οἰκονομικῶς. Καὶ ᾠκοδόμησαν τὸ παράπηγμα αὐτὸ μετ’ ἄκρας ταχύτητος, τυπτόμενοι πιθανῶς ὑπὸ τῆς ἰδίας αὐτῶν συνειδήσεως, δι’ ἣν ἀνέλαβον εὐθύνην· καὶ ἠγωνίσθησαν νὰ δυνηθῶσι νὰ στήσωσι τὰς σανίδας, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἠθέλομεν στεγασθῆ ὀλίγον καιρόν, οὐχὶ ἵνα ἀποσοβήσωσι καὶ οὗτοι τὴν πτώχευσιν, ἀλλ’ ἵνα ἀναβάλωσι τὴν συμφοράν, ἥτις εἶχεν ἐπέλθει· καὶ διὰ νὰ πήξωσι τὰς σανίδας τοῦ παραπήγματος, δὲν ἐσταμάτησαν οὔτε πρὸ τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων τῆς χώρας, διότι ὑπεδούλωσαν ἐπὶ πάντα τὰ ἔτη, ἐφ’ ὅσα ἤθελε διαρκεῖ ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιοποιήσεως, πολυτιμότατον προϊόν, τὴν σταφίδα, ὑπὸ τὸ βάρος τοῦ νόμου περὶ πληρωμῆς τῶν φόρων εἰς χρυσόν, βάρος τὸ ὁποῖον εἶχε καταστῆ δυσβάστακτον καὶ εἰς τοὺς παράγοντας τὸ πολύτιμον ἐκεῖνο προιὸν καὶ εἰς τοὺς ἐμπορευομένους αὐτό· δὲν ἐδίστασαν δὲ νὰ διαθέσωσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιοποιήσεως καὶ τὰ ὀλίγα ἐκεῖνα καὶ ἐλεεινὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ προσδοκᾷ τὸ Κράτος, ὅπως χρησιμοποιήσῃ εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν μετὰ τῶν δανειστῶν σχέσεών του ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον πάντες ἡμεῖς οἱ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἀπεκρούομεν, ὁ ὁποῖος ὅμως ἐπεβλήθη ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, τοῦ νόμου περὶ πληρωμῆς φόρων τινῶν καὶ δικαιωμάτων εἰς χρυσόν. Ἀλλὰ δὲν ἐσταμάτησαν οὔτε καὶ πρὸ τῶν θεσμῶν αὐτῶν, διότι καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἀντεποιήθησαν, τροποποιήσαντες διὰ διατάγματος τὰς συμβάσεις, αἵτινες εἶχον συνομολογηθῆ ὑπὸ τοῦ Κράτους, καὶ μεταβαλόντες τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας διὰ τῶν συμβάσεων τούτων εἴχομεν ἀναλάβει, διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, κατὰ τὸ διάταγμα περὶ δανείου τῆς κεφαλαιοποιήσεως, ἠθέλομεν πληρόνει τὰ ὀφειλόμενα οὐχὶ διὰ χρυσοῦ, ὡς αἱ συμβάσεις ἀνέφερον, ἀλλὰ διὰ χαρτίνων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιοποιήσεως. Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω, ὅτι καὶ ἐν ἄλλοις παρεβιάσθησαν τότε οἱ νόμοι, διότι καὶ ἐν τῷ διατάγματι ἐκείνῳ εἶχον χαρακτηρισθῆ παραβάσεις καὶ παραλείψεις ὡς πράξεις ἀξιόποινοι, ὑπαγόμεναι εἰς ὡρισμένας διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἐνῷ οὐδεὶς νόμος εἶχε προηγουμένως χαρακτηρίσει αὐτὰς ὡς τοιαύτας, ἐνῷ οὐχὶ διάταγμα, ἀλλὰ νόμος μόνον ἠδύνατο νὰ χαρακτηρίσῃ αὐτὰς ἀξιοποίνους.

§40ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§41ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ χάριν μάλιστα τοῦ διατάγματος τούτου τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιοποιήσεως ἓξ μῆνας ἐμείναμεν κυβερνώμενοι ὑπὸ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν ἀποδείξει, ὅτι ἐκέκτητο τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον μάλιστα, ὡς ἀπέδειξεν ἡ ψηφοφορία τῆς 28 Ὀκτωβρίου, ἐτύγχανεν ἐστερημένον αὐτῆς. Καὶ ἐπῆλθεν ἡ 28 Ὀκτωβρίου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ψῆφος τῆς πλειοψηφίας, ἥτις δὲν ὑπῆρχε κἀνεὶς λόγος διὰ νὰ μὴ προβλέπηται ὅτι θὰ ἦτο τοιαύτη, ἡ ψῆφος τῆς πλειοψηφίας ἐπανήγαγεν αὖθις ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου. Αὐτὴν ταύτην τὴν πτώχευσιν ἀνεκήρυξε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ πτωχεύσεως, τὸ ὁποῖον χθὲς τὸ ἑσπέρας εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ μήπως χθὲς τὸ ἑσπέρας συνετελεῖτο ἡ πτώχευσις καὶ Ἔπρεπε νὰ ἐκπλαγῶμεν διὰ τοῦτο εἴτε ἡμεῖς, εἴτε ἡ κοινωνία; Ἡ πτώχευσις εἶχε συντελεσθῆ ὅταν εἶχεν ἐκλείψει πᾶσα ἐλπὶς ἵνα καταστῇ τὸ Κράτος ἐπαρκὲς πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του, εἶχε δὲ ἀπολεσθῆ πᾶσα ἐλπὶς καὶ πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 3 Μαΐου 1892 καὶ μετ’ αὐτάς· ἰδίως εἶχεν ἀπολεσθῆ ὅταν ἀπέτυχεν ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον διεπραγματεύετο ἐν Λονδίνῳ· εἶχεν ἐκλείψει ὅταν ἐξεδίδετο τὸ δάνειον περὶ κεφαλαιοποιήσεως, εἶχεν ἐκλείψει κατ’ αὐτὰς τὰς τέσσαρας τελευταίας ἑβδομάδας, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠσχολεῖτο καὶ αὐτὸς νὰ εὕρῃ παράπηγμά τι, ἵνα στεγασθῇ ἐπί τινας ἡμέρας. Πάντες ὄντως ἐγνωρίζομεν τὴν ἐπελθοῦσαν συμφοράν, ἂν δὲ κατεῖχε τὰς καρδίας ἡμῶν αἴσθημά τι, —διότι δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω τί ἐν τοῖς ἄλλοις συνέβαινεν, —ἓν μόνον αἴσθημα κατεῖχεν αὐτὰς, τὸ αἴσθημα τῆς ἀδημονίας. Διετέλουν ὄντως ἐν ἀδημονίᾳ, βλέπων ὅτι ἀλληλοδιαδόχως προσπάθειαι κατεβάλλοντο, ὅπως ἀποκρυβῇ ἡ ἀλήθεια, καθ’ ὃν χρόνον ἡ παρέλευσις τοῦ χρόνου ἐπεδείνου τὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, ἐξέθετε δὲ εἰς κίνδυνον καὶ αὐτὴν τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας. Καὶ ἐνῷ ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν, ὅτι μετὰ παῤῥησίας καὶ εἰλικρινείας ἔπρεπεν οἱ καλούμενοι πρὸς τοῦτο, οἱ ἔχοντες τὴν ἁρμοδιότητα νὰ ἀποφήνωνται, ὅτι μετὰ παῤῥησίας ἔπρεπε νὰ δηλώσωσι τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ νὰ καλέσωσι τοὺς δανειστὰς ἡμῶν νὰ συνεννοηθῶσι μετ’ αὐτῶν πρὸς κανονισμὸν ἐν τῷ μέλλοντι τῶν ἀμοιβαίων σχέσεων, ἐβλέπομεν τοὺς ἁρμοδίους νὰ ἀγωνίζωνται πότε μὲν νὰ στεγάζωσιν ὑπὸ παραπήγματα, πότε δὲ νὰ μᾶς τρέφωσι μὲ κενὰς ἐλπίδας. Ἡ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν τῆς 3 Μαΐου 1893 εἶναι ἐλαχίστη ἀπέναντι τῆς βαρείας εὐθύνης, ἥτις ἐπιβαρύνει τὸν κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτήν· τὴν εὐθύνην δὲ ταύτην προσεπάθει νὰ καλύψῃ, ὅταν ἐβεβαίου τὴν ἐπάρκειαν τῆς χώρας, ὅταν παρέπεμπε τὴν Βουλὴν ὁτὲ μὲν εἰς θεωρίας περὶ νομισματικῆς ἀνωμαλίας, ὁτὲ δὲ εἰς καταγγελίας αἰτιῶν, τὰς ὁποίας καὶ ἡ πρακτικὴ καὶ ἡ ἐπιστήμη δὲν ἀποδέχονται ὡς ὀρθὰς, ὅταν ἐζήτει νὰ παραπείσῃ αὐτὴν, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ζήτημα ἐπαρκείας, ἀλλὰ ζήτημα διαφορᾶς συναλλάγματος. Ἀλλ’ ἂν δὲν κατεπλάγημεν, διότι εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον περὶ πτωχεύσεως, ἠρωτήσαμεν ὅμως ἡμᾶς αὐτοὺς, πρὸς τίνα τάχα σκοπὸν ἐπροτάθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο; Ἐὰν τὸ Κράτος κατεδείχθη ὅτι ἀναντιῤῥήτως ἀπώλεσε τὴν ἱκανότητα, ἵνα ἐκπληρώσῃ ἀκεραίας καὶ ἐμπροθέσμως τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ, ὑπὲρ πάντα ἄλλον τοῦτο γνωρίζουσιν οἱ διαχειριζόμενοι τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, οὗτοι δὲ, εὐθὺς ὡς τοιαύτην ἐσχημάτιζον πεποίθησιν, ὤφειλον νὰ ἀνακοινώσωσι τὰ περὶ τούτου ἁρμοδίως εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, καὶ καλέσωσιν αὐτοὺς εἰς συνεννοήσεις πρὸς κανονισμὸν τῶν μετέπειτα σχέσεων τοῦ Κράτους πρὸς αὐτούς. Πρὸς τί ἐζήτησαν λοιπὸν τῆς Βουλῆς τὴν σύμπραξιν, εἰσαγαγόντες χθὲς τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον; Ἐφευρέθη λόγος, ἵνα δικαιολογηθῇ ἡ κλῆσις τῆς Βουλῆς πρὸς σύμπραξιν, ὁ δὲ λόγος ἦτο, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ προσδιορισθῇ τὸ ποσοστὸν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ ἀποτίσῃ πρὸς τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ προτεινόμενος διὰ τοῦ νομοσχεδίου προσδιορισμὸς δὲν γίγνεται τῇ κοινῇ συνεννοήσει τοῦ Κράτους καὶ τῶν δανειστῶν, ὅτε ἡ σύμπραξις τῆς Βουλῆς ἦτο ἀναπόφευκτος, ἀλλὰ γίγνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοβούλως, διὰ μόνης τῆς θελήσεως τοῦ ὀφειλέτου. Ἀλλὰ δὲν νομίζετε, ὅτι ὁ τρόπος οὗτος ἀποτελεῖ ἐκβίασιν, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος σκοπεῖ ἢ δείκνυσιν ὅτι σκοπεῖ νὰ ἐνασκήσῃ ἐπὶ τῶν δανειστῶν αὐτοῦ, προβάλλον εἰς αὐτοὺς διὰ τοῦ νόμου νὰ δεχθῶσιν ὅσα τοῖς δίδει, ἀρνούμενον δὲ, ἐὰν αὐτοὶ δὲν στέργωσι νὰ τὰ λάβωσι; Διατὶ λοιπὸν ζητεῖται νὰ συμπράξῃ ἡ Βουλὴ εἰς τοιοῦτον ἐπιχείρημα, ζητεῖται δηλαδὴ τὸ πολιτικὸν σῶμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διερμηνεύει τὸ φρόνημα τοῦ ἔθνους; Ἀλλ’ εἶπον ὅτι τὸ πολιτικὸν σῶμα τῆς Βουλῆς διερμηνεύει τὸ πολιτικὸν φρόνημα τοῦ ἔθνους. Ἀλλὰ διερμηνεύει τάχα αὐτὸ ἀληθῶς ἡ παροῦσα Βουλή; Τοιαύτην ἀπηύθυνα ἐρώτησιν καὶ ἄλλοτε, ἀπορῶν ἐὰν πράγματι διερμηνεύῃ τὸ φρόνημα τοῦ ἔθνους ἡ Βουλή, ἡ ἐκλεχθεῖσα τὴν 3 Μαΐου 1892, καὶ ἀπηύθυνα αὐτὴν διὰ τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας ἐπρότεινα ἐπὶ τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶχε συντάξει ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, ἀπηύθυνα δ’ αὐτὴν καὶ πρὸ δεκαπέντε ἡμερῶν, ὅτε συνεζήτουν ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως. Εἶπον τότε εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἀρκοῦσιν οἱ ξηροὶ τύποι, ἵνα ἀποτελέσωσιν εὐθεῖαν καὶ ἄδολον τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, ξηροὶ δὲ τύποι εἶναι νὰ ὑπολαμβάνηται ἡ ἐνεστῶσα Βουλὴ ὡς δυναμένη νὰ διερμηνεύσῃ τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ, καὶ νὰ καλῆται νὰ συμπράξῃ κατὰ τὸν κανονισμὸν τῶν σχέσεων, αἵτινες ἔσονται ἡ συνέπεια τῆς ἀνακηρύξεως τῆς πτωχεύσεως τοῦ δημοσίου ταμείου. Πῶς ἐξελέχθη ἡ παροῦσα Βουλή; Ἐξελέχθη, διότι χίλιαι γλῶσσαι καὶ χίλια στόματα ἐκ τῶν τεσσάρων σημείων τοῦ ὁρίζοντος ἐξέδραμον εἰς τὴν ἐκλογικὴν παλαίστραν, βεβαιοῦντα ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ἐν ἐπαρκείᾳ, ὅτι ὅμως θέλει πτωχεύσει, ἐὰν οἱ ἐκλογεῖς δώσωσι τὰς ψήφους των εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους αἱ γλῶσσαι αὗται καὶ τὰ στόματα ταῦτα κατήγγελλον, θέλομεν δὲ πάντως σωθῆ καὶ ἀποσοβήσει τὴν πτώχευσιν, ἐὰν οἱ ἐκλογεῖς δώσωσι τὰς ψήφους των πρὸς τοὺς φίλους τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. Καὶ οἱ ἐκλογεῖς ἔσπευσαν νὰ ἐκλέξωσι τοὺς φίλους τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐκ Μεσολογγίου, οὗτοι δὲ φυσικὸν ἦτο νὰ ἐνδείξωσιν εἰς τὸν Ἡγεμόνα τὴν ἐμπιστοσύνην, ἣν εἶχον πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου. Καὶ οὕτω τὰ γενόμενα ἀπὸ τῆς 17 Φεβρουαρίου μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου ἐδημιούργησαν πᾶσαν δικαιολογίαν, ἵνα ἐπαναχθῇ αὖθις εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πρὸ μικροῦ εἶχεν ἀνατραπῆ ὑπὸ τοῦ ἔθνους. Πῶς λοιπὸν ἡμεῖς, οἵτινες ἀπεστάλημεν ὑπὸ τῶν ἐκλογέων, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι δι’ ἡμῶν θέλει ἀποσοβηθῆ ἡ πτώχευσις, πῶς δυνάμεθα νὰ ἀντιποιηθῶμεν, νὰ ἀξιώσωμεν ὅτι διερμηνεύομεν τὸ φρόνημα αὐτῶν, καὶ ἀφοῦ ἐξέλιπον αἱ ἐλπίδες τῆς σωτηρίας ἀπὸ τῆς πτωχεύσεως, καὶ ἀφοῦ ἐπῆλθεν ἡ πτώχευσις καὶ ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνεκηρύχθη; Ὅταν τὰ Κράτη περιάγωνται εἰς τοιαύτας δυστυχεῖς περιόδους, κατὰ τὰς ὁποίας, καὶ τοῦ Κράτους ἡ τιμὴ τίθεται ἐν ἀμφιβόλῳ, καὶ τῶν πολιτῶν τὰ συμφέροντα εἶναι ἐκτεθειμένα εἰς τοὺς ἐσχάτους κινδύνους, καὶ πᾶσα οἰκονομικὴ καὶ κοινωνικὴ ἁρμονία συνταράσσεται, πρέπει οἱ ἐχεφρονοῦντες νὰ προσκολλῶνται εἰς τὴν ἀσφαλῆ λειτουργίαν τῶν θεσμῶν, διότι μόνον οὕτω θέλομεν δυνηθῆ ν’ ἀποκαταστήσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ἀποσοβήσωμεν πᾶν δυσάρεστον, τὸ ὁποῖον τοιαῦται ἀνώμαλοι περιστάσεις συνήθως προάγουσι. Δὲν ἀρκεῖ ἡ τήρησις τῶν ξηρῶν τύπων, ἐν Ἑλλάδι δὲ πάντες, καὶ ὁ ἔσχατος τῶν πολιτῶν φρονεῖ, ὅτι ἔχει δικαίωμα κεκτημένον, ἵνα μετέχῃ τῶν κοινῶν, νὰ μὴ μένῃ δὲ ἀλλότριος καὶ ξένος τῶν σκέψεων, αἵτινες πρόκειται νὰ κανονίσωσι τὴν τύχην αὐτοῦ καὶ τὴν τιμὴν αὐτοῦ. Πῶς λοιπὸν δυνάμεθα νὰ στέρξωμεν νὰ ἐμποιηθῇ εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν ἡ ὑπόνοια, ἢ νὰ σχηματισθῇ ἐν αὐτοῖς ἡ πεποίθησις, ὅτι ἀπεξενώσαμεν αὐτοὺς πάσης σκέψεως, καθ’ ἣν στιγμὴν διακυβεύονται τὰ συμφέροντα καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῶν πολιτῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν συντελεῖται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πολλοὶ ἀπεκάλουν πρό τινων μηνῶν χρεωκοπίαν ἐπονείδιστον καὶ πρᾶξιν φαύλην καὶ ἄτιμον; Μετὰ λύπης εἶδον, ὅτι καὶ ἄλλοτε, ὅτε δὶς ἢ τρὶς τοιαύτην ἀπεφηνάμην γνώμην, ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν ἔδωκεν εἰς αὐτὴν προσοχὴν, μοὶ ἐφάνη μάλιστα, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη δὲν ἐφείλκυσε τὴν προσοχὴν καὶ οὐδενὸς ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, διότι καὶ συμπολῖται ἡμῶν ἐδίσταζον ἔτι περὶ τῶν συμβαινόντων καὶ ἐξηκολούθουν παραμυθούμενοι ὑπὸ κενῶν ἐλπίδων. Ἐὰν ἡμεῖς, οἵτινες εἴμεθα τὰ διασωθέντα ναυάγια ἐκ τῆς λαίλαπος, ἥτις ἐπέσκηψε τὴν 3 Μαΐου 1892, ἤμεθα κατ’ ἀριθμὸν ἱκανοὶ, καὶ ἠδυνάμεθα διὰ τῆς στάσεως, τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν λάβει, νὰ παρακωλύσωμεν τὴν πλειονοψηφίαν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπιλάβηται τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, εἴχομεν καθῆκον νὰ τὸ πράξωμεν, καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα ἡμῶν, καθῆκον πρὸς τὸ πολίτευμα ἡμῶν· ἀλλὰ δυστυχῶς ἡμεῖς μὲν ἐσμὲν ὀλίγοι καὶ διὰ τῶν δακτύλων σχεδὸν μετρούμενοι, δὲν γνωρίζω δὲ τί φρονοῦσιν αἱ ἄλλαι διάφοροι ὁμάδες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἑπομένως εἶχον καθῆκον νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ διὰ τελευταίαν φορὰν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ νὰ συμβουλεύσω αὐτὴν νὰ ἀσπασθῇ γνώμην, τὴν ὁποίαν οὐχὶ προσωπικὰ ἢ πολιτικὰ συμφέροντα, ἀλλ’ ἐθνικὸν ὑπαγορεύει συμφέρον· καὶ ἀπευθύνω τὴν συμβουλὴν ταύτην, εἰ καὶ ἐτύγχανον πεπεισμένος, ὅτι καὶ αὕτη δὲν θέλει ἀκουσθῆ, διότι ἔπρεπε νὰ ἔχω ἥσυχον τὴν συνείδησίν μου, ὅτι οὐδὲν παρέλιπον τῶν ἐπιβεβλημένων εἰς ἐμέ. Ἀλλὰ, ὡς εἶπον, πιστεύω ὅτι οὐδὲ τὴν φορὰν ταύτην θέλει ἀκουσθῆ ἡ γνώμη μου, ἀναγνωρίζω δ’ ὅτι ἡμεῖς, οἱ ἔχοντες τὸ φρόνημα τοῦτο, ἐσμὲν ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποταχθῶμεν οὐχ ἧττον εἰς τὸ φρόνημα τοῦτο, τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ ἡμᾶς αὐτούς. Ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις πᾶσα ἤθελεν ἔχει τὴν γνώμην ταύτην, ἤθελον συμβουλεύσει αὐτὴν νὰ καταλίπῃ καὶ τὰ ἑδώλια ταῦτα καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ ἐγὼ δὲ τότε μετὰ πάντας τοὺς ἄλλους ἤθελον γράψει τὴν ὑπογραφήν μου εἰς τὴν παραίτησιν, διότι, ὅταν πρόκηται νὰ ἀγωνίζηταί τις ὑπὲρ τῶν θεσμῶν τῆς πατρίδος, ἀπέναντι οὐδενὸς πρέπει νὰ ἀφίσταται. Ἀλλ’ ἡ φωνή μου δὲν θέλει ἀκουσθῆ, ἡμεῖς δὲ, οἵτινες φρονοῦμεν, ὅτι ἡ ἐντολὴ, ἣν ἐλάβομεν τὴν 3 Μαΐου, δὲν ἐκτείνεται καὶ μέχρι τῆς μελέτης τοῦ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων, αἵτινες προκύπτουσιν ἐκ τῆς πτωχεύσεως τοῦ Κράτους, ὀφείλομεν διὰ τοῦτο ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ ἀπόσχωμεν τῆς συζητήσεως αὐτοῦ, παρόντες μὲν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ μὴ λαμβάνοντες μέρος, ὅπως καὶ διὰ τῆς τακτικῆς ἡμῶν ταύτης ἀποδείξωμεν, ὅτι ἐφαρμόζομεν ὅ,τι φρονοῦμεν. Ἐν τῷ μέσῳ ὅμως πάντων τούτων τῶν δυστυχῶν συμβεβηκότων πρέπει νὰ ἀναδράμῃ τις εἰς τὸ παρελθὸν, πρέπει νὰ ἀναμνησθῇ τῆς δεκαετίας, διότι θέλει πεισθῆ, ὅτι σήμερον στεφανοῦται τέλος πάντων ἡ δεκαετὴς οἰκονομικὴ πολιτικὴ τοῦ Βουλευτοῦ Μεσολογγίου. Δεκαετίαν ἠγωνίσθη, ἵνα μᾶς ἀγάγῃ εἰς τὴν σημερινὴν ἡμέραν, καὶ τέλος πάντων μᾶς εἰσήγαγεν εἰς τὸν λιμένα τῆς πτωχεύσεως. Ἂν δέ τις ἤθελε τονίσει εἰς τὸ οὖς μου τὴν φωνήν του, ἀνακράζων ὅτι ἡ Ἑλλὰς προώρισται νὰ ζήσῃ, θέλω τῷ ἀπαντήσει, ὅτι καὶ ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου εἶχε προορισθῆ νὰ ἄρξηται καὶ νὰ τελειώσῃ τὸ ἔργον τῆς καταστροφῆς. Διορῶ ὄντως ἐν πᾶσι τούτοις ἀόρατον δύναμιν, ἥτις ῥυθμίζει τὰ ἐπὶ τῆς γῆς ἐν τῷ νόμῳ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς εὐθύτητος. Εἰς αὐτὴν τάχα τὴν ἀόρατον δύναμιν ὀφείλομεν τὴν σύμπτωσιν νὰ ἀναγκασθῇ νὰ ἀνακηρύξῃ τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου, αὐτὸς ὁ ἀπ’ ἀρχῆς ἐργάτης αὐτῆς;

§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§43ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος διαπρεπὴς πολιτευτὴς διετύπωσεν ἐντεῦθεν θεωρίαν, ἣν, μεθ’ ὅλον τὸν σεβασμὸν, ὃν ἔχω καὶ πρέπει νὰ ἔχω πρὸς τὰς γνώμας τοιούτου ἀνδρὸς, δὲν δύναμαι νὰ συμμερισθῶ. Διετύπωσε τὴν θεωρίαν, ὅτι, δὲν γνωρίζω ἀπὸ τίνος χρονικοῦ σημείου, ἢ ἐκ τίνος γεγονότος ἐπιτελεσθέντος ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Πολιτείᾳ, ἡ ἐντολὴ, ἣν ἕκαστος ἡμῶν ἔχει λάβει παρὰ τοῦ λαοῦ τῇ 3 Μαΐου 1892, ἔληξεν, ἢ ἂν μὴ ἔληξεν ἐντελῶς, περιωρίσθη κατὰ τοσοῦτον βαθμὸν καὶ εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφανθῶμεν περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον καλούμεθα νὰ συζητήσωμεν. Δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχῃ Κοινοβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον στέλλονται παρὰ τοῦ λαοῦ οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ μετὰ περιωρισμένης ἐντολῆς, ὡς φαίνεται φρονῶν ὁ διαπρεπὴς πολιτευτὴς, ὁ καταλιπὼν πρὸ ὀλίγου τὸ βῆμα. Ἐγὼ νομίζω, τὸ κατ’ ἐμὲ, ὅτι κέκτημαι πλήρη καὶ ἀπεριόριστον τὴν ἐντολὴν καὶ πληρεξουσιότητα, ἵνα συζητήσω περὶ παντὸς ὅ,τι προσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐν τῷ δικαιώματι καὶ τῇ συναισθήσει τῆς πληρότητος τῆς ἐντολῆς, ἣν ἔχω, ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς νὰ μοὶ δώσῃ τὸν λόγον, ἵνα ἐντεῦθεν ἐκφράσω τὴν ἰδέαν, ἣν ἐσχημάτισα ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ αὐτοῦ. Ἡ γνώμη δὲ αὕτη ἐλπίζω ὅτι συμφωνεῖ καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς καὶ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ γνώμη αὕτη εἶναι τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει εἰς πάντα Ἕλληνα πολίτην τὸ ἄκουσμα ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ἀπὸ τῆς ἡμέρας ταύτης καλεῖται, ἵνα συζητήσῃ περὶ τῆς πτωχεύσεως αὐτοῦ. Καὶ τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον πᾶς Ἕλλην αἰσθάνεται ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, εἶναι ἡ ὀδύνη καὶ τὸ ἄλγος. Ἐν τῇ πληρότητι λοιπὸν τῆς ἐντολῆς, ἣν αἰσθάνομαι ὅτι ἔχω παρὰ τῶν ἐκλογέων μου, ἔσπευσα νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα, ἵνα ἐγείρω κραυγὴν διαμαρτυρίας ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ κατὰ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν ἀπὸ τῆς ἡμέρας ταύτης διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς περιάγεται. Καὶ ὀφείλει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ διαμαρτυρηθῇ, διότι αἰσθάνεται ἐν φιλοτιμίᾳ τὸ ὀδυνηρὸν στάδιον, εἰς τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ῥίπτεται αὐτὸς καὶ τὸ μέλλον αὐτοῦ. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὁ ἐν τοῖς ὁρίοις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους περιλαμβανόμενος, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὁ πολὺς, ὁ ἀποτελῶν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἂν κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐδίδετο εἰς αὐτὸν φωνὴ, ἂν ὅλα τὰ στόματα τῶν ἓξ ἢ ἑπτὰ ἑκατομμυρίων Ἑλλήνων ἠδύναντο νὰ συνενωθῶσιν εἰς ἓν καὶ νὰ λαλήσωσι πρὸς ἡμᾶς, τοὺς ἐνταῦθα βουλευομένους περὶ τῆς τύχης του διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἤθελεν εἴπει πρὸς ἡμᾶς: «Διατὶ μὲ περιηγάγετε εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην; διατὶ μὲ περιηγάγετε εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον; τί ἔπταισα ἢ τί ἡμάρτησα πρὸς ὑμᾶς; εἰπέτε μοι σεῖς οἱ βουλευόμενοι περὶ τῶν τυχῶν μου, σεῖς οἱ κυβερνήσαντες καὶ κυβερνῶντές με, εἰπέτε μοι, τί ἐζητήσατε παρ’ ἐμοῦ καὶ δὲν τὸ ἐλάβετε; Ἐζητήσατε ἐν πρώτοις πρὸς πλήρωσιν παντὸς ὑψηλοῦ καὶ ἰδανικοῦ ἐθνικοῦ σκοποῦ τὸ αἷμά μου, καὶ ἐλάβετε αὐτὸ πάντοτε· ἐλάβετε αὐτὸ ἀνὰ πᾶσαν ἐπιστρατείαν, τὴν ὁποίαν ἐκινήσατε, ἵνα ὑπερασπίσητε τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα· ἐλάβετε αὐτὸ καὶ ἀνὰ πᾶσαν ἡμιεπίσημον κίνησιν, τὴν ὁποίαν ἐπεχειρήσατε, κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1854 καὶ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τὴν τριετῆ τῆς Κρήτης 1866–1868, καὶ κατὰ τὰ 1878 πάλιν ἐν Κρήτῃ καὶ ἄλλοις μέρεσι τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ 1880, κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ 1885–1886, ἐλάβετε πᾶν ὅ,τι ἐζητήσατε παρ’ ἐμοῦ ὑψηλότατον καὶ τιμιώτατον. Ἐζητήσατε φόρους, καὶ κατέβαλον αὐτοὺς μεθ’ ὑπομονῆς, ἧς δὲν ἔχει νὰ παρουσιάσῃ ὅμοιον παράδειγμα ἕτερος λαός· ἐλάβετε δὲ παρ’ ἐμοῦ, ὡς ἂν ἤμην ἀρνίον, καὶ τὸ ἔριον, καὶ τὸ γάλα, καὶ τὸ δέρμα ἔτι, διὰ τῆς κουρευτικῆς ψαλλίδος τῆς φορολογίας, καὶ ἠνέχθην τὴν φορολογίαν ταύτην ἄνευ γογγυσμοῦ, ἄνευ ἀντιστάσεως. Καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα ὑμεῖς αὐτοί, οἷς τόσα παρέσχον πρὸς εὐτυχίαν μου, σήμερον γίνεσθε αἴτιοι νὰ μοὶ ἐγκολαφθῇ Θὰ σᾶς εἴπῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς — εἰς τὸ μέτωπον τὸ στίγμα τῆς ἀτιμίας διὰ τῆς πτωχεύσεως! Καὶ ἀντὶ τίνος θὰ ἐγκολάψητε εἰς ἐμὲ τὸ στίγμα τοῦτο; Τί ἀπήλαυσα παρ’ ἡμῶν; τὸ χρῆμα ὅπερ ἐδανείσθητε καὶ διὰ τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ καταβάλωμεν τοὺς τόκους, ἐδόθη εἰς ἐμὲ πρὸς χρῆσίν μου, πρὸς διατροφήν μου, πρὸς ἀμφίεσίν μου, πρὸς πλήρωσιν οἱασδήποτε ἄλλης ἀνάγκης μου; Πόῤῥω ἀπέχει τοῦτο· διότι λάβετε ὑπ’ ὄψιν τοὺς δασμοὺς, τοὺς ὁποίους πληρόνω διὰ τὰ πρωτίστης ἀνάγκης εἴδη, διὰ τὸν σῖτον, διὰ τὰ ὄσπρια, διὰ τὴν ὄρυζαν, διὰ πᾶσαν τὴν τάξιν τῶν ἀποικιακῶν προϊόντων, τῶν ὁποίων ὁ φόρος ἰσοφαρίζει τὴν ἀξίαν αὐτῶν, λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰ καταβαλλόμενα διὰ τὴν ἀμφίεσιν τέλη, ἅτινα ὑπερβάλλουσιν ἐνίοτε κατὰ τὸ διπλάσιον καὶ τριπλάσιον τὴν ἀξίαν αὐτοῦ τοῦ ἐμπορεύματος. Ἢ μὴ ἐπλήρωσα διὰ τοῦ χρήματος τούτου ἄλλας χρείας ἰδανικάς, ὑψηλοτέρας; ἢ μὴ ἱκανοποίησα διὰ τῆς δαπάνης τῶν χρημάτων τούτων τοὺς ἐθνικοὺς σκοπούς μου; Ἀπ’ ἐναντίας αἰσθάνομαι ἐξευτελισμὸν, ἀφ’ ἧς ἀκριβῶς ἐποχῆς ἐπεβαρύνθην διὰ τῶν δανείων τούτων». Τοιαῦτα θὰ εἴπῃ, θὰ ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς μετὰ πλήρους δικαίου ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἂν ἐδίδετο αὐτῷ φωνὴ ἐνταῦθα. Ἀλλὰ ταῦτα ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς ἐντεῦθεν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὑπὲρ τῆς τιμῆς του, τὴν ὁποίαν ἐνεπιστεύθη εἰς χεῖρας ἡμῶν, βουλευομένων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ. Καὶ ἐνῷ εἰς τοιαύτην περιέστη ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατάστασιν, κατάστασιν ἐπαπειλοῦσαν αὐτὸν διὰ τῆς ἀτιμίας, ἣν οἱ χαιρέκακοι ἀντίπαλοι ἐν τῇ σταδιοδρομίᾳ ἐθνικῆς ἁμίλλης, ἢ καὶ οἱ ἀδιάφοροι καὶ ψυχροὶ συζητηταὶ τῶν ἡμετέρων πραγμάτων θ’ ἀποκαλύψωσι καὶ θὰ ἀποδώσωσιν εἰς ἡμᾶς, ἐνῷ εἰς τοιαύτην, λέγω, περιήλθομεν κατάστασιν, ἐῤῥίψατε ἓν βλέμμα, ἵνα ἐξετάσητε πῶς διατελεῖ κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμήν, τὴν κρίσιμον καὶ φοβερὰν, ὁ Ἑλληνικὸς λαός; Ἐπλουτίσαμεν αὐτὸν διὰ διοικήσεως, ἐν ᾗ οὐδὲν ἄλλο ἔχει νὰ ἐπιζητήσῃ; Καὶ δὲν βλέπομεν αὐτὸν βασανιζόμενον παρὰ τῆς λῃστείας, παρὰ τῶν πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστείας ἀποστελλομένων, ὡς καὶ παρὰ παντὸς κακοποιοῦ στοιχείου; Καὶ εἶναι διοίκησις αὐτή; καὶ ἔχει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δικαιοσύνην, δικαιοσύνην κατὰ ποσὸν ἢ κατὰ ποιόν; Ἐδόσαμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν παιδείαν ἀνάλογον πρὸς τὰ χρηματικὰ βάρη, δι’ ὧν ἐπεβαρύναμεν αὐτὸν, ἀνάλογον πρὸς τὸ παρελθὸν καὶ πρὸς τὸ μέλλον, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ ἔχει; Ἐν τρώγλαις διαιτᾶται ἡ δημοτική του ἐκπαίδευσις, ἡμιμάθεια βασιλεύει ἐν τῇ λεγομένῃ μέσῃ ἐκπαιδεύσει, ἡ δὲ ἀνωτέρα, ὡς ἐν καταλληλοτέρᾳ περιστάσει εἶπον ἐντεῦθεν, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ Πανεπιστημίου νομοσχεδίου, πολὺ ἀπέχει νὰ ἦναι οἵαν ἀπαιτεῖ αὐτὴν ὁ προορισμὸς τοῦ Ἀνωτάτου Ἐκπαιδευτηρίου τοῦ Γένους. Ἐγκαταλείψαμεν τὸν λαὸν καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπαιδαγώγητον ὑπὸ θρησκευτικὴν καὶ ἠθικὴν ἔποψιν, μὴ εὑρίσκοντα οὔτε ἐν τῷ σχολείῳ οὔτε ἐν τῷ ναῷ τὰ διδάγματα τῆς ἠθικῆς, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἀποκλείσωσιν εἰς αὐτὸν τὰς ὁδοὺς τῆς διαφθορᾶς καὶ τοῦ ἐγκλήματος. Ἐγκατελίπομεν αὐτὸν ἔρμαιον τῆς ἀγνοίας καὶ τῆς ἀθλιότητος ὑπὸ τὴν γεωργικὴν καὶ ἐμπορικὴν ἔποψιν. Τί δὲ νὰ εἴπῃ τις περὶ τοῦ στρατοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ δεκαετίᾳ, τῇ τελευταίᾳ, ἄνευ τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1885 καὶ 1886, ἐδαπανήθησαν 170,000,000; Τί ἀπέμεινεν ἡμῖν ἐκ τῆς κολοσσιαίας ταύτης σχετικῶς πρὸς τὰς δυνάμεις τοῦ τόπου δαπάνης ἐν τῷ στρατῷ; Οἱ ἔφεδροι, οὓς ἔλεγεν ἄλλοτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἔχει; οἱ τριμηνιαῖοι ἐκεῖνοι ἀγύμναστοι, ἀμόρφωτοι καθ’ ὁλοκληρίαν, θ’ ἀποτελέσωσι τὴν ἐφεδρείαν, ἐκ τῆς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σκέπτεται νὰ καλέσῃ ποτὲ εἰς τὰ ὅπλα ἀριθμὸν 100 χιλιάδων! Δὲν ἐπιθυμῶ ἀληθῶς νὰ ἐπιζήσῃ ὁ ἔντιμος συνάδελφος καὶ σεβαστός μοι φίλος βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν κ. Ρικάκης, ἵνα ἴδῃ ποτὲ στρατὸν συναθροιζόμενον ἐκ τοιούτου φυράματος—διότι περὶ τούτων ὡμίλουν προχθὲς καὶ ὄχι περὶ ἐγκαταλείψεως πάσης ἐθνικῆς ἐλπίδος.— Ἀλλ’ ἐντεῦθεν, κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην τὴν κρίσιμον καὶ τὴν ἐπίσημον, πρέπει νὰ εἴπωμεν καὶ μὲ σαφεστέρας λέξεις καὶ μὲ ζωηρότερα χρώματα τὴν ἀθλιότητα, εἰς ἣν περιήλθομεν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, καὶ μὴ θελήσωμεν νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας ἐκ τῆς ἰδέας μὴ ἀποκαλύψωμεν μυστικόν, μὴ ἀπογοητεύσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τὸν ἔσω καὶ τὸν ἐκεῖθεν τῶν συνόρων τοῦ ἐλευθέρου Κράτους. Τὰ ἐν μιᾷ δεκαετίᾳ δαπανηθέντα μόνον πρὸς ἁπλῆν συντήρησιν στρατοῦ καὶ ναυτικοῦ 220 ἑκατομμύρια δραχμῶν πρὸς τί ἐδαπανήθησαν; Πλὴν τῶν τριῶν θωρηκτῶν, οὐδὲν ἕτερον ἀπολύτως ἔχομεν. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἔχομεν ἐθνικὴν δύναμιν, καὶ ὅτι δι’ αὐτῆς δυνάμεθα νὰ διεκδικήσωμεν δίκαια καὶ ἐθνικοὺς πόθους.... Ἐνῷ λοιπὸν εἰς τοιαύτην ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν κατάστασιν περιηγάγομεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τὴν χώραν, ὑπὸ ἔποψιν δημοσίας ἀσφαλείας, ὑπὸ ἔποψιν παιδείας, διοικήσεως, δικαιοσύνης, ὑπὸ ἔποψιν γεωργίας, ἐμπορίας, στρατοῦ καὶ ναυτικοῦ, ἐπιθέμενοι εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην ὡς κορωνίδα τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μανθάνει, ὅτι, μεθ’ ὅλα τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα αὐτὸς συνεισέφερε κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν εἰς φόρους, μεθ’ ὅλα τὰ ἑκατομμύρια, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεβαρύνθη, ἀφαιροῦντα τὸν ἄρτον ἀπὸ τοῦ στόματος αὐτοῦ καὶ τοῦ στόματος τῶν τέκνων του, ὀφείλει νὰ κηρύξῃ τὴν πτώχευσίν του, διατὶ ἐν τῷ μεταξὺ χρόνῳ οἱ κυβερνῶντες αὐτὸν ἐδανείζοντο, σπαταλῶντες ἀπόνως καὶ ἀνηλεῶς; Καὶ θὰ μάθῃ, οὐχὶ ἐκ τῶν ἀγορεύσεων, αἱ ὁποῖαι πολλάκις ἐντεῦθεν ἀντήχησαν ἐκ στόματος τῶν ἀσχολουμένων μετ’ ἐπιτηδειότητος καὶ εὐφυῶς εἰς τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα, ἀλλὰ θὰ μάθῃ ἐμπράκτως, σκληρῶς σήμερον, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅτι ἐπὶ δέκα ἔτη ἠπατᾶτο, διότι οἱ προϋπολογισμοὶ, ἀντὶ τῶν ἑκάστοτε ἐπαγγελλομένων ἰσοζυγίων καὶ περισσευμάτων, ἐπαρουσίαζον ἐλλείμματα κατὰ δεκάδας ἑκατομμυρίων. Παρὰ τίνων ὁ Ἑλληνικὸς θὰ ζητήσῃ τὴν εὐθύνην ἐπὶ τῇ καταστάσει ταύτῃ; Βεβαίως, κύριοι συνάδελφοι, οὐδεὶς, οὔτε ἐντεῦθεν οὔτε ἐκεῖθεν, ἐλπίζω, ὑπάρχει ὁ ἀμφιβάλλων παρὰ τίνος πρέπει νὰ ζητηθῇ ἡ εὐθύνη. Ἐξαιρέσει βραχυτάτου χρονικοῦ διαστήματος, ἐπὶ ὁλόκληρον δεκαετίαν ἐκυβέρνησεν ὁ καὶ νῦν κυβερνῶν τὸ Κράτος κ. Πρωθυπουργός· ἀποτέλεσμα δὲ τῆς διοικήσεως αὐτοῦ εἶναι ἡ σημερινὴ κατάστασις. Ἡμεῖς καλούμεθα ὡς ληξίαρχοι σήμερον, ἵνα παρευρεθῶμεν εἰς τὴν ὑπογραφὴν εἴτε τούτου τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον κανονίζει «προσωρινῶς» τὴν κατάστασιν, εἴτε τῆς ἐγκρίσεως τοῦ ὁριστικοῦ διακανονισμοῦ, τὸν ὁποῖον θὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐάν ποτε κατορθωθῇ τοιοῦτος, ὡς χθὲς ἐπηγγέλλετο. Ἡμεῖς παριστάμεθα ὡς ληξίαρχοι, ἵνα μετὰ ὀδύνης ὑπογράψωμεν τὴν πρᾶξιν ταύτην, ἀλλὰ θὰ τὴν ὑπογράψωμεν διαμαρτυρόμενοι ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν, ἐὰν μὴ καὶ τὴν τύχην, πρέπει νὰ χωρίσωμεν ἀπὸ τῆς ἡμετέρας εὐθύνης. Τὴν στιγμὴν ταύτην ὁμιλῶν ὡς εἷς ἐξ ὑμῶν, ἄνευ διακρίσεως πτέρυγος, ἢ μερίδος πολιτικῆς, τάσσω ἐκεῖθεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὁλόκληρον, ἐντεῦθεν δ’ ἡμᾶς ὅλους. Καὶ τάσσω τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐκεῖθεν, διότι εἶναι ἀθῶος, διότι δὲν ἔπταισεν εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην, διότι καὶ συνεισήνεγκε καὶ ἔπραξε πᾶν ὅ,τι ἐζητήσαμεν ἡμεῖς παρ’ αὐτοῦ, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν ὀδυνηρὰν στιγμήν, καθ’ ἣν καθηλοῦται ἡ τιμὴ καὶ ἡ ὑπόληψις αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τῆς χρεωκοπίας. Ἐὰν ἀναλαμβάνωμεν λοιπὸν ἡμεῖς ἕκαστος κατὰ τὸ μέτρον τὸ βαρύνον ἕκαστον τὸ ἀνάλογον τῆς εὐθύνης καὶ ὑπογράψωμεν τὸ ἔγγραφον τοῦτο, πρέπει νὰ κηρύξωμεν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι πάντη ἀθῶος, ὅτι οὐδ’ ἴχνος τῆς εὐθύνης καὶ τοῦ βάρους, τὸ ὁποῖον περιέχει ἡ πρᾶξις αὕτη, ὑπέχει αὐτός. Τίς οἶδεν ἐπὶ πόσον χρόνον θὰ φέρωμεν, κύπτοντες τὸ μέτωπον πρὸς τὴν γῆν, τὸ βάρος τῆς σημερινῆς πράξεως, εἰς τὴν ὁποίαν καλεῖ ἡμᾶς ὁ κ. Πρωθυπουργός! Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ἐντεῦθεν καὶ νὰ κηρυχθῇ, ὅτι τὸ βάρος ὑπέχει καθ’ ὁλοκληρίαν ὁ ἐργάτης αὐτῆς, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ δὲ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ὑπέχει δὲ αὐτὸ οὐχὶ διότι εἰσάγει σήμερον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀλλ’ ὑπέχει αὐτὸ ἐκ τῆς παρελθούσης ἐνεργείας καὶ διοικήσεως αὐτοῦ. Ὅτι εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σήμερον, εἶναι σύμπτωσις, ἢ ἡ θέλησις τῆς πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία ἀνήγαγεν αὐτὸν ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν, διότι οὔτε ὅτε πρό τινων ἡμερῶν, ἀγορεύων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, ἐκήρυξεν ἐντεῦθεν ὅτι ἐπτωχεύσαμεν, οὔτε χθὲς, ὅτε ὑπέβαλε τὸ ἔγγραφον τοῦτο, περιέστημεν εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην. Εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην περιέστημεν ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὸ Κράτος, καλούμενον ὑπὸ τῶν συμβάσεων νὰ τελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του, ὡμολόγησεν ὅτι ἀδυνατεῖ. Ὀξυδερκὴς καὶ συνετὸς πολιτευτὴς ὕψωσεν ἀπὸ καιροῦ φωνὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, προειπὼν ὅτι ἡ κατάστασις ἔβαινε γοργῷ τῷ ποδὶ πρὸς τὴν σημερινήν. Ὁ σεβαστὸς φίλος μου κ. Κωνσταντόπουλος εἶπε πρὸ ἔτους ἤδη, ὅτι ἐνταῦθα βαίνομεν, καὶ ἤκουσεν ἀτόπως ἐπιῤῥιφθείσας εἰς αὑτὸν λοιδορίας βαρυτάτας, μὴ ἐπιτρεπομένας εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, οὐδὲ ἀνηκούσας εἰς ἐκεῖνον καὶ διὰ τὴν ἡλικίαν του καὶ διὰ τὸ παρελθόν του, καὶ διὰ τὴν περιωπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆλθε κατ’ ἀξίαν· ἤκουσε καὶ τὴν λέξιν «προδοσίαν» καὶ τὴν λέξιν «ἀτιμίαν» καὶ «βδελυγμίαν», διότι προεῖδε τὴν κατάστασιν. Ἐπέπρωτο ὅμως, κατὰ τὴν ἀπαράτρεπτον ἰσχὺν τῶν ἠθικῶν νόμων, οἱ ἐπιῤῥίψαντες κατ’ αὐτοῦ τοιαύτας βαρείας μομφὰς, νὰ προέλθωσι τὴν 30 Μαΐου εἰς ἀναγνώρισιν τοῦ ὅτι τὸ Κράτος ἀδυνατεῖ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ, καὶ κηρύξωσι διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς ἡμέρας ἐκείνης τὴν πτώχευσιν. Ἐὰν προσέβαλον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν δριμέως, ἐὰν ἐπέῤῥιψα αὐτῷ μομφὴν ἐπὶ τῇ πτωχεύσει, ἔπραξα τοῦτο, διότι ἡ παρελθοῦσα πολιτικὴ αὐτοῦ ἤγαγε τὰ πράγματα εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε σήμερον νὰ ἦναι ἀναπόδραστος ἡ ὑποβολὴ τοιούτου νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλήν! Ἀλλ’ ἵνα καταμερίσω τὴν εὐθύνην, πρέπει νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι οὐχὶ σήμερον, ἀλλὰ τὴν 30 Μαΐου 1893 ἐπτωχεύσαμεν! Ἐν τῇ διαμαρτυρίᾳ λοιπὸν ταύτῃ ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ κατὰ τῆς ἐπιῤῥιπτομένης κατ’ αὐτοῦ μομφῆς σήμερον ἢ μετὰ τρεῖς ἡμέρας, ὅτε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον θὰ γείνῃ νόμος, ἐν τῇ διαμαρτυρίᾳ ταύτῃ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, παρὰ τὴν φιλοτιμίαν του, παρὰ τὴν φιλοπονίαν του, παρὰ τὰς βλέψεις, παρὰ τὰς προθέσεις, παρὰ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ ἀναμενόμενον αὐτοῦ μέλλον, ἐπτώχευσε, κατέρχομαι τοῦ βήματος.

§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν. (Ὥρα 9½ μ. μ. ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις).

§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.

§46ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναγνώσητε τὸν κατάλογον ἓν πρὸς ἓν ὄνομα, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν ἤμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ, ὅπως εἰδοποιήσωμεν τὸν κ. Εὐταξίαν νὰ ἔλθῃ. Νὰ ἀναγνωσθῇ λοιπὸν ὁ κατάλογος ὄνομα πρὸς ὄνομα.

§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ, κύριε Βουλευτὰ, ὅτι ἡ ἀκοή μου εἶναι εἰς λαμπρὰν κατάστασιν, ὥστε τὸ ἤκουσα πρώτην φορὰν, ὅτε τὸ εἴπετε. Θέλετε νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.

§48ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Τότε ἀποσύρω τὴν ἐπανάληψιν, κύριε Πρόεδρε (ἱλαρότης). (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν· μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).

§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες Βουλευταὶ 116. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.

§50ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶναι, Κύριοι, ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς παρεμβάλλεται ἐν οὕτω κρισίμῳ στιγμῇ εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ζητῶν νὰ προφυλάξῃ αὐτὸν ἐκ τῶν ἐπιθέσεων ἡμῶν. Καὶ ἄλλοτε ἔπραξε τοῦτο, καὶ σήμερον δὲν ἠδύνατο ν’ ἀπαρνηθῇ τὴν τακτικήν του. Ὡς σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε, εἶναι ὁ φυσικὸς σύμμαχος τοῦ κ. Τρικούπη, εἶναι τὸ ἀναγκαῖον αὐτοῦ συμπλήρωμα. Ἄνευ αὐτοῦ, παραλύοντος πάντοτε τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἄνευ αὐτοῦ, ἐρχομένου εἰς τὰ πράγματα κατὰ τὰ διαλείμματα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ καὶ διαψεύδοντος πάσας τὰς προσδοκίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ καθιστῶντος ἀναπόδραστον τὴν ἐπάνοδόν του εἰς τὴν ἀρχὴν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θὰ ἐκυριάρχει ἤδη ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Πολιτείᾳ καὶ δὲν θὰ συνετέλει τὴν ἤδη ἐπελθοῦσαν καταστροφήν. Τὴν τακτικήν του ταύτην δὲν ἠθέλησε καὶ νῦν ν’ ἀπαρνηθῇ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Διὰ τοῦτο καὶ νῦν ἐζήτησε νὰ παραλύσῃ τὴν κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπίθεσιν, προκαλῶν ἀντεγκλήσεις διὰ τῶν γραωδῶν καθ’ ἡμῶν μεμψιμοιριῶν του, καὶ νῦν ἐζήτησε νὰ περισπάσῃ τὸν κατ’ αὐτοῦ ἀγῶνα, προκαλῶν ἐμφυλίους ἔριδας ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐνόμισεν, ὅτι οὕτω πως θὰ κατώρθου τῳόντι νὰ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος ἐκεῖνον, καθ’ οὗ κυρίως ὁ προκείμενος ἀγὼν διευθύνεται, ἐπλανήθη πλάνην μεγάλην. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, θελήσας νὰ γείνῃ καὶ νῦν, ὡς καὶ ἄλλοτε, ἐμποδὼν ἐν τῷ ἀγῶνι ἡμῶν πρὸς τὸν κ. Τρικούπην, ἀναγκάζει ἡμᾶς μόνον νὰ τὸν θέσωμεν ἐκποδὼν, καὶ ν’ ἀναλάβωμεν οὕτως ἀπερίσπαστον τὴν κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπίθεσιν.

§51ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε πολὺ μικρός.

§52ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἀπέδειξα καὶ ἄλλοτε, θὰ τὸ ἀποδείξω καὶ τώρα, ἐὰν ἤμεθα ἱκανοὶ εἰς τοῦτο. Πρόκειται, Κύριοι, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς περὶ νομοσχεδίου, κηρύττοντος ἐπισήμως τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους, καὶ ὅπως ἀνακουφίσῃ αὐτὸς ἐκ τῆς ἐπὶ τούτῳ εὐθύνης τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἔσπευσε νὰ ἐπιῤῥίψῃ μέρος τῆς εὐθύνης ταύτης εἰς ἡμᾶς, καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ πτώχευσις αὕτη δὲν χρονολογεῖται ἀπὸ τῆς σήμερον, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε τὴν ἀθέτησιν τῶν νόμων καὶ τῶν συμβάσεων ἡμῶν περὶ δανείων, ἀφ’ ἧς ἡμέρας δηλαδὴ ἐλθόντες ἡμεῖς εἰς τὰ πράγματα καὶ εὑρόντες τὰ μὲν τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους κενὰ ὅλως, ἀπαιτητὰς δὲ ὑποχρεώσεις ἡμῶν ἐντὸς ἡμερῶν, ἑβδομάδων καὶ μηνῶν, ἀνερχομένας εἰς 50 καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμύρια, δὲν ἐπληρώσαμεν αὐτὰ τοῖς μετρητοῖς, ἀλλ’ ἐξεδώκαμεν πρὸς τοὺς πιστωτάς μας ὁμολογίας κεφαλαιωτικὰς, ὁμολογίας, δι’ ὧν, περιβεβλημένων μὲ πᾶσαν δυνατὴν ἐγγύησιν καὶ ἀσφάλειαν, ἀνεγνωρίζομεν τὴν πρὸς αὐτοὺς ὀφειλὴν τοῦ Κράτους. Οὕτω πως, εἶπεν, ἠθετήσαμεν ἡμεῖς πρῶτοι τοὺς νόμους καὶ τὰς συμβάσεις περὶ δανείων, ἐκ τῆς ἡμέρας δ’ ἐκείνης χρονολογεῖται ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἀθέτησις νόμων καὶ συμβάσεων περὶ δανείων δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς τὸ πρῶτον καὶ κύριον γνώρισμα τῆς πτωχεύσεως τοῦ Κράτους, τότε ἡ πτώχευσις αὕτη δὲν χρονολογεῖται, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἡμεῖς ἀνελάβομεν τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, ἀλλ’ ἀνάγεται εἰς προγενεστέραν ἐποχὴν, ἀνάγεται εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀθετοῦσα ῥητὰς διατάξεις τοῦ νόμου καὶ τῆς συμβάσεως περὶ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, καθ’ ἃς τὸ προϊὸν αὐτοῦ ὤφειλε νὰ διατεθῇ εἰς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, ὅστις θὰ ἐχρησίμευε καὶ ὡς ὑπέγγυος διὰ τὸ δάνειον, διέθετεν αὐτὸ εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Καὶ τῆς ἀθετήσεως ἐκείνης εἶναι ἔνοχος καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, διότι, ἐνῷ κατηγόρει δι’ αὐτὴν, ὡς ἀντιπολιτευόμενος, τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐν ἔτει 1890, ἦλθε μετ’ ὀλίγους μῆνας ὁ ἴδιος εἰς τὰ πράγματα καὶ διέπραξεν αὐτὴν κατὰ τρόπον ἀσύγγνωστον ὅλως· διότι τότε δὲν εἶχον ἀκόμη κλεισθῆ εἰς ἡμᾶς ἑρμητικῶς αἱ θύραι τῶν δανείων, ἠδύνατο δὲ κατ’ ἀκολουθίαν αὐτὸς ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἀθέτησιν ἐκείνην, συνομολογῶν ἓν προσωρινὸν δάνειον διὰ τὰς ἄλλας ἐπειγούσας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἐνῷ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ἡμῶν εἶχε στειρεύσει τέλεον ἡ πηγὴ τῶν δανείων, ἡμεῖς δ’ ἑκόντες ἄκοντες ὠφείλομεν νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν διὰ κεφαλαιωτικῶν ὁμολογιῶν πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων τῆς Αʹ ἑξαμηνίας τοῦ ἔτους 1893. Ἡμεῖς λοιπὸν δυνάμεθα νὰ δικαιολογηθῶμεν διὰ τοῦτο, ἐνῷ ὅλως ἀδικαιολόγητοι εἶναι οἱ ἀθετήσαντες τὸν νόμον καὶ τὴν σύμβασιν περὶ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης καὶ ζητοῦντες νῦν νὰ ἐγκολάψωσιν εἰς τὸ μέτωπον ἡμῶν τὸ στίγμα, ὅπερ αὐτοὶ οὗτοι φέρουσιν ἀνεξίτηλον ἐπὶ τοῦ ἰδίου μετώπου (θόρυβος παρατεταμένος ἐν τῇ δεξιᾷ καὶ τῷ πρώτῳ θρανίῳ τῆς ἀριστερᾶς). Ἂν νομίζητε, Κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ θορύβου σας θὰ μὲ ἀνακόψητε ἐν τῇ ἐπιβεβλημένῃ μοι ἀπαντήσει, πλανᾶσθε μεγάλως. Ἐγὼ θὰ ἔχω τὴν ὑπομονὴν ν’ ἀναμείνω, ἕως οὗ κοπάσῃ ὁ θόρυβός σας, τότε δὲ θὰ ἐξακολουθήσω ἀπαρεγκλίτως τὸ ἔργον μου.

§53ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιβάλετε ἡσυχίαν εἰς τοὺς θορυβοῦντας.

§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι Βουλευταί.

§55ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν οἱ κύριοι θέλωσι διὰ τοῦ θορύβου νὰ ἐμποδίσωσι τὸν ἀγορεύοντα, εἴμεθα εἰς θέσιν καὶ ἡμεῖς νὰ μὴ ἀφήσωμεν κἀνένα ἄλλον νὰ ἀγορεύσῃ.

§56ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Ὁ θόρυβος, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀπὸ τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα.

§57ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἡ δεξιὰ θορυβεῖ, διότι γινώσκει, ὅτι ὁ ἔλεγχος τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ εἶναι ἐν ταὐτῷ ἔλεγχος καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καθόσον ὁ κ. Δηλιγιάννης εἶναι τὸ ἀντίγραφον μόνον τοῦ κ. Τρικούπη. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς νομίζει, ὅτι καὶ ἄλλως ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους χρονολογεῖται, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἡμεῖς ἠθελήσαμεν διὰ νέου δανείου νὰ πληρώσωμεν τὰ ὀφειλόμενα τοκομερίδια. Τί ὅμως ἔκαμνε καὶ αὐτὸς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ δεκαετίας ἤδη; πότε ἐπλήρωσαν αὐτοὶ ἔκτοτε τὰ τοκομερίδια ἐκ πόρων τοῦ Κράτους, χωρὶς νὰ προσφύγωσιν εἰς δάνεια; Ἡ μόνη διαφορὰ μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἡμῶν εἶναι αὕτη. Ἐνῷ δηλαδὴ αὐτοὶ ἐξηπάτων τοὺς πιστωτάς μας ὑπὸ διαφόρους ψευδεῖς ἐπαγγελίας καὶ ἐδανείζοντο παρ’ αὐτῶν ὁμοῦ μετὰ τῶν ἑκάστοτε ἀναγκαίων ποσῶν διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων καὶ ἄλλα ποσὰ δι’ ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἡμεῖς τοὐναντίον ἐδηλώσαμεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἀληθῆ ἡμῶν κατάστασιν, τὴν ὑπαγορεύσασαν τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως. Ἐνῷ δὲ αὐτοὶ ἐξέδιδον ὁμολογίας πάντοτε ὑπὸ τὸ ἄρτιον κατὰ 20, 30 καὶ 40%, ἡμεῖς ἐξεδώκαμεν αὐτὰς εἰς τὸ ἄρτιον. Πᾶς ἄλλος λοιπὸν, πλὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐδικαιοῦτο νῦν νὰ μεμφθῇ ἡμᾶς διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων τῆς Αʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1893 δι’ ὁμολογιῶν νέου δανείου. Ἐὰν δὲ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς γνώρισμα πτωχεύσεως, τότε ἡ πτώχευσις αὕτη πρέπει νὰ χρονολογηθῇ ἀπὸ πολὺ προγενεστέρας ἐποχῆς, ἀφ’ ἧς δηλαδὴ ἐποχῆς καὶ ὁ κ. Τρικούπης καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης ἤρξαντο πληρόνοντες τὰ τοκομερίδια διὰ νέων δανείων, διὰ νέων ὁμολογιῶν τοῦ Κράτους. Ἡμεῖς κατ’ ἀνάγκην προσεφύγομεν εἰς τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, ὅπως δι’ αὐτοῦ ἐπουλώσωμεν ἐκ τῶν ἐνόντων τὰς πληγὰς, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀνοίξει ἡ δανειομανία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐν ᾗ, ὡς καὶ ἐν ἄλλοις πολλοῖς, οὐδόλως ὑστέρησεν αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, διότι ἀμφότεροι ηὔξησαν τὸ δημόσιον ἡμῶν χρέος, συνομολογήσαντες δάνεια ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων...

§58ΣΑΚΚΗΣ. Ψεύδεσθε ὡς πρὸς αὐτό!

§59ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶσθε ψεύστης σεῖς! (Θόρυβος).

§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν Σάκκην). Κύριε Βουλευτὰ, ἐξέφυγε τῶν χειλέων σας λέξις, ἡ ὁποία δὲν ἁρμόζει, καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ τὴν ἀνακαλέσητε μόνος σας.

§61ΣΑΚΚΗΣ. Δὲν λέγει τὴν ἀλήθειαν.

§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, χάριν ὑμῶν αὐτῶν, ν’ ἀνακαλέσητε τὴν λέξιν.

§63ΣΑΚΚΗΣ. Ἀφοῦ λέγει ἀνακριβῆ...

§64ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν θέλω ν’ ἀνακαλέσῃ, διότι ὁ τρόπος δεικνύει τὴν ἀνάκλησιν. Κύριοι, ὅλοι ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εἰς τὰ 1885 ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐπανέφερε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ ἐπέβαλεν εἰς τὸ Κράτος δημόσιον χρέος ἐξ 100 ἑκατομμυρίων καὶ ἐπέκεινα. Πῶς τολμᾷ λοιπὸν ὁ ἐκ Πυλίας Βουλευτὴς εἰς τοιαύτην ἀλήθειαν νὰ ἀντείπῃ;

§65ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἐπαναλαμβάνετε κατὰ κόρον.

§66ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λάβετε τὸν λόγον κατόπιν, καὶ ἀπαντήσατε. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς.

§67ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄ! δὲν ἐπιτρέπετε διακοπάς!

§68ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι... Κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀπαγορεύσητε τὰς διακοπάς.

§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.

§70ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης λοιπὸν συνωμολόγησε τότε τὸ ἐπαχθέστατον τῶν δανείων, τὸ δάνειον ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, δι’ ὃ στοιχίζει τὴν σήμερον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἡ 1 δραχμὴ 1,60–1,70, ἑπομένως ἔχει ὑπερτιμηθῇ ὁ ἐν Ἑλλάδι βίος κατὰ 60–70%. Τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ ἀγνοῇ ὁ νεαρὸς Βουλευτὴς Πυλίας. Ὡσαύτως ὤφειλε νὰ γινώσκῃ, ὅτι ὁ αὐτὸς κ. Δηλιγιάννης συνωμολόγησε τότε καὶ ἄλλα προσωρινὰ δάνεια ὑπὸ ὅρους ἐπαχθεστάτους, ἦτο δ’ ἕτοιμος νὰ συνομολογήσῃ καὶ τὸ δάνειον τῶν Μονοπωλίων, ἂν δὲν τὸν ἀνεχαίτιζεν ἐκ τούτου ὁ ἐν τῷ μεταξὺ ἐπελθὼν ἐπάρατος ἀποκλεισμὸς τῶν ἡνωμένων στόλων τῶν Μ. Δυνάμεων, ὅστις ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ δραπετεύσῃ ἐκ τῆς ἀρχῆς· ὤφειλε νὰ γινώσκῃ ὁ κ. Σάκκης, ὅτι ἡ διαχείρισις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ἐν ἔτει 1885–1886 ἄφησε τακτικὰ καὶ ἔκτακτα ἐλλείμματα, κατὰ μὲν τὸν κ. Τρικούπην ἐξ 125 ἑκατομμυρίων, κατὰ δὲ τὸν κ. Δηλιγιάννην ἐξ 92 ἑκατομμυρίων, ἅτινα ἔπρεπε νὰ καλυφθῶσι διὰ δανείων καὶ ν’ αὐξήσωσι τὸ δημόσιον χρέος. Ἀλλ’ εἶναι ἀνεξήγητον ἴσως, πῶς ὁ κ. Σάκκης ἀγνοεῖ, ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐν ἔτει 1890 διέθεσε μέρος τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ὅτι δ’ ἐν ἔτει 1891 ἀπεπειράθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου ᾼϠΜΔʹ, ὃν ἐψήφισε τότε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Πυλίας, νὰ συνομολογήσῃ καὶ αὐτὸς μέγα δάνειον, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσε, διὰ τὴν πρὸς αὐτὸν δυσπιστίαν τῶν ξένων κεφαλαίων, ἀφοῦ ἔνθεν μὲν ἐκήρυττεν, ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ κ. Τρικούπη ἐπαρουσίαζον ἐτήσια ἐλλείμματα ἐκ 30–40 ἑκατομμυρίων, ἔνθεν δὲ ὑπέβαλλεν αὐτὸς εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοὺς ἴσους καὶ ἀπαραλλάκτους πρὸς ἐκείνους. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐπανῆλθε νῦν εἰς πάσας τὰς καθ’ ἡμῶν αἰτιάσεις, ἃς ἀνέπτυξεν ἤδη διὰ μακρῶν, ἀγορεύων ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. Τὰς αἰτιάσεις ταύτας ἀνῄρεσα ἐγὼ τότε μίαν πρὸς μίαν, πρὸ δὲ τῆς ἀναιρέσεώς μου ἐκείνης ἔμεινεν ἄναυδος αὐτός. Ἀλλ’ ἔκτοτε παρῆλθον ἡμέραι τινὲς, ὁ δὲ κ. Δηλιγιάννης, ὑποθέτων ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ἤδη λησμονήσει ὅ,τι εἴπομεν τότε ἡμεῖς, ἐπανέλαβε σήμερον τὰ αὐτὰ, μόνον κατὰ τρόπον μᾶλλον ἀνούσιον ἢ τὸ πρῶτον. Ἀλλ’ εἰς τὸν γηραιὸν ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν εἶναι βεβαίως ἐπιτετραμμένον νὰ παλιλλογῇ καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνῃ τὰς ἤδη ἄρδην ἀνατραπείσας αἰτιάσεις του, ἀψηφῶν ἐὰν οὕτω κινῇ τὸν κόρον καὶ τὴν ἀηδίαν τῶν ἀκροωμένων αὐτοῦ. Εἰς ἐμὲ ὅμως δὲν ἁρμόζει νὰ κάμω κατάχρησιν τῆς ὑπομονῆς σας, Κύριοι, ἐπανερχόμενος εἰς θέματα, ἅτινα εἶναι ἤδη ἐξηντλημένα. Καὶ εἶναι ἤδη δι’ ὅλους ὑμᾶς ἐξηντλημένον τὸ θέμα, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς 3 Μαΐου συνταγματικώτατα ἐκλήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας καὶ συνταγματικώτατα παρέμεινεν ἐν αὐτῇ μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν κληθεῖσα ἡ Βουλὴ ἐξήνεγκε ψῆφον δυσπιστίας κατ’ αὐτοῦ καὶ τὸ ἐξηνάγκασε νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του. Τὸ Σύνταγμα καθορίζει ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα, ὅπερ κέκτηται ὁ Βασιλεύς, ἵνα παύῃ καὶ διορίζῃ τοὺς Ὑπουργούς. Οὐδαμοῦ αὐτοῦ οὐδὲ ἄλλου τινὸς Συντάγματος θεσπίζεται ἡ ὑποχρέωσις τῶν οὕτω διοριζομένων Ὑπουργῶν, ἵνα συγκαλῶσι πάραυτα τὴν Βουλὴν, διατελοῦσαν ἐν ταῖς διακοπαῖς τῶν ἐργασιῶν της, ὅπως διὰ τῆς ψήφου τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς τύχωσι τῆς ἐγκρίσεως τοῦ διορισμοῦ των ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Τοῦτο κατέδειξα ἐγὼ ἤδη, ἀνασκευάσας τὸν ἕωλον τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἰσχυρισμόν, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. Τότε ἐπεκαλέσθην ἐγὼ καὶ τὸ προηγούμενον τοῦ Ὑπουργείου Δεληγεώργη ἐν ἡμῖν καὶ τὰ προηγούμενα τόσων Ὑπουργείων ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν τῇ κοιτίδι ἐκείνῃ τοῦ συνταγματικοῦ βίου, καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς δημοκρατουμέναις Ἡνωμέναις Πολιτείαις τῆς Βορείου Ἀμερικῆς, ἔνθα Ὑπουργεῖα, διορισθέντα ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῶν Βουλῶν, δὲν ἔσπευσαν νὰ συγκαλέσωσιν αὐτὰς, ὅπως ζητήσωσι τὴν ἔγκρισιν τοῦ διορισμοῦ των διὰ τῆς ψήφου τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῶν. Καὶ ὅμως τί πάντα ταῦτα πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν; αὐτὸς ἐξακολουθεῖ τὸν χαβᾶν του, ἐπαναλαμβάνων κατὰ κόρον τὴν αὐτὴν γελοίαν αἰτίασίν του, χωρὶς νὰ δίδῃ τὴν ἐλαχίστην προσοχὴν εἰς τὰ ἀκαταγώνιστα ἐπιχειρήματα, δι’ ὧν ἡμεῖς ἀπεδείξαμεν αὐτὴν ὅλως ἕωλον καὶ ἀσύστατον. Ἐμέμφθη προσέτι ἡμᾶς, ὅτι ἠθελήσαμεν νὰ διαιωνίσωμεν τὸ βάρος τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπράξεων, ἀναλαβόντες διὰ τὸ Κράτος τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα μὴ μεταβάλῃ ποτὲ αὐτάς, ἐφ’ ὅσον θὰ διήρκει τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως. Καὶ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὅτι ἡμεῖς τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως ἐθεωρήσαμεν ἓν μέτρον ἀνάγκης προσωρινόν, τοῦ ὁποίου παρερχομένου εὐθὺς μετὰ τὴν ὁριστικὴν διευθέτησιν τῶν οἰκονομικῶν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ταχεῖαν προσεδοκῶμεν, — ὡς δὲ τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, αἱ προσδοκίαι ἡμῶν ἐκεῖναι δὲν ἦσαν διόλου ἀβάσιμοι, — τὸ Κράτος θὰ ἀνέκτα τὴν ἐλευθερίαν τοῦ νὰ διαθέσῃ καὶ τὰ τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπράξεων κατὰ τὸ ἴδιον δοκοῦν. Ἐμέμφθη τέλος ἡμᾶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ὡς δῆθεν ἰδιοποιηθέντας νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ ὡς θελήσαντας διὰ τοῦτο ἔνθεν μὲν νὰ ἐπιβάλωμεν διὰ διατάγματος ποινάς, αἵτινες μόνον διὰ νόμου ἠδύναντο νὰ καθιερωθῶσιν, ἔνθεν δὲ νὰ ἀθετήσωμεν τοὺς νόμους καὶ τὰς συμβάσεις περὶ δανείων, μετατρέποντες αὐθαιρέτως τὴν τοῖς μετρητοῖς καὶ εἰς χρυσὸν πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων εἰς πληρωμὴν δι’ ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως. Ἀλλὰ τὰς μὲν ποινάς, τὰς ὁποίας ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἀναγνωρίσωμεν διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 30 Μαΐου, ἐπεφυλαττόμεθα ἡμεῖς νὰ καθιερώσωμεν διὰ νόμου, ὑποβάλλοντες τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, εὐθὺς ὡς συγκαλοῦντες αὐτὴν ἐτυγχάνομεν τῆς ψήφου τῆς ἐμπιστοσύνης της· διὰ δὲ τὴν εἰς ὁμολογίας πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων ἐπεφυλάχθημεν διαῤῥήδην ἐν τῷ 15 ἄρθρῳ τοῦ διατάγματος ἡμῶν τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς ἐπεφυλάχθημεν τὸ τοιοῦτο δικαίωμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, προβλέποντες ἀκριβῶς τὰς τοιαύτας ἀντιῤῥήσεις τῶν κ. κ. Δηλιγιάννη καὶ Τρικούπη. Ἠθέλομεν δὲ τότε εἶπει πρὸς αὐτούς: «Ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην διέποντες ὑμεῖς τὰ κοινὰ, ηὐξήσατε εἰς τὸ διπλάσιον τοὺς φόρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ εἰς τὸ ὑπερδιπλάσιον τὸ δημόσιον ἡμῶν χρέος· ἐάν που ἔχητε παρακατατεθειμένον μέρος τῶν περιπλέον ἐκείνων φόρων καὶ δανείων, φέρετέ το, ἵνα πληρώσωμεν τοῖς μετρητοῖς τοὺς δανειστάς μας καὶ λάβωμεν ὀπίσω τὰς διὰ τὰ τοκομερίδιά των ἐκδοθείσας ὁμολογίας· ἂν ὄχι, ἂς κυρωθῇ τότε κατ’ ἀνάγκην ἡ δι’ ὁμολογιῶν πληρωμὴ αὐτῶν.» Τοιαῦται, Κύριοι, αἱ καθ’ ἡμῶν αἰτιάσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἀναμασσηθεῖσαι ὑπ’ αὐτοῦ τὴν ἡμέραν ταύτην, εἰ καὶ εἶχον ἤδη ἄρδην ἀνατραπῆ ὑφ’ ὑμῶν. Ἀλλὰ πρὶν ἢ παραιτήσω αὐτὸν, δὲν δύναμαι νὰ παρέλθω ἐν σιγῇ τὸ γεγονός, καθ’ ὅ, καίπερ λαβὼν πρῶτος αὐτὸς τὸν λόγον ἵνα ἀγορεύσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, οὐχ ἧττον οὐδὲν σχεδὸν εἶπε περὶ αὐτοῦ. Καὶ εἶναι τοῦτο τὸ σπουδαιότατον τῶν νομοσχεδίων, ὅσα ποτὲ εἰσήχθησαν εἰς Ἑλληνικὴν Βουλὴν, ἀφ’ ὅτου ἡ Ἑλλὰς πολιτεύεται κατὰ Σύνταγμα· εἶναι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὅπερ δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον τῆς Πατρίδος, ὅσον οὐδεμία ἄλλη νομοθετικὴ πρᾶξις πρὸ αὐτῆς. Καὶ περὶ τῆς πράξεως ταύτης καὶ τῶν συνεπειῶν αὐτῆς οὐδεμίαν γνώμην ἐξήνεγκεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, διότι οὐδεμίαν τοιαύτην ἔχει, ὡς φαίνεται, ἀφοῦ οὐδεμίαν ἰδίαν γνώμην ἔσχε ποτὲ καὶ ἐφ’ ὅλων τῶν σπουδαίων ζητημάτων, τῶν ἀνακινηθέντων ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ. Καὶ ὅπως συγκαλύψῃ τὴν γυμνότητά του ταύτην, προσέφυγεν εἰς τὸ μορμολύκειον τῆς κοινοβουλευτικῆς ἀπεργίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπερ τοσοῦτον ἐγελωτοποίησεν ἄλλοτε αὐτὸς, καὶ εἶπεν ὅτι, ἐὰν εἶχε συμφώνους ἐν τούτῳ καὶ τὰς λοιπὰς ὁμάδας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, θ’ ἀπεχώρει μετ’ αὐτῶν ἐκ τῆς Βουλῆς, καὶ ἐν ἀνάγκῃ θὰ ὑπέβαλλε καὶ τὴν παραίτησίν του ἐκ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, ὅπως οὕτως ἐκβιάσῃ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἥτις, ἐκλεγεῖσα τὴν 3 Μαΐου 1892, εἶχε λάβει ὡρισμένην ἐντολὴν, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐπαρκείας τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν δημοσίων καὶ τῶν κατ’ ἰδίαν οἰκονομικῶν ἡμῶν, τῆς ἐντολῆς δὲ ταύτης ληξάσης ἤδη διὰ τῆς ἀνεπαρκείας, εἰς ἣν περιέστη καὶ τὸ Κράτος καὶ ἡ χώρα, ἐναπόκειται πλέον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ νέων βουλευτικῶν ἐκλογῶν νὰ δηλώσῃ, ἐὰν ἀσπάζηται τὴν χρεωκοπίαν ἢ ὄχι. Ἡμεῖς, Κύριοι, νομίζομεν, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν ἀξίωμα δὲν συνεπάγεται μόνον δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ καθήκοντα, καὶ καθήκοντα ἐπιτακτικὰ, ἅτινα κέκληται νὰ ἐκπληρώσῃ ἐνταῦθα ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους. Τὰ καθήκοντα ταῦτα ἐπιβάλλονται πρὸ πάντων νῦν εἰς ὑμᾶς, ὅτε πρόκειται περὶ ἐπιψηφίσεως νομοσχεδίου ὀλεθρίου, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν. Ὑπὲρ τῆς γνώμης ἡμῶν ταύτης ὀφείλομεν ν’ ἀγωνισθῶμεν ἐκ παντὸς τρόπου, ὅπως ἐπιβάλωμεν αὐτὴν καὶ εἰς τοὺς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ εἰς τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς, μέχρι τῶν ὁποίων βεβαίως θὰ φθάσῃ ἡ φωνὴ ἡμῶν. Ὁ κ. Δηλιγιάννης εἶναι ἐλεύθερος, ἂν θέλῃ, ν’ ἀποχωρήσῃ τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν πρέπει νὰ διακωμῳδήσῃ τὸ διάβημα τοῦτο, ὡς ἐν ἔτει 1884 καὶ 1887. Ὀφείλει νὰ προβῇ τότε καὶ εἰς τὴν ἀναγκαίαν αὐτοῦ συνέπειαν, εἰς τὴν παραίτησιν ἐκ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Ἀλλὰ καὶ τότε δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν, ὅπως κατ’ ἀκολουθίαν τῆς παραιτήσεώς του διαλυθῇ ἡ Βουλή, ὡς ληξάσης δῆθεν τῆς περὶ ἐπαρκείας ἐντολῆς της. Ἡ ἀξίωσίς του αὕτη εἶναι ὅλως παράλογος καὶ ἀντισυνταγματική. Οἱ Βουλευταὶ, Κύριοι, οὐδέποτε ἐκλέγονται μὲ περιωρισμένην, ἀλλὰ πάντοτε μὲ ἀπεριόριστον ἐντολὴν, ὅπως βουλεύωνται περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους, οὗτινος εἶναι ἀντιπρόσωποι, ἀναλόγως τῶν ἑκάστοτε δεδομένων περιστάσεων. Ἀλλὰ καὶ ἡ δῆθεν περιωρισμένη ἐντολὴ τῆς Βουλῆς εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ συνήθη μορμολύκεια, εἰς ἃ προσφεύγει πάντοτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἐν ἐνδείᾳ διατελῶν παντὸς ἄλλου πραγματικοῦ ἐπιχειρήματος ὑπὲρ τῆς γνώμης του. Καὶ εἰς τὸ μορμολύκειον αὐτὸ ἥκιστα πάντων πιστεύει αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Δηλιγιάννης· διότι, ἐὰν τῳόντι ἀπεδέχετο, ὅτι αἱ Βουλαὶ ἐκλέγονται μὲ ὡρισμένην ἐντολὴν, ἧς ληγούσης πρέπει αὐταὶ νὰ διαλύωνται, τότε ὤφειλε νὰ δώσῃ αὐτὸς τὸ καλὸν παράδειγμα πρὸς τοῦτο ἐν ἔτει 1885. Ἡ Βουλὴ τοῦ ἔτους ἐκείνου ἐξελέγη ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν αὐτοῦ, ὅπως κάμῃ τὰ ἀντίθετα τῶν ὅσων ἔκαμεν ἡ προκάτοχος αὐτῆς Βουλὴ ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ κ. Τρικούπη· ἐξελέγη ὑπὸ τὸ πρόγραμμα εἰρηνικῆς πολιτικῆς, τῆς πολιτικῆς τῶν οἰκονομιῶν, τῆς περιστολῆς τῶν φόρων καὶ τῆς ἄνευ δανείων διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Εὐθὺς ὅμως ὡς ἡ Ἑλλὰς ἠναγκάσθη, κατ’ ἀκολουθίαν τοῦ πραξικοπήματος τῆς Φιλιππουπόλεως, ν’ ἀκολουθήσῃ πολιτικὴν πολεμικήν, πολιτικὴν συνεπάγουσαν αὔξησιν δαπανῶν καὶ ἑπομένως δάνεια καὶ νέους φόρους, ὤφειλεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη νὰ θεωρήσῃ τὴν ἐντολήν της λήγουσαν καὶ νὰ διαλυθῇ εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη. Διατὶ λοιπὸν ὁ κ. Δηλιγιάννης δὲν συνεμορφοῦτο τότε πρὸς ὅσα τώρα ἰσχυρίζεται περὶ δῆθεν περιωρισμένης ἐντολῆς τῆς Βουλῆς; Διότι οὔτε τότε οὔτε τώρα πιστεύει εἰς ὅσα ἰσχυρίσθη ἁπλῶς τὴν σήμερον, διὰ νὰ φανῇ ὅτι λέγει καὶ αὐτὸς κἄτι τι. Καὶ ἀφοῦ, Κύριοι, ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους ἐπῆλθεν ὑπὸ τὴν ἀπεχθεστέραν αὑτῆς μορφὴν καὶ εἶναι πλέον γεγονὸς τετελεσμένον, μετὰ τὰ τελευταῖα ἰδίᾳ πραξικοπήματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, πρὸς τί νὰ κληθῇ νῦν ὁ λαὸς, ἵνα διὰ νέων ἐκλογῶν ἐξενέγκῃ ψῆφον περὶ αὐτῆς; Οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ ψῆφος αὐτοῦ αὕτη, δύναται πλέον νὰ ἀποτρέψῃ αὐτὴ τὸ ἀπαίσιον αὐτὸ γεγονὸς, δύναται ν’ ἀποτρέψῃ τὸ ἐγκολαφθὲν ἤδη ἐπὶ τοῦ μετώπου τῆς Ἑλλάδος στίγμα τῆς χρεωκοπίας; Ἀλλὰ μήπως θέλει οὕτως ὁ κ. Δηλιγιάννης, πιστὸς εἰς τὸ δόγμα τῆς ῥυμουλκήσεως, νὰ καταστήσῃ τὸν λαὸν ὑπεύθυνον καὶ διὰ τὸ στίγμα τῆς χρεωκοπίας, ὅπως ἠθέλησε νὰ καταστήσῃ αὐτὸν ὑπεύθυνον καὶ διὰ τὴν ἄβουλον καὶ ἀσύνετον ἐπιστρατείαν τοῦ 1885–1886;

§71ΛΑΠΠΑΣ.....

§72ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ τί σᾶς ἔπταισε, κ. Δηλιγιάννη καὶ κ. Τρικούπη, ὁ ἀτυχὴς οὗτος λαὸς, καὶ θέλετε νὰ ἐπιῤῥίπτητε ὅλας τὰς εὐθύνας σας εἰς τὴν ῥάχιν του; Μήπως δὲν σᾶς ἠνέχθη ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην κατοργιάζοντας ἐπὶ τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ μέλλοντος αὐτοῦ; μήπως δὲν σᾶς ἠνέχθη ἐπιβάλλοντας εἰς αὐτὸν φόρους ἐπὶ φόρων καὶ δάνεια ἐπὶ δανείων, ἕως οὗ τὸν εἴδετε καμπτόμενον ὑπὸ τὰ φορολογικά σας βάρη καὶ μὴ ἀνακύπτοντα πλέον ὑπὸ τὸν ὄγκον τοῦ δημοσίου χρέους; θέλετε τώρα νὰ τὸν καταστήσητε καὶ ὑπεύθυνον διὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀτασθάλου πολιτείας σας, διὰ τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους, τῆς ὁποίας σεῖς ὑπήρξατε οἱ πρωτουργοὶ καὶ συνεργοί; Ἀλλ’ ἂν ὑπάρχῃ τις, Κύριοι, ἥκιστα δικαιούμενος νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἔκπληξίν του ἐπὶ τῷ γεγονότι τῆς χρεωκοπίας τοῦ Κράτους, ὅπερ διεπίστωσε τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καὶ ἐν ἱερᾷ ἀγανακτήσει νὰ ἀπειλῇ δι’ αὐτὸ ἀποχωρήσεις ἐντεῦθεν καὶ παραιτήσεις ἐκ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ ἔκκλησιν εἰς τὸν λαὸν, τοιοῦτος εἶναι βεβαίως ὁ κ. Δηλιγιάννης. Αὐτὸς, προσηλυτισθεὶς ἤδη πρὸ μηνῶν εἰς τὰς περὶ χρεωκοπίας γνώμας τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν ἐξ Ἄρτης καὶ ἐκ Μαντινείας, μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, παρῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ μὲ ζῆλον νεοφωτίστου ὑπεστήριξε τὰς γνώμας ἐκείνας, καὶ ἰσχυρίσθη ὅτι καὶ τὸ Κράτος καὶ ἡ χώρα εὕρηνται ἤδη ἀπὸ πολλοῦ ἐν ἀνεπαρκείᾳ καὶ ἔχει καταστῆ πλέον ἀνάγκη ἀναπόδραστος ἡ χρεωκοπία. Πῶς ὅμως τώρα, ἐπελθούσης ταύτης διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐκπλήττεται καὶ ἀγανακτεῖ καὶ ἀπειλεῖ ἀποχωρήσεις, παραιτήσεις καὶ ἐκκλήσεις εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν;

§73Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§74ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἅλις, Κύριοι, τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ· καιρὸς νὰ στρέψωμεν πλέον τὸν λόγον ἐπὶ τὸν πρωτουργὸν τῆς παρούσης καταστάσεως, τὸν κ. Τρικούπην. Εἰσάγων οὗτος χθὲς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπανέλαβε καὶ αὐτὸς τὰς τετριμμένας πλέον αἰτιάσεις του κατὰ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, εἰπὼν ἐν κεφαλαίῳ, ὅτι τοῦτο ἐστερεῖτο πάσης νομίμου βάσεως. Ἀλλὰ, Κύριοι, αὐτὸς οὗτος ἰσχυρίσθη ἤδη ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ σχετικὸν διάταγμα ἦτο ἁπλῆ ἀντιγραφὴ τῆς συμβάσεως, ἣν αὐτὸς εἶχε σχεδιάσει διὰ τὸ πολυθρύλητον δάνειον, ὅπερ ἠθέλησε νὰ συνομολογήσῃ ἐν Λονδίνῳ· πῶς λοιπὸν ἡ μὲν σύμβασίς του ἦτο νόμιμος, νομιμωτάτη ἐν πᾶσι, καὶ ἠδύνατο νὰ κυρωθῇ δι’ ἁπλοῦ Β. Διατάγματος, τὸ δὲ ἀντίγραφον αὐτῆς, τὸ διάταγμα τῆς 30 Μαΐου ἐστερεῖτο πάσης νομίμου βάσεως; Τὴν δι’ ὁμολογιῶν τοῦ νέου δανείου πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων, καθ’ ἣν ἐκαινοτόμει τὸ διάταγμα τῆς 30 Μαΐου, ἐπεφυλάξαμεν, ὡς προεῖπον ἤδη, εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὰ ἄλλα ἐστηρίχθημεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὸν νόμον ͵ΒΞΖʹ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸν νόμον ͵ΒΡΙΕʹ, ὡς καὶ αὐτὸς ἐν τῇ συμβάσει αὐτοῦ, ἀπεφύγομεν δὲ μόνον ἐκ παντὸς τρόπου τὰ ἄτοπα ταύτης. Ἀπεφύγομεν ἐν πρώτοις τὸ ἄτοπον, καθ’ ὃ αὐτὸς ἀνελάμβανε διὰ τῆς συμβάσεώς του τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα εἴκοσιν ἡμέρας πρὸ τῆς καταβολῆς τῶν τοκομεριδίων ὑπὸ τῶν δανειστῶν καταθέσῃ ἴσον ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων, ἐν ἰσοτιμίᾳ λαμβανομένων, εἰς τὰς προνομιούχους Τραπέζας πρὸς ἀκύρωσιν καὶ ἐξαφάνισίν του. Καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶχεν, ὡς ἀπεδείξαμεν ἤδη, τὸ Κράτος νὰ καταθέσῃ διὰ τὴν πρώτην καταβολὴν τῶν τοκομεριδίων, ἀφοῦ τὰ ταμεῖά του ἦσαν ὅλως κενά. Τὰ 8,760,000 δραχμῶν, τὰ κατατεθειμένα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν δίκην ἐνεχύρου διὰ τὸ προσωρινὸν δάνειον τῶν 7,300,000 φράγκων, ἦτο ἀδύνατον ν’ ἀναληφθῶσι, καὶ ἐὰν ἔτι ὑπεγράφετο ἡ ἐν Λονδίνῳ σύμβασις καὶ κατ’ ἀκολουθίαν αὐτῆς ὑπεγράφοντο ἐνταῦθα καὶ ὅλαι ἐκεῖναι αἱ συμβάσεις, τὰς ὁποίας ἐπενόησε νῦν ἡ φαντασία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, αἱ συμβάσεις δηλαδὴ περὶ μετατροπῆς τῶν προσωρινῶν δανείων εἰς πάγια κλπ. διότι ἀκριβῶς κατὰ τὸ 11 ἄρθρον τῆς συμβάσεως, τῆς προωρισμένης διὰ τὸ ἐν Λονδίνῳ δάνειον, αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος 8,760,000 δραχμαὶ κατεδικάζοντο εἰς ἀκύρωσιν καὶ ἐξαφάνισιν, ἥτις θὰ συνετελεῖτο ἐνώπιον τῶν διευθυντῶν τοῦ ταμείου τοῦ δανείου ἐκείνου. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν εἶχε τὸ ἀναγκαῖον ἑκάστοτε ποσὸν διαθέσιμον καὶ διὰ τὴν πρώτην καὶ διὰ τὰς μετὰ ταῦτα καταβολὰς τῶν τοκομεριδίων καὶ παρέδιδεν αὐτὰ τῷ ὄντι πρὸς ἐξαφάνισιν, θὰ καθίστα οὕτως ἐφικτὴν τὴν τελείαν ἀναστάτωσιν τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας τῆς χώρας. Ἄλλοτε ἐδόθη εἰς ἡμᾶς, Κύριοι, ἡ εὐκαιρία νὰ ἐλέγξωμεν τὴν πλάνην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἰσχυρίζετο τότε, ὅτι ὅλον τὸ κακὸν, τὸ κατατρύχον ἡμᾶς ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικὴν, προήρχετο ἐκ τῆς πληθώρας τῶν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ ὅτι τὸ κακὸν τοῦτο θὰ περιεστέλλετο, καθόσον τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων θὰ περιωρίζετο εἰς τὸ ἥμισυ. Ἡμεῖς πρὸς τὸν τοιοῦτον ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀντετάξαμεν τότε, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι ἐξωτερικὸν μόνον φαινόμενον τῆς νοσηρᾶς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως, ὅτι δὲ τὸ φαινόμενον τοῦτο θὰ ἐξέλειπεν ἀφ’ ἑαυτοῦ, καθ’ ὅσον ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις θὰ ἐβελτιοῦτο. Ἀπεδείξαμεν δὲ ἰδίᾳ, ὅτι ἡ ἀπότομος περιστολὴ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, χωρὶς μάλιστα τὸ αἰρόμενον ἐξ αὐτῆς τραπεζικὸν γραμμάτιον ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ μεταλλικοῦ νομίσματος, θὰ ἐπέφερε τὰ ἀντίθετα ὅλως τῶν προσδοκωμένων ἀποτελεσμάτων καὶ θὰ συνέβαινεν οὕτως ὅ,τι καὶ ἐπὶ τοῦ πάσχοντος ἐξ ἀτροφίας, διότι ὁ διδόμενος εἰς αὐτὸν ἄρτος στερεῖται τῶν ἀναγκαίων θρεπτικῶν οὐσιῶν. Ὡς δηλαδὴ ἡ ἐλάττωσις τοῦ τοιούτου ἄρτου, χωρὶς ν’ ἀντικατασταθῇ αὐτὸς δι’ ἄλλου θρεπτικωτέρου ἄρτου, θὰ ἐπέφερε τὴν παντελῆ τοῦ ἐξ ἀτροφίας πάσχοντος ἀτονίαν, οὕτω καὶ ἡ ἀγορὰ ἡμῶν, ἐὰν τὸ μόνον ἀνταλλακτικόν της ὄργανον, τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, περιωρίζετο, χωρὶς ν’ ἀντικατασταθῇ ὑπὸ μεταλλικοῦ νομίσματος, θὰ παρέλυεν ὅλως. Καὶ τοῦτο ἦτο, Κύριοι, ὄχι τὸ ἐλάχιστον ἄτοπον τῆς συμβάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅπερ, διϊδὼν νῦν καὶ αὐτὸς, ὡμολόγησε χθὲς, ὅτι πρέπει τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὸ ὁποῖον θὰ ἤρετο ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ δανείου εἰς μεταλλικόν. Εἶχε καὶ ἄλλα ἄτοπα ἡ σύμβασις ἐκείνη, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς θ’ ἀπεφεύγομεν, ὡς ἀπέδειξα ἤδη ἀπαντῶν εἰς τὰς αἰτιάσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, τὰ ἄτοπα ὅτι διὰ διατάγματος καθιέρου ποινὰς καὶ ἀνελάμβανεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα μὴ μεταβάλῃ ποτὲ τὰς εἰς χρυσὸν εἰσπράξεις. Τὸ μέγιστον ὅμως ἄτοπον αὐτῆς ἦτο, ὅτι ἐγκαθίστα αὐτὴ δι’ ἁπλοῦ διατάγματος πλήρη καὶ ἀκέραιον τὸν διεθνῆ ἔλεγχον ἐν Ἑλλάδι, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὴν γνώμην, οὔτε Βουλὴ, οὔτε Ἐθνοσυνέλευσις δύναται νὰ καθιερώσῃ παρ’ ἡμῖν. Διεθνὴς ἔλεγχος, Κύριοι, σημαίνει περιορισμὸν τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλλὰς ἀνέκτησε μετὰ ἑπταετῆ αἱματηρὸν ἀγῶνα, καὶ τὰ ὁποῖα μόνον κατ’ ἀκολουθίαν ἀτυχοῦς πολέμου δύναται πάλιν νὰ ἀποβάλῃ, οὐχὶ δὲ διὰ νόμων καὶ ψηφισμάτων. Καὶ ἐνῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε συντάξει αὐτὸς οὗτος καὶ ἦτο ἕτοιμος νὰ ὑπογράψῃ τόσον παράνομον, τόσον ἀντισυνταγματικὴν, τόσον ἀντεθνικὴν σύμβασιν, ἔσχε τὴν τόλμην τώρα νὰ ψέξῃ αὐτὸς τὸ διάταγμα τῆς 30 Μαΐου, ὡς στερούμενον πάσης νομίμου βάσεως, τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, ὡς εἴδετε, καὶ νομιμώτατον ὑπῆρξεν ἐν πᾶσι, καὶ ὅλα τὰ ἄτοπα τῆς συμβάσεως τοῦ κ. Τρικούπη ἀπέφευγε, καὶ τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους διέσωζεν ἀκέραια καὶ ἀλώβητα, καὶ παρεῖχε τὸ μόνον ἀσφαλὲς ἔδαφος, ἐφ’ οὗ ἠδύναντο ν’ ἀνορθωθῶσι καὶ τὰ δημόσια καὶ τὰ κατ’ ἰδίαν ἡμῶν οἰκονομικά. Ἦτο αὐτὸ τὸ τελευταῖον ἔρεισμα τῆς πίστεως καὶ τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον, ἀνατρέψας δι’ ἑνὸς λακτίσματος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, πῶς ἠθέλησε ν’ ἀντικαταστήσῃ; Διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγε χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἀπάντησιν τῆς προκλήσεως, ἣν προχθὲς ἐγὼ ἀπηύθυνα πρὸς αὐτὸν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐδὲν νέον, Κύριοι, δημιουργεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφίνει μόνον τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν ἄστεγον ὅλως καὶ ἐκτεθειμένην εἰς πάντας τοὺς ἀνέμους. Δι’ αὐτοῦ κηρύττει μόνον τὸ Κράτος εἰς κατάστασιν χρεωκοπίας, χρεωκοπίας δολίας, χρεωκοπίας δυναμένης νὰ ἔχῃ ὀλέθρια δι’ ἡμᾶς ἐπακόλουθα καὶ ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν πολιτικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐθνικὴν, ὡς μέλλω νῦν νὰ ἀποδείξω πρὸς ὑμᾶς. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους ἡμεῖς ἐθεωροῦμεν ἐπικειμένην ἀπὸ πολλοῦ, ἀφ’ οὗ χρόνου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπικρατήσας ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Πολιτείᾳ ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, πᾶσαν προσπάθειαν κατέβαλλε πρὸς τοῦτο, συνομολογῶν πάντοτε δάνεια ἐπὶ δανείων, ὑπὸ ὅρους ἐπαχθεστάτους, ἀφίνων μέγα μέρος αὐτῶν ν’ ἀποκομίζῃ ἡ κερδοσκοπία, ἕτερον μέρος κατασπαταλῶν αὐτὸς οὗτος ἀσκόπως, καὶ ἐλάχιστον μόνον μέρος αὐτῶν διαθέτων εἰς πλήρωσιν ἀληθῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Ἡ μόνη εἰλικρινὴς καὶ ἔντιμος προσπάθεια πρὸς ἀποσόβησιν τοῦ κακοῦ κατεβλήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς 3 Μαΐου. Ἀφ’ ἧς ὅμως ἡμέρας τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἠναγκάσθη διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς νὰ παραιτηθῇ καὶ νὰ κάμῃ τόπον εἰς τὸν κ. Τρικούπην, ἔχοντα πλέον ἀναπεπταμένην τὴν σημαίαν τῆς χρεωκοπίας, ἀφ’ ἧς ἡμέρας οὗτος, Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἐδίστασε νὰ ἀνακράξῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, «ἐπτωχεύσαμεν δυστυχῶς», ἔκτοτε τὴν καταστροφὴν ἐθεωροῦμεν ἄφευκτον. Ἀλλὰ καὶ οὕτω, οὐδέποτε ἀνεμένομεν αὐτὴν τόσον ἀτιμωτικὴν, τόσον ἐπονείδιστον διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὅσον παρεσκεύασεν αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ χθὲς ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου του. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν πρόκειται πλέον περὶ ἁπλῆς πτωχεύσεως, ἀλλὰ περὶ χρεωκοπίας, καὶ χρεωκοπίας τοῦ χειρίστου εἴδους, πρόκειται περὶ χρεωκοπίας, ἥτις μέλλει νὰ ἐγκολάψῃ ἀνεξίτηλον στίγμα ἐπὶ τοῦ μέχρι τοῦδε ἁγνοῦ καὶ ἀσπίλου μετώπου τῆς Πατρίδος ἡμῶν· πρόκειται περὶ χρεωκοπίας, ἥτις μέλλει νὰ ὑποβιβάσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς κατωτέραν βαθμίδα οὐχὶ πλέον τῆς Ἀργεντίνης, οὐχὶ πλέον τῆς Τουρκίας καὶ Αἰγύπτου, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς τῆς Πορτογαλίας, ἥτις ὑπὸ ἔποψιν δημοσίας πίστεως θεωρεῖται τὴν σήμερον τὸ ἐξουθένωμα τῶν Κρατῶν ὑφ’ ὅλου τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου. Διότι οὐδεμία τῶν χωρῶν τούτων, Κύριοι, ἔσχε τὸν κυνισμὸν νὰ ἀναστείλῃ τὰς πληρωμάς της, ἔχουσα ἐν τῇ Κυβερνήσει αὐτῆς ἀκριβῶς τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, οἵτινες συνωμολόγησαν καὶ ἐσπατάλησαν τὰ δάνειά της. Οὔτε ἡ Τουρκία ἐπτώχευσεν ὑπὸ τὸν Φουὰτ καὶ Ἀλῆ πασσᾶν, τοὺς ἐξωθήσαντας αὐτὴν εἰς τὸ βάραθρον τῆς χρεωκοπίας, οὔτε ἡ Αἴγυπτος ὑπὸ τὸν Νουβὰρ πασσᾶν. Καὶ ἡ Ἀργεντίνη ἐξέβαλε τῆς ἀρχῆς κακὸν κακῶς ἔχοντα τὸν Πρόεδρόν της Celman, καὶ ἡ Πορτογαλία τὸν διαβόητον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν της Carvahlo, εὐθὺς ὡς ἐπῆλθεν ὑπ’ αὐτοὺς ἡ σύῤῥαξις τῶν οἰκονομικῶν των. Οὕτω πως αἱ χῶραι ἐκεῖναι διέσωζον τοὐλάχιστον τὰς apparences, ἐπιῤῥίπτουσαι τὴν εὐθύνην εἰς τοὺς πρωτουργοὺς τῆς οἰκονομικῆς καταστροφῆς των. Εἰς μόνην τὴν Ἑλλάδα ἐπεφυλάσσετο τὸ ὄνειδος νὰ ἀναστείλῃ τὰς πληρωμάς της καὶ νὰ ζητῇ μάλιστα συμβιβασμὸν ὑπὸ τὸν αὐτὸν ἐκεῖνον ἄνδρα, ὅστις ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην διέπων τὰ οἰκονομικά της κατεβαράθρωσεν αὐτά. Εἰς μόνην τὴν Ἑλλάδα ἐπεφυλάσσετο τὸ ὄνειδος, ἵνα αὐτὸς ἐκεῖνος ὁ κυβερνήτης της, ὅστις μέχρι τῆς χθὲς ἀκόμη ἐξηπάτα τοὺς δανειστάς της, διακηρύττων ὅτι καὶ τὸ Κράτος καὶ ἡ χώρα ἡμῶν ἦσαν ἐν ἐπαρκείᾳ, ἐπιτρεπούσῃ τὴν πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων ὄχι μόνον διὰ τὰ ἤδη ὀφειλόμενα, ἀλλὰ καὶ διὰ νέον μέγα δάνειον, νὰ ὁμολογῇ νῦν ἀσυστόλως, ὅτι δὲν εἴμεθα πλέον εἰς θέσιν νὰ πληρώσωμεν οὐδὲ διὰ τὰ μέχρι τοῦδε ὀφειλόμενα οὐχὶ τὸ ὅλον, οὐχὶ τὸ ἥμισυ, ἀλλ’ οὐδὲ τὸ τρίτον τῶν τόκων, ἀποκοπτομένων ὁλοσχερῶς καὶ τῶν χρεωλυσίων. Εἰς μόνην τὴν Ἑλλάδα ἐπεφυλάσσετο τὸ ὄνειδος, ἵνα ὁ αὐτὸς κυβερνήτης ζητῇ νὰ συμπαρασύρῃ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, ὅπερ αὐτὴ ἀντιπροσωπεύει, εἰς τοιοῦτο βάραθρον ἀτιμίας, ὥστε διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὅπερ καλούμεθα νῦν νὰ ψηφίσωμεν, ν’ ἀποδειχθῇ καὶ ἡ Βουλὴ ὡς ψευσθεῖσα καὶ ζητήσασα μόνον νὰ φενακίσῃ καὶ ἐξαπατήσῃ τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους δι’ ὅλων τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα μέχρι τῆς χθὲς ἐψήφιζεν, οὖσα καὶ αὐτὴ ὑπὲρ τῆς ἐπαρκείας καὶ παρέχουσα πάντα τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δι’ ὧν ἠδύνατο νὰ δελεάσῃ καὶ παγιδεύσῃ τοὺς πιστωτάς μας εἰς συνομολόγησιν νέου δανείου. Αὐτὸ δὲ καὶ μόνον τὸ γεγονὸς δὲν ἀρκεῖ ν’ ἀποδείξῃ τὴν πτώχευσιν ἡμῶν ὡς φέρουσιν τὸ πρῶτον καὶ κύριον γνώρισμα τῆς κακῆς πίστεως, ὡς οὖσαν ἐν ἄλλοις λέξεσι χρεωκοπίαν δολίαν; Πρόκειται δὲ καὶ ἄλλως περὶ χρεωκοπίας δολίας· διότι, ἐνῷ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους εὕρηται ἐν ἰσοσταθμίᾳ, ἔστω καὶ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ὡς χθὲς ἔτι θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὸ νομοσχέδιόν του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησεν, ἐνῷ κατὰ ταῦτα ὤφειλε ν’ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς πιστωτάς μας τὸ πολὺ–πολὺ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσιά των, αὐθαιρέτως ὅλως καὶ ἀδικαιολογήτως ἀποκόπτει τὰ χρεωλύσια καὶ μειοῖ τοὺς τόκους κατὰ 50%, καὶ ταῦτα εἰς τραπεζογραμμάτια, διαπράττων οὕτως ἔγκλημα, ὅπερ προβλέπει καὶ τιμωρεῖ τὸ ἄρθρον 599 τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου. Πρόκειται περὶ χρεωκοπίας δολίας· διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς αὐθαιρέτως ὅλως ποιεῖται διάκρισιν μεταξὺ ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν δανείων, μεταξὺ δανείων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ δανείων εἰς μεταλλικόν, ἐκεῖνα μὲν ἐννοῶν νὰ πληρώνῃ εἰς τὸ ἄρτιον, ταῦτα δ’ ἔλαττον τοῦ ἀρτίου κατὰ 70% καὶ ἀποκόπτων ὅλως ἐξ αὐτῶν τὰ χρεωλύσια. Εἶναι δὲ πλάνη καὶ πλάνη οἰκτρά, Κύριοι, νὰ νομίζῃ τις, ὅτι οὕτω πως εὐνοοῦνται τὰ εἰς χεῖρας Ἑλλήνων δάνεια. Εἰς χεῖρας Ἑλλήνων εὕρηται κατὰ μέγα μέρος καὶ τὰ εἰς μεταλλικὸν δάνεια. Χρεώγραφα τῶν δανείων τούτων κέκτηνται οὐ μόνον ἰδιῶται Ἕλληνες πλεῖστοι ὅσοι, ἀλλὰ καὶ πάντα σχεδὸν τὰ πιστωτικὰ καὶ φιλανθρωπικὰ ἡμῶν ἱδρύματα, ὧν αἱ πρόσοδοι διὰ τοῦ αὐθαιρέτου μέτρου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐλαττοῦνται κατὰ 70%. Τὸ χείριστον δὲ πάντων εἶναι, ὅτι εἰς ἑλληνικὰ χρεώγραφα ἔχουσιν ἐναποθέσει τὴν περιουσίαν των καὶ πάντα σχεδὸν τὰ ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἐκπαιδευτικὰ καὶ φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα τῶν ὁμοφύλων ἡμῶν. Μόλις καὶ μετὰ βίας συνετηροῦντο αὐτὰ μέχρι τοῦδε ἐκ τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων, ἅτινα ἐλάμβανον ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, καθ’ ὃν δὲ χρόνον, εἰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας διατελοῦντα, εἶχον ἐστραμμένα τὰ βλέμματα πρὸς τὴν μητέρα Ἑλλάδα, ἀποδεχόμενα ἐξ αὐτῆς ἐπικουρίαν, δέχονται παρ’ αὐτῆς τὸ καίριον τραῦμα διὰ τοῦ πραξικοπήματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅπερ καθιστᾷ προβληματώδη τὴν περαιτέρω συντήρησίν των. Πρόκειται περὶ χρεωκοπίας δολίας· διότι καὶ μεταξὺ αὐτῶν τῶν εἰς μεταλλικὸν δανείων προέβη εἰς αὐθαίρετον διάκρισιν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐξαιρέσας τοῦ γενικοῦ μέτρου τὸ εἰς μεταλλικὸν δάνειον τῶν 16,500,000 φράγκων. Τὸ δάνειον τοῦτο ἔχει συνομολογηθῆ ὑπὸ ἐπαχθεστάτους ὅρους, εἶναι δὲ χρεωλυτικὸν καὶ μέλλει νὰ ἐξοφληθῇ ἐντὸς εἰκοσιπενταετίας. Καὶ ὅμως χθὲς ἔτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους ἦτο πλέον τετελεσμένον γεγονός, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προῆλθεν εἰς ἰδιαιτέρας συμφωνίας πρὸς τοὺς συνομολογήσαντας τὸ περὶ οὗ λόγος δάνειον, καὶ μετέτρεψεν αὐτὸ ὅλως αὐθαιρέτως εἰς δάνειον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ὅπως δι’ αὐτὸ ἐξακολουθήσωσιν οὐ μόνον τὰ χρεωλύσια, ἀλλὰ καὶ οἱ τόκοι πληρονόμενοι εἰς τὸ ἀκέραιον. Πρόκειται περὶ χρεωκοπίας δολίας· διότι ἐν τῇ αὐθαιρεσίᾳ αὐτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐσεβάσθη κἄν τὰς ὑπεγγύους εἰσπράξεις, ὧν ἡ διαχείρισις, πρὸς μείζονα ἀσφάλειαν τῶν πιστωτῶν μας, εἶχε παραδοθῆ εἰς ἰδίαν ἑταιρίαν, εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων, ἀλλ’ ἔθεσε καὶ ἐπ’ αὐτῶν χεῖρα. Τοιαύτην αὐθαιρεσίαν, Κύριοι, δὲν ἀπετόλμησε καὶ αὐτὴ ἡ Πορτογαλία, ἡ διασυρομένη νῦν ὡς δολία χρεωκόπος καθ’ ὅλον τὸν πεπολιτισμένον κόσμον· διότι καὶ αὐτὴ ἡ Πορτογαλία ἐσεβάσθη τὰς ὑπεγγύους εἰσπράξεις τοῦ δανείου τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, ὧν τὴν διαχείρισιν εἶχεν ἀναθέσει εἰς ἰδίαν ἑταιρίαν. Καὶ ἡμεῖς ἐσεβάσθημεν τὸ δάνειον τῶν Μονοπωλίων, καὶ δὲν ἠθελήσαμεν νὰ συμπεριλάβωμεν αὐτὸ εἰς τὸ γενικὸν μέτρον τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως· διότι ἠθελήσαμεν νὰ ἀποδείξωμεν οὕτω, ὅτι ὑπάρχει ἐγγύησίς τις, ἣν εὐλαβεῖται τὸ Κράτος καὶ ἥτις ἠδύνατο ἐν ἀνάγκῃ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις συνεννοήσεως πρὸς τοὺς πιστωτάς μας, ἐάν ποτε ἐπήρχετο μοιραία καταστροφή. Τὴν βάσιν ταύτην ἀνέτρεψε νῦν ὁ κ. Πρωθυπουργός, μόνον καὶ μόνον ὅπως ἐκμηδενίσῃ ὅλως τὴν δημοσίαν πίστιν καὶ ὑποβιβάσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς χείρονα θέσιν καὶ αὐτῆς τῆς Πορτογαλίας, μόνον καὶ μόνον ὅπως δημιουργήσῃ οὕτω χάος· διότι χάος ἀληθὲς διανοίγεται πλέον εἰς ἡμᾶς διὰ τοῦ πραξικοπήματός του καὶ ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν, καὶ ὑπὸ ἔποψιν πολιτικήν, καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐθνικήν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετέπεσεν αἴφνης, ὡς παρετηρήσατε ἤδη, Κύριοι, ἐκ τῆς ἐπαρκείας εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας, ἐγένετο δηλ. ὀπαδὸς τῆς γνώμης τοῦ ἐκ Μαντινείας ἢ μᾶλλον τοῦ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτοῦ, ὅστις διεκδικεῖ τὸ δικαίωμα τῆς προτεραιότητος τῆς γνώμης ταύτης. Ὁ ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, ὢν ὀπαδὸς τῆς ἀνεπαρκείας, ὑποστηρίζει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναγινώσκει εἰς τὴν στατιστικὴν τοῦ ἐμπορίου ἡμῶν, τὴν δημοσιευομένην ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Κατὰ τὴν στατιστικὴν ταύτην, παραδέχεται ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα ἐν τῷ ἐμπορικῷ ἡμῶν ἰσοζυγίῳ ἐκ 30 περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν, διότι ἡ εἰσαγωγὴ χρυσοῦ φαίνεται κατωτέρα τῆς ἐξαγωγῆς χρυσοῦ ἐν τῇ περὶ ἧς ὁ λόγος στατιστικῇ κατὰ 30 περίπου ἑκατομμύρια. Τὴν γνώμην ταύτην φαίνεται ἀσπαζόμενος νῦν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, ἡ εἰσαγωγὴ χρυσοῦ ὑπολείπηται τῆς ἐξαγωγῆς κατὰ 30 περίπου ἑκατομμύρια, τὸ Κράτος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐξάγῃ ἐκ τοῦ τόπου ὄχι 30, ὄχι 20, ὄχι 10, ἀλλ’ οὐδὲ 7½ ἑκατομμύρια, ὡς ἀξιοῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι καὶ τὰ 7½ αὐτὰ ἑκατομμύρια θὰ συνετέλουν εἰς ἐπαύξησιν τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον ἤδη ὑπάρχει ἐν τῷ ἐμπορικῷ ἡμῶν ἰσοζυγίῳ, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν εἰς ἀνατροπὴν τῆς νομισματικῆς ἡμῶν κυκλοφορίας. Καὶ μέχρι μὲν τοῦ σημείου τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φαίνεται σύμφωνος πρὸς τὸν ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτήν, ἀλλ’ ἐντεῦθεν ἄρχεται ἡ διαφωνία αὐτῶν. Ἐνῷ δηλ. ὁ κύριος Καραπάνος ἐλπίζει, ὅτι ἡ ἐπάρκεια θ’ ἀποκαταστῇ ἀφ’ ἑαυτῆς ὡς ἐκ θαύματος, διά τινος μαγικῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ τραπεζικοῦ ἡμῶν συστήματος, τὴν ὁποίαν αὐτὸς θὰ κατώρθου διὰ σχεδίου νομοθετικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τοῦ παρόντος ἔκρινε περιττὸν ν’ ἀποκαλύψῃ εἰς τὴν Βουλήν,—μόνον ὅταν ἔλθῃ εἰς τὰ πράγματα καὶ γείνῃ Πρωθυπουργὸς, τότε θὰ εὐδοκήσῃ ν’ ἀποκαλύψῃ τὸ σχέδιον αὐτὸ εἰς ἡμᾶς,—ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει, ὅτι τὴν ἀνεπάρκειαν ταύτην θ’ ἀναπληρώσῃ δι’ ἐνισχύσεως τῶν πιστωτικῶν ἡμῶν ἱδρυμάτων διττῶς. Πρὸς τοῦτο ἐπαγγέλλεται ἔνθεν μὲν νὰ ἐγχύσῃ εἰς αὐτὰ νέα κεφάλαια εἰς χρυσόν, ἔξωθεν λαμβανόμενα, ἔνθεν δὲ ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων διὰ μεταλλικοῦ, τὸ μεταλλικὸν δὲ τοῦτο ἐλπίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ προμηθευθῇ διὰ δανείου ἐξωτερικοῦ. Ἀλλὰ ποῦ θὰ εὕρῃ αὐτὸ τὸ δάνειον; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι χθὲς μὲ τὸν συνήθη αὐθεντικόν του τρόπον μᾶς διαβεβαίωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι εὑρίσκεται ἤδη εἰς διαπραγματεύσεις, καὶ ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις αὗται παρουσιάζουσι μὲν ἐπὶ τοῦ παρόντος δυσχερείας πολλάς, ἀλλ’ ἐν τούτοις τάχιον ἢ βράδιον θὰ ἀχθῶσιν εἰς αἴσιον πέρας.

§75ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶπεν αὐτό. Εἶπεν ὅτι τὸ δάνειον θὰ ἦναι συνέπεια τοῦ συμβιβασμοῦ, τὸν ὁποῖον διαπραγματεύεται.

§76ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχετε δίκαιον· εἶπε τῷ ὄντι, ὅτι τὸ δάνειον θὰ ἦτο ἡ συνέπεια τοῦ συμβιβασμοῦ πρὸς τοὺς πιστωτὰς ἡμῶν. Ἀλλὰ ποῦ αἱ διαπραγματεύσεις περὶ τοιούτου συμβιβασμοῦ; Εἶναι ὅλως ἀνακριβές, εἶναι αὐτόχρημα μῦθος τὸ εἰρημένον παρ’ αὐτοῦ, ὅτι δῆθεν κατ’ ἀρχὰς συνεννοεῖτο πρὸς διαφόρους ὁμάδας ἐν Εὐρώπῃ, ὅτι δὲ τελευταῖον αἱ ὁμάδες αὗται συνεχωνεύθησαν εἰς μίαν ἑνιαίαν ὁμάδα, πρὸς ἣν διεξάγει νῦν τὰς διαπραγματεύσεις. Αἱ διαβεβαιώσεις αὐτοῦ αὗται ἔχονται τόσης ἀληθείας, ὅσης καὶ αἱ παραπλήσιαι αὐτοῦ διαβεβαιώσεις κατὰ τὴν ἡγουμένην τῆς Βουλῆς σύνοδον περὶ συνομολογήσεως δανείου. Μῆνες μόλις ἔχουσι παρέλθει, Κύριοι, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀκριβῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐνώπιον ἡμῶν αὐτῶν, μὲ τὸν αὐθεντικώτερον, μὲ τὸν ἐντονώτερον τρόπον, θέλων νὰ διαψεύσῃ ἐμέ, ἔλεγεν: «Ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν πολιτικὴ ἐθριάμβευσεν, εἰς τὸ πεῖσμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος». Καὶ ἔδιδεν οὕτως εἰς ἡμᾶς νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ὁ θρίαμβος οὗτος τῆς οἰκονομικῆς του πολιτικῆς ἦτο τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον, ἐὰν δὲν εἶχεν ἤδη συνομολογηθῆ, εὑρίσκετο ὅμως ἐν τῷ συνομολογεῖσθαι. Καὶ ἐν τούτοις τί ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων; ὅτι ὄχι μόνον τὸ δάνειον δὲν εἶχε συνομολογηθῆ τότε, ὄχι μόνον ἐν τῷ συνομολογεῖσθαι δὲν ἦτο, ἀλλ’ οὐδὲ διαπραγματεύσεις εἶχον ἀρχίσει περὶ αὐτοῦ, ἐδέησε δὲ νὰ μεταβῇ μετὰ ἑβδομάδας πολλὰς εἰς Λονδῖνον ὁ ἐκ Κερκύρας κ. Βουλευτής, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ αὐτὸς μόλις καὶ μετὰ βίας ν’ ἀρχίσῃ τὰς γνωστὰς περὶ δανείου διαπραγματεύσεις! Ἐκ τῆς διαβεβαιώσεως ἐκείνης δύνασθε νὰ κρίνητε κατὰ πόσον εὕρηται καὶ νῦν ἐν τῇ ἀληθείᾳ ὁ κύριος Πρωθυπουργός, διαβεβαιῶν ἡμᾶς, ὅτι ἐν ἀρχῇ διεπραγματεύετο πρὸς πολλὰς ὁμάδας, αἵτινες συνεχωνεύθησαν ἤδη εἰς μίαν ἑνιαίαν, πρὸς ἣν διεξάγει νῦν τὰς περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεις. Ἐὰν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἤθελε νὰ μὴ ἐκλάβωμεν καὶ ταύτας τὰς διαβεβαιώσεις του ὡς ὅλας τὰς ἄλλας, ἔπρεπε νὰ μᾶς ἀναφέρῃ τοὐλάχιστον ὡρισμένα ὀνόματα, νὰ μᾶς εἴπῃ, τίνες ἦσαν αὗται αἱ πολλαὶ ὁμάδες, καὶ τίνες οἱ ἀπαρτίζοντες αὐτάς· ἂν ὄχι δὲ τοῦτο, νὰ μᾶς εἴπῃ τοὐλάχιστον, τίς εἶναι αὐτὴ ἡ ἑνιαία ὁμὰς καὶ τίνες οἱ ἀπαρτίζοντες αὐτήν. Δὲν εἶπε τοῦτο, διότι δὲν εἶχε νὰ μᾶς εἴπῃ τι ὡρισμένον, διότι δὲν εἶχεν οὔτε ὀνόματα νὰ μᾶς ἀναφέρῃ, οὔτε ὡρισμένα γεγονότα, δίδει δὲ οὕτω τὸ δικαίωμα εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω, πῶς ἔχουσι τὰ πράγματα. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι πρὶν εἶχον τῷ ὄντι ἔλθει εἰς συνεννόησιν διάφοροι κεφαλαιοῦχοι, κάτοχοι μεγάλων ποσοτήτων ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἢ ἀντιπρόσωποι κατόχων ἑλληνικῶν χρεωγράφων καὶ ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ, διότι ἐκεῖ εἶναι τὴν σήμερον κυρίως διατεθειμένα τὰ ἑλληνικὰ χρεώγραφα· ἐν Γαλλίᾳ ἐλάχιστον ποσὸν ἑλληνικῶν χρεωγράφων ὑπάρχει. Καὶ οἱ κάτοχοι ἢ ἀντιπρόσωποι κατόχων Ἑλληνικῶν χρεωγράφων, οἵτινες εἶχον ἐκδηλώσει τὴν διάθεσιν νὰ ἔλθωσιν εἰς τοιαύτας πρὸς ἡμᾶς διαπραγματεύσεις καὶ συνεννοήσεις, ἦσαν ἐν μὲν Ἀγγλίᾳ ὁ Hambro καὶ ὁ Kassel, ἐν δὲ Γερμανίᾳ ἡ National-Bank καὶ ὁ Bleichroeder. Ἅμα τῇ ἀνόδῳ ὅμως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὴν ἀρχήν, ἅμα τῷ πραξικοπήματι αὐτοῦ, καθ’ ὃ διὰ μιᾶς ἐγκυκλίου ἠθέλησε ν’ ἀνατρέψῃ νόμον τοῦ Κράτους κείμενον καὶ μίαν σύμβασιν διεθνῆ, πάντες οὗτοι ἀπεσύρθησαν. Καὶ ἐν Παρισίοις αὐτοῖς εἶχον τὴν διάθεσιν νὰ προσέλθωσιν εἰς συνεννοήσεις καὶ διαπραγματεύσεις μεθ’ ἡμῶν οἱ περὶ τὸ Comptoir d’ Escompte, ἀλλ’ ἔκτοτε καὶ αὐτοὶ ἀπεσύρθησαν, μένουσι δὲ μόνοι, διεξάγοντες διαπραγματεύσεις, ὡς ἁπλοῖ μεσῖται, ὄχι ὡς κεφαλαιοῦχοι, ὄχι ὡς κάτοχοι ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἢ ἀντιπρόσωποι τοιούτων, οἱ ἀδελφοὶ Bardac, εἰς οὓς προσετέθη καὶ εἷς ὁμογενής, ὁ κ. Βλαστός, πλὴν ὄχι ὑπὸ τὴν ἰδιότητα αὐτοῦ ὡς διοικητικοῦ συμβούλου τοῦ Comptoir d’ Escompte, ἀλλ’ ὡς ἄτομον, ὡς Βλαστός. Οὗτοι διὰ τοῦ κ. Ὀρνστάϊν ἐξακολουθοῦσι διαπραγματευόμενοι ἐνταῦθα· καὶ ὁποίου εἴδους, νομίζετε, διαπραγματεύσεις; ζητοῦσι νὰ λάβωσι μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡρισμένας προτάσεις, ὑποχρεούσας μὲν τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἐπιβαλλούσας εἰς αὐτοὺς τοὺς Κυρίους, ἔχοντες δὲ τὰς προτάσεις ταύτας, θὰ προβῶσιν εἰς κερδοσκοπικὴν πρᾶξιν, θ’ ἀναζητήσωσιν ἄλλους, πρὸς οὓς συνεννοούμενοι θὰ προέλθωσιν εἰς συνδυασμόν τινα, ἐξ οὗ αὐτοὶ θ’ ἀποκομίσωσι τὴν μερίδα τοῦ λέοντος. Ἀλλὰ τοῦτο, Κύριοι, ζητοῦσι νὰ πράξωσιν ἐπὶ ζημίᾳ ὑλικῇ καὶ ἠθικῇ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἐπὶ ζημίᾳ ὑλικῇ τῶν κατόχων ἑλληνικῶν χρεωγράφων. Σᾶς διαβεβαιῶ δὲ μὲ τὸν ἐντονώτερον τρόπον, ὅτι οὐδεὶς πιστωτὴς ἡμῶν, οὐδεὶς κεφαλαιοῦχος ἄξιος λόγου ἐν Εὐρώπῃ ἵσταται ὄπισθεν αὐτῶν.

§77ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδεμίαν ὁμολογίαν Ἑλληνικοῦ δανείου κατέχουσιν αὐτοί.

§78ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ εἶναι αὐτὸς, Κύριοι, ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐλπίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ συνομολογήσῃ δάνειον μέγα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο νὰ ἄρῃ κατὰ τὸ ἥμισυ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον οὕτω πως θὰ ἠκυροῦτο, διὰ μεταλλικοῦ; Εἶναι αὐτὸς ὁ τρόπος, καθ’ ὃν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐμπνεύσῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ ξένα κεφάλαια, ὅπως αὐτὰ ἐπέλθωσιν ἀρωγὰ καὶ εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τὰ πιστωτικὰ ἡμῶν ἱδρύματα; Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ τις ἐκστῆ τῶν φρενῶν, ἵνα πιστεύσῃ, ὅτι εἶναι δυνατὸν πλέον τοιοῦτόν τι, μετὰ τὸ τελευταῖον μάλιστα πραξικόπημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸ ὁποῖον καλεῖται νῦν νὰ κυρώσῃ καὶ ἡ Βουλή, ψηφίζουσα τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς εἴδομεν, συντελεῖται ἡ χρεωκοπία δολία ἐν πᾶσιν, εἰς ἣν ζητεῖ νῦν ὁ πρωτεργάτης αὐτῆς νὰ συμπαρασύρῃ καὶ ὑμᾶς, δι’ ὑμῶν δὲ καὶ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον. Ἡ Ἑλλὰς, ἥτις οὕτω πως θὰ ἠρνεῖτο ἀσυστόλως τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς τὴν ὑστεραίαν τῆς ἡμέρας ἐκείνης, καθ’ ἣν διεβεβαίου ὅτι εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκπληρώσῃ αὐτὰς πλήρεις καὶ ἀκεραίας, τῆς ἡμέρας ἐκείνης, καθ’ ἣν ἐζήτει νὰ συνομολογήσῃ νέον δάνειον καὶ ἀπέτυχεν ἡ Ἑλλὰς, ἥτις θ’ ἀφῄρει αὐθαιρέτως τὰς εἰσπράξεις καὶ αὐτοῦ τοῦ προνομιούχου δανείου τῶν Μονοπωλίων, ἀποδεικνύουσα οὕτω πως, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ ἀφήσῃ κἀμμίαν βάσιν, κἀνὲν ἔδαφος πλέον συνεννοήσεως· ἡ Ἑλλὰς, ἥτις θὰ ἐποιεῖτο τοιαύτην διάκρισιν μεταξὺ ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν δανείων, μεταξὺ δανείων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ δανείων εἰς μεταλλικὰ, καὶ ἐκεῖνα μὲν θὰ ἐπλήρονεν εἰς τὸ ἄρτιον, ταῦτα δὲ ὑπὸ τὸ ἄρτιον κατὰ 70% ἡ Ἑλλὰς, ἀποτολμῶσα τοιαύτην χρεωκοπίαν, δὲν δύναται πλέον νὰ ἐμπνεύσῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ ξένα κεφάλαια. Θὰ τ’ ἀποκρούσῃ ἅπαξ διὰ παντὸς, καὶ θὰ τ’ ἀποκρούσῃ καὶ διὰ τὴν δημοσίαν καὶ διὰ τὴν κατ’ ἰδίαν αὐτῆς πίστιν. Διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, Κύριοι, καλεῖσθε νὰ ἀνεγείρητε Σινικὸν τεῖχος μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅλων τῶν πεπολιτισμένων χωρῶν, καλεῖσθε ν’ ἀποξενώσητε τὴν Ἑλλάδα τῆς Εὐρωπαϊκῆς καὶ παγκοσμίου πίστεως, καὶ νὰ τὴν καταδικάσητε οὕτω πως νὰ ἀρκεσθῇ εἰς μόνας τὰς ἰδίας αὐτῆς δυνάμεις, τὰς ὁποίας σεῖς, ψηφίζοντες τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἀνομολογεῖτε ὡς ἀνεπαρκεῖς ὅλως. Ἀφοῦ δὲ αἱ δυνάμεις αὐτῆς αὗται εἶναι τόσον ἀνεπαρκεῖς, τὴν κατεδικάζετε νὰ διάγῃ ἐφεξῆς βίον ἀβίωτον ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν. Ἀλλὰ ποῖαι θὰ ἦσαν αἱ συνέπειαι τῆς τοιαύτης χρεωκοπίας ὑπὸ ἔποψιν πολιτικὴν καὶ ἐθνικήν; Τὸ χάος, Κύριοι, τὸ οἰκονομικὸν θὰ μᾶς ἀγάγῃ ἀναγκαίως εἰς τὸν διεθνῆ ἔλεγχον. Εἶναι ἀδύνατον πλέον ν’ ἀποφύγωμεν αὐτόν. Ἀφοῦ δὲν σεβόμεθα τὰ προνομιοῦχα δάνεια, ἀφοῦ δὲν σεβόμεθα οὐδ’ αὐτὰς τὰς ὑπεγγύους προσόδους, ὧν τὴν διαχείρισιν ἔχομεν ἐκχωρήσει εἰς Ἑταιρίαν, ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ πλέον ἄλλο ἔδαφος συνεννοήσεως μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν πιστωτῶν μας, ἐκτὸς μόνου τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου, αὐστηροτέρου ἴσως καὶ ἐκείνου τῆς Τουρκίας. Μόνον δι’ αὐτοῦ δύναται νὰ καταστῶσι πλέον εἰς ἡμᾶς προσιτὰ τὰ ξένα κεφάλαια. Ἀλλὰ τὸν διεθνῆ ἔλεγχον, Κύριοι, ἠδύναντο νὰ δεχθῶσι Κράτη, ὡς ἡ Τουρκία καὶ ἡ Αἴγυπτος, Κράτη οὐδεμίαν ἔχοντα ἐθνικὴν ἀποστολὴν, Κράτη ζητοῦντα νὰ παρατείνωσιν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὴν προβληματώδη ὕπαρξίν των. Ἀλλὰ Κράτος, ὡς ἡ Ἑλλάς, ἔχον νὰ ἐκπληρώσῃ μεγάλην ἐθνικὴν ἀποστολὴν καὶ ὡς τοιοῦτον ὀφεῖλον πρὸ παντὸς νὰ ἔχηται ζηλοτύπως τῶν κυριαρχικῶν του δικαιωμάτων καὶ νὰ διαφυλάττῃ αὐτὰ ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ, Κράτος, λέγω, τοιοῦτον, ὑποβαλλόμενον εἰς τὸν διεθνῆ ἔλεγχον, καταδικάζεται, ἂν ὄχι εἰς θάνατον, πάντως ὅμως εἰς μαρασμὸν πολιτικὸν, ὅστις εἶναι χείρων καὶ αὐτοῦ τοῦ θανάτου. Ἀπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ μέχρι τοῦ πολιτικοῦ ἐλέγχου ὑπολείπεται ἓν μόνον βῆμα, καὶ τὸ βῆμα τοῦτο δύναται τόσον ταχέως, τόσον ἀπροόπτως πολλάκις νὰ ἐπέλθῃ. Διεθνὴς ἔλεγχος σημαίνει προσέτι ἀποκοπὴν πάσης ἐλπίδος περὶ αἰσιωτέρου μέλλοντος. Ἡ Ἑλληνικὴ Χερσόνησος, Κύριοι, καὶ ἡ Ἀνατολὴ καθόλου, ἐφ’ ὧν ἡμεῖς ἔχομεν νὰ διεκδικήσωμεν πατρῴαν κληρονομίαν, εὕρηνται ἐν διηνεκεῖ ἡφαιστείῳ, ὅπερ ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν δύναται νὰ ἐκραγῇ. Ἄλλοι λαοί, ἐποφθαλμιῶντες τὴν πατρῴαν ἡμῶν κληρονομίαν, καταβάλλουσιν ἀτρύτους προσπαθείας, ὅπως κηρύξωσιν ἡμᾶς ἐκπτώτους αὐτῆς. Αἱ ὑπονομεύσεις αὐτῶν ἐν τῇ ὁμόρῳ χώρᾳ δύνανται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ προκαλέσωσι κρίσιν καὶ λύσιν ὁριστικὴν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, ἡμῶν παραμενόντων ἀπαθῶν θεατῶν ἀπέναντι τῆς τοιαύτης λύσεως. Χάρις εἰς τὴν τελευταίαν δεκαετῆ Κυβέρνησιν ἡμῶν, ἔχουσι περιστῆ εἰς παντελῆ σχεδὸν παράλυσιν αἱ κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν δυνάμεις ἡμῶν. Ὁ διεθνὴς δὲ ἔλεγχος θὰ ἔχῃ περιβάλῃ ἡμᾶς μὲ τοιαύτας πέδας, ὥστε δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ πλέον εἰς ἡμᾶς οὐδὲ σπασμωδικήν τινα κίνησιν ἐν οὕτω κρισίμῳ ὥρᾳ. Ἤδη, Κύριοι, τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν ὄνομα, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε τοσοῦτον ἤσκει γόητρον ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἔχει καταστῆ ἀπὸ πολλοῦ ἀντικείμενον χλεύης καὶ ἐξευτελισμοῦ ἐν αὐτῇ. Ἄλλοτε ἡμεῖς ἐθεωρούμεθα ὁ πρῶτος παράγων τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος. Ἄλλοτε καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ εἴχομεν συνείδησιν τῆς τοιαύτης ἡμῶν ὑπεροχῆς καὶ τὰ στήθη ἡμῶν ἐπλήρου ἡ Μεγάλη Ἰδέα. Ὁπόσον ὅμως ἔκτοτε ἔχουσι μεταβληθῆ οἱ καιροί! Ἔκτοτε οἱ ἐθνικοὶ ἡμῶν πόθοι περιωρίσθησαν ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς μικρᾶς αὐτῆς γωνίας, τῆς ἐπιλεγομένης ἐλευθέρας Ἑλλάδος· ἄν δέ τις ὁμιλήσῃ νῦν πρὸς ἡμᾶς καὶ περὶ ἐθνικῆς ἀποστολῆς, ἐπεκτεινομένης πέραν τῆς μεθορίου ἡμῶν γραμμῆς, ἐπὶ τῶν ἀλυτρώτων Ἑλληνικῶν χωρῶν, τὸν τοιοῦτον ἐκμυκτηρίζομεν ὡς ἀδιόρθωτον ἰδεολόγον. Ἔκτοτε αἰσχυνόμεθα ἡμεῖς νὰ ἀναφέρωμεν κἄν τὴν Μεγάλην Ἰδέαν, ἥτις καὶ εἰς τοὺς πολλοὺς τῶν σημερινῶν Ἑλλήνων κινδυνεύει νὰ καταστῇ πλέον ἄγνωστος. Ἔκτοτε λαοί, πρὸς οὓς ἡμεῖς ἀπεβλέπομεν τέως μετὰ περιφρονήσεως, ὡς πρὸς ἀγρότας καὶ συβότας, ἀνακτήσαντες αἴφνης τὴν ἐθνικήν των συνείδησιν, κατώρθωσαν ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν νὰ ἀνδρωθῶσι, νὰ συντάξωσιν ἀξιόμαχον δύναμιν, νὰ παρίστανται αὐτοὶ ὡς οἱ πρῶτοι παράγοντες ἐν τῷ Ἀνατολικῷ ζητήματι καὶ νὰ κατακτῶσι ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ ἔδαφος ἀναλώμασι τῆς πατρῴας ἡμῶν κληρονομίας. Εἰς τοιαύτην οἰκτρὰν θέσιν εἴχομεν περιέλθει μέχρι τοῦδε, χάρις ἰδίᾳ εἰς τὴν τελευταίαν δεκαετῆ ἡμῶν Κυβέρνησιν. Καὶ τὸ ἐπιστέγασμα εἰς τὴν τοιαύτην ἡμῶν κατάστασιν ἔρχεται νὰ ἐπιθέσῃ νῦν τὸ πραξικόπημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἡ Ἑλλάς, κηρυττομένη δι’ αὐτοῦ εἰς κατάστασιν δολίας χρεωκοπίας, ἀποβάλλουσα τὴν πίστιν καὶ τιμήν της καὶ ἐξωθουμένη εἰς τὸν διεθνῆ ἔλεγχον, θ’ ἀποβῇ τὸ ἐξουθένωμα οὐ μόνον τῶν πεπολιτισμένων λαῶν τῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς. Ἰδού, Κύριοι, αἱ φοβεραὶ συνέπειαι τῆς δολίας χρεωκοπίας, εἰς ἃς ἐκθέτει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν Ἑλλάδα διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Εἶναι καιρὸς, νομίζω, ἡ Βουλὴ νὰ θέσῃ ὑπεράνω παντὸς ἄλλου συμφέροντος τὸ κοινὸν συμφέρον· εἶναι καιρὸς νὰ χειραφετηθῶμεν ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους παντὸς κομματισμοῦ, καὶ νὰ δώσωμεν, περὶ τοιούτου νομοσχεδίου προκειμένου, τὴν ψῆφον, ἣν ὑπαγορεύει ἡ τιμὴ καὶ ἡ σωτηρία τῆς Πατρίδος. Εἶναι καιρὸς ν’ ἀναλογισθῶμεν ὁποίαν εὐθύνην ἀναλαμβάνομεν διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν ταύτης ἀπέναντι τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου! (Εὖγε! ἐκ τοῦ κέντρου τῆς ἀριστερᾶς).

§79Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον οὐχὶ διότι μὲ ἐκίνησεν ἡ ἀκοσμία τῆς γλώσσης τοῦ ἀγορεύσαντος, — διότι εἰς τὴν ἡλικίαν, τὴν ὁποίαν διανύω, εἶναι δύσκολον νὰ μὲ κινῇ ἡ ἀκοσμία γλώσσης τινός, οὔτε δὲ καὶ αὐταὶ αἱ ὕβρεις δύνανται νὰ φθάσωσι μέχρις ἐμοῦ. Νεώτεροι ἄλλοτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐδίδαξαν τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ἄκρατον γλῶσσαν, καὶ ἐτιμώρησαν αὐτὴν, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος, ἵνα ἐπιληφθῶ ἔργου τοιούτου. Ἐζήτησα μόνον τὴν ἄδειαν νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτής, δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ἐγὼ ἐδαπάνησα 120 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Διέκοψαν αὐτὸν, ὅταν ἔλεγε ταῦτα, οἱ ἀξιότιμοι φίλοι μου κ. κ. Λάπας καὶ Σάκκης, ἀλλὰ εἶπεν ὅτι δὲν ἐπέτρεπε διακοπάς. Ὤφειλον λοιπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ἀναιρέσω τοὺς λόγους τούτους αὐτοῦ. Ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἔλαβον ἀληθῶς μέχρι τῆς 30 Ἀπριλίου 1886 εἰς χρυσὸν μὲν δραχμὰς 13,962,909, εἰς τραπεζικὰ δὲ γραμμάτια 45,875,265, τὸ ὅλον 59,838,174· ἐξ αὐτῶν δ’ ἐπλήρωσα 24 καὶ πλέον ἑκατομμύρια, τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1884, ἤτοι τοῦ ἀμέσως προηγηθέντος ἔτους. Εἶναι ἀνάξιον λόγου νὰ εἴπω, πῶς παρεμόρφωσεν ὅσα ἐγὼ πρὸς τὴν Βουλὴν εἶπον, ὅταν σᾶς ἔλεγεν, ὅτι ἐγὼ σᾶς παρεκίνουν νὰ καταπλαγῆτε διὰ τὸ εἰσαχθὲν χθὲς νομοσχέδιον περὶ πτωχεύσεως, ἐνῷ ἐγὼ εἶπον, ὅτι οὔτε ἡ Βουλὴ προσήκει νὰ καταπλαγῇ, οὔτε ἡ κοινωνία, ὡς δὲν κατεπλάγην οὐδ’ ἐγώ· διότι πάντες, καὶ Βουλὴ καὶ κοινωνία καὶ ἐγὼ, εἴμεθα πεπεισμένοι, ὅτι ἡ πτώχευσις εἶχε συντελεσθῆ. Ἀδημονίαν μόνον ἠσθανόμην, διότι ἀπέκρυπτον τὴν πτώχευσιν καὶ ὁ ἐκ Μεσολογγίου κ. Βουλευτὴς καὶ οἱ Ὑπουργοὶ τῆς 3 Μαΐου 1893· ἀλλ’ ἀπέκρυπτον τὴν πτώχευσιν, διότι ὁ μὲν ἤθελε νὰ περικαλύψῃ τὴν εὐθύνην του, ὡς ἐργάτης τῆς πτωχεύσεως, οἱ δὲ εἶχον βεβαιώσει τὸ κοινὸν, ὅτι τὸ Κράτος ἦτο ἐπαρκὲς πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ δημοσίου ταμείου ἄνευ φόρων καὶ ἄνευ δανείου. Δὲν εἶχον λοιπὸν τὴν τόλμην νὰ ἀνακηρύξωσι τὴν πτώχευσιν, καὶ ἐζήτουν νὰ περικαλύψωσι τὴν πτώχευσιν, μὴ ἐνθυμούμενοι, ὅτι ἀποσιωπῶντες αὐτὴν διέπραττον δολίαν χρεωκοπίαν.

§80ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἐπέῤῥιψα ὡρισμένα γεγονότα εἰς τὸν ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν. Ὁμιλῶν περὶ δημοσίου χρέους, εἶπον ὅτι ἔχει καὶ αὐτὸς τὸ ἀναλογοῦν μέρος εἰς αὐτό. Ὁ Βουλευτὴς Πυλίας ἠθέλησε νὰ μὲ διαψεύσῃ, ἠναγκάσθην δὲ τότε ἐγὼ νὰ ἀναφέρω τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τώρα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς λέγει, ὅτι ἐξ αὐτοῦ ἔκαμεν αὐτὸς χρῆσιν μόνον δρ. 59,000,000. Ἀλλὰ συνομολογεῖ οὕτω πως, ὅτι καὶ αὐτὸς συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐπαύξησιν τοῦ δημοσίου χρέους Ἐγὼ δὲ καὶ ἄλλο τι ἐπέῤῥιψα εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν. Εἶπον ὅτι, ἐν ᾧ ἐξηκολούθει νὰ κατακρίνῃ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἀθετήσας τὸν νόμον καὶ τὴν σύμβασιν τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης διέθετο τὸ προϊόν αὐτοῦ εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἦλθε καὶ αὐτὸς καὶ ἔπραξε τὰ ἴδια, ἠθέτησε δηλ. καὶ αὐτὸς τὸν νόμον καὶ τὴν σύμβασιν περὶ τοῦ δανείου ἐκείνου· καὶ εἰς τοῦτο οὐδὲν ἀπήντησεν ὁ κ. Δηλιγιάννης. Αὐτὰ δὲ νομίζει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὕβρεις καὶ λοιδορίας, τὰ ἐκλαμβάνει ὡς ἀκοσμίαν γλώσσης, ἐνῷ τὴν ἰδικήν του γλῶσσαν, καθ’ ἣν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου, μὴ σεβόμενος τὸ γῆράς του, ἀπεκάλει ἡμᾶς σταυλίτας, μέγα δὲ μέρος Βουλευτῶν ἀγέλην, τὴν ἐθεώρει εὔκοσμον· διατί; διότι νομίζει, ὅτι εἰς τὸ γῆράς του ἐπιτρέπεται νὰ μετέρχηται τοιαύτην γλῶσσαν, ἐνῷ εἰς ἡμᾶς δὲν ἐπιτρέπει κἄν νὰ τῷ ἐπιῤῥίπτωμεν αὐτὰς τὰς πράξεις του, δι’ ἃς ἔχει, ὡς φαίνεται, λόγους τόσον νὰ αἰσχύνηται.

§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ σταυλίτας θέλω πάντοτε ὀνομάζει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Βασιλέως (Commissaires du Roi), ἐνῷ τὸν Βασιλέα ἀντιπροσωπεύουσιν ὑπὸ τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα μόνοι οἱ Ὑπουργοί. Δὲν ἔχομεν ἀντιπροσώπους, οὐδ’ ὑπάρχουσιν ὑπὸ τὰ πολιτεύματα ταῦτα Commissaires du Roi (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Εἶπεν ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς πρὸ μικροῦ ἄλλα μὴ ἀκριβῆ, ἵνα μὴ εἴπω ψευδῆ. Εἶπεν, ὅτι ἐγὼ μετέτρεψα εἰς ἄλλην χρῆσιν τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, ἀλλ’ οὐδὲ τοῦτο εἶναι ἀκριβές. Ὅταν ἀνέλαβον τὴν Κυβέρνησιν κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890, εὗρον ἔντοκον γραμμάτιον διὰ ποσὸν 600 χιλιάδων λιρῶν, ἤτοι 15 ἑκατομμυρίων χρυσῶν φράγκων. Τὸ ποσὸν τοῦτο ὤφειλον νὰ πληρώσω, ἐξοφλῶν τὸ ἔντοκον γραμμάτιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐκδοθῆ ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ ἀντὶ δανείου προσωρινοῦ, τὸ ὁποῖον ἔλαβε καὶ δι’ οὗ μετέτρεψε τὸ δάνειον τῆς Ἀνεξαρτησίας. Διὰ τίνων χρημάτων ἔπρεπε νὰ πληρώσω ταῦτα, ἀφοῦ ἐν τοῖς ταμείοις δὲν ὑπῆρχον τοιαῦτα; Ἠναγκάσθην λοιπὸν νὰ λάβω ὁμολογίας τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, τὰς ὁποίας ἐξηργύρωσα, καὶ ἐξώφλησα τὸ εἰρημένον χρέος, διότι ἄλλως ἤθελε κηρυχθῆ εἰς πτώχευσιν τὸ Κράτος. Ἀντὶ δὲ τῶν χρημάτων τούτων, τὰ ὁποῖα διέθεσα ἀπὸ τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς Λαρίσης, ἐδαπάνησα ἴσον ποσὸν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων εἰς ἔξοδα τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, ἀποδοὺς ἤτοι τὰς προκαταβολὰς, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἐκ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης εἰς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν εἶχε συνομολογηθῆ τὸ εἰρημένον δάνειον.

§82ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἠρνήθην, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀθετήσῃ τὸν σχετικὸν νόμον καὶ τὴν σύμβασιν τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης. Αὐτὸς ὅμως ἠρνήθη εἰς ἡμᾶς, ὅτι εὑρεθέντες εἰς τὴν σιδηρᾶν ἀνάγκην πληρωμῶν ἐπέκεινα τῶν 50,000,000 καὶ ἔχοντες τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους κενὰ ἐνώπιόν μας, μὴ δυνάμενοι δὲ νὰ πληρώσωμεν αὐτὰ ἐξ ἰδίων, κατεφύγομεν εἰς τὸ μέτρον τῆς ἀνάγκης ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον κατεφύγομεν. Νομίζω δὲ, ὅτι οὔτε ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, οὔτε ἐγὼ παρέστημέν ποτε ἐνταῦθα ὡς Commissaires du Roi. Ἡμεῖς ὡμιλήσαμεν πάντοτε ὡς Βουλευταὶ, καὶ δι’ οἱανδήποτε πρᾶξιν, ἐπιῤῥιφθεῖσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς 3 Μαΐου, ἔσχομεν τὸ θάῤῥος ν’ ἀναλάβωμεν ἡμεῖς πλήρη καὶ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην. Οὐδέποτε ἠθελήσαμεν νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὸ ἀνεύθυνον. Ἄλλοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διὰ τὰς πράξεις αὐτῶν, αἵτινες ἦσαν τόσον ὀλέθριαι εἰς τὸν τόπον, ἐννοοῦσι νὰ ἀπονίψωσι τὰς χεῖράς των καὶ νὰ ἐπιῤῥίψωσι τὴν εὐθύνην εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν Βασιλέα καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ζητοῦντες μόνον τὸ σαρκίον των νὰ διασώσωσι. Τοιοῦτος ὑπῆρξε πάντοτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής.

§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως.

§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ πληρωμῆς εἰς χρυσὸν ἐσόδων τινῶν.

§85ΡΑΛΛΗΣ. Καλὸν εἶναι, κύριε Πρόεδρε, νὰ διακόψωμεν ἐπ’ ὀλίγον, ὅπως ξεκουρασθῶμεν.

§86ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐκουράσθην, κύριε Πρόεδρε.

§87ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς βεβαίως δὲν ἐκουράσθητε, ἀλλ’ ἐγὼ ἐκουράσθην, καὶ προβάλλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.

§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Σωτηρίου Κροκιδᾶ καὶ Ν. Καλογεροπούλου).

§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 125. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Ὁ κ. Τριανταφυλλάκος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.

§90ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§91ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο περὶ δημοτικοῦ νόμου, ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπελευσομένων τῶν ἀποτελεσμάτων του, καθ’ ἃ ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας. Δὲν θὰ εἰσέλθω καθόλου εἰς τὸ ἂν καὶ κατὰ πόσον ὁ νόμος περὶ κεφαλαιώσεως τῶν δανείων τοῦ Κράτους ἦτο ἐπαρκὴς καὶ λυσιτελὴς εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, οὔτε ἂν καὶ κατὰ πόσον ὁ ψηφισθεὶς νόμος περὶ τῶν φόρων εἰς χρυσὸν ἦτο, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐψηφίσθη, λυσιτελὴς διὰ τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους ἡμῶν· θὰ περιορισθῶ μόνον νὰ ἐξετάσω, ἂν καὶ κατὰ πόσον τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, δὲν ἦναι ὑποχρεωτικὰ διὰ τοὺς φορολογηθέντας καὶ ἑπομένως δὲν ἦναι ὑποχρεωτικὰ καὶ διὰ τὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα πιθανὸν νὰ κληθῶσι ν’ ἀποφασίσωσιν ἐπ’ αὐτῶν. Ὡς εἶπεν ὁ προαγορεύσας, οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου. Τοῦτο διατάσσει τοὐλάχιστον τὸ Σύνταγμα. Ἡμεῖς κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην θ’ ἀποφασίσωμεν, ὅτι μετὰ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ διατάγματος ἐκείνου, δι’ οὗ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου τοῦ σχετικοῦ ἐπετράπη εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ εἰσπράξῃ τοὺς φόρους, περὶ ὧν πρόκειται, θ’ ἀποφασίσωμεν, ὅτι οἱ φόροι οὗτοι, παρανόμως καταβληθέντες κατὰ τὸν δημοσιευθέντα νόμον, καλῶς εἰσεπράχθησαν. Καὶ διὰ νὰ ἦμαι καταληπτότερος...

§92ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Εἶσθε πολὺ καταληπτός· προχωρεῖτε (θόρυβος).

§93ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Θορυβεῖτε; Διὰ νὰ σᾶς διδάξω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ σέβησθε καὶ ὑμᾶς αὐτοὺς καὶ τὸ βῆμα, ἀναγκάζομαι νὰ κάμω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.

§94ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καταβῆτε τότε ἀπὸ τὸ βῆμα.

§95ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἢ ἐκ τοῦ βήματος, ἢ κάτωθεν αὐτοῦ, ἐδικαιούμην νὰ ἐξετάσω, ἂν ἡ Βουλὴ ἦναι πράγματι ἐν ἀπαρτίᾳ. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν).

§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες 131.

§97ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι δὲν θὰ ἐξετάσω τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, εἰμὴ μόνον ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ διὰ τοὺς καταβληθέντας ἀπὸ τῆς 30 Μαΐου ἐ. ἔ. φόρους, ἔλεγον δὲ προσέτι, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα ἀπαγορεύεται ἡ εἴσπραξις φόρου ἄνευ νόμου· νόμος δὲ τοιοῦτος δὲν ὑπάρχει μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Πῶς οἱ φορολογούμενοι ἐκεῖνοι, ὑποχρεωθέντες νὰ καταβάλωσι φόρον, θὰ θεωρηθῶσιν ὅτι νομίμως κατέβαλον, καὶ πῶς δὲν θὰ νομίσωσιν, ὅτι ἔχουσι δικαίωμα ἐκ τοῦ Συντάγματος, ψηφιζομένου τοῦ νόμου τούτου, νὰ προσφύγωσιν εἴτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἴτε εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἐφορολογήθησαν ἄνευ νόμου; Τὰ δὲ δικαστήρια δύνανται νὰ ἀρνηθῶσιν ὅτι δὲν ἔχουσι δίκαιον; Νομίζετε ὅτι σεῖς ἔχετε τὴν συντακτικὴν δύναμιν νὰ μεταβάλλητε τὰς συνταγματικὰς διατάξεις; Διὰ τοῦτο, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐπὶ ματαίῳ συζητοῦμεν καὶ ἐπὶ ματαίῳ θὰ ψηφίσωμεν, ὅτι οἱ καταβληθέντες φόροι ἀπὸ τῆς 30 Μαΐου μέχρι 2 Νοεμβρίου νομίμως κατεβλήθησαν, ἀφοῦ πᾶς πολίτης καὶ πάντες ἡμεῖς θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην, ἐξερχόμενοι τῆς αἰθούσης ταύτης μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ διεκδικήσωμεν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἤτοι νὰ ἀναλάβωμεν ὅ,τι μὴ νομίμως κατεβάλομεν. Ἀλλ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ πρὸς τούτοις περιέχεται ἀντίφασις οὐ μόνον πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἀναφέρει, τοὺς ἰσχύοντας πρὸ τοῦ νόμου περὶ τῶν φόρων εἰς χρυσόν. Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου λέγει, ὅτι μετὰ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ νόμου ἐκείνου, τοῦ ἐκτελεσθέντος ἀπὸ τῆς 30 Μαΐου μέχρι 2 Νοεμβρίου, ἐπανέρχονται ἐν ἰσχύϊ οἱ πρὸ τῆς 30 Μαΐου ἰσχύοντες περὶ φορολογίας τῶν ἀναφερομένων εἰδῶν καὶ ἰδίως περὶ σταφίδος νόμοι. Ἀλλὰ θὰ καταργηθῇ ἆρά γε καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου καθ’ ὁλοκληρίαν ὁ νόμος, ὃν ἐψηφίσαμεν, περὶ καταβολῆς τοῦ φόρου εἰς χρυσόν; Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν περιέχεται τοιαύτη διάταξις, διότι τοῦτο δὲν ἀφορᾷ, εἰμὴ εἰς τὴν κατάργησιν τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτοῦ ἀπὸ τῆς 30 Μαΐου μέχρι 2 Νοεμβρίου· κατὰ τὰ ἄλλα μένει ἀκέραιος ὁ νόμος, ὁ ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθεὶς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως· διότι ἀσχέτως πρὸς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἥτις ἐπῆλθεν ἐπὶ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἀπέβλεπε μᾶλλον εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, οὐδεμία ἄλλη ἐπῆλθε συζήτησις, οὐδ’ ὑπεβλήθη ἕτερον νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ κηρυχθῇ ἄκυρος. Ἑπομένως ὁ νόμος ἐκεῖνος μένει ἔτι ἀκέραιος. Συνεπῶς τὸ νομοσχέδιον διὰ τοῦ ἄρθρου 2 θὰ κηρύξῃ ἀτελῆ ὅλα τὰ ἐν τῷ μνημονευομένῳ νόμῳ ἀναφερόμενα εἴδη, καὶ ἑπομένως τὸ σπουδαιότατον εἶδος τῆς σταφίδος. Αὔριον ἑπομένως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοιούτου νόμου, θὰ εὑρεθῇ πρὸ ἀπορίας πολὺ φυσικῆς, ὅταν θὰ ζητήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ νόμον περὶ φορολογίας τῶν ἐν τῷ νόμῳ ἀναφερομένων εἰδῶν, ἀλλὰ τοιοῦτον νόμον δὲν θὰ εὕρῃ, ἀφοῦ πάντες οἱ πρὸ τούτου καταργοῦνται δι’ αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι ὁμιλῶν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, καὶ ἐπανερχόμενος εἰς τὴν πρώτην ἀφετηρίαν τῆς ὁμιλίας μου, ὀφείλω νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπεται δήμευσις τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν ἄνευ νόμου καὶ ἄνευ νομίμου ἀνάγκης. Καὶ νομίζετε ὅτι δὲν εἶναι δήμευσις αὐτή, τὴν ὁποίαν θὰ ψηφίσητε ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ ἀναδρομικῶς; Καὶ τί διαφέρει ἡ δήμευσις, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἐνεργεῖ, ἢ οἱ ἐγκληματίαι καὶ οἱ κακοῦργοι εἰς τὰς πόλεις καὶ οἱ λῃσταὶ ἐκτελοῦσιν εἰς τὰ ὄρη; Καὶ δὲν εἶναι αὐτὴ λῃστεία, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ἀναγνωρίσητε διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου, δημεύοντες τὰ εἰσπραχθέντα εἰς χρυσὸν 6,500,000 ἢ 7,000,000; Καὶ νομίζετε, ὅτι δὲν ἔχομεν καθῆκον νὰ ὑπομνήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τοῦτο ἐπιδιώκουσα ἐγκληματεῖ: Νομίζετε ὅτι δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου νὰ νοσφισθῇ τὰ παρανόμως οὕτως εἰσπραχθέντα, καὶ τοιαύτη ψῆφος τῆς Βουλῆς παράνομος δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν ἀδικηθέντα πολίτην νὰ προστρέξῃ εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ εἴπῃ «ἐλῃστεύθην, ἐξεβιάσθην παρανόμως νὰ καταβάλω ὅ,τι δὲν ὤφειλον» καὶ ὅτι τὰ δικαστήρια θὰ σεβασθῶσι μίαν τοιαύτην ἀντισυνταγματικὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς; Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω πάσας τὰς ἄλλας διατάξεις· περιορίζομαι ἁπλῶς νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ματαιοπονεῖ, νομίζουσα ὅτι ἐξησφάλισε τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, περιλαμβάνουσα διάταξιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καθ’ ἣν τὰ παρανόμως, τὰ ἀντισυνταγματικῶς πληρωθέντα δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσιν, ἵνα τοῖς ἐπιστραφῶσιν, οἱ καταβαλόντες. Θὰ τὸ εἴπητε ὑμεῖς διὰ τῆς ψήφου σας, ἀλλὰ θὰ τὸ εἴπητε ἀλυσιτελῶς. Τὰ δικαστήρια θὰ ἀπαντήσωσι, καλούμενα, ὅτι οἱ ψηφίσαντες ἐψήφισαν περὶ ἀντικειμένου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ ψηφίσωσι, καὶ ἑπομένως ὅτι ἐψήφισαν ἀντισυνταγματικῶς.

§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ δὲν δύναμαι νὰ ψηφοφορήσω ὑπὲρ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχουσιν, ὀφείλω νὰ αἰτιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Ἀλλὰ διὰ νὰ καταστήσω καταληπτοὺς τοὺς λόγους, οἵτινες μὲ πείθουσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ὀφείλω νὰ ἀναμνήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς περιπετείας τοῦ νόμου τῆς 22 Δεκεμβρίου 1892, τοῦ νόμου περὶ πληρωμῆς εἰς χρυσὸν φόρων τινῶν καὶ δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον, διὰ τῆς ὁποίας ἔδωκεν ὁδηγίας εἰς τὰς ὑπαλλήλους αὑτοῦ ἀρχὰς νὰ μὴ εἰσπράττωσι πλέον τὰ ποσὰ τῶν φόρων, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος τῆς 22 Δεκεμβρίου 1892 εἶχεν ἐπιβάλει ἐπὶ ὡρισμένων προϊόντων· ἐπειδὴ δὲ ἡ διαταγὴ αὕτη ἀντέβαινεν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τῆς 22 Δεκεμβρίου, ὁ Βουλευτὴς Αἰγίου ἐπηρώτησεν αὐτὸν, πῶς ἐξέδωκε διαταγὴν ἀντιβαίνουσαν εἰς τὸν νόμον τῆς 22 Δεκεμβρίου, παραγγείλας δι’ αὐτῆς τοὺς ἐκτελοῦντας τὸν νόμον νὰ μὴ ἐκτελῶσιν αὐτόν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπήντησεν, ὅτι ἐξέδωκε τὴν διαταγήν, διότι ἐθεώρει ἐξ ὑπαρχῆς ἄκυρον τὸν νόμον, διότι, κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ δημοσιευθῇ πλέον ὁ νόμος, ἀφοῦ οἱ προσυπογεγραμμένοι ἐν αὐτῷ, ὡς προτείναντες τὴν κύρωσιν καὶ τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ, δὲν ἐδημοσίευσαν αὐτὸν, ἐνόσῳ ἦσαν ἐν τῇ ἀρχῇ. Τὴν θεωρίαν ταύτην ἐγὼ δὲν ἀναγνωρίζω ὡς ὀρθήν, οὐδὲ κρίνω ἕνεκα ταύτης τὸν νόμον ὡς ἄκυρον· ἀλλὰ ἡ πλειοψηφία δὲν εἶχε τὴν γνώμην, ἣν ἔχω ἐγώ, καὶ ἑπομένως ἡ πλειοψηφία ἀπεφήνατο, ὅτι ἤκουσε τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ οὐδεμίαν εὗρεν ἀφορμήν, ἵνα ἐπικρίνῃ τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ, μετέβη δ’ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἡ πλειοψηφία, ἥτις ἀποφαίνεται ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς καὶ ἀντιπροσωπεύει αὐτήν, παριστᾷ τὴν ἐξουσίαν τὴν ἐπιτηροῦσαν καὶ ἐξελέγχουσαν τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἐξουσία λοιπὸν αὕτη ἀπεφήνατο, ὅτι οὐδεμίαν εὗρεν ἀφορμὴν νὰ ἐλέγξῃ καὶ νὰ ἐπικρίνῃ τὸν Ὑπουργόν. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ εἶναι συγχρόνως καὶ μέλος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· ὡς συμπράττουσα λοιπὸν εἰς τὴν νομοθεσίαν τοῦ Κράτους, καὶ ἑπομένως ὡς ὀφείλουσα νὰ προστατεύσῃ τὰ ἔργα αὐτῆς, ἐνέκρινε τὴν διαταχθεῖσαν ἀθέτησιν τοῦ νόμου καὶ δὲν ἔκρινεν αὐτὴν ἀξίαν οὐδεμιᾶς προσοχῆς. Καὶ ἡ ἑτέρα δ’ ἐξουσία, ἡ νομοθετική, οὐδὲν καὶ αὕτη ἔπραξε, διὰ τῆς σιωπῆς δ’ ἐφάνη ἀνεχομένη τὰ γενόμενα. Ἑπομένως ἀναγκάζομαι νὰ ὑπολάβω, ὅτι ὁ νόμος πράγματι ἠκυρώθη, ἀφοῦ ἡ ἐξελεγκτικὴ ἐξουσία δὲν εὗρεν ἀξίαν ἐλέγχου τὴν πρᾶξιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐθεώρουν παράνομον, ἀφοῦ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν εὗρεν, ὅτι ἠθετήθησαν, οὐδ’ ὅτι περιϋβρίσθησαν τὰ δικαιώματα αὐτῆς. Ὅθεν εἰμὶ ἠναγκασμένος νὰ θεωρήσω τὸν νόμον αὐτὸν ὡς ἄκυρον. Θεωρῶν λοιπὸν τὸν νόμον αὐτὸν ὡς ἄκυρον, ἐπιλαμβάνομαι τῆς ἐρεύνης τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἀποδέχομαι κατ’ ἀνάγκην τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἀποδέχομαι τὰς διατάξεις αὐτοῦ. Ὁ ἀκυρωθεὶς νόμος ἐκανόνισε δι’ ὡρισμένον χρόνον τὰς σχέσεις τῶν φορολογουμένων πολιτῶν πρὸς τὸ φορολογοῦν Δημόσιον· ἀλλ’ ἀφ’ ἧς δὲν ἐφαρμόζεται πλέον ὁ νόμος οὗτος, οἱ παράγοντες τὰ αὐτὰ προϊόντα ὑποβάλλοντα εἰς διάφορον φορολογίαν ἐκείνης, εἰς ἣν ὑπεβλήθησαν οἱ παραγωγοὶ αὐτῶν καθ’ ὃν χρόνον ὁ νόμος ἐφηρμόζετο. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ἁρμοδίαν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν πρὸς λύσιν τῆς διαφορᾶς ταύτης, διότι μόνον τὰ δικαστήριά εἰσιν ἁρμόδια νὰ λύσωσιν αὐτήν. Ἐὰν οἱ πολῖται ὑπεχρεώθησαν μὴ νομίμως νὰ καταβάλωσιν ἀντὶ φόρου εἰς τὸ Δημόσιον ποσὰ περισσότερα ἢ ὅσα ὤφειλον νὰ καταβάλωσιν, αὐτοὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ κινήσωσιν ἀγωγὴν τοῦ ἀχρεωστήτου καὶ νὰ ζητήσωσι νὰ ἐπιστραφῶσιν αὐτοῖς τὰ ἐπὶ πλέον καταβληθέντα. Πῶς ζητοῦσι διὰ νόμου νὰ καταργήσωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ πολίτου; Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐπεμβαίνει οὕτω εἰς τὰ ἔργα τῆς δικαστικῆς, καὶ ἀναιροῦσα δικαιώματα κεκτημένα ῥυθμίζει τὰ τῆς δικαιοσύνης καθ’ ὃν τρόπον ἐγκρίνει. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐν τῷ Κράτει μικρὸν ἀπέχει ἀπὸ τὴν ταμιευτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Κράτους, ἑπομένως δὲν πρέπει ν’ ἀναμιγνύηται εἰς κανονισμὸν σχέσεων τοιούτων, ὡς ἐνδιαφερομένη καὶ ὑποκειμένη εἰς παρέκκλησιν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου νὰ γένηται παραδεκτὴ ἡ διάταξις τοῦ πρώτου ἄρθρου, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ πληρώσαντες δυνάμει τοῦ ἀκυρωθέντος νόμου τοὺς φόρους των ἐπὶ τῶν προϊόντων, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλλοντο εἰς τὴν εἰδικὴν ταύτην φορολογίαν κατὰ τὸν νόμον τῆς 22 Δεκεμβρίου 1892, αὐτοὶ καλῶς ἐπλήρωσαν, οἱ δὲ μὴ πληρώσαντες αὐτοὺς, αὐτοὶ δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ πληρόνωσι πλέον τοὺς φόρους τούτους, ἀλλὰ θέλουσιν ὑπαχθῆ εἰς τὴν φορολογίαν, ἥτις ἐκράτει πρὸ τοῦ νόμου ἐκείνου. Καὶ δὲν εἶναι ἡ διάταξις αὕτη, κατ’ ἐμέ, ἀντιβαίνουσα μόνον εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, ἀλλὰ θέλει παραβλάψει τὰ μάλα καὶ τὴν πώλησιν τῶν σταφίδων, διότι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἠγόρασαν σταφίδα καὶ ἐξήγαγον αὐτὴν μετὰ τὴν 22 Δεκεμβρίου 1892, ὑπεβλήθησαν εἰς δαπάνην μεγαλειτέραν ἐκείνης, εἰς ἣν θέλουσιν ὑποβληθῆ ὅσοι ἀγοράσωσι σταφίδα καὶ ἐξαγάγωσιν αὐτὴν μετὰ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ νόμου. Ἐπειδὴ δὲ οὕτως ἡ σταφὶς θέλει ἔχει ἀξίαν ὀλιγωτέραν, θέλει συμβῆ, πλὴν τῶν ἄλλων αἰτιῶν τῆς ὑποτιμήσεως τῆς σταφίδος ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς καταναλώσεως, τῶν αἰτιῶν ἐκ τοῦ γενικοῦ ἐμπορίου, ἐκ τῶν νομισματικῶν ἀνωμαλιῶν, ἐκ τοῦ κλονισμοῦ τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, αἵτινες ἐπήνεγκον τὴν ὑποτίμησιν τοῦ προϊόντος, θέλει συμβῆ νὰ προστεθῇ καὶ ἄλλη αἰτία, ἐνισχύουσα τὴν περαιτέρω ὑποτίμησιν αὐτῆς. Διὰ τοῦτο ἐγὼ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ψηφοφορήσω κατὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ νόμος τῆς 22 Δεκεμβρίου φαίνεται, μετὰ τὴν ἀνοχὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅτι εἶναι ἄκυρος, ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐπανέρχονται αἱ φορολογικαὶ διατάξεις αἱ πρὸ τοῦ νόμου τούτου. Μ’ ὅλα ταῦτα κρίνω, ὅτι δύναται νὰ ψηφοφορηθῇ τὸ δεύτερον ἄρθρον, τροποποιούμενον ὡς ἑξῆς καὶ γινόμενον μοναδικὸν ἄρθρον τοῦ νόμου (ἀναγινώσκει): «Τὰ πρὸ τῆς 30 Μαΐου 1893 κρατοῦντα ἰσχύουσι καὶ μετ’ αὐτὴν κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ κατὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν ἑξῆς φόρων καὶ δικαιωμάτων: τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος, τῶν σύκων καὶ τῶν κουκουλίων, τοῦ φόρου καὶ τοῦ δικαιώματος ἐπικαρπίας ἐπὶ τῶν βαλανιδίων καὶ κηκιδίων, τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος καὶ τῶν τελῶν ἐπὶ τῶν μερισμάτων τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, τῶν τελῶν ἐπὶ τῶν διὰ τὸ ἐξωτερικὸν ἐκδιδομένων εἰσιτηρίων ἀτμοπλοίων, τοῦ φόρου καὶ τῶν δικαιωμάτων ἐπὶ τῶν μεταλλείων καὶ ὀρυχείων, τοῦ δικαιώματος ἐπὶ τῆς προσόδου τῶν σκωριῶν τοῦ Λαυρίου, τῶν τριῶν πέμπτων τοῦ ἐξαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῆς σταφίδος καὶ τοῦ ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου.» Συμπεραίνω λοιπὸν, ὅτι προτείνω τὴν ἀπάλειψιν τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, προτείνω δὲ τὴν τροποποίησιν τοῦ ἑτέρου ἄρθρου, κατὰ τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον ἀνέγνων πρὸ μικροῦ.

§99ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ψηφοφορήσασα τὴν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Αἰγιαλείας ὑποβληθεῖσαν πρότασιν, οὐδόλως κατήργησε δι’ αὐτῆς τὸν νόμον τῆς 22 Δεκεμβρίου 1892· ἐξέφερε μόνον ψῆφον ἐμπιστοσύνης, καὶ ἐπὶ τοιαύτης τινὸς ψήφου οὐδὲ τὸ ἕτερον τμῆμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐκαλεῖτο, ὅπως ἀποφανθῇ· διότι ἡ ψῆφος ἐμπιστοσύνης, ἐκφερομένη παρὰ τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς κυρώσεως τοῦ Στέμματος· ἡ Βουλὴ ἐνασκεῖ ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ τὰ δικαιώματά της καὶ δύναται νὰ ἀπονέμῃ τὴν ἐμπιστοσύνην της καὶ δύναται νὰ στερῇ αὐτῆς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν, ὡς ἐνασκεῖ ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ τὰ δικαιώματα ταῦτα καὶ τὸ Στέμμα. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ δικαιολογήσωμεν τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου τῆς 22 Δεκεμβρίου 1892 ἐκ τῆς ψήφου ἐκείνης τῆς Βουλῆς, ἥτις ἢ ἐμφαίνει ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἢ ἐμφαίνει ἄφεσιν, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν, καθόσον ὁ Βουλευτὴς δὲν ἔχει νὰ δώσῃ λόγον, εἰμὴ πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς του. Ἀλλὰ ὡς βάσιν ἀκριβῶς τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἔθηκεν ὁ συντάκτης αὐτοῦ τὴν σκέψιν, ὅτι ὁ νόμος τῆς 22 Δεκεμβρίου 1892 δὲν ὑφίσταται, δὲν ὑφίσταται δὲ δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκε κατὰ τὴν συζήτησιν ὁ ὑποβαλὼν αὐτὸν, διότι δῆθεν δὲν ἐδημοσιεύθη, ὡς ὤφειλε, καὶ ὅτι ἡ μὴ δημοσίευσις αὐτοῦ παρὰ τῶν κυρωσάντων τὸν νόμον καὶ παρὰ τῶν λαβόντων τὴν ἐπιταγὴν πρὸς δημοσίευσιν αὐτοῦ ἐπέφερε τὴν ἀκύρωσιν τοῦ νόμου. Ἐπὶ τῆς σκέψεως ταύτης στηρίζεται ὅλον αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον. Τί δὲ πράττει; Ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 καθιεροῖ φόρον διὰ τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ 30 Μαΐου μέχρι 2 Νοεμβρίου, φόρον μὴ ψηφισθέντα καὶ ἐπιβαλλόμενον ἐκ τῶν ὑστέρων. Δὲν ἀντίκειται εἰς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου ἡ διάταξις ἐκείνη, ἀλλὰ ἀντίκειται εἰς τὸ ῥητὸν καὶ ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως γράμμα τοῦ ἄρθρου 59 τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἤθελε νὰ τεθῇ ἐπὶ ἀληθοῦς ἐδάφους, ὤφειλε νὰ προσβάλῃ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, ὄχι ὡς ἀντιτιθέμενον εἰς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, ἀλλ’ ὡς παραβιάζον συνταγματικὴν διάταξιν καὶ ἐντεῦθεν ὡς ἀπαράδεκτον. Ἐνέχει ἀληθῶς τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου καὶ τελείαν ἀνισότητα κατὰ τὴν φορολογίαν, καὶ ἐντεῦθεν προσβάλλει καὶ ἕτερον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον πάντες οἱ Ἕλληνες ἐξ ἴσου συνεισφέρουσιν εἰς τὰ δημόσια βάρη· διότι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸν καρπὸν αὑτῶν ἐξήγαγον κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τὸ μεταξὺ 30 Μαΐου καὶ 2 Νοεμβρίου, ὑπεχρεώθησαν εἰς καταβολὴν φόρου κατὰ τὰ 36% περιπλέον ἐκείνου, ὃν ἤθελον καταβάλει ἐκεῖνοι, οἵτινες ἤθελον ἐξαγάγει τὸ προϊὸν αὑτῶν ἀπὸ τῆς 2 Νοεμβρίου καὶ πέραν. Ἡ ἀνισότης εἶναι τελεία, καὶ ἔπρεπε τοιαύτη νὰ ἐπέλθῃ πρὸς ἐπιστέγασιν τοῦ προφανῶς ἀντισυνταγματικοῦ οἰκοδομήματος τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ ἄρθρον τοῦτο ἦναι ἐντεῦθεν ἀπαράδεκτον καὶ παραβιάζῃ δύο ῥητὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, τὸ 2ον ἄρθρον, ὁπωσδήποτε τροποποιούμενον, οὐδένα ἔχει σκοπὸν, ἀποδεικνύονται δὲ καὶ ὁ συντάξας αὐτὸ καὶ ὁ ζητῶν τὴν τροπολογίαν αὐτοῦ, ὅτι δὲν ἔχουσι πεποίθησιν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθη τὸ ὅλον νομοσχέδιον. Τὸ ὅλον νομοσχέδιον, ὡς εἶπον, ἐστηρίχθη ἐπὶ τῆς προϋποθέσεως, ὅτι ὁ νόμος τῆς 22 Δεκεμβρίου 1892 δὲν ὑφίσταται, ὅτι οὐδέποτε ἴσχυσε, καὶ τὸ ἄρθρον 1 καθιεροῖ τὸν χρόνον τῆς φορολογίας διὰ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ 30 Μαΐου μέχρι 2 Νοεμβρίου. Τί δὲ πράττει τὸ δεύτερον ἄρθρον; Λέγει ὅτι ἰσχύουσι τὰ πρὸ τῆς 30 Μαΐου κρατοῦντα. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ τὸ εἴπητε νομοθετικῶς, ἀφοῦ παραδέχεσθε, ὅτι ὁ νόμος τῆς 22 Δεκεμβρίου 1892 οὐδέποτε ἴσχυσε. Προτείνοντες τοιοῦτόν τι, οὐδὲν ἄλλο πράττετε, εἰμὴ ἀποδεικνύετε, ὅτι δὲν ἐννοεῖτε, ποία ὑπῆρξεν ἡ βάσις τοῦ νομοθετήματος. Διαψεύδετε ἀκριβῶς τὴν βάσιν, διότι νομίζετε, ὅτι, ἀφοῦ ἐκηρύξατε ἄκυρον τὸν νόμον τῆς 22 Δεκεμβρίου, ἔχετε ἀνάγκην νὰ εἴπητε, ὅτι ἰσχύουσι διὰ τὸ διάστημα τὸ ἀπὸ 2 Νοεμβρίου καὶ ἐντεῦθεν οἱ νόμοι οἱ κρατήσαντες πρὸ τῆς 30 Μαΐου. Τί λοιπὸν νομοθετεῖτε διὰ τοῦ ἄρθρου 2, καὶ τίνας τροπολογίας εἰς τὸ ἄρθρον 2 ὑποβάλλετε, καὶ πρὸς τίνα σκοπόν; Ἐὰν δὲ δεχθῆτε, ὅτι ἴσχυσέ ποτε ὁ νόμος τῆς 22 Δεκεμβρίου 1892, καὶ θεωρήσητε ἀναγκαίαν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2, τότε περιπίπτετε εἰς ἕτερον ἄτοπον, εἰς ἑτέραν διάταξιν ἀντισυνταγματικὴν, διότι λέγετε, ὅτι διὰ τὸ διάστημα τὸ ἀπὸ 2 Νοεμβρίου καὶ ἐντεῦθεν ἰσχύουν αἱ πρὸ τῆς 30 Μαΐου διατάξεις. Ἀλλὰ δύνασθε, ἐάν ποτε κατηργήθησαν αἱ διατάξεις αὗται, καὶ τοῦτο ἐμφαίνει τὸ ἄρθρον 2, δύνασθε νὰ κάμητε τὰς διατάξεις τὰς πρὸ τῆς 2 Νοεμβρίου νὰ ἰσχύουν ἀπέναντι τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὁρίζει πῶς ψηφίζονται οἱ νόμοι καὶ πῶς κυροῦνται, ψηφιζόμενοι κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς τρεῖς ἐπανειλημμένας καὶ διαφόρους συνεδριάσεις, καὶ μόνον καθ’ ὅσον ἤθελε πληρωθῆ ὁ τύπος τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος δύνανται νὰ ἰσχύουν τὰ πρὸ 30 Μαΐου κρατοῦντα; Ἢ λοιπὸν δὲν ἴσχυσεν ὁ νόμος πρὸ τῆς 2 Νοεμβρίου, καὶ τότε περιττὸν τὸ ἄρθρον 2, ἢ ἴσχυσε, καὶ τότε δὲν δύνανται νὰ ἐπανέλθουν τὰ πρὶν κρατοῦντα. Αὐτὸ εἶναι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλετε.

§100Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, περὶ τῶν πολιτειακῶν ἐξουσιῶν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐὰν τὰ ὄργανα τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας ὑπόκηνται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, ἥτις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγχῃ τὰς πράξεις αὐτῆς, καὶ νὰ ἐπιτιμᾷ αὐτὴν, ἀλλὰ κεῖνται καὶ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς ἑτέρας ἐξουσίας, διότι ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν νόμων εἰσὶν ὄργανα αὐτῆς. Ἡ ἐξουσία δ’ ἐκείνη ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτηρῇ, ἵνα ἐκτελῶνται οἱ νόμοι, καὶ νὰ καταστέλλῃ πᾶσαν παρανομίαν, συμβαίνουσαν ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἑπομένως δὲν θεωρῶ, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἐπέμβασις τῆς ἑτέρας ἐξουσίας εἰς τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς, ἐὰν, ὅταν οἱ Ὑπουργοὶ δι’ ἐγκυκλίων παραβαίνωσι τοὺς νόμους καὶ διατάττωσι τὰς ἀρχὰς νὰ μὴ ἐκτελῶσιν αὐτοὺς, εὑρίσκηται δὲ πλειοψηφία ἐν τῇ Βουλῇ, ἥτις ἐπιδοκιμάζει τοιαύτην πρᾶξιν, ἡ ἐξουσία αὕτη κατέστελλε πράξεις τόσῳ ἀτόπους. Οὐδὲ κρίνω, ὅτι ἤθελεν ἐπέμβῃ· διότι ἄλλως δὲν θὰ ὑπῆρχε δικαίωμα ἐλέγχου καὶ ἐπιτηρήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἐθεώρησα τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα ὡς ἐνδεικνύοντα ἀνοχὴν, καὶ ὡς δηλοῦντα ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν ἐνέκρινε νὰ ἐκφράσῃ ἄλλην γνώμην, πλὴν ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐτέθη εἰς ἐφαρμογήν. Δὲν ἔχω ὡσαύτως τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ ἐπὶ τοῦ ἄλλου ζητήματος, τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ· καὶ δὲν εἶναι αὐθαίρετος ἡ γνώμη μου, διότι ἀκολουθῶ τὴν γνώμην ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν ἐπιστημονικὴν φήμην καὶ μέγα κῦρος ἐν τῷ κοινοβουλευτικῷ βίῳ. Ὅταν ἐπροτάθη τὸ ζήτημα τοῦ ἀπαραδέκτου (question preatable), ἕνεκα λόγου συνταγματικοῦ, ἐν τῇ Βουλῇ τῆς Γαλλίας, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος διαρκῶς καὶ μονίμως προήδρευεν αὐτῆς, ὁ κ. Dupin, ἀπηύθυνε πρὸς τὸν ἐπερωτῶντα τὴν παρατήρησιν, ὅτι συνταγματικὰ ζητήματα δὲν τίθενται ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καθαρὰ ἀντίθεσις, παράβασις τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος, δὲν πρέπει δὲ νὰ συνάγηται διὰ συλλογισμῶν τὸ ἀντισυνταγματικὸν, διότι — παρετήρησεν ὁ κ. Dupin — τὰ συνταγματικὰ ζητήματα, ἤτοι τὰ τοῦ ἀπαραδέκτου, εἰσὶ πολὺ ἀκροσφαλῆ, καὶ πρέπει μετὰ μεγάλης προσοχῆς νὰ διαχειρίζωνται αὐτὰ καὶ οἱ προτείνοντες καὶ αἱ Βουλαί. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου ἀντιβαίνει εἰς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, ὡς εἶπον, διότι, ἐὰν ὑπῆρξαν σχέσεις ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐκρίθη ὡς ἄκυρος, ἐναντίον τῆς γνώμης μου, — διότι ἐγὼ δὲν τὸν ἐθεώρουν ἄκυρον, — τὰς σχέσεις ταύτας ἁρμόδια εἶναι νὰ κανονίζωσι τὰ δικαστήρια, οὐδὲν δὲ καθῆκον εἶχεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἀναμιχθῇ εἰς αὐτάς. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινα ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου, ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἐλησμόνησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ἂν καὶ νομίζω ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ διάταξις, ἐν τούτοις, πρὸς ἀποφυγὴν πάσης ἀπορίας, δὲν ἀποστέργω ἵνα συνταχθῇ τὸ ἄρθρον οὕτω, ὅπως καταδηλωθῇ, ὅτι ἀπὸ τῆς 30 Μαΐου 1893 οὐδεμία ἄλλη σχέσις νέα ὑπῆρξεν, εἰμὴ μόνον ἐκείνη, τὴν ὁποίαν οἱ πρὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης νόμοι ἐκανόνισαν, καὶ ἑπομένως τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον διατάττει, ὅτι ἀπὸ τῆς 30 Μαΐου καὶ ἐντεῦθεν πρέπει νὰ ἐφαρμόζωνται τὰ πρὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης κρατοῦντα, ἔχει καλῶς.

§101ΡΑΛΛΗΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἀντελήφθην, ὅτι ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου συνέπεσεν ἡ γνώμη μου μετὰ τῆς γνώμης τοῦ κ. Βουλευτοῦ Γόρτυνος, διότι οὐδόλως ἤκουσα, ὅτι ἐθεώρει τὴν διάταξιν αὐτὴν, ὅπως τὴν θεωρῶ ἐγώ, ἀντισυνταγματικήν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς δευτερεῦον, οὐδεμίαν ἐνέχει σημασίαν, διότι νομοθετοῦντες τὸ ἄρθρον 2 καὶ ὅπως τὸ προτείνει ὁ κ. Βουλευτὴς Γόρτυνος, νομοθετοῦμεν περιττά. Τὰ δύο ὅμως ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐντελῶς διαφέρουσιν αἱ γνῶμαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ Γόρτυνος πρὸς τὰς ἡμετέρας, ἔχουσι τῳόντι σπουδαίαν σημασίαν, καὶ ἀποδίδω εἰς αὐτὰ τοιαύτην, διότι πρόκειται νὰ ἴδωμεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὑπὸ τίνας ὅρους καὶ ὑπὸ τίνας κανόνας πρέπει νὰ λειτουργήσῃ τὸ ἕτερον τμῆμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐὰν ἐλαφρῶς ἀληθῶς ἐτέθη τὸ ζήτημα τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς τὸ τμῆμα τοῦτο τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, εἰς τὴν Βουλήν, ἀναγνωρίζομεν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ χορηγῇ ἐμπιστοσύνην, ἀλλ’ εἰς τὸ ἕτερον τμῆμα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἐκ τοῦ ὅτι ἔχει τὴν ἐποπτείαν καὶ ἐκείνης καὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἐκφράζῃ ἐμπιστοσύνην· θέλει, ἡ ἐξουσία ἐκείνη, τὸ ἕτερον τμῆμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, εἰς τὸ ὁποῖον συγκεντροῦται καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, νὰ ἦναι ὁ αὐστηρὸς καὶ ἀκοίμητος ἐπόπτης τῶν νόμων. Δὲν δύναται νὰ κρίνῃ ἡ ἐξουσία ἐκείνη ἢ τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅτι νόμος ἐπιβλαβὴς δύναται νὰ παροραθῇ, καὶ λόγῳ τοῦ ὅτι παρεβλέφθη νὰ ζητηθῇ ἄφεσις. Τοιαύτην θεωρίαν ἐγὼ βεβαίως δὲν ἀποδέχομαι, καὶ μήτε ὑπάρχει τις ἐνταῦθα, ἐκτὸς τοῦ κ. Βουλευτοῦ Γόρτυνος, ἀποδεχόμενος αὐτήν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐνέπεσεν εἰς τὸ χονδροειδὲς σφάλμα τοῦ νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν ἔκφρασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης ὡς καταργοῦσαν νόμον, ἔπρεπεν ἀναγκαίως, κατὰ τὸ λόγιον «ἑνὸς ἀτόπου δοθέντος μυρία ἕπονται», νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἕτερον σφάλμα, νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ εἰς τὸ ἕτερον τμῆμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζει εἰς τὸ πρῶτον τμῆμα. Εἶναι τόσον ἕωλος ἡ θεωρία του, καὶ τόσον προσπίπτει εἰς τὴν ἀντίληψιν παντὸς τὸ ἐντελῶς ἐσφαλμένον αὐτῆς, ὥστε εἶναι περιττὸν νὰ ἐπιμείνω. Ἔρχομαι δὲ εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον θεωρῶ κεφαλαιῶδες, εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ. Ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος τὴν θεωρίαν καὶ τὴν γνώμην δὲν γνωρίζω τίνος Γάλλου, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλήν, καὶ κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ ζήτημα τὸ ἀντισυνταγματικὸν, la question preatable, ὡς εἶπε, πρέπει νὰ ἐκτιμᾶται μετὰ πάσης σοβαρότητος καὶ πάσης σπουδαιότητος, καὶ νὰ μὴ τίθηται ἢ μόνον ὅταν τὸ ζήτημα τοῦ ἀπαραδέκτου προσπίπτῃ εἰς τὴν ἀντίληψιν παντός. Ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἐὰν, ὅπως ἐτέθη τὸ ζήτημα τὸ ἀντισυνταγματικὸν, δὲν προσπίπτῃ εἰς τὴν ἀντίληψιν παντὸς ἑτέρου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐκτὸς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, πῶς δύναται νὰ ἑρμηνεύσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 59 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται οὐδ’ εἰσπράττεται, ἐὰν προηγουμένως δὲν ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Ὁ νόμος τῆς 22 Δεκεμβρίου κατηργήθη· ὡς δεδομένον ἔχον τὸ νομοσχέδιον, ὅτι κατηργήθη ὁ νόμος οὗτος, νομοθετεῖ ἐπὶ τοῦ παρελθόντος· νομοθετοῦν δ’ ἐπὶ τοῦ παρελθόντος, παραβαίνει τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 59 τοῦ Συντάγματος, ναὶ ἢ ὄχι; Ἀλλ’ ἐὰν διὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ἡ ἀντισυνταγματικότης δὲν εἶναι προφανὴς, δὲν ἐπιμένω.

§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὁμιλεῖ περὶ ἀντιλήψεως, μοὶ φαίνεται δ’ ὅτι εἶναι ἄξιος τῆς ἀφέσεώς μου· ἀνεκήρυξε μάλιστα ὡς χονδροειδὲς σφάλμα τὸ ὅτι ἐπεκαλέσθην ἐγὼ, ὡς εἶπε, Γάλλον τινὰ, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα βεβαίως δὲν ἔμαθεν ἀκόμη, οὔτε ἀνέγνωσεν οὔτε ἤκουσεν, ἂν καὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ εἶναι τόσον γνωστὸν, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται εἰς οὐδένα, ἀξιοῦντα ὅτι εἶναι ἀνὴρ κοινοβουλευτικὸς, νὰ τὸ ἀγνοῇ. Ἐκπλήσσομαι δὲ, πῶς ἀγνοεῖ τὸ ὄνομα τοῦ Dupin, ὁ ὁποῖος ἐπὶ δεκαετίαν καὶ πλέον προήδρευε τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον μοὶ φαίνεται παράξενον καὶ πρέπει νὰ παρατηρήσω, εἶναι, ὅτι κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὡς αἱ πλειοψηφίαι χαρίζονται εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι σπάνιον φαινόμενον καὶ εἶναι ἐλάττωμα τοῦ πολιτεύματος, μικρότερον βεβαίως ἀπὸ τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἄλλα πολιτεύματα, νομίζει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι καὶ οἱ ἡγεμόνες χαρίζονται εἰς τὰ Ὑπουργεῖα καὶ ἀνέχονται αὐτά. Τὴν γνώμην ταύτην βεβαίως ἐγὼ δὲν ἔχω, καὶ ἀφίνω νὰ ἔχῃ αὐτὴν ὁ κ. Βουλευτής.

§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Γορτυνίας προετάθη ἡ ἀπάλειψις τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου.

§104ΡΑΛΛΗΣ. Ἡμεῖς προεβάλομεν τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ ἄρθρου, καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον ζητοῦμεν τὴν ἀπάλειψιν, καὶ παρακαλοῦμεν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τούτου δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§105ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Συμφωνοῦμεν πάντες, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ 1ον ἄρθρον.

§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως δι’ ἄλλον ὅμως λόγον οἱ μὲν, δι’ ἄλλον οἱ δέ.

§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 1 λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Χατζηπέτρου καὶ Καλαμπάκα, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Μιλτ. Δάλλας Μιχ. Φωτιάδης Ο
Ἀνδ. Παναγιωτόπουλος ΝΓεώρ. Λιδωρίκης Ο
Ἰω. Μεσσηνέζης Κων. Ἀναγνωστόπουλος
Σπυρ. Μαρκέλλος ΟΓεώρ. Λύρας Ο
Ἀρ. Ἀργυρόπουλος Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ν
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Σταμάτ. Μήτσας Ο
Λεων. Καρυστινάκης ΟΔημ. Βουλπιώτης
Δημ. Καΐρης Κων. Ζῶτος Ο
Μιχ. Κωτσάκος ΟἨλ. Μπλατσῆς
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΝΔ. Γρανίτσας
Ἠλ. Κανελλόπουλος Διον. Στεφάνου Ο
Γεώρ. Παχὺς Κων. Ἄργασ. Λομβάρδος Ο
Μιχ. Π. Λάμπρος ΟΔιον. Ζήβας Πλακᾶς Ο
Κων. Καραπάνος Γεώργιος Κανδ. Ρώμας Ο
Κων. Σταυρόπουλος Γεώρ. Κρεστενίτης
Ἀλέξ. Σκουζές Χρ. Στεφανόπουλος
Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Ἀνδρ. Στεφανόπουλος
Ἀλέξ. Ψύλλας Διον. Παυλόπουλος Ο
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟἈνδρ. Σπηλιάδης Ο
Ἀλέξ. Ρετσίνας ΟἌγγ. Πετραλιάς
Δημ. Ράλλης ΝἘπαμ. Δημητρίου
Α. Ζυγομαλᾶς ΝΣτέφ. Σκουλούδης Ο
Ὄθων Μακρυγιάννης ΟΝικ. Νομικός
Συμ. Ζαχαρίτσας ΟΘωμᾶς Μαρκεζίνης Ο
Μιλ. Ὀριγώνης ΝΝικήτας Συνοδινός
Κωνστ. Βαλτινός ΟΒαρβαῤῥῆγος Πήλικας Ο
Ὀδυσ. Μοσχοβίτης ΟἈλέξ. Φωτήλας Ο
Γεώρ. Καρτάλης ΟΚων. Σταμπουλόπουλος
Ἀργ. Κανταρτζῆς ΟΛεων. Πετιμεζᾶς Ν
Νικ. Κοκωσλῆς ΟὈδυσ. Λαμπρόπουλος Ο
Νικ. Ἀξελός Γιαννούσης Τάκης
Νικ. Παῤῥησιάδης Πρ. Καλαμπάκας Ο
Ἰω. Γρίβας ΝἈντ. Π. Μαυρομιχάλης Ο
Ἐπ. Μαυρομμάτης ΟΠερ. Πεῤῥωτῆς Ο
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΚων. Φλέσσας Ν
Νικ. Σπυρακόπουλος ΟἸωάννης Καζαμπάκας
Θεμ. Κορομάντζος ΝΚων. Ζωγλοπίτης
Περ. Ἀλεξάκης Παν. Κουκορῖκος
Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΝΓεώρ. Φραγκίδης Ο
Κωνστ. Κοσσονάκος Δημ. Τερτίπης Ο
Ἀριστ. Πετροπουλάκης ΟἈθαν. Κωστάμης Ο
Ἀριστ. Χατζηνικολῆς ΝἈλέξ. Ἀντωνόπουλος Ο
Νικ. Μπαλάφας Ἡλίας Ποταμιάνος
Νικ. Παπανικολάου ΟἈριστ. Ρούκης Ο
Παν. Λεβέντης Σπ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν
Βαπτιστὴς Βάστας ΟΓιαννοῦκος ΜαυρομιχάληςΝ
Γεώρ. Θεοτόκης ΟΞανθὸς Πικουλάκης
Ἀλκίνοος Ζερβὸς ΟἈσημ. Χριστόπουλος Ν
Ἡλίας Πολίτης ΟΝικ. Παπαλέξης Ο
Γουλιέλμος Σκάρπας ΟΠαν. Λαμπρούλιας
Νικ. Μαρκέτης ΟΕὐάγγ. Ἀρδαβάνης Ο
Σπυρ. Λάσκαρης ΟἸω. Τυπάλδος Χαριτᾶτος Ο
Κων. Θ. Ρωμαῖος ΟΣπ. Μακρῆς Ο
Κων. Χριστόπουλος Ἀνάρ. Σιμόπουλος
Σωτ. Κροκιδᾶς ΝΕὐστ. Παπαδάκης Ο
Σπυρ. Νοταρᾶς Πανουργ. Πανουργιᾶς Ο
Ἀναστ. Δημητριάδης ΟΘάνος Κανακάρης Ν
Γεώρ. Κούστας Ἀχ. Χοϊδᾶς
Ἰω. Τσιμάρας ΟἈντ. Ρικάκης
Γερ. Μουσούρης ΟἸω. Τσερτίδης Ν
Α. Ἄννινος Καβαλιεράτος Νικ. Κουμανιώτης Ν
Θεόφραστος Μεταξᾶς ΟἌγγ. Ροῦφος Ν
Διον. Καλούτσης ΝΝικ. Καράπαυλος Ο
Σπυρ. Στάης ΟΠαν. Σάκκης Ν
Μιχ. Πολίτης ΟΣπ. Γρίβας
Θεόδ. Θερμογιάννης Ἰω. Βρυώνης Ν
Ἰω. Καλούτσης ΟΠ. Ἄννινος Καβαλιεράτος
Στέφ. Κοπανίτσας Ἰω. Γεωργιάδης Ο
Κωνστ. Σαλταφέρος Γεώρ. Ν. Μπούμπουλης Ο
Πέτρ. Βαρβιτσιώτης ΟΓεώρ. Π. Μπούμπουλης Ο
Μελέτ. Ρουσόπουλος Ἀλέξ. Γ. Σοῦτσος Ο
Δημοσθ. Ματάλας Ἀνδρ. Συγγρὸς
Νικ. Καραστέργιος Δημ. Βοκοτόπουλος
Ἀργ. Διδίκας ΟΜ. Μπογιατζόγλους Ο
Ἐδὶπ–Σερὲφ–Χασὶπ Ἰω. Γκιὼν Ο
Ἰω. Λάππας ΝΝικ. Φώσκολος ὁ
Νικ. Μπουφίδης ΟΣωτ. Χατζηγάκης
Περ. Βαλαωρίτης ΟΚωνστ. Χατζηπέτρος Ν
Γερ. Σέρβος Χρ. Μπλετσάκης
Κωνστ. Χαλκιόπουλος ΟΓ. Κανούτας Ο
Ἀθαν. Εὐταξίας ΝΕὐστ. Κοκκέβης Ν
Κων. Κωνσταντόπουλος Δημ. Παπατσώρης Ο
Παν. Μανέτας Χρ. Καραβίτης Ο
Ν. Τριανταφυλλάκος ΝΔιον. Κατρίτσης Ο
Ἡλ. Ζέγγελης ΟἈνδρ. Σκαλτσᾶς Ο
Φίλ. Βάρβογλης Ἀριστ. Μάνεσης
Ἀθαν. Σακελλαριάδης ΝΒασ. Δροσινὸς Ν
Λεων. Ζέρβας ΟΝικ. Βαλάσης Ο
Στέφ. Δραγούμης ΟἘμμ. Δημητριάδης
Νικ. Φιλάρετος Κωνστ. Σαχτούρης
Χαρ. Τρικούπης ΟἘπαμ. Κριεζῆς
Ἰω. Τρικούπης ΟΝικ. Τσαμαδὸς Ο
Παν. Μερλόπουλος ΝΒησαρ. Χατζηαγγελάκης Ο
Ἀλκ. Δεληγιάννης ΟΝικ. Ζητουνιάτης Ο
Ἀντ. Καρατζᾶς ΟΔημ. Ζουλούμης
Ἀθαν. Παπαχελάς Νικ. Χατζῖσκος Ν
Χαρίλ. Προβελέγγιος Κωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ο
Ἀντ. Μάτσας ΟΔημ. Κρίτσας Ο
Λορέντζος Δελλαρόκας Ἡρ. Γαζέπης
Ἰω. Ναυπλιώτης ΟΒ. Βουδούρης Ο
Στυλ. Βάλληνδας ΝΝικ. Καλογερόπουλος Ο
Ἰω. Ἴντζες Θεμ. Α. Κανάρης Ο
Γεώργ. Σιμάνης Κων. Παπανικολῆς
Νικ. Καλαντζόπουλος Ο

§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 132. Ἡ πρότασις περὶ ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 98 κατὰ 34. Ἐπὶ τοῦ 1 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Ἄρτης κ. Καραπάνου ἔχουσα ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἀπὸ τῆς 30 Μαΐου 1893 μέχρι τῆς 1 Νοεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους, συμπεριλαμβανομένης, εἰσπρακτέον χρηματικὸν ποσὸν, καθ’ ὑπέρβασιν τῶν πρὸ τῆς 30 Μαΐου 1893 κρατούντων, ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος, τῶν σύκων καὶ τῶν κουκουλίων, ἐκ τοῦ φόρου καὶ τοῦ δικαιώματος ἐπικαρπίας ἐπὶ τῶν βαλανιδίων καὶ κηκιδίων, ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος καὶ τῶν τελῶν ἐπὶ τῶν μερισμάτων τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, ἐκ τῶν τελῶν ἐπὶ τῶν διὰ τὸ ἐξωτερικὸν ἐκδιδομένων εἰσιτηρίων τῶν ἀτμοπλοίων, ἐκ τοῦ φόρου καὶ τῶν δικαιωμάτων ἐπὶ τῶν μεταλλείων καὶ ὀρυχείων, ἐκ τοῦ δικαιώματος ἐπὶ τῆς προσόδου τῶν σκωριῶν τοῦ Λαυρίου καὶ ἐκ τῶν τριῶν πέμπτων τοῦ ἐξαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῆς σταφίδος καὶ τοῦ ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου, θέλει χρησιμοποιηθῆ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν σταφιδοπαραγωγῶν καὶ τῶν λοιπῶν παραγωγῶν τῶν ἐξαχθέντων προϊόντων. «Δι’ εἰδικοῦ νόμου θέλει κανονισθῆ ὁ τρόπος τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ παρὰ τοῦ Δημοσίου εἰσπραχθέντος τούτου ποσοῦ.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ἔχουσα ὡς ἀκολούθως (ἀναγινώσκει): «Τὰ πρὸ τῆς 30 Μαΐου 1893 κρατοῦντα ἰσχύουσι καὶ μετ’ αὐτὴν κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ κατὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν ἑξῆς φόρων καὶ δικαιωμάτων: τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος, τῶν σύκων καὶ τῶν κουκουλίων, τοῦ φόρου καὶ τοῦ δικαιώματος ἐπικαρπίας ἐπὶ τῶν βαλανιδίων καὶ κηκιδίων, τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος καὶ τῶν τελῶν ἐπὶ τῶν μερισμάτων τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, τῶν τελῶν ἐπὶ τῶν διὰ τὸ ἐξωτερικὸν ἐκδιδομένων εἰσιτηρίων ἀτμοπλοίων, τοῦ φόρου καὶ τῶν δικαιωμάτων ἐπὶ τῶν μεταλλείων καὶ ὀρυχείων, τοῦ δικαιώματος ἐπὶ τῆς προσόδου τῶν σκωριῶν τοῦ Λαυρίου, τῶν τριῶν πέμπτων τοῦ ἐξαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῆς σταφίδος καὶ τοῦ ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 2 μετὰ τὸ μεσονύκτιον.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 26
2Τῆς 2 Δεκεμβρίου 1893.
3(Πέμπτη).
4Ὥρα 5 καὶ 40′ μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπι-
6κυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνε-
7δριάσεως).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς μοὶ ἐπεδόθη ἀναφορὰ τῶν ἐνταῦθα
9σοσιαλιστῶν, αἰτούντων τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν ἐν
10Ἑλλάδι ἐργατῶν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, πληροφορῶ
11τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λοκρίδος, ὅτι ὁ ἀτακτήσας χθὲς ἐν τῷ
12θεωρείῳ εἶχεν εἰσιτήριον δημοσιογράφου, διότι εἶναι ἐκδό-
13της τῆς ἐφημερίδος «Σοσιαλιστοῦ», ἀλλὰ τῇ διαταγῇ μου
14συνελήφθη καὶ ἐστάλη ἀμέσως εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, κατόπιν
15δὲ τὸν κατήγγειλα εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν.
16§2ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν δύναμαι ἢ νὰ
17ἐπιδοκιμάσω τὴν ἐνέργειαν τοῦ Προεδρείου· δὲν βλέπω ὅμως
18τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἀναγινώσκεται ἡ ἀναφορά.
19§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνωσθῇ;
20§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Περιττόν.
21§5ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν πολίτευμα, ὑπὸ τὸ
22ὁποῖον κυβερνώμεθα· λοιπὸν δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἀναφορῶν
23σοσιαλιστικῶν.
24§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ εἶναι εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ
25ὅστις ἐπιθυμεῖ δύναται νὰ τὴν ἀναγνώσῃ· διαβεβαιῶ ὅμως
26τὴν Βουλήν, ὅτι οὐδὲν τὸ σπουδαῖον περιέχει.
27§7ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ Προεδρεῖον βεβαίως
28καλῶς ἔπραξε, διατάξαν νὰ ἀπομακρυνθῇ εἷς ἀκροατής,
29ὅστις ἠτάκτησεν ἐν τοῖς θεωρείοις. Ὁ νέος αὐτὸς, καθ’ ὅλα
30τὰ ἄλλα ἀξιότιμος, υἱὸς ἀγωνιστοῦ ἐκ τῆς ἡρωικῆς Κρή-
31της, ἔχει ἐμπνευσθῆ ἐνθουσιωδῶς ἀπὸ ἰδέας, αἱ ὁποῖαι κρα-
32τοῦσιν εἰς ἄλλα μέρη τῆς Εὐρώπης, αἵτινες ὅμως ἐν Ἑλ-
33λάδι ἀκόμη δὲν ἀνεπτύχθησαν, διότι δὲν ὑπάρχουσιν αἱ
34ἀφορμαὶ ἐκεῖναι, αἵτινες προκαλοῦσιν ἐκεῖ τὰς τοιαύτας
35ἰδέας. Τινὲς ἐκ τῶν ἰδεῶν αὐτοῦ εἶναι ἀξιέπαινοι, ἀπόδει-
36ξις δὲ τούτου εἶναι, ὅτι καὶ εἷς αὐτοκράτωρ τῆς Εὐρώπης
37πανίσχυρος, ὁ τῆς Γερμανίας, ἀνέλαβε τὴν ὑποστήριξιν
38αὐτῶν ἐν τῷ Κράτει του αὐτοπροσώπως. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ
39ὁποῖον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κάμω γνωστὸν εἰς τὸν κ. ἐπὶ
40τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, εἶναι, ὅτι ὁ νέος αὐτὸς ἀτυ-
41χῶς ἐκακοποιήθη βαναύσως παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξου-
42σίας καὶ παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνέλαβον καὶ μετήγαγον
43αὐτὸν εἰς τὴν ἀστυνομίαν. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι
44ὀρθὸν, οὐδὲ νόμιμον, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ· ἠδύνατο ὁ
45νέος ἐκεῖνος νὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, ἠδύνατο νὰ
46σταλῇ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ἀλλ’ αἱ βιαιοπραγίαι δὲν ἔπρεπε
47νὰ γείνωσι, γενόμεναι δὲ, εἶναι ἀξιοτιμώρητοι.
48Τὰ αἰτήματα τῆς ἀναφορᾶς, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνον-
49ται ἐν ἀποφάσει συνεδρίου σοσιαλιστῶν, συνελθόντος ἐνταῦθα
50κατὰ μῆνα Μάϊον, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε, μὴ ἀξιοκατάκριτα
51κατ’ ἀρχὴν, δὲν δύνανται νὰ προκαλέσωσι μεγάλην συζή-
52τησιν ἐν Ἑλλάδι.
53Ὡς πρὸς τὸ τῆς ὀκταώρου ἐργασίας, οἱ ἐργάται εἰς τὰ
54πλεῖστα μέρη τῆς Ἑλλάδος, ἔνθα ἀθρόοι ἐργάζονται ἐπὶ
55ἡμερομισθίῳ, ὡς ἐν τοῖς μεταλλείοις τοῦ Λαυρίου καὶ ἀλ-
56λαχοῦ, ἔχουσι τὴν ὀκτάωρον ἐργασίαν ὡς κανόνα. Τὸ περὶ
57τῆς ἀργίας τῆς Κυριακῆς εἶναι χριστιανικὸν καθῆκον καὶ
58ἀνθρωπίνη ἀνάγκη, πάντες δ’ ὅσοι δύνανται βεβαίως θὰ
59ἦτο καλὸν νὰ τηρῶσι ταύτην, ἰδίως οἱ τῶν ἐμπορικῶν κατα-
60στημάτων. Ἐν Εὐρώπῃ δὲν ὑπάρχει πανταχοῦ ἡ τῆς Κυ-
61ριακῆς ἀργία, καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖται ἐκεῖ, ἀλλ’ ἐν Ἑλ-
62λάδι ὑπάρχει· ἐκτὸς ὅμως ταύτης τῆς ἀναγκαιοτάτης καὶ
63σεβαστῆς, ἔχομεν καὶ πάρα πολλοὺς ἁγίους, κατὰ τὰς
64ἑορτὰς τῶν ὁποίων ἀργοῦμεν, πρὸς ζημίαν οἰκονομικὴν τοῦ
65τόπου καὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἀτυχῶν ἐργατῶν. Καὶ πρέπει
66μὲν νὰ τιμῶμεν τὴν μνήμην τῶν ἁγίων, καθόσον πολλὰ
67ὀφείλει ἡ θρησκεία εἰς αὐτοὺς, ἀλλὰ ἡ λατρεία θὰ ἦναι
68μᾶλλον θεάρεστος, ἐὰν ἐν κατανύξει ἐργαζώμεθα νὰ βελτιώ-
69σωμεν τὴν τύχην τῶν τέκνων μας, παρὰ ἐὰν κραιπαλῶμεν,
70ἐν οἰνοπωλείοις λατρεύοντες τὸν ἀρχαῖον θεόν.
71Ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν ὑπὲρ τῶν γερόντων καὶ τῶν ἀνι-
72κάνων καταστάντων ἐν τῇ ἐργασίᾳ ἐργατῶν, ἀτυχῶς τὰ
73οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εὑρίσκονται νῦν εἰς τοιοῦτον ση-
74μεῖον, ὥστε νὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ περιορίσωμεν καὶ
75αὐτὰς τὰς συντάξεις τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, τῶν
76καλῶν καὶ τιμίων ἐμμίσθων ἐργατῶν τῆς Πολιτείας, οἵτινες
77κατέθεσαν μέρος τῆς περιουσίας αὐτῶν, ὅπως ἔχωσιν αὐτοὶ
78καὶ τὰ τέκνα των μίαν ἀποζημίωσιν ἐν τῷ γήρατι αὐτῶν,
79ἢ πόρον ζωῆς τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας των μετὰ τὸν θά-
80νατον αὐτῶν. Ἑπομένως τὰ προτεινόμενα καλὰ καὶ ἀγαθὰ,
81ἄλλα μὲν ὑπάρχουσιν, ἄλλα δὲ δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶ-
82σιν ἐν Ἑλλάδι, πρόωρος δὲ πᾶσα σοσιαλιστικὴ ἐργασία ἐν
83τῷ τόπῳ, ἐφ’ ὅσον περιορίζεται εἰς τοιαῦτα αἰτήματα.
84Ἀλλὰ καὶ ἄτοποι καὶ ἀξιόποινοί εἰσιν αἱ βιαιοπραγίαι
85κατὰ τοῦ ἀτυχοῦς νέου κ. Καλλέργη, περὶ τοῦ ὁποίου
86παρακαλῶ νὰ λάβῃ μέριμναν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτε-
87ρικῶν, ἀφοῦ ἄλλως τὸ παράπτωμά του δὲν ἦτο καὶ τόσον
88σοβαρόν. Παριστάμενος ὡς δημοσιογράφος, δὲν ἀκούει νὰ
89ἀναγνωσθῇ καὶ ἡ ἀναφορὰ αὐτοῦ καὶ τῶν ὁμοφρόνων του,
90καὶ ἐξ ἀγνοίας ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ τὴν
91προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τούτου. Δὲν ἦτο τὸ γεγονὸς
92ἄξιον τόσης συγκινήσεως. Ἡ ἀπάθεια καὶ ἡ ἀδιαφορία εἴς
93τινας περιστάσεις εἶναι ὁ καλλίτερος σύμβουλος.
94§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν,
95ὅτι ὁ συλληφθεὶς τῇ διαταγῇ μου παρὰ τοῦ κ. φρουράρχου
96τῆς Βουλῆς οὐδόλως ἐκακοποιήθη κατὰ τὴν σύλληψιν αὐ-
97τοῦ. Δὲν γνωρίζω τί ἔλαβε χώραν εἰς τὴν ἀστυνομίαν,
98διότι δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσω· ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸν
99κ. φρούραρχον τῆς Βουλῆς, οὗτος εἶναι τοσοῦτον εὐγενὴς
100καὶ τοσοῦτον ἤπιος τὸν χαρακτῆρα, ὥστε δὲν εἶναι δυνα-
101τὸν οὐδὲ νὰ διανοηθῇ τις, ὅτι ἐκακοποίησεν ἄνθρωπον.
102§9ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ
103ἐπαναλάβωμεν τοὺς εὐγενεῖς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξεφρά-
104σατε ὑπὲρ τοῦ κ. φρουράρχου· ὁμολογῶ ὅτι ὁ νέος φρού-
105ραρχος εἶναι καθ’ ὅλα ἄξιος καὶ εὐγενὴς, καὶ ἡ συμπερι-
106φορὰ αὐτοῦ πρέπουσα· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ κ.
107φρουράρχου. Μὲ ἐπληροφόρησαν ἄνθρωποι ἀξιόπιστοι, ὅτι ὁ
108νέος αὐτὸς, ὁ συντάκτης τοῦ «Σοσιαλιστοῦ» καὶ πρόεδρος
109ἑνὸς συλλόγου σοσιαλιστῶν, ἐκακοποιήθη διὰ κοντακίων
110καὶ δαρμῶν παρανόμως. Ἂς ἐξετάσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
111Ἐσωτερικῶν, καὶ ἂν δὲν ἦναι ἀληθὲς, θὰ χαρῶ μετὰ πάν-
112των ὑμῶν· ἀλλ’ ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ
113ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα πρὸς τιμωρίαν τῶν παρανομησάντων.
114Μὲ τὸ ξύλο δὲν ἐξαλείφεται ὁ σοσιαλισμὸς, ἀλλ’ ἐνδυνα-
115μοῦται· ἡ διὰ τοῦ λόγου πειθὼ μόνη δύναται νὰ χρησι-
116μεύσῃ.
117§10ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
118Θὰ ἐξετάσω περὶ τούτου, διότι μέχρι τοῦδε οὐδεμίαν ἔλαβον
119γνῶσιν. Ἐὰν τὰ παρ’ ὑμῶν καταγγελλόμενα ἦναι ἀληθῆ,
120βεβαιωθῆτε ὅτι θέλουσιν ἐνεργηθῆ τὰ δέοντα.
121§11ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Περὶ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας
122μοί εἶπον, ὅτι οὗτος προσωπικῶς δὲν τὸν ἐκακοποίησεν,
123ἀλλ’ ἁπλῶς τὸν ἐνουθέτησεν, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἐκακο-
124ποιήθη παρὰ ὀργάνων ἀστυνομικῶν.
125§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τις
126τὸν λόγον;
127§13ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ
128μεριμνήσῃ περὶ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου περὶ καταρ-
129γήσεως τοῦ ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματοποιείων φόρου, καθόσον ὁ
130νόμος αὐτὸς ἐθεωρήθη ἀπολύτως ἀναγκαῖος καὶ ὡς πρῶτον
131μέσον πρὸς διακανόνισιν τοῦ ζητήματος τοῦ σταφιδικοῦ, τὸ
132ὁποῖον ἀρκούντως ἀπασχολεῖ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυ-
133βέρνησιν καὶ τὴν κοινωνίαν· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, ἐνῷ πρὸ
134πολλῶν ἡμερῶν ἐψηφίσθη, ὡς γνωρίζετε, εἰσέτι δὲν ἐδημο-
135σιεύθη. Ἡ ἐπίσπευσις τῆς δημοσιεύσεως ὄχι μόνον πληροῖ
136τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ὑπηρετήσῃ, ἀλλὰ καὶ
137πρόκειται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς ἐφαρμογὴν μιᾶς εὐεργετι-
138κῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος περιέλαβεν, ὑπὲρ τῶν
139οἰνοπνευματοποιῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἡ
140αἴτησίς μου καὶ νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ δημοσίευσις.
141§14Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Δημοσιεύεται.
142§15ΡΙΚΑΚΗΣ. Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ
143ὁποῖος ἀπουσιάζει τὴν στιγμὴν ταύτην, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε
144νὰ εἴπω δύο λέξεις, ἵνα σημειωθῶσιν εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ
145λάβῃ γνῶσιν, ἀφοῦ δὲν εἶναι ἤδη παρών. Ἀνέγνων εἰς τὴν
146Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως χθὲς σειρὰν μεταβολῶν ἐν τῷ
147ἀνακριτικῷ προσωπικῷ. Ἡ θέσις τοῦ ἀνακριτοῦ, κύριε
148Πρόεδρε, γνωρίζετε ὅτι εἶναι ἐκ τῶν ὑπηρεσιῶν ἐκείνων, αἱ
149ὁποῖαι κατὰ πρῶτον λόγον ὑπηρετοῦσι τὴν ποινικὴν δι-
150καιοσύνην· εἶναι τὰ ὄργανα τὰ κυριώτερα, τὰ ὁποῖα, ὑπη-
151ρετοῦντα τὴν δικαιοσύνην, ὑπηρετοῦσι καὶ τὴν κοινωνίαν.
152Εἶναι βαρεῖα ἴσως ἡ ὑποχρέωσις εἰς τοὺς κυρίους δικαστάς,
153ἀλλ’ εἶναι καθῆκον, τὸ ὁποῖον ὀφείλουσι νὰ ἐκπληρώσωσιν.
154Ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων ῥητῶς διατάσσει, ὅτι ἡ
155ὑπηρεσία τοῦ ἀνακριτοῦ πρέπει νὰ ᾖναι τοὐλάχιστον ἐνιαυ-
156σία, καὶ μόνον εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους δύνανται ν’ ἀντι-
157κατασταθῶσιν. Ὁ τελευταῖος νόμος, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσα-
158μεν, ἔθεσε περισσοτέρους περιορισμοὺς εἰς τὰς μεταβολὰς
159καὶ μ’ ὅλα ταῦτα παρατηρῶ, — ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ ἔκφρα-
160σις, — ὅτι ἐλήφθη καὶ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ὡς μέσον, ὅπως
161ὑπηρετηθῶσιν ἴσως θελήσεις ἢ ἀπαιτήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν
162συμβιβάζονται μὲ τὸ συμφέρον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης.
163Εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον τὸν Δεκέμβριον μῆνα νὰ
164ἀντικαθίστανται οἱ ἀνακριταὶ, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν εἰς χεῖράς
165των ἤδη τὴν διεξαγωγὴν τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων, καὶ
166τῶν ὁποίων αἱ γνώσεις καθίστανται εἰδικαὶ καὶ ἡ ὑπηρε-
167σία των ἀπαραίτητος. Ὡς γνωρίζετε δὲ, εἰς ἄλλα Κράτη
168ἡ ὑπηρεσία τῶν ἀνακριτῶν εἶναι διαρκὴς καὶ μακρὰ, διο-
169ρίζονται δὲ οἱ ἔχοντες ἐπιστημονικὴν ἱκανότητα καὶ φυσι-
170κὴν εἰδικότητα πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ δυσκόλου τούτου
171καθήκοντος. Ἐὰν οἱ κύριοι Εἰσαγγελεῖς εὑρίσκωσιν εὔκο-
172λον νὰ προτείνωσιν ἑκάστοτε τὴν ἀντικατάστασιν τῶν
173ἀνακριτῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συστήσῃ εἰς
174αὐτοὺς, ὅτι τὸ καθῆκον αὐτῶν καὶ τὸ συμφέρον τῆς ὑπη-
175ρεσίας εἶναι νὰ προστατεύωσι τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, καὶ
176οὐχὶ τὰς ἀξιώσεις εἴτε τῶν δικαστῶν εἴτε ἄλλων προσώ-
177πων, τὰ ὁποῖα ἴσως θέλουσι καὶ εὐχαριστοῦνται εἰς τὴν
178ἀντικατάστασιν ταύτην.
179§16ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διάφοροι κάτοικοι τῆς νήσου
180Σκοπέλου μοὶ ἀπέστειλαν ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλὴν, διὰ
181τῆς ὁποίας παραπονοῦνται, ὅτι πρὸ ἑνὸς ὁλοκλήρου ἔτους
182ἔπαυσε πᾶσα δι’ ἀτμοπλοίων συγκοινωνία τῆς νήσου Σκο-
183πέλου μετὰ τοῦ λοιποῦ βασιλείου. Ἕνεκα δὲ τούτου μυ-
184ρίας ὑφίστανται οἱ ἄνθρωποι ζημίας καὶ στερήσεις καὶ δει-
185νὰ, κατὰ τὴν φράσιν τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς. Ἑπομένως ζη-
186τοῦσι παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐα-
187ρεστηθῇ νὰ λάβῃ ὅσον ἔνεστι τάχιον μέριμναν περὶ τῆς
188διορθώσεως τοῦ ἀτόπου τούτου, τὸ ὁποῖον πράγματι εἶναι
189λίαν ἄδικον, νῆσος κατοικουμένη ἀπὸ 12,000 ψυχὰς, ὅπως
190ἀναφέρουσιν εἰς τὴν ἀναφοράν των, νὰ μὴ ἔχῃ οὐδ’ ἅπαξ
191τοῦ μηνὸς τοὐλάχιστον συγκοινωνίαν δι’ ἀτμοπλοίων. Δὲν
192ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ σπεύσῃ νὰ φροντίσῃ δι’
193ὅλων τῶν μέσων πρὸς θεραπείαν τοῦ ἐκτεθέντος ἀτόπου καὶ
194ἐν γένει πρὸς βελτίωσιν τῆς συγκοινωνίας.
195§17ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπωφελούμενος τῆς ἐπε-
196ρωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, παρα-
197καλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ
198πρόνοιαν διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῶν νήσων τῶν Κυκλάδων.
199Βεβαίως δὲ δὲν λησμονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τὸ Κράτος
200μας εἶναι μᾶλλον νησιωτικὸν, καὶ ὅτι ἑπομένως κατὰ τὸ
201πλεῖστον ἔχει ἀνάγκην ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας. Ἂν
202καὶ πρό τινων ἡμερῶν ἤκουσα ἐνταῦθα λεγόμενον, ὅτι ἡ
203δεκαετὴς πολιτεία τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ συνε-
204τέλεσεν εἰς τὸν ἐκπολιτισμὸν τῆς Ἑλλάδος, ἰδίως δὲ διότι
205συνεπλήρωσε τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, ἀλλὰ βεβαίως,
206προκειμένου περὶ τῶν νήσων, τὰ ληφθέντα μέτρα παρὰ
207τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπεκ-
208ταθῶσι καὶ εἰς αὐτὰς, διότι ἐπρόκειτο περὶ ὁδῶν, αἵτινες
209κατέστησαν ἄχρηστοι καὶ περὶ γραμμῶν τινων σιδηροδρο-
210μικῶν ἀχρήστων ὡς ἐπὶ τὸ πολύ. Δέχομαι ὅτι ὅλα ταῦτα
211ἠδύναντο νὰ ἦναι ἀληθῆ καὶ εὐεργετικά· διὰ τὰς ἀτυχεῖς
212ὅμως νήσους ἐλήφθη, ἐρωτῶ ὑμᾶς, κἀνὲν μέτρον; Ἀγνο-
213εῖτε ὅτι ἀπὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους καὶ πλέον αἱ πλεῖ-
214στοι τῶν νήσων στεροῦνται πάσης ἀτμοπλοϊκῆς συγκοι-
215νωνίας; Θὰ ἀπορῶσι βεβαίως τινὲς τῶν ἀξιοτίμων συνα-
216δέλφων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν εὐτυχίαν νὰ συγκοινωνῶσι
217μετὰ τῶν τόπων των διὰ σιδηροδρόμων καὶ ἁμαξιτῶν
218ὁδῶν, πῶς ἡμεῖς οἱ ἐκ τῶν ἀτυχῶν νήσων τῶν Κυκλάδων
219ὑποβάλλομεν τοιαῦτα παράπονα. Καὶ ὅμως οἱ ἀξιότιμοι
220κύριοι συνάδελφοι μετὰ λύπης βεβαίως θὰ μάθωσιν, ὅτι
221εἶναι πολὺ ἀκριβὲς τὸ ὑποβληθὲν πρὸ μικροῦ παράπονον
222τῶν κατοίκων Σκοπέλου. Ἀλλ’ ἐπίσης εἶναι ἀληθὲς, ὅτι
223καὶ ἡμεῖς οἱ ἐκ τοῦ νομοῦ τῶν Κυκλάδων, οἱ ὁποῖοι ἀπο-
224τελοῦμεν πληθυσμὸν 160,000, στερούμεθα ἐντελῶς πάσης
225συγκοινωνίας, καὶ ἐντεῦθεν ἐπανήλθομεν εἰς τοὺς χρόνους
226τοὺς κατὰ τὴν ἔξωσιν τοῦ μακαρίτου Ὄθωνος, καθ’ ἣν
227ἐποχὴν μόνον μετὰ 4 μῆνας ἀπὸ τὴν Μασσαλίαν προερ-
228χόμενον προσήγγισεν ἱστιοφόρον εἴς τινα τῶν νήσων, τὴν
229Φολέγανδρον, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἔμαθον ἐκεῖ τὴν Βασιλικὴν
230μεταβολὴν, ἀλλὰ βεβαίως καὶ σήμερον μετὰ παρέλευσιν
231πολλῶν μηνῶν θὰ μάθωσιν οἱ μακάριοι κάτοικοι πολλῶν
232νήσων τῶν Κυκλάδων, ὅτι χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βου-
233λῆς ἀνηγγέλθη ἐπισήμως ἡ χρεωκοπία τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ
234τοῦ ἀπεργασαμένου αὐτὴν κ. Τρικούπη.
235§18ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ. Θὰ ἦναι εὐτυχεῖς.
236§19ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Εὐτυχέστατοι, νομίζοντες ὅτι δὲν ἐχρεω-
237κόπησαν εἰσέτι. Σᾶς φαίνεται παράδοξον τοῦτο.
238Συνήλθομεν ἐνταῦθα ἀντιπροσωπεύοντες δῆθεν τὸν Ἑλ-
239ληνικὸν λαὸν, ἀλλὰ βεβαίως δὲν συνήλθομεν μόνον, ἵνα κη-
240ρύξωμεν ἐπισήμως τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους καὶ χει-
241ροκροτήσωμεν τὸν ἐργάτην αὐτῆς. Συνήλθομεν ἰδίως, ἵνα
242ἐξυπηρετήσωμεν πάσας τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας ἡμῶν,
243ἰδίως δὲ ἐκείνας, διὰ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὁποίων ὁ ἀξιό-
244τιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς νομίζει, ὅτι συνετέλεσεν εἰς
245τὸ νὰ ἐκπολιτίσῃ τὴν Ἑλλάδα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἢ, ὡς
246ἐκ γλωσσικῆς παραδρομῆς ἀληθῶς εἶπε, νὰ ἐκβαρβαρώσῃ
247τὴν Ἑλλάδα.
248Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ ἐπαρχία Θήρας, ἡ ἐπαρ-
249χία Μήλου, ἡ ἐπαρχία Νάξου, ἡ ἐπαρχία Τήνου, ἡ ἐπαρ-
250χία Ἄνδρου, στεροῦνται σχεδὸν πάσης ἀτμοπλοϊκῆς συγ-
251κοινωνίας.
252§20ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀκριβὲς δι’ ὅλας τὰς
253νήσους. Ἡ Νάξος ἔχει συγκοινωνίαν.
254§21ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Δὲν λέγετε τὴν ἀλήθειαν, κύριε συνά-
255δελφε, μολονότι σᾶς ἀναγνωρίζω ὡς ὑφυπουργὸν, ὅπως ἀνε-
256γνώρισα εἰς ἄλλην συνεδρίασιν ἄλλον, κατὰ τὸ νέον σύ-
257στημα τῆς συναλλαγῆς. Καὶ διὰ νὰ ἦμαι ἀκριβέστερος, ἄρ-
258χομαι ἀπὸ τῆς Ἄνδρου. Ἡ ἐπαρχία Ἄνδρου—καὶ εἶναι ἐν-
259ταῦθα ἀντιπρόσωποι ἐξ Ἄνδρου, ἵνα ἐπιμαρτυρήσωσιν, ἂν
260λέγω ἀληθῆ ἢ ὄχι,—ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἑταιρία τοῦ Κουρ-
261τζῆ, δὲν θὰ εἶχε συγκοινωνίαν.
262§22ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πηγαίνουν τὰ ἀτμόπλοια Γουδῆ.
263§23ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Σπανίως. Ἀπὸ τὴν Τουρκίαν ἔπρεπε νὰ
264ἔλθῃ ἑταιρία, καὶ ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον τὰ συμφέροντά της καὶ ὁ
265καιρὸς τῇ ἐπιτρέπωσι, νὰ προσεγγίζῃ· ἂν δὲ δὲν ὑπῆρχε—
266καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω τοῦτο—ἡ ἑταιρία τοῦ Γουδῆ,
267ἡ ὁποία προσεγγίζει κατὰ μῆνα ἀτάκτως καὶ ὅταν ἔχῃ
268συμφέρον, δὲν θὰ ὑπῆρχε συγκοινωνία, οὕτω δὲ οἱ κάτοικοι
269τῆς Ἄνδρου, θέλοντες νὰ συγκοινωνήσωσιν εἴτε μὲ τὴν πρω-
270τεύουσαν τοῦ νομοῦ, τὴν Σῦρον, εἴτε μὲ τὸν Πειραιᾶ, εἴτε μὲ
271οἱονδήποτε ἄλλο μέρος τοῦ Κράτους, εὑρίσκονται εἰς τὴν
272διάθεσιν τῶν τρεχαντηρίων, καὶ ἐπανῆλθον οὕτω εἰς τὴν
273πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως ἐποχήν. Τὰ αὐτὰ πάσχει καὶ ἡ
274ἐπαρχία τῆς Τήνου. Ἐκεῖ μάλιστα εἶναι μεγαλείτερον τὸ
275κακὸν, διότι δὲν ὑπάρχει ἢ μία ἀτμάκατος, ἡ ὁποία,
276ὅταν ὁ καιρὸς ἐπιτρέπῃ, προσεγγίζει ἐκ Σύρου, καὶ οὕτω
277στεροῦνται καὶ οἱ δυστυχεῖς χριστιανοὶ τῆς ἐπιθυμίας, τὴν
278ὁποίαν ἔχουσι, νὰ ἐπικαλῶνται καὶ ἐκ τοῦ πλησίον τὴν
279προστασίαν τῆς ἐν Τήνῳ ἁγίας εἰκόνος! Εἰς τὴν ἐπαρ-
280χίαν Μήλου δὲν ὑπάρχει ἀπολύτως κἀμμία συγκοινωνία.
281Γνωρίζετε δὲ ἡ ἐπαρχία Μήλου ἀπὸ πόσας νήσους ἀποτε-
282λεῖτε; Παρακαλῶ οἱονδήποτε ἐξ ὑμῶν, ἂν γνωρίζῃ, νὰ τὸ
283δηλώσῃ. Μὴ λυπεῖσθε ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι οἱ
284ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους δὲν γνωρίζομεν τὸν
285τόπον μας· εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς γενικῆς ἐκλύσεως. Ἡ
286ἐπαρχία Μήλου ἀποτελεῖται ἀπὸ τὰς νήσους Μῆλον, Σί-
287φνον, Σίκινον, Φολέγανδρον καὶ Κίμωλον. Οἱ κάτοικοι
288τούτων γνωρίζετε πῶς συγκοινωνοῦσιν ἀπὸ δύο ἤδη ἐτῶν;
289Κἀμμία προσέγγισις ἀτμοπλοίων δὲν γίνεται· τὰ δὲ τα-
290χυδρομεῖα πῶς ἀποστέλλονται ἐκεῖ, ἡ Κυβέρνησις ἂς εἴπῃ·
291κατὰ τὴν ὥραν μάλιστα τοῦ χειμῶνος παύει πᾶσα συγ-
292κοινωνία καὶ δι’ ἰστιοφόρων. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Θήρας, ἐκτὸς
293τῆς Θήρας, ὡς μεγαλειτέρας νήσου, ὅλαι αἱ ἄλλαι τέσ-
294σαρες νῆσοι, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἀποτελεῖται ἡ ἐπαρχία αὕτη,
295εἶναι ἐγκαταλελειμμέναι εἰς τὴν τύχην των. Ἐν τῇ αἰθού-
296σῃ ταύτῃ ὑπάρχει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Θήρας, ὁ
297ὁποῖος θὰ ὁμολογήσῃ τὴν ἀλήθειαν. Μετατίθενται ἢ διο-
298ρίζονται ὑπάλληλοι, καὶ ὅμως παρέρχονται ἡμέραι, ἑβδομά-
299δες, μῆνες, διὰ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν θέσιν των. Ἡ ἐπαρ-
300χία τῆς Νάξου—διὰ νὰ εὐχαριστήσω καὶ τὸν ἀξιότιμον
301συνάδελφόν μου κ. Ναυπλιώτην—ἀποτελεῖται ἐκ δύο με-
302γάλων νήσων...
303§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, μάθημα Γεωγραφίας θὰ
304κάμητε τώρα;
305§25ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε· δὲν θὰ μοὶ
306ὑποδείξητε σεῖς τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ κάμω ἐγὼ
307τὴν ἐπερώτησίν μου καὶ τὰ παράπονά μου πρὸς τὴν Κυ-
308βέρνησιν, μολονότι ἀναγνωρίζω, ὅτι σεῖς διευθύνετε τὰς
309συνεδριάσεις καὶ εἶσθε ἐκ ναυτικῆς οἰκογενείας (ἱλαρότης).
310Θὰ ἀναφέρω μίαν ἑκάστην νῆσον.
311§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰς γνωρίζουσιν ὅλοι οἱ Βουλευταὶ τὰς
312νήσους.
313§27ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Οἱ πλεῖστοι βεβαίως οὐχὶ, δυστυχῶς.
314Ὑμεῖς πιθανὸν νὰ τὰς γνωρίζητε, ἐπειδὴ ἀνήκετε, ὡς προεῖ-
315πον, εἰς ναυτικὴν οἰκογένειαν. Ὥστε ἡ διακοπή σας ἦτο
316ἄτοπος... Θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους
317νὰ μοὶ εἴπωσι, πῶς συγκοινωνεῖ ἡ Ἀνάφη, ἡ Ἀμοργὸς, ἡ
318Ἴος, ἡ Θηρασία; Ἵνα ἐννοήσωσιν οἱ συνάδελφοι τὴν κατά-
319στασιν τῆς συγκοινωνίας τῶν νήσων τῶν Κυκλάδων, πρέ-
320πει νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ ἑξῆς. Κατὰ τὴν παρελ-
321θοῦσαν σύνοδον κατηργήθησαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ Εἰ-
322ρηνοδικεῖά τινα· καὶ γνωρίζετε ποῖα Εἰρηνοδικεῖα κατηρ-
323γήθησαν; Ἰδίως τὰ τῶν ἐγκαταλελειμμένων, τῶν ἀπροστα-
324τεύτων ἐκείνων νήσων· κατηργήθησαν π. χ. δύο Εἰρηνοδι-
325κεῖα τῆς ἐπαρχίας Θήρας, τὸ Εἰρηνοδικεῖον Ἀνάφης, τὸ
326Εἰρηνοδικεῖον Καλλίστης· κατηργήθησαν τρία Εἰρηνοδικεῖα
327τῆς ἐπαρχίας Μήλου, τὸ Εἰρηνοδικεῖον Φολεγάνδρου, τὸ
328Εἰρηνοδικεῖον Σικίνου καὶ τὸ Εἰρηνοδικεῖον Κιμώλου· ἀλλὰ
329γνωρίζετε τὰ ἀποτελέσματα; Ὁ εἰρηνοδίκης, ὡς γνωρί-
330ζετε, εἶναι καὶ συμβολαιογράφος καὶ ὑποθηκοφύλαξ. Ἑκά-
331στη νῆσος ἀπέχει τῆς πρωτευούσης, εἰς τὴν ὁποίαν ἑδρεύει
332ὁ εἰρηνοδίκης, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου ὑπήχθησαν
333τὰ καταργηθέντα Εἰρηνοδικεῖα, 15 ἢ 20 μίλια διὰ θαλάσ-
334σης. Γνωρίζετε δὲ ποῖον πέλαγος εἶναι; Τὸ Αἰγαῖον πέλα-
335γος, τὸ ὁποῖον, ὅσον μικρὸν καὶ ἂν ἦναι, ἐν τούτοις συντα-
336ράσσεται ἀπὸ τοὺς πνέοντας ἑκάστοτε ἀνέμους καὶ δὲν εἶναι
337εὔκολον εἰς τὰς λέμβους, αἱ ὁποῖαι μόνον ὑπάρχουσιν εἰς
338τὰς νήσους ἐκείνας, νὰ χρησιμεύωσιν ὡς μεταγωγικὰ εἴτε
339τῶν εἰρηνοδικῶν εἴτε τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀνάγ-
340κην τῶν εἰρηνοδικῶν, καὶ ἑπομένως συμβαίνει τὸ ἑξῆς ἄτοπον·
341ὁ κάτοικος Ἀνάφης ἢ Φολεγάνδρου ἢ Σικίνου ψυχοῤῥαγῶν
342θέλει νὰ κάμῃ διαθήκην, ἢ θέλει νὰ κάμῃ διὰ συμφέροντά
343του συμβόλαιον, ἢ θέλει νὰ τελέσῃ τὸν γάμον τῶν τέκνων
344του, ἀφοῦ προηγουμένως προικίσῃ ταῦτα, καὶ ἔχει ἀνάγκην
345ἄμεσον τοῦ εἰρηνοδίκου καὶ συμβολαιογράφου· ποῦ θὰ τὸν
346εὕρῃ; Εἶναι ἐγκαταλελειμμένος νὰ ἀποθάνῃ ἄνευ διαθήκης,
347νὰ τελέσῃ τὸν γάμον τῶν τέκνων του ἄνευ προικοσυμφώνου,
348καὶ οἱανδήποτε σύμβασιν περὶ συμφερόντων του θέλει νὰ
349τελέσῃ, δὲν ἔχει πρόχειρον τὸν μόνον ἁρμόδιον ὑπάλληλον.
350Ταῦτα τὰ παραδείγματα ἀνέφερον, ἵνα καταδείξω πό-
351σον ἐπιζήμιος εἶναι ἡ ἔλλειψις τῆς συγκοινωνίας διὰ τοὺς
352νησιωτικοὺς τούτους πληθυσμούς.
353Δὲν ἐξεπολιτίσθημεν λοιπὸν, κύριε ἐκ Κερκύρας Βου-
354λευτὰ, ἐξεβαρβαρώθημεν ἀληθῶς διὰ τῆς πολιτικῆς τοῦ
355κ. Τρικούπη, διότι πρὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βα-
356σιλείου ὑπῆρχον τοὐλάχιστον ἐκεῖ οἱ Καγγελάριοι ἐπὶ Τουρ-
357κοκρατίας, οἱ ὁποῖοι ἐχρησίμευον διὰ τὰς τοιαύτας βιω-
358τικὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων τῶν μικρῶν ἐκείνων νήσων,
359μετὰ τὴν σύστασιν δὲ τοῦ Βασιλείου συνεστήθησαν αἱ ἁρ-
360μόδιαι ἀρχαὶ, αἱ εἰρηνοδιακαὶ, ἀλλὰ σήμερον, κατὰ τὸ ἐκ-
361πολιτιστικὸν σύστημα τοῦ κ. Τρικούπη, μετὰ τὴν κατάρ-
362γησιν μάλιστα τῶν Εἰρηνοδικείων, εἴμεθα πλέον ἐκπεπολι-
363τισμένοι!! Καὶ ὅμως, ἐν ἐπιγνώσει τῆς καταστάσεως ταύ-
364της καὶ τῶν ἀναγκῶν τῶν ἀτυχῶν ἐκείνων κατοίκων οὖσα
365ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἐννοεῖ ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ ἔκτακτον
366καὶ ἄμεσον πρόνοιαν πρὸς λειτουργίαν ποιᾶς τινος συγκοι-
367νωνίας!
368§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ ὑπέβαλε
369τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βʹ
370Συνόδου τῆς ΙΓʹ Βουλευτικῆς Περιόδου. Θέλει τυπωθῆ καὶ
371διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 28).
372§29ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὴν ἀναφορὰν τὴν ὑπο-
373βληθεῖσαν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας συναδέλφου
374ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐα-
375ρεστηθῇ νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ὅσον τάχιον ἐπαναληφθῇ ἡ
376συγκοινωνία. Ὅπως, Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε, ἐπιψηφιζομένου πέ-
377ρυσι τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, πρῶτος ὕψωσα
378φωνὴν ὑπὲρ τῆς ἀναγραφῆς εἰδικοῦ κονδυλίου πρὸς τὸν σκο-
379πὸν τοῦτον, οὐδεὶς δὲ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι
380σήμερον κόπτονται ὑπὲρ τῆς συγκοινωνίας, εὑρέθη ἵνα ὑπο-
381στηρίξῃ τὴν πρότασίν μου ἐκείνην, ἣν καὶ διὰ ἰδιαιτέρων
382ἐνεργειῶν μου συνέστησα τότε τῇ Κυβερνήσει. Ἤδη δὲ
383ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐαρε-
384στηθῇ καὶ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἐπαναλήψεως τῆς ἀτμο-
385πλοϊκῆς συγκοινωνίας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, διότι ὁμολογου-
386μένως πολλὰ πάσχουσιν οἱ συμπολῖταί μου ὡς ἐκ τῆς ἐλ-
387λείψεως ταύτης.
388Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὑποβάλλω καὶ τὴν ἑξῆς ἐπε-
389ρώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος
390δυστυχῶς ἀπουσιάζει τὴν στιγμὴν ταύτην. Πρό τινων ἡμε-
391ρῶν δύο πλοῖα Ἑλληνικὰ, πλέοντα ἔξωθεν τῆς Μυτιλήνης,
392συνελήφθησαν ὑπὸ ἀτμοπλοίων τοῦ Μονοπωλίου τοῦ Ὀθω-
393μανικοῦ Κράτους καὶ ὡδηγήθησαν εἰς τὴν Μυτιλήνην, ὅπου
394τὰ μὲν πληρώματα αὐτῶν ἐῤῥίφθησαν εἰς τὰς φυλακὰς, τὰ
395δὲ πλοῖα καὶ τὰ ἐμπορεύματα κατεσχέθησαν. Τὰ ἀτμό-
396πλοια, τὰ ὁποῖα ἐνήργησαν τὰς συλλήψεις ταύτας, δὲν
397ἦσαν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ τῆς Τουρκίας, συνεπῶς δὲν
398δύνανται παρὰ ὡς ἐμπορικὰ νὰ θεωρηθῶσιν, ἐνήργησαν δὲ
399τὰς πράξεις ταύτας ἐπὶ Ἑλληνικοῦ, οὕτως εἰπεῖν, ἐδάφους
400καὶ ἄνευ τῆς συμπράξεως ἐπιχωρίου τινὸς ἢ ξένης ἀρχῆς.
401Περὶ τοῦ ἑτέρου τῶν συλληφθέντων πλοίων εἶμαι εἰς θέσιν
402νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, Κύριοι, ὅτι εὑρέθη ἔχον ἐν πλήρει τάξει
403καὶ ἀκριβείᾳ τὰ ναυτιλιακά του ἔγγραφα· δὲν ἀντέταξαν
404δὲ τὰ συλληφθέντα πλοῖα οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ἀντίστασιν.
405Ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι ἐκ τῆς πράξεως ταύτης οὐσιωδῶς
406παρεβιάσθησαν αἱ διεθνεῖς ἐμπορικαὶ καὶ ναυτιλιακαὶ συμβά-
407σεις, ὑποθέτω ὅτι παρεβιάσθη τὸ διεθνὲς ναυτικὸν δίκαιον.
408Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν
409νὰ προβῇ εἰς ἐντόνους ἐνεργείας παρὰ τῇ Ὑψηλῇ Πύλῃ πρὸς
410ἀπελευθέρωσιν τοῦ πληρώματος τῶν πλοίων καὶ ἀπόδοσιν
411τῶν ἐμπορευμάτων καὶ τῶν πλοίων, ἅτινα κατεσχέθησαν.
412§30Δ. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Θὰ ὑπενθυμίσω καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κ.
413Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν παράκλησίν μου, ὅπως
414μεριμνήσῃ περὶ τῆς συγκοινωνίας τῆς νήσου Κυθήρων, ἡ
415ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν πρὸς τὰς λοι-
416πὰς νήσους.
417§31ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιο-
418σύνης Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ βελτιώσεως τῆς τροφῆς
419τῆς παρεχομένης εἰς τοὺς καταδίκους Λαμίας, οἵτινες παρα-
420πονοῦνται πρὸς ἐμὲ σήμερον, ὡς καὶ πρὸς τὸν κ. Ράλλην,
421δι’ ἀναφορᾶς των, ἐπὶ τῇ ἀθλιεστάτῃ ποιότητι αὐτῆς. Νο-
422μίζω λοιπὸν, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
423Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς πρὸς ἐνέρ-
424γειαν τῶν δεόντων. Συνάμα δὲ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ.
425Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀναγράψῃ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ δια-
426τάξει τὸ πρὸ ἡμερῶν ὑποβληθὲν παρ’ ἐμοῦ καὶ τῶν λοιπῶν
427συναδέλφων νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τι-
428νων τοῦ περὶ δασῶν νόμου.
429§32ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ
430τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσκομίσῃ τῇ Βουλῇ
431ὀνομαστικὴν κατάστασιν τῶν ἐν ὑπηρεσίᾳ ταμιῶν τοῦ
432Κράτους, μετ’ ἀναγραφῆς τῆς παρ’ ἑκάστου αὐτῶν κατα-
433τεθειμένης ἐγγυήσεως καὶ τοῦ εἴδους τῆς δεδομένης ἐγγυή-
434σεως, δηλαδὴ ἂν αὕτη ἦναι χρηματικὴ ἢ κτηματικὴ, ἢ
435ἀποτελῆται ἐκ χρεωγράφων.
436Ὄταν προσκομισθῶσιν αἱ πληροφορίαι, θέλω ὁμιλήσει.
437§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
438Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ χθὲς ἕνεκα ἐλλεί-
439ψεως ἀπαρτίας ἀναβληθεῖσα ψηφοφορία ἐπὶ τῆς εἰς αʹ συ-
440ζήτησιν προτάσεως νόμου περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικατα-
441στάσεως παραγράφου τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας.
442Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι
443Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
444(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν,
445ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Στ. Βάλληνδα καὶ Ν. Καλογε-
446ροπούλου).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
447Μιλ. Δάλλας Δημ. Βουλπιώτης
448Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος ΝΚων. Ζῶτος Ο
449Ἰω. Μεσσηνέζης ΝἨλ. Μπλατσῆς Ν
450Σπυρ. Μαρκέλλος ΟΔ. Γρανίτσας Ν
451Ἀρ. Ἀργυρόπουλος ΟΔιον. Στεφάνου Ο
452Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος ΝΚων. Ἄργας. Λομβάρδος Ο
453Λεων. Καρυστινάκης ΟΔιον. Ζήβας Πλακᾶς Ο
454Δημ. Καΐρης ΝΓεώργιος Κανδ. Ρώμας Ο
455Μιχ. Κωτσάκος ΟΓεώρ. Κρεστενίτης Ν
456Ἄγγ. Γεωργαντᾶς Χρ. Στεφανόπουλος
457Ἠλ. Κανελλόπουλος ΝἈνδρ. Στεφανόπουλος Ν
458Γεώρ. Παχὺς ΟΔιον. Παυλόπουλος Ο
459Μιχ. Π. Λάμπρος Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ο
460Κων. Καραπάνος ΝἌγγ. Πετραλιᾶς
461Κων. Σταυρόπουλος ΝἘπαμ. Δημητρίου
462Ἀλέξ. Σκουζὲς Στέφ. Σκουλούδης Ο
463Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Νικ. Νομικὸς
464Ἀλέξ. Ψύλλας ΟΘωμᾶς Μαρκεζίνης Ο
465Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΝικήτας Συνοδινὸς
466Ἀλέξ. Ρετσίνας ΟΒαρβαρῆγος Πήλικας Ο
467Δημ. Γ. Ράλλης ΝἈλέξ. Φωτήλας Ο
468Α. Ζυγομαλᾶς ΝΚωνστ. Σταμπολόπουλος
469Ὄθ. Μακρυγιάννης ΟΛεων. Πετιμεζᾶς Ν
470Σ. Ζαχαρίτσας ΟὈδυσ. Λαμπρόπουλος Ο
471Μιλ. Ὀριγώνης ΝΓιαννούσης Τάκης
472Κωνστ. Βαλτινὸς ΟἩρ. Καλαμπάκας Ο
473Ὀδυσ. Μοσχοβίτης ΟἈντ. Π. Μαυρομιχάλης Ο
474Γεώρ. Καρτάλης ΟΠερ. Πεῤῥωτὴς Ο
475Ἀργ. Κανταρτζῆς ΟΚων. Φλέσσας Ν
476Νικ. Κοκωσλῆς ΟἸωάν. Καζαμπάκας
477Νικ. Ἀξελὸς Κων. Ζωγλοπίτης Ν
478Νικ. Παῤῥησιάδης Παν. Κουκορῖκος Ν
479Ἰω. Γρίβας ΝΓεώρ. Φραγκίδης Ο
480Ἐπ. Μαυρομμάτης ΟΔημ. Τερτίπης Ο
481Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ἀθαν. Κωστάμης Ο
482Νικ. Σπυρακόπουλος ΟἈριστ. Χαντζηνικολῆς Ν
483Θεμ. Κορομάντζος ΝΝικ. Μπαλάφας
484Περ. Ἀλεξάκης Νικ. Παπανικολάου Ο
485Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΝΠαν. Λεβέντης
486Κωνστ. Κοσσονάκος Βαπτ. Βάστας Ο
487Ἀριστ. Πετροπουλάκης ΟΓεώρ. Θεοτόκης Ο
488Μιχ. Φωτιάδης ΟἈλκίνοος Ζερβὸς
489Γεώρ. Λιδωρίκης ΟἨλίας Πολίτης Ο
490Κων. Ἀναγνωστόπουλος ΝΓουλιέλμος Σκάρπας Ο
491Γεώρ. Λύρας ΟΝικ. Μαρκέτης Ο
492Κων. Παπαμιχαλόπουλος Σπυρ. Λάσκαρης
493Σταμάτ. Μήτσας ΟΚων. Θ. Ρωμαῖος
494Κων. Χριστόπουλος Ἀσημ. Χριστόπουλος Ν
495Σωτ. Κροκιδᾶς ΝΝικ. Παπαλέξης Ο
496Σπυρ. Νοταρᾶς ΝΠαν. Λαμπρούλιας
497Ἀναστ. Δημητριάδης ΟΕὐάγγ. Ἀρδαβάνης Ο
498Γεώρ. Κούστας Ἰω. Τυπάλδος Χαριτάτος Ο
499Ἰω. Τσιμάρας ΟΣπ. Μακρῆς
500Γερ. Μουσούρης ΟἈνάρ. Σιμόπουλος
501Α. Ἄννινος Καβαλιεράτος Εὐστ. Παπαδάκης
502Θεόφραστος Μεταξᾶς ΟΠανουρ. Πανουργιᾶς Ο
503Διον. Καλούτσης ΝΘάνος Κανακάρης Ν
504Σπυρ. Στάης ΟἈχ. Χοϊδᾶς
505Μιχ. Πολίτης ΟἈντ. Ρικάκης Ν
506Θεόδ. Θερμογιάννης Ἰω. Τσερτίδης Ν
507Ἰω. Καλούτσης ΟΝικ. Κουμανιώτης Ν
508Στέφ. Κοπανίτσας ΟἌγγ. Ροῦφος Ν
509Κωνστ. Σαλταφέρος ΝΝικ. Καράπαυλος Ο
510Πέτρ. Βαρβιτσιώτης ΟΣπ. Γρίβας Ν
511Μελέτ. Ρουσόπουλος ΝἸω. Βρυώνης Ν
512Δημοσθ. Ματάλας ΝΙΙ. Ἄννινος Καβαλιεράτος
513Νικ. Καραστέργιος ΝἸω. Γεωργιάδης Ο
514Ἀργ. Διδίκας ΟΓεώργ. Ν. Μπούμπουλης Ο
515Ἐδὶπ–Σερέφ–Χασὶπ ΝΓεώργ. Π. Μπούμπουλης Ο
516Ἰω. Λάππας ΝἈλέξ. Γ. Σοῦτσος Ο
517Νικ. Μπουφίδης ΟἈνδρ. Συγγρός
518Περ. Βαλαωρίτης ΟΔημ. Βοκοτόπουλος
519Γερ. Σέρβος ΝΜ. Μπογιατζόγλους Ο
520Κωνστ. Χαλκιόπουλος ΟἸω. Γκιὼν Ο
521Ἀθαν. Εὐταξίας ΝΝικ. Φώσκολος Ο
522Κωνστ. Κωνσταντόπουλος ΝΣωτ. Χατζηγάκης Ν
523Παν. Μανέτας Κωνστ. Χατζηπέτρος
524Ν. Τριανταφυλλάκος ΝΧρ. Μπλετσάκης Ν
525Ἤλ. Ζέγγελης ΟΓ. Κανούτας Ο
526Φίλ. Βάρβογλης ΝΕὐστ. Κοκκέβης Ν
527Ἀθαν. Σακελλαριάδης ΝΔημ. Παπατσώρης Ο
528Λεων. Ζέρβας ΟΧρ. Καραβίτης Ο
529Στεφ. Δραγούμης ΟΔιον. Κατρίτσης Ο
530Νικ. Φιλάρετος ΝἈνδρ. Σκαλτσᾶς Ο
531Χαρ. Τρικούπης ΟἈριστόβουλος Μάνεσης Ν
532Ἰω. Τρικούπης ΟΒασ. Δροσινός Ν
533Παν. Μερλόπουλος ΝΝικ. Βαλάσης Ο
534Ἀλκ. Δεληγιάννης ΟἜμμ. Δημητριάδης
535Ἀντ. Καρατζᾶς ΟΚωνστ. Σαχτούρης
536Ἀθαν. Παπαχελᾶς ΝἘπαμ. Κριεζῆς Ν
537Χαρίλ. Προβελέγγιος Νικ. Τσαμαδός Ο
538Ἀντ. Μάτσας Βησ. Χατζηαγγελάκης Ο
539Λορέντζος Δελαρόκας Νικ. Ζητουνιάτης Ο
540Ἰω. Ναυπλιώτης ΟΔημ. Ζουλούμης
541Στυλ. Βάλληνδας ΝΝικ. Χατζῖσκος Ν
542Ἰω. Ἰντζές ΝΚωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ο
543Γεώργ. Σισμάνης ΝΔημ. Κρίτσας Ο
544Νικ. Καλαντζόπουλος ΟἬρ. Γαζέπης Ν
545Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΟΒ. Βουδούρης Ο
546Ἠλ. Ποταμιάνος ΝΝικ. Καλογερόπουλος Ο
547Ἀριστ. Ρούκης ΟΘεμ. Α. Κανάρης Ο
548Σπ. Α. Κουμουνδοῦρος ΝΚων. Παπανικολῆς
549Γιαννούκος Μαυρομιχάλης
550Ξανθὸς Πικουλάκης Ν
551§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν 160 ἐν ὅλῳ· 64 εἶπον Ναί, καὶ
55296 εἶπον Ὄχι. Κατὰ συνέπειαν ἀπεῤῥίφθη τὸ νομοσχέδιον.
553Μεταβαίνομεν ἤδη εἰς τὸ ἕτερον ἀντικείμενον, ἤτοι εἰς
554τὴν αʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑπηρεσίας ἐθνικῶν
555δανείων.
556Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
557§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον
558τῆς Βουλῆς νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, ἵνα ποιήσωμαι εἰς τὴν Βου-
559λὴν ἀνακοινώσεις, κατὰ τὴν ἀναγγελίαν τῆς ἀναγραφῆς
560ὡς πρώτου ἀντικειμένου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τοῦ νο-
561μοσχεδίου περὶ πτωχεύσεως, διότι αἱ ἀνακοινώσεις, τὰς
562ὁποίας σκοπῶ νὰ ποιήσωμαι εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἀνάγονται
563τόσον εἰς τὰς ἐννοίας τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, ὅσον
564εἰς αὐτὴν τὴν ἀναγραφὴν αὐτοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
565Ὠνόμασα τὸ νομοσχέδιον «περὶ πτωχεύσεως», ἐνῷ ὁ
566εἰσαγαγὼν αὐτὸ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὠνόμασεν
567αὐτὸ νομοσχέδιον «περὶ ὑπηρεσίας ἐθνικῶν δανείων». Δὲν
568μετέβαλον τὸν ὁρισμὸν τοῦτον διὰ νὰ σᾶς ἐκπλήξω. Προσῆκεν
569ἀληθῶς εἰς τὴν Βουλὴν νὰ καταπλαγῇ, καὶ οὐ μόνον αὕτη,
570ἀλλὰ καὶ ἡ κοινωνία πᾶσα, ἐὰν ἠγειρόμεθα ἢ χθὲς ἢ σή-
571μερον ἐξ ὕπνου, ὅστις κατὰ τὴν δεκαετίαν, καθ’ ἣν κυβερνᾷ
572ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, εἶχε κλείσει τὰ βλέφαρα
573τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν, καὶ χθὲς ἐγερθέντες ἐμανθάνομεν, ὅτι
574ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγε νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν
575περὶ πτωχεύσεως, ἐνῷ ἡμεῖς, ὅταν ἐκοιμήθημεν τὴν ἐπιοῦ-
576σαν τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν προσηρτήθησαν αἱ νέαι ἐπαρχίαι
577εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἐγνωρίζομεν ὅτι ἡ χώρα ἐκα-
578λεῖτο τότε εἰς στάδιον ἐθνικῆς ἀληθῶς ἐργασίας, καὶ εἰσήρ-
579χετο εἰς αὐτὸ εὔελπις, πεπεισμένη ὅτι ἤθελε κρατυνθῆ ἡ
580κοινωνικὴ φιλοπονία, καὶ ἐνισχυθῆ πᾶν εἶδος παραγωγῆς
581ἐν τῇ χώρᾳ, καὶ ἡ πνευματικὴ καὶ ἡ τῆς φύσεως καὶ ἡ
582τῶν τεχνῶν, καὶ ὅτι ἤθελεν ἀνδρωθῆ ἡ ἐθνικὴ ἐλπίς. Ἀλλὰ
583ἡμεῖς κατὰ δυστυχίαν δὲν ἐκοιμώμεθα κατὰ τὰ δέκα ταῦτα
584ἔτη· εἴχομεν καταδικασθῆ νὰ ἐπιτηρῶμεν, νὰ ἐλέγχωμεν, νὰ
585πολεμῶμεν καὶ νὰ ἀγωνιζώμεθα πῶς νὰ προλάβωμεν, πῶς
586νὰ ἀνακόψωμεν καὶ νὰ σταματήσωμεν πολιτικὴν, ἥτις βε-
587βαίως καὶ ἀσφαλῶς μᾶς ἦγεν ἐκεῖ, ὅπου περιήχθημεν σήμε-
588ρον. Ἑπομένως οὐδὲν νέον ἐμάθομεν ἐκ τοῦ εἰσαχθέντος
589νομοσχεδίου, διότι ἐμάθομεν ὅ,τι ἐγνωρίζομεν ὡς συντελε-
590σθὲν πρὸ εἴκοσι καὶ πλέον μηνῶν, τὸ ὁποῖον ὅμως πεφρον-
591τισμένως ἀπέκρυπτον, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν οἰκονομικῶν συμφε-
592ρόντων τοῦ Κράτους, οἱ ἔχοντες συμφέρον νὰ ἀποκρύψωσιν
593αὐτό. Ἐὰν ἡ πλειονοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ κατὰ
594τὴν 3 Μαΐου 1892 ἀπεπλανήθη ὑπὸ τῶν ἐλπίδων, τὰς
595ὁποίας ἔδιδον εἰς αὐτὴν, ὅτι, ἐὰν διεχειρίζετο τὴν ψῆφον
596αὐτῆς κατὰ τὸν τρόπον καθ’ ὃν διεχειρίσθη αὐτὴν, ἤθελεν
597ἀποσοβηθῆ ἡ ἀπειλοῦσα τὸ Κράτος πτώχευσις, διότι
598ἡ τοιαύτη διαχείρισις τῆς ψήφου της ἤθελεν ἀγάγει εἰς
599τὴν ἀρχὴν τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις
600μόνος ἤθελε σώσει ἡμᾶς ἀπὸ τῆς πτωχεύσεως, μεγίστη
601ὅμως μειονοψηφία καὶ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον εἶχε τὴν
602ἐναντίαν γνώμην, καὶ ἀκραδάντως ἐπίστευεν, ὅτι δόλιαι
603ἦσαν αἱ καταβαλλόμεναι προσπάθειαι καὶ ψευδεῖς αἱ δι-
604δόμεναι βεβαιώσεις, ὅπως ἀποπλανηθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς
605καὶ διὰ τῆς ψήφου του δικαιολογήσῃ τὴν ἐπαναγωγὴν ἐπὶ
606τὴν ἀρχὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ἔβλεπε δὲ
607μετ’ ἀπελπισίας, ὅτι μᾶς ἦγε κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὴν πτώ-
608χευσιν ἡ τοιαύτη τοῦ ἐκλογικοῦ ἐκείνου ἀγῶνος ἔκβασις.
609Ἦτο δὲ τοσοῦτον μεγίστη ἡ μειοψηφία κατὰ τὴν ὥραν
610ἐκείνην, ὥστε μικρὸν ὑπελείπετο, ἵνα μεταβληθῇ εἰς πλειο-
611ψηφίαν, δὲν παρῆλθον δ’ ὄντως, εἰμὴ ὀλίγοι μῆνες, μεθ’ οὓς
612ἡ μειοψηφία μετεβλήθη εἰς πλειοψηφίαν καὶ ὁ Ἑλληνικὸς
613λαὸς κατὰ τὸ μέγιστον μέρος αὐτοῦ ἦτο πεπεισμένος ὅτι
614ἐπτωχεύσαμεν.
615Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
616βουλίου, ὅστις ἐτύγχανε πάσης ὑποστηρίξεως καὶ συνδρο-
617μῆς ἐξ ὅλων τῶν στρωμάτων τῶν ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ ἐν
618τῇ Πολιτείᾳ, ἐξ ὅλων τῶν μερῶν καὶ τῶν ἄκρων αὐτῶν τῆς
619Ἑσπερίας, ἐξηκολούθει νὰ βεβαιόνῃ, ὅτι ἡ ἐπάρκεια τῆς
620χώρας εἶναι ἀναντίῤῥητος, καὶ ὅτι ἡ εὕρεσις δανείου τινὸς
621ἤθελε τὰ πάντα ἐξομαλύνει, μετὰ τὴν συνομολόγησιν
622δ’ αὐτοῦ ἠθέλομεν ἐπανέλθει εἰς κατάστασιν ὁμαλὴν, καὶ τὰ
623οἰκονομικὰ ἡμῶν εἰς πλήρη καὶ ταχεῖαν ἀνάῤῥωσιν· ἐν ὀνό-
624ματι δὲ τῆς ἐπαρκείας καὶ χάριν αὐτῆς ἐξέθλιβε τὴν οἰκο-
625νομικὴν δύναμιν τῆς χώρας διὰ φόρων βαρέων καὶ ἐπα-
626χθεστάτων, καὶ αὐτὴν τὴν πνευματικὴν ἀνάπτυξιν τῆς
627Ἑλληνικῆς νεολαίας παρακωλυόντων, καὶ αὐτὴν τὴν ἀπο-
628νομὴν τῆς δικαιοσύνης τοῦ λαοῦ καθιστώντων δυσπρόσιτον.
629Τότε ἡ πλειοψηφία εἶχε κατασταθῆ σχεδὸν παμψηφία, διότι
630ἐλάχιστον μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐνέμενεν ἀκοῦον μὲ
631ἀνοικτὸν στόμα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς προώρισται νὰ ζήσῃ καὶ θὰ
632ζήσῃ. Ἠγωνίζετο ὄντως ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ
633Συμβουλίου διὰ νὰ εὕρῃ δάνειον, καὶ δὲν ἐδίσταζε πρὸ
634πάσης θυσίας, καὶ πρὸ τῆς ὕβρεως, τὴν ὁποίαν οἱ ὅροι τοῦ
635συνομολογουμένου δανείου περιεῖχον ἐν ἑαυτοῖς, ὅταν ὑπε-
636χρεοῦτο νὰ μὴ διαθέτῃ τὸ προϊὸν τοῦ δανείου κατὰ βού-
637λησιν, ἀλλὰ νὰ διαθέτωσιν αὐτὸ οἱ δανεισταὶ μόνον πρὸς
638πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων, καὶ ὅταν ἠναγκάζετο νὰ
639ἀνεχθῇ παράβασιν τῶν νόμων, στέργων ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῇ
640συμβάσει περὶ δανείου διάταξις, δι’ ἧς ἐχαρακτηρίζοντο
641ὡς ἀξιόποινοι πράξεις ἁπλαῖ παραβάσεις ἢ παραλείψεις,
642τὰς ὁποίας ἡ ποινικὴ νομοθεσία δὲν εἶχε χαρακτηρίσει ὡς
643ὑπαγομένας εἰς τοὺς ὅρους τοῦ ποινικοῦ νόμου, ὡς ἐχαρα-
644κτήριζεν αὐτὰς ἡ σύμβασις, μὴ διστάσας νὰ στέρξῃ, ἵνα ἀνα-
645γραφῇ ἐν τῇ συμβάσει καὶ αὐτὴ ἡ ἀπαισία ῥήτρα τοῦ
646ξενικοῦ ἐλέγχου, ἡ ἀντὶ χρημάτων ἀπεμπόλησις ἱερῶν δι-
647καιωμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Τίς ἀμφέβαλλεν, ὅτι
648ἔπνεον τότε τὰ λοίσθια τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ
649ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἵνα σώσῃ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ εὐθύ-
650νην, ἐθυσίαζε τὰ πάντα, ὅπως δυνηθῇ νὰ ὑφαρπάσῃ τὴν
651ἐλπίδα ὀλίγων ἑκατομμυρίων, οὐχὶ ὅπως ἀποσοβήσῃ, ἀλλ’
652ὅπως ἀναβάλῃ τὴν πτώχευσιν τοῦ δημοσίου ταμείου; Καὶ
653ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἀπέτυχεν εἰς τὰς προσ-
654παθείας του, καὶ καταλιμπάνων τὴν ἀρχὴν, ἐβεβαίου ὅτι
655δὲν ἀπέτυχον αἱ περὶ δανείου διαπραγματεύσεις, ἀλλ’ ὅτι
656ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου παρεκωλύθη ἐν Ἀθήναις, διότι
657τὸ Στέμμα εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι ἔπρεπεν ἡ σύμβασις νὰ
658εἰσαχθῇ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, οἱ δὲ δανεισταὶ δὲν
659ἔστεργον νὰ χορηγήσωσι τὴν προθεσμίαν, ἥτις ἀπῃτεῖτο
660ὅπως ἐκτελεσθῇ ἡ ῥήτρα αὕτη, τίς ἀμφέβαλλεν, ὅτι ταῦτα
661πάντα δὲν ἦσαν ἐπινοήματα, ὅπως καλύψῃ τὴν ἀποτυχίαν
662τοῦ δανείου καὶ καταστήσῃ εὐπρόσωπον τὴν ἐγκατάλειψιν
663τῆς ἀρχῆς ἐν ὥρᾳ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπεβάλλοντο καθήκοντα
664ἀνιαρὰ εἰς τὸν κατέχοντα αὐτήν;
665§36ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο συμπαιγνία.
666§37ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μεταξὺ τίνος καὶ τίνος;
667§38ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταξὺ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν
668ἁρμοδίων (Θόρυβος).
669§39ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δυστυχῶς παρεστάθησαν ἐν τῷ μέσῳ
670οἱ διαδεξάμενοι τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου Ὑπουργοὶ
671τῆς 3 Μαΐου 1893, καὶ παρεστάθησαν, διότι κατὰ τὰς
672ὥρας τῆς οἰκονομικῆς ἀγωνίας εἶχον ἀναρτήσει καὶ οὗτοι
673τὴν αὐτὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν ἀνύψονεν ὁ κ. ἐκ Μεσο-
674λογγίου Βουλευτὴς διὰ τῶν χειρῶν του, ἀνακράζων, ὅτι «ἡ
675Ἑλλὰς προώρισται νὰ ζήσῃ καὶ θὰ ζήσῃ». Καὶ οἱ διάδοχοι
676τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑπισχνοῦντο καὶ αὐτοὶ τὴν ἐπάρ-
677κειαν τῆς χώρας· ἀνελθόντες δ’ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εὑ-
678ρεθέντες εἰς τὴν αὐτὴν ἀμηχανίαν, ὑπέκυψαν εἰς τὴν αὐτὴν
679ἀγωνίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποκύψει κατὰ τὸ τέλος
680Ἀπριλίου καὶ ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής. Ἠναγκά-
681σθησαν ἑπομένως, ὡς ἔλεγον προχθὲς πρὸς τὴν Βουλήν, νὰ
682οἰκοδομήσωσιν ἓν παράπηγμα, ἵνα στεγασθῶμεν οἰκονομι-
683κῶς. Καὶ ᾠκοδόμησαν τὸ παράπηγμα αὐτὸ μετ’ ἄκρας
684ταχύτητος, τυπτόμενοι πιθανῶς ὑπὸ τῆς ἰδίας αὐτῶν συν-
685ειδήσεως, δι’ ἣν ἀνέλαβον εὐθύνην· καὶ ἠγωνίσθησαν νὰ δυ-
686νηθῶσι νὰ στήσωσι τὰς σανίδας, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἠθέλομεν
687στεγασθῆ ὀλίγον καιρόν, οὐχὶ ἵνα ἀποσοβήσωσι καὶ οὗτοι
688τὴν πτώχευσιν, ἀλλ’ ἵνα ἀναβάλωσι τὴν συμφοράν, ἥτις
689εἶχεν ἐπέλθει· καὶ διὰ νὰ πήξωσι τὰς σανίδας τοῦ παρα-
690πήγματος, δὲν ἐσταμάτησαν οὔτε πρὸ τῶν οἰκονομικῶν
691συμφερόντων τῆς χώρας, διότι ὑπεδούλωσαν ἐπὶ πάντα τὰ
692ἔτη, ἐφ’ ὅσα ἤθελε διαρκεῖ ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου τῆς κε-
693φαλαιοποιήσεως, πολυτιμότατον προϊόν, τὴν σταφίδα, ὑπὸ
694τὸ βάρος τοῦ νόμου περὶ πληρωμῆς τῶν φόρων εἰς χρυσόν,
695βάρος τὸ ὁποῖον εἶχε καταστῆ δυσβάστακτον καὶ εἰς τοὺς
696παράγοντας τὸ πολύτιμον ἐκεῖνο προιὸν καὶ εἰς τοὺς ἐμπο-
697ρευομένους αὐτό· δὲν ἐδίστασαν δὲ νὰ διαθέσωσι διὰ τὴν
698ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιοποιήσεως καὶ τὰ ὀλίγα
699ἐκεῖνα καὶ ἐλεεινὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ
700προσδοκᾷ τὸ Κράτος, ὅπως χρησιμοποιήσῃ εἰς τὸν κανονι-
701σμὸν τῶν μετὰ τῶν δανειστῶν σχέσεών του ἐκ τῆς ἐφαρ-
702μογῆς τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον πάντες ἡμεῖς οἱ ἐν τῇ
703Ἀντιπολιτεύσει ἀπεκρούομεν, ὁ ὁποῖος ὅμως ἐπεβλήθη ὑπὸ
704τῆς πλειοψηφίας καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, τοῦ νό-
705μου περὶ πληρωμῆς φόρων τινῶν καὶ δικαιωμάτων εἰς χρυ-
706σόν. Ἀλλὰ δὲν ἐσταμάτησαν οὔτε καὶ πρὸ τῶν θεσμῶν
707αὐτῶν, διότι καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἀντεποιήθησαν,
708τροποποιήσαντες διὰ διατάγματος τὰς συμβάσεις, αἵτινες
709εἶχον συνομολογηθῆ ὑπὸ τοῦ Κράτους, καὶ μεταβαλόντες
710τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας διὰ τῶν συμβάσεων τούτων
711εἴχομεν ἀναλάβει, διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, κατὰ τὸ διάταγμα
712περὶ δανείου τῆς κεφαλαιοποιήσεως, ἠθέλομεν πληρόνει τὰ
713ὀφειλόμενα οὐχὶ διὰ χρυσοῦ, ὡς αἱ συμβάσεις ἀνέφερον, ἀλλὰ
714διὰ χαρτίνων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιοποιή-
715σεως. Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω, ὅτι καὶ ἐν ἄλλοις παρεβιά-
716σθησαν τότε οἱ νόμοι, διότι καὶ ἐν τῷ διατάγματι ἐκείνῳ
717εἶχον χαρακτηρισθῆ παραβάσεις καὶ παραλείψεις ὡς πρά-
718ξεις ἀξιόποινοι, ὑπαγόμεναι εἰς ὡρισμένας διατάξεις τοῦ
719ποινικοῦ νόμου, ἐνῷ οὐδεὶς νόμος εἶχε προηγουμένως χαρα-
720κτηρίσει αὐτὰς ὡς τοιαύτας, ἐνῷ οὐχὶ διάταγμα, ἀλλὰ νό-
721μος μόνον ἠδύνατο νὰ χαρακτηρίσῃ αὐτὰς ἀξιοποίνους.
722§40ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
723§41ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ χάριν μάλιστα τοῦ διατάγματος
724τούτου τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιοποιήσεως ἓξ
725μῆνας ἐμείναμεν κυβερνώμενοι ὑπὸ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον
726δὲν εἶχεν ἀποδείξει, ὅτι ἐκέκτητο τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ
727Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον μάλιστα, ὡς ἀπέδειξεν ἡ ψηφο-
728φορία τῆς 28 Ὀκτωβρίου, ἐτύγχανεν ἐστερημένον αὐτῆς.
729Καὶ ἐπῆλθεν ἡ 28 Ὀκτωβρίου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ψῆφος
730τῆς πλειοψηφίας, ἥτις δὲν ὑπῆρχε κἀνεὶς λόγος διὰ νὰ μὴ
731προβλέπηται ὅτι θὰ ἦτο τοιαύτη, ἡ ψῆφος τῆς πλειοψη-
732φίας ἐπανήγαγεν αὖθις ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν τὸν κ. Βου-
733λευτὴν ἐκ Μεσολογγίου.
734Αὐτὴν ταύτην τὴν πτώχευσιν ἀνεκήρυξε καὶ ὁ κ. Βου-
735λευτὴς ἐκ Μεσολογγίου διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ πτωχεύ-
736σεως, τὸ ὁποῖον χθὲς τὸ ἑσπέρας εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν.
737Ἀλλὰ μήπως χθὲς τὸ ἑσπέρας συνετελεῖτο ἡ πτώχευσις καὶ
738Ἔπρεπε νὰ ἐκπλαγῶμεν διὰ τοῦτο εἴτε ἡμεῖς, εἴτε ἡ κοι-
739νωνία; Ἡ πτώχευσις εἶχε συντελεσθῆ ὅταν εἶχεν ἐκλείψει
740πᾶσα ἐλπὶς ἵνα καταστῇ τὸ Κράτος ἐπαρκὲς πρὸς ἐκπλή-
741ρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του, εἶχε δὲ ἀπολεσθῆ πᾶσα ἐλπὶς
742καὶ πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 3 Μαΐου 1892 καὶ μετ’ αὐτάς·
743ἰδίως εἶχεν ἀπολεσθῆ ὅταν ἀπέτυχεν ἡ συνομολόγησις τοῦ
744δανείου, τὸ ὁποῖον διεπραγματεύετο ἐν Λονδίνῳ· εἶχεν ἐκ-
745λείψει ὅταν ἐξεδίδετο τὸ δάνειον περὶ κεφαλαιοποιήσεως,
746εἶχεν ἐκλείψει κατ’ αὐτὰς τὰς τέσσαρας τελευταίας ἑβδομά-
747δας, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠσχολεῖτο καὶ
748αὐτὸς νὰ εὕρῃ παράπηγμά τι, ἵνα στεγασθῇ ἐπί τινας ἡμέ-
749ρας. Πάντες ὄντως ἐγνωρίζομεν τὴν ἐπελθοῦσαν συμφοράν,
750ἂν δὲ κατεῖχε τὰς καρδίας ἡμῶν αἴσθημά τι, —διότι δὲν
751δύναμαι νὰ γνωρίζω τί ἐν τοῖς ἄλλοις συνέβαινεν, —ἓν μόνον
752αἴσθημα κατεῖχεν αὐτὰς, τὸ αἴσθημα τῆς ἀδημονίας. Διε-
753τέλουν ὄντως ἐν ἀδημονίᾳ, βλέπων ὅτι ἀλληλοδιαδόχως
754προσπάθειαι κατεβάλλοντο, ὅπως ἀποκρυβῇ ἡ ἀλήθεια,
755καθ’ ὃν χρόνον ἡ παρέλευσις τοῦ χρόνου ἐπεδείνου τὴν
756κατάστασιν τοῦ Κράτους, ἐξέθετε δὲ εἰς κίνδυνον καὶ αὐτὴν
757τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας. Καὶ ἐνῷ ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν, ὅτι
758μετὰ παῤῥησίας καὶ εἰλικρινείας ἔπρεπεν οἱ καλούμενοι
759πρὸς τοῦτο, οἱ ἔχοντες τὴν ἁρμοδιότητα νὰ ἀποφήνωνται,
760ὅτι μετὰ παῤῥησίας ἔπρεπε νὰ δηλώσωσι τὴν ἀνεπάρκειαν
761τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ νὰ καλέσωσι τοὺς δανειστὰς
762ἡμῶν νὰ συνεννοηθῶσι μετ’ αὐτῶν πρὸς κανονισμὸν ἐν τῷ
763μέλλοντι τῶν ἀμοιβαίων σχέσεων, ἐβλέπομεν τοὺς ἁρμο-
764δίους νὰ ἀγωνίζωνται πότε μὲν νὰ στεγάζωσιν ὑπὸ παρα-
765πήγματα, πότε δὲ νὰ μᾶς τρέφωσι μὲ κενὰς ἐλπίδας. Ἡ
766εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν τῆς 3 Μαΐου 1893 εἶναι ἐλαχίστη
767ἀπέναντι τῆς βαρείας εὐθύνης, ἥτις ἐπιβαρύνει τὸν κ. ἐκ
768Μεσολογγίου Βουλευτήν· τὴν εὐθύνην δὲ ταύτην προσεπά-
769θει νὰ καλύψῃ, ὅταν ἐβεβαίου τὴν ἐπάρκειαν τῆς χώρας,
770ὅταν παρέπεμπε τὴν Βουλὴν ὁτὲ μὲν εἰς θεωρίας περὶ νο-
771μισματικῆς ἀνωμαλίας, ὁτὲ δὲ εἰς καταγγελίας αἰτιῶν, τὰς
772ὁποίας καὶ ἡ πρακτικὴ καὶ ἡ ἐπιστήμη δὲν ἀποδέχονται
773ὡς ὀρθὰς, ὅταν ἐζήτει νὰ παραπείσῃ αὐτὴν, ὅτι τὸ ζήτημα
774δὲν εἶναι ζήτημα ἐπαρκείας, ἀλλὰ ζήτημα διαφορᾶς συναλ-
775λάγματος.
776Ἀλλ’ ἂν δὲν κατεπλάγημεν, διότι εἰσήχθη τὸ νομοσχέ-
777διον περὶ πτωχεύσεως, ἠρωτήσαμεν ὅμως ἡμᾶς αὐτοὺς, πρὸς
778τίνα τάχα σκοπὸν ἐπροτάθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέ-
779διον τοῦτο; Ἐὰν τὸ Κράτος κατεδείχθη ὅτι ἀναντιῤῥή-
780τως ἀπώλεσε τὴν ἱκανότητα, ἵνα ἐκπληρώσῃ ἀκεραίας καὶ
781ἐμπροθέσμως τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ, ὑπὲρ πάντα ἄλλον
782τοῦτο γνωρίζουσιν οἱ διαχειριζόμενοι τὴν ἐκτελεστικὴν
783ἐξουσίαν, οὗτοι δὲ, εὐθὺς ὡς τοιαύτην ἐσχημάτιζον πεποί-
784θησιν, ὤφειλον νὰ ἀνακοινώσωσι τὰ περὶ τούτου ἁρμοδίως
785εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, καὶ καλέσωσιν αὐτοὺς εἰς συνεν-
786νοήσεις πρὸς κανονισμὸν τῶν μετέπειτα σχέσεων τοῦ Κρά-
787τους πρὸς αὐτούς. Πρὸς τί ἐζήτησαν λοιπὸν τῆς Βουλῆς
788τὴν σύμπραξιν, εἰσαγαγόντες χθὲς τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νο-
789μοσχέδιον; Ἐφευρέθη λόγος, ἵνα δικαιολογηθῇ ἡ κλῆσις
790τῆς Βουλῆς πρὸς σύμπραξιν, ὁ δὲ λόγος ἦτο, ὅτι ἐπρόκειτο
791νὰ προσδιορισθῇ τὸ ποσοστὸν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων,
792τὸ ὁποῖον ἠδύνατο τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ ἀποτίσῃ πρὸς
793τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ προτεινόμενος διὰ τοῦ νο-
794μοσχεδίου προσδιορισμὸς δὲν γίγνεται τῇ κοινῇ συνεννοήσει
795τοῦ Κράτους καὶ τῶν δανειστῶν, ὅτε ἡ σύμπραξις τῆς
796Βουλῆς ἦτο ἀναπόφευκτος, ἀλλὰ γίγνεται διὰ τοῦ νομο-
797σχεδίου αὐτοβούλως, διὰ μόνης τῆς θελήσεως τοῦ ὀφειλέ-
798του. Ἀλλὰ δὲν νομίζετε, ὅτι ὁ τρόπος οὗτος ἀποτελεῖ ἐκ-
799βίασιν, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος σκοπεῖ ἢ δείκνυσιν ὅτι σκο-
800πεῖ νὰ ἐνασκήσῃ ἐπὶ τῶν δανειστῶν αὐτοῦ, προβάλλον εἰς
801αὐτοὺς διὰ τοῦ νόμου νὰ δεχθῶσιν ὅσα τοῖς δίδει, ἀρνούμε-
802νον δὲ, ἐὰν αὐτοὶ δὲν στέργωσι νὰ τὰ λάβωσι; Διατὶ λοι-
803πὸν ζητεῖται νὰ συμπράξῃ ἡ Βουλὴ εἰς τοιοῦτον ἐπιχεί-
804ρημα, ζητεῖται δηλαδὴ τὸ πολιτικὸν σῶμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
805διερμηνεύει τὸ φρόνημα τοῦ ἔθνους;
806Ἀλλ’ εἶπον ὅτι τὸ πολιτικὸν σῶμα τῆς Βουλῆς διερμη-
807νεύει τὸ πολιτικὸν φρόνημα τοῦ ἔθνους. Ἀλλὰ διερμηνεύει
808τάχα αὐτὸ ἀληθῶς ἡ παροῦσα Βουλή; Τοιαύτην ἀπηύθυνα
809ἐρώτησιν καὶ ἄλλοτε, ἀπορῶν ἐὰν πράγματι διερμηνεύῃ τὸ
810φρόνημα τοῦ ἔθνους ἡ Βουλή, ἡ ἐκλεχθεῖσα τὴν 3 Μαΐου
8111892, καὶ ἀπηύθυνα αὐτὴν διὰ τῶν τροπολογιῶν, τὰς
812ὁποίας ἐπρότεινα ἐπὶ τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶχε συντάξει
813ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν
814βασιλικὸν λόγον, ἀπηύθυνα δ’ αὐτὴν καὶ πρὸ δεκαπέντε
815ἡμερῶν, ὅτε συνεζήτουν ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου τῆς
816ἀπαντήσεως. Εἶπον τότε εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἀρκοῦσιν
817οἱ ξηροὶ τύποι, ἵνα ἀποτελέσωσιν εὐθεῖαν καὶ ἄδολον τὴν
818λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, ξηροὶ δὲ τύποι εἶναι νὰ
819ὑπολαμβάνηται ἡ ἐνεστῶσα Βουλὴ ὡς δυναμένη νὰ διερ-
820μηνεύσῃ τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ, καὶ νὰ καλῆται νὰ συμπρά-
821ξῃ κατὰ τὸν κανονισμὸν τῶν σχέσεων, αἵτινες ἔσονται ἡ
822συνέπεια τῆς ἀνακηρύξεως τῆς πτωχεύσεως τοῦ δημοσίου
823ταμείου. Πῶς ἐξελέχθη ἡ παροῦσα Βουλή; Ἐξελέχθη, διότι
824χίλιαι γλῶσσαι καὶ χίλια στόματα ἐκ τῶν τεσσάρων ση-
825μείων τοῦ ὁρίζοντος ἐξέδραμον εἰς τὴν ἐκλογικὴν παλαί-
826στραν, βεβαιοῦντα ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ἐν ἐπαρκείᾳ, ὅτι
827ὅμως θέλει πτωχεύσει, ἐὰν οἱ ἐκλογεῖς δώσωσι τὰς ψήφους
828των εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους αἱ γλῶσσαι αὗται καὶ τὰ
829στόματα ταῦτα κατήγγελλον, θέλομεν δὲ πάντως σωθῆ
830καὶ ἀποσοβήσει τὴν πτώχευσιν, ἐὰν οἱ ἐκλογεῖς δώσωσι τὰς
831ψήφους των πρὸς τοὺς φίλους τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσο-
832λογγίου. Καὶ οἱ ἐκλογεῖς ἔσπευσαν νὰ ἐκλέξωσι τοὺς φίλους
833τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐκ Μεσολογγίου, οὗτοι δὲ φυσικὸν ἦτο
834νὰ ἐνδείξωσιν εἰς τὸν Ἡγεμόνα τὴν ἐμπιστοσύνην, ἣν εἶχον
835πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου. Καὶ οὕτω τὰ γε-
836νόμενα ἀπὸ τῆς 17 Φεβρουαρίου μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου
837ἐδημιούργησαν πᾶσαν δικαιολογίαν, ἵνα ἐπαναχθῇ αὖθις εἰς
838τὴν Κυβέρνησιν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πρὸ μικροῦ εἶχεν ἀνα-
839τραπῆ ὑπὸ τοῦ ἔθνους. Πῶς λοιπὸν ἡμεῖς, οἵτινες ἀπεστάλη-
840μεν ὑπὸ τῶν ἐκλογέων, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι δι’ ἡμῶν θέλει
841ἀποσοβηθῆ ἡ πτώχευσις, πῶς δυνάμεθα νὰ ἀντιποιηθῶμεν,
842νὰ ἀξιώσωμεν ὅτι διερμηνεύομεν τὸ φρόνημα αὐτῶν, καὶ
843ἀφοῦ ἐξέλιπον αἱ ἐλπίδες τῆς σωτηρίας ἀπὸ τῆς πτωχεύ-
844σεως, καὶ ἀφοῦ ἐπῆλθεν ἡ πτώχευσις καὶ ἐπισήμως ἀπὸ
845τοῦ βήματος τούτου ἀνεκηρύχθη;
846Ὅταν τὰ Κράτη περιάγωνται εἰς τοιαύτας δυστυχεῖς
847περιόδους, κατὰ τὰς ὁποίας, καὶ τοῦ Κράτους ἡ τιμὴ τί-
848θεται ἐν ἀμφιβόλῳ, καὶ τῶν πολιτῶν τὰ συμφέροντα εἶ-
849ναι ἐκτεθειμένα εἰς τοὺς ἐσχάτους κινδύνους, καὶ πᾶσα οἰ-
850κονομικὴ καὶ κοινωνικὴ ἁρμονία συνταράσσεται, πρέπει οἱ
851ἐχεφρονοῦντες νὰ προσκολλῶνται εἰς τὴν ἀσφαλῆ λειτουρ-
852γίαν τῶν θεσμῶν, διότι μόνον οὕτω θέλομεν δυνηθῆ ν’ ἀπο-
853καταστήσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ἀπο-
854σοβήσωμεν πᾶν δυσάρεστον, τὸ ὁποῖον τοιαῦται ἀνώμαλοι
855περιστάσεις συνήθως προάγουσι. Δὲν ἀρκεῖ ἡ τήρησις τῶν
856ξηρῶν τύπων, ἐν Ἑλλάδι δὲ πάντες, καὶ ὁ ἔσχατος τῶν πο-
857λιτῶν φρονεῖ, ὅτι ἔχει δικαίωμα κεκτημένον, ἵνα μετέχῃ
858τῶν κοινῶν, νὰ μὴ μένῃ δὲ ἀλλότριος καὶ ξένος τῶν σκέ-
859ψεων, αἵτινες πρόκειται νὰ κανονίσωσι τὴν τύχην αὐτοῦ καὶ
860τὴν τιμὴν αὐτοῦ. Πῶς λοιπὸν δυνάμεθα νὰ στέρξωμεν
861νὰ ἐμποιηθῇ εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν ἡ ὑπόνοια, ἢ νὰ
862σχηματισθῇ ἐν αὐτοῖς ἡ πεποίθησις, ὅτι ἀπεξενώσαμεν αὐ-
863τοὺς πάσης σκέψεως, καθ’ ἣν στιγμὴν διακυβεύονται τὰ
864συμφέροντα καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῶν πολιτῶν, καθ’ ἣν
865στιγμὴν συντελεῖται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πολλοὶ ἀπεκάλουν
866πρό τινων μηνῶν χρεωκοπίαν ἐπονείδιστον καὶ πρᾶξιν φαύ-
867λην καὶ ἄτιμον; Μετὰ λύπης εἶδον, ὅτι καὶ ἄλλοτε, ὅτε δὶς
868ἢ τρὶς τοιαύτην ἀπεφηνάμην γνώμην, ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν
869ἔδωκεν εἰς αὐτὴν προσοχὴν, μοὶ ἐφάνη μάλιστα, ὅτι ἡ γνώ-
870μη αὕτη δὲν ἐφείλκυσε τὴν προσοχὴν καὶ οὐδενὸς ἐκτὸς
871τῆς αἰθούσης ταύτης, διότι καὶ συμπολῖται ἡμῶν ἐδί-
872σταζον ἔτι περὶ τῶν συμβαινόντων καὶ ἐξηκολούθουν πα-
873ραμυθούμενοι ὑπὸ κενῶν ἐλπίδων. Ἐὰν ἡμεῖς, οἵτινες εἴ-
874μεθα τὰ διασωθέντα ναυάγια ἐκ τῆς λαίλαπος, ἥτις ἐπέ-
875σκηψε τὴν 3 Μαΐου 1892, ἤμεθα κατ’ ἀριθμὸν ἱκανοὶ,
876καὶ ἠδυνάμεθα διὰ τῆς στάσεως, τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν
877λάβει, νὰ παρακωλύσωμεν τὴν πλειονοψηφίαν ἀπὸ τοῦ νὰ
878ἐπιλάβηται τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ
879νὰ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, εἴχομεν καθῆκον νὰ τὸ
880πράξωμεν, καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα ἡμῶν, καθῆκον πρὸς
881τὸ πολίτευμα ἡμῶν· ἀλλὰ δυστυχῶς ἡμεῖς μὲν ἐσμὲν ὀλί-
882γοι καὶ διὰ τῶν δακτύλων σχεδὸν μετρούμενοι, δὲν γνω-
883ρίζω δὲ τί φρονοῦσιν αἱ ἄλλαι διάφοροι ὁμάδες τῆς Ἀντι-
884πολιτεύσεως. Ἑπομένως εἶχον καθῆκον νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ
885διὰ τελευταίαν φορὰν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ
886θέματος, καὶ νὰ συμβουλεύσω αὐτὴν νὰ ἀσπασθῇ γνώμην,
887τὴν ὁποίαν οὐχὶ προσωπικὰ ἢ πολιτικὰ συμφέροντα, ἀλλ’
888ἐθνικὸν ὑπαγορεύει συμφέρον· καὶ ἀπευθύνω τὴν συμβουλὴν
889ταύτην, εἰ καὶ ἐτύγχανον πεπεισμένος, ὅτι καὶ αὕτη δὲν θέ-
890λει ἀκουσθῆ, διότι ἔπρεπε νὰ ἔχω ἥσυχον τὴν συνείδησίν
891μου, ὅτι οὐδὲν παρέλιπον τῶν ἐπιβεβλημένων εἰς ἐμέ. Ἀλλὰ,
892ὡς εἶπον, πιστεύω ὅτι οὐδὲ τὴν φορὰν ταύτην θέλει ἀκου-
893σθῆ ἡ γνώμη μου, ἀναγνωρίζω δ’ ὅτι ἡμεῖς, οἱ ἔχοντες τὸ
894φρόνημα τοῦτο, ἐσμὲν ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποταχθῶμεν οὐχ
895ἧττον εἰς τὸ φρόνημα τοῦτο, τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ
896ἡμᾶς αὐτούς. Ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις πᾶσα ἤθελεν ἔχει τὴν
897γνώμην ταύτην, ἤθελον συμβουλεύσει αὐτὴν νὰ καταλίπῃ
898καὶ τὰ ἑδώλια ταῦτα καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ
899ἐγὼ δὲ τότε μετὰ πάντας τοὺς ἄλλους ἤθελον γράψει τὴν
900ὑπογραφήν μου εἰς τὴν παραίτησιν, διότι, ὅταν πρόκηται
901νὰ ἀγωνίζηταί τις ὑπὲρ τῶν θεσμῶν τῆς πατρίδος, ἀπέναντι
902οὐδενὸς πρέπει νὰ ἀφίσταται. Ἀλλ’ ἡ φωνή μου δὲν θέλει
903ἀκουσθῆ, ἡμεῖς δὲ, οἵτινες φρονοῦμεν, ὅτι ἡ ἐντολὴ, ἣν ἐλά-
904βομεν τὴν 3 Μαΐου, δὲν ἐκτείνεται καὶ μέχρι τῆς μελέτης
905τοῦ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων, αἵτινες προκύπτουσιν ἐκ τῆς
906πτωχεύσεως τοῦ Κράτους, ὀφείλομεν διὰ τοῦτο ἐπὶ τοῦ νομο-
907σχεδίου τούτου νὰ ἀπόσχωμεν τῆς συζητήσεως αὐτοῦ, πα-
908ρόντες μὲν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ μὴ λαμβάνοντες μέρος, ὅπως
909καὶ διὰ τῆς τακτικῆς ἡμῶν ταύτης ἀποδείξωμεν, ὅτι ἐφαρ-
910μόζομεν ὅ,τι φρονοῦμεν.
911Ἐν τῷ μέσῳ ὅμως πάντων τούτων τῶν δυστυχῶν συμ-
912βεβηκότων πρέπει νὰ ἀναδράμῃ τις εἰς τὸ παρελθὸν, πρέ-
913πει νὰ ἀναμνησθῇ τῆς δεκαετίας, διότι θέλει πεισθῆ, ὅτι σή-
914μερον στεφανοῦται τέλος πάντων ἡ δεκαετὴς οἰκονομικὴ
915πολιτικὴ τοῦ Βουλευτοῦ Μεσολογγίου. Δεκαετίαν ἠγωνίσθη,
916ἵνα μᾶς ἀγάγῃ εἰς τὴν σημερινὴν ἡμέραν, καὶ τέλος πάν-
917των μᾶς εἰσήγαγεν εἰς τὸν λιμένα τῆς πτωχεύσεως. Ἂν δέ
918τις ἤθελε τονίσει εἰς τὸ οὖς μου τὴν φωνήν του, ἀνακρά-
919ζων ὅτι ἡ Ἑλλὰς προώρισται νὰ ζήσῃ, θέλω τῷ ἀπαντήσει,
920ὅτι καὶ ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου εἶχε προορισθῆ νὰ ἄρ-
921ξηται καὶ νὰ τελειώσῃ τὸ ἔργον τῆς καταστροφῆς. Διορῶ
922ὄντως ἐν πᾶσι τούτοις ἀόρατον δύναμιν, ἥτις ῥυθμίζει τὰ ἐπὶ
923τῆς γῆς ἐν τῷ νόμῳ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς εὐθύτητος.
924Εἰς αὐτὴν τάχα τὴν ἀόρατον δύναμιν ὀφείλομεν τὴν σύμ-
925πτωσιν νὰ ἀναγκασθῇ νὰ ἀνακηρύξῃ τὴν πτώχευσιν τοῦ
926Κράτους ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου, αὐτὸς ὁ ἀπ’ ἀρχῆς
927ἐργάτης αὐτῆς;
928§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
929§43ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βή-
930ματος διαπρεπὴς πολιτευτὴς διετύπωσεν ἐντεῦθεν θεωρίαν,
931ἣν, μεθ’ ὅλον τὸν σεβασμὸν, ὃν ἔχω καὶ πρέπει νὰ ἔχω πρὸς
932τὰς γνώμας τοιούτου ἀνδρὸς, δὲν δύναμαι νὰ συμμερισθῶ.
933Διετύπωσε τὴν θεωρίαν, ὅτι, δὲν γνωρίζω ἀπὸ τίνος χρονι-
934κοῦ σημείου, ἢ ἐκ τίνος γεγονότος ἐπιτελεσθέντος ἐν τῇ
935Ἑλληνικῇ Πολιτείᾳ, ἡ ἐντολὴ, ἣν ἕκαστος ἡμῶν ἔχει λά-
936βει παρὰ τοῦ λαοῦ τῇ 3 Μαΐου 1892, ἔληξεν, ἢ ἂν μὴ
937ἔληξεν ἐντελῶς, περιωρίσθη κατὰ τοσοῦτον βαθμὸν καὶ εἰς
938τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀπο-
939φανθῶμεν περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον καλούμεθα νὰ
940συζητήσωμεν. Δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχῃ Κοινοβούλιον, εἰς τὸ
941ὁποῖον στέλλονται παρὰ τοῦ λαοῦ οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ
942μετὰ περιωρισμένης ἐντολῆς, ὡς φαίνεται φρονῶν ὁ δια-
943πρεπὴς πολιτευτὴς, ὁ καταλιπὼν πρὸ ὀλίγου τὸ βῆμα.
944Ἐγὼ νομίζω, τὸ κατ’ ἐμὲ, ὅτι κέκτημαι πλήρη καὶ ἀπε-
945ριόριστον τὴν ἐντολὴν καὶ πληρεξουσιότητα, ἵνα συζητήσω
946περὶ παντὸς ὅ,τι προσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐν τῷ
947δικαιώματι καὶ τῇ συναισθήσει τῆς πληρότητος τῆς ἐντο-
948λῆς, ἣν ἔχω, ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς
949νὰ μοὶ δώσῃ τὸν λόγον, ἵνα ἐντεῦθεν ἐκφράσω τὴν ἰδέαν,
950ἣν ἐσχημάτισα ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τὴν
951γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ αὐτοῦ. Ἡ γνώμη δὲ αὕτη ἐλ-
952πίζω ὅτι συμφωνεῖ καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ τὴν γνώμην ὁλο-
953κλήρου τῆς Βουλῆς καὶ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
954Ἡ γνώμη αὕτη εἶναι τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει εἰς
955πάντα Ἕλληνα πολίτην τὸ ἄκουσμα ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν
956Δημόσιον ἀπὸ τῆς ἡμέρας ταύτης καλεῖται, ἵνα συζητήσῃ
957περὶ τῆς πτωχεύσεως αὐτοῦ. Καὶ τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον
958πᾶς Ἕλλην αἰσθάνεται ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, εἶναι ἡ
959ὀδύνη καὶ τὸ ἄλγος. Ἐν τῇ πληρότητι λοιπὸν τῆς ἐντο-
960λῆς, ἣν αἰσθάνομαι ὅτι ἔχω παρὰ τῶν ἐκλογέων μου, ἔσπευ-
961σα νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα, ἵνα ἐγείρω κραυγὴν διαμαρτυ-
962ρίας ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ κατὰ τῆς καταστά-
963σεως, εἰς ἣν ἀπὸ τῆς ἡμέρας ταύτης διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτη-
964σιν νομοσχεδίου ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς περιάγεται. Καὶ ὀφείλει
965ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ διαμαρτυρηθῇ, διότι αἰσθάνεται ἐν
966φιλοτιμίᾳ τὸ ὀδυνηρὸν στάδιον, εἰς τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ νο-
967μοσχεδίου τούτου ῥίπτεται αὐτὸς καὶ τὸ μέλλον αὐτοῦ.
968Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς,
969ὁ ἐν τοῖς ὁρίοις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους περιλαμβανόμενος,
970καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὁ πολὺς, ὁ ἀποτελῶν τὸ Ἑλληνι-
971κὸν ἔθνος, ἂν κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐδίδετο εἰς αὐτὸν
972φωνὴ, ἂν ὅλα τὰ στόματα τῶν ἓξ ἢ ἑπτὰ ἑκατομμυρίων
973Ἑλλήνων ἠδύναντο νὰ συνενωθῶσιν εἰς ἓν καὶ νὰ λαλήσωσι
974πρὸς ἡμᾶς, τοὺς ἐνταῦθα βουλευομένους περὶ τῆς τύχης του
975διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἤθελεν εἴπει
976πρὸς ἡμᾶς: «Διατὶ μὲ περιηγάγετε εἰς τὴν κατάστασιν
977ταύτην; διατὶ μὲ περιηγάγετε εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον; τί
978ἔπταισα ἢ τί ἡμάρτησα πρὸς ὑμᾶς; εἰπέτε μοι σεῖς οἱ
979βουλευόμενοι περὶ τῶν τυχῶν μου, σεῖς οἱ κυβερνήσαντες
980καὶ κυβερνῶντές με, εἰπέτε μοι, τί ἐζητήσατε παρ’ ἐμοῦ καὶ
981δὲν τὸ ἐλάβετε; Ἐζητήσατε ἐν πρώτοις πρὸς πλήρωσιν
982παντὸς ὑψηλοῦ καὶ ἰδανικοῦ ἐθνικοῦ σκοποῦ τὸ αἷμά μου,
983καὶ ἐλάβετε αὐτὸ πάντοτε· ἐλάβετε αὐτὸ ἀνὰ πᾶσαν ἐπι-
984στρατείαν, τὴν ὁποίαν ἐκινήσατε, ἵνα ὑπερασπίσητε τὰ
985ἐθνικὰ συμφέροντα· ἐλάβετε αὐτὸ καὶ ἀνὰ πᾶσαν ἡμιεπί-
986σημον κίνησιν, τὴν ὁποίαν ἐπεχειρήσατε, κατὰ τὴν ἐπα-
987νάστασιν τοῦ 1854 καὶ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τὴν τριετῆ
988τῆς Κρήτης 1866–1868, καὶ κατὰ τὰ 1878 πάλιν ἐν
989Κρήτῃ καὶ ἄλλοις μέρεσι τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, κατὰ
990τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ 1880, κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ
9911885–1886, ἐλάβετε πᾶν ὅ,τι ἐζητήσατε παρ’ ἐμοῦ ὑψηλό-
992τατον καὶ τιμιώτατον. Ἐζητήσατε φόρους, καὶ κατέβαλον
993αὐτοὺς μεθ’ ὑπομονῆς, ἧς δὲν ἔχει νὰ παρουσιάσῃ ὅμοιον
994παράδειγμα ἕτερος λαός· ἐλάβετε δὲ παρ’ ἐμοῦ, ὡς ἂν ἤμην
995ἀρνίον, καὶ τὸ ἔριον, καὶ τὸ γάλα, καὶ τὸ δέρμα ἔτι, διὰ
996τῆς κουρευτικῆς ψαλλίδος τῆς φορολογίας, καὶ ἠνέχθην τὴν
997φορολογίαν ταύτην ἄνευ γογγυσμοῦ, ἄνευ ἀντιστάσεως.
998Καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα ὑμεῖς αὐτοί, οἷς τόσα παρέσχον πρὸς
999εὐτυχίαν μου, σήμερον γίνεσθε αἴτιοι νὰ μοὶ ἐγκολαφθῇ
1000Θὰ σᾶς εἴπῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς — εἰς τὸ μέτωπον τὸ
1001στίγμα τῆς ἀτιμίας διὰ τῆς πτωχεύσεως! Καὶ ἀντὶ τίνος
1002θὰ ἐγκολάψητε εἰς ἐμὲ τὸ στίγμα τοῦτο; Τί ἀπήλαυσα
1003παρ’ ἡμῶν; τὸ χρῆμα ὅπερ ἐδανείσθητε καὶ διὰ τὸ ὁποῖον
1004δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ καταβάλωμεν τοὺς τόκους, ἐδόθη
1005εἰς ἐμὲ πρὸς χρῆσίν μου, πρὸς διατροφήν μου, πρὸς ἀμφίε-
1006σίν μου, πρὸς πλήρωσιν οἱασδήποτε ἄλλης ἀνάγκης μου;
1007Πόῤῥω ἀπέχει τοῦτο· διότι λάβετε ὑπ’ ὄψιν τοὺς δασμοὺς,
1008τοὺς ὁποίους πληρόνω διὰ τὰ πρωτίστης ἀνάγκης εἴδη,
1009διὰ τὸν σῖτον, διὰ τὰ ὄσπρια, διὰ τὴν ὄρυζαν, διὰ πᾶσαν
1010τὴν τάξιν τῶν ἀποικιακῶν προϊόντων, τῶν ὁποίων ὁ φόρος
1011ἰσοφαρίζει τὴν ἀξίαν αὐτῶν, λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰ κατα-
1012βαλλόμενα διὰ τὴν ἀμφίεσιν τέλη, ἅτινα ὑπερβάλλουσιν
1013ἐνίοτε κατὰ τὸ διπλάσιον καὶ τριπλάσιον τὴν ἀξίαν αὐτοῦ
1014τοῦ ἐμπορεύματος. Ἢ μὴ ἐπλήρωσα διὰ τοῦ χρήματος
1015τούτου ἄλλας χρείας ἰδανικάς, ὑψηλοτέρας; ἢ μὴ ἱκανο-
1016ποίησα διὰ τῆς δαπάνης τῶν χρημάτων τούτων τοὺς ἐθνι-
1017κοὺς σκοπούς μου; Ἀπ’ ἐναντίας αἰσθάνομαι ἐξευτελισμὸν,
1018ἀφ’ ἧς ἀκριβῶς ἐποχῆς ἐπεβαρύνθην διὰ τῶν δανείων τούτων».
1019Τοιαῦτα θὰ εἴπῃ, θὰ ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς μετὰ πλήρους
1020δικαίου ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἂν ἐδίδετο αὐτῷ φωνὴ ἐνταῦ-
1021θα. Ἀλλὰ ταῦτα ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς ἐντεῦθεν
1022ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὑπὲρ τῆς τιμῆς του, τὴν ὁποίαν
1023ἐνεπιστεύθη εἰς χεῖρας ἡμῶν, βουλευομένων ἐν τῷ Κοινοβου-
1024λίῳ τούτῳ. Καὶ ἐνῷ εἰς τοιαύτην περιέστη ὁ Ἑλληνικὸς
1025λαὸς κατάστασιν, κατάστασιν ἐπαπειλοῦσαν αὐτὸν διὰ
1026τῆς ἀτιμίας, ἣν οἱ χαιρέκακοι ἀντίπαλοι ἐν τῇ σταδιοδρο-
1027μίᾳ ἐθνικῆς ἁμίλλης, ἢ καὶ οἱ ἀδιάφοροι καὶ ψυχροὶ συζη-
1028τηταὶ τῶν ἡμετέρων πραγμάτων θ’ ἀποκαλύψωσι καὶ θὰ
1029ἀποδώσωσιν εἰς ἡμᾶς, ἐνῷ εἰς τοιαύτην, λέγω, περιήλθομεν
1030κατάστασιν, ἐῤῥίψατε ἓν βλέμμα, ἵνα ἐξετάσητε πῶς διατε-
1031λεῖ κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμήν, τὴν κρίσιμον καὶ φοβερὰν, ὁ
1032Ἑλληνικὸς λαός; Ἐπλουτίσαμεν αὐτὸν διὰ διοικήσεως,
1033ἐν ᾗ οὐδὲν ἄλλο ἔχει νὰ ἐπιζητήσῃ; Καὶ δὲν βλέπομεν
1034αὐτὸν βασανιζόμενον παρὰ τῆς λῃστείας, παρὰ τῶν πρὸς
1035καταδίωξιν τῆς λῃστείας ἀποστελλομένων, ὡς καὶ παρὰ
1036παντὸς κακοποιοῦ στοιχείου; Καὶ εἶναι διοίκησις αὐτή;
1037καὶ ἔχει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δικαιοσύνην, δικαιοσύνην κατὰ
1038ποσὸν ἢ κατὰ ποιόν; Ἐδόσαμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν
1039παιδείαν ἀνάλογον πρὸς τὰ χρηματικὰ βάρη, δι’ ὧν ἐπε-
1040βαρύναμεν αὐτὸν, ἀνάλογον πρὸς τὸ παρελθὸν καὶ πρὸς τὸ
1041μέλλον, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ ἔχει; Ἐν τρώγλαις
1042διαιτᾶται ἡ δημοτική του ἐκπαίδευσις, ἡμιμάθεια βασι-
1043λεύει ἐν τῇ λεγομένῃ μέσῃ ἐκπαιδεύσει, ἡ δὲ ἀνωτέρα, ὡς
1044ἐν καταλληλοτέρᾳ περιστάσει εἶπον ἐντεῦθεν, κατὰ τὴν
1045συζήτησιν τοῦ περὶ Πανεπιστημίου νομοσχεδίου, πολὺ ἀπέ-
1046χει νὰ ἦναι οἵαν ἀπαιτεῖ αὐτὴν ὁ προορισμὸς τοῦ Ἀνωτάτου
1047Ἐκπαιδευτηρίου τοῦ Γένους. Ἐγκαταλείψαμεν τὸν λαὸν
1048καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπαιδαγώγητον ὑπὸ θρησκευτικὴν καὶ ἠθι-
1049κὴν ἔποψιν, μὴ εὑρίσκοντα οὔτε ἐν τῷ σχολείῳ οὔτε ἐν τῷ
1050ναῷ τὰ διδάγματα τῆς ἠθικῆς, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἀπο-
1051κλείσωσιν εἰς αὐτὸν τὰς ὁδοὺς τῆς διαφθορᾶς καὶ τοῦ ἐγκλή-
1052ματος. Ἐγκατελίπομεν αὐτὸν ἔρμαιον τῆς ἀγνοίας καὶ τῆς
1053ἀθλιότητος ὑπὸ τὴν γεωργικὴν καὶ ἐμπορικὴν ἔποψιν. Τί
1054δὲ νὰ εἴπῃ τις περὶ τοῦ στρατοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον ἐν μιᾷ
1055καὶ μόνῃ δεκαετίᾳ, τῇ τελευταίᾳ, ἄνευ τῶν ἐκτάκτων δα-
1056πανῶν τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1885 καὶ 1886, ἐδαπανή-
1057θησαν 170,000,000; Τί ἀπέμεινεν ἡμῖν ἐκ τῆς κολοσ-
1058σιαίας ταύτης σχετικῶς πρὸς τὰς δυνάμεις τοῦ τόπου δα-
1059πάνης ἐν τῷ στρατῷ; Οἱ ἔφεδροι, οὓς ἔλεγεν ἄλλοτε ὁ κ.
1060Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἔχει; οἱ τριμηνιαῖοι ἐκεῖνοι
1061ἀγύμναστοι, ἀμόρφωτοι καθ’ ὁλοκληρίαν, θ’ ἀποτελέσωσι
1062τὴν ἐφεδρείαν, ἐκ τῆς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
1063σεως σκέπτεται νὰ καλέσῃ ποτὲ εἰς τὰ ὅπλα ἀριθμὸν 100
1064χιλιάδων! Δὲν ἐπιθυμῶ ἀληθῶς νὰ ἐπιζήσῃ ὁ ἔντιμος συνά-
1065δελφος καὶ σεβαστός μοι φίλος βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν
1066κ. Ρικάκης, ἵνα ἴδῃ ποτὲ στρατὸν συναθροιζόμενον ἐκ τοι-
1067ούτου φυράματος—διότι περὶ τούτων ὡμίλουν προχθὲς καὶ
1068ὄχι περὶ ἐγκαταλείψεως πάσης ἐθνικῆς ἐλπίδος.— Ἀλλ’
1069ἐντεῦθεν, κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην τὴν κρίσιμον καὶ τὴν
1070ἐπίσημον, πρέπει νὰ εἴπωμεν καὶ μὲ σαφεστέρας λέξεις καὶ
1071μὲ ζωηρότερα χρώματα τὴν ἀθλιότητα, εἰς ἣν περιήλθομεν
1072καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, καὶ
1073μὴ θελήσωμεν νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας
1074ἐκ τῆς ἰδέας μὴ ἀποκαλύψωμεν μυστικόν, μὴ ἀπογοητεύ-
1075σωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τὸν ἔσω καὶ τὸν ἐκεῖθεν τῶν
1076συνόρων τοῦ ἐλευθέρου Κράτους. Τὰ ἐν μιᾷ δεκαετίᾳ δα-
1077πανηθέντα μόνον πρὸς ἁπλῆν συντήρησιν στρατοῦ καὶ ναυ-
1078τικοῦ 220 ἑκατομμύρια δραχμῶν πρὸς τί ἐδαπανήθησαν;
1079Πλὴν τῶν τριῶν θωρηκτῶν, οὐδὲν ἕτερον ἀπολύτως ἔχο-
1080μεν. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἔχομεν ἐθνικὴν δύναμιν, καὶ ὅτι
1081δι’ αὐτῆς δυνάμεθα νὰ διεκδικήσωμεν δίκαια καὶ ἐθνικοὺς
1082πόθους....
1083Ἐνῷ λοιπὸν εἰς τοιαύτην ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν κατάστα-
1084σιν περιηγάγομεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τὴν χώραν, ὑπὸ
1085ἔποψιν δημοσίας ἀσφαλείας, ὑπὸ ἔποψιν παιδείας, διοική-
1086σεως, δικαιοσύνης, ὑπὸ ἔποψιν γεωργίας, ἐμπορίας, στρατοῦ
1087καὶ ναυτικοῦ, ἐπιθέμενοι εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην ὡς
1088κορωνίδα τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Ἑλληνικὸς
1089λαὸς μανθάνει, ὅτι, μεθ’ ὅλα τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα αὐτὸς
1090συνεισέφερε κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν εἰς φόρους, μεθ’
1091ὅλα τὰ ἑκατομμύρια, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεβαρύνθη, ἀφαι-
1092ροῦντα τὸν ἄρτον ἀπὸ τοῦ στόματος αὐτοῦ καὶ τοῦ στό-
1093ματος τῶν τέκνων του, ὀφείλει νὰ κηρύξῃ τὴν πτώχευσίν
1094του, διατὶ ἐν τῷ μεταξὺ χρόνῳ οἱ κυβερνῶντες αὐτὸν ἐδα-
1095νείζοντο, σπαταλῶντες ἀπόνως καὶ ἀνηλεῶς; Καὶ θὰ μάθῃ,
1096οὐχὶ ἐκ τῶν ἀγορεύσεων, αἱ ὁποῖαι πολλάκις ἐντεῦθεν ἀντή-
1097χησαν ἐκ στόματος τῶν ἀσχολουμένων μετ’ ἐπιτηδειότη-
1098τος καὶ εὐφυῶς εἰς τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα, ἀλλὰ θὰ μάθῃ
1099ἐμπράκτως, σκληρῶς σήμερον, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου,
1100ὅτι ἐπὶ δέκα ἔτη ἠπατᾶτο, διότι οἱ προϋπολογισμοὶ, ἀντὶ
1101τῶν ἑκάστοτε ἐπαγγελλομένων ἰσοζυγίων καὶ περισσευμά-
1102των, ἐπαρουσίαζον ἐλλείμματα κατὰ δεκάδας ἑκατομ-
1103μυρίων.
1104Παρὰ τίνων ὁ Ἑλληνικὸς θὰ ζητήσῃ τὴν εὐθύνην ἐπὶ τῇ
1105καταστάσει ταύτῃ; Βεβαίως, κύριοι συνάδελφοι, οὐδεὶς,
1106οὔτε ἐντεῦθεν οὔτε ἐκεῖθεν, ἐλπίζω, ὑπάρχει ὁ ἀμφιβάλλων
1107παρὰ τίνος πρέπει νὰ ζητηθῇ ἡ εὐθύνη. Ἐξαιρέσει βραχυ-
1108τάτου χρονικοῦ διαστήματος, ἐπὶ ὁλόκληρον δεκαετίαν ἐκυ-
1109βέρνησεν ὁ καὶ νῦν κυβερνῶν τὸ Κράτος κ. Πρωθυπουργός·
1110ἀποτέλεσμα δὲ τῆς διοικήσεως αὐτοῦ εἶναι ἡ σημερινὴ κατά-
1111στασις. Ἡμεῖς καλούμεθα ὡς ληξίαρχοι σήμερον, ἵνα παρευ-
1112ρεθῶμεν εἰς τὴν ὑπογραφὴν εἴτε τούτου τοῦ νομοσχεδίου,
1113τὸ ὁποῖον κανονίζει «προσωρινῶς» τὴν κατάστασιν, εἴτε
1114τῆς ἐγκρίσεως τοῦ ὁριστικοῦ διακανονισμοῦ, τὸν ὁποῖον θὰ
1115προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐάν ποτε
1116κατορθωθῇ τοιοῦτος, ὡς χθὲς ἐπηγγέλλετο. Ἡμεῖς παρι-
1117στάμεθα ὡς ληξίαρχοι, ἵνα μετὰ ὀδύνης ὑπογράψωμεν τὴν
1118πρᾶξιν ταύτην, ἀλλὰ θὰ τὴν ὑπογράψωμεν διαμαρτυρόμε-
1119νοι ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν τιμὴν
1120καὶ τὴν ὑπόληψιν, ἐὰν μὴ καὶ τὴν τύχην, πρέπει νὰ χωρί-
1121σωμεν ἀπὸ τῆς ἡμετέρας εὐθύνης. Τὴν στιγμὴν ταύτην
1122ὁμιλῶν ὡς εἷς ἐξ ὑμῶν, ἄνευ διακρίσεως πτέρυγος, ἢ μερίδος
1123πολιτικῆς, τάσσω ἐκεῖθεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὁλόκληρον,
1124ἐντεῦθεν δ’ ἡμᾶς ὅλους. Καὶ τάσσω τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν
1125ἐκεῖθεν, διότι εἶναι ἀθῶος, διότι δὲν ἔπταισεν εἰς τὴν κατά-
1126στασιν ταύτην, διότι καὶ συνεισήνεγκε καὶ ἔπραξε πᾶν ὅ,τι
1127ἐζητήσαμεν ἡμεῖς παρ’ αὐτοῦ, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν ὀδυνη-
1128ρὰν στιγμήν, καθ’ ἣν καθηλοῦται ἡ τιμὴ καὶ ἡ ὑπόληψις
1129αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τῆς χρεωκοπίας.
1130Ἐὰν ἀναλαμβάνωμεν λοιπὸν ἡμεῖς ἕκαστος κατὰ τὸ μέ-
1131τρον τὸ βαρύνον ἕκαστον τὸ ἀνάλογον τῆς εὐθύνης καὶ ὑπο-
1132γράψωμεν τὸ ἔγγραφον τοῦτο, πρέπει νὰ κηρύξωμεν, ὅτι ὁ
1133Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι πάντη ἀθῶος, ὅτι οὐδ’ ἴχνος τῆς εὐ-
1134θύνης καὶ τοῦ βάρους, τὸ ὁποῖον περιέχει ἡ πρᾶξις αὕτη,
1135ὑπέχει αὐτός.
1136Τίς οἶδεν ἐπὶ πόσον χρόνον θὰ φέρωμεν, κύπτοντες τὸ
1137μέτωπον πρὸς τὴν γῆν, τὸ βάρος τῆς σημερινῆς πράξεως,
1138εἰς τὴν ὁποίαν καλεῖ ἡμᾶς ὁ κ. Πρωθυπουργός! Ἀλλὰ
1139πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ἐντεῦθεν καὶ νὰ κηρυχθῇ, ὅτι τὸ
1140βάρος ὑπέχει καθ’ ὁλοκληρίαν ὁ ἐργάτης αὐτῆς, ὁ Πρόεδρος
1141τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ δὲ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ὑπέχει δὲ
1142αὐτὸ οὐχὶ διότι εἰσάγει σήμερον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,
1143ἀλλ’ ὑπέχει αὐτὸ ἐκ τῆς παρελθούσης ἐνεργείας καὶ διοική-
1144σεως αὐτοῦ. Ὅτι εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σήμερον,
1145εἶναι σύμπτωσις, ἢ ἡ θέλησις τῆς πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία
1146ἀνήγαγεν αὐτὸν ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν, διότι οὔτε ὅτε πρό
1147τινων ἡμερῶν, ἀγορεύων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
1148ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, ἐκήρυξεν
1149ἐντεῦθεν ὅτι ἐπτωχεύσαμεν, οὔτε χθὲς, ὅτε ὑπέβαλε τὸ
1150ἔγγραφον τοῦτο, περιέστημεν εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην.
1151Εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην περιέστημεν ἀφ’ ἧς στιγμῆς
1152τὸ Κράτος, καλούμενον ὑπὸ τῶν συμβάσεων νὰ τελέσῃ τὰς
1153ὑποχρεώσεις του, ὡμολόγησεν ὅτι ἀδυνατεῖ.
1154Ὀξυδερκὴς καὶ συνετὸς πολιτευτὴς ὕψωσεν ἀπὸ καιροῦ
1155φωνὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, προειπὼν ὅτι ἡ κατάστα-
1156σις ἔβαινε γοργῷ τῷ ποδὶ πρὸς τὴν σημερινήν. Ὁ σεβαστὸς
1157φίλος μου κ. Κωνσταντόπουλος εἶπε πρὸ ἔτους ἤδη, ὅτι
1158ἐνταῦθα βαίνομεν, καὶ ἤκουσεν ἀτόπως ἐπιῤῥιφθείσας εἰς αὑ-
1159τὸν λοιδορίας βαρυτάτας, μὴ ἐπιτρεπομένας εἰς τὸ βῆμα
1160τοῦτο, οὐδὲ ἀνηκούσας εἰς ἐκεῖνον καὶ διὰ τὴν ἡλικίαν του
1161καὶ διὰ τὸ παρελθόν του, καὶ διὰ τὴν περιωπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν
1162ἀνῆλθε κατ’ ἀξίαν· ἤκουσε καὶ τὴν λέξιν «προδοσίαν» καὶ
1163τὴν λέξιν «ἀτιμίαν» καὶ «βδελυγμίαν», διότι προεῖδε τὴν
1164κατάστασιν. Ἐπέπρωτο ὅμως, κατὰ τὴν ἀπαράτρεπτον
1165ἰσχὺν τῶν ἠθικῶν νόμων, οἱ ἐπιῤῥίψαντες κατ’ αὐτοῦ τοι-
1166αύτας βαρείας μομφὰς, νὰ προέλθωσι τὴν 30 Μαΐου εἰς
1167ἀναγνώρισιν τοῦ ὅτι τὸ Κράτος ἀδυνατεῖ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς
1168τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ, καὶ κηρύξωσι διὰ τοῦ Β. Διατάγ-
1169ματος τῆς ἡμέρας ἐκείνης τὴν πτώχευσιν.
1170Ἐὰν προσέβαλον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν δριμέως, ἐὰν ἐπέῤ-
1171ῥιψα αὐτῷ μομφὴν ἐπὶ τῇ πτωχεύσει, ἔπραξα τοῦτο, διότι
1172ἡ παρελθοῦσα πολιτικὴ αὐτοῦ ἤγαγε τὰ πράγματα εἰς
1173τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε σήμερον νὰ ἦναι ἀναπόδραστος ἡ
1174ὑποβολὴ τοιούτου νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλήν! Ἀλλ’ ἵνα
1175καταμερίσω τὴν εὐθύνην, πρέπει νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν,
1176ὅτι οὐχὶ σήμερον, ἀλλὰ τὴν 30 Μαΐου 1893 ἐπτωχεύ-
1177σαμεν!
1178Ἐν τῇ διαμαρτυρίᾳ λοιπὸν ταύτῃ ἐκ μέρους τοῦ Ἑλλη-
1179νικοῦ λαοῦ κατὰ τῆς ἐπιῤῥιπτομένης κατ’ αὐτοῦ μομφῆς
1180σήμερον ἢ μετὰ τρεῖς ἡμέρας, ὅτε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομο-
1181σχέδιον θὰ γείνῃ νόμος, ἐν τῇ διαμαρτυρίᾳ ταύτῃ, ὅτι ὁ
1182Ἑλληνικὸς λαὸς, παρὰ τὴν φιλοτιμίαν του, παρὰ τὴν φιλο-
1183πονίαν του, παρὰ τὰς βλέψεις, παρὰ τὰς προθέσεις, παρὰ
1184τὸ παρελθὸν καὶ τὸ ἀναμενόμενον αὐτοῦ μέλλον, ἐπτώ-
1185χευσε, κατέρχομαι τοῦ βήματος.
1186§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν.
1187(Ὥρα 9½ μ. μ. ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις).
1188§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
1189§46ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς κύριε Πρόεδρε, νὰ
1190ἀναγνώσητε τὸν κατάλογον ἓν πρὸς ἓν ὄνομα, διὰ νὰ ἴδω-
1191μεν ἐὰν ἤμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ, ὅπως εἰδοποιήσωμεν τὸν κ. Εὐ-
1192ταξίαν νὰ ἔλθῃ. Νὰ ἀναγνωσθῇ λοιπὸν ὁ κατάλογος ὄνομα
1193πρὸς ὄνομα.
1194§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ, κύριε Βουλευτὰ, ὅτι ἡ ἀκοή
1195μου εἶναι εἰς λαμπρὰν κατάστασιν, ὥστε τὸ ἤκουσα πρώ-
1196την φορὰν, ὅτε τὸ εἴπετε. Θέλετε νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατά-
1197λογος.
1198§48ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Τότε ἀποσύρω τὴν ἐπανάληψιν, κύριε Πρό-
1199εδρε (ἱλαρότης).
1200(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν· μεθ’
1201ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
1202§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες
1203Βουλευταὶ 116.
1204Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
1205§50ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶναι, Κύριοι, ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ὁ
1206ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς παρεμβάλλεται ἐν οὕτω
1207κρισίμῳ στιγμῇ εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς
1208τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ζητῶν νὰ προφυλάξῃ αὐτὸν ἐκ τῶν
1209ἐπιθέσεων ἡμῶν. Καὶ ἄλλοτε ἔπραξε τοῦτο, καὶ σήμερον
1210δὲν ἠδύνατο ν’ ἀπαρνηθῇ τὴν τακτικήν του. Ὡς σᾶς εἶπον
1211καὶ ἄλλοτε, εἶναι ὁ φυσικὸς σύμμαχος τοῦ κ. Τρικούπη,
1212εἶναι τὸ ἀναγκαῖον αὐτοῦ συμπλήρωμα. Ἄνευ αὐτοῦ, παρα-
1213λύοντος πάντοτε τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἄνευ αὐτοῦ, ἐρχομέ-
1214νου εἰς τὰ πράγματα κατὰ τὰ διαλείμματα τῆς Κυβερνή-
1215σεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ καὶ δια-
1216ψεύδοντος πάσας τὰς προσδοκίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ
1217καθιστῶντος ἀναπόδραστον τὴν ἐπάνοδόν του εἰς τὴν ἀρχὴν,
1218ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θὰ ἐκυριάρχει ἤδη ἐπὶ δεκαετίαν
1219ὅλην ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Πολιτείᾳ καὶ δὲν θὰ συνετέλει τὴν
1220ἤδη ἐπελθοῦσαν καταστροφήν. Τὴν τακτικήν του ταύτην
1221δὲν ἠθέλησε καὶ νῦν ν’ ἀπαρνηθῇ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος
1222Βουλευτής. Διὰ τοῦτο καὶ νῦν ἐζήτησε νὰ παραλύσῃ τὴν
1223κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπίθεσιν, προκαλῶν ἀντεγκλή-
1224σεις διὰ τῶν γραωδῶν καθ’ ἡμῶν μεμψιμοιριῶν του, καὶ νῦν
1225ἐζήτησε νὰ περισπάσῃ τὸν κατ’ αὐτοῦ ἀγῶνα, προκαλῶν
1226ἐμφυλίους ἔριδας ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Δη-
1227λιγιάννης ἐνόμισεν, ὅτι οὕτω πως θὰ κατώρθου τῳόντι νὰ
1228ἀφήσωμεν κατὰ μέρος ἐκεῖνον, καθ’ οὗ κυρίως ὁ προκείμενος
1229ἀγὼν διευθύνεται, ἐπλανήθη πλάνην μεγάλην. Ὁ ἀξιότιμος
1230ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, θελήσας νὰ γείνῃ καὶ νῦν, ὡς καὶ
1231ἄλλοτε, ἐμποδὼν ἐν τῷ ἀγῶνι ἡμῶν πρὸς τὸν κ. Τρικούπην,
1232ἀναγκάζει ἡμᾶς μόνον νὰ τὸν θέσωμεν ἐκποδὼν, καὶ ν’ ἀνα-
1233λάβωμεν οὕτως ἀπερίσπαστον τὴν κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
1234γοῦ ἐπίθεσιν.
1235§51ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε πολὺ μικρός.
1236§52ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἀπέδειξα καὶ ἄλλοτε, θὰ τὸ ἀποδείξω
1237καὶ τώρα, ἐὰν ἤμεθα ἱκανοὶ εἰς τοῦτο.
1238Πρόκειται, Κύριοι, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος
1239Βουλευτὴς περὶ νομοσχεδίου, κηρύττοντος ἐπισήμως τὴν
1240πτώχευσιν τοῦ Κράτους, καὶ ὅπως ἀνακουφίσῃ αὐτὸς ἐκ τῆς
1241ἐπὶ τούτῳ εὐθύνης τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἔσπευσε νὰ ἐπιῤ-
1242ῥίψῃ μέρος τῆς εὐθύνης ταύτης εἰς ἡμᾶς, καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ
1243πτώχευσις αὕτη δὲν χρονολογεῖται ἀπὸ τῆς σήμερον, ἀλλ’
1244ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε τὴν ἀθέ-
1245τησιν τῶν νόμων καὶ τῶν συμβάσεων ἡμῶν περὶ δανείων,
1246ἀφ’ ἧς ἡμέρας δηλαδὴ ἐλθόντες ἡμεῖς εἰς τὰ πράγματα καὶ
1247εὑρόντες τὰ μὲν τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους κενὰ ὅλως, ἀπαι-
1248τητὰς δὲ ὑποχρεώσεις ἡμῶν ἐντὸς ἡμερῶν, ἑβδομάδων καὶ
1249μηνῶν, ἀνερχομένας εἰς 50 καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμύρια, δὲν
1250ἐπληρώσαμεν αὐτὰ τοῖς μετρητοῖς, ἀλλ’ ἐξεδώκαμεν πρὸς
1251τοὺς πιστωτάς μας ὁμολογίας κεφαλαιωτικὰς, ὁμολογίας,
1252δι’ ὧν, περιβεβλημένων μὲ πᾶσαν δυνατὴν ἐγγύησιν καὶ
1253ἀσφάλειαν, ἀνεγνωρίζομεν τὴν πρὸς αὐτοὺς ὀφειλὴν τοῦ Κρά-
1254τους. Οὕτω πως, εἶπεν, ἠθετήσαμεν ἡμεῖς πρῶτοι τοὺς νό-
1255μους καὶ τὰς συμβάσεις περὶ δανείων, ἐκ τῆς ἡμέρας δ’ ἐκεί-
1256νης χρονολογεῖται ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ
1257ἀθέτησις νόμων καὶ συμβάσεων περὶ δανείων δύναται νὰ
1258θεωρηθῇ ὡς τὸ πρῶτον καὶ κύριον γνώρισμα τῆς πτωχεύ-
1259σεως τοῦ Κράτους, τότε ἡ πτώχευσις αὕτη δὲν χρονολογεῖ-
1260ται, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἡμεῖς ἀνελάβομεν τὴν Κυβέρνησιν τῆς
1261χώρας, ἀλλ’ ἀνάγεται εἰς προγενεστέραν ἐποχὴν, ἀνάγεται
1262εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις,
1263ἀθετοῦσα ῥητὰς διατάξεις τοῦ νόμου καὶ τῆς συμβάσεως
1264περὶ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης,
1265καθ’ ἃς τὸ προϊὸν αὐτοῦ ὤφειλε νὰ διατεθῇ εἰς κατασκευὴν
1266τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, ὅστις θὰ ἐχρησίμευε καὶ ὡς ὑπέγ-
1267γυος διὰ τὸ δάνειον, διέθετεν αὐτὸ εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ
1268Κράτους.
1269Καὶ τῆς ἀθετήσεως ἐκείνης εἶναι ἔνοχος καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιό-
1270τιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, διότι, ἐνῷ κατηγόρει δι’ αὐ-
1271τὴν, ὡς ἀντιπολιτευόμενος, τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐν ἔτει
12721890, ἦλθε μετ’ ὀλίγους μῆνας ὁ ἴδιος εἰς τὰ πράγματα
1273καὶ διέπραξεν αὐτὴν κατὰ τρόπον ἀσύγγνωστον ὅλως· διότι
1274τότε δὲν εἶχον ἀκόμη κλεισθῆ εἰς ἡμᾶς ἑρμητικῶς αἱ θύραι
1275τῶν δανείων, ἠδύνατο δὲ κατ’ ἀκολουθίαν αὐτὸς ν’ ἀποφύγῃ
1276τὴν ἀθέτησιν ἐκείνην, συνομολογῶν ἓν προσωρινὸν δάνειον διὰ
1277τὰς ἄλλας ἐπειγούσας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἐνῷ ἐπὶ τῶν
1278ἡμερῶν ἡμῶν εἶχε στειρεύσει τέλεον ἡ πηγὴ τῶν δανείων,
1279ἡμεῖς δ’ ἑκόντες ἄκοντες ὠφείλομεν νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν
1280διὰ κεφαλαιωτικῶν ὁμολογιῶν πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων
1281τῆς Αʹ ἑξαμηνίας τοῦ ἔτους 1893. Ἡμεῖς λοιπὸν δυνά-
1282μεθα νὰ δικαιολογηθῶμεν διὰ τοῦτο, ἐνῷ ὅλως ἀδικαιολό-
1283γητοι εἶναι οἱ ἀθετήσαντες τὸν νόμον καὶ τὴν σύμβασιν
1284περὶ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης καὶ
1285ζητοῦντες νῦν νὰ ἐγκολάψωσιν εἰς τὸ μέτωπον ἡμῶν τὸ στίγ-
1286μα, ὅπερ αὐτοὶ οὗτοι φέρουσιν ἀνεξίτηλον ἐπὶ τοῦ ἰδίου
1287μετώπου (θόρυβος παρατεταμένος ἐν τῇ δεξιᾷ καὶ τῷ
1288πρώτῳ θρανίῳ τῆς ἀριστερᾶς).
1289Ἂν νομίζητε, Κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ θορύβου σας θὰ μὲ
1290ἀνακόψητε ἐν τῇ ἐπιβεβλημένῃ μοι ἀπαντήσει, πλανᾶσθε
1291μεγάλως. Ἐγὼ θὰ ἔχω τὴν ὑπομονὴν ν’ ἀναμείνω, ἕως οὗ
1292κοπάσῃ ὁ θόρυβός σας, τότε δὲ θὰ ἐξακολουθήσω ἀπαρεγ-
1293κλίτως τὸ ἔργον μου.
1294§53ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιβάλετε ἡσυχίαν εἰς
1295τοὺς θορυβοῦντας.
1296§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι Βουλευταί.
1297§55ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν οἱ κύριοι θέλωσι διὰ τοῦ
1298θορύβου νὰ ἐμποδίσωσι τὸν ἀγορεύοντα, εἴμεθα εἰς θέσιν
1299καὶ ἡμεῖς νὰ μὴ ἀφήσωμεν κἀνένα ἄλλον νὰ ἀγορεύσῃ.
1300§56ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Ὁ θόρυβος, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀπὸ τὴν
1301ἀριστερὰν πτέρυγα.
1302§57ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἡ δεξιὰ θορυβεῖ, διότι γινώσκει, ὅτι ὁ
1303ἔλεγχος τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ εἶναι ἐν
1304ταὐτῷ ἔλεγχος καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καθόσον ὁ κ.
1305Δηλιγιάννης εἶναι τὸ ἀντίγραφον μόνον τοῦ κ. Τρικούπη.
1306Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς νομίζει, ὅτι καὶ
1307ἄλλως ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους χρονολογεῖται, ἀφ’ ἧς
1308ἡμέρας ἡμεῖς ἠθελήσαμεν διὰ νέου δανείου νὰ πληρώσωμεν
1309τὰ ὀφειλόμενα τοκομερίδια. Τί ὅμως ἔκαμνε καὶ αὐτὸς καὶ
1310ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ δεκαετίας ἤδη; πότε ἐπλήρωσαν
1311αὐτοὶ ἔκτοτε τὰ τοκομερίδια ἐκ πόρων τοῦ Κράτους, χω-
1312ρὶς νὰ προσφύγωσιν εἰς δάνεια; Ἡ μόνη διαφορὰ μεταξὺ
1313αὐτῶν καὶ ἡμῶν εἶναι αὕτη. Ἐνῷ δηλαδὴ αὐτοὶ ἐξηπάτων
1314τοὺς πιστωτάς μας ὑπὸ διαφόρους ψευδεῖς ἐπαγγελίας καὶ
1315ἐδανείζοντο παρ’ αὐτῶν ὁμοῦ μετὰ τῶν ἑκάστοτε ἀναγκαίων
1316ποσῶν διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων καὶ ἄλλα ποσὰ
1317δι’ ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἡμεῖς τοὐναντίον ἐδηλώ-
1318σαμεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἀληθῆ ἡμῶν κατάστασιν, τὴν ὑπα-
1319γορεύσασαν τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως. Ἐνῷ δὲ αὐτοὶ
1320ἐξέδιδον ὁμολογίας πάντοτε ὑπὸ τὸ ἄρτιον κατὰ 20, 30 καὶ
132140%, ἡμεῖς ἐξεδώκαμεν αὐτὰς εἰς τὸ ἄρτιον. Πᾶς ἄλλος
1322λοιπὸν, πλὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ καὶ τοῦ
1323κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐδικαιοῦτο νῦν νὰ μεμφθῇ ἡμᾶς διὰ τὴν
1324πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων τῆς Αʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1893
1325δι’ ὁμολογιῶν νέου δανείου. Ἐὰν δὲ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἠδύ-
1326νατο νὰ θεωρηθῇ ὡς γνώρισμα πτωχεύσεως, τότε ἡ πτώ-
1327χευσις αὕτη πρέπει νὰ χρονολογηθῇ ἀπὸ πολὺ προγενεστέ-
1328ρας ἐποχῆς, ἀφ’ ἧς δηλαδὴ ἐποχῆς καὶ ὁ κ. Τρικούπης καὶ
1329ὁ κ. Δηλιγιάννης ἤρξαντο πληρόνοντες τὰ τοκομερίδια
1330διὰ νέων δανείων, διὰ νέων ὁμολογιῶν τοῦ Κράτους. Ἡμεῖς
1331κατ’ ἀνάγκην προσεφύγομεν εἰς τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώ-
1332σεως, ὅπως δι’ αὐτοῦ ἐπουλώσωμεν ἐκ τῶν ἐνόντων τὰς πλη-
1333γὰς, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀνοίξει ἡ δανειομανία τοῦ κ. Πρω-
1334θυπουργοῦ, ἐν ᾗ, ὡς καὶ ἐν ἄλλοις πολλοῖς, οὐδόλως ὑστέρη-
1335σεν αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, διότι ἀμφό-
1336τεροι ηὔξησαν τὸ δημόσιον ἡμῶν χρέος, συνομολογήσαντες
1337δάνεια ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων...
1338§58ΣΑΚΚΗΣ. Ψεύδεσθε ὡς πρὸς αὐτό!
1339§59ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶσθε ψεύστης σεῖς! (Θόρυβος).
1340§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν Σάκκην). Κύριε Βουλευτὰ,
1341ἐξέφυγε τῶν χειλέων σας λέξις, ἡ ὁποία δὲν ἁρμόζει, καὶ
1342ἐλπίζω ὅτι θὰ τὴν ἀνακαλέσητε μόνος σας.
1343§61ΣΑΚΚΗΣ. Δὲν λέγει τὴν ἀλήθειαν.
1344§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, χάριν ὑμῶν αὐτῶν, ν’ ἀνα-
1345καλέσητε τὴν λέξιν.
1346§63ΣΑΚΚΗΣ. Ἀφοῦ λέγει ἀνακριβῆ...
1347§64ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν θέλω ν’ ἀνακαλέσῃ, διότι ὁ τρόπος
1348δεικνύει τὴν ἀνάκλησιν.
1349Κύριοι, ὅλοι ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εἰς τὰ 1885 ὁ κ. Δηλιγιάν-
1350νης ἐπανέφερε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ ἐπέβα-
1351λεν εἰς τὸ Κράτος δημόσιον χρέος ἐξ 100 ἑκατομμυρίων καὶ
1352ἐπέκεινα. Πῶς τολμᾷ λοιπὸν ὁ ἐκ Πυλίας Βουλευτὴς εἰς
1353τοιαύτην ἀλήθειαν νὰ ἀντείπῃ;
1354§65ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἐπαναλαμβάνετε
1355κατὰ κόρον.
1356§66ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λάβετε τὸν λόγον κατόπιν, καὶ ἀπαντή-
1357σατε. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς.
1358§67ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄ! δὲν ἐπιτρέπετε δια-
1359κοπάς!
1360§68ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι... Κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀπαγορεύσητε
1361τὰς διακοπάς.
1362§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
1363§70ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης λοιπὸν συνωμολόγησε
1364τότε τὸ ἐπαχθέστατον τῶν δανείων, τὸ δάνειον ἐπ’ ἀναγ-
1365καστικῇ κυκλοφορίᾳ, δι’ ὃ στοιχίζει τὴν σήμερον εἰς τὸν
1366Ἑλληνικὸν λαὸν ἡ 1 δραχμὴ 1,60–1,70, ἑπομένως ἔχει
1367ὑπερτιμηθῇ ὁ ἐν Ἑλλάδι βίος κατὰ 60–70%. Τοῦτο
1368δὲν ἔπρεπε νὰ ἀγνοῇ ὁ νεαρὸς Βουλευτὴς Πυλίας. Ὡσαύ-
1369τως ὤφειλε νὰ γινώσκῃ, ὅτι ὁ αὐτὸς κ. Δηλιγιάννης συνω-
1370μολόγησε τότε καὶ ἄλλα προσωρινὰ δάνεια ὑπὸ ὅρους
1371ἐπαχθεστάτους, ἦτο δ’ ἕτοιμος νὰ συνομολογήσῃ καὶ τὸ
1372δάνειον τῶν Μονοπωλίων, ἂν δὲν τὸν ἀνεχαίτιζεν ἐκ τού-
1373του ὁ ἐν τῷ μεταξὺ ἐπελθὼν ἐπάρατος ἀποκλεισμὸς τῶν
1374ἡνωμένων στόλων τῶν Μ. Δυνάμεων, ὅστις ἠνάγκασεν αὐ-
1375τὸν νὰ δραπετεύσῃ ἐκ τῆς ἀρχῆς· ὤφειλε νὰ γινώσκῃ ὁ κ.
1376Σάκκης, ὅτι ἡ διαχείρισις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βου-
1377λευτοῦ ἐν ἔτει 1885–1886 ἄφησε τακτικὰ καὶ ἔκτακτα
1378ἐλλείμματα, κατὰ μὲν τὸν κ. Τρικούπην ἐξ 125 ἑκατομ-
1379μυρίων, κατὰ δὲ τὸν κ. Δηλιγιάννην ἐξ 92 ἑκατομμυρίων,
1380ἅτινα ἔπρεπε νὰ καλυφθῶσι διὰ δανείων καὶ ν’ αὐξήσωσι
1381τὸ δημόσιον χρέος. Ἀλλ’ εἶναι ἀνεξήγητον ἴσως, πῶς ὁ κ.
1382Σάκκης ἀγνοεῖ, ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐν ἔτει 1890 διέθεσε
1383μέρος τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης εἰς
1384ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ὅτι δ’ ἐν ἔτει 1891 ἀπεπει-
1385ράθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου ᾼϠΜΔʹ, ὃν ἐψήφισε τότε καὶ
1386ὁ κ. Βουλευτὴς Πυλίας, νὰ συνομολογήσῃ καὶ αὐτὸς μέγα
1387δάνειον, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσε, διὰ τὴν πρὸς αὐτὸν δυσ-
1388πιστίαν τῶν ξένων κεφαλαίων, ἀφοῦ ἔνθεν μὲν ἐκήρυττεν,
1389ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ κ. Τρικούπη ἐπαρουσίαζον ἐτή-
1390σια ἐλλείμματα ἐκ 30–40 ἑκατομμυρίων, ἔνθεν δὲ ὑπέ-
1391βαλλεν αὐτὸς εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοὺς ἴσους καὶ
1392ἀπαραλλάκτους πρὸς ἐκείνους.
1393Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐπανῆλθε νῦν εἰς
1394πάσας τὰς καθ’ ἡμῶν αἰτιάσεις, ἃς ἀνέπτυξεν ἤδη διὰ μα-
1395κρῶν, ἀγορεύων ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λό-
1396γον. Τὰς αἰτιάσεις ταύτας ἀνῄρεσα ἐγὼ τότε μίαν πρὸς
1397μίαν, πρὸ δὲ τῆς ἀναιρέσεώς μου ἐκείνης ἔμεινεν ἄναυδος
1398αὐτός. Ἀλλ’ ἔκτοτε παρῆλθον ἡμέραι τινὲς, ὁ δὲ κ. Δηλι-
1399γιάννης, ὑποθέτων ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ἤδη λησμονήσει ὅ,τι
1400εἴπομεν τότε ἡμεῖς, ἐπανέλαβε σήμερον τὰ αὐτὰ, μόνον
1401κατὰ τρόπον μᾶλλον ἀνούσιον ἢ τὸ πρῶτον. Ἀλλ’ εἰς τὸν
1402γηραιὸν ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν εἶναι βεβαίως ἐπιτετραμ-
1403μένον νὰ παλιλλογῇ καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνῃ τὰς ἤδη ἄρδην
1404ἀνατραπείσας αἰτιάσεις του, ἀψηφῶν ἐὰν οὕτω κινῇ τὸν
1405κόρον καὶ τὴν ἀηδίαν τῶν ἀκροωμένων αὐτοῦ. Εἰς ἐμὲ ὅμως
1406δὲν ἁρμόζει νὰ κάμω κατάχρησιν τῆς ὑπομονῆς σας, Κύ-
1407ριοι, ἐπανερχόμενος εἰς θέματα, ἅτινα εἶναι ἤδη ἐξηντλη-
1408μένα. Καὶ εἶναι ἤδη δι’ ὅλους ὑμᾶς ἐξηντλημένον τὸ θέμα,
1409ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς 3 Μαΐου συνταγματικώτατα ἐκλήθη
1410εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας καὶ συνταγματικώτατα
1411παρέμεινεν ἐν αὐτῇ μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν κληθεῖσα ἡ
1412Βουλὴ ἐξήνεγκε ψῆφον δυσπιστίας κατ’ αὐτοῦ καὶ τὸ ἐξη-
1413νάγκασε νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του. Τὸ Σύνταγμα
1414καθορίζει ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα, ὅπερ κέκτηται ὁ Βασιλεύς,
1415ἵνα παύῃ καὶ διορίζῃ τοὺς Ὑπουργούς. Οὐδαμοῦ αὐτοῦ οὐδὲ
1416ἄλλου τινὸς Συντάγματος θεσπίζεται ἡ ὑποχρέωσις τῶν
1417οὕτω διοριζομένων Ὑπουργῶν, ἵνα συγκαλῶσι πάραυτα τὴν
1418Βουλὴν, διατελοῦσαν ἐν ταῖς διακοπαῖς τῶν ἐργασιῶν της,
1419ὅπως διὰ τῆς ψήφου τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς τύχωσι τῆς
1420ἐγκρίσεως τοῦ διορισμοῦ των ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσω-
1421πείας. Τοῦτο κατέδειξα ἐγὼ ἤδη, ἀνασκευάσας τὸν ἕωλον
1422τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἰσχυρισμόν, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς
1423ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. Τότε ἐπεκαλέσθην ἐγὼ
1424καὶ τὸ προηγούμενον τοῦ Ὑπουργείου Δεληγεώργη ἐν ἡμῖν
1425καὶ τὰ προηγούμενα τόσων Ὑπουργείων ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν τῇ
1426κοιτίδι ἐκείνῃ τοῦ συνταγματικοῦ βίου, καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς
1427δημοκρατουμέναις Ἡνωμέναις Πολιτείαις τῆς Βορείου Ἀμε-
1428ρικῆς, ἔνθα Ὑπουργεῖα, διορισθέντα ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ
1429τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῶν Βου-
1430λῶν, δὲν ἔσπευσαν νὰ συγκαλέσωσιν αὐτὰς, ὅπως ζητήσωσι
1431τὴν ἔγκρισιν τοῦ διορισμοῦ των διὰ τῆς ψήφου τῆς ἐμπι-
1432στοσύνης αὐτῶν. Καὶ ὅμως τί πάντα ταῦτα πρὸς τὸν ἀξιό-
1433τιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν; αὐτὸς ἐξακολουθεῖ τὸν χα-
1434βᾶν του, ἐπαναλαμβάνων κατὰ κόρον τὴν αὐτὴν γελοίαν
1435αἰτίασίν του, χωρὶς νὰ δίδῃ τὴν ἐλαχίστην προσοχὴν εἰς
1436τὰ ἀκαταγώνιστα ἐπιχειρήματα, δι’ ὧν ἡμεῖς ἀπεδείξα-
1437μεν αὐτὴν ὅλως ἕωλον καὶ ἀσύστατον.
1438Ἐμέμφθη προσέτι ἡμᾶς, ὅτι ἠθελήσαμεν νὰ διαιωνίσωμεν
1439τὸ βάρος τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπράξεων, ἀναλαβόντες διὰ τὸ
1440Κράτος τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα μὴ μεταβάλῃ ποτὲ αὐτάς,
1441ἐφ’ ὅσον θὰ διήρκει τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως. Καὶ ἐλη-
1442σμόνησεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὅτι ἡμεῖς τὸ δάνειον τῆς κεφα-
1443λαιώσεως ἐθεωρήσαμεν ἓν μέτρον ἀνάγκης προσωρινόν, τοῦ
1444ὁποίου παρερχομένου εὐθὺς μετὰ τὴν ὁριστικὴν διευθέτησιν
1445τῶν οἰκονομικῶν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ταχεῖαν προσεδοκῶ-
1446μεν, — ὡς δὲ τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, αἱ προσδοκίαι ἡμῶν
1447ἐκεῖναι δὲν ἦσαν διόλου ἀβάσιμοι, — τὸ Κράτος θὰ ἀνέκτα
1448τὴν ἐλευθερίαν τοῦ νὰ διαθέσῃ καὶ τὰ τῶν εἰς χρυσὸν εἰσ-
1449πράξεων κατὰ τὸ ἴδιον δοκοῦν.
1450Ἐμέμφθη τέλος ἡμᾶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευ-
1451τής, ὡς δῆθεν ἰδιοποιηθέντας νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ ὡς
1452θελήσαντας διὰ τοῦτο ἔνθεν μὲν νὰ ἐπιβάλωμεν διὰ δια-
1453τάγματος ποινάς, αἵτινες μόνον διὰ νόμου ἠδύναντο νὰ κα-
1454θιερωθῶσιν, ἔνθεν δὲ νὰ ἀθετήσωμεν τοὺς νόμους καὶ τὰς
1455συμβάσεις περὶ δανείων, μετατρέποντες αὐθαιρέτως τὴν
1456τοῖς μετρητοῖς καὶ εἰς χρυσὸν πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων
1457εἰς πληρωμὴν δι’ ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως.
1458Ἀλλὰ τὰς μὲν ποινάς, τὰς ὁποίας ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ
1459ἀναγνωρίσωμεν διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 30 Μαΐου, ἐπε-
1460φυλαττόμεθα ἡμεῖς νὰ καθιερώσωμεν διὰ νόμου, ὑποβάλ-
1461λοντες τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, εὐθὺς ὡς
1462συγκαλοῦντες αὐτὴν ἐτυγχάνομεν τῆς ψήφου τῆς ἐμπιστο-
1463σύνης της· διὰ δὲ τὴν εἰς ὁμολογίας πληρωμὴν τῶν τοκο-
1464μεριδίων ἐπεφυλάχθημεν διαῤῥήδην ἐν τῷ 15 ἄρθρῳ τοῦ
1465διατάγματος ἡμῶν τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς ἐπε-
1466φυλάχθημεν τὸ τοιοῦτο δικαίωμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας,
1467προβλέποντες ἀκριβῶς τὰς τοιαύτας ἀντιῤῥήσεις τῶν κ. κ.
1468Δηλιγιάννη καὶ Τρικούπη. Ἠθέλομεν δὲ τότε εἶπει πρὸς
1469αὐτούς: «Ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην διέποντες ὑμεῖς τὰ κοινὰ,
1470ηὐξήσατε εἰς τὸ διπλάσιον τοὺς φόρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ
1471καὶ εἰς τὸ ὑπερδιπλάσιον τὸ δημόσιον ἡμῶν χρέος· ἐάν που
1472ἔχητε παρακατατεθειμένον μέρος τῶν περιπλέον ἐκείνων
1473φόρων καὶ δανείων, φέρετέ το, ἵνα πληρώσωμεν τοῖς με-
1474τρητοῖς τοὺς δανειστάς μας καὶ λάβωμεν ὀπίσω τὰς διὰ τὰ
1475τοκομερίδιά των ἐκδοθείσας ὁμολογίας· ἂν ὄχι, ἂς κυρωθῇ
1476τότε κατ’ ἀνάγκην ἡ δι’ ὁμολογιῶν πληρωμὴ αὐτῶν.»
1477Τοιαῦται, Κύριοι, αἱ καθ’ ἡμῶν αἰτιάσεις τοῦ ἀξιοτίμου
1478ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἀναμασσηθεῖσαι ὑπ’ αὐτοῦ τὴν
1479ἡμέραν ταύτην, εἰ καὶ εἶχον ἤδη ἄρδην ἀνατραπῆ ὑφ’ ὑμῶν.
1480Ἀλλὰ πρὶν ἢ παραιτήσω αὐτὸν, δὲν δύναμαι νὰ παρέλθω
1481ἐν σιγῇ τὸ γεγονός, καθ’ ὅ, καίπερ λαβὼν πρῶτος αὐτὸς
1482τὸν λόγον ἵνα ἀγορεύσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχε-
1483δίου, οὐχ ἧττον οὐδὲν σχεδὸν εἶπε περὶ αὐτοῦ. Καὶ εἶ-
1484ναι τοῦτο τὸ σπουδαιότατον τῶν νομοσχεδίων, ὅσα ποτὲ
1485εἰσήχθησαν εἰς Ἑλληνικὴν Βουλὴν, ἀφ’ ὅτου ἡ Ἑλλὰς πο-
1486λιτεύεται κατὰ Σύνταγμα· εἶναι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο,
1487ὅπερ δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον
1488τῆς Πατρίδος, ὅσον οὐδεμία ἄλλη νομοθετικὴ πρᾶξις πρὸ
1489αὐτῆς. Καὶ περὶ τῆς πράξεως ταύτης καὶ τῶν συνεπειῶν
1490αὐτῆς οὐδεμίαν γνώμην ἐξήνεγκεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, διότι
1491οὐδεμίαν τοιαύτην ἔχει, ὡς φαίνεται, ἀφοῦ οὐδεμίαν ἰδίαν
1492γνώμην ἔσχε ποτὲ καὶ ἐφ’ ὅλων τῶν σπουδαίων ζητημά-
1493των, τῶν ἀνακινηθέντων ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ἐν τῇ Ἑλλη-
1494νικῇ Βουλῇ. Καὶ ὅπως συγκαλύψῃ τὴν γυμνότητά του
1495ταύτην, προσέφυγεν εἰς τὸ μορμολύκειον τῆς κοινοβουλευτι-
1496κῆς ἀπεργίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπερ τοσοῦτον ἐγελω-
1497τοποίησεν ἄλλοτε αὐτὸς, καὶ εἶπεν ὅτι, ἐὰν εἶχε συμφώ-
1498νους ἐν τούτῳ καὶ τὰς λοιπὰς ὁμάδας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,
1499θ’ ἀπεχώρει μετ’ αὐτῶν ἐκ τῆς Βουλῆς, καὶ ἐν ἀνάγκῃ θὰ
1500ὑπέβαλλε καὶ τὴν παραίτησίν του ἐκ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώ-
1501ματος, ὅπως οὕτως ἐκβιάσῃ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἥτις,
1502ἐκλεγεῖσα τὴν 3 Μαΐου 1892, εἶχε λάβει ὡρισμένην ἐντο-
1503λὴν, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐπαρκείας τοῦ Κράτους καὶ τῆς
1504χώρας συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν δημοσίων καὶ τῶν
1505κατ’ ἰδίαν οἰκονομικῶν ἡμῶν, τῆς ἐντολῆς δὲ ταύτης λη-
1506ξάσης ἤδη διὰ τῆς ἀνεπαρκείας, εἰς ἣν περιέστη καὶ τὸ
1507Κράτος καὶ ἡ χώρα, ἐναπόκειται πλέον εἰς τὸν Ἑλληνι-
1508κὸν λαὸν διὰ νέων βουλευτικῶν ἐκλογῶν νὰ δηλώσῃ, ἐὰν
1509ἀσπάζηται τὴν χρεωκοπίαν ἢ ὄχι.
1510Ἡμεῖς, Κύριοι, νομίζομεν, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν
1511ἀξίωμα δὲν συνεπάγεται μόνον δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ κα-
1512θήκοντα, καὶ καθήκοντα ἐπιτακτικὰ, ἅτινα κέκληται νὰ
1513ἐκπληρώσῃ ἐνταῦθα ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους. Τὰ καθή-
1514κοντα ταῦτα ἐπιβάλλονται πρὸ πάντων νῦν εἰς ὑμᾶς, ὅτε
1515πρόκειται περὶ ἐπιψηφίσεως νομοσχεδίου ὀλεθρίου, κατὰ τὴν
1516γνώμην ἡμῶν. Ὑπὲρ τῆς γνώμης ἡμῶν ταύτης ὀφείλομεν
1517ν’ ἀγωνισθῶμεν ἐκ παντὸς τρόπου, ὅπως ἐπιβάλωμεν αὐτὴν
1518καὶ εἰς τοὺς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ εἰς τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς,
1519μέχρι τῶν ὁποίων βεβαίως θὰ φθάσῃ ἡ φωνὴ ἡμῶν. Ὁ κ.
1520Δηλιγιάννης εἶναι ἐλεύθερος, ἂν θέλῃ, ν’ ἀποχωρήσῃ τῶν
1521συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν
1522πρέπει νὰ διακωμῳδήσῃ τὸ διάβημα τοῦτο, ὡς ἐν ἔτει
15231884 καὶ 1887. Ὀφείλει νὰ προβῇ τότε καὶ εἰς τὴν
1524ἀναγκαίαν αὐτοῦ συνέπειαν, εἰς τὴν παραίτησιν ἐκ τοῦ βου-
1525λευτικοῦ ἀξιώματος. Ἀλλὰ καὶ τότε δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ
1526τὴν ἀξίωσιν, ὅπως κατ’ ἀκολουθίαν τῆς παραιτήσεώς του
1527διαλυθῇ ἡ Βουλή, ὡς ληξάσης δῆθεν τῆς περὶ ἐπαρκείας
1528ἐντολῆς της. Ἡ ἀξίωσίς του αὕτη εἶναι ὅλως παράλογος
1529καὶ ἀντισυνταγματική. Οἱ Βουλευταὶ, Κύριοι, οὐδέποτε
1530ἐκλέγονται μὲ περιωρισμένην, ἀλλὰ πάντοτε μὲ ἀπεριόριστον
1531ἐντολὴν, ὅπως βουλεύωνται περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ
1532ἔθνους, οὗτινος εἶναι ἀντιπρόσωποι, ἀναλόγως τῶν ἑκάστοτε
1533δεδομένων περιστάσεων. Ἀλλὰ καὶ ἡ δῆθεν περιωρισμένη
1534ἐντολὴ τῆς Βουλῆς εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ συνήθη μορμολύκεια,
1535εἰς ἃ προσφεύγει πάντοτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευ-
1536τὴς, ἐν ἐνδείᾳ διατελῶν παντὸς ἄλλου πραγματικοῦ ἐπι-
1537χειρήματος ὑπὲρ τῆς γνώμης του. Καὶ εἰς τὸ μορμολύκειον
1538αὐτὸ ἥκιστα πάντων πιστεύει αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Δηλιγιάν-
1539νης· διότι, ἐὰν τῳόντι ἀπεδέχετο, ὅτι αἱ Βουλαὶ ἐκλέγονται
1540μὲ ὡρισμένην ἐντολὴν, ἧς ληγούσης πρέπει αὐταὶ νὰ δια-
1541λύωνται, τότε ὤφειλε νὰ δώσῃ αὐτὸς τὸ καλὸν παράδειγμα
1542πρὸς τοῦτο ἐν ἔτει 1885. Ἡ Βουλὴ τοῦ ἔτους ἐκείνου ἐξε-
1543λέγη ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν αὐτοῦ, ὅπως κάμῃ τὰ ἀντίθετα τῶν
1544ὅσων ἔκαμεν ἡ προκάτοχος αὐτῆς Βουλὴ ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν
1545τοῦ κ. Τρικούπη· ἐξελέγη ὑπὸ τὸ πρόγραμμα εἰρηνικῆς
1546πολιτικῆς, τῆς πολιτικῆς τῶν οἰκονομιῶν, τῆς περιστολῆς
1547τῶν φόρων καὶ τῆς ἄνευ δανείων διοικήσεως τῶν οἰκονομι-
1548κῶν τοῦ Κράτους. Εὐθὺς ὅμως ὡς ἡ Ἑλλὰς ἠναγκάσθη,
1549κατ’ ἀκολουθίαν τοῦ πραξικοπήματος τῆς Φιλιππουπόλεως,
1550ν’ ἀκολουθήσῃ πολιτικὴν πολεμικήν, πολιτικὴν συνεπά-
1551γουσαν αὔξησιν δαπανῶν καὶ ἑπομένως δάνεια καὶ νέους
1552φόρους, ὤφειλεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη νὰ θεωρήσῃ τὴν ἐντολήν
1553της λήγουσαν καὶ νὰ διαλυθῇ εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη. Διατὶ
1554λοιπὸν ὁ κ. Δηλιγιάννης δὲν συνεμορφοῦτο τότε πρὸς ὅσα
1555τώρα ἰσχυρίζεται περὶ δῆθεν περιωρισμένης ἐντολῆς τῆς
1556Βουλῆς; Διότι οὔτε τότε οὔτε τώρα πιστεύει εἰς ὅσα ἰσχυ-
1557ρίσθη ἁπλῶς τὴν σήμερον, διὰ νὰ φανῇ ὅτι λέγει καὶ αὐ-
1558τὸς κἄτι τι.
1559Καὶ ἀφοῦ, Κύριοι, ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους ἐπῆλθεν
1560ὑπὸ τὴν ἀπεχθεστέραν αὑτῆς μορφὴν καὶ εἶναι πλέον γε-
1561γονὸς τετελεσμένον, μετὰ τὰ τελευταῖα ἰδίᾳ πραξικοπή-
1562ματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, πρὸς τί νὰ κληθῇ νῦν ὁ λαὸς,
1563ἵνα διὰ νέων ἐκλογῶν ἐξενέγκῃ ψῆφον περὶ αὐτῆς; Οἱαδή-
1564ποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ ψῆφος αὐτοῦ αὕτη, δύναται πλέον νὰ
1565ἀποτρέψῃ αὐτὴ τὸ ἀπαίσιον αὐτὸ γεγονὸς, δύναται ν’ ἀπο-
1566τρέψῃ τὸ ἐγκολαφθὲν ἤδη ἐπὶ τοῦ μετώπου τῆς Ἑλλάδος
1567στίγμα τῆς χρεωκοπίας; Ἀλλὰ μήπως θέλει οὕτως ὁ κ.
1568Δηλιγιάννης, πιστὸς εἰς τὸ δόγμα τῆς ῥυμουλκήσεως, νὰ
1569καταστήσῃ τὸν λαὸν ὑπεύθυνον καὶ διὰ τὸ στίγμα τῆς
1570χρεωκοπίας, ὅπως ἠθέλησε νὰ καταστήσῃ αὐτὸν ὑπεύθυ-
1571νον καὶ διὰ τὴν ἄβουλον καὶ ἀσύνετον ἐπιστρατείαν τοῦ
15721885–1886;
1573§71ΛΑΠΠΑΣ.....
1574§72ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ τί σᾶς ἔπταισε, κ. Δηλιγιάννη καὶ κ.
1575Τρικούπη, ὁ ἀτυχὴς οὗτος λαὸς, καὶ θέλετε νὰ ἐπιῤῥίπτητε
1576ὅλας τὰς εὐθύνας σας εἰς τὴν ῥάχιν του; Μήπως δὲν σᾶς
1577ἠνέχθη ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην κατοργιάζοντας ἐπὶ τοῦ ἐνε-
1578στῶτος καὶ τοῦ μέλλοντος αὐτοῦ; μήπως δὲν σᾶς ἠνέχθη
1579ἐπιβάλλοντας εἰς αὐτὸν φόρους ἐπὶ φόρων καὶ δάνεια ἐπὶ
1580δανείων, ἕως οὗ τὸν εἴδετε καμπτόμενον ὑπὸ τὰ φορολο-
1581γικά σας βάρη καὶ μὴ ἀνακύπτοντα πλέον ὑπὸ τὸν ὄγκον
1582τοῦ δημοσίου χρέους; θέλετε τώρα νὰ τὸν καταστήσητε καὶ
1583ὑπεύθυνον διὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀτασθάλου πολιτείας
1584σας, διὰ τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους, τῆς ὁποίας σεῖς
1585ὑπήρξατε οἱ πρωτουργοὶ καὶ συνεργοί;
1586Ἀλλ’ ἂν ὑπάρχῃ τις, Κύριοι, ἥκιστα δικαιούμενος νὰ
1587ἐκφράσῃ τὴν ἔκπληξίν του ἐπὶ τῷ γεγονότι τῆς χρεωκο-
1588πίας τοῦ Κράτους, ὅπερ διεπίστωσε τὸ προκείμενον νομο-
1589σχέδιον, καὶ ἐν ἱερᾷ ἀγανακτήσει νὰ ἀπειλῇ δι’ αὐτὸ ἀπο-
1590χωρήσεις ἐντεῦθεν καὶ παραιτήσεις ἐκ τοῦ βουλευτικοῦ
1591ἀξιώματος καὶ ἔκκλησιν εἰς τὸν λαὸν, τοιοῦτος εἶναι βε-
1592βαίως ὁ κ. Δηλιγιάννης. Αὐτὸς, προσηλυτισθεὶς ἤδη πρὸ
1593μηνῶν εἰς τὰς περὶ χρεωκοπίας γνώμας τῶν ἀξιοτίμων
1594Βουλευτῶν ἐξ Ἄρτης καὶ ἐκ Μαντινείας, μόλις πρὸ ὀλίγων
1595ἡμερῶν, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν
1596βασιλικὸν λόγον, παρῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ μὲ ζῆλον νεο-
1597φωτίστου ὑπεστήριξε τὰς γνώμας ἐκείνας, καὶ ἰσχυρίσθη ὅτι
1598καὶ τὸ Κράτος καὶ ἡ χώρα εὕρηνται ἤδη ἀπὸ πολλοῦ ἐν
1599ἀνεπαρκείᾳ καὶ ἔχει καταστῆ πλέον ἀνάγκη ἀναπόδραστος
1600ἡ χρεωκοπία. Πῶς ὅμως τώρα, ἐπελθούσης ταύτης διὰ τοῦ
1601ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐκπλήττεται καὶ ἀγανακτεῖ
1602καὶ ἀπειλεῖ ἀποχωρήσεις, παραιτήσεις καὶ ἐκκλήσεις εἰς
1603τὸν Ἑλληνικὸν λαόν;
1604§73Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
1605§74ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἅλις, Κύριοι, τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρ-
1606τυνος Βουλευτοῦ· καιρὸς νὰ στρέψωμεν πλέον τὸν λόγον
1607ἐπὶ τὸν πρωτουργὸν τῆς παρούσης καταστάσεως, τὸν κ.
1608Τρικούπην. Εἰσάγων οὗτος χθὲς τὸ προκείμενον νομοσχέ-
1609διον εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπανέλαβε καὶ αὐτὸς τὰς τετριμμένας
1610πλέον αἰτιάσεις του κατὰ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως,
1611εἰπὼν ἐν κεφαλαίῳ, ὅτι τοῦτο ἐστερεῖτο πάσης νομίμου βά-
1612σεως. Ἀλλὰ, Κύριοι, αὐτὸς οὗτος ἰσχυρίσθη ἤδη ἐν προη-
1613γουμένῃ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ σχετικὸν διάταγμα
1614ἦτο ἁπλῆ ἀντιγραφὴ τῆς συμβάσεως, ἣν αὐτὸς εἶχε σχε-
1615διάσει διὰ τὸ πολυθρύλητον δάνειον, ὅπερ ἠθέλησε νὰ συνο-
1616μολογήσῃ ἐν Λονδίνῳ· πῶς λοιπὸν ἡ μὲν σύμβασίς του ἦτο
1617νόμιμος, νομιμωτάτη ἐν πᾶσι, καὶ ἠδύνατο νὰ κυρωθῇ δι’
1618ἁπλοῦ Β. Διατάγματος, τὸ δὲ ἀντίγραφον αὐτῆς, τὸ διά-
1619ταγμα τῆς 30 Μαΐου ἐστερεῖτο πάσης νομίμου βάσεως;
1620Τὴν δι’ ὁμολογιῶν τοῦ νέου δανείου πληρωμὴν τῶν τοκο-
1621μεριδίων, καθ’ ἣν ἐκαινοτόμει τὸ διάταγμα τῆς 30 Μαΐου,
1622ἐπεφυλάξαμεν, ὡς προεῖπον ἤδη, εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βου-
1623λῆς. Κατὰ τὰ ἄλλα ἐστηρίχθημεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὸν νόμον
1624͵ΒΞΖʹ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸν νόμον ͵ΒΡΙΕʹ, ὡς καὶ αὐτὸς
1625ἐν τῇ συμβάσει αὐτοῦ, ἀπεφύγομεν δὲ μόνον ἐκ παντὸς
1626τρόπου τὰ ἄτοπα ταύτης. Ἀπεφύγομεν ἐν πρώτοις τὸ ἄτο-
1627πον, καθ’ ὃ αὐτὸς ἀνελάμβανε διὰ τῆς συμβάσεώς του τὴν
1628ὑποχρέωσιν, ἵνα εἴκοσιν ἡμέρας πρὸ τῆς καταβολῆς τῶν
1629τοκομεριδίων ὑπὸ τῶν δανειστῶν καταθέσῃ ἴσον ποσὸν τρα-
1630πεζικῶν γραμματίων, ἐν ἰσοτιμίᾳ λαμβανομένων, εἰς τὰς
1631προνομιούχους Τραπέζας πρὸς ἀκύρωσιν καὶ ἐξαφάνισίν του.
1632Καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶχεν, ὡς ἀπεδείξαμεν ἤδη, τὸ
1633Κράτος νὰ καταθέσῃ διὰ τὴν πρώτην καταβολὴν τῶν το-
1634κομεριδίων, ἀφοῦ τὰ ταμεῖά του ἦσαν ὅλως κενά. Τὰ
16358,760,000 δραχμῶν, τὰ κατατεθειμένα εἰς τὴν Ἐθνικὴν
1636Τράπεζαν δίκην ἐνεχύρου διὰ τὸ προσωρινὸν δάνειον τῶν
16377,300,000 φράγκων, ἦτο ἀδύνατον ν’ ἀναληφθῶσι, καὶ ἐὰν
1638ἔτι ὑπεγράφετο ἡ ἐν Λονδίνῳ σύμβασις καὶ κατ’ ἀκολου-
1639θίαν αὐτῆς ὑπεγράφοντο ἐνταῦθα καὶ ὅλαι ἐκεῖναι αἱ συμ-
1640βάσεις, τὰς ὁποίας ἐπενόησε νῦν ἡ φαντασία τοῦ κ. Πρωθυ-
1641πουργοῦ, αἱ συμβάσεις δηλαδὴ περὶ μετατροπῆς τῶν προσω-
1642ρινῶν δανείων εἰς πάγια κλπ. διότι ἀκριβῶς κατὰ τὸ 11
1643ἄρθρον τῆς συμβάσεως, τῆς προωρισμένης διὰ τὸ ἐν Λον-
1644δίνῳ δάνειον, αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος 8,760,000 δραχμαὶ κατε-
1645δικάζοντο εἰς ἀκύρωσιν καὶ ἐξαφάνισιν, ἥτις θὰ συνετελεῖτο
1646ἐνώπιον τῶν διευθυντῶν τοῦ ταμείου τοῦ δανείου ἐκείνου.
1647Ἀλλὰ καὶ ἐὰν εἶχε τὸ ἀναγκαῖον ἑκάστοτε ποσὸν διαθέσι-
1648μον καὶ διὰ τὴν πρώτην καὶ διὰ τὰς μετὰ ταῦτα κατα-
1649βολὰς τῶν τοκομεριδίων καὶ παρέδιδεν αὐτὰ τῷ ὄντι πρὸς
1650ἐξαφάνισιν, θὰ καθίστα οὕτως ἐφικτὴν τὴν τελείαν ἀνα-
1651στάτωσιν τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας τῆς χώρας.
1652Ἄλλοτε ἐδόθη εἰς ἡμᾶς, Κύριοι, ἡ εὐκαιρία νὰ ἐλέγξω-
1653μεν τὴν πλάνην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα
1654τοῦτο. Ἰσχυρίζετο τότε, ὅτι ὅλον τὸ κακὸν, τὸ κατατρύχον
1655ἡμᾶς ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικὴν, προήρχετο ἐκ τῆς πληθώρας
1656τῶν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων,
1657καὶ ὅτι τὸ κακὸν τοῦτο θὰ περιεστέλλετο, καθόσον τὸ ἐν
1658κυκλοφορίᾳ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων θὰ περιω-
1659ρίζετο εἰς τὸ ἥμισυ. Ἡμεῖς πρὸς τὸν τοιοῦτον ἰσχυρισμὸν τοῦ
1660κ. Πρωθυπουργοῦ ἀντετάξαμεν τότε, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ
1661κυκλοφορία εἶναι ἐξωτερικὸν μόνον φαινόμενον τῆς νοσηρᾶς
1662οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως, ὅτι δὲ τὸ φαινόμενον τοῦτο
1663θὰ ἐξέλειπεν ἀφ’ ἑαυτοῦ, καθ’ ὅσον ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατά-
1664στασις θὰ ἐβελτιοῦτο. Ἀπεδείξαμεν δὲ ἰδίᾳ, ὅτι ἡ ἀπότομος
1665περιστολὴ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, χωρὶς μάλιστα
1666τὸ αἰρόμενον ἐξ αὐτῆς τραπεζικὸν γραμμάτιον ν’ ἀντικα-
1667τασταθῇ διὰ μεταλλικοῦ νομίσματος, θὰ ἐπέφερε τὰ ἀντί-
1668θετα ὅλως τῶν προσδοκωμένων ἀποτελεσμάτων καὶ θὰ συνέ-
1669βαινεν οὕτως ὅ,τι καὶ ἐπὶ τοῦ πάσχοντος ἐξ ἀτροφίας, διότι
1670ὁ διδόμενος εἰς αὐτὸν ἄρτος στερεῖται τῶν ἀναγκαίων θρε-
1671πτικῶν οὐσιῶν. Ὡς δηλαδὴ ἡ ἐλάττωσις τοῦ τοιούτου ἄρ-
1672του, χωρὶς ν’ ἀντικατασταθῇ αὐτὸς δι’ ἄλλου θρεπτικωτέ-
1673ρου ἄρτου, θὰ ἐπέφερε τὴν παντελῆ τοῦ ἐξ ἀτροφίας πά-
1674σχοντος ἀτονίαν, οὕτω καὶ ἡ ἀγορὰ ἡμῶν, ἐὰν τὸ μόνον
1675ἀνταλλακτικόν της ὄργανον, τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον,
1676περιωρίζετο, χωρὶς ν’ ἀντικατασταθῇ ὑπὸ μεταλλικοῦ νο-
1677μίσματος, θὰ παρέλυεν ὅλως. Καὶ τοῦτο ἦτο, Κύριοι, ὄχι
1678τὸ ἐλάχιστον ἄτοπον τῆς συμβάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
1679ὅπερ, διϊδὼν νῦν καὶ αὐτὸς, ὡμολόγησε χθὲς, ὅτι πρέπει τὸ
1680ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὸ ὁποῖον θὰ ἤρετο
1681ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ
1682δανείου εἰς μεταλλικόν.
1683Εἶχε καὶ ἄλλα ἄτοπα ἡ σύμβασις ἐκείνη, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς
1684θ’ ἀπεφεύγομεν, ὡς ἀπέδειξα ἤδη ἀπαντῶν εἰς τὰς αἰτιάσεις
1685τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, τὰ ἄτοπα ὅτι διὰ
1686διατάγματος καθιέρου ποινὰς καὶ ἀνελάμβανεν ὑπὲρ τοῦ
1687Δημοσίου τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα μὴ μεταβάλῃ ποτὲ τὰς εἰς
1688χρυσὸν εἰσπράξεις. Τὸ μέγιστον ὅμως ἄτοπον αὐτῆς ἦτο,
1689ὅτι ἐγκαθίστα αὐτὴ δι’ ἁπλοῦ διατάγματος πλήρη καὶ ἀκέ-
1690ραιον τὸν διεθνῆ ἔλεγχον ἐν Ἑλλάδι, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον,
1691κατ’ ἐμὴν γνώμην, οὔτε Βουλὴ, οὔτε Ἐθνοσυνέλευσις δύ-
1692ναται νὰ καθιερώσῃ παρ’ ἡμῖν. Διεθνὴς ἔλεγχος, Κύριοι,
1693σημαίνει περιορισμὸν τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ
1694Κράτους, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλλὰς ἀνέκτησε μετὰ ἑπταετῆ αἱ-
1695ματηρὸν ἀγῶνα, καὶ τὰ ὁποῖα μόνον κατ’ ἀκολουθίαν ἀτυ-
1696χοῦς πολέμου δύναται πάλιν νὰ ἀποβάλῃ, οὐχὶ δὲ διὰ νό-
1697μων καὶ ψηφισμάτων. Καὶ ἐνῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε
1698συντάξει αὐτὸς οὗτος καὶ ἦτο ἕτοιμος νὰ ὑπογράψῃ τόσον
1699παράνομον, τόσον ἀντισυνταγματικὴν, τόσον ἀντεθνικὴν
1700σύμβασιν, ἔσχε τὴν τόλμην τώρα νὰ ψέξῃ αὐτὸς τὸ διά-
1701ταγμα τῆς 30 Μαΐου, ὡς στερούμενον πάσης νομίμου βά-
1702σεως, τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, ὡς εἴδετε, καὶ νομι-
1703μώτατον ὑπῆρξεν ἐν πᾶσι, καὶ ὅλα τὰ ἄτοπα τῆς συμβά-
1704σεως τοῦ κ. Τρικούπη ἀπέφευγε, καὶ τὰ κυριαρχικὰ δικαιώ-
1705ματα τοῦ Κράτους διέσωζεν ἀκέραια καὶ ἀλώβητα, καὶ
1706παρεῖχε τὸ μόνον ἀσφαλὲς ἔδαφος, ἐφ’ οὗ ἠδύναντο ν’ ἀνορ-
1707θωθῶσι καὶ τὰ δημόσια καὶ τὰ κατ’ ἰδίαν ἡμῶν οἰκονο-
1708μικά. Ἦτο αὐτὸ τὸ τελευταῖον ἔρεισμα τῆς πίστεως καὶ
1709τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον, ἀνατρέψας δι’ ἑνὸς
1710λακτίσματος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, πῶς ἠθέλησε ν’ ἀντικατα-
1711στήσῃ; Διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσή-
1712γαγε χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἀπάντησιν τῆς προκλήσεως,
1713ἣν προχθὲς ἐγὼ ἀπηύθυνα πρὸς αὐτὸν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
1714Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐδὲν νέον, Κύριοι, δη-
1715μιουργεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφίνει μόνον τὴν δημοσίαν
1716ἡμῶν πίστιν ἄστεγον ὅλως καὶ ἐκτεθειμένην εἰς πάντας τοὺς
1717ἀνέμους. Δι’ αὐτοῦ κηρύττει μόνον τὸ Κράτος εἰς κατά-
1718στασιν χρεωκοπίας, χρεωκοπίας δολίας, χρεωκοπίας δυναμέ-
1719νης νὰ ἔχῃ ὀλέθρια δι’ ἡμᾶς ἐπακόλουθα καὶ ὑπὸ ἔποψιν
1720οἰκονομικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν πολιτικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν
1721ἐθνικὴν, ὡς μέλλω νῦν νὰ ἀποδείξω πρὸς ὑμᾶς.
1722Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους ἡμεῖς
1723ἐθεωροῦμεν ἐπικειμένην ἀπὸ πολλοῦ, ἀφ’ οὗ χρόνου ὁ κ.
1724Πρωθυπουργὸς, ἐπικρατήσας ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Πολιτείᾳ ἐπὶ
1725μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, πᾶσαν προσπάθειαν κατέβαλλε πρὸς
1726τοῦτο, συνομολογῶν πάντοτε δάνεια ἐπὶ δανείων, ὑπὸ ὅρους
1727ἐπαχθεστάτους, ἀφίνων μέγα μέρος αὐτῶν ν’ ἀποκομίζῃ ἡ
1728κερδοσκοπία, ἕτερον μέρος κατασπαταλῶν αὐτὸς οὗτος
1729ἀσκόπως, καὶ ἐλάχιστον μόνον μέρος αὐτῶν διαθέτων εἰς
1730πλήρωσιν ἀληθῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Ἡ μόνη εἰλικρι-
1731νὴς καὶ ἔντιμος προσπάθεια πρὸς ἀποσόβησιν τοῦ κακοῦ
1732κατεβλήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς 3 Μαΐου. Ἀφ’ ἧς
1733ὅμως ἡμέρας τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἠναγκάσθη διὰ τῆς ψή-
1734φου τῆς Βουλῆς νὰ παραιτηθῇ καὶ νὰ κάμῃ τόπον εἰς τὸν
1735κ. Τρικούπην, ἔχοντα πλέον ἀναπεπταμένην τὴν σημαίαν
1736τῆς χρεωκοπίας, ἀφ’ ἧς ἡμέρας οὗτος, Πρωθυπουργὸς τῆς
1737Ἑλλάδος, δὲν ἐδίστασε νὰ ἀνακράξῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
1738του, «ἐπτωχεύσαμεν δυστυχῶς», ἔκτοτε τὴν καταστρο-
1739φὴν ἐθεωροῦμεν ἄφευκτον. Ἀλλὰ καὶ οὕτω, οὐδέποτε ἀνε-
1740μένομεν αὐτὴν τόσον ἀτιμωτικὴν, τόσον ἐπονείδιστον διὰ
1741τὴν Ἑλλάδα, ὅσον παρεσκεύασεν αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1742γὸς διὰ τοῦ χθὲς ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου
1743του. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν πρόκειται πλέον περὶ
1744ἁπλῆς πτωχεύσεως, ἀλλὰ περὶ χρεωκοπίας, καὶ χρεωκο-
1745πίας τοῦ χειρίστου εἴδους, πρόκειται περὶ χρεωκοπίας,
1746ἥτις μέλλει νὰ ἐγκολάψῃ ἀνεξίτηλον στίγμα ἐπὶ τοῦ μέχρι
1747τοῦδε ἁγνοῦ καὶ ἀσπίλου μετώπου τῆς Πατρίδος ἡμῶν·
1748πρόκειται περὶ χρεωκοπίας, ἥτις μέλλει νὰ ὑποβιβάσῃ τὴν
1749Ἑλλάδα εἰς κατωτέραν βαθμίδα οὐχὶ πλέον τῆς Ἀργεντί-
1750νης, οὐχὶ πλέον τῆς Τουρκίας καὶ Αἰγύπτου, ἀλλὰ καὶ αὐ-
1751τῆς τῆς Πορτογαλίας, ἥτις ὑπὸ ἔποψιν δημοσίας πίστεως θεω-
1752ρεῖται τὴν σήμερον τὸ ἐξουθένωμα τῶν Κρατῶν ὑφ’ ὅλου τοῦ
1753πεπολιτισμένου κόσμου. Διότι οὐδεμία τῶν χωρῶν τούτων,
1754Κύριοι, ἔσχε τὸν κυνισμὸν νὰ ἀναστείλῃ τὰς πληρωμάς της,
1755ἔχουσα ἐν τῇ Κυβερνήσει αὐτῆς ἀκριβῶς τοὺς ἄνδρας ἐκείνους,
1756οἵτινες συνωμολόγησαν καὶ ἐσπατάλησαν τὰ δάνειά της.
1757Οὔτε ἡ Τουρκία ἐπτώχευσεν ὑπὸ τὸν Φουὰτ καὶ Ἀλῆ πασ-
1758σᾶν, τοὺς ἐξωθήσαντας αὐτὴν εἰς τὸ βάραθρον τῆς χρεωκο-
1759πίας, οὔτε ἡ Αἴγυπτος ὑπὸ τὸν Νουβὰρ πασσᾶν. Καὶ ἡ Ἀρ-
1760γεντίνη ἐξέβαλε τῆς ἀρχῆς κακὸν κακῶς ἔχοντα τὸν Πρόεδρόν
1761της Celman, καὶ ἡ Πορτογαλία τὸν διαβόητον ἐπὶ τῶν
1762Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν της Carvahlo, εὐθὺς ὡς ἐπῆλθεν
1763ὑπ’ αὐτοὺς ἡ σύῤῥαξις τῶν οἰκονομικῶν των. Οὕτω πως αἱ
1764χῶραι ἐκεῖναι διέσωζον τοὐλάχιστον τὰς apparences, ἐπιῤ-
1765ῥίπτουσαι τὴν εὐθύνην εἰς τοὺς πρωτουργοὺς τῆς οἰκονομι-
1766κῆς καταστροφῆς των. Εἰς μόνην τὴν Ἑλλάδα ἐπεφυλάσ-
1767σετο τὸ ὄνειδος νὰ ἀναστείλῃ τὰς πληρωμάς της καὶ νὰ
1768ζητῇ μάλιστα συμβιβασμὸν ὑπὸ τὸν αὐτὸν ἐκεῖνον ἄνδρα,
1769ὅστις ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην διέπων τὰ οἰκονομικά της κατε-
1770βαράθρωσεν αὐτά. Εἰς μόνην τὴν Ἑλλάδα ἐπεφυλάσσετο
1771τὸ ὄνειδος, ἵνα αὐτὸς ἐκεῖνος ὁ κυβερνήτης της, ὅστις μέ-
1772χρι τῆς χθὲς ἀκόμη ἐξηπάτα τοὺς δανειστάς της, διακη-
1773ρύττων ὅτι καὶ τὸ Κράτος καὶ ἡ χώρα ἡμῶν ἦσαν ἐν
1774ἐπαρκείᾳ, ἐπιτρεπούσῃ τὴν πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυ-
1775σίων ὄχι μόνον διὰ τὰ ἤδη ὀφειλόμενα, ἀλλὰ καὶ διὰ νέον
1776μέγα δάνειον, νὰ ὁμολογῇ νῦν ἀσυστόλως, ὅτι δὲν εἴμεθα
1777πλέον εἰς θέσιν νὰ πληρώσωμεν οὐδὲ διὰ τὰ μέχρι τοῦδε
1778ὀφειλόμενα οὐχὶ τὸ ὅλον, οὐχὶ τὸ ἥμισυ, ἀλλ’ οὐδὲ τὸ
1779τρίτον τῶν τόκων, ἀποκοπτομένων ὁλοσχερῶς καὶ τῶν
1780χρεωλυσίων. Εἰς μόνην τὴν Ἑλλάδα ἐπεφυλάσσετο τὸ
1781ὄνειδος, ἵνα ὁ αὐτὸς κυβερνήτης ζητῇ νὰ συμπαρασύρῃ καὶ
1782τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, ὅπερ αὐτὴ ἀντι-
1783προσωπεύει, εἰς τοιοῦτο βάραθρον ἀτιμίας, ὥστε διὰ τοῦ
1784προκειμένου νομοσχεδίου, ὅπερ καλούμεθα νῦν νὰ ψηφίσω-
1785μεν, ν’ ἀποδειχθῇ καὶ ἡ Βουλὴ ὡς ψευσθεῖσα καὶ ζητήσασα
1786μόνον νὰ φενακίσῃ καὶ ἐξαπατήσῃ τοὺς πιστωτὰς τοῦ
1787Κράτους δι’ ὅλων τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα μέχρι τῆς χθὲς
1788ἐψήφιζεν, οὖσα καὶ αὐτὴ ὑπὲρ τῆς ἐπαρκείας καὶ παρέχουσα
1789πάντα τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δι’ ὧν ἠδύνατο νὰ
1790δελεάσῃ καὶ παγιδεύσῃ τοὺς πιστωτάς μας εἰς συνομολό-
1791γησιν νέου δανείου. Αὐτὸ δὲ καὶ μόνον τὸ γεγονὸς δὲν ἀρ-
1792κεῖ ν’ ἀποδείξῃ τὴν πτώχευσιν ἡμῶν ὡς φέρουσιν τὸ πρῶ-
1793τον καὶ κύριον γνώρισμα τῆς κακῆς πίστεως, ὡς οὖσαν
1794ἐν ἄλλοις λέξεσι χρεωκοπίαν δολίαν;
1795Πρόκειται δὲ καὶ ἄλλως περὶ χρεωκοπίας δολίας· διότι,
1796ἐνῷ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους εὕρηται ἐν ἰσοσταθμίᾳ,
1797ἔστω καὶ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ὡς χθὲς ἔτι θέλων νὰ
1798δικαιολογήσῃ τὸ νομοσχέδιόν του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμο-
1799λόγησεν, ἐνῷ κατὰ ταῦτα ὤφειλε ν’ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς πι-
1800στωτάς μας τὸ πολὺ–πολὺ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια τοὺς
1801τόκους καὶ τὰ χρεωλύσιά των, αὐθαιρέτως ὅλως καὶ ἀδι-
1802καιολογήτως ἀποκόπτει τὰ χρεωλύσια καὶ μειοῖ τοὺς τό-
1803κους κατὰ 50%, καὶ ταῦτα εἰς τραπεζογραμμάτια, δια-
1804πράττων οὕτως ἔγκλημα, ὅπερ προβλέπει καὶ τιμωρεῖ τὸ
1805ἄρθρον 599 τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου.
1806Πρόκειται περὶ χρεωκοπίας δολίας· διότι ὁ κ. Πρωθυ-
1807πουργὸς αὐθαιρέτως ὅλως ποιεῖται διάκρισιν μεταξὺ ἐσω-
1808τερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν δανείων, μεταξὺ δανείων εἰς τρα-
1809πεζικὰ γραμμάτια καὶ δανείων εἰς μεταλλικόν, ἐκεῖνα μὲν
1810ἐννοῶν νὰ πληρώνῃ εἰς τὸ ἄρτιον, ταῦτα δ’ ἔλαττον τοῦ
1811ἀρτίου κατὰ 70% καὶ ἀποκόπτων ὅλως ἐξ αὐτῶν τὰ
1812χρεωλύσια. Εἶναι δὲ πλάνη καὶ πλάνη οἰκτρά, Κύριοι, νὰ
1813νομίζῃ τις, ὅτι οὕτω πως εὐνοοῦνται τὰ εἰς χεῖρας Ἑλλήνων
1814δάνεια. Εἰς χεῖρας Ἑλλήνων εὕρηται κατὰ μέγα μέρος
1815καὶ τὰ εἰς μεταλλικὸν δάνεια. Χρεώγραφα τῶν δανείων
1816τούτων κέκτηνται οὐ μόνον ἰδιῶται Ἕλληνες πλεῖστοι ὅσοι,
1817ἀλλὰ καὶ πάντα σχεδὸν τὰ πιστωτικὰ καὶ φιλανθρωπικὰ
1818ἡμῶν ἱδρύματα, ὧν αἱ πρόσοδοι διὰ τοῦ αὐθαιρέτου μέτρου
1819τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐλαττοῦνται κατὰ 70%. Τὸ χεί-
1820ριστον δὲ πάντων εἶναι, ὅτι εἰς ἑλληνικὰ χρεώγραφα ἔχου-
1821σιν ἐναποθέσει τὴν περιουσίαν των καὶ πάντα σχεδὸν τὰ
1822ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἐκπαιδευτικὰ καὶ φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα
1823τῶν ὁμοφύλων ἡμῶν. Μόλις καὶ μετὰ βίας συνετηροῦντο
1824αὐτὰ μέχρι τοῦδε ἐκ τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων, ἅτινα
1825ἐλάμβανον ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, καθ’ ὃν δὲ χρόνον,
1826εἰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας διατελοῦντα, εἶχον ἐστραμμένα
1827τὰ βλέμματα πρὸς τὴν μητέρα Ἑλλάδα, ἀποδεχόμενα ἐξ
1828αὐτῆς ἐπικουρίαν, δέχονται παρ’ αὐτῆς τὸ καίριον τραῦμα
1829διὰ τοῦ πραξικοπήματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅπερ κα-
1830θιστᾷ προβληματώδη τὴν περαιτέρω συντήρησίν των.
1831Πρόκειται περὶ χρεωκοπίας δολίας· διότι καὶ μεταξὺ αὐτῶν
1832τῶν εἰς μεταλλικὸν δανείων προέβη εἰς αὐθαίρετον διάκρι-
1833σιν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐξαιρέσας τοῦ γενικοῦ μέτρου τὸ
1834εἰς μεταλλικὸν δάνειον τῶν 16,500,000 φράγκων. Τὸ δά-
1835νειον τοῦτο ἔχει συνομολογηθῆ ὑπὸ ἐπαχθεστάτους ὅρους,
1836εἶναι δὲ χρεωλυτικὸν καὶ μέλλει νὰ ἐξοφληθῇ ἐντὸς εἰκο-
1837σιπενταετίας. Καὶ ὅμως χθὲς ἔτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ πτώ-
1838χευσις τοῦ Κράτους ἦτο πλέον τετελεσμένον γεγονός, ὁ κ.
1839Πρωθυπουργὸς προῆλθεν εἰς ἰδιαιτέρας συμφωνίας πρὸς τοὺς
1840συνομολογήσαντας τὸ περὶ οὗ λόγος δάνειον, καὶ μετέτρεψεν
1841αὐτὸ ὅλως αὐθαιρέτως εἰς δάνειον εἰς τραπεζικὰ γραμμά-
1842τια, ὅπως δι’ αὐτὸ ἐξακολουθήσωσιν οὐ μόνον τὰ χρεωλύ-
1843σια, ἀλλὰ καὶ οἱ τόκοι πληρονόμενοι εἰς τὸ ἀκέραιον.
1844Πρόκειται περὶ χρεωκοπίας δολίας· διότι ἐν τῇ αὐθαιρε-
1845σίᾳ αὐτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐσεβάσθη κἄν τὰς ὑπεγ-
1846γύους εἰσπράξεις, ὧν ἡ διαχείρισις, πρὸς μείζονα ἀσφάλειαν
1847τῶν πιστωτῶν μας, εἶχε παραδοθῆ εἰς ἰδίαν ἑταιρίαν, εἰς
1848τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων, ἀλλ’ ἔθεσε καὶ ἐπ’ αὐτῶν
1849χεῖρα. Τοιαύτην αὐθαιρεσίαν, Κύριοι, δὲν ἀπετόλμησε καὶ
1850αὐτὴ ἡ Πορτογαλία, ἡ διασυρομένη νῦν ὡς δολία χρεωκό-
1851πος καθ’ ὅλον τὸν πεπολιτισμένον κόσμον· διότι καὶ αὐτὴ
1852ἡ Πορτογαλία ἐσεβάσθη τὰς ὑπεγγύους εἰσπράξεις τοῦ
1853δανείου τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, ὧν τὴν διαχείρισιν
1854εἶχεν ἀναθέσει εἰς ἰδίαν ἑταιρίαν. Καὶ ἡμεῖς ἐσεβάσθημεν
1855τὸ δάνειον τῶν Μονοπωλίων, καὶ δὲν ἠθελήσαμεν νὰ συμπε-
1856ριλάβωμεν αὐτὸ εἰς τὸ γενικὸν μέτρον τοῦ δανείου τῆς κε-
1857φαλαιώσεως· διότι ἠθελήσαμεν νὰ ἀποδείξωμεν οὕτω, ὅτι
1858ὑπάρχει ἐγγύησίς τις, ἣν εὐλαβεῖται τὸ Κράτος καὶ ἥτις
1859ἠδύνατο ἐν ἀνάγκῃ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις συνεννοήσεως
1860πρὸς τοὺς πιστωτάς μας, ἐάν ποτε ἐπήρχετο μοιραία κατα-
1861στροφή. Τὴν βάσιν ταύτην ἀνέτρεψε νῦν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1862γός, μόνον καὶ μόνον ὅπως ἐκμηδενίσῃ ὅλως τὴν δημοσίαν
1863πίστιν καὶ ὑποβιβάσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς χείρονα θέσιν καὶ
1864αὐτῆς τῆς Πορτογαλίας, μόνον καὶ μόνον ὅπως δημιουρ-
1865γήσῃ οὕτω χάος· διότι χάος ἀληθὲς διανοίγεται πλέον εἰς
1866ἡμᾶς διὰ τοῦ πραξικοπήματός του καὶ ὑπὸ ἔποψιν οἰκο-
1867νομικήν, καὶ ὑπὸ ἔποψιν πολιτικήν, καὶ ὑπὸ ἔποψιν
1868ἐθνικήν.
1869Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετέπεσεν αἴφνης, ὡς παρετηρή-
1870σατε ἤδη, Κύριοι, ἐκ τῆς ἐπαρκείας εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ
1871Κράτους καὶ τῆς χώρας, ἐγένετο δηλ. ὀπαδὸς τῆς γνώμης
1872τοῦ ἐκ Μαντινείας ἢ μᾶλλον τοῦ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτοῦ,
1873ὅστις διεκδικεῖ τὸ δικαίωμα τῆς προτεραιότητος τῆς γνώ-
1874μης ταύτης. Ὁ ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, ὢν ὀπαδὸς τῆς ἀνε-
1875παρκείας, ὑποστηρίζει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναγινώσκει εἰς
1876τὴν στατιστικὴν τοῦ ἐμπορίου ἡμῶν, τὴν δημοσιευομένην ὑπὸ
1877τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Κατὰ τὴν στατιστικὴν
1878ταύτην, παραδέχεται ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα ἐν τῷ ἐμπορικῷ
1879ἡμῶν ἰσοζυγίῳ ἐκ 30 περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν, διότι
1880ἡ εἰσαγωγὴ χρυσοῦ φαίνεται κατωτέρα τῆς ἐξαγωγῆς χρυ-
1881σοῦ ἐν τῇ περὶ ἧς ὁ λόγος στατιστικῇ κατὰ 30 περίπου
1882ἑκατομμύρια. Τὴν γνώμην ταύτην φαίνεται ἀσπαζόμενος
1883νῦν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, ἡ εἰσαγωγὴ
1884χρυσοῦ ὑπολείπηται τῆς ἐξαγωγῆς κατὰ 30 περίπου ἑκα-
1885τομμύρια, τὸ Κράτος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐξάγῃ ἐκ τοῦ
1886τόπου ὄχι 30, ὄχι 20, ὄχι 10, ἀλλ’ οὐδὲ 7½ ἑκατομμύ-
1887ρια, ὡς ἀξιοῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι καὶ τὰ 7½ αὐτὰ
1888ἑκατομμύρια θὰ συνετέλουν εἰς ἐπαύξησιν τοῦ ἐλλείμματος,
1889τὸ ὁποῖον ἤδη ὑπάρχει ἐν τῷ ἐμπορικῷ ἡμῶν ἰσοζυγίῳ, καὶ
1890κατ’ ἀκολουθίαν εἰς ἀνατροπὴν τῆς νομισματικῆς ἡμῶν κυ-
1891κλοφορίας.
1892Καὶ μέχρι μὲν τοῦ σημείου τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
1893φαίνεται σύμφωνος πρὸς τὸν ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτήν, ἀλλ’
1894ἐντεῦθεν ἄρχεται ἡ διαφωνία αὐτῶν. Ἐνῷ δηλ. ὁ κύριος
1895Καραπάνος ἐλπίζει, ὅτι ἡ ἐπάρκεια θ’ ἀποκαταστῇ ἀφ’
1896ἑαυτῆς ὡς ἐκ θαύματος, διά τινος μαγικῆς ἀναδιορ-
1897γανώσεως τοῦ τραπεζικοῦ ἡμῶν συστήματος, τὴν ὁποίαν
1898αὐτὸς θὰ κατώρθου διὰ σχεδίου νομοθετικοῦ, τὸ ὁποῖον
1899ἐπὶ τοῦ παρόντος ἔκρινε περιττὸν ν’ ἀποκαλύψῃ εἰς τὴν
1900Βουλήν,—μόνον ὅταν ἔλθῃ εἰς τὰ πράγματα καὶ γείνῃ
1901Πρωθυπουργὸς, τότε θὰ εὐδοκήσῃ ν’ ἀποκαλύψῃ τὸ σχέ-
1902διον αὐτὸ εἰς ἡμᾶς,—ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει, ὅτι τὴν ἀνε-
1903πάρκειαν ταύτην θ’ ἀναπληρώσῃ δι’ ἐνισχύσεως τῶν πιστω-
1904τικῶν ἡμῶν ἱδρυμάτων διττῶς. Πρὸς τοῦτο ἐπαγγέλλεται
1905ἔνθεν μὲν νὰ ἐγχύσῃ εἰς αὐτὰ νέα κεφάλαια εἰς χρυσόν, ἔξω-
1906θεν λαμβανόμενα, ἔνθεν δὲ ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸ ἥμισυ τοῦ
1907ποσοῦ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων διὰ με-
1908ταλλικοῦ, τὸ μεταλλικὸν δὲ τοῦτο ἐλπίζει ὁ κ. Πρωθυ-
1909πουργὸς νὰ προμηθευθῇ διὰ δανείου ἐξωτερικοῦ. Ἀλλὰ ποῦ
1910θὰ εὕρῃ αὐτὸ τὸ δάνειον; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι χθὲς μὲ τὸν συνήθη
1911αὐθεντικόν του τρόπον μᾶς διαβεβαίωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος
1912τούτου, ὅτι εὑρίσκεται ἤδη εἰς διαπραγματεύσεις, καὶ ὅτι
1913αἱ διαπραγματεύσεις αὗται παρουσιάζουσι μὲν ἐπὶ τοῦ πα-
1914ρόντος δυσχερείας πολλάς, ἀλλ’ ἐν τούτοις τάχιον ἢ βράδιον
1915θὰ ἀχθῶσιν εἰς αἴσιον πέρας.
1916§75ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶπεν αὐτό. Εἶπεν ὅτι τὸ δάνειον
1917θὰ ἦναι συνέπεια τοῦ συμβιβασμοῦ, τὸν ὁποῖον διαπραγ-
1918ματεύεται.
1919§76ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχετε δίκαιον· εἶπε τῷ ὄντι, ὅτι τὸ δά-
1920νειον θὰ ἦτο ἡ συνέπεια τοῦ συμβιβασμοῦ πρὸς τοὺς πι-
1921στωτὰς ἡμῶν. Ἀλλὰ ποῦ αἱ διαπραγματεύσεις περὶ τοιού-
1922του συμβιβασμοῦ; Εἶναι ὅλως ἀνακριβές, εἶναι αὐτόχρημα
1923μῦθος τὸ εἰρημένον παρ’ αὐτοῦ, ὅτι δῆθεν κατ’ ἀρχὰς
1924συνεννοεῖτο πρὸς διαφόρους ὁμάδας ἐν Εὐρώπῃ, ὅτι δὲ τελευ-
1925ταῖον αἱ ὁμάδες αὗται συνεχωνεύθησαν εἰς μίαν ἑνιαίαν
1926ὁμάδα, πρὸς ἣν διεξάγει νῦν τὰς διαπραγματεύσεις. Αἱ δια-
1927βεβαιώσεις αὐτοῦ αὗται ἔχονται τόσης ἀληθείας, ὅσης καὶ
1928αἱ παραπλήσιαι αὐτοῦ διαβεβαιώσεις κατὰ τὴν ἡγουμένην
1929τῆς Βουλῆς σύνοδον περὶ συνομολογήσεως δανείου. Μῆνες
1930μόλις ἔχουσι παρέλθει, Κύριοι, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ὁ κ. Πρωθυ-
1931πουργὸς ἀκριβῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐνώπιον ἡμῶν
1932αὐτῶν, μὲ τὸν αὐθεντικώτερον, μὲ τὸν ἐντονώτερον τρόπον,
1933θέλων νὰ διαψεύσῃ ἐμέ, ἔλεγεν: «Ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν πο-
1934λιτικὴ ἐθριάμβευσεν, εἰς τὸ πεῖσμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λο-
1935κρίδος». Καὶ ἔδιδεν οὕτως εἰς ἡμᾶς νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ὁ
1936θρίαμβος οὗτος τῆς οἰκονομικῆς του πολιτικῆς ἦτο τὸ δά-
1937νειον, τὸ ὁποῖον, ἐὰν δὲν εἶχεν ἤδη συνομολογηθῆ, εὑρίσκε-
1938το ὅμως ἐν τῷ συνομολογεῖσθαι. Καὶ ἐν τούτοις τί ἀπεδεί-
1939χθη ἐκ τῶν ὑστέρων; ὅτι ὄχι μόνον τὸ δάνειον δὲν εἶχε
1940συνομολογηθῆ τότε, ὄχι μόνον ἐν τῷ συνομολογεῖσθαι δὲν
1941ἦτο, ἀλλ’ οὐδὲ διαπραγματεύσεις εἶχον ἀρχίσει περὶ αὐ-
1942τοῦ, ἐδέησε δὲ νὰ μεταβῇ μετὰ ἑβδομάδας πολλὰς εἰς Λον-
1943δῖνον ὁ ἐκ Κερκύρας κ. Βουλευτής, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν
1944Ἐσωτερικῶν, καὶ αὐτὸς μόλις καὶ μετὰ βίας ν’ ἀρχίσῃ τὰς
1945γνωστὰς περὶ δανείου διαπραγματεύσεις! Ἐκ τῆς διαβε-
1946βαιώσεως ἐκείνης δύνασθε νὰ κρίνητε κατὰ πόσον εὕρηται
1947καὶ νῦν ἐν τῇ ἀληθείᾳ ὁ κύριος Πρωθυπουργός, διαβεβαιῶν
1948ἡμᾶς, ὅτι ἐν ἀρχῇ διεπραγματεύετο πρὸς πολλὰς ὁμάδας,
1949αἵτινες συνεχωνεύθησαν ἤδη εἰς μίαν ἑνιαίαν, πρὸς ἣν διε-
1950ξάγει νῦν τὰς περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεις. Ἐὰν
1951ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἤθελε νὰ μὴ ἐκλάβωμεν καὶ ταύ-
1952τας τὰς διαβεβαιώσεις του ὡς ὅλας τὰς ἄλλας, ἔπρεπε νὰ
1953μᾶς ἀναφέρῃ τοὐλάχιστον ὡρισμένα ὀνόματα, νὰ μᾶς εἴπῃ,
1954τίνες ἦσαν αὗται αἱ πολλαὶ ὁμάδες, καὶ τίνες οἱ ἀπαρτί-
1955ζοντες αὐτάς· ἂν ὄχι δὲ τοῦτο, νὰ μᾶς εἴπῃ τοὐλάχιστον,
1956τίς εἶναι αὐτὴ ἡ ἑνιαία ὁμὰς καὶ τίνες οἱ ἀπαρτίζοντες
1957αὐτήν. Δὲν εἶπε τοῦτο, διότι δὲν εἶχε νὰ μᾶς εἴπῃ τι ὡρι-
1958σμένον, διότι δὲν εἶχεν οὔτε ὀνόματα νὰ μᾶς ἀναφέρῃ, οὔτε
1959ὡρισμένα γεγονότα, δίδει δὲ οὕτω τὸ δικαίωμα εἰς ἐμὲ νὰ
1960εἴπω, πῶς ἔχουσι τὰ πράγματα.
1961Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι πρὶν εἶχον τῷ ὄντι ἔλθει εἰς
1962συνεννόησιν διάφοροι κεφαλαιοῦχοι, κάτοχοι μεγάλων πο-
1963σοτήτων ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἢ ἀντιπρόσωποι κατόχων
1964ἑλληνικῶν χρεωγράφων καὶ ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ,
1965διότι ἐκεῖ εἶναι τὴν σήμερον κυρίως διατεθειμένα τὰ ἑλ-
1966ληνικὰ χρεώγραφα· ἐν Γαλλίᾳ ἐλάχιστον ποσὸν ἑλληνι-
1967κῶν χρεωγράφων ὑπάρχει. Καὶ οἱ κάτοχοι ἢ ἀντιπρόσωποι
1968κατόχων Ἑλληνικῶν χρεωγράφων, οἵτινες εἶχον ἐκδηλώσει
1969τὴν διάθεσιν νὰ ἔλθωσιν εἰς τοιαύτας πρὸς ἡμᾶς διαπραγ-
1970ματεύσεις καὶ συνεννοήσεις, ἦσαν ἐν μὲν Ἀγγλίᾳ ὁ Ham-
1971bro καὶ ὁ Kassel, ἐν δὲ Γερμανίᾳ ἡ National-Bank
1972καὶ ὁ Bleichroeder. Ἅμα τῇ ἀνόδῳ ὅμως τοῦ κ. Πρωθυ-
1973πουργοῦ εἰς τὴν ἀρχήν, ἅμα τῷ πραξικοπήματι αὐτοῦ, καθ’
1974ὃ διὰ μιᾶς ἐγκυκλίου ἠθέλησε ν’ ἀνατρέψῃ νόμον τοῦ Κρά-
1975τους κείμενον καὶ μίαν σύμβασιν διεθνῆ, πάντες οὗτοι ἀπε-
1976σύρθησαν. Καὶ ἐν Παρισίοις αὐτοῖς εἶχον τὴν διάθεσιν νὰ
1977προσέλθωσιν εἰς συνεννοήσεις καὶ διαπραγματεύσεις μεθ’
1978ἡμῶν οἱ περὶ τὸ Comptoir d’ Escompte, ἀλλ’ ἔκτοτε καὶ
1979αὐτοὶ ἀπεσύρθησαν, μένουσι δὲ μόνοι, διεξάγοντες διαπραγ-
1980ματεύσεις, ὡς ἁπλοῖ μεσῖται, ὄχι ὡς κεφαλαιοῦχοι, ὄχι ὡς
1981κάτοχοι ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἢ ἀντιπρόσωποι τοιούτων,
1982οἱ ἀδελφοὶ Bardac, εἰς οὓς προσετέθη καὶ εἷς ὁμογενής, ὁ
1983κ. Βλαστός, πλὴν ὄχι ὑπὸ τὴν ἰδιότητα αὐτοῦ ὡς διοικη-
1984τικοῦ συμβούλου τοῦ Comptoir d’ Escompte, ἀλλ’ ὡς
1985ἄτομον, ὡς Βλαστός. Οὗτοι διὰ τοῦ κ. Ὀρνστάϊν ἐξακολου-
1986θοῦσι διαπραγματευόμενοι ἐνταῦθα· καὶ ὁποίου εἴδους, νο-
1987μίζετε, διαπραγματεύσεις; ζητοῦσι νὰ λάβωσι μὲ τὴν ὑπο-
1988γραφὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡρισμένας προτάσεις, ὑποχρε-
1989ούσας μὲν τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ οὐδεμίαν ὑπο-
1990χρέωσιν ἐπιβαλλούσας εἰς αὐτοὺς τοὺς Κυρίους, ἔχοντες δὲ
1991τὰς προτάσεις ταύτας, θὰ προβῶσιν εἰς κερδοσκοπικὴν πρᾶ-
1992ξιν, θ’ ἀναζητήσωσιν ἄλλους, πρὸς οὓς συνεννοούμενοι θὰ
1993προέλθωσιν εἰς συνδυασμόν τινα, ἐξ οὗ αὐτοὶ θ’ ἀποκομί-
1994σωσι τὴν μερίδα τοῦ λέοντος. Ἀλλὰ τοῦτο, Κύριοι, ζητοῦσι
1995νὰ πράξωσιν ἐπὶ ζημίᾳ ὑλικῇ καὶ ἠθικῇ τοῦ Ἑλληνικοῦ
1996Κράτους, ἐπὶ ζημίᾳ ὑλικῇ τῶν κατόχων ἑλληνικῶν χρεω-
1997γράφων. Σᾶς διαβεβαιῶ δὲ μὲ τὸν ἐντονώτερον τρόπον, ὅτι
1998οὐδεὶς πιστωτὴς ἡμῶν, οὐδεὶς κεφαλαιοῦχος ἄξιος λόγου ἐν
1999Εὐρώπῃ ἵσταται ὄπισθεν αὐτῶν.
2000§77ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδεμίαν ὁμολογίαν Ἑλληνικοῦ δανείου κατέ-
2001χουσιν αὐτοί.
2002§78ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ εἶναι αὐτὸς, Κύριοι, ὁ τρόπος, καθ’ ὃν
2003ἐλπίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ συνομολογήσῃ δάνειον μέγα,
2004διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο νὰ ἄρῃ κατὰ τὸ ἥμισυ τὴν ἀναγ-
2005καστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸ ποσὸν, τὸ
2006ὁποῖον οὕτω πως θὰ ἠκυροῦτο, διὰ μεταλλικοῦ; Εἶναι αὐτὸς
2007ὁ τρόπος, καθ’ ὃν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐμπνεύσῃ ἐμπιστοσύνην
2008εἰς τὰ ξένα κεφάλαια, ὅπως αὐτὰ ἐπέλθωσιν ἀρωγὰ καὶ εἰς
2009τὸ Κράτος καὶ εἰς τὰ πιστωτικὰ ἡμῶν ἱδρύματα; Ἀλλὰ
2010πρέπει νὰ ἔχῃ τις ἐκστῆ τῶν φρενῶν, ἵνα πιστεύσῃ, ὅτι εἶναι
2011δυνατὸν πλέον τοιοῦτόν τι, μετὰ τὸ τελευταῖον μάλιστα
2012πραξικόπημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸ ὁποῖον καλεῖται νῦν
2013νὰ κυρώσῃ καὶ ἡ Βουλή, ψηφίζουσα τὸ προκείμενον νομο-
2014σχέδιον. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς εἴδομεν, συντελεῖ-
2015ται ἡ χρεωκοπία δολία ἐν πᾶσιν, εἰς ἣν ζητεῖ νῦν ὁ πρω-
2016τεργάτης αὐτῆς νὰ συμπαρασύρῃ καὶ ὑμᾶς, δι’ ὑμῶν δὲ καὶ
2017τὸ ἔθνος ὁλόκληρον. Ἡ Ἑλλὰς, ἥτις οὕτω πως θὰ ἠρνεῖτο
2018ἀσυστόλως τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς τὴν ὑστεραίαν τῆς
2019ἡμέρας ἐκείνης, καθ’ ἣν διεβεβαίου ὅτι εἶναι εἰς θέσιν νὰ
2020ἐκπληρώσῃ αὐτὰς πλήρεις καὶ ἀκεραίας, τῆς ἡμέρας ἐκεί-
2021νης, καθ’ ἣν ἐζήτει νὰ συνομολογήσῃ νέον δάνειον καὶ ἀπέ-
2022τυχεν ἡ Ἑλλὰς, ἥτις θ’ ἀφῄρει αὐθαιρέτως τὰς εἰσπρά-
2023ξεις καὶ αὐτοῦ τοῦ προνομιούχου δανείου τῶν Μονοπωλίων,
2024ἀποδεικνύουσα οὕτω πως, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ ἀφήσῃ κἀμμίαν
2025βάσιν, κἀνὲν ἔδαφος πλέον συνεννοήσεως· ἡ Ἑλλὰς, ἥτις θὰ
2026ἐποιεῖτο τοιαύτην διάκρισιν μεταξὺ ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτε-
2027ρικῶν δανείων, μεταξὺ δανείων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια
2028καὶ δανείων εἰς μεταλλικὰ, καὶ ἐκεῖνα μὲν θὰ ἐπλήρονεν
2029εἰς τὸ ἄρτιον, ταῦτα δὲ ὑπὸ τὸ ἄρτιον κατὰ 70% ἡ
2030Ἑλλὰς, ἀποτολμῶσα τοιαύτην χρεωκοπίαν, δὲν δύναται
2031πλέον νὰ ἐμπνεύσῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ ξένα κεφάλαια. Θὰ
2032τ’ ἀποκρούσῃ ἅπαξ διὰ παντὸς, καὶ θὰ τ’ ἀποκρούσῃ καὶ
2033διὰ τὴν δημοσίαν καὶ διὰ τὴν κατ’ ἰδίαν αὐτῆς πίστιν.
2034Διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, Κύριοι, καλεῖσθε νὰ ἀνε-
2035γείρητε Σινικὸν τεῖχος μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅλων τῶν
2036πεπολιτισμένων χωρῶν, καλεῖσθε ν’ ἀποξενώσητε τὴν Ἑλ-
2037λάδα τῆς Εὐρωπαϊκῆς καὶ παγκοσμίου πίστεως, καὶ νὰ
2038τὴν καταδικάσητε οὕτω πως νὰ ἀρκεσθῇ εἰς μόνας τὰς
2039ἰδίας αὐτῆς δυνάμεις, τὰς ὁποίας σεῖς, ψηφίζοντες τὸ προ-
2040κείμενον νομοσχέδιον, ἀνομολογεῖτε ὡς ἀνεπαρκεῖς ὅλως.
2041Ἀφοῦ δὲ αἱ δυνάμεις αὐτῆς αὗται εἶναι τόσον ἀνεπαρκεῖς,
2042τὴν κατεδικάζετε νὰ διάγῃ ἐφεξῆς βίον ἀβίωτον ὑπὸ οἰκο-
2043νομικὴν ἔποψιν. Ἀλλὰ ποῖαι θὰ ἦσαν αἱ συνέπειαι τῆς
2044τοιαύτης χρεωκοπίας ὑπὸ ἔποψιν πολιτικὴν καὶ ἐθνικήν;
2045Τὸ χάος, Κύριοι, τὸ οἰκονομικὸν θὰ μᾶς ἀγάγῃ ἀναγκαίως
2046εἰς τὸν διεθνῆ ἔλεγχον. Εἶναι ἀδύνατον πλέον ν’ ἀποφύγω-
2047μεν αὐτόν. Ἀφοῦ δὲν σεβόμεθα τὰ προνομιοῦχα δάνεια,
2048ἀφοῦ δὲν σεβόμεθα οὐδ’ αὐτὰς τὰς ὑπεγγύους προσόδους,
2049ὧν τὴν διαχείρισιν ἔχομεν ἐκχωρήσει εἰς Ἑταιρίαν, ἀδύ-
2050νατον νὰ ὑπάρξῃ πλέον ἄλλο ἔδαφος συνεννοήσεως μεταξὺ
2051ἡμῶν καὶ τῶν πιστωτῶν μας, ἐκτὸς μόνου τοῦ διεθνοῦς
2052ἐλέγχου, αὐστηροτέρου ἴσως καὶ ἐκείνου τῆς Τουρκίας. Μό-
2053νον δι’ αὐτοῦ δύναται νὰ καταστῶσι πλέον εἰς ἡμᾶς προ-
2054σιτὰ τὰ ξένα κεφάλαια. Ἀλλὰ τὸν διεθνῆ ἔλεγχον, Κύριοι,
2055ἠδύναντο νὰ δεχθῶσι Κράτη, ὡς ἡ Τουρκία καὶ ἡ Αἴγυ-
2056πτος, Κράτη οὐδεμίαν ἔχοντα ἐθνικὴν ἀποστολὴν, Κράτη
2057ζητοῦντα νὰ παρατείνωσιν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὴν προ-
2058βληματώδη ὕπαρξίν των. Ἀλλὰ Κράτος, ὡς ἡ Ἑλλάς, ἔχον
2059νὰ ἐκπληρώσῃ μεγάλην ἐθνικὴν ἀποστολὴν καὶ ὡς τοιοῦ-
2060τον ὀφεῖλον πρὸ παντὸς νὰ ἔχηται ζηλοτύπως τῶν κυριαρ-
2061χικῶν του δικαιωμάτων καὶ νὰ διαφυλάττῃ αὐτὰ ὡς κόρην
2062ὀφθαλμοῦ, Κράτος, λέγω, τοιοῦτον, ὑποβαλλόμενον εἰς τὸν
2063διεθνῆ ἔλεγχον, καταδικάζεται, ἂν ὄχι εἰς θάνατον, πάν-
2064τως ὅμως εἰς μαρασμὸν πολιτικὸν, ὅστις εἶναι χείρων καὶ
2065αὐτοῦ τοῦ θανάτου. Ἀπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ μέχρι τοῦ πο-
2066λιτικοῦ ἐλέγχου ὑπολείπεται ἓν μόνον βῆμα, καὶ τὸ βῆ-
2067μα τοῦτο δύναται τόσον ταχέως, τόσον ἀπροόπτως πολλά-
2068κις νὰ ἐπέλθῃ.
2069Διεθνὴς ἔλεγχος σημαίνει προσέτι ἀποκοπὴν πάσης ἐλ-
2070πίδος περὶ αἰσιωτέρου μέλλοντος. Ἡ Ἑλληνικὴ Χερσόνη-
2071σος, Κύριοι, καὶ ἡ Ἀνατολὴ καθόλου, ἐφ’ ὧν ἡμεῖς ἔχομεν
2072νὰ διεκδικήσωμεν πατρῴαν κληρονομίαν, εὕρηνται ἐν διη-
2073νεκεῖ ἡφαιστείῳ, ὅπερ ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν δύναται νὰ
2074ἐκραγῇ. Ἄλλοι λαοί, ἐποφθαλμιῶντες τὴν πατρῴαν ἡμῶν
2075κληρονομίαν, καταβάλλουσιν ἀτρύτους προσπαθείας, ὅπως
2076κηρύξωσιν ἡμᾶς ἐκπτώτους αὐτῆς. Αἱ ὑπονομεύσεις αὐτῶν
2077ἐν τῇ ὁμόρῳ χώρᾳ δύνανται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ προκα-
2078λέσωσι κρίσιν καὶ λύσιν ὁριστικὴν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητή-
2079ματος, ἡμῶν παραμενόντων ἀπαθῶν θεατῶν ἀπέναντι τῆς
2080τοιαύτης λύσεως. Χάρις εἰς τὴν τελευταίαν δεκαετῆ Κυ-
2081βέρνησιν ἡμῶν, ἔχουσι περιστῆ εἰς παντελῆ σχεδὸν παρά-
2082λυσιν αἱ κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν δυνάμεις ἡμῶν. Ὁ διεθνὴς
2083δὲ ἔλεγχος θὰ ἔχῃ περιβάλῃ ἡμᾶς μὲ τοιαύτας πέδας, ὥστε
2084δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ πλέον εἰς ἡμᾶς οὐδὲ σπασμωδικήν τινα
2085κίνησιν ἐν οὕτω κρισίμῳ ὥρᾳ. Ἤδη, Κύριοι, τὸ ἐθνικὸν
2086ἡμῶν ὄνομα, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε τοσοῦτον ἤσκει γόητρον
2087ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἔχει καταστῆ ἀπὸ πολλοῦ ἀντικείμενον
2088χλεύης καὶ ἐξευτελισμοῦ ἐν αὐτῇ. Ἄλλοτε ἡμεῖς ἐθεωρού-
2089μεθα ὁ πρῶτος παράγων τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος. Ἄλ-
2090λοτε καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ εἴχομεν συνείδησιν τῆς τοιαύτης
2091ἡμῶν ὑπεροχῆς καὶ τὰ στήθη ἡμῶν ἐπλήρου ἡ Μεγάλη
2092Ἰδέα.
2093Ὁπόσον ὅμως ἔκτοτε ἔχουσι μεταβληθῆ οἱ καιροί! Ἔκ-
2094τοτε οἱ ἐθνικοὶ ἡμῶν πόθοι περιωρίσθησαν ἐντὸς τῶν ὁρίων
2095τῆς μικρᾶς αὐτῆς γωνίας, τῆς ἐπιλεγομένης ἐλευθέρας Ἑλ-
2096λάδος· ἄν δέ τις ὁμιλήσῃ νῦν πρὸς ἡμᾶς καὶ περὶ ἐθνικῆς
2097ἀποστολῆς, ἐπεκτεινομένης πέραν τῆς μεθορίου ἡμῶν γραμ-
2098μῆς, ἐπὶ τῶν ἀλυτρώτων Ἑλληνικῶν χωρῶν, τὸν τοιοῦτον
2099ἐκμυκτηρίζομεν ὡς ἀδιόρθωτον ἰδεολόγον. Ἔκτοτε αἰσχυ-
2100νόμεθα ἡμεῖς νὰ ἀναφέρωμεν κἄν τὴν Μεγάλην Ἰδέαν,
2101ἥτις καὶ εἰς τοὺς πολλοὺς τῶν σημερινῶν Ἑλλήνων κινδυ-
2102νεύει νὰ καταστῇ πλέον ἄγνωστος. Ἔκτοτε λαοί, πρὸς οὓς
2103ἡμεῖς ἀπεβλέπομεν τέως μετὰ περιφρονήσεως, ὡς πρὸς ἀγρό-
2104τας καὶ συβότας, ἀνακτήσαντες αἴφνης τὴν ἐθνικήν των
2105συνείδησιν, κατώρθωσαν ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν νὰ ἀνδρωθῶσι, νὰ
2106συντάξωσιν ἀξιόμαχον δύναμιν, νὰ παρίστανται αὐτοὶ ὡς
2107οἱ πρῶτοι παράγοντες ἐν τῷ Ἀνατολικῷ ζητήματι καὶ νὰ
2108κατακτῶσι ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ ἔδαφος ἀναλώμασι τῆς πα-
2109τρῴας ἡμῶν κληρονομίας. Εἰς τοιαύτην οἰκτρὰν θέσιν εἴχο-
2110μεν περιέλθει μέχρι τοῦδε, χάρις ἰδίᾳ εἰς τὴν τελευταίαν
2111δεκαετῆ ἡμῶν Κυβέρνησιν. Καὶ τὸ ἐπιστέγασμα εἰς τὴν
2112τοιαύτην ἡμῶν κατάστασιν ἔρχεται νὰ ἐπιθέσῃ νῦν τὸ πρα-
2113ξικόπημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διὰ τοῦ προκειμένου νομο-
2114σχεδίου. Ἡ Ἑλλάς, κηρυττομένη δι’ αὐτοῦ εἰς κατάστασιν
2115δολίας χρεωκοπίας, ἀποβάλλουσα τὴν πίστιν καὶ τιμήν
2116της καὶ ἐξωθουμένη εἰς τὸν διεθνῆ ἔλεγχον, θ’ ἀποβῇ τὸ
2117ἐξουθένωμα οὐ μόνον τῶν πεπολιτισμένων λαῶν τῆς Εὐρώ-
2118πης, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς.
2119Ἰδού, Κύριοι, αἱ φοβεραὶ συνέπειαι τῆς δολίας χρεωκο-
2120πίας, εἰς ἃς ἐκθέτει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν Ἑλλάδα διὰ
2121τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Εἶναι καιρὸς, νομίζω, ἡ Βου-
2122λὴ νὰ θέσῃ ὑπεράνω παντὸς ἄλλου συμφέροντος τὸ κοινὸν
2123συμφέρον· εἶναι καιρὸς νὰ χειραφετηθῶμεν ἡμεῖς οἱ ἀντι-
2124πρόσωποι τοῦ ἔθνους παντὸς κομματισμοῦ, καὶ νὰ δώσωμεν,
2125περὶ τοιούτου νομοσχεδίου προκειμένου, τὴν ψῆφον, ἣν ὑπα-
2126γορεύει ἡ τιμὴ καὶ ἡ σωτηρία τῆς Πατρίδος. Εἶναι καιρὸς
2127ν’ ἀναλογισθῶμεν ὁποίαν εὐθύνην ἀναλαμβάνομεν διὰ τῆς
2128ψήφου ἡμῶν ταύτης ἀπέναντι τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ μέλ-
2129λοντος τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου! (Εὖγε! ἐκ τοῦ κέντρου
2130τῆς ἀριστερᾶς).
2131§79Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἐζήτησα
2132τὸν λόγον οὐχὶ διότι μὲ ἐκίνησεν ἡ ἀκοσμία τῆς γλώσσης
2133τοῦ ἀγορεύσαντος, — διότι εἰς τὴν ἡλικίαν, τὴν ὁποίαν δια-
2134νύω, εἶναι δύσκολον νὰ μὲ κινῇ ἡ ἀκοσμία γλώσσης τινός,
2135οὔτε δὲ καὶ αὐταὶ αἱ ὕβρεις δύνανται νὰ φθάσωσι μέχρις
2136ἐμοῦ. Νεώτεροι ἄλλοτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐδίδαξαν τὸν
2137κ. Βουλευτὴν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ἄκρατον γλῶσσαν,
2138καὶ ἐτιμώρησαν αὐτὴν, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος, ἵνα
2139ἐπιληφθῶ ἔργου τοιούτου. Ἐζήτησα μόνον τὴν ἄδειαν νὰ
2140εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὁ κ. ἐκ
2141Λοκρίδος Βουλευτής, δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ἐγὼ ἐδαπάνησα
2142120 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλο-
2143φορίας. Διέκοψαν αὐτὸν, ὅταν ἔλεγε ταῦτα, οἱ ἀξιότιμοι φί-
2144λοι μου κ. κ. Λάπας καὶ Σάκκης, ἀλλὰ εἶπεν ὅτι δὲν ἐπέ-
2145τρεπε διακοπάς. Ὤφειλον λοιπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα
2146ἀναιρέσω τοὺς λόγους τούτους αὐτοῦ. Ἐκ τῆς ἀναγκαστι-
2147κῆς κυκλοφορίας ἔλαβον ἀληθῶς μέχρι τῆς 30 Ἀπριλίου
21481886 εἰς χρυσὸν μὲν δραχμὰς 13,962,909, εἰς τραπεζικὰ
2149δὲ γραμμάτια 45,875,265, τὸ ὅλον 59,838,174· ἐξ αὐ-
2150τῶν δ’ ἐπλήρωσα 24 καὶ πλέον ἑκατομμύρια, τὸ ἔλλειμμα
2151τοῦ 1884, ἤτοι τοῦ ἀμέσως προηγηθέντος ἔτους. Εἶναι
2152ἀνάξιον λόγου νὰ εἴπω, πῶς παρεμόρφωσεν ὅσα ἐγὼ πρὸς
2153τὴν Βουλὴν εἶπον, ὅταν σᾶς ἔλεγεν, ὅτι ἐγὼ σᾶς παρεκίνουν
2154νὰ καταπλαγῆτε διὰ τὸ εἰσαχθὲν χθὲς νομοσχέδιον περὶ
2155πτωχεύσεως, ἐνῷ ἐγὼ εἶπον, ὅτι οὔτε ἡ Βουλὴ προσήκει
2156νὰ καταπλαγῇ, οὔτε ἡ κοινωνία, ὡς δὲν κατεπλάγην οὐδ’
2157ἐγώ· διότι πάντες, καὶ Βουλὴ καὶ κοινωνία καὶ ἐγὼ, εἴμεθα
2158πεπεισμένοι, ὅτι ἡ πτώχευσις εἶχε συντελεσθῆ. Ἀδημονίαν
2159μόνον ἠσθανόμην, διότι ἀπέκρυπτον τὴν πτώχευσιν καὶ ὁ
2160ἐκ Μεσολογγίου κ. Βουλευτὴς καὶ οἱ Ὑπουργοὶ τῆς 3 Μαΐου
21611893· ἀλλ’ ἀπέκρυπτον τὴν πτώχευσιν, διότι ὁ μὲν ἤθελε
2162νὰ περικαλύψῃ τὴν εὐθύνην του, ὡς ἐργάτης τῆς πτωχεύ-
2163σεως, οἱ δὲ εἶχον βεβαιώσει τὸ κοινὸν, ὅτι τὸ Κράτος ἦτο
2164ἐπαρκὲς πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ δημοσίου
2165ταμείου ἄνευ φόρων καὶ ἄνευ δανείου. Δὲν εἶχον λοιπὸν τὴν
2166τόλμην νὰ ἀνακηρύξωσι τὴν πτώχευσιν, καὶ ἐζήτουν νὰ
2167περικαλύψωσι τὴν πτώχευσιν, μὴ ἐνθυμούμενοι, ὅτι ἀποσιω-
2168πῶντες αὐτὴν διέπραττον δολίαν χρεωκοπίαν.
2169§80ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἐπέῤῥιψα ὡρισμένα γε-
2170γονότα εἰς τὸν ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν. Ὁμιλῶν περὶ δη-
2171μοσίου χρέους, εἶπον ὅτι ἔχει καὶ αὐτὸς τὸ ἀναλογοῦν μέ-
2172ρος εἰς αὐτό. Ὁ Βουλευτὴς Πυλίας ἠθέλησε νὰ μὲ δια-
2173ψεύσῃ, ἠναγκάσθην δὲ τότε ἐγὼ νὰ ἀναφέρω τὸ δάνειον τῆς
2174ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τώρα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος
2175Βουλευτὴς λέγει, ὅτι ἐξ αὐτοῦ ἔκαμεν αὐτὸς χρῆσιν μόνον
2176δρ. 59,000,000. Ἀλλὰ συνομολογεῖ οὕτω πως, ὅτι καὶ
2177αὐτὸς συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐπαύξησιν τοῦ δημοσίου χρέους
2178Ἐγὼ δὲ καὶ ἄλλο τι ἐπέῤῥιψα εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρ-
2179τυνος Βουλευτήν. Εἶπον ὅτι, ἐν ᾧ ἐξηκολούθει νὰ κατα-
2180κρίνῃ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἀθετήσας τὸν νόμον καὶ
2181τὴν σύμβασιν τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λα-
2182ρίσσης διέθετο τὸ προϊόν αὐτοῦ εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ
2183Κράτους, ἦλθε καὶ αὐτὸς καὶ ἔπραξε τὰ ἴδια, ἠθέτησε δηλ.
2184καὶ αὐτὸς τὸν νόμον καὶ τὴν σύμβασιν περὶ τοῦ δανείου
2185ἐκείνου· καὶ εἰς τοῦτο οὐδὲν ἀπήντησεν ὁ κ. Δηλιγιάννης.
2186Αὐτὰ δὲ νομίζει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὕβρεις καὶ λοιδο-
2187ρίας, τὰ ἐκλαμβάνει ὡς ἀκοσμίαν γλώσσης, ἐνῷ τὴν ἰδι-
2188κήν του γλῶσσαν, καθ’ ἣν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου, μὴ
2189σεβόμενος τὸ γῆράς του, ἀπεκάλει ἡμᾶς σταυλίτας, μέ-
2190γα δὲ μέρος Βουλευτῶν ἀγέλην, τὴν ἐθεώρει εὔκοσμον·
2191διατί; διότι νομίζει, ὅτι εἰς τὸ γῆράς του ἐπιτρέπεται νὰ
2192μετέρχηται τοιαύτην γλῶσσαν, ἐνῷ εἰς ἡμᾶς δὲν ἐπιτρέπει
2193κἄν νὰ τῷ ἐπιῤῥίπτωμεν αὐτὰς τὰς πράξεις του, δι’ ἃς ἔχει,
2194ὡς φαίνεται, λόγους τόσον νὰ αἰσχύνηται.
2195§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ σταυλίτας θέλω πάντοτε
2196ὀνομάζει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται εἰς τὴν Βουλὴν
2197ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Βασιλέως (Commissaires du Roi),
2198ἐνῷ τὸν Βασιλέα ἀντιπροσωπεύουσιν ὑπὸ τὰ κοινοβουλευ-
2199τικὰ πολιτεύματα μόνοι οἱ Ὑπουργοί. Δὲν ἔχομεν ἀντιπρο-
2200σώπους, οὐδ’ ὑπάρχουσιν ὑπὸ τὰ πολιτεύματα ταῦτα Com-
2201missaires du Roi (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
2202Εἶπεν ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς πρὸ μικροῦ ἄλλα μὴ
2203ἀκριβῆ, ἵνα μὴ εἴπω ψευδῆ. Εἶπεν, ὅτι ἐγὼ μετέτρεψα εἰς
2204ἄλλην χρῆσιν τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λα-
2205ρίσσης, ἀλλ’ οὐδὲ τοῦτο εἶναι ἀκριβές. Ὅταν ἀνέλαβον τὴν
2206Κυβέρνησιν κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890, εὗρον ἔντοκον
2207γραμμάτιον διὰ ποσὸν 600 χιλιάδων λιρῶν, ἤτοι 15 ἑκα-
2208τομμυρίων χρυσῶν φράγκων. Τὸ ποσὸν τοῦτο ὤφειλον νὰ
2209πληρώσω, ἐξοφλῶν τὸ ἔντοκον γραμμάτιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν
2210ἐκδοθῆ ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ ἀντὶ δανείου προ-
2211σωρινοῦ, τὸ ὁποῖον ἔλαβε καὶ δι’ οὗ μετέτρεψε τὸ δάνειον
2212τῆς Ἀνεξαρτησίας. Διὰ τίνων χρημάτων ἔπρεπε νὰ πλη-
2213ρώσω ταῦτα, ἀφοῦ ἐν τοῖς ταμείοις δὲν ὑπῆρχον τοιαῦτα;
2214Ἠναγκάσθην λοιπὸν νὰ λάβω ὁμολογίας τοῦ δανείου τοῦ
2215σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, τὰς ὁποίας ἐξηργύρωσα,
2216καὶ ἐξώφλησα τὸ εἰρημένον χρέος, διότι ἄλλως ἤθελε κη-
2217ρυχθῆ εἰς πτώχευσιν τὸ Κράτος. Ἀντὶ δὲ τῶν χρημάτων
2218τούτων, τὰ ὁποῖα διέθεσα ἀπὸ τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου
2219Πειραιῶς Λαρίσης, ἐδαπάνησα ἴσον ποσὸν ἐκ τῶν τακτικῶν
2220ἐσόδων εἰς ἔξοδα τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πει-
2221ραιῶς–Λαρίσης, ἀποδοὺς ἤτοι τὰς προκαταβολὰς, τὰς ὁποίας
2222ἔλαβον ἐκ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης εἰς τὸν
2223σκοπὸν, δι’ ὃν εἶχε συνομολογηθῆ τὸ εἰρημένον δάνειον.
2224§82ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἠρνήθην, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βου-
2225λευτὴς ἐκ Γόρτυνος εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀθετήσῃ τὸν
2226σχετικὸν νόμον καὶ τὴν σύμβασιν τοῦ δανείου τοῦ σιδηρο-
2227δρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης. Αὐτὸς ὅμως ἠρνήθη εἰς ἡμᾶς,
2228ὅτι εὑρεθέντες εἰς τὴν σιδηρᾶν ἀνάγκην πληρωμῶν ἐπέκεινα
2229τῶν 50,000,000 καὶ ἔχοντες τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους
2230κενὰ ἐνώπιόν μας, μὴ δυνάμενοι δὲ νὰ πληρώσωμεν αὐτὰ ἐξ
2231ἰδίων, κατεφύγομεν εἰς τὸ μέτρον τῆς ἀνάγκης ἐκεῖνο, εἰς τὸ
2232ὁποῖον κατεφύγομεν. Νομίζω δὲ, ὅτι οὔτε ὁ ἀξιότιμος ἐξ
2233Ἀττικῆς Βουλευτὴς, οὔτε ἐγὼ παρέστημέν ποτε ἐνταῦθα
2234ὡς Commissaires du Roi. Ἡμεῖς ὡμιλήσαμεν πάντοτε ὡς
2235Βουλευταὶ, καὶ δι’ οἱανδήποτε πρᾶξιν, ἐπιῤῥιφθεῖσαν εἰς τὴν
2236Κυβέρνησιν τῆς 3 Μαΐου, ἔσχομεν τὸ θάῤῥος ν’ ἀναλάβω-
2237μεν ἡμεῖς πλήρη καὶ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην. Οὐδέποτε
2238ἠθελήσαμεν νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὸ ἀνεύθυνον. Ἄλλοι εἶναι
2239ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διὰ τὰς πράξεις αὐτῶν, αἵτινες ἦσαν τό-
2240σον ὀλέθριαι εἰς τὸν τόπον, ἐννοοῦσι νὰ ἀπονίψωσι τὰς χεῖ-
2241ράς των καὶ νὰ ἐπιῤῥίψωσι τὴν εὐθύνην εἰς τὴν Βουλὴν καὶ
2242εἰς τὸν Βασιλέα καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ζητοῦντες μό-
2243νον τὸ σαρκίον των νὰ διασώσωσι. Τοιοῦτος ὑπῆρξε πάντοτε
2244ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής.
2245§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον.
2246(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον,
2247εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως.
2248§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
2249πληρωμῆς εἰς χρυσὸν ἐσόδων τινῶν.
2250§85ΡΑΛΛΗΣ. Καλὸν εἶναι, κύριε Πρόεδρε, νὰ διακόψωμεν
2251ἐπ’ ὀλίγον, ὅπως ξεκουρασθῶμεν.
2252§86ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐκουράσθην, κύριε
2253Πρόεδρε.
2254§87ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς βεβαίως δὲν ἐκουράσθητε, ἀλλ’ ἐγὼ ἐκου-
2255ράσθην, καὶ προβάλλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
2256§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
2257(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν
2258τῶν βουλευτῶν Σωτηρίου Κροκιδᾶ καὶ Ν. Καλογεροπούλου).
2259§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 125. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
2260Ὁ κ. Τριανταφυλλάκος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς
2261τοῦ νομοσχεδίου.
2262§90ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2263§91ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν δὲν
2264ἐπρόκειτο περὶ δημοτικοῦ νόμου, ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπελευσο-
2265μένων τῶν ἀποτελεσμάτων του, καθ’ ἃ ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιό-
2266τιμος προαγορεύσας. Δὲν θὰ εἰσέλθω καθόλου εἰς τὸ ἂν καὶ
2267κατὰ πόσον ὁ νόμος περὶ κεφαλαιώσεως τῶν δανείων τοῦ
2268Κράτους ἦτο ἐπαρκὴς καὶ λυσιτελὴς εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ,
2269οὔτε ἂν καὶ κατὰ πόσον ὁ ψηφισθεὶς νόμος περὶ τῶν φόρων
2270εἰς χρυσὸν ἦτο, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐψηφίσθη, λυσιτελὴς διὰ τὰς
2271ἀνάγκας καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους ἡμῶν· θὰ περιο-
2272ρισθῶ μόνον νὰ ἐξετάσω, ἂν καὶ κατὰ πόσον τὰ ἀποτελέ-
2273σματα τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, δὲν
2274ἦναι ὑποχρεωτικὰ διὰ τοὺς φορολογηθέντας καὶ ἑπομένως
2275δὲν ἦναι ὑποχρεωτικὰ καὶ διὰ τὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα
2276πιθανὸν νὰ κληθῶσι ν’ ἀποφασίσωσιν ἐπ’ αὐτῶν. Ὡς εἶπεν ὁ
2277προαγορεύσας, οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου. Τοῦτο
2278διατάσσει τοὐλάχιστον τὸ Σύνταγμα. Ἡμεῖς κατὰ τὴν
2279ἑσπέραν ταύτην θ’ ἀποφασίσωμεν, ὅτι μετὰ τὴν ἀκύρωσιν
2280τοῦ διατάγματος ἐκείνου, δι’ οὗ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ
2281νόμου τοῦ σχετικοῦ ἐπετράπη εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξου-
2282σίαν νὰ εἰσπράξῃ τοὺς φόρους, περὶ ὧν πρόκειται, θ’ ἀπο-
2283φασίσωμεν, ὅτι οἱ φόροι οὗτοι, παρανόμως καταβληθέντες
2284κατὰ τὸν δημοσιευθέντα νόμον, καλῶς εἰσεπράχθησαν. Καὶ
2285διὰ νὰ ἦμαι καταληπτότερος...
2286§92ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Εἶσθε πολὺ κατα-
2287ληπτός· προχωρεῖτε (θόρυβος).
2288§93ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Θορυβεῖτε; Διὰ νὰ σᾶς διδάξω λοιπὸν,
2289ὅτι πρέπει νὰ σέβησθε καὶ ὑμᾶς αὐτοὺς καὶ τὸ βῆμα,
2290ἀναγκάζομαι νὰ κάμω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
2291§94ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καταβῆτε τότε ἀπὸ τὸ βῆμα.
2292§95ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἢ ἐκ τοῦ βήματος, ἢ κάτωθεν αὐτοῦ,
2293ἐδικαιούμην νὰ ἐξετάσω, ἂν ἡ Βουλὴ ἦναι πράγματι ἐν
2294ἀπαρτίᾳ.
2295(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν).
2296§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες 131.
2297§97ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι δὲν θὰ ἐξετάσω
2298τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, εἰμὴ μόνον ὡς πρὸς τὰ ἀπο-
2299τελέσματα αὐτοῦ διὰ τοὺς καταβληθέντας ἀπὸ τῆς 30
2300Μαΐου ἐ. ἔ. φόρους, ἔλεγον δὲ προσέτι, ὅτι κατὰ τὸ Σύν-
2301ταγμα ἀπαγορεύεται ἡ εἴσπραξις φόρου ἄνευ νόμου· νόμος
2302δὲ τοιοῦτος δὲν ὑπάρχει μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ συ-
2303ζήτησιν νομοσχεδίου. Πῶς οἱ φορολογούμενοι ἐκεῖνοι, ὑπο-
2304χρεωθέντες νὰ καταβάλωσι φόρον, θὰ θεωρηθῶσιν ὅτι νομί-
2305μως κατέβαλον, καὶ πῶς δὲν θὰ νομίσωσιν, ὅτι ἔχουσι δι-
2306καίωμα ἐκ τοῦ Συντάγματος, ψηφιζομένου τοῦ νόμου τού-
2307του, νὰ προσφύγωσιν εἴτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομι-
2308κῶν, εἴτε εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἐφορολο-
2309γήθησαν ἄνευ νόμου; Τὰ δὲ δικαστήρια δύνανται νὰ ἀρνη-
2310θῶσιν ὅτι δὲν ἔχουσι δίκαιον; Νομίζετε ὅτι σεῖς ἔχετε τὴν
2311συντακτικὴν δύναμιν νὰ μεταβάλλητε τὰς συνταγματικὰς
2312διατάξεις;
2313Διὰ τοῦτο, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐπὶ ματαίῳ συζητοῦ-
2314μεν καὶ ἐπὶ ματαίῳ θὰ ψηφίσωμεν, ὅτι οἱ καταβληθέντες
2315φόροι ἀπὸ τῆς 30 Μαΐου μέχρι 2 Νοεμβρίου νομίμως κατε-
2316βλήθησαν, ἀφοῦ πᾶς πολίτης καὶ πάντες ἡμεῖς θὰ εὑρεθῶ-
2317μεν εἰς τὴν ἀνάγκην, ἐξερχόμενοι τῆς αἰθούσης ταύτης μετὰ
2318τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ διεκδικήσωμεν τὸ δικαίωμα,
2319τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἤτοι νὰ ἀναλάβω-
2320μεν ὅ,τι μὴ νομίμως κατεβάλομεν.
2321Ἀλλ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ πρὸς τούτοις περιέχεται
2322ἀντίφασις οὐ μόνον πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς
2323νόμους, τοὺς ὁποίους ἀναφέρει, τοὺς ἰσχύοντας πρὸ τοῦ νό-
2324μου περὶ τῶν φόρων εἰς χρυσόν. Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομο-
2325σχεδίου λέγει, ὅτι μετὰ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ νόμου ἐκείνου,
2326τοῦ ἐκτελεσθέντος ἀπὸ τῆς 30 Μαΐου μέχρι 2 Νοεμβρίου,
2327ἐπανέρχονται ἐν ἰσχύϊ οἱ πρὸ τῆς 30 Μαΐου ἰσχύοντες
2328περὶ φορολογίας τῶν ἀναφερομένων εἰδῶν καὶ ἰδίως περὶ
2329σταφίδος νόμοι. Ἀλλὰ θὰ καταργηθῇ ἆρά γε καὶ μετὰ
2330τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου καθ’ ὁλοκληρίαν ὁ νό-
2331μος, ὃν ἐψηφίσαμεν, περὶ καταβολῆς τοῦ φόρου εἰς χρυσόν;
2332Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν περιέχεται τοιαύτη διάταξις, διότι
2333τοῦτο δὲν ἀφορᾷ, εἰμὴ εἰς τὴν κατάργησιν τῶν ἀποτελε-
2334σμάτων αὐτοῦ ἀπὸ τῆς 30 Μαΐου μέχρι 2 Νοεμβρίου· κατὰ
2335τὰ ἄλλα μένει ἀκέραιος ὁ νόμος, ὁ ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βου-
2336λῆς καὶ κυρωθεὶς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως· διότι ἀσχέτως πρὸς
2337τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἥτις ἐπῆλθεν ἐπὶ τῆς συζητήσεως,
2338ἡ ὁποία ἀπέβλεπε μᾶλλον εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, οὐ-
2339δεμία ἄλλη ἐπῆλθε συζήτησις, οὐδ’ ὑπεβλήθη ἕτερον νομο-
2340σχέδιον, δι’ οὗ νὰ κηρυχθῇ ἄκυρος. Ἑπομένως ὁ νόμος ἐκεῖ-
2341νος μένει ἔτι ἀκέραιος.
2342Συνεπῶς τὸ νομοσχέδιον διὰ τοῦ ἄρθρου 2 θὰ κηρύξῃ
2343ἀτελῆ ὅλα τὰ ἐν τῷ μνημονευομένῳ νόμῳ ἀναφερόμενα
2344εἴδη, καὶ ἑπομένως τὸ σπουδαιότατον εἶδος τῆς σταφίδος.
2345Αὔριον ἑπομένως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ
2346τὴν ἐπιψήφισιν τοιούτου νόμου, θὰ εὑρεθῇ πρὸ ἀπορίας πολὺ
2347φυσικῆς, ὅταν θὰ ζητήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ νόμον περὶ φορολο-
2348γίας τῶν ἐν τῷ νόμῳ ἀναφερομένων εἰδῶν, ἀλλὰ τοιοῦτον
2349νόμον δὲν θὰ εὕρῃ, ἀφοῦ πάντες οἱ πρὸ τούτου καταργοῦν-
2350ται δι’ αὐτοῦ.
2351Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι ὁμιλῶν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουρ-
2352γόν, καὶ ἐπανερχόμενος εἰς τὴν πρώτην ἀφετηρίαν τῆς ὁμι-
2353λίας μου, ὀφείλω νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν διά-
2354ταξιν τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπεται
2355δήμευσις τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν ἄνευ νόμου καὶ ἄνευ
2356νομίμου ἀνάγκης. Καὶ νομίζετε ὅτι δὲν εἶναι δήμευσις
2357αὐτή, τὴν ὁποίαν θὰ ψηφίσητε ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ ἀνα-
2358δρομικῶς; Καὶ τί διαφέρει ἡ δήμευσις, τὴν ὁποίαν τὸ
2359Κράτος ἐνεργεῖ, ἢ οἱ ἐγκληματίαι καὶ οἱ κακοῦργοι εἰς
2360τὰς πόλεις καὶ οἱ λῃσταὶ ἐκτελοῦσιν εἰς τὰ ὄρη; Καὶ
2361δὲν εἶναι αὐτὴ λῃστεία, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ἀναγνω-
2362ρίσητε διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου, δημεύοντες τὰ
2363εἰσπραχθέντα εἰς χρυσὸν 6,500,000 ἢ 7,000,000; Καὶ νο-
2364μίζετε, ὅτι δὲν ἔχομεν καθῆκον νὰ ὑπομνήσωμεν εἰς τὴν Κυ-
2365βέρνησιν, ὅτι τοῦτο ἐπιδιώκουσα ἐγκληματεῖ: Νομίζετε ὅτι
2366δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχε-
2367δίου νὰ νοσφισθῇ τὰ παρανόμως οὕτως εἰσπραχθέντα, καὶ
2368τοιαύτη ψῆφος τῆς Βουλῆς παράνομος δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς
2369τὸν ἀδικηθέντα πολίτην νὰ προστρέξῃ εἰς τὰ δικαστήρια
2370καὶ νὰ εἴπῃ «ἐλῃστεύθην, ἐξεβιάσθην παρανόμως νὰ κατα-
2371βάλω ὅ,τι δὲν ὤφειλον» καὶ ὅτι τὰ δικαστήρια θὰ σεβα-
2372σθῶσι μίαν τοιαύτην ἀντισυνταγματικὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς;
2373Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω πάσας τὰς ἄλλας διατάξεις· περιο-
2374ρίζομαι ἁπλῶς νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ματαιο-
2375πονεῖ, νομίζουσα ὅτι ἐξησφάλισε τὰ δικαιώματα τοῦ Δη-
2376μοσίου, περιλαμβάνουσα διάταξιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καθ’
2377ἣν τὰ παρανόμως, τὰ ἀντισυνταγματικῶς πληρωθέντα δὲν
2378ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσιν, ἵνα τοῖς ἐπιστραφῶ-
2379σιν, οἱ καταβαλόντες. Θὰ τὸ εἴπητε ὑμεῖς διὰ τῆς ψήφου
2380σας, ἀλλὰ θὰ τὸ εἴπητε ἀλυσιτελῶς. Τὰ δικαστήρια θὰ
2381ἀπαντήσωσι, καλούμενα, ὅτι οἱ ψηφίσαντες ἐψήφισαν περὶ
2382ἀντικειμένου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ ψηφί-
2383σωσι, καὶ ἑπομένως ὅτι ἐψήφισαν ἀντισυνταγματικῶς.
2384§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ δὲν δύναμαι νὰ ψηφο-
2385φορήσω ὑπὲρ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχουσιν,
2386ὀφείλω νὰ αἰτιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Ἀλλὰ διὰ νὰ
2387καταστήσω καταληπτοὺς τοὺς λόγους, οἵτινες μὲ πείθου-
2388σιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ τοῦ νομο-
2389σχεδίου, ὀφείλω νὰ ἀναμνήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς περι-
2390πετείας τοῦ νόμου τῆς 22 Δεκεμβρίου 1892, τοῦ νόμου
2391περὶ πληρωμῆς εἰς χρυσὸν φόρων τινῶν καὶ δικαιωμάτων
2392τοῦ Δημοσίου.
2393Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον,
2394διὰ τῆς ὁποίας ἔδωκεν ὁδηγίας εἰς τὰς ὑπαλλήλους αὑτοῦ
2395ἀρχὰς νὰ μὴ εἰσπράττωσι πλέον τὰ ποσὰ τῶν φόρων, τὰ
2396ὁποῖα ὁ νόμος τῆς 22 Δεκεμβρίου 1892 εἶχεν ἐπιβάλει ἐπὶ
2397ὡρισμένων προϊόντων· ἐπειδὴ δὲ ἡ διαταγὴ αὕτη ἀντέβαι-
2398νεν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τῆς 22 Δεκεμβρίου, ὁ Βου-
2399λευτὴς Αἰγίου ἐπηρώτησεν αὐτὸν, πῶς ἐξέδωκε διαταγὴν
2400ἀντιβαίνουσαν εἰς τὸν νόμον τῆς 22 Δεκεμβρίου, παραγγεί-
2401λας δι’ αὐτῆς τοὺς ἐκτελοῦντας τὸν νόμον νὰ μὴ ἐκτε-
2402λῶσιν αὐτόν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπήντησεν,
2403ὅτι ἐξέδωκε τὴν διαταγήν, διότι ἐθεώρει ἐξ ὑπαρχῆς ἄκυ-
2404ρον τὸν νόμον, διότι, κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ, δὲν ἦτο ἐπι-
2405τετραμμένον νὰ δημοσιευθῇ πλέον ὁ νόμος, ἀφοῦ οἱ προσυπο-
2406γεγραμμένοι ἐν αὐτῷ, ὡς προτείναντες τὴν κύρωσιν καὶ
2407τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ, δὲν ἐδημοσίευσαν αὐτὸν, ἐνόσῳ ἦσαν ἐν
2408τῇ ἀρχῇ. Τὴν θεωρίαν ταύτην ἐγὼ δὲν ἀναγνωρίζω ὡς
2409ὀρθήν, οὐδὲ κρίνω ἕνεκα ταύτης τὸν νόμον ὡς ἄκυρον· ἀλλὰ
2410ἡ πλειοψηφία δὲν εἶχε τὴν γνώμην, ἣν ἔχω ἐγώ, καὶ ἑπο-
2411μένως ἡ πλειοψηφία ἀπεφήνατο, ὅτι ἤκουσε τὴν συζήτησιν,
2412ἀλλ’ οὐδεμίαν εὗρεν ἀφορμήν, ἵνα ἐπικρίνῃ τὴν πρᾶξιν τοῦ
2413Ὑπουργοῦ, μετέβη δ’ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἡ πλειο-
2414ψηφία, ἥτις ἀποφαίνεται ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς καὶ
2415ἀντιπροσωπεύει αὐτήν, παριστᾷ τὴν ἐξουσίαν τὴν ἐπιτη-
2416ροῦσαν καὶ ἐξελέγχουσαν τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν,
2417ἐξουσία λοιπὸν αὕτη ἀπεφήνατο, ὅτι οὐδεμίαν εὗρεν ἀφορ-
2418μὴν νὰ ἐλέγξῃ καὶ νὰ ἐπικρίνῃ τὸν Ὑπουργόν. Ἀλλ’ ἡ
2419Βουλὴ εἶναι συγχρόνως καὶ μέλος τῆς νομοθετικῆς ἐξου-
2420σίας· ὡς συμπράττουσα λοιπὸν εἰς τὴν νομοθεσίαν τοῦ Κρά-
2421τους, καὶ ἑπομένως ὡς ὀφείλουσα νὰ προστατεύσῃ τὰ ἔργα
2422αὐτῆς, ἐνέκρινε τὴν διαταχθεῖσαν ἀθέτησιν τοῦ νόμου καὶ
2423δὲν ἔκρινεν αὐτὴν ἀξίαν οὐδεμιᾶς προσοχῆς. Καὶ ἡ ἑτέρα
2424δ’ ἐξουσία, ἡ νομοθετική, οὐδὲν καὶ αὕτη ἔπραξε, διὰ τῆς
2425σιωπῆς δ’ ἐφάνη ἀνεχομένη τὰ γενόμενα. Ἑπομένως ἀναγ-
2426κάζομαι νὰ ὑπολάβω, ὅτι ὁ νόμος πράγματι ἠκυρώθη,
2427ἀφοῦ ἡ ἐξελεγκτικὴ ἐξουσία δὲν εὗρεν ἀξίαν ἐλέγχου τὴν
2428πρᾶξιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐθεώρουν
2429παράνομον, ἀφοῦ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν εὗρεν, ὅτι ἠθε-
2430τήθησαν, οὐδ’ ὅτι περιϋβρίσθησαν τὰ δικαιώματα αὐτῆς.
2431Ὅθεν εἰμὶ ἠναγκασμένος νὰ θεωρήσω τὸν νόμον αὐτὸν ὡς
2432ἄκυρον.
2433Θεωρῶν λοιπὸν τὸν νόμον αὐτὸν ὡς ἄκυρον, ἐπιλαμβά-
2434νομαι τῆς ἐρεύνης τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἀποδέχομαι κατ’
2435ἀνάγκην τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἀποδέχομαι τὰς δια-
2436τάξεις αὐτοῦ. Ὁ ἀκυρωθεὶς νόμος ἐκανόνισε δι’ ὡρισμένον
2437χρόνον τὰς σχέσεις τῶν φορολογουμένων πολιτῶν πρὸς τὸ
2438φορολογοῦν Δημόσιον· ἀλλ’ ἀφ’ ἧς δὲν ἐφαρμόζεται πλέον
2439ὁ νόμος οὗτος, οἱ παράγοντες τὰ αὐτὰ προϊόντα ὑποβάλ-
2440λοντα εἰς διάφορον φορολογίαν ἐκείνης, εἰς ἣν ὑπεβλήθη-
2441σαν οἱ παραγωγοὶ αὐτῶν καθ’ ὃν χρόνον ὁ νόμος ἐφηρμό-
2442ζετο. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ἁρμοδίαν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν
2443πρὸς λύσιν τῆς διαφορᾶς ταύτης, διότι μόνον τὰ δικαστή-
2444ριά εἰσιν ἁρμόδια νὰ λύσωσιν αὐτήν. Ἐὰν οἱ πολῖται ὑπε-
2445χρεώθησαν μὴ νομίμως νὰ καταβάλωσιν ἀντὶ φόρου εἰς τὸ
2446Δημόσιον ποσὰ περισσότερα ἢ ὅσα ὤφειλον νὰ καταβάλω-
2447σιν, αὐτοὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ κινήσωσιν ἀγωγὴν τοῦ
2448ἀχρεωστήτου καὶ νὰ ζητήσωσι νὰ ἐπιστραφῶσιν αὐτοῖς τὰ
2449ἐπὶ πλέον καταβληθέντα. Πῶς ζητοῦσι διὰ νόμου νὰ κα-
2450ταργήσωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ πολίτου; Ἡ νομοθετικὴ
2451ἐξουσία ἐπεμβαίνει οὕτω εἰς τὰ ἔργα τῆς δικαστικῆς, καὶ
2452ἀναιροῦσα δικαιώματα κεκτημένα ῥυθμίζει τὰ τῆς δικαιο-
2453σύνης καθ’ ὃν τρόπον ἐγκρίνει. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐν
2454τῷ Κράτει μικρὸν ἀπέχει ἀπὸ τὴν ταμιευτικὴν ἐξουσίαν
2455τοῦ Κράτους, ἑπομένως δὲν πρέπει ν’ ἀναμιγνύηται εἰς κα-
2456νονισμὸν σχέσεων τοιούτων, ὡς ἐνδιαφερομένη καὶ ὑποκειμένη
2457εἰς παρέκκλησιν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι σύμφω-
2458νον μὲ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου νὰ γένηται παρα-
2459δεκτὴ ἡ διάταξις τοῦ πρώτου ἄρθρου, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ
2460πληρώσαντες δυνάμει τοῦ ἀκυρωθέντος νόμου τοὺς φόρους των
2461ἐπὶ τῶν προϊόντων, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλλοντο εἰς τὴν εἰδικὴν
2462ταύτην φορολογίαν κατὰ τὸν νόμον τῆς 22 Δεκεμβρίου
24631892, αὐτοὶ καλῶς ἐπλήρωσαν, οἱ δὲ μὴ πληρώσαντες αὐ-
2464τοὺς, αὐτοὶ δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ πληρόνωσι πλέον τοὺς
2465φόρους τούτους, ἀλλὰ θέλουσιν ὑπαχθῆ εἰς τὴν φορολογίαν,
2466ἥτις ἐκράτει πρὸ τοῦ νόμου ἐκείνου.
2467Καὶ δὲν εἶναι ἡ διάταξις αὕτη, κατ’ ἐμέ, ἀντιβαίνουσα
2468μόνον εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, ἀλλὰ θέλει παραβλάψει
2469τὰ μάλα καὶ τὴν πώλησιν τῶν σταφίδων, διότι ἐκεῖνοι,
2470οἵτινες ἠγόρασαν σταφίδα καὶ ἐξήγαγον αὐτὴν μετὰ τὴν
247122 Δεκεμβρίου 1892, ὑπεβλήθησαν εἰς δαπάνην μεγαλει-
2472τέραν ἐκείνης, εἰς ἣν θέλουσιν ὑποβληθῆ ὅσοι ἀγοράσωσι
2473σταφίδα καὶ ἐξαγάγωσιν αὐτὴν μετὰ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ
2474νόμου. Ἐπειδὴ δὲ οὕτως ἡ σταφὶς θέλει ἔχει ἀξίαν ὀλιγω-
2475τέραν, θέλει συμβῆ, πλὴν τῶν ἄλλων αἰτιῶν τῆς ὑποτιμή-
2476σεως τῆς σταφίδος ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς καταναλώσεως, τῶν
2477αἰτιῶν ἐκ τοῦ γενικοῦ ἐμπορίου, ἐκ τῶν νομισματικῶν ἀνω-
2478μαλιῶν, ἐκ τοῦ κλονισμοῦ τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, αἵτι-
2479νες ἐπήνεγκον τὴν ὑποτίμησιν τοῦ προϊόντος, θέλει συμβῆ
2480νὰ προστεθῇ καὶ ἄλλη αἰτία, ἐνισχύουσα τὴν περαιτέρω
2481ὑποτίμησιν αὐτῆς. Διὰ τοῦτο ἐγὼ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ
2482ψηφοφορήσω κατὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου.
2483Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ νόμος τῆς 22 Δεκεμβρίου φαίνεται, μετὰ
2484τὴν ἀνοχὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅτι εἶναι ἄκυρος,
2485ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐπανέρχονται αἱ φορολογικαὶ δια-
2486τάξεις αἱ πρὸ τοῦ νόμου τούτου. Μ’ ὅλα ταῦτα κρίνω, ὅτι
2487δύναται νὰ ψηφοφορηθῇ τὸ δεύτερον ἄρθρον, τροποποιούμε-
2488νον ὡς ἑξῆς καὶ γινόμενον μοναδικὸν ἄρθρον τοῦ νόμου (ἀνα-
2489γινώσκει):
2490«Τὰ πρὸ τῆς 30 Μαΐου 1893 κρατοῦντα ἰσχύουσι καὶ
2491μετ’ αὐτὴν κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ κατὰ τὴν εἴσπραξιν
2492τῶν ἑξῆς φόρων καὶ δικαιωμάτων: τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ
2493τῆς σταφίδος, τῶν σύκων καὶ τῶν κουκουλίων, τοῦ φόρου
2494καὶ τοῦ δικαιώματος ἐπικαρπίας ἐπὶ τῶν βαλανιδίων καὶ
2495κηκιδίων, τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος καὶ τῶν
2496τελῶν ἐπὶ τῶν μερισμάτων τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, τῶν
2497τελῶν ἐπὶ τῶν διὰ τὸ ἐξωτερικὸν ἐκδιδομένων εἰσιτηρίων
2498ἀτμοπλοίων, τοῦ φόρου καὶ τῶν δικαιωμάτων ἐπὶ τῶν
2499μεταλλείων καὶ ὀρυχείων, τοῦ δικαιώματος ἐπὶ τῆς προσό-
2500δου τῶν σκωριῶν τοῦ Λαυρίου, τῶν τριῶν πέμπτων τοῦ
2501ἐξαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῆς σταφίδος καὶ τοῦ ἐλαίου τῆς
2502Ἑπτανήσου.»
2503Συμπεραίνω λοιπὸν, ὅτι προτείνω τὴν ἀπάλειψιν τοῦ
2504πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, προτείνω δὲ τὴν τροπο-
2505ποίησιν τοῦ ἑτέρου ἄρθρου, κατὰ τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον
2506ἀνέγνων πρὸ μικροῦ.
2507§99ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ πλειοψηφία
2508τῆς Βουλῆς, ψηφοφορήσασα τὴν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευ-
2509τοῦ Αἰγιαλείας ὑποβληθεῖσαν πρότασιν, οὐδόλως κατήργησε
2510δι’ αὐτῆς τὸν νόμον τῆς 22 Δεκεμβρίου 1892· ἐξέφερε μό-
2511νον ψῆφον ἐμπιστοσύνης, καὶ ἐπὶ τοιαύτης τινὸς ψήφου οὐδὲ
2512τὸ ἕτερον τμῆμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐκαλεῖτο, ὅπως
2513ἀποφανθῇ· διότι ἡ ψῆφος ἐμπιστοσύνης, ἐκφερομένη παρὰ
2514τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς κυρώσεως τοῦ Στέμμα-
2515τος· ἡ Βουλὴ ἐνασκεῖ ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ τὰ δικαιώματά της
2516καὶ δύναται νὰ ἀπονέμῃ τὴν ἐμπιστοσύνην της καὶ δύνα-
2517ται νὰ στερῇ αὐτῆς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν, ὡς ἐνασκεῖ ἐν
2518πλήρει ἐλευθερίᾳ τὰ δικαιώματα ταῦτα καὶ τὸ Στέμμα.
2519Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ δικαιολογήσωμεν τὴν κατάργησιν
2520τοῦ νόμου τῆς 22 Δεκεμβρίου 1892 ἐκ τῆς ψήφου ἐκείνης
2521τῆς Βουλῆς, ἥτις ἢ ἐμφαίνει ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρ-
2522νησιν, ἢ ἐμφαίνει ἄφεσιν, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους δὲν δυ-
2523νάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν, καθόσον ὁ Βουλευτὴς δὲν ἔχει νὰ
2524δώσῃ λόγον, εἰμὴ πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς του. Ἀλλὰ ὡς βάσιν
2525ἀκριβῶς τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἔθηκεν ὁ συν-
2526τάκτης αὐτοῦ τὴν σκέψιν, ὅτι ὁ νόμος τῆς 22 Δεκεμ-
2527βρίου 1892 δὲν ὑφίσταται, δὲν ὑφίσταται δὲ δι’ οὓς λόγους
2528ἐξέθηκε κατὰ τὴν συζήτησιν ὁ ὑποβαλὼν αὐτὸν, διότι δῆ-
2529θεν δὲν ἐδημοσιεύθη, ὡς ὤφειλε, καὶ ὅτι ἡ μὴ δημοσίευσις
2530αὐτοῦ παρὰ τῶν κυρωσάντων τὸν νόμον καὶ παρὰ τῶν λα-
2531βόντων τὴν ἐπιταγὴν πρὸς δημοσίευσιν αὐτοῦ ἐπέφερε τὴν
2532ἀκύρωσιν τοῦ νόμου. Ἐπὶ τῆς σκέψεως ταύτης στηρίζεται
2533ὅλον αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον. Τί δὲ πράττει; Ἐν τῷ ἄρθρῳ 2
2534καθιεροῖ φόρον διὰ τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ 30 Μαΐου μέ-
2535χρι 2 Νοεμβρίου, φόρον μὴ ψηφισθέντα καὶ ἐπιβαλλόμενον
2536ἐκ τῶν ὑστέρων. Δὲν ἀντίκειται εἰς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ
2537δικαίου ἡ διάταξις ἐκείνη, ἀλλὰ ἀντίκειται εἰς τὸ ῥητὸν
2538καὶ ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως γράμμα τοῦ ἄρθρου 59 τοῦ
2539Συντάγματος. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἤθελε
2540νὰ τεθῇ ἐπὶ ἀληθοῦς ἐδάφους, ὤφειλε νὰ προσβάλῃ τὸ ἄρ-
2541θρον ἐκεῖνο, ὄχι ὡς ἀντιτιθέμενον εἰς τὰς γενικὰς ἀρ-
2542χὰς τοῦ δικαίου, ἀλλ’ ὡς παραβιάζον συνταγματικὴν διά-
2543ταξιν καὶ ἐντεῦθεν ὡς ἀπαράδεκτον. Ἐνέχει ἀληθῶς τὸ
2544πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου καὶ τελείαν ἀνισότητα
2545κατὰ τὴν φορολογίαν, καὶ ἐντεῦθεν προσβάλλει καὶ ἕτερον
2546ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον πάντες οἱ Ἕλλη-
2547νες ἐξ ἴσου συνεισφέρουσιν εἰς τὰ δημόσια βάρη· διότι
2548ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸν καρπὸν αὑτῶν ἐξήγαγον κατὰ τὸ
2549χρονικὸν διάστημα τὸ μεταξὺ 30 Μαΐου καὶ 2 Νοεμβρίου,
2550ὑπεχρεώθησαν εἰς καταβολὴν φόρου κατὰ τὰ 36% περι-
2551πλέον ἐκείνου, ὃν ἤθελον καταβάλει ἐκεῖνοι, οἵτινες ἤθελον
2552ἐξαγάγει τὸ προϊὸν αὑτῶν ἀπὸ τῆς 2 Νοεμβρίου καὶ πέ-
2553ραν. Ἡ ἀνισότης εἶναι τελεία, καὶ ἔπρεπε τοιαύτη νὰ ἐπέλθῃ
2554πρὸς ἐπιστέγασιν τοῦ προφανῶς ἀντισυνταγματικοῦ οἰκο-
2555δομήματος τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ
2556ἄρθρον τοῦτο ἦναι ἐντεῦθεν ἀπαράδεκτον καὶ παραβιάζῃ
2557δύο ῥητὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, τὸ 2ον ἄρθρον, ὁπωσδή-
2558ποτε τροποποιούμενον, οὐδένα ἔχει σκοπὸν, ἀποδεικνύονται
2559δὲ καὶ ὁ συντάξας αὐτὸ καὶ ὁ ζητῶν τὴν τροπολογίαν
2560αὐτοῦ, ὅτι δὲν ἔχουσι πεποίθησιν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ἐφ’ ἧς
2561ἐστηρίχθη τὸ ὅλον νομοσχέδιον. Τὸ ὅλον νομοσχέδιον, ὡς
2562εἶπον, ἐστηρίχθη ἐπὶ τῆς προϋποθέσεως, ὅτι ὁ νόμος τῆς 22
2563Δεκεμβρίου 1892 δὲν ὑφίσταται, ὅτι οὐδέποτε ἴσχυσε, καὶ
2564τὸ ἄρθρον 1 καθιεροῖ τὸν χρόνον τῆς φορολογίας διὰ χρο-
2565νικὸν διάστημα ἀπὸ 30 Μαΐου μέχρι 2 Νοεμβρίου. Τί δὲ
2566πράττει τὸ δεύτερον ἄρθρον; Λέγει ὅτι ἰσχύουσι τὰ πρὸ τῆς
256730 Μαΐου κρατοῦντα. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ τὸ
2568εἴπητε νομοθετικῶς, ἀφοῦ παραδέχεσθε, ὅτι ὁ νόμος τῆς
256922 Δεκεμβρίου 1892 οὐδέποτε ἴσχυσε. Προτείνοντες τοι-
2570οῦτόν τι, οὐδὲν ἄλλο πράττετε, εἰμὴ ἀποδεικνύετε, ὅτι
2571δὲν ἐννοεῖτε, ποία ὑπῆρξεν ἡ βάσις τοῦ νομοθετήματος.
2572Διαψεύδετε ἀκριβῶς τὴν βάσιν, διότι νομίζετε, ὅτι, ἀφοῦ
2573ἐκηρύξατε ἄκυρον τὸν νόμον τῆς 22 Δεκεμβρίου, ἔχετε
2574ἀνάγκην νὰ εἴπητε, ὅτι ἰσχύουσι διὰ τὸ διάστημα τὸ
2575ἀπὸ 2 Νοεμβρίου καὶ ἐντεῦθεν οἱ νόμοι οἱ κρατήσαντες
2576πρὸ τῆς 30 Μαΐου. Τί λοιπὸν νομοθετεῖτε διὰ τοῦ ἄρθρου 2,
2577καὶ τίνας τροπολογίας εἰς τὸ ἄρθρον 2 ὑποβάλλετε, καὶ πρὸς
2578τίνα σκοπόν; Ἐὰν δὲ δεχθῆτε, ὅτι ἴσχυσέ ποτε ὁ νόμος
2579τῆς 22 Δεκεμβρίου 1892, καὶ θεωρήσητε ἀναγκαίαν τὴν διά-
2580ταξιν τοῦ ἄρθρου 2, τότε περιπίπτετε εἰς ἕτερον ἄτοπον,
2581εἰς ἑτέραν διάταξιν ἀντισυνταγματικὴν, διότι λέγετε, ὅτι
2582διὰ τὸ διάστημα τὸ ἀπὸ 2 Νοεμβρίου καὶ ἐντεῦθεν ἰσχύουν
2583αἱ πρὸ τῆς 30 Μαΐου διατάξεις. Ἀλλὰ δύνασθε, ἐάν
2584ποτε κατηργήθησαν αἱ διατάξεις αὗται, καὶ τοῦτο ἐμφαί-
2585νει τὸ ἄρθρον 2, δύνασθε νὰ κάμητε τὰς διατάξεις τὰς
2586πρὸ τῆς 2 Νοεμβρίου νὰ ἰσχύουν ἀπέναντι τοῦ ἄρθρου τοῦ
2587Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὁρίζει πῶς ψηφίζονται οἱ νόμοι
2588καὶ πῶς κυροῦνται, ψηφιζόμενοι κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνο-
2589λον εἰς τρεῖς ἐπανειλημμένας καὶ διαφόρους συνεδριάσεις, καὶ
2590μόνον καθ’ ὅσον ἤθελε πληρωθῆ ὁ τύπος τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ
2591Συντάγματος δύνανται νὰ ἰσχύουν τὰ πρὸ 30 Μαΐου κρα-
2592τοῦντα; Ἢ λοιπὸν δὲν ἴσχυσεν ὁ νόμος πρὸ τῆς 2 Νοεμ-
2593βρίου, καὶ τότε περιττὸν τὸ ἄρθρον 2, ἢ ἴσχυσε, καὶ τότε
2594δὲν δύνανται νὰ ἐπανέλθουν τὰ πρὶν κρατοῦντα. Αὐτὸ εἶναι
2595τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλετε.
2596§100Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν αὐτὴν γνώ-
2597μην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, περὶ τῶν
2598πολιτειακῶν ἐξουσιῶν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐὰν τὰ ὄργανα τῆς
2599νομοτελεστικῆς ἐξουσίας ὑπόκηνται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς
2600Βουλῆς, ἥτις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγχῃ τὰς πράξεις
2601αὐτῆς, καὶ νὰ ἐπιτιμᾷ αὐτὴν, ἀλλὰ κεῖνται καὶ ὑπὸ τὸν
2602ἔλεγχον τῆς ἑτέρας ἐξουσίας, διότι ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν νό-
2603μων εἰσὶν ὄργανα αὐτῆς. Ἡ ἐξουσία δ’ ἐκείνη ἔχει τὸ δι-
2604καίωμα νὰ ἐπιτηρῇ, ἵνα ἐκτελῶνται οἱ νόμοι, καὶ νὰ κατα-
2605στέλλῃ πᾶσαν παρανομίαν, συμβαίνουσαν ὑπὸ τῶν ὀργάνων
2606τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἑπομένως δὲν θεωρῶ, ὅτι
2607ἤθελεν εἶσθαι ἐπέμβασις τῆς ἑτέρας ἐξουσίας εἰς τὰ ἔργα
2608τῆς Βουλῆς, ἐὰν, ὅταν οἱ Ὑπουργοὶ δι’ ἐγκυκλίων παρα-
2609βαίνωσι τοὺς νόμους καὶ διατάττωσι τὰς ἀρχὰς νὰ μὴ ἐκ-
2610τελῶσιν αὐτοὺς, εὑρίσκηται δὲ πλειοψηφία ἐν τῇ Βουλῇ,
2611ἥτις ἐπιδοκιμάζει τοιαύτην πρᾶξιν, ἡ ἐξουσία αὕτη κατέ-
2612στελλε πράξεις τόσῳ ἀτόπους. Οὐδὲ κρίνω, ὅτι ἤθελεν
2613ἐπέμβῃ· διότι ἄλλως δὲν θὰ ὑπῆρχε δικαίωμα ἐλέγχου καὶ
2614ἐπιτηρήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἐθεώρησα τὰ μέχρι τοῦδε γε-
2615νόμενα ὡς ἐνδεικνύοντα ἀνοχὴν, καὶ ὡς δηλοῦντα ὅτι ἡ νο-
2616μοθετικὴ ἐξουσία δὲν ἐνέκρινε νὰ ἐκφράσῃ ἄλλην γνώμην,
2617πλὴν ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐτέθη εἰς ἐφαρμογήν.
2618Δὲν ἔχω ὡσαύτως τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Βου-
2619λευτὴς Ἀττικῆς καὶ ἐπὶ τοῦ ἄλλου ζητήματος, τοῦ ἀντι-
2620συνταγματικοῦ· καὶ δὲν εἶναι αὐθαίρετος ἡ γνώμη μου,
2621διότι ἀκολουθῶ τὴν γνώμην ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν
2622ἐπιστημονικὴν φήμην καὶ μέγα κῦρος ἐν τῷ κοινοβουλευ-
2623τικῷ βίῳ. Ὅταν ἐπροτάθη τὸ ζήτημα τοῦ ἀπαραδέκτου
2624(question preatable), ἕνεκα λόγου συνταγματικοῦ, ἐν τῇ
2625Βουλῇ τῆς Γαλλίας, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος διαρκῶς καὶ μονίμως
2626προήδρευεν αὐτῆς, ὁ κ. Dupin, ἀπηύθυνε πρὸς τὸν ἐπερω-
2627τῶντα τὴν παρατήρησιν, ὅτι συνταγματικὰ ζητήματα δὲν
2628τίθενται ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ κα-
2629θαρὰ ἀντίθεσις, παράβασις τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγμα-
2630τος, δὲν πρέπει δὲ νὰ συνάγηται διὰ συλλογισμῶν τὸ ἀντι-
2631συνταγματικὸν, διότι — παρετήρησεν ὁ κ. Dupin — τὰ συν-
2632ταγματικὰ ζητήματα, ἤτοι τὰ τοῦ ἀπαραδέκτου, εἰσὶ
2633πολὺ ἀκροσφαλῆ, καὶ πρέπει μετὰ μεγάλης προσοχῆς νὰ
2634διαχειρίζωνται αὐτὰ καὶ οἱ προτείνοντες καὶ αἱ Βουλαί.
2635Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου ἀντιβαίνει εἰς
2636τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, ὡς εἶπον, διότι, ἐὰν ὑπῆρ-
2637ξαν σχέσεις ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐκρίθη ὡς
2638ἄκυρος, ἐναντίον τῆς γνώμης μου, — διότι ἐγὼ δὲν τὸν ἐθεώ-
2639ρουν ἄκυρον, — τὰς σχέσεις ταύτας ἁρμόδια εἶναι νὰ κανο-
2640νίζωσι τὰ δικαστήρια, οὐδὲν δὲ καθῆκον εἶχεν ἡ νομοθετικὴ
2641ἐξουσία νὰ ἀναμιχθῇ εἰς αὐτάς.
2642Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινα
2643ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου, ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἐλησμόνησεν ὁ
2644κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ἂν καὶ νομίζω ὅτι εἶναι
2645περιττὴ ἡ διάταξις, ἐν τούτοις, πρὸς ἀποφυγὴν πάσης ἀπο-
2646ρίας, δὲν ἀποστέργω ἵνα συνταχθῇ τὸ ἄρθρον οὕτω, ὅπως
2647καταδηλωθῇ, ὅτι ἀπὸ τῆς 30 Μαΐου 1893 οὐδεμία ἄλλη
2648σχέσις νέα ὑπῆρξεν, εἰμὴ μόνον ἐκείνη, τὴν ὁποίαν οἱ πρὸ
2649τῆς ἡμέρας ἐκείνης νόμοι ἐκανόνισαν, καὶ ἑπομένως τὸ κεί-
2650μενον τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον διατάττει, ὅτι ἀπὸ τῆς 30
2651Μαΐου καὶ ἐντεῦθεν πρέπει νὰ ἐφαρμόζωνται τὰ πρὸ τῆς
2652ἡμέρας ἐκείνης κρατοῦντα, ἔχει καλῶς.
2653§101ΡΑΛΛΗΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἀντελήφθην, ὅτι ἐπὶ τοῦ
2654δευτέρου ἄρθρου συνέπεσεν ἡ γνώμη μου μετὰ τῆς γνώμης
2655τοῦ κ. Βουλευτοῦ Γόρτυνος, διότι οὐδόλως ἤκουσα, ὅτι ἐθεώρει
2656τὴν διάταξιν αὐτὴν, ὅπως τὴν θεωρῶ ἐγώ, ἀντισυνταγμα-
2657τικήν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς δευτερεῦον,
2658οὐδεμίαν ἐνέχει σημασίαν, διότι νομοθετοῦντες τὸ ἄρθρον 2
2659καὶ ὅπως τὸ προτείνει ὁ κ. Βουλευτὴς Γόρτυνος, νομοθε-
2660τοῦμεν περιττά. Τὰ δύο ὅμως ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων
2661ἐντελῶς διαφέρουσιν αἱ γνῶμαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ Γόρτυνος
2662πρὸς τὰς ἡμετέρας, ἔχουσι τῳόντι σπουδαίαν σημασίαν, καὶ
2663ἀποδίδω εἰς αὐτὰ τοιαύτην, διότι πρόκειται νὰ ἴδωμεν
2664ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὑπὸ τίνας ὅρους καὶ ὑπὸ τίνας κανόνας πρέπει νὰ
2665λειτουργήσῃ τὸ ἕτερον τμῆμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας,
2666ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐὰν ἐλαφρῶς ἀληθῶς ἐτέθη τὸ ζήτημα τοῦ
2667ἀντισυνταγματικοῦ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομο-
2668σχεδίου.
2669Εἰς τὸ τμῆμα τοῦτο τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, εἰς τὴν
2670Βουλήν, ἀναγνωρίζομεν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ χορηγῇ ἐμπι-
2671στοσύνην, ἀλλ’ εἰς τὸ ἕτερον τμῆμα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρ-
2672τυνος, ἐκ τοῦ ὅτι ἔχει τὴν ἐποπτείαν καὶ ἐκείνης καὶ τῆς
2673ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἐκφράζῃ ἐμπιστο-
2674σύνην· θέλει, ἡ ἐξουσία ἐκείνη, τὸ ἕτερον τμῆμα τῆς νομο-
2675θετικῆς ἐξουσίας, εἰς τὸ ὁποῖον συγκεντροῦται καὶ ἡ ἐκτε-
2676λεστικὴ ἐξουσία, νὰ ἦναι ὁ αὐστηρὸς καὶ ἀκοίμητος ἐπό-
2677πτης τῶν νόμων. Δὲν δύναται νὰ κρίνῃ ἡ ἐξουσία ἐκείνη
2678ἢ τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅτι νόμος ἐπι-
2679βλαβὴς δύναται νὰ παροραθῇ, καὶ λόγῳ τοῦ ὅτι παρε-
2680βλέφθη νὰ ζητηθῇ ἄφεσις. Τοιαύτην θεωρίαν ἐγὼ βε-
2681βαίως δὲν ἀποδέχομαι, καὶ μήτε ὑπάρχει τις ἐνταῦθα,
2682ἐκτὸς τοῦ κ. Βουλευτοῦ Γόρτυνος, ἀποδεχόμενος αὐτήν.
2683Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐνέπεσεν εἰς τὸ χονδροειδὲς σφάλμα τοῦ νὰ
2684χαρακτηρίσῃ τὴν ἔκφρασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ ζητήματος
2685ἐμπιστοσύνης ὡς καταργοῦσαν νόμον, ἔπρεπεν ἀναγκαίως,
2686κατὰ τὸ λόγιον «ἑνὸς ἀτόπου δοθέντος μυρία ἕπονται», νὰ
2687φθάσῃ εἰς τὸ ἕτερον σφάλμα, νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ εἰς τὸ ἕτε-
2688ρον τμῆμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον
2689ἀναγνωρίζει εἰς τὸ πρῶτον τμῆμα. Εἶναι τόσον ἕωλος ἡ
2690θεωρία του, καὶ τόσον προσπίπτει εἰς τὴν ἀντίληψιν παν-
2691τὸς τὸ ἐντελῶς ἐσφαλμένον αὐτῆς, ὥστε εἶναι περιττὸν νὰ
2692ἐπιμείνω. Ἔρχομαι δὲ εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον
2693θεωρῶ κεφαλαιῶδες, εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ.
2694Ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος τὴν θεωρίαν καὶ
2695τὴν γνώμην δὲν γνωρίζω τίνος Γάλλου, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη
2696ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλήν, καὶ κατὰ τὸν
2697ὁποῖον τὸ ζήτημα τὸ ἀντισυνταγματικὸν, la question
2698preatable, ὡς εἶπε, πρέπει νὰ ἐκτιμᾶται μετὰ πάσης σο-
2699βαρότητος καὶ πάσης σπουδαιότητος, καὶ νὰ μὴ τίθηται ἢ
2700μόνον ὅταν τὸ ζήτημα τοῦ ἀπαραδέκτου προσπίπτῃ εἰς τὴν
2701ἀντίληψιν παντός. Ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἐὰν, ὅπως
2702ἐτέθη τὸ ζήτημα τὸ ἀντισυνταγματικὸν, δὲν προσπίπτῃ
2703εἰς τὴν ἀντίληψιν παντὸς ἑτέρου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐκτὸς
2704τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, πῶς
2705δύναται νὰ ἑρμηνεύσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν διάταξιν τοῦ
2706ἄρθρου 59 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλ-
2707λεται οὐδ’ εἰσπράττεται, ἐὰν προηγουμένως δὲν ψηφισθῇ
2708παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Ὁ νόμος
2709τῆς 22 Δεκεμβρίου κατηργήθη· ὡς δεδομένον ἔχον τὸ νομο-
2710σχέδιον, ὅτι κατηργήθη ὁ νόμος οὗτος, νομοθετεῖ ἐπὶ τοῦ
2711παρελθόντος· νομοθετοῦν δ’ ἐπὶ τοῦ παρελθόντος, παραβαίνει
2712τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 59 τοῦ Συντάγματος, ναὶ ἢ ὄχι;
2713Ἀλλ’ ἐὰν διὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυ-
2714νος ἡ ἀντισυνταγματικότης δὲν εἶναι προφανὴς, δὲν ἐπιμένω.
2715§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὁμιλεῖ περὶ
2716ἀντιλήψεως, μοὶ φαίνεται δ’ ὅτι εἶναι ἄξιος τῆς ἀφέσεώς μου·
2717ἀνεκήρυξε μάλιστα ὡς χονδροειδὲς σφάλμα τὸ ὅτι ἐπεκα-
2718λέσθην ἐγὼ, ὡς εἶπε, Γάλλον τινὰ, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα βε-
2719βαίως δὲν ἔμαθεν ἀκόμη, οὔτε ἀνέγνωσεν οὔτε ἤκουσεν, ἂν
2720καὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ εἶναι τόσον γνωστὸν, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται
2721εἰς οὐδένα, ἀξιοῦντα ὅτι εἶναι ἀνὴρ κοινοβουλευτικὸς, νὰ τὸ
2722ἀγνοῇ. Ἐκπλήσσομαι δὲ, πῶς ἀγνοεῖ τὸ ὄνομα τοῦ Dupin,
2723ὁ ὁποῖος ἐπὶ δεκαετίαν καὶ πλέον προήδρευε τῆς Γαλλικῆς
2724Βουλῆς. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον μοὶ φαίνεται παράξενον καὶ
2725πρέπει νὰ παρατηρήσω, εἶναι, ὅτι κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν,
2726ὡς αἱ πλειοψηφίαι χαρίζονται εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, τὸ ὁποῖον
2727δὲν εἶναι σπάνιον φαινόμενον καὶ εἶναι ἐλάττωμα τοῦ πο-
2728λιτεύματος, μικρότερον βεβαίως ἀπὸ τὰ ἐλαττώματα, τὰ
2729ὁποῖα ἔχουσιν ἄλλα πολιτεύματα, νομίζει ὁ κ. Βουλευτὴς,
2730ὅτι καὶ οἱ ἡγεμόνες χαρίζονται εἰς τὰ Ὑπουργεῖα καὶ ἀνέ-
2731χονται αὐτά. Τὴν γνώμην ταύτην βεβαίως ἐγὼ δὲν ἔχω,
2732καὶ ἀφίνω νὰ ἔχῃ αὐτὴν ὁ κ. Βουλευτής.
2733§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Γορτυνίας προε-
2734τάθη ἡ ἀπάλειψις τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου.
2735§104ΡΑΛΛΗΣ. Ἡμεῖς προεβάλομεν τὴν ἀντισυνταγματικό-
2736τητα τοῦ ἄρθρου, καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον ζητοῦμεν τὴν
2737ἀπάλειψιν, καὶ παρακαλοῦμεν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ
2738τούτου δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
2739§105ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Συμφωνοῦμεν πάντες, ὅτι πρέπει ν’ ἀπα-
2740λειφθῇ τὸ 1ον ἄρθρον.
2741§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως δι’ ἄλλον ὅμως λό-
2742γον οἱ μὲν, δι’ ἄλλον οἱ δέ.
2743§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρ-
2744θρου 1 λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2745(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρη-
2746σιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Χατζηπέτρου καὶ Καλαμπάκα,
2747κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2748Μιλτ. Δάλλας Μιχ. Φωτιάδης Ο
2749Ἀνδ. Παναγιωτόπουλος ΝΓεώρ. Λιδωρίκης Ο
2750Ἰω. Μεσσηνέζης Κων. Ἀναγνωστόπουλος
2751Σπυρ. Μαρκέλλος ΟΓεώρ. Λύρας Ο
2752Ἀρ. Ἀργυρόπουλος Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ν
2753Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Σταμάτ. Μήτσας Ο
2754Λεων. Καρυστινάκης ΟΔημ. Βουλπιώτης
2755Δημ. Καΐρης Κων. Ζῶτος Ο
2756Μιχ. Κωτσάκος ΟἨλ. Μπλατσῆς
2757Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΝΔ. Γρανίτσας
2758Ἠλ. Κανελλόπουλος Διον. Στεφάνου Ο
2759Γεώρ. Παχὺς Κων. Ἄργασ. Λομβάρδος Ο
2760Μιχ. Π. Λάμπρος ΟΔιον. Ζήβας Πλακᾶς Ο
2761Κων. Καραπάνος Γεώργιος Κανδ. Ρώμας Ο
2762Κων. Σταυρόπουλος Γεώρ. Κρεστενίτης
2763Ἀλέξ. Σκουζές Χρ. Στεφανόπουλος
2764Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Ἀνδρ. Στεφανόπουλος
2765Ἀλέξ. Ψύλλας Διον. Παυλόπουλος Ο
2766Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟἈνδρ. Σπηλιάδης Ο
2767Ἀλέξ. Ρετσίνας ΟἌγγ. Πετραλιάς
2768Δημ. Ράλλης ΝἘπαμ. Δημητρίου
2769Α. Ζυγομαλᾶς ΝΣτέφ. Σκουλούδης Ο
2770Ὄθων Μακρυγιάννης ΟΝικ. Νομικός
2771Συμ. Ζαχαρίτσας ΟΘωμᾶς Μαρκεζίνης Ο
2772Μιλ. Ὀριγώνης ΝΝικήτας Συνοδινός
2773Κωνστ. Βαλτινός ΟΒαρβαῤῥῆγος Πήλικας Ο
2774Ὀδυσ. Μοσχοβίτης ΟἈλέξ. Φωτήλας Ο
2775Γεώρ. Καρτάλης ΟΚων. Σταμπουλόπουλος
2776Ἀργ. Κανταρτζῆς ΟΛεων. Πετιμεζᾶς Ν
2777Νικ. Κοκωσλῆς ΟὈδυσ. Λαμπρόπουλος Ο
2778Νικ. Ἀξελός Γιαννούσης Τάκης
2779Νικ. Παῤῥησιάδης Πρ. Καλαμπάκας Ο
2780Ἰω. Γρίβας ΝἈντ. Π. Μαυρομιχάλης Ο
2781Ἐπ. Μαυρομμάτης ΟΠερ. Πεῤῥωτῆς Ο
2782Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΚων. Φλέσσας Ν
2783Νικ. Σπυρακόπουλος ΟἸωάννης Καζαμπάκας
2784Θεμ. Κορομάντζος ΝΚων. Ζωγλοπίτης
2785Περ. Ἀλεξάκης Παν. Κουκορῖκος
2786Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΝΓεώρ. Φραγκίδης Ο
2787Κωνστ. Κοσσονάκος Δημ. Τερτίπης Ο
2788Ἀριστ. Πετροπουλάκης ΟἈθαν. Κωστάμης Ο
2789Ἀριστ. Χατζηνικολῆς ΝἈλέξ. Ἀντωνόπουλος Ο
2790Νικ. Μπαλάφας Ἡλίας Ποταμιάνος
2791Νικ. Παπανικολάου ΟἈριστ. Ρούκης Ο
2792Παν. Λεβέντης Σπ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν
2793Βαπτιστὴς Βάστας ΟΓιαννοῦκος ΜαυρομιχάληςΝ
2794Γεώρ. Θεοτόκης ΟΞανθὸς Πικουλάκης
2795Ἀλκίνοος Ζερβὸς ΟἈσημ. Χριστόπουλος Ν
2796Ἡλίας Πολίτης ΟΝικ. Παπαλέξης Ο
2797Γουλιέλμος Σκάρπας ΟΠαν. Λαμπρούλιας
2798Νικ. Μαρκέτης ΟΕὐάγγ. Ἀρδαβάνης Ο
2799Σπυρ. Λάσκαρης ΟἸω. Τυπάλδος Χαριτᾶτος Ο
2800Κων. Θ. Ρωμαῖος ΟΣπ. Μακρῆς Ο
2801Κων. Χριστόπουλος Ἀνάρ. Σιμόπουλος
2802Σωτ. Κροκιδᾶς ΝΕὐστ. Παπαδάκης Ο
2803Σπυρ. Νοταρᾶς Πανουργ. Πανουργιᾶς Ο
2804Ἀναστ. Δημητριάδης ΟΘάνος Κανακάρης Ν
2805Γεώρ. Κούστας Ἀχ. Χοϊδᾶς
2806Ἰω. Τσιμάρας ΟἈντ. Ρικάκης
2807Γερ. Μουσούρης ΟἸω. Τσερτίδης Ν
2808Α. Ἄννινος Καβαλιεράτος Νικ. Κουμανιώτης Ν
2809Θεόφραστος Μεταξᾶς ΟἌγγ. Ροῦφος Ν
2810Διον. Καλούτσης ΝΝικ. Καράπαυλος Ο
2811Σπυρ. Στάης ΟΠαν. Σάκκης Ν
2812Μιχ. Πολίτης ΟΣπ. Γρίβας
2813Θεόδ. Θερμογιάννης Ἰω. Βρυώνης Ν
2814Ἰω. Καλούτσης ΟΠ. Ἄννινος Καβαλιεράτος
2815Στέφ. Κοπανίτσας Ἰω. Γεωργιάδης Ο
2816Κωνστ. Σαλταφέρος Γεώρ. Ν. Μπούμπουλης Ο
2817Πέτρ. Βαρβιτσιώτης ΟΓεώρ. Π. Μπούμπουλης Ο
2818Μελέτ. Ρουσόπουλος Ἀλέξ. Γ. Σοῦτσος Ο
2819Δημοσθ. Ματάλας Ἀνδρ. Συγγρὸς
2820Νικ. Καραστέργιος Δημ. Βοκοτόπουλος
2821Ἀργ. Διδίκας ΟΜ. Μπογιατζόγλους Ο
2822Ἐδὶπ–Σερὲφ–Χασὶπ Ἰω. Γκιὼν Ο
2823Ἰω. Λάππας ΝΝικ. Φώσκολος ὁ
2824Νικ. Μπουφίδης ΟΣωτ. Χατζηγάκης
2825Περ. Βαλαωρίτης ΟΚωνστ. Χατζηπέτρος Ν
2826Γερ. Σέρβος Χρ. Μπλετσάκης
2827Κωνστ. Χαλκιόπουλος ΟΓ. Κανούτας Ο
2828Ἀθαν. Εὐταξίας ΝΕὐστ. Κοκκέβης Ν
2829Κων. Κωνσταντόπουλος Δημ. Παπατσώρης Ο
2830Παν. Μανέτας Χρ. Καραβίτης Ο
2831Ν. Τριανταφυλλάκος ΝΔιον. Κατρίτσης Ο
2832Ἡλ. Ζέγγελης ΟἈνδρ. Σκαλτσᾶς Ο
2833Φίλ. Βάρβογλης Ἀριστ. Μάνεσης
2834Ἀθαν. Σακελλαριάδης ΝΒασ. Δροσινὸς Ν
2835Λεων. Ζέρβας ΟΝικ. Βαλάσης Ο
2836Στέφ. Δραγούμης ΟἘμμ. Δημητριάδης
2837Νικ. Φιλάρετος Κωνστ. Σαχτούρης
2838Χαρ. Τρικούπης ΟἘπαμ. Κριεζῆς
2839Ἰω. Τρικούπης ΟΝικ. Τσαμαδὸς Ο
2840Παν. Μερλόπουλος ΝΒησαρ. Χατζηαγγελάκης Ο
2841Ἀλκ. Δεληγιάννης ΟΝικ. Ζητουνιάτης Ο
2842Ἀντ. Καρατζᾶς ΟΔημ. Ζουλούμης
2843Ἀθαν. Παπαχελάς Νικ. Χατζῖσκος Ν
2844Χαρίλ. Προβελέγγιος Κωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ο
2845Ἀντ. Μάτσας ΟΔημ. Κρίτσας Ο
2846Λορέντζος Δελλαρόκας Ἡρ. Γαζέπης
2847Ἰω. Ναυπλιώτης ΟΒ. Βουδούρης Ο
2848Στυλ. Βάλληνδας ΝΝικ. Καλογερόπουλος Ο
2849Ἰω. Ἴντζες Θεμ. Α. Κανάρης Ο
2850Γεώργ. Σιμάνης Κων. Παπανικολῆς
2851Νικ. Καλαντζόπουλος Ο
2852§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 132. Ἡ πρότασις
2853περὶ ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου ἀπεῤῥίφθη
2854διὰ ψήφων 98 κατὰ 34.
2855Ἐπὶ τοῦ 1 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου ὑπάρχει τροπολογία
2856τοῦ βουλευτοῦ Ἄρτης κ. Καραπάνου ἔχουσα ὡς ἑξῆς
2857(ἀναγινώσκει):
2858«Τὸ ἀπὸ τῆς 30 Μαΐου 1893 μέχρι τῆς 1 Νοεμβρίου
2859τοῦ αὐτοῦ ἔτους, συμπεριλαμβανομένης, εἰσπρακτέον χρη-
2860ματικὸν ποσὸν, καθ’ ὑπέρβασιν τῶν πρὸ τῆς 30 Μαΐου 1893
2861κρατούντων, ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος, τῶν
2862σύκων καὶ τῶν κουκουλίων, ἐκ τοῦ φόρου καὶ τοῦ δικαιώ-
2863ματος ἐπικαρπίας ἐπὶ τῶν βαλανιδίων καὶ κηκιδίων, ἐκ
2864τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος καὶ τῶν τελῶν
2865ἐπὶ τῶν μερισμάτων τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, ἐκ τῶν τελῶν
2866ἐπὶ τῶν διὰ τὸ ἐξωτερικὸν ἐκδιδομένων εἰσιτηρίων τῶν
2867ἀτμοπλοίων, ἐκ τοῦ φόρου καὶ τῶν δικαιωμάτων ἐπὶ τῶν με-
2868ταλλείων καὶ ὀρυχείων, ἐκ τοῦ δικαιώματος ἐπὶ τῆς προ-
2869σόδου τῶν σκωριῶν τοῦ Λαυρίου καὶ ἐκ τῶν τριῶν πέμπτων
2870τοῦ ἐξαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῆς σταφίδος καὶ τοῦ ἐλαίου
2871τῆς Ἑπτανήσου, θέλει χρησιμοποιηθῆ ὑπὲρ τῶν συμφερόν-
2872των τῶν σταφιδοπαραγωγῶν καὶ τῶν λοιπῶν παραγωγῶν
2873τῶν ἐξαχθέντων προϊόντων.
2874«Δι’ εἰδικοῦ νόμου θέλει κανονισθῆ ὁ τρόπος τῆς χρησι-
2875μοποιήσεως τοῦ παρὰ τοῦ Δημοσίου εἰσπραχθέντος τούτου
2876ποσοῦ.»
2877Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦν-
2878ται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν
2879παρεδέχθη.
2880Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται
2881νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ
2882παρεδέχθη.
2883Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
2884Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ ἀξιοτί-
2885μου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ἔχουσα ὡς ἀκολούθως (ἀναγι-
2886νώσκει):
2887«Τὰ πρὸ τῆς 30 Μαΐου 1893 κρατοῦντα ἰσχύουσι καὶ
2888μετ’ αὐτὴν κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ κατὰ τὴν εἴσπραξιν
2889τῶν ἑξῆς φόρων καὶ δικαιωμάτων: τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ
2890τῆς σταφίδος, τῶν σύκων καὶ τῶν κουκουλίων, τοῦ φόρου
2891καὶ τοῦ δικαιώματος ἐπικαρπίας ἐπὶ τῶν βαλανιδίων καὶ
2892κηκιδίων, τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος καὶ τῶν
2893τελῶν ἐπὶ τῶν μερισμάτων τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, τῶν
2894τελῶν ἐπὶ τῶν διὰ τὸ ἐξωτερικὸν ἐκδιδομένων εἰσιτηρίων
2895ἀτμοπλοίων, τοῦ φόρου καὶ τῶν δικαιωμάτων ἐπὶ τῶν με-
2896ταλλείων καὶ ὀρυχείων, τοῦ δικαιώματος ἐπὶ τῆς προσόδου
2897τῶν σκωριῶν τοῦ Λαυρίου, τῶν τριῶν πέμπτων τοῦ ἐξαγω-
2898γικοῦ τέλους ἐπὶ τῆς σταφίδος καὶ τοῦ ἐλαίου τῆς Ἑπτα-
2899νήσου.»
2900Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦν-
2901ται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν
2902παρεδέχθη.
2903Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει,
2904παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσό-
2905τεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
2906Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ
2907συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ
2908περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
2909Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2910Ὥρα 2 μετὰ τὸ μεσονύκτιον.