1893.11.30
1.512 στίχοι · 11.838 λέξεις · 82 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24
Τῆς 30 Νοεμβρίου 1893.
(Τρίτη).
Ὥρα 5 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν).
§1ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία, καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγνωσθέντος αὖθις τοῦ καταλόγου, ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 130 Βουλευτῶν).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, εὑρίσκομαι πάλιν εἰς τὴν λυπηρὰν ἀνάγκην νὰ κάμω παρατήρησιν περὶ τοῦ ἀτόπου, τὸ ὁποῖον συμβαίνει. Προσδιωρίσθη ἡ 3 ὥρα μετὰ μεσημβρίαν πρὸς ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων, καὶ ὅμως ἔρχεται ἡ 5½ καὶ μετὰ δυσκολίας γίνεται ἀπαρτία. Παρακαλῶ λοιπὸν, ἢ νὰ συνέρχησθε ἐνωρὶς, ὅπως ἄρχηται ἡ συνεδρίασις κατὰ τὴν προσδιωρισμένην ὥραν, καὶ παύσῃ οὕτω τὸ ἄτοπον, ἢ νὰ μεταβάλητε τὴν ὥραν. (Μετὰ τοῦτο ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπικυροῦνται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§3ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἀληθεύῃ ἡ εἴδησις, ὅτι ὡς δεύτερον παρθεναγωγεῖον Τρικκάλων ἐνωκιάσθη ἡ οἰκία Β. Βαμβέτσου, ἧς τὸ κάτω πάτωμα χρησιμεύει ὡς ἰδιωτικὸν ἐκπαιδευτήριον ἀῤῥένων, διευθυνόμενον ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ Βαμβέτσου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καίτοι εἶναι Ὑπουργὸς προόδου, —ἂν καὶ δὲν ἀνήκῃ εἰς τὸ προοδευτικὸν κόμμα—δὲν πιστεύω ὅτι θὰ θελήσῃ νὰ ἀναμίξῃ τὰ ἄῤῥενα μὲ τὰ θήλεα. Συνάμα παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ Γυμνασιάρχου Τρικκάλων, ὅστις, διορισθεὶς παρὰ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ κατὰ Βαμβέτσον, προτείνει τὴν ἄρσιν τῆς ἀδείας αὐτοῦ. Τέλος τὸν παρακαλῶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ὁ νομαρχῶν καὶ ἡ διευθύντρια τοῦ παρθεναγωγείου, μεθ’ ὅλην τὴν περὶ τούτου διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου, ἠρνήθησαν νὰ συνάψωσι τὰ πρὸς ἐνοικίασιν ἀπαιτούμενα συμβόλαια, θεωροῦντες τὴν οἰκίαν ἀκατάλληλον. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ ἔνταλμα, ἐκδοθὲν κατὰ τοῦ εἰσπράκτορος τοῦ δήμου Αἰθίκων ἐκ 3,000 δραχμῶν, δὲν ἐξετελέσθη εἰσέτι, ἐνῷ τόσα ἄλλα ἐντάλματα, ἀφορῶντα φίλους μου, ἐξετελέσθησαν. Καὶ δὲν παραπονοῦμαι μὲν διὰ τοῦτο, ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι ὁ ἐπόπτης λοχαγὸς κ. Οἰκονομόπουλος, εἰς τοῦ ὁποίου τὰς χεῖρας εὕρηται τὸ ἔνταλμα, διαιτώμενος εἰς τὸ Χάνι τοῦ εἰσπράκτορος, δὲν θέλει νὰ ἐκτελέσῃ ἔνταλμα, καίτοι πρόκειται περὶ 3,000 δραχμῶν δήμου ἀρκετὰ πτωχοῦ καὶ ἔχοντος μεγάλας ἀνάγκας νὰ θεραπεύσῃ διὰ τῶν χρημάτων τούτων.
§4ΔΑΛΛΑΣ. Ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι πλοῖον ἐμπορικὸν ὑπὸ ἑλληνικὴν σημαίαν προσήραξε παρὰ τὸ Ἄστρος. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ φροντίσῃ, ἂν δὲν ἐφρόντισεν ἄχρι τοῦδε καὶ ἂν ἔλαβε γνῶσιν, νὰ χορηγήσῃ συνδρομήν, διότι ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ πνεύσωσιν ἐναντίοι ἄνεμοι καὶ ἐπενέγκωσι μεγάλας ζημίας καὶ καταστροφάς. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὑποβάλλω ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Γεωργικῆς Σχολῆς Ἀϊδινίου. Γνωρίζετε ὅτι ἡ Σχολὴ αὕτη κύριον σκοπὸν προέθετο διὰ τὴν Θεσσαλίαν, ἐν ᾗ ἔπρεπε νὰ καταβληθῇ μεγάλη μέριμνα πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας, νὰ διδάξῃ τὰς πρακτικὰς σπουδάς. Ἐν τούτοις μανθάνω, ὅτι παρῆλθε τόσος χρόνος ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ σχολικοῦ ἔτους, ἀλλ’ οὔτε διευθυντής, οὔτε ὑποδιευθυντής, οὐδὲ διδάσκαλος διωρίσθη τῶν μαθημάτων. Λαμβάνω δὲ ἀφορμὴν νὰ κάμω γενικωτέραν ἐπερώτησιν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Σχολῆς ταύτης, περὶ τῆς διαθέσεως τοῦ κληροδοτήματος καὶ περὶ τῶν σκανδάλων, ἅτινα ἀπεκαλύφθησαν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Ἀθηνῶν. Τὴν δευτέραν ταύτην ἐπερώτησίν μου ὑποβάλλω καὶ ἐγγράφως· ὡς πρὸς δὲ τὴν πρώτην, θὰ ἦναι, νομίζω, εἰς κατάστασιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ.
§5Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ τὸ προσαράξαν πλοῖον, ἐστάλη ἀμέσως ἐπὶ τόπου πλοῖον πολεμικόν, τὸ ὁποῖον ἦτο δυνατὸν νὰ σταλῇ, καὶ ἔδωκε πᾶσαν δυνατὴν συνδρομήν. Ἀτυχῶς ἡ προσάραξις εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἐστάθη ἀδύνατον νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα, καίτοι κατεστράφησαν πολλὰ σχοινία εἰς τὴν ἐργασίαν. Ὁ πλοίαρχος ἐτηλεγράφησεν, ὅτι τὸ ἀποσταλὲν πλοῖον δὲν ἦτο κατάλληλον· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ὑπηρεσία ἡ ναυτικὴ δὲν διαθέτει πλοῖα προωρισμένα διὰ τοιοῦτον σκοπόν, ἀπήντησα εἰς τὸν πλοίαρχον ν’ ἀποταθῇ εἰς τὰς ἀτμοπλοϊκὰς ἑταιρίας, αἵτινες ἐπὶ μισθώματι ἀναλαμβάνουσι τοιαύτας ἐργασίας. Ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἐγένετο.
§6ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμάθομεν ὅτι ἐστείλατε μεγαλείτερον πλοῖον.
§7ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Πλοῖον μεγαλείτερον εἰς ἐνέργειαν δὲν ἔχομεν διὰ νὰ στείλωμεν.
§8ΔΑΛΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, διατί, ἂν τὸ Ὑπουργεῖον εἶχεν ὑποχρέωσιν, εἴτε ἠθικὴν εἴτε νομικὴν, νὰ στείλῃ πλοῖον, διατὶ ἔστειλε τοιοῦτον ἀκατάλληλον.
§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι προσήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔχῃ τὰ ἀπαιτούμενα μέσα, ὅπως δράμῃ πρὸς σωτηρίαν πλοίου ὑπὸ ἑλληνικὴν σημαίαν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκτεθειμένον εἰς βεβαίαν καταστροφήν. Ἄλλοτε ἡ Κυβέρνησις ἔδειξε τοιαύτην προθυμίαν, ὅτε ἐκινδύνευε πλοῖον ὑπὸ ἰταλικὴν σημαίαν, ὁ «Μάρκος Μιγκέτης», καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατέπλευσαν τότε τὰ «Ψαῤῥὰ», ἵνα σώσωσιν αὐτό. Καὶ ἄλλοτε εἰς τὸ Ἰόνιον πέλαγος ἐστάλη πλοῖον, ἵνα σώσῃ ἕτερον ὑπὸ ξένην σημαίαν. Θὰ ἦναι σκληρὸν, ἐὰν ὑπάρχωσι διαθέσιμα πλοῖα, νὰ μὴ σταλῇ ἓν πρὸς σωτηρίαν πλοίου ἑλληνικοῦ, καθ’ ὃν χρόνον ἡ ναυτιλία ἡμῶν εἶναι εἷς τῶν κυριωτέρων παραγόντων τῆς εὐημερίας τοῦ τόπου. Ἐὰν γείνωσιν ἔξοδα, οἱ κύριοι τοῦ πλοίου δύνανται νὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ τὰ καταβάλωσι.
§10Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἔχει δίκαιον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος, ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι τότε τὰ πλοῖα ἦσαν ἐν ἐνεργείᾳ καὶ τὰ εἶχε εἰς τὴν διάθεσίν του ὁ Ὑπουργός· σήμερον δὲν εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ, εἶναι παρωπλισμένα, καὶ ἀπαιτοῦνται δεκαπέντε ἡμέραι, ἵνα τεθῶσιν εἰς ἐνέργειαν. Ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἐπιτρέπει τὴν συγκρότησιν πληρωμάτων· τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν;
§11ΗΛ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἀντὶ ἑνὸς ἠδύναντο νὰ σταλῶσι δύο πλοῖα, καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν τότε νὰ ἀνελκύσωσι τὸ προσαράξαν.
§12Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡ προσάραξις εἶναι τοιαύτη, ὥστε καὶ τέσσαρα πλοῖα ἂν στείλωμεν, εἶναι ἀδύνατον νὰ κατορθώσωμέν τι.
§13ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν παρεκάλεσα τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἐν ταῖς πολιτικαῖς φυλακαῖς κρατουμένων ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ὀφειλομένου παρ’ ἑκάστου αὐτῶν, καὶ περὶ τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν κατέβαλε καὶ καταβάλλει τὸ Δημόσιον πρὸς διατροφήν των. Ἡ ἐπερώτησίς μου κατὰ λάθος ἀπεστάλη εἰς ἀναρμόδιον Ὑπουργεῖον· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι ἐπεῖγον τὸ ζήτημα, θὰ παρακαλέσω τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς νὰ μᾶς δώσωσι τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας, διότι διακόσιοι οἰκογενειάρχαι διὰ μικρὰ χρέη 9 καὶ 10 δραχμῶν κρατοῦνται ἐπὶ ἓξ καὶ ὀκτὼ μῆνας εἰς οἰκίαν στενόχωρον, ἡ ὁποία δὲν ἔχει οὔτε ἥλιον οὔτε παράθυρον, καὶ κινδυνεύουσιν ἐν τῇ παρούσῃ ἐποχῇ ν’ ἀποθάνωσιν. Ἐπιβάλλεται, νομίζω, ἐκ τῆς φιλανθρωπίας καὶ ἐκ τοῦ δημοσίου καθήκοντος νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ πέρας εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ, τί γνωρίζει περὶ τοῦ ταμίου Γυθείου, τοῦ καταχρασθέντος περὶ τὰς 100,000 δραχμάς. Διατηρεῖται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ; ἐπροβιβάσθη διὰ τὰ τοιαῦτα προσόντα του;
§14ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ πάντα ἁρμόδιον νὰ μεριμνήσωσι περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πολιτικῶν φυλακῶν. Εἶναι ἀπαισία ἡ κατάστασις αὐτῶν· οὔτε παράθυρον ἔχουσιν, οὔτε τίποτε, εἶναι δ’ ἐκτεθειμέναι τόσαι δυστυχεῖς ὑπάρξεις εἰς τοὺς ἀνέμους καὶ τὸ ψῦχος τοῦ χειμῶνος, καὶ κινδυνεύουν νὰ χάσουν τὴν ζωήν των. Ἀφοῦ ὑφίσταται ἔτι ἐν Ἑλλάδι, καίτοι εἰς ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη κατηργήθη, ὁ βάρβαρος θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, πρέπει νὰ φροντίσητε τοὐλάχιστον νὰ μὴ καταστρέφωνται πτωχοὶ οἰκογενειάρχαι, οὐδὲν ἄλλο ἔγκλημα διαπράξαντες, εἰμὴ ὅτι ὀφείλουσι μικρὰ ποσὰ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἢ εἰς τινας τοκογλύφους.
§15ΗΛ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν κεφαλαίῳ 5, ἄρθρῳ 3 καὶ ἐδαφίῳ 3 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν σημειοῦται θέσις ἐπιστάτου τῶν δημοσίων κτιρίων, καὶ ὑπάρχει διωρισμένος τις ἐν τῷ Ναυστάθμῳ πρὸ ὀλίγου χρόνου. Ἀλλὰ τὸ κονδύλιον αὐτὸ εἶναι κακῶς ἀναγεγραμμένον, διότι νόμος προβλέπων περὶ διορισμοῦ ἐπιστατῶν τῶν κτιρίων τοῦ Ναυστάθμου δὲν ὑπάρχει. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, συμφώνως πρὸς διατυπωθείσας ἄλλοτε ἀρχὰς ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον περὶ νομιμοποιήσεως τῆς θέσεως.
§16ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν λίαν ὀρθῶς ἀπεφήνατο κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου, ὅτι ἐπὶ τῶν κληρωτῶν τοῦ 1892 ἰσχύει ὁ νόμος ὁ παλαιὸς καὶ οὐχὶ ὁ τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1892· ἀλλὰ τὴν γνώμην του ταύτην παρακαλῶ νὰ ἐπιβάλῃ καὶ εἰς τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον Ἀττικῆς, τὸ ὁποῖον δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον τὸν ἰσχύοντα κατὰ τὴν κλήρωσιν τοῦ 1892, ἀλλὰ τὸν ψηφισθέντα κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1892, εἰς ὃν δίδει ὀπισθενεργὸν δύναμιν, διότι περιέχει τὰ ἑξῆς: «Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῶν κληρωτῶν τῆς ἐνεστώσης ἀπογραφῆς», δηλ. τοῦ 1892. Τοῦτο εἶναι ἄτοπον. Δὲν θέλω ἐνταῦθα νὰ ἀναφέρω ἀποφάσεις ἀντιφατικάς, ἵνα μὴ ἀπασχολῶ τὴν Βουλήν, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἀφοῦ ἔχει τὴν ὀρθὴν ταύτην ἰδέαν, νὰ ἐπιβάλῃ αὐτὴν καὶ εἰς τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον, ὅπερ, ἀντὶ νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς εὐεργετικὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ Ἰουλίου 1892, ἃς ἠθέλησεν ὁ νόμος νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ ἐπὶ τῶν κληρωτῶν τοῦ 1892, ν’ ἀφήσῃ δὲ ἐν ἰσχύϊ τὰς τοῦ παλαιοῦ νόμου διατάξεις, ἐφαρμόζει μόνας τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1892.
§17ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω μετ’ ἄλλων συναδέλφων πρότασιν νόμου, ἀφορῶσαν εἰς τὴν κατάργησιν καὶ τροποποίησιν διατάξεών τινων τοῦ περὶ δασῶν νόμου. Ὁ νόμος οὗτος ὡς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς του ἀπεδείχθη, ἐγένετο πρόξενος πολλῶν ζημιῶν εἰς τοὺς συμπολίτας μας, οὐδεμιᾶς δὲ ὠφελείας εἰς τὸ Δημόσιον. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω τὰ 3 πρῶτα ἄρθρα τῆς προτάσεως νόμου ταύτης, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ἀναπτύξω ἐν καιρῷ τοὺς λόγους, οἵτινες μὲ ὤθησαν εἰς τὴν ὑποβολὴν αὐτῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 1. Καταργεῖται πᾶς φόρος καυσίμου ξυλείας, εἴτε ἐξ ἰδιωτικῶν ἢ κοινοτικῶν ἢ δημοσίων προερχομένης δασῶν. «Ἄρθρον 2. Ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς ἑκασταχοῦ εἰρηνοδίκας ἡ ἔκδοσις ἀδειῶν ὑλοτομίας. Αἱ ἄδειαι ἐκδίδονται εἰς τριπλοῦν, λαμβάνει δὲ ἓν ἀντίγραφον ὁ ζητῶν τὴν ἄδειαν, ἓν ἀντίγραφον ἀποστέλλεται ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν εἰς τὸν ἁρμόδιον οἰκονομικὸν ἔφορον καὶ ἓν ἀντίγραφον κρατεῖ ὁ ἐκδίδων αὐτὴν εἰρηνοδίκης. «Ἄρθρον 3. Πᾶς δασοφύλαξ ἢ δασάρχης, συντάττων πλαστὸν πρωτόκολλον, τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν ἀπὸ τριῶν μηνῶν μέχρι τριῶν ἐτῶν καὶ μὲ στέρησιν πενταετῆ τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων, συνεπαγομένην καὶ ἔκπτωσιν τοῦ βαθμοῦ του.» Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἐν καιρῷ μετὰ προσοχῆς θέλει ἐπιληφθῆ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι, ἀνεξαρτήτως τῶν πολιτικῶν ἀποχρώσεων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, εἶναι ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον πάντες οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ὀφείλουσι νὰ δώσωσι προσοχὴν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου καὶ τὸ συμφέρον τῶν πολιτῶν, οὓς ἀντιπροσωπεύουσιν. Ἠκούσατε δὲ καὶ χθὲς, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Λοκρίδος ἐζήτησε τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τούτου ἐπὶ τῶν καυσοξύλων. Εὐχαρίστως δὲ εἶδον καὶ ἄλλους συναδέλφους δεχθέντας ὡς ὀρθὴν τὴν παρ’ ἐμοῦ προταθεῖσαν τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ δασῶν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Φθιώτιδος ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου «περὶ καταργήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ δασῶν» θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 22).
§19ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι εἷς τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν ταύτην, ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ὅπως ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλήν, ὁπόσον εἶναι ἐπεῖγον τὸ ζήτημα. Οἱ νόμοι καὶ τὰ σχετικὰ περὶ δασῶν διατάγματα ἐγένοντο ἀφορμὴ μεγάλων καταχρήσεων ὡς πρὸς τὸ Δημόσιον, καὶ μεγάλων καταπιέσεων ὡς πρὸς τοὺς πολίτας. Διὰ τοῦ τελευταίου νόμου κατέστη ἀφορολόγητος ἡ καύσιμος ξυλεία ἡ ὑλοτομουμένη καὶ ἐκποιουμένη ἐντὸς τῆς περιφερείας ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ δήμου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν παρέσχεν ἀληθῆ ἀνακούφισιν εἰς τοὺς πολίτας· διότι πολλάκις οἱ μεταφέροντες ἐκ τοῦ χωρίου των καυσόξυλα εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου των, ὅπως προσπορισθῶσιν ὀλίγα χρήματα, χάριν τῶν οἰκογενειακῶν των ἀναγκῶν, συναντῶσι τὸν δασοφύλακα καθ’ ὁδὸν, ὁ ὁποῖος ἰσχυρίζεται, ὅτι ἡ ξυλεία δὲν προέρχεται ἐκ τῆς περιφερείας τοῦ ἰδίου των χωρίου, ἀλλ’ ἐκ τῆς περιφερείας ἄλλου χωρίου, κειμένου ἐκτὸς τοῦ δήμου. Ἐγείρεται φιλονεικία· οἱ πολῖται ἰσχυρίζονται τὰ ἐναντία, ἀλλὰ πῶς ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἔχουσι δίκαιον; Ὁ δασοφύλαξ ἔχει τὴν ἐξουσίαν ν’ ἀφαιρέσῃ τὰ φορτία των καὶ νὰ τοὺς καταπιέσῃ. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη περίπτωσις γενικωτέρα. Τὰ καυσόξυλα ὑλοτομοῦνται εἰς δάση, τὰ ὁποῖα εἶναι συνήθως ἄχρηστα εἰς ἄλλο τι, δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσουν εἰς οἰκοδομήσιμον ἢ ναυπηγήσιμον ξυλείαν. Ὑπάρχουσι πολλαὶ κοινότητες, ἀποζῶσαι ἀκριβῶς ἐκ τῆς καυσίμου ταύτης ξυλείας, καὶ ἄλλαι, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀνάγκην ἀπόλυτον τῶν καυσοξύλων, ἀλλὰ διὰ τοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται, καθίσταται, ἂν ὄχι ἀδύνατος, πολὺ ὅμως δύσκολος ἡ μεταφορὰ αὐτῆς. Ὅπως λοιπὸν ἀρθῶσιν αἱ καταχρήσεις καὶ καταπιέσεις, εἰς ἃς ὁ φόρος τῆς καυσίμου ξυλείας ἄγει, προτείνεται ἡ ὁλοσχερὴς κατάργησις τοῦ φόρου αὐτῆς. Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν διάταξιν τῆς προτάσεως ἡμῶν, καὶ ἄλλοτε κατέδειξα ἐντεῦθεν τὰ ἄτοπα, εἰς τὰ ὁποῖα ἄγει ἡ διάταξις, καθ’ ἣν ἕκαστος πολίτης, θέλων νὰ ὑλοτομήσῃ, ὀφείλει νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἕδραν τῆς Οἰκονομικῆς Ἐφορίας, ὅπως λάβῃ τὴν πρὸς τοῦτο ἄδειαν. Ὑποθέσατε ὅτι χωρικός τις ἔχει τὸ ἀτύχημα νὰ κατοικῇ 10 καὶ 12 ὥρας μακρὰν τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας του· οὗτος εἶναι ἠναγκασμένος νὰ διαθέσῃ μίαν ἡμέραν, ὅπως μεταβῇ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας, ἄλλην διὰ νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν, καὶ ἄλλην διὰ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὰ ἴδια· ὑφίσταται οὕτω ἡμεραργίας καὶ δαπάνας πολλάς. Εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ παραλάβῃ καὶ μερικὰ φιλοδωρήματα, ὄρνιθας ἢ χῆνας, ὅπως δώσῃ εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, ἢ εἰς τὸν γραμματέα, ἢ εἰς τὸν πρωτοκολλητήν. Πᾶσαι αἱ δαπάναι αὗται καὶ ἐνοχλήσεις τὸν ἀναγκάζουν νὰ μὴ λαμβάνῃ ἄδειαν καὶ νὰ μὴ πληρόνῃ φόρον εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ νὰ ἔρχηται εἰς ἰδιαιτέρας συμφωνίας μὲ τὸν δασοφύλακα, καὶ νὰ ὑλοτομῇ ἄνευ ἀδείας, καὶ οὕτω τὸ Δημόσιον νὰ μὴ εἰσπράττῃ ὀβολόν. Ἡ διάταξις αὕτη γίνεται ἀφορμὴ πρὸς κατάχρησιν, καταπίεσιν καὶ διαφθοράν. Πρὸς ἀποφυγὴν δὲ τῶν ἀτόπων, ἐθεωρήσαμεν καλὸν διὰ τοῦ δευτέρου ἄρθρου τῆς προτάσεώς μας ν’ ἀναθέσωμεν τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀδειῶν εἰς τοὺς ἑκασταχοῦ εἰρηνοδίκας, εἰς τὴν ἕδραν τῶν ὁποίων εἶναι εὐκολώτερον εἰς τοὺς πολίτας νὰ μεταβαίνωσι καὶ λαμβάνωσι τὰς ἀδείας των. Οὕτω πως καὶ τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράττῃ μεγαλείτερα ποσὰ ἢ τώρα, καὶ καταχρήσεις δὲν θὰ συμβαίνουν, θὰ περιστείλωμεν δὲ κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ τὴν διαφθοράν, ἡ ὁποία ὑπὸ τὸ νῦν σύστημα ἐπικρατεῖ. Ὡς πρὸς τὴν τρίτην διάταξιν, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ ἡ πρότασις ἡμῶν, ἔχω νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς· Συνήθως γίνονται πρωτόκολλα πλαστά, καὶ τὰ πρωτόκολλα αὐτὰ τὰ μεταχειρίζονται οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν δασονομικὴν ὑπηρεσίαν πολλάκις ὡς μέσον ἐκβιάσεως τῶν πολιτῶν πρὸς δωροδοκίαν. Σᾶς ἀνέφερα χθές, ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα μετέβη εἷς τοιοῦτος, ἐπιτετραμμένος τὴν δασονομικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ συνέταξεν 80 ὅλα πρωτόκολλα ἐναντίον πτωχῶν οἰκογενειαρχῶν, ἠνάγκασε δ’ αὐτοὺς νὰ ἀπέλθωσιν εἰς τὸ ἐν Λαμίᾳ Πλημμελειοδικεῖον καὶ δικασθῶσιν. Ὑπέστησαν οὕτω, ὅπως δικασθῶσι, δαπάνας μεταβάσεως, δικηγορικὰ ἔξοδα, ἔξοδα διαμονῆς καὶ ἐπιστροφῆς, καὶ ἀφοῦ ἀπεδείχθη, ὅτι τὰ πρωτόκολλα ἦσαν πλαστά, τίς τοὺς ἀπεζημίωσεν; Οὐδείς. Ἂν ὄχι ἄλλο, Κύριοι, ζητοῦμεν νὰ προλάβωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν τοιαύτην κατάχρησιν· διότι, ὅταν καθιερώσωμεν ποινὴν φυλακίσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, συνεπαγομένην καὶ ἔκπτωσιν τοῦ βαθμοῦ των, θέλει περιορισθῆ μεγάλως τὸ κακόν.
§20Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω τί θ’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν εἰς τὴν χθεσινὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Νάξου συναδέλφου, ἐγὼ ὅμως ὀφείλω νὰ δώσω εἰς τὸν κ. συνάδελφον μίαν πληροφορίαν. Οὗτος, ὁμιλῶν χθὲς περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν πλοίων καὶ ἰδίως τῆς θωρηκτῆς μοίρας, ἔλεγεν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν διώρισεν ἀντιπλοίαρχον ὡς κυβερνήτην, ἐναντίον τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου. Παραπέμπω τὸν κ. συνάδελφον εἰς τὸ ἄρθρον 5 § αʹ τοῦ ὀργανισμοῦ, ἵνα ἴδῃ, ὅτι ἀντιπλοίαρχος κυβερνᾷ πλοῖον, τὸ ὁποῖον κυβερνᾷ καὶ πλοίαρχος. Προσέτι γνωρίζω εἰς αὐτόν, ὅτι καὶ ἄλλοτε ἀντιπλοίαρχος ἐκυβέρνα τὸν ἀτμοδρόμωνα «Ἑλλάδα», ὡς διοικητὴς τῆς ἐν αὐτῷ Σχολῆς τῶν δοκίμων. Ὥστε τὸ μάθημα, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἀπὸ τὸν διδάσκαλόν του εἰς τὴν νέαν ἐπιστήμην, δὲν ἦτο πιστὸν, καὶ τὸν συμβουλεύω νὰ ἀλλάξῃ δάσκαλον.
§21ΗΛΙΑΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ ὑπαινιγμὸς, ὁ ὁποῖος ἔγεινε περὶ τοῦ ἀντιπλοιάρχου πρώην κυβερνήτου τῆς «Ἑλλάδος», ἀφορᾷ εἰς ἐμὲ, καὶ ὀφείλω διὰ τοῦτο νὰ ἀπαντήσω. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐκυβέρνησα τὴν «Ἑλλάδα» μόνον ὡς ἀντιπλοίαρχος, τὴν ἐκυβέρνησα καὶ ὡς πλωτάρχης, διότι ἤμην συνάμα καὶ διοικητὴς τοῦ Ναυτικοῦ Σχολείου. Διατὶ διωρίσθην διοικητὴς τοῦ Ναυτικοῦ Σχολείου, ὢν πλωτάρχης, δὲν εἶμαι ἁρμόδιος ν’ ἀπαντήσω· ἁρμόδιος ν’ ἀπαντήσῃ εἶναι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις μὲ ἐξέλεξε τότε. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον, ὅτι δηλαδὴ ὁ κανονισμὸς τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τῶν πλοίων ὁρίζει, ὅτι οἱ ἀντιπλοίαρχοι κυβερνῶσιν οἷα καὶ οἱ πλοίαρχοι πλοῖα, τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, ἀναγραφόμενον ῥητῶς ἐν ἄρθρῳ 5 τοῦ Κανονισμοῦ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ὁ κανονισμὸς ὅμως οὗτος ἔχει πρῶτον τὸ ἐλάττωμα, ὅτι οὐδέποτε ἐδημοσιεύθη διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ἔχῃ νόμιμον ἰσχύν. Ἐκτὸς δὲ τούτου ὑπάρχει νεώτερον διάταγμα, τῆς 11 Ἀπριλίου 1890, ἐκδοθὲν ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κυρίου Θεοτόκη, διὰ τοῦ ὁποίου ῥητῶς ὡρίσθη, ὅτι οἱ κυβερνῆται τῶν τριῶν μεγάλων θωρηκτῶν μας πρέπει νὰ ἔχωσι τὸν βαθμὸν τοῦ πλοιάρχου. Τέλος ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι οὐδέποτε ἐχρησίμευσα ὡς διδάσκαλος τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Νάξου συναδέλφου, οὔτε ἔχει οὗτος ἀνάγκην τῆς ἐμῆς διδασκαλίας. Νομίζω ἄλλως τε, ὅτι εἶμαι ἐπαρκὴς, ὅπως διερμηνεύσω μόνος τὰς ἰδέας μου, ἄνευ προσφυγῆς εἰς οὐδένα.
§22Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εὐχαρίστως μανθάνω τὴν ἀνακάλυψιν τοῦ διδασκάλου. Πληροφορῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον διττῶς συνάδελφόν μου, ὅτι ὁ κανονισμὸς ὑφίσταται καὶ πολλάκις ὁ συνάδελφος ἐφήρμοσεν αὐτὸν καὶ ὡς κυβερνήτης καὶ ὡς ἀξιωματικός.
§23ΗΛ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ ποῖον τρόπον ὁ κανονισμὸς ἐφαρμόζεται, δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ εἴπω. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἐφαρμόζεται ὁπωσδήποτε· ἀλλ’ εἶναι ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, ὅτι τὸ ἄρθρον 5 τοῦ κανονισμοῦ τούτου ἐτροποποιήθη ὡς πρὸς τὰ τρία θωρηκτά μας διὰ τοῦ μνησθέντος διατάγματος τῆς 11 Ἀπριλίου 1890.
§24Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ, βεβαιῶ τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι ὑφίσταται, μὴ διαγραφὲν ἐκ τοῦ κανονισμοῦ.
§25ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι εὐχάριστος συζήτησις ἡ μεταβάλλουσα τὴν αἴθουσαν ταύτην εἰς Σχολὴν τῶν ναυτικῶν δοκίμων. Φαντασθῆτε πάντας ἡμᾶς, εἰς τοιαύτην ἡλικίαν, νὰ ὑποχρεωθῶμεν νὰ ἀκούωμεν διδασκαλίαν, ἡ ὁποία μόνον εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ναυτικῶν δοκίμων ὥρισται νὰ διδάσκηται. Ἀλλ’ εὐχαριστῶ τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι ἀνέλαβεν ἔργον, τὸ ὁποῖον ἄλλος ὤφειλε νὰ διεξαγάγῃ, ἤτοι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλὰ ἂς μὴ παραξενευώμεθα· συνειθίσαμεν ἀπό τινων ἡμερῶν νὰ ἔχωμεν ἀνεπισήμους ὑφυπουργούς. Εὔχομαι δὲ νὰ ἴδωμεν αὐτὸν μετ’ ὀλίγον καὶ ἐπισήμως ἀνεγνωρισμένον. Ἐπληροφορήθημεν καὶ ἀντελήφθημεν ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀνεπίσημοι Ὑπουργοὶ ἢ ὑφυπουργοί, οἱ ὁποῖοι, ὑποδυόμενοι τὸ πρόσωπον τοῦ Ὑπουργοῦ, παριστῶσιν ἀληθὲς πρόσωπον Σωσία. Ἀλλ’ οὐδόλως προεθέμην τὴν ἑσπέραν ταύτην ν’ ἀναμιχθῶ εἰς τὰ ναυτικὰ, διότι εἶμαι εἴπερ τις καὶ ἄλλος ἀδαὴς περὶ τὰ τοιαῦτα. Δυστυχῶς, ὡς προεῖπον, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος μὲ ὤθησε πρὸς τοιαύτην συζήτησιν, καὶ ἂν δὲν ἦμαι ἐπαρκὴς, καθῆκόν μου φρονῶ νὰ ζητήσω συγγνώμην. Προεθέμην σπουδαιοτάτην ἐπερώτησιν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπερώτησιν ἀφορῶσαν οὐχὶ εἰς προσωπικὰ ζητήματα περὶ πλοιάρχων, περὶ διδασκάλων, περὶ ἀναστατώσεως τῶν δημοτικῶν καὶ τῶν ἄλλων σχολείων, περὶ μεταθέσεως τελωνῶν καὶ οἰκονομικῶν ἐφόρων, ἢ περὶ τοῦ ὅλου διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ ἀτυχοῦς τούτου Κράτους. Προεθέμην νὰ ὁμιλήσω διὰ τὸ φλέγον σήμερον οἰκονομικὸν ζήτημα, ἐπὶ τούτου δ’ ἔχω ἐπερώτησίν τινα πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἔγγραφον. Τρεῖς ὑπέβαλον ἤδη ἐπὶ ὁμοίου ἀντικειμένου ἐπερωτήσεις, ἀλλ’ οὐδόλως ἤκουσα μέχρι σήμερον ποίαν ἔχει γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργός. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπάναγκες νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐκ τρίτου, ἵνα ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὡς τάχιστα τὰς ἀκολούθους πληροφορίας: Αʹ) Τίνα μέτρα ἔλαβε μέχρι σήμερον πρὸς διαῤῥύθμισιν τῶν ἐπειγουσῶν οἰκονομικῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Βʹ) Ἐκ τοῦ σημείου, εἰς ὃ ἤχθησαν τὰ μέτρα ταῦτα μέχρι σήμερον, ἐὰν ἐπιτρέπηται νὰ πιστεύῃ, ὅτι τὸ Κράτος, ἐξ ἐλλείψεως ἐπιτευχθείσης ἤδη ἢ ἐγκαίρως ἐπιτευχθησομένης λογικῆς καὶ ἀξιοπρεποῦς συνεννοήσεως περὶ συμβιβασμοῦ μετὰ τῶν πιστωτῶν του, ἐὰν δὲν θὰ περιέλθῃ οὐ μόνον πραγματικῶς, ἀλλὰ καὶ τυπικῶς, εἰς κατάστασιν πλήρους χρεωκοπίας· καὶ Γʹ) Ἐὰν ἦναι ἀληθεῖς αἱ ὑπὸ τῆς ἐγχωρίου καὶ ξένης δημοσιογραφίας ἐπαναλαμβανόμεναι διαδόσεις, ὅτι ἀπέτυχον ἅπασαι αἱ ὑπὸ οἱανδήποτε εὐπρόσδεκτον βάσιν διεξαχθεῖσαι μέχρι σήμερον διαπραγματεύσεις περὶ διευθετήσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους μετὰ τῶν δανειστῶν του.» Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ ἐπερώτησις αὕτη εἶναι ἐπερώτησις ἐκτάκτου σπουδαιότητος, πρὸ πάντων ἀποβλέπουσα εἰς τὸ νὰ δικαιολογήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν θέσιν του κατὰ τὰς κρισίμους ταύτας στιγμάς.
§26ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ἐπιλαμβάνομαι τῆς ἐξετάσεως τῆς ἐγκυκλίου, τὴν ὁποίαν προσήγαγε προχθὲς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν ἀποστολὴν τῶν ὑποχρέων εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ἐφέδρων ἐν Κερκύρᾳ. Ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐξετάσεως τῆς ἐγκυκλίου ταύτης προήχθην εἰς τὴν μελέτην τοῦ νόμου περὶ τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων. Οὗτος εἶναι σύγχρονος μὲ τὸν νόμον τῆς 28 Μαΐου 1883, ἀλλ’ αἱ διατάξεις τῶν δύο νόμων ἀντίκεινται πρὸς ἀλλήλας. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ καταρτισμοῦ στελέχους ἀξιωματικῶν τῆς ἐφεδρείας τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ, τὸ σχετικὸν ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἅρθρον 2. Τὸ στέλεχος τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἐφεδρείας ἀποτελεῖται: αʹ) ἐξ ἀποστράτων ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ, βʹ) ἐκ παραιτηθέντων ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ, γʹ) ἐκ στρατιωτῶν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, συμφώνως ταῖς διατάξεσι τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ἐθελουσίως ὑπὸ ὅρον καταταχθέντων, καὶ δʹ) ἐξ ὑπαξιωματικῶν διανυσάντων τὴν ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ ὑποχρέωσίν των καὶ μεταβάντων εἰς τὴν ἐφεδρείαν αὐτοῦ.» Ἄλλαι δὲ διατάξεις παραπέμπουσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας τὰς ἀφορώσας τοὺς ὑπὸ ὅρον κατατασσομένους ἐθελουσίως, οἱ ὁποῖοι δύνανται καὶ πρὸ τῆς κατατάξεώς των νὰ ζητήσωσι νὰ μαθητεύσωσιν ἐν τῇ Σχολῇ τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν. Ἀλλ’ ὁ νόμος περὶ στρατολογίας ἐν ἄρθρῳ 119 διαλαμβάνει, ὅτι εἶναι ὑπόχρεοι πάντες οἱ φέροντες ἀπολυτήριον Γυμνασίου, καθὼς καὶ οἱ φοιτῶντες, κατὰ μείζονα λόγον, ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ κληρωτοί, οἱ ὁποῖοι ἅμα τῇ κατατάξει των ἀποστέλλονται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὴν Σχολήν. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν 119 ἀντίκειται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ἐφέδρων, ὥστε μεταβάλλεται ἡ ἔννοια καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου ἐκ τῆς ἀντιφάσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἑπόμενον νὰ συμβαίνῃ, ὡς συμβαίνει, καὶ εἰς ἄλλους νόμους, ἕνεκα τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν εἰσάγονται οὗτοι καὶ συζητοῦνται· διότι ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸν μὲν νόμον περὶ στρατολογίας συνέταξε τὸ στρατολογικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου, τὸν δὲ δὲ νόμον περὶ ἐφεδρείας τὸ τμῆμα τὸ πυροβολικὸν, ἄνευ συνεννοήσεως πρὸς ἄλληλα. Ὁ δὲ τότε Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο πολὺ ἔμπειρος εἰς τὰ στρατιωτικὰ, τὸν εἰσήγαγε καὶ τὸν ὑπεστήριξε, χωρὶς νὰ προσέξῃ εἰς τὰς λεπτομερείας αὑτοῦ. Ἡ θητεία λοιπὸν ἐν τῇ Σχολῇ τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν δὲν εἶναι προαιρετικὴ, ἀλλ’ εἶναι ὑποχρεωτική. Ἀλλ’ ἡ ἐγκύκλιος, χωρὶς νὰ ποιῆται λόγον, ἐὰν ἦναι προαιρετικὴ ἢ ὑποχρεωτικὴ ἡ θητεία, συμφώνως μὲ τὸν νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὀφείλουσι νὰ εὑρίσκωνται ἐν Κερκύρᾳ οἱ πρὸς μαθητείαν ὑπόχρεοι, χωρὶς ν’ ἀποκλείωνται τῆς φοιτήσεως οἱ μὴ ἐμπροθέσμως παρευρεθέντες, περιέλαβε τὴν τοιαύτην ῥήτραν τοῦ ἀποκλεισμοῦ, τὴν ὁποίαν ἠρύσθη ἐκ τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος τῆς 15 Μαρτίου 1888, κατὰ τὸ ἄρθρον 84 τοῦ ὁποίου «πᾶς μαθητὴς, παρουσιαζόμενος μετὰ τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας ταύτης, δὲν γίνεται ἀποδεκτὸς εἰς τὸ σχολεῖον, ἀποστέλλεται δὲ διὰ τοῦ Φρουραρχείου εἰς τὸ σῶμα, εἰς ὃ κατετάχθη, ἵνα ὑπηρετήσῃ τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένην στρατιωτικὴν αὑτοῦ ὑποχρέωσιν.» Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ διάταγμα τοῦτο τὸ ὀργανιστικὸν ἠκυρώθη καὶ ἀντικατεστάθη δι’ ἑτέρου διατάγματος τῆς 23 Νοεμβρίου 1889, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀπηλείφθη ἡ διάταξις ἡ θεωροῦσα τοὺς μαθητὰς ἀποκεκλεισμένους ἐν περιπτώσει μὴ ἐμπροθέσμου παρουσιάσεως εἰς τὴν Σχολήν. Ἑπομένως ἡ ἐγκύκλιος, καίτοι στηριζομένη εἰς τὸν ἰσχύοντα τοῦτον ὀργανισμὸν, ὁρίζει οὐχ ἧττον, ὅτι ὀφείλουσιν οἱ καταταχθησόμενοι ἐν τῇ Σχολῇ ἄνδρες νὰ παρευρεθῶσιν ἐκεῖ τὴν 1 Δεκεμβρίου, ὅσοι δὲ ἐκ κωλυμάτων, οἷον ἐκ λόγων ἀσθενείας καὶ ἄλλων, εἴτε ἐκ λιποταξίας, ἥτις πρὸ τῆς συμπληρώσεως τοῦ μηνὸς παριστᾷ τὴν κατάστασιν τῆς ἀγνοίας, δὲν παρευρεθῶσιν, ἀποστέλλονται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Τοιουτοτρόπως θὰ ἔχωμεν ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι ὅσοι δὲν ἐπιθυμοῦσι νὰ μαθητεύσωσιν ἐν τῇ Σχολῇ—καὶ θὰ ἔχωμεν τοιούτους, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, τὰ 9/10 τῶν ὑποχρέων—δὲν θὰ παρευρεθῶσιν εἰς τὴν Σχολὴν, καὶ θὰ ὑπηρετήσωσι κατ’ ἀκολουθίαν εἰς τὰ συντάγματα αὐτῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἐπιθυμῶ νὰ ἐλέγξω τὸν σκοπὸν τῆς ἐγκυκλίου ταύτης, διὰ τοῦτο, πρὸς συμπλήρωσιν τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὀνομαστικὸν κατάλογον τῶν κληρωτῶν τῶν ὑποχρέων νὰ μαθητεύσωσιν εἰς τὴν Σχολὴν καὶ ὀνομαστικὸν κατάλογον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ παρουσιασθῶσιν ἐμπροθέσμως, καὶ προσέτι τὴν πληροφορίαν τίνα μέτρα θὰ λάβῃ διὰ τούτους.
§27ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς θέλω δώσει τὰς αἰτουμένας πληροφορίας. Ἐπίσης δὲ θέλω ἀπαντήσει ἐπὶ τοῦ θέματος, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ νόμιμον ἢ μὴ τῆς ἐκδοθείσης ἐγκυκλίου διαταγῆς.
§28ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμῶν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, Ὑπουργὸς ὡμολόγησεν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει πλαστῆς αἰτήσεως παραιτήσεως τοῦ δημοδιδασκάλου Βώλου Δ. Ριζοπούλου προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ, ὑπέσχετο δὲ, ὅτι ἤθελεν ἐπανορθώσει τὸ γενόμενον ἀδίκημα. Μέχρι σήμερον ὅμως παρετήρησα, ὅτι δὲν ἐπῆλθεν ἡ ἐπανόρθωσις. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ μὴ βραδύνῃ νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ ἀδίκημα. Συνάμα δὲ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, παρὰ τῷ ὁποίῳ ὑπάρχουσι κατατεθειμέναι αἱ πλασταὶ ἀναφοραὶ περὶ παραιτήσεων καὶ ἀμοιβαίων μεταθέσεων, νὰ παραπέμψῃ αὐτὰς εἰς τοὺς ἁρμοδίους Εἰσαγγελεῖς, ἵνα ἐπιδιώξωσιν οὗτοι τὴν καταδίωξιν τῶν ἐνόχων. Διότι φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἀτιμώρητον οὐδὲ νὰ ῥιφθῇ εἰς λήθην τοιοῦτον ἔγκλημα. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ ἀτοπίαι αὗται, φρονῶ ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸς πρέπει νὰ κανονίσῃ τὰ περὶ ὑποβολῆς αἰτήσεων περὶ παραιτήσεως ἢ μεταθέσεως ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων τῆς δημοσίας καὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅπως αἱ αἰτήσεις αὗται ἐπιδίδωνται διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας καὶ παρ’ αὐτῶν νὰ διαβιβάζωνται, διότι πᾶς Ὑπουργὸς δύναται νὰ ὑποπέσῃ εἰς τὸ ἄτοπον, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καθόσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἠξεύρῃ ποῖος προσήγαγε τὴν αἴτησιν, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ἐξακριβώσῃ τὸ γνήσιον ἢ πλαστὸν τῆς αἰτήσεως. Δὲν θέλω νὰ αἰτιαθῶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι ποτὲ δὲν παραδέχομαι, ὅτι ἀνὴρ ἀνελθὼν εἰς τὸ ὑπουργικὸν ἀξίωμα δύναται νὰ καταπέσῃ μέχρι τοιούτου βαθμοῦ, ὥστε ἐν γνώσει νὰ προβαίνῃ εἰς τοιαύτας πράξεις. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν δὲν εὑρίσκῃ προσφορώτερον μέσον, νὰ ἐκδώσῃ τοιαύτην ἐγκύκλιον, ἵνα μὴ ἐπαναληφθῶσι τὰ τοιαῦτα ἄτοπα.
§29Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Πληροφορῶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν, ὅτι ἡ ἀναφορὰ, ἡ φέρουσα τὸ ὄνομα τοῦ Ριζοπούλου, καὶ τὸ τηλεγράφημα δὲν κατετέθησαν εἰς τὸ Προεδρεῖον, — τοῦτο δὲ ἐδηλώθη εἰς τὴν Βουλὴν, — διότι ἐσκόπουν νὰ διατάξω ἀνακρίσεις, ὅπερ καὶ ἔπραξα. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν διαβίβασιν τῶν ἀναφορῶν, σκοπῶ νὰ θέσω εἰς ἐνέργειαν τὴν ἐγκύκλιον, ἥτις δὲν λειτουργεῖ ἤδη, δι’ ἧς πᾶσα αἴτησις εἰς τὸ μέλλον πρέπει νὰ διαβιβάζηται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν. Πιστεύω δὲ, ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τούτου θὰ προλαμβάνωνται τὰ παράπονα.
§30Ι. ΓΡΙΒΑΣ. Ὑποβάλλω καὶ ἐγὼ ἐπερώτησιν, ἀφορῶσαν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Πέρυσι, κύριε Πρόεδρε, εἶχε ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμος, ὁ ὁποῖος ἐκυρώθη καὶ ἐδημοσιεύθη διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιτρέπων διάθεσιν τῶν χρημάτων τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Βονίτσης πρὸς κατασκευὴν κρηπιδώματος καὶ τοῦ ὑδραγωγείου. Ἄν δὲν ἀπατῶμαι, μοὶ φαίνεται ὅτι τῇ ἐνεργείᾳ ἐμοῦ διετάχθη διακήρυξις τῆς δημοπρασίας ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑδραγωγεῖον, διετάχθη δ’ ὁ μηχανικὸς Λευκάδος νὰ καταρτίσῃ τὰ σχέδια τοῦ κρηπιδώματος Βονίτσης. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι δὲν γνωρίζω εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις, νὰ σπεύσῃ νὰ διατάξῃ τὸν μηχανικὸν, ἵνα ἐκτελέσῃ τὸ σχέδιον ὅσον οἷόν τε τάχιον.
§31ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακας, ἐμφαίνοντας: αʹ) Πόσαι καταγγελίαι ἐπεδόθησαν εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν. βʹ) Πόσα βουλεύματα παραπεμπτικὰ ἐξεδόθησαν ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν εἰς τὰ Κακουργιοδικεῖα καὶ πόσα εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα, καὶ γʹ) Πόσαι ὑποθέσεις ἐξεδικάσθησαν καθ’ ἑκάστην τριμηνίαν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Ἀθηνῶν. Διότι ἐπιφυλάσσομαι ν’ ἀποδείξω δι’ ἀριθμῶν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν τοῦ ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικείου δὲν εἶναι ἀρκετὸς, ὥστε νὰ ἐπαρκῶσιν οἱ δικασταὶ καὶ διὰ τὴν πολιτικὴν καὶ διὰ τὴν ποινικὴν διαδικασίαν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς αʹ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ πληρωμῆς ἐσόδων τινῶν εἰς χρυσόν. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§33Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔλεγον χθὲς, κύριοι Βουλευταί, πρὶν λυθῇ ἡ συνεδρίασις, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προέβη εἰς τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν κατὰ τῶν μέτρων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὄχι μόνον ἐξ αἰσθήματος ἐκδικήσεως, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, ἀλλὰ καὶ λόγῳ πείσματος προσωπικοῦ, διότι ἄνευ τοιούτου πείσματος, ὁποιανδήποτε γνώμην καὶ ἂν εἶχε περὶ τοῦ νόμου τῶν εἰς χρυσὸν προσόδων, δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ βιασθῇ, ὥστε ἀμέσως, ἅμα τῇ εἰς τὴν ἀρχὴν ἀναῤῥήσει του, νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν περαιτέρω ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου, καὶ μάλιστα δι’ ἐγκυκλίου διαταγῆς. Ἔλεγον ὅτι, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἦτο παροῦσα, ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ νόμον περὶ τούτου, ἠδύνατο ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν πορείαν τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος διαγεγραμμένην, καὶ οὐχὶ, ἀνώτερος γινόμενος καὶ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος καὶ πάσης νομοθετικῆς ἀρχῆς, νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν νόμου ὑπάρχοντος, διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς αὐτοῦ, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης. Διατὶ ἄνευ ἀνάγκης περιήγαγεν εἰς τοιαύτην δεινὴν θέσιν τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ τοὺς φίλους του ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἀναγκάσας αὐτοὺς νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ ἀνυποστήρικτα; Μὴ παραξενεύεσθε, Κύριοι,—διότι βλέπω τινὰς παραξενευομένους, ὅτι κάμνω λόγον περὶ τῶν γενομένων κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην περὶ τῆς ἐγκυκλίου,—ὄχι μόνον διότι τὰ ἐν τῇ συζητήσει ἐκείνῃ γενόμενα καὶ λεχθέντα θὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἀπόδειξιν τῶν ἰσχυρισμῶν, τοὺς ὁποίους θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον προϋποθέτει τὸ ἄκυρον τοῦ νόμου περὶ φόρων τινῶν εἰς χρυσόν, προϋποθέτει δ’ ἀφ’ ἑτέρου τὸ ἔγκυρον τῆς ἐγκυκλίου διαταγῆς, διὰ τῆς ὁποίας ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἀπηγόρευσε τὴν περαιτέρω ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου· ὀφείλομεν δ’ ὡς ἐκ τούτου νὰ ἀναπολήσωμεν καὶ τὰ γενόμενα καὶ τὰ λεχθέντα κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταί, ποίας θεωρίας καὶ ποῖα δόγματα ἀνέπτυξε διὰ σοφισμάτων ἀκατανοήτων, διὰ συλλογισμῶν ἀσυναρτήτων, δόγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα αἱ προνομίαι τοῦ Στέμματος, τὰς ὁποίας τὸ Σύνταγμα ἀπένειμεν εἰς τὸν Βασιλέα, δὲν ἐνασκοῦνται παρ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ παρὰ τῶν Ὑπουργῶν...
§34ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Ἐννοεῖτε νὰ ὑβρίζητε ὅλον τὸν κόσμον καὶ αὐτὴν τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε καλῶς.
§35ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τί εἶπε;
§36ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα ὑμῶν δὲν ἐστηρίζοντο εἰς τὴν ἐπιστήμην καὶ τὸ Σύνταγμα.
§37ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχει δικαίωμα πρὸς τοῦτο· εἶναι ἡ γνώμη του.
§38ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Δὲν ἔχει οὕτω· διότι, ἂν σεῖς νομίζητε, ὅτι ὡμιλήσατε δι’ ἐπιχειρημάτων ὀρθῶν καὶ λογικῶν, ἡμεῖς νομίζομεν τὸ ἐναντίον.
§39ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἀπόδειξις τῶν πράξεών σας νομίζω, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ ἐξύβρισιν.
§40ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν, ὅτι ἦσαν παραλογισμοὶ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ναυπλίας. (Ἐνταῦθα τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ Πρόεδρος κ. Β. Βουδούρης).
§41ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, ἀπορῶ διατὶ ταράττεσθε. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ νὰ ὑβρίσω κἀνὲν πρόσωπον. Ἐγὼ ἐξετάζω τὰς πολιτικὰς γνώμας· τὰ πρόσωπα τὰ σέβομαι καὶ τὰ τιμῶ· ἔχω δὲ καθῆκον νὰ ἐξετάσω τὰς πολιτικὰς γνώμας αὐτῶν· ἀφοῦ μάλιστα εἶναι ἀναγκαῖον τοῦτο διὰ τὴν συζήτησιν ταύτην. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν προσώπων, πρόκειται περὶ τῶν γνωμῶν τῶν προσώπων, τὰς ὁποίας ὀφείλω, ὡς Βουλευτής, ἢ νὰ παραδεχθῶ ἢ νὰ πολεμήσω. Διὰ νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ τοιαῦτα δόγματα, κ. Βουλευταί, ἐπεκαλοῦντο τὸ Σύνταγμα, ἐπεκαλοῦντο τὸν περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμον, ἐνῷ, κατὰ τὴν κρίσιν μου, καὶ δὲν πιστεύω νὰ θεωρηθῇ καὶ τοῦτο ὡς ὑβριστικὸν, ὁ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμος μόνον κατ’ αὐτῶν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ, καὶ οὐχὶ ὑπὲρ αὐτῶν, ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ. Καὶ τί ὑπεστήριζον; Ὄτι τὸ veto, ἡ σπουδαιοτέρα τῶν προνομιῶν τοῦ Βασιλέως, τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας, δὲν ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα, ἀλλ’ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν εὐθύνην διὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν νόμων, καὶ δύνανται νὰ ἐνασκήσωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς ἀρνησικυρίας καὶ κατὰ τῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐψηφισμένων καὶ κατ’ αὐτῆς τῆς κυρώσεως τοῦ Βασιλέως ὡς παράγοντος νομοθετικοῦ. Ἔλεγον, ὅτι εἰς τὸν Βασιλέα δὲν ἠδύναντο νὰ ἐννοήσωσιν ὑπόστασιν προσωπικὴν, δὲν ἠδύναντο νὰ ἐννοήσωσιν αὐτοβουλίαν καὶ αὐτοπροαίρετον ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν προνομιῶν αὐτοῦ, καὶ ἐνῷ ἔλεγον ταῦτα, δὲν ἐσκέπτοντο, πῶς θὰ ἦσαν αὐτοὶ Ὑπουργοί, ἐὰν ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶχεν αὐτοπροαίρετον καὶ αὐτοβουλίαν ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν προνομιῶν αὐτοῦ, ἀφοῦ πρὸς τοῦτο ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς ἐκλογῆς καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Βασιλέως· διότι δὲν πιστεύω, κύριοι Βουλευταί, τὸ ἄρθρον 30 τοῦ Συντάγματος νὰ σημαίνῃ ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἐνασκοῦσι τὰς προνομίας τοῦ Βασιλέως. Ποτὲ δὲν σημαίνει τοῦτο τὸ ἄρθρον 30 τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ σημαίνει, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἀναλαμβάνουσι διὰ τῆς ὑπογραφῆς των τὴν εὐθύνην τῆς ἐνασκήσεως τῶν προνομιῶν τοῦ Βασιλέως. Θέλοντες δὲ νὰ συγχύσωσι τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἐσύγχυζον καὶ τὰ πράγματα καὶ ἑαυτούς· διότι ἔλεγον, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐννοήσωσι τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἰδέαν ἑνιαίαν καὶ διαρκῆ, ἄνευ διακρίσεως προσώπων, διότι ὁ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμος δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ οὕτω πως τὴν Κυβέρνησιν, διότι διακρίνει πρόσωπα, καὶ ἄνευ τούτων, ἔλεγον, δὲν δύναται ὁ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμος νὰ βασισθῇ οὐδαμοῦ, διότι δὲν εὑρίσκει ὑπεύθυνον. Ἐσύγχυζον λοιπὸν καὶ ἐδῶ προφανῶς τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν, τὴν εὐθύνην τῶν Κυβερνήσεων, εἴτε πολιτικὴν εἴτε ποινικὴν, ἀδιάφορον, μὲ τὸ κῦρος τὸ πολιτειακὸν καὶ μὲ τὸ ἀστικὸν κῦρος τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως· διότι τῳόντι, ὅταν πρόκηται νὰ ζητηθῇ εὐθύνη ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν, δὲν δύναται παρὰ νὰ γείνῃ διάκρισις τῶν προσώπων, διὰ νὰ εὑρεθῇ τίς εἶναι ὁ Ὑπουργὸς ὁ ὑποπεσὼν εἰς τὴν παράβασιν, ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ κύρους τῶν πράξεων μιᾶς Κυβερνήσεως, τοῦ κύρους τοῦ ἀστικοῦ ἢ πολιτειακοῦ, ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται ἢ νὰ θεωρηθῇ ὡς μία, ἑνιαία, διαρκὴς καὶ ἀφῃρημένη προσωπικότης, τῆς ὁποίας αἱ πράξεις ὑποχρεοῦσι τὸ Κράτος καὶ δὲν παύουσι νὰ ἦναι ἔγκυροι διότι ἤλλαξαν τὰ πρόσωπα τὰ ἀπαρτίζοντα αὐτήν. Καὶ οὐ μόνον εἰς τὴν σύγχυσιν ταύτην ὑπέπεσαν οἱ Ὑπουργοί, ἀλλ’ ἐσύγχυζον καὶ τὴν ἔκδοσιν τῶν νόμων, τὴν ὁποίαν κανονίζει τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν ἀποδίδει εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ Βασιλέως καὶ ἥτις διὰ τοῦτο, ἵνα ἔχῃ κῦρος, πρέπει κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 30 τοῦ Συντάγματος νὰ ἦναι προσυπογεγραμμένη ὑπὸ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, ἐσύγχυζον τὴν ἔκδοσιν τῶν νόμων μὲ τὴν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καταχώρισιν αὐτῶν, ἡ ὁποία οὐδ’ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος κανονίζεται, οὐδ’ εἰς τὸν Βασιλέα ὑπ’ αὐτοῦ ἀποδίδεται, οὐδ’ εἶναι πρᾶξις τοῦ Βασιλέως, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχει ἀνάγκην ὑπογραφῆς οὐδενὸς ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, ἵνα ᾖ ἔγκυρος. Τοιαῦτα, Κύριοι, ἐπεκαλοῦντο πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ των, ὅτι ὁ νόμος ὁ περὶ προσόδων εἰς χρυσὸν εἶναι ἄκυρος, διότι δὲν ἐδημοσιεύθη ὑπ’ αὐτῶν τούτων τῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν τὴν κύρωσιν αὐτοῦ. Καὶ παραπονεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄργους, διότι ἐγὼ νομίζω ὅτι οἱ τοιοῦτοι συλλογισμοὶ δὲν εἶναι λογικοί. Ὄχι μόνον λογικοὶ δὲν εἶναι, Κύριοι, ἀλλὰ καὶ οὐδαμοῦ στηρίζονται· οὐδ’ εἰς τὸ Σύνταγμα δύνανται νὰ στηριχθῶσιν, οὐδ’ εἰς τὸν περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμον. Ἐγὼ μάλιστα προβαίνω καὶ περαιτέρω· δὲν θίγω ποσῶς τὴν λογικὴν τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐξέφερον τοιαῦτα δόγματα, διότι ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἔχουσιν εἰλικρινῶς αὐτὴν τὴν γνώμην, καὶ πιστεύω ὅτι τοῦτο θὰ ἱκανοποιήσῃ τὸν κύριον ἐξ Ἄργους Βουλευτήν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οὐδ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδ’ οἱ ἄλλοι Ὑπουργοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι τοιαύτην γνώμην περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, πῶς ἐξέφερον τοιαύτην γνώμην; Τοῦτο εἶναι ἴδιος αὐτῶν λογαριασμός...
§42ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀπεφάσισαν περὶ τῆς πράξεως τοῦ Πρωθυπουργοῦ....
§43ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἀπεφάσισαν· θὰ ἴδωμεν τί ἀπεφάσισαν.
§44ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Ἐπειδὴ ἐρωτᾶτε, σᾶς ἀπαντῶ.... οὗτοι ἠκολούθησαν τὴν συνείδησιν καὶ τὰς ἐπιστημονικὰς πεποιθήσεις αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ἀντίθετοι πρὸς τὰς ἰδικάς σας.
§45ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αἱ ὁποῖαι ἀντιστρατεύονται πρὸς πᾶσαν ἐπιστημονικὴν θεωρίαν.
§46ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Δὲν ἀντιστρατεύονται, ἀλλ’ εἰσὶ λογικώταται καὶ ἐπιστημονικώταται.
§47ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐδένα συγγραφέα ἐπεκαλέσθητε.
§48ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἓν γνωρίζω, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἄργους· γνωρίζω ὅτι ἡ Βουλή, ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα, προέβη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§49ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Τοῦτο εἶναι τὸ συμπέρασμα.
§50ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν γνωρίζω ὅμως οἱ ψηφίσαντες ποίαν γνώμην εἶχον.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ παύσουν αἱ διακοπαί, παρακαλῶ.
§52ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ τοιούτων, λέγω, συλλογισμῶν προβαίνουσιν ἵνα ὑποστηρίξωσι τὸ ἔγκυρον μιᾶς ἐγκυκλίου διαταγῆς, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης, διαταγῆς, ἡ ὁποία περιήγαγε τὸ Κοινοβούλιον εἰς τοιοῦτον ἐξευτελισμόν, οἷον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν Στηλιτικῶν δὲν ἐνθυμούμεθα (εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι συνεκράτησαν τὴν ὑπόληψιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, μὴ ἀφήσαντες αὐτὸ νὰ καταπέσῃ εἰς τοσοῦτον ἐξευτελισμὸν αἱ διαμαρτυρίαι τῶν διαπρεπεστέρων μελῶν αὐτοῦ κατὰ τῶν τοιούτων ἀνευλαβῶν καὶ ἀναρχικῶν δογμάτων, ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἰς τοῦτο ἐπῆλθεν ἐπίκουρος ἐκ τῆς πλειονοψηφίας καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σύρου βουλευτὴς κύριος Μπογιατζόγλους. Διότι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἔσπευσε νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα καὶ ἑρμηνεύων πάντα τὰ συναισθήματα, ὑπὸ τῶν ὁποίων κατείχετο ἡ πλειονοψηφία, ἐδήλωσε ῥητῶς, ὅτι ἡ ψῆφος αὐτῆς δὲν θὰ ἦναι ἡ ψῆφος ἀφέσεως διὰ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, λέγων ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν πρόθεσιν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, καὶ ὅτι, ἐν ὅσῳ δὲν εὑρίσκομεν τὴν πρόθεσιν αὐτοῦ κακὴν, ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν ψῆφον ἀφέσεως εἰς αὐτὸν διὰ τὴν τοιαύτην πρᾶξιν. Τοιαύτη δὲ πιστεύω—καὶ προκαλῶ εἰς τοῦτο τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Ἄργους—ὅτι ἦτο ἡ ἔννοια τῆς ψήφου τῆς πλειονοψηφίας, διότι θεωρῶ τὴν πλειονοψηφίαν ὑπερτέραν τῆς καταπτώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν τὴν ἐξώθει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τοῦ νὰ ὁμολογήσῃ τὸ μέλαν ὡς λευκὸν καὶ τὴν νύκτα ὡς ἡμέραν. Ἡ ἄφεσις ὅμως αὕτη Κύριοι, τὴν ὁποίαν ἐδήλου ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς καὶ ἥτις ἀφεώρα, κατὰ τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐκ Σύρου, εἰς τὴν ἐξερεύνησιν τῆς προαιρέσεως τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, καὶ οὐχὶ εἰς τὸ νόμιμον τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ, ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ νόμος περὶ τελῶν εἰς χρυσὸν ἐξῆλθεν ἐκ τῆς συζητήσεως καὶ ἐκ τῆς ψηφοφορίας ἐκείνης ἐντελῶς ἀνέπαφος καὶ δὲν ἔπαυσε νὰ ἦναι ἔγκυρος, διότι δὲν δύνανται νὰ τὸν καταστήσωσιν ἄκυρον τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ὁμιλησάντων μελῶν τῆς πλειονοψηφίας· δὲν ἔπαυσε νὰ ἦναι ἔγκυρος, ὅπως δὲν ἔπαυσαν νὰ ἦναι τοιοῦτοι καὶ τόσοι ἄλλοι νόμοι, οἱ ὁποῖοι ὁμοίως, ὡς αὐτὸς, ἐδημοσιεύθησαν, ὅπως δὲν ἔπαυσε νὰ ἀποτελῇ μέρος τῆς Ἑλλάδος ἡ Ἑπτάνησος, ἐνῷ ὁ νόμος περὶ προσαρτήσεως αὐτῆς εἶχε δημοσιευθῆ ὅπως καὶ ὁ προκείμενος. Ἀλλὰ τότε, κύριοι Βουλευταὶ, ἐὰν ὁ νόμος περὶ φόρων τινῶν εἰς χρυσὸν ἦναι ἔγκυρος, ἐὰν τοιαύτη ἦναι ἡ ἐπικρατοῦσα γνώμη, καὶ δὲν δύναται παρὰ τοιαύτη νὰ ἦναι, τότε τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν τί εἶναι; Ἐὰν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐπιμένῃ θεωρῶν τὸν νόμον ἐκεῖνον ὡς ἄκυρον διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξε, τότε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ ἀνατροπῆς τοῦ νόμου ἐκείνου, εἶναι ἐντελῶς μάταιον, διότι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ν’ ἀνακαλέσῃ ἢ νὰ ἀνατρέψῃ νόμον μὴ ὑπάρχοντα. Ἡ Βουλὴ, Κύριοι, νομοθετοῦσα, σκοπεῖ τὴν μεταβολὴν τῆς ὑφεστώσης καταστάσεως τῶν πραγμάτων, ἀλλ’ ὅταν τὰ πράγματα δὲν ὑπάρχωσι, τί θὰ μεταβάλῃ; Πῶς δύναται νὰ νοηθῇ νομοθετικὴ ἐργασία πρὸς ἀκύρωσιν νόμου μὴ ὑπάρχοντος, πρὸς ἀνατροπὴν νόμου ἀκύρου καὶ μὴ ὄντος, καὶ πρὸς ἀλλοῖον κανονισμὸν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἄκυρος ὤν, δὲν ἠδύνατο νὰ κανονίσῃ ποσῶς; Ἵνα προκληθῇ περὶ τούτου νομοθετικὴ ἐργασία, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ καθορισθῇ πρότερον τί εἶναι τὸ ὑπάρχον, πρέπει νὰ διασαφηνισθῇ, ἐὰν ἐκεῖνος ὁ νόμος ἦναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος, διότι τὸ νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου γίνεται ἡ συζήτησις, οὐδὲν περὶ τούτου διασαφηνίζει· διότι τὸ μὲν ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι περιέχει τὴν προϋπόθεσιν τῆς ἀκυρότητος τοῦ νόμου τούτου, καθόσον ἀποβλέπει εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἀκύρου ἐκείνου νόμου, ἤτοι ἀπὸ τῆς 30 Μαΐου 1893, ὅτε ἐγένετο ἡ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καταχώρισις τοῦ νόμου ἐκείνου, μέχρι τῆς 1 Νοεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους συμπεριλαμβανομένης. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου ἐξαφανίζει πᾶσαν τοιαύτην ἰδέαν περὶ ἀκυρότητος τοῦ νόμου ἐκείνου, διότι τὸ ἄρθρον τοῦτο κανονίζει τὰ ἀπὸ τῆς 2 Νοεμβρίου καὶ ἐντεῦθεν, καὶ ζητεῖ, ἵνα ἐπὶ τούτων κρατήσωσι τὰ πρὸ τῆς 30 Μαΐου κρατοῦντα· ἀλλ’ ἂν ὑποθέτῃ, ὅτι ὁ νόμος περὶ φόρων τινῶν εἰς χρυσὸν εἶναι ἄκυρος, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ νομοθετήσωμεν περὶ τούτου, διότι βεβαίως τότε αὐτοδικαίως θὰ κρατήσωσι τὰ πρὸ τῆς 30 Μαΐου, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὡς ἄκυρος, δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, λέγω, ὅτι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς πρέπει νὰ ἐκφρασθῇ καθαρῶς· καὶ ἂν μὲν νομίζῃ τὸν νόμον ἐκεῖνον ἄκυρον, καὶ θέλῃ δι’ ὁποιονδήποτε λόγον νὰ κρατήσωσι τὰ πρὸ αὐτοῦ, τότε πρέπει νὰ ἀποσύρῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διότι τοῦτο εἶναι ἐντελῶς μάταιον, ἀφοῦ, ὡς ἐῤῥέθη, ἀκύρου ὄντος τοῦ περὶ τῶν εἰς χρυσὸν προσόδων νόμου, δὲν κατηργήθησαν δι’ αὐτοῦ οἱ προϋπάρχοντες καὶ ἐξακολουθοῦσιν ἰσχύοντες. Ἐὰν δὲ πάλιν θεωρῇ τὸν νόμον ἐκεῖνον ἔγκυρον, καὶ δι’ ὁποιονδήποτε λόγον θέλει νὰ τὸν ἀνατρέψῃ, νὰ τὸν ἀκυρώσῃ, πρέπει νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ῥητῶς νὰ ἀκυρῶται ὁ νόμος ἐκεῖνος, ῥητῶς δὲ νὰ ἐπαναφέρωνται εἰς τὴν ζωὴν οἱ προϋπάρχοντες νόμοι, οἱ ὁποῖοι κανονίζουσι τὰ ὑπὸ τοῦ ἀκύρου ἐκείνου νόμου κανονιζόμενα· διότι οἱ νόμοι οἱ καταργηθέντες δὲν ἀναβιοῦσιν οὕτω· δὲν εἶναι ἱκανὸν τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ζωὴν τοὺς νόμους ᾼΣΟΓʹ, ᾼΣΟΔʹ καὶ ᾼΣΟΕʹ, οἱ ὁποῖοι κατηργήθησαν διὰ τοῦ νόμου τῶν εἰς χρυσὸν προσόδων. Μὴ μοὶ εἴπῃ δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἐξάγεται ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ὅτι θεωρεῖ ἄκυρον τὸν νόμον αὐτὸν, καὶ διὰ τοῦτο νομοθετεῖ ἤδη περὶ τῶν ὑπ’ ἐκείνου κανονιζομένων ἀντικειμένων· διότι ὄχι μόνον τοῦτο δὲν ἐξάγεται ἐκ τοῦ πρώτου αὐτοῦ ἄρθρου, ἀλλὰ καὶ ἔτι χείρων καθίσταται ἡ κατάστασις δι’ αὐτοῦ, διότι καὶ σύγχυσις δι’ αὐτοῦ ἐπέρχεται καὶ ἀδικίαι προσγίνονται. Τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου ζητεῖ νὰ παρακρατηθῶσιν ὅσα δυνάμει τοῦ ἀκύρου ἐκείνου νόμου εἰσεπράχθησαν· ἀλλὰ τὴν ἄδικον ταύτην παρακράτησιν τῶν παρανόμως εἰσπραχθέντων δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ. Ἐν τίνι δικαιώματι ἡ Βουλὴ θὰ νομιμοποιήσῃ ἓν ἔγκλημα, τὴν ἄδικον καὶ παράνομον νόσφισιν τῶν ἄνευ νόμου εἰσπραχθέντων χρημάτων; Ἐν τούτοις τοῦτο ζητεῖ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου· καὶ ὄχι μόνον ζητεῖ τὴν νομιμοποίησιν τῆς ἀδικίας ταύτης τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀντισυνταγματικὸν, διότι ἐπιβάλλει φόρους διὰ τὸ παρελθόν· ζητεῖ, ἵνα ἀπὸ τῆς 30ῆς Μαΐου μέχρι τῆς 1ης Νοεμβρίου 1893, διάστημα χρονικὸν, τὸ ὁποῖον παρῆλθε, φορολογηθῶσιν εἰς χρυσὸν οἱ ὑποκείμενοι εἰς τὸν φόρον αὐτόν. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 59 αὐτοῦ ῥητῶς ἀναγράφει, ὅτι οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται, οὐδ’ εἰσπράττεται, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ προηγουμένως ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως· εἶναι μάλιστα αὕτη ἡ μόνη περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα τὸ ἡμέτερον ῥητῶς ἀπαγορεύει τὴν ὀπισθενεργὸν δύναμιν τῶν νόμων· τί ζητεῖ δὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διὰ τοῦ ἄρθρου 1; ζητεῖ νὰ ἐπιβάλῃ φόρους εἰς τὸ παρελθὸν, τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει τὸ Σύνταγμα, ἐκτὸς δὲ τούτου, ζητεῖ νὰ παρακρατήσῃ τὰ χρήματα, τὰ ἄνευ νόμου εἰσπραχθέντα, κατὰ τὴν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν ἐθέσαμεν, ἐνῷ τὸ Σύνταγμα ὁμοίως ἀπαγορεύει πᾶσαν εἴσπραξιν φόρου ἄνευ νόμου γενομένην. Τοιοῦτον νομοσχέδιον, Κύριοι, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ, διότι ῥητῶς ἀπαγορεύει εἰς αὐτὴν τοῦτο τὸ Σύνταγμα. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι, ἂν πάλιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζῃ ἔγκυρον τὸν νόμον ἐκεῖνον καὶ θέλῃ νὰ τὸν καταργήσῃ δι’ οἱονδήποτε λόγον, πρέπει νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ῥητῶς νὰ τὸν καταργῇ, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ῥητῶς νὰ ἐπανέρχωνται εἰς τὴν ζωὴν οἱ ὑπ’ αὐτοῦ καταργηθέντες νόμοι. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι οὔτε ἐκ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, οὔτε ἐξ ἄλλου τινὸς δυνάμεθα νὰ ἀντιληφθῶμεν καθαρῶς τὴν ἰδέαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν νομίζῃ τὸν νόμον ἐκεῖνον ἄκυρον, ἢ ἔγκυρον. Διότι, εἶπεν, ἐὰν ἐνθυμῆσθε, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος δὲν ὀφείλεται μόνον εἰς τὸ ἄκυρον τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ἀσύμφορον αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν τὸν νομίζῃ τὸν νόμον ἐκεῖνον καταπιεστικὸν, ἢ ἀσύμφορον, ἢ περιττὸν, διότι ὁ σκοπός του δὲν ἐπετεύχθη, τότε πρέπει νὰ τὸν καταργήσῃ, καὶ πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ῥητῶς νὰ τὸν καταργῇ, διότι ἄλλως, Κύριοι, ἐὰν ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὅπως ὑπεβλήθη, ἠξεύρετε τί θὰ προκύψῃ; σύγχυσις ἐντελής! Θὰ προκύψῃ κυκεὼν καὶ οὐδεὶς θὰ γνωρίζῃ τί εἶναι τὸ ἰσχῦον· θὰ δύναται μάλιστα πολὺ βασίμως νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ὅλα τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ τὰ ὁποῖα ἐφορολογοῦντο πρότερον δι’ ἄλλων νόμων, θὰ μείνωσιν εἰς τὸ ἑξῆς ἐντελῶς ἀφορολόγητα· διότι ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι εἶναι ἔγκυρος ὁ νόμος τῶν εἰς χρυσὸν τελῶν, οἱ νόμοι ΑΣΟΓʹ, ΑΣΟΔʹ καὶ ΑΣΟΕʹ τῆς 4 Ν)βρίου 1885, οἱ ὁποῖοι φορολογοῦσι τὰ ἀντικείμενα ταῦτα, κατηργήθησαν διὰ τοῦ ἐγκύρου νόμου περὶ τελῶν εἰς χρυσὸν, ἀφοῦ δὲ κατηργήθησαν, τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ἀπὸ τῆς 2 Νοεμβρίου καὶ ἐφεξῆς ὡς πρὸς τὰ ἐν λόγῳ ἀντικείμενα θὰ ἰσχύωσι τὰ πρὸ τῆς 30 Μαΐου 1893 κρατοῦντα, δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς νόμους ἐκείνους εἰς ἰσχύν. Διὰ νὰ ἐπανέλθῃ νόμος τις εἰς τὴν ζωὴν, πρέπει νὰ ψηφισθῇ, ὅπως ὁρίζει τὸ Σύνταγμα, κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν ὅλῳ εἰς τρεῖς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, καὶ νὰ δημοσιευθῇ ὑπὸ τῆς αὐτῆς μάλιστα Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θὰ τὸν κυρώσῃ, ἂν ἐπικρατήσῃ ἡ πρωτάκουστος ἤδη θεωρία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δὲν ἐπανέρχονται εἰς τὴν ζωὴν οἱ νεκροὶ νόμοι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον· οἱ νόμοι οἱ καταργηθέντες πρέπει νὰ νομοθετηθῶσιν ἐκ νέου, πρέπει νὰ κυοφορηθῶσιν ἐκ νέου, καὶ νὰ μαιευθῶσι μάλιστα ἐκ νέου, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κυρίου Ὑπουργοῦ. Πρέπει νὰ λάβουν ἐκ νέου ὕπαρξιν καὶ ἐφαρμογήν· δι’ ἑνὸς δὲ φυσήματος, καὶ τοιούτου μάλιστα ἀσθενοῦς φυσήματος, οἷον εἶναι τὸ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου, δὲν δύνανται νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν ζωὴν οἱ νεκροὶ ἐκεῖνοι νόμοι, ὅπως ὁ Λάζαρος ἐκ τοῦ τάφου. Τοιοῦτον εἶναι, Κύριοι, τὸ προκείμενον νομοσχέδιον· εἶναι καὶ μάταιον, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ὁ νόμος περὶ τελῶν εἰς χρυσὸν εἶναι ἄκυρος, ἐν ἐναντίᾳ δὲ ὑποθέσει, εἶναι ἀνίκανον νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον προτίθεται ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ὄχι μόνον ἀντισυνταγματικὸν, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν λογικὴν ἀντιστρατεύεται, διότι, ὡς βλέπετε, ἐνῷ νομοθετεῖ περὶ τοῦ παρελθόντος, μεταχειρίζεται ἐνεστῶτα· καὶ ἰδοὺ (ἀναγινώσκει): «Ἀπὸ τῆς 3 Μαΐου 1893 καὶ μέχρι τῆς 1 Νοεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους συμπεριλαμβανομένης ὁ ἔγγειος φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος, τῶν σύκων κλπ. βεβαιοῦνται μὲν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια κλπ. εἰσπράττονται δ’ εἰς χρυσόν.» Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τῆς διασκευῆς τοῦ νόμου τούτου, πρόκειται περὶ τοῦ ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, καὶ ἐὰν παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι πρέπει νὰ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν φέρει εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον προτίθεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ θὰ φέρῃ σύγχυσιν, κυκεῶνα. Ἡ ψηφοφορία, Κύριοι, ἡ ὁποία ἐγένετο περὶ τῆς ἐγκυκλίου διαταγῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁποιανδήποτε ἔννοιαν καὶ ἂν ἔχῃ, δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἠκύρωσε τὸν περὶ τελῶν εἰς χρυσὸν νόμον· οἱ νόμοι δὲν ἀκυροῦνται διὰ τοιούτων ψηφισμάτων, οἱ νόμοι καταργοῦνται δι’ ἄλλων νόμων, καὶ ὁ νόμος ὁ καταργῶν ἄλλον νόμον πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὡς ὁρίζει τὸ Σύνταγμα, ὄχι διὰ μιᾶς μεταβάσεως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Διατί λοιπὸν δὲν φέρει, ἀφοῦ θέλει νὰ καταργήσῃ τὸν νόμον ἐκεῖνον, νομοσχέδιον, ῥητῶς καταργοῦν αὐτόν; Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, κύριοι Βουλευταὶ, ἔγκειται ἐπὶ τῇ ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Τί εἶναι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατ’ ἀρχήν; ποίας θὰ ἔχῃ συνεπείας; ποία δὲ θὰ ἦναι ἡ χρησιμότης αὐτοῦ; Ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν προηγουμένην, φαίνεται ὅτι εὑρέθη εἷς λόγος δικαιολογητικὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον περιέχει δικαιολογίαν ἀνύπαρκτον, ὡς θέλω ἀποδείξει, ἀλλ’ εἶναι καὶ λίαν εὐάρεστος, διότι ἀποδεικνύει τὸν κ. Πρόεδρον πονοῦντα ὑπὲρ τοῦ λαοῦ καὶ ἐρχόμενον εἰς βοήθειαν αὐτοῦ. Συναισθάνεται, λέγει, ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι τὰ τέλη τὰ εἰς χρυσὸν εἶναι τόσον βαρέα διὰ τὸν λαὸν καὶ ἰδίως διὰ τοὺς σταφιδοπαραγωγούς, ὥστε χάριν αὐτῶν, πρὸς ἀνακούφισιν αὐτῶν πρέπει νὰ τὰ καταργήσῃ. Τώρα ἐνεθυμήθη, κύριοι Βουλευταί, τοὺς σταφιδοπαραγωγούς, ἀφοῦ ὄχι μόνον αὐτοὺς, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον τὸν λαὸν ἡ πολιτική ἡ ἐπικρατοῦσα τὸν κατασυνέτριψεν, ἀφοῦ τὸ σύστημά του τὸ ἐπικρατοῦν, διὰ τῶν δανείων καὶ τῶν φόρων, τὰ ὁποῖα ἐκ παραλλήλου εἰς διάστημα 10 ἐτῶν ὑπερετριπλασίασε, κατέστησε τὸν βίον ἀβίωτον, ἀφοῦ διὰ τοῦ συστήματός του τοῦ οἰκονομικοῦ οἱ φόροι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐπεῤῥίφθησαν ἐπὶ τῶν πτωχοτέρων τάξεων τοῦ λαοῦ καὶ δὲν ἀφέθη σίελος εἰς τὴν γλῶσσαν αὐτῶν, ἀφοῦ διὰ τοῦ συστήματός του τοῦ κυβερνητικοῦ ἀπελύθησαν, κατὰ τῶν χωρικῶν ἰδίως, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὸ πλεῖστον τοῦ λαοῦ, ἀπελύθησαν παντὸς εἴδους καταχρασταί, τοὺς ὁποίους ἀκούετε καθ’ ἡμέραν ἐδῶ διὰ τῶν ἐπερωτήσεων μνημονευομένους, ἀπελύθησαν οἱ χωροφύλακες, οἱ ὁποῖοι τὸν μεταχειρίζονται ὡς εἵλωτα, ὡς ἀνελεύθερον, καὶ τῷ ἀφαιροῦσιν ὄχι μόνον τὴν περιουσίαν του, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν τιμήν του, καὶ αὐτὴν τὴν ζωήν του πολλάκις. Τώρα ἐνεθυμήθησαν νὰ ἔλθωσιν εἰς βοήθειαν αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, τοῦ δυστυχοῦς. Δημοκοποῦσιν ἐν οὐ δέοντι, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς, ἐγὼ δὲ προσθέτω, ὅτι δημοκοποῦσι καὶ ματαίως καὶ ψευδῶς, διότι οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ, καθὼς καὶ ἅπας ὁ Ἑλληνικὸς λαός, προτιμῶσι μᾶλλον νὰ ὑποβληθῶσιν ὄχι εἰς τοῦτον τὸν φόρον, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλους, ὅσοι ἐπεβλήθησαν, παρὰ νὰ ἴδωσιν ἐπερχομένην τὴν οἰκονομικὴν καταστροφὴν τοῦ ἔθνους, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εὕρωσι καὶ αὐτὴν τὴν καταστροφήν των.
§53ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Δὲν ἀποδέχομαι ἐγώ, ὅτι οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ ἀσμένως ἀποδέχονται νὰ πληρώνωσι τὸν φόρον τῆς σταφίδος εἰς χρυσόν.
§54ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οὐδεὶς λέγει ἀσμένως, ἀλλ’ ὅταν ὁ κίνδυνος παραστῇ, ὅταν πρόκηται περὶ τῆς τιμῆς τοῦ ἔθνους, ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ ἔθνους, περὶ τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ, οἱ φρόνιμοι λαοὶ δὲν ὀῤῥωδοῦσι πρὸ τῶν μεγάλων θυσιῶν...
§55ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Βέβαια! πέντε ἐπαρχίαι τοῦ Κράτους νὰ πληρώνωσιν ὅλους τοὺς φόρους, καὶ νὰ θέλωμεν νὰ τοὺς ἐπιβάλωμεν καὶ εἰς χρυσὸν ἀκόμη!
§56ΠΕΤΜΕΖΑΣ. .. Δὲν ὀῤῥωδοῦσι, λέγω, οἱ φρόνιμοι λαοὶ εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἀπέναντι τῶν μεγάλων θυσιῶν, τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν παγίωσιν τῆς εὐημερίας αὐτῶν. Διὰ τοῦτο, κύριε Κανακάρη, ἐψηφίσαμεν καὶ ἐγὼ καὶ σεῖς καὶ τόσοι ἄλλοι συνάδελφοι...
§57ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Διότι τὸν Αὔγουστον μοῦ ἐπόνεσεν ἡ καρδιά μου, βλέποντος τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς καὶ τοὺς φόρους, εἰς τὴν στενοχωρίαν, εἰς ἣν εὑρίσκοντο, νὰ πληρώνωσι τὸν φόρον εἰς χρυσόν.
§58ΠΕΤΜΕΖΑΣ. .. Διὰ τοῦτο, λέγω, καὶ ἐγὼ καὶ σεῖς καὶ τόσοι ἄλλοι τῶν συναδέλφων ἐψηφίσαμεν ὄχι μόνον τοῦτον, ἀλλὰ καὶ τόσους ἄλλους φορολογικοὺς νόμους, ἵνα ἀποσοβήσωμεν τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον ἔχει καταστήσει ψηλαφητὸν πλέον ἡ διαχείρισις τοῦ παρελθόντος, ἡ διαχείρισις ἡ ἀσύνετος, ἡ ὁποία περιήγαγε τὸν τόπον εἰς τὸ ἐλεεινὸν αὐτὸ σημεῖον. Ἡμεῖς ἠθελήσαμεν ν’ ἀποφύγωμεν τὸν κίνδυνον τοῦτον, τὸν δεινόν· τὸν κίνδυνον δὲ τὸν βλέπομεν καὶ ἤδη ἐνώπιόν μας καὶ καθῆκον ἐπὶ τοῦ παρόντος ἔχομεν, νὰ πράξωμεν ὅ,τι τὸ ἐφ’ ἡμῖν, ἵνα τὸν ἀποφύγωμεν, καὶ ὑπάρχει καιρὸς νὰ ἀποδείξωμεν τὸν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ πόνον ἡμῶν οὐχὶ διὰ λόγων κενῶν, ἀλλὰ δι’ ἔργων. Διὰ τοῦτο καὶ οἱ σταφιδοκτήμονες δὲν ζητοῦσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος τὴν ἀπαλλαγὴν ταύτην· ἄλλο ζητοῦσιν οἱ σταφιδοκτήμονες, ζητοῦσι νὰ ληφθῶσι μέτρα συντελεστικὰ πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ προϊόντος των, τὸ ὁποῖον ἐξηυτελίσθη, εἰς τὸν ἐξευτελισμὸν δὲ τοῦτον συνετέλεσε καὶ ἡ γενικὴ οἰκονομικὴ ἡμῶν καχεξία· ἀλλὰ μέτρον τοιοῦτον, μολονότι πολλοὶ λόγοι ἐκφέρονται, δημοκοπικῶς καὶ οὗτοι, οὐδὲν βλέπω νὰ εἰσάγωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ περιορίζονται μόνον εἰς λόγους καὶ ἐπιτροπάς. Ζητοῦσι, Κύριοι, οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ τὴν ἵδρυσιν Γεωργικῆς Τραπέζης, διὰ νὰ ἀπαλλαγῶσιν ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τῆς τοκογλυφίας, ἀλλ’ ἐνῷ ἐγένοντο τόσων ἑκατομμυρίων δάνεια, ποτὲ δὲν ἐσκέφθη κἀνεὶς, ἓν μέρος ἑνὸς ἐκ τῶν δανείων τούτων νὰ χρησιμοποιήσῃ καὶ πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν, εὐεργετικὸν διὰ τοὺς σταφιδοπαραγωγούς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, Κύριοι, ποῦ εὕρηται ἡ ἀνακούφισις τῶν σταφιδοπαραγωγῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ; Διὰ τοῦ νόμου περὶ ἐπιβολῆς φόρων τινῶν εἰς χρυσὸν, τὰ εἰς χρυσὸν τέλη δὲν ἐπιβάλλονται μόνον ἐπὶ τῆς σταφίδος, ἀλλὰ ἐπιβάλλονται τοιαῦτα τέλη καὶ ἐπὶ τῶν σύκων καὶ τῶν κουκουλίων, ἐπὶ τῶν βαλανιδίων καὶ κηκιδίων, ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος καὶ ἐπὶ τῶν μερισμάτων τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, καὶ ἐπὶ τῶν διὰ τὸ ἐξωτερικὸν εἰσιτηρίων τῶν ἀτμοπλοίων, ἐπὶ τοῦ δικαιώματος ἐκ τῶν μεταλλείων καὶ ὀρυχείων, ἐπὶ τοῦ δικαιώματος ἐκ τῶν σκωριῶν τοῦ Λαυρίου, ἐπὶ τῶν ⅗ τοῦ ἐξαγωγικοῦ δικαιώματος ἐπὶ τοῦ ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου· δὲν ἐπιβάλλονται μόνον ἐπὶ τῆς σταφίδος, καὶ ἐν τούτοις ἡ σταφὶς καὶ τὰ δύο τρίτα τουλάχιστον αὐτῆς ἐξήχθη ἤδη καὶ ἐπλήρωσε τὰ τέλη εἰς χρυσὸν, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θέλετε νὰ νοσφισθῆτε καὶ δὲν τὰ ἀποδίδετε, ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, ἐνῷ εἰς πάντας τοὺς ἄλλους, δι’ ὅλα τὰ ἄλλα ἀντικείμενα χαρίζετε τὰ τέλη εἰς χρυσὸν, ὅπως ἐπὶ τοῦ ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου, ἐκ τοῦ ὁποίου οὔτε ὀκὰ ἐξήχθη, ὅπως εἰς τὰς Τραπέζας καὶ τὰς ἀνωνύμους ἑταιρίας, εἰς τοὺς λαμβάνοντας εἰσιτήρια ἀτμοπλοίων διὰ τὸ ἐξωτερικὸν καὶ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα ἀντικείμενα, δημιουργοῦντες οὕτω μίαν προφανῆ ἀνισότητα ὡς πρὸς τοὺς σταφιδοπαραγωγούς, ἀνισότητα, καθ’ ἣν αὐτοὶ μόνοι ἐπλήρωσαν τέλη εἰς χρυσὸν, οὐδεὶς δὲ ἄλλος. Μὴ λέγετε λοιπὸν, ὅτι χαρίζεσθε καὶ φαίνεσθε ἐλεήμονες πρὸς τοὺς σταφιδοπαραγωγούς. Ἄλλοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐξώθησαν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ τελῶν εἰς χρυσὸν, λόγοι, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ὄχι μόνον τὸν νόμον τοῦτον, ἀλλ’ οὐδένα νόμον, οὐδὲ αὐτὰς τὰς πλάκας τοῦ Μωϋσέως ἦτο δυνατὸν νὰ σεβασθῇ ὁ κύριος Πρωθυπουργός. Ἐνῷ ὅμως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τοιαύτην ἔχει τὴν ἀφορμὴν, ὡς σκοπὸν ἔχει τὴν ἄρσιν τῆς βάσεως, ἐφ’ ἧς ἐρείδεται τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιοποιήσεως. Ποῖαι δὲ Κύριοι, θὰ ἦναι αἱ συνέπειαι, τούτου; Δὲν πρόκειται, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν καὶ ἐξ ὑπαρχῆς νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ τοῦ νόμου τούτου τῶν εἰς χρυσὸν προσόδων καθ’ ἑαυτὸν, πρόκειται περὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιοποιήσεως· διότι, ἐὰν ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ ἀρθῶσιν αἱ εἰς χρυσὸν πρόσοδοι, τότε τὸ ἑπόμενον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν νομοσχέδιον περὶ ἀκυρώσεως τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιοποιήσεως, εἶναι ἐντελῶς περιττὸν νὰ συζητηθῇ, διότι, ὅταν αἴρωνται τὰ θεμέλια αὐτοῦ, δὲν εἶναι ἀνάγκη πλέον νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιοποιήσεως, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ σταθῇ. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τοῦ νόμου τούτου καθ’ ἑαυτόν, πρόκειται περὶ ἀθετήσεως συμβάσεως, ἣν νομίμως συνωμολόγησεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους, συμβάσεως στηριζομένης ἐπὶ ἐψηφισμένων ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμων καὶ κεκυρωμένων ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, συμβάσεως, ἣν ἐκύρωσε διὰ διατάγματος ὁ Βασιλεὺς ἡμῶν, τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ σεβασθῶμεν τὴν ὑπογραφὴν καὶ νὰ τὴν τιμήσωμεν, συμβάσεως, Κύριοι, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ἱερὰ δι’ ἡμᾶς, διότι συνετέλεσεν εἰς τὴν πρόληψιν τῆς ἐντελοῦς καταστροφῆς τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Καὶ ἐνῷ ἐδόσαμεν ὡς ἐγγύησιν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς συμβάσεως ταύτης τὰς προσόδους τὰς εἰς χρυσὸν, ἤδη διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καταργοῦμεν τὰς προσόδους ταύτας. Ἐννοεῖται περὶ τίνος πρόκειται, Κύριοι; Πρόκειται περὶ καταβαραθρώσεως καὶ τῆς τιμῆς καὶ τῆς πίστεως τοῦ Ἔθνους· καὶ εἰς ποίαν ἐποχήν; Εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν πάντες ἀνομολογοῦμεν, ὅτι ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν ξένων κεφαλαίων πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Καὶ ἐνῷ ὁμολογοῦμεν, ὅτι τοιαύτην ἔχομεν ἀνάγκην, προβαίνομεν εἰς τὴν ἀθέτησιν συμβάσεως, ἥτις μᾶς καθιστᾷ εἰς τὸ ἑξῆς ἐντελῶς ἀναξιοπίστους πρὸς πάντας. Καὶ διατὶ, Κύριοι, γίνονται ὅλα ταῦτα; Ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ παρακινοῦντες τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἰς τὴν ἐπιδίωξιν τῆς ἀκυρώσεως τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιοποιήσεως; Ἔχει κἀνὲν κρεῖττον τούτου μέτρον, ἕτοιμον καὶ συντετελεσμένον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἵνα θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν ἀμέσως μετὰ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιοποιήσεως; Ἐὰν δὲν ἔχῃ, Κύριοι, τίποτε συντετελεσμένον, — καὶ, ὅπως φαίνεται, δὲν ἔχει, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τύχῃ ἐμπιστοσύνης Κυβέρνησις, ἥτις οὕτω πως ἀθετεῖ τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς, — ἐὰν, λέγω, δὲν ἔχῃ τοιοῦτον μέτρον, διατὶ βιάζεται νὰ ἀκυρώσῃ τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιοποιήσεως, ἀφοῦ μάλιστα δὲν ἔχει κἀμμίαν ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀκύρωσίν του; διότι τὸ δάνειον τοῦτο, ἐπαναλέγω, — διότι καὶ ἄλλοτε τὸ εἶπον, — δὲν εἶναι ἠναγκασμένος νὰ τὸ πραγματοποιήσῃ, παρὰ μόνον ἐφ’ ὅσον τῷ ἀναγκαιοῖ. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἔχῃ, Κύριοι, σχέδιά τινα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διατὶ δὲν ἀναμένει νὰ συντελέσῃ τὰ σχέδιά του ταῦτα, νὰ τὰ πραγματοποιήσῃ, καὶ ὅταν θὰ ἦναι συντετελεσμένα, τότε νὰ ἀκυρώσῃ τὸν νόμον τοῦτον, καὶ νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν τὰ νέα του σχέδια, νὰ μὴ πραγματοποιήσῃ δὲ περαιτέρω τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιοποιήσεως; Διότι, κύριοι Βουλευταὶ, ἐὰν καταργηθῇ τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιοποιήσεως, — καὶ βεβαίως, ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιοποιήσεως θεωρεῖται πλέον κατηργημένον, — ἐὰν καταργηθῇ, λέγω, τὸ δάνειον τοῦτο, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐρωτήσω: Τὴν 3 ἢ τὴν 19 Δεκεμβρίου, ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι ὑπόχρεως, δι’ ἁπτοῦ χρυσοῦ νὰ πληρώσῃ τὰ λήγοντα τοκομερίδια, τί θὰ πράξῃ, ἐὰν δὲν ἔχῃ συντετελεσμένα τὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα λέγουσιν ὅτι ἔχει κατὰ νοῦν; Θὰ πληρώσῃ δι’ ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιοποιήσεως; Θὰ τὸ ἔχῃ ἠκυρωμένον καὶ δὲν θὰ δύναται· θὰ κηρύξῃ τὸ Κράτος ἐπισήμως εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως; ἢ θὰ τὸ ἐγκαταλείψῃ πάλιν εἰς τὴν τύχην του, ὅπως καὶ ἄλλοτε τὸ ἐγκατέλιπε, καὶ προσπαθεῖ ἀπὸ τοῦδε νὰ καταστήσῃ πᾶσαν διέξοδον ἀδύνατον καὶ εἰς τοὺς διαδόχους του; Διότι τῷ ὄντι καὶ εἰς τὴν μίαν περίστασιν καὶ εἰς τὴν ἄλλην διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιοποιήσεως δὲν ἀπομένει πλέον διέξοδος κἀμμία εἰς οὐδεμίαν Κυβέρνησιν. Ἡμεῖς, προβλέποντες τὴν δεινὴν κρίσιν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐπακολουθήσῃ μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιοποιήσεως, προκαλοῦμεν ἀπὸ τοῦδε τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Γνωρίζομεν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι οἱ λόγοι ἡμῶν πόῤῥω ἀπέχουσιν ἀπὸ τοῦ νὰ πείσωσι τὴν πλειοψηφίαν, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον τὸν κ. Πρωθυπουργόν· γνωρίζομεν, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἔχει πλήρη ἐφαρμογὴν τὸ «οὔ με πείσεις κἄν με πείσῃς». Ἀλλ’ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἐκ τοῦ καθήκοντος νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην ἡμῶν, καὶ τὸ ἔθνος ἂς κρίνῃ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν πείθονται εἰς τοὺς λόγους ἡμῶν. Τῷ ὄντι δὲ θὰ κρίνῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ ἔθνος, καὶ ὀφείλει νὰ κρίνῃ, διότι, ἐκτὸς τῆς δεινῆς κρίσεως, ἡ ὁποία, κατ’ ἐμέ, θέλει ἐπέλθει μετὰ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιοποιήσεως, ἐκτὸς τοῦ ἀδιεξόδου, τὸ ὁποῖον θὰ γεννηθῇ εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν, ἡ ψῆφος ὑμῶν, ἡ ψῆφος, τὴν ὁποίαν σᾶς ζητοῦσιν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δὲν ἔχει μόνον ταύτην τὴν ἔννοιαν· ἔχει καὶ ἄλλην ὑψηλοτέραν, διότι εἶναι ψῆφος ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν πολιτικήν, ἡ ὁποία κρατεῖ, διότι τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, εἶναι ἐκ φύσεως ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἡ ψῆφος λοιπὸν ὑμῶν ἔχει τὴν ἔννοιαν, ὅτι τὸ ἔθνος θὰ ἐξακολουθήσῃ διατελοῦν ὑπὸ τὴν αὐτὴν πολιτικήν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν διετέλει καὶ μέχρι τοῦδε, πολιτικήν, ἥτις ἀνενδότως μέχρι τοῦδε καταγίνεται, ὅπως ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, νὰ μᾶς ἐκπολιτίσῃ, πολιτικήν, ὑπὸ τὴν πατρικὴν τῆς ὁποίας μέριμναν ἐφθάσαμεν ἐδῶ, ὅπου ἐφθάσαμεν, καὶ ἐνῷ τὸ ἔθνος μας πρὸ δεκαετίας ηὐξήθη πρὸς Βοῤῥᾶν καὶ εἶχε τὴν ἐλπίδα, ὅτι τώρα, μετὰ πάροδον τοσούτου χρόνου, ἤθελεν ἔχει φθάσει εἰς τὸ σημεῖον, ἂν ὄχι τῆς πραγματοποιήσεως, ἀλλὰ τῆς κατοχῆς τοὐλάχιστον τῶν μέσων, εἰς τὸ σημεῖον τῆς οἰκονομικῆς ἐπαρκείας, ὥστε νὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον ἐλπίδα πραγματώσεως τῶν πόθων αὐτοῦ, νὰ ἔχῃ κἂν ἐλπίδα τῆς διασώσεως τῆς ἱερᾶς παρακαταθήκης τῶν πατέρων αὐτοῦ, τοὐναντίον κεῖται ἤδη νεκρὸν, ἄνευ οἰκονομίας, ἄνευ στρατοῦ, ἄνευ φρονήματος, ἄνευ ἰδανικοῦ, ἄνευ ἐλπίδος. Διὰ τοῦτο εἶπον, Κύριοι, ὅτι ἡ ψῆφός σας θὰ ἐνέχῃ τὴν ἔννοιαν, ὅτι τὸ ἔθνος θὰ ἐξακολουθήσῃ διατελοῦν ὑπὸ τὴν πολιτικὴν, ἡ ὁποία οὐχὶ μόνον οἰκονομικῶς, ἀλλὰ καὶ ἠθικῶς καὶ πολιτικῶς καὶ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν τὸ διέφθειρε καὶ τὸ ἐχρεωκόπησε. Θὰ ἐπιτρέψητε, κύριοι Βουλευταί, σεῖς τὴν περαιτέρω ἐξακολούθησιν τῆς πολιτικῆς ταύτης; Θὰ ἐπιτρέψητε τὴν ἐξακολούθησιν τῆς αὐτῆς διοικήσεως; τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ αὐτοῦ κυβερνητικοῦ συστήματος, τοῦ αὐτοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος, τῆς αὐτῆς φορολογίας; Καὶ ὅμως τοιοῦτον, κύριοι Βουλευταί, θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψήφου ὑμῶν, ὅτι θὰ διατελῶμεν καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ὑπὸ τὴν πολιτικήν, ἡ ὁποία ὄχι μόνον πᾶσαν πρόοδον τοῦ ἔθνους ἀνέκοψεν, ἀλλὰ καὶ εἰς ὀπισθοδρόμησιν δεινὴν τὸ ἐξώθησε, καὶ τὸ περιήγαγεν ἐνώπιον φοβεροῦ βαράθρου, τὸ ὁποῖον πρόκειται ἐνώπιόν μας. Σταματήσατε, κύριοι Βουλευταί, πρὸ τοῦ βαράθρου τούτου, ῥίψατε ἓν βλέμμα ἐντὸς αὐτοῦ, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ συνείδησις καὶ ἡ φιλοπατρία δὲν θὰ σᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ ψηφίσητε τὴν περαιτέρω ἐξακολούθησιν τῆς πολιτικῆς ταύτης. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τοῦ κέντρου τῆς ἀριστερᾶς).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§60ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν θ’ ἀπαντήσῃ τις ἐκ τῶν ἀντιφρονούντων;
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, βλέπετε, ὅτι ἐρωτῶ, ἂν ἔχῃ τις τὸν λόγον.
§62ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάτην, Κύριοι, ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσιν ἡμᾶς ὡς ζητήσαντας καὶ διὰ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ καὶ διὰ τῆς συζητήσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου νὰ διατηρήσωμεν ἐκ παντὸς τρόπου ἐν ἰσχύϊ τὸν ͵ΒΡΙΕʹ νόμον. Τὸν νόμον τοῦτον ἀπεκρούσαμεν ἤδη ἡμεῖς ἐκθύμως, ἅμα εἰσαχθέντα ἐν σχεδίῳ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὴν ἡγουμένην αὐτῆς σύνοδον. Ἔναυλοι θὰ ἠχῶσι βεβαίως ἀκόμη εἰς τὰ ὦτα ὑμῶν καὶ οἱ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ καὶ ἐμοῦ αὐτοῦ οἱ λόγοι, δι’ ὧν ἐπὶ ἑσπέρας ὁλοκλήρους ἠγωνίσθημεν τότε νὰ πείσωμεν καὶ τὸν κ. Τρικούπην καὶ τὴν ἀκολουθοῦσαν αὐτῷ πλειονοψηφίαν, ἵνα ἀπόσχωσι τῆς ἐπιβολῆς φόρου ἐπαχθοῦς, φόρου ἐπιβαρύνοντος ὡρισμένας τάξεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, φόρου ἀορίστου καὶ δυναμένου νὰ ἐπιδράσῃ ὀλεθρίως ἐπὶ τὴν χρηματικὴν ἡμῶν ἀγορὰν, φόρου τέλους ἀνίσου καὶ ὡς τοιούτου ἀντισυνταγματικοῦ. Ὑπὲρ τῆς ἐπ’ ἄπειρον διατηρήσεως τοῦ τοιούτου φόρου, καίτοι εὑρεθέντες ἡμεῖς εἰς τὴν σιδηρᾶν ἀνάγκην, εἰς ἣν εἶχεν ἐξωθήσει τὸ Κράτος καὶ τὴν χώραν ἡ ἀτάσθαλος οἰκονομικὴ πολιτικὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἵνα τὸν ἐφαρμόσωμεν πρὸς καιρὸν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνηγορήσωμεν νῦν. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ͵ΒΡΙΕʹ ἦτο ἓν μέτρον προσωρινῆς ἀνάγκης, ὅπερ ταχέως θὰ ἐξέλειπεν, ἐὰν παρεμένομεν ἡμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας καὶ ἐφέρομεν εἰς πέρας τὰς ὁποίας εἴχομεν ἤδη ἀρχίσει διαπραγματεύσεις περὶ ὁριστικῆς διευθετήσεως τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καθόλου. Ἄλλως ὅμως ἔδοξε τοῖς Κυρίοις 102, οἵτινες διὰ τῆς ψήφου αὐτῶν ἀναγκάσαντες τὸ Ὑπουργεῖον τῆς 3 Μαΐου νὰ ἀνακόψῃ τὸ ἤδη ἀρξάμενον ἔργον του, παραιτούμενον ἐκ τῆς ἀρχῆς, ἐπανέφερον εἰς ταύτην τὸν δραπέτην τῆς 27 Ἀπριλίου. Ὁ κ. Τρικούπης, ἐπανελθὼν οὕτω παρὰ προσδοκίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐνόμισεν ὅτι τῷ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ εἰσαγάγῃ παρ’ ἡμῖν ἐφεξῆς τὴν πολιτικὴν τῶν λακτισμάτων. Ἠκούσατε, Κύριοι, ἤδη αὐτὸν τοῦτον ὁμολογοῦντα ἀναφανδὸν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι, εὑρὼν ἐνώπιόν του ἀκάνθας καὶ τριβόλους, ἠθέλησε νὰ θέσῃ ταύτας ἐκποδὼν διὰ λακτισμάτων, ἀψηφῶν, ἐὰν αἱ ἄκανθοι καὶ οἱ τρίβολοι οὗτοι ἠδύναντο νὰ ἐμπαγῶσιν εἰς τοὺς ἰδίους αὐτοῦ πόδας, ἀψηφῶν ἐὰν οὕτως ἐλάκτιζε τῳόντι πρὸς κέντρα. Διότι αἱ δῆθεν ἄκανθοι καὶ οἱ τρίβολοι δὲν ἦσαν ἄλλο τι ἢ νόμοι κείμενοι τοῦ Κράτους, ἢ αὐτὸς ὁ θεμελιώδης καταστατικὸς χάρτης τῆς Πολιτείας ἡμῶν, ἢ αὐτὴ ἡ πίστις καὶ ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος. Πρὸς ταῦτα δὲ πάντα, ὡς πρὸς κέντρα ἐλάκτισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, κατὰ τὴν χαρακτηριστικωτάτην αὐτοῦ ἔκφρασιν. Καὶ ἐλάκτισεν ἤδη πρὸς κειμένους νόμους τοῦ Κράτους ὁ κ. Τρικούπης, ἐκδοὺς τὴν περιβόητον ἐκείνην ἐγκύκλιον διαταγὴν τῆς 1 Νοεμβρίου, δι’ ἧς αὐθαιρέτως ὅλως, ὡς κατεδείχθη ἤδη κατὰ τὴν γενομένην ἐπὶ τούτῳ συζήτησιν, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ, ἀνέστειλε τὴν λειτουργίαν τοῦ νόμου ͵ΒΡΙΕʹ, νομιμώτατα ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθέντος καὶ δημοσιευθέντος ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἀθετῶν οὕτω καὶ τὸν νόμον τοῦτον καὶ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Λακτίζει δὲ καὶ νῦν διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου πρὸς θεμελιώδεις διατάξεις αὐτοῦ τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν χάρτου. Διότι τί ἄλλο πράττει, ὅταν ἐπιβάλλῃ διὰ τοῦ 1 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὴν ἐν τῷ παρελθόντι, ἤτοι ἀπὸ 30 Μαΐου μέχρι 1 Νοεμβρίου ἐνεστῶτος ἔτους, βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν εἰς χρυσὸν ὡρισμένων ἐσόδων τοῦ Κράτους, οἷα τὰ ἐν αὐτῷ ἀναγραφόμενα; Δὲν ἀνατρέπει οὕτω μόνον τοὺς κανόνας τῆς γραμματικῆς καὶ λογικῆς, ὅταν, προκειμένου περὶ τοῦ παρελθόντος, ποιῆται χρῆσιν τοῦ ἐνεστῶτος καὶ ἀναγράφῃ, ὅτι τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ἔσοδα «βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται»· δὲν ἀνατρέπει μόνον τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, καθ’ ἃς οὐδεὶς νόμος δύναται νὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν ἰσχὺν, ἀλλ’ ἀθετεῖ καὶ ῥητὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 39 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν «οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται, οὐδ’ εἰσπράττεται, ἐὰν προηγουμένως δὲν ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως». Τί ἄλλο πράττει, καὶ ὅταν οὕτω πως διαιρῇ τοὺς Ἕλληνας πολίτας εἰς δύο τάξεις, εἰς τοὺς σπεύσαντας ἤδη νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὸν νόμον ͵ΒΡΙΕʹ οἰκειοθελῶς, ἢ ἐξ ἀνάγκης, διότι, οἱ ἀπορώτεροι ὄντες αὐτοὶ ἴσως ἐκ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, ἐξεποίησαν ἤδη παρὰ τιμὴν τὸ προϊόν των καὶ τὸ ἐξήγαγον, καταβαλόντες τὰ εἰς χρυσὸν τέλη, καὶ εἰς τοὺς ἀποφυγόντας νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὸν νόμον ἐκεῖνον, οἵτινες εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ οἱ εὐπορώτεροι, οἱ μὴ σπεύσαντες νὰ ἐκποιήσωσι καὶ ἐξαγάγωσι τὸ προϊόν των, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι μείζονος κέρδους ἐξ ἐνδεχομένης ἐν τῷ μέλλοντι ὑπερτιμήσεως αὐτοῦ, καὶ οἵτινες ἀπαλλάσσονται διὰ τοῦ μέτρου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τῶν εἰς χρυσὸν τελῶν; Δὲν εἶναι, Κύριοι, ἄδικον διὰ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἐσοδείαν οὗτοι μὲν οἱ Ἕλληνες πολῖται, καὶ δὴ οἱ ἀπορώτεροι, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τόσον ἐπαχθῆ φόρον, ἐκεῖνοι δὲ, οἱ εὐπορώτεροι, νὰ ἀπαλλάσσωνται αὐτοῦ; Δὲν ἀθετεῖ οὕτως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τὴν θεμελιώδη ἐκείνην ἀρχὴν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν «οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου, καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῆς περιουσίας των»; Τί ἄλλο πράττει καὶ ὅταν διὰ τοῦ 2 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου του ἐπαναφέρῃ εἰς ἰσχὺν τὰς πρὸ τῆς 30 Μαΐου κρατούσας διατάξεις, ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἐσόδων; Δὲν ἀναγνωρίζει οὕτω, ὅτι αἱ διατάξεις ἐκεῖναι κατηργήθησαν ἐγκύρως διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΡΙΕʹ; Θέλων δὲ νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτὰς εἰς ἰσχὺν οὕτω γενικῶς καὶ ἀορίστως, δὲν ἀντιστρατεύεται πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ 57 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν, ὅπως λάβῃ νομοσχέδιόν τι νόμιμον ὕπαρξιν, πρέπει «νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφοφορηθῇ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας»; Καὶ ἐλησμόνησε τόσον ταχέως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τί πρὸ ὀλίγων ἔτι ἡμερῶν ἔλεγεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ περὶ οἰνοπνευματοποιείων αʹ καὶ βʹ τάξεως νομοσχεδίου; ὅτι δηλαδὴ νόμος, καταργηθεὶς ἅπαξ, ἀπέθανε καὶ ἐτάφη εἰς τὴν γῆν; Πλὴν πῶς νῦν καὶ αἱ πρὸ τῆς 30 Μαΐου ἰσχύουσαι διατάξεις τῶν νόμων ΑΣΟΓʹ, ΑΣΟΔʹ καὶ ΑΣΟΕʹ δύνανται ν’ ἀναβιώσωσιν, ὡς πρὸς τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ἔσοδα, ἂν δὲν ψηφισθῶσιν ἐκ νέου ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, καθ’ ἃ τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος διακελεύει; Ὅλα τὰ λακτίσματα ταῦτα πρὸς κέντρα θ’ ἀπέφευγε Κύριοι, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐὰν ἐκ τοῦ πρώτου λακτίσματός του, ἐκ τῆς αὐθαιρεσίας του ἐκείνης, καθ’ ἣν διὰ μιᾶς ὑπουργικῆς ἐγκυκλίου ἐκήρυττεν ἄκυρον ἕνα νόμον τοῦ Κράτους, ἐξῆγε τὴν μόνην φυσικὴν καὶ λογικὴν συνέπειαν. Καὶ ἡ συνέπεια αὕτη θὰ ἦτο, ἐὰν ἔσπευδε πάραυτα νὰ ἐπιστρέψῃ τὰ ἄνευ ἐγκύρου νόμου, κατ’ αὐτὸν, εἰσπραχθέντα εἰς χρυσὸν ἔσοδα ἀπὸ τῆς 30 Μαΐου μέχρι τῆς 1 Νοεμβρίου πρὸς τοὺς καταβαλόντας αὐτά, ἢ ἄφινε τοὐλάχιστον εἰς τούτους ἐλεύθερον τὸ στάδιον, ὅπως λάβωσιν αὐτὰ διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ. Θελήσας ὅμως ν’ ἀποφύγῃ τὴν μόνην λογικὴν καὶ φυσικὴν συνέπειαν τοῦ πραξικοπήματος τῆς 1 Νοεμβρίου, περιέπεσεν εἰς μυρία ἄλλα ἄτοπα, εἰς τόσας ἄλλας ἀθετήσεις, οὐχὶ πλέον νόμων, ἀλλ’ αὐτοῦ τοῦ θεμελιώδους καταστατικοῦ χάρτου τῆς Πολιτείας ἡμῶν, ὡς εἴδομεν. Πάντα δὲ, ὅσα εἶπεν αὐτὸς, ἢ ὑπηγόρευσεν εἰς ἄλλους νὰ γράψωσι πρὸς δικαιολογίαν του, εἶναι ἀπὸ τὰς συνήθεις εἰς αὐτὸν προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις, προφάσεις ἀνάξιαι λόγου καὶ ὅλως γελοῖαι. Διότι τὸ ἀναγραφὲν, πάντως κατ’ εἰσήγησιν αὐτοῦ, ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι δηλαδὴ ἐδέησε διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου νὰ νομιμοποιηθῶσιν αἱ ἀπὸ 30 Μαΐου μέχρι 1 Νοεμβρίου παρανόμως γενόμεναι εἰς χρυσὸν εἰσπράξεις, διότι ἦσαν ἄγνωστοι δῆθεν ἢ δυσδιάκριτοι πλέον οἱ καταβαλόντες αὐτάς, εἶναι πάντη ἀνυπόστατον, ἀφοῦ ἐκ τῶν σχετικῶν διπλοτύπων καὶ διασαφήσεων ἐμφαίνεται, τίνες οἱ καταβαλόντες αὐτάς. Εἶναι δὲ αὐτόχρημα γελοία ἡ ἑτέρα πρόφασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἣν αὐτὸς οὗτος ἐξεστόμισεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ καθ’ ἣν δῆθεν διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἠθέλησε ν’ ἀπονείμῃ συγγνώμην εἰς ἡμᾶς τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς 3 Μαΐου καὶ νὰ μᾶς προφυλάξῃ ἐκ τῶν δικαστικῶν ἀγώνων, εἰς οὓς ἄλλως θὰ ἤμεθα ἐκτεθειμένοι ἀπέναντι ἐκείνων, ὑφ’ ὧν παρανόμως ἐξ αἰτίας ἡμῶν κατεβλήθησαν αἱ εἰς χρυσὸν εἰσπράξεις. Διότι ἡμεῖς ἐδηλώσαμεν ἤδη, ὅτι ἀποκρούομεν τὴν τοιαύτην συγγνώμην, καὶ αὐτὴ δὲ ἡ στάσις ἡμῶν ἀπέναντι τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἀποδεικνύει τοῦτο. Πλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς προεῖπον, ἐλάκτισε πρὸς κέντρα καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν πίστιν καὶ τιμὴν τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἤρκεσε, Κύριοι, ὅτι ἠθέτησε τὸν νόμον καὶ τὴν σύμβασιν τῶν 10,000,000 φρ. χρυσῶν ἐν ἔτει 1887, ἀναλαβὼν αὐθαιρέτως ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὰ ἀπέναντι αὐτῶν κατατεθέντα εἰς ταύτην 10,000,000 δραχ. εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, πρὸς ἀνάλογον περιορισμὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· δὲν ἤρκεσεν ὅτι ἠθέτησε τὸν νόμον καὶ τὴν σύμβασιν τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς– Λαρίσσης, διαθέσας τὸ προϊὸν αὐτοῦ εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους (ἐπιφωνήματα καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν ἤρκεσε, λέγω, ὅτι ἠθέτησεν ἀσυστόλως τοὺς νόμους καὶ τὰς συμβάσεις ἐκείνας· δὲν ἤρκεσεν ὅτι ἠθέτησε τοὺς νόμους καὶ τὰς συμβάσεις καὶ πάντων τῶν ὑπεγγύων δανείων, ὑπεξαιρέσας μικρὸν πρὸ τῆς δραπετεύσεώς του ἐκ τῆς ἀρχῆς τὰς ὑπεγγύους αὐτῶν εἰσπράξεις ἐκ τῶν Τραπεζῶν, εἰς ἃς ὤφειλον αὐταὶ νὰ κατατεθῶσιν· ἔρχεται καὶ νῦν, ἐν τῇ κρισιμωτάτῃ ταύτῃ στιγμῇ, νὰ ἐπιθέσῃ τὴν κορωνίδα εἰς τὴν κακοπιστίαν του διὰ τῆς αὐθαιρέτου ἀθετήσεως μιᾶς διεθνοῦς συμβάσεως, τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, ἥτις στηρίζεται εἰς τὸ διάταγμα τῆς 30 Μαΐου, τὸ ἑδραζόμενον πάλιν εἰς τοὺς νόμους ͵ΒΞΖʹ καὶ ͵ΒΡΙΕʹ. Ἐνῷ δὲ ἠδύνατο διὰ τῆς Βουλῆς, ἣν εἶχε πρόχειρον καὶ πειθήνιον ἐν πᾶσι, νὰ ἀκυρώσῃ καὶ τὴν σύμβασιν ἐκείνην καὶ τὸ σχετικὸν διάταγμα τῆς 30 Μαΐου καὶ τὸν νόμον ͵ΒΡΙΕʹ, διασώζων οὕτω τοὐλάχιστον τὰ προσχήματα, ἀπέφυγε τὴν νόμιμον ταύτην ὁδὸν, καὶ διέπραξε τὴν αὐθαιρεσίαν τῆς 1 Νοεμβρίου, δι’ ἧς ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ τὴν Ἑλλάδα ἀνίκανον, ἵνα προέλθῃ πλέον εἰς οἱασδήποτε διαπραγματεύσεις πρὸς τοὺς ξένους, ὡς ἐστερημένην πάσης τιμῆς καὶ πίστεως. Τὸ δάνειον, Κύριοι, τῆς κεφαλαιώσεως ἦτο τὸ τελευταῖον ἔρεισμα τῆς τιμῆς καὶ πίστεως τῆς Ἑλλάδος, ὡς σᾶς ἀπέδειξα ἤδη διὰ μακρῶν κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. Καὶ τὸ ἔρεισμα τοῦτο ἐλάκτισε, κατὰ τὴν ἰδίαν του ἔκφρασιν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, χωρὶς ν’ ἀντικαταστήσῃ αὐτὸ δι’ ἄλλου τινός. Διότι τί πράττει ἤδη ἐπὶ ἕνα μῆνα καὶ ἐπέκεινα, ἀφότου οὗτος ἀνέλαβε τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους; Ὤφειλεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, ἀφ’ ἧς ἐνεφανίσθη ἐνώπιον ἡμῶν, ὡς Πρόεδρος τῆς νέας Κυβερνήσεως, νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προσφορώτερον κατ’ αὐτὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐνόμιζεν, ὅτι καὶ τὸ Κράτος καὶ ἡ χώρα ἠδύναντο νὰ ἐξέλθωσιν ἐκ τῶν ὑφισταμένων οἰκονομικῶν δυσχερειῶν· ὤφειλε νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ κατάλληλα πρὸς τοῦτο νομοσχέδια, ἅτινα θὰ εἴχομεν τὸν καιρὸν ἔκτοτε νὰ συζητήσωμεν καὶ ἐπιψηφίσωμεν ἐν πάσῃ ἀνέσει. Ἀντὶ τούτου ὅμως τί ἔπραξεν αὐτός; Ἐξακολουθεῖ μέχρι τοῦδε νὰ ἀνατρέπῃ διὰ λακτισμάτων πᾶν τὸ προστυχόν, καὶ διατάγματα, καὶ διεθνεῖς συμβάσεις, καὶ νόμους τοῦ Κράτους, καὶ αὐτὸν τὸν συνταγματικὸν ἡμῶν χάρτην· ἀνέτρεψεν ἤδη καὶ τὸ μόνον ἔρεισμα τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως, χωρὶς νὰ σκεφθῇ διόλου περὶ ἀντικαταστάσεως τούτου δι’ ἄλλου τινὸς μέτρου. Καὶ ἐν τῷ μέσῳ τοιαύτης καταστάσεως, ἐμβαλούσης πάντα συνετὸν καὶ φιλόπατριν πολίτην εἰς ἀληθῆ ἀπόγνωσιν, δὲν δικαιούμεθα ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτοῦ λόγον καὶ νὰ τὸν ἐρωτήσωμεν, πρὸς τί ταῦτα πάντα; ποῦ μᾶς ἄγει ἡ ἔκφρων αὕτη πολιτική του; Εἶσθε καὶ σεῖς, Κύριοι, οἱ 102 ὀπαδοί του ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους· ἔχετε καὶ σεῖς τὸ καθῆκον νὰ ζητήσητε παρ’ αὐτοῦ λόγον, πρὶν ἢ δώσητε τὴν ψῆφον ὑμῶν διὰ τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένα νομοσχέδια περὶ τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπράξεων καὶ περὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, δι’ ὧν ἀνατρέπει μόνον, χωρὶς νὰ δημιουργήσῃ τι, ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἔχετε, λέγω, τὸ καθῆκον καὶ σεῖς νὰ ζητήσητε παρ’ αὐτοῦ ἐξηγήσεις, διατί πράττει τοῦτο, ποῦ ὁδηγεῖ οὕτω τὸ Κράτος καὶ τὴν χώραν.
§63ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Εἶναι ’δική μας δουλιά.
§64ΡΑΛΛΗΣ (χαμηλοφώνως). Αὐτοὶ δὲν ἔχουν ἀνάγκην, αὐτοὶ ἔχουν προεξοφλήσει τὴν ψῆφόν των (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).
§65ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἔχητε, Κύριοι, προεξωφλημένην τὴν ψῆφον ὑμῶν, διατὶ δὲν βλέπετε τὸ πρὸ τῶν ποδῶν ὑμῶν χαῖνον βάραθρον; διατὶ ἀφίνετε νὰ σᾶς ἐξωθήσῃ εἰς αὐτὸ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁμοῦ δὲ μεθ’ ὑμῶν καὶ τὸ Κράτος καὶ τὴν χώραν; Καὶ τὸ βάραθρον τοῦτο, Κύριοι, εἶναι προφανὲς εἰς πάντα μὴ ἐθελοτυφλοῦντα. Ἀνατρέπων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πάντα νόμον καὶ πᾶσαν σύμβασιν περὶ δανείων, καὶ ἀφαιρῶν αὐθαιρέτως πᾶσαν ὑπέγγυον εἴσπραξιν καὶ διαχείρισιν, καθιστᾷ ἀδύνατον πλέον πᾶσαν συνεννόησιν πρὸς τοὺς πιστωτάς μας, πάντα συμβιβασμόν. Αἱ διαπραγματεύσεις περὶ συμβιβασμοῦ καὶ δανείου, ἃς ὑπηνίχθη πρό τινων ἡμερῶν αὐτός, εἶναι αὐτόχρημα μῦθος. Τοιαῦται διαπραγματεύσεις εἶχον ἀρχίσει νὰ διεξάγωνται πρὸς ἡμᾶς, ὅτε ἤμεθα ἀκόμη ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἀφ’ ὅτου ὅμως διεδέχθη ἡμᾶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφ’ ὅτου οὗτος ἤρξατο ἀθετῶν τόσον ἀσυστόλως καὶ νόμους καὶ συμβάσεις, αἱ διαπραγματεύσεις ἐκεῖναι σχεδὸν διεκόπησαν...
§66ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Πόθεν τὸ ἠξεύρετε ὅτι διεκόπησαν;
§67ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχομεν, Κύριοι, τοιαύτας πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἀνεκοινώσαμεν ἤδη εἰς τὴν Βουλήν... Καὶ πῶς ἦτο δυνατόν ποτε νὰ ἔλθωσιν οἱ πιστωταί μας εἰς οἱανδήποτε συνεννόησιν ἀκριβῶς πρὸς ἐκεῖνον, ὅστις ἠθέτησε τότε πάντας τοὺς νόμους καὶ τὰς συμβάσεις τῶν δανείων, ὧν αὐτοὶ ὑπῆρξαν οἱ ἐκδόται; πῶς εἶναι δυνατόν ποτε νὰ συνομολογήσωσι πρὸς αὐτὸν καὶ νέον δάνειον; Μὴ πλανᾶσθε, Κύριοι· ἀφοῦ πᾶσα ἄλλη βάσις μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν πιστωτῶν μας ἐξέλιπεν ἤδη, μία καὶ μόνη ὑπολείπεται ἔτι πρὸς συνεννόησιν πρὸς αὐτοὺς, ἡ βάσις τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου. Τοῦτον θέλων νὰ καταστήσῃ ἀναπόδραστον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἔκαμε πᾶν ὅ,τι ἠδυνήθη μέχρι τοῦδε...
§68ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸν διεθνῆ ἔλεγχον ἐπραγματώσατε σεῖς.
§69ΡΑΛΛΗΣ. Τί λέγει αὐτὸς ἐκεῖ; Τὸν ἔλεγχον εἴχετε σεῖς παραδεχθῆ διὰ τῆς συμβάσεώς σας.
§70ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν ὁ κ. Δραγούμης ἦτο ἐνταῦθα ἐγρηγορὼς, ἐὰν παρηκολούθει μετὰ προσοχῆς τὰς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συζητήσεις, θὰ ἐγίνωσκεν, ὅτι ἡμεῖς ἀπεδείξαμεν ἤδη διὰ τῶν ἐπισήμων κειμένων, κατὰ τρόπον ἀφίνοντα ἀναπολόγητον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἐν τῇ περιφήμῳ συμβάσει, δι’ ἧς αὐτὸς ἐπεδίωκε τὴν ἐν Λονδίνῳ συνομολόγησιν δανείου, καθιεροῦτο ἤδη πλήρης καὶ ἀκέραιος ὁ διεθνὴς ἔλεγχος, ἐνῷ ἐν τῷ διατάγματι καὶ τῇ συμβάσει ἡμῶν περὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως οὐδ’ ἴχνος τοιούτου ἐλέγχου ἀπαντᾷ. Ἀλλ’ ἐὰν ἀπέτυχε τοῦ τοιούτου σκοποῦ του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τότε, ἰδοὺ ὅτι, ἐπανελθὼν νῦν εἰς τὴν ἀρχὴν, πάντα τρόπον μετέρχεται, ὅπως καταστήσῃ ἀναπόδραστον πλέον τὸν διεθνῆ ἔλεγχον εἰς ἡμᾶς. Εἰς τοῦτο ἀπέβλεπεν ἡ περιβόητος ἐγκύκλιος τῆς 1ης Νοεμβρίου, εἰς τοῦτο ἀποβλέπουσι καὶ τὰ νομοσχέδια, ὑπὲρ ὧν καλεῖσθε σήμερον νὰ ψηφίσητε, Κύριοι, τὰ νομοσχέδια περὶ εἰσπράξεως εἰς χρυσὸν καὶ περὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως. Ἰδοὺ, Κύριοι, τὸ πρὸ τῶν ποδῶν ὑμῶν χαῖνον βάραθρον, εἰς ὃ ἐξωθεῖ καὶ ὑμᾶς καὶ τὸν τόπον ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν καθῆκον ἡμῶν νὰ διανοίξωμεν τοὺς ὀφθαλμούς σας πρὸ τοῦ βαράθρου τούτου· σεῖς δὲ δύνασθε νὰ πράξητε νῦν ὅ,τι τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον ὑμῶν, ὅ,τι τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος ὑπαγορεύει εἰς ὑμᾶς. (Εὖγε! ἐκ τοῦ κέντρου τῆς ἀριστερᾶς).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου...
§72ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον προσέβαλον ὡς κατ’ ἀρχὴν ἀπαράδεκτον, καὶ παρακαλῶ νὰ γείνῃ ἐπ’ αὐτοῦ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§73ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς ά συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ εἰς συνομολόγησιν δανείου ἀφορῶντος Β. Διατάγματος.
§75ΡΑΛΛΗΣ. Ζητοῦμεν τὴν ἀναβολὴν, διότι ὑπεβλήθη ἔκθεσις τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, χωρὶς νὰ προσκληθῇ ἡ μειοψηφία· νομίζω δὲ, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ χωρὶς ν’ ἀκούσῃ καὶ τὴν γνώμην τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς.
§76ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰδοποίησα τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας, τὸν κ. Κούσταν καὶ τὸν κ. Θερμογιάννην, ἀλλ’ αὐτοὶ ἐδήλωσαν ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι ἐναντίοι, δὲν θέλουσι νὰ λάβωσι μέρος.
§77ΡΩΜΑΣ. Καὶ ἐγὼ διαβεβαιῶ, ὡς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι προσεκάλεσα τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας, τὸν κ. Κούσταν καὶ τὸν κ. Θερμογιάννην, ἀλλὰ μοὶ εἶπον, ὅτι, ἐπειδὴ κατ’ ἀρχὴν εἶναι ἐναντίοι τοῦ νομοσχεδίου, δὲν θὰ προσέλθωσιν εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§78ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Ρώμα. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§79ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἡ πρότασις νόμου τοῦ κ. Κραστενίτου.
§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐγειρόμενοι). Αὔριον, αὔριον.
§81ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλοῦμεν νὰ τεθῇ πρώτη ἡ πρότασις αὕτη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ.