Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΓ · Session Γ› Sitting 15

1893.11.19

3,234 rows · 23,967 words · 2 tables · 114 turns

Date
1893.11.19
Presidency
Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗ
Period
ΙΓ
Session
Γ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1894)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 15

τῆς 19 Νοεμβρίου 1893.

(Παρασκευή).

Ὥρα 5 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Δ. Σωμερίτης, συγγραφεὺς τοῦ ἐκδιδομένου συγγράμματος «Αἱ Βουλαὶ τῆς Ἑλλάδος», δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ἐξαιτεῖται τὴν ψήφισιν ποσοῦ ὑπὲρ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἐκτυπώσεως τοῦ ἔργου του. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπήν. Δέκα κατάδικοι, κρατούμενοι ἐν τῇ Στενῇ τοῦ Μιλτιάδου τῶν φυλακῶν Παλαμηδίου, παρακαλοῦσι δι’ ἀναφορᾶς των νὰ μετατεθῶσιν εἰς ἄλλο δωμάτιον τῶν φυλακῶν, παραπονοῦνται δὲ καὶ κατὰ τοῦ ἐπιστάτου τῶν φυλακῶν, ὡς καταπιέζοντος αὐτούς. Θὰ διαβιβασθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ Δήμαρχος Αὐλῶνος τῆς Τριφυλίας διὰ τηλεγραφήματός του παρακαλεῖ νὰ διορισθῶσι δημοδιδάσκαλοι εἰς τὰ χωρία τοῦ δήμου του. Θὰ διαβιβασθῇ τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἐπιτροπὴ Θυρεατῶν τηλεγραφικῶς παραπονεῖται, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς Τριπόλεως διέταξε νὰ εἰσέλθωσιν οἱ Βερβαινιῶται εἰς τὸν δῆμον Θυρέας, καίτοι ἡ εὐλογία ἐν Βερβαίνοις ἐξακολουθεῖ. Παραπέμπεται τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;

§2ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πρό τινων ἡμερῶν εἶπον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν σύνοδον ἐγένετο λάθος κατὰ τὴν δευτέραν πρὸς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἦλθεν ὡς συμπλήρωμα τοῦ στρατολογικοῦ νόμου· παρεκάλεσα δὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ὑποβάλῃ τὸ συμπλήρωμα, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν τὸ ὑπέβαλε μέχρι τοῦδε, ὑποβάλλω ἐγὼ συμπλήρωμα τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, συνταχθέντα ὑπὸ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Κόρπα, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ κηρύξῃ κατεπείγουσαν τὴν τροποποίησιν ταύτην.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 17).

§4ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Πολλάκις ἐγένετο λόγος ὑπὸ συναδέλφων περὶ ὑπερβασιῶν, τὰς ὁποίας οἱ κατὰ τόπους ἀποσπασματάρχαι διαπράττουσι, καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ καθ’ ἑκάστην βλέπομεν φοβερὰ παράπονα ἐναντίον τῶν ὑπερβασιῶν αὐτῶν· ἀλλὰ ταῦτα εἶναι μηδὲν, παραβαλλόμενα πρὸς ἐκεῖνα, ἅτινα μοὶ καθιστῶνται γνωστὰ δι’ ἐπιστολῆς συμπολίτου μου. Ὁ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεσσήνης ἀποσπασματάρχης Ζήρας κατατυραννεῖ τὸν κόσμον μυριοτρόπως, ἄνευ οὐδενὸς λόγου, συλλαμβάνει πολίτας, τοὺς δέρει ἀνηλεῶς καὶ τοὺς ὑποβάλλει εἰς μυρία ὅσα βασανιστήρια. Νομίζω ὅτι μετὰ τὰς ταλαιπωρίας, τὰς ὁποίας ὑφίσταται ὁ λαὸς, καὶ ἰδίως ὁ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, καλὸν εἶναι οἱ ἀποσπασματάρχαι οὗτοι νὰ μετατίθηνται εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ δύνανται νὰ ἐξασκῶσι τὰ ἄγρια ἔνστικτα αὐτῶν, καὶ νὰ ἀφίνωσι τοὺς πολίτας ἐλευθέρους, ὅπως ἐξοικονομῶσι τὰ πρὸς τὸ ζῆν, ὡς δύνανται. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διατάξῃ τὴν μετάθεσιν τοῦ εἰρημένου ἀξιωματικοῦ, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐδόθη καὶ καταγγελία, καὶ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, νὰ ἐπιβάλῃ δὲ εἰς αὐτὸν αὐστηρὰν καὶ παραδειγματικὴν τιμωρίαν. Ἐδῶ ἔχω μίαν κόλλαν ὁλόκληρον ἀπὸ καταγγελίας τῶν ὑπερβασιῶν τοῦ ἀξιωματικοῦ αὐτοῦ, δὲν τὰς ἀναγινώσκω ὅμως, διὰ νὰ μὴ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν.

§5ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς δύναται νὰ ἦναι βέβαιος, ὅτι, ἂν ἐδόθη καταγγελία κατὰ τοῦ ἀποσπασματάρχου αὐτοῦ, θὰ διαταχθῇ καὶ ἡ δέουσα ἀνάκρισις. Ἡ αἴτησις περὶ μεταθέσεως τοῦ ἀποσπασματάρχου, λόγῳ ὅτι διαπράττει ἀταξίας, δὲν εἶναι ᾐτιολογημένη· διότι, ἂν μὲν διέπραξε πράξεις ἀξιοποίνους, θὰ καταδιωχθῇ καὶ θὰ τιμωρηθῇ, καθόσον ἡ μετάθεσις δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ποινή, ἂν δὲ τοὐναντίον ἀποδειχθῇ, ὅτι καλῶς ἐνήργησε τὴν ὑπηρεσίαν του, δὲν δύναται νὰ μετατεθῇ.

§6ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Ἐν ὅσῳ ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος παραμένει ἐκεῖ, πᾶσα καταγγελία ἐναντίον του δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ ὑπάρχουσα, διότι γνωρίζω, ὅτι οὐδεὶς θὰ τολμήσῃ ἐνώπιον τῆς ἀρχῆς νὰ καταθέσῃ ἐναντίον του, ἐν ὅσῳ αὐτὸς εἶναι ἀποσπασματάρχης ἐκεῖ. Ὁ ἀποσπασματάρχης οὗτος κατατυραννεῖ τὸν κόσμον, ἀπορῶ δὲ, πῶς δὲν εὑρέθη εἰσέτι χεὶρ τιμωρὸς, διὰ νὰ ἐξαλείψῃ ἀπὸ τοῦ προσώπου τῆς γῆς τὸν ἄνθρωπον αὐτόν.

§7ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς δι’ ἐπερωτήσεώς του κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων ᾐτήσατο νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ἂν διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος οἱ ἔχοντες τὰ προσόντα ν’ ἀκολουθήσωσι τὰ μαθήματα τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν δὲν ἀπεστάλησαν εἰς Κέρκυραν. Ἀληθῶς τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον ἀνέβαλε τὴν λειτουργίαν τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διέταξε τὴν μετάβασιν τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα, ἢ μᾶλλον τῶν ὑπαγομένων εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, ἵνα ἀκολουθήσωσι τὰ μαθήματα τῆς προπαρασκευαστικῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν. Τοῦτο ἔπραξα, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἀναπόστατος τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, τοῦ προβλέποντος περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῶν ἐφεδρειῶν. Ἠρώτησεν ὁ κ. Βουλευτής, μήπως οἱ μέχρι τοῦδε ἐξελθόντες τῆς Σχολῆς ταύτης εἶναι ὑπεράριθμοι ἢ ὑπεραρκεῖς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατεύματος, καλούμενοι ἐν ἐπιστρατεύσει ἢ ὁπωσδήποτε ἐν ἀσκήσεσιν. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι οἱ μέχρι τοῦδε ἐξελθόντες τῆς Σχολῆς ἀνέρχονται εἰς 360, καλούμενοι δὲ οὗτοι, βεβαίως δὲν θὰ προσέλθωσι πάντες, διότι πολλοὶ βεβαίως ἀπεβίωσαν, ἄλλοι ἀπεδήμησαν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν κλπ. Ἂν λοιπὸν ἀφαιρέσωμεν 15 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, θὰ μειώσωμεν τὸν ἀριθμὸν εἰς 310 περίπου. Βεβαίως οἱ 310 δὲν ἀρκοῦσιν, ὅπως πληρώσωσι τὰ κενὰ τοῦ στρατοῦ ἐν ἐπιστρατεύσει, διότι ἐπιστράτευσις γινομένη δι’ ὅλων τῶν σειρῶν τῶν ἡλικιῶν θὰ μᾶς φέρῃ δύναμιν ἐφέδρων ὑπὲρ τὰς 100,000, ἑπομένως ἀπαιτοῦνται 1200 τοὐλάχιστον ἔφεδροι ἀξιωματικοί. Ἀπεφασίσαμεν ὅθεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τηροῦντες ἐν ἰσχύϊ τὴν διάταξιν τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων, ἵνα ἔχωμεν τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμόν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμήν, ὅτι ἔχομεν τὸν ἀριθμὸν τοῦτον, ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς εἶναι μεταβλητὸς, διότι οὗτοι εἶναι ὑπόχρεοι νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν τῇ ἐφεδρείᾳ ἐφ’ ὅσον ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐφεδρείαν, ἤτοι μέχρι τοῦ 33 ἔτους τῆς ἡλικίας των, δὲν εἶναι δὲ ὑπόχρεοι νὰ προσέλθωσι καλούμενοι, ἅμα ὡς ὑπερβῶσι τὸ 33 ἔτος. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὑπαγορεύσας εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀνασυστήσῃ τὴν προπαρασκευαστικὴν Σχολὴν τῶν ἐφέδρων, καὶ νὰ διατάξῃ τὴν ἐπανάληψιν τῶν μαθημάτων. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ὑπάρχει καὶ διάταξις νομικὴ, ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἀναβολὴν καὶ τὴν κατάργησιν τῆς Σχολῆς ἄνευ νομοθετήματος εἰδικοῦ. Τὸ ἄρθρον 119 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας ἀναγράφει, ὅτι «οἱ φέροντες ἀπολυτήριον τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου κλπ. οἱ μὲν δηλώσαντες πρὸ τῆς κατατάξεως, ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ ἀποκτήσωσι τὸν βαθμὸν τοῦ ἐφέδρου ἀξιωματικοῦ κατατάσσονται ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος, ἐνῷ πάντες οἱ λοιποὶ ἀναλαμβάνουσι διετῆ ὑποχρέωσιν». Τί λοιπὸν θὰ γείνωσιν οὗτοι, ἂν δὲν ἀποσταλῶσιν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν; Θὰ ὑπηρετήσωσιν ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος, ἢ δύο ἔτη; Βεβαίως ἓν καὶ ἥμισυ, διότι αὐτοὶ ἐδήλωσαν, ὅτι θέλουν ν’ ἀποκτήσουν τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ἐν τέλει τὸ ἄρθρον λέγει, ὅτι «ἐκ τῶν τυχόντων διετοῦς ὑποχρεώσεως οἱ ἔχοντες τὰ τῆς πρώτης παραγράφου προσόντα καὶ μὴ δηλώσαντες κατὰ τ’ ἀνωτέρω, ὅτι ἐπιθυμοῦσι ν’ ἀποκτήσωσι τὸν βαθμὸν τοῦ ἐφέδρου ἀξιωματικοῦ, ἀκολουθοῦσι, διαταγῇ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὰ μαθήματα τῆς Σχολῆς», καὶ οὗτοι ὑποχρεοῦνται ν’ ἀκολουθήσωσιν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ἔχομεν τὸν νόμον περὶ ἐφεδρείας, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει ῥητῶς τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τοὺς ἔχοντας τὰ προσόντα νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ἐφέδρων. Τὸ ἄρθρον 13, συνδυαζόμενον μετὰ τοῦ ἄρθρου 17, ἐπάγεται τὴν ὑποχρέωσιν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ν’ ἀποστέλλῃ τούτους εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ἐφέδρων. Ἐρωτᾷ ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐὰν ἔπαυσεν ἡ λειτουργία τῆς Σχολῆς. Μάλιστα, ἔπαυσε δι’ ἐγκυκλίου διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἠκυρώθησαν οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους τὸ Κράτος ἐπέβαλε. Διὰ τῆς αὐτῆς ἐγκυκλίου ἠκυρώθησαν καὶ πάντα τὰ ἐκδοθέντα βασιλικὰ διατάγματα. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ γνώμη ἡμῶν, στηριζομένη ἐπὶ τῆς ἀνάγκης καὶ ἐπὶ τῶν νόμων.

§8ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομικῶς καὶ δικονομικῶς ἀπέδειξε καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ τετραγωνικῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τὴν ὑποχρεωτικὴν ὕπαρξιν τῆς «προπαρασκευαστικῆς Σχολῆς ἐφέδρων ἀξιωματικῶν», τῆς νῦν λειτουργούσης ἐν Κερκύρᾳ, οὐδ’ ἐδίσταζον νὰ παραδεχθῶ τὴν κατὰ τοὺς νόμους ἔγκυρον ὕπαρξιν τῆς Σχολῆς, οὐδὲ περὶ τούτου ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐγὼ ὡμίλησα οὐσιαστικῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ εἶπον προχθὲς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι, καθ’ ἃς εἶχον πληροφορίας, ὁ προκάτοχος αὐτοῦ, ἀλλοίαν ἔχων ἰδέαν περὶ τῆς λειτουργίας καὶ τῆς σκοπιμότητος τῆς προπαρασκευαστικῆς Σχολῆς ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, ἧς ἦτο διοικητὴς πρὶν ἢ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διέταξε νὰ κλεισθῶσι προσωρινῶς αἱ πύλαι αὐτῆς εἰς τοὺς κατὰ νόμον ὑποχρέους πρὸς κατάταξιν ἐν αὐτῇ ἐκ τῶν κληρωτῶν τῆς ἐνεστώτης ἀπογραφῆς, μέχρις οὗ διὰ νομοθετήματος καταργήσῃ αὐτὴν, διότι, φαίνεται, ἐμόρφωσε τὴν πεποίθησιν, ὅτι καθίστατο περιττὴ, οὐχὶ ἴσως διὰ τὸ ἀλυσιτελὲς καὶ ἄσκοπον τῶν παραγομένων καρπῶν, ἀλλὰ διότι ἴσως ἐφρόνει, ὅτι ἀρκετοὺς παρήγαγε καρπούς. Ἠρώτησα δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν προχθὲς, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι αὐτὸς, διάφορον ἰδέαν ἔχων περὶ τῆς Σχολῆς πρὸς τὸν προκάτοχον αὐτοῦ, εἶχε διατάξει νὰ ληφθῶσιν ἐκ τῶν διαφόρων ἄλλων σωμάτων τοῦ στρατοῦ οἱ κατὰ τοὺς νόμους προωρισμένοι δι’ αὐτὴν κληρωτοὶ καὶ νὰ σταλῶσιν εἰς τὴν Σχολὴν, ἵνα μαθητεύσωσι καὶ παρασκευασθῶσιν εἰς τὸ στάδιον τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ἠρώτησα πρὸς τούτοις, ἐὰν δὲν νομίζῃ, ὅτι μέγας ἤδη εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν παρ’ ἡμῖν, τῶν τε ἐφέδρων καὶ τῶν τακτικῶν, οἵτινες πλεονάζουσι σήμερον εἰς μέγαν βαθμὸν ἕνεκα τῆς ὀλιγότητος τοῦ στρατεύματος, ἀλλ’ ἴσως καὶ ἐν ἐπιστρατεύσει δὲν θὰ ὦσι σπάνιοι, ἂν δὲν πλεονάζωσιν. Ἠρώτησα ἐπίσης, ἐὰν δὲν φρονῇ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις, ὡς τοὐλάχιστον ἠκούσαμεν, σκοπεῖ καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς στρατιωτικοῖς Ὑπουργείοις νὰ προβῇ εἰς γενναίας οἰκονομίας, ἂν δὲν φρονῇ, λέγω, ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως τῆς Σχολῆς ἐκείνης ἠδύνατο νὰ ἐπενέγκῃ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἀρκετὴν οἰκονομίαν. Εἰς ἀπάντησιν τούτων ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐζήτησε νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, μετ’ αὐτῆς δὲ καὶ ἐμὲ, ὅτι ἡ Σχολὴ δικαίως καὶ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους λειτουργεῖ. Ἀλλὰ περὶ τούτου, ἐπαναλαμβάνω, οὐδεμίαν εἶχον οὔτε ἐξέφρασα ἐγὼ ἀμφιβολίαν, ἐπερωτῶν προχθές. Γνωρίζω ὅτι τὸ ἄρθρον 119 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου ἐπιτάσσει τὴν ὕπαρξιν Σχολῆς τοιαύτης, γνωρίζω ἐπίσης, ὅτι πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἄρθρων 13 καὶ 17 τοῦ νόμου ᾼΦΛΗʹ περὶ ἐφεδρείας τοῦ στρατοῦ ἐπέβαλε τὴν τήρησιν Σχολῆς τοιαύτης, πρὸς ἐκτέλεσιν δὲ τῶν δύο τούτων ἄρθρων τοῦ ᾼΦΛΗʹ νόμου ἐξεδόθη μακρότατον, ἐκ 30 περίπου μεγάλων σελίδων ἀποτελούμενον, Β. Διάταγμα τῆς 15 Μαρτίου 1888, δημοσιευθὲν τῇ 2 Μαΐου, καὶ ἵδρυσε τὴν Σχολὴν ἐκείνην. Περὶ τούτου οὐδεμίαν εἶχον ἀμφιβολίαν. Ἐπαναλαμβάνω νὰ θέσω τὸ ζήτημα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὴν Βουλὴν ὡς εἶχον αὐτὸ ἀνέκαθεν ἐν νῷ, νὰ προσπαθήσω δὲ νὰ καταστήσω αὐτὸ σαφέστερον, ἂν τυχὸν ἐν τῇ προχθεσινῇ διατυπώσει αὐτοῦ ἠτύχησα τοῦ σκοπουμένου. Ἐξετάζω τὸ ζήτημα οὐσιαστικῶς, καὶ ἵνα μὴ δι’ ἰδίων μου κρίσεων ἀπασχολῶ ὑμᾶς, παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε ἐν ὀλίγοις τὸν καταρτισμὸν τοῦ σχολείου ἐκείνου, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἀπορήσητε, μανθάνοντες, ὅτι ἐν Ἑλλάδι, ἵνα λειτουργήσῃ Σχολή τις οἱαδήποτε, αὐτὸ τὸ Πανεπιστήμιον, τὸ περιλαμβάνον τέσσαρας Σχολὰς καὶ τμήματά τινα τῶν Σχολῶν αὐτῶν, ἢ ἄλλη τις οἱαδήποτε Σχολὴ ἐν Ἑλλάδι, ἔχει τόσην πολυτέλειαν καὶ τοιοῦτον πολύπλοκον καταρτισμὸν, ὁποῖον ἡ προπαρασκευαστικὴ ἐφέδρων ἀξιωματικῶν Σχολὴ, ἡ ἐν Ἀθήναις ἀρχῆθεν ἱδρυθεῖσα, βραδύτερον δὲ εἰς Κέρκυραν μετατεθεῖσα. (Ἀναγινώσκει τὰ ἄρθρα 5, 6, 7, 8 καὶ 9 τοῦ νομοτελεστικοῦ Β. Διατάγματος ἀπὸ 15 Μαρτίου 1888 «Περὶ συστάσεως προπαρασκευαστικοῦ σχολείου ἐφέδρων ἀξιωματικῶν»).

§9ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσοι μαθηταὶ ἐξῆλθον;

§10ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὰ τέσσαρα ἔτη τῆς λειτουργίας τῆς Σχολῆς, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1888 μέχρι τέλους τοῦ 1892, ἐξῆλθον 360, νομίζω· ἑπομένως ἔχετε 90 μαθητὰς δι’ ἕκαστον ἔτος.

§11ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ βαθμοφόροι δὲν ἀνάγονται εἰς τὴν δύναμιν τοῦ σχολείου, ἀλλ’ ἀποσπῶνται ἐκ τῶν διαφόρων σωμάτων χάριν τῆς ὑπηρεσίας τῆς Σχολῆς.

§12ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἀναγινώσκων δὲ, εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ ἄρθρου 5, ὅτι «ἀποσπῶνται ἐκ τῶν διαφόρων σωμάτων στρατοῦ». Ἔχομεν ὅμως ἰδιαιτέρας δαπάνας διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ σχολείου, διότι τὸ Δημόσιον δαπανᾷ διὰ τοὺς μαθητὰς ὄχι ὅ,τι ἤθελε δαπανήσει διὰ τὴν συντήρησιν ἁπλῶν στρατιωτῶν, ἀλλ’ ὅ,τι προσήκει νὰ δαπανᾶται διὰ τὴν δίαιταν καὶ τὴν μόρφωσιν ἀξιωματικῶν. Δαπανᾷ λοιπὸν, πλὴν τοῦ μισθοῦ τοῦ ἀπεσπασμένου προσωπικοῦ, καὶ ἄλλα πολλά· ἐπὶ τούτου δὲ ἤθελον ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ὥστε οὕτως οὐσιαστικῶς ἐξετάζων τὸ ζήτημα, ἐρωτῶ: εἶναι, ἢ δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ Σχολὴ αὕτη; Κατὰ τὸν νόμον πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, διὰ τοῦτο δὲ ὁ προκάτοχος τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐσκέπτετο, ὡς ἀκούω, δι’ εἰσηγήσεως νομοθετήματος εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μεταβάλῃ τὸν κείμενον νόμον περὶ τῆς Σχολῆς καὶ μετατρέψῃ τὰ κατ’ αὐτήν. Παρήγαγεν ἡ Σχολὴ μέχρι τοῦδε ἀριθμὸν μαθητῶν βεβαίως οὐχὶ πολὺ ἀνάλογον πρὸς τὸν μέγαν προορισμόν της καὶ πρὸς τὰς δι’ αὐτὴν γενομένας δαπάνας, ἴσως δὲ καὶ τὰς εἰς αὐτὴν ἀνατεθειμένας ἐλπίδας. Καὶ πρῶτον: οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι μορφοῦνται ἐπαρκῶς, ἵνα χρησιμεύσωσιν ὡς ἀξιωματικοί, ἐν ὥρᾳ μάλιστα δράσεως τοῦ στρατοῦ; Ἐξ ὅσων ἔχω πληροφοριῶν δυσκολεύομαι ν’ ἀπαντήσω καταφατικῶς, διά τε τὸ σύστημα τῆς διδασκαλίας, διὰ τὸ πολύπλοκον τῆς ὑπηρεσίας τῆς Σχολῆς ἐκείνης καὶ διὰ τὸ βραχὺ τοῦ χρονικοῦ διαστήματος τῆς σπουδῆς, διαστήματος δεκαὲξ μηνῶν, ἐν οἷς συμπεριλαμβάνεται καὶ ὁ χρόνος τῶν ἐξετάσεων. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν καταρτίζονται πλήρεις οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι. Δεύτερον, χρειάζεται εἰς ἡμᾶς ὁ ἀριθμὸς οὗτος τῶν μαθητῶν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ὄχι μόνον δὲν εὑρίσκει πλεονάζοντα τὸν μέχρι τοῦδε ὑπάρχοντα ἀριθμὸν τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, ὡς ἐγὼ ὑπενόησα προχθές, ἀλλ’ εὑρίσκει αὐτὸν κατὰ τὰ τρία τέταρτα ἐλάσσονα τοῦ πραγματικῶς χρειασθησομένου ἐν ὥρᾳ δράσεως. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι, ἂν καλέσωμεν ὅλας τὰς ἡλικίας καὶ καταρτίσωμεν στρατὸν ἑκατὸν χιλιάδων ἀνδρῶν, θέλομεν χρειασθῆ χιλίους διακοσίους ἀξιωματικούς, ἔχομεν δὲ νῦν 300 ἢ 310, ἀφαιρουμένων ἐκ τῶν 360 τῶν διὰ τοὺς γνωστοὺς λόγους κατὰ παραδεδεγμένην ἀναλογίαν διαγραφομένων. Φρονῶ ὅτι οὐδέποτε θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν θέσιν καὶ τὴν ἀνάγκην νὰ καλέσωμεν συγχρόνως ἑκατὸν χιλιάδας ἄνδρας, ἀλλὰ καὶ ἄν ποτε πρόκηται νὰ ἀξιωθῇ ἡ Ἑλλὰς τῆς μεγάλης ταύτης στιγμῆς, νὰ ἴδῃ κινούμενον διὰ μιᾶς Ἑλληνικὸν στρατὸν τοσοῦτον, ὁπόσον οὐδέποτε μέχρι τοῦδε ἀνέγραψεν ἡ ἱστορία ὡς ἑνιαῖον σῶμα Ἑλληνικοῦ στρατοῦ μετὰ τὴν ἐν Πλαταιαῖς μάχην, τοῦτο βεβαίως δὲν ἐλπίζω νὰ ἴδωμεν πραγματοποιούμενον κατὰ τὰ προσεχῆ ἔτη, μέχρι τῆς λήξεως τοὐλάχιστον τοῦ αἰῶνος τούτου.

§13ΡΙΚΑΚΗΣ. Πῶς τὸ γνωρίζετε;

§14ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ γνωρίζω, ἀλλ’ ἂν ἐξετάσωμεν τὰς δυνάμεις μας, θὰ πεισθῶμεν.

§15ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ, καίτοι γεροντότερος, ἐλπίζω ὅτι θὰ τὸ ἴδω.

§16ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο μοὶ δίδει τὴν εὐχάριστον εὐκαιρίαν νὰ εὐχηθῶ πρὸς ὑμᾶς, σεβαστέ μοι κύριε συνάδελφε, ἔτη πολλὰ, ἵνα ζήσητε μέχρι τοῦ βάθους τοῦ προσεχοῦς αἰῶνος καὶ τὸ ἴδητε. Ὁσάκις μοὶ ἐδόθη εὐκαιρία νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ θέματος σχετικοῦ καὶ ἐξενέγκω ἐντεῦθεν τὴν γνώμην μου, ἡ γνώμη μου ὑπῆρξεν ἐκ τῶν αἰσιοδοξοτέρων καὶ οὐχὶ ἀπαισιόδοξος περὶ τῆς δράσεως τῆς ἀποστολῆς καὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, καὶ πάντοτε ἐπεδίωξα τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐκφράσω γνώμην αἰσιοδοξοτάτην ἐντεῦθεν, ἵνα ἀκουσθῇ διότι οἱ ἐντεῦθεν ἐκφερόμενοι λόγοι ἀκούονται μακρότερον ἢ πᾶς ἄλλος, ὁθενδήποτε ἐκφερόμενος. Ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει ἀπασχολεῖ ἡμᾶς τὸ ζήτημα τῆς εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ἀπαντήσεως ἐπὶ 12 ἢ 13 ἡμέρας καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο μετέτρεψεν ἡμᾶς εἰς Βυζαντίνους, ἐνῷ ὡς ἐκ τῆς φύσεώς του εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε, καὶ δι’ αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς θέσεως τοῦ πρὸς ὃν ἀπευθύνεται ἡ συζητουμένη ἀπάντησις, πλὴν δὲ τούτου καὶ διὰ τὴν οἰκονομικὴν περίστασιν, ἡ ὁποία περικλείει τὴν χώραν, νὰ ἐπιβάλῃ ἡμῖν νὰ σπεύσωμεν, νὰ μὴ πολυλογήσωμεν, νὰ μὴ ματαιοπονήσωμεν ἐπὶ μακρὸν, δὲν νομίζετε, κύριε συνάδελφε ἐκ Πατρῶν, ὅτι τοῦτο ἀποδεικνύει κατάπτωσιν; ὅτι ἐγείναμεν μικροί; Καὶ ὅμως ἐλπίζετε, ὅτι ταχέως θέλετε ἴδει πολεμικὰ τρόπαια καὶ πολεμικὰς δάφνας! Ἐγὼ ἀπελπίζομαι, πολλῷ νεώτερος ἡμῶν κατὰ τὴν ἡλικίαν, βεβαίως δὲ καὶ διὰ τοῦτο τοὐλάχιστον θερμότερος τὸ αἷμα. Ἀλλ’ ἀφῶμεν ταῦτα. Ἡ συζήτησις δὲ, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐνταῦθα, περὶ τῶν οἰκονομικῶν, δὲν νομίζετε ὅτι ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς νὰ περιμαζευθῶμεν; Καὶ πῶς δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν κατὰ τὸ παρὸν περὶ πολεμικῆς ἐνεργείας; Καὶ πῶς; κατὰ ξηρὰν ἢ κατὰ θάλασσαν; Καὶ πρὸς τίνα; ...

§17ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ταῦτα δὲν λέγονται ἐντεῦθεν.

§18ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ πρὸς ὑμᾶς, ὅτι δὲν λέγονται ταῦτα ἐντεῦθεν. Ἐπανερχόμενος δὲ ἐκ τῶν ὑψηλῶν καὶ φανταστικῶν τούτων εἰς τὸ χαμηλὸν καὶ πρακτικὸν ζήτημά μου, λέγω, ὅτι ἡ ἀνάγκη τῶν οἰκονομικῶν μας δυσχερειῶν ἐπιβάλλει τὴν λῆψιν μέτρων τοιούτων, ἐπιβάλλει τὸν περιορισμὸν τῶν κατ’ ἐμὲ ἐπιδείξεων τούτων. Ὡς περιωρίσαμεν τὰ ἄλλα στρατιωτικὰ σχολεῖα, ὡς ἐπαύσαμεν εἰσάγοντες μαθητὰς εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων, εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ναυτικῶν δοκίμων, εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν, καλῶς ποιοῦντες, ὡς κατηργήσαμεν τὸ παρασκευαστικὸν σχολεῖον τῶν ὑπαξιωματικῶν, ὡς ἄχρηστον, πρέπει νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ αὐτὸ μέτρον καὶ ὡς πρὸς τὴν Σχολὴν ταύτην, ἵνα ἤμεθα ἐν ἰσότητι ὡς πρὸς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς συντηρήσεως τοῦ στρατεύματος. Οἰσιαστικῶς λοιπὸν ἐξάγω, ὅτι ἡ συντήρησις τῆς Σχολῆς ἐκείνης δὲν συμφέρει, καὶ ἂν συμφέρῃ, δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπιτακτικῶς ἐπιβάλλονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν.

§19ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐγεννήθη ζήτημα ἐντελῶς παράκαιρον. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐννοῶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶχε πλήρη ἐλευθερίαν νὰ συνδέσῃ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα μὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς του· ἦτο ἐλεύθερος νὰ νομίσῃ, ὅτι ἡ προπαρασκευαστικὴ Σχολὴ τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, τὸ μέλλον τοῦ στρατοῦ τῆς Ἑλλάδος, συνδεόμενον μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, ἔδιδεν ἀφορμὴν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προέτεινεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ νὰ ἔρχηται δὲ ἀκαίρως ἓν τοιοῦτον ζήτημα καὶ νὰ δεικνύωμεν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασίς μας εἶναι τοιαύτη, ὥστε κατὰ πρῶτον πρέπει νὰ κόψωμεν τοὺς βραχίονάς μας, ἐλπίζοντες ὅτι διὰ τούτου θὰ σωθῶμεν, νομίζω ὅτι ἀπατᾶται ὁ κ. συνάδελφος, καὶ ὄχι μόνον ἀπατᾶται, ἀλλὰ καὶ σφάλλει πρὸς ζήτημα καίριον καὶ ζήτημα ἐθνικόν. Χθὲς παρ’ ὀλίγον νὰ διακόψω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Ἄρτης, ὅτε εἶπεν, ὅτι ἐταπεινώθημεν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ σκεπτώμεθα περὶ ἐθνικῶν πόθων. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές· δυνάμεθα νὰ σκεπτώμεθα καὶ περὶ πόθων ἐθνικῶν, καὶ οὐδέποτε θὰ παύσωμεν νὰ σκεπτώμεθα περὶ αὐτῶν. Ἐὰν τὸ Δημόσιον τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκηται εἰς οἰκονομικὴν κρίσιν, ὅταν ἀκουσθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ ἐθνικῶν πόθων, θέλομεν ἴδει, ὅτι πολλὰ βαλάντια ἰδιωτικὰ καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος θὰ ἀνοιχθῶσιν. Ὅταν κατὰ τὸ 1821 ἤχησεν ἡ σάλπιγξ τῆς ἐλευθερίας, οὔτε ὑπῆρχεν Ἑλληνικὸν Δημόσιον, καὶ ὅμως τὰ πάντα εὑρέθησαν ἕτοιμα. Ταῦτα πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, καὶ οὐδέποτε ἔπρεπε τοιαῦται ἰδέαι νὰ ἐκστομίζωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.

§20ΜΑΝΕΣΗΣ. Νομίζω, ὅτι παρεξεκλίναμεν τῆς ὁδοῦ, ἣν ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσωμεν, συζητοῦντες ἐπὶ τοῦ περιωρισμένου ζητήματος τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, τὴν ὁποίαν συζήτησιν ἐδέχθη καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐγὼ δὲν διετέλουν ἐν σχέσεσι πολιτικαῖς μετὰ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, ἐδήλωσα μόνον πολιτικὴν σύμπραξιν μετὰ τοῦ κ. Ράλλη ἀφ’ ὅτου ἤρχισαν αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Φαίνεται ὅμως, ὅτι βεβαίως ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὄχι μόνον τὸν λόγον τῆς οἰκονομίας, ἥτις ἦτο καὶ τὸ πολιτικὸν αὐτοῦ μέτρον, ἀλλὰ κυρίως, νομίζω καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ἦναι σύμφωνος μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἐγεννήθησαν μεγάλα κενὰ ἐκ τῆς ἀφυπηρετήσεως τῶν ὑπαξιωματικῶν, αὐτὰ δὲ τὰ κενὰ, νομίζω, ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς εἶχεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐζήτει νὰ πληρώσῃ διὰ τῶν νέων αὐτῶν, τῶν καταταχθησομένων εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ἐφέδρων, καὶ οὐχὶ ἀποβλέπων πρὸς τὴν ἀνάγκην μεμακρυσμένης ἐποχῆς, τὴν ἀνάγκην τῆς πληρώσεως τῶν κενῶν τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν δι’ ἐπιστράτευσιν ἐν τῷ μέλλοντι. Δὲν εἶμαι σύμφωνος ὅμως μὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Παπαμιχαλόπουλον, ὅτι, ὅταν πρόκηται νὰ ἱδρυθῇ στρατιωτικὸν ἐκπαιδευτικὸν κατάστημα, δὲν πρέπει νὰ χορηγήσωμεν αὐτῷ τὰ μέσα, ὅπως πλήρως λειτουργήσῃ. Ἀνέγνωσε πληθὺν βαθμοφόρων, περιλαμβανομένων ἐν τῷ διατάγματι, καὶ ὁ ἴδιος εἶπεν, ὅτι πάντες οὗτοι ἀποσπῶνται ἐκ τῶν διαφόρων σωμάτων, χωρὶς τὸ ταμεῖον νὰ ἐπιβαρυνθῇ. Αὐτὸ βεβαίως εἶναι οἰκονομία, ἣν προέβλεψεν ὁ συντάξας τὸν θεσμόν. Ἐν τούτοις λέγω, ὅτι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὸν προκάτοχον Ὑπουργὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν παῦσιν τῆς λειτουργίας τῆς Σχολῆς, πείθουσι καὶ ἐμὲ, ὅτι κακῶς δὲν ἔπραξε, δὲν προέβη δὲ εἰς τὴν κατάργησιν τῆς Σχολῆς δι’ ἐγκυκλίου, ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ κατὰ τὸν στρατιωτικὸν νόμον ἔχοντες τὰ προσόντα νὰ καταταχθῶσιν ἔπρεπε νὰ καταταχθῶσι κατὰ τὴν 1 Ὀκτωβρίου, ἀνέβαλε τὴν κατάταξιν, ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοθέτημα τὸ καταργοῦν τὴν Σχολὴν τῶν ἐφέδρων, ὡς πληροῦσαν μέλλουσαν ἀνάγκην. Νομίζω δὲ, ὅτι ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον προέβη ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς εἰς τὴν παῦσιν τῆς λειτουργίας τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων, ἦτο νὰ πληρώσῃ τὰ κενὰ τὰ γεννηθέντα ἐκ τῆς ἀφυπηρετήσεως πολλῶν ὑπαξιωματικῶν, καὶ συγχρόνως, ὅπως ἐπιτύχῃ οἰκονομίαν 40,000 νομίζω δραχμῶν.

§21ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν προτίθεμαι ν’ ἀντικρούσω ἅπαντα τὰ λεχθέντα περὶ τῶν λεπτομερειῶν τῆς συγκροτήσεως τῶν λόχων καὶ οὐλαμῶν τῶν μαθητῶν, διότι περὶ αὐτοῦ δὲν πρόκειται· θὰ εἴπω μόνον ὀλίγα ὡς πρὸς τὴν διατήρησιν τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἀνέφερε δύο λόγους, δι’ οὓς νομίζει, ὅτι καλῶς ἔπραξεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἀναβαλοῦσα τὴν λειτουργίαν τῆς Σχολῆς· τὸν μὲν, ὅτι οἱ μέχρι τοῦδε ἐξελθόντες ἀξιωματικοὶ ἔφεδροι ἀρκοῦσιν, ἵνα πληρώσωσι τὰ κενὰ τῆς ἐφεδρείας, τὸν δὲ, ὅτι λόγοι οἰκονομικοὶ ἐπιβάλλουσι τὴν τοιαύτην διακοπὴν τῶν μαθημάτων, καὶ ὅτι ἡ ποιότης τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἐκ τῆς Σχολῆς ταύτης ἐξερχομένων δὲν εἶναι καλὴ, καθ’ ἃς ἔχει πληροφορίας. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸν τελευταῖον λόγον, βεβαιῶ αὐτὸν, ὅτι δὲν ἔχει καλὰς πληροφορίας, ἢ μᾶλλον ὅτι δὲν ἔχει ποσῶς πληροφορίας, διότι δὲν διετέλεσεν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα λάβῃ τοιαύτας παρὰ τῶν σωματαρχῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ μόνοι ἁρμόδιοι, ἵνα ἀποφανθῶσι περὶ τοῦ ποιοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες ὑπηρετοῦσιν εἰς τὸ στράτευμα. Ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὸν λόγον τῆς πληθύος τῶν ἀξιωματικῶν, ἐβεβαίωσα πρὸ μικροῦ, ὅτι οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ, οἱ ἀπαιτούμενοι ἵνα πληρώσωσι τὰς τάξεις τῶν τῆς ἐφεδρείας σωμάτων, ὑπερβαίνουσι τοὺς 1200. Λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι δὲν ἐλπίζει ποτὲ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ λάβῃ τὴν ἀνάγκην τῶν ἐφέδρων τούτων· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς θὰ συζητήσωμεν σήμερον, διότι ἡμεῖς, νομοθετήσαντες τὸν νόμον περὶ ἐφεδρείας, ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ λάβῃ ἀνάγκην αὐτῶν. Καὶ κατὰ τὸ 1885 ἡ Ἑλλὰς εἶχε στράτευμα ὑπερβαῖνον τὴν δύναμιν τῶν 80,000 ἀνδρῶν, ὑπῆρχεν ὅμως ἔλλειψις μεγίστη ἀξιωματικῶν, καὶ οὗτος ἦτο ὁ λόγος ὁ προκαλέσας τὴν νομοθέτησιν τοῦ νόμου περὶ ἐφέδρων ἀξιωματικῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν λόγον τῆς δαπάνης τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὴν Σχολὴν ταύτην, ἀπαντῶ εἰς αὐτὸν, ὅτι δὲν ἐφρόντισε νὰ μάθῃ ποία εἶναι ἡ ἐτησία αὕτη δαπάνη. Ἡ δαπάνη αὕτη, κύριε Βουλευτὰ, δὲν ὑπερβαίνει τὰς 8,000 δραχμῶν ἐτησίως, καὶ δύναμαι νὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω ἀμέσως. Εἴκοσι μόνον λεπτὰ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν δίδονται εἰς ἕκαστον μαθητὴν στρατιώτην πρὸς βελτίωσιν τοῦ συσσιτίου, παρέχεται δὲ καὶ ὁ ἀπαιτούμενος φωτισμὸς, καὶ οὐδὲν πλέον, διότι ἅπαν τὸ προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσατε ἐν τῷ διατάγματι τῷ ἐκτελεστικῷ τοῦ νόμου περὶ ἐφέδρων, εἶναι ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ, λαμβανόμενοι ἐκ τῆς πλησιεστέρας φρουρᾶς καὶ εἰς οὐδεμίαν δικαιούμενοι ἀντιμισθίαν. Ὀκτὼ χιλιάδες λοιπὸν δραχμῶν κατ’ ἔτος, ἐφέτος δὲ μόνον 6,000, ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν συντήρησιν τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν. Τὴν οἰκονομίαν δὲ ταύτην δὲν θὰ ἔχητε πραγματικὴν, διότι καὶ μόνον ἂν κλείσητε τὸ σχολεῖον, τὸ ἐρχόμενον ἔτος θὰ σᾶς παρουσιάσῃ ζημίαν ὑπερβαίνουσαν τὰς 10,000 δραχμάς. Ὥστε δὲν εἶναι ὁ λόγος τῆς οἰκονομίας, οὔτε τῆς μὴ παραγωγῆς καλῶν ἀξιωματικῶν, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν κατάργησιν τῆς Σχολῆς ταύτης. Ἀλλὰ προεβλήθη ἡ ἔνστασις ἀπὸ ἀξιότιμον συνάδελφον στρατιωτικὸν, ὅτι τὸ στράτευμα ἔχει ἔλλειψιν ὑπαξιωματικῶν, καὶ ἀντὶ νὰ στέλλωμεν τοὺς νέους αὐτοὺς πρὸς παρασκευὴν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, εἶναι κάλλιον νὰ χρησιμοποιήσωμεν αὐτοὺς ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, ὅπως καταρτίσωμεν δι’ αὐτῶν ὑπαξιωματικούς. Νομίζω, ὅτι οὗτος δὲν εἶναι συλλογισμὸς ὀρθὸς, διότι δύνανται οὗτοι νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ὑπαξιωματικοὶ, ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ ἑκατὸν δὲν δύνανται νὰ πληρώσωσι τὰ κενὰ τοῦ στρατοῦ, οὐδὲ δυνάμεθα ν’ ἀδικήσωμεν τόσον τὸ Κράτος, ὥστε νὰ δεχθῶμεν, ὅτι δεκανεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ μορφώσωμεν ἐκ τῶν 10,000 ἀνδρῶν, οὓς κατ’ ἔτος λαμβάνομεν. Εἰς τί λοιπὸν θὰ χρησιμεύσωσιν οὗτοι οἱ 100, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς τὰ διάφορα γραφεῖα;

§22ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν συναδέλφου δὲν παρῆλθον δι’ ἐμὲ ἀπαρατήρητοι. Καὶ ἡ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ διαπρεπὴς θέσις του καὶ τὸ ἀξιόζηλον παρελθὸν αὐτοῦ καὶ ἡ πρὸς ἐμὲ θέσις αὐτοῦ ἔδιδεν αὐτῷ τὸ δικαίωμα ν’ ἀπευθύνῃ τὴν ἔμμεσον καὶ τόσον καλῶς ἐκπεφρασμένην παρατήρησιν. Ἀλλὰ δὲν θ’ ἀπαντήσω· μόνον δὲ ἵνα δείξω, ὅτι ἀπονέμω τὴν προσήκουσαν ἐκτίμησιν εἰς τοιούτους λόγους, μνημονεύω ταύτην, σιωπῶ ὅμως περαιτέρω. Συζήτησιν περὶ τούτου δὲν προτίθεμαι νὰ φέρω, διότι οὔτε τὰς ἀφορμὰς καὶ τὴν ἐνέργειαν καὶ τ’ ἀποτελέσματα τοῦ ἀγῶνος τοῦ 1821 ἀγνοῶ, ἀλλ’ οὔτε καὶ τ’ ἀποτελέσματα τῆς κλήσεως τοῦ πανελληνίου εἰς τὴν ἐγγραφὴν εἰς τὸ πατριωτικὸν δάνειον θέλω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν συνάδελφον. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν περαιτέρω συζήτησιν ἐπὶ τοῦ κυρίου θέματος, ταύτην εὑρίσκω δύσκολον ἐνταῦθα, τὸ μὲν, διότι ἀφ’ ἑνὸς πρόκειται νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τεχνικῶν καὶ στενῶς στρατιωτικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν συζητοῦνται οὕτως ἐκ τοῦ προχείρου, μάλιστα δὲ μεταξὺ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκ τῶν ἐντριβεστάτων καὶ ἱκανωτάτων ἀξιωματικῶν τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ, καὶ Βουλευτοῦ μὴ εἰδικῶς καταγινομένου εἰς τὰ στρατιωτικὰ, ἀλλ’ ὅστις μόνον ἐξ ἀγάπης μεγάλης πρὸς τὸν στρατὸν ἐγκύπτει εἰς τ’ ἀφορῶντα εἰς αὐτὸν καὶ φέρει ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου τὸν λόγον περὶ αὐτοῦ, τὸ δὲ διότι, ἅμα ἡ συζήτησις ἐξέλθῃ τοῦ τεχνικοῦ μέρους, θέλει ἐπαναχθῆ εἰς ἐκεῖνο τὸ θέμα, τοῦ ὁποίου τὴν συζήτησιν ἀκριβῶς ἠθέλησα νὰ ἀποφύγω διὰ τῆς βραχυτάτης ἀπαντήσεώς μου πρὸς τὸν ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμον κ. συνάδελφον· διότι, προκειμένου περὶ ἐκθέσεως γνωμῶν πατριωτικῶν καὶ ἐθνικῶν, συζήτησις δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἐντεῦθεν. Διὰ τοῦτο, ἀφοῦ ἐξετέλεσα καθῆκον, ὑπομνήσας πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τὸ τί ἔδει καὶ τί συμφέρει, κατ’ ἐμὲ, γενέσθαι ὡς πρὸς τὴν Σχολὴν ἐκείνην, ἤκουσα δὲ τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἔμαθον, ὅτι ἐπιμένει εἰς τὴν διατήρησιν αὐτῆς, καὶ ὅτι διέταξε τὴν εἰς αὐτὴν εἰσαγωγὴν τῶν μαθητῶν, ἀφοῦ ἤκουσα, ὅτι αἱ δαπάναι δὲν εἶναι μεγάλαι, μολονότι ἀρχῆθεν δὲν εἶπον, ὅτι αἱ δαπάναι εἶναι πολὺ σπουδαῖαι, ἀφίνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ὡς πρὸς τὴν προπαρασκευαστικὴν Σχολὴν τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, εὐχόμενος, ὅπως ἡ Σχολὴ αὕτη παραγάγῃ καρποὺς τοιούτους, οἵους ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι παράγει, καὶ καλλιτέρους, εἰ δυνατὸν, ἐν τῷ μέλλοντι.

§23ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὅταν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἀκούω ἀντικρουομένην τὴν σοβαρὰν ἰδέαν, ὅτι διὰ τῶν νέων τῶν ἐγγραμμάτων δύνανται νὰ πληρωθῶσιν ἐν τῷ στρατῷ τὰ κενὰ τῶν ὑπαξιωματικῶν, διὰ τὸν λόγον ὅτι τὰ κενὰ ταῦτα δυνάμεθα ν’ ἀναπληρώσωμεν δι’ ἄλλων, τοὺς ὁποίους δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ἐγγραμμάτους, καὶ ὅτι, ὅταν μεταχειρισθῶμεν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ τοὺς σήμερον κατατασσομένους ἐν τῇ Σχολῇ, θὰ καταφεύγωσιν οὗτοι εἰς τὰ γραφεῖα, εἰς τοῦτο δὲν δύναμαι ν’ ἀπαντήσω ἄλλο ἢ ὅτι τοῦτο εἶναι κατάχρησις τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν κατάχρησιν ἡ ἀνωτέρα ἀρχὴ δύναται νὰ τιμωρήσῃ καὶ νὰ προλάβῃ.

§24ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς τὸ ἀπό τινος διαδοθὲν καὶ γραφὲν ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι ἡ Αὐστριακὴ Κυβέρνησις, προκειμένου περὶ φορολογίας τῶν οἴνων, τοὺς μὲν οἴνους τῆς Γαλλίας, Ἰταλίας καὶ Ἱσπανίας φορολογεῖ μὲ ἐλάχιστον καὶ δίκαιον φόρον, στηριζόμενον ἐπὶ τῶν συμβάσεων τῶν μεταξὺ τῶν εὐνοουμένων Κρατῶν ὑπαρχουσῶν, τοὺς δὲ ἑλληνικοὺς οἴνους ἀξιοῖ νὰ φορολογῇ δεκαπλασίως. Καὶ ἐὰν ἦναι ἀληθὲς τὸ τοιοῦτον, τί ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου; καὶ ἐὰν ἐνήργησέ τι, τίνες εἰσὶν οἱ λόγοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Αὐστριακὴ Κυβέρνησις στηρίζει τὴν ἄδικον καὶ ἄνισον ταύτην φορολογίαν ἐπὶ τῶν ἑλληνικῶν οἴνων; Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος ἐλάμβανον τὴν δέουσαν πρόνοιαν, ὅτε τὸ πρῶτον ἐπεφάνη ὁ κίνδυνος τῆς καταστροφῆς τοῦ σπουδαιοτέρου τῶν ἑλληνικῶν προϊόντων, τῆς σταφίδος, βεβαίως δὲν θὰ εὑρίσκοντο σήμερον εἰς τὴν ἀνάγκην ἥ τε Κυβέρνησις, ἡ Βουλὴ καὶ ὁ λαὸς σύμπας τῆς Ἑλλάδος νὰ καταγίνωνται, πῶς θὰ ἐφεύρωσι προχείρως μέτρα πρὸς ἀποσόβησιν τῆς ἐπὶ τῆς σταφίδος ἐπελθούσης καταστροφῆς. Οἱ ἑλληνικοὶ οἶνοι εἶναι μετὰ τὴν σταφίδα τὸ δευτερεῦον σπουδαῖον προϊὸν τῆς Ἑλλάδος· ὤφειλε λοιπὸν καὶ ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ ζητήσῃ λόγον ἀπὸ τὴν Αὐστριακὴν Κυβέρνησιν, διατὶ ἡ ἄδικος αὕτη ἐπιβολὴ δεκαπλασίου φόρου ἐκείνου τοῦ ἐπὶ τοῦ ἐξ ἄλλων ἐθνῶν εἰσαγομένου, ἀφοῦ καὶ ἡ Ἑλλὰς θεωρεῖται μεταξὺ τῶν εὐνοουμένων ἐθνῶν, καὶ εἰς τὰς διαφόρους ἄλλας ἀγορὰς τοῦ ἐξωτερικοῦ νὰ ἐργασθῇ, ὅπως, ἐλαττουμένης τῆς φορολογίας, εἰσαχθῶσιν οἱ ἑλληνικοὶ οἶνοι, διότι ἡ παραγωγὴ ἐν τῷ τόπῳ εἶναι μεγίστη, φοβοῦμαι δὲ, ὅτι δὲν ἐσκέφθη οὐδὲ ἔλαβεν ἀκόμη πρόνοιαν περὶ τοῦ προϊόντος τούτου, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, εἶναι ἐξ ἴσου μὲ τὴν παραγωγὴν τῆς σταφίδος σπουδαῖον. Δι’ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐργασθῇ, ἵνα εἰσαχθῇ τὸ προϊὸν τοῦτο εἰς τὰς ξένας ἀγορὰς, διότι καὶ χρυσὸς ἐκ τούτου θὰ εἰσρεύσῃ εἰς τὸν τόπον, ἀλλὰ καὶ ἕτερον καλὸν θέλει ἐπέλθει ἴσως, ἡ ἐλάττωσις τῆς ἐγκληματικότητος εἰς τὸ Κράτος, διότι δὲν πρέπει ὅλος ὁ παραγόμενος οἶνος νὰ καταναλίσκηται εἰς τὸ ἐσωτερικὸν, καθόσον καὶ εἰς τοῦτο δύναται ν’ ἀποδοθῇ ὁ καθ’ ἑκάστην παλλαπλασιαζόμενος ἀριθμὸς τῶν κατὰ τῆς ζωῆς ἐγκλημάτων.

§25Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις προυνόησε περὶ συνομολογήσεως συμβάσεως Ἑλλάδος καὶ Αὐστρίας, ἐξασφαλιζούσης ἐπὶ ἀμοιβαιότητι ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος τὰ πλεονεκτήματα τῶν μᾶλλον εὐνοουμένων ἐπικρατειῶν, καὶ περὶ τούτου οὐδὲν ὑπολείπεται τὸ πρακτέον ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως· μετὰ τὴν ὑπογραφὴν δὲ τῆς συμβάσεως, παρελθόντος μάλιστα καὶ πολλοῦ χρόνου, ὑπεγράφη συνθήκη Αὐστρίας καὶ Ἰταλίας, περιλαμβάνουσα διατάξεις πολλὰς, ἐν αἷς καί τινας ἐνδιαφερούσας εἰς τὴν ἑλληνικὴν παραγωγὴν. Ἐκ τῶν διατάξεων τούτων ὠφελήθη ἡ ἑλληνικὴ παραγωγὴ, ὡς ἀπολαύουσα τῶν πλεονεκτημάτων τῶν μᾶλλον εὐνοουμένων ἐπικρατειῶν, ἀλλ’ ἐγένετο καὶ εἰδικὴ σύμβασις Αὐστρίας πρὸς τὴν Ἰταλίαν, λόγῳ τῆς γειτνιάσεως καὶ ἐξ ἄλλων εἰδικῶν λόγων, σχετιζομένων πρὸς τὴν κατάστασιν τὴν ὑφισταμένην, ὅτε ἡ Ἰταλία δὲν ἦτο ἔτι ἑνιαῖον Κράτος, τὰς παραχωρήσεις δὲ, ἃς διὰ τῆς εἰδικῆς ταύτης συμβάσεως ἡ Αὐστρία ἐποιήσατο πρὸς τὴν Ἰταλίαν ἐκ τῶν εἰδικῶν τούτων λόγων, ἠρνήθη νὰ ἀναγνωρίσῃ καὶ ὑπὲρ τῶν Κρατῶν τῶν ἀπολαυόντων τῶν πλεονεκτημάτων τῶν μᾶλλον εὐνουμένων, ἑπομένως ἠρνήθη νὰ ἀναγνωρίσῃ αὐτὰς καὶ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἦτο δὲ ἀκριβὴς ἡ ἀφήγησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καθ’ ἣν ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ἱσπανία ἀπελάμβανον τῶν πλεονεκτημάτων τούτων, οὐχὶ δὲ καὶ ἡ Ἑλλάς. Ἀποκλείονται καὶ αὗται τῶν πλεονεκτημάτων τούτων, ὡς καὶ ἡ Ἑλλάς, ἡ Ἑλλὰς δὲ καὶ ἡ Γαλλία ἐποιήσαντο παραστάσεις ἐντονωτάτας, ἀλλ’ ἡ Αὐστριακὴ Κυβέρνησις ἠρνήθη καὶ πρὸς τῆς Γαλλίας καὶ πρὸς τῆς Ἑλλάδος τοὺς οἴνους τὰ εἰς τοὺς ἰταλικοὺς οἴνους κεχορηγημένα διὰ τῆς εἰδικῆς συμβάσεως πλεονεκτήματα. Κατόπιν τῶν γενομένων πρὸς τὴν Αὐστριακὴν Κυβέρνησιν παραστάσεων κατὰ τὴν προηγουμένην ἡμῶν ὑπουργίαν νομίζω, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ διαδεχθεῖσα ἡμᾶς θὰ εἶχεν ἀφορμὴν νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἔχω μάλιστα καὶ θετικὴν περὶ τούτου πληροφορίαν ἐκ προσφάτων ἀνακοινώσεων τῆς ἐν Βιέννῃ Πρεσβείας, καθ’ ἃς καὶ τὰ νέα αὐτῆς διαβήματα παρὰ τῇ Αὐστριακῇ Κυβερνήσει οὐδὲν ἐπήνεγκον ἀποτέλεσμα, ὡς οὐδὲν ἐπήνεγκον ἀποτέλεσμα μέχρι τοῦδε καὶ τὰ διαβήματα τῆς Γαλλικῆς Πρεσβείας. Οὕτως ἔχουσι τὰ περὶ τούτου ἕως τῆς ὥρας ταύτης.

§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.

§27ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι γνωστή, Κύριοι, εἰς πάντας ὑμᾶς ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου, καθ’ ἣν ἡμέραν ἀνελάμβανε τὴν κυβέρνησιν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς 3 Μαΐου. Εἶναι γνωστὴ αὕτη εἰς τοὺς εἰδικώτερον περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἀσχολουμένους ἐκ τῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δημοσιευθεισῶν μηνιαίων καταστάσεων καὶ λογαριασμῶν τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους. Εἰς τοὺς λοιποὺς ἐγένετο αὕτη κατάδηλος μετὰ τὴν δημοσίευσιν ἰδίᾳ τῶν δύο πρὸς τὸν Βασιλέα ἐκθέσεων, ἐν αἷς μετὰ τῆς διακρινούσης αὐτὸν σαφηνείας καὶ εὐθύτητος ὁ τέως Πρωθυπουργὸς ἀφηγεῖτο τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν ἡμεῖς παρελάβομεν τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ὅσοι ἐξ ὑμῶν δὲν ἔτυχε νὰ λάβητε γνῶσιν τῶν ἐκθέσεων ἐκείνων ἠκούσατε τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν διατραγῳδοῦντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἀπελπιστικὴν ἐκείνην κατάστασιν καὶ δι’ ἀριθμῶν ἀναντιλέκτων καὶ δι’ ἐπιχειρημάτων ἀκαταμαχήτων ἀποδεικνύοντα αὐτήν. Καὶ μεθ’ ὅλα ὅμως ταῦτα συνέβη τι ἀπίστευτον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ δημιουργὸς τῆς καταστάσεως ἐκείνης, ὅστις ὤφειλεν ἐκ συστολῆς ν’ ἀποκρυβῇ ἐκ τοῦ προσώπου τῆς γῆς ἀπέναντι τῶν ἐκθέσεων ἐκείνων τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ἀπέναντι τῆς ἀμειλίκτου στηλιτεύσεως, ἣν εἶχεν ὑποστῆ ὑπὸ τοῦ κ. Ράλλη ἡ διαχείρισίς του, ἔσχε τὸ θάῤῥος νὰ παρέλθῃ καὶ νῦν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ν’ ἀμφισβητήσῃ τ’ ἀναμφισβήτητα. Ὀλίγον ἔλειψε, Κύριοι, νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι καὶ ἄνευ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου τῆς 3 Μαΐου ἦτο τόσον ἀνθηρά...

§28ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν εἶπεν αὐτό.

§29ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀμφισβητεῖτε καὶ σεῖς, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτι εἴπετε αὐτό;

§30Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως τὸ ἀμφισβητῶ. Ἐὰν ὑπεγράφετο ἡ σύμβασις, θὰ εἴχομεν δάνειον.

§31ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς διαψεύσω δι’ αὐτῆς τῆς ἀγορεύσεώς σας, ὡς ἐδημοσιεύσατε αὐτὴν ὑμεῖς διεσκευασμένην ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ δημοσιογραφικῷ ὑμῶν ὀργάνῳ. Ἀκούσατε, Κύριοι, πάντες, τί εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατάστασις ἄρα, ἣν εὕρισκεν ἐνώπιον αὐτοῦ τὸ Ὑπουργεῖον τῇ 3ῃ Μαΐου, ἐπαρουσίαζε, πλὴν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐδήλωσε, τῶν 5,000,000, καὶ τὰ 6,700,000 δραχμὰς τὰς ὑπεγγύους, καὶ τὰ 6,700,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας εἶχε δαπανήσει ἐκτάκτως τὸ Δημόσιον εἰς τὰ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, καὶ 2,000,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀποδώσει εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ Δημόσιον, ἵνα ἡ Τράπεζα διαθέσῃ αὐτὰς ὑπὲρ τῶν κτηματιῶν, χάριν τῆς καλλιεργείας τῶν κτημάτων αὐτῶν. Πάντα ταῦτα τὰ ποσὰ ἐπιπροστιθέμενα ἀποδεικνύουσιν, ὁπόσον ἦτο ἀνθηρὰ ἡ κατάστασις, καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ προκάτοχοι ἡμῶν ἀνελάμβανον τὴν ἐξουσίαν, καὶ πόσον αἱ παραστάσεις αὐτῶν ἀφίστανται ἀπὸ τῶν δεδομένων τῆς ὑπηρεσίας.» Μόλις πρὸ πέντε ἢ ἓξ ἡμερῶν, Κύριοι, ἐξήγγειλε τοὺς λόγους τούτους ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐντεῦθεν μετὰ τοῦ συνήθους αὐτοῦ στόμφου, καὶ ἐνῷ ἀκόμη ἔναυλοι ἠχοῦσιν οἱ λόγοι του εἰς τὰ ὦτά σας, ἔχει τὴν ἰταμότητα τώρα νὰ διαμφισβητήσῃ τὴν ἀκρίβειαν αὐτῶν.

§32ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀναγνώσατε τὰ πρὸ αὐτῶν.

§33ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). — Μὴ ἐπιτρέπετε διακοπάς, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).

§34Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά...

§35ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς.

§36Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Εὐθὺς δ’ ὡς τὰ προσωρινὰ δάνεια ἀπετίνοντο, ἡ δὲ ἐργασία τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἡ καταλήξασα εἰς τὸ σχέδιον συμβάσεως, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτής, περιελάμβανε καὶ τὴν ἀπότισιν τοῦ δανείου ἐκείνου, εὐθὺς ὡς ἡ σύμβασις ὑπεγράφετο, τὰ 8,760,000 δραχμῶν καθίσταντο διαθέσιμα. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἀντιτάττει, ὅτι δὲν εἶχεν ὑπογραφῆ ἡ σύμβασις· ὅλαι ὅμως αἱ σκέψεις αὐτοῦ ἐστηρίζοντο εἰς τοῦτο, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ὑπογράψωμεν τὴν σύμβασιν, διότι θὰ ἐπήγετο ἡ ὑπογραφὴ αὐτῆς ὑποχρεώσεις εἰς νόμισμα τραπεζικόν, περὶ οὗ δὲν ὑπῆρχε πρόνοια. Περὶ τούτου ἄρα τοῦ ποσοῦ τῶν 8,760,000 δραχμῶν ὑπῆρχε πρόνοια, διότι ἡ ὑπογραφὴ τῆς συμβάσεως θ’ ἀπηλευθέρου αὐτό.» Καὶ πάλιν κατωτέρω (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν τὸ δάνειον ὑπεγράφετο, ὄχι μόνον ταῦτα τὰ ποσὰ, ὧν ἐμνήσθην, θὰ εἶχεν εἰς τὴν διάθεσιν αὐτοῦ τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ θὰ εἶχε καὶ ἄλλα ποσὰ, ὧν δὲν ἠδυνήθη νὰ διακρίνῃ τὰ ἴχνη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν.» Πάντα ταῦτα θὰ ὑπῆρχον, ἐὰν ὑπεγράφετο ἡ σύμβασις. Ἐὰν ὑπεγράφετο ἡ σύμβασις, θὰ ἠλευθεροῦντο τὰ ὑπέγγυα 8,760,000 δραχμῶν· ἐὰν ὑπεγράφετο ἡ σύμβασις, θὰ συνυπεγράφετο καὶ ἑτέρα σύμβασις, προνοοῦσα περὶ ἀναπληρώσεως τοῦ κενοῦ, τὸ ὁποῖον προῆλθεν ἐκ τῆς καταβολῆς τῶν 8,760,000 εἰς τὰ τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, τῶν 2 ἑκατομμυρίων πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ προκαταβολὰς ὑπὲρ τῶν γαιοκτημόνων. Ταῦτα ὅλα, εἶπον, θὰ ὑπῆρχον, ἐὰν ὑπεγράφετο ἡ σύμβασις· μὴ ὑπογραφείσης τῆς συμβάσεως, ταῦτα δὲν ὑπῆρχον.

§37ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς—μὲ συγχωρεῖτε διὰ τὴν φράσιν—πάσχει ἀληθῆ δανειομανίαν. Συμβαίνει εἰς αὐτὸν ὅ,τι συμβαίνει εἰς τοὺς πάσχοντας τὴν λεγομένην ἐφευρεσιομανίαν. Ἀκριβῶς, ὅταν βλέπωσι μίαν ἐφεύρεσίν των ἀποτυγχάνουσαν οἰκτρῶς, εἶναι ἱκανοὶ νὰ σᾶς παρουσιάσωσι μυρίας ἄλλας, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τὴν μίαν ἀτυχεστέραν τῆς ἄλλης. Τοῦ φαινομένου τούτου, Κύριοι, ἔχετε ἓν πρόχειρον παράδειγμα. Παρ’ ἡμῖν ὑπῆρξεν εἷς ἐφευρετὴς, θελήσας νὰ μεταφέρῃ τὸ Φάληρον εἰς Ἀθήνας, ἀφοῦ δὲ εἰς τὴν ἐφεύρεσιν ἐκείνην κατηνάλωσε καὶ τὴν ἰδίαν καὶ ἄλλων τὴν περιουσίαν, καὶ εἶδε τὴν σχετικὴν ἐπιχείρησιν ναυαγοῦσαν, τί νομίζετε ὅτι ἔκαμεν; ἀπηλπίσθη; Οὐδόλως. Τουναντίον μάλιστα ἔκτοτε ἤρχισε νὰ παρουσιάζῃ κατὰ δεκάδας τὰς ἐφευρέσεις καὶ ἐπιχειρήσεις του, τὴν μίαν παραδοξοτέραν τῆς ἄλλης, ἕως οὗ κατήντησεν ἐπὶ τέλους νὰ προτείνῃ τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμου ἐπὶ τοῦ Βορείου παγωμένου Πόλου! Δὲν εἶναι μικρότερον τὸ πάθημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀφοῦ ἀπέτυχεν οἰκτρῶς τὸ δάνειον, ὅπερ ἠθέλησε νὰ διαπραγματευθῇ ἐν Λονδίνῳ· ἀφοῦ οὐδεμίαν σύμβασιν ἠδυνήθη νὰ καταρτίσῃ δι’ αὐτὸ, τώρα ξεφυτρώνουν εἰς τὴν φαντασίαν του ’σὰν τὰ μανιτάρια τὰ ἄλλα δάνεια καὶ αἱ ἄλλαι συμβάσεις, καὶ σᾶς λέγει, ὅτι εἶχε μίαν σύμβασιν ἑτοίμην, δι’ ἧς ὅλαι αἱ εἰς χρυσὸν προκαταβολαὶ θὰ μετετρέποντο εἰς πάγια δάνεια,—ἀφοῦ δηλαδὴ δὲν εὗρε δάνειον μὲ διαχείρισιν τῶν εἰς χρυσὸν προσόδων καὶ μὲ αὐτὸν τὸν διεθνῆ ἔλεγχον, θὰ εὕρισκεν ἄλλα τοιαῦτα πάγια ἄνευ οἱασδήποτε ἐγγυήσεως, — ἑτέραν σύμβασιν, δι’ ἧς θὰ ἐτίθεντο αὖθις εἰς διάθεσιν τοῦ δημοσίου ταμείου τὰ διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσσης δαπανηθέντα κλπ. Δὲν ἀρκεῖ, Κύριοι, ὅτι ἐχρεωκόπησε τὴν Ἑλλάδα οἰκονομικῶς, ζητεῖ τώρα νὰ παραστήσῃ αὐτὴν καὶ ὡς διανοητικῶς χρεωκοπήσασαν, ἵνα νομίζῃ, ὅτι εἶναι εἰς αὐτὸν, ὡς Πρωθυπουργόν της, ἐπιτετραμμένον νὰ λέγῃ τὰ τοιαῦτα καὶ νὰ ἀξιοῖ νὰ γίνηται πιστευτὸς παρὰ τῶν ἀκουόντων αὐτόν! Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα, τὸ παρασχὸν τὴν ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἵνα διαμφισβητήσῃ τὴν ἀκρίβειαν τῶν λόγων μου. Προέκειτο, Κύριοι, καὶ εἰς τὰς ἐκθέσεις τοῦ κ. Σωτηροπούλου πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ράλλη περὶ δύο ὅλως διακεκριμένων ζητημάτων. Ὅπως ἐξηγηθῇ ὁ λόγος, δι’ ὃν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς 3 Μαΐου ἦτο ἠναγκασμένον νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, ἔπρεπε καὶ ὑπ’ ἐκείνου καὶ ὑπὸ τούτου νὰ διαπιστωθῶσι δύο διακεκριμένα γεγονότα, πρῶτον ἡ ἀποτυχία τοῦ δανείου καὶ δεύτερον ἡ οἰκτρὰ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου. Τὰ δύο ταῦτα γεγονότα διακεκριμένως ἠθέλησε νὰ διαμφισβητήσῃ ἐν τῇ ἀγορεύσει αὑτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ δὲ πρῶτον ἰσχυρίσθη, ὅτι εἶχε καταρτισθῆ ἡ περὶ δανείου σύμβασις καὶ ἦτο ἑτοίμη πρὸς ὑπογραφὴν ὑπὸ τοῦ διαδόχου τοῦ Ὑπουργείου, ἰσχυρίσθη εἶτα, ὅτι καὶ ἄνευ τοῦ δανείου δὲν ὑπῆρχον μόνον τὰ ποσὰ, τὰ ἀναφερόμενα ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ἀλλὰ καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα οὗτος ἀπέκρυψε καὶ τὰ ὁποῖα ἦσαν ἱκανὰ δι’ ὅλας τὰς ἐπειγούσας ἀνάγκας. Τώρα τροποποιεῖ τοὺς τότε ἰσχυρισμούς του καὶ λέγει, ὅτι τὰ ὑπέγγυα 8,760,000 δρ., τὰ κατατεθειμένα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, θὰ ἐτίθεντο εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ τὰ διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσσης δαπανηθέντα 8,700,000 δρ., καὶ τὰ παραδοθέντα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 2,000,000, ὅπως διαθέσῃ αὐτὰ ὑπὲρ τῶν σταφιδοκτημόνων, ἐὰν πρῶτον ὑπεγράφετο ἡ περὶ δανείου σύμβασις, τὴν ὁποίαν εἶχε διαπραγματευθῆ ἐν Λονδίνῳ, καὶ δεύτερον ἐὰν ὑπεγράφετο ἡ ἑτέρα σύμβασις ἐνταῦθα, δι’ ἧς αἱ εἰς χρυσὸν προκαταβολαὶ θὰ μετετρέποντο εἰς πάγιον δάνειον καὶ οὕτω θὰ ἐπεστρέφοντο εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ εἰς ἐνέχυρον διὰ μίαν τῶν προκαταβολῶν παρακατατεθειμένα 8,760,000 δρ. εἰς τραπεζογραμμάτια. Πλὴν καὶ οὕτω, Κύριοι, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εὕρηται ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Κατ’ αὐτὸν τὸν σκελετὸν τῆς συμβάσεως, ὃν ἔπεμψεν εἰς ἡμᾶς μετὰ τὴν παραίτησίν του, οἱ συμβαλλόμενοι οὐδ’ ὀβολὸν παρέδιδον τοῖς μετρητοῖς εἰς χεῖρας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀντικατασταθῶσι τὰ διὰ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης δαπανηθέντα, ἢ τὰ δύο ἑκατομμύρια τὰ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀπέναντι προηγουμένων ὀφειλῶν τοῦ Δημοσίου πρὸς αὐτὴν χορηγηθέντα, ὅπως ἐπέλθῃ αὐτὴ ἐπίκουρος εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας. Κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τῆς συμβάσεως, τὸ προϊόν τοῦ δανείου θὰ διετίθετο ἀποκλειστικῶς εἰς πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων δύο ἐτῶν. Κατὰ τὸ αὐτὸ δὲ ἄρθρον, ἔπρεπε νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἐξαφανισθέντα ἐκ τῆς κυκλοφορίας καὶ νὰ μὴ ἀναληφθῶσιν ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἰς ἣν εἶχον παρακατατεθῆ ὡς ἐνέχυρον διὰ τὴν προκαταβολὴν τῶν 7,300,000 χρυσῶν φράγκων καὶ τὰ 8,760,000 δρ. εἰς τραπεζογραμμάτια. Ἐννοεῖτε λοιπὸν ἐντεῦθεν, Κύριοι, ὁποίους μύθους ἀφηγεῖτο πρὸς ἡμᾶς πρὸ μικροῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἰσχυριζόμενος ὅτι μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως περὶ τοῦ ἐν Λονδίνῳ διαπραγματευομένου δανείου θὰ ἀπέκτα ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰ 8,760,000 δρ. εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τὰ ὑπέγγυα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ τὰ ἄλλα ποσὰ, ἅτινα καὶ κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του ἀπηρίθμησε καὶ νῦν ἐπανέλαβεν, ἐν πλήρει ἐπιγνώσει τοῦ ὅτι οὔτε τότε οὔτε τώρα λέγει τὴν ἀλήθειαν. Ὡς ἐκ περισσοῦ δὲ δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι οὐδ’ ἴχνος ἄλλης συμβάσεως ἀνεκαλύψαμεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, οὐδὲ παρὰ τῶν ἐνδιαφερομένων ἐμάθομέν ποτε, ὅτι προέκειτο τῳόντι νὰ ὑπογραφῶσι συμβάσεις, οἷαι αἱ νῦν τὸ πρῶτον ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀνακοινούμεναι εἰς ἡμᾶς. Εἶναι λυπηρὸν, Κύριοι, ὅτι τολμῶσι νῦν νὰ ἰσχυρίζωνται ὅλως ἀνυπόστατα πράγματα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ποτὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Θεοτόκης, ὅστις ἠξεύρει καλῶς ὁποῖον πρόσωπον διεδραμάτισεν ἐν Λονδίνῳ, καὶ πῶς ἠναγκάσθη ν’ ἀπέλθῃ ἐκεῖθεν νύκτωρ, ἡ δὲ Πρεσβεία οὐδεμίαν γνῶσιν εἶχε τοῦ πράγματος (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).

§38ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὴν ἀνοησίαν αὐτὴν τὴν ἐπέτρεψα δίς· τρίτην φορὰν δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐπιτρέψω τοιαύτας ἀνοησίας (θόρυβος).

§39ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπιβάλετε τὴν τάξιν εἰς τοὺς ἀτακτοῦντας, κύριε Πρόεδρε.

§40ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν συνέβη ἐν τῷ βίῳ ὑμῶν ν’ ἀναγκασθῆτε νὰ φύγητε νύκτωρ ἔκ τινος μέρους, οὐδέποτε εἰς ἐμὲ τοιοῦτόν τι συνέβη, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ συμβῇ (θόρυβος).

§41ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Μὴ ἐπιτρέπετε διακοπὰς, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος).

§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί νὰ κάμω;

§43ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅ,τι καὶ προχθές· ν’ ἀνακαλέσητε τοὺς ἀτακτοῦντας εἰς τὴν τάξιν (θόρυβος).

§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι Βουλευταί.

§45ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Θεοτόκης, διὰ νὰ ἔχῃ τὴν εὐγένειαν νὰ λέγῃ, ὅτι οἱ ἄλλοι λέγουσιν ἀνοησίας, πρέπει νὰ θεωρῇ ἑαυτὸν πολὺ ἔξυπνον. Καὶ ὅμως, Κύριοι, μὲ ὅλην αὐτὴν τὴν ἐξυπνάδα του, ἐνῷ ἐγὼ χθὲς εἶπον, ὅτι ἀνεχώρησεν ἐκ Λονδίνου νύκτωρ, ἐδέησε νὰ παρέλθωσιν εἴκοσι καὶ τέσσαρας ὧραι, διὰ νὰ δικαιολογηθῇ μόλις τώρα, ὡς ἐδικαιολογήθη. Ἀλλ’ ἐγὼ τώρα δὲν ἤθελον νὰ ἐπαναλάβω τὸ χθὲς λεχθέν. Ἤθελον μόνον νὰ εἴπω, ὅτι ἀπῆλθεν ἐκ Λονδίνου, ὅπου εἶχεν ἀποσταλῆ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, ἀμειβόμενος ἁδρότατα ἐκ τοῦ πτωχοῦ ἡμῶν ταμείου, χωρὶς νὰ ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν τοῦ δανείου, δι’ ἣν ἀπεστάλη ἐκεῖσε, χωρὶς νὰ δώσῃ κἂν πληροφορίαν τινὰ εἰς τὴν νέαν Κυβέρνησιν, ἥτις ἄνευ αὐτοῦ οὐδεμίαν εἴδησιν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ περὶ τοῦ σημείου, εἰς ὃ εἶχον φθάσει αἱ διαπραγματεύσεις, ἀφοῦ οὔτε ἡ ἐν Λονδίνῳ Πρεσβεία ἡμῶν οὔτε τὸ ἐνταῦθα Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχον γνῶσίν τινα αὐτῶν.

§46ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§47ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἔχω, Κύριοι, νὰ προσθέσω τι πλέον εἰς ὅσα καὶ χθὲς καὶ σήμερον εἶπον περὶ συμβάσεως καὶ δανείου. Ἀλλ’ ἐξ αὐτῆς τῆς ὁμολογίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, καθ’ ἣν τῳόντι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε τηλεγραφήσει πρὸς αὐτὸν τὴν 26 ἢ τὴν 27 ὡς ἀπάντησιν εἰς τὸ ἰδικόν του τελευταῖον τηλεγράφημα, «ἀναβαίνω εἰς τὰ Ἀνάκτορα, ὅπως ὑποβάλω τὴν παραίτησίν μου», τί συνάγετε ὑμεῖς; Συνάγετε βεβαίως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πᾶς λογικῶς σκεπτόμενος δὲν δύναται ἢ νὰ συναγάγῃ, ὅτι δηλαδὴ, ἀφοῦ ἐκ τοῦ τελευταίου ἐκείνου τηλεγραφήματος τοῦ κ. Θεοτόκη ἐπείσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ δάνειον ἀπέτυχε, τότε μετέβη παρὰ τῷ Βασιλεῖ ἀπ’ εὐθείας, οὐχὶ ὅπως συνεννοηθῇ μετ’ αὐτοῦ περὶ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς κυρώσεως αὐτῆς, ἀλλ’ ὅπως ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀνατρέπει ἄρδην ὅσους ὑπαινιγμοὺς ἔκαμε προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τῶν λόγων τῆς παραιτήσεώς του καὶ περὶ διαφωνίας δῆθεν, ἥτις ἐπῆλθε μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Στέμματος. Τί μᾶς εἶπε κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του; ὅτι αὐτὸς μὲν ἦτο τῆς γνώμης, ὅτι ἡ σύμβασις ἠδύνατο νὰ κυρωθῇ καὶ δι’ ἁπλοῦ διατάγματος, ὁ Βασιλεὺς ὅμως ἦτο τῆς γνώμης, ὅτι ἔπρεπε νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλή, ὅπως κυρώσῃ αὐτὴν διὰ νόμου. Τοῦτο ἤρκεσεν, ἵνα ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πεισθῇ, ὅτι τὸ Στέμμα δὲν τὸν περιέβαλλε πλέον μὲ τὴν προσήκουσαν ἐμπιστοσύνην, καὶ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ σύμβασις ἦτο ἤδη ἑτοίμη πρὸς ὑπογραφὴν καὶ τὸ δάνειον ἕτοιμον νὰ χορηγηθῇ εἰς ἡμᾶς. Τὴν σήμερον ὅμως ἡ ὁμολογία τοῦ κ. Θεοτόκη...

§48ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἔκαμα κἀμμίαν ὁμολογίαν.

§49ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἠρνήθητε, ὅτι μετὰ τὸ τελευταῖον τηλεγράφημά σας ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησεν «ἀναβαίνω εἰς τὰ Ἀνάκτορα νὰ ὑποβάλω τὴν παραίτησίν μου». Τοῦτο τί σημαίνει; Ὅτι οὐδεμία διαφωνία ὑπῆρχε μεταξὺ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ Βασιλέως; καὶ ὁ κ. Τρικούπης, ἀφοῦ ἀπέτυχε τὸ δάνειον, ἀνῆλθεν εἰς τὰ Ἀνάκτορα καὶ ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν του, ὁμολογῶν τὴν πλήρη ἀποτυχίαν καὶ τοῦ δανείου καὶ τῆς οἰκονομικῆς του πολιτικῆς. Δάνειον λοιπόν, Κύριοι, δὲν ὑπῆρχεν, ὅπως δι’ αὐτοῦ ἐκπληρώσωμεν τὰς ἐπειγούσας ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Μένει νῦν νὰ ἐξετάσωμεν, κατὰ πόσον ἐπέτρεπεν ἡμῖν αὐτὴ ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου, ἵνα σκεφθῶμεν περὶ ἐκπληρώσεως τῶν τοιούτων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους· διότι καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἀπηύθυνε καθ’ ἡμῶν αἰτίασιν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι δηλαδή, καίτοι ἔχοντες ἐπαρκῆ τὰ μέσα ἐν τοῖς δημοσίοις ταμείοις, οὐδὲν ἧττον ἀνεστείλαμεν ἡμεῖς τὰς πληρωμὰς τοῦ Κράτους. Πρὸς τοὺς ἀριθμούς, οὓς ἀντέταξαν κατὰ τοῦ τοιούτου ἰσχυρισμοῦ του καὶ ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς κ. Σωτηρόπουλος καὶ ὁ κ. Ράλλης, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀντέλεξε τὰ συνήθη καὶ τετριμμένα αὐτῷ. Οὐδένα τῶν ἀριθμῶν ἐκείνων ἀπεπειράθη κἂν νὰ ἀποδείξῃ ἀνακριβῆ, καὶ ἐν τούτοις ἰσχυρίσθη μετὰ τοῦ γνωστοῦ στόμφου του, ὅτι ὁ κ. Σωτηρόπουλος διέστρεψε τοὺς ἀριθμούς, τοῦτο δὲ ἔπραξεν ἐπίτηδες, ὅπως διασκεδάσῃ ἐπὶ τῇ ἁπλοϊκότητι τῶν συναδέλφων του! Καὶ δύναται μὲν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ διαστρέφῃ αὐτὸς τὰ πράγματα καὶ τοὺς ἀριθμοὺς, ὡς πολλάκις ἤδη ἀπεδείχθη τοῦτο· δύναται προσέτι τὴν τοιαύτην διαστροφὴν ν’ ἀποτολμᾷ, ὅπως διασκεδάζῃ μὲ τὴν ἁπλοϊκότητα καὶ τῶν συναδέλφων του καὶ τῆς ὑποστηριζούσης αὐτὸν πλειονοψηφίας, ἥτις ἀνέχεται αὐτὸν λέγοντα ὅσα ἡμεῖς καθ’ ἑκάστην ἐλέγχομεν ὡς ἀνακριβῆ καὶ ἀνυπόστατα. Δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως εἰς αὐτόν, νομίζω, ὅπως, ἐξ ἰδίων κρίνων τὰ ἀλλότρια, καταγγέλλῃ καὶ ἄλλους ὡς μιμητὰς τοῦ παραδείγματός του. Διότι τί ἐκέρδησεν ἐπὶ τέλους μὲ αὐτό; μόνον ὅτι μὲ ἀναγκάζει νῦν νὰ τῷ ἀποδείξω ἐγώ, ὅτι πάντες οἱ ἀριθμοί, οὓς καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος καὶ ὁ κ. Ράλλης ἐπεκαλέσθησαν, εἶναι ἀκριβεῖς, ἀκριβέστατοι μέχρι κεραίας, στηριζόμενοι εἰς τὰς ἐπισήμους καταστάσεις, ἃς ὑπέβαλον εἰς ἡμᾶς, συνυπογράψαντες αὐτὰς τῇ 3 Μαΐου, πάντες οἱ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ ὑπ’ αὐτοῦ διωρισμένοι, οὐδ’ αὐτοῦ τοῦ γνωστοῦ ὀργάνου του, τοῦ εἰς τὸν κατὰ τὰς ὀρέξεις του μετασχηματισμὸν τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν διακρινομένου, Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Λογιστικοῦ τοῦ Κράτους κ. Φλώρου ἐξαιρουμένου. Τί δὲ ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν καταστάσεων τούτων, Κύριοι, τὰς ὁποίας ἔχω ἐν πρωτογράφῳ ἐνώπιόν μου; Ἀκούσατε. Τῇ 3ῃ Μαΐου, Κύριοι, καθ’ ἣν ἡμέραν ἡμεῖς ἀνελαμβάνομεν τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους, ὑπῆρχον ἐν τοῖς ταμείοις αὐτοῦ, κατὰ τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος καταστάσεις.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
ά) ἐν τῷ Κεντρικῷ ταμείῳ.
1) Εἰς χρυσὸν δρᾳχ. 64,257.80
2) Εἰς ἄργυρον » 129,314.26
3) Εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια » 641,692.54
4) Εἰς συναλλάγματα » 147.60
Ἐν ὅλῳ » 835,411.48
βʹ)ἐν τοῖς λοιποῖς ταμείοις τοῦ Κράτους.
1) Εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δραχ. 2,069,284.—
2) Εἰς χαλκὸν » 45,000.—
3) Εἰς ἐφθαρμένα κέρματα » 492,000.—
Ἐν ὅλῳ » 2,605,284.—
Ἐὰν εἰς ταῦτα προσθέσωμεν καὶ τὸ διαθέσιμον ποσὸν ἐκ τοῦ ἐπ’ ἀναγκα-
στικῇ κυκλοφορίᾳ δανείου, οὕτω τὸ ἐνεργητικὸν τῶν ταμείων τοῦ Κράτους
ἀνήρχετο ἐν συνόλῳ εἰς » 3,671,480.52
Ἀπέναντι τοῦ ποσοῦ τούτου εἶχον νὰ πληρώσωσι μόνον
τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον καὶ τὸ ταμεῖον τῶν ἐπαρχιακῶν
ἐξόδων Ἀττικῆς τὰ ἑξῆς ποσά:
αʹ)εἰς χρυσόν.
1) Ἐξ ἐνταλμάτων Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1892 δραχ. 892,134.—
2) Ἐξ ἐνταλμάτων τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1893 » 84,150.—
3) Ἐξ ἐνταλμάτων Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1892 » 81,407.—
Ἐν ὅλῳ » 1,056,691.—
ἅτινα μετατρεπόμενα εἰς τραπεζ. γραμμάτια κατὰ τὴν τότε
διατίμησιν τοῦ συναλλάγματος θ’ ἀπέδιδον 1,700,000.—
βʹ)Εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια:
1) Ἐξ ἐνταλμάτων Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1892 δραχ. 408,922.—
2) Ἐξ ἐνταλμάτων τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1893 » 318,283.—
3) Ἐξ ἐνταλμάτων διαφόρων Ὑπουργείων καὶ τῶν δύο χρήσεων » 772,745.—
4) Ἐξ ὀφειλομένων πρὸς τὴν ἑταιρίαν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης » 713,000.—
5) Ἐξ ὑπολοίπου ὀφειλομένου εἰς τὰς
Τραπέζας ἐξ ἀνταλλαγῆς ἐφθαρμένων κερμάτων » 1,608,812.—
Ἄν εἰς ταῦτα ὑπολογίσωμεν καὶ τὰς ἐκκρεμεῖς πληρωμὰς τῶν διαφόρων ἐπαρ-
χιακῶν ταμείων τοῦ Κράτους εἰς » 1,500,000.—
ἔχομεν ἐν συνόλῳ ὀφειλόμενον ποσὸν ἐκ » 7,021,762.—
ὅπερ ὑπερέβαινε τὸ ἐνεργητικὸν κατὰ διπλάσιον σχεδόν.
Ἀπέναντι τῶν τοκομεριδίων τῆς Αʹ ἑξαμηνίας τρ. ἔτους
ὑπῆρχον κατατεθειμέναι αἱ ἑξῆς ὑπέγγυοι εἰσπράξεις:
1) Εἰς Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ δάνειον τριῶν Μεγάλων Δυνάμεων δραχ. 332,240.08
2) Εἰς Τράπεζαν Κων/πόλεως διὰ δάνεια 120 καὶ 170 ἑκατομμυρίων » 624,055.76
3) Εἰς Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας διὰ δάνεια 120 καὶ 170 ἑκατομμυρίων » 458,424.89
4) Εἰς Ἑταιρίαν Μονοπωλίων διὰ δάνειον 135 ἑκατομμυρίων » 1,282,577.60
5) Εἰς Ἐθν. Τράπεζαν διὰ δάνειον 16 ἑκατομμυρίων » 139,317.43
Εἰς μεταφορὰν » 2,836,615.76
Ἐκ μεταφορᾶς δραχ. 2,836,615.76
Εἰς τὰ ποσὰ ταῦτα προστιθεμένων καὶ τῶν πιθανῶν ὑπολοίπων ἐξ εἰσπρά-
ξεων τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων διὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον ἐκ » 320,000.—
ἔχομεν ἐν συνόλῳ » 3,156,615.76
Καὶ μὲ αὐτὸ τὸ ποσόν, Κύριοι, ὠφείλομεν νὰ καλύψωμεν τὰ ἑξῆς τοκομερίδια:
αʹ)εἰς χρυσόν:
1) Καθυστεροῦντα ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1893 διὰ δάνειον τριῶν Μεγ. Δυνάμεων δραχ. 600,000.—
2) Τῇ 3 Ἰουνίου διὰ δάνειον Σιδηρδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης » 1,526,456.75
3) Τῇ 19 Ἰουνίου διὰ δάν. 120 ἑκατομμυρίων » 3,497,902.50
4) Τῇ 19 Ἰουνίου διὰ δάν. 170 ἑκατομμυρίων » 3,034,622.60
5) Τῇ 19 Ἰουνίου διὰ δάν. 135 ἑκατομμυρίων » 2,818,522.50
Ἐν ὅλῳ δραχ. 11,477,504.35
Εἰρήσθω δ’ ἐν παρόδῳ, ὅτι τὰ ποσὰ ταῦτα ὤφειλε τὸ
Δημόσιον κατὰ τὰς συμβάσεις νὰ ἐμβάσῃ ἀρμοδίως δέκα
καὶ πέντε ἡμέρας πρὸ τῆς λήξεως ἑκάστης προθεσμίας.
βʹ)εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια:
1) Τῇ 15 Ἰουνίου διὰ δάνειον 26 ἑκατομμυρίων δραχ. 507,537.50
2) Τῇ 15 Ἰουνίου διὰ δάνειον 10 ἑκατομμυρίων » 22,156.25
3) Τῇ 30 Ἰουνίου διὰ δάνειον 9 ἑκατομ. » 244,750.—
4) Τῇ » » » » ὁδοποιΐας » 48,438.55
Ἐν ὅλῳ δρ. 822,882.30
Ἀπέναντι λοιπὸν ἐνεργητικοῦ ἐκ 3,156,615 δρ. εἰς τρα-
πεζικὰ γραμμάτια εἴχομεν ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην παθη-
τικὸν ἐκ φρ. χρ. 11½ ἑκατομμυρίων περίπου καὶ ἐξ
822,000 δρ. εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια.
Ἀλλ’ εἴχομεν, Κύριοι, πλὴν τούτων καὶ ἄλλας ὀφειλὰς
τοῦ Δημοσίου τάχιον ἢ βράδιον ἀπαιτητάς. Τοιαῦται ἦσαν:
αʹ)κυμαίνοντα χρέη εἰς χρυσόν:
1) Ἐκπρόθεσμον ἀπὸ 19 Ἀπριλίου τὸ τῶν 64,000 λιρ. στερλινῶν ἐκ φρ. 1,600,000.—
2) Ἐκπρόθ. ἀπὸ 19 Ἀπριλίου τὸ τῶν 35,000 λιρ. στερλ. » 875,000.—
3) Ληξιπρόθ. τῇ 24 Μαΐου τὸ » 5,815,000.—
4) » τῇ 6 Ἰουλίου » » 700,000.—
5) » τῇ » » » » 703,733.—
6) » τῇ 7 Ἰουν. τὸ τῶν 66,588 λ. σ. » 1,663,965.—
7) » τῇ 6 » » 61,500 » » 1,537,500.—
8) » τῇ 2 Ἰουλίου τὸ » 7,300,000.—
9) » τῇ 9 » τὸ τῶν 40,000 » » 1,000,000.—
Ἐν ὅλῳ » 21,195,198.—
βʹ)εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐξ ἐντόκων γραμματίων:
1) Ἐκπρόθεσμα ἀπὸ 30 Ἀπριλίου δραχ. 2,861,201.—
2) Ληξιπρόθεσμα τῇ 30 Μαΐου » 3,710,300.—
3) » τῇ 30 Ἰουνίου » 3,480,889.—
4) » τῇ 30 Ἰουλίου » 1,166,541.—
5) » τῇ 30 Αὐγούστου » 20,500.—
6) » τῇ 30 Σεπτεμβρίου » 217,831.—
7) » τῇ 30 Ὀκτωβρίου » 1,169,849.—
Ἐν ὅλῳ » 12,627,113.—

Καὶ διὰ τὰ κινητὰ ταῦτα χρέη, Κύριοι, τὰ ἀνερχόμενα εἰς 21,195,198 φρ. χρ. καὶ εἰς 12,127,113 δρ. εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τὸ Δημόσιον δὲν εἶχε νὰ ἐπιδείξῃ ἐνεργητικόν τι ἢ ἀντίκρυσμα, εἰμὴ μόνην τὴν πίστιν του. Ἀλλὰ τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν εἶχε τρώσει ἤδη τότε εἰς τὰ καίρια ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς ἀποτυχίας τοῦ μεγάλου ἐξωτερικοῦ δανείου, δι’ οὗ ἐπλήρου μέχρι τῆς 3 Μαΐου κενῶν ἐλπίδων ὅλους τοὺς δικαιούχους, καὶ ἐτύγχανεν ἐπανειλημμένων ἀνανεώσεων. Τὸ δάνειον ἐκεῖνο εἶχε παραστήσει ὡς τὴν τελευταίαν ἄγκυραν σωτηρίας· ταύτης ὅμως ἐκλιπούσης, τίς δὲν θ’ ἀπηλπίζετο πλέον περὶ ἀνορθώσεως τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν καὶ δὲν θ’ ἀπέφευγεν ἐφεξῆς τὴν ἀνανέωσιν παντὸς κινητοῦ χρέους; Εἴχομεν λοιπὸν, Κύριοι, ἐν συνόλῳ ὀφειλὰς τοῦ Δημοσίου ἤδη ἐκπροθέσμους, ὡς εἴδομεν, ἢ ἀπαιτητὰς ἐντὸς ἡμερῶν, ἑβδομάδων καὶ μηνῶν, ὑπὲρ τὰ 50 ἑκατομμύρια, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ μέγιστον μέρος εἰς χρυσὸν, καὶ ἀπέναντι αὐτῶν ποσὸν διαθέσιμον ἐν μὲν τοῖς δημοσίοις ταμείοις περὶ τὰ 3½ ἑκατομμύρια, ἐξ ὧν περὶ τὰς 500,000 δρ. ἐφθαρμένα κέρματα, παρὰ δὲ ταῖς ἁρμοδίαις Τραπέζαις καὶ τῇ Ἑταιρίᾳ τῶν Μονοπωλίων ὑπεγγύους εἰσπράξεις περὶ τὰ 3 ἑκατομμύρια! Καὶ ἡ κατάστασις αὕτη ἦτο τόσον ἀπελπιστικὴ, ὥστε δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ τρέψῃ εἰς φυγὴν καὶ αὐτὸν τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Τώρα βεβαίως ἠδύνατο νὰ λέγῃ, ὅτι εἶχεν ἀκόμη διαθέσιμα τὰ 8,760,000, τὰ ἐνέχυρα παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ διὰ τὴν προκαταβολὴν τῶν 7,300,000 χρ. φράγκων, πρὸς δὲ τὰ δαπανηθέντα διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσσης καὶ τὰ ἐπιστραφέντα ἐκ τῶν ὀφειλομένων πρὸς τὴν Ἐθν. Τράπεζαν 2,000,000. Ἀλλ’ αὐτοὶ εἶναι ἁπλοῖ μῦθοι, Κύριοι, μὲ τοὺς ὁποίους δύναται τώρα νὰ διασκεδάζῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τοὺς 102 ὀπαδούς του Βουλευτὰς, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι μῦθοι βεβαίως οὐδεμίαν πέρασιν θὰ εἶχον ἀπέναντι τῶν πιστωτῶν τοῦ Κράτους. Διότι οἱ πιστωταὶ τοῦ Κράτους ἐγίνωσκον κάλλιον τῶν 102, ὅτι, ὅπως ἀναλάβῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰ 8,760,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ προηγουμένως τὰ 7,300,000 εἰς χρυσὸν, τὰ ὁποῖα οὔτε εἶχεν, οὔτε ἠδύνατο νὰ ἀνεύρῃ· ὅτι τὰ εἰς τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσσης δαπανηθέντα ὠφείλοντο ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀπέναντι τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, τοῦ διατεθέντος καταχρηστικῶς ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου· ὅτι τὰ 2,000,000, τ’ ἀποδοθέντα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἦσαν μέρος ὀφειλῆς τοῦ Κράτους πρὸς αὐτὴν, τὰ ὁποῖα τόσῳ μᾶλλον δὲν ἠδύναντο ν’ ἀναληφθῶσι νῦν ὑπ’ αὐτοῦ, ὅσῳ κατὰ τὴν ὁμολογίαν καὶ αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶχον διατεθῆ ἤδη ὑπὲρ τῶν σταφιδοκτημόνων. Ἀπέναντι δὲ τοῦ χάους τούτου, ὅπερ παρίστα ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου τὴν 3 Μαΐου, τί ἠθέλετε νὰ πράξωμεν ἡμεῖς τότε; Τὴν ἀξίωσιν, Κύριοι, τῶν ἡγουμένων τῶν «πολυωνύμων ὁμάδων», καθ’ ἣν δῆθεν ὠφείλομεν, πιστοὶ ἐμμένοντες εἰς τὰς περὶ ἐπαρκείας γνώμας ἡμῶν, νὰ ἐκπληρώσωμεν τοῖς μετρητοῖς ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, θεωρῶ ὅλως ἀναξίαν λόγου. Δυστυχῶς παρῆλθεν ὁ χρόνος τῶν θαυμάτων, καθ’ ὃν θὰ ἦτο δυνατὸν διὰ μαγικῆς τινος ῥάβδου τὰ 6 ἢ 6½ ἑκατομμύρια τοῦ ταμείου τοῦ Κράτους καὶ τῶν ὑπεγγύων εἰσπράξεων νὰ γείνωσιν αἴφνης 50 ἑκατομμύρια. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ ἔχωσιν ἰδίᾳ οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Γόρτυνος καὶ ἐξ Ἄρτης Βουλευταὶ τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ὠφείλομεν τὰ ἐλλείποντα 44 ἑκατομμύρια νὰ πληρώσωμεν ἐξ ἰδίων. Διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἔπρεπε νὰ δώσωσιν αὐτοὶ πρῶτοι τὸ καλὸν παράδειγμα ἐν ἔτει 1890, ὅτε, προκειμένου περὶ πληρωμῆς τῶν τοκομεριδίων μιᾶς ἑξαμηνίας, δὲν ἀπεκόμισαν τὸ ὀφειλόμενον ποσὸν ἐκ τῶν οἴκων των, ὡς ἔλεγε τότε ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν, ἀλλὰ προσέφυγον καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν καταχρηστικὴν διάθεσιν τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, μιμηταὶ γενόμενοι ἐν τούτῳ τοῦ παραδείγματος τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, τὸ ὁποῖον πρὶν εὕρισκον τόσον ἀξιοκατάκριτον καὶ χρῆζον παραπομπῆς εἰς εἰδικὸν δικαστήριον. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής: «τὴν κατάστασιν αὐτὴν ὠφείλετε νὰ γινώσκετε, καὶ πρὶν ἢ ἀναλάβητε τὴν Κυβέρνησιν, ἢ τοὐλάχιστον ἀφοῦ ἐπληροφορήθητε αὐτὴν ὕστερον καὶ εἴδετε ὅτι ἦτο ἀπελπιστική, εἴχετε καθῆκον νὰ παραιτηθῆτε ἀμέσως»· καὶ εἰς τοῦτο συνεφώνησε πρὸς αὐτὸν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ἡμεῖς, Κύριοι, καὶ ἐν ἄλλοις πολλοῖς καὶ ἐν τούτῳ διαφωνοῦμεν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν καὶ πρὸς τὸν κύριον Πρωθυπουργόν. Αὐτοὶ τὸ κυβερνᾷν ὑπολαμβάνουσιν ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον δύνανται νὰ νέμωνται, ἐφ’ ὅσον τοῖς ἀρέσκῃ καὶ ἐφ’ ὅσον αὐτὸ δὲν τοῖς παρέχῃ πράγματα, εὐθὺς δὲ, ὡς ἤθελον ἴδει τὴν κατάστασιν δυσχεραινομένην, νὰ ῥίπτωσι τὰς κλεῖδας τῶν Ὑπουργείων κατὰ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, καὶ νὰ τρέπωνται εἰς φυγήν, φροντίζοντες μόνον περὶ σωτηρίας τοῦ σαρκίου των. Ἡμεῖς ὅμως τὸ κυβερνᾷν θεωροῦμεν καθῆκον, καὶ δὴ καθῆκον ἐκ τῶν ὑπερτάτων πρὸς τὴν πατρίδα, τὸ ὁποῖον καλεῖται νὰ ἐπιτελέσῃ ὁ πολιτικὸς ἀνὴρ, μάλιστα ἐν κρισίμοις στιγμαῖς. Ἡμεῖς τοιοῦτο καθῆκον ἐνομίζομεν ὅτι ἐκλήθημεν νὰ ἐπιτελέσωμεν τὴν 3 Μαΐου, θὰ ἐθεωροῦμεν δὲ ἡμᾶς αὐτοὺς ῥιψάσπιδας καὶ λιποτάκτας αὐτοῦ τοῦ καθήκοντος, ἐὰν, συμμορφούμενοι πρὸς τὰ παραδείγματα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ἐν ἔτει 1886 καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐν ἔτει 1893, ἀπεδυσπετοῦμεν καὶ ἐτρεπόμεθα εἰς φυγήν. Παρεμείναμεν, Κύριοι, ἐν τῇ ἀρχῇ, καθ’ ὃ εἴχομεν καθῆκον, προκειμένου δὲ νὰ ἐκλέξωμεν μεταξὺ χρεωκοπίας, καὶ χρεωκοπίας δολίας, ἀφ’ ἑνὸς, καὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως ἀφ’ ἑτέρου, οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἐδιστάσαμεν νὰ προτιμήσωμεν τὴν δευτέραν λύσιν. Τώρα, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπεδείχθη εἰς ἡμᾶς ἐνταῦθα καὶ τρίτη τις λύσις, ἡ διὰ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Τὴν γνώμην ταύτην ἐξήνεγκε πρῶτος ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ, Κύριοι, δὲν εἶναι Ἀκαδημία ἢ σύλλογος «Παρνασσὸς», εἰς ὃν συγκαλούμενον δύναται ἕκαστον τῶν μελῶν ν’ ἀνακοινώνῃ τὴν γνώμην του ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν. Ἡ Βουλὴ εἶναι σῶμα, ὅπερ κέκληται νὰ ἐξενέγκῃ ψῆφον ἐπὶ ὡρισμένων μέτρων, ἅτινα ὑποβάλλονται εἰς τὴν κύρωσιν αὐτῆς, ἢ ἐπὶ τετελεσμένων γεγονότων, ἅτινα ὑπάγονται εἰς τὸν ἔλεγχον αὐτῆς. Ἀλλ’ ἅμα τῇ ἀνόδῳ ἡμῶν εἰς τὴν ἀρχὴν οὔτε μέτρον τι ὡρισμένον ἠδυνάμεθα νὰ ὑποβάλωμεν εἰς αὐτὴν, οὔτε τετελεσμένον τι γεγονὸς εἶχεν αὐτὴ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν ἔλεγχόν της. Βεβαίως, ἐὰν ἠξεύρομεν, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι νομισματοκοπεῖον καὶ ἠδύνατο νὰ μᾶς παράσχῃ τὰ ἀναγκαιοῦντα κατὰ μῆνα Μάιον ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἵνα πληρώσωμεν τὰς ἀπαιτητὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου· ἢ ἐὰν ἠξεύρομεν, ὅτι οἱ δυνάμενοι ἐκ τῶν Βουλευτῶν θὰ εἰσέφερον προθύμως δι’ ἐράνου τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ἀπαιτούμενα ἔστω καὶ διὰ τὰ τοκομερίδια τῆς Αʹ ἑξαμηνίας, προθύμως θὰ συνεκαλοῦμεν τότε τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ οἱ μόνοι δυνάμενοι ἐκ τῶν Βουλευτῶν νὰ εἰσφέρωσι τοιοῦτον ἔρανον θὰ ἦσαν ἴσως οἱ κκ. Σκουλούδης, Συγγρὸς καὶ Καραπάνος. Ἐξ αὐτῶν ὅμως ὁ μὲν πρῶτος θὰ ἔλεγεν ἴσως, ὅτι, ἐὰν ἤθελεν αὐτὸς νὰ παράσχῃ τοιοῦτον ἔρανον, θὰ τὸν παρεῖχεν, ὅτε ἦτο ὁ ἴδιος ἐν τῇ Κυβερνήσει, οἱ δὲ δύο ἄλλοι θ’ ἀπεποιοῦντο ἐπίσης ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὴν ἔκκλησιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι θὰ ἔλεγον, ὅτι τοῦτο ἀντίκειται πρὸς τὴν γνώμην αὐτῶν, καθ’ ἣν τὸ Κράτος ὤφειλε πρὸ πολλοῦ νὰ χρεωκοπήσῃ. Ἀλλ’ εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδικαιολόγησεν ἄλλως πως τὴν διὰ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς λύσιν. Αὐτὸς εἶπεν, ὅτι ἐκ τῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους θὰ ἠντλοῦμεν τὸ σθένος, ἵνα ἀντιμετωπίσωμεν ὅλας τὰς τότε ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ σθένος εἴχετε ὑμεῖς, κ. Πρωθυπουργέ, σθένος, τὸ ὁποῖον ἠντλεῖτε ἐκ τῆς καταπληκτικῆς πλειονοψηφίας, ἣν εἴχετε ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς παραιτήσεώς σας· διατὶ λοιπὸν δὲν ἤρκεσε τὸ σθένος σας ἐκεῖνο, ἵνα ἀντιμετωπίσητε δι’ αὐτοῦ τὰς ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου; διατὶ δὲν ἐπληρόνατε μὲ αὐτὸ τοὺς πιστωτάς του, ἀλλ’ ἐτράπητε εἰς φυγήν; Ἢ ἠθέλετε τὴν Βουλήν, ὅπως κηρύξῃ αὐτὴ τὴν χρεωκοπίαν καὶ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην διὰ τὸ αἰώνιον στίγμα, ὅπερ θὰ ἐνεκόλαπτεν οὕτως ἐπὶ τοῦ μετώπου τῆς Ἑλλάδος; Καὶ δὲν θὰ ἦτο ὄνειδος ἀνεξίτηλον διὰ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπανέλθῃ μόλις ἑβδομάδας τινὰς μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν της, καθ’ ἃς ἐψήφιζε νόμους περὶ δανείων καὶ ὑπεστήριζε τὴν ἐπάρκειαν, καὶ νὰ διαψεύσῃ αὐτὴ ἑαυτὴν καὶ νὰ εἴπῃ πρὸς τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους: «Κύριοι, ἤμην πρὶν ὑπὲρ τῆς ἐπαρκείας ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι θὰ σᾶς ἐξηπάτων νὰ δανείσητε καὶ αὖθις τὸ Κράτος δεκάδας τινὰς ἑκατομμυρίων, ἀφοῦ ὅμως ἀπέτυχον τοῦ σκοποῦ μου τούτου, ἰδοὺ ὅτι κηρύττομαι νῦν ὑπὲρ τῆς ἀνεπαρκείας, καὶ ψηφίζω, ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ ἀθετήσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ἤδη ἀναλάβει πρὸς ἡμᾶς, καὶ νὰ μὴ σᾶς πληρώσῃ τίποτε»; Πλὴν τί σᾶς ἔπταισεν ἡ Βουλή, κύριε Πρωθυπουργέ, ἵνα θέλητε νὰ στιγματίσητε αὐτὴν μὲ τοιοῦτον ὄνειδος. Ἡ Βουλὴ σᾶς περιέβαλε διὰ τῆς τυφλῆς ἐμπιστοσύνης της, ἐψήφισεν ἀγογγύστως ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐζητήσατε παρ’ αὐτῆς, ὅσον ἐπαχθῆ καὶ ἀφόρητα ἂν ἦσαν ταῦτα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὃν ἀντιπροσωπεύει. Ἂν δὲ σεῖς ἐν τῇ ἀβουλίᾳ ὑμῶν ἐξωθήσατε τὰ πράγματα εἰς τὴν καταστροφήν, διατὶ νὰ ἀναλάβῃ νῦν ἡ Βουλὴ καὶ τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών σας; Τουλάχιστον οἱ ἡγούμενοι τῶν «πολυωνύμων ὁμάδων» ἦσαν κατὰ τοῦτο συνεπέστεροι πρὸς ἑαυτούς. Οἱ δύο ἐξ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι πρὸ πολλοῦ ἦσαν κεκηρυγμένοι ὑπὲρ τῆς χρεωκοπίας, καὶ ὁ τρίτος, ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ὁ ὁποῖος τελευταῖος προσηλυτίσθη εἰς αὐτὴν τὴν ἰδέαν, εἶχον κατ’ ἐπίφασιν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωσι νῦν, ἀφοῦ εἶχε καταστῆ πλέον ἀναπόδραστος ἡ χρεωκοπία τοῦ Κράτους: «διατὶ δὲν συνεκαλεῖτε τὴν Βουλήν, ἵνα σημάνῃ αὐτὴ τὸν κώδωνα τῆς χρεωκοπίας;» Ὁ ἀξιότιμος μάλιστα ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς προέβη ἔτι περαιτέρω. Αὐτός, προκειμένου περὶ τοιαύτης πράξεως, ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἔκκλησις πρὸς αὐτὸν τὸν λαὸν καὶ ν’ ἀποφασίσῃ οὗτος διὰ τῶν ἐκλογῶν, ἐὰν ἤθελε τὴν χρεωκοπίαν ἢ ὄχι. Εἶναι αὐτὴ ἡ γνωστὴ πολιτικὴ τῆς ῥυμουλκήσεως, καθ’ ἣν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ζητεῖ πᾶσαν τὴν εὐθύνην τῶν κυβερνητικῶν του πράξεων νὰ ἐπιῤῥίπτῃ εἰς τὸν λαόν, οὗτινος φαντάζεται αὐτὸς ἑαυτὸν ὡς Πρωθυπουργόν, ἁπλοῦν ἐκτελεστὴν τῆς θελήσεώς του, καὶ ὅταν ἔτι διαπράττῃ τὰ μεγαλείτερα σφάλματα. Ἄλλοτε ἐβασάνισε μυριάδας Ἑλλήνων ὑπὸ τὰ ὅπλα ἐπὶ μῆνας πολλούς· ἐξαπέστειλε πολλοὺς ἐξ αὐτῶν εἰς τὸν Ἅδην· ἐδαπάνησε 52,000,000 κατὰ τὸν ἴδιον λολαριασμόν του· καὶ τί εἶπεν ἔπειτα; «Δὲν πταίω ἐγὼ διὰ τοῦτο ἠκολούθουν τὴν πολιτικὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις ἠθέλησε νὰ ὑποστῇ αὐτὰς τὰς ζημίας καὶ καταστροφάς». Αὐτὸς πταίει, καὶ πάντοτε, ὁσάκις συμβαίνῃ κἀνὲν δυστύχημα εἰς τὸν ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν, ἐννοεῖ αὐτὸς νὰ παρίσταται πάντοτε ἀθῶος, νὰ ἐπιῤῥίπτῃ δὲ τὴν εὐθύνην εἰς τοὺς ἄλλους, οἵτινες ἀκολουθοῦσιν αὐτόν, οἵτινες τὸν φέρουσιν εἰς τὰ πράγματα ὡς ἐθνάρχην...

§50ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τότε ἦσθε φίλος του.

§51ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι· λάβετε ἀνὰ χεῖρας τὰ πρακτικὰ τοῦ 1866, καὶ θὰ ἴδητε ὁποίους φιλιππικοὺς ἀπήγγελλον τότε κατ’ αὐτοῦ διὰ τὴν ἐπιστρατείαν.

§52ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι· αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος ἔλεγε τότε, δικαιολογούμενος, ὅτι δὲν ἐπολέμησεν, ἀνάλογόν τι πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου, δικαιολογούμενος διατὶ δὲν ὑπέγραψε τὴν σύμβασιν· εἶπεν ὅτι εὗρεν ἀμφιβολίας ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπως ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου εὗρεν ἀμφιβολίας εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Στέμματος διὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως.

§53ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λοιπὸν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, συνεπέστερος πρὸς ἑαυτὸν ὤν, τί λέγει; Πρέπει νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅπως διὰ νέων ἐκλογῶν δηλώσῃ, ἐὰν θέλῃ τὴν χρεωκοπίαν ἢ ὄχι, ὅπως αὐτὸς μόνος του θέσῃ ἐπὶ τοῦ μετώπου του τὸ στίγμα τῆς τοιαύτης ἀτιμίας. Ὄχι, Κύριοι, ἐάν ποτε ἐπέπρωτο νὰ ἐπέλθῃ αὐτὸ τὸ δυστύχημα, δὲν πρέπει νὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην ὁ πάντη ἀθῶος Ἑλληνικὸς λαός· πρέπει τὴν εὐθύνην νὰ φέρωσι πλήρη καὶ ἀκεραίαν οἱ πρωτουργοὶ καὶ οἱ συνεργοὶ τῆς τοιαύτης καταστάσεως. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, Κύριοι, δι’ οὓς ἡμεῖς ἀπεκρούσαμεν τὴν τρίτην λύσιν, τὴν διὰ τῆς συγκλήσεως ἢ διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ὑπελείποντο ἄρα εἰς ἡμᾶς μόναι αἱ δύο ἄλλαι λύσεις, ἡ τῆς χρεωκοπίας καὶ ἡ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως. Διὰ τὴν πρώτην δὲν ἤμεθα ἡμεῖς κεκλημένοι. Εἰς ἄλλους ἀνήκει ἡ ἐφεύρεσίς της ἐν Ἑλλάδι· εἰς αὐτοὺς ἐναπέκειτο καὶ τὸ γέρας, ἵνα συντελέσωσιν αὐτήν, ἐὰν τὰ πράγματα ἦγον τὸ Κράτος εἰς τοιαύτην ἀναπόδραστον καταστροφήν. Ἡμεῖς καὶ δι’ ἄλλον λόγον δὲν προέβημεν εἰς τοιαύτην λύσιν, τὸν ἑξῆς. Οἱ ξένοι, Κύριοι, δὲν λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὴν σήμερον διέπει τὰ πράγματα παρ’ ἡμῖν Ὑπουργεῖον Τρικούπη, τὴν ἐπαύριον Ὑπουργεῖον Σωτηροπούλου καὶ ἔπειτα ἄλλο. Οἱ ξένοι ἔχουσιν ὑπ’ ὄψιν ἑνιαίαν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἀπέναντι τῆς ὁποίας ἀναλαμβάνουσιν ὑποχρεώσεις καὶ ἐννοοῦσι νὰ διεκδικῶσι τὰ δικαιώματά των. Καὶ ἀφοῦ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μέχρι τῶν παραμονῶν τῆς 3 Μαΐου διεβεβαίου ὅλον τὸν κόσμον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκετο ἐν πλήρει ἐπαρκείᾳ καὶ ὅτι ἠδύνατο οὐ μόνον τὰς ὑπαρχούσας ὑποχρεώσεις νὰ ἐκπληρώσῃ πλήρεις καὶ ἀκεραίας, ἀλλὰ καὶ νέας ν’ ἀναλάβῃ, ἐζήτει δὲ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ πείσῃ τοὺς ξένους κεφαλαιούχους, ἵνα τῇ δανείσωσι πολλὰς δεκάδας ἑκατομμυρίων, πῶς ἦτο δυνατὸν μετὰ ταῦτα, χωρὶς νὰ παρεμπέσῃ τι ἀπολύτως δικαιολογοῦν τὴν τοιαύτην μετάπτωσίν της, νὰ μεταβάλῃ ὅλως αἰφνιδίως ἀπὸ τῆς μιᾶς εἰς τὴν ἄλλην ἡμέραν πολιτικὴν καὶ νὰ διακηρύξῃ, ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν πλέον, ὄχι μόνον τὰς νέας, ἀλλ’ οὐδὲ τὰς παλαιὰς ὑποχρεώσεις νὰ ἐκπληρώσῃ; Δὲν θὰ ἦτο τοῦτο δολία χρεωκοπία, συντελουμένη μάλιστα μετὰ τὰς περὶ δανείου ἀποπείρας, αἵτινες θὰ ἐχαρακτηρίζοντο ὡς ἀπάτη τοῦ χειρίστου εἴδους, ὡς ἀπάτη ἀναξία οὐχὶ Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τοῦ τελευταίου ἰδιώτου; Ἀλλ’ οἱ ξένοι εἶχον, πλὴν τῶν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὰς τοῦ κ. Λόου, τοῦ εἰδικοῦ ἀπεσταλμένου τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, διαβεβαιώσεις περὶ ἐπαρκείας τῆς Ἑλλάδος. Ἐλέχθη μάλιστα ἄλλοτε, ὅτι τὸν κ. Λόου ἐξαπέστειλεν ἐνταῦθα ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις κατ’ αἴτησιν αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις μᾶς διεβεβαίου τότε, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ κ. Λόου τὸν ἐπεσκέπτετο συχνὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εὕρισκε δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λίαν εὐάρεστον τὴν συναναστροφήν του καὶ δυσηρεστεῖτο μόνον, ὅταν ὁ κ. Λόου ἀπήρχετο ἐκ τοῦ Ὑπουργείου. Ἡ ἀποστολὴ λοιπὸν τοῦ κ. Λόου ἐνταῦθα εἶχε σκοπὸν νὰ μελετήσῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας, καὶ νὰ συντάξῃ περὶ αὐτῆς ἔκθεσιν, ἐξ ἧς, δημοσιευομένης, θὰ ἐνωτίζοντο καὶ οἱ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ οἱ ἁπανταχοῦ τῆς Εὐρώπης κεφαλαιοῦχοι, ὁποία ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Λόου εἶχε δημοσιευθῆ ὀλίγας ἑβδομάδας πρὸ τῆς ἐλεύσεως ἡμῶν εἰς τὰ πράγματα, ἰδοὺ δὲ ὁποῖον ἦτο τὸ συμπέρασμα αὐτῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ οἰκονομικὴ εὐεξία τῆς Ἑλλάδος ἠμφισβητήθη ἀπό τινος χρόνου σπουδαίως. Δίκαιον ὅμως εἶναι νὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ χώρα αὕτη εἶναι ἀνεξάρτητος μόνον ἀπὸ ἑξήκοντα ἐτῶν, ἡ δὲ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο πρόοδος αὐτῆς εἶναι βεβαίως ἀξιοσημείωτος... Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως εἶναι ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, ὅτι ἡ μέλλουσα εὐημερία τῆς χώρας ἀπειλεῖται ἤδη ἐκ σπουδαίας κρίσεως, τὸ δὲ προκείμενον ζήτημα εἶναι, ἂν ἡ κρίσις αὕτη προέρχηται ἐκ μονίμων δυσμενῶν οἰκονομικῶν ἀφορμῶν, ἢ ἐξ ἀτυχοῦς δημοσιονομικῆς διαχειρίσεως. Ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ παροῦσα δυσχέρεια εἶναι ἀποτέλεσμα ἀτυχοῦς δημοσιονομικῆς διαχειρίσεως, τότε ἐγείρεται ἄλλο ζήτημα, ἂν δηλαδὴ ἀρκοῦσιν οἱ πόροι τῆς χώρας πρὸς ὑπέρβασιν διὰ καταλλήλων μέτρων τῶν ὑφισταμένων δυσχερειῶν, ἢ ἂν περιῆλθον τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ ἀποβαίνῃ ἀδύνατος ἡ θεραπεία ἄνευ ζημίας τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν νομίμων δικαιωμάτων τῶν δανειστῶν αὐτῆς. Αἱ πληροφορίαι αἱ περιεχόμεναι ἐν τῇ ἐπισυναπτομένῃ ἐκθέσει θέλουσι κριθῆ, ὡς ἐλπίζω, ἱκανῶς πλήρεις καὶ ἱκανῶς εὐχάριστοι, ὅπως δικαιολογήσωσι τὴν γνώμην, ὅτι διὰ μὲν τῆς παροχῆς προσωρινῆς βοηθείας εἶναι δυνατὴ ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τῆς ὑφισταμένης κρίσεως, διὰ δὲ καταλλήλων μέτρων ἡ ἐξασφάλισις ἐν τῷ μέλλοντι τῆς μέχρις ἐσχάτων τακτικῆς ἀναπτύξεως τῶν πόρων τῆς χώρας.» Ἐνῷ λοιπὸν μόλις πρὸ ὀλίγων ἑβδομάδων ὁ εἰδικὸς ἀπεσταλμένος τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς τοιαύτης ἐκθέσεώς του διεβεβαίου, ὅτι προέκειτο περὶ παροδικῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, τὰς ὁποίας ἠδύνατο κάλλιστα ἡ Ἑλλὰς διὰ καταλλήλων μέτρων νὰ ὑπερβάλῃ, εὑρισκομένη ἄλλως ἐν ἐπαρκείᾳ, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διεβεβαίου, ὅτι εἶναι ἱκανὴ νὰ ἐκπληρώσῃ πλήρεις καὶ ἀκεραίας τὰς ὑποχρεώσεις της, δὲν θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα ὅλος ὁ κόσμος νὰ μᾶς στιγματίσῃ ὡς δολίους χρεωκόπους, ἐὰν ἡμεῖς αἴφνης ἀνεκρούομεν πρύμναν καὶ διεκηρύττομεν μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ «ἐπτωχεύσαμεν δυστυχῶς»; Βεβαίως τοιαύτη ἦτο ἡ ἐνδόμυχος ἐπιθυμία καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν ἀξιοτίμων ἐξ Ἄρτης, ἐκ Μαντινείας καὶ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς, Κύριοι, δὲν ἤλθομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως καλύψωμεν τὰ κέφια τῶν ἀξιοτίμων αὐτῶν κυρίων. Ἤλθομεν, ὅπως καταβάλωμεν τὴν ἐσχάτην ἔντιμον καὶ εἰλικρινῆ προσπάθειαν πρὸς διάσωσιν τῆς τιμῆς τοῦ Κράτους καὶ τοῦ τόπου ἐκ τοῦ αἴσχους καὶ τοῦ ὀνείδους, ὅπερ οὗτοι ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην, ὡς πρωτουργοὶ ἢ συνεργοί, παρεσκεύασαν καὶ δυσανεσχέτουν νῦν, φοβούμενοι μήπως, χάριν τῶν προσπαθειῶν ἡμῶν, ἀποτύχῃ τὸ ἔργον των κατ’ αὐτὴν τὴν τελευταίαν στιγμήν. Καὶ ἡ ἔντιμος, Κύριοι, καὶ εἰλικρινὴς ἡμῶν προσπάθεια ἦτο ἡ ἀρξαμένη διὰ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, τῆς μόνης ἐναπολειπομένης εἰς ἡμᾶς λύσεως, μετὰ τὸ ὅλως ἀσύστατον καὶ ἀπόβλητον τῶν ἄλλων λύσεων, τῶν ὑποδειχθεισῶν ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων. Περὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως ἐπεφυλάχθημεν ἐν ἀρχῇ νὰ ὁμιλήσωμεν διὰ μακρῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἀναγεγραμμένου ἤδη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει· διότι ἐνομίσαμεν, ὅτι θὰ ἐσέβοντο καὶ οἱ ἄλλοι, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ληφθεῖσαν ἀπόφασιν, ὅπως μὴ γείνῃ περὶ αὐτοῦ λόγος κατὰ τὴν προκειμένην συζήτησιν.

§54Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμία τοιαύτη ἀπόφασις ἐλήφθη.

§55ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐλήφθη κατὰ πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι καὶ αὐτὸς οὗτος, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ ὅτι ἦσαν ἠναγκασμένοι ἐν παρόδῳ μόνον νὰ εἴπωσί τινα καὶ περὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, εἶπον περὶ αὐτοῦ ὅ,τι ἦτο καὶ ὅ,τι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπωσιν, ὅπως ἀποδείξωσιν, ὅτι, ἐνῷ διὰ τῆς ἁπλῆς ἀρνήσεως τῶν πρὸς τοὺς δανειστάς μας ὑποχρεώσεων θὰ ἐπτωχεύομεν ἁπλῶς, διὰ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως προέβημεν ἡμεῖς εἰς χρεωκοπίαν, ἢ κατ’ ἄλλους εἰς δολίαν χρεωκοπίαν. Τὴν χρεωκοπίαν, καὶ δὴ τὴν δολίαν, ἐν τῷ δανείῳ τῆς κεφαλαιώσεως ἐξῆραν παραδόξως πως οἱ γνωστοὶ ἀπόστολοι καὶ κήρυκες τῆς χρεωκοπίας τῆς Ἑλλάδος, οἱ ἔντιμοι ἐκ Μαντινείας καὶ ἐξ Ἄρτης Βουλευταὶ, καὶ τοῦτο ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἰδικόν των σύστημα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον αὐτοὶ ἐννοοῦσιν ὅτι δυνάμεθα κάλλιστα νὰ εἴπωμεν πρὸς τοὺς δανειστάς μας: «δὲν σᾶς πληρόνομεν τίποτε, Κύριοι· ἔχετε ὑπομονὴν, ἕως οὗ ἴδωμεν, τί χρειαζόμεθα ἡμεῖς ἐκ τῶν ἐσόδων μας, καὶ τότε, ἐὰν περισσεύσῃ τι, δίδομεν καὶ εἰς σᾶς.»

§56Σ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν λέγει αὐτὸ ὁ κ. Καραπάνος.

§57ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ οὕτως ἀντελήφθην. Καὶ τὸ σύστημα τοῦτο—ὁ Θεὸς νὰ τὸ κάμῃ σύστημα—θεωροῦσιν οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος Κύριοι ὡς τὸ μόνον ἔντιμον διὰ τὴν Ἑλλάδα. Δὲν ἀναγνωρίζουσιν ὑπ’ αὐτὸ ὄχι μόνον χρεωκοπίαν, ἀλλ’ οὐδ’ ἴχνος πτωχεύσεως, ἐνασμενίζουσι δὲ νὰ τὸ ἀποκαλῶσι συμβιβασμὸν, καίτοι γινώσκοντες, ὁ ἕτερος ἰδίᾳ ἐξ αὐτῶν, ὁ γηραιὸς νομομαθὴς, ὅτι, ὅπως προέλθῃ τις εἰς συμβιβασμὸν τοιοῦτον, οἷον αὐτοὶ ἐννοοῦσι, πρέπει προηγουμένως νὰ ἀναστείλῃ τὰς πληρωμάς του καὶ κατ’ ἀκολουθίαν νὰ διέλθῃ διὰ τοῦ σταδίου τῆς πτωχεύσεως, ἢ τῆς χρεωκοπίας, ὡς λέγεται συνήθως ἐπὶ τῶν Κρατῶν. Εὐτυχῶς, Κύριοι, διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἡ πτώχευσις καὶ χρεωκοπία τοῦ Κράτους ἦτο ἄγνωστος μέχρι τοῦδε παρ’ ἡμῖν. Διὰ τοῦτο, ὅπως τὸ πρᾶγμα καταστήσω ὑμῖν καταληπτότερον, θὰ προσφύγω εἰς ἓν παράδειγμα, ἐκ τοῦ κατ’ ἰδίαν βίου εἰλημμένον. Ἔχετε ἕνα ὀφειλέτην, ὅστις ἕνεκα κακῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας του περιΐσταται αἴφνης εἰς ἀνικανότητα, ἵνα πληρώσῃ ἐμπροθέσμως καὶ τοῖς μετρητοῖς τοὺς τόκους, ἀποφασίζων δὲ αἴφνης νὰ μεταβάλῃ βίον καὶ νὰ καταβάλῃ τὴν τελευταίαν ἔντιμον καὶ εἰλικρινῆ προσπάθειαν πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν του, ἀναγκάζεται ἐπί τινα χρόνον νὰ κεφαλαιώσῃ τοὺς τόκους του διὰ νέου συμβολαίου, παρέχων πᾶσαν δυνατὴν ἀσφάλειαν εἰς τοὺς δανειστάς του, ἕως οὗ δυνηθῇ νὰ βάλῃ εἰς τάξιν τὰ οἰκονομικά του καὶ ἀναλάβῃ τὰς πληρωμάς του τοῖς μετρητοῖς. Ἔχετε ἀφ’ ἑτέρου ὀφειλέτην, ὅστις, περιιστάμενος αἴφνης εἰς ἀνικανότητα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του, ἀρνεῖται νὰ πληρώσῃ τι πρὸς τοὺς ὀφειλέτας του, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ λέγει πρὸς αὐτοὺς μὲ ἀληθῆ κυνισμὸν: «Κύριοι, ὅσα σᾶς ’πῆρα, εἶναι καλὰ ’παρμένα· ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ἀρνοῦμαι νὰ ἐκπληρώσω τὰς ὁποίας ἔχω ἀναλάβει πρὸς ὑμᾶς ὑποχρεώσεις. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐννοῶ νὰ ὑποβληθῶ πλέον εἰς κἀνένα περιορισμὸν, ἀπεφάσισα ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ κρατῶ ἐκ τῶν εἰσοδημάτων μου διὰ λογαριασμόν μου ὅ,τι μοῦ χρειάζεται, ἵνα ζῶ ἀνέτως, καὶ ὅ,τι μοῦ περισσεύσῃ τὸ ἀφίνω διὰ σᾶς». Ἐὰν σεῖς, Κύριοι, ἦσθε δανεισταὶ καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, τί θὰ ἐλέγετε περὶ αὐτῶν; Βεβαίως θὰ ἐπεδοκιμάζετε τὴν πρᾶξιν τοῦ πρώτου καὶ θὰ τὸν ὑπεβοηθεῖτε, κατὰ τὸ δυνατὸν, ὅπως ἐξέλθῃ ἐκ τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, εἰς ἃς ἐνέπεσεν, ἐνῷ τὸν ἄλλον θὰ ἐσπεύδετε εἰς τὸν κ. Κωνσταντόπουλον, ἐὰν οὗτος ἦτο ἀκόμη Εἰσαγγελεύς, ἵνα τὸν καταγγείλητε ὡς δόλιον χρεωκόπον, καὶ θ’ ἀπητεῖτε τὴν ποινικὴν αὐτοῦ καταδίωξιν. Παρομοία ὅλως εἶναι καὶ ἡ προκειμένη περίπτωσις. Ἔχετε ἀφ’ ἑνὸς τοὺς κ. κ. Τρικούπην, Δηλιγιάννην, Κωνσταντόπουλον καὶ Καραπάνον, οἱ ὁποῖοι σᾶς λέγουν: «Ἄς φωνάζουν οἱ κουτοφράγκοι, ὅτι τοὺς ἐφάγαμεν τὰ χρήματα· καὶ μέχρι τῆς χθὲς ἀκόμη προσεπαθοῦμεν νὰ τοὺς γελάσωμεν καὶ νὰ τοὺς φᾶμε καὶ ἄλλα, χωρὶς ὅμως δυστυχῶς νὰ τὸ κατορθώσωμεν. Τώρα ὅσα τοὺς ἐπήραμεν, εἶναι καλὰ ’παρμένα καὶ ἀπὸ ’δῶ καὶ ’μπρὸς ἂς φροντίσωμεν νὰ περνᾶμε ἡμεῖς καλὰ, καὶ ἄν μᾶς περισσεύσῃ τίποτε, δίδομεν καὶ εἰς αὐτούς». Ἔχετε ἀφ’ ἑτέρου ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἐν ὅλῃ τῇ εἰλικρινείᾳ σᾶς λέγομεν: «Κακῶς αὐτοὶ οἱ Κύριοι ἐγέλασαν τὸν ξένον κόσμον καὶ ἐπῆραν τὰ χρήματά του καὶ τὰ ἠσώτευσαν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὅ,τι ἔκαμαν τὸ ἔκαμαν ὡς ἐντολοδόχοι μας, ἔχομεν τώρα καθῆκον ἡμεῖς, ἵνα καταβάλωμεν πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως διασώσωμεν τοὐλάχιστον, ὅσον εἶναι τοῦτο δυνατὸν ἀκόμη, τὴν τιμήν μας. Πρὸς τοῦτο καλὸν νομίζομεν νὰ κεφαλαιώσωμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὺς τόκους, τοὺς ὁποίους δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ πληρώσωμεν, δι’ ἑνὸς δανείου, παρέχοντος πᾶσαν δυνατὴν ἀσφάλειαν καὶ ἐγγύησιν πρὸς τοὺς δανειστάς μας, ἕως οὗ βάλωμεν εἰς τάξιν πάλιν τὰ οἰκονομικά μας καὶ ἴδωμεν ποῦ εὑρισκόμεθα. Ἐν τῷ μεταξὺ ἀδύνατον καὶ αὐτοὶ οἱ δανεισταί μας, ἀπέναντι αὐτῆς τῆς εἰλικρινοῦς καὶ ἐντίμου προσπαθείας μας, νὰ μὴ καμφθῶσι καὶ ἐπέλθωσι καὶ αὐτοὶ ἐπίκουροι εἰς τὸ ἐπανορθωτικόν μας τοῦτο ἔργον». Ἐὰν, Κύριοι, ἔχητε συνείδησιν τοῦ δικαίου καὶ τιμὴν ἐπάνω σας, —καὶ ἔχετε βεβαίως, —ἀδύνατον νὰ μὴ ἀποδοκιμάσητε τοὺς ἄλλους καὶ νὰ ἐπιδοκιμάσητε ἡμᾶς. Πλὴν ἴσως ἐκεῖνοι ἀντείπωσιν, ὅτι τοιουτοτρόπως δὲν πληρόνομέν τι ἐξ ἰδίων πρὸς τοὺς δανειστάς μας, ἀλλ’ ἀναγκάζομεν αὐτοὺς νὰ μᾶς δανείσωσιν ὅ,τι ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν πρὸς αὐτούς. Δὲν εἶναι τοῦτο ὁπωσδήποτε περικοπὴ τῶν δικαιωμάτων των; Τοῦτο οὐδ’ ἡμεῖς ἀρνούμεθα· ἀλλὰ τίς εὐθύνεται δι’ αὐτὸ κυρίως; Δὲν εὐθύνονται αὐτοὶ, αἵτινες διὰ τῆς ἀσυνέτου διαχειρίσεώς των ἐξέθεσαν εἰς τοιοῦτον σημεῖον τὸ Κράτος; Τί δὲ ἔκαμναν καὶ αὐτοὶ ἀπὸ δεκαετίας ἤδη; πότε ἐπλήρωσαν ἐκ πόρων τοῦ Κράτους; δὲν ἐδανείζοντο πάντοτε, ὅπως πληρώνωσι τόκους καὶ χρεωλύσια; Ἡ μόνη διαφορὰ μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἡμῶν εἶναι, ὅτι, ἐνῷ αὐτοὶ ἐξηπάτων πάντοτε τοὺς δανειστὰς καὶ ὑπὸ τὸ πρόσχημα ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν ἐδανείζοντο κατ’ ἔτος οὐ μόνον τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια, ἀλλὰ καὶ ἄλλα ποσὰ πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τῆς διαχειρίσεώς των, καὶ δὴ ὑπὸ ὄρους ἐπαχθεστάτους διὰ τὸ Κράτος καὶ ἐν ἐκδόσει κατὰ 30 καὶ 40 ὑπὸ τὸ ἄρτιον, τὸ δάνειον ἡμῶν ἐγένετο εἰς τὸ ἄρτιον καὶ ἐγένετο ἐν ὅλῃ τῇ εἰλικρινείᾳ, ὅπως δηλαδὴ δι’ αὐτοῦ πληρώσωμεν τόκους καὶ χρεωλύσια καὶ ἐπουλώσωμεν τὰς ὑπ’ αὐτῶν ἀνοιχθείσας πληγάς. Ἀλλ’ ἐπιφέρουσιν οἱ κατήγοροι τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως: καὶ πῶς δύναται νὰ θεωρηθῇ τοῦτο δάνειον, ἀφοῦ τὸ Κράτος δὲν ἔλαβε τὸ προϊόν του τοῖς μετρητοῖς; Τὰ δημόσια δάνεια, Κύριοι, τὴν σήμερον δὲν γίνονται, εἰμὴ δι’ ὁμολογιῶν, αἵτινες ἀντιπροσωπεύουσιν ἀξίας, δυναμένας ν’ ἀνταλλαγῶσι πρὸς ἄλλας ἀξίας, εἴτε τοῖς μετρητοῖς, εἴτε καὶ εἰς τίτλους. Τὸ πρῶτον συμβαίνει πάντοτε ἐπὶ τῶν νέων δανείων· τὸ ἄλλο συμβαίνει συνήθως ἐπὶ τῆς μετατροπῆς τῶν ἤδη ὑφισταμένων χρεῶν τοῦ Δημοσίου. Καὶ δὲν μᾶς λέγουσιν αὐτοί, πόσα δάνεια συνωμολόγησαν ἀπὸ ἐτῶν ἤδη τοῖς μετρητοῖς; Πόσα λ. χ. εἰσέπραξαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 φράγκων; πόσα ἐκ τοῦ δανείου τῶν 1,500,000 λιρῶν στερλινῶν; πόσα ἐκ τοῦ δανείου τῶν 125,000,000 φράγκων; πόσα θὰ εἰσέπραττον καὶ ἐκ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον τελευταῖον διεπραγματεύθησαν ἐν Λονδίνῳ καὶ δι’ ὃ δὲν ἐδίστασαν ν’ ἀποδεχθῶσι καὶ τὸν ξενικὸν ἔλεγχον ἐν Ἑλλάδι; Ἐκ τῶν ἄλλων ἐλάχιστα ποσά, τῶν λοιπῶν ὁμολογιῶν ἀνταλλαγεισῶν πρὸς ἄλλους τίτλους, ὅπως καὶ ἐπὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως αἱ ἤδη ἐκδοθεῖσαι ὁμολογίαι ἀντηλλάγησαν πρὸς τοὺς τίτλους τῶν τοκομεριδίων καὶ χρεωλυσίων ὡρισμένων δανείων· ἐκ δὲ τοῦ ἀποτυχόντος δανείου οὐδ’ ὀβολὸν θὰ εἰσέπραττον, καθόσον ὁλόκληρον τὸ προϊόν αὐτοῦ ἦτο προωρισμένον πρὸς πληρωμὴν τοκοχρεωλυσίων. Πλὴν ἠθέλησαν, Κύριοι, τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως νὰ προσβάλωσι καὶ ὡς ἄκυρον, ὡς δῆθεν μὴ στηριζόμενον εἰς νόμον τινά, καὶ τὸ προσέβαλον ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἀκριβῶς οἱ συνήγοροι τοῦ ἀποτυχόντος ἐν Λονδίνῳ δανείου. Ἄν ὅμως ὑπάρχῃ κοινόν τι μεταξὺ τῶν δύο δανείων, τοῦτο εἶναι ἡ κοινὴ βάσις, ἣν ἔχουσιν αὐτὰ, ἑδραζόμενα ἐπὶ τῶν αὐτῶν νόμων, ἤτοι ἐπὶ τοῦ νόμου ͵ΒΞΖʹ τῆς 31 Ἰουλίου 1892, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸν νόμον ͵ΒΡΙΕʹ τῆς 22 Δεκεμβρίου 1892. Ἀλλ’ ὁ ͵ΒΞΖʹ νόμος ἐπιγράφεται, «περὶ μεταῤῥυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ δανείων νόμων ᾼΨ’, ᾼΨΠΑ’ τοῦ 1889 καὶ ᾼϠΜΔ’ τοῦ 1891». Καὶ ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἐξετάσωσι κατὰ ταῦτα, κατὰ πόσον τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως συμβιβάζεται πρὸς τὸν νόμον ͵ΒΞΖʹ, τὸν μεταῤῥυθμίζοντα τοὺς νόμους τούτους, οὐδὲν ἧττον αὐτοὶ ἔλαβον ἀνὰ χεῖρας τὸν νόμον ᾼΨ’, καθ’ ὃν ἐπιτρέπεται «ἡ ἄνευ εἰδικῶν ἐγγυήσεων συνομολόγησις δανείων τοῦ Κράτους παγίων, ἤτοι χρεωλυσίου, τὸ δὲ προϊόν τῶν δανείων τούτων προορίζεται ἀποκλειστικῶς εἰς ἀπόσβεσιν προγενεστέρων δανείων ἢ ἐξαγορὰν ὁμολογιῶν τῶν δανείων τούτων ἐπὶ τιμῇ μέχρι τοῦ ἀρτίου τοῦ ὀνοματικοῦ κεφαλαίου», ἔλαβον ἀνὰ χεῖρας τὸν νόμον ᾼΨΠΑ’, καθ’ ὃν «ἐπιτρέπεται ἡ ἄνευ εἰδικῶν ἐγγυήσεων συνομολόγησις προσωρινῶν δανείων τοῦ Κράτους καὶ παγίων, ἤτοι ἄνευ χρεωλυσίου»· ἔλαβον ἀνὰ χεῖρας τὸν νόμον ᾼϠΜΔ’, καθ’ ὃν πάντα τὰ δάνεια τὰ προωρισμένα διὰ διάφορα δημόσια ἔργα συνενοῦνται εἰς ἓν μέγα δάνειον, μέλλον νὰ ἐξυπηρετήσῃ καὶ τὰ ἔργα ταῦτα, καὶ ἠρώτησαν ἐν ἁγίᾳ ἁπλότητι: «τί κοινὸν ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δανείων τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος νόμων καὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως;» Ἀλλ’ ὦ ἀγαθοί, τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως ἐρείδεται εἰς τὸν νόμον ͵ΒΞΖʹ, καὶ δὴ καθ’ ὅσον οὗτος μεταῤῥυθμίζει τοὺς νόμους, οὓς ὑμεῖς ἐπικαλεῖσθε. Πῶς λοιπὸν δύνασθε νῦν νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τοὺς νόμους αὐτοὺς ἀσχέτως ὅλως πρὸς τὸν νόμον ͵ΒΞΖʹ; ποῦ ἐξεμάθετε αὐτὴν τὴν καλὴν πίστιν εἰς τὰς συζητήσεις σας; Κατὰ τὸν νόμον, Κύριοι, ͵ΒΞΖʹ ἐπετράπη, ἵνα τὰ δάνεια «συνομολογῶνται ἐπὶ ἐγγυήσει προσόδων τοῦ Δημοσίου καὶ ἐπὶ χρεωλυσίῳ» (ἄρθρον 1), ὡς τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως’ ἐπετράπη, ἵνα αὐτὰ συνομολογῶνται «εἰς ἀπόσβεσιν δανείων, συνωμολογημένων μετὰ τῶν προνομιούχων Τραπεζῶν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ» (ἄρθρον 2), ὡς γίνεται καὶ διὰ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως· ἐπετράπη ἵνα «διὰ Β. Διαταγμάτων, ἐκδιδομένων τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, κανονίζωνται, ἐφ’ ὅσον διὰ τῶν προβλεπόντων αὐτὰ εἰδικῶν νόμων δὲν ὡρίσθησαν, τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ παρόντος νόμου ἀναφερομένων δανείων ὁ ὅρος τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεωλύτρου, ἡ διαφορὰ τοῦ πραγματικοῦ καὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, ὁ χρόνος καὶ ὁ τόπος τῆς πληρωμῆς αὐτῶν, ὁ χρόνος καὶ ὁ τόπος τῆς καταβολῆς τοῦ δανείου, αἱ τυχὸν ἀπαιτουμέναι προμήθειαι καὶ ἀτέλειαι, ὁ τύπος τῶν ὁμολογιῶν καὶ τὰ διὰ τὴν ἔκδοσιν ἀναγκαῖα ἔξοδα, αἱ εἰς εἰδικὴν ἐγγύησιν καὶ ὑπηρεσίαν αὐτῶν ὁρισθησόμεναι δημόσιαι πρόσοδοι καὶ ὁ τρόπος τῆς διαχειρίσεως τούτων καὶ τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ἐγγυήσεως, τὸ ποσὸν τῆς μειώσεως τοῦ ἀνωτάτου ὅρου κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων κατὰ τὸ ἀνωτέρω ἄρθρον 2 .... ὡς καὶ πᾶσα ἄλλη λεπτομέρεια, ἀφορῶσα εἰς τὴν συνομολόγησιν, τὴν ἔκδοσιν καὶ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου» (ἄρθρον 3), ὡς ἐγένετο τοῦτο καὶ διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 30 Μαΐου. Δὲν ἠρκέσθησαν ὅμως εἰς τὸ παράνομον καὶ ἄκυρον μόνον, ἀλλὰ προέβησαν καὶ ἔτι περαιτέρω, καὶ προσέβαλον τὸ διάταγμα τῆς 30 Μαΐου καὶ ὡς ἀντισυνταγματικόν· διατί; διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 12 αὐτοῦ ἀθετοῦνται αἱ συμβάσεις καὶ οἱ κυροῦντες ταύτας νόμοι περὶ τῶν τόκων τῶν δανείων τῶν ἐτῶν 1881, 1884, 1889 καὶ 1890, ἀντὶ τῆς εἰς χρυσὸν καὶ τοῖς μετρητοῖς πληρωμῆς τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων καὶ τῶν ἐξαργυρουμένων ὁμολογιῶν αὐτῶν ἐπιτρεπομένης τῆς δι’ ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως ἐξοφλήσεώς των. Ἐδῶ πλέον εὑρίσκονται εἰς τὸ στοιχεῖόν των, καὶ ἐπικαλοῦνται ἐν ἀγανακτήσει πολλῇ τὸ Σύνταγμα καὶ τὰς ἐλευθερίας, αὐτοὶ οἱ οὐδέποτε οὔτε ταύτας οὔτ’ ἐκεῖνο σεβασθέντες. Ἀλλὰ δὲν παρέβητε σεῖς ἤδη, οἱ κατηγοροῦντες ἡμᾶς, καὶ νόμους καὶ συμβάσεις περὶ δανείων; Δὲν παρέβητε αὐτάς, ὅτε διεθέτετε καταχρηστικῶς τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου, ἐναντίον τῶν σχετικῶν διατάξεων, καθ’ ἃς τὸ προϊὸν αὐτοῦ ἦτο προωρισμένον διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος σιδηροδρόμου, ὅστις μάλιστα καθίστατο ὑπέγγυος διὰ τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ; Δὲν ἠθετήσατε ὑμεῖς καὶ νόμους καὶ συμβάσεις περὶ δανείων, ὅτε ὑπεξῃρεῖτε τὰς δι’ αὐτὰ προωρισμένας ὑπεγγύους προσόδους καὶ δὲν ἀφίνετε νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰ ταμεῖα τῶν δι’ αὐτὰς ὡρισμένων Τραπεζῶν; Καὶ μήπως ἐσφετερίσθημεν ἡμεῖς οὕτως, ὡς ἐν ἐπιγνώσει τοῦ ψεύδους τοῦ ἰσχυρισμοῦ σας λέγετε, δικαιώματα νομοθετικῆς ἐξουσίας; Ἀλλὰ πρὸς τί τότε ἡ βʹ παράγραφος τοῦ 15 ἄρθρου τοῦ διατάγματος, καθ’ ἣν ἐπεφυλάχθη εἰς τὴν νομοθετικὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 12, ἧς μὴ ἐπιτευχθείσης, «ἡ Κυβέρνησις θέλει ἀποσύρει τὰς δυνάμει τοῦ εἰρημένου ἄρθρου ἐκδοθείσας ὁμολογίας, ἐν ᾗ περιπτώσει οἱ κάτοχοι τῶν ὁμολογιῶν τῶν ἐν ἀρχῇ τοῦ παρόντος ἄρθρου μνημονευομένων δανείων δὲν ἤθελον δεχθῆ τὰς ὁμολογίας ἐκείνας εἰς πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων καὶ τῶν κληρωθησομένων πρὸς ἀπόσβεσιν ὁμολογιῶν;» Πλὴν τὸ ἀστειότατον πάντων εἶναι, ὅτι τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως κατηγγέλθη ὡς κερδοσκοπικόν, ἐξ οὗ οἱ συμβαλλόμενοι «Ἑβραῖοι τοκογλύφοι», κατὰ τὴν εὔφημον ἔκφρασιν τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἀπεκόμισαν κέρδη μυθώδη, ἢ ἑκατομμύρια πολλά, κατὰ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μαντινείας Βουλευτήν. Ἀλλ’ ὁ κ. Κωνσταντόπουλος δὲν ἔχει βεβαίως ἔννοιαν τῶν ἑκατομμυρίων· διότι, ἐὰν εἶχεν ἔννοιάν τινα αὐτῶν, δὲν θὰ συνωμολόγει μὲ τόσον ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν τὸ ὄντως χρεωκοπικὸν δάνειον τῶν 16,500,000, καθ’ ὃ λαβὼν πρὸς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων μόλις 10,908,900, ἀνεγνώρισε χρέος τοῦ Δημοσίου ἐκ 16,500,000 φράγκων, δηλαδὴ ἄφησε κέρδος εἰς τοὺς συμβληθέντας τὸ ἓν τρίτον περίπου δανείου χρεωλυτικοῦ, δανείου ἐξοφληθησομένου ἐντὸς 25 ἐτῶν! Πρὸ παντὸς δὲν θὰ εἶχε τὸ θάῤῥος νῦν νὰ κατηγορήσῃ δάνειον ἐκδοθὲν εἰς τὸ ἄρτιον, ὡς τὸ τῆς κεφαλαιώσεως. Πρὸς τὸν κ. Καλογερόπουλον ὅμως θὰ συνίστων, ἐὰν θέλῃ νὰ μάθῃ, τίνες οἱ «Ἑβραῖοι τοκογλύφοι», οἱ συνομολογήσαντες τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, νὰ λάβῃ τὰς δεούσας πληροφορίας περὶ αὐτῶν παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ του κ. Τρικούπη. Οὗτος θὰ τῷ ἔλεγεν, ὅτι οἱ συμβληθέντες εἶναι οἱ κύριοι Hambro καὶ Υἱὸς, ἡ Τράπεζα Κ/πόλεως καὶ ἡ Ἐθνικὴ ἡμῶν Τράπεζα. Πρὸς πάντας τούτους συνεβλήθη πολλάκις καὶ ὁ κ. Τρικούπης, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον συνεβάλλετο αὐτὸς, ἄφινε νὰ πραγματοποιῶσι τῳόντι κέρδη, ἐν ᾧ νῦν μόνον ζημίας ἔσχον αὐτοί. Ἀκούσατε, Κύριοι, εἰς ὁποίαν ζημίαν περιορίζονται τὰ δῆθεν μυθώδη κέρδη τοῦ Hambro ἐκ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως. Ἐξεδόθησαν ὁμολογίαι ὀνοματικῆς ἀξίας 9,000,000, ἐξ ὧν ἐδικαιοῦτο ὁ Hambro νὰ λάβῃ προμήθειαν 1 καὶ ⅝%, ἤτοι φρ. 146,250, ἀλλὰ ταῦτα εἰς ὁμολογίας τοῦ νέου δανείου, ἀποτιμηθείσας πρὸς 67%. Ἑπομένως ἡ πραγματικὴ ἀξία τῶν διὰ προμήθειαν ληφθεισῶν παρὰ τοῦ Hambro ὁμολογιῶν ἐπὶ τῇ σημερινῇ τιμῇ αὐτῶν πρὸς 38 ἐκπροσωπεῖ ἀξίαν πραγματικὴν φρ. 92,948, ἀπέναντι τῆς ὁποίας κατέβαλε πάντα τὰ ἔξοδα τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, ἀποτιμώμενα εἰς ⅝%, ἤτοι φρ. 35,200. Ἑπομένως ὑπολείπεται καθαρὸν κέρδος ἐκ τῶν φρ. 92,948, ἀφαιρέσει τῶν 35,200, μόλις ἐκ φρ. 57,748. Κατὰ τὴν σύμβασιν, δι’ ἧς ὑπεχρεώθη ὁ Hambro ν’ ἀγοράσῃ ὁμολογίας μέχρις 125,000 λιρῶν ὀνοματικοῦ κεφαλαίου πρὸς 65%, ἔλαβεν ἀντὶ ἀμοιβῆς 5%, ἤτοι λίρ. στερλ. 6,150 = φρ. 156,250. Ἀλλ’ αἱ ὁμολογίαι αὗται τῶν 125,000 λιρῶν ἀπὸ τῆς τιμῆς τῶν 65, εἰς ἣν τὰς ἠγόρασεν, ἐξέπεσαν εἰς τὴν τιμὴν τῶν 38. Ἄρα ὑπέστη τὴν ζημίαν τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς τῆς ἀγορᾶς τῶν 65 πρὸς τὴν τῆς τρεχούσης ἀξίας αὐτῶν τῶν 38, ἴσην πρὸς λίρ. στερλ. 33,750, ἤτοι φρ. 843,750. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου, ἐκπιπτομένης τῆς προμηθείας ἐκ 57,748 καὶ τῆς ἀμοιβῆς ἐξ 156,250, ὑπολείπεται καθαρὰ ζημία εἰς τὸν Hambro ἐξ 629,752 φρ. Ἀνάλογος ὑπῆρξε καὶ ἡ ζημία τῆς Ἐθνικῆς καὶ τῆς Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως ἐκ τῆς ἀμοιβῆς πρὸς 5%, ἣν ἔλαβον καὶ αὐταὶ διὰ τὴν ἀγορὰν ὁμολογιῶν ἀξίας 95,000 λιρῶν στερλινῶν. Ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ὁμολογουμένως εἷς τῶν διαπρεπῶν δικηγόρων τῆς πρωτευούσης, διακρινόμενος ἰδίᾳ ὡς ποινικολόγος καὶ διεξάγων συνήθως εὐδοκίμως λίαν τὴν ὑπεράσπισιν διασήμων ἐγκληματιῶν πρὸ τοῦ Κακουργιοδικείου. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν διὰ τὴν εἰδικότητα αὐτοῦ ταύτην ἐκρίθη ὁ ἁρμοδιώτατος, ἵνα συνηγορήσῃ καὶ ἐνώπιόν σας ὑπὲρ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ προΐσταται καί τινος πιστωτικοῦ ἱδρύματος ἐνταῦθα, ὡς διοικητικὸς αὐτοῦ σύμβουλος, τὸν διαβεβαιῶ, ὅτι δὲν θὰ ὀρθοποδήσῃ ποτὲ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἵδρυμα, ἐὰν καὶ ἐπ’ αὐτοῦ οὕτως ὑπολογίζῃ τὰ κέρδη, ὡς ἐπὶ τοῦ Hambro, τῆς Ἐθνικῆς καὶ τῆς Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως. Ἀκούσατε νῦν, Κύριοι, τί ἐκέρδησαν καὶ οἱ συμβαλλόμενοι πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν. Θὰ ἦτο βεβαίως ἐργῶδες πάνυ ν’ ἀφηγηθῶ πρὸς ὑμᾶς τὰ καθέκαστα πάντων τῶν ὑπ’ αὐτοῦ συνομολογηθέντων δανείων. Διὰ τοῦτο θὰ ἐνδιατρίψω ἰδιαιτέρως εἰς ἓν μόνον δάνειον, εἰς τὸ τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἐξ αὐτοῦ δὲ θὰ ἐννοήσητε, τί ἔχει συμβῆ καὶ μὲ τὰ ἄλλα. Τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 εἶχε διαιρεθῆ εἰς 342,000 ὁμολογίας, ὧν ἐλαχίστη τιμὴ ὡρίσθη ἐν τῇ συμβάσει 342½ φρ. Εἰς αὐτὴν τὴν τιμὴν ἀνέλαβε τὸ συνδικάτον 110,000 ὁμολογίας τοῦ δανείου καὶ ἐδάνεισεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν 35,000,000 φρ. πρὸς 7% τόκον καὶ ½% προμήθειαν καθ’ ἑξαμηνίαν ἐπὶ ἐνεχύρῳ 140,000 ὁμολογιῶν. Δι’ ἔξοδα ἐγγραφῆς καὶ εἰς ἀποζημίωσιν ἔλαβε τὸ συνδικάτον φρ. 2,300,000, ἐπὶ πλέον δὲ τὰ ἔξοδα τῆς ἐκδόσεως τῶν τίτλων καὶ τοῦ χαρτοσήμου. Ἡ ὅλη πραγματοποίησις τοῦ δανείου ἦτο ἀληθὴς κυκεὼν, ὡς δύναται νὰ σᾶς πείσῃ ἁπλῆ ἀνάγνωσις τῶν σχετικῶν συμβάσεων. Ὁμολογίαι αὐτοῦ ἐπραγματοποιήθησαν αἱ ἑξῆς: 110,000 πρὸς 342½ φράγκα, 6,000 πρὸς 330, 6,000 πρὸς 313, 9,500 πρὸς 310, 33,000 πρὸς 305, 23,500 πρὸς 300. Ἐν ὅλῳ ἐπραγματοποιήθησαν 213,000 ὁμολογίαι κατὰ μέσον ὅρον πρὸς 325 φρ. Ἐπὶ τῶν πρώτων 110,000 ὁμολογιῶν ἐδόθη jouissance τόκου 3 μηνῶν ἐκ φρ. 690,000. Ἡ διαφορὰ τῆς ἐκδόσεως πρὸς 30 φρ. συνεποσώθη εἰς φρ. 3,300,000. Ἐπὶ τῶν ἐπιλοίπων 103,000 ἡ διαφορὰ πρὸς 20 φρ. συνεποσώθη εἰς φρ. 2,060,000, εἰς ἃ προστιθεμένων τῶν ἐξόδων ἐγγραφῆς, ἀποζημιώσεως κλπ. ἐκ φρ. 2,300,000, ἔχομεν ἐν ὅλῳ κέρδος ἐκ φρ. 8,350,000, ἅτινα ἐκαρπώθησαν τότε οἱ συμβληθέντες πρὸς τὸν κ. Τρικούπην. Ὡς πρὸς τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰ πολυθρύλητα θωρηκτὰ, ἅτινα ἐστοίχισαν τὸ διπλάσιον τῆς ἀξίας των εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τοῦ ἡμίσεως τοῦ τιμήματός των ἐναπολειφθέντος ὡς κέρδους εἰς τοὺς συνομολογήσαντας τὸ δάνειον. Ὡς πρὸς τὸ δάνειον τῶν 125,000,000 παρατηρῶ μόνον, ὅτι αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, συλλεγεῖσαι εἰς τιμὰς πολὺ κάτω τοῦ ἀρτίου, ἀντηλλάγησαν εἰς τὸ ἄρτιον, ἀποκομίσασαι πολλῶν ἑκατομμυρίων κέρδη εἰς τοὺς συμβληθέντας τότε μετὰ τοῦ κυρίου Τρικούπη. Τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν συνωμολογήθη ὑπὸ τοῦ οἴκου Gibbs εἰς τὰ 70 περίπου, ἀποδόσαν ἐν ὅλῳ 16,800,000, μετ’ ὀλίγους δὲ μῆνας ἀντηλλάγη εἰς τὸ ἄρτιον πρὸς ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 125,000,000, ἀποκομίσαν εἰς τὸν Gibbs κέρδος ἐξ 7,200,000 φρ. Καὶ μετὰ τοιαῦτα τοκογλυφικὰ τῳόντι δάνεια, ἅτινα τόσα ἑκατομμύρια κέρδη ἄφιναν εἰς τοὺς συνομολογοῦντας αὐτὰ, ἔρχονται τώρα οἱ πρωτεργάται αὐτῶν καὶ ζητοῦσι νὰ διαβάλωσιν ὡς τοκογλυφικὸν τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, ὅπερ μόνον ζημίας ἀπέφερεν εἰς τοὺς συμβληθέντας μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ἡμῶν. Εἶχον δὲ τὸ θάῤῥος, μεθ’ ὅλα ταῦτα, νὰ ὁμιλήσωσι καὶ περὶ κακοήθους δῆθεν συνδικάτου, τὸ ὁποῖον συνέστη παρὰ τὸν νόμον, χάριν ἀθεμίτου κέρδους. Καὶ ποῦ ἀνεκάλυψαν τὰ ἴχνη αὐτοῦ τοῦ συνδικάτου; Ἐν τούτῳ Κύριοι, ὅτι ὁ Hambro, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ ἡ Τράπεζα Κωνσταντινουπόλεως ἀνέλαβον ferme ὁμολογίας ἀξίας 220,000 λιρ. στερλινῶν, ἤτοι φρ. χρ. 5,500,000, ὑποχρεωθέντες ὅπως ἀγοράσωσιν ὁμολογίας μέχρι τοῦ ποσοῦ τούτου, ἐπὶ προμηθείᾳ 5%, ἐξ ἧς προμηθείας εἴδετε πρότερον, ἐὰν κέρδος ἢ ζημία ἐξεκαθάρισεν ὑπὲρ τῶν συμβληθέντων. Ἡ σχετικὴ σύμβασις ἐκυρώθη διὰ διατάγματος καὶ ἐδημοσιεύθη, ἑπομένως οὐδένα φέρει ἀπόκρυφον χαρακτῆρα. Ἐρωτῶ νῦν, ποῦ τὸ ἀθέμιτον τοιαύτης πράξεως, δι’ ἣν μάλιστά τινες, συγχέοντες τὸ πρᾶγμα πρὸς γνωστά τινα εἰς αὐτοὺς συνδικάτα, ἠξίωσαν νὰ καταδιωχθῶσι ποινικῶς οἱ συμβληθέντες;

§58ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ὁ κ. Καραπάνος ἤθελε νὰ στείλῃ τὸν κ. Καλλιγᾶν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον! (θόρυβος).

§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. ... (θόρυβος).

§60ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μὴ διακόπτετε! Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ μὲ διακόπτητε! (θόρυβος).

§61ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ μάθῃ ἡ Βουλή, ὅτι δυστυχῶς ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα μερικὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἀποστολὴν, φαίνεται, ἔχουσι νὰ μεταβάλωσι τὸν ἐθνικὸν τοῦτον τόπον εἰς τόπον χυδαιότητος καὶ τραμπουκισμοῦ! (θόρυβος). Νομίζω ὅτι ἐπέστη ὁ καιρὸς νὰ τεθῇ αὐτοῖς φίμωτρον! (θόρυβος).

§62ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.

§63ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν).

§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες 126. Ὁ κ. Εὐταξίας νὰ ἐπαναλάβῃ τὸν λόγον.

§65ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατηγόρησαν, Κύριοι, τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ ὡς ἄστοχον ὅλως ἢ μᾶλλον ὡς ἐπιζήμιον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἐν παρόδῳ μόνον ποιούμενος λόγον περὶ αὐτοῦ, ἔσχε τὴν εἰλικρίνειαν νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως δὲν ἀπέφερε τοὺς προσδοκωμένους καρποὺς ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐπιῤῥοῆς, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἐνασκήσῃ αὐτὸ ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῆς χρηματικῆς ἡμῶν ἀγορᾶς καὶ ἐπὶ τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων καὶ ἀξιῶν. Ἀνέφερε δὲ ὡς κύριον λόγον διὰ τοῦτο τὸν συνασπισμὸν τῶν διαφόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀποχρώσεων ἐναντίον τοῦ δανείου, ἀνέφερε τὸν ἄγριον δημοσιογραφικὸν ἀγῶνα, ὁ ὁποῖος καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διεξήχθη κατὰ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως. Ἀφοῦ δὲ ὅλαι αἱ μερίδες αἱ πολιτικαί, αἵτινες ἀπέναντι ἡμῶν ἀπήρτιζον μεγάλην πλειονοψηφίαν, διεβεβαίουν ὅτι ἦτο ἀδύνατόν ποτε ἡ Βουλὴ νὰ ἐπικυρώσῃ τὸ δάνειον, τότε βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμπνεύσῃ αὐτὸ τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν προσήκουσαν εἰς τὰς ξένας ἀγορὰς, οὐδὲ νὰ συντελέσῃ εἰς ἀνύψωσιν τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων καὶ ἀξιῶν. Ὅτε κατ’ ἀρχὰς, Κύριοι, οἱ ξένοι ἐπίστευσαν εἰς τὴν μονιμότητα τοῦ δανείου τούτου, ὅτε ἐνόμισαν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀφεύκτως θὰ ἐπεκύρου αὐτὸ, διότι ἦτο ἡ μόνη ἔντιμος διέξοδος διὰ τὴν Ἑλλάδα, τότε ἀμέσως ἐπῆλθεν ὑπερτίμησις εἰς τὰ χρεώγραφα καὶ βελτίωσις ἐπαισθητὴ εἰς ὅλας τὰς ἑλληνικὰς ἀξίας. Ὅτε ὅμως ἐγνώσθη ἡ διαβεβαίωσις, ἡ γενομένη ἐν τῷ ἡμετέρῳ καὶ τῷ ξένῳ τύπῳ ὑπὸ τῆς συνησπισμένης καθ’ ἡμῶν Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι οὐδέποτε τὸ δάνειον τοῦτο θὰ ἐκυροῦτο, ὅτε ἐπείσθησαν οὕτω, ὅτι πᾶν ἔρεισμα πλέον τῆς πίστεως ἡμῶν ἐξέλιπε, μετ’ αὐτοῦ δὲ καὶ αὐτὴ ἡ δημοσία πίστις ἡμῶν, τότε ἐπῆλθεν ἡ ἔκπτωσις εἰς τὰ δημόσια ἡμῶν χρεώγραφα, καὶ εἰς πᾶσαν ἑλληνικὴν ἀξίαν. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ νομίζῃ τις, ὡς ἠθέλησαν νὰ κατηγορήσωσιν ἡμῶν, ὅτι τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως ἤσκησεν ὀλεθρίαν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ συναλλάγματος. Ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος ἐπῆλθε δι’ ὅλως διαφόρους λόγους, ἀσχέτους πάντη πρὸς τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὑπῆρχον πλεῖσται ὅσαι ἐκκρεμεῖς πληρωμαὶ τοῦ ἐν Ἑλλάδι ἐμπορίου πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν εἰς χρυσόν. Αὗται ἀνεβάλλοντο κατ’ ἀρχὰς ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, κατ’ ἀκολουθίαν τῶν διαβεβαιώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι θὰ συνομολογεῖτο ἀφεύκτως δάνειον, δι’ οὗ θὰ εἰσέῤῥεε χρυσὸς εἰς τὴν ἀγορὰν ἡμῶν καὶ θὰ ἐπήρχετο ὑποτίμησις τοῦ συναλλάγματος. Ἕκαστος λοιπὸν τότε ἐφρόντιζε νὰ ἐπιτύχῃ ἀναβολὴν πληρωμῆς, μέχρις ὅτου ἐπέλθῃ ἡ περιπόθητος ἡμέρα. Ἀλλ’ αἴφνης ἐπῆλθεν ἡ καταστροφὴ τῆς 27 Ἀπριλίου, ἐπῆλθεν ἡ ἀποτυχία τοῦ δανείου, σὺν αὐτῇ δὲ καὶ ἡ πτῶσις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις τὰς τοιαύτας ἐποιεῖτο ἐπαγγελίας. Τότε δὲ ἀντὶ ὑποτιμήσεως ἐπῆλθεν ὑπερτίμησις. Μία μόνη ἐλπὶς ἐναπελείπετο ἀκολούθως ὑποτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, ἡ καλὴ ἐσοδεία, μὲ τὴν ὁποίαν τὸ ἔτος τοῦτο ηὐλόγησεν ὁ Θεὸς τὴν Ἑλλάδα, ἰδίως δὲ ἡ ἐσοδεία τῆς σταφίδος, ἥτις κατ’ Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον θὰ προὐκάλει τὴν εἰσροὴν χρυσοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Διὰ τοῦτο ἐφρόντισαν νὰ ἀναβάλωσι πάντες τὰς πληρωμὰς αὐτῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Εἶχον παλαιὰς πληρωμὰς, εἰς ταύτας προσετίθεντο νέαι πληρωμαί. Ἀλλὰ ἦλθεν ἡ ἐποχὴ τῆς σταφίδος, καὶ ἀντὶ εἰσροῆς χρυσοῦ καὶ συναλλάγματος ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ πᾶν τὸ ἐναντίον συνέβη. Εἶχον πέσει, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους οἱ σπουδαιότατοι τῶν ἐμπορικῶν οἴκων ἐν Πάτραις, οἵτινες διεξῆγον τὰς μεγαλειτέρας συναλλαγὰς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν, αἵτινες ἔκαμναν ἐγκαίρως τὰ λεγόμενα τραβήγματα καὶ ἐπέδρων εὐεργετικῶς ἐπὶ τῆς χρηματικῆς ἡμῶν ἀγορᾶς. Καὶ ὡσὰν μὴ ἤρκει τὸ κακὸν τοῦτο, προσετέθη εἰς αὐτὸ αἴφνης καὶ ἡ ἀζητησία τῆς σταφίδος, δι’ ἣν καὶ ὅσοι ἠναγκάσθησαν νὰ ἀποστείλωσι σταφιδόκαρπον δι’ ἴδιον λογαριασμὸν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, μόλις ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ λήξαντος μηνὸς ἤρξαντο νὰ εἰσάγωσι τὸ ἀντίτιμον αὐτοῦ ἐνταῦθα εἰς χρυσὸν καὶ συνάλλαγμα· διὰ τοῦτο μόλις ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ παρελθόντος μηνὸς παρετηρήθη καὶ ἡ βελτίωσις τῆς ἀγορᾶς ἡμῶν. Κατ’ Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον ὅμως, ὅτε πάντες ἀνέμενον πληθώραν συναλλάγματος καὶ χρυσοῦ καὶ κατὰ συνέπειαν ὑποτίμησιν αὐτοῦ, ὅπως δυνηθῶσι νὰ προβῶσιν εἰς τὰς ληξιπροθέσμους πληρωμάς των, εἶχε συμβῆ, ὡς προεῖπον, πᾶν τοὐναντίον· διὸ τότε, φοβούμενος ὁ ἐμπορικὸς ἡμῶν κόσμος μεγαλειτέραν ὑποτίμησιν, ἔσπευσαν νὰ προβῶσι πάντες εἰς ἀγορὰν χρυσοῦ καὶ συναλλάγματος διὰ τὰς ἐκκρεμεῖς πληρωμάς των εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἐξ οὗ καὶ ἡ καταπληκτικὴ τότε ὑπερτίμησις αὐτῶν. Σᾶς ἐρωτῶ δὲ νῦν, εἶχε σχέσιν τινὰ τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως πρὸς τὴν τοιαύτην κατάστασιν; Ὅπως ἐννοήσητε τὸ πρᾶγμα κάλλιον, λάβετε, Κύριοι, ὑπ’ ὄψιν, τί θὰ συνέβαινεν, ἐὰν δὲν συνωμολογοῦμεν τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, ἐὰν δηλ. δὲν ἀνεκουφίζομεν τὴν ἡμετέραν ἀγορὰν κατὰ 24,000,000 χρ. φρ. χάριν τῆς λειτουργίας τοῦ δημοσίου χρέους, τὰ ὁποῖα ἀντὶ νὰ ἐξαχθῶσιν ἐξ Ἑλλάδος εἰς χρυσὸν ἢ συνάλλαγμα διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου, ἀνεπληρώσαμεν νῦν δι’ ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως; Ἂν ἦτο ἠναγκασμένη ἄνευ τοῦ δανείου τούτου ἡ Κυβέρνησις νὰ κατέλθῃ εἰς τὴν ἀγορὰν πρὸς ἐξεύρεσιν συναλλάγματος, τί θὰ συνέβαινε τότε; Τὸ συνάλλαγμα δὲν θὰ ἔφθανε μόνον εἰς τὰ 180, ἀλλὰ θὰ ὑπερέβαινε καὶ τὰ 200 καὶ τὰ 250· ὥστε, ἂν τὸ δάνειον τῆς καταναλώσεως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιδράσῃ ἀμέσως πρὸς βελτίωσιν τῆς ἀγορᾶς θετικῶς, οὕτως εἰπεῖν, ἐπέδρασεν ὅμως ἐμμέσως ἀρνητικῶς, οὕτως εἰπεῖν, διὰ τῆς παρεμποδίσεως τῆς περαιτέρω ὑψώσεώς του. Διὰ τοῦ δανείου τούτου, Κύριοι, ἠθελήσαμεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ διασώσωμεν ἐκ τῶν ἐνόντων τὴν τιμὴν τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας ἡμῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ παράσχωμεν ἄνεσιν καὶ εἰς τὴν δημοσίαν, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ καὶ εἰς τὴν κατ’ ἰδίαν ἡμῶν οἰκονομίαν ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη. Κατ’ αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα ἦτο δυνατὸν τὸ Δημόσιον, ἀπηλλαγμένον τῆς πληρωμῆς τῶν τοκοχρεωλυσίων, νὰ ἐπουλώσῃ πλείστας πληγὰς, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀφήσει ἀνοικτὰς ἡ παρελθοῦσα δεκαετὴς διαχείρισις. Εἴχομεν τὴν μεγάλην χαίνουσαν πληγὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, τὴν ὁποίαν ἤνοιξεν ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς προκατόχου ἡμῶν Κυβερνήσεως, καθ’ ἣν τὸ συνομολογηθὲν δάνειον, πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ ὁποίου εἶχε δοθῆ ὑπέγγυος ὁ διὰ τοῦ προϊόντος αὐτοῦ κατασκευασθησόμενος σιδηρόδρομος, διετέθη καταχρηστικῶς εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, πρὸς κάλυψιν ἐλλειμμάτων κατὰ τὸ πλεῖστον. Ἂν δὲ ἡμεῖς δὲν ἐξηκολουθοῦμεν τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου αὐτοῦ, δὲν θὰ παριστάμεθα ἁπλῶς ἐν καταστάσει πτωχεύσεως, ἀλλὰ καὶ ὡς δόλιοι χρεωκόποι· διότι οἱ πιστωταὶ ἡμῶν θὰ ἐδικαιοῦντο νὰ πιστεύωσιν, ὅτι τοὺς ἐξηπατήσαμεν, ζητήσαντες χρήματα παρ’ αὐτῶν δι’ ὡρισμένον σκοπὸν, πρὸς κατασκευὴν ὡρισμένου ἔργου, ὅπερ θὰ ἦτο διὰ τὸ δάνειόν των ὑπέγγυον, καὶ δαπανήσαντες αὐτὰ εἰς ἄλλας ἀνάγκας, χωρὶς νὰ ἀποπερατώσωμεν τὸ ὑπέγγυον ἔργον. Εἴχομεν καὶ ἄλλας πολλὰς πληγὰς νὰ ἐπουλώσωμεν. Εἴχομεν τὸν πορθμὸν τοῦ Εὐρίπου, τὸν σιδηρόδρομον Διακοπτοῦ–Καλαβρύτων, τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν κλπ. εἴχομεν τόσα κυμαίνοντα χρέη καὶ εἰς χρυσὸν καὶ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια· εἴχομεν τὰ ἔντοκα γραμμάτια, πρὸ πάντων δὲ τὸ δάνειον ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Ὅλα αὐτὰ, Κύριοι, ἦσαν πληγαὶ χαίνουσαι εἰς τὸ οἰκονομικὸν ἡμῶν σῶμα, τὰς ὁποίας, ἔπρεπε νὰ καταβάλωμεν πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως ἐπουλώσωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν, κατὰ τὰ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη, καθ’ ἃ θὰ ἐχρησιμοποιεῖτο τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως. Ἐν τῷ μεταξὺ εἴχομεν τὸν καιρὸν, ἵνα ἐφαρμόσωμεν ἀνέτως καὶ τὸ ἡμέτερον οἰκονομικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἑδράζεται ἐπὶ τῆς ἐπαρκείας τῆς χώρας. Θὰ προεβαίνομεν, Κύριοι, εἰς τὰς φορολογικὰς ἡμῶν μεταῤῥυθμίσεις, εἰς μεταῤῥυθμίσεις τοιαύτας, δι’ ὧν θ’ ἀνεκουφίζοντο μὲν κατὰ τὸ δυνατὸν αἱ ἤδη ὑπεράγαν βεβαρημέναι τάξεις τοῦ λαοῦ, θὰ ἐπεβαρύνοντο δὲ ἀναλόγως ἐκεῖναι ἐξ αὐτῶν, αἵτινες δύνανται νὰ φέρωσι βάρη καὶ αἱ ὁποῖαι ἐν τούτοις ἢ οὐδὲν ἢ ὅλως ἀνάξια λόγου βάρη φορολογικὰ φέρουσιν ἐν Ἑλλάδι. Οὕτω πως, ἐνῷ θ’ ἀνεκουφίζομεν τὰς ἀπορωτέρας τάξεις τοῦ λαοῦ, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν πολὺ ἀνώτερα ἔσοδα τοῦ Κράτους ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἔχομεν. Καὶ λέγω τοῦτο εἰς ἀπάντησιν ἰδίως τῶν ἀξιοτίμων ἐκ Γόρτυνος καὶ ἐκ Μαντινείας Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπανέλαβον πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡμεῖς δῆθεν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἐπηγγελόμεθα, ὅτι θὰ ἐκυβερνῶμεν τὴν χώραν «ἄνευ φόρων καὶ ἄνευ δανείων». Οὐδέποτε, Κύριοι, εἴπομεν ἡμεῖς «ἄνευ φόρων καὶ δανείων» (διαμαρτυρίαι δεξιόθεν). Ἂν ἔχητε τόσον ἀσθενῆ τὴν μνήμην, ἀναδιφήσατε τὰ πρακτικὰ καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι ἡμεῖς πάντοτε ὡμιλήσαμεν περὶ φορολογικῆς μεταῤῥυθμίσεως, ἐξ ἧς θὰ ηὔξανον καὶ δὲν θὰ ἠλαττοῦντο τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου. Ἄλλοι, Κύριοι, ἦσαν οἱ ἐπαγγελλόμενοι ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ὅτι ἄνευ φόρων θὰ ἐκυβέρνων τὴν χώραν, ἐρχόμενοι δὲ κατόπιν εἰς τὰ πράγματα, ἐκαυχῶντο, ὅτι, ἀντὶ νὰ καταργήσωσι, προσέθεσαν δεκάδας ἑκατομμυρίων νέων φόρων. Ἡμεῖς οὐδέποτε εἴπομεν, ὅτι θὰ κυβερνήσωμεν τὴν χώραν ἄνευ φόρων. Εἴχομεν τὸ θάῤῥος τῆς πεποιθήσεώς μας, καὶ τὴν πεποίθησιν ἡμῶν ταύτην ἐξηγγείλαμεν πάντοτε στεντορείᾳ τῇ φωνῇ. Ἡμεῖς ἐλέγομεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ σωθῇ, δύναται ν’ ἀνορθώσῃ τὰ οἰκονομικά της «ἄνευ δανείων καὶ ἄνευ χρεωκοπίας». Καὶ λέγοντες «ἄνευ δανείων», δὲν ἐνοοῦμεν βεβαίως, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξέλθωμεν ἐξ αὐτῶν τῶν δυσχερειῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἄβουλος πολιτικὴ ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην ἔῤῥιψε τὸ Κράτος ἡμῶν, ἄνευ τῆς ἐπικουρίας τῶν ξένων κεφαλαίων· ἐνοοῦμεν, ὅτι οὐδέποτε ἡμεῖς θὰ ἐχρησιμοποιοῦμεν τὰ τοιαῦτα κεφάλαια χάριν τακτικῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, πρὸς κάλυψιν ἐλλειμμάτων. Ἀκριβῶς, Κύριοι, διότι ἠθέλομεν νὰ ἐμμείνωμεν πιστοὶ εἰς τὸ πρόγραμμά μας, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἀνεπτύξαμεν καὶ ὑπεστηρίξαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἔπρεπε κατ’ ἀνάγκην νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως. Διὰ τοῦ δανείου, Κύριοι, τῆς κεφαλαιώσεως ἠθελήσαμεν κυρίως ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐνόει νὰ διασώσῃ ἐκ παντὸς τρόπου τὴν τιμήν της, ἐνόει νὰ μὴ φανῇ κατωτέρα καὶ αὐτῆς τῆς Ἀργεντίνης· διότι, ἂν ὑπάρχῃ πρᾶξις, ἥτις διέσωζε κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν τιμὴν καὶ τῆς χώρας ἐκείνης, αὕτη ἦτο ἡ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως. Ἠθελήσαμεν ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶχε τὴν ἀπόφασιν νὰ καταβάλῃ τὴν ἐσχάτην εἰλικρινῆ καὶ ἔντιμον προσπάθειαν, ὅπως ἐξέλθῃ ἐκ τῶν δυσχερειῶν, τὰς ὁποίας ἄλλοι ἐδημιούργησαν εἰς αὐτήν. Ἠθελήσαμεν ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι καὶ ἐκ τοῦ μέσου τῶν ἐρειπίων, ἅτινα ἄλλοι εἶχον δημιουργήσει, προέβαλεν ἡ καλὴ της πίστις, ἡ ἐπιθυμία της, ἵνα πράξῃ πᾶν τὸ ἐφ’ ἑαυτῇ, ὅπως διασώσῃ ὅ,τι ἦτο δυνατὸν ἀκόμη νὰ διασωθῇ. Οὕτω δὲ πολιτευόμενοι, εἴχομεν λόγους νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ὄχι μόνον δὲν θ’ ἀπεξενοῦμεν ἡμῶν ὁλοσχερῶς τὰ ξένα κεφάλαια, ἀλλὰ καὶ θ’ ἀποκτῶμεν αὖθις ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὴν ἐμπιστοσύνην των. Οὕτω πως μόνον ὑπῆρχεν ἐλπὶς νὰ ἀναθάλῃ, ὥσπερ φοῖνιξ ἐκ τῆς τέφρας, ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις, ἧς ἄνευ οὐδὲν, ἀπολύτως οὐδὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ πλέον. Εἶναι πλάνη, Κύριοι, καὶ πλάνη οἰκτρὰ νὰ νομίζῃ τις, ὅτι ἄνευ τῆς ἀναζωογονήσεως τῆς πίστεως ἡμῶν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῶν νῦν δυσχερειῶν. Ἄνευ πίστεως ἀδύνατον, πάντη ἀδύνατον νὰ κατορθώσωμεν τοῦτο. Καὶ ἐὰν ἔτι ἠρνούμεθα τὰς πρὸς τοὺς πιστωτάς μας ὑποχρεώσεις καὶ ἀνεστέλλομεν πᾶσαν πληρωμὴν πρὸς αὐτοὺς, ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἐντεῦθεν κέρδος; Θὰ ἐκλείοντο πλέον δι’ ἡμᾶς ἑρμητικῶς ἐς ἀεὶ αἱ θύραι τῶν ξένων κεφαλαίων, ὧν τόσην ἀνάγκην ἔχομεν τὴν σήμερον οὐ μόνον πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν δημοσίων, ἀλλὰ καὶ πρὸς βελτίωσιν τῶν κατ’ ἰδίαν ἡμῶν οἰκονομικῶν. Ἄνευ τῶν ξένων κεφαλαίων, Κύριοι, ἡ Ἑλλὰς θ’ ἀπέβαινεν ἀληθὲς χαρτοβασίλειον, θ’ ἀπεκλείετο ὀλίγον κατ’ ὀλίγον πάσης πρὸς τὴν ἀλλοδαπὴν συναλλαγῆς καὶ θὰ κατεδικάζετο νὰ διάγῃ οἰκονομικῶς βίον ἀβίωτον. Εἰς αὐτὸν τὸν πρωτουργὸν τῆς παρούσης καταστάσεως εἶναι βεβαίως ἐπιτετραμμένον νὰ νομίζῃ, ὅτι μόνον ὅταν ἀναστείλωμεν παντάπασι τὰς πληρωμὰς, ὅταν ὁμολογήσωμεν τὴν παντελῆ ἡμῶν ἀνικανότητα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς τοὺς πιστωτάς μας ὑποχρεώσεων, ὅταν οὕτως ἐκμηδενίσωμεν τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν, ὅτι τότε καὶ μόνον θὰ ἐξαναγκάσωμεν τοὺς πιστωτάς μας νὰ μᾶς δανείσωσιν ἐκ νέου ἑκατοντάδας ὅλας ἑκατομμυρίων, ὅπως δι’ αὐτῶν ἀναδιοργανώσωμεν καὶ τὰ δημόσια καὶ τὰ κατ’ ἰδίαν ἡμῶν οἰκονομικά. Ἀλλὰ τοιαῦται παραδοξολογίαι, Κύριοι, μόνον τὸν οἶκτον παντὸς σωφρονοῦντος δύνανται νὰ κινήσωσι· διότι πᾶς σωφρονῶν γινώσκει κάλλιστα, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ τρόπος, δυνάμενος νὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς πιστωτάς μας, οὐχὶ ὅπως ἀνοίξωσιν, ἀλλὰ τοὐναντίον ὅπως κλείσωσι διὰ διπλῶν κλείθρων τὰ κιβώτιά των πρὸς ἡμᾶς, εἶναι ἀκριβῶς ὁ τρόπος, ὃν ὑποδεικνύει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Καὶ τὰ πράγματα αὐτὰ ἐμαρτύρησαν ἤδη τρανῶς, ὁπόσον δίκαιον ἔχομεν ἡμεῖς, ὁπόσον ἄδικον ἔχει αὐτός. Τὸ δάνειον, Κύριοι, τῆς κεφαλαιώσεως δὲν ἐβράδυνε ν’ ἀποφέρῃ τὸν πρῶτον καὶ κύριον καρπὸν, ὃν προσεδοκῶμεν ἐξ αὐτοῦ. Οἱ πιστωταὶ ἡμῶν, πεισθέντες ἐξ αὐτοῦ περὶ τῆς εἰλικρινοῦς καὶ ἐντίμου προσπαθείας, ἣν κατεβάλλομεν οὕτως, ὅπως ἐξέλθωμεν ἐκ τῶν δυσχερειῶν ἡμῶν, ἔσπευσαν νὰ προσέλθωσιν ἐπίκουροι ἡμῶν εἰς τοῦτο. Δὲν προσεφύγομεν ἡμεῖς εἰς αὐτοὺς ἐκλιπαροῦντες τὴν συνδρομήν των, ἀλλὰ προσῆλθον αὐτοὶ πρὸς ἡμᾶς προτείνοντες αὐτήν. Καὶ τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, τὸ οὕτω διασυρθὲν καὶ χλευασθὲν, παρεῖχεν εἰς ἡμᾶς τόσον ἀσφαλὲς τὸ ἔδαφος πρὸς τοῦτο, ὥστε αὐτοὶ μὲν νὰ μᾶς ὑποβάλλωσι προτάσεις, ἡμεῖς δὲ νὰ ὑπαγορεύωμεν τοὺς ὅρους. Εἶχον τεθῆ ἤδη μεταξὺ ἡμῶν καὶ αὐτῶν οἱ προκαταρκτικοὶ ὅροι, καὶ εἶχον ἀναγραφῆ οὗτοι εἰς ὡρισμένας προτάσεις, ἃς ἡμεῖς, ἀναγκασθέντες ἐν τῷ μεταξὺ νὰ καταλίπωμεν τὴν ἀρχὴν, δὲν συναπεκομίσαμεν μεθ’ ἡμῶν αὐτῶν, ὡς ἄλλοι· τὰς ἀφήσαμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν· καὶ προκαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὲ διαψεύσῃ.

§66Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὰς ἀφήσατε.

§67ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς εὕρετε;

§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδὲν εὕρομεν.

§69ΡΑΛΛΗΣ. Πράγματι αἱ προτάσεις δὲν εὑρίσκονται εἰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ εὑρίσκονται εἰς χεῖρας τοῦ Βασιλέως.

§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λοιπὸν λέγετε μὴ ἀκριβῆ.

§71ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω ἐκ πληροφοριῶν ἀκριβεστάτων, ὅτι αἱ προτάσεις περιῆλθον εἰς χεῖρας ὑμῶν, κύριε Πρωθυπουργέ.

§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεμία περιῆλθεν εἰς γνῶσιν ἡμῶν πρότασις.

§73ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αἱ ἔγγραφοι ἐκεῖναι προτάσεις περιῆλθον εἰς χεῖράς σας διὰ τῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς φίλος μου, ἔχετε δὲ ἤδη ἐπιδείξει ὑμεῖς αὐτὰς πρὸς ἄλλον, παρ’ οὗ ἐπληροφορήθην τοῦτο· πρὸς τί λοιπὸν νὰ ἀρνῆσθε τώρα τὸ πρᾶγμα;

§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προτάσεις εἰς ὑμᾶς δὲν ἐγένοντο· ὑμεῖς ὑπεβάλετε προτάσεις.

§75ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγένοντο προτάσεις, τὰς ὁποίας ἀπεδέχθημεν ἡμεῖς δι’ ἐπιστολῆς.

§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδόλως ἐγένοντο προτάσεις πρὸς ὑμᾶς· ἐγένοντο προτάσεις παρ’ ὑμῶν, καὶ οὐδὲν ἄλλο.

§77ΡΑΛΛΗΣ. Γνωρίζετε ὅτι ἐγένοντο προτάσεις παρ’ ἄλλων, καὶ γνωρίζετε, τίς εἶναι αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὰς προτάσεις.

§78Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδόλως εἶναι τοῦτο ἀληθές. Λυποῦμαι ὅτι μὲ ἀναγκάζετε νὰ διαψεύσω, διότι εἰς οὐδεμίαν ἤθελον νὰ προέλθω ἀνακοίνωσιν περὶ τούτου. Πολλάκις ἀνέγνων ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἀνακριβείας, ἀλλ’ οὐδέποτε εἶπον εἰς οὐδένα τι περὶ τοῦ προκειμένου· ὅταν ὅμως λέγωνται καὶ ἐπαναλαμβάνωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τοιαῦτα, καὶ προκαλῶμαι ἵνα ἀπαντήσω, ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω, ὅτι οὐδὲν εὗρον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐὰν δ’ ἔμαθόν τι ἄλλοθεν, οὐχὶ παρὰ τοῦ Βασιλέως, οὗτινος τὸ ὄνομα δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναμιγνύηται εἰς τὰς συζητήσεις, ἔμαθον ὅτι τὸ ἀνακοινωθὲν εἶναι προτάσεις γενόμεναι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς προκατόχου πρὸς τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ὑπαινίττεσθε, τὸ δὲ πρόσωπον τοῦτο διεβίβαζε τὰς προτάσεις εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, διότι οὐδεμίαν ἐλθὸν ἐνταῦθα εἶχεν ἐντολὴν πρὸς διαπραγμάτευσιν παρ’ οὐδενὸς, οὐδ’ ἐνταῦθα διατρῖβον εἶχε λάβει ἐντολὴν οὐδεμίαν παρ’ οἱουδήποτε, ἕως οὗ ἡμεῖς ἀνελάβομεν τὴν ἐξουσίαν. Ἐὰν ἔλαβεν ἐντολὴν κατόπιν περὶ τούτου, οὐδὲν λέγω.

§79ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν ἐντολὴν ἔχω ἐνταῦθα. (Ἀναγινώσκει αὐτήν). Αἱ διαπραγματεύσεις εἶναι ἐκκρεμεῖς, καὶ δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ κάμω χρῆσιν τῶν λεπτομερειῶν.

§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω τοιοῦτον ἔγγραφον. Ἔγγραφον ἀνακοινοῦν προτάσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐγὼ δὲν ἔχω· ἔχω μόνον ἔγγραφον, ἐν ᾧ τὸ πρόσωπον, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κύριος Βουλευτὴς, λέγει πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν: «ἐν ὁμιλίαις πολλαῖς, ἃς ἔλαβον πρὸς ὑμᾶς, ὑμεῖς μᾶς ὑπεβάλετε τὰς ἑπομένας γνώμας», ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπαντᾷ πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦτο: «καλῶς ἀντελήφθητε τῶν γνωμῶν μου». Ἑπομένως πρόκειται καὶ ἐν τοῖς δυσὶν ἐγγράφοις περὶ γνωμῶν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ οὐχὶ περὶ προτάσεων γενομένων παρὰ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος προσώπου.

§81ΡΑΛΛΗΣ. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον γνωρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ποῦ εὑρίσκεται (ἀναγινώσκει): «Μετ’ ἐπίμονον μελέτην τῆς καταστάσεως τῆς οἰκονομικῆς τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἑξῆς ὅρων δύναται νὰ λάβῃ χώραν διαπραγμάτευσις μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐξεπροσώπει ἐκεῖνος, μετὰ τοῦ ὁποίου διαπραγματεύεται σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργός.»

§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν γινώσκω ποῖον ἔγγραφον ἔχει ὑπ’ ὄψει ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀλλὰ τὸ περὶ οὗ ἐγὼ ὁμιλῶ λέγει πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν: «ἐσχημάτισα τὴν ἰδέαν, ὅτι ὑμεῖς φρονεῖτε τὰ ἑξῆς». Ἀπαντᾷ δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὰ ἐκτιθέμενα εἶναι πιστὴ παράστασις τῶν γνωμῶν αὐτοῦ. Ἑπομένως καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο ἔγγραφον ἐκφράζεται περὶ γνωμῶν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ οὐχὶ περὶ γνωμῶν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος προσώπου, οὐδέ τινος ἐντολέως του, διότι τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, ὡς εἶπεν, ἦτο ἐνταῦθα ὡς ἁπλοῦς πρόσκοπος, οὐδεμίαν ἔχον ὁδηγίαν. Ἐὰν σήμερον ἔχῃ ὁδηγίας, τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα.

§83ΡΑΛΛΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα).

§84ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμένει ὅτι δὲν ἐγένοντο πρὸς ἡμᾶς προτάσεις, ἀλλ’ ὅτι ἡμεῖς ἐκάμαμεν τοιαύτας· ἐγὼ καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς σᾶς διαβεβαιοῦμεν τὸ ἐναντίον· τίς εὕρηται ἐν τῇ ἀληθείᾳ; Εἶμαι ἠναγκασμένος, Κύριοι, νὰ σᾶς ἐκθέσω τὰ πράγματα ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ, ὅπως πεισθῆτε καὶ ὑμεῖς, ὅτι καὶ νῦν, ὡς πάντοτε, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶναι ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Ὁ κ. Ὀρνστάϊν ἦλθε κατ’ ἀρχὰς ἐνταῦθα τῷ ὄντι ὡς πρόσκοπος. Ἀφοῦ ὅμως ἐπὶ ἑβδομάδας ἔκαμε μελέτας περὶ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων καὶ ἐπείσθη ὅτι ἡ κατάστασις ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ δύναται νὰ γείνῃ τι περὶ διευθετήσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, προέβη τότε εἰς προτάσεις πρὸς ἡμᾶς, αἵτινες ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσις ἀκολούθως ὁριστικῶν διαπραγματεύσεων. Ἐδήλωσε δὲ τότε, πλὴν τότε καὶ μόνον, ὅτι δὲν ἦλθεν ἐξ ὑπαρχῆς ἐνταῦθα, ἀλλ’ ὅτι εἶχεν ὡρισμένην ἐντολὴν, ἵνα βολιδοσκοπήσῃ τὸ ἔδαφος, ἵνα μελετήσῃ τὴν κατάστασιν καὶ ἴδῃ κατὰ πόσον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐπηγγελλόμεθα, εἴχοντο ἀληθείας, καὶ ὅταν ἐπείσθη περὶ τούτου, προῆλθεν εἰς τὰς πρὸς ἡμᾶς προκαταρκτικὰς προτάσεις. Τὰς προτάσεις ταύτας συνεζητήσαμεν πρὸς αὐτὸν διὰ μακρῶν, ἐθέσαμεν ὅρους, ὑφ’ οὓς ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς ὁριστικὰς διαπραγματεύσεις, καὶ ἀφοῦ οἱ ὅροι αὐτοὶ ἀνεκοινώθησαν εἰς Παρισίους καὶ ἐγένοντο ἀποδεκτοὶ, τότε ἐδόθη ἐκεῖθεν ἡ ἐντολὴ πρὸς τὸν κ. Ὀρνστάϊν, ἵνα κατάρξηται ὁριστικῶν πρὸς ἡμᾶς διαπραγματεύσεων· ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἠναγκάσθημεν ἡμεῖς διὰ τῆς ψήφου σας νὰ ἐγκαταλίπωμεν τὴν ἀρχήν. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ ἀλήθεια καὶ μόνη ἡ ἀλήθεια. Βεβαίως ἔγγραφα ἐπίσημα δὲν ἔχω, ὅπως διαπιστώσω αὐτὴν νῦν· διότι, ὡς σᾶς προεῖπον, ἡμεῖς δὲν συναπεκομίσαμεν αὐτὰ, καταλείποντες τὴν ἀρχὴν, μεθ’ ἡμῶν αὐτῶν. Ἀλλὰ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ἑνὸς τῶν ἐπιφανεστέρων ὀργάνων τῆς Εὐρώπης, τοῦ «Ἑωθινοῦ Ταχυδρόμου» τοῦ Λονδίνου, ὅστις λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τοῦ βασιλικοῦ λόγου, ἰδοὺ τί ἔγραφε κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς πτώσεως τοῦ Ὑπουργείου ἡμῶν (ἀναγινώσκει): «Καθαρὰ πρόκειται ἀλήθεια καὶ δι’ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἀμυήτους ξένους, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐλπὶς, ὅτι θὰ προληφθῶσι πάντα, μόνον ἐὰν ἡ Ἑλλὰς μείνῃ ὑπὸ τὴν διοίκησιν καὶ τὰς ὁδηγίας τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Καὶ ἐξωτερικὴ βοήθεια δὲν ἔλειψεν, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἔκαμεν οἰκονομικὸν συνδυασμὸν, ὃν θὰ καθυποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς ὃν ἐνεργὸν μέρος ἔλαβεν ὁ ἱκανώτατος κ. Ὀρνστάϊν.» Αὐτὰ ἔγραφε, Κύριοι, περὶ ἡμῶν καὶ τῶν διαπραγματεύσεών μας, οὐχὶ κἀνὲν ἐκ τῶν λαθροβίων ἐκείνων φύλλων, εἰς ἃ δύναταί τις εὐκόλως νὰ δημοσιεύσῃ πάντα μῦθον, ἀλλ’ ἓν τῶν πρωτευόντων ὀργάνων τῆς Ἀγγλικῆς δημοσιογραφίας, τὸ διερμηνεῦον τὰ φρονήματα τῆς μεγάλης ἐκεῖ πολιτικῆς μερίδος τῶν συντηρητικῶν καὶ οὗτινος τὰ γραφόμενα κέκτηνται κῦρος καὶ αὐθεντίαν ἀναμφισβήτητον. Ἐκ τοῦ «Ἑωθινοῦ Ταχυδρόμου» πείθεσθε, ὁποίαν ἐμπιστοσύνην εἶχεν ἀρχίσει ἤδη νὰ ἐμπνέῃ ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ἐν Εὐρώπῃ καὶ εἰς τοὺς πολιτικοὺς καὶ εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς κύκλους, πείθεσθε πρὸ παντὸς, ὅτι οὐχὶ ἡμεῖς, ἀλλ’ οἱ ξένοι κεφαλαιοῦχοι ἔσπευσαν νὰ ὑποβάλωσιν εἰς ἡμᾶς προτάσεις, ἐξ ὧν τὰ βέλτιστα εἶχέ τις νὰ προσδοκᾷ καὶ διὰ τὰ δημόσια καὶ διὰ τὰ κατ’ ἰδίαν οἰκονομικά. Κρίνω περιττὸν, Κύριοι, νὰ εἰσέλθω ἐνταῦθα εἰς τὰ καθέκαστα τῶν προτάσεων ἐκείνων. Προέκειτο περὶ ὁριστικῆς διευθετήσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν ζητήματος. Προέκειτο περὶ μετατροπῆς καὶ ἑνοποιήσεως τῶν δανείων ἡμῶν, καθ’ ἣν ἀπέναντι τῶν ἐγγυήσεων, ἃς θὰ παρείχομεν ἡμεῖς καὶ δι’ ὧν θὰ προεβιβάζετο ἡ πίστις ἡμῶν, θὰ ἐπήρχετο ἔκπτωσις τῶν χρεωλυσίων καὶ ἐλάττωσις τοῦ τόκου, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀνακουφισθῇ ἐντεῦθεν μεγάλως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Προέκειτο περὶ ἐνισχύσεως τοῦ Δημοσίου διὰ κεφαλαίων, δι’ ὧν θ’ ἀπηλλάσσετο μὲν τῆς καθ’ ἡμέραν ἐνοχλήσεως τῶν εἰς χρυσὸν προκαταβολῶν, θὰ ἠδύνατο δὲ νὰ ἐπιστρέψῃ καὶ τὰ εἰς χρυσὸν δάνεια πρὸς τὰς προνομιούχους Τραπέζας. Προέκειτο περὶ βαθμιαίας ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Προέκειτο περὶ ἐγχύσεως νέων ὑλικῶν καὶ ἠθικῶν κεφαλαίων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀναδιοργανουμένην οὕτως, ὥστε αὐτὴ ν’ ἀποβῇ τὸ κέντρον τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας καὶ νὰ δεσπόσῃ τῆς ἀγορᾶς ἐπ’ ἀγαθῷ αὐτῆς. Καὶ ταῦτα πάντα θὰ κατωρθοῦντο, Κύριοι, ἄνευ ξενικοῦ ἐλέγχου. Ἰδού, Κύριοι, οἱ καρποὶ καὶ τ’ ἀποτελέσματα τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον διέσυραν, τοσοῦτον ἐκάκισαν. Ὑπῆρξεν, ὡς παρατηρεῖτε, ἡ μόνη ἄγκυρα σωτηρίας δι’ ἡμᾶς, καὶ τὴν ἄγκυραν ταύτην τῆς σωτηρίας ἔσπευσε τόσον ἀσυνειδήτως ν’ ἀποκόψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἅμα ἐπανελθὼν εἰς τὰ πράγματα. Γινώσκετε ἤδη, Κύριοι, τοὺς λόγους, δι’ οὓς λήγοντος τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου παρῃτήθη αὐτὸς τῆς Κυβερνήσεως. Ἐτράπη τότε εἰς φυγὴν πρὸ τοῦ μεγέθους τῆς καταστροφῆς, ἣν ἐπήνεγκεν ἡ ἀσύνετος οἰκονομικὴ πολιτική του. Ἀλλ’ ἀγνοεῖτε ἴσως ἀκόμη τὸν λόγον, δι’ ὃν ἔσπευσε νῦν νὰ καταλάβῃ τὴν ἀρχήν. Μόλις εἶδε τὴν θύελλαν παρερχομένην, μόλις εἶδε τὸν οἰκονομικὸν ἡμῶν οὐρανὸν αἰθριάζοντα, μόλις εἶδεν ὅτι ἐπέκειντο κρείττονες ἡμέραι διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀνεζήτησε τὴν περιπόθητόν του ἐξουσίαν, ὅπως δρέψῃ αὐτὸς τοὺς καρποὺς τῶν ἄλλων. Ἐνόμισεν ὅτι αἱ ἀρξάμεναι διαπραγματεύσεις ἠδύναντο νὰ ἐξακολουθήσωσι καὶ ἐπ’ αὐτοῦ, ἐνόμισεν ὅτι καὶ πρὸς αὐτὸν τὰ κεφάλαια θὰ εἶχον ἣν καὶ πρὸς ἡμᾶς ἐμπιστοσύνην. Ἀλλ’ ἠπατήθη καὶ ἠπατήθη οἰκτρῶς. Οἱ ξένοι, ἅμα τῇ ἐπανόδῳ αὐτοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἤρξαντο νὰ ἔχωσι δυσπίστως πρὸς ἡμᾶς, ἀναλογιζόμενοι ὅτι αὐτὸς ἦτο ὁ συνομολογήσας καὶ σπαταλήσας τὰ πλεῖστα τῶν δανείων, αὐτὸς ἦτο ὁ ἐξωθήσας τὸ Κράτος καὶ τὸν τόπον εἰς τὸ χεῖλος τῆς ἀβύσσου, καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταπεσὼν ἀπὸ τῆς μιᾶς εἰς τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐκ τῆς ἐπαρκείας εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν, ἐκ τῆς πλήρους καὶ ἀκεραίας ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεών μας πρὸς τοὺς πιστωτὰς εἰς τὴν τελείαν ἀναστολὴν τῶν πληρωμῶν, εἰς τὴν πλήρη πτώχευσιν καὶ χρεωκοπίαν. Ἀλλ’ ὡς ἐὰν μὴ ἤρκει τοῦτο, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔσπευσε διὰ πράξεως ἀνηκούστου εἰς τὰ συνταγματικὰ χρονικὰ καὶ τὰ διεθνῆ νόμιμα νὰ ἀκυρώσῃ διὰ μιᾶς ὑπουργικῆς ἐγκυκλίου ἕνα νόμον τοῦ Κράτους, μίαν διεθνῆ σύμβασιν. Προέβη, Κύριοι, εἰς πρωτοφανῆ αὐθαιρεσίαν, ἐνῷ ἠδύνατο κάλλιστα, ἔχων ἐνταῦθα τὴν Βουλὴν καὶ πειθήνιον ἐν πᾶσι τὴν πλειονοψηφίαν της, νὰ ἀκυρώσῃ δι’ αὐτῆς καὶ τὸν νόμον περὶ τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπράξεων καὶ τὴν σύμβασιν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως. Καὶ προέβη εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν ταύτην, ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι εἶναι ὁ αὐτὸς πάντοτε, ἀχαλίνωτος εἰς τὰ πάθη του καὶ πρὸ τῶν νόμων καὶ πρὸ τῶν συμβάσεων, καὶ ὡς τοιοῦτος ἀνάξιος πάσης ἐμπιστοσύνης (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐν τῇ δεξιᾷ). Μὴ θορυβεῖσθε, Κύριοι, σεῖς οἱ ὀπαδοί του. Εἶχε πρὸ τῆς 27 Ἀπριλίου 160–170 ὀπαδοὺς, οἵτινες ὅμως δὲν ἠδυνήθησαν νὰ τὸν ἀναχαιτίσωσι, φεύγοντα ἐκ τῆς ἀρχῆς. Παρομοία φυγὴ καὶ τώρα τῷ παρασκευάζεται· διότι, χάρις εἰς τὰ ἀσύνετα αὐτοῦ μέτρα, οἱ σπουδαιότατοι τῶν κεφαλαιούχων, οἵτινες ἦσαν πρόθυμοι νὰ μετάσχωσι τῶν πρὸς ἡμᾶς διαπραγματεύσεων, ὡς ὁ Hambro καὶ ὁ Cassel ἐν Ἀγγλίᾳ, ἡ National-Bank καὶ ὁ Bleichroeder ἐν Γερμανίᾳ, ἀπέσχον αὐτῶν ὁριστικῶς. Διαμαρτυρίαι ἐπὶ διαμαρτυριῶν ἐγείρονται κατὰ τῶν αὐθαιρέτων αὐτοῦ μέτρων, καὶ ταχέως πάνυ θὰ ἐκραγῇ νέα, φοβερωτέρα τῆς πρώτης, θύελλα κατὰ τῆς κεφαλῆς του καὶ κατὰ τῆς κεφαλῆς ὅλων ἡμῶν. Τότε ὁ κ. Τρικούπης θὰ τραπῇ καὶ πάλιν εἰς φυγήν, καὶ θὰ τρέχητε ὄπισθέν του σεῖς, οἱ νῦν 102 ὀπαδοί του, ἀλλὰ δὲν θὰ δυνηθῆτε πλέον νὰ τὸν καταφθάσητε. Εἴδετε, Κύριοι, ὁπόσον ἀβάσιμοι καὶ ἀνυπόστατοι, ὁπόσον αὐτόχρημα γελοῖαι ἦσαν αἱ καθ’ ἡμῶν αἰτιάσεις, ἃς ἐξήνεγκον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου οἱ προαγορεύσαντες ἐκ τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῶν «πολυωνύμων ὁμάδων». Ὑπολείπεται νῦν νὰ καταδείξω ὑμῖν, ὁποῖοι οἱ καθ’ ἡμῶν ἐγείραντες τὰς τοιαύτας αἰτιάσεις. Ὀφείλω οὕτω νὰ ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα εἰς τὴν κυρίαν του θέσιν, ἐξ ἧς ἠθέλησαν οἱ προαγορεύσαντες νὰ τὸ μετατοπίσωσιν, ἀναζητοῦντες εὐθύνας ἐκεῖ, ὅπου τοιαῦται διόλου δὲν ὑπάρχουσιν, ἀποδεικνύων ἐγώ, τίνες οἱ ὑπεύθυνοι διὰ τὴν παροῦσαν κατάστασιν...

§85ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κύριε Εὐταξία, θὰ ἐξακολουθήσητε ἀκόμη ἐπὶ πολύ; Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι καλὸν ν’ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον;

§86ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὂχι· θὰ φροντίσω εἰς τὸ δεύτερον τοῦτο μέρος τοῦ λόγου μου νὰ ἦμαι ὅσον οἷόν τε σύντομος, ἀφοῦ μάλιστα ἔχει παρέλθει ἤδη ἡ ὥρα. Εἶπον, Κύριοι, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι πρωτουργὸς τῆς παρούσης καταστάσεως εἶναι ὁ ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην διέπων τὰς τύχας τῆς Ἑλλάδος καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς αὐτῆς κ. Τρικούπης, συνεργοὶ δὲ ὑπῆρξαν οἱ κατὰ τὰ διαλείμματα τῆς Κυβερνήσεώς του διοικήσαντες τὴν Ἑλλάδα ἢ διαχειρισάμενοι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἀξιότιμοι ἐκ Γόρτυνος, ἐκ Μαντινείας καὶ ἐξ Ἄρτης βουλευταὶ κ. κ. Δηλιγιάννης, Κωνσταντόπουλος καὶ Καραπάνος, αὐτοὶ ἐκεῖνοι ἀκριβῶς, οἱ αἴφνης εἰς κατηγόρους μετασχηματισθέντες ἡμῶν, τῶν πάντη ἀθώων, ὡς ἀπέδειξα ἤδη τοῦτο τρανῶς. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νῦν ν’ ἀποδείξω καὶ κατὰ τί ἕκαστος τούτων συνετέλεσεν εἰς τὴν παροῦσαν κατάστασιν καὶ εὐθύνεται δι’ αὐτήν. Ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἀπονέμων οὕτως εἰς αὐτὸν τὰ πρεσβεῖα τῆς τιμῆς. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἦτο ὁ ἡγέτης τῆς ἐπισήμου καὶ ἀξιωματικῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὸν κ. Τρικούπην καθ’ ὅλην τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, ἥτις ὑπῆρξεν ἡ γενεσιουργὸς τῆς παρούσης καταστάσεως, διῴκησε δὲ καὶ τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὰ ἐν τῷ μεταξὺ διαλείμματα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη ἐπὶ διετίαν καὶ ἐπέκεινα. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς εὐθύνεται καὶ ἀρνητικῶς καὶ θετικῶς, ἤτοι καὶ ὡς ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὡς Πρωθυπουργὸς οὐκ ὀλίγον διὰ τὴν παροῦσαν κατάστασιν. Ἀνεδείχθη ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἤρξατο ἡ ἀπαισία ἐκείνη περίοδος, ἡ περιαγαγοῦσα ἡμᾶς εἰς ὃ σημεῖον εὑρισκόμεθα τὴν σήμερον. Ἀντεπολιτεύετο ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1885 τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη, καὶ τὸ ἀντεπολιτεύετο κατὰ τρόπον ὅλως ἰδιόῤῥυθμον. Ἐνόει πάντοτε νὰ ἀντιλέγῃ εἰς ὅσα μέτρα ὑπέβαλλεν ὁ κ. Τρικούπης, καὶ νὰ καταπολεμῇ ἰδίᾳ τὸ οἰκονομικὸν αὑτοῦ σύστημα· ἀλλ’ οὐδέποτε παρῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, ἵνα ἐξ ἀντιθέτου ἐπιδείξῃ ἴδιόν τι σύστημα, ἴδια μέτρα, προσφορώτερα τῶν τοῦ κ. Τρικούπη, οὐδέποτε ἠδυνήθη ἐπὶ τριετίαν ὅλην ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι αὐτὸς ἐσκέπτετο κάλλιον τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, ὅτι αὐτὸς εἶχεν ἐν τῷ νῷ ἄλλα σωστικώτερα μέτρα, ὅπως οὕτως ἐμπνεύσῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε ἴσως, πῶς κατώρθωσε τότε ἐν ἔτει 1885 νὰ ἔλθῃ πανίσχυρος, ἐν καταπληκτικῇ πλειονοψηφίᾳ, εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς χώρας; Τοῦτο ὀφείλει πρὸ παντὸς εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργείου Τρικούπη; Τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη ἐπολιτεύθη ἐπὶ τριετίαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἐξηνάγκασε τὸν λαόν, ὄχι μόνον τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἀλλὰ καὶ οἱουδήποτε ἄλλου τὴν ἡγεσίαν νὰ προτιμήσῃ, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι χειρότερόν τι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπισυμβῇ τῆς καταστάσεως, ἥτις εἶχε δημιουργηθῆ ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτήν. Ἀλλ’ εἶχεν ἐπαγγελθῆ τρία τινὰ ὡρισμένως ὁπωσδήποτε. Ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὡς ἀντιπολιτευόμενος. Ἦτο τότε κεκηρυγμένος κατὰ τῆς πολιτικῆς τῶν φόρων, ὑπισχνεῖτο τὴν συνόλῳ νὰ κάμῃ ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔκαμεν ὁ κ. Τρικούπης, καὶ ν’ ἀποκαταστήσῃ τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Πῶς ἐξεπλήρωσε τὰς ἐπαγγελίας του ἐκείνας; Ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἦσθε τὴν ἐποχὴν ἐκείνην Βουλευταὶ ἐνθυμεῖσθε, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐξεπλήρωσεν, ἢ ἀνεμνήσθη κἄν τῶν ἐπαγγελιῶν του πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· ἐνθυμεῖσθε, ἂν δὲν ἐπηύξησεν, ἀντὶ ν’ ἀνακουφίσῃ, ὡς ὑπέσχετο, τὰ φορολογικὰ βάρη. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι κάλλιστα, ὅτι, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσφορᾶς τὸ φθινόπωρον τοῦ 1885, εἶχε παρέλθει ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ἀπολογούμενος κατ’ ἐκείνων, οἵτινες τῷ ἐπέῤῥιπτον, ὅτι ἐν τῷ μέσῳ τῶν κρισίμων πολιτικῶν καὶ οἰκονομικῶν περιστάσεων δὲν ὤκνησε νὰ καταργήσῃ φόρους, ἀπηρίθμει ἐντεῦθεν μετὰ κομποῤῥημοσύνης φόρους 11 ἑκατομμυρίων, τοὺς ὁποίους αὐτὸς εἶχεν ἐπιβάλει. Εἶχεν ἐπαγγελθῆ, Κύριοι, νὰ κάμῃ τὰ ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔκαμνεν ὁ κ. Τρικούπης, καὶ ὅμως μᾶς ὑπέβαλε τότε τὸν αὐτὸν σχεδὸν προϋπολογισμὸν, τὰ αὐτὰ μέτρα, καὶ ἐξηκολούθησε τὴν αὐτὴν ἐν πᾶσιν ἀτάσθαλον διοίκησιν, ὡς καὶ ὁ προκάτοχός του. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ποῖον ἦτο; οἱ προϋπολογισμοὶ, τοὺς ὁποίους αὐτὸς εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐφήρμοσε κατὰ μέγα μέρος, νὰ παρουσιάσωσιν ἐλλείμματα ἀνώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶχον παρουσιάσει οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ κ. Τρικούπη, νὰ ἐπιδεινωθῇ δ’ ἐν συνόλῳ ἡ πολιτικὴ καὶ οἰκονομικὴ κατάστασις καὶ ν’ ἀρχίσῃ πάλιν ὁ λαὸς ἐν ἀπογοητεύσει νὰ στρέφῃ τὸ βλέμμα πρὸς τὸν ἔκπτωτον τῆς 7 Ἀπριλίου. Καὶ ὡσὰν μὴ ἤρκει ἡ διάψευσις αὕτη τῶν ἐπαγγελιῶν του, ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔκαμε καὶ ἄλλως πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο καὶ δὲν ἠδύνατο, ὅπως ἐξαναγκάσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἵνα προσπέσῃ αὖθις εἰς τοὺς πόδας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ. Τὸ ἐπιστέγασμα τῆς ὅλης τοιαύτης πολιτικῆς του ἦτο ἡ ἐπιστρατεία τοῦ 1885. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι καὶ δι’ αὐτήν, ὅπως καὶ διὰ πᾶσαν ἄλλην πρᾶξίν του, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς τὴν εὐθύνην ἐννοεῖ νὰ ἐπιῤῥίπτῃ εἰς ἄλλον, πλὴν μόνου τοῦ ἑαυτοῦ του. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, τότε τὸ δόγμα, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ καθιερώσῃ ἐν τῇ πολιτικῇ, τὸ δόγμα τῆς ῥυμουλκήσεως, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς, ὁ διευθύνων τὰς τύχας χώρας τινὸς, οὐδεμίαν πρέπει νὰ ἔχῃ αὐτὸς πρωτοβουλίαν· τοὐναντίον πρέπει νὰ ἄγηται καὶ νὰ φέρηται ἀπὸ τὸν πρῶτον τυχόντα πολίτην, ὡς τοῦτο συνέβη καὶ εἰς αὐτὸν, ὅτε ἀπεφάσισε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιστρατείαν κατ’ ἀκολουθίαν τῶν διαδηλώσεων, εἰς ἃς εἶχον προβῇ τότε τινὲς ἐνταῦθα ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τοῦ πραξικοπήματος τῆς Φιλιππουπόλεως. Διὰ τὴν ἐπιστρατείαν ἐκείνην μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἐπαναλαμβάνει πάντοτε στερεότυπον δήλωσιν, ὅτι τὴν ἤθελον ὅλοι οἱ Βουλευταὶ, τὴν ἤθελε καὶ ὁ κ. Τρικούπης, τὴν ἤθελον οἱ «ἄνδρες Ἀρκάδες» καὶ τὰ τέκνα πάσης γῆς Ἑλληνικῆς. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, καὶ πάντες οἱ ἄλλοι Βουλευταὶ καὶ οἱ «ἄνδρες Ἀρκάδες» οὐδεμίαν δύνανται νὰ φέρωσιν εὐθύνην δι’ ἓν αἴσθημα, ὅπερ εἶχον ἐκδηλώσει τότε. Αὐτὸς καὶ μόνος, ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τότε, φέρει πλήρη καὶ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην αὐτῆς· διότι αὐτὸς μόνος ἠδύνατο ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του νὰ γνωρίζῃ, ἂν ἡ Ἑλλὰς εἶχε νὰ ἐλπίσῃ τι ἐκ τῆς τοιαύτης ἐπιστρατείας, αὐτὸς μόνος ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ, ἂν αἱ περιστάσεις ἦσαν τοιαῦται, ὥστε νὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ δράσῃ, εἴτε καὶ ἄνευ δράσεως νὰ τύχῃ νέας παραχωρήσεως, τῇ ἐπεμβάσει τῶν Δυνάμεων. Ὡς ὅμως ἀπέδειξαν τὰ πράγματα ἀκολούθως, Κύριοι, ἐνῷ ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐγίγνωσκεν ἀκριβῶς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς οὐδὲν εἶχε νὰ ἐλπίζῃ, ἐξηκολούθησεν ἐν τούτοις ἐπὶ μῆνας πολλοὺς κρατῶν ὑπὸ τὰ ὅπλα ὀκτὼ ὅλας μυριάδας Ἑλλήνων μαχητῶν· καὶ ὅταν ἡμεῖς τὸν ἠρωτῶμεν, πρὸς τί ἡ ἐπιστρατεία ἐκείνη, πρὸς τί ὅλαι ἐκεῖναι αἱ θυσίαι, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβάλλετο καὶ τὸ Κράτος καὶ ἡ χώρα, πρὸς τί ἡ δαπάνη τοσούτων ἑκατομμυρίων, πρὸς τί ἡ ἀπώλεια ἄλλων τόσων ἑκατομμυρίων ἐκ τῆς κατ’ ἰδίαν οἰκονομίας, ἥτις ἀπεστερεῖτο τῶν κυριωτέρων ἐργατῶν της, ἀπήντα, ὅτι ταῦτα πάντα ἐγένοντο δι’ ἓν μέγα κατόρθωμα, τὸ κατόρθωμα τοῦ νὰ ἴδῃ ἡ Ἑλλὰς ὑπὸ τὰς σημαίας της 8 ὅλας μυριάδας ἀνδρῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ξέρξου οὐδέποτε ἐπανεῖδεν ὁ Ἑλληνισμός. Καὶ ὅταν τῷ ἐλέγομεν, ὅτι ἐπιστρατεία σημαίνει κινητοποίησιν πρὸς πόλεμον, σημαίνει ἄμεσον δρᾶσιν, αὐτὸς οὐδεμίαν ἀπάντησιν ἔδιδεν εἰς τοῦτο. Ἀνεμένομεν, Κύριοι, ἐπὶ πολλοὺς μῆνας καὶ ἐπὶ τέλους ἐπείσθημεν, ὅτι ἡ ἐπιστρατεία ἐκείνη δὲν ἀπηυθύνετο κυρίως κατὰ τῆς Τουρκίας, ἀλλ’ ἀπηυθύνετο κατ’ αὐτῆς τῆς Ἑλλάδος· εἶχε τὸν σκοπὸν νὰ θυσιάσῃ 3 ἕως 4 χιλιάδας νέους, ἀκμαίους ἄνδρας, ὅσους ἴσως δὲν θὰ ἐχάνομεν ἐν κρισίμῳ τινὶ μάχῃ· εἶχε τὸν σκοπὸν δεκάδας πολλὰς ἑκατομμυρίων χρέη νέα νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, εἶχε τὸν σκοπὸν νὰ ἐπιφέρῃ ζημίαν ἀνυπολόγιστον εἰς τὴν κατ’ ἰδίαν οἰκονομίαν τῆς χώρας, καὶ εἶχεν ἐπὶ τέλους τίνα νομίζετε σκοπόν; νὰ προκαλέσῃ καθ’ ἡμῶν τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν ἡνωμένων στόλων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Καὶ πρὸ τοῦ ἀποκλεισμοῦ ἐκείνου τοῦ ἡνωμένου στόλου ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν στρατιῶν τοῦ Ἐγιοὺπ πασσᾶ ἀφ’ ἑτέρου, πρὸ τῶν διαδραματισθέντων ἰδίᾳ ἐν τοῖς μεθορίοις, ὅπου ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν ἐπηπειλεῖτο εἰσβολὴ τῶν τουρκικῶν στρατευμάτων εἰς τὴν Ἑλλάδα, καθ’ ἣν στιγμὴν δηλαδὴ τὸ Κράτος εὑρίσκετο ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς, ἔσπευσε νὰ παραδώσῃ τὰς κλεῖδας εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ ν’ ἀποχωρήσῃ ἐκ τῆς ἀρχῆς, καταλείπων εἰς τὴν τύχην του καὶ τὸ μέγα ἐκεῖνο κόμμα, τὸ ὁποῖον μέχρις τῆς στιγμῆς ἐκείνης τὸν ὑπεστήριζε, καὶ τὸν Βασιλέα καὶ τὸ Κράτος καὶ τὴν χώραν. Καὶ ἠπόρει ὕστερον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, διότι οἱ Βουλευταὶ ὁμοθυμαδὸν τὸν ἐγκατέλιπον καὶ ἐξ ἀνάγκης προσέφυγον εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἐπαρουσίαζε τὴν μόνην δυνατὴν διέξοδον ἐκ τοῦ ὄντως ἀδιεξόδου καὶ ἀπροχωρήτου, εἰς ὃ αὐτὸς εἶχε περιαγάγει τὰ πράγματα. Καὶ εἶχε τὸ θάῤῥος προχθὲς ἀκόμη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ στιγματίσῃ τοὺς τότε μεταστάντας Βουλευτάς, τίνας νομίζετε; Τοὺς Βουλευτάς, οἵτινες ἐξ ἀνάγκης ἔδωκαν ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὸν κ. Τρικούπην, ὅπως ἀνατεθῇ εἰς αὐτὸν ὁ σχηματισμὸς τοῦ Ὑπουργείου καὶ μὴ μείνῃ ὁ τόπος ἀκυβέρνητος ἐν οὕτω κρισίμοις στιγμαῖς· Βουλευτάς, οἷοι ὁ Δεληγεώργης, ὁ Ζηνόπουλος, ὁ Σωτηρόπουλος, ὁ Ῥάλλης καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι ἐπίλεκτοι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου. Αὐτοὺς ἐθεώρησεν ἀξίους στιγματισμοῦ, περὶ αὐτῶν εἰπών, ὅτι ἡ μετάστασίς των ἐκείνη ἀποτελεῖ κηλῖδα καὶ ὄνειδος εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου. Ἡ Κυβέρνησίς του, Κύριοι, κατὰ τὸ ἀπαίσιον ἐκεῖνο ἔτος 1885–1886 ἕνα καὶ μόνον εἶχε σκοπὸν, τὸν σκοπὸν τοῦ ν’ ἀποκαταστήσῃ ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει τὸν τέως καταπεπτωκότα ἐν αὐτῇ ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν καὶ τὸν ἐπαναγάγῃ πανίσχυρον εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς χώρας, καὶ νὰ διαψεύσῃ οὕτω πανηγυρικῶς καὶ ἀποδείξῃ φρούδους ὅλους τοὺς ἀγῶνας τοῦ ἔθνους πρὸς καταπολέμησιν τοῦ συστήματος τοῦ κ. Τρικούπη. Καὶ εἴχομεν, Κύριοι, ἔκτοτε νέαν περίοδον τοῦ ἀντιπολιτευτικοῦ βίου τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Ἤρχισε πάλιν ἐπαναλαμβάνων τὰ αὐτὰ τοῖς αὐτοῖς, ἤρχισε ξηρὸν καὶ ἄγονον ἀντιπολιτευτικὸν ἀγῶνα ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως τῆς τότε, ἐπὶ τετραετίαν ὅλην ἐξηκολούθει πάλιν νὰ κατακρίνῃ, χωρὶς αὐτὸς νὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ ὑποδείξῃ ὡρισμένα μέτρα, δι’ ὧν θὰ ἦτο δυνατὸν κατ’ αὐτὸν καὶ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις νὰ βελτιωθῇ καὶ ἡ διοίκησις καὶ ἡ καθόλου πολιτικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους. Καὶ τὸ ἔθνος, χάρις καὶ πάλιν εἰς τὴν νέαν ἀτάσθαλον πολιτικὴν καὶ οἰκονομικὴν διοίκησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, ἐλησμόνησε τὰ παθήματα τοῦ 1885 καὶ 1886, καὶ παρηκολούθησε καὶ πάλιν τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι αὐτὴν τὴν φορὰν τοὐλάχιστον θὰ ἐπανήρχετο κρείττων ἑαυτοῦ εἰς τὰ πράγματα. Καὶ ἐπανῆλθεν ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ πάλιν πανίσχυρος, καὶ πάλιν ὡς ἐθνάρχης εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς χώρας κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890. Ἀλλὰ τί ἔπραξε, Κύριοι, καὶ τότε; Ἐπανελάμβανεν ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἀπὸ τοῦ 1886–90 ὅ,τι καὶ ἀπὸ τοῦ 1882–85, ὅτι δηλαδὴ αὐτὸς θὰ ἔκαμνεν ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔκαμνεν ὁ κ. Τρικούπης, καὶ ἔκαμε τὰ αὐτὰ καὶ πάλιν, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι ἐν πολλοῖς ἦτο κακόζηλος ἐκείνου ἀντιγραφεύς. Ἀλλ’ ἔκαμε καὶ τι πλέον τούτου νῦν· κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως διασείσῃ καὶ τὴν δημοσίαν καὶ τὴν κατ’ ἰδίαν πίστιν τῆς χώρας. Παρῆλθεν ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ διὰ μακρῶν ὑπεστήριξε καὶ ἐζήτησε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ ἐπαρουσίαζον ἔλλειμμα 30 καὶ 40 ἑκατομμυρίων, καὶ ἐπαρουσίασεν αὐτὸς πανομοιότυπον ἐν πᾶσι πρὸς ἐκείνους προϋπολογισμὸν, ἂν ὄχι καὶ κατά τι χειρότερον. Καὶ ὅταν ἠρώτων οἱ Βουλευταί, διατὶ δὲν προβαίνει εἰς μεταβολήν τινα, διατὶ δὲν κάμνει νῦν τὰ ἀντίθετα τῶν ὅσων ἔκαμνεν ὁ κ. Τρικούπης, αὐτὸς ἀπήντα: δὲν θέλω νὰ διαταράξω τὸ κρατοῦν σύστημα, ἵνα μὴ θεωρηθῶ, ὅτι ἀνατρέπω τὸ καθεστώς, καὶ συντελέσω οὕτως εἰς ἐπιδείνωσιν τῆς καταστάσεως. Καὶ ἀκριβῶς οὕτω πράττων συνετέλει εἰς ἐπιδείνωσιν τῆς καταστάσεως· διότι, ὅταν, Κύριοι, εἷς Πρωθυπουργὸς, ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς του, ἔρχηται καὶ λέγῃ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους παρουσιάζει ἔλλειμμα ἐκ 30 καὶ 40 ἑκατομμυρίων, καὶ τοιοῦτον προϋπολογισμὸν ζητεῖ νὰ ψηφίσητε καὶ σεῖς ἐκ νέου, πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτὸς νὰ μὴ κλονήσῃ ἐκ βάθρων τὴν πίστιν τοῦ Κράτους; Κατηγόρει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὡς ἀντιπολιτευόμενος, τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, ὡς Πρωθυπουργοῦ, ὅτι οὗτος ἠθέτει νόμους καὶ συμβάσεις, ποιούμενος καταχρηστικὴν διάθεσιν τοῦ προϊόντος τῶν δανείων εἰς ἄλλους σκοποὺς ἢ εἰς ἐκείνους, δι’ οὓς αὐτὰ ἦσαν προωρισμένα, καὶ ἐπηγγέλλετο, ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει ὤν, ὅτι, ἂν ἤρχετο αὐτὸς εἰς τὰ πράγματα καὶ εἶχε πλειονοψηφίαν, ἤθελε τὸν παραπέμψει ἀφεύκτως εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον, ἵνα τὸν δικάσῃ καὶ τὸν καταστήσῃ ἀνίκανον πλέον, ὅπως ἐπανέλθῃ αὖθις εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τοῦτο ἐπανέλαβε καὶ προχθὲς ἀκόμη, ἐπιτιθέμενος καθ’ ἡμῶν, ὅτι ἡμεῖς δῆθεν ἐπανεφέραμεν πανίσχυρον τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ πράγματα, ἐνῷ αὐτὸς πάντοτε πᾶσαν προσπάθειαν κατέβαλεν, ἵνα τὸν καταστήσῃ ἀνίσχυρον πρὸς τοῦτο, ἵνα τὸν ἀπομακρύνῃ ἅπαξ διὰ παντὸς ἐκ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὁποίας προσπαθείας πρὸς τοῦτο κατέβαλε καὶ τὸ 1885 καὶ τὸ 1890. Ἄφησε τὸ 1885 νὰ γείνῃ ἐξεταστική τις ἐπιτροπὴ τῶν πραγμάτων, καὶ τὴν ἐγκατέλιπεν ἄνευ τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων πληροφοριῶν· δι’ ὃ ἔσπευσεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη νὰ διαλυθῇ εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη, χωρὶς νὰ κατορθώσῃ νὰ συντάξῃ μίαν κἂν ἔκθεσιν. Ἐπανῆλθεν εἰς τὰ πράγματα κατὰ τὸ 1890, ὁπότε πλέον ἔλεγεν: ἐτελείωσεν, αὐτὴν τὴν φορὰν δὲν σώζεται ὁ κ. Τρικούπης. Καὶ ἀνέμενε τότε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐναγωνίως τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ ἔβλεπε τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου παραπεμπόμενον εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον, καὶ ἀνέμενε νὰ ἴδῃ διατυπουμένας νῦν κατ’ αὐτοῦ τὰς φοβερὰς κατηγορίας, τὰς ὁποίας ἄλλοτε ἐξήγγελλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὁ κ. Δηλιγιάννης. Ἀνέμενε νὰ ἴδῃ τὸν κ. Τρικούπην κατηγορούμενον ἐπὶ ἀθετήσει νόμων καὶ συμβάσεων· ἀλλὰ τοῦτο, Κύριοι, δὲν ἐπραγματοποιήθη· τὸ διατὶ δύναται νὰ σᾶς τὸ εἴπῃ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Διότι καὶ αὐτὸς ἠκολούθησε τὴν αὐτὴν πολιτικὴν, ὡς ἐν ἄλλοις πολλοῖς, καὶ ἐν τούτῳ. Ἐμιμήθη τὸν κ. Πρωθυπουργόν, δὲν ἠθέλησε καὶ ἐν τούτῳ νὰ φανῇ κατώτερος αὐτοῦ· διὸ ἠθέλησε καὶ αὐτὸς τὴν σύμβασιν καὶ τὸν σχετικὸν νόμον περὶ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, καὶ διέθεσε τὸ προϊόν αὐτοῦ εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Πῶς λοιπὸν ἦτο δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ αὐτὸς κατήγορος κατὰ τοῦ κ. Τρικούπη διὰ πράξεις, εἰς τὰς ὁποίας καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὑπέπεσεν; Ἐνόμισε λοιπὸν, ὅτι θὰ ἐπραγματοποίει τὴν ἐπαγγελίαν του περὶ κατηγορητηρίου ὑποβάλλων εἰς τοὺς φίλους του κατηγορητήριον κατὰ τοῦ κ. Τρικούπη διὰ τὰ γνωστὰ ἐκεῖνα καττύματα καὶ τὰς ἀρβύλας. Καὶ ὅταν εἶδε, Κύριοι, ὅτι καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτου κατηγορητηρίου ἦτο δυνατὸν ἡ Βουλὴ τῆς 14 Ὀκτωβρίου νὰ δώσῃ ψῆφον παραπεμπτικὴν κατὰ τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, παρῆλθεν αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ παρεκάλεσεν, ἐξώρκισεν, ἐξελιπάρησε τοὺς φίλους του Βουλευτάς, ἵνα δώσωσι ψῆφον ἐπιεικείας, ψῆφον ἀθωωτικὴν ὑπὲρ τοῦ κ. Τρικούπη. Εἶναι ὁ εἷς, Κύριοι, τὸ ἀναγκαῖον συμπλήρωμα τοῦ ἄλλου· οὔτε ὁ κ. Δηλιγιάννης δύναται νὰ κάμῃ ἄνευ τοῦ κ. Τρικούπη, οὔτε ὁ κ. Τρικούπης ἄνευ τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Διὰ τοῦτο, ὀσάκις βλέπῃ ὁ εἷς τὸν ἄλλον ἐν κινδύνῳ, σπεύδει πρὸς σωτηρίαν του. Διὰ τοῦτο εἴδετε καὶ νῦν τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν ἀποδίδοντα τὰ ἴσα πρὸς τὸν κ. Δηλιγιάννην καὶ ἐπιδεικνύοντα πάντοτε ἰδιαιτέραν πρὸς αὐτὸν συμπάθειαν καὶ στοργήν· τὸν εἴδετε σπεύδοντα νὰ τὸν βοηθήσῃ, ἀφοῦ δὲν δύναται πλέον νὰ ἀνακτήσῃ τὸν τίτλον τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ν’ ἀνακτήσῃ τοὐλάχιστον τὴν θέσιν τῆς ἀξιωματικῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ εἴδομεν, Κύριοι, τὰς πρὸς τοῦτο προσπαθείας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐξικνουμένας μέχρι καταστρατηγήσεως αὐτοῦ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ἠθέλησε νὰ διορίσῃ αὐτὸς τοὺς φίλους τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἐν τῇ μειονοψηφίᾳ τῶν ἐπιτροπῶν. Διὰ τοῦτο δὲ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, θέλων ν’ ἀποδείξῃ νῦν, ὅτι τὸ αἴσθημα τῆς εὐγνωμοσύνης δὲν εἶναι ὅλως ἄγνωστον εἰς αὐτὸν, ἔσπευσε νὰ φέρῃ ἀντιπερισπασμὸν εἰς τὸν προκείμενον ἀγῶνα, ὅστις, ἐνῷ ἔπρεπε ν’ ἀπευθυνθῇ ἑνιαῖος καὶ ἀμέριστος κατὰ τοῦ πρωτουργοῦ τῆς παρούσης καταστάσεως καὶ νῦν Πρωθυπουργοῦ, ἰδοὺ, ὅτι χάρις εἰς τὴν δᾷδα τῆς διχονοίας, τὴν ὁποίαν πρῶτος ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔῤῥιψεν εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μετετράπη εἰς ἐμφύλιον αὐτῆς ἔριδα, ἐξ ἧς βεβαίως μόνος ὁ κ. Τρικούπης ἔχει νὰ κερδήσῃ. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς κατὰ τὴν τελευταίαν πρωθυπουργίαν δὲν ἐκλόνησε μόνον τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν ἐκ βάθρων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν κατ’ ἰδίαν πίστιν τῆς χώρας κατήνεγκε καίριον τραῦμα. Διότι, ὅταν ἐν τῇ ἐπισήμῳ ἰδιότητι τῆς ἀρχῆς του τότε διεβεβαίου, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους εἶχε νὰ ἐπιδείξῃ ἔλλειμμα δεκάδων ὅλων ἑκατομμυρίων, καὶ ἐν ταὐτῷ ὑπέβαλλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ αὕτη ἐψήφιζε τῇ εἰσηγήσει του παραπλήσιον ὅλως προϋπολογισμόν, τοῦτο ἦτο βεβαίως ὡς ἐὰν ἔλεγεν, ὅτι τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν εὑρίσκεται εἰς παραμονὰς πτωχεύσεως, ἦτο ὡς ἂν ἔκρουεν αὐτὸς τὸν κώδωνα τῆς χρεωκοπίας. Καὶ ἔκτοτε, Κύριοι, ἤρχισεν ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κρίσις, ἔκτοτε ἔκλεισαν ἑρμητικῶς αἱ θύραι τῶν ξένων κεφαλαίων δι’ ἡμᾶς. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, Κύριοι, ἀλλὰ τὸ σπουδαιότατον πάντων, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς μέχρι τοῦδε ἐξῆρεν ἐνταῦθα, ἔκτοτε ἔπαυσαν αἱ ξέναι πιστώσεις πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἔκτοτε τὰ ξένα κεφάλαια, τὰ διατεθειμένα παρ’ ἡμῖν, ἤρχισαν ν’ ἀποσύρωνται, ἔκτοτε οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ κάτοχοι Ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἔσπευδον νὰ ἐκποιήσωσιν αὐτὰ ἐν Ἑλλάδι, νὰ τὰ μεταβάλλωσιν εἰς χρυσὸν καὶ νὰ ἐξάγωσι τοῦτον ἐντεῦθεν, ἔκτοτε αἱ διάφοροι ἀξίαι τῶν Τραπεζῶν καὶ τῶν ἑταιριῶν ἐπεστρέφοντο σωρηδὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἕκαστος ἐπροθυμοποιεῖτο νὰ μεταβάλῃ αὐτὰς εἰς χρυσὸν καὶ τὸν ἐξαγάγῃ ἐκ τοῦ τόπου. Δὲν ἐπῆλθε, Κύριοι, ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος τότε, διότι ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἐν ἀνάγκῃ εὑρεθείς, καθόσον οὐδεμία θύρα ἠνοίγετο πλέον εἰς αὐτὸν πρὸς συνομολόγησιν δανείου, ἐπρομηθεύθη ἐκ τοῦ τόπου συνάλλαγμα καὶ ἐπλήρωσε τὰ τοκομερίδια τῆς Βʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1891. Ἡ ὑπερτίμησις ἐκείνη ἐπῆλθε κυρίως διότι κατ’ ἀκολουθίαν τῆς οἰκονομικῆς του πολιτικῆς ἐνεπνεύσθη τοιοῦτος πανικὸς εἰς τὰ ξένα κεφάλαια, ὥστε κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο θὰ ἀπεσύρθησαν πάντως ἄνω τῶν 100,000,000 εἰς χρυσὸν ἐκ τοῦ τόπου. Ἀνῆλθε, Κύριοι, εἰς τὴν ἀρχὴν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐν ἔτει 1890 μὲ τὴν ἐπαγγελίαν τῆς ἀνορθώσεως τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν, καὶ ἀντὶ νὰ ἀνορθώσῃ ταῦτα, εἴδετε ὅτι ἐκινδύνευσε νὰ συμπαρασύρῃ μετ’ αὐτῶν εἰς τὴν καταστροφὴν καὶ τὰ κατ’ ἰδίαν οἰκονομικὰ τῆς χώρας. Ἐδέησε διὰ τοῦτο ν’ ἀποπεμφθῇ τῆς ἀρχῆς τῇ 17 Φεβρουαρίου 1892. Τὴν ἀποπομπήν του ἐκείνην ἠθέλησε ν’ ἀποδώσῃ τότε εἰς μελετωμένας ἀνατροπὰς τῶν συνταγματικῶν ἡμῶν θεσμῶν, καὶ ἐζήτησεν ἐπὶ τοῦ πεδίου τούτου νὰ μεταφέρῃ τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα τῆς 3 Μαΐου. Ἐφόρεσε τὸν ἐρυθρὸν Φρύγιον σκοῦφον καὶ ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τῆς οἰκίας του, καὶ ἐν Τριπόλει, καὶ ἐν Λαγκαδίοις, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἱστορικὴν Καρκαλοῦν, κατήγγειλεν ὑπονομεύσεις τῶν συνταγματικῶν ἡμῶν θεσμῶν, καὶ ἠπείλει, ἐν περιπτώσει ἀποτυχίας τῶν πολιτικῶν του φίλων ἐν τῷ ἐκλογικῷ ἐκείνῳ ἀγῶνι, ἐπαναστάσεις καὶ ἀνατροπάς. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑποστὰς τὴν ἧτταν ἐκείνην καὶ ἐπανελθὼν ἐνταῦθα ἐλησμόνησε καὶ τὰς προτέρας ἀπειλάς του καὶ τοὺς φίλους, τοὺς ὁποίους ἄφησε νεκροὺς καὶ τραυματίας ἀνὰ τὰς χαράδρας καὶ τὰς φάραγγας, ἐφρόντισε δὲ ἐγκαίρως καὶ τὸν Φρύγιον σκοῦφον νὰ κρύψῃ ἐπιμελῶς ὑπὸ μάλης, ἀντικαθιστῶν αὐτὸν διὰ τοῦ γνωστοῦ λευκοῦ Ἀμοργίνου σκούφου του, καὶ νὰ ἐμφανισθῇ ὡς ὁ νομιμοφρονέστατος τῶν ἀνθρώπων, καὶ ν’ ἀπορῇ μάλιστα, ὅτι παρεξηγήθη ὁ τότε ἀγὼν, καὶ νὰ ἐκπλήττηται διατί οἱ φίλοι του ὑπέστησαν τὴν καταστροφὴν ἐκείνην. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι καὶ προχθὲς ἀκόμη, ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐπεμαρτύρετο τὴν ἀλήθειαν· τὴν «αὐτοκράτειραν ἀλήθειαν», ὡς ἔλεγεν, οὐδέποτε εἰς τὸν βίον του ἀπηρνήθη, οὐδὲ τώρα ἐνόει ν’ ἀπαρνηθῇ. Καὶ ἐπὶ τούτῳ μᾶς διεβεβαίου, ὅτι μόνον μία ἐφημερίς, φιλικῶς πρὸς αὐτὸν διακειμένη, ἠθέλησε νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν ἀποπομπήν του ὡς πραξικόπημα· αὐτὸς οὐδέποτε διημφισβήτησε τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Στέμμα, ἵνα τὸν ἀποπέμψῃ. Μόνον τὰς οἰκονομικὰς συνεπείας διὰ τὸ Κράτος ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, καὶ εἶπε καὶ τότε, καὶ τώρα ἐπαναλαμβάνει, ὅτι ἡ ἀποπομπή του συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ἀνακοπῇ τὸ σωτήριόν του ἔργον. Ἀλλὰ scripta manent! Δυστυχῶς δὲ διὰ τὸν κ. Δηλιγιάννην, αἱ τότε ἀγορεύσεις του ἔχουσι δημοσιευθῆ ἐν αὐτῷ τῷ ἰδιαιτέρῳ δημοσιογραφικῷ του ὀργάνῳ, ἐν τῇ «Πρωΐα», καὶ διαψεύδουσι μὲ τὸν αὐθεντικώτερον τρόπον ὅσα καὶ προχθὲς καὶ ἄλλοτε εἶπε, καὶ ἐλέγχουσιν αὐτὸν ὡς οὐδεμίαν σχέσιν ἔχοντα πρὸς τὴν «αὐτοκράτειραν ἀλήθειαν». Ἀκούσατε δὲ τώρα, τί ἔλεγεν ἀπὸ τὸν ἐξώστην τῆς οἰκίας του τῇ 18 Φεβρουαρίου, θέλων νὰ δικαιολογηθῇ, διατί, κληθεὶς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του, ἠρνήθη νὰ πράξῃ τοῦτο (ἀναγινώσκει): «Ἡμεῖς ἐτάχθημεν ὡς φρουροὶ τῶν θεσμῶν, καὶ ἔχομεν καθῆκον νὰ μείνωμεν εἰς τὴν θέσιν τοῦ φρουροῦ, ὡς στρατιῶται ἔχοντες τὸ ὅπλον ἐπὶ βραχίονος. Καὶ ὀφείλομεν νὰ φρουρῶμεν, διότι πολλῶν εἰδῶν ἐχθροὶ πολεμοῦσι τὰ συμφέροντα καὶ ὑπονομεύουσι τοὺς θεσμοὺς τῆς χώρας.» Καὶ ἐν Λαγκαδίοις ὁ Δεληβοριᾶς, προσφωνῶν τὸν κ. Δηλιγιάννην, κατήγγειλε τίνες τὸν ἀπέπεμψαν ἐκ τῆς ἀρχῆς (ἀναγινώσκει): «... Οἱ ἐργάται τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν ἑλληνικῶν θαλασσῶν, τοῦ ὀνείδους τῆς Κούτρας, τοῦ χρηματιστικοῦ ἀποκλεισμοῦ, εἶναι τέλος οἱ τολμητίαι τῆς 17 Φεβρουαρίου, οἵτινες διὰ τοῦ πραξικοπήματός των ἀνέκοψαν τὴν ἐθνοσωτήριον πορείαν σου.» Ὁ δὲ κ. Δηλιγιάννης ἀντεφώνησεν (ἀναγινώσκει): «... Σεῖς δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ μάθητε παρ’ ἐμοῦ, τί συνέβη ἐν Ἀθήναις κατὰ τὸν παρελθόντα Φεβρουάριον... Πρὸ μικροῦ δὲν ἀφηγήθη αὐτὰ ὑμῖν ὁ ἐν ὀνόματι ὑμῶν προσαγορεύσας με εὐμαθὴς νέος;» Ἀλλ’ ἐν Τριπόλει εἶχεν ἀναπετάσει ἀναφανδὸν σχεδὸν τὴν ἀνταρτικήν του σημαίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Ἐκεῖ ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «... Ἂν ὅμως δὲν στέργητε ταῦτα, σπεύσατε νὰ ἐκλέξητε Βουλευτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ὑποσχεθῆ δημοσίᾳ, ὅτι δὲν θέλουσιν ὑπάγει εἰς τὰς Ἀθήνας, ἵνα... εὐτελεῖς θέσωσι τὰς ψήφους αὐτῶν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς φαύλης φιλαρχίας ἢ τῶν ἐν τοῖς Ἀνακτόροις ἀσυνειδήτων κολάκων,... ἀλλὰ θέλουσι συντελέσει, ἵνα τὸ Στέμμα ἀκολουθήσῃ πεποιθότως τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν κεχαραγμένην ὁδὸν, ἐπανερχόμενον ἐπ’ αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον ἀπὸ ταύτης ἀπεμακρύνθη... Ἐλπίζω οἱ θρασεῖς νὰ μὴ στηρίζωσιν ἐπὶ ταύτης (τῆς μέχρι τοῦδε νομιμοφροσύνης καὶ συντηρητικότητός μου) τὰς ἐκτρόπους συμβουλάς των, οὐδὲ νὰ ἐνισχύσωσι δι’ αὐτῆς πειράματα παράτολμα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ παρελθὸν ἐτιμωρήθησαν ἀληθῶς, ἀλλὰ δαπάναις τῆς χώρας. Καὶ σήμερον ἔτι προσπαθῶ νὰ προλάβω τοιαῦτα δεινά· δὲν σᾶς ἀποκρύπτω ὅμως, ὅτι δὲν κρίνω αὐτὰ ἀπίθανα, ἂν σεῖς δὲν σπεύσητε νὰ λύσητε ἠρέμα διὰ τῆς ψήφου σας τὰς περιδεθεῖσας ἀκατανοήτας πλοκάς. Μὴ διστάσητε νὰ πράξητε κατὰ τὰς συμβουλάς μου, ἵνα μὴ ἀναγκασθῆτε νὰ ἐπαναστατήσητε.» Ἐννοεῖται, Κύριοι, ὅτι οἱ φρόνιμοι καὶ φιλόνομοι Τριπολῖται, ὡς καὶ πάντες οἱ Ἕλληνες, πρὸς οὓς τότε ἀπετείνετο ὁ κ. Δηλιγιάννης, οὔτε κατὰ τὰς συμβουλάς του ἔπραξαν, οὔτε ᾐσθάνθησαν τὸ παράπαν διὰ τοῦτο τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπαναστατήσωσιν, ὁ δὲ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἐπανελθὼν εἰς Ἀθήνας, ἐφόρεσε τὸν εἰρηνικὸν Ἀμοργῖνον σκοῦφόν του καὶ ἀπεχώρησεν εἰς τὴν ἐν Κηφισσιᾷ Καπρέραν του, ὡς ἄλλος Ἀχιλλεὺς, μηνίων, ὡς σύνηθες αὐτῷ, καθ’ ὅλου τοῦ κόσμου, πλὴν μόνου τοῦ ἑαυτοῦ του. Ἐνόμισεν ὅτι οὕτως ἐξεδικεῖτο τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ τὴν ἧτταν τῆς 3 Μαΐου, ἀφίνων ἐλεύθερον τὸ στάδιον εἰς τὸν κ. Τρικούπην, καὶ τὴν ὑποστηρίζουσαν αὐτὸν καταπληκτικὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ νέᾳ Βουλῇ. Ὅτε δὲ εἶδεν, ὅτι ἀνεφαίνετο ἄλλη Ἀντιπολίτευσις ἐν τῇ Βουλῇ, ἀγωνιζομένη βῆμα πρὸς βῆμα πρὸς τὸν νικητὴν τῆς 3 Μαΐου, Ἀντιπολίτευσις μὴ περιοριζομένη εἰς μόνον τὸ ἀρνητικόν της ἔργον, μὴ κατακρίνουσα μόνον τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη ὑποβαλλόμενα εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα, ἀλλὰ καὶ θετικῶς ἀντεπεξερχομένη πρὸς αὐτὸν καὶ ἐφ’ ἑκάστου ζητήματος ἀντιτάττουσα τὴν ἰδίαν θετικήν της γνώμην· ὅτε εἶδεν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις αὕτη ἀνέπτυσσεν ἴδιον ὡρισμένον πρόγραμμα καὶ ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ ἐπὶ παντὸς ἄλλου ζητήματος, καὶ κατέκτα ὁσημέραι ἔδαφος, τότε, πλὴν τότε καὶ μόνον ἐσκέφθη νὰ προσέλθῃ καὶ αὐτὸς εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ καὶ τότε ὄχι ὅπως ἐπέλθῃ ἐπίκουρος εἰς τὸν τοιοῦτον ἀγῶνα, ἀλλ’ ὅπως παρακωλύσῃ αὐτὸν, ὅπως προκαλέσῃ ἐν ταῖς τάξεσι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀντεγκλήσεις καὶ ἐκθέσῃ οὕτως αὐτὴν εἰς τὰ ὄμματα τοῦ κόσμου, ὡς διῃρημένην καὶ ἀλληλοσπαρασσομένην, καὶ ἐνισχύσῃ οὕτως ἀρνητικῶς τὸν κ. Τρικούπην. Οὕτως ἐπολιτεύθη καὶ κατὰ τὴν πρώτην καὶ κατὰ τὴν δευτέραν, οὕτως ἐννοεῖ νὰ πολιτευθῇ καὶ κατὰ τὴν τρίτην ταύτην σύνοδον τῆς παρούσης βουλευτικῆς περιόδου (θόρυβος καὶ διακοπαὶ ἐκ τοῦ πρώτου θρανίου τῆς ἀριστερᾶς).

§87ΡΑΛΛΗΣ. Τέλος πάντων αὐτὰ εἶναι γεγραμμένα εἰς τὰ πρακτικά. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος μᾶς ἐμέμφθη μάλιστα διὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν κατὰ τὴν αʹ καὶ βʹ σύνοδον τῆς παρελθούσης περιόδου.

§88Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς οὐδὲν δικαίωμα ἔχει νὰ παραπονῆται. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κατὰ τὴν 5 Μαΐου 1892 ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν μου καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ συνεννοηθῶμεν, διὰ νὰ ὀργανώσωμεν ἀντιπολίτευσιν, ὅπως ἀντιπολιτευθῶμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ἀπεκρίθην εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι θεωρῶ τὰ συμβεβηκότα τόσον σοβαρὰ, ὥστε δὲν δύναμαι νὰ νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ συνεννοηθῶ μετ’ αὐτοῦ (θόρυβος καὶ διάλογοι).

§89ΡΑΛΛΗΣ...

§90ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤλθετε εἰς τὴν οἰκίαν μου....

§91ΡΑΛΛΗΣ. Ποτέ!

§92ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 3 Μαΐου, καὶ μοὶ ἐπροτείνατε εἰς τὸ δωμάτιον μου σύμπραξιν.

§93ΡΑΛΛΗΣ. Μετὰ τὰς ἐκλογὰς δὲν τὸν εἶδον (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).

§94ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, μὴ ἀφίνετε νὰ διακόπτουν· ἐπαναφέρετε τὴν τάξιν.

§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι.

§96ΡΑΛΛΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, πῶς ἤρχετο κατατετραυματισμένος μετὰ τὴν 17 Φεβρουαρίου, καὶ τότε μὲ παρεκάλεσαν νὰ μεταβῶ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Ι. Ἀντωνοπούλου...

§97ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ σὲ παρεκάλεσα;

§98ΡΑΛΛΗΣ. .. ὅπου καὶ συνηντήθημεν· ἦτο ἡ μόνη συνάντησις, τὴν ὁποίαν ἔσχομεν, ἐπρόκειτο δὲ περὶ συνεννοήσεως (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).

§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι.

§100ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι μετὰ τὴν 3 Μαΐου ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν μου καὶ μοὶ ἐπρότεινε νὰ συμπράξωμεν, καὶ τὸν ἀπέπεμψα (θόρυβος).

§101ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὁ ὁποῖος θὰ μὲ ἀπέπεμπεν· ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ζητεῖ μερικὰς ψήφους ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὰς ἐπιτροπάς... (παρατεταμένος θόρυβος).

§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, παρακαλῶ, Κύριοι.

§103ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς ἐπίῤῥωσιν τῆς βεβαιώσεως τοῦ σεβαστοῦ μοι ἀρχηγοῦ... (Θόρυβος παρατεταμένος).

§104ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπαναφέρατε τὴν τάξιν. Δὲν ἐπιτρέπω πλέον διακοπὰς (θόρυβος).

§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι.

§106ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω δύο λέξεις. Πρὸς ἐπίῤῥωσιν τῆς βεβαιώσεως... (Θόρυβος καὶ διάλογοι ἀντεγκλητικοί).

§107ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Χριστόπουλε, μετ’ ἐμὲ ὁμιλεῖτε (Θόρυβος).

§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε τέλος πάντων, Κύριοι. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή!

§109ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης, Κύριοι, λέγει, ὅτι ἡμεῖς ἐζητήσαμεν μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 3 Μαΐου τὴν σύμπραξίν του ἐν τῷ ἀγῶνι πρὸς τὸν κ. Τρικούπην. Τοῦτο ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι· ἀλλὰ δὲν θ’ ἀρνηθῇ καὶ αὐτὸς, ὅτι ἀντὶ τῆς τοιαύτης συμπράξεως προετίμησεν αὐτὸς τότε ν’ ἀποχωρήσῃ εἰς Κηφισσίαν, καὶ ἔκτοτε, ὁσάκις ἤρχετο εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ἔρχηται μόνον καὶ μόνον ὅπως παράσχῃ πράγματα εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ φέρῃ ἀντιπερισπασμὸν εἰς τὸν ἀγῶνα αὐτῆς πρὸς τὸν κ. Τρικούπην (Θόρυβος). Τοιοῦτος ὑπῆρξε, Κύριοι, πάντοτε ὁ ἀνήρ. Ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ὑπῆρξε πάντοτε ὁ φυσικὸς σύμμαχος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐν τῇ Κυβερνήσει ὁ κακόζηλος αὐτοῦ ἀντιγραφεύς, οὕτω δὲ καὶ ἀρνητικῶς καὶ θετικῶς, ὡς προεῖπον, συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην ἐπικράτησιν τοῦ διέποντος ἡμᾶς ὀλεθρίου συστήματος καὶ εἰς τὴν προελθοῦσαν ἐξ αὐτοῦ καταστροφήν. Ἰδοὺ ὁ εἷς τῶν κατηγόρων μας, ὁ θελήσας νὰ ζητήσῃ ἄνευ λόγου παρ’ ἡμῶν εὐθύνας, ἐνῷ αὐτὸς οὗτος τόσον βαρείας ὑπέχει εὐθύνας διὰ τὴν παροῦσαν κατάστασιν, ἐνῷ αὐτὸς εἶνε κυρίως κατηγορούμενος. Μεταβαίνω νῦν εἰς τὸν δεύτερον κατήγορον ἡμῶν, τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μαντινείας Βουλευτήν. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος κατέκρινεν καὶ αὐτὸς ἡμᾶς καὶ ὁλόκληρον τὸ παρελθὸν διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν καταστροφήν, ἐξ ἧς θεωρεῖ ὅλως ἀθῷον ἑαυτόν. Καὶ ὅμως, Κύριοι, ὁ κύριος αὐτὸς πολιτεύεται ἀπὸ τοῦ 1882; ἐὰν δὲ μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη. Καὶ κατ’ ἀρχὰς μὲν εἶχε ταχθῆ εἰς τὴν πολιτικὴν μερίδα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ καὶ ὑπεστήριζεν ἐκθύμως ὅλα τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεώς του. Ἀκολούθως, διὰ λόγους συνήθεις δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν εἰς τὰς τοιαύτας μεταστάσεις, ἐγκατέλιπεν αὐτὸν καὶ κατετάχθη ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὑφ’ ἣν διετέλεσε μέχρι τέλους τοῦ 1891, ὅτε, μὴ διορισθέντος ἑνὸς ὑποταμίου, ἂν δὲν πλανῶμαι, ἐγκατέλιπε καὶ τὸν κ. Δηλιγιάννην. Ἐνῷ δὲ, ὡς βλέπετε, ἐπὶ δέκα ἔτη ὑπεστήριζε καὶ αὐτὸς τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο, εἰς ὃ ὀφείλονται ὅλα τὰ κατατρύχοντα νῦν ἡμᾶς κακὰ, τὸν ἠκούσατε προχθὲς βάλλοντα καὶ αὐτὸν τὸν λίθον τοῦ ἀναθέματος κατὰ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης. Κρίμασιν, οἷς οἶδε Κύριος, ἦλθεν ἀκολούθως καὶ αὐτὸς εἰς τὰ πράγματα, ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ δὲ, ὡς διαβεβαιοῖ τώρα, πρὸ πολλοῦ εἶχε σχηματίσει τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν εὕρηται ἐν ἐπαρκείᾳ οὔτε τὸ Κράτος οὔτε ἡ χώρα, οὐδὲν ἧττον ὡς κυβερνήτης δὲν εἶχε τὸ θάῤῥος τῆς πεποιθήσεώς του, ἵνα, καθ’ ἣν στιγμὴν, ὡς εἶπεν, εὕρισκε κενὰ τὰ ταμεῖα, ἀναστείλῃ τὰς πληρωμὰς τοῦ Δημοσίου καὶ κηρύξῃ αὐτὸ εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως, ἀλλὰ κατέφυγεν εἰς τὴν συνομολόγησιν δανείου αὐτόχρημα χρεωκοπικοῦ, τοῦ δανείου τῶν 16,500,000, ὅπως πληρώσῃ δι’ αὐτοῦ τὰ τοκομερίδια τῆς Αʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1892, διαβεβαιῶν τότε τοὺς πιστωτάς μας, ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ἐν ἐπαρκείᾳ. Καὶ συνωμολόγησε, Κύριοι, τὸ δάνειον ἐκεῖνο ὑπὸ ὅρους βαρυτάτους. Κατ’ ἀκριβεῖς ὑπολογισμοὺς οἱ τόκοι αὐτοῦ ἐπὶ ἓν ἔτος ἀνῆλθον εἰς τὰ 18% ἔδωκεν ὁμολογίας 16,500,000 φράγκων χρυσῶν, δηλ. ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως τὸ Δημόσιον πληρώσῃ μετὰ 25 ἔτη τοῖς μετρητοῖς εἰς χρυσὸν πρὸς τοὺς πιστωτάς του 16,500,000, καὶ ἀπέναντι αὐτοῦ ἔλαβε μόλις 10,998,900 φρ. Καὶ αὐτὸς ἔρχεται τὴν σήμερον νὰ κατακρίνῃ ἡμᾶς, ὅτι συνωμολογήσαμεν τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως ὑπὸ ὅρους ἐπαχθεστάτους, ὅτι παρέσχομεν ἑκατομμύρια ἀμύθητα ὡς κέρδη εἰς τοὺς συμβληθέντας μεθ’ ἡμῶν, εἰ καὶ, ὡς σᾶς ἀπέδειξε ἤδη, τὰ ἑκατομμύρια αὐτὰ ἦσαν μᾶλλον ζημίαι, ἀνερχόμεναι εἰς 600 καὶ ἐπέκεινα χιλιάδας φράγκων, ἐνῷ οἱ μετ’ αὐτοῦ συμβληθέντες εἶχον κερδήσει ἀμέσως 5½ ἑκατομμύρια φράγκων χρυσῶν. Καὶ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον· ἠθέλησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς ἡμᾶς καὶ δολίαν χρεωκοπίαν, αὐτὸς μόνος ἐξ ὅλων τῶν Βουλευτῶν. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, δύναται νὰ γίνηται λόγος περὶ δολίας χρεωκοπίας, οὗτος παρὰ παντὸς ἄλλου δύναται νὰ γείνῃ, πλὴν μόνου αὐτοῦ, ὅστις, ἐνῷ εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ Κράτος εὕρηται ἐν ἀνεπαρκείᾳ, ἐν καταστάσει πτωχεύσεως, οὐδὲν ἧττον ἐξηπάτησε τοὺς πιστωτάς μας, ὅπως πορισθῇ τὰ 16½ ἑκατομμύρια, εὐθὺς δὲ, ὡς ἐπορίσθη αὐτὰ, ἤρξατο κηρύττων τὸ κήρυγμα τῆς χρεωκοπίας καὶ λέγων ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ἀναστείλῃ τὰς πληρωμάς της, πρέπει ἄρα νὰ φανῇ, ὅτι ἐξηπάτησε καὶ αὐτοὺς ἐκείνους, παρ’ ὧν ὁ ἴδιος μόλις πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἔλαβε τὰ 16½ ἑκατομμύρια. Ἕτερος κατήγορος, Κύριοι, καθ’ ἡμῶν ὑπῆρξεν ὁ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτής. Καὶ αὐτὸς ἠθέλησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἐχρεωκοπήσαμεν τὸ Κράτος διὰ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, καὶ αὐτὸς ἠθέλησε νὰ κατακρίνῃ ὅλον τὸ παρελθὸν, ἐξ οὗ ἐζήτησεν ὁ ἴδιος ν’ ἀπονίψῃ τὰς χεῖράς του. Ἀλλ’ ὁ κ. Καραπάνος καθ’ ὅλην τὴν πρώτην περίοδον τῆς Κυβερνήσεως Τρικούπη, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1885 καὶ μέχρι τοῦ 1886, ὑπεστήριζεν αὐτὸν ἐκθύμως καὶ εἶχε ψηφίσει ὅλα τὰ φορολογικὰ μέτρα, ὅλα τὰ δάνεια ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων χθὲς ἀπεφαίνετο, ὅτι ἤρχισαν νὰ παρασκευάζωσι τὸ πρῶτον τὴν χρεωκοπίαν τῆς Ἑλλάδος. Ὁ κ. Καραπάνος ἀπὸ τοῦ 1880 καὶ ἐντεῦθεν ἐγένετο ἀντιπολιτευόμενος, καὶ ἐβεβαίου ἔκτοτε, ὡς καὶ χθὲς ὡμολόγησεν ὁ ἴδιος, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑψώσωμεν τὴν σημαίαν τῆς χρεωκοπίας. Ἀλλ’ ὅτε, Κύριοι, ἦλθεν αὐτὸς εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς χώρας, ἐλησμόνησεν ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐκήρυττε πρίν· ἀμέσως ἐπίστευσεν εἰς τὴν ἐπάρκειαν τῆς χώρας, καὶ ἐζήτησε νὰ δανεισθῇ καὶ αὐτὸς, καὶ ἔλαβε δάνειον 15 ἑκατομμυρίων ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐζήτησε νὰ συνομολογήσῃ καὶ μεγαλείτερον δάνειον ἐξ 100 περίπου ἑκατομμυρίων διὰ τοῦ νόμου ΑϠΜΔʹ τοῦ 1891, δυστυχῶς ὅμως δι’ αὐτὸν, ἴσως ἴσως δὲ καὶ τῇ συνενοχῇ του, εἶχον κλείσει ἤδη αἱ θύραι τῶν δανείων δι’ ἡμᾶς. Εἶπον «τῇ συνενοχῇ του», διότι, ἀφοῦ ἐπὶ τέσσαρα ὅλα ἔτη ἐκήρυττεν ἐντεῦθεν τὸ εὐαγγέλιον τῆς χρεωκοπίας, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς ἔλαβε μέρος τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, καὶ παρὰ τὸν προορισμόν του τὸν ἀρχικὸν, παρὰ τὸν νόμον καὶ τὴν σχετικὴν σύμβασιν, τὸ διέθεσεν εἰς κάλυψιν ἐλλειμμάτων, εἰς πληρωμὴν τοκομεριδίων, πῶς ἠδύνατο ἀκολούθως ν’ ἀποταθῇ εἰς τοὺς ξένους κεφαλαιούχους καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν συνομολόγησιν δανείου; Καὶ ὅταν, Κύριοι, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπίστευεν εἰς τὴν ἐπάρκειαν τῆς χώρας καὶ ἐζήτει νὰ συνομολογήσῃ δάνειον, καὶ δάνειον μέγα, οἷον τὸ πρὸ μικροῦ ἀναφερθὲν, πῶς ἐπετρέπετο εἰς αὐτὸν μετ’ ὀλίγον, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ κἀμμία ἔκτακτος καταστροφὴ, νὰ παρέρχηται εἰς τὸ μέσον καὶ νὰ λέγῃ: «Ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἐν ἀνεπαρκείᾳ, πρέπει νὰ χρεωκοπήσῃ»; Βεβαίως καὶ αὐτὸς συνετέλεσεν εἰς ἐπιδείνωσιν τῆς καταστάσεως καὶ θετικῶς καὶ ἀρνητικῶς, καὶ αὐτὸς ὑπέχει εὐθύνας διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν ἤδη καταστροφήν. Εἰς πάντα δὲ ἄλλον ἐπιτρέπεται νῦν ἢ εἰς αὐτὸν νὰ κατακρίνῃ τὸ ἡμέτερον ἔργον, τὸ ἔργον τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως. Καὶ τί ἰσχυρίσθη, κατακρίνων τὸ ἔργον ἡμῶν τοῦτο; Σᾶς ὡμίλησε, Κύριοι, περὶ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου, καὶ, ἐνῷ ἐκομποῤῥημόνει, ὅτι αὐτὸς εἰδικώτερόν πως ἀσχολεῖται περὶ τὰ οἰκονομικὰ, σᾶς ἀνέπτυξε περὶ αὐτοῦ ἰδέας ἑώλους καὶ ἀπηρχαιωμένας, ἰδέας, αἱ ὁποῖαι τὴν σήμερον θὰ προεκάλουν τὸ μειδίαμα καὶ τοῦ πρωτοετοῦς φοιτητοῦ τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας. Ἠθέλησε νὰ σᾶς ἀποδείξῃ ἐν ταὐτῷ, ὅτι αὐτὸς παρακολουθεῖ τὴν οἰκονομικὴν κίνησιν καὶ τῶν ἄλλων χωρῶν, μέχρις αὐτῆς τῆς Ἀργεντίνης, ἣν ἠθέλησε νὰ παραλληλίσῃ πρὸς τὴν Ἑλλάδα, καὶ νὰ εὕρῃ μάλιστα αὐτὴν ὑπὸ ἔποψιν ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου εἰς πολλῷ κρείττονα θέσιν. Καὶ ἐνόμισεν ὅτι ἔλυσε τὸ ζήτημα, ἀναγινώσκων ἀπὸ τοῦ βήματος τοὺς πρώτους τυχόντας ἀριθμούς, οὓς εὗρε, τίς οἶδεν, εἰς ποῖον Ἡμερολόγιον Στατιστικῆς. Καὶ ὅμως ἐλέγχεται ἀγνοῶν παντάπασι τοὺς λεγομένους ἀδήλους πόρους, οἵτινες παρ’ ἡμῖν μὲν ἐνισχύουσι τὴν εἰσαγωγὴν, ἐν δὲ τῇ Ἀργεντίνῃ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος. Ἐκεῖ δηλαδὴ τὸ ἥμισυ τῶν κατοίκων εἶναι ἄποικοι, εἶναι πληθυσμὸς κινητὸς καὶ ὄχι μόνιμος, ὅστις ἐργάζεται καὶ ἀποστέλλει κατ’ ἔτος τὸ προϊὸν τῆς ἐργασίας του εἰς τὰς πατρίδας του διὰ πόρων ἀδήλων εἰς τὴν στατιστικήν. Ἐνῷ παρ’ ἡμῖν συμβαίνει ἀκριβῶς τοὐναντίον. Ἐξ Ἑλλάδος ἀποδημοῦσι πολλοί, ἀποστέλλοντες ἢ ἀποκομίζοντες μόνοι εἰς τὴν πατρίδα των τὰ περισσεύματα τῆς ἐργασίας καὶ οἰκονομίας των. Ἐνταῦθα ἔχομεν πολλοὺς, ἔχοντας ἀλλαχοῦ διατεθειμένην τὴν περιουσίαν των καὶ εἰσάγοντας εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ εἰσόδημά των, ἔχομεν τὴν ἀπειρίαν τῶν ξένων, οἵτινες ἐπισκέπτονται κατ’ ἔτος τὴν Ἑλλάδα, ἔχομεν τοὺς ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς φοιτητὰς καὶ μαθητὰς, ἔχομεν τὴν ναυτιλίαν μας· πάντα δὲ ταῦτα εἶναι ἄδηλοι πόροι εἰσαγωγῆς χρυσοῦ καὶ συναλλάγματος, ἄγνωστοι ὅμως εἰς τὸν ἐξ Ἄρτης οἰκονομολόγον, διότι αὐτοὶ οἱ πόροι εἰς κἀνὲν Ἡμερολόγιον Στατιστικῆς δὲν εὕρηνται. Ποῖα δέ τινα συμπεράσματα συνάγει ἐκ τῆς περὶ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου θεωρίας του; Ἰσχυρίσθη ὅτι τοῦτο καταλείπει κατ’ ἔτος ἔλλειμμα εἰς τὴν Ἑλλάδα περὶ τὰ 30 ἑκατομμύρια. Καὶ ἐνῷ τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ τὸν ἀναγκάζει νὰ κατακρίνῃ τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, δι’ οὗ ἐπὶ 2½ ἔτη ἡ χάριν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους ἐξαγωγὴ χρυσοῦ περιορίζεται εἰς 5 περίπου ἑκατομμύρια ἐτησίως,—διότι καὶ τοῦτο τὸ ποσὸν τοῦ χρυσοῦ θεωρεῖ αὐτὸς δυσβάστακτον διὰ τὸν τόπον,—τί ἀντιπροτείνει αὐτὸς ὡς πανάκειαν κατὰ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ ἐμπορικοῦ ἡμῶν ἰσοζυγίου; Γνωματεύει ὅτι πρέπει ἐφεξῆς νὰ ἔχωμεν δύο προϋπολογισμοὺς τοῦ Κράτους, τὸν ἕνα διὰ τὰς τακτικάς του δαπάνας, τὸν ἄλλον διὰ τὸ δημόσιον χρέος, ἀμφοτέρους δὲ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Οὕτω πως νομίζει ὁ κ. Καραπάνος ὅτι ἔλυσε τὸν τετραγωνισμὸν τοῦ κύκλου· διότι τὸ Κράτος δὲν θὰ εἶχεν ἀνάγκην νὰ προμηθεύηται χρυσὸν, ὅπως πληρόνῃ τοὺς πιστωτάς του, οὐδὲ θὰ ἐπεβάρυνε δι’ αὐτοῦ τὸ ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον τῆς χώρας. Ἀλλ’ ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς κ. Ρικάκης δι’ ὀλίγων κατέδειξεν ἤδη, οἱ πιστωταί μας τὰ 25 ἢ 30 ἑκατομμύρια εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα θὰ διέθετεν ὑπὲρ αὐτῶν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, δὲν θὰ ἐξάγωσιν ἐντεῦθεν αὐτούσια, ἀλλὰ θὰ τὰ μεταβάλλωσιν εἰς χρυσὸν, οὕτω δὲ θὰ φθάσωμεν πάλιν εἰς τὸν αὐτὸν σχεδὸν παρανομαστὴν, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι θ’ ἀνεπτύσσετο οὕτω πως φοβερὸς διαγωνισμὸς ἐν τῇ ἀγορᾷ, ὅστις τὸ συνάλλαγμα καὶ τὸν χρυσὸν θ’ ἀνεβίβαζεν εἰς δυσθεώρητα ὕψη. Οὕτω δέ πως, ὡς παρατηρεῖτε, Κύριοι, ὁ κ. Καραπάνος δὲν ἀρκεῖται εἰς μόνην τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους, ἣν στεντορείᾳ τῇ φωνῇ πάντοτε κηρύττει, ἀλλὰ θέλει καὶ τὴν χρεωκοπίαν τῆς χώρας. Καὶ ὅμως εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ κατακρίνῃ καὶ αὐτὸς ἡμᾶς ὡς χρεωκοπικούς! Ὑπολείπεται νῦν νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἀκόμη καὶ περὶ τοῦ τετάρτου κατηγόρου ἡμῶν, τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ οὕτω νὰ θέσω πέρας εἰς τὸν λόγον. Ἀλλὰ τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους ἐπέῤῥιψεν εἰς ἡμᾶς καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργός! Ἠκούσατε, Κύριοι μεθ’ ὁποίας ἱερᾶς ἀγανακτήσεως ἐῤῥήξε κραυγὴν ὀδύνης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἰπὼν ὅτι, μόλις αὐτὸς παρητήθη καὶ ἤλθομεν ἡμεῖς εἰς τὰ πράγματα, αὐθημερὸν, τὴν 3 Μαΐου, «ἐπτωχεύσαμεν δυστυχῶς»! Καὶ ταῦτα λέγων, θὰ ὑπέθετε πάντως, ὅτι οἱ ἀκούοντες αὐτὸν δὲν ἦσαν Ἕλληνες, δὲν ἔζων εἰς αὐτὸν τὸν τόπον, ἢ ὅτι πιόντες αἴφνης ὕδωρ ἐκ τῆς Λήθης δὲν ἐνεθυμοῦντο πλέον, τίς εἶναι αὐτὸς, ὁ ῥήξας τοιαύτην κραυγὴν ὀδύνης. Ἄλλως ἀδύνατον νὰ ἐξηγηθῇ, Κύριοι, ἡ τοιαύτη στάσις τοῦ ἀνδρός. Ἀλλὰ, κύριε Πρωθυπουργὲ, καὶ ἐὰν τῳόντι ἐπῆλθεν αὐτὸ τὸ θλιβερὸν γεγονὸς διὰ τὴν Ἑλλάδα, τίς ὁ πρωτουργὸς αὐτοῦ; Εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἐλθόντες τὴν 3 Μαΐου εἰς τὰ πράγματα καὶ εὑρόντες ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους σχεδὸν κενὰ καὶ τὴν πίστιν αὐτοῦ ἐξουθενωμένην, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ληξιπροθέσμους ἤδη ἢ ἀπαιτητὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ, ἀνερχομένας εἰς 50 καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμύρια, ἢ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην παρασκευάσας τὴν τοιαύτην κατάστασιν, ἐτράπη τὴν τελευταίαν στιγμὴν πρὸ αὐτῆς εἰς φυγήν; Καὶ τί ἄλλο ἐκάμνετε σεῖς καθ’ ὅλην τὴν παρελθοῦσαν δεκαετίαν; Ὅταν κατ’ ἔτος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἀφίνατε ἐλλείμματα ἐπὶ ἐλλειμμάτων καὶ ἐκαλύπτετε αὐτὰ πάντοτε διὰ δανείων χρεωκοπικῶν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, δὲν παρεσκευάζετε οὕτω τὴν πτώχευσίν του; Ὅταν ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην ἐδανείζεσθε πάντοτε ὑπὸ ὅρους ἐπαχθεστάτους, ὅπως πληρόνητε τόκους καὶ χρεωλύσια, δὲν ἐβαίνετε γοργῷ τῷ βήματι πρὸς τὴν πτώχευσιν; Ὅταν ἐντὸς μιᾶς δεκαετίας ηὐξάνετε τὸ δημόσιον ἡμῶν χρέος κατὰ 400 περίπου ἑκατομμύρια, χωρὶς νὰ συλλογισθῆτέ ποτε, ἐὰν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος θὰ ἀντεῖχεν εἰς τὰ τοιαῦτα βάρη, δὲν ἀπειργάζεσθε ἔκτοτε τὴν πτώχευσίν του; Καὶ δὲν εἴχετε σημάνει πρὸ πολλοῦ ἤδη σεῖς τὸν κώδωνα, ὄχι τῆς πτωχεύσεως, ἀλλὰ τῆς δολίας χρεωκοπίας διὰ τὴν Ἑλλάδα; Διότι τί ἄλλο ἐκάμνετε, ὅταν ἀπὸ ἐτῶν ἤδη ἠρχίσατε νὰ ἀθετῆτε καὶ τοὺς νόμους καὶ τὰς συμβάσεις τῶν δανείων; Δὲν ἦτο χρεωκοπικὴ ἡ ὑφ’ ὑμῶν γενομένη ἀθέτησις τοῦ νόμου καὶ τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων φράγκων ἐν ἔτει 1887, καθ’ ἣν ἀνελαμβάνετε, ἐναντίον τῶν διατάξεων αὐτῶν, τὰ 10 ἑκατομμύρια δραχμὰς εἰς τραπεζικὰ, τὰ ὁποῖα ὤφειλον κατὰ τὸν νόμον καὶ τὴν σύμβασιν ἐκείνην ν’ ἀποσυρθῶσιν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Δὲν ἦτο χρεωκοπικὴ καὶ ἡ ὑφ’ ὑμῶν ἀποτολμηθεῖσα ἀθέτησις τοῦ νόμου καὶ τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, ἀφοῦ, ἐναντίον τῶν ῥητῶν διατάξεων αὐτῶν, τὸ προϊόν του διεθέσατε εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, εἰς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων σας; Δὲν ἦτο αὐτόχρημα χρεωκοπικὴ ἡ τελευταῖον ἀποτολμηθεῖσα ὑφ’ ὑμῶν ὑπεξαίρεσις τῶν ὑπεγγύων εἰσπράξεων τῶν διαφόρων δανείων, τὰς ὁποίας, ἐναντίον τῶν ῥητῶν διατάξεων τῶν σχετικῶν νόμων καὶ συμβάσεων, δὲν ἀφήσατε νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὰς ἁρμοδίους Τραπέζας; Πλὴν καὶ ἐὰν μόνη ἡ τυπικὴ ἀναστολὴ τῶν πληρωμῶν ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔναρξις πτωχεύσεως τοῦ Κράτους, δὲν εἶχεν ἤδη αὕτη συντελεσθῆ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας, ὅτε δύο προκαταβολὰς, τὴν ἐξ 1,600,000 καὶ τὴν ἐξ 875,000 φράγκων, καίτοι ἀπὸ τῆς 19 Ἀπριλίου ληξιπροθέσμους, ἐν τούτοις μέχρι τῆς 3 Μαΐου δὲν εἴχετε οὔτε πληρώσει οὔτε ἀνανεώσει; Δὲν εἶχε συντελεσθῆ ἤδη τὴν 30 Ἀπριλίου, ὅτε ἦτο ληξιπρόθεσμον τὸ ἐκ 2,861,000 δραχμῶν δάνειον ἐντόκων γραμματίων, τὸ ὁποῖον σεῖς δὲν εἴχετε οὔτε πληρώσει οὔτε ἀνανεώσει; Τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, εἰς ὃ ἡμεῖς προέβημεν ἐξ ἀνάγκης, ἀνάγκης δημιουργηθείσης ἐκ τοῦ χάους, τὸ ὁποῖον σεῖς ἐγκατελείπετε ὄπισθέν σας, δραπετεύοντες ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο τὸ προσωρινὸν παράπηγμα, ὑφ’ ὃ ἡμεῖς ἠθελήσαμεν νὰ στεγάσωμεν πρὸς καιρὸν τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν, ἕως οὗ ἀνεγείρωμεν αὖθις καλλιπρεπὲς τὸ προσῆκον εἰς αὐτὴν μέγαρον. Ἀλλὰ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἠρχίσαμεν ἡμεῖς νὰ καταρτίζωμεν τὸ σχέδιον καὶ νὰ περισυλλέγωμεν τὸ ἀναγκαῖον ὑλικόν, ἐπήλθετε σεῖς, κύριε Πρωθυπουργὲ, καὶ δι’ ἑνὸς λακτίσματος, κατὰ τὴν χαρακτηριστικωτάτην δι’ ὑμᾶς ἔκφρασιν, ἀνετρέψατε καὶ διεσκορπίσατε καὶ παράπηγμα καὶ σχέδιον καὶ ὑλικόν, καὶ ἐματαιώσατε οὕτω καὶ τὴν τελευταίαν ταύτην ἐλπίδα σωτηρίας διὰ τὴν Ἑλλάδα. Καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα ἔχετε τὴν τόλμην ἀκόμη νὰ κατηγορῆτε ἡμᾶς σεῖς ὁ κατ’ ἐξοχὴν κατηγορούμενος (θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐν τῇ δεξιᾷ). Μὴ θορυβεῖσθε, Κύριοι, σεῖς οἱ 102. Γινώσκω κάλλιστα, ὁποία θὰ ἦναι ἡ ὅσον οὔπω ἐξενεχθησομένη ὑφ’ ὑμῶν ψῆφος περὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἂν νομίζητε, ὅτι δι’ αὐτῆς θ’ ἀποδείξητε αὐτὸν πράγματι ἀθῶον, πλανᾶσθε μεγάλως. Ὁ Χαρίλαος Τρικούπης θὰ μείνῃ καὶ οὕτω κατηγορούμενος ἐν τῇ συνειδήσει ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, δι’ ὅσας καταστροφὰς ἐπήνεγκε μέχρι τοῦδε εἰς αὐτό. Ἐθυσίασε τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον αὐτοῦ, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ καὶ ἡ παροῦσα καὶ αἱ ἐπερχόμεναι γενεαὶ τῶν Ἑλλήνων νὰ θεωρῶσιν αὐτὸν τὸν πρωτουργὸν τῆς τοιαύτης καταστροφῆς, τὸ δὲ ὄνομά του νὰ συνοδεύωσι πάντοτε μὲ ἀρὰς καὶ ἀναθέματα. (Εὖγε! ἐκ τοῦ κέντρου τῆς ἀριστερᾶς).

§110ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν θέλω νὰ βαρύνω τὴν Βουλὴν, παρατείνων τὴν συζήτησιν ἐπὶ πολὺ, εἶμαι ὅμως ἠναγκασμένος νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις εἰς ὅσα ἐξέθηκεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου, διὰ νὰ ἐξηγήσω τὴν ἔννοιαν καὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως καὶ τοῦ συνδικάτου. Ἐὰν κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου οὐδὲν εἶπον περὶ αὐτῶν, ἔπραξα τοῦτο πειθόμενος ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπεδείκνυον ὅτι τὰ θέματα ταῦτα ἔπρεπε νὰ συζητηθῶσι χωριστὰ, ἤθελον τηρήσει τὴν πορείαν, ἣν αὐτοὶ ἐχάραξαν. Ἀτυχῶς συνέβη ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον. Ἐνῷ οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἔθιξα τὸ ζήτημα τοῦ κύρους τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, οὐδὲ λέξιν εἶπον περὶ τῆς συμβάσεως τῆς ἀφορώσης εἰς τὸ συνδικάτον, ἐνόμισαν οἱ Κύριοι, ὅτι εὗρον εὔθετον χρόνον, ὅπως λάβρως ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου ἐπιπέσωσι καθ’ ἡμῶν καὶ ἀποδείξωσιν ἡμᾶς ὡς ἀθετήσαντας ἀκόμη καὶ τὰς κοινὰς ἀρχὰς τῆς ἠθικῆς. Ἐλέχθη ὅτι τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως ἀπετέλεσε τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους. Τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως ἀπ’ ἐναντίας ἠμπόδισε τὴν πτώχευσιν, καὶ ἄνευ αὐτοῦ δὲν ἦν δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἄλλο τι, εἰμὴ ἡ πτώχευσις. Ἡ πτώχευσις συνεπάγεται τὴν ἕνωσιν τῶν δανειστῶν, ἣν θέλομεν ἴδει, ἐὰν στεφθῇ ὑπὸ ἐπιτυχίας ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, μετ’ ὀλίγον ἐγκαθιδρυομένη. Ἀλλὰ εἴδετε τοιαύτην ἕνωσιν, καθ’ ὃν χρόνον ἐλειτούργει τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως; εἴδετε μίαν μόνην διαμαρτυρίαν κατ’ αὐτοῦ τοῦ δανείου; Μηδεμίαν. Οἱ δὲ Γερμανοὶ πιστωταὶ δὲν συνῆλθον, ὅπως διαμαρτυρηθῶσι κατὰ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, ἀλλὰ κατὰ τῆς καθόλου οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τῆς Ἑλλάδος, δι’ ἣν βεβαίως δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ὑπεύθυνοι. Ὅτι δὲ τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως δὲν ἀπετέλεσε τὴν πτώχευσιν, ἀποδεικνύει τὸ γεγονός, ὅτι κατεχωρίσθη καὶ διεπραγματεύθη εἰς τὰς ἀγορὰς τοῦ Λονδίνου. Ὅτι τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως δὲν ἀπετέλεσε τὴν πτώχευσιν, ἀποδεικνύουσιν αἱ κραυγαὶ τῶν δανειστῶν τοῦ Κράτους, αἵτινες ἠγέρθησαν ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατέλαβε τὴν ἀρχὴν, νομίσας ὅτι ἠδύνατο νὰ καταῤῥίψῃ τὰ πάντα διὰ μιᾶς ἐγκυκλίου. Ὅταν μίαν μόνην διαμαρτυρίαν δὲν δύνασθε νὰ ἐπιδείξητε, ὅτε τὸ δάνειον τοῦτο διεπραγματεύετο ὑφ’ οὓς ὅρους καὶ τὰ ἄλλα δάνεια τοῦ Κράτους, πῶς δύνασθε νὰ ἰσχυρίζησθε, ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο ἀπετέλεσε τὴν πτώχευσιν; Ἀληθῶς δὲν ἐστάθη ἱκανὸν ν’ ἀναχαιτίσῃ τὴν πτώχευσιν, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον ἐλάττωμά του. Ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀναχαιτίσῃ τὴν πτώχευσιν χάρις εἰς ὑμᾶς καὶ τὴν ὑμετέραν ἀντίδρασιν. Καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπολέμησαν τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, μᾶς ἠρώτων, — καὶ ἀκριβῶς ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιὰν), — πῶς ἤθελε πληρώσει τὸ Κράτος μετὰ 2½ ἔτη τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια, ἅτινα μὲ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ νέου δανείου ἤθελον ἀνέλθει εἰς 35,000,000; Καὶ ἡμεῖς ἀπαντῶμεν: «ὅτε διεπραγματεύεσθε τὴν σύμβασιν μὲ τὸν Χάμβρο, πῶς δὲν ἐσκέφθητε ταῦτα; πῶς δὲν ἐσκέφθητε, ὅτι μετὰ δύο ἔτη δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ πληρώσητε 35 ἢ 36 ἑκατομμύρια εἰς τόκους καὶ χρεωλύσια;» Ἐὰν θελήσητε νὰ παραβάλητε τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως πρὸς τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον διεπραγματεύεσθε, τί θέλετε εὕρει; Θέλετε εὕρει πρῶτον διαφορὰν 30 ὅλων ἑκατομμυρίων ἐπὶ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ, θέλετε δὲ εὕρει περιπλέον ἐν τοῖς ἑκατὸν προμήθειαν ἐπὶ ἔλαττον, καταβληθεῖσαν πρὸς τὸν Χάμβρο, ὅστις ἀνέλαβε τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου. Μετ’ ὀλίγον θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις αὕτη ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ὑπεβλήθη ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τότε θέλουσι λεπτομερῶς ἐξετασθῆ πάντα ταῦτα, καὶ τότε θέλετε ἐννοήσει, τίς ἡ διαφορὰ τῆς συμβάσεως, ἥτις διεπραγματεύετο κατ’ ἐντολὴν τῆς τότε Κυβερνήσεως παρὰ τοῦ κ. Θεοτόκη, Ὑπουργοῦ τότε τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸς τὴν σύμβασιν, ἣν ἡμεῖς συνωμολογήσαμεν. Σχετικῶς πρὸς τὴν σύμβασιν τοῦ συνδικάτου, σᾶς εἶπον, ὅτι ἐτελούμεθα ἄξιοι Κακουργιοδικείου. Καὶ τί συνωμολογεῖτο διὰ τῆς συμβάσεως ἐκείνης; Ἐπρόκειτο περὶ συνδικάτου, ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖά τινες ἐνταῦθα γνωρίζουσιν; ἐπρόκειτο περὶ κεκρυμμένης τινὸς ἐνεργείας πρὸς τὸν σκοπὸν ψευδοῦς ἀνυψώσεως τῶν χρεωγράφων τοῦ Κράτους; Ἴσως τινὲς ἀντελήφθησαν, ὅτι περὶ τοιαύτης τινὸς ὑποχρεώσεως ἐπρόκειτο. Ἀλλ’ ἔχουν ἐκεῖνοι ἱκανὴν πεῖραν, ὅπως διακρίνουν τὴν διαφορὰν τοιούτων συνδικάτων ἀπὸ ἐκεῖνο, ὅπερ ἐδημιουργήθη διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 12 Ἰουνίου; Τὸ συνδικάτον ἐκεῖνο δὲν εἶχε σκοπὸν τὴν ὑπερτίμησιν τῶν ἐθνικῶν χρεωγράφων· εἶχε μόνον σκοπὸν νὰ καταστήσῃ ὑπὲρ τῶν πτωχοτέρων κατόχων ὁμολογιῶν Ἑλληνικῶν δανείων μίαν πρόχειρον ἀγορὰν διὰ τὸ πρῶτον τοκομερίδιον. Δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπατηθῇ τις ἐκ τοῦ συνδικάτου ἐκείνου, διότι ἐγνώριζεν, ὅτι ἡ ἄνεσις ἡ ἐκ τῆς συμβάσεως ἐκείνης ἐδόθη δι’ ἓν καὶ μόνον τοκομερίδιον, ἐδόθη διὰ 4 μόνον μῆνας. Τί δ’ ἀπετέλει ἡ σύμβασις τοῦ συνδικάτου; ἀπετέλει ὁριστικὴν πώλησιν ὡρισμένου ποσοῦ ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως πρὸς ἐκείνους, οἵτινες συνεβλήθησαν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ οἵτινες ἀπετέλεσαν τὸ συνδικάτον. Τί ἔπραξεν ὁ Χάμβρο, τί ἔπραξεν ἡ Ἑλληνικὴ Τράπεζα, τί ἔπραξεν ἡ Τράπεζα Κωνσταντινουπόλεως, ὅτε συνωμολόγησαν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀγοράσωσι 220,000 λιρῶν ὁμολογίας τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως ἐπὶ τιμῇ 65%, καθ’ ὅσον ἤθελον παρουσιασθῆ τοιαῦται εἰς αὐτοὺς πρὸς ἐξόφλησιν; Ἠγόραζον ferme 220 χιλιάδας λιρῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνήθικος σύμβασις, ἣν συνωμολογήσαμεν καὶ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι τῆς ἀποτυχίας τῆς ὁποίας ἠλάλαζον οἱ αὐτοὶ Κύριοι τότε. Δὲν συνωμολογήσαμεν δὲ αὐτὴν μόνον πρὸς τὸν Χάμβρο, τὴν συνωμολογήσαμεν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες κατηγοροῦσιν ἡμᾶς ὡς διαπράξαντας πρᾶξιν ἀξίαν Κακουργιοδικείου, βεβαίως ἐννοοῦσι νὰ παραπέμψωσιν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον τὸν Καλλιγᾶν, τὸν Στρέϊτ, τὸν Παπαδάκην, τὸν Ἀθηνογένην καὶ τὸν Εὐγενίδην. Πρὸς πάντας αὐτοὺς βεβαίως οὐδεὶς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες κατέκριναν τὴν σύμβασιν ἐκείνην, εἶναι δυνατὸν νὰ παραβληθῇ καὶ οὐδεὶς δύναται ἐξ αὐτῶν νὰ ἀτενίσῃ ἐκείνους. Ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διέπραξεν ἀνήθικον σύμβασιν, βεβαίως τὴν διέπραξεν οὐχὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλ’ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Κράτους, τὴν διέπραξε δὲ μετ’ αὐτῆς ὁ Καλλιγᾶς, ὁ Στρέϊτ, ὁ Παπαδάκης, ὁ Ἀθηνογένης καὶ ὁ Εὐγενίδης, καὶ μόνοι αὐτοὶ ἢ τὰ καταστήματα, ἃ ἐξεπροσώπουν, ἠδύναντο νὰ ὠφεληθῶσιν ἐξ αὐτῆς. Ἀντὶ ὠφελείας ἤντλησαν ἐκ τῆς συμβάσεως ἐκείνης ἀπώλειαν ἑνὸς ὁλοκλήρου ἑκατομμυρίου. Ῥίψατε κατ’ αὐτῶν τὸν λίθον τοῦ ἀναθέματος, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν κατεποντίζετο ἡ πίστις τοῦ Κράτους ἦλθον ἀρωγοὶ αὐτῇ καὶ προσεπάθησαν νὰ τὴν διασώσωσιν.

§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον. Κηρύττω περατωμένην τὴν συζήτησιν. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὸ σύνολον τῆς ἀπαντήσεως τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον.

§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν ἐξήγησιν. Ἡ ψῆφος, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς θέλομεν δώσει, θέλει εἶσθαι ἀρνητική, διότι τὰς περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους γνώμας ἡμῶν διετυπώσαμεν διὰ τῆς τροπολογίας, ἥτις δὲν ἐγένετο ἀποδεκτή.

§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ὡς ψηφολεκτῶν τῶν βουλευτῶν Ν. Καλογεροπούλου καὶ Δ. Καλούτση, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Μιλτ. Δάλλας Ἰω. Μεσσηνέζης
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Σπυρ. Μαρκέλλος Ν
Ἀρ. Ἀργυρόπουλος Ἀλέξ. Φωτήλας Ν
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Ο Κων. Σταμπολόπουλος
Λεων. Καρυστινάκης Ν Λεων. Πετιμεζᾶς Ο
Δημ. Καΐρης ἀρν.Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος Ν
Μιχ. Κωτσάκος Ν Γιαννούσης Τάκης
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς Ο Ἡρ. Καλαμπάκας Ν
Ἠλ. Κανελλόπουλος Ἀντ. Π. Μαυρομιχάλης Ν
Γεώργ. Παχὺς Ν Περ. Πεῤῥωτὴς Ν
Μιχ. Π. Λάμπρος Ν Κων. Φλέσσας Ο
Κων. Καραπάνος Ἰωάν. Καζαμπάκας Ν
Κων. Σταυρόπουλος Κων. Ζωγλοπίτης Ο
Ἀλέξ. Σκουζὲς Παν. Κουκορῖκος Ο
Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Γεώρ. Φραγχίδης Ν
Ἀλέξ. Ψύλλας Ν Δημ. Τερτίπης Ν
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ν Ἀθαν. Κωστάμης Ν
Ἀλέξ. Ρετσίνας Ν Ἀριστ. Χατζηνικολῆς Ο
Δημ. Γ. Ράλλης Ο Νικ. Μπαλάρας Ν
Α. Ζυγομαλᾶς Ο Νικ. Παπανικολάου Ν
Ὅθ. Μακρυγιάννης Ν Παν. Λεβέντης Ο
Σ. Ζαχαρίτσας Ν Βαπ. Βάστας Ν
Μιλ. Ὀριγώνης Ο Γεώρ. Θεοτόκης Ν
Κωνστ. Βαλτινὸς Ν Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ν
Ὀδυσ. Μοσχοβίτης Ν Ἠλίας Πολίτης Ν
Γεώρ. Καρτάλης Ν Γουλιέλμος Σκάρπας Ν
Ἀργ. Κανταρτζῆς Ν Νικ. Μαρκέτης Ν
Νικ. Κοκωσλῆς Ν Σπυρ. Λάσκαρης Ν
Νικ. Ἀξελὸς Ν Κων. Θ. Ρωμαῖος Ν
Νικ. Παῤῥησιάδης Ν Κων. Χριστόπουλος Ν
Ἰω. Γρίβας Ο Σωτ. Κροκιδᾶς Ο
Ἐπ. Μαυρομμάτης Ν Σπυρ. Νοταρᾶς
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο Ἀναστ. Δημητριάδης Ν
Νικ. Σπυρακόπουλος Ν Γεώρ. Κούστας Ο
Θεμ. Κορομάντζος Ο Ἰω. Τσιμάρας Ν
Περ. Ἀλεξάκης Ο Γερ. Μουσούρης
Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ο Α. Ἄννινος ΚαβαλιεράτοςΝ
Κωνστ. Κοσσονάκος Ν Θεόφραστος Μεταξᾶς Ν
Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ν Διον. Καλούτσης Ο
Μιχ. Φωτιάδης Σπυρ. Στάης Ν
Γεώρ. Λιδωρίκης Ν Μιχ. Πολίτης Ν
Κων. Ἀναγνωστόπουλος Ο Θεόδ. Θερμογιάννης
Γεώρ. Λύρας Ν Ἰω. Καλούτσης Ν
Κων. Παπαμιχαλόπουλος Ο Στέφ. Κοπανίτσας Ν
Σταμάτ. Μήτσας Ν Κωνστ. Σαλταφέρος Ο
Δημ. Βουλπιώτης Ο Πέτρ. Βαρβιτσιώτης Ν
Κων. Ζῶτος Ν Μελέτ. Ρουσόπουλος
Ἠλ. Μπλατσῆς Δημοσθ. Ματάλας Ο
Δ. Γρανίτσας Ο Νικ. Καραστέργιος
Διον. Στεφάνου Ν Ἀργ. Διδίκας Ν
Κων. Ἀργασάρ. ΛομβάρδοςΝ Ἐδὶπ–Σερὲρ–Χασὶπ Ο
Διον. Ζήβας Πλακᾶς Ν Ἰω. Λάππας Ο
Γεώργιος Ρώμας Ν Νικ. Μπουφίδης Ν
Γεώρ. Κρεστενίτης Ο Περ. Βαλαωρίτης Ν
Χρ. Στεφανόπουλος Γερ. Σέρβος Ο
Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ν
Διον. Παυλόπουλος Ν Ἀθαν. Εὐταξίας Ο
Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ν Κων. Κωνσταντόπουλος
Ἄγγελος Πετραλιᾶς Ο Παν. Μανέτας Ο
Ἐπαμ. Δημητρίου Ν Ν. Τριανταφυλλάκος Ο
Στέφ. Σκουλούδης Ν Ἠλ. Ζέγγελης Ν
Νικ. Νομικὸς Φίλ. Βάρβογλης Ο
Θωμᾶς Μαρκεζίνης Ν Ἀθ. Σακελλαριάδης Ο
Νικήτας Συνοδινὸς Ο Λεων. Ζέρβας Ν
Βαρβαρῆγος Πήλικας Ν Στέφ. Δραγούμης Ν
Νικ. Φιλάρετος Ο Ἰω. Βρυώνης Ο
Χαρ. Τρικούπης Ν Π. Ἄννινος Καβαλιεράτος
Ἰω. Τρικούπης Ν Ἰω. Γεωργιάδης Ν
Παν. Μερλόπουλος Ο Γεώργ. Ν. Μπούμπουλης Ν
Ἀλκ. Δεληγιάννης Ν Γεώργ. Π. Μπούμπουλης Ν
Ἀντ. Καρατζᾶς Ν Ἀλέξ. Γ. Σοῦτσος Ν
Ἀθαν. Παπαγγελᾶς Ο Ἀνδρ. Συγγρός
Χαρίλ. Προβελέγγιος Ο Δημ. Βοκοτόπουλος Ν
Ἀντ. Μάτσας Μ. Μπογιατζόγλους Ν
Λορέντσος Δελαρόκας Ἰω. Γκιὼν Ν
Ἰω. Ναυπλιώτης Ν Νικ. Φώσκολος Ν
Στυλ. Βάλληνδας Ο Σωτ. Χατζηγάκης Ο
Ἰω. Ἰντζὲς Ο Κωνστ. Χατζηπέτρος
Γεώρ. Σισμάνης Ο Χρ. Μπλετσάκης
Νικ. Καλαντζόπουλος Ν Γ. Κανούτας Ν
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν Εὐστ. Κοκκέβης Ο
Ἡλ. Ποταμιάνος Ο Δημ. Παπατσώρης Ν
Ἀριστ. Ρούκης Ν Χρ. Καραβίτης Ν
Σπ. Κουμουνδοῦρος Διον. Κατρίτσης Ν
Γιαννοῦκος ΜαυρομιχάληςΟ Ἀνδρ. Σκαλτσᾶς Ν
Ξανθὸς Πικουλάκης Ο Ἀριστόβουλος Μάνεσης Ο
Ἀσημ. Χριστόπουλος Ο Βασ. Δροσινός Ο
Νικ. Παπαλέξης Ν Νικ. Βαλάσης Ν
Παν. Λαμπρούλιας Ο Ἐμμ. Δημητριάδης
Εὐάγγ. Ἀρδαβάνης Ν Κωνστ. Σαχτούρης
Ἰω. Τυπάλδος Χαριτάτος Ν Ἐπαμ. Κριεζῆς Ο
Σπ. Μακρῆς Ν Νικ. Τσαμαδός Ν
Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ν Βησ. Χατζηαγγελάκης Ν
Εὐστ. Παπαδάκης Ν Νικ. Ζητουνιάτης Ν
Πανοῦρ. Πανουργιᾶς Ν Δημ. Ζουλούμης Ν
Θάνος Κανακάρης Ο Νικ. Χατζῖσκος Ο
Ἀχ. Χοϊδᾶς Κωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ν
Ἀντ. Ρικάκης Δημ. Κρίτσας Ν
Ἰω. Τσερτίδης Ο Ἡρ. Γαζέπης Ο
Νικ. Κουμανιώτης Ο Β. Βουδούρης Ν
Ἄγγ. Ροῦφος Ο Νικ. Καλογερόπουλος Ν
Νικ. Καράπαυλος Θερ. Λ. Κανάρης Ν
Παν. Σάκκης Ο Κων. Παπανικολῆς Ν
Σπ. Γρίβας Ν

§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 172. Ἐκ τούτων 110 εἶπον Ναί, 61 εἶπον Ὄχι καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Ἑπομένως ἡ ἀπάντησις τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ἐγένετο δεκτή. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 11 καὶ 30′ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 15
2τῆς 19 Νοεμβρίου 1893.
3(Παρασκευή).
4Ὥρα 5 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυ-
6ροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριά-
7σεως).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Δ. Σωμερίτης, συγγραφεὺς τοῦ ἐκδι-
9δομένου συγγράμματος «Αἱ Βουλαὶ τῆς Ἑλλάδος», δι’ ἀνα-
10φορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ἐξαιτεῖται τὴν ψήφισιν ποσοῦ
11ὑπὲρ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἐκτυπώσεως τοῦ ἔργου του.
12Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς
13Βουλῆς ἐπιτροπήν.
14Δέκα κατάδικοι, κρατούμενοι ἐν τῇ Στενῇ τοῦ Μιλτιά-
15δου τῶν φυλακῶν Παλαμηδίου, παρακαλοῦσι δι’ ἀναφορᾶς
16των νὰ μετατεθῶσιν εἰς ἄλλο δωμάτιον τῶν φυλακῶν,
17παραπονοῦνται δὲ καὶ κατὰ τοῦ ἐπιστάτου τῶν φυλακῶν,
18ὡς καταπιέζοντος αὐτούς. Θὰ διαβιβασθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη
19εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
20Ὁ Δήμαρχος Αὐλῶνος τῆς Τριφυλίας διὰ τηλεγραφήμα-
21τός του παρακαλεῖ νὰ διορισθῶσι δημοδιδάσκαλοι εἰς τὰ
22χωρία τοῦ δήμου του. Θὰ διαβιβασθῇ τὸ τηλεγράφημα εἰς
23τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
24Ἐπιτροπὴ Θυρεατῶν τηλεγραφικῶς παραπονεῖται, ὅτι
25ὁ Εἰσαγγελεὺς Τριπόλεως διέταξε νὰ εἰσέλθωσιν οἱ Βερ-
26βαινιῶται εἰς τὸν δῆμον Θυρέας, καίτοι ἡ εὐλογία ἐν Βερ-
27βαίνοις ἐξακολουθεῖ. Παραπέμπεται τὸ τηλεγράφημα εἰς
28τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
29Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
30§2ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πρό τινων ἡμερῶν εἶπον εἰς τὸν κ.
31Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι κατὰ τὴν προπαρελθοῦ-
32σαν σύνοδον ἐγένετο λάθος κατὰ τὴν δευτέραν πρὸς τὴν τρί-
33την ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἦλθεν ὡς συμ-
34πλήρωμα τοῦ στρατολογικοῦ νόμου· παρεκάλεσα δὲ τὸν
35Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ὑποβάλῃ τὸ συμπλήρωμα,
36ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν τὸ ὑπέβαλε μέχρι τοῦδε, ὑποβάλλω ἐγὼ
37συμπλήρωμα τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου μετὰ αἰτιολογικῆς
38ἐκθέσεως, συνταχθέντα ὑπὸ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρα-
39τιωτικῶν κ. Κόρπα, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ κηρύξῃ
40κατεπείγουσαν τὴν τροποποίησιν ταύτην.
41§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
42ράρτημα, ἀριθ. 17).
43§4ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Πολλάκις ἐγένετο λόγος ὑπὸ συναδέλ-
44φων περὶ ὑπερβασιῶν, τὰς ὁποίας οἱ κατὰ τόπους ἀποσπα-
45σματάρχαι διαπράττουσι, καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ καθ’
46ἑκάστην βλέπομεν φοβερὰ παράπονα ἐναντίον τῶν ὑπερβα-
47σιῶν αὐτῶν· ἀλλὰ ταῦτα εἶναι μηδὲν, παραβαλλόμενα πρὸς
48ἐκεῖνα, ἅτινα μοὶ καθιστῶνται γνωστὰ δι’ ἐπιστολῆς συμ-
49πολίτου μου. Ὁ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεσσήνης ἀποσπασματάρ-
50χης Ζήρας κατατυραννεῖ τὸν κόσμον μυριοτρόπως, ἄνευ οὐ-
51δενὸς λόγου, συλλαμβάνει πολίτας, τοὺς δέρει ἀνηλεῶς καὶ
52τοὺς ὑποβάλλει εἰς μυρία ὅσα βασανιστήρια. Νομίζω ὅτι
53μετὰ τὰς ταλαιπωρίας, τὰς ὁποίας ὑφίσταται ὁ λαὸς, καὶ
54ἰδίως ὁ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, καλὸν εἶναι οἱ ἀπο-
55σπασματάρχαι οὗτοι νὰ μετατίθηνται εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν,
56εἰς τὴν ὁποίαν νὰ δύνανται νὰ ἐξασκῶσι τὰ ἄγρια ἔνστι-
57κτα αὐτῶν, καὶ νὰ ἀφίνωσι τοὺς πολίτας ἐλευθέρους, ὅπως
58ἐξοικονομῶσι τὰ πρὸς τὸ ζῆν, ὡς δύνανται.
59Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτι-
60κῶν νὰ διατάξῃ τὴν μετάθεσιν τοῦ εἰρημένου ἀξιωματικοῦ,
61κατὰ τοῦ ὁποίου ἐδόθη καὶ καταγγελία, καὶ ἐνεργήσῃ ἀνα-
62κρίσεις, νὰ ἐπιβάλῃ δὲ εἰς αὐτὸν αὐστηρὰν καὶ παραδειγ-
63ματικὴν τιμωρίαν. Ἐδῶ ἔχω μίαν κόλλαν ὁλόκληρον ἀπὸ
64καταγγελίας τῶν ὑπερβασιῶν τοῦ ἀξιωματικοῦ αὐτοῦ, δὲν
65τὰς ἀναγινώσκω ὅμως, διὰ νὰ μὴ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ
66τὴν Βουλήν.
67§5ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
68Ὁ κ. Βουλευτὴς δύναται νὰ ἦναι βέβαιος, ὅτι, ἂν ἐδόθη κα-
69ταγγελία κατὰ τοῦ ἀποσπασματάρχου αὐτοῦ, θὰ διαταχθῇ
70καὶ ἡ δέουσα ἀνάκρισις. Ἡ αἴτησις περὶ μεταθέσεως τοῦ
71ἀποσπασματάρχου, λόγῳ ὅτι διαπράττει ἀταξίας, δὲν εἶναι
72ᾐτιολογημένη· διότι, ἂν μὲν διέπραξε πράξεις ἀξιοποίνους,
73θὰ καταδιωχθῇ καὶ θὰ τιμωρηθῇ, καθόσον ἡ μετάθεσις δὲν
74δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ποινή, ἂν δὲ τοὐναντίον ἀποδειχθῇ,
75ὅτι καλῶς ἐνήργησε τὴν ὑπηρεσίαν του, δὲν δύναται νὰ
76μετατεθῇ.
77§6ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Ἐν ὅσῳ ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος παρα-
78μένει ἐκεῖ, πᾶσα καταγγελία ἐναντίον του δύναται νὰ θεω-
79ρηθῇ ὡς μὴ ὑπάρχουσα, διότι γνωρίζω, ὅτι οὐδεὶς θὰ τολ-
80μήσῃ ἐνώπιον τῆς ἀρχῆς νὰ καταθέσῃ ἐναντίον του, ἐν ὅσῳ
81αὐτὸς εἶναι ἀποσπασματάρχης ἐκεῖ. Ὁ ἀποσπασματάρχης
82οὗτος κατατυραννεῖ τὸν κόσμον, ἀπορῶ δὲ, πῶς δὲν εὑρέθη
83εἰσέτι χεὶρ τιμωρὸς, διὰ νὰ ἐξαλείψῃ ἀπὸ τοῦ προσώπου
84τῆς γῆς τὸν ἄνθρωπον αὐτόν.
85§7ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
86Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς δι’ ἐπε-
87ρωτήσεώς του κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων
88ᾐτήσατο νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ἂν διὰ τὸ ἐνεστὼς
89ἔτος οἱ ἔχοντες τὰ προσόντα ν’ ἀκολουθήσωσι τὰ μαθή-
90ματα τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν δὲν ἀπεστά-
91λησαν εἰς Κέρκυραν. Ἀληθῶς τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον
92ἀνέβαλε τὴν λειτουργίαν τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων, δὲν
93ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διέταξε τὴν
94μετάβασιν τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα, ἢ μᾶλλον τῶν ὑπα-
95γομένων εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ νόμου περὶ
96στρατολογίας, ἵνα ἀκολουθήσωσι τὰ μαθήματα τῆς προ-
97παρασκευαστικῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν. Τοῦτο
98ἔπραξα, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἀναπόστα-
99τος τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ νόμου περὶ στρα-
100τολογίας, τοῦ προβλέποντος περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῶν
101ἐφεδρειῶν. Ἠρώτησεν ὁ κ. Βουλευτής, μήπως οἱ μέχρι τοῦδε
102ἐξελθόντες τῆς Σχολῆς ταύτης εἶναι ὑπεράριθμοι ἢ ὑπε-
103ραρκεῖς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατεύματος, καλούμενοι
104ἐν ἐπιστρατεύσει ἢ ὁπωσδήποτε ἐν ἀσκήσεσιν. Ἀπαντῶ εἰς
105τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι οἱ μέχρι τοῦδε ἐξελθόντες τῆς Σχολῆς
106ἀνέρχονται εἰς 360, καλούμενοι δὲ οὗτοι, βεβαίως δὲν θὰ
107προσέλθωσι πάντες, διότι πολλοὶ βεβαίως ἀπεβίωσαν, ἄλλοι
108ἀπεδήμησαν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν κλπ. Ἂν λοιπὸν ἀφαι-
109ρέσωμεν 15 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, θὰ μειώσωμεν τὸν ἀριθμὸν
110εἰς 310 περίπου. Βεβαίως οἱ 310 δὲν ἀρκοῦσιν, ὅπως πλη-
111ρώσωσι τὰ κενὰ τοῦ στρατοῦ ἐν ἐπιστρατεύσει, διότι ἐπι-
112στράτευσις γινομένη δι’ ὅλων τῶν σειρῶν τῶν ἡλικιῶν θὰ
113μᾶς φέρῃ δύναμιν ἐφέδρων ὑπὲρ τὰς 100,000, ἑπομένως
114ἀπαιτοῦνται 1200 τοὐλάχιστον ἔφεδροι ἀξιωματικοί. Ἀπε-
115φασίσαμεν ὅθεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τηροῦντες ἐν ἰσχύϊ
116τὴν διάταξιν τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων, ἵνα ἔχωμεν τὸν
117ἀπαιτούμενον ἀριθμόν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν πρὸς
118στιγμήν, ὅτι ἔχομεν τὸν ἀριθμὸν τοῦτον, ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς
119εἶναι μεταβλητὸς, διότι οὗτοι εἶναι ὑπόχρεοι νὰ ὑπηρετῶ-
120σιν ἐν τῇ ἐφεδρείᾳ ἐφ’ ὅσον ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐφεδρείαν,
121ἤτοι μέχρι τοῦ 33 ἔτους τῆς ἡλικίας των, δὲν εἶναι δὲ
122ὑπόχρεοι νὰ προσέλθωσι καλούμενοι, ἅμα ὡς ὑπερβῶσι τὸ
12333 ἔτος. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὑπαγορεύσας εἰς τὴν
124Κυβέρνησιν ν’ ἀνασυστήσῃ τὴν προπαρασκευαστικὴν Σχολὴν
125τῶν ἐφέδρων, καὶ νὰ διατάξῃ τὴν ἐπανάληψιν τῶν μαθη-
126μάτων. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ὑπάρχει καὶ διάταξις νομικὴ,
127ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἀναβολὴν καὶ τὴν κατάργησιν
128τῆς Σχολῆς ἄνευ νομοθετήματος εἰδικοῦ. Τὸ ἄρθρον 119 τοῦ
129νόμου περὶ στρατολογίας ἀναγράφει, ὅτι «οἱ φέροντες ἀπο-
130λυτήριον τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου κλπ. οἱ μὲν δηλώ-
131σαντες πρὸ τῆς κατατάξεως, ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ ἀποκτήσωσι
132τὸν βαθμὸν τοῦ ἐφέδρου ἀξιωματικοῦ κατατάσσονται ἐπὶ
133ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος, ἐνῷ πάντες οἱ λοιποὶ ἀναλαμβάνουσι
134διετῆ ὑποχρέωσιν». Τί λοιπὸν θὰ γείνωσιν οὗτοι, ἂν δὲν
135ἀποσταλῶσιν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν;
136Θὰ ὑπηρετήσωσιν ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος, ἢ δύο ἔτη; Βεβαίως
137ἓν καὶ ἥμισυ, διότι αὐτοὶ ἐδήλωσαν, ὅτι θέλουν ν’ ἀποκτή-
138σουν τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ἐν τέλει τὸ ἄρθρον
139λέγει, ὅτι «ἐκ τῶν τυχόντων διετοῦς ὑποχρεώσεως οἱ ἔχον-
140τες τὰ τῆς πρώτης παραγράφου προσόντα καὶ μὴ δηλώ-
141σαντες κατὰ τ’ ἀνωτέρω, ὅτι ἐπιθυμοῦσι ν’ ἀποκτήσωσι τὸν
142βαθμὸν τοῦ ἐφέδρου ἀξιωματικοῦ, ἀκολουθοῦσι, διαταγῇ
143τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὰ μαθήματα τῆς Σχο-
144λῆς», καὶ οὗτοι ὑποχρεοῦνται ν’ ἀκολουθήσωσιν. Ἀλλὰ πλὴν
145τούτου ἔχομεν τὸν νόμον περὶ ἐφεδρείας, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει
146ῥητῶς τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τοὺς ἔχοντας τὰ προσόντα νὰ
147μεταβῶσιν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ἐφέδρων. Τὸ ἄρθρον 13, συν-
148δυαζόμενον μετὰ τοῦ ἄρθρου 17, ἐπάγεται τὴν ὑποχρέωσιν
149τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ν’ ἀποστέλλῃ τούτους εἰς τὴν Σχο-
150λὴν τῶν ἐφέδρων.
151Ἐρωτᾷ ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐὰν ἔπαυσεν ἡ λειτουργία τῆς
152Σχολῆς. Μάλιστα, ἔπαυσε δι’ ἐγκυκλίου διαταγῆς τοῦ Ὑπουρ-
153γείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἠκυρώθησαν οἱ νόμοι, τοὺς
154ὁποίους τὸ Κράτος ἐπέβαλε. Διὰ τῆς αὐτῆς ἐγκυκλίου ἠκυ-
155ρώθησαν καὶ πάντα τὰ ἐκδοθέντα βασιλικὰ διατάγματα.
156Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ γνώμη ἡμῶν, στηριζομένη ἐπὶ τῆς
157ἀνάγκης καὶ ἐπὶ τῶν νόμων.
158§8ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομικῶς καὶ δικονομικῶς
159ἀπέδειξε καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ τετραγωνικῶς ὁ κ. Ὑπουρ-
160γὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τὴν ὑποχρεωτικὴν ὕπαρξιν τῆς
161«προπαρασκευαστικῆς Σχολῆς ἐφέδρων ἀξιωματικῶν», τῆς
162νῦν λειτουργούσης ἐν Κερκύρᾳ, οὐδ’ ἐδίσταζον νὰ παραδε-
163χθῶ τὴν κατὰ τοὺς νόμους ἔγκυρον ὕπαρξιν τῆς Σχολῆς,
164οὐδὲ περὶ τούτου ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τοῦ κ.
165Ὑπουργοῦ. Ἐγὼ ὡμίλησα οὐσιαστικῶς ἐπὶ τοῦ ζητήμα-
166τος, καὶ εἶπον προχθὲς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι, καθ’ ἃς
167εἶχον πληροφορίας, ὁ προκάτοχος αὐτοῦ, ἀλλοίαν ἔχων
168ἰδέαν περὶ τῆς λειτουργίας καὶ τῆς σκοπιμότητος τῆς προ-
169παρασκευαστικῆς Σχολῆς ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, ἧς ἦτο
170διοικητὴς πρὶν ἢ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου
171τῶν Στρατιωτικῶν, διέταξε νὰ κλεισθῶσι προσωρινῶς αἱ
172πύλαι αὐτῆς εἰς τοὺς κατὰ νόμον ὑποχρέους πρὸς κατάτα-
173ξιν ἐν αὐτῇ ἐκ τῶν κληρωτῶν τῆς ἐνεστώτης ἀπογραφῆς,
174μέχρις οὗ διὰ νομοθετήματος καταργήσῃ αὐτὴν, διότι,
175φαίνεται, ἐμόρφωσε τὴν πεποίθησιν, ὅτι καθίστατο περιτ-
176τὴ, οὐχὶ ἴσως διὰ τὸ ἀλυσιτελὲς καὶ ἄσκοπον τῶν παρα-
177γομένων καρπῶν, ἀλλὰ διότι ἴσως ἐφρόνει, ὅτι ἀρκετοὺς
178παρήγαγε καρπούς. Ἠρώτησα δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
179Στρατιωτικῶν προχθὲς, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι αὐτὸς, διάφο-
180ρον ἰδέαν ἔχων περὶ τῆς Σχολῆς πρὸς τὸν προκάτοχον αὐ-
181τοῦ, εἶχε διατάξει νὰ ληφθῶσιν ἐκ τῶν διαφόρων ἄλλων
182σωμάτων τοῦ στρατοῦ οἱ κατὰ τοὺς νόμους προωρισμένοι
183δι’ αὐτὴν κληρωτοὶ καὶ νὰ σταλῶσιν εἰς τὴν Σχολὴν, ἵνα
184μαθητεύσωσι καὶ παρασκευασθῶσιν εἰς τὸ στάδιον τοῦ ἀξιω-
185ματικοῦ. Ἠρώτησα πρὸς τούτοις, ἐὰν δὲν νομίζῃ, ὅτι μέγας
186ἤδη εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν παρ’ ἡμῖν, τῶν τε
187ἐφέδρων καὶ τῶν τακτικῶν, οἵτινες πλεονάζουσι σήμερον
188εἰς μέγαν βαθμὸν ἕνεκα τῆς ὀλιγότητος τοῦ στρατεύματος,
189ἀλλ’ ἴσως καὶ ἐν ἐπιστρατεύσει δὲν θὰ ὦσι σπάνιοι, ἂν δὲν
190πλεονάζωσιν. Ἠρώτησα ἐπίσης, ἐὰν δὲν φρονῇ ἡ Κυβέρνη-
191σις, ἥτις, ὡς τοὐλάχιστον ἠκούσαμεν, σκοπεῖ καὶ ἐν αὐτοῖς
192τοῖς στρατιωτικοῖς Ὑπουργείοις νὰ προβῇ εἰς γενναίας
193οἰκονομίας, ἂν δὲν φρονῇ, λέγω, ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως
194τῆς Σχολῆς ἐκείνης ἠδύνατο νὰ ἐπενέγκῃ ὑπὲρ τοῦ Δημο-
195σίου ἀρκετὴν οἰκονομίαν.
196Εἰς ἀπάντησιν τούτων ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐζήτησε νὰ πείσῃ
197τὴν Βουλὴν, μετ’ αὐτῆς δὲ καὶ ἐμὲ, ὅτι ἡ Σχολὴ δικαίως
198καὶ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους λειτουργεῖ. Ἀλλὰ περὶ
199τούτου, ἐπαναλαμβάνω, οὐδεμίαν εἶχον οὔτε ἐξέφρασα ἐγὼ
200ἀμφιβολίαν, ἐπερωτῶν προχθές. Γνωρίζω ὅτι τὸ ἄρθρον 119
201τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου ἐπιτάσσει τὴν ὕπαρξιν Σχο-
202λῆς τοιαύτης, γνωρίζω ἐπίσης, ὅτι πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἄρ-
203θρων 13 καὶ 17 τοῦ νόμου ᾼΦΛΗʹ περὶ ἐφεδρείας τοῦ
204στρατοῦ ἐπέβαλε τὴν τήρησιν Σχολῆς τοιαύτης, πρὸς ἐκτέ-
205λεσιν δὲ τῶν δύο τούτων ἄρθρων τοῦ ᾼΦΛΗʹ νόμου ἐξε-
206δόθη μακρότατον, ἐκ 30 περίπου μεγάλων σελίδων ἀποτε-
207λούμενον, Β. Διάταγμα τῆς 15 Μαρτίου 1888, δημοσιευ-
208θὲν τῇ 2 Μαΐου, καὶ ἵδρυσε τὴν Σχολὴν ἐκείνην. Περὶ τού-
209του οὐδεμίαν εἶχον ἀμφιβολίαν. Ἐπαναλαμβάνω νὰ θέσω
210τὸ ζήτημα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὴν Βουλὴν ὡς
211εἶχον αὐτὸ ἀνέκαθεν ἐν νῷ, νὰ προσπαθήσω δὲ νὰ καταστή-
212σω αὐτὸ σαφέστερον, ἂν τυχὸν ἐν τῇ προχθεσινῇ διατυπώ-
213σει αὐτοῦ ἠτύχησα τοῦ σκοπουμένου. Ἐξετάζω τὸ ζήτη-
214μα οὐσιαστικῶς, καὶ ἵνα μὴ δι’ ἰδίων μου κρίσεων ἀπα-
215σχολῶ ὑμᾶς, παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε ἐν ὀλίγοις τὸν κα-
216ταρτισμὸν τοῦ σχολείου ἐκείνου, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ
217ἀπορήσητε, μανθάνοντες, ὅτι ἐν Ἑλλάδι, ἵνα λειτουργήσῃ
218Σχολή τις οἱαδήποτε, αὐτὸ τὸ Πανεπιστήμιον, τὸ περιλαμ-
219βάνον τέσσαρας Σχολὰς καὶ τμήματά τινα τῶν Σχολῶν
220αὐτῶν, ἢ ἄλλη τις οἱαδήποτε Σχολὴ ἐν Ἑλλάδι, ἔχει τό-
221σην πολυτέλειαν καὶ τοιοῦτον πολύπλοκον καταρτισμὸν,
222ὁποῖον ἡ προπαρασκευαστικὴ ἐφέδρων ἀξιωματικῶν Σχολὴ,
223ἡ ἐν Ἀθήναις ἀρχῆθεν ἱδρυθεῖσα, βραδύτερον δὲ εἰς Κέρκυ-
224ραν μετατεθεῖσα. (Ἀναγινώσκει τὰ ἄρθρα 5, 6, 7, 8
225καὶ 9 τοῦ νομοτελεστικοῦ Β. Διατάγματος ἀπὸ 15
226Μαρτίου 1888 «Περὶ συστάσεως προπαρασκευαστι-
227κοῦ σχολείου ἐφέδρων ἀξιωματικῶν»).
228§9ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσοι μαθηταὶ ἐξῆλθον;
229§10ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὰ τέσσαρα ἔτη τῆς
230λειτουργίας τῆς Σχολῆς, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1888 μέχρι τέλους
231τοῦ 1892, ἐξῆλθον 360, νομίζω· ἑπομένως ἔχετε 90 μα-
232θητὰς δι’ ἕκαστον ἔτος.
233§11ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ βαθμοφόροι δὲν ἀνάγονται
234εἰς τὴν δύναμιν τοῦ σχολείου, ἀλλ’ ἀποσπῶνται ἐκ τῶν δια-
235φόρων σωμάτων χάριν τῆς ὑπηρεσίας τῆς Σχολῆς.
236§12ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἀναγινώσκων δὲ,
237εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ ἄρθρου 5, ὅτι «ἀποσπῶνται ἐκ τῶν δια-
238φόρων σωμάτων στρατοῦ». Ἔχομεν ὅμως ἰδιαιτέρας δαπά-
239νας διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ σχολείου, διότι τὸ Δημόσιον
240δαπανᾷ διὰ τοὺς μαθητὰς ὄχι ὅ,τι ἤθελε δαπανήσει διὰ
241τὴν συντήρησιν ἁπλῶν στρατιωτῶν, ἀλλ’ ὅ,τι προσήκει νὰ
242δαπανᾶται διὰ τὴν δίαιταν καὶ τὴν μόρφωσιν ἀξιωματι-
243κῶν. Δαπανᾷ λοιπὸν, πλὴν τοῦ μισθοῦ τοῦ ἀπεσπασμένου
244προσωπικοῦ, καὶ ἄλλα πολλά· ἐπὶ τούτου δὲ ἤθελον ἐπι-
245στήσει τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς.
246Ὥστε οὕτως οὐσιαστικῶς ἐξετάζων τὸ ζήτημα, ἐρωτῶ:
247εἶναι, ἢ δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ Σχολὴ αὕτη; Κατὰ τὸν νό-
248μον πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, διὰ τοῦτο δὲ ὁ προκάτοχος τοῦ νῦν
249κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐσκέπτετο, ὡς ἀκούω,
250δι’ εἰσηγήσεως νομοθετήματος εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μετα-
251βάλῃ τὸν κείμενον νόμον περὶ τῆς Σχολῆς καὶ μετατρέψῃ τὰ
252κατ’ αὐτήν. Παρήγαγεν ἡ Σχολὴ μέχρι τοῦδε ἀριθμὸν μα-
253θητῶν βεβαίως οὐχὶ πολὺ ἀνάλογον πρὸς τὸν μέγαν προο-
254ρισμόν της καὶ πρὸς τὰς δι’ αὐτὴν γενομένας δαπάνας, ἴσως
255δὲ καὶ τὰς εἰς αὐτὴν ἀνατεθειμένας ἐλπίδας. Καὶ πρῶτον:
256οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι μορφοῦνται ἐπαρκῶς, ἵνα χρησιμεύ-
257σωσιν ὡς ἀξιωματικοί, ἐν ὥρᾳ μάλιστα δράσεως τοῦ στρα-
258τοῦ; Ἐξ ὅσων ἔχω πληροφοριῶν δυσκολεύομαι ν’ ἀπαντή-
259σω καταφατικῶς, διά τε τὸ σύστημα τῆς διδασκαλίας, διὰ
260τὸ πολύπλοκον τῆς ὑπηρεσίας τῆς Σχολῆς ἐκείνης καὶ διὰ
261τὸ βραχὺ τοῦ χρονικοῦ διαστήματος τῆς σπουδῆς, διαστή-
262ματος δεκαὲξ μηνῶν, ἐν οἷς συμπεριλαμβάνεται καὶ ὁ χρό-
263νος τῶν ἐξετάσεων. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν καταρτίζονται
264πλήρεις οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι. Δεύτερον, χρειάζεται εἰς
265ἡμᾶς ὁ ἀριθμὸς οὗτος τῶν μαθητῶν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν,
266ὅτι ὄχι μόνον δὲν εὑρίσκει πλεονάζοντα τὸν μέχρι τοῦδε
267ὑπάρχοντα ἀριθμὸν τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, ὡς ἐγὼ ὑπε-
268νόησα προχθές, ἀλλ’ εὑρίσκει αὐτὸν κατὰ τὰ τρία τέταρτα
269ἐλάσσονα τοῦ πραγματικῶς χρειασθησομένου ἐν ὥρᾳ δρά-
270σεως. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι, ἂν καλέσωμεν ὅλας τὰς
271ἡλικίας καὶ καταρτίσωμεν στρατὸν ἑκατὸν χιλιάδων ἀν-
272δρῶν, θέλομεν χρειασθῆ χιλίους διακοσίους ἀξιωματικούς,
273ἔχομεν δὲ νῦν 300 ἢ 310, ἀφαιρουμένων ἐκ τῶν 360 τῶν
274διὰ τοὺς γνωστοὺς λόγους κατὰ παραδεδεγμένην ἀναλογίαν
275διαγραφομένων. Φρονῶ ὅτι οὐδέποτε θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν
276θέσιν καὶ τὴν ἀνάγκην νὰ καλέσωμεν συγχρόνως ἑκατὸν χι-
277λιάδας ἄνδρας, ἀλλὰ καὶ ἄν ποτε πρόκηται νὰ ἀξιωθῇ ἡ
278Ἑλλὰς τῆς μεγάλης ταύτης στιγμῆς, νὰ ἴδῃ κινούμενον
279διὰ μιᾶς Ἑλληνικὸν στρατὸν τοσοῦτον, ὁπόσον οὐδέποτε
280μέχρι τοῦδε ἀνέγραψεν ἡ ἱστορία ὡς ἑνιαῖον σῶμα Ἑλλη-
281νικοῦ στρατοῦ μετὰ τὴν ἐν Πλαταιαῖς μάχην, τοῦτο βε-
282βαίως δὲν ἐλπίζω νὰ ἴδωμεν πραγματοποιούμενον κατὰ τὰ
283προσεχῆ ἔτη, μέχρι τῆς λήξεως τοὐλάχιστον τοῦ αἰῶνος
284τούτου.
285§13ΡΙΚΑΚΗΣ. Πῶς τὸ γνωρίζετε;
286§14ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ γνωρίζω, ἀλλ’ ἂν
287ἐξετάσωμεν τὰς δυνάμεις μας, θὰ πεισθῶμεν.
288§15ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ, καίτοι γεροντότερος, ἐλπίζω ὅτι θὰ
289τὸ ἴδω.
290§16ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο μοὶ δίδει τὴν εὐχά-
291ριστον εὐκαιρίαν νὰ εὐχηθῶ πρὸς ὑμᾶς, σεβαστέ μοι κύριε
292συνάδελφε, ἔτη πολλὰ, ἵνα ζήσητε μέχρι τοῦ βάθους τοῦ
293προσεχοῦς αἰῶνος καὶ τὸ ἴδητε. Ὁσάκις μοὶ ἐδόθη εὐκαι-
294ρία νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ θέματος σχετικοῦ καὶ ἐξενέγκω
295ἐντεῦθεν τὴν γνώμην μου, ἡ γνώμη μου ὑπῆρξεν ἐκ τῶν αἰ-
296σιοδοξοτέρων καὶ οὐχὶ ἀπαισιόδοξος περὶ τῆς δράσεως τῆς
297ἀποστολῆς καὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ
298τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, καὶ πάντοτε ἐπεδίωξα τὴν εὐκαιρίαν
299νὰ ἐκφράσω γνώμην αἰσιοδοξοτάτην ἐντεῦθεν, ἵνα ἀκουσθῇ
300διότι οἱ ἐντεῦθεν ἐκφερόμενοι λόγοι ἀκούονται μακρότερον
301ἢ πᾶς ἄλλος, ὁθενδήποτε ἐκφερόμενος. Ἀλλ’ ἐν ᾗ περι-
302πτώσει ἀπασχολεῖ ἡμᾶς τὸ ζήτημα τῆς εἰς τὸν βασιλικὸν
303λόγον ἀπαντήσεως ἐπὶ 12 ἢ 13 ἡμέρας καὶ τὸ ζήτημα
304τοῦτο μετέτρεψεν ἡμᾶς εἰς Βυζαντίνους, ἐνῷ ὡς ἐκ τῆς φύ-
305σεώς του εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε, καὶ δι’ αὐτὸ καθ’
306ἑαυτὸ, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς θέσεως τοῦ πρὸς ὃν
307ἀπευθύνεται ἡ συζητουμένη ἀπάντησις, πλὴν δὲ τούτου
308καὶ διὰ τὴν οἰκονομικὴν περίστασιν, ἡ ὁποία περικλείει
309τὴν χώραν, νὰ ἐπιβάλῃ ἡμῖν νὰ σπεύσωμεν, νὰ μὴ πολυλο-
310γήσωμεν, νὰ μὴ ματαιοπονήσωμεν ἐπὶ μακρὸν, δὲν νομίζετε,
311κύριε συνάδελφε ἐκ Πατρῶν, ὅτι τοῦτο ἀποδεικνύει κατά-
312πτωσιν; ὅτι ἐγείναμεν μικροί; Καὶ ὅμως ἐλπίζετε, ὅτι
313ταχέως θέλετε ἴδει πολεμικὰ τρόπαια καὶ πολεμικὰς δά-
314φνας! Ἐγὼ ἀπελπίζομαι, πολλῷ νεώτερος ἡμῶν κατὰ τὴν
315ἡλικίαν, βεβαίως δὲ καὶ διὰ τοῦτο τοὐλάχιστον θερμότε-
316ρος τὸ αἷμα. Ἀλλ’ ἀφῶμεν ταῦτα. Ἡ συζήτησις δὲ, τὴν
317ὁποίαν ἔχομεν ἐνταῦθα, περὶ τῶν οἰκονομικῶν, δὲν νομίζετε
318ὅτι ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς νὰ περιμαζευθῶμεν; Καὶ πῶς δυ-
319νάμεθα νὰ σκεφθῶμεν κατὰ τὸ παρὸν περὶ πολεμικῆς ἐνερ-
320γείας; Καὶ πῶς; κατὰ ξηρὰν ἢ κατὰ θάλασσαν; Καὶ
321πρὸς τίνα; ...
322§17ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ταῦτα δὲν λέγονται ἐντεῦθεν.
323§18ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ πρὸς ὑμᾶς, ὅτι
324δὲν λέγονται ταῦτα ἐντεῦθεν. Ἐπανερχόμενος δὲ ἐκ τῶν
325ὑψηλῶν καὶ φανταστικῶν τούτων εἰς τὸ χαμηλὸν καὶ
326πρακτικὸν ζήτημά μου, λέγω, ὅτι ἡ ἀνάγκη τῶν οἰκονο-
327μικῶν μας δυσχερειῶν ἐπιβάλλει τὴν λῆψιν μέτρων τοιού-
328των, ἐπιβάλλει τὸν περιορισμὸν τῶν κατ’ ἐμὲ ἐπιδείξεων
329τούτων. Ὡς περιωρίσαμεν τὰ ἄλλα στρατιωτικὰ σχολεῖα,
330ὡς ἐπαύσαμεν εἰσάγοντες μαθητὰς εἰς τὴν Σχολὴν τῶν
331Εὐελπίδων, εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ναυτικῶν δοκίμων, εἰς τὴν
332Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν, καλῶς ποιοῦντες, ὡς κατηρ-
333γήσαμεν τὸ παρασκευαστικὸν σχολεῖον τῶν ὑπαξιωματικῶν,
334ὡς ἄχρηστον, πρέπει νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ αὐτὸ μέτρον καὶ
335ὡς πρὸς τὴν Σχολὴν ταύτην, ἵνα ἤμεθα ἐν ἰσότητι ὡς πρὸς
336ὅλους τοὺς κλάδους τῆς συντηρήσεως τοῦ στρατεύματος.
337Οἰσιαστικῶς λοιπὸν ἐξάγω, ὅτι ἡ συντήρησις τῆς Σχο-
338λῆς ἐκείνης δὲν συμφέρει, καὶ ἂν συμφέρῃ, δὲν εἶναι ἐξ ἐκεί-
339νων, τὰ ὁποῖα ἐπιτακτικῶς ἐπιβάλλονται εἰς τὴν Κυβέρ-
340νησιν.
341§19ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐγεννήθη ζήτημα ἐντελῶς
342παράκαιρον. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ συζητήσεως τοῦ προϋπο-
343λογισμοῦ, ἐννοῶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶχε πλήρη
344ἐλευθερίαν νὰ συνδέσῃ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα μὲ τὸ ζή-
345τημα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς του·
346ἦτο ἐλεύθερος νὰ νομίσῃ, ὅτι ἡ προπαρασκευαστικὴ Σχολὴ
347τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, τὸ μέλλον τοῦ στρατοῦ τῆς
348Ἑλλάδος, συνδεόμενον μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς
349χώρας, ἔδιδεν ἀφορμὴν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προέτεινεν ὁ
350ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ
351τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ νὰ ἔρχηται δὲ ἀκαίρως ἓν τοιοῦ-
352τον ζήτημα καὶ νὰ δεικνύωμεν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατά-
353στασίς μας εἶναι τοιαύτη, ὥστε κατὰ πρῶτον πρέπει νὰ
354κόψωμεν τοὺς βραχίονάς μας, ἐλπίζοντες ὅτι διὰ τούτου
355θὰ σωθῶμεν, νομίζω ὅτι ἀπατᾶται ὁ κ. συνάδελφος, καὶ
356ὄχι μόνον ἀπατᾶται, ἀλλὰ καὶ σφάλλει πρὸς ζήτημα καί-
357ριον καὶ ζήτημα ἐθνικόν. Χθὲς παρ’ ὀλίγον νὰ διακόψω τὸν
358ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Ἄρτης, ὅτε εἶπεν, ὅτι ἐταπει-
359νώθημεν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ
360σκεπτώμεθα περὶ ἐθνικῶν πόθων. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές·
361δυνάμεθα νὰ σκεπτώμεθα καὶ περὶ πόθων ἐθνικῶν, καὶ οὐ-
362δέποτε θὰ παύσωμεν νὰ σκεπτώμεθα περὶ αὐτῶν. Ἐὰν τὸ
363Δημόσιον τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκηται εἰς οἰκονομικὴν κρίσιν,
364ὅταν ἀκουσθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ ἐθνικῶν πόθων, θέλομεν
365ἴδει, ὅτι πολλὰ βαλάντια ἰδιωτικὰ καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς
366τῆς Ἑλλάδος θὰ ἀνοιχθῶσιν. Ὅταν κατὰ τὸ 1821 ἤχησεν
367ἡ σάλπιγξ τῆς ἐλευθερίας, οὔτε ὑπῆρχεν Ἑλληνικὸν Δη-
368μόσιον, καὶ ὅμως τὰ πάντα εὑρέθησαν ἕτοιμα. Ταῦτα πρέ-
369πει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, καὶ οὐδέποτε ἔπρεπε τοιαῦται
370ἰδέαι νὰ ἐκστομίζωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
371§20ΜΑΝΕΣΗΣ. Νομίζω, ὅτι παρεξεκλίναμεν τῆς ὁδοῦ,
372ἣν ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσωμεν, συζητοῦντες ἐπὶ τοῦ περιωρι-
373σμένου ζητήματος τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν,
374τὴν ὁποίαν συζήτησιν ἐδέχθη καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
375Στρατιωτικῶν. Ἐγὼ δὲν διετέλουν ἐν σχέσεσι πολιτικαῖς
376μετὰ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, ἐδήλωσα μόνον πο-
377λιτικὴν σύμπραξιν μετὰ τοῦ κ. Ράλλη ἀφ’ ὅτου ἤρχισαν
378αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Φαίνεται ὅμως, ὅτι βεβαίως
379ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν
380ὄχι μόνον τὸν λόγον τῆς οἰκονομίας, ἥτις ἦτο καὶ τὸ πο-
381λιτικὸν αὐτοῦ μέτρον, ἀλλὰ κυρίως, νομίζω καὶ πιστεύω,
382ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ἦναι σύμφω-
383νος μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἐγεννήθησαν μεγάλα κενὰ ἐκ τῆς ἀφυπη-
384ρετήσεως τῶν ὑπαξιωματικῶν, αὐτὰ δὲ τὰ κενὰ, νομίζω,
385ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς εἶχεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐζήτει νὰ πλη-
386ρώσῃ διὰ τῶν νέων αὐτῶν, τῶν καταταχθησομένων εἰς
387τὴν Σχολὴν τῶν ἐφέδρων, καὶ οὐχὶ ἀποβλέπων πρὸς τὴν
388ἀνάγκην μεμακρυσμένης ἐποχῆς, τὴν ἀνάγκην τῆς πληρώ-
389σεως τῶν κενῶν τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν δι’ ἐπιστράτευ-
390σιν ἐν τῷ μέλλοντι. Δὲν εἶμαι σύμφωνος ὅμως μὲ τὸν ἀξιό-
391τιμον συνάδελφον κ. Παπαμιχαλόπουλον, ὅτι, ὅταν πρό-
392κηται νὰ ἱδρυθῇ στρατιωτικὸν ἐκπαιδευτικὸν κατάστημα,
393δὲν πρέπει νὰ χορηγήσωμεν αὐτῷ τὰ μέσα, ὅπως πλήρως
394λειτουργήσῃ. Ἀνέγνωσε πληθὺν βαθμοφόρων, περιλαμβα-
395νομένων ἐν τῷ διατάγματι, καὶ ὁ ἴδιος εἶπεν, ὅτι πάντες
396οὗτοι ἀποσπῶνται ἐκ τῶν διαφόρων σωμάτων, χωρὶς τὸ
397ταμεῖον νὰ ἐπιβαρυνθῇ. Αὐτὸ βεβαίως εἶναι οἰκονομία, ἣν
398προέβλεψεν ὁ συντάξας τὸν θεσμόν. Ἐν τούτοις λέγω, ὅτι
399οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὸν προκάτοχον Ὑπουργὸν
400νὰ προβῇ εἰς τὴν παῦσιν τῆς λειτουργίας τῆς Σχολῆς, πεί-
401θουσι καὶ ἐμὲ, ὅτι κακῶς δὲν ἔπραξε, δὲν προέβη δὲ εἰς τὴν
402κατάργησιν τῆς Σχολῆς δι’ ἐγκυκλίου, ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ
403κατὰ τὸν στρατιωτικὸν νόμον ἔχοντες τὰ προσόντα νὰ
404καταταχθῶσιν ἔπρεπε νὰ καταταχθῶσι κατὰ τὴν 1 Ὀκτω-
405βρίου, ἀνέβαλε τὴν κατάταξιν, ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ παρου-
406σιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοθέτημα τὸ καταργοῦν τὴν Σχο-
407λὴν τῶν ἐφέδρων, ὡς πληροῦσαν μέλλουσαν ἀνάγκην. Νο-
408μίζω δὲ, ὅτι ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον προέβη ὁ προκάτοχος
409Ὑπουργὸς εἰς τὴν παῦσιν τῆς λειτουργίας τῆς Σχολῆς τῶν
410ἐφέδρων, ἦτο νὰ πληρώσῃ τὰ κενὰ τὰ γεννηθέντα ἐκ τῆς
411ἀφυπηρετήσεως πολλῶν ὑπαξιωματικῶν, καὶ συγχρόνως,
412ὅπως ἐπιτύχῃ οἰκονομίαν 40,000 νομίζω δραχμῶν.
413§21ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
414Δὲν προτίθεμαι ν’ ἀντικρούσω ἅπαντα τὰ λεχθέντα περὶ
415τῶν λεπτομερειῶν τῆς συγκροτήσεως τῶν λόχων καὶ οὐλα-
416μῶν τῶν μαθητῶν, διότι περὶ αὐτοῦ δὲν πρόκειται· θὰ εἴπω
417μόνον ὀλίγα ὡς πρὸς τὴν διατήρησιν τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέ-
418δρων ἀξιωματικῶν.
419Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἀνέφερε δύο
420λόγους, δι’ οὓς νομίζει, ὅτι καλῶς ἔπραξεν ἡ προκάτοχος
421Κυβέρνησις, ἀναβαλοῦσα τὴν λειτουργίαν τῆς Σχολῆς· τὸν
422μὲν, ὅτι οἱ μέχρι τοῦδε ἐξελθόντες ἀξιωματικοὶ ἔφεδροι
423ἀρκοῦσιν, ἵνα πληρώσωσι τὰ κενὰ τῆς ἐφεδρείας, τὸν δὲ, ὅτι
424λόγοι οἰκονομικοὶ ἐπιβάλλουσι τὴν τοιαύτην διακοπὴν τῶν
425μαθημάτων, καὶ ὅτι ἡ ποιότης τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἐκ
426τῆς Σχολῆς ταύτης ἐξερχομένων δὲν εἶναι καλὴ, καθ’ ἃς
427ἔχει πληροφορίας. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸν τελευταῖον λόγον,
428βεβαιῶ αὐτὸν, ὅτι δὲν ἔχει καλὰς πληροφορίας, ἢ μᾶλλον
429ὅτι δὲν ἔχει ποσῶς πληροφορίας, διότι δὲν διετέλεσεν Ὑπουρ-
430γὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα λάβῃ τοιαύτας παρὰ τῶν
431σωματαρχῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ μόνοι ἁρμόδιοι, ἵνα ἀπο-
432φανθῶσι περὶ τοῦ ποιοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες ὑπηρε-
433τοῦσιν εἰς τὸ στράτευμα.
434Ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὸν λόγον τῆς πληθύος τῶν ἀξιωματι-
435κῶν, ἐβεβαίωσα πρὸ μικροῦ, ὅτι οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ, οἱ
436ἀπαιτούμενοι ἵνα πληρώσωσι τὰς τάξεις τῶν τῆς ἐφεδρείας
437σωμάτων, ὑπερβαίνουσι τοὺς 1200. Λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς,
438ὅτι δὲν ἐλπίζει ποτὲ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ λάβῃ τὴν ἀνάγκην
439τῶν ἐφέδρων τούτων· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ
440ὁποῖον ἡμεῖς θὰ συζητήσωμεν σήμερον, διότι ἡμεῖς, νομο-
441θετήσαντες τὸν νόμον περὶ ἐφεδρείας, ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν,
442ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ λάβῃ ἀνάγκην αὐτῶν. Καὶ κατὰ τὸ 1885
443ἡ Ἑλλὰς εἶχε στράτευμα ὑπερβαῖνον τὴν δύναμιν τῶν
44480,000 ἀνδρῶν, ὑπῆρχεν ὅμως ἔλλειψις μεγίστη ἀξιωμα-
445τικῶν, καὶ οὗτος ἦτο ὁ λόγος ὁ προκαλέσας τὴν νομοθέ-
446τησιν τοῦ νόμου περὶ ἐφέδρων ἀξιωματικῶν. Ὅσον ἀφορᾷ
447τὸν λόγον τῆς δαπάνης τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὴν Σχολὴν
448ταύτην, ἀπαντῶ εἰς αὐτὸν, ὅτι δὲν ἐφρόντισε νὰ μάθῃ ποία
449εἶναι ἡ ἐτησία αὕτη δαπάνη. Ἡ δαπάνη αὕτη, κύριε Βου-
450λευτὰ, δὲν ὑπερβαίνει τὰς 8,000 δραχμῶν ἐτησίως, καὶ
451δύναμαι νὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω ἀμέσως. Εἴκοσι μόνον λεπτὰ
452καθ’ ἑκάστην ἡμέραν δίδονται εἰς ἕκαστον μαθητὴν στρα-
453τιώτην πρὸς βελτίωσιν τοῦ συσσιτίου, παρέχεται δὲ καὶ ὁ
454ἀπαιτούμενος φωτισμὸς, καὶ οὐδὲν πλέον, διότι ἅπαν τὸ
455προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσατε ἐν τῷ διατάγματι τῷ
456ἐκτελεστικῷ τοῦ νόμου περὶ ἐφέδρων, εἶναι ἀξιωματικοὶ καὶ
457ὑπαξιωματικοὶ, λαμβανόμενοι ἐκ τῆς πλησιεστέρας φρουρᾶς
458καὶ εἰς οὐδεμίαν δικαιούμενοι ἀντιμισθίαν. Ὀκτὼ χιλιάδες
459λοιπὸν δραχμῶν κατ’ ἔτος, ἐφέτος δὲ μόνον 6,000, ἀπαι-
460τοῦνται διὰ τὴν συντήρησιν τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιω-
461ματικῶν. Τὴν οἰκονομίαν δὲ ταύτην δὲν θὰ ἔχητε πραγ-
462ματικὴν, διότι καὶ μόνον ἂν κλείσητε τὸ σχολεῖον, τὸ ἐρ-
463χόμενον ἔτος θὰ σᾶς παρουσιάσῃ ζημίαν ὑπερβαίνουσαν τὰς
46410,000 δραχμάς. Ὥστε δὲν εἶναι ὁ λόγος τῆς οἰκονομίας,
465οὔτε τῆς μὴ παραγωγῆς καλῶν ἀξιωματικῶν, ὁ ὁποῖος
466πρέπει νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν κατάργησιν τῆς Σχολῆς
467ταύτης.
468Ἀλλὰ προεβλήθη ἡ ἔνστασις ἀπὸ ἀξιότιμον συνάδελ-
469φον στρατιωτικὸν, ὅτι τὸ στράτευμα ἔχει ἔλλειψιν ὑπα-
470ξιωματικῶν, καὶ ἀντὶ νὰ στέλλωμεν τοὺς νέους αὐτοὺς πρὸς
471παρασκευὴν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, εἶναι κάλλιον νὰ χρη-
472σιμοποιήσωμεν αὐτοὺς ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, ὅπως
473καταρτίσωμεν δι’ αὐτῶν ὑπαξιωματικούς. Νομίζω, ὅτι οὗ-
474τος δὲν εἶναι συλλογισμὸς ὀρθὸς, διότι δύνανται οὗτοι νὰ
475χρησιμεύσωσιν ὡς ὑπαξιωματικοὶ, ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ ἑκατὸν
476δὲν δύνανται νὰ πληρώσωσι τὰ κενὰ τοῦ στρατοῦ, οὐδὲ δυ-
477νάμεθα ν’ ἀδικήσωμεν τόσον τὸ Κράτος, ὥστε νὰ δεχθῶ-
478μεν, ὅτι δεκανεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ μορφώσωμεν ἐκ τῶν
47910,000 ἀνδρῶν, οὓς κατ’ ἔτος λαμβάνομεν. Εἰς τί λοιπὸν
480θὰ χρησιμεύσωσιν οὗτοι οἱ 100, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ ὑπηρετῶ-
481σιν εἰς τὰ διάφορα γραφεῖα;
482§22ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ
483Πατρῶν συναδέλφου δὲν παρῆλθον δι’ ἐμὲ ἀπαρατήρητοι.
484Καὶ ἡ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ διαπρεπὴς θέσις του καὶ τὸ
485ἀξιόζηλον παρελθὸν αὐτοῦ καὶ ἡ πρὸς ἐμὲ θέσις αὐτοῦ
486ἔδιδεν αὐτῷ τὸ δικαίωμα ν’ ἀπευθύνῃ τὴν ἔμμεσον καὶ τό-
487σον καλῶς ἐκπεφρασμένην παρατήρησιν. Ἀλλὰ δὲν θ’ ἀπαν-
488τήσω· μόνον δὲ ἵνα δείξω, ὅτι ἀπονέμω τὴν προσήκουσαν
489ἐκτίμησιν εἰς τοιούτους λόγους, μνημονεύω ταύτην, σιωπῶ
490ὅμως περαιτέρω. Συζήτησιν περὶ τούτου δὲν προτίθεμαι νὰ
491φέρω, διότι οὔτε τὰς ἀφορμὰς καὶ τὴν ἐνέργειαν καὶ
492τ’ ἀποτελέσματα τοῦ ἀγῶνος τοῦ 1821 ἀγνοῶ, ἀλλ’ οὔτε
493καὶ τ’ ἀποτελέσματα τῆς κλήσεως τοῦ πανελληνίου εἰς
494τὴν ἐγγραφὴν εἰς τὸ πατριωτικὸν δάνειον θέλω νὰ ὑπο-
495μνήσω εἰς τὸν συνάδελφον.
496Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν περαιτέρω συζήτησιν ἐπὶ τοῦ
497κυρίου θέματος, ταύτην εὑρίσκω δύσκολον ἐνταῦθα, τὸ μὲν,
498διότι ἀφ’ ἑνὸς πρόκειται νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τεχνικῶν καὶ
499στενῶς στρατιωτικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν συζητοῦν-
500ται οὕτως ἐκ τοῦ προχείρου, μάλιστα δὲ μεταξὺ Ὑπουρ-
501γοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκ τῶν ἐντριβεστάτων καὶ
502ἱκανωτάτων ἀξιωματικῶν τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ, καὶ Βου-
503λευτοῦ μὴ εἰδικῶς καταγινομένου εἰς τὰ στρατιωτικὰ,
504ἀλλ’ ὅστις μόνον ἐξ ἀγάπης μεγάλης πρὸς τὸν στρατὸν
505ἐγκύπτει εἰς τ’ ἀφορῶντα εἰς αὐτὸν καὶ φέρει ἀπὸ τοῦ
506βήματος ἐκείνου τὸν λόγον περὶ αὐτοῦ, τὸ δὲ διότι, ἅμα ἡ
507συζήτησις ἐξέλθῃ τοῦ τεχνικοῦ μέρους, θέλει ἐπαναχθῆ εἰς
508ἐκεῖνο τὸ θέμα, τοῦ ὁποίου τὴν συζήτησιν ἀκριβῶς ἠθέλησα
509νὰ ἀποφύγω διὰ τῆς βραχυτάτης ἀπαντήσεώς μου πρὸς
510τὸν ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμον κ. συνάδελφον· διότι, προκειμέ-
511νου περὶ ἐκθέσεως γνωμῶν πατριωτικῶν καὶ ἐθνικῶν, συζή-
512τησις δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἐντεῦθεν.
513Διὰ τοῦτο, ἀφοῦ ἐξετέλεσα καθῆκον, ὑπομνήσας πρὸς
514τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τὸ τί ἔδει καὶ τί
515συμφέρει, κατ’ ἐμὲ, γενέσθαι ὡς πρὸς τὴν Σχολὴν ἐκείνην,
516ἤκουσα δὲ τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἔμαθον, ὅτι
517ἐπιμένει εἰς τὴν διατήρησιν αὐτῆς, καὶ ὅτι διέταξε τὴν εἰς
518αὐτὴν εἰσαγωγὴν τῶν μαθητῶν, ἀφοῦ ἤκουσα, ὅτι αἱ δα-
519πάναι δὲν εἶναι μεγάλαι, μολονότι ἀρχῆθεν δὲν εἶπον, ὅτι
520αἱ δαπάναι εἶναι πολὺ σπουδαῖαι, ἀφίνω εἰς τὸν κ. Ὑπουρ-
521γὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ὡς πρὸς
522τὴν προπαρασκευαστικὴν Σχολὴν τῶν ἐφέδρων ἀξιωματι-
523κῶν, εὐχόμενος, ὅπως ἡ Σχολὴ αὕτη παραγάγῃ καρποὺς
524τοιούτους, οἵους ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι παράγει,
525καὶ καλλιτέρους, εἰ δυνατὸν, ἐν τῷ μέλλοντι.
526§23ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὅταν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἀκούω ἀντι-
527κρουομένην τὴν σοβαρὰν ἰδέαν, ὅτι διὰ τῶν νέων τῶν ἐγ-
528γραμμάτων δύνανται νὰ πληρωθῶσιν ἐν τῷ στρατῷ τὰ
529κενὰ τῶν ὑπαξιωματικῶν, διὰ τὸν λόγον ὅτι τὰ κενὰ ταῦτα
530δυνάμεθα ν’ ἀναπληρώσωμεν δι’ ἄλλων, τοὺς ὁποίους δυνά-
531μεθα νὰ εὕρωμεν ἐγγραμμάτους, καὶ ὅτι, ὅταν μεταχειρι-
532σθῶμεν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ τοὺς σήμερον κατατασ-
533σομένους ἐν τῇ Σχολῇ, θὰ καταφεύγωσιν οὗτοι εἰς τὰ γρα-
534φεῖα, εἰς τοῦτο δὲν δύναμαι ν’ ἀπαντήσω ἄλλο ἢ ὅτι τοῦτο
535εἶναι κατάχρησις τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν κατάχρησιν
536ἡ ἀνωτέρα ἀρχὴ δύναται νὰ τιμωρήσῃ καὶ νὰ προλάβῃ.
537§24ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερ-
538νήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληρο-
539φορήσωσι τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς τὸ ἀπό τινος δια-
540δοθὲν καὶ γραφὲν ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι ἡ Αὐστριακὴ Κυ-
541βέρνησις, προκειμένου περὶ φορολογίας τῶν οἴνων, τοὺς μὲν
542οἴνους τῆς Γαλλίας, Ἰταλίας καὶ Ἱσπανίας φορολογεῖ μὲ
543ἐλάχιστον καὶ δίκαιον φόρον, στηριζόμενον ἐπὶ τῶν συμ-
544βάσεων τῶν μεταξὺ τῶν εὐνοουμένων Κρατῶν ὑπαρχουσῶν,
545τοὺς δὲ ἑλληνικοὺς οἴνους ἀξιοῖ νὰ φορολογῇ δεκαπλασίως.
546Καὶ ἐὰν ἦναι ἀληθὲς τὸ τοιοῦτον, τί ἐνήργησεν ἡ Κυβέρ-
547νησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου; καὶ ἐὰν ἐνήργησέ τι, τίνες εἰσὶν
548οἱ λόγοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Αὐστριακὴ Κυβέρνησις στηρίζει
549τὴν ἄδικον καὶ ἄνισον ταύτην φορολογίαν ἐπὶ τῶν ἑλ-
550ληνικῶν οἴνων;
551Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις τῆς
552Ἑλλάδος ἐλάμβανον τὴν δέουσαν πρόνοιαν, ὅτε τὸ πρῶτον
553ἐπεφάνη ὁ κίνδυνος τῆς καταστροφῆς τοῦ σπουδαιοτέρου
554τῶν ἑλληνικῶν προϊόντων, τῆς σταφίδος, βεβαίως δὲν θὰ
555εὑρίσκοντο σήμερον εἰς τὴν ἀνάγκην ἥ τε Κυβέρνησις, ἡ
556Βουλὴ καὶ ὁ λαὸς σύμπας τῆς Ἑλλάδος νὰ καταγίνωνται,
557πῶς θὰ ἐφεύρωσι προχείρως μέτρα πρὸς ἀποσόβησιν τῆς
558ἐπὶ τῆς σταφίδος ἐπελθούσης καταστροφῆς. Οἱ ἑλληνικοὶ
559οἶνοι εἶναι μετὰ τὴν σταφίδα τὸ δευτερεῦον σπουδαῖον
560προϊὸν τῆς Ἑλλάδος· ὤφειλε λοιπὸν καὶ ὀφείλει ἡ Κυβέρ-
561νησις εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ ζητήσῃ λόγον ἀπὸ τὴν Αὐστρια-
562κὴν Κυβέρνησιν, διατὶ ἡ ἄδικος αὕτη ἐπιβολὴ δεκαπλασίου
563φόρου ἐκείνου τοῦ ἐπὶ τοῦ ἐξ ἄλλων ἐθνῶν εἰσαγομένου,
564ἀφοῦ καὶ ἡ Ἑλλὰς θεωρεῖται μεταξὺ τῶν εὐνοουμένων
565ἐθνῶν, καὶ εἰς τὰς διαφόρους ἄλλας ἀγορὰς τοῦ ἐξωτερικοῦ
566νὰ ἐργασθῇ, ὅπως, ἐλαττουμένης τῆς φορολογίας, εἰσαχθῶ-
567σιν οἱ ἑλληνικοὶ οἶνοι, διότι ἡ παραγωγὴ ἐν τῷ τόπῳ εἶναι
568μεγίστη, φοβοῦμαι δὲ, ὅτι δὲν ἐσκέφθη οὐδὲ ἔλαβεν ἀκόμη
569πρόνοιαν περὶ τοῦ προϊόντος τούτου, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον,
570εἶναι ἐξ ἴσου μὲ τὴν παραγωγὴν τῆς σταφίδος σπουδαῖον.
571Δι’ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν,
572ὅπως ἐργασθῇ, ἵνα εἰσαχθῇ τὸ προϊὸν τοῦτο εἰς τὰς ξένας
573ἀγορὰς, διότι καὶ χρυσὸς ἐκ τούτου θὰ εἰσρεύσῃ εἰς τὸν
574τόπον, ἀλλὰ καὶ ἕτερον καλὸν θέλει ἐπέλθει ἴσως, ἡ ἐλάτ-
575τωσις τῆς ἐγκληματικότητος εἰς τὸ Κράτος, διότι δὲν πρέπει
576ὅλος ὁ παραγόμενος οἶνος νὰ καταναλίσκηται εἰς τὸ ἐσω-
577τερικὸν, καθόσον καὶ εἰς τοῦτο δύναται ν’ ἀποδοθῇ ὁ καθ’
578ἑκάστην παλλαπλασιαζόμενος ἀριθμὸς τῶν κατὰ τῆς ζωῆς
579ἐγκλημάτων.
580§25Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις
581προυνόησε περὶ συνομολογήσεως συμβάσεως Ἑλλάδος καὶ
582Αὐστρίας, ἐξασφαλιζούσης ἐπὶ ἀμοιβαιότητι ὑπὲρ τῆς Ἑλ-
583λάδος τὰ πλεονεκτήματα τῶν μᾶλλον εὐνοουμένων ἐπι-
584κρατειῶν, καὶ περὶ τούτου οὐδὲν ὑπολείπεται τὸ πρακτέον
585ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως· μετὰ τὴν ὑπογραφὴν δὲ
586τῆς συμβάσεως, παρελθόντος μάλιστα καὶ πολλοῦ χρόνου,
587ὑπεγράφη συνθήκη Αὐστρίας καὶ Ἰταλίας, περιλαμβάνουσα
588διατάξεις πολλὰς, ἐν αἷς καί τινας ἐνδιαφερούσας εἰς τὴν
589ἑλληνικὴν παραγωγὴν. Ἐκ τῶν διατάξεων τούτων ὠφελήθη
590ἡ ἑλληνικὴ παραγωγὴ, ὡς ἀπολαύουσα τῶν πλεονεκτημά-
591των τῶν μᾶλλον εὐνοουμένων ἐπικρατειῶν, ἀλλ’ ἐγένετο
592καὶ εἰδικὴ σύμβασις Αὐστρίας πρὸς τὴν Ἰταλίαν, λόγῳ
593τῆς γειτνιάσεως καὶ ἐξ ἄλλων εἰδικῶν λόγων, σχετιζομένων
594πρὸς τὴν κατάστασιν τὴν ὑφισταμένην, ὅτε ἡ Ἰταλία δὲν
595ἦτο ἔτι ἑνιαῖον Κράτος, τὰς παραχωρήσεις δὲ, ἃς διὰ τῆς
596εἰδικῆς ταύτης συμβάσεως ἡ Αὐστρία ἐποιήσατο πρὸς τὴν
597Ἰταλίαν ἐκ τῶν εἰδικῶν τούτων λόγων, ἠρνήθη νὰ ἀνα-
598γνωρίσῃ καὶ ὑπὲρ τῶν Κρατῶν τῶν ἀπολαυόντων τῶν
599πλεονεκτημάτων τῶν μᾶλλον εὐνουμένων, ἑπομένως ἠρνήθη
600νὰ ἀναγνωρίσῃ αὐτὰς καὶ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἦτο δὲ
601ἀκριβὴς ἡ ἀφήγησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καθ’ ἣν ἡ Γαλλία
602καὶ ἡ Ἱσπανία ἀπελάμβανον τῶν πλεονεκτημάτων τούτων,
603οὐχὶ δὲ καὶ ἡ Ἑλλάς. Ἀποκλείονται καὶ αὗται τῶν πλεο-
604νεκτημάτων τούτων, ὡς καὶ ἡ Ἑλλάς, ἡ Ἑλλὰς δὲ καὶ ἡ
605Γαλλία ἐποιήσαντο παραστάσεις ἐντονωτάτας, ἀλλ’ ἡ Αὐ-
606στριακὴ Κυβέρνησις ἠρνήθη καὶ πρὸς τῆς Γαλλίας καὶ πρὸς
607τῆς Ἑλλάδος τοὺς οἴνους τὰ εἰς τοὺς ἰταλικοὺς οἴνους κε-
608χορηγημένα διὰ τῆς εἰδικῆς συμβάσεως πλεονεκτήματα.
609Κατόπιν τῶν γενομένων πρὸς τὴν Αὐστριακὴν Κυβέρνησιν
610παραστάσεων κατὰ τὴν προηγουμένην ἡμῶν ὑπουργίαν νο-
611μίζω, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ διαδεχθεῖσα ἡμᾶς θὰ εἶχεν
612ἀφορμὴν νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἔχω μάλιστα
613καὶ θετικὴν περὶ τούτου πληροφορίαν ἐκ προσφάτων ἀνα-
614κοινώσεων τῆς ἐν Βιέννῃ Πρεσβείας, καθ’ ἃς καὶ τὰ νέα
615αὐτῆς διαβήματα παρὰ τῇ Αὐστριακῇ Κυβερνήσει οὐδὲν
616ἐπήνεγκον ἀποτέλεσμα, ὡς οὐδὲν ἐπήνεγκον ἀποτέλεσμα
617μέχρι τοῦδε καὶ τὰ διαβήματα τῆς Γαλλικῆς Πρεσβείας.
618Οὕτως ἔχουσι τὰ περὶ τούτου ἕως τῆς ὥρας ταύτης.
619§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
620Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
621§27ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι γνωστή, Κύριοι, εἰς πάντας ὑμᾶς ἡ
622κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου, καθ’ ἣν ἡμέραν ἀνε-
623λάμβανε τὴν κυβέρνησιν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς 3 Μαΐου. Εἶναι
624γνωστὴ αὕτη εἰς τοὺς εἰδικώτερον περὶ τὰ οἰκονομικὰ
625ἀσχολουμένους ἐκ τῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δημοσιευ-
626θεισῶν μηνιαίων καταστάσεων καὶ λογαριασμῶν τῆς γενι-
627κῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους. Εἰς τοὺς λοιποὺς ἐγένετο
628αὕτη κατάδηλος μετὰ τὴν δημοσίευσιν ἰδίᾳ τῶν δύο πρὸς
629τὸν Βασιλέα ἐκθέσεων, ἐν αἷς μετὰ τῆς διακρινούσης αὐτὸν
630σαφηνείας καὶ εὐθύτητος ὁ τέως Πρωθυπουργὸς ἀφηγεῖτο
631τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν ἡμεῖς παρελάβομεν τὸ δημόσιον
632ταμεῖον. Ὅσοι ἐξ ὑμῶν δὲν ἔτυχε νὰ λάβητε γνῶσιν τῶν
633ἐκθέσεων ἐκείνων ἠκούσατε τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βου-
634λευτὴν διατραγῳδοῦντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἀπελ-
635πιστικὴν ἐκείνην κατάστασιν καὶ δι’ ἀριθμῶν ἀναντιλέκτων
636καὶ δι’ ἐπιχειρημάτων ἀκαταμαχήτων ἀποδεικνύοντα αὐτήν.
637Καὶ μεθ’ ὅλα ὅμως ταῦτα συνέβη τι ἀπίστευτον. Ὁ κ.
638Πρωθυπουργὸς, ὁ δημιουργὸς τῆς καταστάσεως ἐκείνης,
639ὅστις ὤφειλεν ἐκ συστολῆς ν’ ἀποκρυβῇ ἐκ τοῦ προσώπου
640τῆς γῆς ἀπέναντι τῶν ἐκθέσεων ἐκείνων τοῦ κ. Σωτηροπού-
641λου, ἀπέναντι τῆς ἀμειλίκτου στηλιτεύσεως, ἣν εἶχεν ὑπο-
642στῆ ὑπὸ τοῦ κ. Ράλλη ἡ διαχείρισίς του, ἔσχε τὸ θάῤῥος
643νὰ παρέλθῃ καὶ νῦν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ν’ ἀμφισβητήσῃ
644τ’ ἀναμφισβήτητα. Ὀλίγον ἔλειψε, Κύριοι, νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι
645καὶ ἄνευ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου ἡ κατάστασις
646τοῦ δημοσίου ταμείου τῆς 3 Μαΐου ἦτο τόσον ἀνθηρά...
647§28ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν εἶπεν αὐτό.
648§29ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀμφισβητεῖτε καὶ σεῖς, κύριε Πρωθυ-
649πουργὲ, ὅτι εἴπετε αὐτό;
650§30Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως τὸ ἀμ-
651φισβητῶ. Ἐὰν ὑπεγράφετο ἡ σύμβασις, θὰ εἴχομεν δάνειον.
652§31ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς διαψεύσω
653δι’ αὐτῆς τῆς ἀγορεύσεώς σας, ὡς ἐδημοσιεύσατε αὐτὴν
654ὑμεῖς διεσκευασμένην ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ δημοσιογραφικῷ ὑμῶν
655ὀργάνῳ. Ἀκούσατε, Κύριοι, πάντες, τί εἶπεν ὁ κ. Πρωθυ-
656πουργὸς (ἀναγινώσκει):
657«Ἡ κατάστασις ἄρα, ἣν εὕρισκεν ἐνώπιον αὐτοῦ τὸ
658Ὑπουργεῖον τῇ 3ῃ Μαΐου, ἐπαρουσίαζε, πλὴν τοῦ ποσοῦ,
659τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐδήλωσε, τῶν 5,000,000, καὶ
660τὰ 6,700,000 δραχμὰς τὰς ὑπεγγύους, καὶ τὰ 6,700,000
661δραχμὰς, τὰς ὁποίας εἶχε δαπανήσει ἐκτάκτως τὸ Δημό-
662σιον εἰς τὰ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης,
663καὶ 2,000,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀποδώσει εἰς
664τὴν Τράπεζαν τὸ Δημόσιον, ἵνα ἡ Τράπεζα διαθέσῃ αὐτὰς
665ὑπὲρ τῶν κτηματιῶν, χάριν τῆς καλλιεργείας τῶν κτημά-
666των αὐτῶν. Πάντα ταῦτα τὰ ποσὰ ἐπιπροστιθέμενα ἀπο-
667δεικνύουσιν, ὁπόσον ἦτο ἀνθηρὰ ἡ κατάστασις, καθ’ ἣν
668στιγμὴν οἱ προκάτοχοι ἡμῶν ἀνελάμβανον τὴν
669ἐξουσίαν, καὶ πόσον αἱ παραστάσεις αὐτῶν ἀφίσταν-
670ται ἀπὸ τῶν δεδομένων τῆς ὑπηρεσίας.»
671Μόλις πρὸ πέντε ἢ ἓξ ἡμερῶν, Κύριοι, ἐξήγγειλε τοὺς
672λόγους τούτους ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐντεῦθεν μετὰ τοῦ
673συνήθους αὐτοῦ στόμφου, καὶ ἐνῷ ἀκόμη ἔναυλοι ἠχοῦσιν
674οἱ λόγοι του εἰς τὰ ὦτά σας, ἔχει τὴν ἰταμότητα τώρα
675νὰ διαμφισβητήσῃ τὴν ἀκρίβειαν αὐτῶν.
676§32ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀναγνώσατε τὰ πρὸ αὐτῶν.
677§33ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). — Μὴ ἐπιτρέπετε
678διακοπάς, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).
679§34Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, κύριε
680Βουλευτά...
681§35ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς.
682§36Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Εὐθὺς δ’ ὡς τὰ
683προσωρινὰ δάνεια ἀπετίνοντο, ἡ δὲ ἐργασία τῆς προκα-
684τόχου Κυβερνήσεως, ἡ καταλήξασα εἰς τὸ σχέδιον συμβά-
685σεως, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτής, περιελάμβανε καὶ
686τὴν ἀπότισιν τοῦ δανείου ἐκείνου, εὐθὺς ὡς ἡ σύμβασις
687ὑπεγράφετο, τὰ 8,760,000 δραχμῶν καθίσταντο διαθέ-
688σιμα. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἀντιτάττει, ὅτι δὲν εἶχεν ὑπο-
689γραφῆ ἡ σύμβασις· ὅλαι ὅμως αἱ σκέψεις αὐτοῦ ἐστηρί-
690ζοντο εἰς τοῦτο, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ὑπογράψωμεν
691τὴν σύμβασιν, διότι θὰ ἐπήγετο ἡ ὑπογραφὴ αὐτῆς ὑπο-
692χρεώσεις εἰς νόμισμα τραπεζικόν, περὶ οὗ δὲν ὑπῆρχε πρό-
693νοια. Περὶ τούτου ἄρα τοῦ ποσοῦ τῶν 8,760,000 δραχ-
694μῶν ὑπῆρχε πρόνοια, διότι ἡ ὑπογραφὴ τῆς συμβάσεως
695θ’ ἀπηλευθέρου αὐτό.»
696Καὶ πάλιν κατωτέρω (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν τὸ δά-
697νειον ὑπεγράφετο, ὄχι μόνον ταῦτα τὰ ποσὰ, ὧν ἐμνήσθην,
698θὰ εἶχεν εἰς τὴν διάθεσιν αὐτοῦ τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ θὰ εἶχε
699καὶ ἄλλα ποσὰ, ὧν δὲν ἠδυνήθη νὰ διακρίνῃ τὰ ἴχνη ἡ
700προκάτοχος Κυβέρνησις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονο-
701μικῶν.»
702Πάντα ταῦτα θὰ ὑπῆρχον, ἐὰν ὑπεγράφετο ἡ σύμβασις.
703Ἐὰν ὑπεγράφετο ἡ σύμβασις, θὰ ἠλευθεροῦντο τὰ ὑπέγγυα
7048,760,000 δραχμῶν· ἐὰν ὑπεγράφετο ἡ σύμβασις, θὰ συνυ-
705πεγράφετο καὶ ἑτέρα σύμβασις, προνοοῦσα περὶ ἀναπληρώ-
706σεως τοῦ κενοῦ, τὸ ὁποῖον προῆλθεν ἐκ τῆς καταβολῆς
707τῶν 8,760,000 εἰς τὰ τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, τῶν 2
708ἑκατομμυρίων πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ προκατα-
709βολὰς ὑπὲρ τῶν γαιοκτημόνων. Ταῦτα ὅλα, εἶπον, θὰ
710ὑπῆρχον, ἐὰν ὑπεγράφετο ἡ σύμβασις· μὴ ὑπογραφείσης τῆς
711συμβάσεως, ταῦτα δὲν ὑπῆρχον.
712§37ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς—μὲ συγχωρεῖτε διὰ
713τὴν φράσιν—πάσχει ἀληθῆ δανειομανίαν. Συμβαίνει εἰς
714αὐτὸν ὅ,τι συμβαίνει εἰς τοὺς πάσχοντας τὴν λεγομένην
715ἐφευρεσιομανίαν. Ἀκριβῶς, ὅταν βλέπωσι μίαν ἐφεύρεσίν των
716ἀποτυγχάνουσαν οἰκτρῶς, εἶναι ἱκανοὶ νὰ σᾶς παρουσιά-
717σωσι μυρίας ἄλλας, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τὴν μίαν ἀτυχεστέ-
718ραν τῆς ἄλλης. Τοῦ φαινομένου τούτου, Κύριοι, ἔχετε ἓν
719πρόχειρον παράδειγμα. Παρ’ ἡμῖν ὑπῆρξεν εἷς ἐφευρετὴς,
720θελήσας νὰ μεταφέρῃ τὸ Φάληρον εἰς Ἀθήνας, ἀφοῦ δὲ εἰς
721τὴν ἐφεύρεσιν ἐκείνην κατηνάλωσε καὶ τὴν ἰδίαν καὶ ἄλλων
722τὴν περιουσίαν, καὶ εἶδε τὴν σχετικὴν ἐπιχείρησιν ναυα-
723γοῦσαν, τί νομίζετε ὅτι ἔκαμεν; ἀπηλπίσθη; Οὐδόλως.
724Τουναντίον μάλιστα ἔκτοτε ἤρχισε νὰ παρουσιάζῃ κατὰ
725δεκάδας τὰς ἐφευρέσεις καὶ ἐπιχειρήσεις του, τὴν μίαν
726παραδοξοτέραν τῆς ἄλλης, ἕως οὗ κατήντησεν ἐπὶ τέλους
727νὰ προτείνῃ τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμου ἐπὶ τοῦ Βο-
728ρείου παγωμένου Πόλου! Δὲν εἶναι μικρότερον τὸ πάθημα
729τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀφοῦ ἀπέτυχεν οἰκτρῶς τὸ δάνειον,
730ὅπερ ἠθέλησε νὰ διαπραγματευθῇ ἐν Λονδίνῳ· ἀφοῦ οὐδε-
731μίαν σύμβασιν ἠδυνήθη νὰ καταρτίσῃ δι’ αὐτὸ, τώρα ξεφυ-
732τρώνουν εἰς τὴν φαντασίαν του ’σὰν τὰ μανιτάρια τὰ ἄλλα
733δάνεια καὶ αἱ ἄλλαι συμβάσεις, καὶ σᾶς λέγει, ὅτι εἶχε
734μίαν σύμβασιν ἑτοίμην, δι’ ἧς ὅλαι αἱ εἰς χρυσὸν προκα-
735ταβολαὶ θὰ μετετρέποντο εἰς πάγια δάνεια,—ἀφοῦ δηλαδὴ
736δὲν εὗρε δάνειον μὲ διαχείρισιν τῶν εἰς χρυσὸν προσόδων
737καὶ μὲ αὐτὸν τὸν διεθνῆ ἔλεγχον, θὰ εὕρισκεν ἄλλα τοιαῦτα
738πάγια ἄνευ οἱασδήποτε ἐγγυήσεως, — ἑτέραν σύμβασιν,
739δι’ ἧς θὰ ἐτίθεντο αὖθις εἰς διάθεσιν τοῦ δημοσίου ταμείου
740τὰ διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσσης δαπανηθέντα
741κλπ. Δὲν ἀρκεῖ, Κύριοι, ὅτι ἐχρεωκόπησε τὴν Ἑλλάδα
742οἰκονομικῶς, ζητεῖ τώρα νὰ παραστήσῃ αὐτὴν καὶ ὡς δια-
743νοητικῶς χρεωκοπήσασαν, ἵνα νομίζῃ, ὅτι εἶναι εἰς αὐτὸν,
744ὡς Πρωθυπουργόν της, ἐπιτετραμμένον νὰ λέγῃ τὰ τοιαῦτα
745καὶ νὰ ἀξιοῖ νὰ γίνηται πιστευτὸς παρὰ τῶν ἀκουόντων
746αὐτόν!
747Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα, τὸ παρασχὸν τὴν ἀφορ-
748μὴν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἵνα διαμφισβητήσῃ τὴν
749ἀκρίβειαν τῶν λόγων μου. Προέκειτο, Κύριοι, καὶ εἰς τὰς
750ἐκθέσεις τοῦ κ. Σωτηροπούλου πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ εἰς
751τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ράλλη περὶ δύο ὅλως διακεκριμένων
752ζητημάτων. Ὅπως ἐξηγηθῇ ὁ λόγος, δι’ ὃν τὸ Ὑπουρ-
753γεῖον τῆς 3 Μαΐου ἦτο ἠναγκασμένον νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν
754συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, ἔπρεπε καὶ
755ὑπ’ ἐκείνου καὶ ὑπὸ τούτου νὰ διαπιστωθῶσι δύο διακε-
756κριμένα γεγονότα, πρῶτον ἡ ἀποτυχία τοῦ δανείου καὶ
757δεύτερον ἡ οἰκτρὰ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου.
758Τὰ δύο ταῦτα γεγονότα διακεκριμένως ἠθέλησε νὰ διαμ-
759φισβητήσῃ ἐν τῇ ἀγορεύσει αὑτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ
760δὲ πρῶτον ἰσχυρίσθη, ὅτι εἶχε καταρτισθῆ ἡ περὶ δανείου
761σύμβασις καὶ ἦτο ἑτοίμη πρὸς ὑπογραφὴν ὑπὸ τοῦ διαδό-
762χου τοῦ Ὑπουργείου, ἰσχυρίσθη εἶτα, ὅτι καὶ ἄνευ τοῦ δα-
763νείου δὲν ὑπῆρχον μόνον τὰ ποσὰ, τὰ ἀναφερόμενα ἐν τῇ
764ἐκθέσει τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ἀλλὰ καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα
765οὗτος ἀπέκρυψε καὶ τὰ ὁποῖα ἦσαν ἱκανὰ δι’ ὅλας τὰς
766ἐπειγούσας ἀνάγκας. Τώρα τροποποιεῖ τοὺς τότε ἰσχυρι-
767σμούς του καὶ λέγει, ὅτι τὰ ὑπέγγυα 8,760,000 δρ., τὰ
768κατατεθειμένα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, θὰ ἐτίθεντο εἰς
769τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ τὰ διὰ τὸν σιδηρό-
770δρομον Πειραιῶς–Λαρίσσης δαπανηθέντα 8,700,000 δρ.,
771καὶ τὰ παραδοθέντα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 2,000,000,
772ὅπως διαθέσῃ αὐτὰ ὑπὲρ τῶν σταφιδοκτημόνων, ἐὰν πρῶ-
773τον ὑπεγράφετο ἡ περὶ δανείου σύμβασις, τὴν ὁποίαν εἶχε
774διαπραγματευθῆ ἐν Λονδίνῳ, καὶ δεύτερον ἐὰν ὑπεγράφετο
775ἡ ἑτέρα σύμβασις ἐνταῦθα, δι’ ἧς αἱ εἰς χρυσὸν προκατα-
776βολαὶ θὰ μετετρέποντο εἰς πάγιον δάνειον καὶ οὕτω θὰ
777ἐπεστρέφοντο εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ εἰς ἐνέχυρον διὰ μίαν
778τῶν προκαταβολῶν παρακατατεθειμένα 8,760,000 δρ. εἰς
779τραπεζογραμμάτια.
780Πλὴν καὶ οὕτω, Κύριοι, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εὕρηται
781ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Κατ’ αὐτὸν τὸν σκελετὸν τῆς συμβάσεως,
782ὃν ἔπεμψεν εἰς ἡμᾶς μετὰ τὴν παραίτησίν του, οἱ συμβαλ-
783λόμενοι οὐδ’ ὀβολὸν παρέδιδον τοῖς μετρητοῖς εἰς χεῖρας
784τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀντικατασταθῶσι τὰ
785διὰ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης δαπανηθέντα, ἢ
786τὰ δύο ἑκατομμύρια τὰ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀπέ-
787ναντι προηγουμένων ὀφειλῶν τοῦ Δημοσίου πρὸς αὐτὴν χο-
788ρηγηθέντα, ὅπως ἐπέλθῃ αὐτὴ ἐπίκουρος εἰς τοὺς σταφιδο-
789κτήμονας. Κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τῆς συμβάσεως, τὸ προϊόν
790τοῦ δανείου θὰ διετίθετο ἀποκλειστικῶς εἰς πληρωμὴν τῶν
791τοκομεριδίων δύο ἐτῶν. Κατὰ τὸ αὐτὸ δὲ ἄρθρον, ἔπρεπε νὰ
792θεωρηθῶσιν ὡς ἐξαφανισθέντα ἐκ τῆς κυκλοφορίας καὶ νὰ μὴ
793ἀναληφθῶσιν ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἰς ἣν εἶχον παρακα-
794τατεθῆ ὡς ἐνέχυρον διὰ τὴν προκαταβολὴν τῶν 7,300,000
795χρυσῶν φράγκων καὶ τὰ 8,760,000 δρ. εἰς τραπεζογραμμά-
796τια. Ἐννοεῖτε λοιπὸν ἐντεῦθεν, Κύριοι, ὁποίους μύθους ἀφη-
797γεῖτο πρὸς ἡμᾶς πρὸ μικροῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἰσχυριζόμενος
798ὅτι μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως περὶ τοῦ ἐν Λονδίνῳ
799διαπραγματευομένου δανείου θὰ ἀπέκτα ἡ Κυβέρνησις καὶ
800τὰ 8,760,000 δρ. εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τὰ ὑπέγγυα
801εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ τὰ ἄλλα ποσὰ, ἅτινα καὶ
802κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του ἀπηρίθμησε καὶ νῦν ἐπανέλαβεν,
803ἐν πλήρει ἐπιγνώσει τοῦ ὅτι οὔτε τότε οὔτε τώρα λέγει
804τὴν ἀλήθειαν. Ὡς ἐκ περισσοῦ δὲ δύναμαι νὰ σᾶς διαβε-
805βαιώσω, ὅτι οὐδ’ ἴχνος ἄλλης συμβάσεως ἀνεκαλύψαμεν ἐν
806τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, οὐδὲ παρὰ τῶν ἐνδιαφε-
807ρομένων ἐμάθομέν ποτε, ὅτι προέκειτο τῳόντι νὰ ὑπογρα-
808φῶσι συμβάσεις, οἷαι αἱ νῦν τὸ πρῶτον ὑπὸ τοῦ κ. Πρω-
809θυπουργοῦ ἀνακοινούμεναι εἰς ἡμᾶς. Εἶναι λυπηρὸν, Κύριοι,
810ὅτι τολμῶσι νῦν νὰ ἰσχυρίζωνται ὅλως ἀνυπόστατα πράγ-
811ματα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ποτὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσω-
812τερικῶν κ. Θεοτόκης, ὅστις ἠξεύρει καλῶς ὁποῖον πρόσωπον
813διεδραμάτισεν ἐν Λονδίνῳ, καὶ πῶς ἠναγκάσθη ν’ ἀπέλθῃ
814ἐκεῖθεν νύκτωρ, ἡ δὲ Πρεσβεία οὐδεμίαν γνῶσιν εἶχε τοῦ
815πράγματος (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).
816§38ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὴν ἀνοησίαν αὐτὴν τὴν ἐπέτρεψα δίς·
817τρίτην φορὰν δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐπιτρέψω τοιαύτας ἀνοη-
818σίας (θόρυβος).
819§39ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπιβάλετε τὴν τάξιν εἰς τοὺς ἀτακτοῦν-
820τας, κύριε Πρόεδρε.
821§40ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν συνέβη ἐν τῷ βίῳ ὑμῶν ν’ ἀναγκα-
822σθῆτε νὰ φύγητε νύκτωρ ἔκ τινος μέρους, οὐδέποτε εἰς ἐμὲ
823τοιοῦτόν τι συνέβη, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ συμβῇ (θόρυβος).
824§41ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Μὴ ἐπιτρέπετε
825διακοπὰς, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος).
826§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί νὰ κάμω;
827§43ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅ,τι καὶ προχθές· ν’ ἀνακαλέσητε τοὺς
828ἀτακτοῦντας εἰς τὴν τάξιν (θόρυβος).
829§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι Βουλευταί.
830§45ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Θεοτόκης, διὰ νὰ ἔχῃ τὴν εὐγένειαν
831νὰ λέγῃ, ὅτι οἱ ἄλλοι λέγουσιν ἀνοησίας, πρέπει νὰ θεωρῇ
832ἑαυτὸν πολὺ ἔξυπνον. Καὶ ὅμως, Κύριοι, μὲ ὅλην αὐτὴν
833τὴν ἐξυπνάδα του, ἐνῷ ἐγὼ χθὲς εἶπον, ὅτι ἀνεχώρησεν ἐκ
834Λονδίνου νύκτωρ, ἐδέησε νὰ παρέλθωσιν εἴκοσι καὶ τέσσα-
835ρας ὧραι, διὰ νὰ δικαιολογηθῇ μόλις τώρα, ὡς ἐδικαιολο-
836γήθη. Ἀλλ’ ἐγὼ τώρα δὲν ἤθελον νὰ ἐπαναλάβω τὸ χθὲς
837λεχθέν. Ἤθελον μόνον νὰ εἴπω, ὅτι ἀπῆλθεν ἐκ Λονδίνου,
838ὅπου εἶχεν ἀποσταλῆ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, ἀμειβό-
839μενος ἁδρότατα ἐκ τοῦ πτωχοῦ ἡμῶν ταμείου, χωρὶς νὰ
840ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν τοῦ δανείου, δι’ ἣν ἀπεστάλη
841ἐκεῖσε, χωρὶς νὰ δώσῃ κἂν πληροφορίαν τινὰ εἰς τὴν νέαν
842Κυβέρνησιν, ἥτις ἄνευ αὐτοῦ οὐδεμίαν εἴδησιν ἠδύνατο νὰ
843ἔχῃ περὶ τοῦ σημείου, εἰς ὃ εἶχον φθάσει αἱ διαπραγματεύ-
844σεις, ἀφοῦ οὔτε ἡ ἐν Λονδίνῳ Πρεσβεία ἡμῶν οὔτε τὸ ἐν-
845ταῦθα Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχον γνῶσίν τινα
846αὐτῶν.
847§46ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
848§47ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἔχω, Κύριοι, νὰ προσθέσω τι πλέον
849εἰς ὅσα καὶ χθὲς καὶ σήμερον εἶπον περὶ συμβάσεως καὶ δα-
850νείου. Ἀλλ’ ἐξ αὐτῆς τῆς ὁμολογίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερ-
851κύρας Βουλευτοῦ, καθ’ ἣν τῳόντι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς
852Κυβερνήσεως εἶχε τηλεγραφήσει πρὸς αὐτὸν τὴν 26 ἢ τὴν
85327 ὡς ἀπάντησιν εἰς τὸ ἰδικόν του τελευταῖον τηλεγράφημα,
854«ἀναβαίνω εἰς τὰ Ἀνάκτορα, ὅπως ὑποβάλω τὴν παραί-
855τησίν μου», τί συνάγετε ὑμεῖς; Συνάγετε βεβαίως ἐκεῖνο,
856τὸ ὁποῖον πᾶς λογικῶς σκεπτόμενος δὲν δύναται ἢ νὰ συνα-
857γάγῃ, ὅτι δηλαδὴ, ἀφοῦ ἐκ τοῦ τελευταίου ἐκείνου τηλε-
858γραφήματος τοῦ κ. Θεοτόκη ἐπείσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
859ὅτι τὸ δάνειον ἀπέτυχε, τότε μετέβη παρὰ τῷ Βασιλεῖ ἀπ’
860εὐθείας, οὐχὶ ὅπως συνεννοηθῇ μετ’ αὐτοῦ περὶ τῶν ὅρων
861τῆς συμβάσεως καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς κυρώσεως αὐτῆς,
862ἀλλ’ ὅπως ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ
863ἀνατρέπει ἄρδην ὅσους ὑπαινιγμοὺς ἔκαμε προχθὲς ὁ κ.
864Πρωθυπουργὸς περὶ τῶν λόγων τῆς παραιτήσεώς του καὶ
865περὶ διαφωνίας δῆθεν, ἥτις ἐπῆλθε μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ
866Στέμματος. Τί μᾶς εἶπε κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του; ὅτι αὐ-
867τὸς μὲν ἦτο τῆς γνώμης, ὅτι ἡ σύμβασις ἠδύνατο νὰ κυ-
868ρωθῇ καὶ δι’ ἁπλοῦ διατάγματος, ὁ Βασιλεὺς ὅμως ἦτο
869τῆς γνώμης, ὅτι ἔπρεπε νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλή, ὅπως κυ-
870ρώσῃ αὐτὴν διὰ νόμου. Τοῦτο ἤρκεσεν, ἵνα ὁ ἀξιότιμος Πρόε-
871δρος τῆς Κυβερνήσεως πεισθῇ, ὅτι τὸ Στέμμα δὲν τὸν περιέ-
872βαλλε πλέον μὲ τὴν προσήκουσαν ἐμπιστοσύνην, καὶ ὑπο-
873βάλῃ τὴν παραίτησίν του, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ σύμβασις
874ἦτο ἤδη ἑτοίμη πρὸς ὑπογραφὴν καὶ τὸ δάνειον ἕτοιμον
875νὰ χορηγηθῇ εἰς ἡμᾶς. Τὴν σήμερον ὅμως ἡ ὁμολογία τοῦ
876κ. Θεοτόκη...
877§48ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἔκαμα κἀμμίαν ὁμολογίαν.
878§49ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἠρνήθητε, ὅτι μετὰ τὸ τελευταῖον τη-
879λεγράφημά σας ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
880ἀπήντησεν «ἀναβαίνω εἰς τὰ Ἀνάκτορα νὰ ὑποβάλω τὴν
881παραίτησίν μου». Τοῦτο τί σημαίνει; Ὅτι οὐδεμία δια-
882φωνία ὑπῆρχε μεταξὺ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ Βα-
883σιλέως; καὶ ὁ κ. Τρικούπης, ἀφοῦ ἀπέτυχε τὸ δάνειον, ἀνῆλθεν
884εἰς τὰ Ἀνάκτορα καὶ ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν του, ὁμολο-
885γῶν τὴν πλήρη ἀποτυχίαν καὶ τοῦ δανείου καὶ τῆς οἰκο-
886νομικῆς του πολιτικῆς.
887Δάνειον λοιπόν, Κύριοι, δὲν ὑπῆρχεν, ὅπως δι’ αὐτοῦ ἐκ-
888πληρώσωμεν τὰς ἐπειγούσας ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Μέ-
889νει νῦν νὰ ἐξετάσωμεν, κατὰ πόσον ἐπέτρεπεν ἡμῖν αὐτὴ ἡ
890κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου, ἵνα σκεφθῶμεν περὶ ἐκ-
891πληρώσεως τῶν τοιούτων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους· διότι καὶ
892ὡς πρὸς τοῦτο ἀπηύθυνε καθ’ ἡμῶν αἰτίασιν ὁ κ. Πρωθυ-
893πουργός, ὅτι δηλαδή, καίτοι ἔχοντες ἐπαρκῆ τὰ μέσα ἐν
894τοῖς δημοσίοις ταμείοις, οὐδὲν ἧττον ἀνεστείλαμεν ἡμεῖς
895τὰς πληρωμὰς τοῦ Κράτους. Πρὸς τοὺς ἀριθμούς, οὓς ἀντέ-
896ταξαν κατὰ τοῦ τοιούτου ἰσχυρισμοῦ του καὶ ὁ πρώην
897Πρωθυπουργὸς κ. Σωτηρόπουλος καὶ ὁ κ. Ράλλης, ὁ κ. Πρω-
898θυπουργὸς ἀντέλεξε τὰ συνήθη καὶ τετριμμένα αὐτῷ. Οὐ-
899δένα τῶν ἀριθμῶν ἐκείνων ἀπεπειράθη κἂν νὰ ἀποδείξῃ ἀνα-
900κριβῆ, καὶ ἐν τούτοις ἰσχυρίσθη μετὰ τοῦ γνωστοῦ στόμ-
901φου του, ὅτι ὁ κ. Σωτηρόπουλος διέστρεψε τοὺς ἀριθμούς,
902τοῦτο δὲ ἔπραξεν ἐπίτηδες, ὅπως διασκεδάσῃ ἐπὶ τῇ ἁπλοϊ-
903κότητι τῶν συναδέλφων του! Καὶ δύναται μὲν ὁ κ. Πρω-
904θυπουργὸς νὰ διαστρέφῃ αὐτὸς τὰ πράγματα καὶ τοὺς ἀριθ-
905μοὺς, ὡς πολλάκις ἤδη ἀπεδείχθη τοῦτο· δύναται προσέτι
906τὴν τοιαύτην διαστροφὴν ν’ ἀποτολμᾷ, ὅπως διασκεδάζῃ
907μὲ τὴν ἁπλοϊκότητα καὶ τῶν συναδέλφων του καὶ τῆς ὑπο-
908στηριζούσης αὐτὸν πλειονοψηφίας, ἥτις ἀνέχεται αὐτὸν λέ-
909γοντα ὅσα ἡμεῖς καθ’ ἑκάστην ἐλέγχομεν ὡς ἀνακριβῆ καὶ
910ἀνυπόστατα. Δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως εἰς αὐτόν, νομίζω, ὅπως,
911ἐξ ἰδίων κρίνων τὰ ἀλλότρια, καταγγέλλῃ καὶ ἄλλους ὡς
912μιμητὰς τοῦ παραδείγματός του. Διότι τί ἐκέρδησεν ἐπὶ τέ-
913λους μὲ αὐτό; μόνον ὅτι μὲ ἀναγκάζει νῦν νὰ τῷ ἀποδείξω
914ἐγώ, ὅτι πάντες οἱ ἀριθμοί, οὓς καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος καὶ
915ὁ κ. Ράλλης ἐπεκαλέσθησαν, εἶναι ἀκριβεῖς, ἀκριβέστατοι
916μέχρι κεραίας, στηριζόμενοι εἰς τὰς ἐπισήμους καταστάσεις,
917ἃς ὑπέβαλον εἰς ἡμᾶς, συνυπογράψαντες αὐτὰς τῇ 3 Μαΐου,
918πάντες οἱ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκο-
919νομικῶν, οἱ ὑπ’ αὐτοῦ διωρισμένοι, οὐδ’ αὐτοῦ τοῦ γνωστοῦ
920ὀργάνου του, τοῦ εἰς τὸν κατὰ τὰς ὀρέξεις του μετασχηματι-
921σμὸν τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν διακρινομένου, Γενικοῦ Διευθυν-
922τοῦ τοῦ Λογιστικοῦ τοῦ Κράτους κ. Φλώρου ἐξαιρουμένου.
923Τί δὲ ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν καταστάσεων τούτων, Κύριοι,
924τὰς ὁποίας ἔχω ἐν πρωτογράφῳ ἐνώπιόν μου; Ἀκούσατε.
925Τῇ 3ῃ Μαΐου, Κύριοι, καθ’ ἣν ἡμέραν ἡμεῖς ἀνελαμβά-
926νομεν τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους, ὑπῆρχον ἐν τοῖς ταμείοις αὐ-
927τοῦ, κατὰ τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος καταστάσεις.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
928ά) ἐν τῷ Κεντρικῷ ταμείῳ.
9291) Εἰς χρυσὸν δρᾳχ. 64,257.80
9302) Εἰς ἄργυρον » 129,314.26
9313) Εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια » 641,692.54
9324) Εἰς συναλλάγματα » 147.60
933 Ἐν ὅλῳ » 835,411.48
934βʹ)ἐν τοῖς λοιποῖς ταμείοις τοῦ Κράτους.
9351) Εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δραχ. 2,069,284.—
9362) Εἰς χαλκὸν » 45,000.—
9373) Εἰς ἐφθαρμένα κέρματα » 492,000.—
938 Ἐν ὅλῳ » 2,605,284.—
939 Ἐὰν εἰς ταῦτα προσθέσωμεν καὶ τὸ διαθέσιμον ποσὸν ἐκ τοῦ ἐπ’ ἀναγκα-
940 στικῇ κυκλοφορίᾳ δανείου, οὕτω τὸ ἐνεργητικὸν τῶν ταμείων τοῦ Κράτους
941 ἀνήρχετο ἐν συνόλῳ εἰς » 3,671,480.52
942 Ἀπέναντι τοῦ ποσοῦ τούτου εἶχον νὰ πληρώσωσι μόνον
943 τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον καὶ τὸ ταμεῖον τῶν ἐπαρχιακῶν
944 ἐξόδων Ἀττικῆς τὰ ἑξῆς ποσά:
945αʹ)εἰς χρυσόν.
9461) Ἐξ ἐνταλμάτων Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1892 δραχ. 892,134.—
9472) Ἐξ ἐνταλμάτων τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1893 » 84,150.—
9483) Ἐξ ἐνταλμάτων Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1892 » 81,407.—
949 Ἐν ὅλῳ » 1,056,691.—
950 ἅτινα μετατρεπόμενα εἰς τραπεζ. γραμμάτια κατὰ τὴν τότε
951 διατίμησιν τοῦ συναλλάγματος θ’ ἀπέδιδον 1,700,000.—
952βʹ)Εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια:
9531) Ἐξ ἐνταλμάτων Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1892 δραχ. 408,922.—
9542) Ἐξ ἐνταλμάτων τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1893 » 318,283.—
9553) Ἐξ ἐνταλμάτων διαφόρων Ὑπουργείων καὶ τῶν δύο χρήσεων » 772,745.—
9564) Ἐξ ὀφειλομένων πρὸς τὴν ἑταιρίαν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης » 713,000.—
9575) Ἐξ ὑπολοίπου ὀφειλομένου εἰς τὰς
958 Τραπέζας ἐξ ἀνταλλαγῆς ἐφθαρμένων κερμάτων » 1,608,812.—
959 Ἄν εἰς ταῦτα ὑπολογίσωμεν καὶ τὰς ἐκκρεμεῖς πληρωμὰς τῶν διαφόρων ἐπαρ-
960 χιακῶν ταμείων τοῦ Κράτους εἰς » 1,500,000.—
961 ἔχομεν ἐν συνόλῳ ὀφειλόμενον ποσὸν ἐκ » 7,021,762.—
962 ὅπερ ὑπερέβαινε τὸ ἐνεργητικὸν κατὰ διπλάσιον σχεδόν.
963 Ἀπέναντι τῶν τοκομεριδίων τῆς Αʹ ἑξαμηνίας τρ. ἔτους
964 ὑπῆρχον κατατεθειμέναι αἱ ἑξῆς ὑπέγγυοι εἰσπράξεις:
9651) Εἰς Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ δάνειον τριῶν Μεγάλων Δυνάμεων δραχ. 332,240.08
9662) Εἰς Τράπεζαν Κων/πόλεως διὰ δάνεια 120 καὶ 170 ἑκατομμυρίων » 624,055.76
9673) Εἰς Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας διὰ δάνεια 120 καὶ 170 ἑκατομμυρίων » 458,424.89
9684) Εἰς Ἑταιρίαν Μονοπωλίων διὰ δάνειον 135 ἑκατομμυρίων » 1,282,577.60
9695) Εἰς Ἐθν. Τράπεζαν διὰ δάνειον 16 ἑκατομμυρίων » 139,317.43
970 Εἰς μεταφορὰν » 2,836,615.76
971 Ἐκ μεταφορᾶς δραχ. 2,836,615.76
972 Εἰς τὰ ποσὰ ταῦτα προστιθεμένων καὶ τῶν πιθανῶν ὑπολοίπων ἐξ εἰσπρά-
973 ξεων τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων διὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον ἐκ » 320,000.—
974 ἔχομεν ἐν συνόλῳ » 3,156,615.76
975 Καὶ μὲ αὐτὸ τὸ ποσόν, Κύριοι, ὠφείλομεν νὰ καλύψωμεν τὰ ἑξῆς τοκομερίδια:
976αʹ)εἰς χρυσόν:
9771) Καθυστεροῦντα ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1893 διὰ δάνειον τριῶν Μεγ. Δυνάμεων δραχ. 600,000.—
9782) Τῇ 3 Ἰουνίου διὰ δάνειον Σιδηρδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης » 1,526,456.75
9793) Τῇ 19 Ἰουνίου διὰ δάν. 120 ἑκατομμυρίων » 3,497,902.50
9804) Τῇ 19 Ἰουνίου διὰ δάν. 170 ἑκατομμυρίων » 3,034,622.60
9815) Τῇ 19 Ἰουνίου διὰ δάν. 135 ἑκατομμυρίων » 2,818,522.50
982 Ἐν ὅλῳ δραχ. 11,477,504.35
983 Εἰρήσθω δ’ ἐν παρόδῳ, ὅτι τὰ ποσὰ ταῦτα ὤφειλε τὸ
984 Δημόσιον κατὰ τὰς συμβάσεις νὰ ἐμβάσῃ ἀρμοδίως δέκα
985 καὶ πέντε ἡμέρας πρὸ τῆς λήξεως ἑκάστης προθεσμίας.
986βʹ)εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια:
9871) Τῇ 15 Ἰουνίου διὰ δάνειον 26 ἑκατομμυρίων δραχ. 507,537.50
9882) Τῇ 15 Ἰουνίου διὰ δάνειον 10 ἑκατομμυρίων » 22,156.25
9893) Τῇ 30 Ἰουνίου διὰ δάνειον 9 ἑκατομ. » 244,750.—
9904) Τῇ » » » » ὁδοποιΐας » 48,438.55
991 Ἐν ὅλῳ δρ. 822,882.30
992 Ἀπέναντι λοιπὸν ἐνεργητικοῦ ἐκ 3,156,615 δρ. εἰς τρα-
993 πεζικὰ γραμμάτια εἴχομεν ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην παθη-
994 τικὸν ἐκ φρ. χρ. 11½ ἑκατομμυρίων περίπου καὶ ἐξ
995 822,000 δρ. εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια.
996 Ἀλλ’ εἴχομεν, Κύριοι, πλὴν τούτων καὶ ἄλλας ὀφειλὰς
997 τοῦ Δημοσίου τάχιον ἢ βράδιον ἀπαιτητάς. Τοιαῦται ἦσαν:
998αʹ)κυμαίνοντα χρέη εἰς χρυσόν:
9991) Ἐκπρόθεσμον ἀπὸ 19 Ἀπριλίου τὸ τῶν 64,000 λιρ. στερλινῶν ἐκ φρ. 1,600,000.—
10002) Ἐκπρόθ. ἀπὸ 19 Ἀπριλίου τὸ τῶν 35,000 λιρ. στερλ. » 875,000.—
10013) Ληξιπρόθ. τῇ 24 Μαΐου τὸ » 5,815,000.—
10024) » τῇ 6 Ἰουλίου » » 700,000.—
10035) » τῇ » » » » 703,733.—
10046) » τῇ 7 Ἰουν. τὸ τῶν 66,588 λ. σ. » 1,663,965.—
10057) » τῇ 6 » » 61,500 » » 1,537,500.—
10068) » τῇ 2 Ἰουλίου τὸ » 7,300,000.—
10079) » τῇ 9 » τὸ τῶν 40,000 » » 1,000,000.—
1008 Ἐν ὅλῳ » 21,195,198.—
1009βʹ)εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐξ ἐντόκων γραμματίων:
10101) Ἐκπρόθεσμα ἀπὸ 30 Ἀπριλίου δραχ. 2,861,201.—
10112) Ληξιπρόθεσμα τῇ 30 Μαΐου » 3,710,300.—
10123) » τῇ 30 Ἰουνίου » 3,480,889.—
10134) » τῇ 30 Ἰουλίου » 1,166,541.—
10145) » τῇ 30 Αὐγούστου » 20,500.—
10156) » τῇ 30 Σεπτεμβρίου » 217,831.—
10167) » τῇ 30 Ὀκτωβρίου » 1,169,849.—
1017 Ἐν ὅλῳ » 12,627,113.—
1018Καὶ διὰ τὰ κινητὰ ταῦτα χρέη, Κύριοι, τὰ ἀνερχόμενα
1019εἰς 21,195,198 φρ. χρ. καὶ εἰς 12,127,113 δρ. εἰς τρα-
1020πεζικὰ γραμμάτια, τὸ Δημόσιον δὲν εἶχε νὰ ἐπιδείξῃ ἐνερ-
1021γητικόν τι ἢ ἀντίκρυσμα, εἰμὴ μόνην τὴν πίστιν του. Ἀλλὰ
1022τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν εἶχε τρώσει ἤδη τότε εἰς τὰ
1023καίρια ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς ἀποτυχίας τοῦ μεγάλου
1024ἐξωτερικοῦ δανείου, δι’ οὗ ἐπλήρου μέχρι τῆς 3 Μαΐου
1025κενῶν ἐλπίδων ὅλους τοὺς δικαιούχους, καὶ ἐτύγχανεν ἐπα-
1026νειλημμένων ἀνανεώσεων. Τὸ δάνειον ἐκεῖνο εἶχε παραστήσει
1027ὡς τὴν τελευταίαν ἄγκυραν σωτηρίας· ταύτης ὅμως ἐκλι-
1028πούσης, τίς δὲν θ’ ἀπηλπίζετο πλέον περὶ ἀνορθώσεως τῶν
1029δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν καὶ δὲν θ’ ἀπέφευγεν ἐφεξῆς
1030τὴν ἀνανέωσιν παντὸς κινητοῦ χρέους;
1031Εἴχομεν λοιπὸν, Κύριοι, ἐν συνόλῳ ὀφειλὰς τοῦ Δημο-
1032σίου ἤδη ἐκπροθέσμους, ὡς εἴδομεν, ἢ ἀπαιτητὰς ἐντὸς ἡμε-
1033ρῶν, ἑβδομάδων καὶ μηνῶν, ὑπὲρ τὰ 50 ἑκατομμύρια, ἐκ
1034τῶν ὁποίων τὸ μέγιστον μέρος εἰς χρυσὸν, καὶ ἀπέναντι
1035αὐτῶν ποσὸν διαθέσιμον ἐν μὲν τοῖς δημοσίοις ταμείοις περὶ
1036τὰ 3½ ἑκατομμύρια, ἐξ ὧν περὶ τὰς 500,000 δρ. ἐφθαρ-
1037μένα κέρματα, παρὰ δὲ ταῖς ἁρμοδίαις Τραπέζαις καὶ τῇ
1038Ἑταιρίᾳ τῶν Μονοπωλίων ὑπεγγύους εἰσπράξεις περὶ τὰ 3
1039ἑκατομμύρια! Καὶ ἡ κατάστασις αὕτη ἦτο τόσον ἀπελπι-
1040στικὴ, ὥστε δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ τρέψῃ εἰς φυγὴν καὶ αὐτὸν
1041τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Τώρα βεβαίως ἠδύνατο νὰ λέγῃ,
1042ὅτι εἶχεν ἀκόμη διαθέσιμα τὰ 8,760,000, τὰ ἐνέχυρα παρὰ
1043τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ διὰ τὴν προκαταβολὴν τῶν 7,300,000
1044χρ. φράγκων, πρὸς δὲ τὰ δαπανηθέντα διὰ τὸν σιδηρόδρομον
1045Πειραιῶς–Λαρίσσης καὶ τὰ ἐπιστραφέντα ἐκ τῶν ὀφειλο-
1046μένων πρὸς τὴν Ἐθν. Τράπεζαν 2,000,000. Ἀλλ’ αὐτοὶ
1047εἶναι ἁπλοῖ μῦθοι, Κύριοι, μὲ τοὺς ὁποίους δύναται τώρα νὰ
1048διασκεδάζῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τοὺς 102 ὀπαδούς του
1049Βουλευτὰς, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι μῦθοι βεβαίως οὐδεμίαν πέρα-
1050σιν θὰ εἶχον ἀπέναντι τῶν πιστωτῶν τοῦ Κράτους.
1051Διότι οἱ πιστωταὶ τοῦ Κράτους ἐγίνωσκον κάλλιον τῶν
1052102, ὅτι, ὅπως ἀναλάβῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰ 8,760,000
1053εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης,
1054ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ προηγουμένως τὰ 7,300,000 εἰς χρυσὸν,
1055τὰ ὁποῖα οὔτε εἶχεν, οὔτε ἠδύνατο νὰ ἀνεύρῃ· ὅτι τὰ εἰς
1056τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσσης δαπανηθέντα ὠφεί-
1057λοντο ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀπέναντι τοῦ δανείου τοῦ σιδηρο-
1058δρόμου τούτου, τοῦ διατεθέντος καταχρηστικῶς ὑπὸ τοῦ
1059κ. Τρικούπη εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου· ὅτι τὰ
10602,000,000, τ’ ἀποδοθέντα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἦσαν
1061μέρος ὀφειλῆς τοῦ Κράτους πρὸς αὐτὴν, τὰ ὁποῖα τόσῳ
1062μᾶλλον δὲν ἠδύναντο ν’ ἀναληφθῶσι νῦν ὑπ’ αὐτοῦ, ὅσῳ
1063κατὰ τὴν ὁμολογίαν καὶ αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶχον
1064διατεθῆ ἤδη ὑπὲρ τῶν σταφιδοκτημόνων.
1065Ἀπέναντι δὲ τοῦ χάους τούτου, ὅπερ παρίστα ἡ κατάστα-
1066σις τοῦ δημοσίου ταμείου τὴν 3 Μαΐου, τί ἠθέλετε νὰ πράξω-
1067μεν ἡμεῖς τότε; Τὴν ἀξίωσιν, Κύριοι, τῶν ἡγουμένων τῶν
1068«πολυωνύμων ὁμάδων», καθ’ ἣν δῆθεν ὠφείλομεν, πιστοὶ ἐμ-
1069μένοντες εἰς τὰς περὶ ἐπαρκείας γνώμας ἡμῶν, νὰ ἐκπληρώ-
1070σωμεν τοῖς μετρητοῖς ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους,
1071θεωρῶ ὅλως ἀναξίαν λόγου. Δυστυχῶς παρῆλθεν ὁ χρόνος τῶν
1072θαυμάτων, καθ’ ὃν θὰ ἦτο δυνατὸν διὰ μαγικῆς τινος ῥάβδου
1073τὰ 6 ἢ 6½ ἑκατομμύρια τοῦ ταμείου τοῦ Κράτους καὶ τῶν
1074ὑπεγγύων εἰσπράξεων νὰ γείνωσιν αἴφνης 50 ἑκατομμύρια.
1075Δὲν πιστεύω δὲ νὰ ἔχωσιν ἰδίᾳ οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Γόρτυνος
1076καὶ ἐξ Ἄρτης Βουλευταὶ τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ὠφείλομεν τὰ
1077ἐλλείποντα 44 ἑκατομμύρια νὰ πληρώσωμεν ἐξ ἰδίων.
1078Διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἔπρεπε νὰ δώσωσιν αὐτοὶ
1079πρῶτοι τὸ καλὸν παράδειγμα ἐν ἔτει 1890, ὅτε, προκει-
1080μένου περὶ πληρωμῆς τῶν τοκομεριδίων μιᾶς ἑξαμηνίας, δὲν
1081ἀπεκόμισαν τὸ ὀφειλόμενον ποσὸν ἐκ τῶν οἴκων των, ὡς
1082ἔλεγε τότε ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν, ἀλλὰ προσέφυγον καὶ αὐτοὶ εἰς
1083τὴν καταχρηστικὴν διάθεσιν τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου
1084Πειραιῶς–Λαρίσσης, μιμηταὶ γενόμενοι ἐν τούτῳ τοῦ παρα-
1085δείγματος τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, τὸ
1086ὁποῖον πρὶν εὕρισκον τόσον ἀξιοκατάκριτον καὶ χρῆζον
1087παραπομπῆς εἰς εἰδικὸν δικαστήριον.
1088Ἀλλ’ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής: «τὴν
1089κατάστασιν αὐτὴν ὠφείλετε νὰ γινώσκετε, καὶ πρὶν ἢ ἀνα-
1090λάβητε τὴν Κυβέρνησιν, ἢ τοὐλάχιστον ἀφοῦ ἐπληροφο-
1091ρήθητε αὐτὴν ὕστερον καὶ εἴδετε ὅτι ἦτο ἀπελπιστική,
1092εἴχετε καθῆκον νὰ παραιτηθῆτε ἀμέσως»· καὶ εἰς τοῦτο
1093συνεφώνησε πρὸς αὐτὸν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ἡμεῖς,
1094Κύριοι, καὶ ἐν ἄλλοις πολλοῖς καὶ ἐν τούτῳ διαφωνοῦμεν
1095πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν καὶ πρὸς τὸν
1096κύριον Πρωθυπουργόν. Αὐτοὶ τὸ κυβερνᾷν ὑπολαμβάνουσιν
1097ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον δύνανται νὰ νέμωνται, ἐφ’ ὅσον τοῖς
1098ἀρέσκῃ καὶ ἐφ’ ὅσον αὐτὸ δὲν τοῖς παρέχῃ πράγματα,
1099εὐθὺς δὲ, ὡς ἤθελον ἴδει τὴν κατάστασιν δυσχεραινομένην,
1100νὰ ῥίπτωσι τὰς κλεῖδας τῶν Ὑπουργείων κατὰ πρόσωπον
1101τοῦ Βασιλέως, καὶ νὰ τρέπωνται εἰς φυγήν, φροντίζοντες
1102μόνον περὶ σωτηρίας τοῦ σαρκίου των. Ἡμεῖς ὅμως τὸ
1103κυβερνᾷν θεωροῦμεν καθῆκον, καὶ δὴ καθῆκον ἐκ τῶν ὑπερ-
1104τάτων πρὸς τὴν πατρίδα, τὸ ὁποῖον καλεῖται νὰ ἐπιτελέσῃ
1105ὁ πολιτικὸς ἀνὴρ, μάλιστα ἐν κρισίμοις στιγμαῖς. Ἡμεῖς
1106τοιοῦτο καθῆκον ἐνομίζομεν ὅτι ἐκλήθημεν νὰ ἐπιτελέσω-
1107μεν τὴν 3 Μαΐου, θὰ ἐθεωροῦμεν δὲ ἡμᾶς αὐτοὺς ῥιψάσπι-
1108δας καὶ λιποτάκτας αὐτοῦ τοῦ καθήκοντος, ἐὰν, συμμορ-
1109φούμενοι πρὸς τὰ παραδείγματα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυ-
1110νος Βουλευτοῦ ἐν ἔτει 1886 καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐν
1111ἔτει 1893, ἀπεδυσπετοῦμεν καὶ ἐτρεπόμεθα εἰς φυγήν.
1112Παρεμείναμεν, Κύριοι, ἐν τῇ ἀρχῇ, καθ’ ὃ εἴχομεν καθῆ-
1113κον, προκειμένου δὲ νὰ ἐκλέξωμεν μεταξὺ χρεωκοπίας, καὶ
1114χρεωκοπίας δολίας, ἀφ’ ἑνὸς, καὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώ-
1115σεως ἀφ’ ἑτέρου, οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἐδιστάσαμεν νὰ προτιμή-
1116σωμεν τὴν δευτέραν λύσιν.
1117Τώρα, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπεδείχθη εἰς ἡμᾶς ἐνταῦθα καὶ
1118τρίτη τις λύσις, ἡ διὰ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Τὴν
1119γνώμην ταύτην ἐξήνεγκε πρῶτος ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονο-
1120ψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασι-
1121λικὸν λόγον. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ, Κύριοι, δὲν εἶναι Ἀκαδημία
1122ἢ σύλλογος «Παρνασσὸς», εἰς ὃν συγκαλούμενον δύναται
1123ἕκαστον τῶν μελῶν ν’ ἀνακοινώνῃ τὴν γνώμην του ἁπλῶς
1124καὶ ὡς ἔτυχεν. Ἡ Βουλὴ εἶναι σῶμα, ὅπερ κέκληται νὰ
1125ἐξενέγκῃ ψῆφον ἐπὶ ὡρισμένων μέτρων, ἅτινα ὑποβάλλον-
1126ται εἰς τὴν κύρωσιν αὐτῆς, ἢ ἐπὶ τετελεσμένων γεγονότων,
1127ἅτινα ὑπάγονται εἰς τὸν ἔλεγχον αὐτῆς. Ἀλλ’ ἅμα τῇ
1128ἀνόδῳ ἡμῶν εἰς τὴν ἀρχὴν οὔτε μέτρον τι ὡρισμένον ἠδυ-
1129νάμεθα νὰ ὑποβάλωμεν εἰς αὐτὴν, οὔτε τετελεσμένον τι
1130γεγονὸς εἶχεν αὐτὴ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν ἔλεγχόν της.
1131Βεβαίως, ἐὰν ἠξεύρομεν, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι νομισματοκο-
1132πεῖον καὶ ἠδύνατο νὰ μᾶς παράσχῃ τὰ ἀναγκαιοῦντα
1133κατὰ μῆνα Μάιον ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ
1134ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἵνα πληρώσωμεν τὰς
1135ἀπαιτητὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου· ἢ ἐὰν ἠξεύρομεν,
1136ὅτι οἱ δυνάμενοι ἐκ τῶν Βουλευτῶν θὰ εἰσέφερον προθύμως
1137δι’ ἐράνου τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ἀπαιτούμενα ἔστω καὶ διὰ
1138τὰ τοκομερίδια τῆς Αʹ ἑξαμηνίας, προθύμως θὰ συνεκαλοῦ-
1139μεν τότε τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ οἱ μόνοι δυνάμενοι ἐκ τῶν
1140Βουλευτῶν νὰ εἰσφέρωσι τοιοῦτον ἔρανον θὰ ἦσαν ἴσως οἱ
1141κκ. Σκουλούδης, Συγγρὸς καὶ Καραπάνος. Ἐξ αὐτῶν ὅμως
1142ὁ μὲν πρῶτος θὰ ἔλεγεν ἴσως, ὅτι, ἐὰν ἤθελεν αὐτὸς νὰ
1143παράσχῃ τοιοῦτον ἔρανον, θὰ τὸν παρεῖχεν, ὅτε ἦτο ὁ ἴδιος
1144ἐν τῇ Κυβερνήσει, οἱ δὲ δύο ἄλλοι θ’ ἀπεποιοῦντο ἐπίσης
1145ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὴν ἔκκλησιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι
1146θὰ ἔλεγον, ὅτι τοῦτο ἀντίκειται πρὸς τὴν γνώμην αὐτῶν,
1147καθ’ ἣν τὸ Κράτος ὤφειλε πρὸ πολλοῦ νὰ χρεωκοπήσῃ.
1148Ἀλλ’ εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδι-
1149καιολόγησεν ἄλλως πως τὴν διὰ τῆς συγκλήσεως τῆς
1150Βουλῆς λύσιν. Αὐτὸς εἶπεν, ὅτι ἐκ τῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ
1151ἔθνους θὰ ἠντλοῦμεν τὸ σθένος, ἵνα ἀντιμετωπίσωμεν ὅλας
1152τὰς τότε ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ σθένος εἴχετε
1153ὑμεῖς, κ. Πρωθυπουργέ, σθένος, τὸ ὁποῖον ἠντλεῖτε ἐκ τῆς
1154καταπληκτικῆς πλειονοψηφίας, ἣν εἴχετε ἐν τῷ Κοινοβου-
1155λίῳ μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς παραιτήσεώς σας· διατὶ λοιπὸν
1156δὲν ἤρκεσε τὸ σθένος σας ἐκεῖνο, ἵνα ἀντιμετωπίσητε δι’ αὐ-
1157τοῦ τὰς ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου; διατὶ δὲν ἐπληρόνατε μὲ
1158αὐτὸ τοὺς πιστωτάς του, ἀλλ’ ἐτράπητε εἰς φυγήν; Ἢ
1159ἠθέλετε τὴν Βουλήν, ὅπως κηρύξῃ αὐτὴ τὴν χρεωκοπίαν
1160καὶ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην διὰ τὸ αἰώνιον στίγμα, ὅπερ θὰ
1161ἐνεκόλαπτεν οὕτως ἐπὶ τοῦ μετώπου τῆς Ἑλλάδος; Καὶ
1162δὲν θὰ ἦτο ὄνειδος ἀνεξίτηλον διὰ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπανέλθῃ
1163μόλις ἑβδομάδας τινὰς μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν της,
1164καθ’ ἃς ἐψήφιζε νόμους περὶ δανείων καὶ ὑπεστήριζε τὴν
1165ἐπάρκειαν, καὶ νὰ διαψεύσῃ αὐτὴ ἑαυτὴν καὶ νὰ εἴπῃ πρὸς
1166τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους: «Κύριοι, ἤμην πρὶν ὑπὲρ τῆς
1167ἐπαρκείας ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι θὰ σᾶς ἐξηπάτων νὰ δανείσητε
1168καὶ αὖθις τὸ Κράτος δεκάδας τινὰς ἑκατομμυρίων, ἀφοῦ
1169ὅμως ἀπέτυχον τοῦ σκοποῦ μου τούτου, ἰδοὺ ὅτι κηρύττο-
1170μαι νῦν ὑπὲρ τῆς ἀνεπαρκείας, καὶ ψηφίζω, ὅτι τὸ Κράτος
1171πρέπει νὰ ἀθετήσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ἤδη
1172ἀναλάβει πρὸς ἡμᾶς, καὶ νὰ μὴ σᾶς πληρώσῃ τίποτε»;
1173Πλὴν τί σᾶς ἔπταισεν ἡ Βουλή, κύριε Πρωθυπουργέ, ἵνα
1174θέλητε νὰ στιγματίσητε αὐτὴν μὲ τοιοῦτον ὄνειδος. Ἡ
1175Βουλὴ σᾶς περιέβαλε διὰ τῆς τυφλῆς ἐμπιστοσύνης της,
1176ἐψήφισεν ἀγογγύστως ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐζητήσατε
1177παρ’ αὐτῆς, ὅσον ἐπαχθῆ καὶ ἀφόρητα ἂν ἦσαν ταῦτα εἰς
1178τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὃν ἀντιπροσωπεύει. Ἂν δὲ σεῖς ἐν τῇ
1179ἀβουλίᾳ ὑμῶν ἐξωθήσατε τὰ πράγματα εἰς τὴν καταστρο-
1180φήν, διατὶ νὰ ἀναλάβῃ νῦν ἡ Βουλὴ καὶ τὴν εὐθύνην τῶν
1181πράξεών σας;
1182Τουλάχιστον οἱ ἡγούμενοι τῶν «πολυωνύμων ὁμάδων»
1183ἦσαν κατὰ τοῦτο συνεπέστεροι πρὸς ἑαυτούς. Οἱ δύο ἐξ αὐ-
1184τῶν, οἱ ὁποῖοι πρὸ πολλοῦ ἦσαν κεκηρυγμένοι ὑπὲρ τῆς
1185χρεωκοπίας, καὶ ὁ τρίτος, ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ὁ ὁποῖος
1186τελευταῖος προσηλυτίσθη εἰς αὐτὴν τὴν ἰδέαν, εἶχον κατ’
1187ἐπίφασιν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωσι νῦν, ἀφοῦ εἶχε καταστῆ
1188πλέον ἀναπόδραστος ἡ χρεωκοπία τοῦ Κράτους: «διατὶ δὲν
1189συνεκαλεῖτε τὴν Βουλήν, ἵνα σημάνῃ αὐτὴ τὸν κώδωνα τῆς
1190χρεωκοπίας;» Ὁ ἀξιότιμος μάλιστα ἐκ Γόρτυνος Βουλευ-
1191τὴς προέβη ἔτι περαιτέρω. Αὐτός, προκειμένου περὶ τοιαύ-
1192της πράξεως, ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἔκκλησις πρὸς
1193αὐτὸν τὸν λαὸν καὶ ν’ ἀποφασίσῃ οὗτος διὰ τῶν ἐκλογῶν,
1194ἐὰν ἤθελε τὴν χρεωκοπίαν ἢ ὄχι. Εἶναι αὐτὴ ἡ γνωστὴ
1195πολιτικὴ τῆς ῥυμουλκήσεως, καθ’ ἣν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρ-
1196τυνος Βουλευτὴς ζητεῖ πᾶσαν τὴν εὐθύνην τῶν κυβερνητι-
1197κῶν του πράξεων νὰ ἐπιῤῥίπτῃ εἰς τὸν λαόν, οὗτινος φαν-
1198τάζεται αὐτὸς ἑαυτὸν ὡς Πρωθυπουργόν, ἁπλοῦν ἐκτελεστὴν
1199τῆς θελήσεώς του, καὶ ὅταν ἔτι διαπράττῃ τὰ μεγαλείτερα
1200σφάλματα. Ἄλλοτε ἐβασάνισε μυριάδας Ἑλλήνων ὑπὸ τὰ
1201ὅπλα ἐπὶ μῆνας πολλούς· ἐξαπέστειλε πολλοὺς ἐξ αὐτῶν
1202εἰς τὸν Ἅδην· ἐδαπάνησε 52,000,000 κατὰ τὸν ἴδιον λο-
1203λαριασμόν του· καὶ τί εἶπεν ἔπειτα; «Δὲν πταίω ἐγὼ διὰ
1204τοῦτο ἠκολούθουν τὴν πολιτικὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ,
1205ὅστις ἠθέλησε νὰ ὑποστῇ αὐτὰς τὰς ζημίας καὶ καταστρο-
1206φάς». Αὐτὸς πταίει, καὶ πάντοτε, ὁσάκις συμβαίνῃ κἀνὲν
1207δυστύχημα εἰς τὸν ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν, ἐννοεῖ αὐτὸς νὰ
1208παρίσταται πάντοτε ἀθῶος, νὰ ἐπιῤῥίπτῃ δὲ τὴν εὐθύνην
1209εἰς τοὺς ἄλλους, οἵτινες ἀκολουθοῦσιν αὐτόν, οἵτινες τὸν φέ-
1210ρουσιν εἰς τὰ πράγματα ὡς ἐθνάρχην...
1211§50ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τότε ἦσθε φίλος του.
1212§51ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι· λάβετε ἀνὰ χεῖρας τὰ πρακτικὰ τοῦ
12131866, καὶ θὰ ἴδητε ὁποίους φιλιππικοὺς ἀπήγγελλον τότε
1214κατ’ αὐτοῦ διὰ τὴν ἐπιστρατείαν.
1215§52ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι· αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὁ ἀξιότιμος
1216Βουλευτὴς Γόρτυνος ἔλεγε τότε, δικαιολογούμενος, ὅτι δὲν
1217ἐπολέμησεν, ἀνάλογόν τι πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ
1218Βουλευτὴς Μεσολογγίου, δικαιολογούμενος διατὶ δὲν ὑπέ-
1219γραψε τὴν σύμβασιν· εἶπεν ὅτι εὗρεν ἀμφιβολίας ἐν τῇ
1220Βουλῇ, ὅπως ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου εὗρεν ἀμφιβολίας
1221εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Στέμματος διὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμ-
1222βάσεως.
1223§53ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λοιπὸν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος,
1224συνεπέστερος πρὸς ἑαυτὸν ὤν, τί λέγει; Πρέπει νὰ ἀναθέ-
1225σωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅπως διὰ νέων ἐκλογῶν δη-
1226λώσῃ, ἐὰν θέλῃ τὴν χρεωκοπίαν ἢ ὄχι, ὅπως αὐτὸς μόνος
1227του θέσῃ ἐπὶ τοῦ μετώπου του τὸ στίγμα τῆς τοιαύτης
1228ἀτιμίας. Ὄχι, Κύριοι, ἐάν ποτε ἐπέπρωτο νὰ ἐπέλθῃ αὐτὸ
1229τὸ δυστύχημα, δὲν πρέπει νὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην ὁ πάντη
1230ἀθῶος Ἑλληνικὸς λαός· πρέπει τὴν εὐθύνην νὰ φέρωσι
1231πλήρη καὶ ἀκεραίαν οἱ πρωτουργοὶ καὶ οἱ συνεργοὶ τῆς
1232τοιαύτης καταστάσεως. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, Κύριοι, δι’ οὓς ἡμεῖς
1233ἀπεκρούσαμεν τὴν τρίτην λύσιν, τὴν διὰ τῆς συγκλήσεως ἢ
1234διαλύσεως τῆς Βουλῆς.
1235Ὑπελείποντο ἄρα εἰς ἡμᾶς μόναι αἱ δύο ἄλλαι λύσεις,
1236ἡ τῆς χρεωκοπίας καὶ ἡ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως.
1237Διὰ τὴν πρώτην δὲν ἤμεθα ἡμεῖς κεκλημένοι. Εἰς ἄλλους
1238ἀνήκει ἡ ἐφεύρεσίς της ἐν Ἑλλάδι· εἰς αὐτοὺς ἐναπέκειτο
1239καὶ τὸ γέρας, ἵνα συντελέσωσιν αὐτήν, ἐὰν τὰ πράγματα
1240ἦγον τὸ Κράτος εἰς τοιαύτην ἀναπόδραστον καταστροφήν.
1241Ἡμεῖς καὶ δι’ ἄλλον λόγον δὲν προέβημεν εἰς τοιαύτην
1242λύσιν, τὸν ἑξῆς. Οἱ ξένοι, Κύριοι, δὲν λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψιν,
1243ὅτι τὴν σήμερον διέπει τὰ πράγματα παρ’ ἡμῖν Ὑπουρ-
1244γεῖον Τρικούπη, τὴν ἐπαύριον Ὑπουργεῖον Σωτηροπούλου
1245καὶ ἔπειτα ἄλλο. Οἱ ξένοι ἔχουσιν ὑπ’ ὄψιν ἑνιαίαν Ἑλλη-
1246νικὴν Κυβέρνησιν, ἀπέναντι τῆς ὁποίας ἀναλαμβάνουσιν
1247ὑποχρεώσεις καὶ ἐννοοῦσι νὰ διεκδικῶσι τὰ δικαιώματά των.
1248Καὶ ἀφοῦ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μέχρι τῶν παραμονῶν
1249τῆς 3 Μαΐου διεβεβαίου ὅλον τὸν κόσμον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὑ-
1250ρίσκετο ἐν πλήρει ἐπαρκείᾳ καὶ ὅτι ἠδύνατο οὐ μόνον τὰς
1251ὑπαρχούσας ὑποχρεώσεις νὰ ἐκπληρώσῃ πλήρεις καὶ ἀκε-
1252ραίας, ἀλλὰ καὶ νέας ν’ ἀναλάβῃ, ἐζήτει δὲ κατ’ αὐτὸν
1253τὸν τρόπον νὰ πείσῃ τοὺς ξένους κεφαλαιούχους, ἵνα τῇ δα-
1254νείσωσι πολλὰς δεκάδας ἑκατομμυρίων, πῶς ἦτο δυνατὸν
1255μετὰ ταῦτα, χωρὶς νὰ παρεμπέσῃ τι ἀπολύτως δικαιολο-
1256γοῦν τὴν τοιαύτην μετάπτωσίν της, νὰ μεταβάλῃ ὅλως
1257αἰφνιδίως ἀπὸ τῆς μιᾶς εἰς τὴν ἄλλην ἡμέραν πολιτικὴν
1258καὶ νὰ διακηρύξῃ, ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν πλέον, ὄχι μόνον
1259τὰς νέας, ἀλλ’ οὐδὲ τὰς παλαιὰς ὑποχρεώσεις νὰ ἐκπλη-
1260ρώσῃ; Δὲν θὰ ἦτο τοῦτο δολία χρεωκοπία, συντελουμένη
1261μάλιστα μετὰ τὰς περὶ δανείου ἀποπείρας, αἵτινες θὰ ἐχα-
1262ρακτηρίζοντο ὡς ἀπάτη τοῦ χειρίστου εἴδους, ὡς ἀπάτη ἀνα-
1263ξία οὐχὶ Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τοῦ τελευταίου ἰδιώτου;
1264Ἀλλ’ οἱ ξένοι εἶχον, πλὴν τῶν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὰς
1265τοῦ κ. Λόου, τοῦ εἰδικοῦ ἀπεσταλμένου τῆς Ἀγγλικῆς Κυ-
1266βερνήσεως, διαβεβαιώσεις περὶ ἐπαρκείας τῆς Ἑλλάδος.
1267Ἐλέχθη μάλιστα ἄλλοτε, ὅτι τὸν κ. Λόου ἐξαπέστειλεν ἐν-
1268ταῦθα ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις κατ’ αἴτησιν αὐτοῦ τοῦ κ.
1269Πρωθυπουργοῦ, ὅστις μᾶς διεβεβαίου τότε, ὡς ἐνθυμεῖσθε,
1270ὅτι ὁ κ. Λόου τὸν ἐπεσκέπτετο συχνὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
1271τῶν Οἰκονομικῶν, εὕρισκε δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λίαν εὐά-
1272ρεστον τὴν συναναστροφήν του καὶ δυσηρεστεῖτο μόνον, ὅταν
1273ὁ κ. Λόου ἀπήρχετο ἐκ τοῦ Ὑπουργείου. Ἡ ἀποστολὴ λοιπὸν
1274τοῦ κ. Λόου ἐνταῦθα εἶχε σκοπὸν νὰ μελετήσῃ τὴν οἰκονομι-
1275κὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας, καὶ νὰ συντάξῃ
1276περὶ αὐτῆς ἔκθεσιν, ἐξ ἧς, δημοσιευομένης, θὰ ἐνωτίζοντο
1277καὶ οἱ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ οἱ ἁπανταχοῦ τῆς Εὐρώπης κεφαλαι-
1278οῦχοι, ὁποία ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἡ ἔκ-
1279θεσις τοῦ κ. Λόου εἶχε δημοσιευθῆ ὀλίγας ἑβδομάδας πρὸ
1280τῆς ἐλεύσεως ἡμῶν εἰς τὰ πράγματα, ἰδοὺ δὲ ὁποῖον ἦτο
1281τὸ συμπέρασμα αὐτῆς (ἀναγινώσκει):
1282«Ἡ οἰκονομικὴ εὐεξία τῆς Ἑλλάδος ἠμφισβητήθη ἀπό
1283τινος χρόνου σπουδαίως. Δίκαιον ὅμως εἶναι νὰ μὴ λησμο-
1284νῶμεν, ὅτι ἡ χώρα αὕτη εἶναι ἀνεξάρτητος μόνον ἀπὸ ἑξή-
1285κοντα ἐτῶν, ἡ δὲ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο πρόοδος αὐτῆς
1286εἶναι βεβαίως ἀξιοσημείωτος... Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως εἶναι ἀνεπί-
1287δεκτον ἀμφισβητήσεως, ὅτι ἡ μέλλουσα εὐημερία τῆς χώρας
1288ἀπειλεῖται ἤδη ἐκ σπουδαίας κρίσεως, τὸ δὲ προκείμενον ζή-
1289τημα εἶναι, ἂν ἡ κρίσις αὕτη προέρχηται ἐκ μονίμων
1290δυσμενῶν οἰκονομικῶν ἀφορμῶν, ἢ ἐξ ἀτυχοῦς δημοσιονο-
1291μικῆς διαχειρίσεως. Ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ παροῦσα
1292δυσχέρεια εἶναι ἀποτέλεσμα ἀτυχοῦς δημοσιονομικῆς δια-
1293χειρίσεως, τότε ἐγείρεται ἄλλο ζήτημα, ἂν δηλαδὴ ἀρ-
1294κοῦσιν οἱ πόροι τῆς χώρας πρὸς ὑπέρβασιν διὰ καταλλή-
1295λων μέτρων τῶν ὑφισταμένων δυσχερειῶν, ἢ ἂν περιῆλθον
1296τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ
1297ἀποβαίνῃ ἀδύνατος ἡ θεραπεία ἄνευ ζημίας τῆς τιμῆς τῆς
1298Ἑλλάδος καὶ τῶν νομίμων δικαιωμάτων τῶν δανειστῶν
1299αὐτῆς. Αἱ πληροφορίαι αἱ περιεχόμεναι ἐν τῇ ἐπισυναπτο-
1300μένῃ ἐκθέσει θέλουσι κριθῆ, ὡς ἐλπίζω, ἱκανῶς πλήρεις καὶ
1301ἱκανῶς εὐχάριστοι, ὅπως δικαιολογήσωσι τὴν γνώμην, ὅτι
1302διὰ μὲν τῆς παροχῆς προσωρινῆς βοηθείας εἶναι δυνατὴ ἡ
1303ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τῆς ὑφισταμένης κρίσεως, διὰ δὲ καταλ-
1304λήλων μέτρων ἡ ἐξασφάλισις ἐν τῷ μέλλοντι τῆς μέ-
1305χρις ἐσχάτων τακτικῆς ἀναπτύξεως τῶν πόρων τῆς
1306χώρας.»
1307Ἐνῷ λοιπὸν μόλις πρὸ ὀλίγων ἑβδομάδων ὁ εἰδικὸς ἀπε-
1308σταλμένος τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς τοιαύτης
1309ἐκθέσεώς του διεβεβαίου, ὅτι προέκειτο περὶ παροδικῶν οἰ-
1310κονομικῶν δυσχερειῶν, τὰς ὁποίας ἠδύνατο κάλλιστα ἡ
1311Ἑλλὰς διὰ καταλλήλων μέτρων νὰ ὑπερβάλῃ, εὑρισκομέ-
1312νη ἄλλως ἐν ἐπαρκείᾳ, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου μέχρι τῆς τελευταίας
1313στιγμῆς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διεβεβαίου, ὅτι εἶναι ἱκα-
1314νὴ νὰ ἐκπληρώσῃ πλήρεις καὶ ἀκεραίας τὰς ὑποχρεώσεις
1315της, δὲν θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα ὅλος ὁ κόσμος νὰ μᾶς στιγ-
1316ματίσῃ ὡς δολίους χρεωκόπους, ἐὰν ἡμεῖς αἴφνης ἀνεκρούο-
1317μεν πρύμναν καὶ διεκηρύττομεν μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ
1318«ἐπτωχεύσαμεν δυστυχῶς»; Βεβαίως τοιαύτη ἦτο ἡ ἐν-
1319δόμυχος ἐπιθυμία καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν ἀξιο-
1320τίμων ἐξ Ἄρτης, ἐκ Μαντινείας καὶ ἐκ Γόρτυνος Βουλευ-
1321τῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς, Κύριοι, δὲν ἤλθομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν,
1322ὅπως καλύψωμεν τὰ κέφια τῶν ἀξιοτίμων αὐτῶν κυρίων.
1323Ἤλθομεν, ὅπως καταβάλωμεν τὴν ἐσχάτην ἔντιμον καὶ
1324εἰλικρινῆ προσπάθειαν πρὸς διάσωσιν τῆς τιμῆς τοῦ Κρά-
1325τους καὶ τοῦ τόπου ἐκ τοῦ αἴσχους καὶ τοῦ ὀνείδους, ὅπερ
1326οὗτοι ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην, ὡς πρωτουργοὶ ἢ συνεργοί, παρε-
1327σκεύασαν καὶ δυσανεσχέτουν νῦν, φοβούμενοι μήπως, χά-
1328ριν τῶν προσπαθειῶν ἡμῶν, ἀποτύχῃ τὸ ἔργον των κατ’
1329αὐτὴν τὴν τελευταίαν στιγμήν.
1330Καὶ ἡ ἔντιμος, Κύριοι, καὶ εἰλικρινὴς ἡμῶν προσπάθεια
1331ἦτο ἡ ἀρξαμένη διὰ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, τῆς
1332μόνης ἐναπολειπομένης εἰς ἡμᾶς λύσεως, μετὰ τὸ ὅλως ἀσύ-
1333στατον καὶ ἀπόβλητον τῶν ἄλλων λύσεων, τῶν ὑποδει-
1334χθεισῶν ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων. Περὶ τοῦ δανείου τῆς
1335κεφαλαιώσεως ἐπεφυλάχθημεν ἐν ἀρχῇ νὰ ὁμιλήσωμεν διὰ
1336μακρῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου,
1337τοῦ ἀναγεγραμμένου ἤδη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει· διότι
1338ἐνομίσαμεν, ὅτι θὰ ἐσέβοντο καὶ οἱ ἄλλοι, ὡς ὁ ἀξιότιμος
1339ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ληφθεῖσαν
1340ἀπόφασιν, ὅπως μὴ γείνῃ περὶ αὐτοῦ λόγος κατὰ τὴν προ-
1341κειμένην συζήτησιν.
1342§54Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμία τοιαύτη
1343ἀπόφασις ἐλήφθη.
1344§55ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐλήφθη κατὰ πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου
1345Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι καὶ αὐτὸς οὗ-
1346τος, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ ὅτι ἦσαν ἠναγκασμένοι ἐν πα-
1347ρόδῳ μόνον νὰ εἴπωσί τινα καὶ περὶ τοῦ δανείου τῆς κε-
1348φαλαιώσεως, εἶπον περὶ αὐτοῦ ὅ,τι ἦτο καὶ ὅ,τι δὲν ἦτο
1349δυνατὸν νὰ εἴπωσιν, ὅπως ἀποδείξωσιν, ὅτι, ἐνῷ διὰ τῆς
1350ἁπλῆς ἀρνήσεως τῶν πρὸς τοὺς δανειστάς μας ὑποχρεώσεων
1351θὰ ἐπτωχεύομεν ἁπλῶς, διὰ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώ-
1352σεως προέβημεν ἡμεῖς εἰς χρεωκοπίαν, ἢ κατ’ ἄλλους εἰς
1353δολίαν χρεωκοπίαν.
1354Τὴν χρεωκοπίαν, καὶ δὴ τὴν δολίαν, ἐν τῷ δανείῳ τῆς
1355κεφαλαιώσεως ἐξῆραν παραδόξως πως οἱ γνωστοὶ ἀπόστο-
1356λοι καὶ κήρυκες τῆς χρεωκοπίας τῆς Ἑλλάδος, οἱ ἔντιμοι
1357ἐκ Μαντινείας καὶ ἐξ Ἄρτης Βουλευταὶ, καὶ τοῦτο ἐν
1358ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἰδικόν των σύστημα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον αὐτοὶ
1359ἐννοοῦσιν ὅτι δυνάμεθα κάλλιστα νὰ εἴπωμεν πρὸς τοὺς δα-
1360νειστάς μας: «δὲν σᾶς πληρόνομεν τίποτε, Κύριοι· ἔχετε
1361ὑπομονὴν, ἕως οὗ ἴδωμεν, τί χρειαζόμεθα ἡμεῖς ἐκ τῶν
1362ἐσόδων μας, καὶ τότε, ἐὰν περισσεύσῃ τι, δίδομεν καὶ εἰς
1363σᾶς.»
1364§56Σ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν λέγει αὐτὸ ὁ κ. Καρα-
1365πάνος.
1366§57ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ οὕτως ἀντελήφθην.
1367Καὶ τὸ σύστημα τοῦτο—ὁ Θεὸς νὰ τὸ κάμῃ σύ-
1368στημα—θεωροῦσιν οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος Κύριοι ὡς τὸ μόνον
1369ἔντιμον διὰ τὴν Ἑλλάδα. Δὲν ἀναγνωρίζουσιν ὑπ’ αὐτὸ
1370ὄχι μόνον χρεωκοπίαν, ἀλλ’ οὐδ’ ἴχνος πτωχεύσεως, ἐνα-
1371σμενίζουσι δὲ νὰ τὸ ἀποκαλῶσι συμβιβασμὸν, καίτοι γινώ-
1372σκοντες, ὁ ἕτερος ἰδίᾳ ἐξ αὐτῶν, ὁ γηραιὸς νομομαθὴς, ὅτι,
1373ὅπως προέλθῃ τις εἰς συμβιβασμὸν τοιοῦτον, οἷον αὐτοὶ ἐν-
1374νοοῦσι, πρέπει προηγουμένως νὰ ἀναστείλῃ τὰς πληρωμάς
1375του καὶ κατ’ ἀκολουθίαν νὰ διέλθῃ διὰ τοῦ σταδίου τῆς
1376πτωχεύσεως, ἢ τῆς χρεωκοπίας, ὡς λέγεται συνήθως ἐπὶ
1377τῶν Κρατῶν.
1378Εὐτυχῶς, Κύριοι, διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἡ πτώχευσις καὶ
1379χρεωκοπία τοῦ Κράτους ἦτο ἄγνωστος μέχρι τοῦδε παρ’
1380ἡμῖν. Διὰ τοῦτο, ὅπως τὸ πρᾶγμα καταστήσω ὑμῖν κατα-
1381ληπτότερον, θὰ προσφύγω εἰς ἓν παράδειγμα, ἐκ τοῦ
1382κατ’ ἰδίαν βίου εἰλημμένον. Ἔχετε ἕνα ὀφειλέτην, ὅστις
1383ἕνεκα κακῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας του περιΐσταται
1384αἴφνης εἰς ἀνικανότητα, ἵνα πληρώσῃ ἐμπροθέσμως καὶ τοῖς
1385μετρητοῖς τοὺς τόκους, ἀποφασίζων δὲ αἴφνης νὰ μεταβάλῃ
1386βίον καὶ νὰ καταβάλῃ τὴν τελευταίαν ἔντιμον καὶ εἰλι-
1387κρινῆ προσπάθειαν πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν του,
1388ἀναγκάζεται ἐπί τινα χρόνον νὰ κεφαλαιώσῃ τοὺς τόκους
1389του διὰ νέου συμβολαίου, παρέχων πᾶσαν δυνατὴν ἀσφά-
1390λειαν εἰς τοὺς δανειστάς του, ἕως οὗ δυνηθῇ νὰ βάλῃ εἰς
1391τάξιν τὰ οἰκονομικά του καὶ ἀναλάβῃ τὰς πληρωμάς του
1392τοῖς μετρητοῖς. Ἔχετε ἀφ’ ἑτέρου ὀφειλέτην, ὅστις, περι-
1393ιστάμενος αἴφνης εἰς ἀνικανότητα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν
1394ὑποχρεώσεών του, ἀρνεῖται νὰ πληρώσῃ τι πρὸς τοὺς ὀφει-
1395λέτας του, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ λέγει πρὸς αὐτοὺς
1396μὲ ἀληθῆ κυνισμὸν: «Κύριοι, ὅσα σᾶς ’πῆρα, εἶναι καλὰ
1397’παρμένα· ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ἀρνοῦμαι νὰ ἐκπλη-
1398ρώσω τὰς ὁποίας ἔχω ἀναλάβει πρὸς ὑμᾶς ὑποχρεώσεις.
1399Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐννοῶ νὰ ὑποβληθῶ πλέον εἰς κἀνένα περιο-
1400ρισμὸν, ἀπεφάσισα ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ κρατῶ ἐκ
1401τῶν εἰσοδημάτων μου διὰ λογαριασμόν μου ὅ,τι μοῦ χρειά-
1402ζεται, ἵνα ζῶ ἀνέτως, καὶ ὅ,τι μοῦ περισσεύσῃ τὸ ἀφίνω
1403διὰ σᾶς». Ἐὰν σεῖς, Κύριοι, ἦσθε δανεισταὶ καὶ τοῦ ἑνὸς
1404καὶ τοῦ ἄλλου, τί θὰ ἐλέγετε περὶ αὐτῶν; Βεβαίως θὰ
1405ἐπεδοκιμάζετε τὴν πρᾶξιν τοῦ πρώτου καὶ θὰ τὸν ὑπεβοη-
1406θεῖτε, κατὰ τὸ δυνατὸν, ὅπως ἐξέλθῃ ἐκ τῶν οἰκονομικῶν
1407δυσχερειῶν, εἰς ἃς ἐνέπεσεν, ἐνῷ τὸν ἄλλον θὰ ἐσπεύδετε εἰς
1408τὸν κ. Κωνσταντόπουλον, ἐὰν οὗτος ἦτο ἀκόμη Εἰσαγγε-
1409λεύς, ἵνα τὸν καταγγείλητε ὡς δόλιον χρεωκόπον, καὶ
1410θ’ ἀπητεῖτε τὴν ποινικὴν αὐτοῦ καταδίωξιν. Παρομοία ὅλως
1411εἶναι καὶ ἡ προκειμένη περίπτωσις. Ἔχετε ἀφ’ ἑνὸς τοὺς
1412κ. κ. Τρικούπην, Δηλιγιάννην, Κωνσταντόπουλον καὶ Κα-
1413ραπάνον, οἱ ὁποῖοι σᾶς λέγουν: «Ἄς φωνάζουν οἱ κουτο-
1414φράγκοι, ὅτι τοὺς ἐφάγαμεν τὰ χρήματα· καὶ μέχρι τῆς
1415χθὲς ἀκόμη προσεπαθοῦμεν νὰ τοὺς γελάσωμεν καὶ νὰ τοὺς
1416φᾶμε καὶ ἄλλα, χωρὶς ὅμως δυστυχῶς νὰ τὸ κατορθώσω-
1417μεν. Τώρα ὅσα τοὺς ἐπήραμεν, εἶναι καλὰ ’παρμένα καὶ ἀπὸ
1418’δῶ καὶ ’μπρὸς ἂς φροντίσωμεν νὰ περνᾶμε ἡμεῖς καλὰ,
1419καὶ ἄν μᾶς περισσεύσῃ τίποτε, δίδομεν καὶ εἰς αὐτούς».
1420Ἔχετε ἀφ’ ἑτέρου ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἐν ὅλῃ τῇ εἰλικρινείᾳ
1421σᾶς λέγομεν: «Κακῶς αὐτοὶ οἱ Κύριοι ἐγέλασαν τὸν ξένον
1422κόσμον καὶ ἐπῆραν τὰ χρήματά του καὶ τὰ ἠσώτευσαν.
1423Ἀλλ’ ἀφοῦ ὅ,τι ἔκαμαν τὸ ἔκαμαν ὡς ἐντολοδόχοι μας,
1424ἔχομεν τώρα καθῆκον ἡμεῖς, ἵνα καταβάλωμεν πᾶσαν
1425προσπάθειαν, ὅπως διασώσωμεν τοὐλάχιστον, ὅσον εἶναι
1426τοῦτο δυνατὸν ἀκόμη, τὴν τιμήν μας. Πρὸς τοῦτο καλὸν
1427νομίζομεν νὰ κεφαλαιώσωμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὺς
1428τόκους, τοὺς ὁποίους δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ πληρώσωμεν,
1429δι’ ἑνὸς δανείου, παρέχοντος πᾶσαν δυνατὴν ἀσφάλειαν καὶ
1430ἐγγύησιν πρὸς τοὺς δανειστάς μας, ἕως οὗ βάλωμεν εἰς τά-
1431ξιν πάλιν τὰ οἰκονομικά μας καὶ ἴδωμεν ποῦ εὑρισκόμεθα.
1432Ἐν τῷ μεταξὺ ἀδύνατον καὶ αὐτοὶ οἱ δανεισταί μας,
1433ἀπέναντι αὐτῆς τῆς εἰλικρινοῦς καὶ ἐντίμου προσπαθείας
1434μας, νὰ μὴ καμφθῶσι καὶ ἐπέλθωσι καὶ αὐτοὶ ἐπίκουροι εἰς
1435τὸ ἐπανορθωτικόν μας τοῦτο ἔργον». Ἐὰν, Κύριοι, ἔχητε
1436συνείδησιν τοῦ δικαίου καὶ τιμὴν ἐπάνω σας, —καὶ ἔχετε
1437βεβαίως, —ἀδύνατον νὰ μὴ ἀποδοκιμάσητε τοὺς ἄλλους
1438καὶ νὰ ἐπιδοκιμάσητε ἡμᾶς.
1439Πλὴν ἴσως ἐκεῖνοι ἀντείπωσιν, ὅτι τοιουτοτρόπως δὲν
1440πληρόνομέν τι ἐξ ἰδίων πρὸς τοὺς δανειστάς μας, ἀλλ’ ἀναγ-
1441κάζομεν αὐτοὺς νὰ μᾶς δανείσωσιν ὅ,τι ὀφείλομεν νὰ πλη-
1442ρώσωμεν πρὸς αὐτούς. Δὲν εἶναι τοῦτο ὁπωσδήποτε περικοπὴ
1443τῶν δικαιωμάτων των; Τοῦτο οὐδ’ ἡμεῖς ἀρνούμεθα· ἀλλὰ
1444τίς εὐθύνεται δι’ αὐτὸ κυρίως; Δὲν εὐθύνονται αὐτοὶ, αἵτι-
1445νες διὰ τῆς ἀσυνέτου διαχειρίσεώς των ἐξέθεσαν εἰς τοιοῦ-
1446τον σημεῖον τὸ Κράτος; Τί δὲ ἔκαμναν καὶ αὐτοὶ ἀπὸ
1447δεκαετίας ἤδη; πότε ἐπλήρωσαν ἐκ πόρων τοῦ Κράτους;
1448δὲν ἐδανείζοντο πάντοτε, ὅπως πληρώνωσι τόκους καὶ χρεω-
1449λύσια; Ἡ μόνη διαφορὰ μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἡμῶν εἶναι, ὅτι,
1450ἐνῷ αὐτοὶ ἐξηπάτων πάντοτε τοὺς δανειστὰς καὶ ὑπὸ τὸ
1451πρόσχημα ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν ἐδανείζοντο κατ’
1452ἔτος οὐ μόνον τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια, ἀλλὰ καὶ
1453ἄλλα ποσὰ πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τῆς διαχειρί-
1454σεώς των, καὶ δὴ ὑπὸ ὄρους ἐπαχθεστάτους διὰ τὸ Κράτος
1455καὶ ἐν ἐκδόσει κατὰ 30 καὶ 40 ὑπὸ τὸ ἄρτιον, τὸ δάνειον
1456ἡμῶν ἐγένετο εἰς τὸ ἄρτιον καὶ ἐγένετο ἐν ὅλῃ τῇ εἰλικρι-
1457νείᾳ, ὅπως δηλαδὴ δι’ αὐτοῦ πληρώσωμεν τόκους καὶ χρεω-
1458λύσια καὶ ἐπουλώσωμεν τὰς ὑπ’ αὐτῶν ἀνοιχθείσας πληγάς.
1459Ἀλλ’ ἐπιφέρουσιν οἱ κατήγοροι τοῦ δανείου τῆς κεφα-
1460λαιώσεως: καὶ πῶς δύναται νὰ θεωρηθῇ τοῦτο δάνειον,
1461ἀφοῦ τὸ Κράτος δὲν ἔλαβε τὸ προϊόν του τοῖς μετρητοῖς;
1462Τὰ δημόσια δάνεια, Κύριοι, τὴν σήμερον δὲν γίνονται, εἰμὴ
1463δι’ ὁμολογιῶν, αἵτινες ἀντιπροσωπεύουσιν ἀξίας, δυναμένας
1464ν’ ἀνταλλαγῶσι πρὸς ἄλλας ἀξίας, εἴτε τοῖς μετρητοῖς,
1465εἴτε καὶ εἰς τίτλους. Τὸ πρῶτον συμβαίνει πάντοτε ἐπὶ
1466τῶν νέων δανείων· τὸ ἄλλο συμβαίνει συνήθως ἐπὶ τῆς μετα-
1467τροπῆς τῶν ἤδη ὑφισταμένων χρεῶν τοῦ Δημοσίου. Καὶ
1468δὲν μᾶς λέγουσιν αὐτοί, πόσα δάνεια συνωμολόγησαν ἀπὸ
1469ἐτῶν ἤδη τοῖς μετρητοῖς; Πόσα λ. χ. εἰσέπραξαν ἐκ τοῦ
1470δανείου τῶν 135,000,000 φράγκων; πόσα ἐκ τοῦ δανείου
1471τῶν 1,500,000 λιρῶν στερλινῶν; πόσα ἐκ τοῦ δανείου τῶν
1472125,000,000 φράγκων; πόσα θὰ εἰσέπραττον καὶ ἐκ τοῦ
1473δανείου, τὸ ὁποῖον τελευταῖον διεπραγματεύθησαν ἐν Λον-
1474δίνῳ καὶ δι’ ὃ δὲν ἐδίστασαν ν’ ἀποδεχθῶσι καὶ τὸν ξενικὸν
1475ἔλεγχον ἐν Ἑλλάδι; Ἐκ τῶν ἄλλων ἐλάχιστα ποσά, τῶν
1476λοιπῶν ὁμολογιῶν ἀνταλλαγεισῶν πρὸς ἄλλους τίτλους,
1477ὅπως καὶ ἐπὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως αἱ ἤδη ἐκδο-
1478θεῖσαι ὁμολογίαι ἀντηλλάγησαν πρὸς τοὺς τίτλους τῶν
1479τοκομεριδίων καὶ χρεωλυσίων ὡρισμένων δανείων· ἐκ δὲ τοῦ
1480ἀποτυχόντος δανείου οὐδ’ ὀβολὸν θὰ εἰσέπραττον, καθόσον
1481ὁλόκληρον τὸ προϊόν αὐτοῦ ἦτο προωρισμένον πρὸς πλη-
1482ρωμὴν τοκοχρεωλυσίων.
1483Πλὴν ἠθέλησαν, Κύριοι, τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως
1484νὰ προσβάλωσι καὶ ὡς ἄκυρον, ὡς δῆθεν μὴ στηριζόμενον
1485εἰς νόμον τινά, καὶ τὸ προσέβαλον ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην
1486ἀκριβῶς οἱ συνήγοροι τοῦ ἀποτυχόντος ἐν Λονδίνῳ δα-
1487νείου. Ἄν ὅμως ὑπάρχῃ κοινόν τι μεταξὺ τῶν δύο δα-
1488νείων, τοῦτο εἶναι ἡ κοινὴ βάσις, ἣν ἔχουσιν αὐτὰ, ἑδρα-
1489ζόμενα ἐπὶ τῶν αὐτῶν νόμων, ἤτοι ἐπὶ τοῦ νόμου ͵ΒΞΖʹ
1490τῆς 31 Ἰουλίου 1892, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸν νόμον
1491͵ΒΡΙΕʹ τῆς 22 Δεκεμβρίου 1892. Ἀλλ’ ὁ ͵ΒΞΖʹ νόμος
1492ἐπιγράφεται, «περὶ μεταῤῥυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως
1493τῶν περὶ δανείων νόμων ᾼΨ’, ᾼΨΠΑ’ τοῦ 1889 καὶ
1494ᾼϠΜΔ’ τοῦ 1891». Καὶ ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἐξετάσωσι κατὰ
1495ταῦτα, κατὰ πόσον τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως συμβι-
1496βάζεται πρὸς τὸν νόμον ͵ΒΞΖʹ, τὸν μεταῤῥυθμίζοντα τοὺς
1497νόμους τούτους, οὐδὲν ἧττον αὐτοὶ ἔλαβον ἀνὰ χεῖρας τὸν
1498νόμον ᾼΨ’, καθ’ ὃν ἐπιτρέπεται «ἡ ἄνευ εἰδικῶν ἐγγυή-
1499σεων συνομολόγησις δανείων τοῦ Κράτους παγίων, ἤτοι
1500χρεωλυσίου, τὸ δὲ προϊόν τῶν δανείων τούτων προορίζεται
1501ἀποκλειστικῶς εἰς ἀπόσβεσιν προγενεστέρων δανείων ἢ ἐξα-
1502γορὰν ὁμολογιῶν τῶν δανείων τούτων ἐπὶ τιμῇ μέχρι τοῦ
1503ἀρτίου τοῦ ὀνοματικοῦ κεφαλαίου», ἔλαβον ἀνὰ χεῖρας τὸν
1504νόμον ᾼΨΠΑ’, καθ’ ὃν «ἐπιτρέπεται ἡ ἄνευ εἰδικῶν ἐγγυή-
1505σεων συνομολόγησις προσωρινῶν δανείων τοῦ Κράτους καὶ
1506παγίων, ἤτοι ἄνευ χρεωλυσίου»· ἔλαβον ἀνὰ χεῖρας τὸν νό-
1507μον ᾼϠΜΔ’, καθ’ ὃν πάντα τὰ δάνεια τὰ προωρισμένα διὰ
1508διάφορα δημόσια ἔργα συνενοῦνται εἰς ἓν μέγα δάνειον,
1509μέλλον νὰ ἐξυπηρετήσῃ καὶ τὰ ἔργα ταῦτα, καὶ ἠρώτησαν
1510ἐν ἁγίᾳ ἁπλότητι: «τί κοινὸν ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δα-
1511νείων τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος νόμων καὶ τοῦ δανείου τῆς κε-
1512φαλαιώσεως;» Ἀλλ’ ὦ ἀγαθοί, τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώ-
1513σεως ἐρείδεται εἰς τὸν νόμον ͵ΒΞΖʹ, καὶ δὴ καθ’ ὅσον οὗ-
1514τος μεταῤῥυθμίζει τοὺς νόμους, οὓς ὑμεῖς ἐπικαλεῖσθε. Πῶς
1515λοιπὸν δύνασθε νῦν νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τοὺς νόμους αὐτοὺς
1516ἀσχέτως ὅλως πρὸς τὸν νόμον ͵ΒΞΖʹ; ποῦ ἐξεμάθετε αὐ-
1517τὴν τὴν καλὴν πίστιν εἰς τὰς συζητήσεις σας; Κατὰ τὸν
1518νόμον, Κύριοι, ͵ΒΞΖʹ ἐπετράπη, ἵνα τὰ δάνεια «συνομο-
1519λογῶνται ἐπὶ ἐγγυήσει προσόδων τοῦ Δημοσίου καὶ ἐπὶ
1520χρεωλυσίῳ» (ἄρθρον 1), ὡς τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως’
1521ἐπετράπη, ἵνα αὐτὰ συνομολογῶνται «εἰς ἀπόσβεσιν δα-
1522νείων, συνωμολογημένων μετὰ τῶν προνομιούχων Τραπε-
1523ζῶν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ» (ἄρθρον 2), ὡς γίνεται
1524καὶ διὰ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως· ἐπετράπη ἵνα «διὰ
1525Β. Διαταγμάτων, ἐκδιδομένων τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργι-
1526κοῦ Συμβουλίου, κανονίζωνται, ἐφ’ ὅσον διὰ τῶν προβλε-
1527πόντων αὐτὰ εἰδικῶν νόμων δὲν ὡρίσθησαν, τῶν ἐν τῷ ἄρ-
1528θρῳ 1 τοῦ παρόντος νόμου ἀναφερομένων δανείων ὁ ὅρος
1529τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεωλύτρου, ἡ διαφορὰ τοῦ πραγματι-
1530κοῦ καὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, ὁ χρόνος καὶ ὁ τόπος
1531τῆς πληρωμῆς αὐτῶν, ὁ χρόνος καὶ ὁ τόπος τῆς καταβο-
1532λῆς τοῦ δανείου, αἱ τυχὸν ἀπαιτουμέναι προμήθειαι καὶ
1533ἀτέλειαι, ὁ τύπος τῶν ὁμολογιῶν καὶ τὰ διὰ τὴν ἔκδοσιν
1534ἀναγκαῖα ἔξοδα, αἱ εἰς εἰδικὴν ἐγγύησιν καὶ ὑπηρεσίαν αὐ-
1535τῶν ὁρισθησόμεναι δημόσιαι πρόσοδοι καὶ ὁ τρόπος τῆς δια-
1536χειρίσεως τούτων καὶ τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ἐγγυή-
1537σεως, τὸ ποσὸν τῆς μειώσεως τοῦ ἀνωτάτου ὅρου κυκλοφο-
1538ρίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων κατὰ τὸ ἀνωτέρω ἄρ-
1539θρον 2 .... ὡς καὶ πᾶσα ἄλλη λεπτομέρεια, ἀφορῶσα εἰς
1540τὴν συνομολόγησιν, τὴν ἔκδοσιν καὶ τὴν πραγματοποίησιν
1541τοῦ δανείου» (ἄρθρον 3), ὡς ἐγένετο τοῦτο καὶ διὰ τοῦ
1542διατάγματος τῆς 30 Μαΐου.
1543Δὲν ἠρκέσθησαν ὅμως εἰς τὸ παράνομον καὶ ἄκυρον μό-
1544νον, ἀλλὰ προέβησαν καὶ ἔτι περαιτέρω, καὶ προσέβαλον
1545τὸ διάταγμα τῆς 30 Μαΐου καὶ ὡς ἀντισυνταγματικόν·
1546διατί; διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 12 αὐτοῦ ἀθετοῦνται αἱ συμ-
1547βάσεις καὶ οἱ κυροῦντες ταύτας νόμοι περὶ τῶν τόκων τῶν
1548δανείων τῶν ἐτῶν 1881, 1884, 1889 καὶ 1890, ἀντὶ τῆς
1549εἰς χρυσὸν καὶ τοῖς μετρητοῖς πληρωμῆς τῶν τόκων καὶ
1550χρεωλυσίων καὶ τῶν ἐξαργυρουμένων ὁμολογιῶν αὐτῶν ἐπι-
1551τρεπομένης τῆς δι’ ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώ-
1552σεως ἐξοφλήσεώς των. Ἐδῶ πλέον εὑρίσκονται εἰς τὸ στοι-
1553χεῖόν των, καὶ ἐπικαλοῦνται ἐν ἀγανακτήσει πολλῇ τὸ Σύν-
1554ταγμα καὶ τὰς ἐλευθερίας, αὐτοὶ οἱ οὐδέποτε οὔτε ταύτας
1555οὔτ’ ἐκεῖνο σεβασθέντες. Ἀλλὰ δὲν παρέβητε σεῖς ἤδη, οἱ
1556κατηγοροῦντες ἡμᾶς, καὶ νόμους καὶ συμβάσεις περὶ δα-
1557νείων; Δὲν παρέβητε αὐτάς, ὅτε διεθέτετε καταχρηστικῶς
1558τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης εἰς ἄλλας
1559ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου, ἐναντίον τῶν σχετικῶν διατάξεων,
1560καθ’ ἃς τὸ προϊὸν αὐτοῦ ἦτο προωρισμένον διὰ τὴν κατα-
1561σκευὴν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος σιδηροδρόμου, ὅστις μάλιστα
1562καθίστατο ὑπέγγυος διὰ τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ; Δὲν ἠθε-
1563τήσατε ὑμεῖς καὶ νόμους καὶ συμβάσεις περὶ δανείων, ὅτε
1564ὑπεξῃρεῖτε τὰς δι’ αὐτὰ προωρισμένας ὑπεγγύους προσόδους
1565καὶ δὲν ἀφίνετε νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰ ταμεῖα τῶν δι’ αὐ-
1566τὰς ὡρισμένων Τραπεζῶν; Καὶ μήπως ἐσφετερίσθημεν ἡμεῖς
1567οὕτως, ὡς ἐν ἐπιγνώσει τοῦ ψεύδους τοῦ ἰσχυρισμοῦ σας λέ-
1568γετε, δικαιώματα νομοθετικῆς ἐξουσίας; Ἀλλὰ πρὸς τί
1569τότε ἡ βʹ παράγραφος τοῦ 15 ἄρθρου τοῦ διατάγματος,
1570καθ’ ἣν ἐπεφυλάχθη εἰς τὴν νομοθετικὴν κύρωσιν τῆς Βου-
1571λῆς ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 12, ἧς μὴ ἐπιτευχθείσης, «ἡ
1572Κυβέρνησις θέλει ἀποσύρει τὰς δυνάμει τοῦ εἰρημένου ἄρ-
1573θρου ἐκδοθείσας ὁμολογίας, ἐν ᾗ περιπτώσει οἱ κάτοχοι τῶν
1574ὁμολογιῶν τῶν ἐν ἀρχῇ τοῦ παρόντος ἄρθρου μνημονευομέ-
1575νων δανείων δὲν ἤθελον δεχθῆ τὰς ὁμολογίας ἐκείνας εἰς
1576πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων καὶ τῶν κληρωθησομένων πρὸς
1577ἀπόσβεσιν ὁμολογιῶν;»
1578Πλὴν τὸ ἀστειότατον πάντων εἶναι, ὅτι τὸ δάνειον τῆς
1579κεφαλαιώσεως κατηγγέλθη ὡς κερδοσκοπικόν, ἐξ οὗ οἱ συμ-
1580βαλλόμενοι «Ἑβραῖοι τοκογλύφοι», κατὰ τὴν εὔφημον ἔκ-
1581φρασιν τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπι-
1582τροπῆς, ἀπεκόμισαν κέρδη μυθώδη, ἢ ἑκατομμύρια πολ-
1583λά, κατὰ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μαντινείας Βουλευτήν. Ἀλλ’ ὁ
1584κ. Κωνσταντόπουλος δὲν ἔχει βεβαίως ἔννοιαν τῶν ἑκατομ-
1585μυρίων· διότι, ἐὰν εἶχεν ἔννοιάν τινα αὐτῶν, δὲν θὰ συνω-
1586μολόγει μὲ τόσον ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν τὸ ὄντως χρεω-
1587κοπικὸν δάνειον τῶν 16,500,000, καθ’ ὃ λαβὼν πρὸς πλη-
1588ρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων μόλις 10,908,900, ἀνεγνώ-
1589ρισε χρέος τοῦ Δημοσίου ἐκ 16,500,000 φράγκων, δηλαδὴ
1590ἄφησε κέρδος εἰς τοὺς συμβληθέντας τὸ ἓν τρίτον περίπου
1591δανείου χρεωλυτικοῦ, δανείου ἐξοφληθησομένου ἐντὸς 25
1592ἐτῶν! Πρὸ παντὸς δὲν θὰ εἶχε τὸ θάῤῥος νῦν νὰ κατηγο-
1593ρήσῃ δάνειον ἐκδοθὲν εἰς τὸ ἄρτιον, ὡς τὸ τῆς κεφαλαιώσεως.
1594Πρὸς τὸν κ. Καλογερόπουλον ὅμως θὰ συνίστων, ἐὰν θέλῃ
1595νὰ μάθῃ, τίνες οἱ «Ἑβραῖοι τοκογλύφοι», οἱ συνομολογή-
1596σαντες τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, νὰ λάβῃ τὰς δεούσας
1597πληροφορίας περὶ αὐτῶν παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ του κ. Τρικούπη.
1598Οὗτος θὰ τῷ ἔλεγεν, ὅτι οἱ συμβληθέντες εἶναι οἱ κύριοι
1599Hambro καὶ Υἱὸς, ἡ Τράπεζα Κ/πόλεως καὶ ἡ Ἐθνικὴ ἡμῶν
1600Τράπεζα. Πρὸς πάντας τούτους συνεβλήθη πολλάκις καὶ ὁ κ.
1601Τρικούπης, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον συνε-
1602βάλλετο αὐτὸς, ἄφινε νὰ πραγματοποιῶσι τῳόντι κέρδη,
1603ἐν ᾧ νῦν μόνον ζημίας ἔσχον αὐτοί.
1604Ἀκούσατε, Κύριοι, εἰς ὁποίαν ζημίαν περιορίζονται τὰ
1605δῆθεν μυθώδη κέρδη τοῦ Hambro ἐκ τοῦ δανείου τῆς
1606κεφαλαιώσεως.
1607Ἐξεδόθησαν ὁμολογίαι ὀνοματικῆς ἀξίας 9,000,000, ἐξ
1608ὧν ἐδικαιοῦτο ὁ Hambro νὰ λάβῃ προμήθειαν 1 καὶ ⅝%,
1609ἤτοι φρ. 146,250, ἀλλὰ ταῦτα εἰς ὁμολογίας τοῦ νέου δα-
1610νείου, ἀποτιμηθείσας πρὸς 67%. Ἑπομένως ἡ πραγματικὴ
1611ἀξία τῶν διὰ προμήθειαν ληφθεισῶν παρὰ τοῦ Hambro
1612ὁμολογιῶν ἐπὶ τῇ σημερινῇ τιμῇ αὐτῶν πρὸς 38 ἐκπροσω-
1613πεῖ ἀξίαν πραγματικὴν φρ. 92,948, ἀπέναντι τῆς ὁποίας
1614κατέβαλε πάντα τὰ ἔξοδα τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, ἀπο-
1615τιμώμενα εἰς ⅝%, ἤτοι φρ. 35,200. Ἑπομένως ὑπολεί-
1616πεται καθαρὸν κέρδος ἐκ τῶν φρ. 92,948, ἀφαιρέσει τῶν
161735,200, μόλις ἐκ φρ. 57,748.
1618Κατὰ τὴν σύμβασιν, δι’ ἧς ὑπεχρεώθη ὁ Hambro ν’ ἀγο-
1619ράσῃ ὁμολογίας μέχρις 125,000 λιρῶν ὀνοματικοῦ κεφα-
1620λαίου πρὸς 65%, ἔλαβεν ἀντὶ ἀμοιβῆς 5%, ἤτοι λίρ.
1621στερλ. 6,150 = φρ. 156,250. Ἀλλ’ αἱ ὁμολογίαι αὗται
1622τῶν 125,000 λιρῶν ἀπὸ τῆς τιμῆς τῶν 65, εἰς ἣν τὰς ἠγό-
1623ρασεν, ἐξέπεσαν εἰς τὴν τιμὴν τῶν 38. Ἄρα ὑπέστη τὴν
1624ζημίαν τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς τῆς ἀγορᾶς τῶν 65 πρὸς
1625τὴν τῆς τρεχούσης ἀξίας αὐτῶν τῶν 38, ἴσην πρὸς λίρ.
1626στερλ. 33,750, ἤτοι φρ. 843,750. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου,
1627ἐκπιπτομένης τῆς προμηθείας ἐκ 57,748 καὶ τῆς ἀμοιβῆς
1628ἐξ 156,250, ὑπολείπεται καθαρὰ ζημία εἰς τὸν Hambro
1629ἐξ 629,752 φρ. Ἀνάλογος ὑπῆρξε καὶ ἡ ζημία τῆς Ἐθνι-
1630κῆς καὶ τῆς Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως ἐκ τῆς ἀμοι-
1631βῆς πρὸς 5%, ἣν ἔλαβον καὶ αὐταὶ διὰ τὴν ἀγορὰν ὁμο-
1632λογιῶν ἀξίας 95,000 λιρῶν στερλινῶν.
1633Ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτρο-
1634πῆς εἶναι ὁμολογουμένως εἷς τῶν διαπρεπῶν δικηγόρων τῆς
1635πρωτευούσης, διακρινόμενος ἰδίᾳ ὡς ποινικολόγος καὶ διε-
1636ξάγων συνήθως εὐδοκίμως λίαν τὴν ὑπεράσπισιν διασήμων
1637ἐγκληματιῶν πρὸ τοῦ Κακουργιοδικείου. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν
1638διὰ τὴν εἰδικότητα αὐτοῦ ταύτην ἐκρίθη ὁ ἁρμοδιώτατος,
1639ἵνα συνηγορήσῃ καὶ ἐνώπιόν σας ὑπὲρ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
1640Ἀλλ’ ἐπειδὴ προΐσταται καί τινος πιστωτικοῦ ἱδρύματος
1641ἐνταῦθα, ὡς διοικητικὸς αὐτοῦ σύμβουλος, τὸν διαβεβαιῶ,
1642ὅτι δὲν θὰ ὀρθοποδήσῃ ποτὲ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἵδρυμα, ἐὰν
1643καὶ ἐπ’ αὐτοῦ οὕτως ὑπολογίζῃ τὰ κέρδη, ὡς ἐπὶ τοῦ
1644Hambro, τῆς Ἐθνικῆς καὶ τῆς Τραπέζης Κωνσταντινου-
1645πόλεως.
1646Ἀκούσατε νῦν, Κύριοι, τί ἐκέρδησαν καὶ οἱ συμβαλλόμε-
1647νοι πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν. Θὰ ἦτο βεβαίως ἐργῶδες
1648πάνυ ν’ ἀφηγηθῶ πρὸς ὑμᾶς τὰ καθέκαστα πάντων τῶν
1649ὑπ’ αὐτοῦ συνομολογηθέντων δανείων. Διὰ τοῦτο θὰ ἐνδια-
1650τρίψω ἰδιαιτέρως εἰς ἓν μόνον δάνειον, εἰς τὸ τῶν 170 ἑκα-
1651τομμυρίων, ἐξ αὐτοῦ δὲ θὰ ἐννοήσητε, τί ἔχει συμβῆ καὶ
1652μὲ τὰ ἄλλα.
1653Τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 εἶχε διαιρεθῆ εἰς 342,000
1654ὁμολογίας, ὧν ἐλαχίστη τιμὴ ὡρίσθη ἐν τῇ συμβάσει 342½
1655φρ. Εἰς αὐτὴν τὴν τιμὴν ἀνέλαβε τὸ συνδικάτον 110,000
1656ὁμολογίας τοῦ δανείου καὶ ἐδάνεισεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν
165735,000,000 φρ. πρὸς 7% τόκον καὶ ½% προμήθειαν
1658καθ’ ἑξαμηνίαν ἐπὶ ἐνεχύρῳ 140,000 ὁμολογιῶν. Δι’ ἔξοδα
1659ἐγγραφῆς καὶ εἰς ἀποζημίωσιν ἔλαβε τὸ συνδικάτον φρ.
16602,300,000, ἐπὶ πλέον δὲ τὰ ἔξοδα τῆς ἐκδόσεως τῶν τίτλων
1661καὶ τοῦ χαρτοσήμου. Ἡ ὅλη πραγματοποίησις τοῦ δανείου
1662ἦτο ἀληθὴς κυκεὼν, ὡς δύναται νὰ σᾶς πείσῃ ἁπλῆ ἀνά-
1663γνωσις τῶν σχετικῶν συμβάσεων. Ὁμολογίαι αὐτοῦ ἐπραγ-
1664ματοποιήθησαν αἱ ἑξῆς: 110,000 πρὸς 342½ φράγκα,
16656,000 πρὸς 330, 6,000 πρὸς 313, 9,500 πρὸς 310,
166633,000 πρὸς 305, 23,500 πρὸς 300. Ἐν ὅλῳ ἐπραγματο-
1667ποιήθησαν 213,000 ὁμολογίαι κατὰ μέσον ὅρον πρὸς 325
1668φρ. Ἐπὶ τῶν πρώτων 110,000 ὁμολογιῶν ἐδόθη jouissance
1669τόκου 3 μηνῶν ἐκ φρ. 690,000. Ἡ διαφορὰ τῆς ἐκδόσεως
1670πρὸς 30 φρ. συνεποσώθη εἰς φρ. 3,300,000. Ἐπὶ τῶν ἐπι-
1671λοίπων 103,000 ἡ διαφορὰ πρὸς 20 φρ. συνεποσώθη εἰς φρ.
16722,060,000, εἰς ἃ προστιθεμένων τῶν ἐξόδων ἐγγραφῆς, ἀπο-
1673ζημιώσεως κλπ. ἐκ φρ. 2,300,000, ἔχομεν ἐν ὅλῳ κέρδος ἐκ
1674φρ. 8,350,000, ἅτινα ἐκαρπώθησαν τότε οἱ συμβληθέντες
1675πρὸς τὸν κ. Τρικούπην. Ὡς πρὸς τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκα-
1676τομμυρίων, ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰ πολυθρύλητα θωρηκτὰ,
1677ἅτινα ἐστοίχισαν τὸ διπλάσιον τῆς ἀξίας των εἰς τὴν Κυ-
1678βέρνησιν, τοῦ ἡμίσεως τοῦ τιμήματός των ἐναπολειφθέντος
1679ὡς κέρδους εἰς τοὺς συνομολογήσαντας τὸ δάνειον. Ὡς πρὸς
1680τὸ δάνειον τῶν 125,000,000 παρατηρῶ μόνον, ὅτι αἱ ὁμο-
1681λογίαι τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, συλλεγεῖσαι εἰς τιμὰς
1682πολὺ κάτω τοῦ ἀρτίου, ἀντηλλάγησαν εἰς τὸ ἄρτιον, ἀπο-
1683κομίσασαι πολλῶν ἑκατομμυρίων κέρδη εἰς τοὺς συμβλη-
1684θέντας τότε μετὰ τοῦ κυρίου Τρικούπη. Τὸ δάνειον τοῦ σιδη-
1685ροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν συνωμολογήθη ὑπὸ τοῦ οἴκου
1686Gibbs εἰς τὰ 70 περίπου, ἀποδόσαν ἐν ὅλῳ 16,800,000,
1687μετ’ ὀλίγους δὲ μῆνας ἀντηλλάγη εἰς τὸ ἄρτιον πρὸς
1688ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 125,000,000, ἀποκομίσαν εἰς
1689τὸν Gibbs κέρδος ἐξ 7,200,000 φρ. Καὶ μετὰ τοιαῦτα
1690τοκογλυφικὰ τῳόντι δάνεια, ἅτινα τόσα ἑκατομμύρια κέρδη
1691ἄφιναν εἰς τοὺς συνομολογοῦντας αὐτὰ, ἔρχονται τώρα οἱ
1692πρωτεργάται αὐτῶν καὶ ζητοῦσι νὰ διαβάλωσιν ὡς τοκο-
1693γλυφικὸν τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, ὅπερ μόνον ζημίας
1694ἀπέφερεν εἰς τοὺς συμβληθέντας μετὰ τῆς Κυβερνήσεως
1695ἡμῶν.
1696Εἶχον δὲ τὸ θάῤῥος, μεθ’ ὅλα ταῦτα, νὰ ὁμιλήσωσι καὶ
1697περὶ κακοήθους δῆθεν συνδικάτου, τὸ ὁποῖον συνέστη παρὰ
1698τὸν νόμον, χάριν ἀθεμίτου κέρδους. Καὶ ποῦ ἀνεκάλυψαν
1699τὰ ἴχνη αὐτοῦ τοῦ συνδικάτου; Ἐν τούτῳ Κύριοι, ὅτι ὁ
1700Hambro, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ ἡ Τράπεζα Κωνσταντι-
1701νουπόλεως ἀνέλαβον ferme ὁμολογίας ἀξίας 220,000 λιρ.
1702στερλινῶν, ἤτοι φρ. χρ. 5,500,000, ὑποχρεωθέντες ὅπως ἀγο-
1703ράσωσιν ὁμολογίας μέχρι τοῦ ποσοῦ τούτου, ἐπὶ προμηθείᾳ
17045%, ἐξ ἧς προμηθείας εἴδετε πρότερον, ἐὰν κέρδος ἢ ζημία
1705ἐξεκαθάρισεν ὑπὲρ τῶν συμβληθέντων. Ἡ σχετικὴ σύμβα-
1706σις ἐκυρώθη διὰ διατάγματος καὶ ἐδημοσιεύθη, ἑπομένως
1707οὐδένα φέρει ἀπόκρυφον χαρακτῆρα. Ἐρωτῶ νῦν, ποῦ τὸ
1708ἀθέμιτον τοιαύτης πράξεως, δι’ ἣν μάλιστά τινες, συγχέον-
1709τες τὸ πρᾶγμα πρὸς γνωστά τινα εἰς αὐτοὺς συνδικάτα,
1710ἠξίωσαν νὰ καταδιωχθῶσι ποινικῶς οἱ συμβληθέντες;
1711§58ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ὁ κ. Καραπάνος ἤθελε νὰ στείλῃ τὸν κ.
1712Καλλιγᾶν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον! (θόρυβος).
1713§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ.... (θόρυβος).
1714§60ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μὴ διακόπτετε! Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ μὲ
1715διακόπτητε! (θόρυβος).
1716§61ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ
1717μάθῃ ἡ Βουλή, ὅτι δυστυχῶς ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα μερικὰ
1718ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἀποστολὴν, φαίνεται, ἔχουσι νὰ μεταβά-
1719λωσι τὸν ἐθνικὸν τοῦτον τόπον εἰς τόπον χυδαιότητος καὶ
1720τραμπουκισμοῦ! (θόρυβος). Νομίζω ὅτι ἐπέστη ὁ καιρὸς
1721νὰ τεθῇ αὐτοῖς φίμωτρον! (θόρυβος).
1722§62ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.
1723§63ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
1724(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν
1725Βουλευτῶν).
1726§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες 126.
1727Ὁ κ. Εὐταξίας νὰ ἐπαναλάβῃ τὸν λόγον.
1728§65ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατηγόρησαν, Κύριοι, τὸ δάνειον τῆς κε-
1729φαλαιώσεως σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ ὡς ἄστοχον ὅλως ἢ μᾶλ-
1730λον ὡς ἐπιζήμιον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀτ-
1731τικῆς Βουλευτής, ἐν παρόδῳ μόνον ποιούμενος λόγον περὶ
1732αὐτοῦ, ἔσχε τὴν εἰλικρίνειαν νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι τὸ δάνειον
1733τῆς κεφαλαιώσεως δὲν ἀπέφερε τοὺς προσδοκωμένους καρ-
1734ποὺς ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐπιῤῥοῆς, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ
1735ἐνασκήσῃ αὐτὸ ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῆς χρηματικῆς ἡμῶν
1736ἀγορᾶς καὶ ἐπὶ τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων καὶ ἀξιῶν.
1737Ἀνέφερε δὲ ὡς κύριον λόγον διὰ τοῦτο τὸν συνασπισμὸν τῶν
1738διαφόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀποχρώσεων ἐναντίον τοῦ
1739δανείου, ἀνέφερε τὸν ἄγριον δημοσιογραφικὸν ἀγῶνα, ὁ ὁποῖος
1740καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διεξήχθη κατὰ τοῦ δα-
1741νείου τῆς κεφαλαιώσεως. Ἀφοῦ δὲ ὅλαι αἱ μερίδες αἱ πολι-
1742τικαί, αἵτινες ἀπέναντι ἡμῶν ἀπήρτιζον μεγάλην πλειονο-
1743ψηφίαν, διεβεβαίουν ὅτι ἦτο ἀδύνατόν ποτε ἡ Βουλὴ νὰ
1744ἐπικυρώσῃ τὸ δάνειον, τότε βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ
1745ἐμπνεύσῃ αὐτὸ τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν προσήκουσαν εἰς τὰς
1746ξένας ἀγορὰς, οὐδὲ νὰ συντελέσῃ εἰς ἀνύψωσιν τῶν ἑλληνι-
1747κῶν χρεωγράφων καὶ ἀξιῶν. Ὅτε κατ’ ἀρχὰς, Κύριοι, οἱ
1748ξένοι ἐπίστευσαν εἰς τὴν μονιμότητα τοῦ δανείου τούτου,
1749ὅτε ἐνόμισαν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀφεύκτως θὰ ἐπεκύρου αὐτὸ,
1750διότι ἦτο ἡ μόνη ἔντιμος διέξοδος διὰ τὴν Ἑλλάδα, τότε
1751ἀμέσως ἐπῆλθεν ὑπερτίμησις εἰς τὰ χρεώγραφα καὶ βελτίω-
1752σις ἐπαισθητὴ εἰς ὅλας τὰς ἑλληνικὰς ἀξίας. Ὅτε ὅμως
1753ἐγνώσθη ἡ διαβεβαίωσις, ἡ γενομένη ἐν τῷ ἡμετέρῳ καὶ τῷ
1754ξένῳ τύπῳ ὑπὸ τῆς συνησπισμένης καθ’ ἡμῶν Ἀντιπολι-
1755τεύσεως, ὅτι οὐδέποτε τὸ δάνειον τοῦτο θὰ ἐκυροῦτο, ὅτε
1756ἐπείσθησαν οὕτω, ὅτι πᾶν ἔρεισμα πλέον τῆς πίστεως ἡμῶν
1757ἐξέλιπε, μετ’ αὐτοῦ δὲ καὶ αὐτὴ ἡ δημοσία πίστις ἡμῶν,
1758τότε ἐπῆλθεν ἡ ἔκπτωσις εἰς τὰ δημόσια ἡμῶν χρεώγραφα,
1759καὶ εἰς πᾶσαν ἑλληνικὴν ἀξίαν.
1760Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ νομίζῃ τις, ὡς ἠθέλησαν νὰ κατη-
1761γορήσωσιν ἡμῶν, ὅτι τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως ἤσκη-
1762σεν ὀλεθρίαν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ συναλλάγματος. Ἡ ὑπερ-
1763τίμησις τοῦ συναλλάγματος ἐπῆλθε δι’ ὅλως διαφόρους λό-
1764γους, ἀσχέτους πάντη πρὸς τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως.
1765Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὑπῆρχον πλεῖσται ὅσαι ἐκκρεμεῖς πληρω-
1766μαὶ τοῦ ἐν Ἑλλάδι ἐμπορίου πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν εἰς χρυσόν.
1767Αὗται ἀνεβάλλοντο κατ’ ἀρχὰς ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, κατ’
1768ἀκολουθίαν τῶν διαβεβαιώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι
1769θὰ συνομολογεῖτο ἀφεύκτως δάνειον, δι’ οὗ θὰ εἰσέῤῥεε χρυ-
1770σὸς εἰς τὴν ἀγορὰν ἡμῶν καὶ θὰ ἐπήρχετο ὑποτίμησις τοῦ
1771συναλλάγματος. Ἕκαστος λοιπὸν τότε ἐφρόντιζε νὰ ἐπιτύ-
1772χῃ ἀναβολὴν πληρωμῆς, μέχρις ὅτου ἐπέλθῃ ἡ περιπόθη-
1773τος ἡμέρα. Ἀλλ’ αἴφνης ἐπῆλθεν ἡ καταστροφὴ τῆς 27
1774Ἀπριλίου, ἐπῆλθεν ἡ ἀποτυχία τοῦ δανείου, σὺν αὐτῇ δὲ
1775καὶ ἡ πτῶσις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις τὰς τοιαύτας
1776ἐποιεῖτο ἐπαγγελίας. Τότε δὲ ἀντὶ ὑποτιμήσεως ἐπῆλθεν
1777ὑπερτίμησις. Μία μόνη ἐλπὶς ἐναπελείπετο ἀκολούθως
1778ὑποτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, ἡ καλὴ ἐσοδεία, μὲ τὴν
1779ὁποίαν τὸ ἔτος τοῦτο ηὐλόγησεν ὁ Θεὸς τὴν Ἑλλάδα,
1780ἰδίως δὲ ἡ ἐσοδεία τῆς σταφίδος, ἥτις κατ’ Αὔγουστον καὶ
1781Σεπτέμβριον θὰ προὐκάλει τὴν εἰσροὴν χρυσοῦ εἰς τὴν Ἑλ-
1782λάδα. Διὰ τοῦτο ἐφρόντισαν νὰ ἀναβάλωσι πάντες τὰς πλη-
1783ρωμὰς αὐτῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Εἶχον παλαιὰς
1784πληρωμὰς, εἰς ταύτας προσετίθεντο νέαι πληρωμαί. Ἀλλὰ
1785ἦλθεν ἡ ἐποχὴ τῆς σταφίδος, καὶ ἀντὶ εἰσροῆς χρυσοῦ καὶ
1786συναλλάγματος ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ πᾶν τὸ ἐναντίον συνέβη.
1787Εἶχον πέσει, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους οἱ σπουδαιό-
1788τατοι τῶν ἐμπορικῶν οἴκων ἐν Πάτραις, οἵτινες διεξῆγον
1789τὰς μεγαλειτέρας συναλλαγὰς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν, αἵτινες
1790ἔκαμναν ἐγκαίρως τὰ λεγόμενα τραβήγματα καὶ ἐπέδρων
1791εὐεργετικῶς ἐπὶ τῆς χρηματικῆς ἡμῶν ἀγορᾶς. Καὶ ὡσὰν
1792μὴ ἤρκει τὸ κακὸν τοῦτο, προσετέθη εἰς αὐτὸ αἴφνης καὶ ἡ
1793ἀζητησία τῆς σταφίδος, δι’ ἣν καὶ ὅσοι ἠναγκάσθησαν νὰ
1794ἀποστείλωσι σταφιδόκαρπον δι’ ἴδιον λογαριασμὸν εἰς τὸ
1795ἐξωτερικὸν, μόλις ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ λήξαντος μηνὸς ἤρ-
1796ξαντο νὰ εἰσάγωσι τὸ ἀντίτιμον αὐτοῦ ἐνταῦθα εἰς χρυσὸν
1797καὶ συνάλλαγμα· διὰ τοῦτο μόλις ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ
1798παρελθόντος μηνὸς παρετηρήθη καὶ ἡ βελτίωσις τῆς ἀγο-
1799ρᾶς ἡμῶν. Κατ’ Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον ὅμως, ὅτε
1800πάντες ἀνέμενον πληθώραν συναλλάγματος καὶ χρυσοῦ καὶ
1801κατὰ συνέπειαν ὑποτίμησιν αὐτοῦ, ὅπως δυνηθῶσι νὰ προ-
1802βῶσιν εἰς τὰς ληξιπροθέσμους πληρωμάς των, εἶχε συμβῆ,
1803ὡς προεῖπον, πᾶν τοὐναντίον· διὸ τότε, φοβούμενος ὁ ἐμπο-
1804ρικὸς ἡμῶν κόσμος μεγαλειτέραν ὑποτίμησιν, ἔσπευσαν νὰ
1805προβῶσι πάντες εἰς ἀγορὰν χρυσοῦ καὶ συναλλάγματος διὰ
1806τὰς ἐκκρεμεῖς πληρωμάς των εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἐξ οὗ καὶ ἡ
1807καταπληκτικὴ τότε ὑπερτίμησις αὐτῶν.
1808Σᾶς ἐρωτῶ δὲ νῦν, εἶχε σχέσιν τινὰ τὸ δάνειον τῆς κε-
1809φαλαιώσεως πρὸς τὴν τοιαύτην κατάστασιν; Ὅπως ἐν-
1810νοήσητε τὸ πρᾶγμα κάλλιον, λάβετε, Κύριοι, ὑπ’ ὄψιν, τί
1811θὰ συνέβαινεν, ἐὰν δὲν συνωμολογοῦμεν τὸ δάνειον τῆς κε-
1812φαλαιώσεως, ἐὰν δηλ. δὲν ἀνεκουφίζομεν τὴν ἡμετέραν ἀγο-
1813ρὰν κατὰ 24,000,000 χρ. φρ. χάριν τῆς λειτουργίας τοῦ
1814δημοσίου χρέους, τὰ ὁποῖα ἀντὶ νὰ ἐξαχθῶσιν ἐξ Ἑλλάδος
1815εἰς χρυσὸν ἢ συνάλλαγμα διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου,
1816ἀνεπληρώσαμεν νῦν δι’ ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῆς κεφα-
1817λαιώσεως; Ἂν ἦτο ἠναγκασμένη ἄνευ τοῦ δανείου τούτου
1818ἡ Κυβέρνησις νὰ κατέλθῃ εἰς τὴν ἀγορὰν πρὸς ἐξεύρεσιν
1819συναλλάγματος, τί θὰ συνέβαινε τότε; Τὸ συνάλλαγμα
1820δὲν θὰ ἔφθανε μόνον εἰς τὰ 180, ἀλλὰ θὰ ὑπερέβαινε καὶ
1821τὰ 200 καὶ τὰ 250· ὥστε, ἂν τὸ δάνειον τῆς καταναλώ-
1822σεως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιδράσῃ ἀμέσως πρὸς βελτίωσιν
1823τῆς ἀγορᾶς θετικῶς, οὕτως εἰπεῖν, ἐπέδρασεν ὅμως ἐμμέ-
1824σως ἀρνητικῶς, οὕτως εἰπεῖν, διὰ τῆς παρεμποδίσεως τῆς
1825περαιτέρω ὑψώσεώς του.
1826Διὰ τοῦ δανείου τούτου, Κύριοι, ἠθελήσαμεν ἀφ’ ἑνὸς
1827μὲν νὰ διασώσωμεν ἐκ τῶν ἐνόντων τὴν τιμὴν τοῦ Κρά-
1828τους καὶ τῆς χώρας ἡμῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ παράσχωμεν ἄνεσιν
1829καὶ εἰς τὴν δημοσίαν, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ καὶ εἰς τὴν κατ’
1830ἰδίαν ἡμῶν οἰκονομίαν ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη. Κατ’ αὐτὸ
1831τὸ χρονικὸν διάστημα ἦτο δυνατὸν τὸ Δημόσιον, ἀπηλ-
1832λαγμένον τῆς πληρωμῆς τῶν τοκοχρεωλυσίων, νὰ ἐπου-
1833λώσῃ πλείστας πληγὰς, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀφήσει ἀνοικτὰς
1834ἡ παρελθοῦσα δεκαετὴς διαχείρισις. Εἴχομεν τὴν μεγάλην
1835χαίνουσαν πληγὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης,
1836τὴν ὁποίαν ἤνοιξεν ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς προκατόχου
1837ἡμῶν Κυβερνήσεως, καθ’ ἣν τὸ συνομολογηθὲν δάνειον, πρὸς
1838ἀσφάλειαν τοῦ ὁποίου εἶχε δοθῆ ὑπέγγυος ὁ διὰ τοῦ προϊ-
1839όντος αὐτοῦ κατασκευασθησόμενος σιδηρόδρομος, διετέθη
1840καταχρηστικῶς εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, πρὸς κά-
1841λυψιν ἐλλειμμάτων κατὰ τὸ πλεῖστον. Ἂν δὲ ἡμεῖς δὲν
1842ἐξηκολουθοῦμεν τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου αὐτοῦ,
1843δὲν θὰ παριστάμεθα ἁπλῶς ἐν καταστάσει πτωχεύσεως,
1844ἀλλὰ καὶ ὡς δόλιοι χρεωκόποι· διότι οἱ πιστωταὶ ἡμῶν
1845θὰ ἐδικαιοῦντο νὰ πιστεύωσιν, ὅτι τοὺς ἐξηπατήσαμεν, ζη-
1846τήσαντες χρήματα παρ’ αὐτῶν δι’ ὡρισμένον σκοπὸν, πρὸς
1847κατασκευὴν ὡρισμένου ἔργου, ὅπερ θὰ ἦτο διὰ τὸ δάνειόν
1848των ὑπέγγυον, καὶ δαπανήσαντες αὐτὰ εἰς ἄλλας ἀνάγκας,
1849χωρὶς νὰ ἀποπερατώσωμεν τὸ ὑπέγγυον ἔργον. Εἴχομεν καὶ
1850ἄλλας πολλὰς πληγὰς νὰ ἐπουλώσωμεν. Εἴχομεν τὸν
1851πορθμὸν τοῦ Εὐρίπου, τὸν σιδηρόδρομον Διακοπτοῦ–Καλα-
1852βρύτων, τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν κλπ. εἴχομεν
1853τόσα κυμαίνοντα χρέη καὶ εἰς χρυσὸν καὶ εἰς τραπεζικὰ
1854γραμμάτια· εἴχομεν τὰ ἔντοκα γραμμάτια, πρὸ πάντων
1855δὲ τὸ δάνειον ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Ὅλα αὐτὰ,
1856Κύριοι, ἦσαν πληγαὶ χαίνουσαι εἰς τὸ οἰκονομικὸν ἡμῶν
1857σῶμα, τὰς ὁποίας, ἔπρεπε νὰ καταβάλωμεν πᾶσαν προσ-
1858πάθειαν, ὅπως ἐπουλώσωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν, κατὰ τὰ
1859δύο καὶ ἥμισυ ἔτη, καθ’ ἃ θὰ ἐχρησιμοποιεῖτο τὸ δάνειον
1860τῆς κεφαλαιώσεως. Ἐν τῷ μεταξὺ εἴχομεν τὸν καιρὸν,
1861ἵνα ἐφαρμόσωμεν ἀνέτως καὶ τὸ ἡμέτερον οἰκονομικὸν πρό-
1862γραμμα, τὸ ὁποῖον ἑδράζεται ἐπὶ τῆς ἐπαρκείας τῆς χώρας.
1863Θὰ προεβαίνομεν, Κύριοι, εἰς τὰς φορολογικὰς ἡμῶν
1864μεταῤῥυθμίσεις, εἰς μεταῤῥυθμίσεις τοιαύτας, δι’ ὧν θ’ ἀνε-
1865κουφίζοντο μὲν κατὰ τὸ δυνατὸν αἱ ἤδη ὑπεράγαν βεβα-
1866ρημέναι τάξεις τοῦ λαοῦ, θὰ ἐπεβαρύνοντο δὲ ἀναλόγως
1867ἐκεῖναι ἐξ αὐτῶν, αἵτινες δύνανται νὰ φέρωσι βάρη καὶ αἱ
1868ὁποῖαι ἐν τούτοις ἢ οὐδὲν ἢ ὅλως ἀνάξια λόγου βάρη φο-
1869ρολογικὰ φέρουσιν ἐν Ἑλλάδι. Οὕτω πως, ἐνῷ θ’ ἀνεκουφί-
1870ζομεν τὰς ἀπορωτέρας τάξεις τοῦ λαοῦ, θὰ ἦτο δυνατὸν
1871νὰ ἔχωμεν πολὺ ἀνώτερα ἔσοδα τοῦ Κράτους ἐκείνων, τὰ
1872ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἔχομεν. Καὶ λέγω τοῦτο εἰς ἀπάντησιν
1873ἰδίως τῶν ἀξιοτίμων ἐκ Γόρτυνος καὶ ἐκ Μαντινείας Βου-
1874λευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπανέλαβον πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος
1875τούτου, ὅτι ἡμεῖς δῆθεν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἐπηγγελό-
1876μεθα, ὅτι θὰ ἐκυβερνῶμεν τὴν χώραν «ἄνευ φόρων καὶ ἄνευ
1877δανείων». Οὐδέποτε, Κύριοι, εἴπομεν ἡμεῖς «ἄνευ φόρων
1878καὶ δανείων» (διαμαρτυρίαι δεξιόθεν). Ἂν ἔχητε τόσον
1879ἀσθενῆ τὴν μνήμην, ἀναδιφήσατε τὰ πρακτικὰ καὶ θὰ
1880ἴδητε, ὅτι ἡμεῖς πάντοτε ὡμιλήσαμεν περὶ φορολογικῆς
1881μεταῤῥυθμίσεως, ἐξ ἧς θὰ ηὔξανον καὶ δὲν θὰ ἠλαττοῦντο
1882τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου. Ἄλλοι, Κύριοι, ἦσαν οἱ ἐπαγ-
1883γελλόμενοι ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ὅτι ἄνευ φόρων θὰ ἐκυ-
1884βέρνων τὴν χώραν, ἐρχόμενοι δὲ κατόπιν εἰς τὰ πράγματα,
1885ἐκαυχῶντο, ὅτι, ἀντὶ νὰ καταργήσωσι, προσέθεσαν δεκά-
1886δας ἑκατομμυρίων νέων φόρων. Ἡμεῖς οὐδέποτε εἴπομεν,
1887ὅτι θὰ κυβερνήσωμεν τὴν χώραν ἄνευ φόρων. Εἴχομεν τὸ
1888θάῤῥος τῆς πεποιθήσεώς μας, καὶ τὴν πεποίθησιν ἡμῶν
1889ταύτην ἐξηγγείλαμεν πάντοτε στεντορείᾳ τῇ φωνῇ. Ἡμεῖς
1890ἐλέγομεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ σωθῇ, δύναται ν’ ἀνορ-
1891θώσῃ τὰ οἰκονομικά της «ἄνευ δανείων καὶ ἄνευ χρεωκο-
1892πίας». Καὶ λέγοντες «ἄνευ δανείων», δὲν ἐνοοῦμεν βεβαίως,
1893ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξέλθωμεν ἐξ αὐτῶν τῶν δυσχερειῶν,
1894εἰς τὰς ὁποίας ἄβουλος πολιτικὴ ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην ἔῤ-
1895ῥιψε τὸ Κράτος ἡμῶν, ἄνευ τῆς ἐπικουρίας τῶν ξένων κε-
1896φαλαίων· ἐνοοῦμεν, ὅτι οὐδέποτε ἡμεῖς θὰ ἐχρησιμοποι-
1897οῦμεν τὰ τοιαῦτα κεφάλαια χάριν τακτικῶν ἀναγκῶν τοῦ
1898Κράτους, πρὸς κάλυψιν ἐλλειμμάτων. Ἀκριβῶς, Κύριοι,
1899διότι ἠθέλομεν νὰ ἐμμείνωμεν πιστοὶ εἰς τὸ πρόγραμμά μας,
1900τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἀνεπτύξαμεν καὶ ὑπεστηρίξαμεν ἀπὸ τοῦ
1901βήματος τούτου, ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἔπρεπε κατ’
1902ἀνάγκην νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως.
1903Διὰ τοῦ δανείου, Κύριοι, τῆς κεφαλαιώσεως ἠθελήσαμεν
1904κυρίως ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐνόει νὰ διασώσῃ
1905ἐκ παντὸς τρόπου τὴν τιμήν της, ἐνόει νὰ μὴ φανῇ κατω-
1906τέρα καὶ αὐτῆς τῆς Ἀργεντίνης· διότι, ἂν ὑπάρχῃ πρᾶξις,
1907ἥτις διέσωζε κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν τιμὴν καὶ τῆς χώρας
1908ἐκείνης, αὕτη ἦτο ἡ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως. Ἠθε-
1909λήσαμεν ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶχε τὴν ἀπόφασιν
1910νὰ καταβάλῃ τὴν ἐσχάτην εἰλικρινῆ καὶ ἔντιμον προσ-
1911πάθειαν, ὅπως ἐξέλθῃ ἐκ τῶν δυσχερειῶν, τὰς ὁποίας ἄλλοι
1912ἐδημιούργησαν εἰς αὐτήν. Ἠθελήσαμεν ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι
1913καὶ ἐκ τοῦ μέσου τῶν ἐρειπίων, ἅτινα ἄλλοι εἶχον δημι-
1914ουργήσει, προέβαλεν ἡ καλὴ της πίστις, ἡ ἐπιθυμία της,
1915ἵνα πράξῃ πᾶν τὸ ἐφ’ ἑαυτῇ, ὅπως διασώσῃ ὅ,τι ἦτο δυ-
1916νατὸν ἀκόμη νὰ διασωθῇ. Οὕτω δὲ πολιτευόμενοι, εἴχομεν
1917λόγους νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ὄχι μόνον δὲν θ’ ἀπεξενοῦμεν
1918ἡμῶν ὁλοσχερῶς τὰ ξένα κεφάλαια, ἀλλὰ καὶ θ’ ἀποκτῶ-
1919μεν αὖθις ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὴν ἐμπιστοσύνην των. Οὕτω
1920πως μόνον ὑπῆρχεν ἐλπὶς νὰ ἀναθάλῃ, ὥσπερ φοῖνιξ ἐκ τῆς
1921τέφρας, ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις, ἧς ἄνευ οὐδὲν, ἀπολύτως
1922οὐδὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ πλέον.
1923Εἶναι πλάνη, Κύριοι, καὶ πλάνη οἰκτρὰ νὰ νομίζῃ τις, ὅτι
1924ἄνευ τῆς ἀναζωογονήσεως τῆς πίστεως ἡμῶν εἶναι δυνατόν
1925ποτε νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῶν νῦν δυσχερειῶν. Ἄνευ πίστεως
1926ἀδύνατον, πάντη ἀδύνατον νὰ κατορθώσωμεν τοῦτο. Καὶ
1927ἐὰν ἔτι ἠρνούμεθα τὰς πρὸς τοὺς πιστωτάς μας ὑποχρεώ-
1928σεις καὶ ἀνεστέλλομεν πᾶσαν πληρωμὴν πρὸς αὐτοὺς, ποῖον
1929θὰ ἦτο τὸ ἐντεῦθεν κέρδος; Θὰ ἐκλείοντο πλέον δι’ ἡμᾶς
1930ἑρμητικῶς ἐς ἀεὶ αἱ θύραι τῶν ξένων κεφαλαίων, ὧν τόσην
1931ἀνάγκην ἔχομεν τὴν σήμερον οὐ μόνον πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν
1932δημοσίων, ἀλλὰ καὶ πρὸς βελτίωσιν τῶν κατ’ ἰδίαν ἡμῶν
1933οἰκονομικῶν. Ἄνευ τῶν ξένων κεφαλαίων, Κύριοι, ἡ Ἑλλὰς
1934θ’ ἀπέβαινεν ἀληθὲς χαρτοβασίλειον, θ’ ἀπεκλείετο ὀλίγον
1935κατ’ ὀλίγον πάσης πρὸς τὴν ἀλλοδαπὴν συναλλαγῆς καὶ
1936θὰ κατεδικάζετο νὰ διάγῃ οἰκονομικῶς βίον ἀβίωτον.
1937Εἰς αὐτὸν τὸν πρωτουργὸν τῆς παρούσης καταστάσεως
1938εἶναι βεβαίως ἐπιτετραμμένον νὰ νομίζῃ, ὅτι μόνον ὅταν ἀνα-
1939στείλωμεν παντάπασι τὰς πληρωμὰς, ὅταν ὁμολογήσωμεν
1940τὴν παντελῆ ἡμῶν ἀνικανότητα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς
1941τοὺς πιστωτάς μας ὑποχρεώσεων, ὅταν οὕτως ἐκμηδενίσω-
1942μεν τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν, ὅτι τότε καὶ μόνον θὰ ἐξα-
1943ναγκάσωμεν τοὺς πιστωτάς μας νὰ μᾶς δανείσωσιν ἐκ νέου
1944ἑκατοντάδας ὅλας ἑκατομμυρίων, ὅπως δι’ αὐτῶν ἀναδιορ-
1945γανώσωμεν καὶ τὰ δημόσια καὶ τὰ κατ’ ἰδίαν ἡμῶν οἰκο-
1946νομικά. Ἀλλὰ τοιαῦται παραδοξολογίαι, Κύριοι, μόνον τὸν
1947οἶκτον παντὸς σωφρονοῦντος δύνανται νὰ κινήσωσι· διότι
1948πᾶς σωφρονῶν γινώσκει κάλλιστα, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ τρόπος,
1949δυνάμενος νὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς πιστωτάς μας, οὐχὶ ὅπως
1950ἀνοίξωσιν, ἀλλὰ τοὐναντίον ὅπως κλείσωσι διὰ διπλῶν κλεί-
1951θρων τὰ κιβώτιά των πρὸς ἡμᾶς, εἶναι ἀκριβῶς ὁ τρόπος,
1952ὃν ὑποδεικνύει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Καὶ τὰ πράγματα αὐτὰ
1953ἐμαρτύρησαν ἤδη τρανῶς, ὁπόσον δίκαιον ἔχομεν ἡμεῖς,
1954ὁπόσον ἄδικον ἔχει αὐτός.
1955Τὸ δάνειον, Κύριοι, τῆς κεφαλαιώσεως δὲν ἐβράδυνε ν’ ἀπο-
1956φέρῃ τὸν πρῶτον καὶ κύριον καρπὸν, ὃν προσεδοκῶμεν ἐξ
1957αὐτοῦ. Οἱ πιστωταὶ ἡμῶν, πεισθέντες ἐξ αὐτοῦ περὶ τῆς
1958εἰλικρινοῦς καὶ ἐντίμου προσπαθείας, ἣν κατεβάλλομεν οὕ-
1959τως, ὅπως ἐξέλθωμεν ἐκ τῶν δυσχερειῶν ἡμῶν, ἔσπευσαν
1960νὰ προσέλθωσιν ἐπίκουροι ἡμῶν εἰς τοῦτο. Δὲν προσεφύγο-
1961μεν ἡμεῖς εἰς αὐτοὺς ἐκλιπαροῦντες τὴν συνδρομήν των,
1962ἀλλὰ προσῆλθον αὐτοὶ πρὸς ἡμᾶς προτείνοντες αὐτήν. Καὶ
1963τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, τὸ οὕτω διασυρθὲν καὶ
1964χλευασθὲν, παρεῖχεν εἰς ἡμᾶς τόσον ἀσφαλὲς τὸ ἔδαφος
1965πρὸς τοῦτο, ὥστε αὐτοὶ μὲν νὰ μᾶς ὑποβάλλωσι προτάσεις,
1966ἡμεῖς δὲ νὰ ὑπαγορεύωμεν τοὺς ὅρους. Εἶχον τεθῆ ἤδη
1967μεταξὺ ἡμῶν καὶ αὐτῶν οἱ προκαταρκτικοὶ ὅροι, καὶ εἶχον
1968ἀναγραφῆ οὗτοι εἰς ὡρισμένας προτάσεις, ἃς ἡμεῖς, ἀναγ-
1969κασθέντες ἐν τῷ μεταξὺ νὰ καταλίπωμεν τὴν ἀρχὴν, δὲν
1970συναπεκομίσαμεν μεθ’ ἡμῶν αὐτῶν, ὡς ἄλλοι· τὰς ἀφή-
1971σαμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν· καὶ προκαλῶ
1972τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὲ διαψεύσῃ.
1973§66Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὰς ἀφήσατε.
1974§67ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς εὕρετε;
1975§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδὲν εὕρομεν.
1976§69ΡΑΛΛΗΣ. Πράγματι αἱ προτάσεις δὲν εὑρίσκονται εἰς
1977χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ εὑρίσκονται
1978εἰς χεῖρας τοῦ Βασιλέως.
1979§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λοιπὸν λέγετε μὴ ἀκριβῆ.
1980§71ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω ἐκ πλη-
1981ροφοριῶν ἀκριβεστάτων, ὅτι αἱ προτάσεις περιῆλθον εἰς χεῖ-
1982ρας ὑμῶν, κύριε Πρωθυπουργέ.
1983§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεμία περιῆλθεν εἰς γνῶσιν ἡμῶν πρό-
1984τασις.
1985§73ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αἱ ἔγγραφοι ἐκεῖναι προτάσεις περιῆλθον
1986εἰς χεῖράς σας διὰ τῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ὁ ἀξιό-
1987τιμος ἐξ Ἀττικῆς φίλος μου, ἔχετε δὲ ἤδη ἐπιδείξει ὑμεῖς
1988αὐτὰς πρὸς ἄλλον, παρ’ οὗ ἐπληροφορήθην τοῦτο· πρὸς τί
1989λοιπὸν νὰ ἀρνῆσθε τώρα τὸ πρᾶγμα;
1990§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προτάσεις εἰς ὑμᾶς δὲν ἐγένοντο· ὑμεῖς
1991ὑπεβάλετε προτάσεις.
1992§75ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγένοντο προτάσεις, τὰς ὁποίας ἀπεδέχθη-
1993μεν ἡμεῖς δι’ ἐπιστολῆς.
1994§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδόλως ἐγένοντο προτάσεις πρὸς ὑμᾶς·
1995ἐγένοντο προτάσεις παρ’ ὑμῶν, καὶ οὐδὲν ἄλλο.
1996§77ΡΑΛΛΗΣ. Γνωρίζετε ὅτι ἐγένοντο προτάσεις παρ’ ἄλ-
1997λων, καὶ γνωρίζετε, τίς εἶναι αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὰς
1998προτάσεις.
1999§78Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδόλως εἶναι
2000τοῦτο ἀληθές. Λυποῦμαι ὅτι μὲ ἀναγκάζετε νὰ διαψεύσω,
2001διότι εἰς οὐδεμίαν ἤθελον νὰ προέλθω ἀνακοίνωσιν περὶ
2002τούτου. Πολλάκις ἀνέγνων ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἀνακριβείας,
2003ἀλλ’ οὐδέποτε εἶπον εἰς οὐδένα τι περὶ τοῦ προκειμένου·
2004ὅταν ὅμως λέγωνται καὶ ἐπαναλαμβάνωνται ἀπὸ τοῦ βή-
2005ματος τοιαῦτα, καὶ προκαλῶμαι ἵνα ἀπαντήσω, ἀναγκά-
2006ζομαι νὰ εἴπω, ὅτι οὐδὲν εὗρον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰ-
2007κονομικῶν. Ἐὰν δ’ ἔμαθόν τι ἄλλοθεν, οὐχὶ παρὰ τοῦ Βα-
2008σιλέως, οὗτινος τὸ ὄνομα δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναμιγνύηται εἰς τὰς
2009συζητήσεις, ἔμαθον ὅτι τὸ ἀνακοινωθὲν εἶναι προτάσεις γε-
2010νόμεναι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς προκατόχου πρὸς τὸ
2011πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ὑπαινίττεσθε, τὸ δὲ πρόσωπον τοῦτο
2012διεβίβαζε τὰς προτάσεις εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, διότι οὐδεμίαν
2013ἐλθὸν ἐνταῦθα εἶχεν ἐντολὴν πρὸς διαπραγμάτευσιν παρ’
2014οὐδενὸς, οὐδ’ ἐνταῦθα διατρῖβον εἶχε λάβει ἐντολὴν οὐδε-
2015μίαν παρ’ οἱουδήποτε, ἕως οὗ ἡμεῖς ἀνελάβομεν τὴν ἐξου-
2016σίαν. Ἐὰν ἔλαβεν ἐντολὴν κατόπιν περὶ τούτου, οὐδὲν
2017λέγω.
2018§79ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν ἐντολὴν ἔχω ἐνταῦθα. (Ἀναγινώσκει
2019αὐτήν).
2020Αἱ διαπραγματεύσεις εἶναι ἐκκρεμεῖς, καὶ δὲν ἔχω τὸ δι-
2021καίωμα νὰ κάμω χρῆσιν τῶν λεπτομερειῶν.
2022§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω τοιοῦτον ἔγγραφον. Ἔγ-
2023γραφον ἀνακοινοῦν προτάσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐγὼ δὲν
2024ἔχω· ἔχω μόνον ἔγγραφον, ἐν ᾧ τὸ πρόσωπον, περὶ οὗ ὡμί-
2025λησεν ὁ κύριος Βουλευτὴς, λέγει πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν
2026Οἰκονομικῶν: «ἐν ὁμιλίαις πολλαῖς, ἃς ἔλαβον πρὸς ὑμᾶς,
2027ὑμεῖς μᾶς ὑπεβάλετε τὰς ἑπομένας γνώμας», ὁ δὲ Ὑπουρ-
2028γὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπαντᾷ πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦτο:
2029«καλῶς ἀντελήφθητε τῶν γνωμῶν μου». Ἑπομένως πρό-
2030κειται καὶ ἐν τοῖς δυσὶν ἐγγράφοις περὶ γνωμῶν τοῦ Ὑπουρ-
2031γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ οὐχὶ περὶ προτάσεων γενομένων
2032παρὰ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος προσώπου.
2033§81ΡΑΛΛΗΣ. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον γνω-
2034ρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ποῦ εὑρίσκεται (ἀνα-
2035γινώσκει): «Μετ’ ἐπίμονον μελέτην τῆς καταστάσεως
2036τῆς οἰκονομικῆς τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἑξῆς
2037ὅρων δύναται νὰ λάβῃ χώραν διαπραγμάτευσις μεταξὺ τῆς
2038Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐξεπρο-
2039σώπει ἐκεῖνος, μετὰ τοῦ ὁποίου διαπραγματεύεται σήμε-
2040ρον ὁ κ. Πρωθυπουργός.»
2041§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν γινώσκω ποῖον ἔγγραφον ἔχει ὑπ’ ὄψει
2042ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀλλὰ τὸ περὶ οὗ ἐγὼ ὁμιλῶ λέγει πρὸς
2043τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν: «ἐσχημάτισα τὴν ἰδέαν,
2044ὅτι ὑμεῖς φρονεῖτε τὰ ἑξῆς». Ἀπαντᾷ δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν
2045Οἰκονομικῶν, ὅτι τὰ ἐκτιθέμενα εἶναι πιστὴ παράστασις
2046τῶν γνωμῶν αὐτοῦ. Ἑπομένως καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο ἔγ-
2047γραφον ἐκφράζεται περὶ γνωμῶν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκο-
2048νομικῶν καὶ οὐχὶ περὶ γνωμῶν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος προσώ-
2049που, οὐδέ τινος ἐντολέως του, διότι τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, ὡς
2050εἶπεν, ἦτο ἐνταῦθα ὡς ἁπλοῦς πρόσκοπος, οὐδεμίαν ἔχον
2051ὁδηγίαν. Ἐὰν σήμερον ἔχῃ ὁδηγίας, τοῦτο εἶναι ἄλλο ζή-
2052τημα.
2053§83ΡΑΛΛΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
2054§84ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμένει
2055ὅτι δὲν ἐγένοντο πρὸς ἡμᾶς προτάσεις, ἀλλ’ ὅτι ἡμεῖς ἐκά-
2056μαμεν τοιαύτας· ἐγὼ καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττι-
2057κῆς σᾶς διαβεβαιοῦμεν τὸ ἐναντίον· τίς εὕρηται ἐν τῇ ἀλη-
2058θείᾳ; Εἶμαι ἠναγκασμένος, Κύριοι, νὰ σᾶς ἐκθέσω τὰ πράγ-
2059ματα ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ, ὅπως πεισθῆτε καὶ ὑμεῖς, ὅτι καὶ
2060νῦν, ὡς πάντοτε, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶναι ἐν τῇ ἀλη-
2061θείᾳ. Ὁ κ. Ὀρνστάϊν ἦλθε κατ’ ἀρχὰς ἐνταῦθα τῷ ὄντι ὡς
2062πρόσκοπος. Ἀφοῦ ὅμως ἐπὶ ἑβδομάδας ἔκαμε μελέτας περὶ
2063τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων καὶ
2064ἐπείσθη ὅτι ἡ κατάστασις ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ δύναται νὰ
2065γείνῃ τι περὶ διευθετήσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, προέβη
2066τότε εἰς προτάσεις πρὸς ἡμᾶς, αἵτινες ἠδύναντο νὰ χρησιμεύ-
2067σωσιν ὡς βάσις ἀκολούθως ὁριστικῶν διαπραγματεύσεων.
2068Ἐδήλωσε δὲ τότε, πλὴν τότε καὶ μόνον, ὅτι δὲν ἦλθεν
2069ἐξ ὑπαρχῆς ἐνταῦθα, ἀλλ’ ὅτι εἶχεν ὡρισμένην ἐντολὴν, ἵνα
2070βολιδοσκοπήσῃ τὸ ἔδαφος, ἵνα μελετήσῃ τὴν κατάστασιν
2071καὶ ἴδῃ κατὰ πόσον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐπηγγελλό-
2072μεθα, εἴχοντο ἀληθείας, καὶ ὅταν ἐπείσθη περὶ τούτου,
2073προῆλθεν εἰς τὰς πρὸς ἡμᾶς προκαταρκτικὰς προτάσεις.
2074Τὰς προτάσεις ταύτας συνεζητήσαμεν πρὸς αὐτὸν διὰ μα-
2075κρῶν, ἐθέσαμεν ὅρους, ὑφ’ οὓς ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς
2076ὁριστικὰς διαπραγματεύσεις, καὶ ἀφοῦ οἱ ὅροι αὐτοὶ ἀνεκοι-
2077νώθησαν εἰς Παρισίους καὶ ἐγένοντο ἀποδεκτοὶ, τότε ἐδόθη
2078ἐκεῖθεν ἡ ἐντολὴ πρὸς τὸν κ. Ὀρνστάϊν, ἵνα κατάρξηται
2079ὁριστικῶν πρὸς ἡμᾶς διαπραγματεύσεων· ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ
2080ἠναγκάσθημεν ἡμεῖς διὰ τῆς ψήφου σας νὰ ἐγκαταλίπωμεν
2081τὴν ἀρχήν.
2082Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ ἀλήθεια καὶ μόνη ἡ ἀλήθεια. Βε-
2083βαίως ἔγγραφα ἐπίσημα δὲν ἔχω, ὅπως διαπιστώσω αὐτὴν
2084νῦν· διότι, ὡς σᾶς προεῖπον, ἡμεῖς δὲν συναπεκομίσαμεν
2085αὐτὰ, καταλείποντες τὴν ἀρχὴν, μεθ’ ἡμῶν αὐτῶν. Ἀλλὰ
2086ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ἑνὸς τῶν ἐπιφανεστέρων ὀργά-
2087νων τῆς Εὐρώπης, τοῦ «Ἑωθινοῦ Ταχυδρόμου» τοῦ Λον-
2088δίνου, ὅστις λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τοῦ βασιλικοῦ λόγου,
2089ἰδοὺ τί ἔγραφε κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς πτώσεως τοῦ
2090Ὑπουργείου ἡμῶν (ἀναγινώσκει): «Καθαρὰ πρόκειται
2091»ἀλήθεια καὶ δι’ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἀμυήτους ξένους, ὅτι
2092»δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐλπὶς, ὅτι θὰ προληφθῶσι πάντα,
2093»μόνον ἐὰν ἡ Ἑλλὰς μείνῃ ὑπὸ τὴν διοίκησιν καὶ
2094»τὰς ὁδηγίας τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Καὶ
2095»ἐξωτερικὴ βοήθεια δὲν ἔλειψεν, ἡ δὲ Κυβέρνησις
2096»ἔκαμεν οἰκονομικὸν συνδυασμὸν, ὃν θὰ καθυποβάλῃ εἰς
2097»τὴν Βουλὴν καὶ εἰς ὃν ἐνεργὸν μέρος ἔλαβεν ὁ ἱκανώτατος
2098»κ. Ὀρνστάϊν.»
2099Αὐτὰ ἔγραφε, Κύριοι, περὶ ἡμῶν καὶ τῶν διαπραγμα-
2100τεύσεών μας, οὐχὶ κἀνὲν ἐκ τῶν λαθροβίων ἐκείνων φύλλων,
2101εἰς ἃ δύναταί τις εὐκόλως νὰ δημοσιεύσῃ πάντα μῦθον,
2102ἀλλ’ ἓν τῶν πρωτευόντων ὀργάνων τῆς Ἀγγλικῆς δημο-
2103σιογραφίας, τὸ διερμηνεῦον τὰ φρονήματα τῆς μεγάλης
2104ἐκεῖ πολιτικῆς μερίδος τῶν συντηρητικῶν καὶ οὗτινος τὰ
2105γραφόμενα κέκτηνται κῦρος καὶ αὐθεντίαν ἀναμφισβήτητον.
2106Ἐκ τοῦ «Ἑωθινοῦ Ταχυδρόμου» πείθεσθε, ὁποίαν ἐμπιστο-
2107σύνην εἶχεν ἀρχίσει ἤδη νὰ ἐμπνέῃ ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ἐν
2108Εὐρώπῃ καὶ εἰς τοὺς πολιτικοὺς καὶ εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς
2109κύκλους, πείθεσθε πρὸ παντὸς, ὅτι οὐχὶ ἡμεῖς, ἀλλ’ οἱ ξένοι
2110κεφαλαιοῦχοι ἔσπευσαν νὰ ὑποβάλωσιν εἰς ἡμᾶς προτάσεις,
2111ἐξ ὧν τὰ βέλτιστα εἶχέ τις νὰ προσδοκᾷ καὶ διὰ τὰ δη-
2112μόσια καὶ διὰ τὰ κατ’ ἰδίαν οἰκονομικά.
2113Κρίνω περιττὸν, Κύριοι, νὰ εἰσέλθω ἐνταῦθα εἰς τὰ καθέ-
2114καστα τῶν προτάσεων ἐκείνων. Προέκειτο περὶ ὁριστικῆς
2115διευθετήσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν ζητήματος. Προέκειτο
2116περὶ μετατροπῆς καὶ ἑνοποιήσεως τῶν δανείων ἡμῶν, καθ’
2117ἣν ἀπέναντι τῶν ἐγγυήσεων, ἃς θὰ παρείχομεν ἡμεῖς καὶ
2118δι’ ὧν θὰ προεβιβάζετο ἡ πίστις ἡμῶν, θὰ ἐπήρχετο ἔκ-
2119πτωσις τῶν χρεωλυσίων καὶ ἐλάττωσις τοῦ τόκου, εἰς τρό-
2120πον ὥστε νὰ ἀνακουφισθῇ ἐντεῦθεν μεγάλως ὁ προϋπολογι-
2121σμὸς τοῦ Κράτους. Προέκειτο περὶ ἐνισχύσεως τοῦ Δημο-
2122σίου διὰ κεφαλαίων, δι’ ὧν θ’ ἀπηλλάσσετο μὲν τῆς καθ’
2123ἡμέραν ἐνοχλήσεως τῶν εἰς χρυσὸν προκαταβολῶν, θὰ ἠδύ-
2124νατο δὲ νὰ ἐπιστρέψῃ καὶ τὰ εἰς χρυσὸν δάνεια πρὸς τὰς
2125προνομιούχους Τραπέζας. Προέκειτο περὶ βαθμιαίας ἄρ-
2126σεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Προέκειτο περὶ ἐγχύ-
2127σεως νέων ὑλικῶν καὶ ἠθικῶν κεφαλαίων εἰς τὴν Ἐθνικὴν
2128Τράπεζαν, ἀναδιοργανουμένην οὕτως, ὥστε αὐτὴ ν’ ἀποβῇ
2129τὸ κέντρον τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας καὶ νὰ δεσπόσῃ τῆς
2130ἀγορᾶς ἐπ’ ἀγαθῷ αὐτῆς. Καὶ ταῦτα πάντα θὰ κατωρ-
2131θοῦντο, Κύριοι, ἄνευ ξενικοῦ ἐλέγχου.
2132Ἰδού, Κύριοι, οἱ καρποὶ καὶ τ’ ἀποτελέσματα τοῦ δα-
2133νείου τῆς κεφαλαιώσεως, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον διέσυραν, το-
2134σοῦτον ἐκάκισαν. Ὑπῆρξεν, ὡς παρατηρεῖτε, ἡ μόνη ἄγκυρα
2135σωτηρίας δι’ ἡμᾶς, καὶ τὴν ἄγκυραν ταύτην τῆς σωτηρίας
2136ἔσπευσε τόσον ἀσυνειδήτως ν’ ἀποκόψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
2137ἅμα ἐπανελθὼν εἰς τὰ πράγματα.
2138Γινώσκετε ἤδη, Κύριοι, τοὺς λόγους, δι’ οὓς λήγοντος
2139τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου παρῃτήθη αὐτὸς τῆς Κυβερνήσεως.
2140Ἐτράπη τότε εἰς φυγὴν πρὸ τοῦ μεγέθους τῆς καταστρο-
2141φῆς, ἣν ἐπήνεγκεν ἡ ἀσύνετος οἰκονομικὴ πολιτική του.
2142Ἀλλ’ ἀγνοεῖτε ἴσως ἀκόμη τὸν λόγον, δι’ ὃν ἔσπευσε νῦν
2143νὰ καταλάβῃ τὴν ἀρχήν. Μόλις εἶδε τὴν θύελλαν παρερ-
2144χομένην, μόλις εἶδε τὸν οἰκονομικὸν ἡμῶν οὐρανὸν αἰθριά-
2145ζοντα, μόλις εἶδεν ὅτι ἐπέκειντο κρείττονες ἡμέραι διὰ τὴν
2146Ἑλλάδα καὶ ἀνεζήτησε τὴν περιπόθητόν του ἐξουσίαν,
2147ὅπως δρέψῃ αὐτὸς τοὺς καρποὺς τῶν ἄλλων. Ἐνόμισεν ὅτι
2148αἱ ἀρξάμεναι διαπραγματεύσεις ἠδύναντο νὰ ἐξακολουθή-
2149σωσι καὶ ἐπ’ αὐτοῦ, ἐνόμισεν ὅτι καὶ πρὸς αὐτὸν τὰ κε-
2150φάλαια θὰ εἶχον ἣν καὶ πρὸς ἡμᾶς ἐμπιστοσύνην. Ἀλλ’
2151ἠπατήθη καὶ ἠπατήθη οἰκτρῶς.
2152Οἱ ξένοι, ἅμα τῇ ἐπανόδῳ αὐτοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν,
2153ἤρξαντο νὰ ἔχωσι δυσπίστως πρὸς ἡμᾶς, ἀναλογιζόμενοι ὅτι
2154αὐτὸς ἦτο ὁ συνομολογήσας καὶ σπαταλήσας τὰ πλεῖστα
2155τῶν δανείων, αὐτὸς ἦτο ὁ ἐξωθήσας τὸ Κράτος καὶ τὸν τό-
2156πον εἰς τὸ χεῖλος τῆς ἀβύσσου, καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μετα-
2157πεσὼν ἀπὸ τῆς μιᾶς εἰς τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐκ τῆς ἐπαρ-
2158κείας εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν, ἐκ τῆς πλήρους καὶ ἀκεραίας
2159ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεών μας πρὸς τοὺς πιστωτὰς
2160εἰς τὴν τελείαν ἀναστολὴν τῶν πληρωμῶν, εἰς τὴν πλήρη
2161πτώχευσιν καὶ χρεωκοπίαν. Ἀλλ’ ὡς ἐὰν μὴ ἤρκει τοῦτο,
2162ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔσπευσε διὰ πράξεως ἀνηκούστου εἰς τὰ
2163συνταγματικὰ χρονικὰ καὶ τὰ διεθνῆ νόμιμα νὰ ἀκυρώσῃ
2164διὰ μιᾶς ὑπουργικῆς ἐγκυκλίου ἕνα νόμον τοῦ Κράτους, μίαν
2165διεθνῆ σύμβασιν. Προέβη, Κύριοι, εἰς πρωτοφανῆ αὐθαιρε-
2166σίαν, ἐνῷ ἠδύνατο κάλλιστα, ἔχων ἐνταῦθα τὴν Βουλὴν
2167καὶ πειθήνιον ἐν πᾶσι τὴν πλειονοψηφίαν της, νὰ ἀκυρώσῃ
2168δι’ αὐτῆς καὶ τὸν νόμον περὶ τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπράξεων
2169καὶ τὴν σύμβασιν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως. Καὶ προέ-
2170βη εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν ταύτην, ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι εἶναι
2171ὁ αὐτὸς πάντοτε, ἀχαλίνωτος εἰς τὰ πάθη του καὶ πρὸ
2172τῶν νόμων καὶ πρὸ τῶν συμβάσεων, καὶ ὡς τοιοῦτος ἀνά-
2173ξιος πάσης ἐμπιστοσύνης (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι
2174ἐν τῇ δεξιᾷ).
2175Μὴ θορυβεῖσθε, Κύριοι, σεῖς οἱ ὀπαδοί του. Εἶχε πρὸ
2176τῆς 27 Ἀπριλίου 160–170 ὀπαδοὺς, οἵτινες ὅμως δὲν
2177ἠδυνήθησαν νὰ τὸν ἀναχαιτίσωσι, φεύγοντα ἐκ τῆς ἀρχῆς.
2178Παρομοία φυγὴ καὶ τώρα τῷ παρασκευάζεται· διότι, χάρις
2179εἰς τὰ ἀσύνετα αὐτοῦ μέτρα, οἱ σπουδαιότατοι τῶν κεφα-
2180λαιούχων, οἵτινες ἦσαν πρόθυμοι νὰ μετάσχωσι τῶν πρὸς
2181ἡμᾶς διαπραγματεύσεων, ὡς ὁ Hambro καὶ ὁ Cassel ἐν
2182Ἀγγλίᾳ, ἡ National-Bank καὶ ὁ Bleichroeder ἐν Γερ-
2183μανίᾳ, ἀπέσχον αὐτῶν ὁριστικῶς. Διαμαρτυρίαι ἐπὶ δια-
2184μαρτυριῶν ἐγείρονται κατὰ τῶν αὐθαιρέτων αὐτοῦ μέτρων,
2185καὶ ταχέως πάνυ θὰ ἐκραγῇ νέα, φοβερωτέρα τῆς πρώτης,
2186θύελλα κατὰ τῆς κεφαλῆς του καὶ κατὰ τῆς κεφαλῆς ὅλων
2187ἡμῶν. Τότε ὁ κ. Τρικούπης θὰ τραπῇ καὶ πάλιν εἰς φυγήν,
2188καὶ θὰ τρέχητε ὄπισθέν του σεῖς, οἱ νῦν 102 ὀπαδοί του,
2189ἀλλὰ δὲν θὰ δυνηθῆτε πλέον νὰ τὸν καταφθάσητε.
2190Εἴδετε, Κύριοι, ὁπόσον ἀβάσιμοι καὶ ἀνυπόστατοι, ὁπόσον
2191αὐτόχρημα γελοῖαι ἦσαν αἱ καθ’ ἡμῶν αἰτιάσεις, ἃς ἐξήνεγ-
2192κον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου οἱ προαγορεύσαντες ἐκ τῆς
2193πλειονοψηφίας καὶ τῶν «πολυωνύμων ὁμάδων». Ὑπολείπε-
2194ται νῦν νὰ καταδείξω ὑμῖν, ὁποῖοι οἱ καθ’ ἡμῶν ἐγείραντες
2195τὰς τοιαύτας αἰτιάσεις. Ὀφείλω οὕτω νὰ ἐπαναφέρω τὸ ζή-
2196τημα εἰς τὴν κυρίαν του θέσιν, ἐξ ἧς ἠθέλησαν οἱ προαγορεύ-
2197σαντες νὰ τὸ μετατοπίσωσιν, ἀναζητοῦντες εὐθύνας ἐκεῖ,
2198ὅπου τοιαῦται διόλου δὲν ὑπάρχουσιν, ἀποδεικνύων ἐγώ,
2199τίνες οἱ ὑπεύθυνοι διὰ τὴν παροῦσαν κατάστασιν...
2200§85ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κύριε Εὐταξία, θὰ ἐξακολουθήσητε
2201ἀκόμη ἐπὶ πολύ; Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι καλὸν ν’ ἀναβά-
2202λωμεν δι’ αὔριον;
2203§86ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὂχι· θὰ φροντίσω εἰς τὸ δεύτερον τοῦτο
2204μέρος τοῦ λόγου μου νὰ ἦμαι ὅσον οἷόν τε σύντομος, ἀφοῦ
2205μάλιστα ἔχει παρέλθει ἤδη ἡ ὥρα.
2206Εἶπον, Κύριοι, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι πρωτουργὸς τῆς
2207παρούσης καταστάσεως εἶναι ὁ ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην διέπων
2208τὰς τύχας τῆς Ἑλλάδος καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς αὐτῆς κ.
2209Τρικούπης, συνεργοὶ δὲ ὑπῆρξαν οἱ κατὰ τὰ διαλείμματα
2210τῆς Κυβερνήσεώς του διοικήσαντες τὴν Ἑλλάδα ἢ διαχει-
2211ρισάμενοι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἀξιότιμοι ἐκ Γόρτυνος, ἐκ
2212Μαντινείας καὶ ἐξ Ἄρτης βουλευταὶ κ. κ. Δηλιγιάννης,
2213Κωνσταντόπουλος καὶ Καραπάνος, αὐτοὶ ἐκεῖνοι ἀκριβῶς,
2214οἱ αἴφνης εἰς κατηγόρους μετασχηματισθέντες ἡμῶν, τῶν
2215πάντη ἀθώων, ὡς ἀπέδειξα ἤδη τοῦτο τρανῶς. Εἶμαι ὑπο-
2216χρεωμένος νῦν ν’ ἀποδείξω καὶ κατὰ τί ἕκαστος τούτων
2217συνετέλεσεν εἰς τὴν παροῦσαν κατάστασιν καὶ εὐθύνεται
2218δι’ αὐτήν.
2219Ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ,
2220ἀπονέμων οὕτως εἰς αὐτὸν τὰ πρεσβεῖα τῆς τιμῆς. Ὁ κ.
2221Δηλιγιάννης ἦτο ὁ ἡγέτης τῆς ἐπισήμου καὶ ἀξιωματικῆς
2222Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὸν κ. Τρικούπην καθ’ ὅλην τὴν τε-
2223λευταίαν δεκαετίαν, ἥτις ὑπῆρξεν ἡ γενεσιουργὸς τῆς πα-
2224ρούσης καταστάσεως, διῴκησε δὲ καὶ τὴν Ἑλλάδα κατὰ
2225τὰ ἐν τῷ μεταξὺ διαλείμματα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ.
2226Τρικούπη ἐπὶ διετίαν καὶ ἐπέκεινα. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρ-
2227τυνος Βουλευτὴς εὐθύνεται καὶ ἀρνητικῶς καὶ θετικῶς, ἤτοι
2228καὶ ὡς ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὡς Πρωθυπουρ-
2229γὸς οὐκ ὀλίγον διὰ τὴν παροῦσαν κατάστασιν. Ἀνεδείχθη
2230ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἤρξατο ἡ
2231ἀπαισία ἐκείνη περίοδος, ἡ περιαγαγοῦσα ἡμᾶς εἰς ὃ ση-
2232μεῖον εὑρισκόμεθα τὴν σήμερον. Ἀντεπολιτεύετο ἀπὸ τοῦ
22331882 μέχρι τοῦ 1885 τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη, καὶ τὸ
2234ἀντεπολιτεύετο κατὰ τρόπον ὅλως ἰδιόῤῥυθμον.
2235Ἐνόει πάντοτε νὰ ἀντιλέγῃ εἰς ὅσα μέτρα ὑπέβαλλεν ὁ
2236κ. Τρικούπης, καὶ νὰ καταπολεμῇ ἰδίᾳ τὸ οἰκονομικὸν αὑ-
2237τοῦ σύστημα· ἀλλ’ οὐδέποτε παρῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο,
2238ἵνα ἐξ ἀντιθέτου ἐπιδείξῃ ἴδιόν τι σύστημα, ἴδια μέ-
2239τρα, προσφορώτερα τῶν τοῦ κ. Τρικούπη, οὐδέποτε ἠδυνή-
2240θη ἐπὶ τριετίαν ὅλην ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι αὐτὸς ἐσκέπτετο
2241κάλλιον τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, ὅτι αὐ-
2242τὸς εἶχεν ἐν τῷ νῷ ἄλλα σωστικώτερα μέτρα, ὅπως οὕτως
2243ἐμπνεύσῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀλλὰ
2244θὰ μοὶ εἴπητε ἴσως, πῶς κατώρθωσε τότε ἐν ἔτει 1885 νὰ
2245ἔλθῃ πανίσχυρος, ἐν καταπληκτικῇ πλειονοψηφίᾳ, εἰς τὴν
2246κυβέρνησιν τῆς χώρας; Τοῦτο ὀφείλει πρὸ παντὸς εἰς τὴν
2247ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργείου Τρικούπη; Τὸ Ὑπουργεῖον Τρι-
2248κούπη ἐπολιτεύθη ἐπὶ τριετίαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε
2249ἐξηνάγκασε τὸν λαόν, ὄχι μόνον τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος
2250Βουλευτοῦ, ἀλλὰ καὶ οἱουδήποτε ἄλλου τὴν ἡγεσίαν νὰ
2251προτιμήσῃ, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι χειρότερόν τι δὲν ἠδύνατο
2252νὰ ἐπισυμβῇ τῆς καταστάσεως, ἥτις εἶχε δημιουργηθῆ ὑπὸ
2253τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτήν. Ἀλλ’ εἶχεν
2254ἐπαγγελθῆ τρία τινὰ ὡρισμένως ὁπωσδήποτε. Ὁ κ. Δηλι-
2255γιάννης, ὡς ἀντιπολιτευόμενος. Ἦτο τότε κεκηρυγμένος
2256κατὰ τῆς πολιτικῆς τῶν φόρων, ὑπισχνεῖτο τὴν συνόλῳ
2257νὰ κάμῃ ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔκαμεν
2258ὁ κ. Τρικούπης, καὶ ν’ ἀποκαταστήσῃ τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ
2259προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Πῶς ἐξεπλήρωσε τὰς ἐπαγ-
2260γελίας του ἐκείνας;
2261Ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἦσθε τὴν ἐποχὴν ἐκείνην Βουλευταὶ ἐν-
2262θυμεῖσθε, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐξεπλή-
2263ρωσεν, ἢ ἀνεμνήσθη κἄν τῶν ἐπαγγελιῶν του πρὸς τὸν Ἑλ-
2264ληνικὸν λαόν· ἐνθυμεῖσθε, ἂν δὲν ἐπηύξησεν, ἀντὶ ν’ ἀνα-
2265κουφίσῃ, ὡς ὑπέσχετο, τὰ φορολογικὰ βάρη. Ἐγὼ ἐνθυ-
2266μοῦμαι κάλλιστα, ὅτι, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ
2267εἰσφορᾶς τὸ φθινόπωρον τοῦ 1885, εἶχε παρέλθει ἐπὶ τὸ
2268βῆμα τοῦτο καὶ ἀπολογούμενος κατ’ ἐκείνων, οἵτινες τῷ
2269ἐπέῤῥιπτον, ὅτι ἐν τῷ μέσῳ τῶν κρισίμων πολιτικῶν καὶ
2270οἰκονομικῶν περιστάσεων δὲν ὤκνησε νὰ καταργήσῃ φό-
2271ρους, ἀπηρίθμει ἐντεῦθεν μετὰ κομποῤῥημοσύνης φόρους 11
2272ἑκατομμυρίων, τοὺς ὁποίους αὐτὸς εἶχεν ἐπιβάλει.
2273Εἶχεν ἐπαγγελθῆ, Κύριοι, νὰ κάμῃ τὰ ἀντίθετα ἐκεί-
2274νων, τὰ ὁποῖα ἔκαμνεν ὁ κ. Τρικούπης, καὶ ὅμως μᾶς ὑπέ-
2275βαλε τότε τὸν αὐτὸν σχεδὸν προϋπολογισμὸν, τὰ αὐτὰ
2276μέτρα, καὶ ἐξηκολούθησε τὴν αὐτὴν ἐν πᾶσιν ἀτάσθαλον
2277διοίκησιν, ὡς καὶ ὁ προκάτοχός του. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα
2278ποῖον ἦτο; οἱ προϋπολογισμοὶ, τοὺς ὁποίους αὐτὸς εἰσή-
2279γαγεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐφήρμοσε κατὰ μέγα μέρος, νὰ
2280παρουσιάσωσιν ἐλλείμματα ἀνώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶ-
2281χον παρουσιάσει οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ κ. Τρικούπη, νὰ
2282ἐπιδεινωθῇ δ’ ἐν συνόλῳ ἡ πολιτικὴ καὶ οἰκονομικὴ κατά-
2283στασις καὶ ν’ ἀρχίσῃ πάλιν ὁ λαὸς ἐν ἀπογοητεύσει νὰ
2284στρέφῃ τὸ βλέμμα πρὸς τὸν ἔκπτωτον τῆς 7 Ἀπριλίου.
2285Καὶ ὡσὰν μὴ ἤρκει ἡ διάψευσις αὕτη τῶν ἐπαγγελιῶν του,
2286ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔκαμε καὶ ἄλλως πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο καὶ
2287δὲν ἠδύνατο, ὅπως ἐξαναγκάσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἵνα
2288προσπέσῃ αὖθις εἰς τοὺς πόδας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογ-
2289γίου Βουλευτοῦ. Τὸ ἐπιστέγασμα τῆς ὅλης τοιαύτης πολι-
2290τικῆς του ἦτο ἡ ἐπιστρατεία τοῦ 1885.
2291Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι καὶ δι’ αὐτήν, ὅπως καὶ διὰ πᾶσαν
2292ἄλλην πρᾶξίν του, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς τὴν
2293εὐθύνην ἐννοεῖ νὰ ἐπιῤῥίπτῃ εἰς ἄλλον, πλὴν μόνου τοῦ ἑαυ-
2294τοῦ του. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, τότε τὸ δόγμα, τὸ ὁποῖον
2295ἠθέλησε νὰ καθιερώσῃ ἐν τῇ πολιτικῇ, τὸ δόγμα τῆς ῥυ-
2296μουλκήσεως, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς, ὁ διευθύνων
2297τὰς τύχας χώρας τινὸς, οὐδεμίαν πρέπει νὰ ἔχῃ αὐτὸς
2298πρωτοβουλίαν· τοὐναντίον πρέπει νὰ ἄγηται καὶ νὰ φέρη-
2299ται ἀπὸ τὸν πρῶτον τυχόντα πολίτην, ὡς τοῦτο συνέβη
2300καὶ εἰς αὐτὸν, ὅτε ἀπεφάσισε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιστρα-
2301τείαν κατ’ ἀκολουθίαν τῶν διαδηλώσεων, εἰς ἃς εἶχον προ-
2302βῇ τότε τινὲς ἐνταῦθα ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τοῦ πραξικοπή-
2303ματος τῆς Φιλιππουπόλεως. Διὰ τὴν ἐπιστρατείαν ἐκείνην
2304μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἐπαναλαμβάνει πάντοτε στερεότυπον
2305δήλωσιν, ὅτι τὴν ἤθελον ὅλοι οἱ Βουλευταὶ, τὴν ἤθελε καὶ
2306ὁ κ. Τρικούπης, τὴν ἤθελον οἱ «ἄνδρες Ἀρκάδες» καὶ τὰ
2307τέκνα πάσης γῆς Ἑλληνικῆς. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ
2308Μεσολογγίου Βουλευτὴς, καὶ πάντες οἱ ἄλλοι Βουλευταὶ
2309καὶ οἱ «ἄνδρες Ἀρκάδες» οὐδεμίαν δύνανται νὰ φέρωσιν εὐ-
2310θύνην δι’ ἓν αἴσθημα, ὅπερ εἶχον ἐκδηλώσει τότε.
2311Αὐτὸς καὶ μόνος, ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τότε,
2312φέρει πλήρη καὶ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην αὐτῆς· διότι αὐτὸς
2313μόνος ἠδύνατο ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του νὰ γνωρίζῃ, ἂν ἡ
2314Ἑλλὰς εἶχε νὰ ἐλπίσῃ τι ἐκ τῆς τοιαύτης ἐπιστρατείας,
2315αὐτὸς μόνος ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ, ἂν αἱ περιστάσεις ἦσαν
2316τοιαῦται, ὥστε νὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ δράσῃ,
2317εἴτε καὶ ἄνευ δράσεως νὰ τύχῃ νέας παραχωρήσεως, τῇ
2318ἐπεμβάσει τῶν Δυνάμεων. Ὡς ὅμως ἀπέδειξαν τὰ πράγ-
2319ματα ἀκολούθως, Κύριοι, ἐνῷ ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
2320ἐγίγνωσκεν ἀκριβῶς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς οὐδὲν εἶχε νὰ ἐλπίζῃ,
2321ἐξηκολούθησεν ἐν τούτοις ἐπὶ μῆνας πολλοὺς κρατῶν ὑπὸ
2322τὰ ὅπλα ὀκτὼ ὅλας μυριάδας Ἑλλήνων μαχητῶν· καὶ ὅταν
2323ἡμεῖς τὸν ἠρωτῶμεν, πρὸς τί ἡ ἐπιστρατεία ἐκείνη, πρὸς τί
2324ὅλαι ἐκεῖναι αἱ θυσίαι, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβάλλετο καὶ τὸ
2325Κράτος καὶ ἡ χώρα, πρὸς τί ἡ δαπάνη τοσούτων ἑκατομ-
2326μυρίων, πρὸς τί ἡ ἀπώλεια ἄλλων τόσων ἑκατομμυρίων ἐκ
2327τῆς κατ’ ἰδίαν οἰκονομίας, ἥτις ἀπεστερεῖτο τῶν κυριωτέ-
2328ρων ἐργατῶν της, ἀπήντα, ὅτι ταῦτα πάντα ἐγένοντο δι’ ἓν
2329μέγα κατόρθωμα, τὸ κατόρθωμα τοῦ νὰ ἴδῃ ἡ Ἑλλὰς ὑπὸ
2330τὰς σημαίας της 8 ὅλας μυριάδας ἀνδρῶν, πρᾶγμα τὸ
2331ὁποῖον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ξέρξου οὐδέποτε ἐπανεῖδεν ὁ
2332Ἑλληνισμός. Καὶ ὅταν τῷ ἐλέγομεν, ὅτι ἐπιστρατεία ση-
2333μαίνει κινητοποίησιν πρὸς πόλεμον, σημαίνει ἄμεσον δρᾶ-
2334σιν, αὐτὸς οὐδεμίαν ἀπάντησιν ἔδιδεν εἰς τοῦτο. Ἀνεμένο-
2335μεν, Κύριοι, ἐπὶ πολλοὺς μῆνας καὶ ἐπὶ τέλους ἐπείσθημεν,
2336ὅτι ἡ ἐπιστρατεία ἐκείνη δὲν ἀπηυθύνετο κυρίως κατὰ τῆς
2337Τουρκίας, ἀλλ’ ἀπηυθύνετο κατ’ αὐτῆς τῆς Ἑλλάδος· εἶχε
2338τὸν σκοπὸν νὰ θυσιάσῃ 3 ἕως 4 χιλιάδας νέους, ἀκμαίους
2339ἄνδρας, ὅσους ἴσως δὲν θὰ ἐχάνομεν ἐν κρισίμῳ τινὶ μάχῃ·
2340εἶχε τὸν σκοπὸν δεκάδας πολλὰς ἑκατομμυρίων χρέη νέα
2341νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, εἶχε
2342τὸν σκοπὸν νὰ ἐπιφέρῃ ζημίαν ἀνυπολόγιστον εἰς τὴν κατ’
2343ἰδίαν οἰκονομίαν τῆς χώρας, καὶ εἶχεν ἐπὶ τέλους τίνα νο-
2344μίζετε σκοπόν; νὰ προκαλέσῃ καθ’ ἡμῶν τὸν ἀποκλεισμὸν
2345τῶν ἡνωμένων στόλων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Καὶ πρὸ
2346τοῦ ἀποκλεισμοῦ ἐκείνου τοῦ ἡνωμένου στόλου ἀφ’ ἑνὸς καὶ
2347τῶν στρατιῶν τοῦ Ἐγιοὺπ πασσᾶ ἀφ’ ἑτέρου, πρὸ τῶν
2348διαδραματισθέντων ἰδίᾳ ἐν τοῖς μεθορίοις, ὅπου ἀπὸ στιγ-
2349μῆς εἰς στιγμὴν ἐπηπειλεῖτο εἰσβολὴ τῶν τουρκικῶν στρα-
2350τευμάτων εἰς τὴν Ἑλλάδα, καθ’ ἣν στιγμὴν δηλαδὴ τὸ
2351Κράτος εὑρίσκετο ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς, ἔσπευσε νὰ παραδώσῃ
2352τὰς κλεῖδας εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ ν’ ἀποχωρήσῃ ἐκ τῆς
2353ἀρχῆς, καταλείπων εἰς τὴν τύχην του καὶ τὸ μέγα ἐκεῖνο
2354κόμμα, τὸ ὁποῖον μέχρις τῆς στιγμῆς ἐκείνης τὸν ὑπεστή-
2355ριζε, καὶ τὸν Βασιλέα καὶ τὸ Κράτος καὶ τὴν χώραν.
2356Καὶ ἠπόρει ὕστερον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής,
2357διότι οἱ Βουλευταὶ ὁμοθυμαδὸν τὸν ἐγκατέλιπον καὶ ἐξ
2358ἀνάγκης προσέφυγον εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἐπαρουσίαζε τὴν μό-
2359νην δυνατὴν διέξοδον ἐκ τοῦ ὄντως ἀδιεξόδου καὶ ἀπροχω-
2360ρήτου, εἰς ὃ αὐτὸς εἶχε περιαγάγει τὰ πράγματα. Καὶ
2361εἶχε τὸ θάῤῥος προχθὲς ἀκόμη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ
2362στιγματίσῃ τοὺς τότε μεταστάντας Βουλευτάς, τίνας νο-
2363μίζετε; Τοὺς Βουλευτάς, οἵτινες ἐξ ἀνάγκης ἔδωκαν ψῆ-
2364φον ἐμπιστοσύνης εἰς τὸν κ. Τρικούπην, ὅπως ἀνατεθῇ εἰς
2365αὐτὸν ὁ σχηματισμὸς τοῦ Ὑπουργείου καὶ μὴ μείνῃ ὁ τό-
2366πος ἀκυβέρνητος ἐν οὕτω κρισίμοις στιγμαῖς· Βουλευτάς,
2367οἷοι ὁ Δεληγεώργης, ὁ Ζηνόπουλος, ὁ Σωτηρόπουλος, ὁ
2368Ῥάλλης καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι ἐπίλεκτοι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοι-
2369νοβουλίου. Αὐτοὺς ἐθεώρησεν ἀξίους στιγματισμοῦ, περὶ
2370αὐτῶν εἰπών, ὅτι ἡ μετάστασίς των ἐκείνη ἀποτελεῖ κηλῖδα
2371καὶ ὄνειδος εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου.
2372Ἡ Κυβέρνησίς του, Κύριοι, κατὰ τὸ ἀπαίσιον ἐκεῖνο
2373ἔτος 1885–1886 ἕνα καὶ μόνον εἶχε σκοπὸν, τὸν σκοπὸν
2374τοῦ ν’ ἀποκαταστήσῃ ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει τὸν τέως κατα-
2375πεπτωκότα ἐν αὐτῇ ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου Βουλευ-
2376τὴν καὶ τὸν ἐπαναγάγῃ πανίσχυρον εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς
2377χώρας, καὶ νὰ διαψεύσῃ οὕτω πανηγυρικῶς καὶ ἀποδείξῃ
2378φρούδους ὅλους τοὺς ἀγῶνας τοῦ ἔθνους πρὸς καταπολέμη-
2379σιν τοῦ συστήματος τοῦ κ. Τρικούπη.
2380Καὶ εἴχομεν, Κύριοι, ἔκτοτε νέαν περίοδον τοῦ ἀντιπο-
2381λιτευτικοῦ βίου τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Ἤρ-
2382χισε πάλιν ἐπαναλαμβάνων τὰ αὐτὰ τοῖς αὐτοῖς, ἤρχισε
2383ξηρὸν καὶ ἄγονον ἀντιπολιτευτικὸν ἀγῶνα ἐναντίον τῆς
2384Κυβερνήσεως τῆς τότε, ἐπὶ τετραετίαν ὅλην ἐξηκολούθει
2385πάλιν νὰ κατακρίνῃ, χωρὶς αὐτὸς νὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ ὑπο-
2386δείξῃ ὡρισμένα μέτρα, δι’ ὧν θὰ ἦτο δυνατὸν κατ’ αὐτὸν
2387καὶ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις νὰ βελτιωθῇ καὶ ἡ διοίκησις
2388καὶ ἡ καθόλου πολιτικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους. Καὶ τὸ
2389ἔθνος, χάρις καὶ πάλιν εἰς τὴν νέαν ἀτάσθαλον πολιτικὴν
2390καὶ οἰκονομικὴν διοίκησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου
2391Βουλευτοῦ, ἐλησμόνησε τὰ παθήματα τοῦ 1885 καὶ 1886,
2392καὶ παρηκολούθησε καὶ πάλιν τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος
2393Βουλευτήν, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι αὐτὴν τὴν φορὰν τοὐλάχι-
2394στον θὰ ἐπανήρχετο κρείττων ἑαυτοῦ εἰς τὰ πράγματα.
2395Καὶ ἐπανῆλθεν ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ πάλιν πανίσχυρος,
2396καὶ πάλιν ὡς ἐθνάρχης εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς χώρας κατὰ
2397Ὀκτώβριον τοῦ 1890. Ἀλλὰ τί ἔπραξε, Κύριοι, καὶ τότε;
2398Ἐπανελάμβανεν ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἀπὸ τοῦ 1886–90
2399ὅ,τι καὶ ἀπὸ τοῦ 1882–85, ὅτι δηλαδὴ αὐτὸς θὰ ἔκαμνεν
2400ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔκαμνεν ὁ κ. Τρι-
2401κούπης, καὶ ἔκαμε τὰ αὐτὰ καὶ πάλιν, μὲ μόνην τὴν διαφο-
2402ρὰν, ὅτι ἐν πολλοῖς ἦτο κακόζηλος ἐκείνου ἀντιγραφεύς.
2403Ἀλλ’ ἔκαμε καὶ τι πλέον τούτου νῦν· κατέβαλε πᾶσαν προσ-
2404πάθειαν, ὅπως διασείσῃ καὶ τὴν δημοσίαν καὶ τὴν κατ’ ἰδίαν
2405πίστιν τῆς χώρας. Παρῆλθεν ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
2406ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ διὰ μακρῶν ὑπεστήριξε καὶ ἐζή-
2407τησε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ
2408Μεσολογγίου Βουλευτοῦ ἐπαρουσίαζον ἔλλειμμα 30 καὶ 40
2409ἑκατομμυρίων, καὶ ἐπαρουσίασεν αὐτὸς πανομοιότυπον ἐν
2410πᾶσι πρὸς ἐκείνους προϋπολογισμὸν, ἂν ὄχι καὶ κατά τι
2411χειρότερον. Καὶ ὅταν ἠρώτων οἱ Βουλευταί, διατὶ δὲν προ-
2412βαίνει εἰς μεταβολήν τινα, διατὶ δὲν κάμνει νῦν τὰ ἀντί-
2413θετα τῶν ὅσων ἔκαμνεν ὁ κ. Τρικούπης, αὐτὸς ἀπήντα:
2414δὲν θέλω νὰ διαταράξω τὸ κρατοῦν σύστημα, ἵνα μὴ θεω-
2415ρηθῶ, ὅτι ἀνατρέπω τὸ καθεστώς, καὶ συντελέσω οὕτως εἰς
2416ἐπιδείνωσιν τῆς καταστάσεως. Καὶ ἀκριβῶς οὕτω πράττων
2417συνετέλει εἰς ἐπιδείνωσιν τῆς καταστάσεως· διότι, ὅταν, Κύ-
2418ριοι, εἷς Πρωθυπουργὸς, ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς του,
2419ἔρχηται καὶ λέγῃ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους πα-
2420ρουσιάζει ἔλλειμμα ἐκ 30 καὶ 40 ἑκατομμυρίων, καὶ τοιοῦ-
2421τον προϋπολογισμὸν ζητεῖ νὰ ψηφίσητε καὶ σεῖς ἐκ νέου,
2422πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτὸς νὰ μὴ κλονήσῃ ἐκ βάθρων τὴν
2423πίστιν τοῦ Κράτους;
2424Κατηγόρει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὡς ἀντι-
2425πολιτευόμενος, τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ,
2426ὡς Πρωθυπουργοῦ, ὅτι οὗτος ἠθέτει νόμους καὶ συμβάσεις,
2427ποιούμενος καταχρηστικὴν διάθεσιν τοῦ προϊόντος τῶν δα-
2428νείων εἰς ἄλλους σκοποὺς ἢ εἰς ἐκείνους, δι’ οὓς αὐτὰ ἦσαν
2429προωρισμένα, καὶ ἐπηγγέλλετο, ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει ὤν,
2430ὅτι, ἂν ἤρχετο αὐτὸς εἰς τὰ πράγματα καὶ εἶχε πλειονο-
2431ψηφίαν, ἤθελε τὸν παραπέμψει ἀφεύκτως εἰς τὸ εἰδικὸν δι-
2432καστήριον, ἵνα τὸν δικάσῃ καὶ τὸν καταστήσῃ ἀνίκανον
2433πλέον, ὅπως ἐπανέλθῃ αὖθις εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τοῦτο ἐπα-
2434νέλαβε καὶ προχθὲς ἀκόμη, ἐπιτιθέμενος καθ’ ἡμῶν, ὅτι ἡμεῖς
2435δῆθεν ἐπανεφέραμεν πανίσχυρον τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον
2436τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ πράγματα, ἐνῷ αὐτὸς πάντοτε
2437πᾶσαν προσπάθειαν κατέβαλεν, ἵνα τὸν καταστήσῃ ἀνί-
2438σχυρον πρὸς τοῦτο, ἵνα τὸν ἀπομακρύνῃ ἅπαξ διὰ παντὸς
2439ἐκ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὁποίας προσπα-
2440θείας πρὸς τοῦτο κατέβαλε καὶ τὸ 1885 καὶ τὸ 1890.
2441Ἄφησε τὸ 1885 νὰ γείνῃ ἐξεταστική τις ἐπιτροπὴ τῶν
2442πραγμάτων, καὶ τὴν ἐγκατέλιπεν ἄνευ τῶν ἀπολύτως ἀναγ-
2443καίων πληροφοριῶν· δι’ ὃ ἔσπευσεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη νὰ
2444διαλυθῇ εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη, χωρὶς νὰ κατορθώσῃ νὰ
2445συντάξῃ μίαν κἂν ἔκθεσιν. Ἐπανῆλθεν εἰς τὰ πράγματα
2446κατὰ τὸ 1890, ὁπότε πλέον ἔλεγεν: ἐτελείωσεν, αὐτὴν τὴν
2447φορὰν δὲν σώζεται ὁ κ. Τρικούπης. Καὶ ἀνέμενε τότε ὁ Ἑλ-
2448ληνικὸς λαὸς ἐναγωνίως τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ ἔβλεπε
2449τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου παραπεμπόμενον
2450εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον, καὶ ἀνέμενε νὰ ἴδῃ διατυπουμέ-
2451νας νῦν κατ’ αὐτοῦ τὰς φοβερὰς κατηγορίας, τὰς ὁποίας
2452ἄλλοτε ἐξήγγελλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὁ κ. Δη-
2453λιγιάννης. Ἀνέμενε νὰ ἴδῃ τὸν κ. Τρικούπην κατηγορού-
2454μενον ἐπὶ ἀθετήσει νόμων καὶ συμβάσεων· ἀλλὰ τοῦτο,
2455Κύριοι, δὲν ἐπραγματοποιήθη· τὸ διατὶ δύναται νὰ σᾶς τὸ
2456εἴπῃ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Διότι καὶ
2457αὐτὸς ἠκολούθησε τὴν αὐτὴν πολιτικὴν, ὡς ἐν ἄλλοις πολ-
2458λοῖς, καὶ ἐν τούτῳ. Ἐμιμήθη τὸν κ. Πρωθυπουργόν, δὲν
2459ἠθέλησε καὶ ἐν τούτῳ νὰ φανῇ κατώτερος αὐτοῦ· διὸ ἠθέ-
2460λησε καὶ αὐτὸς τὴν σύμβασιν καὶ τὸν σχετικὸν νόμον περὶ
2461τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, καὶ διέ-
2462θεσε τὸ προϊόν αὐτοῦ εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Πῶς
2463λοιπὸν ἦτο δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ αὐτὸς κατήγορος κατὰ
2464τοῦ κ. Τρικούπη διὰ πράξεις, εἰς τὰς ὁποίας καὶ αὐτὸς ὁ
2465ἴδιος ὑπέπεσεν; Ἐνόμισε λοιπὸν, ὅτι θὰ ἐπραγματοποίει τὴν
2466ἐπαγγελίαν του περὶ κατηγορητηρίου ὑποβάλλων εἰς τοὺς
2467φίλους του κατηγορητήριον κατὰ τοῦ κ. Τρικούπη διὰ τὰ
2468γνωστὰ ἐκεῖνα καττύματα καὶ τὰς ἀρβύλας. Καὶ ὅταν
2469εἶδε, Κύριοι, ὅτι καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτου κατηγορητη-
2470ρίου ἦτο δυνατὸν ἡ Βουλὴ τῆς 14 Ὀκτωβρίου νὰ δώσῃ ψῆ-
2471φον παραπεμπτικὴν κατὰ τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ,
2472παρῆλθεν αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ
2473παρεκάλεσεν, ἐξώρκισεν, ἐξελιπάρησε τοὺς φίλους του Βου-
2474λευτάς, ἵνα δώσωσι ψῆφον ἐπιεικείας, ψῆφον ἀθωωτικὴν
2475ὑπὲρ τοῦ κ. Τρικούπη. Εἶναι ὁ εἷς, Κύριοι, τὸ ἀναγκαῖον
2476συμπλήρωμα τοῦ ἄλλου· οὔτε ὁ κ. Δηλιγιάννης δύναται
2477νὰ κάμῃ ἄνευ τοῦ κ. Τρικούπη, οὔτε ὁ κ. Τρικούπης ἄνευ
2478τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Διὰ τοῦτο, ὀσάκις βλέπῃ ὁ εἷς τὸν ἄλ-
2479λον ἐν κινδύνῳ, σπεύδει πρὸς σωτηρίαν του. Διὰ τοῦτο εἴ-
2480δετε καὶ νῦν τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν ἀπο-
2481δίδοντα τὰ ἴσα πρὸς τὸν κ. Δηλιγιάννην καὶ ἐπιδεικνύοντα
2482πάντοτε ἰδιαιτέραν πρὸς αὐτὸν συμπάθειαν καὶ στοργήν·
2483τὸν εἴδετε σπεύδοντα νὰ τὸν βοηθήσῃ, ἀφοῦ δὲν δύναται
2484πλέον νὰ ἀνακτήσῃ τὸν τίτλον τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπολι-
2485τεύσεως, ν’ ἀνακτήσῃ τοὐλάχιστον τὴν θέσιν τῆς ἀξιωμα-
2486τικῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ εἴδομεν, Κύριοι, τὰς πρὸς τοῦτο
2487προσπαθείας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐξικνουμένας μέχρι κατα-
2488στρατηγήσεως αὐτοῦ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ
2489ἠθέλησε νὰ διορίσῃ αὐτὸς τοὺς φίλους τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἐν
2490τῇ μειονοψηφίᾳ τῶν ἐπιτροπῶν. Διὰ τοῦτο δὲ καὶ ὁ ἀξιό-
2491τιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, θέλων ν’ ἀποδείξῃ νῦν, ὅτι
2492τὸ αἴσθημα τῆς εὐγνωμοσύνης δὲν εἶναι ὅλως ἄγνωστον εἰς
2493αὐτὸν, ἔσπευσε νὰ φέρῃ ἀντιπερισπασμὸν εἰς τὸν προκείμενον
2494ἀγῶνα, ὅστις, ἐνῷ ἔπρεπε ν’ ἀπευθυνθῇ ἑνιαῖος καὶ ἀμέρι-
2495στος κατὰ τοῦ πρωτουργοῦ τῆς παρούσης καταστάσεως καὶ
2496νῦν Πρωθυπουργοῦ, ἰδοὺ, ὅτι χάρις εἰς τὴν δᾷδα τῆς διχο-
2497νοίας, τὴν ὁποίαν πρῶτος ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔῤῥιψεν εἰς τὰς
2498τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μετετράπη εἰς ἐμφύλιον αὐτῆς
2499ἔριδα, ἐξ ἧς βεβαίως μόνος ὁ κ. Τρικούπης ἔχει νὰ κερδήσῃ.
2500Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς κατὰ τὴν τε-
2501λευταίαν πρωθυπουργίαν δὲν ἐκλόνησε μόνον τὴν δημοσίαν
2502ἡμῶν πίστιν ἐκ βάθρων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν κατ’ ἰδίαν πίστιν
2503τῆς χώρας κατήνεγκε καίριον τραῦμα. Διότι, ὅταν ἐν τῇ
2504ἐπισήμῳ ἰδιότητι τῆς ἀρχῆς του τότε διεβεβαίου, ὅτι ὁ
2505προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους εἶχε νὰ ἐπιδείξῃ ἔλλειμμα
2506δεκάδων ὅλων ἑκατομμυρίων, καὶ ἐν ταὐτῷ ὑπέβαλλεν εἰς
2507τὴν Βουλὴν καὶ αὕτη ἐψήφιζε τῇ εἰσηγήσει του παραπλή-
2508σιον ὅλως προϋπολογισμόν, τοῦτο ἦτο βεβαίως ὡς ἐὰν
2509ἔλεγεν, ὅτι τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν εὑρίσκεται εἰς παρα-
2510μονὰς πτωχεύσεως, ἦτο ὡς ἂν ἔκρουεν αὐτὸς τὸν κώδωνα
2511τῆς χρεωκοπίας. Καὶ ἔκτοτε, Κύριοι, ἤρχισεν ἡ οἰκονομικὴ
2512ἡμῶν κρίσις, ἔκτοτε ἔκλεισαν ἑρμητικῶς αἱ θύραι τῶν ξένων
2513κεφαλαίων δι’ ἡμᾶς.
2514Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, Κύριοι, ἀλλὰ τὸ σπουδαιότατον
2515πάντων, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς μέχρι τοῦδε ἐξῆρεν ἐνταῦθα,
2516ἔκτοτε ἔπαυσαν αἱ ξέναι πιστώσεις πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἔκ-
2517τοτε τὰ ξένα κεφάλαια, τὰ διατεθειμένα παρ’ ἡμῖν, ἤρχι-
2518σαν ν’ ἀποσύρωνται, ἔκτοτε οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ κάτοχοι
2519Ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἔσπευδον νὰ ἐκποιήσωσιν αὐτὰ ἐν
2520Ἑλλάδι, νὰ τὰ μεταβάλλωσιν εἰς χρυσὸν καὶ νὰ ἐξάγωσι
2521τοῦτον ἐντεῦθεν, ἔκτοτε αἱ διάφοροι ἀξίαι τῶν Τραπεζῶν
2522καὶ τῶν ἑταιριῶν ἐπεστρέφοντο σωρηδὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα,
2523καὶ ἕκαστος ἐπροθυμοποιεῖτο νὰ μεταβάλῃ αὐτὰς εἰς χρυ-
2524σὸν καὶ τὸν ἐξαγάγῃ ἐκ τοῦ τόπου. Δὲν ἐπῆλθε, Κύριοι, ἡ
2525ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος τότε, διότι ὁ κ. Δηλιγιάν-
2526νης, ἐν ἀνάγκῃ εὑρεθείς, καθόσον οὐδεμία θύρα ἠνοίγετο
2527πλέον εἰς αὐτὸν πρὸς συνομολόγησιν δανείου, ἐπρομηθεύθη
2528ἐκ τοῦ τόπου συνάλλαγμα καὶ ἐπλήρωσε τὰ τοκομερίδια
2529τῆς Βʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1891. Ἡ ὑπερτίμησις ἐκείνη ἐπῆλθε
2530κυρίως διότι κατ’ ἀκολουθίαν τῆς οἰκονομικῆς του πολι-
2531τικῆς ἐνεπνεύσθη τοιοῦτος πανικὸς εἰς τὰ ξένα κεφάλαια,
2532ὥστε κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο θὰ ἀπεσύρθησαν πάντως ἄνω τῶν
2533100,000,000 εἰς χρυσὸν ἐκ τοῦ τόπου.
2534Ἀνῆλθε, Κύριοι, εἰς τὴν ἀρχὴν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος
2535Βουλευτὴς ἐν ἔτει 1890 μὲ τὴν ἐπαγγελίαν τῆς ἀνορθώ-
2536σεως τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν, καὶ ἀντὶ νὰ ἀνορ-
2537θώσῃ ταῦτα, εἴδετε ὅτι ἐκινδύνευσε νὰ συμπαρασύρῃ μετ’
2538αὐτῶν εἰς τὴν καταστροφὴν καὶ τὰ κατ’ ἰδίαν οἰκονομικὰ
2539τῆς χώρας. Ἐδέησε διὰ τοῦτο ν’ ἀποπεμφθῇ τῆς ἀρχῆς τῇ
254017 Φεβρουαρίου 1892. Τὴν ἀποπομπήν του ἐκείνην ἠθέ-
2541λησε ν’ ἀποδώσῃ τότε εἰς μελετωμένας ἀνατροπὰς τῶν συν-
2542ταγματικῶν ἡμῶν θεσμῶν, καὶ ἐζήτησεν ἐπὶ τοῦ πεδίου
2543τούτου νὰ μεταφέρῃ τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα τῆς 3 Μαΐου.
2544Ἐφόρεσε τὸν ἐρυθρὸν Φρύγιον σκοῦφον καὶ ἀπὸ τοῦ ἐξώστου
2545τῆς οἰκίας του, καὶ ἐν Τριπόλει, καὶ ἐν Λαγκαδίοις, καὶ
2546εἰς αὐτὴν τὴν ἱστορικὴν Καρκαλοῦν, κατήγγειλεν ὑπονομεύ-
2547σεις τῶν συνταγματικῶν ἡμῶν θεσμῶν, καὶ ἠπείλει, ἐν περι-
2548πτώσει ἀποτυχίας τῶν πολιτικῶν του φίλων ἐν τῷ ἐκλο-
2549γικῷ ἐκείνῳ ἀγῶνι, ἐπαναστάσεις καὶ ἀνατροπάς. Εἶναι
2550ἀληθές, ὅτι ὑποστὰς τὴν ἧτταν ἐκείνην καὶ ἐπανελθὼν ἐν-
2551ταῦθα ἐλησμόνησε καὶ τὰς προτέρας ἀπειλάς του καὶ τοὺς
2552φίλους, τοὺς ὁποίους ἄφησε νεκροὺς καὶ τραυματίας ἀνὰ
2553τὰς χαράδρας καὶ τὰς φάραγγας, ἐφρόντισε δὲ ἐγκαίρως
2554καὶ τὸν Φρύγιον σκοῦφον νὰ κρύψῃ ἐπιμελῶς ὑπὸ μάλης,
2555ἀντικαθιστῶν αὐτὸν διὰ τοῦ γνωστοῦ λευκοῦ Ἀμοργίνου
2556σκούφου του, καὶ νὰ ἐμφανισθῇ ὡς ὁ νομιμοφρονέστατος τῶν
2557ἀνθρώπων, καὶ ν’ ἀπορῇ μάλιστα, ὅτι παρεξηγήθη ὁ τότε
2558ἀγὼν, καὶ νὰ ἐκπλήττηται διατί οἱ φίλοι του ὑπέστησαν
2559τὴν καταστροφὴν ἐκείνην. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι καὶ
2560προχθὲς ἀκόμη, ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐπε-
2561μαρτύρετο τὴν ἀλήθειαν· τὴν «αὐτοκράτειραν ἀλήθειαν»,
2562ὡς ἔλεγεν, οὐδέποτε εἰς τὸν βίον του ἀπηρνήθη, οὐδὲ τώρα
2563ἐνόει ν’ ἀπαρνηθῇ. Καὶ ἐπὶ τούτῳ μᾶς διεβεβαίου, ὅτι μόνον
2564μία ἐφημερίς, φιλικῶς πρὸς αὐτὸν διακειμένη, ἠθέλησε νὰ
2565χαρακτηρίσῃ τὴν ἀποπομπήν του ὡς πραξικόπημα· αὐτὸς
2566οὐδέποτε διημφισβήτησε τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Στέμμα, ἵνα
2567τὸν ἀποπέμψῃ. Μόνον τὰς οἰκονομικὰς συνεπείας διὰ τὸ
2568Κράτος ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, καὶ εἶπε καὶ τότε, καὶ τώρα ἐπα-
2569ναλαμβάνει, ὅτι ἡ ἀποπομπή του συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ
2570ἀνακοπῇ τὸ σωτήριόν του ἔργον. Ἀλλὰ scripta manent!
2571Δυστυχῶς δὲ διὰ τὸν κ. Δηλιγιάννην, αἱ τότε ἀγορεύσεις
2572του ἔχουσι δημοσιευθῆ ἐν αὐτῷ τῷ ἰδιαιτέρῳ δημοσιογρα-
2573φικῷ του ὀργάνῳ, ἐν τῇ «Πρωΐα», καὶ διαψεύδουσι μὲ τὸν
2574αὐθεντικώτερον τρόπον ὅσα καὶ προχθὲς καὶ ἄλλοτε εἶπε,
2575καὶ ἐλέγχουσιν αὐτὸν ὡς οὐδεμίαν σχέσιν ἔχοντα πρὸς τὴν
2576«αὐτοκράτειραν ἀλήθειαν». Ἀκούσατε δὲ τώρα, τί ἔλεγεν
2577ἀπὸ τὸν ἐξώστην τῆς οἰκίας του τῇ 18 Φεβρουαρίου, θέ-
2578λων νὰ δικαιολογηθῇ, διατί, κληθεὶς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως νὰ
2579ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του, ἠρνήθη νὰ πράξῃ τοῦτο
2580(ἀναγινώσκει):
2581«Ἡμεῖς ἐτάχθημεν ὡς φρουροὶ τῶν θεσμῶν, καὶ ἔχομεν
2582καθῆκον νὰ μείνωμεν εἰς τὴν θέσιν τοῦ φρουροῦ, ὡς στρα-
2583τιῶται ἔχοντες τὸ ὅπλον ἐπὶ βραχίονος. Καὶ ὀφείλομεν νὰ
2584φρουρῶμεν, διότι πολλῶν εἰδῶν ἐχθροὶ πολεμοῦσι τὰ συμφέ-
2585ροντα καὶ ὑπονομεύουσι τοὺς θεσμοὺς τῆς χώρας.»
2586Καὶ ἐν Λαγκαδίοις ὁ Δεληβοριᾶς, προσφωνῶν τὸν κ. Δη-
2587λιγιάννην, κατήγγειλε τίνες τὸν ἀπέπεμψαν ἐκ τῆς ἀρχῆς
2588(ἀναγινώσκει):
2589«... Οἱ ἐργάται τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν ἑλληνικῶν θα-
2590λασσῶν, τοῦ ὀνείδους τῆς Κούτρας, τοῦ χρηματιστικοῦ ἀπο-
2591κλεισμοῦ, εἶναι τέλος οἱ τολμητίαι τῆς 17 Φεβρουαρίου,
2592οἵτινες διὰ τοῦ πραξικοπήματός των ἀνέκοψαν τὴν ἐθνοσω-
2593τήριον πορείαν σου.»
2594Ὁ δὲ κ. Δηλιγιάννης ἀντεφώνησεν (ἀναγινώσκει):
2595«... Σεῖς δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ μάθητε παρ’ ἐμοῦ, τί
2596συνέβη ἐν Ἀθήναις κατὰ τὸν παρελθόντα Φεβρουάριον...
2597Πρὸ μικροῦ δὲν ἀφηγήθη αὐτὰ ὑμῖν ὁ ἐν ὀνόματι ὑμῶν
2598προσαγορεύσας με εὐμαθὴς νέος;»
2599Ἀλλ’ ἐν Τριπόλει εἶχεν ἀναπετάσει ἀναφανδὸν σχεδὸν
2600τὴν ἀνταρτικήν του σημαίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βου-
2601λευτής. Ἐκεῖ ἔλεγεν (ἀναγινώσκει):
2602«... Ἂν ὅμως δὲν στέργητε ταῦτα, σπεύσατε νὰ ἐκλέ-
2603ξητε Βουλευτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ὑποσχεθῆ δη-
2604μοσίᾳ, ὅτι δὲν θέλουσιν ὑπάγει εἰς τὰς Ἀθήνας, ἵνα...
2605εὐτελεῖς θέσωσι τὰς ψήφους αὐτῶν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς φαύ-
2606λης φιλαρχίας ἢ τῶν ἐν τοῖς Ἀνακτόροις ἀσυνειδήτων κο-
2607λάκων,... ἀλλὰ θέλουσι συντελέσει, ἵνα τὸ Στέμμα ἀκο-
2608λουθήσῃ πεποιθότως τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν
2609κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν κεχαραγμένην ὁδὸν, ἐπανερχόμε-
2610νον ἐπ’ αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον ἀπὸ ταύτης ἀπεμακρύνθη... Ἐλ-
2611πίζω οἱ θρασεῖς νὰ μὴ στηρίζωσιν ἐπὶ ταύτης (τῆς μέχρι
2612τοῦδε νομιμοφροσύνης καὶ συντηρητικότητός μου) τὰς ἐκ-
2613τρόπους συμβουλάς των, οὐδὲ νὰ ἐνισχύσωσι δι’ αὐτῆς πει-
2614ράματα παράτολμα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ παρελθὸν ἐτιμω-
2615ρήθησαν ἀληθῶς, ἀλλὰ δαπάναις τῆς χώρας. Καὶ σήμερον
2616ἔτι προσπαθῶ νὰ προλάβω τοιαῦτα δεινά· δὲν σᾶς ἀποκρύ-
2617πτω ὅμως, ὅτι δὲν κρίνω αὐτὰ ἀπίθανα, ἂν σεῖς δὲν σπεύ-
2618σητε νὰ λύσητε ἠρέμα διὰ τῆς ψήφου σας τὰς περιδεθεῖ-
2619σας ἀκατανοήτας πλοκάς. Μὴ διστάσητε νὰ πράξητε
2620κατὰ τὰς συμβουλάς μου, ἵνα μὴ ἀναγκασθῆτε νὰ
2621ἐπαναστατήσητε.»
2622Ἐννοεῖται, Κύριοι, ὅτι οἱ φρόνιμοι καὶ φιλόνομοι Τριπο-
2623λῖται, ὡς καὶ πάντες οἱ Ἕλληνες, πρὸς οὓς τότε ἀπετεί-
2624νετο ὁ κ. Δηλιγιάννης, οὔτε κατὰ τὰς συμβουλάς του
2625ἔπραξαν, οὔτε ᾐσθάνθησαν τὸ παράπαν διὰ τοῦτο τὴν
2626ἀνάγκην νὰ ἐπαναστατήσωσιν, ὁ δὲ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος
2627Βουλευτὴς, ἐπανελθὼν εἰς Ἀθήνας, ἐφόρεσε τὸν εἰρηνικὸν
2628Ἀμοργῖνον σκοῦφόν του καὶ ἀπεχώρησεν εἰς τὴν ἐν Κηφισ-
2629σιᾷ Καπρέραν του, ὡς ἄλλος Ἀχιλλεὺς, μηνίων, ὡς σύνη-
2630θες αὐτῷ, καθ’ ὅλου τοῦ κόσμου, πλὴν μόνου τοῦ ἑαυτοῦ
2631του. Ἐνόμισεν ὅτι οὕτως ἐξεδικεῖτο τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν
2632διὰ τὴν ἧτταν τῆς 3 Μαΐου, ἀφίνων ἐλεύθερον τὸ στάδιον
2633εἰς τὸν κ. Τρικούπην, καὶ τὴν ὑποστηρίζουσαν αὐτὸν κατα-
2634πληκτικὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ νέᾳ Βουλῇ. Ὅτε δὲ εἶδεν,
2635ὅτι ἀνεφαίνετο ἄλλη Ἀντιπολίτευσις ἐν τῇ Βουλῇ, ἀγωνιζο-
2636μένη βῆμα πρὸς βῆμα πρὸς τὸν νικητὴν τῆς 3 Μαΐου, Ἀντι-
2637πολίτευσις μὴ περιοριζομένη εἰς μόνον τὸ ἀρνητικόν της
2638ἔργον, μὴ κατακρίνουσα μόνον τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη ὑπο-
2639βαλλόμενα εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα, ἀλλὰ καὶ θετικῶς ἀντε-
2640πεξερχομένη πρὸς αὐτὸν καὶ ἐφ’ ἑκάστου ζητήματος ἀντιτάτ-
2641τουσα τὴν ἰδίαν θετικήν της γνώμην· ὅτε εἶδεν, ὅτι ἡ Ἀντι-
2642πολίτευσις αὕτη ἀνέπτυσσεν ἴδιον ὡρισμένον πρόγραμμα καὶ
2643ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ ἐπὶ παντὸς ἄλλου ζητήματος,
2644καὶ κατέκτα ὁσημέραι ἔδαφος, τότε, πλὴν τότε καὶ μόνον
2645ἐσκέφθη νὰ προσέλθῃ καὶ αὐτὸς εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ καὶ
2646τότε ὄχι ὅπως ἐπέλθῃ ἐπίκουρος εἰς τὸν τοιοῦτον ἀγῶνα,
2647ἀλλ’ ὅπως παρακωλύσῃ αὐτὸν, ὅπως προκαλέσῃ ἐν ταῖς
2648τάξεσι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀντεγκλήσεις καὶ ἐκθέσῃ οὕτως
2649αὐτὴν εἰς τὰ ὄμματα τοῦ κόσμου, ὡς διῃρημένην καὶ ἀλ-
2650ληλοσπαρασσομένην, καὶ ἐνισχύσῃ οὕτως ἀρνητικῶς τὸν κ.
2651Τρικούπην. Οὕτως ἐπολιτεύθη καὶ κατὰ τὴν πρώτην καὶ
2652κατὰ τὴν δευτέραν, οὕτως ἐννοεῖ νὰ πολιτευθῇ καὶ κατὰ
2653τὴν τρίτην ταύτην σύνοδον τῆς παρούσης βουλευτικῆς
2654περιόδου (θόρυβος καὶ διακοπαὶ ἐκ τοῦ πρώτου θρα-
2655νίου τῆς ἀριστερᾶς).
2656§87ΡΑΛΛΗΣ. Τέλος πάντων αὐτὰ εἶναι γεγραμμένα εἰς τὰ
2657πρακτικά. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος μᾶς ἐμέμφθη μά-
2658λιστα διὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν κατὰ
2659τὴν αʹ καὶ βʹ σύνοδον τῆς παρελθούσης περιόδου.
2660§88Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ
2661Ἀττικῆς οὐδὲν δικαίωμα ἔχει νὰ παραπονῆται. Ὁ κ. Βου-
2662λευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κατὰ τὴν 5 Μαΐου 1892 ἦλθεν εἰς τὴν
2663οἰκίαν μου καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ συνεννοηθῶμεν, διὰ
2664νὰ ὀργανώσωμεν ἀντιπολίτευσιν, ὅπως ἀντιπολιτευθῶμεν
2665τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ἀπεκρίθην εἰς τὸν
2666κ. Βουλευτὴν, ὅτι θεωρῶ τὰ συμβεβηκότα τόσον σοβαρὰ,
2667ὥστε δὲν δύναμαι νὰ νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ συνεννοηθῶ
2668μετ’ αὐτοῦ (θόρυβος καὶ διάλογοι).
2669§89ΡΑΛΛΗΣ...
2670§90ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤλθετε εἰς τὴν οἰκίαν μου....
2671§91ΡΑΛΛΗΣ. Ποτέ!
2672§92ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ... μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 3 Μαΐου, καὶ
2673μοὶ ἐπροτείνατε εἰς τὸ δωμάτιον μου σύμπραξιν.
2674§93ΡΑΛΛΗΣ. Μετὰ τὰς ἐκλογὰς δὲν τὸν εἶδον (θόρυβος
2675καὶ ἀντεγκλήσεις).
2676§94ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, μὴ ἀφίνετε νὰ δια-
2677κόπτουν· ἐπαναφέρετε τὴν τάξιν.
2678§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι.
2679§96ΡΑΛΛΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, πῶς ἤρχετο κατατετραυματι-
2680σμένος μετὰ τὴν 17 Φεβρουαρίου, καὶ τότε μὲ παρεκάλε-
2681σαν νὰ μεταβῶ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Ι. Ἀντωνοπούλου...
2682§97ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ σὲ παρεκάλεσα;
2683§98ΡΑΛΛΗΣ... ὅπου καὶ συνηντήθημεν· ἦτο ἡ μόνη συνάν-
2684τησις, τὴν ὁποίαν ἔσχομεν, ἐπρόκειτο δὲ περὶ συνεννοήσεως
2685(θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
2686§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι.
2687§100ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι μετὰ τὴν 3
2688Μαΐου ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν μου καὶ μοὶ ἐπρότεινε νὰ συμ-
2689πράξωμεν, καὶ τὸν ἀπέπεμψα (θόρυβος).
2690§101ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυ-
2691νος, ὁ ὁποῖος θὰ μὲ ἀπέπεμπεν· ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυ-
2692νος ζητεῖ μερικὰς ψήφους ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερ-
2693νήσεως, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὰς ἐπιτρο-
2694πάς... (παρατεταμένος θόρυβος).
2695§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, παρακαλῶ, Κύριοι.
2696§103ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς ἐπίῤῥωσιν τῆς βε-
2697βαιώσεως τοῦ σεβαστοῦ μοι ἀρχηγοῦ... (Θόρυβος παρα-
2698τεταμένος).
2699§104ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπαναφέρατε τὴν τάξιν.
2700Δὲν ἐπιτρέπω πλέον διακοπὰς (θόρυβος).
2701§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι.
2702§106ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε,
2703νὰ εἴπω δύο λέξεις.
2704Πρὸς ἐπίῤῥωσιν τῆς βεβαιώσεως... (Θόρυβος καὶ
2705διάλογοι ἀντεγκλητικοί).
2706§107ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Χριστόπουλε, μετ’ ἐμὲ ὁμιλεῖτε (Θό-
2707ρυβος).
2708§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε τέλος πάντων, Κύριοι. Δὲν
2709εἶναι κατάστασις αὐτή!
2710§109ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης, Κύριοι, λέγει, ὅτι ἡμεῖς
2711ἐζητήσαμεν μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 3 Μαΐου τὴν σύμπρα-
2712ξίν του ἐν τῷ ἀγῶνι πρὸς τὸν κ. Τρικούπην. Τοῦτο ἐγὼ
2713δὲν ἀρνοῦμαι· ἀλλὰ δὲν θ’ ἀρνηθῇ καὶ αὐτὸς, ὅτι ἀντὶ τῆς
2714τοιαύτης συμπράξεως προετίμησεν αὐτὸς τότε ν’ ἀποχωρήσῃ
2715εἰς Κηφισσίαν, καὶ ἔκτοτε, ὁσάκις ἤρχετο εἰς τὴν Βουλήν,
2716νὰ ἔρχηται μόνον καὶ μόνον ὅπως παράσχῃ πράγματα εἰς
2717τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ φέρῃ ἀντιπερισπασμὸν εἰς τὸν
2718ἀγῶνα αὐτῆς πρὸς τὸν κ. Τρικούπην (Θόρυβος). Τοιοῦτος
2719ὑπῆρξε, Κύριοι, πάντοτε ὁ ἀνήρ. Ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει
2720ὑπῆρξε πάντοτε ὁ φυσικὸς σύμμαχος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
2721ἐν τῇ Κυβερνήσει ὁ κακόζηλος αὐτοῦ ἀντιγραφεύς, οὕτω
2722δὲ καὶ ἀρνητικῶς καὶ θετικῶς, ὡς προεῖπον, συνετέλεσεν
2723εἰς τὴν ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην ἐπικράτησιν τοῦ διέποντος ἡμᾶς
2724ὀλεθρίου συστήματος καὶ εἰς τὴν προελθοῦσαν ἐξ αὐτοῦ
2725καταστροφήν. Ἰδοὺ ὁ εἷς τῶν κατηγόρων μας, ὁ θελήσας
2726νὰ ζητήσῃ ἄνευ λόγου παρ’ ἡμῶν εὐθύνας, ἐνῷ αὐτὸς οὗτος
2727τόσον βαρείας ὑπέχει εὐθύνας διὰ τὴν παροῦσαν κατάστα-
2728σιν, ἐνῷ αὐτὸς εἶνε κυρίως κατηγορούμενος. Μεταβαίνω νῦν
2729εἰς τὸν δεύτερον κατήγορον ἡμῶν, τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μαντι-
2730νείας Βουλευτήν.
2731Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος κατέκρινεν καὶ αὐτὸς ἡμᾶς
2732καὶ ὁλόκληρον τὸ παρελθὸν διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν καταστρο-
2733φήν, ἐξ ἧς θεωρεῖ ὅλως ἀθῷον ἑαυτόν. Καὶ ὅμως, Κύριοι,
2734ὁ κύριος αὐτὸς πολιτεύεται ἀπὸ τοῦ 1882; ἐὰν δὲ μὲ
2735ἀπατᾷ ἡ μνήμη. Καὶ κατ’ ἀρχὰς μὲν εἶχε ταχθῆ εἰς τὴν
2736πολιτικὴν μερίδα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ
2737καὶ ὑπεστήριζεν ἐκθύμως ὅλα τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεώς
2738του. Ἀκολούθως, διὰ λόγους συνήθεις δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν
2739εἰς τὰς τοιαύτας μεταστάσεις, ἐγκατέλιπεν αὐτὸν καὶ κατε-
2740τάχθη ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὑφ’
2741ἣν διετέλεσε μέχρι τέλους τοῦ 1891, ὅτε, μὴ διορισθέντος
2742ἑνὸς ὑποταμίου, ἂν δὲν πλανῶμαι, ἐγκατέλιπε καὶ τὸν κ.
2743Δηλιγιάννην. Ἐνῷ δὲ, ὡς βλέπετε, ἐπὶ δέκα ἔτη ὑπεστή-
2744ριζε καὶ αὐτὸς τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο, εἰς ὃ ὀφείλονται ὅλα
2745τὰ κατατρύχοντα νῦν ἡμᾶς κακὰ, τὸν ἠκούσατε προχθὲς
2746βάλλοντα καὶ αὐτὸν τὸν λίθον τοῦ ἀναθέματος κατὰ τῆς
2747πολιτικῆς ἐκείνης. Κρίμασιν, οἷς οἶδε Κύριος, ἦλθεν ἀκολού-
2748θως καὶ αὐτὸς εἰς τὰ πράγματα, ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
2749νήσεως, ἐνῷ δὲ, ὡς διαβεβαιοῖ τώρα, πρὸ πολλοῦ εἶχε σχη-
2750ματίσει τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν εὕρηται ἐν ἐπαρκείᾳ οὔτε
2751τὸ Κράτος οὔτε ἡ χώρα, οὐδὲν ἧττον ὡς κυβερνήτης δὲν
2752εἶχε τὸ θάῤῥος τῆς πεποιθήσεώς του, ἵνα, καθ’ ἣν στιγμὴν,
2753ὡς εἶπεν, εὕρισκε κενὰ τὰ ταμεῖα, ἀναστείλῃ τὰς πληρω-
2754μὰς τοῦ Δημοσίου καὶ κηρύξῃ αὐτὸ εἰς κατάστασιν πτω-
2755χεύσεως, ἀλλὰ κατέφυγεν εἰς τὴν συνομολόγησιν δανείου
2756αὐτόχρημα χρεωκοπικοῦ, τοῦ δανείου τῶν 16,500,000,
2757ὅπως πληρώσῃ δι’ αὐτοῦ τὰ τοκομερίδια τῆς Αʹ ἑξαμηνίας
2758τοῦ 1892, διαβεβαιῶν τότε τοὺς πιστωτάς μας, ὅτι τὸ
2759Κράτος εἶναι ἐν ἐπαρκείᾳ. Καὶ συνωμολόγησε, Κύριοι, τὸ
2760δάνειον ἐκεῖνο ὑπὸ ὅρους βαρυτάτους. Κατ’ ἀκριβεῖς ὑπολο-
2761γισμοὺς οἱ τόκοι αὐτοῦ ἐπὶ ἓν ἔτος ἀνῆλθον εἰς τὰ 18%
2762ἔδωκεν ὁμολογίας 16,500,000 φράγκων χρυσῶν, δηλ. ἀνέ-
2763λαβε τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως τὸ Δημόσιον πληρώσῃ μετὰ
276425 ἔτη τοῖς μετρητοῖς εἰς χρυσὸν πρὸς τοὺς πιστωτάς του
276516,500,000, καὶ ἀπέναντι αὐτοῦ ἔλαβε μόλις 10,998,900
2766φρ. Καὶ αὐτὸς ἔρχεται τὴν σήμερον νὰ κατακρίνῃ ἡμᾶς, ὅτι
2767συνωμολογήσαμεν τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως ὑπὸ ὅρους
2768ἐπαχθεστάτους, ὅτι παρέσχομεν ἑκατομμύρια ἀμύθητα ὡς
2769κέρδη εἰς τοὺς συμβληθέντας μεθ’ ἡμῶν, εἰ καὶ, ὡς σᾶς ἀπέ-
2770δειξε ἤδη, τὰ ἑκατομμύρια αὐτὰ ἦσαν μᾶλλον ζημίαι, ἀνερ-
2771χόμεναι εἰς 600 καὶ ἐπέκεινα χιλιάδας φράγκων, ἐνῷ οἱ μετ’
2772αὐτοῦ συμβληθέντες εἶχον κερδήσει ἀμέσως 5½ ἑκατομ-
2773μύρια φράγκων χρυσῶν. Καὶ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον· ἠθέλησε
2774νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς ἡμᾶς καὶ δολίαν χρεωκοπίαν, αὐτὸς μόνος
2775ἐξ ὅλων τῶν Βουλευτῶν.
2776Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, δύναται νὰ γίνηται λόγος περὶ δολίας
2777χρεωκοπίας, οὗτος παρὰ παντὸς ἄλλου δύναται νὰ γείνῃ,
2778πλὴν μόνου αὐτοῦ, ὅστις, ἐνῷ εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ
2779Κράτος εὕρηται ἐν ἀνεπαρκείᾳ, ἐν καταστάσει πτωχεύ-
2780σεως, οὐδὲν ἧττον ἐξηπάτησε τοὺς πιστωτάς μας, ὅπως
2781πορισθῇ τὰ 16½ ἑκατομμύρια, εὐθὺς δὲ, ὡς ἐπορίσθη
2782αὐτὰ, ἤρξατο κηρύττων τὸ κήρυγμα τῆς χρεωκοπίας καὶ
2783λέγων ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ἀναστείλῃ τὰς πληρωμάς
2784της, πρέπει ἄρα νὰ φανῇ, ὅτι ἐξηπάτησε καὶ αὐτοὺς ἐκεί-
2785νους, παρ’ ὧν ὁ ἴδιος μόλις πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἔλαβε τὰ
278616½ ἑκατομμύρια.
2787Ἕτερος κατήγορος, Κύριοι, καθ’ ἡμῶν ὑπῆρξεν ὁ ἐξ
2788Ἄρτης κ. Βουλευτής. Καὶ αὐτὸς ἠθέλησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς
2789ἡμᾶς, ὅτι ἐχρεωκοπήσαμεν τὸ Κράτος διὰ τοῦ δανείου τῆς
2790κεφαλαιώσεως, καὶ αὐτὸς ἠθέλησε νὰ κατακρίνῃ ὅλον τὸ
2791παρελθὸν, ἐξ οὗ ἐζήτησεν ὁ ἴδιος ν’ ἀπονίψῃ τὰς χεῖράς του.
2792Ἀλλ’ ὁ κ. Καραπάνος καθ’ ὅλην τὴν πρώτην περίοδον τῆς
2793Κυβερνήσεως Τρικούπη, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ
27941885 καὶ μέχρι τοῦ 1886, ὑπεστήριζεν αὐτὸν ἐκθύμως καὶ
2795εἶχε ψηφίσει ὅλα τὰ φορολογικὰ μέτρα, ὅλα τὰ δάνεια
2796ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων χθὲς ἀπεφαίνετο, ὅτι ἤρχισαν νὰ
2797παρασκευάζωσι τὸ πρῶτον τὴν χρεωκοπίαν τῆς Ἑλλάδος.
2798Ὁ κ. Καραπάνος ἀπὸ τοῦ 1880 καὶ ἐντεῦθεν ἐγένετο ἀντι-
2799πολιτευόμενος, καὶ ἐβεβαίου ἔκτοτε, ὡς καὶ χθὲς ὡμολόγη-
2800σεν ὁ ἴδιος, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑψώσωμεν τὴν σημαίαν τῆς
2801χρεωκοπίας. Ἀλλ’ ὅτε, Κύριοι, ἦλθεν αὐτὸς εἰς τὴν κυβέρ-
2802νησιν τῆς χώρας, ἐλησμόνησεν ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐκή-
2803ρυττε πρίν· ἀμέσως ἐπίστευσεν εἰς τὴν ἐπάρκειαν τῆς χώρας,
2804καὶ ἐζήτησε νὰ δανεισθῇ καὶ αὐτὸς, καὶ ἔλαβε δάνειον 15
2805ἑκατομμυρίων ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου τοῦ σιδηρο-
2806δρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ
2807καὶ ἐζήτησε νὰ συνομολογήσῃ καὶ μεγαλείτερον δάνειον ἐξ
2808100 περίπου ἑκατομμυρίων διὰ τοῦ νόμου ΑϠΜΔʹ τοῦ 1891,
2809δυστυχῶς ὅμως δι’ αὐτὸν, ἴσως ἴσως δὲ καὶ τῇ συνενοχῇ
2810του, εἶχον κλείσει ἤδη αἱ θύραι τῶν δανείων δι’ ἡμᾶς.
2811Εἶπον «τῇ συνενοχῇ του», διότι, ἀφοῦ ἐπὶ τέσσαρα ὅλα ἔτη
2812ἐκήρυττεν ἐντεῦθεν τὸ εὐαγγέλιον τῆς χρεωκοπίας, ἀφοῦ
2813καὶ αὐτὸς ἔλαβε μέρος τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πει-
2814ραιῶς–Λαρίσσης, καὶ παρὰ τὸν προορισμόν του τὸν ἀρχι-
2815κὸν, παρὰ τὸν νόμον καὶ τὴν σχετικὴν σύμβασιν, τὸ διέθε-
2816σεν εἰς κάλυψιν ἐλλειμμάτων, εἰς πληρωμὴν τοκομεριδίων,
2817πῶς ἠδύνατο ἀκολούθως ν’ ἀποταθῇ εἰς τοὺς ξένους κεφα-
2818λαιούχους καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν συνομολόγησιν δανείου;
2819Καὶ ὅταν, Κύριοι, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπί-
2820στευεν εἰς τὴν ἐπάρκειαν τῆς χώρας καὶ ἐζήτει νὰ συνο-
2821μολογήσῃ δάνειον, καὶ δάνειον μέγα, οἷον τὸ πρὸ μικροῦ
2822ἀναφερθὲν, πῶς ἐπετρέπετο εἰς αὐτὸν μετ’ ὀλίγον, χωρὶς
2823νὰ ἐπέλθῃ κἀμμία ἔκτακτος καταστροφὴ, νὰ παρέρχηται
2824εἰς τὸ μέσον καὶ νὰ λέγῃ: «Ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἐν ἀνεπαρκείᾳ,
2825πρέπει νὰ χρεωκοπήσῃ»;
2826Βεβαίως καὶ αὐτὸς συνετέλεσεν εἰς ἐπιδείνωσιν τῆς κατα-
2827στάσεως καὶ θετικῶς καὶ ἀρνητικῶς, καὶ αὐτὸς ὑπέχει εὐθύ-
2828νας διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν ἤδη καταστροφήν. Εἰς πάντα δὲ
2829ἄλλον ἐπιτρέπεται νῦν ἢ εἰς αὐτὸν νὰ κατακρίνῃ τὸ ἡμέ-
2830τερον ἔργον, τὸ ἔργον τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως. Καὶ τί
2831ἰσχυρίσθη, κατακρίνων τὸ ἔργον ἡμῶν τοῦτο;
2832Σᾶς ὡμίλησε, Κύριοι, περὶ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου, καὶ, ἐνῷ
2833ἐκομποῤῥημόνει, ὅτι αὐτὸς εἰδικώτερόν πως ἀσχολεῖται
2834περὶ τὰ οἰκονομικὰ, σᾶς ἀνέπτυξε περὶ αὐτοῦ ἰδέας ἑώλους
2835καὶ ἀπηρχαιωμένας, ἰδέας, αἱ ὁποῖαι τὴν σήμερον θὰ προε-
2836κάλουν τὸ μειδίαμα καὶ τοῦ πρωτοετοῦς φοιτητοῦ τῆς
2837Πολιτικῆς Οἰκονομίας. Ἠθέλησε νὰ σᾶς ἀποδείξῃ ἐν ταὐτῷ,
2838ὅτι αὐτὸς παρακολουθεῖ τὴν οἰκονομικὴν κίνησιν καὶ τῶν
2839ἄλλων χωρῶν, μέχρις αὐτῆς τῆς Ἀργεντίνης, ἣν ἠθέλησε
2840νὰ παραλληλίσῃ πρὸς τὴν Ἑλλάδα, καὶ νὰ εὕρῃ μάλιστα
2841αὐτὴν ὑπὸ ἔποψιν ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου εἰς πολλῷ κρείττονα
2842θέσιν. Καὶ ἐνόμισεν ὅτι ἔλυσε τὸ ζήτημα, ἀναγινώσκων ἀπὸ
2843τοῦ βήματος τοὺς πρώτους τυχόντας ἀριθμούς, οὓς εὗρε, τίς
2844οἶδεν, εἰς ποῖον Ἡμερολόγιον Στατιστικῆς. Καὶ ὅμως ἐλέγ-
2845χεται ἀγνοῶν παντάπασι τοὺς λεγομένους ἀδήλους πόρους,
2846οἵτινες παρ’ ἡμῖν μὲν ἐνισχύουσι τὴν εἰσαγωγὴν, ἐν δὲ τῇ
2847Ἀργεντίνῃ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγ-
2848ματος. Ἐκεῖ δηλαδὴ τὸ ἥμισυ τῶν κατοίκων εἶναι ἄποικοι,
2849εἶναι πληθυσμὸς κινητὸς καὶ ὄχι μόνιμος, ὅστις ἐργάζεται
2850καὶ ἀποστέλλει κατ’ ἔτος τὸ προϊὸν τῆς ἐργασίας του εἰς
2851τὰς πατρίδας του διὰ πόρων ἀδήλων εἰς τὴν στατιστικήν.
2852Ἐνῷ παρ’ ἡμῖν συμβαίνει ἀκριβῶς τοὐναντίον. Ἐξ Ἑλλά-
2853δος ἀποδημοῦσι πολλοί, ἀποστέλλοντες ἢ ἀποκομίζοντες
2854μόνοι εἰς τὴν πατρίδα των τὰ περισσεύματα τῆς ἐργασίας
2855καὶ οἰκονομίας των. Ἐνταῦθα ἔχομεν πολλοὺς, ἔχοντας ἀλ-
2856λαχοῦ διατεθειμένην τὴν περιουσίαν των καὶ εἰσάγοντας
2857εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ εἰσόδημά των, ἔχομεν τὴν ἀπειρίαν τῶν
2858ξένων, οἵτινες ἐπισκέπτονται κατ’ ἔτος τὴν Ἑλλάδα, ἔχο-
2859μεν τοὺς ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς φοιτητὰς καὶ μαθητὰς, ἔχο-
2860μεν τὴν ναυτιλίαν μας· πάντα δὲ ταῦτα εἶναι ἄδηλοι πό-
2861ροι εἰσαγωγῆς χρυσοῦ καὶ συναλλάγματος, ἄγνωστοι ὅμως
2862εἰς τὸν ἐξ Ἄρτης οἰκονομολόγον, διότι αὐτοὶ οἱ πόροι εἰς
2863κἀνὲν Ἡμερολόγιον Στατιστικῆς δὲν εὕρηνται.
2864Ποῖα δέ τινα συμπεράσματα συνάγει ἐκ τῆς περὶ ἐμπο-
2865ρικοῦ ἰσοζυγίου θεωρίας του; Ἰσχυρίσθη ὅτι τοῦτο κατα-
2866λείπει κατ’ ἔτος ἔλλειμμα εἰς τὴν Ἑλλάδα περὶ τὰ 30
2867ἑκατομμύρια. Καὶ ἐνῷ τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ τὸν ἀναγκάζει
2868νὰ κατακρίνῃ τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, δι’ οὗ ἐπὶ 2½
2869ἔτη ἡ χάριν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους ἐξαγωγὴ χρυσοῦ
2870περιορίζεται εἰς 5 περίπου ἑκατομμύρια ἐτησίως,—διότι
2871καὶ τοῦτο τὸ ποσὸν τοῦ χρυσοῦ θεωρεῖ αὐτὸς δυσβάστακτον
2872διὰ τὸν τόπον,—τί ἀντιπροτείνει αὐτὸς ὡς πανάκειαν κατὰ
2873τοῦ ἐλλείμματος τοῦ ἐμπορικοῦ ἡμῶν ἰσοζυγίου;
2874Γνωματεύει ὅτι πρέπει ἐφεξῆς νὰ ἔχωμεν δύο προϋπολο-
2875γισμοὺς τοῦ Κράτους, τὸν ἕνα διὰ τὰς τακτικάς του δαπά-
2876νας, τὸν ἄλλον διὰ τὸ δημόσιον χρέος, ἀμφοτέρους δὲ εἰς
2877τραπεζικὰ γραμμάτια. Οὕτω πως νομίζει ὁ κ. Καραπάνος
2878ὅτι ἔλυσε τὸν τετραγωνισμὸν τοῦ κύκλου· διότι τὸ Κράτος
2879δὲν θὰ εἶχεν ἀνάγκην νὰ προμηθεύηται χρυσὸν, ὅπως πλη-
2880ρόνῃ τοὺς πιστωτάς του, οὐδὲ θὰ ἐπεβάρυνε δι’ αὐτοῦ τὸ
2881ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον τῆς χώρας. Ἀλλ’ ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐκ
2882Πατρῶν Βουλευτὴς κ. Ρικάκης δι’ ὀλίγων κατέδειξεν ἤδη,
2883οἱ πιστωταί μας τὰ 25 ἢ 30 ἑκατομμύρια εἰς τραπεζικὰ
2884γραμμάτια, τὰ ὁποῖα θὰ διέθετεν ὑπὲρ αὐτῶν ὁ ἀξιότιμος
2885ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, δὲν θὰ ἐξάγωσιν ἐντεῦθεν αὐτούσια,
2886ἀλλὰ θὰ τὰ μεταβάλλωσιν εἰς χρυσὸν, οὕτω δὲ θὰ φθάσω-
2887μεν πάλιν εἰς τὸν αὐτὸν σχεδὸν παρανομαστὴν, μὲ μόνην
2888τὴν διαφορὰν, ὅτι θ’ ἀνεπτύσσετο οὕτω πως φοβερὸς δια-
2889γωνισμὸς ἐν τῇ ἀγορᾷ, ὅστις τὸ συνάλλαγμα καὶ τὸν χρυ-
2890σὸν θ’ ἀνεβίβαζεν εἰς δυσθεώρητα ὕψη. Οὕτω δέ πως, ὡς
2891παρατηρεῖτε, Κύριοι, ὁ κ. Καραπάνος δὲν ἀρκεῖται εἰς μό-
2892νην τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους, ἣν στεντορείᾳ τῇ φωνῇ
2893πάντοτε κηρύττει, ἀλλὰ θέλει καὶ τὴν χρεωκοπίαν τῆς χώ-
2894ρας. Καὶ ὅμως εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ κατακρίνῃ καὶ αὐτὸς ἡμᾶς
2895ὡς χρεωκοπικούς! Ὑπολείπεται νῦν νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ
2896ἀκόμη καὶ περὶ τοῦ τετάρτου κατηγόρου ἡμῶν, τοῦ κ. Πρω-
2897θυπουργοῦ, καὶ οὕτω νὰ θέσω πέρας εἰς τὸν λόγον.
2898Ἀλλὰ τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους ἐπέῤῥιψεν εἰς ἡμᾶς
2899καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργός! Ἠκούσατε, Κύριοι μεθ’
2900ὁποίας ἱερᾶς ἀγανακτήσεως ἐῤῥήξε κραυγὴν ὀδύνης ἀπὸ τοῦ
2901βήματος τούτου, εἰπὼν ὅτι, μόλις αὐτὸς παρητήθη καὶ ἤλ-
2902θομεν ἡμεῖς εἰς τὰ πράγματα, αὐθημερὸν, τὴν 3 Μαΐου,
2903«ἐπτωχεύσαμεν δυστυχῶς»! Καὶ ταῦτα λέγων, θὰ ὑπέθετε
2904πάντως, ὅτι οἱ ἀκούοντες αὐτὸν δὲν ἦσαν Ἕλληνες, δὲν ἔζων
2905εἰς αὐτὸν τὸν τόπον, ἢ ὅτι πιόντες αἴφνης ὕδωρ ἐκ τῆς Λή-
2906θης δὲν ἐνεθυμοῦντο πλέον, τίς εἶναι αὐτὸς, ὁ ῥήξας τοιαύ-
2907την κραυγὴν ὀδύνης. Ἄλλως ἀδύνατον νὰ ἐξηγηθῇ, Κύριοι,
2908ἡ τοιαύτη στάσις τοῦ ἀνδρός.
2909Ἀλλὰ, κύριε Πρωθυπουργὲ, καὶ ἐὰν τῳόντι ἐπῆλθεν αὐτὸ
2910τὸ θλιβερὸν γεγονὸς διὰ τὴν Ἑλλάδα, τίς ὁ πρωτουργὸς
2911αὐτοῦ; Εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἐλθόντες τὴν 3 Μαΐου εἰς τὰ πράγ-
2912ματα καὶ εὑρόντες ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους
2913σχεδὸν κενὰ καὶ τὴν πίστιν αὐτοῦ ἐξουθενωμένην, ἀφ’ ἑτέ-
2914ρου δὲ ληξιπροθέσμους ἤδη ἢ ἀπαιτητὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ,
2915ἀνερχομένας εἰς 50 καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμύρια, ἢ ἐκεῖνος, ὁ
2916ὁποῖος, ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην παρασκευάσας τὴν τοιαύτην
2917κατάστασιν, ἐτράπη τὴν τελευταίαν στιγμὴν πρὸ αὐτῆς εἰς
2918φυγήν;
2919Καὶ τί ἄλλο ἐκάμνετε σεῖς καθ’ ὅλην τὴν παρελθοῦσαν
2920δεκαετίαν; Ὅταν κατ’ ἔτος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
2921Κράτους ἀφίνατε ἐλλείμματα ἐπὶ ἐλλειμμάτων καὶ ἐκαλύ-
2922πτετε αὐτὰ πάντοτε διὰ δανείων χρεωκοπικῶν ὡς ἐπὶ τὸ
2923πολὺ, δὲν παρεσκευάζετε οὕτω τὴν πτώχευσίν του; Ὅταν
2924ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην ἐδανείζεσθε πάντοτε ὑπὸ ὅρους ἐπα-
2925χθεστάτους, ὅπως πληρόνητε τόκους καὶ χρεωλύσια, δὲν
2926ἐβαίνετε γοργῷ τῷ βήματι πρὸς τὴν πτώχευσιν; Ὅταν
2927ἐντὸς μιᾶς δεκαετίας ηὐξάνετε τὸ δημόσιον ἡμῶν χρέος κατὰ
2928400 περίπου ἑκατομμύρια, χωρὶς νὰ συλλογισθῆτέ ποτε, ἐὰν
2929τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος θὰ ἀντεῖχεν εἰς τὰ τοιαῦτα βάρη,
2930δὲν ἀπειργάζεσθε ἔκτοτε τὴν πτώχευσίν του;
2931Καὶ δὲν εἴχετε σημάνει πρὸ πολλοῦ ἤδη σεῖς τὸν κώδωνα,
2932ὄχι τῆς πτωχεύσεως, ἀλλὰ τῆς δολίας χρεωκοπίας διὰ τὴν
2933Ἑλλάδα; Διότι τί ἄλλο ἐκάμνετε, ὅταν ἀπὸ ἐτῶν ἤδη
2934ἠρχίσατε νὰ ἀθετῆτε καὶ τοὺς νόμους καὶ τὰς συμβάσεις
2935τῶν δανείων; Δὲν ἦτο χρεωκοπικὴ ἡ ὑφ’ ὑμῶν γενομένη
2936ἀθέτησις τοῦ νόμου καὶ τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου τῶν
293710 ἑκατομμυρίων φράγκων ἐν ἔτει 1887, καθ’ ἣν ἀνε-
2938λαμβάνετε, ἐναντίον τῶν διατάξεων αὐτῶν, τὰ 10 ἑκα-
2939τομμύρια δραχμὰς εἰς τραπεζικὰ, τὰ ὁποῖα ὤφειλον κατὰ
2940τὸν νόμον καὶ τὴν σύμβασιν ἐκείνην ν’ ἀποσυρθῶσιν ἐκ τῆς
2941ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Δὲν ἦτο χρεωκοπικὴ καὶ ἡ
2942ὑφ’ ὑμῶν ἀποτολμηθεῖσα ἀθέτησις τοῦ νόμου καὶ τῆς συμ-
2943βάσεως τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης,
2944ἀφοῦ, ἐναντίον τῶν ῥητῶν διατάξεων αὐτῶν, τὸ προϊόν του
2945διεθέσατε εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, εἰς κάλυψιν τῶν
2946ἐλλειμμάτων σας; Δὲν ἦτο αὐτόχρημα χρεωκοπικὴ ἡ τε-
2947λευταῖον ἀποτολμηθεῖσα ὑφ’ ὑμῶν ὑπεξαίρεσις τῶν ὑπεγ-
2948γύων εἰσπράξεων τῶν διαφόρων δανείων, τὰς ὁποίας, ἐναν-
2949τίον τῶν ῥητῶν διατάξεων τῶν σχετικῶν νόμων καὶ συμβά-
2950σεων, δὲν ἀφήσατε νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὰς ἁρμοδίους Τρα-
2951πέζας;
2952Πλὴν καὶ ἐὰν μόνη ἡ τυπικὴ ἀναστολὴ τῶν πληρωμῶν
2953ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔναρξις πτωχεύσεως τοῦ Κράτους,
2954δὲν εἶχεν ἤδη αὕτη συντελεσθῆ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας, ὅτε
2955δύο προκαταβολὰς, τὴν ἐξ 1,600,000 καὶ τὴν ἐξ 875,000
2956φράγκων, καίτοι ἀπὸ τῆς 19 Ἀπριλίου ληξιπροθέσμους, ἐν
2957τούτοις μέχρι τῆς 3 Μαΐου δὲν εἴχετε οὔτε πληρώσει οὔτε
2958ἀνανεώσει; Δὲν εἶχε συντελεσθῆ ἤδη τὴν 30 Ἀπριλίου, ὅτε
2959ἦτο ληξιπρόθεσμον τὸ ἐκ 2,861,000 δραχμῶν δάνειον ἐν-
2960τόκων γραμματίων, τὸ ὁποῖον σεῖς δὲν εἴχετε οὔτε πλη-
2961ρώσει οὔτε ἀνανεώσει;
2962Τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, εἰς ὃ ἡμεῖς προέβημεν ἐξ
2963ἀνάγκης, ἀνάγκης δημιουργηθείσης ἐκ τοῦ χάους, τὸ ὁποῖον
2964σεῖς ἐγκατελείπετε ὄπισθέν σας, δραπετεύοντες ἐκ τῆς Κυ-
2965βερνήσεως, ἦτο τὸ προσωρινὸν παράπηγμα, ὑφ’ ὃ ἡμεῖς
2966ἠθελήσαμεν νὰ στεγάσωμεν πρὸς καιρὸν τὴν δημοσίαν ἡμῶν
2967πίστιν, ἕως οὗ ἀνεγείρωμεν αὖθις καλλιπρεπὲς τὸ προσῆκον
2968εἰς αὐτὴν μέγαρον. Ἀλλὰ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἠρχίσαμεν ἡμεῖς
2969νὰ καταρτίζωμεν τὸ σχέδιον καὶ νὰ περισυλλέγωμεν τὸ
2970ἀναγκαῖον ὑλικόν, ἐπήλθετε σεῖς, κύριε Πρωθυπουργὲ, καὶ
2971δι’ ἑνὸς λακτίσματος, κατὰ τὴν χαρακτηριστικωτάτην δι’
2972ὑμᾶς ἔκφρασιν, ἀνετρέψατε καὶ διεσκορπίσατε καὶ παρά-
2973πηγμα καὶ σχέδιον καὶ ὑλικόν, καὶ ἐματαιώσατε οὕτω καὶ
2974τὴν τελευταίαν ταύτην ἐλπίδα σωτηρίας διὰ τὴν Ἑλλάδα.
2975Καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα ἔχετε τὴν τόλμην ἀκόμη νὰ κατη-
2976γορῆτε ἡμᾶς σεῖς ὁ κατ’ ἐξοχὴν κατηγορούμενος (θόρυ-
2977βος καὶ διαμαρτυρίαι ἐν τῇ δεξιᾷ).
2978Μὴ θορυβεῖσθε, Κύριοι, σεῖς οἱ 102. Γινώσκω κάλλιστα,
2979ὁποία θὰ ἦναι ἡ ὅσον οὔπω ἐξενεχθησομένη ὑφ’ ὑμῶν ψῆ-
2980φος περὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἂν νομίζητε, ὅτι δι’
2981αὐτῆς θ’ ἀποδείξητε αὐτὸν πράγματι ἀθῶον, πλανᾶσθε με-
2982γάλως. Ὁ Χαρίλαος Τρικούπης θὰ μείνῃ καὶ οὕτω κατη-
2983γορούμενος ἐν τῇ συνειδήσει ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ
2984ἔθνους, δι’ ὅσας καταστροφὰς ἐπήνεγκε μέχρι τοῦδε εἰς αὐτό.
2985Ἐθυσίασε τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον αὐτοῦ, καὶ δὲν εἶναι
2986δυνατὸν ἢ καὶ ἡ παροῦσα καὶ αἱ ἐπερχόμεναι γενεαὶ τῶν
2987Ἑλλήνων νὰ θεωρῶσιν αὐτὸν τὸν πρωτουργὸν τῆς τοιαύτης
2988καταστροφῆς, τὸ δὲ ὄνομά του νὰ συνοδεύωσι πάντοτε μὲ
2989ἀρὰς καὶ ἀναθέματα. (Εὖγε! ἐκ τοῦ κέντρου τῆς ἀρι-
2990στερᾶς).
2991§110ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν θέλω νὰ βαρύνω τὴν Βουλὴν, παρατείνων
2992τὴν συζήτησιν ἐπὶ πολὺ, εἶμαι ὅμως ἠναγκασμένος νὰ
2993προσθέσω ὀλίγας λέξεις εἰς ὅσα ἐξέθηκεν ὁ ἀξιότιμος φίλος
2994μου, διὰ νὰ ἐξηγήσω τὴν ἔννοιαν καὶ τοῦ δανείου τῆς κε-
2995φαλαιώσεως καὶ τοῦ συνδικάτου. Ἐὰν κατὰ τὴν πρώτην
2996ἀγόρευσίν μου οὐδὲν εἶπον περὶ αὐτῶν, ἔπραξα τοῦτο πει-
2997θόμενος ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπεδείκνυον ὅτι τὰ θέματα
2998ταῦτα ἔπρεπε νὰ συζητηθῶσι χωριστὰ, ἤθελον τηρήσει τὴν
2999πορείαν, ἣν αὐτοὶ ἐχάραξαν. Ἀτυχῶς συνέβη ἀκριβῶς τὸ
3000ἀντίθετον. Ἐνῷ οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἔθιξα τὸ ζήτημα τοῦ
3001κύρους τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, οὐδὲ λέξιν εἶπον
3002περὶ τῆς συμβάσεως τῆς ἀφορώσης εἰς τὸ συνδικάτον, ἐνό-
3003μισαν οἱ Κύριοι, ὅτι εὗρον εὔθετον χρόνον, ὅπως λάβρως ὁ
3004εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου ἐπιπέσωσι καθ’ ἡμῶν καὶ ἀποδεί-
3005ξωσιν ἡμᾶς ὡς ἀθετήσαντας ἀκόμη καὶ τὰς κοινὰς ἀρχὰς
3006τῆς ἠθικῆς.
3007Ἐλέχθη ὅτι τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως ἀπετέλεσε
3008τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους. Τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως
3009ἀπ’ ἐναντίας ἠμπόδισε τὴν πτώχευσιν, καὶ ἄνευ αὐτοῦ δὲν
3010ἦν δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἄλλο τι, εἰμὴ ἡ πτώχευσις. Ἡ πτώ-
3011χευσις συνεπάγεται τὴν ἕνωσιν τῶν δανειστῶν, ἣν θέλομεν
3012ἴδει, ἐὰν στεφθῇ ὑπὸ ἐπιτυχίας ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. Βουλευ-
3013τοῦ ἐκ Μεσολογγίου, μετ’ ὀλίγον ἐγκαθιδρυομένη. Ἀλλὰ
3014εἴδετε τοιαύτην ἕνωσιν, καθ’ ὃν χρόνον ἐλειτούργει τὸ δά-
3015νειον τῆς κεφαλαιώσεως; εἴδετε μίαν μόνην διαμαρτυρίαν
3016κατ’ αὐτοῦ τοῦ δανείου; Μηδεμίαν. Οἱ δὲ Γερμανοὶ πι-
3017στωταὶ δὲν συνῆλθον, ὅπως διαμαρτυρηθῶσι κατὰ τοῦ δα-
3018νείου τῆς κεφαλαιώσεως, ἀλλὰ κατὰ τῆς καθόλου οἰκονο-
3019μικῆς διαχειρίσεως τῆς Ἑλλάδος, δι’ ἣν βεβαίως δὲν εἴμεθα
3020ἡμεῖς ὑπεύθυνοι. Ὅτι δὲ τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως δὲν
3021ἀπετέλεσε τὴν πτώχευσιν, ἀποδεικνύει τὸ γεγονός, ὅτι κα-
3022τεχωρίσθη καὶ διεπραγματεύθη εἰς τὰς ἀγορὰς τοῦ Λονδίνου.
3023Ὅτι τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως δὲν ἀπετέλεσε τὴν πτώ-
3024χευσιν, ἀποδεικνύουσιν αἱ κραυγαὶ τῶν δανειστῶν τοῦ Κρά-
3025τους, αἵτινες ἠγέρθησαν ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
3026Κυβερνήσεως κατέλαβε τὴν ἀρχὴν, νομίσας ὅτι ἠδύνατο νὰ
3027καταῤῥίψῃ τὰ πάντα διὰ μιᾶς ἐγκυκλίου. Ὅταν μίαν μό-
3028νην διαμαρτυρίαν δὲν δύνασθε νὰ ἐπιδείξητε, ὅτε τὸ δά-
3029νειον τοῦτο διεπραγματεύετο ὑφ’ οὓς ὅρους καὶ τὰ ἄλλα
3030δάνεια τοῦ Κράτους, πῶς δύνασθε νὰ ἰσχυρίζησθε, ὅτι τὸ
3031δάνειον τοῦτο ἀπετέλεσε τὴν πτώχευσιν; Ἀληθῶς δὲν
3032ἐστάθη ἱκανὸν ν’ ἀναχαιτίσῃ τὴν πτώχευσιν, καὶ αὐτὸ εἶναι
3033τὸ μόνον ἐλάττωμά του. Ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀναχαιτίσῃ
3034τὴν πτώχευσιν χάρις εἰς ὑμᾶς καὶ τὴν ὑμετέραν ἀντίδρασιν.
3035Καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπολέμησαν τὸ δάνειον τῆς κεφα-
3036λαιώσεως, μᾶς ἠρώτων, — καὶ ἀκριβῶς ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκεί-
3037νης (δεικνύει τὴν δεξιὰν), — πῶς ἤθελε πληρώσει τὸ Κρά-
3038τος μετὰ 2½ ἔτη τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια, ἅτινα
3039μὲ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ νέου δανείου ἤθελον ἀνέλθει εἰς
304035,000,000; Καὶ ἡμεῖς ἀπαντῶμεν: «ὅτε διεπραγμα-
3041τεύεσθε τὴν σύμβασιν μὲ τὸν Χάμβρο, πῶς δὲν ἐσκέφθητε
3042ταῦτα; πῶς δὲν ἐσκέφθητε, ὅτι μετὰ δύο ἔτη δὲν θὰ ἦτο
3043δυνατὸν νὰ πληρώσητε 35 ἢ 36 ἑκατομμύρια εἰς τόκους
3044καὶ χρεωλύσια;»
3045Ἐὰν θελήσητε νὰ παραβάλητε τὸ δάνειον τῆς κεφα-
3046λαιώσεως πρὸς τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον διεπραγματεύεσθε, τί
3047θέλετε εὕρει; Θέλετε εὕρει πρῶτον διαφορὰν 30 ὅλων ἑκα-
3048τομμυρίων ἐπὶ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ, θέλετε δὲ
3049εὕρει περιπλέον ἐν τοῖς ἑκατὸν προμήθειαν ἐπὶ ἔλαττον,
3050καταβληθεῖσαν πρὸς τὸν Χάμβρο, ὅστις ἀνέλαβε τὴν ἔκ-
3051δοσιν τοῦ δανείου.
3052Μετ’ ὀλίγον θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις αὕτη ἐπὶ τοῦ νομοσχε-
3053δίου, ὅπερ ὑπεβλήθη ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως
3054εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τότε θέλουσι λεπτομερῶς ἐξετασθῆ
3055πάντα ταῦτα, καὶ τότε θέλετε ἐννοήσει, τίς ἡ διαφορὰ τῆς
3056συμβάσεως, ἥτις διεπραγματεύετο κατ’ ἐντολὴν τῆς τότε
3057Κυβερνήσεως παρὰ τοῦ κ. Θεοτόκη, Ὑπουργοῦ τότε τῶν
3058Ἐσωτερικῶν, πρὸς τὴν σύμβασιν, ἣν ἡμεῖς συνωμολογήσαμεν.
3059Σχετικῶς πρὸς τὴν σύμβασιν τοῦ συνδικάτου, σᾶς εἶπον,
3060ὅτι ἐτελούμεθα ἄξιοι Κακουργιοδικείου. Καὶ τί συνωμολογεῖτο
3061διὰ τῆς συμβάσεως ἐκείνης; Ἐπρόκειτο περὶ συνδικάτου, ἐξ
3062ἐκείνων, τὰ ὁποῖά τινες ἐνταῦθα γνωρίζουσιν; ἐπρόκειτο
3063περὶ κεκρυμμένης τινὸς ἐνεργείας πρὸς τὸν σκοπὸν ψευδοῦς
3064ἀνυψώσεως τῶν χρεωγράφων τοῦ Κράτους; Ἴσως τινὲς
3065ἀντελήφθησαν, ὅτι περὶ τοιαύτης τινὸς ὑποχρεώσεως ἐπρό-
3066κειτο. Ἀλλ’ ἔχουν ἐκεῖνοι ἱκανὴν πεῖραν, ὅπως διακρίνουν
3067τὴν διαφορὰν τοιούτων συνδικάτων ἀπὸ ἐκεῖνο, ὅπερ ἐδη-
3068μιουργήθη διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 12 Ἰουνίου; Τὸ συν-
3069δικάτον ἐκεῖνο δὲν εἶχε σκοπὸν τὴν ὑπερτίμησιν τῶν ἐθνι-
3070κῶν χρεωγράφων· εἶχε μόνον σκοπὸν νὰ καταστήσῃ ὑπὲρ
3071τῶν πτωχοτέρων κατόχων ὁμολογιῶν Ἑλληνικῶν δανείων
3072μίαν πρόχειρον ἀγορὰν διὰ τὸ πρῶτον τοκομερίδιον. Δὲν
3073ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπατηθῇ τις ἐκ τοῦ συνδικάτου ἐκείνου,
3074διότι ἐγνώριζεν, ὅτι ἡ ἄνεσις ἡ ἐκ τῆς συμβάσεως ἐκείνης
3075ἐδόθη δι’ ἓν καὶ μόνον τοκομερίδιον, ἐδόθη διὰ 4 μόνον μῆ-
3076νας. Τί δ’ ἀπετέλει ἡ σύμβασις τοῦ συνδικάτου; ἀπετέλει
3077ὁριστικὴν πώλησιν ὡρισμένου ποσοῦ ὁμολογιῶν τοῦ δανείου
3078τῆς κεφαλαιώσεως πρὸς ἐκείνους, οἵτινες συνεβλήθησαν πρὸς
3079τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ οἵτινες ἀπετέλεσαν τὸ συν-
3080δικάτον. Τί ἔπραξεν ὁ Χάμβρο, τί ἔπραξεν ἡ Ἑλληνικὴ
3081Τράπεζα, τί ἔπραξεν ἡ Τράπεζα Κωνσταντινουπόλεως, ὅτε
3082συνωμολόγησαν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑπο-
3083χρέωσιν νὰ ἀγοράσωσι 220,000 λιρῶν ὁμολογίας τοῦ δα-
3084νείου τῆς κεφαλαιώσεως ἐπὶ τιμῇ 65%, καθ’ ὅσον ἤθελον
3085παρουσιασθῆ τοιαῦται εἰς αὐτοὺς πρὸς ἐξόφλησιν; Ἠγό-
3086ραζον ferme 220 χιλιάδας λιρῶν.
3087Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνήθικος σύμβασις, ἣν συνωμολογήσαμεν
3088καὶ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι τῆς ἀποτυχίας τῆς ὁποίας ἠλάλαζον οἱ
3089αὐτοὶ Κύριοι τότε. Δὲν συνωμολογήσαμεν δὲ αὐτὴν μόνον
3090πρὸς τὸν Χάμβρο, τὴν συνωμολογήσαμεν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν
3091Τράπεζαν καὶ πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς Κωνσταντινουπό-
3092λεως, καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες κατηγοροῦσιν ἡμᾶς ὡς διαπρά-
3093ξαντας πρᾶξιν ἀξίαν Κακουργιοδικείου, βεβαίως ἐννοοῦσι νὰ
3094παραπέμψωσιν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον τὸν Καλλιγᾶν, τὸν
3095Στρέϊτ, τὸν Παπαδάκην, τὸν Ἀθηνογένην καὶ τὸν Εὐγε-
3096νίδην. Πρὸς πάντας αὐτοὺς βεβαίως οὐδεὶς ἐξ ἐκείνων, οἵ-
3097τινες κατέκριναν τὴν σύμβασιν ἐκείνην, εἶναι δυνατὸν νὰ
3098παραβληθῇ καὶ οὐδεὶς δύναται ἐξ αὐτῶν νὰ ἀτενίσῃ ἐκεί-
3099νους. Ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διέπραξεν ἀνήθικον
3100σύμβασιν, βεβαίως τὴν διέπραξεν οὐχὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν
3101Ὑπουργῶν, ἀλλ’ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Κράτους, τὴν διέπραξε δὲ
3102μετ’ αὐτῆς ὁ Καλλιγᾶς, ὁ Στρέϊτ, ὁ Παπαδάκης, ὁ Ἀθη-
3103νογένης καὶ ὁ Εὐγενίδης, καὶ μόνοι αὐτοὶ ἢ τὰ καταστή-
3104ματα, ἃ ἐξεπροσώπουν, ἠδύναντο νὰ ὠφεληθῶσιν ἐξ αὐτῆς.
3105Ἀντὶ ὠφελείας ἤντλησαν ἐκ τῆς συμβάσεως ἐκείνης ἀπώ-
3106λειαν ἑνὸς ὁλοκλήρου ἑκατομμυρίου. Ῥίψατε κατ’ αὐτῶν
3107τὸν λίθον τοῦ ἀναθέματος, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν κατε-
3108ποντίζετο ἡ πίστις τοῦ Κράτους ἦλθον ἀρωγοὶ αὐτῇ καὶ
3109προσεπάθησαν νὰ τὴν διασώσωσιν.
3110§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον. Κηρύττω
3111περατωμένην τὴν συζήτησιν.
3112Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὸ σύνολον τῆς ἀπαντήσεως
3113τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον.
3114§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν ἐξήγησιν.
3115Ἡ ψῆφος, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς θέλομεν δώσει, θέλει εἶσθαι
3116ἀρνητική, διότι τὰς περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ
3117Κράτους γνώμας ἡμῶν διετυπώσαμεν διὰ τῆς τροπολογίας,
3118ἥτις δὲν ἐγένετο ἀποδεκτή.
3119§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τῆς ἀπαν-
3120τήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπι-
3121τροπῆς λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
3122(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρη-
3123σιν ὡς ψηφολεκτῶν τῶν βουλευτῶν Ν. Καλογεροπούλου καὶ Δ.
3124Καλούτση, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
3125Μιλτ. Δάλλας Ἰω. Μεσσηνέζης
3126Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Σπυρ. Μαρκέλλος Ν
3127Ἀρ. Ἀργυρόπουλος Ἀλέξ. Φωτήλας Ν
3128Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Ο Κων. Σταμπολόπουλος
3129Λεων. Καρυστινάκης Ν Λεων. Πετιμεζᾶς Ο
3130Δημ. Καΐρης ἀρν.Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος Ν
3131Μιχ. Κωτσάκος Ν Γιαννούσης Τάκης
3132Ἄγγ. Γεωργαντᾶς Ο Ἡρ. Καλαμπάκας Ν
3133Ἠλ. Κανελλόπουλος Ἀντ. Π. Μαυρομιχάλης Ν
3134Γεώργ. Παχὺς Ν Περ. Πεῤῥωτὴς Ν
3135Μιχ. Π. Λάμπρος Ν Κων. Φλέσσας Ο
3136Κων. Καραπάνος Ἰωάν. Καζαμπάκας Ν
3137Κων. Σταυρόπουλος Κων. Ζωγλοπίτης Ο
3138Ἀλέξ. Σκουζὲς Παν. Κουκορῖκος Ο
3139Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Γεώρ. Φραγχίδης Ν
3140Ἀλέξ. Ψύλλας Ν Δημ. Τερτίπης Ν
3141Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ν Ἀθαν. Κωστάμης Ν
3142Ἀλέξ. Ρετσίνας Ν Ἀριστ. Χατζηνικολῆς Ο
3143Δημ. Γ. Ράλλης Ο Νικ. Μπαλάρας Ν
3144Α. Ζυγομαλᾶς Ο Νικ. Παπανικολάου Ν
3145Ὅθ. Μακρυγιάννης Ν Παν. Λεβέντης Ο
3146Σ. Ζαχαρίτσας Ν Βαπ. Βάστας Ν
3147Μιλ. Ὀριγώνης Ο Γεώρ. Θεοτόκης Ν
3148Κωνστ. Βαλτινὸς Ν Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ν
3149Ὀδυσ. Μοσχοβίτης Ν Ἠλίας Πολίτης Ν
3150Γεώρ. Καρτάλης Ν Γουλιέλμος Σκάρπας Ν
3151Ἀργ. Κανταρτζῆς Ν Νικ. Μαρκέτης Ν
3152Νικ. Κοκωσλῆς Ν Σπυρ. Λάσκαρης Ν
3153Νικ. Ἀξελὸς Ν Κων. Θ. Ρωμαῖος Ν
3154Νικ. Παῤῥησιάδης Ν Κων. Χριστόπουλος Ν
3155Ἰω. Γρίβας Ο Σωτ. Κροκιδᾶς Ο
3156Ἐπ. Μαυρομμάτης Ν Σπυρ. Νοταρᾶς
3157Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο Ἀναστ. Δημητριάδης Ν
3158Νικ. Σπυρακόπουλος Ν Γεώρ. Κούστας Ο
3159Θεμ. Κορομάντζος Ο Ἰω. Τσιμάρας Ν
3160Περ. Ἀλεξάκης Ο Γερ. Μουσούρης
3161Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ο Α. Ἄννινος ΚαβαλιεράτοςΝ
3162Κωνστ. Κοσσονάκος Ν Θεόφραστος Μεταξᾶς Ν
3163Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ν Διον. Καλούτσης Ο
3164Μιχ. Φωτιάδης Σπυρ. Στάης Ν
3165Γεώρ. Λιδωρίκης Ν Μιχ. Πολίτης Ν
3166Κων. Ἀναγνωστόπουλος Ο Θεόδ. Θερμογιάννης
3167Γεώρ. Λύρας Ν Ἰω. Καλούτσης Ν
3168Κων. Παπαμιχαλόπουλος Ο Στέφ. Κοπανίτσας Ν
3169Σταμάτ. Μήτσας Ν Κωνστ. Σαλταφέρος Ο
3170Δημ. Βουλπιώτης Ο Πέτρ. Βαρβιτσιώτης Ν
3171Κων. Ζῶτος Ν Μελέτ. Ρουσόπουλος
3172Ἠλ. Μπλατσῆς Δημοσθ. Ματάλας Ο
3173Δ. Γρανίτσας Ο Νικ. Καραστέργιος
3174Διον. Στεφάνου Ν Ἀργ. Διδίκας Ν
3175Κων. Ἀργασάρ. ΛομβάρδοςΝ Ἐδὶπ–Σερὲρ–Χασὶπ Ο
3176Διον. Ζήβας Πλακᾶς Ν Ἰω. Λάππας Ο
3177Γεώργιος Ρώμας Ν Νικ. Μπουφίδης Ν
3178Γεώρ. Κρεστενίτης Ο Περ. Βαλαωρίτης Ν
3179Χρ. Στεφανόπουλος Γερ. Σέρβος Ο
3180Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ν
3181Διον. Παυλόπουλος Ν Ἀθαν. Εὐταξίας Ο
3182Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ν Κων. Κωνσταντόπουλος
3183Ἄγγελος Πετραλιᾶς Ο Παν. Μανέτας Ο
3184Ἐπαμ. Δημητρίου Ν Ν. Τριανταφυλλάκος Ο
3185Στέφ. Σκουλούδης Ν Ἠλ. Ζέγγελης Ν
3186Νικ. Νομικὸς Φίλ. Βάρβογλης Ο
3187Θωμᾶς Μαρκεζίνης Ν Ἀθ. Σακελλαριάδης Ο
3188Νικήτας Συνοδινὸς Ο Λεων. Ζέρβας Ν
3189Βαρβαρῆγος Πήλικας Ν Στέφ. Δραγούμης Ν
3190Νικ. Φιλάρετος Ο Ἰω. Βρυώνης Ο
3191Χαρ. Τρικούπης Ν Π. Ἄννινος Καβαλιεράτος
3192Ἰω. Τρικούπης Ν Ἰω. Γεωργιάδης Ν
3193Παν. Μερλόπουλος Ο Γεώργ. Ν. Μπούμπουλης Ν
3194Ἀλκ. Δεληγιάννης Ν Γεώργ. Π. Μπούμπουλης Ν
3195Ἀντ. Καρατζᾶς Ν Ἀλέξ. Γ. Σοῦτσος Ν
3196Ἀθαν. Παπαγγελᾶς Ο Ἀνδρ. Συγγρός
3197Χαρίλ. Προβελέγγιος Ο Δημ. Βοκοτόπουλος Ν
3198Ἀντ. Μάτσας Μ. Μπογιατζόγλους Ν
3199Λορέντσος Δελαρόκας Ἰω. Γκιὼν Ν
3200Ἰω. Ναυπλιώτης Ν Νικ. Φώσκολος Ν
3201Στυλ. Βάλληνδας Ο Σωτ. Χατζηγάκης Ο
3202Ἰω. Ἰντζὲς Ο Κωνστ. Χατζηπέτρος
3203Γεώρ. Σισμάνης Ο Χρ. Μπλετσάκης
3204Νικ. Καλαντζόπουλος Ν Γ. Κανούτας Ν
3205Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν Εὐστ. Κοκκέβης Ο
3206Ἡλ. Ποταμιάνος Ο Δημ. Παπατσώρης Ν
3207Ἀριστ. Ρούκης Ν Χρ. Καραβίτης Ν
3208Σπ. Κουμουνδοῦρος Διον. Κατρίτσης Ν
3209Γιαννοῦκος ΜαυρομιχάληςΟ Ἀνδρ. Σκαλτσᾶς Ν
3210Ξανθὸς Πικουλάκης Ο Ἀριστόβουλος Μάνεσης Ο
3211Ἀσημ. Χριστόπουλος Ο Βασ. Δροσινός Ο
3212Νικ. Παπαλέξης Ν Νικ. Βαλάσης Ν
3213Παν. Λαμπρούλιας Ο Ἐμμ. Δημητριάδης
3214Εὐάγγ. Ἀρδαβάνης Ν Κωνστ. Σαχτούρης
3215Ἰω. Τυπάλδος Χαριτάτος Ν Ἐπαμ. Κριεζῆς Ο
3216Σπ. Μακρῆς Ν Νικ. Τσαμαδός Ν
3217Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ν Βησ. Χατζηαγγελάκης Ν
3218Εὐστ. Παπαδάκης Ν Νικ. Ζητουνιάτης Ν
3219Πανοῦρ. Πανουργιᾶς Ν Δημ. Ζουλούμης Ν
3220Θάνος Κανακάρης Ο Νικ. Χατζῖσκος Ο
3221Ἀχ. Χοϊδᾶς Κωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ν
3222Ἀντ. Ρικάκης Δημ. Κρίτσας Ν
3223Ἰω. Τσερτίδης Ο Ἡρ. Γαζέπης Ο
3224Νικ. Κουμανιώτης Ο Β. Βουδούρης Ν
3225Ἄγγ. Ροῦφος Ο Νικ. Καλογερόπουλος Ν
3226Νικ. Καράπαυλος Θερ. Λ. Κανάρης Ν
3227Παν. Σάκκης Ο Κων. Παπανικολῆς Ν
3228Σπ. Γρίβας Ν
3229§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 172. Ἐκ τούτων
3230110 εἶπον Ναί, 61 εἶπον Ὄχι καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Ἑπο-
3231μένως ἡ ἀπάντησις τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὸν
3232βασιλικὸν λόγον ἐγένετο δεκτή.
3233Λύεται ἡ συνεδρίασις.
3234Ὥρα 11 καὶ 30′ μ. μ.