1893.11.18
2,162 rows · 16,977 words · 74 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 14
τῆς 18 Νοεμβρίου 1893.
(Πέμπτη).
Ὥρα 4 καὶ 40′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Δ. Χαρατζῆς ἐκ Σύρου ὑποβάλλει ἔντυπον ὑπόμνημα, ἐν ᾧ ἐκθέτει διαφόρους σκέψεις του περὶ διαῤῥυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ ἐλάβομεν ὅλοι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τις τὸν λόγον;
§4ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε.
§5Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπεσχέθην χθές, ὅτι ἤθελον ὑποβάλει τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως, περὶ ἧς εἶχε γείνῃ λόγος, καὶ τοῦτο πράττω σήμερον. Ἐγένετο λόγος χθὲς καὶ περὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματοποιείων αʹ καὶ βʹ κατηγορίας, ὅτι δὲν ἦτο εὐκρινῶς συντεταγμένον. Τούτου ἕνεκα ὑποβάλλω τροπολογίαν, ἐκφράζουσαν τὰ αὐτὰ εὐκρινέστερον, ἐλήφθη δὲ φροντὶς, ὅπως ᾖ τετυπωμένη ἡ τροπολογία, ἵνα μὴ παρεμποδισθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ ἀνάγνωσιν.
§6ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ κείμενον αὐτὸ τῆς συμβάσεως καὶ τὸ τηλεγράφημα παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι.
§7Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ κείμενον εἶναι γαλλιστί.
§8ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ μεταφρασθῇ.
§9ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Οἱ πλεῖστοι γνωρίζομεν γαλλικά.
§10Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ οὐδεμίαν φέρω ἀντίῤῥησιν. Εἰς ὑμᾶς ἀπόκειται ν’ ἀποφασίσητε.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι πᾶς Βουλευτὴς δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτοῦ ἐν τῷ Προεδρείῳ;
§12ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Θὰ ζητήσωσι πολλοὶ νὰ λάβωσι γνῶσιν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ κατατεθέντα εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν πάντων τῶν Βουλευτῶν.
§14ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ λάβω καὶ ἀντίγραφον.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅστις τῶν Βουλευτῶν ἐπιθυμεῖ, δύναται νὰ λάβῃ καὶ ἀντίγραφον. Ὁ κ. Βάλληνδας ἔχει τὸν λόγον.
§16ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀγορεύσαντα χθὲς ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτὴν, ἐν τῇ σημερινῇ συνεχείᾳ τοῦ λόγου του, ἐὰν ἐγκρίνῃ, νὰ ποιήσηται τὴν παρ’ αὐτοῦ ἐννοουμένην διάκρισιν μεταξὺ πτωχεύσεως καὶ χρεωκοπίας, προκειμένου περὶ Κράτους περιελθόντος εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς πρὸς τοὺς δανειστάς του ὑποχρεώσεις του. Εἰς τοῦτο ἄγομαι, διότι ὄχι μόνον ὁ προμνησθεὶς ἔντιμος κ. Βουλευτὴς, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ πρὸ αὐτοῦ ἀγορεύσαντες ἐπέμειναν διακρίνοντες, ὅτι ὁ μὲν ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς οὐχὶ μόνον πρῶτος αὐτὸς προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἀνεκήρυξεν, ὅτι τὸ Κράτος ἡμῶν ἐπτώχευσεν, ἀλλ’ ὅπερ καὶ σπουδαιότατον, ὅτι αὐτὸς μόνος ὁ ἐκ Μεσολογγίου κ. Βουλευτὴς διὰ τῆς δεκαετοῦς ἀβούλου καὶ ἀτασθάλου Κυβερνήσεώς του παρήγαγε καὶ ἀπειργάσατο ἀποκλειστικῶς τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους, ἐν συμπεράσματι ὅμως προέθησαν, ἀγνοῶ διὰ τίνος συλλογισμοῦ, νὰ δεχθῶσιν, ὅτι τὴν ἀπειργασμένην ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη πλήρη πτώχευσιν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις τοῦ κ. Σωτηροπούλου–Ράλλη ἀνεκήρυξεν εἰς χρεωκοπίαν. Ὁμολογῶ, ὅτι αἱ νομικαὶ γνώσεις μου δὲν ἐξαρκοῦσι νὰ μοὶ χρησιμεύσωσιν, ἵνα διακρίνω καὶ κατανοήσω, πῶς προέχοντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἀνομολογοῦσι μὲν ὡς ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ ἐπελθοῦσα πτώχευσις ὀφείλεται μόνον εἰς τὴν ἀσύνετον πολυετῆ πολιτικὴν τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ ὅτι αὕτη ἦτο ἤδη ἀναμφισβήτητον καὶ τετελεσμένον γεγονὸς πρὸ πολλῶν ἐτῶν, 2 ἢ 4, καὶ ἑπομένως πολὺ πρὶν παραιτηθῇ φεύγων οὗτος τῆς ἐξουσίας, ἤτοι πολὺ πρὶν ἢ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἡ προκάτοχος τῆς παρούσης Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὅτι τὴν χρεωκοπίαν ἐξ ἀποτόμου ἀνεκήρυξε μόνον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Ὅσοι τουλάχιστον ἐξ ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, δύνανται νὰ διακρίνωσι καὶ αὐτὴν τὴν στοιχειώδη σημασίαν καὶ ἔννοιαν τῆς πτωχεύσεως, βεβαίως περιέρχονται εἰς ἀπορίαν, πῶς εἶναι δυνατὸν, Κράτος, ὅπερ περιῆλθεν εἰς πλήρη ἀδυναμίαν νὰ ἐκπληρώσῃ ἀναμφισβητήτως τὰς ὑποχρεώσεις αὑτοῦ πρὸς τοὺς δανειστάς του, καὶ διατελοῦν ἑπομένως ἐν ἀληθεῖ καὶ πραγματικῇ πτωχεύσει, ἀνεκηρύχθη εἰς κατάστασιν χρεωκοπίας μετὰ παρέλευσιν πολλοῦ χρόνου ἀπὸ τῆς πραγματικῆς πτωχεύσεώς του! Ἀναντιῤῥήτως αἱ λέξεις δὲν μεταβάλλουσι τὴν σημασίαν των, μόνον διότι πρόκειται περὶ Κράτους. Τί σημαίνει πτώχευσις Κράτους; Σημαίνει ὅτι τὸ Κράτος περιῆλθεν εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του πρὸς τοὺς δανειστάς του. Καὶ ἐνῷ ὁ ἔντιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἀνωμολόγησε τὴν πασίγνωστον καὶ ἀναμφισβήτητον ἀλήθειαν, ὅτι ἡ πτώχευσις ἦτο γεγονὸς, ἐπελθὸν πρὸ πολλοῦ ἐκ τῆς ἀτασθάλου πολιτικῆς τοῦ κ. Τρικούπη, ὡς ἐκ τῆς ἀσυνέτου καὶ ἀκαταλογίστου οἰκονομικῆς καὶ γενικῆς πολυετοῦς παρ’ αὐτοῦ διαχειρίσεως τῶν κοινῶν, μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ ἀπορῶ, πῶς οὗτος ἤχθη εἰς τὸ ἄτοπον συμπέρασμα, ὅτι τὸ γεγονὸς τῆς πτωχεύσεως, ὅπερ ἦτο ἤδη τετελεσμένον καὶ ἐπὶ τῆς παρελθούσης πρωθυπουργίας τοῦ κ. Τρικούπη, περιεβλήθη ἐξ αὐτομάτου τὸν χαρακτῆρα τῆς χρεωκοπίας ἅμα ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Τὸ συμπέρασμα τοῦτο εἶναι σολοικισμὸς οὐ μόνον νομικὸς, ἀλλὰ καὶ ἀδικαιολογήτως πολιτικὸς καὶ λογικός. Τὰ Κράτη, Κύριοι, οὐδέποτε χρεωκοποῦσι, διότι χρεωκοπία ὑπὸ τὴν νομικὴν καὶ πραγματικὴν σημασίαν τῆς λέξεως, ὑπὸ τὴν σημασίαν, ἣν αὕτη ἀπολύτως καὶ καθ’ ἑαυτὴν κέκτηται, δηλοῖ δολίαν πτώχευσιν...
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν;
§18ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Παρακαλῶ, ἔχετε ὑπομονὴν ν’ ἀκούσητε τὸ συμπέρασμά μου.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁμιλεῖτε ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§20ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Οὐδόλως. Προκειμένου νὰ συνεχίσῃ τὸν λόγον του σήμερον ὁ ἔντιμος ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτὴς, καθῆκόν μου φρονῶ, πρὸς πληροφορίαν ἐμοῦ καὶ τῆς Βουλῆς, νὰ ἐρωτήσω αὐτὸν, καὶ τὸν παρακαλέσω νὰ ἐπεξηγήσῃ, τίνα διάκρισιν ποιεῖται τῆς πτωχεύσεως καὶ τῆς χρεωκοπίας συγκεκριμένως, προκειμένου περὶ τοῦ ἡμετέρου Κράτους, ὅπερ οὐχὶ ἀναποδράστως ἢ μοιραίως, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀβούλου πολιτικῆς τοῦ κ. Τρικούπη ἐξωθήθη εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως, καὶ ἑπομένως νὰ δηλώσῃ σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς, τί ἐννοεῖ, λέγων, ὅτι τὸ Κράτος διετέλει ἤδη εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως ἀπὸ τῆς παρελθούσης πρωθυπουργίας τοῦ ἐντίμου ἐκ Μεσολογγίου κ. Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ὅτι τὴν χρεωκοπίαν ἀνεκήρυξεν μόνον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέτῃ, ὅτι Κράτος δὲν πτωχεύει, ἀλλὰ χρεωκοπεῖ, καίτοι ἀναμφισβητήτως περιελθὸν πρὸ πολλοῦ εἰς πλήρη ἀδυναμίαν νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς πρὸς τοὺς πιστωτάς του ὑποχρεώσεις του; Διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἐπανερχόμενος εἰς τὸ θέμα τῆς ἐπερωτήσεώς μου, τὰ Κράτη δὲν χρεωκοποῦσι, τὰ Κράτη πτωχεύουσιν...
§21ΑΛΚΙΒ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχουν σχέσιν αὐτά.
§22ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Καὶ μεγίστην μάλιστα. Ἀλλ’ ἔχετε ὑπομονὴν, παρακαλῶ, διότι εἶναι λίαν σχετικὰ ἐπὶ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐξ Ἄρτης ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ, καὶ ἰδίως πρὸς τὸ πανθομολογούμενον συμπέρασμα καὶ γεγονὸς, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ἐδημιούργησε τὴν κατάστασιν τῆς πτωχεύσεως τοῦ Κράτους, καὶ πρὸς ἄτοπον καὶ μὴ λογικὸν συμπέρασμά τινων ἐκ τῶν προαγορευσάντων, ὅτι τὴν, ὡς εἰπεῖν, Τρικουπικὴν ταύτην πτώχευσιν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἀνεκήρυξεν εἰς χρεωκοπίαν. Βουλευόμενος δὲ μεθ’ ἡμῶν καὶ περιελθὼν εἰς ἀπορίαν ἐπὶ ταῖς πραγματικαῖς καὶ λογικαῖς ἀντιφάσεσι τῶν προαγορευσάντων, καθῆκόν μου νομίζω νὰ ἐρωτήσω αὐτοὺς, τίνος εἴδους χρεωκοπίαν ἀνεκήρυξεν ἡ Κυβέρνησις Σωτηροπούλου, ἀφοῦ τὸ ἀτυχὲς Κράτος ἐξώθησε πρὸ πολλοῦ εἰς πλήρη πτώχευσιν ἡ ἀσύνετος πολιτικὴ τοῦ κ. Τρικούπη; (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).
§23ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Χάνεται ὁ καιρὸς ἀδίκως.
§24ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Παρακαλῶ, μὴ θορυβεῖτε, ὠρυόμενοι ὡς λέοντες, οἱ ἐν τῇ δεξιᾷ καθήμενοι. Διατὶ νὰ ταράττησθε τόσον ἐπὶ τῇ ἀφηγήσει τῆς ἀληθείας;
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε ἡσυχίαν, παρακαλῶ.
§26ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶπον ὅτι χάνομεν τὸν καιρὸν, καὶ αὐτὸς λέγει, ὅτι ὠρυόμεθα.
§27ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Καὶ ὅμως ἐξακολουθεῖτε νὰ ὠρύησθε (ἱλαρότης). Ἐὰν δὲ νομίζητε, ὅτι ὁ χρόνος εἶναι πολύτιμος, δύνασθε, κύριοι συνάδελφοι, ν’ ἀπαντήσητε οὐχὶ βρυχώμενοι (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ). Ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι ἡ σημασία τῆς πτωχεύσεως εἶναι ἀναμφισβήτητος, καὶ ὅτι χρεωκοπία δηλοῖ, ὅτι ἰδιώτης, ἢ σωματεῖον, ἢ Κράτος, ἐκ δόλου ἢ ἐξ ἀσυγγνώστου ἀμελείας ἀπέκρυψε περιουσίαν καὶ ἐδολιεύθη τοὺς δανειστάς του, κατὰ τοὺς γνωστοὺς ὅρους τῆς σημασίας της. Ἐννοοῦσι λοιπὸν οἱ προαγορεύσαντες, ὅτι τὸ Κράτος, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις αὐτοῦ περιῆλθον εἰς τοιοῦτο σημεῖον κακοηθείας καὶ ἐξευτελισμοῦ, ὥστε ἠθέλησαν νὰ ζημιώσωσι τοὺς δανειστάς των, ἀποκρύψαντες τὴν περιουσίαν τοῦ Κράτους, ἢ παραστήσαντες, ὅτι ἔχουσι δανειστὰς ἀνυπάρκτους;
§28ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δολίως.
§29ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἀκούω μίαν λέξιν τοῦ ἐντίμου καὶ ὁμόφρονός μου ἐκ Καλαβρύτων κ. Βουλευτοῦ, ὅτι τότε εἶναι δολία χρεωκοπία. Καὶ φρονοῦσι λοιπὸν, ὅτι τὸ Κράτος ἔκαμε τοιαύτην χρεωκοπίαν; Εἶναι αἶσχος ἀληθῶς διὰ τὸν τόπον μας, ὅστις, μολονότι κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, ὡς ἐκ τῆς ἠθικῆς ἐκπτώσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, δὲν παρήγαγε πολιτικοὺς ἥρωας, ἀλλὰ μόνον πολιτικοὺς ἀγύρτας, δὲν ἐξουθενώθη εἰσέτι ἠθικῶς ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ παραγάγῃ καὶ κακούργους πολιτικοὺς ἄνδρας. Σεῖς λοιπὸν, οἱ περὶ τὸν κ. Τρικούπην, χαρακτηρίζετε τὴν παρ’ ὑμῶν ἀπειργασμένην πτώχευσιν χρεωκοπίαν, πτώχευσιν, τῆς ὁποίας τὰ ἀποτελέσματα εὐθύνουσι μόνον τὸν ἀρχηγόν σας! Ἀλλὰ καὶ ἂν ἦναι ἐξ ἀμελείας χρεωκοπία, ἤτοι ἁπλῆ, αὕτη ἀκεραίως ἐπιβαρύνει μόνον τὸν ἀρχηγόν σας κ. Τρικούπην, ὅστις, ἀμελῶς καὶ ἀσυνέτως διαχειρισθεὶς τὰ δημόσια ἐπὶ δεκαετίαν δι’ ὑπερόγκων δανείων καὶ φόρων, δὲν προεῖδεν, ὡς ὤφειλεν, ὅτι ἐδημιούργει τὴν πτώχευσιν. Ἑπομένως, ὅσον ἀληθὲς καὶ βάσιμον τὸ συμπέρασμα τῶν προαγορευσάντων, ὅτι ἡ σημερινὴ κατάστασις τῆς πτωχεύσεως τοῦ Κράτους εἶναι ἀποτέλεσμα μόνον τῆς ἀβούλου πολιτικῆς τοῦ κ. Τρικούπη, τόσον ἄδικος καὶ ἐκ βάσεως ἀδικαιολόγητος εἶναι ἡ μομφὴ τοῦ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις τὴν πτώχευσιν ἀνεκήρυξεν ὡς χρεωκοπίαν. Τοιαῦται ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς γινόμεναι δηλώσεις εἰς οὐδὲν ἄλλο συντελοῦσιν, εἰμὴ πρὸς τοῖς ἄλλοις νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τοὺς ἐφ’ ἡμᾶς ἔχοντας τὴν προσοχήν των ἐστραμμένην ξένους νὰ μᾶς κατασυκοφαντῶσιν, ὅτι ἐπτωχεύσαμεν, ἐχρεωκοπήσαμεν, ἀποκρύψαντες τὴν περιουσίαν τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι, καίτοι δυνάμενοι νὰ τὸ πράξωμεν, δὲν ἀποτίομεν ἐπαρκῶς τὰς πρὸς τοὺς δανειστάς μας ὑποχρεώσεις μας (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ, ἡσυχάσατε, ἵνα τελειώσῃ ὁ ἀγορεύων.
§31ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Διατὶ θορυβεῖσθε οἱ ἐν τῇ δεξιᾷ ἐπὶ τῇ ἐκθέσει ἀληθοῦς διαμαρτυρίας συναδέλφου σας, ὅτι ἡ Ἑλλὰς περιῆλθε μὲν εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως πρὸ πολλοῦ, ὡς ἐκ τῆς ἀβούλου καὶ ἀτασθάλου πολυετοῦς πολιτικῆς τοῦ κ. Τρικούπη, ἀλλὰ δὲν ἐχρεωκόπησε, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἦτο ἀδύνατον νὰ κηρυχθῇ χρεωκόπος ὑπὸ τὴν συνετὴν, πεφωτισμένην καὶ ἀνδρικὴν πολιτικὴν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως; Ἡ Ἑλλὰς, καὶ ἐξωθηθεῖσα εἰς πτώχευσιν ὑπὸ τῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Τρικούπη, περιέχει εἰσέτι ἐν τοῖς κόλποις αὑτῆς ἄνδρας πολιτικοὺς, οἵτινες, ἐπιλαμβανόμενοι μετὰ θάῤῥους τῶν κοινῶν, θ’ ἀποδώσωσιν εἰς αὐτὴν τὴν ἁρμόζουσαν οἰκονομικὴν καὶ πολιτικὴν εὐρωστίαν καὶ ζωήν. Ὄχι, ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐχρεωκόπησεν! Ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ χρεωκοπήσῃ! Ἀλλ’ οὔτε θὰ ἐπιτρέψωμεν ἡμεῖς, οἱ τῇ πτέρυγι ταύτῃ, ν’ ἀποτολμηθῇ κατ’ αὐτῆς παρ’ οἱουδήποτε τοσοῦτον βαρὺ ἔγκλημα. Ὑποβάλλω καὶ τὰς ἀκολούθους ἐπερωτήσεις διὰ τοὺς κ. κ. Ὑπουργούς. Κατὰ τὸν παρελθόντα Δεκέμβριον, εἶναι γνωστὸν, μεταξὺ ἐμοῦ τοὐλάχιστον καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ὅτι ὑπεβλήθησαν εἰς αὐτὸν προτάσεις περὶ πολυετοῦς ἐνοικιάσεως τῆς σμύριδος ἐν Νάξῳ· αἱ προτάσεις δὲ ἦσαν σπουδαῖαι, διότι σπουδαία ἦτο ἡ ὁμὰς ἡ ὑποβαλοῦσα τὰς προτάσεις ἐκείνας. Αἱ προτάσεις ἐκεῖναι εἶχον ὡς βάσιν κατάθεσιν ἐγγυήσεως προκαταβολικῶς 500,000 φράγκων χρυσῶν, ἐνοικίασιν ἐπὶ δεκαετίαν τοὐλάχιστον, ἐτησίαν ἐξόρυξιν καὶ παραλαβὴν κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 160,000 κανταρίων, καὶ τιμὴν ἑκάστου κανταρίου πρὸς 3 φράγκα χρυσᾶ, δηλ. ἐξησφαλίζετο διὰ προκαταβολῆς ἐγγυήσεως 500,000 φράγκων χρυσῶν ἐτήσιον εἰσόδημα ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου περὶ τὰς 500,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ὁ νῦν καὶ τότε ἔντιμος κ. Πρωθυπουργὸς δι’ ἀναβολῶν, ὡς συνήθως δυστυχῶς ἀντελήφθη ἡ Βουλὴ καὶ πᾶς ὁ γνωρίσας αὐτὸν, ὅτι πράττει, δὲν ἀπέκρουσε μὲν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὴν προσφορὰν ἐκείνην, τὴν τοσοῦτον συμφέρουσαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλ’ ἀνέβαλλε νὰ συσκεφθῇ καὶ ν’ ἀντιληφθῇ τῆς προτάσεως ἐκείνης, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἦτο συμφέρουσα, ὡς ἔλεγε, μετὰ τῶν ἁρμοδίων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων. Δυστυχῶς, καίτοι παραμείνας ἐπὶ τετράμηνον καὶ πλέον ἔκτοτε εἰς τὴν ἐξουσίαν, δὲν εὗρεν εὔκαιρον περίστασιν νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν τοσοῦτον συμφερουσῶν προτάσεων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἂν καὶ δυστυχῶς ἔκτοτε εὑρίσκετο εἰς τὰς γνωστὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, οὕτω δὲ ἀπεῤῥίφθησαν σιωπηρῶς αἱ προτάσεις ἐκεῖναι, καὶ μέχρι σήμερον διατελοῦμεν ὡς πρὸς τὸ σπουδαῖον προϊὸν τῆς σμύριδος εἰς τὸ καθεστὼς τὸ ὑπάρχον πρὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, εἰς τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησεν ὁ νόμος τοῦ 1891. Προκειμένου περὶ τῆς σπουδαίας ταύτης προσόδου τοῦ δημοσίου, καὶ ὡς Βουλευτὴς καὶ εἰδικῶς ὡς ἀνήκων εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἐξ ἧς ἐξάγεται τὸ σπουδαῖον τοῦτο προϊόν, ἐρωτῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, καὶ ὑποβάλλω σχετικὴν ἐπερώτησιν: 1) Πόσα καντάρια σμύριδος ἐξήχθησαν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου 1893 μέχρι σήμερον: 2) Πόσα ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν ἐξόρυξιν καὶ τὴν φόρτωσιν τῶν ἐξαχθέντων ποσῶν: 3) Πόσα ἐπληρώθησαν εἰς ἀμοιβὰς τῶν πρακτόρων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν εἰδικὸν νόμον εἶναι ἐντεταλμένοι νὰ διαθέτωσι τ’ ἀποστελλόμενα ποσὰ τῆς σμύριδος εἰς τὰς διαφόρους ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης; καὶ 4) Πόσα ἐξεκαθαρίσθησαν ἀπὸ τὰ ἀποσταλέντα ποσά; Ἆρα ἀνταπεκρίθη τὸ ἐκκαθαρισθὲν ποσὸν εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἡ ὁμὰς ἐκείνη προσέφερε, τῶν 500,000 περίπου φράγκων ἐτησίως; (λέγω περίπου, διότι δὲν ἦσαν ἀκριβῶς 500,000 ἀλλὰ 480,000). Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι, ὅταν ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, θὰ πληροφορηθῶμεν δυστυχῶς, ὅτι χάριν ἄλλων λόγων προσωπικῶν,— ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ μὴ τοὺς ἀναφέρω, — ἀντὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 500,000 φράγκων, τὸ ὁποῖον ἐτησίως σπουδαίως προσεφέρετο, δὲν εἰσπράττομεν ἤδη οὐδὲ 150,000, καὶ ἑπομένως τὸ δημόσιον ταμεῖον ἔχει ζημίαν ἐντεῦθεν πλέον τῶν 300,000 φράγκων κατ’ ἔτος, μόνον διότι ἐκ προσωπικῶν λόγων οὕτως ἔδοξε τῷ κ. Τρικούπῃ. Δευτέρα ἐπερώτησις. (Δὲν θὰ φθάσω εἰς τὰς 101 ἐπερωτήσεις τοῦ ἐντίμου ἐκ Λοκρίδος συναδέλφου, τὰς ὁποίας πέρυσιν ἀπὸ τῆς πτέρυγος ἐκείνης ἤκουον μειδιῶντες, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι ἦσαν καὶ ἀπεδείχθησαν ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος πολὺ δεδικαιολογημέναι). Πρὸ ἡμερῶν εἶχον ὑποβάλει ἑτέραν ἐπερώτησιν, ἀφορῶσαν οὐχὶ εἰς ἐσωτερικὰ ζήματα, οὐχὶ περὶ δημοδιδασκάλων καὶ περὶ συμφερόντων τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ περὶ δυστυχῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, οἱ ὁποῖοι ἐκπατριζόμενοι ζητοῦσι τὸν ἄρτον των μακρὰν τῆς πατρίδος· ἀφεώρα ἡ ἐπερώτησίς μου ἐκείνη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν παροικίαν τῆς Τύνιδος, καὶ ἀνέφερον τότε, ὅτι περιουσία ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν, ἀνήκουσα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἐκείνην παροικίαν πρὸ πολλοῦ, (χωρὶς νὰ ἀποδίδω εἰς τὸν νῦν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν τὴν εὐθύνην, ἀλλ’ εἰς πολὺ προγενεστέραν ἐποχὴν,) ἡ περιουσία, λέγω, αὕτη εἶναι περιουσία ἐκκειμένη, ἢ μᾶλλον οὐχὶ ἐκκειμένη, ἀλλὰ περιουσία καταληφθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἐκεῖ Ἕλληνος προξένου. Εἶπον τότε, ὅτι ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας, ἀντιληφθεὶς τῶν γενομένων ἐκεῖ, ἀνεμίχθη, ἵνα διορθώσῃ τὰ κακῶς γενόμενα, ἀλλ’ ὅτι δυστυχῶς δὲν κατωρθώθη ὅ,τι ἡ πατριαρχικὴ ἐκείνη ἀνάμιξις ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ, ὅτι ἑπομένως οἱ ἐκεῖ Ἕλληνες ὑπήκοοι ἠναγκάσθησαν νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὴν συνδρομὴν τοῦ Ρώσσου Προξένου, ὅτι ἀνεμίχθη τὸ ἐκεῖ Ρωσσικὸν Προξενεῖον, ὅτι ἐπεκαλέσθη τὴν συνδρομὴν τῶν τοπικῶν δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα, ὡς γνωρίζομεν, διευθύνουσι Γάλλοι, ὅτι ἐξεδόθη ἀπόφασις τοῦ τοπικοῦ πολιτικοῦ δικαστηρίου, ἡ ὁποία ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν ἔχει κἀνὲν δικαίωμα ὁ Ἕλλην Πρόξενος νὰ ἀναμιγνύηται εἰς τὴν κοινοτικὴν περιουσίαν, καὶ ὅτι, μ’ ὅλα ταῦτα, ἔκτοτε ἐξακολουθεῖ ἡ περιουσία ἐκείνη διαμένουσα νεκρὰ, διαμένουσα ἄνευ τῶν ἀποτελεσμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προέθεντο ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διέθεσαν τὴν περιουσίαν αὑτῶν ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς κοινότητος, διότι ἔκτοτε ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία καὶ τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα διατελοῦσι σκανδαλωδῶς κεκλεισμένα. Ἀλλὰ μετὰ τὴν σαφῆ ταύτην ἐπερώτησίν μου ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς εἰς μίαν τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων εἶπεν, ὅτι τὸ ζήτημα εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην στάσιν διαπραγματεύσεων, ὥστε ἄνευ βλάβης αὐτοῦ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σχετικά. Ὁμολογῶ, ὅτι, καίτοι ἐντελῶς ἀδαὴς τῶν διπλωματικῶν, θὰ ἐπειθόμην ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς εἶχε δίκαιον, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ἀποτελεῖ διπλωματικὸν ζήτημα ἡ ὑπόθεσις, καὶ ὅτι, ἐφ’ ὅσον αὕτη διατελεῖ ἐκκρεμὴς, δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἀντικείμενον δημοσίας συζητήσεως. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, βεβαίως θὰ συνεφώνουν μετ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ προκειμένου οὐχὶ περὶ διπλωματικοῦ ζητήματος, οὐχὶ περὶ διεθνοῦς, ἀλλὰ περὶ ζητήματος καθαρῶς ἐθνικοῦ, ἀναγομένου εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, — καὶ διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνων τὴν ἐπερώτησίν μου, δικαιοῦμαι νὰ ἀπεκδέχωμαι ἀπάντησιν, — πῶς ἐξηγεῖται, προκειμένου περὶ ζητήματος ἀφορῶντος εἰς περιουσίαν Ἑλληνικῆς παροικίας, ἀνεγνωρισμένης ἀναμφισβητήτως, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ φρονῇ, ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν συμφέρει νὰ γείνῃ τοῦτο ἀντικείμενον δημοσίας συζητήσεως; Καὶ ποία συζήτησις δύναται νὰ γείνῃ, προκειμένου περὶ περιουσίας Ἑλληνικῆς; Πρόκειται περὶ διεθνοῦς ζητήματος; Ἐὰν ἀμφισβητῆται παρ’ ἄλλων, ἐὰν ἐγεννήθη ἐντεῦθεν ζήτημα διεθνὲς, τότε βεβαίως ὅλοι θ’ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι δὲν δύναται σήμερον ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ γείνῃ συζήτησις· ἀλλ’ οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι πρόκειται περὶ περιουσίας Ἑλληνικῆς. Διατὶ λοιπὸν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ μὴ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἐξ ἀδόλου ἐθνικοῦ αἰσθήματος γενομένην ἐπερώτησίν μου καὶ ὑποβάλῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς Ἑλληνικῆς ἐκείνης περιουσίας; Ἤκουσα ἐξωδίκως, δηλ. οὐχὶ ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἀνεμίχθη ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας. Ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας δὲν ἀνεμίχθη διεθνῶς, ἀνεμίχθη ὡς πνευματικὸς πατὴρ, συμβουλεύσας τοὺς ἀντιπροσωπεύοντας τὴν Ἑλληνικὴν ἐκείνην παροικίαν, ὅτι δὲν συμφέρει εἰς τὴν παροικίαν ἐκείνην νὰ γεννῶνται τοιαῦτα ζητήματα καὶ νὰ δώσωμεν ἀφορμὴν εἰς τοὺς ἐκεῖ ξένους, ἵνα διαρπάσωσι τὴν περιουσίαν τὴν ἀνήκουσαν εἰς αὐτὴν, ὅπως δυστυχῶς καὶ εἰς ἄλλας παροικίας ἐγεννήθησαν τοιαῦτα ζητήματα, καὶ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης διαμάχης ἐπῆλθε νὰ ἀπολεσθῶσι σπουδαιόταται Ἑλληνικαὶ περιουσίαι, ἀνήκουσαι εἰς ἀναμφισβητήτους Ἑλληνικὰς παροικίας. Συμπεραίνων, παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, — διότι, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, οὐδὲν κωλύει, ἵνα τὸ ζήτημα τοῦτο γείνῃ ἀντικείμενον δημοσίας συζητήσεως, — νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ὅπως λάβωμεν καὶ ἡμεῖς γνῶσιν τῶν συμβαινόντων καὶ τῆς τύχης τοῦ ἀτυχοῦς ἐκείνου ἑκατομμυρίου δραχμῶν, ἀνήκοντος εἰς ὑπηκόους ἡμῶν.
§32ΜΑΝΕΣΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ σύντονον πρόνοιαν περὶ τῶν δημοτικῶν σχολείων τῆς πόλεως Ἀγρινίου, τοῦ τε τῶν θηλέων καὶ τοῦ τῶν ἀῤῥένων, καθόσον ἀμφότερα ἔχουσιν ἀνάγκην ῥιζικῆς ἐπισκευῆς, διότι κατέστησαν ἑτοιμόῤῥοπα καὶ ἐπικίνδυνα· ἡ στέγη τοῦ δημοτικοῦ σχολείου τῶν ἀῤῥένων στηρίζεται ἐπὶ στύλων μὴ στερεῶν, εἶναι ἑπομένως φόβος καταπτώσεως αὐτῆς καὶ συνεπῶς δυστυχημάτων, τὸ δὲ δημοτικὸν σχολεῖον τῶν θηλέων εἶναι μία ἐπιμήκης ἀποθήκη, οὐδόλως χωριζομένη, ἐν ᾗ τρεῖς διδασκάλισσαι διδάσκουσι ταὐτοχρόνως. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, καὶ παρακαλῶ μάλιστα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ νὰ διατάξῃ τὸν διαχωρισμὸν εἰς θαλάμους καὶ τὴν ἐπισκευὴν τῶν σχολείων τούτων ἐν γένει, διότι μέχρι τοῦδε ἀπέβησαν μάταιαι αἱ ἀναφοραὶ τοῦ Δημάρχου Ἀγρινίου, τὰς ὁποίας ἐπανειλημμένως ἀπηύθυνεν ἁρμοδίως. Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ μιᾶς παραποιήσεως, γιγνομένης κατὰ τὴν πώλησιν τοῦ καπνοῦ. Ὡς γνωρίζετε, ὁ καπνὸς τῆς Τριχωνίας εἶναι ὁ ἐκλεκτότερος μέχρι τοῦδε καπνὸς καὶ πανταχοῦ ἐπιζητεῖται, ὁπουδήποτε δὲ, καὶ ἐν Πειραιεῖ καὶ ἐν Ἀθήναις, ἂν ζητήσητε καπνὸν Ἀγρινίου, ἀμέσως σᾶς δίδεται τοιοῦτος, ἀλλ’ ἐντὸς τῶν πακέτων δὲν εὑρίσκετε καπνὸν Ἀγρινίου, ἀλλὰ πάσης ἄλλης προελεύσεως καπνόν· εἶναι δ’ εὔκολον νὰ κατανοηθῇ ἡ παραποίησις αὕτη, διότι ἡ τιμὴ τοῦ καπνοῦ Ἀγρινίου εἶναι πολὺ ἀνωτέρα τῆς τιμῆς τῶν συνήθων καπνῶν. Τοῦτο ἐπιφέρει σπουδαιοτάτην βλάβην εἰς τὰ συμφέροντα τῶν συνεπαρχιωτῶν μου, οἱ ὁποῖοι, ὡς γνωρίζετε, ἀποζῶσιν ἐξ αὐτοῦ τοῦ προϊόντος κυρίως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐξεύρῃ τὸ μέσον, ὅπως προληφθῇ ἡ νοθεία αὕτη.
§33ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Πληροφορῶ τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἅμα ἐλθοῦσα εἰς τὰ πράγματα, ἔλαβε πρόνοιαν περὶ τῶν δημοτικῶν σχολείων Ἀγρινίου, εἶναι δ’ ἕτοιμα τὰ περὶ τούτου βασιλικὰ διατάγματα, καὶ θὰ δημοσιευθῶσι κατ’ αὐτὰς εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς ἡσυχίαν τοῦ κ. συναδέλφου.
§34ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Κατὰ τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ στρατοῦ, τὴν γενομένην κατὰ τὸ 1891 παρὰ τοῦ ἀντιστρατήγου κ. Σαπουντζάκη, ὑπεβλήθησαν ἐκθέσεις κατὰ ἀξιωματικῶν τῶν διαφόρων σωμάτων. Διὰ τῶν ἐκθέσεων ἐκείνων ἐζητήθη ἡ ἀποστράτευσις ἀξιωματικῶν τινων. Οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι προσέφυγον ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος μας, καὶ σχεδὸν πάντες ἐδικαιώθησαν παρὰ τῶν δικαστηρίων, δύο δ’ ἐξ αὐτῶν ὑπέβαλον αἴτησιν ἐνώπιον τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ὁ κ. Φραγκούλης, λοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ, καὶ ὁ κ. Θωμόπουλος, ταγματάρχης τοῦ πεζικοῦ, οἵτινες καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, γενομένων δεκτῶν τῶν αἰτήσεων αὐτῶν, διότι τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος, ἵνα οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ ὦσιν ἐκτὸς τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ τὸ αὐτὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ὑπέβαλον αἰτήσεις καὶ ἄλλοι ἀξιωματικοί, ὡς οἱ κ. κ. Δροσόπουλος, ταγματάρχης τοῦ πεζικοῦ, Μπαχαρνῖκος λοχαγὸς τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ, Μεντζελίδης ταγματάρχης τοῦ ἱππικοῦ, καὶ Χρυσάφης ἀντιμοίραρχος, δὲν ἠξίωσε τοῦ αὐτοῦ μέτρου τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ τὰς γνωμοδοτήσεις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου καὶ ὡς πρὸς τοὺς μὲν καὶ ὡς πρὸς τοὺς δὲ, ἵνα πεισθῶμεν, ἂν ἐτηρήθη τὸ αὐτὸ μέτρον τῆς δικαιοσύνης καὶ διὰ τοὺς ἐπανελθόντας καὶ διὰ τοὺς ἀποκλεισθέντας ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ στράτευμα, διότι ἐν καιρῷ, μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, θὰ λάβω τὸν λόγον.
§35ΜΑΝΕΣΗΣ. Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε, διότι μὲ διέκοψεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως μὲ ἤκουσε προηγουμένως, καὶ οὐδεμίαν ἀπάντησιν μοὶ ἔδωκεν, ἀλλὰ μόνον διὰ νεύματος ἔδειξεν, ὅτι θὰ λάβῃ πρόνοιαν. Ὁ δὲ Βουλευτὴς Τριχωνίας, φαίνεται, εἶναι ἐνημερώτερος τοῦ Ὑπουργοῦ. Τοῦτο μόνον ἤθελον νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἢ δὲν ἐνήργησέ τι, καὶ ὁ συνάδελφός μου εἶπε τοῦτο, ὅπως φανῇ ὅτι ἔλαβε πρόνοιαν, ἢ δὲν μὲ ἠξίωσεν ἀπαντήσεως.
§36Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐσκέφθην βεβαίως νὰ ἀπαντήσω· ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ δίδω ἀπαντήσεις αὐθημερὸν, καὶ τοῦτο πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν, ἵνα ὦσιν αὗται ἀκριβεῖς.
§37ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐγνωρίζετε ὅμως, ὅτι ὑπεβλήθησαν διατάγματα Τοῦτο ἠδύνασθε νὰ τὸ εἴπητε σεῖς, ἀντὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§38ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, κύριε Πρόεδρε, τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Νάξου περὶ τῆς ἐν Τύνιδι Ἑλληνικῆς παροικίας, ἐπεθύμουν καὶ ἐγὼ νὰ ἀπευθύνω ἐπερώτησίν τινα πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργόν. Ὁ κ. Βάλληνδας εἶπεν, ὅτι ἡ Αὐτοῦ Μακαριότης ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας ἐπενέβη εἰς καθησύχασιν τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος παροικίας· ἐγὼ δὲ θὰ ἐπηρώτων τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐν τίνι δικαιώματι ἐπενέβη εἰς αὐτήν; Ἆρά γε ἐπαληθεύει πληροφορία τις ἀνεπίσημος, ἣν ἔλαβον πρὸ καιροῦ καὶ καθ’ ἣν δῆθεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἀνεγνώρισεν εἰς τὴν Α. Μακαριότητα τὴν πνευματικὴν δικαιοδοσίαν ἐπὶ τῆς ἐν Τύνιδι Ἑλληνικῆς παροικίας; Τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην, κύριε Πρόεδρε, δὲν πρέπει νὰ θεωρήσῃ τις ἐπουσιώδη καὶ ἄσκοπον. Πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον προέβη εἰς τὴν τοιαύτην ἀναγνώρισιν, παραχθὲν εἰς τοῦτο ἐκ τοῦ τίτλου, ὅνπερ φέρει ἡ Α. Μακαριότης σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ ὡς Πατριάρχης «πάσης Λιβύης». Ἀλλ’ ὑπάρχει ἀρχὴ θεμελιώδης, διέπουσα τὴν Ὀρθόδοξον Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν, ἀρχὴ, εἰς ἣν ἑδράζεται καὶ αὐτὸ τὸ κατὰ τῶν Βουλγάρων ἐπικηρυχθὲν σχίσμα καὶ καθ’ ἣν οἱ ἐκκλησιαστικοὶ τύποι παρακολουθοῦσι πάντοτε τοὺς πολιτικοὺς, ἤτοι ἡ ἐκκλησιαστικὴ τὴν πολιτικὴν διοίκησιν. Κατὰ ταῦτα, καθ’ ὃν χρόνον ἡ Λιβύη, κατ’ ἀκολουθίαν καὶ ἡ νῦν Τύνις, ἦτο πολιτικῶς ἡνωμένη πρὸς τὴν Αἴγυπτον, ὑπήγετο αὕτη καὶ ἐκκλησιαστικῶς εἰς τὴν ἐν ταύτῃ ἑδρεύουσαν ἀρχήν. Ἀφ’ οὗ χρόνου ὅμως ἡ Τύνις πολιτικῶς ἀπεσπάσθη τέλεον τῆς Αἰγύπτου, ἔπαυσεν αὕτη καὶ ἐκκλησιαστικῶς ἐξαρτωμένη ἐκ τοῦ ἐν ταύτῃ ἑδρεύοντος Πατριάχου. Πλὴν τούτου, ἀπὸ αἰώνων πολλῶν εἶχεν ἐκλίπει ἐν Τύνιδι καὶ ἡ Ὀρθοδοξία καὶ ὁ Χριστιανισμὸς καθόλου. Μόλις ἐπ’ ἐσχάτων ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος χώρας ἱδρύθη Ἑλληνικὴ κοινότης, ἐξ Ἑλλήνων ὑπηκόων ἀπαρτιζομένη καὶ ἔχουσα ἴδιον ναὸν καὶ ἰδίαν ἐκκλησιαστικὴν καὶ κοινοτικὴν περιουσίαν. Ἡ κοινότης αὕτη, καλῶς ποιοῦσα, ἔσπευσε νὰ ὑποβληθῇ πολιτικῶς μὲν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐκκλησιαστικῶς δὲ εἰς τὴν Ἱερὰν ἡμῶν Σύνοδον, παρ’ αὐτῆς ἐξαιτουμένη καὶ λαμβάνουσα τὸν ἐφημέριόν της. Κατὰ τοῦτο συνεμορφώθη αὕτη καὶ πρὸς τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τὰ διεθνῆ νόμιμα. Πῶς ὅμως τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον Τρικούπη ἠθέλησε ν’ ἀναγνωρίσῃ τὴν πνευματικὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας ἐπ’ αὐτῆς, ἀθετῶν οὕτω καὶ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κανόνας, ἐπὶ ζημίᾳ ἀνυπολογίστῳ τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων; Διότι, διὰ λόγους εὐνοήτους, κύριε Πρόεδρε, οὓς περιττὸν κρίνω νὰ ἐκθέσω νῦν διὰ μακρῶν, συμφέρει εἰς ἡμᾶς οὐ μόνον ἐν Τύνιδι, ὅπου οὐδεμίαν ἀπ’ αἰώνων πολλῶν πνευματικὴν δικαιοδοσίαν ἐνήσκησεν ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας, ἀλλὰ καὶ πανταχοῦ τῆς Ἀνατολῆς, ὅπου Ἕλληνες ὑπήκοοι ἀπαρτίζουσιν ἰδίαν κοινότητα καὶ κέκτηνται ἰδίαν κοινοτικὴν καὶ ἐκκλησιαστικὴν περιουσίαν, νὰ ὑπάγωνται κατὰ τὸ ἐκκλησιαστικὸν καὶ πολιτικὸν δίκαιον, ὅπως εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς ἐν Ἑλλάδι Κυβερνήσεως, καὶ εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν τῆς ἐνταῦθα Ἱερᾶς Συνόδου δικαιοδοσίαν, οὕτως ὥστε ἐντεῦθεν ν’ ἀποστέλλωνται καὶ ἀνακαλῶνται καὶ οἱ ἱερεῖς αὐτῶν. Διὰ ταῦτα θὰ παρεκάλουν τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, τὸν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀπόντα ἐκ τῆς Βουλῆς, ὅπως, λαμβάνων γνῶσιν τῆς παρούσης ἐπερωτήσεώς μου ἐκ τῶν πρακτικῶν, πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: 1) ἐὰν τῳόντι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισεν εἰς τὸν Πατριάρχην Ἀλεξανδρείας τὴν πνευματικὴν δικαιοδοσίαν ἐπὶ τῆς ἐν Τύνιδι Ἑλληνικῆς παροικίας· 2) ἐὰν καὶ μετὰ τὴν ἀναγνώρισιν τῆς δικαιοδοσίας ταύτης ἐξακολουθῇ ὁ ἐκεῖ Ἕλλην πρόξενος ἀναμιγνυόμενος εἰς τὰ τῆς ἐκεῖ Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Ἐν περιπτώσει καταφατικῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπιφυλάττομαι νὰ λάβω αὖθις τὸν λόγον καὶ νὰ ὑποστηρίξω διὰ μακροτέρων τὴν ἐπερώτησίν μου.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον. (Ἐνταῦθα τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Βαρβαρῆγος Πήλικας).
§40ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔλεγον χθὲς, ποῦ ἐφθάσαμεν καὶ διατὶ ἐφθάσαμεν ἐκεῖ, ὅπου εὑρισκόμεθα. Εἶπον ὅτι εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τοῦ γεγονότος τῆς πτωχεύσεως, ἥτις εὐθύνει ἀναμφισβητήτως τὴν ἐπὶ δεκαετίαν ἐφαρμοσθεῖσαν πολιτικὴν, καὶ ὅτι διήλθομεν καὶ διὰ χρεωκοπίας. Διὰ νὰ καθησυχάσω δὲ τὴν συνείδησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, τοῦ πρὸ ὀλίγου ἐπερωτήσαντός με, θὰ προσθέσω, ὅτι τὴν χρεωκοπίαν ταύτην δὲν θεωρῶ ὡς δολίαν, ἀλλ’ ὡς ἁπλῆν, διότι ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ διαπράξαντες τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπέσχοντο ἐπισήμως καὶ κατηγορηματικῶς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐπαναλάβῃ τὰς πληρωμὰς της εἰς χρυσὸν μετὰ δύο ἔτη, ἔπραξαν τοῦτο ἐξ ἀνεπαρκείας αὐτῶν νὰ ἐννοήσωσι τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, καὶ ἑπομένως ἐξ ἀμελείας καὶ οὐχὶ ἐκ δόλου. Μένει ἤδη νὰ ἴδωμεν, ποῦ φερόμεθα, ποῦ δηλ. ἡ ἀνέλιξις τῆς πολιτικῆς, ἥτις ἔφερε τὸν τόπον εἰς τὴν πτώχευσιν, δύναται ἐξακολουθοῦσα νὰ μᾶς φέρῃ. Δὲν ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν πλήρη τὴν γνώμην τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, καὶ τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων νομίζει, ὅτι θὰ διεξέλθῃ τὰς ὑφισταμένας δυσχερείας καὶ θὰ διακανονίσῃ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν. Ἔχομεν ὅμως ἀρκετὰς ἐνδείξεις, ὅπως ἐννοήσωμεν τὰς βάσεις τῶν μέτρων, ἅτινα πρόκειται νὰ ἐπιδιώξῃ, καὶ κρίνωμεν αὐτάς. Καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ συντάξασα τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἡ δημοσιογραφία ἡ ἑρμηνεύουσα τὰς γνώμας τῶν σήμερον διευθυνόντων τὰ κοινὰ, ὑπεστήριξαν τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ εὕρωμεν ἐκ νέου χρήματα, ἂν οὐχὶ καὶ δι’ ἄλλους, σκοποὺς, τουλάχιστον ὅπως ἄρωμεν ἐκ τῆς κυκλοφορίας τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὸ κυκλοφοροῦν διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐπιτύχωμεν διὰ τῆς ἄρσεως αὐτῶν βελτίωσιν τῆς νομισματικῆς ἡμῶν κυκλοφορίας. Δὲν θέλω σήμερον νὰ θίξω τὸ ζήτημα κατὰ πόσον ἡ ἄρσις τῶν γραμματίων τούτων δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐπωφελής. Καὶ ἄλλοτε ἐξέθηκα εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην, ἣν ἔχω, περὶ τοῦ πῶς δύναται νὰ ἀρθῇ ἀποτελεσματικῶς καὶ ἐπωφελῶς ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ περὶ τῶν ἐπιβλαβῶν ἀποτελεσμάτων τῆς διὰ τεχνητῶν μέσων ἄρσεως αὐτῆς. Θὰ περιορισθῶ ἐξετάζων, ἂν καὶ ὑπὸ τίνας ὅρους ἦναι δυνατὴ ἡ πραγματοποίησις τοῦ μέτρου τῆς διὰ δανείου εὑρέσεως τῶν ἀναγκαίων χρημάτων πρὸς ἄρσιν ὡρισμένου ποσοῦ τραπεζικῶν γραμματίων. Ποῦ θὰ στηρίξῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν πιστωτικὴν καὶ χρηματιστικὴν ταύτην πρᾶξιν τοῦ δανείου, εἴτε ἐπιδιώξει αὐτήν, ἀνεξαρτήτως τῶν ὑπαρχόντων σήμερον δανείων, ὡς συνιστῶσιν Ἄγγλοι τινὲς, εἴτε θελήσει νὰ τὴν ἐπιτύχῃ διὰ τῆς τροπῆς τῶν δανείων τούτων καὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ χάριν αὐτῆς ἐκδοθησομένου νέου δανείου, ὡς φαίνονται συνιστῶντες Γάλλοι τραπεζῖται; Φυσικῶς ἐπὶ τῆς πίστεως τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἔχομεν πίστιν ὑπὸ τὴν καθαρὰν οἰκονομικὴν αὐτῆς ἔποψιν; Δύο εἰσὶ κυρίως αἱ βάσεις τῆς οἰκονομικῆς πίστεως παντὸς Κράτους· ἡ οἰκονομικὴ αὐτοῦ εὐρωστία, καὶ ἡ πεποίθησις εἰς τὴν καλὴν πίστιν τῶν διαχειριζομένων τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ. Οἰκονομικὴν εὐρωστίαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ δύνανται νὰ στηριχθῶσιν οἱ τὴν κατάστασιν ἡμῶν γνωρίζοντες κεφαλαιοῦχοι, παρὰ τῶν ὁποίων θὰ ζητήσωμεν χρήματα, δυστυχῶς δὲν ἔχομεν. Πάντες γνωρίζουσι, ποῦ ἔφερε τὸν τόπον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς οἰκονομικῆς αὐτοῦ εὐρωστίας ἡ ἐφαρμοσθεῖσα πολιτική. Αἱ πλούσιαι τῆς Ἑλλάδος ἐπαρχίαι, αἱ σταφιδοφόροι, ἔπαθον μέγα δυστύχημα, προελθὸν ἐξ ἀληθοῦς εὐτυχήματος, ἐξ ἐκτάκτου δηλ. καλῆς ἐσοδείας τῆς σταφίδος, εὑρίσκονται δὲ ἐν πλήρει κρίσει, διότι οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ πρὸς θεραπείαν τῶν συνήθων ἀναγκῶν αὐτῶν, τῆς ἀποτίσεως τῶν ἀπαιτητῶν χρεῶν των καὶ τῆς καλλιεργείας τῶν κτημάτων των, ἔσπευσαν ἀθρόοι νὰ πωλήσωσι τὸ προϊόν αὐτῶν. Ἡ ἄλλη δὲ Ἑλλὰς, τὰ πιστωτικὰ ἡμῶν καταστήματα, τὸ Δημόσιον, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ παράσχωσιν εἰς αὐτοὺς τὴν ὑποστήριξιν καὶ τὰς ἀναγκαίας χρηματικὰς εὐκολίας πρὸς παρεμπόδισιν τῆς τοιαύτης πρὸς πώλησιν σπουδῆς, ἥτις εἶναι καὶ μία τῶν κυριωτέρων αἰτιῶν τῆς μεγάλης ὑποτιμήσεως τῆς σταφίδος καὶ τῆς σήμερον μαστιζούσης τὴν χώραν σταφιδικῆς κρίσεως. Τὸ ἐμπόριον ἡμῶν, ὡς γνωρίζομεν πάντες, περιῆλθεν εἰς πλήρη νέκρωσιν, Ἂν δὲ δὲν ἤθελεν εὐλογήσει ὁ Θεὸς τὴν Ἑλλάδα δι’ ἄλλης καλῆς ἐσοδείας, μὴ ὑποκειμένης εἰς τοὺς κινδύνους τῆς σταφίδος, διὰ τῆς καλῆς ἐσοδείας τῶν δημητριακῶν καρπῶν, δὲν γνωρίζομεν εἰς ποῖον σημεῖον ἤθελεν εὑρεθῆ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ τίνας ἄλλας κρίσεις ἠθέλαμεν διέλθει. Βεβαίως ἡ οἰκονομικὴ αὕτη κατάστασις, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, καὶ ἥτις εἶναι γνωστὴ οὐ μόνον εἰς ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν ἔξω κόσμον, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς οἰκονομικὴ εὐρωστία, δυναμένη νὰ ἐμπνεύσῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ κεφάλαια. Ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς αὐτὰ ἐμπιστοσύνην διὰ τῆς ἱκανότητος καὶ τῆς καλῆς πίστεως, μεθ’ ἧς διεχειρίσθημεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν; Δὲν νομίζω δυστυχῶς, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν καὶ τοῦτο. Ἡ ἐφαρμοσθεῖσα πολιτική, ἡ στηριζομένη ἐπὶ διαρκῶν διαβεβαιώσεων πλούτου, ἰσοζυγίων, περισσευμάτων, καὶ ἐπὶ πομπωδῶν φράσεων, καὶ ἧς συνέχεια ὑπῆρξεν ἡ πολιτικὴ ἡ διαπράξασα τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως καὶ ὑποσχεθεῖσα τὴν μετὰ διετίαν ἐπανάληψιν τῶν εἰς χρυσὸν πληρωμῶν τοῦ Δημοσίου, ὁ τρόπος τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ πληρωμῆς τελῶν εἰς χρυσὸν καὶ σὺν αὐτῷ καὶ τοῦ διατάγματος τοῦ πλάσαντος τὸ δάνειον τοῦτο, αὐτὴ ἡ ἐπάνοδος εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, τοῦ βεβαιώσαντος πάντοτε τοὺς κεφαλαιούχους περὶ τοῦ πλούτου καὶ τῆς οἰκονομικῆς εὐρωστίας τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐρχομένου σήμερον νὰ βεβαιώσῃ εἰς αὐτοὺς τὴν πτώχευσίν της, πάντα ταῦτα δὲν δύνανται βεβαίως νὰ χρησιμεύσωσιν, ὅπως πείσωσι τὰ κεφάλαια περὶ τῆς καλῆς ἡμῶν πίστεως περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Δὲν βλέπω ἑπομένως ἐπὶ τίνος καθαρῶς οἰκονομικῆς βάσεως δυνάμεθα σήμερον νὰ στηριχθῶμεν, ὅπως ἐπιδιώξωμεν τὴν συνομολόγησιν δανείου, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἠθέλαμεν θεωρήσει ἐπωφελῆ τὴν συνομολόγησιν αὐτοῦ. Μία μόνη παρουσιάζεται ὡς πιθανὴ τοιαύτη βάσις, ἐξερχομένη ὅμως τῆς καθαρᾶς οἰκονομικῆς ἐνεργείας τῆς χώρας καὶ θίγουσα τὴν πολιτικὴν αὐτῆς ὕπαρξιν καὶ δρᾶσιν. Ἡ βάσις αὕτη εἶναι τὸ μέτρον, ὅπερ περιελαμβάνετο καὶ εἰς τὸ σχέδιον, ἐφ’ οὗ ἐγένοντο καὶ αἱ διαπραγματεύσεις τοῦ ἀποτυχόντος δανείου, εἶναι τὸ μέτρον τῆς ὑποβολῆς εἰς ξενικὸν ἔλεγχον μέρους τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ τοῦ περιορισμοῦ τῆς αὐτοδιοικήσεως αὐτοῦ. Τὸ μέτρον τοῦτο παρεδέχθη ἤδη κατ’ ἀρχὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ ἀποτυχόντος δανείου, ἤθελε δὲ ἐπιδιωχθῆ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ, ἂν τοῦτο ἐπετύγχανε, διὰ τῆς συστάσεως ἐπιτροπῆς, συγκειμένης ἐξ ἀντιπροσώπων τῶν διαπραγματευθέντων τὸ δάνειον ξένων τραπεζιτῶν, καθ’ ὃν τρόπον ἀνέπτυξα χθές. Τοιοῦτο μέτρον, δυνάμεθα νὰ φοβηθῶμεν, ὅτι πρόκειται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις συνομολογήσεως δανείου. Τὸ μέτρον τοῦτο, εἴτε ἐφαρμοζόμενον δι’ ἐπιτροπῆς ξένων, εἴτε καλυπτόμενον διὰ τῆς εἰς ξένους ἀπεμπολήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὡς διαδίδεται σήμερον, εἶναι ἀναμφισβητήτως μέτρον ὀλέθριον διὰ τὸν τόπον. Ὀλέθριον ἔσται, ὅπως καὶ ἂν πρόκηται νὰ ἐπιβληθῇ, ὀλεθριώτερον δ’ ἂν πρόκηται νὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ τῆς Τραπέζης, μεταβαλλομένης ἀπὸ ἐθνικοῦ καταστήματος, ἀποτελοῦντος μέρος τῆς κυριαρχίας καὶ τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, εἰς κατάστημα ξένον, προωρισμένον νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὄργανον ξένου ἐλέγχου ἐπὶ τμήματος οἱουδήποτε τῆς διοικήσεως τῆς χώρας, ἔσεται δ’ ὀλεθριώτερον τὸ μέτρον οὕτως ἐπιβαλλόμενον, διότι εἰς ξένους δὲν θ’ ἀνατεθῇ μόνον ὁ ἔλεγχος ὡρισμένης ἐνεργείας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ πασῶν τῶν σχέσεων καὶ τῶν πράξεων, δημοσίων τε καὶ ἰδιωτικῶν, αἵτινες περιλαμβάνονται εἰς τὰς πολλὰς καὶ εὐρείας ἐργασίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Καθ’ οἱονδήποτε τρόπον καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν τὸν ξένον ἔλεγχον ἐπὶ τῆς χώρας καὶ στηρίξωμεν ἐπ’ αὐτοῦ τὴν συνομολόγησιν δανείου, πράττομεν πρᾶξιν ἐξερχομένην τοῦ κύκλου τῆς οἰκονομικῆς ἐνεργείας τοῦ Δημοσίου καὶ θίγουσαν τὴν πολιτικὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ Κράτους. Πράττομέν τι ἀνάλογον ἐκείνου, ὅπερ ἔπραττον εἰς ἄλλας ἐποχὰς πτωχοὶ ὀφειλέται, οἵτινες, μὴ δυνάμενοι νὰ δανεισθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς περιουσίας αὐτῶν, μήτε ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πρὸς τὴν τιμιότητα καὶ τὴν δι’ ἐργασίαν τινὰ ἱκανότητά των ἐμπιστοσύνης, ἐδανείζοντο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σώματός των καὶ τῆς προσωπικῆς αὐτῶν ἐλευθερίας. Μὴ δυνάμενοι νὰ δανεισθῶμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν εὐρωστίας, ἢ τῆς πεποιθήσεως εἰς τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὴν καλὴν ἡμῶν πίστιν περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, θὰ ζητήσωμεν διὰ τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου νὰ δανεισθῶμεν ἐπὶ τῇ βάσει καὶ ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῆς πολιτικῆς τοῦ ἔθνους ὑπάρξεως καὶ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἀνεξαρτησίας. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ξενικὸς ἔλεγχος ἐπὶ ἔθνους καὶ Κράτους, οἷον ἡ Ἑλλάς; Ὁ τοιοῦτος ἔλεγχος δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς ἔθνη Ἀσιατικὰ, ἅτινα δὲν ἔχουσι τὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν συναίσθησιν τῆς ἐθνικότητος αὐτῶν, καὶ ἅτινα διέπονται ὑπὸ τῶν αἰσθημάτων τῆς κυριαρχίας καὶ τῆς ὑποταγῆς. Εἰς τὰ ἔθνη ὅμως, τὰ ἔχοντα τὴν συναίσθησιν τῆς ἐθνικότητος καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτῶν, ὁ ξενικὸς ἔλεγχος δὲν δύναται βεβαίως νὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ ἂν γείνῃ δεκτὸς παρ’ οἱασδήποτε Κυβερνήσεως ἢ καὶ παρ’ οἱαςδήποτε Βουλῆς. Ἡ ἁπλῆ παραδοχὴ αὐτοῦ καὶ ἡ ἐφαρμογή του θὰ ἐξεγείρωσι τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα, τὸ ὁποῖον, ὅσον καὶ ἂν πιεσθῇ, θ’ ἀπολήξῃ εἰς ἀληθῆ ἔκρηξιν κατὰ τὴν πρώτην παρουσιασθησομένην περίστασιν, καθ’ ἣν ἐσωτερική τις ἢ ἐξωτερικὴ ἀνάγκη θὰ θέση εἰς ἀντίθεσιν τὴν ἐλευθέραν δρᾶσιν τοῦ ἔθνους πρὸς τοὺς περιορισμοὺς, οὓς θὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτὴν ὁ ἐξωτερικὸς ἔλεγχος. Οὐδεὶς δύναται νὰ προΐδῃ τίνες ἐν τῇ τοιαύτῃ περιστάσει δύνανται νὰ γεννηθῶσι κοινωνικοὶ καὶ πολιτικοὶ κίνδυνοι. Οἱ λόγοι οὗτοι ἀρκοῦσι νὰ πείσωσιν ἡμᾶς περὶ τοῦ ἀδυνάτου τῆς ἐπιβολῆς ἐξωτερικοῦ ἐλέγχου ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, ἡ δι’ ἐξωτερικοῦ ἐλέγχου συνομολόγησις δανείου δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν; δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀναγέννησιν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν πίστεως; Δὲν πιστεύω. Ἴσως ἐπέλθῃ στιγμιαία τις ἀνακούφισις, ὁμοία ἐκείνων, ἃς εἴδομεν ἐπελθούσας κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῶν προηγουμένων δανείων, ἀλλὰ τὸ τελικὸν ἀποτέλεσμα ἔσεται ὁ ὁριστικὸς φόνος τῆς πίστεως ἡμῶν καὶ ἡ σπουδαία παρακώλυσις τῆς ἀναπτύξεως καὶ τῆς προόδου τοῦ τόπου. Τὰ δάνεια, Κύριοι, δὲν εἶναι βαρέα μόνον κατὰ ποσὸν, ἀλλὰ καὶ κατὰ ποιόν. Τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια τῶν Κρατῶν εἰσι σχετικῶς ἐλαφρά. Τὸ Κράτος, εἰσπρᾶττον τοὺς φόρους ἐκ τοῦ λαοῦ καὶ πληρόνον τοὺς τόκους τῶν χρεῶν του εἰς τὸν ἴδιον αὐτοῦ λαὸν, δὲν κινδυνεύει νὰ πτωχεύσῃ. Δύνανται νὰ ὑπάρξωσι στενοχωρίαι τάξεών τινων, ἐκείνων αἵτινες βαρύτερον φορολογοῦνται, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄνεσις ἄλλων τάξεων, ἐκείνων αἵτινες κατέχουσι τὰ δημόσια χρεώγραφα καὶ αἵτινες τὰ ἐξ αὐτῶν εἰσπραττόμενα χρήματα χρησιμοποιοῦσιν ἐν τῷ τόπῳ πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ πλούτου αὐτοῦ, καὶ πρὸς ἀποσόβησιν παντὸς κινδύνου ἐξαντλήσεως καὶ πτωχεύσεως τοῦ Κράτους. Τὰ ἐξωτερικὰ ὅμως δάνειά εἰσιν ἀσυγκρίτως βαρύτερα. Ἀποῤῥοφῶσι τὴν ἰκμάδα τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἐξαντλοῦσι τὸν τόπον, ἀφαιροῦσι τὸ νόμισμα καὶ τὰς νομισματικὰς ἀξίας ἄνευ ἀνταλλάγματος, καὶ καταδικάζουσι τὰ ἔθνη εἰς διαρκῆ καὶ παγίαν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Περὶ τῆς ἀληθείας ταύτης δυνάμεθα νὰ πεισθῶμεν, ῥίπτοντες ἓν βλέμμα εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν πάντων τῶν ἐθνῶν. Ποῖα εἶναι τὰ ἔθνη τὰ ἔχοντα μεγαλείτερα χρέη; εἶναι ἡ Γαλλία, καὶ ἡ Ἀγγλία. Ἀλλὰ μολονότι εἶναι τὰ μᾶλλον βεβαρημένα ὑπὸ χρεῶν, εἰσὶν ἀναμφισβητήτως τὰ δύο πλουσιώτερα ἔθνη τοῦ κόσμου. Διατί; Διότι δὲν ὀφείλουσιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Τὰ κολοσσιαῖα αὐτῶν χρέη, ἀνερχόμενα εἰς πολλὰ δισεκατομμύρια, ὀφείλονται εἰς τὸ ἐσωτερικὸν αὐτῶν, εἰς τοὺς ἰδίους αὐτῶν ὑπηκόους. Ἡ Ἰταλία ὅμως, ἡ Ἱσπανία καὶ αὐτὴ ἡ Αὐστρία, τῶν ὁποίων μέρος τῶν χρεῶν εὑρίσκεται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, αἰσθάνονται τὴν ἐκ τούτων οἰκονομικὴν αὐτῶν ἐξασθένησιν, καὶ ὑφίστανται τὰ βάρη καὶ τὰς ζημίας τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ Ἰταλία, μολονότι ἦρε δῆθεν αὐτὴν πρὸ πολλῶν ἐτῶν, κύπτει καὶ σήμερον ἀκόμη ὑπ’ αὐτήν, ἡ δὲ Αὐστρία προσπαθεῖ ἀπὸ διετίας ἤδη νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, χωρὶς νὰ δυνηθῇ ἀκόμη νὰ κατορθώσῃ τοῦτο. Ὅση διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ ἐσωτερικῶν καὶ ἁπλῶν ἐξωτερικῶν δανείων κατὰ τὸ ποιὸν καὶ τὸ βάρος αὐτῶν, τόση ἐπίσης ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἁπλῶν ἐξωτερικῶν δανείων καὶ τῶν ὑπὸ ἔλεγχον τοιούτων. Διὰ τῶν ὑπὸ ἔλεγχον δανείων σιδηρᾶ χεὶρ ἐπιτίθεται ἐπὶ ὡρισμένων προσόδων, καὶ παρεμποδίζει πᾶσαν ἐπὶ τὰ βελτίω μεταῤῥύθμισιν τῶν προσόδων τούτων, ἣν ἤθελον ἀπαιτήσει κοινωνικαὶ ἢ οἰκονομικαὶ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους. Ἀποῤῥοφῶσι καὶ ταῦτα τὴν ἰκμάδα τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, τὴν ἀποῤῥοφῶσι δὲ μετὰ μεγίστης πιέσεως. Γίνονται δ’ ἀφορμή, ὅπως οὐδέποτε καταστῇ δυνατὴ ἡ ἀναγέννησις τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, διότι οὐδεὶς δανείζει εἰς Κράτος, οὗτινος τὰ ἔσοδα ὑπάγονται εἰς ξενικὸν ἔλεγχον πρὸς ἐγγύησιν προγενεστέρων δανείων, ἐὰν δὲν λάβῃ ἐγγυήσεις ὑπὸ τὸν αὐτὸν ὅρον ὑποτασσομένας. Καὶ ὑπὸ πολιτικὴν καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν ὀλέθρια δύναται νὰ φέρῃ ἀποτελέσματα ἡ ἐπὶ τῇ βάσει, ἥτις δυστυχῶς παρίσταται ὡς ἡ μόνη σήμερον δυνατή, ἐπιδίωξις πιστωτικῶν καὶ χρηματιστικῶν συνδυασμῶν καὶ μέτρων, σκοπούντων τὴν θεραπείαν τῶν δυσχερειῶν, ἐν αἷς εὑρισκόμεθα, καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἐξαντλήσαντες τὰς οἰκονομικὰς βάσεις τῆς πίστεως ἡμῶν, φερόμεθα σήμερον, διὰ τῆς ἀνελίξεως τῆς ἐπὶ δεκαετίαν ἐφαρμοσθείσης πολιτικῆς, εἰς παραδοχὴν μέτρων, ἅτινα προσβάλλουσι τὴν πολιτικὴν ἡμῶν ὕπαρξιν καὶ ἀνεξαρτησίαν, καὶ ὧν τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα ἐν προσεχεῖ ἢ ἀπωτέρω μέλλοντι οὐδεὶς δύναται μετ’ ἀκριβείας νὰ προΐδῃ. Ἀπέναντι τῶν οἰκονομικῶν ἐρειπίων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν, καὶ τῶν κινδύνων, οἵτινες μᾶς ἀπειλοῦσιν ἐν τῷ μέλλοντι, ἔχομεν ὑπέρτατον καθῆκον νὰ ἐπισκοπήσωμεν μετὰ πάσης ἀμεροληψίας καὶ αὐταπαρνήσεως τὴν θέσιν, ἐν ᾗ περιήλθομεν, καὶ νὰ ἐρευνήσωμεν ἐκ τίνων νόσων πάσχομεν. Τοιαύτη ἐπισκόπησις θέλει πείσει ἡμᾶς, ὅτι κυρίως μὲν νοσοῦμεν οἰκονομικῶς, διότι ἡ νόσος αὕτη ὀξύτερον μᾶς ἐπηρεάζει πάντας, καὶ Δημόσιον καὶ κοινωνίαν καὶ ἄτομα, θέλομεν ὅμως πεισθῆ ὡσαύτως, ὅτι νοσοῦμεν συνάμα καὶ πολιτειακῶς, καὶ διοικητικῶς. Νοσοῦμεν πολιτειακῶς διότι τὸ πολίτευμα ἡμῶν, τὸ ὁποῖον ἐν ταῖς βάσεσιν αὐτοῦ εἶναι σύμφωνον καὶ μὲ τὴν ἰδιοφυΐαν καὶ μὲ τοὺς πόθους τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, τὸ ἠλλοιώσαμεν ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ καὶ τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ. Τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα συγκιρνᾷ καὶ συμβιβάζει τὰς ἰδέας καὶ τὰς ἀρχὰς πάντων τῶν πολιτευμάτων, τῶν ἀπολύτως μοναρχικῶν, τῶν ὀλιγαρχικῶν καὶ τῶν δημοκρατικῶν, ἀποβαίνει δὲ τὸ ἄριστον τῶν πολιτευμάτων, ὅταν εἰλικρινῶς καὶ ἐν τῇ πληρότητί των δρῶσι πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι, αἵτινες ἀντιπροσωπεύουσι τὰς δι’ αὐτοῦ συμβιβαζομένας ἀρχὰς καὶ ἰδέας, καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅπως τὸ γενικὸν συμφέρον ἀποτελῇ τὴν βάσιν τῆς τε δράσεως ἑκάστης τῶν ἐξουσιῶν τούτων καὶ τοῦ συνδυασμοῦ τῆς κοινῆς αὐτῶν ἐνεργείας. Ὅταν ὅμως παραβιασθῶσιν οἱ ὅροι οὗτοι καὶ στενὰ προσωπικά, ἐνίοτε δὲ καὶ ταπεινὰ συμφέροντα ἀποτελῶσι τὰ ἐλατήρια τῆς τοιαύτης δράσεως καὶ ἐνεργείας, τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἀποβαίνει κακὸν ἀντὶ καλοῦ, καὶ δύναται νὰ καταλήξῃ εἰς τὴν παραλυσίαν, ἢ εἰς τὴν ἐξαχρείωσιν. Πανταχοῦ τὰ στενὰ καὶ ἀτομικὰ συμφέροντα λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ ἡ περιποίησις αὐτῶν φθάνει μέχρι τοῦ ὁρίου ἐκείνου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου δὲν βλάπτονται τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους καὶ ἡ πρόοδος αὐτοῦ. Παρ’ ἡμῖν ὅμως τὸ ὅριον τοῦτο δυστυχῶς ἐξηλείφθη, καὶ τὸ κοινὸν καλὸν ἀποπνίγεται ὑπὸ τοῦ ὄγκου τῶν ἀναπτυχθέντων στενῶν καὶ προσωπικῶν συμφερόντων. Στενὰ καὶ προσωπικὰ συμφέροντα ἐνδεικνύουσι καὶ συντηροῦσι τὰς Κυβερνήσεις, στενὰ καὶ προσωπικὰ συμφέροντα ἐκλέγουσι τοὺς Βουλευτάς. Ἐσχηματίσθησαν οὕτω κρίκοι τοιούτων συμφερόντων, ἀποτελέσαντες ἅλυσιν, ἥτις περιζωννύει τοὺς ἑκάστοτε Πρωθυπουργοὺς, καὶ πιέζει μὲν αὐτοὺς διαρκῶς, δίδει δ’ αὐτοῖς συνάμα τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν, ὅπως διευθύνωσιν αὐταρχικῶς τὰ πάντα διὰ τῶν κρίκων αὐτῆς. Διὰ τοῦτο προχθὲς ὁ κοινοβουλευτικώτερος τῶν πολιτικῶν ἡμῶν, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὅστις ὠθεῖ μέχρις ἀδυναμίας τὴν λεπτότητα τῶν φράσεων, ἐπηρεαζόμενος ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης, ἐν στιγμῇ αὐθορμήτου καὶ εἰλικρινοῦς γραφικῆς ἀντιλήψεως αὐτῆς, ἀπέδωκεν εἰς πολιτικὰς ὁμάδας τὴν ἐπίκλησιν τοῦ ποιμνίου καὶ τῆς στροῦγκας. Διὰ τοῦτο εἷς ἐκ τῶν συναδέλφων ἡμῶν, παραπονούμενος διὰ τὴν ἐπίκλησιν ταύτην καὶ δικαιολογούμενος διότι μετέβη ἐκ τῆς μιᾶς εἰς τὴν ἄλλην στροῦγκαν, εἶπεν ὅτι ἔπραξε τοῦτο, διότι ἤρεσεν αὐτῷ ὁ πιστικὸς ταύτης καὶ δὲν ἤθελε νὰ τὸν φάγῃ ὁ λύκος. Μικρὰ καὶ στενὰ συμφέροντα διέπουσι τὰ τῆς διοικήσεως ἐν γένει καὶ χρησιμεύουσιν εἰς τὸν διορισμὸν τῶν πλείστων, ἂν οὐχὶ ὅλων τῶν ὑπαλλήλων, εἰς τὴν παῦσιν ἢ τὴν διατήρησιν αὐτῶν, καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας των. Ἐκ τούτου δὲ ἡ ἐξαχρείωσις καὶ ἡ παραλυσία τῆς διοικήσεως, τῆς διαχειρίσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων, τῆς ἐκπαιδεύσεως, τῆς ἐξωτερικῆς ἀντιπροσωπείας, τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τῆς ἐκτελέσεως τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ αὐτοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, καὶ αὐτῆς τῆς δικαιοσύνης. Ἡ πολιτειακὴ καὶ διοικητικὴ αὕτη νόσος, ἡ προερχομένη ἐκ τῆς ὑπερβάσεως τῶν ὁρίων τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν στενῶν καὶ προσωπικῶν συμφερόντων, εἶναι ἡ ἀρχικὴ αἰτία, ἥτις μᾶς ἔφερεν ἐκεῖ, ὅπου εὑρισκόμεθα· αὐτὴ εἶναι ἡ κυρία ἀφορμή, διὰ τὴν ὁποίαν τὸ βασίλειον τοῦτο, ὅπερ πρὸ πεντηκονταετίας ἦτο πλῆρες ἐλπίδων καὶ ἐθεωρεῖτο παρὰ τῆς πεπολιτισμένης Εὐρώπης ὡς ὁ πρόδρομος τοῦ πολιτισμοῦ ἐν Ἀνατολῇ, ὅπερ μετὰ πεποιθήσεως προσεδόκα καὶ εἰργάζετο διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ μεγάλου οἰκοδομήματος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἔφθασε σήμερον εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε ὄχι μόνον νὰ ἀδυνατῇ νὰ πράξῃ ἀποτελεσματικόν τι, ὅπως ἐμποδίσῃ τὰς καθημερινὰς ὑπονομεύσεις καὶ βλάβας τῶν ἐθνικῶν αὐτοῦ δικαιωμάτων καὶ συμφερόντων, τὰς ὁποίας διαπράττουσιν ἔθνη ἄγνωστα πρὸ ὀλίγου καὶ ἀσθενῆ, προοδεύσαντα ὅμως κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαπενταετίαν, καθ’ ἣν ἡμεῖς ἐπράξαμεν τὸ ἐναντίον, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ βαδίσῃ καὶ ἀναπτυχθῇ ὡς ἔθνος τίμιον καὶ προοδευτικόν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ἀναπτύξῃ τις κανόνας πολιτικῆς ἠθικῆς καὶ δείξῃ τὰ ὅρια, μέχρι τῶν ὁποίων πρέπει νὰ φθάσῃ ἡ ἐξυπηρέτησις τῶν ἀτομικῶν συμφερόντων. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ ἐγείρωμεν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν φωνὴν ἡμῶν, καὶ νὰ αἰσθανθῶμεν πάντες τὸ εἰς ἡμᾶς ἐπιβαλλόμενον καθῆκον νὰ σταματήσωμεν τὴν κατάπτωσιν τῆς πατρίδος ἡμῶν καὶ νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ἡ κατάπτωσις αὐτῆς θέλει καταῤῥίψει οὐ μόνον τὰ γενικὰ τοῦ Κράτους συμφέροντα, ἀλλὰ καὶ τὰ μερικὰ ἑκάστου πολίτου. Ὅταν πάντες αἰσθανθῶμεν τὸ καθῆκον τοῦτο, εὔκολον ἔσται νὰ ἐξεύρωμεν τὰ θετικὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀρξώμεθα τῆς θεραπείας τῆς πολιτειακῆς καὶ διοικητικῆς τῆς χώρας ἡμῶν νόσου. Εὐκόλως θὰ ἐννοήσωμεν τότε, ὅτι π. χ. ἡ ἄκρατος συγκέντρωσις, ἡ θέτουσα εἰς χεῖρας τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας τὴν διευθέτησιν ἀπείρων στενῶν καὶ τοπικῶν συμφερόντων, εἶναι μία ἐκ τῶν ἀφορμῶν τῶν σημερινῶν δυσχερειῶν, ὅτι ἡ σχετικὴ πολυτέλεια πολλῶν ἐκ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν ἡμῶν εἶναι ὡσαύτως ἑτέρα ἀφορμὴ αὐτῶν. Εὐκόλως δὲ θὰ δυνηθῶμεν τότε νὰ ἀνεύρωμεν τὰ μέτρα, δι’ ὧν ἐπωφελῶς θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀποκέντρωσις καὶ ἡ ἁπλοποίησις τῶν ὑπηρεσιῶν, ὧν ἡ συγκέντρωσις καὶ τὸ πολύπλοκον βλάπτει τὴν Πολιτείαν. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν δύνανται βεβαίως νὰ πραγματοποιηθῶσιν ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος, εὑρισκόμεθα δὲ σήμερον ἐνώπιον οἰκονομικῶν ἐρειπίων, ὧν ὀφείλομεν ὅσον τάχιον νὰ παρεμποδίσωμεν τὴν καθ’ ἑκάστην ἐξακολουθοῦσαν πτῶσιν, ὅπως διατηρήσωμεν πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ διατηρηθῇ, καὶ ὅπως οἰκοδομήσωμεν ἐν τῷ μέλλοντι νέον οἰκοδόμημα τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Τοῦτο δὲν δυνάμεθα βεβαίως νὰ ἐπιτύχωμεν, ἂν θελήσωμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν ἐφαρμοσθεῖσαν πολιτικὴν τῆς πλάνης καὶ τῆς ἀποπλανήσεως. Ὀφείλομεν ἀπ’ ἐναντίας νὰ σταθμίσωμεν καλῶς τὰς ἰδίας ἡμῶν δυνάμεις, καὶ διὰ σώφρονος ὀργανώσεως καὶ διαχειρίσεως αὐτῶν νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν διάσωσιν τῶν ὑφισταμένων καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν καταπεσόντων ἐκ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Πλανώμεθα, ἐλπίζοντες ὅτι δυνάμεθα νὰ διασώσωμεν καὶ ἀνορθώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ζητοῦντες σήμερον τὴν ἀρωγὴν τῶν ξένων κεφαλαίων. Οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν σήμερον τοιαύτην ἀρωγὴν, ἔσονται τοσοῦτον βαρεῖς, ὥστε ἡ πρόσκαιρος ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ φέρῃ αὕτη, ἔσεται ἀσυγκρίτως κατωτέρα τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα θέλει ἐπιβάλει εἰς τὸν τόπον ἡμῶν, καὶ ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικὴν καὶ ταμιευτικὴν, καὶ ὑπὸ ἔποψιν πολιτικήν. Οἱ ὅροι, οὓς θὰ ἐπιβάλωσιν εἰς ἡμᾶς οἱ ξένοι κεφαλαιοῦχοι, ὅπως μᾶς δώσωσιν ἐκ νέου χρήματα, ὄχι μόνον θέλουσιν ἐξουδετερώσει τὰ ἐξ αὐτῶν ὀφέλη, ἀλλὰ θὰ ἐπιβάλωσιν ἡμῖν πολὺ ὑπέρτερα αὐτῶν βάρη. Κατὰ τίνα τρόπον δυνάμεθα νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν διὰ τῶν ἰδίων ἡμῶν δυνάμεων συντήρησιν καὶ ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, ἀνέπτυξα ἤδη, Κύριοι, πρὸ δέκα μηνῶν, κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς Βουλῆς· εἶπον τότε, ὅτι ὀφείλομεν νὰ διακρίνωμεν τὰ ἔσοδα ἡμῶν εἰς δύο κατηγορίας, εἰς ἔσοδα προωρισμένα, ὅπως χρησιμεύσωσι διὰ τὴν ἐν γένει διοίκησιν τοῦ Κράτους, καὶ εἰς ἔσοδα προωρισμένα διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐν γένει χρεῶν τοῦ Δημοσίου. Τὴν ἰδέαν ταύτην παρέστησα τότε διὰ τῆς προτάσεως τῆς λογιστικῆς διαιρέσεως τοῦ πρϋπολογισμοῦ ἡμῶν εἰς δύο προϋπολογισμούς. Ὀφείλομεν νὰ περιορίσωμεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν εἰσπράξεων ἐκ τῶν ἐσόδων, τῶν προωρισμένων διὰ τὴν διοίκησιν, τὰς δαπάνας τῆς ἐν γένει διοικήσεως, βελτιοῦντες αὐτὴν δι’ ἁπλοποιήσεως τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Ἐντὸς τῶν ἰδίων ὁρίων τῶν εἰσπράξεων τούτων ὀφείλομεν ὡσαύτως νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ὑποστήριξιν καὶ τὴν καθοδήγησιν τῆς ἐν γένει ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἐξ ἧς καὶ μόνης δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν τὴν θετικὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν ἐσόδων, τῶν προωρισμένων διὰ τὸ δημόσιον χρέος, ὀφείλομεν νὰ ἐπιζητήσωμεν καὶ ὁρίσωμεν τὸ ποσὸν, ὅπερ ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς δανειστὰς τοῦ Δημοσίου, καὶ ὅπερ διὰ τῆς βελτιώσεως καὶ ἀναπτύξεως τῶν ἐσόδων τούτων πρέπει νὰ προβαίνῃ αὐξάνον μέχρι τῆς συμπληρώσεως τοῦ ὅλου τῶν εἰς αὐτοὺς ὀφειλομένων καὶ τῆς ἀποτίσεως τῶν κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη καθυστερησάντων ποσῶν. Ἐντὸς δὲ τῶν ὁρίων τῶν αὐτῶν ἐσόδων πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν καὶ τὴν βελτίωσιν τῆς νομισματικῆς ἡμῶν κυκλοφορίας, ὄχι διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων, μήτε διὰ τῆς ἀμέσου ἐπιδιώξεως μεγάλης ἐλαττώσεως τῆς ἀξίας τοῦ χρυσοῦ, ἀλλὰ διὰ τῆς προλήψεως τῶν ἀποτόμων διακυμάνσεων τῆς τιμῆς αὐτοῦ, αἵτινές εἰσιν ἡ σπουδαιοτέρα αἰτία τῆς διαταράξεως τῶν ἐμπορικῶν καὶ κοινωνικῶν σχέσεων, καὶ ἡ ἀφορμὴ τῶν καθημερινῶν ζημιῶν, αἵτινες παραλύουσιν οἰκονομικῶς καὶ τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ Δημόσιον. Ἐν τῇ διαχειρίσει δὲ καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων ὡσαύτως τῶν αὐτῶν ἐσόδων πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν καὶ τὴν ἐνίσχυσιν καὶ μεταῤῥύθμισιν τῶν ἐθνικῶν Τραπεζῶν καὶ τοῦ τραπεζιτικοῦ ἡμῶν συστήματος, ὅπως καὶ διὰ τῶν μέτρων τούτων εὐκολύνωμεν τὴν βελτίωσιν τῆς νομισματικῆς ἡμῶν κυκλοφορίας καὶ ἐπιτύχωμεν καὶ ἑτέρας ὑποστηρίξεως τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν παραγωγῆς. Ὀφείλομεν ἐπίσης ν’ ἀντικαταστήσωμεν ἢ μεταῤῥυθμίσωμεν τοὺς φόρους ἐκείνους, οἵτινές εἰσιν ἄδικοι, ἄνισοι καὶ ἐπιβλαβεῖς, διὰ τῶν ὁποίων ὁ λαὸς μὲν πληρόνει πολλὰ, τὸ Δημόσιον δὲ εἰσπράττει ὀλίγα, ἕνεκα τῶν καταχρήσεων, ἃς εὐκολύνουσιν οἱ τοιοῦτοι φόροι. Ὅταν διὰ μέτρων τοιούτων καὶ παραπλησίων δείξωμεν ἀναμφισβητήτως τίνες εἰσὶν αἱ οἰκονομικαὶ ἡμῶν δυνάμεις, καὶ πείσωμεν πάντας, ὅτι ἐννοοῦμεν νὰ διαχειρισθῶμεν αὐτὰς ἐν πλήρει καλῇ πίστει καὶ εἰλικρινῶς, πρὸς ἐξυπηρέτησιν οὐ μόνον τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν δανειστῶν αὐτοῦ, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν καὶ τὴν ἀρωγὴν τῶν ξένων κεφαλαίων καὶ ἐπιτύχωμεν αὐτὴν ὑπὸ ὅρους ἐπωφελεῖς, εἴτε πρὸς τροπὴν τοῦ δημοσίου χρέους, ἂν αὕτη θεωρηθῇ ἀναγκαία καὶ ἐπωφελὴς, εἴτε πρὸς τελειοτέραν ὑποστήριξιν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, δι’ ἧς καὶ μόνης, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ὁριστικὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, καὶ ἥτις θ’ ἀπαλλάξῃ ἡμᾶς τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ ἄρωμεν τεχνητῶς καὶ διὰ δανείου, χωρὶς νὰ τρέξωμεν τὸν βέβαιον κίνδυνον τῆς ἐπανόδου αὐτῆς μετ’ ἀποτελεσμάτων ἐπιβλαβεστέρων. Οἱ σήμερον διέποντες τὰ κοινὰ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν διέπουσιν αὐτὰ μὲ διαβεβαιώσεις πλούτου, ἐπαρκείας καὶ μὴ θίξεως τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους. Ὅτε πρὸ ἑπταετίας ἐλέγομεν εἰς αὐτοὺς ποῦ θὰ φέρωσι τὸν τόπον διὰ τῆς πολιτικῆς των, ἀπέκρουον τὰς γνώμας ἡμῶν, χωρὶς νὰ θελήσωσι νὰ σταθμίσωσι καλῶς τὰ πράγματα, καὶ ἐλάμβανον αὐτὰς ὡς ἀφορμὴν δυσφημήσεως καὶ πολιτικῆς κερδοσκοπίας. Πρὸ δέκα μηνῶν εἴπομεν ὡσαύτως εἰς τὴν Βουλὴν ποῦ ἐφθάσαμεν, καὶ ὑπεδείξαμεν τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου ἠδυνάμεθα ἐπωφελέστερον καὶ ἀσφαλέστερον νὰ διεξέλθωμεν τῶν δυσχερειῶν, ἐν αἷς εὑρισκόμεθα. Δὲν εἶχον ἐπέλθει τὰ κατὰ τοὺς τελευταίους ἓξ μῆνας ἐπελθόντα δυστυχήματα, καὶ ἡ τοιαύτη διέξοδος, ἥτις σήμερον εἶναι ἀκόμη πιθανὴ, ἦτο τότε καθ’ ὅλα ἀσφαλής. Οὐδεμίαν ὅμως ἔδωκαν προσοχὴν καὶ τότε οἱ διέποντες τὰ κοινά. Σήμερον δὲ ἔρχονται νὰ διαψεύσωσιν ἑαυτοὺς, νὰ ἀναιρέσωσι τὰς διαβεβαιώσεις των, καὶ νὰ κηρύξωσι τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι ὁ πολιτικὸς ἀνὴρ δὲν πρέπει νὰ ᾖ δογματικὸς, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ὑποτάσσῃ τὰς ἰδέας καὶ τὰς γνώμας αὐτοῦ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, καὶ εἰς τὰς περιστάσεις αὐτοῦ. Τοῦτο πράττει σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀποκηρύττων καὶ ἐγκαταλιμπάνων τὰς ἰδίας αὐτοῦ γνώμας, καὶ ἐγκολπούμενος τὰς γνώμας ἡμῶν, ἃς κατεπολέμει προηγουμένως καὶ ὧν ἐπιδιώκει σήμερον τὴν ἐφαρμογήν. Τὸν συγχαίρω διὰ τοῦτο, λυπούμενος διότι ἐπερίμενε νὰ ἔλθωσι τὰ πράγματα καὶ νὰ συμβῶσι τὰ δυστυχήματα, ἅτινα συνέβησαν, ὅπως ἐννοήσῃ τὴν ἀλήθειαν. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν ἐπιβάλλεται εἰς τὸν πολιτικὸν ἄνδρα ἡ ὑποχρέωσις μόνον νὰ ὑποτάσσῃ τὰς ἰδέας αὐτοῦ εἰς τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος του· ἐπιβάλλεται ἐπίσης εἰς αὐτὸν καὶ τὸ καθῆκον νὰ ὑποτάσσῃ καὶ τὰ ἴδια αὐτοῦ συμφέροντα, οἱαδήποτε καὶ ἂν ὦσι ταῦτα, εἰς τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος του καὶ εἰς τὰς περιστάσεις αὐτῆς. Δὲν ἔπραξε τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπιδιώξας καὶ ἐπιτυχὼν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν κατὰ τὰς παρούσας περιστάσεις. Αὐτὸς, ὅστις ἐβεβαίωσεν εἰς πάντας τὴν ἐπάρκειαν τῆς χώρας καὶ τὸν πλοῦτον αὐτῆς, πιστεύει ὅτι, ἐρχόμενος σήμερον νὰ κηρύξῃ τὴν ἀνεπάρκειαν αὐτῆς καὶ ζητήσῃ τὴν συγκατάβασιν τῶν δανειστῶν του καὶ τὴν ἀρωγὴν τῶν κεφαλαίων, θὰ δυνηθῇ νὰ ἐμπνεύσῃ ἐμπιστοσύνην περὶ τῆς καλῆς αὐτοῦ πίστεως καὶ περὶ τῆς εἰλικρινείας τῶν νέων αὐτοῦ διαβεβαιώσεων. Πλανᾶται. Οὐδεὶς θὰ πιστεύσῃ τὰς διαβεβαιώσεις καὶ τὰς ὑποσχέσεις αὐτοῦ, διότι πάντες ἐπλανήθησαν, πιστεύσαντες προηγουμένως αὐτάς. Ἀδικεῖ δὲ καὶ ἑαυτὸν καὶ τὸ ἔθνος, διότι, μὴ θέλων νὰ ἀναδεχθῇ τὴν εὐθύνην τῆς ἰδίας αὐτοῦ πλάνης καὶ θυσιάσῃ τὸ ἴδιόν του στενὸν συμφέρον εἰς τὰ γενικὰ τῆς πατρίδος συμφέροντα, ἐπροτίμησε νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ συνταυτίζων ἐν τῷ προσώπῳ του τὴν παρελθοῦσαν καὶ τὴν παροῦσαν πορείαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους νὰ παραστήσῃ, ὅτι δὲν ἦτο εἷς Ὑπουργὸς ὁ κατὰ τὸ παρελθὸν πλανηθεὶς καὶ πλανήσας τοὺς ἄλλους, ἀλλ’ ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Δυσχεραίνει δ’ οὕτω τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὰς σημερινὰς δυσκόλους περιστάσεις, καθιστῶν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος οὐ μόνον ὑλικῶς, ἀλλὰ καὶ ἠθικῶς ὑπεύθυνον διὰ τὴν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη πολιτικὴν τῆς πλάνης καὶ τῆς ἀποπλανήσεως, ἥτις ἦτο ἀποκλειστικὸν ἔργον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ τῆς ὁποίας ὤφειλε νὰ δεχθῇ ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην, θέτων οὕτω τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους ἄνω τῶν ἰδίων αὐτοῦ συμφερόντων. Διὰ τῆς τοιαύτης αὐτοῦ πορείας θέλει παρεμποδίσει πᾶσαν ἐπωφελῆ λύσιν τῶν ὑφισταμένων δυσκόλων ζητημάτων, ἥτις θὰ ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, παραδειγματισθεῖσα ἐκ τῶν ὀλεθρίων ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμοσθείσης ἀπερισκέπτου πολιτικῆς, δὲν θὰ ἀκολουθήσῃ πλέον ὁμοίαν πορείαν, ἀλλὰ θὰ ἐπιδιώξῃ πολιτικὴν στηριζομένην ἐπὶ τῆς φρονήσεως, ἐπὶ τῆς καλῆς πίστεως καὶ ἐπὶ τῆς εἰλικρινείας. Ἐπιμένων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπιδιώξῃ ὁ ἴδιος τὴν λύσιν τῶν ὑφισταμένων ζητημάτων, θ’ ἀναγκασθῇ νὰ καταφύγῃ εἰς μέτρα, ἅτινα ἢ θὰ καταστήσωσι τὴν πτώχευσιν διαρκῆ καὶ θὰ καταστρέψωσι τὴν πρόοδον καὶ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος, ἢ θὰ ἐπιβάλωσιν ἐπ’ αὐτῆς τὸν ἐξωτερικὸν ἔλεγχον, ὅστις θὰ δεσμεύσῃ τὴν δρᾶσιν αὐτῆς, καὶ θὰ ἐπιφέρῃ ἀμέσως ἢ ἐμμέσως βεβαίους κινδύνους κοινωνικοὺς καὶ πολιτικούς. Δὲν ἠθελήσατε ν’ ἀκούσητε τὰς γνώμας ἡμῶν πρὸ ἑπτὰ ἐτῶν, καὶ ἐφέρατε τὴν οἰκονομικὴν καταστροφήν· ἀκούσατε αὐτὰς σήμερον, καὶ μὴ πλάττετε τὰ αἴτια, ἅτινα δύνανται νὰ θέσωσιν εἰς κίνδυνον τὴν αὐτοδιοίκησιν καὶ αὐτὴν τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
§42ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐκλήθημεν, Κύριοι, ὑπὸ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς χώρας ἐν τῷ μέσῳ οἰκονομικῶν ἐρειπίων, τὰ ὁποῖα εἶχε δημιουργήσει πολυετὴς καὶ ἐνδελεχὴς ὑπονόμευσις τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως, καὶ εὑρέθημεν τότε αἴφνης πρὸ τοῦ διλήμματος, ἢ νὰ μείνωμεν μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας, τὸ δὴ λεγόμενον, ἀπέναντι τῆς ἐπελθούσης ἤδη καταστροφῆς, ἢ νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸ πρῶτον πρόχειρον μέτρον, δι’ οὗ ἠδυνάμεθα τουλάχιστον ν’ ἀποσοβήσωμεν τὰ ὀλέθρια αὐτῆς ἐπακόλουθα καὶ διὰ τὸ Κράτος καὶ διὰ τὴν χώραν καθόλου. Προετιμήσαμεν, Κύριοι, τὸ τελευταῖον τοῦτο, καὶ ἐσπεύσαμεν, ἐν ἐλλείψει χρόνου καὶ τῶν ἀναγκαιούντων μέσων, νὰ ἀνεγείρωμεν ἐκ τοῦ προχείρου — ὁμολογοῦμεν τοῦτο — προσωρινὸν παράπηγμα, ὅπως στεγάσωμεν ὑπ’ αὐτὸ τὴν ὅλως ἐκτεθειμένην δημοσίαν ἡμῶν πίστιν, ἕως οὗ καὶ ὁ χρόνος καὶ τὰ μέσα ἤθελον ἐπιτρέψει εἰς ἡμᾶς, ἵνα ἀνεγείρωμεν αὖθις καλλιπρεπὲς τὸ μέγαρον αὐτῆς. Διὰ τὸ ἔργον ἡμῶν τοῦτο, Κύριοι, οὐδέποτε ἀνεμένομεν ἐκτίμησιν, ἢ κἂν ἀναγνώρισιν ἀκριβῶς παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ὑπῆρξαν οἱ πρωτουργοὶ καὶ συνεργοὶ τῆς καταστροφῆς, ἥτις, ἀπὸ δεκαετίας καὶ ἐπέκεινα ἀρξαμένη, εἶχεν ἤδη συντελεσθῆ, καθ’ ἣν ἡμέραν ἡμεῖς ἀνελαμβάνομεν τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ οὐδέποτε ἀνεμένομεν, ὅτι ἤθελον ἔχει τὸ θάῤῥος ἀκριβῶς αὐτοὶ οὗτοι νὰ παρέλθωσι νῦν ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ νὰ κατακρίνωσι τὸ ἔργον ἡμῶν, νὰ μᾶς ἐπιτιμήσωσι δὲ, διότι ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον εἰς ἡμᾶς ὡς ἐκ θαύματος νὰ ἀνορθώσωμεν ἐντὸς ἡμερῶν μόλις ὅ,τι αὐτοὶ ἐπὶ ἔτη μακρὰ κατηρείπωσαν, καὶ ἐν τῇ κατακρίσει αὐτῶν ταύτῃ νὰ προβῶσιν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε, ἐπιλανθανόμενοι τοῦ ἰδίου παρελθόντος, ἐπιλανθανόμενοι, ὅτι οὐδένα εἶχον ἐνώπιόν των ἀγνοοῦντα τὴν θλιβερὰν ἱστορίαν τῆς τελευταίας δεκαετίας, νὰ θελήσωσι ν’ ἀποτινάξωσιν ἐκ τῆς ῥάχεώς των τὴν ὁποίαν φέρουσιν αὐτοὶ βαρεῖαν εὐθύνην, καὶ νὰ ζητήσωσι νὰ ἐπιῤῥίψωσιν αὐτὴν εἰς τοὺς πάντῃ ἀθώους, ἀκριβῶς εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐζήτησαν ἐκ τῶν ἐνόντων ν’ ἀποσοβήσωσι τοὺς κινδύνους, οὓς αὐτοὶ ἐπεκρέμασαν εἰς τὸ Κράτος καὶ τὴν χώραν. Ὁ πρωτουργὸς, Κύριοι, τῆς ἐπελθούσης καταστροφῆς εἶναι ὁ ἐπὶ δέκα ὅλα ἔτη διέπων τὰς τύχας τῆς χώρας ἡμῶν καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, συνεργοὶ δὲ ὑπῆρξαν οἱ κατὰ τὰ διαλείμματα διοικήσαντες τὸν τόπον καὶ διαχειρισάμενοι τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικὰ, οἱ προαγορεύσαντες ἐκ Γόρτυνος, ἐκ Μαντινείας καὶ ἐξ Ἄρτης Βουλευταὶ, οἱ μετασχηματισθέντες νῦν ἐξαίφνης εἰς ἀναμαρτήτους καὶ θελήσαντες νὰ βάλωσι καθ’ ἡμῶν τὸν λίθον τοῦ ἀναθέματος. Ἡμεῖς ἐπεθυμοῦμεν, Κύριοι, καὶ τὸ ἐπεθυμοῦμεν ζωηρότατα, τὴν προκειμένην συζήτησιν νὰ περιορίσωμεν ἐκεῖ, ὅπου καὶ τὰ πράγματα αὐτὰ ἐνεδείκνυον καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ἐπιτακτικῶς ἐπέβαλλεν εἰς ἡμᾶς. Τὰ πράγματα ἐνεδείκνυον εἰς ἡμᾶς νὰ ζητήσωμεν πρὸ παντὸς λόγον παρὰ τοῦ ὑπέχοντος τὴν πρώτην καὶ κυρίαν εὐθύνην διὰ τὴν συντελεσθεῖσαν καταστροφὴν, ἀφοῦ ἄλλως τε αὐτὸς εἶναι ὁ καὶ νῦν ἐν ἐνεργείᾳ Πρωθυπουργὸς, παρ’ αὐτοῦ δὲ καὶ μόνου ἠδυνάμεθα νῦν νὰ ζητήσωμεν καὶ πολιτικὰς εὐθύνας. Πολιτικὰς εὐθύνας δὲν ἠδυνάμεθα πλέον νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῶν πάλαι Πρωθυπουργῶν καὶ Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν. Αὐτοὶ ἔδωκαν ἤδη τοιαύτας εὐθύνας ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καθ’ ὅσον αὐτοὶ, διαψεύδοντες τὰς ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει ἐπαγγελίας των, ὅτι δηλαδὴ ἐρχόμενοι αὐτοὶ εἰς τὰ πράγματα θὰ ἔκαμνον τὰ ἀντίθετα ὅλως ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔκαμνεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ἐνῷ κληθέντες εἰς τὴν ἀρχὴν οὐ μόνον τὰ ἀντίθετα δὲν ἔκαμαν, ἀλλὰ καὶ ὑπῆρξαν εἰς πολλοὺς οἱ κακόζηλοι ἀντιγραφεῖς τῆς πολιτικῆς ἐκείνου, ὁ Ἑλληνικὸς, λέγω, λαὸς διὰ τοῦτο ἐδίκασεν ἤδη καὶ κατεδίκασεν αὐτούς. Τοὺς ἐδίκασε καὶ τοὺς κατεδίκασε τὴν 4ην Ἰανουαρίου 1887, τοὺς ἐδίκασε καὶ τοὺς κατεδίκασε τὴν 3ην Μαΐου 1892. Πρὸς τί λοιπὸν νὰ ἐπανέλθωμεν νῦν ἡμεῖς ἐπὶ τὸ αὐτὸ, καὶ νὰ ζητήσωμεν πολιτικὰς εὐθύνας ἐκεῖ, ὅπου μόνον ἱστορικαὶ εὐθῦναι ἠδύναντο πλέον νὰ ζητηθῶσιν; Ἀλλὰ καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ἦτο ἐπιτακτικὴ δι’ ἡμᾶς, ἡ ἀπαιτοῦσα, ἵνα πάντα, εἰ δυνατὸν, τὰ ἀντιτρικουπικὰ στοιχεῖα συνησπισμένα κατέλθωμεν εἰς τὸν προκείμενον ἀγῶνα καὶ ζητήσωμεν πολιτικὰς εὐθύνας παρὰ τοῦ πρώτου καὶ κυρίου ὑπευθύνου, παρ’ ἐκείνου, ὅστις ὑπέχει καὶ νῦν αὐτὰς, ὡς ὢν ἐν τῇ Κυβερνήσει. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, Κύριοι, δι’ οὓς ἀπεφύγομεν ἀρχῆθεν νὰ φέρωμεν ἡμεῖς τὸν λόγον ἐπὶ τοὺς ἄλλους, τοὺς συνεργούς· ἰδοὺ οἱ λόγοι, δι’ οὓς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς μετὰ πάσης φειδοῦς καὶ ἐπιεικείας, ἀγορεύων ἐντεῦθεν, ἐμνημόνευσεν ἐν παρόδῳ τῆς πολιτείας των, ὅπως τὸν ἀγῶνα διευθύνῃ ἀπερίσπαστον κατὰ μόνου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Καὶ εἶχε μὲν, Κύριοι, πάντα λόγον οὗτος, ἵνα καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως τὰς ἰδίας εὐθύνας μετατοπίσῃ, εἰ δυνατὸν, ἐκ τῆς ῥάχεώς του καὶ τὰς ἐπιῤῥίψῃ εἰς ἄλλους, ὅπως οὕτω φέρῃ ἀντιπερισπασμὸν εἰς τὸν καθ’ ἑαυτοῦ ἀγῶνα. Τίνα ὅμως λόγον εἶχον οἱ μέχρι τοῦδε προαγορεύσαντες ἐκ τῶν πολυωνύμων ὁμάδων, ὡς ἀπεκάλεσεν αὐτὰς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, κατ’ ἀντιδιαστολὴν πάντως πρὸς τὴν συμπολίτευσιν καὶ τὴν ἀξιωματικὴν ἀντιπολίτευσιν, ἣν μόνη ἡ ἡμετέρα πολιτικὴ μερὶς ἐκπροσωπεῖ ἐν τῇ Βουλῇ; Πολιτικὰς εὐθύνας βεβαίως δὲν δύνανται πλέον νὰ ζητήσωσι παρ’ ἡμῶν, ἀφοῦ, εὐθὺς ἅμα τῇ πρώτῃ ἡμῶν ἐμφανίσει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, αὕτη ἐξήνεγκε τὴν γνωστὴν καθ’ ἡμῶν ψῆφον. Αἱ εὐθῦναι, ἃς ἐζήτησαν παρ’ ἡμῶν, ἱστορικὴν μόνον δύνανται νὰ ἔχωσι πλέον ἀξίαν· ἀλλ’ ἦτο νῦν καιρὸς πρὸς τοῦτο; Πᾶς ἀπαθὴς καὶ ἀμερόληπτος κριτὴς θὰ συνομολογήσῃ μετ’ ἐμοῦ, ὅτι οἱ ἡγούμενοι τῶν πολυωνύμων ὁμάδων, τοιαύτην τακτικὴν ἀκολουθήσαντες ἐν τῇ παρούσῃ συζητήσει, παρεγνώρισαν τέλεον τὴν παρ’ ἡμῶν ἐπιδειχθεῖσαν πρὸς αὐτοὺς ἐπιείκειαν· παρεγνώρισαν καὶ τὴν ὑπὸ τῶν πραγμάτων, ὡς εἴδομεν, ἐνδεικνυομένην καὶ ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης ἐπιβαλλομένην εἰς πάντας τοὺς ἀξιοῦντας ὅτι ἀντιπολιτεύονται πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν στάσιν ἐν τῷ προκειμένῳ ἀγῶνι· παρεγνώρισαν ὅτι ὁ λόγος νῦν περὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, ὅπερ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπηγόρευσε καὶ δι’ οὗ ζητεῖ νὰ ἴδῃ μὲν τὸ παρελθόν του ἐξαγνιζόμενον, νὰ τύχῃ δὲ καὶ διὰ τὸ μέλλον ψήφου ἐμπιστοσύνης παρὰ τῆς Βουλῆς. Ταῦτα δὲ πάντα παραγνωρίσαντες, ἠθέλησαν, οἱονεὶ ἀνακουφίζοντες τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐκ τῆς βαρείας εὐθύνης, ἣν οὗτος ὑπέχει, νὰ ζητήσωσιν εὐθύνας παρὰ τῶν ὅλως ἀνευθύνων, παρ’ ἡμῶν, οὓς καὶ αὐτὸς ὁ αὐστηρότατος καὶ ἀνεπιεικέστατος τῶν κριτῶν ἠδύνατο τὸ πολὺ πολὺ νὰ μεμφθῇ, ὅτι κληθέντες παρὰ τῷ πάσχοντι, καθ’ ἣν στιγμὴν οὗτος εἶχεν ἐγκαταλειφθῆ παρὰ τῶν ἄλλων εἰς τὴν τύχην του πνέων τὰ λοίσθια, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἐπιτελέσωμεν θαῦμα, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ θεραπεύσωμεν αὐτὸν παραχρῆμα καὶ νὰ τὸν ἐγείρωμεν ἐκ τῆς ἐπιθανατίου κλίνης. Καὶ ἐὰν, Κύριοι, οὕτω δὲν κατώρθωσαν ν’ ἀποδείξωσιν ἡμᾶς πράγματι ἐνόχους, κατώρθωσαν ὅμως νὰ περισπάσωσι τὸν κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀγῶνα, κατώρθωσαν νὰ ἐμβάλωσι τὴν δᾷδα τῆς διχονοίας εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατώρθωσαν νὰ προκαλέσωσι τὰς ἀντεγκλήσεις αὐτῶν, καὶ τοῦτο ἐπὶ ζημίᾳ μεγάλῃ αὐτοῦ τοῦ ἀγῶνος, ὃν διεξάγομεν νῦν κατὰ τοῦ ὀλεθρίου συστήματος, τοῦ διέποντος ἡμᾶς. Διὰ τὴν πολιτείαν των ταύτην θὰ κρίνῃ βεβαίως προσηκόντως τοὺς ἡγουμένους τῶν πολυωνύμων ὁμάδων ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅστις ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἐναγωνίως ἀνέμενε νὰ ἴδῃ συνησπισμένα ἐν τῇ Βουλῇ πάντα τὰ ἀντιτρικουπικὰ στοιχεῖα κατὰ τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ, κατὰ τοῦ ἐχθροῦ ἐκείνου, ὅστις τοσαύτας συμφορὰς ἐπέκλωσε μέχρι τοῦδε εἰς τὸ Κράτος καὶ τὴν Πατρίδα καθόλου. Ἡμεῖς, Κύριοι, ὠφείλομεν ἑκόντες ἄκοντες ν’ ἀποδεχθῶμεν τὴν ἀπευθυνθεῖσαν πρὸς ἡμᾶς πρόκλησιν· ὠφείλομεν νὰ ἐπαναφέρωμεν οὕτω τὸ ζήτημα εἰς τὴν κυρίαν του θέσιν, ἐξ ἧς ἠθέλησαν νὰ μετατοπίσωσιν αὐτὸ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ σύμμαχοι αὐτοῦ· ὠφείλομεν νὰ ἐπαναφέρωμεν οὕτω πάντας τούτους εἰς τὴν μόνην ἁρμόζουσαν εἰς αὐτοὺς θέσιν, εἰς τὴν θέσιν τοῦ κατηγορουμένου. Οὕτως «ὄψονται εἰς τίνα ἐξεκέντισαν» οἱ πρωτοστατοῦντες τῶν πολυωνύμων ὁμάδων. Μόνοι των ἠθέλησαν νὰ προτάξωσι τὰ σώματά των, ὅπως καλύψωσι τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀπέναντι τῆς ἡμετέρας ἐπιθέσεως. Ἄν οὕτω τὰ κατὰ τούτου ἐκτοξευόμενα βέλη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φεισθῶσιν αὐτῶν, ἂς αἰτιῶνται διὰ τοῦτο ἑαυτοὺς καὶ μόνους. Δὲν παρῆλθον, Κύριοι, ἐγὼ ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, ὅπως ὑπεραπολογηθῶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς 3 Μαΐου ἐναντίον τῶν αἰτιάσεων, ἃς ἐπὶ πολλὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς διετύπωσαν καὶ ὑπεστήριξαν κατ’ αὐτοῦ καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ προαγορεύσαντες ἐκ τῶν πολυωνύμων ὁμάδων. Αἱ αἰτιάσεις αὗται εἶναι τόσον ἀβάσιμοι, τόσον ἀνυπόστατοι,—ἐπιτρέψατέ μοι τὴν ἔκφρασιν,—τόσον γελοῖαι, ὥστε μόνον τὸν οἶκτον δύνανται νὰ κινήσωσι τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἵτινες, ἐν οὕτω κρισίμοις στιγμαῖς κληθέντες, ἵνα ἐπιτελέσωσιν ὑπέρτατον πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον, ἐπετέλεσαν αὐτὸ πιστῶς καὶ εὐόρκως, καὶ κρατοῦσι τὸ μέτωπον ὑψηλὰ ἀπέναντι τόσον ταπεινῶν καὶ εὐτελῶν ἐπιθέσεων. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς 3 Μαΐου ἵσταται ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ ἔθνους ὡς βράχος ἀκλόνητος, ὃν ἀδύνατόν ποτε νὰ διασείσῃ ὁ ἀφρός, ὃν ἐξέβρασαν κατ’ αὐτοῦ τὰ ἄγρια κύματα τῆς διαβολῆς καὶ συκοφαντίας. Καὶ ἐπὶ τέλους εἰς τί ν’ ἀπολογηθῇ τις; διὰ τί ἐγκαλεῖται ἐνώπιον ὑμῶν τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο; Ἡ φατριαστικὴ ἀποτύφλωσις καὶ ἐμπάθειά των, Κύριοι, προέβη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ν’ ἀμφισβητήσωσι καὶ τὰ αὐταπόδεικτα καὶ ἀνεπίδεκτα οἱασδήποτε ἀμφισβητήσεως, ν’ ἀμφισβητήσωσι λ.χ. σὺν ἄλλοις καὶ ὅτι ἡμεῖς ἐκλήθημεν εἰς τὰ πράγματα, ἀφοῦ ταῦτα εὑρίσκοντο ἤδη ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς, ἡ δὲ κατάστασις ἦτο ὅλως ἀπελπιστική. Καὶ ἐνῷ τοῦτο οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ, ἐνῷ ὡς ἐκ περισσοῦ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἀπέδειξεν ἤδη τοῦτο καὶ δι’ ἐγγράφων ἐπισήμων καὶ δι’ ἀριθμῶν ἀναντιλέκτων καὶ δι’ ἐπιχειρημάτων ἀκαταγωνίστων, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐδίστασε καὶ οὕτω νὰ παρέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ἀρνούμενος τὰ πασίγνωστα νὰ ἰσχυρισθῇ ὅλως τὰ ἐναντία, καὶ νὰ ἐπιῤῥίψῃ κακοπιστίαν εἰς τὸν κ. Ράλλην. Δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ ἀξιόπιστον ἢ μὴ ἀξιόπιστον τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου. Ὁ χαρακτὴρ ἀμφοτέρων αὐτῶν εἶναι γνωστὸς τοῖς πᾶσιν ἐκ τοῦ παρελθόντος των· εἶναι γνωστὸς ὁ εἰλικρινὴς καὶ ἱπποτικὸς χαρακτὴρ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὁ μέχρι σκαιότητος πολλάκις διήκων, οὐδ’ ἐπιτρέπεται, νομίζω, εἰς τὸν σεβόμενον τὴν ἀλήθειαν, εἰς τὸν σεβόμενον ἑαυτὸν καὶ τοὺς ἄλλους νὰ ἐκδηλώσῃ ἴχνος κἂν ἀμφιβολίας περὶ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους αὐτὸς ἐξαγγέλλει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μὲ τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον προσδίδει εἰς αὐτοὺς ἡ ἐγνωσμένη εὐθύτης καὶ παῤῥησία του· εἶναι γνωστὸς ἀφ’ ἑτέρου καὶ ὁ χαρακτὴρ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὅσοι, Κύριοι, ἀπὸ ἐτῶν παρακάθησθε ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ εἶσθε εἰς θέσιν νὰ κρίνητε, ἐὰν, ὁσάκις αὐτὸς παρῆλθεν ἐπὶ τῷ βῆμα τοῦτο, ὁσάκις ἐπηγγέλθη ἢ ἰσχυρίσθη τι, εὑρέθη ποτὲ ἐν τῇ ἀκριβείᾳ καὶ ἀληθείᾳ. Εἴπατέ μοι λοιπὸν σεῖς, ποσάκις ἠκούσατε αὐτοῦ λέγοντος τὴν ἀλήθειαν; ποσάκις εὕρετε αὐτὸν ἐν τῇ ἀκριβείᾳ; Ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐν ἔτει 1875 ὁ Δεληγεώργης μὲ τὸ ἠθικὸν κῦρος, ὅπερ περιέβαλλε τὸν ἀείμνηστον ἐκεῖνον ἄνδρα, ἐκεραυνοβόλησεν αὐτὸν, ὡς διαστρέφοντα τὴν ἀλήθειαν, μέχρι τοῦ 1880, ὅτε ὡς Πρωθυπουργὸς διεκήρυττεν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε πλέον Ἑλληνικὸν ζήτημα, καὶ ἀνέγραφεν ἐπὶ τῆς σημαίας του τὴν πολιτικὴν τῶν οἰκονομιῶν, ὅπως μετ’ ὀλίγας μόλις ἑβδομάδας διαψευσθῇ πανηγυρικῶς ὑπὸ τῶν ἐπακολουθησάντων γεγονότων, ἅτινα καὶ τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα ἐπανέφεραν ἐπὶ τοῦ τάπητος καὶ τὴν σημαίαν του μετέβαλον εἰς ῥάκος, ἀφοῦ ἔκτοτε χρονολογεῖται ἡ πολιτικὴ αὐτοῦ τῆς σπατάλης, ἡ περιαγαγοῦσα ἡμᾶς εἰς ὃ σημεῖον εὑρισκόμεθα τὴν σήμερον, πότε εἶπε τὴν ἀλήθειαν; πότε εὑρέθη ἐν τῇ ἀκριβείᾳ; Καὶ τί ἄλλο κάμνει ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν, ἀφ’ οὗ χρόνου αὐτὸς ἐκυριάρχησεν, οὕτως εἰπεῖν, ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Πολιτείᾳ; Καὶ ἐλησμονήσατε τὸν ἀμείλικτον πόλεμον, ὃν διεξῆγεν ἐπὶ ἔτη κατὰ τῆς συναλλαγῆς, μακρὰν τῶν πραγμάτων ὤν, μόνον καὶ μόνον ὅπως ἐλθὼν εἶτα εἰς τὴν ἀρχὴν ἀναγάγῃ αὐτὴν εἰς σύστημα, καὶ τελευταῖον, ἀποβάλλων ὅλως τὸ προσωπεῖον, τὴν ἐγκαθιδρύσῃ καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς Ὑπουργείοις, ὡς ἰδιαίτερον τούτων τμῆμα; Καὶ ἐλησμονήσατε τὰς περὶ ἰσοζυγίων ψευδεῖς ἐπαγγελίας καὶ διαβεβαιώσεις τοῦ ἀνδρός, καθ’ ἃς πάντοτε ἐπηγγέλλετο πρὸς ἡμᾶς καὶ διεβεβαίου, ὅτι εἴχομεν ἰσοζύγιον, καὶ ὄχι μόνον ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα, ἐνῷ τὰ πράγματα αὐτὰ ἐμαρτύρουν πᾶν τοὐναντίον, ὅτι δηλαδὴ ὄχι μόνον ἰσοζύγιον δὲν εἴχομεν, ἀλλὰ καὶ ἔλλειμμα μέγα ἐπαρουσιάζετο; Καὶ ἐλησμονήσατε πάσας τὰς διαστροφὰς καὶ αὐτῶν τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν, οὐχὶ κατὰ μονάδας ἢ ἑκατοντάδας καὶ χιλιάδας, ἀλλὰ καθ’ ὁλόκληρα ἑκατομμύρια, ἐν αἷς πολλάκις τὸν συνελάβομεν ἐπ’ αὐτοφώρῳ καὶ τὸν ἠλέγξαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Καὶ ἐλησμονήσατε τόσον ταχέως, ὅτι θέλων αὐτὸς ν’ ἀποστομώσῃ ἐμὲ ἐν μιᾷ τῶν συνεδριάσεων τῆς ἡγουμένης συνόδου τῆς Βουλῆς, μεθ’ ὁποίου στόμφου ἐξήγγειλεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὸν θρίαμβον τῆς οἰκονομικῆς του πολιτικῆς, δίδων εἰς πάντα νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἐκορυφοῦτο οὗτος εἰς τὴν συνομολόγησιν μεγάλου ἐξωτερικοῦ δανείου, καθ’ ὃν χρόνον, ὡς τὰ πράγματα αὐτὰ ἀπέδειξαν βραδύτερον, οὐδὲ διαπραγματεύσεις κἂν εἶχον ἀρχίσει ἀκόμη περὶ αὐτοῦ; Ἐγὼ, Κύριοι, καὶ οὕτω δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ ἀξιόπιστον ἐν πᾶσι τοῦ χαρακτῆρος τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ κατὰ τῶν κενῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Εἶμαι πρόθυμος νὰ διεξέλθω μίαν πρὸς μίαν τὰς καθ’ ἡμῶν αἰτιάσεις καὶ τούτου καὶ τῶν ἡγουμένων τῶν πολυωνύμων ὁμάδων, ὅπως σᾶς ἀποδείξω, ὁπόσον δίκαιον εἶχον, χαρακτηρίσας αὐτὰς ὅλως ἀβασίμους, ἀνυποστάτους καὶ αὐτὸ τοῦτο γελοίας. Εἶτα θὰ καταδείξω, ὁποίας εὐθύνας ὑπέχουσιν αὐτοὶ οἱ κατήγοροί μας διὰ τὴν σημερινὴν κατάστασιν. Πρὸ παντὸς, Κύριοι, καθῆκόν μου ὑπολαμβάνω, ὡς πρώην σύμβουλος τοῦ Στέμματος, ν’ ἀποκρούσω διαῤῥήδην τοὺς ἀσεβεῖς ὑπαινιγμοὺς, εἰς οὓς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφηγούμενος πρὸς ἡμᾶς τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεώς του, ἐνόμισε καλὸν νὰ προβῇ κατ’ αὐτοῦ τοῦ ἀνευθύνου. Μᾶς εἶπεν, ὅτι αἱ περὶ δανείου διαπραγματεύσεις εἶχον ἤδη ἀχθῆ εἰς αἴσιον πέρας, ἡ σχετικὴ σύμβασις ἦτο κατηρτισμένη, καὶ δὲν ὑπελείπετο ἄλλο τι ἢ ἡ κύρωσίς της. Ἀλλ’ ἐνῷ οἱ συμβαλλόμενοι κεφαλαιοῦχοι ἐπέμενον εἰς τὴν ἄμεσον αὐτῆς κύρωσιν διὰ Β. Διατάγματος, καὶ αὐτὸς δ’ ἐθεώρει τὴν τοιαύτην κύρωσιν νόμιμον ἐν πᾶσιν, αἴφνης ὁ Βασιλεὺς ἀποδυσπετήσας ἐκηρύχθη ὑπὲρ τῆς διὰ νόμου κυρώσεως διὰ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ οἱ κεφαλαιοῦχοι ἀνθίσταντο εἰς τοῦτο, μὴ θέλοντες ν’ ἀπολέσωσι καιρὸν μέχρι τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Τότε ὁ κ. Τρικούπης, ἰδὼν ὅτι ἐκ τῆς ἐπιμονῆς τοῦ Βασιλέως θὰ ἐματαιοῦτο τὸ δάνειον, ἐξ οὗ ἐξήρτητο ἡ σωτηρία τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας, νομίσας δὲ, ὅτι οὕτως εἶχε παύσει τὸ Στέμμα παρέχον εἰς αὐτὸν τὴν ἀπαιτουμένην ἐμπιστοσύνην, ἠναγκάσθη νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του. Οὕτως ἄφησεν εἰς ἕκαστον νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι, ἐὰν ἀπέτυχε τὸ δάνειον, ἐὰν ἐπῆλθεν ἡ καταστροφὴ τῆς 3 Μαΐου, ἐὰν τότε ἐπτωχεύσαμεν δυστυχῶς, ὡς ἀνεφώνησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὴν εὐθύνην φέρει ἐκεῖνος, ὅστις ἐν οὕτω κρισίμῳ ὥρᾳ δὲν συνεμορφώθη πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἠνάγκασε τοῦτο νὰ παραιτηθῇ. Ἡμεῖς, Κύριοι, πρὶν ἢ ἀναλάβωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὠφείλομεν νὰ μάθωμεν τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεως τῶν προκατόχων μας, εἴμεθα δὲ ὡς ἐκ τούτου νῦν εἰς τὴν θέσιν νὰ διαψεύσωμεν μὲ τὸν ἐντονώτερον τρόπον τοὺς τοιούτους ἀνοσίους ὑπαινιγμούς, καὶ νὰ διαβεβαιώσωμεν τὴν Βουλήν, ὅτι οὐδὲν ἀνακριβέστερον, οὐδὲν ἀναληθέστερον τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰρημένων. Τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν του, ἀπήλαυε τῆς ἀμερίστου ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος, ὅπερ ἦτο πρόθυμον, προκειμένου περὶ τοῦ δανείου, νὰ συμμορφωθῇ πρὸς πᾶσαν γνώμην του. Ἀλλὰ τότε διατὶ παρητήθη; Παρῃτήθη, διότι εἶχον ἤδη ναυαγήσει ὁλοσχερῶς, ὡς θὰ σᾶς ἀποδείξω μετ’ ὀλίγον, αἱ διαπραγματεύσεις περὶ δανείου, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε στηρίξει ὅλας τὰς ἐλπίδας του. Παρῃτήθη, διότι οὐδεμίαν ἄλλην διέξοδον ἔβλεπεν ἐνώπιόν του, ἀφοῦ ἐγίνωσκεν, ὅτι τὰ μὲν δημόσια ταμεῖα ἦσαν κενά, ἦσαν δὲ ἤδη ἐν μέρει ἀπαιτηταὶ καὶ ἐν μέρει καθίσταντο προσεχῶς ληξιπρόθεσμοι πολλαὶ ὀφειλαὶ τοῦ Κράτους, ἀνερχόμεναι εἰς δεκάδας ὅλας ἑκατομμυρίων. Παρῃτήθη, διότι ἐθεώρει ἀναπόδραστον πλέον τὴν καταστροφὴν καὶ διὰ τὰ δημόσια καὶ διὰ τὰ κατ’ ἰδίαν οἰκονομικά, ἀφοῦ ἐγίνωσκεν, ὅτι πολλοὶ Ἕλληνες, πιστεύσαντες εἰς τὰς διαβουκολήσεις τοῦ περὶ συνομολογήσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ δανείου, εἶχον παρασυρθῆ εἰς τὴν κυβείαν καὶ ἐκινδύνευον τότε νὰ ἴδωσιν ἀποδεκατιζομένας, ἢ καὶ ἐκμηδενιζομένας, τὰς περιουσίας των. Παρῃτήθη, διότι ἐνόμισε καλὸν νὰ διασώσῃ διὰ τῆς φυγῆς του ἐγκαίρως τὸ σαρκίον του ἐκ τῶν ἐρειπίων, ἅτινα ἄφινεν ὄπισθέν του, καὶ παρῃτήθη ἐγκαταλείπων εἰς τὴν τύχην των καὶ Βασιλείαν καὶ Κράτος καὶ Ἔθνος. Ἰδού, Κύριοι, ἡ ἀλήθεια καὶ μόνη ἡ ἀλήθεια, περὶ ἧς δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι πάντες ὑμεῖς ἔχετε σχηματίσει ἤδη πεποίθησιν ἀκράδαντον, πεποίθησιν, ἣν οὐδεμία διαστροφὴ αὐτῆς ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δύναται νὰ κλονήσῃ πλέον. Ἀλλὰ προέβησαν, Κύριοι, ἐπὶ τοσοῦτον εἰς τὰς αἰτιάσεις των οἱ προαγορεύσαντες, ὥστε νὰ μεμφθῶσιν ἡμᾶς καὶ διότι, κληθέντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀνεδέχθημεν αὐτήν. Καὶ ὅμως μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Τρικούπη νομίζω ὅτι οὐδὲν φυσικώτερον, οὐδὲν συνεπέστερον ἦτο ἢ νὰ κληθῶμεν καὶ ἀναδεχθῶμεν ἡμεῖς τὴν κυβέρνησιν τῆς χώρας. Ἡμεῖς, καίτοι διαφωνοῦντες καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, συνεφωνοῦμεν ὅμως πρὸς αὐτὸν ὡς πρὸς ἕν, ὡς πρὸς τὴν ἐπάρκειαν τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας, τὴν ἐπάρκειαν, ἣν ἠσπάζετο καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔθνος τὸ ἐκλέξαν αὐτήν. Πλὴν τῆς ἡμετέρας ὑπῆρχον καὶ ἄλλαι μερίδες, αἵτινες ἠδύναντο νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν ἡ μὲν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὡς σύνηθες τοῦτο εἰς αὐτήν, οὐδεμίαν γνώμην εἶχεν ἐκφράσει περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν ζητήματος, διότι οὐδεμίαν καθόλου γνώμην ἔσχε ποτὲ περὶ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἦτο δυνατὸν νὰ κληθῇ εἰς τὰ πράγματα ἐν οὕτω κρισίμῳ ὥρᾳ μερὶς οὐδὲν ἔχουσα ἐν νῷ; Οἱ δύο ἄλλοι Κύριοι, οἱ ἐγείροντες ἀξιώσεις περὶ πρωθυπουργίας, οἱ ἀξιότιμοι ἐξ Ἄρτης καὶ Μαντινείας Βουλευταί, ἦσαν καὶ τότε, ὡς καὶ νῦν, ὑπὲρ τῆς χρεωκοπίας κεκηρυγμένοι, ἐρίζοντες μόνον πρὸς ἀλλήλους περὶ προνομίου εὑρεσιτεχνίας δι’ αὐτήν...
§43ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι πρὸ αἰώνων εὑρημένη.
§44ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν ἄλλαις χώραις ναί, ἐν Ἑλλάδι ὅμως τώρα τὸ πρῶτον τὴν ἐφεύρετε ὑμεῖς καὶ ὁ κ. Κωνσταντόπουλος... Ἀλλὰ πρὶν ἤ, Κύριοι, καταφύγῃ τις εἰς πρᾶξιν, ἥτις ἔμελλε νὰ ἐγκολάψῃ στίγμα ἀνεξίτηλον εἰς τὸ μέτωπον τῆς πατρίδος, ὤφειλε ν’ ἀποταθῇ εἰς τὴν μόνην ὑπολειπομένην μερίδα ὑπὲρ τῆς ἐπαρκείας, τὴν ἐπαγγελλομένην τὴν ἀποσόβησιν τοῦ τοιούτου ὀνείδους, τῆς τοιαύτης καταστροφῆς.
§45ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπετάθη ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου.
§46ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ μερὶς ἡμῶν δὲν ἠρίθμει μέλη ἐν μόνῳ τῷ Κοινοβουλίῳ, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ. Ὡς γινώσκετε, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν βουλευτικὴν περίοδον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ ὁ τότε ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς κ. Σωτηρόπουλος συνέπραττον καὶ εἶχον τὴν αὐτὴν γνώμην. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔσπευσε νὰ ὑποδείξῃ καὶ διὰ τῆς δημοσιογραφίας, ὅτι, καὶ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου διατελῶν, ἐξηκολούθει νὰ ἔχῃ τὰς αὐτὰς πρὸς ἡμᾶς γνώμας. Ἀφοῦ δὲ ὁ ἀνὴρ εἶναι εἷς τῶν μᾶλλον πεπειραμένων περὶ τὰ οἰκονομικὰ, ταῦτα δὲ ἦσαν τὸ ζήτημα τῆς ἡμέρας, τί λογικώτερον, τί δικαιότερον ἦτο τοῦ ν’ ἀνατεθῇ εἰς αὐτὸν ὁ σχηματισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς 3 Μαΐου;...
§47ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ μόνην τὴν παρατήρησιν ὅτι, ἡμεῖς μόνοι φέρομεν διὰ τοῦτο τὴν εὐθύνην.
§48ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πλήρη καὶ ἀκεραίαν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ὀκνῶ νὰ δώσω λόγον πρὸς τοὺς αἰτοῦντας ἡμᾶς... Ἐσπεύσαμεν δὲ, Κύριοι, ν’ ἀναδεχθῶμεν τὴν κυβέρνησιν τῆς χώρας ἐν συνειδήσει τοῦ κρισίμου τῶν τότε περιστάσεων, ἐν συνειδήσει τῆς εὐθύνης, ἣν ἀνελαμβάνομεν οὕτως ἀπέναντι τοῦ ἔθνους. Ἄλλοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες πρὸ τῶν δυσχερειῶν τρέπονται εἰς φυγὴν, ἐν ἀνάγκῃ δὲ ἀποστέλλουσι καὶ τὰς κλεῖδας τῶν Ὑπουργείων εἰς τὸν Ἄνακτα. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ὁ πολιτικὸς ἀνὴρ ὀφείλει νὰ ᾖναι, ὡς ὁ στρατιώτης, ἕτοιμος ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν φωνὴν τῆς πατρίδος καὶ νὰ ἐπιτελέσῃ προθύμως τὸ εἰς αὐτὸν ἐπιβαλλόμενον καθῆκον, ὅσον βαρὺ καὶ δυσεκπλήρωτον ἂν ἦναι τοῦτο, ὅσον καὶ ἂν φαίνωνται αἱ περιστάσεις ἀντίξοοι εἰς τὰς γνώμας του. Οἱ ἄλλοι δικαιοῦνται νὰ ζητήσωσι παρ’ αὐτοῦ εὐθύνας ἐπὶ τοῖς πεπραγμένοις, οὐχὶ ὅμως καὶ διότι ἀνεδέχθη νὰ ἐκπληρώσῃ ἓν καθῆκον. Τοὐναντίον μάλιστα ὑπεύθυνος θὰ καθίστατο αὐτὸς, ἐὰν καλούμενος ἠρνεῖτο νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ τοιοῦτο καθῆκον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰδιαιτέρως εἶπεν, ὅτι ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐκλήθη παρ’ ἐλπίδα, ἵνα σχηματίσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς 3 Μαΐου. Τοῦτο εἰπὼν, ἐνόει ἴσως καὶ αὐτὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε πρὸ μικροῦ καί τις συνάδελφος ἐνταῦθα, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἔπρεπε ν’ ἀποταθῇ πρὸς αὐτὸν τὸ Στέμμα, ὡς μὴ Βουλευτήν. Ἀλλ’ ὁ ἥκιστα παντὸς ἄλλου ἁρμόδιος νὰ ἐξενέγκῃ τὴν τοιαύτην αἰτίασιν εἶναι ὁ κ. Τρικούπης. Διότι πῶς τότε ἀνετέθη εἰς αὐτὸν καὶ ἐδέχθη προθυμότατα νὰ σχηματίσῃ Ὑπουργεῖον ἐν ἔτει 1875, ὅτε οὐ μόνον Βουλευτὴς δὲν ἦτο, ἀλλὰ καὶ διετέλει ὑπὸ βαρυτάτην κατηγορίαν, ὑπὸ κατηγορίαν ἐπὶ ἐγκλήματι καθοσιώσεως, ὡς δημοσιεύσας τὸν γνωστὸν ἐκεῖνον λίβελλον «τίς πταίει;» κατὰ τῆς Βασιλείας; Οἱ προαγορεύσαντες, Κύριοι, ἔκ τε τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῶν πολυωνύμων ὁμάδων δὲν ἠρκέσθησαν εἰς τὸ νὰ ζητήσωσι μόνον λόγον, διατὶ ἐκλήθημεν ἡμεῖς καὶ ὄχι ἄλλοι πρὸς σχηματισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς 3 Μαΐου, ἀλλὰ καὶ ἰσχυρίσθησαν, ὅτι κακῶς ἡμεῖς, ἐκ τῆς μειονοψηφίας ληφθέντες, δὲν προέβημεν πάραυτα εἴτε εἰς τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, ὅπως λάβωμεν παρ’ αὐτῆς τὸ κοινοβουλευτικὸν χρῖσμα, εἴτε εἰς τὴν διάλυσιν αὐτῆς, ὅπως διὰ τῶν νέων ἐκλογῶν τύχωμεν Κοινοβουλίου, περιβάλλοντος ἡμᾶς διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης του. Καὶ ἐν τῇ μιᾷ καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ περιπτώσει εἶπον, ὅτι ἐπολιτεύθημεν ἀντισυνταγματικῶς, καὶ μικροῦ δεῖν παρέπεμψαν ἡμᾶς εἰς εἰδικὸν δικαστήριον ἐπὶ ἀθετήσει τοῦ θεμελιώδους νόμου τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ ποῦ τοῦ Συντάγματος ἀνεῦρον τοὺς τοιούτους περιορισμοὺς τοῦ δικαιώματος, ὅπερ κέκτηται ὁ Βασιλεὺς, ἵνα διορίζῃ τοὺς Ὑπουργούς; Τὸ δικαίωμα τοῦτο, Κύριοι, καὶ κατὰ τὸ ἡμέτερον καὶ καθ’ ὅλα τὰ Συντάγματα τοῦ κόσμου, εἶναι ἀπόλυτον καὶ εἰς οὐδένα ὑποβάλλεται περιορισμόν. Εἶναι ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τοῦ Στέμματος, ἵνα, προκειμένου περὶ σχηματισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου, προσφεύγῃ εἴτε εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, εἴτε εἰς τὴν μειονοψηφίαν, εἴτε εἰς ταύτην, εἴτε εἰς ἐκείνην τὴν πολιτικὴν μερίδα, ἀντιστρατεύεται δὲ πρὸς τὸ Σύνταγμα μόνος ὁ θέλων νὰ ὑπαγάγῃ τὸ τοιοῦτον δικαίωμα εἰς οἱουσδήποτε περιορισμοὺς, ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τῶν μερίδων, ἢ προσώπων, ἅτινα μέλλουσι νὰ κληθῶσιν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Εἰς περιορισμὸν δὲ ὑποβάλλουσι τὸ ἀπόλυτον τοῦτο δικαίωμα, ἀντιστρατευόμενοι ἐπίσης πρὸς τὸ σαφὲς γράμμα καὶ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, καὶ οἱ ὑποστηρίζοντες, ὅτι οἱ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως διοριζόμενοι Ὑπουργοὶ ὀφείλουσι νὰ συγκαλέσωσι πάραυτα τὴν Βουλὴν, ὅπως τύχωσι ψήφου ἐμπιστοσύνης παρ’ αὐτῆς, ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει νὰ διαλύσωσι παραχρῆμα αὐτὴν, καὶ νὰ ζητήσωσι νὰ τύχωσι τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς νέας Βουλῆς, ἧς ἄνευ οὐδ’ ἐπὶ μίαν ἡμέραν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτοὺς νὰ παραμείνωσιν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο, ὡς ἄν ἐζήτει τις νὰ ὑπαγάγῃ τὸν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως διορισμὸν τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς; Πλὴν ποῦ τότε ἴχνος κἄν ἐκ τοῦ ἀπολύτου δικαιώματος, ὅπερ κέκτηται ὁ Βασιλεὺς, ἵνα διορίζῃ τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ κατὰ τὸ ἡμέτερον καὶ καθ’ ὅλα τὰ Συντάγματα τῶν κοινοβουλευτικῶς μοναρχουμένων καὶ αὐτῶν ἔτι τῶν δημοκρατικῶν χωρῶν;...
§49Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διακόψω;
§50ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι· διότι καὶ σεῖς δὲν μοὶ ἐπετρέψατε νὰ σᾶς διακόψω, ὅτε ἠγορεύετε, Πάντες, Κύριοι, γινώσκετε καλῶς, ὅτι ἐγὼ ἐδεχόμην πάντοτε προθύμως τὰς διακοπάς· ἀλλ’ ἀφοῦ τὰς ἡμέρας ταύτας τοσοῦτος πάταγος ἠγέρθη, ὁσάκις ἐγὼ ἠθέλησα νὰ διακόψω τινὰ καὶ νὰ ζητήσω, ἔστω καὶ πληροφορίαν τινὰ μόνον, εἶμαι ἠναγκασμένος νῦν καὶ ἐγὼ, ἀνταποδίδων τὰ ἴσα, νὰ μὴ ἐπιτρέψω διακοπάς... Ὁ θελήσας μάλιστα νῦν νὰ μὲ διακόψῃ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ὑπερηκόντισε τοὺς ἄλλους κατὰ τὴν καινοφανῆ ταύτην θεωρίαν ἐν τοῖς συνταγματικοῖς χρονικοῖς. Αὐτὸς εἶναι τῆς γνώμης, ὅτι αἱ μειονοψηφίαι, καλούμεναι εἰς τὰ πράγματα, ὀφείλουσιν ἐξάπαντος νὰ διαλύωσι πάραυτα τὰς Βουλὰς, διότι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὰς νὰ ὑπολογίζωσιν ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει εἰς τὴν μεταβολὴν τῶν ὑφισταμένων κομματικῶν δυνάμεων ἐν ταῖς Βουλαῖς. Καὶ ἐντεῦθεν ὁρμηθεὶς ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἐκάκισε δριμέως τοὺς Βουλευτὰς ἐκείνους, οἵτινες μεθίστανται ἐκ τῆς μιᾶς εἰς τὴν ἄλλην μερίδα ἐφ’ οἱῳδήποτε λόγῳ, καὶ ἂν ἔτι ὁ ἀρχηγὸς αὐτῶν ἀπαρνῆται τὰς ἀρχὰς, ἃς ἀπὸ κοινοῦ τέως ἐπρέσβευον, καὶ ἂν ἔτι οὗτος ἀναιτίως ὅλως δραπετεύῃ ἐκ τῆς ἀρχῆς ἐν κρισιμωτάταις στιγμαῖς, ἐγκαταλείπων τὸ Κράτος καὶ τὸν τόπον εἰς τὴν τύχην των. Οἱ Βουλευταί, κατὰ τὴν παράδοξον ἀληθῶς γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, δὲν ἐκλέγονται, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ὅπως περὶ τῶν συμφερόντων τούτου βουλεύωνται ἐλευθέρως καὶ ἀνεπηρεάστως, ἀλλ’ ὡς ὀπαδοὶ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ φατριάρχου, προορισμὸν ἔχοντες νὰ ἵστανται καὶ νὰ πίπτωσι μετ’ αὐτοῦ, καὶ ἄν ἔτι ὁ ἴδιος φέρηται κατὰ κρημνῶν, ζητῇ δὲ νὰ συμπαρασύρῃ εἰς τούτους καὶ τὸ κόμμα καὶ τὸν τόπον. Ἡ θεωρία αὕτη, Κύριοι, δύναται μὲν νὰ συνάδῃ πρὸς τὰ κομματικὰ συμφέροντα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ καὶ νὰ ἦναι τὸ ἰδανικὸν, πρὸς ὃ κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν ἔτεινε καὶ αὐτὸς καὶ ὁ ἀντάξιος ἀντίπαλός του κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν συνάδει ὅμως οὐχὶ πρὸς τὸ ἀξίωμα, ἀλλ’ οὐδὲ πρὸς τὸν ἀνθρωπισμὸν τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες ἀκριβῶς τότε θὰ ἐξωμοιοῦντο πρὸς ἀγέλην, κατὰ τὴν εὔφημον παρομοίωσιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἐὰν τωόντι προσεκολλῶντο τυφλῶς εἰς τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν φατριάρχην, ὡς εἰς ποιμένα, ἀκολουθοῦντες αὐτῷ ἀβούλως καὶ δουλικῶς, ὁπουδήποτε καὶ ὁπωσδήποτε ἂν ὡδήγει αὐτούς. Ἀλλ’ ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος θεωρία, ἐάν ποτε ἐφηρμόζετο ἐν τῇ πράξει, θ’ ἀνέτρεπεν ἄρδην τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα καὶ θὰ καθίστα περιττὴν ὅλως τὴν Βουλήν. Διότι πρὸς τί τότε, Κύριοι, οἱ 207 Βουλευταὶ, ὅταν οὗτοι δὲν πρόκηται νὰ βουλεύωνται ἐλευθέρως καὶ ἀνεξαρτήτως, δὲν ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγχωσι τὴν Κυβέρνησιν, μηδὲ νὰ μεθίστανται ἐκ τῶν τάξεων αὐτῆς, καθισταμένης ἀναξίας τῆς ἐμπιστοσύνης των, ἀλλ’ ὀφείλουσι νὰ παρέχωσι τυφλῶς τὴν ἐμπιστοσύνην των εἰς τὸν φατριάρχην, ὑφ’ ὃν ἅπαξ ἐτάχθησαν, καὶ νὰ ψηφίζωσιν ἀσυνειδήτως τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλήν; Δὲν θὰ ἦτο προτιμότερον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, καὶ οἰκονομικώτερον διὰ τὸ Κράτος νὰ τίθηνται δύο μόνον κάλπαι καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἡ τοῦ κ. Τρικούπη καὶ ἡ τοῦ κ. Δηλιγιάννη, καὶ ὁ πλειονοψηφῶν ἐξ αὐτῶν ν’ ἀναλαμβάνῃ καὶ διαχειρίζηται τὴν ἐκτελεστικὴν καὶ νομοθετικὴν ἐν ταὐτῷ ἐξουσίαν ἐπὶ μίαν τετραετίαν; Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ κύριον ζήτημα, ἐὰν δηλαδὴ ἡμεῖς ἐπολιτεύθημεν τῳόντι ἀντισυνταγματικῶς, μὴ σπεύσαντες, ἅμα τῷ διορισμῷ ἡμῶν ὡς Ὑπουργῶν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, νὰ ἐμφανισθῶμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῆς τὴν ἔγκρισιν τοῦ διορισμοῦ μας τούτου. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι κατέστησα ἤδη καὶ τυφλῷ δῆλον, τὸ δὴ λεγόμενον, ὅτι ἡμεῖς, μὴ θεωρήσαντες ἀναγκαίαν τὴν ἔγκρισιν τοῦ διορισμοῦ ἡμῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐπολιτεύθημεν συνταγματικῶς, συνταγματικώτατα, ὅτι δὲ τοὐναντίον ἀντισυνταγματικῶς, ἀντισυνταγματικώτατα θὰ ἐπολιτευόμεθα, ἐὰν συνεμορφούμεθα πρὸς τὴν ἀντίθετον γνώμην, διότι οὕτω θὰ ἠθετοῦμεν θεμελιώδη διάταξιν τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν χάρτου, τὴν διάταξιν περὶ τοῦ ἀπολύτου δικαιώματος, ὅπερ κέκτηται ὁ Βασιλεὺς, ἵνα διορίζῃ τοὺς Ὑπουργούς. Ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἐν παντελεῖ ἐνδείᾳ πραγματικῶν ἐπιχειρημάτων ὑπὲρ τῆς γνώμης του, ἔσπευσε νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν μαρτυρίαν ἄλλων. Ἐπεκαλέσθη λ. χ. τὴν μαρτυρίαν τοῦ μακαρίτου Κεχαγιᾶ, περὶ οὗ πάντες ἴσως θὰ εἴχετε μέχρι τοῦδε τὴν ἀρίστην γνώμην, ὡς οἰκονομολόγου καὶ ἰδίᾳ ὡς τραπεζίτου, οὐχὶ ὅμως καὶ ὡς πολιτειολόγου, οὗ αἱ γνῶμαι περὶ τοῦ κατὰ Σύνταγμα πολιτεύεσθαι θὰ ἠδύναντο ν’ ἀσκήσωσιν ἐπιῤῥοήν τινα ἐπὶ τῶν γνωμῶν ἡμῶν. Καὶ δὲν εἶναι, Κύριοι, ἡ ἀτομική μου μόνον γνώμη τοιαύτη περὶ τοῦ μακαρίτου Κεχαγιᾶ· τὴν αὐτὴν ἀκριβῶς γνώμην εἶχον καὶ ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ ἔτι καὶ σύγχρονοι αὐτοῦ. Εἰς πίστωσιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου τούτου, σᾶς ἀναφέρω τὴν βαρυσήμαντον γνώμην τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη, τῆς μόνης αὐθεντίας, ἣν ἐπεκαλέσθη ἡ πλειονοψηφία ὑπὲρ ἑαυτῆς, προκειμένου περὶ ἄλλου τινὸς συνταγματικοῦ ζητήματος. Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ὁ Δεληγεώργης περὶ τοῦ Κεχαγιᾶ ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς γνώμης, ἣν ἐπεκαλέσθη ὑπὲρ ἑαυτοῦ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἰδέαι τοῦ κ. Κεχαγιᾶ εἶναι συγκεχυμέναι, διότι ποτὲ βεβαίως δὲν τὰς ἐπρέσβευσεν ἐνασχολούμενος εἰς ἄλλην ὕλην, δὲν ἔλαβέ ποτε ἀφορμὴν νὰ μελετήσῃ οὔτε τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα οὔτε τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν τῶν ἐθνῶν. Ὑπάρχει εἷς κυκεὼν εἰς τὴν κεφαλήν του, κυκεὼν σχηματισθεὶς ἐκ τοῦ ὅτι ἐπεσώρευσεν εἰς αὐτὴν διὰ μιᾶς σήμερον πρώτην φοράν, ὁπότε τῷ ἐπαρουσιάσθη ἡ ἀνάγκη, ἀπείρους ἰδέας, τὰς ὁποίας οὔτε εἰς κατάστασιν εἶναι νὰ χωνεύσῃ, οὔτε εἰς κατάστασιν εἶναι νὰ ἐκθέσῃ.» Εἰς τὸν μακαρίτην Κεχαγιᾶν, Κύριοι, θελήσαντα εἰς τὸ γῆρας νὰ γείνῃ πολιτειολόγος καὶ ν’ ἀποφαίνηται ἰδίαν γνώμην περὶ συνταγματικῶν ζητημάτων, συνέβη, ὡς παρατηρεῖτε, ὅ,τι καὶ ἐπ’ ἐσχάτων τούτων τῶν ἡμερῶν εἰς ἕτερόν τινα, θελήσαντα ἐν βαθεῖ γήρατι νὰ γείνῃ οἰκονομολόγος καὶ ν’ ἀποφαίνηται καὶ αὐτὸς ἰδίας γνώμας περὶ οἰκονομικῶν ζητημάτων (ἱλαρότης). Δὲν ἠξεύρω ὅμως, ἐὰν εἰς μεταγενεστέρους χρόνους θὰ εὑρεθῇ ἕτερος Δηλιγιάννης ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ, ἵνα ἐπικαλεσθῇ καὶ τούτου τὰς γνώμας, προκειμένου περὶ διαῤῥυθμίσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος. Εἴδομεν, Κύριοι, ὁποίαν γνώμην εἶχεν ὁ ἀείμνηστος Δεληγεώργης περὶ τοῦ μακαρίτου Κεχαγιᾶ, ὡς πολιτειολόγου. Ἴδωμεν νῦν, ὁποίαν γνώμην εἶχεν αὐτὸς οὗτος περὶ τοῦ ἀπασχολοῦντος ἡμᾶς συνταγματικοῦ ζητήματος, ἀφοῦ ἤδη τὴν αὐθεντίαν αὐτοῦ ἐπεκαλέσθη ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ἐπὶ ἄλλου συνταγματικοῦ ζητήματος, ἐξαίρων καὶ ἐκθειάζων τὴν εἰδικότητα τοῦ ἀνδρὸς περὶ τὰ τοιαῦτα (ἀναγινώσκει): «Ἀλλ’ ἡ ἀρχή, Κύριοι, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Παρνασσίδος νὰ καθιερώσωμεν ἐν Ἑλλάδι, δὲν εἶναι ἀρχὴ κοινοβουλευτική· δὲν θὰ τὸ πιστεύσητε ὅμως, δὲν εἶναι αὕτη ἀρχὴ κἂν δημοκρατική, δὲν εἶναι παρὰ μόνον ἐπαναστατική. «Εἶναι ἀρχὴ κοινοβουλευτική; ἐφάνη ποτὲ παράδειγμα εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη, ἔνθα ὁ Βασιλεὺς νὰ μὴ δύναται νὰ παραλάβῃ τὴν κοινοβουλευτικὴν μειονοψηφίαν καὶ νὰ φέρῃ αὐτήν εἰς τὰ πράγματα, χωρὶς νὰ διαλύσῃ παρευθὺς τὴν Βουλήν; Δὲν ὑπάρχει, Κύριοι, κανέν. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ἐν τῇ σπουδῇ, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, διέκρινε τοῦτο, ἀλλὰ τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι ἐντὸς τοῦ Συντάγματος δὲν καθιεροῦται ἡ ἀρχή, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ὀφείλει νὰ λαμβάνῃ τοὺς Ὑπουργούς του καὶ τοὺς συμβούλους του ἐκ τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλὰ καθιερώθη, λέγει, ὡς ἔθιμον. Ἐξήτασεν ὅλην τὴν βάσιν τοῦ ἐθίμου; ἐξήτασε πόθεν καθιερώθη τὸ ἔθιμον τοῦτο; Ἐὰν ἐξήταζε τὴν βάσιν, ἐὰν ἐξήταζε τὴν πηγήν, θὰ ἦτο εἰς κατάστασιν, ἔχων ἐν τῇ κεφαλῇ του τὰς βάσεις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος, νὰ ἐξαγάγῃ συμπεράσματα. Τῳόντι, Κύριοι, ὁ Βασιλεὺς εἰς τὰ συνταγματικὰ Κράτη θεωρεῖται, εἶναι καὶ ἀναγράφεται ὡς ἡ κορυφὴ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὡς ὁ ἀνώτατος ἄρχων τοῦ Κράτους, ὡς ἔχων τὸ δικαίωμα τοῦ παύειν καὶ διορίζειν τοὺς Ὑπουργούς του καὶ ὡς ἔχων τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως. Αὐτὰ τὰ δικαιώματα, Κύριοι, μετὰ τοῦ ἑτέρου δικαιώματος τοῦ veto, συγκεντρουμένου εἰς μίαν ἐστεμμένην κεφαλήν, ἤθελον ἀποτελεῖ τὴν μεγαλειτέραν τυραννίαν, περιβεβλημένην τὸ κῦρος τοῦ νόμου. Ἀλλ’ οἱ λαοί, οἵτινες προῆλθον εἰς τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἐξ ἀνάγκης καὶ ἐκ τῆς καταχρήσεως τῶν Βασιλέων, αὐτοὶ ἐφρόντισαν νὰ εὕρωσι τὰ μέσα, ὥστε νὰ περιορίσωσι τὴν ἀπόλυτον, τὴν τυραννικὴν αὐτὴν ἐξουσίαν· δὲν ἔθηκαν κἀμμίαν ἀπαγόρευσιν εἴτε διάταξιν ἐντὸς τοῦ πολιτικοῦ Συντάγματος, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἐπιβάλλωσιν εἰς τὸν Βασιλέα τοὺς Ὑπουργούς. Ἐκράτησαν ὅμως δι’ ἑαυτοὺς οἱ λαοὶ καὶ ἀνέθηκαν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους των τὸ δικαίωμα τοῦ ψηφίζειν τοὺς φόρους, μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ὑποτάσσουσι τοιουτοτρόπως τὸν κακῆς πίστεως μονάρχην καὶ ὑποχρεοῦσιν αὐτὸν ἐντὸς τῆς καλῆς πίστεως διὰ τοῦ φοβεροῦ, τοῦ μεγάλου καὶ τοῦ ἄλλως εὐεργετικοῦ αὐτοῦ δικαιώματος τοῦ ψηφίζειν τοὺς φόρους. Ἀλλὰ τότε ὁποία ἀνάγκη γεννᾶται εἰς τὸν συνταγματικὸν Βασιλέα; ἡ ἀνάγκη νὰ ἔχῃ τὴν ἐπιῤῥοὴν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Διότι, ἅμα τὸ Κοινοβούλιον διὰ τὴν ἔλλειψιν ταύτην τῆς ἐπιῤῥοῆς τῶν συμβούλων τοῦ Στέμματος ἀρνηθῇ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὰ μέσα τοῦ ζῇν, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀποθνήσκει. Λοιπὸν, ἀξιότιμε ἀντιπρόσωπε Παρνασσίδος, εἶναι ἔμμεσος ἡ ἐπιῤῥοὴ τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τῶν σχηματισμῶν τῶν Ὑπουργείων, δὲν εἶναι ἄμεσος· τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν Ὑπουργοὺς εἶναι ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ Βασιλέως· τί λέγετε ὅμως ὑμεῖς; Συλλογισθῆτε καλῶς, ὅταν λέγητε ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ ἔθνους, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ διορίζῃ Ὑπουργοὺς ἐκ τῆς μειονοψηφίας, χωρὶς νὰ καλέσῃ παρευθὺς ἓν νέον Κοινοβούλιον, διὰ νὰ ἐρωτήσῃ, ἂν τοὺς δέχηται. Εἶναι ἔμμεσος αὐτὴ ἡ ἐπιῤῥοή; περὶ ἀμέσου πλέον ἐπιῤῥοῆς σκέπτεσθε, ἢ θεωρεῖτε τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως τοῦ διορίζειν τοὺς Ὑπουργοὺς ὑποκείμενον εἰς ταύτην τὴν συμπλήρωσιν; Καὶ ὅταν τὴν ἀξίωσιν ταύτην ἔχητε διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, τὴν αὐτὴν ἀξίωσιν πρέπει νὰ ἔχητε καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς μὴ διαλύσεως, καὶ ὅταν ἀκόμη ὁ Βασιλεὺς παραλαμβάνῃ ἐκ τῆς μειονοψηφίας τοὺς Ὑπουργοὺς, ἀναγκαζόμενος νὰ προσφύγῃ εἰς αὐτὴν, χωρὶς νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως εἰς αὐτοὺς, δὲν ἀπαιτεῖται εὐθὺς νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ τὴν ἐρωτήσῃ, ἐὰν τῆς ἀρέσῃ τὸ Ὑπουργεῖον. «Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ, διατὶ νὰ συγκαλεσθῇ ἀμέσως, ὅταν ὅλα τὰ ἔργα της τὰ ἐξήντλησεν, ὅταν κατὰ τὴν λήγουσαν σύνοδον ἐψήφισε τὸν προϋπολογισμὸν, ὅταν ἐψήφισε τοὺς φορολογικοὺς νόμους. Δὲν βλέπω διατὶ νὰ προσκληθῇ ἡ Βουλὴ, εἰμὴ μόνον καὶ μόνον νὰ ἐρωτηθῇ, ἐὰν ἐγκρίνῃ τοὺς Ὑπουργοὺς, τοῦ Βασιλέως. Ὅταν ζητῆτε νὰ ὑποχρεώσητε τοὺς Ὑπουργοὺς,—διὰ νὰ μὴ ἀναφέρω τὸν Βασιλέα,—ὅταν θέλητε νὰ ὑποχρεώσητε τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς μειονοψηφίας νὰ διαλύσωσι παρευθὺς τὴν Βουλὴν, ἢ ἂν δὲν πρόκηται νὰ τὴν διαλύσωσιν, ἀλλὰ, καθὼς εἴπατε εἰς τὴν ὁμιλίαν σας, νὰ τὴν δοκιμάσωσιν, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει ἡ ἐλαχίστη ἀνάγκη αὐτῆς, ὅπως ἐκτελέσῃ τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀνατεθειμένα εἰς τὴν Βουλὴν καθήκοντα, τί ἄλλο ἀπαιτεῖτε, παρὰ νὰ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον τοῦ Βασιλέως, τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργούς;» Ἀκούετε, κύριε εἰσηγητὰ τῆς πλειονοψηφίας καὶ κύριε Πρωθυπουργὲ, ὁποία εἶναι ἡ γνώμη περὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος τῆς μόνης αὐθεντίας, ἣν ὑμεῖς ἐπεκαλέσθητε περὶ συνταγματικῶν ζητημάτων; Καὶ ὡσὰν ἐμάντευε τότε ὁ ἀείμνηστος Δεληγεώργης, ὅτι θὰ ἐνεφανίζετο τὴν σήμερον ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ θὰ ἰσχυρίζετο, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ, οἱ διοριζόμενοι ἐκ τῆς μειονοψηφίας ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ μὴ προσφεύγοντες πάραυτα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ζητήσωσι ψῆφον ἐμπιστοσύνης παρ’ αὐτῆς, ἢ μὴ διαλύοντες αὐτὴν, δὲν εἶναι Ὑπουργοὶ κοινοβουλευτικοί, ἀπαντῶντες εἰς Κράτη κοινοβουλευτικά, ἀλλ’ εἶναι Γραμματεῖς Ἐπικρατείας, ἀπαντῶντες εἰς Κράτη μὴ κοινοβουλευτικὰ, διὰ τοῦτο ἐπιφέρει ὁ Δεληγεώργης πολλὰ παραδείγματα ἐξ αὐτῆς τῆς κοιτίδος τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, ἐκ τῆς Ἀγγλίας, δι’ ὧν αὐτόχρημα ἀποστομόνει αὐτόν. Ἀναφέρει τὰ παραδείγματα τοῦ λόρδου Δέρβυ, τρὶς κληθέντος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ 1852, τὸ 1856 καὶ τὸ 1866, καὶ παραμείναντος καὶ κατὰ τὰς τρεῖς ταύτας περιόδους ἐν τῇ Κυβερνήσει ἐν μειονοψηφίᾳ, τοῦ Ροῦσελ ἐν ἔτει 1851, τοῦ Πὴλ ἐν ἔτει 1836, καὶ τοῦ Πὶττ, οὐχὶ βεβαίως τοῦ παρ’ ἡμῖν τοῖς Ἕλλησι πρεσβυτέρου (ἱλαρότης), ἀλλὰ τοῦ παρ’ Ἄγγλοις νεωτέρου, οἵτινες πάντες ἐκλήθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ παρέμειναν ἐν αὐτῇ, καίτοι ἐν μειονοψηφίᾳ διατελοῦντες. Παραπλήσια παραδείγματα ἀναφέρει καὶ ἐκ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Βορείου Ἀμερικῆς, ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ ἀρχὴ, ἣν τότε ἐπρέσβευεν ὁ μακαρίτης Κεχαγιᾶς καὶ νῦν οἱ κ. κ. Τρικούπης καὶ Δηλιγιάννης, δὲν εἶναι κἂν δημοκρατικὴ, καὶ καταλήγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἀρχὴ καθαρῶς ἐπαναστατική. Ὀφείλω δὲ ἤδη νὰ προσθέσω, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τόσον πρωτοφανὲς εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἡμῶν χρονικὰ, ὡς ἠθέλησαν νὰ τὸ παραστήσωσιν οἱ προαγορεύσαντες. Τὸ ζήτημα ἀνεκινήθη ἤδη ἐν ἔτει 1870 ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡμῶν, καὶ δὴ ὑπὸ πολὺ σοβαρώτερον τύπον ἢ νῦν. Τότε ἡ πρώτη Σύνοδος τῆς Ιʹ Βουλευτικῆς Περιόδου εἶχε λήξει κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1869, ἀφοῦ εἶχε ψηφίσει τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος. Κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1870, παραιτηθέντος τοῦ Ὑπουργείου Ζαΐμη κατ’ ἀκολουθίαν τοῦ θλιβεροῦ δράματος τοῦ Δήλεσι, ἐκλήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὁ διατελῶν τότε ἐν μειονοψηφίᾳ τῆς μειονοψηφίας Ἐπαμεινώνδας Δεληγεώργης, ὅστις ὄχι μόνον δὲν ἔσπευσε νὰ συγκαλέσῃ ἢ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν πάραυτα, ἀλλὰ καὶ ἀνέβαλε τὴν κατὰ Νοέμβριον σύγκλησιν αὐτῆς διὰ διατάγματος ἐπὶ 40 ἡμέρας. Ἐντεῦθεν ἀνεκινήθη ὑπό τινων ἐν τῇ Βουλῇ τὸ συνταγματικὸν ζήτημα, οὐ μόνον διότι ὁ ἐν μειονοψηφίᾳ διατελῶν Δεληγεώργης οὔτε συνεκάλεσεν οὔτε διέλυσε τὴν Βουλὴν, ἅμα κληθεὶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ διότι κυρίως ὁ τόπος ἔμεινεν ἄνευ Βουλῆς ἐπὶ ἓν καὶ ἐπέκεινα ἔτος, ὑφ’ ὃ διεῖδόν τινες τότε ἀθέτησιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ ἡ Βουλὴ συνέρχεται κατ’ ἔτος εἰς τακτικὴν Σύνοδον.
§51ΑΛΚΙΒ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Δεληγεώργης δὲν ἐκυβέρνησε τότε ἐπὶ ἓν ἔτος χωρὶς τὴν Βουλήν...
§52Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τέσσαρας μῆνας μόνον.
§53ΑΛΚΙΒ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. .. Ὁ δὲ Ζαΐμης εἶχε τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς.
§54ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης Βουλευτὴς προσεῖχε τὸν νοῦν εἰς ὅσα ἐγὼ λέγω, δὲν θὰ μὲ διέκοπτε τόσον ἀκαίρως. Πρὸς δὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κορινθίας Βουλευτὴν παρατηρῶ, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι, ἐὰν ὁ Δεληγεώργης τότε ἐκυβέρνησε τέσσαρας ἢ ἓξ μῆνας, ἀλλ’ ἐὰν ἐκυβέρνησε καὶ αὐτὸς, ὡς ἡμεῖς, ἄνευ τῆς Βουλῆς.
§55ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Εὐταξία, ἐπὶ τοῦ ζητήματος εἶχεν ἀγορεύσει τότε καὶ ὁ κ. Δημητριάλης· δὲν ἀναγινώσκετε περικοπάς τινας καὶ ἐκ τῆς ἀγορεύσεώς του;
§56ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θεωρῶ περιττὸν τοῦτο, ἀφοῦ ἄλλως τε καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας Βουλευτὴς δὲν θὰ ἠρνεῖτο ὅτι ὑπῆρξε τότε εἷς ἐκ τῶν θερμοτάτων συνηγόρων τῆς γνώμης τοῦ Δεληγεώργη. Ἀλλ’ ἐνῷ, Κύριοι, τὸ ζήτημα ἦτο τότε πολὺ σοβαρώτερον, ὡς εἴδετε, ἢ νῦν, οὐδὲν ἧττον ἡ Βουλὴ, τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν ὑπό τινων, καθ’ ἣν «τὸ Ὑπουργεῖον Δεληγεώργη διεχειρίσθη τὴν ἐξουσίαν κοινοβουλευτικῶς», ἀπέκρουσε διὰ καταπληκτικῆς πλειονοψηφίας, ἀποδεξαμένη δι’ 96 κατὰ 18 ψήφων τὴν πρότασιν, καθ’ ἣν «ἡ Βουλὴ, ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Καὶ μεταξὺ τῶν ψηφισάντων ὑπὲρ τῆς τελευταίας ταύτης προτάσεως κατελέγοντο ὁ Θρασύβουλος Ζαΐμης, ὁ τότε ἀρχηγὸς τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ὁ Ἀλέξανδρος Κουμουνδοῦρος καὶ πάντες οἱ ἐπίλεκτοι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου.
§57ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Εὐταξία, δὲν ἀναγινώσκετε, παρακαλῶ, τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου;
§58ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, Κύριοι, ἀφοῦ ἐξῆρε τὴν ὀρθοφροσύνην καὶ τὴν φιλοπατρίαν τοῦ Βασιλέως, εἰπὼν ὅτι παρ’ αὐτῷ ἀπήντησε πάντοτε «πεφωτισμένην καὶ ἐλευθέραν συζήτησιν καὶ ἀφοσίωσιν ἐκ μέρους τοῦ Βασιλέως πρὸς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ καλὸν τοῦ τόπου», κατέστρεψε τὸν λόγον ὡς ἑξῆς: «Τέλος πάντων συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μὲ τὸν κ. Ροντήρην, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ μεταβῇ ἁπλῶς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐκδίδῃ δόγματα ἐπιστημονικὰ καὶ θεωρητικά.»
§59ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Καί τί βγαίνει ἀπ’ αὐτό;
§60ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βγαίνει ὅτι, ἐὰν τότε ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος ἀνὴρ ἦτο τῆς γνώμης, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔπρεπε νὰ κατατρίβηται εἰς τοιαύτας ματαιοσχολίας, οἵα ἡ ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Κεχαγιᾶ προκληθεῖσα θεωρητικὴ καὶ δογματικὴ συζήτησις, εἰ καὶ τότε, ἐπαναλαμβάνω, προέκειτο περὶ ζητήματος σοβαρωτέρου, ἡ δὲ Βουλὴ εἶχε καιρὸν νὰ θυσιάζῃ εἰς τοιαύτας συζητήσεις, πολὺ ὀλιγώτερον ἔπρεπε νῦν, ὅτε πρόκειται, περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον, ὡς σᾶς ἀπέδειξα ἤδη, οὐδὲ σκιὰν ἀντισυνταγματικότητος φέρει, ν’ ἀπασχολῆται ἡ Βουλὴ ἐπὶ τόσας συνεδριάσεις εἰς τόσον ἀσκόπους συζητήσεις, θυσιάζουσα εἰς αὐτὰς χρόνον πολυτιμότατον, χρόνον, οὗτινος τόσην ἀνάγκην ἔχει δι’ ἄλλα καίρια ζητήματα. Εἶναι παιδιὰ κακόζηλος, Κύριοι, ὅταν τοιαῦτα ζητήματα ἀνακινῶνται ἄνευ πρακτικοῦ τινος ἀποτελέσματος. Καὶ τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο, ἐὰν οἱ ἀνακινήσαντες τὸ ζήτημα εἶχον πεποίθησιν εἰς τὴν γνώμην των, νὰ διατυπώσωσιν ὡρισμένην καθ’ ἡμῶν πρότασιν... Κύριε Πρωθυπουργὲ, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Γόρτυνος, διαθέτετε πλειονοψηφίαν μεγάλην καθ’ ἡμῶν ἐν τῇ Βουλῇ, σπεύσατε λοιπὸν νὰ ἔλθητε εἰς ἀμοιβαίαν συνεννόησιν ἐναντίον μας,—καὶ δὲν θὰ ἦναι βεβαίως ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν θὰ πράξητε τοῦτο,—καὶ ἐγείρατε κατηγορητήριον καθ’ ἡμῶν. Σᾶς προκαλοῦμεν εἰς τοῦτο. Ἡμεῖς ἀπαξιοῦμεν νὰ τύχωμεν παρ’ ὑμῶν οἱασδήποτε χάριτος καὶ ἐπιεικείας. Ἔχετε τὸ θάῤῥος τῆς πεποιθήσεώς σας; προβῆτε εἰς τὸ κατηγορητήριον, ἄλλως παύσασθε ἐγείροντες ζητήματα καθ’ ἡμῶν, τὰ ὁποῖα μόνον τὸν οἶκτον καὶ ἡμῶν καὶ παντὸς ὀρθοφρονοῦντος δύνανται νὰ κινήσωσι (θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μεταβαίνω, Κύριοι, εἰς ἑτέραν τινὰ καθ’ ἡμῶν αἰτίασιν, αἰτίασιν, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἄλλος, οὐδ’ αὐτὸς ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ἐτόλμησε νὰ ἐκστομίσῃ, πλὴν μόνον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Θεοτόκη. Τὴν ἀλήθειαν ἐσεβάσθησαν ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην καὶ οἱ ἡγούμενοι τῶν πολυωνύμων ὁμάδων καὶ αὐτὸς ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας· διὰ τοῦτο ἐκεῖνοι μὲν ὑπεστήριξαν, ὅτι οὔτε σύμβασις κατηρτισμένη οὔτε δάνειον ὑπῆρξέ ποτε, οὗτος δὲ διὰ τῆς ἀξιοπαρατηρήτου σιωπῆς του περὶ τοῦ θέματος τούτου ἐφάνη δισπιστῶν εἰς τὸν περὶ τοῦ ἐναντίου ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Τρικούπης ὅμως, μὲ τὴν συνήθη αὐτῷ ἰταμότητα, ἀκριβῶς ὅταν πρόκηται νὰ εἴπῃ τι ὅλως ἀνακριβὲς καὶ ἐκ διαμέτρου ἀντικείμενον πρὸς τὴν ἀλήθειαν, ἰσχυρίσθη ὅτι ἡ μὲν σύμβασις εἶχεν ἤδη καταρτισθῆ καὶ τὸ δάνειον ἦτο καθ’ ὅλα ἕτοιμον πρὸ συνομολόγησιν, ὑπελείπετο δὲ μόνη ἡ ὑπογραφὴ καὶ ἡ κύρωσις τῆς συμβάσεως διὰ διατάγματος, εἰς ἣν δὲν προέβη μὲν αὐτὸς, ἠναγκασμένος ὢν νὰ παραιτηθῇ διὰ τὴν τότε παρατηρηθεῖσαν ἐξέγερσιν τῆς κοινῆς γνώμης κατ’ αὐτοῦ προσωπικῶς καὶ ὄχι κατὰ τοῦ δανείου καὶ διαφωνήσας ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς κυρώσεως πρὸς τὸ Στέμμα, ἠδύνατο ὅμως κάλλιστα νὰ προβῇ ἡ διάδοχος Κυβέρνησις. Καὶ εἶπε πρὸς ἡμᾶς ὁ κ. Πρωθυπουργός: «Εἴχετε πρόχειρον τὸ δάνειον, δι’ οὗ ἠδύνασθε οὐ μόνον τὰ τοκομερίδια τῆς πρώτης ἑξαμηνίας νὰ πληρώσητε, ἀλλὰ καὶ εἰς πάσας τὰς ἄλλας ἐπειγούσας ἀνάγκας τοῦ Κράτους ν’ ἀνταποκριθῆτε καὶ νὰ ὑποβοηθήσητε αὐτὸ καὶ τὴν χώραν, ὅπως ἐξέλθωσιν ἐκ τῶν νῦν δυσχερειῶν των. Δὲν ἠθελήσατε νὰ συνομολογήσητε τὸ δάνειον; ἄρα φέρετε ὑμεῖς πλήρη καὶ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν καταστροφήν, διὰ τοῦτο εἰς σᾶς ἀποκλειστικῶς ὀφείλεται καὶ ἡ ἐπισυμβᾶσα πτώχευσις τοῦ Κράτους». Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς δὲν ἠθέλησε μὲν νὰ παρακολουθήσῃ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν μέχρι τῶν συνεπειῶν τούτων, ἐνίσχυσεν ὅμως τὸ ἐφ’ ἑαυτῷ τὸν ἰσχυρισμόν του, ὑποστηρίξας ὅτι τῇ ἐνεργείᾳ αὐτοῦ, τοῦ κ. Θεοτόκη, ἦτο ἤδη κατηρτισμένη ἡ σύμβασις καὶ δὲν ὑπελείπετο ἄλλο τι ἢ ἡ ὑπογραφὴ καὶ κύρωσις αὐτῆς. Δὲν πρέπει, Κύριοι, διόλου νὰ παραξενευθῆτε διὰ τὴν τοιαύτην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ του στάσιν. Καὶ τί ἠθέλετε νὰ εἴπωσιν οὗτοι νῦν; Ἠθέλετε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι μάτην ἐπὶ μῆνας διεβουκόλει καὶ Βουλὴν καὶ Βασιλέα καὶ λαὸν καὶ ὅλον τὸν κόσμον, ὅτι θὰ συνομολογεῖτο ἀφεύκτως τὸ δάνειον, ὅτι εἶχεν ἤδη θριαμβεύσει ἡ οἰκονομική του πολιτικὴ καὶ ἐπέκειτο ὁ χρυσοῦς αἰὼν διὰ τὴν Ἑλλάδα; ἠθέλετε νὰ συνομολογήσῃ ὁ ἴδιος, ὅτι πᾶσαι ἐκεῖναι αἱ ἐπαγγελίαι καὶ διαβεβαιώσεις ἦσαν φροῦδαι καὶ εἶχον ὡς ἀποτέλεσμα μόνον νὰ καταστήσωσι πολὺ φοβερωτέρας τὰς συνεπείας τῆς ἀποτυχίας τοῦ δανείου καὶ τῆς ὅλης οἰκονομικῆς του πολιτικῆς, ἥτις συνεκεφαλαιοῦτο εἰς τὸ δάνειον ἐκεῖνο; Ἠθέλετε νὰ ὁμολογήσῃ καὶ ὁ κ. Θεοτόκης, ὅτι μάτην ἀπεστάλη εἰς Λονδῖνον, μάτην ἐπὶ ἑβδομάδας ὁλοκλήρους παρεδέρετο ἐκεῖ, ἀνὰ τὰς ἀγυιὰς καὶ τριόδους τοῦ ἄστεως, συναγελαζόμενος πρὸς τοὺς Ἑβραίους μεσίτας ...
§61ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ποῦ τὰ εὑρίσκετε αὐτά;
§62ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν τῇ ἀποτυχίᾳ τοῦ δανείου ... Ἠθέλετε, λέγω, νὰ ὁμολογήσῃ ἐνώπιόν σας καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, ὅτι, ἀφοῦ μάτην ἐταπείνωσε καὶ ἐξευτέλισε τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος, μετελθὼν ἐν Λονδίνῳ τὸν ἐπαίτην ἐράνων παρὰ τῶν κεφαλαιούχων, ἐδέησε τελευταῖον νὰ ἀπέλθῃ ἐκεῖθεν νύκτωρ; Ἀλλὰ διὰ νὰ προβῶσιν εἰς τοιαύτας ὁμολογίας, ἔπρεπε νὰ ἔχωσιν ἀμφότεροι συνείδησιν τῆς μεγάλης συμφορᾶς, ἧς ἐγένοντο πρόξενοι καὶ εἰς τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν καὶ εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν καθόλου. Τὸ γεγονὸς ὅμως, καθ’ ὃ ὁ κ. Τρικούπης τὰ πάντα ἐμηχανεύθη, ὅπως ἐπανέλθῃ αὖθις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὁ δὲ κ. Θεοτόκης ἐξακολουθεῖ ἔτι καὶ νῦν μένων πιστὸς εἰς αὐτὸν, μαρτυρεῖ τρανῶς, ὁπόσον πεπωρωμένη εἶναι ἡ συνείδησις αὐτῶν, ἐν ὁποίᾳ δὲ πλάνῃ διετέλουν μέχρι τοῦδε ἐκεῖνοι, οἵτινες ἤλπισαν ν’ ἀκούσωσιν αὐτοὺς ἐν συντριβῇ καρδίας ὁμολογοῦντας τὴν ἀλήθειαν. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ εἰσέλθω ἐγὼ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν τηλεγραφημάτων τοῦ κ. Θεοτόκη, τῶν ἀνακοινωθέντων ὑμῖν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐξ ὧν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς μετὰ τόσης σαφηνείας καὶ πειστικότητος συνήγαγεν, ὅτι τὸ δάνειον εἶχεν ἀποτύχει ὁλοσχερῶς, ἐντεῦθεν δὲ ἠναγκάσθη ὁ κ. Τρικούπης νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του. Ἀλλ’ αἱ ἀντιφάσεις, εἰς ἃς οὗτος ὑπέπεσεν, ἀφηγούμενος τὰ τῆς παραιτήσεώς του, τί ἄλλο ἀποδεικνύουσι; Διάφοροι Βουλευταὶ ἀνεκοίνωσαν ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐρωτήσαντες τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εὐθὺς μετὰ τὴν παραίτησίν του περὶ τῶν λόγων, οἵτινες ὑπηγόρευσαν αὐτὴν, παρεπέμφθησαν ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὸ Ἄστυ, ὑποδεικνύοντος οὕτως, ὅτι αἱ ἀνακοινώσεις τούτου ἦσαν καθ’ ὑπαγόρευσίν του. Τί δ’ ἔγραφε τότε τὸ δημοσιογραφικὸν ὄργανον τοῦ κ. Τρικούπη; ὅτι οὗτος μὲν ἦτο ὑπὲρ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, ὅπως αὕτη κυρώσῃ διὰ νόμου τὴν σύμβασιν, ὁ δὲ Βασιλεὺς προετίμα τὴν διὰ διατάγματος κύρωσιν αὐτοῦ, συμμορφούμενος ἐν τούτῳ πρὸς τὴν γνώμην τῶν κεφαλαιούχων· ἐντεῦθεν ἐπῆλθεν ἡ διαφωνία πρὸς τὸ Στέμμα, ἡ ἐξαναγκάσασα αὐτὸν εἰς παραίτησιν. Τί δὲ λέγει τώρα ὁ κ. Πρωθυπουργός; ὅτι αὐτὸς μὲν ἦτο ὑπὲρ τῆς διὰ διατάγματος κυρώσεως τῆς συμβάσεως κατὰ τὴν ἀπαίτησιν τῶν κεφαλαιούχων, ὁ δὲ Βασιλεὺς ὑπὲρ τῆς διὰ νόμου κυρώσεως αὐτῆς, ἐξ οὗ καὶ ἡ διαφωνία του πρὸς τὸ Στέμμα, δι’ ἣν ἐδέησε νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του. Πλὴν πότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἦτο ἐν τῇ ἀληθείᾳ, τότε ἢ νῦν; Οὔτε τότε, οὔτε νῦν, Κύριοι, εἶναι ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Τὰ περὶ διαφωνίας του πρὸς τὸ Στέμμα εἶναι αὐτόχρημα μῦθος, ὃν ἐπενόησεν ἐν τῇ παραζάλῃ αὐτοῦ ὁ κ. Τρικούπης, ὅπως συγκαλύψῃ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ δανείου, ἥτις ἔτρεψεν αὐτὸν εἰς φυγήν. Ἀλλὰ ποιοῦμαι, Κύριοι, ἔκκλησιν εἰς τὴν ὀρθοφροσύνην σας, εἰς τὴν συνείδησίν σας καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς: Πῶς ἦτο δυνατόν ποτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παραιτήσῃ τὴν ἐξουσίαν, ἐὰν εἶχεν ἴχνος κἄν ἐλπίδος περὶ συνομολογήσεως τοῦ δανείου; Αὐτὸς, ὁ ὁποῖος δὲν ἐδίστασε ν’ ἀποστείλῃ τὸν Ὑπουργόν του εἰς Λονδῖνον καὶ νὰ ἐκθέσῃ ἐκεῖ ἀδίκως καὶ δωρεὰν καὶ αὐτὸν καὶ τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν· αὐτὸς, ὁ ὁποῖος δὲν ἐδίστασε ν’ ἀναγράψῃ ἐν τῇ δῆθεν συμβάσει τοῦ δανείου τόσον δυσεκτέλεστον ὅρον, οἷος ὁ τῆς καταβολῆς ἴσου ποσοῦ τραπεζογραμματίων παρὰ ταῖς προνομιούχοις Τραπέζαις πρὸς τὸ ποσὸν, ὅπερ οἱ δανεισταὶ θὰ κατέβαλλον εἰς χρυσὸν πρὸς πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων τῆς πρώτης ἑξαμηνίας, χωρὶς νὰ δύναται νὰ διαθέσῃ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο· αὐτὸς, ὁ ὁποῖος δὲν ἐδίστασε νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῇ δῆθεν συμβάσει τοῦ δανείου τὸν ὅλως ἀπαράδεκτον ὅρον ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καθ’ ὃν ἔμελλε νὰ ἐγκαθιδρυθῇ ὁ διεθνὴς ἔλεγχος ἐν Ἑλλάδι· αὐτὸς, Κύριοι, ἠδύνατό ποτε νὰ ὑποχωρήσῃ ἐν τῇ τελευταίᾳ στιγμῇ ἐνώπιον τοιούτων bagatelles δι’ αὐτὸν, οἷαι ἡ ἐξέγερσις τῆς κοινῆς γνώμης παρ’ ἡμῖν καὶ ἡ διὰ διατάγματος ἢ διὰ νόμου κύρωσις τῆς συμβάσεως; Γινώσκετε καλῶς, Κύριοι, τὸν ἄνδρα πάντες, εἴπατέ μοι δὲ νῦν ὑμεῖς, ἐὰν ἐγχωρῇ εἰς τὸν νοῦν σας ἡ τοιαύτη δικαιολογία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν καὶ ἡ λογικὴ καὶ ἡ συνείδησίς σας δὲν ἐξανίσταται κατ’ αὐτῆς καὶ δὲν σᾶς ἐπιβάλῃ ν’ ἀποδεχθῆτε μεθ’ ἡμῶν, ὅτι μόνη ἡ πλήρης ἀποτυχία τοῦ δανείου ἔτρεψεν αὐτὸν εἰς φυγήν. Πλὴν καὶ ἄλλως, Κύριοι, ἐὰν ὑπῆρχε τῳόντι σύμβασις ἑτοίμη πρὸς ὑπογραφὴν, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπίστευε τῳόντι, ὅτι ἡ διάδοχος Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ὑπογράψῃ αὐτὴν, θὰ συναπεκόμιζεν αὐτὸς μεθ’ ἑαυτοῦ, ἀπερχόμενος τὴν 3 Μαΐου ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὴν σύμβασιν καὶ πᾶσαν τὴν σχετικὴν ἀλληλογραφίαν, ἢ θ’ ἄφινεν αὐτὰς ἐκεῖ πρὸς ὁδηγίαν τῆς νέας Κυβερνήσεως; Ἐὰν ἡ σύμβασις ἦτο τῳόντι ἑτοίμη πρὸς ὑπογραφὴν καὶ συναπεκόμισεν αὐτὴν μεθ’ ἑαυτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸν οἶκόν του, ἐν συνειδήσει τῶν θλιβερῶν συνεπειῶν, ἃς ἡ μὴ ὑπογραφὴ αὐτῆς ὑπὸ τῆς νέας Κυβερνήσεως θὰ συνεπήγετο διὰ τὸ Κράτος καὶ τὸν τόπον, τότε διέπραξεν αὐτὸς διπλοῦν ἔγκλημα. Ἐν πρώτοις παρέλαβε μεθ’ ἑαυτοῦ αὐθαιρέτως εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον δημόσια ἔγγραφα, ἅτινα ὤφειλον νὰ μείνωσι παρακατατεθειμένα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τοῦτο ἀπαρτίζει ἔγκλημα, τιμωρούμενον ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Ἄλλοτε, Κύριοι, ἠθέλησεν εἷς πρεσβευτὴς τῆς Γερμανίας ἐν Παρισίοις, ἀπολαύων τῆς ἰδιαιτέρας εὐνοίας τοῦ αὐτοκράτορος Γουλιέλμου τοῦ Αʹ, ὁ Ἄρνιμ, ἀνακληθεὶς ἐκεῖθεν, νὰ συμπαραλάβῃ μεθ’ ἑαυτοῦ δημόσια ἔγγραφα πολὺ μικροτέρας σπουδαιότητος, τοῦτο δὲν ἤρκεσεν, ἵνα παραπεμφθῇ ὁ ἀνὴρ εἰς δίκην, καθ’ ἣν οὔτε τὸ τέως περίβλεπτον ἀξίωμά του, οὔτε ἡ ἰδιαιτέρα τοῦ αὐτοκράτορος εὔνοια ἠδυνήθη νὰ τὸν σώσῃ ἀπὸ καταδίκης εἰς φυλάκισιν καὶ εἰς στέρησιν τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων. Δεύτερον διὰ τῆς συναποκομίσεως τῆς συμβάσεως καὶ τῆς σχετικῆς ἀλληλογραφίας ἀπεστέρησεν ὁ κ. Τρικούπης τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν τὰ μέσα, δι’ ὧν θὰ συνωμολόγει αὕτη τὸ δάνειον καὶ θὰ ἔσωζε δι’ αὐτοῦ τὸ Κράτος καὶ τὸν τόπον, κατὰ τὸν ἰσχυρισμόν του, καθίσταται δὲ καὶ οὕτως αὐτὸς ὑπεύθυνος διὰ τὴν καταστροφὴν τὴν ἐπελθοῦσαν ὡς ἐκ τῆς μὴ συνομολογήσεως τοῦ δανείου. Πλὴν ἐγὼ, Κύριοι, πρὸς τιμὴν τοῦ κ. Τρικούπη ἀποδέχομαι, ὅτι ἡ δῆθεν σύμβασις δὲν ἦτο ἄλλο τι ἢ ἁπλοῦς σκελετὸς, ἁπλαῖ σκέψεις, ῥιφθεῖσαι ὑπ’ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ χάρτου, διὸ ἀποχωρῶν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου δὲν ὤκνησε νὰ συμπαραλάβῃ μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ αὐτὴν τὴν σχετικὴν ἀλληλογραφίαν, ἣν μάλιστα εἶχε τὴν ἀφέλειαν αὐτὸς οὗτος νὰ χαρακτηρίσῃ ἐνώπιόν σας, ὡς οὖσαν μᾶλλον ἰδιωτικῆς φύσεως. Πλὴν τούτου, Κύριοι, καὶ ἐὰν ἠθέλομεν ἡμεῖς νὰ συνομολογήσωμεν τὸ δάνειον, πρὸς τίνα ἠδυνάμεθα πλέον νὰ συνεννοηθῶμεν ἐν Λονδίνῳ, ἀφοῦ ἅμα τῇ παραιτήσει τοῦ κ. Τρικούπη συμπαρῃτήθη καὶ ὁ τὰς περὶ αὐτοῦ διαπραγματεύσεις διεξάγων ἐν Λονδίνῳ κ. Θεοτόκης καὶ ἀπῆλθεν ἐκεῖθεν, ἀφοῦ οὔτε ἡ ἐκεῖ Πρεσβεία, οὔτε τὸ ἐνταῦθα Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, οὔτε ἀνώτερός τις ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καθ’ ἃ σᾶς διεβεβαίωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, συνωμολόγησε δὲ καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶχε γνῶσιν αὐτῶν; Σᾶς διαβεβαιῶ, Κύριοι, καὶ σᾶς διαβεβαιῶ μὲ τὸν ἐντονώτερον τρόπον, ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀνελάβομεν ἡμεῖς τὴν κυβέρνησιν, οὐδεὶς κεφαλαιοῦχος ἐκ Λονδίνου, εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως, μᾶς ἀνέφερέ τι περὶ δῆθεν ἐκκρεμῶν διαπραγματεύσεων, περὶ δῆθεν ἐπικειμένης συνομολογήσεως δανείου. Ἐκρούσαμεν ἡμεῖς, δὲν ἀρνούμεθα τοῦτο, πάσας τὰς θύρας καὶ εὕρομεν αὐτὰς ἑρμητικῶς κεκλεισμένας, κατ’ ἀκολουθίαν τοῦ οἰκτροῦ ναυαγίου, κ. Πρωθυπουργὲ, τῶν περὶ δανείου διαπραγματεύσεών σας καὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς σας καθόλου. Καὶ ἔρχεσθε τώρα καὶ αἰτιᾶσθε σεῖς ἡμᾶς, ὅτι δὲν ἠθελήσαμεν νὰ συνομολογήσωμεν τὸ δάνειον, ὅπερ σεῖς μᾶς ἀφήσατε ἕτοιμον πρὸς τοῦτο! Καὶ ἐὰν ὅμως οἱ ἰσχυρισμοί σας ἦσαν ἐν πᾶσιν ἀληθεῖς, ἡμεῖς καὶ πάλιν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ συνομολογήσωμεν τὸ δάνειον, ὡς εἶχεν ἡ ὑφ’ ὑμῶν συνταχθεῖσα σύμβασις, καὶ δὴ ἐν πρώτοις διὰ λόγους ἀνεξαρτήτους τῆς θελήσεώς μας. Εἴπετε, ὅτι σεῖς ἠναγκάσθητε νὰ παραιτηθῆτε, διότι, ἐνῷ ἐκ μέρους τῶν δανειστῶν ἐτίθετο ὡς conditio sine qua non ἡ διὰ διατάγματος κύρωσις τῆς σχετικῆς συμβάσεως ἐντὸς 8 ἡμερῶν, ὁ Βασιλεὺς ἐν τούτοις ἀντέστη εἰς τὸν τοιοῦτον ὅρον. Προσεθέσατε δὲ, ὅτι εἴχετε δηλώσει ὑμεῖς εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι προθύμως θὰ ὑπεστηρίζετε τὴν σύμβασιν ἐν τῇ Βουλῇ, ἐὰν ἡ νέα Κυβέρνησις τὴν ὑπέβαλλεν εἰς τὴν κύρωσιν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἤδη, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἡμεῖς ἀνεκοινώσατε εἰς τὸν Βασιλέα τὸν ἀπαραίτητον ὅρον τῶν δανειστῶν περὶ τῆς διὰ διατάγματος κυρώσεως τῆς συμβάσεως μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀνελάβομεν ἡμεῖς τὴν κυβέρνησιν, εἶχε παρέλθει σχεδὸν ἡ ὑπὸ τῶν κεφαλαιούχων τεθεῖσα προθεσμία τῶν 8 ἡμερῶν· ποῦ λοιπὸν θὰ εὑρίσκωμεν ἡμεῖς τὸν καιρὸν, οὐχὶ ἵνα συγκαλέσωμεν τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἵνα ὑπογράψωμεν κἄν τὴν σύμβασιν καὶ τὴν κυρώσωμεν, ἔστω καὶ διὰ διατάγματος, ἀφοῦ μετὰ τὴν παραίτησιν καὶ ἀναχώρησιν μάλιστα τοῦ κ. Θεοτόκη ἐκ Λονδίνου, δὲν εἴχομεν κἄν ἀντιπρόσωπον πλέον ἐκεῖ; Καὶ τολμᾶτε μετὰ τοῦτο νὰ μᾶς αἰτιᾶσθε, ὅτι δὲν συνωμολογήσαμεν ἡμεῖς, καίτοι δυνάμενοι, τὸ δάνειον, ὅπως σώσωμεν δι’ αὐτοῦ τὸ Κράτος καὶ τὸν τόπον! Ἀλλ’ ὑπῆρχον, Κύριοι, καὶ ἄλλοι λόγοι, οὗτοι ἐκ τῶν ἐφ’ ἡμῖν, οἵτινες δὲν μᾶς ἐπέτρεπον, καὶ ἐὰν ἔτι ἦτο ἑτοίμη πρὸς ὑπογραφὴν ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος σύμβασις, νὰ τὴν ὑπογράψωμεν ἡμεῖς καὶ νὰ τὴν κυρώσωμεν εἴτε διὰ διατάγματος, εἴτε διὰ νόμου. Κατ’ αὐτὴν, θὰ κατηρτίζετο, ὡς γνωστὸν, ἰδιαίτερον ταμεῖον τοῦ δανείου, κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 11, «ἡ Κυβέρνησις ὑπεχρεοῦτο νὰ παραδίδῃ εἰς τὸ ταμεῖον, εἴκοσιν ἡμέρας πρὸ τῆς προθεσμίας ἑκάστης πληρωμῆς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν εἰρημένων δανείων, εἰς γραμμάτια τῶν Τραπεζῶν Ἐθνικῆς, Ἰονικῆς καὶ Ἠπειροθεσσαλίας, ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐλαμβάνετο ἐκ τοῦ δανείου τούτου περιοδικῶς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν προγενεστέρων δανείων εἰς τὴν τιμὴν τῶν 25 δραχ. δι’ ἑκάστην λίραν στερλίναν. Μέχρις οὗ καταρτισθῇ τὸ ταμεῖον, τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια θὰ καταστρέφωνται ὑπὸ τῶν ἐπιτροπῶν τῶν Τραπεζῶν, παρόντος ἑνὸς ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἑνὸς ἀντιπροσώπου τῶν συμβαλλομένων». Ἡμεῖς, Κύριοι, ὑπογράφοντες τὴν σύμβασιν, ὠφείλομεν νὰ ἔχωμεν πρόχειρα καὶ νὰ παραδώσωμεν εἰς τὰς μνημονευθείσας προνομιούχους Τραπέζας πρὸς ἐξαφάνισιν ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων ἐξ 11,477,594 δραχ. Ἀλλὰ ποῦ νὰ εὕρωμεν αὐτὸ, ἀφοῦ εἰς ὅλα τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους, ὡς θὰ σᾶς ἀποδείξω βραδύτερον, δὲν ὑπῆρχον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἢ μόλις 2,710,976 δραχμαὶ, αἵτινες ὁμοῦ μετὰ τῶν ὑπεγγύων εἰσπράξεων, τῶν εὑρισκομένων εἰς τὰς ἁρμοδίας Τραπέζας καὶ εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων, τῶν ἀνερχομένων εἰς 2,836,615, συνεποσοῦντο ἐν ὅλῳ μόλις εἰς 5,607,591; Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπογράψωμεν σύμβασιν, ἧς ἡ ἐκτέλεσις ἀπέβαινεν εἰς ἡμᾶς εὐθὺς ἐκ πρώτης ἀφετηρίας δυσεκτέλεστος, ἂν ὄχι καὶ πάντη ἀνέφικτος; Ἀλλὰ τὸ χείριστον πάντων, Κύριοι, ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐπ’ οὐδενὶ οὐδέποτε λόγῳ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ὑπογράψωμεν τὴν προκειμένην σύμβασιν, εἶναι, ὅτι δι’ αὐτῆς καθιεροῦτο ὁ ξενικὸς ἔλεγχος ἐν Ἑλλάδι. Ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσι τὸν ἔλεγχον τοῦτον ὡς παρεμφερῆ, ὡς παραπλήσιον ἐν πᾶσι πρὸς ἐκεῖνον, ὅστις καθιερώθη διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 30 Μαΐου· ἀλλὰ τὸ ταμεῖον τοῦ διατάγματος τούτου ἀφίσταται ἀπὸ τοῦ ταμείου τῆς συμβάσεως τοῦ κ. Τρικούπη, ὅσον Ἀνατολαὶ ἀπὸ Δυσμῶν. Εἶμαι δὲ ἠναγκασμένος νὰ ἐνδιατρίψω πως εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ὄχι μόνον ὅπως ἀποτρίψω ἀπὸ τοῦ μετώπου τῆς Κυβερνήσεως τῆς 3 Μαΐου τὴν μομφὴν, ἣν ἠθέλησαν νὰ ἐξενέγκωσι κατ’ αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ ὅπως καταδείξω, ὁποῖος ὁ διεθνὴς ἔλεγχος, ὁ ἀποδεκτὸς γενόμενος ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη, ἀφοῦ οὗτος, ὡς καὶ ὁ φίλος αὐτοῦ κ. Θεοτόκης, ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσιν αὐτὸν ὥς τι ὅλως ἀνώδυνον, ὥς τι συμβιβαζόμενον πρὸς τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους καὶ τὴν ἐθνικὴν ἀποστολὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ ὡς μὴ δυνάμενον ἄρα ἀποκρουσθῇ κατ’ ἀρχήν. Ὁ τρόπος, Κύριοι, καθ’ ὃν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ὡμίλησαν περὶ τοῦ πράγματος, μὲ ἐμβάλλει εἰς ὑπονοίας, ὅτι αὐτοὶ εἶναι πρόθυμοι, ἂν κατὰ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ ὑπ’ αὐτῶν διαπραγματευθέντος δανείου ἐματαιώθη ὁ διεθνὴς ἔλεγχος, ν’ ἀποδεχθῶσι καὶ καθιερώσωσιν αὐτὸν παρ’ ἡμῖν ἐν πρώτῃ ἄλλῃ δοθείσῃ εὐκαιρίᾳ. Ἐντεῦθεν εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ καταδείξω, ὁποῖος ὁ ἔλεγχος οὗτος καὶ ὁποίας ὀλεθρίας συνεπείας ἠδύνατο νὰ ἔχῃ δι’ ἡμᾶς, ἐάν ποτε, ὡς μὴ ὤφειλε, καθιεροῦτο ὑπὸ τῶν νῦν συνηγόρων του ἐν Ἑλλάδι. Ὀφείλω ὅμως πρὸ παντὸς νὰ καταδείξω, ὅτι ὁ τῆς συμβάσεως τοῦ κ. Τρικούπη ἔλεγχος οὐδὲν κοινὸν ἔχει πρὸς τὸ ταμεῖον τοῦ διατάγματος τῆς 30 Μαΐου. Ἐν ἄρθρῳ 8 τῆς συμβάσεως τοῦ κ. Τρικούπη ἀναγινώσκομεν: «Τὸ ταμεῖον θ’ ἀπαρτίζηται κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἐκ τεσσάρων μελῶν, ἐξ ὧν τὸ μὲν ἓν θὰ διορίσωσιν οἱ Ἕλληνες ὁμολογιοῦχοι, τὰ δὲ ἄλλα μέχρι τριῶν τὸν ἀριθμὸν θὰ διορίσωσιν οἱ συμβαλλόμενοι», δηλαδὴ οἱ ξένοι πιστωταὶ ἡμῶν. Ἀκούσατε τώρα τί ἀναγράφεται καὶ ἐν τῷ διατάγματι τῆς 30 Μαΐου ὡς πρὸς τὸν καταρτισμὸν τοῦ ταμείου. Ἐν ἄρθρῳ 9 αὐτοῦ ἀναγινώσκομεν: «Αἱ τρεῖς προνομιοῦχοι Τράπεζαι, ἤτοι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα καὶ ἡ Προνομιοῦχος Τράπεζα Ἠπειροθεσσαλίας, θέλουσιν ἀποτελέσει τὸ ταμεῖον τοῦ δανείου». Ἐρωτῶ νῦν, Κύριοι, ὑμᾶς, τί κοινὸν μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου ταμείου; ποῦ τοῦ διατάγματος τῆς 30 Μαΐου ἴχνος κἂν ξενικοῦ ἐλέγχου, ὃν πλήρη καθιεροῖ ἡ σύμβασις τοῦ κ. Τρικούπη;
§63ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα δὲν εἶναι ξένη;
§64ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα, κύριε Βουλευτὰ, εἶναι Τράπεζα τοῦ τόπου προνομιοῦχος, εἶναι Τράπεζα, εἰς ἣν ἔχετε ἤδη ἐπιτρέψει νὰ ἐνασκῇ ἓν κυριαρχικὸν δικαίωμα τοῦ Κράτους, τὴν ἔκδοσιν δηλαδὴ καὶ κυκλοφορίαν γραμματίων της ὡς νομίμου νομίσματος. Καὶ τὴν Ἰονικὴν δὲ Τράπεζαν καὶ τὰς ἄλλας προνομιούχους ἡμῶν Τραπέζας δὲν διώρισεν οὐδ’ ὑπέδειξε κἂν ἄλλος τις, ἀλλὰ μόνη ἡ Κυβέρνησις οἰκείᾳ βουλήσει ἐγκατέστησεν ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ ταμείου τοῦ δανείου διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι, πλὴν τῆς ἐμπιστοσύνης, ἣν ὤφειλε νὰ ἔχῃ πρὸς τοιαῦτα πιστωτικὰ ἱδρύματα, ἔπρεπε καὶ ἄλλως, προκειμένου περὶ εἰσπράξεως εἰς χρυσὸν ὡρισμένων ἐσόδων τοῦ Κράτους, νὰ ἀναθέσῃ αὐτὴν εἰς τὰς Τραπέζας ἐκείνας, εἰς ὧν τὴν δικαιοδοσίαν θὰ ἐγίνετο ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος εἴσπραξις. Τί δὲ θὰ συνέβαινε κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ κ. Τρικούπη; Εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ ταμείου δὲν θὰ ἐπενέβαινε παντάπασιν ἡ Κυβέρνησις. Αὐτὴ ὄχι μόνον δὲν θὰ διώριζεν, ἀλλὰ καὶ δὲν θὰ εἶχε κἂν τὸ δικαίωμα νὰ ὑποδείξῃ ἓν οἱονδήποτε τῶν μελῶν του. Τὰ μέλη ταῦτα θὰ διώριζον ἀπ’ εὐθείας κατὰ τὸ ἓν τέταρτον μόνον οἱ Ἕλληνες ὁμολογιοῦχοι καὶ κατὰ τὰ τρία τέταρτα οἱ ξένοι κεφαλαιοῦχοι, παρ’ ὧν καὶ μόνον αὐτὰ θὰ ἐλάμβανον ὁδηγίας καὶ ἐν ὀνόματι τῶν ὁποίων θὰ διεχειρίζοντο τὰς εἰς χρυσὸν εἰσπράξεις. Καὶ δὲν ἔχομεν οὕτω πλήρη τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου; Τί ἄλλο συνέβη, Κύριοι, καὶ ἐν Τουρκίᾳ καὶ ἐν Αἰγύπτῳ, ὅπου ὁ διεθνὴς ἔλεγχος λειτουργεῖ ἤδη ἀπὸ ἐτῶν; Ξενικὸς δ’ ἔλεγχος σημαίνει ἀπαλλοτρίωσιν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους, ἀπαλλοτρίωσιν, κατ’ ἀρχὰς μὲν περιοριζομένην εἰς τὴν οἰκονομικὴν, εὐκόλως ὅμως βραδύτερον δυναμένην νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ διοίκησιν καὶ νὰ ἐπαπειλήσῃ καὶ αὐτὴν τὴν ἀνεξαρτησίαν χώρας τινός. Εἰς τὸν ξενικὸν ἔλεγχον, Κύριοι, ἠδύναντο κάλλιστα νὰ ὑπαχθῶσι χῶραι, ὡς ἡ Τουρκία καὶ ἡ Αἴγυπτος, ὧν τὸ Κράτος οὐδεμίαν πλέον ἔχει νὰ ἐκπληρώσῃ ἐθνικὴν ἀποστολήν, διάγει δὲ βίον ἀβίωτον καὶ ἀναμένει ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν μετὰ τοῦ γνωστοῦ παρὰ Μουσουλμάνοις fatalisme τὸ μοιραῖον τέλος του. Διὰ Κράτος ὅμως, οἷον τὸ Ἑλληνικόν, τὸ ἔχον νὰ διασώσῃ ἀλώβητα τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα, τὸ ἔχον νὰ ἐκπληρώσῃ προαιωνίους ἐθνικοὺς πόθους, ὁ μὴ ἀποκρούων ἐκ παντὸς τρόπου τὸν ξενικὸν ἔλεγχον, ἀλλὰ τοὐναντίον συνιστῶν αὐτὸν, εἶναι ὡς ἐὰν συνίστα τὴν πολιτικὴν καὶ ἐθνικὴν αὑτοῦ αὐτοκτονίαν. Καὶ δύνασθε, Κύριοι, σεῖς νὰ ἔχητε περὶ Ἑλλάδος καὶ Ἑλληνικοῦ Κράτους οἱανδήποτε ἂν θέλητε γνώμην, δύνασθε νὰ θέλητε νὰ συνεξομοιώσητε αὐτὸ πρὸς τὴν Τουρκίαν καὶ τὴν Αἴγυπτον· ἡμεῖς ὅμως καὶ ὡς ἰδιῶται θ’ ἀντεστρατευόμεθα παντὶ σθένει πρὸς τὰς τοιαύτας διαθέσεις σας, ὡς κυβερνῆται δὲ, οὐδαμῶς, οὐδέποτε θὰ ἐπελανθανόμεθα ἡμῶν αὐτῶν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ὑπογράψωμεν ἡμεῖς σύμβασιν, δι’ ἧς τοιοῦτον ἀνοσιούργημα θὰ συνετελεῖτο κατὰ τῆς πατρίδος ἡμῶν (εὖγε! ἐκ τοῦ κέντρου τῆς ἀριστερᾶς). Καὶ ἵνα ἐπιθέσω, Κύριοι, πέρας εἰς τὰ περὶ συμβάσεως καὶ δανείου, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὑμῖν ἐν ὅλῃ τῇ εἰλικρινείᾳ τὴν γνώμην, ἣν ἐσχημάτισα περὶ αὐτῶν μετὰ μακρὰν καὶ σύντονον μελέτην. Οὔτε σύμβασις κατηρτίσθη ποτὲ, οὔτε δάνειον ἐξευρέθη πρὸς συνομολόγησιν. Αἱ μακραὶ περὶ αὐτῶν διαπραγματεύσεις εἶχον ἕνα καὶ μόνον σκοπόν. Ὁ κ. Τρικούπης ἐγένετο θῦμα ἀσυνειδήτων χρηματιστῶν, οἵτινες, θελήσαντες νὰ κερδοσκοπήσωσιν ἐπὶ τῆς εὐπιστίας αὑτοῦ καὶ τῶν Ἑλλήνων, προσέφυγον εἰς τὸ ἑξῆς τέχνασμα. Διεβουκόλησαν αὐτὸν ἐπὶ μακρὸν μὲ τὴν ἐλπίδα δανείου καὶ παρέτειναν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον τὰς περὶ τούτου διαπραγματεύσεις, ὅπως ἐν τῷ μεταξὺ οἱ Ἕλληνες, πιστεύοντες εἰς τὰς ἐπαγγελίας καὶ διαβεβαιώσεις περὶ τῆς ἀφεύκτου αὑτοῦ συνομολογήσεως, ῥιφθῶσιν ἀκατάσχετοι εἰς τὴν κυβείαν, ὑπερτιμῶντες καὶ προαγοράζοντες ἱκανὰ ποσὰ ἑλληνικῶν χρεωγράφων, εὑρισκόμενα εἰς χεῖρας τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος χρηματιστῶν. Ἀφοῦ δὲ οὗτοι ἐξεποίησαν αὐτὰ, ἐφρόντισαν ὑπὸ τὴν πρώτην τυχοῦσαν πρόφασιν ν’ ἀποσυρθῶσιν, ἐγκαταλείποντες εἰς τὰ κρῦα τοῦ λουτροῦ καὶ τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν ἐν Λονδίνῳ Ὑπουργόν του καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον καὶ ὅλον τὸν Ἑλληνισμόν, ἀφοῦ ἀπεγύμνωσαν τοῦτον, ἀφαιρέσαντες ἐξ αὐτοῦ πολλὰς δεκάδας ἑκατομμυρίων.
§65ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἑκατοντάδας!
§66ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ ἀληθὴς ἱστορία τοῦ πολυθρυλήτου δανείου. Δὲν ἀρκεῖ δὲ, ὅτι ὁ πρωτουργὸς αὐτοῦ ἐξώθησεν οὕτω καὶ τὸ Κράτος καὶ τὸ ἔθνος εἰς τὴν χρεωκοπίαν· δὲν ἀρκεῖ ὅτι ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἐρειπίων, ἅτινα αὐτὸς ἐδημιούργησεν, ἐσκέφθη μόνον νὰ διασώσῃ ἑαυτὸν, δραπετεύων ἐκ τῆς ἀρχῆς καὶ ἐγκαταλείπων εἰς τὴν τύχην των καὶ Βασιλέα καὶ Κράτος καὶ Ἔθνος· ἔρχεται νῦν ὡς ἐκ περισσοῦ καὶ ζητεῖ νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς ἄλλους τὴν εὐθύνην, ὡς μὴ δῆθεν ὑπογράψαντας τὴν σύμβασιν καὶ μὴ συνομολογήσαντας τὸ ἀνύπαρκτον δάνειον. Δύναται, Κύριοι, νὰ ὑπάρξῃ μεγαλειτέρα ταύτης ἰταμότης, μεγαλειτέρα ταύτης χλεύη πρὸς τὴν ἀλήθειαν;...
§67ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριε Πρόεδρε, νὰ γείνῃ 5 λεπτῶν διακοπή;...
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνήθως τὴν ζητεῖ ὁ ἀγορεύων.
§69ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἀνάγκην αἰσθάνομαι πρὸς τοῦτο· ἐγὼ τοὐναντίον ἐπιθυμῶ νὰ συνεχίσω καὶ τελειώσω τὴν ἀγόρευσίν μου ἄνευ διακοπῆς.
§70ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θὰ ὁμιλήσητε ἀκόμη ἐπὶ πολύ;
§71ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τουλάχιστον ἐπὶ τρεῖς ὥρας.
§72Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τότε ἂς ἀναβληθῇ ἡ ἐξακολούθησις δι’ αὔριον.
§73ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 μ. μ.