1893.11.17
1,807 rows · 14,180 words · 78 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 13
τῆς 17 Νοεμβρίου 1893.
(Τετάρτη)
Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτροπὴ Θυρεατῶν διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ὅπως ληφθῶσι μέτρα δραστήρια παρὰ τῶν ἀρχῶν Τριπόλεως, διότι μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν Βερβαινιωτῶν συνήφθη αἱματηρὰ συμπλοκή, ἐπιμενόντων τῶν δευτέρων νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν δῆμον Θυρέας, καίτοι ἡ νόσος εὐλογία ἐξακολουθεῖ ἐν Βερβαίνοις. Παραπέμπεται τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ ἐν Ἄστρει ἐμποροκτηματίας Παναγιώτης Φύναρης διὰ τηλεγραφήματός του καταγγέλλει τὸν αὐτόθι εἰρηνοδίκην Ζαγούρην, ὡς κακοποιήσαντα τὴν σύζυγόν του. Παραπέμπεται τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§2ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Χθὲς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἔχει ἀντίῤῥησιν νὰ καταθέσῃ τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Θεοτόκης. Ἐζήτησα τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ, καὶ δὲν μοὶ ἐδόθη· ἀπεναντίας μοὶ ἐδόθη ἡ πληροφορία, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν τὸ κατέθηκεν ἔτι.
§3Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Χθὲς ἐζητήσατε τοῦτο καθ’ ἣν ὥραν ἔκλειεν ἡ συνεδρίασις· ἤδη ἀνοίγει ἡ συνεδρίασις, καὶ ἀμέσως ἔρχεσθε παραπονούμενος, πρὶν ἢ ἐγὼ προφθάσω νὰ λάβω τὸν λόγον.
§4ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἐκφράζω παράπονον, ἀλλὰ πρόκειται νὰ συμπληρώσω τὴν αἴτησίν μου. Σὺν τῇ καταθέσει ταύτῃ, ἐπειδὴ σήμερον μόνον ἐπισήμως ὑπό τε τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ συμβληθέντος ἐν Λονδίνῳ κ. Θεοτόκη βεβαιοῦται, ὅτι ἀναμφισβητήτως ὑπῆρξε σύμβασις περὶ δανείου, καὶ ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη κατηρτισμένη ὑπεβλήθη πρὸς ὑπογραφὴν εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα καὶ δὲν ὑπεγράφη, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἴδωμεν τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως αὐτῆς, διότι ἐξ αὐτοῦ θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐννοήσωμεν κατὰ πόσον ὑπῆρξεν ἐνοχὴ εἰς τὴν προηγουμένην Κυβέρνησιν ἢ δὲν ὑπῆρξε, καὶ καὶ κατὰ πόσον ὑπάρχει ἐνοχὴ εἰς τὴν μὴ ὑπογραφὴν αὐτῆς. Ὁ κ. Θεοτόκης μᾶς ἐδήλωσεν, ὅτι ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ δὲν ὑπῆρχε ξενικὸς ἔλεγχος, πρέπει λοιπὸν νὰ βεβαιωθῇ τοῦτο διὰ τῆς ἐξετάσεως τοῦ κειμένου. Ἄν ὑπάρχῃ ἄρθρον ἐν τῇ συμβάσει, τὸ ὁποῖον ὁρίζει εἰδικὸν ταμεῖον πρὸς διαχείρισιν, τὸ ἄρθρον τοῦτο περιλαμβάνεται καὶ ἐν τῷ διατάγματι περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ δημοσίου χρέους τῆς Αἰγύπτου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως ταύτης, τὰ δύο τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου κ. Ράλλης, τὸ τηλεγράφημα τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ἄρτιον ὁ κ. Θεοτόκης, τὸ τηλεγράφημα τὸ ὁποῖον παρέδωκεν ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς πρὸς τὸν συμπολίτην μου κ. Ράλλην, καὶ πάντα τὰ σχετικά. Ἔχομεν ἀνάγκην τούτων, ἵνα φωτισθῶμεν, ἵνα μελετήσωμεν, τί συνέβη, τί συμβαίνει καὶ πρὸ πάντων καὶ κυρίως, ὅπερ ἐνδιαφέρει τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, τί μέλλει νὰ συμβῇ.
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Βέβαια, βέβαια.
§6ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα θέματα, περὶ τῶν ὁποίων ἐλάλησεν ὁ πρό τινων μηνῶν ἐξελθὼν τοῦ Ὑπουργείου κ. Βουλευτής, καὶ πρὸ πάντων ὅσον ἀφορᾷ τὴν βαρβαρότητα τῆς Ἑλλάδος, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Θεοτόκης ὡς λήξασαν ἅμα τῇ ἀνόδῳ τοῦ κ. Τρικούπη ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω ἐν καιρῷ.
§7ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶπεν αὐτὸ ὁ κ. Θεοτόκης, ὡμίλησε περὶ βαρβάρου καταστάσεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὁδοποιΐαν καὶ τὴν συγκοινωνίαν.
§8ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Δραγούμης ἐπιθυμεῖ νὰ διορθώσῃ τὴν φράσιν τοῦ κ. Θεοτόκη, ἐν οὐ δέοντι δὲ ἀπήντησεν εἰς ὅ,τι ἐγὼ δὲν ἀνέπτυξα, ἀλλὰ ῥητῶς ἐπεφυλάχθην· ἄλλως, ἄν τὴν φράσιν ταύτην διορθώσῃ ὁ κ. Θεοτόκης, ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἀντίῤῥησιν· ἀπεναντίας τὸ εὔχομαι καὶ τὸ ἐπιζητῶ.
§9ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι ἐνταῦθα παρὼν ὁ χθὲς ἀγορεύσας Βουλευτὴς Κερκύρας, ἀλλὰ βεβαίως πρέπει νὰ κατέβαλε πολὺ ὀλίγην προσοχὴν ὁ κ. συνάδελφος τὴν ὥραν, καθ’ ἣν ὡμίλει ὁ κ. Θεοτόκης, ἵνα ἀποδώσῃ τοιαύτην ἔννοιαν εἰς τοὺς λόγους αὐτοῦ. Ὁ κ. Θεοτόκης εἶπε φράσιν, τὴν ὁποίαν πᾶς τις, χωρὶς κίνδυνον νὰ θεωρηθῇ ὅτι προσβάλλει τὴν πατρίδα αὑτοῦ, καὶ ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι μάλιστα καὶ θὰ ἐπιδοκιμασθῇ, δύναται νὰ εἴπῃ. Διότι, ὅταν τις λέγῃ, ὅτι ἡ συγκοινωνία εὑρίσκεται ἐν τοιαύτῃ καταστάσει, ὥστε νὰ μὴ δύναται ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν πρόοδον τοῦ τόπου, διότι εἶναι κατάστασις βάρβαρος, ὅταν τις παραπονῆται, ὅτι ὁ τόπος δὲν ἔχει τὴν προσήκουσαν συγκοινωνίαν, βεβαίως οὐδὲν λέγει τὸ προσβλητικὸν διὰ τὸν τόπον αὑτοῦ, ἀπεναντίας βεβαιοῖ, ὅτι ὁ τόπος οὗτος ἔχει τοιαύτας τάσεις πολιτισμοῦ, ὥστε εἶναι πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν αὑτοῦ ἀσυμβίβαστος ἡ μεγάλη ἀτέλεια τῶν τῆς συγκοινωνίας μέσων.
§10ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εὐχαριστῶ τὸν συνάδελφόν μου κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὸν λόγον, ἵνα ἀπαντήσῃ εἰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι ἐδικαιούμην νὰ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς θὰ ἐπερίμενε νὰ ἦμαι ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀπευθύνῃ παρατηρήσεις περὶ τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντων...
§11ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἀπηύθυνα παρατηρήσεις, ἐπεφυλάχθην.
§12ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ διαστρέφωνται τὰ ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ λεγόμενα. Ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικρίνητε τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα, ἀλλ’ ἔχετε καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, ἐπικρίνοντες αὐτὰ, νὰ τὰ ἐπαναλάβητε ὡς ὑπ’ ἐμοῦ ἐλέχθησαν. Εἶπον χθὲς καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐξέτασιν τῶν εὐθυνῶν εἰς ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, ὅτι εἶναι ἄδικον, ὅταν ἐξετάζωμεν τὰ αἴτια τὰ ὁποῖα ἔφερον εἰς ἣν σήμερον εὑρισκόμεθα θλιβερὰν κατάστασιν, νὰ θέσωμεν ὅριον· εἶπον χθὲς, ὅτι τοῦτο εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον ἄδικον, διότι εὐαρεστοῦνται ὅλοι νὰ ἐπιτίθηνται κατ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὴν γνώμην μου, συνετέλεσεν εἴπερ τις καὶ ἄλλος, ἵνα διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς συγκοινωνίας τῆς χώρας ἡμῶν ἐξαγάγῃ αὐτὴν ἐκ τῆς βαρβαρότητος, ἐν ᾗ διετέλει. Δὲν ἀπεκάλεσα βαρβάρους τοὺς κατοίκους τῆς χώρας ταύτης, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἀνήκω, ὅπως ἀνήκετε καὶ ὑμεῖς. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ἐὰν δύνασθε ν’ ἀποκαλέσητε χώραν πεπολιτισμένην, χώραν εἰς τὴν ὁποίαν, ἵνα ἔλθῃ τις ἐκ Καλαβρύτων εἰς Ἀθήνας, εἶχεν ἀνάγκην πολυημέρου καὶ ἐπικινδύνου ὁδοιπορίας. Καὶ ὅταν τὴν ἀλήθειαν λέγω, ὅταν ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι χιλιάκις ἀπὸ τοῦ βήματος παρ’ ἄλλων ἐλέχθη, νομίζετε ὅτι δύνασθε νὰ ἐξεγείρητε τὸν κόσμον, λέγοντες ὅτι ὁ Θεοτόκης ἀπεκάλεσε τοὺς Ἕλληνας βαρβάρους! Ἀποκαλῶν τοὺς Ἕλληνας βαρβάρους, ἀποκαλῶ καὶ ἐμαυτὸν βάρβαρον. Καὶ ἄλλοτε, διαστρέφοντες, οἱ τὰ πάντα διαστρέφοντες, ὅσα κατά τινα συζήτησιν τοῦ 1886 εἶπον, μοὶ ἀπέδωκαν, ὅτι ἀπεκάλεσα τὸν στρατὸν τῆς Ἑλλάδος ἀγέλην. Πολλάκις εἶπον καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ ἀπὸ τῆς θέσεώς μου, ὅτι αἱ λέξεις αὗται δὲν ἐλέχθησαν ὑπ’ ἐμοῦ, καὶ ὅμως πολλάκις ἐπανελήφθη, ὅτι ὁ Θεοτόκης εἶπεν, ὅτι ὁ στρατὸς τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀγέλη. Νομίζω ἐπὶ τέλους, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ διαψεύδω καθ’ ἑκάστην αὐτά. Δὲν ἀπεκάλεσα τὴν Ἑλλάδα βάρβαρον, ἀπεκάλεσα βάρβαρον τὴν κατάστασιν, ἐν ᾗ εὑρίσκετο, καὶ ἂν ἔχητε τὸ θάῤῥος, δύνασθε νὰ μὲ ἀντικρούσητε.
§13ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ παράπονον τοῦ κ. Θεοτόκη, ὅτι ἀπόντος αὑτοῦ ἐγὼ ἐπέκρινα τὰ ὑπ’ αὑτοῦ λεχθέντα, δὲν εἶναι δίκαιον, διότι ἐγὼ ῥητῶς ἐδήλωσα, ὅτι ἐπιφυλάσσομαι ἐπὶ τῆς φράσεως τοῦ κ. Θεοτόκη νὰ συζητήσω ἐν καιρῷ τῷ δέοντι. Ἀλλ’ ὁ κ. Δραγούμης ἔσπευσε νὰ τὸν ἀντιπροσωπεύσῃ καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ κ. Θεοτόκης δὲν εἶπεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος κ. Θεοτόκης, καὶ τὸν ἠκούσατε πάντες ὅτι εἶπεν.
§14ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶμαι καθ’ ὁλοκληρίαν σύμφωνος μετὰ τοῦ κ. Θεοτόκη.
§15ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐπεθύμουν ὅπως ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος, πρὸς τὸν ὁποῖον ἔχω καὶ συμπάθειαν καὶ ἐκτίμησιν, μὴ ὁμιλήσῃ αὐτὸς περὶ τῆς βαρβαρότητος τῆς συγκοινωνίας πρὸ τοῦ Τρικούπη, καὶ περὶ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἔπραξεν ὁ κ. Τρικούπης, ὅπως ἐξευγενίσῃ καὶ ἐκπολιτίσῃ τὴν κατάστασιν αὐτήν· διότι, ἂν ἦναι Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκστομήσῃ λέξιν ἐνταῦθα περὶ τῆς συγκοινωνίας ἐν Ἑλλάδι, αὐτὸς εἶναι ὁ κ. Δραγούμης. Τὸ Κράτος ἐδαπάνησε, κύριοι Βουλευταί, πλέον τοῦ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου διὰ τὸν ἐξευγενισμὸν τῆς συγκοινωνίας, ὡς ἑξῆς. Ἀπὸ τοῦ χωρίου Βίλια ἕως τοῦ γειτονικοῦ χωρίου Κριεκουκίου ἐγένετο ὁδὸς δευτέρα, ἡ ὁποία δὲν χρησιμεύει οὔτε διὰ τὰς αἶγας ἢ τὰ πρόβατα· ἡ βάρβαρος συγκοινωνία ἐτελεῖτο καὶ τελεῖται ἀκόμη καὶ σήμερον διὰ τῆς ὁριστικῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ, ἥτις ὑπάρχει ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν καὶ τῆς ὁποίας καὶ μόνης γίνεται χρῆσις. Ἐνταῦθα εἶναι παρόντες οἱ Βουλευταὶ τῶν Θηβῶν καὶ τῆς Λεβαδείας, ὧν εἷς εἶναι καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διέρχονται τακτικῶς τὰ μέρη ἐκεῖνα, καὶ ἂς μὲ διαψεύσωσι.
§16ΛΑΠΠΑΣ. Οὔτε ψυχὴ δὲν περνᾷ ἀπὸ τὴν νέαν ὁδὸν τοῦ κ. Δραγούμη.
§17ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καὶ ἐδαπανήθησαν 500,000 δραχμαὶ διὰ τὸν πολιτισμὸν, τὸν ὁποῖον καυχᾶται ὁ κ. Θεοτόκης, ὅτι εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη. Ἡ Ἑλλὰς πρὸ τοῦ 1882 ἦτο βάρβαρος, διότι δὲν ἐδαπάνα ἀφειδῶς, δὲν ἐσπατάλα χάριν ταπεινῶν ἐπαρχιακῶν συμφερόντων τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον αἱμάσσων εἰσέφερε καὶ εἰσφέρει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς τὸ ταμεῖον. Ἤλπιζον ὅτι ὁ κ. Θεοτόκης σήμερον ἤθελεν ὁμολογήσει, ὅτι διέφυγε τοῦ ἕρκους τῶν ὀδόντων αὑτοῦ φράσις ἀσεβὴς πρὸς τὴν πατρίδα ἡμῶν, διότι ἀναγνωρίζω εἰς αὐτὸν πλεῖστα ὅσα προσόντα, καὶ τὴν καλὴν ἀνατροφὴν αὐτοῦ καὶ τὸν πατριωτισμόν του. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦτο βάρβαρος πρὸ τοῦ 1882, ὄχι! δὲν διετέλει ἐν βαρβάρῳ καταστάσει, εἶναι δὲ ἀσέβεια πρὸς πάντας τοὺς διοικήσαντας μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὴν Ἑλλάδα τὸ νὰ λέγῃ τις τοῦτο. Τὸ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐπὶ Κωλέττη, Μαυροκορδάτου, Μεταξᾶ, ἐπὶ Βούλγαρη, Δεληγεώργη, Ζαΐμη καὶ Κουμουνδούρου ἦτο βάρβαρος, καὶ ἐξευγενίσθη καὶ ἐπολιτίσθη μόνον ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ κ. Τρικούπη, δηλῶ, μετὰ πεποιθήσεως ὅτι ἐκφράζω τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ λέγηται. Ἀφοῦ δὲ ὁ κ. Θεοτόκης μᾶς παρέπεμψεν εἰς τὴν ἱστορίαν, καθόσον αὕτη, εἶπεν, εἶναι ἁρμοδία νὰ κρίνῃ τὰ ζητήματα τῆς εὐθύνης ἐπὶ τῇ παρούσῃ κακοδαιμονίᾳ, ἔπρεπε νὰ ἦναι τοὐλάχιστον εὐλαβὴς πρὸς τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος μας. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§18ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καλῶς γνωρίζω, ὅτι καὶ συμπαθεῖ πρὸς ἐμὲ καὶ μὲ ἐκτιμᾷ ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, καὶ γινώσκει καὶ αὐτός, ὅτι ἀνταποδίδω πρὸς αὐτὸν τὰ αἰσθήματα ταῦτα. Ἐπειδὴ δὲ ἐπιθυμῶ νὰ μὴ δοθῇ ἀφορμὴ σήμερον, ὅπως ἐλαττωθῇ κατά τι ἡ πρὸς ἐμὲ ἐκτίμησις καὶ ἡ συμπάθεια τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅστις ἔδειξε πρὸ μικροῦ, ὅτι εὗρε σημεῖον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δικαιολογεῖταί τις ἐλάττωσις συμπαθείας, ἐπιθυμῶ νὰ δώσω ἐξήγησιν, ἀποδεικνύουσαν ὅτι ἡ ἐν τοῖς πολιτικοῖς τῆς χώρας μετοχή μου δὲν συνετέλεσεν, ὥστε νὰ γένηται ἀδικαιολογήτως ὑπερβολική τις δαπάνη χάριν τῆς συγκοινωνίας τῆς ἐπαρχίας, ἥτις μὲ τιμᾷ ἀπὸ ἐτῶν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης της. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐγένετο, ὑποθέτω ὅτι ἡ ὑπερβολικὴ πρόνοια καὶ ὑπερβολικὴ δαπάνη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς παραμέλησις τῶν περὶ τὴν συγκοινωνίαν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐγένετο ἐν Μεγαρίδι δαπάνη, ὁποίαν ὑπέδειξεν ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ ἥτις σήμερον φαίνεται ὑπερβολική,—ἐγὼ πρῶτος τὸ ὁμολογῶ,—ἀλλ’ ἂν ὁ κ. συνάδελφος ἤθελε περισσότερον ἐμβαθύνει εἰς τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἤθελεν ἐννοήσει, ὅτι ἡ πρόνοια δὲν ὑπῆρξε τόσον ἀλυσιτελής, ὅσον ἐξέθηκεν, ἤθελεν εὕρει, ὅτι τὸ ἔργον τὸ συντελεσθὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν ὅλην ἐπανόρθωσιν τῆς ὁδοῦ Θηβῶν, ἐπανόρθωσιν ἀπὸ ἐτῶν ὑπεσχημένην καὶ ἀπὸ ἐτῶν ὀφειλομένην ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων. Ἡ ἐμὴ ἀνάμιξις εἰς τὰ τῆς ὑποθέσεως οὐδὲν ἄλλο ὑπῆρξεν ἢ ὤθησις πρὸς τὴν ἐπανόρθωσιν ταύτην τῆς ὁδοῦ Θηβῶν, ἥτις προχωρεῖ πρὸς τὴν Λεβαδείαν καὶ περαιτέρω μέχρι Λαμίας. Ἐὰν δ’ ἐτελέσθη τὸ πρῶτον μόνον μέρος τῆς ἐπανορθώσεως καὶ οὐχὶ καὶ τὸ ἕτερον, ὑπαίτιος βεβαίως δὲν εἶμαι ἐγώ, μὴ ὢν διὰ τοῦτο καὶ ὑπαίτιος τῆς λόγῳ τῆς συμπληρώσεως τοῦ ἔργου γενομένης ματαίας ἢ ἐν μέρει ματαίας δαπάνης. Διότι δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι ἡ ὁδὸς Θηβῶν εἶναι ἡ ἀρχαιοτέρα ὁδὸς τῆς Στερεᾶς καὶ ἐχαράχθη κατὰ τρόπον, ὅστις οὐ μόνον δὲν ἐπιτρέπει νὰ μεταβιβάζωνται ἐμπορεύματα καθ’ ὃν τρόπον ἐπὶ πάσης ἄλλης ὁδοῦ, φορτουμένων τῶν φορτηγῶν ἁμαξῶν πλήρως, ἀλλ’ οὐδὲ οἱ ἐπιβάται, πάντες δὲ οἱ εἰδότες τὰ τῆς ὁδοῦ ταύτης γινώσκουσιν, ὅτι καὶ τὰ φορτία εἶναι κατώτερα τῶν κανονικῶν καὶ οἱ ἐπιβάται ἀναγκάζονται νὰ καταβαίνωσι τῶν ἁμαξῶν, ὅπως αὗται ἀνέλθωσι τὰς μεταξὺ τῆς ἱερᾶς ὁδοῦ καὶ τοῦ Κιθαιρῶνος ἀνωφερείας. Ἕνεκα τούτου τὴν ἐπανόρθωσιν ἐθεώρησεν ἀναγκαίαν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ ἤρξατο αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν ἔφερεν εἰς πέρας, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν πρόκειται ἐγὼ ἐνταῦθα νὰ ἐκτιμήσω.
§19Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ πρὸ ὀλίγου ὁμιλήσας, εἶχε ζητήσει πρό τινων ἡμερῶν, ὅπως ὑποβληθῇ κατάστασις τῶν εἰσπραχθέντων εἰς χρυσὸν τελῶν. Τὴν κατάστασιν ταύτην ὑποβάλλω, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ. Ἐπίσης εἶχε ζητήσει κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, ὅπως ὑποβληθῇ τὸ τηλεγράφημα, περὶ οὗ εἶχε γείνῃ λόγος ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ὅπερ εἶχεν ἀναγνωσθῆ ὁλόκληρον. Προκειμένου περὶ τῆς ἀλληλογραφίας τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν συνομολόγησιν συμβάσεως κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους τούτου, δὲν ἐθεώρουν ὅτι ἦτο πρέπον ν’ ἀνακοινωθῇ ἡ ἀλληλογραφία αὕτη εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἡ ἀλληλογραφία αὕτη ἔχει ἐμπιστευτικὸν χαρακτῆρα, ἀνάγεται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς πρόσωπα, ὡς ἔγνωτε καὶ ἔκ τινος τηλεγραφήματος ἀνακοινωθέντος εἰς τὴν Βουλὴν καὶ περιλαμβάνοντος ἀνακοινώσεις, αἵτινες δύνανται νὰ δώσωσιν ἀφορμὴν εἰς ἀντιῤῥήσεις, καὶ ἴσως εἰς ἰσχυρισμὸν, ὅτι δι’ ἄλλων τηλεγραφημάτων ἤθελον ἀποδειχθῆ μὴ ἀκριβεῖς, ἢ μὴ ἀσφαλεῖς τοὐλάχιστον, αἱ πληροφορίαι, ἐφ’ ὧν ἐστηρίζοντο. Ταῦτα πάντα νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ γείνωσιν ἀντικείμενον συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλὰ τὸ τηλεγράφημα, εἰς ὃ ἀφορᾷ ἡ αἴτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, εἶχεν ἀνακοινωθῆ ὁλόκληρον, εἶχεν ἀνακοινωθῆ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, καὶ ἀντίῤῥησις δὲν εἶχε γείνῃ οὐδὲ καὶ παρ’ ἐμοῦ, ἵνα μὴ παρεξηγηθῶ. Ἀφοῦ ὁπωσδήποτε τὸ τηλεγράφημα τοῦτο περιῆλθε τοιουτοτρόπως εἰς τὴν δημοσιότητα, καλλίτερον νὰ δοθῇ ὡς ἔχει ἐν τῷ αὐθεντικῷ κειμένῳ, ἵνα μὴ κυκλοφορῇ ἐν ἐσφαλμένῳ κειμένῳ. Ἐπίσης περιῆλθεν εἰς τὴν δημοσιότητα καὶ τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως, διότι καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον εἶπε τοῦτο πρὸς τὴν Βουλὴν, ἐπιδείξας μάλιστα τὴν σύμβασιν, ἣν εἴδομεν καὶ ἐν χερσὶν ἄλλαις. Ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ἐκυκλοφόρησε καὶ ἡ σύμβασις, νομίζω ὀρθότερον νὰ κυκλοφορῇ ἐν τῷ αὐθεντικῷ κειμένῳ.
§20ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὰ δύο τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ράλλης;
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον περὶ τοῦ ἑτέρου τῶν τηλεγραφημάτων, φρονῶ δὲ καὶ περὶ ἀμφοτέρων, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δοθῶσι ταῦτα αὐθεντικῶς εἰς τὴν δημοσιότητα, διότι πιθανὸν ἐκ τούτου νὰ προκληθῶσι συζητήσεις, μὴ προσήκουσαι εἰς ἐμπιστευτικὴν ἀλληλογραφίαν· διότι ἡ ὅλη διαμοιβὴ τηλεγραφημάτων καὶ ἐπιστολῶν ἔχει ἐμπιστευτικὸν χαρακτῆρα, καὶ ἂν οἱ ἐπιστέλλοντες ἐνόμιζον, ὅτι τὰ τηλεγραφήματα καὶ αἱ ἐπιστολαὶ αὐτῶν ἤθελον δημοσιευθῆ, δὲν ἤθελον γράφει καὶ δὲν ἤθελον τηλεγραφεῖ κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Δὲν νομίζω λοιπὸν προσηκούσας τοιαύτας ἀνακοινώσεις καὶ δημοσιεύσεις· ἀλλὰ τὸ τηλεγράφημα, περὶ οὗ προχθὲς ἐγένετο λόγος, καὶ ἡ σύμβασις, περὶ ἧς ὡσαύτως πολὺς ἐγένετο λόγος ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, νομίζω ὅτι δύνανται ν’ ἀνακοινωθῶσι· καὶ τὸ μὲν τηλεγράφημα καταθέτω ἤδη, τὸ δὲ κείμενον τῆς συμβάσεως θὰ καταθέσω ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει.
§22ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο ἀνεγνώσθη, εἶναι κτῆμα τῆς Βουλῆς πλέον καὶ ἔπρεπε νὰ ἦναι εἰς τὰ πρακτικά.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφοῦ εἶναι κτῆμα τῆς Βουλῆς, ἐγώ, ἀρνούμενος τὴν κατάθεσιν, οὐδὲν ἀφαιρῶ (ἱλαρότης).
§24ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ περιληφθῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά.
§25ΡΑΛΛΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ὑποβάλλω, ὅτι τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν, οὐδὲν περιέχει τὸ προσωπικόν· ἀπέβλεπεν εἰς διαπραγμάτευσιν περὶ ὑποθέσεως τοῦ Κράτους, ἐὰν δὲ ἀναμιγνύωνται ὀνόματα, ἀναμιγνύονται τὰ ὀνόματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνέπραττον εἰς τὰς διαπραγματεύσεις. Οὐδὲν τῶν τηλεγραφημάτων ἔχει σχέσιν μὲ οἱονδήποτε ἄλλο πρόσωπον.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατατεθεὶς πίναξ τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπράξεων θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 16).
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀναγκάζομαι δυστυχῶς νὰ λάβω αὖθις τὸν λόγον, ἕνεκα τῶν ἰσχυρισμῶν, τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἀπήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος, οἵτινες κατ’ ἀνάγκην προκαλοῦσιν ἐπεισοδιακήν τινα συζήτησιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἰσχυρίσθη, ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς περιῆλθεν εἰς πτώχευσιν, τοῦτο πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς δύο κυρίως αἰτίας· τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, ἣν μετέρχεται ἡ Ἑλλὰς, καὶ προσέτι τὰς ἀνάγκας τῆς συγκοινωνίας, αἵτινες δὲν ἐθεραπεύοντο τοσαῦτα ἔτη, ἕνεκα τῆς μὴ θεραπείας τῶν ὁποίων ἡ χώρα ἐθεωρεῖτο βάρβαρος. Τὰς ἀνάγκας ταύτας, εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ἀνέλαβε νὰ θεραπεύσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτὰς κατὰ τὴν δεκαετῆ αὐτοῦ πρωθυπουργίαν, μεταβαλὼν τὴν χώραν ἀπὸ βαρβάρου εἰς πεπολιτισμένην καὶ ἐξηυγενισμένην. Ἀμφότεροι οἱ ἰσχυρισμοὶ οὗτοι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας στεροῦνται βάσεως. Καὶ δὲν ἐγκαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ὡς μετὰ μελέτην προβαλόντα ἰσχυρισμοὺς ἄνευ βάσεως, διότι ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας δὲν ἐμελέτησε τὴν ἱστορίαν τῆς χώρας, τὴν ἱστορίαν ἰδίως τὴν πρὸ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος· ἐὰν δὲ τυγχάνῃ ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ἱστορίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, δὲν εἶναι ἄπορον, ἂν περιέπεσεν εἰς τὴν πλάνην. Τὴν πλάνην ταύτην ὀφείλω νὰ ἀναιρέσω, διότι δυστυχῶς αὕτη μετεδόθη καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προέθεντο νὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ τῆς δεκαετοῦς διοικήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. Πολλάκις ὄντως ἀνέγνων ἐν ἐφημερίσιν εὐρωπαϊκαῖς, ὅτι τὴν Ἑλλάδα κατέστρεψεν οἰκονομικῶς ἡ πολιτικὴ τῶν ἐθνικῶν πόθων, αἱ μεγάλαι θυσίαι καὶ δαπάναι, τὰς ὁποίας ἕνεκα τῆς πολιτικῆς ταύτης κατέβαλε τὸ Κράτος, ἵνα διεκδικήσῃ τὰ ἐπὶ τῆς Ἀνατολῆς ἱστορικὰ δικαιώματά της. Εἶπον ὅτι τὸ γεγονὸς στερεῖται ἐντελῶς βάσεως, καὶ ἑπομένως ὀφείλω νὰ ἀποδείξω τοῦτο. Ἄν ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1862 τὸ Κράτος μετῆλθε τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, ἂν προέβη εἰς στρατιωτικὰς δαπάνας ἐκτάκτους, ἂν τὰ κατὰ τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας ἐπαναστατικὰ κινήματα ἐπεβάρυνον τὸ ταμεῖον αὐτοῦ, ποία ἦτο ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους, καθ’ ὃν χρόνον ἐγένετο ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1862; Ἰδοὺ ποίας οἱ δεδημοσιευμένοι ἐπίσημοι ἀπολογισμοὶ παρέχουσι πληροφορίας. Τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1862 ἀνῆλθον εἰς 26,016,202.20 δραχμὰς παλαιὰς, τὰ δ’ ἔξοδα τῆς εἰρημένης χρήσεως εἰς 25,245,926.64 παλαιὰς δραχμὰς, ἑπομένως κατὰ τὸ 1862 ἐβεβαιώθη περίσσευμα 770,275.56 παλαιῶν δραχμῶν. Ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν μετῆλθον αἱ Κυβερνήσεις ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1862, δὲν ἐπεβάρυνον ὑπερμέτρως τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, οὐδ’ ἐμείωσαν τὴν οἰκονομικὴν ἄνεσιν αὐτοῦ, διότι κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1862 ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη ἔχουσα περίσσευμα ἀντὶ ἐλλείμματος. Συνίστατο δὲ τότε ἡ ὑπηρεσία τοῦ χρέους τῆς Ἑλλάδος, ἐσωτερικοῦ καὶ ἐξωτερικοῦ, εἰς 4,272,372.95. Οὕτω δὲ, ἐνῷ τὰ χρέη τῆς Ἑλλάδος ἐπεβάρυνον κατ’ ἔτος τὸν προϋπολογισμὸν διὰ 4,272,372.95 παλαιῶν δραχμῶν, ἐν τῷ ταμείῳ ἐβεβαιώθη περίσσευμα δραχ. 770,275.56. Ἀλλ’ ἄν ἡ χρονικὴ αὕτη περίοδος δὲν ἐτάραξε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, μήπως κατὰ τὰς ἑπομένας χρονικὰς περιόδους ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ παρεσκεύασε τὴν ἐπελθοῦσαν νῦν πτώχευσιν; Δέκα καὶ τέσσαρα παρῆλθον ἔτη· σταματῶ δὲ εἰς τὸ τέλος τῆς δεκατετραετίας, εἰς τὸ ἔτος 1876, καὶ ἀναζητῶ ποία ἦτο τότε ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους. Κατὰ τὴν δεκατετραετίαν ἔλαβον χώραν αἱ ἐπαναστάσεις τῆς Κρήτης, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἀνέφερε χθές. Μεθ’ ὅλας δὲ τὰς παρασκευὰς καὶ ἐνεργείας, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ τοῦ 1862 μέχρι τοῦ 1876 ἐγένοντο, τὰ ἔσοδα κατὰ τὸ 1876 ἀνήρχοντο εἰς 35,514,289.64 δραχμῶν παλαιῶν, τὰ δ’ ἔξοδα εἰς δραχ. 38,985,159.24· ἑπομένως κατὰ τὸ 1876 ὑπῆρξεν ἔλλειμμα 3,470,869.60, ἡ δὲ ὑπηρεσία τοῦ χρέους τῆς Ἑλλάδος ἀνήρχετο τότε εἰς 7,768,129,17...
§28ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ κεφάλαιον;
§29ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ὑπηρεσία τῶν δανείων, τὰ ἐτησίως πληρονόμενα εἰς τόκους καὶ χρεωλύσια τῶν δανείων καὶ τὰ ἄλλα ἔξοδα αὐτῶν ... Οὕτω μέχρι τοῦ 1876 ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ, τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως, αἱ κυβερνητικαὶ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους, πᾶσαι αἱ δαπάναι, διοικητικαί τε καὶ κυβερνητικαὶ, αἱ πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1862, ἡ ἀναγκαίως ἀκολουθήσασα αὐτὴν ἐλάτωσις τῶν ἐσόδων καὶ αὔξησις τῶν ἐξόδων, παρήγαγον τὴν αὔξησιν τῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων πληρονομένων ἐτησίως εἰς 7,768,129.17, ἐκ τῶν ὁποίων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπλήρονεν 6,526,039.17, ὑπῆρχε δ’ ἔλλειμμα κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο δραχ. παλαιῶν 3,470,869.60. Μεταβαίνω εἰς ἐγγυτέραν τοῦ 1876 περίοδον, εἰς τὴν περίοδον τοῦ 1882. Κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐπεφάνη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸ 1882 τὸ Κράτος εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὰς δαπάνας τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦ 1877, εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ ἀνακαινισθέντος κατὰ τὸ 1876 ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου Δεληγεώργη ὁπλισμοῦ, εἰς τὴν ἀνακαίνισιν τοῦ πυροβολικοῦ, εἰς τὰς πρὸς πλήρωσιν τῶν ἀποθηκῶν τοῦ στρατοῦ δαπάνας, καὶ προσέτι εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦ 1880 καὶ 1881. Κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τὸν προϋπολογισμὸν ἐπεβάρυνον καὶ οἱ τόκοι τοῦ δανείου τῶν 120,000,000. Τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1882, ἀνήρχοντο εἰς 58,751,224.34, τὰ ἔξοδα δὲ, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν, τὰ μὲν τακτικὰ συνίσταντο εἰς 65,423,814.75, τὰ δὲ ἔκτακτα εἰς 1,572,222.96, ἤτοι τὸ ὅλον 63,996,037.71· ἑπομένως τὸ ἔλλειμμα ἦτο 5,244,812.96. Ἐὰν κατὰ τὸ 1882 ηὐξάνομεν τοὺς φόρους, ἢ προσεθέτομεν νέους φόρους τοσούτους, ὅσοι ἤρκουν, ἵνα ἐπιφέρωσιν αὔξησιν ἐσόδων κατὰ 5,244,812, ἠθέλομεν κατασταθῆ ἐν ἰσοζυγίῳ. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1882 ἕως τοῦ 1892 ἐπῆλθον αἱ ἑξῆς οἰκονομικαὶ μεταβολαί. Κατὰ τὰ 1882, 1883 καὶ 1884 αἱ νομοθετηθεῖσαι αὐξήσεις τῶν φόρων καὶ οἱ προστεθέντες νέοι φόροι ἐπήνεγκον αὔξησιν τῶν ἐσόδων ἐτησίαν κατὰ 9,001,200. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1887 ἐνομοθετήθησαν νέοι φόροι καὶ αὐξήσεις ὑπαρχόντων φόρων, ἐκ τῶν μεταβολῶν δὲ τούτων προέκυψε νέα ἐτησία αὔξησις ἐσόδων κατὰ 20,717,034,33 νέων δραχμῶν. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἐνομοθετήθησαν ἀκόμη τὰ μονοπώλια, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ 1891 ἀπέδωκαν ἐτήσιον ἔσοδον 9,689,043.51. Ἀλλ’ ὠργανώθη τότε ὡσαύτως ἡ φορολογία τοῦ καπνοῦ καὶ τὰ καπνοκοπτήρια, τὰ ὁποῖα ἀπέδωκαν κατὰ τὸ 1890 ἔσοδον 3,806,304.17. Οὕτω δ’ ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους 1892 προσετέθησαν φόροι καὶ ηὐξήθησαν φόροι, διὰ τῶν ὁποίων ηὔξησαν τὰ ἔσοδα κατὰ 43,213,582.01. Ἂν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ἐλλείματος, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε κατὰ τὸ 1882, ἤτοι περὶ 5,244,812.96, αἱ νομοθετηθεῖσαι αὐξήσεις φόρων καὶ οἱ προστεθέντες νέοι φόροι ἔμελλον νὰ ἀποφέρωσι κατ’ ἔτος αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων κατὰ 43,213,000 δραχμῶν.
§30ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε μίαν ἐρώτησιν; Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, ποῖον ἦτο τὸ ἐτήσιον βάρος τῶν δανείων, τὸ ὁποῖον ὠφείλομεν νὰ πληρώσωμεν κατὰ τὸ 1882.
§31ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περιλαμβάνεται εἰς τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα εἶπον, ὅτι ἀνήρχοντο τότε εἰς 63,996,037. Δὲν ἔχω πρόχειρον σημείωσιν τοῦ ποσοῦ, τοῦ πληρωθέντος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων εἰς τόκους καὶ χρεωλύσια τῶν δημοσίων χρεῶν. Ἀλλ’ εὐκόλως δυνάμεθα νὰ ἀνεύρωμεν ἄνευ δισταγμοῦ τὸ ποσὸν τοῦτο. Κατὰ τὸ 1876 οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεωλύσια ἀνήρχοντο εἰς 7,768,129.17...
§32ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. 20,000,000 λέγει ὁ κ. Λόου, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ πλεῖστα εἰς χαρτί.
§33ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τοιοῦτον ἀποτέλεσμα ἤθελον φθάσει, διότι ἔμελλον νὰ προσθέσω εἰς τὰ 7,768,129 τοὺς τόκους τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, τοῦ συνομολογηθέντος τὸ 1879, καὶ τοὺς τόκους τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, τοῦ συνομολογηθέντος τὸ 1881, καὶ ἤθελον ἀνεύρει ποσὸν περὶ τὰ 20,000,000. Ἀλλ’ εἴτε εἴκοσιν ἑκατομμύρια ἦσαν, εἴτε ἑκατὸν ἑκατομμύρια, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ σᾶς παραστήσω εἶναι τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων καὶ ἡ ἀναλογία αὐτῶν πρὸς ἄλληλα, διότι τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων περιλαμβάνει πάσας τὰς ἀνάγκας, πάσας τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀναλάβει τὸ Κράτος διὰ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνῆψεν, αἱ ἀνάγκαι δ’ αὗται παρίστανται διὰ τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων τῶν δανείων. Πόσα δὲ εἰσέπραξε τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῶν αὐξήσεων τῶν φόρων καὶ ἐκ τῶν προστεθέντων νέων φόρων ἀπὸ τοῦ 1883 μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου τοῦ 1891; Δραχ. 131,839,465.21. Καὶ ἐκτὸς τούτων ἐπεβαρύνθη τὸ Κράτος διὰ δανείων 367,133,830.94 φράγκων· οὕτω δὲ κατὰ τὸ διάστημα τῆς δεκαετίας ἐδαπανήθησαν οὐ μόνον τὰ ἀνωτέρω ἐκ δανείων 367,133,830.94, ἀλλὰ καὶ 131,839,465.21, τὸ ὅλον 498,973,296.15, περισσότερα τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἐδαπανῶντο μέχρι τοῦ 1892...
§34ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Περιπλέον;
§35ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περιπλέον ὅσων ἐδαπανῶντο... Ἔχω σημείωσιν τῶν ἐτησίων ἐλλειμμάτων, τὴν ὁποίαν σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω, διότι ἴσως θέλει σᾶς φωτίσει περισσότερον. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882 ἀνῆλθεν εἰς 5,244,833.37, τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1883 εἰς 9,258,312.81, τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1884 εἰς 30,602,146.73. Περὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1885 καὶ 1886 θέλω ὁμιλήσει ἰδιαιτέρως. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1887 ἀνῆλθεν εἰς 24,278,448.58, τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1888 εἰς 18,499,463.77, τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1889 εἰς 85,007,671.30, τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1890 εἰς 61,533,598.64, τὸ ὅλον 234,424,475.20. Ἀλλ’ ἐπειδὴ περὶ ἐθνικῆς πολιτικῆς ὁ λόγος, πρέπει νὰ συμπληρώσω τὴν ἱστορίαν αὐτήν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι δεκάκις ἐξέθηκα εἰς τὴν Βουλὴν λεπτομερεῖς λογαριασμοὺς τῶν δαπανῶν τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1885 καὶ 1886, ἀφοῦ δ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἔκρινε προσῆκον ἑνδεκάτην φορὰν νὰ μνημονεύσῃ τῶν ἐξόδων τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1885 καὶ 1886, πρέπει πάλιν νὰ ἐπαναλάβω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας δεκάκις ἔδωκα εἰς τὴν Βουλὴν. Κατὰ τοὺς ἀπολογισμούς, τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1885 ἀνῆλθεν εἰς 61,370,732.64, τὸ δ’ ἔλλειμμα τοῦ 1886 εἰς 34,149,557.84· ὅθεν κατὰ τοὺς ἀπολογισμούς τὸ ἔλλειμμα τῶν δύο ἐτῶν συνίστατο εἰς 95,520,290.48. Τὸ ἔλλειμμα λοιπὸν τῆς ἐπιστρατείας δὲν εἶχεν ἀνέλθει εἰς 120 ἑκατομμύρια, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ὅτι λέγουσί τινες. Ἐγὼ ἀνέφερον προχθὲς 55 ἑκατομμύρια ὡς ἔλλειμμα τῆς ἐπιστρατείας, ἐπιθυμῶν νὰ εἴπω στρογγύλους ἀριθμούς, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοσοῦτον, διότι συνίσταται εἰς 52,220,869.13. Ἐπειδὴ δ’ ἀνέφερα 55 ἑκατομμύρια, ἔλεγε χθὲς ὁ κ. Κερκύρας Βουλευτής, ὅτι λέγουσί τινες, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τῆς ἐπιστρατείας εἶναι 55,000,000, ἄλλοι λέγουσιν, ὅτι εἶναι 120,000,000, καὶ ὅτι δὲν ἦτο αὐτὸς εἰς θέσιν νὰ εἴπῃ πόσον ἦτο, ἦτο ὅμως πάντοτε ἔλλειμμα ὀγκῶδες, καὶ ἑπομένως συντελέσαν καὶ τοῦτο εἰς τὴν οἰκονομικὴν καταστροφὴν, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν. Ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα κατὰ τοὺς δεδημοσιευμένους ἐπισήμους ἀπολογισμοὺς τῶν δύο ἐτῶν 1885 καὶ 1886 ἀναγράφεται εἰς 95,520,290.48. Ἐὰν ὅμως δὲν ἐπήρχετο ἡ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 7 Ἀπριλίου καταδηλωθεῖσα μεγάλη πλειοψηφία, καὶ δὲν ἀνηρχόμεθα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τότε, ἐὰν αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1885 ἀπέβαινον ὑπὲρ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἐκυβέρνα ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1884, ἐξηκολούθει νὰ κυβερνᾷ καὶ κατὰ τὸ 1885 καὶ 1886, καὶ ἐὰν τὸ εἰρημένον Ὑπουργεῖον, τὸ τοῦ κ. Τρικούπη, δὲν ἤθελεν ἀκολουθήσει τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, δὲν ἤθελε διατάξει ἐπιστρατείαν, ἤθελε δὲ διατηρήσει τὰ πράγματα ὡς εἶχον κατὰ τὸ 1884, ἤθελεν ὅμως εἶσθαι ἠναγκασμένον νὰ δαπανήσῃ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, διότι δὲν ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ καταργηθῶσιν αὐτά· ἑπομένως ἤθελεν ὑποβληθῆ εἰς δαπάνας τακτικὰς, συνήθεις, ὅπως διατηρηθῇ ὁ στρατὸς τῆς ξηρᾶς, ὅπως διατηρηθῇ ὁ στόλος ὁ ἐθνικός. Ὅθεν ἀπὸ τὰ 95,520,290.48, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ ἔλλειμμα, πρέπει νὰ στέρξητε ν’ ἀφαιρέσητε ὅσα ἠθέλετε δαπανήσει εἰς τακτικὰς δαπάνας διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Τί λογικώτερον τούτου; Ἂς ἴδωμεν τί ἐδαπάνησεν ὁ κ. Τρικούπης, ὡς Πρωθυπουργὸς, κατὰ τὸ ἀμέσως προηγούμενον ἔτος, τὸ 1884, διὰ τὰ δύο Ὑπουργεῖα, ἵνα ἀφαιρέσωμεν ταῦτα. Ἐδαπανήθησαν δι’ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ τοὺς ἀπολογισμοὺς, τὸ μὲν 1885 δραχ. 40,954,188.12, τὸ δὲ 1886 δρ. 51,213,852.36, τὸ ὅλον δρ. 92,168,040.48. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1884 ἐδαπανήθησαν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δραχμαὶ 22,503,028.88, ἂν δ’ ἐκυβέρνα ὁ κ. Τρικούπης, ἤθελον δαπανηθῆ τόσα ποσὰ καὶ διὰ τὸ 1885, ἕτερον δ’ ἴσον ποσὸν καὶ διὰ τὸ 1886. Ὅθεν ἂν ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο, ἤτοι 45,006,057.76, τὰ ὁποῖα ἤθελον δαπανηθῆ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ κ. Τρικούπη κατὰ τὰ ἔτη 1885 καὶ 1886, ἂν δὲν διετάσσετο ἡ ἐπιστρατεία, διότι τόσα ἐδαπανήθησαν καὶ κατὰ τὸ 1884, αἱ ἐκ δραχμῶν 92,168,040.48 δαπάναι ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὰ δύο ἔτη ἤθελον περιορισθῆ εἰς δραχμὰς 47,161,982.72. Ὡσαύτως καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Κατὰ τὸ 1885 ἐδαπανήθησαν δι’ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τούτου δραχμαὶ 14,223,243.27, κατὰ δὲ τὸ 1886 δραχμαὶ 6,741,313.16, τὸ ὅλον δραχμαὶ 20,964,356.43. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1884, καθ’ ὃ ἐκυβέρνα Ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, δὲν εἶχε δὲ διαταχθῆ ἐπιστρατεία, ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 7,952,734.76. Ἂν δὲ τόσον ποσὸν ἤθελε δαπανηθῆ καὶ κατὰ τὸ 1885, ἐν ᾗ περιπτώσει καὶ κατ’ αὐτὸ ἤθελεν εἶσθαι ἐν τῇ Κυβερνήσει ὁ κ. Τρικούπης καὶ δὲν εἶχε διαταχθῆ ἡ ἐπιστρατεία, ἴσον δὲ ποσὸν ἤθελε δαπανηθῆ καὶ κατὰ τὸ 1886, τότε ἀντὶ τῶν παρ’ ἡμῶν ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας δαπανηθέντων 20,964,356.43 ἤθελον δαπανηθῆ 15,905,469.52. Ὅθεν ἂς ἀφαιρέσωμεν ταῦτα ἀπὸ τὰ δαπανηθέντα, ὅτε θέλει καταδειχθῆ, ὅτι ὡς ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐδαπανήθησαν ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας 5,058,886.91. Οὕτως ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας ἐδαπανήθησαν ὡς ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν 47,161,982.72 ὡς ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν 5,058,886.91 Τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστρατείας ἀνέρχονται μόνον εἰς ................... 52,220,869.63. Ὅτε κατὰ τὸ 1886 ἀνετράπη ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας προϊστάμην, καὶ ἐσχηματίσθη Ὑπουργεῖον ὑπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ὁ κ. Τρικούπης ἐκαλεῖτο νὰ σκεφθῇ, πῶς θέλει καλύψει τὴν ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας γενομένην καθ’ ὑπέρβασιν δαπάνην, οὐχὶ 200 ἑκατομμυρίων, οὐχὶ 120 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ μόνον 52,220,869.63, τὴν ὁποίαν εἶχε προκαλέσει ἡ ἐθνικὴ πολιτική, ἣν μετῆλθον. Ἵνα καλύψῃ τὴν δαπάνην ταύτην, ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ συνομολογήσῃ δάνειον τόσου ποσοῦ· ἐὰν δὲ τὸ δάνειον τοῦτο συνωμολόγει ἐπὶ τόκῳ 6% καὶ χρεωλυσίῳ 1%, τὸ ὅλον 7%, ἤθελεν ἐπιβαρυνθῆ τὸ Κράτος δι’ ἐτησίας δαπάνης 3,655,462. Λοιπὸν τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστρατείας ἐπεβάρυνον τὸν ἐτήσιον προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους κατὰ 3,655,462. Ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης κατὰ τὸ 1887 ἐπέβαλε φόρους, διὰ τῶν ὁποίων ηὔξησαν τὰ ἔσοδα κατὰ 20,717,034.33, ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤρκει νὰ καλύψῃ καὶ τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστρατείας καὶ τὸ σύνηθες ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ν’ ἀποκαταστήσῃ πλῆρες καὶ μόνιμον ἰσοζύγιον. Ἀλλὰ κατελήφθη ὑπὸ τοῦ πόθου νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἄλλην ἀνάγκην, νὰ ἐξευγενίσῃ τὴν χώραν. Δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἔχει περὶ τῆς εὐγενείας χώρας τινὸς, ἢ περὶ τῆς βαρβαρότητος αὐτῆς. Νομίζω ὅτι ἐξηυγενισμένη χώρα εἶναι ἐκείνη, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἡ δημοσία ἐκπαίδευσις ἀκμάζει καὶ οἱ πολῖται παρασκευάζονται ὄχι μόνον ἵνα ὦσιν ἐν πλήρει συνειδήσει τῶν δικαιωμάτων, ἀλλ’ ἵνα γνωρίζωσιν ὡσαύτως καὶ τὰ καθήκοντα αὐτῶν, πρὸς δὲ, ἵνα καθίστανται ἐπιτήδειοι, ὅπως μετέρχωνται βιοποριστικὰ ἔργα, διὰ τῶν ὁποίων νὰ δύνανται νὰ ζῶσιν ἀνεξαρτήτως, ὡς ἁρμόζει εἰς ἐλευθέρους πολίτας· ἐξηυγενισμένη χώρα εἶναι ἐκείνη, ἐν τῇ ὁποίᾳ τὰ δημόσια ἤθη βελτιοῦνται καὶ ἡ κοινωνία βαδίζει ἐν ἁρμονίᾳ, ἄνευ συνταράξεων τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν μελῶν πρὸς ἄλληλα· ἐξηυγενισμένη χώρα εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν παραιτεῖ τὰς πατρίους παραδόσεις, δὲν λησμονεῖ τὰς ἐθνικὰς ὑποχρεώσεις, ἡ ὁποία ἔχει ὠργανωμένον στρατὸν, ὁ ὁποῖος κατηρτίσθη εἰς κατάστασιν νὰ ἀμυνθῇ καὶ ὑπὲρ τῆς ἀκεραιότητος τῆς χώρας καὶ ὑπὲρ τῶν θεσμῶν αὐτῆς καὶ ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ μεγαλείου. Δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἐξηυγενισμένη χώρα τις μόνον διότι κατασκευάζονται ἐν αὐτῇ δρόμοι καὶ σιδηρόδρομοι. Οἱ σιδηρόδρομοι καὶ οἱ δρόμοι εἶναι ἀναγκαῖοι, ὅπως συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς κοινωνικῆς εὐημερίας, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου· ἀλλ’ ὁ ἐθνικὸς πλοῦτος, ἡ κοινωνικὴ εὐημερία, ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Βασιλείῳ δὲν συνετελέσθη διὰ τῆς κατασκευῆς τῶν σιδηροδρόμων, οἵτινες κατεσκευάσθησαν, διὰ τῆς κατασκευῆς τῶν ὁδῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο παρ’ ἡμῖν, ἐξ ἐναντίας ἐχειροτέρευσεν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε σήμερον ὄχι μόνον τὸ δημόσιον ταμεῖον πτωχεύει, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἑλλὰς ὁλόκληρος κινδυνεύει νὰ πτωχεύσῃ, καὶ ἡ πεῖνα μαστίζει τοὺς κατοίκους τῶν εὐφορωτέρων καὶ πλουσιωτέρων ἐπαρχιῶν. Ποίαν δ’ ἐπιῤῥοὴν ἤσκησεν ἐπὶ τῶν κοινωνικῶν ἠθῶν ἡ κατάστασις τῆς διοικήσεως; ποίαν ἐπιῤῥοὴν ἤσκησεν ἐπὶ τῆς ἀνατροφῆς τοῦ λαοῦ καὶ ἐπὶ τῆς μορφώσεως τῶν πολιτῶν, ὅπως ἔχωσιν ἀρτίαν συνείδησιν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν καθηκόντων αὐτῶν, ἡ πρὸς τὸν χρηματισμὸν ἀκατάσχετος τάσις, τῆς ὁποίας τὴν ὤθησιν ἔδιδεν ἡ Κυβέρνησις; Πῶς νὰ μὴ παρατηρήσω, ὅτι ἡ τέχνη τοῦ κυβερνᾶν, τῆς ὁποίας ἐγένετο χρῆσις κατὰ τὴν δεκαετίαν ταύτην, τὸ σύστημα περὶ τὸ διοικεῖν, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν ἐβελτιώθη, παραβαλλόμενον πρὸς τὸ πρὸ τοῦ 1882 κρατοῦν, ὀλεθρίαν ἤσκησαν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν θεσμῶν, καὶ ἐπήνεγκον τὴν χαλάρωσιν αὐτῶν, ἐπὶ τοῦ φρονήματος, καὶ ἐπήνεγκον τὴν ταπείνωσιν αὐτοῦ, ἐπὶ τῆς ἀτομικῆς ἑκάστου ἀνεξαρτησίας, ἐπὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον καὶ τοῦτον ἠλλοίωσαν καὶ μετέβαλον; Διὰ τοῦτο δὲν νομίζω, ὅτι ἡ χώρα ἦτο βάρβαρος καὶ ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐξηυγένισεν αὐτήν. Νομίζω ὅτι ἡ χώρα ἦτο μᾶλλον ἐξηυγενισμένη κατὰ τὸ 1882 ἢ ὅσον τυγχάνει κατὰ τὸ 1892· οὔτε ἀρκεῖ ὁ σιδηρόδρομος ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Πάτρας ἢ εἰς Πύργον καὶ Κατάκωλον, διὰ νὰ ἐξαλείψῃ τὰς ἠθικὰς καὶ οἰκονομικὰς πληγὰς, αἱ ὁποῖαι κατατρύχουσι καὶ τὸ κοινωνικὸν σῶμα καὶ τὸ πολιτικὸν σῶμα, πολλῷ δ’ ἧσσον δὲν ἀρκεῖ ὁ σιδηρόδρομος Μεσολογγίου–Ἀγρινίου, ἢ ὁ σιδηρόδρομος Μεσολογγίου– Κρυονερίου, ἢ ὁ Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων, τοῦ ὁποίου πρὸ μικροῦ ἐμνήσθητε. Βεβαίως ὁ σιδηρόδρομος οὗτος εὐκολύνει τὴν συγκοινωνίαν, διότι ἀπὸ τὰ παράλια τοῦ Κορινθιακοῦ κόλπου δύναταί τις ἀκόπως νὰ μεταβῇ εἰς Καλάβρυτα, ἀλλὰ τὸ ἐκ τούτου ὄφελος εἶναι τοσοῦτον ἐλάχιστον, ὥστε ἀμφιβάλλω, ἀφοῦ ἐδαπανήθησαν ὅσα ἐδαπανήθησαν, ἐὰν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ διατηρήσῃ αὐτὸν ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ γένηται ἡ ἐκμετάλλευσις αὐτοῦ, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε κατορθωθῆ ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, ἀμφιβάλλω ἐὰν θὰ ἦναι ἀσφαλὴς καὶ ἀκίνδυνος ἡ διὰ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου συγκοινωνία, ἐὰν θὰ ἦναι ἀπηλλαγμένη κινδύνων, τοὺς ὁποίους ἡ κατάστασις τῆς χώρας καὶ τοῦ ἐδάφους ἀπειλεῖ ἑκάστοτε. Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, διὰ νὰ ἀποδείξω ποίαν ἐνήσκησεν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ ἐξευγενισμοῦ τῆς χώρας, ἢ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, διὰ νὰ ἀναζητήσω κατὰ πόσον ἠλλοίωσαν τὰ τῶν ἐπαρχιῶν, τὰς ὁποίας ὁ σιδηρόδρομος οὗτος διασχίζει. Ἡ κατασκευὴ τῶν σιδηροδρόμων ἠδύνατο νὰ ἦτο πόθος, καὶ πιθανὸν ὁ πόθος νὰ ἦτο εἰλικρινής, οὐδὲ προσήκει εἰς ἐμὲ νὰ αἰτιάθῶ τινος καὶ ν’ ἀποδώσω εἰς αὐτὸν δολίαν προαίρεσιν· ἀλλ’ ὡς ἐγένετο ἡ κατασκευὴ τῶν σιδηροδρόμων, συνετέλεσεν οὐχὶ πρὸς βελτίωσιν, ἀλλ’ εἰς καταστροφὴν τοῦ τόπου, διότι, ἐνῷ τοσαῦτα ἐδαπανήθησαν χρήματα, δὲν ἔχομεν σιδηροδρόμους. Ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου–Ἀγρινίου, τοῦ ὁποίου τὸ μῆκος εἶναι τοσοῦτον βραχύ, ἀλλὰ πῶς κατεσκευάσθη καὶ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ὁ σιδηρόδρομος οὗτος; Ἔχομεν σιδηρόδρομον μεταξὺ Μύλων–Καλαμῶν, καὶ δὲν γνωρίζετε εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται; Ἔχομεν σιδηρόδρομον Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων, ὅστις ἤρχισε μὲ προϋπολογισμὸν 500,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἔβημεν ὑπὲρ τὰ 2,000,000. Καὶ πόσα νομίζετε, ὅτι ἐδαπανήθησαν διὰ τὰ δημόσια ἔργα; Τὸ ἀνέφερον καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλήν. Τὰ δαπανηθέντα διὰ δημόσια ἔργα, δι’ ὧν ἐξηυγενίσθημεν, ἀνέρχονται εἰς 81,311,488.86 διὰ σιδηροδρόμους, διὰ δὲ τὴν διώρυγα Κορίνθου εἰς 192,396.80, τὸ ὅλον 81,503,885.66. Προσθέσατε καὶ τὰ δαπανηθέντα 27,003,805.55 διὰ τὰ θωρηκτά. Αἱ δαπάναι διὰ τὴν συγκοινωνίαν καὶ διὰ τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν τῆς δεκαετοῦς κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη ἀνέρχονται εἰς 108,507,691.21. Καὶ εἰσεπράξετε ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1893 δρ. 498,973,296.15 διὰ τὰς δαπάνας ταύτας τὰς ἐκτάκτους. Μήπως ἠλαττώσατε τὸ δημόσιον χρέος; Τὸ ηὐξήσατε κατὰ 367,133,830.94. Μήπως ἔπαυσαν τὰ ἐλλείμματα; Ὄχι. Μᾶς ἐβεβαίου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1887, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, ἔλεγεν ὅτι κατήρτισεν ἰσοζύγιον εἰς τὰ 1887, ἀλλὰ μὲ ὅλον τὸ ἰσοζύγιον τοῦ 1887, καὶ μὲ ὅλον τὸ ἰσοζύγιον τοῦ 1888, καὶ μὲ ὅλον τὸ ἰσοζύγιον τοῦ 1889, κατὰ τὸ 1890, τὸν Ὀκτώβριον μῆνα, εὑρέθημεν εἰς τὸ νῦν καὶ ἀεί. Οὐδεὶς προσωπικὸς λόγος κινεῖ ἡμᾶς διὰ νὰ καταγγέλλωμεν ὡς κυρίως ὑπαίτιον τῆς οἰκονομικῆς καταστροφῆς τοῦ τόπου τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου. Δὲν καταγγέλλομεν αὐτὸν σήμερον, ἐξακολουθοῦμεν νὰ καταγγέλλωμεν αὐτὸν ἐπὶ δέκα συναπτὰ ἔτη. Ἐπὶ δέκα συναπτὰ ἔτη ἡ Ἀντιπολίτευσις προέλεγεν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον συμβαίνει σήμερον, ἐπὶ δέκα ἔτη προσεπάθει νὰ ἀναστείλῃ τὴν πορείαν αὐτοῦ, καὶ δὶς κατώρθωσε νὰ ἀπομακρύνῃ αὐτὸν, ἀλλὰ ταχέως ἐπανῆλθεν, ἵνα ἐξακολουθήσῃ τὸ ὀλέθριον ἔργον, φωνάζων ὅτι ἀνεκόψαμεν τὴν πορείαν του. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἐὰν δὲν ἀνεκόπτετο ἡ πορεία του, θὰ ἤμεθα βουλιαγμένοι πρὸ πολλοῦ καιροῦ. Εἶναι λυπηρὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐξηυγενίσθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ἐγένετο πλέον βάρβαρος ἢ ὅσον ἦτο κατὰ τὸ 1882. Δὲν γνωρίζω ποῖαι χεῖρες θέλουσι δυνηθῆ νὰ ἐπαναφέρωσι τὸν τόπον εἰς ἣν ἦτο κατάστασιν κατὰ τὸ 1882. Τὸ ἔργον θέλει ἀπαιτήσει χεῖρας Βριάρεω, χεῖρας ἀλυγίστους· ἀλλὰ καὶ ὁ πόθος ἐγένετο πόθος ἐθνικὸς, καὶ εὐχὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θέλει κατασταθῆ, ἐὰν ἐγίνετο δυνατὸν νὰ ὀπισθοχωρήσωμεν δι’ ἑνὸς ἅλματος καὶ νὰ εὑρεθῶμεν ἐκεῖ, ὅπου εὑρισκόμεθα κατὰ τὸ 1882. Δυστυχῶς ἀπέχομεν πολύ. Καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἠλπίζομεν, ὅτι ἡ ἐπέκτασις τῶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους πρὸς βοῤῥᾶν, ὅτι ἡ ἕνωσις μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου τῶν νέων ἐπαρχιῶν ἤθελε παρασκευάσει τὴν εὐτυχίαν τοῦ Κράτους, ἤθελε κρατύνει αὐτὸ, ἤθελεν ἐνισχύσει τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις αὐτοῦ, ἤθελεν ἐμπνεύσει εἰς τὴν χώραν θάῤῥος καὶ ἤθελε συντελέσει, ἵνα σήμερον μετὰ δεκαετίαν εὑρεθῶμεν εἰς θέσιν πολλῷ κρείττονα ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα κατὰ τὸ 1882· καθ’ ὃν χρόνον, λέγω, ἠλπίζομεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἤθελε κατασταθῆ σεβαστὴ καὶ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ καὶ εὐτυχὴς ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, παρῆλθον δυστυχῶς τὰ 10 ἔτη, καὶ εὑρέθημεν σήμερον μετὰ δεκαετίαν τὸ ἐξουθένωμα ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Σεῖς διετελέσατε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ γνωρίζετε κάλλιον τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται πάντα τὰ ζητήματα τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ· ὡς διατελέσας δ’ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, θὰ γνωρίζετε ποία εἶναι ἡ γνώμη τοῦ Ἑλληνισμοῦ περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθε τὸ Κράτος. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐθαύμαζον τὴν πολιτικὴν τῆς δεκαετίας τινὲς ἐν τῇ Ἀνατολῇ ὁμογενεῖς, ἐν ὅσῳ ἐπλούτιζον καὶ αὐτοὺς τὰ δάνεια καὶ αἱ σπατάλαι ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς ἐτιμώρησε τὸ τέλος τῆς δεκαετίας καὶ ἴσως προσβλέπουσι πρὸς αὐτὴν σήμερον μετ’ ἀγανακτήσεως. Τὸ γενικὸν δὲ φρόνημα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ὑπερηφανευώμεθα.
§36ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὑπεστήριξεν, ὅτι, ἐὰν χθὲς ἀγορεύων ἀπέδωκα τὴν κυρίαν αἰτίαν τῆς δυσχεροῦς οἰκονομικῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα, εἰς τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος ἠκολούθησε, τοῦτο ἔπραξα μὴ μελετήσας τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου, ἀνέβη δὲ εἰς τὸ βῆμα, ὅπως ἐν ὀνόματι τῆς ἱστορίας ταύτης διδάξῃ ἐμὲ καὶ ἀποδείξῃ, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς μου ἦτο ἀνακριβής. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ μελέτη, τὴν ὁποίαν ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ἀπέδειξεν ἀπ’ ἐναντίας, ὅτι ὁ ἰσχυρισμός μου ἐκεῖνος ἦτο ὀρθός. Τί ὑπεστήριξεν ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτής; Εἶπεν ὅτι κατὰ τὰ 1862 τὸ χρέος τῆς Ἑλλάδος ἀνήρχετο εἰς ποσόν, χάριν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὁποίου 3 μόνον ἑκατομμύρια ἀπῃτοῦντο· μετέβη ἔπειτα εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς καταστάσεως κατὰ τὰ 1876, καὶ εὗρεν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνῆλθε διὰ μιᾶς εἰς 7 ἑκατομμύρια. Ἀπὸ τοῦ 1876 μετέβη εἰς τὰ 1882, καὶ τί εὗρεν; Εὗρεν ὅτι τὸ ποσόν, τὸ ἀπαιτούμενον τότε διὰ τὴν καταβολὴν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων τῶν δανείων τῆς Ἑλλάδος, εἶχεν ἀναβῆ εἰς 20 ἑκατομμύρια. Ἠρωτήθη παρὰ τοῦ ἐκ Μεγαρίδος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ποῖον ἦτο τὸ ποσὸν τοῦ χρέους κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ ποσὸν ἐκεῖνο δὲν εὑρίσκετο ἐγγεγραμμένον ἐν ταῖς σημειώσεσιν αὐτοῦ· νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν σφάλλομαι, λέγων ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ ἦτο κατὰ τὰ 1882 δρ. 350,000,000. Βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, ὅτι, ἐνῷ τὸ 1876 τὸ χρέος τῆς Ἑλλάδος μόλις ἀνήρχετο εἰς 100 ἑκατομμύρια, εἰς διάστημα πέντε ἐτῶν, ὡς ἐκ τῶν ἐπελθουσῶν ἐπιστρατεύσεων, τὸ ὀνομαστικὸν χρέος τῆς Ἑλλάδος ἀνῆλθεν εἰς 350 ἑκατομμύρια, εἰς ἃ πρέπει νὰ προσθέσητε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Μεταβαίνομεν εἰς τὰ 1886· ἐκεῖ διὰ μακρῶν συνεζήτησεν, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ ἔλλειμμα, τὸ παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὁρισθὲν εἰς 120 ἑκατομμύρια, ἀνέρχεται μόνον εἰς 52 ἑκατομμύρια. Δὲν προτίθεμαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος, ἐὰν τὸ ἔλλειμμα ἐκεῖνο ἀνήρχετο εἰς 120 ἢ εἰς 52 ἑκατομμύρια, καὶ διὰ σήμερον ἀρκοῦμαι εἰς τὸ ποσὸν τῶν 52 ἑκατομμυρίων· προσθέσατε ὅμως τὰ 52 ἐκεῖνα ἑκατομμύρια εἰς τὰ 350 ἑκατομμύρια, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνήρχετο τὸ χρέος κατὰ τὸ 1882, καὶ φθάνομεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 400 ἑκατομμυρίων, ὑμεῖς δὲ ὡμολογήσατε, ὅτι κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα πάντοτε ἐλλείμματα ὑπῆρξαν. Κατηγορεῖτε τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν αὐτοῦ ἐλλείμματα ὑπῆρχον, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑμετέραν τὰ ἐλλείμματα ἐξηκολούθησαν· ὅταν δὲ ὑπῆρχον ἐλλείμματα, καὶ ὅταν ἐπεβαρύνθη τὸ Δημόσιον μὲ χρέος 400 ὅλων ἑκατομμυρίων, δηλ. μὲ τόκον ἀνερχόμενον εἰς 27 ἑκατομμύρια, ὅταν, λέγω, οἱ τόκοι οὗτοι ἐκεφαλαιοῦντο κατ’ ἔτος, εἶναι παράξενον, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ποσὸν τοῦ ὀνομαστικοῦ χρέους τῶν 750 ἑκατομμυρίων; Ἀπεδείξατε ὑμεῖς, ὅτι τὸ Δημόσιον χρέος κατὰ τὸ 1882 ἀπῄτει 20 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν προσθέσατε εἰς τὰ 20 ταῦτα ἑκατομμύρια τὰ 6 ἢ 7 ἑκατομμύρια, τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς πολιτικῆς τοῦ 1886 προῆλθε, καὶ θέλετε ἔχει τὸ ἐτήσιον βάρος τοῦ Κράτους ἀνερχόμενον εἰς 27 ἑκατομμύρια· ἀφαιρέσατε ταῦτα ἀπὸ τὰ 31 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα καταβάλλομεν ἤδη, καὶ εἴπετε, ἐὰν εἶχον δίκαιον νὰ εἴπω, ὅτι ἡ κυρία αἰτία τῶν δυσχερειῶν τῶν οἰκονομικῶν, ἐν αἷς εὑρισκόμεθα, εἶναι ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν. Νομίζω, ὅτι τὴν ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου ἔδωκεν αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, καὶ ὅτι κακῶς ἐπέκρινεν ἐμὲ ἐπὶ ἀγνοίᾳ τῆς ἱστορίας τοῦ τόπου ἡμῶν.
§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ ἐπεβλήθησαν καὶ φόροι εἰς τὸν τόπον, οἱ ὁποῖοι ἀπέφερον κατ’ ἔτος 43,000,000, καὶ ἐὰν δι’ αὐτῶν ἐπληρόνοντο τὰ 27 ἑκατομμύρια, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνεφέρετε ὅτι ἀνεβιβάσθη τὸ ἐτήσιον βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὸ δημόσιον χρέος, θὰ εἴχομεν περίσσευμα καὶ 16,000,000· ἐκτὸς δὲ τῶν φόρων συνωμολογήσατε καὶ δάνεια 357 ἑκατομμυρίων.
§38ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ ἐκ Κερκύρας ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἔχει τι τὸ ἀληθές. Εἶναι βέβαιον, ὅτι χάριν ἐθνικῆς ἐνεργείας τὸ Κράτος ὑπεβλήθη εἰς χρέος ἀνερχόμενον εἰς 400,000,000, ἀλλ’ ἀκριβῶς, ὅτε τὸ Κράτος ὑπεβλήθη εἰς τὸ δυσανάλογον διὰ τὰς δυνάμεις αὐτοῦ χρέος τοῦτο, τότε τὸ Κράτος ὤφειλε νὰ σκεφθῇ, πῶς θέλει δυνηθῆ νὰ ἐξέλθῃ τοῦ βάρους, καὶ ὄχι πῶς θὰ εἰσέλθῃ εἰς νέα βάρη. Δὲν ἦτο βεβαίως ἀνάγκη νὰ σκεφθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος κατὰ τὸ 1878 περὶ τῶν χρεῶν αὐτοῦ, διότι τὰ χρέη του ἦσαν ἀνάλογα πρὸς τὰς δυνάμεις του, δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ σκεφθῇ ἴσως καὶ κατὰ τὸ 1881, διότι καὶ τότε ἠδύνατο νὰ βαστάσῃ τὰ χρέη του. Ἀλλ’ ὅτε κατὰ τὸ 1887 τὸ Κράτος εὑρέθη ἀπέναντι χρέους, τὸ ὁποῖον ἦτο δυσανάλογον πρὸς τὰς δυνάμεις αὐτοῦ, ὅτε ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη κατὰ τὸ 1887, ἐπεδείκνυεν εἰς πάντα κηδόμενον τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου του, εἰς πάντα δυνάμενον νὰ κρίνῃ τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τοῦ τόπου, ὅτι τὰ χρέη του ὑπερέβαινον τὰς δυνάμεις του, τὸ Κράτος τότε ὤφειλε νὰ σταματήσῃ ἀπέναντι τῆς πολιτικῆς τῶν ὑπερβολικῶν βαρῶν, ἀπέναντι τῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία, ἐπιβαλοῦσα 40 ἑκατομμυρίων νέους φόρους, ἐπέβαλεν ἀκόμη καὶ 400 ἑκατομμυρίων χρέη. Τί δὲ παρήγαγεν ἡ πολιτικὴ αὕτη; Σᾶς τὸ ἐξήγησεν ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτής. Τὸν σιδηρόδρομον Λαρίσσης, τὸν ὁποῖον δὲν ἀπεπερατώσατε· τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν, περὶ τοῦ ὁποίου γνωρίζετε εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται· τὰ τρία θωρηκτὰ, τὰ ὁποῖα δὲν ἠξεύρομεν, ἐὰν ἀποτελῶσι ναυτικὴν δύναμιν διὰ τὸν τόπον. Δὲν μνημονεύω τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς– Πελοποννήσου, διότι ὁ σιδηρόδρομος οὗτος δὲν ἐγένετο ἐκ τῶν ἑκατομμυρίων τούτων, ἐγένετο ἐξ ἰδιωτικῶν χρημάτων, καὶ τὸ Κράτος μόνον 5 ἢ 6 ἑκατομμύρια κατέβαλεν. Ὥστε μόνον τὰ ἔργα ταῦτα παρήγαγον τὰ 400 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐπεβλήθησαν ὡς νέα καὶ πάγια βάρη ἐπὶ τοῦ Κράτους, καὶ τὰ 40 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐπεβλήθησαν ὡς ἐτήσια βάρη διὰ τῶν φόρων.
§39ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ αἱ τροπαὶ τῶν δανείων πόθεν ἐγένοντο;
§40ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἱ τροπαὶ τῶν δανείων ἐχρησίμευσαν δι’ ἕνα μόνον λόγον, ἐχρησίμευον διὰ νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους τὸ κεφάλαιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προσδιωρίσθη, ὅτε συνωμολογοῦντο τὰ δάνεια, ἅτινα ἐπέβαλλεν ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ, ὅπως ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐξοφληθῶσι τὰ δάνεια ταῦτα, τὰ ὁποῖα ὑφίστατο ἡ Ἑλλὰς χάριν ἐθνικοῦ σκοποῦ καὶ τὰ ὁποῖα ἐδικαιοῦτο καὶ ὤφειλε νὰ ἐξοφλήσῃ ἐν ὡρισμένῳ διαστήματι χρόνου. Ὥστε δὲν ὑπάρχει μόνον αὔξησις κατὰ ποσὸν, ἀλλὰ καὶ κατὰ ποιόν. Προηγουμένως ἐπληρώνομεν πολὺ ὀλιγώτερον ποσὸν διὰ τὰ δάνειά μας, ἐν τῷ ποσῷ δὲ τούτῳ ἐμπεριείχοντο καὶ χρεωλύσια, ἐνῷ διὰ τῶν τροπῶν τῶν δανείων ἀφῃρέθησαν τὰ χρεωλύσια ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ μετεβλήθησαν εἰς τόκους τῶν νέων δανείων. Ὥστε τὸ ἐκ τῶν δανείων βάρος δὲν εἶναι μόνον ἀνώτερον κατὰ ποσὸν, ἀλλ’ ὡς εἶπον, εἶναι ἀνώτερον καὶ κατὰ ποιόν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμοσθείσης πολιτικῆς, δὲν πρέπει νὰ ἀφίνωμεν τοῦτο εἰς τὴν ἱστορίαν, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ ἐξετάζωμεν, διότι ἄλλως δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς ὀλέθριον κατήφορον, ὀλεθριώτερον ἐκείνου, εἰς ὃν ἐφθάσαμεν ἤδη. Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι μετ’ ὀλίγον, ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, θὰ ἀναπτύξω ἴσως καὶ ἐγὼ τὰς ἰδέας μου ἐπ’ αὐτοῦ.
§41ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεξαρτήτως τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους ὁ ἐξ Ἄρτης ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἀνέφερε πρὸ ὀλίγου....
§42ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἀνέφερα κἀνένα ἀριθμόν.
§43ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. ... καὶ περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ὁποίων ἐπιφυλάσσομαι βραδύτερον νὰ ἀπαντήσω, νομίζω, ὅτι δικαιοῦμαι εἰς τὸν προλαλήσαντα νὰ ἀπευθύνω ἓν ἐρώτημα. Εἶπεν, ὅτι τὰ πάντα ἐν τῷ παρελθόντι συγχωρεῖ, δὲν συγχωρεῖ ὅμως ὅ,τι ἐγένετο κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1887. Ὄντως ὁ ἐξ Ἄρτης ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶχε συμβουλεύσει, συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους, ὡς διέξοδον ἐκ τῆς δυσχεροῦς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν του. Ὑποθέτω, ὅτι ὅσοι τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων διετέλουν μέλη τοῦ Κοινοβουλίου κατὰ τὰς συζητήσεις τοῦ 1887, δὲν θέλουσι δυσκολευθῆ ν’ ἀποδώσωσι τὴν τιμὴν τῆς πρωτοβουλίας εἰς τὸν ἐξ Ἄρτης ἀξιότιμον Βουλευτήν. Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι δὲν ἀξιοῖ προνόμιον ἐφευρέσεως, διότι ἀφ’ ἧς λειτουργεῖ ἐμπόριον καὶ ἀφ’ ἧς τὰ Κράτη ἤρξαντο δανειζόμενα εἶναι ἐφευρημένη ἡ ἰδέα τῆς χρεωκοπίας· ἀλλ’ ἐρωτῶ αὐτόν: Κατὰ τὸ 1890 ἀνέλαβε τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἐὰν κατὰ τὸ 1887 εὕρισκεν ἐνδεδειγμένην τὴν χρεωκοπίαν, κατὰ τὸ 1890, ὅτε κατὰ τὸν ἴδιον ἰσχυρισμόν του ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν ἦτο χείρων, ἡ χρεωκοπία δὲν ἦτο περισσότερον ἐνδεδειγμένη; Ἐν τούτοις ὁ ἐξ Ἄρτης ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εὐθὺς ὡς ὡρκίσθη, ἐξέδωκε πρὸς τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς τοῦ Κράτους, ἐγκύκλιον, δι’ ἧς, γνωρίζων αὐταῖς τὸν διορισμόν του, ἐδήλου ὑπὸ τύπον προγράμματος κυβερνητικοῦ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀποφασισμένη μέχρι λεπτοῦ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς, καὶ ἐφ’ ὅσον διηύθυνε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εἰργάσθη ἀκολουθῶν τὴν αὐτὴν πολιτικὴν τὴν οἰκονομικὴν, τὴν ὁποίαν ὁ προκάτοχος αὐτοῦ ἠκολούθει. Διατὶ, ἐὰν εἶχεν ἰδέας, οἵας πρὸ ὀλίγου ἀνέφερε, διατὶ, διαχειριζόμενος τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, δὲν τὰς ἐφήρμοσεν, ἀλλ’ ἔρχεται σήμερον ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ γεγονὸς, ὅτι τὸ πλεῖστον τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους ὀφείλεται εἰς τὴν ἐθνικὴν πολιτικήν; Τὸ γεγονὸς τοῦτο θεωρῶ ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, ἐπιφυλάσσομαι δὲ ἐν καιρῷ νὰ προέλθω εἰς μείζονα ἀνάπτυξιν. Νομίζω, ὅτι πᾶς ἄλλος ἠδύνατο νὰ λαλήσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα, πλὴν τοῦ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ παλινῴδησε κατὰ τὸ 1890, κατὰ τὸ 1893 πάλιν ὕψωσε τὴν σημαίαν τῆς χρεωκοπίας, ὡσανεὶ ἡ χρεωκοπία εἶναί τι, τὸ ὁποῖον δύναται ν’ ἀποτελέσῃ ἐφεύρεσιν, ἐφ’ ᾗ δικαιοῦται εἰς ἀναγνώρισιν προνομίου. Περὶ χρεωκοπίας δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνηται μνεία ἐν ταῖς κοινοβουλευτικαῖς συζητήσεσιν, οὐδὲ νὰ προβάλληται αὕτη ὡς πολιτικὸν πρόγραμμα, διότι εἶναι ἡ τελευταία πρᾶξις, εἰς τὴν ὁποίαν καταφεύγει, τὸ ὕστατον, πᾶς ὀφειλέτης, ὅταν ἀποδειχθῇ ἀνίκανος πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὁποίων ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεων. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι δὲν ἐδικαιοῦτο ὁ ἐξ Ἄρτης ἀξιότιμος Βουλευτὴς νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ ἐπικρίνῃ τὴν ἀπὸ τοῦ 1887 καὶ ἐντεῦθεν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, διότι αὐτὴν ταύτην ἠκολούθησε καὶ οὗτος ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§44ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μολονότι καὶ ἄλλοτε συνεζητήθη τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ἐκ Παρνασσίδος κ. Βουλευτὴς ἀρέσκεται νὰ λησμονῇ τὰ γενόμενα, νομίζω καθῆκόν μου νὰ ἐπανέλθω. Ὁ ἐκ Παρνασσίδος ἀξιότιμος Βουλευτὴς νομίζει, ὅτι εἶναι εὔκολον, ὅταν μία Κυβέρνησις εὕρῃ ἐνώπιόν της ἐφαρμοζομένην πολιτικὴν γεννήσασαν μεγίστας ὑποχρεώσεις εἰς τὸ Κράτος, γεννήσασαν σχέσεις μεγίστης σημασίας, νομίζει, λέγω, ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ μαγικῆς ῥάβδου νὰ σταματήσῃ τὴν πολιτικὴν αὐτὴν καὶ νὰ τὴν μεταβάλῃ. Ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναλάβω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εὗρον τοιαύτας ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους πρὸς κατασκευὴν δημοσίων ἔργων, τοιαύτας ὑποχρεώσεις πρὸς πληρωμὴν ληξιπροθέσμων δανείων, τοιαύτας ὑποχρεώσεις πρὸς ἄτομα καὶ ἑταιρίας, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σταματήσω ἀμέσως ταύτας, διότι ἤθελεν ἐπέλθει κλονισμὸς εἰς τὴν κοινωνίαν, τοῦ ὁποίου τὰ ἀποτελέσματα δὲν δύναται ἴσως νὰ φαντασθῇ ὁ κ. Βουλευτής. Ἤθελεν ἐπέλθει ἀληθὴς καταστροφή. Διὰ τοῦτο, ὅτε ἤλθομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν κατὰ τὸ 1890, ἐνομίσαμεν, ὅτι πρέπει νὰ μὴ διακόψωμεν ἀποτόμως τὴν ἐφαρμοσθεῖσαν ἐπὶ τόσα ἔτη πολιτικήν, ὅτι πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, μέχρις οὗ ἴδωμεν, ἐπὶ ἐπισήμων πληροφοριῶν βασιζόμενοι, ποῦ ἠθέλομεν φθάσει. Ὅτε δὲ εἶδον ποῦ ἠδυνάμεθα νὰ φθάσωμεν, μετέβαλον πολιτικήν· ἀλλὰ προτείνας τὴν ἐφαρμογὴν ἄλλης πολιτικῆς, δὲν ἔσχον τὴν εὐτυχίαν νὰ πείσω τοὺς συναδέλφους μου. Ὅτε δὲ εἶδον, ὅτι ἐπροτιμήθη ἡ ἐξακολούθησις τῆς προηγουμένης πολιτικῆς, παρητήθην τοῦ Ὑπουργείου. Ἔχω λοιπὸν τὸ δικαίωμα πλέον παντὸς ἄλλου νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐφηρμόσατε πολιτικήν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόσητε. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ 1887, εἶναι ἴσως ἑκατοστὴ φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐκ Παρνασσίδος ἀξιότιμος Βουλευτὴς καὶ πάντες οἱ μετ’ αὐτοῦ συμφωνοῦντες μετεχειρίσθησαν διαστροφὴν πλήρη τῶν ἰδεῶν μου, χάριν δυσφημήσεως καὶ μόνον χάριν τούτου. Δὲν εἶπον ἐγὼ τότε, ὅτι πρέπει νὰ χρεωκοπήσωμεν. Εἶπον τότε, ὅτι πρέπει νὰ προλάβωμεν τὴν χρεωκοπίαν, εἶπον, ὅτι μόνον διὰ τῆς ἀναστολῆς τῶν χρεωλυσίων, ἥτις δὲν ἀποτελεῖ χρεωκοπίαν, καὶ διὰ μέτρων ῥιζικῶν οἰκονομιῶν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προλάβωμεν τὸ μέγα δυστύχημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ ἐπίμονος πολιτικὴ ἡμῶν ἔφερε σήμερον τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ τότε σεῖς δὲν ἐσκέπτεσθε τί θὰ γείνῃ ἡ Ἑλλὰς μετὰ πέντε ἢ ἕξ ἔτη, ἐσκέπτεσθε πῶς θὰ ὑποστηρίξητε τὰς ἰδέας σας καὶ πῶς θὰ μείνητε ἐν τῇ ἐξουσίᾳ· τοιουτοτρόπως δὲ σκεπτόμενοι, ἐνομίσατε, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συζητήσητε οὐσιαστικῶς τὸ ζήτημα, ἀλλὰ νὰ δυσφημήσητε τὸν λέγοντα, ὅτι πρέπει νὰ προλάβωμεν τὴν χρεωκοπίαν. Ὄχι! δὲν σᾶς ἐπρότεινα τὴν χρεωκοπίαν, σᾶς ἐπρότεινα τὴν πρόληψιν τῆς χρεωκοπίας διὰ μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ ἦσαν ἀσυγκρίτως ἐλαφρότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα σήμερον ἀναγκάζεται νὰ λάβῃ ὁ τόπος, διὰ μέτρων, τὰ ὁποῖα οὔτε τὴν τιμὴν τοῦ τόπου ἤθελον παραβλάψει, καὶ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ὁποίων ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ ἦτο εἰς ἣν εὑρίσκεται κατάστασιν, ἀλλ’ εἰς κατάστασιν πλήρους ἀναῤῥώσεως.
§45ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνωρίζω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἔξοχον δεξιότητα εἰς τὸ διαστρέφειν τὰ πράγματα. Κατ’ ἀκολουθίαν δὲν παραξενεύομαι, βλέπων αὐτὸν διαστρέφοντα αὐτοὺς τούτους τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους κατὰ τὸ 1887 εἶπε, καὶ προσπαθοῦντα νὰ παραστήσῃ ἑαυτὸν ὡς θῦμα ὅλων ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐζητοῦμεν νὰ τὸν δυσφημήσωμεν. Παρέλειψε μόνον νὰ ἀναφέρῃ, ἂν ὑπῆρχε πολιτικόν τι συμφέρον, τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευεν εἰς ἡμᾶς τοῦτο. Ὅτε ἐν προγενεστέρᾳ ἐποχῇ περὶ τοῦ θέματος τούτου ὡμίλησα, εἶχον τὸ κείμενον τοῦ λόγου του ἐνώπιόν μου, καὶ τοῦτο ἀνέγνων πρὸς τὴν Βουλήν· ἀλλὰ καὶ ὅ,τι εἶπε πρὸ ὀλίγου ἀρκεῖ, ἵνα σᾶς πείσῃ, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ χρεωκοπίας. Διότι τί ἔλεγε; νὰ καταργήσωμεν τὰ χρεωλύσια, ἐφ’ ὅσον δὲ τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἀρκεῖ, νὰ περικόψωμεν καὶ μέρος τῶν τόκων.
§46ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποτέ!
§47ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸν λόγον τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, καὶ θὰ πεισθῆτε πάντες, ὅτι τὰ πράγματα οὕτως εἶχον, ὡς ἐγὼ παρέστησα. Ὅταν ἔλεγε πρὸς τὸ ἔθνος ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι δέον νὰ ἀθετήσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του, τί ἄλλο συνεβούλευεν ἢ τὴν χρεωκοπίαν; Βραδύτερον μεταμεληθεὶς προσεπάθει διὰ σοφισμάτων νὰ πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι οἱ ἄλλοι διέστρεψαν τοὺς λόγους του καὶ ὅτι ἐζήτησαν νὰ τὸν δυσφημήσουν.
§48ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μοὶ χορηγήσῃ πληροφορίας τινὰς, εἰς ἃς σκοπεῖ ἡ ἐρώτησίς μου αὕτη. Κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἐνεστῶτος στρατολογικοῦ ἔτους, ἥτις εἶναι βεβαίως ἡ 1 Ὀκτωβρίου, συνέβη νὰ μάθω, ὅτι οἱ ἐκ τῶν κληρωτῶν τῆς ἐνεστώσης ἀπογραφῆς ὑπόχρεοι πρὸς κατάταξιν, ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητος αὐτῶν, εἰς τὴν ἐν Κερκύρᾳ Σχολὴν τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, διετάχθησαν νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς διάφορα ἄλλα σώματα τοῦ στρατοῦ. Τοῦτο δὲ διότι, ὡς συνέβη τότε νὰ πληροφορηθῶ,—δὲν δύναμαι δὲ βεβαίως νὰ ἐγγυηθῶ περὶ τῆς ἀκριβείας τῆς πληροφορίας ταύτης,—ὁ τότε κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπάρξας μάλιστα ἐσχάτως καὶ διευθυντὴς τῆς Σχολῆς ἐκείνης, ἐσκόπει τὴν κατάργησιν αὐτῆς, ὡς περιττῆς, ἂν δ’ ἐδίδετο αὐτῷ εὐκαιρία, θὰ ὑπέβαλλε σχέδιον νόμου περὶ τούτου εἰς τὴν Βουλήν. Οὕτως εἶχον πληροφορηθῆ τότε. Νῦν ὅμως, καὶ δὴ πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, ἔμαθον, ὅτι οἱ κληρωτοὶ οὗτοι διετάχθησαν νὰ μετασταθμεύσωσιν ἐκ τῶν σωμάτων, εἰς ἃ ὑπηρετοῦσιν, εἰς τὴν ἐν Κερκύρᾳ Σχολὴν ἐκείνην, ἵνα μαθητεύσωσι καὶ παρασκευασθῶσι διὰ τὸ στάδιον τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἂν ἡ θρυλλουμένη διαταγὴ ὄντως ἐξεδόθη· ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ, νὰ δηλώσῃ ὁ αὐτὸς κ. Ὑπουργὸς πρὸς τὴν Βουλήν, ἂν θεωρῇ τὴν περαιτέρω διατήρησιν τῆς Σχολῆς ταύτης ὠφέλιμον εἰς τὴν μόρφωσιν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, ἂν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἤδη ἀποφοιτησάντων ἐξ αὐτῆς, ἀνερχόμενος εἰς ἑκατοστύας ὅλας, δὲν θεωρῆται ἐπαρκὴς πρὸς ὑπέρογκον αὔξησιν τοῦ ἄλλως μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν πλεοναζόντων τακτικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ, καὶ τέλος, ἂν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐπαγγέλλεται μεγάλας οἰκονομίας ἐν τῷ προσεχεῖ προϋπολογισμῷ καὶ αὐτῶν τῶν στρατιωτικῶν Ὑπουργείων, δὲν νομίζῃ, ὅτι αὐτὴ κἂν ἡ οἰκονομικὴ δυσχέρεια τοῦ Κράτους ἐπιβάλλει τὴν εἰς τὴν ἐφεδρείαν μετάθεσιν τῆς Σχολῆς ταύτης τῆς ἐφεδρείας.
§49ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὅπως, εἰ δυνατὸν, ἐπιψηφίσῃ ἀσυζητητεὶ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, ἐπιφυλασσομένη ἵνα προβῇ εἰς συζήτησιν κατὰ τὴν δευτέραν καὶ τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ τοιοῦτον ἤθελεν εἶσθαι μία παρηγορία διὰ τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς καὶ διὰ τοὺς οἰνοπνευματοποιούς.
§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον «περὶ καταργήσεως τῶν νόμων ΑΨΠΙʹ τῆς 2 Δεκεμβρίου 1889 καὶ ͵ΒΡΘʹ τῆς 21 Δεκεμβρίου 1892 περὶ οἰνοπνευματοποιείων αʹ καὶ βʹ κατηγορίας», καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν εἰς αʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§53ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν παρατήρησιν θὰ κάμω, ἀφορῶσαν εἰς τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον εἶναι συντεταγμένον τὸ ἄρθρον. Ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι πρόκειται περὶ καταργήσεως ὁλοκλήρου τοῦ νόμου ΑΦΙΒʹ, διότι λέγει, ὅτι «καταργοῦνται οἱ νόμοι ΑΨΠΙʹ τῆς 2 Δεκεμβρίου 1889 καὶ ͵ΒΡΘʹ τῆς 21 Δεκεμβρίου 1892 περὶ οἰνοπνευματοποιείων αʹ καὶ βʹ κατηγορίας, πλὴν τῆς διατάξεως τοῦ γʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ ἀπὸ 28 Μαΐου 1887 ᾼΦΙΒʹ νόμου, ἥτις τηρεῖται ἐν ἰσχύϊ». Τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἐμὲ, ἔπρεπε νὰ ἦναι συντεταγμένον, ἐὰν πρόκηται νὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ ἀποδώσωμεν πάντες, ὡς ἑξῆς: νὰ περιλάβωμεν εἰς τὴν κατάργησιν καὶ τὸν νόμον ᾼΦΙΒʹ, πλὴν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 14.
§54Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἤδη κατηργημένος.
§55ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι κατηργημένος ὁ νόμος· διότι, ἐὰν ἦτο, δὲν θ’ ἀνεφέρετε τὴν διάταξιν τοῦ ἐδαφίου γʹ. Ἐγὼ ἀνέτρεξα εἰς τοὺς νόμους ᾼΨΠʹ καὶ ͵ΒΡΘʹ. Αὐτοὶ οἱ νόμοι καταργοῦσιν ὡρισμένας διατάξεις τοῦ ᾼΦΙΒʹ, καὶ ἄλλας διατηροῦσι.
§56ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μόνον αὐτὴν τὴν διάταξιν καταργοῦν, ὅλας τὰς ἄλλας διατάξεις τὰς διατηροῦν.
§57ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ προηγούμενοι νόμοι δὲν περιλαμβάνουν τοιαύτας καταργήσεις, περιλαμβάνουν τὴν κατάργησιν ὡρισμένων διατάξεων τοῦ νόμου τούτου, ἀλλὰ μένουν πλεῖσται διατάξεις αὐτῶν ἐν ἰσχύϊ, αὐτὸ δὲ τὸ τρίτον ἐδάφιον οὐδεμίαν ἔννοιαν ἔχει, καὶ θέλω σᾶς τὸ ἀποδείξει εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπαντῶντες εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, νομίζω ὅτι μετὰ τὰ συμβάντα τὰ γνωστὰ εἰς πάντας ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον νὰ εἴπωμεν ἐν πρώτοις εἰς τὸν Βασιλέα ποῦ εὑρίσκεται σήμερον ὁ τόπος· ἔχομεν καθῆκον ἰδίως νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Μεγαλειότητά του ποία εἶναι ἡ κατάστασις ἡμῶν ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν αὐτῆς ἔποψιν, ἥτις τοσαύτην ἐξασκεῖ σήμερον καὶ ἐπὶ τῆς Πολιτείας καὶ ἐπὶ τῆς κοινωνίας ἐπιῤῥοήν. Εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τούτου δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μακρηγορήσωμεν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῇ ἐπισήμῳ ἰδιότητί του, μᾶς εἶπε τοῦτο, δηλώσας ὅτι τὸ Κράτος εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως. Δὲν εἶπε δὲ τοῦτο μόνον, ἀλλὰ προσέθηκεν, ὅτι θὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῶν δανειστῶν ἡμῶν καὶ θὰ εἴπῃ πρὸς αὐτοὺς, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἔλεγεν ἐπὶ δεκαετίαν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι πλούσιον Κράτος, ὅτι ἔχει ἰσοζύγια καὶ περισσεύματα, ὅτι οὐδέποτε θὰ θίξῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς, πάντα ταῦτα ἦσαν ἀστεϊσμοὶ, καὶ ὅτι τὸ θετικὸν εἶναι, ὅτι σήμερον ἐπτωχεύσαμεν καὶ ἔχομεν ἀνάγκην τῆς συγκαταβάσεως αὐτῶν. Μᾶς εἶπε συνάμα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ συντάξασα τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ἐπιτροπὴ, ὅτι θὰ παρουσιασθῶμεν καὶ εἰς κεφαλαιούχους καὶ θὰ εἴπωμεν εἰς αὐτοὺς, ὅτι, μολονότι ἐπτωχεύσαμεν, οὐχ ἧττον ἐξακολουθοῦμεν νὰ ἔχωμεν περισσεύματα ἐν τῇ τακτικῇ διαχειρίσει τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, διότι ἡ κατάστασις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1892 μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου παρίστα περίσσευμα, ὅπως παρίστα τοιοῦτον καὶ ἡ κατάστασις τοῦ 1887. Θὰ εἴπῃ δὲ προσέτι εἰς αὐτοὺς, ὅτι εἴμεθα πλούσιοι, διότι ἔχομεν λαμβάνειν παρὰ διαφόρων μερίδων· ἔχομεν λαμβάνειν παρὰ τῆς μερίδος τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς– Λαρίσσης, παρὰ τῆς μερίδος τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ μεγάρου τοῦ Διαδόχου, παρὰ τῆς μερίδος τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου· ἔχομεν ὡσαύτως λαμβάνειν παρὰ τῶν δήμων διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, παρὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ὅτι ἔχομεν ἑπομένως περισσεύματα εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς μας καὶ ἀποθεματικὰ κεφάλαια εἰς τὰς διαφόρους μερίδας, ἅτινα μᾶς δικαιοῦσι νὰ ζητήσωμεν καὶ νέα δάνεια. Καὶ πάντα ταῦτα ἡ πλειοψηφία τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους τὰ ἤκουεν οὐχὶ κύπτουσα καὶ στενοχωρουμένη, ἀλλὰ γελῶσα καὶ χειροκροτοῦσα. Ἀλλ’ ἐὰν τὰ ὀλίγα μὲν, ἀλλ’ ἐμφαντικὰ ταῦτα ἀρκοῦσιν, ὅπως δείξωσι τὴν θέσιν, ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα σήμερον, πλειότερα ὅμως ἔχομεν καθῆκον νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Μεγαλειότητά του ἐπὶ τῶν ζητημάτων, διατὶ ἤλθομεν εἰς τὴν θέσιν ταύτην, ποῦ ἀγόμεθα, καὶ κατὰ τίνα τρόπον δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν τῆς δυστυχοῦς θέσεως, ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα. Δὲν συμφωνῶ, ὡς καὶ κατὰ τὴν πρὸ ὀλίγου γενομένην συζήτησιν εἶπον, μὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Κερκύρας, ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὴν ἱστορίαν νὰ κρίνῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς περιήλθομεν εἰς ἣν εὑρισκόμεθα σήμερον κατάστασιν. Νομίζω ἀπεναντίας, ὅτι ἔχομεν καθῆκον ν’ ἀντιληφθῶμεν καὶ ἐννοήσωμεν καλῶς τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔφεραν εἰς αὐτὴν, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰ τοῦ μέλλοντος καὶ προλάβωμεν ἴσως δυστυχήματα μεγαλείτερα, ἅτινα μᾶς ἀπειλοῦσι. Περιήλθομεν εἰς ἣν κατάστασιν εὑρισκόμεθα, διότι ἐπὶ δεκαετίαν ἤδη ἐφηρμόσαμεν πολιτικὴν ἀπερίσκεπτον, πολιτικὴν, ἥτις πανταχοῦ, ὅπου ἐφηρμόσθη, παραπλήσια ἔφερεν ἀποτελέσματα. Ἐφηρμόσαμεν τὴν πολιτικὴν, ἥτις ἀπεκλήθη ἐμφαντικῶς καὶ ἀλλαχοῦ καὶ παρ’ ἡμῖν πολιτικὴ τῆς μεγαλομανίας. Πλήρη δὲ καὶ ἀκεραίαν φέρει τὴν εὐθύνην τῆς πολιτικῆς ταύτης ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι αὐτὸς καθιέρωσεν αὐτὴν, ἥτις οὐδέποτε διεκόπη. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι διεκόπη δὶς ἡ ἐν τῇ Κυβερνήσει παρουσία αὐτοῦ, ἀλλ’ οὐδετέρα τῶν διακοπῶν τούτων ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ καταστήσῃ δυνατὴν, ἄνευ κλονισμῶν κοινωνικῶν, ἴσως δὲ καὶ πολιτικῶν, τὴν ἀπότομον διακοπὴν τῆς πολιτικῆς του καὶ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῆς δι’ ἄλλης. Ἴσως ἡ ἐπιστρατεία τοῦ 1885 παρουσιάζει τι τὸ μὴ καθ’ ὅλα σύμφωνον μὲ τὴν πολιτικὴν ταύτην· ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ 1885 δὲν εὐθύνεται μόνον ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, ὁ διευθύνων τὰ κοινὰ, ἀλλὰ καὶ ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, ὅστις περὶ τοῦ τότε παρουσιασθέντος μεγάλου ἐθνικοῦ ζητήματος ἠγόρευεν ἐν Λονδίνῳ καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐνήργει ἀμέσως καὶ ἐμμέσως. Ἀλλ’ οἱαιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν αἱ ἐκ τοῦ γεγονότος ἐκείνου πηγάζουσαι εὐθῦναι, τοῦτο προσέθηκεν εἰς τὰ βάρη τοῦ Δημοσίου καὶ εἰς τὰ χρέη αὐτοῦ ποσὸν μόνον 53 ἑκατομμυρίων, ὡς ἀνέπτυξε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής· ἀλλὰ καὶ 60 καὶ 70 ἑκατομμύρια ἂν προσέθηκε, δὲν εἶναι τὸ βάρος τοῦτο, ὅπερ ἔφερε τὸ Κράτος εἰς ἣν εὑρίσκεται σήμερον κατάστασιν. Ἠθελήσαμεν διὰ μιᾶς καὶ δι’ ἁλμάτων νὰ ἐπιτύχωμεν ὅ,τι ἄλλα ἔθνη μετὰ ἐργασίαν αἰώνων κατώρθωσαν. Ἐξηκολουθήσαμεν ἐφαρμόζοντες καὶ ἐπεκτείνοντες πολυτελῆ καὶ δυσανάλογον διὰ τὴν Ἑλλάδα διοίκησιν. Ἐπεχειρήσαμεν τὴν κατασκευὴν πολλῶν καὶ ὑπερβαινόντων τὰς δυνάμεις ἡμῶν ἔργων, ὧν πολλὰ κακῶς μελετημένα καὶ κακῶς ἐκτελούμενα· κατεσκευάσαμεν πλοῖα χωρὶς νὰ ὑπολογίσωμεν ποία ἔσται ἡ χρησιμότης αὐτῶν καὶ τίνα τὰ ἐξ αὐτῶν ἐτήσια βάρη. Τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους δὲν ἐπήρκουν εἰς τὰς τακτικὰς αὐτοῦ δαπάνας, καὶ μετεγράφομεν πολλὰς ἐξ αὐτῶν ἐν τοῖς ἐκτάκτοις ἐξόδοις, τοῖς διὰ δανείων ἐκτελουμένοις, ὅπως ἐπιδεικνύωμεν στενὰ ἰσοζύγια καὶ περισσεύματα. Ἐκαλύπτομεν δὲ τακτικὰς καὶ ἐκτάκτους δαπάνας διὰ δανείων, χάριν τῆς συνομολογήσεως τῶν ὁποίων δὲν περιωριζόμεθα μόνον εἰς τὴν πρόφασιν τῶν δημοσίων ἔργων, ἀλλὰ κατεφεύγομεν καὶ εἰς τροπὰς δανείων, ὅπως ἐξαντλήσωμεν τὰ χρεωλύσια αὐτῶν, μεταβάλλοντες αὐτὰ εἰς τόκους. Ἐτρέψαμεν δὲ πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν τὰ πλεῖστα τῶν ἐσωτερικῶν δανείων εἰς ἐξωτερικὰ, καὶ ηὐξήσαμεν οὕτω τὸ ἐπαχθέστατον διὰ πᾶν ἔθνος βάρος, τὰ ἐξωτερικὰ δάνεια, ὑπερδιπλασιάσαντες ἐντὸς δεκαετίας τὴν δι’ αὐτὰ ἀναγκαίαν εἰς χρυσὸν ὑπηρεσίαν, ἥτις ἀπὸ 14 περίπου ἑκατομμύρια, ἅτινα ἀπῄτει κατ’ ἔτος κατὰ τὸ 1883, ὅτε ἤρξατο ἡ κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν ἐφαρμοσθεῖσα πολιτικὴ, ἀνῆλθεν εἰς 31½ ἑκατομμύρια περίπου κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Τὰ ἐξωτερικὰ δάνεια ἐξηκολούθουν ἀποῤῥοφῶντα τὴν ἰκμάδα τῆς παραγωγῆς ἡμῶν, ἀφαιροῦντα τὸ μεταλλικὸν ἡμῶν νόμισμα καὶ τὰς ἀντιπροσωπευούσας τοιοῦτο νόμισμα ἀξίας, καὶ ἐπέφερον τὴν ὀλεθρίαν διά τε τὸ Δημόσιον καὶ τὴν κοινωνίαν διατάραξιν τῆς νομισματικῆς ἡμῶν κυκλοφορίας. Ἡ πολιτικὴ αὕτη, ἐφ’ ὅσον αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τῆς Εὐρώπης ἐπέτρεπον τὴν ἐφαρμογήν της, ἠδυνήθη νὰ βαδίσῃ καὶ ἐφαρμοσθῇ ὁμαλῶς καὶ μὲ ἐμφανίσεις ψευδοῦς ἀνέσεως μεθ’ ἑκάστην συνομολόγησιν νέου δανείου. Ἅμα ὅμως μετεβλήθησαν αἱ περιστάσεις τῆς Εὐρώπης καὶ τὰ κεφάλαια ἔχασαν τὴν ἐμπιστοσύνην, ἣν εἶχον πρότερον πρὸς τὰ μικρὰ καὶ οἰκονομικῶς ἀσθενῆ Κράτη, ἡ πολιτικὴ αὕτη δὲν ἠδυνήθη νὰ βαδίσῃ ὁμαλῶς, καὶ ἐπέφερε τὰς πιέσεις καὶ τὰς στενοχωρίας, ἃς διήλθομεν ἀπὸ τοῦ 1890 μέχρι τοῦ 1892. Κατὰ τὸ 1892 δὲ, ὅτε ἐξηντλήθησαν πάνθ’ ὅσα ἠδυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν ἐκ τῶν πόρων τοῦ ἔθνους πρὸς εὕρεσιν μεταλλικοῦ, ἡ πολιτικὴ αὕτη, ἐν τῇ ἀνελίξει αὐτῆς, ἤρχισε νὰ εἰσέρχηται εἰς νέον κύκλον ἐθνικῶν βαρῶν καὶ θυσιῶν. Ποῦ ἤθελε μᾶς φέρει ἡ ἀνέλιξις τῆς πολιτικῆς ταύτης, ἐφάνη καθαρῶς ἀπὸ ἐτῶν, ἐφάνη ἅμα τὰ δάνεια ἡμῶν ἀνῆλθον εἰς ποσὸν ὑπερτεροῦν τὴν δύναμιν τῆς χώρας, καὶ τοῦτο μετὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1885, δηλ. κατὰ τὸ 1886 καὶ 1887. Δὲν ἐδιστάσαμεν τότε νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ποῦ θὰ φθάσωμεν, οὕτω πολιτευόμενοι καὶ πιστεύοντες ὅτι εἶναι δυνατὸν Κράτος ὡς τὸ ἡμέτερον νὰ ἀνθέξῃ εἰς τὰς ἀδιακόπους συνομολογήσεις δανείων, ὧν τὰ βάρη ὑπερέβαινον κατὰ πολὺ τὰς ἐξ αὐτῶν ἀμέσους ἢ ἐμμέσους ὠφελείας. Ὑπεδείξαμεν συνάμα καὶ τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προλάβωμεν τὸ μέγα κακὸν, ὅπερ ἐπῆλθεν ἐφ’ ἡμῶν σήμερον. Τὰ μέτρα ταῦτα ἐστηρίζοντο ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς τῶν χρεωλυσίων, ἣν εὐχαρίστως ἤθελον δεχθῆ οἱ δανεισταὶ ἡμῶν, καὶ ἐπὶ οἰκονομιῶν εἰς διαφόρους ὑπηρεσίας δι’ ἁπλοποιήσεως αὐτῶν. Τὰς γνώμας ἡμῶν ταύτας οἱ τότε καὶ νῦν διέποντες τὰ κοινὰ δὲν ἐθεώρησαν προσφόρους πρὸς μελέτην καὶ ἐξέτασιν, ἀλλ’ ὡς ἀφορμὴν δυσφημήσεως καὶ πολιτικῆς κερδοσκοπίας, καὶ ἐκήρυττον ὅτι ἡμεῖς θέλομεν νὰ χρεωκοπήσωμεν τὴν Ἑλλάδα. Δὲν ἠθέλομεν, Κύριοι, τὴν χρεωκοπίαν, ἀλλὰ τὴν πρόληψιν αὐτῆς διὰ θυσιῶν ἀσημάντων ἀπὸ μέρους τῶν δανειστῶν ἡμῶν, ἀλλὰ συνάμα καὶ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς μέτρων καὶ πολιτικῆς, ἥτις οὐ μόνον ἤθελε ταχέως ἐπανορθώσει τὰς ἐπιβαλλομένας ἀσημάντους θυσίας, ἀλλ’ ἤθελε συνάμα προλάβει καὶ τὸ ἐπελθὸν δυστύχημα καὶ ἤθελε φέρει σήμερον πλήρη ἀνάῤῥωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὡς εἶπον, ἡ ἐφαρμοσθεῖσα πολιτικὴ εἰσῆλθεν εἰς νέον κύκλον βαρῶν καὶ θυσιῶν, οὐχὶ πλέον ἁπλῶς οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ πολιτικῶν, Κατὰ τὸ θέρος τοῦ 1892 ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὸν νόμον τὸν ἐπιβάλλοντα τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη, ἅτινα προωρίζοντο νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἐγγύησις πρὸς συνομολόγησιν δανείου 40–45 ἑκατομμυρίων· ἤρξαντο δὲ καὶ διαπραγματεύσεις μεθ’ ὁμάδος, ἧς ἡγεῖτο ὁ διευθυντὴς τῆς Ὀθωμανικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ οἱ διαπραγματευόμενοι τὸ δάνειον ἤγειραν τὴν ἀπαίτησιν, ἵνα ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν τεθῇ ἰδιαιτέρα σφραγὶς τῶν δανειστῶν. Τὴν ἀπαίτησιν ταύτην, τὴν θίγουσαν τὴν αὐτοδιοίκησιν τῆς χώρας, ὁ κ. Πρωθυπουργός, καλῶς φερόμενος, δὲν ἀπεδέχθη, καὶ τὸ δάνειον ἀπέτυχεν. Ἀλλ’ ἀργότερον ἐξοικειώθη, φαίνεται, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ τὴν ἰδέαν τῆς θίξεως τῆς Ἑλληνικῆς αὐτοδιοικήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἐπανῆλθεν εἰς διαπραγματεύσεις ἐπὶ τοιαύτης στηριζομένας ἰδέας. Ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐψήφισεν αὕτη τὸν νόμον περὶ ἐπιβολῆς τῶν εἰς χρυσὸν τελῶν, ἅτινα ἐπρόκειτο νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἐγγύησις δανείου 100 ἑκατομμυρίων. Ἔφερε συνάμα καὶ ἕτερον νόμον, τροποποιοῦντα τοὺς προηγουμένους περὶ δανείων νόμους καὶ δίδοντα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐκτὸς ἄλλων ἀδειῶν, καὶ τὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων ἐσόδων. Οὐδεὶς ἐν τῇ Βουλῇ ὑπέθεσε τότε, ὅτι ἡ ἀόριστος αὕτη φράσις τοῦ νόμου ἐξήρχετο τῆς οἰκονομικῆς αὐτοῦ σημασίας καὶ ἐμπεριεῖχε τὴν ἔννοιαν τῆς θίξεως τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Κράτους. Ἐνθυμεῖσθε δὲ, ὅτι κατὰ τὸ τέλος τῆς παρελθούσης συνόδου, ὅτε ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξέφρασα τὸν φόβον μήπως τοιαύτη ὑπερβολικὴ ἑρμηνεία ἐδίδετο εἰς τὴν φράσιν αὐτὴν καὶ μήπως ἐπ’ αὐτῆς ἤθελον νὰ στηρίξωσιν ὀλεθρίας διὰ τὸν τόπον πράξεις, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ἀξιότιμος κ. Σιμόπουλος, μὲ διέκοψεν, εἰπὼν ὅτι οὐδεμία τοιαύτη ἔννοια ἐνυπῆρχεν ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ. Ἂν δ’ ὁ κ. Σιμόπουλος, ὁ ἐννοῶν τὰ οἰκονομικά, δὲν ἔδωκεν εἰς τὴν φράσιν τὴν ἔννοιαν, ἣν ἀκολούθως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκεν εἰς αὐτήν, δύναται νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι οἱ ἄλλοι Βουλευταὶ ἐνόησαν τότε, ὅτι περιελαμβάνετο ἐν αὐτῇ καὶ ἔννοια ἀδείας, ὅπως θιχθῶσιν ἡ αὐτοδιοίκησις καὶ ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ Κράτους; Καὶ ὅμως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς φράσεως ταύτης ἤρξαντο διαπραγματεύσεις πρὸς συνομολόγησιν δανείου, στηριζομένου ἐπὶ τῆς ἱδρύσεως ἐξωτερικοῦ ἐλέγχου ἐπὶ τῆς διοικήσεως ὡρισμένων φόρων. Τὸ νὰ ἀρνῆται δὲ ὁ κύριος Πρωθυπουργός, ὅτι ἱδρύετο ἐξωτερικὸς ἔλεγχος διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ ἀποτυχόντος δανείου, ἥτις ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλήν, τοῦτο δὲν εἶναι εἰλικρινές. Ὅταν σχηματίζηται τετραμελὴς ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας τὰ τρία μέλη θὰ διωρίζοντο, θὰ ἐπαύοντο, θ’ ἀνεκαλοῦντο καὶ θὰ ἐλάμβανον ὁδηγίας καὶ διαταγὰς παρὰ τῶν συνομολογούντων τὸ δάνειον ξένων τραπεζιτῶν, ἁδρῶς δὲ μισθοδοτουμένη ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη θὰ ἠσχολεῖτο τακτικῶς καὶ συστηματικῶς εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν ὑπεγγύων φόρων, ἐπιβλέπουσα καὶ ζητοῦσα ἐν ἀνάγκῃ καὶ τὴν τιμωρίαν τῶν εἰσπραττόντων ὑπαλλήλων, δικαιουμένη νὰ ἀπαιτῇ τὴν ὑποστήριξιν τοῦ Κράτους διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων αὐτῆς, καὶ νὰ ἐπιτηρῇ, ὅπως οὐδεμία ἐπέλθῃ μεταβολὴ εἰς τοὺς ὑπὸ τὸν ἔλεγχον αὐτῆς εἰσπραττομένους φόρους, δὲν εἶναι εἰλικρινὲς νὰ λέγωμεν, ὅτι ἡ ἵδρυσις καὶ ἡ λειτουργία ἐπιτροπῆς τοιαύτης δὲν ἀποτελεῖ ἐξωτερικὸν ἔλεγχον. Ἐὰν τοῦτο δὲν ἦναι ἔλεγχος, τί λοιπὸν ἀποτελεῖ τοῦτον; Ἔπρεπε νὰ ἔλθωσι καὶ συντάγματά τινα ξένου στρατοῦ, ὅπως ὁ ἔλεγχος ἀποβῇ πραγματικός; Ἀλλ’ ὁ ἐξωτερικὸς ἔλεγχος δὲν λειτουργεῖ ἐν Τουρκίᾳ δι’ ἐπιτροπῆς συγκειμένης ἐξ ἀντιπροσώπων τῶν δανειστῶν αὐτῆς; Ὁ ἔλεγχος δ’ οὗτος δὲν ἤρχισε κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ἐν Αἰγύπτῳ; Νομίζω ὅτι αἱ περὶ τοῦ δανείου διαπραγματεύσεις ἔληξαν, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦ σχηματισμοῦ, κατὰ τὸν Μάρτιον ἢ τὰς ἀρχὰς Ἀπριλίου, ὁμάδος ἐκ δανειστῶν, ἥτις ἐδέχθη κατ’ ἀρχὴν νὰ διαπραγματευθῇ τοὺς ὅρους τοῦ δανείου, καὶ ὅτι ἡ ὁμὰς αὕτη συνέκειτο ἐκ τραπεζιτῶν Ἄγγλων καὶ Γερμανῶν, ἴσως δὲ καὶ Γάλλων. Ἀλλ’ ὡς πάντες γνωρίζομεν, καὶ ὅπως καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ἡ εἴδησις ὅτι ἐπρόκειτο διὰ τοῦ δανείου νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος ξενικὸς ἔλεγχος ἤρκεσε νὰ γεννήσῃ ἐξέγερσιν τῆς κοινῆς γνώμης, ἥτις ἐπηρέασε πρῶτον τὸν Βασιλέα, εἰς ὃν πλειότερον ἢ εἰς πάντα ἄλλον εἰσὶν ἐμπεπιστευμένα τὰ συμφέροντα καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κράτους. Ἐπηρέασε δὲ, φαίνεται, ἡ ἐξέγερσις αὐτὴ καὶ τὴν ὁμάδα τῶν διαπραγματευομένων τραπεζιτῶν, ἴσως δὲ καὶ ἄλλους, ὡς δυνάμεθα νὰ εἰκάσωμεν ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι εἷς ἐκ τῶν κυριωτέρων παραγόντων τῆς ὁμάδος ταύτης, ὁ κ. Μπλαϊχραΐδερ, ὁ ἀντιπροσωπεύων ἐν αὐτῇ τὰ γερμανικὰ κεφάλαια, ἠρνήθη νὰ μεταβῇ εἰς Λονδῖνον καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἀποτελῶν μέρος αὐτῆς, κατὰ ῥητὴν ἀπαγόρευσιν τῆς Κυβερνήσεώς του. Τοῦτο γνωρίζομεν ἐπισήμως ἐκ τοῦ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνακοινωθέντος εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγραφήματος τῆς 7/19 Ἀπριλίου τοῦ κ. Θεοτόκη πρὸς τὸν κ. Τρικούπην. Οἰκονομικοὶ ἆρά γε λόγοι μόνον ἔπεισαν τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀπαγορεύσῃ εἰς τὸν κ. Μπλαϊχραΐδερ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸ δάνειον, ἢ μήπως αὕτη δὲν ἠθέλησε ν’ ἀντιπροσωπευθῶσι τὰ γερμανικὰ συμφέροντα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, δι’ ἧς ἐπεβάλλετο ἔλεγχος ἐξωτερικὸς ἐν Ἑλλάδι; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίσωμεν τὰς σκέψεις τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, τὸ περιεχόμενον ὅμως τοῦ προμνησθέντος τηλεγραφήματος δύναται νὰ ἐγείρῃ τοιαύτην ὑπόνοιαν. Μετὰ τὴν ἀποχώρησιν ἐκ τῆς ὁμάδος τῶν Γερμανῶν κεφαλαιούχων οἱ Ἄγγλοι εὑρέθησαν ἐν στενοχωρίᾳ καὶ ἠλάττωσαν τὸ ἀρχικῶς ὁρισθὲν ποσὸν τοῦ δανείου. Τὸ ποσὸν δὲ τοῦ διαπραγματευομένου δανείου ἦτο γνωστὸν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Τρικούπη καὶ εἰς τὴν τοῦ κ. Σωτηροπούλου, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν, ὅτι δὲν ἦτο τοῦτο γνωστὸν, ἐνῷ ὁ τέως Πρωθυπουργὸς κ. Σωτηρόπουλος ῥητῶς ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ πρὸς τὸν Βασιλέα ἀνέφερε καὶ τὸ ποσὸν τοῦ δανείου καὶ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς οἱ δανεισταὶ ἀνεδέχοντο αὐτό.
§60ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ συμπερασμόν· ἡμεῖς δὲν εἴχομεν ἄλλην πληροφορίαν.
§61ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐξηκολούθησαν αἱ διαπραγματεύσεις, διότι οἱ Ἄγγλοι τραπεζῖται εἶχον λάβει ἠθικήν τινα ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξακολουθήσωσιν αὐτάς. Εὑρισκόμενοι δὲ μεταξὺ τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης καὶ τῶν δυσκολιῶν, ἃς ἐγέννησεν εἰς αὐτοὺς ἡ ἀποχώρησις τῶν Γερμανῶν καὶ ἐπέτεινεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἐπελθοῦσα στενοχωρία ἐν τῇ ἀγορᾷ τοῦ Λονδίνου ἐκ τῆς κρίσεως τῶν Τραπεζῶν τῆς Αὐστραλίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ κακὴ ἐντύπωσις, ἣν ἐνεποίησεν ἡ δημοσίευσις τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Λόου, παρ’ ἧς πολλὰ ἤλπιζον, οἱ Ἄγγλοι τραπεζῖται δὲν ἤθελον μὲν νὰ διακόψωσιν ἀποτόμως τὰς διαπραγματεύσεις, ἀλλ’ οὐδεμίαν, φαίνεται, εἶχον διάθεσιν νὰ φέρωσιν εἰς πέρας τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου. Διὰ τοῦτο, ὡς καταφαίνεται ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος, ὅπερ ἀνέγνωσε χθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, καὶ ὅπερ ὑπέβαλε σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οἱ Ἄγγλοι τραπεζῖται ἐξηκολούθουν συζητοῦντες διαφόρους ὅρους καὶ βεβαιοῦντες τὸν κ. Βουλευτὴν Κερκύρας, ὅτι θὰ θὰ σχηματίσωσι τὸ συνδικάτον τοῦ δανείου ἅμα ὑπογραφῇ ἡ σύμβασις, ἀλλὰ συγχρόνως, καίτοι γνωρίζοντες τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Βασιλέως, ὅπως ἡ σύμβασις αὕτη ὑποβληθῇ εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, δὲν ἔδιδον πρὸς κύρωσιν αὐτῆς, εἰμὴ ὀκτὼ ἡμερῶν προθεσμίαν, δηλ. ὅλως ἀνεπαρκῆ πρὸς σύγκλησιν καὶ συγκρότησιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπεφύλασσον εἰς ἑαυτοὺς συνάμα καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλωσι τὴν σύμβασιν καὶ εἰς τὴν κρίσιν ἰδίων νομικῶν συμβούλων, ὅπως γνωμοδοτήσωσιν οὗτοι, ἂν ἔχῃ ἢ μὴ δικαίωμα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ὑπογράψῃ νομίμως σύμβασιν, ἐπιβάλλουσαν ἐξωτερικὸν ἔλεγχον ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Βασιλείῳ. Ἐκράτουν δ’ οὕτως ὅλας τὰς θύρας ἀνοικτὰς, ὅπως ἐξέλθωσι τῶν διαπραγματεύσεων καὶ ἐγκαταλείψωσι τὸ δάνειον. Ἐπηρεάσθησαν καὶ αὐτοὶ ἐκ τῆς ἐνταῦθα ἐξεγέρσεως τῆς κοινῆς γνώμης, ἢ ἐκ τῶν ἐν τῇ ἀγορᾷ τοῦ Λονδίνου δυσχερειῶν; Περὶ τούτου δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν μετὰ θετικότητος. Πλέον δ’ ἢ πιθανὸν εἶναι, ὅτι ἡ ἐπιφύλαξις αὐτῶν νὰ λάβωσι τὴν γνώμην νομικῶν συμβούλων ἐνδεικνύει τὴν ὑπόνοιαν αὐτῶν, ὅτι σύμβασις θίγουσα τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν κυριαρχίαν ἐλευθέρου Κράτους δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἰσχὺν διὰ τῆς ὑπογραφῆς αὐτῆς παρὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀφοῦ ὑπάρχουσι σπουδαῖοι πολιτειολόγοι καὶ νομομαθεῖς, ἀρνούμενοι τοιοῦτο δικαίωμα καὶ εἰς τὰς Βουλὰς, ἄλλοι δὲ καὶ εἰς αὐτὰς τὰς Ἐθνοσυνελεύσεις. Τοιαύτην γεννᾷ εἰς ἐμὲ ἐντύπωσιν ἡ ὅλη ἐξέλιξις τῶν διαπραγματεύσεων καὶ ὁ συνδυασμὸς τῶν δοθεισῶν πληροφοριῶν περὶ τῶν διαθέσεων τῶν Ἄγγλων τραπεζιτῶν, τῶν διαπραγματευομένων τὸ δάνειον. Ἐκ τῶν τοιούτων δὲ διαθέσεων ἐπῆλθε βεβαίως ἡ ἀποτυχία τῆς συνομολογήσεώς του. Οὕτω δ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ τότε καὶ νῦν, εὑρέθη ἀπέναντι γεγονότος ἀποτελοῦντος τὴν ἀποτυχίαν τῆς οἰκονομικῆς αὐτοῦ πολιτικῆς, ἀντὶ νὰ ἴδῃ αὐτὴν στεφομένην ὑπὸ τῆς ἐπιτυχίας, ὡς εἶχεν ἀναγγείλει εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ χρυσοῦς στέφανος, ὃν προσεδόκα διὰ τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ, μετεβλήθη εἰς μολύβδινον, πιέζοντα αὐτὸν. Κατὰ τὴν ψυχολογικὴν δ’ ἐκείνην στιγμὴν τῆς ἀποτυχίας του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔσχε τὴν ἀνθρώπινον καὶ εὐτυχῆ ἰδέαν νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν ἀρχήν. Ἦτο πράγματι εὐτυχὴς καὶ διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ διὰ τὸν τόπον ἡ ἰδέα, ὅτι αὐτὸς, ὅστις ἐπὶ δεκαετίαν παρίστα τὴν Ἑλλάδα ὡς πλουσίαν καὶ ὡς ἔχουσαν ἰσοζύγια καὶ περισεύματα καὶ ἀπόφασιν νὰ μὴ θίξῃ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς, δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποδοκιμάσῃ ἑαυτὸν, καὶ διαψεύδων τὰς διαβεβαιώσεις καὶ ὑποσχέσεις, ἃς ἔδιδε καὶ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν κοινὸν καὶ εἰς τὸν ἔξω κόσμον, νὰ παραστήσῃ τὴν Ἑλλάδα ὡς πτωχὴν, ἀνίκανον νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της καὶ ἔχουσαν ἀνάγκην τῆς ἐπιεικείας τῶν δανειστῶν αὐτῆς. Εἶναι δὲ λυπηρὸν καὶ διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὡς ἕνα τῶν κυριωτέρων πολιτευτῶν τῆς Ἑλλάδος, καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα αὐτὴν, διότι τόσον ὀλίγον καιρὸν διήρκεσεν ἡ εὐτυχὴς αὕτη ἰδέα. Ὁ Βασιλεὺς μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Τρικούπη ἠθέλησε νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν ὅσῳ τὸ δυνατὸν ἰσχυροτέραν καὶ σοβαρωτέραν. Γηραιὸς πολιτευτὴς, ὁ κ. Σωτηρόπουλος, εἶχεν ἐκφράσει διὰ τῆς δημοσιογραφίας ἰδέας περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Παραδέχετο οὗτος τὴν ἐπάρκειαν τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ δὲν ἀπέκρουε κατηγορηματικῶς καὶ τὴν ἀνεπάρκειαν αὐτοῦ. Ἡ Α. Μ. ἐπεφόρτισε τὸν κ. Σωτηρόπουλον, ὡς πάντες γνωρίζετε, νὰ συνεννοηθῇ μετὰ διαφόρων πολιτευομένων περὶ τοῦ σχηματισμοῦ σοβαρᾶς Κυβερνήσεως. Οὗτος δὲ, ἀμφιταλαντευθεὶς ἐπί τινα καιρὸν μεταξὺ ἀνεπαρκείας καὶ ἐπαρκείας, κατέληξεν εἰς συννενόησιν μετὰ τῶν πολιτευομένων ἐκείνων, οἵτινες κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον τῆς Βουλῆς, καίτοι ἐπικρίνοντες τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ παριστῶντες αὐτὸν ὡς παρουσιάζοντα πολλῶν ἑκατομμυρίων ἔλλειμμα, οὐχ ἧττον παρίστων τὸ Δημόσιον ἐν πλήρει ἐπαρκείᾳ, καὶ ὑπερακοντίζοντες τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν, ἐβεβαίουν τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ Κράτος δύναται νὰ διοικηθῇ ἄνευ δανείων καὶ ἄνευ πτωχεύσεως. Ἐσχημάτισε δὲ ὁ κ. Σωτηρόπουλος τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, βεβαιώσας καὶ ἐγγράφως τὸν Βασιλέα, ὡς πάντες γνωρίζομεν καὶ ὡς ἀναφέρει καὶ ὁ ἴδιος ἐν τῇ δημοσιευθείσῃ ἐκθέσει του πρὸς τὴν Μεγαλειότητά Του, ὅτι θέλει ἐπαρκέσει εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς δανειστάς του. Ὁ σχηματισμὸς τοιαύτης Κυβερνήσεως δὲν ἀπῄτει βεβαίως μήτε τὴν σύγκλησιν μήτε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ἀνεδέχθη αὕτη νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐφαρμόζουσα τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐπιδοκιμάσει ἡ Βουλὴ ὡς πολιτικὴν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, καὶ οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀνάγκη, ὅπως ἡ Βουλὴ ἢ τὸ ἔθνος ἐκφράσῃ ἐκ νέου τὴν γνώμην αὐτοῦ. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχει ὠφέλειά τις νὰ φθάνωμεν εἰς ὑπερβολὰς ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ καὶ τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Ἀπεναντίας νομίζω τοῦτο πολλαχῶς ἐπιβλαβές. Τὸ πολίτευμα ἡμῶν δὲν εἶναι ἀκράτως κοινοβουλευτικὸν, ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ εἰλικρινῶς συνταγματικόν. Ἀκράτως κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματά εἰσι τὰ τῶν ἐθνῶν ἐκείνων, ὧν αἱ Βουλαὶ δὲν εἶναι μόνον νομοθετικὰ καὶ πολιτικὰ σώματα, ἀλλὰ διαχειρίζονται τὸ σύνολον τῆς ἐξουσίας, ἥτις ἀνήκει εἰς τὸ ἔθνος, καὶ ἀποτελοῦσι διαρκῆ καὶ πλήρη Ἐθνοσυνέλευσιν, μὴ περιοριζόμεναι ὑπὸ καταστατικοῦ νόμου, καθορίζοντος τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας αὐτῶν, καὶ δεσμευόμεναι μόνον ὑπὸ τῶν συμβάσεων τῶν Charles, τῶν ὁριζουσῶν τὰς μεταξὺ ἔθνους καὶ Βασιλείας σχέσεις. Τοιοῦτον εἶναι καὶ τὸ πολίτευμα τῆς Ἀγγλίας, ὅπου αἱ Βουλαὶ ἀποτελοῦσιν Ἐθνοσυνέλευσιν, δυναμένην κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ μεταβάλῃ καὶ τροποποιήσῃ τοὺς ὅρους τοῦ πολιτεύματος, ὅπως ἂν αὐτὴ νομίσῃ συμφερώτερον διὰ τὸ ἔθνος, ὑπὸ μόνον τὸν περιορισμὸν νὰ σεβασθῇ τὰς μεταξὺ τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Βασιλείας συμβάσεις. Παρ’ ἡμῖν ὅμως, ὡς καὶ ἐν πλείστοις ἄλλοις εὐρωπαϊκοῖς Κράτεσι, τὸ πολίτευμα στηρίζεται ἐπὶ καταστατικοῦ νόμου, ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ὅπερ θέτει τὰ ὅρια τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν, ἐν αἷς καὶ ἡ Βουλὴ, καὶ ἀφίνει εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν τὴν ἐξάσκησιν τοῦ συνόλου τῆς ἐξουσίας, ἥτις ἀνήκει εἰς τὸ ἔθνος. Δὲν δυνάμεθα ἑπομένως ἡμεῖς, ἐφαρμόζοντες τὸ πολίτευμα ἡμῶν, νὰ ἐξέλθωμεν τοῦ γράμματος ἢ τοῦ πνεύματος τοῦ Συντάγματος, ὅπερ ἀποτελεῖ τὴν βάσιν αὐτοῦ. Κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲ, ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς Ὑπουργοὺς αὐτοῦ, ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ. Εἷς δὲ ὑπάρχει περιορισμὸς εἰς τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ Βασιλέως, ὁ ἐκ τῶν πραγμάτων προερχόμενος. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ διοικήσῃ τὴν χώραν. Διὰ νὰ πράξῃ δὲ τοῦτο, πρέπει νὰ ᾖναι ἐν ἁρμονίᾳ μετὰ τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ λάβῃ παρ’ αὐτῆς τὰ ἀναγκαῖα νομοθετήματα, ἅτινα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν διοίκησιν τῆς χώρας, Ἐν ἐλλείψει δὲ τοιαύτης ἁρμονίας, πρέπει νὰ παραιτηθῇ, διὰ νὰ ἔλθῃ ἄλλη Κυβέρνησις καὶ ἐπιτύχῃ τοῦτο. Ἡ Κυβέρνησις δὲ τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ἐλθοῦσα εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὅπως ἀκολουθήσῃ τὴν πορείαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, δὲν εἶχεν ἀνάγκην, ἐὰν ἐπρόκειτο τοῦτο νὰ πράξῃ, νὰ λάβῃ ἐκ νέου τὴν ἐκφρασθεῖσαν ἤδη ὑπὲρ τῆς πορείας ταύτης γνώμην τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως ταύτης τὰ ἀποτελοῦντα αὐτὴν πρόσωπα, τὰ ἐπαγγελλόμενα τὸν οἰκονομολόγον, ἐγνώριζον τὴν κατάστασιν τοσοῦτον, ὥστε ἐνόμιζον, ὅτι ἀναῤῥιχώμενοι εἰς τὴν ἐξουσίαν ἤθελον εὕρει τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους πλήρη χρημάτων, μὴ δυνάμενα νὰ ἀντιληφθῶσιν, ὅτι τὰ εἰσπραττόμενα ἔσοδα τοῦ Κράτους μόλις ἤρκουν εἰς τὰς πολλὰς καὶ ποικίλας αὐτοῦ ἀνάγκας. Ἐπίστευον, ὅτι ἤθελον εὕρει τὰς ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων εἰσπράξεις κατατεθειμένας εἰς τὰς Τραπέζας, καὶ ἠγνόουν ἐκεῖνο, ὅπερ πᾶς ὁ ἀκολουθῶν καὶ κατ’ ἐλάχιστον τὴν πορείαν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Δημοσίου ἐγνώριζεν, ὅτι δηλαδὴ τὸ πλεῖστον, τὸ κυριώτερον μέρος τῶν εἰσπράξεων τούτων εἶχεν ἤδη διατεθῆ διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ τοκομεριδίου τῆς 1 Ἀπριλίου. Ἐπίστευον, ὅτι τὸ Δημόσιον χαίρει ἀκόμη πίστιν, καὶ ὅτι θὰ ἠδύναντο καὶ εἰς αὐτὴν νὰ καταφύγωσι πρὸς πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων τοῦ Ἰουλίου, δανειζόμενοι, ἔστω καὶ κατὰ παράβασιν μιᾶς τῶν περιφήμων ἀρχῶν αὐτῶν, τοῦ νὰ διοικήσωσιν ἄνευ δανείων καὶ ἄνευ πτωχεύσεως, καὶ δὲν ἐνόησαν ὅτι, ἂν εἶχεν ἀπομείνει τοιαύτη πίστις εἰς τὸ Δημόσιον, ὁ κ. Τρικούπης ἤθελον ἐξαντλήσει αὐτὴν μέχρι τρυγὸς, ὅπως μείνῃ ἔστω καὶ μίαν ἀκόμη ἡμέραν εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ὅτε δ’ ὡς Ὑπουργοὶ ἦλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἶδον ὅτι δὲν ὑπῆρχον τὰ χρήματα, ἅτινα ἐφαντάζοντο, ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους, οὔτε αἱ ἐξ ὑπεγγύων προσόδων εἰσπράξεις ἐν ταῖς Τραπέζαις, ὅτε ἐζήτησαν νὰ δανεισθῶσι, καὶ εἶδον, ὅτι καὶ ἡ πίστις τοῦ Δημοσίου καὶ αἱ Τράπεζαι ἦσαν ἐξηντλημέναι, τότε ἔμειναν ἐνεοὶ, εὑρέθησαν, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐν ἀπογνώσει, τὰ ἔχασαν, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον, καὶ ἐνόμισαν ὅτι εὑρίσκοντο ἐν φρενοκομείῳ. Μὴ ὄντες εἰς θέσιν νὰ ἐννοήσωσι τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῶν πραγμάτων καὶ μὴ ἐννοήσαντές ποτε αὐτὴν, εὑρέθησαν φυσικῶς ἐν ἀπογνώσει, ὅταν τὰ πράγματα αὐτὰ ἐπεβλήθησαν ἐπ’ αὐτῶν. Ἐν ἀπογνώσει εὑρίσκεται πᾶς ἄνθρωπος, ἐπιχειρῶν ἔργα ἀνώτερα τῶν δυνάμεων καὶ τῶν γνώσεων αὐτοῦ· ἐν ἀπογνώσει θὰ εὑρεθῇ ὁ ἰατρὸς, ὅστις ἤθελε προσκληθῆ νὰ διεξαγάγῃ δίκην ἐνώπιον δικαστηρίου, καὶ ὁ δικηγόρος, ὅστις ἤθελε προσκληθῆ νὰ θεραπεύσῃ ἀσθενῆ. Ἐν ἀπογνώσει δὲ εὑρεθέντες, δὲν ἠδυνήθησαν, καίτοι ἔχοντες ἐνώπιον αὐτῶν πάντα τὰ ἐπίσημα στοιχεῖα, νὰ μορφώσωσι γνώμην ἰδικήν των περὶ τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως τῆς χώρας καὶ τῶν δυσχερειῶν, καθ’ ὧν παλαίει, καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς θεραπείας αὐτῶν, ἀλλ’ ἐστάθησαν ἀναμένοντες τὴν ἄφιξιν τοῦ ἐκ Λονδίνου προξένου τῆς Ἑλλάδος, ὅστις ἐχρησίμευεν ὡς εἷς τῶν μεσαζόντων κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ ἀποτυχόντος δανείου, καὶ ὅστις τηλεγραφικῶς εἶχεν ἀναγγείλει τὴν ἐκεῖθεν ἀναχώρησίν του. Ἤλπισαν ἴσως, ὅτι ἤθελε φέρει εἰς αὐτοὺς τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ζητήσαντες πανταχοῦ, καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, δὲν εἶχον δυνηθῆ νὰ εὕρωσιν. Ὁ πρόξενος ὅμως οὗτος δὲν ἔφερεν εἰς αὐτοὺς τὸ δάνειον, ἀλλὰ τὴν μετάφρασιν τῆς συμβάσεως, διὰ τῆς ὁποίας εἶχε κανονισθῆ πρὸ τριετίας ἡ πτώχευσις τῆς Ἀργεντινῆς Δημοκρατίας. Ἡ πρώτη ἐντύπωσις τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν ἦτο, ὅτι ἡ πρᾶξις, ἣν ἐπρότεινεν εἰς αὐτοὺς ὁ πρόξενος τῆς Ἑλλάδος, ἦτο πρᾶξις ἄτοπος καὶ ἐπιβλαβὴς διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀντέκειτο δὲ καὶ εἰς τὰς ἀρχάς, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθησαν, ὅπως ἀναῤῥιχηθῶσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ταχέως ὅμως ἐπείσθησαν διὰ τῶν ἐπιχειρημάτων τῶν ἐνδιαφερομένων, ὅτι ἡ συνομολόγησις τῆς προτεινομένης συμβάσεως παρέχει εἰς αὐτοὺς ἔδαφος διετοῦς διαμονῆς ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, καὶ ὅτι τὸ ἔδαφος τοῦτο μὲ δόσιν τινὰ θάῤῥους θὰ δυνηθῶσι νὰ τὸ παραστήσωσιν εἰς τὸ κοινὸν ὡς ἔδαφος κατάλληλον πρὸς διόρθωσιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν. Διετὴς διαμονὴ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς διάστημα ἱκανοποιοῦν μίαν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ὑπέγραψαν δὲ τὴν σύμβασιν καὶ τὸ γνωστὸν διάταγμα τῆς 30 Μαΐου, τὸ πλάττον τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, ἀφήσαντες εἰς βάρος ἄλλων καὶ τῆς χώρας τὰ μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς διετίας ἀποτελέσματα αὐτοῦ. Πεισθέντες ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ αὐτοὶ νὰ μείνωσιν ἐπὶ διετίαν εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ ἄλλοι νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ Ἑλλὰς θέσιν, δὲν ἀποτελεῖ χρεωκοπίαν, ἀλλ’ ἔδαφος ἔντιμον καὶ τακτικὸν πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς, ἐλησμόνησαν ὅλας τὰς ἐπαγγελίας καὶ τὰς ἀρχὰς αὐτῶν· δὲν ἐνόησαν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, πληρόνον τὰ χρέη αὐτοῦ οὐχὶ διὰ χρυσοῦ, ἀλλὰ διὰ χαρτίνων ἀποδείξεων, οὐ μόνον πτωχεύει, ἀλλὰ καὶ χρεωκοπεῖ· δὲν ἐνόησαν, ὅτι παρανομοῦσι, διότι ἄνευ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς παραβιάζουσιν ἰσχύοντας νόμους τοῦ Κράτους καὶ ἄλλους, ἰδίως δὲ τοὺς περὶ τῶν ὑφισταμένων δανείων. Ἀπέναντι δὲ τοῦ ἐπιχειρήματος, ὅτι ἀποκτῶσιν ἔδαφος διετοῦς διαμονῆς ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, δὲν ἐνόησαν, ὅτι ἐξέλιπεν ἡ περίστασις, καθ’ ἣν δὲν ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ καλέσωσι τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, καὶ ὅτι μόνον διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς ἠδύναντο νὰ πράξωσιν ὅ,τι αὐτοὶ ἔπραξαν. Παρανομήσαντες δὲ, δὲν ἠδυνήθησαν καὶ νὰ ἐννοήσωσι τίνα σημασίαν ἔχει διὰ τὴν Ἑλλάδα τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, καὶ ἐξακολουθοῦσι καὶ μέχρι σήμερον μακαρίως πιστεύοντες, ὅτι δὲν ἐπτώχευσαν τὴν Ἑλλάδα, ἐνῷ ἐχρεωκόπησαν αὐτήν. Ἤθελον ἀντιληφθῆ τούτου, ἂν ἠδύναντο νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτε ὑπέγραφον τὴν σύμβασιν μετὰ τῶν κ. κ. Χάμπρο καὶ τὸ διάταγμα τῆς 30 Μαΐου, τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν αὐτῶν, ἐξετάζοντες ὑπὸ τίνας ὅρους ἐφηρμόσθη ὅμοιον μέτρον ἐν ἄλλοις Κράτεσι. Τὸ μέτρον τοῦτο ἐφηρμόσθη ἐν τῇ Ἀργεντινῇ Δημοκρατίᾳ, ἀλλ’ ὑπὸ ὅρους καὶ περιστάσεις ὅλως ἀλλοίας ἐκείνων, ἐν αἷς εὑρίσκεται σήμερον ἡ Ἑλλάς. Ἡ Ἀργεντινὴ Δημοκρατία εἶναι Κράτος πλουσιώτατον, ἔχει ἔκτασιν 2,790,000 τετραγωνικῶν χιλιομέτρων, ἤτοι τεσσαρακονταπλασίαν καὶ πλέον τῆς Ἑλλάδος, ἥτις ἔχει ἔκτασιν 65,000 τετραγωνικῶν χιλιομέτρων. Ἔχει γαίας πλουσιωτάτας, ὧν πολλαὶ συγκρίνονται μὲ τὰς γαίας τῆς Αἰγύπτου, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς ἐλαχίστας ἔχει τοιαύτας γαίας. Ἔχει κατοίκους 4,000,000, ὁ δὲ πληθυσμὸς αὐτῆς, ἐκτὸς τῆς φυσικῆς αὐτοῦ αὐξήσεως, αὐξάνει συνάμα καὶ διὰ τῶν ἀποίκων, οἵτινες μεταβαίνουσιν ἐκεῖ ἐξ Εὐρώπης καὶ οἵτινες εἶχον φθάσει εἰς 250.000 περίπου κατ’ ἔτος, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς ἔχει πληθυσμὸν 2,200,000, ἄποικοι δὲ δὲν ἔρχονται εἰς αὐτήν. Ἡ Ἀργεντινὴ Δημοκρατία ἐξάγει ἐτησίως προϊόντα ἀξίας 700,000,000 φράγκων χρυσῶν, εἰσάγει δὲ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ διὰ τὰς ἀνάγκας της ἀντικείμενα ἀξίας 460,000,000, ἐπιτυγχάνουσα οὕτω περίσσευμα μεταξὺ ἐξαγωγῆς καὶ εἰσαγωγῆς 240,000,000 φρ., ὅπερ λαμβάνει εἰς νόμισμα, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς διὰ τῆς ἐξαγωγῆς αὐτῆς μόλις ἀπολαμβάνει τὰς ἀξίας καὶ τὸ νόμισμα, ὅπερ ἀπαιτεῖ ἡ εἰσαγωγή της. Ἡ Ἀργεντινὴ Δημοκρατία εὑρέθη πρὸ τριῶν ἐτῶν εἰς δυσχερείας ἀναλόγους τῶν ἰδικῶν μας, διότι καὶ ἐκεῖ εἷς Πρόεδρος αὐτῆς ἐφήρμοσε τὴν πολιτικὴν, τὴν κληθεῖσαν μεγαλομανῆ· ἀλλὰ τὸ Κράτος τοῦτο, εὑρεθὲν ἐνώπιον στιγμιαίων στενοχωριῶν, εὑρίσκετο συνάμα καὶ ἐνώπιον πραγματικοῦ πλούτου, ἐνώπιον ταχείας καὶ ἀναμφισβητήτου ὑλικῆς ἀναπτύξεως. Ἐδικαιοῦτο ἑπομένως ἐν πλήρει καλῇ πίστει νὰ παραδεχθῇ, ὅτι, κεφαλαιοποιοῦν τοὺς τόκους τῶν χρεῶν του καὶ ὑποσχόμενον τὴν μετὰ τρία ἔτη ἐπανάληψιν τῆς εἰς χρυσὸν πληρωμῆς αὐτῶν, δὲν πλανᾶται, μήτε πλανᾷ. Καὶ ἡ Ἀργεντινὴ δὲ Δημοκρατία, μὲ ὅλον τὸν πλοῦτον καὶ τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῆς, δὲν ἠδυνήθη, μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς τριετοῦς προθεσμίας τοῦ δανείου τῆς κεφαλοποιήσεως, νὰ ἐκτελέσῃ πλήρεις τὰς ἀναληφθείσας ὑποχρεώσεις, καὶ ἠναγκάσθη ν’ ἀναβάλῃ ἐπί τινα ἔτη τὴν πληρωμὴν τοῦ πέμπτου τῶν χρεῶν αὐτῆς.
§62ΡΑΛΛΗΣ. Ἐλησμονήσατε νὰ μᾶς εἴπητε, ὅτι κυκλοφοροῦν γραμμάτια.
§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θὰ παραλείψω καὶ τοῦτο. Κυκλοφοροῦν ἐκεῖ γραμμάτια ἀναλογοῦντα εἰς 500 περίπου φράγκα κατ’ ἄτομον, ποσὸν δηλ. πλέον ἢ ὑπερβολικὸν, καὶ οὗτινος ἡ ἔκδοσις ὀφείλεται εἰς τὴν ἐκεῖ ἐφαρμοσθεῖσαν σπάταλον πολιτικήν· ἀλλὰ μ’ ὅλον τὸ ὑπέρογκον ποσὸν τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων κυκλοφορεῖ οὐχ ἧττον χρυσὸς ἄφθονος ἐν Ἀργεντινῇ, διότι αὕτη εἰσάγει τοιοῦτον διὰ τῶν προϊόντων, ἅτινα παράγει καὶ πέμπει εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἄν δ’ ἐξακολουθῇ κυκλοφοροῦν ἐν Ἀργεντινῇ τοσοῦτον ὑπέρογκον ποσὸν γραμματίων καὶ ἄν τὸ μεταλλικὸν νόμισμα ὑπερτιμᾶται κατὰ 225%, δὲν σημαίνει τοῦτο, ὅτι τὸ Κράτος τοῦτο δὲν ἔχει πλοῦτον, ἢ δὲν ἔχει μεταλλικὸν νόμισμα, ἀλλ’ ὅτι πρὸς τὸ μεταλλικὸν ὑπάρχει καὶ τὸ χάρτινον νόμισμα, τὸ ὁποῖον καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον καὶ διὰ τὸ ὑπερβολικὸν τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ ὑπετιμήθη τοσοῦτον. Ἄν δὲ ἡ Ἀργεντινὴ Δημοκρατία δὲν ἠλάττωσε καὶ δὲν ἀπέσυρε τὸ κυκλοφοροῦν χάρτινον νόμισμα, τοῦτο προέρχεται οὐχὶ ἐκ νομισματικῶν ἢ οἰκονομικῶν στενοχωριῶν τῆς χώρας, ἀλλ’ ἐξ ἀνωμαλιῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ἐκ τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον θέλουσι νὰ ἐφαρμόσωσιν, ὅπως ἀποσύρωσι τὸ νόμισμα τοῦτο οὐχὶ εἰς τὴν ὀνοματικὴν, ἀλλ’ εἰς τὴν τρέχουσαν αὐτοῦ τιμὴν, θεωροῦντες τὸ μέτρον τοῦτο ὠφέλιμον καὶ διὰ τὸ Δημόσιον καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν.
§64ΡΑΛΛΗΣ. Διατὶ δὲν ἀποσύρουν τὰ γραμμάτια, ἀφοῦ ὑπάρχει χρυσός;
§65ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σᾶς εἶπον διατί. Δὲν τὸ πράττουν δ’ ἴσως καὶ διότι, μολονότι ἡ κοινωνία ἔχει χρυσὸν, δὲν ἔχει ὅμως τὸ Δημόσιον ἀρκετὸν τοιοῦτον, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἐξαγορὰν τῶν γραμματίων. Θὰ προβῇ δὲ, ὑποθέτω, εἰς αὐτὴν, ὅταν τὸ Δημόσιον θὰ ἔχῃ ἀρκετὸν χρυσόν. Ὤφειλε δὲ ἡ Ἀργεντινὴ Δημοκρατία, ἥτις παρεδέχθη τὸ μέτρον τοῦτο ὡς μέσον ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων της, τὸ ποσὸν φρ. 45 ἑκατομμυρίων περίπου κατ’ ἔτος, ἀπέναντι προϋπολογισμοῦ ἐσόδων ὑπερβαινόντων τὰ 250 ἑκατομμύρια εἰς γραμμάτια καὶ τὰ 50 ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει διὰ τὰ δάνεια αὐτῆς 31½ ἑκατομμύρια χρυσῶν φράγκων κατ’ ἔτος, ἔχει δὲ προϋπολογισμὸν πραγματικῶν ἐσόδων μὴ ὑπερβαινόντων τὰ 90 ἑκατομμύρια εἰς γραμμάτια καὶ τὰς 500 χιλιάδας, τὰς ἐκ τῶν προξενικῶν τελῶν, εἰς χρυσόν. Τὸ μέτρον τῆς κεφαλαιώσεως τῶν τόκων, ὅπερ ἐθεωρήθη μὲν ὡς ἀναμφισβήτητος πτώχευσις καὶ διὰ τὴν Ἀργεντινὴν Δημοκρατίαν, ἀλλ’ ἐθεωρήθη συνάμα καὶ ὡς μέτρον δυνάμενον νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν της, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς τοιοῦτον διὰ τὴν Ἑλλάδα παρ’ ἀνθρώπων δυναμένων νὰ μελετήσωσι καὶ ἀντιληφθῶσι τὴν κατάστασιν αὐτῆς. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ θεωρηθῇ ὡς πτώχευσις, ἀφοῦ ὡς τοιαύτη ἐθεωρήθη καὶ διὰ τὸ Κράτος, διὰ τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη ὡς δυνάμενον νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν του. Ὅταν δ’ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐνόμισεν ἐπιτρεπόμενον εἰς αὐτὴν νὰ πράξῃ τι καθ’ ὁλοκληρίαν ἀντίθετον τῶν ὅσων ἐπηγγέλλετο καὶ τῶν ὅσων ὑπεσχέθη, νὰ πράξῃ τι παραβιάζον νόμους ὑφισταμένους καὶ ἰσχύοντας, ὤφειλεν ἀναμφισβητήτως νὰ ζητήσῃ τὴν σύμπραξιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Δὲν ἐπετρέπετο δ’ ἐπίσης εἰς αὐτὴν, τὸ δυστύχημα τῆς πτωχεύσεως νὰ τὸ μεταβάλῃ εἰς χρεωκοπίαν, εἴτε ἐν γνώσει, εἴτε καὶ διότι δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ ἀντιληφθῇ, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον νὰ πληρώσῃ μετὰ δύο ἔτη 35 ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν, ἀφοῦ σήμερον δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ μήτε 10 ἑκατομμύρια. Δὲν ἦτο δυνατὸν ἐν τῷ ἔξω κόσμῳ ἡ τοῦτο πράττουσα Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ μὴ θεωρηθῇ εἴτε ὡς καθ’ ὁλοκληρίαν ἀνίκανος καὶ ἀνεπαρκής, εἴτε ὡς κακῆς πίστεως.
§66ΡΑΛΛΗΣ. Διεμαρτυρήθη τις κατὰ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως; Τοῦτο ἐνδεικνύει τὴν χρεωκοπίαν· ἀλλὰ μήτε μία διαμαρτύρησις ἐγένετο.
§67ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Γνωρίζομεν, ὅτι διεμαρτυρήθησαν ἐν Γερμανίᾳ. Πάντες δὲ γνωρίζομεν, πῶς ἔκριναν ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἐν Ἑλλάδι τὸ μέτρον τῆς κεφαλαιώσεως τῶν τόκων, καὶ δὲν νομίζω ἀναγκαῖον, μεθ’ ὅσα εἶπον, νὰ εἰσέλθω εἰς πλειοτέραν περὶ τούτου ἀνάπτυξιν. Καὶ ἡ ἀνεξάρτητος δημοσιογραφία τῆς Εὐρώπης καὶ τὰ χρηματιστήρια ὡς χρεωκοπίαν τὸ ἐχαρακτήρισαν. Ἔχομεν οὕτω, Κύριοι, δύο γεγονότα, τὸ τῆς πτωχεύσεως, τῆς ἀδυναμίας δηλαδὴ τοῦ Κράτους νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του, τοῦ ὁποίου πλήρη καὶ ἀμέριστον φέρει τὴν εὐθύνην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ τὸ τῆς χρεωκοπίας, διὰ τὴν ὁποίαν συνευθύνεται ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Ἡμεῖς ἔχομεν καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ μεμφθῶμεν τὴν Κυβέρνησιν ταύτην οὐ μόνον διὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο, καὶ διὰ τὴν παραβίασιν ἰσχυόντων νόμων ἄνευ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν κατάπτωσιν, εἰς ἣν ἔφερε τὸ πολιτεύεσθαι ἐν Ἑλλάδι. Οἱ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀντιπολιτευόμενοι τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος των καὶ ἐκφράζοντες γνώμας ἀντιθέτους τότε μόνον ἐκτελοῦσι καθῆκον, ὅταν ἔχωσι συνάμα καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰς γνώμας των ταύτας θὰ σεβασθῶσιν, ἄν ποτε ἔλθωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν τοῦτο δὲν ἐπεβάλλετο εἰς τοὺς ἀντιπολιτευομένους, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἤθελεν ἀποβῆ οὐχὶ Ἀντιπολίτευσις πρὸς Κυβέρνησιν κακῶς πράττουσαν, ἀλλ’ Ἀντιπολίτευσις πρὸς τὸ ἔθνος καὶ τὰ συμφέροντα αὐτοῦ. Ἤθελε δ’ οὕτω μεταβληθῆ τὸ πολιτεύεσθαι εἰς ταπεινὴν ἅμιλλαν φιλαρχίας, ἀντὶ τῆς εὐγενοῦς ἁμίλλης τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος, οἷον πρέπει νὰ ᾖ. Ἀλλ’ ἂν ἡμεῖς, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ἔχωμεν τοιοῦτον δικαίωμα καὶ καθῆκον, ὀλιγώτερον ἔχει τοιοῦτον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὗτινος ἔργον εἶναι τὸ πραγματικὸν δυστύχημα τῆς χώρας ἡμῶν, ἡ ἀνεπάρκεια αὐτῆς καὶ ἡ πτώχευσις, τῆς ὁποίας ἁπλῆ ἀνέλιξις εἶναι τὸ χρεωκοπικὸν δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως τῶν τόκων. Εἶναι δὲ ζήτημα, ἄν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν ψυχολογικὴν στιγμὴν, εἰς ἣν εὑρέθη, ὅτε ἀπέτυχε τὸ δάνειον, δὲν ἤθελεν ἐπηρεασθῆ ἐκ τῆς λογικῆς καὶ ὀρθῆς σκέψεως νὰ παραιτηθῇ τὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ἤθελεν ἀπεναντίας ἀφεθῆ νὰ ὁδηγηθῇ ἐκ τῆς ἐπιθυμίας τῆς κατοχῆς τῆς ἐξουσίας, ἥτις πάντοτε ἐδέσποσεν αὐτοῦ, καὶ ἤθελεν ἐξακολουθήσει μένων ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, εἶναι ζήτημα, ἄν ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελε πράξει ἄλλο τι ἢ τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως. Ἐμπεριέχει τοῦτο πᾶν ὅ,τι οὗτος ἀγαπᾷ· συμβάσεις μὲ τοὺς παρ’ αὐτοῦ ἀγαπωμένους σημίτας καὶ μὴ σημίτας, προμηθείας, ἐκδόσεις κτλ. καὶ ἤθελε βεβαίως ἑλκυσθῆ παρ’ αὐτῶν. Ἓν μόνον δὲν ἤθελεν ἴσως πράξει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὴν πρᾶξιν τοῦ συνδικάτου, ἥτις, καὶ παρ’ ἰδιωτῶν ἐνεργουμένη, ἐνέχει πολλάκις στοιχεῖα ἀνηθικότητος, εἴς τινας δὲ περιστάσεις θεωρεῖται καὶ ἐγκληματική, ἥτις θεωρεῖται πάντοτε ἀνήθικος, ὁσάκις ἐνεργεῖται τῇ συμπράξει οἱασδήποτε Κυβερνήσεως.
§68ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζετε ὅτι ἦτο τὸ συνδικάτον τῆς Κωνσταντινουπόλεως;
§69Σ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μήπως σεῖς νομίζετε, ὅτι ἦτο τῆς Βουλγαρίας;
§70ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ συκοφαντῆτε ἀορίστως, κύριε Ράλλη. Ἂν τολμᾶτε, εἰπέτε τι ἐπιδεκτικὸν καταμηνύσεως.
§71ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπρόκειτο περὶ πωλήσεως ὡρισμένου ποσοῦ ὁμολογιῶν Φαῖντιγγ.
§72ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ συνδικάτα τὰ σχηματιζόμενα μεταξὺ τραπεζικῶν καταστημάτων πρὸς ἐπιδίωξιν ἐντίμων χρηματιστικῶν πράξεων, ὡς τὸ συνδικάτον, οὗτινος κατὰ τὸ τηλεγράφημα τοῦ κ. Θεοτόκη ἐπεδιώκετο ὁ σχηματισμὸς ἐν Λονδίνῳ πρὸς ἀνάληψιν καὶ ἔκδοσιν τοῦ ἀποτυχόντος δανείου, οὐδὲν ἔχουσι τὸ ἀνήθικον, μήτε τὸ ἐπιλήψιμον. Τὰ συνδικάτα ὅμως, τὰ σχηματιζόμενα παρ’ ἰδιωτῶν πρὸς ἀποπλάνησιν τοῦ κοινοῦ, ταῦτά εἰσι καὶ ἀνήθικα καὶ ἐπιλήψιμα. Τοιοῦτος δ’ ἐδόθη πανταχοῦ χαρακτηρισμὸς εἰς τὰ συνδικάτα, τὰ ὁποῖα σχηματίζουσι Κυβερνήσεις ἐν ἰδίῳ αὑτῶν ὀνόματι καὶ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου. Μοὶ δίδει τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελεν ἴσως προτιμήσει καὶ αὐτὸς τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, καὶ ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεδίωξε τὴν ἀκύρωσιν αὐτοῦ. Τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως ἐγέννησεν ὑποχρεώσεις ὁριστικὰς καὶ ἀναμφισβητήτους, καὶ δικαιώματα τρίτων. Δὲν εἶναι δ’ ἀκριβὲς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ἀττικῆς, ὅτι πᾶσαι αἱ διὰ τοῦ διατάγματος καὶ τῆς μετὰ τῶν κ. κ. Χάμπρο συμβάσεως τῆς 30 Μαΐου ἀναληφθεῖσαι ὑποχρεώσεις ὑπάγονται εἰς τὸν ὅρον τῆς κυρώσεως τῆς Βουλῆς. Ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀντὶ νὰ ἐπιδιώξῃ διὰ τῆς τακτικῆς καὶ νομίμου ὁδοῦ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ διατάγματος καὶ τῆς συμβάσεως τῆς 30 Μαΐου καὶ τοῦ μετ’ αὐτῶν σχετιζομένου νόμου περὶ εἰσπράξεως εἰς χρυσὸν τελῶν τινων, ἐπροτίμησεν, ὡς εἶπεν ὁ ἴδιος, νὰ λακτίσῃ ταῦτα. Οὕτω δ’ ἐνεργήσας, κατ’ ἐλάχιστον ἐπηρεάσθη ἐκ τῶν οὐσιαστικῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, ἀλλὰ κυρίως ἐκ τῆς ἐπιθυμίας νὰ ὑποδείξῃ τὴν δύναμίν του καὶ λακτίσῃ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα, φίλτατα ὄντα αὐτῷ, ὡς ὁ Χάμπρο καὶ ὁ Ἰωαννίδης, καὶ μετ’ αὐτοῦ ἐπὶ ἔτη ἐπωφελῶς δι’ ἑαυτὰ συνεργασθέντα, ἐτόλμησαν νὰ συμπράξωσι μετ’ ἄλλων Ἑλλήνων Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι διὰ παντὸς μέσου ἐπεζήτουν νὰ σχηματίσωσιν ἔδαφος διετοῦς διαμονῆς των ἐν τῇ Κυβερνήσει. Μήτε κἂν ἐπρόσεξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂν λακτίζων τὰ πρόσωπα ταῦτα καὶ τὰ ἔργα αὐτῶν προσῆπτε κηλῖδα εἰς τὴν Ἑλλάδα. Νόμον ψηφισθέντα παρὰ τῆς Βουλῆς, κυρωθέντα παρὰ τοῦ Βασιλέως, δημοσιευθέντα καθ’ ὅλους τοὺς ἀπαιτουμένους ἐξωτερικοὺς τύπους, ἐφαρμοσθέντα ἐπὶ ἑξαμηνίαν καὶ χρησιμεύσαντα εἰς τὴν γέννησιν σχέσεων καὶ συμφερόντων τοῦ τε Δημοσίου καὶ τῆς κοινωνίας, καὶ εἰς τὴν συνομολόγησιν συμβάσεων καὶ μεθ’ Ἑλλήνων καὶ μετὰ ξένων, ἐθεώρησεν ὡς ἀσήμαντον ἔγγραφον καὶ ἠκύρωσε δι’ ἁπλῆς ὑπουργικῆς ἐγκυκλίου. Παρέστησεν οὕτω τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸν ἔξω κόσμον ὡς Κράτος ἀσύντακτον, μὴ γνωρίζον τί ἐστὶ νόμος, καὶ διεπόμενον ἐπὶ ἑξαμηνίαν ὑπὸ ἐγγράφου ἀκύρου, ὅπερ ἐξελάμβανεν ὡς νόμον. Ἔπραξεν οὕτω πρᾶξιν, εἰς τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν τῇ ἀληθεῖ αὐτῆς ἐννοίᾳ καὶ οὐχὶ ἐν τῇ ἐννοίᾳ, μεθ’ ἧς μετεχειρίσθη αὐτὴν χθὲς ὁ κ. Θεοτόκης, ἡ φράσις «ἐξεβαρβάρωσε τὴν Ἑλλάδα» ...
§73ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ γείνῃ διακοπὴ ἐπὶ 5 λεπτά.
§74ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καλλίτερον, ἂν ὁ κ. Καραπάνος ἐπιθυμῇ, ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§75ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προτιμῶ διακοπὴν πέντε λεπτῶν.
§76ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ἐξακολουθήσωμεν αὔριον.
§77Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν θέλητε, ἀναβάλλομεν.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 καὶ 50′ μ. μ.