1893.11.16
2,553 rows · 19,272 words · 205 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 12
τῆς 16 Νοεμβρίου 1893.
(Τρίτη)
Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΡΙΚΑΚΗΣ. Παρὰ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν εἶχον λάβῃ, νὰ μὴ ὁμιλήσω περὶ τῆς βραδύτητος τῶν συνεδριάσεων, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅπως προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὰς ὥρας τῶν συνεδριάσεων. Αἱ ἀπό τινων ἡμερῶν ἀρξάμεναι συζητήσεις ὑποδεικνύουσι τὴν πρὸς ἀνάπτυξιν διάθεσιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἰδίως τῶν δυναμένων νὰ διαπραγματευθῶσι τὰ ὑπὸ συζήτησιν ζητήματα μετὰ πάσης λεπτομερείας. Τοῦτο ἀκριβῶς μοὶ ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἦναι ἀκριβὴς εἰς τὰς ὥρας τῶν συνεδριάσεων. Εἰσέτι δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὰ κύρια ἀντικείμενα τῶν ἐργασιῶν μας· ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι δύο σπουδαῖα ζητήματα συνταράττουσι τὴν κοινωνίαν ὁλόκληρον, τὸ τῶν οἰκονομικῶν καὶ τὸ τῆς σταφίδος, ἀλλὰ περὶ τούτων οὐδεὶς ἐγένετο λόγος, καὶ ὅμως δεκαπέντε ἡμέραι παρῆλθον, ἀφ’ ἧς συνήλθομεν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Βεβαίως οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὰς συζητήσεις, ἢ νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον αὐτῶν, ἀλλ’ ἕκαστος ἔχει δικαίωμα νὰ ὑπενθυμίσῃ εἰς τοὺς συναδέλφους του, ὅτι πρόκειται περὶ τῶν δύο τούτων μεγάλων ζητημάτων, περὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ δοθῇ ὁ ἀναγκαῖος χρόνος πρὸς σκέψιν καὶ ἀπόφασιν. Πρό τινων ἡμερῶν ἐπίσημος δήλωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἔθεσε τὸν τόπον εἰς ἔκτακτον κατάστασιν· ἡ κοινωνία ἀναμένει νὰ ἴδῃ ποῖα θὰ ἦναι τὰ μέσα τῆς θεραπείας. Κατὰ τύχην κατῆλθον σήμερον εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ ὁμολογῶ, ὅτι διάφοροι ἔμποροι μὲ παρεκάλεσαν νὰ εἴπω εἰς τοὺς κ. κ. συναδέλφους, ὅτι ζητοῦσι πράγματα καὶ ὄχι λόγους. Εἶναι ἀνυπόμονοι· «πάσχει τὸ ἐμπόριον, δυσφορεῖ, κινδυνεύει, καὶ σεῖς χάνεσθε, μοὶ λέγουν, εἰς λόγους;» Τοῖς παρέστησα τὴν ἀνάγκην τῶν συζητήσεων πρὸς διαφώτισιν τῶν ζητημάτων, ἀλλὰ τοῦτο δὲν τοὺς παρηγορεῖ· θέλουν ἀποτελέσματα. Παρακαλῶ τοὺς κ.κ. συναδέλφους νὰ συνέρχωνται ἐγκαίρως, καὶ τοῖς ὑπομιμνήσκω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἕκαστος αἰσθάνεται, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ διακόψωμεν τὰς ἐργασίας, οὐδὲ νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἐντεῦθεν, πρὶν τελειώσουν αὐτὰ τὰ δύο μεγάλα ζωτικὰ ζητήματα.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 30 Μαΐου 1893, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 100,000,000. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 15).
§3ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρό τινων ἡμερῶν ἀγορεύων ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς παρέστησεν ὡς ἐξαιρετικὸν εὐεργέτημα τῆς διόδου αὐτοῦ διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ ὅτι ἐν μιᾷ ἑξαμηνίᾳ κατώρθωσε νὰ συλλάβῃ 2,400 φυγοδίκους καὶ φυγοποίνους...
§4ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ληστὰς καὶ φυγοδίκους.
§5ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ οἱ λησταὶ βεβαίως περιλαμβάνονται ἐν τῷ ἀριθμῷ τῶν φυγοδίκων ἢ τῶν φυγοποίνων... Μοὶ ἐφάνη, ὅτι ὁ ἀπαγγελθεὶς ἀριθμὸς δὲν ἦτο τόσον ὑπερμεγέθης, ὥστε νὰ δικαιολογήσῃ τοιαύτην καύχησιν· ἐρευνήσας δὲ τοὺς πίνακας τῶν τελευταίων ἐτῶν, τοὺς τακτικῶς δημοσιευομένους ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, εὗρον ὅτι ὀρθὴ ἦτο ἡ ἀντίληψίς μου. Εὗρον ὅτι ἐν ἔτει 1892...
§6ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπερώτησιν κάμνετε;
§7ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πᾶς ἄλλος ἐδικαιοῦτο νὰ διακόψῃ ἢ ὑμεῖς· περιμένετε καὶ θ’ ἀκούσητε... Ἐξετάσας τοὺς πίνακας τοῦ 1892, εἶδον ὅτι ὑπὸ τὰς τρεῖς διαφόρους Κυβερνήσεις, αἵτινες διῴκησαν τὰ πράγματα κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, συνελήφθησαν 6769 φυγόδικοι καὶ φυγόποινοι, ἐξ οὗ δεικνύεται, ὅτι εἰς ἓξ μῆνας συνελήφθησαν ἄνω τῶν 3,000, καὶ τοῦτο ἄνευ ἐξαιρετικῶν νόμων καὶ ἄνευ ἐκτάκτων μέτρων. Ἐξήτασα καὶ τὸ ἔτος 1893, διὰ νὰ βεβαιωθῶ, ἐὰν τῷ ὄντι οἱ ἓξ τελευταῖοι μῆνες, μετὰ τῶν δρακοντείων ἐξαιρετικῶν μέτρων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἔφερον ἀποτέλεσμά τι μεῖζον τῶν προηγουμένων ἐτῶν, καὶ εὗρον, ὅτι κατὰ Ἰανουάριον, Φεβρουάριον, Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον τοῦ 1893, δηλ. κατὰ τοὺς τέσσαρας πρώτους μῆνας, καθ’ οὓς πᾶσαν τὴν εὐθύνην φέρουσιν ἄλλοι καὶ οὐχὶ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, συνελήφθησαν 2108, δηλ. κατὰ τριακοσίους περίπου ὀλιγώτεροι ἐκείνων, τοὺς ὁποίους συνέλαβεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐπὶ ἑξάμηνον. Ἐξήτασα καὶ τοὺς μῆνας Μάϊον, Ἰούνιον, Ἰούλιον καὶ Αὔγουστον, ἀλλὰ δὲν εὗρον τοὺς πίνακας τῶν μηνῶν Σεπτεμβρίου καὶ Ὀκτωβρίου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ τούτους, διότι ὑποθέτω, ὅτι θέλει βραδύνει ἡ τύπωσις ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκ τούτων λαμβάνων ἀφορμήν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβωσι πρόνοιαν, ὅπως ἐφεξῆς οἱ πίνακες οἱ ἀφορῶντες εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας περὶ συλλήψεως φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων παρέχωσι πληρεστέραν εἰκόνα τῶν πραγμάτων, διότι, ὡς δημοσιεύονται, μικρὰν ἔχουσι χρησιμότητα· δίδεται μὲν συλλήβδην ἔννοιά τις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων, ἀλλὰ πάντες ἀγνοοῦμεν, ἐπισήμως τουλάχιστον, ποία εἶναι ἡ ἀξία τοῦ ἀριθμοῦ τούτου· καὶ εὑρισκόμεθα ἐν τῇ δυσαρέστῳ ἀνάγκῃ νὰ νομίζωμεν, ὅτι ὁ τόπος ἡμῶν διατελεῖ εἰς ὅλως ἔκτακτον κατάστασιν, ἔχων χιλιάδας κακούργων ἐλευθέρων, ἐνῷ εἶναι πιθανόν, ὅτι ἡ ἔρευνα ἐπισταμένη τοῦ πράγματος θέλει ἀποδείξει, ὅτι μέγα μέρος τῶν καταζητουμένων ἀνήκουσιν εἰς τοὺς ἐπὶ πλημμελήμασι καταδικαζομένους ἐρήμην, εἰς τοὺς ἀνακόπτοντας καὶ μὴ παρισταμένους ἐγκαίρως πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἀνακοπῶν καὶ εἰς τοὺς καταδικαζομένους διὰ πλημμελήματα συνεπάγοντα ποινὴν κατωτέραν τῶν ἕξ μηνῶν καὶ τοῦ ἔτους. Νομίζω ὅτι, ἐὰν διατυπώσωμεν πίνακας περιέχοντας τὰς διακρίσεις, τὰς ὁποίας θέλω ὑποδείξει, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἀκριβεῖς εἰδήσεις. Καὶ ἰδοὺ διετύπωσα τὴν ἐπερώτησίν μου, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς, ἐὰν ἐγκρίνωσι, νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλοῦνται οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας περὶ τῶν καθ’ ἕκαστον μῆνα τῶν ἐτῶν 1892 καὶ 1893 (μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου) συλληφθέντων καὶ προσελθόντων φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων μετὰ τῶν ἀκριβῶν διακρίσεων τῶν ἐμφαινομένων ἐν τοῖς συνημμένοις τύποις πινάκων». Ἐὰν ἔχωμεν τοιούτους πίνακας, θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐκτιμήσωμεν τὴν ἀξίαν τῆς γενομένης καταδιώξεως.
§8ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλοὶ περιλαμβάνονται εἰς τὴν τάξιν τῶν λιπομαρτύρων.
§9ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαιότατα. Ἐκ πείρας γνωρίζω, ὅτι τὰ ¾ ἴσως τῶν καταζητουμένων μάτην μένουσι φυγόποινοι· εἶναι ἄνθρωποι,—οὐχὶ κακοῦργοι,—οἵτινες, περιπεσόντες εἰς μικρὰ παραπτώματα, δὲν ἔχουσι τὸ θάῤῥος δι’ οἱονδήποτε λόγον ν’ ἀντιμετωπίσωσι τὴν δικαιοσύνην ἢ τὰς φυλακὰς, διότι, ἂν εἶχον τὸ θάῤῥος, ἤθελον ἐν βραχεῖ χρόνῳ ἀποτίσει τὰ ἀντίποινα τῆς ἀξιοποίνου αὑτῶν πράξεως, καὶ δὲν θὰ παρέμενον εἰς τοιαύτην ἀνώμαλον θέσιν.
§10ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Στεροῦνται πολλάκις καὶ τὰ τέλη.
§11ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ τοῦτο εἶναι πιθανόν. Ὑποθέτω ὅτι οἱ πίνακες, τοὺς ὁποίους ζητῶ, θέλουσι μᾶς φωτίσει. Ἄλλοτε ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐμοῦ συμπράττοντος, ἐζήτησε θεραπείαν τοῦ κακοῦ καὶ δι’ εἰδικοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ τοῦτο, ὡς πᾶς ἔκτακτος νόμος, εἶχε πολλὰ τὰ ἄτοπα. Ἐκ παρομοίας ἀφορμῆς κινούμενος, παρακαλῶ τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀπαντήσωσι καὶ εἰς τὴν ἑπομένην ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει): 1) Ἂν ἠχμαλωτίσθησαν καὶ ἐσφάγησαν ὑπὸ ληστρικῶν συμμοριῶν ἐν Ἑλλάδι πολῖται ἢ ξένοι κατὰ τὰ ἔτη 1890, 1891, 1892 καὶ 1893, πόσοι κατ’ ἔτος καὶ κατὰ μῆνα, ἐν τίσιν ἐπαρχίαις, καὶ κατ’ ὄνομα, καὶ ὑπὸ τίνων συμμοριῶν. 2) Κατὰ τίνων ὡρισμένως, κατ’ ὄνομα, κατὰ δῆμον, ἐπαρχίαν καὶ νομὸν, ἐφηρμόσθη ὁ περὶ ληστείας ἔκτακτος νόμος ἀπὸ Μαΐου 1893 καὶ ἐντεῦθεν· αʹ) ὡς πρὸς τὴν ἐπικήρυξιν, βʹ) ὡς πρὸς τὴν ἐκτόπισιν. Ἐφηρμόσθη μόνον κατὰ τῶν ἐν συμμορίᾳ ληστῶν, ἢ καὶ κατ’ ἄλλων, καὶ τίνων, τίνα δὲ ὡρισμένα ἐγκλήματα διαπραξάντων; Τίνες τῶν ἐπικηρυχθέντων συνελήφθησαν, τίνες ἐφονεύθησαν, τίνες προσῆλθον, πόσοι ὑπολείπονται;»
§12ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Τῶν τελευταίων 5 ἐτῶν.
§13ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τοσούτῳ μᾶλλον εὐχαρίστως θέλω σπεύσει νὰ δώσω τὰς ζητουμένας πληροφορίας, μετὰ τὴν ἐργασίαν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ προηγηθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καθόσον καὶ ἄλλοτε ἐγὼ ἤγειρα φωνὴν περὶ τοῦ ἀδίκου, τὸ ὁποῖον προσγίνεται παρὰ πολλῶν, κατηγορούντων τὸν τόπον, ὅτι κατοικεῖται ὑπὸ ἀνθρώπων κακοποιῶν, φυγοποίνων ἢ φυγοδίκων· διότι εἶχον τὴν πεποίθησιν πάντοτε, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν φυγοποίνων περιλαμβάνει τοὺς ἐξ ἐρημοδικίας τοιούτους, οἵτινες κατὰ τὸ πλεῖστον, προσαγόμενοι ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης ἀθωοῦνται. Θέλω ἐργασθῆ ἐπὶ τούτου, καὶ θέλει καταδειχθῆ, ὅτι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶναι ὀρθή. Ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης δι’ ἐπερωτήσεώς του ἐζήτησε νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Τσαοῦσι εἰς Λουτρὸν, καὶ νὰ δώσω σχετικὰς πληροφορίας, διὰ τίνα λόγον ἀνεστάλησαν αἱ ἐργασίαι ἐπὶ τῆς ὁδοῦ. Καταθέτω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, δίδω δὲ τὰς ἑξῆς πληροφορίας. Ἡ ὁδὸς ἐνεκρίθη κατὰ τὸ 1891, τὸ σχέδιον δ’ αὐτῆς ἐτροποποιήθη τετράκις· τὸ πρῶτον μετεβλήθη ἡ εὐθεῖα ὁδὸς εἰς ὁδὸν μέλλουσαν νὰ στοιχίσῃ εἰς τὸ Δημόσιον περισοτέρας δαπάνας. Κατόπιν, συνεπείᾳ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων, δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου μετεῤῥυθμίσθη τὸ σχέδιον καὶ ἠκολούθησεν ἄλλην γραμμήν· ταύτην δ’ ἠκολούθησεν ἑτέρα μεταβολὴ, συνεπείᾳ παραστάσεων ἄλλων πολιτῶν, ἐνδιαφερομένων ὅπως μεταβληθῇ τὸ σχέδιον. Ἐσχάτως ὁ νομομηχανικὸς, ἄνευ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου,— διότι δὲν βλέπω τοιαύτην διαταγὴν, — ὑπέβαλε διάγραμμα τροποποιήσεως τῆς ὁδοῦ εἰς ὡρισμένα μέρη, καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἔκθεσίν του. Εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον εὗρον τὰ πράγματα, ὅτε μοὶ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι ἡ μεταβολὴ εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ εἰς τοὺς κατοίκους, παραπονουμένους διατὶ δὲν ἐτηρήθη ἡ ἀρχικὴ γραμμή. Παρήγγειλα νὰ σταματήσῃ ἡ ἐργασία, ἵνα ληφθῇ ὁριστική τις ἀπόφασις.
§14Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀναγκάζομαι, Κύριοι, νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς παράπονα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως δι’ ὑπόθεσιν, ἥτις ἀφορᾷ τὸν δῆμον Ἀργείων, τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα. Ἡ πόλις τῶν Ἀργείων κατοικεῖται ἀπὸ 15,000 περίπου ψυχὰς, εἶναι οὐ μόνον ἱστορική, ἀλλὰ μία τῶν μεγαλειτέρων πόλεων τῆς Πελοποννήσου καὶ τῶν μᾶλλον παραγωγῶν. Ἐν τῇ πόλει ταύτῃ ὑπάρχει δημόσιον ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον ᾠκοδομήθη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ἀειμνήστου Καποδιστρίου, κείμενον ἀπέναντι τῆς οἰκίας τοῦ Πρωθυπουργοῦ κ. Τρικούπη, ὅπερ ἐχρησίμευσεν ἔκτοτε ὡς δημοτικὸν σχολεῖον, ἐν ᾧ ἐφοίτων 500 περίπου μαθηταί. Ἐσχάτως ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ ἐπισκευασθῇ ἡ στέγη αὐτοῦ. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον μετέβη ἐπιτοπίως, συνεπείᾳ διαταγῆς τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας κ. Κοσσονάκου, ὁ νομομηχανικὸς πρὸς καταρτισμὸν μερικοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ἐκήρυξε τὴν στέγην τῆς σχολῆς ἑτοιμόῤῥοπον. Τοῦτο ἀκούσας ὁ Δήμαρχος Ἀργείων, ἐγγράφως ἀνέφερεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἅπαξ, δὶς, τρὶς καὶ τετράκις, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον μέχρι σήμερον οὐδὲν ἔπραξεν. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας παρεκάλεσε τὸν καὶ τότε καὶ νῦν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν κ. Τσαμαδὸν νὰ χορηγήσῃ προσωρινῶς διὰ τοὺς μαθητὰς τὰ δωμάτια τοῦ στρατῶνος τοῦ ἱππικοῦ πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν μαθημάτων, ἔκτοτε δὲ, Κύριοι, οἱ μικροὶ αὐτοὶ μαθηταὶ, ἡ τρυφερὰ αὕτη ἡλικία τῆς νεολαίας τοῦ Ἄργους φοιτᾷ ἐν τοῖς σταύλοις καὶ ἐν τοῖς δωματίοις τοῦ στρατῶνος τούτου. Τοῦτο ἀρκεῖ, ἵνα θαυμάσητε τὴν πρόνοιαν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐκπαίδευσιν τῆς μαθητιώσης νεότητος. Παρῆλθον ἔκτοτε δύο ἔτη, ὅτε ἐπανῆλθεν ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω τὰ παράπονά μου διὰ τῆς Βουλῆς, διότι φρονῶ, ὅτι καὶ πάλιν θὰ συμβῶσι τὰ αὐτά. Ὁ δῆμος Ἀργείων πληρόνει κατ’ ἔτος 26,000 δραχμὰς διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ ἐν τούτοις τὰ τέκνα τῶν Ἀργείων φοιτῶσιν ἐν τοῖς δωματίοις τοῦ στρατῶνος τοῦ ἱππικοῦ, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν οὔτε παράθυρα, οὔτε ὑαλοπίνακας. Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διέλθωσι τὸν χειμῶνα οἱ μικροὶ μαθηταὶ ἐν τοιούτοις τοῦ στρατῶνος δωματίοις; Παράπονα τοιαῦτα ὑπέβαλον καὶ εἰς τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας κ. Εὐταξίαν, ὅτε ἐσχόλαζεν ἡ Βουλή. Ὁ κ. Εὐταξίας μοὶ εἶπεν αὐτολεξεὶ «δὲν γνωρίζω τίποτε ἀπ’ αὐτά». Τὸν παρεκάλεσα νὰ διατάξῃ ἢ διενεργήσῃ τὴν ἐν λόγῳ ἐπισκευὴν, μοὶ ἀπήντησε δὲ, ὅτι ἀγνοεῖ περὶ ποίας ἐπισκευῆς ἐπρόκειτο, καθὼς καὶ περὶ τῆς ἐν τοῖς σταύλοις φοιτήσεως τῶν μικρῶν μαθητῶν τοῦ δημοτικοῦ σχολείου. Εἰς πάντα ταῦτα εἶπον αὐτῷ: «Κύριε Ὑπουργὲ, ἐξοδεύσατε ὀλίγα χρήματα πρὸς ἐπισκευὴν τῆς στέγης τοῦ δημοτικοῦ σχολείου Ἄργους». Μοὶ ἀπήντησε «δὲν ἔχομεν», ἐνῷ ἐγνώριζον, ὡς καὶ αὐτὸς, ὅτι ἡ περὶ τούτου χορηγηθεῖσα ὑπὸ τῆς Βουλῆς πίστωσις πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν ἦτο ἀνέπαφος, πλὴν ὀλιγίστης δαπάνης, ἣν ἐδαπάνησε πρὸς τοιαύτας μικρὰς ἐπισκευὰς διὰ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα τῆς ἐπαρχίας του καὶ τῶν φίλων του. Σήμερον ἐπανῆλθεν ἡ Κυβέρνησις, εἰς ἣν πρῶτον ὑπέβαλον τὰ παράπονα τῶν συμπολιτῶν μου, ὑπὲρ ὧν ἀγωνίζομαι, παρακαλῶν νὰ λάβῃ ταῦτα ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας εἶχεν ἀναλάβει μὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ἐπισκευὴν τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος στέγης, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω τί διέταξε τότε. Νομίζω ὅτι διέταξε δημοπρασίαν πρὸς ἀνακαίνισιν τῆς στέγης τοῦ δημοτικοῦ σχολείου Ἄργους, ἡ ὁποία ἀγνοῶ πῶς κατωρθώθη νὰ μὴ ἐγκριθῇ· ὁ τελευταῖος μειοδότης ἦτο ὁ μειοδοτήσας 32% ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ συνταχθέντος παρὰ τοῦ μηχανικοῦ, καὶ οὕτως ἔκτοτε τὰ πράγματα εὑρίσκονται εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν. Τὸ ψῦχος, Κύριοι, θὰ ἀρχίσῃ, ἵνα μὴ εἴπω ἤρχισε, καὶ δὲν γνωρίζουσιν οἱ γονεῖς τῶν μικρῶν μαθητῶν, ποῦ θὰ στείλωσι τὰ τέκνα των πρὸς προφύλαξιν τῆς ὑγείας αὐτῶν. Ἕνεκα τούτου ἐν Ἄργει συνεστήθησαν πολυάριθμα νηπιακὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ἐναντίον τῶν κειμένων νόμων, ἀλλὰ τοῦτο ἐγένετο ἕνεκα τῆς ἀνάγκης τῆς μὴ ὑπάρξεως δημοτικοῦ σχολείου ἐν Ἄργει, καίτοι πληρόνει ἡ πόλις 26,000 δραχμὰς ἐτησίως διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ὅθεν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ συστήσῃ τὴν ταχεῖαν ἀνακαίνισιν τοῦ δημοτικοῦ σχολείου Ἄργους. Τὸ σχολεῖον τοῦτο εἶναι ἓν τῶν ἀρχαιοτέρων ἱδρυμάτων τοῦ Δημοσίου, εἶναι ἱστορικὸν καὶ τὸ μεγαλύτερον καθ’ ὅλας τὰς διαστάσεις τῶν λοιπῶν δημοτικῶν σχολείων τῆς Ἑλλάδος. Τοῦτο ἀληθῶς ᾠκοδομήθη πρὸ ἑξήκοντα περίπου ἐτῶν, καὶ οὐδέποτε ἐπεσκευάσθη. Ἡμεῖς σήμερον ζητοῦμεν τὴν ἀνακαίνισιν καὶ ἐπισκευὴν τῆς στέγης αὐτοῦ, καὶ δὲν ζητοῦμεν νέον κτίριον, ὅπως τὸ Δημόσιον ἐξοδεύσῃ πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν. Παρακαλῶ ἑπομένως θερμῶς, ἐν ὀνόματι τῆς ἐπαρχίας, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, καὶ ἐν ὀνόματι τῆς φιλανθρωπίας, καὶ χάριν τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν τέκνων τοῦ λαοῦ, νὰ διατάξητε τὴν κατασκευὴν καὶ ταχεῖαν ἀποπεράτωσιν τῆς στέγης τοῦ εἰρημένου σχολείου.
§15ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Ὁ ἐμὸς συνάδελφος καὶ συμπολίτης ἐπηρώτησε τὴν Κυβέρνησιν καί πως ἐμέμψατο αὐτῆς, ὅτι παρημέλησε νὰ λάβῃ πρόνοιαν διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῆς δημοτικῆς σχολῆς τῶν ἀῤῥένων ἐν Ἄργει. Ἡ ἐπερώτησις αὕτη εἶναι ἄσκοπος καὶ ἡ μομφὴ ἄδικος, εἴτε κατὰ τῆς σημερινῆς ὑπὸ τὸν κ. Τρικούπην Κυβερνήσεως, εἴτε κατὰ τῆς προηγουμένης ὑπὸ τὸν αὐτὸν κ. Τρικούπην. Ἐγὼ, Κύριοι, καὶ μετ’ ἐμοῦ, πιστεύω, ἅπασα ἡ πόλις Ἄργους, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἔχομεν ἀφορμὰς νὰ εὐγνωμονῶμεν πρός τε τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν καὶ ἰδίως πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς καὶ πρὸς τὸν κ. Δραγούμην, τὸν ἐπὶ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη προσωρινῶς τότε διευθύνοντα τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, διότι ἀμφότεροι οἱ ῥηθέντες ἀξιότιμοι Ὑπουργοί, ἐπὶ ταῖς παραστάσεσιν ἐμοῦ, ἐπεδείξαντο μεγίστην προθυμίαν καὶ δραστηριότητα, ὅπως θεραπεύσωσιν ἀνάγκην προφανῆ καὶ ἐπείγουσαν τῆς πόλεως Ἄργους, τὸ τοιοῦτον δὲ αἴσθημα ἐπεβάλλετο καὶ πρὸς τὸν κ. συνάδελφον τὸν ἐπερωτήσαντα. Τῷ ὄντι, Κύριοι, κατὰ τὸν παρελθόντα Μάρτιον ἢ Ἀπρίλιον διετάχθη ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ μηχανικὸς τῆς πόλεως Ἄργους νὰ συντάξῃ τὸν προσήκοντα προϋπολογισμὸν πρὸς ἀνακαινισμὸν τῆς ἐπὶ Καποδιστρίου κατασκευασθείσης σχολῆς τῶν ἀῤῥένων ἐν Ἄργει καὶ νὰ ὑποβάλῃ τοῦτον τῷ Ὑπουργείῳ τάχιστα μετὰ σχεδιαγράμματος. Ταῦτα ἐγένοντο ἐν τάχει, καὶ ἔτι ταχύτερον ἔσπευσεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα διατάξῃ τὴν δημοπρασίαν τοῦ ἔργου. Ἡ δημοπρασία ἡ πρώτη ἐγένετο, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, κατὰ τὸν Μάρτιον ἢ Ἀπρίλιον, ἀλλὰ ἐπὶ τῇ προσφορᾷ μικροτέρων τιμῶν διετάχθη νέα δημοπρασία, ἥτις καὶ ἐγένετο, πάλιν ὅμως προσηνέχθησαν νέαι προσφοραὶ μικροτέρας τιμῆς, καὶ διετάχθη καὶ ἐγένετο τρίτη καὶ τελειωτικὴ δημοπρασία· ἀλλ’ ἐνῷ προσεδοκᾶτο ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν τῆς τελευταίας δημοπρασίας καὶ ἡ ἔναρξις τοῦ ἔργου, παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν ἡ διαδεχθεῖσα τὴν τοῦ κ. Τρικούπη Κυβέρνησις τοῦ κ. Σωτηροπούλου ἠκύρωσε τὰ πρακτικὰ, καὶ οὕτως ἔμεινεν ἀνεκτέλεστον τὸ ἔργον, ἔργον μεγίστης ἀνάγκης καὶ σπουδαιότητος. Ἐν τούτοις, ἅμα τῇ ἐλεύσει τῆς ἐνεστώτης Κυβερνήσεως, ἐθεώρησα πρώτιστον μέλημά μου νὰ συνηγορήσω, ὅπως ἐπαναληφθῇ ἡ δημοπρασία διὰ τὸν ἀνακαινισμὸν τοῦ σχολείου, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πάραυτα διέταξε τοῦτο, καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐνεργεῖται ἡ δημοπρασία. Ταῦτα πάντα εἶναι γνωστὰ, πασίγνωστα, καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου δὲν τὰ ἀγνοεῖ ἴσως, ἢ ὤφειλε νὰ μὴ τὰ ἀγνοῇ, διότι ἔλαβον πληρεστάτην καὶ ἐπίσημον δημοσιότητα. Ὤφειλε δὲ μᾶλλον, νομίζω, νὰ ἐκφράσῃ παράπονον κατὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ῥάλλη, τοῦ ἀκυρώσαντος τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας καὶ ματαιώσαντος τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, οὐχὶ δὲ νὰ μεμφθῇ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, πρὸς ἣν εὐχαριστίαι καὶ οὐχὶ μομφαὶ προσήκουσιν, ἐκτὸς ἐὰν ἡ ἐπερώτησις ἄλλον σκοπὸν καὶ λόγον ἔχῃ.
§16Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τὸν κ. Ῥάλλην ἔχω νὰ ζητήσω τὸν λόγον, λέγει ὁ συνάδελφός μου. Δὲν τὸν βλέπω ἐδῶ. Μὲ παραπέμπει εἰς τὸν κ. Ῥάλλην, διὰ νὰ μὴ καταφύγω εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν συγγενῆ του σήμερον. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀνάγκην οὔτε συγγενείας οὔτε Ὑπουργῶν ἔχω ἀνάγκην νὰ ὁμιλήσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπὲρ τοῦ δικαίου. Ἂν ὁ κ. Ῥάλλης, ὡς Ὑπουργὸς, ἠκύρωσε τὴν τελευταίαν δημοπρασίαν, τοῦτο γνωρίζει ὁ συνάδελφός μου· ποῖος δ’ ὑπῆρξεν ὁ λόγος τῆς ἀκυρώσεως, ἀναλαμβάνω ἐγὼ νὰ εἴπω. Ὁ μειοδοτήσας ἦτο συμπολίτης μας καὶ φίλος τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου· ἑπομένως καθίσταται γνωστὸν, τίς ὁ ἐνεργήσας τὴν ἀκύρωσιν τῆς δημοπρασίας.
§17ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἦτο, φαίνεται, δολία, εἰκονική.
§18ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν ἦτο δολία, ἀλλὰ πταίουν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐνήργησαν ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως τῆς δημοπρασίας. Ἀλλὰ τί ἔκαμεν ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς, δὲν ἐξετάζω· ἐγὼ παράπονον ὑποβάλλω, καὶ δὲν θὰ παύσω παραπονούμενος, ἐν ὅσῳ δὲν ἀνακαινισθῇ ἡ στέγη τοῦ δημοτικοῦ σχολείου Ἄργους.
§19ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν γνωρίζω τίνα ἀξίωσιν ἔχει παρὰ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄργους. Εὗρεν αὕτη μίαν δημοπρασίαν, τῆς ὁποίας τὰ πρακτικὰ ἠκυρώθησαν, διέταξε δὲ πρὸ δέκα ἡμερῶν, ἵνα ἐπαναληφθῇ ἡ δημοπρασία. Τί ἐπεθύμει νὰ ἐνεργήσῃ ἡ Κυβέρνησις; Νομίζει, ὅτι ἠδύνατο διὰ μιᾶς νὰ ἐπισκευάσῃ τὸ σχολεῖον; Κατὰ τίνα τρόπον ἠδύνατο τοῦτο νὰ γείνῃ; Διέταξε δημοπρασίαν, ἥτις κατὰ τοὺς κειμένους νόμους θὰ ἐνεργηθῇ, καὶ ἡ ἐπισκευὴ θὰ γείνῃ. Ἐπεδείξατο πᾶσαν τὴν μέριμναν, ὅπως ἐπισκευασθῇ τὸ σχολεῖον. Περὶ τούτου ἐπρόκειτο. Δὲν νομίζω νὰ ἔχῃ κἀνὲν παράπονον ὁ συνάδελφος.
§20ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁμολογῶ, ὅτι ἔθιξα τὴν χορδὴν τῆς ἐργασίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Δὲν ἐγνώριζον, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι διετάξατε τὴν δημοπρασίαν, καὶ σᾶς ζητῶ συγγνώμην. Τὸ μόνον, ὅπερ ζητῶ καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἐπιμένω, εἶναι νὰ τελειώσῃ τάχιστα ἡ ἐπισκευὴ τῆς στέγης.
§21ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πρὶν ἢ ἐνεργηθῇ ἡ δημοπρασία καὶ πρὶν ἢ ὑποβληθῶσι τὰ πρακτικὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, βεβαίως οὐδὲν ἄλλο ἔχει νὰ πράξῃ τὸ Ὑπουργεῖον.
§22ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Πιστεύω, ὅτι πάντα ταῦτα θὰ γείνωσι ταχέως, ἀφοῦ μάλιστα ἔχετε καὶ συγγενῆ Βουλευτὴν τοῦ Ἄργους.
§23ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ δύο λέξεις. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄργους Βουλευτὴς ἠπόρησε δῆθεν, ὅτε, προσελθὼν μετὰ τὴν ἀνάῤῥησίν μου εἰς τὸ ὑπουργικὸν ἀξίωμα, μὲ ἠρώτησε περὶ τοῦ σχολείου Ἄργους, καὶ εἶδεν, ὅτι ἐγὼ οὐδεμίαν ἠδυνάμην νὰ τῷ δώσω ἐκ τοῦ προχείρου πληροφορίαν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὤφειλεν αὐτὸς τοὐναντίον νὰ ἀπορήσῃ, ἐὰν ἐγώ, εὐθὺς ὡς ἀνῆλθον εἰς τὸ ἀξίωμα ἐκεῖνο, ἤμην ἐνήμερος εἰς ὅλην τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ὑπηρεσίαν μάλιστα τοσοῦτον εὐρεῖαν, οἵα ἡ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Ὤφειλον φυσικῷ τῷ λόγῳ νὰ ζητήσω πληροφορίας παρὰ τῆς ὑπηρεσίας, ζητήσας δ’ ἔμαθον, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐπισκευῆς τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος κτιρίου δὲν ἀνῆκε πλέον εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ἀλλὰ εἰς τὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὴν ὁποίαν δικαιοδοσίαν ἐγὼ βεβαίως, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐπέμβω. Ὅτε ὅμως βραδύτερον ἐπληροφορήθην τῷ ὄντι, ὅτι ἦτο μέγας ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν τοῦ δημοτικοῦ σχολείου Ἄργους καὶ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν οὗτοι νὰ φοιτῶσιν εἰς τὸ προσωρινὸν ἐκεῖνο κτίριον, ὃ ἐχρησίμευεν ὡς σχολεῖον, εἶδον δὲ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ δήμου Ἄργους ἦτο αὐτάρκης καὶ ἐπέτρεπεν αὔξησιν δαπάνης, ἐσκέφθην νὰ προβῶ, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, εἰς ἐνοικίασιν ἰδιωτικοῦ κτιρίου καὶ εἰς προσθήκην καὶ ἄλλων διδασκάλων. Θὰ παρεκάλουν διὰ τοῦτο τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ προσαγάγῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, συγχρόνως δὲ, ἐπειδὴ ἠγέρθη μομφὴ κατὰ τοῦ πρώην συναδέλφου μου, τοῦ κ. Ράλλη, ἐν ἀπουσίᾳ του, ὅτι αὐτὸς ἄνευ λόγου ἠκύρωσε τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας...
§24ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Δὲν εἶπον «ἄνευ λόγου»· εἶπον «δὲν ἠξεύρω διατί».
§25ΕΥΤΑΞΙΑΣ. .. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ καὶ αὐτὸς τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν εἶχεν ἢ ὄχι βάσιμον λόγον πρὸς τὴν ἀκύρωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς δημοπρασίας ὁ προκάτοχός του.
§26ΜΑΝΕΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, χθὲς, ἅμα τῇ καταθέσει τῶν ἐγγράφων τῶν σχετιζομένων μὲ τὴν ἐπερώτησίν μου περὶ τῆς ἐρέας τοῦ στρατοῦ, ἔσπευσα νὰ ζητήσω αὐτὰ, ὅπως τὰ μελετήσω κατ’ οἶκον· ὁ διευθυντὴς τοῦ Γραφείου, τῇ ἐγκρίσει ὑμῶν, εἶπεν ὅτι θὰ μοὶ τὰ παραδώσῃ ἐπὶ ἀποδείξει, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω πῶς μετὰ ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρενέβη καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δοθῶσι κατ’ οἶκον, καὶ τούτου ἕνεκα δὲν μοὶ ἐδόθησαν. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι τὰ κατατιθέμενα ἔγγραφα δύνανται νὰ μὴ δίδωνται κατ’ οἶκον ἐκ δύο μόνον λόγων· πρῶτον, ἂν καὶ οἱ λοιποὶ Βουλευταὶ θέλωσι νὰ ἀναγνώσωσιν αὐτὰ, καὶ δεύτερον, ἂν τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἦναι ἀπόκρυφα. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου οὐδεμία ἐδηλώθη ἐπιθυμία ἐκ μέρους ἄλλου Βουλευτοῦ πρὸς μελέτην τῶν ἐγγράφων· ἐγὼ τὰ ἐζήτησα καὶ ἐγὼ θέλω νὰ τὰ ἀναγνώσω, οὐδὲν δὲ τῶν ἐγγράφων τούτων εἶναι ἀπόκρυφον, οὔτε δυσαναπλήρωτον, ἐν περιπτώσει ἀπωλείας. Ἡ μελέτη τῶν ἐγγράφων αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ κ. διευθυντοῦ, διότι, ὡς ὅλοι γνωρίζετε, οὔτε χῶρος ἀρκετὸς ὑπάρχει ἐκεῖ, οὔτε ἡσυχία, δὲν ὑπάρχει δ’ ἄλλος χῶρος, ὅπου οἱ Βουλευταὶ νὰ καταγίνωνται εἰς μελέτας. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τὰ λάβω κατ’ οἶκον. Συγχρόνως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἤρξατο ἡ παραλαβὴ τῆς ἐρέας, καὶ ἂν ὑπεβλήθη τὸ πρωτόκολλον τῆς ἐσχάτως διορισθείσης ἐπιτροπῆς πρὸς παραλαβὴν τῆς ἐρέας, διότι ἐν τοῖς κατατεθεῖσιν ἐγγράφοις παρετήρησα, ἐξ ἑνὸς βλέμματος, τὸ ὁποῖον ἔῤῥιψα, ὅτι λείπει τὸ πρωτόκολλον τοῦτο.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, δημόσια ἔγγραφα δὲν δύνανται νὰ ἐξέρχωνται ἀπὸ τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ τὰ παραλαμβάνῃ ἕκαστος εἰς τὸν οἶκόν του. Τὰ ἔγγραφα εἶναι εἰς τὸ Γραφεῖον. Σᾶς παραχωρῶ δὲ τὸ ἰδιαίτερον δωμάτιον τοῦ Προέδρου, ἵνα καθήσητε ἐκεῖ ὅσας ὥρας θέλετε, καὶ μελετήσητε τὰ ἔγγραφα. Ἐὰν σᾶς δοθῶσι τὰ ἔγγραφα κατ’ οἶκον, ἄλλος τυχὸν Βουλευτὴς, θέλων νὰ τὰ ἴδῃ, δὲν θὰ δυνηθῇ.
§28ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν ἐπερωτῶντα δὲν δίδονται τὰ ἔγγραφα;
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδέποτε ἐδόθησαν κατ’ οἶκον.
§30ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς γίνεται τοῦτο;
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ δίδωνται τὰ ἔγγραφα κατ’ οἶκον, ἂς τὸ ἀποφασίσῃ.
§32ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§33ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀληθῶς ἐγὼ παρήγγειλα νὰ μὴ δοθῶσι τὰ ἔγγραφα κατ’ οἶκον...
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, καὶ χωρὶς νὰ τὸ παραγγείλητε, δὲν θὰ ἐδίδοντο.
§35ΤΣΑΜΑΔΟΣ. .. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν, παραλαμβάνοντος τοῦ κ. Βουλευτοῦ τὰ ἔγγραφα κατ’ οἶκον, νὰ ἐκπληρωθῇ ἡ ἐπιθυμία καὶ ἄλλων συναδέλφων. Πολλοὶ Βουλευταὶ, στρατιωτικοὶ καὶ μὴ, ἠδύναντο κάλλιστα νὰ ἔχωσι τὴν περιέργειαν νὰ ἀναγνώσωσι τὰ ἔγγραφα, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον πρόκειται νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρωτόκολλον, ὅπερ ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς, τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσαγάγω, διότι ἡ ἐπιτροπὴ μόλις ἤρξατο τῆς παραλαβῆς καὶ διεκόπησαν αἱ ἐργασίαι, ἑπομένως δὲν γνωρίζω, ἂν συνετάχθη τοιοῦτον πρωτόκολλον, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνετάχθη πρωτόκολλον, ἀφοῦ μόλις χθὲς ἤρχισεν ἡ παράδοσις, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ περατωθῇ ἀμέσως.
§36ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν ἐτελείωσεν ἡ ἐργασία; ἐξακολουθεῖ ἡ παράδοσις;
§37ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐξακολουθεῖ ἡ παράδοσις;
§38ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τώρα δὲν ἐξακολουθεῖ, διότι τὰ ἔγγραφα κατέχονται ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ ἑπομένως ἡ παράδοσις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄνευ τῶν ἐγγράφων.
§39ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἄν παρεμποδίζηται ἡ ἐπιτροπὴ ἐξ αὐτῶν, τότε τὰ ἀποδίδω.
§40ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ ἡ ὑπόθεσις, ἂν ἔχητε ἔνστασιν, διὰ νὰ φωτισθῇ ἡ Βουλὴ κατὰ πόσον ἡ παράδοσις τῆς ἐρέας γίνεται κανονικῶς καὶ συμφώνως πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§41ΜΑΝΕΣΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἰδίως τὸ σπουδαιότερον ἔγγραφον εἶναι τὸ πρωτόκολλον τῆς παραλαβῆς τῆς ἐρέας.
§42ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀφοῦ δὲν παρέλαβε;
§43ΜΑΝΕΣΗΣ. Παρακαλῶ, ἔχετε ὑπομονήν... Τὸ σπουδαιότερον ἔγγραφον εἶναι τὸ πρωτόκολλον τῆς ἐσχάτως σχηματισθείσης ἐπιτροπῆς, ἥτις ἤθελε παραλάβει τὴν ἐρέαν.
§44ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πρωτόκολλον τί ἐννοεῖτε;
§45ΜΑΝΕΣΗΣ. Τὸ πρὸς παραλαβὴν τῆς ἐρέας.
§46ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸ τετελεσμένον; Νομίζω, ὅτι τότε δὲν ἔχει λόγον ἡ συζήτησις.
§47ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἄν παρέλαβε· θέλω νὰ μάθω τὸν λόγον, διατὶ ἡ τελευταῖον σχηματισθεῖσα ἐπιτροπὴ παρέλαβεν ἐρέαν ἀποῤῥιφθεῖσαν ὑπὸ τῶν προηγουμένως σχηματισθεισῶν ἐπιτροπῶν.
§48ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Θὰ τὸ εὕρητε εἰς τὰ ἔγγραφα.
§49ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν πρᾶξιν τὴν ἀνεκοίνωσε;
§50ΜΑΝΕΣΗΣ. Κύριε Σταυρόπουλε, δὲν γνωρίζετε. Μία ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε πρωτόκολλον παραλαβῆς.
§51Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἴτε ἀποῤῥίψῃ, εἴτε παραλάβῃ, θὰ συντάξῃ πρωτόκολλον.
§52ΜΑΝΕΣΗΣ. Αὐτὸ εἶπον· νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὸ τελευταῖον πρωτόκολλον. Ἄν ἀποῤῥιφθῇ ἡ ἐρέα, δὲν ὑπάρχει βεβαίως ἀνάγκη ὑποβολῆς τοῦ πρωτοκόλλου.
§53ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, φρονῶ, ὅτι ἡ συζήτησις περὶ τῆς παραλαβῆς τῆς ἐρέας, γινομένη κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, εἶναι ὅλως ἀκατάλληλος, διότι ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ διορισθεῖσα πρὸς παραλαβὴν ταύτης, μόλις ἤρξατο τῆς ἐργασίας αὐτῆς πρὸ μικροῦ, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν οὐδεμίαν δύναμαι νὰ παράσχω ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου πληροφορίαν.
§54ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ παραλαβῆς περιέχεται διάταξις;
§55ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως· ἐπὶ τῇ βάσει γνωμοδοτήσεως ἄλλων ἐπιτροπῶν.
§56ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε πρέπει νὰ ζητηθῶσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
§57ΜΑΝΕΣΗΣ. Πρέπει νὰ κατανοήσῃ ἡ Βουλὴ, διατὶ δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης. Τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης ποῖος ὁ λόγος; Ὅτι διετάχθη ἡ ἐπιτροπὴ πρὸς παραλαβὴν ἐρέας· τὴν ἐρέαν ταύτην ἀπέῤῥιψαν τέσσαρες προσχηματισθεῖσαι ἐπιτροπαὶ, καὶ μετ’ αὐτὰς διωρίσθη ἄλλη ἐπιτροπὴ καὶ ἤρχισε τὴν παραλαβήν· τοῦτο ἐγέννησε τὴν ἀπορίαν μου, πῶς ἡ ἐσχάτως σχηματισθεῖσα ἐπιτροπὴ παρέλαβεν ἐρέαν ἀποῤῥιφθεῖσαν ὑπὸ τῶν ἄλλων ἐπιτροπῶν. Ἄν ὅμως καὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἀπέῤῥιψε τὴν ἐρέαν, δὲν ὑπάρχει λόγος συζητήσεως. Ἄν τὴν παρέλαβε, τότε θὰ ἴδωμεν τοὺς λόγους πρὸς τοιαύτην ἐνέργειαν. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι ἐγὼ λογικῶς εἶπον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐνόησεν, ὅτι θέλομεν νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τῆς μέχρι τοῦδε ἐνεργείας διὰ διαταγῆς ἁπλῆς.
§58ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ συνεννοηθῶμεν, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς εἰσῆλθεν εἰς τὴν συζήτησιν, ὡμίλησε περὶ προηγουμένων ἐπιτροπῶν, ἑπομένως ἐπελήφθη τῆς συζητήσεως. Βεβαιῶ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι ἐσχηματίσθησαν τοιαῦται προηγούμεναι ἐπιτροπαὶ, δὲν γνωρίζει ὅμως τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐπιτροπῶν, καὶ ἐντεῦθεν ἡ σύγχυσις. Ἀληθῶς ἐσχηματίσθησαν τέσσαρες ἐπιτροπαὶ, ἀλλὰ αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται δὲν ἀπεφάνθησαν ὑπὲρ τῆς ἀποῤῥίψεως· τοὐναντίον αἱ δύο ἐπιτροπαὶ ἀπεφάνθησαν ὑπὲρ τῆς παραλαβῆς καὶ αἱ ἕτεραι δύο ἀπεφάνθησαν κατὰ τῆς παραλαβῆς. Ἐντεῦθεν λοιπὸν προέκυψε τὸ ζήτημα, ἂν πρέπῃ νὰ παραληφθῇ ἡ ἐρέα ἢ πρέπῃ νὰ ἀποῤῥιφθῇ. Φρονῶ ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὴν ἐπιτροπὴν νὰ παραλάβῃ ἢ νὰ ἀποῤῥίψῃ, καὶ κατόπιν νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τετελεσμένου γεγονότος.
§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγένετο ἀπόφασις περὶ τῆς νέας ἐπιτροπῆς, ἂν πρέπῃ νὰ παραλάβῃ;
§60ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα· ὑποχρεωτικῶς θὰ προβῇ εἰς τὴν παραλαβὴν, ἂν κριθῇ σύμφωνος πρὸς τὸ δεδικασμένον.
§61ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγένετο ἀπόφασις;
§62ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως.
§63Ι. ΓΡΙΒΑΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μᾶς εἴπητε, δυνάμει τίνος πρωτοκόλλου διετάχθη ἡ παραλαβή; (γέλωτες ἐν τῇ δεξιᾷ καὶ διάλογοι).
§64ΜΑΝΕΣΗΣ. Κύριοι, τὴν πρώτην στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναβὰς ἐπὶ τὸ βῆμα ἔκαμον ἐπερώτησιν περὶ τῆς προμηθείας τῆς ἐρέας, εἶχον πληροφορίας, ὅτι ἐσχηματίσθησαν κατὰ διαφόρους ἐποχὰς ἐπιτροπαὶ πρὸς παραλαβὴν αὐτῆς...
§65Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Βουλευτὰ, μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν;
§66ΜΑΝΕΣΗΣ. Μάλιστα.
§67Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι, μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν προσήκει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως. Ἡ Βουλὴ δὲν διοικεῖ. Ἡ Βουλὴ δὲν μετέχει οὔτε διοικήσεως, οὔτε τῶν ἄλλων ἔργων τῆς Κυβερνήσεως. Ἐξετάζει ἂν ἡ διοίκησις ᾖναι προσήκουσα καὶ νόμιμος, ἂν τὰ γινόμενα ᾖναι σύμφωνα πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ ἀποφαίνεται, εἴτε ἐπιδοκιμάζουσα, εἴτε κατακρίνουσα. Ἀλλὰ νὰ ἐπιλαβώμεθα ἡμεῖς τοῦ φακέλλου τῆς ὑποθέσεως, νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν πρέπῃ νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ ἐρέα, ἢ ἂν πρέπῃ νὰ ἀποῤῥιφθῇ, εἶναί τι ἀλλότριον, καὶ δὲν προσήκει εἰς τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς.
§68ΜΑΝΕΣΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς νὰ τῷ κάμω μίαν παρατήρησιν. Βεβαίως ἡ ὑπηρεσία διατάσσει νὰ σχηματισθῇ ἐπιτροπὴ, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν πρωτοκόλλων καταφαίνεται, ἂν ἡ ἐνέργεια ἐγένετο καλῶς ἢ κακῶς. Περὶ τούτου πρόκειται. Εἶπον καὶ ἐξήγησα, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν, ὅτε ἔκαμον τὴν ἐπερώτησιν περὶ τῆς προμηθείας τῆς ἐρέας, εἶχον ἀκούσει, ὅτι ἐσχηματίσθησαν τέσσαρες ἐπιτροπαὶ, αἱ ὁποῖαι ἐγνωμάτευσαν κατ’ αὐτῆς, καὶ συνεπῶς δὲν παρέλαβον καὶ ἀπέῤῥιψαν τὴν ἐρέαν, ὅτι δὲ τὴν 2 Νοεμβρίου ἐσχηματίσθη ἄλλη ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἐνήργησε τὴν παραλαβὴν τῆς ἐρέας, ἐγκρίνασα βεβαίως αὐτήν.
§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὅμως δὲν εἶπεν, ὅτι διέταξε τὴν παραλαβήν.
§70ΜΑΝΕΣΗΣ. Διέταξε.
§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι τὴν παραλαβήν.
§72ΜΑΝΕΣΗΣ. Παρακαλῶ. Δὲν διέταξε τὴν μὴ παραλαβήν; ἐσχηματίσθη ἐπιτροπὴ πρὸς παραλαβὴν τῆς ἐρέας, —ἐννοεῖται τῆς ἐρέας τῆς πληρούσης τοὺς ὅρους τοῦ συμβολαίου—καὶ δίδει μάλιστα ἐξηγήσεις ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ, πῶς νὰ διαιρέσῃ αὐτὴν εἰς τάξεις κτλ. Τὸ πρωτόκολλον λοιπὸν τῆς τελευταίας ἐπιτροπῆς δὲν τὸ ἔχομεν, διὰ νὰ κρίνωμεν, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐνήργησεν ἡ ἐπιτροπή. Συνεπῶς δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ἐξήγησα εἰς τὴν Βουλήν, τί ζητῶ...
§73ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἰς τὸν ταγματάρχην Μαγγίναν....
§74ΜΑΝΕΣΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ... Ἡ προτελευταία ἐπιτροπὴ εἶναι γνωματευτική· ἡ τελευταία, τὴν ὁποίαν δὲν ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν,—δὲν ἐνθυμεῖται, φαίνεται,—εἶναι ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία συνεστήθη, ὅπως γνωματεύσῃ, κατόπιν ἀναφορᾶς τοῦ ἐργοστασιάρχου Πυῤῥῆ, παραπονουμένου, ὅτι ἠδικήθη. Συνεστήθη ἐπιτροπή, ἵνα γνωματεύσῃ, ἀλλ’ αἱ προηγούμεναι ἐπιτροπαὶ ἐζήτησαν τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς ἐρέας.
§75ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγνωμάτευσεν αὐτὴ ἡ ἐπιτροπή;
§76ΜΑΝΕΣΗΣ. Αὐτὴ μελετᾷ κατὰ τί αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται ἔσφαλον καὶ κατὰ τί εἶχον δίκαιον. Ἐσχημάτισεν ἐπιτροπὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὁδηγεῖ τὴν ἐπιτροπὴν εἰς ποίας τάξεις νὰ διαιρέσῃ τὴν ἐρέαν.
§77ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διέταξε παραλαβήν;
§78ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἔτσι λέγει ἡ περὶ τούτου διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς τελευταίας ἐπιτροπῆς καὶ εἰς τὰς ὁδηγίας, ἃς πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ἐξελέγχουσα καὶ παραλαμβάνουσα. (Ἀναγινώσκει τὴν διαταγήν). Δίδονται ὁδηγίαι. Τὰ κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν ταύτην ἀνετέθησαν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν.
§79ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Τί ἀπέγεινε;
§80ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Διατὶ διετάχθη ἡ παραλαβὴ λοιπόν;
§81ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, διὰ νὰ μὴ κάμω συζήτησιν, διὰ νὰ μὴ γείνῃ σύγχυσις...
§82ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶσθε σεῖς κύριος, ὁ ὑποβαλὼν τὴν ἐπερώτησιν, νὰ κάμητε συζήτησιν, ἂν θεωρῆτε τὴν ὑπόθεσιν ὥριμον πρὸς συζήτησιν, ἤ, ἄν θέλητε, νὰ ἀναβάλητε τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§83ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν τὴν θεωρῶ ὥριμον, διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω ἐκτελεσθεῖσαν τὴν διαταγὴν τὴν τελευταίαν τοῦ Ὑπουργείου, ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ ἐνεργήσῃ τὸ ἔργον αὐτῆς. Νομίζω καλὸν νὰ ἴδω εἰς ποίας ἐργασίας προέβη ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ἂν προβῇ, διότι ἴσως καὶ αὐτὴ νὰ ἀποῤῥίψῃ τὴν ἐρέαν, καὶ νὰ μὴ ἔχω νὰ κρίνω τίποτε. Δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ὥριμος ἡ συζήτησις. Λοιπὸν καταθέτω πάλιν τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ πρωτοκόλλου θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἔχει πρῶτος τὸν λόγον ὁ κ. Πικουλάκης.
§85ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρῃτήθη τοῦ λόγου.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς.
§87ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι, κύριοι Βουλευταί, οἱ λόγοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οἱ ὁποῖοι μὲ φέρουσι καὶ ἐκ δευτέρου ἐπὶ τοῦ βήματος. Οἱ λόγοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ οὐδεμίαν τῶν κατ’ αὐτοῦ αἰτιάσεων, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, ἀνήρεσαν. Ὅταν δὲ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀναγνώσῃ τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ, θέλει ἐννοήσει, ὅτι τὸ διασκεύασμα τῶν λόγων του δὲν εἶναι ἱκανὸν ν’ ἀποκρούσῃ ὅσα ἀποδίδονται αὐτῷ, θέλει ἐννοήσει κατὰ πόσον εἶναι εἰλικρινεῖς οἱ λόγοι οὗτοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ θέλει πεισθῆ περὶ τῶν αἰτίων τῆς κακοδαιμονίας αὐτοῦ. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι, ἀποχωρῶν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ἀφῆκεν ἀνθηρὰν τὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου, διότι, ἐκτὸς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Ράλλης, ὅτι εὑρέθησαν ἐν τοῖς δημοσίοις ταμείοις τοῦ Κράτους, ἤτοι ἐκτὸς τῶν 2,000,000 περίπου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, εἰς χαλκὸν καὶ εἰς ἐφθαρμένα κέρματα, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν εἰς τὰς Τραπέζας, ἀποτελούντων ἐν ὅλῳ ποσὸν 5,000,000 περίπου, ἀφῆκε καὶ 8,900,000 περίπου, τὰ ὁποῖα εἶχε καταθέσει εἰς τὰς Τραπέζας πρὸς πληρωμὴν κυμαινομένου χρέους ἀπαιτητοῦ εἰς χρυσὸν, ὅτι ἀφῆκεν ἐκτὸς τούτων καὶ 8,500,000 περίπου, τὰ ὁποῖα εἶχε πληρώσει ἀπέναντι τῶν ὀφειλομένων εἰς τὴν ἐργολαβίαν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης. Δὲν τὸν ἐνδιέφερε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διὰ τὸν γέλωτα, ὃν διήγειρον οἱ λόγοι του μεταξὺ ἡμῶν, διαπορούντων περὶ τούτων καὶ διερωτώντων ἀλλήλους, πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν διὰ τῶν χρημάτων τῶν καταβληθέντων ἀπέναντι ἀπαιτητῶν ὑποχρεώσεων τοῦ ἔθνους νὰ πληρώσωμεν καὶ ἄλλας ὑποχρεώσεις, ληξάσας ἢ ληγούσας μετ’ ὀλίγον. Ἀναφέρω ταῦτα, Κύριοι, ὡς ἀσθενῆ ἔνδειξιν τῆς σοβαρότητος τῶν λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐν τούτοις ηὐτυχήσαμεν ἐπὶ τέλους νὰ μάθωμεν ἀπὸ τοῦ στόματος αὐτοῦ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς ἀπέκρυπτε, τοὺς λόγους δηλαδὴ τῆς παραιτήσεώς του. Καὶ διατὶ νομίζετε ὅτι παρῃτήθη ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ὄχι διότι ἡ πολιτική του ἀπέτυχε,—τοὐναντίον, ἡ πολιτική του ἐθριάμβευσεν, ἀφοῦ μάλιστα ἀφῆκε τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν (!),—ὄχι διότι ἀπέτυχε τὸ δάνειον, διότι τὸ δάνειον ἦτο τετελεσμένον· αἱ περὶ τούτου ἀντιῤῥήσεις δὲν ἔχουσι κἀμμίαν ὑπόστασιν κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργόν· τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα προσήγαγεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ράλλης, δὲν ἔχουσιν ἀποδεικτικὴν δύναμιν καὶ δὲν δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει, διότι, ὅταν ἀνεγίνωσκε ταῦτα ὁ κ. Ράλλης, δὲν ἦτο Ὑπουργὸς, καὶ ἑπομένως δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτῶν, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ κ. Ράλλης νὰ φανερώσῃ τὰ μυστήρια τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἑπομένως τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠρνεῖτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐκφράζουσι τὴν ἀλήθειαν, διότι ἴσως δὲν ἤθελε νὰ προσκρούσῃ εἰς τὴν αὐθεντικότητα τοῦ ἑνὸς ἐξ αὐτῶν, προερχομένου ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τοῦ Βασιλέως, δὲν ἀποδεικνύουσιν ἐν τούτοις τὴν ἀνυπαρξίαν τοῦ δανείου, διότι ἀπαραδέκτως ἐγένετο χρῆσις τούτων ὑπὸ τοῦ κ. Ράλλη. Κατὰ τὸν συλλογισμὸν αὐτὸν, ἂν ἦτο Ὑπουργὸς ὁ κ. Ράλλης, ὅτε ὡμίλει, ἤθελον ἀποδειχθῆ, ὅτι σύμβασις δὲν ὑπῆρχεν, ὅτι τὸ δάνειον δὲν ἦτο τετελεσμένον, ὅτι ἀπέτυχεν ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. Τρικούπη. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Ράλλης δὲν ἦτο Ὑπουργὸς, τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίζετο, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσουν εἰς τίποτε, διότι ἦσαν τύποις ἀνίσχυρα. Καὶ τούτου ὅμως ἀκόμη παραδοξότερον, κύριοι Βουλευταί, εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἀφοῦ ἡ πολιτική του δὲν ἀπέτυχεν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐθριάμβευσεν, ἀφοῦ τὸ δάνειον ἦτο τετελεσμένον καὶ δὲν ἔχρῃζε, παρὰ μόνον τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Ἡγεμόνος, διατὶ παρῃτήθη; Ἰσχυρίζεται μάλιστα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ δάνειον ἐκεῖνο δὲν περιεῖχε ξενικὸν ἔλεγχον· ὅσα ἀναφέρονται ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς συμβάσεως περὶ ἱδρύσεως ταμείου τῆς διαχειρίσεως τῶν εἰς ἐγγύησιν διδομένων προσόδων, ταμείου ἀποτελουμένου ἐκ τεσσάρων προσώπων, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ τρία θὰ ἦσαν ξένα, ἀντιπροσωπεύοντα τοὺς Γάλλους, τοὺς Ἄγγλους καὶ τοὺς Γερμανοὺς δανειστὰς, δὲν θ’ ἀπετέλουν τὸν ξενικὸν ἔλεγχον, ἂν καὶ θὰ ἦσαν ξένοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ εἶχον τὸ δικαίωμα καὶ νὰ ἐλέγχωσι καὶ νὰ διαχειρίζωνται τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν. Ἀλλὰ δὲν ἀποτελοῦσι, κύριοι Βουλευταὶ, ταῦτα τὸν ξενικὸν ἔλεγχον; Ἀπευθύνομαι δὲ ἰδίως πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐχειροκρότησαν προχθές, καταβαίνοντα τοῦ βήματος, τὸν Πρωθυπουργόν, λησμονοῦντες ὅτι οἱ λόγοι ἐκεῖνοι τοῦ Πρωθυπουργοῦ δὲν ἐπανηγύριζον μεγαλουργίαν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ἐκήδευον τὸν Ἑλληνισμόν. Οἱ λόγοι ἐκεῖνοι δὲν ἔπρεπε νὰ διεγείρωσι τοιαῦτα συναισθήματα χαρᾶς καὶ χειροκροτήματα παρ’ ἡμῖν· ἔπρεπε τοὐναντίον νὰ διεγείρωσιν αἰσθήματα λύπης καὶ κατηφείας, ἰδίως ὅταν ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπισήμως ἀνέφερεν ἐντεῦθεν, ὅτι «ἐπτωχεύσαμεν δυστυχῶς». Ἐλπίζω ὅτι ἐκεῖνα τὰ χειροκροτήματα δὲν ἦσαν αὐθόρμητα, καὶ πρέπει νὰ διατρανωθῇ τοῦτο, διὰ νὰ μὴ πιστεύσῃ ὁ κόσμος, ὅτι, ἐνῷ εἰς τοιαύτην θέσιν περιήλθομεν, ἐπιχαίρομεν ἐν τούτοις καὶ ἐνθουσιῶμεν. Ἐρωτῶ ἐν τούτοις πάλιν, κύριοι Βουλευταί, δὲν ἀποτελοῦσι ταῦτα παραίτησιν τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων μας; δὲν ἀποτελοῦσι μείωσιν τῆς κυριαρχίας μας; Τί θὰ μᾶς ὑπελείπετο πλέον μετὰ τοῦτο ἐκ τῆς κυριαρχίας τοῦ ἔθνους; Ἡ ψιλὴ κυριαρχία, ὅπως ἀπομένει ἡ ψιλὴ κυριότης εἰς ἐκεῖνον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀφαιρεῖται ἡ διαχείρισις τῆς περιουσίας του. Ἂν ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, λέγωσι, σκοποῦντες, ἵνα πρὸς ἐπιτυχίαν τῶν σχεδίων των τῶν χρεωκοπικῶν παραχωρήσωσι τοιαῦτα δικαιώματα εἰς τοὺς ξένους, ἄς ὦσι βέβαιοι, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς οὐδέποτε θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τοιαύτην τῆς κυριαρχίας του κολόβωσιν, θέλει δὲ ἀφεύκτως ἐξεγερθῆ πρὸς διεκδίκησιν τῶν δικαιωμάτων του καὶ τιμωρίαν παραδειγματικὴν τῶν δολιευομένων οὕτω τὰς ἐλευθερίας αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ τὸ ἐρώτημα· διατὶ παρῃτήθη ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ἠκούσαμεν περὶ τούτου θεωρίας συνταγματικάς, θεωρίας περὶ κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ Κυβερνήσεις πρέπει ν’ ἀπολαμβάνουν ἀμείωτον τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Στέμματος, ὡς νὰ μὴ ἐγνωρίζομεν ἡμεῖς τὴν στοιχειώδη ταύτην κοινοβουλευτικὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἄλλως τε θὰ ἐμανθάνομεν ἀπὸ τὸ πάθημα τοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ καταγίνεται πολὺ εἰς τὰς συνταγματικὰς θεωρίας, ἔχων περὶ τούτου ἐναντίαν ἰδέαν, μετεμελήθη πολὺ πικρῶς διὰ τὴν πλάνην του ταύτην. Ἠκούσαμεν, ὅτι τὸ δάνειον αὐτὸ, τὸ τετελεσμένον κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, δὲν εἶχε μάλιστα ἀνάγκην νομοθετικῆς κυρώσεως, διότι ἦτο σύμφωνον μὲ ὅλους τοὺς ὅρους τῶν πρὸς τοῦτο ἐψηφισμένων νόμων, ἀλλ’ ὅτι, ἐνῷ οὕτως εἶχεν, ἀποδυσπετήσας ὁ Βασιλεύς, κατὰ τὴν φράσιν του, δὲν ἠθέλησε νὰ θέσῃ τὴν ὑπογραφήν του ὑπ’ αὐτὸ, ζητήσας τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, καὶ εἰς τοῦτο ἦτο σύμφωνος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ οἱ δανεισταὶ δὲν παρεχώρουν τὴν πρὸς τοῦτο ἀπαιτουμένην προθεσμίαν. Οἱ δανεισταὶ δηλαδὴ, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα δὲν ἀναφέρονται εἰς τὸ περισωθὲν σχέδιον τῆς συμβάσεως, συνῄνουν νὰ παραχωρήσωσιν εἰς ἡμᾶς τὰ χρήματα, τῶν ὁποίων τὸ ποσὸν δὲν ἀναφέρεται εἰς τὸ περισωθὲν σχέδιον τῆς συμβάσεως, ἀλλ’ ἐπέμενον νὰ μᾶς τὰ παραχωρήσουν ἀμέσως, διότι, φαίνεται, δὲν θὰ εἶχον ποῦ νὰ τὰ ἐναποθέσωσι, καὶ ἡμεῖς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ τὰ λάβωμεν ἀμέσως, διότι, φαίνεται, ὅτι καὶ ἡμεῖς δὲν θὰ εἴχομεν τί νὰ τὰ κάμωμεν. Τουτέστιν οἱ δανεισταὶ δὲν ἠρνοῦντο εἰς ἡμᾶς τὰ χρήματα, ἀλλὰ, καθὼς λέγουν κοινῶς, εἶχον ἐπ’ αὐτῶν ἁπλωμένον τραχανᾶν. Γεννᾶται ὅμως ἡ ἀπορία, πῶς ὁ Βασιλεύς, ἀφοῦ τὸ δάνειον περιεῖχε τὸν ξενικὸν ἔλεγχον, ἀφοῦ ἦτο σύμφωνον μὲ τοὺς ὅρους τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι εἶχον πρὸς τοῦτο ψηφισθῆ, ἀφοῦ δὲν εἶχεν ἀνάγκην περαιτέρω νομοθετικῆς κυρώσεως, καὶ ἀφοῦ ὁ Βασιλεὺς ἐγνώριζεν ὅτι ἡ κραταιὰ πλειονοψηφία, ἥτις ὑπεστήριζε τὸν κ. Πρωθυπουργόν, δὲν ἤθελέ ποτε ἀρνηθῆ, εἴτε ἀργὰ εἴτε ταχέως συνεκαλεῖτο ἡ Βουλή, νὰ δώσῃ καὶ νέον νομοθετικὸν κῦρος, τὸ ὁποῖον ἅπαξ εἶχε δώσει, εἰς τοῦτο δάνειον, διατὶ ἠρνήθη νὰ ὑπογράψῃ; Περὶ τούτων οὐδαμόθεν ἔχομεν νὰ ἀντλήσωμεν πληροφορίαν τινὰ, ἀλλὰ κατὰ τὴν συσκευὴν τῶν λόγων, τὴν ὁποίαν διενήργησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐννοοῦμεν ὅτι ἐκ τούτων ὅλων τότε μὲν ἀπεδεικνύετο, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔχαιρεν ἀμείωτον τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος, τώρα δ’ ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν εἶναι ὁ Πρωθυπουργὸς ὁ παραίτιος τῆς χρεωκοπίας, ἀλλὰ τὸ Στέμμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἠθέλησε νὰ θέσῃ τὴν ὑπογραφήν του εἰς τὸ τετελεσμένον δάνειον. Δὲν εἶναι ὅμως μόνον τὸ Στέμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπέδωκε τὴν ὑπαιτιότητα τῆς πτωχεύσεως, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ Κυβέρνησις Σωτηροπούλου, ἡ ὁποία, ἀνελθοῦσα εἰς τὴν ἀρχὴν κατὰ τὴν 3ην Μαΐου, ἐσήμανε τὸν κώδωνα τῆς χρεωκοπίας. Δηλαδὴ παραίτιος εἶναι ἢ ὁ Βασιλεὺς ἢ ἡ Κυβέρνησις Σωτηροπούλου, ἢ συναμφότεροι, εἰς οὐδεμίαν ὅμως περίπτωσιν εἶναι ὑπαίτιος ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀκούσατε, παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταί. Κατὰ τὴν 2 Μαΐου, ὅτε δὲν εἶχεν ἀναλάβει τὴν ἀρχὴν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, δὲν εἶχε σημάνει ὁ κώδων τῆς χρεωκοπίας, μόλις δ’ ἀνέλαβε τὴν ἀρχὴν, ἤτοι τὴν 3 Μαΐου, ἐσήμανεν ὁ ἐπάρατος τῆς χρεωκοπίας κώδων. Ἡ χρεωκοπία δηλαδή, ἣν κηρύττει ἤδη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη αὐτομάτως, ὡς ἀμανίτης, ὁμοῦ μετὰ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως Σωτηροπούλου· εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀναῤῥήσεως τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ διὰ τοῦτο αὐτὴ εἶναι παραίτιος τῆς χρεωκοπίας, καὶ δὲν εἶναι παραίτιος αὐτῆς ἡ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη διασπάθησις τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, δὲν εἶναι παραίτιος ἡ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη πλημμελὴς διαχείρισις τῶν κοινῶν ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη, δὲν εἶναι παραίτιοι οἱ περίφημοι οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ, διὰ τῶν ὁποίων μᾶς διεβουκόλει μέχρι τοῦδε, ἀποπλανῶν ἡμᾶς ὅτι ἡ οἰκονομική μας κατάστασις εἶναι ἀνθηρὰ καὶ ὅτι οἱ προϋπολογισμοί μας ἔκλειον πάντοτε μὲ ἰσοζύγια, ἀφίνοντες μάλιστα καὶ περισσεύματα, ἐνῷ πάντοτε ἦσαν χωλοὶ, χωλότατοι καὶ ἄφιναν κολοσσιαῖα ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα μόνον διὰ δανείων ἐπλήρου, δανείων, τὰ ὁποῖα ἔφθασαν ἤδη εἰς τοιοῦτο ποσὸν, ὥστε νὰ μὴ δύναται ὁ λαὸς νὰ βαστάσῃ τὸ βάρος αὐτῶν. Ἰδοὺ διατὶ εἶπον, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι δὲν εἶναι τόσον οἱ λόγοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οἱ ὁποῖοι μὲ ἤγαγον εἰς τὸ βῆμα, διότι, κατὰ τὴν κρίσιν μου, οἱ λόγοι οὗτοι δὲν ἔχουν ἀνάγκην ἰσχυρᾶς ἀναιρέσεως, ἀλλὰ μὲ ἔφερον εἰς τὸ βῆμα μᾶλλον οἱ λόγοι τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἐκεῖνοι ἰδίως, διὰ τῶν ὁποίων ἐπετέθη σκαιῶς κατὰ τῶν Βουλευτῶν, ὅσοι ἀπέσχον ἀπὸ τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Τρικούπη. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι προσωπικὸν, καὶ δὲν θέλω ὁμιλήσει περὶ αὐτοῦ, εἰμὴ ἐφ’ ὅσον ἐνέχει πολιτικὴν ἔννοιαν· δηλῶ δὲ καὶ ἐξ ὀνόματος τῶν συναδέλφων μου, ὅτι εἰς τὰς προσωπικὰς ὕβρεις τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ σκοποῦμεν ν’ ἀντιτάξωμεν πλήρη ἀδιαφορίαν. Παραδόξως, ἐνῷ, καθ’ ἃ λέγει, ἀντιπολιτεύεται τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Τρικούπη, ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ἀντὶ νὰ εὐχαριστηθῇ, διότι ἡμεῖς ἀπέσχομεν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, ἐπετέθη καθ’ ἡμῶν σκαιῶς, καὶ δὲν εἶχε τουλάχιστον τὴν ἁβρότητα νὰ ἐξαιρέσῃ ἀπὸ τὰς σκαιὰς ὕβρεις ἐκείνους τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἐτάχθησαν εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ μερίδα, εἰς τὴν στροῦγκαν αὐτοῦ, ὑπ’ αὐτὸν ὡς ἀγελάρχην. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταί, ὅταν ἠγόρευεν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, πόσην χαρὰν ἐξέφρασε διὰ τὴν τελευταίαν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐπανήγαγε τὸν κ. Τρικούπην ἐπὶ τὴν ἀρχήν. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἐκράτει μὲ τὰς δύο χεῖρας τὸ στῆθός του καὶ περιχαρῶς ἀνέκραζεν, ὅτι ἀνέπνευσεν, ὅταν ἤκουσεν, ὅτι 102 Βουλευταὶ ἐψήφισαν ὑπὲρ τοῦ ὑποψηφίου τοῦ κ. Τρικούπη. Ἀλλὰ τότε τίνα ἀντιπολιτεύεται ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής; τὴν Ἀντιπολίτευσιν; ὑπὲρ τίνος ἀγωνίζεται ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ; ὑπὲρ τῶν μεγάλων συμφερόντων τοῦ ἔθνους, τὰ ὁποῖα ὑπερασπίζει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἢ ὑπὲρ τοῦ ποθητοῦ εἰς αὐτὸν τίτλου τῆς ἡγεσίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ποίαν σχέσιν ἔχουσιν αἱ σχοινοτενεῖς ἐκεῖναι συνταγματικαὶ θεωρίαι, αἱ περὶ κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν καὶ αἱ περὶ αὐτοκρατορίας ἀκόμη τῆς ἀληθείας θεωρίαι, μὲ τὰ μεγάλα συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν ἐδῶ κατὰ τὰς περιστάσεις ταύτας; Ποίαν σχέσιν ἔχει ἡ τοιάδε ἢ τοιάδε περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας διάνοια τοῦ κ. Δηλιγιάννη μὲ τὴν λύραν τοῦ πατρὸς τοῦ πρώην Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος τὸν ὁποῖον οὐδὲ ἡ λύρα ἐκείνη ἠδυνήθη νὰ σώσῃ; Ποίαν ἔννοιαν ἔχουν ταῦτα; τί θέλει νὰ ἐννοήσῃ ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής; Δὲν ἐννοεῖ ὅτι αἱ περιστροφικαὶ αὗται ἀπειλαὶ γέλωτας ἐμποιοῦσιν εἰς πάντας, καὶ πολὺ περισσότερον εἰς Ἐκεῖνον, κατὰ τοῦ ὁποίου ἀπευθύνονται οἱ ἄστοχοι, οἱ ἀνοίκειοι οὗτοι ὑπαινιγμοί; Ἀλλὰ διατὶ ἐπιτίθεται καθ’ ἡμῶν; Κατὰ τὴν προχθεσινὴν ἀγόρευσίν μου ἤκουσε, διότι ἦτο παρὼν ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὅτι ἡμεῖς ἀπέσχομεν ἀπὸ τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Τρικούπη, ὄχι μόνον ἕνεκα τῶν προσφάτων γεγονότων, ὄχι μόνον ἕνεκα τῶν προσφάτων ἀποτυχιῶν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα ἄλλων λόγων γενικωτέρων, σχετιζομένων μὲ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ, τὸ ὁποῖον εἶπον ὅτι τὸ θεωροῦμεν ὀλέθριον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Ἂν δὲ ἐτάχθημεν εἰς τὴν μερίδα, ὅπου εὑρισκόμεθα ἤδη, τὸ ἐπράξαμεν, διότι αἱ πολιτικαὶ ἡμῶν ἰδέαι συναντῶνται μὲ τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα τῆς μερίδος ἐκείνης· ὁ ἀρχηγὸς δὲ τῆς μερίδος ἐκείνης δὲν εἶναι ἀρχηγὸς προσώπων, εἶναι ἀρχηγὸς ἰδεῶν, καὶ ὡς τοιοῦτον τὸν ἀναγνωρίζομεν. Ποῖον εἶναι τὸ πρόγραμμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, διὰ νὰ παραπονῆται, ὅτι ἡμεῖς δὲν τὸ ἐπροτιμήσαμεν; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος οὐδέποτε ἀνέπτυξε πολιτικόν τι πρόγραμμα, οὐδέποτε ἀνέπτυξε πολιτικήν τινα ἰδέαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐννοεῖ νὰ πράττῃ τὰ κοινά. Ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁμοιάζει πρὸς κιβώτιον κλειδωμένον, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ περιέχῃ πολλὰ πράγματα, ἀλλ’ ἡμεῖς τοὐλάχιστον δὲν γνωρίζομεν οὔτε τί περιέχει, οὔτε ἂν περιέχῃ τι. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ ἐμὲ ἀτομικῶς, ἔχω ἀδιάσειστον τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδὲν περιέχεται ἐν τῷ κιβωτίῳ ἐκείνῳ, ὅτι οὐδεμία πολιτικὴ ἰδέα ἀπαντᾶται ἐκεῖ, ὅθεν ἡ πλημμύρα τῶν συνταγματικῶν θεωριῶν καὶ τῆς ἐξιστορήσεως ἑκάστοτε τῶν πολιτικῶν του κατορθωμάτων μᾶς κατέκλυσεν. Ἀλλὰ τί λέγω; Ἐλησμόνησα ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἀνεπέτασεν ἄλλοτε πολιτικόν τι πρόγραμμα, καθ’ ὃ ἐπηγγέλλετο, ὅτι ἤθελε διαπράξει τὰ ἀντίθετα τῶν ὅσων ἔπραττεν ὁ κ. Τρικούπης· ἀνελθὼν ὅμως εἰς τὴν ἀρχὴν πανηγυρικῇ ψήφῳ τοῦ λαοῦ, ἐλησμόνησε καὶ ἠθέτησε καὶ τὸ πρόγραμμα τοῦτο, πράξας τὰ ἀντίθετα τῶν ἀντιθέτων· ὑποβαλὼν τότε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κ. Τρικούπη, ἠσπάσθη τὸ σύστημα ἐκείνου, διότι ὁ προϋπολογισμὸς ἐκφράζει ὅλην τὴν πολιτικὴν μιᾶς Κυβερνήσεως· ἔλαβε τὴν σημαίαν του, καὶ ὄχι μόνον ἠκολούθησε τὸ αὐτὸ σύστημα, ἀλλὰ καὶ τὸ διέφθειρε. Τὸ αὐτὸ λοιπὸν σύστημα ἀκολουθοῦσιν ἀμφότεροι οἱ ἀρχηγοὶ, οἱ προσωπικοὶ οὗτοι κομματάρχαι, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιχαίρουσι διὰ τὰς ἀμοιβαίας ἐπιτυχίας των, διὰ τοῦτο συμμαχοῦσιν, ὅπως εἴδομεν κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, ὅταν βλέπωσι τρίτον τινὰ προβάλλοντα εἰς τὸ μέσον, διὰ νὰ διεκδικήσῃ τὴν ἀρχήν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι, ὅταν τὸν τρίτον τοῦτον ὑποδεικνύῃ ἡ γνώμη τοῦ ἔθνους, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀντισταθῇ εἰς τὴν γνώμην ταύτην. Μία φωνή. Ποῦ εἶναι ἡ γνώμη τοῦ ἔθνους;
§88ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διατὶ θορυβεῖσθε, Κύριοι; Σᾶς πληροφορῶ ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ἀνεχθῶμεν προσωπικὰ κόμματα, ἀκολουθοῦντες εἰς τοῦτο τὴν γνώμην τοῦ ἔθνους, διότι ἐνοήθη ἐπὶ τέλους, ὅτι τὰ δεινὰ, εἰς τὰ ὁποῖα εὑρισκόμεθα, ὀφείλονται κυρίως εἰς τὰ προσωπικὰ κόμματα. Καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἀποχωρήσαντες ἀπὸ τὴν πολιτικὴν μερίδα τοῦ ἑνός, δὲν ἐτάχθημεν εἰς τὴν τοῦ ἄλλου...
§89ΡΟΥΚΗΣ. Διότι δὲν ἦλθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§90ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὴ ὁμιλεῖτε σεῖς κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, διότι σᾶς γνωρίζω καλῶς. Δὲν σᾶς δίδω τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθύνησθε πρὸς ἐμὲ, οὐδὲ νὰ μὲ διακόπτετε (Θόρυβος). Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, δι’ οὓς καὶ οἱ δύο αὐτοὶ κομματάρχαι ἐπετέθησαν καθ’ ἡμῶν· διὰ τοῦτο εἴμεθα ὁ σκοπὸς τῆς ἐπιθέσεως αὐτῆς τῆς ξυνωρίδος, καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀπειλούμεθα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὑβριζόμεθα. Ἂς μάθωσιν ὅμως, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἀναγνωρίζομεν εἴδωλα· ἓν μόνον εἶναι τὸ εἴδωλόν μας, τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, τὴν ὁποίαν παρέλαβον οἱ δύο οὗτοι ἀκμαίαν, εὔρωστον, πλήρη ἐνθουσιασμοῦ καὶ ὀργῶσαν πρὸς πραγμάτωσιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν πόθων, τὴν κατέστησαν δὲ πτῶμα, ἰσχνὴν καὶ ἐκνενευρισμένην, ὡς τὴν ἀγελάδα τοῦ Φαραῶ, ἄνευ ἰδανικοῦ καὶ ἄνευ ἐλπίδος. Οὗτος εἶναι ὁ σκοπός μας, κύριοι Βουλευταὶ, τοῦτο εἶναι τὸ σύμβολόν μας, νὰ σώσωμεν τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς ξυνωρίδος ταύτης. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ κέντρου τῆς ἀριστερᾶς).
§91ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπλανήθη, νομίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ὁ ἐξ Ἀττικῆς τέως Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑποστηρίξας κατὰ τὴν ἀγόρευσιν αὑτοῦ, ὅτι ὁ βασιλικὸς λόγος καὶ ἡ εἰς αὐτὸν ἀπάντησις σκοποῦσι νὰ καταρτίσωσι, δὲν γνωρίζω ὁποῖον συμβόλαιον μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἐθεωρεῖτο ἀληθῶς ἄλλοτε ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ὡς πρόσφορον πεδίον, ὡς κατάλληλος εὐκαιρία πρὸς ἐνέργειαν εὐρέος καὶ γενικοῦ ἐλέγχου τῆς πορείας τῶν Κυβερνήσεων, ἀλλ’ ἀπώλεσε πρὸ πολλοῦ ἐν τῇ πράξει τῶν συνταγματικῶν ἐθνῶν τὸν οὐσιώδη αὐτῆς χαρακτῆρα, καὶ μετετράπη εἰς ἁπλῆν διατύπωσιν, εἰς τυπικὴν παράφρασιν τῶν ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ περιεχομένων ἐκφράσεων καὶ ἐννοιῶν, ἄνευ οὐσιαστικῆς τινος περὶ αὐτῶν συζητήσεως. Ἐπῆλθε δὲ ἡ μεταβολὴ αὕτη, διότι ἀνεγνωρίσθη, ὅτι δυσχερῶς δύναται νὰ διεξαχθῇ πρεπόντως ἔλεγχος, ἐπὶ πολλῶν καὶ διαφόρων ἀντικειμένων συγχρόνως ἐκτεινόμενος, δύναται δὲ τοὐναντίον νὰ διεξαχθῇ καὶ ἀκριβέστερος καὶ πληρέστερος, προκαλουμένης ἰδιαιτέρας ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἀντικειμένων τούτων συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθοτάτη ἡ τακτικὴ αὕτη καὶ εὔχομαι νὰ εἰσαχθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ἡ τακτικὴ αὕτη νομίζω ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς τὰς προκειμένας περιστάσεις, ἕνεκα τοῦ ἐπελθόντος ἤδη γεγονότος τῆς κυβερνητικῆς μεταβολῆς, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας ἐξέλιπεν ἤδη ὁ κύριος λόγος, ἐξέλιπεν ὁ κύριος σκοπὸς τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, ὅστις εἶναι ἡ ὑποβολὴ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν Βουλῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ἐκτίμησις τῆς πολιτικῆς αὐτῆς εὐθύνης. Ἀλλ’ ἄλλην εἶχον, κύριοι Βουλευταί, περὶ τούτων γνώμην οἱ προϊστάμενοι τῶν ἐν τῇ Βουλῇ κομμάτων, καὶ ὡς ἐκ τούτου παριστάμεθα πρὸ ἡμερῶν εἰς κρατερὸν ἀγῶνα, καθ’ ὃν ἕκαστος αὐτῶν προβαίνει εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἐπίκρισιν τῶν πράξεων καὶ τῶν μέτρων τῶν ἄλλων. Ὡς ἐκ τούτου νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς πάντα Βουλευτὴν τὸ καθῆκον νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ γνώμην περὶ τῶν ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένων, τοὐλάχιστον περὶ ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων ἀμφίβολον εἶναι, ἐὰν θὰ προκληθῇ τοῦ λοιποῦ συζήτησις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Καὶ ἀνέρχομαι, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὸ βῆμα, ἵνα ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον τοῦτο, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν εὐμενῆ ὑμῶν προσοχήν. Σπουδαῖα ἀληθῶς πολιτικὰ καὶ οἰκονομικὰ γεγονότα συνετελέσθησαν ἀπὸ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν τῆς παρελθούσης συνόδου. Κατελίπομεν τότε εἰς τὴν ἀρχὴν Κυβέρνησιν ὑποστηριζομένην ὑπὸ κολοσσιαίας ἀληθῶς πλειοψηφίας, δοξάζουσαν ὅτι ἡ χώρα κέκτηται τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις, ἵνα δυνηθῇ τὸ Κράτος νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς χρηματικὰς αὐτοῦ ὑποχρεώσεις, καὶ ἐργαζομένην συντόνως πρὸς λῆψιν πάντων τῶν μέτρων, τῶν δυναμένων νὰ συντελέσωσι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, τῇ ὑποστηρίξει τῆς πλειονοψηφίας, κατώρθωσε νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν βάρη δυσβάστακτα καὶ ἀνώτερα τῶν δυνάμεων αὐτοῦ, κατώρθωσε νὰ περικόψῃ τὰς δημοσίας δαπάνας μέχρι σημείου ἐπιβλαβοῦς εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνωμολόγει ἀγορεύων τὴν ἀλήθειαν ταύτην, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν νέων τούτων φόρων καὶ τῶν οἰκονομιῶν ἐπεζήτει καὶ ὑπέσχετο ὅτι θέλει ἐπιτύχει τὴν συνομολόγησιν δανείου, τὸ ὁποῖον ἐθεώρει ὡς ἀπολύτως ἀναγκαῖον ἀλλὰ καὶ ἐπαρκὲς μέτρον πρὸς διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐπαρκείας τοῦ Κράτους εἰς τὸ μέλλον, πρὸς θρίαμβον, ὡς ἔλεγε, τῆς οἰκονομικῆς αὐτοῦ πολιτικῆς. Ἀντὶ τούτου ὅμως, κύριοι Βουλευταί, μετ’ ὀλίγον χρόνον, ἀπεχώρησεν αἴφνης ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη τῆς ἀρχῆς, καὶ περιήγαγε τὸ Στέμμα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μεριμνήσῃ περὶ σχηματισμοῦ ἑτέρας Κυβερνήσεως. Τίνες λοιπὸν οἱ λόγοι τῆς τοιαύτης ἀποχωρήσεως; Διατὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη κατέλιπεν ἀτελὲς τὸ ἔργον τῆς οἰκονομικῆς σωτηρίας τοῦ τόπου, τὸ ὁποῖον ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, ἐνώπιον τοῦ ἔθνους ἀνεδέχθη νὰ φέρῃ εἰς αἴσιον πέρας; Εἶναι τάχα ἀληθές, ὅτι ἔκθεσμα, ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια παρενεβλήθησαν εἰς τὴν πορείαν αὐτῆς, ὡς ἔγραφεν ἐφημερὶς συμπαθῶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην διακειμένη, καὶ εἰς τὰ δημοσιεύματα μάλιστα τῆς ὁποίας παρέπεμπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοὺς πολιτικοὺς αὐτοῦ φίλους, τοὺς ζητοῦντας ἐξηγήσεις περὶ τῆς παραιτήσεώς του; Ἢ μήπως εἶναι ἀληθὴς ἕτερος ἰσχυρισμός, ὅτι ἀποτυχὼν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνεδέχθη, διενοήθη, πρὸς κάλυψιν τῆς ἰδίας αὐτοῦ εὐθύνης, νὰ ἀποδώσῃ τὴν ἀποτυχίαν ἀλλαχοῦ, ὅπου οὐδ’ ὑπὸ νομικὴν οὐδ’ ὑπὸ πραγματικὴν ἔποψιν ἐνυπῆρχεν ἡ ἐλαχίστη εὐθύνη; Τοιαῦται, κύριοι Βουλευταί, ἀπορίαι προεβάλλοντο πανταχόθεν πρὸ τῆς συγκλήσεως τοῦ Κοινοβουλίου. Τὸ Κοινοβούλιον ἔχει δικαίωμα, ἔχει καὶ καθῆκον νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐπανελθόντος αὖθις εἰς τὴν ἐξουσίαν, σαφεῖς καὶ πλήρεις ἐξηγήσεις περὶ τῶν ἀποριῶν ἐκείνων, καὶ ἔχει καθῆκον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παράσχῃ ταύτας. Νομίζω δέ, ὅτι ἔχει καὶ συμφέρον νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἀναγκαζομένη νὰ παραιτήσῃ τὴν ἀρχὴν ἕνεκεν ἄρσεως τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος ἢ τοῦ Κοινοβουλίου, εὐθύνεται διὰ μόνας τὰς ἰδίας αὐτῆς πράξεις ἢ παραλείψεις· ἀλλ’ ἡ ἀποχωροῦσα ἄνευ λόγου τῆς ἐξουσίας, ἐκτὸς τῆς εὐθύνης ταύτης, δύναται νὰ ἔχῃ εὐθύνην ἀκόμη καὶ διὰ τὰς πράξεις τῶν διαδόχων αὐτῆς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἤθελον ἀνέλθει εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἂν ἡ πρώην Κυβέρνησις δὲν ἀπεχώρει. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ἐξαντλήσω τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐξετάσω πρότερον, τίνες εἶναι αἱ πράξεις αὗται τῆς διαδόχου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ Κυβερνήσεως. Καὶ ἡ Κυβέρνησις αὕτη εἶχε τὴν αὐτὴν ἀκριβῶς πολιτικήν, ἣν καὶ ἡ ἀποχωρήσασα. Ἐδόξαζεν, ὅτι τὸ Κράτος δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ἀκεραίαν πληρωμὴν τῶν χρηματικῶν αὐτοῦ ὑποχρεώσεων. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης εἶχε διὰ τοῦ τύπου δημοσιεύσει, μεταξὺ ἄλλων, καὶ τὰς γνώμας αὐτοῦ περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, δύο δὲ ἕτερα μέλη τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἐκθύμως, κύριοι Βουλευταί, ἐνώπιον ὑμῶν ὑπεστήριζον, οὐ μόνον ὅτι τὸ Κράτος δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ἀκεραίαν πληρωμὴν τῶν ὑποχρεώσεών του, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἀκόμη ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο ἄνευ φόρων καὶ ἄνευ δανείων. Συνεπῶς οἱ Κύριοι οὗτοι ἀντετάσσοντο κρατερῶς κατὰ πάσης ἐπιβολῆς νέων φόρων, ἀντετάσσοντο κρατερῶς κατὰ τῆς συνομολογήσεως παντὸς δανείου, ἀξιοῦντες ὅτι τοιαύτη συνομολόγησις οὐχὶ ὄφελος, ἀλλὰ ζημίαν ἤθελε προξενήσει εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Καὶ ὅταν ἔλεγον ταῦτα, ἐγνώριζον ἀκριβέστατα, ὁποία ἦτο ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις, διότι αὐτοὶ κατεδείκνυον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τὰ κολοσσιαῖα ἐλλείμματα τῶν παρελθουσῶν χρήσεων· τῇ αἰτήσει αὐτῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀκριβῆ κατάστασιν περὶ τε τοῦ παγίου ὡς καὶ περὶ τοῦ κυμαίνοντος χρέους τοῦ Κράτους· ἐγνώριζον ὅτι εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ παρελθόντος ἔτους δὲν εἶχε δυνηθῆ νὰ ἐπαρκέσῃ τὸ Κράτος, εἰμὴ δι’ ἐπαχθῶν καὶ ταπεινωτικῶν προσωρινῶν δανείων. Τοσαύτη δέ, κύριοι Βουλευταί, ἦτο ἡ πεποίθησις τῶν Κυρίων τούτων περὶ τῆς ἐπαρκείας τοῦ Κράτους, καὶ τοιαύτην ἐπεδείκνυον ἁγίαν καὶ πατριωτικὴν ἀγανάκτησιν κατὰ πάσης ἰδέας τροποποιήσεως ἢ μειώσεως τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, ὥστε, ἀσεβοῦντες πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, καὶ καταῤῥίπτοντες τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, ὕβρεις καὶ λοιδορίας ἐπεσώρευσαν κατ’ ἐμοῦ, διότι, μετὰ ὥριμον μελέτην τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἐμόρφωσα καὶ ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν γνώμην ἐναντίαν τῆς ἰδικῆς των. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ ἀθλητικώτερος τῶν κυρίων τούτων ἔλαβε τὸ θράσος, δημοσίᾳ, τῆς Βουλῆς συνεδριαζούσης, νὰ μὲ ἀπειλήσῃ, ὅτι διὰ τῆς βίας ἤθελε μὲ ἀποβάλει τοῦ Βουλευτηρίου. Τίς τώρα ἠδύνατο νὰ πιστεύσῃ ποτὲ, τίς ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ, ὅτι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, οἱ τοιαῦτα λέγοντες καὶ γράφοντες δημοσίᾳ, οἱ ἐπαγγελλόμενοι ἐνώπιον Κοινοβουλίου, ὅτι δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους ἄνευ φόρων καὶ ἄνευ δανείων, αὐτοί, ἀνελθόντες εἰς τὴν ἀρχήν, ἕνεκεν ἀκριβῶς τῶν τοιούτων ἐπαγγελιῶν καὶ ὑποσχέσεων, περὶ τῶν ὁποίων μάλιστα καὶ ἐγγράφους διαβεβαιώσεις ἠναγκάσθησαν νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὸ Στέμμα, Τίς λέγω, Κύριοι, ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ, ὅτι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, οἰκτρῶς παλινῳδοῦντες καὶ ἀναλαμβάνοντες δι’ ἴδιον λογαριασμὸν τὰς ὕβρεις καὶ τὰς λοιδορίας, ὅσας ἐπεσώρευσαν κατ’ ἐμοῦ, ἤθελον τολμήσει ὀλίγας ἡμέρας κατόπιν νὰ κηρύξωσιν ἐπισήμως διὰ βασιλικοῦ διατάγματος τὴν χρεωκοπίαν τῆς Ἑλλάδος; Καὶ ὅμως διέπραξαν, κύριοι Βουλευταί, ἀκριβῶς τὸ ἀπίστευτον τοῦτο· διότι τί ἄλλο ἢ τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους ἐπισήμως κηρύττει ἡ Κυβέρνησις, ἥτις δηλοῖ εἰς τοὺς δανειστὰς τοῦ Κράτους, ὅτι δὲν ἔχει χρήματα νὰ πληρόνῃ, προσφέρει δὲ εἰς αὐτοὺς ἀντὶ χρημάτων χρεωστικὰς ὁμολογίας δανείου παρ’ αὐτῆς μονομερῶς ἐκδοθείσας καὶ αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκποιηθῶσιν εἰς τὸ ἄρτιον; Καὶ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητηθῇ, Κύριοι, τὸ πασίδηλον γεγονὸς, ὅτι αὐτοὶ ἐκήρυξαν διὰ Β. Διατάγματος τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους;...
§92Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὴν πτώχευσιν.
§93ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ διακρίσεις, κύριε Βουλευτὰ, μεταξὺ πτωχεύσεως καὶ χρεωκοπίας δύνανται νὰ ἔχωσι σημασίαν προκειμένου περὶ ἰδιωτῶν, ὡς ἐκ τῶν διαφόρων συνεπειῶν, τὰς ὁποίας ἑκάστη κατάστασις δύναται νὰ ἔχῃ. Προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ Κράτους, οὐδεμίαν ἔχουσιν ἔννοιαν· δυνάμεθα νὰ ὀνομάσωμεν χρεωκοπίαν τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους... Καὶ πῶς, ἐπαναλαμβάνω, δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ τὸ πασίδηλον τοῦτο γεγονός; Δὲν εἶναι ἄρα γνωστόν, ὅτι τὴν κατάστασιν τῆς πτωχεύσεως ἢ τῆς χρεωκοπίας ἀποτελεῖ ἓν καὶ μόνον γεγονὸς, τὸ γεγονὸς τῆς παύσεως τῶν πληρωμῶν; Μέχρι τοῦ σημείου τούτου ἡ κατάστασις τῆς πτωχεύσεως δὲν ὑπάρχει. Ἐν ὅσῳ ὁ ἔμπορος ἐπαρκεῖ εἰς τὴν ἐμπρόθεσμον καὶ ἀκεραίαν πληρωμὴν τῶν ὑποχρεώσεών του, κατάστασις πτωχεύσεως δὲν ὑπάρχει, ἀδιάφορον δὲ εἶναι, ἂν διὰ δανείων ἢ δι’ οἱουδήποτε ἄλλου μέσου κατορθώνῃ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ. Μόνον ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς παύσεως ἢ τῆς ἀναστολῆς τῶν πληρωμῶν, μόνον ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ χρεωκοπία θεωρεῖται κεκπρυγμένη. Καὶ ὅμως τολμῶσι νὰ ἀρνῶνται, ὅτι ἐκήρυξαν τὴν πτώχευσιν τῆς Ἑλλάδος· προέβησαν μάλιστα μέχρι τοῦ νὰ ὑποστηρίξωσι καὶ ὅτι προέλαβον τὴν πτώχευσιν αὐτῆς. Ἀλλὰ τοιαῦται ἀρνήσεις καὶ τοιοῦτοι ἰσχυρισμοὶ δύνανται νὰ ἐνδεικνύωσι μόνον τὸ ἀκρότατον σημεῖον, μέχρι τοῦ ὁποίου δύναται νὰ φθάσῃ ἡ ἔλλειψις σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἀλήθειαν, ἡ ἔλλειψις σεβασμοῦ πρὸς τὴν νοημοσύνην τῶν ἀκροωμένων, ἀλλὰ δὲν δύνανται ν’ ἀναιρέσωσι τὸν χρεωκοπικὸν χαρακτῆρα τῆς πράξεως, τὸν ἀποδοθέντα εἰς αὐτὴν ὑπὸ σύμπαντος τοῦ κόσμου ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος. Προσεπάθησαν νὰ δικαιολογήσωσι τὴν οἰκτρὰν αὐτῶν παλινῳδίαν, προβάλλοντες ὡς δικαιολόγημα, ὅτι διετέλουν ἐν ἀγνοίᾳ τῆς καταστάσεως τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ πρώτην φορὰν ἐλάμβανον αὐτῆς γνῶσιν, συνελθόντες ἐν διασκέψει, δὲν γνωρίζω ἐν τίνι φρενοκομείῳ. Ἀλλὰ τὸ δικαιολόγημα τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Παρέστησα ἤδη πρὸς ὑμᾶς, ὅτι διετέλουν ἐν πληρεστάτῃ γνώσει, παρόμοιαι δὲ παραστάσεις ὑπεβλήθησαν πρὸς αὐτὸν τὸν Πρόεδρον τῆς τέως Κυβερνήσεως ὑπὸ ἄλλων πολιτικῶν ἀνδρῶν, μεθ’ ὧν ἐπεζήτησε συνεννοήσεις πρὸς σύμπραξιν. Ἀλλὰ καὶ ἀνάξιον θεωρῶ σοβαρῶν πολιτευομένων τοιοῦτον δικαιολόγημα, διότι οἱ τολμῶντες νὰ διαβεβαιῶσι τὴν Βουλὴν, τὸ Ἔθνος, τὸ Στέμμα, ὅτι δύνανται αὐτοὶ νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους ἄνευ φόρων καὶ ἄνευ δανείων, ἔπρεπε νὰ ἔχωσι τὴν πρόνοιαν νὰ λάβωσιν ἀσφαλεῖς καὶ πλήρεις περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ ταμείου πληροφορίας. Καὶ δὲν ἀποτελεῖ μόνον ἡ κήρυξις τῆς πτωχεύσεως ἀπρεπῆ ἐγκατάλειψιν πολιτικῶν ἀρχῶν, ἀναίρεσιν πανδήμων καὶ ἐπισήμων ὑποσχέσεων· ἀποτελεῖ συγχρόνως καὶ ἀξιόποινον ἀντιποίησιν νομοθετικῆς ἐξουσίας. Καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ὑποστηρίξω τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον, καίτοι περὶ τοῦ ζητήματος τούτου γεννήσεται ἰδιαιτέρα συζήτησις, ἵνα ἔχῃ πλήρη τὴν εἰκόνα τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Ὁ τρόπος τῆς πληρωμῆς τῶν ἐθνικῶν ὑποχρεώσεων κανονίζεται ἀκριβῶς ὑπὸ τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ἐνέκριναν τὰς ὑποχρεώσεις ἐκείνας, πᾶσα δὲ μεταβολὴ τοῦ κανονισμοῦ τούτου ἀποτελεῖ τροποποίησιν, ἀποτελεῖ κατάργησιν τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ἐνέκριναν τὰς ὑποχρεώσεις ἐκείνας, ἑπομένως μόνον διὰ νέου νόμου ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ γείνῃ. Ἐν τίνι λοιπὸν δικαιώματι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐθεώρησεν ἐπιτετραμμένον ἑαυτῇ νὰ τροποποιήσῃ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, ἐγκρίνασα νὰ πληρώσῃ τὰς μὲν, ἀρνηθεῖσα νὰ πληρώσῃ τὰς ἄλλας, καὶ ἐξαναγκάσασα ψυχολογικῶς τοὺς δανειστὰς νὰ δεχθῶσιν ἀντὶ χρημάτων νέας χρεωστικὰς ὁμολογίας; Ἐπεκαλέσθησαν πρὸς δικαιολογίαν τοὺς παρ’ ἡμῖν ἐκδοθέντας νόμους, δι’ ὧν ἐπετράπη εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογῇ δάνεια· ἀλλ’ ἅπαντες οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἕνα καὶ μόνον ὡρισμένον καὶ σαφῶς ἐκπεφρασμένον ἔχουσι σκοπὸν, νὰ παράσχωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα νὰ πορίζηται εὐχερῶς τὸ ἀναγκαῖον χρῆμα πρὸς τακτικὴν καὶ ἐμπρόθεσμον ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, καὶ ἀποφυγὴν τῆς συμφορᾶς τῆς χρεωκοπίας. Ἀλλὰ περὶ τῆς περιπτώσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀνεύρεσις χρημάτων κατέστη ἀδύνατος, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος περιῆλθεν ἤδη εἰς ἀδυναμίαν, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὑτοῦ, περὶ τῆς περιπτώσεως ταύτης οὐδὲν προβλέπουσιν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι, οὐδ’ ἐπιτρέπουσι τὴν μονομερῶς ὑπὸ τοῦ Κράτους ἔκδοσιν νέων χρεωστικῶν ὁμολογιῶν πρὸς κανονισμὸν αὐτῶν. Τὴν περίστασιν ταύτην δὲν ἠδύνατο νὰ κανονίσῃ ἢ μόνον εἰδικὸς νόμος τοῦ Κράτους. Προδήλως λοιπὸν καὶ ἀναμφισβητήτως ἀντεποιήθησαν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, τολμήσαντες νὰ κανονίσωσι τὰ τοῦ δανείου ὅπως ἐκανόνισαν αὐτά...
§94ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς.
§95ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. .. Καὶ δὲν ἀποτελεῖ ἀντιποίησιν νομοθετικῆς ἐξουσίας μόνον ἡ ἔκδοσις τοιούτου δανείου καὶ ἡ κήρυξις δι’ αὐτοῦ τῆς χρεωκοπίας τοῦ Κράτους· ὁμοίαν ἀντιποίησιν ἀποτελοῦσι καὶ ἕτεροι ὅροι, ἐν τῷ διατάγματι τοῦ δανείου περιληφθέντες. Ἐν τίνι δικαιώματι ἔλαβον οἱ Κύριοι οὗτοι τὸ μέτρον νὰ ὑποχρεώσωσι τὸ Κράτος ἐπὶ δεκάδας μακρῶν ἐτῶν νὰ τηρήσῃ ἀμετάβλητον τὴν φορολογικὴν νομοθεσίαν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ὑπεγγύους προσόδους; Πῶς, ἀφοῦ ῥητὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος διατάσσει, ὅτι οὐδεμία ποινὴ ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου, ὁρίζοντος αὐτὴν προηγουμένως, πῶς ἐτόλμησαν νὰ ἀπαγγείλωσι διὰ τῶν διαταγμάτων των βαρείας ποινὰς κατὰ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, ὅσοι δὲν ἤθελον τηρήσει τὰς περὶ τῆς ἐπιβολῆς τῶν πιστοποιητικῶν διατάξεις αὐτοῦ;
§96ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τὸ Σύνταγμα δὲν λέγει «ἀπαγγέλλεται», λέγει «ἐπιβάλλεται».
§97ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιχειροῦσι διὰ διακοπῶν νὰ ἀναιρέσωσι τὸ παράνομον τῆς διατάξεως ταύτης· ἀλλ’ ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην αὐτοῦ τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὅστις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔλεγε πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν: πῶς ἠδύνασθε νὰ κυρώσητε διὰ διατάγματος σύμβασιν δανείου, περιέχουσαν διάταξιν τιμωροῦσαν τοὺς ὑπαλλήλους δι’ αὐτὴν ταύτην ἀκριβῶς τὴν πρᾶξιν; Διατελοῦσι, φαίνεται, ἐν πληρεστάτῃ ἀγνοίᾳ αὐτῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐκύρουν διὰ τῆς ὑπογραφῆς των. Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διεχειρίζοντο τὰ σπουδαιότερα συμφέροντα τοῦ Κράτους! Καὶ δὲν περιέχει μόνον τὸ διάταγμα περὶ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου ὅρους νομικῶς ἀκύρους, περιέχει καὶ ὅρους ἠθικῶς ἐπιμέμπτους καὶ ἐπιληψίμους. Παρεχώρησαν ἑκατομμύρια προμηθειῶν εἰς τοὺς τραπεζίτας Χάμβρο, οἵτινες οὐδόλως μετέσχον εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, ἀπεδέχθησαν δὲ μόνον νὰ κατασκευάσωσι τὰς χαρτίνους ὁμολογίας καὶ ἀποστείλωσιν αὐτὰς εἰς τὰ πρακτορεῖα, ἔνθα ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἡ πληρωμὴ τῶν τοκομεριδίων, ἤτοι παρέσχον ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ αὐτὴ ἀντὶ εὐτελεστάτης δαπάνης. Ἔχει λοιπὸν δικαίωμα νὰ ἐρωτήσῃ αὐτοὺς ἡ Βουλή, διὰ τίνα λόγον καὶ πρὸς τίνα σκοπὸν ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον νὰ παραχωρήσωσι τοιαύτας ὑπερόγκους προμηθείας; Ἀλλ’ ἔπραξαν καὶ ἕτερον ἀκόμη. Διὰ Β. Διατάγματος προέβησαν εἰς τὴν σύστασιν συνδικάτου, σκοποῦντος τὴν τεχνητὴν ὑπερτίμησιν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ νέου δανείου, ἤτοι πρᾶξιν, ἥτις, ἂν ὑπὸ ἰδιωτῶν ἐνεργουμένη θεωρῆται ἀθέμιτος, εἶναι ὅλως ἀνάρμοστος καὶ ἀπρεπὴς εἰς Κυβέρνησιν Κράτους. Δὲν ἐπιχειρῶ, Κύριοι, νὰ ἀναπτύξω τὸ ἔκθεσμον, τὸ ἀνήθικον τοιαύτης πράξεως, μεθ’ ὅσα χθὲς ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς μετὰ δυνάμεως καὶ ἀκριβείας ἐξέθεσε περὶ αὐτῆς. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ μόνον νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν γνωρίζω εἰς τίνα νόμον ἐστηρίχθησαν, δαπανήσαντες τὰ χρήματα τοῦ Κράτους εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις. Ἐκ τοιούτων νομικῶς καὶ ἠθικῶς ἐπιληψίμων μέτρων τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προκύψῃ ἀγαθόν τι ἀποτέλεσμα. Ἡ ὑλικὴ καὶ ἠθικὴ καταστροφὴ τῆς χώρας ἐπῆλθε πλήρης καὶ τελεία, καὶ τοιαύτη, οἵαν οὐδεμία ἄλλη λύσις ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ. Ἀνεγνώρισαν τοῦτο αὐτοὶ οἱ ἐργάται τῆς πράξεως ἐκείνης, καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευσαν νὰ μεταβάλωσιν αὖθις οἰκονομικὴν πολιτικὴν καὶ νὰ ἀναιρέσωσι τὴν ἔννοιαν τοῦ μέτρου, ὅπερ εἶχον ἀποδεχθῆ καὶ ἐφαρμόσει. Καὶ ἰδοὺ αὐτοί, οἵτινες ἐβεβαίουν τὴν ἐπάρκειαν τοῦ Κράτους ἄνευ φόρων καὶ ἄνευ δανείων, αὐτοὶ οἱ καυχηθέντες κατόπιν, ὅτι διὰ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιοποιήσεως ἔσωσαν τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, λαβόντες ἐπαρκῆ προθεσμίαν πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐπαρκείας τοῦ Κράτους εἰς τὸ μέλλον, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι κηρύττουσιν ἤδη, ὅτι τὸ μέτρον ἐκεῖνο ἦτο μέτρον προσωρινὸν, πρὸς παροχὴν ἐδάφους καὶ χρόνου, ἵνα προέλθωσιν εἰς νέας μετὰ τῶν δανειστῶν διαπραγματεύσεις, τὰς ὁποίας μάλιστα ὡμολόγησαν, ὅτι ἤρχισαν. Ἀλλ’ ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς τολμῶσι νὰ προβαίνωσιν εἰς τοιαύτας δηλώσεις, διότι νομίζω, ὅτι ἐν αὐταῖς περιέχεται ὁμολογία πράξεως ἀθεμίτου καὶ ἐπιληψίμου. Ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐν πληρεστάτῃ πεποιθήσει περὶ τῆς προσεχοῦς ἐπαρκείας τοῦ Κράτους παρακαλεῖ τοὺς δανειστὰς νὰ συναινέσωσιν εἰς προσωρινὴν ἀναστολὴν, λαμβάνοντες ἀντὶ χρημάτων ἀποδείξεις δανείου, παριστώσας ὅτι παρεσχέθησαν ὑπὲρ αὐτῶν ἀσφαλεῖς ἐγγυήσεις, ἐνδέχεται νὰ ἐνεργῇ ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν διαχειρίζεται, ἀλλὰ διαπράττει πάντοτε ἔντιμον πρᾶξιν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἥτις προβάλλει εἰς τοὺς δανειστὰς ὁμοίας προτάσεις καὶ ὁμοίας παρακλήσεις ἐν γνώσει ὅτι δὲν δύναται νὰ τηρήσῃ ταύτας, ἥτις, ἐνῷ ταῦτα πράττει, ἔρχεται συγχρόνως εἰς διαπραγματεύσεις, ἵνα ἄρῃ τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας, καὶ ἵνα ὑποβάλῃ τοὺς δανειστὰς εἰς νέας ζημίας, ἡ Κυβέρνησις αὕτη δὲν διαπράττει ἔντιμον πρᾶξιν, διαπράττει πρᾶξιν ἀθέμιτον, πρᾶξιν ἀπάτης, πρᾶξιν δολίας χρεωκοπίας. Διὰ τοῦτο ἀπορῶ, πῶς τοιαύτας δηλώσεις ἐτόλμησαν νὰ περιλάβωσιν ἐν αὐτῷ τῷ βασιλικῷ λόγῳ. Καὶ ταῦτα πάντα διέπραξε, κύριοι Βουλευταὶ, Κυβέρνησις μὴ ὑποδειχθεῖσα ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου, οὐδὲ ἀπολαμβάνουσα τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ, ὅπως ἀριδήλως κατεδείχθη. Καὶ ἐν ᾧ ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἐμελέτα νὰ λάβῃ τοιαῦτα σπουδαιότατα μέτρα, ἀφορῶντα εἰς πολύτιμα συμφέροντα τοῦ Κράτους, δὲν διενοήθη νὰ ζητήσῃ περὶ αὐτῶν τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους, δὲν ἐσκέφθη νὰ καλέσῃ κἂν τὴν Ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους ἀμέσως μετὰ τὴν λῆψιν τῶν μέτρων ἐκείνων καὶ νὰ τὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς, εἰς τὴν ἔγκρισιν, εἰς ἣν καὶ ῥητῶς ἐπεφυλάχθησαν ἕνα καὶ μόνον ὅρον νὰ ὑποβάλωσιν. Ἄφησαν νὰ ἐκτυλιχθῶσιν ὅλα τὰ ἀποτελέσματα τῶν μέτρων, ἅτινα αὐτοὶ αὐτοβούλως ἔλαβον, καὶ ἐκάλεσαν τὴν Ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους τὴν παραμονὴν ἀκριβῶς τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον αὐτοδικαίως ἤθελε συνέλθει αὕτη, δυνάμει τῆς διατάξεως τοῦ θεμελιώδους νόμου. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ καταδειχθῇ ἰταμώτερον ἡ ἀδιαφορία, ἢ περιφρόνησις αὐτῶν πρὸς τὴν γνώμην τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ παραστήσω ὑμῖν, πόσον ἀπρεπὴς εἶναι διαγωγὴ τοιαύτη, ὡς γεννῶσα τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι πρόκειται περὶ καταδολιεύσεως τῶν ἐλευθέρων ἡμῶν θεσμῶν, καθ’ οὓς πᾶσα Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ζητῇ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου καὶ νὰ πράττῃ τοῦτο ὅσον τάχιον. Ἠκούσατε χθὲς τοῦ ἐκ Γόρτυνος ἀξιοτίμου πολιτευτοῦ ἀναπτύσσοντος τὰς ἰδέας ταύτας· ἀνέγνωσε πρὸς ὑμᾶς τὰς γνώμας διαπρεπῶν πολιτευομένων, ἀλλ’ ἐγὼ θὰ προσθέσω, Κύριοι, εἰς τὰς γνώμας ἐκείνας μίαν ἄλλην γνώμην, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ οἱ κύριοι ὀφείλουν νὰ σεβασθῶσιν. Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτὴς κατὰ τὴν συζήτησιν, ὑποθέτω, ἐφ’ ἧς ἐξετέθησαν αἱ γνῶμαι ἐκεῖναι (ἀναγινώσκει): «Ὅπως γείνῃ τις Πρωθυπουργὸς», ἔλεγεν ὁ κ. Ράλλης τὴν 20 Φεβρουαρίου 1874, «ἀρκεῖ βεβαίως ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, ἢ καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου· τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως εἶναι τότε πλῆρες, ἀκέραιον ἐντελῶς. Ἀλλ’ ὅπως ὑπάρξῃ Πρωθυπουργὸς, ἐκτὸς τῆς ὑπογραφῆς ἐκείνων, ἀπαιτεῖται καὶ ἕτερόν τι, ἀπαιτεῖται ἡ ἐμπιστοσύνη σας». Τοιαῦτα ἐπρέσβευον τότε ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐζήτησαν τὴν ἡμετέραν ἐμπιστοσύνην κατὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὴν ἀποφύγωσι πλέον. Ὑπολαμβάνουσι, φαίνεται, τινὲς, ὅτι δύνανται νὰ μεταβάλλωσι γνώμας καὶ ἀρχὰς κατὰ τοὺς ἐπικρατοῦντας ἑκάστοτε πολιτικοὺς ἀνέμους. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταὶ, λυποῦμαι, διότι πολιτικοὶ ἄνδρες ἐπελάθοντο μέχρι τοῦ σημείου τούτου καὶ τῶν γνωμῶν καὶ τῶν λόγων, καὶ τῶν ὑποσχέσεων, καὶ τῶν καθηκόντων αὐτῶν ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ἀπέναντι τῶν νόμων τοῦ Κράτους, ἀλλὰ λυποῦμαι ἔτι μᾶλλον, διότι ἡ τοιαύτη διαγωγὴ δὲν ἐξεγείρει εἰς πολιτικούς τινας κύκλους ὅλην τὴν δέουσαν ἀγανάκτησιν, δὲν προκαλεῖ ὅλην τὴν δέουσαν ἀποδοκιμασίαν! Ἀκούω κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας συναδέλφους, ἀξίους πάσης τιμῆς καὶ πάσης ὑπολήψεως διὰ τὸ εὐθὺ τοῦ χαρακτῆρος, διὰ τὸ ἀνεξάρτητον τοῦ φρονήματος, κηρύσσοντας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἐθεώρησαν καθῆκον νὰ καταλίπωσι τὸν ἡγέτην, μετὰ τοῦ ὁποίου ἐπολιτεύοντο μέχρι τοῦδε, ἕνεκα τῆς ἀποτυχίας τοῦ ἔργου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπεδόθη, ἐθεώρησαν δὲ προσῆκον νὰ κηρυχθῶσιν ὀπαδοὶ τῆς τότε σχηματισθείσης Κυβερνήσεως. Δὲν ἀποδέχομαι ἐγὼ τὴν γνώμην τοῦ ἐκ Γόρτυνος ἀξιοτίμου πολιτευτοῦ περὶ τῶν κανόνων, κατὰ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ῥυθμίζωνται αἱ σχέσεις τῶν μελῶν τῶν κομμάτων πρὸς τοὺς ἡγέτας αὐτῶν· τοὐναντίον ἀναγνωρίζω ὡς ὀρθοτάτην τὴν θεωρίαν, ἣν οἱ ἀξιότιμοι ἐκεῖνοι συνάδελφοι ὑπεστήριξαν, ὅτι οἱ κομματικοὶ δεσμοὶ πρέπει νὰ ὑποχωρῶσιν ἀπέναντι τοῦ καθήκοντος, ἀπέναντι τῆς φωνῆς τῆς συνειδήσεως. Καὶ δὲν λέγω τὴν θεωρίαν ταύτην, Κύριοι, σήμερον κατὰ πρῶτον. Καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπεστήριξα αὐτὴν, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀναγνώσω πρὸς ὑμᾶς τοὺς λόγους, οὓς τότε ἐπεκαλέσθην (ἀναγινώσκει): «Γνωρίζω ὅτι ὑπάρχουσί τινες, φρονοῦντες, ὅτι τὰ πολιτικὰ κόμματα συνδέονται διὰ προσωπικῶν μόνον σχέσεων, καὶ ὅτι αἱ σχέσεις αὗται ἐπιβάλλουσι τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐμμονῆς ἐν τῷ συνδέσμῳ, ἐπὶ κινδύνῳ νὰ ἀποδοθῇ τινι ἄλλως ἢ εὐμετάβλητος χαρακτὴρ, ἢ μομφὴ ἐπὶ λιποταξίᾳ. Ἀλλὰ βεβαίως τοιαύτας ἰδέας ἐγὼ οὐδέποτε συνεμερίσθην· ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὰ πολιτικὰ κόμματα συνδέονται διὰ τῆς ταυτότητος τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν πολιτικῶν ἀρχῶν, καὶ διὰ τῆς συμφωνίας περὶ τῶν μέσων, δι’ ὧν αὗται δύνανται νὰ ἐπικρατήσωσιν. Ἄνευ τῶν τοιούτων συνδέσμων δὲν ὑφίστανται πολιτικὰ κόμματα, ἀλλὰ φατρίαι, ἐπιτήδειαι ἴσως εἰς ἱκανοποίησιν ἰδιοτελῶν συμφερόντων, ἀλλ’ ἀνίκανοι πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν μεγάλων συμφερόντων τῆς Πολιτείας. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι, ἅμα ὁ συνέχων τὰ πολιτικὰ κόμματα δεσμὸς χαλαρωθῇ ἢ ἐκλείψῃ, οὐ μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον παντὸς πολιτευομένου εἶναι νὰ ἀπόσχῃ πολιτικοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου οὔτε τὰς ἰδέας συμμερίζεται πλέον, οὔτε τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν ἐπιδοκιμάζει.» Τοιαύτην, Κύριοι, ἐγὼ ἔχω γνώμην περὶ τῶν κανόνων, οἵτινες κανονίζουσι τὰς σχέσεις τῶν Βουλευτῶν πρὸς τοὺς ἡγέτας αὐτῶν· διὰ τοῦτο οὐδόλως μέμφομαι τοὺς συναδέλφους ἐκείνους, ἐὰν ἐθεώρησαν καθῆκον νὰ μὴ συμπράττωσι τοῦ λοιποῦ μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μετὰ τὴν τοιαύτην αὐτοῦ ἀποτυχίαν, διότι τέλος πάντων ὁ κυβερνήτης ὁ ἐξ ἀδεξιότητος ἢ ἀμελείας ἐξωθήσας τὸ σκάφος κατὰ τῶν βράχων, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ πλέον τὴν ἀξίωσιν εὐλόγως νὰ ἀνατεθῇ καὶ πάλιν εἰς αὐτὸν ἡ κυβέρνησις αὐτοῦ ἐπιδιορθωθέντος. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ ἐγκρίνω, εἶναι, πῶς, μετὰ τοιαύτην ἀποτυχίαν τοῦ ἡγέτου αὐτῶν, ἐνόμισαν προσῆκον νὰ κηρυχθῶσιν ὀπαδοὶ τῆς τότε Κυβερνήσεως. Ἂν ἡ πολιτικὴ τῆς ἐπαρκείας ἦτο πολιτικὴ πλημμελὴς, αὐτὴν ταύτην τὴν πολιτικὴν ἠκολούθουν τότε καὶ οἱ συγκροτοῦντες τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, καὶ μάλιστα κατέστησαν αὐτὴν μὴ σπουδαίαν, ὑποστηρίζοντες, ὅτι δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἄνευ δανείου. Ἄν ὁ κ. Τρικούπης ἀπέτυχεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, ἀπέτυχε μετὰ μεγάλους ἀγῶνας, εὑρεθεὶς ἴσως πρὸ ἀνυπερβλήτων κωλυμάτων· ἀλλ’ ἐκεῖνοι ἐγκατέλειψαν ἀμέσως τὴν πολιτικήν των καὶ μετῆλθον ἑτέραν πολιτικὴν, πολιτικὴν χρεωκοπίας, ἅμα τοῦτο ἀπῄτησε τὸ ἐλεεινὸν συμφέρον τῆς διαμονῆς των ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. (Ὡραῖα! ὡραῖα! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Τέλος, Κύριοι, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐφήρμοσε πολιτικὴν, ἀκολουθούμενος καὶ ὑποστηριζόμενος ὑπὸ ὅλης τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, καὶ αὐτοὶ ἐφήρμοσαν τὴν πολιτικήν των ἄνευ τῆς γνώσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ἐναντίον τῆς ὑποτιθεμένης γνώμης αὐτῆς. Πῶς λοιπὸν, ἐρωτῶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, ἀποφασίσαντες νὰ ἀποχωρήσωσι τοῦ ἀρχηγοῦ των...
§98ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ἐρωτᾶτε τοὺς συναδέλφους, διότι αὐτοὶ μόνον ἀπέναντι τοῦ ἔθνους ἔχουν νὰ δώσουν λόγον.
§99ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. .. Πῶς, λέγω, ἐνομίσατε εὐπρεπὲς νὰ ὑποστηρίζητε Κυβέρνησιν τοιαύτην;
§100ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπιτρέπεται μίαν διακοπήν;
§101ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν (θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ).
§102ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ τότε νὰ μὴ ὑβρίζητε.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑβρίζει κἀνένα.
§104ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὅταν λέγῃ, ὅτι ἡ διαγωγή μας δὲν εἶναι εὐπρεπής ... (θόρυβος).
§105ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος· δύναται, ὅστις θέλει, νὰ ὁμιλήσῃ κατόπιν.
§106ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν οἱ λόγοι ἐκεῖνοι ἐπέβαλλον εἰς αὐτοὺς τὸ καθῆκον νὰ ἀποχωρήσωσι τῆς μερίδος, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκον, οἱ ἴδιοι λόγοι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὑπεχρέουν αὐτοὺς παρασάγγας ὅλας νὰ φεύγωσιν ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους προσήγγισαν (ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Φρονῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι οἱ πολιτικὴ ἀγῶνες εἶναι ἐξόχως ἀγῶνες τιμῆς, καὶ πρέπει νὰ διεξάγωνται διὰ μέσων ὑπὸ τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἠθικῆς ἐπιτρεπομένων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι βεβαίως τοιαῦτα μέσα αἱ ψευδεῖς ἐπαγγελίαι δημοτικῶν ἰδεῶν πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τῆς καταλήψεως τῆς ἐξουσίας, ἢ ἄμεσος ἐγκατάλειψις αὐτῶν πρὸς παράτασιν τῆς ἐν τῇ ἐξουσίᾳ διαμονῆς, ἡ ἀντιποίησις νομοθετικῆς ἐξουσίας πρὸς λῆψιν μέτρων σπουδαιοτάτων καὶ ὀλεθριωτάτων ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἡ πρὸς τὴν γνώμην τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἐπιδεικτικὴ ἀδιαφορία καὶ περιφρόνησις. Αἱ πράξεις αὗται εἶναι φαινόμενα λυπηρὰ, φαινόμενα ἐπικίνδυνα, χρήζοντα αὐστηροῦ καὶ ταχέος στιγματισμοῦ καὶ γενικῆς ἀποδοκιμασίας! Τοῦτο ἐπιβάλλει ἡ πολιτικὴ ἠθική, τοῦτο ἡ πολιτικὴ χρηστότης, τοῦτο ἡ μόρφωσις πολιτικῶν χαρακτήρων, τοῦτο ἀπαιτεῖ ἡ κραταίωσις τῶν ἐλευθέρων ἡμῶν θεσμῶν καὶ ἡ ἐξασφάλισις τῶν μεγάλων συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Ἐφρόνουν ὅτι τὸ ἔργον τοῦτο ὤφειλε νὰ ἐκτελέσῃ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, αὐστηρῶς χαρακτηρίζουσα τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ὧν αὕτη ἐμνήσθη, ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ ἔργον θὰ ἐκπληρώσῃ ἡ ἐθνικὴ συνείδησις, ὅταν ζητηθῇ προσεχῶς ἡ περὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων καὶ προσώπων ἐτυμηγορία τοῦ ἔθνους.
§107ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Αὐτὸ ἐπιθυμοῦμεν.
§108ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠδύνασθε νὰ τὸ ἔχητε, ἀλλὰ δὲν ἠθελήσατε. Τοιαῦται, Κύριοι, εἶναι αἱ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Ἀλλ’ αὕτη ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν, ἕνεκα τῆς ἀποχωρήσεως ἀπὸ τῆς ἐξουσίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· διὰ τοῦτο, ἐπανερχόμενος εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐρωτῶ αὐτὸν καὶ πάλιν, τίνες οἱ λόγοι τῆς ἀποχωρήσεως; Εὐηρεστήθη νὰ ἀνακοινώσῃ αὐτοὺς εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του· ἤκουσα αὐτοὺς μετὰ συντόνου προσοχῆς, προσεπάθησα νὰ εἰσδύσω εἰς τὴν ἀληθῆ αὐτῶν ἔννοιαν καὶ σημασίαν, ἀλλ’ ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ εὕρω τοὺς λόγους τούτους σαφεῖς καὶ πλήρεις, οὔτε δικαιολογοῦντας τὸ διάβημα τῆς ἀποχωρήσεως. Εἰς χεῖρας τοῦ κ. Τρικούπη ἐνεπιστεύθη τὸ Κοινοβούλιον καὶ τὸ ἔθνος τὴν παρακαταθήκην τῆς οἰκονομικῆς αὐτοῦ τιμῆς, τῆς οἰκονομικῆς αὐτοῦ πίστεως· διεβεβαίου, ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ σωτηρία τῆς παρακαταθήκης ταύτης καὶ ἔλαβεν ἀληθῶς πλεῖστα πρὸς τοῦτο μέσα· ἓν καὶ μόνον ὑπελείπετο πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐπιτυχίας, ἡ συνομολόγησις τοῦ νέου δανείου. Ἰσχυρίσθη ὅτι καὶ τὸ μέτρον τοῦτο συνετελέσθη, παρασκευασθείσης τῆς πρὸς τοῦτο ἀπαιτουμένης συμβάσεως. Διατὶ λοιπὸν τὸ ἔργον τοῦτο τῆς οἰκονομικῆς σωτηρίας κατέλιπεν ἀτελὲς, ἀποχωρήσας τῆς ἐξουσίας; Ὁ Βασιλεύς, εἶπεν ἡμῖν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι ἡ σύμβασις ἔδει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ οἱ δανεισταὶ ἔταξαν πρὸς ἀποδοχὴν αὐτῆς ἀνατρεπτικὴν προθεσμίαν, ἡ ὁποία δὲν ἐπήρκει εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς γνώμης τοῦ Ἡγεμόνος. Ἀπορίας διήγειραν, Κύριοι, ἐν ἐμοὶ αἱ τοιαῦται ἐξηγήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Οἱ δανεισταὶ ἐνδιεφέροντο πρὸ παντὸς ἄλλου εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ κύρους τῆς συμβάσεως διὰ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Κοινοβουλίου· πῶς ἦτο λοιπὸν δυνατὸν αὐτοὶ νὰ ἀντιταχθῶσι κατὰ τοιαύτης ἰδέας; Ἐγένετο ἆρά γε γνωστὸς εἰς αὐτοὺς ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἦτο ἀναγκαία παράτασίς τις τῆς ταχθείσης προθεσμίας; Νομίζω ὅτι ὀφείλει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νομίζω μᾶλλον, ὅτι ὀφείλει ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ περὶ τούτου ὡρισμένας διασαφήσεις, αὐτὸς ὁ αὐτοπροσώπως διεξαγαγὼν τὰς πρὸς τοὺς δανειστὰς διαπραγματεύσεις. Ἐκτὸς ὅμως τούτου ἡ δήλωσις γνώμης ἐκ μέρους τοῦ Ἡγεμόνος ἀποτελεῖ συζήτησιν ἐπιτρεπομένην καὶ ἐπιβαλλομένην, δὲν ἀποτελεῖ ὅμως διαφωνίαν, εἰμὴ ἐὰν ἐπιμένῃ εἰς τὴν γνώμην του ὁ Ἡγεμὼν μέχρι παραιτήσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐπέμενεν εἰς τὴν γνώμην του ὁ Ἡγεμὼν μέχρι τοῦ σημείου τούτου; ἐπέμεινεν εἰς τὴν γνώμην του καὶ μετὰ τὴν παραίτησιν τὴν ὑποβληθεῖσαν αὐτῷ τῆς Κυβερνήσεως; Εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ἀνάγκη νὰ παρασχεθῶσι εἰς τὸ Κοινοβούλιον πλήρεις καὶ σαφεῖς περὶ τούτων ἐξηγήσεις. Ἐὰν ὁ κ. Τρικούπης εἶχε πράγματι ἕτοιμον τὸ μέτρον, ὅπερ ἐθεώρει ἀναγκαῖον διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν τοῦ Κράτους, βαρείας ὑπέχει εὐθύνας, μὴ ἀγαγὼν εἰς πέρας τὸ ἔργον, ἀλλὰ καταστήσας ἀδύνατον τὴν συμπλήρωσιν αὐτοῦ διὰ τῆς ἀποχωρήσεώς του. Διότι δὲν νομίζω σπουδαῖον τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι ἠδύναντο οἱ διάδοχοι νὰ συμπληρώσωσιν αὐτό. Ὁ χρόνος ὁ ἀπαιτούμενος ἵνα σχηματισθῇ ἡ νέα Κυβέρνησις, ἵνα λάβῃ γνῶσιν τῶν διατρεξάντων, ἵνα ἀναλάβῃ τὰ νήματα τῶν διαπραγματεύσεων, εἶναι πολὺ μείζων ἢ ἡ μικρὰ προθεσμία, ἣν ἔταξαν οἱ δανεισταί. Ἐὰν τοὐναντίον εἶχεν ἀποτύχει ὁ κ. Τρικούπης εἰς τὴν συντέλεσιν τοῦ μέτρου ἐκείνου, ἢ ἂν μετεμελήθη περὶ τῆς χρησιμότητος αὐτοῦ, τότε ὑπέχει βαρυτέραν εὐθύνην, μὴ ὁμολογήσας τοῦτο, ἀλλ’ ἐπιτρέψας νὰ κυκλοφορήσωσιν ἀσεβεῖς διαδόσεις, ἀποδίδουσαι τὴν εὐθύνην τῆς ἀποτυχίας ἐκεῖ, ἔνθα οὔτε νομικῶς οὔτε πραγματικῶς ὑπῆρξε κἀμμία εὐθύνη. Νομίζω ὅτι θὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ἡ σιωπή του θέλει, κατ’ ἐμὲ, ἀποτελέσει ἄρνησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ ἐὰν δύνανται νὰ ὑπάρχωσι, καὶ ὑπάρχουσι, μεγάλαι διαφωνίαι περὶ τῶν αἰτίων τῆς ἐπελθούσης συμφορᾶς, περὶ τοῦ γεγονότος ὅμως τῆς συμφορᾶς ταύτης δὲν δύναται βεβαίως νὰ ὑπάρξῃ τοῦ λοιποῦ οὐδεμία ἀμφιβολία. Ἡ πρώην Κυβέρνησις ἀνεκήρυξεν, ὡς εἶπον, ἐπισήμως τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 30 Μαΐου. Ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐν τῇ ἀπαντήσει εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ῥητῶς διακηρύσσει τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ Κράτους. Αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος ἐπεβεβαίωσε τὸ γεγονός. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ Κράτους δὲν ἐπῆλθεν ἤδη, ὑπῆρχε πρὸ πολλοῦ χρόνου, καὶ προέκυπτεν ἐκ τῆς ὡρίμου μελέτης τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων. Πεισθεὶς ἐκ τοιαύτης μελέτης περὶ τοῦ γεγονότος τούτου, ἐνόμισα καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πεποίθησίν μου. Γνωρίζετε ὅτι ὑβρίσθην καὶ προεπηλακίσθην διὰ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ πολλῶν ἀξιοσεβάστων ἀνδρῶν κατεκρίθην. Καὶ τὰς μὲν ὕβρεις καὶ τὰς λοιδορίας ἀνέλαβον, ὅπως εἶπον, ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐνόμισαν εὐπρεπὲς νὰ ἐκτοξεύσωσι ταύτας κατ’ ἐμοῦ. Ἀλλὰ καὶ τὰς κατακρίσεις θεωρῶ τοσοῦτον ἀδίκους καὶ σαθρὰς, ὥστε ἀπορῶ ἀληθῶς, πῶς ἀπηυθύνθησαν κατ’ ἐμοῦ, καὶ πῶς μάλιστα ἐπαναλαμβάνονται ἀκόμη. Ἔχω ἀδιστάκτως τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἀνακοινώσας τὴν γνώμην μου ἐκείνην εἰς τὴν Βουλὴν, ἐξετέλεσα ὑπέρτατον καὶ ἐπιβεβλημένον πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον. Περὶ πάντων τῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ συζητουμένων ἀντικειμένων ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον πᾶς Βουλευτὴς νὰ ἀποφαίνηται γνώμην. Πῶς λοιπὸν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ εὐλόγως, ὅτι, ὅταν ζητῆται νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὸν λαὸν μεγάλα καὶ δυσβάστακτα βάρη πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τῆς ἐπαρκείας εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους καὶ πρὸς ἀποφυγὴν τῆς χρεωκοπίας, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἀπαγορεύεται ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος, ἐὰν θέλωσιν ἀληθῶς συντελέσει τὰ βάρη ἐκεῖνα εἰς τὸν σκοπὸν ἐκεῖνον, ἢ πρόκηται εἰς μάτην νὰ καταθλίψωμεν καὶ νὰ ταλαιπωρήσωμεν τὸν λαόν; Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος ὀρθῶς ἐδίδασκε χθὲς, ὅτι πρέπει νὰ λέγωμεν πάντες τὴν ἀλήθειαν, καὶ ὅτι ἡ κάλυψις τῆς ἀληθείας εἶναι ἡ κυρία αἰτία τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ διατελοῦμεν. Πῶς λοιπὸν ὑποστηρίζει συγχρόνως, ὅτι ὀφείλομεν οὐχὶ νὰ ἀποκαλύπτωμεν, ἀλλὰ νὰ καλύπτωμεν τὴν ἀλήθειαν, προκειμένης συζητήσεως περὶ τῆς ἐπαρκείας τοῦ Κράτους, ἐνῷ ἡ ἀλήθεια ἐκείνη δύναται νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ἀσφαλεστέραν λύσιν, τὴν μᾶλλον συνᾴδουσαν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους; Καὶ πῶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς Βουλευτὴν νὰ παραλίπῃ τὸ καθῆκον τῆς ἀποκαλύψεως τῆς ἀληθείας, ἕνεκα τοῦ ἐνδεχομένου κινδύνου νὰ ἀποδοθῇ εἰς αὐτὸν ἀδίκως βραδύτερον ἡ ἀποτυχία; Ἐπαναλέγω, ἐπιμένω φρονῶν, ὅτι ἐξεπλήρωσα καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα, ἀνακοινώσας τὴν γνώμην μου ἐκείνην, ἥτις ἀπεδείχθη ὀρθὴ ἐκ τῶν πραγμάτων, καὶ κατέστη ἤδη γενικὴ γνώμη ἁπάντων. Μὴ ὑπολάβῃ δέ τις, ὅτι αἰσθάνομαι εὐχαρίστησίν τινα διὰ τοῦτο τοὐναντίον θλίβομαι ἐγκαρδίως. Μυριάκις ἐγὼ προὐτίμων νὰ ἀπεδείκνυον τὰ πράγματα, ὅτι ἐγὼ διετέλουν ἐν πλάνῃ, ἵνα μὴ περιέλθῃ ἡ πατρὶς ἡμῶν εἰς τὴν ὀδυνηρὰν καὶ ταπεινωτικὴν θέσιν νὰ ἀδικήσῃ ἐκείνους, οἵτινες ἐνεπιστεύθησαν εἰς αὐτὴν τὴν περιουσίαν των. Ἡ συμφορὰ λοιπὸν ἐπῆλθε, καὶ ἤδη πρόκειται νὰ διασκεφθῶμεν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δυνάμεθα νὰ θεραπεύσωμεν καὶ νὰ ἐπανορθώσωμεν τὰς συνεπείας τῆς συμφορᾶς αὐτῆς. Ἤκουσα πολλὰς καὶ διαφόρους γνώμας περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ὑποχρεώσεων, εἰς ἃς δυνάμεθα εἰς τὸ μέλλον νὰ ἐπαρκέσωμεν καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δυνάμεθα νὰ ἱκανοποιήσωμεν αὐτάς. Νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἔχῃ τις περὶ τῶν ζητημάτων τούτων ὡρισμένην γνώμην, πρὶν ὑποβληθῶσι περὶ αὐτῶν σαφεῖς καὶ ὁριστικαὶ προτάσεις. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ μόνον νὰ ὑποβάλω, ὅτι ἡ ὀδυνηρὰ ἀνάγκη, ἥτις ἤγαγεν ἡμᾶς εἰς τὴν κατάστασιν τῆς πτωχεύσεως, ἐξακολουθεῖ νὰ κανονίζῃ αὕτη καὶ τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ κανονίσωμεν τὰ κατ’ αὐτὴν, καὶ διὰ τοῦτο πρὸ πάντων περὶ τῆς ἀνάγκης ταύτης καὶ τῆς ἐκτάσεως αὐτῆς εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ σχηματίσωμεν ὀρθὴν καὶ ἀσφαλῆ γνώμην. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ἔχει ἀσφαλῆ περὶ τούτου γνώμην ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, ὅταν περιορίζηται νὰ ἐξαίρῃ τὴν πατριωτικὴν προθυμίαν, μεθ’ ἧς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὑπεβλήθη εἰς τὰ ἐπιβληθέντα αὐτῷ βάρη, καὶ νὰ ὑπόσχηται μάλιστα τὴν συνδρομὴν αὐτῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς λῆψιν παρομοίων μέτρων. Ἐν ἐποχῇ, Κύριοι, καθ’ ἣν μέγα μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διεξάγει δεινὸν περὶ τῆς ὑπάρξεως ἀγῶνα, καθ’ ἣν ἀναφοραὶ καὶ συλλαλητήρια ὑποδεικνύουσι τὴν ἀνάγκην αὐτῆς τῆς ἀναστολῆς τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, νομίζω, ὅτι ἀποτελοῦσι πικρὰν εἰρωνείαν τὰ ἐγκώμια τῆς προθυμίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ πολὺ ἰσχνὴν παρηγορίαν ἡ προθυμία τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ εἰς λῆψιν μέτρων συντελούντων εἰς κραταίωσιν τῆς πίστεως. Νομίζω, ὅτι καθῆκον ἡμῶν μᾶλλον εἶναι νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν πάντες περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ καταβληθῇ πᾶσα μέριμνα πρὸς πᾶσαν δυνατὴν ἀνακούφισιν τοῦ πάσχοντος λαοῦ. Ἀλλ’ οὐδ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀποδεικνύει, ὅτι ἔχει ὀρθὴν περὶ τῆς ἀνάγκης ταύτης γνώμην, ὅταν ὑποστηρίζῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι διὰ τῶν μέτρων αὐτοῦ αἱ χρήσεις τοῦ 1892 καὶ τοῦ 1893 θὰ παρουσιάσωσι πλῆρες ἰσοζύγιον· διότι, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἀληθὲς καὶ πραγματικὸν ἰσοζύγιον ὑπάρχει μόνον, ὅταν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἐκ τῶν φόρων καὶ τῶν προσόδων αὐτοῦ ἐπαρκῶσιν εἰς ἱκανοποίησιν ὅλων αὐτοῦ τῶν ἀναγκῶν, τῶν τε κατ’ ἔτος καὶ τῶν ἐκτάκτως ἀναφαινομένων. Τοιαύτη δὲ ἀνάγκη εἶναι ἡ ἐξεύρεσις πόρων πρὸς πληρωμὴν τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος διὰ τὰς εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, καὶ ὅμως αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνομολογεῖ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐπαρκὴς περὶ τούτου πρόνοια. Ἐὰν ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ἐξετασθῇ ἡ χρῆσις τοῦ 1892, θ’ ἀποδειχθῇ οὐ μόνον ὅτι πάντας τοὺς φόρους καὶ τὰς προσόδους ἡμῶν ἐδαπανήσαμεν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, ἀλλ’ ὅτι ἐδαπανήσαμεν ἀκόμη πλέον τῶν 25,000,000 τραπεζικῶν γραμματίων πρὸς πλήρη ἐξώφλησιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, ἅτινα ἐπορίσθημεν ἐκ δανείων. Δὲν νομίζω εὔκαιρον νὰ προβῶ εἰς συζήτησιν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι βεβαίως ἐκτενεῖς θὰ λάβωσι χώραν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ συζητήσεις περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Ἐλπίζω μάλιστα, ὅτι κατὰ τὰς συζητήσεις ἐκείνας θὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1892, ὁ ὁποῖος μεγάλως θὰ διευκολύνῃ τὴν λύσιν τῶν διαφωνιῶν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον ὑποβληθῇ ὁ ἀπολογισμὸς οὗτος. Ἤκουσα καὶ ἀνέγνωσα καὶ ἕτερα μέτρα πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν τοῦ Κράτους, τὴν ἐνίσχυσιν τῶν Τραπεζῶν, τὴν ἀναδιοργάνωσιν ὅλου τοῦ τραπεζικοῦ συστήματος, τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ περὶ τούτων, Κύριοι, πρέπει νὰ ἐπιφυλαχθῇ ἕκαστος νὰ σχηματίσῃ ὁριστικὴν γνώμην μόνον μετὰ τὴν ὑποβολὴν ὁριστικῶν προτάσεων. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὰ τραπεζικὰ καταστήματα εἶναι ἑταιρίαι ἰδιωτικαὶ, τὰ συμφέροντα τῶν ὁποίων ἔχουσι δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ διαχειρίζωνται οἱ διοικηταὶ αὐτῶν καὶ οἱ μέτοχοι αὐτῶν. Περιμένω λοιπὸν νὰ κατανοήσω κατὰ ποῖον τρόπον θὰ νομιμοποιηθῇ ἡ ἐπέμβασις τοῦ Κράτους εἰς τὴν διαχείρισιν ἰδιωτικῶν ὑποθέσεων. Ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ μομφὰς ἐπέῤῥιψε κατ’ ἐμοῦ σχετικῶς πρὸς τὰ συμβάντα τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1892 καὶ τῆς μετοχῆς, τὴν ὁποίαν ἔλαβον εἰς τὰ συμβάντα ἐκεῖνα. Καὶ ἄλλοτε ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἀπηύθυνε κατ’ ἐμοῦ ὁμοίας αἰτιάσεις, ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι δὲν εἶχον ἐπιβαλλόμενον καθῆκον, ἐγὼ ὁ ἁπλοῦς Βουλευτὴς, νὰ ἐπιληφθῶ τῆς ἐρεύνης γεγονότων, ἥτις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταλήξῃ εἰς πολιτικὴν ἢ ποινικήν τινα εὐθύνην. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπέμεινε καὶ πάλιν εἰς τὰς τοιαύτας αἰτιάσεις, ἀναγκάζομαι, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ εἴπω ὀλιγίστας καὶ περὶ τούτου λέξεις, ἵνα μὴ ἀποδοθῇ ἡ σιωπή μου εἰς ἔλλειψιν τῆς ὀφειλομένης πρὸς τοὺς λόγους τοῦ κ. Βουλευτοῦ προσοχῆς. Κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1892, ἐγὼ πρὸ πολλοῦ ἐφρόνουν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἧς προΐστατο ὁ ἔντιμος Βουλευτής, δὲν ἀντεπεκρίθη εἰς τὰς προσδοκίας, αἵτινες ἐπεκράτησαν κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 14 Ὀκτωβρίου 1890. Τὴν γνώμην μου μάλιστα ταύτην ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου μηνὸς εἶχον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνακοινώσει πρὸς τὴν Βουλήν. Δὲν θὰ κουράσω ὑμᾶς, ἀναφέρων τοὺς λόγους, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηριζόμην· πᾶς ὁ περίεργος δύναται νὰ ἀναγνώσῃ αὐτοὺς εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Τοιαύτην ἔχων γνώμην, ἐκλήθην κατὰ τὴν 18 Φεβρουαρίου εἰς τὰ Ἀνάκτορα καὶ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐμφανισθῶ ἐνώπιον τοῦ Ἡγεμόνος. Μοὶ ἀνεκοίνωσε τότε, ὅτι ὁμοίαν καὶ Αὐτὸς εἶχε γνώμην περὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, διότι δὲν ἐμερίμνησε δεόντως περὶ διαφόρων καὶ κατεπειγουσῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου, καὶ ἕνεκα τούτου ἦρεν ἀπ’ αὐτῆς τὴν ἐμπιστοσύνην του, καὶ μοὶ ἀνέθετε τὴν ἐντολὴν νὰ σχηματίσω Κυβέρνησιν ἐγώ. Δὲν ἠδυνάμην ἢ νὰ ἐγκρίνω πληρέστατα πρᾶξιν σύμφωνον πρὸς τὰς ἐμὰς πεποιθήσεις, καὶ προθύμως ἀνεδέχθην τὴν ἐντολὴν, τὴν εἰς ἐμὲ ἀνατεθεῖσαν, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα καὶ πρὸς τὸ Στέμμα. Ἐγνώριζον, Κύριοι, τὰς δυσχερείας τοῦ ἔργου, ὅπερ μοὶ ἀνετίθετο, διότι δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκ τῶν ὑπερτιμώντων τὰς ἰδίας αὑτῶν δυνάμεις. Ἀλλ’ εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι πρὸς θεραπείαν καὶ βελτίωσιν τῶν κοινῶν πραγμάτων δύο πρὸ πάντων ἀπῃτοῦντο προσόντα, θέλησις σταθερὰ καὶ ἀνένδοτος πρὸς ἐγκαθίδρυσιν ἀγαθῆς διοικήσεως, καὶ ἄκρα πρὸς τοὺς νόμους εὐλάβεια κατὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Καὶ ἐφρόνουν, Κύριοι, ἴσως πλανώμενος, ἴσως ἐξ ὑπερμέτρου ἐγωϊσμοῦ, ἀλλ’ ἐφρόνουν, ὅτι κατεῖχον τὰ προσόντα ταῦτα εἰς βαθμὸν οὐχὶ κατώτερον ἄλλων συναδέλφων. Συνεκρότησα τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ἐξ εἰδικῶν δι’ ἑκάστην ὑπηρεσίαν ἀνδρῶν, ἐχόντων ὁμοίας πρὸς ἐμὲ ἰδέας, διότι ἐφρόνουν, ὅτι ἡ ταυτότης τῶν ἰδεῶν ἀποτελεῖ σύνδεσμον πολὺ ἰσχυρότερον τοῦ ἐκ τῶν προσωπικῶν καὶ κομματικῶν σχέσεων παραγομένου. Μετὰ τῶν συναδέλφων ἐκείνων διετυπώσαμεν ἐν προγράμματι πρὸς τὸν λαὸν τὰς ἀρχὰς, τῶν ὁποίων ἡ ἐφαρμογὴ ἐφρονοῦμεν καὶ φρονοῦμεν, ὅτι ἤθελε προαγάγει τὰ κοινὰ, καὶ ἐτηρήσαμεν τὰς ἀρχὰς ταύτας ἀπαραμειώτους. Πεισθέντες, ὅτι δὲν εἴχομεν τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, ἐσπεύσαμεν νὰ διαλύσωμεν τὴν Βουλὴν ἐκείνην, ἐπεμελήθημεν δὲ διὰ πάσης ἐπιμελείας νὰ ἐνεργηθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ ἐν πληρεστάτῃ ἀσφαλείᾳ καὶ τάξει, ἐν πληρεστάτῃ νομιμότητι, μετὰ πλήρους σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως τῶν ἐκλογέων, οἷος οὐδέποτε ἐτηρήθη κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐν Ἑλλάδι. Ἠμφισβήτησεν ἀληθῶς ἡ κομματικὴ ἐμπάθεια τὴν ἀλήθειαν τῶν ἰσχυρισμῶν μου, ἀλλ’ ἐγὼ, Κύριοι, ἐκκαλῶ τὴν ἀπόφασιν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἰς τὴν ὑμετέραν συνείδησιν, κύριοι Βουλευταὶ, οἵτινες εἶσθε εἰς βελτίονα παντὸς ἄλλου θέσιν νὰ γνωρίζητε τὰ κατὰ τὰς ἐκλογὰς συμβάντα. Παρεπονέθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος, ὅτι εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἐκεῖνον ἀγῶνα ἐδόθη χαρακτὴρ προσωπικῆς αὐτοῦ πρὸς τὸ Στέμμα πάλης. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο οὐδόλως εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις· νομίζω μάλιστα, ὅτι τὴν εὐθύνην φέρει αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν ἀναπολήσῃ τοὺς λόγους καὶ τὰς πράξεις καὶ τὰ δημοσιεύματα αὐτοῦ καὶ τῶν φίλων αὐτοῦ καὶ τῶν συμπαθούντων πρὸς αὐτὸν δημοσιογραφικῶν φύλλων, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς ἄρσεως τῆς πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνης μέχρι τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν, θ’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ἀδίκως ἐπιῤῥίπτει εἰς ἄλλους εὐθύνην, ἥτις κυρίως αὐτὸν ἐπιβαρύνει. Οὐδ’ ἐγὼ ηὐχαριστήθην ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν ἐκλογῶν ἐκείνων, ἀλλ’ οἱονδήποτε καὶ ἂν ἦτο, ἦτο ἀπόῤῥοια γνησία τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ, καὶ εἰς τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ ὀφείλομεν πάντες νὰ ὑποταχθῶμεν. Ὁ ἔλεγχος τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἀνήκει ἤδη εἰς τὴν ἱστορίαν, ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι πολλάκις ὑπέβαλον ἐγὼ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ἐμῆς συνειδήσεως καὶ τὴν πορείαν καὶ μίαν ἑκάστην τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, καὶ οὐδεμίαν ἔλαβον ἐκ τοῦ ἐλέγχου τούτου ἀφορμὴν τύψεως συνειδότος. Τοὐναντίον ἐνισχύθη ἐν ἐμοὶ ἡ ἠθικὴ ἐκείνη ἀταραξία, τὴν ὁποίαν ἐμπνέει ἡ συναίσθησις τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος. Ἔχω δὲ δι’ ἐλπίδος, ὅτι ἡ βραχεῖα διοίκησις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἀγαθὴν κατέλιπε μνήμην ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ ἔθνους, ἴσως καὶ ἐν τῷ βάθει τῆς συνειδήσεως αὐτῶν ἐκείνων, οἵτινες λυσσωδῶς καὶ ἀτόπως κατεπολέμησαν αὐτήν. Μίαν ἀκόμη, ἐπιτρέψατέ μοι, νὰ ἀπευθύνω πρὸς ὑμᾶς καὶ τελευταίαν παρατήρησιν. Ἐνασχολούμεθα πρὸς θεραπείαν τῆς ἐπελθούσης οἰκονομικῆς καταστάσεως, ἀλλὰ ἡ συμφορὰ αὕτη δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τυχαίας τινὸς, ἐκτάκτου τινὸς περιπετείας· εἶναι φυσικὴ συνέπεια τῆς πλημμελοῦς ἐπὶ μακρὰ ἔτη διαχειρίσεως τῶν κοινῶν, εἶναι ἁπλοῦν σύμπτωμα δεινῆς νόσου, ἥτις καταβιβρώσκει πρὸ χρόνων τὰ σπλάγχνα τῆς Πολιτείας, καὶ δὲν παρήγαγε μόνον τὸ σύμπτωμα τοῦτο ἡ χρονία ἐκείνη νόσος. Ἡ ἔλλειψις πάσης ἀσφαλείας, ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν ἐγκλημάτων, ἡ παράλυσις πασῶν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ἡ ἔκλυσις πάσης δικαιολογικῆς καὶ ἠθικῆς βάσεως ἐν τῇ κοινωνίᾳ εἶναι προϊόντα ἅπαντα τῆς νόσου ἐκείνης. Ματαιοπονοῦμεν λοιπὸν, Κύριοι, ἐὰν περιορισθῶμεν εἰς μόνην τὴν θεραπείαν τῆς οἰκονομικῆς νόσου, καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐγκύψωμεν βαθύτερον, νὰ ἀνεύρωμεν τὰς αἰτίας τοῦ νοσήματος καὶ νὰ ἐκριζώσωμεν αὐτὰς καθ’ ὁλοκληρίαν, ἐὰν ἐπιθυμῶμεν ἀληθῶς νὰ εἰσέλθῃ τέλος ἡ πατρὶς ἡμῶν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς προόδου. Ἰδοὺ τὸ ἔργον, εἰς ὃ ὀφείλομεν νὰ ἐπιδοθῶμεν μετὰ πάσης ἐπιμελείας καὶ μετὰ πάσης αὐταπαρνήσεως, εἰς ὃ ὀφείλομεν νὰ συγκεντρώσωμεν πᾶσαν ἡμῶν τὴν προσοχὴν, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ παράσχωμεν συνδρομὴν καὶ πᾶσαν θυσίαν. Δὲν πρέπει δὲ νὰ περισπάσωσι τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἀπὸ τῆς τελέσεως τοῦ ἔργου ἐκείνου ὑπόκωφοί τινες διαδόσεις, προκληθεῖσαι ἐκ τῆς ἀσυνέτου πορείας τῶν πρώην Ὑπουργῶν, περὶ ἐνδεχομένων δῆθεν κινδύνων τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν ἐλευθεριῶν. Οὐδεμιᾶς πρέπει νὰ ἀξιώσωμεν προσοχῆς τὰς τοιαύτας διαδόσεις, διότι οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ διανοηθῇ κἂν περὶ σπουδαίας αὐτῶν πραγματοποιήσεως. Ἔχω, Κύριοι, τὴν πεποίθησιν, ὅτι αἱ ἐθνικαὶ ἡμῶν ἐλευθερίαι οὐδένα εἶναι δυνατὸν νὰ διατρέξωσι κίνδυνον, διότι ἄγρυπνος φρουρὸς καὶ θερμὸς αὐτῶν ὑπέρμαχος εἶναι, ἐκτὸς τοῦ ἐγνωσμένου πατριωτισμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ αὐτὸς ὁ Βασιλεὺς ἡμῶν Γεώργιος Αʹ.
§109ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις διὰ τὸν κ. Βουλευτὴν Μαντινείας. Πολλὰς ἀρετὰς αὐτοῦ ἀπὸ πολλοῦ ἐγνώριζον, μίαν ὅμως δὲν ἐγνώριζον, τὴν ὁποίαν ἐβεβαίωσεν ἤδη, ὅτι δύναται νὰ περικόπτῃ καὶ τὰ κείμενα, τὰ ὁποῖα ἀναγινώσκει εἰς τὴν Βουλήν. Περιέκοψε τὸ κείμενον τῆς ἀγορεύσεώς μου, ἀγορεύσεως ἀπαγγελθείσης ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 20 Φεβρουαρίου 1874, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλήν νὰ τὴν ἀκούσῃ ἀκεραίαν (ἀναγινώσκει): «Ὅπως γείνῃ τις Πρωθυπουργὸς, ἀρκεῖ βεβαίως ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, ἢ καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου τοῦ μέλλοντος· τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως εἶναι τότε πλῆρες, ἀκέραιον, ἐντελές. Ἀλλ’ ὅπως ὑπάρξῃ Πρωθυπουργός, ἐκτὸς τῆς ὑπογραφῆς ἐκείνης, ἀπαιτεῖται καὶ ἕτερόν τι, ἀπαιτεῖται ἡ ἐμπιστοσύνη σας...» Ἕως ἐδῶ μόνον ἀνέγνω ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας. Ἀλλ’ ἀκούσατε καὶ τὸ λοιπὸν μέρος, ἐξ οὗ ἐξάγεται ὅλως διάφορον νόημα τοῦ περιεχομένου ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ (ἀναγινώσκει): «Ὁσάκις ὅμως τὴν μεγάλην ἐκείνην ἀρχήν, τὴν βάσιν αὐτοῦ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἀναγκασθεὶς ἐξέφερεν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς ἐκ τοῦ στόματός του, προσεπάθησε νὰ τὴν ἀπομακρύνῃ ὅσον οἷόν τε περισσότερον τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ὅπερ ὁρίζει περὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν Ὑπουργῶν, καὶ διὰ τοῦτο τὴν θεωρίαν του ἀφῆκε πάντοτε ἀτελῆ. Ἀλλ’ ἀνάγκη, ὡς εἶπον ἄλλοι, ἀμέσως μετὰ τὴν ἀλλαγὴν τῆς Κυβερνήσεως νὰ προσκληθῇ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ὅπως ἀποφανθῇ περὶ τῆς πρὸς τὸ νέον Ὑπουργεῖον ἐμπιστοσύνης της; Ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς τοῦτο ἤθελεν ἀποβῆ ἀδύνατον· ὑποθέσατε, ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν τῆς λήξεως μιᾶς συνόδου ὁ Βασιλεὺς ἀποπέμπει, καὶ δύναται ν’ ἀποπέμψῃ, τὸ Ὑπουργεῖόν του· ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει ἤδη ψηφισθῆ, τακτικὴ Σύνοδος ἀποβαίνει ἀδύνατος, διότι ἡ τακτικὴ ἔλαβε χώραν, κατὰ τὴν ὑπόθεσίν μου, τὸ ἔτος ἐκεῖνο· ἔργα νέα ἢ ἔκτακτα ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἔχει νὰ φέρῃ· ὀφείλει ἄρα οὐχ ἧττον νὰ προσκαλέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον Σύνοδον, ὅπως μόνον δώσῃ τὸ βάπτισμα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον; Καὶ ἂν ἡ μειονοψηφία ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει θεωρῇ ἑαυτὴν μειονοψηφίαν, καίτοι κληθεῖσα εἰς τὰ πράγματα, ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ ἀμέσως τὸ διάταγμα τῆς διαλύσεως; Καὶ πῶς αἱ ἐκλογαὶ θέλουσι διεξαχθῆ, καὶ διὰ τίνων ὀργάνων; Διὰ τῶν τῆς πεπτωκυίας Κυβερνήσεως, ἅτινα ἓν ἔχουν συμφέρον, διὰ τῶν καταχρήσεων ἀφ’ ἑνὸς νὰ νοθεύσωσι τὴν ψῆφον, ἀφ’ ἑτέρου νὰ καταδείξωσι τὴν Κυβέρνησιν ἐν μειονοψηφίᾳ; Διὰ νέων; Ἀλλὰ συμπίπτουσα ἡ μεταβολὴ τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως μετὰ τῶν ἐκλογῶν, ἤθελε φέρει εἰς ἀληθὲς χάος. Σύστημα δὲ, τὸ ὁποῖον τοιαῦτα ἄτοπα γεννᾷ, τοιαῦτα ἄτοπα παρουσιάζει, δὲν εἶναι βεβαίως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχε κατὰ νοῦν ὁ νομοθέτης κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Ποῖον λοιπὸν τὸ ἀληθὲς σύστημα; ποῖος ὁ κανὼν, τὸν ὁποῖον πρὸ τοσούτου καιροῦ ζητοῦμεν; «Τὸ κοινωνικὸν συνάλλαγμα, τὸ καλούμενον συνταγματικόν, εἶναι συνάλλαγμα καλῆς πίστεως, δὲν ὑπάγεται εἰς κανόνας τοῦ αὐστηροῦ δικαίου, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθοῦν ἀπαρέγκλιτοι. Ἡ καλὴ πίστις κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων ἁπασῶν τῶν ἐξουσιῶν εἶναι ἐκείνη, ἥτις πρέπει νὰ προεδρεύῃ, καὶ ὅταν αὐτὴ προεδρεύῃ, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἐνέργεια τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος εἶναι ὁμαλή, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὁ ἔλεγχος μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν ἀποβαίνει ὅλως ἀνεπαίσθητος· τότε καὶ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ῥιζοβολεῖ, τότε καὶ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἀναπτύσσεται καὶ τελεσφορεῖ.» Κρίνατε τώρα, κύριοι Βουλευταί, ἂν προήδρευσε κατὰ τὴν περικοπὴν τοῦ κειμένου τῆς ἀγορεύσεώς μου ἡ καλὴ πίστις ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μαντινείας.
§110ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀμέσως θὰ δώσω τὴν δέουσαν ἐξήγησιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ οὐδέποτε ἀνέγνωσα τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά...
§111ΡΑΛΛΗΣ. Πῶς λοιπὸν ἐπικαλεῖσθε;...
§112ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. .. Τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ εὗρον εἰς ἐφημερίδα, καὶ αὐτὴν τὴν ἐφημερίδα, ἐν ἀγνοίᾳ...
§113ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἐπετρέπετο ὅμως ἐν ἀγνοίᾳ... (θόρυβος).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε.
§115ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ....
§116ΕΥΤΑΞΙΑΣ (πρὸς τὸν Κωνσταντόπουλον). Δὲν αἰσχύνεσαι ἀκόμη νὰ ὁμιλῇς! (Θόρυβος).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν Εὐταξίαν). Κύριε Βουλευτά, δὲν εἶναι τρόπος αὐτὸς! ὑβρίζετε ἄνδρα σεβαστὸν καὶ διὰ τὴν ἡλικίαν του καὶ διὰ τὸ ἀξίωμά του. Παρακαλῶ νὰ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν.
§118ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἀνακαλῶ. (Θόρυβος ἑκατέρωθεν καὶ κίνησις ζωηρά).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 31 τοῦ Κανονισμοῦ σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν, καὶ παρακαλῶ νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§120ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος ἀπευθύνεται πρὸς τοὺς Βουλευτὰς ἀπρεπῶς. (Θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ καὶ διαμαρτυρίαι).
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, ἐγὼ ἀπευθύνομαι ἀπρεπῶς, διότι προσκαλῶ ἕνα Βουλευτὴν νὰ ἀνακαλέσῃ φράσιν ἀνάρμοστον, ἣν ἀπηύθυνε πρὸς συνάδελφόν του! Τὸ νὰ προσκαλέσω αὐτὸν νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν «δὲν αἰσχύνεσαι» τὸ θεωρεῖτε ἀπρεπές;
§122ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ ὁμιλῆτε εὐπρεπέστερον πρὸς τοὺς Βουλευτάς.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, ἂν ἀπρεπῶς φέρωμαι, ἀνακαλῶν εἰς τὴν τάξιν Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος ἀποκαλεῖ ἀναίσχυντον τὸν συνάδελφόν του, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἱκανοποιήσῃ, διότι ἐγὼ δὲν ἐπιθυμῶ οὔτε ἀνέχομαι νὰ ὑβρίζηται Βουλευτὴς οἱοσδήποτε.
§124ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ λυθῇ πρῶτον τὸ ζήτημα τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν Πρόεδρον.
§126ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ζητῶ τὸν λόγον.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§128ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ κατέλθητε τῆς ἕδρας, διότι εἶσθε ἐνδιαφερόμενος.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, σεῖς νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποστηρίζητε αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἐπικαλοῦμαι τὴν ἔντιμον μαρτυρίαν σας... (Θόρυβος).
§130ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ ζητήματος ἀφορῶντος ὑμᾶς προσωπικῶς. Δὲν δύνασθε νὰ συζητήσητε. Πρέπει νὰ κατέλθητε τῆς ἕδρας.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§132Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι ἐντροπή σας! Δὲν εἶναι διαγωγὴ πρὸς Πρόεδρον αὐτή! (Ἐνταῦθα ὁ Πρόεδρος κατέρχεται τῆς ἕδρας, παραχωρῶν αὐτὴν εἰς τὸν ἀντιπρόεδρον κ. Παπαλέξην).
§133ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν ἠγόρευεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ Βουλευτὴς Μαντινείας καὶ ἀπηύθυνε καθ’ ἡμῶν, ὡς πρώην Ὑπουργῶν, ὕβρεις ἀπρεπεῖς...
§134ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι.
§135ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ μὴ διακόπτητε σεῖς· ἂν θὰ διακόπτητε, αἱ διακοπαὶ αὗται δὲν θὰ ᾖναι πρὸς ζημίαν ἡμῶν, ἀλλὰ πρὸς ζημίαν ὑμῶν καὶ μόνον (Θόρυβος).
§136ΜΑΝΕΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κρατήσατε τὴν τάξιν.
§137ΑΛΚΙΒ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸς ὑβρίζει πάντοτε. (Θόρυβος ἀριστερᾷ).
§138ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔλεγεν ὁ ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς, ὅτι ἡμεῖς προέβημεν εἰς πράξεις ἀθεμίτους, ἐγκληματικὰς, ὅτι εἴμεθα ἄξιοι στιγματισμοῦ, ὅτι εἴμεθα δόλιοι χρεωκόποι, καὶ ὁ τέως κατέχων τὴν ἕδραν ὑμῶν κ. Πρόεδρος ἠνείχετο τὰς τοιαύτας καθ’ ἡμῶν ὕβρεις καὶ ἐνησμένιζεν εἰς αὐτὰς, καὶ δὲν ἐνόμισεν, ὅτι τῷ ἐπεβάλλετο νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ κατὰ τοῦ ὑβριστοῦ ἡμῶν. Ἐπὶ τέλους συνελάβομεν τοῦτον ἐπ’ αὐτοφώρῳ παραχαράσσοντα τοὺς λόγους ἡμῶν, καὶ πῶς ἠθέλησε νὰ δικαιολογηθῇ; Εἶπεν, ὅτι δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὸ κείμενον τῆς ἡμετέρας ἀγορεύσεως. Ἀλλὰ πῶς τολμᾷς τότε νὰ ἐπικαλῆσαι σὺ κείμενα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχεις ὑπ’ ὄψει σου; Πῶς τολμᾷς νὰ ἀντλῇς ἐκ πηγῆς τοσοῦτον θολερᾶς, ὁποία ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθης, καὶ ὁποία εἶναι τὸ ὑπὸ σοῦ ἐμπνεόμενον ἀπογευματινὸν φύλλον, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ διασύρῃς, διὰ νὰ παραστήσῃς ἀντιφάσκοντα ἕνα Βουλευτήν; Ἐνόμισα, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὤφειλεν ὁ Βουλευτὴς Μαντινείας, ἀναλογιζόμενος τὴν ἡλικίαν του, νὰ αἰσχυνθῇ, καὶ νὰ μὴ καταφύγῃ εἰς παραχάραξιν τῶν λόγων ἑνὸς συναδέλφου του Ἀφοῦ δ’ ἔπραξε τοῦτο, ἐγὼ δι’ ὅσων εἶπον ἐπιστοποίησα μόνον ἓν γεγονὸς καὶ τίποτε ἄλλο... (θόρυβος).
§139ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συκοφαντεῖ αὐτὸς ὁ Κύριος, καὶ θὰ μοὶ δώσῃ λόγον δι’ αὐτὴν τὴν συκοφαντίαν.
§140ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι δὰ, παρακαλῶ... Εἰς τὴν φράσιν μου αὐτὴν ὁ κ. Πρόεδρος ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι ὑπάρχει Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ὅστις ἐπὶ τῶν καθ’ ἡμῶν ὕβρεων τοῦ Βουλευτοῦ Μαντινείας ἦτο νεκρὸν γράμμα δι’ αὐτὸν, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν εἰς τὴν τάξιν ἐπαναφοράν μου. Εἰς τὸ Κοινοβούλιον, Κύριοι, ἔχουσι λεχθῆ φράσεις πολλῷ βαρύτεραι καὶ ἔχουσιν ἀνακληθῆ ἄλλοι εἰς τὴν τάξιν καὶ ἔχουσιν ἀποδοκιμασθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ὁποίαν σημασίαν ἔσχε καὶ δι’ αὐτοὺς καὶ διὰ τὴν Βουλὴν ἡ τοιαύτη ἀνάκλησις καὶ ἀποδοκιμασία. Ἐπικαλοῦμαι ἓν παράδειγμα. Ὑπῆρξεν ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς ἔσχε τὴν τόλμην νὰ εἴπῃ, οὐχὶ εἰς ἕνα Βουλευτὴν, ὅτι ἔπρεπε νὰ αἰσχυνθῇ, ἀλλὰ πρὸς αὐτὸν τὸν τότε Πρωθυπουργὸν, τὸν ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον, ὅτι ὑβρίζει βαναύσως· καὶ ὅταν ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἠθέλησε νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Κανονισμὸν κατ’ αὐτοῦ, ἐξανέστη ὁ κ. Τρικούπης, διαμαρτυρόμενος, καὶ ὅταν ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἠγέρθη σύσσωμος, ἵνα θέσῃ εἰς τὴν θέσιν του τὸν ὑβριστὴν, καὶ κατ’ αὐτῆς ἀντέστη· ἀλλ’ εἰς οὐδὲν τὸν ὠφέλησεν ἡ ἀντίστασις ἐκείνη· ἡ Βουλὴ ἐξήνεγκε κατ’ αὐτοῦ ἀποδοκιμασίαν. Ἀλλ’ ἡ ἀποδοκιμασία ἐκείνη οὐδεμίαν ἐπιῤῥοὴν ἔσχεν ἐπὶ τοῦ μετὰ ταῦτα πολιτικοῦ βίου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καίτοι δεδικαιολογημένη. Πολὺ ὀλιγωτέραν ἐπιῤῥοὴν θὰ ἔχῃ βεβαίως ἐπὶ τοῦ ἰδικοῦ μου πολιτικοῦ βίου ἡ νῦν ὅλως διόλου ἀδικαιολόγητος ἀνάκλησίς μου εἰς τὴν τάξιν.
§141ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (δεξιόθεν). Εἶναι λίαν δεδικαιολογημένη.
§142ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐλπίζω ὅτι μᾶλλον ἐν βρασμῷ ψυχικῆς ὁρμῆς ὁ πρὸ ὑμῶν κατέχων τὴν ἕδραν ἐκείνην προέβη εἰς τοῦτο καὶ ἐπίσης ἐν βρασμῷ ψυχικῆς ὁρμῆς ἐνόμισεν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔδωκεν εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ μὲ ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν τάξιν καὶ νὰ ἐκφράσῃ ἀποδοκιμασίαν. Ὅταν ἐν τῷ δικαιώματί μου ἀποδίδω εἴς τινα ὡρισμένην πρᾶξιν, ἐν ᾗ ἐπ’ αὐτοφώρῳ συνέλαβον αὐτὸν, δὲν δικαιοῦται βεβαίως οὔτε ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ μὲ ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν τάξιν, οὔτε ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ μὲ ἀποδοκιμάσῃ, διότι καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη εἶναι ἄδικος πρᾶξις. Δὲν ἐγκολάπτεται οὕτως εἰς ἐμὲ στίγμα, ἀλλ’ εἰς ἐκείνους, οἵτινες τοιαύτην ποιοῦνται κατάχρησιν καὶ τοῦ ἀξιώματός των καὶ τῆς πλειονοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ.
§143Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Πρόεδρος). Κύριοι Βουλευταί, τρίτην ἤδη φορὰν προεδρεύω τοῦ Σώματος. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν πάντων ὑμῶν, ἂν τὴν θέσιν μετεχειρίσθην ποτὲ διὰ νὰ πιέσω τινὰ, ἢ ἄν, ἐν τῇ ἕδρᾳ μου εὑρισκόμενος, ἦμαι πάντοτε ἀμερόληπτος. Τοῦτο αὐτοὶ οἱ ἴδιοι οἱ κατήγοροί μου σήμερον τὸ ὡμολόγησαν ἄλλοτε. Ἠκούσατε, Κύριοι, τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς ἐξετόξευσεν ἐναντίον τοῦ ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ· τῷ εἶπεν ὅτι εἶναι ἀναίσχυντος...
§144ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὄχι· εἶπε «δὲν αἰσχύνεσαι;»
§145ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἔστω... Ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι ἡ φράσις αὕτη, ἀπευθυνομένη πρὸς Βουλευτὴν, καὶ Βουλευτὴν μάλιστα φέροντα τὴν ἡλικίαν, τὴν ὁποίαν φέρει ὁ ἔντιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος, καταλαβόντα δὲ τὰ ὕψιστα τῆς Πολιτείας ἀξιώματα, ἦτο φράσις ἐπιλήψιμος. Προσεκάλεσα τὸν ἔντιμον κ. Βουλευτὴν Λοκρίδος νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν αὐτήν· ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἠγέρθη καὶ προκλητικῶς εἶπε: «δὲν τὴν ἀνακαλῶ». Ἐνόμισα τότε, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἐκτελέσω κατ’ αὐτοῦ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Τὸν ἀνεκάλεσα εἰς τὴν τάξιν, καὶ διέταξα νὰ ἀναγραφῇ ἡ ἀνάκλησις εἰς τὰ πρακτικά. Ὁ ἔντιμος ἐκ Νάξου Βουλευτὴς, ἐγερθεὶς τότε, μεγαλοφώνως ἀπηυθύνθη πρὸς ἐμὲ καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι φέρομαι ἀπρεπῶς...
§146ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. «Ἐκφράζεσθε ἀπρεπῶς». Τρόπος ὁμιλίας.
§147ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λοιπὸν, ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι ἐγὼ ἀπρεπῶς φέρομαι ὡς Πρόεδρος, παρακαλῶ νὰ ἀποφανθῇ. Ἂν ὅμως ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι ἐγὼ ἐκπληρῶ θρησκευτικῶς τὸ καθῆκόν μου, ἐν τῇ ἕδρᾳ μου δὲ εὑρισκόμενος, δὲν ἀνήκω εἰς κόμμα, ἀλλὰ μόνον εἰς τὸ ὑψηλὸν καθῆκον, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐνεπιστεύθητε, ἔχω τὴν ἀπαίτησιν νὰ μὲ ἱκανοποιήσητε. (Ζωηρὰ κίνησις ἐν τῇ δεξιᾷ).
§148Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι ἐκ τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς, ἧς ὅλοι ἀντιλαμβανόμεθα, διατρανοῦται, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀπρόθυμος, ἵνα ἱκανοποιήσῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, καὶ ὁ μὴ ἀναγνωρίζων, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀμερολήπτως διευθύνει τὰ τοῦ Σώματος τούτου. Ὥστε ἡ ἀξίωσις τοῦ Προέδρου περὶ ἱκανοποιήσεως δὲν προκαλεῖ ψηφοφορίαν, ἥτις ὑποθέτει ἀντίθεσιν γνωμῶν, ἀλλὰ παρέχει τὸ ἐνδόσιμον εἰς ὁμόφωνον τῆς γνώμης ἁπάντων τὴν ἔκφρασιν. (Φωναὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς. Μάλιστα, μάλιστα). Περὶ δὲ τῶν ἄλλων παρεμπεσόντων νομίζω, ὅτι ἤδη ἐκ κακῶς ἐννοουμένης φιλοτιμίας ἐμμένει ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς εἰς τὴν μὴ ἀνάκλησιν λέξεως, ἣν ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ὡμίλησεν, ἀπεδείχθη ἐπιθυμῶν νὰ εἶχεν ἀνακαλέσει· οὕτω δ’ ἐχόντων τῶν πραγμάτων, φρονῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ περαιτέρω λόγων. Ὁ κ. Βουλευτὴς βεβαίως ἀνακαλεῖ τὴν λέξιν, ἥτις τῷ διέφυγεν ἐν τῇ ἐξάψει τοῦ λόγου. Ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς ἀνέγνω τεμάχιόν τι ἐξ ἀγορεύσεως τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Ὅλοι εἴδομεν, ὅτι τὸ ἀνεγίνωσκεν ἐν ἐφημερίδι· ἡ δ’ ἐφημερὶς περιεῖχε πᾶν ὅ,τι ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέγνω καὶ οὐδὲν πλέον. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τὰ ἐν τῇ ἐφημερίδι ἐκείνῃ δὲν περιεῖχον πλήρη τὴν ἰδέαν αὐτοῦ, καὶ λίαν δεδικαιολογημένως ἀνέγνω ὁλόκληρον τὴν ἀγόρευσιν, ἥτις τῷ ὄντι μεταβάλλει κατά τι τὴν ἔννοιαν τῆς περικοπῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἀνέγνω πᾶν ὅ,τι εἶχε περιέλθει εἰς γνῶσιν αὐτοῦ, ὁ δὲ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἠδυνήθη νὰ ἐπανορθώσῃ ἐν μέρει τὴν ἔννοιαν τοῦ οὕτως ἀναγνωσθέντος, προστρέξας εἰς τὸ κείμενον τὸ ἐπίσημον τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς. Νομίζω, ὅτι ταῦτα, οὕτως ἐξηγούμενα, δεικνύουσιν, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀφορμὴ, ἵνα ἐνδιατρίψωμεν περαιτέρω εἰς τὰ περὶ τούτου.
§149ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὀφείλω καὶ πάλιν νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τοῦ 1874 οὐδέποτε ἀνέγνωσα, οὐδέποτε τὰ ἔλαβον εἰς χεῖρας. Ὅλοι, Κύριοι, ὅταν πρόκηται περὶ ἀγορεύσεων συναδέλφων, προστρέχομεν εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἐν αἷς καταχωρίζονται αὗται. Κατὰ σύμπτωσιν περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου φύλλον ἐφημερίδος, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀνέγνωσα τὴν περικοπὴν αὐτήν. Ἠγνόουν ἐντελῶς καὶ ἀγνοῶ ἔτι, ἂν ὑπάρχῃ συνέχεια τῆς ἀγορεύσεως, τροποποιοῦσα τὴν ἔννοιαν τῆς περικοπῆς ἐκείνης. Ἂν τὸ ἐγνώριζον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κάμω χρῆσιν αὐτῆς, ἀφοῦ παρὼν ὁ κ. Βουλευτὴς ἤθελε βεβαίως μὲ διαψεύσει. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι ἐν πληρεστάτῃ καλῇ πίστει ἔπραξα τοῦτο, ἔχων ὑπ’ ὄψει μου φύλλον ἐφημερίδος, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀνέγνων, ἐκ τύχης μάλιστα, τὴν περικοπὴν αὐτὴν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἣν ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Μετὰ τοιαύτην ἐξήγησιν ἀπορῶ πῶς τολμῶσι, Κύριοι, νὰ ἀποδίδωσι πρόθεσιν διαστροφῆς τῶν κειμένων οἱ Κύριοι εἰς ἐμέ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητοι.
§150ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει κἀμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ διαστροφὴ τοῦ κειμένου ἤρξατο ἀπὸ τῆς 10 Ἰουλίου ἐ. ἔ. καὶ καθ’ ὑπαγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μαντινείας...
§151ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε γνῶσιν εἶχον.
§152ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὴν τὴν διαστροφὴν, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, γενομένην παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου Βουλευτοῦ, δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐπιτρέψω ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς γενομένην, καὶ ἑπομένως τὴν ἐχαρακτήρισα ὅπως ἔπρεπεν. Ἤδη ζητεῖ συγγνώμην. Τὴν συγγνώμην ἂς τὴν ζητήσῃ ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του, ἂν ἔχῃ ἀξιοπρέπειαν. (Θόρυβος).
§153ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξακολουθοῦν νὰ ὑβρίζουν! Πρέπει τέλος πάντων νὰ καταφύγῃ τις εἰς ἄλλα μέσα, διὰ νὰ τοὺς φέρῃ εἰς τὴν τάξιν. Κύριε Πρόεδρε, τὴν ἐφημερίδα, ἐπαναλαμβάνω, τὴν ἀνέγνωσα ἐκ τύχης. Ἐγὼ οὐδεμίαν λαμβάνω μετοχὴν εἰς τὴν σύνταξιν τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης, οὔτε γνῶσιν μάλιστα λαμβάνω τῶν αὐτῇ περιεχομένων ἢ μόνον μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ φύλλου, ὅτε καὶ τὸ κοινὸν λαμβάνει γνῶσιν αὐτῶν. Τοῦτο καὶ ἄλλοτε ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἤδη ἐπαναλαμβάνω. Ἑπομένως πολὺ σφάλλεται ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀποδίδων εἰς ἐμὲ τοιαύτην πρόθεσιν.
§154ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ἀναγραφῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι ἡ Βουλὴ ὁμοθύμως ἀναγνωρίζει, ὅτι ὁ Πρόεδρος καὶ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην, ὡς πάντοτε, ἐξεπλήρωσεν ἐπαξίως καὶ ἀμερολήπτως τὰ καθήκοντά του.
§155ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν κατηγορεῖται ὁ κ. Πρόεδρος ἐπὶ μεροληψίᾳ. Εἰς ὡρισμένην στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχεν αἰτηθῇ ἡ γνώμη ἐπὶ τῶν γενομένων παρατηρήσεων, ὁ κ. Πρόεδρος, ἴσως περισσότερον αὐστηρῶς παρ’ ὅσον ὤφειλεν, ἔκαμε τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε. Περὶ αὐτοῦ ἀκριβῶς ὁ κ. ἐξ Νάξου Βουλευτὴς παρεπονέθη, παρεκάλεσε δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος εἶναι ὀξύθυμος ἐκ φύσεως, νὰ μὴ παραφέρηται καὶ βεβαίως τοῦτο τῷ παρετηρήσαμεν πολλάκις, καὶ ὁ ἴδιος τὸ ἀναγνωρίζει, ὅτι πολλάκις ὑπέπεσεν εἰς τοιαύτην τινὰ παραφοράν. Ὑπὸ τὴν ἄποψιν ταύτην δὲν ἔχω κἀμμίαν δυσκολίαν νὰ ἀναγνωρίσω τὴν διεύθυνσιν τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς παρὰ τοῦ κ. Προέδρου ὡς ἀμερόληπτον.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
§157ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§158ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι, νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§159ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν θέλητε νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε, βεβαίως θὰ λάβω τὸν λόγον. Ἂν ὅμως θὰ ἐξακολουθήσωμεν καὶ αὔριον, τότε νὰ ἀναβάλωμεν.
§160ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι δύσκολον ἀπόψε νὰ ἀχθῇ ἡ συζήτησις εἰς πέρας. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ τυχαίας συζητήσεως. Νομίζω, ὅτι καὶ αἱ διαθέσεις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ δοθῇ μεγαλειτέρα εὐρύτης εἰς τὰς συζητήσεις. Δὲν ἔχομεν δὲ καὶ κατεπείγοντα μέτρα τοιαῦτα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, ὥστε νὰ ἐπισπεύδωμεν χάριν αὐτῆς τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς συζητήσεως. Ἡ συζήτησις δ’ αὕτη συνδέεται στενῶς καὶ μὲ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως διὰ τῶν δημοσιογραφικῶν της ὀργάνων δηλοῖ, νομίζῃ, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη, ὅσον μακρὰ καὶ ἂν ἦναι, δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν διαφώτισιν τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι κἀμμία ἀνάγκη, ἵνα ἐπισπεύσωμεν τὴν ἀποπεράτωσιν αὐτῆς ἀπόψε δι’ ὅλης τῆς νυκτός. Δὲν ὑπολείπεται ἢ ὁ κ. Καραπάνος καὶ ἐγὼ νὰ ἀγορεύσωμεν ἀκόμη.
§161ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Εἶναι καὶ ὁ κ. Θεοτόκης.
§162ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρὸ παντός, κύριε Πρόεδρε, ἐμείναμεν ἤδη μεθ’ ἑνὸς ἐπεισοδίου, τοῦ ὁποίου ἡ λύσις δὲν ἐκηρύχθη. Δὲν ἐκηρύχθη ἡ λύσις τοῦ ζητήματος, ἐπισήμως τοὐλάχιστον, τοῦ ἀνακινηθέντος, ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς διευθύνσεως τῶν συζητήσεων ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀντελήφθην, ὅτι ὁμοφώνως ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη καὶ ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἀξίως καὶ ἀμερολήπτως ὁ κ. Πρόεδρος ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, καὶ παρακαλῶ τοῦτο νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδόθη ἐντολὴ νὰ σημειωθῇ. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
§164ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λοιπὸν ἐπιμένετε;
§165ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι, ὅταν ἡ πλειοψηφία βλέπῃ τὴν μειοψηφίαν μὴ κωλυσιεργοῦσαν, ὀφείλει νὰ ὑποχωρῇ. Πολλοὶ ἐκ τῶν συναδέλφων τῆς ἀριστερᾶς, ὡς βλέπετε, ἀναχωροῦσι, μὴ δυνάμενοι νὰ παραμείνωσιν ἐπὶ πλέον. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοιούτου ζητήματος δὲν πρέπει νὰ ἦναι βεβιασμένη.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ὁμιλήσῃ τοὐλάχιστον ὁ κ. Θεοτόκης, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ ἀναβάλωμεν.
§167ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§168ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν θέλω, Κύριοι, ἀπασχολήσει ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν. Δὲν θέλω συντελέσει, ἵνα ἐπὶ πολὺ παραταθῇ ἡ συζήτησις, ἥτις, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ὑπὲρ τὸ δέον ἤδη παρετάθη. Ἐνόμιζον, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν, ἣν οἱ εἰσηγηταὶ τῆς τε πλειοψηφίας καὶ τῆς μειοψηφίας ἔκαμον, τῶν γνωστῶν ἐκείνων, ἐν ὀνόματι τῶν ὁποίων ἠγόρευον, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ἀνακοινώσαντος εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις τῆς παραιτηθείσης Κυβερνήσεως, ὁμιλήσαντος ἐν ὀνόματι αὐτοῦ καὶ τοῦ προϊσταμένου τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ὅστις δὲν ἔχει θέσιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀπαντήσαντος εἰς τὸν κ, ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, ἀνασκευάσαντος τὰ παρὰ τοῦ κ. Ράλλη λεχθέντα, ἐξηγήσαντος εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεώς του, ἀνακοινώσαντος εἰς αὐτὴν ποίαν πολιτικὴν θέλει ἀκολουθήσει καὶ ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν δυσάρεστοι περιστάσεις ἐπιβάλλουσιν εἰς τὸ Κράτος, ἡ συζήτησις ὤφειλε νὰ τραπῇ πρὸς ἄλλην ὁδόν. Ἐνόμιζον, ὅτι τότε ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ, τί δέον γενέσθαι καὶ ποῖος πρέπει νὰ ἦναι ὁ κανονισμὸς τῆς λύσεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν πάντες φαίνονται παραδεχόμενοι. Ἀντὶ τούτου ὅμως ἐπὶ δύο ὁλοκλήρους συνεδριάσεις ἠκούσαμεν τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, τὸν ἠκούσαμεν μετὰ τῆς προσοχῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς αὐτὸν, ὡς ἀντιπροσωπεύοντα σπουδαῖον μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸν ἠκούσαμεν μετὰ τῆς προσοχῆς ἐκείνης, ἥτις ὀφείλεται εἰς τὴν ὑπέροχον θέσιν, ἣν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ κατέχει, ἀλλ’ ἐπὶ δύο ὁλοκλήρους συνεδριάσεις ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν, ἐξετάσας τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης ἐπὶ τῇ παρούσῃ δυσχερεῖ τῶν πραγμάτων καταστάσει. Τὸ παράδειγμα αὐτοῦ ἐμιμήθησαν οἱ πλεῖστοι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἔλαβον τὸν λόγον, ἐμιμήθησαν τὸ παράδειγμα ἐκείνου οἱ πλεῖστοι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐκ τῆς μιᾶς πτέρυγος μετέστησαν εἰς τὴν ἑτέραν, καὶ ἐμιμήθησαν αὐτὸ δώσαντες μεταξὺ ἄλλων τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ μετάστασις συντελεῖ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ῥητορικῶν ἰδιοτήτων. Ἐπὶ πολὺ ἀπησχόλησαν τὴν Βουλὴν, ἥτις μετὰ προσοχῆς ἤκουσε τῶν εὐγλώττων αὐτῶν ἀγορεύσεων. Καὶ ἂν μὲν σκοπὸς τῶν κυρίων τούτων ἦτο νὰ δικαιολογήσωσι τοὺς λόγους τῆς μεταστάσεως αὐτῶν, νομίζω, ὅτι καταλληλότεροι, ὅπως ἀκούσωσι τοὺς λόγους τούτους, θὰ ἦσαν οἱ ἐκλογεῖς αὐτῶν. Οὐδὲν εἶχον καθῆκον, ἵνα τοὺς λόγους τούτους ἀναπτύξωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ οὐδὲν δικαίωμα ἔχει, ἵνα ἀσχοληθῇ περὶ τῶν λόγων τῶν προκαλεσάντων τὴν μετάστασιν αὐτῶν. Ἂν ὅμως σκοπὸς τῶν ἀγορευσάντων ἦτο νὰ καθορίσωσι τὰς εὐθύνας ἐπὶ τῇ καταστάσει τῇ οἰκονομικῇ, ἐν ᾗ διατελοῦμεν, ἃς μοὶ ἐπιτρέψωσιν, ἵνα, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτὴν καὶ πρὸς αὐτοὺς, εἴπω, ὅτι, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἁρμοδία, ἵνα ἐπὶ τοσοῦτον ἀσχοληθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς εὐθύνης ἐπὶ τῇ καταστάσει ταύτῃ. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης ἐπὶ τῇ σημερινῇ καταστάσει, ἀναγόμενον εἰς πολιτείαν σειρᾶς ὅλων ἐτῶν, τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης ἐπὶ τῇ καταστάσει, ἐν ᾗ διατελοῦμεν, καὶ τῆς ὁποίας τὰ αἴτια δέον ν’ ἀναζητηθῶσιν οὐχὶ μόνον εἰς τὴν παρελθοῦσαν δεκαετίαν, ἀλλὰ εἰς χρόνον πολὺ ἀπώτερον, δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὑποπίπτει εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν, ἥτις ἀμερολήπτως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου δύναται νὰ ἐκφέρῃ τὴν ἀπόφασίν της. Τὸ ζήτημα τοῦτο δυσκόλως δύναται ἐν τῇ Βουλῇ νὰ λυθῇ. Ἐν τῇ συζητήσει τοῦ ζητήματος τούτου οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν φέρει τὴν ἀπαιτουμένην ἠρεμίαν καὶ ἀνεξαρτησίαν, κίνδυνος δὲ μέγιστος ὑπάρχει, ὅτι ἐπὶ τῆς γνώμης ἡμῶν θέλουσιν ἐξασκήσει ἐπιζήμιον ἐπιῤῥοὴν αἱ κομματικαὶ συμπάθειαι καὶ τὰ πολιτικὰ πάθη, τὰ ὀλίγον βεβαίως συντελοῦντα εἰς τὴν ἀμεροληψίαν τῆς κρίσεως.
§169ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τότε ποία ἡ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν;
§170ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ποινικῆς εὐθύνης, ἔχετε δίκαιον νὰ συζητῆτε, καὶ δὲν θὰ ἤμην ἐγὼ, ὅστις θὰ ἔλεγον, ὅτι δὲν ἔχετε δικαίωμα, ἵνα πράξητε τοῦτο. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται νὰ ἐξετάσητε, τίς ὁ ὑπεύθυνος τῶν σημερινῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, ἡ ἁρμοδιότης ὑμῶν, δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκα, πολὺ μοὶ φαίνεται ἀμφίβολος. Ἄλλως τε, προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος, τίς δίδει εἰς ὑμᾶς τὸ δικαίωμα, ὅπως περιορίσητε τὰς ὑμετέρας ἐρεύνας εἰς τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, θέτοντες ὅριον, πέραν τοῦ ὁποίου αἱ ἔρευναι ὑμῶν δὲν ἐξέρχονται; Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐρευνήσητε μόνον τὰ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882 λαβόντα χώραν, διότι πράττοντες τοῦτο διαπράττετε προφανῆ ἀδικίαν. Δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ τοῦτο ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, λησμονῶν, ὅτι κατὰ τὴν δεκαετίαν αὐτὴν καὶ αὐτὸς ἔλαβε μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, πρωθυπουργοῦντος τοῦ κ. Τρικούπη, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ τοῦτο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, λησμονῶν, ὅτι κατὰ τὴν δεκαετίαν ταύτην ὑπῆρξαν διαλείμματα, κατὰ τὰ ὁποῖα πολλὰ ἐτελέσθησαν, τὰ ὁποῖα βεβαίως συνετέλεσαν νὰ προκαλέσωσι τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, ἢ τοὐλάχιστον συνετέλεσαν εἰς τὴν δείνωσιν τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν. Δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ περὶ δεκαετίας, λησμονῶν, ὅτι ἓν ἔτος ἤρκεσεν, ὅπως τὸ Δημόσιον ἴδῃ τὰ βάρη αὐτοῦ ηὐξημένα κατὰ 120 ἑκατομμύρια. Καὶ ἂν γεννᾶται ζήτημα, ἂν ηὐξήθησαν κατὰ 120 ἑκατομμύρια τὰ βάρη ταῦτα, ἢ κατὰ 50 μόνον, ὅπως διατείνεται ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, τί ἄλλο ἀποδεικνύει τὸ ἐγειρόμενον τοῦτο ζήτημα ἢ τὴν ἀλήθειαν τῶν παρ’ ἐμοῦ λεγομένων, ὅτι δὲν εἶναι ἡ Βουλὴ ἁρμοδία νὰ κρίνῃ περὶ τῶν ζητημάτων τούτων; διότι, ἂν ἐπὶ λογιστικῶν ζητημάτων, ἐφ’ ὧν δὲν χωρεῖ ἀμφιβολία, γεννᾶται τοιαύτη, πῶς θέλετε νὰ μὴ γεννηθῇ ἐπὶ θεωριῶν; Ἀδίκως οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες περιορίζουσι τὴν ἐξέτασιν εἰς τὴν δεκαετίαν. Ἐγὼ, ἐὰν ἐφρόνουν, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἔρευναν ταύτην, θὰ ἀνηρχόμην εἰς χρόνους ἀπωτέρους, καὶ πολὺ πιθανὸν τὸ συμπέρασμα τῶν ἐρευνῶν μου θὰ ἦτο, ὅτι ἀδίκως ἐπιῤῥίπτεται ἡ εὐθύνη εἰς τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα πολιτικόν. Ἡ κυρία αἰτία τῶν δυσχερειῶν, ἐν αἷς εὑρισκόμεθα, εἶναι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος ἠκολούθησε καὶ ὑποχρεωμένον ἴσως ἦτο ν’ ἀκολουθήσῃ ἐκ τῶν ἱστορικῶν λόγων τῆς ὑπάρξεώς του καὶ ἐκ τοῦ προορισμοῦ, ὃν τὸ μέγα παρελθόν του ὁρίζει εἰς αὐτό. Τὴν πολιτικὴν ταύτην οἱ διάφοροι κυβερνῆται ἐν ὀνόματι αὐτοῦ ἐφήρμοσαν καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν δεκαετίαν καὶ πρὸ αὐτῆς (θόρυβος). Βεβαίως, Κύριοι, καὶ μὴ διαμαρτύρεσθε. Αἱ διαμαρτυρίαι ὑμῶν δὲν δύνανται ν’ ἀναιρέσωσι τὸ γεγονὸς, ὅτι ἐὰν δὲν ἐδαπανῶντο τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήσαμεν διὰ τὴν Κρήτην, ἐὰν δὲν ἐδαπανῶντο τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήσαμεν κατὰ τὰς διαφόρους ἐπιστρατείας καὶ τὰ ὁποῖα ηὔξησαν τὸ δημόσιον ἡμῶν χρέος καὶ συνετέλεσαν εἰς τὴν ἐτησίαν αὔξησιν αὐτοῦ, διότι τὰ ἐλλείμματα τῶν προϋπολογισμῶν δὲν ἐπέτρεπον τὴν καταβολὴν τῶν τόκων, οἵτινες σὺν τῷ χρόνῳ ἐκεφαλαιοῦντο’ ἂν τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα δὲν ἐδαπανῶντο, νομίζετε, Κύριοι, ὅτι τὰ διὰ τὴν ὑλικὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας δαπανηθέντα ἤθελον ἐπὶ τοσοῦτον ἀλλοιώσει τοὺς οἰκονομικοὺς τῆς ὑπάρξεώς της ὅρους καὶ ἠθέλομεν ἔχει τὰς δυσχερείας, ὑπὸ τὸ βάρος τῶν ὁποίων κύπτει τὸ ἔθνος σήμερον; Τί ζητεῖτε λοιπὸν, περιορίζοντες τὰς ἐρεύνας ὑμῶν εἰς τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, καὶ διατὶ λησμονεῖτε, ὅτι ἐκεῖνος, εἰς ὃν ἀρέσκεσθε νὰ ἐπιῤῥίπτητε ὅλας τὰς εὐθύνας, συνετέλεσεν εἴπερ τις καὶ ἄλλος εἰς τὴν ὑλικὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας, ἥτις ἐν βαρβαρότητι διετέλει, ἄνευ δρόμων καὶ σιδηροδρόμων; (θόρυβος).
§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον (θόρυβος).
§172ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ὅταν λέγω βαρβαρότητα, ἐννοῶ τὴν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς συγκοινωνίας κατάστασιν, ἐν ᾗ εὑρίσκετο πρὸ ὀλίγων ἐτῶν. Οὔτε δρόμοι οὔτε σιδηρόδρομοι ὑπῆρχον. Παρακαλῶ δὲ ἐκείνους, οὓς ἡ φράσις ἐσκανδάλισε, νὰ μοὶ εἴπωσιν, ἐὰν χώρα, ἐν τῇ ὁποίᾳ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας εὑρίσκοντο εἰς ἣν κατάστασιν ταῦτα παρ’ ἡμῖν τότε εὑρίσκοντο, δύναται νὰ ὀνομασθῇ χώρα πεπολιτισμένη. Δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν ἐκείνου, τὸν ὁποῖον μόνον θεωρεῖτε ὑπεύθυνον, μεγάλα δημόσια ἔργα συνετελέσθησαν. Διατὶ ἀρέσκεσθε νὰ ἐπιῤῥίπτητε κατ’ αὐτοῦ καὶ μόνου τὴν εὐθύνην ἐπὶ τῇ σημερινῇ καταστάσει; Λησμονεῖτε ὅτι οὗτος συνετέλεσε νὰ ὑπάρχῃ σήμερον ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἄνευ τοῦ ὁποίου οὐδεμία λύσις εἰς τὸ μέλλον θὰ ἦτο δυνατή, οὐδὲ ἐκείνη τοῦ συμβιβασμοῦ; Δὲν εἶναι λοιπὸν ἁρμοδία ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, τίς εὐθύνεται διὰ τὴν κατάστασιν, ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα. Τὸ ζήτημα, ὅπερ ἔπρεπε νὰ ἀπασχολήσῃ ἡμᾶς, εἶναι, τί δέον γενέσθαι, καὶ πῶς δέον νὰ κανονισθῇ ἡ λύσις, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς ὁποίας ὁμοφωνία ὑπάρχει, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὸν κόπον, τὸν ὁποῖον καταβάλλουσί τινες, ἵνα ἀναγνωρισθῇ, ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ ἐφευρέται τῆς λύσεως ταύτης. Αὕτη εἶναι παρὰ πολὺ ὀδυνηρά, ἵνα ἐπιζητήσωσι τὸ προνόμιον τῆς ἐφευρέσεως αὐτῆς. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων σκοπὸν δὲν εἶχον νὰ λάβω τὸν λόγον· ἐὰν δὲ τὸν ἐζήτησα, τὸ ἔπραξα, διότι κατὰ τὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διεξαχθεῖσαν συζήτησιν ἐπὶ τῶν διαπραγματεύσεων, αἵτινες κατὰ Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον διεξήχθησαν περὶ συνομολογήσεως δανείου, τοσαῦται ἐῤῥέθησαν ἀνακρίβειαι, ὥστε καθῆκον εἶχον πληροφορίας τινὰς νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Κατ’ ἐμὲ, δύο ζητήματα γεννῶνται· καὶ πρῶτον, κατηρτίσθη σύμβασις δανείου; δεύτερον, ἂν κατηρτίσθη, περιεῖχεν ἔλεγχον; Ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι σύμβασις δὲν ὑπῆρχεν, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν δύο ἔγγραφα· ἓν, τὸ ὁποῖον ἀπεκάλεσε σκελετὸν συμβάσεως, καὶ ἓν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον εἰς ὑμᾶς ἀνέγνωσε. Περὶ τοῦ ἑτέρου τηλεγραφήματος δὲν κάμνω λόγον, τὸ μὲν διότι τοῦτο εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, τὸ δὲ διότι δὲν θέλω, μνημονεύων αὐτό, νὰ ὑπενθυμίσω τῷ ἀξιοτίμῳ Βουλευτῇ Ἀττικῆς, ὅτι ἔπραξε πρᾶξιν ἄτοπον, ἐπικαλούμενος καὶ προσάγων ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον περιῆλθεν εἰς γνῶσιν αὐτοῦ ὡς Ὑπουργοῦ, καὶ τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἀναγνώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, μὴ ὢν Ὑπουργός. Δεύτερον νομίζω, ὅτι δὲν ὤφειλεν ὁ κ. Βουλευτής, παρὰ τοὺς ὅρους τῆς εὐλαβείας, τοὺς ὁποίους ὅλοι ἐννοεῖτε, νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, τίς ὁ δοὺς τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο. Σκελετὸς ὑπῆρχε καὶ ὄχι σύμβασις, εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, σύμβασις οὐδέποτε ὑπεγράφη. Ὅτι δὲν ὑπεγράφη σύμβασις, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ τὸ μάθωμεν ἐκ τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ κ. Ῥάλλη. Ἐὰν ἡ σύμβασις εἶχεν ὑπογραφῆ, οὐδὲ ἡ παραίτησις τῆς τότε Κυβερνήσεως ἤθελεν ἐπέλθει, οὔτε ἡ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἀνάῤῥησις τοῦ κ. Σωτηροπούλου ἤθελε πραγματοποιηθῆ, οὔτε τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως ἤθελε συνομολογηθῆ, οὐδὲ τέλος ἡ πτώχευσις, περὶ ἧς τοσοῦτος γίνεται πρὸ ἡμερῶν λόγος, ἤθελε πενθίμως ἠχήσει ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τοῦ ἂν ὑπεγράφη ἡ σύμβασις ἢ ὄχι...
§173ΡΑΛΛΗΣ. Κατηρτίσθη;
§174ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν κατηρτίσθη σύμβασις καὶ ἦτο ἑτοίμη πρὸς ὑπογραφὴν, ναὶ ἢ ὄχι; Δηλῶ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι καὶ σύμβασις ἦτο κατηρτισμένη καὶ ἑτοίμη ἦτο πρὸς ὑπογραφήν. Καὶ ὅπως ἀποδείξω τοῦτο, δὲν ἐπικαλοῦμαι τὸν σκελετὸν, περὶ οὗ ἐποιήσατο λόγον ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, διότι ὅσοι περὶ τὰ ζητήματα ταῦτα ἠσχολήθησαν γνωρίζουσιν, ὅτι ὁ σκελετὸς αὐτὸς οὐδὲν ἕτερον εἶναι ἢ ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς διεξάγονται διαπραγματεύσεις, ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς στηρίζονται αἱ συζητήσεις, αἱ σκοποῦσαι τὸν τελειότερον καταρτισμὸν τῆς συμβάσεως. Δὲν ὁμιλῶ λοιπὸν περὶ τοῦ σκελετοῦ, ἀλλὰ περὶ τοῦ τηλεγραφήματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς βεβαίως μετὰ προσοχῆς ἀνέγνωσεν, ὡς εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἀνέγνωσε καὶ πάντα τὰ ἄλλα, τὰ παρ’ ἐμοῦ σταλέντα εἰς τὸν Πρωθυπουργόν.
§175ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν κατωρθώθη νὰ μεταφρασθῶσι, καὶ οὐδέποτε ἔλαβον γνῶσιν αὐτῶν οὔτε ἐγώ, οὔτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§176ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀρκεῖ ἡ δήλωσίς σας, καὶ δὲν ἐπιμένω. Τὸ τηλεγράφημα ὅμως ἐκεῖνο ἀνεγνώσατε βεβαίως μετὰ προσοχῆς, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐξάψει τῆς συζητήσεως δὲν ἀνεγνώσατε αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τῆς δεούσης ἀκριβείας.
§177ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶχον τὸ κείμενον ἐνώπιόν μου, διότι τὰ δύο κείμενα τῶν τηλεγραφημάτων ἔμειναν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν εἶχον λάβει ἀντίγραφα, καὶ ἀπὸ μνήμης ὡμίλησα περὶ αὐτῶν.
§178ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχω παρὰ τῶν μεθ’ ἡμῶν συναλλασσομένων τὴν ἀπαιτουμένην προθεσμίαν πρὸς σύγκλησιν τῆς Βουλῆς. Ἀπαιτοῦσιν, ὅπως ἡ σύμβασις νομίμως κυρωθῇ ἐντὸς 8 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς αὐτῆς, ἥτις θέλει γείνῃ μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ συνδικάτου, οὐδενὸς τῶν μελῶν αὐτοῦ συναινοῦντος νὰ ὑποχρεωθῇ ἐπὶ χρόνον μακρότερον. Μεθ’ ὅλην τὴν σημερινὴν ὑποτίμησιν, ὁ Κάσσελ καὶ ὁ Χάμπρο μὲ ἐξουσιοδοτοῦσι νὰ δηλώσω ὑμῖν, ὅτι δύνασθε νὰ θεωρήσητε τὸ συνδικάτον κατηρτισμένον, ἐὰν οἱ ὅροι γένωνται παρ’ ὑμῶν ἀποδεκτοὶ καὶ ἐὰν ἡ σύμβασις κυρωθῇ ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς. Κατανοῶ τὸ μέγεθος τῆς εὐθύνης, ἣν ἀναλαμβάνομεν, ἀποδεχόμενοι, ἀλλὰ φρίττω πρὸ τῶν καταστρεπτικῶν συνεπειῶν διὰ τὸν τόπον, ἃς ἡ μὴ ἀποδοχὴ θέλει ἐπιφέρει. Εἰς ὑμᾶς ἀπόκειται ν’ ἀποφασίσητε.» Δὲν νομίζετε, ὅτι τὸ τηλεγράφημα τοῦτο λύει τὸ ζήτημα; Δὲν νομίζετε ὅτι, ὅταν λέγῃ «τὸ συνδικάτον εἶναι κατηρτισμένον, ἂν ἡ σύμβασις ὑπογραφῇ καὶ ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν κυρωθῇ,» λύει τὸ ζήτημα, ὅπως σαφῶς παρ’ ἐμοῦ ἐτέθη, καὶ τὸ ὁποῖον οἱ ἀντιφρονοῦντες προσπαθοῦσι νὰ διαστρέψωσι;
§179ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ γαλλικὸν κείμενον εἶναι εὐκρινέστερον.
§180ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ καταθέσῃ τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§181ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ Βουλευτὴς δὲν ὑποχρεοῦται νὰ καταθέτῃ ἔγγραφα. Ζητήσατε ὅ,τι θέλετε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως.
§182ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἐζήτησα, διότι ἐκάματε χρῆσιν.
§183ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σύμβασις δανείου εἶχε καταρτισθῇ, ἀλλ’ ἀφοῦ οἱ μεθ’ ἡμῶν συναλλαττόμενοι ἠρνοῦντο νὰ δώσωσιν εἰς ἡμᾶς τὸ ἀναγκαῖον χρονικὸν διάστημα, ὅπως γείνῃ ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς, — καὶ ἐνταῦθα ἀπαντῶ εἰς τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτής. Ἠρώτησεν ὁ κ. Βουλευτής: ἐγνώριζον οἱ δανεισταὶ ὅτι ἐζητεῖτο ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς καὶ ὅτι ἐτίθετο ὡς ὅρος; Τὸ τηλεγράφημα ἀπαντᾷ εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην. Ἐγνώριζον κάλλιστα, ὅτι ἐπεθύμει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅπως δοθῇ εἰς αὐτὴν καιρὸς διὰ νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ δὲν συνήνουν εἰς τὴν παραχώρησιν τῆς ἀπαιτουμένης πρὸς τοῦτο προθεσμίας, διότι ἔλεγον, ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ ἀναλάβωσιν ἐπὶ χρόνον, ὁ ὁποῖος ἤθελε παραταθῆ ἐπὶ 40 τοὐλάχιστον ἡμέρας, τὴν εὐθύνην, καθόσον, τῶν περιστάσεων τῆς ἀγορᾶς Λονδίνου οὐσῶν λίαν ἀμφιβόλων, δὲν ἠδύναντο ἐπὶ 40 ἡμέρας νὰ θεωρῶσιν ἑαυτοὺς ὑποχρέους, ἀγνοοῦντες ἐὰν ἡ ἔκθεσις τοῦ δανείου, ἥτις ἤθελεν ἐπιτυχῶς γείνῃ ἐντὸς μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος, ἤθελεν ἐπιτύχει, γινομένη εἰς ἐποχὴν τόσον ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως ἀπομεμακρυσμένην. Τὸ τηλεγράφημα λοιπὸν αὐτὸ λύει κατὰ τρόπον, ἀναμφισβήτητον τὸ ζήτημα τῆς ὑπάρξεως συμβάσεως. Ὅσον καὶ ἂν συζητῆτε ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, δὲν θὰ πείσητε κἀνένα, ὅτι σύμβασις δὲν εἶχε καταρτισθῆ, καὶ ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔδιδεν ἐντολὴν, ἵνα ὑπογράψω τὴν σύμβασιν, δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ προβῶ εἰς τὴν ὑπογραφὴν ταύτης! (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§184ΡΑΛΛΗΣ. Ποία Κυβέρνησις;
§185ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη. Κατηγορήσατε ἐμὲ, ὅτι δὲν ἔμεινα ἐν Λονδίνῳ νὰ περιμένω τὰς ὑμετέρας διαταγάς. Ἐκεῖ ἀπεστάλην ὡς Ὑπουργὸς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας ἀπετέλουν μέρος, παραιτηθείσης τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, οὐδένα εἶχον λόγον, ἵνα περιμένω ἐν Λονδίνῳ τὰς ὑμετέρας διαταγάς. Ἐκεῖ ὑπῆρχεν Ἑλληνικὴ Πρεσβεία, εἰς τὴν ὁποίαν ἠδύνασθε νὰ δώσητε τὰς ὑμετέρας διαταγάς.
§186ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ὁποία οὐδὲν εἶχε ἔγγραφον ἐξ ἐκείνων, ἅτινα ἀντηλλάξατε, διότι τὰ ἀπεκομίσατε.
§187ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ ζήτημα τῶν ἐγγράφων συνεζητήθη μεταξὺ ὑμῶν καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Εἴπατε ὅσα εἴχετε νὰ εἴπητε, ἀπήντησεν ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, καὶ ἡ ἀπάντησίς του, πιστεύω, εἶναι πλήρης. Κατηρτίσθη λοιπὸν σύμβασις, καὶ ὅσα καὶ ἂν λέγητε, δὲν δύνασθε νὰ καταστρέψητε τὸ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ τηλεγραφήματος προκύπτον θετικὸν γεγονός. Ἀλλ’ ἂν κατηρτίσθη σύμβασις, ὑπῆρχεν ἐν αὐτῇ ἔλεγχος; Καὶ πρῶτον, Κύριοι, ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελοῦντα τὸν ἔλεγχον στοιχεῖα; Ὅπως κρίνωμεν περὶ τοῦ ἐλέγχου, εἰς τί πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν; Εἰς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὰ μέλη τοῦ ταμείου ἐπρόκειτο νὰ ἀσκήσωσιν. Ἄν δ’ ἐξετάσωμεν τὰ δικαιώματα ταῦτα,—καὶ δυνάμεθα εὐκόλως νὰ τὰ ἐξετάσωμεν, διότι τὰ περὶ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ δανείου ἐπὶ λέξει ἀντεγράφησαν εἰς τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέγραψεν ἡ Κυβέρνησις Σωτηροπούλου, —ἂν ἀναγνώσητε τὰ τοῦ ταμείου τοῦ δανείου ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχον τὰ ἀποτελοῦντα τὸ ταμεῖον μέλη, δὲν ἀποτελοῦσιν ἔλεγχον, τὰ δικαιώματα ταῦτα περιορίζονται εἰς τὴν ἔκδοσιν πιστοποιητικῶν καὶ εἰς τὴν παραλαβὴν τοῦ χρυσοῦ, τὸν ὁποῖον οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἤθελον εἰσπράττει, καὶ τὴν ἀποστολὴν τούτου εἰς Λονδῖνον. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς: «ἀπόδειξις, ὅτι ἔλεγχον καθιεροῖ ἡ σύμβασις, εἶναι, ὅτι ἐν αὐτῇ περιλαμβάνεται διάταξις, δυνάμει τῆς ὁποίας κατηγοροῦνται οἱ ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ὑπεξαιρέσει, ἂν δὲν παραδίδωσι τὰ παρ’ αὐτοῦ εἰσπραττόμενα εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ δανείου.» Ταῦτα εἶπε, λησμονῶν ὅτι πολλαὶ συμβάσεις περὶ δανείων τὴν διάταξιν ταύτην περιλαμβάνουσιν ἐπὶ λέξει, λησμονῶν, ὅτι καὶ ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις, ἧς ἀπετέλει μέρος, συνωμολόγησε, τὴν διάταξιν ταύτην ἐπὶ λέξει περιέχει, λησμονῶν τέλος, ὅτι τὸ διάταγμα τὸ ἐκδοθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἧς ἀπετέλει μέρος, περιλαμβάνει ἐπίσης ἐπὶ λέξει τὴν διάταξιν. Ἔλεγχος διὰ τῆς συμβάσεως δὲν καθιεροῦτο. Ἀλλὰ τὰ περὶ τούτου ἀπετέλεσαν ἀντικείμενον τῶν μεγαλειτέρων κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη προσβολῶν· ἐξήγειραν διὰ τῆς ἀνυπάρκτου τοῦ ἐλέγχου διατάξεως τὴν κοινὴν γνώμην κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, παρέστησαν ἡμᾶς ὡς προδίδοντας τὴν ἐθνικὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν· διατελοῦντες ἐκτὸς τῆς ἀρχῆς, ἐπὶ προδοσίᾳ καθ’ ἑκάστην κατηγόρουν ἡμῶν, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ὅτε ἦλθον εἰς τὴν ἐξουσίαν, τὴν προδοσίαν διέπραξαν, ἢ μᾶλλον δὲν διέπραξαν τὴν προδοσίαν, ἀλλ’ ἀπέδειξαν ὅτι ἡ προδοσία οὐδὲν ἕτερον ἦτο ἢ μέσον, ὅπως ἀναῤῥιχηθῶσιν ἐπὶ τὴν ἀρχήν. Ἀλλὰ μᾶς λέγουν: «ξένοι ἦσαν οἱ ἀποτελοῦντες τὸ ταμεῖον τοῦ δανείου ὑμῶν.» Περὶ τούτου δὲν δύνασθε νὰ ἀποφανθῆτε. Δικαίωμα εἶχον οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ὁμολογιούχων τῶν ἐν Ἀγγλίᾳ, Γαλλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ νὰ διορίσωσι μέλη τοῦ ταμείου· ἀλλὰ ἂν θὰ διώριζον ξένους ἢ ὄχι, τοῦτο δὲν εἶναι γνωστόν....
§188ΡΑΛΛΗΣ...
§189ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑποθέτω πρὸς στιγμήν, ἵνα ἀποφύγω περαιτέρω διακοπὰς, ὅτι θὰ διωρίζοντο ξένοι. Ἀλλὰ μήπως τὸ ἓν τῶν μελῶν τοῦ ταμείου τοῦ παρ’ ὑμῶν συνομολογηθέντος δανείου δὲν εἶναι ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα; μήπως ἡ Τράπεζα αὕτη δὲν εἶναι Ἀγγλική, δὲν ἔχει τὴν ἕδραν της ἐν Λονδίνῳ; Ἔχει λοιπὸν καὶ τὸ ταμεῖον τὸ παρ’ ὑμῶν ἱδρυθὲν ξένον ἀντιπρόσωπον ξένων κεφαλαιούχων. Διαφορὰ ὡς πρὸς τοῦτο μεταξὺ τῆς συμβάσεως ἡμῶν καὶ τῆς ἰδικῆς σας δὲν ὑπάρχει. Μεταξὺ τῶν δύο ὅμως ἄλλη ὑπάρχει σπουδαία διαφορά. Διὰ τῆς συμβάσεως ἡμῶν ἐπρόκειτο νὰ ἀποφύγωμεν τὴν πτώχευσιν, ἐνῷ διὰ τῆς ὑμετέρας ἐπισημοποιήσατε αὐτήν. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς). (Ἐγείρονται πλεῖστοι Βουλευταὶ πρὸς ἀναχώρησιν).
§190ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ (θόρυβος). Ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἠρνήθη νὰ καταθέσῃ ἔγγραφον ἐπίσημον, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα καταθέσῃ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, τοῦ ὁποίου ἐπίσημον χρῆσιν ἔκαμε καὶ ὁ πρώην Ὑπουργός.
§191Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἔγγραφον θὰ καταχωρισθῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, ἀλλὰ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὸ καταθέσω αὔριον.
§192Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα νὰ μὲ ἐγγράψητε, διότι ἠναγκαζόμην νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ἐλέγξω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας ἀπήγγειλε πρὸ μικροῦ, καὶ τὰ ὁποῖα εὑρίσκω ὑβριστικὰ διὰ τὴν πατρίδα...
§193ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὁρίστε, ὁρίστε.
§194ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Ἀλλὰ τὴν ὥραν ταύτην ἡ Βουλὴ ἑτοιμάζεται νὰ ἀπέλθῃ. Παρακαλῶ νὰ μὲ ἐγγράψητε, ἵνα λάβω τὸν λόγον αὔριον. Δὲν μοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ λάβω τὸν λόγον τώρα...
§195ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἄ! ἄ!
§196ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ φωνάζητε... Δὲν μοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ λάβω τὸν λόγον τώρα, πρῶτον διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι διατεθειμένη κατὰ τὴν ὥραν ταύτην νὰ ἀκούσῃ τινὰ, μετὰ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν, ὅτι θὰ λήξῃ ἡ συνεδρίασις μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Θεοτόκη καὶ δεύτερον, διότι ἔχω ἀνάγκην νὰ ἔχω μετ’ ἐμοῦ σημειώσεις, ἵνα δι’ ἀριθμῶν ἀποδείξω τί ἐδαπανήσατε διὰ δημόσια ἔργα (Θόρυβος). Θέλω νὰ ἀποδείξω πόσα ἐδαπανήσατε διὰ κατασκευὴν σιδηροδρόμων, πόσα ἐδαπανήσατε διὰ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγετε, ὅτι ἐλάβετε διὰ νὰ ἐκβαρβαρώσητε, ὡς εἴπετε, τὴν Ἑλλάδα. Ὅταν διατείνησθε ἰσχυρισμοὺς τοσοῦτον ὑπεροπτικούς, προσβάλλοντας τὴν φιλοτιμίαν τῆς Ἑλλάδος, χρεωστῶ νὰ σᾶς ἀποδείξω ψευδομένους (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§197ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κενώσατε τὰ ἀκροατήρια.
§198ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὄχι, ὄχι.
§199ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀπεκάλεσαν τοὺς Ἕλληνας βαρβάρους. Δὲν ἠδύναντο παρὰ νὰ χειροκροτήσωσι τὴν διαμαρτυρίαν κατὰ τῆς ὕβρεως ταύτης.
§200ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας εὐηρεστήθη νὰ μοὶ ἀποδώσῃ, ὅτι διέπραξα πρᾶξιν ἄτοπον, μεταχειρισθεὶς ἔγγραφον, τοῦ ὁποίου ὑπὸ τὴν ἰδιότητα Ὑπουργοῦ ἔλαβον γνῶσιν. Ἀλλὰ τὸν παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καὶ αὐτὸς ἔπραξε τὴν ἰδίαν ἄτοπον πρᾶξιν· ἀνέγνωσεν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον μόνον ὑπὸ τὴν ἰδιότητα Ὑπουργοῦ ἠδύνατο νὰ κατέχῃ· ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατόν, παρὰ νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ, ὅπως καὶ ἐγώ, διότι ἀλλοίμονον, ἂν ἐξερχόμενός τις ἐκ τῆς ἀρχῆς δὲν δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν ἐγγράφων, δι’ ὧν ἀποδεικνύεται ἡ διαχείρισίς του καὶ ἡ εὐθύτης τῶν πράξεών του. Τοιαῦτα ἔγγραφα καθ’ ἡμέραν λαμβάνονται, καὶ οὐδέποτέ τις ἠρνήθη τὸ δικαίωμα εἰς οἱονδήποτε ἐκ τῶν πρώην Ὑπουργῶν νὰ κάμῃ χρῆσιν τοιούτων ἐγγράφων. Δὲν εὑρίσκω λοιπὸν, ὅτι ἡ πρᾶξίς μου ἦτο ἄτοπος· οὔτε ἄτοπος ἦτο βεβαίως, οὔτε ἀνευλαβὴς πρὸς οἱονδήποτε· ἐγὼ εὑρίσκω, ὅτι ἀνευλαβῆ ἦσαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν παρὰ τοῦ κ. Θεοτόκη.
§201ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔκαμα χρῆσιν ἐγγράφου, τοῦ ὁποίου ὑμεῖς ἐκάμετε χρῆσιν, καὶ ἀνέγνωσα τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἔδει νὰ ἀναγνωσθῇ.
§202ΡΑΛΛΗΣ. Ἔπρεπε νὰ λάβητε τὴν ἄδειαν παρὰ τοῦ Προέδρου...
§203ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ τὸ παράδειγμα ἔπρεπε νὰ τὸ δώσητε σεῖς, καὶ πρὶν ἢ λάβητε τὸν λόγον, νὰ παρακαλέσητε τὸν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀπαραίτητον διὰ τὴν συζήτησιν. Ἐὰν εἴχετε πράξει τοῦτο, θὰ ἦτο κατατεθειμένον τὸ τηλεγράφημα, καὶ δὲν θὰ ἐξετιθέμην ἐγώ, ἀκολουθῶν τὸ παράδειγμα ὑμῶν, νὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ τὸ ἀναγνώσω.
§204ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 μ. μ.