1893.11.15
1.913 στίχοι · 15.164 λέξεις · 45 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11
τῆς 15 Νοεμβρίου 1893.
(Δευτέρα).
Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Παναγιώτης Ἀδαμόπουλος, πρώην δικαστικὸς κλητὴρ τῶν ἐν Ἠλείᾳ Πρωτοδικῶν καὶ νῦν κατάδικος ἐν ταῖς φυλακαῖς Ἰθάκης, ζητεῖ δι’ ἀναφορᾶς του νὰ ἐξετασθῇ ἐκ νέου ἡ δικογραφία τῆς ὑποθέσεώς του. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§2Θ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Εἷς τῶν καλλιτέρων οἰκοκυραίων τοῦ δήμου Δύμης, κάτοικος τοῦ χωρίου Κάτω Ἀχαΐας, τηλεγραφεῖ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, πρὸς τὸν κ. Ρικάκην καὶ πρὸς ἐμὲ, ὅτι χθὲς κατὰ τὸ μεσονύκτιον ὁ Δήμαρχος Δύμης φατριάζων μετὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου εἰσῆλθον εἰς τὴν οἰκίαν του, ὅπως ἀνεύρωσι φυγοδίκους· καὶ φυγοδίκους μὲν δὲν εὗρον, ἀλλὰ ἀφῄρεσαν τὰ ὅπλα του καὶ τὰ ἐφόδια τὰ κυνηγετικά. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, διότι δὲν εἶναι πρέπον οἰκοκυραῖοι νὰ καταδιώκωνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§3ΚΟΥΣΤΑΣ. Δὲν ἠνέχθην, Κύριοι, ποτὲ, οὔτε θὰ ἀνεχθῶ νὰ προπηλακίζηται καὶ νὰ ὑβρίζηται ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ἀγορεύων προχθὲς, ὠνόμασε τὸ ἐνοίκημα τῶν ἡγετῶν τῆς Βουλῆς στροῦγκαν, ἡμᾶς δὲ τοὺς Βουλευτὰς, οἵτινες φοιτῶμεν εἰς αὐτὸ, κοπάδια. Βεβαίως δὲν θὰ δώσω ἄλλην ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἢ ὅτι ἠδίκησε τὸν ἑαυτόν του. Ὁ Βουλευτὴς δὲν εἶναι ἁπλῆ μονὰς, οὔτε ἄτομον, εἶναι τὸ 207ον τοῦ ὅλου πληθυσμοῦ τοῦ Κράτους· δὲν ἀντιπροσωπεύει μόνον τὴν ἐπαρχίαν του, ἀλλὰ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνισμόν. Ὁ Βουλευτὴς εἶναι ἀνεξάρτητος, δὲν ἔχει νὰ δώσῃ λόγον εἰς κανένα, παρὰ μόνον εἰς τὸ ἔθνος, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἔρχηται ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος νὰ λέγῃ, ὅτι ὁ εἷς ἔχει τόσους Βουλευτὰς καὶ ὁ ἄλλος τόσους. Αὐτὰ ἐξηυτέλισαν τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα. Ὁ Βουλευτὴς δὲν ἔχει ἄλλον ἀπέναντί του, παρὰ τὴν Βασιλείαν (Θόρυβος). Ἀφ’ ἑνὸς ἐννοῶ ὅτι εἶναι ἡ Βουλὴ καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ Βασιλεία. Ὅταν αἱ δύο ἐξουσίαι ᾖναι ἐν ἁρμονίᾳ τὸ ἔθνος προοδεύει· ἡ Βουλὴ ὑποδεικνύει τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ ὁ Βασιλεὺς τοὺς διορίζει, καὶ δὲν δύναται ὁ ὑπηρέτης νὰ ᾖναι ἀνώτερος τοῦ κυρίου αὑτοῦ. Ὁ Βουλευτὴς ἔχει ὑψίστην ἐντολὴν νὰ προστατεύῃ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος αὑτοῦ καὶ τῆς ἐπαρχίας του κατὰ δεύτερον λόγον. Αὐτὸ ἐτήρησα καὶ αὐτὸ θὰ τηρήσω, ἐνόσῳ εἶμαι Βουλευτής. Ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκφέρῃ αὐτὴν τὴν βαρεῖαν λέξιν ἐναντίον ἐκείνων, οἵτινες συνειργάσθησαν μετ’ αὐτοῦ πρὸ πολλοῦ χρόνου καὶ ἴσως πάλιν θὰ ἐργασθῶσιν (ἱλαρότης)· δὲν ἔπρεπε νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς κκ. Βουλευτὰς, ὅτι ἔφυγαν ἀπὸ τὸ ἕνα μανδρὶ καὶ ἐπῆγαν εἰς τὸ ἄλλο. Τὸ μανδρὶ πρέπει νὰ διατηρῆται, ἐνόσῳ τὸ ἐν αὐτῷ ποίμνιον ἔχει ὅ,τι ἀπαιτεῖται, ὅταν ὅμως δὲν ἔχῃ τοῦτο, τότε τὸ ποίμνιον πρέπει νὰ ἐγκαταλιμπάνῃ αὐτὸ, διὰ νὰ ἐξαγνίζηται. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἐξηνέχθησαν τόσαι βαρεῖαι φράσεις κατὰ τοῦ Σώματος τῆς Βουλῆς, παρακαλῶ τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος νὰ ἀνακαλέσῃ ὅσα εἶπεν, ἂν θέλῃ καὶ πάλιν νὰ ἴδῃ Βουλευτὰς εἰς τὸ μανδρί του. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῶν ὅσων ἐλέχθησαν χθές. Ἤδη θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ ἐπὶ τοῦ ἑξῆς. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν συνήλθομεν ἐνταῦθα καὶ τυρβάζομεν καὶ μεριμνῶμεν περὶ πολλῶν, ἀλλὰ περὶ τοῦ οὐσιωδεστάτου καὶ κατεπείγοντος ἀντικειμένου, ἐκ τοῦ ὁποίου προσμένει ὁ λαὸς, οὐδὲν ἐῤῥέθη· οὔτε ἡ Κυβέρνησις ἐπαρουσίασέ τι, διὰ νὰ πεισθῇ ὁ κόσμος, ὅτι σκέπτεται περὶ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν αὑτοῦ. Διὰ τοῦτο ἔρχομαι καὶ ἐγὼ νὰ ἐξετάσω, ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους...
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νὰ λάβητε τὸν λόγον.
§5ΚΟΥΣΤΑΣ. Πολὺ καλὰ... Περιορίζομαι λοιπὸν νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ παρουσιάσῃ ὅλα τὰ οἰκονομικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ λάβῃ, διότι ὁ κόσμος περιμένει νὰ ἴδῃ τὰ μέτρα ταῦτα, ἵνα ἱκανοποιηθῇ τοὐλάχιστον ἡ ὑπομονή του.
§6ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελλον τῶν ἐγγράφων τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν προμήθειαν τῶν ἐρεῶν τοῦ στρατοῦ. Ἐπὶ τῶν ἐγγράφων τούτων, ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριχωνίας νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις, θέλω δώσει πᾶσαν πληροφορίαν.
§7ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὑπεβάλατε νομοσχέδιον, τροποποιοῦν τὸν στρατολογικὸν νόμον. Ἐγὼ ἤμην εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ κατὰ λάθος κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Βουλῆς ἐγένετο παράλειψίς τις, ἐκ τῆς ὁποίας προκύπτει μεγίστη ἀδικία εἰς στρατευσίμους, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ἀπαλλαχθῶσιν. Εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω περισσότερα, διότι ὑμεῖς, ὡς πρώην Ὑπουργὸς, εἰργάσθητε ἐπὶ τούτου. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ὑποβάλητε νομοσχέδιον νέον, ὅπως μὴ ἀδικῆται ὁλόκληρος τάξις πολιτῶν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς ἔστειλε τότε εἰς τύπωσιν ὅ,τι ἐπαρουσιάσθη εἰς αὐτό.
§9ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ὡμίλησα διὰ νὰ ἐπιτιμήσω τὸ Γραφεῖον,—τοὐναντίον ἐγὼ ἐκτιμῶ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς,—ἀλλὰ τὸ τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι κατὰ τὴν ἀντιγραφὴν ἐγένετο τὸ λάθος.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον ἔστειλεν εἰς τύπωσιν ὅ,τι εἶχεν ἐνώπιόν του.
§11Μ. ΛΑΜΠΡΟΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Κρεστενίτης, εἶναι ὀρθότατον· διότι γνωρίζω, ὡς γραμματεὺς πέρυσιν, ὅτι τὸ λάθος προῆλθεν ἐκ τοῦ Γραφείου· ὁ τότε διατελῶν γραμματεὺς ἔσβυσε ἄλλην παράγραφον ἀντὶ ἄλλης.
§12ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων παρεκάλεσα τὸν κ. ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔγγραφον αἴτησιν δημοδιδασκάλου τινὸς, μετατεθέντος τῇ αἰτήσει του ἀπὸ ἑνὸς εἰς ἕτερον σχολεῖον.
§13Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὴν ἔφερα καὶ τὴν καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§14ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ τὴν διανομὴν τοῦ τυπωθέντος τεύχους τῶν περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Κωπαΐδος ἐγγράφων.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ φυλλάδιον ἐτυπώθη, ἀλλὰ δὲν διενεμήθη, διότι ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε λήξει ἡ σύνοδος τῆς Βουλῆς. Θέλω ἤδη διατάξει νὰ διανεμηθῇ.
§16ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ φίλον μου Βουλευτὴν ἐκ Λεβαδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐκτελῆται ἡ σύμβασις μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς ἑταιρίας τῶν ἱπποσιδηροδρόμων ἐν Ἀθήναις, διότι νομίζω, ὅτι ἡ ἑταιρία παραβαίνει πάντας τοὺς ὅρους· πρὸς δὲ θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ πληροφορήσῃ, ἂν κατὰ τὴν σύμβασιν ἐπετράπη ἡ ἐπέκτασις διαφόρων γραμμῶν, διότι, καθ’ ἃ ἐπληροφορήθην, πολλὰ δικαιώματα παραβλέπει. Πρόκειται περὶ τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας καὶ περὶ τῆς εὐκολίας τῶν ἐπιβατῶν καὶ περὶ τῆς ὑγείας ἀκόμη τῶν πολιτῶν, ἀφοῦ εἰς τὰ βαγόνια πολλοὶ ἵστανται ὄρθιοι καὶ πληρόνουν ὅπως καὶ οἱ καθήμενοι, ἐνῷ ἡ σύμβασις ὁρίζει δύο θέσεις. Περὶ πάντων τούτων παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν καὶ προσαγάγῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔλεγον προχθὲς εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἀμφότεροι οἱ εἰσηγηταὶ ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ἀπεφήναντο γνώμην, ὅτι τὸ Κράτος ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι ἱκανὸν νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὑτοῦ ἐμπροθέσμως καὶ ἀκεραίως. Ἀληθῶς εἷς τῶν εἰσηγητῶν τῆς μειοψηφίας, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, δικαιολογῶν τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς 3ης Μαΐου, ἔλεγεν ὅτι ἤθελεν εἶσθαι πολιτικὴ ἀκοσμία,—ὁ κ. Βουλευτὴς μετεχειρίσθη ὅρον βαρύτερον, τὸν ὁποῖον δὲν λέγω,— ἐὰν οἱ Ὑπουργοὶ ἤθελον βεβαιώσει, ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ ἐκπληρώσῃ ἐμπροθέσμως ἀκεραίας τὰς ὑποχρεώσεις του, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ εἶχε κηρύξει αὐτὸ ἐπαρκές. Καὶ τοῦτο προέβαλεν ὡς λόγον πολιτικὸν, ὅστις ὑπεχρέου τοὺς Ὑπουργοὺς τοιαύτην ν’ ἀκολουθήσωσι πολιτικήν· ἀλλ’ ἔλεγεν, ὅτι καὶ πραγματικοὶ λόγοι ἠνάγκαζον αὐτοὺς νὰ προσφύγωσιν εἰς τὸ δάνειον τῶν 100,000,000, τὸ τῆς κεφαλαιοποιήσεως, διὰ νὰ ἀποφύγωσι τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ κηρύξωσι τὸ Κράτος ἐν καταστάσει πτωχεύσεως. Καὶ ποῖοι ἦσαν οἱ πραγματικοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἀπέτρεψαν τοὺς Ὑπουργοὺς ν’ ἀποφανθῶσιν, ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του, ὁ κ. Βουλευτὴς παρέλειψε νὰ εἴπῃ. Ἀλλ’ ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας οὐ μόνον ἐβεβαίωσεν, ἀλλὰ καὶ ἀνέλυσε τὸν ἰσχυρισμόν του, καὶ παρέσχεν ἀποδείξεις πρὸς βεβαίωσιν, ὅτι τὸ Κράτος δὲν περιῆλθεν εἰς ἀνικανότητα νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος εἶναι εὐφραδὴς καὶ ἔχει τὴν διάνοιαν εὔστροφον, καὶ εὐκόλως ἠδύνατο νὰ παρασύρῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠσχολήθησαν ἐπὶ μακρὸν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους· διὰ τοῦτο ἔκρινα, ὅτι ἔπρεπε νὰ προλάβω τὸν κίνδυνον, ὅπως μὴ ἐξακολουθῶμεν ἀκόμη πλανώμενοι. Ἐπειδὴ δ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπεκαλέσθη τ’ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1892, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀποδείξω, ὅτι ταῦτα ἀναιροῦσι τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτοῦ. Κατὰ τοὺς 21 πρώτους μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1892 εἰσεπράχθησαν ἔσοδα 93,214,498, ἐὰν δὲ ὑποθέσητε, ὅτι κατὰ τὸν τελευταῖον μῆνα, τὸν Ὀκτώβριον ἤθελον εἰσπραχθῆ 785,501.42, τὰ ἔσοδα τοῦ 1892 ἤθελον ἀνέλθει εἰς 94,000,000. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν εἶναι ἔσοδα τακτικὰ ἐπαναλαμβανόμενα κατ’ ἔτος, διότι ἐκ τούτων εἰσί τινα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἔσοδα ἐντελῶς ἔκτακτα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι πιθανὸν ὅτι θέλομεν εἰσπράξει κατὰ τὸ 1893 καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη. Τοιαῦτα σᾶς ἀπηρίθμησα ὅτι εἶναι: αʹ) 1,223,010.50, εἰσπραχθέντα ἐξ ἀνταλλάγματος τῆς ποινικῆς καταδιώξεως τῶν ἐπιστράτων φυγοστράτων τῶν ἐτῶν 1880 καὶ 1881 καὶ τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886. βʹ) 3,993,600, ἰσότιμον 2,560,000 φράγκων, ὑπολογισθέντων πρὸς 156 λεπτὰ τὸ φράγκον, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὡς ἀντάλλαγμα τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἴχομεν, νὰ μετέχωμεν κατὰ τὸ ¼ τῶν κερδῶν αὐτῆς ἐπὶ τῶν κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων· γʹ) δρ. 161,431.32, τὰς ὁποίας εἰσεπράξαμεν ἐκ πωλήσεως τῶν κτηνῶν τοῦ στρατοῦ· δʹ) 2,147.25, αἵτινες εἰσεπράχθησαν ὡς κόμιστρα τῶν ἐμπορευμάτων ἀπὸ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς εἰς τὸ τελωνεῖον Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον κατηργήθη ἤδη. Ταῦτα ἀνέρχονται εἰς 5,380,189.07· ἐὰν δ’ ἀφαιρέσητε ταῦτα ἀπὸ τὸ εἰσπραχθὲν ποσὸν τῶν 94,000,000, ὑπολείπονται ὡς τακτικὰ ἔσοδα 88,619,810.93. Ἀλλὰ κατὰ τὸν πίνακα τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, τὸν δημοσιευόμενον κατὰ μῆνα διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ δηλοῦντα τὰ ποσὰ τὰ εἰσπραχθέντα καὶ πληρωθέντα, εἶχον πληρωθῆ μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1893 δραχμαὶ 89,879,834.86, ὥστε τὰ τακτικὰ ἔσοδα δὲν ἐπήρκεσαν ἵνα καλύψωσι τὰ τακτικὰ ἔξοδα, ἔμεινε δ’ ἔλλειμμα δρ. 1,260,023.93. Τὸ ἔλλειμμα ὅμως τοῦτο δὲν εἶναι τὸ πραγματικὸν, διότι ἐπληρώθησαν καὶ κατὰ τὸν τελευταῖον μῆνα τῆς χρήσεως, τὸν Ὀκτώβριον, ἔξοδα, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζομεν πόσα ἦσαν· γνωστὸν δ’ εἶναι, ὅτι κατὰ τὸν μῆνα τοῦτον αἱ πληρωμαὶ εἶναι πολλαὶ, διότι ἕκαστος τῶν δικαιούχων ἁμιλλᾶται νὰ σπεύσῃ πρὶν ἢ λήξῃ ἡ χρῆσις τοῦ ἔτους, ὅτε θέλει ἀναγκασθῆ νὰ περιμένῃ, ὅπως ψηφισθῇ νέα πίστωσις τῶν κεκλεισμένων χρήσεων. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν προσθήκην τοῦ ἀγνώστου ποσοῦ τῶν κατὰ Ὀκτώβριον πληρωθέντων εἰς τὸ ποσὸν τῶν 1,260,023.93 τὸ παραχθησόμενον ποσὸν δὲν εἶναι τὸ ἀληθὲς ἔλλειμμα, διότι ἐν τῷ πίνακι, τῷ ὡς εἴρηται δημοσιευθέντι, ἐσημειώθη, ὅτι τὰ κατὰ τοὺς 21 μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1892 πληρωθέντα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων ἦσαν μόνον 29,936,481.97, καὶ ταῦτα εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια· δὲν εἶναι δὲ καταληπτὸν, πῶς τόσον ὀλίγα ἐπληρώθησαν, ἐνῷ γνωστὸν εἶναι, ὅτι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἀπῃτοῦντο 30,794,261.50 εἰς χρυσὸν, καὶ προσέτι 4,014,334.60 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἐδανείσθη ἀληθῶς τὸ Κράτος κατὰ τὸ 1892 φρ. 16,500,000 εἰς χρυσὸν, καὶ ἐκ τοῦ δανείου τούτου εἰσέπραξε 10,999,890, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπλήρωσε διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, ἀλλὰ τὰ πληρωτέα ἦσαν 30,794,261.50, ἑπομένως καὶ μετὰ τὴν πληρωμὴν τῶν 10,999,890 ἀπῃτεῖτο χρυσὸς φρ. 19,794,371.50, ὅστις βεβαίως θὰ ἠγοράσθη, ὅπως συμπληρωθῶσι τὰ πληρωτέα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους· ἐὰν δ’ ἠγοράσθη πρὸς λεπτὰ 144 τὸ φράγκον, τιμὴν ἀποτελοῦσαν τὸν μέσον ὅρον τῆς κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, τὸ ὁποῖον ἐτιμᾶτο κατ’ ἀνώτατον ὅρον πρὸς 157⅜ καὶ κατὰ κατώτατον πρὸς 136, ἕπεται ὅτι ἐπληρώθησαν 8,709, 523.46 διὰ τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος, οὕτω δὲ τὰ 34,808,596.10, τὰ ὁποῖα ἦσαν πληρωτέα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἀνεβιβάσθησαν εἰς 43,518, 119.56, ἀλλ’ οὕτω τὰ σημειούμενα 29,936,481.97 εἰσὶν ἥσσονα τῶν πληρωτέων κατὰ 13,581,637.59, τὸ δὲ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο ὅτι ἦτο 1,260,023.93 ἐν τῷ δημοσιευθέντι πίνακι τῶν εἰσπραχθέντων καὶ πληρωθέντων ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1892 μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1893, ἀνεβιβάσθη καὶ τοῦτο εἰς 14,481,661.52. Τὴν οἰκονομικὴν ὅμως τῆς χώρας δύναμιν δὲν πρέπει νὰ πληροφορηθῆτε ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος· πρέπει νὰ ἐρευνήσητε πόσαι αὐξήσεις φόρων καὶ πόσαι προσθῆκαι φόρων ἐνομοθετήθησαν κατὰ τὸ 1892, πόσα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία προσεδόκα νὰ εἰσπράξῃ ἐξ ἑκάστης τῶν αὐξήσεων καὶ προσθηκῶν τούτων, νὰ ἀνεύρητε δὲ ἐὰν εἰσεπράχθησαν ὅσα προσεδοκῶντο, διότι, ἐὰν δὲν ἐπραγματοποιήθησαν αἱ προσδοκίαι αὗται, πρέπει νὰ συναγάγητε, ὅτι αἱ νομοθετηθεῖσαι αὐξήσεις καὶ προσθῆκαι δὲν παρήγαγον ὅσα ἔπρεπε νὰ παραγάγωσιν. Ἦσαν διάφοροι ὄντως αἱ κατὰ τὸ 1892 νομοθετηθεῖσαι αὐξήσεις καὶ προσθῆκαι φόρων, πᾶσαι δ’ αὗται δὲν ἐφηρμόσθησαν ἀπὸ τῆς πρώτης τοῦ ἔτους, ἀλλ’ ἄλλαι μὲν ἐφηρμόσθησαν ἀπὸ τῆς 1 Φεβρουαρίου τοῦ 1892, ἄλλαι δ’ ἀπὸ τῆς 1 Ἰουλίου καὶ ἄλλαι ἀπὸ τῆς 2 Αὐγούστου, δι’ ἑκάστην δ’ αὐτῶν πρέπει νὰ ὑπολογισθῶσι τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἐφηρμόσθησαν. Οὕτω ἐκ τῆς μεταβολῆς τῆς κλίμακος τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐκ τῆς προσθήκης δύο δεκατημορίων εἰς τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐκ τῆς προθήκης δύο δεκατημορίων εἰς τὸν φόρον τῶν οἴνων, ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ 15% ἐπὶ πάντων τῶν εἰσαγομένων, πλὴν τῆς ζακχάρεως καὶ εἰδῶν τινων σιτηρῶν, μετὰ τῆς ἐπὶ τῆς αὐξήσεως ταύτης πληρωτέας νομισματικῆς διαφορᾶς, ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου σίτου κατὰ 88 λεπτὰ κατὰ στατῆρα, ἐκ τῆς αὐξήσεως κατὰ δέκα λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν τοῦ τέλους ἐπὶ τῆς ζακχάρεως, ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων τῆς κλάσεως 20 § 1 τοῦ δασμολογίου, ὑπὸ τὸν τίτλον «δημητριακοὶ καρποί», ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ τέλους ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων τῆς κλάσεως 21 §§ αʹ καὶ βʹ τοῦ δασμολογίου, ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσι δραχ. 3,810,779.91, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν, κατὰ τὰς καταστάσεις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, μόνον δρ. 781,030.03· ἑπομένως αἱ αὐξήσεις καὶ αἱ προσθῆκαι ἐπήνεγκον ὀλιγώτερα κατὰ 3,029,749.88 τῶν προσδοκωμένων. Τοιαύτη ἀποτυχία, ἥτις ὑπερβαίνει τὰ τρία τέταρτα τῶν προϋπολογισθέντων, καταδείκνυσιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι οἱ πόροι, εἰς τοὺς ὁποίους ἐγένετο ἡ προσφυγή, εἶχον ἤδη ἐξαντληθῆ, καὶ ὅτι, ἐφ’ ὅσον οἱ προστεθέντες φόροι ἢ τὰ αὐξηθέντα τέλη ἐπεβάρυνον τὴν κατανάλωσιν, ἡ κατανάλωσις κατεδείχθη ἐξασθενήσασα, ἐφ’ ὅσον δ’ ἐπεβάρυνον τὴν παραγωγήν, ὅτι ἡ παραγωγὴ εἶχε περιέλθει ἐν καμάτῳ καὶ χρῄζει ἀνακουφίσεως, οὐδὲ δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπιβεβαρημένη διὰ τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἤδη εἶναι ἐπιτεθειμένα ἐπ’ αὐτῆς. Ἐνῷ δὲ τοιαῦτά εἰσι τ’ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1892, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος αὐτὰ ἐπεκαλέσθη, ἵνα ἀποδείξῃ τὸν ἀντίθετον ἰσχυρισμόν, ἤτοι τὴν ἐπάρκειαν τοῦ Κράτους πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ. Τὸ παράξενον δ’ εἶναι, ὅτι εἰς τοιαύτην περιέπεσε πλάνην καὶ ὁ διακεκριμένος ὑπάλληλος τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐπεσκέφθη τὴν πρωτεύουσαν τοῦ βασιλείου μας, καὶ διέτριψε μῆνάς τινας παρ’ ἡμῖν, ἀσχοληθεὶς εἰς τὴν μελέτην τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἡ κάθοδος τοῦ κ. Λόου εἰς Ἀθήνας ἐξητάσθη καὶ ἡρμηνεύθη κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀφίξεώς του ἐνταῦθα· καὶ ἐγὼ μὲν ἐνεθυμήθην, ὅτι μοὶ εἶχε δοθῆ ἐκ Λονδίνου συμβουλή, ὅτε διετέλουν ἐν τῇ Κυβερνήσει, νὰ παρακαλέσω τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποστείλῃ τινὰ δόκιμον περὶ τὰ λογιστικὰ καὶ οἰκονομικὰ, ὅπως ἐξετάσῃ τὴν κατάστασιν τὴν οἰκονομικὴν τῆς χώρας, ὑποβάλῃ δ’ ἔκθεσιν περὶ ταύτης· διότι τοιαύτη ἔκθεσις, κατὰ τὴν γνώμην τῶν συμβουλευόντων με, ἤθελε πάντως ἐνισχύσει τὰ κεφάλαια καὶ ἐνθαῤῥύνει τοὺς τραπεζίτας νὰ δανείσωσιν ἡμᾶς. Ἀλλὰ τὴν συμβουλὴν ταύτην δὲν ἠκολούθησα, διότι ἔκρινα αὐτὴν ἀντιβαίνουσαν εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους. Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἐπεκύρου τότε τὴν πληροφορίαν ταύτην, διότι τοιαύτη, φαίνεται, εἶχε δοθῆ καὶ εἰς αὐτὸν συμβουλή, ἀνεκοίνου δὲ, ὅτι καὶ οὗτος εἶχεν ἣν ἐγὼ ἐδήλωσα γνώμην. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις ἐτύγχανε καὶ τότε Πρωθυπουργός, ἐβεβαίου, ὅτι αὐτὸς οὐδεμίαν εἶχε γνῶσιν τῆς ἀποστολῆς τοῦ κ. Λόου ἐνταῦθα, καὶ ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ ἀπέστειλεν αὐτὸν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο τοσοῦτον ηὔφρανεν αὐτὸν, τοσοῦτον δ’ ἐτέρπετο, ὅταν συνδιελέγετο μετὰ τοῦ Ἄγγλου ὑπαλλήλου, ὥστε, ὅταν ὁ κ. Λόου ἐχωρίζετο ἀπὸ αὐτὸν, ὅπως ἐξέλθῃ εἰς περίπατον, εἴτε ὅπως ἀπέλθῃ δι’ ἄλλην ἀσχολίαν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετὰ μεγάλης ἀπεχωρίζετο ἀπ’ αὐτοῦ λύπης. Δὲν συνέβη νὰ συναντήσω που τὸν κ. Λόου, μοὶ ἔκαμεν ὅμως τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἐπισκεφθῇ ἄλλος διακεκριμένος οἰκονομικὸς ὑπάλληλος τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας, ὁ ὁποῖος καὶ οὗτος εἶχε τότε ἀποσταλῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεώς του ἐνταῦθα. Μοὶ ἐδήλωσε δ’ ὁ κ. Ροῦ, ὅτε, ὡς εἶπον, μὲ ἐπεσκέφθη, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι εὐχάριστον εἰς αὐτὸν νὰ λάβῃ καὶ παρ’ ἐμοῦ πληροφορίας τινάς. Ἐνεχείρισα εἰς τὸν ἀξιότιμον τοῦτον ὑπάλληλον φυλλάδιον, τὸ ὁποῖον περιεῖχε τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶχον ἀπαγγείλει ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ 1892 καὶ 1893 ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἰπὼν ὅτι ἐν αὐτῷ περιείχοντο ὅσα ἐγνώριζον. Μοὶ ἐφάνη παράξενον, πῶς ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἔλαβε τὸ ἐξαιρετικὸν ἐκεῖνο μέτρον, ὅπως ἀποστείλῃ ἔκτακτον ὑπάλληλον πρὸς τοῦτο εἰς Ἀθήνας, διότι γνωστὸν μοὶ ἦτο, ὅτι αἱ περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς Ἑλλάδος μελέται εἰσὶν ἀνατεθειμέναι εἰς εἰδικὸν ὑπάλληλον τῆς ἐν Ἀθήναις Πρεσβείας, τὸν δεύτερον γραμματέα αὐτῆς. Ὁ κ. Λόου ἐν τούτοις μετὰ διάστημα μηνῶν τινων ἐπέρανε τὸ ἔργον, καὶ ἐδημοσίευσεν αὐτὸ, ἀντίτυπα δ’ αὐτοῦ ἐστάλησαν εἰς Ἑλλάδα ἀγγλιστὶ, τὸ δὲ Γενικὸν Λογιστήριον, ὡς εἰκάζω, ἐδημοσίευσε καὶ ἑλληνιστὶ τὸ κείμενον τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Λόου. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, τὴν ὁποίαν καὶ ἐν τῷ ἀγγλικῷ κειμένῳ εἶχον ἐν τῷ γραφείῳ μου, ὁ κ. Λόου συνήγαγε περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως ἡμῶν πορίσματα λίαν εὐάρεστα ἐκ τῶν μελετῶν αὐτοῦ· διότι ἀναφέρει ἐν σελίδι 6 τῆς ἐκθέσεώς του, ὅτι «τὰ μόνα ἤδη γνωστὰ ἀποτελέσματα (κατὰ τὴν 10 Μαρτίου 1893) εἶναι τὰ ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων, τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ πίνακι Α—9, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ προϋπολογισθέντα ἐκ τῶν μέχρι τέλους Νοεμβρίου 1892 ἀποτελεσμάτων. Ἄξιον παρατηρήσεως εἶναι, γράφει ὁ κ. Λόου, ὅτι τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα ὑπερέβησαν τὰς προβλέψεις μου κατὰ δραχμὰς 989,226. Ἐκ τούτων ἡ μὲν κατὰ δραχμὰς 500,000 περίπου αὔξησις τῆς ἐκ τῶν τελωνείων προσόδου δύναται ἴσως νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν ἐσπευσμένην εἰσαγωγὴν ἐμπορευμάτων, τὴν προκληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ φόβου τῶν βαρυτέρων τελῶν. Καὶ οὕτως ὅμως τ’ ἀναγραφόμενα ἀποτελέσματα ἀπομένουσι καθ’ ὑπερβολὴν εὐχάριστα.» Ὁ προσηρτημένος εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Λόου πίναξ, ἠριθμημένος διὰ τῶν στοιχείων Γ—2, παριστᾷ κεχωρισμένως καθ’ ἑκατέραν τῶν ἑξαμηνιῶν τὰ εἰσπραχθέντα ἔσοδα κατὰ τὸ 1892, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1891, ἐξ ἑκάστου τῶν ὑπὸ μονοπώλιον εἰδῶν, ἤτοι τῶν παιγνιοχάρτων, τῶν πυρείων, τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος, προσέτι δὲ καὶ ἐκ τοῦ καπνοῦ, τοῦ σιγαροχάρτου, τοῦ χαρτοσήμου καὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν τῶν τελωνείων. Καὶ περιωρίσθη ὁ κ. Λόου, ὡς ἀναφέρει ἐν τῇ ἐκθέσει του, εἰς τοὺς ἐπὶ τῶν εἰδῶν τούτων φόρους, διότι οὗτοι βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται ἀμέσως, ἑπομένως κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους δύναται νὰ γνωρίζῃ τις πόσα ἐξ ἑκάστου αὐτῶν εἰσεπράχθησαν, ἐν ᾧ οἱ ἄλλοι φόροι βεβαιοῦνται τὸ πρῶτον καὶ ἔπειτα ἐν ἄλλῳ χρόνῳ εἰσπράττονται, ἀπαιτεῖται δὲ νὰ παρέλθῃ ὅλη ἡ χρῆσις μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους, ὅπως δυνηθῇ νὰ πληροφορηθῇ τις πόσα ἐξ αὐτῶν εἰσεπράχθησαν. Ὁ κ. Λόου, παραπέμπων εἰς τὸν εἰρημένον ὑπὸ τὰ στοιχεῖα Γ—2 πίνακα, ἀναφέρει ἐν σελίδι 7 τῆς ἐκθέσεώς του, ὅτι, «καίτοι αἱ κατὰ τοὺς πρώτους ἓξ μῆνας εἰσπράξεις ὑστέρησαν κατὰ περίπου δραχμὰς 1,250,000, ἡ διαφορὰ αὕτη ὄχι μόνον ἐκαλύφθη πρὸ τῆς λήξεως τοῦ ἔτους, ἀλλὰ καὶ τὸ σύνολον τῶν ἐσόδων ὑπερέβη τὸ τοῦ 1891 κατὰ 3,108,760. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ἐπιλέγει ὁ κ. Λόου, ὅτι ἐπὶ ἀναλογίας κατά τι ἀνωτέρας τῶν 55% τοῦ συνόλου τῶν ἐσόδων, ταῦτα ὑπερέβησαν κατὰ 6% τὰ προϋπολογισθέντα ὑπὸ τοῦ σήμερον Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος. Ἡ αὔξησις αὕτη, ἥτις εἶναι βεβαίως ἀξία λόγου, ἀποδίδεται ὑπὸ τῶν φίλων τοῦ παρόντος Ὑπουργείου εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως.» Ἐν ἄλλῳ δὲ πίνακι, ἤτοι ἐν τῷ πίνακι Α—9, προσηρτημένῳ καὶ τούτῳ εἰς τὴν ἔκθεσιν, ὁ κ. Λόου ἀναφέρει, ὅτι ἐκ τῶν τεσσάρων τοῦ μονοπωλίου εἰδῶν, ἤτοι τῶν παιγνιοχάρτων, τῶν πυρείων, τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος, καὶ ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου, τοῦ καπνοῦ, τοῦ χαρτοσήμου καὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν τῶν τελωνείων, εἶχον προϋπολογισθῆ δραχ. 51,863,000, εἰσεπράχθησαν δὲ 52,852,226, ἤτοι περισσότεραι κατὰ 989,226. Καὶ ἐκ μὲν τοῦ πίνακος δὲν ἐξάγεται τίς ἦτο ὁ προϋπολογίσας εἰς 51,863,000 τὰ εἰρημένα ἔσοδα, ἐν τῇ ἐκθέσει ὅμως δηλοῦται, ὅτι αὐτὸς ὁ κ. Λόου εἶχε προϋπολογίσει αὐτά. Ἐν τῷ πίνακι δὲ τούτῳ, τῷ Α—9, δὲν δηλοῦται ἐκ τίνων πηγῶν ἐπορίσθη ὁ κ. Λόου τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐν τῷ πίνακι αὐτοῦ ἀνέγραψε. Τάχα ἐπορίσθη αὐτοὺς ἐκ τῶν μηνιαίων καταστάσεων τοῦ τμήματος τῶν μεταλλείων, ἐν αἷς ἀναγράφονται τὰ κατὰ μῆνα εἰσπραττόμενα ἐκ τῶν ὑπὸ μονοπώλιον ἀντικειμένων, καὶ ἐκ τῶν μηνιαίων καταστάσεων τοῦ τελωνιακοῦ τμήματος, ἐν αἷς ἀναγράφονται τὰ ὑπὸ τῶν τελωνείων εἰσπραττόμενα, καὶ ἐκ τῶν μηνιαίων καταστάσεων τοῦ ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ τμήματος, ἢ ἐπορίσθη τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς ἐκ τῶν κατὰ μῆνα δημοσιευομένων τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ Γεν. Λογιστηρίου πινάκων τῶν βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων ἐσόδων; Ἀλλὰ κατὰ μὲν τὰς μηνιαίας καταστάσεις τῶν τμημάτων τὰ κατὰ τὸ 1892 εἰσπραχθέντα ἐκ τῶν μνημονευθέντων φόρων καὶ δικαιωμάτων ἀνῆλθον εἰς 51,819, 461.16 καὶ οὐχὶ εἰς 52,852,226, ὅσα ὁ κ. Λόου ἀνέγραψεν ἐν τῷ πίνακι Α—9. Ἑπομένως, ἐπειδὴ, καθ’ ἃ ὁ κ. Λόου ἀνέφερεν ἐν τῇ ἐκθέσει του, αὐτὸς εἶχε προϋπολογίσει τὰ ἐκ τῶν ἀνωτέρω φόρων καὶ δικαιωμάτων εἰσπραχθησόμενα εἰς 51,863,000, εἰσεπράχθησαν δὲ, ὡς ἀνωτέρω, 51,819,461.16, τὰ εἰσπραχθέντα δὲν ὑπερέβησαν τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Λόου προϋπολογισθέντα κατὰ δρ. 989,226, ὡς ἀνέφερεν ἐν τῇ ἐκθέσει του, ἀλλ’ ἀπέβησαν ἥσσονα τῶν ὑπ’ αὐτοῦ προϋπολογισθέντων κατὰ δρ. 43,538.84. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν προσφύγωμεν εἰς τὰς μηνιαίας καταστάσεις τῶν ἁρμοδίων τμημάτων, ζητήσωμεν δ’ ἐν τοῖς τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου δημοσιευομένοις πίναξι τῶν κατὰ μῆνα βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων νὰ ἀνεύρωμεν τὰ ἐκ τῶν εἰρημένων φόρων καὶ δικαιωμάτων εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1892, πάλιν εὑρίσκομεν, ὅτι ταῦτα ἀνῆλθον εἰς 51,486,216.88, ἤτοι, ὅτι οὐ μόνον δὲν ὑπερέβησαν τὰ ὑπὸ τοῦ Λόου προϋπολογισθέντα, ἀλλ’ ὅτι ἦσαν ἥσσονα αὐτῶν κατὰ δραχμὰς 376,718.12. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῶν προϋπολογισθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Λόου, ἡ ἐξέτασις τῶν κατὰ τὸ 1892 εἰσπραχθέντων ἐσόδων δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ αὔξησις αὐτῶν ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1891 ὀφείλεται εἰς τὴν κρείττονα βεβαίωσιν καὶ εἰς τὴν ἐπιμελεστέραν εἴσπραξιν, ἵνα εἰκάσῃ τις ἐκ τοῦ πλεονασμοῦ τούτου τῶν ἐσόδων, ὅτι συνετέλεσεν εἰς αὐτὸν ἡ ἀγαθὴ διοίκησις, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐγκαταστήσει ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἀλλ’ ὀφείλεται εἰς τὰς κατὰ τὸ 1892 νομοθετηθείσας προσθήκας φόρων καὶ αὐξήσεις τῶν ὑπαρχόντων φόρων· ἀφοῦ δὲ τὰ ἐκ τῶν αὐξήσεων καὶ προσθηκῶν τούτων εἰσπραχθέντα ἦσαν κατὰ τὰ τρία τέταρτα ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων, ἄπορον πῶς ὁ ἀνώτερος οἰκονομικὸς ὑπάλληλος τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἔκρινεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ σπεύσῃ νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὸν ἐν Ἀθήναις κ. πρέσβυν τῆς Βασιλίσσης, ὅπως οὗτος ὑποβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, τὴν γνώμην τῶν φίλων τοῦ κ. Τρικούπη περὶ τῆς ἐγκατασταθείσης ὑπὸ τούτου ἀγαθῆς διοικήσεως. Καὶ συνέβη τι ἀπίστευτον· καθ’ ὃν χρόνον ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος ἐβαρυθύμει καὶ ἠγανάκτει κατὰ τῆς ἐκλύσεως, εἰς ἣν εἶχε φθάσει ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη ἐγκατασταθεῖσα διοίκησις, καθ’ ὃν χρόνον ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἐμαστίζετο ὑπὸ τῶν ληστῶν, ἡ διαφθορὰ τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως ὡμολογεῖτο καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν συμπαθούντων πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ἡ δικαιοσύνη ὑπεδουλοῦτο, καὶ οἱ ἄνδρες τοῦ στρατοῦ ἐξετρέποντο εἰς ἀκολάστους πράξεις καὶ ἀδικίας, καθ’ ὃν χρόνον ἐγυμνόνοντο γυναῖκες καὶ περιήγοντο εἰς τὴν ἀγορὰν, πολῖται δὲ ἐκρεμῶντο, ὁ κ. Λόου ἔκρινεν, ὅτι ἐπέβαλλεν αὐτῷ ἡ εὐσυνειδησία νὰ μὴ ἀποκρύψῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Α. Μεγαλειότητος τῆς Βασιλίσσης τῆς Ἀγγλίας, ὅτι οἱ φίλοι τοῦ κ. Τρικούπη ἐξεθείαζον τὴν ἀγαθὴν διοίκησιν, ἣν οὗτος εἶχεν ἐγκαταστήσει ἐν τῇ χώρᾳ! Κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ Κράτους πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ ἐβεβαιώθη ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, θέλει δὲ βεβαιωθῆ καὶ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως αὐτοῦ. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις ἠγόρευσε πρό τινων ἡμερῶν, ἐξακολουθῇ ἰσχυριζόμενος, ὅτι τὸ Κράτος τυγχάνει ἐν ἐπαρκείᾳ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του, καὶ ὅτι ἡ ἔλλειψις τῶν ἀναγκαίων χρημάτων, ὅπως ἀποτίσῃ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ 1893, δὲν ἦτο ἀποτέλεσμα ἀνεχείας τοῦ ταμείου, ἀλλ’ ἀποτέλεσμα τῆς εἰς ἄλλας ἀνάγκας τροπῆς τριῶν ἢ τεσσάρων ἑκατομμυρίων ἐκ τῶν ὑπεγγύων εἰσπράξεων, τῆς γενομένης ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νομίζω, ὅτι ἐξακολουθεῖ πλανώμενος, ἐὰν δὲν ἰσχυρίζηται ταῦτα, ἵνα πλανᾷ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸν ἀκούουσι. Διὰ τοιούτου ἰσχυρισμοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς προσεπάθησε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιοποιήσεως, ἀλλ’ ὁ ἰσχυρισμὸς του ἦτο ἐντελῶς ἀβάσιμος. Ἐὰν ὁ κ. Τρικούπης, ἀγορεύων προχθὲς, ὡμολόγησεν ὅτι ἐπτωχεύσαμεν, κατόπιν δὲ μετεμελήθη καὶ δὲν ἐπέτρεψε νὰ περιληφθῇ ἡ ὁμολογία αὕτη αὐτοῦ ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ λόγου του, τῷ δημοσιευθέντι διὰ τῆς ἐφημερίδος, δι’ ἧς κοινοποιεῖ εἰς τὸ κοινὸν τὰς γνώμας του, μοὶ φαίνεται, ὅτι οὐδ’ ἡ μεταβολὴ αὕτη αὐτοῦ ἀναιρεῖ τὴν ἀλήθειαν, ἡ ὁποία βεβαιοῖ τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιοποιήσεως οἱ ἐκδόντες αὐτὸ ἐβεβαίωσαν, ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ πληρώσωσιν εἰς χρυσὸν τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια, τὰ ὁποῖα ὤφειλε τὸ Κράτος νὰ πληρώσῃ, ἀλλὰ δὲν ἐβεβαίωσαν μόνον τοῦτο, ὑπεχρέωσαν τοὺς δανειστὰς νὰ δεχθῶσιν ἀντὶ τοῦ χρυσοῦ τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τούτου. Τίς δύναται νὰ ἀμφιβάλῃ, ὅτι δὲν ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν προαίρεσιν τῶν δανειστῶν νὰ στέρξωσι καὶ ἀποδεχθῶσιν ἢ νὰ μὴ ἀποδεχθῶσι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐπεβλήθη εἰς αὐτούς; Ὅταν εἰς τοὺς δανειστὰς λέγητε, ὅτι ἀντὶ τόκων καὶ χρεωλυσίων, ἀντὶ χρυσοῦ, τὸν ὁποῖον σᾶς ὀφείλομεν, δίδομεν ὑμῖν ὁμολογίας τοῦ Φαῖντιγγ, καὶ ὅτι, ἐὰν δὲν θέλωσι νὰ λάβωσιν αὐτὰς, τὰς ἀποσύρετε καὶ ἀφίνετε αὐτοὺς εἰς τὴν τύχην των, δὲν ἐξασκεῖτε ψυχολογικὴν βίαν ἐπ’ αὐτῶν; Τὸ laisser ou prendre τί ἄλλο σημαίνει; Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιοποιήσεως ἐχειροτέρευσε καὶ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, διότι μετὰ τὰς ἀποπείρας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ὡς Πρωθυπουργὸς ἐποιήσατο πρὸς εὕρεσιν δανείου, καὶ αἱ ὁποῖαι κατεδήλωσαν τὴν ἐλαχίστην πίστιν, ἣν ἀπελάμβανε τὸ Κράτος, ἡ Κυβέρνησις ἐξηκολούθησε νὰ βεβαιοῖ, ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ἐν πλήρει ἐπαρκείᾳ, καὶ ὅτι τώρα μὲν ἕνεκα μικρᾶς ἀνεχείας διαβατικῆς ἀναγκάζεται νὰ πληρόνῃ δι’ ὁμολογιῶν τῆς κεφαλαιοποιήσεως ἀντὶ χρυσοῦ τὰ τοκοχρεωλύσια, μετὰ δύο ὅμως ἔτη θέλει δύνασθαι νὰ πληρόνῃ τακτικῶς καὶ διὰ χρυσοῦ τὰς ὑποχρεώσεις του ταύτας· τοῦτο δὲ πάντως ἐνεποίησε τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπέκρυπτεν ἀπὸ τοὺς δανειστὰς αὐτῆς τὴν ἀλήθειαν, τοιαύτη δὲ ὑπόνοια βεβαίως χειροτερεύει τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς νομικῆς ὑποστάσεως τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιοποιήσεως, διότι ἡ ἔρευνα τῆς νομικῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ ἀποδεικνύει τὴν πρᾶξιν ἀληθῆ ὑπερβασίαν τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐπιδραμούσης ἐπὶ τὰ ἔργα τῆς νομοθετικῆς. Ἐπέδραμον ἀληθῶς οἱ Ὑπουργοὶ τῆς 3 Μαΐου ἐπὶ τὰ ἔργα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ ἐνομοθέτησαν αὐτοί, οὐ μόνον ἀναιρέσαντες τὰ συμπεφωνημένα, καθ’ ἃ ὀφείλομεν νὰ πληρώνωμεν εἰς χρυσὸν, διότι ἐπλήρωσαν οὐχὶ διὰ χρυσοῦ, ἀλλὰ δι’ ὁμολογιῶν δανείου, ἀλλὰ καὶ διότι διὰ τοῦ διατάγματος περὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιοποιήσεως ἐχαρακτήρισαν ὡς ἀξιοποίνους πράξεις παραβάσεις καὶ παραλείψεις, ἐνῷ οὐδαμοῦ τοῦ Ποινικοῦ νόμου ὑπάρχουσιν αὗται ἀναγεγραμμέναι ὡς τοιαῦται, οὐδὲ διετάχθησάν που δι’ αὐτὰς αἱ ποιναὶ τῆς ὑπεξαιρέσεως καὶ τῆς ἀπιστίας. Καὶ ἠπόρησα μάλιστα, ὅταν ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἤλεγχε τὸν Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι εἶχε πράξει τοιοῦτόν τι ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς συμβάσεως περὶ δανείου, τὸ ὁποῖον διεπραγματεύετο ἐν Λονδίνῳ, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς ὁ ἐλέγχων αὐτὸ τοῦτο εἶχε πράξει ἐν τῷ περὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιοποιήσεως Β. Διατάγματι. Τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιοποιήσεως συνωδεύθη δι’ ἄλλης πράξεως, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν στολίζει τὴν κυβερνητικὴν ἐνέργειαν τῆς περιόδου ταύτης. Ἡ σύστασις συνδικάτου διὰ πράξεως ἐπισήμου, ἥτις φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ἡγεμόνος, εἶναί τι, τὸ ὁποῖον ἐν πάσῃ χώρᾳ ἤθελε κριθῇ ὡς ἀπίστευτον. Συνδικάτον σημαίνει σύστασιν κεφαλαιούχων, οἵτινες πειρῶνται διὰ τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ἕκαστος αὐτῶν εἰσήνεγκε, νὰ μετατρέψωσι τὰ ἀποτελέσματα τῶν γενικῶν κανόνων, οἵτινες διέπουσι τὰς χρημαστικὰς σχέσεις, νὰ μετατρέψωσι τοὺς κανόνας τῆς ζητήσεως καὶ τῆς προσφορᾶς. Ἡ μετατροπὴ αὕτη οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ ἀλλοίωσις τῆς ἀληθείας, καὶ ἔν τισι μὲν περιπτώσεσιν ἀποτελεῖ πρᾶξιν ἀξιόποινον καὶ ἑπομένως ποινικῶς καταδιωκτέαν, ἔν τισι δὲ ἄλλαις δὲν ἀποτελεῖ μὲν πρᾶξιν ἀξιόποινον καὶ καταδιωκτέαν, ἀλλ’ ἀποτελεῖ παράβασιν τῶν ἠθικῶν κανόνων. Καὶ ἥρμοζεν εἰς Κυβέρνησιν οἱουδήποτε Κράτους, ἥτις καθῆκον ἔχει τὰς πράξεις αὑτῆς νὰ στηρίζῃ ἐπὶ τῆς εὐθύτητος καὶ τῆς ἠθικῆς, νὰ περιπίπτῃ εἰς πρᾶξιν, ἥτις ἐνδέχεται νὰ κριθῇ ἐγκληματική, πάντως δὲ δὲν κρίνεται ὡς ἠθική; Καὶ δὲν ἐδίστασαν οἱ Ὑπουργοὶ νὰ τολμήσωσι νὰ συμβουλεύσωσι τὸν Ἡγεμόνα νὰ γράψῃ τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ ἐπὶ τοιούτων κυβερνητικῶν μέτρων; Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἔλεγε προχθὲς, ὅτι ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιοποιήσεως ἦτο τὸ σήμαντρον τῆς πτωχεύσεως. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην ταύτην, μοὶ φαίνεται μάλιστα, ὅτι ὑπὲρ τὸ δέον ὑπερέβαλε τὰ πράγματα, καὶ διὰ τοῦ τοιούτου χαρακτηρισμοῦ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιοποιήσεως ἠδίκησεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξέδωκαν αὐτό. Τὸ Φαῖντιγγ δὲν ἦτο σήμαντρον πτωχεύσεως, δὲν ἦτο κώδων σημάνας τὴν πτώχευσιν, ἦτο ἀτυχὴς ἀπόπειρα, εἰς ἣν προσέφυγον οἱ Ὑπουργοί, οἱ ἀναπετάσαντες τὸ πρόγραμμα τῆς ἐπαρκείας τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀπόπειρα ἀτυχὴς, ὅπως περικαλύψωσι τὸ ἀποκαλυφθὲν ψεῦδος τοῦ προγράμματός των τούτου, τὸ ψεῦδος, τὸ ὁποῖον ἀνεκήρυσσεν ἡ ἀνικανότης νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Αὐτοὶ, οἱ βεβαιοῦντες διὰ τοῦ προγράμματος τῆς ἐπαρκείας, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐπήρκει ν’ ἀποτίσῃ ἐμπροθέσμως καὶ ἀκεραίως τὰ τοκοχρεωλύσια τῶν δανείων, αὐτοὶ, ἀνοίξαντες τὰ κιβώτια τῶν ταμείων, δὲν εὕρισκον τὸν χρυσὸν, διὰ τοῦ ὁποίου ὤφειλον νὰ πληρώσωσι τὰ τοκοχρεωλύσια, ἀλλ’ εὕρισκον αὐτὰ κενά. Ὡς οὐδ’ ἡ ἀποτυχία τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἐν Λονδίνῳ διεπραγματεύετο ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, ἦτο κατὰ τὸν παρελθόντα Ἀπρίλιον τὸ σήμαντρον τῆς πτωχεύσεως, ἀλλ’ ἦτο ἀτυχὴς ἀπόπειρα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Καὶ ἡ ἀπόπειρα πρὸς ἀνεύρεσιν δανείου καὶ ἡ ἐλπὶς ὅτι ἠδύνατο νὰ πραγματοποιήσῃ τοιοῦτον, ἦσαν ὄντως ἀτυχεῖς ἀπόπειραι, δι’ ὧν ἠγωνίζετο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ περικαλύψῃ ἑαυτὸν, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας δὲν ἔπαυε διδοὺς εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ἐν ἐπαρκείᾳ, καὶ ὅτι δύναται νὰ ἐκπληροῖ ἀκεραίας τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ. Κατώρθωσε διὰ σκευωριῶν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀναβὰς ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, ὡς ἐξεπλήρου αὐτὰς κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, ὅτε ἐκάλυπτε τὰ ἐλλείμματα καὶ ᾠκονόμει τὰς ἀνάγκας διὰ δανείων· ἔσπευσε λοιπὸν νὰ ζητήσῃ καὶ διὰ τελευταίαν φορὰν νὰ ἀνεύρῃ δάνειον, ὅπως μὴ περιαχθῇ πρὸ τοῦ ἀπροχωρήτου. Καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος τὴν αὐτὴν εἶχον ἐλπίδα, τὴν αὐτὴν ἐπειράθησαν ἀπόπειραν. Καὶ ὁ εἷς ἤλπισεν εἰς δάνειον, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη. Περὶ τῆς πτωχεύσεως τοῦ Κράτους ἦτο πεπεισμένος, ἀλλ’ ἐζήτει νὰ ἀναβάλῃ αὐτὴν ἐπί τινα καιρὸν, καὶ ἤλπιζεν, ὅτι μετὰ δύο ἔτη ἤθελε παρασχεθῆ αὐτῷ εὐκαιρία νὰ ἐγκαλέσῃ τοὺς ἄλλους, ὅτι ἐξ αἰτίας αὐτῶν ἐπῆλθεν ἡ πτώχευσις, καὶ ὅτι, ἐν ὅσῳ αὐτὸς ἐκυβέρνα, τὰ οἰκονομικὰ ἦσαν ἀνθηρά. Καὶ ὁ ἕτερος, ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, εἰς τὸ δάνειον προσέφυγε, διὰ νὰ καλύψῃ καὶ οὗτος τὸ ψευδὲς πρόγραμμά του, τὸ πρόγραμμα τῆς ἐπαρκείας τοῦ Κράτους, ὑπισχνούμενος ὅτι μετὰ δύο ἥμισυ ἔτη ἤθελεν εἶσθαι τὸ Κράτος ἐν ἐπαρκείᾳ, ἄφινε δὲ τὴν εὐθύνην εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον εὑρεθῆ μετὰ δύο ἥμισυ ἔτη πρὸ τοῦ ἀπροχωρήτου, ἕτοιμος νὰ ἐγκαλέσῃ τότε αὐτοὺς, ὅτι αὐτοὶ κατέστρεψαν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ἐτύγχανον ἀνθοῦντα. Ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ Κράτους δὲν συνετελέσθη ὅτε ἐξεδόθη τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιοποιήσεως, ὡς δὲν εἶχε συντελεσθῆ ὅταν ἀπέτυχε νὰ εὕρῃ τὸ δάνειον ἐν Λονδίνῳ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους εἶχε συντελεσθῆ πρὸ πολλοῦ καιροῦ· ἀναγράφω δὲ ὡς δυστύχημα, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐζήτησε νὰ τὴν περικαλύψῃ καὶ ἀποκρύψῃ, ὡς καὶ ὅτι καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἠθέλησεν ὁμοίως νὰ περικαλύψῃ τὸ δυστυχὲς συμβεβηκός. Ἂς ἀναδράμωμεν εἰς τὸ παρελθὸν, διὰ ν’ ἀνεύρωμεν ἴσως στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θέλουσι μᾶς ὁδηγήσει περὶ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν εἶχε σημάνει τὸ σήμαντρον τῆς πτωχεύσεως, ἀλλ’ ὁ ἦχος αὐτοῦ δὲν εἶχε φθάσει εἰς τὰς ἀκοὰς ἡμῶν. Ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1892. Πῶς ἐπληρώθησαν τὰ χρεωλύσια καὶ οἱ τόκοι κατ’ αὐτήν; Ἐδέησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ κρούσῃ τὰς θύρας τῶν ἐν Ἀθήναις Τραπεζῶν, νὰ προσφύγῃ εἰς Κωνσταντινούπολιν, νὰ τρέξῃ εἰς τὴν Αἴγυπτον, καὶ νὰ ἐπαιτῇ ἐν ὀνόματι τοῦ Κράτους ὀλίγα δηνάρια εἰς χρυσὸν, διὰ νὰ πληρώσῃ τὰ τοκοχρεωλύσια τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1892. Ἀναδράμετε μετὰ τοῦτο εἰς τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν τοῦ 1892. Πῶς ἐπληρώθησαν τὰ τοκοχρεωλύσια; Διὰ τοῦ δανείου τῶν 16,500,000. Ἂν τὸ δάνειον ἐκεῖνο δὲν εὑρίσκετο, εἰς ποίαν κατάστασιν ἤθελεν εὑρεθῆ τὸ Κράτος; Πρὸ τοῦ ἀπροχωρήτου. Τὸ δημόσιον ταμεῖον κατήγετο εἰς πτώχευσιν πρὸ πολλοῦ καιροῦ. Κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1890, ἂν εὑρίσκετο ἐν τῇ Κυβερνήσει τις, ὅστις ἤθελε σκανδαλισθῆ ὑπὸ τοῦ πόθου νὰ κερδοσκοπήσῃ ἐν τῇ πολιτικῇ, οὐχὶ βέβαια ἐντίμως, ἠδύνατο νὰ κηρύξῃ τὸ Κράτος ἔκτοτε ἐν πτωχεύσει· εἰς τοσοῦτον κακὴν κατάστασιν εὑρίσκοντο τὰ οἰκονομικὰ τότε τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡ τιμὴ δὲν ἐνεδείκνυε τοῦτο εἰς τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργείου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διότι διέβλεπον, ὅτι ὑπῆρχον ὀλίγαι τινὲς πιθανότητες, ὤφειλον δὲ, οὐχὶ νὰ κερδοσκοπήσωσιν ἐπὶ τῆς ἀμηχανίας, σπεύδοντες νὰ κηρύξωσι τὸ Κράτος εἰς πτώχευσιν, ἀλλὰ νὰ ἀγωνισθῶσιν, ἵνα κατορθώσωσι νὰ πολλαπλασιάσωσι τὰς ὑπαρχούσας ὀλίγας πιθανότητας, ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ οὐχὶ νὰ ἀποσοβήσωσι τὴν πτώχευσιν, ἀλλὰ νὰ ἀποκτήσωσιν ἐλπίδας, ὅτι, ἂν ἐν τῷ μεταξὺ ἐπήρχοντο εὐτυχῆ συμβεβηκότα, ἤθελον ἴσως δυνηθῆ ν’ ἀποσοβήσωσι τὴν πτώχευσιν. Ἡ ἀγαθὴ τύχη παρήγαγε τὸ ἑπόμενον ἔτος ἔκτακτον εὐφορίαν, φροντὶς δὲ ἀδιάκοπος καὶ προσπάθειαι εἰλικρινεῖς συνετέλεσαν, ἵνα αἱ πιθανότητες, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἐλάχισται κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890, καθ’ ὃν χρόνον κατέλιπε τὴν ἀρχὴν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, κατασταθῶσι κατὰ τὸν μετέπειτα χρόνον περισσότεραι· ἀλλ’ οὐδὲ τότε εἶχον πολλαπλασιασθῆ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ καταστήσωσι βεβαίαν τὴν αἰσίαν ἔκβασιν τῶν προσπαθειῶν ἐκείνων. Ἀλλ’ ἡ ἀνατροπὴ, ἡ τελεισθεῖσα τὴν 17 Φεβρουαρίου, ἡ ὁποία ἐζωγραφήθη ὡς λάκτισμα ἐπὶ τῆς ράχεώς μου, ἂν δὲν ἐπλήγωσε τὴν ράχιν μου, κατασυνέτριψεν ὅμως τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀπὸ τοῦ χρόνου δὲ ἐκείνου πολιτικὴ κρίσις παρεμβληθεῖσα ἐχειροτέρευσε τοσοῦτον τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, ὥστε κατ’ ἐμὲ πᾶσα ἐλπὶς εἶχεν ἔκτοτε ἀπολεσθῆ. Τίνες ἐσκευώρησαν, ἵνα ἐπέλθῃ τὸ συμβεβηκὸς ἐκεῖνο; Τίνες ἀπεπλάνησαν τὸ Στέμμα, ἵνα ἐνασκήσῃ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε σχεδὸν εἶχεν ἐνασκήσει; Αὐτοὺς ζητήσατε, διότι αὐτοὶ ἐπέθηκαν τότε ἐπὶ τοῦ δημοσίου ταμείου τὰς σφραγίδας τῆς πτωχεύσεως. Καὶ ἡ συμφορὰ συνετελέσθη ἀληθῶς τότε, διότι τότε ἀπώλετο πλέον πᾶσα ἐλπὶς, παρεσκευάζετο ὅμως ἐπὶ δέκα ἔτη ὁλόκληρα, ἀδιάλειπτος δὲ καὶ ἐπίμονος δεκαετὴς ἐργασία ἔσυρε τὴν ἡμέραν ἐκείνην τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς πτώχευσιν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἐργάται τῆς πτωχεύσεως οἱ Ὑπουργοὶ τῆς 3ης Μαΐου, ἐργάτης τῆς πτωχεύσεως εἶναι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Οὗτος κατειργάσατο τὴν πτώχευσιν, ὅταν ἐσπατάλα τὰ δημόσια χρήματα, ὅταν, δημιουργήσας κολοσσιαῖα ἐλλείμματα, ἠναγκάζετο, ὅπως πληρωθῶσιν αὐτὰ, νὰ συνομολογήσῃ τὸ ἀπαίσιον δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἐπὶ τῇ προφάσει, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ δανείου τούτου ἤθελον εἰσπράξει, ἤθελον χρησιμεύσει πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Οὗτος κατειργάσατο τὴν πτώχευσιν, ὅταν, λαβὼν τὰ χρήματα τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἀντὶ νὰ ἐξοφλήσῃ τὰ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέη τοῦ Δημοσίου καὶ πραγματοποιήσῃ οὕτω τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὴν ὁποίαν παρίστα ὡς ὠφέλιμον, ἐνῷ ἡμεῖς κατηγγέλλομεν αὐτὴν ὡς ἐπιβλαβῆ, ἐπλήρωσε τὰ χρήματα τοῦ δανείου τούτου εἰς ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα ἀφῆκαν αἱ χρήσεις τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν 1881, 1882 καὶ 1883, οὐχὶ δὲ πρὸς ἐξόφλησιν τῶν πρὸς τὰς Τραπέζας χρεῶν τοῦ Δημοσίου ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ· ὅταν δ’ ἐπρόκειτο ν’ ἀποτίσῃ τὰ χρέη ταῦτα πρὸς τὰς Τραπέζας, δὲν εἶχε χρήματα, ἵνα ἐξοφλήσῃ αὐτὰ καὶ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἠναγκάσθη δὲ νὰ συνομολογήσῃ προσωρινὰ δάνεια δεκάδων ἑκατομμυρίων, καὶ ταῦτα νὰ συνομολογήσῃ ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000. Αἱ δυστυχεῖς αὗται ὁμολογίαι ἐσύροντο ἐν ταῖς ὁδοῖς τοῦ Λονδίνου καὶ εἶχον καταπέσει ὡς ράκη εἰς τὸν βόρβορον τῆς κακοπιστίας τῶν διαχειριζομένων αὐτάς. Οὗτος κατειργάσατο τὴν πτώχευσιν, ὅταν, ἐπαναχθεὶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ Μάϊον τοῦ 1886, κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον ἐὰν ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν μνήμην του, ἐλπίζω ὅτι θέλει παραλλάξει τὸ χρῶμα τοῦ προσώπου του, συνωμολόγησεν ὑπὸ ἀπαισίους ὅρους τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Οὗτος κατειργάσατο τὴν πτώχευσιν, ὅταν, διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον τοῦτο, ὑπέκυψεν εἰς ἀπαιτήσεις ἐκείνων, μεθ’ ὧν διεπραγματεύετο, μία τῶν ὁποίων ἦτο νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ στέρξῃ, ἵνα οἱ δανεισταὶ αὐτοὶ κατασκευάσωσιν εἰς τὸ Κράτος τρία θωρηκτά. Καὶ πότε; Καθ’ ὃν χρόνον δὲν εἴχομεν χρήματα διὰ ν’ ἀντικαταστήσωμεν τοὺς κιλλίβαντας τῶν πυροβόλων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀποσαθρωθῆ! καθ’ ὃν χρόνον δὲν εἴχομεν χρήματα, ἵνα ἀνακαινίσωμεν τοὺς διευθέτας αὐτῶν! καθ’ ὃν χρόνον δὲν εἴχομεν χρήματα, ἵνα ἐπισκευάσωμεν τὰς μηχανὰς τῶν ἀτμοπλοίων τοῦ στόλου, οὐδὲ ν’ ἀνακαινίσωμεν τοὺς λέβητας αὐτῶν, ἔμενον δὲ ταῦτα ἀκίνητα καὶ σηπόμενα! καθ’ ὃν χρόνον δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προμηθευθῶμεν ἀτμακάτους, ἵνα καταστείλωμεν τὸ λαθρεμπόριον, τὸ ὁποῖον, ἕνεκα τῶν νομοθετηθέντων βαρέων τελῶν, εἶχε κατακλύσει τὰς ἑλληνικὰς θαλάσσας! Κατ’ αὐτὸν τὸν χρόνον, Κύριοι, ἐδαπανῶμεν 30 περίπου ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν, ἵνα προμηθευθῶμεν τρία θωρηκτὰ, τῶν ὁποίων οὐδεμία ἐπέκειτο κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἀνάγκη. Οὗτος κατειργάσατο τὴν πτώχευσιν, ὅταν, δανεισθεὶς ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 20 ἑκατομμύρια, διὰ νὰ κατασκευάσῃ ὁδοὺς, διεσπάθησε ταῦτα δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ, πλουτίσας ἴσως ἐργολάβους καὶ μεσίτας, ἐλαχίστας δὲ, οὐδὲ τὰς μάλιστα ἀναγκαιούσας, κατασκευάσας ὁδούς. Οὗτος κατειργάσατο τὴν πτώχευσιν, ὅταν συνωμολόγει τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ὑπὸ τοὺς γνωστοὺς ὅρους, ἀντὶ δὲ νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου ἐκείνου δι’ ἑταιρίας, στέργων νὰ δώσῃ πρὸς τοῦτο χορήγημα κατὰ χιλιόμετρον, ὅπως κατασκευασθῇ ὑπὸ τῆς ἑταιρίας ὁ σιδηρόδρομος, ἀνέλαβεν αὐτὸς νὰ κατασκευάσῃ τὸν σιδηρόδρομον δι’ ἰδίων αὐτοῦ ὀργάνων, καὶ συνωμολόγησε τὴν περιλάλητον σύμβασιν μὲ τὴν Βελγικὴν ἑταιρίαν, τῆς ὁποίας γνωστὰ μὲν ἐγένοντο τ’ ἀποτελέσματα, ἀλλὰ γνωστὰ ὡσαύτως εἶναι καὶ τὰ λαβόντα χώραν κατὰ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ἔργων τῆς κατασκευῆς, καθ’ ὃν χρόνον συνετελεῖτο ἡ ἐργασία ἐκείνη. Τί νὰ εἴπω περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου– Ἀγρινίου; Τί περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου–Κρυονερίου; Τί περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Διακοπτοῦ–Καλαβρύτων; Οὗτος κατειργάσατο τὴν πτώχευσιν, ὅταν μετέτρεπε τὰ δάνεια, ὅπως ἀπαλλάξῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον τῆς πληρωμῆς χρεωλυσίων. Διὰ τῆς μετατροπῆς τῶν δανείων ἐκείνων συνωμολογοῦντο νέα δάνεια, ἀλλ’ ἀποτέλεσμα τῆς μετατροπῆς ἦτο, τὸ μὲν Δημόσιον ν’ ἀναλαμβάνῃ ὑποχρέωσιν 500 φράγκων κατὰ μετοχὴν, ἡ τιμὴ δὲ, ἣν οἱ μετ’ αὐτοῦ συναλλαγέντες ἐπλήρωσαν δι’ ἑκάστην ὁμολογίαν, νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὸ τρίτον τῶν 500 φράγκων! Οὗτος κατειργάσατο τὴν πτώχευσιν, ὅταν διὰ νὰ δανεισθῇ συνωμολόγει μετὰ τῶν δανειστῶν συμφωνίας, δι’ ὧν ὑπεχρεοῦτο νὰ ἀποδώσῃ δεκάδας ἑκατομμυρίων εἰς τὰς Τραπέζας, ὅπως μειώσῃ τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ ὑπαρχόντων τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ ἀντὶ νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας, ἐδαπάνα τὸ συμπεφωνημένον πρὸς τοῦτο ποσὸν εἰς πληρωμὴν ἐλλειμμάτων, ἐλαττόνων τοιουτοτρόπως τὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος ἐμπιστοσύνην τῶν δανειστῶν, καὶ ἐμβάλλων εἰς τοὺς ἀλλοδαποὺς τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι οἱ Ἕλληνες Ὑπουργοὶ εἶναι ἄνθρωποι κακῆς πίστεως. Οὗτος κατειργάσατο τὴν πτώχευσιν, ὅταν συνωμολόγησε δάνειον πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς– Λαρίσσης, καὶ ἐκ 37,305,362 φράγκων χρυσῶν, τὰ ὁποῖα διέθεσε, τὰ εἴκοσι καὶ πέντε ἐδαπάνησεν εἰς ἀνάγκας ἄλλας, καὶ ὄχι εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου. Καὶ ἀφοῦ οὕτω προπαρεσκευάσθη καὶ συνετελέσθη ἡ πτώχευσις, πῶς ἐπίστευσεν ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, εἴτε κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον τῆς περιόδου ταύτης, εἴτε κατὰ τὴν δευτέραν, ὅτι, ἂν κατωρθοῦτο νὰ στηρίξωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893 ἐπὶ ἑνὸς δανείου, ἠδυνάμεθα ν’ ἀποσοβήσωμεν τὴν συμφοράν; Ἂν εὑρίσκετο καὶ συνωμολογεῖτο τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον διεπραγματεύετο ἐν Λονδίνῳ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἠθέλομεν ἐπιβαρύνει ἔτι μᾶλλον τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, διότι διὰ τοῦ δανείου αὐτοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποσοβήσωμεν τὴν πτώχευσιν· ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ διανύσωμεν δύο ἔτη ἀνέτως, ἀλλὰ τὸ τρίτον ἤθελε πάλιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναδράμει εἰς τὴν ἐπιστρατείαν, ἵνα ἐπ’ αὐτὴν ἐπιῤῥίψῃ τὴν αἰτίαν τῆς πτωχεύσεως. Οὐδὲ τὸ δάνειον τῆς κεφαλοποιήσεως ἠδύνατο ν’ ἀποσοβήσῃ τὴν πτώχευσιν· ἤλπισαν οἱ ἐκδόντες αὐτὸ, ὅτι ἤθελεν ἁπλῶς χρησιμεύσει, ἵνα συναρμολογήσῃ τὴν μὴ καλυπτομένην πλέον πτώχευσιν μὲ τὴν σημαίαν τῆς ἐπαρκείας τοῦ Κράτους, ἣν εἶχον ἀναπετάσει οἱ πρώην Ὑπουργοὶ, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς εὔλογος ἀφορμὴ εἰς τὸ Στέμμα, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τοὺς κυρίους τούτους. Ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους δὲν εἶναι χρεωκοπία· ὠνόμασαν αὐτὴν οὕτω ὅσοι ἤθελον νὰ δείξωσι πόσον ἀποτροπιάζονται τὴν πτώχευσιν, διὰ νὰ κρύψωσιν εὐκολώτερον τὴν συμφορὰν, ἡ ὁποία, ἐγνώριζον ἤδη, ὅτι εἶχεν ἐπέλθει. Ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους εἶναι ἀνεπάρκεια πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ, χρεωκοπία δὲ εἶναι ἡ πτώχευσις, ἥτις γίνεται μετὰ δόλου· ἀλλὰ τὸ δυστυχὲς αὐτὸ Κράτος οὐδέποτε μετῆλθε δόλον, διὰ ν’ ἀποφύγῃ τὰς ὑποχρεώσεις του. Ἀλλὰ καὶ ἡ πτώχευσις, ὅσον καὶ ἂν δὲν ἦναι συμβεβηκὸς δυνάμενον νὰ μειώσῃ τὴν τιμὴν τοῦ Κράτους, εἶναι ὅμως συμβεβηκὸς δυστυχὲς, εἶναι συμβεβηκὸς καταδεικνύον τὴν ἀβουλίαν τῶν κυβερνώντων τὸ Κράτος, οἵτινες ἐπεβάρυναν αὐτὸ διὰ χρεῶν, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος ἀδυνατεῖ νὰ ἀποτίσῃ. Τίς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐκυβέρνων κατὰ τὸ 1880 καὶ 1881 καὶ κατὰ τὰ πρὸ αὐτῶν ἔτη, τίς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες εἰργάζοντο τότε ὑπὲρ τῶν κοινῶν, ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ, ὅτι μετὰ 12 ἔτη, καὶ μετὰ τὴν ἐπέκτασιν πρὸς βοῤῥᾶν τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους, ὅτι τὸ Κράτος ἤθελε περιέλθει εἰς πτώχευσιν; Μήπως ἐκηρύξαμεν πόλεμον καὶ ἡττήθημεν; Μήπως ἐπεδόθημεν εἰς πολεμικὰς παρασκευὰς κατὰ τὰ διαῤῥεύσαντα δώδεκα ἔτη, ἕνεκα τῶν ὁποίων κατεβλήθημεν, καὶ ἕνεκα τῶν ὑπερόγκων δαπανῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὠλισθήσαμεν, περιεπέσαμεν νῦν εἰς πτώχευσιν; Ἄνθρωποι, συμπαθοῦντες εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, εἴτε δημοσιογράφοι τὸ ἐπάγγελμα, εἴτε δημοσιογραφοῦντες ἐνίοτε, προσεπάθησαν νὰ μεταδώσωσιν εἰς τὴν Εὐρώπην τὴν πληροφορίαν, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος περιῆλθον εἰς κακὴν κατάστασιν, διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἡσύχαζε, δὲν ἐμερίμνα περὶ τῆς οἰκιακῆς οἰκονομίας της, ἀλλ’ ἐμερίμνα διαρκῶς καὶ ἐδαπάνα ἀφειδῶς, ἵνα παρασκευασθῇ εἰς ἀγῶνα πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Καὶ αἱ ἐφημερίδες τῆς ἀλλοδαπῆς πολλάκις μᾶς ἤλεγξαν, ὅτι δὲν φροντίζομεν νὰ ἐπανορθώσωμεν τὰ ἐσωτερικὰ ἡμῶν, ἀλλὰ δαπανῶμεν εἰς ἔργα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο δυνατὸν ἐγκαίρως νὰ ἀποδώσωσι τοὺς καρπούς των, καὶ περιήλθομεν εἰς τοιαύτην ἀπέλπιδα κατάστασιν, Ὑπέθετον ἴσως, ὅτι καὶ ἡμεῖς δαπανῶμεν, ὡς ἐδαπάνα ἡ Γαλλία, ἥτις, ἵνα συντελέσῃ τὰς γιγαντιαίας παρασκευὰς διὰ τελειοτάτης ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, δὲν ἐφείσθη χρημάτων, δαπανῶσα δισεκατομμύρια ἐπὶ δισεκατομμυρίων. Ἡ εὐημερία τοῦ μεγάλου ἐκείνου Κράτους, ἡ φιλοπονία καὶ ἡ εὐγένεια τοῦ Γαλλικοῦ λαοῦ ἠδυνήθησαν νὰ ἀνθέξωσιν εἰς πάντα ταῦτα τὰ βάρη. Ὑπέθετον ἴσως, ὅτι ἀσχολούμεθα καὶ ἡμεῖς εἰς ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, ὡς ἠσχολήθησαν ἐν Γερμανίᾳ, ἢ ὡς ἀσχολοῦνται ἐν Ἰταλίᾳ. Ἡμεῖς οἱ δυστυχεῖς οὔτε τοιαύτην ἐποιησάμεθα ἀπόπειραν, ἀπαθῶς θεωροῦντες καὶ τὸν στρατὸν τῆς πατρίδος ἐν ἀποσυνθέσει καὶ φθίνοντα, καὶ τὰ πλοῖα τοῦ στόλου σηπόμενα εἰς τὰ στενὰ τῆς Σαλαμῖνος. Ἄν δὲ προβάλλωσι τὰ εἰρημένα, ὅπως δῆθεν παραστήσωσιν εὐλογοφανῆ τινα αἰτίαν τῆς ἐπελθούσης συμφορᾶς, δύναταί τις νὰ ὑπολάβῃ, ὅτι ἡ προτεινομένη δικαιολογία εἶνε σάτυρα, καθ’ ἡμῶν ἀπευθυνομένη, εἶναι ἐμπαιγμός, ἐκτοξευόμενος κατὰ τοῦ Κράτους. Ὂχι· ἡ συμφορὰ συντελέσθη, διότι δέκα καὶ πλέον ἔτη διοικούμεθα ὑπὸ τὸ αὐτὸ πνεῦμα καὶ μετὰ τοῦ αὐτοῦ σκοποῦ. Λοιπὸν πταίει τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα; Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε παρ’ ἡμῖν κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, δὲν ἠθέλομεν περιπέσει εἰς αὐτὴν τὴν συμφοράν; Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν εἶναι ὑπαίτιον. Οὐχὶ δὲ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἡ λειτουργία καὶ ἡ ἐφαρμογή, ἀλλ’ ἡ ἀθέτησις αὐτοῦ πιθανῶς συνετέλεσεν εἰς τὴν παρασκευὴν τῆς συμφορᾶς. Ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν κατὰ τὸ 1886, καὶ ἐνηργήθησαν αἱ ἐκλογαί, δι’ ὧν συνεκροτήθη τότε ἡ Βουλή, ἥτις τετραετίαν, ἀπὸ τοῦ 1887 μέχρι τοῦ 1890, ὑπεστήριζε τὸν κ. Τρικούπην καὶ ἐπεψήφιζε τὰ μέτρα αὐτοῦ, ἔπταιε τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα; Ἐλησμονήθησαν ὅσα ἔλαβον χώραν πρὸ τῶν ἐκλογῶν, καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν αὗται ἐνηργήθησαν τότε; Ἀντηχοῦσιν ἀκόμη εἰς τὰ ὦτά μου οἱ λόγοι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐγίνετο ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν. Ἐδημιουργήθησαν ἑορταὶ τῆς ἐνηλικιώσεως τῆς Α. Β. Υ. τοῦ Διαδόχου οὐχὶ κατὰ τὸν προσήκοντα χρόνον, ἀλλὰ κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν. Ἐτέθησαν ἐν κινήσει ἀπονομαὶ βραβείων, παρασήμων, χαρίτων. Ἡ διοίκησις ἀνετράπη. Πᾶν μέσον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ δελεάσῃ τὴν φιλοτιμίαν ἢ τὴν φιλοδοξίαν τῶν πολιτευομένων, ἢ νὰ θίξῃ τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν καὶ νὰ δεκάσῃ αὐτοὺς, ἐτέθη ἐν χρήσει. Οὕτω παρεσκευάσθησαν καὶ ἐνηργήθησαν αἱ ἐκλογαὶ, ἐξ ὧν παρήχθη ἡ Βουλὴ τοῦ 1887, τῆς ὁποίας ἐνθυμεῖσθε τὰ περίκλυτα ἆθλα καὶ τὴν πίστιν καὶ ἀφοσίωσιν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Τέσσαρα ἔτη ἐψήφιζε μετ’ ἐπιμονῆς καὶ καρτερίας καὶ τοῦ Σπάρταλη τὰς σπατάλας καὶ τὰ δάνεια καὶ τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ πᾶν ὅ,τι ὁ Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλλεν εἰς αὐτήν. Πταίει τὸ πολίτευμα, διότι κατὰ τὸ 1892 αἱ ἐκλογαὶ ἐνηργήθησαν καθ’ ὃν ἐνηργήθησαν τρόπον; Καὶ ἀφοῦ διὰ πάντων τούτων παρεσκευάσθη ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους, ἀνῆλθον ἐπὶ τὴν ἀρχὴν κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρελθόντος Μαΐου καὶ οἱ πρὸ μικροῦ ἀνατραπέντες Ὑπουργοὶ, ἵνα καὶ αὐτοὶ παρασκευάσωσι, διὰ τῆς συντηρήσεως τῆς Βουλῆς, τὴν ἐκ νέου ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἀνάβασιν τοῦ κ. Τρικούπη! Βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ Κράτους ἐδεινώθη καὶ ὅτι πρέπει πάντες νὰ καταλίπωμεν τὴν ὁδὸν, ἐπὶ τῆς ὁποίας βαίνομεν ἐν τῇ διαπράξει τῶν κοινῶν. Δὲν ὠφελεῖ, ἀλλὰ τὰ μάλιστα βλάπτει ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τῆς ἀληθείας εἰς τὰς χώρας δ’ ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας οἱ λαοὶ εἶναι τοσοῦτον προσηλωμένοι εἰς τὰ δικαιώματα καὶ εἰς τὰς ἐλευθερίας αὐτῶν, τὰ μάλιστα ἐπιδεινώνει τὴν κατάστασιν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ Κράτους πᾶς δισταγμὸς, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἐγείρεσθαι ἐν τῇ συνειδήσει αὐτῶν περὶ τῆς τύχης τοῦ πολιτεύματος, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ζῇ. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ καταλίπωμεν πλέον τὴν ὁδὸν, ἐφ’ ἧς ἔβημεν μέχρι τοῦδε, πρέπει ν’ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι ἐν τοιαύτῃ κρισίμῳ ὥρᾳ, καθ’ ἣν ὑπὸ τοσοῦτον σοβαρᾶς συμφορᾶς μειοῦται ἡ πολιτικὴ θέσις τοῦ Κράτους, καθ’ ἣν δὲν ἐμειώθη, ἀλλὰ κατεστράφη ἡ πίστις αὐτοῦ, κατ’ αὐτὴν τὴν κρίσιμον ὥραν εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαία ἡ συνδρομὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ ξηρὰ τήρησις τύπων, τοὺς ὁποίους ἐπικαλοῦνται οἱ λέγοντες ὅτι ἀντιπροσωπεύει τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἡ παροῦσα Βουλή, δὲν συντελεῖ εἰς τὴν εἰλικρινῆ λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ἀλλοιοίνει τὴν οὐσίαν αὐτοῦ. Ἐξελέχθημεν κατὰ χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐδίδετο εἰς τὸν λαὸν ἡ θετικὴ πληροφορία, ὅτι οὐδεὶς ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ πτωχεύσωμεν· κατὰ τὸν ὁποῖον ἐδίδετο εἰς αὐτὸν ἡ θετικὴ βεβαίωσις, ὅτι ἡ εὕρεσις δανείου θέλει πάντως μειώσει τὰς στενοχωρίας, εἰς ἃς εὑρίσκετο τὸ Κράτος· κατὰ τὸν ὁποῖον ἐδίδετο εἰς αὐτὸν ἡ ἐλπὶς, ὅτι, ἐὰν ὑπεστήριζε τοὺς φίλους ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐπεθύμει νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἀρχὴν, ἡ εὕρεσις τοῦ δανείου ἦτο εὐχερέστατον ἔργον, διότι μόνον τὸ ὄνομα αὐτοῦ εἵλκυε τὸν χρυσόν· κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἄνεμος ἔφερεν εἰς τὰ ὦτα αὐτοῦ ἀπειλὰς ἀπαισίας. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους καὶ πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν ἐξελέγη ἡ Βουλὴ αὕτη. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ κληθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, νὰ εἴπῃ ποίαν ἔχει γνώμην νῦν, ὅτε μανθάνει, ὅτι ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους συνετελέσθη; Λέγει τις, ὅτι φρονεῖ ὁ λαὸς, ὅτι ἀντιπροσωπεύεται ἐπαρκῶς ὑπ’ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἀπέστειλε κατὰ Μάϊον τοῦ 1892, ἵνα συμπράξωσιν, ὅπως μὴ πτωχεύσῃ τὸ Κράτος; Βεβαίως ἀλλοιοῦται ἡ οὐσία τοῦ πολιτεύματος, ἐὰν φρονῶμεν, ὅτι ὑπάρχει Βουλὴ καὶ ὅτι ὑπάρχουσιν ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, καὶ ὅτι ἡ συνδρομὴ αὐτῶν ἀρκεῖ, ἵνα κρατύνῃ τὰς προσπαθείας τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ζητήσῃ καὶ εὕρῃ διέξοδον, ἵνα δι’ αὐτῆς κατορθώσῃ τὴν ἀνακούφισιν τῆς χώρας. Ἰσχυρίζοντό τινες, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ κατὰ τὸν παρελθόντα Σεπτέμβριον ἢ Ὀκτώβριον, διότι ὁ χρόνος εἶναι πολύτιμος, καὶ πᾶσα ἡμέρα παρερχομένη χειροτερεύει τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Καὶ ὅταν ἤκουον ταῦτα, ἐνεθυμούμην τὸ ἀπόφθεγμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι πᾶσα ἡμέρα παρερχομένη ἄνευ ναυτικῶν παρασκευῶν καταστρέφει τὸν Ἑλληνισμόν. Καὶ προέβαλλον πρὸς διατήρησιν τῆς Βουλῆς τὸν λόγον τοῦτον, λησμονοῦντες, ὅτι ἀφήκαμεν καὶ διέῤῥευσαν ἓξ μῆνες, ἀπὸ τοῦ Μαΐου μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἦτο δυνατὸν νὰ κληθῇ ὁ λαὸς νὰ ἐκλέξῃ τοὺς ἀντιπροσώπους του, καὶ νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ καὶ εἰς σχηματισμὸν μονίμου Κυβερνήσεως νὰ συμπράξῃ· ἴσως δ’ ἡ Κυβέρνησις αὕτη θὰ εἶχε προβῆ μέχρι τοσούτου, ὥστε νὰ ἐγγίζωμεν νῦν εἰς τὸ πέρας τῆς τακτοποιήσεως τῆς παρούσης οἰκονομικῆς καταστάσεως. Δὲν οἰκονομοῦμεν χρόνον, ἀλλὰ καταναλίσκομεν μάτην χρόνον, καὶ παρατείνομεν τὴν ἀνώμαλον κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιήλθομεν· τὴν παρατείνομεν δὲ, ἐλπίζοντες, ὅτι Κυβέρνησις οἱαδήποτε, ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου τούτου ἀποῤῥέουσα, θὰ ἐμπνεύσῃ τοσαύτην ἐμπιστοσύνην, ὥστε νὰ γένηται δυνατὸν νὰ ἄρξωνται καὶ ἀρξάμεναι νὰ περαιωθῶσι διαπραγματεύσεις πρὸς συμβιβασμόν. Ἑκατὸν δύο φίλοι τοῦ κ. Τρικούπη ἐδήλωσαν πρὸς αὐτὸν προχθὲς τὴν ἐμπιστοσύνην των, καὶ ὁ κ. Τρικούπης ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχήν. Νομίζετε ὅτι δύναται νὰ ἐμπνεύσῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅπως ἄρξηται καὶ διεξαγάγῃ διαπραγματεύσεις συμβιβασμοῦ μετὰ τῶν δανειστῶν; Ἢ νομίζετε, ὅτι οἱ Ὑπουργοί, οἱ προηγηθέντες αὐτοῦ, οἵτινες διὰ τῆς ἐφημερίδος των ἐκαυχῶντο, ὅτι εἶχον ἀποκτήσει 134 ἐν τῇ Βουλῇ φίλους, ἔλαβον δὲ κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς 50 ψήφους καὶ διασώζουσι ἔτι σήμερον 30 ἢ 40, δύνανται νὰ ἐμπνεύσωσιν ἐμπιστοσύνην τοιαύτην, ὅπως ἄρξωνται καὶ διεξαγάγωσι διαπραγματεύσεις πρὸς συμβιβασμόν; Ἢ νομίζετε, ὅτι πᾶσα ἄλλη οἱαδήποτε Κυβέρνησις, ἐξ οἱωνδήποτε ἐξ ἡμῶν ἀποτελουμένη, δύναται νὰ ἐμπνεύσῃ τοιαύτην ἐμπιστοσύνην; Ἡ πολιτικὴ κατάστασις τῆς Βουλῆς ἀφαιρεῖ πᾶσαν τοιαύτην ἐλπίδα, ἀφαιρεῖ δὲ τὸ θάῤῥος ἰδίως ἡ καταγωγή της, ἰδίως ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐξελέχθη, καὶ πρὸ πάντων ἡ ἀπότομος τροπὴ τῶν οἰκονομικῶν περιστάσεων τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου ἔλαβον. Δύναμαι μάλιστα νὰ δώσω βεβαίωσιν, ὅτι, καὶ ἂν ἠθέλομεν ἐπιμείνει εἰς τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἠκολουθήσαμεν μέχρι τοῦδε, ἀπέχοντες τῆς διαλύσεως Βουλῆς, θὰ παρέλθῃ ἅπας ὁ χρόνος, ὅσος ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἐνέργειαν ἐκλογῶν καὶ διὰ τὴν συγκρότησιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν παραγωγὴν Κυβερνήσεως, καὶ διπλάσιος ἴσως αὐτοῦ, καὶ δὲν θέλομεν εἶσθαι ἐγγὺς εἰς τὸ τέρμα τῶν διαπραγματεύσεων, καὶ ἂν εἶχε γενῇ ἔναρξις αὐτῶν. Ἓν μόνον ἀποτέλεσμα εἶχεν ἡ ἀποφυγὴ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἡ ἐπιμονὴ πρὸς διατήρησιν αὐτῆς, τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ἐπαναχθῇ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ τὸ προγνωρίζωσι πάντες· ὅσοι δ’ ἐπέμειναν νὰ μὴ προτείνωσιν εἰς τὸ Στέμμα τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἤλπιζον νὰ κερδοσκοπήσωσιν ἐπὶ τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ κ. Τρικούπη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν καθίστα βεβαίαν τῆς Βουλῆς ἡ διατήρησις. Ὡς δὲ δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἐπαναπαυθῇ τις εἰς τὰς δημοσιευομένας παλάβρας περὶ τοῦ πλήθους τῶν Βουλευτῶν, τὸ ὁποῖον καθ’ ἑκάστην προσήρχετο εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, τοὺς ἀνατραπέντας κατὰ τὴν 28 Ὀκτωβρίου, οὕτω δὲν ἦτο συνετὸν νὰ προσέχῃ τις εἰς τὰς διαδόσεις, τὰς ὁποίας αὐτοὶ οὗτοι οἱ Ὑπουργοὶ μετέδιδον κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, ὅτι καὶ μίαν καὶ δύο καὶ τρεῖς καὶ πέντε διαλύσεις θέλει ὁ Βασιλεὺς παραδόσει εἰς τὰς χεῖρας αὐτῶν, τοὺς ὁποίους ἀνέτρεψεν ἡ 28 Ὀκτωβρίου. Ταῦτά εἰσι τεχνάσματα, τὰ ὁποῖα ἀποκρούει ἡ σπουδαιότης τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν. Κόμματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι στελέχη, ὁποῖα τὰ στελέχη τοῦ κόμματος τούτου, δὲν ἀποσυντίθενται οὕτως, ὥστε ἀμέσως ἄλλοι, ἀπὸ 9 ψήφων προκύψαντες, γενόμενοι Ὑπουργοί, νὰ ἀναβιβασθῶσιν εἰς 134. Οἱ μὴ προτείναντες εἰς τὸν Βασιλέα τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς παρεσκεύασαν τὴν ἐκ νέου ἀνάῤῥησιν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, διὰ τὴν ὁποίαν πάντες ἐξεπλάγησαν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις καὶ ὀγκώδη ποσὰ θὰ εἰσεπράχθησαν ὡς ταχυδρομικὰ τέλη κατὰ τὰ τέλη τοῦ παρελθόντος μηνός, ἕνεκα τῆς πληθύος τῶν ἐπιστολῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκομίζοντο εἰς Ἀθήνας καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἠρωτῶντο οἱ ἐν Ἀθήναις, τί συνέβη; πῶς ἔγεινεν αὐτό; Καὶ σήμερον εὑρισκόμεθα πρὸ τῶν δύο τούτων γνωμῶν, τῆς πεποιθήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι ἐμπνέει πληρεστάτην πεποίθησιν εἰς τὴν Εὐρώπην, καθ’ ὃν χρόνον ἀνεγινώσκομεν ἐν ἐξαιρέτῳ γαλλικῇ ἐφημερίδι, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐρωτηθῇ «πόσον κοστίζει εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁ κ. Τρικούπης», —τοῦτο δ’ ἦτο ἡ γνώμη ἐπιφανοῦς δημοσιογράφου καὶ ἀνεγνωρισμένου ἐπιστήμονος, ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου πολλάκις ἐκρύβη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁσάκις ἔκρινεν, ὅτι ἠδύνατο ὑπ’ αὐτὸ νὰ στεγάσῃ τὰ πολιτικά του συμφέροντα,—ἀφ’ ἑτέρου δὲ τῆς πεποιθήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ τῶν συναδέλφων αὐτοῦ Ὑπουργῶν, οἵτινες καυχῶνται, ὅτι διοικήσαντες ἓξ μῆνας παρήγαγον ἐξαίρετα ἀποτελέσματα, καὶ μεταξὺ τούτων κορυφαῖον ἀναφέρεται ὑπ’ αὐτῶν, ὅτι ἐπλήρωσαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 2,000,000 πρὸς μείωσιν τοῦ κυκλοφοροῦντος ποσοῦ τραπεζικῶν γραμματίων ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ.
§19ΡΑΛΛΗΣ. 4½ ἑκατομμύρια.
§20ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀμφιβάλλω. Κατὰ τὴν δημοσιευθεῖσαν κατάστασιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς 30 Ἀπριλίου, ὅτε παρέδωκεν εἰς ὑμᾶς τὴν ἀρχὴν ὁ κ. Τρικούπης, ὠφείλοντο εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δρ. 62,234,240.02, τόσον δὲ ποσὸν ὠφείλετο καὶ κατὰ τὴν 31 Μαΐου, κατὰ τὴν κατάστασιν τοῦ μηνὸς Μαΐου, ὅτε ἦσθε ὑμεῖς ἐν τῇ ἀρχῇ· τὸ ποσὸν ὅμως τοῦτο ηὐξήθη κατὰ τὴν 31 Ἰουλίου, ὅτε ὑμεῖς ἦσθε ἐν τῇ ἀρχῇ, εἰς 70,494,240.02, ἤτοι κατὰ 8,260,000· ἂν ἡ αὔξησις αὕτη δὲν βαρύνῃ τυχὸν ὑμᾶς, ἡ ἐλάτωσις εἰς 67,697,490.02, ἥτις σημειοῦται ἐν τῇ καταστάσει τῆς 30 Σεπτεμβρίου, δὲν ἀποδεικνύει ὅτι ἐπληρώσατε 4,500,000, ὡς λέγετε, ἀλλὰ μόνον 2,797,750. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐπληρώσατε 4 ἑκατομμύρια καὶ ἥμισυ, ὅσα μὴ ἀκριβῶς βεβαιοῦτε, καὶ ὅτι ἐξωφλήσατε καὶ χρηματικὰ ἐντάλματα 100 ἢ 200 χιλιάδων δραχμῶν. Λησμονεῖτε ὅμως, ὅτι κατὰ τὸ 1893, ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, ἐπληρώσατε διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους μόνον 6,795,762.31, ἐνῷ κατὰ τὸ 1892 εἶχον πληρωθῆ 18,169,092.09 κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα, καὶ κατὰ τὸ 1891 κατὰ τὸ ἀντιστοιχοῦν διάστημα 19,520,851.79;
§21ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὴς ὁ ὑπολογισμός σας.
§22ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν λοιπὸν ἐπληρώσατε διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους 11,373,329.78 ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τὸ 1892 πληρωθέντων, καὶ 12,725,089.48 ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τὸ 1891 πληρωθέντων, μᾶς προβάλλετε ὡς κατόρθωμα, ὅτι ἐπληρώσατε ἐξ αὐτῶν ἀπέναντι τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἴτε 2,797,750, ὅσα ἡμεῖς ἰσχυριζόμεθα, εἴτε 4,500,000, ὅσα ὑμεῖς μὴ ἀκριβῶς ἐπαίρεσθε ὅτι ἐπληρώσατε! Καὶ πρὸς βεβαίωσιν τῆς πληροφορίας, ἣν δίδωμι εἰς τὴν Βουλὴν, ἀναγινώσκω ἀριθμοὺς, ἐξηγμένους ἐκ τῶν ἐπισήμων δημοσιεύσεων. Ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1893 εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 51,086,756.88. Κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα τοῦ 1892 εἰσεπράχθησαν 50,086,756.88, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 600,468.67. Κατὰ τὸ 1891 εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα 53,401,297.12, ἤτοι εἰσεπράχθησαν περισσότερα ἀπὸ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ καὶ κατὰ τὸ 1892 καὶ κατὰ τὸ 1893. Κατὰ τὸ 1893 ἐδαπανήθησαν ἐν ὅλῳ 39,019,152.96, ἑπομένως μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν εἰσπραχθέντων τακτικῶν ἐσόδων ἔμεινε περίσσευμα 12,067,603.92. Κατὰ τὸ 1892 ἐπληρώθησαν κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα 48,698,621.88, ἤτοι περισσότερα τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1893 δραχ. 9,679,468.92. Κατὰ τὸ 1891 ἐδαπανήθησαν 48,523, 654.30, ἤτοι περισσότερα τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1893 δραχ. 9,504,501.34. Λοιπὸν, ἐνῷ τὰ ἔξοδα τοῦ 1891 ἦσαν 48,523,654.30, τὰ ἔξοδα τοῦ 1892 ἦσαν 48,698, 621.88, τὰ δὲ ἔξοδα τοῦ 1893 ἦσαν μόνον 39,019,152.96. Πόθεν ἡ οἰκονομία αὕτη τῶν ἐννέα καὶ πλέον τούτων ἑκατομμυρίων, εἰμὴ διότι ἐπληρώθησαν ὀλιγώτερα διὰ χρέη ἢ ὅσα εἶχον πληρωθῆ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη; Καὶ ὡς εἶπον, κατὰ τὸ 1891 ἐπληρώθησαν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 19,520,851.79 δι’ ὑπηρεσίαν δημοσίου χρέους, ἤτοι περισσότερα ἢ ὅσα ἐπληρώθησαν κατὰ τὸ 1893 δραχ. 12,725,089.98· τὸ 1892 ἐπληρώθησαν διὰ δημόσιον χρέος κατὰ τὸ εἰρημένον διάστημα δραχ. 18,169,092.09, ἤτοι περισσότερα τῶν πληρωθέντων κατὰ τὸ 1893 κατὰ 11,373,329.78· καὶ κατὰ τὸ 1893 ἐπληρώθησαν διὰ δημόσιον χρέος μόνον 6,795,762.31. Ταῦτα λέγει ὁ δημοσιευθεὶς ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου πίναξ τῶν εἰσπραχθέντων καὶ πληρωθέντων ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1893. Ὅταν δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς μᾶς ἐπεδείκνυε τοῦτο ὡς ἀντάλλαγμα τῆς ἐπὶ ἓξ μῆνας παραμονῆς του ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἄνευ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου, ἐσυλλογιζόμην ἂν ἤρκει, καὶ ἂν ἦτο ἀληθές, ὅτι διὰ τῆς αὐστηρᾶς οἰκονομίας, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσεν ἐν τῇ διοικήσει, εἶχεν οἰκονομήσει δύο ἢ τρία ἑκατομμύρια, ἂν λέγω ἤρκει ἡ οἰκονομία αὕτη νὰ καλύψῃ τὴν ἔλλειψιν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τὴν ὁποίαν διετέλεσεν Ὑπουργὸς ἐπὶ ἓξ μῆνας. Παραπλήσιον συμβεβηκὸς δὲν συνέβη πρὸ 20 ἐτῶν ἐν Ἑλλάδι. Μόνον πρὸ 20 ἐτῶν εἶχε συμβῆ τοιοῦτόν τι. Ἀλλὰ τότε ὁ μακαρίτης Εὐθύμιος Κεχαγιᾶς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς μετὰ τῆς προσηκούσης δριμύτητος ἐπέκρινε τὴν γενομένην παραποίησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἄλλος δὲ συνάδελφος αὐτοῦ, ὁ κ. Γ. Μίλησης, μετ’ ἴσης δριμύτητος ἐκαυτηρίασεν ἐπίσης τὸ συμβεβηκός. Ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 28 Ἰουλίου 1873 ὁ μακαρίτης Κεχαγιᾶς ἔλεγε ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὸ 1870 ὁ κ. Δεληγεώργης ἐκλήθη ὑπὸ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐκ τῆς μειοψηφίας, καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἐσχημάτισε Κυβέρνησιν, διοικήσασαν τὸν τόπον ἐπὶ 5 ἢ 6 μῆνας, ἤτοι ἐν ὅσῳ ἡ Βουλὴ ἀπουσίαζεν. Ἅμα ὅμως ἦλθεν ἡ Βουλὴ, ἔφυγε τὸ Ὑπουργεῖον... Τότε κατέκρινα τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ὡς ἀντικοινοβουλευτικὴν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐν συνταγματικῷ πολιτεύματι πρέπει νὰ ἔχῃ ὄχι μόνον τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἔθνους. Ἄνευ αὐτῶν δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ· διότι, ἂν παραδέχησθε, ὅτι μόνη ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Βασιλέως ἀρκεῖ, τότε κατὰ τί διαφέρει ἡ Κυβέρνησις ἐν συνταγματικῇ Πολιτείᾳ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν δεσποτικοῦ Κράτους, ὅπου μία μόνη θέλησις ἀρκεῖ διὰ νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις; Ἀλλ’ ὁ κ. Δεληγεώργης, ὡς καὶ ὁ κ. Χρηστίδης, ἀποκρούοντες τὸν ἰσχυρισμόν μου αὐτὸν, ὑπεστήριξαν τότε, ὅτι ὁ Βασιλεὺς, ἔχων τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργοὺς, δύναται νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν καὶ ἐκ τῆς μειοψηφίας, καὶ ὅτι ἑπομένως ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς δύναται νὰ σχηματισθῇ Κυβέρνησις ἄνευ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ δὲν ἠρνήθην τὸ τοιοῦτον, ἀλλ’ ὑπὸ ἕνα ὅρον. Μάλιστα, τὸ δικαίωμα τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος ὡς πρὸς τὸ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργοὺς εἶναι ἀπόλυτον, καὶ ἑπομένως δύναται νὰ τοὺς λάβῃ καὶ ἐκ τῆς μειοψηφίας, ἀλλ’ ἡ τοιουτοτρόπως σχηματιζομένη Κυβέρνησις, θέλουσα νὰ βιώσῃ κοινοβουλευτικῶς, ὀφείλει νὰ πράξῃ ἓν ἐκ τῶν δύο, ἢ νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ ἴδῃ ἐὰν ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην της, ἢ νὰ τὴν διαλύσῃ. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἔπραξεν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο. Καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἐμέμφθην ὡς καθαρῶς ἀντικοινοβουλευτικὴν, καὶ εἶχον δίκαιον νὰ τὴν μεμφθῶ, διότι ἄλλως καθιερόνομεν δύο εἰδῶν Κυβερνήσεις· παρούσης τῆς Βουλῆς κοινοβουλευτικὴν, ἀπούσης δὲ αὐτῆς δεσποτικήν.» Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Γ. Μίλησης, βουλευτὴς τυγχάνων τότε, ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 29 Ἰουνίου 1873, κατὰ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ἐν σελ. 224 (ἀναγινώσκει): «Τὸ Σύνταγμα, Κύριοι, οὐδὲν ἄλλο εἶναι κατ’ οὐσίαν, εἰμὴ ἡ ἁρμονικὴ σύμπραξις τῶν μεγάλων ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους πρὸς ἕνα κοινὸν σκοπόν. Κατὰ τὸ πολίτευμα τοῦτο, οὐδαμοῦ ἑδρεύει τὸ ἀπόλυτον, τὸ ἀποκλειστικὸν, τὸ αὐθαίρετον, οὐδεμία τοῦ Κράτους ἐξουσία εἶναι αὐτάρκης, ἀποκλειστικὴ, αὐτοκυρίαρχος, ἀλλ’ ἡ κυριαρχία ἑδρεύει εἰς πάσας ὁμοῦ, καὶ ἅπασαι ὁμοῦ συλλειτουργοῦσι, συνεφάπτονται καὶ συμμετριάζονται ὑπ’ ἀλλήλων, καὶ διὰ τοῦτο τὸ Σύνταγμα λέγεται καὶ εἶναι συγκερασμένη Πολιτεία. Οἱ ἀποχωρίζοντες τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου, οἱ ἀποκρούοντες πᾶσαν σχέσιν καὶ πάντα σύνδεσμον μεταξὺ τῶν δύο τούτων μεγάλων ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους, προσβάλλουσι τὸ Σύνταγμα εἰς αὐτὰς τὰς βάσεις του, καὶ ἐγκαθιδρύουσι δεσποτισμὸν τόσῳ μᾶλλον ὀλέθριον, καθόσον ἐνεργεῖ οὗτος ὑπὸ ψευδεῖς κοινοβουλευτικοὺς τύπους, καταστρέφοντας καὶ αὐτὸ τὸ τελευταῖον στοιχεῖον τῆς εὐθύνης. Ἡ ἀρετὴ, ἡ ἀξία τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος κεῖται εἰς τοῦτο κυρίως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ, καίτοι διακεκριμέναι ἀπ’ ἀλλήλων, συνδέονται ὅμως καὶ συμπράττουσιν ἀμφότεραι ἐν τῇ Πολιτείᾳ, καὶ ἡ μὲν ἐκτελεῖ τοὺς νόμους, ἡ δὲ ἐπιτηρεῖ καὶ ἐλέγχει τὴν πορείαν αὐτῆς. Ἀλλὰ πῶς δύναται νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη ἁρμονία καὶ σύμπραξις, ὅταν τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ζῇ ἐν τῇ συνειδήσει τῆς Βουλῆς, οὐδ’ ἐκπροσωπῇ τὸ φρόνημα αὐτῆς; Ποίαν δὲ ἀξίαν ἔχει ὁ ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων ἔλεγχος, ὅταν μένῃ ἄνευ κυρώσεως, ὅταν δὲν μεταβάλλῃ, οὔτε τροποποιῇ ἢ ἐπηρεάζῃ παντάπασι τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ δύναται νὰ λαμβάνηται αὕτη εἴτε ἐκ τῆς μειονοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου, εἴτε καὶ ἔξωθεν αὐτοῦ; Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι τὸ νὰ σχηματίζωνται αἱ Κυβερνήσεις ἐκ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου δὲν στηρίζεται ἁπλῶς εἰς ἔθιμα καὶ παραδόσεις συνταγματικὰς, ἀλλ’ ἀποῤῥέει, ὡς ἀναγκαία καὶ ἀπαραίτητος συνέπεια, ἐξ αὐτῆς τῆς ἐννοίας τοῦ Συντάγματος.» Μόνον διὰ τῆς προσκλήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἵνα ἀποστείλῃ ἀντιπροσώπους, ὅπως χορηγήσωσι τὴν συνδρομήν των εἰς τὸν Ἡγεμόνα, μόνον τοιουτοτρόπως ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος κεχαραγμένην ὁδὸν, μόνον τοιουτοτρόπως θέλει ἐνισχυθῆ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, διότι θέλει σχηματισθῆ Κυβέρνησις τῇ συνδρομῇ τοῦ Κοινοβουλίου, περιβεβλημένη μὲ τὸ ἠθικὸν κῦρος, τὸ ὁποῖον αἱ ἀπολαμβάνουσαι τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ λαοῦ Κυβερνήσεις περιβάλλονται. Μόνον τοιουτοτρόπως οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν δανειστῶν θέλουσι πεισθῆ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μεθ’ ἧς σπεύδουσι νὰ συνδιαλλαγῶσιν, εἶναι Κυβέρνησις μόνιμος, μὴ τρέχουσα τὸν κίνδυνον ἐν τῷ μέσῳ τῶν διαπραγματεύσεων ν’ ἀνατραπῇ, καὶ πρὶν ἢ ἀγάγῃ εἰς ἀποτέλεσμα τὰς διαπραγματεύσεις ταύτας νὰ ἐκλίπῃ ἀπὸ τοῦ μέσου. Καὶ δὲν ἀρκεῖ μόνον, Κύριοι, ἡ τοιαύτη συνδρομὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀπαιτεῖται καὶ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον χρεωστῶ νὰ συμβουλεύσω εἰς πάντας τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς χώρας, καὶ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διάκεινται συμπαθῶς πρὸς με, καὶ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀντιπαθοῦσι πρός με, ἢ δὲν συμμερίζονται καὶ ἀποκρούουσι τὰς γνώμας μου. Νομίζω ὅτι πάντες οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἵ τε ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης συνεδρεύοντες καὶ οἱ ἐκτὸς ταύτης διατελοῦντες, ὡς παραλειφθέντες ἐκ τῶν ἐκλογῶν, ὅσην δήποτε καὶ ἂν ἔχωσι πολιτικὴν δύναμιν, ὅπου δήποτε καὶ ἂν ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ ἔταξεν αὐτούς, νομίζω, λέγω, ὅτι πρέπει ν’ ἀποδεχθῶσιν, ὅτι τὰ μεγάλα συμφέροντα τοῦ τόπου ἀπαιτοῦσιν, ἵνα προσφέρωσιν εἰλικρινεῖς εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος ὑπηρεσίας, ὅτι πρέπει νὰ καθησυχάζωσι πᾶσαν ὑπέρμετρον φιλοδοξίαν, νὰ ἀναβάλλωσι τὰ ὑπέρογκα μίση, καὶ νὰ προσκολληθῶσι πάντες εἰς τοὺς θεσμοὺς τοῦ τόπου μετ’ ἐμπιστοσύνης καὶ πίστεως ἐπ’ αὐτούς· διότι, ἐφ’ ὅσον τὸ κῦρος τῶν θεσμῶν τῆς χώρας μειοῦται, εἴτε διὰ παραβάσεων ἢ παραλείψεων τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, αἱ ὁποῖαι τείνουσιν εἰς τὴν παραποίησιν ἢ εἰς τὴν ἀλλοίωσιν τῆς λειτουργίας αὐτῶν, ἐπὶ τοσοῦτον μεγάλα παρασκευάζονται διὰ τὴν χώραν δεινά· ἀφοῦ δὲ περιήχθημεν εἰς ἣν διατελοῦμεν ἀθλιότητα οἰκονομικὴν, εἶναι ἀπόνοια νὰ συντελῶμεν εἰς τὴν παρασκευὴν ἄλλων δεινῶν, τὰ ὁποῖα ἐνδέχεται νὰ ἐπιφέρωσι κλονισμούς. Ἂν δὲν δύναμαι ν’ ἀπευθύνω πρὸς ὑμᾶς τὴν προτροπὴν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ κ. ἐκ Χαλκίδος Βουλευτὴς, ὅταν σᾶς ἐπεδείκνυε τὰς πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, δύναμαι ὅμως νὰ σᾶς ἀνακοινώσω τὴν γνώμην μου, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς χώρας εἶναι ἐξόχως κρίσιμος, καὶ ποιοῦμαι τὴν ἀνακοίνωσιν ταύτην, διότι τὸ παρελθὸν μοὶ δίδωσι τὸ θάῤῥος νὰ ποιήσωμαι αὐτήν. Εὑρέθην ἄλλοτε πρὸ μεγίστου πολιτικοῦ Σώματος ἐν Ἑλλάδι, πρὸ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τοῦ 1863, καὶ ἐπάλαισα κατὰ τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ ἀπεκρουόμην ὑπὸ τοῦ κρατοῦντος ἐν τῷ Σώματι ἐκείνῳ καὶ ἐν τῇ πόλει πνεύματος, καὶ ἠγωνίσθην, καὶ δὲν ἀπεθαῤῥύνθην, ἵνα συντελέσω εἰς τὴν τήρησιν τῆς τάξεως, καὶ ἐγὼ, ὡς καὶ ἄλλοι φιλοπάτριδες ἄνδρες, τινὲς ἐκ τῶν ὁποίων ἑδρεύουσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, —καὶ βλέπω ἀπέναντί μου τὸν γηραιὸν Βουλευτὴν ἐξ Αἰγιαλείας,— καὶ ἐξετέθημεν πολλάκις εἰς παρεξηγήσεις, καὶ ἐδυσφημήθημεν ὑπὸ τῶν ἀντιφρονούντων, καὶ προεπηλακίσθημεν ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης. Ἀλλὰ, ὡς τότε εἶχον τὸ θάῤῥος τοιαύτην νὰ μετέλθω πολιτείαν πρὸς διάσωσιν τῶν κινδυνευόντων συμφερόντων τῆς πατρίδος, ἔχω τὸ θάῤῥος τὴν αὐτὴν καὶ νῦν ν’ ἀκολουθήσω πορείαν, ὅπως κατορθωθῇ νὰ μὴ κλονισθῶσι κατά τι αἱ γνῶμαι τῶν ἀνδρῶν, οἵτινες διεκρίθησαν ἐπὶ συντηρητικῷ φρονήματι. Γνωστὸν, ὅτι καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ ἐν τῇ Πολιτείᾳ, ὅταν τὰ πράγματα περιέρχωνται εἰς ἀκμὴν ξυροῦ, ἕκαστος ὑποχωρεῖ εἰς τὴν ἀνάγκην, καὶ τρέπεται κατὰ τὰς φορὰς αὐτῆς, καὶ ἐναντίον τῶν ἕξεων καὶ τοῦ χαρακτῆρός του, ὅπως συντελέσῃ εἰς τὴν ἀποσόβησιν τῶν δεινῶν, τὰ ὁποῖα ἡ τοιαύτη κατάστασις τῆς κοινωνίας ἢ τῆς Πολιτείας ἀπειλεῖ. Ὅσοι δὲν γνωρίζουσι τὴν Ἑλλάδα, ἢ ὅσοι δὲν ἐμελέτησαν τὴν ἱστορίαν αὐτῆς καὶ αὐτὴν τὴν σύγχρονον ἱστορίαν, δύνανται νὰ μὴ προσέχωσιν εἰς τοιαύτας ἀνακοινώσεις· ἐγὼ δὲ, ὁ ὁποῖος εἶμαι ἐν ἀμέσῳ ἐπαφῇ μετὰ τῆς χώρας, ἔχω καθῆκον ἐπιτακτικὸν νὰ μὴ παραλείψω νὰ ποιήσωμαι τὴν παρατήρησιν αὐτὴν πρὸς τὴν Βουλήν. Εἰκάζω ὅτι δὲν θέλουσιν εἰσακουσθῆ αἱ παρατηρήσεις μου ὑπὸ τῶν ἀποτελούντων τὴν πλειονοψηφίαν συναδέλφων, ἀγνοῶ δὲ ποίαν θὰ ἔχωσιν ἐπ’ αὐτῶν γνώμην καὶ αἱ ἐκτρόπως δημιουργηθεῖσαι πολυώνυμοι ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ὁμάδες. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἤθελον ἕνεκα τούτου διαψευσθῆ αἱ ἐλπίδες μου, καὶ ἀποβῶσι μάταιαι αἱ παρατηρήσεις μου, θὰ ἔχω τὴν συνείδησίν μου ἥσυχον, ὅτι ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς καὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§23ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, πάντες σχεδὸν οἱ προαγορεύσαντες ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπετέθησαν κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπέῤῥιψαν εἰς αὐτὸν ὅλην τὴν εὐθύνην τῆς σημερινῆς καταστάσεως. Δὲν φρονῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τοῦτο εἶναι δίκαιον. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι σχεδὸν ἐπὶ δέκα ὅλα ἔτη κυβερνᾷ τὸν τόπον μας· ἔχει προδιαγεγραμμένον σχέδιον, καὶ ἐφήρμοσεν αὐτό. Ἐγὼ δὲν ἐπίστευσά ποτε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸ ἀλάθητον τοῦ Πάπα· τὸν ἠκολούθησα δὶς μέχρι τοῦδε, καὶ τὸν ὑπεστήριξα εἰς ὅλα του τὰ ἔργα, διότι τὸν ἐξετίμων καὶ τὸν ἐκτιμῶ ὡς ἄνδρα ἱκανόν. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν ἔργων του, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ σχεδίου του, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξεν ἀτυχής, ἕνεκεν ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς του περιστατικῶν. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς προεῖπον, ἀκολουθεῖ ἓν σχέδιον, εἶναι πατριώτης, ὅπως καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς εἶναι ἐπίσης πατριώτης, ὅπως καὶ πάντες οἱ Βουλευταὶ ἐνταῦθα εἴμεθα πατριῶται. Δὲν παραδέχομαι, Κύριοι, τὰς γνώμας ἐκείνων, οἵτινες τολμῶσιν ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης νὰ μᾶς ὑβρίζωσι καπηλικῶς, δὲν παραδέχομαι τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης λέγουσιν ἄπειρα περὶ τῶν Βουλευτῶν, περὶ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, Κύριοι, εἶναι οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ λαοῦ, ἑπομένως οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἐμπνεόμεθα πάντες ὑπὸ ἁγνοῦ, ὑπὸ ἀκραιφνοῦς πατριωτισμοῦ. Διατὶ τάχα, Κύριοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπετέθητε πάντες κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; Ὑπῆρξεν ἀτυχὴς, καὶ τίποτε πλέον. Διατὶ δὲν ἐπετέθητε καὶ κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ; Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἦλθε δὶς εἰς τὰ πράγματα, ἦλθε κατὰ τὸ 1885 καὶ ἦλθε καὶ πέρυσι. Τί ἔκαμεν; ἀπολύτως τίποτε· ἐβάδισεν ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ προγράμματος τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ δυνηθῇ νὰ πράξῃ τι νέον· Καὶ ἀφοῦ ἐκυβέρνησε τὸν τόπον ἐπί τινας μῆνας, τὸ πρῶτον κατὰ τὸ 1885, ὅτε καὶ ἐγὼ ἀπετέλουν μέρος τοῦ κόμματος ἐκείνου, ἠναγκάσθη μετὰ τινας μῆνας, διότι ἡ Βουλγαρία, ὡς δὲν ἀγνοεῖτε, κατῆλθεν εἰς τὴν Φιλιππούπολιν, ἠναγκάσθη, διότι τινὲς ἐνταῦθα ἔκαμον διαδήλωσιν πρὸ τῆς οἰκίας του, νὰ κηρύξῃ τὴν ἐπιστράτευσιν καὶ νὰ καλέσῃ τρεῖς ἡλικίας. Τότε εἰς τὰς Ἀθήνας εὑρισκόμεθα παρόντες φίλοι του περὶ τοὺς 50 Βουλευταί. Οὐδένα ἐξ ὑμῶν ἠρώτησε· μόνον μετὰ τῶν συνυπουργῶν του συνεσκέφθη, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω, ἂν πάντες οἱ Ὑπουργοί του ἦσαν σύμφωνοι· δὲν γνωρίζω ἂν ἐδιχογνώμησάν τινες ἐξ αὐτῶν· τοῦτο μόνον γνωρίζω, ὅτι διὰ μιᾶς ἐκλήθησαν τρεῖς ἡλικίαι· παρῆλθεν ἀρκετὸς ἀκόμη χρόνος, καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τῆς τότε, μὴ δυνάμενος νὰ εὕρῃ χρήματα, ἐπανέφερε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, κύριοι Βουλευταὶ, γνωρίζετε ὅτι εἶναι ἡ φαγέδαινα τοῦ Κράτους. Τίς λοιπὸν πταίει, ἂν σήμερον ἔχωμεν αὐτὴν τὴν φοβερὰν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος, εἰμὴ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής; Διατὶ τάχα, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ἐπετέθησαν πάντες κατὰ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ; Ἐξ ἴσου, ἂν πταίωσι, πταίουσιν ἀμφότεροι, καὶ ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, πάντες τὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως. Γνωρίζετε, ὅτι δὲν συνειθίζω νὰ ἐπαναλαμβάνω τὰ αὐτά. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι πολλάκις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅσοι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπήρξατε Βουλευταὶ, καὶ ἐγὼ καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐκ τῆς τότε Συμπολιτεύσεως, φίλοι τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, παρετηρήσαμεν εἰς αὐτὸν, ὅτι κακῶς ἔπραττεν, ἐμμένων εἰς τὴν γνώμην του ἐκείνην, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Εὐρώπη δὲν θὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ πολεμήσωμεν, ὅτι μόνοι μας ἀπέναντι τῆς Τουρκίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιπαραταχθῶμεν. Τότε κατά τινα συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς τριάκοντα ἐκλεκτοὶ Βουλευταὶ, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἐγὼ, ἐζητήσαμεν μυστικὴν συνεδρίασιν, ἀλλὰ τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν τὴν ἀπέκρουσαν καὶ ὁ τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς καὶ νῦν ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Τὸ διατὶ ἐγὼ βεβαίως δὲν τὸ γνωρίζω. Τοῦτο μόνον γνωρίζω, ὅτι ὑπῆρξεν ἡμέρα, καθ’ ἣν εἷς Ἄγγλος φιλέλλην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἔγραψεν ἐπιστολήν τινα πρὸς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν καὶ τοῦ ἔλεγε: «στῆτε, δι’ ὄνομα Θεοῦ! δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῆτε»· τὴν ἐπιστολὴν δ’ ἐκείνην τὴν ἔλαβεν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς κατὰ Ἰανουάριον, ἂν δὲ ἀπατῶμαι, καὶ ἐγένοντο δύο ὑπουργικὰ συμβούλια, κατὰ τὴν 13 Ἰανουαρίου καὶ κατὰ τὴν 16 Φεβρουαρίου, καὶ διεφώνησαν δύο τῶν τότε συναδέλφων τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ· εἰς τὰ ὑπουργικὰ ἐκεῖνα συμβούλια, οἱ δύο ἐκεῖνοι Ὑπουργοὶ, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς ἀτυχῶς δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν ζωὴν, ὁ πατὴρ τοῦ κυρίου Παπαμιχαλοπούλου, καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ἀντώνιος Μαυρομιχάλης, ἐζήτησαν τὸν ἄμεσον ἀφοπλισμὸν τοῦ Κράτους, περιωρίζετο δὲ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς νὰ συντάττῃ τὰ πρακτικὰ τῶν ὑπουργικῶν συμβουλίων καὶ νὰ γράφῃ τὴν γνώμην ἑκάστου ἐκ τῶν Ὑπουργῶν, νὰ τοὺς βάζῃ δὲ νὰ ὑπογράφωσιν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, ἦτο ἐπιτετραμμένον, εἰς ζήτημα τόσον σοβαρὸν, ἐν διαφωνίᾳ τοιαύτῃ, ἦτο ἐπιτετραμμένον ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη πλέον νὰ ἵσταται ὁλόκληρος; Ἢ ἔπρεπεν οἱ Ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι, οἱ διαφωνήσαντες, νὰ ἀποπεμφθῶσιν ἀμέσως, ἢ ἔπρεπεν ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργεῖον νὰ παραιτηθῇ, ἢ ἔπρεπε νὰ προβῇ ἀμέσως ὁ τότε Πρωθυπουργὸς εἰς τὸν ἀφοπλισμὸν τῆς χώρας· καὶ ἐν τούτοις ἐξηκολούθησαν διοικοῦντες τοιουτοτρόπως, ὥστε ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὴν ἀπαισίαν, τὴν ὁποίαν πάντες ἐνθυμεῖσθε καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν, ἂν δὲν ἐπρολάμβανεν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς νὰ δώσῃ τὰς κλεῖδας εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ νὰ τὸν ἐξορκίσῃ, ὅπως καλέσῃ τὸ ταχύτερον ἄλλον Πρωθυπουργὸν, ὁ δὲ Βασιλεὺς νὰ ἀναγκασθῇ νὰ κάμῃ ἐκείνην τὴν παροδικὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ ἔλθῃ ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἠξεύρω καὶ ἐγὼ σήμερον ποία θὰ ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ Κράτους. Ὑπῆρξεν ἀξιότιμος τότε καὶ νῦν Βουλευτὴς, ὁ τῆς Κερκύρας, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ ἀποκαλέσῃ τὸν στρατὸν, τὸν ἐν τῇ ὁροθετικῇ γραμμῇ τότε εὑρισκόμενον, ἀγέλην. Ἐπετιμήθη διὰ τοῦτο ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας παρ’ ὅλων καὶ πρὸ πάντων παρὰ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Οὐδόλως ἔπρεπε νὰ ἐπιτιμηθῇ· διότι, ἂν ὁ στρατὸς ὁ ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς ἱστάμενος δὲν ἀπετελεῖτο ἀπὸ νεοσυλλέκτους, δὲν ἤθελε συμβῆ τὸ ἀτύχημα τῆς Κούτρας, δὲν ἤθελε συμβῆ τὸ ἀτύχημα τοῦ Πατσοῦ, καὶ ἂν ἐξηκολούθουν αἱ συμπλοκαὶ, ἤθελον συμβῆ καὶ ἄλλα ἀτυχήματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἀτιμάσει τὴν Ἑλλάδα. Εὐτυχῶς ἡ πρόνοια τοῦ Βασιλέως κατὰ πρῶτον λόγον καὶ τῆς τότε Κυβερνήσεως κατὰ δεύτερον ἐσταμάτησε τὸ κακὸν διὰ τῆς ὑπογραφῆς τῆς ἀνακωχῆς. Τότε, εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἐγὼ ἤμην εἷς ἐκ τῶν ἐπιλέκτων τοῦ κόμματος ἐκείνου· πολλάκις παρετήρησα καὶ κατ’ ἰδίαν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν, ὅτι κακῶς πολιτεύεται. Ἀλλὰ οἱ Κύριοι, καὶ ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, ἔχουσι μίαν καὶ μόνην ἀρετὴν, ἀγαπῶσι καὶ τιμῶσι τοὺς φίλους των ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀρχηγοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ὅταν γίνωνται Κυβέρνησις, οὐδεμίαν προσοχὴν δίδουσι πρὸς αὐτοὺς, οὔτε κἄν καταδέχονται νὰ τοὺς ἐρωτήσωσι· καὶ ἄν τις ἐξ αὐτῶν λάβῃ τὸ θάῤῥος νὰ ἐκφέρῃ γνώμην, τὴν καταφρονοῦν.
§24ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Ἀποδιώκεται.
§25ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐξηκολούθουν ἐν τούτοις, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἐμμένω εἰς τὰς τάξεις μου μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνηργήθη ἐνταῦθα ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος ἐγένοντο πολλαὶ παρατηρήσεις παρὰ πολλῶν σεβαστῶν πολιτευομένων, ὅπως, εἰ δυνατὸν, μὴ θέσῃ τὴν ὑποψηφιότητά του τότε. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐπέμενε καὶ ἔθηκεν αὐτήν. Ἐνθυμεῖσθε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς ἐκείνης. Χθὲς ἀγορεύων ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἡ ἐποχὴ ἐκείνη φέρει στίγμα ἐπὶ τῆς πράξεως τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες μετέστησαν ἀπὸ τῆς μιᾶς πτέρυγος εἰς τὴν ἄλλην. Ἄν καὶ ἐγὼ τότε ἔμεινα μετ’ αὐτοῦ, δὲν φρονῶ ὅτι ἔχει δίκαιον· διότι οἱ Βουλευταὶ ἐκεῖνοι, 70 τὸν ἀριθμὸν, οἵτινες κατὰ τὸ διάστημα μιᾶς νυκτὸς ἀπεφάσισαν νὰ ὑπερψηφίσωσι τὸν τότε ὑποψήφιον Πρόεδρον τοῦ κ. Τρικούπη, καλῶς ἔπραξαν, διότι δὲν φρονῶ, Κύριοι, ὅτι οἱ Βουλευταὶ εἶναι δυνατόν ποτε νὰ μετασχηματισθῶσιν εἰς ἀγέλας. Καὶ ἄν ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμήν, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ εἶναι ἀκριβὴς, καὶ ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ ὑπάρξωσι Βουλευταί, οἵτινες νὰ μετασχηματίζωνται εἰς ἀγέλην καὶ νὰ ῥίπτωνται εἰς τὴν πρώτην τυχοῦσαν στροῦγκαν, ὅπως εἶπε χθὲς, καὶ τότε πάλιν, ἂν θελήσητε νὰ ἐκλέξητε τὸ εἶδος τῶν ζώων, τὸ ὁποῖον θ’ ἀποτελέσῃ τὴν ἀγέλην, καὶ ἐκλέξητε τοὺς βόας, ὡς τὰ μᾶλλον ἀγαθὰ ζῶα, καὶ αὐτοί, ἄν ἴδωσιν, ὅτι ὁ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν ῥίπτεται εἰς τὸν κρημνὸν, ἡ ἀγέλη θὰ σταματήσῃ. Τί ἠθέλατε λοιπὸν οἱ Βουλευταὶ ἐκεῖνοι νὰ πράξωσιν; ἔπραξαν πᾶν ὅ,τι τὸ καθῆκον τοῖς ὑπηγόρευεν. Ἐν τούτοις ἐγὼ, ὁ ὁποῖος σήμερον ἀποτελῶ μέρος τῆς ἀγέλης τῆς ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, παρέμεινα παρὰ τῷ κ. Βουλευτῇ ἐκ Γόρτυνος μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν διετάχθησαν αἱ ἐκλογαὶ τῆς 4 Ἰανουαρίου, καὶ τότε μετέβην εἰς τὸν οἶκόν του, καὶ τῷ ἐδήλωσα κατηγορηματικῶς, ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ πολιτευθῶ πλέον, καὶ πράγματι ἔπαυσα νὰ πολιτεύωμαι καθ’ ὅλην τὴν τετραετίαν ἐκείνην· ὀλίγον δὲ πρὸ τῆς 14 Ὀκτωβρίου 1890 εἶδον τὸν τότε καὶ νῦν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῷ εἶπον: «δὲν δύναμαι πλέον νὰ ὑποστηρίξω τὸν τέως ἀρχηγόν μου κ. Δηλιγιάννην, καὶ θὰ ὑποστηρίξω ὑμᾶς». Ἐνθυμεῖσθε τὰ τοῦ συνδυασμοῦ, ἐνθυμεῖσθε τὰ κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ἐνθυμεῖσθε τὰ πάντα, ἑπομένως θεωρῶ ὅλως περιττὸν νὰ σᾶς ἀπασχολῶ διὰ ζητημάτων τοῖς πᾶσι γνωστῶν. Ἐπῆλθον αἱ ἐκλογαὶ τῆς 14 Ὀκτωβρίου καὶ ἀπέτυχον, ἦλθεν ἔπειτα ἡ ἐπαναληπτικὴ ἐκλογὴ ἐν τῷ νομῷ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος τῆς 29 Δεκεμβρίου 1891, καὶ πάλιν ἐξετέθην ὡς ὑποψήφιος τοῦ κ. Τρικούπη καὶ ἀπέτυχον. Ἦλθον αἱ ἐκλογαὶ τῆς 3 Μαΐου καὶ ἐπέτυχον. Ὁποίαν ἐντολὴν, Κύριοι, ἡμεῖς οἱ Τρικουπικοὶ τότε ἐλάβομεν παρὰ τῶν ἐκλογέων μας; ἐλάβομεν τὴν ἐντολὴν, ὅπως ἔλθωμεν ἐνταῦθα καὶ ὑποστηρίξωμεν τὸν κ. Τρικούπην, ὑποσχεθέντα ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς, ὅτι θὰ ἀνορθώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἤλθομεν ἐνταῦθα, καὶ ὑπεστηρίξαμεν αὐτὸν ὁμοῦ μετὰ τῶν λοιπῶν συναδέλφων, τῶν καθημένων σήμερον ἐκεῖ, (δεικνύει τὴν δεξιὰν) καὶ τὸν ὑπεστηρίξαμεν πολλάκις ἀψηφοῦντες τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἐπράττομεν πρὸς τοὺς συμπολίτας μας διὰ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν καὶ δι’ ὅλων τῶν ἄλλων φορολογικῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐζήτησε, μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ κατορθώσῃ ἐπὶ τέλους νὰ διορθώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἀτυχῶς, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς ἀπέτυχε, καὶ μίαν ἡμέραν, ἐνῷ εὑρισκόμην εἰς τὰς Ἀθήνας, μανθάνω αἴφνης, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρῃτήθη, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον παρῃτήθη. Μετὰ δύο ἄλλων συναδέλφων μου, παρόντων ἐνταῦθα εὐτυχῶς σήμερον, μετέβημεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἠρωτήσαμεν τὸν κ. Τρικούπην διατὶ παρητήθη· ὁ κ. Τρικούπης μετὰ τοῦ συνήθους ὕφους του μᾶς ἀπήντησε «σᾶς παραπέμπω εἰς τὸ Ἄστυ» (ἱλαρότης). Τί ἠθέλατε, ἀξιότιμε ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὰ, νὰ πράξωμεν ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ, οἵτινες ὑπεστηρίξαμεν μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης τὸν κ. Τρικούπην, καὶ οἵτινες, ἐρωτῶντες αὐτὸν διατὶ παρητήθη, ἐλαμβάνομεν τοιαύτην ἀπάντησιν; Ἐπράξαμεν πᾶν ὅ,τι φιλότιμοι καὶ φιλοπάτριδες ἄνδρες ὤφειλον νὰ πράξωσι. Θεωρεῖται, Κύριοι, παρὰ πλείστων ὡς ἀρετὴ νὰ παραμένῃ τις εἰς ἓν κόμμα. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, τοῦτο δὲν εἶναι ἀρετὴ, παρὰ ἐφ’ ὅσον ὁ πολιτικὸς αὑτοῦ ἀρχηγὸς ἐφαρμόζει τὸ πρόγραμμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐξελέγη Βουλευτής. Ἐξελέγην Βουλευτὴς κατὰ τὸ 1874 τὸ πρῶτον. Γνωρίζετε πάντες, ὅτι ἐξελέγην ὡς φίλος τοῦ ἀειμνήστου Βούλγαρη. Τοῦτο ὅμως δὲν μὲ ἠμπόδισεν, εὐσυνειδήτως κρίνοντα, ἵνα κατὰ τὴν ψηφοφορίαν περὶ τοῦ κύρους τῆς βουλευτικῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Ράλλη ὑπερψηφίσω αὐτοῦ, καὶ ἕνεκα τούτου ἐξεδιώχθην τοῦ Βουλευτηρίου, διότι δὲν εἶχον τὴν νόμιμον ἡλικίαν. Κατὰ τὸ 1875 δὲν ἐξετέθην, διότι καὶ τότε δὲν εἶχον τὴν νόμιμον ἡλικίαν. Κατὰ τὸ 1879 ὑπεστήριξα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν κ. Τρικούπην, διεφώνησα δὲ πρὸς αὐτὸν ὅτε ἐπρόβαλε τὸ πρόγραμμα τῆς διαιρέσεως τοῦ στρατοῦ εἰς στρατὸν ὑπηρεσίας καὶ στρατὸν ἐκπαιδεύσεως· ἐπειδὴ τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο δὲν μοὶ ἦτο ἀρεστὸν, ἐδήλωσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν ἀσπάζομαι αὐτὸ, καὶ τὸν ἐγκατέλιπον, συνταχθεὶς ἔκτοτε μὲ τὸν κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν. Κατὰ τὸ διάστημα τῆς πενταετίας, καθ’ ὃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐκάθητο εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, εἰς ἣν κάθηται σήμερον ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Ζυγομαλᾶς, ἔμεινα μετ’ αὐτοῦ καὶ ἠγωνίσθην καθ’ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς· πολλάκις ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ μᾶς ἐπετίθετο, ὡς σήμερον ἐπιτίθεται κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ...
§26ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ὄχι ὁλόκληρος σήμερον· τὸ ἥμισυ.
§27ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. .. καὶ ἐν τούτοις οὐδέποτε οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν, ἐξ ἐκείνων τῶν ὀλίγων, οἵτινες ὑπεστήριξαν τὸν κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, ἐθεωρήσαμεν καλὸν νὰ ἀλλάξωμεν γνώμην. Διατὶ τάχα σήμερον εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν φαίνεται παράξενον, ὅτι ἐσχηματίσθη τρίτον κόμμα; Καὶ τέταρον καὶ πέμπτον πρέπει νὰ σχηματισθῇ. Ἐγὼ γνωρίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι δύναταί τις νὰ ἀπαιτήσῃ τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, τὸ μονοπώλιον τῶν πυρείων, τὸ τοῦ σιγαροχάρτου, ὄχι ὅμως καὶ τὸ μονοπώλιον τοῦ κομματάρχου. Ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἦλθεν ἐπὶ τὰ πράγματα καὶ δευτέραν φορὰν κατόπιν τῶν ἐκλογῶν τῆς 14 Ὀκτωβρίου. Τί ἔπραξεν; Ἀπολύτως τίποτε. Ἠκολούθησε κατὰ γράμμα κατά τε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους τὸν νῦν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Διατὶ σήμερον ξενίζεται ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, βλέπων ὅτι σχηματίζονται καὶ ἄλλα κόμματα ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει; Δὲν ἐννοεῖ, ὅτι, ὅπως ἐκεῖνος κατὰ τὸ 1880 εἶχε τὴν ἀξίωσιν ἀπέναντι τριῶν σοβαρῶν κομματαρχῶν, τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, τοῦ Ζαΐμη καὶ τοῦ Κουμουνδούρου, νὰ σχηματίσῃ κόμμα, τὸ ὁποῖον εἶχε πέντε καὶ κατόπιν 50 Βουλευτάς, οὕτω καὶ σήμερον ἄλλοι ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν νὰ σχηματίσωσι κόμμα; Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου του, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, καὶ ὅλως ἀπροσέκτως χθὲς ἐπέῤῥιψεν εὐθύνην ἢ μᾶλλον ἐξέφερε λέξιν βαρεῖαν κατὰ τῶν τέως Ὑπουργῶν τοῦ Στέμματος, ἀποκαλέσας αὐτοὺς σταυλίτας. Οὐδεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπάρχει σταυλίτης, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον οἱ τέως Ὑπουργοὶ, οἵτινες διακρίνονται διὰ τὰ ἐλεύθερα αὑτῶν φρονήματα· ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις προΐσταται σήμερον τοῦ τρίτου κόμματος, οὐδέποτε κατεδέχθη νὰ καταφύγῃ εἰς πλάγια μέσα, ὅπως ἀνέλθῃ ἐπὶ τὴν ἀρχήν· ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἦτο ἐκ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες συνειθίζουσι διὰ τῶν παρασκηνίων νὰ ὑπεισέρχωνται εἰς τὴν ἐξουσίαν, βεβαίως πρὸ πολλοῦ θὰ ἦτο Πρωθυπουργός. Ἀλλὰ παρετηρήσατε, ὅτι δὶς κατ’ ἐπανάληψιν εὑρέθη εἰς δυσχέρειαν τὸ Στέμμα, ἵνα καλέσῃ ἕνα ἐκ τῶν πολιτευομένων ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, καὶ ἐκάλεσε τὸ πρῶτον τὸν κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴν, τὸ δεύτερον τὸν ἀξιότιμον κ. Σωτηρόπουλον. Ἀλλὰ μήπως νομίζετε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι οἱ σταυλῖται δὲν εἶναι ἔντιμοι ἄνθρωποι: οἱ σταυλῖται εἶναι ἄνθρωποι ἔντιμοι, οἵτινες ἐργάζονται καὶ διὰ τῆς ἐργασίας των ζῶσι. Δὲν φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ λέξις αὕτη ἥρμοζε νὰ ἐξέλθῃ τῶν χειλέων τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἀπεκάλεσε μόνον τοὺς τέως Ὑπουργοὺς σταυλίτας, ἀπεκάλεσε καὶ ἡμᾶς τοὺς Βουλευτὰς, τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ τρίτον κόμμα, ἀγέλην, διότι μετέστημεν ἀγεληδὸν ἐκ τῆς στροῦγκας ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) εἰς τὴν στροῦγκαν αὐτὴν (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Δὲν φρονῶ, ὅτι ὁ διακρινόμενος ἐπ’ εὐγενείᾳ καὶ ἁβρότητι ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἤθελέ ποτε φθάσει εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἐκφέρῃ τοιαύτην φράσιν περὶ συναδέλφων, τοὺς ὁποίους εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐκτιμᾷ, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ὁ σχηματισμὸς τοῦ τρίτου κόμματος τὸν ἐνοχλεῖ παραπολὺ, καὶ διὰ τοῦτο, ἐν ἀγανακτήσει διατελῶν, ἐξέφερε τὴν φράσιν ἐκείνην. Ἔρχομαι ἤδη, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω δεύτερόν τι ζήτημα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος, εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, εἰς τὸν ἐπίλογόν του εἶπεν ὅτι «θὰ δράσῃ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος»· ἀλλ’ ἔρχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος τί λέγει; λέγει, ὅτι ἀτυχῶς ἀπὸ τῆς 3 Μαΐου ἐπτωχεύσαμεν, μὲ μίαν καὶ μόνην διαφορὰν, ὅτι δὲν παρεδέχεται ὅτι ὁ αἴτιος τῆς πτωχεύσεως εἶναι ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς ἢ ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ὁ κ. Σωτηρόπουλος. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὅστις ἀτυχῶς δὲν παρίσταται εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅπως δώσῃ τὴν ἀπαιτουμένην ἀπάντησιν, ἐγένετο Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν 3 Μαΐου. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος λοιπὸν διὰ μιᾶς ἐκήρυξε τὴν πτώχευσιν; Δὲν πιστεύω ἡ παρουσία καὶ μόνη τοῦ κ. Σωτηροπούλου ἐν τῇ Κυβερνήσει νὰ ἔφερεν ὡς ἐπακόλουθον τὴν πτώχευσιν. Ἄλλοι εἶναι οἱ αἴτιοι τῆς πτωχεύσεως· καὶ τίνες εἶναι οἱ αἴτιοι τῆς πτωχεύσεως, ὁ κόσμος τοὺς γνωρίζει. Δὲν πρέπει, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ λέγωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου φράσεις, ὡς ἐκείνη, ἥτις ἐπανελήφθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ τῆς πλειοψηφίας, δὲν πρέπει νὰ εἰρωνευώμεθα τὸ ἀτυχὲς τοῦτο Κράτος, δὲν πρέπει νὰ ἐμπαίζωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅστις συνεισέφερε τόσα καὶ τόσα, ὅστις εἰς τόσας ἐπιστρατεύσεις κατεστράφη, ὅστις κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1885 ἀπώλεσε χιλιάδας ἀνδρῶν εἰς τὰ νοσοκομεῖα καὶ εἰς τὰς συμπλοκὰς τῶν συνόρων, ὅστις ἀκόμη καὶ πέρυσι διὰ τῶν ἀντιπροσώπων του ἔδωκε καὶ τὸν τελευταῖον αὑτοῦ ὀβολὸν ὑπὲρ τῆς τιμῆς τοῦ Κράτους· δὲν πρέπει νὰ τὸν εἰρωνευώμεθα, ὡς τὸν εἰρωνεύθη προχθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Χαλκίδος Βουλευτής· διότι ἦτο καθαρὰ εἰρωνεία τὸ νὰ λέγῃ πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους «ἡ Ἑλλὰς θὰ δράσῃ». Τίνι τρόπῳ θὰ δράσῃ ἡ Ἑλλάς, ἀφοῦ ὁ Πρωθυπουργὸς μᾶς λέγει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς «ἀτυχῶς ἐπτώχευσε»; Δὲν πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, νὰ δράσωμεν σήμερον, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἔχωμεν τὸ θάῤῥος, ὅπερ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἶπον, ἵνα κηρύξωμεν τὴν πτώχευσιν, καὶ κατὰ τοῦτο καὶ μόνον συγχαίρω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ τὸ ὁμολογήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπροκαλύπτως, ὅτι ἀτυχῶς ἐπτωχεύσαμεν.
§28ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ἀργά.
§29ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κάλλιον ἀργὰ παρὰ ποτέ. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, τὴν ἑσπέραν, καθ’ ἣν δύο ἀξιότιμοι συνάδελφοι, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἐτόλμησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐκστομίσουν τὴν λέξιν συμβιβασμὸς, ἐνθυμεῖσθε τότε, πῶς ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἐῤῥίφθη κατ’ αὐτῶν νὰ τοὺς κατακερματίσῃ, καὶ ἐν τούτοις μετὰ ἓξ ἀκριβῶς μῆνας ἔρχονται αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον, ὅτι ἡ πτώχευσις εἶναι καταστροφὴ, καὶ κηρύττουσιν αὐτήν! Ὁ δ’ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἔλεγε τότε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ πτώχευσις εἶναι ἓν σκότος, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ πάντες θὰ συγκρουώμεθα καὶ ὁ εἷς δὲν θὰ βλέπῃ τὸν ἄλλον. Καὶ ὁ μὲν κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὸ θάῤῥος καὶ σήμερον νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του, καὶ σᾶς λέγει, ὅτι «ὑπῆρξα ἀτυχὴς εἰς τὰ σχέδιά μου, ἔκαμα ὅ,τι ἠδυνήθην νὰ κάμω, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἔφθασαν τὰ πράγματα εἰς τὸ ἀπροχώρητον, ἀτυχῶς ἐπτωχεύσαμεν». Ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος προΐσταται ὁμάδος ἀξιοτίμων συναδέλφων, τί εἶπεν; ἀπολύτως τίποτε· ἐζήτησε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, καὶ τὴν ἐζήτησε κατὰ τρόπον μὴ ἐπιτρεπόμενον εἰς ἄνδρα σοβαρὸν, ὁ ὁποῖος κατηνάλωσε 50 ὅλα ἔτη ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, καὶ τὴν ἐζήτησε δι’ ἀπειλῶν, καὶ τὴν ἐζήτησε λέγων πρὸς ἡμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι εἶναι πολὺ πιθανὸν, ἐὰν δὲν διαλυθῇ ἡ Βουλὴ, νὰ φθάσωμεν καὶ εἰς ἐπανάστασιν. Παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ τῶν ἐπαναστάσεων, κύριοι Βουλευταί· τὰς ἐπαναστάσεις τὰς ἐνήργησαν ἄνδρες, οἵτινες—τὸ λέγω μετὰ λύπης—ἐξέλιπον· εἶναι πολὺ πιθανὸν μετά τινα ἔτη ν’ ἀναδειχθῶσι καὶ πάλιν ἄνδρες τοιοῦτοι, ἐὰν αἱ περιστάσεις τὸ καλέσωσιν, ἀλλὰ σήμερον δὲν ὑπάρχουν ἄνδρες ἱκανοὶ, ἵνα προκαλέσωσι τὸ ἔθνος εἰς ἐπανάστασιν. Ἡμεῖς, κύριοι Βουλευταὶ, οἱ ἀποτελοῦντες τὸ τρίτον κόμμα, θέλομεν προβῆ μετὰ θάῤῥους εἰς τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ἐχαράξαμεν· δὲν πτοούμεθα οὔτε ἀπὸ τὰς ἀπειλὰς τῶν μὲν, οὔτε ἀπὸ τὰς ἀπειλὰς τῶν δέ. Δὲν προσβάλλομεν κανένα, δὲν ὑβρίζομεν κανένα. Εἴμεθα σήμερον μία ὁμὰς, ἀποτελουμένη ἐκ 50 ἐντίμων συναδέλφων· ἂς ῥίψῃ τὸ βλέμμα ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς πρὸς τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα, διὰ νὰ πεισθῇ, ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν Βουλευτῶν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποτελέσῃ μέρος ἀγέλης, ὅτι οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν εἶναι μαθημένος νὰ εἰσέρχηται διὰ τῶν παρασκηνίων εἰς τὴν ἀρχήν. Δύο λόγοι, κύριοι Βουλευταὶ, μὲ ἠνάγκασαν νὰ λάβω τὸν λόγον· ὁ πρῶτος ἦτο ἡ ἀγανάκτησις ἡ δικαία, ἥτις ἐξηγέρθη χθὲς ἐν ἐμοὶ, ἅμα ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου καὶ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ νὰ ἐκφέρῃ τὰς φράσεις ἐκείνας καθ’ ὁλοκλήρου κόμματος, καὶ ὁ δεύτερος, ὅταν ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας νὰ λέγῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ δράσῃ. Σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι καὶ οἱ δύο ἐξ ἴσου ἐξήγειραν τὴν ἀγανάκτησίν μου, καὶ διὰ τοῦτο ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, ὅπως δι’ ὀλίγων ἐκθέσω τὴν γνώμην μου, ἀφίνων εἰς ἄλλους, ἐντριβεστέρους τῆς τε οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους καὶ τῆς διοικητικῆς, ὅπως διὰ μακρῶν ἀναπτύξωσι τὰς γνώμας των. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τοῦ κέντρου τῆς ἀριστερᾶς).
§30ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἤκουσα, Κύριοι, μετὰ πολλῆς προσοχῆς τοῦ ἐπὶ διήμερον ἀγορεύσαντος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος. Ἡ ἀγόρευσις τῶν ἀρχηγῶν τῶν παλαιῶν κομμάτων μὲ ἐνεθουσίασε πάντοτε, καὶ πλειστάκις ἀπὸ τοῦ θεωρείου ἐκείνου (δεικνύει τὸ θεωρεῖον τῶν ἀξιωματικῶν) ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τῶν λόγων καὶ τῶν γνωμῶν αὐτῶν. Ὅτε κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον ἤρξατο τοῦ λόγου του ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος μέχρι τῆς διακοπῆς τῶν δέκα λεπτῶν, τῆς ἐγκριθείσης ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐνόμισα ὅτι δὲν ἦτο ἀντιπολιτευόμενος· ἤρξατο τοῦ λόγου ἐπιτιθέμενος κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὡς τῆς μόνης αἰτίου τῆς καταστάσεως ταύτης, ὡς παραβιασάσης τοὺς θεσμοὺς, ὡς μὴ διαλυσάσης τὴν Βουλὴν· ὅτε μάλιστα ἤκουσα αὐτοῦ, στρέφοντος πρὸς τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν δεξιὰν) καὶ λέγοντος «ηὐφράνθη ἡ ψυχή μου, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἐπανήγαγε τὸν κ. Τρικούπην εἰς τὴν ἐξουσίαν», καὶ ὅτι ηὐχαριστήθη «διότι τοὺς ἄλλους δὲν ἠκολούθησαν καὶ οἱ λοιποὶ εἰς τὴν στροῦγκαν ἐκείνην», ἐνόμισα ὅτι ὁ πολέμιος τῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Τρικούπη καθ’ ὅλας τὰς συνόδους ἠσπάζετο τὴν τελευταίαν πολιτικὴν αὐτοῦ καὶ φίλος καὶ σύμμαχος αὐτοῦ ἐγένετο, ἡ δὲ βαρεῖα αὕτη μομφὴ καὶ κατάκρισις, ἐκφερομένη ἐκ τοῦ στόματος ὑπερόχου Βουλευτοῦ, ἀπὸ τεσσαρακονταετίας πολιτευομένου, δεκάκις ἴσως ὑπουργεύσαντος καὶ δὶς πρωθυπουργεύσαντος καὶ πολλὰς καὶ μεγάλας ὑπηρεσίας τῇ πατρίδι προσεγκόντος, ἡ τοιαύτη, λέγω, ἐπίκρισις μὲ κατεστενοχώρησε, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἀντενάκλα καὶ εἰς ἐμέ. Ἡ ἐπὶ δέκα λεπτὰ διακοπὴ παρῆλθε, καὶ βλέπω τὸν κ. Δηλιγιάννην σπεύδοντα ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο ἀκμαιότερον καὶ ζωηρότερον· δὲν ἐπρόφθασα νὰ καθίσω εἰς τὴν θέσιν μου ἐκεῖ, καὶ ἀκούω μύδρους καὶ κεραυνοὺς ἐκτοξευομένους κατὰ τῆς πολιτείας ἐκείνων, οἵτινες ὑπεστήριξαν τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Τρικούπη. Ἐκήρυξεν ἐπανειλημμένως, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης εἶναι ὁ πρωταίτιος τῶν συμφορῶν τῆς Ἑλλάδος, ὁ κ. Τρικούπης εἶναι ὁ πρωταίτιος τῆς πτωχεύσεως τῆς Ἑλλάδος, ὁ κ. Τρικούπης εἶναι ὁ αἴτιος τῶν συμφορῶν καὶ τοῦ ὀλέθρου τοῦ τόπου. Ἀνέπνευσα, διότι εἶπον, «δὲν κατακρίνει ἡμᾶς, δὲν ἐνόει νὰ κατακρίνῃ ἐκείνους, οἵτινες ἔπαυσαν νὰ ὑποστηρίζωσι τοιαύτην ὀλεθρίαν πολιτικήν»· οὔτε ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ, ὅτι ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτής, ὃν σέβομαι καὶ τιμῶ, ἦτο δυνατὸν νὰ κατακρίνῃ ἡμᾶς, τοὺς παύσαντας νὰ ἐμμένωμεν ἐν τῇ πεπλανημένῃ καὶ ἐπιβλαβεῖ πολιτείᾳ, οὔτε ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ, ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης ἦτο ἀσυνεπὴς καὶ ἀσύμφωνος πρὸς τὰς ἀρχάς του, πρὸς τὴν λογικὴν, οὔτε ἠδυνάμην νὰ παραδεχθῶ τὴν εὐτελῆ ἰδέαν, ὅτι οἱ παύσαντες νὰ ὑποστηρίζωσι τὸν κ. Τρικούπην ἦσαν κατακριτέοι ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ κ. Δηλιγιάννη, διότι ἔλαβον τὴν ἄγουσαν πρὸς τὰ μεσαῖα καὶ οὐχὶ πρὸς τὰ πρῶτα θρανία τῆς ἀριστερᾶς· ἀλλ’ ἡ ῥητορικὴ δεινότης, ὁμολογῶ, καὶ ἡ εὐστροφία καὶ ἐπιτηδειότης περὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ λόγου τῶν ἀρχηγῶν τῶν παλαιῶν κομμάτων ἐπιφέρει τὸν συναρπασμὸν, καὶ δι’ αὐτὸ ὁ μὲν κ. Δηλιγιάννης χειροκροτεῖται παρὰ τῶν ἀντιθέτων, οὓς κατακρίνει, ὁ δὲ κ. Τρικούπης, ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὀλίγου δεῖν ν’ ἀποσπάσῃ τὰ χειροκροτήματα ὅλων ἡμῶν, ὅταν ἐδήλου ἐπισήμως τὴν πτώχευσιν τῆς Ἑλλάδος (εὖγε! εὖγε! ἐκ τοῦ κέντρου τῆς ἀριστερᾶς). Ἀλλ’ εἶπον, ὄχι, ἐπλανήθην. Ὁ κ. Δηλιγιάννης, δὲν ἦτο ἀσυνεπής, δὲν ἦτο ἀσύμφωνος πρὸς τὰς ἀρχάς του· ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔλεγεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνωσιν οἱ 170 ἐκεῖνοι, ἔπρεπε νὰ μείνῃ συμπαγὴς ἡ πλειονοψηφία ἐκείνη, ἡ ὑποστηρίζουσα τὴν ὀλεθρίαν πολιτικὴν τοῦ κ. Τρικούπη, διὰ νὰ καταδικάσωσιν οἱ 170 Βουλευταὶ αὐτοὶ ἑαυτοὺς ἐν τῇ συνειδήσει τῆς χώρας διὰ τῆς τοιαύτης αὐτῶν πορείας, διὰ νὰ πεισθῇ ἡ χώρα, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὑφισταμένη τοιαύτη πλειονοψηφία, καὶ συνεπῶς τοιαύτη Βουλή· καὶ σήμερον τοῦτο ἐδήλωσε καθαρῶς, ὅτι τὸ μόνον φάρμακον εἶναι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς μερίδος ἐκείνης (δεικνύει τὸ κέντρον τῆς ἀριστερᾶς) Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς σᾶς εἶπε μετὰ παῤῥησίας εἰλικρινοῦς, ὅτι οὔτε τὸ Στέμμα οὔτε ἡ Κυβέρνησις τῆς 3 Μαΐου ἐθεώρει ὡς σκόπιμον κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, τὴν ἐθεώρει ὡς ἀσύμφορον, ἐν ᾧ διατελεῖ κινδύνῳ ἡ χώρα.
§31ΡΑΛΛΗΣ. Μὴ ἀναμιγνύετε, παρακαλῶ, τὸ Στέμμα, διότι τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἀναλαμβάνει ὅλην τὴν εὐθύνην τῶν πεπραγμένων· ὅ,τι ἐπράχθη, ἐπράχθη ὑπ’ εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν τῆς 3 Μαΐου.
§32ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν ἐθεώρει, λέγω, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη συμφέρουσαν τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἐν ᾧ διατελεῖ κινδύνῳ ἡ χώρα. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι καὶ νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, ὅτι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἦτο ἀναγκαία. Μία νέα Βουλὴ ἤθελε παρουσιάζει διάφορον ὄψιν, ἀλλ’ ὄχι καὶ διάφορον γνώμην· τί ἤθελε σκεφθῇ ἡ νέα Βουλή, ἐὰν ἤρχετο μετὰ τὴν ἐπιβεβαίωσιν τῆς πτωχεύσεως τῆς χώρας; Ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἤθελε σκεφθῇ νὰ λάβῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, τὴν ἐπιψήφισιν δηλ. τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, ἢ ἤθελεν ἔλθει ἀμέσως κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸν συμβιβασμόν. Καὶ διατὶ σήμερον ἡ σημερινὴ Βουλὴ δὲν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ τοῦτο; Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὴν γνώμην, ὅτι ὁ Βουλευτὴς δὲν εἶναι ἀνεξάρτητος νὰ σκέπτηται, καὶ νὰ ἀλλάσσῃ μάλιστα πολιτικήν, ὅταν βεβαιωθῇ, ὅτι ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ, εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὸν τόπον. Ἀλλοίμονον, ἐὰν ὁ ἄνθρωπος ἐμμένῃ ἐν γνώσει εἰς τὴν πεπλανημένην αὐτοῦ γνώμην! Καὶ ἐὰν παραδεχθῆτε, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη ἦτο γνώμη εἰς ὄλεθρον ἄγουσα, ἔπρεπε νὰ ἐμμένῃ μέχρι τάφου εἰς τὴν πλάνην, πρὸς βλάβην τῆς χώρας; Δὲν ἔβλαψαν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα αἱ μεταστάσεις καὶ αἱ μετατροπαὶ τῶν γνωμῶν ἑκάστοτε· πληγὴ τοῦ τόπου, τραῦμα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἶναι αἱ ὀγκώδεις πλειονοψηφίαι· αἱ ὀγκώδεις πλειονοψηφίαι παρέλυσαν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, διότι ἐγέννησαν τὴν δικτατορίαν τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων (εὖγε! εὖγε! ἐκ τοῦ κέντρου τῆς ἀριστερᾶς). Ἐὰν πρὸ τριῶν ἐτῶν ὁ κ. Τρικούπης εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον, πιστεύσατέ με ὅτι μεμετρημένως ἤθελε βαδίσει, καὶ δὲν ἤθελεν ἀποτύχει, ἀλλ’ ὅταν ἔχητε ὀγκῶδες στήριγμα ὄπισθεν ὑμῶν, δὲν συλλογίζεσθε νὰ ἀκούσητε γνώμην ἄλλην, ὁσονδήποτε ὀρθὴ καὶ ἂν ἦναι. Ἔρχομαι, Κύριοι, λέγων ὅτι δὲν εἶναι ἀξία μομφῆς ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, μὴ διαλύσασα τὴν Βουλήν· τοὐναντίον νομίζω ὅτι ἔπραξε πατριωτικὸν ἔργον. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, βλέπουσα τὴν πραγματικὴν οἰκονομικὴν ἀνικανότητα τοῦ Κράτους, ἐσκέφθη νὰ εὕρῃ οἰκονομικὸν μέτρον προσωρινὸν, δὲν νομίζω δὲ, ὅτι δύναται νὰ κατακριθῇ τὸ προσωρινὸν μέτρον τοῦ Φαῖντιγγ· εἶναι ἡ σανὶς τῆς σωτηρίας. Ἐὰν κατακρίνητε τὸ Φαῖντιγγ, εἶναι ὡς νὰ λέγητε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσητε σχεδίαν εἰς τοὺς ναυαγοὺς νὰ σωθῶσιν, ἀλλὰ προτιμᾶτε νὰ καταβροχθισθῶσιν ὑπὸ τῶν κυμάτων, ἐνῷ, προσωρινῶς σωζόμενοι ἐπὶ τῆς σχεδίας, δύνανται κατόπιν διὰ πλοίου νὰ ὁδηγηθῶσιν εἰς ἀσφαλῆ λιμένα. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐθεώρει τὴν σχεδίαν τοῦ Φαῖντιγγ ὡς πλοῖον, ὡς ὁριστικὸν οἰκονομικὸν μέτρον, τότε καὶ μόνον θὰ ἦτο κατακριτέα. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ συμβιβασμὸς εἶναι προτιμότερος τοῦ Φαῖντιγγ, ἐὰν σήμερον λέγητε πρὸς τὸν δανειστήν: «δὲν ἔχω νὰ σὲ πληρώσω, ἀλλὰ θὰ λάβῃς ὅ,τι ἔχω»· δὲν γνωρίζω διατὶ θέλετε νὰ κατακρίνητε τὸ μέτρον, ὅταν ὁ ὀφειλέτης λέγῃ πρὸς τὸν δανειστήν: «δὲν ἔχω σήμερον νὰ σὲ πληρώσω, ἀλλὰ δὲν παραλείπω νὰ ἀναγνωρίσω τὸ χρέος μου· νὰ κεφαλαιωθῇ καὶ ὁ τόκος, τὸν ὁποῖον σοὶ ὀφείλω, καὶ θὰ σοὶ πληρώσω καὶ τὸν τόκον τοῦ τόκου». Τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι παρέχει ἀνάπαυλαν εἰς τὸν τόπον τὸ προσωρινὸν τοῦτο μέτρον; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, προβᾶσα εἰς τὸ μέτρον τῆς κεφαλαιώσεως τῶν τόκων, ἐζήτησε νὰ ἀνακουφίσῃ προσωρινῶς τὸν τόπον, ὅπως δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις λελογισμένως καὶ ἐν πάσῃ ἀνέσει νὰ κανονίσῃ τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας διὰ μέτρων ὁριστικῶν. Ὡς πρὸς δὲ τὸν βασιλικὸν λόγον, Κύριοι, τὸ θέμα δηλ. τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, νομίζω ὅτι ἡ ἀπάντησις ἡ διδομένη δὲν εἶναι ἡ εἰλικρινὴς παράστασις τῆς πραγματικῆς καταστάσεως τῆς χώρας· τοὐναντίον, ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ μετατοπίζονται καὶ ἐπιῤῥίπτονται εὐθῦναι ἐκεῖ, ὅπου δὲν δύνανται νὰ σταθῶσιν. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐξαγάγω συμπέρασμα ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὴν γενομένην ἐπερώτησιν «τίς ὁ λόγος τῆς παραιτήσεως». Ἓν μόνον ἀντελήφθην: ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ σύμβασις ἦτο τετελεσμένη, τὴν τετελεσμένην δὲ ταύτην σύμβασιν παραλαμβάνων, παρουσιάζει πρὸς τὸ Στέμμα, λέγων ὅτι ἔπρεπε νὰ προσεπικυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως· ὁ Βασιλεὺς ἀντιτάσσει τὸν ὅρον τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς ἐγκρίνει τὴν γνώμην ταύτην τοῦ Βασιλέως. Δὲν δύναμαι νὰ ἴδω διαφωνίαν μέχρι τοῦδε μεταξὺ Πρωθυπουργοῦ καὶ Βασιλέως· ἦσαν σύμφωνοι ὡς πρὸς τοῦτο, ὅτι ἔπρεπε νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλή· διατὶ τότε παρῃτήθη; ἵνα παραιτηθῇ, πρέπει νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι καὶ ἄνευ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς ἔδει ὁ Βασιλεὺς νὰ προσυπογράψῃ τὴν τετελεσμένην σύμβασιν. Ὁ ἡγέτης τοῦ τρίτου κόμματος σᾶς εἶπε προχθὲς ῥητῶς: «ἰδοὺ ἡ εὑρεθεῖσα σύμβασις μεταξὺ τοῦ παραιτηθέντος Ὑπουργείου καὶ τοῦ συνδικάτου τοῦ ἐν Λονδίνῳ»· ἐν τῇ συμβάσει ἐκείνῃ οὔτε ποσὸν δανείου, οὔτε ὑπογραφή τις ἐφέρετο τῶν συμβαλλομένων. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπαρουσίαζεν εἰς τὸν Βασιλέα σύμβασιν, μὴ φέρουσαν τὴν ὑπογραφὴν τῶν συμβαλλομένων· εἶχε τὴν τόλμην νὰ ἐπιζητῇ τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ εἰς carte blanche (χάρτην λευκόν). Ἐκ τούτου λοιπὸν δύναταί τις νὰ εἰκάσῃ, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν ὑπῆρχεν, ὅτι τὸ δάνειον δὲν ἦτο τετελεσμένον, ἀπέτυχεν. Ἀλλὰ τίς δύναται νὰ κατακρίνῃ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διὰ τοῦτο; Οὐδεὶς ἀλάθητος. Ἀπέτυχε τέλεον ἡ πολιτική του· οὐδεμίαν κακὴν πρόθεσιν εἶχεν. Δὲν δύναμαι νὰ κατακρίνω κἀνένα πολιτικὸν τῆς πατρίδος μου διὰ τὴν ἀποτυχίαν τῶν σχεδίων αὐτοῦ· δύναμαι νὰ τὸν κατακρίνω μόνον ἐπὶ κακῇ προθέσει, ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι μακρὰν νὰ ὑποθέσω τοῦτο διὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως· τὸν γνωρίζω ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων· δὲν δύναμαι νὰ τῷ ἀρνηθῶ οὔτε τὸν πατριωτισμόν, οὔτε τὴν θέλησιν, οὔτε τὴν ἱκανότητα, ἀλλ’ οὔτε ὁ ἴδιος δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐν τοῖς σχεδίοις αὐτοῦ πλήρη ἀποτυχίαν του. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς πολιτικῆς του ἠδυνάμην ἐγὼ νὰ ἐξακολουθῶ ὑποστηρίζων αὐτόν· δὲν δύναμαι ὅμως νὰ κατακρίνω καὶ τοὺς παρακαθημένους ἐκεῖ, (δεικνύει τὴν δεξιὰν) διότι ἐξακολουθοῦσι νὰ πιστεύουν, ὅτι σήμερον διὰ τῆς νέας πολιτικῆς ταύτης δύναται νὰ ὀρθοποδήσῃ τὸ Κράτος· σέβομαι τὴν γνώμην ἑκάστου. Ἓν μόνον ἔρχομαι νὰ εἴπω πρὸς τοὺς μεγάλους πολιτικούς μας, οἱ ὁποῖοι συνεχῶς ἀνακοινοῦσιν ἡμῖν γνώμας αὐτῶν καὶ ἀπευθύνουσιν ἡμῖν συμβουλὰς, ὅτι πρέπει νὰ ἔχουν τὸ θάῤῥος νὰ ἐπιῤῥίπτωσι τὴν εὐθύνην τῆς ἀποτυχίας εἰς ἑαυτοὺς, καὶ ὄχι εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἔταξεν ἡ Πολιτεία ἄνω πασῶν τῶν καθεστηκυιῶν ἐξουσιῶν, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ν’ ἀπολογηθῇ. Αἱ ἀπειλαὶ δὲν ἰσχύουσι σήμερον, διότι σήμερον δὲν ὑπάρχουν αἱ περιστάσεις τῆς πρὸ τριακονταετίας καταστάσεως· σήμερον ἡμεῖς ἐκλεγόμεθα διὰ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν συμπολιτῶν μας, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ σύρῃ ὄπισθεν αὑτοῦ οὔτε δέκα ἄνευ τῆς θελήσεως αὐτῶν. Τοιοῦτοι λοιπὸν ἄνδρες πρέπει νὰ ὁμολογῶσι τὰ ἑαυτῶν σφάλματα, τὴν ἀποτυχίαν τῆς πολιτικῆς των, καὶ νὰ μὴ ἐπιῤῥίπτωσι τὴν εὐθύνην ἀλλαχοῦ, ἵνα καταδικάζωσιν ἀδίκως ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ τόπου τὴν ὑπερτάτην πασῶν τῶν ἐξουσιῶν, τῆς ὁποίας τὸ γόητρον πρέπει νὰ μένῃ ἀμείωτον καὶ πλῆρες. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τοῦ κέντρου τῆς ἀριστερᾶς).
§33Ι. ΓΡΙΒΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, δὲν ἐπαγγέλλομαι τὸν ῥήτορα, οὐχ ἧττον ὀφείλω νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις, ὅπως δικαιολογήσω ἐμαυτὸν, μεταστάντα ἐκ τῆς τρικουπικῆς πτέρυγος εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Ὁ λόγος τῆς μεταστάσεώς μου ἦτο, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριζον μαζῆ μὲ τοὺς ἄλλους, ἀπέτυχεν ἐν τῷ οἰκονομικῷ της σχεδίῳ, ἀπέτυχε, πολιτευθεῖσα πλημμελῶς. Κύριοι Βουλευταὶ, παρῃτήθη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, χωρὶς ἀκόμη κἄν νὰ γνωρίζωμεν τὴν αἰτίαν τῆς παραιτήσεώς της. Ἅμα τῇ πτώσει τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης διέδιδον οἱ περὶ τὴν Αὐλὴν τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, ὅτι αἰτία τῆς ἀποχωρήσεώς του ἦτο, ὅτι περιῆλθε πρὸς τὸ Στέμμα εἰς σύγκρουσιν, διότι τὸ μὲν Στέμμα ἐζήτει τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς ἦτο ἐναντίος αὐτῆς· ἤκουσα δὲ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπολογουμένου καὶ ἀπαντῶντος εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, νὰ λέγῃ τὰ ἐναντία προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ λέγῃ, ὅτι συνέβη τὸ ἐναντίον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις συνίστα τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς εἰς τὸ Στέμμα....
§34ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§35ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶχε γραφῆ προηγουμένως εἰς τὸ «Ἄστυ».
§36Ι. ΓΡΙΒΑΣ. Τέλος, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ μετάστασίς μου εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ἐντελῶς δεδικαιολογημένη· δικαίωμά μου ἦτο νὰ ἐκλέξω τὸν ἀρχηγὸν, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ἤθελον πολιτευθῆ, καὶ ἐξέλεξα τὸν ἀρχηγὸν, ὁ ὁποῖος μοὶ ἤρεσε (γέλωτες)· δὲν κατετάχθην δὲ εἰς τὴν μερίδα τοῦ γεραροῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος βεβαίως θὰ ἔχῃ μετανοήσει διὰ τὰς φράσεις, ἃς ἐξέφερε προχθὲς ἐναντίον τῶν μεταστάντων ἀπὸ τῆς μιᾶς εἰς τὴν ἄλλην πτέρυγα. Ναὶ, γεραρὲ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὰ, εἶσθε ἀπὸ ἐπαρχίαν, ὅπου ὑπάρχουν πολλὰ ποίμνια, δὲν γνωρίζετε ὅμως, ὅτι τὰ ποίμνια δὲν ἐγκαταλιμπάνουν τὸν πιστικό των, παρὰ μόνον, ὅταν δὲν ἦναι καλὸς ὁ πιστικός των, καὶ πηγαίνουν τότε εἰς ἄλλον (ἱλαρότης).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§38ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττω περατωμένην τὴν συζήτησιν.
§40ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω καλὸν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναβάλωμεν (θόρυβος). Νομίζω, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία ἔχει καθῆκον νὰ μὴ βιασθῇ ἐπὶ τῆς συζητήσεως ταύτης. Πρέπει νὰ δοθῇ ὁ ἀπαιτούμενος καιρὸς, ὅπως μελετηθῶσιν αἱ ἀναπτυχθεῖσαι γνῶμαι. Ὅταν μάλιστα ἡ Βουλὴ λάβῃ τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἔλαβε, νὰ καταντᾷ εἰς διακωμῴδησιν, ἐνῷ πρόκειται περὶ ζητήματος μεγίστης σημασίας, ἐπιβάλλεται ἡ ἀναβολή. Δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν ἀκριβῶς τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν πρέπει νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις.
§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. (Θόρυβος).
§42ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον δι’ αὔριον.
§43Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ζητεῖται ἡ ἀναβολὴ παρὰ Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι προτίθενται νὰ ἀγορεύσωσι, νομίζω, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ ἀναβάλωμεν, ἄνευ ὅμως οὐδενὸς περιορισμοῦ. Εἶναι πιθανὸν νὰ τελειώσωμεν αὔριον, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ βέβαιον, ἐὰν θὰ τελειώσωμεν αὔριον.
§44ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον πρῶτος δι’ αὔριον.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 καὶ 30′ μ. μ.