1893.11.13
1.385 στίχοι · 11.033 λέξεις · 38 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10
τῆς 13 Νοεμβρίου 1893.
(Σάββατον).
Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἐπιτροπαὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλον ἔκθεσιν ἀπὸ κοινοῦ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ πληρωμῆς εἰς χρυσὸν ἐσόδων τινῶν. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 12). Ὁ ἐν Ἀμαλιάδι ἐμποροκτηματίας καὶ δικολάβος Λ. Κουτσούμπας ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφοράν, δι’ ἧς ἐκθέτει τὴν γνώμην του περὶ βελτιώσεως τῆς τύχης τῆς σταφίδος. Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος εἰδικὴν ἐπιτροπήν. Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Ναυπλίου κρατούμενος Μιχαὴλ Νόσης καταγγέλλει δι’ ἀναφορᾶς του τὸν Δήμαρχον Σολυγείας ὡς ἀρνούμενον νὰ παράσχῃ αὐτῷ πιστοποιητικὸν ἀκτημοσύνης. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§2ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον τῆς παρούσης περιόδου ὁ τότε καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς, παραστήσας τὴν ἀνάγκην τὴν οἰκονομικὴν, προεκάλεσε τὴν ψήφισιν καὶ ἐκτέλεσιν διαφόρων νόμων πρὸς εἴσπραξιν ποσῶν διὰ τὴν ἐπάρκειαν καὶ τὸ ἰσοζύγιον. Μεταξὺ τῶν νόμων τούτων ἰσχύουσι δύο· ὁ μὲν περὶ μεταβολῆς τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, ὁ δὲ περὶ μεταβολῆς διατάξεων τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη. Μετὰ τὴν ἐπίσημον πιστοποίησιν χθὲς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος διατελεῖ ἐν χρεωκοπίᾳ, χωρὶς νὰ ἐξετάσω τίς ὁ αἴτιος τῆς καταστάσεως ταύτης, παρατηρῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ εἰρημένοι νόμοι δὲν ἔχουσι σκοπόν τινα ἤδη, ἀφοῦ δὲν δύνανται νὰ ὑπηρετήσουν τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἐψηφίσθησαν. Ἀλλὰ παρεκτὸς τούτου συμφέρει καὶ εἰς τὸ Δημόσιον καὶ εἰς τὸν λαὸν ἡ κατάργησις ἀμφοτέρων· καὶ τοῦ μὲν περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διότι συγκεντροῖ τὰς ἐξουσίας καὶ βλάπτει καιρίως τὰ δημοτικὰ συμφέροντα, καὶ οὔτε οἱ δῆμοι δύνανται ἐκ τῆς παροχῆς τῶν ὑποχρεώσεων τῶν ἐκ τοῦ νόμου νὰ συντηρηθῶσιν, ἐκτελέσωσι δημοτικὰ ἔργα καὶ προστατεύσωσι τὴν ἐκπαίδευσιν· ἀλλὰ παρεκτὸς τούτου, διὰ τοῦ νόμου τούτου ἐστερήθη ἱκανὸς ἀριθμὸς Ἑλλήνων τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐπὶ δὲ τοῦ ἑτέρου νόμου περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν φρονῶ, ὅτι οὐδεὶς τῶν κ. κ. Βουλευτῶν θ’ ἀρνηθῇ, ὅτι οἱ πενέστατοι μαθηταὶ ἀπεδείχθησαν οἱ ὠφελιμώτατοι εἰς τὴν Πολιτείαν, πλὴν ἤδη δὲν δύνανται νὰ ἐκπαιδευθῶσι, καὶ συνεπῶς ἀντὶ χρηστῶν πολιτῶν θὰ ἔχωμεν μετ’ ὀλίγον χρόνον κακούργους, διότι ὁ χωρικὸς, ὁ ἄλλοτε διὰ μικροῦ ποσοῦ ἐκπαιδευόμενος, δὲν δύναται σήμερον νὰ καταβάλῃ τὰ τέλη, καὶ θὰ καταντήσῃ εἰς τὴν ὀκνηρίαν, ἡ ὁποία φέρει εἰς τὸ κακούργημα. Ἰδίᾳ δὲ ὁ περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νόμος ἀπεδείχθη ἐκ τῆς ἄχρι τοῦδε ἐν μέρει ἐφαρμογῆς του οὐ μόνον ἀλυσιτελής, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβής, ἀφοῦ τὰ πλεῖστα τῶν στρατιωτικῶν ὀργάνων πανταχοῦ, ὡς φαίνεται καὶ ἐκ τῆς δημοσιογραφίας, ἐγένοντο ἐκβιασταί, καὶ πολλὰ παράπονα ἠγέρθησαν κατὰ τῶν στρατιωτικῶν ὀργάνων. Ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἐδοκιμάσθη καὶ ἐκ τοῦ νόμου περὶ δασοφυλάκων, ὅστις ἀπέτυχε· πάντες γνωρίζομεν, ὅτι οἱ δασοφύλακες, οἱ ἐκτελοῦντες στρατιωτικὰ καθήκοντα, μετέρχονται τὸν ἐκβιαστήν, πάντες οἱ χωρικοὶ ἀναγκάζονται νὰ ὑποκύπτωσιν εἰς τοὺς δασοφύλακας, καὶ χιλιάδες ἀνθρώπων καταδιώκονται εἰς τὰ δικαστήρια. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῶν νόμων αὐτῶν. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ νόμον περὶ καταργήσεως τῶν νόμων αὐτῶν, καὶ πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω δύο προτάσεις νόμων, αἵτινες παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 13–14).
§4ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας λέξεις ἔχω ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως περὶ γεγονότος, τοῦ ὁποίου αἱ συνέπειαι εἶναι σημαντικαὶ διὰ τὴν σπουδάζουσαν ἐν Ἀθήναις νεότητα. Πάντες γνωρίζετε, ὅτι ἡ Πρυτανεία τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, ὁρμωμένη ἐκ πνεύματος οἰκονομίας, ἀπεφάσισεν, ὅπως περικόψῃ τὴν δαπάνην πρὸς φωτισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου· δὲν εὗρε δὲ ἄλλο κονδύλιον καταλληλότερον, καὶ διὰ τοῦτο κατήργησε τὸν φωτισμὸν τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ἑσπέρας ἐφοίτων οἱ σπουδασταὶ καὶ πολλοὶ ἄλλοι πολῖται, ὅπως ἐκεῖ μελετῶσι. Γνωστὸν ὅτι πλεῖστοι τῶν τοῦ Πανεπιστημίου φοιτητῶν στεροῦνται καὶ αὐτῶν τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων ἐπιστημονικῶν βιβλίων, ἄλλοι δὲ δὲν ἔχουσιν, εἰμὴ μόνον τὰ ἀναγκαῖα ἀπολύτως ἐπιστημονικὰ βιβλία. Ἀλλ’ ἡ Βιβλιοθήκη, ὡς γνωστόν, περιέχει βιβλία καὶ διὰ πᾶσαν εὐρυτέραν μελέτην, καὶ ὁ σκοπὸς αὐτῆς εἶναι νὰ παρέχῃ ταῦτα, τὴν νύκτα δὲ συνήθως προσήρχοντο ἐκεῖ οἱ φοιτηταὶ, μελετῶντες, διότι τὴν ἡμέραν εἶναι ἀπησχολημένοι εἰς τὰς ἀκροάσεις τῶν μαθημάτων αὐτῶν. Τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον βεβαίως ὀφείλει νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν καὶ τὴν μέριμναν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Δὲν λέγω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει τὴν οἰκονομικὴν διοίκησιν τοῦ Πανεπιστημίου, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι ὁ ἀνώτατος ἐπιμελητὴς καὶ διοικητὴς τῆς παιδείας, ἔχει καθῆκον νὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ γεγονότος, ὅπως ἐπιτύχῃ συνεννοούμενος μετὰ τοῦ πρυτάνεως, τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ νυκτερινοῦ φωτισμοῦ τῆς Βιβλιοθήκης. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἂν μέχρι τοῦδε δὲν ἔλαβε γνῶσιν τοῦ γεγονότος, —περὶ τοῦ ὁποίου ἀμφιβάλλω, —νὰ μεριμνήσῃ, μετὰ τοῦ πρυτάνεως συνεννοούμενος, καὶ λάβῃ περὶ τοῦ φωτισμοῦ τὴν δέουσαν πρόνοιαν.
§5Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Μέχρι τοῦδε δὲν ἔλαβον γνῶσιν τοῦ πράγματος· θέλω ὅμως μεριμνήσει, συνεννοούμενος μετὰ τοῦ πρυτάνεως, ὅπως διορθωθῇ τὸ ἄτοπον.
§6ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως μόνος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ τὰ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἡ Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου. Τὸ προσωπικὸν τῆς Βιβλιοθήκης πληρόνεται ἀπὸ τὸ Δημόσιον. Ἐὰν ὁρισθῶσιν αἱ ὧραι, καθ’ ἃς ἐν καιρῷ νυκτὸς πρέπει νὰ μένῃ ἡ Βιβλιοθήκη ἀνοικτή, δὲν δύναται ἡ Πρυτανεία νὰ ἀρνηθῇ τὸν φωτισμόν. Τὸ Πανεπιστήμιον ἔχει ἀναλάβει ὑποχρεώσεις καὶ περὶ τῆς Βιβλιοθήκης καὶ περὶ τῆς ἐν γένει ἐκπαιδεύσεως. Ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ προλάβῃ διὰ τοῦ μέτρου τούτου πᾶσαν ἰδιοτροπίαν τῆς Πρυτανείας.
§7ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ καταθέσῃ πίνακας τῶν σπουδαστῶν ὅλου τοῦ Κράτους τῆς ἀνωτάτης, μέσης καὶ κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως τῆς τελευταίας τετραετίας; ἐκ τῶν ὁποίων θὰ καταδειχθῇ κατὰ πόσον ὠφέλησε τὸ μέτρον τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν, ἀφοῦ δὲν ὠφέλησεν εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς τοῦ πρώην καὶ νῦν Πρωθυπουργοῦ. Κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἐγὼ κατεψήφισα, καὶ ἡ ψῆφός μου ἐκείνη ἀπήρεσε πρὸς τὸν τότε καὶ νῦν Πρωθυπουργόν, καὶ ἠρκέσθη νὰ διατάξῃ νὰ διαγραφῶ τῆς χορείας τῶν φίλων του, διότι εἴθισται εἰς τὴν φατρίαν ἐκείνην ἡ ψῆφος νὰ ἦναι ψῆφος ὑποτελείας, οὐχὶ ἐλευθέρας συνειδήσεως. Ἐδόθη ἀφορμή, ἐνθυμοῦμαι καλῶς, τότε εἰς τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου καὶ συνάδελφον κ. Σταυρόπουλον νὰ μὲ ἐρωτήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος, ἂν κατὰ πεποίθησιν ἢ κατὰ πλάνην ἀκολουθῶ τὸν Πρωθυπουργόν· ἀπήντησα, ὅτι κατὰ πεποίθησιν, ἡ ὁποία ἐγεννήθη ἐν ἐμοὶ ἐκ τῶν ἐπαγγελιῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἤκουσα ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἐκ τῶν πατριωτικῶν λόγων, καὶ ἐψήφιζον ὅλα τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἐκτὸς τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Ἀλλὰ αἱ ἐπαγγελίαι ἐκεῖναι δὲν ἐπραγματοποιήθησαν, καὶ εἴθε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ μὴ παρεσυρόμην, ὥστε ν’ ἀκολουθήσω αὐτὸν μέχρι τῆς τελευταίας συνόδου. Διότι ὁ ἀρχηγὸς ἐκεῖνος οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν, εἰμὴ νὰ ἐξαπατήσῃ λαὸν καὶ ἀντιπροσώπους καὶ Βασιλέα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον.
§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτε, ληξάσης τῆς τελευταίας συνόδου τῆς Βουλῆς, ἀπήρχεσθε, Κύριοι, εἰς τὰς ἑστίας ὑμῶν, ὑπῆρχεν Ὑπουργεῖον ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, τὸν ὁποῖον ὑπεστήριζεν ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι περιττὸν νὰ ἀναμνήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πολιτικὴν κατάστασιν τῆς Βουλῆς κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον· εἴχομεν τότε ἐξέλθει πρὸ μικροῦ ἐκ τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος, ἐκ τοῦ ὁποίου προέκυψε κολοσσιαία πλειοψηφία, ἐνδείξασα τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου εἰς τὸ Στέμμα, τὸ ὁποῖον ἀνήγαγεν αὐτόν, πέμπτην ἴσως φοράν, εἰς τὴν προεδρίαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπέναντι δὲ τῆς πλειοψηφίας ταύτης εἶχε διασωθῆ Ἀντιπολίτευσις, ἥτις ἦτο οὐχὶ τετραυματισμένη, ἀλλὰ κατεστραμμένη ἐκ τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος, ἐκ τοῦ ὁποίου εἶχε διασωθῇ. Ἐν ᾧ δὲ πλειοψηφία συμπαγὴς καὶ ὁμόφωνος ὑπεστήριζε τὰς προτάσεις τοῦ Ὑπουργείου, ἡ μειοψηφία, κατατετμημένη, διχονοοῦσα καὶ ἐρίζουσα, κατεῖχε τὰ θρανία ταῦτα ἀπέναντι τῆς πλειοψηφίας. Ἡρωϊκὸν κατόρθωμα ἐκείνων, οἵτινες παρεσκεύασαν τὰς ἐκλογὰς τῆς 3 Μαΐου! Φιλόπατρι ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπῆλθε μετὰ τὰ ἀπὸ τῆς 17 Φεβρουαρίου ἐπελθόντα συμβεβηκότα! Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον ἀνηρχόμεθα εἰς δεκαεπτά μόνον οἱ συμπράττοντες καὶ συναγωνιζόμενοι πρὸ χρόνων, διότι ἑκατὸν καὶ πλέον φίλοι μου εἶχον πέσει νεκροὶ εἰς τὰ πεδία τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος. Ἀλλὰ πλὴν τῶν δεκαεπτά τούτων, οἵτινες ἀπετέλουν τὴν πολυπληθεστέραν ὁμάδα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐννέα ἄλλοι Βουλευταὶ ἀπετέλουν ἰδίαν καὶ κεχωρισμένην ὁμάδα, κηρύσσοντες ὅτι τὸ Κράτος διετέλει ἀκόμη ἐν οἰκονομικῇ ἀκμῇ, καὶ ὅτι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ πορισθῇ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἐπήρκουν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων πρὸς τοὺς δανειστὰς τοῦ Κράτους ἄνευ φόρων καὶ ἄνευ δανείων. Διὰ τοῦτο καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν τὴν ἐννεαμελῆ ὁμάδα, καὶ ἡμεῖς οἱ δεκαεπτὰ ἀντετασσόμεθα εἰς τὰς προτάσεις τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου τὸ οἰκονομικὸν σύστημα μίαν εἶχε βάσιν, τὴν ἐλπίδα δανείου, καὶ μίαν σανίδα σωτηρίας, τοῦ δανείου τούτου τὴν ἐπιτυχίαν. Ἀλλὰ πλὴν τῆς ὁμάδος ταύτης ὑπῆρχον καὶ ἄλλαι εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ὑπῆρχε μία ἐκ πέντε Βουλευτῶν, ἄλλη ἐκ τριῶν Βουλευτῶν, καὶ πλὴν αὐτῶν ὑπῆρχον συνάδελφοι Βουλευταὶ κεχωρισμένως ἐργαζόμενοι καὶ αὐτοβούλως πολιτευόμενοι. Ἕνεκα τούτου ἀσθενὴς καὶ παραλελυμένη ἦτο ἡ ἀντίστασις, τὴν ὁποίαν συνήντα εἰς τὴν πορείαν της ἡ πανσθενὴς καὶ κολοσσιαία πλειοψηφία, ἡ ὑποστηρίζουσα τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον. Ἐν τῇ ἐρημίᾳ ὅμως ταύτῃ ὑπῆρξεν ἀγὼν καὶ ἅμιλλα μεταξὺ τῶν ὁμάδων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἅμιλλα πρὸς συγγραφὴν προγραμμάτων. Καὶ ἄλλοι μὲν ἔσπευδον ἀναγγέλλοντες τὴν ἐπελθοῦσαν πτώχευσιν καὶ συμβουλεύοντες νὰ κηρυχθῇ αὕτη ὅσον τάχιον, ἄλλοι ἔσπευδον οὐχὶ μόνον τὴν πτώχευσιν ἀναγγέλλοντες, ἀλλὰ συμβουλεύοντες καὶ τὴν ἔναρξιν διαπραγματεύσεων πρὸς συμβιβασμόν. Μετ’ οὐδεμιᾶς τῶν ὁμάδων τούτων ἠδυνάμην νὰ συναντηθῶ, περιωρίσθην δὲ νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς μελέτας μου ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, νὰ παραστήσω τὴν οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε φθάσει τὸ Κράτος, νὰ συμβουλεύσω, ὅτι τὸ δάνειον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίζετο ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τοῦ Ὑπουργείου, ἦτο οὐ μόνον ἀνωφελὲς, ἀλλὰ καὶ ἐπιζήμιον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀπέφυγον ὅμως νὰ δώσω γνώμην περὶ τοῦ πρακτέου, κρίνων ἐμαυτὸν ἥκιστα εἰς τοῦτο ἁρμόδιον. Ὅτε δὲ μὲ ἐκάκιζον, ὅτι οὐδὲν συνεβούλευον, ἐτόλμησα νὰ ἀποκριθῶ, ὅτι, ὅταν πρόκηται περὶ κανονισμοῦ τοῦ οἰκονομικοῦ μέλλοντος τῆς χώρας, καὶ μάλιστα κανονισμοῦ τοιούτου, ὁ ὁποῖος ὑποβιβάζει τὴν χώραν, ὅταν πρόκηται περὶ ἀνακηρύξεως καταστροφῆς οἰκονομικῆς ἐπελθούσης, δὲν ἁρμόζει εἰς τὰς Ἀντιπολιτεύσεις νὰ ἀγγέλλωσιν αὗται τὴν ἐπελθοῦσαν καταστροφήν, ἐν ὅσῳ ἡ ὑπάρχουσα Κυβέρνησις διατείνεται, ὅτι τὸ Κράτος τυγχάνει ἐν οἰκονομικῇ ἀκμῇ· οὐδὲ ἁρμόζει, ἐν ὅσῳ ὑπάρχουσιν οἱ ὑπισχνούμενοι, ὅτι ἠδύναντο νὰ σώσωσι τὸ Κράτος διὰ δανείων, οἱ ἐπαγγελλόμενοι εἰς τὸ Κράτος ἐλπίδα σωτηρίας, νὰ ἀνακηρύσσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις συντελεσθεῖσαν τὴν καταστροφήν· διότι, ὅταν οἱ ταῦτα ὑπισχνούμενοι ἤθελον φθάσει εἰς τὸ ἀπροχώρητον, εἰς ὃ πάντως ἤθελον φθάσει, ἤθελον ζητήσει νὰ ἐγκαλέσωσι τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὡς παρεμβαλοῦσαν εἰς αὐτοὺς προσκόμματα πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ σχεδίου, καὶ ἤθελον κηρύξει αὐτὴν ὑπεύθυνον τῆς καταστροφῆς, ἥτις ἤθελε διατρανωθῆ. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον τοσαύτην εἶχε πανσθενῆ πλειοψηφίαν, τὸ ὁποῖον γνωστὸν ὅτι ἀπελάμβανεν ἀπόλυτον τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος, ὅπερ μάλιστα εἶχε συνειθίσει νὰ προστατεύηται ὑπὸ τοσαύτης εὐνοίας τοῦ Στέμματος, ὅσης οὐδὲν ἄλλο Ὑπουργεῖον ηὐτύχησε νὰ ἀξιωθῇ, τὸ Ὑπουργεῖον, λέγω, τοῦτο παρῃτήθη, πάντες δ’ ἐξεπλήσσοντο, ποία ἐπῆλθε μεταβολὴ εἰς τὴν πολιτικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, τίνες λόγοι ἐπέφερον τὴν τοιαύτην τροπὴν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων. Ἀφοῦ ὅμως παρῃτήθη τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, εἴπετο ὅτι ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ τὸ παρασκευασθὲν κενὸν ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἐφρόντισε δὲ ὄντως τὸ Στέμμα νὰ πληρώσῃ τὸ κενὸν δι’ Ὑπουργῶν, τοὺς ὁποίους ἐκεῖνο ἐξελέξατο. Ἐλέγετο ὡς αἰτία, ὡς ἀφορμὴ τῆς προτιμήσεως τῶν διορισθέντων Ὑπουργῶν ἡ κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον ἀνακηρυχθεῖσα γνώμη περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους· ἐλέγετο ὅτι τὸ Στέμμα, ἀφοῦ οἱ ἐπαγγελλόμενοι ὅτι τὸ Κράτος ἐπήρκει εἰς ἐμπρόθεσμον ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του, κατέλιπον τὴν ἀρχὴν, δὲν ἔκρινεν, ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀποταθῇ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐφρόνουν, ὅτι τὸ Κράτος εἶχε κατασταθῆ ἀνεπαρκὲς εἰς τοῦτο, βεβαιοῦντες ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του, ἑπομένως ἀπετάθη πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν αὐτὴν γνώμην μὲ τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας, οἱ ὁποῖοι ὅμως παραδόξως ἐδιχοστάτουν καὶ δὲν συνέπραττον μετ’ αὐτῆς. Καὶ εὑρέθησαν ἐν τῇ Βουλῇ δύο συνάδελφοι, οἵτινες προσελήφθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, διότι ἐπηγγέλλοντο τὴν γνώμην, ὅτι τὸ Κράτος ἐπαρκεῖ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ ἀκεραίας. Ἀλλὰ πλὴν τούτων, καὶ ἄλλοι προσελήφθησαν ὡς Ὑπουργοὶ, ὁ εἷς μὲν, ὅστις ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἀπεστέλλετο εἰς τὸ Κοινοβούλιον, εἶχε δὲ διαπράξει πολλάκις τὰ πράγματα τῆς πατρίδος ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον δὲν εἶχεν εὐτυχήσει νὰ ἀξιωθῇ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν συμπολιτῶν του. Ὁ πολιτικὸς οὗτος ἀνήρ, ἦτο ἄγνωστον, τί ἐφρόνει περὶ τῶν κοινῶν, ἀφοῦ δὲν εἰσῆλθεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἀλλ’ ἔμενεν ἡσυχάζων οἴκοι, οὐδὲ εἶχε λάβει ἴσως ἀφορμὴν ν’ ἀποκαλύψῃ τοὺς λογισμοὺς αὐτοῦ· περιέργως ὅμως καὶ ἐπὶ ἐκπλήξει πολλῶν, ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τοῦ διορισμοῦ του ὡς Ὑπουργοῦ, ἐφημερὶς γραφομένη εἰς γλῶσσαν γαλλικὴν ἐδημοσίευσε συνέντευξιν, ἣν εἶχε λάβει ὁ συντάκης αὐτῆς μετὰ τοῦ ἀνδρὸς τούτου, καὶ καθ’ ἣν συνέντευξιν ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἀνεκοίνωσεν εἰς αὐτὸν τοὺς λογισμούς του, καὶ ἐβεβαίου, ὅτι ἐφρόνει, ὅτι, ὅπως λειτουργήσῃ τὸ πολίτευμα λυσιτελῶς, ἔπρεπε νὰ μεταβληθῇ, ἀναθεωρούμενον καὶ τροποποιούμενον διὰ τῆς προσθήκης καὶ ἑτέρου σώματος, τῆς Γερουσίας. Ἀφοῦ δὲ τὴν μεταβολὴν ταύτην ἐτίθει ὡς βάσιν τῆς εὐημερίας τοῦ μέλλοντος, περὶ τοῦ ἐνεστῶτος ἐφρόνει, ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ἐν ἐπαρκείᾳ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ. Ἐκ τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν ὁ μὲν εἷς ἐτύγχανε Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας, ἀλλ’ ἐκάθητο κατὰ τὰς παρελθούσας συνόδους εἰς τὰς τάξεις τῆς πλειοψηφίας, ἥτις ὑπεστήριζε τὸ ἀποχωρῆσαν Ὑπουργεῖον, οἱ δύο δὲ ἄλλοι, οἵτινες διωρίσθησαν τότε Ὑπουργοὶ κατὰ πολλὰς ἄλλας περιόδους εἶχον ἀποσταλῆ εἰς τὸ Βουλευτήριον, ἵνα ἀντιπροσωπεύσωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, κατ’ αὐτὴν ὅμως τὴν περίοδον εἶχον ἀποτύχει, ἡ δὲ περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους γνώμη αὐτῶν ἦτο ἄγνωστος. Τὸ οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον συνετελέσθη κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, συνετελέσθη ἰδιοῤῥύθμως, καὶ ἂν ἐσκίαζεν αὐτὸ καὶ προηγεῖτο τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἡ σημαία τῆς ἐπαρκείας, τὴν ὁποίαν ἔφερον οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Λοκρίδος, ἠδύνατό τις νὰ ἀμυνθῇ ὑπὲρ τῆς συγκροτήσεως τοῦ Ὑπουργείου τούτου. Τὸν δισταγμὸν τοῦτον μοὶ ὑπηγόρευσεν ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἔχω, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις, εἴτε ὁμοταγεῖς τυγχάνουσιν, εἴτε διὰ τῆς συμπράξεως κομμάτων πλειοτέρων τοῦ ἑνὸς συγκροτοῦνται, πρέπει νὰ ἐπικαλῶνται ἰδέαν τινὰ, ἥτις ἀποτελεῖ τὸν δεσμὸν τῶν ἀποτελεσάντων αὐτὴν μελῶν. Δὲν βλέπω δὲ ποῖος ἄλλος δεσμὸς συνήγαγεν ἐπὶ τὸ αὐτὸ τοὺς ἓξ τούτους ἄνδρας, εἰμὴ ὁ δεσμὸς τῆς περὶ ἐπαρκείας ὁμοφώνου γνώμης αὐτῶν, τὴν ὁποίαν εἶχον ἐκφέρει οἱ δύο ἐκ τῆς Βουλῆς παραληφθέντες ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ. Ἀλλ’ ἐὰν τοιαύτη ἦτο ἡ πολιτικὴ ὑπόστασις τοῦ Ὑπουργείου, τοιοῦτος δ’ ὑπῆρξεν ὁ λόγος, ὅστις ἔπεισε τὸ Στέμμα νὰ προτιμήσῃ αὐτοὺς παντὸς ἄλλου, οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω, οὐδὲ δύναμαι νὰ ἐπικρίνω οὔτε τὴν πρᾶξιν τοῦ Στέμματος, οὔτε τὴν σύστασιν τοῦ Ὑπουργείου τούτου. Τὸ Στέμμα ἔχει δικαίωμα ἀπόλυτον νὰ ἀποτείνηται πρὸς οἷον ἐγκρίνει ἐκ τῆς μειοψηφίας, ἀλλ’ ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν προτίμησιν ταύτην αὐτοῦ νὰ τὴν ἀνευρίσκῃ ὡς ὑπαγορευομένην ὑπὸ τοῦ δημοσίου συμφέροντος· δὲν ἀρκεῖ δὲ νὰ παρασταθῇ ὡς ὑπὸ τοῦ δημοσίου συμφέροντος ἐπιβαλλομένη ἡ ἁπλῆ ἀνάγκη τῆς πληρώσεως τοῦ κενοῦ, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται, ἵνα ἡ προτίμησις τῶν καλουμένων ἐκ τῆς μειοψηφίας δικαιολογῆται καὶ ἀπὸ τὰς γνώμας αὐτῶν, ἐὰν αὗται κρίνωνται ἐξυπηρετοῦσαι τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἀφοῦ δὲ τὸ Στέμμα ἦτο ἀκόμη πεπεισμένον, ὅτι τὸ Κράτος ἐτύγχανεν ἐν οἰκονομικῇ ἐπαρκείᾳ, δὲν προβάλλω ἀντίῤῥησιν κατὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν διορισθέντων ἕνεκα τούτου Ὑπουργῶν. Ἠδυνάμην ὅμως νὰ ἐκφέρω γνώμην, οὐχὶ ὡς ἀνὴρ πολιτικὸς, ἀλλ’ ὡς ἁπλοῦς πολίτης ἐξετάζων καὶ ἐρευνῶν τὴν κατάστασιν τῆς χώρας, ὅτι εὐκταῖον ἦτο νὰ εἶχον πλέον ἀποκαλυφθῆ αἱ πλάναι, αἵτινες ἔφθανον μέχρι τῶν Ἀνακτόρων, παριστῶσαι ὅτι τὸ Κράτος ἐτέλει ἐν οἰκονομικῇ ἀκμῇ, καὶ ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ ἐγκαίρως καὶ ἀκεραίως. Δὲν εἶναι δ’ ἄνευ λόγου ἡ εὐχὴ αὕτη, διότι ἐφ’ ὅσον παρετείνετο ἡ ἀβεβαία κατάστασις, ἡ στηριζομένη ἐπὶ τοῦ ψεύδους, καὶ ὑποτρεφομένη διὰ ματαίων ἐλπίδων δανείου, ἐπὶ τοσοῦτον ἐχειροτέρευεν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις οὐ μόνον τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ καὶ τῆς κοινωνίας, ἐπὶ τοσοῦτον ἡ παραγωγὴ παρήκμαζεν, ἐπὶ τοσοῦτον ἡ κατανάλωσις ἐξησθένει, ὁ βίος τοῦ λαοῦ καθίστατο ἀφόρητος, καὶ ἡ ἀπόγνωσις ἐπήρχετο ἐπὶ τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος. Οἱ Ὑπουργοὶ, οἱ προτιμηθέντες ἐκ τῆς μειονοψηφίας, ἀνέλαβον τὴν Κυβέρνησιν καὶ διεχειρίσθησαν τὴν δημοσίαν ἐξουσίαν ἐπὶ ἓξ μῆνας, χωρὶς νὰ ἐπιθυμήσωσι κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο νὰ μεταποιήσωσιν ἑαυτοὺς ἀπὸ Ὑπουργοὺς εἰς Κυβέρνησιν συνταγματικήν· διότι δὲν ὀνομάζεται Κυβέρνησις τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἀπετελέσθη ἐξ ἑπτὰ Ὑπουργῶν, τοὺς ὁποίους δὲν εἶχεν ἐνδείξει τὸ Κοινοβούλιον, οὐδὲ εἶχε ποτὲ ὑποδείξει δι’ ἐκλογῆς ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Τὰ Ὑπουργεῖα, τὰ τοιαύτης φύσεως, εἰς μὲν τὰ ἄλλα Κράτη, ὅπου δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ ἔθνους, ὀνομάζονται μὲν Ὑπουργεῖα, ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ λέγονται Γραμματεῖς τῆς Ἐπικρατείας καὶ οὐχὶ Ὑπουργοί. Γραμματεῖς δὲ τῆς Ἐπικρατείας δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διαχειρίζωνται τὴν κυβερνητικὴν ἐξουσίαν ἐν Πολιτείᾳ κοινοβουλευτικῶς κυβερνωμένῃ ἐπὶ ἓξ ὅλους μῆνας. Αἱ σκέψεις αὗται δὲν ἦσαν σκέψεις μόνον ἐμοῦ· πολλοὶ πολῖται ἠπόρουν διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην, καὶ πολλοὶ πολλάκις μὲ ἠρώτων καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, πῶς κρίνω ἐπὶ τῶν γιγνομένων, ἀλλ’ ὡς ἐσιώπησα καθ’ ὅλην τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς Βουλῆς, ὤφειλον νὰ σιωπήσω καὶ πρὸς τὰς ἐρωτήσεις ταύτας, καὶ νὰ ἐπιφυλαχθῶ νὰ ἐκθέσω τὴν ἐμὴν γνώμην ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτε θὰ συνεκαλεῖτο ἡ Βουλή. Ὅτε δὲ προχθὲς συνήχθημεν, ἀνυπομόνως περιέμενον τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε δοθῆ εὐκαιρία εἰς τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς νὰ δώσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν λόγον τῆς τοιαύτης αὐτῶν διαγωγῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κατέλαβε χθὲς τὸ βῆμα, καὶ μετ’ ἀτενοῦς προσοχῆς ἤκουσα τῶν λόγων αὐτοῦ. Ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι, εὐθὺς ὡς οἱ διορισθέντες τότε Ὑπουργοὶ συνῆλθον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα συσκεφθῶσιν ὡς Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, εὑρέθησαν πρὸ τοῦ ἀπροχωρήτου. Τοιαύτη παρεστάθη εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους, ὥστε τὸ οἰκοδόμημα, ἐν ᾧ εἶχε συνέλθει τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο, παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὡς ἐνδιαίτημα φρενοβλαβῶν. Διεσαλεύθησαν τότε αἱ φρένες αὐτοῦ (ἱλαρότης)... Δὲν πρέπει νὰ γελᾶτε, διότι δεινὴ εἶναι ὄντως ἡ θέσις παντὸς, ὅστις ἀνέρχεται τὰς βαθμίδας τῆς Κυβερνήσεως, ἀναλαμβάνων δὲ τὰς ἡνίας, εὑρίσκει τὸ ἅρμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπιβαίνει τοσοῦτον σεσαθρωμένον, ὥστε ὑπόκειται ὄχι μόνον αὐτὸς νὰ συντριβῇ, ἀλλὰ καὶ τὸ ἅρμα μετ’ αὐτοῦ νὰ καταστραφῇ. Δὲν εἶναι δὲ συνήθης ἡ εὐθύνη, τὴν ὁποίαν ὑπέχουσιν οἱ κυβερνῶντες, ὅταν εὑρίσκωνται πρὸ τοῦ ἀπροχωρήτου. Εἶχον τὴν δυστυχίαν νὰ εὑρεθῶ πρὸ τοῦ ἀπροχωρήτου. Μὲ εἶχεν ἀγάγει πρὸ τοῦ ἀπροχωρήτου ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἠσπάσθην καὶ τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσα ἐπὶ ἑπτὰ περίπου μῆνας. Καὶ δὲν εἶχον ἀσπασθῆ τὴν πολιτικὴν ταύτην μόνος ἐγὼ ἐξ ἐνθουσιασμοῦ παραβόλου ἢ μελέτης ἐλαφρᾶς, εἶχεν ἀσπασθῆ αὐτὴν ἅπαν τὸ ἔθνος, ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος μέχρι τοῦ ἐσχάτου πολίτου, ἐγὼ δὲ ἤμην ὁ διερμηνευτὴς τῶν γνωμῶν καὶ τῶν σκέψεων παντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ, ὁ ἐκτελεστὴς δὲ καὶ θεράπων καὶ ἐπιμελητὴς τῶν παρισταμένων ἀναγκῶν. Ὑπῆρξαν οἱ ἀναγαγόντες τὴν οἰκονομικὴν καταστροφὴν, τὴν νῦν ἐπισκήψασαν εἰς τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, καὶ ἀναζητήσαντες νὰ ἐπιβαρύνωσι τὰς ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ μερίμνας διὰ τῆς ἐπελθούσης νῦν οἰκονομικῆς καταστροφῆς τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἀσεβοῦσιν οὐχὶ πρὸς τὴν ἀλήθειαν, ἀσεβοῦσι πρὸς τὸν Ἑλληνισμόν. Τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δὲν ἦτο τοσοῦτον ἀσθενὲς καὶ παρηκμακὸς, ἵνα πτωχεύσῃ, διότι ἐδαπανήθησαν πεντήκοντα πέντε ἑκατομμύρια ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Πεντήκοντα πέντε ἑκατομμύρια ἐπάγουσι βάρος ἐτήσιον τριῶν ἥμισυ ἑκατομμυρίων, ὁ Ἑλληνικὸς δὲ λαὸς προσεκλήθη νὰ πληρώσῃ καὶ ἀγγογγύστως πληρόνει κατ’ ἔτος τριάκοντα δύο ἑκατομμύρια περισσότερα ἢ ὅσα ἐπλήρονε, διὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ἡ ὁποία πολιτικὴ, ἐὰν εἶχε λόγον τινὰ εὐπρόσωπον, ὁ λόγος οὗτος ἦτο, ὅτι ἠσχολεῖτο νὰ παρασκευάσῃ τὴν εὐημερίαν τῆς μικρᾶς ταύτης γωνίας, ἐνῷ τὰ τρία ἥμισυ ἑκατομμύρια, διὰ τῶν ὁποίων εἶχεν ἐτησίως ἐπιβαρυνθῆ τὸ Κράτος ἕνεκα τῶν δαπανῶν τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, εἶχον ἀφορμὴν ἐπιβολὴν ἱερὰν, καὶ ἔπρεπε νὰ ἀναλάβῃ τὸ Κράτος προφρόνως τὸ βάρος αὐτὸ πρὸς ἐκπλήρωσιν ὑποχρεώσεως ἱστορικῆς. Ἀλλὰ τὸ ἀπροχώρητον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρέθην, ἐπῆλθεν ἐκ θελήσεως ἄλλων, τὴν ὁποίαν θέλησιν δὲν ἀπέκειτο εἰς ἐμὲ νὰ πολεμήσω, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ καταβάλω. Ἡ θέλησις αὕτη ἦτο ἡ θέλησις τῆς Εὐρώπης, ἥτις, πλὴν ἑνὸς μόνον Κράτους, μιᾶς μόνον μεγάλης εὐεργέτιδος Δυνάμεως, ἡ ἄλλη σύσσωμος ἀπέκλεισε τοὺς λιμένας μας καὶ τὰ παράλιά μας, καὶ ἐπέταξεν ἡμῖν νὰ ἀφοπλισθῶμεν. Ἡ ἱστορία θέλει κρίνῃ τὴν διαγωγὴν τῆς Εὐρώπης· ἐγὼ, ὡς πολίτης Κράτους μικροῦ καὶ ἀσθενοῦς, ὡς πολιτικὸς μάλιστα ἀνὴρ τοῦ Κράτους τούτου, ὀφείλω νὰ σιωπήσω. Ἀλλὰ καὶ σιωπῶν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Εὐρώπη τοῦ 1886 δὲν ἦτο ἡ θαυμαζομένη Εὐρώπη. Ὑπῆρξαν τότε οἱ κακίσαντές με, οἱ ἐλέγξαντές με, οἱ δυσφημήσαντές με ὡς δειλὸν, διότι ἀπῆλθον τῆς ἀρχῆς, ὑπῆρξαν μάλιστα οἱ συμβουλεύσαντες τὸ Στέμμα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ἐμὴν παραίτησιν· ἀλλὰ τὴν παραίτησίν μου δὲν ἐδικαιολόγει τὸ συμφέρον μου τὸ προσωπικὸν, τὴν ἐδικαιολόγει τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, τὴν ἀπῄτει ἡ τιμὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δὲν ἤμην λοιπὸν φυγὰς, ἀλλ’ ἤμην μέλος αὐτοῦ τοῦ δυστυχοῦς ἔθνους, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν κακὴν τύχην νὰ εὑρεθῇ εἰς αὐτὴν τὴν δεινὴν θέσιν, ἀγωνιζόμενον ὑπὲρ τῆς πατρίδος του. Τὸ ἀπροχώρητον ὅμως τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι συνῆλθον ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ κατὰ τὴν 3 Μαΐου, ποῖος παρεσκεύασε; Καὶ ἔβλεπον αὐτὸ πρὶν ἢ συνέλθωσιν ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ, ἢ δὲν ἔβλεπον αὐτὸ καὶ εἶχον μεταβῆ ἐκεῖ ὡς ἄνθρωποι καλῆς πίστεως, ὅπως ἐκπληρώσωσι καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἡ πατρὶς εἶχεν ἐπιβάλει εἰς αὐτούς; Ὁμολογῶ ὅτι, ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς χθὲς ἀνέφερεν ἓν πρὸς ἓν τὰ χρηματικὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εὗρεν ἐν τῷ Κεντρικῷ ταμείῳ καὶ ἐν τοῖς ταμείοις τῶν ἐπαρχιῶν, ὅταν ἀνέφερε μίαν πρὸς μίαν τὰς ὑπεγγύους εἰσπράξεις, αἵτινες εἶχον κατατεθῆ καὶ ἐσώζοντο, ὅπως χρησιμεύσωσι πρὸς πληρωμὴν τῶν τοκοχρεωλύτρων, ὅταν ἀνέφερεν ἀφ’ ἑτέρου πόσον εἶναι τὸ παθητικὸν τοῦ δημοσίου ταμείου, ὁμολογῶ ὅτι μὲ συνεκίνησε, καὶ ἐδικαιολόγησα αὐτὸν, εἰπόντα ὅτι ἔτρεχε τὸν κίνδυνον νὰ διαταραχθῶσιν αἱ φρένες αὐτοῦ. Ἀλλὰ τίς ἔπταισεν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς; Τίνες εἶπον αὐτῷ, ὅτι ἀναβαίνων τὴν ἀρχὴν κατὰ τὴν 3 Μαΐου ἤθελεν εὑρεῖ ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους δώδεκα ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν, ἢ δεκαεννέα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα χθὲς ἠρίθμησεν ὅτι ἦσαν πληρωτέα μέχρι τῶν μέσων τοῦ μηνὸς Ἰουνίου; Δὲν ἐγνώριζε, συζητῶν τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ μελετῶν τὰς πιστώσεις, δὲν ἐγνώριζεν, ἀναγινώσκων τὰς μηνιαίας καταστάσεις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου περὶ τῶν κατὰ μῆνα εἰσπρακτέων καὶ εἰσπραττομένων, δὲν ἐγνώριζεν, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰ φύλλα τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μέχρι τῆς 15 Ἰουνίου θέλουσι συγκεφαλαιωθῆ εἰς τόσον ὀγκῶδες ποσὸν τὰ ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου πληρωτέα εἰς τοὺς δανειστὰς τοῦ Κράτους; Καὶ ἂν ἐγνώριζε τοῦτο, τί πρέπει νὰ ὑποθέσῃ πᾶς, ὅστις τιμᾷ τὴν νοημοσύνην καὶ διαβλέπει τὸν ὑπέρμετρον ζῆλον, τὸν ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅπως προαχθῇ ἐν τῇ διαπράξει τῶν κοινῶν; Πῶς ὑπέλαβεν, ὅτι αἱ ὑπέγγυοι εἰσπράξεις ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσι πρὸς ἐκπλήρωσιν ἐμπρόθεσμον καὶ ἀκεραίαν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους; Ἀφηγεῖτο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς χθὲς, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅτε διεχειρίζετο τὴν Κυβέρνησιν, δὲν εἶχεν ἐπιτρέψει ἵν’ ἀποσταλῶσιν εἰς τὰς προσδιωρισμένας Τραπέζας πάντα τὰ ποσὰ τῶν ὑπεγγύων εἰσπράξεων, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰσαχθῆ εἰς τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον, ἀλλ’ ὅτι τ’ ἀποσταλέντα εἰς τὰς Τραπέζας καὶ κατατεθειμένα, ἵνα χρησιμεύσωσι πρὸς πληρωμὴν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα πρὸς τοῦτο εἶχον εἰσπραχθῆ. Δὲν γνωρίζω ἂν σφάλλω, ἀναμιμνήσκων εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔλεγε χθὲς, ὅτι αἱ ὑπέγγυοι εἰσπράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐσώζοντο ὅτε εἰσῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀνήρχοντο μόνον εἰς 2,656,615 δρ. εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐνῷ αἱ εἰσπραχθεῖσαι καὶ διὰ τοῦ Κεντρικοῦ ταμείου διελθοῦσαι, καθ’ ὃν μεταχειρίσθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὅρον, ἀνήρχοντο εἰς 4,500,000, καὶ ὅτι ἑπομένως, ἐὰν δὲν σφάλλω κατὰ τοὺς ἀριθμοὺς τούτους, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὡς Πρωθυπουργὸς, εἶχε μετατρέψει τὸν προορισμὸν 1,643,485 δραχμῶν, διότι, ἐνῷ ἦσαν προωρισμέναι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, ἐδαπάνησεν αὐτὰς εἰς τὰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους...
§10ΡΑΛΛΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὑπὲρ τῶν δανείων τῶν 120 καὶ 170 ἑκατομμυρίων εἶχον διέλθει ἐκ τοῦ Κεντρικοῦ ταμείου 4½ ἑκατομμύρια ἐξ ὑπεγγύων προσόδων ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου ἐ. ἔ., ὅτι ἐν τούτοις ἐν τῇ Τραπέζῃ τῆς Κωνσταντινουπόλεως δὲν ἀνευρέθησαν ἢ μόνον 420,000, νομίζω, δραχμῶν. Ὑπολογίζω δ’ ὅτι αἱ ὑπέγγυοι πρόσοδοι ἔπρεπεν ὄχι μόνον νὰ ἀσφαλίσωσι τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἑξαμηνίας τοῦ ὅλου τοκομεριδίου, ἀλλὰ ν’ ἀποδώσωσι καὶ περίσευμα. Τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου τὰς ἐγνωρίζομεν, δὲν ἐγνωρίζομεν ὅμως, ὅτι εἶχον ὑφαιρεθῆ πᾶσαι αἱ ὑπέγγυοι πρόσοδοι, δὲν ἐγνωρίζομεν ὅτι ὑπῆρχον ὑποχρεώσεις ληξιπρόθεσμοι ἀπὸ ἡμερῶν, καὶ ὅτι δὲν συνελέγη τὸ πρὸς πληρωμὴν αὐτῶν ἀναγκαῖον ποσὸν, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ὑπέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὡς φρενοκομεῖον, καὶ τοῦτο χάρις εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διῆλθον αὐτοῦ πρὸ ἡμῶν.
§11ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀπέφυγε νὰ προσδιορίσῃ εἰς πόσον ποσὸν ἀνέβαινον αἱ εἰσπραχθεῖσαι μέχρι τῆς 3 Μαΐου ὑπέγγυοι πρόσοδοι, αἵτινες ἔπρεπε νὰ ἦναι κατατεθειμέναι ἐν ταῖς Τραπέζαις. Ἀνέφερεν, ὅτι ἀπὸ μίαν μόνον Τράπεζαν ἔλειψαν 4 περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν, διότι, ἐνῷ εἶχον εἰσπραχθῆ 4,500,000, εὑρέθησαν μόνον κατατεθειμέναι 426,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ τὸ ὅλον ποσὸν τῶν ὑπεγγύων εἰσπράξεων δὲν προσδιώρισε πόσον ἔπρεπε νὰ ἦναι, ὅπως ἀνευρεθῇ πόσα τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου εἶχε διαθέσει πρὸς σκοποὺς ἄλλους, καὶ οὐχὶ πρὸς ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους οἱ νόμοι εἶχον προσδιορίσει αὐτό. Εἶπεν ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι αὐταὶ δὲν ἦσαν τοσαῦται, ὥστε νὰ ἐπαρκέσωσιν ὄχι μόνον εἰς πληρωμὴν τοῦ τοκομεριδίου, τὸ ὁποῖον ἔληγε κατὰ τὸν μῆνα Ἰούλιον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἀπαιτητὰς ὑποχρεώσεις. Ποιοῦμαι ὅμως τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι κατὰ τὸν μῆνα Μάϊον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ὑπῆρχε τοσοῦτον ὑπερτετιμημένη ἡ τιμὴ τοῦ χρυσοῦ ἢ τοσοῦτον ὑποτετιμημένον τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, ὥστε διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τις ἓν φράγκον ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ 180 λεπτά, ἐὰν δὲ ἀνήρχοντο εἰς 12,000,000 φράγκα χρυσᾶ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσι διὰ τόκους καὶ χρεωλύσια, ἔπρεπεν αἱ ὑπέγγυοι εἰσπράξεις νὰ ἀναβαίνωσιν εἰς 21,600,000, διὰ νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν 12 ἑκατομμυρίων φράγκων χρυσῶν. Ἡ ὑπόθεσις ὑπερβαίνει πᾶν ὅριον πάσης πιθανότητος, ἀρκεῖ δὲ νὰ ἀναφέρω, ὅτι αἱ ὑπέγγυοι εἰσπράξεις κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1890 ἀνήρχοντο εἰς 13,033,630.32 μόνον, καὶ ταῦτα εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἐὰν δὲ δὲν εὕρισκεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐν τοῖς ταμείοις μόνον 2,300,000, ἀλλὰ 13,000,000, ἤθελε δυνηθῆ δι’ αὐτῶν ν’ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, τῶν συνισταμένων οὐχὶ μόνον εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας, ἀλλὰ καὶ εἰς ἀπόσβεσιν ἄλλων χρεῶν ἀπαιτητῶν. Καὶ αἱ πρόσοδοι τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας διαφέρουσι πολλῷ τῶν προσόδων τῆς πρώτης ἑξαμηνίας. Κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν ἐν τοῖς τελωνείοις εἰσπράττονται ἔγγειοι φόροι, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν κυριωτέραν τῶν προσόδων τοῦ δημοσίου ταμείου. Κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τὸ ἀντίτιμον τῶν πωλουμένων κατ’ αὐτὴν προϊόντων διαχύνεται δι’ ὅλων τῶν διωρύγων καὶ ὀχετῶν τῆς κοινωνίας, καὶ τὸ πλεῖστον μέρος αὐτῶν καταλήγει εἰς ἀπότισιν τῶν ὀφειλομένων τῷ Δημοσίῳ, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ πρόσοδοι προσδιωρισμέναι εἰς ἀπότισιν τῶν δημοσίων χρεῶν· ὥστε, ἄν κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν ἀνήρχοντο αἱ εἰσπράξεις αὗται εἰς 13,033,630, κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν τοῦ 1893 δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπερβαίνωσι τὰ 9,000,000. Καὶ μὲ 9,000,000 προσεδοκᾶτε, Κύριοι, ν’ ἀποτίσητε τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τὰ τοκοχρεώλυτρα καὶ ἐπαρκέσητε εἰς τὰς ἄλλας ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους;
§12ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δι’ αὐτὸ κατεφύγομεν εἰς τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως.
§13ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος δὲν δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ὁμότιμος μὲ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, εἶναι ὅμως πολύτιμον συμπλήρωμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος σᾶς ὁμολογεῖ ὅ,τι ἀπέφυγε νὰ ὁμολογήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν ὡμολόγησεν, ὅτι τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιοποιήσεως τῶν 100 ἑκατομμυρίων εἶχον προμελετήσει ἵνα συνομολογήσωσι, πρὶν ἢ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἀμηχανίαν ταύτην. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος εἶπεν, ὅτι δι’ αὐτό, διότι δὲν ἐπήρκουν αἱ ὑπέγγυοι εἰσπράξεις, διὰ τοῦτο κατέφυγον εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιοποιήσεως...
§14ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπητε νὰ σᾶς ἐξηγήσω...
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§16ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνῷ λοιπὸν ἐγνωρίζετε, ὅτι δὲν ἠδύνασθε νὰ ἐπαρκέσητε εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου ταμείου ἄνευ δανείου, πῶς ἐπηγγέλλεσθε, ὅτι τὸ Κράτος ἦτο ἐπαρκές, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὑτοῦ; (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Νομίζω ὅτι ἐπέστη ἡ ὥρα νὰ εἴπωμεν πάντες τὴν ἀλήθειαν. Δὲν ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐφθάσαμεν, ἐὰν δὲν διεστρέφομεν τὴν ἀλήθειαν, ἐὰν δὲν ἠσπαζόμεθα τὸ ψεῦδος, ἐὰν δὲν ἐπλανῶμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἐὰν δὲν ἐδίδομεν ψευδεῖς καὶ πεπλανημένας πληροφορίας εἰς τὸ Στέμμα. Εἶναι εὔκολον νὰ ἀναπεταννύῃ ἕκαστος οἱονδήποτε πρόγραμμα, ἵνα δι’ ἐλπίδων ἀρεστῶν εἰς τοὺς πολλούς, εὐκόλως ἀποπλανουσῶν τὸν λαὸν, παρασύρῃ αὐτὸν ὄπισθέν του· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι θέλει ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλει ἀποκαλυφθῆ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ πλάνη, εἰς τὴν ὁποίαν προσέφυγεν, ἵνα σταδιοδρομήσῃ. Εἶναι μεγάλη καὶ ἀκατάβλητος ἡ δύναμις τῆς ἀληθείας, εἶναι ἡ ἰσχυροτέρα αὐτοκράτειρα ἐπὶ τῆς ὑφηλίου. Πρέπει, Κύριοι, νὰ ὑποκύψητε πλέον εἰς τὴν μεγάλην ταύτην δύναμιν, ἵνα σώσητε τὸν τόπον σας καὶ σώσητε καὶ ὑμᾶς αὐτούς. Ἡ ἀνικανότης λοιπὸν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, ἤγαγεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συνομολογήσωσι τὸ δάνειον τῶν 100 ἑκατομμυρίων τῆς κεφαλαιοποιήσεως. Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν μου, ἵνα μὲ ἐπισκεφθῇ, ὁ πράκτωρ τῆς χρηματικῆς ταύτης ἐπιχειρήσεως· ἐγνώριζον καὶ αὐτὸν καὶ τὸν πατέρα αὐτοῦ πρὸ χρόνων, καὶ ἐνεθυμήθη νὰ ἐπισκεφθῇ καὶ ἐμέ. Μοὶ εἶπε τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ ἠρώτησα αὐτόν· «τί σοὶ ἀπεκρίθη ὁ Βασιλεύς;» Μοὶ εἶπεν, ὅτι «ὁ Βασιλεὺς μοὶ ἀπεκρίθη, ὅτι πρέπει νὰ ἀποταθῶ εἰς τοὺς Ὑπουργούς του». Δὲν ἀμφέβαλλον, ὅτι τοιαύτην ἤθελε δώσει ἀπάντησιν ὁ Ἡγεμὼν πρὸς τὸν παρουσιασθέντα πρὸς Αὐτὸν χρηματιστήν. Μοὶ εἶπεν, ὅτι ἐπαρουσιάσθη εἰς τὸν Πρωθυπουργόν. «Καὶ τί σοῦ ἀπεκρίθη;» ἠρώτησα αὐτόν. Μοὶ εἶπεν, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπεκρίθη αὐτῷ, ὅτι θὰ σκεφθῇ. «Λυποῦμαι, τῷ εἶπον, διότι ἀναγκάζεσθε νὰ χασομερᾶτε εἰς τὰς Ἀθήνας, πληρόνων ἐνοίκια εἰς τὰ ξενοδοχεῖα. Αἱ προτάσεις σου εἶναι προτάσεις ἀπαράδεκτοι, οὐδὲ δύναται νὰ ὑπάρξῃ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἵνα ἀποδεχθῇ τοιαύτας προτάσεις.» Ἀλλὰ οἱ τότε Ὑπουργοὶ ἐφιλοτιμήθησαν νὰ μὲ διαψεύσωσι. Καὶ ἂν καὶ εἶχον ἀναγνώσει ἐν ἐκείνῳ τῷ δημοσιογραφικῷ φύλλῳ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνεφανίζοντο εἰς τὸ κοινὸν κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς, ὅτι εἶχον κρίνει τὰς προτάσεις τοῦ κ. Ἰωννίδου ὡς ἀποῤῥιπτέας, ἔκπληκτος ἀνέγνων ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶχον μεταπεισθῆ, καὶ ὅτι εὗρον αὐτὰς ἀξίας ἐγκρίσεως καὶ τὰ μάλα λυσιτελεῖς, ὡς σωζούσας τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅτι ἔκριναν αὐτὰς ὡς τὴν μόνην σανίδα σωτηρίας, ἡ ὁποία παρέτυχε καθ’ ἣν ὥραν αὐτοὶ ἐβυθίζοντο εἰς τὸν ὠκεανὸν, καὶ τὴν ἀνήρπασαν, ἵνα μὴ πνιγῶσι. Μήπως δὲν ἦτο μόνη ἐλπὶς σωτηρίας διὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ὅτε ἀνῆλθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν τελευταίαν φορὰν, ἡ συνομολόγησις δανείου; Ἀλλ’ ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅτε εἶδεν, ὅτι ἡ σανὶς αὕτη διέφυγεν ἀπὸ τὰς χεῖράς του, ἐτράπη εἰς φυγὴν, νομίζω ὅτι ἔπρεπεν εἰς τὴν αὐτὴν νὰ τραπῆτε φυγὴν, φίλοι συνάδελφοι, ὅταν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπελαμβάνετε ὅτι εὑρίσκεσθε ἐν φρενοκομείῳ. Ἀλλὰ καὶ πρὶν ἢ φθάσητε πρὸ τοῦ ἀπροχωρήτου, εἴχετε καθῆκον, ὡς πολῖται συνταγματικοῦ Κράτους, ὡς πολιτικοὶ ἄνδρες, ὀφείλοντες νὰ ἀγωνίζησθε ὑπὲρ τῶν θεσμῶν τῆς πατρίδος, εἴχετε καθῆκον νὰ ἀνακοινώσητε εἰς τὸ Στέμμα, ὅταν τὸ Στέμμα προσέφυγεν εἰς ὑμᾶς, ἵνα σᾶς ἀπονείμῃ τὴν τιμὴν νὰ σᾶς δηλώσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην του, ὅτι εὐγνωμονεῖτε πρὸς τὸ Στέμμα διὰ τὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀπένειμεν, ἀλλ’ ὠφείλετε νὰ παρακαλέσητε αὐτὸ νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι ἀνήκετε εἰς τὴν μειοψηφίαν, τοὐλάχιστον ὑμεῖς οἱ δύο, διότι οἱ ἄλλοι τρεῖς, οἱ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἀνῆκον εἰς ἑαυτοὺς καὶ οὐδένα ἄλλον εἶχον τίτλον. Καὶ ἐὰν ὑμεῖς ἐδηλοῦτε τοῦτο,—γνωρίζω τὴν νομιμοφροσύνην τοῦ Ἡγεμόνος,—ὁ Ἡγεμὼν ἤθελε σκεφθῆ, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἀναθέσῃ εἰς ὑμᾶς τὴν Κυβέρνησιν, ἢ ἂν ἔπρεπε νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἵνα ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν αὐτοῦ, ὅπως διεξέλθῃ τοῦ ἀδιεξόδου, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε περιαχθῆ καὶ τὸ Στέμμα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὑπέλαβεν, ὅτι ἐδικαιολόγησεν ἑαυτὸν, διότι ἐνόμισεν, ὅτι ἡμεῖς ἠλέγχομεν αὐτὸν, ἢ ὅτι ἡμεῖς, ἐπερωτήσαντες τὸν κ. Βουλευτὴν διατὶ εἰργάσθη ἄνευ τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἓξ μῆνας, ἐφρονοῦμεν, ὅτι, ἐὰν συνεκάλει τὴν Βουλὴν, ἤθελε ζητήσει παρ’ αὐτῆς νὰ τῷ δώσῃ χρήματα, ἐπειδὴ δὲ ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι νομισματοκοπεῖον, ἔκρινεν αὐτὴν ἐντελῶς περιττήν. Ὑπέλαβεν ὅτι ἐδικαιολόγει ἑαυτὸν, λέγων, ὅτι, ὅτε συνωμολόγησε τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιοποιήσεως, δὲν ἐνεθυμήθη πάλιν νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν, διότι δὲν ἐχρησίμευεν εἰς αὐτόν· ἢ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἴδῃ τὰ ἀποτελέσματα τῆς κεφαλαιοποιήσεως, δὲν ἔπρεπε δὲ νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλὴ, διότι ἤθελε φέρει θόρυβον καὶ τάραχον. Θαυμάζω τὸ σύστημα τὸ πολιτικὸν, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐνέκρινε νὰ ἐναγκαλισθῇ τελευταῖον. Εἶναι μεγάλη τόλμη εἰς πάντα πολιτικὸν ἄνδρα νὰ νομίζῃ, ὅτι αὐτὸς δύναται νὰ ἀναπληρώσῃ τὸ ἔθνος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, νὰ νομίζῃ ὅτι, ἐὰν αὐτὸς σκέπτηται, εἶναι περιττὸν πλέον νὰ σκεφθῇ ἡ Ἑλλὰς, ὅτι, ἐὰν αὐτὸς πράττῃ, πρέπει οἱ ἄλλοι νὰ κλίνωσι τὴν κεφαλὴν, ἵνα ἐφαρμοσθῶσι τὰ δόξαντα αὐτῷ. Ἡ Ἑλλὰς διεξεδίκησε τὸ δικαίωμά της τοῦτο εἰς προγενεστέραν ἐποχὴν, ἀποφασίσασα καὶ Θρόνον 30 ἐτῶν νὰ ἀνατρέψῃ. Ἐκάθητο ἐπὶ τοῦ Θρόνου ἀνὴρ, ὅστις καλῇ τῇ πίστει δὲν ἔστεργε τὴν περὶ τοῦ πολιτεύματος γνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ὁ Ἡγεμὼν ἐκεῖνος εἶχεν ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν συμπάθειαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ τὴν εὐγνωμοσύνην, ἣν ὤφειλε πρὸς τὸν Βασιλέα τῆς Βαυαρίας πατέρα του, ὅστις ἔκρουε τὴν λύραν, ἵνα ἐνθουσιάσῃ τὴν Εὐρώπην ὑπὲρ τῆς ἀγωνιζομένης Ἑλλάδος. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἐδίστασε νὰ ἀνατρέψῃ αὐτόν. Καὶ ὑμεῖς, πολῖται ἁπλοῖ, τολμᾶτε νὰ ἐπιχειρήσητε ὅ,τι ἐκεῖνος ἐπεχείρησε καὶ ἀνετράπη; Μεγάλην ἐπράξατε ἀδικίαν εἰς τὸν τόπον σας, ὄχι μόνον διότι παρετείνατε τὴν ἀγωνιώδη κατάστασιν τοῦ Κράτους τὴν οἰκονομικὴν, ἀλλὰ διότι ἐγένεσθε αἴτιοι νὰ ὑπολάβωσι πολλοὶ, ὅτι δὲν ἐπολιτεύθητε οὕτω κατὰ γνώμην, ἣν εἴχετε, ἀλλ’ ὅτι τὸ Στέμμα ἐφρόνει οὕτω· τοιουτοτρόπως δὲ, ἀποφυγόντες σεῖς νὰ προτείνητε εἴτε τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, εἴτε τὴν διάλυσιν, ἐγένεσθε αἴτιοι νὰ περιέλθῃ τὸ Στέμμα εἰς τὴν κοινὴν ὁμιλίαν.
§17ΡΑΛΛΗΣ. Οὗτοι εἶναι λόγοι ἀσεβεῖς πρὸς τὸ Στέμμα καὶ μὴ ἁρμόζοντες εἰς τὴν ἡλικίαν σας.
§18ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συνειθίσατε νὰ ἐγκαλῆτε τοὺς ἄλλους ἐπὶ ἀνευλαβείᾳ πρὸς τὸ Στέμμα, διότι νομίζετε, ὅτι μεταβαλλόμενοι εἰς σταυλίτας θέλετε δυνηθῆ νὰ σταδιοδρομήσητε (χειροκροτήματα ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὰ ἀκροατήρια). Ἐὰν δευτέραν φορὰν προβῆτε εἴτε εἰς ἐπιδοκιμασίας εἴτε εἰς ἀποδοκιμασίας, θὰ κενώσω τὰ ἀκροατήρια. Δὲν εἶναι θέατρον ἐδῶ!
§20ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἀσεβὴς πρὸς τὸ Στέμμα ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θλίβεται, ὅταν βλέπῃ, ὅτι τὰ γινόμενα εἰσηγοῦνται εἰς τοὺς πολίτας γνώμας, τὰς ὁποίας δὲν ἔχουσι περὶ τοῦ Στέμματος, καὶ κλονίζουσι τὴν ἐπὶ τὸν ἐπισκοποῦντα τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος πεποίθησιν. Ἀσεβεῖς πρὸς τὸ Στέμμα εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν προβάλλουσιν εἰς τὸ Στέμμα ὅσα ὀφείλουσι νὰ προβάλλωσιν, ἀφίνουσι δὲ νὰ συντελῶνται γεγονότα, τὰ ὁποῖα τοιαῦτα ἐπάγουσιν ἀποτελέσματα. Ἐγὼ μάλιστα ἐφρόνουν, ὅτι οὐδὲ τὴν Βουλὴν ἔπρεπε νὰ συγκαλέσωσι, διότι ἔχω τὸ θάῤῥος καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς αὐτῆς νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, νὰ εἴπω, ὅτι τῆς Βουλῆς ταύτης ἔληξεν ἡ ἀποστολὴ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν κατέλιπε τὴν ἀρχὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Ἡ Βουλὴ αὕτη ἐγεννήθη ἐκ τῶν ἐκλογῶν τῆς 3 Μαΐου, ὅπως παραγάγῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Τρικούπη, ὅταν δὲ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη ἀπῆλθεν, ἔπρεπε νὰ συναπέλθῃ καὶ ἡ Βουλὴ τῆς 3 Μαΐου· δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν κ. Βουλευτῶν ἔχουσι τὴν γνώμην ταύτην, ἣν ἐγὼ λέγω, περὶ τῆς Βουλῆς. Δὲν ἤκουσα χθὲς καὶ προχθὲς τὸν Βουλευτὴν ἐκ Χαλκίδος καὶ τὸν Βουλευτὴν ἐκ Καλαβρύτων καὶ τὸν Βουλευτὴν ἐκ Μεσσήνης καὶ τὸν Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας λέγοντας, ὅτι ἐξελέχθησαν διότι ἐφρόνουν, ὅτι ἡ ἀνάῤῥησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν θέλει σώσει τὸν τόπον ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν; Δὲν ἔλεγον ὅτι ἡ ἀποστολὴ αὐτῶν ἦτο νὰ παράσχωσι πᾶσαν συνδρομὴν καὶ ὑποστήριξιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ πρόγραμμά της καὶ σώσῃ τὸν τόπον; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου δὲν ἐξεθείαζε τὴν αὐταπαρνησίαν καὶ τὴν ἐθελοθυσίαν τῶν Βουλευτῶν τῆς πλειοψηφίας, οἱ ὁποῖοι ἐπεψήφιζον πᾶν ὅ,τι οὗτος προέτεινεν αὐτοῖς, ὅσον καὶ ἂν ἀντέβαινεν εἰς τὰ κατὰ τὴν πεποίθησιν αὐτῶν συμφέροντα τοῦ ἔθνους, ὅπως σώσωσι τὴν πατρίδα; Καὶ ὁ ἡγούμενος τῆς πλειοψηφίας δὲν ἠδυνήθη νὰ σώσῃ τὴν πατρίδα· λοιπὸν δὲν ἔπρεπε νὰ ἐρωτηθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὁ ἐκλέξας καὶ ἀποστείλας τὴν Βουλὴν ταύτην; Οἱ ἀντιπρόσωποι, τοὺς ὁποίους ἀπέστειλεν, ἔπραξαν ὅ,τι ἠδύναντο, ἵνα συντελέσωσιν εἰς τὴν σωτηρίαν τῆς πατρίδος, καθ’ ἣν εἶχεν ὁ ἡγέτης αὐτῶν κ. Πρωθυπουργὸς γνώμην, ὅστις τῇ ἐνδείξει τοῦ ἀποτελέσματος τῶν ἐκλογῶν εἶχεν ἀνέλθει εἰς τὴν ἀρχήν· ἀλλ’ ἀπέτυχον. Δὲν ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσωσι ποίαν εἶχεν ὁ λαὸς γνώμην, τί ἔκρινε περὶ τῆς τύχης του; Ἔπρεπεν οὐχὶ νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλή, ἀλλὰ νὰ ζητηθῇ τῆς Βουλῆς ἡ διάλυσις. Νὰ μὴ διαλυθῇ ἡ Βουλή, ἀλλὰ νὰ συγκληθῇ, ἦτο πολιτικὸν πλημμέλημα, μὴ ἐπιτρεπόμενον ὑπὸ τῆς λογικῆς, ἀπαγορευόμενον ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἡ Βουλὴ παρεῖχε πλειοψηφίαν ὑπὲρ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, οἵαν οὐδεὶς Ὑπουργός ποτε εἶδεν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τούτῳ· 172 λογάδες ἐτάσσοντο ἐκεῖ, ἀγωνιζόμενοι μὲ πυγμὴν, ἵνα σώσωσι τὸν ἡγέτην των καὶ ὑποστηρίξωσιν αὐτὸν ἐν τῇ Κυβερνήσει. Ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποληφθῇ, ὅτι ἡ παραίτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἤθελε διασπάσει τὴν πυκνὴν ταύτην φάλαγγα καὶ ἤθελε μεταβάλει τοὺς φίλους τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἀπὸ πλειοψηφίας κραταιᾶς εἰς μειοψηφίαν ἀσθενεστάτην καὶ ἀναξίαν λόγου; Ἡ μὴ διάλυσις τῆς Βουλῆς παρεσκεύαζε τὴν ἐπάνοδον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, διότι διετήρει τὴν πολιτικὴν δύναμιν αὐτοῦ, διὰ τῆς ὁποίας περιεβλήθη κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 3 Μαΐου. Δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν Κυβέρνησις πλειοψηφοῦσα παρῃτήθη ἢ ἐπαύθη, ἀλλ’ ἄφευκτος συνέπεια ἦτο πάντοτε ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ἡ διάλυσις τῆς πλειοψηφίας ἐκείνης. Οἱ μὴ διαλύσαντες λοιπὸν τὴν Βουλὴν Ὑπουργοὶ διετήρουν τὴν πλειοψηφίαν τοῦ κ. Τρικούπη, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελον ἀναγκασθῆ νὰ ὑποκύψωσιν εὐθὺς ὡς ἤθελε συγκληθῆ ἡ Βουλή. Καὶ ὑπέκυψαν εἰς αὐτὴν κατὰ τὴν 28 Ὀκτωβρίου, καὶ ἐξεπλάγησαν μὲν οἱ ἁπανταχοῦ Ἕλληνες, πῶς καὶ αὖθις ἐπῆλθεν Ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, πῶς ἀνεφάνη ὁ κ. Τρικούπης ἐκ νέου, οὐδ’ ἐνόουν, ὅτι τὸ πρᾶγμα ἦτο λογικὴ καὶ ἀναπόφευκτος συνέπεια τῆς τακτικῆς τῶν τέως Ὑπουργῶν.
§21ΡΑΛΛΗΣ. Χειροκροτηθείσης παρ’ ὑμῶν, ὅστις ἐψάλλετε ἐπινίκεια.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριε Βουλευτά. Ὁ κ. Βουλευτὴς οὐδέποτε διέκοψεν ἀγορεύοντα.
§23ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ μὴ λέγητε ἀληθείας, δὲν θὰ σᾶς ἀπαντήσω ποτέ· διότι ἀπαξιῶ νὰ ἀπαντῶ εἰς τὰ μὴ ἀληθῆ.
§24ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐγώ.
§25ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶπεν ὅτι ἐγὼ ἐχειροκρότησα, τί; τὴν μὴ σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, ἢ τὴν μὴ διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἢ τὴν ἐπάνοδον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Ἐχειροκρότησα τὴν ἐπικράτησιν τῶν θεσμῶν, διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ μόνον πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἁρμόζει εἰς τὴν πατρίδα μου, εἶναι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἐὰν ἤθελέ ποτε παρουσιασθῆ τις, ὅστις ἤθελεν ἀξιώσει νὰ μεταβάλῃ τὸ πολίτευμα εἴτε εἰς δημοκρατικὸν, εἴτε εἰς μοναρχικὸν, δὲν ἤθελον ἀντιτείνει, ἐὰν μοὶ ἐνεποίει τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἠδύνατο αὐτὸς, εἴτε μοναρχικῶς, εἴτε ἡγούμενος τοῦ ἔθνους ἐν δημοκρατικῷ πολιτεύματι, νὰ ἀγάγῃ τὸ Κράτος εἰς τὸν προορισμὸν αὐτοῦ. Δὲν εἶμαι μέλος Σχολῆς, ἥτις ἀναγράφει θεωρίας περὶ πολιτευμάτων, εἶμαι πολιτικὸς ἀνὴρ, ὀφείλων νὰ ἀνερευνῶ καὶ ἀναζητῶ τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἁρμόζει εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος μου. Ἔχω δὲ πεποίθησιν, ὅτι τὸ μόνον πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἁρμόζει, ὡς ἔχουσι νῦν τὰ πράγματα, εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος μου, εἶναι τὸ κοινοβουλευτικόν. Δὲν θὰ χειροκροτήσω ποτὲ νὰ σχηματίζηται Κυβέρνησις, νὰ κυβερνᾷ ἓξ μῆνας τὴν Ἑλλάδα, χωρὶς νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν καὶ ἐρωτήσῃ αὐτὴν ποίαν ἔχει περὶ αὐτῆς γνώμην, ἢ χωρὶς ν’ ἀποταθῇ εἰς τὸν λαὸν καὶ νὰ προσκαλέσῃ αὐτὸν νὰ ἀποφανθῇ, ἐὰν ἐμπιστεύηται αὐτὴν διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν. Ἐὰν ἤθελον ἀσπασθῆ τοιοῦτον δόγμα, ἐὰν ἤθελον ἐπικροτήσει εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, ἤθελον συντελέσει, ἵνα παρασκευασθῇ ἓν πολίτευμα εἰς τὸν τόπον μου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάξιον μνείας. Κατὰ τοὺς ἓξ μῆνας, κατὰ τοὺς ὁποίους συνεδριάζει ἡ Βουλὴ, ἠθέλομεν ἔχει κατὰ τὸ εἶδος τοῦτο τοῦ πολιτεύματος Ὑπουργεῖον ἀπολαῦον τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς, κατὰ τοὺς ἄλλους δὲ ἓξ μῆνας, κατὰ τοὺς ὁποίους ἤθελεν εἶσθαι ἀποῦσα, ἠθέλομεν ἔχει Ὑπουργεῖον ξένον τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ταῦτα δὲν εἶναι πολιτεύματα. Ἐγὼ δὲ φρονῶ πρὸ πάντων, ὅτι, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὑπάρχωσι θεσμοὶ, πρέπει οἱ θεσμοὶ οὗτοι νὰ ἐκτελῶνται, διότι περισσότερον βλάπτουσιν οἱ νόμοι καὶ οἱ θεσμοὶ, οἵτινες δὲν ἐκτελοῦνται, ἀλλὰ παραποιοῦνται, ἢ ὅσον βλάπτουσιν οἱ θεσμοὶ καὶ οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι κακοί. Ἐὰν οἱ νόμοι ἦναι κακοὶ, μεταβάλετε αὐτοὺς, ἀλλ’ ἐν ὅσῳ λειτουργοῦσιν, ὑποταχθῆτε εἰς αὐτούς. Ἐὰν οἱ θεσμοὶ ἦναι κακοὶ, ποιήσατε ἔκκλησιν εἰς τὸ ἔθνος, ἵνα μεταβάλῃ αὐτοὺς, ἢ, ἂν ἔχητε δύναμιν ἀρκοῦσαν, μεταβάλετε αὐτοὺς διὰ τῆς ἰδίας δυνάμεως· ἀλλὰ μὴ συντελεῖτε εἰς παραποίησιν αὐτῶν, διότι συνέπεσε νὰ ὠφελῇ τὰ πολιτικά σας συμφέροντα ἡ παραποίησις αὕτη. Καὶ ὡς ἂν εἶχεν ἐπισκήψει ἐν Ἀθήναις λοιμὸς ἢ χόλερα, ἡ ὁποία δὲν ἐπέτρεπε νὰ συνέρχηται ἡ Βουλὴ ἐκτάκτως ἐν Ἀθήναις, ἢ ὡς ἂν πολέμιοι ἠπείλουν τὴν Ἑλλάδα καὶ ἔτυχε Κυβέρνησις ἐν τῇ ἀρχῇ, ἡ ὁποία πρώτιστον καθῆκον εἶχε νὰ σώσῃ τὴν πατρίδα καὶ ἀποδιώξῃ τοὺς πολεμίους, ἀνελάμβανε δὲ διὰ τοῦτο ὑπ’ εὐθύνην της νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ λειτουργήσῃ τὸ πολίτευμα, οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ ἔλεγον: τί νὰ κάμωμεν τὴν Βουλήν; Νὰ αὐξήσῃ τὴν βοὴν καὶ τὸν τάραχον, ὁ ὁποῖος ἐκράτει ἐν τῇ κοινωνίᾳ; Καὶ ὑπέλαβον, ὅτι ἤρκει νὰ κρίνωσιν οὕτω περὶ τῆς Βουλῆς, ἵνα ὦσι δικαιολογημένοι, ἀπαλλασσόμενοι τῆς ὀχλήσεως νὰ συμπράττωσι μετὰ τῆς Βουλῆς; Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν γνωρίζω, ἐὰν εἰς 16 ἢ 18 ἀριθμοῦνται τὰ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα διαρκῶς εὑρίσκομαι ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, γνωρίζω ὅμως, ὅτι οὐδέποτε ἀπέκρυψα τὴν περὶ αὐτοῦ γνώμην μου, ὅτι μίαν ἡμέραν ἤθελεν εὑρεθῆ πρὸ τοῦ ἀπροχωρήτου. Δὶς δ’ εἶπον πρὸς αὐτόν: «δανείζεσαι, δανείζεσαι· δὲν συλλογίζεσαι τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ζητήσῃς νὰ δανεισθῇς καὶ δὲν θὰ εὑρίσκῃς δανειστάς;» Τὴν πικρίαν τῆς δυστυχοῦς ταύτης ἡμέρας ἐδοκίμασεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτής. Τὴν ἐδοκίμασαν καὶ οἱ ἄλλοι, ἀλλ’ ἐκεῖνος ἐγεύθη αὐτῆς πρὸ τῶν ἄλλων. Οὐδεὶς λοιπὸν ὑπῆρχε λόγος, ἵνα ἐπιθυμήσω τὴν ἐπάνοδον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν δὲ ἔκειτο εἰς τὴν ἐξουσίαν μου, ἤθελον καταστήσει αὐτῷ ἀδύνατον τὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπάνοδον ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν. Ἀλλὰ, καίπερ τοιαῦτα φρονῶν, ἀνέπνευσα τὴν 28 Ὀκτωβρίου, ὅταν ἡ διαλογὴ τῶν ψήφων ἀνέδειξεν 102 ψήφους, ἐνδεικνυούσας τὸν κ. Τρικούπην, ὅπως ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ἀνέπνευσα, διότι ἤθελεν εἶσθαι ὄνειδος εἰς τὸν τόπον, πλειοψηφία ἐξ 172 Ἑλλήνων ἀνδρῶν ἀποτελουμένη, ἀνδρῶν πολιτικῶν, νὰ παρασταθῇ ὡς κοπάδι προβάτων, τὸ ὁποῖον διώκεται ἀπὸ τὴν θέσιν του καὶ προσφεύγει εἰς ἄλλην στροῦγκαν, ἡ ὁποία παρουσιάζεται ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος (χειροκροτήματα ἐν τῇ δεξιᾷ).
§26ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Μὴ λησμονεῖτε καὶ τὸ 1886· τότε ἀκριβῶς συνέβη αὐτό.
§27ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ 1886, φίλε συνάδελφε, ἀνέφερον πάντοτε ὡς κηλῖδα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος, διότι 69 Βουλευταὶ μίαν νύκτα ἔτρεχον πρὸς τὸν οἶκον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. Τινὲς μάλιστα, οἵτινες δὲν ἠδύναντο νὰ εἰσδύσωσιν εἰς τοὺς διαδρόμους, ἐκρύπτοντο εἰς τὰ μαγειρεῖα αὐτοῦ (ἱλαρότης). Τῷ ὄντι ἦτο ἡμέρα ὀνείδους διὰ τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον τῆς Ἑλλάδος· ἀλλ’ ἂς ἀναλογισθῶσι τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἡ ἱστορία θέλει καταλογίσει αὐτοῖς, οἱ ἐργάται τοῦ ὀνείδους ἐκείνου· ἂν δ’ ἐγὼ δὲν ἐπαναφέρω προσωπικοὺς ἀγῶνας καὶ ἀφίνω ἐν σιγῇ τὸ γεγονὸς, τὸ πράττω οὐχὶ ἐκ φόβου νὰ τὸ ἀναμνήσω, ἀλλ’ ἐκ μεγαλοφροσύνης λησμονῶ αὐτό. Τὸ Φαΐντιγγ συνωμολογήθη· ἀλλὰ περὶ τούτου ὑπάρχει ἰδίᾳ συζήτησις, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτὴς κ. Μεσσηνέζης καὶ συνεπλήρωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κατόπιν. Ἑπομένως πρέπει ν’ ἀναβάλω πᾶσαν ἐπὶ τῆς πράξεως ταύτης τῶν Ὑπουργῶν τῆς 3 Μαΐου σκέψιν, ἵνα ἐκφέρω τὴν γνώμην μου κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον περὶ τοῦ Φαΐντιγγ εἰσήγαγεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Δύναμαι ὅμως καὶ ἀπὸ τοῦδε νὰ ἀναφέρω κεφαλαιώδη γνώμην. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι, ἐὰν ἤμην ἔν τινι θεωρείῳ, καὶ ἐκεῖθεν ἐπεσκόπουν τὴν πολιτικὴν κίνησιν τοῦ Κράτους, καὶ ἔβλεπον Ὑπουργοὺς νομοθετοῦντας, ἂν καὶ δὲν ἦσαν οὔτε κἄν μέλη κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, —διότι ἀναγνωρίζω τὴν ἀνάγκην, εἰς ἣν αἱ Κυβερνήσεις περιέρχονται καὶ ἐκτείνουσι τὴν ἐξουσίαν αὑτῶν καὶ μέχρι τῆς νομοθεσίας, ὅταν συμφέροντα τοῦ Κράτους κινδυνεύσωσιν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύνανται νὰ πράττωσι πάντες οἱ Ὑπουργοί, ἢ μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπέδειξαν, ὅτι ἀπολαμβάνουσι τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ ἔθνους, —ἐὰν ἔβλεπον ἐκεῖθεν Ὑπουργοὺς νομοθετοῦντας, Ὑπουργοὺς, οἵτινες δὲν εἶχον ἀποδείξει ὅτι ἔχουσιν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου ὑπερβαίνουσαν τὰ 9/207 αὐτοῦ, ἐὰν ἔβλεπον Ὑπουργοὺς, οἵτινες διὰ μιᾶς ὑπογραφῆς ἀκυροῦσι νόμον τοῦ Κράτους, καταρτισθέντα νομίμως ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ φέροντα τὴν ἐντολὴν τοῦ Βασιλέως πρὸς τὸν Ὑπουργὸν νὰ δημοσιεύσῃ αὐτόν· ἐὰν ἔβλεπον ταῦτα πάντα, ἤθελον ἀπέλθει ἀπηλπισμένος. Ἀληθῶς τὰ Κράτη τὰ οὕτω πολιτευόμενα ἀπόλλυνται, καὶ μόνον τοιαύτη πολιτεία ἀρκεῖ νὰ μᾶς ἀγάγῃ εἰς τὸν παντελῆ ὄλεθρον. Δὲν διεκδικῶ τὴν ἀρχὴν, ἀλλ’ ἡ ἡλικία, ἣν φέρω, μοὶ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον, ἐφ’ ὅσον δύναμαι νὰ ὁμιλῶ, νὰ λέγω τὴν ἀλήθειαν πρὸς τοὺς συμπολίτας μου. Καὶ εὔχομαι ἀποθνήσκων νὰ μὴ ἀφήσω τὴν χώραν εἰς τοιαύτην ἀθλιότητα. Ὅταν συνεβούλευον τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἔλεγόν τινες, χλευάζοντες ἢ εἰρωνευόμενοι, ὅτι συνεβούλευον τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, διότι ἐγνώριζον, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἤθελον ἀποστείλει τοὺς φίλους μου εἰς τὸ Κοινοβούλιον, οἵτινες θέλουσιν ἀποτελεῖ τὴν πλειοψηφίαν. Ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, ἁμαρτάνουσιν ὅσοι δὲν ζητοῦσι τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς· προσπαθοῦντες νὰ ἀποφύγωσι τὴν ἐτυμηγορίαν τοῦ ἔθνους, ζητοῦσι νὰ τιμωρήσωσιν αὐτὸ, ἀφίνοντες νὰ κυβερνᾶται ἀπὸ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους δὲν ἐμπιστεύεται. Ἐγὼ ἄλλως δὲν ἔχω τοιαύτην περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐκλογῶν βεβαιότητα, ἐπιθυμῶ ὅμως, ὅ,τι καὶ ἂν συμβῇ, τὴν εὐθύνην νὰ φέρῃ τὸ ἔθνος, διότι αὐτὸ κατεστάθη παρὰ τῶν θεσμῶν, ἵνα μεριμνᾷ καὶ ἀποφασίζῃ περὶ τῆς τύχης του. Τὸ κενὸν, τὸ ὁποῖον ἀφῆκεν ἡ παραίτησις τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ἐπληρώθη κατὰ τὸν εἰρημένον τρόπον, ἀλλὰ τίνες λόγοι ὑπεχρέωσαν αὐτὸν νὰ παραιτήσῃ τὴν ἀρχήν; Εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, ὅτι ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου εἶχε μεγάλην πολιτικὴν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ δύναμιν, ὅτι προσέτι ἀπελάμβανε τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος. Ποῖοι λοιπὸν λόγοι ἠνάγκασαν αὐτὸν νὰ καταλίπῃ τὴν ἀρχήν; Διότι δὲν εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν ἑκάστου νὰ καταλιμπάνῃ τὴν ἀρχὴν, ὅστις ὀφείλει νὰ κρατῇ καὶ διαχειρίζηται αὐτὴν, ἀφοῦ ὑπὸ τοῦ ἔθνους ἐνεδείχθη καὶ ὑπὸ τοῦ Στέμματος ἐπεφορτίσθη νὰ διαχειρισθῇ τὴν Κυβέρνησιν. Ἔπρεπε πάντως νὰ ὑπάρχωσι λόγοι, οἵτινες νὰ δικαιολογῶσι τὴν παραίτησιν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο μετὰ προσοχῆς ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουγὸν, προσπαθοῦντα χθὲς νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι εὐλόγως κατέλιπε τὴν ἀρχήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου εἶχε χθὲς διαδεχθῆ ἐπὶ τὸ βῆμα τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, οὗτος δὲ εἶχε προσαγάγει ἔγγραφα, δι’ ὧν ἐζήτει νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου κατέλιπε τὴν ἀρχὴν, διότι τῷ ἦτο ἀδύνατον νὰ εὕρῃ νὰ συνομολογήσῃ δάνειον. Δὲν ἐβεβαίου ὅτι εἶχεν εὑρεῖ δάνειον, ἀλλ’ οἱ ὅροι αὐτοῦ δὲν ἔτυχον τῆς ἐπιδοκιμασίας αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐβεβαίου, ὅτι δὲν εἶχεν εὑρεῖ δάνειον. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐπρότεινε τὴν ἔνστασιν τοῦ ἀπαραδέκτου, ἰσχυρισθεὶς ὅτι δὲν εἴθισται εἰς τὰ Κοινοβούλια νὰ ποιῶνται χρῆσιν ἐγγράφων δημοσίων ἄνδρες μὴ διαχειριζόμενοι τὴν Κυβέρνησιν, ἐπειδὴ δὲ ὁ Βουλευτὴς Ἀττικῆς δὲν ἦτο ἐν ἐνεργείᾳ Ὑπουργὸς, ἰσχυρίζετο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῶν ἐγγράφων τούτων. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἔσφαλλε, διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται ὑπὸ τοῦ Στέμματος, ἵνα γένωνται Ὑπουργοὶ καὶ σύμβουλοι αὐτοῦ, ὀφείλουσι πρὸ παντὸς νὰ ἐξετάζωσι διατὶ παρεσκευάσθη τὸ κενὸν, πρὸς πλήρωσιν τοῦ ὁποίου καλεῖ αὐτοὺς τὸ Στέμμα. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος λοιπὸν, ὑποθέτω, ὅτι τὴν πρώτην ἐρώτησιν, ἣν ὑπέβαλεν εἰς τὸν Βασιλέα, ἦτο νὰ παρακαλέσῃ Αὐτὸν εὐλαβῶς, ἵνα τῷ ἀνακοινώσῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου κατέλιπε τὴν ἀρχήν. Νομίζω μάλιστα, ὅτι τὸ καθῆκον τοῦτο ἐπάγεται εὐθύνην πολιτικὴν, καὶ ὅτι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ δύναται νὰ γείνῃ λόγος πρὸς ἐπίκρισιν τῶν μὴ ἐκτελούντων τὸ καθῆκόν των. Ἄν οὕτως ἔπραξεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, δὲν παρέλιπε τὸ καθῆκόν του, τὸ δὲ Στέμμα εὐλόγως ἐνεχείρισεν εἰς αὐτὸν τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον ἐκόμισεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὀφείλων, ὡς εἰκὸς, ἀφοῦ ὁ κ. Σωτηρόπουλος δὲν συνεδρεύει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, πολιτικὴν εὐθύνην ἐπὶ τῇ ἀποδοχῇ τῆς δημοσίας ἐξουσίας, τῆς ἀνατεθείσης εἰς αὐτόν. Εἶχε λοιπὸν δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀποδοχὴν τοῦ ὑπουργικοῦ ἀξιώματος, ἑπομένως νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐνδεικνύουσι τοὺς λόγους, δι’ οὓς παρῃτήθη ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἀνέγνω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, περὶ ὧν εἴρηται, τὸ παραγόμενον δ’ ἐκ τῶν ἐγγάφων ἦτο ἐν πλήρει ἀντιθέσει πρὸς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἀνεκοίνωσεν ὡς λόγους τῆς παραιτήσεως αὐτοῦ. Κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς ὁ κ. Τρικούπης παρῃτήθη, διότι ἔφθασεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον, μὴ δυνηθεὶς νὰ εὕρῃ δάνειον, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου διϊσχυρίσθη τοὐναντίον, ὅτι ὄχι μόνον εὗρε δάνειον, ἀλλὰ τοῦτο ἦτο ἐν τῷ τελειοῦσθαι, δὲν ἔλειπε δὲ ἡ μία μόνον ὑπογραφὴ, ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ ὅτι ὁ Ἡγεμὼν ἐδίστασε νὰ ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν, διότι ἐφρόνει, ὅτι ἐν τῇ συμβάσει περιείχοντο ὅροι, οἵτινες δὲν ἠδύναντο νὰ κυρωθῶσιν ὑπὸ μόνου τοῦ Ἡγεμόνος, ἀλλ’ ἔχρῃζον τῆς κυρώσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἐπὶ τούτου δ’ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι εἶχε διάφορον γνώμην. Ἄν πρόκηται περὶ ξενικοῦ ἐλέγχου, νομίζω, ὅτι δὲν ἀρκεῖ οὔτε ἡ βασιλικὴ ὑπογραφὴ, οὔτε ἡ νομοθετικὴ κύρωσις, διότι καὶ αὐτὴ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ κυρώσῃ σύμβασιν, ἡ ὁποία καθιστᾷ τὸν ξενικὸν ἔλεγχον. Τί ἐστὶ ξενικὸς ἔλεγχος; Ὅσοι ἔζησαν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἢ ἐν Αἰγύπτῳ ἐκπλήσσονται, ἀκούοντες ὅτι τοσοῦτον δυσανασχετῶ διὰ τὸν ξενικὸν ἔλεγχον. Αὐτοὶ λέγουσιν, ὅτι καὶ ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ ἐν Αἰγύπτῳ, ὅπου παρεδέχθησαν ξενικὸν ἔλεγχον, τὰ πράγματα βαίνουσι μίαν χαρὰν, καὶ ἀποροῦσι διατὶ δὲν στέργομεν νὰ παραδεχθῶμεν καὶ ἡμεῖς τὸν ξενικὸν ἔλεγχον. Ξενικὸς ἔλεγχος ἀποτελεῖ ἐκχώρησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ Κράτους νὰ ἐπιτηρῇ ὡρισμένον κλάδον τῆς διοικήσεως καὶ νὰ ἐλέγχῃ τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ, καὶ ἐκχώρησιν οὐχὶ πρὸς πολίτας Ἕλληνας, ἀλλὰ εἰς ἀλλοδαποὺς, οἵτινες συνδέονται διὰ δεσμῶν πρὸς ἄλλο Κράτος, οὐδεμίαν δὲ ὑποχρέωσιν ἀνέλαβον πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἡ ἐκχώρησις αὕτη πρὸς ἀλλοδαποὺς εἶναι ἐκχώρησις γενομένη πρὸς ἄλλο Κράτος, εἶναι δὲ ἀκρωτηριασμὸς τῆς κυριαρχίας τοῦ Κράτους ἐπ’ ὠφελείᾳ ἑτέρου Κράτους. Ἂν σήμερον παραχωρῆται τὸ δικαίωμα εἰς τέσσαρας ἀλλοδαποὺς νὰ εἰσπράττωσι φόρους τοῦ Κράτους, ἔστω καὶ ὡρισμένους, ἐκχωρεῖται εἰς ἕτερον Κράτος τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος ἔχει, νὰ εἰσπράττῃ αὐτοὺς δι’ ὀργάνων ἰδίων. Τὸ Σύνταγμα ἀπένειμε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ἀποφασίζῃ περὶ ἀπαλλοτριώσεως τμήματός τινος τῆς χώρας, ὅταν πρόκηται περὶ παραχωρήσεως ἐδάφους ὁρίων γνωστῶν, ἀλλὰ δὲν ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς αὐτὴν νὰ ἀπεμπολῇ μέρος τῆς κυριαρχίας τοῦ Κράτους. Καὶ ἂν σήμερον ἐκχωρῇ ἐπὶ χρήμασι τὸ δικαίωμα τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, ἢ ὡρισμένων φόρων, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου αὐτῆς, τίς θέλει κωλύσει τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκχωρήσῃ αὔριον εἰς ἕτερον Κράτος ἐπὶ χρήμασι τὸ δικαίωμα τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης ἐν Ἑλλάδι; Τοιαῦται μειώσεις τῆς κυριαρχίας τοῦ Κράτους εἰσὶ μειώσεις τῆς πολιτικῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ, περὶ τούτου δὲ μόνον τὸ ἔθνος ἔχει δικαίωμα ν’ ἀποφανθῇ, οὐχὶ δὲ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Διὰ τοῦτο ὅταν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔλεγε χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ Ἡγεμὼν ἐδίστασε νὰ θέσῃ τὴν ὑπογραφήν του ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς συμβάσεως, ἐπῄνεσα τὸν Ἡγεμόνα. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ὅμως ἐφρόνει, ὅτι ἤρκει καὶ μόνη ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Βασιλέως πρὸς κύρωσιν τῆς τοιαύτης συμβάσεως, ἀλλ’ ἔστερξε νὰ δεχθῇ τὴν γνώμην τοῦ Ἡγεμόνος καὶ νὰ ζητηθῇ ἡ συνδρομὴ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, διὰ νὰ περιβληθῇ ἡ σύμβασις διὰ περισσοτέρου ἠθικοῦ κύρους Λυποῦμαι, διότι τοιαύτην εἶχε γνώμην ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, λησμονῶν ὅτι δικαιώματά τινα καὶ εἰς τὸ ἄτομον καὶ εἰς τὸ Κράτος πρέπει νὰ θεωρῶνται ὡς ἱερὰ, δὲν ἐπιτρέπεται δὲ περὶ αὐτῶν νὰ σκέπτωνται, εἰμὴ μετὰ μεγάλης ἐμβριθείας, ὑψούμενοι ὑπεράνω τῶν μικρῶν ἀναγκῶν ἢ τῶν περιστοιχούντων συμφερόντων. Ἡ ἀνάγκη, ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ποθῶν νὰ ἀνεύρῃ δάνειον, παρέσυρεν αὐτὸν εἰς σκέψιν, ἡ ὁποία δὲν ἦτο ἀληθὴς, ἀπηγορεύετο δὲ ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος καὶ ὑπὸ τῆς ἱερότητος τοιούτων δικαιωμάτων. Ἀλλὰ μολονότι ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἔστερξε τὴν γνώμην τοῦ Βασιλέως, ἐπῆλθεν ὅμως τὸ ναυάγιον τῆς συμβάσεως, ὡς ἔλεγε χθὲς, ἐν Λονδίνῳ, ἕνεκα τῶν τραπεζιτῶν, οἵτινες δὲν ἐδέχθησαν νὰ ἀναβληθῇ ἡ κύρωσις τῆς συμβάσεως μέχρις οὗ συγκληθῇ καὶ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτῆς. Ἡ πληροφορία αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν τελευταίαν περίοδον δημοσιεύσεως γενομένης ἐν ἀγγλικῇ ἐφημερίδι, τῆς ὁποίας ἐμνήσθη χθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἀναγνοὺς μόνον τὸ πρῶτον μέρος αὐτῆς. Τὸ τελευταῖον μέρος αὐτῆς, ἡ τελευταία περίοδος τῆς δημοσιεύσεως ταύτης, ἔφερεν ὡς συμπέρασμα, ὅτι «ἡ ἀποτυχία, τὴν ὁποίαν οὐκ ὀλίγοι πιστεύουσιν ὅτι ἦτο μεμελετημένη, δὲν προέκυψεν ἐν Λονδίνῳ, ἀλλ’ ἐν Ἀθήναις». Ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτὰ τὰ ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ χθὲς τὸ ἑσπέρας λεχθέντα περὶ τῶν αἰτίων τῆς παραιτήσεως αὐτοῦ, πάλιν ἡ ἀποτυχία τοῦ δανείου δὲν ἐγένετο ἐν Λονδίνῳ, ἀλλ’ ἐν Ἀθήναις· οὕτω δὲ οἱ λόγοι, οἵτινες ὤθησαν τὸν γράψαντα τὸ ἀσεβὲς ἐκεῖνο διὰ τὸν Ἡγεμόνα τῆς Ἑλλάδος ἄρθρον ἐν τῇ ἀγγλικῇ ἐφημερίδι, ἦσαν καὶ κατὰ τοῦτο ψευδεῖς, πλὴν τῶν ἄλλων ψευδῶν ἐννοιῶν, τὰς ὁποίας ἡ δημοσίευσις αὕτη περιεῖχεν. Ἔπρεπε νὰ ποιήσωμαι τὴν παρατήρησιν ταύτην ἐπὶ τῆς ἀγγλικῆς ἐκείνης ἐφημερίδος, διότι, πολίτης τοῦ Βασιλείου, ὀφείλω πᾶσαν γνώμην καὶ πᾶσαν σκέψιν, ἣν ἔχω περὶ τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος μας, νὰ παραμερίζω, ὅταν ἀλλοδαποὶ ἐπιχειρῶσι νὰ δημοσιεύσωσι κρίσεις περὶ τοῦ Βασιλέως. Ὀφείλει πᾶς πολίτης νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του ὡς Ἕλλην, χωρὶς νὰ ἀναγκάζηται νὰ ταπεινῶται, μεταποιούμενος εἰς κόλακα. Ἀλλὰ πότερος τῶν δύο ἰσχυρισμῶν εἶναι ἀληθής; Ἀληθὲς εἶναι τὸ ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ χθὲς ἀνακοινωθὲν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ σύμβασις ἦτο ἑτοίμη; ὅτι, ἂν ἔλειπον μόνον τὰ ὀνόματα, ταῦτα ἤθελον προστεθῆ εὐθὺς ὡς ἐδίδετο ἡ συναίνεσις πρὸς κύρωσιν τῆς συμβάσεως; ὅτι, ἂν ἔλειπον οἱ ἀριθμοί, οὗτοι ἤθελον προστεθῆ ἀμέσως; ὅτι οὐδὲν ἔλειπεν, ὅπως καταρτισθῇ ἡ σύμβασις καὶ τὰ χρήματα τεθῶσιν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, εἰμὴ μόνον ἡ κύρωσις τοῦ Βασιλέως; Ἢ εἶναι ἀληθὲς τὸ πόρισμα, τὸ ὁποῖον ἐκ τῶν ἐγγράφων συνήγαγεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς; Ὁμολογῶ, ὅτι αἱ παραστάσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν μὲ ἔπεισαν τὸ παράπαν. Ἀνέγνων τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον κατέθηκεν ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, καὶ ἐσχημάτισα τὴν αὐτὴν γνώμην, ἣν καὶ ἐκεῖνος ἐσχημάτισεν, ὅτι ἡ σύμβασις ἐκείνη ἦτο ἡ προκαταρκτικὴ σύλληψις σχεδίου τινὸς, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἔλειπον οἱ συμβαλλόμενοι, ὡς ἔλειπον καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔμελλον νὰ καταθέσωσι τὰ χρήματα. Ἑπομένως δὲν ἦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν διαπραγματεύσει δανείου, ἀλλὰ πολλῷ μακράν. Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς προέβη καὶ εἰς ἄλλας ἀνακοινώσεις περαιτέρω, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἀνέμνησαν τὴν περίοδον ἐκείνην τοῦ χρόνου, κατὰ τὴν ὁποίαν κατέθηκε τὴν ἀρχήν. Ὡμίλησε περὶ ἐρεθισμοῦ, ὅστις εἶχε καταλάβει τὴν κοινωνίαν, καὶ περὶ τῆς ἐκτιμήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ Ἡγεμὼν εἶχε ποιήσει, τῆς καταστάσεως ἐκείνης, ἧς αἰτίαν εὕρισκε τὴν κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἀντιπάθειαν τοῦ κοινοῦ, καὶ ἀνεκοίνωσεν ὅτι αὐτὸς ἔκρινεν, ὅτι ἤθελον ὑπηρετήσει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἂν ἀπεσύρετο ἀπὸ τῆς ἀρχῆς. Ἡ δικαιολόγησις αὕτη εἶναι ἐντελῶς διάφορος τῆς πρώτης, εἶναι δευτέρα ἔκδοσις τῶν λόγων τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. Ἐνθυμοῦμαι πράγματι, ὅτι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην προεκάλει θόρυβον καὶ ἐρεθισμὸν ἐφημερίς τις Ἀθηναϊκὴ, ἥτις εἶχεν ἀναλάβει κατὰ παράξενον τρόπον τὸ ἔργον τοῦ νὰ ὑβρίζῃ τὰ πολιτικὰ κόμματα καὶ νὰ ἐξευτελίζῃ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς χώρας· καὶ ἡ ἐφημερὶς ἐκείνη ὑπὸ τύπον ἀναφορᾶς ἔγραφεν οὕτω περὶ τῶν θεσμῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν αὐτῆς, ὡς δὲν ἤθελε γράψει ὁ ἔχθιστος τῶν ὑβριστῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα παρίστα ἡ ἐφημερὶς ἐκείνη ὡς μηχανὴν κακοποιὸν, ἥτις ἐνισχύει τὴν διαφθοράν, καταστρέφει τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, παραλύει τὸν στρατὸν, διαφθείρει τὴν διοίκησιν, κλονίζει τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ συντελεῖ ὄχι τὴν κακοδαιμονίαν, ἀλλὰ τὴν κατάπτωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἀπὸ Κράτους εὐνομουμένου εἰς συμμορίαν φαύλων καὶ κακοήθων ἀνθρώπων. Τὰ πολιτικὰ κόμματα παρίστα ὡς συμμορίας, αἵτινες μόνον δὲν ἐξήρχοντο τὴν νύκτα ἀπὸ τοὺς οἴκους αὐτῶν, ἵνα διαῤῥήξωσι τὰ ἐμπορικὰ καταστήματα καὶ κλέψωσι τὰ ἐμπορεύματα αὐτῶν, τοὺς δὲ πολιτικοὺς ἄνδρας ὡς ἀρχηγοὺς λῃστῶν, ὡς συμπράκτορας ζωοκλόπων, ὡς φαύλους καὶ ἀνηθίκους ἀνθρώπους. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἐν πρωτευούσῃ ἄλλου Κράτους ἤθελον δημοσιευθῆ τοιαῦτα περὶ τῶν θεσμῶν τοῦ Κράτους ἐκείνου καὶ περὶ τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες ἀφιέρωσαν τὴν ζωήν των εἰς τὴν μέριμναν τῶν κοινῶν, ἂν ὁ γράφων ταῦτα ἤθελεν εἶσθαι ἐν πλήρει ἀσφαλείᾳ. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι δύναμαι νὰ προβάλω τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου ὡς ὑπερβᾶσαν κατὰ τὸν ἐξευγενισμὸν πάσας τὰς ἄλλας πρωτευούσας τῆς Εὐρώπης, διότι πρέπει νὰ φθάσῃ τις εἰς τὸ ἀνώτατον ὅριον τοῦ ἐξευγενισμοῦ, ἵνα μὴ ἀγανακτῇ, ὅταν ὑβρίζηται, νὰ μὴ δυσαρεστῆται, ὅταν περιφρονῆται ὅ,τι αὐτὸς σέβει καὶ τιμᾷ, ἵνα μὴ ἐκτρέπηται εἰς πράξεις ἐκνόμους καὶ ἀτόπους ἐν τῇ στιγμῇ τῆς παραφορᾶς αὐτοῦ. Ὁ ἐξευγενισμὸς τοῦ λαοῦ τῆς πρωτευούσης περιωρίσθη νὰ ἐκδηλώσῃ ἐρεθισμόν τινα, καὶ ὁ ἐρεθισμὸς οὗτος περιεστρέφετο ἐν ταῖς συνομιλίαις. Ἂν οἱ ὑπάλληλοι, ἂν οἱ λοιποὶ λειτουργοὶ τοῦ Κράτους ἐλησμόνουν τὸν ἐπίσημον χαρακτῆρά των καὶ ἐτρέποντο εἰς ἐνεργείας καὶ μελέτας ἀτόπους, αὐτὸ ἐξέπλησσε τὸ κοινὸν τῆς πρωτευούσης, ἀλλὰ δὲν ἀπησχόλει αὐτό· τὸ ἔκτροπον ὅμως φαινόμενον, τὸ ὁποῖον παρεῖχεν εἰς τὸ κοινὸν ἡ Ἑλληνικὴ ἐκείνη ἐφημερὶς, καὶ ἀπησχόλει αὐτὸ καὶ ἐγίνετο ἀντικείμενον ἐρεύνης καὶ ἑρμηνείας. Ἀλλ’ ὁ ἐρεθισμὸς ἐκεῖνος βεβαίως δὲν ἤρκει, ἵνα ἀναγκάσῃ τὸ Στέμμα νὰ ὑποχωρήσῃ, πλὴν ἂν ἔπεισεν Αὐτὸ, ὅτι καιρὸς ἦτο νὰ ἐγκύψῃ εἰς τὴν γνῶσιν τῶν τῆς διαχειρίσεως τῶν κοινῶν, πλὴν ἂν ἐνεποίησεν εἰς Αὐτὸ δισταγμόν, ἂν ἡ διαχείρισις τῶν κοινῶν ἦτο ἡ προσήκουσα, ἂν ἦτο εἰλικρινής, ἢ ἂν ἦτο πεπλανημένη. Ἀλλ’ ἂν τοιαῦτα ἔγνω τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νομίζω ὅτι κακὴν μετῆλθε τακτικὴν, ποιησάμενος χθὲς ὅσας ἐποιήσατο πρὸς τὴν Βουλὴν ἀνακοινώσεις...
§28ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Δὲν κάμνομεν μικρὰν διακοπὴν, κύριε Πρόεδρε;
§29ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ, ἐγὼ δὲν ἀντιλέγω.
§30ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν μικρὰν διακοπὴν πέντε λεπτῶν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ δέκα λεπτά. (Μετὰ διακοπὴν 15 λεπτῶν ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις).
§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν γνώμην μου λοιπὸν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἠναγκάσθη νὰ καταλίπῃ τὴν ἀρχὴν, διότι ἀπώλεσε τὴν μόνην σανίδα τῆς σωτηρίας, ἐπὶ τῆς ὁποίας προσεδόκα νὰ ἀναῤῥιχηθῇ, ὅταν ἐπείσθη, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεύρῃ δάνειον, ἀφοῦ ἐπ’ αὐτοῦ ἐστήριζε τὸ οἰκονομικόν του οἰκοδόμημα. Ἂν ἠθέλετε ἀναμνησθῆ, κύριοι Βουλευταὶ, τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα τῆς 3 Μαΐου, ἠθέλετε διαγνώσει τὴν σημασίαν, οὐχὶ τὴν οἰκονομικὴν, ἀλλὰ τὴν πολιτικὴν, ἣν ἤθελαν ἔχει ἡ ἐπιτυχία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ἂν ἀνεύρισκε δάνειον καὶ συνωμολόγει αὐτό. Ὅταν ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος ἐκαλεῖτο, ἵνα ἐκλέξῃ Βουλευτὰς κατὰ τὴν 3 Μαΐου, εἶχον κατακλύσει τοὺς ἐκλογεῖς δύο διαδόσεις· μία ἀντισυνταγματική, ἣν δὲν ἀναφέρω πλέον, διότι ἀνέφερα αὐτὴν ὅτε συνεζητεῖτο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893. Τότε μάλιστα δὲν εἶπον αὐτὴν μόνος ἐγώ, ἀλλ’ εἶπον αὐτὴν πάντες οἱ ἀγορεύσαντες, ὅσοι ἀνῆκον εἰς τὰς διαφόρους ὁμάδας καὶ τὰ διάφορα κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Εἶπεν αὐτὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ἐβεβαίωσεν αὐτὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἐπεκύρωσεν αὐτὴν ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω αὐτὴν ἐγώ, ὅστις ἔχω καθῆκον νὰ λησμονῶ πᾶν ὅ,τι ἐγένετο, ἵνα παραβλάψῃ τὰ ἐμὰ συμφέροντα, καὶ νῦν μάλιστα, ὅτε ἀπαιτεῖται ἡ ὁμόθυμος σύμπραξις πάντων, ὅπως σωθῇ τὸ σκάφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπιβαίνομεν. Ἀλλὰ πλὴν ταύτης κατέκλυζε τοὺς ἐκλογεῖς τῆς Ἑλλάδος καὶ ἄλλη τις βεβαίωσις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ κατὰ τὴν 17 Φεβρουαρίου ἀνατραπεῖσα, ἦτο ἀνίκανος νὰ διαχειρισθῇ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ὅτι αὐτὴ ὤθει τὸ Κράτος εἰς τὴν πτώχευσιν, καὶ ὅτι εἷς μόνον ὑπῆρχεν ὁ δυνάμενος νὰ σώσῃ αὐτὸ, ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, τὸν ὁποῖον μάλιστα οἱ φίλοι του ὠνόμασαν τότε Σωτῆρα (ψίθυροι ἐν τῇ δεξιᾷ). Καὶ διατὶ ἔλεγον αὐτὸν Σωτῆρα; Διότι αὐτὸν ἐνεπιστεύετο ἡ Εὐρώπη· διότι αὐτὸν αὕτη ἀνεγνώριζεν ὡς μόνον πολιτικὸν ἄνδρα, αὐτὸν μόνον ὡς δυνάμενον νὰ κυβερνήσῃ τὴν Ἑλλάδα· διότι εἰς αὐτὸν αἱ Τράπεζαι παρεῖχον τὰ κιβώτιά των, αὐτὸν δ’ οἱ τραπεζῖται προθύμως ἤθελον ὑποστηρίξει. Καὶ ἀφοῦ εἰς τοιαύτην ὑπέροχον εὑρίσκετο θέσιν ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, προετρέποντο οἱ ἐκλογεῖς τῆς Ἑλλάδος νὰ ψηφοφορήσωσι τοὺς φίλους αὐτοῦ καὶ ν’ ἀποστείλωσι τὴν πλειονοψηφίαν, ἥτις ἔμελλε νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς δὲν ἠδύνατο νὰ σώσῃ τὴν Ἑλλάδα, εἰμὴ διὰ δανείου· καὶ εἰσήγαγε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892 καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893, καὶ ἐξήρτησεν αὐτοὺς ἀπὸ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ δανείου. Ἂν λοιπὸν δὲν ἤθελε δυνηθῇ νὰ ἀνεύρῃ τὸ δάνειον, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ, πεπρωμένως δὲ ἤθελε φθάσει εἰς τὴν παραμονὴν τῆς 3 Ἰουνίου, ἢ εἰς τὴν παραμονὴν τῆς 3 Δεκεμβρίου, ἢ εἰς τὰς ποικίλας καὶ πολυωνύμους παραμονὰς διαφόρων λήξεων προσωρινῶν χρεῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελεν ἀναζητεῖ χρήματα ἐν τοῖς κιβωτίοις τοῦ Κεντρικοῦ ταμείου καὶ δὲν ἤθελεν εὑρίσκει. Κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἤθελον διαψευσθῆ ἐπισήμως ὑπὸ τῶν πραγμάτων αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου· κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἤθελον ἐπικυρωθῆ ὅσα ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπὶ δέκα καὶ δώδεκα συνεχῆ ἔτη ἀπήγγελλε κατὰ τῆς πολιτείας αὐτοῦ καὶ κατηγόρει αὐτοῦ. Τὴν στιγμὴν ταύτην περιδεῶς προσέβλεπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, καὶ διὰ τοῦτο ᾤχετο ἀπιὼν τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπείσθη, ὅτι ἦτο ἀδύνατον εἰς αὐτὸν νὰ εὕρῃ δάνειον καὶ νὰ πορισθῇ χρήματα. Τὴν περὶ δανείου γνώμην μου γνωρίζει ἡ Βουλή. Εἶπον αὐτὴν ὅτε συνεζητεῖτο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893. Εἶπον τότε; ὅτι νομίζω ὅτι δὲν θέλει γενῇ δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ δάνειον, ἀλλὰ προσέτι, ὅτι εὔχομαι νὰ μὴ εὑρεθῇ, διότι, ἐὰν ἤθελεν εὑρεθῇ δάνειον, ἠθέλομεν παραμυθήσει μὲν τὰς ἀνάγκας ἡμῶν κατὰ ἓν ἢ δύο ἔτη, ἀλλὰ μετὰ δύο ἔτη ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς πολλῷ χείρονα θέσιν ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν εὑρεθῆ προσεχῶς, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελεν εὑρεθῆ δάνειον. Καὶ τὴν γνώμην ταύτην δὲν εἶχον μόνον οἱ 17 φίλοι μου, μεθ’ ὧν συνέπραττον, τὴν γνώμην ταύτην εἶχον καὶ πάντα τὰ πολυποίκιλα καὶ πολυώνυμα κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ δάνειον δὲν εὑρέθη, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, μέλλων νὰ φθάσῃ πεπρωμένως εἰς τὴν ἀπαισίαν ἐκείνην ἡμέραν, ἔσπευσε νὰ καταλίπῃ τὴν ἀρχὴν, ἵνα ἄλλοι κληθῶσιν εἰς αὐτὴν καὶ εὑρεθῶσι κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐν τῇ ἀπογνώσει, ἐν ᾗ εὑρέθησαν οἱ Βουλευταὶ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Λοκρίδος. Εὑρίσκω ὅμως τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν μετῆλθε, πλημμελῆ καὶ μὴ προσήκουσαν εἰς πολιτικοὺς ἄνδρας. Ἐὰν αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον κατέλιπε τὴν ἀρχὴν, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ ὁμολογήσῃ τὴν ἀληθῆ αἰτίαν ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν σφάλμα εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς, ἐὰν λάθος εἰς τὰς σκέψεις, ἐὰν ἀτυχία εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις, ἢ ἀδεξιότης εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, ἀγάγῃ πολιτικόν ποτε ἄνδρα εἰς τοιαύτην ἀμηχανίαν, πρέπει νὰ γένηται ὑπέρτερος ἑαυτοῦ, καὶ περισφίγκων τὴν καρδίαν του νὰ ἐξομολογηθῇ ἐνώπιον τῶν συμπολιτῶν του. Ἔπρεπε λοιπὸν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν, ὅτι παραιτεῖται, διότι δὲν ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ δάνειον· δὲν ἦτο δὲ συγκεχωρημένον νὰ εἴπῃ πολλὰ καὶ πολύπλοκα, τὰ ὁποῖα, αἰνιγματώδη καθ’ ἑαυτά, ἔδιδον εὐκολίαν εἰς τοὺς ἀκούοντας ἢ εἰς τοὺς ἀναγινώσκοντας νὰ ἀνατέμνωσιν αὐτὰ ἐν ταῖς ὑποστάσεσιν αὐτῶν, καὶ νὰ συνάγωσιν ἐννοίας, αἱ ὁποῖαι ζημιοῦσι τὴν Πολιτείαν, διότι κλονίζουσι τὴν ἐπὶ τὴν νόμιμον πολιτειακὴν τάξιν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ. Ἂν ἐν ταῖς ἀνωτέραις σφαίραις, ἐν ταῖς σφαίρας ἐκείναις, εἰς τὰς ὁποίας ἀνετέθη ἡ ἐποπτεία τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος, εἰσάγωνται πλάναι, οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ θάῤῥος νὰ λέγωσι παῤῥησίᾳ τὴν ἀλήθειαν, διὰ νὰ φωτίζωσι τὸν Ἡγεμόνα, ὅπως οὗτος ἀπωθῇ μακρὰν αὑτοῦ τοὺς πλάνους. Ὡς δ’ ὀφείλουσι οὕτω νὰ πράττωσι καὶ ἐπὶ κινδύνῳ νὰ δυσαρεστήσωσι τὸν Ἡγεμόνα, ἐπιτρέπεται αὐτοῖς, ἐὰν αὐτοὶ ἐπλανήθησαν ἢ ἐὰν αὐτοὶ ἔσφαλον ἢ ἐπλημμέλησαν, νὰ ἐπιῤῥίπτωσι τὴν εὐθύνην εἰς τὸν ἐπισκοποῦντα τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος; Πρέπει, ὑπεράνω ἑαυτῶν γενόμενοι, νὰ ἐξομολογῶνται τὸ ἁμάρτημά των καὶ νὰ ζητῶσι συγγνώμην παρὰ τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν. Ὅταν ἐλέγετε, ὅτι ἐπιστεύετε ὅτι ἠθέλατε σώσει οἰκονομικῶς τὴν Ἑλλάδα δι’ εὑρέσεως δανείου, δὲν εἶχον τὴν γνώμην ταύτην, ἀλλὰ δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ σᾶς ἐπικρίνω, διότι ἐπιστεύσατε σεῖς ταύτην· διότι ὑμεῖς ἔχετε δικαίωμα νὰ ἔχητε περισσοτέραν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν ἡγέτην ὑμῶν, ἢ ὅσον ἠδύνασθε νὰ ἔχητε πρὸς ἐμέ, οὐδὲ παραπονοῦμαι διὰ τοῦτο· ἀλλ’ ὅταν ἐπείσθη ὁ ἡγέτης ὑμῶν, ὅτι τὸ σχέδιον αὑτοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ, εἴτε διότι δὲν εὕρισκε δανειστάς, εἴτε διότι εὕρισκε μὲν δανειστάς, ἀλλ’ οἱ δανεισταὶ ἀπῄτουν παρ’ αὑτοῦ παραχωρήσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἠδύνατο νὰ στέρξῃ νὰ παραχωρήσῃ εἰς αὐτοὺς, τότε ὁ ἡγέτης ὑμῶν ἔπρεπε νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν, ὅτι τὰ σχέδια αὐτοῦ ἀπέτυχον. Ἡμεῖς δὲν εἴχομεν ἀνάγκην τῆς ὁμολογίας αὐτοῦ ταύτης. Ἡμεῖς, οἵτινες δὲν ἀπεκρύψαμεν τὴν ἀλήθειαν καὶ ὅταν αὕτη ἔβλαπτε τὰ συμφέροντα ἡμῶν, καὶ ὅταν αὕτη εὐκόλυνεν ἄλλους νὰ εἰσδύωσιν εἰς τοὺς προδρόμους τῶν Ἀνακτόρων καὶ συκοφαντῶσιν ἡμᾶς, ἡμεῖς εἴχομεν γνώμην περὶ τῆς οἰκονομικῆς δεξιότητος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ τὴν γνώμην ἡμῶν ταύτην ἐδηλώσαμεν καὶ πρὸ τοῦ 1885 καὶ πρὸ τοῦ 1890 καὶ κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος 1892 καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Δὲν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀποτυχία αὐτοῦ πρὸς εὕρεσιν δανείου, διὰ νὰ σχηματίσωμεν γνώμην περὶ αὐτοῦ, ἑπομένως δὲν παραπονοῦμαι, διότι ἀπέκρυψε τὴν ἀλήθειαν ἀφ’ ἡμῶν, παραπονοῦμαι ὅμως, ὅτι ἀπέκρυψεν ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ παρώθησεν αὐτὸν νὰ ἀπορῇ καὶ νὰ ἀνερευνᾷ, τί τάχα συνέβη, τὸ ὁποῖον ἠνάγκασεν ἡγέτην πλειοψηφίας κολοσσιαίας, Ὑπουργὸν πλήρους ἀπολαύοντα εὐνοίας τοῦ Στέμματος, νὰ καταλίπῃ αἴφνης τὴν ἀρχὴν, καὶ νὰ τὴν καταλίπῃ σιωπῶν, ἢ νὰ καταλίπῃ αὐτὴν ἀφίνων νὰ ἀκούωνται ψίθυροι, οἵτινες ἀνησύχουν τὴν κοινὴν συνείδησιν, καὶ οἵτινες δὲν ἦτο ἀπίθανον νὰ προαγάγωσιν εἰς κρίσεις καὶ πεποιθήσεις τοὺς πολίτας, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς νομίμου τάξεως τῆς πατρίδος αὐτοῦ. Κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, ἡ συντελουμένη συμφορὰ εἶναι ἔργον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. Ἐὰν πρὸ μικροῦ ἐπέκρινα ἐκείνους, οἵτινες ἐδέχθησαν τὴν 3 Μαΐου νὰ γένωνται Ὑπουργοί, οὐδέποτε ἐμειώθη ἡ περὶ τῆς εὐθύνης καὶ τῆς ἐνοχῆς τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ γνώμη μου. Ἐπέκρινα αὐτοὺς, διότι ἐπλανήθησαν καὶ διὰ τῆς πολιτείας των κατέστησαν βεβαίαν καὶ ἀναπόφευκτον τὴν ἐπάνοδον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου εἰς τὴν ἀρχήν. Ἐὰν αὐτοὶ ἐτήρουν τὰς ὑποχρεώσεις τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι, δὲν ἤθελον ἐξασφαλίσει εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου τὴν πολιτικὴν δύναμιν, ἥτις κατεδηλώθη τὴν 28 Ὀκτωβρίου, οὐδὲ ἤθελον ἐπαναγάγει αὐτὸν δι’ αὐτῆς ἐπὶ τὴν ἀρχήν. Ἐπέκρινα αὐτοὺς, διότι ἠμιλλήθησαν νὰ μιμηθῶσι κατὰ τὴν εὐλάβειαν πρὸς τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμοὺς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, καὶ ἔδωκαν αὐτῷ τὴν ἀφορμὴν νὰ παρασταθῇ ἀγωνιζόμενος καὶ αὐτὸς ὑπὲρ τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν κατὰ τὸ ἑξάμηνον τοῦτο διάστημα. Εὗρε τὴν εὐκαιρίαν, καὶ ὡς δεξιὸς πολεμιστὴς ἐδράξατο αὐτῆς, διὰ νὰ μειώσῃ τὴν κατ’ αὐτοῦ ἀγανάκτησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ νὰ παρασταθῇ ἀγωνιζόμενος ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων του, διὰ νὰ δείξῃ, ὅτι ἀμύνεται κατ’ ἐκείνων, οἵτινες ἐπιβουλεύονται τοὺς θεσμούς του. Τίς ἄλλος ἢ αἱ ἐκτεθεῖσαι παραλείψεις ἐκείνων, οἵτινες ἀπετέλεσαν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς 3 Μαΐου, παρέσχον αὐτῷ τοιαύτην εὐτυχῆ δι’ αὐτὸν εὐκαιρίαν; Ἡ πικρία τοῦ ἐλέγχου ὑπηγορεύθη ἀπὸ τὴν συνείδησιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Καὶ ἀπὸ ποίας ἐποχῆς χρονολογεῖται τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἡ διαστροφή, εἰμὴ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπεφάνη ἐν τῇ διαπράξει τῶν δημοσίων πραγμάτων ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ἀπὸ ποίας ἐποχῆς τὸ Κοινοβούλιον διατελεῖ ὑπὸ ἀμείλικτον πίεσιν, ἵνα ἁρπαγῇ ἡ ψῆφος αὐτοῦ πρὸς κύρωσιν νομοθετημάτων, διὰ τῶν ὁποίων διεσπαθίζετο ὁ δημόσιος πλοῦτος, διὰ τῶν ὁποίων ἠθετοῦντο τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἐσυλοῦντο αἱ δημοτικαὶ ἐλευθερίαι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Μνημονεύουσι τῶν 350 χιλιάδων φράγκων, τὰ ὁποῖα διεσπάθησαν χάριν ἑνὸς, τὸν ὁποῖον ηὐνόει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, χάριν τοῦ γαμβροῦ τοῦ Σπάρταλη, ὁ ὁποῖος τὸν εἶχε βοηθήσει κατὰ τὰς ἀπαισίας ἡμέρας τοῦ ἀποκλεισμοῦ, καὶ λησμονοῦσι τὰς συζητήσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ, λησμονοῦσι τὰς ἱστορίας, τὰς ὁποίας ἐδημοσίευον περὶ τῶν θεσμῶν κατὰ τὴν εἰκοσιπενταετηρίδα τοῦ Βασιλέως, λησμονοῦσι τὰς ἐπιδρομὰς, αἵτινες ἐγένοντο ἐπὶ τὴν αἴθουσαν τούτην, διὰ νὰ παραπεισθῶσιν ἢ διὰ νὰ πιεσθῶσιν οἱ Βουλευταὶ νὰ ψηφοφορῶσιν ὑπὲρ αὐτοῦ, λησμονοῦσι τὰς μετατροπὰς τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐδανείζετο παρ’ ἀλλοδαπῶν ἐπὶ ὑποσχέσει, ὅτι θέλει διαθέσει αὐτὰ πρὸς ὡρισμένον σκοπὸν, καὶ διέθετεν εἰς πληρωμὴν ἐλλειμμάτων, λησμονοῦσιν, ὅτι τῷ ὄντι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἐχρησίμευεν, ἵνα καλύπτῃ παρανομίας καὶ σπατάλας καὶ ἀσωτείας! Ὅταν τὴν 17 Φεβρουαρίου σκευωρίαι ἐξυφανθεῖσαι ἔφθασαν μέχρι τῶν Ἀνακτόρων καὶ ἐπήνεγκον τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐξετελέσθη, ἐφημερίς τις, φιλικῶς πρὸς ἐμὲ διακειμένη, ἐχαρακτήρισε τὴν πρᾶξιν ὡς πραξικόπημα· ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ζητῶν νὰ ἐπωφεληθῇ ἐκ τοῦ δοθέντος εἰς τὴν εἰρημένην πρᾶξιν χαρακτηρισμοῦ, ἔσπευδε νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἐγὼ ἠμφισβήτουν τὸ δικαίωμα τοῦ Ἡγεμόνος νὰ παύσῃ τοὺς Ὑπουργούς του, ἐκ τοῦ ἐξώστου δὲ τῆς οἰκίας του ἐφώνει, ὅτι ἡ παῦσίς μου ἦτο ἡ ὑψίστη κύρωσις τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν. Ἐγὼ δὲν εἶχον ἀμφισβητήσει τὸ δικαίωμα τοῦ Ἡγεμόνος, ἀλλ’ ἠμφισβήτησα τὴν λυσιτέλειαν τοῦ μέτρου, ἐτύγχανον δὲ πεπεισμένος, ὅτι τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐθραύετο πᾶν ὅ,τι εἶχε παρασκευασθῆ ἕως τότε πρὸς ἀποσόβησιν τῆς ἐπερχομένης συμφορᾶς. Καὶ οἱ τοιαῦτα διενεργήσαντες, καὶ τοιαῦτα σκευωρήσαντες, ἀφοῦ ἐπείσθησαν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μετατρέψωσι τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου, δυνηθέντες δι’ αὐτῶν νὰ ἀναχθῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διέγνων τὸ βάραθρον, τὸ ὁποῖον εἶχον ἀνασκάψει, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἐκ φιλαρχίας προώριζον ἑαυτοὺς, ἵνα καταπέσωσι, καὶ ἐζήτουν νὰ ἀνεύρωσιν quand même, ὅπως– ὅπως, ἓν δάνειον, διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐμβαλώσωσι τὰ πράγματα καὶ ἐξαγάγωσιν ἑαυτοὺς τῶν δυσχερειῶν, μεθ’ ὃ κατόπιν ἠδύναντο νὰ φωνάζωσιν, ὅτι ἀνεκόπησαν ἀπὸ τῆς πορείας των, καὶ ἕνεκα τούτου ἐπῆλθεν ἡ καταστροφή. Ἡ οἰκονομικὴ καταστροφὴ διὰ μακρᾶς χειρὸς εἶχε παρασκευασθῆ. Ἕκαστον τῶν ἐτῶν, τὰ ὁποῖα διέῤῥευσαν, ἔδιδε νέον λάκτισμα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἐκυλίετο, ἕως οὗ κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐβεβαιώθη ἡ ἀποτυχία τοῦ δανείου, ἐνεποίησε τὴν ἀπελπισίαν εἰς πάντας, ὅσοι προσεδόκων σωτηρίαν ἀπ’ αὐτοῦ. Τὴν 10 Ὀκτωβρίου 1890, ἐὰν δὲν εἶχεν ἔτι συντελεσθῆ ἡ οἰκονομικὴ καταστροφὴ, ἐσώζοντο ἔτι ὀλίγαι πιθανότητες, ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀποσοβηθῇ. Καὶ ἐνῷ οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, ἡ δίψα τῆς ἀρχῆς παρώθησεν αὐτὸν νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν ἐκ παντὸς τρόπου ἐπάνοδόν του εἰς τὴν ἀρχήν. Δὲν ἐνεθυμεῖτο εἰς ποίαν κατάστασιν εἶχεν ἀφήσει τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος, ὅταν διαδεχθέντες αὐτὸν ἠναγκαζόμεθα νὰ ζητῶμεν, πῶς θὰ πληρώσωμεν ἔντοκον γραμμάτιον 15,000,000, διὰ τοῦ ὁποίου εἶχε δανεισθῆ ἐπὶ βραχείᾳ προθεσμίᾳ χρήματα, ὅπως μετατρέψῃ τὰ δάνεια τῆς Ἀνεξαρτησίας...
§33ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Θὰ ὁμιλήσητε πολὺ ἀκόμη;
§34ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύο ὥρας ἴσως.
§35ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Τότε ν’ ἀναβάλωμεν.
§36ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§37ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται διὰ τὴν Δευτέραν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 καὶ 40′ μ. μ.