1893.11.12
2.669 στίχοι · 20.757 λέξεις · 108 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 9
τῆς 12 Νοεμβρίου 1893.
(Παρασκευή).
Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Θυρέας τῆς Κυνουρίας, παρακαλούντων νὰ μὴ ἐπιτραπῇ ἡ εἰς τὸν δῆμόν των εἴσοδος τῶν κατοίκων Βερβαίνων, ἔνθα ἐνέσκηψεν ἡ νόσος εὐλογία, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ἐπαπειλοῦνται περιπλοκαί. Παραπέμπεται τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν νόμων περὶ οἰνοπνευματοποιείων αʹ καὶ βʹ κατηγορίας. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 10).
§2ΣΑΚΚΗΣ. Τῆς παραιτήσεως τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου προΐστατο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, τῆς λαβούσης χώραν κατὰ τὰ τέλη τοῦ παρελθόντος Ἀπριλίου, εἰσὶ καὶ νῦν ἔτι ἄγνωστοι οἱ λόγοι. Τὸ «Ἄστυ», τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ὡς διερμηνεῦον τὰς γνώμας τοῦ κ. Τρικούπη, ἀνέφερε μὲν αἰτίας, δι’ ἃς ἰσχυρίσθη ὅτι παρῃτήθη τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, ἀλλὰ τὰς αἰτίας ταύτας διαψεύδουσιν οἱ περὶ τὴν Αὐλὴν, καὶ αὐτὸς δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου δύναται νὰ διαψεύσῃ ἡμέραν τινὰ, ἂν ἤθελε κρίνει τοῦτο συμφέρον. Ἐξεπλάγη δὲ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος, ὅταν εἶδε καταλιπόντα τὴν ἀρχὴν τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, οὐ μόνον διότι εἶχεν οὗτος ἐγείρει γῆν καὶ θάλασσαν, ἵνα ἐπαναχθῇ αὖθις ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ἀφ’ ἧς εἶχεν ἐκδιωχθῆ ὑπὸ τῶν ἐκλογέων τοῦ Βασιλείου κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890, ἀλλὰ καὶ διότι ἔκτακτοι καὶ ἀντισυνταγματικαὶ κατεβλήθησαν προσπάθειαι κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ Μαΐου τοῦ 1892, ὅπως κατορθωθῇ καὶ διὰ ψυχολογικῆς ἔτι βίας νὰ ἐκλεχθῶσι Βουλευταὶ διατεθειμένοι νὰ ἐνδείξωσιν αὐτὸν εἰς τὸ Στέμμα, ἡ δ’ οὕτω σχηματισθεῖσα εὔνους πρὸς αὐτὸν πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἐκθύμως ὑπεστήριξεν αὐτὸν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου προΐστατο. Ἐπερωτῶ ὅθεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, δι’ οὓς τόσον ἐσπευσμένως κατέλιπε τὴν ἀρχὴν κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1893. Τὴν παραίτησιν ἐκείνην ἠκολούθησεν ὁ σχηματισμὸς ἑτέρας Κυβερνήσεως, ὑπὸ Πρωθυπουργὸν τὸν κ. Σωτηρόπουλον. Ἀλλὰ κατὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο παροῦσα· κατὰ τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα, ὤφειλε νὰ καλέσῃ εὐθὺς ἀμέσως αὐτὴν, καὶ ἀποδείξῃ εἰς τὸν λαὸν, ὅτι ἀπελάμβανε τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς καὶ ἑπομένως καὶ τοῦ ἔθνους· ἤ, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν αὐτῆς, καὶ ζητηθῇ οὕτως ἡ γνώμη τοῦ λαοῦ, ἂν ἐπεδοκίμαζε τὸ νέον τοῦτο κυβερνητικὸν καθεστώς. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἰς οὐδέτερον τῶν μέτρων τούτων προέβη, μέχρι σήμερον δὲ, ἕνεκα τούτου, μένει ἄγνωστον εἰς τὸ ἔθνος, ἂν ἀπελάμβανε τῆς ἐμπιστοσύνης εἴτε τῆς Βουλῆς εἴτε τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἢ ἐξηκολούθησε μένουσα ἐν τῇ ἀρχῇ ἐπὶ ἓξ μῆνας διὰ μόνης τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Βασιλέως. Ἐρωτῶ ὅθεν ἐκείνους ἐκ τῶν κατὰ τὴν 3 Μαΐου 1893 διορισθέντων ὑπὸ τῆς Α. Μ. Ὑπουργῶν, οἵτινες τυγχάνουσι μέλη τῆς Βουλῆς, καὶ παρακαλῶ αὐτοὺς ν’ ἀναφέρωσι, πῶς ἔκριναν περιττὸν ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἀπελάμβανον καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης εἴτε τῆς Βουλῆς, εἴτε τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἐξηκολούθησαν μένοντες ἐν τῇ ἀρχῇ μῆνας ἓξ διὰ μόνης τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Βασιλέως.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν Σάκκην). Τὴν πρώτην ἐπερώτησίν σας θέλω ἀποστείλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ τὴν δευτέραν ποῦ νὰ τὴν στείλω;
§4Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ τὰς δύο θὰ πέμψητε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§5ΣΑΚΚΗΣ. Ἡ ἐπερώτησίς μου εἶναι σαφής· ἀπευθύνεται πρὸς τὰ μέλη τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα τότε ἦσαν Ὑπουργοί.
§6Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ ἐπερωτήσεις ἀπευθύνονται πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς, ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἀπευθύνωνται πρὸς ἄλλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἦσαν Ὑπουργοὶ, πάλιν πρέπει νὰ διαβιβασθῶσι πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον.
§7ΣΑΚΚΗΣ. Ἐγὼ ἐξακολουθῶ ἐπιμένων, ὅτι ἡ ἐπερώτησίς μου ἔχει ὀρθῶς· ἄλλως τε τὴν κανονίζω διαφορετικῶς· ἀπευθύνομαι πρὸς τοὺς τρεῖς τότε Ὑπουργοὺς, παρόντας σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἂν κρίνωσι καλὸν, ἂς ἀπαντήσωσι.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἐπερώτησίν σας θέλω διαβιβάσει πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, οἱ δὲ πρώην Ὑπουργοὶ ἤκουσαν τὴν δευτέραν ἐπερώτησίν σας, καὶ ἂς ἀπαντήσωσι.
§9ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ τυπωθῇ, ἵνα λάβωμεν γνῶσιν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· θὰ περιληφθῇ ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς.
§11ΜΑΝΕΣΗΣ. Προτίθεμαι νὰ κάμω μίαν ἐπερώτησιν· δηλῶ δὲ ἅπαξ διὰ παντὸς, ὅτι ἡ ἐπερώτησίς μου σκοπὸν δὲν ἔχει νὰ προσβάλῃ τινὰ, ἀλλὰ μόνον νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὅπως μὴ ἀκυρῶνται νόμοι καὶ παραβλάπτωνται ὕψιστα τοῦ Κράτους συμφέροντα. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς ἐπὶ ποίας Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου, νομίζω, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν συνεβλήθη μετὰ τοῦ καταστηματάρχου Πυῤῥῆ πρὸς προμήθειαν ἐρέας κυανῆς, χρησιμευούσης διὰ τὸν ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ. Κατὰ τὸν παρελθόντα Μάρτιον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν — νομίζω δὲ ὅτι ἦτο Ὑπουργὸς ὁ καὶ νῦν τοιοῦτος — εἶχε διατάξει τὸν σχηματισμὸν ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέλεγξιν καὶ παραλαβὴν τῆς παραγγελθείσης ἐρέας. Ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλθε καὶ εὗρε τὴν ἐρέαν μὴ σύμφωνον πρὸς τοὺς ὅρους τοῦ συμβολαίου καὶ πρὸς τὸ ἐσφραγισμένον δεῖγμα. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, οὐχὶ βεβαίως ἐξ ἐπιεικείας, ἀλλ’ ἐξ εἰδικῶν λόγων, πρὸς ἐμψύχωσιν τῆς ἐθνικῆς βιομηχανίας, ἠθέλησε νὰ ἐρωτήσῃ τὴν γνώμην εἰδικῶν ἀνδρῶν, καὶ συνέστησεν ἐπιτροπὴν ἐκ καθηγητῶν τῆς χημείας καὶ ἐμπόρων, ὅπως γνωματεύσωσι ποῖον τὸ δυνατὸν ὅριον τῆς ἀντοχῆς τῆς ἐρέας, διότι, ὡς εἶπον, ἡ πρώτη ἐπιτροπὴ δὲν εὗρε ταύτην σύμφωνον πρὸς τὸ συμβόλαιον, κυρίως δὲ διότι δὲν εἶχε τὴν ἀντοχὴν τὴν δηλουμένην ὑπὸ τοῦ δείγματος. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν γνωρίζω τί ἀπεφάνθη, ἀλλὰ βεβαίως θὰ ἔδωκε γνώμην περὶ τοῦ ἐλαχίστου ὁρίου τῆς ἀντοχῆς, ὅπως ἡ ἐρέα ᾖ χρήσιμος διὰ τὸν ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐσχημάτισε καὶ τρίτην ἐπιτροπὴν, ὅπως παραλάβῃ μετὰ τὴν δέουσαν ἐξέλεγξιν τὴν ἐρέαν...
§12ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ποῖος Ὑπουργός;
§13ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν γνωρίζω· διὰ τοῦτο ζητῶ πληροφορίας.
§14ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἴπετε, ὅτι τὴν δευτέραν ἐπιτροπὴν συνέστησεν ὁ κύριος Τσαμαδός. Ἐρωτῶ ἤδη περὶ ταύτης, ποῖος τὴν συνέστησε;
§15ΜΑΝΕΣΗΣ. Αὐτὰς τὰς πληροφορίας ἔχω, ὅτι ἐσχηματίσθη καὶ τρίτη ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἀπέῤῥιψε τὴν ἐρέαν, ὡς μὴ σύμφωνον πρὸς τὸ συμβόλαιον καὶ τὸ δεῖγμα. Σήμερον μανθάνω, ὅτι ἐσχηματίσθη ἑτέρα ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἤρχισε τὴν παραλαβὴν τῆς ἐρέας ταύτης, ἣν βεβαίως καὶ ἐνέκρινε. Ζητῶ λοιπόν, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ φωτισθῶ καὶ ἐγὼ καὶ ἡ Βουλή, νὰ προσαχθῶσι: αʹ) αἱ σχετικαὶ διαταγαὶ τοῦ σχηματισμοῦ τῶν ἐπιτροπῶν, βʹ) τὰ πρωτόκολλα τῶν ἐπιτροπῶν, ὅπως ἐν συγκρίσει δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐνηργήθη ἡ ὑπόθεσις, καὶ γʹ) τὸ συμβόλαιον καὶ τὸ δεῖγμα. Προσθέτω ὅτι πιθανὸν ὁ καταστηματάρχης καὶ βιομήχανος, βλέπων ὅτι χάνει τὴν ἐρέαν, νὰ ἐζήτησε νὰ καταβιβάσῃ τὴν τιμὴν, ἀλλ’ ἐπιπροσθέτω, ὅτι τοῦτο δὲν ἀρκεῖ, διότι ἡ ἐρέα δὲν εἶναι πάντοτε χρήσιμος διὰ τὸν στρατὸν, ἀλλὰ μόνον ὅταν παρέχῃ ἱματισμὸν ἀνάλογον τοῦ χρονικοῦ διαστήματος τῆς κεκανονισμένης διαρκείας, διότι ἀλλοίμονον ἐὰν παραδεχθῆτε ἱματισμὸν μὴ ἀντέχοντα εἰς τὴν κεκανονισμένην διάρκεια, καὶ μάλιστα ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας· διότι, ὅταν ἔχητε ἱματισμὸν ἀντέχοντα εἰς τὸ ἥμισυ τῆς κεκανονισμένης διαρκείας. Θὰ ἀναγκασθῆτε νὰ διπλασιάσητε τὰς ἀποσκευὰς τοῦ ἱματισμοῦ· ἤκουσα μάλιστα, ὅτι ἕνεκα τῆς κακῆς ποιότητος τῆς ἐρέας τοῦ καταστήματος τούτου ἄλλων παραγγελιῶν οἱ σωματάρχαι ἐποιήσαντο τὰς δεούσας παραστάσεις δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἠναγκάζοντο νὰ δίδωσι νέα εἴδη ἐνδυμασίας, ἕνεκα τῆς προώρου φθορᾶς, ἢ εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου ἢ εἰς βάρος τῶν ἀτυχῶν στρατιωτῶν, ἀποτιομένου τοῦ τιμήματος δι’ ἀναλόγου κρατήσεως ἐκ τῆς γλίσχρας αὐτῶν μισθοδοσίας.
§16ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐσχηματίσθη μία ἐπιτροπή, ὅπως σκεφθῇ ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, ἐκ 35 μελῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη εἶναι ἔκτακτος· οὔτε πρόεδρον ἔχει, οὔτε εἰσηγητὴν, οὔτε γραμματέα, οὔτε δύνανται νὰ συνεννοηθῶσι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς καὶ συνέλθωσι. Διὰ τοῦτο καλὸν θεωρῶ, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοιούτου ζητήματος, νὰ ἀναλάβῃ ὁ κ. Πρόεδρος τὴν προεδρίαν καὶ τὴν πρωτοβουλίαν τῆς συνεννοήσεως.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐντὸς τῆς αὔριον θέλω προσκαλέσει δι’ ἐγγράφου τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς.
§18ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω, ἐπειδὴ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ἴσως λάβῃ μεγάλας διαστάσεις, θὰ παρακαλέσω, λέγω, τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐγγράψῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματοποιείων. Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐξετάσῃ περὶ ὑποθέσεως λίαν σπουδαίας. Πρὸ δύο μηνῶν, ὄντος Ὑπουργοῦ τοῦ κ. Κόρπα, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τῶν Καλαβρύτων χωροφύλακες ἄνευ ἀφορμῆς ἤθελον νὰ πιέσωσι ποιμένα τινά, ὅπως μεταφέρῃ τὸ ποίμνιόν του εἰς ἄλλην θέσιν, ἐπειδὴ δὲ οὗτος ἠρνεῖτο, ἐπυροβόλησαν καὶ τὸν ἐφόνευσαν· κατέλιπε δὲ ὁ δυστυχὴς πολυμελεστάτην οἰκογένειαν. Καὶ δυστυχῶς δὲν εἶναι τὸ πρῶτον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔπραξαν οἱ χωροφύλακες. Πρὸ ἓξ μηνῶν ὅμοιον συνέβη εἰς ἄλλον δῆμον τῆς ἐπαρχίας, τὸ αὐτὸ δὲ καὶ πρὸ τεσσάρων ἐτῶν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν συνελήφθησαν οἱ κακουργήσαντες χωροφύλακες, καὶ τίνα μέτρα ἔλαβε διὰ τὴν ἀπορφανισθεῖσαν οἰκογένειαν τοῦ φονευθέντος, ἡ ὁποία ἑτοιμάζεται νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου.
§19ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐνῷ ἔτι εὑρισκόμεθα εἰς τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων, σπεύδω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν ὁ ὑπὸ στοιχεῖον ͵ΒΡϞΒʹ νόμος περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως σιδηροδρόμου ἀπὸ Βώλου εἰς Λεχώνια, ὁ κυρωθεὶς τὴν 30 Μαρτίου τοῦ 1893, καὶ δημοσιευθεὶς τὴν 26 Μαΐου τοῦ 1893 καὶ ἀναδημοσιευθεὶς τὴν 10 Ἰουνίου 1893, ἂν ἐξετελέσθη πρὸ τῆς ἀναδημοσιεύσεως αὐτοῦ, ἢ ἂν θεωρῇ αὐτὸν ἄκυρον. Ἐρωτῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν ὁ νόμος ͵ΒΡΝΘʹ περὶ καταργήσεως καὶ συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων, ὁ κυρωθεὶς τὴν 13 Φεβρουαρίου 1893, σφραγισθεὶς τὴν 15 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. καὶ δημοσιευθεὶς τὴν 15 Ἰουνίου 1893 ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 111 φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐκτελῆται παρ’ αὐτοῦ, ἢ θεωρῇ αὐτὸν ἄκυρον. Παρακαλῶ προσέτι αὐτὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν ὁ νόμος ͵ΒΡΠΖʹ περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων ͵ΒΠʹ καὶ ͵ΒΡΙʹ, κυρωθεὶς τὴν 8 Μαρτίου 1893, σφραγισθεὶς τὴν 10 Μαρτίου ἰδίου ἔτους καὶ δημοσιευθεὶς τὴν 21 Ἰουνίου 1893 εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 116 φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐκτελῆται παρ’ αὐτοῦ, ἢ θεωρῆται ἄκυρος. Ὁ δεύτερος τῶν τροποποιουμένων νόμων ἀφορᾷ εἰς τὴν φορολογίαν τῶν ἐξ ὀπωροφόρων δένδρων περιβολίων, ὡς καὶ τῶν ἑσπεριδοειδῶν καὶ τῶν οἴνων τῆς Πάρου, οὓς ἐξομοιοῖ πρὸς τοὺς τῆς Θήρας καὶ Θηρασίας. Ἐρωτῶ ἐπίσης τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν ὁ νόμος ͵ΒΡΟϚʹ περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως ἄρθρων τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ νόμου, ὅστις ἐκυρώθη τὴν 21 Φεβρουαρίου 1893, ἐσφραγίσθη δὲ τὴν 22 Φεβρουαρίου 1893 καὶ ἐδημοσιεύθη τὴν 2 Ἰουλίου τοῦ 1893 εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 123 φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐκτελῆται παρ’ αὐτοῦ, ἢ θεωρῆται ἄκυρος. Πάντες οἱ νόμοι οὗτοι ἐδημοσιεύθησαν μὲ τὰς ὑπογραφὰς τῶν Ὑπουργῶν, οἵτινες ἦταν ἐν ἐνεργείᾳ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς κυρώσεως, ὥστε οἱ νόμοι οὗτοι εὑρίσκονται εἰς τὴν αὐτὴν ἀκριβῶς κατηγορίαν, εἰς ἣν εὕρηται καὶ ὁ νόμος περὶ πληρωμῆς εἰς χρυσὸν τελῶν τινων, περὶ τοῦ ὁποίου ἐξεδόθη ἡ ἐγκύκλιος, εἰς ἣν ἀφεώρα ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Αἰγιαλείας. Ὅταν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἀπαντήσωσιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Μεσσηνέζη, παρακαλῶ νὰ ἀπαντήσωσι καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μου.
§20ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ ἀπευθύνω μίαν παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἐψηφίσθη νόμος τροποποιῶν τὸν νόμον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Εἰς τὸν νόμον τοῦτον ἐτέθη διάταξις περὶ διορισμοῦ τῶν δικηγόρων, ἥτις κατ’ οὐδὲν ἄλλο μετέβαλε τὸν προηγούμενον νόμον ἢ μόνον ὡς πρὸς τὸν σχηματισμὸν τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου ἐγεννήθη ζήτημα, τὸ ὁποῖον μένει εἰσέτι ἐκκρεμές· ἐὰν οἱ διδάκτορες, οἱ ὁποῖοι ἔδοσαν ἐξετάσεις πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου ἐνώπιον τῆς τότε ἐπιτροπῆς καὶ ἐνεκρίθησαν, ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ διορισθῶσι δικηγόροι, ἢ ἐὰν ὁ νέος νόμος τοὺς ἀποκλείῃ καὶ ὀφείλωσι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς νέας ἐξετάσεις. Ὅλος ὁ νομικὸς κόσμος συμφωνεῖ, ὅτι, ἐὰν ἡ ἑρμηνεία ἡ δευτέρα ἐδίδετο εἰς τὸν νόμον, θὰ ἦτο ἄδικος, οὐχ ἧττον τὸ γράμμα τοῦ νόμου δὲν εἶναι σαφές. Ὁ Ὑπουργὸς ὁ ἁρμόδιος εὑρίσκει τὸ κώλυμα, ὅτι δὲν δύναται κατὰ τὸν νόμον νὰ διορισθῇ δικηγόρος ἢ ὁ ἐκπληρώσας τὴν δεῖνα καὶ δεῖνα ὑποχρέωσιν. Μολονότι εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ σχηματισμὸς τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι προσὸν, νομίζω ὅτι ἡ ἑρμηνεία, ἡ ὁποία ἐδόθη, δὲν εἶναι δικαιολογημένη, διότι ὁ αἰτῶν τὸν διορισμὸν τοῦ δικηγόρου ἐξητάσθη καὶ ἐνεκρίθη ὑπὸ τῆς τότε ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγεννήθη ἀμφιβολία καὶ ὑπάρχει δισταγμὸς, ὃν καὶ αὐτὸς ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐξέφρασε, συστήσας νὰ ληφθῇ κυβερνητικὴ πρόνοια, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ τὴν δέουσαν πρότασιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως συμπληρωθῇ τὸ κενὸν, διότι εἶναι ὑπὲρ τοὺς εἴκοσι νέοι, οἱ ὁποῖοι ἀγνοοῦσι τὴν τύχην των καὶ στεροῦνται δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀπέκτησαν δυνάμει τοῦ νόμου, τοῦ νὰ διορισθῶσι δικηγόροι.
§21Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ναυπλίας, ἀφορῶσαν εἴς τινας νόμους, παρατηρῶ, ὅτι ὁ νόμος ͵ΒΡϞΑʹ φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ἐπίσης καὶ ὁ νόμος ͵ΒΡϞΒʹ, ἑπομένως δὲν παρουσιάζονται τὰ ζητήματα ὡς πρὸς τοὺς δύο τούτους νόμους· οἱ νόμοι οὗτοι ἐκτελοῦνται, ἀφοῦ φέρουσιν ὑπογραφὴν Ὑπουργοῦ διατελοῦντος ἐν ἐνεργείᾳ ὅτε οἱ νόμοι ἐδημοσιεύθησαν. Οἱ νόμοι ͵ΒΡΝΘʹ καὶ ͵ΒΡΠΖʹ στεροῦνται ὑπογραφῶν ἐν ἐνεργείᾳ Ὑπουργῶν, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι ἐφαρμοστέοι, ὁ δὲ νόμος ὁ ἀφορῶν εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ εἶναι ἡ ἀναδημοσίευσις τοῦ νόμου τοῦ δημοσιευθέντος πρότερον καὶ φέροντος τὰς ὑπογραφὰς τῶν Ὑπουργῶν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀφορᾷ καὶ εἰς τοὺς δύο νόμους περὶ καταργήσεως καὶ συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων καὶ περὶ τροποποιήσεως τῶν φορολογικῶν νόμων, περὶ τούτων δ’ ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν προσεχῶς νομοσχέδιον.
§22ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ νόμος ͵ΒΡϞΒʹ φέρει χρόνον κυρώσεως 30 Μαρτίου τοῦ 1893· ἡ κύρωσις δὲ φέρει ὅλους τοὺς τύπους τοῦ νόμου, τουτέστι τὴν ῥῆσιν «ὁ παρὼν νόμος, ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ παρ’ ἡμῶν κυρωθείς, ἐκτελεσθήτω ὡς νόμος τοῦ Κράτους». Τὴν 14 Μαΐου ἐτέθη ὑπὸ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ κ. Σωτηροπούλου ἡ μεγάλη σφραγὶς τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία ὅμως δὲν ἀποτελεῖ οὔτε τὴν κύρωσιν οὔτε τὴν δημοσίευσιν, ἀλλὰ κεχωρισμένην πρᾶξιν, τὴν σφράγισιν, ἥτις δὲν εἶναι ἐκ τῶν συστατικῶν τοῦ νόμου πράξεων. Εἶναι δὲ περίεργον, ὅτι καὶ ὁ νόμος αὐτὸς φέρει χρονολογίαν μεταγενεστέραν τοῦ νόμου, περὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἐγκύκλιος. Ἠρώτησα δὲ, ἂν ἐξετελέσθη πρὸ τῆς ἀναδημοσιεύσεως καὶ ἂν ἡ πληροφορία τῆς ἐπαναληπτικῆς ταύτης δημοσιεύσεως δὲν ἦγεν εἰς φῶς νέον τινὰ καὶ ἄγνωστον ὅρον κρίσεως. Ὁ νόμος ͵ΒΡΝΘʹ περὶ καταργήσεως καὶ συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐδημοσιεύθη φέρων τὰς ὑπογραφὰς τῶν Ὑπουργῶν, οἵτινες ἐκύρωσαν αὐτὸν τὴν 13 Φεβρουαρίου, καὶ τὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις ἐσφράγισεν αὐτὸν τὴν 15 Φεβρουαρίου. Ὁ νόμος ͵ΒΡΠΖʹ περὶ τροποποιήσεως φορολογικῶν νόμων, ὅστις ἐξετελέσθη, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου εἰσεπράχθησαν φόροι ἄλλοι, ὡς πρὸς τοὺς ὁποίους δὲν ὑπεβλήθη οὐδεὶς νόμος διορθωτικὸς, ἐκυρώθη, ὡς εἶπον, τὴν 8 Μαρτίου 1893 καὶ ἐσφραγίσθη τὴν 10 Μαρτίου τοῦ ἰδίου ἔτους, καὶ φέρει τὰς ὑπογραφὰς τῶν κατὰ τὴν κύρωσιν Ὑπουργῶν, καὶ ἐσφραγίσθη ὑπὸ τοῦ σφραγιδοφύλακος Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐδημοσιεύθη τῇ 21 Ἰουνίου ἐ. ἔ. εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 116 φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 21 Ἰουνίου 1893. Περὶ αὐτοῦ οὐδεμίαν ἔφερεν οὔτε δικαιολογίαν οὔτε ὑπόσχεσιν διορθώσεως ὁ Πρωθυπουργός. Ὁ νόμος δὲ ͵ΒΡΟΓʹ αὐτὸς ἐκυρώθη τὴν 21 Φεβρουαρίου, (ἀναγκάζομαι νὰ τὰ ἐπαναλάβω, ἵνα διαλύσω τὴν ἀχλὺν, ἣν ἐπὶ τῶν γεγονότων ἠδύνατο νὰ ῥίψῃ ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,) φέρει τὰς ὑπογραφὰς τῶν τότε Ὑπουργῶν, ἐσφραγίσθη τὴν 22 Φεβρουαρίου, φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ σφραγιδοφύλακος τοῦ τότε, καὶ ὅμως ἐδημοσιεύθη τὴν 2 Ἰουλίου, ἄνευ ἑτέρας ὑπογραφῆς.
§23ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀνεδημοσιεύθη.
§24ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὄχι οὗτος. Ἀλλὰ ἐξετελέσθη πρὸ τῆς ἀναδημοσιεύσεως; Ταύτην τὴν ἐρώτησιν ἐγὼ ποιοῦμαι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· διότι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δημοσιεύσεως τῆς 2 Ἰουλίου ἐκτελεῖται ὁ νόμος αὐτὸς, ἢ θεωρεῖται καὶ αὐτὸς ἄκυρος; Ὅσα εἶπε δὲν ἀπαντῶσιν εἰς ὅσα ἠρώτησα.
§25ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Ναυπλίας περὶ τῆς δι’ ἐγκυκλίου ἀκυρώσεως τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως εἰς χρυσὸν φόρων τινῶν, ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ νὰ προσαγάγῃ τὴν ἐγκύκλιον τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ τὴν ἐγκύκλιον τὴν ἰδικήν του. Ἀφοῦ πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου ζητήματος, συνταράξαντος ὁπωσδήποτε πάντας, καὶ ἰδίως τὸν δικανικὸν κόσμον, πρέπει νὰ λυθῇ ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ ζήτημα, ἂν οἱ νόμοι ἦναι ἰσχυροὶ καὶ ἂν ἐπιτρέπηται νὰ καταργῶνται δι’ ἐγκυκλίων. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν ἔχῃ γνῶσιν τοῦ ἑξῆς φοβεροῦ γεγονότος. Μήτηρ τις, ἔχουσα τὴν ἀτυχίαν νὰ ἔχῃ υἱὸν λῃστὴν ἐπικεκηρυγμένον καὶ τῆς ὁποίας διετάχθη ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἡ ἀπέλασις, συνελήφθη καὶ μετήχθη εἰς τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα Πειραιῶς καὶ κρατεῖται ἐκεῖ ἐπὶ 20 ἢ 25 ἤδη ἡμέρας, χωρὶς ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸν τόπον, ἔνθα ὡρίσθη ἡ διαμονή της. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐπικαλούμενος τὰ φιλάνθρωπα καὶ φιλελεύθερα αὐτοῦ αἰσθήματα, νὰ δώσῃ λύσιν δικαίαν εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διότι εἶναι ἄδικον νὰ κρατῆται ἡ δυστυχὴς αὕτη γυνὴ εἰς τὰς φυλακὰς, στερουμένη τῆς προσωπικῆς της ἐλευθερίας, μέχρις ὅτου παρουσιασθῇ εὐκαιρία ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸν τόπον, ἔνθα ὡρίσθη ἡ διαμονή της, τὴν νῆσον Σίφνον, νομίζω. Θὰ παρακαλέσω ὡσαύτως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, προκειμένου νὰ ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου του καὶ νομοσχέδια σχετικὰ, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοὺς θεσμοὺς τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀπονομῆς αὐτῆς, ἥτις ἀπονέμεται ὑπὸ στρατιωτικῶν, οἱ ὁποῖοι τῷ ὄντι ἐκλέγονται μεταξὺ τῶν ἀρίστων ἀξιωματικῶν, ἀλλ’ οἵτινες δυστυχῶς, στερούμενοι τῶν ἀναγκαίων νομικῶν γνώσεων, ἀπέτυχον. Ἰδίως θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ διάμεσον τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης, τὸ Ἀναθεωρητικὸν, τοῦ ὁποίου τὰ μέλη ἐκπληροῦσι χρέη ἀρεοπαγιτῶν, ὁ δὲ Ἄρειος Πάγος δὲν δύναται νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὰς ἀποφάσεις αὐτοῦ, εἰμὴ μόνον δι’ ἀναρμοδιότητα καὶ ὑπέρβασιν καθηκόντων. Εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ ἦμαι ἀκροατὴς καὶ ἐνίοτε ὑπερασπιστὴς εἰς πολλὰς ὑποθέσεις, ὑποβληθείσας εἰς τοὺς ἀναθεωρητὰς, καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖοι καὶ πόσοι κατεδικάσθησαν ὑπὸ τούτων ἀδίκως καὶ παρὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ὁ δὲ Ἄρειος Πάγος δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ τίποτε ὑπὲρ τῶν ἀδικηθέντων. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἷς ἀξιωματικὸς κατεδικάσθη ἐπὶ ἐλλείψει ἀδείας νυμφεύσεως, διότι οἱ στρατοδίκαι ἐπείσθησαν, ὅτι τὸ προικοσύμφωνον συμβόλαιον ἀποδεικνύει τὸν γάμον, καὶ τὸ Ἀναθεωρητικὸν ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς ἀποφάσεως ταύτης τοῦ Στρατοδικείου. Ἠναγκάσθην ἐπίσης σήμερον νὰ μελετήσω τὴν δικογραφίαν ἑνὸς ἀξιωματικοῦ, τοῦ Ἐξαγοριανάκου, καταδικασθέντος πρό τινων ἡμερῶν, ἐν τῇ ὁποίᾳ εἶδον, ὅτι δι’ ἔλλειψιν γνώσεων τῶν διατάξεων τοῦ λογιστικοῦ νόμου ἐγένετο θῦμα. Καὶ πλεῖστα ἄλλα ὅμοια συμβαίνουσι. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν ὀνόματι τῆς δικαιοσύνης, ἐν ὀνόματι τῶν συναδέλφων του ἀξιωματικῶν, νὰ λάβῃ πρόνοιαν ὑπὲρ αὐτῶν καὶ ἐν γένει ὑπὲρ τῶν κατηγοῤῥυμένων στρατιωτικῶν, καὶ φέρῃ μέτρον ὑπὲρ βελτιώσεως τῆς ἀπονομῆς τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Τοῦτο δὲ θὰ ἐπέλθῃ, ἐὰν συνενώσῃ μετὰ τῶν στρατιωτικῶν καὶ πολιτικοὺς δικαστάς.
§26Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ ἄρτι ὁμιλήσαντος κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ζητήσαντος, ὅπως καὶ κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν, ἵνα ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως φόρων τινῶν ὑπὸ τῶν τελωνειακῶν καὶ ταμιακῶν ἀρχῶν, ἤτοι αἱ διαταγαὶ αἱ ἐκδοθεῖσαι ὑπό τε τῆς νῦν Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τῆς προκατόχου, ὑποβάλλω τὴν ἐγκύκλιον τῆς νῦν Κυβερνήσεως περὶ τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων τούτων. Ὑποβάλλω προσέτι διαταγὰς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως αʹ) πρὸς τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, βʹ) πρὸς τὸ εἰδικὸν ταμεῖον τοῦ δανείου τῶν 100 ἑκατομμυρίων τοῦ ἔτους 1893, προσέτι δὲ καὶ ἔγγραφον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτελέσεως τῶν εἰρημένων διαταγῶν, καὶ τὴν περὶ τούτων ἐγκύκλιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς τὰ ὑποκαταστήματα αὐτῆς.
§27ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 11).
§29ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν, νὰ προσθέσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ κατάστασιν τῶν μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐκδόσεως τῆς ἐγκυκλίου εἰσπραχθέντων δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ καταργηθέντος.
§30Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Διεδόθη μετ’ ἐπιτάσεως, ὅτι ὑπεβλήθησαν διατάγματα παύσεως ὅλων τῶν καθηγητῶν τοῦ Γυμνασίου Καλαμῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἔχῃ ὑπόστασιν ἡ διάδοσις αὕτη, διότι μοὶ φαίνεται πολὺ τολμηρὸν ἐν μέσῳ τοῦ σχολικοῦ ἔτους νὰ προβαίνωσιν εἰς παύσεις καθηγητῶν. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν οἱ τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι ὑπάγωνται εἰς τὸν νόμον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων.
§31Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐὰν ὑπεβλήθησαν διατάγματα παύσεως καθηγητῶν, βεβαίως θὰ γείνωσι γνωστὰ, διότι θὰ δημοσιευθῶσιν· ὅταν δὲ δημοσιευθῶσι, τότε περὶ τῶν πράξεών μου εἶμαι ἕτοιμος νὰ δώσω λόγον.
§32ΑΛΚΙΒ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ προσαγάγῃ τὰ διατάγματα τῶν παυθέντων ἐπὶ ἀνικανότητι καὶ ἀσυμβιβάστῳ διαγωγῇ καθηγητῶν καὶ κατόπιν διορισθέντων. Ἐπίσης δὲ κατάλογον τῶν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως παυθέντων καθηγητῶν τοῦ Γυμνασίου Καλαμῶν μετὰ σημειώσεως τῶν διορισθέντων καὶ τοῦ τόπου, ὅπου ὑπηρέτουν πρότερον.
§33ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω ἀπάντησιν ἐγὼ ἀμέσως περὶ τῶν ἀπολυθέντων καθηγητῶν τοῦ Γυμνασίου Καλαμῶν. Μοὶ ὑπεβλήθησαν τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐξετάσεων ὅλων τῶν Γυμνασίων τοῦ Κράτους, ἐξ ὅλων δὲ τῶν μερῶν μοὶ εἶχον ὑποβληθῆ καὶ παράπονα κατὰ τῶν καθηγητῶν, πλὴν μόνης τῆς πόλεως Καλαμῶν, ἐξ ἧς οὐδὲν μοὶ εἶχεν ὑποβληθῆ παράπονον. Ἐζήτησα νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐξετάσεων, ἀλλ’ οὐδεμία ἔκθεσις μοὶ εἶχεν ἀποσταλῆ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ, καθ’ ὃ ἐναντίον τοῦ συλλόγου τῶν καθηγητῶν τοῦ Γυμνασίου Καλαμῶν οὐδὲν παράπονον μοὶ ὑπεβλήθη, ἤγειρεν ἐν ἐμοὶ ὑπονοίας, ὅτι ἄτοπόν τι εἶχε συμβῆ ἐν αὐτῷ, καὶ διέταξα τηλεγραφικῶς νὰ μοὶ ἀποσταλῶσι τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐξετάσεων τοῦ Γυμνασίου ἐκείνου. Εἶδον τότε μετ’ ἐκπλήξεως, ὅτι μεταξὺ 250 μαθητῶν οὐδεὶς ἔμεινεν ἀπροβίβαστος. Ἐνόμισα ὅτι ἐπρόκειτο περὶ μαθητῶν τῷ ὄντι ἱκανῶν καὶ περὶ συλλόγου καθηγητῶν εὐόρκως ἐκπληρώσαντος τὸ καθῆκόν του· ἀλλὰ πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς τοιαύτης ἀληθείας διέταξα νὰ μοὶ ἀποσταλῇ ὁ ἔλεγχος τῶν βαθμῶν τῶν μαθητῶν ἐκείνων, καὶ συνέστησα ἐπιτροπὴν ἐκ καθηγητῶν, ὅπως μελετήσῃ τούτους. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη μοὶ κατήγγειλε καὶ τὸν γυμνασιάρχην καὶ τοὺς καθηγητὰς, ὅτι παρέβησαν ἀσυνειδήτως τὸ καθῆκον, προβιβάσαντες ἀδιακρίτως πάντας τοὺς μαθητάς. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα ἐπάναγκες νὰ προβῶ εἰς τὴν παραδειγματικὴν τιμωρίαν τῶν ἐνόχων, καίτοι ὑπέρ τινων ἐξ αὐτῶν μοὶ ἐγένοντο συστάσεις ὑπὸ φίλων, φιλτάτων ἀνδρῶν. Μετά τινα ὅμως καιρὸν ἐπανέφερά τινας ἐξ αὐτῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, πεισθεὶς ὅτι οὗτοι δὲν ἦσαν οἱ πρωτουργοὶ, ἀλλὰ παρεσύρθησαν εἰς τὴν παράβασιν ἐκείνην τοῦ καθήκοντος.
§34ΣΤΑΗΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τίνες ἐκ τῶν καθηγητῶν τοῦ Γυμνασίου Καλαμῶν ἀπελύθησαν, καὶ τίνας ἐκ τούτων ἐπανέφερεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὁ πρώην Ὑπουργός. Θὰ παρακαλέσω προσέτι νὰ γνωρίσῃ τῇ Βουλῇ πόσαι μεταθέσεις ἐγένοντο τῇ αἰτήσει τῶν μετατεθέντων, διότι κατὰ τὰς ἐμὰς πληροφορίας ἐκ τῶν τριῶν χιλιάδων μεταθέσεων αἱ 600 ἐγένοντο τῇ αἰτήσει τῶν μετατεθέντων, οὐδεμία δὲ μεταθέσεως αἴτησις ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας.
§35ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀναμένω παρὰ τοῦ διαδόχου μου νὰ ὑποβάλῃ ἅπαντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ζητηθέντα καὶ ζητηθησόμενα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπουργίαν μου. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον βεβαιῶ μὲ τὸν ἐπισημότερον τρόπον, εἶναι, ὅτι, προκειμένου περὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἰδίως τῆς γυμνασιακῆς, εἰς οὐδεμίαν μεταβολὴν προέβην ἄνευ ἐκθέσεως, ἄνευ ἀπαιτήσεως τῆς ὑπηρεσίας. Παρακαλῶ δὲ τὸν διάδοχόν μου νὰ ἀποταθῇ εἰς αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν· καὶ ὅταν λέγω ὑπηρεσίαν, δὲν ἐννοῶ ὑπηρεσίαν ἐγκατασταθεῖσαν ὑπ’ ἐμοῦ, διότι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διετηρήθησαν πάντες σχεδὸν οἱ ὑπάλληλοι οἱ διορισθέντες ὑπὸ τῶν προκατόχων μου, καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ ἔχῃ εἰς αὐτοὺς ἐμπιστοσύνην καὶ ὁ διάδοχός μου. Ὡς πρὸς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι προέβην εἰς πολλὰς μεταθέσεις, προέβην ὅμως εἰς τὰς μεταθέσεις ταύτας οὐχὶ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σχολικοῦ ἔτους, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀρχὴν, καθ’ ὃ δικαίωμα εἶχον ἐκ τοῦ νόμου, καὶ προέβην εἰς τὰς μεταθέσεις ταύτας κατὰ τὰ 50% συνεπείᾳ αἰτήσεως τῶν ἐνδιαφερομένων, τοῦτο μὲν διότι ἤθελον νὰ ἀποφύγω δαπάνας τοῦ Δημοσίου, τοῦτο δὲ διότι ἠθέλησα ν’ ἀπονείμω δικαιοσύνην πρὸς διδασκάλους ἐκσφενδονισθέντας τῇδε κἀκεῖσε ὑπὸ τῶν προκατόχων μου χάριν φατριαστικῶν λόγων καὶ πρὸς ζημίαν τῶν σχολείων καὶ τῆς μαθητιώσης νεολαίας.
§36ΑΛΚΙΒ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπορῶ πῶς ὁ τέως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀφοῦ κατηγόρησε καὶ κατηγορεῖ τοὺς καθηγητὰς τοῦ Γυμνασίου Καλαμῶν, ὅτι ἐπροβίβασαν ὅλους τοὺς μαθητὰς, καὶ ἕνεκα τούτου προέβη εἰς τὴν παῦσιν αὐτῶν, πῶς κατόπιν ἐπανέφερεν αὐτοὺς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ὅταν προσαχθῶσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, θέλει ἀποδειχθῆ, ἂν αἱ πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ ἐστηρίζοντο εἰς τὸν νόμον καὶ ἂν ἔπραξε τὸ καθῆκόν του, ὅπως λέγει.
§37ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Προκειμένου περὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἰδίως, κατὰ τὰ τέλη καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ σχολικοῦ ἔτους τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι ἀπόλυτον. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδεμίαν χρῆσιν ἔκαμα αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος· ἐὰν προέβην εἰς ἀπολύσεις, προέβην συνεπείᾳ ἐκθέσεων καὶ ἀπαιτήσεων τῆς ὑπηρεσίας. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν διάδοχόν μου νὰ ζητήσῃ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀκριβῆ κατάστασιν τῶν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων, τῶν πληρωθέντων κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος χάριν τῶν μετατεθέντων καθηγητῶν καὶ διδασκάλων τῆς μέσης καὶ κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν πληρωθέντων κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος.
§38ΣΤΑΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργόν, ἵνα ὑποβάλῃ, ὅσον τάχιστα, τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Διδασκαλείου Ἀθηνῶν, ὅπως ἀποδειχθῇ ὁποῖα ποταπὰ ἐλατήρια ἐκίνησαν τὸν τέως Ὑπουργὸν εἰς τὰς μεταθέσεις τῶν καθηγητῶν τοῦ ἐκπαιδευτηρίου τούτου.
§39ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἐκ Νάξου βουλευτὴς κ. Βάλληνδας ἐζήτησε παρ’ ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὴν κατάθεσιν τοῦ φακέλλου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὰ τῆς ἐν Τύνιδι κοινότητος. Ἐξετάσας τὸν φάκελλον, εὗρον ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμής· ἑπομένως μοὶ ἀπαγορεύεται ἐκ τοῦ συμφέροντος τῆς ὑπηρεσίας ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα ταῦτα, καὶ τοῦτο ἔστω πρὸς γνῶσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τοῦ ὑποβαλόντος τὴν ἐπερώτησιν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον.
§41Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔρχομαι καὶ ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τὴν μονομερῆ, εἰς τὴν ὁποίαν τῷ ὄντι αἰσθάνομαι, ὅτι προσέδωκε πολλὴν ἀνιαρότητα ἡ σιγή, ἡ παρατηρηθεῖσα ἐκεῖ, ὅπου πᾶν ἄλλο αἱ περιστάσεις αἱ παροῦσαι ἢ σιγὴν ἐπιβάλλουσιν, ἡ σιγὴ ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπὲρ πάντα ἄλλον ὤφειλον νὰ ὁμιλήσωσιν. Ἐξετάζεται ἡ πολιτικὴ αὐτῶν καὶ ἐλέγχεται ἐπὶ τρεῖς ἤδη ἡμέρας, ἀποδίδονται εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτῶν ὅλαι αἱ συμφοραὶ, καὶ ἐκεῖναι αἵτινες ἐπῆλθον καὶ ἐκεῖναι αἵτινες ἐπικρέμανται ἐφ’ ἡμῶν, καὶ αὐτοὶ ἀντιτάσσουν σιγὴν νεκρικήν. Ἀπαγγέλλονται κατ’ αὐτῶν μομφαὶ καὶ αἰτιάσεις, καὶ ἀποδίδονται αὐτοῖς ὡρισμέναι παρανομίαι καὶ ὑπερβασίαι, καὶ ἐν τούτοις μένουσιν ἄφωνοι ὡς ἰχθῦς. Ὑποβάλλονται ἐρωτήσεις εἰς αὐτοὺς περὶ γεγονότων, καὶ περὶ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐτελέσθησαν, ὅπως εἶναι ἡ τελευταία ἀποτυχία των, ἡ τελευταία ἀποτυχία τῆς πολιτικῆς των, ἡ ἀποτυχία τοῦ δανείου των καὶ ἡ παραίτησις αὐτῶν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, καὶ περὶ ἐκείνων τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ τελεσθῶσιν, ὅπως εἶναι τὰ σχέδια τὰ ὑπ’ αὐτῶν θρυλλούμενα, περὶ γεγονότων, κύριοι Βουλευταὶ, τὰ ὁποῖα ἐζήσκησαν καὶ μέλλουσι ν’ ἀσκήσωσι μεγίστην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, καὶ μένουσιν ἐν τούτοις βωβοὶ, ἐρειδόμενοι ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀντιπροσώπων, οἱ ὁποῖοι τοὺς ὑποστηρίζουσι. Πράττουσι τοῦτο διὰ νὰ περιφρονήσωσι τοὺς ἀντιπάλους των, ἢ διότι δὲν ἔχουσι νὰ εἴπωσι τίποτε πρὸς ὑπεράσπισίν των, ἐκτὸς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπεχείρησε νὰ εἴπῃ ὑπὲρ αὐτῶν; Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, Κύριοι, οὔτε κατὰ πόσον ἡ διαγωγὴ αὕτη εἶναι ἀνοίκειος εἰς ἄνδρας κοινοβουλευτικούς, οὐδὲ κατὰ πόσον προσβάλλει τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας καὶ τῆς Βουλῆς ἐν γένει, οὐδὲ κατὰ πόσον θεωρεῖται ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ μεγάλα συμφέροντα τοῦ τόπου, τὰ ὁποῖα συζητοῦνται ἤδη καὶ ἐν τῇ συζητήσει τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ ἀναμένει φωτισμὸν παρ’ αὐτῶν. Ἡμεῖς θὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν θρησκευτικῶς, ἀφίνω δὲ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἔθνος νὰ κρίνωσι καὶ ἐκτιμήσωσι δεόντως τὴν διαγωγὴν ταύτην. Ἡ ἀπάντησις, Κύριοι, ἡ οὐσιαστικὴ, ἡ ὁποία ἀπεφασίσθη νὰ δοθῇ εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, θίγει ἀναγκαίως ὅλην τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀνοίγει εὐρεῖαν συζήτησιν, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ περιορισθῇ οὐδὲ εἰς τὴν ἔρευναν μόνον τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐπέφερον τὴν τελευταίαν ἀποτυχίαν τῆς πολιτικῆς τοῦ κυρίου Τρικούπη, οὐδὲ εἰς τὴν ἐξερεύνησιν μόνον τῶν ἀγνώστων αἰτίων, δι’ ἃ οὗτος ἐγκατέλιπεν ἐσχάτως τὴν ἀρχήν. Ἤδη πρόκειται νὰ ληφθῇ ἀπόφασις σημαντική· πρόκειται ν’ ἀποφασισθῇ, ἂν ἡ πολιτικὴ, ἡ ὁποία μᾶς διέπει μέχρι τοῦδε, ἦναι κατάλληλος διὰ τὸν τόπον, ἢ τοὐναντίον εἰς αὐτὴν ὀφείλεται ἡ κακοδαιμονία, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Πρόκειται ν’ ἀποφασισθῇ, ἂν ὁ τρόπος τῆς διοικήσεως, ἂν ὁ τρόπος τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας, ἂν ὁ τρόπος τῆς διαχειρίσεως τῶν κοινῶν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ πολιτικὴ αὕτη, ὑπόσχηται τὴν προαγωγὴν ἡμῶν, ἢ τοὐναντίον ἦναι πλημμελὴς, μὴ συντελέσας μέχρι τοῦδε εἰς τὴν προαγωγὴν τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ τοὐναντίον εἰς τὴν ὀπισθοδρόμησιν αὐτοῦ. Τοιαύτην ἔννοιαν, κύριοι Βουλευταὶ, ἔχει ἡ ψῆφος, τὴν ὁποίαν καλούμεθα νὰ δώσωμεν, ψηφίζοντες τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι πρόκειται ἤδη νὰ ληφθῇ ἀπόφασις σημαντική· πρόκειται δι’ αὐτῆς ἢ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν παλαιὰν πορείαν, ἡ ὁποία μᾶς ὡδήγησεν εἰς τὸν οἰκτρὸν σταθμὸν, ἐν ᾧ εὑρισκόμεθα, ἢ νὰ μεταβάλωμεν πορείαν, ἀκολουθοῦντες ἐκείνην τὴν ὁδὸν, ἥτις μᾶς ὑπόσχεται νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὸν προορισμὸν τοῦ ἔθνους. Ὅσῳ μείζονα δὲ σημασίαν, κύριοι Βουλευταὶ, ἔχει ἡ ψῆφος, τὴν ὁποίαν καλούμεθα νὰ δώσωμεν, τόσῳ μᾶλλον πρέπει νὰ ἦναι πεφωτισμένη, τόσῳ μᾶλλον πρέπει νὰ ἦναι ἀνεπηρέαστος ἀπὸ πάντα λόγον, εἴτε προσωπικὸν, εἴτε κομματικόν. Ἐγὼ καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐκ τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ὑπεστηρίξαμεν πρότερον τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Τρικούπη, εἴχομεν ἀνέκαθεν τὴν γνώμην, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει, εἶναι ὀλέθριον, καὶ ὅτι εἰς τὸ ὀλέθριον τοῦτο σύστημα ὀφείλονται ὅλα τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα ὑριστάμεθα...
§42ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Τότε διατὶ ἠκολουθήσατε αὐτὴν τὴν πολιτικήν;
§43ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀμέσως θὰ σᾶς ἀπαντήσω... Μολονότι εἴχομεν τὴν τοιαύτην γνώμην, ὑπεστηρίξαμεν τὴν πολιτικὴν ἐκείνην κατὰ τὰς δύο συνόδους τῆς βουλευτικῆς ταύτης περιόδου, καὶ τὸ ἐπράξαμεν, κύριοι Βουλευταὶ, τοὐλάχιστον ἡμεῖς, — διότι σεῖς δὲν ἠξεύρω ἀπὸ τί ὁρμᾶσθε, — τὸ ἐπράξαμεν, διότι εὑρέθημεν ἀπέναντι ἑνὸς διλήμματος φοβεροῦ· τὰ οἰκονομικά μας εἶχον καταστραφῆ, ἡ πίστις τοῦ Δημοσίου εἶχεν ἐξουδενωθῆ, παρίστατο δὲ ἐνώπιον ἡμῶν τὸ φάσμα τῆς πτωχεύσεως, τοῦ ὁποίου τὰ ἄγνωστα ἀποτελέσματα μᾶς κατετρόμαζον καὶ τότε, ὅπως μᾶς κατατρομάζουσι καὶ ἤδη. Ἐνθυμεῖσθε πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξεφράζετο τότε περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς διατηρήσεως τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος, ἦτο δὲ εἰς τοῦτο σύμφωνος καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ ἴσως αὕτη εἶναι μία ἐκ τῶν σπανίων περιστάσεων, κατὰ τὰς ὁποίας ἡρμηνεύετο πιστῶς τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ διὰ νὰ διατηρηθῇ ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος, ἔπρεπε νὰ ἀνορθωθῇ ἡ πίστις τοῦ Κράτους διὰ μέτρων ἀποδεικνυόντων ὅτι ἡ Ἑλλὰς δύναται ἀφ’ ἑαυτῆς νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ὑποχρεώσεις της, ὅτι προώρισται νὰ ζήσῃ. Ἡμεῖς, τὸ ὁμολογῶ, δὲν ἐπιστεύομεν εἰς τὴν διὰ τῶν προβαλλομένων μέτρων ῥιζικὴν τοῦ κακοῦ θεραπείαν,—ἐπαναλαμβάνω μάλιστα νὰ τὸ ὁμολογήσω, πρὸς χάριν τοῦ φίλου μου κ. Ναυπλιώτου, — δὲν ἐπιστεύομεν ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλλεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, θὰ ἔφερον ῥιζικὴν τοῦ κακοῦ θεραπείαν, διότι τὴν θεραπείαν ταύτην ἀπεξεδεχόμεθα ἀπὸ τὴν ῥιζικὴν τοῦ συστήματος μεταβολήν. Συνηντώμεθα μετ’ ἐκείνων ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι ἀνέπτυσσον τότε τὸ πρόγραμμα αὐτῶν, σύμφωνον ἐν πολλοῖς μὲ τὰς ἰδέας ἡμῶν· ἀλλὰ πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν ἰδεῶν τούτων εἴχομεν ἀνάγκην χρόνου, χρόνον δὲ δὲν παρεχώρει εἰς ἡμᾶς ἡ ὀξύτης τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν. Πῶς ἠδυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν τὸν χρόνον τοῦτον; Τὸ ἔλεγεν ὁ ἴδιος ὁ κ. Πρωθυπουργός: μόνον δι’ ἑνὸς δανείου ἐξωτερικοῦ, προωρισμένου ν’ ἀνακουφίσῃ τὸ Κράτος ἐπὶ καιρόν τινα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν δανείων αὐτοῦ καὶ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν διακανόνισιν τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας. Ἀλλ’ ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὅτι ἄνευ θυσιῶν μεγάλων, ἄνευ μέτρων γενναίων καὶ προχείρων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἑλκύσωμεν τὴν πίστιν τῶν κεφαλαίων· καὶ ἰδοὺ τὸ δίλημμα, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρέθημεν, κατὰ τὸ ὁποῖον ἢ ἔπρεπε νὰ ἀνεχθῶμεν νὰ κηρυχθῇ ἔκτοτε εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως τὸ Κράτος, ἢ ἔπρεπε ν’ ἀποδεχθῶμεν ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προέβαλλεν ἡ τότε Κυβέρνησις, ὅσον καὶ ἂν ἦσαν σκληρὰ, ὅσον καὶ ἂν ἦσαν ἀντιδημοτικὰ, διὰ τῶν ὁποίων μᾶς ἐβεβαίου, ὅτι ἀθρόα τὰ κεφάλαια ἤθελον ἀποβλέψει πρὸς ἡμᾶς. Ἐπροτιμήσαμεν, Κύριοι, τὸ δεύτερον, φρονοῦντες ὅτι ὑπέρτατον ἐξεπληροῦμεν πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον, σώζοντες αὐτὴν ἀπὸ τὸν ἐπικείμενον κίνδυνον τῆς χρεωκοπίας, ἀπὸ τὸν ὄλεθρον, τὸν ὁποῖον παρεσκεύασεν εἰς αὐτὴν ἡ κακὴ τοῦ παρελθόντος διαχείρισις. Ἀλλὰ τί κατωρθώθη διὰ τῆς διαγωγῆς ἡμῶν ταύτης; Παρεδέχθημεν μέτρα τόσον ἀντιδημοτικὰ, τόσον καταθλιπτικὰ διὰ τὸν λαὸν, ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε τότε, ὅτι ταῦτα ἐπηρέαζον τὰ συμφέροντα ἡμῶν καὶ τοπικῶς καὶ προσωπικῶς καὶ γενικώτερον. Ἡμεῖς ἐθυσιάσαμεν ὅλα τὰ συμφέροντα ἡμῶν ταῦτα, καὶ ἀπεδέχθημεν ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέτρα, μέτρα, κύριοι Βουλευταὶ, θίγοντα πολύτιμα τοῦ λαοῦ συμφέροντα, ὅπως εἶναι τὸ τῆς παροχῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους τῆς παιδείας δωρεὰν, μέτρα ἀναιροῦντα συμφυῆ μετὰ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ δικαιώματα, ὅπως εἶναι ἡ δημοτικὴ ἡμῶν ἀστυνομία. Καὶ ἔλεγε τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὅλα τὰ μέτρα αὐτὰ, ὅλαι αἱ θυσίαι αὐταὶ δὲν προήρχοντο παρ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ προήρχοντο ἐκ τῆς θελήσεως τῶν Βουλευτῶν τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ὅτι αὐτὸς τίποτε ἄλλο δὲν ἔπραττε, παρὰ μόνον νὰ ἑρμηνεύῃ τὴν θέλησιν ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν τῆς πλειονοψηφίας· καὶ δὲν προσέθετε κἂν καὶ τὸ στοιχεῖον τῆς ἀνάγκης· διότι ἀναμφιβόλως, κύριοι Βουλευταὶ, ἄνευ τῆς ἀναποδράστου ταύτης ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθημεν, ὄχι μόνον ἐγὼ, ἀλλὰ πιστεύω κἀνεὶς ἐξ ὑμῶν δὲν θὰ παρεδέχετο κἀνὲν ἐκ τῶν μέτρων τούτων. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα ἐγένοντο, μᾶς ἐβεβαίουν δὲ, ὅτι τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἦτο τετελεσμένον, ὅτι ἡ σύμβασις ἦτο πλήρης καὶ δὲν ὑπελείπετο πλέον ἐξ αὐτῆς παρὰ μόνον ἡ ὑπογραφή, αἴφνης μίαν πρωΐαν λαμβάνομεν τὴν εἴδησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη παρῄτησε τὴν ἀρχὴν, ματαιώσασα ὅλα τὰ γενόμενα καὶ ἀφήσασα τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν τύχην της. Μετέβημεν, Κύριοι, ἵνα μάθωμεν παρὰ τοῦ ἰδίου τὴν αἰτίαν τοῦ ἀνελπίστου τούτου γεγονότος, καὶ οὐδὲν ἐμάθομεν, παραπεμφθέντες, ὡς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου εἶπε χθὲς, εἰς τὰ δημοσιεύματα τοῦ «Ἄστεως» καὶ μέχρι σήμερον δὲ, μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, οὐδ’ ἐγὼ, οὐδὲ κἀνεὶς ἐξ ἡμῶν γνωρίζει διὰ τίνα λόγον ἐπῆλθε τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο τῆς παραιτήσεως.
§44ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ τὸ μάθητε.
§45Ι. ΓΡΙΒΑΣ. Ψεύματα νὰ μὴ ἦναι μόνον.
§46ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, ἀλλ’ ἀνακρούοντες ἤδη πρύμναν, διακηρύττουσι τὴν χρεωκοπίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀνέγραψαν εἰς τὸ πρόγραμμα αὐτῶν τὴν περικοπὴν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου ἀναλαβόντες δὲ τὴν ἀρχὴν, ἑτοιμάζονται νὰ ἐκτελέσωσι τὰ σχέδιά των ταῦτα, λησμονοῦντες τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ τότε, κύριοι Βουλευταὶ, ποῦ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὡραῖοι λόγοι, διὰ τῶν ὁποίων ἐξύμνουν τὴν τιμὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους καὶ τὴν φιλοτιμίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀσμένως ὑποβληθέντος εἰς πάσας τὰς ἐπιβληθείσας αὐτῷ θυσίας, ἵνα διατηρήσῃ ἀλώβητον τὴν ἐθνικὴν τιμήν; Ποῦ εἶναι, κύριοι Βουλευταί, οἱ ἐνθουσιώδεις ἐκεῖνοι λόγοι, διὰ τῶν ὁποίων ἐπλήρου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν αἴθουσαν ταύτην; Διὰ τοῦτο, σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι συνάδελφοι ἐκ τῆς πλειονοψηφίας, διὰ τοῦτο ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν ὅλα ἐκεῖνα τὰ καταθλιπτικὰ, τὰ ἀντιδημοτικὰ μέτρα; δι’ αὐτὸ ἐθυσιάσαμεν τὴν δημοτικότητα ἡμῶν;
§47ΡΟΥΚΗΣ. Κἀνεὶς δὲν σᾶς κατηγορεῖ διατὶ ἀπολογεῖσθε;
§48ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ τὸ εἴπῃ ὁ ἀρχηγός σας, ποῖος ἐξ ἡμῶν εἶναι κατηγορούμενος. Τοῦτον τὸν σκοπὸν εἶχεν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, τὰ τέλη τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἡ προσθήκη ἐπὶ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου, ἡ προσθήκη ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἡ προσθήκη ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου, ἡ προσθήκη ἐπὶ τοῦ φόρου καὶ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ σίτου; Αὐτὸν τὸν σκοπὸν εἶχεν ἡ περικοπὴ τῶν δαπανῶν τῶν ἀναγκαίων πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, ἡ ἐξουθένωσις τοῦ στρατοῦ καὶ τὰ ἀντισταθμίσματα τῶν ἀπαλλασσομένων στρατιωτῶν; Ὅλα ταῦτα εἶχον τὸν σκοπὸν καὶ ἀπέβλεπον μόνον εἰς τὴν περικοπὴν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ εἰς τὴν κήρυξιν τοῦ Κράτους εἰς χρεωκοπίαν; Ἀλλὰ καὶ ἂν εὑρισκώμεθα, Κύριοι, εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ καταφύγωμεν εἰς τόσον σπουδαίαν ἀπόφασιν, εἰς τοσοῦτο σπουδαῖον διάβημα, τοῦ ὁποίου τὰ ἀποτελέσματα οὐδεὶς δύναται νὰ ὑπολογίσῃ, σᾶς παρακαλῶ, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν νῦν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ γείνῃ ὁ ἐκτελεστὴς τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως; Ἐκεῖνοι δὲ, οἵτινες τὸν ὑπεστηρίξαμεν, ὡς τὸν ὑπεστηρίξαμεν, Κύριοι, ἐν τῇ πολιτικῇ τῆς ἐπαρκείας, ἐν τῇ πολιτικῇ τῆς ἀναστηλώσεως τῆς πίστεως τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς διατηρήσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἔθνους, ἐπιτρέπεται ἤδη νὰ τὸν ὑποστηρίξωμεν ἐν τῷ σταδίῳ τῆς χρεωκοπίας;
§49ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Βεβαίως.
§50ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βεβαίως, λέγετε σεῖς, κύριε Βουλευτὰ, ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, ὅτι ὄχι μόνον τὰ ὑψηλότερα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐδῶ ἀντιπροσωπεύομεν, ἀλλ’ οὐδ’ ἡ ἁπλουστάτη φιλοτιμία τοῦ ἀνθρώπου, ἂν ἔχωμεν ἴχνος τοιαύτης φιλοτιμίας, δὲν μᾶς ἐπιτρέπει πλέον νὰ ὑποστηρίξωμεν τοιαύτην Κυβέρνησιν (ἐπευφημίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Τώρα ὡς προανάκρουσμα τῶν σχεδίων των ζητοῦσι τὴν ἀκύρωσιν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιοποιήσεως. Ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἀφοῦ εἰδικὴ περὶ τούτου θὰ γείνῃ συζήτησις, ἀλλ’ ἀναφέρω τοῦτο, μόνον ἐφ’ ὅσον σχετίζεται μὲ τὰ σχέδια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Διατὶ ζητοῦσι τὴν ἀκύρωσιν τοῦ δανείου τούτου; Ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο τῆς κεφαλαιοποιήσεως δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἰμὴ μόνον ἐφ’ ὅσον ἐκτελεῖται. Ἂν δὲν τὸ εὑρίσκῃ συμφέρον, ἂν δὲν ἔχῃ χρείαν αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις, δύναται νὰ μὴ τὸ πραγματοποιήσῃ. Τί σημαίνει λοιπὸν ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ὑπεβλήθη, περὶ ἀκυρώσεως τοῦ διατάγματος, τοῦ κυρώσαντος τὴν σύμβασιν περὶ τοῦ δανείου τούτου, ἐνῷ εἰς τὴν ἐξουσίαν των ἀπόκειται, ἂν δὲν θέλωσι, νὰ μὴ τὸ πραγματοποιήσωσι περιπλέον; Τὸ δάνειον αὐτὸ, κύριοι Βουλευταὶ, προσδίδει εἰς ἡμᾶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζητοῦμεν διὰ τοῦ δανείου τοῦ κ. Τρικούπη, μᾶς προσδίδει τουτέστι τὸν χρόνον τὸν ἀπαιτούμενον πρὸς διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Ἔχουσιν αὐτοὶ, Κύριοι, ἕτοιμα τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐνδείκνυνται εἰς τὸ σχέδιον τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς; Ἔχουσιν ἕτοιμα αὐτὰ τὰ σχέδια, ἵνα τὰ ἐφαρμόσωσιν ἀμέσως, ὥστε νὰ μὴ ἔχωσιν ἀνάγκην χρόνου πρὸς τοῦτο, νὰ μὴ ἔχωσιν ἀνάγκην τοῦ δανείου τούτου; Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἀμφιβάλλω, ὄχι μόνον περὶ τοῦ ἂν τὰ σχέδια ταῦτα ἦναι ἕτοιμα ἀμέσως πρὸς ἐφαρμογὴν, ἀλλὰ καὶ περὶ αὐτῆς τῆς ὑποστάσεως αὐτῶν. Διότι εἰς τί συνίστανται τὰ σχέδια ταῦτα; Συνίστανται ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὴν περικοπὴν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου, ὅπερ ἐνδείκνυται διὰ τῆς περικοπῆς τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως, (ἀναγινώσκει) «ἐπιτευχθῇ δὲ καὶ ἐξασφαλισθῇ ἡ μέχρι τοῦ ἀνωτάτου δυνατοῦ ὁρίου ἀπότισις τῶν χρηματικῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους», ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τὴν πραγματοποίησιν δανείου πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν Τραπεζῶν κλπ. Ἀλλ’ αὐτοὶ, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ συνομολογήσωσι τοιοῦτο δάνειον, ὅταν διεκήρυττον, ὅτι ἡ χώρα εἶναι ἐπαρκὴς καὶ ὅτι δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς ἀκεραίας ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς, καὶ θέλουσι δυνηθῆ σήμερον, ὅτε διακηρύττουσιν, ὅτι ἡ χώρα εὑρίσκεται εἰς χρεωκοπίαν, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ εἰς τὴν σημαίαν αὐτῶν ἀνέγραψαν τὴν περικοπὴν τῶν χρεῶν, θέλουσι δυνηθῆ νὰ συνομολογήσωσι δάνειον; Σήμερον, ὅτε κηρύττουσιν ὅτι δὲν δύναται τὸ ἔθνος ἢ ἐλάχιστον μέρος τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ νὰ πληρώσῃ, καὶ ὅτι, ἵνα πληρώσῃ τὸ ἐλάχιστον τοῦτο μέρος, ἔχει ἀνάγκην ἑνὸς δανείου, καὶ ἄνευ τοῦ δανείου τούτου δὲν δύναται οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον αὐτὸ μέρος νὰ πληρώσῃ; Τὸ πιστεύετε σεῖς, Κύριοι, ὅτι θὰ ἐπιτύχωσι τοιοῦτο δάνειον; Οὐδεὶς ἐχεφρονῶν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ πίστιν εἰς τοιαῦτα πράγματα, ἀνατρέποντα τοὺς ὅρους τῆς λογικῆς, ἐκτὸς ἐὰν ὑποθέσῃ, ὅτι οἱ κεφαλαιοῦχοι ἐτυφλώθησαν. Καὶ ὅμως, κύριοι Βουλευταὶ, ἂν ἀκυρωθῇ τὸ δάνειον αὐτὸ τῆς κεφαλαιοποιήσεως, χωρὶς νὰ ἐπιτευχθῶσιν ἀμέσως, ἂν δύνανται ἀμέσως νὰ ἐπιτευχθῶσι, τὰ σχέδια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ποῦ θὰ εὑρεθῶμεν; τί μένει ὄπισθεν τῆς καταργήσεως τοῦ δανείου τούτου;
§51ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Χάος!
§52ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Χάος τῷ ὄντι· καὶ ὅμως ὅσοι ψηφίσητε τὸ σχέδιον τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον προεξοφλεῖτε τὴν ψῆφόν σας καὶ δι’ αὐτὸ τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιοποιήσεως. Ἰδοὺ ποῦ μᾶς παρασύρουσι, κύριοι Βουλευταί! μᾶς παρασύρουσιν εἰς τὸ χάος, καὶ ὀφείλει μετὰ πόνου ἕκαστος νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, ἂν πονῶμεν τὸν τόπον τοῦτον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἔχομεν ἡμεῖς, παρακαλῶ, ἐντολὴν νὰ κηρύξωμεν τὸ Κράτος εἰς χρεωκοπίαν; Ἡ ἐντολὴ ἡμῶν, ὅπως ἰσχυρίζετο καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς, εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ προπαρελθόντος ἔτους, συνίσταται εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν, εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς πίστεως τοῦ Δημοσίου, εἰς τὴν ἀναστήλωσιν τῆς τιμῆς τοῦ ἔθνους, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν κήρυξιν τῆς χρεωκοπίας. Διατὶ τουλάχιστον, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν ἐρωτῶσι τὸν λαὸν, προκειμένου νὰ προβῶσιν εἰς ἓν τοιοῦτον διάβημα; Διατὶ ὀχυροῦνται ὄπισθεν ἑνὸς πλάσματος, ὅτι ἀντιπροσωπεύουσι τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ; πλάσματος, τὸ ὁποῖον εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις εἶναι εἴπερ ποτὲ κατ’ ἐξοχὴν πλάσμα, διότι, ὡς γνωρίζετε, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς σήμερον ὁμόθυμος καὶ σύσσωμος εἶναι κεκηρυγμένος ἐναντίον τῆς πολιτικῆς τῆς παρούσης Κυβερνήσεως...
§53ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἀποδεικνύει τὸ ἐναντίον.
§54ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μὴ διακόπτετε.
§55ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀφήσατε νὰ τοῖς ἀπαντήσω. Ἰδοὺ ἀπαντῶ, ὅτι ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους νομοὺς τοῦ Κράτους δὲν δύναμαι νὰ δώσω αὐθεντικὴν βεβαίωσιν, διότι δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω καλῶς τὰ κατ’ αὐτοὺς, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν νομὸν Ἀχαϊοήλιδος, τὸν ὁποῖον γνωρίζω καλῶς, δύναμαι αὐθεντικῶς νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἐκ τῶν 200,000 κατοίκων τοῦ νομοῦ τούτου οὐδὲ τὸ ἑκατοστὸν εἶναι ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης.
§56ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ οἱ ἄλλοι νομοί;
§57ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀντιπαρατάσσονται δὲ, ἀφοῦ οὕτω θέλετε, εἰς τὰς 200 ταύτας χιλιάδας τῶν κατοίκων τοῦ νομοῦ Ἀχαϊοήλιδος οἱ 185 ἐκλογεῖς τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κ. Κανάρη.
§58Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Οἱ ὁποῖοι κοστίζουν πολὺ ἀκριβά.
§59ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ πολὺ ἀκριβὰ κοστίζουσι καὶ ἐνδεικνύουσι τὴν σχέσιν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειονοψηφίας, ἐφ’ ἧς ἐρείδεται, πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀναλογίαν, ἣν παριστῶσιν οἱ 185 ἐκλογεῖς τοῦ κ. Κανάρη πρὸς τὰς 200 χιλιάδας κατοίκων τοῦ νομοῦ Ἀχαϊοήλιδος. Αὐτοὶ, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἐθεωρήσαμεν ἐπιβαλλόμενον ἡμῖν ὑπὸ τοῦ καθήκοντος νὰ παύσωμεν πλέον ὑποστηρίζοντες τὴν πολιτικὴν τῆς νῦν Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἔχομεν καὶ ἄλλους λόγους, παγίους, οὕτως εἰπεῖν, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει. Ἔλαβον τὴν τιμὴν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου μου νὰ εἴπω, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο τὸ θεωροῦμεν ὀλέθριον ὑφ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς ἐπόψεις. Ὑπὸ ἔποψιν κυβερνητικὴν, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς τὸ σύστημα τοῦτο ἀπαντᾷ τις ὅλον τὸ πνεῦμα τῆς συγκεντρώσεως, κατὰ τρόπον ἐμποιοῦντα φρίκην. Ὄχι μόνον ἡ κυβερνητικὴ ἐξουσία ὁλόκληρος, ὄχι μόνον ἡ διοίκησις ὁλόσωμος ἐπεσωρεύθη κατ’ αὐτὸ εἰς τὸ κέντρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀπεῤῥόφησε τοῦτο, Κύριοι, καὶ αὐτὴν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν· οὕτως ὥστε οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ψηφίζονται ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο τῆς συγκεντρώσεως, κινδυνεύουσι νὰ μὴ ἐκφράζωσιν, ὅπως ἐννοεῖ τὸ πολίτευμα, τὴν θέλησιν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ τὴν θέλησιν ἑνὸς καὶ μόνου. Καὶ ἔπειτα κατακρίνουσι τὴν ἐγκύκλιον, διὰ τῆς ὁποίας ἠκυρώθη νόμος τοῦ Κράτους, ἐνῷ ὁ τοιοῦτος τρόπος τῆς διαχειρίσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἂν οὐδὲν ἄλλο, εἶναι τοὐλάχιστον ὁ ἁπλούστερος. Ἀλλὰ καὶ διατὶ, κύριοι Βουλευταί, νὰ μὴ προβῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν ἀκύρωσιν νόμου διὰ μόνης τῆς πρωθυπουργικῆς ὑπογραφῆς του, εἰς πρᾶξιν, ἣν πολὺ ὀρθῶς ἐχαρακτήρισεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς ὡς ἔγκλημα, ἀνατρέπον τὴν ἔννομον τάξιν, ἀνατρέπον τὸ πολίτευμα καὶ προσβάλλον τὸ νομοθετικὸν Σῶμα; διατὶ νὰ μὴ προβῇ, ἀφοῦ ἡ πλειονοψηφία, ἥτις πάντοτε προσδίδει τὸν τύπον τῶν νόμων εἰς τὴν θέλησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶναι ἑτοίμη καὶ εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην νὰ προσδώσῃ ἔννομον κῦρος; Ὅσοι μέμφονται τὸ πολίτευμα, ἰσχυριζόμενοι ὅτι κατ’ αὐτὸ ἡ Βουλὴ κυβερνᾷ καὶ ἡ Κυβέρνησις νομοθετεῖ, δὲν ἔπρεπε τὸ πολίτευμα νὰ μέμφωνται, ἀλλὰ τοῦτο, τὸ σύστημα τὸ συγκεντρωτικόν· διότι τὸ πολίτευμα—καὶ ἀποτείνομαι εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴν—τὸ πολίτευμα ἀρκετὰ σαφῶς καθώρισε τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν, καὶ ἀρκετὰ καλῶς αὗται ἐπὶ πολὺν χρόνον ἐλειτούργουν, ἀλλὰ οἱ συγκεντρωτικοὶ τὰς συνέχεαν καὶ τὰς συνεκέντρωσαν εἰς ἓν, καὶ ἐξουθένωσαν τὸ πολίτευμα. Ὀφείλω δὲ, Κύριοι, ἐπειδὴ ἡ ῥύμη τοῦ λόγου μὲ ἔφερεν ἐδῶ, νὰ ἀποκρούσω ἀδικίαν, ἡ ὁποία προσγίνεται εἰς τὴν Βουλὴν ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀναμιγνύεται εἰς τὰ τῆς Κυβερνήσεως, συμφωνῶν πρὸς τοῦτο μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄνδρου Βουλευτήν, διότι γνωρίζω καλῶς, ὅτι οἱ συγκεντρωτικοὶ εἶναι τόσον ζηλότυποι τῶν δικαιωμάτων των, ἅτινα, κρίμασιν οἷς οἶδε Κύριος, ἐκτήσαντο, ὥστε δὲν ἐπιτρέπουσιν ἀλλοτρίαν εἰς αὐτὰ ἐπέμβασιν. Ἡ Βουλὴ εἶναι, Κύριοι, ὁ ὑπεύθυνος συντάκτης; ἡ Βουλὴ πληρόνει τὰς ἁμαρτίας τῶν συγκεντρωτικῶν· διὰ τοῦτο ὅλα εἰς τὴν Βουλὴν ἀποδίδονται, ὅλα ἐκ τῶν Βουλευτῶν προέρχονται. Ἂν ἡ ληστεία ἤγειρε θρασεῖαν τὴν κεφαλήν, ἂν τὰ λοιπὰ ἐγκλήματα κατεπλημμύρησαν τὰ ἐγκληματολόγια τῶν ἐφημερίδων εἰς τρόπον παριστῶντα ἡμᾶς ἀγρίους, ἂν τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα λυμαίνωνται τὴν Ἑλλάδα, δὲν πταίει ἡ Κυβέρνησις ἡ συγκεντρωτική, πταίουσιν οἱ Βουλευταί· ἡμεῖς πταίομεν, Κύριοι, διὰ τὰς ληστρικὰς πράξεις τῶν παντοίων ληστῶν, ἐκτὸς ἂν πταίῃ ὁ ἀξιότιμος τέως ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς κ. Ράλλης, ὁ ὁποῖος, εὑρὼν τὴν ἀθλίαν ταύτην κατάστασιν, ἐσκέφθη νὰ διορθώσῃ αὐτήν, νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν καὶ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, καὶ μετεχειρίσθη δρακόντεια πρὸς τοῦτο μέσα. Διότι ἐπικηρύξας τοὺς ληστὰς καὶ καταδιώξας αὐτοὺς ἀμειλίκτως, (τοῦτο τοὐλάχιστον ἔγραφον) κατέστησε φανερὰ τὰ ἕλκη ἡμῶν· ἐνῷ, ἂν ἐφησύχαζε καὶ οὗτος, ὅπως οἱ προκάτοχοί του, δὲν θ’ ἀπεδεικνύετο τοὐλάχιστον, ὅτι μετὰ πάροδον τοσούτων ἐτῶν καὶ μετὰ δαπάνην τοσούτων ἑκατομμυρίων διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ τὴν διοίκησιν τῆς χώρας ἐπανήλθομεν πάλιν εἰς τὸ οἰκτρὸν σημεῖον τῆς ληστείας, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ ἀοίδιμος Κουμουνδοῦρος ἐσκέφθη νὰ ἐπινοήσῃ τὸν νόμον περὶ ληστείας; Διατὶ, σᾶς παρακαλῶ, καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην (ἐννοῶ τὴν προκάτοχον) δὲν τὴν ἠμπόδισαν οἱ Βουλευταὶ ἀπὸ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός της; Κυβέρνησιν μάλιστα, ἡ ὁποία ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην εἶχεν ἀνάγκην τῆς ὑποστηρίξεως τῶν Βουλευτῶν. Δὲν εἶναι λοιπὸν οἱ Βουλευταί, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἐμποδίζουσι τὰς Κυβερνήσεις ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκον αὐτῶν, ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπιτελῶσι τὰς καλὰς πράξεις.
§60ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Οἱ τμηματάρχαι.
§61ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἂν πταίωσιν οἱ Βουλευταί, εἰς τοῦτο μόνον πταίουσιν, ὅτι ἐπέτρεψαν νὰ δημιουργηθῇ εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς ἐλευθερίας πρωθυπουργικὴ αὐτοκρατορία, τείνουσα νὰ ὑποτάξῃ τὰ πάντα εἰς ἑαυτήν. Ἀλλ’ ἰδίως, κύριοι Βουλευταί, ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικὴν τὸ σύστημα τοῦτο κατέστη ἀφόρητον, ἔφερε τὸν ὄλεθρον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐνέκρωσε πάντα ἐθνικὸν πόθον καὶ ἀπέκοψε πᾶσαν ἐθνικὴν ἐλπίδα. Καὶ εἰς τί συνίσταται τὸ σύστημα τοῦτο; εἰς δύο ἁπλούστατα πράγματα, εἰς δάνεια καὶ εἰς φόρους· εἰς διάστημα 10 ἐτῶν ἔφθασε τὸ δημόσιον χρέος, κύριοι Βουλευταί, εἰς ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐντρεπόμεθα καὶ νὰ ἀναφέρωμεν, καὶ ἐδαπανήθη τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ ποσοῦ τούτου, καὶ ἐδαπανήθησαν τὰ ἑκατομμύρια αὐτὰ, χωρὶς κἄν νὰ ληφθῇ πρόνοια πρὸς ἐπίῤῥωσιν τῆς παραγωγῆς, πρὸς ἐπίῤῥωσιν τῆς πίστεως τῆς τοπικῆς, χωρὶς νὰ δημιουργηθῇ κἄν μία Τράπεζα γεωργικὴ, ἡ ὁποία νὰ σώσῃ τοὺς δυστυχεῖς σταφιδοκτήμονας ἰδίως καὶ πάντας τοὺς γεωργοὺς ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τῆς τοκογλυφίας, καὶ τοὺς περιήγαγον εἰς ἀπόγνωσιν, εἰς θέσιν τόσον ἀπελπιστικὴν, ὥστε ν’ ἀποφασίσωσι νὰ παραιτήσωσι τὰ κτήματά των. Ἐφέτος τῷ ὄντι θὰ τὰ παραιτήσουν. Καὶ ἔπειτα ἐξυμνοῦσιν αὐτοὺς, ὅτι εἶναι οἱ σωτῆρες τοῦ σταφιδικοῦ προϊόντος, ἀποδίδοντες εἰς αὐτοὺς πράξεις τῷ ὄντι ξένας πρὸς αὐτούς! Ἰδίως ὅμως ἡ φορολογία, τὴν ὁποίαν τὸ σύστημα τοῦτο ἀκολουθεῖ πάντοτε, εἶναι ἄδικος, ἄνισος, δυσανάλογος καὶ ἀντισυνταγματική. Διὰ τῶν φόρων μας, κύριοι Βουλευταί, ἐπιβάλλομεν εἰς τὰς πτωχὰς τάξεις βαρεῖαν φορολογίαν, δυσανάλογον πρὸς τὰς δυνάμεις αὐτῶν, ἐνῷ οἱ πλούσιοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μένουσιν ἀφορολόγητοι. Οἱ ἔχοντες τὰς μεγάλας ἐκτάσεις τῶν γαιῶν οὐδὲν πληρώνουσιν, ἀπ’ ἐναντίας δὲ πληρόνουσι τὸν ἔγγειον φόρον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καλλιεργοῦσι τὴν γῆν, ξένην ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον. Καὶ ὅμως, ἐνῷ εὑρέθησαν ἄνθρωποι, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι διέγνωσαν τὸ ἐλάττωμα τοῦτο τῆς φορολογίας μας καὶ ἀνέγραψαν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον μέτρα ἐνδεικνύοντα ὅτι σκοποῦσι τὴν μεταβολὴν τῆς φορολογίας ταύτης, οἷον εἶναι τὸ περὶ εἰσαγωγῆς τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, τὸ σχέδιον τῆς πλειονοψηφίας οὔτε γρῦ περὶ τούτου ἀναφέρει, ὅπερ σημαίνει, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη θὰ ἐξακολουθήσῃ πάλιν τὴν αὐτὴν φορολογίαν. Ἰδοὺ, Κύριοι, διὰ νὰ μὴ μακρηγορήσω πλέον καὶ ἐξαντλήσω τὴν ὑπομονήν σας, ἰδοὺ καὶ ἄλλοι λόγοι γενικώτεροι, οἱ ὁποῖοι μᾶς ὑποχρεοῦσι νὰ ἀπόσχωμεν τῆς πολιτικῆς ἐκείνης. Τί δὲ ζητοῦμεν; Ζητοῦμεν, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰλικρινῶς τὸ πολίτευμα, ζητοῦμεν νὰ παύσῃ πλέον ἡ πρωθυπουργικὴ τῶν πάντων ἀποῤῥόφησις, ζητοῦμεν νὰ καταῤῥιφθῇ τὸ σύστημα τῆς συγκεντρώσεως καὶ νὰ ἐπιτραπῇ ἀποκέντρωσις, ὅσην τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ νόμοι ἐπιτρέπουσι, ζητοῦμεν διοίκησιν πατρικὴν, ζητοῦμεν τὴν μεταβολὴν τῆς φορολογίας, ζητοῦμεν νὰ εὑρεθῇ τρόπος, ὥστε πάντες οἱ πολῖται ἀναλόγως τῆς περιουσίας των νὰ συνεισφέρωσιν εἰς τὰ βάρη τοῦ Κράτους, ὅπως ἐννοεῖ τὸ Σύνταγμα, καὶ ὄχι νὰ πληρώνωσιν οἱ πτωχοί, οἱ δὲ πλούσιοι, οἱ ἔχοντες μεγάλα εἰσοδήματα, νὰ μένωσιν ἀφορολόγητοι. Διὰ τοῦτο ζητοῦμεν τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, οἱ ὁποῖοι εἶναι βάρβαροι φόροι, οὐδένα ὅρον τῆς δημοσιονομίας πληροῦντες, καὶ δὲν χρησιμεύουσι παρὰ μόνον εἰς τὸ νὰ καταβασανίζωσι τοὺς πτωχοὺς γεωργοὺς, χωρὶς νὰ ἀποδίδωσι κἄν εἰς τὸ Δημόσιον ὅ,τι τοῦτο ἔπρεπε ν’ ἀπολαμβάνῃ ἐκ τῆς φορολογίας τῆς γῆς. Ζητοῦμεν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ στρεμματικὴ φορολογία ἐπὶ τῶν ἀγρῶν καὶ τῶν ἀμπέλων, εὑρεθῇ δὲ τρόπος νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς φορολογίαν τὰ μεγάλα εἰσοδήματα. Δὲν εἶναι δὲ ποσῶς ἀληθὲς, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι, καὶ ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ εἰδικὴ ἐπὶ τούτων συζήτησις, θέλομεν ἀποδείξει, ὅτι καὶ νὰ ἐφαρμοσθῶσι δύνανται καὶ πολὺ θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ διὰ νὰ κατορθωθῶσιν ὅλα ταῦτα, ὅσα ζητοῦμεν, πρέπει νὰ καταπέσῃ τὸ σύστημα τὸ παλαιόν. Ἀπὸ σᾶς δ’ ἐξαρτᾶται τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τὴν σύνεσιν καὶ τὸ φιλόπατρι τῶν ὁποίων ἀναμένει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν σωτηρίαν του. Ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ, διὰ τοὺς λόγους, οὓς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω, θὰ καταψηφίσω τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ταύτης, φρονῶν, ὅτι οὕτω πράττων ἐκπληρῶ ὕψιστον πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τοῦ κέντρου τῆς ἀριστερᾶς).
§62ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ βασιλικὸς λόγος, Κύριοι, καὶ ἡ ἀπάντησις τῆς Βουλῆς εἰς αὐτὸν ἐν τῷ συνταγματικῷ μηχανισμῷ δὲν ἀποτελοῦσι τύπους κενοὺς καὶ ἀσκόπους. Συμπιπτουσῶν τῶν ἐν αὐτοῖς ἐννοιῶν, καθιστῶσι συμβόλαιον πανηγυρικὸν μεταξὺ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀσκουμένης διὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, καὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, συμβόλαιον, ὅπερ καθορίζει τοὺς ὅρους τῆς ἐπὶ τὸ μέλλον ἁρμονικῆς λειτουργίας τῶν δύο μεγάλων ἐν τῷ Κράτει ἐξουσιῶν. Ἀλλὰ τὸ συμβόλαιον τοῦτο καταπίπτει ἐκ βάθρων, ἅμα ὡς διάφοροι γνῶμαι καὶ διάφοροι ἰδέαι ἐνέπνευσαν ἀφ’ ἑνὸς τὸν βασιλικὸν λόγον, ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἀπάντησιν εἰς αὐτόν. Καὶ ἀκριβῶς εἰς τοιαύτην τινὰ περίπτωσιν εὑρισκόμεθα ἤδη, διότι ἄλλαι ἰδέαι καὶ γνῶμαι καὶ ἀντίληψις ὑπηγόρευσαν τὸν βασιλικὸν λόγον, καὶ ἄλλαι τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως. Δὲν πρέπει ἐντεῦθεν νὰ ἐκπλησσώμεθα, ἂν ὁ συντάκτης τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον κατέγεινεν, ὅπως ἀναιρέσῃ μίαν πρὸς μίαν πάσας τὰς ἐννοίας τὰς ἐν αὐτῷ, διότι ἄλλοι οἱ ἐργάται τούτου καὶ ἄλλοι οἱ ἐργάται τῆς ἀπαντήσεως. Τὰς ἀντιθέσεις ἀκριβῶς ταύτας μεταξὺ τοῦ βασιλικοῦ λόγου καὶ τῆς ἀπαντήσεως τῆς πλειονοψηφίας ἐπιθυμῶν νὰ βεβαιώσω, λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συνόλου. Οἱ συντάκται τοῦ βασιλικοῦ λόγου κατέγειναν, ὅπως γράψωσι μετὰ πάσης ἀκριβείας τὴν εἰκόνα τῆς καταστάσεως, ὅπως καθορίσωσι μετὰ πάσης ἐπιεικείας τὰ αἴτια τὰ παραγαγόντα αὐτήν. Ἀλλὰ τοῦτο καὶ μόνον ἤρκεσεν, ὅπως ὁ συντάκτης τῆς ἀπαντήσεως τῆς πλειονοψηφίας παρασυρθῇ εἰς πεπλανημένας θεωρίας καὶ εἰς ψευδῆ ἑρμηνείαν καὶ Συντάγματος καὶ νόμων, καὶ εἰς βεβαιώσεις διαψευδομένας ἐκ τῶν πραγμάτων. Ὁ βασιλικὸς λόγος συνιστᾷ ἄκρας οἰκονομίας ἐν τοῖς στενωτάτοις αὐτῶν ὁρίοις, χαρακτηρίζει τὰς θυσίας καὶ τὰ βάρη, εἰς ἃς ὑποβάλλεται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπὸ μακροῦ ἤδη χρόνου, ὡς ἐκτάκτους θυσίας, εἰς ἃς δὲν δύναται νὰ ἀντίσχῃ ἐπὶ πολὺ, καὶ ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, ἡ ἀπάντησις τῆς πλειονοψηφίας χαρακτηρίζει τὰ βάρη ταῦτα ὡς μὴ ὑπέρτερα τῶν δυνάμεων τοῦ λαοῦ καὶ ὡς δυνάμενα ἐντεῦθεν νὰ διαιωνισθῶσιν. Ὁ βασιλικὸς λόγος συνιστᾷ ἀληθὲς ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ ἡ ἀπάντησις βεβαιοῖ, ὅτι ἐπετεύχθη τοῦτο κατὰ τὸ παρελθόν. Πῶς ἐπετεύχθη, γνωρίζετε· πῶς ἐπετεύχθη, παριστᾷ ἡ σημερινὴ κατάστασις, πρὸ τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα. Ὁ βασιλικὸς λόγος ἐπιζητεῖ διαχείρισιν ἀγαθήν, καὶ ἡ ἀπάντησις τῆς πλειονοψηφίας καταδικάζει τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς τὴν ἐπὶ δεκαετίαν, ἐκτὸς ἐλαχίστων διαλειμμάτων, μαστίσασαν αὐτὸν καθολικὴν διασπάθησιν τῆς δημοσίου οἰκονομίας, καὶ εἰς τὴν εἰς ἀπόγνωσιν ἀγαγοῦσαν αὐτὸν κακοδιοίκησιν. Καὶ ἐὰν περιωρίζετο τὸ σχέδιον τῆς πλειονοψηφίας εἰς τὰς ἀντιθέσεις ταύτας, ἤθελον μὲν ἀποδείξει οἱ συντάκται αὐτοῦ, ὅτι ἐμμένουσιν εἰς τὰς πλάνας τοῦ παρελθόντος, τὰς ὁδηγησάσας εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ὅτι προσπαθοῦσι νὰ μετατοπίσωσι τὴν εὐθύνην τῶν πεπραγμένων, ἐπιῤῥίπτοντες ταύτην εἰς ἄλλους, ὅπερ δὲν προσήκει εἰς γενναίαν καὶ εἰλικρινῆ πολιτείαν. Ἀλλ’ ἀτυχῶς εἰς τοῦτο κυρίως κατέγεινεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς ἀπαντήσεως καὶ κατὰ τὴν ἐπακολουθήσασαν συζήτησιν, πειραθεὶς ν’ ἀποδώσῃ τὸν συγκλονισμὸν τῆς δημοσίας πίστεως οὐχὶ εἰς τὴν παραγωγὸν πολιτείαν, ἀλλ’ εἰς τὰ πρόσκαιρα μέτρα, ἅτινα προχείρως ἐλήφθησαν πρὸς ἀποσόβησιν τῆς ἀπειληθείσης ἐκ τῆς πολιτείας ἐκείνης τελείας καταστροφῆς, καὶ ἅτινα ἐντεῦθεν ἐπεβλήθησαν ἐξ ἀναποδράστου ἀνάγκης. Ἡ θέσις μου, Κύριοι, ὡς δοσιλόγου, μοὶ ἐπιβάλλει νὰ μὴ ἀφήσω νὰ παρέλθῃ ἡ εὐκαιρία αὕτη, ὅπως διαφωτίσω ὑμᾶς ἐπὶ τῶν πεπραγμένων παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, συντελέσω δ’ οὕτως, ὅπως ἀποδοθῇ ἑκάστῳ ἡ ἀνήκουσα αὐτῷ εὐθύνη. Ἡ ἱστορία τοῦ παρελθόντος εἶναι ἄλλως ὁ κάλλιστος ἐπὶ τὸ μέλλον ὁδηγὸς, ἡ δ’ ἀκριβὴς ἀντίληψις καὶ ἡ ἐπισταμένη μελέτη τῶν τελευταίων γεγονότων, ἐπιβαλλόμεναι τοῖς ἀντιπροσώποις τοῦ ἔθνους διὰ τὸ χαλεπὸν τῶν καιρῶν καὶ τὸ ἄδηλον τοῦ προσεχοῦς μέλλοντος, δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν αὐτοῖς ὡς οἱ ἄριστοι τοιοῦτοι. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ, Κύριοι, τὰς κατὰ Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον ἐν Λονδίνῳ διεξαχθείσας διαπραγματεύσεις περὶ συνάψεως δανείου, ὧν ἡ ἀποτυχία ἐπήνεγκε τὴν παραίτησιν τῆς προτέρας Κυβερνήσεως, τῆς προεδρευομένης παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη. Ἀλλὰ καίτοι τὸ γεγονὸς τῆς παραιτήσεως τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, χαιρούσης ἀπόλυτον τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, ἀπόλυτον τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος, ὡς προχθὲς ἐβεβαίου ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ἀποδεικνύει αὐτὸ καὶ μόνον τελείαν ἀποτυχίαν τῶν σχεδίων της, ὧν βάσις ὑπῆρξε τὸ μελετηθὲν δάνειον, οὐ μόνον ἠμφισβήτησαν τὴν ἀποτυχίαν, ἀλλὰ καὶ ἰσχυρίσθησαν, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις εἶχον αἰσίως καταλήξει, καὶ ὅτι ἐξηρτᾶτο ἐκ τῆς διαδόχου Κυβερνήσεως νὰ κυρώσῃ τὴν συνωμολογημένην ἤδη σύμβασιν. Ἐὰν τοῦτο ἦν ἀληθὲς, ἡ Κυβέρνησις ἡ διαδεχθεῖσα τὸν κ. Τρικούπην κατὰ Μάϊον βαρεῖαν ἤθελε φέρει εὐθύνην διὰ τὰς ἔκτοτε ἐπελθούσας καταστροφάς. Ὁ κ. Τρικούπης καὶ οἱ φίλοι του δικαίως ἤθελον τότε μᾶς κατηγορεῖ ὡς ὑπαιτίους τῶν καταστροφῶν. Ἀλλὰ τὸ πόρισμα τῶν διαπραγματεύσεων ἐκείνων ἀπετέλει τὴν βάσιν καὶ τὸ κορύφωμα τῆς πολιτείας τοῦ κ. Τρικούπη, ἐπὶ τῇ ἁπλῇ δ’ ὑπονοίᾳ, ὅτι ἠδύναντο ν’ ἄρξωνται αὗται, κατακεραύνου ἡμᾶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως ἀκριβῶς ἐκείνης, κατὰ τὰ μέσα τῆς παρελθούσης συνόδου τῆς Βουλῆς, ἀναγγέλλων ἡμῖν, ὅτι ἐθριάμβευεν ἡ πολιτική του, καὶ προκαλῶν τὰ εἰρωνικὰ καὶ πονηρὰ ἐπιφωνήματα τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν ὁμοίων αὐτῷ. Ἡ πολιτική του κατέληξεν εἰς ὁριστικὸν θρίαμβον· τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς καὶ τὴν τοῦ Στέμματος εἶχεν ἀκεραίας· πῶς ἐν τούτοις παραιτεῖται, πῶς φεύγει τῆς ἀρχῆς, καὶ πῶς ἀφίησιν εἰς ἄλλους καὶ τὴν τιμὴν τῆς κυρώσεως τῆς τελειωσάσης τὸν θρίαμβόν του συμβάσεως καὶ τὸ ἐξ αὐτῆς πολιτικὸν κέρδος; Εἰς τὰ ἐρωτήματα ταῦτα, ἅτινα τίθενται εἰς τὸ πνεῦμα καὶ τῶν ἁπλουστέρων, δὲν εὐηρεστήθη ν’ ἀπαντήσῃ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ἀποφυγὼν νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν καὶ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου διὰ τοῦ χαρίεντος λόγου του. Θὰ πράξω ἐγὼ τοῦτο, Κύριοι, ὀλίγον σκαιῶς, μὴ δυνάμενος νὰ ἀναχθῶ εἰς τὴν χάριν τοῦ λόγου τοῦ ἐκ Χαλκίδος Βουλευτοῦ. Καὶ βεβαιῶ ἀμέσως, ὅτι σύμβασις οὐδέποτε ὑπῆρξε, διότι οὐδέποτε κατέληξαν αἱ διαπραγματεύσεις, αἱ ἐν Λονδίνῳ διεξαχθεῖσαι, οὐδ’ ἠδύναντο νὰ καταλήξωσιν, ὡς μετ’ ὀλίγον θέλω ἀποδείξει. Εἰσήλθομεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ μεσημβρίαν τῆς 3 Μαΐου, ἀτελῆ μόνον ἔχοντες γνῶσιν τῶν ἀμέσων ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου, ἠσχολήθημεν δ’ ἐντεῦθεν εὐθὺς νὰ βεβαιώσωμεν τὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου. Μία μόνη ἔκφρασις δύναται ν’ ἀπεικονίσῃ τὴν εἰς τὸ πνεῦμα ἡμῶν παραχθεῖσαν ἐκ τῆς πρώτης ἐκείνης ἐρεύνης ἐντύπωσιν· ὑπελάβομεν, ὅτι εὑρισκόμεθα μᾶλλον ἐντὸς φρενοκομείου ἢ ἐντὸς Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. Εὑρισκόμεθα εἰς τὴν 3 Μαΐου καὶ μέχρι τῆς 7 Ἰουνίου καθίσταντο ἀπαιτηταὶ προκαταβολαὶ ἐκ φράγκων χρυσῶν 18,791,465, μέχρι δὲ τῆς 8 Ἰουλίου ἕτεραι ἐκ φράγκων χρυσῶν 3,403,738, ἐν ὅλῳ προκαταβολαὶ ἐκ φράγκων χρυσῶν 21,195,198. Ἐκ τῶν προκαταβολῶν τούτων εἶχον ἤδη λήξει ἀπὸ τῆς 19 Ἀπριλίου, χωρὶς ν’ ἀνανεωθῶσι, προκαταβολαὶ 2,475,050 χρυσῶν φράγκων. Τὴν 3 Ἰουνίου ἔδει νὰ καταβληθῶσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης 1,526,456.75, τὴν δὲ 19 τοῦ αὐτοῦ μηνὸς διὰ τὸ δάνειον τῶν 120,000,000 φράγκα χρυσᾶ 3,497,902.50, διὰ τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 φράγκα χρυσᾶ 3,034,622, διὰ τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων φράγκα χρυσᾶ 2,818,522· ἐν ὅλῳ μέχρι τῆς 19 Ἰουνίου φράγκα χρυσᾶ 10,967,502. Καὶ τὰ ποσὰ ταῦτα, κατὰ τὰς σχετικὰς συμβάσεις, ἔδει νὰ ἐμβασθῶσιν εἰς χρυσὸν 15 ἡμέρας πρὸ ἑκάστης λήξεως. Ὠφείλοντο περιπλέον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια μέχρι 15 Ἰουνίου δραχ. 822,862. Διὰ δὲ τὸ δάνειον τῶν τριῶν Μεγάλων Δυνάμεων φράγκα 600,000 ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου. Ἐξ ἐντόκων γραμματίων ὠφείλοντο εἰς διαφόρους δρ. 12,627,113, ἐξ ὧν 2,861,201 εἶχον λήξει τὴν 30 Ἀπριλίου. Ὠφείλοντο ἐπίσης πρὸς ἐξόφλησιν τῶν μέχρι τέλους Ἀπριλίου ὑποχρεώσεων, πληρωτέων παρὰ τοῦ Κεντρικοῦ ταμείου: Ἐντάλματα εἰς χρυσὸν 1,056,691, ἐντάλματα εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια 1,500,000. Διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης μέχρι τέλους Μαΐου δραχ. 713,000. Ὀφειλόμενα τέλος εἰς τὰς Τραπέζας δι’ ἀνταλλαγὴν ἐφθαρμένων κερματίων 1,608,812. Πρὸς ἀπότισιν δὲ πασῶν τῶν ὀφειλῶν τούτων εὕρομεν ἐν τῷ Κεντρικῷ ταμείῳ δραχμὰς 835,411. Ἠλπίσαμεν, ὅτι ἠθέλομεν εὕρει κατατεθειμένας παρὰ ταῖς Τραπέζαις καὶ τῇ Ἑταιρίᾳ τῶν Μονοπωλίων τὰς εἰσπράξεις τὰς ἐκ προσόδων ὑπεγγύων, ἀλλ’ ἀπέναντι αὐτῶν εὕρομεν μόνον δραχ. 2,836,615. Αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους ἦσαν τοσαῦται, τοσοῦτον ἐπιτακτικαί, τοσοῦτον ἐπείγουσαι, ὥστε οὐδὲ στιγμὴ ὤφειλε ν’ ἀπολεσθῇ, μόνον δὲ μετὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἱκανοποιήσεως αὐτῶν ἦν δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἰδεῶν ἡμῶν. Ἠσχολήθημεν λοιπὸν ἀμέσως νὰ ἀνεύρωμεν τὰ στοιχεῖα τῆς διεξαχθείσης παρὰ τῶν προκατόχων ἡμῶν διαπραγματεύσεως, ὅπως πληροφορηθῶμεν κατὰ πόσον ἦν δυνατὸν νὰ τὰς συνεχίσωμεν καὶ ἀπαντήσωμεν τὰς ἀμέσους καὶ ἀπαιτητὰς ὀφειλὰς τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἀπετάθημεν πρὸς τὸν Γενικὸν Γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τοῦ Λογιστικοῦ, ἀλλὰ καὶ οὗτος καὶ ἐκεῖνος οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἠδυνήθησαν νὰ μᾶς συντρέξωσι. Μᾶς ἀπήντησαν, ὅτι οὐδὲν ἐγνώριζον ἐκ τῶν διαπραγματεύσεων ἐκείνων, διότι διεξῆγεν αὐτὰς ἀπ’ εὐθείας ὁ κ. Τρικούπης, Πρόεδρος τῆς προκατόχου ἡμῶν Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἠναγκάσθημεν ἐντεῦθεν ν’ ἀποταθῶμεν διὰ τῶν ὑπαλλήλων τούτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸν κ. Τρικούπην, καὶ ἐκ τῶν χειρῶν ἑνὸς τούτων ἐλάβομεν ἓν κείμενον σχεδίου συμβάσεως καὶ δύο τηλεγραφήματα. Τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως ἔχω ἐνταῦθα. Ἐκ τῶν δύο τηλεγραφημάτων τὸ μὲν ἀπηυθύνετο παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη πρὸς τὸν κ. Θεοτόκην, καὶ καθώριζεν ἀκριβέστερον τοὺς πόρους, οἵτινες ἤθελον διατεθῆ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ διαπραγματευομένου δανείου, τὸ ἕτερον τῆς 24 Ἀπριλίου παρὰ τοῦ κ. Θεοτόκη πρὸς τὸν κ. Τρικούπην. Διὰ τούτου ὁ κ. Θεοτόκης ἀνήγγελλεν, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς ἀγορᾶς δὲν ἐπέτρεπε τοῖς διαπραγματευομένοις ν’ ἀναμείνωσι τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, ἐὰν δὲ Συμβούλιον νομομαθῶν ἀπεφαίνετο, ὅτι ἠδύνατο νὰ κυρωθῇ ἡ σύμβασις διὰ βασιλικοῦ διατάγματος, καὶ ἀνελάμβανε τὴν ἔκδοσιν τοιούτου, ἠδύνατο νὰ θεωρήσῃ τὸ συνδικάτον καταρτισθέν. Προσέθετεν ὁ κ. Θεοτόκης: «Οἱ ὅροι εἶναι βαρεῖς, ἀλλὰ φρίττω διὰ τὰς καταστροφὰς, αἵτινες ἐπίκεινται ἐκ τῆς ἀποτυχίας τῶν διαπραγματεύσεων. Ὑμῖν ἀπόκειται ν’ ἀποφασίσητε.» Οὐδεμίαν ἑτέραν πληροφορίαν ἠδυνήθημεν νὰ ἀρυσθῶμεν παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη, ὅστις καὶ μετὰ τὴν παραίτησιν τῆς ἀρχῆς ἐθεώρει ἑαυτὸν ὡς μόνον θεματοφύλακα τῶν συμφερόντων καὶ τῶν ἀποκρύφων τοῦ Κράτους. Οὐδὲ σύμβασις συμπεπληρωμένη ἀνεκοινώθη ἡμῖν, οὐδὲ γνωμοδότησις νομομαθῶν ἐάν ποτε προεκλήθη, γνωρίζομεν καὶ ἤδη. Ἐζητήσαμεν παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη τὴν κλεῖδα τῶν κρυπτογραφικῶν τηλεγραφημάτων, ὅπως, λαμβάνοντες αὐτὰ ἐκ τοῦ τηλεγραφείου, προβῶμεν εἰς τὴν μετάφρασίν των. Ἀλλὰ ὁ κ. Τρικούπης ἠρνήθη νὰ παραδώσῃ ἡμῖν αὐτὴν, καὶ ἐζήτησεν, ὅπως τῷ πέμψωμεν τὰ τηλεγραφήματα, ἵνα τὰ μεταφράσῃ αὐτὸς, ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι ὑπῆρχον ἐν αὐτοῖς ἀπόκρυφα, ὧν δὲν ἔπρεπε νὰ λάβωμεν γνῶσιν.
§63Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ τηλεγραφήματα ταῦτα διεβιβάζοντο διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν;
§64ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι· ἀπ’ εὐθείας μεταξὺ Θεοτόκη καὶ Τρικούπη.
§65ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐχρησίμευσεν ἡ κλεὶς τῶν συμβολικῶν τηλεγραφημάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν;
§66ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι. Ἀφίνω ὑμῖν, Κύριοι, νὰ χαρακτηρίσητε τὴν συμπεριφορὰν τοῦ κ. Τρικούπη. Ἡμεῖς οὐδεμίαν εἴχομεν περιέργειαν νὰ εἰσδύσωμεν εἰς τὰ ἀπόκρυφα τῆς διαπραγματεύσεως ἐκείνης, οὐδ’ ἐκρίναμεν, ὅτι διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως ὠφείλαμεν νὰ γείνωμεν κάτοχοι αὐτῶν. Ἐπειδὴ δὲ τὸ παραδοθὲν ἡμῖν σχέδιον τῆς συμβάσεως οὐδὲ τὰ ὀνόματα κἄν τῶν μελλόντων νὰ συμβληθῶσι περιελάμβανεν, ἀπετάθημεν πρὸς τὴν ἐν Λονδίνῳ Πρεσβείαν, ζητοῦντες ὅπως πληροφορήσῃ ἡμᾶς, ποῦ εὑρίσκεται ὁ κ. Θεοτόκης, παρ’ οὗ ἠλπίσαμεν ὅτι ἠθέλομεν τύχει τῶν ἀναγκαιουσῶν ἡμῖν πληροφοριῶν. Ἐκεῖθεν ὅμως εἰδοποιήθημεν, ὅτι ὁ κ. Θεοτόκης εἶχεν ἀπέλθει ἐκ Λονδίνου τὴν παραμονὴν τῆς εἰς τὴν ἀρχὴν ἀναῤῥήσεως ἡμῶν, οὐδὲν ἀφεὶς ὄπισθέν του ἴχνος τῶν διαπραγματεύσεων, οὐδ’ ἦν δὲ γνωστὸν ποῦ εὑρίσκετο. Μετὰ ὀκτὼ ἢ δέκα ἡμέρας ἐπληροφορήθημεν ἐκ τῶν ἐφημερίδων, ὅτι ὁ κ. Θεοτόκης ἀφίκετο ὑγιὴς εἰς Κέρκυραν. Τὰς περὶ τῶν διαπραγματεύσεων πληροφορίας ἡμῶν ὑπερτέρα πρόνοια συνεπλήρωσεν. Οὕτω μοὶ παρεδόθη μετά τινας ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἀναῤῥήσεως εἰς τὴν ἀρχὴν—διατὶ θὰ τὸ κρύψω;—παρὰ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως ἀντίγραφον σχεδίου τῆς συμβάσεως μετ’ ἀντιγράφου τηλεγραφήματος τοῦ κ. Θεοτόκη πρὸς τὸν κ. Τρικούπην, τῆς 19 Ἀπριλίου, γεγραμμένου διὰ χειρὸς τοῦ κ. Τρικούπη. Ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου θέλετε πληροφορηθῆ, ὡς ἐπληροφορήθημεν καὶ ἡμεῖς, μέχρι τίνος εἶχον προοδεύσει αἱ διαπραγματεύσεις τὴν 19 Ἀπριλίου, ἤτοι ἡμέρας ὀκτὼ πρὸ τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Τρικούπη. Ἰδοὺ τὸ κείμενον τοῦ τηλεγραφήματος (ἀναγινώσκει): «Ὁ Βλεϊχρόδερ τηλεγραφεῖ, ὅτι, ζητήσας παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τὴν ἄδειαν νὰ ἀναχωρήσῃ διὰ Λονδῖνον, ἔλαβεν ἀρνητικὴν ἀπάντησιν. Ἐπειδὴ ἐξέλιπεν ἡ ἀγορὰ τοῦ Βερολίνου, ὁλόκληρον τὸ δάνειον δέον νὰ πραγματοποιηθῇ ἐνταῦθα, καὶ ἐντεῦθεν ἀνάγκη νὰ περιορισθῇ τὸ ποσόν. Ὁ Χάμπρο θεωρεῖ ἀναπόφευκτον νὰ παραλειφθῶσιν αἱ προκαταβολαί, αἵτινες κατόπιν δύνανται νὰ πληρωθῶσι διὰ ῥάντας. Ὁ Κάσσελ ἐπίσης. Δὲν κατεπλάγησαν ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως, ἥτις ὀφείλεται εἰς τοὺς μικροὺς κερδοσκόπους, κερδοσκοπήσαντας ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Λόου. Μετὰ μεσημβρίαν ἔχομεν συνέντευξιν μετὰ τοῦ Hambro, διὰ νὰ διαπραγματευθῶμεν περὶ τῆς συμβάσεως. Δυστυχῶς ἡ ὑποτίμησις μὲ θέτει εἰς κακὴν θέσιν, καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται νὰ διαπραγματευθῶ.» Οὕτω τὴν 19 Ἀπριλίου ὁ κ. Θεοτόκης βεβαιοῖ, ὅτι τὸ Βερολῖνον δὲν θέλει συμμετάσχει τοῦ δανείου, ὅτι ἐντεῦθεν δέον νὰ περιορισθῇ τὸ ποσὸν, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν διαπραγματεύεται, ἡ ὑποτίμησις τίθησιν αὐτὸν εἰς κακὴν θέσιν. Οὕτω τὴν 19 Ἀπριλίου οὐδὲ τὸ συνδικάτον εἶχε καταρτισθῆ, οὐδὲ τὸ ποσὸν τοῦ δανείου εἶχε κἄν καθορισθῆ, καὶ ἡ θέσις ἦν κακὴ λόγῳ τῆς ὑποτιμήσεως. Καὶ ταῦτα προκύπτουσιν ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος τῆς 19 Ἀπριλίου.
§67ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἑλληνικὴ χρονολογία;
§68ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι 19 Ἀπριλίου. Ἀλλ’ ἔστω καὶ 7 Ἀπριλίου. Ἐν δὲ τῷ σχεδίῳ τῆς συμβάσεως οὐδὲ τὸ ὄνομα τῶν συμβαλλομένων περιελαμβάνετο, οὐδὲ τὸ ποσὸν τοῦ μελετωμένου δανείου καθωρίζετο, ἀλλ’ οὐδ’ ἡ τιμὴ τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ, οὐδ’ ὁ χρόνος τῆς ἀποσβέσεως αὐτοῦ. Καὶ ἐν τούτοις ταῦτα ἀποτελοῦσι τὰ πρῶτα στοιχεῖα πάσης περὶ δανείου συμβάσεως. Τὸ παραδοθὲν ἡμῖν σχέδιον ἀπετέλει τὸν σκελετὸν συμβάσεως, ἀλλ’ οὐχὶ σύμβασιν. Ὁ σκελετὸς δὲ οὗτος ἐν ἄρθρῳ 8 αὐτοῦ ἔπλαττεν, ὡς γνωρίζετε, νέον ἀδίκημα, καὶ ἐπέβαλλε ποινὰς, πρὸς δὲ ἐθέσπιζε τὸν ξένον ἔλεγχον. Πῶς ἦν ἐντεῦθεν δυνατὸν νὰ κυρωθῇ διὰ Β. Διατάγματος; Τοιαύτη ἡ δῆθεν σύμβασις, ἣν ἐνεκάλει ἡμᾶς ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι δὲν ἐσπεύσαμεν νὰ κυρώσωμεν. Ἡ ἐν λόγῳ σύμβασις οὐδέποτε κατηρτίσθη, ἀλλ’ οὐδ’ ἠδύνατο, καὶ ἄν ποτε κατηρτίζετο, νὰ ἐκτελεσθῇ, καὶ τοῦτο, διότι ὁ κ. Τρικούπης εὑρίσκετο, ὡς ἐῤῥέθη ἤδη, ἐν πραγματικῇ ἀδυναμίᾳ νὰ ἐκτελέσῃ θεμελιώδη ὅρον αὐτῆς, ἄνευ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ ὁποίου ἡ σύμβασις ἦν νεκρὰ εἰς χεῖράς του. Ὁ κ. Τρικούπης ὤφειλε τὴν 3 Μαΐου, ἀκριβῶς καθ’ ἣν ἡμέραν ἔφευγε τὴν ἀρχὴν, νὰ καταβάλῃ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια 1,626,456 δραχμὰς, τὴν δὲ 19 τοῦ αὐτοῦ μηνὸς, ἤτοι μεθ’ ἡμέρας 16 ἀπὸ τῆς παραιτήσεώς του, ἑτέρας δραχμὰς 9,341,046, ἤτοι ἐν ὅλῳ 10,967,502, ποσὸν ἴσον πρὸς τὰ τοκομερίδια τῶν δανείων τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, τῶν 120, 170 καὶ 135 ἑκατομμυρίων, πληρωτέα τὸ μὲν πρῶτον τὴν 3 Ἰουνίου, τὰ ἕτερα δὲ τρία τὴν 19 Ἰουνίου. Ὤφειλε δὲ νὰ καταβάλῃ τότε τὰ ποσὰ ταῦτα, διότι, κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ σκελετοῦ τῆς συμβάσεως, γνωστὸν ἤδη ὑμῖν ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τῶν φίλων μου, «ἡ Κυβέρνησις ὑπεχρεοῦτο νὰ παραδώσῃ εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ δανείου ἕνα μῆνα πρὸ τῆς προθεσμίας ἑκάστης καταβολῆς διὰ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν δανείων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐν ἰσοτιμίᾳ ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ ἐκ τοῦ συνομολογητέου δανείου περιοδικῶς διατεθησόμενον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν προηγουμένων δανείων». Τὰ τραπεζικὰ ταῦτα γραμμάτια, κατὰ τὴν αὐτὴν ῥήτραν τῆς συμβάσεως, παραδιδόμενα εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ νέου δανείου, ὤφειλον νὰ καταστρέφωνται παρὰ τῶν ἐκδοσασῶν αὐτὰ Τραπεζῶν ἐνώπιον ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀντιπροσώπου τοῦ ταμείου τοῦ νέου δανείου. Ὤφειλεν οὕτως ὁ κ. Τρικούπης τὴν 3 Μαΐου, ἀκριβῶς τὴν ἡμέραν τῆς ἀποδοχῆς τῆς παραιτήσεώς του, νὰ παραδώσῃ τραπεζικὰ γραμμάτια πρὸς ἐξαφάνισιν τὴν μὲν 3 Μαΐου 1,626,456 δραχμῶν, τὴν δὲ 19 τοῦ αὐτοῦ μηνὸς ἕτερα 9,341,046 δραχμῶν, ἐν ὅλῳ τραπεζικὰ γραμμάτια δραχ. 10,967,502. Ἀλλὰ ποῦ νὰ εὕρῃ ὁ κ. Τρικούπης τὰ γραμμάτια ταῦτα; Ὡς γνωρίζετε ἤδη, ἐν τῷ Κεντρικῷ ταμείῳ ὑπῆρχον ἐν ὅλῳ δραχμαὶ 835,410, παρὰ ταῖς Τραπέζαις καὶ τῇ Ἑταιρίᾳ τῶν Μονοπωλίων δραχμαὶ 2,606,036, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχμαὶ 3,441,446. Παρὰ τοῖς λοιποῖς ταμείοις τοῦ Κράτους ὑπῆρχον δραχμαὶ 2,606,672, ἐξ ὧν δραχμαὶ 45,000 εἰς χαλκὸν, καὶ δραχμαὶ 492,388 εἰς ἐφθαρμένα κέρματα, ὧν ἀφαιρουμένων, ὑπολείπονται δραχμαὶ 2,069,284, αἵτινες, προστιθέμεναι εἰς τὰς δραχμὰς 3,341,446, ἀπέδιδον ποσὸν δραχμῶν 5,400,730. Ἐπὶ τῇ ὑποθέσει δὲ, ὅτι ἅπαντα τὰ ποσὰ ταῦτα συνελέγοντο μέχρι λεπτοῦ ἐκ τῶν διαφόρων ταμείων τοῦ Κράτους καὶ οὐδεμία ἐπραγματοποιεῖτο πληρωμὴ ἀπέναντι τετραπλασίων ὀφειλῶν ἀπαιτητῶν, πάλιν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ποσοῦ τῶν ἀναγκαίων γραμματίων ἀπέναντι τῶν τοκομεριδίων τῆς 3 καὶ 19 Ἰουνίου ἀπῃτοῦντο εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δραχμαὶ 5,566,772. Ποῦ νὰ τὰ εὕρῃ, ἀφοῦ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἦν τελείως ἐξηντλημένη, ἀπέμενον δ’ ἐξ αὐτῆς εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Δημοσίου 229,000 δραχμαί; Ἤλπισεν ἐπὶ στιγμὴν, ὅτι, συμπεριλαμβανομένων τῶν προκαταβολῶν ἐν τῷ νέῳ δανείῳ, ἤθελε δυνηθῆ νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν 8,760,000, τῶν ὑπεγγύων εἰς τὸ δάνειον τῶν 7,300,000, ὅπερ εἶχε συνομολογήσει κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1892. Ἀλλ’ αἱ προκαταβολαὶ ἐξηροῦντο, κατὰ τὸ τηλεγράφημα τῆς 19 Ἀπριλίου, ἄλλως δὲ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ σχεδίου τῆς συμβάσεως ἐθεώρει τὸ ποσὸν τῶν 8,760,000 ὡς καταργηθέν. Καὶ τότε ἀπέβαλε καὶ τὴν τελευταίαν ἐλπίδα καὶ μετ’ αὐτῆς τὴν ἀρχήν. Ἔφυγεν, οὐδὲ σκιὰν συμβάσεως καταλιπὼν ὄπισθέν του, φεύγων δὲ, συνέτριψε τὴν οἰκονομίαν τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ, ὅστις, ἐνθαῤῥυνόμενος ἐκ τῶν ψευδῶν ἀγγελιῶν τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου καὶ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ἀμυθήτων κερδῶν, ἀπὸ Λονδίνου μέχρι Κωνσταντινουπόλεως καὶ Ἀλεξανδρείας εἶχε ῥιφθῇ κατακέφαλα εἰς τὴν κερδοσκοπίαν τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων. Τοιαῦται, Κύριοι, ὑπῆρξαν αἱ διαπραγματεύσεις τοῦ δανείου ἐκείνου καὶ τοιαῦτα τ’ ἀποτελέσματα αὐτῶν. Κρίνατε ἐὰν ἐψεύσθημεν, βεβαιώσαντες ἡμεῖς διὰ στόματος τοῦ Βασιλέως τὴν ἀποτυχίαν τῶν διαπραγματεύσεων ἐκείνων. Ἐν τούτοις ἐν Λονδίνῳ ἰδοὺ πῶς ἐσχολιάσθη τὸ σχετικὸν μέρος τοῦ βασιλικοῦ λόγου. Τὰ «Οἰκονομικὰ Νέα» τοῦ Λονδίνου ἐν τῷ φύλλῳ τῆς 10 Νοεμβρίου γράφουσιν (ἀναγινώσκει): «Οὐδένα ἐξέπληξεν, ὅτι ὁ λόγος τοῦ Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνόδου τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς δὲν ἐπέδρασεν ἐπὶ τὰς ὁμολογίας τῆς χώρας ἐκείνης χθές. Φαίνεται ἀληθῶς ὑψηλὴ ἀναισχυντία (sublime effrontery) δι’ ἐκεῖνον (τὸν Βασιλέα) τὸ νὰ λέγῃ «ἡ δυσχερὴς θέσις, ἡ δημιουργηθεῖσα τῷ δημοσίῳ ταμείῳ ἐκ τῆς ἀποτυχίας τῶν διαπραγματεύσεων ἐν Λονδίνῳ πρὸς τὴν συνομολόγησιν δανείου». Εἶναι καλῶς γνωστόν, ὅτι οἱ ὅροι εἶχον καταστρωθῆ καὶ τὸ συνδικάτον δεόντως σχηματισθῆ, ὅπως πραγματοποιήσῃ τὸ δάνειον, ὅτε ἡ ἄρνησις τοῦ Βασιλέως νὰ κυρώσῃ τοῦτο ἔδωκεν ἀποτόμως τέλος εἰς τὴν ὑπόθεσιν καὶ κατέληξεν εἰς τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Τρικούπη, τοῦ μόνου Ἕλληνος πολιτευτοῦ, εἰς ὃν οἱ ξένοι ἔχουσι πεποίθησιν. Ἡ ἀποτυχία, ἣν οὐχὶ ὀλίγοι πιστεύουσι προμελετηθεῖσαν, ἐπετεύχθη οὐχὶ ἐν Λονδίνῳ, ἀλλ’ ἐν Ἀθήναις.» Οὕτως ἐκφράζονται περὶ τοῦ Βασιλέως οἱ ἐν Λονδίνῳ φίλοι τοῦ κ. Τρικούπη... Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε 5 λεπτῶν διακοπήν.
§69ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά. (Μετὰ διακοπὴν 10 λεπτῶν ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις).
§71ΡΑΛΛΗΣ. Γνωρίζετε ἤδη, Κύριοι, τὰ τῆς ἀποτυχίας τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ δανείου, καὶ πάντες ἐναύλους ἔχετε εἰσέτι εἰς τὰ ὦτα ὑμῶν τὰς οἰμωγὰς τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ τὰς ἀρὰς, ἃς Ἕλληνες καὶ ξένοι ἐξεσφενδόνιζον τὴν 3 Μαΐου κατὰ τῆς κεφαλῆς τοῦ ὑπαιτίου τῆς καταστροφῆς. Τίς ἦν ἡ θέσις τῆς διαδεχθείσης τὸν κ. Τρικούπην Κυβερνήσεως; Τίς ἦν ἡ θέσις ἡμῶν; Ἐπὶ δέκα συναπτὰ ἔτη ἐπολεμήσαμεν βῆμα πρὸς βῆμα τὴν ἀσυνείδητον σπατάλην τοῦ δημοσίου πλούτου, ἐκλήθημεν δ’ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν οὐχὶ ἐξ εὐνοίας τινὸς, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀμετατρέπτου φορᾶς τῶν πραγμάτων, καθ’ ἣν ἀκριβῶς στιγμὴν συνετελεῖτο ἡ καταστροφὴ, καὶ μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ περισυλλέξωμεν τὰ ἐντεῦθεν ναυάγια. Ἡ πίστις τοῦ Κράτους εἶχε κλονισθῆ ἐκ βάθρων, ὁ Ἑλληνισμὸς εἶχε συντριβῆ, ὅτε δ’ εἰσήλθομεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ἀληθὲς ἐκεῖνο φρενοκομεῖον, ἐξ οὗ δρομέως ἔφευγον οἱ προκάτοχοι ἡμῶν πελιδνοὶ ἐκ τοῦ φόβου μὴ συντριβῶσιν ὑπὸ τὰ ἐρείπια, ἅτινα ἐσώρευσαν, ἐξ ἑνὸς κατελήφθημεν ὑπὸ συναισθήματος, τοῦ συναισθήματος τῆς ἀπογνώσεως. Καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν κατηγόρουν ἡμῖν φιλαρχίαν, ἐσκεπτόμεθα πῶς νὰ φύγωμεν τὴν ἀρχὴν, ἥτις κατεδίωκε τὸν Βουλευτὴν Μεσολογγίου ὡς ἐριννύς. Μόνη ἡ συνείδησις τοῦ καθήκοντος πρὸς τὴν πατρίδα καὶ πρὸς τὴν Βασιλείαν μᾶς ἐσταμάτησε. Πανταχόθεν μία ἠγείρετο φωνή, ὅτι ἀπώλετο ὁ Ἑλληνισμός. Καὶ ἐμείναμεν εἰς ἣν θέσιν ἔταξαν ἡμᾶς αἱ περιστάσεις, ἐν ἐπιγνώσει τῆς εὐθύνης, ἣν δωρεὰν συνεκομίζομεν, προγνωρίζοντες ὅτι οὐδεμίαν θὰ ὤφειλον ἡμῖν χάριν, ἀλλ’ ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι ὑπέρτατον πρὸς τὴν πατρίδα ἐπετελοῦμεν καθῆκον. Καὶ τοῦτο εἶναι ἱκανὴ ἀπάντησις εἰς τὸν Βουλευτὴν Ἄνδρου, εἰς ὃν λέγομεν ἐπιπροσθέτως, ὅτι δὲν ἠθέλομεν νὰ παραδώσωμεν τὴν χώραν εἰς χεῖρας τῶν χρεωκόπων. Παρῆλθον ἔκτοτε μῆνες ἓξ ἐν διαρκεῖ δι’ ἡμᾶς ἀγωνίᾳ, καὶ ἐλησμονήθησαν κατ’ αὐτοὺς αἱ καταστροφαὶ, εἴμεθα δ’ εὐτυχεῖς, ὅτι συνετελέσαμεν εἰς τὸ νὰ λησμονηθῶσιν αὗται, καὶ ὅτι ἠδυνήθη νὰ ἀνέλθῃ διὰ τῆς ψήφου τῶν πλειόνων ἐπὶ τὴν ἀρχὴν αὐτὸς ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅστις δρομαίως ἔφευγε τότε αὐτὴν, χειροκροτούμενος παρὰ πασῶν τῶν ἀντιπολιτευτικῶν ἀποχρώσεων ἐπὶ τῇ περιφανεῖ νίκῃ, ἣν ἤρατο. Ἐμείναμεν. Τί δ’ ἐπράξαμεν καὶ τί ὠφείλαμεν νὰ πράξωμεν; Ἀφοῦ εἰς μάτην ἐκρούσαμεν πάσας τὰς θύρας, ἃς εἶχε λάβει τὴν πρόνοιαν νὰ κλείσῃ ἑρμητικῶς ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου, φεύγων τὴν ἀρχὴν, προήλθομεν, πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀμέσων ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου, ὑπὲρ ὧν οὐδεμία εἶχε ληφθῆ πρόνοια παρὰ τῶν προκατόχων ἡμῶν, παρ’ ὧν πᾶσα τοιαύτη ἐκ τῶν νόμων εἶχε κατασπαταληθῆ,—καὶ σᾶς ὁμιλοῦν περὶ προγραμμάτων καὶ ἐπαρκείας τῆς χώρας!—προήλθομεν εἰς τὸ μέτρον τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως. Τὰ ἑλληνικὰ κεφάλαια εἶχον καταστραφῆ, τὰ ξένα ἀποξενωθῆ, δὲν ὑπῆρχεν ἑτέρα ἐπιλογή· ἢ πτώχευσις ὑπὸ τοὺς χειρίστους ὅρους, τὴν ἐπιοῦσαν τόσων ἐπαγγελιῶν καὶ τόσων ἐλπίδων, ἢ τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως. Ἠκούσθησαν τότε κρωγμοὶ κοράκων, περιϊπταμένων περὶ τὴν χώραν ὡς περὶ θνησιμαῖον, καὶ ἠκούσθησαν αἱ φωναὶ ἐκείνων, εἰς οὓς ἡ χρεωκοπία τοῦ Κράτους ἠδύνατο νὰ ἀνοίξῃ νέον στάδιον κερδοσκοπίας, ἀλλ’ αἱ φωναὶ ἐκεῖναι δὲν ἠδύναντο νὰ εὕρωσιν ἠχὼ παρ’ ἡμῖν. Ἡμεῖς, πεποιθότες πάντοτε ἐπὶ τὴν ῥώμην τῆς χώρας, ἐπεζητήσαμεν ὑπὲρ αὐτῆς διὰ τοῦ ληφθέντος μέτρου τὴν ἄνεσιν, ὅπως ἐπισκοπήσῃ ἀκριβέστερον τὰ κατ’ αὐτὴν καὶ ἀποδείξῃ τὴν ἱκανότητά της πρὸς θεραπείαν τῶν ὑποχρεώσεών της. Εὕρομεν πόρον ψηφισθέντα πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ἐπὶ δύο ἔτη, καὶ ἐχρησιμοποιήσαμεν αὐτὸν διὰ πέντε ἑξαμηνίας, καθ’ ἃς ἦν δυνατὸν νὰ ἐπουλωθῶσιν αἱ ἀπειράριθμοι πληγαὶ τοῦ Κράτους. Ἀληθῶς τὸ ληφθὲν μέτρον δὲν ἀπέδωκε τοὺς ἀνεμενομένους καρπούς, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι τοῦτο ὀφείλεται ἀφ’ ἑνὸς εἰς περιστάσεις, ἃς καὶ ταύτας ἄλλοι ἐδημιούργησαν διὰ τῆς ἀβουλίας των, εἰς τὴν σταφιδικὴν κρίσιν, ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὴν λυσσαλέαν ἀντίδρασιν, ἥτις ἀμέσως ἀπ’ ἀρχῆς κατέστησεν ἀμφίβολον τὴν κύρωσιν τοῦ μέτρου. Χάρις εἰς τὴν ἀντίδρασιν ταύτην καὶ τὴν ἀβεβαιότητα περὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ μέτρου, αἱ προκαταβολαὶ δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ συγχωνευθῶσιν ἐν αὐτῷ, οὐδ’ ἐπετεύχθη ἡ τροπὴ τοῦ δανείου τῶν 16,500,000, ἐξηκολούθησε δὲ τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ κατατρύχηται ἐκ τοῦ ὑπερβάλλοντος ὄγκου ληξιπροθέσμου κυμαίνοντος χρέους, οὗ μέρος δὲν ἐστάθη κἂν δυνατὸν ν’ ἀνανεωθῇ, διὸ καὶ οἱ δανεισταὶ τῶν 7,300,000 ἔθηκαν χεῖρα ἐπὶ τὰ γραμμάτια τῶν 8,760,000, καὶ ἠπείλουν νὰ ῥίψουν αὐτὰ εἰς τὴν ἀγορὰν πρὸς ἀνεύρεσιν μέρους τοῦ χρυσοῦ τοῦ ἀναγκαιοῦντος αὐτοῖς. Τότε ἀκριβῶς καὶ οἱ πρὸ ὀλίγου ἐπαγγελλόμενοι τὴν αὐτάρκειαν τῆς χώρας ἐκηρύχθησαν ὑπὲρ τῆς πτωχεύσεως πρῶτοι, οὐδ’ ἠθέλησαν νὰ ἐννοήσωσιν, ὡς καὶ πάντες οἱ ἄλλοι, ὅτι τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, χορηγοῦν ἄνεσιν 24 ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος καὶ ἐπὶ 2½ ἔτη, οὐδεμίαν προκαλέσαν πραγματικὴν διαμαρτύρησιν, ἀπετέλει διὰ πᾶσαν Κυβέρνησιν ἔδαφος ἀσφαλὲς, ἐφ’ οὗ ἠδυνάμεθα νὰ στηρίξωμεν τὴν γενικωτέραν διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Οὕτως ἐξέλιπε πᾶσα πεποίθησις ἐπὶ τὸ βιώσιμον τοῦ μέτρου, αἱ δ’ ἔκτοτε ἐπελθοῦσαι διακυμάνσεις τῆς τιμῆς τοῦ γραμματίου, ἃς ἐκορύφωσεν ἡ ἀζητησία τῆς σταφίδος, ἔργον καὶ αὐτὸ, ὡς εἶπον, τῆς ἀβουλίας ὑμῶν, προεξόφλουν τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους ἐν τῇ ὑποτιμήσει τῶν ἐθνικῶν χρεωγράφων. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι ὑπῆρχε καὶ τρίτη λύσις, ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς. Καὶ κατηγορούμεθα, ὅτι δὲν συνεκαλέσαμεν ἡμεῖς αὐτὴν τὴν Βουλήν, ἣν ὤφειλε νὰ συγκαλέσῃ ὁ ἐντολοδόχος αὐτῆς, ὁ κ. Τρικούπης. Ἡμεῖς δὲν ἤμεθα οἱ ἐντολοδόχοι τῆς πλειονοψηφίας, ὁ δὲ σχηματισμὸς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ληφθείσης ἐν μέρει ἐκτὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐν μέρει ἐκ τῆς μειονοψηφίας, συνεπήγετο τὴν διάλυσιν αὐτῆς, εἰς ἣν δὲν προέβημεν, ὅπως μὴ ζεύξωμεν τὴν λαίλαπα τὴν οἰκονομικὴν πρὸς τὸν σάλον τὸν ἐκλογικόν. Ἀλλὰ πρὸς τί νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλή; Ἡ Βουλὴ εἶναι νομισματοκοπεῖον; Πότε νὰ συγκληθῇ; τί νὰ πράξῃ; Πρὸ τοῦ διατάγματος τῆς 30 Μαΐου τὰ πάντα ἦσαν ἀβέβαια, καὶ μέχρις αὐτῆς τῆς ἡμέρας τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος ἠπειλεῖτο κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἡ ἀποτυχία τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως καὶ ἡ παραίτησις τῆς Κυβερνήσεως. Ἄλλως ἡ Βουλή, καθ’ ἡμᾶς, δὲν εἶναι Συντακτικὴ Συνέλευσις, εἶναι Σῶμα νομοθετικὸν, Σῶμα πολιτικὸν, νομοθετεῖ καὶ ἐλέγχει. Ὅ,τι εἶχε νὰ πράξῃ ἡ Βουλή, τὸ ἔπραξε κατὰ τὴν βʹ σύνοδον αὐτῆς· ἐψήφισε φόρους ἐπὶ φόρων, καὶ ἐπέβαλε δασμοὺς ἐπὶ δασμῶν, καὶ τὰ μέτρα τὰ ψηφισθέντα ὤφειλον νὰ χρησιμοποιηθῶσι πρὸς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ μέτρα δὲν ἦτο ἐφικτὸν νὰ λάβῃ. Τὰ τέλη εἰς χρυσὸν οὐδὲ ταῦτα ἐξετιμῶντο ὡς ἀσφαλίζοντα οἱανδήποτε καταβολὴν, καὶ ἀπόδειξις ἡ ἀποτυχία τοῦ δανείου. Μετὰ τὸ διάταγμα ἔπρεπε νὰ δοθῇ καιρὸς, ὅπως διαγνωσθῇ ἀκριβέστερον ἡ θέσις καὶ τ’ ἀποτελέσματα. Ἤρξαντο κατόπιν διαπραγματεύσεις ἐπ’ αἰσίοις οἰωνοῖς, αἵτινες δὲν ἦν δυνατὸν νὰ καταλήξωσιν ἐν διαστήματι ὀλίγων ἡμερῶν ἢ ἑβδομάδων, διότι ἔπρεπε πρῶτον νὰ ἐξαφανισθῇ ἡ κρατοῦσα εἰς τὸ πνεῦμα τῶν κεφαλαιούχων δυσπιστία, νὰ διαγνωσθῇ δ’ ἀκριβῶς ἡ θέσις ἡμῶν. Καὶ εἶχον διέλθει τὸ πρῶτον στάδιον αἱ διαπραγματεύσεις ἐκεῖναι, καὶ ἱκανὰ περὶ αὐτῶν γνωρίζετε. Ἐξεδώκαμεν λοιπὸν τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, καὶ ὁλόκληρον τὸ σχετικὸν διάταγμα ἀντεγράφη ἐκ τοῦ σχεδίου τῆς συμβάσεως τοῦ κ. Τρικούπη. Ὅθεν ὅ,τι δύναται νὰ εἴπῃ τις περὶ ταύτης δύναται νὰ εἴπῃ καὶ περὶ ἐκείνου, ἂν δὲ τὸ διάταγμα δὲν στηρίζηται ἐπὶ τῶν σχετικῶν νόμων, οὐδ’ ἡ σύμβασις τοῦ κ. Τρικούπη ἐστηρίζετο ἐπ’ αὐτῶν. Ἀλλὰ βάσις τοῦ ὅλου ἀπὸ 30 Μαΐου διατάγματος ἦν ἀναμφισβητήτως τὸ ἄρθρον 12 αὐτοῦ, τὸ ἐξαρτηθὲν ἐκ τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς, καθόσον δι’ αὐτοῦ εἰς τοὺς κατόχους ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἐπεβάλλετο, ἀντὶ τῆς εἰς χρυσὸν συνωμολογημένης καταβολῆς τῶν τοκομεριδίων τῶν προηγουμένων δανείων, ἡ εἰς νέους τίτλους καταβολή; καὶ καθόσον ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελεν ἐγκρίνει τὸ ἄρθρον 12, ἤθελεν ἐκλείπει ὁ σκοπὸς τοῦ ὅλου διατάγματος. Περὶ τούτου οὐδεμία ἀμφισβήτησις δυνατή. Ἀλλ’ εἰς μόνην τὴν Βουλὴν ἀπέκειτο νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ λυσιτελὲς καὶ σκόπιμον τοῦ μέτρου. Ἐπὶ τούτου δὲν θέλω ἐκταθῆ, διότι οὐ τῆς παρούσης ὥρας. Μίαν δὲ μόνην θέλω προσθέσει παρατήρησιν, ὅτι, ἐὰν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις κατήρξατο διαπραγματεύσεων, ἃς δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐνεστῶσα, τοῦτο ὀφείλεται ἀκριβῶς εἰς τὸ μέτρον τῆς πρώην Κυβερνήσεως, τὸ καταγγελλόμενον ὡς ἀποτελοῦν τὴν δολίαν χρεωκοπίαν. Ἀλλὰ κατακρίνοντες οἱ Κύριοι τὸ μέτρον τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἐπωφελοῦνται αὐτοῦ, ὡς ἀποδεικνύει τὸ ὑποβληθὲν ἤδη νομοσχέδιον, τὸ ἀνατρέπον μὲν πᾶσαν ἐγγύησιν, δοθεῖσαν ὑπὲρ τῶν δανειστῶν διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 30 Μαΐου, κρατοῦν δ’ ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως τὰ ἀποτελέσματα τοῦ μέτρου· διότι δὲν ἐξοφλεῖτε, ὡς ὥριζε τὸ ἄρθρον 15 τοῦ διατάγματος τῆς 30 Μαΐου, τὰς ὁμολογίας διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς μὴ ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ προσφέρετε γενναιοδώρως τοῖς κατόχοις τῶν ἐκδοθεισῶν ὁμολογιῶν τὸν συμπεφωνημένον τόκον, ἀφαιροῦντες παρ’ αὐτῶν τὰς ἐγγυήσεις. Οὕτως ἐννοεῖ ὁ κ. Τρικούπης τὴν ἄρσιν τοῦ συγκλονισμοῦ τῆς δημοσίας πίστεως, ὡς ἐκ τῆς ἐπιτελεσθείσης ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ δημοσίου χρέους ῤιζικῆς ἀλλοιώσεως τῶν συμπεφωνημένων». Εἰς τὸ μέτρον του ἀπήντησεν ἤδη τὸ Χρηματιστήριον τοῦ Λονδίνου. Καὶ τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ χρεωκοπίαν!! Ἀλλὰ ταύτην ἀποτελεῖ τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ ἀνανέωσιν χρέους ληξιπροθέσμου δι’ ἑτέρου μᾶλλον ἠγγυημένου, καὶ τὸ ὁποῖον χωρὶς τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς, ἕνεκα τῆς ῥήτρας τοῦ ἄρθρου 15, οὐδ’ ὡς ὑποχρεωτικὸν δάνειον δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, ἐὰν τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως ἀποτελεῖ χρεωκοπίαν, εἶναι ἔργον οὐχὶ ἡμῶν τῶν ἐκδόντων αὐτὸ, ἀλλ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Τρικούπη. Τὴν χρεωκοπίαν δὲν πλάττει τις ἀπὸ τῆς παραμονῆς μέχρι τῆς ἐπιούσης, ἀλλὰ μακρὰ σειρὰ ἀστόχων καὶ ἀνειλικρινῶν πράξεων ἀναπόδραστον καθιστᾷ. Τὴν χρεωκοπίαν δὲν ἐδημιουργήσαμεν ἡμεῖς, οἱ ἐπὶ δέκα συναπτὰ ἔτη διαμαρτυρόμενοι κατὰ τῆς πολιτικῆς τῆς σπατάλης, ἀλλ’ οἱ πρωτοστατήσαντες κατ’ αὐτήν. Καὶ διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι, ἂν τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως ἀποτελῇ ἀθέτησιν τῶν πρὸς τοὺς δανειστὰς τοῦ Κράτους ὑποχρεώσεων, εἶναι τοῦτο ἔργον ὑμῶν καὶ οὐχὶ ἡμῶν. Τί ἀφήσατε ὄπισθεν ὑμῶν πρὸς θεραπείαν τῶν ἀμέσων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους; Τὰ ἐφθαρμένα κέρματα καὶ τὰς 45,000 τοῦ χαλκοῦ. Ἀφῃρέσατε τὴν μίαν κατόπιν τῆς ἄλλης πάσας τὰς ὑπεγγύους προσόδους τὰς ὑπὲρ τῶν δανειστῶν, ἐδαπανήσατε πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τῆς πολιτικῆς σας τὰ χρήματα, ἅτινα ἐδανείσθητε πρὸς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, καὶ ἐνεχυριάσαντες καὶ τὴν τελευταίαν αὐτοῦ ὁμολογίαν δὲν προεβλέψατε περὶ τῶν ἀναγκαίων πιστώσεων. Καὶ κατηγορεῖτε ἤδη ἡμᾶς ὡς ὑπαιτίους τῆς χρεωκοπίας, διότι, ὡς ἔλεγεν ἄλλοτε ὑμῖν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος, δὲν ἠδυνήθημεν ν’ ἀποκομίσωμεν ἐκ τῶν οἴκων ἡμῶν τὰ 12 ἑκατομμύρια τῶν τοκομεριδίων, τὰ 21 ἑκατομμύρια τῶν προκαταβολῶν, τὰ 12 ἑκατομμύρια τῶν ἐντόκων γραμματίων, καὶ δὲν γνωρίζω πόσα ἑκατομμύρια παρακαταθηκῶν κατασπαταληθεισῶν! Καὶ ἀφοῦ τοιαύτην κατεστήσατε τὴν οἰκονομίαν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀπήλθατε τῆς ἀρχῆς μὲ τὴν συνείδησιν ἀναπαυμένην (le coeur léger), ἔχοντες τὴν ἀξίωσιν νὰ μείνῃ ἡ χώρα ἄνευ Κυβερνήσεως, διὰ νὰ μὴ προσβληθῶσιν οἱ τύποι οἱ κοινοβουλευτικοί, ὄπισθεν τῶν ὁποίων νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ κρύψητε τὴν βαρύνουσαν ὑμᾶς εὐθύνην καὶ νὰ ἐπιῤῥίψητε ταύτην ἐπὶ τοὺς ἀθώους. Ἐὰν ἀπεβλέπομεν εἰς τὸ ἀτομικὸν ἡμῶν συμφέρον, ἠδυνάμεθα νὰ διαλύσωμεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς ἀνόδου ἡμῶν εἰς τὴν ἀρχὴν τὴν Βουλὴν καὶ τὴν ὑποστηρίζουσαν ὑμᾶς πλειονοψηφίαν, δὲν γνωρίζω δὲ, ἐάν τις ἐκ τῶν κομποῤῥημονούντων ἤδη ἤθελε σωθῆ ἐκ τῆς ἐξεγηγερμένης ὀργῆς τοῦ λαοῦ. Ἡ φυγή σας ἐκ τῆς ἀρχῆς καὶ ἡ ἐγκατάλειψις τῆς πλειονοψηφίας ἐπέβαλλε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐθεωρήσαμεν, ὅτι τὸ ἀτομικὸν ἡμῶν συμφέρον ὤφειλε νὰ ὑποχωρήσῃ πρὸ τοῦ συμφέροντος τῆς χώρας, καὶ προσεπαθήσαμεν κατὰ τοὺς ἕξ μῆνας, καθ’ οὓς κατηγορεῖτε ἡμᾶς ὡς διαχειρισθέντας αὐθαιρέτως τὴν ἀρχὴν, νὰ περισυλλέξωμεν τὰ ναυάγια τῆς δημοσίας οἰκονομίας, νὰ ἐγκαταστήσωμεν τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν, καὶ νὰ ἐμπεδώσωμεν τὴν πεποίθησιν τῶν πολιτῶν ἐπὶ τὴν λειτουργίαν τῶν νόμων. Καὶ συνελέξαμεν 4½ ἑκατομμύρια, ἀποσβέσαντες ἴσον ποσὸν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὰ ὁποῖα, ἀθετοῦντες ἤδη τὸ διάταγμα τῆς 30 Μαΐου, δύνασθε ν’ ἁρπάσητε, καὶ κατεστήσαμεν, χάρις εἰς τὴν ἄκραν φειδὼ καὶ τὴν ἄκραν οἰκονομίαν, ἐνήμερον τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς τὰς πληρωμάς του. Κατεβάλαμεν ἐκ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Δημοσίου τὸ τοκομερίδιον τῶν Μονοπωλίων, ἀφ’ ὧν σεῖς εἴχετε ἀφαιρέσει τὰς εἰσπράξεις τοῦ σιγαροχάρτου ἐξ 1,093,000, ἐξωφλήσαμεν, ἡμεῖς οἱ καταπολεμήσαντες αὐτὴν, τὴν λῃστοπραξίαν τοῦ Σπάρταλη, κατεβάλαμεν τὰς ὀφειλομένας τρεῖς τριμηνίας εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Τηλεγραφικὴν Ἑταιρίαν, κατεβάλαμεν τὰς δαπάνας τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης καὶ Διακοφτοῦ, ὑπὲρ ὧν οὐδεμίαν εἴχετε λάβει πρόνοιαν, ἠσφαλίσαμεν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐκδοθέντος μέρους τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως ἐπὶ ἓν ὅλον ἔτος, καὶ παραδίδομεν ὑμῖν τὸ ταμεῖον πλῆρες. Ὅτε δὲ συνεκομίζαμεν τὰς εἰσπράξεις ταύτας, δι’ ἃς ἐκαυχᾶτο ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ἐπιδεικνύων προχθὲς αὐτὰς, σεῖς προεκαλεῖτε τὸν λαὸν εἰς ἐπανάστασιν, ὅπως μὴ εἰσπραχθῶσιν οἱ φόροι, καὶ ὠργανίζετε συλλαλητήρια. Συνελάβομεν ὑπερδισχιλίους λῃστὰς καὶ φυγοδίκους, οἵτινες ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ὑμῶν ἔβοσκον ὡς τὰ προβατάκια, ἢ διεξῆγον ἐκλογὰς, ἢ ἐθέριζον παρέργως τοὺς ἀγρούς των, ἢ ἐτέλουν γάμους καὶ ἤγειρον οἰκίας. Κατεστήσαμεν διοίκησιν ἀφατρίαστον, ὑφ’ ἣν ἀνέπνευσεν ὁ τόπος, καὶ ἐπεβάλαμεν εἰς πάντας τὴν ὑποταγὴν εἰς τοὺς νόμους. Ἐπὶ τούτοις πᾶσι φέρομεν ἀληθῶς εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ ἔθνους, καὶ θέλομεν τὴν δώσει ζητηθεῖσαν μὲ τὸ μέτωπον ὑψηλά. Ταῦτα ὡς πρὸς τὸ παρελθόν. Τί δύναται δὲ νὰ προσδοκᾷ εἰς τὸ μέλλον ἡ χώρα, ἀποδεικνύουσιν αἱ δύο ἀπαντήσεις, ἡ τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἡ τῆς μειονοψηφίας. Κρατούσης τῆς πλειονοψηφίας, δύναται πεποιθότως νὰ προσδοκᾷ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ λαοῦ μέχρις αἵματος καὶ τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν βαρῶν αὐτοῦ, προϋπολογισμοὺς ψευδεῖς καὶ εἰκονικοὺς, διοίκησιν οἵα ἡ κρατήσασα ἐπὶ δεκαετίαν, μέ τινα διαλείμματα, καθ’ ἃ ἐξεβλήθητε πανηγυρικῶς τῆς ἀρχῆς, τὴν ἐρήμωσιν τέλος καὶ τὴν καταστροφήν. Κρατούσης τῆς μειονοψηφίας, κρατουσῶν τῶν γνωμῶν, ἃς ἐπὶ δεκαετίαν ἡ πρώην καὶ νῦν Ἀντιπολίτευσις ἐστήριξε, δύναται νὰ ἐλπίσῃ ἡ χώρα τὴν ἀνακούφισιν ἐκ τῶν βαρῶν, τὴν διέξοδον ἐκ τῶν δυσχερειῶν, τὴν ἱκανοποίησιν τῶν δανειστῶν αὐτῆς, τὴν διάσωσιν τῆς τιμῆς της, τὴν ἐμπέδωσιν τῆς ἀσφαλείας καὶ τάξεως, τὴν ἐξημέρωσιν τῶν ἠθῶν καὶ τὴν ἀνύψωσιν τοῦ φρονήματος. Ἐκλέξατε, Κύριοι, μεταξὺ τῶν δύο σχεδίων, διότι οὕτως ἐκλέγετε μεταξὺ τῶν δύο πολιτικῶν, ὧν τὰς ἀντιθέσεις ἠθέλησα νὰ καθορίσω, ὅπως χρησιμεύσωσιν ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ, ἐκλέξατε μεταξὺ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἧς γνωρίζετε τ’ ἀποτελέσματα, καὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰς τὰς τάξεις τῆς ὁποίας ἀνήκω ἀπὸ δεκαετίας.
§72ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§73ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§74Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν περὶ θεωριῶν προέκειτο καὶ περὶ γενικῶν σκέψεων, περὶ τῆς πολιτικῆς, ἣν ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις προὐτίθετο νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ ἣν ἡ ψῆφος τῶν 102 ἠμπόδισεν αὐτὴν νὰ ἐφαρμόσῃ, περὶ τούτων ἁπάντων ἠδυνάμην νὰ ἀπαντήσω καὶ αὔριον, ἀλλ’ ὅταν Βουλευτὴς, ὅστις εἶχε τὴν τιμὴν πρὸ ὀλίγου νὰ ἦναι Ὑπουργὸς, καίτοι δὲν ἦτο Ὑπουργὸς τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς ἑτέρας τῶν ἐξουσιῶν τῆς Πολιτείας, ὁπωσδήποτε ὅμως κατεῖχε θέσιν κυβερνήτου τῆς χώρας, ὅταν Βουλευτὴς, διατελέσας ἄρτι Ὑπουργὸς, εἶπε πρὸ ὀλίγου ὅσα ἠκούσατε, ἐξέθηκε γεγονότα, ὁποῖα ἠκούσατε, ἔχομεν τὸ καθῆκον οἱ νῦν Ὑπουργοὶ, ὄχι περὶ τῶν σκέψεων καὶ περὶ τῶν θεωριῶν, διότι περὶ τούτων ὀλίγον μεριμνῶμεν, ἀλλὰ περὶ τῶν πραγμάτων ἀντεπεξερχόμενοι, ἐφ’ ὅσον παρ’ αὐτοῦ διεστράφησαν, νὰ παραστήσωμεν εἰς ὑμᾶς τὴν διαστροφὴν εὐθὺς, ἵνα μή τις ἀπέλθῃ ἐντεῦθεν ἀποκομίζων τὴν ἰδέαν, ὅτι ὑπάρχει κόκκος ἀληθείας ἐν οἷς εἶπεν. Ὁ πρὸ μικροῦ ἀγορεύσας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἤρξατο λέγων, ὅτι, ὅτε εἰσῆλθον οἱ πρώην Ὑπουργοὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπελήφθησαν τῆς μελέτης τῆς καταστάσεως, ᾐσθάνοντο ὡσανεὶ εὑρίσκοντο ἐν φρενοκομείῳ. Καὶ τῷ ὄντι εὑρίσκοντο ἐν φρενοκομείῳ, καὶ τὰ ἔργα τὰ ἐκεῖθεν ἐξελθόντα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἐν φρενοκομείῳ συνεδρίαζον καὶ ὅτι ἦτο τὸ φρενοκομεῖον πλῆρες (ἱλαρότης καὶ χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν)· ὅσα δὲ εἶπε περὶ τῶν κατὰ τὴν πρώτην ἐκείνην ἡμέραν συλλεχθέντων παρὰ τῶν τότε Ὑπουργῶν τὰ ἀνέγνωμεν ὅλα ἐν ἐκθέσει πρὸς τὸν Βασιλέα, τὰ ἀνέγνωμεν ἐν αὐτῇ εὐκρινέστερον ἴσως ἐκτεθειμένα ἢ ὡς ἐξέθετεν αὐτὰ πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, διότι ὁ γράψας τὴν ἔκθεσιν διακρίνεται περὶ τὴν ἔντεχνον παράστασιν τῶν πραγμάτων ἄλλως ἢ ὡς ἔχουσι. Λυποῦμαι ὅτι τὰ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως τῆς τέως οὕτως εἶχον, ὥστε περὶ τὴν συζήτησιν τῶν κατ’ αὐτὴν νὰ μὴ δύναμαι νὰ παρορῶ τοὺς ἐπιβαλλομένους περιορισμοὺς εἰς τὸν ἀγορεύοντα περὶ ἀπόντων. Κακὸν τοῦτο, νὰ ὑφίσταται περιορισμοὺς ἐν τῇ συζητήσει ὁ ἀμυνόμενος· ἀλλὰ μὴ ἔχων ἐνώπιόν μου τὸν ἄλλοτε Βουλευτὴν ἐκ Τριφυλίας, δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ παραστήσω πρὸς αὐτὸν, ὅσον ἄλλως θὰ μοὶ ἐπεβάλλετο ζωηρῶς, ὁπόσον ἠδίκησε καὶ ἑαυτὸν προσωπικῶς καὶ τὴν θέσιν τὴν ὑψηλὴν, εἰς ἣν παρ’ ἐλπίδα εἶχε κληθῆ, ἐκθέτων ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς τὰ τῆς ὑπηρεσίας, ἣν παρελάμβανε παρὰ τῶν προκατόχων, καθ’ ὃν τρόπον τὸ συμφέρον αὐτοῦ τὸ πολιτικὸν τῷ ὑπηγόρευε, καὶ μηδεμιᾶς ἀξιῶν προσοχῆς τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων. Καὶ ἰδοὺ, Κύριοι, ἠκούσαμεν ἐνταῦθα αὐτὰ ταῦτα τὰ παρ’ ἐκείνου ἐκτεθέντα ἐπαναλαμβανόμενα ἢ ἀναμασσώμενα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Καὶ ἠκούσαμεν παρ’ αὐτοῦ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἧς ἦτο μέλος, κατὰ τὸ ἀξιομνημόνευτον ἐκεῖνο συμβούλιον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς 3 Μαΐου εὗρε τὰ τῆς Πολιτείας ἐν καταστάσει οἰκονομικῇ ἱκανῇ, ἵνα περιαγάγῃ τὸν μέλλοντα κυβερνήτην εἰς ἀπόγνωσιν. Ἐξήτασαν οἱ τότε συνελθόντες Ὑπουργοὶ τὰ τῶν ὀφειλῶν τοῦ Δημοσίου, καὶ εὗρον τὸ βάρος αὐτῶν τοσοῦτον μέγα, ὥστε ἀπεδυσπέτησαν ἀπέναντι τῆς ὑποχρεώσεως ν’ ἀναδεχθῶσιν αὐτό. Καὶ εἶναι τῷ ὄντι παράδοξον καὶ λυπηρὸν, ὅτι, οὕτως ἀποδυσπετήσαντες, δὲν ἀπεφάσισαν νὰ παραιτήσωσιν αὐτὸ ἔκτοτε, ἀλλ’ ἀναγκάζονται νὰ σύρωνται ἤδη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀποπειρώμενοι νὰ δικαιολογῶσι τὰ παρ’ αὐτῶν πεπραγμένα δι’ ἀγορεύσεων, ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε. Ἐξήτασαν λοιπὸν τὰ τῶν ὀφειλῶν τοῦ Κράτους καὶ εὗρον, ὅτι ὤφειλε τὸ Κράτος, ἢ μᾶλλον θὰ ὤφειλε μετά τινα χρόνον, κατὰ τὸ τέλος τῆς ἑξαμηνίας, τὰ τοκομερίδια τῆς ἑξαμηνίας. Ἐθαύμασαν, ὅτι ληγούσης τῆς ἑξαμηνίας θὰ ὑπῆρχεν ἀπαίτησις διὰ τὸ τοκομερίδιον τῆς ἑξαμηνίας, καὶ ὑπελόγισεν ἐντεῦθεν ἓν πρὸς ἓν τὰ τοκομερίδια ταῦτα ὁ κ. Βουλευτὴς, προκαλῶν τὸν θαυμασμὸν τῶν ὀλίγων φίλων του. Εἶπεν, ὅτι, πλὴν τῶν ἕνδεκα ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα θὰ ὠφείλοντο λόγῳ τῶν τοκομεριδίων τῶν δανείων, ὑπῆρχον καὶ ὀφειλαὶ κεφαλαίων προσωρινῶν δανείων ἐπὶ ποσῷ 21 ἑκατομμυρίων. Ὑπῆρχον προσέτι ὀφειλαὶ, οὐχὶ εἰς χρυσὸν, ὅπως ἦσαν αὗται, ἀλλ’ ὀφειλαὶ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐντόκων γραμματίων 12 ἑκατομμυρίων. Τὰ 12 ταῦτα ἑκατομμύρια τῷ ὄντι ὀφείλονται κατὰ πᾶσαν λῆξιν διορίας τριμήνου ἢ ἑξαμήνου, ὑφίστανται ὅμως ἀνανεούμενα ἀπὸ δεκαετηρίδων. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς διέβλεπε μέγαν κίνδυνον κατὰ τὴν λῆξιν τῶν διοριῶν τῶν ἐντόκων γραμματίων, ὡσανεὶ ὑπῆρχεν ἡ ἐλαχίστη δυσχέρεια περὶ τὴν ἀνανέωσιν. Προσθέτων δὲ καὶ τὰς συνήθεις ὀφειλὰς ἐν τῇ κανονικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀπήρτιζεν ἄθροισμα ἀπαιτητῶν ὑποχρεώσεων δεκάδων ἑκατομμυρίων. Ἀνεζήτησεν εἶτα πόσα χρήματα ὑπῆρχον πρόχειρα ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ὡσανεὶ ἦτο δυνατὸν νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τὰ κεφάλαια τῶν προσωρινῶν δανείων ἐξ 21,000,000 εἰς χρυσόν, ἢ τὰ 12,000,000 τῶν ἐντόκων γραμματίων, τὰ ἀπὸ δεκαετηρίδων ἀνανεούμενα κατὰ τὰς λήξεις τῶν διοριῶν. Ταῦτα ζητῶν ὁ κύριος Βουλευτὴς ν’ ἀποτίσῃ ἐκ τῶν ἐτησίων προσόδων τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, εὕρισκεν ἐν τῷ Κεντρικῷ ταμείῳ 800,000 δραχμῶν, ἤτοι τὸ ποσὸν τὸ συνήθως εὑρισκόμενον ἐν αὐτῷ, ποσὸν ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εὕρομεν ἡμεῖς ἤδη ἀναλαβόντες τὴν Κυβέρνησιν, εὕρισκεν ὅτι εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ ταμεῖα ὑπῆρχον 2,600,000, ποσὸν ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε καθ’ ἣν ἡμέραν ἡμεῖς ἤδη ἀνελάβομεν τὴν Κυβέρνησιν· ἐξετάσας καὶ παρὰ ταῖς Τραπέζαις, ἐμάνθανεν, ὅτι καὶ ἐκεῖ ὑπῆρχεν ἀπέναντι τῶν ὑπεγγύων προσόδων τῶν δανείων ποσὸν 3,000,000· ἀπαρτίζων δὲ οὕτω ποσὸν 5½ ἑκατομμυρίων, παρίστα ταῦτα ὡς τὸ ἐφόδιον πρὸς ἀπότισιν ὀφειλῶν δεκάδων ἑκατομμυρίων. Ἀλλά, Κύριοι, ἐπιτρέπεται τοιαύτη συζήτησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Ἔχει τινὰ σπουδαιότητα ἡ συζήτησις αὕτη; Τί ἐκ τῶν δεκάδων ἑκατομμυρίων ἦτο ἀπαιτητὸν τότε; Ἀπαιτητὸν ἦτο μόνον τὸ ποσὸν τὸ ὀφειλόμενον διὰ τὰ τοκομερίδια τῶν δανείων, καὶ ταῦτα θὰ ἦσαν ἀπαιτητὰ μετὰ ἕνα μῆνα ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης, ἢ καὶ πλειότερον μάλιστα τοῦ μηνὸς, διότι, καίτοι κατὰ τὰς συμβάσεις τὸ χρῆμα ἔπρεπε νὰ σταλῇ πρὸς τοὺς τραπεζίτας 15 ἡμέρας πρότερον, ἡ ὀφειλὴ πρὸς τοὺς πιστωτὰς θὰ καθίστατο ἀπαιτητὴ 15 ἡμέρας βραδύτερον. Ἡ ὀφειλὴ αὕτη ἦτο 11,000,000. Εἰς ἀπότισιν τούτων τῶν 11,000,000 εὕρισκε τὸ Ὑπουργεῖον ποσόν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, 5,000,000· ἀλλὰ δὲν εὕρισκε 5,000,000, εὕρισκε 13 ἢ 14 ἑκατομμύρια πρόχειρα, ὡς αὐτὸς ὡμολόγησε, χωρὶς νὰ τὸ ἐννοῇ, διότι ἐποιήσατο λόγον περὶ τῶν χρημάτων, περὶ ὧν θὰ σᾶς ὁμιλήσω ἤδη, χωρὶς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπολογίσῃ αὐτὰ καὶ ἐνταῦθα· ἀλλὰ καὶ ταῦτα ἂν μὴ ἦσαν, εἴχομεν καὶ ἄλλους πόρους, περὶ ὧν θὰ ὁμιλήσω βραδύτερον. Ἐκ τῶν προχείρων ὅμως πόρων, οἵτινες ὑπῆρχον ἐνώπιον αὐτοῦ, πλὴν τῶν 5,000,000, ὧν ἐμνήσθη, ὑπῆρχον παρὰ τῇ Τραπέζῃ 8,760,000 δραχμαί, ὑπέγγυοι εἰς προσωρινὰ δάνεια· εὐθὺς δ’ ὡς τὰ προσωρινὰ δάνεια ἀπετίνοντο, ἡ δὲ ἐργασία τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἡ καταλήξασα εἰς τὸ σχέδιον συμβάσεως, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτής, περιελάμβανε καὶ τὴν ἀπότισιν τοῦ δανείου ἐκείνου, εὐθὺς ὡς ἡ σύμβασις ὑπεγράφετο, τὰ 8,760,000 δραχμῶν καθίσταντο διαθέσιμα. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἀντιτάττει, ὅτι δὲν εἶχεν ὑπογραφῆ ἡ σύμβασις· ὅλαι ὅμως αἱ σκέψεις αὐτοῦ ἐστηρίζοντο εἰς τοῦτο, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ὑπογράψωμεν τὴν σύμβασιν, διότι θὰ ἐπήγετο ἡ ὑπογραφὴ αὐτῆς ὑποχρεώσεις εἰς νόμισμα τραπεζικόν, περὶ οὗ δὲν ὑπῆρχε πρόνοια. Περὶ τούτου ἄρα τοῦ ποσοῦ τῶν 8,760,000 δραχμῶν ὑπῆρχε πρόνοια, διότι ἡ ὑπογραφὴ τῆς συμβάσεως θ’ ἀπηλευθέρου αὐτά. Ἡ ὑπογραφὴ τῆς συμβάσεως, περὶ ἧς θὰ ὁμιλήσω τώρα, ἀπαντῶν εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ἦτο ἡ βάσις τῆς πολιτικῆς, ἐφ’ ἧς ἡμεῖς εἰργαζόμεθα, καὶ πάντες ἡμῶν οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοί, πᾶσαι αἱ πρόνοιαι αἱ οἰκονομικαὶ ἐστηρίζοντο ἐπὶ τῆς προϋποθέσεως τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως· ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κανονισθῶσι τὰ τῶν οἰκονομικῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους ἐπὶ τῷ συστήματι ἡμῶν, διότι τοῦ συστήματος ἡμῶν ἐκείνη ἦτο τὸ θεμέλιον. Ἀλλὰ, καίτοι δὲν ἦσαν ἐλεύθερα πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως τὰ 8,760,000 δραχμῶν, εἶναι ὅμως πάντως προσθετέα εἰς τὰ ἐν τοῖς ταμείοις ποσὰ, ὡς περίσσευμα τῶν ἐτησίων εἰσπράξεων. Δὲν ἦσαν δὲ μόνον ταῦτα τὰ ποσὰ τῶν περισσευμάτων. Τὸ Δημόσιον εἶχε δαπανήσει ἕως τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀπεχωρήσαμεν ἐκ τῆς ἐξουσίας, 8,700,000 εἰς τὰ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης. Αἱ δαπάναι αὗται δὲν ἀνάγονται εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ Κράτους, καὶ ὅμως ἐκ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἡ διαχείρισις ἡμῶν εἶχε δυνηθῆ νὰ πληρώσῃ καὶ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο. Ἡ κατάστασις ἄρα, ἣν εὕρισκεν ἐνώπιον αὐτοῦ τὸ Ὑπουργεῖον τῇ 3 Μαΐου, ἐπαρουσίαζε, πλὴν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐδήλωσε, τῶν 5,000,000, καὶ τὰ 8,760,000 δρ. τὰς ὑπεγγύους, καὶ τὰ 8,700,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας εἶχε δαπανήσει ἐκτάκτως τὸ Δημόσιον εἰς τὰ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, καὶ 2,000,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀποδώσει εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ Δημόσιον, ἵνα ἡ Τράπεζα διαθέσῃ αὐτὰς ὑπὲρ τῶν κτηματιῶν, χάριν τῆς καλλιεργείας τῶν κτημάτων αὐτῶν. Πάντα ταῦτα τὰ ποσὰ ἐπιπροστιθέμενα ἀποδεικνύουσιν, ὁπόσον ἦτο ἀνθηρὰ ἡ κατάστασις, καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ προκάτοχοι ἡμῶν ἀνελάμβανον τὴν ἐξουσίαν, καὶ πόσον αἱ περιστάσεις αὐτῶν ἀφίστανται ἀπὸ τῶν δεδομένων τῆς ὑπηρεσίας. Ἡ ὑπηρεσία παρέδωκεν εἰς ἐκείνους, ὡς παραδίδει ἤδη εἰς ἡμᾶς, τοὺς ἀριθμοὺς, οὓς ἐπικαλοῦμαι· ἡ ἔννοια τῶν ἀριθμῶν εἶναι ἀναμφήριστος καὶ πρόδηλος, καὶ ὅμως ἠκούσατε τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ὁμιλοῦντος καὶ ἐπαναλαμβάνοντος ὅσα ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέναντι τοιούτων ἀριθμῶν παρέστησε. Καὶ ὁ μὲν τέως Πρωθυπουργὸς, πιστεύω ὅτι, χειριζόμενος οὕτω τοὺς ἀριθμοὺς, δὲν διετέλει ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ἀληθοῦς αὐτῶν ἐννοίας, ἀλλὰ πρὸς τὴν διάσωσιν τῆς ἀληθείας ἀπὸ τοιούτων ἐπισκοτίσεων ἤρκεσεν ἡ παράστασις τῆς ἐννοίας αὐτῶν, μόνος δὲ μένει ἐν τῇ πλάνῃ, θῦμα τῆς θεματογραφίας τοῦ προϊσταμένου αὐτοῦ, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς (ἱλαρότης). Ἐὰν τὸ δάνειον ὑπεγράφετο, ὄχι μόνον ταῦτα τὰ ποσὰ, ὧν ἐμνήσθην, θὰ εἶχεν εἰς τὴν διάθεσιν αὐτοῦ τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ θὰ εἶχεν εἰς τὴν διάθεσιν αὐτοῦ καὶ ἄλλα ποσὰ, ὧν δὲν ἠδυνήθη νὰ διακρίνῃ τὰ ἴχνη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐξ ἐγγράφου, οὗτινος τὸ περιεχόμενον ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐξάγεται, ὅτι ἐνῷ ἐν τῷ ὑπὸ διαπραγμάτευσιν δανείῳ τὸ πρῶτον περιελαμβάνετο καὶ τὸ ποσὸν τῶν 21,000,000 τῶν προσωρινῶν δανείων, ὡς ἀποτινομένων ἐκ τῶν κεφαλαίων ἐκείνου, κατόπιν ἐθεωρήθη, ὅτι ἄλλη πρόνοια ἔπρεπε νὰ ληφθῇ περὶ τούτων, καὶ ἐλήφθη ἄλλη πρόνοια, ἧς δὲν εἶχε γνῶσιν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀλλ’ ἥτις ἦτο τελεία ἐξαρτωμένη δὲ μόνον ἐκ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως· ἦτο ἡ πρόνοια, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν τροπὴν τῶν προσωρινῶν ἐκείνων δανείων εἰς δάνειον πάγιον.
§75ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶχον συγκατατεθῆ οἱ δανεισταί;
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅλοι, μέχρις ἑνός. Ὥστε κατὰ τοῦτο ἦτο ἡ σύμβασις συντετελεσμένη, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως τῆς ὑπογραφῆς τῆς ἑτέρας συμβάσεως. Ἐπίσης συντετελεσμένη σύμβασις, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως τῆς ὑπογραφῆς τῆς ἑτέρας συμβάσεως, ἦτο ἡ περιλαμβάνουσα τὰ δάνεια τὰ ἐν τῷ νόμῳ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης ἀπαριθμούμενα, δάνεια εἰς ἀπότισιν δαπανῶν συντελεσθεισῶν ἤδη κατὰ τὸ πλεῖστον, μετὰ τῶν δανείων δὲ τούτων καὶ τὰ ἔντοκα γραμμάτια παγιούμενα. Ἀποδιδομένου οὕτως εἰς τὸ Δημόσιον τοῦ χρήματος, ὅπερ εἶχε πρότερον δαπανηθῆ, ἐπὶ ποσῷ ἱκανῶν ἑκατομμυρίων πρὸς τοὺς σκοποὺς τῶν δανείων, θὰ εἶχεν ἐφόδια τὸ ταμεῖον οὐ μόνον πρὸς πληρωμὴν ἐκείνων, ἅτινα ἀπηρίθμησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐπαναλαμβάνων ὅσα εἶχεν ἀναγράψει ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐπάρκειαν πρὸς πάσας τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας, εἰς ἃς περιττὸν ἤδη νὰ ἐκτείνω τὸν λόγον. Πρὸς τὴν ἀποκατάστασιν δὲ τῆς οὕτως ἀρίστης ταμειακῆς καταστάσεως οὐδὲν ὑπελείπετο, πλὴν τοῦ ὅρου τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως. Ἀλλὰ διατὶ ἡ σύμβασις δὲν ὑπεγράφη; Καὶ εἰς τοῦτο θὰ προέλθω εὐθύς, διότι ἔπρεπε πρῶτον νὰ μὴ ἀφήσω ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς περὶ οἰκονομικῆς καταστάσεως, ἥτις θὰ καθίστα δυσχερῆ τὴν πραγματοποίησιν τῆς συμβάσεως καὶ ἧς ἕνεκα ἡ Κυβέρνησις, ἡ διαπραγματευομένη αὐτήν, ἐπεθύμει νὰ μὴ τὴν ὑπογράψῃ, διότι δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ τὴν ἐκτελέσῃ, ὅτι πάντα ταῦτα οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ ἐπινόησις πρώην Πρωθυπουργοῦ, διασκεδάζοντος ἐπὶ τῇ ἁπλοϊκότητι τῶν συναδέλφων αὐτοῦ (ἱλαρότης). Εἶχε λοιπὸν τὸ ταμεῖον πάντα, ὅσα ἦσαν ἀναγκαῖα διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως. Ἀλλ’ ἡ σύμβασις αὕτη διατὶ προσέκοψε; καὶ διατὶ ἐπῆλθε καὶ ἡ ἀποχώρησις ἡμῶν ἀπὸ τῆς ἐξουσίας; Καὶ οὕτως ἀπαντῶ συγχρόνως καὶ εἰς ἑτέραν ἐπερώτησιν, ἐξοφλῶν διὰ μιᾶς πληρωμῆς διττὴν ὑποχρέωσιν (ἱλαρότης). Τὰ τῆς συμβάσεως ἐπίσης ἐξετέθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὅλως ἐσφαλμένως. Ἐπεζήτησε νὰ παραστήσῃ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡμεῖς εἴχομέν τι νὰ ἀποκρύψωμεν ἐν τοῖς ἀφορῶσιν εἰς τὴν σύμβασιν, καὶ ἠκούσατε πῶς ἐν λεπτομερείᾳ ἀφηγεῖται, τί ἠρώτα καὶ τίνες τῷ ἐδίδοντο ἀπαντήσεις, καὶ πάντα ταῦτα περὶ ἐγγράφων, ἅτινα εἶχεν εἰς χεῖράς του, παιζομένης κωμῳδίας, ἥτις, καλῶς ἐγίνωσκεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι δὲν ἐλάνθανεν ἡμᾶς, καὶ ἥτις, ὅτε τῷ ἐχρειάσθη ἓν ἔγγραφον, δὲν τὸν ἐμπόδισε νὰ τὸ εὕρῃ, καὶ μάλιστα διὰ χειρὸς ἐμοῦ γεγραμμένον. Ὁ τέως ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐζήτησεν, εὐθὺς ὡς ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν, διά τινος τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων, ἵνα τῷ ἀνακοινώσω τὰ περὶ τῆς ὑπὸ διαπραγμάτευσιν συμβάσεως, ἀπήντησα δ’ ἐγώ, ὅτι σχέδια συμβάσεων ὑπῆρχον πλείονα, διότι διῆλθε διὰ πολλῶν σταδίων ἡ διαπραγμάτευσις, τῷ ἀπέστελλον δὲ τὸ τελικόν, καὶ προσέτι τὰ δύο τελευταῖα τηλεγραφήματα, τὰ παριστῶντα τὸ τελικὸν τῆς ὑποθέσεως στάδιον. Μετὰ μίαν ἢ δύο ἡμέρας ἦλθεν ἕτερος ἀνώτερος ὑπάλληλος ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι ἔχουσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὅλα τὰ τηλεγραφήματα τὰ διαμειφθέντα, ἐπειδὴ ὅμως τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν ἦσαν κρυπτογραφικά, παρεκάλει νὰ τῷ δώσω τὴν κλεῖδα. Τῷ εἶπον, ὅτι ἤμην ἕτοιμος νὰ τῷ δώσω τὰ πρωτόγραφα, ἤρκει νὰ μοὶ εἴπῃ ποῖα ἔγγραφα θέλει, διότι θὰ ἐκοπίαζε πολὺ ὁ Ὑπουργός, ἀναγινώσκων τὰ ἔγγραφα διὰ κλειδός, ἀφοῦ μάλιστα, ἀποσχὼν πρὸ πολλοῦ πάσης ἐργασίας, θὰ ἐστερεῖτο τῆς ἀναγκαίας ἀσκήσεως (ἱλαρότης). Ταῦτα προσέθηκα πρὸς τὸν ὑπάλληλον, ἵνα μὴ νομίζῃ ὁ Ὑπουργός, ὅτι ἤμην θῦμα εὐπιστίας, φρονῶν ὅτι εἶχεν ἀνάγκην τῆς κλειδός, ἀφοῦ τῷ εἶχον δοθῆ παρ’ ἐμοῦ δύο ἔγγραφα, τῶν ὁποίων εἶχεν αὐτὸς τὰ κρυπτογραφήματα.
§77ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐδιπλασίαζε τὴν ἐργασίαν.
§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ ἐργασίας προέκειτο, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι, ἀντὶ ν’ ἀναζητῇ ὁ Ὑπουργὸς τὴν κλεῖδα ἐν τῇ παραβολῇ τῶν δύο ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα τῷ ἔδωκα, πρὸς τὰ κρυπτογραφήματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἤδη ἀνὰ χεῖρας, ἀντὶ ν’ ἀναζητῇ τὴν μετάφρασιν τῶν κρυπτογραφημάτων διὰ τοῦ βιβλιαρίου τοῦ περιέχοντος τὴν κλεῖδα, οὗτινος δὲν ἐγίνωσκεν ἔτι τὴν χρῆσιν, ἤμην πρόθυμος νὰ τῷ δώσω τὸ πρωτόγραφον παντὸς ἐγγράφου, ὅπερ αὐτὸς ἤθελε μοὶ καθορίσει. Αὕτη ὑπῆρξεν ἡ ἀπάντησίς μου. Οὐδ’ ὑπῆρχε λόγος τις, ἵνα θέλω νὰ ἀποκρύψω ἔγγραφόν τι, καὶ ἂν ἔτι μὴ ἐγίνωσκον, ὅτι ὅλα τὰ ἔγγραφα ἦσαν ἤδη εἰς χεῖρας τῶν διαδόχων ἡμῶν, καὶ ὅτι, ἂν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐβαρύνετο ἴσως νὰ ἀναγνώσῃ αὐτὰ, βεβαίως ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, οὗτινος ἐγίνωσκον τὴν πρὸς λύσιν τοιούτων προβλημάτων περιέργειαν, δὲν θὰ παρώρα τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως ἀσχοληθῇ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν ἁπάντων τῶν κρυπτογραφημάτων· ἐγίνωσκον δὲ καὶ ἄλλοθεν, ὅτι τὰ κρυπτογραφήματα πάντα εἶχον μεταφρασθῆ. Τὰ ἔγγραφα ἄρα ἀνεκοινώθησαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν πάντα, καὶ οὐχὶ ἐκ μιᾶς πηγῆς, ἀλλ’ ἐκ πολλῶν πηγῶν. Εἴδετε τὸν κ. Βουλευτὴν, τὸν ἀπὸ ἀτόπου εἰς ἄτοπον παρεκβαίνοντα, μὴ διστάζοντα νὰ δημοσιεύῃ ἐντεῦθεν καὶ ἀνακοινώσεις γενομένας δῆθεν αὐτῷ παρὰ τοῦ Βασιλέως. Κανονικὸν ἦτο τὰ περὶ τῆς συμβάσεως ἔγγραφα νὰ περιέλθωσι διὰ τοῦ Βασιλέως εἰς χεῖρας τῶν νέων Ὑπουργῶν.
§79ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι.
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔγγραφόν τι ἐξ αὐτῶν δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς σήμερον, ὅτε δὲν εἶναι Ὑπουργὸς, νὰ δημοσιεύσῃ. Ἐγὼ δύναμαι νὰ εἴπω σήμερον ὅ,τι θέλω περὶ τῶν ἐγγράφων τῶν εὑρισκομένων παρὰ τῷ Βασιλεῖ, ὡς φέρων τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην ἐφ’ οἷς λέγω καὶ πράττω, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτής, μὴ ὢν Ὑπουργὸς, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ποιῆται ἀνακοινώσεις περὶ τῶν παρὰ τῷ Βασιλεῖ εὑρισκομένων ἐγγράφων, ὅπως δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ποιήσηται καὶ τὰς ἄλλας ἀνακοινώσεις, τὰς ὁποίας ἠκούσατε. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ τὸν διακόψω, ἵνα μὴ ἐν τῇ ἀπογνώσει αὐτοῦ περὶ ἐπιχειρημάτων ἀρυσθῇ καὶ ἐκ τούτου τὸ ἐνδόσιμον πρὸς ὑποδείξεις, ὅτι δῆθεν θέλω νὰ ἀποκρυβῇ τι. Ἀλλ’ ἐν τίνι δικαιώματι ἐκόμισεν ἐνταῦθα ὁ κ. Βουλευτὴς τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως καὶ τὰ τηλεγραφήματα καὶ τὰς ἄλλας πληροφορίας περὶ τῶν ἐν τοῖς γραφείοις; Οὐδὲν εἶχε δικαίωμα νὰ πράξῃ τοῦτο. Καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει πόσον θὰ ἤμην δεδικαιολογημένος, ἂν μὴ ἐνεπιστευόμην εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ἵνα τοῖς παραδώσω τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ὡς περιέχοντα καὶ ἀπόῤῥητα προσωπικὰ, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ δημοσιευθῶσι· διότι βλέπετε, ὅτι οἱ τότε Ὑπουργοὶ δὲν διετέλουν ἐν ἐπιγνώσει τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν περὶ τῶν ἀνακοινουμένων εἰς αὐτοὺς ὡς Ὑπουργῶν, δὲν ἐγίνωσκον ὅτι, ἀφοῦ ἀποχωρήσωσιν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, τὰ ἀπόῤῥητα τῆς ὑπηρεσίας δὲν ἀνήκουσιν εἰς αὐτούς· ἀλλὰ καὶ ἐγὼ εἶμαι ἐν μέρει συνένοχος εἰς τὴν πρᾶξιν, ἀφοῦ, ἵνα μὴ παρεξηγηθῶ, δὲν διέκοψα τὸν κύριον Βουλευτήν· ἀφοῦ δ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἀνεκοίνωσεν ὁπωσδήποτε τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, θέλω καὶ ἐγὼ σᾶς ἀνακοινώσει ἤδη πᾶν ὅ,τι νομίζω ὅτι θὰ συντελέσῃ, ὅπως ἀποδοθῇ εἰς τὰ παρ’ αὐτοῦ ἀνακοινωθέντα ἡ ἀληθὴς αὐτῶν ἔννοια. Ἀλλὰ πρὸ τούτου πρέπει νὰ ἀνακοινώσω πρὸς ὑμᾶς ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν προεκάλεσα, ἐνῷ ὡμίλει ὁ κ. Βουλευτὴς, παρὰ τοῦ ἀνωτέρου ὑπαλλήλου ὡς πρὸς τὰ τῶν ἀνακοινώσεων, ἵνα προλάβω τὰς διαψεύσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἐμήνυσα λοιπὸν πρὸς τὸν ἀνώτερον ἐκεῖνον ὑπάλληλον.
§81ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τίς οὗτος;
§82ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου.
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ Γενικὸς Γραμματεύς. Ἡ πρώτη ἀνακοίνωσις ἐγένετο διὰ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἡ δευτέρα ἐγένετο διὰ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως. Ἀπαντᾷ δὲ οὗτος ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀπαντῶν εἰς τὴν ἡμετέραν ἐρώτησιν, γνωρίζω ὑμῖν, ὅτι, ὅτε ἦλθον, ἐντεταλμένος ὑπὸ τοῦ προκατόχου ὑμῶν κυρίου Σωτηροπούλου, ἵνα αἰτήσωμαι ἔγγραφα σχετιζόμενα πρὸς τὴν τότε ἐνεργουμένην διαπραγμάτευσιν πρὸς συνομολόγησιν δανείου, ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν, ὅτι τὴν σύμβασιν καὶ σχετικά τινα τηλεγραφήματα ἐνεχειρίσατε τῷ κ. Φλώρῳ, Γενικῷ Διευθυντῇ τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ, καὶ ὅτι ἐκ τῶν πρωτογράφων τηλεγραφημάτων καὶ τῆς συνημμένης εἰς ταῦτα μεταφράσεως ἠδύναντο εὐχερῶς νὰ ἔχωσι τὴν κλεῖδα πάντων τῶν τηλεγραφημάτων· ἐὰν δὲ εὑρεθῶσιν εἰς δυσχέρειάν τινα περὶ τὴν μετάφρασιν, ἀντὶ τῆς κλειδὸς, ἥτις θέλει ὑποβάλει αὐτοὺς εἰς ἀπώλειαν χρόνου, δίδετε αὐτοῖς τὰ πρωτόγραφα τῶν τηλεγραφημάτων καὶ πᾶσαν ἄλλην πληροφορίαν, ἧς ἤθελον λάβει ἀνάγκην.»
§84ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ὁ ὑπάλληλος, ὁ ἐκδοὺς τὴν ἐπιστολὴν, ψεύδεται.
§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ὁ ὑπάλληλος οὗτος εἶναι πολὺ πλέον ἀξιόπιστος ἢ ὅσον εἶσθε ὑμεῖς· διότι τὸν ὑπάλληλον τοῦτον οὐδέποτε ἤκουσα λέγοντα τὰ μὴ ἀληθῆ, ἐνῷ ὑμᾶς πολλάκις ἤκουσα λέγοντα τὰ μὴ ἀληθῆ (θόρυβος). Ἡ πολιτικὴ ἡμῶν, ὡς εἶπον, κατὰ τὴν προηγουμένην ὑπουργίαν ἐστηρίζετο πᾶσα εἰς τὸ τότε ὑπὸ διαπραγμάτευσιν δάνειον, δι’ οὗ εἴχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐξυπηρετηθῇ ἡ πολιτικὴ τῆς ἐπαρκείας· εἴχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν δάνειον τοιοῦτον, ὁποῖον τὸ παρ’ ἡμῶν διαπραγματευθὲν, ὑπεγράφετο, θὰ διετηρεῖτο ἀκεραία ἡ δημοσία πίστις, καὶ ὑπὸ τὰς πτέρυγας τῆς δημοσίας πίστεως θὰ ἠδύνατο νὰ ἀναπτυχθῇ ἡ χώρα καὶ νὰ στερεωθῶσιν αἱ δυνάμεις τοῦ Δημοσίου ἐπαρκῶς, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ μὴ σκεπτώμεθα, ὅπως σήμερον, περὶ μέτρων ὑπαγορευομένων ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς δυνάμεως τῆς χώρας πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς. Καὶ τῳόντι σήμερον, ὅτε ἀπωλέσθη ἡ δημοσία πίστις, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσῃ ἡ χώρα εἰς τὴν πλήρη ἐπιτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς· ἀλλὰ τότε δὲν εἶχεν ἔτι ἀπολεσθῆ ἡ δημοσία πίστις, τοὐναντίον ἡ δημοσία πίστις, ἕως πρὸ ὀλίγου, ἔβαινε πάντοτε κραταιουμένη καὶ μόνον ἐπ’ ἐσχάτων εἶχεν ἀρχίσει κλονιζομένη, διὰ δὲ τοῦ δανείου, εἴχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἀνεκτᾶτο πάλιν, καὶ ὅτι θ’ ἀνελάμβανε τὴν πρὸς τὰ πρόσω πορείαν, ἀναπτύσσουσα τῆς χώρας τὰς δυνάμεις καὶ στερεοῦσα τοῦ Δημοσίου τὴν ἐπάρκειαν πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του. Καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἐδώσαμεν πᾶσαν ἡμῶν τὴν προσοχὴν, καὶ χάριν τοῦ δανείου ἐκείνου ἐζητήσαμεν παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ οἰκονομίας, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι θυσίαν μεγάλην, διότι ἦσαν οἰκονομίαι ὑπὲρ τὸ μέτρον, τὸ ἐπιτρεπόμενον ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν τῶν προσώπων καὶ ὑπὸ τῶν ἀπαιτήσεων τῶν πραγμάτων, καὶ θυσίας διὰ φορολογίας, αἱ ὁποῖαι ἐπίσης ἦσαν ὑπὲρ τὸ μέτρον· ἀλλ’ ἐνομίζομεν, ὅτι οὕτω πολιτευόμενοι ἐξεπληροῦμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν πρὸς τὴν χώραν· παριστῶμεν πρὸς αὐτήν, ὅτι, ἐὰν ἀνταπεκρίνετο πρὸς τὸ μέγεθος τῆς ἀνάγκης διὰ θυσιῶν ἐπίσης μεγάλων, θὰ ἠδύνατο νὰ κατορθώσῃ τὸν πρώτιστον τῆς Πολιτείας πόθον, τὸν πόθον τῆς διατηρήσεως τῆς πίστεως αὐτῆς ἀκεραίας, καὶ τοῦτο καὶ δι’ ἠθικοὺς καὶ δι’ ἐθνικοὺς, ἀλλὰ καὶ δι’ ὑλικοὺς λόγους· διότι ἐνόει ἡ χώρα ὅτι, ἐὰν διετηρεῖτο ἀκεραία ἡ πίστις αὐτῆς, ναὶ μὲν ἐκ τῆς φορολογίας θὰ ἠσθάνετο πίεσιν, ναὶ μὲν θὰ ἠσθάνετο πίεσιν καὶ ἐκ τῶν οἰκονομιῶν, ἀλλὰ πρὸς ταύτας τὰς πιέσεις θ’ ἀνταπεκρίνετο ὠφέλεια τοῦ λαοῦ τοσοῦτον σημαντικὴ ὑλικῶς, ὥστε καὶ ὡς ἀφορῶσα εἰς ζήτημα ὑλικοῦ συμφέροντος ἐὰν ἐξελαμβάνετο ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, ἡ ἀποῤῥέουσα ἐκ τῆς θελήσεως τῆς χώρας, θὰ ἦτο ὁ ὑπολογισμὸς ὀρθὸς, ἀλλ’ ἦτο ὁ ὑπολογισμὸς ἔτι μᾶλλον ὀρθὸς, διότι δὲν ἀφεώρα μόνον εἰς τὰ ὑλικὰ, δὲν ἀφεώρα μόνον εἰς τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ἡ χώρα θ’ ἀπέκτα ἐκ τῶν τοιούτων θυσιῶν ἐν τῇ ἀναπτύξει τῆς παραγωγῆς αὐτῆς, ἀλλ’ ἀφεώρα ἡ διατήρησις ἀλωβήτου τῆς πίστεως τῆς χώρας καὶ εἰς τὸ παράστημα τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὴν τιμὴν αὐτοῦ τὴν ἐθνικήν. Ἐπὶ τοιούτων μέτρων στηριζόμενοι, προέβημεν εἰς τὸ ἔργον, προέβημεν ἀρωγὸν ἔχοντες τὴν Βουλὴν ἐν πᾶσι, διότι οὐδὲν ἠρνεῖτο ἡ Βουλή· ἡ Βουλὴ καὶ τὰς δαπάνας περιέκοπτεν, ὅσον ἡμεῖς προετείνομεν, καὶ τὰς προσόδους ηὔξανεν, ἀλλ’ ἐν δύο συνόδοις, οὐχὶ ἐν μιᾷ χρήσει, ἀλλ’ ἐν δύο χρήσεσι, καὶ οὕτω κατωρθοῦτο νὰ δώσωμεν εἰς τὰς διαπραγματεύσεις ἡμῶν τὴν μόνην τελεσφόρον βάσιν, τὴν ἀπόδειξιν τῆς ὑπάρξεως πραγματικοῦ ἰσοζυγίου. Ὅτι δὲ ὑπῆρχε πραγματικὸν ἰσοζύγιον, σήμερον τὸ γινώσκετε πάντες, σήμερον ἐπῆλθον τὰ ἀποτελέσματα, καὶ ἠκούσατε προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀναγινωσκομένην τὴν κατάστασιν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1892, πλὴν τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, τοῦ ὁποίου ὅμως ἐν συνόλῳ εἶναι ἤδη γνωστὰ τὰ ἀποτελέσματα· ἀνευρίσκετε δ’ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἔτους 1893 κατὰ τοὺς δέκα πρώτους αὐτοῦ μῆνας. Καὶ ὡς πρὸς ταῦτα καὶ ὡς πρὸς ἐκεῖνα βλέπετε, ὅτι οὐ μόνον αἱ ἐπαγγελίαι ἐπηλήθευσαν, ἀλλὰ καὶ ὅτι περὶ τὰς εἰσπράξεις ἔχομεν ἀποτελέσματα ὑπέρτερα τῶν προβλεφθέντων. Ἐπὶ τοιούτου λοιπὸν προϋπολογισμοῦ, προϋπολογισμοῦ, ὅστις σήμερον ὡς πρὸς τὰ τοῦ 1892 εἶναι ἀπολογισμὸς, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ ἀρτίου, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ, ὅστις ἐξεπλήρου πάντα, ὅσα ἐπηγγέλλετο ἡ Πολιτεία πρὸς τοὺς πιστωτὰς αὐτῆς, ἐβαίνομεν ἐπὶ τὴν διαπραγμάτευσιν, διότι τὸ διὰ τῆς συμβάσεως ἐπιδιωκόμενον μεταλλικὸν δάνειον ἦτο ἀπαραίτητον. Αἱ σκέψεις τινῶν, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἂν ὑπῆρχε, καθίστα περιττὸν τὸ δάνειον, αἱ σκέψεις αὗται οὐδεμίαν ἔχουσιν ὑπόστασιν, διότι ναὶ μὲν ἄνευ τῶν θυσιῶν, εἰς ἃς ἡ Βουλὴ ὑπέβαλε τὸ ἔθνος, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ κατορθώσωμέν τι, ἀφοῦ πάντως ἀπῃτεῖτο πρὸς τὴν ἐπιτυχίαν νὰ ὑπάρχῃ ἄρτιος ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ ποῖος ἀγνοεῖ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Δημοσίου εἶναι προϋπολογισμὸς εἰς τραπεζογραμμάτια; Καὶ ποῖος ἀγνοεῖ, ὅτι τὸ χρέος τοῦ Κράτους τὸ ἐξωτερικὸν εἶναι χρέος εἰς μεταλλικὸν, τὸ δὲ χρέος τὸ εἰς μεταλλικὸν πῶς θὰ ἠδυνάμεθα διὰ προϋπολογισμοῦ ἐν ἀρτιότητι νὰ πληρώσωμεν, ὅταν ἡ ἀρτιότης δὲν ἦναι μεταλλικὴ, ἀλλ’ ἐν νομίσματι τραπεζικῷ; Ἔπρεπε λοιπὸν ἀφεύκτως νὰ ἀρυσθῶμεν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ τὰ μέσα, ἵνα τὸν προϋπολογισμὸν τῶν τραπεζογραμματίων τὸν ἐν ἀρτιότητι καταστήσωμεν προϋπολογισμὸν μεταλλικὸν ἐν ἀρτιότητι. Ἡ ἐπιδίωξις τοῦ δανείου δὲν ἦτο, ὡς εἶπεν ἀξιότιμος Βουλευτὴς προχθὲς, ἀπόδειξις τοῦ ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· ὑπῆρχεν ἡ κύρωσις τοῦ ὅτι τὸ ὑπάρχον ἰσοζύγιον ἦτο τῆς φύσεως, ἣν ὁ προϋπολογισμὸς ἐπαγγέλλεται, ὅτι παρέχει. Δὲν ἐπαγγέλλεται, ὅτι παρέχει ὁ προϋπολογισμὸς ἰσοζύγιον μεταλλικόν· ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων εἶναι ὅλος προϋπολογισμὸς νομίσματος τραπεζικοῦ, ὁ προϋπολογισμὸς ὅμως τῶν ἐξόδων δὲν εἶναι ὅλος προϋπολογισμὸς τραπεζογραμματίου· ἐφ’ ὅσον δὲ εἶναι αἱ δαπάναι μεταλλικαὶ, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς ὑφιστάμενος ἐν ἀρτιότητι, καὶ ἂν ἔτι ἀναγράφῃ πίστωσιν πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ μετάλλου, ἐν ὅσῳ καὶ τὰ ἔσοδα δὲν εἰσπράττωνται εἰς μεταλλικόν. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ παρασκευασθῶσι τὰ πρὸς τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων εἰς μεταλλικὸν, καὶ νὰ κατορθωθῇ οὕτως ἡ ἀρτιότης ἡ μεταλλικὴ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τοῦτο δὲ ἄνευ δανείου μεταλλικοῦ δὲν ἦτο ἐπιτευκτόν. Τὸ μεταλλικὸν δάνειον δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν προσόδων τοῦ Κράτους διὰ τῶν κεφαλαίων τοῦ δανείου, ἀφορᾷ εἰς ἀντικατάστασιν κεφαλαίων τοῦ Δημοσίου ἐκ τραπεζογραμματίων διὰ κεφαλαίων ἴσου ποσοῦ εἰς μεταλλικὸν, καὶ τοῦτο διὰ τρόπου παρασκευάζοντος τὴν χώραν πρὸς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας διὰ τῆς ἀφαιρέσεως ἀπ’ αὐτῆς παντὸς τοῦ πλεονάζοντος τραπεζογραμματίου. Ταῦτα δὲν ἦσαν θέματα ἀφορῶντα εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· ὁ προϋπολογισμὸς εἶχε συνταχθῆ ἄρτιος. Τὰ δύο ἔτη, αἱ δύο χρήσεις τοῦ 1892 καὶ τοῦ 1893, εἶχον οὕτω καταρτισθῆ, ὥστε οὐδεμίαν πλέον ἀνάγκην εἶχεν ὁ προϋπολογισμὸς προσθηκῶν εἰς τὰς προσόδους ἢ ἀφαιρέσεων ἐκ τῶν δαπανῶν, ἀλλ’ ὅ,τι ἐχρειάζετο, ἦτο ἡ διαῤῥύθμισις τῶν τοῦ νομίσματος, ὅπως δι’ αὐτῆς ἀρθῇ τελικῶς ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπιτευχθῇ ἡ μεταμόρφωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπὸ προϋπολογισμοῦ τραπεζογραμματίου εἰς προϋπολογισμὸν μεταλλικοῦ. Εἰς τοῦτο ἑπομένως ἐπεδόθημεν, ἐπιδιώξαντες τὴν συνομολόγησιν δανείου ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, καὶ ὅτε ἡ διαπραγμάτευσις προώδευσεν ἐφ’ ἱκανὸν, ἀπεστάλη εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἓν τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργείου, ἵνα αὐτὸ διευθύνῃ ἐκεῖ τὰ τῆς διαπραγματεύσεως. Πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτὴς προσεκόμισε καὶ ἐπαρουσίασεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ τελευταῖον σχέδιον τῆς συμβάσεως, καὶ ἀνέγνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ δύο τελευταῖα τηλεγραφήματα, τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν σύμβασιν ταύτην, ἐζήτησε δὲ νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ κείμενον τὸ λιθογραφημένον τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον εἶχε, δὲν ἀνέγραφε τὰ ποσὰ τῶν κεφαλαίων τοῦ δανείου καὶ δὲν ἀνέγραφε καὶ ἄλλους τινὰς ὅρους, τοὺς συνήθως ἀναγραφομένους συνάμα μετὰ τῆς ὑπογραφῆς, εἴπετο ἐκ τούτου, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν ἦτο ἀρτία, δὲν ὑπῆρχε μάλιστα καὶ ὁμὰς ἀναλαμβανόντων τὰ τῆς συμβάσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέγνωσε καὶ τὸ τελευταῖον τηλεγράφημα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ἔλεγεν, ὅτι τὰ πάντα ἦσαν τετελεσμένα, καὶ ὅτι ἐθεώρει μὲν τὴν σύμβασιν ὡς βαρεῖς περιέχουσαν ὅρους, ἀλλ’ ἀφώρα καὶ εἰς τὸ κακὸν, ὅπερ ἤθελεν ἐπέλθει ἐκ τῆς μὴ ὑπογραφῆς αὐτῆς, προεκάλει δὲ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἀποφανθῇ, ἂν πρέπῃ νὰ ὑπογραφῇ ἢ οὔ, διότι οὐδὲν ἔλειπεν, ἵνα προέλθωμεν τότε εἰς τὴν συνομολόγησιν αὐτῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ ἔλλειψις ἀναγραφῆς τῶν ὀνομάτων τῶν συναλλαττομένων ἐν τῇ συμβάσει ἀποδεικνύει, ὅτι συναλλαττόμενοι δὲν ὑπῆρχον. Ὁπόσον ἐστερημένη σπουδαιότητος εἶναι ἡ σκέψις, νομίζω ὅτι δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ παραστήσω πρὸς ὑμᾶς· ἀλλ’ ἐννοῶ τὴν περιέργειαν νὰ μάθῃ ποῖα ἦσαν τὰ πρόσωπα ταῦτα, ἂν ἦσαν μόνοι οἱ κ. κ. Hambro καὶ υἱὸς ἢ ἦσαν καὶ ἄλλοι, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς, φαίνεται, νομίζει, ὅτι τὸ ὅτι καὶ ἡμεῖς συνηλλάχθημεν μετὰ Ἑβραίου, τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι καὶ ἡμεῖς οὐχὶ σπουδαίως εἰργάσθημεν, ὅπως καὶ αὐτὸς, (γέλωτες) ἀλλὰ θέλει ἀκούσει ἤδη ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν ὀνομάτων τῶν ἀποτελούντων τὴν ὁμάδα τοῦ δανείου ἕτερον Ἑβραῖον, καὶ ἐκ τούτου θὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἔχει περὶ Ἑβραίων (γέλωτες). Συμπίπτει, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀντισημίτης, ἐγὼ εἶμαι φιλοσημίτης (γέλωτες). Καὶ ἡμεῖς ἐν τοῖς κατὰ τὸ δάνειον εἰργαζόμεθα μετὰ τῶν κυρίων Hambro, τοὺς ὁποίους ἄλλως τε ἐγὼ οὐδένα ἔχω λόγον, ἵνα ἐπικρίνω, ὄχι διότι εἶναι ἐξ Ἑβραίων,—ὡς ἐκ τούτου μάλιστα καὶ τοὺς ἐκτιμῶ,— ἀλλὰ καὶ διότι συνωμολόγησαν δάνεια καὶ μετὰ Κυβερνήσεων, ὧν ἤμην καὶ ἐγὼ μέλος, ἂν δὲ συνωμολόγησαν καὶ τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, ὁμολογητέον, ὅτι δὲν εἶναι τοῦτο τὸ περιφανέστερον τῶν ἔργων αὐτῶν· ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν κυρίων Hambro εἰργαζόμεθα καὶ μετ’ ἄλλου Ἑβραίου, ἀναγεγραμμένου ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ καταλόγου τῶν καταβαλλόντων τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου, καὶ ὅστις εἶναι ὁ Ρότσιλδ.
§86ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ φέρητε τὴν ἐπιστολήν.
§87ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς μοῦ ζητεῖ ν’ ἀνακοινώσω τὴν ἐπιστολήν.
§88ΡΑΛΛΗΣ. Τὰς ἀποδείξεις.
§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ἀνεκοίνωσα τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου (γέλωτες).
§90ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Φέρετέ μας καὶ ἀπὸ τὸν Ρότσιλδ.
§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. .. Ὑπῆρχεν ἄρα ἡ ὁμὰς, καὶ ἦτο σπουδαιοτάτη. Ἦσαν λελυμένα καὶ πάντα τὰ ἄλλα ζητήματα, ἀφοῦ δὲ μάλιστα καὶ τὸ προσωρινὸν δάνειον ἀπεχωρίσθη, καὶ ἐκλείσθη συμφωνία περὶ αὐτοῦ, ὅπως μετατραπῇ εἰς δάνειον παγιώσεως, τὸ κεφάλαιον ἦτο πλέον ἢ ἐπαρκὲς πρὸς τοὺς σκοποὺς τῆς συμβάσεως. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ἄρα ταύτην τὸ δάνειον ἦτο καθόλου ἀρεστὸν, ἀλλὰ δὲν ἦτο τὸ δάνειον εἰς ἡμᾶς ἀρεστὸν ἔν τισι τῶν λεπτομερειῶν αὐτοῦ, οὐχὶ ὅμως ὡς περιέχον ἔλεγχον, διότι οὐδένα περιεῖχεν ἔλεγχον τὸ δάνειον, καὶ σήμερον τοιαῦται περὶ αὐτοῦ διαστροφαὶ δὲν χωροῦσι, διότι ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν ἐφαρμοζομένους τοὺς ὅρους αὐτοῦ ἐν τῷ δανείῳ τῆς κεφαλαιώσεως, τὸ ὁποῖον περιέλαβε πάντα, ὅσα τὸ δάνειον ἐκεῖνο περιεῖχε.
§92ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκτὸς τῶν τριῶν ἀντιπροσώπων.
§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχει τοὺς τρεῖς ἀντιπροσώπους, τὰς τρεῖς Τραπέζας. Καὶ ἐδῶ ὑπάρχουσι τρεῖς διευθύνοντες, καὶ ἐκεῖ τρεῖς διευθύνοντες. Ἀλλ’ ἐκεῖ οἱ τρεῖς διευθύνοντες δὲν μνημονεύονται, ἐνῷ ἐδῶ μνημονεύονται, καὶ εἶναι αἱ τρεῖς Τράπεζαι. Ἐδῶ μνημονεύονται, διότι λειτουργεῖ ἡ διάταξις, ἐκεῖ θὰ καθωρίζοντο ἐπὶ τῇ λειτουργίᾳ τῆς διατάξεως, ἦτο δὲ γνωστὸν, ὅτι ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα θὰ ἦτο εἷς τῶν τριῶν. Τὸ ἄγνωστον τῶν δύο ἄλλων βεβαίως δὲν ἀποτελεῖ τὸν ἔλεγχον, διότι οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς λειτουργεῖ τὸ ταμεῖον, οὐχὶ τὰ πρόσωπα τῶν διευθυνόντων αὐτὸ, προσδίδουσι τὸν χαρακτῆρα εἰς τὴν διάταξιν· ἂν λοιπὸν παραδέχησθε, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔλεγχον ἐν τῷ ταμείῳ τῆς κεφαλαιώσεως...
§94ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀσθενέστερος μὲν, ἀλλὰ ὑπάρχει.
§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ἄρα, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔλεγχος ἐν τῷ ταμείῳ τῆς κεφαλαιώσεως, ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἔλεγχος καὶ ἐν τῇ συμβάσει, διότι τὰ τοῦ ταμείου τῆς κεφαλαιώσεως εἶναι ἀντιγραφὴ ἐκ τοῦ σχεδίου τῆς συμβάσεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, θέλων νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὑπῆρχεν ἔλεγχος, ἀνέγνωσε τὰ περὶ καταδιώξεως τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἤθελον ἀποδώσει εἰς τὸ ταμεῖον τὰς προσόδους τὰς εἰς αὐτὸ ἀνηκούσας, μὴ λαμβάνων ὑπ’ ὄψει, ὅτι αὕτη εἶναι διάταξις ἀντιγραφεῖσα ἐξ ὅλων τῶν περὶ δανείων νόμων, τῶν τε ἐξωτερικῶν καὶ τῶν ἐσωτερικῶν, τῶν παρεχόντων ἐγγυήσεις. Πρῶτον ἀνεγράφη ἡ διάταξις αὕτη τὸ 1867 ἐν τῷ νόμῳ περὶ τοῦ δανείου τῶν 25,000,000, ἐπανελήφθη ἐν τῷ δανείῳ τῶν 26,000,000 καὶ ἐν τῷ δανείῳ τῶν 15,000,000 καὶ ἐν πᾶσι τοῖς δανείοις τοῖς περιλαμβάνουσιν ὑπεγγύους προσόδους. Οὐδὲν λοιπὸν περιεῖχε περὶ τὰ τοῦ ἐλέγχου τὸ δάνειον, τὸ δυνάμενον νὰ προκαλέσῃ παρ’ ἡμῖν δισταγμούς.
§96ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Περιέχεται ὅμως καὶ εἰς τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως ῥητῶς ἡ διάταξις καὶ εἰς τὸ διάταγμα.
§97ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως καὶ ἐν τῷ δανείῳ καὶ τῷ διατάγματι τῆς 30 Μαΐου.
§98ΦΩΤΗΛΑΣ. Καὶ εἰς τὸ διάταγμα ἀκόμη;
§99ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἐν τούτῳ. Ἀνέκαθεν, ἀπὸ τοῦ 1867, ὅτε τὸ πρῶτον ἀνεγράφη ἡ διάταξις αὕτη, περιλαμβάνεται πάντοτε ἐπὶ ὅλων τῶν δανείων τῶν ἐπαγομένων ἐγγύησιν δημοσίων προσόδων, περιελήφθη δὲ καὶ ἐν τῷ διατάγματι περὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως. Ὁ δὲ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς παρέθετε τοὺς ὅρους τῆς διατάξεως ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς τοὺς φίλους αὐτοῦ, προεκάλει ἐπὶ τούτοις τὸν θαυμασμὸν αὐτῶν, ἀγνοούντων ὅτι ἐστρέφετο ἡ ἐπίκρισις κατὰ τοῦ λαλοῦντος.
§100ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Τόσον ἠξεύρει.
§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἦσαν ὅμως βαρεῖς οἱ ὅροι τοῦ δανείου, διότι καὶ μόνη ἡ παροχὴ ἐγγυήσεων ἐπὶ τῶν προσόδων τοῦ Κράτους ἐν τῇ συνομολογήσει δανείων, ἐξεταζομένη ἐν ἀκριβείᾳ, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ εὐάρεστος περὶ τὰ τῆς κυριαρχίας τοῦ Κράτους. Αὐτὴ καὶ μόνη ἡ ἀπὸ τοῦ 1867 παροχὴ ἐγγυήσεων διὰ τὰ δάνεια χαρακτηρίζει τὴν Ἑλλάδα ὡς μὴ ἀπολαύουσαν πίστεως ἀκεραίας, ἀφοῦ πρὸς συνομολόγησιν τῶν συμβάσεων ἀναγκάζεται νὰ συμπληροῖ τὴν πίστιν δι’ ἀναγνωρίσεως δικαιωμάτων ὑπὲρ ἰδιωτῶν ἐν τῇ διαθέσει τῶν προσόδων τοῦ Κράτους. Τοιοῦτοι ὅροι εἶναι φευκτέοι, καὶ εἴχομεν δυνηθῆ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν παράλειψιν τῶν ὅρων τούτων· εἴχομεν κατορθώσει, ἀφοῦ διήλθομεν διὰ σειρᾶς τοιούτων δανείων, νὰ πραγματοποιήσωμεν τὸ δάνειον τοῦ 1,200,000 λιρῶν καὶ τὸ δάνειον τῶν 5,000,000 λιρῶν, τὰ πάγια, ἄνευ οὐδεμιᾶς τοιαύτης ἐγγυήσεως καὶ ἐπὶ μόνοις τοῖς ὅροις, ἐφ’ οἷς τὰ Κράτη, τὰ ἔχοντα ἀπολύτως παγίαν πίστιν, συνομολογοῦσιν αὐτά. Ἦτο λοιπὸν δυσάρεστον μετὰ τὴν πρόοδον ταύτην νὰ ἐπανέλθωμεν πάλιν ἐπὶ τὰ πρότερον κρατοῦντα. Ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη ἐπεβάλλετο, διότι ἡ κατάστασις δὲν ἦτο πλέον ἡ ὑφ’ ἣν συνωμολογήθησαν τὰ δάνεια τοῦ 1,200,000 καὶ τῶν 5,000,000 λιρῶν. Ὑπῆρχον καὶ ὅροι ἐν τῇ συμβάσει, οἵτινες, ὡς ἀποδεικνύει ἡ διαμοιβὴ τῆς ἀλληλογραφίας, δὲν ἦσαν ἀρεστοὶ εἰς ἡμᾶς καὶ καθ’ ὧν ἐπαλαίσαμεν, οὐχὶ ὅμως ὅροι ἐλέγχου, ἀλλ’ ὅροι, οὓς δὲν ἐκρίνομεν εὐνοϊκοὺς πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἐν τῇ διαπραγματεύσει ἐζητήσαμεν πολλὰ νὰ μεταβάλωμεν, καὶ πολλὰ μετεβλήθησαν ἐν τῇ συμβάσει, ὡς ἀρχικῶς προετάθη, ἐξηκολούθουν δὲ αἱ περὶ τῶν τροποποιήσεων διαπραγματεύσεις, ὅτε ἐπῆλθε γεγονὸς ἄλλο, ἡ ἐπίθεσις κατὰ τῶν ὅρων τοῦ δανείου. Τὸ κείμενον τοῦ ὑπὸ διαπραγμάτευσιν σχεδίου συμβάσεως δὲν εἶχε δημοσιευθῆ, εἶχον γείνῃ περὶ διατάξεων αὐτῆς δημοσιεύσεις ἀτελεῖς ἢ διεστραμμέναι, στηριζόμεναι ὅμως ἔν τισι καὶ εἰς διδόμενα πραγματικά· διότι ἐπὶ διαπραγματεύσεως διεξαγομένης καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ὡς καὶ ἐνταῦθα, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ περιέρχωνται καί τινα εἰς τὴν δημοσιότητα, ἀκριβῶς ἢ ἐσφαλμένως. Ἐπὶ τούτων τῶν δημοσιευθέντων περὶ τῆς συμβάσεως εἶχεν ὀργανωθῆ ἐπίθεσις σφοδρὰ, καὶ προεκαλεῖτο παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ ἐξέγερσις. Ὁποῖος ὁ χαρακτὴρ τῆς ἐξεγέρσεως, ἂν ἡ πλειονότης τῆς κοινῆς γνώμης ἦτο ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς συμβάσεως, ἂν θὰ ἦτο κατὰ ἢ ὑπὲρ, ὅτε θὰ ἐγινώσκοντο αἱ διατάξεις αὐτῆς ἐν πάσῃ αὐτῶν τῇ ἐκτάσει, περὶ τούτου δὲν δύναμαι νὰ εἴπω. Ἀλλ’ ὅ,τι δύναμαι νὰ εἴπω εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν συνεστήθη ὑπὸ τοῦ Στέμματος, ὅπως μὴ προβῇ εἰς τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως, εἰμὴ ἐπὶ παρουσίᾳ τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς εἴχομεν τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἦτο ἀναγκαία νέα νομοθετικὴ κύρωσις τῆς συμβάσεως· δὲν εἴχομεν τὴν γνώμην, ἣν πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὅτι ὁ νόμος δὲν μᾶς ἐχορήγει πλῆρες τὸ δικαίωμα, ὅπως ὑπογράψωμεν τὴν σύμβασιν ἄνευ νέας τινὸς νομοθετικῆς πράξεως, ἀλλὰ καὶ ἡ σύστασις, ὅπως ζητηθῇ τῆς Βουλῆς ἡ σύμπραξις, δὲν εἶχε τὴν ἔννοιαν τῆς ἀνάγκης συνδρομῆς νομοθετικῆς, ἀλλ’ εἶχε τὴν ἔννοιαν τῆς ἀνάγκης συνδρομῆς ἠθικῆς, διότι ἐθεώρει τὸ Στέμμα, καὶ ἐθεώρει ὀρθῶς, ὅτι ἐπὶ ζητημάτων σπουδαίας ἐννοίας δὲν εἶναι πρέπον αἱ Κυβερνήσεις νὰ ἐργάζωνται ἄνευ τῆς συμπράξεως τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Κοινοβουλίου. Εἶχε τὸ Στέμμα τὴν ἀντίθετον γνώμην τῆς τῶν τέως συμβούλων αὐτοῦ, οἵτινες ἐφρόνουν, ὅτι περὶ παντὸς ἄλλου ἠδύναντο νὰ σκέπτωνται ἐν δυσχερείᾳ ἢ περὶ συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Ὡς ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου, ἐν περιστάσεσιν ἐκτάκτοις καὶ δυσχερέσιν ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς ἐθεωρεῖτο παρὰ τῶν τέως συμβούλων τοῦ Στέμματος ὥς τι ἐντελῶς περιττὸν, ὥς τι, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπεδείκνυεν, ὅτι δὲν εἶχον αὐτοὶ τὴν συνείδησιν τοῦ καθήκοντος. Ἀλλὰ τὸ Στέμμα ἀντίθετον ταύτης εἶχεν ἰδέαν περὶ τῶν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ παρέστησε πρὸς τὸ τότε Ὑπουργεῖον, ὅτι θεωρεῖ ἀναγκαίαν τὴν παρουσίαν τῆς Βουλῆς. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τούτοις ἔσπευσεν, ἵνα ἐργασθῇ, ὅπως καταστῇ ἐφικτὴ ἡ ὑπογραφὴ τῆς συμβάσεως, παραχωρουμένης τῆς διορίας τῆς ἀναγκαίας πρὸς τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς. Ὁ ἐν Λονδίνῳ Ὑπουργὸς, ὁ ἐργαζόμενος ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, προκληθεὶς πρὸς τοῦτο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐζήτησεν ὅπως λάβῃ τὴν συγκατάθεσιν τῶν μεθ’ ὧν διεπραγματεύετο, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ ὑπογραφὴ τῆς συμβάσεως μέχρις ὅτου συγκληθῇ ἡ Βουλὴ, ἀλλ’ εἰς τοῦτο, καίτοι ἐπανειλημμένως ἐπανελθὼν ἐπὶ τὸ θέμα, δὲν ἠδυνήθη νὰ πείσῃ αὐτούς. Αὐτοὶ δὲ ἔθετον χρονικὸν ὅριον πρὸς τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως, ἥτις δὲν ἠδύνατο νὰ συμβιβασθῇ πρὸς τὴν παρουσίαν τῆς Βουλῆς.
§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. «Αὐτοί» οἱ συναλλασσόμενοι;
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ συναλλασσόμενοι ἔθετον χρονικὸν ὅριον πρὸς τὴν ὑπογραφὴν, ὅπερ δὲν ἦτο ἐπαρκὲς, καὶ ἀνεγράφετο μάλιστα ἡ διορία ἐν τῇ συμβάσει. Ἐλήφθη τέλος τηλεγράφημα, ἀνακοινοῦν τὴν ἄρνησιν ταύτην ὡς ὁριστικὴν καὶ ἀμετάκλητον· προσέθετε δ’ ἐν αὐτῷ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἦτο περιττὸν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ θέμα πρὸς τοὺς μεθ’ ἡμῶν διαπραγματευομένους, διότι ἐνηργήθη παρ’ αὐτοῖς πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ ἐνεργηθῇ, ἀλλ’ εἶναι ἐν τῷ θέματι ἀνένδοτοι. Ἐπὶ τούτοις ἐδέησεν, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον παραστήσῃ πρὸς τὸ Στέμμα, ὅτι ὁ ὅρος, ὑφ’ ὃν τὸ Στέμμα παρεῖχεν εἰς αὐτὸ τὴν ἐμπιστοσύνην του περὶ τὰ τοῦ ἔργου τούτου, δὲν πληροῦται, καὶ ἑπομένως, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸ ἵν’ ἀποχωρήσῃ. Τοῦτο εἶναι τὸ ἱστορικὸν τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ Ὑπουργείου.
§104ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε ὁ Βασιλεὺς ἤθελε τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς;
§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἡμεῖς ἐπίσης καὶ ἡμεῖς τὴν ἐδέχθημεν, καίτοι δὲν ἐθεωροῦμεν, ὅτι ἦτο κατὰ νόμον ἀναγκαία (διάλογοι).
§106ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἠθικῶς ἀναγκαία (διάλογοι).
§107ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς ἐθεωροῦμεν, ὅτι, ἀφοῦ τὸ Στέμμα ἐνόμιζεν ἀναγκαίαν τὴν σύμπραξιν τῆς Βουλῆς εἰς τὸ ἔργον τοῦτο, θὰ ἤμεθα Ὑπουργεῖον μὴ ἄρτιον, θὰ ἤμεθα Ὑπουργεῖον ἐστερημένον τῆς βασιλικῆς ἐμπιστοσύνης, ἂν ἐπεμένομεν, ἵνα προβῶμεν εἰς τοῦτο, μὴ ἐκπληρουμένου τοῦ ὅρου, ὑφ’ ὃν τὸ Στέμμα ἐθεώρει, ὅτι ἠδύνατο νὰ παράσχῃ ἀκεραίαν τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ εἰς Κυβέρνησιν, ὑπογράφουσαν τὴν σύμβασιν. Ἐκ τούτου ἐπῆλθεν ἡ ἀποχώρησις ἡμῶν ἀπὸ τῆς ἐξουσίας, τὰ δὲ μετὰ τὴν ἀποχώρησιν ἡμῶν δὲν ἀφορῶσιν εἰς ἡμᾶς. Ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ τὴν ὁποίαν καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς τέως Κυβερνήσεως εἶχεν ἀναπτύξει ἐν ἐκθέσεσιν, ὅτι ἡμεῖς ἠθέλομεν νὰ μὴ ὑπογράψωμεν τὴν σύμβασιν, διότι δὲν εἴχομεν τὰ ἐν τραπεζικοῖς γραμματίοις κεφάλαια, ἅτινα θὰ ἦσαν ἀναγκαῖα πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν ἄλλων ἀπαιτητῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, ἡ θεωρία αὕτη οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ κακόζηλος ἐπινόησις, ἀναξία ἄλλης ἀνασκευῆς, πλὴν τῆς τῶν γυμνῶν ἀριθμῶν, ὧν ἡ παράθεσις, ὡς ἀπέδειξα ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ἀρκεῖ εἰς ἀποστόμωσιν παντὸς, ἰσχυριζομένου ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἐλαχίστη κἂν στενοχωρία τοῦ Δημοσίου. Ἡ ἀποχώρησις ἡμῶν ἦτο ἀνάγκη ἐπιβεβλημένη, διότι τὰ Ὑπουργεῖα δὲν δύνανται νὰ ὑφίστανται, εἰμὴ στηριζόμενα εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Στέμματος. Ὅταν δὲν ἀπολαύωσι τῆς ἐμπιστοσύνης ἀμφοτέρων, δὲν δύνανται τὰ Ὑπουργεῖα νὰ ἐξακολουθῶσιν ὑφιστάμενα, δὲν δύνανται δὲ ἰδίως νὰ ἀναλαμβάνωσι τὴν διεξαγωγὴν ἔργων, ὁποῖον ἦτο τὸ προκείμενον δάνειον, διότι ἡ πολιτικὴ, ἣν καθιέρου τὸ δάνειον, δὲν περιελαμβάνετο ἐν μόνῃ τῇ συμβάσει. Τὸ δάνειον τοῦτο ἔπρεπε νὰ παρακολουθήσωσι πλεῖστα ἄλλα μέτρα, καὶ εἶπον εἰς ὑμᾶς, ὅτι ὑπῆρχε συμπεφωνημένον ἕτερον δάνειον εἰς χρυσὸν πρὸς τὴν τροπὴν τῶν προσωρινῶν δανείων εἰς πάγια, ὑπῆρχεν ἐπίσης συμπεφωνημένον ἄλλο δάνειον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, συγχωνεῦον ἄλλα δάνεια, ἐπιτραπέντα πρὸ καιροῦ καὶ ἀπέναντι τῶν ὁποίων εἶχον προκαταβληθῆ ἱκανὰ ποσὰ ἐκ τῶν τακτικῶν προσόδων τοῦ Δημοσίου, ὑπῆρχον καὶ ἄλλα μέτρα ἕτοιμα, δεόμενα πάντα ὁριστικοῦ καταρτισμοῦ, οὗ ἄνευ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τελεσφορήσῃ ἡ πολιτικὴ, ἣν θὰ ἐνεκαίνιζεν ἡ ὑπογραφὴ τῆς συμβάσεως καὶ ἧς ἡ ἐφαρμογὴ θὰ ἦτο ἡ μόνη δικαιολογία τῶν βαρῶν, ἅτινα διὰ τῆς συμβάσεως θ’ ἀνελάμβανεν ἡ Πολιτεία. Θὰ ἦτο δὲ ἀσυνείδητος ἡ Κυβέρνησις, ἥτις, γινώσκουσα ὅτι δὲν ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος, θὰ ἀνελάμβανε τὰ τοῦ δανείου καὶ τὰ τῶν συνεπειῶν αὐτοῦ. Ἡ ὑπογραφὴ τοῦ δανείου θὰ ἦτο ἡ πρώτη πρᾶξις, ἀλλ’ ὁ προβαίνων εἰς αὐτὴν ἔδει νὰ γινώσκῃ, ὅτι ἡ πολιτικὴ, ἡ κανονίσασα τὰ τῆς πράξεως ταύτης, θὰ διήρκει ἐπί τινα ἔτι χρόνον, ἕως οὗ τὰ κατ’ αὐτὴν ἀρτιωθῶσιν. Οἱ ὅροι οὗτοι δὲν συνέτρεχον, καὶ ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ ἀποχωρήσωμεν. Ἔπρεπεν ὅμως ἰδίως ν’ ἀποχωρήσωμεν καὶ δι’ ἕτερον εἰδικώτερον λόγον. Ἡ ἐξέγερσις ἡ τότε παρὰ πολλῶν ἐθεωρεῖτο στρεφομένη καθ’ ἡμῶν προσωπικῶς, καὶ οὐχὶ κατὰ τῶν μέτρων ἡμῶν, καὶ οὐχὶ κατὰ τῆς συμβάσεως, ἥτις προέκειτο νὰ ὑπογραφῇ, καὶ ἐπιστεύετο παρὰ πολλῶν, ὅτι, ἐὰν ἡμεῖς ἀπαχωροῦμεν, θὰ ἔπαυεν ἡ ἐξέγερσις, καὶ θὰ ἐξέλειπον οἱ περὶ τῆς σκοπιμότητος τῆς συμβάσεως δισταγμοὶ, οἱ καθιστῶντες ἀναγκαίαν τὴν παρουσίαν τῆς Βουλῆς· οὕτω δὲ καθίστατο ἐφικτὴ δι’ Ὑπουργείου νέου, μὴ προκαλοῦντος τὴν τέως ἀντίδρασιν, ἡ ὑπογραφὴ τῆς συμβάσεως, ὡς εἶχε, παρεχόντων ἡμῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο πᾶσαν ὑποστήριξιν πρὸς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου. Ἐπὶ τοιούτοις λοιπὸν ὅροις ἀπεχωρήσαμεν, καὶ περιεμένομεν νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἡ σύμβασις ἤθελεν ὑπογραφῆ παρὰ Ὑπουργείου ἄλλου. Εὐθὺς ὅμως, ὡς τὸ διαδεχθὲν ἡμᾶς Ὑπουργεῖον δὲν ἐνόμισε πρέπον νὰ προβῇ εἰς τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ ὁρίου, τοῦ τεθειμένου ὑπὸ τῶν μεθ’ ἡμῶν συναλλαττομένων, οὐδεὶς πλέον ὑπῆρχε λόγος, ἵνα μὴ συγκληθῇ ἡ Βουλή. Ὅσα δὲ σήμερον ἠκούσατε, ὅλα ἔχουσιν ἀφετηρίαν τὴν ἀναίρεσιν τῶν θεσμῶν τῆς χώρας, ἣν παρήγαγεν ἡ ἐπιθυμία τῶν τότε κυβερνώντων, ὅπως ἀναλάβωσι τὴν κυβέρνησιν ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς Βουλῆς, ἄνευ τῆς κυρώσεως τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν διὰ τῆς ἀποδείξεως, ὅτι ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς τοῖς παρέχεται, ἵνα ἀναλάβωσι τοιοῦτον ἔργον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔλεγε πρὸ ὀλίγου: «Καὶ τί ἠθέλομεν τὴν Βουλήν; τί εἴχομεν νὰ παρουσιάσωμεν εἰς αὐτήν; Πρὸς τί ἠθέλομεν φέρει ἐδῶ τοὺς Βουλευτὰς, ἀφοῦ οὐδὲν σχέδιον εἴχομεν, ἵνα τοῖς ὑποβάλωμεν;» Ἄρα τοῦτο ἦτο τὸ καθῆκον Κυβερνήσεως πρὸς Βουλὴν, ἐξ ἧς δὲν ἀπέῤῥεε, μεθ’ ἧς οὐδεμίαν εἶχε σχέσιν; τοιαύτη πρὸς τὴν Βουλὴν ὀλιγωρία ἦτο ἀνεκτὴ καὶ μάλιστα παρὰ Ὑπουργείου, σχηματισθέντος μονομερῶς ὑπὸ τοῦ Στέμματος καὶ μηδεμίαν προσάγοντος ἔνδειξιν ὑποστηρίξεως καὶ ὑπὸ τῆς ἑτέρας ἐν τῷ Κράτει ἐξουσίας; Τὸ Στέμμα ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ σχηματίζῃ τὰς Κυβερνήσεις κατὰ τὴν πεποίθησιν αὑτοῦ, ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν φέρῃ ἐκ τοῦ σχηματισμοῦ της τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ἔχει τὸ καθῆκον εὐθὺς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιζήτησιν τῆς ἀποδείξεως ταύτης, ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ζητήσῃ εἴτε παρὰ τῆς ὑφισταμένης Βουλῆς, εἴτε παρὰ νέας Βουλῆς, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ὑπάρχουσι λόγοι, ἵνα προκληθῇ ἡ ψῆφος τοῦ ἔθνους, ὅπως ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς αὐτό. Ὑπουργεῖον, μὴ φέρον τὸ τεκμήριον τῆς πρὸς αὐτὸ ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ διὰ τῆς δεδηλωμένης γνώμης τῆς Βουλῆς, ἠδύνατο νὰ διεξαγάγῃ ζήτημα, ὁποῖον τὸ εἰς ἐπίλυσιν προβαλλόμενον εἰς τοὺς προκατόχους ἡμῶν, ὅτε ἀνέλαβον τὴν ἐξουσίαν; Τὰ ἐκ τῆς διατηρήσεως ἢ τῆς ἀπεμπολήσεως τῆς δημοσίας πίστεως ἀποῤῥέοντα ζητήματα ἠδύναντο νὰ διεξαχθῶσιν ὑπὸ Κυβερνήσεως μὴ τολμώσης νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, μὴ τολμώσης νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, μηδὲ συγκαλούσης τὴν Βουλήν, μηδὲ διαλυούσης τὴν Βουλήν, καὶ καταδεδικασμένης, ἵνα διανύσῃ βίον ἐφήμερον καὶ καχεκτικὸν, ἕως οὗ αἱ ἐκ τῶν θεσμῶν διορίαι ἀναγκάσωσιν αὐτὴν εἰς ἀποχώρησιν; Τοιαύτη Κυβέρνησις δὲν συνεκάλει τὴν Βουλὴν, διότι δὲν ἐτόλμα νὰ τὴν ἀντιμετωπίσῃ, δὲν προεκάλει τὸν λαὸν, ὅπως στείλῃ νέους ἀντιπροσώπους, διότι ἤξευρεν, ὅτι οἱ νέοι ἀντιπρόσωποι ἤθελον ἀπομακρύνει αὐτὴν ἐκ τῆς ἐξουσίας καὶ ἤθελον φέρει εἰς αὐτὴν τοὺς ἱκανοὺς, ἵνα τὸ ζήτημα τοῦτο διεξαγάγωσι, διότι μόνοι ἱκανοὶ εἰς διεξαγωγὴν τοιούτου ζητήματος εἶναι οἱ δυνάμενοι νὰ στηριχθῶσιν εἰς τὴν πεποίθησιν τοῦ λαοῦ. Οὐ μόνον δὲν ἠδύναντο νὰ στηριχθῶσιν εἰς τὴν πεποίθησιν τοῦ ἔθνους οἱ τέως Ὑπουργοὶ, ἀλλ’ ἐγίνωσκον, ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ στηριχθῶσιν εἰς αὐτὴν, ἡ δὲ μὴ σύγκλησις τῆς Βουλῆς μαρτυρεῖ, ὅτι εἶχον τὴν βεβαιότητα, ὅτι ἡ Βουλὴ κατεδίκαζε τὰ παρ’ αὐτῶν πραττόμενα. Ἐν τοιούτῳ δὲ παραστήματι προβάντες εἰς διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν, ἠδύναντο νὰ φθάσωσιν εἰς τέλος ἄλλο ἢ εἰς τὴν καταστροφὴν, πρὸ τῆς ὁποίας συζητοῦμεν; Ὅσοι ἠκούσατε τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ τῆς ἀναπτύξεως, τῆς γενομένης παρ’ αὐτοῦ περὶ τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ εὗρον τὰ πράγματα οἱ διαδεχθέντες ἡμᾶς, ὅτε ἀπεχωρήσαμεν ἀπὸ τῆς ἐξουσίας, καὶ περὶ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα προεβάλλοντο εἰς ἐπίλυσιν πρὸς αὐτοὺς, ὅλοι εἴχετε τὴν ἀντίληψιν τῆς ἀνεπαρκείας Ὑπουργείου, οὕτω κρίνοντος, πρὸς τὸ μέγεθος τῶν περιστάσεων. Τοιαύτη ἀνεπάρκεια ἀδύνατον ἦτο νὰ παρουσιασθῇ παρὰ Ὑπουργείῳ, τυγχάνοντι τῆς ὑποστηρίξεως τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους καὶ διαμορφοῦντι τὴν γνώμην αὐτοῦ ἐν δημοσίαις τῆς Βουλῆς συζητήσεσι. Τὴν ἐνδεχομένην ἀνεπάρκειαν τῶν προσώπων θ’ ἀνεπλήρου τὸ σθένος, ὅπερ θὰ μετέδιδεν εἰς αὐτὰ ἡ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπικοινωνία καὶ αἱ ἐκ τῆς γνώμης αὐτῆς ἐμπνεύσεις. Ἡ Βουλὴ εἶναι πάντοτε ἐπαρκὴς πρὸς τὸ ἐθνικὸν αὐτῆς ἔργον. Ἐνδέχεται τὸ καθῆκον τῆς Βουλῆς νὰ ᾖναι δυσχερὲς, ἀλλὰ διὰ τὴν Βουλὴν δὲν ὑπάρχει ἀδιέξοδον. Τὸ κῦρος εἰς τὴν διέξοδον προσδίδεται ἐκ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, καθοδηγουμένης ἐκ τῆς θελήσεως, ὅπως ἐνεργήσῃ κατὰ τὸ δίκαιον καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς χώρας. Ἐὰν τὰ προβλήματα, ἅτινα προεβάλλοντο εἰς ἐπίλυσιν πρὸς τοὺς τέως Ὑπουργοὺς, ἦγον εἰς λύσεις, αἵτινες, καθ’ ἑαυτὰς ἐξεταζόμεναι, δὲν ἱκανοποίουν τὰς εὐχὰς τοῦ ἔθνους, μόνη ἡ Βουλὴ θὰ ἦτο ἐπαρκὴς πρὸ τοιούτων προβλημάτων. Ὅταν τῶν προβλημάτων τούτων δίδεται ἡ λύσις παρὰ τῆς Βουλῆς, ἡ ἐν σχέσει πρὸς τὰς περιστάσεις συμφερωτέρα εἰς τὸ ἔθνος καὶ ἡ μᾶλλον συνᾴδουσα πρὸς τὴν τιμὴν αὐτοῦ εἶναι πάντοτε ἐπαρκής. Τὸ παράπονον σήμερον τοῦ ἔθνους, τὸ παράπονον ἡμῶν εἶναι μὲν, ὅτι αἱ λύσεις αἱ δοθεῖσαι, αἱ καθ’ ἑαυτὰς κακαὶ, ἠδύναντο νὰ ὦσι πολὺ ὀλιγώτερον κακαὶ, ἀλλ’ εἶναι κυρίως τὸ παράπονον, ὅτι αἱ λύσεις δὲν ἐδόθησαν παρ’ ἐκείνων, οἵτινες εἶχον τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ δώσωσιν αὐτὰς, ἔχομεν δὲ καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν ἐδίδοντο παρ’ ἐκείνων, δὲν θὰ ἐδίδοντο τοιαῦται, ὁποῖαι ἐδόθησαν. Σήμερον ἔχομεν πρὸ ἡμῶν τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ἡ ἑξάμηνος ἐνέργεια Ὑπουργείου, ἐστερημένου τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ ἔθνους, μὴ ἀνταποκρινομένου πρὸς τὴν γνώμην αὐτοῦ, μὴ συμπράξαντος μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, καὶ ἐκτελέσαντος ἔργα, ἅτινα γινώσκει, καὶ ἐδήλωσεν ὅτι γινώσκει, ὅτι θ’ ἀπεκρούοντο παρὰ τοῦ ἔθνους. Ποῖα δὲ εἶναι ταῦτα; Τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως εἰς χρυσὸν καὶ ὁ καταρτισμὸς τοῦ συνδικάτου. Διὰ τῶν τριῶν τούτων μέτρων ἐνόμιζεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ δράσῃ σωστικῶς ἐπὶ τὴν κατάστασιν. Τὴν ἀποτυχίαν τῶν μέτρων τούτων δὲν ἠρνήθη ὁ τέως Ὑπουργός· ὡμολόγησεν, ὅτι ἀπέτυχε τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, ἀλλ’ ἀπέτυχεν ὄχι διὰ τὰ ἐλαττώματα, τὰ ἐγκείμενα εἰς αὐτὸ, ἀπέτυχε διότι ἐπετέθη κατ’ αὐτοῦ λυσσωδῶς ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ἡ ἐπίθεσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐφ’ ὅσον ἔχω γνῶσιν αὐτῆς ἐκ τῶν ἐφημερίδων, — διότι ταύτην ὑποθέτω, ὅτι ἐννοεῖ τὴν ἐπίθεσιν, — περὶ οὐδὲν ἄλλο ἐστράφη, εἰμὴ περὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴδομεν καὶ τὸν τέως Ὑπουργὸν ἀναγνωρίζοντα κατ’ ἀρχὴν, τουτέστιν ὅτι τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως δὲν ἀποτελεῖ τὴν ἐπάρκειαν. Διότι δὲν ἔρχομαι ἐγὼ νὰ ἐξετάσω τὰ παρὰ τῆς τέως Κυβερνήσεως γενόμενα ἐν σχέσει πρὸς τὰ πρόσωπα τῶν Ὑπουργῶν. Τὸ ὅτι, ἐλθόντες οἱ Ὑπουργοὶ εἰς τὰ πράγματα, ἐπηγγέλθησαν ὅτι θὰ ἐπολιτεύοντο ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τῆς ἐπαρκείας, καὶ κατόπιν ἐπολιτεύθησαν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τῆς κεφαλαιώσεως, ταῦτα ὀλίγην ἔχουσι σημασίαν δι’ ἐμὲ, διότι ὀλίγην ἔχει σημασίαν ἐν τῷ καθεστῶτι ἡ τέως Κυβέρνησις καὶ ἡ προσωπικότης τῶν ἀποτελούντων αὐτήν. Ἀλλ’ ὅ,τι ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν εἶναι ἡ κατάστασις, ἥτις ἤγαγεν εἰς τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως. Καὶ ἐνταῦθα λησμονεῖ ὁ τέως Ὑπουργὸς, ὅτι τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως εἶναι ἡ δευτέρα, ἡ παρεπομένη πρᾶξις, ἡ δὲ πρώτη καὶ κυρία πρᾶξις εἶναι ἡ τῆς πτωχεύσεως, καὶ τὰ περὶ ταύτης ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, διότι αὕτη ἀποτελεῖ τὸ μέγα ζήτημα, τὰ δὲ κατόπιν εἶναι διαῤῥύθμισις προσωρινὴ ἢ διαρκὴς τῶν συνεπειῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἡ τέως, ὅτε ἐπέστη ἡ διορία τῆς πληρωμῆς τοῦ τοκομεριδίου εἰς χρυσὸν, ἠρνήθη νὰ πληρώσῃ εἰς χρυσόν· ἂν προσήνεγκεν ἀντὶ χρυσοῦ ὁμολογίαν καὶ ἂν τὸ προσφερόμενον εἶχεν ἢ δὲν εἶχε νόμιμον ἢ πραγματικὴν ἀξίαν καὶ τίνα, τοῦτο οὐδαμῶς ἐνδιαφέρει· εὐθὺς ὡς εἰς τὸν ζητοῦντα ἀντὶ τοῦ τοκομεριδίου αὐτοῦ τὸν χρυσὸν ἀντέταξεν ἄρνησιν, ἔχομεν τὴν πτώχευσιν. Ἡ πτώχευσις λοιπὸν εἶναι τὸ γεγονὸς τὸ σπουδαῖον, τὸ μεταβαλὸν τὴν κατάστασιν, καὶ ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ μέτρων, ἅτινα θὰ σημάνωσι τὴν πτώχευσιν, λέγω, ὅτι τὸ σήμαντρον τῆς πτωχεύσεως ἐστήθη ἤδη ἀπὸ τῆς 3 Μαΐου, ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν εἰσήρχοντο εἰς τὸ φρενοκομεῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς μετὰ τῶν συναδέλφων αὐτοῦ. Ἐσήμανε δὲ τὸ σήμαντρον τῆς πτωχεύσεως ἐπὶ πάντων τῶν εἰς χρυσὸν δανείων, πλὴν τοῦ δανείου τοῦ Μονοπωλίου καὶ τοῦ δανείου τῶν 16,500,000 δραχμῶν. Εἶναι ἄρα ἡ πτώχευσις γεγονὸς ἀναμφήριστον, πανθομολόγητον καὶ ἀποτελοῦν τὸ παραδοθὲν εἰς τοὺς διαδόχους καθεστὼς ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν τῆς 3 Μαΐου. Ἐρχόμεθα δὲ τώρα εἰς τὰ μετὰ τὴν πτώχευσιν. Τὰ μετὰ τὴν πτώχευσιν ἐκανονίσθησαν ὑπὸ τῆς τέως Κυβερνήσεως ἐν μέρει διὰ δανείου προσωρινοῦ, τοῦ τῆς κεφαλαιώσεως. Καὶ ἐδῶ ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν, διατὶ νὰ προβῶμεν διὰ τοιούτου προσωρινοῦ δανείου, ἐπιβαρύνοντος τὸ Δημόσιον σπουδαίως εἰς τὰ τῆς διαῤῥυθμίσεως τῆς καταστάσεως τῆς μετὰ τὴν πτώχευσιν, καὶ νὰ μὴ προβῶμεν διὰ τοῦ μόνου μέτρου, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς Κράτος ἐντίμως διαχειριζόμενον τὰ καθ’ ἑαυτό; Ἐρωτᾷ ὁ κ. Βουλευτής, τί ἤθελε πράξει ἡ Βουλή, ἐὰν συνεκαλεῖτο μετὰ τὴν πτώχευσιν; Ἤθελεν ἐπιδιώξει, ὅπως ἐξέλθῃ τῆς πτωχεύσεως ἐντίμως καὶ ταχέως διὰ συνεννοήσεως πρὸς τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους, ἐν τῇ συνεννοήσει δὲ πρὸς τοὺς πιστωτὰς δὲν θὰ ἐπεζήτει ἵνα ἐπιτύχῃ μονομερῶς τοὺς ὅρους τοῦ συμβιβασμοῦ, ἀλλὰ θὰ ἐδήλου, ὅτι ἔχει τὴν θέλησιν, ἵνα πράξῃ πᾶν ὅ,τι δύναται, ὅπως μειώσῃ τὴν ζημίαν αὐτῶν, ὅτι θέλει καταβάλει τὸ Δημόσιον ἐτησίως ὅ,τι, ἐντεῖνον τὰς δυνάμεις αὐτοῦ, δύναται ν’ ἀποδώσῃ ἕως τοῦ ἀνωτάτου ὅρου, ἤτοι ἐκείνου, ὃν δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ ἄνευ κινδύνου νέας πτωχεύσεως. Ὅταν οὕτω προσενεχθῇ πρὸς τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους, ὅταν παραστήσῃ πρὸς αὐτοὺς ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τοῖς δίδει πᾶν ὅ,τι συμφέρει εἰς αὐτοὺς νὰ ἀπαιτήσωσι, δὲν τοῖς δίδει δὲ μόνον ὅ,τι δὲν τοῖς συμφέρει νὰ δεχθῶσι, διότι ὑπερμέτρως ἐπιβαρύνοντες τὸ Κράτος θὰ παρασκευάσωσι νέας εἰς ἑαυτοὺς ζημίας, βεβαίως ἡ συνεννόησις θὰ ἦναι εὐχερής, διότι εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον θὰ συμπίπτῃ καὶ τῶν πιστωτῶν καὶ τοῦ Κράτους τὸ συμφέρον. Τούτων οὕτως ἐχόντων, τί θὰ ἔπραττεν ἡ Βουλὴ, συνερχομένη ἐγκαίρως; Βεβαίως δὲν θὰ παρεδέχετο πρότασιν περὶ δανείου κεφαλαιώσεως, βεβαίως δὲν θὰ ἐπέτρεπεν, ὅπως τὸ Δημόσιον εἴπῃ πρὸς τὸν δανειστήν: «ἢ δέχεσαι τὸ ὁμόλογον τοῦτο, ἢ οὐδὲν λαμβάνεις», βεβαίως δὲν θὰ ἐπέτρεπεν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ κατέλθῃ ἕως τῶν παρασκηνίων τῶν χρηματιστηρίων καὶ κλείσῃ ἐκεῖ συμφωνίας περὶ συνδικάτων ἐξ ἐκείνων, αἵτινες κατὰ τὰς πλείστας τῶν νομοθεσιῶν θὰ ἐξέθετον εἰς καταδίωξιν τοὺς συμβληθέντας. Δὲν δύναται ἡ πίστις ἡ ἐθνικὴ ν’ ἀνορθωθῇ διὰ συνδικάτων, δὲν δύναται ἡ πίστις ἡ ἐθνικὴ ν’ ἀνορθωθῇ διὰ ψυχολογικῆς βίας πρὸς τὸν πιστωτὴν, τὸν ἔχοντα τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ χρυσὸν καὶ δεχόμενον ἀντ’ αὐτοῦ ὁμόλογον, τὸ ὁποῖον ἄδηλον εἶναι, ἂν θὰ δυνηθῇ νὰ ἀνταλλάξῃ ἔστω καὶ ἀντὶ ἐλαχίστου ποσοῦ. Καὶ ὅταν τοιαῦτα διέπραξεν ἡ Κυβέρνησις, θελήσασα μετὰ τὴν πτώχευσιν νὰ διακανονίσῃ τὸ ζήτημα διὰ δανείου κεφαλαιώσεως, πιέζουσα ψυχολογικῶς τοὺς ἔχοντας δικαίωμα ἐπὶ τοῦ Δημοσίου, διὰ συνδικάτων ἐξασφαλίζουσα τιμὰς ὑπὲρ τμήματος τῶν χρεωγράφων τούτων καὶ ὄχι ὑπὲρ ἄλλων, ἀδικοῦσα τούτους καὶ ὠφελοῦσα ἐκείνους διὰ τιμῆς ὑπὸ τοῦ συνδικάτου κανονιζομένης, ὅταν τὴν εἰς χρυσὸν φορολογίαν, τῆς ὁποίας μόνη δικαιολογία ὑπῆρχε, κατὰ τὴν ἐπαγγελίαν τῆς εἰσαγαγούσης τὸν νόμον εἰς τὴν Βουλὴν Κυβερνήσεως, ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ἐν συνδυασμῷ πρὸς δάνειον εἰς χρυσὸν, δι’ οὗ θὰ ἐμειοῦτο ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος, ὅταν τὴν εἰς χρυσὸν φορολογίαν ἐπιβάλλῃ ἡ Κυβέρνησις ἐν συνδυασμῷ πρὸς μέτρον, ὅπερ ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ὕψωσιν τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος μέχρις 88 τοῖς ἑκατὸν, ὅταν τοιαῦτα ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, αὐτοβούλως ἐργασθεῖσα, — διότι αὐτοβούλως ἐργάζεται Κυβέρνησις, ἥτις οὐδεμίαν ἐντολὴν εἶχε παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, — θαυμάζετε ὅτι ἡμεῖς, ἐλθόντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὐχὶ ὡς οἱ προκάτοχοι ἡμῶν, ἐλθόντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως καὶ στηριζόμενοι εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως, θαυμάζετε ὅτι πρῶτον ἡμῶν καθῆκον ἐλογίσθημεν νὰ θέσωμεν ἐκποδὼν πάντα ταῦτα, τὰ ἐπιπροσθοῦντα εἰς τὴν ἐνέργειαν, εἰς ἣν δέον ἤδη νὰ ἐπιδοθῶμεν πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς τιμῆς τοῦ ἔθνους; Ἐξομαλίσαντες οὕτω τὴν ὁδὸν πρὸς τὴν ἀνόρθωσιν, δυνάμεθα ν’ ἀποταθῶμεν πρὸς τοὺς πιστωτὰς ἡμῶν καὶ νὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτοὺς, ὅτι θέλομεν διὰ συμβιβασμοῦ νὰ καταργήσωμεν τὴν πτώχευσιν, ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν ν’ ἀσκήσωμεν ἐπ’ αὐτοὺς ψυχολογικὴν βίαν, προσφέροντες ὁμόλογα ἀντὶ χρήματος καὶ ὑποστηρίζοντες τὴν ἀξίαν τούτων ἢ ἐκείνων τῶν προσφερομένων ὁμολόγων διὰ συνδικάτων, ὅτι ζητοῦμεν ἵνα προέλθωμεν εἰς συνεννόησιν μετ’ αὐτῶν κατὰ τὰ νενομισμένα τῶν οἰκείων χρηματικῶν ἀγορῶν, θὰ προέλθωμεν δὲ φέροντες πρὸς αὐτοὺς προτάσεις, ἁρμοζούσας εἰς ἔθνος, ἔχον τὴν συνείδησιν τῶν χρηματικῶν αὐτοῦ ὑποχρεώσεων. Οἱ πιστωταὶ, ὅταν ἔχωσιν ἐνώπιον αὐτῶν Κυβέρνησιν, κεκτημένην πᾶσαν τὴν δύναμιν, ἵνα πράξῃ ὅ,τι ἐπιβάλλεται εἰς τὸ ἔθνος, διὰ τῆς παρεχομένης εἰς αὐτὴν ὑποστηρίξεως ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ὅταν βλέπωσι τοιαύτην Κυβέρνησιν θέτουσαν ἐκποδὼν τὰ παρὰ τῶν προκατόχων αὐτῆς διαπραχθέντα, δι’ ὧν ἠθέλησαν οὗτοι νὰ ὑποκλέψωσι τὴν πρὸς αὐτοὺς ὀφειλὴν, ὅταν βλέπωσι τὴν Κυβέρνησιν ταύτην ἔχουσαν πλήρη τὴν συνείδησιν τῶν ὑποχρεώσεων, τῶν ἀποῤῥεουσῶν ἐκ τῆς νέας καταστάσεως, οὐ μόνον εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως χάριν τοῦ ἐν τῷ μέλλοντι κανονισμοῦ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους θὰ ἦναι ἕτοιμοι νὰ προέλθωσιν, ἀλλὰ βεβαίως αὐτοὶ πρῶτοι θὰ ὑψώσωσι φωνὴν ὑπὲρ τῆς ἀνορθώσεως τῆς ὑπολήψεως τοῦ Κράτους ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, αὐτοὶ θὰ παραστήσωσιν, ὅτι ἐν ταῖς δυσχερείαις αὐτῆς πρωτίστη μέριμνα τῆς Ἑλλάδος εἶναι νὰ μὴ ὑπολειφθῇ τοῦ καθήκοντος ἐν τῇ ἐπιδιώξει τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς πρὸς τοὺς πιστωτάς της, ὅτι ἡ Ἑλλὰς καὶ ἐν τοῖς ἀτυχήμασιν, ὅπως καὶ ἐν τοῖς εὐτυχήμασιν, εἶναι ἀξία τοῦ ὀνόματος αὐτῆς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 10 μ. μ.