1893.11.11
1.813 στίχοι · 14.038 λέξεις · 60 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 8
τῆς 11 Νοεμβρίου 1893.
(Πέμπτη).
Ὥρα 4 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς κατήρτισα εἰδικὴν ἐπιτροπὴν πρὸς μελέτην τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἀποτελεῖται ἐκ 35 Βουλευτῶν, ὧν οἱ πλεῖστοι εἶναι ἀντιπρόσωποι σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἤτοι ἐκ τῶν κ. κ. Μιχ. Κωτσάκου, Ἀλεξ. Σκουζὲ, Κωνστ. Βαλτινοῦ, Σπυρ. Μαυρομμάτη, Νικ. Σπυρακοπούλου, Ἀριστ. Πετροπουλάκη, Κ. Ἀργασάρη Λομβάρδου, Γεωργίου Ρώμα, Γεωρ. Κρεστενίτου, Χρ. Στεφανοπούλου, Διον. Παυλοπούλου, Ἀλεξ. Φωτήλα, Λεων. Πετιμεζᾶ, Ὀδυσσέως Λαμπροπούλου, Περ. Πεῤῥωτοῦ, Γεωρ. Θεοτόκη, Κωνστ. Χρηστοπούλου, Ἀναστ. Δημητριάδου, Ἰω. Τσιμάρα, Θεοφρ. Μεταξᾶ, Στεφ. Κοπανίτσα, Δημ. Ματάλα, Ἠλ. Ζέγγελη, Ἰω. Τρικούπη, Παν. Μερλοπούλου, Ἀντ. Καρατζᾶ, Ἀλεξ. Ἀντωνοπούλου, Ἀσημάκη Χριστοπούλου, Νικ. Παπαλέξη, Θάνου Κανακάρη, Ἀχ. Χοϊδᾶ, Ἀντ. Ρικάκη, Σπ. Γρίβα, Εὐσταθ. Κοκκέβη καὶ Χρ. Καραβίτου. Παρακαλῶ δὲ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ὅπως συνέλθωσι καὶ ἐργασθῶσι. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τις τὸν λόγον;
§2ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Καΐρης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον.
§4ΚΑΪΡΗΣ. Ὁ βασιλικὸς λόγος, κύριοι Βουλευταί, θέτει ἐνώπιον ἡμῶν τὸ ὅλον οἰκονομικὸν ζήτημα μὲ βάσιν ἐντελῶς νέαν ἐκείνης, ἐπὶ τῆς ὁποίας μέχρις σήμερον ἐστηρίζετο. Ἡ ἐπάρκεια τῆς χώρας ἔπαυσε νὰ θεωρῆται ὡς ἀσφαλὴς βάσις πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων καὶ πρὸς ἀκεραίαν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν. Τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως τῶν τόκων τινῶν ἐκ τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν δανείων θεωρεῖται, κατὰ τὸν βασιλικὸν λόγον, ὡς σταθμὸς ἀνέσεως πρὸς τὴν μᾶλλον ἐπισταμένην ἔρευναν τῶν καθ’ ἡμᾶς, ὡς ἔδαφος δὲ καὶ χρόνος πρὸς τὴν σκοπιμωτέραν διευθέτησιν τῶν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἡ κεφαλαίωσις αὕτη, συνδυαζομένη πρὸς τὴν μελετωμένην ἐνίσχυσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ πρὸς τὴν βαθμιαίαν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θέλει συντελέσει εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν τῶν τοῦ Κράτους πραγμάτων. Ταῦτα ἀγγέλλει ὁ βασιλικὸς λόγος, χαλεπά! Καὶ ὄντως, οἱ σημερινοὶ καιροὶ εἶναι οἱ χαλεπώτεροι ὅλων, ὅσους διῆλθεν ἡ πατρὶς ἀπὸ τῆς ἀναγεννήσεώς της μέχρι σήμερον. Οὐδέποτε τὸ Κράτος εὑρέθη εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν ἀδυναμίαν, οὐδέποτε περιῆλθεν εἰς τοιαύτην ἀπόγνωσιν περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ μέλλοντός του, ὅσον κατὰ τοὺς σημερινοὺς καιρούς, τοὺς ὁποίους παρεσκεύασεν ὄχι ἀπρόοπτον ἐθνικὸν ἀτύχημα, ὄχι ἀτυχεῖς ἐθνικαὶ περιστάσεις, ἀλλὰ μακρὰ καὶ συνεχὴς κυβερνητικὴ πορεία, περὶ μεγάλα τυρβάζουσα καὶ βουλευομένη ἀνώτερα καὶ τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου καὶ τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ θέσεως. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται νὰ ζητηθῶσιν εὐθύναι περὶ τῆς ἐν γένει κυβερνητικῆς ἡμῶν πορείας· τὰ γεγονότα δυστυχῶς ἐπῆλθον, καὶ ἡ εὐθύνη τούτων δὲν ἀνήκει μόνον εἰς τὰς κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις· τὰ γεγονότα ἐπῆλθον μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον, μοιραίως καὶ τῇ ἀνοχῇ τοῦ ἔθνους. Ἐὰν ὑπάρχωσιν ὑπεύθυνοι τῆς οἰκτρᾶς οἰκονομικῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν περιήλθομεν, ὑπεύθυνοι, τολμῶ εἰπεῖν, εἴμεθα ὅλοι, διότι ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι, ὡς παρ’ ἡμῖν, αἱ Βουλαὶ ἠδύναντο νὰ θέσωσι χαλινὸν εἰς τὰς ὑπερβασίας τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, ἀλλ’ ἡ κομματικὴ φορὰ τῶν πολιτικῶν ἡμῶν πραγμάτων καὶ ἡ κακὴ ἐκτίμησις τῶν πραγματικῶν ἡμῶν δυνάμεων ἀπεπλάνησαν ἀτυχῶς καὶ Κυβερνήσεις καὶ Βουλὰς, καὶ πάντας, καὶ σήμερον δοκιμάζομεν τοὺς πικροὺς καρποὺς τῆς πλάνης ἡμῶν. Μακρὰν λοιπὸν ἡ ἔρευνα τῶν εὐθυνῶν καὶ τῶν ματαίων συζητήσεων, μακρὰν αἱ μομφαὶ περὶ τῶν ὑπευθύνων τῆς καταστάσεως ταύτης. Σήμερον τὸ πεπλανημένον παρελθὸν καταδικάζεται ἀμετακλήτως, σήμερον ὁμολογεῖται παρ’ ὅλων τὸ ἀπροχώρητον τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, καὶ πάντες, κύριοι Βουλευταί, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν δεόντων γενέσθαι, καὶ τὴν συζήτησιν ταύτην ἐπὶ τούτων νὰ στρέψωμεν, καὶ τὰς ἐρεύνας ἡμῶν πάσας ἐπ’ αὐτῶν νὰ στηρίξωμεν, τί πρέπει νὰ γείνῃ. Ναὶ, τί πρέπει νὰ γείνῃ, ἂς συζητηθῇ ἐν ἀταραξίᾳ, ἐν σοβαρότητι, ἐν εἰλικρινείᾳ, καὶ μετὰ σεμνότητος λόγου καὶ μετ’ ἐγκρατείας τῶν πολιτικῶν παθῶν. Μόνον τοιαύτη συζήτησις δύναται νὰ ἔχῃ πρακτικὸν καὶ ὠφέλιμον ἀποτέλεσμα, καὶ μόνον διὰ τοιούτου ἀποτελέσματος θέλομεν δυνηθῆ ἀληθῶς καὶ τοὺς κινδύνους ν’ ἀποφύγωμεν, καὶ τὴν βελτίωσιν τῶν τοῦ ἔθνους πραγμάτων μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον νὰ ἐπιτελέσωμεν. Καὶ ἐφθάσαμεν, Κύριοι, ἀληθῶς ὡς Κράτος, εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀδυναμίαν τοῦ νὰ ἐκπληρώσωμεν ἐμπροθέσμως καὶ ἀκεραίας πάσας τὰς πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν ὑποχρεώσεις. Ναί, ἐφθάσαμεν, καὶ τὸ φθάσιμον πιστοποιεῖ ἀξιωματικῶς τὸ Β. Διάταγμα τῆς 30 Μαΐου, τὸ πλάττον δάνειον χρεωλυτικὸν 4,000,000 λιρῶν στερλινῶν καὶ ἐπιβάλλον ἀναγκαστικῶς εἰς τοὺς ὁμολογιούχους τῶν δανείων τοῦ 1881, τοῦ 1884, τοῦ 1889, τοῦ 1890 νὰ λάβωσιν ἐπὶ πέντε ἑξαμηνίας διὰ τόκους καὶ χρεωλύσια, ἀντὶ νομίσματος πραγματικοῦ, ὁμολογίας τοῦ δανείου αὐτοῦ, τοῦ ἐπικληθέντος δανείου κεφαλαιώσεως. Τὸ πῶς ἐφθάσαμεν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο τῆς εἰκονικῆς πληρωμῆς, πάντες γινώσκετε ἐκ τῶν μακρῶν συζητήσεων, τῶν γενομένων κατὰ τὰς παρελθούσας συνόδους, καὶ ματαία ἡ ἐπανάληψις. Τὸ ἐὰν ἔπρεπε νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ μέτρον αὐτό, τὸ ἀτυχὲς ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, καὶ ποῦ ἔπρεπε νὰ φθάσωμεν, τοῦτο θέλω ἐξετάσει μετ’ ὀλίγον, ἱστορῶν συνοπτικῶς τὰ ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου μέχρι σήμερον λαβόντα χώραν γεγονότα. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὁ νῦν καὶ τότε ἔντιμος Πρωθυπουργός, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893, ὑπεστήριζε διὰ μακροτάτης ἐκθέσεως τὴν πληρότητα τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸς πάσας τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους· ἔλεγεν ὅτι προέβλεψε μετὰ πάσης τῆς δυνατῆς προνοίας τὰ βεβαιωθησόμενα ἔσοδα καὶ ἐκανόνισε μετὰ πάσης τῆς δυνατῆς φειδοῦς τὰ ἔξοδα, ὅτι ἐκ τῆς τοιαύτης προνοίας προέκυπτε πραγματικὸν περίσσευμα 14,690,000 δραχμῶν καί τινων ἑκατοστύων, ἐκ τοῦ ὁποίου περισσεύματος ἀφήρει 6 ἑκατομμύρια πρὸς συμψηφισμὸν τῶν τυχὸν καθυστερούντων ἐσόδων, συνεψήφιζε τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις πρὸς τὰς ἀναπληρωτικάς, καὶ ἔμενε καθαρὸν περίσσευμα 8,690,000 δραχμῶν, προωρισμένον δι’ ὑπηρεσίαν τοῦ συνομολογηθησομένου δανείου, ἤ, ἐν ἀποτυχίᾳ, διὰ συναλλαγματικὴν διαφορὰν τῶν εἰς μεταλλικὸν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους. Ὑπεστήριζε τουτέστι τὸ πλῆρες ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ μετὰ περισσεύματος εἰς νόμισμα πιστωτικόν, ὡμολόγει ὅμως, ὅτι ἡ συνομολόγησις δανείου ἐξωτερικοῦ, ποσοῦ τοὐλάχιστον ἴσου πρὸς τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια δύο ἐτῶν, ἦτο ἀναγκαιοτάτη διὰ τὸν διακανονισμὸν τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας. Ἐφρόνει ὅτι τὸ ἀντίκρυσμα τοῦ δανείου τούτου καταβάλλον ἐκ τῶν εἰσπράξεων εἰς τὰς Τραπέζας ἀπέναντι τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ περιορίζων αὐτὴν κατὰ 60,000,000, ποσὸν πλεονάζον δῆθεν τῶν πραγματικῶν ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας, ἤθελε κατορθώσει νὰ ὑπερτιμηθῇ ἡ ἀξία τοῦ πιστωτικοῦ νομίσματος εἰς τιμὴν μικρὸν παραλλάσσουσαν τοῦ ἀρτίου· καὶ τοῦ μέτρου τούτου ἐπιτυγχάνοντος, τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ ἦτο ἀσφαλὲς καὶ βέβαιον, τὸ δὲ Κράτος εἰσήρχετο ἐπὶ τέλους εἰς οἰκονομικὴν πορείαν ὁμαλὴν καὶ κανονικήν. Ἀλλὰ κατὰ τῆς γνώμης ταύτης ἠκούσθησαν κατὰ τὴν γενικὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ συζήτησιν καὶ γνῶμαι ἀντίθετοι, ὡς αἱ γνῶμαι τῶν ἐντίμων Βουλευτῶν Ἄρτης καὶ Μαντινείας, εἰς τὰς ὁποίας, ὡς ἀσθενεστάτη ἀπήχησις, προσετέθη καὶ ἡ ἰδική μου· καὶ ἀνεπτύχθη σαφῶς καὶ μετὰ πειθοῦς, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893 δὲν εἶναι ἐπαρκής, ὅτι τὰ μετὰ προνοίας προβλεφθέντα ἔσοδα εἶναι πολλῷ ὑπέρτερα τῶν πραγματικῶς βεβαιωθησομένων ἐσόδων, ὅτι τὰ μετὰ φειδοῦς κανονισθέντα ἔξοδα εἶναι πολλῷ ὑποδεέστερα τῶν πραγματικῶν ἐξόδων, καὶ ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ὄχι μόνον δὲν ἔχει περίσσευμα, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ πραγματικὸν ἔλλειμμα, ὑπερβαῖνον τὰ 20 ἑκατομμύρια· ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ συνομολόγησις δανείου οὐ μόνον δὲν ἤθελε βελτιώσει τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου, ἀλλ’ ἤθελε δεινώσει αὐτά, διότι ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου ἤθελε μὲν ἀναβάλει ἐπί τινα χρόνον, ἐπὶ δύο ἔτη, τὴν ἐκδήλωσιν τῆς πραγματικῆς ἀδυναμίας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ δανείου αὐτοῦ ἡ ἀδυναμία ἤθελεν ἐκδηλωθῆ δεινότερον καὶ ἡ οἰκονομικὴ κρίσις ἤθελεν εἶσθαι ὀξυτέρα. Πρὸς τὴν γνώμην ταύτην συνέπιπτον καὶ αἱ γνῶμαι τῶν ἐντίμων Βουλευτῶν Ἀττικῆς καὶ Λοκρίδος, διΐσταντο ὅμως ῥιζικῶς ὡς πρὸς τὴν βάσιν. Οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ Ἀττικῆς καὶ Λοκρίδος ἐπίστευον εἰς τὴν ἐπάρκειαν τῆς χώρας, καὶ ὅτι ἡ χώρα ἠδύνατο νὰ ἐκπληρώσῃ ἀκεραίας πάσας αὐτῆς τὰς ὑποχρεώσεις. Τὴν φαινομένην ἀνεπάρκειαν ἀνῆγον εἰς ζήτημα δημοσιονομικόν, εἰλικρινοῦς διαχειρίσεως καὶ εὐκόσμου διοικήσεως. Καθ’ ἡμᾶς, ἡ ἀνεπάρκεια ἦτο πραγματική, καὶ οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ Ἄρτης καὶ Μαντινείας δὲν ἐδίστασαν νὰ εἴπωσιν ὅ,τι ἐπεβάλλετο αὐτοῖς ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ εἴπωσι, καὶ μετὰ πατριωτισμοῦ ἀληθῶς, τιμῶντος τὸ θάῤῥος τῆς γνώμης αὐτῶν, ὑπεστήριξαν ὅτι, ἀφοῦ τὸ Κράτος μόνον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου αὐτοῦ χρέους ἔχει ἀνάγκην ἐτησίως νὰ καταβάλλῃ 32 ἑκατομμύρια ὡς ἔγγιστα εἰς μεταλλικὸν καὶ 4,500,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ποσὸν μετὰ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς πολὺ ἀνώτερον τοῦ ἡμίσεως ποσοῦ τῶν ὅλων βεβαιουμένων ἐσόδων, ἡ ἀδυναμία τοῦ Κράτους ἦτο κατάδηλος, καὶ τὴν ἀδυναμίαν αὐτὴν οὔτε ἀθρόαι οἰκονομίαι, παραλύουσαι τὴν ἐν γένει διοίκησιν, οὔτε ἐπιβολὴ φόρων, καταπονοῦσα τὸν τόπον, ἦτο δυνατὸν νὰ θεραπεύσῃ, πολὺ δὲ περισσότερον ἡ συνομολόγησις δανείου, ἐπαυξάνουσα τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν, ἐν τοιαύτῃ περιστάσει· ὑπεστήριξαν, ὅτι εἰς τὸ Κράτος, εὑρισκόμενον ἐν τοιαύτῃ θέσει, ἐπιβάλλεται νὰ προβῇ εἰς ἔντιμον καὶ εἰλικρινῆ διακανόνισιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, κατὰ τρόπον, ὥστε καὶ τὸ Κράτος νὰ ἐπαρκῇ εἰς πάσας τὰς ἑαυτοῦ δαπάνας, καὶ εἰς τοὺς δανειστὰς νὰ παρέχηται ἡ ἐλπὶς τῆς ἐν δέοντι χρόνῳ πλήρους ἱκανοποιήσεως αὐτῶν. Ἀλλὰ τὴν γνώμην ἡμῶν ταύτην δὲν ἀπεδέχθη ἡ Βουλή, πολλοὶ δὲ ἐχλεύασαν τὴν γνώμην τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ τὴν ὠνόμασαν χρεωκοπίαν, ἡμᾶς δὲ μᾶς ἀπεκάλεσαν χρεωκόπους. Ὤ! πόσον ἤλλαξαν οἱ καιροί! Τετράμηνον χρονικὸν διάστημα ἤρκεσεν, ἀφ’ ὅτου ταῦτα ἐλέγομεν, διὰ νὰ ἀποδείξῃ πόσον ἡμεῖς εἴχομεν δίκαιον, καὶ πόσον ἐπλανῶντο οἱ εἰς τὴν ἐπάρκειαν πιστεύοντες. Ὁ βραχὺς αὐτὸς χρόνος καὶ ἡ ἀκαταμάχητος βία τῶν πραγμάτων ἠνάγκασάν τινας ἐκ τῶν ἀνδρῶν τῆς ἐπαρκείας νὰ ἔλθουν αὐτοὶ ὡς Κυβέρνησις καὶ νὰ κηρύξουν τὴν ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς τῶν χρεῶν, τοὺς δὲ ἀποτελοῦντας τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀσπασθῶσι τὴν γνώμην ἡμῶν, ὡς τὴν μόνην δυνατὴν καὶ σώζουσαν λύσιν. Ἡ τοιαύτη μεταβολὴ τῶν πραγμάτων καὶ ἡ ἀποδοχὴ τῆς γνώμης ἡμῶν ὡς γνώμης πάντων εἶναι ὁ μεγαλείτερος πολιτικὸς καὶ ἠθικὸς θρίαμβος τῆς γνώμης ἡμῶν, εἶναι ἡ ἐμφανεστάτη καταδίκη τῶν μεμφθέντων ἡμᾶς ὡς χρεωκόπων! Ἡ Βουλή, ὡς εἶπον, ἐπεκύρωσε τὸν προϋπολογισμὸν τῆς ἐπαρκείας, καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς παρελθούσης συνόδου καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ἠσχολήθη δραστηρίως εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ τόσον ἀναγκαίου εἰς αὐτὴν δανείου, καὶ τὸ δάνειον, εἰ καὶ ἠγγέλλετο ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ὡς συντελούμενον, προσέκοψε, φαίνεται, κατὰ προσκομμάτων, τὰ ὁποῖα ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποσυρθῇ τῆς ἀρχῆς. Ποῖα τὰ προσκόμματα τῆς ἀποτυχίας τοῦ δανείου; Ποῖοι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν, ὑποστηριζομένην παρὰ μεγάλης πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, ν’ ἀποσυρθῇ τῆς ἀρχῆς; Οὐδὲν, οὐδὲν ἀπολύτως ἡ Βουλὴ γινώσκει, καὶ ἄπορον πῶς μέχρι σήμερον δὲν ἐδόθη ὁ λόγος καὶ τῆς ἀποτυχίας τοῦ δανείου καὶ τῆς παραιτήσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ὁπωσδήποτε ὅμως, ἐπαναλέγω, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη εἶχεν ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893 ἤθελεν ἔχει πραγματικὸν περίσσευμα 9 ὡς ἔγγιστα ἑκατομμυρίων, ἡ ἀποτυχία τοῦ δανείου δὲν ὤφειλε νὰ τὴν ἀποθαῤῥύνῃ· ἠδύνατο τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἠσπάσθη, τῆς διευθετήσεως τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ τὴν ὁποίαν ἔρχεται νὰ ἐφαρμόσῃ σήμερον, ἠδύνατο νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ ἔκτοτε· ἀλλ’ ἀπεδειλίασε, φαίνεται, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ δὲν γνωρίζω, ἐὰν εἶχε δίκαιον, ἐλέγχων ἄλλοτε ἐκ τοῦ βήματος τούτου τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος καὶ πρώην Πρωθυπουργὸν, ν’ ἀποκαλέσῃ αὐτὸν δειλὸν, ὅταν ἐκεῖνος, πρὸ τῆς βίας τῶν ἡνωμένων στόλων τῶν Δυνάμεων, μὴ ἀναλαμβάνων τὴν εὐθύνην τοῦ ἀφοπλισμοῦ, παρῃτήθη τῆς ἀρχῆς. Ἡ Βασιλεία, εὑρεθεῖσα αἴφνης ἀντιμέτωπος πρὸς μεγάλην πλειονοψηφίαν ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ κ. Τρικούπη, πιστεύοντος εἰς τὴν ἐπάρκειαν, καὶ πρὸ τμήματος ἀντιπολιτεύσεως ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτοῦ, δεδηλωμένου ὑπὲρ τῆς ἐπαρκείας, δὲν ἔσφαλε, φρονῶ, πολιτικῶς, νὰ καλέσῃ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τοὺς ἄνδρας τῆς ἐπαρκείας, ὑπὸ τὴν προεδρίαν, ὡς ἔκρινε, τοῦ γηραιοῦ ἐκ Τριφυλίας πρώην Βουλευτοῦ, τοῦ ὁποίου αἱ οἰκονομικαὶ ἰδίως γνῶμαι συνέπιπτον πρὸς τὰς τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὡς εἶχον ἐκδηλωθῆ διὰ τοῦ τύπου ὀλίγον χρόνον πρὸ τῆς μεταβολῆς τῆς 27 Ἀπριλίου. Καὶ ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Σωτηροπούλου, πρόγραμμα πάνδημον ἔχουσα τὴν ἐμπρόθεσμον καὶ ἀκεραίαν πληρωμὴν πασῶν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, ἄνευ φόρων, ἄνευ δανείων, ἄνευ πτωχεύσεως, ἀλλὰ μόνον διὰ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Κράτους. Φροῦδαι ἐλπίδες! ὀλίγων ἡμερῶν κυβερνητικὴ ζωὴ ἤρκεσε νὰ διαλύσῃ τὰ περὶ ἐπαρκείας ὄνειρα καὶ πείσῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ὅτι οὔτε οἱ τακτικοὶ πόροι τοῦ Κράτους ἤρκουν διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ τοκομεριδίου τοῦ Ἰουνίου, οὔτε ἔκτακτοι ἐξευρίσκοντο προχείρως. Ἀτυχὴς οἰκονομικὸς συνδυασμὸς, ἐν Ἀργεντίνῃ τὸ πρῶτον ἐφαρμοσθεὶς, ὑπεδείχθη τῇ Κυβερνήσει τῆς ἐπαρκείας, καὶ ἐλήφθη ὡς σανὶς σωτηρίας, καὶ ἐθεωρήθη ὡς ἔδαφος ἀσφαλὲς πρὸς τὴν διαῤῥύθμισιν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους. Διεπραγματεύθη ἀμέσως πρὸς τὸν τραπεζίτην Χάμβρο περὶ ἐκδόσεως δανείου κεφαλαιώσεως 4,000,000 λιρῶν στερλινῶν, μὲ τόκον 5% καὶ χρεωλύσιον ½%, μὲ ἐγγυήσεις τοὺς εἰς χρυσὸν φόρους καὶ μὲ διαχείρισιν ἀσκουμένην παρὰ τῶν Τραπεζῶν Ἐθνικῆς, Ἰονικῆς καὶ Ἠπειροθεσσαλίας, σύστασιν Συνδικάτου πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ὁμολογιῶν καὶ ἀμοιβὴν διὰ τὴν προεξόφλησιν τοῦ ἡμίσεως τοκομεριδίου τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ λήξαντος Ἰουνίου. Καὶ διατὶ ὅλα ταῦτα, ἀφοῦ χρήματα πράγματι δὲν μᾶς ἐδίδοντο, ἡμεῖς δὲ αὐτογνωμόνως ἐπεβάλλομεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν ἀντὶ χρυσοῦ νὰ λαμβάνωσιν ὁμολογίας τοῦ δανείου τούτου; Διὰ νὰ παρασταθῇ τάχα, ὅτι τὸ δάνειον αὐτὸ, τὸ λεγόμενον κοινῶς Φαΐντιγγ, ἦτο δάνειον πραγματικόν; Βεβαίως τὸ Φαΐντιγγ δὲν εἶναι δάνειον ὑπὸ τὴν πραγματικὴν αὐτοῦ σημασίαν· εἶναι μέτρον ἀναβολῆς τῶν πληρωμῶν, ἀναβολὴ δὲ πληρωμῶν θὰ εἴπῃ ἀδυναμία πληρωμῶν, καὶ ἀδυναμία πληρωμῶν σημαίνει καθαρὰ–καθαρὰ πτώχευσις. Τὸ Φαΐντιγγ, ἢ ἡ κεφαλαίωσις ἐπὶ δύο ἥμισυ ἔτη τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῶν δανείων, εἶναι τὸ ἐπίσημον κήρυγμα τῆς πτωχεύσεως τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἐπετρέπετο εἰς τὴν τέως Κυβέρνησιν, ἐλθοῦσαν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν μὲ πρόγραμμα ῥητὸν, σαφὲς, κατηγορηματικώτατον πρὸς τὴν Βασιλείαν καὶ τὸ Ἔθνος περὶ ἐπαρκείας πλήρους καὶ περὶ ἀκεραίας ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, μετὰ 27 ἡμέρας ἀπὸ τῆς εἰς τὴν ἀρχὴν ἀνόδου της νὰ κηρύξῃ ἐπισήμως τὴν ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς τῶν χρεῶν; Ἡ τέως Κυβέρνησις δὲν δικαιολογεῖται ἐπὶ ἀγνοίᾳ τῶν πραγμάτων, ἢ ἐπὶ ὑπερβολικῇ καὶ αἰσιοδόξῳ ἐκτιμήσει αὐτῶν· οἱ τρεῖς τῶν τέως Ὑπουργῶν εἶναι μέλη τῆς παρούσης Βουλῆς· ἰδίως οἱ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Λοκρίδος διὰ τῶν μακρῶν ἐν τῇ Βουλῇ ἀγορεύσεων ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ τόπου ἀπέδειξαν πληρεστάτην γνῶσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων ἐν πάσαις ταῖς λεπτομερίαις. Οἱ ἕτεροι τῶν τέως Ὑπουργῶν ἦσαν Βουλευταὶ τῆς διαλυθείσης περιόδου, ἔκτοτε δὲ μέχρι σήμερον δὲν ἐχειροτέρευσεν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῶν πραγμάτων, ἔμεινε σχεδὸν ἡ αὐτή. Πρὸς τί λοιπὸν ἡ τοιαύτη κατάφωρος μεταβολὴ τῶν γνωμῶν; Ὁ πόθος τάχα τῆς ἐξουσίας εἶναι τόσον μέγα ἀγαθόν, ὥστε νὰ δικαιολογῇ τὴν ἀπότομον μεταβολὴν ἀρχῶν καὶ προγραμμάτων; Ἄλλη ὁδὸς ἔμενεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁδὸς τῆς ἀποχωρήσεως, εὐθὺς ὡς αἱ γνῶμαι αὐτῆς καὶ αἱ πεποιθήσεις δὲν συνεβιβάζοντο πρὸς τὰ πράγματα· ἐπροτίμησε τὴν κατοχὴν τῆς ἀρχῆς. Καὶ ἐγὼ τὴν τοιαύτην πορείαν τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω, καὶ ἀναμένω ν’ ἀκούσω παρὰ τῶν τέως Ὑπουργῶν, πῶς δικαιολογοῦσιν ἑαυτούς. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, ἐὰν τὸ λεγόμενον δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, περὶ τοῦ ὁποίου ἐνδιαφερόντως ὁ βασιλικὸς λόγος μνείαν ποιεῖται, ἦναι τῷ ὄντι μέτρον συντελεστικὸν, ἦναι τῷ ὄντι σταθμὸς ἀνέσεως πρὸς τὴν ἐπιτυχεστέραν διευθέτησιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Ὅπως τὰ ἄτομα, κύριοι Βουλευταὶ, περιερχόμενα εἰς κρίσιν οἰκονομικὴν, ἕνεκα σοβαρῶν ἀτυχημάτων ἢ ἄλλων δυσμενῶν περιστάσεων, προσδοκῶσι τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν αὑτῶν συμφερόντων διὰ μόνης τῆς εὐθύτητος, τῆς εἰλικρινείας καὶ τῆς καλῆς τῶν πίστεως, οὕτω καὶ τὰ Κράτη τοὺς αὐτοὺς κανόνας πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν· πρέπει ν’ ἀποφεύγωσι μετὰ μεγίστης προσοχῆς πᾶν μέτρον δυνάμενον νὰ μειώσῃ τὴν τιμὴν αὐτῶν, ἢ νὰ βλάψῃ τὴν καλήν των πίστιν. Ὅταν δὲ τὰ λαμβανόμενα μέτρα ἐσπευσμένως προσβάλλωσι δικαιώματα πρὸς ὠφέλειαν ἄλλων, τὰ μέτρα ταῦτα εἶναι αὐθαίρετα, εἶναι ἄδικα, οὐ μόνον δὲν συντελοῦσιν, ἀλλὰ καὶ βλάπτουσι τὸν κύριον σκοπὸν αὐτῶν. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, τὴν ἠθικὴν, κρινόμενον τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, ὡς ἐπλάσθη ὑπὸ τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος καὶ ὡς ἐφηρμόσθη, εἶναι μέτρον ἥκιστα συντελεστικόν. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν εἶναι ἀξιοκατάκριτον, διότι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ τέως Κυβέρνησις διὰ τοῦ δευτέρου ὑπομνήματός της ἐγνώρισε τῇ Α. Μεγαλειότητι τὴν ἀδυναμίαν τῆς πληρωμῆς τῶν τοκομεριδίων τοῦ μηνὸς Ἰουνίου, ὤφειλε καὶ εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ὃν μάτην κατηνάλωσεν εἰς ἀσκόπους διαπραγματεύσεις, νὰ καλέσῃ ἐκτάκτως τὴν Βουλὴν, προκειμένου περὶ μέτρου ἀφορῶντος εἰς τὴν τιμὴν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, καὶ ἡ Βουλὴ, ἐκτιμῶσα τὴν δύσκολον θέσιν τῶν πραγμάτων, ἠδύνατο νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν λύσιν καὶ τρόπον συνᾴδοντα πρὸς τ’ ἀληθῆ συμφέροντα τοῦ τόπου. Ἡ ἀδιαφορία ὅμως τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ ἡ μετὰ σπουδῆς διὰ τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος κύρωσις μέτρου μόνον διὰ νόμου ἐπιτρεπομένη, ἐπέβαλεν εἰς αὐτὴν βαρυτάτην εὐθύνην διὰ τὰς συνεπείας τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἐπραγματοποιήθη. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν πραγματικὴν ἔποψιν κρινόμενον τὸ μέτρον τῆς κεφαλαιώσεως, εἶναι ἥκιστα συντελεστικόν. Τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, ἂν εἰσήγετο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐψηφίζετο, θὰ ἦτο δάνειον ἀναγκαστικὸν καὶ προνομιοῦχον, μὲ ἐγγυήσεις τοὺς εἰς χρυσὸν φόρους, μὲ διαχείρισιν ἀσκουμένην ὑπὸ τῶν ῥηθεισῶν Τραπεζῶν· προνομιοῦχον ἐπίσης ἤθελεν εἶσθαι καὶ τὸ δάνειον τῶν μονοπωλίων, ὡς ἐπίσης καὶ τὸ τῶν 16,500,000, ὡς ἐξαιρούμενα διὰ τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος τοῦ Φαῖντιγγ. Οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν δύο αὐτῶν δανείων θέλουν πληρόνεσθαι εἰς χρυσὸν καὶ ἀκέραια. Ἐν τίνι δικαιώματι, δύναταί τις νὰ ἐρωτήσῃ, καὶ μὲ ποίαν ἀρχὴν δικαιοσύνης καὶ ἰσότητος θ’ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τοὺς ἄλλους δανειστὰς ἡμῶν, τοὺς καὶ περισσοτέρους, νὰ θυσιάσωσι σπουδαῖον μέρος τῶν συμφερόντων αὐτῶν πρὸ τῆς οἰκονομικῆς ἀδυναμίας τοῦ Κράτους; Νομίζετε, ὅτι θὰ ἦναι εὔκολον νὰ ἀποδεχθῶσι τοιαύτας προτάσεις, καὶ νὰ θυσιάσωσι τὰ συμφέροντα αὐτῶν, ἅτινα εἶναι ἠσφαλισμένα δι’ ἐγγυήσεων πρὸς τὸ συμφέρον τῶν προνομιούχων δανειστῶν; Δανεισταὶ προνομιοῦχοι καὶ συμβιβασμὸς εἶναι πράγματα ἀσυμβίβαστα. Τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως εἶναι ὁμολογουμένως μέτρον ἀτυχὲς ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ δανείου αὐτοῦ ἐγένοντο αἰσθητὰ ἀμέσως· διότι τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως κατέῤῥιψε τέλεον τὴν δημοσίαν πίστιν, καὶ ἀπόδειξις ἡ ἔκπτωσις τῶν χρεωγράφων ὅλων, διότι ταῦτα εἶχον τιμὴν ἄνω τῶν 75%, καὶ καὶ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου αὐτοῦ κατῆλθον κάτωθι τῶν 40· αὐταὶ αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως οὐδεμίαν ἔχουσι πραγματικὴν ἀξίαν ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις· ἡ ἀξία τοῦ συναλλάγματος, ἥτις πρότερον ἐκυμαίνετο μεταξὺ 150 καὶ 155, ἔφθασεν εἰς 185, καὶ ἐστάθη σταθερὸν μέχρις 180. Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐπέλθωσι τὰ λυπηρὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, ἀφοῦ ὁλόκληρος ὁ ἐπίσημος οἰκονομικὸς κόσμος τῆς Εὐρώπης κατεδίκασε τὸ μέτρον αὐτὸ καὶ ἐθεώρησεν ὡς καθαρὰν πτώχευσιν; Τὴν αὐτὴν κρίσιν ἐσχημάτισε καὶ ὁ ἔσω κόσμος. Καὶ εἴδατε ποῖαι δυσχέρειαι ἐπῆλθον εἰς τὰς συναλλαγὰς, καὶ πῶς ὁ βίος κατέστη σχεδὸν ἀβίωτος. Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν τὰ λυπηρὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, τὰ ἐπιδράσαντα ἐπὶ σύμπαντος τοῦ ἔθνους, νὰ μὴ ἐπιδράσωσι καὶ ἐπὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, καὶ νὰ μὴ ἐπέλθῃ εὐθὺς ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἡ ὑπουργικὴ μεταβολὴ τῆς 27 Ὀκτωβρίου; Τὸ Στέμμα, εὐλαβούμενον τὴν γνώμην τοῦ ἔθνους, ἔφερεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τὸν παρὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς ἐνδειχθέντα ἔντιμον ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτήν. Ἀλλὰ τὸ πρῶτον βῆμα τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἦτο βῆμα παρηγορίας, οὔτε βῆμα βελτιώσεως τῶν πραγμάτων ἡμῶν, ἦτο βῆμα ἥκιστα πολιτικόν, μὴ συνᾷδον πρὸς τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἡ δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς ἀναστολὴ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως εἰς χρυσὸν φόρων τινῶν, δοθέντων διὰ συμβάσεως ὡς ἐγγύησις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, εἶναι μέτρον ἀντισυνταγματικόν, εἶναι μέτρον αὐθαίρετον, μέτρον, δύναμαι νὰ εἴπω, δικτατορικὸν, μέτρον ἐναντίον τῆς καλῆς πίστεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ στηρίζηται τὸ Κράτος ἐν ταῖς σχέσεσιν αὑτοῦ πρὸς τοὺς τρίτους. Δὲν εἶμαι ὑπὲρ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, οὔτε ὑπὲρ τοῦ νόμου τῆς εἰσπράξεως φόρων εἰς χρυσὸν, ἀλλὰ δὲν εἶμαι καὶ ὑπὲρ τοῦ μέτρου τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ, ὡς ἐγένετο. Δὲν θέλω τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ὁ νόμος περὶ εἰσπράξεως εἰς χρυσὸν φόρων τινῶν, ψηφισθεὶς καὶ κυρωθεὶς νομίμως παρὰ τοῦ Βασιλέως, δημοσιευθεὶς δὲ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἦναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος, καὶ ἂν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις διὰ διαταγῆς νὰ καταργήσῃ αὐτόν. Τὸ ζήτημα αὐτὸ, ὡς πολὺ ὀρθῶς παρετήρησε χθὲς ὁ ἔντιμος ἐκ Γορτυνίας Βουλευτὴς, θ’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἰδίας συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ θέλει ἐξετασθῆ ἐν ὅλῃ τῇ εὐρύτητι· ἤδη τοῦτο μόνον ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς, δημοσιευθεὶς καθ’ ὅλους τοὺς τύπους, ἐφαρμοσθεὶς καὶ λειτουργήσας ἐπὶ πέντε περίπου μῆνας, ἐχρησίμευσεν ὡς βάσις συμβάσεως· οὐδὲν παράπονον ἠγέρθη ἐκ μέρους τῶν φορολογουμένων, οὐδεμίαν ἀμφισβήτησιν, καίτοι καταγγελθεὶς ὡς ἄκυρος, εἶχε προκαλέσει ὁ νόμος· καὶ ἠδύναντο οἱ πολῖται, ἀμφισβητοῦντες τὸ κῦρος τοῦ νόμου, νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ ἠδύναντο τὰ δικαστήρια νὰ ἐξετάσωσι τὸ κῦρος αὐτοῦ, ἂν ἐτηρήθησαν οἱ τύποι· ἀλλ’ ὁ νόμος αὐτὸς ἂν ἦτο κακὸς, ἂν ἦτο ἐπιβλαβὴς, μόνον ἡ Βουλὴ ἦτο ἁρμοδία νὰ λύσῃ τὴν διαφορὰν, νὰ ἀκυρώσῃ τὸν νόμον καὶ νὰ κανονίσῃ τὰς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ γεννηθείσας ὑποχρεώσεις. Τὸ δεύτερον βῆμα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τὸ νέον πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἔρχεται νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ τοῦ ὁποίου νύξιν ἢ περίληψιν ἔχει ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, ἡ ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ὑποβληθεῖσα. Εἰ καὶ καθόλου δὲν διατυποῦται ἡ βάσις τῆς διευθετήσεως καὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, ἀνατρέχοντες ὅμως εἰς ἄλλην πηγὴν, εἰς ὅσα ὁ ἔντιμος κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ τῆς εἰς τὴν ἀρχὴν ἀνόδου του ἐδημοσίευσε διὰ τοῦ δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου του, εὑρίσκομεν πῶς ἐννοεῖ τὸν συμβιβασμὸν ἢ τὴν διευθέτησιν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ πῶς θέλει διαχειριαθῆ αὐτόν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐννοεῖ ν’ ἀπαιτήσῃ καὶ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς δανειστὰς θυσίας κατ’ ἀνώτατον ὅρον 50% ἐπὶ τῶν τόκων. Ἀλλ’ ὅπως ἡ θυσία αὕτη ᾖ ἀποτελεσματικὴ καὶ ὅπως τὸ Κράτος δυνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του ἀκεραίας ἐν τῷ μέλλοντι, ἔχομεν ἀνάγκην τῆς πίστεως καὶ τῆς συνδρομῆς καὶ τῶν ξένων κεφαλαίων, ἔχομεν ἀνάγκην ἑνὸς μεγάλου δανείου διὰ νὰ πληρώσωμεν πρὸς τὰς Τραπέζας πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἔχομεν ἀνάγκην τοῦ δανείου αὐτοῦ διὰ νὰ πολλαπλασιασθῶσι τὰ κεφάλαια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ χρησιμεύσῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὡς στήριγμα τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὡς τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων καὶ νὰ δυνηθῇ ἡ Τράπεζα νὰ τηρῇ τὴν τιμὴν τῶν γραμματίων της εἰς τὴν σταθερὰν τιμὴν τοῦ ἀρτίου, καὶ ταῦτα πάντα χωρὶς ν’ ἀπομακρυνθῇ ἡ Κυβέρνησις τῶν αὐστηρῶν κανόνων τῆς φειδοῦς εἰς τὰς δαπάνας της καὶ τῆς ὀφειλομένης συνδρομῆς τοῦ Κράτους πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων αὐτοῦ. Ἐὰν τὸ σύστημα τοῦτο ἦναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ἐν ὅλῃ αὐτοῦ τῇ εὐρύτητι, βεβαίως θὰ ἦναι ὠφέλιμον διά τινα καιρόν. Λίαν ὅμως αἰσιοδοξεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐὰν νομίζῃ δυνατὰ ταῦτα πάντα. Τὸν συμβιβασμὸν ἢ τὴν θυσίαν, τὴν ὁποίαν ἐννοεῖ νὰ ἐπιβάλῃ καὶ ἀπαιτήσῃ παρὰ τῶν δανειστῶν, βεβαίως οἱ δανεισταὶ θὰ τὴν στέρξωσι, διότι εἶναι πολὺ ὠφελιμωτέρα αὐτὴ ἢ ἡ διὰ τοῦ Φαῖντιγγ λύσις, διότι διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ θὰ ἔχωσιν ὡρισμένον ποσὸν ἐγγυημένον δι’ ὡρισμένων φόρων, διαχειριζομένων ὑπὸ τῆς Τραπέζης, ἐνῷ διὰ τοῦ Φαῖντιγγ ἔχουν ὑπόσχεσιν ἀβεβαίας πληρωμῆς. Ἀλλὰ διὰ νὰ εὕρῃ ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, δάνειον, ὅπως ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ ἐνισχύσῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρὸς διπλασιασμὸν τῶν κεφαλαίων της, μοὶ φαίνεται ἀδύνατον· ἀλλὰ καὶ δυνατὸν ἂν ἦναι, αἱ ἀπαιτήσεις τῶν δανειστῶν καὶ οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους θὰ μᾶς ἐπιβάλωσι, θὰ ἦναι τόσον φοβεροί, ὥστε διστάζω νὰ πιστεύσω, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης θὰ δεχθῇ ποτὲ συνομολόγησιν δανείου μὲ τοὺς ὁποίους ἐννοεῖ ἕκαστος ὅρους, χωρὶς νὰ μηδενίσῃ τὴν αὐτοτέλειαν τοῦ Κράτους. Διευθέτησις λοιπὸν τοῦ δημοσίου χρέους, ἤτοι συμβιβασμὸς καὶ δάνειον νέον εἶναι ἀσυμβίβαστα καὶ ἴσως ἀδύνατα δι’ ἡμᾶς ἐπὶ πολλὰ ἔτη. Καὶ ἐν παραδείγματι, γνωρίζετε νὰ μοὶ εἴπητε πολλὰ ἄτομα, περιελθόντα εἰς κρίσιν οἰκονομικὴν καὶ συμβιβασθέντα μετὰ τῶν δανειστῶν των, νὰ τύχωσιν ἀμέσως μεγάλων πιστώσεων πρὸς πολλαπλασιασμὸν τῶν ἐπιχειρήσεών των; Μόνον ἐκπληροῦντα ἐντίμως, εἰλικρινῶς καὶ ἐμπροθέσμως τὰς ἐκ τοῦ συμβιβασμοῦ ὑποχρεώσεις των, δύνανται νὰ τύχωσι μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν κεφαλαίων, καὶ μόνον διὰ τοῦ χρόνου ν’ ἀποκαταστηθῶσιν ἰσχυρὰ διὰ τῆς πίστεως αὐτῶν. Δὲν πιστεύω τὰ Κράτη νὰ ὑπόκηνται εἰς οἰκονομικοὺς νόμους ἄλλους ἢ τοὺς κοινούς, εἰς τοὺς ὁποίους ὑπόκεινται καὶ τὰ ἄτομα. Ἀλλ’ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, διευθετοῦσα τὰ οἰκονομικά της οὕτω, διατηρεῖ ἀκεραίαν τὴν πίστιν αὐτῆς τὴν ἀνύπαρκτον, καὶ ὅτι τυγχάνει τῆς συνδρομῆς τῶν κεφαλαίων τῶν ξένων διὰ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ νὰ διπλασιάσῃ τὰ κεφάλαια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· νομίζετε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι τοῦτο, ἂν πραγματοποιηθῇ, θὰ φέρῃ τὴν ὁριστικὴν βελτίωσιν καὶ τὴν ὁριστικὴν ἀποκατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων; Διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ θ’ ἀναλάβωμεν ὑποχρεώσεις, καὶ αἱ ὑποχρεώσεις ἡμῶν θὰ ἦναι διὰ νὰ λάβωμεν τὸ ἀνώτατον ὅριον τῶν 50%, θὰ ἦναι ποσὸν σημαντικόν. Σήμερον θέλομεν 32 ἑκατομμύρια εἰς μεταλλικὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων μας, διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ θὰ θέλωμεν 16 ἑκατομμύρια· εἰς τὰ 16 ἑκατομμύρια θὰ προσθέσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον, ὅσον μικρὸν καὶ ἂν ἦναι, θὰ ἦναι ὀνομαστικὸν περὶ τὰ 150 ἑκατομμύρια, καὶ δάνειον 150 ἑκατομμυρίων διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ διὰ τὸν διπλασιασμὸν τῶν κεφαλαίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης θέλει ὑπηρεσίαν 7,500,000. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἄλλας ὑποχρεώσεις εἰς μεταλλικὸν, ἔχομεν τὰς προμηθείας μας, ἔχομεν τὰ μονοπώλια, ἔχομεν τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν εἰς ταχυδρομικὰ καὶ τηλεγραφικὰ τέλη, ποσὸν κατὰ μέσον ὅρον 7 ἑκατομμυρίων. Ἔχομεν 30 ἑκατομμύρια εἰς μεταλλικόν· ποῦ θὰ τὰ εὕρωμεν; Τὰ ἔχει ὁ τόπος νὰ τὰ δώσῃ; Ἐὰν τὰ εἶχε, περιττὸν ἦτο τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἐζήτησε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὁ κ. Τρικούπης, περιττὸν ἦτο τὸ δάνειον, εἰς τὸ ὁποῖον κατέφυγεν ἡ τέως Κυβέρνησις, τῆς κεφαλαιοποιήσεως, περιττὸς ὁ συμβιβασμὸς, τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν. Δὲν τὰ ἔχομεν, διότι δὲν δύναται ὁ τόπος καὶ ἡ ἀγορὰ νὰ μᾶς τὰ δώσῃ, διότι ὑπάρχει ἔλλειψις μεταλλικοῦ. Τὸ μεταλλεῖόν μας εἶναι γνωστὸν ποῖον εἶναι, εἶναι ἡ ἐθνική μας παραγωγὴ, ἤτοι ἡ γεωργία, τὸ ἐμπόριον, ἡ βιομηχανία, ἡ ναυτιλία καὶ οἱ λεγόμενοι ἄδηλοι πόροι· εἶναι γνωστὸν ἐκ στατιστικῶν πινάκων ὁποῖον εἶναι τὸ εἰσόδημα αὐτὸ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, καὶ εἶναι τόσον, ὅσον ἀρκεῖ μόνον διὰ τὴν δρᾶσιν τῆς ἐθνικῆς ζωῆς· μικρὸν δὲ ἀπόθεμα ἐὰν ὑπάρχῃ, τὸ μικρὸν αὐτὸ ἀπόθεμα δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Τὸ μεταλλεῖόν μας ἔχει ἀνάγκην νὰ καλλιεργηθῇ, διὰ νὰ ἀποδώσῃ καρποὺς πολλούς· δὲν εἶναι πτωχὸν, εἶναι πλούσιον, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ ἐργασίαν, καὶ ἡ ἐργασία ἀπαιτεῖ χρόνον, ὁ ὁποῖος δὲν δίδει καιρὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὰ χρηματικὰς αὐτῆς ἀνάγκας. Τί δὲ θὰ συμβῇ; Θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε, καὶ αἰρομένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ ζήτησις τοῦ χρυσοῦ καὶ ἐκ μέρους τῆς κοινωνίας καὶ ἐκ μέρους τοῦ Κράτους· τότε θὰ ἐπιστρέφωνται τὰ τραπεζογραμμάτια εἰς τὴν Τράπεζαν· ἀλλὰ θὰ ἐπαρκῇ διὰ τῶν ἀποταμιευμάτων της; Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὰ ἀποταμιεύματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ τῆς Γαλλίας, οὔτε τὰ ἀποταμιεύματα, τὰ ὁποῖα οἱ πρόγονοι ἡμῶν ἐφύλαττον ἐπὶ τοῦ Παρθενῶνος, διὰ νὰ δυνηθῶμεν δι’ αὐτῶν νὰ περιμένωμεν τὸν χρόνον τῆς ἀναπτύξεως τῆς παραγωγῆς, ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς δώσῃ τὸ περιττεῦον χρῆμα εἰς μεταλλικὸν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἡ ἰδέα τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναι ἰδέα ἀτυχὴς, καὶ ἂν πραγματοποιηθῇ ἡ ἄρσις, θὰ ἐπανέλθῃ μετὰ περισσοτέρων συμφορῶν. Τότε μόνον θὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ὅταν ἀναπτυχθῇ ὁ ἐθνικὸς ἡμῶν πλοῦτος καὶ μᾶς δώσῃ τὸ περίσσευμα, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην· ἡ τεχνητὴ ἄρσις διὰ δανείου θὰ ἐπαναφέρῃ ταύτην μετ’ ὀλίγον, ὅπως ἐπανέφερεν αὐτὴν καὶ κατὰ τὸ 1885· δὲν τὴν ἔφερε τὸ γνωστὸν πολιτικὸν ἐκεῖνο γεγονὸς τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἀλλ’ ἡ ἐκ τῆς ἄρσεως γεννηθεῖσα ἀμέσως οἰκονομικὴ κρίσις. Τὸ πρόγραμμα ὅθεν τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον μεγαλοπρεπὲς καὶ ἂν ἦναι, δὲν συντελεῖ εἰς τὴν ὁριστικὴν διόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Τοιαύτας μεγαλοπρεπεῖς ἀρχὰς καὶ ἄλλοτε ἠκούσαμεν, καὶ ἐδοκιμάσαμεν τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν· ποῦ κατελήξαμεν; εἰς τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν δανείων καὶ εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν, καὶ ἐφθάσαμεν ἐδῶ, ὅπου ἐφθάσαμεν, ὅπου σκεπτόμεθα πῶς νὰ ἐξέλθωμεν, καὶ ὄχι πῶς νὰ ἐπαναπέσωμεν. Ἡ γνώμη τοῦ συμβιβασμοῦ, ὡς ἀνεπτύχθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον παρὰ τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Ἄρτης, εἶναι ἡ μόνη διέξοδος, ἡ ὁποία μᾶς μένει πρὸς λύσιν τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος. Ὁ συμβιβασμὸς δὲν εἶναι βεβαίως εὐφρόσυνον γεγονὸς δι’ ἡμᾶς, εἶναι μία δυστυχὴς ἀνάγκη, εἰς τὴν ὁποίαν περιήλθομεν, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν, θέλοντες καὶ μὴ, ὀφείλομεν νὰ κύψωμεν, πρὸ τοῦ καθολικοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους καὶ πρὸ τοῦ συμφέροντος αὐτῶν τῶν δανειστῶν. Καὶ τὸν συμβιβασμὸν δέον νὰ περαιώσωμεν διὰ μόνων τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους χορηγεῖ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ἀφορῶντες εἰς πᾶν ὅ,τι εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν διοίκησιν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας· τὸ λοιπὸν θέλει ἀνήκει εἰς τοὺς δανειστὰς ἐπὶ ἐγγυήσει. Τοιαύτη διευθέτησις θέλει εἶσθαι ἀσπαστὴ παρὰ τῶν δανειστῶν, διότι στηρίζεται ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἰσότητος· εἶναι δὲ σύμφωνος καὶ εἰλικρινὴς πρὸς τὴν καθόλου καλὴν πίστιν τοῦ Κράτους. Τούτου κανονιζομένου, ὁ σκοπὸς ἡμῶν δὲν ἐπεραιώθη· πρέπει νὰ ἐμπνεύσωμεν τὴν πεποίθησιν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, ὅτι ὁ σκοπὸς ἡμῶν δὲν εἶναι νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸ ὁρισθὲν ποσὸν ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως, ἀλλ’ ὅτι ἡ διηνεκὴς ἡμῶν προσπάθεια ἔσται τὸ ποσὸν νὰ ἐπαυξάνῃ ἀναλόγως τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ἕως οὗ φθάσωμεν τὸ ἄρτιον· τὸ πῶς θὰ φθάσωμεν, τοῦτο εἶναι τὸ μέγα ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπασχολήσῃ πᾶσαν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν ὅλῃ τῇ εὐρύτητι σαφῶς καὶ πειστικῶς ἀνέπτυξεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, καὶ εἶναι ἔναυλος εἰς τὰς ἀκοὰς ἡμῶν ἡ τοιαύτη ἀνάπτυξις. Πρὸς ταῖς οἰκονομίαις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖαι νὰ γείνωσι δι’ ὀργανικῶν νόμων, πρὸ παντὸς τὸ ζήτημα τῆς δημοσίου ἀσφαλείας πρέπει νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ δημοσία τάξις καὶ ἀσφάλεια ἀνάγκη νὰ παγιωθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, καὶ πρὸς τοῦτο δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ καλὴ θέλησις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀνάγκη νὰ ἔχῃ καὶ τὰ κατάλληλα ὄργανα διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων· οὐχὶ ἡ βία καὶ ἡ σκαιότης εἶναι τὰ μόνα προσόντα, ἀλλ’ ἡ νοημοσύνη, ἡ δραστηριότης, τὸ ἀφατρίαστον αὐτῶν. Εἶναι ἀνάγκη τὰ ὄργανα ταῦτα νὰ ἐνισχύσῃ ἡ μεγάλη ἐξουσία τοῦ Κράτους, ἡ δικαστικὴ, καὶ εἶναι λυπηρὸν, ὅτι ἡ λειτουργία τῆς δικαιοσύνης σήμερον δὲν εἶναι ἐνθαῤῥυντικὴ, δὲν εἶναι ὁποία ἔπρεπε νὰ ᾖναι, καὶ δὲν εἶναι, διότι ἰσόβιοι δικαστικοὶ, ὀλιγωροῦντες τῶν ὑψηλῶν αὐτῶν καθηκόντων, ἐπισύρουσιν ἐναντίον των πειθαρχικὰς ποινάς. Ἀνάγκη ἡ Κυβέρνησις νὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν της ἐπὶ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, ὥστε ἡ δικαιοσύνη νὰ ἐνεργῇ ταχέως καὶ ἀφατριάστως, ἡ ἐλαχίστη δὲ παρεκτροπὴ νὰ καταστέλληται διὰ τῶν νομίμων μέσων. Μόνον ὅταν ἔχωμεν παγίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν, καὶ ταχεῖαν καὶ πεφωτισμένην διανομὴν δικαιοσύνης, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἔχομεν τὸ ἀσφαλὲς ἔδαφος πρὸς βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων· πρὸς τὸ ἀσφαλὲς τοῦτο ἔδαφος δέον ὡσαύτως νὰ ἐπιδιώξωμεν διοίκησιν χρηστὴν, ἄκαμπτον πρὸ τοῦ νόμου, προστατεύουσαν τὴν παραγωγικὴν ἐργασίαν, ἐκτείνουσαν τὴν χεῖρα αὑτῆς ἀφόβως καὶ ἀφατριάστως ἐπὶ παντὸς ἀναγομένου ἐντὸς τῆς σφαίρας τῶν δικαιωμάτων της. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀνάγκη ἡ θύρα τῶν Ὑπουργείων νὰ κλεισθῇ ἑρμητικῶς πρὸ τῆς εὐτελείας καὶ κολακείας. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μνησθῇ τις προσώπων· πόσοι τοιοῦτοι εὐτελεῖς κόλακες, ἀνίκανοι φατριασταὶ, ἐμπορευόμενοι τὴν ὑπηρεσίαν, δὲν εὑρίσκονται εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως! Εὐτυχῶς οἱ τοιοῦτοι δὲν εἶναι δημιούργημα τῶν Βουλευτῶν, ὡς κακοβούλως διαδίδεται, εἶναι πελάται ἄλλων προστατῶν. Οἱ Βουλευταὶ εἶναι οἱ ἐκλεκτοὶ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν των, καὶ ἔχουσι τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπερηφάνειαν νὰ ποιῶσιν, ὡς δικαιοῦνται, συστάσεις δικαίας καὶ ἀξιοπρεπεῖς. Εἴθε νὰ εἰσηκούοντο αἱ τοιαῦται συστάσεις, καὶ οὐχὶ αἱ τῶν ἐπιτηδείων μεσιτῶν. Ἂς ἐγκαθιδρυθῇ διοίκησις χρηστὴ, ἂς παγιωθῇ ἡ δημοσία τάξις καὶ ἀσφάλεια, ἂς λειτουργῇ ταχέως καὶ νοημόνως ἡ δικαιοσύνη, καὶ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα εἶναι λελυμένον ἐν τῇ βάσει αὐτοῦ. Πρὸς ταῦτα τὰ καθήκοντα ἐπιβάλλεται ἐκ παραλλήλου τῇ Κυβερνήσει νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τῆς ἀναπτύξεως καὶ βελτιώσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πόρων· ἡ μεταῤῥύθμισις τῆς βάσεως πολλῶν φόρων, λειτουργούντων παρ’ ἡμῖν, εἶναι ἀναγκαιοτάτη, ὡς π. χ. ἡ τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου, ἡ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς γῆς, τῶν οἰκοδομῶν, τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ πολλῶν φόρων καταναλώσεως, ὥστε ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις νὰ ᾖναι ὀλιγώτερον ἐπαχθὴς καὶ δαπανηρὰ, νὰ λειτουργῶσι δὲ πρὸς ὄφελος τοῦ Δημοσίου καὶ οὐχὶ τῶν ἐμπορευομένων αὐτούς. Βεβαίως ἐπιβάλλεται τῇ Κυβερνήσει νὰ μεριμνήσῃ παραλλήλως καὶ περὶ τῆς ἐνισχύσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ τραπεζιτικοῦ συστήματος, ὥστε νὰ ἐκπληρῶται ὁ κύριος σκοπὸς αὐτῶν, ἡ διευκόλυνσις τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας καὶ ἡ πραγματικὴ ὑποστήριξις τοῦ ἐμπορίου, τῆς βιομηχανίας, τῆς ναυτιλίας· αἱ οἰκονομικαὶ αὗται μεταῤῥυθμίσεις, σὺν τῇ χρηστῇ διοικήσει, σὺν τῇ παγιώσει τῆς δημοσίας τάξεως, σὺν τῇ ἀπονομῇ ταχείας καὶ ἀφατριάστου δικαιοσύνης, θέλουσι προαγάγει τὴν ἐθνικὴν εὐημερίαν τοῦ Κράτους καὶ θέλουσιν ἐπισύρει τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν κεφαλαίων πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν πλουτολογικῶν ἡμῶν πόρων, καὶ θὰ ἴδωμεν εὐφροσύνως καὶ τὴν ἵδρυσιν τῶν πιστωτικῶν ἐκείνων ἱδρυμάτων, δι’ ὧν εὐημεροῦσι τὰ Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα βασιλεύει ἡ τάξις καὶ ἡ εὐνομία, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ἡ δικαιοσύνη ἵσταται φρουρὸς ἄγρυπνος πρὸς προστασίαν παντὸς παραβιαζομένου δικαίου. Ἰδού, κύριοι Βουλευταί, ἡ ὁδὸς, ἡ ὁποία ἐχαράχθη ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου, τὴν ὁποίαν δὲν ἠκολουθήσαμεν, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν ν’ ἀκολουθήσωμεν, διότι τὴν ἐπιβάλλουσιν οἱ σημερινοὶ καιροί· τὴν ὁδὸν αὐτὴν δεικνύει ἡ τροπολογία ἡμῶν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, ἡ ὁδὸς αὕτη ἄγει ἡμᾶς εἰς τὴν πραγματικὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Αἱ ἀρχαὶ ἡμῶν, βλέπετε, δὲν εἶναι ἡ χρεωκοπία, ὡς κακοβούλως διεφημίσθη. Εἶναι ἀρχαὶ παντὸς φιλοπάτριδος καὶ χρηστοῦ πολίτου, εἶναι ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἄγουσιν εἰς τὸν ὕψιστον σκοπὸν τῆς Πολιτείας, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ πρόοδος καὶ ἡ εὐημερία τῶν Πολιτειῶν, ἐπιτυγχάνεται δὲ διὰ τῆς εὐρωστίας τῶν οἰκονομικῶν πόρων τοῦ Κράτους. Ὁ συμβιβασμὸς τῆς σήμερον εἶναι ὁ μοχλὸς, εἶναι τὸ μέσον, δι’ οὗ θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν εὐρωστίαν πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ὑψίστου αὐτοῦ σκοποῦ, τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον βουλευόμεθα καὶ ὑπὲρ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφόν μας· ἡ ψῆφος ἡμῶν εἶναι ψῆφος ἐξόχως πατριωτικὴ, εἶναι ψῆφος, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἡ πατρὶς, καὶ ἡ ψῆφος ἡμῶν ὑπὲρ τοιούτου σκοποῦ εἶναι ψῆφος εὐλογημένη παρὰ τοῦ Θεοῦ.
§5ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν προλαλήσαντα νὰ μᾶς δώσῃ μίαν ἐξήγησιν, ἢ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, τοῦ ὁποίου τὸ πρόγραμμα διετύπωσε. Θέλω νὰ μάθω τὸ ἑξῆς, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε οὐδὲ ἤκουσα οὐδὲ εὗρόν που: τὸ περίσσευμα, ὅπερ θὰ δώσωμεν εἰς τοὺς δανειστὰς, θὰ δίδηται εἰς χαρτονόμισμα ἢ εἰς χρυσόν;
§6ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Πατρῶν μοὶ ἀπευθύνει ἐρώτησιν. Εἰς ταύτην δὲν δύναμαι ν’ ἀπαντήσω. Ὅταν θὰ λάβωμεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ἴδιον προϋπολογισμὸν καὶ σύστημα, ἄν ποτε ὑποβάλωμεν, τότε θ’ ἀπαντήσωμεν εἰς πᾶσαν ἐπερώτησιν. Ἐπὶ τοῦ παρόντος θὰ ἀναμένωμεν μέχρις ὅτου ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑποβάλῃ τὰς γνώμας του, καὶ τότε θὰ ἀναπτύξωμεν καὶ ἡμεῖς τὰς ἰδικάς μας. Ἂν δ’ ὁ κ. συνάδελφος ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἐπερώτησίν του, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ περιμένῃ τὴν κατάλληλον στιγμήν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι, ἂν καὶ ὄχι πολὺ νέος, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος θὰ ἦναι εἰς τὴν Βουλὴν, ὅταν θὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο (ἱλαρότης).
§7ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μὲ ἀπελπίζει, διότι βλέπω, ὅτι, ἐνῷ ἐπισπεύδομεν νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν δυσχέρειαν, τὸ πρόγραμμά του μᾶς παραπέμπει μέχρι τέλους ζωῆς. Ἡ ἀπορία μου δὲν εἶναι, ὅπως φέρω ἀντιπολίτευσιν εἰς τὰς ἰδέας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, οὐδὲ νὰ προκαλέσω ἱλαρότητα, ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι τὸ πρόγραμμα τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἀντιστρατεύεται πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας. Ἡ κυριωτέρα ἀσθένεια εἶναι ἡ νομισματική ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἀποκρούει τὸ δάνειον, θέλει διὰ τῶν περισσευμάτων νὰ πληρόνῃ τοὺς δανειστὰς, ἀλλ’ αὐτοὶ θέλουν νὰ πληρωθῶσιν εἰς χρυσόν. Ἐρωτῶ: πῶς θὰ θεραπευθῇ ἡ ἀσθένεια αὕτη; πῶς θὰ μεταβάλληται τὸ περίσσευμα εἰς χρυσόν; Δὲν θὰ κινδυνεύσουν πάλιν αἱ οἰκονομικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας; Τοιοῦτόν τι ἤθελον ν’ ἀκούσω καὶ νὰ εὕρω διατετυπωμένον ἐν τῷ προγράμματί του· ἂν δὲ μὲ πείσῃ, θέλω ὁμολογήσει τὴν ὀρθότητα τῆς γνώμης του.
§8ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Πατρῶν δὲν ἀπευθύνει πλέον ἐπερώτησιν, ἀλλὰ ποιεῖται ἐπίκρισιν τῆς γνώμης μου. Εἰς τὴν ἐπίκρισιν ταύτην εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀπαντήσω. Βεβαίως ἡ βάσις τοῦ προγράμματος ἡμῶν εἶναι ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ λάβωσιν οἱ δανεισταὶ τοῦ Δημοσίου, θὰ τὸ λάβωσιν εἰς χρυσόν. Καὶ ὁ ἔχων τὰς στοιχειωδεστέρας οἰκονομικὰς γνώσεις δὲν δύναται νὰ ὑποθέσῃ ἄλλο τι· μᾶς ἀδικεῖ δὲ ὁ κ. συνάδελφος, νομίζων ὅτι ἄλλα σκεπτόμεθα. Ἀκριβῶς δὲ χάριν τῆς ἐκτελέσεως τοιαύτης πληρωμῆς ἐπρότεινα μετὰ τῶν ἄλλων μέτρων πρὸ 10 μηνῶν τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ τραπεζικοῦ συστήματος, διὰ τῆς ὁποίας δὲν ἤθελεν ἐνισχυθῆ μόνον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἀλλ’ ἤθελε βελτιωθῆ καὶ ἡ λειτουργία ὅλων τῶν πιστωτικῶν καταστημάτων. Δὲν εἰσῆλθον τότε εἰς λεπτομερείας, καὶ δὲν εἰσέρχομαι καὶ σήμερον, διότι δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος στιγμή. Διὰ νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῆς γνώμης μου, εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ δεκτὴ κατ’ ἀρχὴν αὕτη, ὅπως ἐγὼ ἐννοῶ αὐτήν. Ὅτε πρὸ 10 μηνῶν ὡμίλησα, κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς Βουλῆς, περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν Τραπεζῶν, δὲν ὡμίλησα εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε. Δὲν ἔπραξα ὅ,τι, καθὰ διεδόθη διὰ τῆς δημοσιογραφίας, ἔπραξεν ἡ πρώην καὶ πράττει καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἀποδεχθεῖσαι τὴν ἰδέαν τῆς βελτιώσεως καὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν Τραπεζῶν ἡμῶν, περὶ τῆς ὁποίας οὐδέποτε πρότερον ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἤδη τὸ πρῶτον ἀνεπτύχθη παρ’ ἐμοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον. Προτείνων τοῦτο, τὸ ἔπραξα μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι, ἂν αἱ προτάσεις μου ἤθελον γείνῃ δεκταί, ἡ βελτίωσις καὶ ἡ μεταῤῥύθμισις τοῦ τραπεζικοῦ ἡμῶν συστήματος ἤθελε τάχιστα ἐπιτευχθῆ, καὶ ἤθελε καταστήσει δυνατὴν τὴν εἰς χρυσὸν πληρωμὴν τοῦ ἀντιτίμου τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἅτινα τὸ Κράτος θὰ ὤφειλε νὰ πληρώσῃ εἰς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διαμένοντας δανειστὰς αὐτοῦ. Δὲν εἶχον τότε συμβῆ τὰ δυστυχήματα, ἅτινα συνέβησαν ἔκτοτε καὶ ὧν τὰ πλεῖστα βεβαίως ἠδύναντο νὰ προληφθῶσι. Καὶ σήμερον δὲ, μ’ ὅλα τὰ συμβάντα δυστυχήματα, ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ τοιαύτη τροπὴ τοῦ εἰς τοὺς ξένους δανειστὰς ἀναλογήσοντος ἐγχωρίου νομίσματος εἰς νόμισμα ξένον διὰ βελτιώσεως καὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν Τραπεζῶν ἡμῶν. Ἐλπίζω ταῦτα ἀρκετὰ, ὅπως πεισθῇ ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος, ὅτι προτείνοντες τὸ σύστημα ἡμῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραβλέψωμεν ἕνα ἐκ τῶν οὐσιωδεστέρων ὅρων τῆς ἐκτελέσεώς του, καὶ ὅτι συνάμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φέρωμεν εἰς δημοσίαν συζήτησιν τὰς λεπτομερείας τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ.
§9ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος παρέπεμψε τὴν ἀπορίαν μου εἰς μακρὰν λύσιν. Τὸ σύστημά του θέλει ἐφαρμοσθῆ διὰ τὸ μέλλον, καὶ ἴσως δύναται νὰ ἔχῃ εὐχάριστα ἀποτελέσματα, ἀλλ’ ἂς μὴ λησμονῶμεν, ὅτι πρόκειται περὶ ἐπικειμένου κινδύνου. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος δὲν θέλει δάνειον, θέλει εἶδος συμβιβασμοῦ, διὰ νὰ πληρόνῃ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον περισσεύει...
§10ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον τοιαῦτα πράγματα.
§11ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἴπετε νὰ δίδητε ἓν μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ εἰς τοὺς δανειστάς.
§12ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§13ΡΙΚΑΚΗΣ. .. Ἡμεῖς ἔχομεν ὅμως ἐπικειμένας πληρωμὰς, καὶ κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προεξετέθη, οἱ ἔχοντες λαμβάνειν τοκομερίδια θ’ ἀπαιτήσουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ προϋπολογισμὸς δύναται νὰ δώσῃ· ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της, καὶ ὀφείλει νὰ πληρώσῃ. Νομίζετε ὅτι ἡ ὀργάνωσις τῶν Τραπεζῶν, τὴν ὁποίαν ἀκούω, εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ τόσον ταχέως, ὅπως κανονίσωμεν τὰ τῆς πληρωμῆς; Τὸ ζήτημα τοῦτο θ’ ἀπαιτήσῃ χρόνον μακρὸν, ἐνῷ αἱ ὑποχρεώσεις μας εἶναι ἐπικείμεναι, τὰ δὲ περισσεύματα τοῦ προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ μεταβληθῶσιν εἰς χρυσόν· πῶς θ’ ἀναπληρωθῇ ἡ ἔλλειψις αὕτη; Εἰς ποίαν τιμὴν θέλει ὑψωθῇ ὁ χρυσὸς, ἐὰν παραδεχθῶμεν τοιαύτην τακτικήν; Ἐπὶ τούτου προκαλῶ τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, καὶ παρακαλῶ, ὅταν θὰ ἀναπτύξῃ τὸ πρόγραμμά του, νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἔλλειψιν, ἡ ὁποία παρουσιάζεται (θόρυβος).
§14ΦΩΤΗΛΑΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι παίζομεν, ἀκούοντες τὴν συζήτησιν τὴν μεταξὺ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης καὶ τοῦ κ. Ρικάκη. Ὁ χρυσὸς δὲν παράγεται διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος καὶ διὰ τῆς ἀναδιοργανώσεως τῶν Τραπεζῶν· ὁ χρυσὸς ἀπ’ ἀρχῆς εἰσρέει εἰς τὴν Ἑλλάδα δι’ ἑνὸς προϊόντος, διὰ τοῦ σταφιδοκάρπου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἐὰν συζητήσωμεν τὰς γνώμας τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἄρτης καὶ τοῦ κ. Ρικάκη, ἡ συζήτησις θὰ λάβῃ μεγάλας διαστάσεις, καὶ ὅμως νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται ν’ ἀναζωπυρωθῇ ὁ λαὸς τῆς Πελοποννήσου καὶ ὅλης τῆς Ἑλλάδος, τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν τὸ παραλείπομεν, καὶ συζητεῖ ὁ κ. Καραπάνος περὶ τοῦ προγράμματός του (γέλωτες), καὶ τὸν ἀντικρούει ὁ κ. Ρικάκης! Ἐγώ, Κύριοι, προτείνω νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§15ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι συζήτησις αὐτή. Ἡ πλειοψηφία ζητεῖ νὰ κάμῃ θέατρον τὴν Βουλήν.
§16ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ συζητῶ σπουδαίως.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν Κουμουνδοῦρον). Διατὶ ἀπευθύνεσθε πρὸς τὴν πλειοψηφίαν; Ὅλη ἡ Βουλὴ γελᾷ.
§18ΦΩΤΗΛΑΣ. Σὺν τῇ συζητήσει ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλος τις ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§20ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι, μολονότι μετ’ ἐντεταμένης προσοχῆς ἠκροάσθην τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἐντίμων ἐκ Χαλκίδος καὶ ἐξ Ἄνδρου Βουλευτῶν κατὰ τὴν χθεσινὴν καὶ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ, οὔτε νὰ συμμερισθῶ τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξαν οὗτοι. Καὶ ἀληθῶς οἱ ἔντιμοι ἐκ Χαλκίδος καὶ ἐξ Ἄνδρου Βουλευταὶ μετὰ δυνάμεως ἐξαιρετικῆς καὶ τέχνης ῥητορικῆς, ἀξίας δικαιοτέρων ὑποθέσεων, ἀνέπτυξαν τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω διὰ τί αἱ ἀγορεύσεις αὐτῶν μοὶ ἐνεποίησαν ἐντύπωσιν ἀγώνων ἀπηλπισμένων ὑπὲρ ὑποθέσεων, αἵτινες, ἐξετασθεῖσαι καὶ ἐρευνηθεῖσαι ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει, εὑρίσκονται ἤδη καταδεδικασμέναι παρὰ τῇ κοινωνίᾳ. Καὶ ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα ἐνταῦθα, ἵνα ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων ἡμῶν διερμηνεύωμεν τὰς σκέψεις καὶ τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐνόμισα καθῆκον ἐπιβεβλημένον μοι νὰ μὴ ἀπόσχω τῆς συζητήσεως ταύτης. Μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ ἀπετελέσαμεν, Κύριοι, τὴν μειονοψηφίαν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. Ἐκ τῶν συζητήσεων, αἵτινες ἐγένοντο ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ταύτῃ μετὰ τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας, τοῦτο προέκυψε τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι εὑρέθημεν διαφωνοῦντες πρὸς τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας εἰς τὸ ζήτημα τῆς οὐσιαστικῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. Καὶ ναὶ μὲν εὑρέθημεν σύμφωνοι κατὰ τοῦτο, καθ’ ὅσον καὶ τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῆς μειονοψηφίας τὰ μέλη ἐσκοποῦμεν νὰ ὑποβάλωμεν ἴδιον σχέδιον, ἐν τῷ ὁποίῳ οὐσιαστικὴ νὰ γένηται ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, διεφωνήσαμεν ὅμως ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τῶν ἰδεῶν τῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἔθνους ἐν τῷ σχεδίῳ τούτῳ. Καὶ ἦσαν δίκαιοι, Κύριοι, οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων προέκυψεν ἡ διαφωνία αὕτη μεταξὺ τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῆς μειονοψηφίας. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐν ταῖς συζητήσεσιν ἡμῶν μετὰ τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας διέγνωμεν, ὅτι οὐχὶ δικαίως καὶ ὀρθῶς ἐξετιμᾶτο παρ’ αὐτῶν τὸ ἔργον τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Διέγνωμεν ἐπίσης, ἐκ τοῦ παρελθόντος προοιωνιζόμενοι τὸ μέλλον, ὅτι οὐχὶ δικαίως οὔτε ὀρθῶς ἐξετιμῶντο αἱ ἐπαγγελίαι τῆς νέας Κυβερνήσεως, αἱ διατυπωθεῖσαι ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς πλειονοψηφίας. Ἀλλὰ καὶ τρίτος οὐσιώδης ἐπίσης λόγος διαφωνίας ὑπῆρξε μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἡμῶν, ὁ λόγος, ὅτι ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς πλειονοψηφίας γεγονὸς οὐσιῶδες καὶ βαρυτάτης σημασίας, ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ, παρετρέχετο εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε, χωρὶς κἀμμία εἰς αὐτὸ νὰ γίνηται ἀπάντησις, τὸ γεγονός, τὸ βεβαιούμενον ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ, περὶ τῆς ἀποτυχίας τοῦ ἐν Ἀγγλίᾳ διαπραγματευθέντος δανείου ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη. Μ’ ὅλα ταῦτα τὸ γεγονὸς τοῦτο μεγάλην ἐνέχει σημασίαν, διότι, ἐκ τῆς ἀκριβείας ἢ μὴ αὐτοῦ ὁρμώμενοι, δυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰ παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ληφθέντα μέτρα. Περὶ τοῦ γεγονότος τούτου, ἀγνοῶ διατί, ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς οὐδένα ἔστερξε νὰ κάμῃ λόγον ἐν τῇ ἀπαντήσει αὐτῆς, δικαίως δ’ ἐντεῦθεν δυνάμεθα νὰ συναγάγωμεν τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ σιωπὴ αὕτη τῆς πλειοψηφίας ὡς καὶ ἡ σιωπή, τὴν ὁποίαν σκοπίμως ἀπέδειξε χθὲς, ἀγορεύων ἐντεῦθεν, ὁ εἰσηγητὴς αὐτῆς ἔντιμος ἐκ Χαλκίδος Βουλευτής, ἡ σιωπή, λέγω, αὕτη προσεπιμαρτυρεῖ τὴν βεβαίωσιν τὴν γενομένην ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ. Καὶ ἀληθῶς ἀνεκινήθη μὲν χθὲς ἐνταῦθα τὸ ζήτημα, ἂν γεγονότα ἀναφερόμενα ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ ἦναι γεγονότα, ἅτινα εὐθύνουσι τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα, ἢ γεγονότα θεωρούμενα ὡς πράξεις ἁπλῶς κυβερνητικαί, ὡς βεβαιώσεις αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ὅμως, Κύριοι, νὰ διατυπώσω τὴν ἐμὴν σκέψιν καὶ νὰ ἐκθέσω ἀντίθετον γνώμην. Κατ’ ἐμὲ, ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ πᾶν ὅ,τι λέγεται, πᾶν ὅ,τι ὡς ἐπαγγελία γράφεται περὶ μελλούσης ἐν γένει τῆς Κυβερνήσεως πολιτικῆς, βεβαίως εἶναι ἔργον καθαρῶς κυβερνητικόν. Πᾶν ὅμως μέρος αὐτοῦ, ἀφορῶν εἰς τὴν πιστοποίησιν καὶ τὴν βεβαίωσιν γεγονότος, ἀνήκοντος ἤδη εἰς τὸ παρελθόν, ὡς ἡ ἀποτυχία τοῦ δανείου, νομίζω, ὅτι προέρχεται ἐξ αὐτῆς τῆς αὐτοβουλίας τοῦ Ἡγεμόνος, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θὰ ἠδυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐν τῇ ἀπαντήσει της πρὸς τὸν βασιλικὸν λόγον θὰ ἠδύνατο νὰ διαψεύσῃ τὴν διαβεβαίωσιν ἐκείνην τοῦ Ἡγεμόνος, καὶ νὰ εἴπῃ ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα τῶν ὅσων ὁ βασιλικὸς λόγος ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἡ σιωπὴ λοιπὸν, Κύριοι, τῆς τε πλειονοψηφίας ἐν τῷ σχεδίῳ αὐτῆς, ὡς καὶ τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς, τοῦ ὁμιλήσαντος χθὲς ἐντεῦθεν, δικαίως ἄγει ἡμᾶς εἰς τὸ συμπέρασμα περὶ τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἀκριβείας τοῦ ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ ἀναφερομένου γεγονότος, τῆς ἀποτυχίας τοῦ δανείου, ὅπερ ἡ προκάτοχος τῆς πεσούσης Κυβέρνησις διεπραγματεύθη ἐν Ἀγγλίᾳ, τοῦ γεγονότος τῆς τελείας ἀποτυχίας αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν τεκμηρίων τούτων, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῇ ἀπαντήσει εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ἠδυνάμεθα νὰ συναγάγωμεν περὶ τῆς ἀκριβείας τοῦ γεγονότος τούτου, καὶ ἄλλα οὐσιαστικώτερα ἐπιχειρήματα βεβαιοῦσι τὴν ἀκρίβειαν καὶ τὴν ἀλήθειαν αὐτοῦ. Διότι, ἂν ἦναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη διετυμπάνισαν τὰ δημοσιογραφικὰ ὄργανα, τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ, ὅτι τουτέστι μετὰ τὴν παραίτησιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἡ σύμβασις περὶ δανείου ὑπῆρχεν ἀρτία καὶ δὲν ὑπελείπετο παρὰ ἡ ὑπογραφὴ αὐτῆς, τίς τότε ἠμπόδιζε, Κύριοι, τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἀντὶ νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν ἀρχὴν, νὰ ὑπογράψῃ αὐτὴν καὶ νὰ ἔχῃ οὕτω τετελεσμένον τὸ γεγονὸς τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου; Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι καὶ οὐσιαστικώτεροι λόγοι συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς ἀκριβείας τοῦ γεγονότος τῆς ἀποτυχίας τοῦ δανείου. Ἔχομεν ἁπτὰς καὶ τρανὰς τὰς ἀποδείξεις ἀνὰ χεῖρας, ἐκ τῶν ὁποίων βεβαιοῦται ἀριδήλως καὶ ἄνευ τινὸς ἀντιῤῥήσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἂν παρῃτήθη τὴν ἀρχὴν, παρῃτήθη, διότι εὑρέθη ἀπέναντι προσκομμάτων, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπερνικήσῃ. Διότι ἐν αὐτῷ τῷ σχεδίῳ τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον κατέλιπεν, ἀποχωροῦσα τῆς ἀρχῆς, ἐν αὐτῷ τούτῳ εὑρίσκομεν τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐγκατέλειψε τὴν ἀρχὴν, ἐν αὐτῷ τούτῳ ἀκριβῶς εὑρίσκομεν τοὺς λόγους, ἐκ τῶν ὁποίων πειθόμεθα, ὅτι οὔτε σύμβασις ὑπῆρχεν, οὔτε σχέδιον κἄν, περὶ τοῦ ὁποίου ἔγεινεν ὁριστικὴ συνεννόησις μεταξὺ τῶν συμβαλλομένων μερῶν. Ἰδοὺ, Κύριοι, καὶ ἡ μετάφρασις (μεταφράζει): «Ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται νὰ παραδίδῃ εἰς τὸ ταμεῖον εἴκοσιν ἡμέρας πρὸ τῆς προθεσμίας ἑκάστης πληρωμῆς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν εἰρημένων δανείων, εἰς γραμμάτια τῶν Τραπεζῶν Ἐθνικῆς, Ἰονικῆς καὶ Ἠπειροθεσσαλίας, ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τούτου θέλει λαμβάνεσθαι περιοδικῶς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν προγενεστέρων δανείων εἰς τὴν τιμὴν τῶν 25 δραχ. δι’ ἑκάστην λίραν στερλίναν. Μέχρις οὗ καταρτισθῇ τὸ ταμεῖον, τὰ τραπεζογραμμάτια ταῦτα θέλουσι καταστρέφεσθαι ὑπὸ τῶν ἐκδοτριῶν Τραπεζῶν, ἐπὶ παρουσίᾳ ἑνὸς ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἑνὸς ἀντιπροσώπου τῶν συμβαλλομένων.» Οὗτοι εἶναι, Κύριοι, οἱ δύο σημαντικοὶ ὅροι, οἵτινες περιελαμβάνοντο ἐν τῷ σχεδίῳ ἐκείνῳ, οἱ ὅροι ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ σύμβασις αὕτη, καὶ ἄν ποτε ἤθελε συντελεσθῆ, καὶ ἄν ποτε ἤθελεν ὑπογραφῆ παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἑτέρων συμβαλλομένων μερῶν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ, διότι σύσσωμον καὶ ἅπαξ ἅπαν τὸ ἔθνος ἤθελεν ἐξεγερθῆ, ὅπως ἐπιβάλῃ τὴν ἰδίαν θέλησιν κατὰ τῆς θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως, εἰσαγούσης ἐν Ἑλλάδι τὸν ξενικὸν ἔλεγχον διὰ τοῦ ἄρθρου 8. Ἀλλ’ ἐπίσης, ἕνεκα τοῦ δευτέρου τῶν ὅρων τούτων, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εὑρίσκετο ἐν ἐντελεῖ ἀδυναμίᾳ, ἵνα πραγματοποιήσῃ τὴν σύμβασιν καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ καὶ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος ἀπεδέχοντο τὴν διαχείρισιν καὶ τὸν ἔλεγχον τῶν ξένων· διότι, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐκθέσεων, τὰς ὁποίας ὁ τέως Πρωθυπουργὸς κ. Σωτηρόπουλος ὑπέβαλεν, ἅμα ἀνελθὼν εἰς τὴν ἀρχὴν, εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους δὲν εὑρέθησαν, εἰμὴ ἐλεεινά τινα ποσὰ εἰς χρυσὸν καὶ τραπεζογραμμάτια, τὰ ὁποῖα βεβαίως πόῤῥω ἀπεῖχον τοῦ ποσοῦ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ὤφειλεν εὐθὺς ὡς πρώτην δόσιν νὰ καταβάλῃ ὡς ποσὸν ἰσάξιον πρὸς τὸ καταβληθησόμενον παρὰ τῶν δανειστῶν, τουτέστι τῶν 12 ἑκατομμυρίων. Ἐν τοῖς γεγονόσι τούτοις, Κύριοι, εὑρίσκω τὸν σαφῆ, τὸν προφανῆ, τὸν ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως λόγον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ τὴν ἀρχὴν καὶ νὰ ἐγκαταλείψῃ εἰς ἄλλους τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως τῶν κοινῶν. Μ’ ὅλα ταῦτα, Κύριοι, σφοδρὸς ἠγέρθη πάταγος μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, καὶ θόρυβος πολὺς ἐγένετο περὶ τῆς ἐγκαταλειφθείσης συμβάσεως, καὶ τὸ δημοσιογραφικὸν ὄργανον τοῦ κ. Τρικούπη μονονουχὶ ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν διαδεχθεῖσαν αὐτὸν, ὅπως μὴ ἀναβάλῃ οὔτε ἐπὶ στιγμὴν, ἀλλὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν ὑπογραφὴν τῆς καταλειφθείσης ἑτοίμου δῆθεν συμβάσεως. Ἡ διάδοχος ὅμως Κυβέρνησις οὐδόλως ἐπτοήθη ἀπὸ τὸν πάταγον ἐκεῖνον, οὔτε συνεκινήθη κἄν ἐκ τοῦ ἀκόσμου θορύβου· καὶ πολὺ δικαίως. Διότι εἶχε τελείαν γνῶσιν τῶν γεγονότων, διότι ἐγνώριζεν, ὅτι οὔτε σύμβασις, ἀλλ’ οὔτε σχέδιον συμβάσεως κἄν, τὸ ὁποῖον νὰ κατηρτίσθη τῇ κοινῇ συναινέσει ἀμφοτέρων τῶν συμβαλλομένων μερῶν, εἶχε καταλειφθῆ παρὰ τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως ἐκείνη, ἐρχομένη ἐπὶ τὰ πράγματα, ἔπραξεν ἔργον φρονιμώτατον, ἀρχίσασα τὸ ἔργον αὐτῆς ἀπὸ τὴν ἀρχὴν, τουτέστι βεβαιωθεῖσα ἰδίᾳ ἀντιλήψει περὶ τῆς θρυλλουμένης ἱκανότητος καὶ τῆς ἀμέσου ἐπαρκείας τοῦ Κράτους. Ἐκ τῶν ἐκθέσεων, αἵτινες ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Α. Μ. παρὰ τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ κ. Σωτηροπούλου, ἐξάγεται, ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν ἀρχὴν, τὰ μόνα ποσὰ, τὰ εὑρισκόμενα ἐν τῷ Κεντρικῷ ταμείῳ, ἀνήρχοντο εἰς 269,000 δραχμῶν, αἱ δὲ ἐπικείμεναι καὶ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ἐξοφλητέαι πληρωμαὶ τοῦ Δημοσίου ἀνήρχοντο εἰς τὸ ποσὸν 33,732,000 μὲν φράγκων εἰς χρυσὸν καὶ εἰς τὸ ποσὸν 13,000,000 περίπου εἰς τραπεζογραμμάτια, τουτέστιν ἐν ὅλῳ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 46,732,000 δραχ. εἰς χρυσὸν καὶ τραπεζογραμμάτια. Ὡς δὲ προεῖπον, ἀπέναντι τῶν ὑποχρεώσεων τούτων τοῦ Δημοσίου ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ, εἰμὴ τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 269,000, τῶν εὑρισκομένων ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ. Ταῦτα εἶναι πράγματα πασίδηλα, ταῦτα εἶναι πράγματα ἀναμφισβήτητα, βεβαιωθέντα διὰ τῶν ὑπογραφῶν τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἐν τοιαύτῃ θέσει, Κύριοι, εὑρέθη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἀναλαβοῦσα τὴν ἀρχήν. Καὶ ἡ οἰκτρὰ ἡμῶν ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν κατάστασις δὲν ἦτο μόνον γνωστὴ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τοῦ Κράτους· δυστυχῶς ἦτο γνωστὴ καὶ ἐκεῖ ἀκόμη, ὅθεν ἠδυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν ἀρωγὴν, καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀκόμη, ὅθεν ἠδυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν τὰ ἀπαιτούμενα κεφάλαια πρὸς τὴν ἀρτίαν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους. Ἰδοὺ, Κύριοι, τί ἔγραφεν ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ἀνάῤῥησιν τῆς Κυβερνήσεως Σωτηροπούλου ἐπὶ τὰ πράγματα ὁ «Χρόνος» τῶν Παρισίων. (Ἀναγινώσκει γαλλιστί).
§21ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἑλληνιστί, ἑλληνιστί.
§22ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλλιστα, ἑλληνιστὶ (ἀναγινώσκει μεταφράζων): «Οἰκονομικῶς ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται εἰς τὴν παραμονὴν τῆς λήξεως νέου τοκομεριδίου. Πολιτικῶς τὸ Στέμμα ἀπεκαλύφθη ἅπαξ ἔτι ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Βασιλέως Γεωργίου. Παρὰ πολλῶν δὲ ἐπαναλαμβάνεται, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται στενοχωρημένη ἐν τῷ διλήμματι τῆς χρεωκοπίας ἢ τῆς κηδεμονίας τῶν οἰκονομικῶν της διὰ συμβιβασμοῦ μετὰ τῶν ξένων δανειστῶν.» Παραδειγματικῶς μόνον ἀναφέρω τὸ χωρίον τοῦ «Χρόνου» τῶν Παρισίων.
§23Σ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν ἀνταπόκρισιν;
§24ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κύριε Κουμουνδοῦρε, εἶναι κύριον ἄρθρον. Ἐν κυρίῳ ἄρθρῳ ἀναφέρεται ἡ περικοπή.
§25ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίας χρονολογίας εἶναι;
§26ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς 2/14 Μαΐου 1893. Ἐνδεικτικῶς, λέγω, μόνον ἀναφέρω τὸ ἄρθρον τοῦ «Χρόνου» τῶν Παρισίων, διότι ἐκτὸς αὐτοῦ ἁπαξάπασαι αἱ εὐρωπαϊκαὶ ἐφημερίδες ἐγνώριζον καὶ διεκήρυττον τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, καὶ ἐβεβαίουν, ὅτι ἡ νέα Κυβέρνησις, ἡ ἀναλαβοῦσα θαῤῥαλέως τὴν ἀρχήν, εὑρίσκετο ἀληθῶς ἐν μέσῳ ἐρειπίων. Καὶ ἦτο γιγάντειος ἀληθῶς ὁ ἀγών, τὸν ὁποῖον αὕτη ἀνέλαβε, πρὸς περισυλλογὴν καὶ διάσωσιν αὐτῶν. Τί δὲ ἦτο δυνατόν, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ ἐνεργήσῃ ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, πανταχόθεν περικυκλουμένη ὑπὸ τοιούτων ἐρειπίων; Πολὺ ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς ἔθεσε χθὲς τὸ δίλημμα, ὅτι δύο ὁδοὶ ἠνοίγοντο εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἡ ὁδὸς τῆς κεκηρυγμένης, τῆς ἀνεπιφυλάκτου, τῆς ἀπροκαλύπτου χρεωκοπίας διὰ τῆς ἀρνήσεως τῶν πληρωμῶν, καὶ ἡ ὁδὸς ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις (καὶ τὸ ἔθνος ἅπαν δύναμαι νὰ εἴπω) ἐθεώρησε προτιμητέαν, ἡ ὁδὸς ἐν τῇ ὁποίᾳ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ ἔθνος θὰ εὕρισκε τὸν καιρὸν καὶ τὴν ἄνεσιν, ἵνα σκοπιμώτερον καὶ ἀνετώτερον μελετήσῃ τὰ καθ’ ἡμᾶς, καὶ ἐν ἐπιγνώσει τελείᾳ τῆς καταστάσεως ἡμῶν λάβῃ τὰ ἀναγκαῖα μέτρα πρὸς ἀποσόβησιν τῶν ἐπικειμένων κινδύνων καὶ συμφορῶν. Δὲν ὑπελείπετο, Κύριοι, οὔτε παρείχετο ἄλλο μέσον σωτηρίας ἀπὸ τῆς ἐπικειμένης συμφορᾶς, εἰμὴ τὸ μέσον τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως τῶν τόκων, ὅπερ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις συνωμολόγησεν. Ἄν δὲ ἡ σύμβασις ἐκείνη τοῦ δανείου δὲν ἐπήνεγκε τελείως τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ τόπος προσεδόκα ἐξ αὐτῆς, τοῦτο βεβαίως δὲν ὀφείλεται εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν σύμβασιν, ἀλλὰ ὀφείλεται κυρίως εἰς τὸν μανιώδη πόλεμον ἀφ’ ἑνός, τὸν ὁποῖον σύμπασα ἡ Ἀντιπολίτευσις ἤγειρε διὰ τοῦ τύπου αὐτῆς κατὰ τῆς συμβάσεως ἐκείνης, χαρακτηρίζουσα αὐτὴν χρεωκοπικὴν καὶ ἀπειλοῦσα, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία οὐδέποτε ἤθελε στέρξει νὰ κυρώσῃ αὐτὴν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν σταφιδικὴν κρίσιν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλη μομφὴ ἀπεδόθη κατὰ τῆς συμβάσεως ἐκείνης. Χθὲς ἔτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Χαλκίδος Βουλευτής, ἀγορεύων ἐντεῦθεν, σαφῶς διετύπωσε τὴν κατηγορίαν, ὅτι ἡ σύμβασις ἐκείνη οὐδὲν ἔχει τὸ νόμιμον κῦρος, διότι ἐπὶ οὐδενὸς νόμου στηρίζεται, καὶ διότι ἐπὶ παραβάσει ῥητῶν διατάξεων τῶν περὶ δανείων νόμων συνωμολογήθη· ἐπεκαλέσθη δὲ τὸν τελευταῖον περὶ δανείων νόμον, τουτέστι τὸν νόμον ͵ΒΞΖʹ περὶ μεταῤῥυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ δανείων νόμων ᾼΨʹ, ᾼΨΠΑʹ καὶ ᾼϠΜΔʹ τοῦ 1891. Ἀλλ’ ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ ἀκριβῶς τί εὑρίσκομεν; Τὸ ἄρθρον 14 λέγει: «Εἰς τὰ κατὰ τοὺς νόμους ᾼΨʹ καὶ ᾼΨΠΑʹ μετὰ τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ παρόντος νόμου συνομολογούμενα δάνεια ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 6 καὶ 8 τοῦ νόμου ᾼϠΜΔʹ». Ἀνάγκη λοιπὸν εἶναι, Κύριοι, ὅπως ἀνατρέξωμεν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 8: «Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαθέτῃ προσωρινῶς ἐκ τοῦ προϊόντος τῶν δανείων ποσὰ πρὸς πληρωμὴν καὶ ἄλλων ἀνυπερβλήτων καὶ ἀνεγνωρισμένων ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου.» Νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι κεῖται ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως τὸ ζήτημα, ὅτι ἡ σύμβασις τῆς 30 Μαΐου κατηρτίσθη ἐπὶ τῇ βάσει ῥητῆς καὶ ἀναμφισβητήτου διατάξεως τῶν περὶ δανείου νόμων, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη συνεπῶς ἔχει πᾶν τὸ ἀπαιτούμενον νόμιμον κῦρος καὶ οὐδ’ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία δύναται νὰ ἐγερθῇ περὶ τῆς νομιμότητος αὐτῆς, ἀλλὰ μόνον χάριν παιδιᾶς δύναται νὰ λέγηται τὸ ἐναντίον. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ Ἀντιπολίτευσις τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως δὲν ἠρκέσθη νὰ διαβάλῃ τὴν σύμβασιν τῆς 30 Μαΐου, δὲν ἠρκέσθη νὰ χαρακτηρίσῃ αὐτὴν ὡς χρεωκοπικὴν, νὰ παραστήσῃ αὐτὴν ὡς στερουμένην νομίμου κύρους, ἀλλὰ, ἐν τῇ σπουδῇ αὐτῆς, ὅπως ἀντιπολιτευθῇ τὴν Κυβέρνησιν, προέβη καὶ περαιτέρω ἔτι καὶ ἐπεκαλέσθη τοὺς παραβιαζομένους δῆθεν θεσμοὺς τοῦ Κράτους, προέβη μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ κατηγορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ὡς Κυβέρνησιν μὴ σεβασθεῖσαν τὰ συνταγματικὰ θέσμια καὶ ὡς ἀπροκαλύπτως παραβιάσασαν τοὺς κοινοβουλευτικοὺς νόμους. Τὴν κατηγορίαν δὲ ταύτην ἐστήριξεν ἐπὶ τῷ γεγονότι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη παρέλειψε νὰ συγκαλέσῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἀλλὰ ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, διατὶ τοῦτο δὲν ἔπραττεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη, ἀντὶ νὰ παραιτηθῇ; Ἐρωτῶ, κατὰ τί ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, εἴτε εὑρίσκετο παροῦσα, εἴτε ἐκαλεῖτο παρὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἤθελε χρησιμεύσει εἰς τὴν ἐπίλυσιν τῶν σπουδαίων, τῶν ἐπειγόντων, τῶν ἀνεπιδέκτων τῆς ἐλαχίστης ἀναβολῆς ζητημάτων;
§27ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Νὰ νομιμοποιήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην.
§28ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ τοῦτο ἐκλήθη ἐν καιρῷ, ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νομιμοποιηθῇ. Ἡ Βουλὴ, Κύριοι, δὲν συγκαλεῖται, ὅταν ἐπίκηνται τοιοῦτοι κίνδυνοι, ὅταν τὸ ἔθνος εὑρίσκηται εἰς τόσον δυσχερεῖς περιστάσεις. Τὰ λαμβανόμενα μέτρα εἰς τοιαύτας περιστάσεις πρέπει νὰ ἦναι κατ’ ἐξοχὴν μέτρα διοικητικὰ, τὰ ὁποῖα βεβαίως ὀφείλουν νὰ τεθῶσι κατόπιν ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ ἡ Βουλή. Ἀναμφισβήτητον γεγονὸς εἶναι, ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐκλήθη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἰς τὰ πράγματα, αἱ μᾶλλον ἐπείγουσαι ἀνάγκαι τοῦ Δημοσίου ἀνήρχοντο εἰς τὸ ποσὸν τῶν 46,000,000 δραχμῶν. Ἀναμφισβήτητον γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἀνελθοῦσα εἰς τὴν ἀρχὴν, δὲν εὗρεν ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους, εἰμὴ τὸ ποσὸν τῶν 269,000 δραχμῶν. Εἰπέτε μοι λοιπὸν, σᾶς παρακαλῶ, εἰς τί ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην; ἢ πόθεν ἡ Βουλή, σῶμα πολιτικὸν καὶ πολυτάραχον, παρέχον τὴν ἐργασίαν αὑτῆς ἐπὶ τῇ εἰσηγήσει τῶν Κυβερνήσεων, ἠδύνατο αὐτοστιγμεὶ νὰ ἐξεύρῃ τὰ ἀναγκαῖα κεφάλαια, ὅπως πληρωθῶσιν αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους εἰς τὸ ἐξωτερικόν; Ἡ Βουλὴ βεβαίως, κατὰ δίκαιον λόγον, ὤφειλε νὰ συγκληθῇ μετὰ τὴν κατάρτισιν τῆς συμβάσεως. Ἀλλὰ τὰ δίκαια τῆς Βουλῆς ἐν πάσῃ τῇ ἐνεργείᾳ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης διετηρήθησαν ἀπαραμείωτα καὶ ἀλώβητα, διότι ἡ διάταξις ἐκείνη τῆς συμβάσεως, ἥτις ἐδεῖτο τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς, ἐπεφυλάχθη διὰ τὴν ἔγκρισιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἀλλ’ ἐὰν καὶ οὐσιαστικώτερον ἐρευνηθῇ τὸ ζήτημα, ἐπιτρέπεται νομίζω νὰ ἐρωτήσῃ τις, κατὰ τί παρέβλαψεν ἡ σύμβασις ἐκείνη τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν; κατὰ τί ἠλλοίωσεν αὐτὴν, εἰς τρόπον ὥστε ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις νὰ μὴ δύνηται νὰ ἐκπληρώσῃ ἀκεραίας τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους; Ἐὰν ἦναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἀνελθοῦσα ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ἐλάχιστον ποσὸν χρημάτων εὗρεν ἐν τοῖς δημοσίοις ταμείοις· ἐὰν ἦναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι μετ’ ἄκρας εὐλαβείας καὶ στοργῆς διεχειρίσθη τὰ κοινὰ κατὰ τὸ ἑξάμηνον διάστημα, καθ’ ὃ προΐστατο αὐτῶν, δὲν ἐννοῶ, οὐδὲ βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐδεινώθη ἡ κατάστασις ἡμῶν κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα. Ἐπεκαλέσθησαν, Κύριοι, τοὺς συνταγματικοὺς θεσμοὺς, ἵνα δημιουργήσωσι λόγον ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, καὶ ἐπεκαλέσθησαν τοὺς θεσμοὺς ἐκεῖνοι, οἵτινες, πρῶτοι ἐρχόμενοι ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ὡς ἀπαρχὴν τοῦ κυβερνητικοῦ αὐτῶν ἔργου ἐνήργησαν πρᾶξιν ἀναιροῦσαν τὴν αὐτοτέλειαν τῆς Βουλῆς, ἀναιροῦσαν τὴν αὐτοτέλειαν τοῦ Βασιλέως, ἐπὶ παραβάσει θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Καὶ χθὲς, Κύριοι, καὶ σήμερον ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα τῆς νομιμότητος ἢ μὴ τῆς ἐσχάτως ἐκδοθείσης ἐγκυκλίου παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τῆς ὁποίας διετάχθη ἡ παῦσις τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως εἰς χρυσὸν ἐσόδων τινῶν. Νομίζω ὅμως μετ’ ἄλλων ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, ὅτι δὲν ἐπέστη ἔτι ἡ ὥρα, καθ’ ἣν εὐρέως θέλει συζητηθῆ τὸ ζήτημα τοῦτο. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ἀναβάλλω νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου καθ’ ἣν ἡμέραν θέλει γείνῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἐνδεικτικῶς ὅμως ἀνέφερον τὸ γεγονὸς τοῦτο, ἵνα καταδείξω ὑμῖν ὁποίαν ἔχουσι γνώμην περὶ τοῦ Συντάγματος, κατὰ πόσον ἐννοοῦσι νὰ σεβασθῶσι τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμοὺς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ἐρχόμενοι εἰς τὴν ἀρχὴν, ἐγκαινίζουσι τὸ κυβερνητικὸν αὑτῶν ἔργον διὰ τῆς παραβάσεως αὐτῶν τῶν θεσμῶν, τοὺς ὁποίους ἐκόπτοντο ἐπικαλούμενοι κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἐν τῷ σχεδίῳ, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, εὑρίσκομεν ὡς πρόγραμμα τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως τὴν ἐπαγγελίαν περὶ πάσης δυνατῆς οἰκονομίας ἐν ταῖς δαπάναις τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀμφιβάλλομεν περὶ τῆς εἰλικρινείας τῶν ἐπαγγελιῶν τούτων. Διότι γνωρίζομεν, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις αἱ ὑπὸ τὸν κ. Τρικούπην οὐ μόνον δὲν ἐπραγματοποίησαν τὰς ἤδη ἐπαγγελλομένας οἰκονομίας κατὰ τὸ παρελθὸν, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἀδικαιολόγητον ὅλως ἐπέδειξαν πάντοτε σπουδὴν εἰς τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν δαπανῶν τοῦ Δημοσίου. Καὶ πέρυσιν ἔτι, συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἀπὸ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ὑπεδείχθησαν πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν αἱ δυναταὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους οἰκονομίαι, συμποσούμεναι εἰς 10,000,000 περίπου. Ἐν τούτοις οὐδεμία ἐδόθη προσοχὴ εἰς τὰς συστάσεις ἐκείνας καὶ τὰς παροτρύνσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ κατηρτίσθη ὁ προϋπολογισμὸς ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐσκόπει νὰ καταρτίσῃ αὐτὸν, ἀπραγματοποίητον δηλαδὴ ἐν τοῖς ἐσόδοις, πλούσιον ἐν ταῖς δαπάναις καὶ εἰκονικὸν ἐν τῷ μυθολογουμένῳ αὐτοῦ ἰσοζυγίῳ. Καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐκ τοῦ παρελθόντος προοιωνιζόμενοι τὸ μέλλον, ἀρνούμεθα πᾶσαν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν. Ἐλέχθη χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν ὀφείλεται τὸ γεγονὸς, ὅτι παντοίου εἴδους κερδοσκόποι ἐπέδραμον ἐνταῦθα ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς Εὐρώπης ἐπὶ σκοπῷ νὰ λῃστεύσωσι τὸν τόπον. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν εἶναι ὁ μὴ γινώσκων, ὅτι καὶ τοῦ Χάμπρο αὐτοῦ καὶ παντὸς ἄλλου τραπεζίτου Εὐρωπαίου τὸ ὄνομα ἐγένετο γνωστὸν ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ τῶν Κυβερνήσεων τοῦ κ. Τρικούπη, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν αὐτοῦ ἐπέδραμον οὗτοι εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι εὗρον τὸ ἔδαφος πρόσφορον εἰς τὰς κερδοσκοπικὰς ἐργασίας των καὶ τὴν λείαν εὐάλωτον, καὶ ὅτι, ἀντὶ δι’ αὐτῶν νὰ καταντήσῃ ἡ Ἑλλὰς χρηματιστήριον τῆς Ἀνατολῆς, κατέστη τόπος πείνης καὶ δυσπραγίας. Ἀρνούμεθα λοιπὸν τὴν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι οὔτε εἰς τὰς οἰκονομίας αὐτῆς πιστεύομεν, οὔτε εἰς τὴν σκοπιμότητα τῆς ἐργασίας της, καὶ διότι ἐκ τοῦ παρελθόντος κυβερνητικοῦ αὐτῆς βίου προοιωνιζόμεθα οὐχὶ καλὰ διὰ τὸν τόπον ἡμῶν. Διότι γνωρίζομεν, ὅτι κατὰ τὸ δεκαετὲς διάστημα, καθ’ ὃ αἱ ὑπὸ τὸν καὶ νῦν κ. Πρωθυπουργὸν Κυβερνήσεις διηύθυνον τὰ κοινὰ, οὐδέποτε ἐλήφθη φροντὶς, ὅπως αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους περιορισθῶσιν ἐντὸς τῶν ἐφικτῶν ὁρίων, ὅτι ἀπεναντίας πᾶσα κατεβλήθη σπουδή, ὅπως ἐπεκταθῶσιν ἐπ’ ἄπειρον. Διότι γνωρίζομεν, ὅτι ἐντὸς μιᾶς δεκαετίας ἐδιπλασιάσθη σχεδὸν ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Διότι γνωρίζομεν, ὅτι κατὰ τὴν δεκαετίαν αὐτὴν ἀλλεπάλληλα ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων ἐκείνων συνωμολογήθησαν δάνεια, τῶν ὁποίων πᾶς γνήσιος πατριώτης ἐπιτρέπεται νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν σκοπιμότητα. Διότι πάντες γνωρίζομεν, ὅτι, ἵνα συνομολογηθῶσι τὰ δάνεια ἐκεῖνα, βαρύτατοι ἐπεβλήθησαν φόροι εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ ὅτι, ἐνῷ τοιαῦται θυσίαι βαρύταται ἐζητοῦντο παρ’ αὐτοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲν παρείχετο αὐτῷ ὡς ἀντάλλαγμα ἡ ἔννομος ἐν τῇ Πολιτείᾳ τάξις καὶ ἡ ἀληθὴς ἐλευθερία, ὡς γίνεται ἐν πάσῃ ἐννόμῳ Πολιτείᾳ. Διότι γνωρίζομεν, ὅτι αἱ βαρύταται ἐκεῖναι θυσίαι, εἰς τὰς ὁποίας εἶναι ἀληθὲς ὅτι παραδειγματικῶς ἐνεκαρτέρησε καὶ ἐγκαρτερεῖ ἔτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἀφήρεσαν πᾶσαν ἰκμάδα αὐτοῦ καὶ ἐστέρησαν αὐτὸν οὐ μόνον τῶν κεφαλαίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσιν εἰς προαγωγὴν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς ἐν γένει, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων στοιχείων διὰ τὴν ἠθικὴν αὐτοῦ ἀνάπτυξιν καὶ μόρφωσιν. Διότι γνωρίζομεν, ὅτι τὸ ἐν γένει ἔργον τῶν ὑπὸ τὸν καὶ νῦν κ. Πρωθυπουργὸν Κυβερνήσεων, αἵτινες ἐπὶ δεκαετίαν διηύθυναν τὰ κοινὰ, εἰς οὐδὲν ἄλλο συνετέλεσεν, εἰμὴ εἰς τὴν ἄρνησιν τῆς ἐννόμου τάξεως ἐν τῇ Πολιτείᾳ καὶ εἰς τὴν μείωσιν τῶν ἐλευθεριῶν τῶν πολιτῶν. Ἕνεκα τούτων, Κύριοι, ἐκ τοῦ παρελθόντος ὅλου τούτου τοῦ δεκαετοῦς προοιωνιζόμενοι καὶ τὸ μέλλον τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως, δηλοῦμεν, ὅτι θέλομεν ἀρνηθῆ τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης ἡμῶν πρὸς αὐτὴν, πεποιθότες, ὅτι διὰ τὴν ψῆφον ἡμῶν ταύτην θέλομεν εὕρει πλήρη τὴν δικαίωσιν ἐν τῇ συνειδήσει τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας.
§29ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριοι, ἀνέρχομαι τὸ βῆμα, ὅπως μετάσχω τῆς πολιτικῆς ταύτης συζητήσεως εἴπερ ποτὲ σοβαρᾶς, καὶ ἐξενέγκω τὴν ἐπὶ ταύτης γνώμην μου, ἅμα δὲ ἵνα δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, ἣν μετ’ ὀλίγον θέλω κληθῆ νὰ δώσω ἐπὶ τοῦ πορίσματος τῆς συζητήσεως ταύτης, ὅπερ ἔσεται ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἧς μέχρι τῆς χθὲς ἤμην εἷς τῶν θερμῶν ὀπαδῶν. Καὶ ὀφείλω νὰ λαλήσω, ὅπως ἀκουσθῇ ἡ φωνή μου καὶ πέραν τῆς αἰθούσης ταύτης, ἐν μέσῳ τῶν συμπολιτῶν μου, τῇ ἁγνῇ τῶν ὁποίων ψήφῳ εἰσῆλθον ἐνταῦθα. Μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ ὁμιλήσω, ὅπως ἐπιτελέσω τὸ πρὸς τὴν Πολιτείαν καθῆκον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην εἶναι ἱερὸν, θὰ ἦτο δὲ παράλειψις δι’ ἐκείνους, οἵτινες δύνανται οὐ μόνον διὰ τῆς ψήφου, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ λόγου, νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην των ἐπὶ τῶν τῆς Πολιτείας, ἐὰν κατὰ τοὺς παρόντας χαλεποὺς καιροὺς ἤθελον σιωπήσει. Ἤκουσα τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας, λαβόντος τὴν ὑπεράσπισιν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατηγοροῦντος τῆς πρώην τοιαύτης, καὶ ἀνεγνώρισα ἐν αὐτῷ τὸν δεξιὸν δικανικὸν ῥήτορα, ἀλλ’ ὅστις ἐλησμόνησεν, ὅτι τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι βῆμα δικανικὸν, εἶναι βῆμα, ἀπὸ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἐξέρχωνται γνῶμαι, ἐπὶ τῶν πραγμάτων στηριζόμεναι, οὐχὶ γνῶμαι τὰς ὁποίας ἤθελεν ἐμπνεύσει αὐτῷ ὁ ζῆλος ὑπὲρ ἧς ἀγωνίζεται πολιτικῆς. Καὶ ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου του μονονοὺκ ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου νὰ παραστήσῃ τὸν ὑπ’ αὐτοῦ ὑποστηριζόμενον, τὸν νῦν Πρωθυπουργὸν, ὡς ἐντελῶς ἀθῷον, ἀνεύθυνον ἐπὶ τοῖς γενομένοις. Ἤθελε νὰ ἐπιῤῥίψῃ—ἅς μοὶ ἐπιτραπῇ πρὸς στιγμὴν φράσις δικανικὴ—τὴν εὐθύνην εἰς τοὺς πολιτικῶς ἐνάγοντας. Δὲν θὰ ἀκολουθήσω αὐτὸν ὡς πρὸς τὸ ἔγκυρον ἢ μὴ τῆς συμβάσεως τῆς ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως συναφθείσης, οὐδὲ θέλω ὑποστηρίξει τὸ ἔγκυρον ἢ μὴ τῆς ἐγκυκλίου, ἥν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς ἐξέδοτο, παραδεχόμενος τὴν γνώμην τοῦ σεβαστοῦ μοι ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὅτι τὰ τοιαῦτα εἶναι ζητήματα ξένα ὅλως τοῦ θέματος, περὶ οὗ συζητοῦμεν· θὰ περιορισθῶ μόνον νὰ ἀναιρέσω τὰς γνώμας τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας, δι’ ὧν ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πολιτικὴν τῆς νῦν Κυβερνήσεως καὶ νὰ κατηγορήσῃ τῆς πρώην τοιαύτης. Καὶ τὴν φιλοπατρίαν ἐπεκαλέσθη καὶ οὗτος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ τὰς θυσίας αὐτοῦ, ἃς ὑπέστη, καὶ τὰς φορολογικὰς πιέσεις, εἰς ἃς ὑπεβλήθη, καὶ ἃς ἐπὶ τόσον χρόνον ὑπέμεινεν, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι τέλος αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ ἐπραγματοποιήθησαν, τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ κατηρτίσθη, καὶ ἤδη ἂς ἔλθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ δρέψῃ τοὺς καρποὺς τῶν θυσιῶν αὐτοῦ. Ἀληθῶς, Κύριοι, κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 3 Μαΐου πάντες τὸ αὐτὸ εἴχομεν πρόγραμμα, οἱ ἀκολουθοῦντες τὸν καὶ νῦν Πρωθυπουργὸν, εἴχομεν τὸ πρόγραμμα τῆς οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως τοῦ Κράτους. Εἰ καὶ ἡ ἔννοια τῶν ἐκλογῶν ἐκείνων δὲν ἦτο μόνον καθαρῶς οἰκονομικὴ, ἀλλὰ μετεῖχε καὶ ἰδέας ἄλλης, ἥτις συνεζητήθη κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ ἀνήκει εἰς αὐτὸ, ἐν τούτοις ἐνεῖχε τὴν ἰδέαν τὴν οἰκονομικὴν, τὴν ἀνόρθωσιν τῆς πίστεως τῆς χώρας. Καὶ ἠκούσαμεν τότε τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νῦν Πρωθυπουργοῦ, ἀναβάντος τὸ βῆμα τοῦτο, ἠκούσαμεν αὐτοῦ ζητοῦντος νὰ ἐμπνεύσῃ τὸν ἐνθουσιασμὸν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, ὅτι διὰ τῆς ψήφου του θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ὅτι διὰ τῆς ψήφου του θέλει κατορθώσει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ τόσου χρόνου ἐπόθει καὶ ἐπεζήτει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ οὐ μόνον πρὸς τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν ἰδέαν τὴν ἐθνικὴν, καὶ κατῆλθεν ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ βήματος ἐπευφημούμενος ὑπὸ τῆς Βουλῆς ταύτης, ἥτις εἶχε πεποίθησιν, ὅτι διὰ τῶν μέτρων του ἐκείνων θὰ ἐπήρχετο ἡ βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Καὶ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ ἐστηρίζετο ἰδίως ἐπὶ τῆς συνάψεως ἑνὸς μεγάλου δανείου· ἐθεώρει τὸ δάνειον αὐτὸ βέβαιον, ὅτι ἐξ αὐτοῦ ἤθελον ἀποῤῥεύσει τὰ ἀγαθὰ εἰς τὸν τόπον, ὅτι ἤθελεν ἀρθῆ ἡ νομισματικὴ παρ’ ἡμῖν ἰδίως ἀνωμαλία, ἡ κυρία αἰτία τῆς δυσπραγίας τῆς χώρας· ἀλλ’ ἡμέραν τινὰ μανθάνομεν μετὰ τῶν λοιπῶν πολιτῶν καὶ ἡμεῖς, οἱ ὑποστηρίζοντες ἐνθέρμως τὸν νῦν Πρωθυπουργὸν, ὅτι παρῃτήθη τῆς ἀρχῆς, ὅτι τὸ δάνειον ἀπέτυχε· ἂν δέ τις τῶν ἀκολουθούντων τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους ἤθελεν ἐρωτήσει τὸν λόγον τῆς παραιτήσεώς του, παρέπεμπεν αὐτὸν εἰς τὸ δημοσιογραφικόν του ὄργανον, διὰ νὰ μάθῃ τὸν λόγον τῆς παραιτήσεως αὐτοῦ. Βεβαίως ἕκαστος ἀντιπρόσωπος ὑποστηρίζει πολιτικήν τινα, ἀλλὰ δὲν ἐννοεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πολιτικὴν αὐτὴν πέραν τῆς φιλοτιμίας, πέραν τῆς ἀξιοπρεπείας, πέραν τῆς μὴ ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος, δι’ ὃ ἐκλήθη, πέραν τῆς ἐντολῆς ἣν ἔλαβε περὶ τῆς ἀνορθώσεως τῆς οἰκονομικῆς τοῦ Κράτους, ἥτις ἦτο ἡ σημαία καὶ ἡ ἐπαγγελία τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ. Παρῃτήθη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη τῆς ἀρχῆς, καὶ τὸ Στέμμα, ἐν τῇ ἐκτιμήσει αὑτοῦ, ἐκάλεσεν εἰς αὑτὴν τὸν σεβαστόν μοι ἐκ Τριφυλίας πολιτευτὴν, οὗτινος αἱ πολιτικαὶ ἀρχαὶ συνεταυτίζοντο πρὸς τὸ πρόγραμμα τοῦ νέου ἡμῶν ἡγέτου, τοῦ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ· καὶ ἀνῆλθον ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, καὶ ἐπετέλεσαν, ὅσον τὸ ἐπ’ αὐτοῖς, τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον. Ἀλλ’ ὁ τῆς 3 Μαΐου Πρωθυπουργὸς, ὁ παραιτηθεὶς, ἅμα τῇ καταρτίσει τῆς νέας Κυβερνήσεως, ἐπετίθετο κατ’ αὐτῆς, ἐπετίθετο... δὲν θέλω νὰ εἴπω τὴν λέξιν.
§30ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰπέτε την.
§31ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. .. κατὰ τοῦ Στέμματος, καὶ ἐζήτει διὰ τοῦ ὀργάνου αὑτοῦ νὰ παραστήσῃ, ὅτι τὸ Στέμμα, κακῶς ἐκτιμῶν τὰς περιστάσεις, προέβη εἰς κατάρτισιν Κυβερνήσεως μὴ κοινοβουλευτικῆς, εἰς κατάρτισιν Κυβερνήσεως, ἥτις καὶ αὐτὴ δὲν ἤξευρεν ἐπὶ ποίων βάσεων πολιτικῶν ἐστηρίζετο, ὡσανεὶ τὸ Στέμμα δὲν εἶχε δικαίωμα, μετὰ τοιαύτην μάλιστα πολιτικὴν μεταβολὴν, μεταβολὴν πρωτοφανῆ ἴσως εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος, νὰ καλέσῃ οἱονδήποτε πολιτευτὴν, ἵνα συγκροτήσῃ Κυβέρνησιν, καὶ τῷ χορηγήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐνασκήσεως τῆς ἣν κέκτηται βασιλικῆς προνομίας, καθόσον δυνατὸν, ἕνεκα διαφωνίας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸ Στέμμα, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπομακρύνηται τῆς ἀρχῆς, πρώτην φορὰν ὅμως ἠκούσθη Κυβέρνησις κοινοβουλευτικῶς ὑποστηριζομένη νὰ παραιτῆται τῆς ἀρχῆς καὶ νὰ μὴ δίδῃ λόγον τῆς παραιτήσεως αὐτῆς, νὰ παραιτῆται τῆς ἀρχῆς, καὶ τὴν ἑπομένην νὰ ἐγείρῃ πόλεμον κατὰ τοῦ Στέμματος, νὰ ἐγείρῃ μάλιστα πόλεμον κατὰ τοῦ Στέμματος ὁ πολιτευτὴς ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου βεβαίως ἐκτιμῶ τὴν ῥητορικὴν ἱκανότητα, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν, ὁ πολιτευτὴς ἐκεῖνος, ὅστις ἐκ τῆς λαμπηδόνος τοῦ Στέμματος ἐφωτίσθη πολλάκις, ἵνα ἐξεύρῃ ἀτραπὸν, διὰ τῆς ὁποίας ἐξῆλθεν ἐκ τῆς δυσχεροῦς θέσεως, ἐν ᾗ εὑρέθη (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τοῦ κέντρου τῆς ἀριστερᾶς). Καὶ ἀπεκαλεῖτο ἡ Κυβέρνησις Σωτηροπούλου–Ῥάλλη ἀντικοινοβουλευτικὴ παρὰ τοῦ μόνου ἐναπομείναντος αὐτῷ δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου, διότι προῆλθεν ἐκ τῆς μειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, μὴ ἐπερειδομένη εἰς κοινοβουλευτικὴν δύναμιν, καὶ δὲν ἐκάλει τὴν Βουλὴν ἅμα τῇ καταρτίσει αὐτῆς. Δὲν ἐκλήθη τότε ἀμέσως ἡ Βουλὴ, Κύριοι, διότι ἐσκέπτετο ἡ Κυβέρνησις μετὰ τοῦ Στέμματος, ἐὰν ἔπρεπε μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῆς βασιλικῆς προνομίας· καὶ βεβαίως τότε ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, ἐὰν ἐλάμβανε χώραν ἡ ἐνάσκησις τῆς προνομίας ταύτης, θὰ εὑρίσκετο εἰς εὐαρεστοτέραν θέσιν τῆς παρούσης (1), δὲν θὰ ἔλεγε δὲ, ὅτι ἡ πρᾶξις ἐκείνη ἀντέκειτο εἰς τὸ Σύνταγμα, δὲν θὰ ἔλεγεν, ὅτι ἡ πρᾶξις ἐκείνη ἦτο ἔγκλημα πολιτικὸν, ἀφοῦ τὴν ἐκ τῆς ἐξουσίας ἀπέλευσιν τοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ ἀπεκάλεσεν οὐ μόνον νόμιμον, συνταγματικὴν πρᾶξιν, ἀλλ’ ὅτι θὰ ἦτο ἔγκλημα, ἐὰν δὲν ἐλάμβανε χώραν ἡ τοιαύτη ἐκ τῆς ἐξουσίας ἀπέλευσις τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ. Βεβαίως ἡ κατὰ τὴν 27 Ἀπριλίου παραίτησις τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἐπεβάλλετο, κατ’ ἐμὴν γνώμην, τότε ἡ ἐνάσκησις τῆς βασιλικῆς προνομίας, ἀλλὰ τὸ Στέμμα μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, θέλον νὰ ἀποφύγῃ τὴν δείνωσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, θέλον νὰ ἀποφύγῃ τὴν χειροτέρευσιν τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, θέλον νὰ ἀποφύγῃ πολλὰς ἀνωμαλίας τῆς διοικήσεως, αἵτινες ἤθελον ἐπέλθει ἐκ ταύτης, ἐσκέφθη ὅτι ἦτο προτιμότερον νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἐνάσκησιν ταύτην. Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἐκλήθη ἡ Βουλή; λέγουσιν. Ἡ Βουλὴ δὲν ἐκλήθη, διότι εὑρίσκετο ὑπὸ τοιαύτας δεινὰς περιστάσεις τὸ Κράτος τότε, ὀλίγων ἡμερῶν ἀριθμουμένων μέχρι τῆς ἀποτίσεως τῶν τοκομεριδίων τοῦ Ἰουλίου, ὥστε δὲν ἠδύνατο, εἰμὴ νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις, τί δέον νὰ πράξῃ πρὸς ἀποσόβησιν τῆς ἐπαπειλουμένης χρεωκοπίας. Δὲν συνεκλήθη ἡ Βουλή, διότι ἀνέμενεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἐὰν δὲν ἐτύγχανε τῆς ἀντιδράσεως παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸ μέτρον της αὐτὸ, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ἡ ἐκ τοῦ ἀτυχοῦς γεγονότος τῆς μὴ καταναλώσεως τοῦ χρυσοῤῥόου ἡμῶν προϊόντος, τῆς σταφίδος, κρίσις, νὰ ἴδῃ εὐάρεστα τὰ ἀποτελέσματα τοῦ μέτρου της ἐκείνου· δὲν ἐκλήθη ἡ Βουλή, διότι δὲν ἐνόει ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ παρουσιασθῇ πρὸ αὐτῆς ἀνέτοιμος, καὶ νὰ λαμβάνῃ ἴσως τὸν λόγον ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, ἵνα μέμφηται αὐτῆς, ἵνα τὴν μυκτηρίζῃ, ὡς ἐλθοῦσαν ἄνευ σχεδίου οἰκονομικοῦ, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ παρασκευάσῃ τὰ μέτρα της, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως καὶ ἐγένετο. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, δι’ ἣν ἐκόπτετο ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, ἦτο βεβαίως νὰ ἐπανέλθῃ καὶ αὖθις ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, διότι ἄνευ αὐτοῦ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας δὲν ἀνορθοῦται, ὡσεὶ ἐτάχθη ὑπὸ τῆς θείας προνοίας, ἵνα σώσῃ τὸ Κράτος ἡμῶν αὐτὸς καὶ μόνος· καὶ ἅμα τῇ εἰς τὴν ἐξουσίαν ἀναῤῥήσει του διέδιδον οἱ περὶ αὐτὸν βομβοῦντες, ὅτι ἤδη εἶναι ἕτοιμον τὸ σχέδιον τῆς διακανονίσεως τῶν χρεῶν, ὅτι εἶναι ἤδη ἕτοιμον τὸ σχέδιον τοῦ συμβιβασμοῦ μετὰ τῆς συνάψεως δανείου πρὸς τακτοποίησιν τῆς νομισματικῆς ἡμῶν ἀνισοῤῥοπίας. Ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, ὅστις πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους ἐπηγγέλλετο τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους διὰ τῆς ἀκεραίας ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ, λησμονεῖ, ὅτι τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ μετεβλήθη εἰς ῥάκος, καὶ σήμερον ἔρχεται καὶ ζητεῖ, ὅπως τὸ Κράτος ἀποτίσῃ τὰς πρὸς τοὺς πιστωτὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ κατὰ τὸν ἀνώτατον δυνατὸν ὅρον τῶν δυνάμεων αὐτοῦ, καθ’ ὃν ὅρον δηλονότι ἤθελον δεχθῆ οἱ δανεισταὶ νὰ συμφωνήσωσι μετ’ αὐτοῦ! Καὶ εἰς πάντα μὲν ἄλλον ἦτο ἐπιτετραμμένη ἡ τοιαύτη μεταβολὴ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, οὐχὶ ὅμως καὶ εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς 3 Μαΐου. Ἐνθυμοῦμαι τότε γενομένην συζήτησιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ περὶ τῶν διαφόρων μέτρων τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης· μόλις ἡ ἰδέα τοῦ συμβιβασμοῦ, συνεπῶς ἡ ἰδέα τῆς χρεωκοπίας, ἠκούετο ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἐξηγείρετο ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς καὶ δὲν ἤθελε κἄν νὰ ἀναφέρῃ τὴν λέξιν, ἥτις ἁρμόζει εἰς τὴν τοιαύτην διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους· καὶ σήμερον παρουσιάζεται λησμονῶν τὰς ἐπαγγελίας αὐτοῦ, λησμονῶν τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ καὶ εἰς ἓν καὶ μόνον ἀποβλέπων, πῶς εἶναι δυνατὸν τέλος νὰ διορθωθῇ ἡ ἐκκρεμὴς αὕτη κατάστασις τοῦ Κράτους δι’ οἱωνδήποτε ἔστω μέσων! Ἀλλ’ εἶναι τῇ ἀληθείᾳ περίεργον, ὕστερον ἀπὸ τοιαύτην πολιτικὴν, νὰ ἐγείρηται ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας καὶ μονονοὺ νὰ λέγῃ, ὅτι αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ ἐπραγματοποιήθησαν, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892 εἶναι ἐν ἰσοζυγίῳ, ἂν δὲ δὲν ἠδυνήθη νὰ πραγματοποιήσῃ τὰς ἐπαγγελίας αὐτοῦ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀκεραίαν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, εἰς τοῦτο δὲν πταίει ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς 3 Μαΐου, ἀλλ’ αἱ δυσμενεῖς περιστάσεις, ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἥτις ὑπέγραψε τὴν σύμβασιν τῆς κεφαλαιοποιήσεως τῶν δανείων. Λησμονεῖ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι οἱαδήποτε πολιτικὴ μεταβολὴ, ὅσην καὶ ἂν ἔχῃ μεγαλειτέραν ἱκανότητα ἡ νέα Κυβέρνησις, εἶναι ἀδύνατον νὰ βελτιώσῃ οἰκονομικὰ κατηρειπωμένα, καὶ ἡ γνώμη αὕτη, Κύριοι, δὲν εἶναι γνώμη ἐμὴ, εἶναι γνώμη μεγάλου οἰκονομολόγου, τοῦ Leroy Beaulieu. Καὶ ἐτόλμησεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ὅτι αὐτὴ ἐσήμανε τὸν κώδωνα τῆς χρεωκοπίας, ὡσανεὶ ἡ χρεωκοπία εἶναι συνέπεια πενταμήνου Κυβερνήσεως· καὶ εἶπεν, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς συμβάσεως τῆς κεφαλαιοποιήσεως τῶν δανείων ἦτο ἡ μάχαιρα, διὰ τῆς ὁποίας ἐπλήγη ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν καρδίαν αὐτῆς, ὡς ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐμπηχθῇ μάχαιρα ἐπὶ πτώματος! Τὴν Ἑλλάδα, κ. Πρωθυπουργὲ τῆς 3 Μαΐου, μετὰ δεκαετῆ διοίκησιν, τὴν παρεδόσατε ψυχοῤῥαγοῦσαν εἰς τοὺς διαδόχους ὑμῶν, καὶ οὗτοι προσεπάθησαν, ὅσον ἠδύναντο, νὰ τῇ ἐγχύσωσι ζωήν· προσεπάθησαν, ὅσον ἠδύναντο, νὰ τὴν γαλβανίσωσι διὰ τῆς συμβάσεως ἐκείνης, ἀναστέλλοντες μὲν τὰς πληρωμὰς τῶν τοκομεριδίων, ἀποδίδοντες δὲ εἰς ἀντάλλαγμα τοῖς δανεισταῖς ὁμολογίας, ὅπως ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ δυνηθῶσιν, ἐὰν μετὰ τὰ 2 καὶ ἥμισυ ἔτη δὲν ἐπαρκῶσιν αἱ δυνάμεις τῆς χώρας εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἀρχῶν τῆς τέως Κυβερνήσεως, τῆς πλήρους τουτέστιν ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, νὰ ῥυθμίσωσι καὶ κανονίσωσιν ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ τὸ ζήτημα τὸ ἐνδιαφέρον πάντας τοὺς Ἕλληνας. Ἡ σύμβασις τῆς κεφαλαιοποιήσεως τοῦ δανείου ἦτο μέτρον ἔκτακτον, κατ’ ἀνάγκην ἐπιβαλλόμενον εἰς τὴν τέως Κυβέρνησιν. Δύο ἦσαν, Κύριοι, αἱ ὁδοὶ, ἃς ὤφειλε νὰ ἐκλέξῃ ἡ τότε Κυβέρνησις, ἢ τὴν πλήρη χρεωκοπίαν, τὴν στάσιν τῶν πληρωμῶν, ἢ τὸ μέτρον τῆς κεφαλαιοποιήσεως τῶν δανείων· ἄλλο μέτρον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ, καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ ἕτερον τοιοῦτο, παρακαλῶ οἱονδήποτε ἐξ ὑμῶν, καὶ ἰδίᾳ αὐτὸν τὸν Πρωθυπουργὸν, νὰ ἀναβῇ ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ τὸ ἀναπτύξῃ. Εὑρέθη λοιπὸν εἰς τὴν χαλεπωτέραν τῶν περιστάσεων ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, καὶ ἔπραξε πᾶν τὸ ἐπ’ αὐτῇ πρὸς ἀποσόβησιν τῆς χρεωκοπίας, καὶ ἐὰν τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν, ὥστε νὰ ἀποτίσῃ ἐν μέλλοντι χρόνῳ πλήρεις τὰς ὑποχρεώσεις του τὸ Κράτος, τοὐλάχιστον νὰ διακανονίσῃ ἐν ἀνέσει τὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν ζητήματος. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, μετὰ τὴν ὑπεράσπισιν τῆς πολιτικῆς τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, καθ’ ἣν εἶδε τὰς ἐπαγγελίας αὐτοῦ πραγματοποιουμένας, καθ’ ἣν εἶδε τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ πλῆρες,—ἐὰν πλῆρες δύναται νὰ ὀνομασθῇ ἰσοζύγιον προϋπολογισμοῦ στηριζόμενον ἐπὶ βεβαιώσεων καὶ δαπανῶν, ἐὰν πλῆρες δύναται νὰ ὀνομασθῇ ἰσοζύγιον προϋπολογισμοῦ μὴ περιλαμβάνον τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος, ἐὰν πλῆρες δύναται νὰ θεωρηθῇ ἰσοζύγιον προϋπολογισμοῦ μὴ περιλαμβάνον τὴν ἀναγκαίαν δαπάνην τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Λαρίσσης, ἐὰν πλῆρες δύναται νὰ θεωρηθῇ ἰσοζύγιον περιλαμβάνον ἐν τοῖς τακτικοῖς ἐσόδοις καὶ ἔκτακτα τοιαῦτα,—σιωπᾷ· ἀλλ’ ἐγὼ ἐξακολουθῶ. Ἔστω, κατωρθώθη τέλος διὰ τῶν οἰκονομιῶν, κατωρθώθη τέλος διὰ τῶν βαρέων φόρων, οὓς ἐπεβάλομεν εἰς τὸν δυστυχῆ Ἑλληνικὸν λαὸν, νὰ ἔχωμεν χάρτινον κατὰ τὸν νῦν Πρωθυπουργὸν ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ· ποῦ εἶναι ἡ πραγματοποίησις τῶν ἐπαγγελιῶν αὐτοῦ; ποῦ εἶναι ἡ λύσις τοῦ νομισματικοῦ ζητήματος, ἡ βάσις αὕτη τοῦ ἀληθοῦς κοινωνικοῦ ἰσοζυγίου καὶ τῆς πίστεως ἡμῶν; ποῦ εἶναι ἡ ἐνίσχυσις τῆς κοινωνίας διὰ ξένων κεφαλαίων; Ἤδη μελετᾷ τὰ μέτρα ταῦτα ἡ Κυβέρνησις, μᾶς εἶπεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ἀφοῦ πλέον τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν δὲν δύναται ἢ νὰ ῥυθμισθῇ οὕτω διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ ὑποδεικνύει ἡμῖν καὶ τὰ πρόσφορα μέτρα, δι’ ὧν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο, καὶ ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἐνισχύσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τῆς παροχῆς ξένων κεφαλαίων, περὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, περὶ τῆς ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς. Καὶ πάντοτε τὰ αὐτά. Πλὴν τίς ἀρνεῖται, ὅτι διὰ τῶν μέτρων τούτων βεβαίως θέλει ἐπέλθει βελτίωσις εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους; Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι, πῶς δύνανται νὰ ἐξευρεθῶσι τὰ μέτρα ταῦτα, δι’ ὧν θὰ πραγματοποιηθῶσιν ὅσα ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ἀναγράφουσιν ἐν αὐτῇ. Οὐδεὶς ἀρνεῖται βεβαίως, ὅτι διὰ τῶν τοιούτων μέσων δύναται νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις ἐν γένει εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους· ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ τοιαύτη ἐνίσχυσις τῶν Τραπεζῶν διὰ τῶν κεφαλαίων· χρήζει ἡ φορολογικὴ ἡμῶν νομοθεσία μεταῤῥυθμίσεων πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ λαοῦ καὶ ἐνίσχυσιν τῶν παραγωγικῶν αὐτοῦ δυνάμεων, χρήζει τὸ δασμολόγιον ἡμῶν τοιαύτης, χρήζουσιν αἱ παραγωγικαὶ ἡμῶν δυνάμεις ἐνισχύσεως, ἰδίως ἡ γεωργία, ἥτις ἐγκατελείφθη ἀνέκαθεν, καὶ ἥτις εἶναι ὁ δεύτερος μετὰ τὴν σταφίδα παράγων τοῦ Κράτους, χρήζουσι πάντα ταῦτα ἐνισχύσεως, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ ἀληθὴς βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Περὶ αὐτῶν οὐδεὶς λόγος. Δὲν δύναται ὁ νῦν Πρωθυπουργός, ὁ τοιαύτην τρέφων στοργὴν πρὸς τὸ βαρὺ τῆς φορολογικῆς νομοθεσίας, δὲν δύναται βεβαίως νὰ τροποποιήσῃ τὸ δασμολόγιον αὐτοῦ, δὲν ζητεῖ τοιαύτην μεταῤῥύθμισιν, διότι νομίζει, ὅτι ἐπὶ τῶν φορολογικῶν αὐτοῦ μέτρων, ἅτινα μέχρι τοῦδε ἔλαβεν, ἐπ’ αὐτῶν καὶ μόνον δύναται νὰ στηρίξῃ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς οἰκονομικῆς αὐτοῦ πολιτικῆς. Πλὴν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας δὲν περιωρίσθη μόνον ὑπερασπιζόμενος τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, δὲν περιωρίσθη νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν τῆς οἰκτρᾶς αὐτῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρέθημεν, διὰ τῶν μέτρων του αὐτῶν, ἀλλ’ ἐξέτεινε τὸν λόγον του καὶ πέραν ἀκόμη, καὶ δὲν ἐλησμόνησε τὰς παλαιὰς ἐπαγγελίας τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, δὲν ἐλησμόνησε τὴν πολιτικὴν τῆς καρδίας, δὲν ἐλησμόνησε τὰς ἱερὰς ὑποχρεώσεις πρὸς τοὺς ὁμοφύλους ἡμῶν. Ἐκτὸς τῆς διαῤῥυθμίσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, πρόκειται, Κύριοι, ἔλεγε, περὶ ἱερῶν ὑποχρεώσεων πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν, πρόκειται περὶ τῆς Ἀνατολῆς· λησμονεῖ ὅμως, ὅτι, ἐὰν ἄλλοτε ἐπετρέπετο νὰ λέγωνται τὰ τοιαῦτα, σήμερον εἶναι εἰρωνεία, εἶναι χλεύη νὰ ὁμιλῶσι περὶ ἠθικῶν ὑποχρεώσεων αὐτοὶ, οἱ καταταρταρώσαντες τὴν πίστιν τοῦ Κράτους! Ὡμίλησε περὶ ἠθικῶν ὑποχρεώσεων, ὡσεὶ νὰ μὴ γνωρίζῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἠθικῶς ἀπέθανεν, ὅ,τι ἄλλοτε ἔλεγεν ὁ ἐκ Κερκύρας ἀξιότιμος πολιτευτής, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ Ἑλλὰς ἐκαλεῖτο εἰς ἐπιστρατείαν, ἐνῷ τότε τὸ ἔθνος ὤργα πρὸς πρόοδον. Σήμερον ἡ Ἑλλὰς ἀποθνήσκει, καὶ μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἀποθνήσκει ὁ Ἑλληνισμός· διότι τίς μοὶ ἐγγυᾶται, ὅτι κατὰ τὴν δεκαετίαν αὐτὴν, καθ’ ἣν σκέπτεσθε νὰ ἐφαρμοσθῶσι τὰ μέτρα ὑμῶν τὰ οἰκονομικὰ, τίς μοὶ ἐγγυᾶται, ὅτι δὲν θὰ λάβωσι χώραν περιπλοκαὶ ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ δὲν θὰ ζητηθῇ ἴσως ἡ συμμετοχὴ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ κινηθῇ, δεσμίας ἔχουσα τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας ὑπὸ τῶν δανειστῶν αὐτῆς; Καὶ εὔχομαι, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅπως μὴ εὑρεθῆτε εἰς τὴν θέσιν νὰ διακανονίσητε τὰ τοῦ χρέους ἡμῶν ἐπὶ τῇ βάσει νέου δανείου, οὗτινος ἀπαραίτητος ἔσεται ὁ ξενικὸς διαχειριστικὸς ἔλεγχος, περὶ τοῦ ὁποίου ἀπὸ τοῦδε, διερμηνεύων, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς, διότι δὲν γνωρίζω τί φρονεῖ ἡ πτέρυξ ἐκείνη (δεικνύει τὴν δεξιὰν), διερμηνεύων ὅμως τὴν συνείδησιν τοῦ ἔθνους, σᾶς λέγω, ὅτι δάνειον μετὰ ξενικοῦ ἐλέγχου δὲν ψηφίζεται ὑπὸ Ἑλληνικῆς Βουλῆς. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τοῦ κέντρου τῆς ἀριστερᾶς). Καὶ κατήρχετο τοῦ βήματος ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ἐπευφημούμενος διὰ τὴν παρ’ αὐτοῦ ὑποστήριξιν τῆς καταστρεπτικῆς αὐτῆς πολιτικῆς. Ἀλλ’ ἦτο προτιμότερον νὰ ἐσίγα ἡ πτέρυξ ἐκείνη μετὰ τὴν εὔγλωττον μὲν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Χαλκίδος Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἀναλαβόντος ὑπεράσπισιν ἀτυχοῦς ὑποθέσεως, ἔπρεπε νὰ σιγήσωσιν, ἀντὶ νὰ ἐπευφημῶσιν, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, καθ’ ἣν ἐποχὴν οὐ μόνον κρούεται παρὰ τοῦ ἡγέτου αὐτῶν ὁ κώδων τῆς χρεωκοπίας τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ κηδεύεται ὁ Ἑλληνισμός. Ἀλλ’ ἐκτὸς, Κύριοι, τῆς πολιτικῆς ταύτης τῆς οἰκονομικῆς, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, εἰς ἣν ἐτάχθημεν, ἐπολιτεύθη χρηστῶς, καὶ ἐτάχθημεν εἰς αὐτὴν, μεταστάντες ἐκ τῶν πολιτικῶν ἡμῶν ἀρχῶν, ἃς ἐγκατέλιπεν ὁ ἀρχηγὸς ἡμῶν, τὸν ὁποῖον δὲν ἠδυνάμεθα πλέον νὰ ἀκολουθήσωμεν, τοιαύτην ἔχοντες ἐντολὴν παρὰ τῶν ἐκλογέων ἡμῶν, τοιαύτην ἔχοντες ἐντολὴν παρὰ τῆς συνειδήσεως τοῦ ἔθνους, διότι μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς πολιτικῆς ἐκείνης δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους νὰ ἐξακολουθήσωσιν ὑποστηρίζοντες πολιτικὴν ἀντίθετον τῶν ἀρχῶν των, πολιτικὴν εἰς οὐδὲν ὠφελήσασαν, ἀλλὰ πρὸς βλάβην τῆς Ἑλλάδος ἀπολήξασαν. Καὶ ἠκολουθήσαμεν τὴν νέαν Κυβέρνησιν, καὶ εὑρέθησαν τὰ δημοσιογραφικὰ ὄργανα, τὰ ὑπερασπίζοντα τὴν πολιτικὴν τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, εὑρέθησαν νὰ μᾶς κατηγορήσωσι, νὰ μᾶς εἴπωσιν, ὅτι ἐγκατελείψαμεν τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, ἵνα τύχωμεν παροχῶν παρὰ τῆς νέας Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι οἱ Βουλευταὶ, οἱ μεταστάντες εἰς τὰς τάξεις τῆς νέας Κυβερνήσεως, ἦσαν ἕτοιμοι, εὐθὺς ὡς ἀνήρχετο εἰς τὴν ἀρχὴν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, νὰ προσέλθωσι πάλιν πρὸς αὐτόν. Ἀλλ’ ὁπόσον ἠπατήθη ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν σκέψιν ταύτην, ἀποδεικνύει ἡ στάσις τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες μετέστησαν εἰς τὴν νέαν Κυβέρνησιν· ὑπὸ ποίων φρονημάτων ἐνεπνέοντο τότε, ἔστω τεκμήριον ἡ φιλοτιμία, τὴν ὁποίαν ἐπεδείξαντο, θύοντες τὰ κομματικὰ αὐτῶν συμφέροντα πρὸ τοῦ βωμοῦ τῆς Πατρίδος, πρὸ τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ πρὸς αὐτὴν καθήκοντος. Ἐὰν ὑπῆρξε, Κύριοι, Κυβέρνησις μὴ ἐνδώσασα εἰς οὐδεμίαν ἀπαίτησιν τῶν Βουλευτῶν, ἦτο ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, περὶ ἧς τόσον ἐλαφρῶς λαλεῖτε· καὶ ἀναδιφήσατε τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἴδητε κατὰ τὸ πεντάμηνον διάστημα τῆς διοικήσεώς της ὁποῖαι μεταβολαὶ ἔλαβον χώραν, καὶ τότε ἔλθετε νὰ ἐκτιμήσητε τὴν πολιτικὴν ἐκείνης. Ἐὰν συγκρίνητε τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ πεντάμηνον διάστημα τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τὴν περιλαμβάνουσαν τὰς μεταβολὰς, ἃς ἐποιήσατο ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἀφ’ ὅτου ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν, θέλετε ἴδει, ὅτι αἱ μεταβολαὶ τῆς μιᾶς ταύτης ἑβδομάδος εἰσὶν ἀνώτεραι τῶν μεταβολῶν, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὸ πεντάμηνον ἐκεῖνο διάστημα. Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης.
§32ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μύθους διηγεῖσθε;
§33ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μὲ διακόπτει, λέγων ὅτι ἀφηγοῦμαι μύθους. Σᾶς παραπέμπω, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ ἀναγνώσητε, ἂν δὲν ἀνεγνώσατε, τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἐξετάσητε τὰς μεταβολὰς τὰς προσωπικὰς, αἵτινες ἐγένοντο ἐπὶ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς γενομένας ὑπὸ τῆς ὑμετέρας.
§34ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Νὰ σᾶς φέρω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐγένοντο διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως.
§35ΣΤΑΗΣ. Καὶ τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως (θόρυβος).
§36ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἐγένοντο μεταβολαὶ πολὺ περισσότεραι.
§37ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἄς μὴ στενοχωρῶνται οἱ Κύριοι, ὅταν ἀκούωσι τὴν ἀλήθειαν.
§38ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐγένοντο, λέγουσι, μεταβολαὶ περισσότεραι. Ἴσως ἐννοοῦσι τὰς μεταβολὰς, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὸν μῆνα Αὔγουστον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν ἠδύνατο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἢ νὰ προβῇ εἰς τὴν τακτοποίησιν τοῦ διδασκαλικοῦ κλάδου. Ἐὰν ἐννοῶσι τὰς τοιαύτας μεταβολὰς, τότε δὲν ἔχουσιν ἢ νὰ ἀνατρέξωσι πάλιν καὶ εἰς τὰ παρελθόντα ἔτη, ἵνα ἴδωσι τὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην ἐνιαυσίως τελούμενα (θόρυβος).
§39ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οἱ κύριοι αὐτοὶ ἀνεστάτωσαν τὴν παιδείαν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους (θόρυβος).
§40ΑΛΚΙΒ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Σὺ τὴν ἀνεστάτωσες.
§41ΣΤΑΗΣ. Τὴν 8 Ὀκτωβρίου ἐδημοσιεύθησαν μεταβολαί. 4,000 μεταβολαὶ ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας (θόρυβος).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι.
§43ΜΑΝΕΣΗΣ. Πταίει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐὰν ἐνόει μεταβολὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὤφειλε νὰ τὰς ἀναφέρῃ, ἵνα τὰς ἀκούσῃ ὁ μὴ παρὼν ἐδῶ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τῷ ἀπαντήσῃ.
§44ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐταράχθησαν ἐπὶ τῇ ἀληθείᾳ ταύτῃ, καὶ εἶχον δίκαιον νὰ ταραχθῶσιν αὐτοὶ, οἵτινες ἀνεβίβασαν τὴν συναλλαγὴν εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ὥστε μετέβαλον αὐτὴν εἰς ὑπηρεσίαν ἰδιαιτέραν καὶ διωργάνωσαν τμῆμα ἰδιαίτερον πρὸς κανονικωτέραν λειτουργίαν αὐτῆς! (ἐπευφημίαι ἐκ τοῦ κέντρου τῆς ἀριστερᾶς). Ἐγὼ δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἐγείρω τοιαύτην συζήτησιν, ἀλλ’ ἀφοῦ προεκλήθην, δὲν ἠδυνάμην ἢ νὰ δώσω τὴν δέουσαν ἀπάντησιν, ἵνα ἀποστομώσω ἐκείνους, οἵτινες ἐτόλμησαν νὰ κατηγορήσωσι τοὺς τότε μεταστάντας Βουλευτὰς ἐπὶ συναλλαγῇ. Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, πολιτικὴ, ἡ ὁποία ἐμερίμνησεν ἀποτελεσματικῶς καὶ περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἣν γνωρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πῶς παρέδωκεν εἰς τοὺς διαδόχους αὐτοῦ. Εἶμαι ἐξ ἐπαρχίας μαστιζομένης ὑπὸ τῆς ληστείας, ἐξ ἐπαρχίας, διὰ τὴν κατάστασιν τῆς ἀσφαλείας τῆς ὁποίας ἐπόνουν καὶ πονῶ, καὶ πολλάκις παρέστησα εἰς τὸν νῦν Πρωθυπουργὸν τὴν ἀνάγκην τῆς λήψεως μέτρων ἐκτάκτων, τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ ληστείας, ἵνα τέλος περισταλῇ ἡ ἐπαύξησις αὐτῆς, ἵνα τέλος ἴδωμεν καὶ ἡμεῖς βασιλεύουσαν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ ἐν τῇ δυσμοίρῳ ἐκείνῃ ἐπαρχίᾳ· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐθεώρει τὸ μέτρον τοῦτο βάρβαρον, καὶ ἄφινε τοὺς συμπολίτας ἡμῶν νὰ ληστεύωνται καὶ νὰ μὴ ἔχωσιν οὐδὲ στιγμὴν ἡσυχίας. Σήμερον, Κύριοι, διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, —καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμήν της,— προσῆλθον λησταὶ διαβόητοι, τοὺς ὁποίους ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις ἐπὶ τετραετίαν δὲν κατώρθωσε νὰ ἀναγκάσῃ νὰ προσέλθωσι, συνελήφθησαν ἕτεροι, ἐφονεύθησαν ἄλλοι, καὶ ἂν ὑπάρχωσιν ἔτι λείψανά τινα ληστείας, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι διὰ τῶν μέτρων, ἅτινα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, θέλουσι καὶ ταῦτα ἐντελῶς ἐκλείψει. Βεβαίως δὲν θὰ ἔχητε τὸ θάῤῥος νὰ ἀρνηθῆτε καὶ τὴν ἀλήθειαν ταύτην, τὴν ὁποίαν κηρύττω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι τὰ πράγματα ἤθελον σᾶς διαψεύσει. Τὴν τοιαύτην πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ὠφείλομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν κατὰ πεποίθησιν, ἐρχόμενοι σήμερον νὰ ἀρνηθῶμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν· δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν τὴν αὐτὴν ὑπὲρ αὐτῆς, διότι τὸ πολιτικόν της πρόγραμμα καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπέτυχε, καταξεσχισθὲν, δὲν θέλομεν νὰ συντελέσωμεν ἡμεῖς διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν εἰς τὴν κήρυξιν τῆς πραγματικῆς χρεωκοπίας τῆς Ἑλλάδος, δὲν θέλομεν νὰ συντελέσωμεν διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. (Ἐπευφημίαι ἐκ τοῦ κέντρου τῆς ἀριστερᾶς).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον;
§46ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ, κύριε Πρόεδρε, αὔριον.
§47ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Κηρύξατε περατωμένην τὴν συζήτησιν, ὅπως προβῶμεν εἰς ψηφοφορίαν.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ οὐδεὶς ἄλλος ζητεῖ τὸν λόγον, κηρύττω τὴν συζήτησιν περατωμένην. Νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. (Ἀναγινώσκεται). Νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ τὸ σχέδιον τῆς μειοψηφίας. (Ἀναγινώσκεται). Ἐπιθυμεῖτε ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καραπάνου καὶ τῶν λοιπῶν προοδευτικῶν; (ἱλαρότης).
§49ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προκαλέσω τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἑκάστης παραγράφου τοῦ σχεδίου τῆς πλειοψηφίας. (Ἀναγινώσκεται ἡ πρώτη παράγραφος). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρώτην παράγραφον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Παράγραφος δευτέρα (ἀναγινώσκεται).
§51Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ πολιτικαὶ ἔννοιαι, τὰς ὁποίας περιέλαβεν ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως, τοῦ ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς προταθέντος, δὲν εἶναι καθ’ ἡμᾶς σύμφωνοι πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος. Ἀλλ’ οὐδὲ τὰς πολιτικὰς ἐννοίας, τὰς ὁποίας περιέχει ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ σχεδίου τῆς μειοψηφίας τῆς εἰρημένης ἐπιτροπῆς, συμμεριζόμεθα τὸ παράπαν, ὡς δὲν συμμεριζόμεθα οὐδὲ τὰς πολιτικὰς ἐννοίας, τὰς ὁποίας περιέχει ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως, τὸ ὁποῖον φέρει τὰς ὑπογραφὰς πέντε συναδέλφων. Διὰ τοῦτο ἠναγκάσθημεν νὰ ἐκθέσωμεν τὰς πολιτικὰς γνώμας ἡμῶν ἐν ἰδίᾳ τροπολογίᾳ, τὴν ὁποίαν προτείνω ἐπὶ τῆς δευτέρας παραγράφου· ἀναγινώσκω δ’ αὐτήν: «Ἡ ἐγνωσμένη φιλοπατρία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θερμὴ ἐξεδηλώθη καὶ κατὰ τὴν περίοδον ταύτην, καθ’ ἣν, μεθ’ ὅλα τὰ βάρη, εἰς τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ παρελθόντος εἶχεν ὑποβληθῆ, προθύμως ὑπέκυψε καὶ εἰς τὰς ζητηθείσας τελευταῖον παρ’ αὐτοῦ ἐκτάκτους θυσίας, ἐν αἷς ἔτι ἐγκαρτερεῖ. Ποθεῖ ὄντως ἡ χώρα τὴν ἀποκατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, χάριν καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς κοινωνίας, χάριν δὲ καὶ τῆς ἰδίας αὐτῆς τιμῆς, ἑτοίμη νὰ σπεύσῃ νὰ μετάσχῃ τοῦ ἔργου, εὐθὺς ὡς κληθῇ πρὸς τοῦτο κατὰ τοὺς κρατοῦντας θεσμούς.» Τὸ κείμενον τῆς τροπολογίας εἶναι εὔληπτον· νομίζω δὲ περιττὸν νὰ ποιήσωμαι ἀνάπτυξιν αὐτῆς, πεπεισμένος ἄλλως τε, ὅτι δὲν θὰ τύχῃ τῆς ψήφου τῶν ἄλλων, οἵτινες ὑποστηρίζουσι τὰ ἄλλα σχέδια, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς τροπολογίας τῆς ὑποβληθείσης παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος. Ἠκούσατε, Κύριοι, τὴν τροπολογίαν. Ἐπιθυμεῖτε νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ πάλιν;
§53ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ σχεδίου τῆς πλειοψηφίας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Παράγραφος τρίτη (ἀναγινώσκεται).
§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ δευτέρα τροπολογία, τὴν ὁποίαν προτείνω ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, ἀνάγεται εἰς τὴν παράγραφον τρίτην καὶ τὴν παράγραφον τετάρτην τοῦ σχεδίου τῆς πλειοψηφίας. Ἐν ταῖς παραγράφοις ταύταις πρόκειται περὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιοποιήσεως, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη ὑπὸ τῶν προκατόχων Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνετράπησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα· πρόκειται δὲ προσέτι καὶ περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ πλειοψηφία κρίνει ὡς συντελεστικὰ πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν προτείνω, περιλαμβάνει τὰς πολιτικὰς ἐννοίας, αἵτινες ῥυθμίζουσι τὰς γνώμας καὶ τὴν πολιτείαν ἡμῶν· διὰ τοῦτο προβάλλω αὐτὴν, ὅπως ἂν γένηται δεκτὴ, ἀντικαταστήσῃ τὰς παραγράφους γʹ καὶ δʹ τοῦ σχεδίου τῆς πλειοψηφίας. Ἀναγινώσκω αὐτήν: «Τὰ κατὰ τὴν ἀπρυσίαν τῆς Βουλῆς γενόμενα θέλουσι δεόντως ἐξετασθῆ, ὅπως ἀπὸ τοῦδε καταδηλωθῇ ἡ ἀγαθὴ τοῦ Κράτους πίστις καὶ τῆς χώρας ἡ εἰλικρίνεια, ἐνισχυθῶσι δὲ αἱ πρὸς κανονισμὸν τῶν μετὰ τῶν δανειστῶν σχέσεων τοῦ Κράτους προσπάθειαι τῶν κληθησομένων νὰ μετάσχωσι τοῦ ἔργου τούτου. Καὶ τούτου δὲ καὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ἀναπόφευκτον τυγχάνει συμπλήρωμα τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς ἡ ἐνίσχυσις καὶ ἐπέκτασις, ὧν ἄνευ τῶν ἀποφασισθησομένων αἱ βάσεις θέλουσι μείνῃ ἐστερημέναι βεβαίας διαρκείας· προσήκει ἑπομένως νὰ μὴ χωρισθῇ ἀπ’ αὐτῶν ἡ μελέτη πρὸς μείωσιν καὶ ἄρσιν τῆς κρατούσης νομισματικῆς ἀνωμαλίας, οὐδὲ ἡ περὶ παροχῆς εἰς τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν εὐλόγων ἐνισχύσεων καὶ εὐκολιῶν.»
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε, κύριοι Βουλευταὶ, τὴν ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ἐπὶ τῆς γʹ καὶ δʹ παραγράφου τοῦ σχεδίου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν γʹ παράγραφον τοῦ σχεδίου τῆς πλειοψηφίας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκταὶ καὶ αἱ λοιπαὶ παράγραφοι τοῦ σχεδίου τῆς πλειοψηφίας ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον...
§58ΡΑΛΛΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§59ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου διὰ τὴν αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7 καὶ 30′ μ. μ.