1893.02.15
4.960 στίχοι · 38.067 λέξεις · 254 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 65
τῆς 15 Φεβρουαρίου 1893.
(Δευτέρα).
Ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ μετά τινα διόρθωσιν ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτροπὴ τοῦ λαοῦ Πύργου ἀποστέλλει τηλεγράφημα, δι’ οὗ ἱκετεύει τὴν Βουλὴν, ὅπως συστήσῃ εἰς μὲν τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, εἰς δὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ χορηγήσῃ πιστώσεις εἰς τοὺς κτηματίας.
§2ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σχετικὴν πρὸς τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἔλαβον καὶ ἐγὼ ἀναφορὰν ἐκ τοῦ δήμου Ἀετοῦ τῆς Τριφυλίας, τοῦ ὁποίου οἱ κάτοικοι ὑποβάλλουσι τὰ αὐτὰ αἰτήματα, ὅτι ἡ ἀτυχὴς ἐσοδεία τοῦ παρελθόντος ἔτους ἔφερε τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε, ἂν ἡ Τράπεζα δὲν χορηγήσῃ δάνεια πρὸς καλλιέργειαν τῶν γαιῶν των, αἱ πλεῖσται θὰ μείνωσιν ἀκαλλιέργητοι. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ νὰ εἰσπράξῃ ὅλους τοὺς ἀμέσους φόρους, οἱ κάτοικοι δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των. Τὸ ζήτημα συνεζητήθη καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε τότε, ὅτι εὑρίσκεται εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅπως εὑρεθῇ τρόπος χορηγήσεως εὐκολιῶν εἰς τοὺς κατοίκους. Ἔκτοτε παρῆλθον πολλαὶ ἡμέραι, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ἐπῆλθε συνεννόησίς τις μετὰ τῆς Τραπέζης, ὅπως ἀρθῶσιν αἱ παρουσιαζόμεναι δυσκολίαι.
§3Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ συνεννοήσεις πρὸς τὴν Τράπεζαν δὲν κατέληξαν εἰσέτι εἰς ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα.
§4ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐλπίζετε νὰ ἔλθητε εἰς ἀποτέλεσμα;
§5Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διεξάγομεν διαπραγματεύσεις, ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ἐπιτυχίας.
§6ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν φόρων τί σκοπεῖ ἡ Κυβέρνησις; Νομίζει, ὅτι δύνανται νὰ πληρώσωσιν οἱ κάτοικοι τοὺς φόρους;
§7Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ διαπραγματεύσεις ἀφορῶσιν εἰς τὸ ζήτημα τῆς καλλιεργείας τῶν κτημάτων. Προκειμένου περὶ ἀνεφίκτου τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων παρὰ τῶν κατοίκων ἕνεκα καταστροφῆς τῶν κτημάτων των, θὰ ἦτο ἄσκοπον νὰ ἐπαυξήσωμεν τὰς στενοχωρίας αὐτῶν δι’ ἀτελεσφορήτων ἀπαιτήσεων, ἐλπίζω ὅμως, ὅτι οἱ πλεῖστοι θέλουσι δυνηθῆ νὰ διεξέλθωσι τῶν στενοχωριῶν καὶ νὰ ἐπιτελέσωσι καὶ τὸ πρὸς τὴν Πολιτείαν καθῆκον.
§8ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αἱ διαπραγματεύσεις θὰ παραταθῶσιν ἐπὶ πολὺ, ἕως ὅτου ἐπέλθῃ ὁ θρίαμβος τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὸ ζήτημα εἶναι τὰ μάλα κατεπεῖγον· ἐὰν ἀμέσως δὲν δοθῇ ἀνακούφισις εἰς τοὺς καλλιεργητὰς τῶν σταφιδαμπέλων, δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ καλλιεργήσωσι τὰ κτήματά των, θὰ ἐπέλθῃ δὲ ζημία καὶ εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς τὸ ἔθνος. Ἀφοῦ ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ Τράπεζα ἀδυνατεῖ νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ αὐτῶν χρήματα πρὸς καλλιέργειαν τῶν κτημάτων, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐξηνάγκασεν αὐτὴν νὰ τῇ δανείσῃ χρήματα προωρισμένα ὑπὲρ τῶν καλλιεργητῶν, εἶναι ὑπόχρεως ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ περὶ ἐξοικονομήσεως τοῦ πράγματος ἄλλως, ἤτοι περὶ ἀναβολῆς τῆς εἰσπράξεως τῶν ἀμέσων φόρων, οὐ μόνον διότι οἱ καλλιεργηταὶ δὲν λαμβάνουσι χρήματα, ἀλλὰ καὶ διότι ὑπέστησαν ζημίας ἐκ τοῦ περονοσπόρου.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου δι’ ἐγγράφου αὐτοῦ ζητεῖ νὰ τῷ χορηγηθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς τρίμηνος ἄδεια ἀπουσίας διὰ τὴν Ἑσπερίαν κατὰ τὸ προσεχὲς θέρος, παρακαλεῖ δὲ νὰ ἀνατεθῇ κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀπουσίας του ἡ διεύθυνσις τοῦ Βουλευτηρίου εἰς τὸν διευθυντὴν τοῦ Γραφείου, ἡ δὲ διεύθυνσις τῆς Βιβλιοθήκης εἰς τὸν βιβλιοφύλακα αὐτῆς.
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§12ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καταθέτω δύο τηλεγραφήματα ἐκ Λαρίσσης τοῦ Αʹ Ἀρχηγείου, ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ Μυλωνᾶ, περὶ οὗ εἶχεν ἐπερωτήσει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀγυιᾶς Βουλευτής.
§13ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῶσιν. (Ἀναγινώσκονται).
§14ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ποίαν ἡμερομηνίαν φέρουσι;
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθεσινὴν, 14 Φεβρουαρίου.
§16ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς εἶχεν εἴπει, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς διετέλει ἐν προφυλακίσει.
§17ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἶπον, ὅτι εἶχον ἐξώδικον πληροφορίαν.
§18ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς ἀφήρεσε πάντα τὰ διπλώματα, τὰ παραχωρηθέντα εἰς τοὺς ἐν Πειραιεῖ πλοηγούς, τοὺς ἀπὸ ἐτῶν διατελοῦντας τοιούτους, καὶ ἐκάλεσεν αὐτοὺς εἰς ἐξετάσεις ἐνώπιον ἐπιτροπῆς. Ἐὰν δὲ τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, κατὰ πόσον συμβιβάζεται μὲ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν· ἐννοεῖ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ νομοσχέδιόν του καὶ νὰ προβῇ εἰς ἀπαγόρευσιν τοῦ ἐπαγγέλματος εἰς τοὺς ἤδη ὑπάρχοντας πλοηγοὺς καὶ εἰς τὸν διορισμὸν ἄλλων;
§19ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Οἱ ὑπάρχοντες πλοηγοὶ δὲν ἔχουσι διπλώματα, ὡς γινώσκετε, διορίζονται δὲ τῇ προτάσει τῶν λιμεναρχῶν, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐξετάζουσι καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐξετάσεων ὑποβάλλουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπερ δίδει ἢ ὄχι τὴν ἄδειαν νὰ μετέλθωσι τὸ ἐπάγγελμα. Οἱ ἐν Πειραιεῖ πλοηγοὶ ἔδωκαν ἐσχάτως ἀφορμὴν σκανδάλων ἐπανειλημμένων, κατὰ συνέπειαν τὸ Ὑπουργεῖον ἐνόμισε καλὸν νὰ ἄρῃ τὴν ἄδειαν τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος, μέχρις οὗ ὑποβληθῶσιν εἰς προσωρινὰς ἐξετάσεις καὶ ἐγκριθῶσιν ὑπὸ τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς οἱ σχετικῶς ἱκανώτεροι, διότι φρονοῦμεν, ὅτι, ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ περὶ πλοηγῶν νομοσχεδίου, δὲν εἶναι πρέπον νὰ προβῶμεν νῦν εἰς ὁριστικὸν διορισμὸν αὐτῶν, πρὶν ἢ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ ὑπαχθῶσι πάντες εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Ἐλπίζω, ἂν ὑπάρξῃ καιρὸς, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ψηφίσει τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν εἶναι χρήσιμον, ἤθελον δὲ εἴπει ἀπαραίτητον, διότι ὑπάρχουσι πολλὰ καὶ δίκαια παράπονα καὶ παρ’ ἐντοπίων καὶ παρὰ ξένων πλοιάρχων κατὰ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ σήμερον πλοηγῶν.
§20Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μεταξὺ τῶν ὑπαρχόντων πλοηγῶν ὑπάρχουσί τινες ὑπηρετοῦντες ὡς τοιοῦτοι πρὸ 30 καὶ 35 ἐτῶν. Ὅταν ἐγὼ κατετάχθην ὡς δόκιμος, ὁ Σουσάνας ἦτο πλοηγός· ποία λοιπὸν εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία θὰ ἐξετάσῃ αὐτούς;
§21ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἡ αὐτὴ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἐξετάζει καὶ τοὺς ἐμποροπλοιάρχους, θὰ προστεθῶσι δὲ ἐπὶ πλέον εἰς αὐτὴν δύο ἕτερα μέλη χάριν τῶν πρακτικῶν γνώσεων. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς πλοηγοὺς, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος, οἱ ὁποῖοι ὅμως δὲν μετροῦσι τόσον χρόνον, ὅσον ἀνέφερε, θὰ ὑποβληθῶσι μὲν καὶ αὐτοὶ εἰς ἐξετάσεις, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς πείρας των ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσωσι νὰ μένωσι πλοηγοί.
§22Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νὰ ἐξαιρεθῶσιν, ὅσοι ἐξασκοῦσι τὸ ἐπάγγελμα των πρὸ δεκαετίας, ὅπως εἶναι ὁ Σουσάνας, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάρχει παράπονον, ὅτι ἔῤῥιψε πλοῖον ἔξω.
§23ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Εἰς τὰ παράπονα περιλαμβάνονται πάντες· διὰ τοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον προέβη εἰς τὸ μέτρον τοῦτο τῶν ἐξετάσεων ὑπὸ τῆς συσταθείσης ἐπιτροπῆς, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως.
§24ΗΛ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μείνωσι πάντες οἱ πλοηγοὶ ἐλεύθεροι περὶ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτῶν, οὔτε εἶναι πρέπον νὰ γείνωσιν ἐξετάσεις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου, διότι τοῦτο περιλαμβάνει πολλὰ τὰ πλημμελῆ καὶ χρήζει ῥιζικῆς μεταῤῥυθμίσεως. Παραδείγματος χάριν, τὸ πρόγραμμα τῶν ἐξετάσεων εἶναι ἀκατάλληλον, φαίνεται δὲ, ὅτι οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶχον ἀκριβῆ ἰδέαν περὶ τῆς ἐπαγγελματικῆς δεξιότητος, ἣν πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ πλοηγοί, καὶ ἐνόμισαν, ὅτι πρόκειται περὶ ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, ἢ περὶ ἐμποροπλοιάρχων μελλόντων νὰ ὁδηγήσωσι πλοῖα εἰς τὸν Ὠκεανόν. Δὲν εἶναι τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁριζόμενα προσόντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ πλοηγοί. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πρέπει νὰ ἀφεθῶσιν ἐλεύθεροι πάντες, ὅπως ἐξακολουθήσωσι τὸ ἐπάγγελμά των. Οἱ ξένοι ἀφ’ ἑτέρου εἶναι λίαν ὑπερβολικοὶ εἰς τὰς ἀξιώσεις των, ἀπαιτοῦντες παρὰ τῶν πλοηγῶν μας νὰ γνωρίζωσι καὶ ξένας γλώσσας. Ἐγὼ οὐδαμοῦ ἀπήντησα πλοηγὸν ἄλλου Κράτους ἐπιστάμενον τὴν ἑλληνικὴν, καὶ δικαιοῦμαι νὰ ἀπορῶ ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἀξιώσει τῶν ξένων.
§25ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐκ τῶν λεχθέντων καταδεικνύεται, ὅτι τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον εἶναι ἀναγκαῖον, καὶ εἶναι καλὸν νὰ προταχθῇ καὶ συζητηθῇ, διότι σχεδὸν εἶναι τελευταῖον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι δύνανται νὰ φέρωσι τὰς παρατηρήσεις των, διότι εἰς ὅλους τοὺς λιμένας τοῦ Κράτους τὸν πλοηγὸν μετέρχονται οἱ λεμβοῦχοι, καὶ διὰ τοῦτο συμβαίνουσι δυστυχήματα. Πρέπει λοιπὸν νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα διὰ νόμου, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον.
§26ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ νὰ εἴπῃ τις, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι σπουδαῖον καὶ δὲν ἀποβλέπει εἰς θεραπείαν ἐλλείψεως ὑπαρχούσης ἐν τῇ νομοθεσίᾳ. Διὰ τοῦτο πάντες ἔχομεν τὴν ἐπιθυμίαν, ἵνα ὅσον τάχιστα ψηφισθῇ καὶ βελτιωθῇ ἀπὸ τοὺς εἰδικοὺς ἄνδρας, οὓς ἔχομεν ἐνταῦθα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέτρον, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς προέβη, δὲν ἐννοεῖ ἴσως τὰ λανθάνοντα ἐν τῇ διαταγῇ, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκεν. Ἐγὼ βεβαιῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι πλεῖστοι τῶν ἐν Πειραιεῖ πλοηγῶν εἶναι ἄριστοι, ὅτι εἶναι οἱ καλλίτεροι τῶν πλοηγῶν τοῦ Κράτους, καὶ οὐδὲν παράπονον ἠγέρθη κατ’ αὐτῶν, τὸ δὲ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑποχρεωτικὸν διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἂν οὐχὶ διὰ τὴν Βουλήν, ἐν ἄρθρῳ 9 λαμβάνει μέριμναν περὶ αὐτῶν, ἀπαλλάσσον αὐτοὺς πάσης δοκιμασίας. Ῥητῶς λέγει, ὅτι οἱ ὑπάρχοντες πλοηγοὶ, οἱ ἔχοντες δεκαετῆ ὑπηρεσίαν, διορίζονται χωρὶς νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ἐξετάσεις. Ἀλλ’ ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς προέβη εἰς ἔκδοσιν διαταγῶν καὶ ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐναντίον τοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔχουσι, καὶ ζητεῖ νὰ τοὺς ὑποβάλῃ εἰς ἐξετάσεις καὶ διαγωνισμοὺς, εἰς οὓς ἴσως παραγκωνισθῶσιν, ἂν ἄλλοι μεταχειρισθῶσι μέσα ἰσχυρὰ παρὰ τῷ Ὑπουργῷ. Νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δίκαιον, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει πρῶτος νὰ θελήσῃ νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἰδίου αὐτοῦ νομοσχεδίου. Ἡ Βουλὴ ἐν καιρῷ θὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει περὶ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ, ἂν τροποποιηθῇ δεόντως. Ἀλλ’ ἂν σεῖς δὲν σέβησθε τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου σας, πῶς θέλετε νὰ τὰς ἐκτιμήσωμεν ἡμεῖς;
§27ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Σήμερον ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας τὴν εἴδησιν περὶ παραιτήσεως τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν αὕτη ἔχηται ἀληθείας, καὶ νὰ ἀνακοινώσῃ τοὺς λόγους, τοὺς ἀναγκάσαντας τὸν κ. δήμαρχον νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του.
§28Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ὕδρας καὶ Σπετσῶν προέβη εἰς χειροτονίαν ἱερέως, ὅστις διατελεῖ ὑπὸ κατηγορίαν· τὴν 18 τρέχοντος δικάζεται ἐπὶ κλοπῇ διὰ ῥήξεως! Ὡς πρὸς τὴν διαγωγὴν δὲ τοῦ ἀρχιερέως, δὲν ἔχει νὰ ἀμφιβάλλῃ ὁ κ. Ὑπουργός, διότι αὐτόπτης ἦτο εἰς σκηνὴν, ἡ ὁποία συνέβη ἐνώπιόν του. Παρακαλῶ νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν. Ὁ χειροτονηθεὶς ὀνομάζεται Μανοῦσος.
§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὶν ἢ ἐπιλάβωμαι τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἀνήγγειλα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι σκοπῶ νὰ πραγματευθῶ, τοῦ θέματος τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ζητῶ τὴν ἄδειαν νὰ ἀπευθύνω ὀλίγας λέξεις περὶ ἑτέρου τινὸς θέματος. Ἔμαθον, ὅτι κατὰ τὴν 19 Φεβρουαρίου πρόκειται νὰ δικασθῇ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐν Χαλκίδι Κακουργιοδικῶν ἡ ἐκκρεμὴς ποινικὴ δίκη κατὰ τοῦ πρώην ταμίου τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου. Ἀλλὰ ἔμαθον προσέτι, ὅτι ζητοῦνται ὡς μέσον ἀποδεικτικὸν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς δίκης τὰ βιβλία τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἄλλα ἔγγραφα, ὑπάρχοντα ἐν τοῖς ἀρχείοις αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τίτλους εἴτε ἰδιοκτησίας εἴτε ἄλλων δικαιωμάτων τοῦ Πανεπιστημίου. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἔχῃ γνῶσιν τῶν περὶ τούτου, καὶ ἂν δύναται νὰ δώσῃ πληροφορίαν τινά.
§30ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ νῦν πρύτανις τοῦ Πανεπιστημίου ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ μοὶ ἀνεκοίνωσε τὴν περίστασιν ταύτην, ὅτι εἰς τὴν δίκην αὐτὴν καλοῦνται πολλοὶ μάρτυρες ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ὅτι ζητοῦνται ὁλόκληρα τὰ βιβλία τὰ λογιστικὰ καὶ ἄλλα βιβλία τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ταμείου, ἡ μετακόμισις ὅμως αὐτῶν εἶναι ἀδύνατος, διότι καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Πανεπιστημίου δὲν ἐπαρκεῖ πρὸς τοῦτο, καὶ ὁλόκληροι φορτηγοὶ ἅμαξαι ἀπαιτοῦνται καὶ ἀσφάλεια ὡς ἐκ τούτου δὲν ὑπάρχει. Εἶπον εἰς τὸν πρύτανιν νὰ χορηγήσῃ ὅ,τι εἶναι οὐσιῶδες καὶ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν, ἄνευ βλάβης τῶν βιβλίων καὶ τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας· ὁ δὲ κ. πρύτανις μὲ διεβεβαίωσεν, ὅτι θέλει καταβάλει πᾶν μέσον, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὸ δίκαιον τῶν αἰτούντων, καὶ θέλει ἐξαποστείλει καὶ εἰδικὸν ὑπάλληλον, ἵνα συνοδεύσῃ τὰ βιβλία, ὅσα εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖα καὶ δύνανται νὰ μετακομισθῶσιν ἀσφαλῶς, καὶ παρουσιάσῃ αὐτὰ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, ἀλλὰ δὲν δύναται ν’ ἀνταποκριθῇ ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὴν αἴτησιν, διότι ἡ ἐκπλήρωσις αὐτῆς, ὡς προεῖπον, εἶναι δυσχερὴς, ἢ μᾶλλον ἀδύνατος.
§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ δυσκολίαι, τὰς ὁποίας παρέστησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὅτι ἐξετέθησαν αὐτῷ ὑπὸ τοῦ πρυτάνεως, εἶναι πραγματικαὶ, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι δευτερεύων λόγος εἶναι οὗτος, ἵνα μὴ ἐνδώσωσιν ἀμέσως εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς γενομένης αἰτήσεως, ἄλλος δὲ λόγος μεγαλείτερος καὶ σπουδαιότερος πρέπει νὰ πείσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ μὴ ἐνδώσῃ. Ὁ σπουδαιότερος οὗτος λόγος εἶναι, ὅτι βιβλία καὶ ἔγγραφα ἀποτελοῦντα τίτλους εἴτε ἰδιοκτησιῶν εἴτε ἑτέρων δικαιωμάτων, ἐξαγόμενα ἀπὸ τὰ ἀρχεῖα καὶ μεταφερόμενα εἰς ἄλλην πόλιν, ἐκτιθέμενα κατὰ τὴν διεξαγωγὴν ποινικῆς δίκης εἰς τὸ δικαστήριον καὶ ἑπομένως εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἐνδιαφερομένων, τρέχουσι κίνδυνον, ἐξ οὗ ἐνδέχεται νὰ ζημιωθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Πανεπιστημίου. Διὰ τοῦτο δύναμαι νὰ ἀπευθύνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν παράκλησιν, ἵνα λάβῃ τὴν πρόνοιαν, ὅπως τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα μὴ ἐξαχθῶσιν αὐτούσια ἐκ τῶν ἀρχείων τοῦ Πανεπιστημίου, ἀλλὰ δοθῶσιν ἀντίγραφα ἐπικεκυρωμένα τοῦ μέρους ἐκείνου αὐτῶν, τὸ ὁποῖον κρίνεται ὡς ἀποδεικτικὸν μέσον διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς δίκης. Τὴν παράκλησιν ταύτην ποιοῦμαι ἐκ τῆς ἐπιθυμίας, ὅπως προληφθῇ πᾶς κίνδυνος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἀπειλήσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Πανεπιστημίου, τὰ ὁποῖα εἶναι βαρύτιμα, διότι θέλει εἶσθαι λυπηρὸν ὄντως νὰ θρηνήσωμεν μετὰ τοῦτο ζημίας. Ἔκαμα τὴν τελευταίαν προσθήκην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, διότι συνέβη νὰ ἴδω τὰ βιβλία ταῦτα τὰ λογιστικὰ, καθ’ ὃν χρόνον διετέλουν ἐν τῇ Κυβερνήσει, προσαχθέντα μοι τότε ὑπὸ τῶν ἐλεγχόντων τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοῦ τότε πρυτάνεως, ὅπως πεισθῶ, ὅτι ὄντως ἐτελέσθη ἔγκλημα. Παρετήρησα τότε, ὅτι κατὰ παράξενον τρόπον ἐν τοῖς βιβλίοις τούτοις ὑπάρχουσι καὶ ἐγγραφαὶ, αἵτινες, ἐὰν ἐκλίπωσι, τὸ Πανεπιστήμιον θέλει στερηθῆ τίτλων δικαιωμάτων. Διὰ τοῦτο ἀπηύθυνα τὴν παρατήρησιν, ὅτι, ἐὰν τὰ λογιστικὰ βιβλία δὲν περιέχωσιν ἐγγραφὰς, αἵτινες ἀποτελοῦσι τίτλους δικαιωμάτων τοῦ Πανεπιστημίου, δὲν ἀντιλέγω νὰ παραδοθῶσιν· ἐὰν ὅμως περιέχωσι τοιαύτας ἐγγραφὰς, ὅτι συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐκτελέσωσι τὴν αἴτησιν, παρέχοντες οὐχὶ τὰ πρωτότυπα, ἀλλ’ ἀντίγραφα κεκυρωμένα τῶν μερῶν τῶν λογιστικῶν βιβλίων, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσιν εἰς τὴν δίκην.
§32ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῶσι πρωτότυπα· εἶπον μόνον νὰ δοθῶσι πρωτότυπα, ὅταν δὲν διατρέχωμεν τὸν κίνδυνον τῆς ἀπωλείας· ὅταν ὑπάρχῃ τοιοῦτος κίνδυνος, θὰ δοθῶσι μόνον ἀντίγραφα, καὶ οὕτω θ’ ἀνταποκριθῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Πανεπιστημίου εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῆς Δικαιοσύνης περὶ τῆς πληρεστέρας διεξαγωγῆς τῆς δίκης.
§33ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πρὸς συμπλήρωσιν τῶν πληροφοριῶν, ὅσας ὀφείλω νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μου, γνωρίζω αὐτῇ, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν μοὶ εἶπεν, ὅτι ὁ κατηγορούμενος ζητεῖ μόνον τὴν προσαγωγὴν λογιστικῶν βιβλίων, ἐπειδὴ δὲ πρόκειται νὰ μεταβῇ ὡς μάρτυς εἰς Χαλκίδα εἷς τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τοῦ Πανεπιστημίου, τὰ βιβλία θὰ δοθῶσιν εἰς αὐτὸν, ὅπως φέρῃ ταῦτα ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου καὶ κατόπιν τὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Πρόκειται οὐχὶ περὶ τίτλων, ἀλλὰ περὶ λογιστικῶν βιβλίων.
§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν τὰ ἔγγραφα δὲν περιέχωσι τίτλους.
§35ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται τὰ βιβλία δι’ ὑπαλλήλου τοῦ Πανεπιστημίου νὰ μετακομισθῶσιν. Ἐν τοῖς λογιστικοῖς βιβλίοις δὲν περιέχονται τίτλοι, ἀλλὰ μόνον λογαριασμοί. Ὁπωσδήποτε δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως· ὑπάρχει δὲ βεβαιότης, ὅτι τὰ βιβλία θὰ ἐπιστραφῶσιν ἐν πλήρει ἀσφαλείᾳ.
§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀνέβαλον νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μέχρι τοῦδε περὶ τοῦ ζητήματος τῆς κατασκευῆς τοῦ Σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἂν καὶ εἶχον ὄχι μόνον τὸ γενικὸν καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἕκαστος τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους ἔχει, ἵνα ἐπιτηρῇ καὶ ἐλέγχῃ τὰς κυβερνητικὰς πράξεις, ἀλλὰ καὶ εἰδικὸν καθῆκον, ὡς ὑπὲρ τοὺς ἄλλους ἐνδιαφερόμενος νὰ συντελεσθῇ ἔργον, τὸ ὁποῖον βεβαίως θέλει ἐνισχύσει τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν καὶ τὰς κοινωνικὰς συναλλαγάς. Ἀνέβαλον ὅμως νὰ ποιήσωμαι περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης λόγον, διότι δὲν προσῆκε νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, πολλῷ δ’ ἧσσον τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν περισπᾶται, ὡς πάντες γνωρίζετε, ὑπὸ τῆς μερίμνης σπουδαιοτάτων συμφερόντων. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς ἀνέγνων ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ἔκρινεν ὅτι ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὸν νὰ ἐγκαλέσῃ τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας προϊστάμην, διά τε τὴν διακοπὴν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν καὶ διὰ τὴν ἀναβαλλομένην ἔναρξιν τῆς κατασκευῆς τοῦ ἐλλείποντος μέσου τμήματος, διὰ τοῦ ὁποίου θέλουσι συνδεθῆ τὰ δύο κατασκευασθέντα ἤδη καὶ παραδοθέντα εἰς χρῆσιν τοῦ κοινοῦ τμήματα, τό τε ἀπὸ Μύλων εἰς Τρίπολιν καὶ τὸ ἀπὸ Καλαμῶν μέχρι Διαβολιτσίου. Ἐπειδὴ δ’ ἀδίκως ἐπέῤῥιψεν ἐπ’ ἐμὲ τὴν ἐπὶ τούτοις εὐθύνην, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἀλλ’ ὁ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου λόγος κατ’ ἀνάγκην μὲ παρασύρει καὶ πέραν τῶν εἰρημένων θεμάτων, διότι ἡ κατάστασις τὴν ὁποίαν εὕρομεν κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1890, ὅτε ἀνήλθομεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ἦτο ἀποτέλεσμα τῶν γενομένων κυβερνητικῶν ἐνεργειῶν πρὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἤτοι τῆς συμφωνίας περὶ παραχωρήσεως τοῦ ἔργου πρὸς κατασκευὴν, καὶ τῆς συμφωνίας περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἤθελε πληρόνεσθαι εἰς τὸν ἐργολάβον τὸ ἀντίτιμον τῶν ἐκτελουμένων ἐργασιῶν, ὡς καὶ τῆς πρὸς εὕρεσιν τῶν ἀναγκαιούντων χρημάτων προνοίας, ἥτις κατέληξεν εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 24,000,000 καὶ εἰς τὴν πρὸς ταῦτα συναφῆ διαχείρισιν τοῦ δανείου τούτου. Διὰ τοῦτο ἐλπίζω, ὅτι θέλω τύχει τῆς ὑμετέρας ἀνοχῆς, ἀνθ’ ἧς βεβαιῶ, ὅτι θέλω φροντίσει, ἵνα διαλάβω περὶ τούτων ὅσον τὸ δυνατὸν βραχύτερον. Κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1891, ὅτε προϊστάμην τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ἀναπληρῶν τὸν ἐπ’ ἀδείᾳ ἀπόντα εἰσηγητὴν τοῦ τμήματος τῶν σιδηροδρόμων νομομηχανικὸς κ. Παντζίρης μοὶ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν, καθ’ ἣν, πρὸς κατασκευὴν τοῦ ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Διαβολίτσιον τμήματος τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν, ἀπῃτοῦντο δραχμαὶ 5,088,683· ἐπειδὴ ὅμως ἔπρεπεν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ προστεθῶσι καὶ τὰ τοῦ κινητοῦ ὑλικοῦ, κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, τοῦτο ἀνήρχετο εἰς 5,300,000, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐνδεχομένας αὐξήσεις ἔπρεπε νὰ προστεθῶσι 10%, εἴτε ἕνεκα τῆς μερικῆς διακοπῆς τῶν ἔργων, εἴτε ἕνεκεν ἀτελειῶν τοῦ ὑπολογισμοῦ τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης πρὸς κατασκευὴν ἔργων τινῶν πλησίον τοῦ χωρίου Χράνου. Ὅθεν ἀσφαλῶς ὤφειλε νὰ ὑπολογίσῃ τις ὡς ἀπαιτούμενον ποσὸν δραχμῶν 5,800,000, ἤτοι φράγκων 4,531,250. Ἀλλὰ πλὴν τούτων καὶ εἰς τόκους μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἔπρεπε κατὰ τὴν σύμβασιν νὰ περαιωθῇ ἡ γραμμὴ, ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν ὑπὸ τοῦ ἐργολάβου φράγκα 4,116,111· ὅσα δὲ εἶχον πληρωθῆ ἕως τότε, καὶ ὅσα ὑπῆρχον προωρισμένα διὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην ἀνήρχοντο εἰς 2,940,726, ἑπομένως ὑπῆρχε καὶ διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων ἔλλειμμα φράγκων 1,175,385. Ἐπειδὴ δὲ κεφάλαια πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου ὑπῆρχον μόνον φράγκα, 1,514,861, διὰ τοῦτο, πλὴν τοῦ διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων μνημονευθέντος ἐλλείμματος φρ. 1,175,385, ὑπῆρχε καὶ ἔλλειμμα τῶν πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ σιδηροδρόμου κεφαλαίων ἐκ 3,016,389 φράγκων. Εἰς τὸν κ. Ρολὲν, ὅστις μοὶ εἶχεν ὁμολογήσει, ὅτι εἶχε περιέλθει εἰς στενοχωρίας, εἶχον χορηγήσει εὐκολίας τινὰς, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰ ἔργα, καὶ μὴ περιέλθῃ εἰς ἀνικανότητα. Δὲν ἠδυνάμην νὰ χορηγήσω αὐτῷ πάσας, ὅσας οὗτος μοὶ εἶχε ζητήσει, διότι τινὲς τούτων ὑπερέβαινον τὴν ἁρμοδιότητά μου, ὡς ἐκτελεστοῦ τῶν νόμων καὶ τῶν συμβάσεων, τινὲς δὲ ἦσαν ὑπέρογκοι ἢ μὴ εὔλογοι, ἔστερξα ὅμως εἰς τὰς ἑξῆς εὐκολίας. Ἐνῷ κατὰ τὰς συμβάσεις οἱ διάμεσοι τόκοι ἤθελον πληρόνεσθαι μέχρι τῆς ἀποπερατώσεως καὶ τοῦ τελευταίου τμήματος τῆς γραμμῆς ὑπ’ αὐτοῦ, ἔστερξα νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς πληρωμῆς τῶν διαμέσων τόκων τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν διὰ τὰ τμήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον περαιωθῆ καὶ παραδοθῆ εἰς χρῆσιν τοῦ κοινοῦ, ἂν καὶ δὲν εἶχε περαιωθῆ ἡ κατασκευὴ ὅλης τῆς γραμμῆς, διότι ὑπελείποντο ἀκόμη τμήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον κατασκευασθῆ καὶ δὲν εἶχον παραδοθῆ εἰς χρῆσιν τοῦ κοινοῦ. Τοῦτο ἀπετέλει παροχὴν, διότι, κατὰ παράβασιν τῶν συμπεφωνημένων, ἐπετράπη ν’ ἀπαλλαγῇ πληρωμῆς διαμέσων τόκων τμημάτων κατασκευασθέντων, ἐνῷ καὶ τούτους ὤφειλε νὰ πληρόνῃ, ἀφοῦ ὑπελείποντο ἔτι τμήματα τῆς γραμμῆς, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον κατασκευασθῆ. Προσέτι ἔστερξα καὶ εἰς ἄλλην παροχὴν, διότι, ἐνῷ κατὰ τὴν σύμβασιν ὤφειλεν ὁ ἐργολάβος ἐντὸς τριῶν ἐτῶν νὰ κατασκευάσῃ καὶ περαιώσῃ τὴν γραμμὴν τοῦ σιδηροδρόμου, τὰ δὲ τρία ἔτη συνεπληροῦντο κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1891, εἶχον μὲν κατασκευασθῆ τὰ τμήματα Μύλων–Τριπόλεως καὶ Καλαμῶν–Διαβολιτσίου, δὲν εἶχεν ὅμως ἔτι κατασκευασθῆ τὸ τμῆμα ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Διαβολίτσιον, μήκους 77 χιλιομέτρων· ἔστερξα δὲ νὰ παρατείνω τὴν λήγουσαν κατὰ τὰ εἰρημένα μετ’ ὀλίγον προθεσμίαν πρὸς περαίωσιν τῆς γραμμῆς μέχρι τέλους τοῦ 1892. Δύο λοιπὸν παρέσχον αὐτῷ εὐκολίας, ὁ δὲ κ. Ρολὲν μ’ ἐβεβαίου, ὅτι μετὰ τὴν παραχώρησιν αὐτῶν ἤθελε δυνηθῆ νὰ εὕρῃ διὰ δανείου κεφάλαιον δύο ἑκατομμυρίων, τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀνάγκην, καὶ ὅτι ἦτο διατεθειμένη νὰ χορηγήσῃ αὐτῷ τὸ κεφάλαιον τοῦτο ἡ Βιομηχανικὴ Τράπεζα, ἤθελε δ’ οὕτω δυνηθῆ νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ περαιώσῃ τὸ ἔργον. Ἂν ἠρνούμην νὰ παράσχω αὐτῷ τὰς εἰρημένας εὐκολίας, αὐτὸς μὲν ἤθελε περιέλθει εἰς ἀνικανότητα, ἵνα κατασκευάσῃ τὸν σιδηρόδρομον, ἠθέλομεν δ’ ἀναγκασθῆ νὰ κηρύξωμεν αὐτὸν ἔκπτωτον, ἀναποφεύκτως δὲ, πλὴν τῆς ζημίας, ἥτις ἤθελεν ἐπέλθει εἰς τὸν κ. Ρολὲν, ἤθελον ἐπέλθει ζημίαι πολλαὶ καὶ εἰς τὸ Δημόσιον. Κηρυσσομένου ἐκπτώτου τοῦ κ. Ρολὲν, ἔμελλε νὰ ἀνευρεθῇ ἄλλος ἀντ’ αὐτοῦ, ἵνα ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν τοῦ τμήματος ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Διαβολίτσιον, μήκους, ὡς εἶπον, 77 χιλιομέτρων, ἡ κατασκευὴ τῆς γραμμῆς δὲν ἤθελε περαιωθῆ μέχρι τέλους τοῦ 1892, ἀλλ’ ἐπὶ μακρὸν ἔτι χρόνον ἤθελε παραταθῆ, τὸ δημόσιον ταμεῖον ἤθελεν ἀναλάβει κατ’ ἀνάγκην καὶ τὴν πληρωμὴν τῶν διαμέσων τόκων οὐ μόνον τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα εἶχον δαπανηθῆ διὰ τὰ κατασκευασθέντα καὶ παραδοθέντα εἰς χρῆσιν τοῦ κοινοῦ τμήματα, ἀλλὰ καὶ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ δαπανηθῶσιν εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν τμημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον ἔτι κατασκευασθῆ, ἡ δὲ κοινωνία ἤθελε στερηθῆ ἐπὶ χρόνον ἔτι τῶν ὠφελημάτων, τὰ ὁποῖα προσεδοκῶντο ἐκ τῆς ἀποκατασταθησομένης συγκοινωνίας μετὰ τὴν κατασκευὴν ὅλης τῆς γραμμῆς. Ἀλλὰ καὶ ἄλλην χρηματικὴν ζημίαν ἤθελεν ὑπόσχει τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι, ἐν ὅσῳ δὲν ἤθελε κατασκευασθῆ τὸ διάμεσον ἀπὸ Τριπόλεως μέχρι Διαβολιτσίου τμῆμα, ἡ συγκοινωνία ἤθελεν εἶσθαι διακεκομμένη ἕνεκα τούτου, ἑπομένως ἀτελὴς ἤθελεν εἶσθαι ἡ σιδηροδρομικὴ κίνησις, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον τὰ ἔσοδα τοῦ σιδηροδρόμου ἤθελον εἶσθαι ὀλιγώτερα, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον ἤθελον ἐπιβαρύνει τὸ δημόσιον ταμεῖον οἱ τόκοι τοῦ δανείου τῶν 24 ἑκατομμυρίων. Δυστυχῶς ὅμως καὶ μετὰ τὴν παροχὴν τῶν εὐκολιῶν τούτων, τὰς ὁποίας διὰ Β. Διατάγματος παρέσχομεν εἰς τὸν κ. Ρολὲν, ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξιν τῆς κυρώσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὁ κ. Ρολὲν δὲν ἠδυνήθη νὰ πορισθῇ τὸ κεφάλαιον, τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀνάγκην, ἵνα περαιώσῃ τὴν κατασκευὴν τοῦ τμήματος ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Διαβολίτσιον, διότι δὲν εὗρε τὸ δάνειον τῶν δύο ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον προσεδόκα. Καὶ εἶχε μὲν διαπραγματευθῆ τοιοῦτον δάνειον μετὰ τῆς Βιομηχανικῆς Τραπέζης, καὶ εἶχε συντάξει μετ’ αὐτῆς σύμβασιν, δι’ ἧς ὑπέσχετο διαφόρους παραχωρήσεις εἰς τὴν Βιομηχανικὴν Τράπεζαν, αὕτη δ’ ἀνελάμβανε νὰ χορηγήσῃ αὐτῷ δύο ἑκατομμύρια, διότι μοὶ ὑπεβλήθη ὑπ’ αὐτοῦ τε τοῦ κ. Ρολὲν καὶ τῆς Βιομηχανικῆς Τραπέζης ἡ εἰρημένη σύμβασις, καὶ ἐζητήθη παρ’ αὐτῶν νὰ προκαλέσω τὴν κύρωσιν τῶν ὅρων αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον ἐτροποποίουν τὰς μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Ρολὲν προηγουμένας συμφωνίας· καὶ εἶχον προκαλέσει τὴν ἔγκρισιν πάντων σχεδὸν τῶν ὅρων τῆς εἰρημένης συμβάσεως, πλὴν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐξετάσας μετὰ τῶν συναδέλφων μου Ὑπουργῶν εὗρον, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο ἡμῖν ν’ ἀποδεχθῶμεν, διότι ἐξέθετον τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου εἰς κινδύνους. Ἀλλ’ ἡ Βιομηχανικὴ δὲν ἔστερξε νὰ ἐκτελέσῃ τὴν εἰρημένην σύμβασιν, ἀρνηθεῖσα νὰ χορηγήσῃ εἰς τὸν κ. Ρολὲν τὸ δάνειον, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν εἶχον ἐγκριθῆ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως πάντες οἱ ὅροι τῆς μετὰ τοῦ κ. Ρολὲν συμβάσεως αὐτῆς, πράγματι ὅμως, καθ’ ἃς εἴχομεν πληροφορίας, διότι ἡ Βιομηχανικὴ Τράπεζα, ἀφοῦ συνωμολόγησε μετὰ τοῦ κ. Ρολὲν τὴν εἰρημένην σύμβασιν, ἠρεύνησε λεπτομερέστερον τὰ τῆς κατασκευῆς τοῦ τμήματος ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Διαβολίτσιον, καὶ τὰς ἄλλας πρὸς πλήρη ἀποπεράτωσιν τῆς ὅλης γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν, καὶ εὗρεν, ὅτι τὰ προϋπολογιζόμενα ὑπὸ τοῦ κ. Ρολὲν ὡς ἀναγκαιοῦντα κεφάλαια δὲν ἤθελον ἐπαρκέσει, καὶ ὅτι ἦτο πιθανὸν καὶ διὰ τοῦ δανείου τῶν δύο ἑκατομμυρίων, ὅπερ ἤθελε χορηγήσει εἰς τὸν κ. Ρολὲν, νὰ μὴ δυνηθῇ οὗτος νὰ κατασκευάσῃ ὅλην τὴν γραμμὴν, καὶ νὰ περιέλθῃ καὶ μετὰ τοῦτο εἰς ἀνικανότητα νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του, καὶ νὰ τρέξῃ καὶ αὖθις τὸν κίνδυνον νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος. Οὕτω δὲν ἐγένετο δυνατὸν ν’ ἀποσοβηθῇ ἡ πεπρωμένη ὥρα, ἐπῆλθε δ’ αὕτη, καθ’ ἣν ὁ κ. Ρολὲν ἐκήρυξεν ἑαυτὸν ἀνίκανον πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀναλάβει, τὸ δὲ Κράτος κατὰ συνέπειαν ἠναγκάσθη νὰ κηρύξῃ αὐτὸν ἔκπτωτον τῆς ἐπιχειρήσεως. Αἱ συνέπειαι τοῦ συμβεβηκότος τούτου ἀναποφεύκτως ἦσαν ἐπιζήμιοι, τὰς ζημίας δὲ ταύτας ἠσχολήθημεν νὰ περιορίσωμεν ὅσον ἠδυνάμεθα. Καὶ πρώτη ἐπήρχετο ζημία, διότι ἠναγκάζετο τὸ Δημόσιον νὰ ἀναλάβῃ νὰ καταβάλῃ τὰ πρὸς κατασκευὴν τοῦ τμήματος ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Διαβολίτσιον ἀναγκαιοῦντα κεφάλαια, ὡς δ’ ἐν ἀρχῇ εἶπον ὑμῖν, τὰ ὑπολειπόμενα ἐκ τοῦ δανείου τῶν 24 ἑκατομμυρίων χρήματα πάντως δὲν ἐπήρκουν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς κατασκευῆς τοῦ εἰρημένου τμήματος· ἀλλὰ καὶ ἄλλη ἐπήρχετο ἀναπόφευκτος ζημία, ὅτι καὶ αἱ ἄλλαι πρὸς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεις τοῦ κ. Ρολὲν δὲν ἤθελον ἐκτελεσθῆ, ἂν καὶ ἐγὼ, προβλέπων ὅτι ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ κηρύξωμεν αὐτὸν ἔκπτωτον, εἶχον πρὸ τοῦ 1892 διατάξει νὰ γίγνηται πρόσθετος κράτησις 25% ἐπὶ τῶν πληρονομένων αὐτῷ ποσῶν δι’ ἀντίτιμον κατασκευασθέντων ἔργων, διότι οὐδὲ τὰ ἐκ τῆς προσθέτου ταύτης κρατήσεως ἤρκεσαν νὰ ἀντιζυγίσωσιν εἰς πάσας τὰς πρὸς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεις αὐτοῦ. Ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις μεγάλας ἠδύνατο νὰ ἐπιφέρῃ ζημίας ὁ ἐπερχόμενος χειμὼν εἰς τὰ ἀρξάμενα μὲν, ἀλλὰ μὴ συντελεσθέντα, εὑρισκόμενα δ’ ἐν ἐκτελέσει ἔργα τοῦ τμήματος ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Διαβολίτσιον, διὰ τὰ ὁποῖα κατά τινα λογαριασμὸν, τὸν ὁποῖον ἡ ὑπηρεσία μοὶ εἶχεν ἀνακοινώσει, εἶχον δαπανηθῆ τρία καὶ πλέον ἑκατομμύρια, ἐφ’ ὅσον δὲ τὰ ἔργα ταῦτα ἤθελον φθείρεσθαι, ἡ πρὸς κατασκευὴν αὐτῶν ἐκ νέου δαπάνη ἦτο καὶ αὕτη νέα ζημία. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν κατασκευασθέντων καὶ εἰς χρῆσιν τοῦ κοινοῦ παραδοθέντων τμημάτων ἔπρεπε νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ, ἵνα καὶ τὰ περὶ ταύτης διατάξωμεν οὕτως, ὥστε νὰ προλάβωμεν ἐνδεχομένας καὶ ἐκ τούτου ζημίας. Ὅσα δὲ λέγω ὑμῖν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης πορίζομαι ἐκ δύο ἐπισήμων ἐκθέσεων, τὰς ὁποίας ἔχω ὑπ’ ὄψιν, ποιοῦμαι δὲ τὴν ἀνακοίνωσιν ταύτην ἰδίως διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐξ ἐκθέσεως τοῦ διευθύνοντος τὸ σιδηροδρομικὸν τμῆμα νομομηχανικοῦ κ. Τριανταφυλλίδου, καὶ ἐξ ἐκθέσεως τοῦ ἀναπληρώσαντος αὐτὸν, μεταβάντα τότε εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐπ’ ἀδείᾳ, νομομηχανικοῦ ὡσαύτως κ. Παντζίρη. Ἐπελθούσης οὕτω τῆς ἐκπτώσεως τοῦ κ. Ρολὲν, ὠφείλομεν νὰ ἀνεύρωμεν εἴτε ἑταιρίαν εἴτε ἄτομα, δυνάμενα νὰ ἀναλάβωσι τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἐν ἐκτελέσει ἔργου τῆς κατασκευῆς τοῦ τμήματος ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Διαβολίτσιον, φαίνεται δὲ, ὅτι καὶ οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων ἐσκέπτοντο νὰ ζητήσωσι νὰ ἀναλάβωσι τὴν κατασκευὴν, δὲν προέβαλον δὲ προτάσεις ἀποβλέποντες εἰς τὴν ἀνάγκην, ἥτις ἐπίεζεν ἡμᾶς, ἵνα ὅσον οἷόν τε τάχιον καὶ πρὸ τῆς ἐπιδρομῆς τοῦ χειμῶνος παραχωρήσωμεν τὸ ἔργον εἰς κατασκευὴν, καὶ προσδοκῶντες νὰ καταλήξωσιν ἕνεκα τούτου εἰς ἐπικερδεστέρας συμφωνίας. Διὰ τοῦτο μέλη τῆς ἑταιρίας προσήρχοντο ἄλλοτε μὲν εἰς ἐμὲ, ἄλλοτε δὲ εἰς τὸν κ. Ζαΐμην, καὶ συνδιελέγοντο περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης μεθ’ ἡμῶν, ἀπέφευγον ὅμως νὰ προβάλωσι προτάσεις· ἠναγκάσθην δὲ νὰ ἐξηγήσω πρὸς ἕνα τῶν προσελθόντων πρός με συμβούλων τῆς ἑταιρίας, ὅτι δὲν ἐνέκρινον τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἠκολούθουν, νὰ ἀνταλλάσωσι δηλαδὴ ἰδέας μεθ’ ἡμῶν, καὶ νὰ κατατρίβω οὕτω χρόνον, ὃν δὲν ἠδυνάμην νὰ καταναλίσκω μάτην, καὶ ὅτι ἠξίουν νὰ προβάλωσι προτάσεις ὡρισμένας, ἂν διετίθεντο νὰ ἀναλάβωσι τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς σιδηροδρομικῆς ταύτης γραμμῆς· παρεκάλεσα δὲ αὐτὸν, ἐὰν ἡ ἑταιρία τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων διετίθετο νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον τοῦτο, νὰ μοὶ προβάλῃ οἵας ἐνέκρινε προτάσεις, καὶ ὑπισχνούμην αὐτῷ, ὅτι ἤθελον βασανίσει αὐτὰς, καὶ προκαλέσει ἐπ’ αὐτῶν καὶ τὴν γνώμην τῶν συναδέλφων μου, καὶ ἤθελον δώσει αὐτῷ ἀπάντησιν. Ἡ ἑταιρία τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων εἶχεν ὑπὲρ πάντα ἄλλο συμφέρον νὰ ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν τοῦ τμήματος τούτου, διότι εἶχε παραδόξως ἐκχωρηθῆ εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ρολὲν, ἂν καὶ οὗτος δὲν ἦτο ἀπολύτως, ἀλλ’ ὑπὸ ὅρον κύριος αὐτοῦ, διότι τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶχε παραχωρηθῆ εἰς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ Κράτους ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου, μετὰ τῆς ὁποίας τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἦτο ἀναπόσπαστον, διότι ἐκρίνετο ὡς συμπλήρωμα τῶν γενομένων εἰς τὸν κ. Ρολὲν διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς σιδηροδρομικῆς ταύτης γραμμῆς παραχωρήσεων. Καὶ ὄντως, ἂν δὲν εἶχεν οὕτω τὸ πρᾶγμα, ἂν ἀνεξαρτήτως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν εἶχε παραχωρηθῆ πρὸς τὸν κ. Ρολὲν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς εἰρημένης γραμμῆς, ἡ τοιαύτη παραχώρησις ἤθελεν εἶσθαι δωρεὰ πρὸς τὸν κ. Ρολὲν, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος οὐδένα εἶχε λόγον ἵνα ποιήσηται· διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι παραδόξως τὸ δικαίωμα τοῦτο ὁ κ. Ρολὲν ἐξεχώρησεν ὡς εἰσφορὰν εἰς ἑταιρίαν, ἡ ὁποία συνεστήθη κατὰ τὸ 1890, ὑπὸ τὸ ὄνομα τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων. Ἡ ἑταιρία ἑπομένως αὕτη εἶχεν ὑπὲρ πάντα ἄλλον τὸ συμφέρον νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴ τὰς ἐκ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ὑποχρεώσεις τοῦ κ. Ρολὲν πρὸς τὸ Κράτος, ὅπως ἄρῃ τὴν δυσκολίαν, ἣν ἤθελε παρασκευάσει αὐτῇ ἡ ἔκπτωσις τοῦ κ. Ρολὲν, καὶ ἐξασφαλίσῃ τὴν κτῆσιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Τὸ συμφέρον δὲ τοῦτο αὐτῆς καθίστατο ζωηρότερον καὶ δι’ ἄλλον λόγον προσέτι, διότι εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων εἶχε παραχωρηθῆ καὶ ἡ κατασκευὴ 220 χιλιομέτρων σιδηροδρόμου ἀπὸ Καρυταίνης διὰ Μεγαλοπόλεως εἰς Λεοντάριον, ἀπὸ Λεονταρίου εἰς Ξηροκάμπην διὰ Σπάρτης, καὶ ἀπὸ Πύργου εἰς Πύλον διὰ Κυπαρισσίας. Τὸ συμφέρον της τοῦτο περικαλύπτουσα ἡ ἑταιρία τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων ἐζήτει νὰ κερδοσκοπήσῃ ἐπὶ τοῦ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, νὰ παραχωρήσῃ ὅσον οἷόν τε ταχύτερον τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς γραμμῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ὅπως προλάβῃ τὰς ἀπειλουμένας ζημίας, καὶ ἀνέβαλε νὰ προβάλῃ προτάσεις, καταναλίσκουσα τὸν χρόνον εἰς συνδιαλέξεις μὴ καταληγούσας εἰς ὡρισμένον τι πόρισμα, ὅπως ἐπιτύχῃ ὅρων ὅσῳ τὸ δυνατὸν συμφορωτέρων εἰς αὐτήν. Τὴν τακτικὴν δὲ ταύτην ἐγκατέλιπεν ἐπὶ τέλους μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν, ἣν, ὡς εἶπον, ἐποιησάμην αὐτῇ, καὶ μοὶ ἐπρόβαλε τὰς προτάσεις αὐτῆς, τὰς ὁποίας ἔχω προχείρους. Ἡ πρώτη τῶν προτάσεων τούτων ἐνεκρίθη ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 27 Σεπτεμβρίου 1891 τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων, προεδρευομένου ὑπὸ τοῦ κ. Α. Δ. Συγγροῦ, καὶ συγκειμένου ὑπὸ τῶν κ. κ. Σ. Στρέϊτ, Σ. Δεϊμέζη, Χ. Ἀποστολίδου, Ἐρ. Ρολὲν καὶ Ι. Βαλαωρίτου, μοὶ ἀνεκοινώθη δὲ διὰ τῆς ἐπιδόσεως ἀντιγράφου τοῦ πρακτικοῦ τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου κεκυρωμένου. Κατὰ τὸ αἰτιολογικὸν τοῦ πρακτικοῦ τούτου, «διὰ τὴν ἐντελῆ ἀποπεράτωσιν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, καὶ τὴν συμπλήρωσιν ἀτελειῶν τινῶν τῶν ἤδη ἐν ἐκμεταλλεύσει τμημάτων αὐτοῦ καὶ τοῦ ἀνεπαρκοῦς τροχαίου ὑλικοῦ, ἀπαιτοῦνται ἐν συνόλῳ περίπου 5,800,000 δραχμῶν, ἐξ ὧν μόνον 1,800,000 δραχμῶν ὑπάρχουσιν ἔτι διαθέσιμοι ἐκ τῶν ἐπὶ τούτῳ κεφαλαίων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως» προέτεινε δὲ τὸ διοικητικὸν συμβούλιον τῆς εἰρημένης ἑταιρίας, ὅτι ἐκ τοῦ κατὰ τὰ εἰρημένα ἐλλείποντος ποσοῦ τῶν 4,000,000 «ἡ ἑταιρία τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων προσφέρεται ἀμέσως νὰ συνεισφέρῃ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 2,000,000, ἐξαιτεῖται δὲ διὰ τὸ πλεονάζον ἔλλειμμα τὴν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἀρωγὴν εἴτε τοῖς μετρητοῖς, εἴτε παραχωροῦντος τῇ ἑταιρίᾳ τοῦ Δημοσίου ἐκ τοῦ ἀνήκοντος αὐτῷ μεριδίου ἐκ τῶν εἰσπράξεων ποσὸν ἐπαρκοῦν πρὸς ὑπηρεσίαν δανείου ἴσου τῷ παραχωρηθησομένῳ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ποσοῦ, ἐπὶ τόκῳ 6% ἐτησίως καὶ ἐπὶ χρεωλυσίῳ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ὁρισθησομένῳ». Οὕτως ἡ ἑταιρία, ἐπειδὴ ἐγνώριζεν, ὅτι ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ δὲν ὑπῆρχον πρόχειρα χρήματα, ἔστεργε νὰ δανείσῃ ταῦτα εἰς τὸ Δημόσιον, συνιστωμένου οὕτω νέου δανείου ὑπὸ τῆς ἑταιρίας ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως ἐπὶ τόκῳ 6% καὶ ἐπὶ χρεωλυσίῳ, καὶ, ἵνα ἀπαλλάξῃ τὸ Δημόσιον καὶ αὐτῆς τῆς πληρωμῆς τοῦ τόκου τούτου, ἔστεργε νὰ μὴ πληρώνωμεν τὸν τόκον, ἀλλὰ νὰ παραχωρήσωμεν εἰς αὐτὴν τὸ εἰς τὸ Δημόσιον ἀνῆκον μέρος τῶν εἰσπράξεων τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν· ἂν δ’ ἐνθυμῶμαι καλῶς, εἶχεν ὑπολογίσει ἡ ἑταιρία καὶ τὸν χρόνον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἤθελεν ἐξοφληθῆ κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον τὸ νέον τοῦτο χρέος τοῦ Δημοσίου, καὶ κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν αὐτῆς τοῦτον ἐπὶ 30 καὶ ἥμισυ ἔτη ἤθελεν εἰσπράττει τὰ ἔσοδα τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, ὅπως γένηται τοῦ χρέους τούτου ἡ ἐξόφλησις. Ὥστε ἡ πρότασις, ὡς εἶχε συνταχθῆ, ἠδύνατο νὰ ἑλκύσῃ πάντα, ὁ ὁποῖος ἤθελε ν’ ἀποφύγῃ τὰς στενοχωρίας τῆς εὑρέσεως χρημάτων· ἡ εὐθύνη ὅμως αὐτοῦ δὲν ἦτο μικρὰ, ἂν ἀνελογίζετο, ὅτι ἐπὶ τὰς εἰσπράξεις ταύτας τοῦ σιδηροδρόμου τούτου προσέβλεπε τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὅπως ἀνακουφίζηται κατ’ ἔτος κατὰ τὴν πληρωμὴν 1,440,000 φράγκων χρυσῶν, διότι εἰς τόσον ποσὸν ἀνέρχονται οἱ τόκοι τῶν 24 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα εἶχε δανεισθῆ, ἵνα κατασκευάσῃ δι’ αὐτῶν τὸν σιδηρόδρομον τοῦτον τῶν Μύλων–Καλαμῶν· διότι, πλὴν τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα ἡ ἀποκατάστασις τῆς σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας μεταξὺ τῶν δύο κόλπων, τοῦ Ἀργολικοῦ καὶ τοῦ Μεσσηνιακοῦ, ἤθελε παραγάγει εἰς τὸ κοινὸν, καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου ἤθελον εἶσθαι περισσότερα, καὶ ἐπ’ αὐτῶν εὐλόγως τὸ ταμεῖον ἐδικαιοῦτο νὰ προσβλέπῃ κατὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων τοῦ εἰρημένου δανείου. Ἕνεκα τούτου ἠρνήθην νὰ δεχθῶ τὴν εἰρημένην πρότασιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων, ἡμέραν δέ τινα προσῆλθε πρός με ὁ κ. Σ. Δεϊμέζης, μέλος καὶ οὗτος τοῦ εἰρημένου Συμβουλίου, κομιστὴς νέου πρακτικοῦ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, δι’ οὗ νέαν μοὶ προέβαλεν ἡ εἰρημένη ἑταιρία πρότασιν, ὑπὲρ ἧς διετίθετο νὰ συνηγορήσῃ ὁ κ. Δεϊμέζης. Διὰ τῆς νέας ταύτης προτάσεως ἐπεφέρετο σπουδαία τις μεταβολὴ εἰς τὴν προηγουμένην, μεταβολή, ἥτις ἦτο ὄντως ἀναπόφευκτος, διότι, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο Κυβέρνησις, οὐδέποτε ἤθελεν ἀποφασίσει, ἔχουσα συνείδησιν τοῦ ἰδίου αὐτῆς καθήκοντος, νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων, εἴτε καὶ εἰς πάντα ἄλλον, ὅστις ἤθελεν ἀναλάβει τὴν κατασκευὴν τοῦ τμήματος ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Διαβολίτσιον, ἵνα ἀσχοληθῇ νὰ ἀνεύρῃ πρὸς τίνας ἔμεινεν ὀφειλέτης ὁ κ. Ρολὲν, καὶ πόσα εἰς ἕκαστον αὐτῶν ὤφειλεν, οὐδ’ ἤθελέ ποτε στέρξει νὰ μεταβιβάσῃ εἰς αὐτὸν ἐργολαβικῶς οὕτως εἰπεῖν τὴν πληρωμὴν τῶν ὀφειλῶν τούτων τοῦ ἐκπεσόντος ἐργολάβου. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τῶν χρεῶν τούτων τοῦ κ. Ρολὲν, πρέπει νὰ ἀφηγηθῶ μικράν τινα ἱστορίαν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ὅτε ὁ κ. Ρολὲν ἐκηρύχθη ἔκπτωτος, ὑπῆρχον πιστωταὶ τοῦ κ. Ρολὲν πολλοί, εἰς ἑκατοντάδας ἢ χιλιάδας ἀνερχόμενοι, οἱ πλεῖστοι τῶν ὁποίων ἦσαν πολῖται Ἕλληνες, τινὲς δ’ ἦσαν ἀλλοδαποί. Οὗτοι εἶχον νὰ λαμβάνωσιν ἀπὸ τὸν κ. Ρολὲν τὸ ἀντίτιμον τῆς ἐργασίας, ἣν εἶχον προσφέρει κατά τε τὸ δεκαπενθήμερον ἐκεῖνο, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰ πρὸ αὐτοῦ δεκαπενθήμερα, διότι ὁ κ. Ρολὲν πρὸ πολλοῦ δὲν εἶχε χρήματα, ἵνα πληρόνῃ τοὺς ἐργαζομένους εἰς τὸν σιδηρόδρομον. Ἀλλ’ ὑπῆρξαν ἐν Ἀθήναις τινὲς, οἵτινες ὑπέλαβον, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἠδύνατο νὰ παραγάγῃ περιπλοκὰς κυβερνητικὰς, καὶ ἔσπευσαν νὰ ἐφοδιασθῶσι μὲ γνωμοδοτήσεις δικηγορικάς, τινὲς δὲ καὶ νὰ μετάσχωσιν αὐτοὶ τοιούτων δικηγορικῶν συσκέψεων, ἀποφηνάμενοι δι’ αὐτῶν, ὅτι τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ πληρώσῃ αὐτὸ τὰς τοιαύτας ὀφειλὰς τοῦ κ. Ρολέν. Συνέβη δὲ οἱ ἐν Ἀθήναις πρέσβεις πέντε μεγάλων Δυνάμεων νὰ πεισθῶσι καὶ αὐτοὶ διὰ τούτων, καὶ ν’ ἀπευθύνωσι ταὐτοσήμους διακοινώσεις εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, καὶ νὰ ζητήσωσι δι’ αὐτῶν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀναλάβῃ αὐτὴ νὰ πληρώσῃ ὅσα ὁ κ. Ρολὲν ὤφειλεν εἰς τοὺς ἀλλοδαποὺς, οἵτινες ἦσαν πολῖται τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα οἱ εἰρημένοι κύριοι πρέσβεις ἀντεπροσώπευον ἐν Ἑλλάδι, ὡς ἂν εἶχε συμβῆ παρ’ ἡμῖν ἄρνησις δικαιοσύνης, ἢ déni de justice. Δὲν γνωρίζω πῶς οἱ κύριοι πρέσβεις ἐπλανήθησαν, ὑπολαβόντες, ὅτι εἶχον νόμιμον δικαίωμα, ἵνα τοιαύτας ἀπευθύνωσι διακοινώσεις· ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ ἀντιπροσωπεύων τότε ἕνα τῶν κυρίων πρέσβεων, δι’ ἀδείας ἀποδημήσαντα τῆς Ἑλλάδος, γραμματεύς τῆς πρεσβείας μοὶ ἀνεκοίνωσε προφορικῶς ἐπιθυμίας, ἥκιστα εὐλόγους, τὰς ὁποίας ἠναγκάσθην μετ’ ἀπαρεσκείας νὰ μὴ ἀποδεχθῶ.
§37ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίας Δυνάμεως, ἐὰν ἐπιτρέπητε;
§38ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπίτηδες παρέλιπον νὰ ἀναφέρω τὸν ἐπιτετραμμένον, ἡ ὑπόθεσις ὅμως, περὶ ἧς μοὶ ἀπηύθυνε τὰς προφορικὰς ἀνακοινώσεις, ὧν ἐμνημόνευσα, εἶχεν οὕτω. Τινὲς τῶν πολιτῶν τοῦ Κράτους, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν ὁ κ. ἐπιτετραμμένος, εἶχον μὲν νὰ λαμβάνωσι παρὰ τοῦ κ. Ρολὲν ποσά τινα, ὤφειλον δὲ καὶ αὐτοὶ εἰς μεταπράτας, οἱ ὁποῖοι ἔδιδον εἰς αὐτοὺς τὰ ἀναγκαῖα πρὸς τροφὴν ἐπὶ πιστώσει, οἵτινες ἐζήτησαν καὶ διετάχθη δικαστικῶς ἡ προσωπικὴ κράτησις τῶν εἰρημένων ἀλλοδαπῶν· ὁ περὶ οὗ εἴρηται κ. ἐπιτετραμμένος ἐζήτει παρ’ ἐμοῦ νὰ δώσω παραγγελίαν εἰς τὸν νομάρχην νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὸν διοικοῦντα τὰς φυλακὰς, ὅπως ἀπολύσῃ τοὺς κατὰ τὰ εἰρημένα προσωποκρατηθέντας, καὶ προσεπάθει νὰ μὲ πείσῃ, μὴ ἀναλογιζόμενος ὅτι, ἂν ἔπραττον τοῦτο, ἤθελον ἀναλάβει εἰς βάρος τοῦ Κράτους τὴν πληρωμὴν τῶν ὀφειλῶν, ἕνεκα τῶν ὁποίων οἱ ἀλλοδαποὶ εἶχον προσωποκρατηθῆ· ἠναγκάσθην δ’ ἐπὶ τέλους νὰ εἴπω αὐτῷ, ὅτι, ἐὰν ἐγὼ ἤμην πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ, ἐν ᾗ λειτουργοῦσιν ὡσαύτως κοινοβουλευτικοὶ θεσμοὶ, καὶ παριστάμην εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἢ τὸν Πρωθυπουργὸν τοιαύτην ἀποτείνων αἴτησιν, ἤθελον προκαλέσει τὸ μειδίαμα αὐτοῦ. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διὰ τὴν προσενεχθεῖσαν ἐργασίαν εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ὑπ’ ἐκείνων, πρὸς οὓς ἔμεινε χρεώστης ὁ κ. Ρολὲν, εἶχε πληρώσει πρὸς αὐτὸν τὸ συμπεφωνημένον ἀντίτιμον, διότι μετ’ αὐτοῦ εἶχε συναλλαχθῆ· ἐὰν δ’ ἐκεῖνος εἶχε μισθώσει ἐργάτας, ἐὰν δὲν εἶχεν ἐκπληρώσει τὰς πρὸς αὐτοὺς ὑποχρεώσεις του, οὗτοι εἶχον δικαίωμα νὰ ἐναγάγωσιν αὐτὸν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, οὐδὲν δ’ εἶχον δικαίωμα οἱ κ. κ. ἀντιπρόσωποι τῶν πέντε μεγάλων Δυνάμεων ν’ ἀναμιχθῶσιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ νὰ ἀπευθυνθῶσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ζητοῦντες παρ’ αὐτῆς νὰ ἀναγνωρίσῃ ἑαυτὴν ὑπόχρεων πρὸς ἀπότισιν τῶν ὀφειλῶν τοῦ κ. Ρολὲν, ὡσανεὶ ἡ Κυβέρνησις ἦτο ὁ κληρονόμος τοῦ κ. Ρολέν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ἐμὸς συνάδελφος, ἀπηύθυνε πρὸς αὐτοὺς τὰς ἀναγκαίας παραστάσεις, εὐτυχῶς δ’ ἐγκατέλιπον οἱ κύριοι πρέσβεις τὴν ἀξίωσίν των. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀπέκρουεν ἡ Κυβέρνησις, ὡς μὴ νομίμους, μηδὲ εὐλόγους, τὰς ἀξιώσεις τῶν κ. κ. πρέσβεων ὑπὲρ συμπολιτῶν αὐτῶν, οἵτινες εἶχον ἐργασθῆ εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, καὶ δὲν εἶχον πληρωθῆ ὑπὸ τοῦ κ. Ρολὲν, ὤφειλε νὰ μὴ λησμονήσῃ ἐκείνους τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων, οἵτινες, ὡς ἐργάται ζῶντες διὰ τῆς ἰδίας αὑτῶν ἐργασίας, ἢ ὡς μεταπράται κερδαίνοντες ἐξ εὐτελοῦς κεφαλαίου τὸν ἄρτον των, ἀγοράζοντες διὰ μικροῦ κεφαλαίου τρόφιμα καὶ μεταπωλοῦντες αὐτὰ, εἶχον νὰ λαμβάνωσιν ἢ τῆς ἐργασίας αὑτῶν τὸ ἀντίτιμον, ἢ τοῦ εὐτελοῦς κεφαλαίου αὑτῶν τὸ ἰσότιμον ἐκ πωλήσεως τροφίμων εἰς τοὺς ἐργάτας τοῦ κ. Ρολέν. Οὗτοι ἦσαν πολῖται, περιπεσόντες εἰς δυστυχίαν, αἱ δὲ Κυβερνήσεις ὀφείλουσι νὰ προσέρχωνται ἐπίκουροι, παραμυθοῦσαι δυστυχοῦντας συμπολίτας. Ἐὰν ἡ δυστυχία αὕτη εἶχεν ἐπέλθει αὐτοῖς εἴτε ἐκ κακοῦ ὑπολογισμοῦ, εἴτε ἐκ συμβεβηκότος τυχηροῦ καὶ ἀπροβλέπτου, ἴσως ἡ ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα περιθάλψῃ αὐτοὺς, ἦτο ἀσθενεστέρα· ἀλλ’ ἡ δυστυχία ἐπῆλθεν εἰς αὐτοὺς διότι αὐτοὶ εἶχον ἐκμισθώσει τὴν ἐργασίαν των εἰς ἐργολάβον, ὅστις εἶχε συναλλαχθῆ μετὰ τοῦ Κράτους, ἐπειδὴ δὲ ἦσαν πεπεισμένοι, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν ἤθελε ποτὲ ἀθετήσει τὰς ὑποχρεώσεις του, ἦταν πεπεισμένοι, ὅτι ἤθελον λάβει παρὰ τοῦ ἐργολάβου ὅσα οὗτος ὤφειλεν αὐτοῖς ὡς ἀντίτιμον γενομένης ἐργασίας, ἢ παρὰ τῶν ἐργατῶν τὸ ἀντίτιμον τῶν τροφίμων, τὰ ὁποῖα εἶχον πωλήσει αὐτοῖς ἐπὶ πιστώσει, εὐθὺς ὡς ἐπληρόνετο τοῖς ἐργάταις τούτοις ὑπὸ τοῦ ἐργολάβου τῆς ἐργασίας αὑτῶν τὸ μίσθωμα. Διὰ τοῦτο, ὅταν ἐν τῇ Βουλῇ μοὶ ἀπηυθύνθησαν τότε ἐπερωτήσεις, ὄχι μόνον ὑπὸ τῶν ἐκ τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας κυρίων Βουλευτῶν, ἀλλὰ καὶ ὑπό τινων ἄλλων, οἵτινες ὑπέθετον ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐλέγξωσι τὴν Κυβέρνησιν ὡς μὴ στέρξασαν ν’ ἀποδεχθῇ τὰς ἀξιώσεις τῶν πρέσβεων, ἀπήντησα εἰς τὰς ἐπερωτήσεις ταύτας, ἐξηγήσας εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν ἀπεδέχθημεν, ἀλλ’ ἀπωθήσαμεν τὰς παραστάσεις τῶν πρέσβεων, δηλώσας δὲ πρὸς αὐτήν, ὅτι ἐπὶ τῶν κατὰ τὰ εἰρημένα ἀξιώσεων τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων ἐσκοποῦμεν νὰ συστήσωμεν ἐπιτροπὴν καὶ ἀναθέσωμεν εἰς αὐτὴν νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἀνεύρῃ τὰ ὀφειλόμενα ὑπὸ τοῦ κ. Ρολὲν εἴτε εἰς ἐργάτας, εἴτε εἰς μεταπράτας, καὶ τὸ ποσὸν τὸ ἑκάστῳ αὐτῶν ὀφειλόμενον, μετὰ τοῦτο δ’ ἐσκοποῦμεν νὰ προβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον καὶ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῆς πίστωσιν, ὅπως χορηγήσωμεν ἑκάστῳ αὐτῶν ποσοστόν τι ἀπέναντι τῶν ὀφειλομένων αὐτῷ, μεταξὺ τῶν 40 καὶ 50%, προσδιορίζοντες τὸ ἀποδοτέον ἑκάστῳ ποσοστὸν ἀναλόγως τῶν οἰκογενειακῶν καὶ οἰκονομικῶν περιστάσεων αὐτοῦ, πρὸς παραμυθίαν αὐτοῦ ἐπὶ τῇ ζημίᾳ, ἣν ὑπέστη. Ταῦτα δ’ εἶχον συζητηθῆ καὶ ἐγκριθῆ τότε ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἶχε δ’ ἀναβληθῆ ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ποσοῦ τῆς πιστώσεως, ἣν ἠθέλομεν ζητήσει, διότι τοῦτο ἐξῃρτᾶτο ἐκ τοῦ πορίσματος τῶν ἐξετάσεων τῆς ἐπιτροπῆς, ἣν ἐσκοποῦμεν νὰ συστήσωμεν. Ἐτυγχάνομεν δὲ πεπεισμένοι, ὅτι οὕτως ἐξετελοῦμεν καθῆκον κυβερνητικὸν πρὸς πολίτας, ὑπὸ χρηστῆς συνειδήσεως ἐπιβαλλόμενον. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο ἐνεδείκνυτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὡς καθῆκον, οὐδεὶς τῶν πολιτῶν ἠδύνατο εὐλόγως νὰ ἀξιώσῃ νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸ, καὶ μάλιστα νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸ ἐργολαβικῶς, κατ’ ἀποκοπὴν, ὡς ἠξίωσε νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸ ἡ ἑταιρία τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων, οὐ μόνον διότι ἰδιωτικὴ προσπάθεια πρὸς ἐξεύρεσιν καὶ ἐπαλήθευσιν τοῦ ὀφειλομένου ἑκάστῳ ποσοῦ ἤθελεν ἀποτύχει, ἀλλὰ καὶ διότι αἱ ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀπονεμόμεναι εἰς πολίτας συνδρομαὶ ἢ βοήθειαι δὲν δίδονταί ποτε διὰ μέσου τρίτων, ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας· εὐλόγως δ’ ἔκρινα μὴ εὔλογον τὴν ἀξίωσιν τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων νὰ ζητῇ νὰ λάβῃ παρὰ τοῦ ταμείου ἓν ἑκατομμύριον, πρὶν ἢ πληροφορηθῇ πόσα ἐν ὅλῳ ὠφείλοντο ὑπὸ τοῦ κ. Ρολὲν, εἰς τίνας δὲ ταῦτα ὠφείλοντο, καὶ ἐκ τίνος αἰτίας· δὲν ἀμφιβάλλω δ’ ὅτι οὐδεμία Κυβέρνησις ἤθελε στέρξει ν’ ἀποδεχθῇ τοιαύτην ἀξίωσιν. Ἡ ἑταιρία, ὅταν ἀνεκοίνωσεν ἡμῖν τὴν δευτέραν πρότασιν διὰ τοῦ κ. Δεϊμέζη, τὴν περιληφθεῖσαν ἐν τῷ πρακτικῷ τῆς κατὰ τὴν 14 Δεκεμβρίου 1891 συνεδριάσεως τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου αὐτῆς, παρῃτήθη τῆς ἀξιώσεως ταύτης, εἰ καὶ ἐν τῷ πρακτικῷ τούτῳ περιέλαβε φράσεις διστακτικὰς περὶ τῆς ὀρθότητος τῶν ἀντιῤῥήσεων ἡμῶν (ἀναγινώσκει): «Τὸ Συμβούλιον, καίτοι ἐξακολουθεῖ θεωροῦν, ὅτι ὑπάρχουσιν εὔλογοι ἀφορμαὶ καὶ δικαιολογίαι πρὸς πληρωμὴν τῶν ὑπὸ τῆς διεθνοῦς ἑταιρίας ὀφειλομένων διὰ τὰ ὑπ’ αὐτῆς ἐκτελεσθέντα ἔργα ἀπὸ τῆς 25 Ἰουνίου ἐ. ἔ. καὶ ἐντεῦθεν, ἐν τούτοις, ἐνώπιον τῆς ἐκ μέρους τῆς Σ. Κυβερνήσεως ἀξιώσεως τοῦ νὰ μὴ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ ὀφειλαὶ αὗται τῆς διεθνοῦς ἑταιρίας ἐν τῷ ἀπαιτουμένῳ πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν ποσῷ, ἀξιώσεως, ἧς τὸ εὔλογον ἴσως δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὸ Συμβούλιον· πρὸς δὲ λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὴν κατέναντι τῶν μετόχων τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων εὐθύνην αὐτοῦ, ὑπεῖκον ἀπεφάσισε νὰ δηλώσῃ τῷ κ. Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως: αʹ) ὅτι ἡ ἑταιρία τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων ἀναλαμβάνει τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν ἀντὶ συνδρομῆς ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου δραχμῶν ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου, ὑφ’ οὓς ὅρους ἐζήτησε διὰ προηγουμένης ἀποφάσεως αὐτοῦ τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 2,500,000, ἐκτὸς, ἐννοεῖται, τοῦ ὅρου τῆς πληρωμῆς τῶν ὑπὸ τῆς διεθνοῦς ἑταιρίας ὀφειλομένων.» Ἐμείωσε λοιπὸν διὰ τῆς δευτέρας προτάσεως τὸ ποσὸν εἰς δρ. 1,500,000, ἀντὶ τῶν 2,500,000, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ἐν τῷ πρακτικῷ ὅτι ἐζήτει, ἀλλὰ δὲν ἔστεργε νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴ τὸ ποσὸν τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Ρολὲν κατατεθειμένης ἐν τῇ Βιομηχανικῇ Τραπέζῃ ἐγγυήσεως ἐκ 450,000 φράγκων, κατὰ τὸ 2ον ἄρθρον τοῦ ἐπιδοθέντος μοι ὑπὸ τοῦ κ. Δεϊμέζη πρακτικοῦ, καθ’ ὃ «ἡ ἑταιρία τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων δὲν ἐννοεῖ νὰ δεσμεύσῃ τὴν Κυβέρνησιν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς κατὰ τῆς Τραπέζης Βιομηχανικῆς Πίστεως τῆς Ἑλλάδος ἀπαιτήσεις αὐτῆς», ἤτοι ἄφινεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴ παρὰ τῆς Βιομηχανικῆς Τραπέζης τὴν εἰρημένην ἐγγύησιν· ἐζήτει δὲ διὰ τοῦ 3ου ἄρθρου τοῦ πρακτικοῦ, ἵνα «ἡ Κυβέρνησις χορηγήσῃ τῇ ἑταιρίᾳ τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων δεκαοκτὼ μηνῶν προθεσμίαν, πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν ἔργων, ἀφ’ ἧς ἡμέρας θέλει παρέξει αὐτῇ τὰ μέσα πρὸς ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν», ὡς καὶ διὰ τοῦ 4ου ἄρθρου ἐζήτει, ἵνα «ἡ Κυβέρνησις χορηγήσῃ πρὸς τούτοις παράτασιν προθεσμίας διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν 220 χιλιομέτρων τῶν νέων γραμμῶν». Ἐπειδὴ δ’ αἱ ἀπαιτήσεις τῶν ἐχόντων νὰ λαμβάνωσι παρὰ τοῦ κ. Ρολὲν ἐνεποίουν εἰς τὴν εἰρημένην ἑταιρίαν δισταγμοὺς, διὰ τοῦ 5ου ἄρθρου τοῦ πρακτικοῦ ἐζήτει, ἵνα «ἡ Κυβέρνησις ἐγκαταστήσῃ εἰς τὰ ἔργα τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων, παρέχουσα αὐτῇ πάντα τὰ μέσα, (ἤτοι παραπήγματα, ἐργαλεῖα, ὑλικὰ κτλ. τῆς διεθνοῦς ἑταιρίας,) ὡς καὶ πᾶσαν συνδρομὴν πρὸς εὐχερῆ καὶ κανονικὴν τῶν ἔργων ἐκτέλεσιν». Δὲν ἠμφισβητεῖτο δ’ ὅτι εἶχον ἐκστομισθῆ ἀπειλαὶ, ὅτι οἱ ἔχοντες λαμβάνειν ἐργάται ἢ μεταπράται ἤθελον παρεμβάλει προσκόμματα, εἴτε δι’ ὑφαιρέσεως ἐργαλείων ἢ ὑλικῶν, εἴτε δι’ ἀντιστάσεως ἢ διεκδικήσεως τῶν ὑπὸ ἐκτέλεσιν ἔργων, εἰς τὰ ὁποῖα οὗτοι εἶχον ἐργασθῆ χωρὶς νὰ πληρωθῶσιν. Οἱ ἐκ τῶν διαδόσεων τούτων παραγόμενοι δισταγμοὶ, ἂν δὲν ἦσαν εὔλογοι, ἦσαν ὅμως πιθανῶν συμβεβηκότων ὑπόθεσις· ὅτε δ’ ἐνετειλάμεθα τὰς πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν ὀφειλομένων ποσῶν ἐξετάσεις, δὲν ἐσκοποῦμεν νὰ γενώμεθα μόνον ἐπίκουροι καὶ βοηθοὶ τῶν δυστυχησάντων συμπολιτῶν ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἄρωμεν πᾶσαν ἀφορμὴν, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ παραγάγῃ τοιαῦτα δυσάρεστα συμβεβηκότα. Ἀλλ’ αἱ προτάσεις τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων δὲν ἦσαν αἱ μόναι, αἱ ὁποῖαι ἀνεκοινώθησαν τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Προτάσεις εἶχον προβάλει εἰς ἡμᾶς καὶ ὁ κ. Ἀντώνιος Βλαστὸς, ὁ ὁποῖος, διατρίβων ἐν Ἀθήναις τότε, μὲ ἐπεσκέφθη καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ ἀναβάλω πᾶσαν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἀπόφασιν ἐπὶ 15 ἡμέρας, ὅπως βασανίσῃ τὰ περὶ τούτου, προσεδόκα δὲ, ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ προβάλῃ καὶ αὐτὸς προτάσεις· καὶ ἐπρόβαλεν ὁ κ. Βλαστὸς προτάσεις, ἀλλ’ αὗται ὑπερέβαινον κατὰ τοὺς ἐν αὐταῖς ὅρους τὰς τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων. Προτάσεις μοὶ ἐγένοντο καὶ ἀπὸ τὸν Γάλλον κ. Pugès, ὁ ὁποῖος νῦν ἔχει ἀναλάβει τὴν κατασκευὴν τμήματός τινος τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, ὡς μοὶ ἐγένοντο καὶ παρὰ τῆς ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου. Μεταξὺ τῶν προτάσεων τούτων ἔπρεπε νὰ ἐκλέξω τὴν συμφορωτέραν, τὴν περιέχουσαν ὅρους ἥσσονας. Καὶ ἤκουσα μὲν ἄλλοτε τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, διευθύνοντος τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, λέγοντος, ὅτι, ὅταν πρόκηται νὰ ἀποδεχθῇ τις προτάσεις κατασκευῆς ἔργων ὁδοποιΐας, δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεάζηται ἀποκλειστικῶς ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπὶ δημοπρασίᾳ μειοδοσίας, διότι ἐνδέχεται οἱ μειοδοτοῦντες, καὶ ἑπομένως οἱ προτείνοντες νὰ ἀναλάβωσι τὰ ἔργα ἐπὶ ὀλιγωτέροις χρήμασι, νὰ μὴ δύνωνται νὰ ἐκτελέσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των, εἴτε διότι στεροῦνται τῶν ἀναγκαίων κεφαλαίων, εἴτε διότι δὲν ἔχουσι τὴν ἀπαιτουμένην τεχνικὴν ἱκανότητα· ἀλλὰ μεταξὺ τῶν προβαλόντων τὰς εἰρημένας προτάσεις, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ διακρίνωμεν ἔν τινι ἀνικανότητα τοιαύτην. Ὁ κ. Ἀντώνιος Βλαστὸς εἶναι διευθυντὴς γνωστοῦ πιστωτικοῦ καταστήματος, ἑπομένως τραπεζίτης, δυνάμενος νὰ διαθέσῃ ὅσα ἀπητοῦντο κεφάλαια· ἡ ἑταιρία τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων ἦτο ἴσως ἀσθενεστέρα καὶ τοῦ κ. Βλαστοῦ καὶ τῆς ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ἔχουσα κοινὸν τὸ ταμεῖον τοῦ κ. Προέδρου τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου αὐτῆς, γνωστοῦ ἐπὶ πλούτῳ καὶ τραπεζικῇ δεινότητι· ὁ κ. Pugès ὅμως καὶ πληροφορίας παρεῖχεν, ὅτι εἶχεν εἰς τὴν διάθεσίν του τὰ ἀναγκαῖα κεφάλαια, καὶ τεχνικὴν ἱκανότητα εἶχεν. Αἱ συμφορώτεραι ὅμως προτάσεις ἦσαν αἱ τῆς ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, ἥτις, κατασκευάσασα καὶ ἐκμεταλλευομένη ἑκατοστύας χιλιομέτρων σιδηροδρόμων, ἀναντιῤῥήτως εἶχε καὶ τὴν ἱκανότητα καὶ τὰ κεφάλαια· εἶχον μάλιστα λάβει θετικὴν πληροφορίαν, ὅτι εἶχε συνομολογήσει δάνειον 200 χιλιάδων λιρῶν πρὸς τοῦτο. Ἀλλ’ ἡ ἑταιρία αὕτη τῶν σιδηροδρόμων τῆς Πελοποννήσου εἶχε καὶ ἄλλον τίτλον, οὐχὶ μὲν νόμιμον, εὔλογον ὅμως καὶ ὑπὸ γενικοῦ συμφέροντος ἐνισχυόμενον, διότι συνέφερεν ὄντως νὰ συγκεντρώσῃ αὐτὴ τοὺς σιδηροδρόμους Πελοποννήσου, ὅπως πάντες οὗτοι μίαν ἔχωσι διοίκησιν, τὰ ἔξοδα δὲ τῆς διοικήσεως αὐτῶν κατασταθῶσιν οὕτως ὀλιγώτερα ἢ ὅσα ἤθελον εἶσθαι, ἐὰν κατετέμνοντο εἰς πολλὰς ἑταιρίας. Ἦσαν δ’ ὄντως αἱ προτάσεις τῆς ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου εὐθηνότεραι πασῶν τῶν ἄλλων, διότι αὕτη ἔστεργε νὰ ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν τοῦ τμήματος ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Διαβολίτσιον καὶ τὴν ἀποπεράτωσιν πάσης τῆς γραμμῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἀντὶ χρηματικοῦ ποσοῦ ὀλιγωτέρου τῶν ὑπὸ ἑκάστου τῶν ἄλλων, τῶν προβαλόντων προτάσεις, ζητηθέντων. Ἡ ἑταιρία τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου ἐζήτει ἀληθῶς ἐν ὅλῳ 3,300,000 δραχμῶν, ἐπειδὴ δὲ τὰ ὑπάρχοντα ὑπόλοιπα τοῦ δανείου τῶν 24 ἑκατομμυρίων πλέον τοῦ ἰσοτίμου τῆς ἐκ 450 χιλιάδων χρυσῶν φράγκων ἐγγυήσεως τοῦ κ. Ρολὲν ἀπετέλουν δραχ. 2,575,991.14, ἀποδεχόμενοι τὰς προτάσεις τῆς ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, ἀνελαμβάνομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἰσενέγκωμεν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου μόνον δραχ. 724,008.86, ἐνῷ, ἂν ἀπεδεχόμεθα τὰς τελευταίας προτάσεις τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων, δι’ ὧν περιώρισε τὰς ἀξιώσεις της εἰς 1,500,000, ἠθέλομεν ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποδώσωμεν μὲν εἰς αὐτὴν πάντα τὰ ὑπόλοιπα τοῦ δανείου τῶν 24 ἑκατομμυρίων, καὶ προσέτι τὰς 1,500,000. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὰς προτάσεις αὐτῆς ἐμέλλομεν ἡμεῖς νὰ εἰσπράξωμεν τὴν ἐκ φράγκων χρυσῶν 450 χιλιάδων ἐγγύησιν τοῦ κ. Ρολὲν, ἠθέλομεν δαπανήσει ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου τὰς 1,500,000 μεῖον τῶν 450 χιλιάδων φράγκων, ἤτοι ποσὸν ἀνώτερον τῶν 724,008 δραχμῶν, εἰς τὰς ὁποίας κατέληγον τῆς ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου αἱ προτάσεις. Συνεκεφαλαιοῦντο δὲ τότε τὰ ὑπόλοιπα τοῦ δανείου τῶν 24,000,000 φράγκων εἰς δραχ. 1,968,491.14· ἤτοι εἰς τὰ ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ὑπάρχοντα 1,062,823.56 εἰς γραμμάτια τραπεζικὰ, εἰς τοὺς ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου ὀφειλομένους εἰς γραμμάτιον ἔντοκον τοῦ κ. Ρολὲν, μὴ ἐξοφληθὲν ἐγκαίρως, τόκους ἐκ δραχμῶν 358,000, καὶ εἰς φράγκα χρυσᾶ 405,679.69, ὑπάρχοντα παρὰ τῷ κ. Γὶψ, τὰ ὁποῖα μετατρεπόμενα εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια κατὰ τὴν ἀγοραίαν τότε τιμὴν τοῦ φράγκου τῶν 135 λεπτῶν, ἔφερον δραχμὰς 547,667.58. Πλὴν δὲ τῶν ὑπολοίπων τούτων ὑπῆρχε καὶ ἡ ἐκ 450 χιλιάδων φράγκων χρυσῶν ἐγγύησις τοῦ κ. Ρολὲν, ἥτις ἔμελλε νὰ καταπέσῃ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ἥτις, ὑπολογιζομένου τοῦ φράγκου εἰς τὴν εἰρημένην τιμήν, ἔφερε δραχμὰς 607,500 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἑπομένως ἀπεδέχθην τὰς προτάσεις τῆς ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου. Ἡ ἑταιρία τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου ἔμελλε νὰ ἐγκατασταθῇ ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως εἰς τὸν σιδηρόδρομον, εὐθὺς ὡς ἡ Κυβέρνησις ἤθελε διανείμει τὸ βοήθημα εἰς τοὺς ἔχοντας λαμβάνειν παρὰ τοῦ κ. Ρολὲν ἐργάτας καὶ μεταπράτας· προέβη ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν ὀφειλομένων ποσῶν διὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ἣν ἀπέστειλε τότε πρὸς τοῦτο ἐπὶ τόπου, ἐσκόπει δὲ, ἅμα λαβοῦσα τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης τὴν ἔκθεσιν, νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν, καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ βοηθήματος εἰς τοὺς ἔχοντας λαμβάνειν, προσδιορίζουσα τὸ ποσὸν ἑκάστου αὐτῶν, καθ’ οὓς πρὸ μικροῦ ἐξέθηκα ὅρους. Ἂν δ’ εἰς 500 χιλιάδας δραχμῶν ἤθελον ἀνέλθει τὰ εἰς τοὺς ἐργάτας καὶ μεταπράτας τούτους διανεμητέα, ὡς εἴρηται, βοηθήματα, ἡ ζημία ἥτις ἤθελεν ἐπέλθει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἕνεκα τῆς ἀρχικῶς κακῆς συστάσεως τῶν ἐργασιῶν τούτων, καὶ τοῦ πεπλανημένου τρόπου, καθ’ ὃν διετιμῶντο καθ’ ἕκαστον μῆνα αἱ γενόμεναι ἐργασίαι, ἤθελε συγκεφαλαιωθῆ εἰς 1,224,008 δραχμὰς, ἤτοι εἰς τὰς 724,008.86, τὰς ὁποίας ἠθέλομεν εἰσενέγκει ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, καὶ εἰς τὰς 500 χιλιάδας, τὰς ὁποίας ἠθέλομεν διανείμει εἰς βοηθήματα· ἀλλ’ ἤθελε περαιωθῆ ἡ κατασκευὴ ὅλης τῆς γραμμῆς κατὰ τὰ τέλη Δεκεμβρίου τοῦ 1892, καὶ ὅλη ἡ γραμμὴ ἤθελεν εἶσθαι παραδεδομένη ἤδη εἰς χρῆσιν τοῦ κοινοῦ ἀπὸ τοῦ παρελθόντος μηνὸς, ἤθελον δ’ ἀρχίσει ἔκτοτε προβαίνουσαι αἱ εἰσπράξεις ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς γραμμῆς. Ἀφοῦ δ’ εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἦσαν τὰ πράγματα ὅτε ἡμεῖς ἐξώσθημεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπαντῶν πρό τινων ἡμερῶν εἴς τινα τῶν Βουλευτῶν, εἶπεν ὅτι οὐχὶ ἡ Κυβέρνησις αὐτοῦ, ἡ μὴ συνεχίσασα τὰς ἐργασίας ἡμῶν, ἃς ἄνω ἐξέθηκα, ἡ σταυρώσασα τὰς χεῖρας καὶ μηδὲν μέχρι τοῦδε πράξασα, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν, τὴν ὁποίαν ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος κατὰ τὸ 1891 ὑπεστήριζεν, ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας προϊστάμην, τυγχάνει ἡ αἰτία τῆς παραλυσίας, εἰς ἣν ἀφέθησαν ἔκτοτε τὰ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν; Ἂν ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶχεν ἐξ ἀρχῆς ἀτυχήματα, ποῦ ἔπρεπε νὰ ἀναζητήσῃ τις τὴν αἰτίαν αὐτῶν; Ἐν ἡμῖν ἢ ἐν τῇ Κυβερνήσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἥτις ἀρχῆθεν ἠστόχησε καὶ εἰς τὴν εὕρεσιν καὶ τὴν διάταξιν τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἀπῃτοῦντο πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, καὶ εἰς τὴν ἀρχικὴν σύστασιν τῆς ἐργασίας καὶ εἰς τὴν ἐπιτήρησιν αὐτῆς; Καὶ ἐνῷ ἡμεῖς ἀπεφύγομεν νὰ ἐγκαλέσωμεν τὰ σφάλματα ταῦτα αὐτοῦ, παρέστη αὐτὸς ἐγκαλῶν ἡμᾶς! Ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἀναζητήσῃ τις εὐθύνας, ἤθελε πλανηθῆ βεβαίως, ἀναζητῶν αὐτὰς ἐν ταῖς πράξεσιν ἡμῶν. Ἐλπίζω ὅτι θέλω ἀπαλλαγῆ τῆς ἀνάγκης νὰ προβῶ εἰς τὴν λεπτομερῆ ἀνάλυσιν τῶν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου τούτου ἀπὸ τῆς πρώτης ἀρχῆς, διότι οὐδεμίαν πρέπει ἐκ τῆς ἐμῆς τακτικῆς νὰ πορισθῇ τις ἀφορμὴν, ἵνα μὲ ἐγκαλέσῃ ὡς αἴτιον τῆς παρατάσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ μάλιστα διαδίδουσιν, ὅτι διερχόμεθα τὰς τελευταίας συνεδριάσεις τῆς συνόδου. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον ἤθελον νὰ ἀποφύγω τὸν ἔλεγχον, διότι ἀπηύδησα νὰ παρουσιάζωμαι αἰωνίως ἐλέγχων, καὶ ἐλέγχων ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους ἤλεγξα ἐπὶ πλείσταις ἄλλαις πλημμελείαις. Ἀλλ’ ἂν καὶ τοῦτο ἤθελε τυχὸν κατασταθῆ ἀναγκαῖον ἕνεκεν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἀποπειραθῆ νὰ ἐπιῤῥίψωσι τὴν εὐθύνην καὶ τῶν ἀτυχημάτων τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν εἰς ἡμᾶς, ὡς καὶ ἐπὶ πάντων τῶν ἄλλων ἔπραξαν, βεβαίως θέλω προβῆ εἰς τὴν λεπτομερῆ ἀνάλυσιν πάντων τῶν γενομένων, δι’ ἐγγράφων, τῶν ὁποίων τὸ κῦρος δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ, καταδεικνύων τοὺς ὑπαιτίους τῶν ἐπιγενομένων ζημιῶν.
§39ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως...
§40ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ἀρχηγός!...
§41ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Φιλονεικεῖτε τὸν τίτλον;
§42ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν στενοχωρεῖ ὁ τίτλος.
§43ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μὲ διασκεδάζει.
§44ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐκθέτων τὰ τῆς ὑποθέσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν, ὡμίλησε περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἧς προΐστατο, καὶ ἐξέφρασε τὴν ἔκπληξίν του, διατὶ ὁ Πρωθυπουργὸς ἡμέραν τινά, προκειμένου περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν καὶ ἀπαντῶν εἰς ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπηυθύνθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀνέπτυξε τὴν ἰδέαν, ὅτι ὑπαίτιος τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ πράγματα περιῆλθον, δὲν ἦτο ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας προΐστατο, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία διεδέξατο αὐτήν. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας προΐστατο, ἦτο ἀνεύθυνος ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἐξέθηκεν οἵα ἦτο ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, ὅτε ἀνέλαβε τὴν ἀρχήν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ ἀνατρέξῃ ἀκόμη ἀπωτέρω, ὅπως ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἡ ὁποία εἰς τόσας ἔδωκεν ἀφορμὴν ἐπικρίσεις ἀπὸ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, ἀπὸ τῆς παραχωρήσεως τουτέστι τῆς ἐπιχειρήσεως εἰς τὴν ἑταιρίαν τὴν παρισταμένην διὰ τοῦ Rolin. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι πρὸ πολλῶν ἐτῶν σκέψις ἐγένετο πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, τοῦ παρὰ πάντων ἐν γένει θεωρουμένου ὡς ἀπαραιτήτου διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Πελοποννήσου, καὶ ὡς λίαν ἐνδιαφέροντος διὰ τὴν συγκοινωνίαν αὐτῆς. Κατὰ τὸ 1884 εἶχε δοθῆ παραγγελία εἰς τὸν τότε διευθυντὴν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ἵνα μελετήσῃ τὰ τῆς γραμμῆς ταύτης, καὶ ἐκθέσεις εἶχον ὑποβληθῆ μετὰ προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, συνεπείᾳ δὲ τῶν ἐκθέσεων τούτων καὶ τῶν ἐπισυνημμένων προϋπολογισμῶν τὸ ἔργον εἶχεν ἐκτιμηθῆ παρὰ μὲν τοῦ Rondel, προϊσταμένου τότε τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, εἰς δραχ. 20,000,000, παρὰ δὲ τοῦ Gotteland εἰς 21,000,000. Ἔκτοτε πολὺς παρῆλθε χρόνος, καὶ οὐδεμία ὑπεβλήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρότασις περὶ κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, ὅτε κατὰ τὸ 1887 ἐψηφίσθη ὁ νόμος ΑΦΠΕʹ, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεπε τὴν ἀπ’ εὐθείας κατασκευὴν τῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἔδιδεν αὐτῇ τὸ δικαίωμα, ἵνα, ἐὰν ἐπαρουσιάζετο ἐργολάβος, ὅπως ἀναλάβῃ τὸ ἔργον, παραχωρήσῃ αὐτό· ἐπετρέπετο δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα συνομολογήσῃ δάνειον 24,000,000. Πολὺς χρόνος δὲν παρῆλθεν ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου ΑΦΠΕʹ, καὶ τῇ 30 Ἀπριλίου 1888 ὑπεγράφη σύμβασις, τῇ 21 δὲ Μαΐου ἐξεδόθη διάταγμα, ἐγκρῖνον τὴν σύμβασιν ταύτην, δι’ ἧς παρεχωρεῖτο ἡ κατασκευὴ καὶ ἐκμετάλλευσις τῆς γραμμῆς ἀντὶ ποσοῦ 24,000,000 ὀνομαστικοῦ. Ὑπεβλήθη τὸ διάταγμα τοῦτο καὶ ἡ σύμβασις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐκυρώθη διὰ τοῦ νόμου ΑΧΛΔʹ τῆς 2 Φεβρουαρίου 1889. Ἐπίκρισις ἐγένετο ὡς πρὸς τὴν σύμβασιν ταύτην· ἐθεωρήθη ὅτι ἡ τιμὴ ἡ χιλιομετρικὴ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου εἶναι ὑπέρογκος, πολλάκις δὲ ἐλέχθη, ὅτι ὁ σιδηρόδρομος αὐτὸς προὐκάλεσε δαπάνην εἰς τὸ Δημόσιον 120,000 φράγκων κατὰ χιλιόμετρον. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ ἐπίκρισις αὕτη δὲν εἶναι ἀκριβής, διότι, ὅπως ὁρίσωμεν τὸ ποσὸν ἢ τήν χιλιομετρικὴν τιμήν, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ πραγματικὸν ποσὸν τοῦ δανείου καὶ ὄχι τὴν ὀνομαστικὴν ἀξίαν τοῦ δανείου. Λαμβάνοντες δὲ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀξίαν τῶν ὁμολογιῶν καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ σύμβασις ἐνεκρίθη, πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν τὰς ὁμολογίας πρὸς 80%· ἄρα τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς τὰ ⅘ τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν 24,000,000, τουτέστιν εἰς 19,200,000. Ἂν δὲ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀφαιρέσωμεν 500,000 φράγκων πρὸς πληρωμὴν τῶν καταληφθεισῶν γαιῶν, ἀφαιρέσωμεν δὲ καὶ 1,200,000, τὰ ὁποῖα ὁ ἐργολάβος ἀνέλαβε διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν διαμέσων τόκων, μένουσι 16,800,000, τὰ ὁποῖα ἐπὶ 180 χιλιόμετρα δίδουν 93,330 φράγκα κατὰ χιλιόμετρον.
§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφαιρετέα ἐκ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ εἰς τὸν ἐργολάβον Rolin, εἶναι 500,000 φράγκα διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν καταληφθεισῶν ὑπὸ τοῦ σιδηροδρόμου γαιῶν καὶ διὰ τὴν ἐκτύπωσιν τῶν τίτλων. Ἐπίσης 1,900,000 διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν μεσολαβούντων τόκων, ἔχομεν 2,400,000. Ὑπολείπεται ποσὸν 21,600,000, τὸ ὁποῖον ἂν ἀναλύσητε, θὰ εὕρητε, ὅτι εἶναι 120,000 φράγκα κατὰ χιλιόμετρον.
§46ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ηὐτύχησα νὰ ἀκολουθήσητε τὸν συλλογισμόν μου. Κατὰ τὴν ἰδέαν μου, πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν 20% ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 24,000,000, διότι τὰ 24,000,000 εἶναι τὸ ὀνομαστικὸν κεφάλαιον, αἱ δὲ ὁμολογίαι κατὰ τὴν τρέχουσαν τότε τιμὴν δὲν ἠδύναντο νὰ ὑπολογισθῶσιν ἄνω τῶν 80%. Ἑπομένως ἡ πραγματικὴ τιμὴ τοῦ σιδηροδρόμου εἶναι οὐχὶ ὅπως ὡρίσθη παρ’ ὑμῶν 21,600,000, ἀλλὰ 16,800,000. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ τιμή· ἂν δὲ παραβάλωμεν τὴν πραγματικὴν ταύτην τιμὴν πρὸς τὴν πραγματικὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν ἄλλοι σιδηρόδρομοι κατέστησαν ἀναγκαίαν, ἂν παραβάλωμεν καὶ συγκρίνωμεν τὴν δαπάνην ταύτην πρὸς τὴν δαπάνην τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς–Πελοποννήσου, θὰ ἴδωμεν, ὅτι διὰ τοῦτον τὸν σιδηρόδρομον κατεβλήθησαν εἰς τὸν ἐργολάβον 70,000 φράγκα χρυσᾶ κατὰ χιλιόμετρον. Ἂν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν διαφορὰν τοῦ ἐδάφους, μὴ λησμονήσωμεν δὲ καὶ τὴν διαφορὰν τῶν κλίσεων, ἡ ὁποία καθιστᾷ δαπανηρότερον τὸ ἔργον, καὶ τὴν διαφορὰν τῆς ἀκτῖνος τῶν καμπυλῶν, θέλομεν φθάσει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ δαπανηθὲν εἰς τὸν σιδηρόδρομον αὐτὸν δὲν εἶναι διόλου ὑπερβολικόν.
§47ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς ποίαν τιμὴν ἔλαβεν ὁ ἐργολάβος τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου;
§48ΡΑΛΛΗΣ. Τὰς ἔλαβεν εἰς τὸ ἄρτιον.
§49ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ τὸ ὅτι τὰς ἔλαβεν εἰς τὸ ἄρτιον δὲν δίδει εἰς τὰς ὁμολογίας ἀξίαν περισσοτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν πράγματι ἔχουσιν. Οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ, ὅτι ὁ ἐργολάβος, λαμβάνων ὁμολογίας, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἀξίαν 80%, ἢ κάτω τῶν 80%, ἠδύνατο νὰ πραγματοποιήσῃ ποσὸν ἀνώτερον τῶν 80%. Ἑπομένως ὅλοι οἱ ὑπολογισμοὶ ἔπρεπε νὰ βασισθῶσιν ἐπὶ τῆς τιμῆς, ἣν εἶχον αἱ ὁμολογίαι, καθ’ ἣν στιγμὴν παρεδίδοντο εἰς αὐτὸν. Ἑπομένως οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ πραγματικὴ δαπάνη τοῦ σιδηροδρόμου εἶναι ἀνωτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν προσδιώρισα.
§50ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αἱ ὁμολογίαι δὲν ἐξηργυρώθησαν εἰς τὸ ἄρτιον;
§51ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου αἱ Κυβερνήσεις προβαίνουν εἰς τροπὰς δανείων. Ἡ τροπὴ εἶναι κἄτι τι ἐντελῶς χωριστόν· οὐδεμία ὑπάρχει σχέσις μεταξὺ τροπῆς καὶ σιδηροδρόμου. Ἑπομένως ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς δὲν ἔχει σημασίαν.
§52ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δηλαδὴ ὁ σιδηρόδρομος αὐτὸς ἐστοίχισε 30,000,000 εἰς χρυσὸν, ἐξακολουθοῦμεν δὲ νὰ πληρόνωμεν τοὺς διαμέσους τόκους, καὶ θὰ φθάσωμεν εἰς 35,000,000, καὶ σιδηρόδρομον δὲν θὰ ἔχωμεν.
§53ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ τελευταῖος, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ κάμῃ αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις, εἶναι ὁ κ. Εὐταξίας, τοῦ ὁποίου πολλάκις ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ θαυμάσω τὰς οἰκονομικὰς γνώσεις. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀνάγεται εἰς ἄλλο ζήτημα, ἐνῷ τὸ ζήτημα τὸ ἰδικόν μας εἶναι τοῦτο: καθ’ ἣν στιγμὴν συνωμολογήθη ἡ σύμβασις, ἡ δαπάνη ἀνήρχετο εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἀνέφερα, ναὶ ἢ ὄχι; Οὐδὲν ἔχετε νὰ ἀντείπητε εἰς τὸν ὑπολογισμὸν, καὶ ἑπομένως ὁ ὑπολογισμός μου εἶναι ὀρθός. Ὁ ὑπολογισμὸς ὁ ἰδικός σας εἶναι ἐσφαλμένος· διότι, ἂν θέλητε νὰ εἰσέλθω εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τὸν ἰδικόν σας, τὸν ὁποῖον ἐπὶ μεταγενεστέρων γεγονότων στηρίζετε, ἔχετε καθῆκον νὰ δεχθῆτε καὶ σκέψεις καὶ λογαριασμοὺς ἰδικούς μου ἐπὶ μεταγενεστέρων γεγονότων βασιζομένους. Διότι, ἂν ὑμεῖς λαμβάνητε ὑπ’ ὄψιν γεγονὸς μὴ ἀμέσως σχετιζόμενον πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, δύναμαι ἐγὼ νὰ σᾶς εἴπω, διατὶ δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος μετὰ τὴν συντέλεσιν τοῦ σιδηροδρόμου θέλει λάβει, καὶ εἰς ποῖον σημεῖον θὰ ἀνέλθῃ ἡ πρόσοδος αὐτοῦ καὶ πόσον μέρος ἐκ τῶν καταβαλλομένων τόκων θὰ σκεπάσῃ ἡ ὠφέλεια αὕτη; Ἔχω δὲ γεγονότα, τὰ ὁποῖα μὲ πείθουσιν, ὅτι κατὰ πολὺ θὰ ἐλαττωθῶσι τὰ βάρη τοῦ Δημοσίου, διότι ἑνὸς τμήματος συντελεσθέντος ἡ ἐκμετάλλευσις ἔδωκε 5,000 κατὰ χιλιόμετρον· ποῖα δὲ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου; 8,000 κατὰ χιλιόμετρον. Τῶν σιδηροδρόμων Θεσσαλίας; 7,000 κατὰ χιλιόμετρον. Τὰ τοῦ σιδηροδρόμου δὲ Μύλων–Καλαμῶν, συντελουμένου τοῦ ἔργου, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἔσονται 10,000 κατὰ χιλιόμετρον, καὶ τὸ Κράτος θὰ ἔχῃ 3,000 κατὰ χιλιόμετρον, ἤτοι 540,000 ἐκ τοῦ σιδηροδρόμου αὐτοῦ, καὶ ἂν προσθέσητε τὰς ἐκ τῆς φορολογίας εἰσπράξεις, λαμβάνοντες ὡς βάσιν καὶ τὰς τοῦ εἴδους τούτου πραγματοποιουμένας ἐκ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, θέλετε ἴδει, ὅτι μέγα μέρος τῶν τόκων τοῦ καταβληθέντος κεφαλαίου θέλει καλυφθῆ διὰ τῶν εἰσπράξεων τούτων. Καὶ ἂν προσθέσητε τὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας θὰ λάβῃ ἐκ τοῦ σιδηροδρόμου ἡ Πελοπόννησος, τότε θὰ παύσωσιν αἱ ἐπικρίσεις. Περίεργον δὲ φαίνεταί μοι, ὅτι, ἐνῷ κατηγορεῖτε Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐξετέλεσεν ἔργα γενικῆς ὠφελείας, οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἠγέρθη ποτὲ, ἵνα ἐπικρίνῃ πράξεις ἄλλης Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία διὰ τὴν ὁδοποιΐαν μιᾶς καὶ μόνης ἐπαρχίας ἐδαπάνησε 2 ἑκατομμύρια, ἐνῷ ἡ δαπάνη αὕτη, πρόξενος ἴσως μερικῆς ὠφελείας, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς γενομένη πρὸς κοινὴν ὠφέλειαν.
§54ΡΑΛΛΗΣ. Ἠδύνατο νὰ τὰς πορισθῇ τὰς ὠφελείας αὐτὰς τὸ Κράτος, ἐὰν ἐδαπάνα ὅσα ὤφειλε νὰ δαπανήσῃ, ἤτοι ὀλιγώτερα. Ἡ περιπλέον δαπάνη δὲν δικαιολογεῖται ἐκ τῆς συγκοινωνίας, ἡ ὁποία θὰ ἀναπτυχθῇ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα.
§55ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὐδεὶς ὅμως μέχρι τοῦδε ἀπέδειξεν, ὅτι ἐδαπανήθησαν περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ δαπανηθῶσι. Διότι παρὰ πάντων ὡμολογήθη, ὅτι ἡ κατάστασις, εἰς ἣν περιέπεσεν ὁ ἐργολάβος, δὲν ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς εἰς ἀμέλειαν τοῦ ἐργολάβου, ἀλλ’ εἰς τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας τὸ ἔργον ἐπαρουσίασεν. Ἀλλ’ ἂς ἐπανέλθω εἰς τὸ σημεῖον, ἐξ οὗ ἀπεμακρύνθην, ὅπως ἀπαντήσω εἰς τὴν διακοπὴν τοῦ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ. Συνωμολόγησεν ἡ Κυβέρνησις δάνειον 24,000,000 ὀνοματικοῦ κεφαλαίου· τί ἐγένοντο τὰ χρήματα τοῦ δανείου τούτου; Κατετέθησαν, ὡς ὤφειλον νὰ κατατεθῶσιν; Εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην ἀπαντᾷ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ τῆς ἐγγράφου ἀπαντήσεως, ἣν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν τῷ ἀπηύθυνεν ὁ ἐκ Φθιώτιδος ἀξιότιμος Βουλευτής, ὁ σήμερον συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐκ τῆς ἀπαντήσεως ἐξάγεται, ὅτι ὁ ἀνάδοχος κατέβαλε δέκα ἑκατομμύρια εἰς τὴν Τράπεζαν εἰς χρεώγραφα καὶ 3,886,000 εἰς μετρητά, εἰς τὸν Γὶψ 510,000 εἰς μετρητὰ, παρὰ τῷ ἰδίῳ ἕτερα 5,600,000, καὶ εἰς ἐγγύησιν Τραπέζης 20% 4,000,000, τὸ ὅλον φράγκα 23,996,000. Ἂς ἴδωμεν τώρα, Κύριοι, ποία ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὑπὸ τοῦ καὶ σήμερον Πρωθυπουργοῦ διευθυνομένης, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς διαμέσους τόκους μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου 1890, ὅτε ἀπεχώρησε τῶν πραγμάτων. Καὶ πάλιν ὡς πρὸς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων ἐξάγεται, ὅτι μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1890 εἰσεπράχθη ἐκ τόκων κατατεθειμένων χρεωγράφων ποσὸν 607,756 φράγκων χρυσῶν. Εἰς ταῦτα πρέπει νὰ προσθέσωμεν ἐξ εἰσπρακτέου ἐντόκου γραμματίου 358,000 φράγκα, ἐκτὸς τῆς προσθέτου κρατήσεως· σὺν τῇ προσθήκῃ δὲ φράγκων 1,900,000 ἐκ τοῦ δανείου, προωρισμένων κατὰ τὴν σύμβασιν πρὸς πληρωμὴν τῶν διαμέσων τόκων, φθάνομεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 2,936,833 φρ. χρυσῶν. Ἴδωμεν τώρα, μέχρι τῆς ἐποχῆς αὐτῆς ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τὸ δαπανηθὲν διὰ τοὺς διαμέσους τόκους. Καὶ πάλιν ἐπικαλοῦμαι πρὸς τοῦτο τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει καταθέσει ὁ Βουλευτὴς Γόρτυνος. Ἐκ τούτου δὲ ἐξάγεται, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη ἀνῆλθεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 2,916,000. Ἑπομένως μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν διηύθυνε τὰ κοινὰ ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου, τὰ ποσὰ τὰ προωρισμένα πρὸς πληρωμὴν τῶν διαμέσων τόκων ἐπήρκεσαν πρὸς ἐξόφλησιν τῶν τόκων τούτων, καὶ οὐδὲ ἓν λεπτὸν ἔχει ληφθῆ ἐκ τῶν χρημάτων τῶν προωρισμένων διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων πρὸς πληρωμὴν τόκων. Ὅτε ὁ Βουλευτὴς Γόρτυνος ἀνέλαβε τὴν ἀρχὴν, ἐγεννήθησαν ὑπόνοιαι περὶ τῆς ἐμπροθέσμου περατώσεως τῶν ἔργων, καὶ ἑπομένως περὶ τῆς ἐλλείψεως χρημάτων πρὸς πληρωμὴν τῶν διαμέσων τόκων. Προσεκλήθη δὲ δι’ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπ’ ἀριθ. 2967 ἀπὸ 22 Φεβρουαρίου 1891 ὁ ἐργολάβος ἵνα καταθέσῃ τὰ ἐλλείποντα ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἐκείνῳ ὡρίζοντο καὶ τῶν ὁποίων τὸ ποσὸν, ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου, ἀνέρχεται εἰς 1,200,000. Βλέπετε ὅτι μεταξὺ τοῦ Νοεμβρίου καὶ Φεβρουαρίου ἐπῆλθε ποιά τις διαφορά, διότι κατὰ Νοέμβριον, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ Βουλευτοῦ Φθιώτιδος, ἐδίδετε τὴν διαβεβαίωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ ἔργον ἤθελε συντελεσθῆ μὲ δαπάνην 560,000 δραχμῶν ὑπὲρ τὴν ἀρχικῶς προσδιορισθεῖσαν, καὶ ἐλέγετε τότε, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη θὰ ἐκαλύπτετο ἐκ τῆς κατατεθείσης ἐγγυήσεως καὶ ἐκ τῶν κρατήσεων, αἱ ὁποῖαι ἤθελον γείνῃ. Ἂν μοὶ ἐπιτρέπητε, θέλω ἀναγνώσει τὴν βραχεῖαν ταύτην ἀπάντησίν σας (ἀναγινώσκει): «Τοῦ ἀναδόχου ἐκπληροῦντος τὰς ὑποχρεώσεις του καὶ ἐργαζομένου, ὡς τοῦτο πράττει μέχρι τοῦδε, πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν ἔργων, τὰ διαθέσιμα κεφάλαια θέλουσιν ἐπαρκέσει πληρέστατα διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς γραμμῆς, θὰ ἐλλείπῃ δὲ μόνον ποσὸν ἐκ δρ. 560,000 περίπου διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν μέχρις Ἰουνίου 1891 τόκων τοῦ δανείου. Τοῦ ἀναδόχου ὅμως ὄντος ὑποχρέου διὰ τὴν καταβολὴν ταύτην, ὑπάρχει πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ Δημοσίου ἡ ἐκ φράγκων 450,000 ἀρχικὴ ὑπ’ αὐτοῦ κατατεθεῖσα ἐγγύησις, ὡς καὶ αἱ λόγῳ ἐγγυήσεως διὰ τὰ ἔργα ἐνεργούμεναι κρατήσεις ἐκ 10% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν ἐκτελουμένων ἔργων. Ἐκ τῶν αὐτῶν κρατήσεων δύναται ν’ ἀσφαλισθῇ τὸ Δημόσιον διὰ τοὺς καταβληθησομένους τόκους μετὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1891 καὶ μέχρις ἐντελοῦς ἀποπερατώσεως τῶν ἔργων, ἐκτὸς ἐὰν κριθῇ σκόπιμον νὰ ἐνεργηθῶσι καὶ νέαι συμπληρωματικαὶ κρατήσεις ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν κατὰ μῆνα ἐν τῷ μέλλοντι πιστοποιηθησομένων ἔργων.»
§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πότε ἐλέχθησαν αὐτά;
§57ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὰ ἐλέχθησαν παρ’ ὑμῶν εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως τῆς γενομένης παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ Φθιώτιδος ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς πρώτης Φεβρουαρίου 1891· ἀλλὰ μετὰ παρέλευσιν οὐχὶ πολλοῦ χρόνου τὸ Ὑπουργεῖον ἐζήτησε παρὰ τοῦ ἐργολάβου τὴν καταβολὴν ἀνωτέρων ποσῶν, ἐζήτησεν, ὡς ἤδη εἶπον, 1,200,000 φράγκων. Ὁ ἀνάδοχος δὲν ἠρνήθη νὰ δεχθῇ τὴν πρόσκλησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρὸς αὐτὸν τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ ἐζήτησε δι’ ἀναφορᾶς του, ὅπως χορηγηθῇ εἰς αὐτὸν παράτασις προθεσμίας, πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, καὶ ἀπαλλαγῇ τῶν τόκων τοῦ δανείου ἀπὸ τῆς 23 Ἰουνίου 1891, καθ’ ἣν ἔδει νὰ συμπληρωθῇ τὸ ἔργον· ἐζήτει δὲ τὴν παραχώρησιν ταύτην ἐκ τῆς ἐπιεικείας τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν ἠδύνατο ἐπὶ ἄλλων βάσεων νὰ στηρίξῃ τὴν αἴτησίν του. Ἐδῶ, ἃς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς νὰ τῷ εἴπω, εἶναι τὸ σημεῖον, καθ’ ὃ ἀρχίζει ἡ βάσιμος ἐπίκρισις κατὰ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς προσκλήσεως, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρὸς τὸν ἐργολάβον, ὁμολογεῖ, ὅτι διὰ τὴν περάτωσιν τοῦ ἔργου ὑπάρχει ἀνάγκη ἐπὶ πλέον δαπάνης ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ 200 χιλιάδων φράγκων. Πῶς, ἀντὶ νὰ ἐπιμείνῃ, ὅπως ὁ ἐργολάβος καταβάλῃ τὰ χρήματα ταῦτα, καὶ ἐν ἀπολύτῳ αὐτοῦ ἀδυναμίᾳ ὅπως ἐνεργήσῃ τὴν καταβολὴν, νὰ λάβῃ οἱονδήποτε ἤθελε κρίνει μέτρον, ἔστω καὶ μέχρις ἐκπτώσεως τοῦ ἐργολάβου, πῶς, λέγω, ἀντὶ τούτου κατεδικάσατε ἑαυτοὺς εἰς πλήρη ἀπραξίαν; Ἐδῶ ἀρχίζει καὶ ἡ εὐθύνη ὑμῶν. Ἐρωτῶ, ἂν καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπιστοποιήθη ἡ ἀδυναμία τοῦ ἐργολάβου πρὸς καταβολὴν τῶν μέσων πρὸς περαίωσιν τοῦ ἔργου εἰς πληρωμὴν τῶν τόκων ἠθέλετε προβῆ εἰς κήρυξιν τῆς ἐκπτώσεως τοῦ ἐργολάβου, ἐὰν ἐκηρύττετο ἡ ἔκπτωσις τοῦ ἐργολάβου, ὅτε τὰ κεφάλαια ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε ἐπέτρεπον κατὰ τὴν ὑμετέραν ὁμολογίαν μὲ μικρὰν καταβολὴν χρημάτων ἐντελῶς ἐξησφαλισμένων, διότι πρὸς ἐξασφάλισιν αὐτῶν ὑπῆρχον καὶ ἡ ἐγγύησις καὶ αἱ κρατήσεις αἱ γενόμεναι, ἐὰν, λέγω, κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐκηρύττετο ἔκπτωτος ὁ ἐργολάβος, τὸ ἔργον ἤθελε περατωθῆ, ναὶ ἢ ὄχι; Ἀλλ’ οὐδὲν ἐξ ὅσων ὤφειλεν ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ πράξῃ ἔπραξεν· ἀπ’ ἐναντίας ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ ἐργολάβου προέβη τὴν 21 Μαΐου 1891 εἰς τὴν ἔκδοσιν βασιλικοῦ διατάγματος, δι’ οὗ ἀπηλλάσσετο ὁ ἐργολάβος τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων, καὶ δι’ οὗ ἐδίδετο παράτασις τῆς προθεσμίας πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου μέχρι τῆς 28 Φεβρουαρίου 1892. Τὸ διάταγμα τοῦτο οὐδέποτε ὑπεβλήθη εἰς νομοθετικὴν κύρωσιν.
§58Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀνήγγειλα εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ Φεβρουάριον μῆνα, ὅτι ἠθέλομεν εἰσαγάγει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ δὲν συνεληρώσαμεν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ τὸν μῆνα Φεβρουάριον.
§59ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα· κατήλθετε τῆς ἐξουσίας τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1892, ἀλλὰ τὸ διάταγμα φέρει ἡμερομηνίαν 20 Μαΐου 1891, ἄρα ὑπῆρχε καιρὸς πρὸς ὑποβολὴν αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλήν. Τὴν τρίτην Ἰουνίου ἐκοινοποίησεν ἡ Κυβέρνησις τὸ διάταγμα εἰς τὸν ἐργολάβον, καὶ προσεκάλεσεν αὐτὸν αὖθις νὰ συμπληρώσῃ τὰ διὰ τοὺς τόκους καὶ τὰ ἔργα ἀπαιτούμενα κεφάλαια. Τὴν 24 Ἰουνίου ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ ἀναδόχου καὶ τῆς Βιομηχανικῆς Τραπέζης ἀναφορὰ μετὰ τοῦ συμβολαίου τοῦ συνταχθέντος μεταξὺ τῆς Τραπέζης καὶ τοῦ ἀναδόχου Ρολὲν, δι’ οὗ ἀνελάμβανεν ἡ Βιομηχανικὴ Τράπεζα νὰ καταβάλῃ δρ. 1,500,000 πλέον δρ. 500,000, τὸ ὅλον 2,000,000, πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς γραμμῆς, ὑπὸ τοὺς ἐν τῷ μνησθέντι συμβολαίῳ ὅρους. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγνώσω τινὰς περικοπὰς τῆς ὑποβληθείσης τότε ἀναφορᾶς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Τράπεζα Βιομηχανικῆς Πίστεως τῆς Ἑλλάδος συνεβλήθη μετὰ τῆς Διεθνοῦς ἑταιρίας τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐργολαβιῶν, ἵνα παράσχῃ τὴν χρηματικὴν αὐτῆς συνδρομὴν πρὸς ἐντελῆ ἀποπεράτωσιν καὶ εἰς δημοσίαν χρῆσιν παράδοσιν τῆς ἐν λόγῳ γραμμῆς, καταβάλλουσα αὐτῇ τὸ ποσὸν δραχμῶν 1,500,000 καὶ προσέτι ἑτέρας 500,000 ἐν ἀνάγκῃ. «Ὅτι, ἐὰν ἡ Διεθνὴς ἑταιρία δὲν περαιώσῃ τὴν γραμμὴν Μύλων–Καλαμῶν ἐντὸς τῶν ὡρισμένων προθεσμιῶν, ἢ καὶ ἐὰν διακόψῃ ἁπλῶς τὴν κατασκευὴν, ἡ Διεθνὴς ἑταιρία χορηγεῖ ἀπὸ τοῦδε τῇ ῥηθείσῃ Τραπέζῃ τὸ δικαίωμα, ἵνα ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον διὰ λογαριασμὸν τῆς Διεθνοῦς ἑταιρίας κτλ. «Τῆς Τραπέζης ἀναδεχομένης, ἵνα ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὑποκαθιστῶσα δι’ οἱονδήποτε λόγον τὴν Διεθνῆ ἑταιρίαν δὲν ἤθελεν ἔχει τὸν ἀπαιτούμενον ὑλικὸν χρόνον, ἵνα περατώσῃ μέχρι τῆς 28 Φεβρουαρίου 1892 τὰ ὑπολειπόμενα αὐτῇ πρὸς συμπλήρωσιν τῆς γραμμῆς ἔργα, ἀποζημιώσῃ τὸ Δημόσιον διὰ τὰς ἐκ τῆς βραδύτητος προκυψούσας ζημίας καὶ ἰδίως διὰ τὴν στέρησιν τῶν ὠφελειῶν, ἃς τοῦτο ἠδύνατο νὰ ἔχῃ κατὰ τὸν ὑφιστάμενον τύπον ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ καθυστερουμένου μέρους τῆς γραμμῆς ἀπὸ τῆς ἀνωτέρω προθεσμίας καὶ ἐφεξῆς, ἐφ’ ὅσον χρόνον μετ’ αὐτὴν ἤθελεν ἐξ ἀνάγκης ἐξακολουθήσει ἡ ἐκτέλεσις τῶν ὑπολειπομένων ἔργων.» Τὸ συμπέρασμα—καὶ ἐδῶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς—ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Διὰ τοὺς λόγους τούτους οἱ εὐσεβάστως ὑποσημειούμενοι ἀντιπρόσωποι τῆς Τραπέζης τῆς Βιομηχανικῆς Πίστεως τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ἐν Braine le Comte Διεθνοῦς ἑταιρίας τῶν ἐργολαβιῶν καὶ οἰκοδομῶν, λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Ὑμ. Ἐξ. ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ προκαλέσῃ συντόμως τὴν κατὰ νόμιμον τύπον ἔγκρισιν τῶν ἀνωτέρω ὅρων, ἀφ’ ὧν ἐξηρτήθη τὸ νόμιμον κῦρος καὶ ἡ ὑποχρεωτικὴ ἰσχὺς τῆς συναφθείσης συμβάσεως.» Ἐρωτῶ, ἂν ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἤθελε περιβάλει τοὺς ὅρους τῆς ὑποβληθείσης αὐτῇ ἀναφορᾶς μὲ τὸν τύπον τοῦ διατάγματος, ἀποτέλεσμα τοῦ διατάγματος τούτου θὰ ἦτο ἡ ὑποχρέωσις τῆς Βιομηχανικῆς Τραπέζης πρὸς καταβολὴν τῶν 2,000,000 φρ., ναὶ ἢ ὄχι; Ὡς πρὸς τοῦτο δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, δὲν δύναται νὰ γεννηθῇ ζήτημα. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν ὁδὸν ταύτην, τὴν ὁποίαν ὑπηγόρευεν ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων (διότι ἦτο εὐτύχημα μέγα δι’ αὐτήν, ὅτι ἐπαρουσιάζετο Τράπεζα, ἡ ὁποία προσέφερεν εἰς τὸν ἐργολάβον ποσὸν 2,000,000, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις ὥριζε τὸ ἔλλειμμα τὸ πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου εἰς 1,500,000), ἀντὶ νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν ποσοῦ κατὰ 500,000 ἀνωτέρου τοῦ πράγματι ἀναγκαιοῦντος, ἀντὶ νὰ δεχθῇ ἀσμένως τὴν πρότασιν, δι’ ἧς ἐξησφαλίζετο ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου, διὰ τῆς ἐνεργείας της ματαιώνει τὴν πρότασιν. Ἀλλάσσει μίαν λέξιν εἰς τοὺς ὅρους... Μειδιᾷ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἀλλὰ ἀτόπως μειδιᾷ, διότι ἡ ἐνέργειά του αὕτη προὐκάλεσεν ὅλας τὰς δυσχερείας, εἰς ἃς περιήλθομεν βραδύτερον... Μετέτρεψε μίαν λέξιν· ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο. Ἐνῷ οἱ συμβληθέντες Βιομηχανικὴ Τράπεζα καὶ ἐργολάβος ὡμολόγουν ἐν τῇ ὑποβληθείσῃ τῷ Ὑπουργείῳ ἀναφορᾷ, ὅτι μετὰ τὴν πλήρωσιν τῶν νομίμων διατυπώσεων ἐθεώρουν ἑαυτοὺς ὑποχρέους, ἔχομεν ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ἀπὸ αὐτοὺς τὴν συναίνεσιν ταύτην ἀνεπιφυλάκτως, συναίνεσιν εἰς τὰ παρὰ τοῦ διατάγματος ὁριζόμενα, καὶ ἀρχίζει ἡ συζήτησις μεταξὺ Τραπέζης καὶ Κυβερνήσεως, καὶ παρατείνεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δίδεται ὅλος ὁ ἀπαιτούμενος καιρὸς εἰς τὴν Τράπεζαν, ἵνα κατανοήσῃ, ὅτι τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν εἶναι ἀνώτερον τοῦ ὑπ’ αὐτῆς κατ’ ἀρχὰς προβλεπομένου, καὶ ἀποσυρθῇ, ἀρνουμένη τὴν ἀποδοχὴν τοῦ διατάγματος. Ἡ συζήτησις μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Τραπέζης εἶναι περίεργος· ἡ Τράπεζα ἔλεγε: «Δὲν θέλω νὰ ὑποκαταστῶ εἰς τὸν ἀνάδοχον, ἵνα περατώσω τὸ ἔργον. Ἀναλαμβάνω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσω 2,000,000 πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἔργων». Ὤριζε δὲ ποία θὰ ἦτο ἡ εὐθύνη αὐτῆς ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου, ἐὰν δὲν ἐκτελεσθῇ τὸ ἔργον, ἡ εὐθύνη δὲ ἦτο ν’ ἀποζημιώσῃ τὸ Δημόσιον. «Θέλετε νὰ μὲ καταστήσητε ὑπεύθυνον νὰ περατώσω τὸ ἔργον, ἀλλ’ αὐτὰ δὲν εἶναι τὰ συμφωνηθέντα μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ ἐργολάβου, καὶ ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει τοιαύτη ὑποχρέωσις ἐν τῷ συμβολαίῳ καὶ τῇ ἀναφορᾷ μου, ὑμεῖς δὲ θέλετε νὰ μοὶ ἐπιβάλητε τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, θεωρῶ ἐμαυτὴν ἀπηλλαγμένην». Καὶ δὲν λέγω, ὅτι ἡ ἀπαίτησις τῆς Τραπέζης εἶναι ὀρθὴ, διότι εἶναι πιθανὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τις, ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ ἀξιώσῃ, ὅτι δὲν ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ περαιώσῃ τὸ ἔργον, ἀλλ’ ὅπως δήποτε δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι, ἐνῷ περιοριζόμενοι εἰς τὴν ἐν τῷ διατάγματι ἀναγραφὴν τῶν ὅρων τῆς ἀναφορᾶς ἄνευ προσθήκης ἢ τροπολογίας ἠδύνασθε εἰς τοὺς διαδόχους νὰ παραδώσητε κεφάλαιον ἀρκετὸν πρὸς περάτωσιν τοῦ ἔργου, οὐδὲν ἕτερον παραδίδετε εἰς αὐτοὺς ἢ δίκην κατὰ τῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη εἰς ταῦτα ἡ Κυβέρνησις, ἡ προεδρευομένη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἀλλὰ προέβη καὶ εἰς ἑτέρας πρὸς τὸν ἐργολάβον παραχωρήσεις. Οὕτως ἐντὸς τοῦ Μαρτίου τοῦ 1891 ἐδόθη εἰς τὸν ἐργολάβον προκαταβολὴ 395,841 δραχμῶν, ἀπέναντι τῶν ἔργων τοῦ Ἀπριλίου. Ἡ προκαταβολὴ αὕτη, συμψηφιζομένη πάντοτε μὲ τὰς γενικὰς πληρωμὰς, ἐδόθη τελευταῖον διὰ τὸν Αὔγουστον, περιορισθεῖσα τότε εἰς 215,000 χρυσῶν φράγκων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς προκαταβολῆς εἶχεν ἀποδοθῆ κατὰ τόννον εἰς τὸν ἐργολάβον δυνάμει τῆς 27ης πιστοποιήσεως ποσὸν 136.323 φράγκων χρυσῶν, ἀντιπροσωπευόντων τὰς κρατήσεις 10% διὰ τὸ παραληφθὲν τμῆμα Τζεφερεμενίου– Διαβολιτσίου. Καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἀπόδοσις αὐτῶν ἐγένετο ὅτε ἐκκρεμεῖς ἦσαν αἱ διαπραγματεύσεις μεταξὺ τῆς Βιομηχανικῆς Τραπέζης, καὶ ἐλπὶς ὑπῆρχε παρὰ τῇ Κυβερνήσει περὶ τῆς καταβολῆς ἐκ μέρους τῆς Βιομηχανικῆς τοῦ ποσοῦ τῶν 2,000,000. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἑτέρα ἀπόδοσις, ἡ ὁποία ἐγένετο τὴν 29 Ἰουλίου, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἦτο βέβαιον, ὅτι ἡ Βιομηχανικὴ Τράπεζα δὲν ἤθελε καταβάλει τὰ 2,000,000, καὶ ἡ ἀπόδοσις ἀνέρχεται εἰς 515,267 φράγκων.
§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τίνα λόγον;
§61ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ ποσὸν τῶν 515,267 φράγκων προέρχεται ἐκ τῶν κρατήσεων 10% διὰ τὰ τμήματα Ἀχλαδοκάμπου–Τριπόλεως καὶ Νησίου, ὧν εἶχε γείνῃ ἡ παραλαβή, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἐκ τῆς συμβάσεως ὑποχρέωσιν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις εἰς ἀπόδοσιν τῶν κρατήσεων τούτων, διότι αὗται ἔπρεπε ν’ ἀποδοθῶσι μετὰ τὴν ὁλοσχερῆ ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου. Ἀπεδόθησαν λοιπὸν καὶ προκατεβλήθησαν εἰς τὸν ἐργολάβον ἐν συνόλῳ 866,590 φράγκα χρυσᾶ. Ἐρωτῶ, ἂν τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν ἤθελε δοθῆ εἰς τὸν ἐργολάβον, καθ’ ἣν στιγμὴν μάλιστα ἦτο γνωστόν, ὅτι ὁ ἐργολάβος εὑρίσκεται εἰς δυσχερῆ θέσιν, ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα; Ὅτι ἤθελεν ἴσως σταματήσει τὸ ἔργον 2 ἢ 3 μῆνας πρίν, ἀλλ’ ἠθέλετε ἀποφύγει τὰς μεγάλας ζημίας, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν οἱ ἐργασθέντες, καὶ ἠθέλετε ἔχει ποσὸν δυνάμενον νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς ὑμᾶς τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου. Δὲν νομίζω λοιπόν, ὅτι εἶχον ἄδικον, ὅτε, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ἔλεγον, ὅτι ἡ πεποίθησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἣν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξεδήλωσεν, ὅτι οὐδεὶς θὰ ὑπῆρχε, δυνάμενος νὰ ἐπικρίνῃ τὰς ἐνεργείας τῆς ὑπ’ αὐτοῦ προεδρευομένης Κυβερνήσεως, ἦτο πεποίθησις μὴ ἐπὶ τῶν πραγμάτων στηριζομένη καὶ μὴ δυναμένη ὑπ’ αὐτῶν νὰ δικαιολογηθῇ.
§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἀναγνώρισιν τῶν ἀξιώσεων τῶν ἐργατῶν.
§63ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν θὰ ἐπικρίνω ἐγὼ τὴν διαγωγὴν ὑμῶν ἀπέναντι τῶν ἀπαιτήσεων, τὰς ὁποίας ἀντιπρόσωποι ξένων Δυνάμεων ἐτόλμησαν νὰ διατυπώσωσιν. Εἰς τούτους ἀπηντήσατε ἀξιοπρεπέστατα, καὶ καλῶς ἐπράξατε, μὴ ἀναγνωρίσαντες ὀφειλήν, ἣν κατὰ νόμον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναγνωρίσῃ· ἀλλ’ ἂν ἡ μὴ ἀναγνώρισις ὀφειλῆς ἦτο σύμφωνος μὲ τὸν νόμον, διότι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐκτελεσάσης πάσας τὰς ὑποχρεώσεις πρὸς τὸν ἐργολάβον, αἱ τοῦ ἐργολάβου πρὸς τοὺς τρίτους δὲν ἠδύναντο νὰ βαρύνωσιν αὐτήν, ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ παρίδῃ, ὅτι ὑπῆρχον γεγονότα τινά, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἐπέβαλλε τὴν ταχεῖαν περάτωσιν τοῦ ἔργου καὶ τὸν κανονισμὸν τῶν γεγονότων, τῶν δυναμένων εἰς τοῦτο νὰ συντελέσωσιν. Ὡς πρὸς τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὅτι ἐσκέπτοντο οἱ τότε ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὑποβάλωσι νομοσχέδιον πρὸς κανονισμὸν τῶν ὀφειλῶν, καὶ ὅτι κακῶς ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἔπραξε, μὴ προβᾶσα εἰς τὸν κανονισμὸν τοῦτον, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω, ὅτι οὗτος πρέπει ν’ ἀποτελέσῃ μέρος ἑνὸς γενικοῦ σχεδίου πρὸς κανονισμὸν τῶν δυσχερειῶν ὅλων, αἵτινες ὑπάρχουσι καὶ αἵτινες μεγάλως ηὔξησαν μετὰ τὴν σύμβασιν, ἣν συνωμολόγησεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δηλιγιάννη, καὶ δι’ ἧς παρεχώρησε τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται σιδηροδρόμου εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου. Ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς περὶ τῶν εἰς αὐτὸν ὑποβληθεισῶν προτάσεων, ὅτε ἐπέστη ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἔκπτωσις τοῦ ἐργολάβου ἐπὶ τέλους ἐκηρύχθη. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰς διαπραγματεύσεις τῆς τότε Κυβερνήσεως μετὰ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων, οὐδὲν δύναμαι ἐγὼ αὐθεντικῶς νὰ εἴπω, διότι οὐδὲν ἔγγραφον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπάρχει, πιστοποιοῦν τὰ τῶν διαπραγματεύσεων τούτων. Τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ φέρουσι τὸ κῦρος τὸ προσωπικὸν αὐτοῦ· τὸ κῦρος δὲ αὐτὸ εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ἐγὼ ὀφείλω νὰ παραδεχθῶ ὡς ἐντελῶς ἀληθῆ τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα. Ἀλλὰ καὶ παραδεχόμενοι τοῦτο, εἰς ποῖον συμπέρασμα πρέπει νὰ φθάσωμεν; Ἐννοεῖται, ὅτι ἐγὼ δὲν θὰ ἀσχοληθῶ περὶ τοῦ πρώτου σταδίου τῶν διαπραγματεύσεων, διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι οἱ διαπραγματευόμενοι ἀρχίζουσι μὲ προτάσεις ὑψηλὰς, τὰς ὁποίας κατόπιν οἱ ταύτας προβαλόντες ὑποβάλλουσιν εἰς ἐλαττώσεις. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀσχοληθῶ περὶ τοῦ πρώτου σταδίου, ὅτι ἐπρότειναν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀναλάβωσι τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ ἐξοφλήσωσι τὰς πρὸς τοὺς τρίτους ὀφειλὰς τοῦ ἐκπτώτου ἐργολάβου ἀπέναντι καταβολῆς ἑνὸς ἑκατομμυρίου· δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀσχοληθῶ περὶ τῶν ὅρων τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἡ ἑταιρία τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων ἐπρότεινεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐξετάσω, ἂν οἱ ὅροι ἦσαν ἐπιζήμιοι εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Λαμβάνω τὸ τελευταῖον στάδιον. Τί ἐξάγεται ἐξ ὅσων ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εἶπε περὶ τῶν διαπραγματεύσεων τούτων κατὰ τὸ τελευταῖον αὐτὸ στάδιον; Ὅτι ἡ ἑταιρία ἐζήτησεν 1,500,000 δραχμὰς, ὅπως φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον, ἀφίνουσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν πᾶν δικαίωμα, ἀπέναντι τῆς Βιομηχανικῆς Τραπέζης, δηλαδὴ πᾶν δικαίωμα ἐπὶ τῆς ἐγγυήσεως, τῆς ὁποίας τὸ ποσὸν, ὡς γινώσκετε πάντες, ἀνέρχεται εἰς 450,000 φράγκων, κατὰ τὴν τιμὴν δὲ τότε τοῦ φράγκου εἰς 700,000 περίπου. Ἐὰν ἀφαιρέσητε τὸ ποσὸν τοῦτο ἀπὸ τῶν 1,500,000, τί ἀπομένει; 800,000. Παραβάλετε τὰς 800,000, τὰς ἀπαιτηθείσας παρὰ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων, πρὸς τὰς δοθείσας εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν σιδηροδρόμων Π.Α.Π. 750,000, καὶ ἔχετε διαφορὰν 50,000. Ἀλλὰ ποῖαι εἶναι αἱ διαφοραὶ εἰς βάρος τῆς μετὰ τῶν σιδηροδρόμων Π.Α.Π. συμφωνίας; Συζήτησις λίαν διεξοδικὴ ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· ἐνθυμοῦμαι παρατήρησίν τινα τοῦ ἀξιοτίμου νῦν Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν τότε Πρωθυπουργόν: «Οὐδόλως ἀμφιβάλλω, ὅτι προέβητε εἰς τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, ἀφοῦ ἐκεῖνοι, οὓς ὁ νόμος ἔταξε νὰ συμβουλεύωσι τὴν Κυβέρνησιν περὶ τοῦ νομίμου τῶν ἀποφάσεων αὐτῆς, συνεβούλευσαν καὶ ἔπεισαν αὐτὴν, ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος δύναται νὰ προέλθῃ ἐκ τῆς συμβάσεως, ἣν πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπικυρώσῃ». Ἐγὼ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου βεβαίως δὲν θὰ ἐκταθῶ, ἀρκούμενος μόνον, ἵνα καὶ δευτέραν φορὰν τὴν αὐτὴν παρατήρησιν ἀποτείνω πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος. Ὁπωσδήποτε, χωρὶς νὰ ἐξετάσω, ποία ἦτο ἡ γνώμη ἐκείνων, εἰς οὓς ὁ νόμος ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ συμβουλεύωσιν ἐπὶ ἀμφιβόλων ζητημάτων τοὺς κυβερνῶντας, δύναμαι νὰ ἐρωτήσω τὸ ἑξῆς: ἡ παραχώρησις εἰς ἄλλην ἑταιρίαν, ἥτις δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἢ διὰ τῆς ἐκπτώσεως τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων ἀπὸ δικαιώματος, ὅπερ διὰ συμβάσεως παρεχωρήθη αὐτῇ, ἐγέννα ἢ οὒ διὰ τὸ Δημόσιον κίνδυνον ζημίας, ἢ τουλάχιστον, ἐὰν ὄχι ζημίας, κίνδυνον δίκης; Ὁπωσδήποτε κατὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἡ σύμβασις, εἰς κατοχὴν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν τμημάτων τῶν περατωθέντων, εὑρίσκετο ἡ ἑταιρία τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων, καὶ διὰ τῆς λύσεως, ἣν ἀπεδέξατο ἡ Κυβέρνησις, προσετίθετο νέα δυσχέρεια. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Ἐν ταῖς προτάσεις τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων ὑπῆρχεν ὅρος, τὸν ὁποῖον ὁ κύριος Βουλευτὴς Γόρτυνος ἐλησμόνησε τὴν ἑσπέραν ταύτην, καὶ ὁ ὅρος ἦτο ἡ ἀπόδοσις εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ποσοῦ 1,500,000 φράγκων, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων ἤθελεν ὑπερβαίνει τὰς 9 χιλιάδας κατὰ χιλιόμετρον. Ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἔχω ἔγγραφα, ὅπως ἀποδείξω τοῦτο· ἠξεύρω, ὅτι κατά τινα συνεδρίασιν συνόδου τῆς παρελθούσης περιόδου, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ὅρος αὐτὸς ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν ἤκουσα ὑμᾶς διαψεύδοντας τὸν ὅρον· δικαιοῦμαι λοιπὸν νὰ θεωρήσω τὸν ὅρον αὐτὸν προταθέντα, καὶ νὰ εἴπω, ὅτι ὁ ὅρος οὗτος ἐλησμονήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν λοιπὸν ἦτο συμφέρουσα εἰς τὸ Δημόσιον ἡ παραχώρησις τῆς γραμμῆς εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ ἑταιρία αὕτη εἶχεν ἀναλάβει τὴν κατασκευὴν ἑτέρας γραμμῆς, λίαν ἀναγκαίας εἰς τὴν συγκοινωνίαν τῆς Πελοποννήσου. Οὐδεμία δὲ ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι, ἂν συνδυάσωμεν τὸ συμφέρον, ὅπερ εἶχεν ἡ ἑταιρία, ὅπως ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, ἥτις τῇ εἶχε παραχωρηθῆ, ὅπως διὰ τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα ἡ ἐκμετάλλευσις ἠδύνατο νὰ παράσχῃ εἰς αὐτὴν, αὐξήσῃ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα εἶχεν, ὅπως ἀποπερατώσῃ τὰς ἑτέρας γραμμὰς, ἐὰν, λέγω, συνδυάσωμεν τὸ συμφέρον αὐτὸ πρὸς τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν, ἄνευ τῆς ὁποίας ἡ ἐκμετάλλευσις δὲν ἐξησφαλίζετο, πειθόμεθα, ὅτι ἡ λύσις ἡ ἐπιβαλλομένη ἦτο ἡ μετὰ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων σύμβασις, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ὡμολόγησεν, ὅτι καὶ ἡ μὲν καὶ ἡ δὲ τῶν ἑταιριῶν, αἱ ὁποῖαι ἐζήτησαν τὴν παραχώρησιν, εἶχον ἀρκετὰ μέσα, ἵνα ἐκτελέσωσι τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἀνελάμβανον. Συμπεραίνων διατείνομαι, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ Κυβερνήσεως, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν ἀρχὴν μέχρι τῆς ἐκπτώσεως, ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε κατέστησεν ἀδύνατον τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ δανείου εἶχεν, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὴν ἔκπτωσιν τοῦ ἐργολάβου ἐπηύξησε τὰς δυσχερείας, προσθεῖσα ἐκείνας, αἵτινες προκύπτουσιν ἐκ τῆς συμβάσεως, ἥτις συνωμολογήθη, καὶ ἐκ τοῦ νόμου τοῦ κυροῦντος τὴν σύμβασιν ταύτην. Κατὰ τῶν δυσχερειῶν παλαίομεν, προσπαθοῦντες ἵνα κατανικήσωμεν αὐτάς. Αἱ δυσχέρειαι αὗται εἶναι πολύπλοκοι, διότι πολλαὶ ἐγεννήθησαν ἀπαιτήσεις κατὰ τοῦ Δημοσίου· ἔργον δὲ φρονήσεως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅπως ἐν τῷ κανονισμῷ τῶν πολλαπλῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα γεννῶνται ἰδίως ἐκ τῆς μετὰ τῆς ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου συμβάσεως, ἐπιτύχῃ ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἀπαλλαγὴν ἐκ τῶν δυσχερειῶν, τὰς ὁποίας ἡ σύμβασις ἐγέννησεν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργου, τὸ ὁποῖον ἐξακολουθεῖ θεωροῦσα ὡς ὑψίστης σημασίας διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῆς Πελοποννήσου.
§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἠγόρευσεν οὕτως, ὥστε δύναμαι νὰ εἴπω περὶ αὐτοῦ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐφημερίς τις δὲν ἔπαυσε νὰ γράφῃ πάντοτε περί τινος Βουλευτοῦ, ὁσάκις οὗτος ἐλάμβανε τὸν λόγον ἐν τῇ Βουλῇ, ἤτοι ὅτι ἔθεσε τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν θέσιν. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, δι’ ὧν εἶπεν, ἔθηκε τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν θέσιν, διότι ἐξέθηκεν ἀρτίας γνώμας καὶ ἐξήγησε σαφῶς τοὺς ἰσχυρισμούς του. Τοὺς ἰσχυρισμοὺς δὲ τούτους αὐτοῦ θέλω καὶ ἐγὼ ἐρευνήσει, καὶ θέλω ἀποδείξει, ὅτι, ἐὰν δὲν κατεσκευάσθη ἔτι τὸ τμῆμα τοῦ σιδηροδρόμου ἀπὸ Τριπόλεως μέχρι Διαβολιτσίου, ἐὰν ἡ γραμμὴ ὅλη, ἡ ἀπὸ Μύλων μέχρι Καλαμῶν, δὲν ἐτελείωσε, τοῦτο εἶναι συνέπεια τῆς πολιτικῆς τοῦ πείσματος, μετὰ τοῦ ὁποίου καὶ ὡς Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὸ 1891, καὶ ὡς Κυβέρνησις νῦν, ἐργάζεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἵνα ματαιώσῃ τὴν σύμβασιν, δι’ ἧς παρεχωρήθη εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου ἡ κατασκευὴ τοῦ εἰρημένου τμήματος τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν. Καὶ οὕτως, ἀφοῦ τοσούτων ζημιῶν ἐγένετο αἴτιος διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν εὗρε τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου κεφάλαια, καὶ διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διεῤῥύθμισε τὴν διάθεσιν αὐτῶν, ἀφοῦ τοσαύτας ἐπήνεγκε ζημίας διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐσύστησε τὴν ἐργασίαν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, καὶ διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐπετήρει τὰς ἐργασίας τῆς κατασκευῆς αὐτοῦ, διὰ τοῦ πείσματος, μεθ’ οὗ νῦν προσπαθεῖ νὰ ματαιώσῃ τὴν συνομολογηθεῖσαν παρ’ ἡμῶν σύμβασιν, νέων καθίσταται ζημιῶν αἴτιος, παραλύσας πάσας τὰς πρὸς τελικὴν ἀποκατάστασιν τῆς σιδηροδρομικῆς ταύτης γραμμῆς γενομένας ἐργασίας. Καὶ ποῖον ἐπρόβαλε πρὸ μικροῦ λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν; Ἐπανέλαβε καὶ σήμερον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μετὰ πονηρίας ὑπηνίξατο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, τυγχάνων ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει, κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς μετὰ τῆς ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου συνομολογηθείσης συμβάσεως. Καθ’ ὃν χρόνον συνεζητεῖτο ἡ σύμβασις αὕτη, ὁ κ. Τρικούπης ἀπηύθυνε πρός με, Πρωθυπουργὸν τότε τυγχάνοντα, ἐρώτησιν, τῆς ὁποίας τὴν πονηρίαν κατανοεῖ πᾶς, ὅστις δὲν ἀγνοεῖ τὰς σχέσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου μετὰ τῶν μελῶν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, τὰ ὁποῖα οὗτος εἶχεν εἰσαγάγει ἐν τῷ Νομικῷ Συμβουλίῳ. Εἶχε μάθει παρ’ αὐτῶν, ὅτι τὸ Νομικὸν Συμβούλιον εἶχε γνωμοδοτήσει κατὰ πλειοψηφίαν ὅτι ἔκρινε νόμιμον τὴν γενομένην ὑπὸ τοῦ κ. Ρολὲν ἐκχώρησιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων· ὑποκρινόμενος δὲ, ὅτι οὐδὲν ἐγνώριζε, μὲ ἠρώτα, ἂν εἶχον ζητήσει τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, πρὶν ἢ ὑπογράψω τὴν σύμβασιν, δι’ ἧς παρεχωρεῖτο ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν σιδηροδρόμων τῆς Πελοποννήσου. Καὶ διὰ νὰ περιβάλῃ διὰ μείζονος ὄγκου τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, δὲν μὲ ἠρώτα ἁπλῶς ἂν ἐζήτησα τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ μὲ ἠρώτα, ἂν ἐζήτησα «τὴν γνώμην ἐκείνων, τοὺς ὁποίους οἱ Ὑπουργοὶ πρέπει νὰ ἐρωτῶσι πρὸ τοιούτων ἀποφάσεων». Εὐτυχῶς οὐδεμία διάταξις νόμου ὑποχρεοῖ τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ ἐρωτῶσι τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, πρὶν ἢ ἀποφασίσωσιν ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ Κράτους, διότι, ἐὰν τοιαύτην ἐπέβαλλεν αὐτοῖς νόμος τις ὑποχρέωσιν, ἤθελεν ὑποτάξει τὴν ἀπόφασιν τῶν Ὑπουργῶν εἰς γνώμας, αἵτινες δυστυχῶς κεῖνται ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐπιῤῥοὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. Αἱ γνῶμαι τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου δὲν φωτίζουσιν, ἀλλὰ σκοτίζουσι τὴν διάνοιαν ἐκείνων, οἵτινες ζητοῦσι νὰ ὁδηγηθῶσιν ἀπὸ αὐτὰς, διότι δὲν ὁδηγεῖ συνήθως αὐτὰς τῆς ἐπιστήμης ἡ ἀλήθεια ἢ τοῦ δικαίου τὸ φῶς, ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ συμπάθεια· διὰ τοῦτο οὐδὲν εἶχον ἐνδιαφέρον νὰ μάθω τί ἐφρόνει τὸ Νομικὸν Συμβούλιον περὶ τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Ρολὲν γενομένης ἐκχωρήσεως εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν, ἀφοῦ μοὶ ἦτο γνωστὸν, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν εἶχε κληρονομήσει ὁ κ. Ρολὲν παρὰ τῶν προγόνων αὐτοῦ, ἀλλ’ εἶχεν ἀποκτήσει παρὰ τοῦ Κράτους μετὰ τῆς ἐργολαβίας τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, καὶ ὅτι, ὅταν ἐκηρύσσετο ἔκπτωτος τῆς ἐργολαβίας ταύτης, συνεξέπιπτε καὶ ἀπὸ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς εἰρημένης γραμμῆς. Διατὶ νὰ ζητήσω νὰ μάθω ποίαν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἶχε γνώμην τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἀφοῦ ἤμην βέβαιος, ὅτι ἡ γνώμη αὐτοῦ ἤθελεν εἶσθαι κατὰ τῆς πράξεως, ἣν ἐγὼ εἶχον πράξει, ἢ ἐσκόπουν νὰ πράξω, καὶ σύμφωνος πρὸς τὰ πολιτικὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα τὸ εἰρημένον Συμβούλιον ὑπελάμβανεν ὅτι εἶχεν ὁ τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Οὗτος δὲν ἀπεφαίνετο ἰδίαν ἑαυτοῦ γνώμην, δὲν μὲ κατέκρινε, διότι εἶχον ἀφαιρέσει ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, καὶ διαθέσει αὐτὸ ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον ἀναλάβει τὴν κατασκευὴν τοῦ τμήματος Τριπόλεως– Διαβολιτσίου, ἀλλ’ ὑπεκρίνετο ὅτι ἐπεθύμει νὰ φωτισθῇ ἀπὸ τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, διότι ἐγνώριζεν, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἦτο σύμφωνος πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν του, ὅτι τὸ Νομικὸν Συμβούλιον εἶχε κατὰ πλειοψηφίαν γνωμοδοτήσει, ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ρολὲν ἐκχωρηθὲν εἰς αὐτὴν δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Ἀλλ’ ἐγώ, ἀντὶ νὰ ζητήσω νὰ μάθω ποίαν εἶχε γνώμην τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἂν τοῦτο ἐφρόνει, ὅτι ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνακαλέσῃ ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἢ ἂν ἐφρόνει, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνῆκεν εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ αὐτήν, ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσω τὸν νῦν Πρωθυπουργὸν, πῶς συνήνεσεν αὐτὸς ὡς Κυβέρνησις εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ρολὲν γενομένην ἐκχώρησιν εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἐνῷ ὁ κ. Ρολὲν δὲν ἦτο ὁριστικὸς κύριος αὐτοῦ; Καὶ δὲν συνήνεσε μόνον, ἀλλ’ ἐπέβαλεν εἰς τὸν κ. Ρολὲν νὰ ἐκχωρήσῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τῆς συμβάσεως, ἣν συνωμολόγησε τὴν 28 Μαρτίου 1890 μετὰ τοῦ κ. Ρῶσελς, ὡς πληρηρεξουσίου τῆς Διεθνοῦς ἑταιρίας τῶν οἰκοδομῶν καὶ δημοσίων ἔργων, τῆς ἑδρευούσης ἐν Braine le Comte, καὶ τὴν ὁποίαν ἐκύρωσε τὸ Β. Διάταγμα τῆς 30 Μαρτίου 1890. Ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ἦτο περιουσία τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν ἀνεκήρυξε περιουσίαν αὐτοῦ ἡ § βʹ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου τῆς 14 Δεκεμβρίου 1887 περὶ κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν· καὶ εὐλόγως ἀνεκήρυξεν αὐτὴν περιουσίαν τοῦ Κράτους, διότι τὸ Κράτος ἔμελλε νὰ δαπανήσῃ, ἵνα κατασκευάσῃ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων – Καλαμῶν. Τὸ Κράτος διὰ συμβάσεως, ἥτις συνωμολογήθη τὴν 30 Ἀπριλίου 1888 μεταξὺ τοῦ κ. Χ. Τρικούπη, Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τοῦ Κωνστ. Λομβάρδου, Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφ’ ἑνός, ἐνεργούντων ἐν ὀνόματι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ τοῦ κ. Λουδοβίκου Ρῶσελς, ὡς πληρεξουσίου τοῦ κ. Ἐρν. Ρολὲν, καὶ ἥτις ἐνεκρίθη διὰ τοῦ ἀπὸ 21 Μαΐου 1888 Β. Διατάγματος καὶ ἐκυρώθη διὰ τοῦ ἀπὸ 2 Φεβρουαρίου 1889 νόμου, τὴν περιουσίαν του ταύτην τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, παρεχώρησεν εἰς τὸν κ. Ρολὲν, τὸν ἀναλαβόντα τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν, «διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ», ὡς ἐπὶ λέξει ἀναγράφεται ἐν τῷ προοιμίῳ τῆς εἰρημένης συμβάσεως, «τὴν κατασκευὴν τοῦ ἀπὸ Μύλων εἰς Καλάμας διὰ Τριπόλεως καὶ Λεονταρίου σιδηροδρόμου». Ἂν κατόπιν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς κ. Τρικούπης, ὡς Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, συνωμολόγησε μετὰ τοῦ κ. Ρῶσελς, ὡς πληρεξουσίου τοῦ κ. Ρολὲν, τὴν ἀπὸ 14 Δεκεμβρίου 1889 σύμβασιν, δι’ ἧς ὁ νῦν καὶ τότε Πρωθυπουργὸς ἔστερξε νὰ ἐκχωρήσῃ ὁ κ. Ρῶσελς τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν εἰς ἀνώνυμον ἑταιρίαν, ἣν ἀνελάμβανε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συστήσῃ μετὰ κεφαλαίου ὀκτὼ ἑκατομμυρίων, διὰ νὰ κατασκευάσῃ ἑτέραν σιδηροδρομικὴν γραμμὴν ἀπὸ Καρυταίνης διὰ Μεγαλοπόλεως εἰς Λεοντάριον, ἡ ἐκχώρησις αὕτη ἐγίνετο καθ’ ὃν χρόνον ὁ κ. Ρολὲν δὲν εἶχεν ἔτι κηρυχθῆ ἔκπτωτος τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν, ἀλλ’ εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, οὐδ’ ἀνῄρει τὸν ὅρον, ὑφ’ ὃν εἶχεν ἀποκτήσει τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἤτοι τὴν ἐξάρτησιν αὐτοῦ ἀπὸ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, οὐδὲ διὰ τῆς εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων ἐκχωρήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ἦτο δυνατὸν νὰ μεταβιβασθῶσιν ὑπὸ τοῦ κ. Ρολὲν εἰς τὴν εἰρημένην ἑταιρίαν δικαιώματα περισσότερα ἢ ὅσα ὁ κ. Ρολὲν εἶχεν. Ἑπομένως ὁ κ. Ρολὲν, ἐὰν ἤθελε κατασταθῆ ἀνίκανος νὰ κατασκευάσῃ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν, καὶ ἐκηρύσσετο διὰ τοῦτο ἔκπτωτος τῆς ἐργολαβίας τῆς κατασκευῆς, καὶ ἑπομένως ἐστερεῖτο ἕνεκα τούτου καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἡ ἐκχώρησις τοῦ δικαιώματος τούτου εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων ἔμενεν ἄνευ ἀντικειμένου, διότι δὲν ὑπῆρχε πλέον εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ κ. Ρολὲν τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ εἰρημένου σιδηροδρόμου. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἑταιρία τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων, εἰς ἣν εἶχεν ἐκχωρηθῆ ὑπὸ τοῦ κ. Ρολὲν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, δὲν εἶχε λάβει αὐτὸ δωρεὰν, ἀλλ’ εἶχε παραχωρήσει εἰς τὸν κ. Ρολὲν ἀντ’ αὐτοῦ ἀνταλλάγματα, κατὰ τὴν τελευταίαν § τοῦ ἄρθρου 2 τῆς ἀπὸ 28 Μαρτίου 1890 συμβάσεως μεταξὺ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Δραγούμη ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφ’ ἑνὸς, ἐνεργούντων ἐν ὀνόματι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ τοῦ κ. Ρολὲν, ἀφ’ ἑτέρου, περὶ κατασκευῆς τῶν σιδηροδρόμων ἀπὸ Πύργου εἰς Πύλον διὰ Κυπαρισσίας, καὶ ἀπὸ Λεονταρίου εἰς Ξηροκάμπην διὰ Σπάρτης, τὰ δὲ ἀνταλλάγματα ταῦτα συνίσταντο εἰς μετοχὰς τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων τῆς πρώτης σειρᾶς, ἀπηλλαγμένας πάσης καταβολῆς, ἀξίας δρ. 3,700,000, καὶ προσέτι ἀναλόγως τῆς προόδου τῶν ἔργων τῆς κατασκευῆς καὶ τῆς ἀποπερατώσεως τῶν 220 χιλιομέτρων τῶν νέων σιδηροδρομικῶν γραμμῶν ἐπὶ τῇ προσαγωγῇ μηνιαίων καταστάσεων, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τύπου (Barême), ὁρισθησομένου ἐκ συμφώνου, εἰς μετρητὰ 19,483,000, ὧν τὸ τρίτον ἤθελε πληρόνεσθαι εἰς αὐτὸν εἰς χρυσὸν, ἐπὶ τιμῇ ὁριζομένῃ 120 λεπτῶν τὸ φράγκον. Ἑπομένως ἡ ἀφαίρεσις ἀπὸ τοῦ κ. Ρολὲν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε κηρυχθῆ ἔκπτωτος τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, καὶ ἡ ἕνεκα τούτου ἀνάκλησις τοῦ δικαιώματος τούτου ἀπὸ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων, εἰς ἣν εἶχεν ἐκχωρηθῆ ὑπὸ τοῦ κ. Ρολὲν, δὲν ἐπέφερε ζημίαν τινὰ εἰς αὐτήν· ἀλλὰ καὶ ἂν ἤθελεν ἐπιφέρει ζημίαν τινὰ εἰς αὐτὴν, αἰτία ταύτης ἦτο αὐτὴ αὕτη ἡ ἑταιρία τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων, διότι ἀπεδέχθη τὴν ἐκχώρησιν δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ὁ ἐκχωρήσας δὲν εἶχεν ἀποκτήσει ἀπολύτως, ἀλλ’ ὑπὸ ὅρον, ὅπερ ὤφειλε νὰ γιγνώσκῃ, ὅτε διὰ τῆς συμβάσεως, ἣν συνωμολόγησεν, ἀπεδέχθη τὴν ἐκχώρησιν ταύτην. Ἀφοῦ δὲ ἡ εἰς τὸν κ. Ρολὲν γενομένη ὑπὸ τοῦ Κράτους παραχώρησις τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ἐξήρτητο ἐκ τοῦ ὅρου τῆς ὑπ’ αὐτοῦ κατασκευῆς τοῦ εἰρημένου σιδηροδρόμου, ἐκ τοῦ ὅρου τούτου ἐξήρτητο ἐπίσης καὶ ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Ρολὲν γενομένη ἐκχώρησις τοῦ δικαιώματος τούτου εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων, οὐδ’ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἑρμηνευθῶσιν ὡς ἀναιρέσαντες τὸν ὅρον τοῦτον οἱ νόμοι τῆς 5 Ἰανουαρίου 1890 καὶ τῆς 30 Μαΐου 1890, δι’ ὧν ἐπεκυρώθησαν ἥ τε ἀπὸ 14 Δεκεμβρίου 1889 σύμβασις περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἀπὸ Καρυταίνης διὰ Μεγαλοπόλεως εἰς Λεοντάριον, καὶ ἡ ἀπὸ 28 Μαΐου 1890 ἑτέρα σύμβασις περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἀπὸ Πύργου εἰς Πύλον διὰ Κυπαρισσίας, καὶ τῆς ἑτέρας γραμμῆς ἀπὸ Λεονταρίου διὰ Ξηροκάμπης εἰς Σπάρτην, διότι οἱ νόμοι οὗτοι ἐξεδόθησαν πρὸς κύρωσιν τῶν εἰρημένων συμβάσεων, καὶ δι’ αὐτῶν ἐκυρώθησαν ὄντως αἱ ἐν αὐταῖς ἀναγραφόμεναι συμφωνίαι, ὡς εἶχον, ἑπομένως καὶ ἡ ἐκχώρησις εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν, ὡς εἶχεν, ἤτοι ὑπὸ τὸν ὅρον, ὑφ’ ὃν τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶχε παραχωρηθῆ εἰς τὸν κ. Ρολέν. Ἂν τὸ πρᾶγμα δὲν εἶχεν οὕτως, ἂν διὰ τῶν μνημονευθεισῶν ἀνωτέρω συμβάσεων, τὰς ὁποίας συνωμολόγησεν ὁ κ. Τρικούπης κατὰ τὴν 14 Δεκεμβρίου 1889 καὶ κατὰ τὴν 28 Μαΐου 1890, καὶ δι’ ὧν ἐξεχωρεῖτο ὑπὸ τοῦ κ. Ρολὲν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων, εἶχεν ὄντως ἀναιρεθῆ ὁ ὅρος, ὑφ’ ὃν ὁ κ. Ρολὲν εἶχεν ἀποκτήσει παρὰ τοῦ Κράτους τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, καὶ ἂν οἱ κυρώσαντες τὰς συμβάσεις ταύτας δύο νόμοι, ὧν ἐμνημόνευσα ἀνωτέρω, κατήργουν τὸν ὅρον τοῦτον διὰ τῆς κυρώσεως τῶν συμβάσεων, ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, ὁ τὰς συμβάσεις ἐκείνας συνομολογήσας εἶχε πράξει μέγα κατὰ τοῦ Κράτους ἀδίκημα, διότι τὴν ὑπὸ τοῦ Κράτους γενομένην παραχώρησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἵνα ἐξασφαλισθῇ ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, τὴν τοιαύτην, λέγω, παραχώρησιν εἶχε διὰ τῶν μνημονευθεισῶν συμβάσεων μεταβάλει εἰς δωρεὰν πρὸς τὸν κ. Ρολέν. Τοῦτο ἐγνώριζε καλῶς ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, ὅτε ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μὲ ἠρώτα πονήρως, ἂν εἶχον ζητήσει τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, πρὶν ἢ ἀφαιρέσω τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων· δὲν μὲ κατέκρινε, διότι ἀφῄρεσα τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων, διότι δὲν ἐτόλμα νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι αὕτη εἶχε γενῆ κυρία αὐτοῦ, ἀλλὰ διὰ τῆς πονηρᾶς ἐρωτήσεως, ἂν ἐζήτησα τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἤθελε νὰ προαγάγῃ ἐν τῷ μέσῳ οὐχὶ ἰδίαν γνώμην, ἀλλὰ γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Καὶ ὄντως τίνι λόγῳ εἶχε παραχωρηθῆ εἰς τὸν κ. Ρολὲν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν; Ἦτο δωρεὰ γενομένη αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Κράτους ἕνεκεν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶχε προσφέρει; Ἦτο ἀπότισις ὀφειλῆς τινος τοῦ Κράτους πρὸς αὐτόν; Οὐδὲν τούτων ὑπῆρχε. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ ἡ ὑποχρέωσις τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ἦσαν ἀχώριστα, καὶ ἀχώριστα διετέθησαν ἐν ταῖς μετὰ τοῦ κ. Ρολὲν συμφωνίαις, ὅστις ἀνελάμβανε τὴν ὑποχρέωσιν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, καὶ ἐλάμβανε μετ’ αὐτῆς τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως αὐτοῦ· οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ παραιτηθῇ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου, νὰ τηρήσῃ ὅμως τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο οὐδὲν παρήγαγεν, οὐδ’ ἠδύνατο νὰ παραγάγῃ ὑπὲρ οὐδενὸς δικαίωμα βασιλικὸν τι διάταγμα, ἐκδοθὲν τὴν 27 Ἰουνίου 1890, τῇ προτάσει τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Δραγούμη, δι’ οὗ ἐνεκρίνετο ἡ σύστασις τῆς ἀνωνύμου ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων, καὶ ἐπεκυροῦτο ἀπροσέκτως τὸ καταστατικὸν αὐτῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον μετεβάλλοντο τὰ περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν νενομοθετημένα· διότι, ἐνῷ ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου καὶ ἡ ἐκμετάλλευσις αὐτοῦ εἶχον συνδεθῆ ἀχωρίστως διὰ τῆς περὶ κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν συμβάσεως, ἥτις εἶχε συνομολογηθῆ μετὰ τοῦ κ. Ρολὲν, καὶ διὰ τοῦ νόμου, δι’ οὗ ἡ σύμβασις αὕτη εἶχε κυρωθῆ, διὰ τοῦ καταστατικοῦ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων διῃροῦντο καὶ ἐχωρίζοντο ἀπ’ ἀλλήλων, καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 6 αὐτοῦ ἡ μὲν ἐκμετάλλευσις ἐξεχωρεῖτο καὶ μετεβιβάζετο εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων, ἡ δὲ κατασκευὴ ἔμενεν εἰς τὸν κ. Ρολὲν, ὅστις ἐκηρύσσετο μόνος ὑπόχρεως ἀπέναντι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰς ἐκ ταύτης προκυπτούσας ὑποχρεώσεις. Τὸ διάταγμα τοῦτο ἀπροσέκτως προσυπέγραψεν ὁ προκαλέσας αὐτὸ Ὑπουργός, ἠδύνατο δὲ νὰ ἐρωτήσῃ τις αὐτόν, πῶς ὑπέλαβεν, ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ ἐγκρίνῃ διάταξιν καταστατικοῦ, δι’ ἧς ἐμειοῦντο αἱ ἐγγυήσεις, ἃς τὸ Κράτος εἶχεν ἀναζητήσει ἐν τῇ παραχωρήσει εἰς τὸν κ. Ρολὲν καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκμεταλλεύσεως, μετὰ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν; Ἀληθῶς ὁ προκαλέσας διὰ τοῦ διατάγματος ἐκείνου τὴν ἔγκρισιν τῆς εἰρημένης διατάξεως τοῦ καταστατικοῦ τῆς ἑταιρίας τῶν μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων ὑπερέβη τὴν ἐμπεπιστευμένην αὐτῷ ἐξουσίαν, διότι καθῆκον εἶχε νὰ ἐγκρίνῃ ἢ νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὴν συγκρότησιν τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων, καὶ νὰ ἐγκρίνῃ ἢ νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τοὺς ὅρους τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον οἱ ὅροι οὗτοι ἐξησφάλιζον ἢ ἐξέθετον ἐν κινδύνῳ τὰ συμφέροντα τῶν μετόχων τῆς ἑταιρίας, ἀλλὰ ἡ ἐξουσία αὐτοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐλαττώσῃ τὰς ἐγγυήσεις πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος εἶχεν ὁρίσει διὰ τῆς μετὰ τοῦ κ. Ρολὲν συμβάσεως. Ἐὰν τὸ Κράτος εἶχε δωρήσει εἰς τὸν κ. Ρολὲν τὴν διαχείρισιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν, ἢ ἐὰν ἀπέδιδεν ὀφειλήν, ὅτε παρεχώρει εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ὁ κ. Ρολὲν ἦτο κύριος τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκμεταλλεύσεως, καὶ εἶχε δικαίωμα νὰ παραχωρήσῃ αὐτὴν εἰς οἷον ἂν ἐβούλετο. Ἐὰν ὅμως τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν δὲν ἦτο ἰδιοκτησία τοῦ κ. Ρολὲν, ἀλλὰ τοῦ Κράτους, καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν ταύτην τὸ Κράτος εἶχε διαθέσει πρὸς διευκόλυνσιν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, πῶς ὁ προκαλέσας τὴν ἔγκρισιν τοῦ καταστατικοῦ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων Ὑπουργὸς κ. Δραγούμης ἐπρότεινεν εἰς τὸν Βασιλέα νὰ ἐγκριθῇ ἡ διὰ τοῦ καταστατικοῦ τούτου συμφωνουμένη ἀπόσπασις τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἀπὸ τοῦ σκοποῦ, ὑπὲρ οὗ εἶχε διατεθῆ, εἰς σκοπὸν ἄλλον, εἰς τὸν σκοπὸν τῆς συστάσεως τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων; Δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τί ἤθελε συμβῆ, ἂν ὁ κ. Ρολὲν καθίστατο ἀνίκανος νὰ κατασκευάσῃ τὸν σιδηρόδρομον, ἂν ἕνεκα τούτου ἐκηρύσσετο ἔκπτωτος τῆς κατασκευῆς; Δὲν ἔκρινεν, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις ἤθελε στερηθῆ περιουσίας ἀληθοῦς, τὴν ὁποίαν εἶχε, τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἤθελε δὲ καρποῦσθαι αὐτὸ ὁ κ. Ρολὲν ἢ ἡ ἑταιρία τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων; Τὸ διάταγμα τῆς 27 Ἰουνίου 1890 ἦτο διάταγμα ἐκδοθὲν καθ’ ὑπέρβασιν τῆς ἁρμοδιότητος τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, διότι δι’ αὐτοῦ διετίθετο ἡ περιουσία τοῦ Κράτους ἄλλως ἢ ὡς εἶχε διατεθῆ ὑπὸ τοῦ νόμου. Καὶ ὅμως τὸ Νομικὸν Συμβούλιον κατὰ πλειοψηφίαν ἐγνωμοδότησεν, ὅτι καλῶς εἶχεν ἐκχωρηθῆ εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων ὑπὸ τοῦ κ. Ρολὲν τὸ εἰρημένον δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, καὶ ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶχε πλέον δικαίωμα ἐπ’ αὐτοῦ! Μεταξὺ τῶν νομικῶν συμβούλων ὑπῆρξαν δύο, οἵτινες δὲν συνεμερίσθησαν τὴν γνώμην ταύτην, ἀλλὰ καί τι τῶν μελῶν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων εἶχεν ὁμολογήσει, ὅτι οὐδὲν εἶχεν ἐπὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν δικαίωμα ἡ ἑταιρία μετὰ τὴν ἔκπτωσιν ἀπὸ τῆς κατασκευῆς τοῦ κ. Ρολὲν, καὶ ὅτι ἡ ἑταιρία δὲν δύναται νὰ κατέχῃ δικαίωμα ἐκμεταλλεύσεως, ἀφοῦ ὁ κ. Ρολὲν ἐκηρύχθη ἔκπτωτος. Ἀλλ’ ἐγὼ ἤμην ἀκλονήτως πεπεισμένος περὶ τούτου, ἐφ’ ὅσον δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὰ κείμενα τῶν νόμων, οὐδ’ ἠδυνάμην νὰ ἀποδεχθῶ ποτὲ, ὅτι ἡ ἑταιρία τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων ἐγένετο κυρία τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Τὸ Κράτος ἤθελε προσενέγκει ἄνευ λόγου καὶ σκοποῦ δωρεὰν, ἤθελε διαπράξει ἀληθῆ σπατάλην τῆς δημοσίας περιουσίας, ἐὰν ἀνεγνώριζε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν, ἀφοῦ ὁ κ. Ρολὲν ἐκηρύχθη ἔκπτωτος τῆς κατασκευῆς. Ὁ πρὸ μικροῦ ἀγορεύσας κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν πεποίθησιν ταύτην, μεθ’ ἧς ἔκρινα, ὅτι δὲν ὑπεχρεούμην νὰ δεσμευθῶ ὄπισθεν τῶν προτάσεων τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων ἐθεώρησε παράνομον, ἕνεκα δὲ τούτου ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε νὰ παραλύσῃ πᾶσαν ἐργασίαν τῶν ἀναλαβόντων τὴν κατασκευὴν τοῦ τμήματος ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Διαβολίτσιον διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διεχειρίσθη τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Καὶ δὲν προβάλλω ἐπὶ τούτῳ αἰτίασίν τινα κατὰ τοῦ διαδεχθέντος ἡμᾶς Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου προΐστατο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, διότι οὗτος ἔμεινεν ἐν τῇ Κυβερνήσει ἐπὶ τρεῖς περίπου μῆνας, περιεσπᾶτο δὲ τότε καὶ ὑπὸ ἄλλων φροντίδων, καὶ ὑπὸ τῆς φροντίδος τῆς ἐνεργείας τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν· ἀλλὰ ἡ διαδεξαμένη αὐτὸν Κυβέρνησις πρὸ παντὸς ὤφειλε νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν διὰ ποικίλους λόγους οἰκονομικούς, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους ἀληθοῦς καὶ σώφρονος διοικήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως αὕτη, ἐπιμένουσα εἰς τὴν γνώμην, ἣν οἱ ἀποτελέσαντες αὐτὴν εἶχον, ὅτε ἐτύγχανον ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει, καὶ συνεζητεῖτο ἡ παρ’ ἡμῶν συνομολογηθεῖσα σύμβασις μετὰ τῆς ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων τῆς Πελοποννήσου, διενοήθη νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἔναρξιν τῆς κατασκευῆς τοῦ τμήματος ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Διαβολίτσιον, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ πραγματοποιήσῃ ἣν εἶχεν ἔκτοτε γνώμην· ἑπομένως παρέλυσε πᾶσαν ἐνέργειαν τῆς ἀναλαβούσης τὴν κατασκευὴν τοῦ εἰρημένου τμήματος ἑταιρίας, ἵνα δυνηθῇ νὰ κηρύξῃ αὐτὴν ἔκπτωτον, καὶ ἀναθέσῃ τὴν κατασκευὴν τοῦ τμήματος τούτου εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους εἶχεν ἀρχῆθεν κατὰ νοῦν. Ἂν ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἐξεπλήρου τὸ καθῆκον αὑτῆς, ἤθελε σπεύσει νὰ συνεχίσῃ τὸ ἔργον, τοῦ ὁποίου εἶχε γενῆ ἔναρξις ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ τὸ ὁποῖον οὐχὶ ἐν κρυπτῷ καὶ ἐν παραβύστῳ, ἀλλὰ δημοσίᾳ ἐσχεδιάσαμεν καὶ ἀνεκοινώσαμεν τότε εἰς τὴν Βουλήν. Τότε, ἀποκρινόμενος εἰς ἐπερώτησιν ἑνὸς τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐκ Μαντινείας, εἶχον ἀναγγείλει εἰς τὴν Βουλήν, ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐσκοποῦμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν καὶ τὴν ἐπαλήθευσιν τῶν ὀφειλομένων ὑπὸ τοῦ Ρολὲν εἰς πολίτας Ἕλληνας, εἴτε ὡς μίσθωμα ἐργασίας εἰς ἐργάτας, εἴτε ὡς ἀντίτιμον χορηγιῶν εἰς μεταπράτας, μετὰ τοῦτο δ’ ἐσκοποῦμεν νὰ προβάλωμεν εἰς τὴν Βουλήν πρότασιν, ἵνα χορηγήσῃ ἡμῖν τὴν ἄδειαν νὰ δαπανήσωμεν χρηματικόν τι ποσὸν, πεντακοσίων φέρ’ εἰπεῖν χιλιάδων δραχμῶν, ἀπέναντι τῶν ὀφειλομένων ὑπὸ τοῦ κ. Ρολέν. Τοῦτο ὤφειλε νὰ πράξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, στηριζόμενος εἰς τὰ πορίσματα τῆς ἐκθέσεως, ἣν ἡ παρ’ ἡμῶν συστηθεῖσα ἐπιτροπὴ ἐπρότεινεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὤφειλε νὰ ἀποδώσῃ μέρος τῶν ὀφειλομένων ὑπὸ τοῦ κ. Ρολὲν, ἤθελε δὲ ἔκτοτε ἐγκατασταθῆ ἡ ἑταιρία τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου εἰς τὰ ἔργα, ἤθελεν ἔκτοτε ἀρχίσει τὴν κατασκευὴ τῆς γραμμῆς, καὶ ἴσως, καθ’ ἣν ὥραν συζητοῦμεν σήμερον, ἢ μετά τινας μῆνας, ἤθελεν εἶσθαι περατωμένη ὅλη ἡ γραμμὴ καὶ λειτουργεῖ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς κοινωνίας.
§65ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχω τὴν χρονολογίαν τοῦ διατάγματος, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθητε πρὸ ὀλίγου;
§66ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τῆς 27 Ἰουνίου 1890, ἐν σελίδι 653 τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», ἀριθ. 159.
§67ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐχαριστῶ.
§68ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἡ ἑταιρία τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων ἐνόμιζεν, ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ἀνῆκεν ὁριστικῶς εἰς αὐτήν· ὅτε μάλιστα μοὶ ἐπρόβαλε τὰς προτάσεις της, ὧν ἐμνημόνευσα ἤδη, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐπεθύμει νὰ ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν τοῦ τμήματος ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Διαβολίτσιον, δὲν ἔστεργεν οὐδὲ τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ρολὲν κατατεθειμένην ἐν τῇ Βιομηχανικῇ Τραπέζῃ ἐγγύησιν, τὴν ἐκ τοῦ νόμου ἐπιβεβλημένην, νὰ ἀναδεχθῇ· ὅτε δ’ ἐν τῇ Βουλῇ συνεζητεῖτο τότε ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ἠρωτήθην ὑπό τινος τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, πῶς θέλω τολμήσει νὰ ζητήσω τὴν ἐγγύησιν ταύτην παρὰ τῆς Βιομηχανικῆς Τραπέζης, ἀφοῦ, ἂν αὕτη ὑπεχρεοῦτο νὰ καταθέσῃ τὸ ποσὸν αὑτῆς, ἤθελε περιέλθει εἰς οἰκονομικὴν στενοχωρίαν. Καὶ ἀπεκρίθην τότε εἰς τοὺς ἀπευθύναντάς μοι τὴν ἐπερώτησιν ταύτη, ὅτι δὲν εἶχον τὴν ἐξουσίαν νὰ ζητήσω ἢ νὰ μὴ ζητήσω τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ρολὲν κατατεθειμένην ἐγγύησιν, διότι ὤφειλον νὰ ζητήσω αὐτὴν, ἀφοῦ πρὸς τοῦτον τὸν σκοπὸν εἶχε συμφωνηθῆ μετὰ τοῦ κ. Ρολὲν καὶ κατατεθῆ ὑπ’ αὐτοῦ, ἤτοι πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ καταπέσῃ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἤθελον ἐκπληρωθῆ οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως. Καὶ ὄντως ἐζήτησα τὸ ποσὸν τοῦτο παρὰ τῆς Βιομηχανικῆς Τραπέζης, ἐπειδὴ δ’ αὕτη δὲν εἶχε χρήματα πρόχειρα, συνεψήφισα πρὸς τὰς 450 χιλιάδας φράγκων τῆς ἐγγυήσεως ταύτης ἴσον ποσὸν χρέους, τὸ ὁποῖον τὸ Δημόσιον εἶχε πρὸς τὴν Βιομηχανικὴν Τράπεζαν, μειώσας αὐτὸ κατὰ 450 χιλιάδας φράγκων· ἑπομένως τὸ ποσὸν τοῦτο ἔμελλε νὰ κατατεθῇ εἰς τὰ ἄλλα πρὸς κατασκευὴν τοῦ ὑπολοίπου τμήματος τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ὑπάρχοντα κεφάλαια. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐξετάζων τὰς τιμὰς, αἵτινες μοὶ εἶχον προταθῆ ὑπὸ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων, καὶ ἐκείνας, ἐφ’ αἷς παρεχώρησα τὸ ἔργον εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, οὐδεμίαν εὕρισκε διαφορὰν· μοὶ ἐφάνη μάλιστα, ὅτι εὕρισκε συμφερωτέρας τὰς προταθείσας μοι ὑπὸ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων, ἢ ὅτι ἀνεῦρε μικρὰν μεταξὺ τούτων καὶ ἐκείνων διαφορὰν, μὴ ὑπερβαίνουσαν τὰς πεντήκοντα ἢ τὰς τριάκοντα μόνον χιλιάδας δραχμῶν. Πρέπει καὶ τὰς κρίσεις ταύτας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ ἀποδείξω μὴ ἀκριβεῖς ἢ ἐλαφρὰς, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰ ποσά. Ἡ ἑταιρία τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου ἐζήτει νὰ εἰσφέρῃ τὸ ταμεῖον δραχμῶν 3,300,000, ἐπειδὴ δὲ, ὡς ἀνέφερον, ὅτε τὸ πρῶτον ἠγόρευσα περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης σήμερον, ὑπῆρχον ὑπόλοιπα τῶν κεφαλαίων τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν δραχ. 2,575,991.14, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ ἰσοτίμου τῆς ἐκ 450 χιλιάδων φράγκων ἐγγυήσεως τοῦ κ. Ρολὲν, ὑπολογιζομένου κατὰ τὴν τότε τρέχουσαν ἀγοραίαν τιμὴν πρὸς λεπτὰ 135 τοῦ φράγκου, τὸ δημόσιον ταμεῖον ἤθελεν εἰσφέρει πρὸς συμπλήρωσιν τῶν 3,300,000 μόνον δραχμὰς 724,008.86, ἐνῷ ἡ ἑταιρία τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων ἐζήτει νὰ εἰσφέρῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον, πλὴν τῶν ὑπαρχόντων ὑπολοίπων τῶν κεφαλαίων τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, τὸ ποσὸν 1,500,000 δραχμῶν, ἂν δ’ ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀφαιρεθῇ ἡ ἐκ φράγκων 450 χιλιάδων ἐγγύησις τοῦ κ. Ρολὲν, ἧς ἡ ἑταιρία τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων δὲν ἀνελάμβανε τὴν εἴσπραξιν, καὶ τῆς ὁποίας τὸ ἰσότιμον πρὸς 135 λεπτὰ τὸ φράγκον ἀνήρχετο εἰς δραχμὰς 607,500, ἡ εἰσφορὰ τοῦ δημοσίου ταμείου συνίστατο εἰς δραχμὰς 792,500, ἤτοι εἰς δραχμὰς 168,491.14 περισσοτέρας τῶν ὑπὸ τῆς ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου ζητουμένων. Ἀλλ’ ἂν ἦτο κατὰ δρ. 168,491.14 συμφερωτέρα ἡ πρότασις τῆς ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, πρέπει νὰ σᾶς ἀναλύσω τὴν ὑπὸ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων γενομένην μοι πρότασιν, ἵνα δυνηθῆτε καὶ ὑμεῖς νὰ δεχθῆτε τὰς αὐτὰς ἐντυπώσεις, ἃς ἐνεποίησεν αὕτη καὶ εἰς ἐμέ. Ὄτε τὸ πρῶτον, κατὰ τὴν 27 Σεπτεμβρίου, τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων ἐζήτει νὰ εἰσφέρῃ τὸ Δημόσιον 2,500,000 δραχμῶν, καὶ ἔστεργε νὰ μεταποιηθῶσιν αὗται εἰς δάνειον, καὶ νὰ παραιτηθῇ τὸ Δημόσιον ἐπὶ 30 καὶ ἥμισυ ἔτη ἐκ τοῦ μεριδίου τῶν εἰσπράξεων, τῶν ἀνηκουσῶν εἰς αὐτὸ, τοῦ ποσοῦ δραχμῶν 179,595 κατ’ ἔτος, αἵτινες ἐκρίνοντο ὡς ἀπαιτούμεναι διὰ τὸ χρεωλύσιον καὶ τοὺς τόκους πρὸς 6% τοῦ δανείου τούτου, γνωρίζετε ποῖα ποσὰ ἀντεπροσώπευε τὸ ποσὸν τῶν 179,595, τὸ ὁποῖον ἐζήτει τὸ Συμβούλιον τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων, ἵνα κρατῇ κατ’ ἔτος ἐκ τοῦ μεριδίου τῶν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀνηκουσῶν εἰσπράξεων τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν; Αἱ 179,595.50 πληρονόμεναι κατ’ ἔτος, θεωρούμεναι δὲ ὡς τόκος ἄνευ χρεωλυσίου, ἀνταπεκρίνοντο ὡς τόκος 6% εἰς κεφάλαιον οὐχὶ 2,500,000, ἀλλὰ 3,000,000, πληρονόμεναι δὲ ἐπὶ 30 καὶ ἥμισυ ἔτη, ἤθελον ἀποτελέσει κεφάλαιον οὐχὶ 3,000,000, ἀλλὰ 5,387,865, ἄνευ τοῦ τοκισμοῦ τῆς ἐκ δραχ. 179,595 ἐτησίας δόσεως. Ἀλλὰ νομίζουσιν ὅτι ἦτο προσοχῆς ἀναξία ἡ διαφορὰ τῶν δραχμῶν 168,491.14, ἧς ἕνεκα προετιμήσαμεν τὰς προτάσεις τῆς ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, καὶ συνωμολογήσαμεν μετ’ αὐτῆς τὴν σύμβασιν; Καὶ τὸ νομίζουσιν αὐτοὶ, οἵτινες, κληθέντες μεθ’ ἡμᾶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, κατηγόρουν ἡμᾶς ὡς σπατάλους, διότι ηὐξήσαμεν τὸν μισθὸν τῶν ἀρεοπαγιτῶν, καὶ ἔσπευσαν πρὸ παντὸς ἄλλου, ὡς πρώτην αὐτῶν πρᾶξιν, νὰ προτείνωσιν εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ νὰ ἀναγράψωσιν ὡς νόμον τοῦ Κράτους τὴν ἀναστολὴν τῆς αὐξήσεως ταύτης, ἵνα ἐλαττώσωσι τὰ ἔξοδα τοῦ δημοσίου ταμείου κατὰ 36,000 δραχμῶν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχεν εἴπει, ὅτι ἡ ἑταιρία τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων εἶχε προτείνει, ὅτι αὕτη ἔστεργε νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὸ ἥμισυ ἐκ τοῦ ἀναλογοῦντος αὐτῇ μεριδίου τῶν εἰσπράξεων τοῦ σιδηροδρόμου ἀπὸ 9,000 δραχμῶν καὶ ἄνω κατ’ ἔτος καὶ κατὰ χιλιόμετρον, ἂν αἱ εἰσπράξεις τοῦ σιδηροδρόμου ἤθελον ὑπερβῆ τὰς 9,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος καὶ κατὰ χιλιόμετρον, ἕως ἂν ἐκ τοῦ ποτοῦ τούτου σχηματισθῇ ποσὸν δραχ. 2,500,000, ἤτοι ἴσον τῷ ὑπὸ τῆς ἑταιρίας συνομολογηθησομένῳ δανείῳ. Ἐπειδὴ δ’ ἐγὼ ἠρνήθην τοῦτο, ἰσχυρισθεὶς ὅτι δὲν ἐγένετο ἡμῖν τοιαύτη πρότασις, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν, ὅτι πείθεται εἰς τὴν ἄρνησίν μου, ὁμολογῶν τὸ κῦρος τοῦ λόγου μου. Τοῦτο ὁμολογῶ ὅτι μὲ ἐκολάκευσεν, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ποιήσωμαι χρῆσιν τῆς περὶ ἐμοῦ καλῆς γνώμης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἑπομένως παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μὴ ἀρκεσθῇ εἰς τὸ κῦρος τοῦ λόγου μου· σπεύδω δὲ δι’ ἐγγράφων νὰ βεβαιώσω τὴν ἀκρίβειαν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου. Εἶναι λοιπὸν ἀκριβὲς, ὅτι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων ἐπρότεινεν, ὅτι, ὅταν τὰ ἔσοδα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ὑπερβῶσι τὰς 9,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος καὶ κατὰ χιλιόμετρον, ὅτι ἡ ἑταιρία θέλει μᾶς ἀποδώσει argent comptant τὰς 2,500,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας ἐζήτει διὰ τῆς κατὰ τὴν 27 Σεπτεμβρίου 1891 ἀνακοινωθείσης ἡμῖν προτάσεώς της;
§69ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐκ τῶν ὠφελειῶν αὐτῆς. Τοῦτο ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω.
§70Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, καὶ προσάγω πρὸς ἀπόδειξιν αὐτὰς ταύτας τὰς προτάσεις τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπηύθυνεν ἔμμεσον παράπονον, ὅτι δὲν εὗρεν ἔγγραφα ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῶν διαπραγματεύσεων μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων· ἀλλὰ δὲν εὗρε τοιαῦτα ἔγγραφα, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρῃ, τοιαῦτα, διότι τοιαῦτα οὐδέποτε ἀντηλλάγησαν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων. Αἱ διαπραγματεύσεις δὲν ἐγένοντο γραπτῶς, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν δὲν ἐγένοντο τοιαῦται. Ὁ κ. Στρέϊτ, προσελθὼν ἡμέραν τινὰ, ἔδωκεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἀντίγραφον πρακτικοῦ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων, καὶ ὁ κ. Δεϊμέζης, προσελθὼν ὡσαύτως πρός με ἄλλην ἡμέραν, μοὶ ἐνεχείρισεν ἀντίγραφον πρακτικῶν τῆς κατὰ τὴν 14 Δεκεμβρίου 1891 συνεδριάσεως τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου αὐτῆς. Ἑπομένως, ἐὰν ταῦτα ἐνόει ὡς ἔγγραφα τῶν διαπραγματεύσεων, τοιαῦτα βεβαίως δὲν ὑπῆρχον ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἀντίγραφα αὐτῶν ἦτο εὔκολον νὰ πορισθῇ, ἐὰν ἤθελεν, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων καὶ ζητῶν τοιαῦτα. Τί δ’ ἐκτίθεται ἐν τοῖς ἀντιγράφοις τούτοις, τοῖς δοθεῖσί μοι, τῶν πρακτικῶν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου; (ἀναγινώσκει): «Πρακτικὸν τῆς κατὰ τὴν 27 Σεπτεμβρίου 1891 συνεδριάσεως ΛΔʹ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων. (Τὸ πρακτικὸν φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Σύρου κ. Συγγροῦ, ὡς προέδρου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, καὶ τὰς ὑπογραφὰς τῶν κυρίων Σ. Στρέϊτ, Χ. Ἀποστολίδου, Ι. Βαλαωρίτου, Σ. Δεϊμέζη καὶ Ἐρν. Ρολέν). «Λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀναφυείσας δυσχερείας περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἐξ ὧν δύναται νὰ ἐπέλθῃ καὶ ἡ διακοπὴ τῶν ἔργων, καὶ ἐπιθυμοῦν νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀπρόσκοπτον καὶ ταχεῖαν τοῦ ἔργου ἀποπεράτωσιν, ὑπὲρ οὗ ἔχει ἄμεσον ἐνδιαφέρον· ἀκοῦσαν τὴν δήλωσιν τῶν κ. κ. Α. Δ. Συγγροῦ καὶ Στ. Στρέϊτ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπιθυμεῖ νὰ τῷ ὑποβληθῶσι προτάσεις ἐκ μέρους τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων· λαβὸν δ’ ἐπίσης ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διὰ τὴν ἐντελῆ ἀποπεράτωσιν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, καὶ τὴν συμπλήρωσιν ἀτελειῶν τινων τῶν ἤδη ἐν ἐκμεταλλεύσει τμημάτων αὐτοῦ, καὶ τοῦ ἀνεπαρκοῦς τροχαίου ὑλικοῦ, ἀπαιτοῦνται ἐν συνόλῳ περίπου 5,800,000 δραχμῶν, ἐξ ὧν μόνον 1,800,000 δραχμαὶ ὑπάρχουσιν ἔτι διαθέσιμοι ἐκ τῶν ἐπὶ τούτῳ κεφαλαίων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀπεφάσισεν, ἵνα ἀναθέσῃ τῷ ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ κ. Ι. Α. Βαλαωρίτῃ ὅπως προβῇ εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἑπομένων ὅρων: Αʹ).... Βʹ).... Γʹ) Πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου ποσοῦ 4,000,000 δραχμῶν, ἡ ἑταιρία τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων προσφέρεται ἀμέσως νὰ συνεισφέρῃ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 2,000,000· ἐξαιτεῖται δὲ διὰ τὸ πλεονάζον ἔλλειμμα τὴν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἀρωγὴν, εἴτε τοῖς μετρητοῖς, εἴτε παραχωροῦντος τῇ ἑταιρίᾳ τοῦ Δημοσίου, ἐκ τοῦ ἀνήκοντος αὐτῷ μεριδίου τῶν εἰσπράξεων, ποσὸν ἐπαρκοῦν πρὸς ὑπηρεσίαν δανείου, ἴσου τῷ παραχωρηθησομένῳ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ποσῷ ἐπὶ τόκῳ 6% καὶ ἐπὶ χρεωλυσίῳ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ὁρισθησομένῳ. Δʹ) Πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν ἔργων χορηγηθήσεται τῷ ὑποκαταστάτῳ παράτασις μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 1893· θέλει δ’ ἐπίσης χορηγηθῆ πρὸς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων παράτασις ἑνὸς ἔτους πλέον τῶν τεταγμένων προθεσμιῶν πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν ἑτέρων γραμμῶν, ὧν αὕτη ἀνεδέχθη τὴν κατασκευήν.» Ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ πρακτικῷ τῆς ἑπομένης συνεδριάσεως, ἐν ᾗ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων ἐνέκρινε νὰ προτείνῃ ἥσσονας ὅρους, παραιτούμενον τῆς ἀξιώσεως, ἵνα ἀναλάβῃ τὴν ἀνεύρεσιν καὶ ἐπαλήθευσιν τῶν ὀφειλομένων ὑπὸ τοῦ κ. Ρολὲν καὶ διανείμῃ αὐτὸ τὰ προσδιορισθησόμενα ποσὰ τῆς ἀπονεμητέας αὐτοῖς βοηθείας, καὶ ἐν τῷ πρακτικῷ τούτῳ οὐδὲν τοιοῦτον ἀναφέρεται. Τὸ πρακτικὸν τοῦτο εἶναι τῆς κατὰ τὴν 14 Δεκεμβρίου 1891 γενομένης συνεδριάσεως (ἀναγινώσκει): «Τὸ Συμβούλιον, καίτοι ἐξακολουθεῖ θεωροῦν, ὅτι ὑπάρχουσιν εὔλογοι ἀφορμαὶ καὶ δικαιολογίαι πρὸς πληρωμὴν τῶν ὑπὸ τῆς διεθνοῦς ἑταιρίας ὀφειλομένων διὰ τὰ ὑπ’ αὐτῆς ἐκτελεσθέντα ἔργα ἀπὸ τῆς 25 Ἰουνίου ἐ. ἔ. καὶ ἐντεῦθεν, ἐν τούτοις, ἐνώπιον τῆς ἐκ μέρους τῆς Σ. Κυβερνήσεως ἀξιώσεως τοῦ νὰ μὴ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ ὀφειλαὶ αὗται τῆς διεθνοῦς ἑταιρίας ἐν τῷ ἀπαιτουμένῳ πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν ποσῷ, ἀξιώσεως, ἧς τὸ εὔλογον ἴσως δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὸ Συμβούλιον, πρὸς δὲ λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὴν κατέναντι τῶν μετόχων τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων εὐθύνην αὑτοῦ, ὑπεῖκον, ἀπεφάσισε νὰ δηλώσῃ τῷ κ. Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως: «Αʹ) Ὅτι ἡ ἑταιρία τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων ἀναλαμβάνει τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν ἀντὶ συνδρομῆς ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου δραχμῶν ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου, ὑφ’ οὓς ὅρους ἐζήτησε διὰ προηγουμένης ἀποφάσεως αὑτοῦ τὸ ποσὸν δραχ. 2,500,000, ἐκτὸς ἐννοεῖται τοῦ ὅρου τῆς πληρωμῆς τῶν ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς ἑταιρίας ὀφειλομένων. Βʹ) Ὅτι ἡ ἑταιρία τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων δὲν ἐννοεῖ νὰ δεσμεύσῃ τὴν Κυβέρνησιν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς κατὰ τῆς ἑταιρίας Βιομηχανικῆς Πίστεως τῆς Ἑλλάδος ἀπαιτήσεις αὐτῆς.»
§71ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν νομίζετε, κύριε Βουλευτὰ, ὅτι ἐδῶ ἀκριβῶς περιλαμβάνεται ἡ ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχε τὸ Δημόσιον δυνάμει τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν νὰ ἀναλάβῃ;
§72ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ λέγει ῥητῶς.
§73ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τώρα ἡ ἐγγύησις αὕτη, ἀνερχομένη εἰς 450 χιλιάδας φράγκα, δηλ. εἰς 600 χιλιάδας δραχμὰς, δὲν πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸ ποσὸν τοῦ 1½ ἑκατομμυρίου, ὅπως φθάσωμεν εἰς τὸ ποσὸν....;
§74ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων, ἔμενε ποσὸν δραχ. 892.500, ἐνῷ κατὰ τὴν πρότασιν τῆς ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου τὸ ποσὸν συνίστατο εἰς 724.008.86.
§75ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ διαφορὰ λοιπὸν δὲν εἶναι παρὰ 139 χιλιάδων Τοῦτο εἶπον.
§76ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἀποῤῥιφθῇ ἡ ἐγγύησις.
§77ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι· ἐν ᾗ περιπτώσει διὰ τῆς κηρύξεως τῆς ἐκπτώσεως ἤθελε τὸ Δημόσιον εἰσπράξει τὴν ἐγγύησιν.
§78ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. 168 χιλιάδες καὶ πλέον δραχμῶν. Εἶναι ἄρα μικρὸν τὸ ποσόν; Εἶναι ἄξιον καταφρονήσεως;
§79ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶπον ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ, ἀλλ’ εἶπον 50,000 δραχμῶν.
§80ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ πρὸ μικροῦ ἐπραγματεύθην περὶ τούτου καὶ εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀληθῆ λογαριασμόν. 724,008 καὶ 86 λεπτὰ ἔμελλον νὰ πληρωθῶσιν εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, ἐὰν εἰσεπράττοντο παρ’ ἡμῶν καὶ ἀπεδίδοντο εἰς αὐτὴν αἱ 607,500 δραχμαὶ, τὸ ἰσότιμον τῶν 450,000 φράγκων τῆς ἐγγυήσεως τοῦ κ. Ρολὲν, ὑπολογιζομένου τοῦ φράγκου εἰς τὴν τρέχουσαν τότε τιμὴν τῶν 135 λεπτῶν, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 1,331,508.86. Μέχρι τοῦ 1,500,000, τὸ ὁποῖον ἐζήτει ἡ ἑταιρία τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων, ὑπάρχει διαφορὰ δρ. 168,491.14. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ ὑμῶν καὶ ἐμοῦ εἶναι, ὅτι ὑμεῖς εἴπετε διαφορὰν 50,000 δρ., ἐνῷ ἡ διαφορὰ συνίσταται εἰς 168,491.14. Καὶ εἶπον τότε, ὅτι, ἀφοῦ ἀφαιροῦμεν τὰς αὐξήσεις τὰς γενομένας εἰς τοὺς μισθοὺς τῶν ἀρεοπαγιτῶν, καὶ ἀφαιροῦμεν αὐτὰς μετὰ τοσαύτης σπουδῆς, ἵνα μὴ τυχὸν ὑποκύψῃ τὸ Δημόσιον εἰς τὴν δαπάνην ταύτην, καὶ δὲν δυνηθῇ νὰ ἀποσοβήσῃ τὸν κίνδυνον τὸν ἀπειλοῦντα τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ σπεύδομεν οὕτω πρῶτον νομοθέτημα νὰ προβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀναστολὴν τῆς αὐξήσεως ταύτης τῶν μισθῶν τῶν ἀρεοπαγιτῶν, καὶ πρῶτον νόμον ἀναγράφομεν ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» τοῦτον, ἵνα ἀποφύγωμεν ἐτησίαν δαπάνην δρ. 36,000, ἤθελεν εἶσθαι ἀσυνείδητον νὰ ἀδιαφορήσωμεν διὰ 169,000, καὶ νὰ χαρίσωμεν ταύτας εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων. Ἐξακολουθῶ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ πρακτικοῦ τῆς δευτέρας συνεδριάσεως, διότι εἶπον, ὅτι θέλω νὰ τηρήσω ἀκεραίαν τὴν περὶ τῆς ἀξιοπιστίας ἢ ἀκριβείας τῶν λόγων μου γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα μή ποτε προκύψῃ μείωσις αὐτῆς. Ἑπομένως ἀντὶ τοῦ κύρους, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη, τῶν λόγων μου, ὑποκαθιστῶ τὸ πρακτικὸν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων. Ἴσως ἦτο ὅλως περιττὸν νὰ ἀναγραφῇ ὡς ὅρος, ὅτι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον δὲν ἐνόει νὰ δεσμεύσῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰς περὶ τῆς ἐγγυήσεως τοῦ κ. Ρολὲν ἀπαιτήσεις της, διότι δὲν εἶχε τὴν δύναμιν νὰ δεσμεύσῃ αὐτήν. Ἂν ἡ ἐγγύησις ἦτο κατατεθειμένη ὑπὸ τοῦ κ. Ρολὲν ἐν τῇ Βιομηχανικῇ Τραπέζῃ, τοῦτο ἐγένετο δυνάμει τῆς μετὰ τοῦ κ. Ρολὲν συμφωνίας, καὶ δυνάμει αὐτῆς ἡ ἐγγύησις ἦτο εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, οὐδεὶς δ’ ἠδύνατο νὰ ἀξιώσῃ, ἵνα ἡ Κυβέρνησις δωρήσῃ τὴν ἐγγύησιν ταύτην, ἤτοι 450 χιλιάδας φράγκων. Ἡ τρίτη πρότασις, ἡ ἐν τῷ ἐγχειρισθέντι μοι πρακτικῷ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου περιεχομένη, ἦτο, ὅτι (ἀναγινώσκει): «ἡ Κυβέρνησις θέλει χορηγήσει τῇ ἑταιρίᾳ τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων προθεσμίαν δέκα ὀκτὼ μηνῶν πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν ἔργων, ἀφ’ ἧς ἡμέρας θέλει παρέξει αὐτῇ τὰ μέσα πρὸς ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν». Ἡ τετάρτη, ὅτι «ἡ Κυβέρνησις θέλει χορηγήσει πρὸς τούτοις παράτασιν προθεσμίας διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν 220 χιλιομέτρων τῶν νέων γραμμῶν». Καὶ ἡ πέμπτη, ὅτι «ἡ Κυβέρνησις θέλει ἐγκαταστήσει εἰς τὰ ἔργα τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων, παρέχουσα αὐτῇ πάντα τὰ μέσα (ἤτοι παραπήγματα, ἐργαλεῖα, ὑλικὰ κτλ. τῆς διεθνοῦς ἑταιρίας), ὡς καὶ πᾶσαν συνδρομὴν πρὸς εὐχερῆ καὶ κανονικὴν τῶν ἔργων ἐκτέλεσιν». Ἀλλὰ μοὶ προσηνέχθη ὑπὸ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου καί τις παραχώρησις, τῆς ὁποίας δὲν ἐμνήσθην ὅτε τὸ πρῶτον ἠγόρευον, τὴν ὁποίαν ὅμως ἐλησμόνησε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Πρέπει νὰ ἀνακοινώσω καὶ τὴν παραχώρησιν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει): «Ὁ κ. Δεϊμέζης ἐπεφορτίσθη νὰ προσθέσῃ τῇ Σ. Κυβερνήσει, ὅτι, ἐπειδή, ἂν ὁ περὶ οὗ πρόκειται συμβιβασμὸς λάβῃ χώραν, ἡ ἑταιρία θέλει ἔχει νὰ πορισθῇ τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων ἐκ τῆς Δύσεως, καὶ κατὰ συνέπειαν θέλει ἔχει διαθέσιμον ποσὸν συναλλάγματος ἐκ φρ. 2,500,000 περίπου, δύναται νὰ τὸ θέσῃ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Δημοσίου ἐπὶ ὡρισμένῳ τιμήματι, ἀντὶ πληρωμῆς αὐτῇ ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου διὰ τραπεζικῶν γραμματίων, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τὸ Δημόσιον ἤθελε τῇ δηλώσει ἐγκαίρως τοιαύτην ἐπιθυμίαν». Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ τῆς προτάσεως ταύτης, ἡ ὁποία παρεῖχεν αὐτῇ τὴν εὐκολίαν νὰ πορισθῇ συνάλλαγμα δύο καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίων ἐπὶ τῇ τρεχούσῃ ἀγοραίᾳ τιμῇ, εἶχεν ἤδη παρὰ τῆς ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου ἑτέραν διὰ ποσὸν διπλάσιον, ἤτοι διὰ πέντε ἑκατομμύρια, καθ’ ἃ ἡ ἑταιρία αὕτη, οὐχὶ ὡς ὅρον συμφωνίας, ἀλλὰ δι’ ἐπιστολῆς μοὶ εἶχε προτείνει, καὶ τὰ ὁποῖα εἶχε πορισθῆ ἐκ δανείου, ὅπερ εἶχε συνομολογήσει μετὰ τοῦ ἐν Λονδίνῳ κ. Ράφαελ· τὸ συνάλλαγμα δὲ τοῦ ποσοῦ τούτου, ἀνερχομένου, ὡς εἴρηται, εἰς 5,000,000, ἐτέθη εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως καὶ ὑπ’ αὐτῆς ἄνευ ζημίας, ἤτοι ἐπὶ πληρωμῇ τοῦ ἀντιτίμου κατὰ τὴν τρέχουσαν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος.
§81ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν λέξιν, ἵνα δικαιολογήσω τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα; Ἐγὼ δὲν εἶχον, ὡς ἐδήλωσα ἔγγραφα, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ βασίζωμαι...
§82ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν παρεπονέθην ἐγώ.
§83ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. Ἐγὼ τὰς πληροφορίας μου ἠρύσθην ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Συγγροῦ λεχθέντων ἀπὸ τοῦ βήματος. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν (ἀναγινώσκει): «Μόλις αἱ εἰσπράξεις τοῦ σιδηροδρόμου ὑπερβῶσι τὰς δραχμὰς 9,000 κατ’ ἔτος καὶ χιλιόμετρον, ἡ ἑταιρία θὰ παραχωρῇ εἰς τὸ Δημόσιον τὸ ἥμισυ τοῦ ἀναλογοῦντος αὐτῇ μεριδίου τῶν εἰσπράξεων ἀπὸ 9,000 δραχ. καὶ ἄνω, μέχρις ὅτου ἐκ τοῦ ποσοστοῦ τούτου σχηματισθῇ ποσὸν δρ. 1,500,000, ἤτοι ἴσον πρὸς τὸ ὑπὸ τῆς ἑταιρίας διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου συνομολογηθησόμενον δάνειον».
§84ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τί ἔντυπον ἀναγινώσκετε;
§85ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶναι ἀγόρευσις τοῦ κ. Συγγροῦ ἐν τῇ Βουλῇ.
§86ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν περιείχετο τοιοῦτόν τι ἐν ταῖς προτάσεσιν, αἵτινες μοὶ εἶχον ἀνακοινωθῆ, ὡς πρὸ μικροῦ ἐξέθηκα.
§87ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βασιζόμενος ἐπὶ ταύτης ἐγὼ, ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ὅτι μεταξὺ τῶν ὅρων, οὓς ἀνεφέρατε, παρελείφθη εἷς.
§88ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ ἀνακοινωθέντα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων ἐξετίθεντο ἐν τοῖς πρακτικοῖς τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου αὐτῆς, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέγνων πρὸ μικροῦ. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ὁ κ. Συγγρὸς, περὶ τοῦ ὁποίου πάντοτε ἐξέφρασα ἀγαθὴν γνώμην, ὁ κ. Συγγρὸς δὲν ἔχει κοινὸν τὸ ταμεῖόν του μετὰ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων, τυγχάνει δὲ μόνον Πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου αὐτῆς· τὸ δὲ Διοικητικὸν Συβούλιον αὐτῆς μόνον τὰς εἰρημένας προτάσεις μοὶ ἐπρόβαλεν. Ἐὰν ὁ κ. Συγγρὸς ἐσκέφθη νὰ προτείνῃ εἰς τὸ Συμβούλιον καὶ τὸ Συμβούλιον νὰ δεχθῇ τὴν νέαν πρότασιν, ἣν ἀνεφέρατε, καὶ ν’ ἀπευθύνῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τοῦτο ἦτο ἔτι τότε ἐν τοῖς διαλογισμοῖς τοῦ κ. Συγγροῦ, ἤμην δ’ ὄντως ἀνίκανος νὰ ἀνυψωθῶ μέχρι τοῦ ὕψους τῶν διαλογισμῶν τοῦ κ. Συγγροῦ. Λοιπὸν ἡ γενομένη εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου παραχώρησις τῆς κατασκευῆς τοῦ τμήματος τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Διαβολίτσιον δὲν εἶναι ἡ αἰτία τῆς παραλυσίας, εἰς ἣν περιήχθησαν τὰ ἔργα τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, ἀλλ’ αἰτία εἶναι ἡ Κυβέρνησις, διότι δὲν ἐζήτησε μέχρι τοῦδε παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν, ἵνα δυνηθῇ νὰ παράσχῃ βοήθειάν τινα εἰς τοὺς ζημιωθέντας ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ κ. Ρολὲν νὰ ἀποτίσῃ αὐτοῖς ὅσα ὤφειλεν, οἵτινες ζημιωθέντες τηροῦσι θέσιν ἀπειλητικὴν, ἢ γεννῶσιν ὑπόνοιαν, ὅτι, ἄν τις ἐπελαμβάνετο τῶν ἔργων τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ἄνευ προνοίας τινὸς περὶ αὐτῶν, οὗτοι ἤθελον παρεμβάλει προσκόμματα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐν ἄλλῃ πράξει ἡμῶν ἀνεῦρε τὴν αἰτίαν, ἧς ἕνεκα τὰ ἔργα τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ἔφθασαν εἰς ἣν κεῖνται νῦν κατάστασιν, καὶ ὡς πρᾶξιν τοιαύτην ἡμῶν παρέστησεν ὅτι, ὅτε κατὰ μῆνα Μάϊον τοῦ 1891, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, διέγνωμεν, ὅτι ὁ κ. Ρολὲν ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ καταστῇ ἀνίκανος πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεών του καὶ πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου, ἡμεῖς, ἀντὶ νὰ κηρύξωμεν ἀμέσως αὐτὸν ἔκπτωτον, ἀντὶ νὰ καλέσωμεν αὐτὸν νὰ καταβάλῃ ὅσα ὤφειλε, καὶ ἂν δὲν κατέβαλλε ταῦτα, ὡς ἦτο ἑπόμενον, νὰ κηρύξωμεν αὐτὸν ἔκπτωτον, προσεπαθήσαμεν νὰ παράσχωμεν αὐτῷ εὐκολίας, ὅπως ἐξακολουθήσῃ τὰ ἔργα αὐτά. Ὁμολογῶ, ὅτι αὐτὴν εἴχομεν τὴν πρόθεσιν, νὰ παράσχωμεν αὐτῷ εὐκολίας, ὅτε τὰς εὐκολίας ταύτας παρείχομεν εἰς τὸν κ. Ρολέν. Ὅτε τὰς εὐκολίας ταύτας παρείχομεν εἰς τὸν κ. Ρολέν, ἡ γραμμὴ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν δὲν εἶχε φθάσει οὐδὲ μέχρι τῆς Μασκλαίνης, κατεσκευάζετο ἔτι ἡ ὁδὸς ἐπὶ τῆς πρὸς δυσμὰς πλευρᾶς τοῦ Παρθενίου ὄρους· ἐὰν δ’ ἐκηρύττομεν αὐτὸν τότε ἔκπτωτον τῆς παραχωρήσεως τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ, βεβαίως ἤθελον εὑρίσκεσθαι νῦν καὶ τὰ ἔργα τῆς γραμμῆς ἀπὸ Μύλων εἰς Τρίπολιν εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται τὰ ἔργα τῆς κατασκευῆς τῆς γραμμῆς ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Διαβολίτσιον, οὐδὲ ἤθελεν ὑπάρχει ἡ μεταξὺ Μύλων–Τριπόλεως σιδηροδρομικὴ συγκοινωνία. Ἐὰν λοιπὸν καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπενοοῦμεν ἢ ἐκρίνομεν ὡς μὴ ἀπίθανον, ἢ ὡς πιθανὸν καὶ ἐνδεχόμενον, ὅτι ὁ κ. Ρολὲν ἔμελλε νὰ περιέλθῃ εἰς ἀνικανότητα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεών του, ἐκρίνομεν, ὅτι εἴχομεν καθῆκον ἐπιβαλλόμενον ἡμῖν, ὡς κυβερνήταις, νὰ φροντίσωμεν, ὅπως περαιωθῇ τοὐλάχιστον ἓν τμῆμα τοῦ σιδηροδρόμου, τὸ τμῆμα ἀπὸ Μύλων εἰς Τρίπολιν, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ διασώσωμεν κἂν τὰ δαπανηθέντα, τὰ ὁποῖα, ἂν ἡ ὁδὸς δὲν ἐπεραιοῦτο μέχρι Τριπόλεως, ἤθελον ἀπολεσθῆ, διότι τὰ ὑπὸ ἐκτέλεσιν ἔργα, ἂν δὲν ἐπεραιοῦτο ἡ γραμμὴ μέχρι Τριπόλεως, ἤθελον βεβαίως καταστραφῆ ἐπὶ χώρας τόσον ὀρεινῆς. Ἡ γραμμὴ ἐπὶ τοῦ Παρθενίου ὄρους, καὶ ἡ ἄλλη γραμμὴ μέχρι Τριπόλεως, ὡς καὶ ἡ γραμμὴ ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Διαβολίτσιον, περὶ τὸ χωρίον Χράνον ἰδίως, εἰσὶν ἐπὶ ἐδάφους ὀρεινοῦ, ἐδάφους, τὸ ὁποῖον κατακλύζεται ὑπὸ ῥευμάτων ὑδάτων, τὰ ὁποῖα φθείρουσιν οὐχὶ μόνον τὰ ἀτελῆ καὶ ὑπὸ ἐκτέλεσιν, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ ἐκτελεσθέντα ἔργα. Μήπως ἡ ἐκκρεμότης τῶν ἔργων τῆς κατασκευαζομένης γραμμῆς ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Διαβολίτσιον δὲν ὑπέστη μεγάλας ζημίας, ἀφ’ ἧς διεκόπησαν αἱ ἐργασίαι; Καὶ ὅτε ἡμεῖς ἐσπεύδομεν κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1891 νὰ τελειώσωμεν τὴν παραχώρησιν εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, τίνος ἄλλου ἕνεκεν ἐσπεύδομεν, εἰ μὴ ὑπὸ τῆς εὐθύνης, ἥτις ἐπέκειτο ἡμῖν διὰ τὴν φθορὰν, τὴν ὁποίαν ἤθελον ὑποστῆ τὰ ἐν τῇ ἐκτελέσει ἔργα τῆς γραμμῆς ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Διαβολίτσιον κατὰ τὸν χειμῶνα, ὁ ὁποῖος ἐπήρχετο τότε; Ἐζητοῦμεν τὴν ζημίαν, ἥτις ἤθελεν ἐπιπέσει ἐπὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον, νὰ μεταφέρωμεν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀνελάμβανον τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς. Ἀλλ’ ἦν πεπρωμένον ὄχι μόνον τὸν χειμῶνα τοῦ 1891 νὰ ὑποστῶσι τὰ ἔργα ἐκεῖνα, ἐγκαταλελειμμένα ἀτελῆ καὶ ἀνεκτέλεστα, ἀλλὰ καὶ τὸν χειμῶνα τοῦ 1892 πρὸς τὸ 1893. Οὐδ’ ἀμφιβάλλω, ὅτι τοσαύτη ἐπῆλθε φθορὰ ἐπ’ αὐτῶν, ὥστε ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν θέλομεν ὑποχρεωθῆ νὰ πληρώσωμεν νῦν περισσότερα ἢ ὅσα ἠθέλομεν πληρώσει, ἂν κατὰ μῆνα Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον τοῦ 1892 προεβαίνομεν εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Διαβολίτσιον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα ἀποσοβήσῃ τὰς κατὰ τῆς πρὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1890 Κυβερνήσεως αἰτιάσεις, ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τῶν ἀφορώντων τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἐπεκαλέσθη, ὡς εἶδος πιστοποιητικοῦ, τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ἔδωκα πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1890, ἐρωτηθεὶς περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκοντο τότε τὰ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, καὶ περὶ τῆς ἐπαρκείας ἢ μὴ ἐπαρκείας τῶν ὑπολοίπων κεφαλαίων τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Εἶπεν, ὅτι ἔλεγον τότε, ὅτι, τοῦ ἀναδόχου ἐκπληροῦντος τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ, δὲν θέλουσι λείψει εἰμὴ 500,000 δραχμῶν. Ἑπομένως συνεπέραινεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι, ἐὰν ὁ ἐργολάβος δὲν ἐξεπλήρου τὰς ὑποχρεώσεις του, ἦτο καλλίτερον δι’ ἡμᾶς, διότι ἡ ἐγγύησις αὐτοῦ ἐκ τῶν 450 χιλιάδων φράγκων, ἥτις ἤθελε καταπέσει ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀπετέλει ἰσότιμον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δραχμὰς 600 καὶ πλέον χιλιάδας, καὶ ἐξ αὐτῆς ἠθέλομεν πορισθῆ τὰς 500 χιλιάδας, αἵτινες κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἔδιδον τότε, ἤθελον λείψει, καὶ ἠθέλομεν μάλιστα ἔχει καὶ περίσσευμα, ἵνα εἰσαγάγωμεν εἰς τὸ ταμεῖον διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ συλλογισμὸς δὲν εἶναι...
§89ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ συλλογισμὸς ὁ ἰδικός σας καὶ ὄχι ὁ ἰδικός μου. Ἂν μοὶ ἐπιτρέπητε, δὲν ἔχω ἢ νὰ ἀναγνώσω καὶ δευτέραν φορὰν τὰ λεχθέντα ὑφ’ ὑμῶν εἰς τὴν Βουλήν.
§90ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν 1 Φεβρουαρίου 1891;
§91ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα... Ὑμεῖς ἐλέγετε (ἀναγινώσκει): «Τοῦ ἀναδόχου ἐκπληροῦντος τὰς ὑποχρεώσεις του καὶ ἐργαζομένου, ὡς τοῦτο πράττει μέχρι τοῦδε, πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν ἔργων, τὰ διαθέσιμα κεφάλαια θέλουσιν ἐπαρκέσει πληρέστατα διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς γραμμῆς, θὰ ἐλλείπῃ δὲ μόνον ποσὸν ἐκ δρ. 500,000 περίπου διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν μέχρις Ἰουνίου 1891 τόκων τοῦ δανείου. Τοῦ ἀναδόχου ὅμως ὄντος ὑποχρέου διὰ τὴν καταβολὴν ταύτην, ὑπάρχει πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ Δημοσίου ἡ ἐκ φράγκων 450,000 ἀρχικὴ ὑπ’ αὐτοῦ κατατεθεῖσα ἐγγύησις, ὡς καὶ αἱ λόγῳ ἐγγυήσεως διὰ τὰ ἔργα ἐνεργούμεναι κρατήσεις 10% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν ἐκτελουμένων ἔργων. Ἐκ τῶν αὐτῶν κρατήσεων δύναται νὰ ἀσφαλισθῇ τὸ Δημόσιον διὰ τοὺς καταβληθησομένους τόκους μετὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1891 καὶ μέχρις ἐντελοῦς ἀποπερατώσεως τῶν ἔργων, ἐκτὸς ἐὰν κριθῇ σκόπιμον νὰ ἐνεργηθῶσι καὶ νέαι συμπληρωματικαὶ κρατήσεις ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν κατὰ μῆνα ἐν τῷ μέλλοντι πιστοποιηθησομένων ἔργων». Ἐγὼ οὐδὲν ἕτερον ἔπραξα ἢ νὰ ἐπαναλάβω τὰ παρ’ ὑμῶν λεχθέντα. Σεῖς τὰ εἴπετε, καὶ ἐγὼ τὰ ἐπανέλαβον, ἵνα σᾶς ἀποδείξω, ὅτι τότε ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς ἐπιχειρήσεως ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἠδύνατο διὰ δαπάνης 560,000 δραχμῶν νὰ συμπληρωθῇ τὸ ἔργον.
§92ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀληθῶς τοιαύτη ἦτο ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου μοὶ ἔδωκαν κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1891· ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1891, ἤτοι μετὰ τὸν Φεβρουάριον, οἱ πιθανοὶ κίνδυνοι μοὶ ἐφάνησαν πολλῷ μεγαλείτεροι ἢ οἵους μοὶ εἶχεν ἀνακοινώσει ἡ ὑπηρεσία, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν Βουλήν· διὰ τοῦτο ἔσπευσα νὰ προσθέσω 25% κράτησιν ἐπὶ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἤθελον πληρόνεσθαι εἰς τὸν κ. Ρολὲν, ἵνα παρασκευάσω ἐγγυήσεις ἰσχυροτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας εἴχομεν. Ἀλλ’ ἐὰν, ἐκπληροῦντος τοῦ κ. Ρολὲν τὰς ὑποχρεώσεις του, ἔλειπον μόνον ἐκ τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου 560,000 δραχμῶν, δὲν εὑρίσκετε, ὅτι, κηρυχθέντος ἐκπτώτου τοῦ κ. Ρολὲν, ἦτο εὕρημα νὰ κατορθώσωμεν νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν τὸ δημόσιον ταμεῖον, εἰμὴ διὰ 724,000, ἀντὶ τῶν 560,000, αἱ ὁποῖαι ἤθελον μᾶς λείψει, ἐὰν ὁ κ. Ρολὲν δὲν ἤθελε κηρυχθῆ ἔκπτωτος; Δὲν πρέπει νὰ ἀφήσω ἄνευ ἀνασκευῆς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπε περὶ τῆς συμβάσεως, ἥτις εἶχε συνομολογηθῆ κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον τοῦ 1891 μεταξὺ τῆς Βιομηχανικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ κ. Ρολὲν, καὶ ἥτις εἶχε τότε ὑποβληθῆ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς ἔγκρισιν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ συνεζητήσαμεν ἐπανειλημμένως τὴν σύμβασιν, ἡ ὁποία εἶχε συνομολογηθῆ μεταξὺ τοῦ κ. Ρολὲν καὶ τῆς Βιομηχανικῆς Τραπέζης, καὶ τοὺς ἐν αὐτῇ ὅρους τῶν ὁποίων τὴν ἔγκρισιν ἐζήτουν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἡ Βιομηχανικὴ Τράπεζα πληρώσῃ εἰς τὸν κ. Ρολὲν τὰ 2,000,000, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν σύμβασιν ἐκείνην ἔμελλε νὰ πληρώσῃ αὐτῷ. Καὶ ἐπειδὴ ἡ μνήμη μου δὲν τυγχάνει πλέον τόσῳ ἀκμαία, ἐπικαλοῦμαι τὴν ἰσχυροτέραν μνήμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ὁ ὁποῖος ἐτύγχανε τότε συνάδελφος ἡμῶν. Ἐνθυμοῦμαι λοιπὸν, ὅτι τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον προεκαλέσαμεν, ἐπεκύρου πάντας τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους εἶχε συνομολογήσει ἡ Βιομηχανικὴ Τράπεζα μετὰ τοῦ κ. Ρολὲν, πλὴν τῶν ὅρων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους δὲν εἴχομεν τὴν ἐξουσίαν νὰ κυρώσωμεν. Ἐνθυμοῦμαι δὲ μάλιστα, ὅτι, ὅτε τὸ διάταγμα ἐδημοσιεύθη καὶ ἐκοινοποιήθη εἰς τὴν Βιομηχανικὴν Τράπεζαν, αὕτη ἐτήρει ἄκραν σιγὴν, ἐνῷ περιεμένομεν νὰ μᾶς ἀνακοινώσῃ, ἂν ἐσκόπει νὰ ἐκτελέσῃ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως· ἠρώτων δὲ κατ’ ἐπανάληψιν τὸν κ. Ρολὲν, ἂν ἔλαβε παρὰ τῆς Βιομηχανικῆς τὰ συμφωνηθέντα δύο ἑκατομμύρια, ὁ δὲ κ. Ρολὲν ἤγειρε πάντοτε τοὺς ὤμους, ὅταν ἀπηύθυνον αὐτῷ τὴν ἐρώτησιν, μοὶ ἔλεγε δὲ, ὅτι ἐξηκολούθει τὰς συνεννοήσεις αὐτοῦ μετὰ τῆς Βιομηχανικῆς, ἥτις, καθ’ ἃ μοὶ ἔλεγε τότε ὁ κ. Ρολὲν, εἶχε δυσκολίας. Καὶ ποίας εἶχε δυσκολίας; Ἡ Βιομηχανικὴ Τράπεζα ἠξίου νὰ ὑποκαταστήσῃ τὸν κ. Ρολὲν, ἀλλὰ μόνον εἰς τὰ δικαιώματα, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, ἐνῷ κατὰ τὸ ἐκδοθὲν βασιλικὸν διάταγμα ἀνεγνωρίζετο μὲν ὡς ὑποκατάστατος τοῦ κ. Ρολὲν, ἀλλὰ καὶ ἐν τοῖς δικαιώμασι καὶ ἐν ταῖς ὑποχρεώσεσι, τοῦτο δὲ δὲν ἔστεργεν ἡ Βιομηχανική. Τότε ἠναγκάσθην νὰ λύσω τοὺς προκύπτοντας δισταγμοὺς, καὶ ἀπηύθυνα αὐτῇ ἔγγραφον, καλέσας αὐτὴν νὰ ἀποφανθῇ, ἂν σκοπῇ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν διὰ τοῦ διατάγματος κυρωθεῖσαν συμφωνίαν, τὴν ὁποίαν εἶχε συνομολογήσει μετὰ τοῦ κ. Ρολέν· ἡ δὲ Βιομηχανικὴ Τράπεζα ἀπήντησεν ἀρνητικῶς. Διατί; Διότι ἐπεθύμει νὰ μὴ ὑποχρεωθῇ νὰ ὑποκαταστήσῃ τὸν κ. Ρολὲν καὶ ἐν ταῖς ὑποχρεώσεσιν αὐτοῦ. Ἡ ἀξίωσις ἦτο ὄντως παράλογος, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ νὰ ὑποκαταστήσῃ τὸν κ. Ρολὲν ἐν μόνοις τοῖς δικαιώμασι καὶ οὐχὶ ἐν ταῖς ὑποχρεώσεσιν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Βιομηχανικὴ Τράπεζα διοικεῖται ὑπ’ ἀνθρώπων διακρινομένων ἐπὶ νοημοσύνῃ καὶ ἐμβριθείᾳ, δὲν ἐπειθόμην ὅτι σπουδαίως ἐπρόβαλε τότε ταῦτα, κρίνω δὲ πιθανὴν ἄλλην πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον, καὶ καθ’ ἣν ἡ Βιομηχανικὴ Τράπεζα ἐπροτίμησε νὰ ἀθετήσῃ τὰ συμφωνηθέντα, διότι εἶχε πεισθῆ, ὅτι αἱ δαπάναι, αἵτινες ἀπῃτοῦντο, ἵνα κατασκευασθῇ ὁ σιδηρόδρομος ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Διαβολίτσιον, ἦσαν πολλῷ ὑπέρτεραι τῶν δύο ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἔδιδεν εἰς τὸν κ. Ρολέν. Τοῦτο ἐδειλίασεν αὐτὴν καὶ ἐζήτει θύραν, ἵνα ἐξέλθῃ μίαν ὥραν πρότερον, ὅπως μὴ περιπλακῇ εἰς τὴν ὑπόθεσιν, διότι, ἂν ἔδιδε τὰ δύο ἑκατομμύρια, ὁ κ. Ρολὲν ἤθελε δαπανήσει αὐτὰ, δὲν ἤθελε δὲ περαιωθῆ δι’ αὐτῶν ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ, καὶ ἤθελον αὖθις εὑρεθῆ ἐν τῇ ἀμηχανίᾳ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἤλεγξεν ἡμᾶς, διατὶ δὲν προεκαλέσαμεν τὴν ἔγκρισιν τοῦ μετὰ τοῦ κ. Ρολὲν συμφωνητικοῦ τῆς Βιομηχανικῆς τὴν αὐτὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν τοῦτο μᾶς εἶχεν ὑποβληθῆ, ἵνα μὴ ἀφήσωμεν εἰς τὴν Βιομηχανικὴν τὸν καιρὸν νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα καὶ μεταβάλῃ γνώμην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέλαβεν ἴσως, ὅτι ἡμεῖς κυβερνῶντες τὴν χώραν προσῆκε νὰ κυβερνῶμεν ὡς μεσῖται, εἴτε ὡς κοινοὶ κερδοσκόποι, μηδὲν ἔχοντες πρὸ ὀφθαλμῶν, εἰμὴ νὰ κερδήσωμεν, ἔστω καὶ ἐπὶ καταστροφῇ τῶν ἄλλων· ἀλλὰ τοιαύτη πολιτεία εἶναι ἀνάρμοστος εἰς τὴν διοίκησιν, οὐδ’ ἐπιτρέπεται αὐτῇ διὰ τοιούτων μέσων νὰ παρασκευάσῃ τὴν ζημίαν ἢ τὴν καταστροφὴν πιστωτικοῦ καταστήματος...
§93ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι πιστωτικὸν κατάστημα τοῦ τόπου.
§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. νὰ ἐκβιάσῃ τὴν εἰρημένην Τράπεζαν νὰ ἀναλάβῃ ὑποχρεώσεις, αἵτινες ἠδύναντο νὰ φέρωσι τὸν κλονισμὸν αὐτῆς, τὴν πτώχευσίν της. Οὐ μόνον τοιοῦτόν τι ἤμην ἀνίκανος νὰ πράξω, πολλὰ προσεπάθησα καὶ εὐκολίας νὰ παράσχω αὐτῇ· ὅτε δὲ ὁ κ. Θεόδωρος Γκίκας, διευθυντὴς αὐτῆς, μοὶ παρέστησεν, ὅτι ἡ Βιομηχανικὴ Τράπεζα δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ τὴν ἐκ 450 χιλιάδων φράγκων ἐγγύησιν τοῦ κ. Ρολὲν, τὴν ἐν αὐτῇ κατατεθειμένην, ἐγὼ προσεπάθησα νὰ ἀπαλλάξω αὐτὴν τῆς δυσκολίας, στέρξας νὰ συμψηφίσω τὸ ποσὸν μὲ χρέος τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Βιομηχανικὴν Τράπεζαν, ἵνα μὴ φέρω τὸν κλονισμὸν τοῦ καταστήματος. Ἡ Βιομηχανικὴ Τράπεζα δὲν ἔστερξε νὰ ἐκτελέσῃ τὰς συμφωνίας, τὰς ὁποίας εἶχε συνομολογήσει μετὰ τοῦ κ. Ρολὲν, φωτισθεῖσα καλλίτερον περὶ τῶν πραγμάτων, καὶ διϊδοῦσα ὅτι ἤθελεν ἴσως ὑποβληθῆ εἰς ζημίαν ὑπέρογκον, ἥτις ἤθελεν ἐπιφέρει τὴν πτῶσιν τοῦ καταστήματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνέδραμεν εἰς τὸ δάνειον τῶν 24 ἑκατομμυρίων, τὸ συνομολογηθὲν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, καὶ παρέστησεν ὅτι οἱ ὅροι, ὑφ’ οὕς συνωμολογήθη, ἦσαν συμφέροντες, καὶ ὅτι ἡ πρόνοια τῆς Κυβερνήσεως ἦτο συνετὴ καὶ ἐπιβαλλομένη ὑπὸ τοῦ καθήκοντος τῆς διοικήσεως. Ἐγὼ ὀλιγώτερον βεβαίως παντὸς ἄλλου δύναμαι ν’ ἀμφισβητήσω τὴν μεγάλην χρησιμότητα τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν, ὅταν περαιωθῇ. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι, ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου, καὶ τότε τυγχάνων Πρωθυπουργὸς, εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκυροῦτο σύμβασις συνομολογηθεῖσα μετά τινος ἐργολάβου διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου–Ἀγρινίου, δὲν εἰσήγαγε δὲ συγχρόνως καὶ σύμβασιν περὶ κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἀλλ’ ἐπρότεινε μόνον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδίδετο αὐτῷ ἡ ἄδεια νὰ ἀνεύρῃ ἐργολάβον καὶ συνομολογήσῃ μετ’ αὐτοῦ σύμβασιν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἤλεγξα αὐτὸν, διότι ἀνόμοια ἐπρότεινε διὰ τοὺς δύο τούτους σιδηροδρόμους μέτρα, μὴ μεριμνήσας ἐξ ἴσου περὶ αὐτῶν. Ἡ κατασκευὴ τῆς γραμμῆς Μεσολογγίου–Ἀγρινίου τυγχάνει τμῆμα σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, ἥτις δύναται νὰ θεραπεύσῃ ἀνάγκας τῆς διοικήσεως, ὑπὸ τῶν πολιτικῶν συμφερόντων τῆς χώρας ἐνδεικνυμένας· τὰς ἀνάγκας ταύτας δύναται νὰ βεβαιώσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ὑπὲρ πάντα ἄλλον ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, τοῦ ὁποίου τὴν πατρίδα θέλει συνδέσει μετὰ τοῦ Μεσολογγίου τῆς ὅλης γραμμῆς ἡ κατασκευή. Ἀλλὰ τὸ τμῆμα, τοῦ ὁποίου τὴν κατασκευὴν ἔσπευδε νὰ ἀναθέσῃ εἰς ἐργολάβον διὰ τῆς συμβάσεως, ἣν τότε εἰσῆγεν, ἦτο ἥσσονος σπουδαιότητος ἄξιον, οὐδ’ ἠδύνατό τις νὰ προσδοκᾷ ἐξ αὐτοῦ τὰ ὀφέλη, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προσδοκᾷ ἐκ τῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν. Μοὶ ἐφάνη ἑπομένως παράξενον, ἠπόρησα, πῶς εἰσῆγε μελέτην πλήρη καὶ τελείαν περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου–Ἀγρινίου, εἰσῆγε σύμβασιν, ἐνῷ περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν οὐδὲν εἰσῆγε πλῆρες, ἢ ἀποδεικνῦον ἔναρξιν κἄν, ἀλλ’ εἰσῆγεν ἐλπίδα, ὅτι ἤθελε μεριμνήσει νὰ εὕρῃ ἐργολάβον, ἵνα διαπραγματευθῇ μετ’ αὐτοῦ περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς γραμμῆς ταύτης. Καὶ ἔλεγον: δὲν ἀνέβαλλε κἄν τὴν εἰσαγωγὴν τῆς συμβάσεως καὶ περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς γραμμῆς Μεσολογγίου–Ἀγρινίου, ἕως ἂν εὕρῃ καὶ συνομολογήσῃ σύμβασιν τοιαύτην καὶ περὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν; Ἐμειδίασα λοιπὸν τότε διὰ τὰς ἐλπίδας, δι’ ὧν ἐζήτει νὰ θρέψῃ ἡμᾶς τοὺς ἐνδιαφερομένους διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ οὗτος ὠργίσθη, καὶ δὲν ἀφῆκεν αὐτὸν ἡ ὀργὴ οὐδὲ μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν εὗρε τὸν κ. Ρολὲν ὡς ἐργολάβον, καὶ συνωμολόγησε μετ’ αὐτοῦ τὴν περὶ κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν σύμβασιν, καὶ καθ’ ὃν χρόνον εἰσῆγεν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν. Εἰσάγων τότε αὐτήν, ἀνεμνήσθη τοῦ ἐμοῦ μειδιάματος, καὶ ἐφαντάσθη ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποτύχω κατὰ τὰς ἐκλογάς, καὶ ἐδήλωσε τὴν εὐχάριστον ἐλπίδα, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ σιδηρόδρομος Μύλων–Καλαμῶν ἤθελε μοὶ χρησιμεύσει νὰ τραπῶ τὴν εἰς Ἀθήνας ἄγουσαν, ἀποδιωκόμενος ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς μου. Ἐθέρμανε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἡ τοιαύτη ἐλπίς, ὅσον τὸ συμβεβηκὸς ἤθελεν εἶσθαι εἰς ἐμὲ δυσάρεστον. Ἀλλ’ ὡς ἐῤῥυθμίσθησαν τὰ πράγματα τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἐῤῥυθμίσθησαν ταῦτα ὑπὸ συμφέροντας ὅρους; Βεβαίως, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν ἀναφέρει, ὅτι συνωμολογήθη δάνειον ἐπὶ τόκῳ 6%, καὶ πρὸς 80%. Ἀλλ’ ἂν τὸ δάνειον συνωμολογήθη ἐπὶ 6% ἐπὶ τοῦ ὀνοματικοῦ, δὲν ἀνέρχεται ὁ ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ τόκος εἰς 7½%; Καὶ νομίζει ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἦτο πρέπον νὰ δανεισθῇ ἡ Κυβέρνησις πρὸς 7½% διὰ τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμου; Δὲν νομίζει, ὅτι, ἐὰν αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τοῦ Κράτους, ἐὰν ἡ πίστις αὐτοῦ δὲν κατήρχετο εἰς ὅρους τόκου ἥσσονος τῶν 7½%, ὅτι προσῆκε νὰ ἀναμείνῃ νὰ εὕρῃ τὸ δάνειον κατὰ τοὺς εὐτυχεῖς ἐκείνους χρόνους, τοὺς ὁποίους ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶχε παρασκευάσει, ἵνα δανειζώμεθα πρὸς 6 ἢ πρὸς 5¾%, ὡς ἰσχυρίσθη πολλάκις; Ἢ νομίζετε ὅτι ἀγνοοῦμεν, ὅτι, ὅτε ἐδανείζεσθε ἐπὶ τόκῳ 6 καὶ 5 καὶ ¾%, δὲν ἐδανείζεσθε χρήματα, διότι ἐδανείζεσθε πρὸς τροπὴν προηγουμένων δανείων, ἐλαμβάνετε δὲ παρὰ τῶν δανειζόντων ὑμᾶς οὐχὶ χρήματα, ἀλλ’ ὁμολογίας τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα τότε ἐτρέπετε; Καὶ ἐλαμβάνετε, ὡς εἴπετο, τὰς ὁμολογίας τοῦ τρεπομένου δανείου εἰς τὴν ὀνομαστικήν των ἀξίαν, ἐνῷ ἡ ἀγοραία αὐτῶν ἀξία, ἡ πραγματική, δὲν ἀνήρχετο οὐδ’ εἰς τὰ δύο τρίτα τῆς ὀνομαστικῆς! Ἐὰν δ’ οἱ δανείζοντες ὑμᾶς κατώρθουν νὰ γνωρίζωσι ποῖα δάνεια ἔμελλον νὰ τραπῶσιν, ὅπερ δὲν ἦτο ἀκατόρθωτον, καὶ ἠγόραζον τὰς ὁμολογίας πρὸ πάσης διαπραγματεύσεως τοῦ δανείου, θὰ ἠγόρασαν ἴσως αὐτὰς πρὸς 310 ἢ 320 φράγκα τὴν ὁμολογίαν, ἧς ἡ ὀνομαστικὴ ἀξία ἦτο φράγκα 500. Ἀλλ’ οὐχὶ 190 ἢ 180 φράγκα καθ’ ὁμολογίαν ἂν ἐκέρδαινον, ἀλλὰ μόνον 170 φράγκα, ἀπορίας ἄξιον εἶναι, πῶς ἐδανείζεσθε ἐπὶ τόκῳ 6% καὶ δὲν ἐδανείζεσθε ἐπὶ τόκῳ 4% μόνον, ἀφοῦ πρὸς αὐτούς, οἵτινες σᾶς ἔδιδον ἀντὶ χρημάτων ὁμολογίας, κερδαίνοντες 170 φράγκα καθ’ ὁμολογίαν, ὑμεῖς ἐδίδετε αὖθις τὰς ὁμολογίας τοῦ νέου δανείου πρὸς 66%, ἀντὶ 330 φράγκων, ἐνῷ ἐτιμῶντο 500. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐδανείζεσθε ἐπὶ τόκῳ 6 ἢ 5 καὶ ¾%, καὶ τοιουτοτρόπως εἴχετε ὑψώσει τὴν οἰκονομικὴν πίστιν τοῦ Κράτους κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, καὶ ὅμως ἐδανείσθητε ἐπὶ τόκῳ 7 καὶ ½% τὰ χρήματα διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν. Ἀλλὰ ἐδανείζεσθε τότε ἐπὶ τοσούτῳ τόκῳ, οὐχὶ διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἀλλὰ δι’ ἄλλην ἀνάγκην, ἣν εἴχετε, τὴν ἀνάγκην τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῆς ἑξαμηνίας ἐκείνης, διὰ νὰ πορισθῆτε τὰ 10 ἑκατομμύρια χρυσοῦ, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύνασθε νὰ πορισθῆτε διὰ δανείου κατ’ ἄλλον τρόπον συνομολογουμένου, ἀφοῦ εἴχετε δανεισθῆ διὰ προκαταβολῆς τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1887 τὰ 10,200,000 φράγκα εἰς χρυσὸν, ὡς εἴχετε δανεισθῆ διὰ προκαταβολῆς καὶ διὰ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ 1888 τὰς 400 χιλιάδας λίρας τοῦ κ. Γίψ. Ταῦτα ἠνάγκασαν ὑμᾶς νὰ σπεύσητε νὰ δανεισθῆτε λόγῳ κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, καὶ νὰ ῥυθμίσητε ὡς ἐῤῥυθμίσατε τὰ περὶ τούτου, διὰ τὰ ὁποῖα καυχᾶται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μετέχει δὲ τῶν καυχημάτων αὐτοῦ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐνῷ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν κεῖνται τὰ ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐφθάσατε. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐπέκρινεν ὑμᾶς, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, διότι τὸ δάνειον αὐτὸ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, καὶ τοῦτο μετετρέψατε ὀλίγον μετὰ τὴν συνομολόγησίν του, ἓν ἔτος μετ’ αὐτὴν, διότι συνωμολογήσατε αὐτὸ κατὰ τὸ 1888 καὶ μετετρέψατε κατὰ τὸ 1889.
§95ΡΑΛΛΗΣ. Μετὰ ἓξ μῆνας.
§96ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἀκούετε, ὅτι ἐντὸς χρόνου βραχυτέρου τοῦ ἔτους μετετρέψατε αὐτὸ, ἤτοι ἐπληρώσατε 500 φράγκα καθ’ ὁμολογίαν ἀντὶ τῆς τιμῆς τῶν 380, εἰς ἣν εἴχετε πωλήσει αὐτάς. Πόση ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς τιμῆς, ἐφ’ ᾗ ἐπωλήσατε τὰς ὁμολογίας, ὅτε συνωμολογήσατε τὸ δάνειον, καὶ τῆς τιμῆς, ἐφ’ ᾗ ἠγοράσατε αὐτὰς, ὅτε τὸ μετατρέψατε; Καὶ μόνον ὁ τόκος τῶν 7½% ἐπεβάρυνε τὸ δημόσιον ταμεῖον;...
§97ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὸ ἓν ἐπλήρονεν 6%, τὸ ἄλλο 4%.
§98ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 6 ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ, 4 ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ· ἀλλ’ ἂν ὑπολογίσητε, θέλετε ἴδει πόσην ὑπέστημεν ζημίαν... Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπέκρινεν ἡμᾶς, διότι δὲν προέβημεν νὰ κηρύξωμεν ἔκπτωτον τὸν κ. Ρολὲν κατὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον τοῦ 1891, ὅτε παρέσχομεν αὐτῷ εὐκολίας, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι, ἐὰν ἐκηρύττομεν αὐτὸν τότε ἔκπτωτον, ἠθέλομεν εὕρει προχείρως ἄλλον ὑποκατάστατον καὶ ἀναθέσει εἰς αὐτὸν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Θέλω πείσει ὑμᾶς, ὅτι σφάλλεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τοιαῦτα προβάλλων εἰς τὴν Βουλὴν, θέλω δ’ ἐξηγήσει ὑμῖν τὰς συνεπείας, αἵτινες ἤθελον ἐπέλθει, ἐὰν ἐκηρύττομεν ἔκπτωτον τὸν κ. Ρολὲν κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, καὶ τὰς συνεπείας αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον, ἐπειδὴ παρέσχομεν αὐτῷ εὐκολίας. Ἐὰν παρείχομεν εἰς τὸν κ. Ρολὲν τότε τὰς εὐκολίας, ἃς παρέσχομεν αὐτῷ, ἤτοι, ἂν συνηνοῦμεν νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία τῆς περαιώσεως τῆς γραμμῆς ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου 1891 μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 1892, ἠθέλομεν ζημιωθῆ τὸ ποσὸν τῶν διαμέσων τόκων ἐπὶ μῆνας ὀκτὼ ἐπὶ κεφαλαίου δαπανηθέντος πρὸς κατασκευὴν τοῦ τμήματος Μύλων–
Τριπόλεως ································ δρ. 7,080,000
πρὸς κατασκευὴν τοῦ μὴ περαιωθέντος τμή-
ματος Τριπόλεως–Διαβολιτσίου ············· δρ. 3,000,000
καὶ εἰς ἀγορὰν κινητοῦ ὑλικοῦ ············ δρ. 730,000
ἤτοι ἐν ὅλῳ ······························ δρ. 10,810,000
Ἀνήρχετο δὲν τὸ ποσὸν τῶν πληρωτέων διὰ τὰ 10,810,000 τόκων πρὸς 6% ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας εἰς δραχ. 432,400· ἐὰν δὲ δὲν ἀπεδεχόμεθα τὰς προτάσεις τοῦ κ. Ρολὲν, ἂν ἠρνούμεθα νὰ παράσχωμεν αὐτῷ τὰς εὐκολίας, ἃς τῷ παρέσχομεν, καὶ ἐκηρύσσομεν αὐτὸν ἔκτοτε ἔκπτωτον, δὲν ἠθέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ πληρώσωμεν καὶ τότε ἡμεῖς τοὺς διαμέσους τούτους τόκους; Τίς ἤθελε πληρώσει αὐτούς; Καὶ προσέτι δὲν ἤθελε περαιωθῆ καὶ τὸ τμῆμα ἀπὸ Μύλων εἰς Τρίπολιν, διότι καὶ τοῦτο ἤθελε τότε ἐγκαταλειφθῆ ἀτελές. Ἀληθῶς, ἂν ἐπράττομεν ὅ,τι ἐπράξαμεν, δὲν ἦτο ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ μετὰ δύο ἔτη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταγγείλῃ τὴν πρᾶξιν ἡμῶν ὡς ἐπιζήμιον· ἀλλ’ ἂν δὲν ἐπράττομεν ὅ,τι ἐπράξαμεν, ἂν ἐκηρύσσομεν ἔκτοτε ἔκπτωτον τὸν κ. Ρολὲν, ἤθελον ἐπικρίνει ἡμᾶς καὶ καταγγείλει τὴν ἀπερίσκεπτον ἄρνησιν ἡμῶν, οὐχὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ πᾶσα ἡ κοινωνία, ἀλλ’ ὁ λαὸς τῆς Μαντινείας καὶ τῆς Πελοποννήσου, διότι ἕνεκα τῆς τοιαύτης ἀρνήσεως ἡμῶν ἀκόμη καὶ νῦν ἤθελεν εἶσθαι ἀτελείωτον τὸ τμῆμα ἀπὸ Μύλων εἰς Τρίπολιν· ἑπομένως προτιμῶμεν νὰ ἐγκαλώμεθα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν μόνον, νὰ μὴ ἐγκαλώμεθα δὲ ἀπὸ τὴν κοινωνίαν καὶ ἀπὸ τοὺς συμπολίτας ἡμῶν.
§99ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναβάλωμεν.
§100ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Πῶς θὰ ἀναβάλητε;
§101ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν, διὰ νὰ μεταβῶμεν νὰ γευματίσωμεν.
§102ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ἀναβάλητε σεῖς, πρέπει νὰ ἀναβάλῃ ἡ Βουλή.
§103ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε φέρω ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολέκτου, τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Χατζηνικολῆ).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτία· παρόντες 120. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἐθνικοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου. Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως ἄρθρων τοῦ ᾼΦΛΗ’ νόμου περὶ καταρτισμοῦ στελέχους ἀξιωματικῶν τῆς ἐφεδρείας).
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀδείας πρὸς ἐκποίησιν ἀργυρούχων ὀρυκτῶν τῆς Μήλου. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως!
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§107ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ ἀπαιτεῖται ἡ ὁμόφωνος γνώμη τῆς ἐννεαμελοῦς ἐπιτροπῆς. Θὰ παρεκάλουν ἀντὶ τοῦ «ὁμόφωνος» νὰ τεθῇ «κατὰ πλειοψηφίαν», διότι θὰ ἦναι δύσκολον ἐννέα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς νὰ εὑρεθῶσι τῆς αὐτῆς γνώμης. Ἂν ἓν καὶ μόνον μέλος διαφωνήσῃ, τότε ματαιοῦται ὁ νόμος καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἂν θέλωμεν λοιπὸν νὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος, πρέπει νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ τροποποίησις.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Θήρας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2, 3 καὶ 4 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§110ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐπὶ τῶν γαιῶν, αἵτινες περιέχουν βαρυτίνην καὶ δὲν ἀνήκουν εἰς τὸ Δημόσιον, νὰ κανονίζηται τὸ μέρισμα διὰ Β. Διατάγματος. Μετὰ τὴν λέξιν «δημοπρασίας» νὰ προστεθῶσιν «ὡς καὶ τὸ δικαίωμα τῶν ἰδιοκτητῶν τῆς γῆς καὶ τοῦ τυχὸν εὑρέτου».
§111Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναται νὰ κανονισθῇ διὰ Β. Διατάγματος δικαίωμα εὑρέτου καὶ ἰδιοκτήτου τῆς γῆς. Ταῦτα μόνον διὰ νόμου κανονίζονται.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Θήρας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ἑδρῶν καὶ μαθημάτων τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου.
§114ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου πληροῦται μία τῶν ὑπαρχουσῶν ἐλλείψεων ἐν τῷ ἀνωτάτῳ ἡμῶν ἐκπαιδευτηρίῳ, ἀλλὰ δὲν θεραπεύεται διὰ τοῦ καθορισμοῦ τῶν ἑδρῶν αὐτοῦ ἡ «διηνεκὴς σύγχυσις καὶ ἀκοσμία», αἱ κατὰ τὸν συντάκτην τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπικρατοῦσαι ἐν τῷ Ἐθνικῷ ἡμῶν Πανεπιστημίῳ. Κατ’ ἐμὲ ὅμως τοιαῦται διηνεκεῖς ἀτασθαλίαι δὲν ὑφίστανται ἐν τῷ πανελληνίῳ ἡμῶν ἐκπαιδευτηρίῳ. Δὲν ἀπεκδέχομαι τὴν ὕβριν ταύτην κατὰ τοῦ Ἑλικῶνος τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, καὶ διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς ἀσεβείας ταύτης ἐν ὀνόματι τῆς ἱερᾶς ὑποχρεώσεως, ἣν πρὸς αὐτὸ ὀφείλω. Διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς βεβήλου ταύτης φράσεως ἐν ὀνόματι τοῦ ἐξ Ἀμερικῆς ἀειμνήστου Οὐίνθροπ, τοῦ δωρησαμένου τὰ πρῶτα βιβλία τῇ πανεπιστημιακῇ ἡμῶν βιβλιοθήκῃ. Διαμαρτύρομαι ἐν ὀνόματι τῶν ἀειμνήστων ἱδρυτῶν καὶ δωρητῶν καὶ τῶν ἐν αὐτῷ διδαξάντων καὶ διδασκόντων σοφῶν ἀνδρῶν καὶ τῶν ἀποφοίτων αὐτοῦ, τῶν εἰς πᾶσαν γωνίαν, ἐλευθέραν καὶ δούλην, ἑλληνικῆς γῆς μεταδιδόντων τὰ φῶτα καὶ τὸ ἱερὸν τοῦ Ἑλληνισμοῦ πῦρ. Διαμαρτύρομαι ἐν ὀνόματι τῆς ἐξ Ὕδρας ἐκείνης ὑπηρετρίας, τῆς κληροδοτησάσης τῷ ἐθνικῷ ἡμῶν Πανεπιστημίῳ, κατὰ τὰς ὑστάτας αὐτῆς πνοὰς, τὰς μόνας ἴσως 200 δραχμὰς αὐτῆς. Διαμαρτύρομαι ἐν ὀνόματι τοῦ γέροντος ἐκείνου Κρητὸς ἀγωνιστοῦ, τοῦ ἀφιερώσαντος τῷ Ἐθνικῷ ἡμῶν Πανεπιστημίῳ γονυπετῶς καὶ ἐν δακρύοις πρὸ τῶν προπυλαίων αὐτοῦ τὴν σπάθην καὶ τὸ πυροβόλον αὐτοῦ, τὰ μόνα ἱερὰ κειμήλια τῆς περιουσίας αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτη σύγχυσις καὶ ἀκοσμία δὲν ὑφίσταται ἐν τῷ ἀνωτάτῳ ἐκπαιδευτικῷ ἡμῶν καθιδρύματι, βεβαίως ὅμως δὲν εἶναι πλήρης καὶ κανονικὴ καὶ τελεία ἡ λειτουργία αὐτοῦ· καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖ τοιαύτη, διότι ἡ διηνεκὴς τῶν ἐπιστημῶν πρόοδος, τὸ σήμερον τέλειον καθίστησιν αὔριον ἀτελές. Καὶ ἐντεῦθεν αἱ ἐπιβαλλόμεναι ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ βελτιώσεις. Κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, τὸ ζήτημα εἶναι ὑψίστης σπουδαιότητος, καὶ ἴσως εἶναι τὸ σπουδαιότερον πάντων τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον συζητηθέντων. Διὸ καὶ δὲν εἶναι ἔργον οὔτε τῆς Βουλῆς, οὔτε τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε τοῦ Πανεπιστημίου, ἀλλὰ πάντων συλλήβδην. Ἔπρεπε πρῶτον νὰ ἐρωτηθῇ ἡ γνώμη τῶν εἰδικοτήτων, τῶν Σχολῶν, τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ὕστερον νὰ ἐπιληφθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Ἠκούσατε, ὅτι ἠρωτήθησαν καὶ εἰδικοὶ ἄνδρες καὶ τὸ Πανεπιστήμιον, καὶ ἐζητήθη καὶ ἡ γνώμη ὑμῶν· ἀλλ’ ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἐρωτήσας πολλοὺς τῶν διαπρεπῶν τοῦ Πανεπιστημίου καθηγητάς,—καὶ μάλιστα τοὺς φίλα φρονοῦντας τῷ ἀξιοτίμῳ Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως;—ἤκουσα παραπονουμένων αὐτῶν, διότι δὲν ἐζητήθη καὶ ἡ γνώμη των ἐπὶ τοσοῦτον σπουδαίου ζητήματος. Δὲν ἠρωτήθησαν οἱ ἰατροί, οἱ φιλόλογοι, οἱ μαθηματικοὶ καὶ οἱ λοιποὶ τοῦ Πανεπιστημίου καθηγηταὶ καὶ οἱ τῶν ἐπιστημῶν ἐν γένει ἐργάται. Ἀλλ’ ἠρκέσθησαν εἰς τὴν σοφίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, τὴν ἐγκεκλεισμένην ἔν τινι δωματίῳ αὐτοῦ, τοῦ ὁποίου αἱ διαστάσεις δὲν ὑπερβαίνουσι τὰ εἴκοσι κυβικὰ μέτρα! (Εὖγε!) Δυστυχῶς, Κύριοι, ἀπωλέσαμεν καὶ τὴν τῶν προγόνων ἡμῶν μετριοφροσύνην, τὴν μὴ ἐπιτρέπουσαν νὰ λέγωνται κἂν οἱ Σωκράται καὶ Πλάτωνες καὶ Ἀριστοτέλεις σοφοί, ἀλλὰ φιλόσοφοι· ἤδη ὅμως πάντες ἀξιοῦσιν, ὅτι εἶναι σοφοί, καὶ μάλιστα οἱ ὑπούργημά τι ἔχοντες, ἔστω καὶ ὑπαλληλίσκου. Δὲν εἶναι, κατ’ ἐμέ, τὸ ὑπὸ συζήτησιν ζήτημα οὔτε κυβερνητικὸν, οὔτε προσωπικὸν, ἀλλ’ ἐθνικὸν, διότι τὸ Πανεπιστήμιον εἶναι ἐθνικὸν, εἶναι κτῆμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ κέντρον αὐτοῦ· καὶ εἰς τοῦτο κυρίως πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν, ὀργανοῦντες αὐτό. Πάντες δὲ ἀνομολογοῦσιν, ὅτι εἶναι πλέον ἢ ἐπείγων ὁ ὀργανισμὸς αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις διὰ τῶν περὶ Πανεπιστημίου 130 ἐγκυκλίων, διαταγμάτων καὶ νόμων μικρόν τι ἐβελτίωσαν. Διὰ τοῦ καθορισμοῦ τῶν ἑδρῶν τοῦ Πανεπιστημίου δὲν συμπληροῦται ὁ ἐπιζητούμενος ὀργανισμός. Ἵνα ὀργανωθῶσι τὰ τοῦ Πανεπιστημίου, πρέπει πρὸ παντὸς νὰ κανονισθῶσι τὰ τῶν εἰσιτηρίων ἐν αὐτῷ ἐξετάσεων. Καὶ ἐν ὅσῳ περὶ τούτου δὲν λαμβάνεται πρόνοια, πᾶσα ἄλλη περὶ βελτιώσεως φροντὶς εἶναι ἄνευ σκοποῦ. Κανονίσατε τὰ τῶν εἰσιτηρίων ἐν αὐτῷ ἐξετάσεων, ἵνα ταχέως ἀποκτήσητε ἀληθεῖς ἐπιστήμονας· διότι ἐπὶ τῆς ἄμμου ματαίως ζητεῖτε νὰ ἐποικοδομήσητε· δὲν θὰ ἔχητε θεμέλια· καὶ ἀληθῶς οἱ ἐκ τῶν Γυμνασίων ἐξερχόμενοι στεροῦνται ἐπιστημονικῶν θεμελίων, ἄνευ τῶν ὁποίων ἡ ἀληθὴς ἐπιστήμη δὲν ἱδρύει τὸ μεγαλοπρεπὲς αὐτῆς οἰκοδόμημα. Καὶ μετὰ τοῦτο δέον νὰ κανονισθῶσι τὰ τῶν γενικῶν ἐξετάσεων ἁπασῶν τῶν Σχολῶν, δέον νὰ ἱδρυθῇ προπαρασκευαστικὴ, οὕτως εἰπεῖν, Σχολὴ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ἐν ᾗ νὰ διδάσκωνται πάντα τὰ γενικὰ μαθήματα πασῶν τῶν Σχολῶν ἐπὶ διετίαν ἢ καὶ τριετίαν, καὶ μετὰ αὐστηρὰν δοκιμασίαν νὰ ἐπιτρέπηται νὰ φοιτήσῃ τις εἰς τὰς εἰδικὰς Σχολάς. Ἐκ τῶν σπουδαίων ἐπίσης ζητημάτων εἶναι καὶ τὸ τοῦ διορισμοῦ τῶν καθηγητῶν, διότι αἱ Σχολαὶ δὲν ἐξεπλήρωσαν πάντοτε τὸ ὕψιστον δικαίωμα τῆς προτάσεως μετ’ ἀμεροληψίας ἐπιβαλλομένης εἰς τὴν ἐπιφανῆ αὐτῶν θέσιν· ἀλλὰ εἰς τὰς χεῖρας μόνου τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ χορηγηθῇ πάλιν, θεωρῶ ἐξ ἴσου ἐπισφαλὲς, διότι γνωρίζομεν, ὅτι αἱ πολιτικαὶ ἀνάγκαι εἶναι ἀνώτεραι πασῶν, μάλιστα δὲ τῶν ἐπιστημονικῶν. Ἐπίσης σπουδαῖον ζήτημα εἶναι καὶ τὸ τῶν ἐκτάκτων καθηγητῶν καὶ τῶν ὑφηγητῶν, σχετιζόμενον ἀμέσως μετὰ τοῦ μέλλοντος τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν Πανεπιστημίου, δὲν εἶναι δὲ ἀνάξιον λόγου καὶ τὸ τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας τοῦ Πανεπιστημίου, ἣν μόνον οἰκονομικὸν συμβούλιον πενταετοῦς διαρκείας ὤφειλε νὰ διαχειρίζηται, διότι πολλάκις ἡ ἄγνοια τῶν ὑπευθύνων γίνεται πρόξενος οὐχὶ μικρῶν ζημιῶν. Πάντα ταῦτα, Κύριοι, καὶ πλεῖστα ἄλλα συναφῆ εἶναι ζητήματα ἀφορῶντα τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου, ἅτινα διὰ νόμου δέον νὰ κανονισθῶσιν. Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μάτην ἤθελέ τις νῦν συζητήσει περὶ αὐτῶν. Δι’ ὅ καὶ περιορίζομαι νὰ ἐκθέσω τὰς ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου παρατηρήσεις μου, καὶ μάλιστα θὰ περιορισθῶ εἰς τὰ τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς, εἰς ἅ, νομίζω, δικαιοῦμαι καὶ δύναμαι νὰ ἐκφέρω γνώμην. Δὲν νομίζω ὀρθὸν τὸν περιορισμὸν τῶν ἑδρῶν τῆς ἑλληνικῆς φιλολογίας εἰς τρεῖς· ἤδη ὑπάρχουσι πέντε καθηγηταὶ τῆς ἑλληνικῆς φιλολογίας, καὶ μόλις ἐπαρκοῦσιν εἰς τὴν διδασκαλίαν τῶν πολλαπλῶν κλάδων αὐτῆς, τῆς ἐγκυκλοπαιδείας τῆς φιλολογίας, τῆς ἑρμηνευτικῆς, τῆς κριτικῆς, τῆς ἐμπειρικῆς γραμματικῆς, τῆς μετρικῆς, τῆς ποιητικῆς, τῆς ῥητορικῆς, τῆς ἑλληνικῆς γραμματολογίας, τῆς παιδαγωγικῆς, θεωρητικῆς καὶ πρακτικῆς καὶ ἄλλων, ἃς νῦν δὲν ἔχω προχείρους, καὶ εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν διαφόρων συγγραφέων, τῶν ἐπικῶν, λυρικῶν καὶ δραματικῶν, τῶν ἱστορικῶν, τῶν φιλοσόφων καὶ τῶν ῥητόρων. Εἶναι πρόδηλος καὶ καταφανὴς ἡ βλάβη ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν δύο ἑδρῶν τῆς φιλολογίας. Δὲν ὑπάρχει δὲ Πανεπιστήμιον τοῦ κόσμου, ἰσότιμον τῷ ἡμετέρῳ, εἰς ὃ τρεῖς μόνον καθηγηταὶ νὰ διδάσκωσι τὰ ἑλληνικὰ γράμματα. Ἐν Λειψίᾳ πέντε καθηγηταὶ διδάσκουσι τὰ τῆς ἑλληνικῆς φιλολογίας, ὁ Hildebrand, ὁ Lipsius, ὁ Wachsmuth, ὁ Paul καὶ ὁ Gardhansen, καὶ πλὴν τούτων ὑπάρχουσιν ἄλλοι διδάσκοντες τὴν γερμανικὴν φιλολογίαν.
§115ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Πόσοι εἶναι οἱ καθηγηταὶ τῆς γερμανικῆς φιλολογίας;
§116ΣΤΑΗΣ. Τρεῖς, ὁ Zarcke, ὁ Biedermann καὶ ὁ Bahder· ἑπομένως ὀκτὼ ἐν ὅλῳ τῆς φιλολογίας· δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονῶμεν, ὅτι παρ’ ἡμῖν οἱ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς εἶναι καὶ τῆς νεωτέρας. Ἐγώ, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλάκις ἐξέφερα τὴν γνώμην μου κατὰ τῆς κλασικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν τῇ μέσῃ ἐκπαιδεύσει. Καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι ἐν μὲν τῇ μέσῃ πρέπει νὰ περιορισθῇ ἡ κλασικὴ ἐκπαίδευσις, ἐν τῇ ἀνωτάτῃ ὅμως τοὐναντίον νὰ εὐρυνθῇ καὶ νὰ ὑποστηριχθῇ πάσῃ θυσίᾳ, διότι τὰ ἑλληνικὰ γράμματα μόνον ἐν Ἑλληνικῷ Πανεπιστημίῳ δύνανται νὰ διδαχθῶσι τελείως· καὶ τοῦτο κατανοήσαντες καὶ οἱ τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων θαυμασταί, ἐξαπέστειλαν διὰ τῶν Κυβερνήσεων αὐτῶν εἰς τὰς ἐνταῦθα ξένας Σχολὰς τοὺς οὐχὶ εὐαρίθμους μαθητὰς αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι βεβαίως θὰ ἐπεσκέπτοντο καὶ τὸ Πανεπιστήμιον ἡμῶν, ἐὰν ἀπήλαυε φήμης παγκοσμίου φιλολογικῆς καὶ ἀρχαιολογικῆς. Καὶ ἐνῷ τῆς φιλολογίας αἱ ἕδραι περιορίζονται εἰς τρεῖς, αἱ τῆς ἱστορίας αὐξάνονται εἰς πέντε. Βεβαίως ἡ κατ’ ἐξοχὴν πνευματικὴ τροφὴ παντὸς πολίτου, καὶ μάλιστα Ἕλληνος, πρέπει νὰ ἦναι ἡ ἱστορία· ἀλλ’ ὁ λαὸς δὲν διδάσκεται τὴν ἱστορίαν αὐτοῦ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ἀλλὰ ἐν τοῖς σχολείοις τῆς στοιχειώδους καὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἔνθα νῦν δυστυχῶς ἀτελέστατα διδάσκεται, ἡ κατατομὴ δὲ τῆς γενικῆς ἱστορίας εἰς ἀρχαίαν γενικὴν ἱστορίαν καὶ εἰς γενικὴν ἱστορίαν τῶν μέσων καὶ νεωτέρων χρόνων εἶναι, νομίζω, πολυτέλεια διὰ τὸ ἡμέτερον Πανεπιστήμιον, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ συγχωνεύσῃ τὴν ἕδραν ταύτην μετὰ τῶν λοιπῶν τῆς ἱστορίας καὶ νὰ ἐπαυξήσῃ τὰς τῆς φιλολογίας. Ἐν τῇ ἑβδόμῃ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 4 ἀναγράφεται ἡ ἕδρα τῆς μυθολογίας καὶ τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιολογίας, παρακαλῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξηγήσῃ τί ἐννοεῖ «ἑλληνικὴν ἀρχαιολογίαν».
§117ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὸν βίον τῶν ἀρχαίων.
§118ΣΤΑΗΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο ἤθελον νὰ μάθω· ἐννοεῖτε δηλαδὴ τὸν δημόσιον καὶ ἰδιωτικὸν βίον τῶν ἀρχαίων, ὅπερ οἱ Γερμανοὶ λέγουσι Griechiche Antiquitaten.
§119ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶνε αἱ Griechische Alterthümer.
§120ΣΤΑΗΣ. Εἶναι τὸ αὐτὸ, ἀλλ’ ὁ συνήθης ὅρος εἶναι Griechische Antiquitaten, δι’ οὗ ἐννοεῖται ὁ δημόσιος καὶ ὁ ἰδιωτικὸς βίος τῶν ἀρχαίων. Διὰ τοῦ ὅρου δὲ «ἀρχαιολογία» ἐπεκράτησε καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ παρὰ τῇ Ἑσπερίᾳ Εὐρώπῃ νὰ ὀνομάζωνται τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τῶν μνημείων μαθήματα, καὶ ἀρχαιολόγος ὁ περὶ ταῦτα ἀσχολούμενος καὶ οὐχὶ ὁ περὶ τὰ τοῦ βίου τῶν ἀρχαίων, δημοσίου καὶ ἰδιωτικοῦ. Διὸ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κύριον Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν ταύτην.
§121ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Δέχομαι, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ ἐξήγησις.
§122ΣΤΑΗΣ. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν τροποποίησιν ταύτην κακῶς συνεδέθησαν ἡ μυθολογία καὶ αἱ ἑλληνικαὶ ἀρχαιότητες, ἢ ὁ δημόσιος καὶ ὁ ἰδιωτικὸς βίος τῶν ἀρχαίων· ἔπρεπε νὰ συνδεθῶσιν ἡ ἱστορία τῆς ἑλληνικῆς τέχνης καὶ ἡ μυθολογία ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὁ δημόσιος καὶ ὁ ἰδιωτικὸς βίος τῶν ἀρχαίων καὶ ἡ ἐπιγραφική. Διότι καὶ τῷ ἐλάχιστα περὶ τὰ ἀρχαιολογικὰ ἀσχολουμένῳ — καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ λίαν ἐντριβοῦς περὶ αὐτὰ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως — γνωστὸν τυγχάνει, ὅτι βάσις τῶν γνώσεων τοῦ ἰδιωτικοῦ καὶ δημοσίου τῶν ἀρχαίων βίου εἶναι ἡ περιγραφικὴ καὶ τὰ τῶν ἀρχαίων κείμενα, βάσις δὲ τῆς ἱστορίας καὶ τῆς τέχνης εἶναι ἡ μυθολογία, διότι σχεδὸν πάντα τὰ μνημεῖα παριστῶσι μυθολογικὰς παραστάσεις. Πάντως λοιπὸν πρέπει νὰ χωρισθῇ ὁ ἰδιωτικὸς καὶ δημόσιος βίος τῶν ἀρχαίων ἀπὸ τῆς μυθολογίας.
§123ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Εἶναι κλάδος τῆς ἀρχαιολογίας.
§124ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἡ χεὶρ εἶναι κλάδος καὶ μέρος τοῦ σώματος ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι δύναται ν’ ἀποκοπῇ καὶ νὰ προσκολληθῇ εἰς τὴν ῥῖνα (ἱλαρότης). Δὲν ἀποβλέπω εἰς τὰ πρόσωπα τὰ κατέχοντα τὰς ἕδρας ταύτας, ἀλλ’ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου. Σᾶς βεβαιῶ δὲ, ὅτι ἡ τοιαύτη διαίρεσις καὶ συγκόλλησις τῶν μαθημάτων τούτων ἄσβεστον γέλωτα θὰ προξενήσῃ εἰς τοὺς ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου, ἰδίᾳ δ’ ἐν Γερμανίᾳ, ἀρχαιολόγους. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτων, θεωρῶ ἀσύγγνωστον περὶ τὰ ἀρχαιολογικὰ ἀκηδίαν τῶν ἁρμοδίων τὴν ὕπαρξιν μιᾶς μόνης ἕδρας ἀρχαιολογίας ἐν τῇ κοιτίδι τῶν ἀρχαίων μνημείων καὶ τοῦ ἰδανικοῦ κόσμου τοῦ καλοῦ. Δὲν ὑπάρχει Πανεπιστήμιον τῆς Ἑσπερίας Εὐρώπης, ἐν ᾧ μία καὶ μόνη ἕδρα ἀρχαιολογίας νὰ ὑφίσταται. Ἐν Βερολίνῳ ὑπάρχουσιν 6 ἀρχαιολογικαὶ ἕδραι, ἐν Μονάχῳ 3, ἐν Βιέννῃ 3, ἐν Λειψίᾳ 2, ἐν Βόννῃ 2, ἐν Γοττίγγῃ 2, ἐν Παρισίοις 8, ἐν Λυὼν 2, ἐν Μομπελλιὲ 2, ἐν Ῥώμῃ 3, ἐν Τορίνῳ 2, ἐν Πίσσῃ 2 καὶ ἐν τῷ ἐθνικῷ ἡμῶν Πανεπιστημίῳ μία! Ἐν δὲ τῷ 5 ἄρθρῳ ἀληθῶς σύγχυσις καὶ ἀκοσμία. Ἔλαβον τὸ σύνολον τῶν μαθηματικῶν μαθημάτων, τὸ διήρεσαν διὰ τοῦ πέντε, ἔχωσαν ἐπὶ πλέον ἕνα καθηγητὴν, καὶ εὗρον τὰς ἕδρας! Ἀλλ’ οὔτε ἡ διαίρεσις αὕτη ἐπιτρέπεται ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, οὔτε ἡ εἰσαγωγὴ κρύφα νέου καθηγητοῦ παρὰ τοὺς κειμένους νόμους. Εἶπον καὶ ἄλλοτε καὶ πρὸ μικροῦ περὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν καθηγητῶν ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ· ἡ μονομερὴς κατάργησις, ἵνα μὴ καὶ φατριαστικὴ εἴπῃ τις, τοῦ διατάγματος τοῦ 1837 καὶ τῶν Β. Διαταγμάτων τοῦ 1882 καὶ 1883 δὲν ἐπιτρέπεται, νομίζω, χάριν ἑνὸς προσώπου.
§125ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία.
§126ΣΤΑΗΣ. Χαίρω ὅτι τέλος εἰσηκούσθη ἡ παρατήρησίς μου. Ἐν τῷ μαθηματικῷ τμήματι τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς νομίζω, ὅτι δέον νὰ ὁρισθῶσι 4 ἕδραι, χωρὶς νὰ ὁρισθῇ καὶ τὸ μάθημα ἑκάστης αὐτῶν καὶ ὁ καθηγητὴς αὐτοῦ, διότι ἄλλως καὶ οἱ φοιτηταὶ θὰ ζημιωθῶσι καὶ αὐτοὶ οἱ καθηγηταί. Ἐν δὲ τῷ φυσικῷ τμήματι ὁ περιορισμὸς τῆς χημείας εἰς μίαν ἕδραν εἶναι ἀναχρονισμὸς ἀσύγγνωστος, καὶ ἄγνοια τῆς προόδου τοῦ πολιτισμοῦ, χάρις τῇ χημείᾳ. Περὶ τῶν ἄλλων διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν καὶ μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν τροπολογιῶν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ ποιήσω τὰς ἐμὰς παρατηρήσεις. Ὀφείλω ὅμως νὰ δηλώσω καὶ πάλιν, κατερχόμενος τοῦ βήματος τούτου ὅτι πᾶν ζήτημα θίγον τὰ τοῦ Πανεπιστημίου εἶναι ζήτημα ἐθνικὸν, εἶναι ζήτημα πανελλήνιον, καὶ εἰς τὰ τοιαῦτα ζητήματα πᾶς ἀνταγωνισμὸς κομματικὸς τίθεται κατὰ μέρος, δι’ ὃ καὶ ἐγὼ ἐξέφρασα τὰς γνώμας καὶ πεποιθήσεις μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, χωρὶς νὰ λάβω ἐν ὄψει τὴν πολιτικὴν, εἰς ἣν ἀνήκω.
§127ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ διὰ τρίτην ταύτην ἡμέραν σήμερον, κρίνω ἓν τῶν σπουδαιοτάτων ζητημάτων, ὅσα δύνανται ποτὲ νὰ ἀπασχολήσωσι τὴν κοινωνίαν καθόλου, ἰδίᾳ δὲ Κοινοβούλιον οἱονδήποτε καὶ μάλιστα τὸ Κοινοβούλιον τὸ Ἑλληνικόν. Ἔχομεν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ Πολιτείᾳ, ὡς κορωνίδα τῆς καθόλου πνευματικῆς κινήσεως καὶ δράσεως, τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον. Μετὰ συγκινήσεως ἡ καρδία παντὸς Ἕλληνος ἀναλογίζεται κατὰ τίνα τρόπον ἐθεμελιώθη τὸ ἀνώτατον τοῦτο ἵδρυμα τῶν Μουσῶν, πόσαι ἐλπίδες ἀπετέθησαν ἐν τοῖς θεμελίοις αὐτοῦ, ὅτε χεῖρες τῶν ἀνδρῶν τῆς μεγάλης γενεᾶς ἔθεσαν τὸν θεμέλιον λίθον αὐτοῦ τὸν πρῶτον, καὶ πῶς ἐπάλλετο ὁλοκλήρου οὐχὶ τοῦ ἐνταῦθα ἐλευθέρου Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἡ καρδία ἐπὶ τῷ ἀγγέλματι, ὅτι ἵδρυται Ἑλληνικὸν Πανεπιστήμιον. Διότι τὸ ἵδρυμα τοῦτο ἐχαρακτήριζον οἱ ἱδρυταὶ αὐτοῦ ὡς τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἐθνικοῦ ὀνείρου, ὡς τὴν ἐπιστέγασιν τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως, ἀλλὰ καὶ ὡς σταθμὸν ὀχυρὸν, ἀπὸ τοῦ ὁποίου θὰ ἐξηκολούθει ἡ ἐθνικὴ ἐνέργεια πρὸς πλήρη ἀποκατάστασιν τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ. Ἔχομεν δὲ ἐν πληθυσμῷ 6 ἢ 7 ἑκατομμυρίων ἓν μόνον Πανεπιστήμιον, εἰ καὶ ὁ πληθυσμὸς τοῦ εἰς αὐτὸ ἀποβλέποντος ἔθνους, καὶ πραγματικώτερον ἔτι ἡ πληθὺς τῶν φοιτώντων εἰς αὐτὸ σπουδαστῶν, θὰ ἐδικαιολόγουν πληρέστατα τὴν ἵδρυσιν καὶ ἑτέρου Πανεπιστημίου. Ἐπειδὴ δ’ ἔχομεν μόνον ἓν, πρέπει μετὰ περισσοτέρας προσοχῆς καὶ συνέσεως, μετὰ περισσοτέρας μετριοπαθείας καὶ στοργῆς νὰ προβῶμεν εἰς ὅτι ἀφορᾷ εἰς τὴν διακανόνισιν τῶν κατὰ τὸ ὑπέρτατον τοῦτο ἐκπαιδευτικὸν ἵδρυμα, τὸ ἐνδιαίτημα τῶν Μουσῶν. Ἐν τῇ διακανονίσει τοῦ Πανεπιστημίου ἔπρεπε νὰ ἐπικρατήσῃ εὐρύτης μεγάλη σκέψεων, ὡς εὐρὺς καὶ μέγας εἶναι ὁ προορισμὸς καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ Πανεπιστημίου τούτου. Ἔπρεπε τὸ Πανεπιστήμιον νὰ μὴ θεωρηθῇ ἐν τῷ νομοθετεῖν ὥς τι μέρος, ἐν τῷ ὁποίῳ εὑρίσκονται 60 θέσεις, ἃς δύνανται νὰ καταλάβωσι 60 ἄτομα πρὸς ἐξοικονόμισιν τῶν πρὸς ζωάρκειαν· ἀλλ’ ἔπρεπεν ἐν τῇ σκέψει τοῦ νομοθετικοῦ σώματος νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς τὸ εὐγενέστερον πεδίον, ἐν τῷ ὁποίῳ θ’ ἀναπτυχθῇ ὁ Ἑλληνικὸς νοῦς, ἐν ἀπεράντῳ ἐπιστημονικῇ εὐρύτητι. Προκειμένου δὲ νὰ προβῶμεν εἰς μέτρα νομοθετικὰ περὶ τούτου, δέον νὰ ἔχωμεν διαρκῶς ἐν τῷ νῷ, ὅτι διὰ τὸ Ἑλληνικὸν ἀνέκαθεν τὸ μόνον ἰσχυρὸν ὅπλον ὑπῆρξαν τὰ γράμματα, καὶ ὅτι διὰ τῶν γραμμάτων ἐπεβλήθη, δι’ αὐτῶν ἐστερέωσε τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ ἐν τῷ κόσμῳ, διὰ τῶν γραμμάτων κατέκτησεν ἄλλους λαούς, διὰ τῶν γραμμάτων ἐνεκαρτέρησε καὶ ἀντέστη εἰς τόσας συμφοράς, καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτην ἐνέργειαν, σταθμίζοντες, ἐπαναλαμβάνω, τὴν δύναμιν τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων καὶ τὸν προορισμὸν αὐτῶν. Ἄν ἤθελέ τις ἀνατρέξει ταχυτάτῳ νοερῷ βήματι εἰς ἐπισκόπησιν τῆς ἱστορίας, θὰ ἔβλεπεν ὅτι ἀνυψώθη εἰς τὸ ὑπέρτατον σημεῖον διανοητικῆς ἀκμῆς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἐξαπλωθὲν καθ’ ὅλας τὰς διευθύνσεις εἰς τὰ ἔσχατα τῶν ὁρίων τοῦ τότε γνωστοῦ κόσμου, εἰς τὴν Αἴγυπτον, εἰς τὴν Μικρὰν καὶ Μέσην Ἀσίαν, πρὸς Βοῤῥᾶν καὶ μέχρις Ἡρακλείων Στηλῶν, ὑπέταξε τὸν κόσμον εἰς ἑαυτὸ διὰ τοῦ νοὸς μᾶλλον ἢ διὰ τῶν λογχῶν καὶ τῶν νηῶν. Τὸν Μέγαν Ἀλέξανδρον ἤγαγον πανταχοῦ νικηφόρον ἀνὰ τὸν κόσμον μᾶλλον τὰ νάματα τῆς σοφίας τοῦ Ἀριστοτέλους ἢ αἱ Ἑλληνικαὶ λόγχαι. Ἐπὶ τέλους καὶ ὅτε τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἔπεσεν ὑπὸ τὴν δουλείαν ἄλλου λαοῦ ἰσχυροῦ, ὑπὸ τοὺς Ῥωμαίους, ἡ Ῥώμη κατεκτήθη ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων, καὶ μετ’ οὐ πολὺ ἔσυρε καὶ αὐτὴν τὴν πρωτεύουσαν τῆς κοσμοκράτορος Ῥώμης ἐκ τῆς Δύσεως εἰς τὴν Ἀνατολὴν, καὶ μετέβαλε τὴν Ῥωμαϊκὴν Αὐτοκρατορίαν εἰς τὸ μέγα καὶ ἔνδοξον Βυζαντινὸν Κράτος. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν πτῶσιν τούτου τὰ Ἑλληνικὰ γράμματα διέσωσαν τὸν Ἑλληνισμὸν μέχρι σήμερον, καὶ συνετέλεσαν εἰς τὴν ἀνάστασιν ἑνὸς τμήματος αὐτοῦ. Διὰ τῶν γραμμάτων δὲ πρόκειται νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον αὐτοῦ ὁ Ἑλληνισμός. Καὶ ἂν τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἰσχὺς καὶ ἡ ἐπίδρασις τοῦ Ἑλληνικοῦ πνεύματος κατὰ τὸ παρελθόν, μείζονα ἀνάγκην τῆς ἐπιδράσεως αὐτῶν ἔχομεν σήμερον, ὅτε ἐπαύσαμεν ὄντες μόνοι κυρίαρχοι ἐν τῇ Ἑλληνικῇ χερσονήσῳ, ὡς ἤμεθα μέχρι πρὸ μικροῦ, ὅτε εἴχομεν νὰ παλαίσωμεν πρὸς ἰσχυροὺς καὶ ἐπικινδύνους ἀνταγωνιστάς, διαμφισβητοῦντας ἡμῖν τὰ πρωτεῖα καὶ αὐτὰ ἔτι τὰ ἀπαράγραπτα δικαιώματα ἡμῶν. Οὕτω τιθεμένου τοῦ ζητήματος, ἔπρεπε ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς ὅσον ἔνεστιν εὐρύτερον κύκλον, εἰς τὴν ἀνύψωσιν τῆς ἐπιστήμης, ἵνα ἐπιβληθῶμεν δι’ αὐτῆς· ἔπρεπε νὰ θέσωμεν ὡς βάσιν τῶν ἡμετέρων σκέψεων ἐν ταῖς συζητήσεσι ταύταις τὴν ἐπιστήμην, ὡς τὸ μέσον τῆς ἐξευρέσεως τῆς ἀπολύτου ἀληθείας καὶ τὸ Πανεπιστήμιον ὡς μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου χορηγοῦνται διπλώματα, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ μὴ ἱκανοὶ πολλάκις πρὸς ἄλλην ἐργασίαν προικίζονται διὰ βιοποριστικοῦ πτυχίου. Κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν, δυστυχῶς δὲν ἐπεκράτησεν ὁ τοιοῦτος σκοπὸς ἐν τῇ συντάξει τοῦ νομοσχεδίου, καὶ πρωτίστως καταφαίνεται τοῦτο ἐκ τοῦ ὅτι ἔσπευσεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προσδιορίσῃ τὰς ἕδρας, καὶ νὰ τάξῃ κωλύματα δυσυπέρβλητα εἰς τὴν ἐπιστήμην, ὡσανεὶ αὕτη καθείργνυται ἐν ὡρισμένῳ χώρῳ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἀντὶ νὰ ἔχωμεν τὴν φροντίδα νὰ ἐξεύρωμεν καὶ νὰ διορίσωμεν τόσους ἐπιστήμονας, ὅσας ἕδρας ὁρίζομεν, ἔπρεπε τοὐναντίον νὰ δημιουργήσωμεν καὶ ἔχωμεν ἑτοίμους τόσας ἕδρας, ὅσοι ἐπιστήμονες διακεκριμένοι παρουσιάζονται ἑκάστοτε, ἵνα καταλάβωσιν αὐτάς. Εἰμὶ ἐν τῷ συνόλῳ κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν βλέπω ἐν τῇ συντάξει αὐτοῦ ἐπικρατῆσαν τὸ πνεῦμα, ὅπερ ἐπεθύμουν νὰ ἐπικρατήσῃ. Εἶμαι δὲ οὕτως ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου, διότι προσδιώρισεν, ὡς εἶπον, τὰς ἕδρας καὶ θέτει φραγμὸν δυσυπέρβλητον εἰς τοὺς ἐκ φύσεως προικισθέντας πρὸς καλλιέργειαν τῶν ἐπιστημῶν. Ἐζητήθη δὲ ὁ περιορισμὸς οὗτος, ὡς ἠκούσαμεν, ἐκ φειδοῦς ὀλίγων χρημάτων· καὶ διὰ τοῦτο διαμαρτύρομαι κατ’ αὐτοῦ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὁ ἰσχυρισμὸς τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι δίκαιος, οὔτε ἀληθής· διότι καταβάλλονται νῦν παρὰ τῶν φοιτητῶν σχεδὸν τριπλάσια ἐκπαιδευτικὰ τέλη τῶν ὅσων διαθέτει ἡ Πολιτεία πρὸς συντήρησιν τοῦ Πανεπιστημίου. Δαπανήσατε ὑπὲρ τοῦ Πανεπιστημίου πᾶν ὅ,τι εἰσπράττετε ἐξ αὐτοῦ, διότι εἶναι τὸ μόνον ὅπλον,—ἐπαναλαμβάνω τοῦτο καὶ αὖθις,—δι’ οὗ ὁ Ἑλληνισμὸς θ’ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῶν περικυκλούντων αὐτὸν κινδύνων. Κατὰ τί ὠφελήθη μέχρι τοῦδε ὁ μέγας Ἑλληνισμὸς ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ ἐκ τῶν στρατῶν καὶ τῶν στόλων, οὓς μέχρι σήμερον διετηρήσαμεν διὰ δαπάνης ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων; Κατὰ τί ηὔξησε τὴν ἐπιῤῥοὴν αὐτοῦ εἰς οἱονδήποτε μέρος, κατοικούμενον παρ’ Ἑλλήνων, τίνας ὑβριζομένους, τίνας ἀδικουμένους, τίνας καταδυναστευομένους, τίνας τυραννουμένους Ἕλληνας ὑπερήσπισε διὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου; Ἐν τούτοις ὁ Ἑλληνικὸς πληθυσμὸς, ὁ περικεχυμένος ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλληνικὴν χερσόνησον, καὶ ἐν Ἀσίᾳ καὶ ἐν Αἰγύπτῳ, δύναται νὰ ἀμύνηται κατὰ τῶν ἀλλοτρίων ἐπιβουλῶν καὶ τῶν ποικίλων πιέσεων μόνον διὰ τῆς πνευματικῆς ὑπεροχῆς· διὰ τοῦτο δαπανήσατε ὑπὲρ τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ μὴ περιορίζετε τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὰ στενὰ ὅρια ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν· ἀφήσατε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἑδρῶν ἐλεύθερον, ἔχετε πάντοτε ἕδραν ἀνοικτὴν δι’ οἱονδήποτε παρουσιαζόμενον ἐπιστήμονα, ἱκανὸν νὰ συνεισενέγκῃ συμβολὴν ἀξιότιμον εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν ἐργασίαν τοῦ ἔθνους· ἕδραι τινὲς πρέπει νὰ μένωσι πάντοτε κεναὶ δι’ ἐκείνους, οἵτινες, ἐκ φύσεως πεπροικισμένοι, δύνανται νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν ἐπιστημῶν. Σήμερον εἰς τί θὰ ἀποβλέψωσιν, ἵνα ἐπιδοθῶσιν ἐκ ζήλου καὶ ἐνθουσιασμοῦ εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν ἐπιστημῶν; Ἀποξηραίνετε τὴν ῥίζαν τῆς μαθήσεως, τὴν πηγὴν τῆς ἐπιστήμης, καὶ δὲν θὰ εὑρεθῶσι πλέον ἐργάται, οἱ ὁποῖοι μετὰ ζήλου νὰ ἀφιερωθῶσιν εἰς αὐτήν. Τοῦτο τὸ κακὸν θὰ ἔχῃ ὁ περιορισμὸς τῶν ἑδρῶν. Ἀλλ’ ὡς εἰ μὴ ἤρκει τοῦτο, ἡ ὑποτίμησις τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐπιστημονικῶν ἐργασιῶν ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ καὶ ἐν ἄλλοις ἄρθροις τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐπιβάλλετε εἰς τοὺς καθηγητὰς καὶ ὥρας ὡρισμένας, καθ’ ἃς ὀφείλουσι νὰ ἐργάζωνται. Ὁ ἀληθὴς ἐπιστήμων δὲν ἐγκύπτει εἰς ἐργασίαν ἐξ ἐπιβολῆς, διότι δύναται ἐν μιᾷ μόνη ὥρᾳ νὰ διδάξῃ ὅ,τι ἰδιαιτέρως ἐπὶ 7 καὶ 10 ὥρας παρεσκεύασε· δύναται δὲ τὸ αὐτὸ θέμα, ἤ, ἵνα εἴπω οὕτως, ἐκ τῆς αὐτῆς παρασκευῆς νὰ διδάξῃ τρεῖς ἢ ἓξ ὥρας, καθιστῶν ὑδαρεστέραν τὴν διδασκαλίαν. Τί σκοπεῖτε διὰ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ καθήκοντος τούτου; Φαντάζεσθε, ὅτι τὸ Πανεπιστήμιον εἶναι δημοτικὸν σχολεῖον, ἐν ᾧ ὁ διδάσκων ὀφείλει νὰ ἐργάζηται μηχανικῶς πολλάκις ἀπὸ τῆς 8ης π.μ. μέχρι μεσημβρίας καὶ ἀπὸ τῆς 2ας μ. μ. μέχρι τῆς 6ης; Ἄν νομίζητε, ὅτι ἔχετε καθηγητὰς ἀνικάνους, φράξατε αὐτοῖς τὰς πύλας τοῦ Πανεπιστημίου, ἀλλὰ μὴ ζητεῖτε παρὰ τῶν καθηγητῶν ἐξαναγκαστικὴν ἐργασίαν, διότι δὲν θὰ λάβητε ἐργασίαν ἀξίας. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἔκρινε καλὸν νὰ προσδιορίσῃ καὶ τὰ μαθήματα, καὶ ἀπὸ τοῦ 2 ἄρθρου μέχρι τοῦ 7 αὐτοῦ προσδιορίζονται τὰ μαθήματα στενῶς καὶ ἐπιτακτικῶς· κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον αὐτὴ ἡ γυμνασιακὴ παίδευσις, ἡ κρατοῦσα παρ’ ἡμῖν, περὶ τῆς ὁποίας ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκφράσω ὑμῖν ἐπανειλημμένως τὴν γνώμην μου καὶ περὶ τῆς ὁποίας δὲν ἔχω τὴν ἀρίστην ἰδέαν, αὐτὴ ἡ γυμνασιακὴ παίδευσις μοὶ φαίνεται ὑπερτέρα τῆς πανεπιστημιακῆς, ὡς αὕτη διατυποῦται καὶ περισφίγγεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Δὲν πρόκειται νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ ἡμέτερον Πανεπιστήμιον ὡς εἰς ἐργαστήριον ἐπιστημόνων, ἐν ᾧ νὰ διδάσκωνται αἱ ἐπιστῆμαι ὡς βιοποριστικὸν ἔργον, ἀλλ’ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Πανεπιστημίῳ ἔπρεπε νὰ ζητήσωμεν τὴν καλλιέργειαν καὶ τὴν ἐξύψωσιν τῆς ἐπιστήμης τῆς μιᾶς καὶ ἑνιαίας, καὶ οὐχὶ τῆς χρησιμευούσης εἰς πορισμὸν ἄρτου μόνον. Δυστυχῶς ἡ ὑψηλὴ αὕτη ἰδέα ἀποκλείεται διὰ τοῦ περιορισμοῦ, ὃν ὁ νομοθέτης ἔρχεται νὰ θέση εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ ἀνωτάτου τούτου ἱδρύματος. Περιορίσατε τὰς ἕδρας τῶν μαθημάτων, καὶ θὰ ἔχητε μετά τινα καιρὸν καθηγητὰς ἐπαναλαμβάνοντας τὰ αὐτὰ, τετριμμένα, μετὰ κόπου καὶ καμάτου· δὲν θὰ ἔχητε πλέον προδρόμους τῆς ἐπιστήμης, κρατοῦντας τὴν δᾷδα τοῦ φωτὸς, ἀλλὰ καθηγητὰς ἐκ τῆς πολλῆς τριβῆς καὶ ἐπαναλήψεως μεταβαλόντας εἰς ῥάκος τὰ ὑψηλὰ θέματα τῆς διδασκαλίας αὐτῶν καὶ πεπαλαιωμένα διδάσκοντες. Θὰ ἔχητε οἱονεὶ παλαιοπώλας μεταπράτας ἀρχαίων δοξασιῶν, οὐχὶ ὀτρυροὺς ἐργάτας τῆς προόδου. Εἰς τοιοῦτον ἀποτέλεσμα φοβοῦμαι ὅτι θὰ φέρῃ τὸ Πανεπιστήμιον ἡ δέσμευσις, ἣν θὰ ἐπιβάλητε. Ὅπου δὲ τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἠθέλησαν νὰ συγχωνεύσωσι διάφορα μαθήματα ἐν μιᾷ ἕδρᾳ κατεχομένῃ ὑφ’ ἑνὸς καθηγητοῦ, καὶ ἐκεῖ παρομαρτεῖ ἀποτυχία. Καὶ ἐπὶ τέλους, ἵνα μὴ ὑπάρξῃ ἐλπὶς, ὅτι θὰ γείνῃ πνευματικὴ κίνησις ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ἵνα μὴ ὑπάρξῃ ἐλπὶς εἰς οἱονδήποτε ἐπιστήμονα, ἐρχόμενον νὰ προσφέρῃ τὸ τάλαντον, ὅπερ ἀπέκτησε καὶ ἐθησαύρισε διὰ κόπου καὶ μελέτης, ἔρχεται τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι προσθήκη νέας ἕδρας ἢ μεταβολὴ δὲν δύναται νὰ γείνῃ παρὰ διὰ νόμου. Ἀλλ’ ἄν τις τῶν καθηγητῶν ἤθελεν ἀποθάνει ἢ ἀπόσχει τῆς διδασκαλίας, καὶ δὲν ἔχητε ἕτερον ἱκανὸν, ὡς θὰ συνέβαινεν, ἂν π. χ. ὁ κ. Πολίτης ἤθελεν ἀποσυρθῆ τῆς διδασκαλίας τῆς μυθολογίας, ἠθέλετε περιμείνει πολὺν χρόνον, μέχρις οὗ νομοθέτημα νέον ἤθελεν ἐπιτρέψει ὑμῖν νὰ εὕρητε ἄλλον... Ἀλλὰ δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἀναφέρω πρόσωπα· ἀνέφερον ἓν, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγίστην εἰδικότητα, εἶναι δὲ μόνον.
§128ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη λειψανδρία;
§129ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οἱ τιθέμενοι περιορισμοὶ θὰ φέρωσι τὴν λειψανδρίαν· διότι τίνα πρόνοιαν λαμβάνει τὸ νομοσχέδιον, ἵνα καλλιεργήσῃ φυτώριον μελλόντων ἐπιστημόνων; Τίνα πρόνοιαν λαμβάνει τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ὑφηγητῶν; οὐδὲ κἂν ἀναγνωρίζει τοὺς ὑφηγητάς. Ἕκαστος δὲ τῶν θελόντων νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὸ ἐργῶδες ἐπιστημονικὸν στάδιον πρέπει νὰ προσδοκᾷ ἐπὶ ὁλόκληρον τεσσαρακονταετίαν· διότι τὸ ἄρθρον 9 ἀναγράφει, ὅτι «πᾶσα ἕδρα ἔχει ἕνα τακτικὸν καθηγητήν· διορίζεται δ’ ἐν αὐτῇ καὶ ἕτερος ἔκτακτος, ἅμα τῇ λήξει τῆς τεσσαρακονταετοῦς ὑπηρεσίας τοῦ τακτικοῦ». Ἂν μὴ ἐτέθη τοῦτο πρὸς εἰρωνείαν τῆς ἐπιστήμης, τίς, ἐρωτῶ, δύναται νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὴν καλλιέργειαν αὐτῆς μετ’ εὐλόγου ἐλπίδος καὶ προσδοκίας; Μᾶλλον μοὶ φαίνεται, ὅτι μετὰ τὴν τοιαύτην διάταξιν οὗτος δύναται νὰ ἐλπίσῃ, ὅτι θὰ ἴδῃ τοὺς ἐγγόνους αὐτοῦ ἀνερχομένους εἰς ἀνώτατα ἀξιώματα, κοινωνικὰ καὶ πολιτικὰ, πρὶν ἢ αὐτὸς φθάσῃ νὰ γείνῃ ἔκτακτος καθηγητής· θὰ περιμείνῃ δὲ, καὶ ὅταν ἀποκτήσῃ τὸ μέγα τοῦτο εὐτύχημα, τὸν θάνατον τοῦ τακτικοῦ καθηγητοῦ, ὅστις ὅμως, τυχὼν ἴσως κράσεως ἰσχυρᾶς, δύναται νὰ ζήσῃ ἀκόμη ἓν τέταρτον αἰῶνος. Τοιούτους περιορισμοὺς θέτει τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἀποθαῤῥύνει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν ἕτοιμοι ν’ ἀποδυθῶσιν εἰς τὴν καλλιέργειαν τῆς ἐπιστήμης, ἐντεῦθεν δὲ θὰ ἐπέλθῃ λειψανδρία. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἔθιξε ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ἤμην διατεθειμένος νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, τὸ ζήτημα τῶν εἰσιτηρίων διὰ τὸ Πανεπιστήμιον ἐξετάσεων. Ἐγὼ δὲν ἀποδέχομαι, ὡς αὐτὸς, προπαιδευτικὸν σχολεῖον, διότι θὰ μεταβάλωμεν τὸ Πανεπιστήμιον εἰς ἐγκυκλοπαιδικὸν σχολεῖον· ἔχομεν δὲ πρὸς τοῦτο τὰ Γυμνάσια καὶ τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα, περὶ ὧν ἀναγράφεται σήμερον περαιτέρω νομοσχέδιον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἐγὼ συνιστῶ νὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν ἐλευθέραν εἰσπήδησιν παντὸς εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ζητῶ εἰσιτηρίους ἐξετάσεις, διότι δι’ αὐτῶν θὰ βελτιωθῶσι κατὰ πολὺ ἄνευ ἄλλων νομοθετικῶν διατάξεων τὰ Γυμνάσια, καθόσον ἕκαστος Γυμνασιάρχης θὰ κωλύηται ν’ ἀπολύῃ μαθητὰς, οἵτινες μέλλουσι νὰ ἀποῤῥιφθῶσιν, ὡς μὴ κατάλληλοι δι’ ἐπιστημονικὴν παίδευσιν. Ζητῶ νὰ γείνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γίνεται διὰ τοὺς εἰσερχομένους εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἢ ναυτικὴν σχολὴν ἢ εἰς τὴν σχολὴν τῶν βιομηχάνων τεχνῶν, ὧν οἱ ὑποψήφιοι καὶ οἱ ἀποτυγχάνοντες δὲν θὰ προξενήσωσι μέγα τι κακὸν, οἷόν ἐστὶ τὸ τῆς ἡμιμαθείας τῶν διδακτόρων, ἐν οἷς ἡ κοινωνία ἀποκτᾷ ἐπιστήμονας ἀνεπιστήμονας. Ἐὰν πολλοὶ ἐκ τῶν ἀπολυομένων ἐκ τῶν Γυμνασίων συμβῇ νὰ μὴ ἦναι ἄξιοι προαγωγῆς ἀνωτέρας, ἀρνηθῆτε τὴν ἐγγραφήν των εἰς τὰς μεγάλας δέλτους τῶν ἀκαδημαϊκῶν πολιτῶν, διότι, καὶ ἂν εἰσέλθωσιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, εἶναι ἀδύνατον νὰ κατασταθῶσιν ἐπιστήμονες, θὰ ἐξέλθωσι δὲ φέροντες ἓν δίπλωμα, ὡς ἐξῆλθε πᾶς οἱοσδήποτε ἐγγραφεὶς εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ἐγκαρτερήσας ἐπὶ τετραετίαν, φέρων δίπλωμα, δι’ οὗ δύναται μὲν νὰ καλύψῃ τὴν ἐπιστημονικὴν ἀνεπάρκειαν καὶ γυμνότητα αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ καλύψῃ τὰς ἀνορθογραφίας, τὰς ὁποίας βλέπομεν εἰς τὰ χειρόγραφα πολλῶν λεγομένων ἐπιστημόνων. Παρὰ τοιούτων τίνα στερεὰν καὶ ἐμβριθῆ καὶ ἀληθῆ ἐπιστημονικὴν μόρφωσιν δύνασθε νὰ ἀξιώσητε; Ἀποκλείσατε λοιπὸν τοὺς ἀφυεῖς ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου, ἵνα οὕτως ἐπιτύχητε ὅ,τι ἐζητήσατε διὰ τοῦ νόμου περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν· οὕτω δὲ θὰ βελτιωθῇ τὸ ποιὸν, διότι θὰ γίνωνται δεκτοὶ οἱ ἐκ φύσεως γεγονότες ἱκανοὶ πρὸς ἐπιστημονικὴν παίδευσιν. Τοῦτο πρέπει πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ θεσμοθετηθῇ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον.
§130ΡΙΚΑΚΗΣ. Αἱ ἐξετάσεις αἱ εἰσαγωγικαί;
§131ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§132ΡΙΚΑΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου; Ὅλα αὐτὰ εἶναι σωστὰ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι αἱ ἐξετάσεις δὲν χρησιμεύουσιν εἰς τίποτε. Μόνον ὅσοι θέλουσι καὶ ὅσοι ἔχουσι μυαλὸ θὰ γείνωσιν ἐπιστήμονες. Οἱ περιορισμοὶ δὲν χρησιμεύουσιν εἰς τίποτε.
§133ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σεβαστὲ συνάδελφε, τοῦτο ἀκριβῶς ἔλεγον, ὅτι αἱ ἐξετάσεις εἰς τοῦτο θὰ χρησιμεύσωσιν, ὅτι δὲν θὰ ἐπιτραπῇ νὰ εἰσέλθωσιν οἱ μὴ ἔχοντες μυαλὸ καὶ θέλησιν· οὗτοι θὰ ἀποῤῥίπτωνται ὡς σκύβαλα, διότι κατὰ τὰ ἄλλα, ὡς σήμερον λειτουργεῖ τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ὡς θὰ λειτουργήσῃ καὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοθετήματος τούτου, εἶναι ἓν μέγα διπλωματοποιεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσέρχονται ἀπὸ τῆς μιᾶς, ἵνα ἐξέλθωσιν ἀπὸ τῆς ἄλλης θύρας, ἐφωδιασμένοι οἱ μὲν νομικοὶ διὰ πτυχίου δικηγόρου, ἀλλ’ ἄνευ ἐπιστημονικῶν γνώσεων, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως, τῶν ὁποίων κατέρχονται ὕστερον εἰς τὸ στάδιον τοῦ εἰρηνοδίκου καὶ τοῦ συμβολαιογράφου· θὰ ἐξέλθωσιν ἐκεῖθεν ἰατροὶ συνταγογράφοι, ἀλλ’ οὐχὶ βεβαίως ἐπιστήμονες καὶ καλλιεργηταὶ τῆς θείας τέχνης τοῦ Ἱπποκράτους καὶ τοῦ Γαληνοῦ· θὰ ἐξέλθωσιν ἐκεῖθεν ἑλληνοδιδάσκαλοι καὶ καθηγηταὶ, τῶν ὁποίων τοὺς καρποὺς βλέπομεν καὶ νῦν ἔτι, ὡς καρποὺς, κατὰ τὸ πλεῖστον, ἀγραμματοσύνης· Θὰ ἐξέρχωνται ἑλληνοδιδάσκαλοι καὶ δευτεροβάθμιοι ἢ τριτοβάθμιοι καθηγηταὶ καὶ ὅπως ἄλλως ὀνομάζονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, θὰ λαμβάνωσι μίαν θέσιν καὶ προσκαρτεροῦντες ἐκεῖ ἐπὶ 2 ἔτη θ’ ἀναβαίνωσιν ἀνὰ ἕνα βαθμὸν, μέχρις ὅτου φθάσωσιν εἰς τὴν θέσιν Γυμνασιάρχου, καὶ ὕστερον ἀναμφισβητήτως εἰς θέσιν ἴσως ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ἐὰν ἔχωσι— καὶ ἔχουσιν οἱ διδάσκαλοι— τὴν ὑπομονὴν τῆς τεσσαρακονταετοῦς προσδοκίας. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς καρποὺς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, δὲν ἔσχομεν δυστυχῶς, ὡς ὡμολόγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν προχθὲς, οὐδὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἱεροκηρύκων· ὡς πρὸς τὸ ποιὸν, ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ ὑπάρχῃ, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον προχθὲς, ὅτι ὑπάρχουσι τόσοι. Ἐὰν οὕτω λοιπὸν λειτουργῇ τὸ Ἑλληνικὸν Πανεπιστήμιον, κατὰ τί θὰ ἐξέχῃ, κατὰ τί θὰ καταστῇ περίοπτον, κατὰ τί θὰ καταστῇ ὑψηλὸν καὶ ἱερὸν διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν, διὰ τὰ 7 ἑκατομμύρια Ἑλλήνων, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουσι πρὸς αὐτὸ ὡς πρὸς τὸν πυρσὸν τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως, κατὰ τί ἐξέχει τὸ Ἑλληνικὸν Πανεπιστήμιον ἢ θὰ ὑψωθῇ εἰς ἐξέχουσαν θέσιν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Καὶ θὰ ἴδητε ἄρα πάλιν προστρέχοντας, ὡς συνέβαινε κατὰ τοὺς πρώτους χρόνους τῆς λειτουργίας αὐτοῦ, προστρέχοντας εἰς αὐτὸ τοὺς Σέρβους, τοὺς Ρωμούνους, τοὺς Βουλγάρους καὶ τοὺς ἄλλους ἐκ τῆς Ἀνατολῆς, καὶ ἀκόμη περαιτέρω ὀρθοδόξους, ἵνα σπουδάσωσιν ἐδῶ; Καὶ ὅμως ἔπρεπε τῇ ἀληθείᾳ νὰ ἦναι τοιοῦτον τὸ Ἑλληνικὸν Πανεπιστήμιον καὶ νὰ συῤῥέωσιν ἐνταῦθα, ἵνα διδάσκωνται εἰς τὴν γλῶσσαν τοῦ Χρυσοστόμου καὶ τοῦ Βασιλείου τὴν θρησκείαν τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ μὴ ἐν τῷ φιλολογικῷ τμήματι θὰ διαπρέψῃ τὸ Πανεπιστήμιον, ἐνῷ ἔπρεπε πράγματι, ὡς εἶπε καὶ ὁ συνάδελφος κ. Στάης, εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Πανεπιστήμιον, νὰ συῤῥέωσι πανταχόθεν, ἵνα ἀντλῶσι τὰ νάματα τῆς σοφίας τῆς ἑλληνικῆς παιδεύσεως, ἐνῷ ἔπρεπε τὸ Ἑλληνικὸν Πανεπιστήμιον νὰ ἦναι τὸ μόνον Πανεπιστήμιον, ἐν ᾧ νὰ διδάσκωνται εἰς τὸν ὕψιστον βαθμὸν τῆς ἐπιτυχίας καὶ τῆς ἐπιδόσεως τὰ Ἑλληνικὰ γράμματα καὶ αἱ ἐπιστῆμαι ἐν γένει, ἐνῷ ἔπρεπεν εἰς αὐτὸ νὰ συῤῥέωσι καὶ ἐκ Γερμανίας καὶ ἐξ Ἀγγλίας καὶ ἐξ Ἀμερικῆς καὶ ἐκ Μελβούρνης ἴσως τῆς Αὐστραλίας, ἵνα ποτίζωνται μὲ τὰ νάματα τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς ἑλληνικῆς μορφώσεως, ὡς ἐγίνετο πάλαι; Βλέπετε καθ’ ἡμέραν ἀναχωροῦντας ἐντεῦθεν στιφηδὸν εἰς τὴν Γερμανίαν, ἐπὶ διττῇ καὶ τριπλῇ ζημίᾳ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, Ἑλληνόπαιδας, ἵνα σπουδάσωσιν ἐκεῖ τὰ γράμματα τὰ ἑλληνικὰ καὶ τὴν φιλοσοφίαν τῶν πατέρων ἡμῶν παρ’ ἀλλογλώσσων καθηγητῶν ἐν τῇ ξένῃ χώρᾳ. Ἐλπίζει τις ἄρα ἐξ ἡμῶν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ φέρῃ τὸ Ἑλληνικὸν Πανεπιστήμιον εἰς τοιαύτην περιωπήν; Ἢ μὴ ἐξέχῃ τὸ Ἑλληνικὸν Πανεπιστήμιον κατὰ τὴν ἰατρικήν; Ἕλληνες πτυχιοῦχοι τῆς ἰατρικῆς τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου βεβαίως δὲν παρουσιάζονται εἰς τὴν κοινωνίαν μὲ ἀξιώσεις σοβαροῦ ἰατροῦ. Ἀλλὰ βλέπετε καθ’ ἡμέραν ἀναγραφόμενον εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ὁ Α ἢ Β ἐπανῆλθεν ἐκ Γερμανίας, ὅπου ἐσπούδασε τὴν ἰατρικὴν, ὡς ἐὰν ἤθελε δηλ. ν’ ἀποπλύνῃ τὸν ῥύπον τῆς ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Πανεπιστημίῳ μορφώσεώς του ἐν τῇ ἰατρικῇ, καὶ ἐκθέτει, ὅτι ἐσπούδασεν ἐν Εὐρώπῃ, ὅτι δὲν θὰ σᾶς προσέφερε τὰς ὑπηρεσίας του, ἐὰν εἶχε μορφωθῇ μόνον ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Πανεπιστημίῳ περὶ τὴν ἰατρικὴν ἐπιστήμην. Καὶ ὅμως καὶ ἡ ἰατρικὴ ἔπρεπεν ἐδῶ νὰ καλλιεργῆται ἰδιαιτέρως, ἔπρεπε τὰ συγγράμματα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων ἰατρῶν, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσιν ἐν τοῖς πλείστοις ἔθνεσιν ὡς βάσις πολλῶν νεωτέρων θεωριῶν, ἔπρεπεν ἐν τῇ γλώσσῃ τῶν συγγραμμάτων τούτων νὰ ἔρχωνται νὰ ἐκπαιδεύωνται ἐδῶ περὶ τὴν ἰατρικὴν ἐπιστήμην. Περὶ νομικῆς δὲν ἔχει τις βεβαίως νὰ εἴπῃ τι πλειότερον. Παράγει πτυχιούχους δικηγόρους καὶ νέους ἔχοντας προσὸν, ἵνα διορισθῶσιν εἰς θέσιν ὑπουργικοῦ γραμματέως βʹ τάξεως. Ἡ νομικὴ ἐπιστήμη δὲν ἔχει τὸ τμῆμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο ν’ ἀναδείξῃ αὐτὴν σπουδαίαν καὶ ἐπωφελῆ καὶ λυσιτελεστάτην εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, δὲν ἔχει τὸ τμῆμα τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν, καὶ ὅμως πᾶσα ἡ πολιτικὴ κίνησις καὶ πᾶσα ἡ πολιτικὴ μόρφωσις ἐν τῇ ἐπιστημονικῇ της ὄψει ἀντλεῖται ἐκ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων συγγραφέων, καὶ εἰς αὐτοὺς βασίζεται πᾶσα θεωρία. Εἶναι λοιπὸν τὸ τοιοῦτον Πανεπιστήμιον, ὡς σήμερον λειτουργεῖ, καὶ ὡς θὰ λειτουργήσῃ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀντάξιον τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατεῖχεν ἄλλοτε ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ, καὶ ὡς χώρα περιωρισμένη καὶ ὡς κέντρῳ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἡ Ἀκαδημία τοῦ Πλάτωνος καὶ ὅλαι ἐκεῖναι αἱ Σχολαὶ αἱ φιλοσοφικαὶ, αἵτινες εἰς τοσοῦτον ὕψος διανοίας ἐξήχθησαν; Εὑρίσκεται τὸ Ἑλληνικὸν Πανεπιστήμιον κατέχον τοιαύτην θέσιν; Κατ’ ἐμὲ, πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Διὰ τοῦτο πρέπει ν’ ἀναπετάσητε τὰς πύλας αὐτοῦ πρὸς τὴν μεγάλην ἐπιστήμην, πρέπει νὰ ῥίψητε ἔλαιον εἰς τὴν λυχνίαν αὐτοῦ, ἥτις εἶναι προωρισμένη νὰ φωτίσῃ τὴν Ἑλλάδα καὶ ὁλόκληρον τὴν Ἀνατολὴν, πρέπει νὰ ἐμφυσήσητε ζωογόνον πνοὴν εἰς τὸ πῦρ τὸ ἐν αὐτῷ, ἵνα θερμάνῃ τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ συγκαλέσῃ αὐτὸν περὶ ἑαυτὸ, ἵνα μετὰ ταῦτα διασπείρῃ αὐτὸν πανταχοῦ πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ μεγάλου προορισμοῦ του. Πρέπει νὰ δώσητε πτέρυγας εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Πανεπιστήμιον, ἵνα ἐξαρθῇ εἰς ὕψος νεφελῶν, ἀφ’ οὗ νὰ καταστῇ χρήσιμον, νὰ καταστῇ τὸ κέντρον, νὰ καταστῇ τὸ βλέμμα, νὰ καταστῇ ἡ χεὶρ, νὰ καταστῇ ὁ νοῦς ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ὥστε, καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, μόνον διὰ τῶν γραμμάτων θὰ κατισχύσῃ, ἂν κατισχύσῃ ὁ Ἑλληνισμὸς ἐν τῇ Ἀνατολῇ κατὰ τῶν πολυαρίθμων καὶ σθεναρῶν δυστυχῶς ἐχθρῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπιβουλεύονται αὐτόν. Θὰ στειρεύσητε, οὕτω νομοθετοῦντες, τὴν πηγὴν, ἐξ ἧς θὰ προσέτρεχον νὰ ἀντλῶσι ζωογόνα νάματα τὰ τέκνα, ἡ νεολαία μεγάλου πληθυσμοῦ Ἑλλήνων τῶν 6 ἢ 7 ἑκατομμυρίων, οἵτινες ἀτενίζουσι πρὸς ἡμᾶς, θὰ στειρεύσητε τὴν πηγὴν τῆς μορφώσεως καὶ τῆς σοφίας δι’ αὐτούς. Κεκλεισμέναι αἱ πύλαι τοῦ Πανεπιστημίου καὶ πεφραγμένος ὁ κρουνὸς τῶν ναμάτων τῆς σοφίας, καὶ κεκομμέναι αἱ πτέρυγες καὶ ἀποτετιλμένα τὰ πτερά. Κατ’ ἐμὲ, ἐὰν μὴ πρόκηται νὰ νομοθετηθῇ τι σπουδαῖον, νὰ νομοθετηθῇ τι ἐμπρέπον εἰς τὴν ἀξίαν καὶ τὴν περιωπὴν τοῦ ζητήματος, τὰ κείμενα ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ εἶναι κακὰ εὖ κείμενα. Ἄφετε νὰ λειτουργήσῃ τὸ ὑπάρχον καθεστὼς ἐπὶ ἓν ἔτος ἔτι, καὶ βεβαίως δὲν θὰ στρεβλωθῇ ἡ Ἑλληνικὴ μόρφωσις, καὶ βεβαίως δὲν θὰ καταστραφῇ ὁ Ἑλληνισμός. Ἄφετε ἀκόμη τὸ καθεστὼς τοῦτο νὰ λειτουργήσῃ ἐπὶ ἓν ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπιδοθῆτε εἰς τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος ἐμβριθέστερον καὶ ὑψηλότερον ἀπὸ ἀνωτέρας περιωπῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον καλέσατε εἰς συναρωγὴν καὶ εἰς συνεργασίαν τοὺς εἰδικοὺς καὶ δυναμένους νὰ ἐκφέρωσι γνώμην, καλέσατε ἐπισήμως νὰ ἐκφρασθῶσιν αἱ Σχολαὶ καὶ τὰ τμήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Πανεπιστημίου, παράδοτε τὴν ἐργασίαν καὶ τὰς γνώμας αὐτῶν εἰς τὴν κοινὴν συζήτησιν, ἄφετε τὸ ζήτητημα εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, ἄφετε τὸ ζήτημα εἰς τὴν εὐρεῖαν συζήτησιν τοῦ κοινοῦ ἐπὶ μικρὸν χρόνον, καθ’ ὃν νὰ ἔχῃ ἕκαστος καιρὸν νὰ ἐπιδοθῇ εἰς μελέτας καὶ εἰς εἰδικὰς ἐρεύνας. Συναγάγετε μετὰ ταῦτα τὸ πόρισμα πάσης ταύτης τῆς κινήσεως, καὶ τότε προβῆτε εἰς τὸν καταρτισμὸν νομοθετήματος ἀξίου τοῦ Πανεπιστημίου. Τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη μου περὶ τοῦ νομοθετήματος τούτου. Ηὐχήθην καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν αὐτοῦ, ηὐχήθην καὶ κατὰ τὴν δευτέραν, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Οὐδένα ἀπολύτως οὐδὲ πόῤῥωθεν ἔχω λόγον, ἵνα ἐκφράσω τοιαύτην γνώμην, ὁποίαν ἐξέφρασα περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Πανεπιστημίου· οὐδὲ περὶ συγγενοῦς, οὐδὲ περὶ φίλων, οὐδὲ περὶ ἄλλου τινὸς πρόκειται δι’ ἐμέ. Ἀπολύτως οὐδένα προσωπικὸν λόγον ἔχω. Ἀλλὰ μόνον αὕτη εἶναι ἡ γνώμη καὶ ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεώς μου, καὶ ἡ ὑπαγόρευσις στοργῆς μεγάλης πρὸς τὸ Πανεπιστήμιον, τοῦ ὁποίου εἶμαι τρόφιμος, τοῦ ὁποίου ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ γείνω διπλωματοῦχος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου οὐδ’ ἀπὸ στιγμὴν ἀπεχωρίσθην διανοητικῶς, πρὸ τοῦ ὁποίου διέρχομαι μετὰ σεβασμοῦ καὶ ἀποκαλύπτομαι, καὶ τὸ ὁποῖον συμπαθῶ καὶ πονῶ καὶ διὰ τὸν εἰδικὸν καὶ προσωπικὸν τοῦτον λόγον, ἀλλὰ καὶ ὡς Ἕλλην· διότι ἐν αὐτῷ βλέπω τὴν ὑψίστην δύναμιν τῆς ἀναγεννήσεως καὶ τῆς ὁριστικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ!
§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχον ὑποσχεθῆ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἤθελον ἀνακοινώσει εἰς αὐτὴν τοὺς λόγους, οἵτινες μὲ ἔπειθον, ὅτι τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ συζήτησις καὶ ἡ ἐπιψήφισις κατὰ τὴν ὥραν ταύτην δὲν πληροῖ σκοπόν τινα λυσιτελῆ, ἴσως δὲ ζημιοῖ τὸ συμφέρον τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως· ἀλλ’ ὅτε ἐζήτησα νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεκαλέσθη τὴν συνταγματικὴν διάταξιν, καθ’ ἣν οὐδεὶς διορίζεται εἰς θέσιν μὴ νενομοθετημένην, ἵνα παραστήσῃ, ὅτι ἐκ σεβασμοῦ εἰς τὸ Σύνταγμα σπεύδει νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὸ γιγνόμενον νῦν, ὅτε τὰς θέσεις τῶν καθηγητῶν προσδιορίζει ἐτησίως ὁ προϋπολογισμός. Τὸ κενὸν τοῦτο πληροῖ ἀληθῶς τὸ νομοσχέδιον, πληροῖ ὅμως αὐτὸ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐξυπηρετεῖ, ἀλλὰ ζημιοῖ τὰ συμφέροντα τῆς ἐκπαιδεύσεως· καὶ τοῦτο ὀφείλω ν’ ἀποδείξω διὰ τῶν βραχέων, τὰ ὁποῖα θέλω εἴπει ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ὄντως δὲν εἶναι πλέον ἀναγκαῖον νὰ εἴπω πολλὰ, ἀφοῦ οἱ δύο προαγορεύσαντες ἐξήντλησαν τὴν ὕλην, ἐπὶ πολλῶν δ’ ἀσπάζομαι τὰς γνώμας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων, ὡς καὶ ἐπί τινων ἄλλων ἀσπάζομαι τὰς γνώμας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς. Ἐν τούτοις, πρὶν ἢ προβῶ εἰς ταῦτα, ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἤρξατο τοῦ λόγου του ἀπὸ διαμαρτυρίας, παρακαλῶ αὐτὸν ν’ ἀναγράφῃ ἐν τῷ καταλόγῳ αὐτοῦ καὶ ἐμέ, διότι οὐδ’ ἐγὼ στέργω ν’ ἀναγράφηται ἐν ἐπισήμῳ ἐγγράφῳ, ὅτι τὸ Πανεπιστήμιον διατελεῖ ἐν ἀταξίᾳ καὶ ἀκοσμίᾳ, διότι δὲν εἶχε νομοθετηθῆ μέχρι τοῦδε ὁ ἀριθμὸς τῶν ἑδρῶν τῶν διδασκόντων ἐν αὐτῷ. Ὁ προσδιορισμὸς τῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ διδακτικῶν ἑδρῶν εἶναι μέρος τοῦ κανονισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ μόνον περὶ τοῦ μέρους τούτου πραγματεύεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀλλὰ τὸ μέρος τοῦτο τυγχάνει τὸ ἧττον ἀναγκαῖον καὶ χρήσιμον, παραλείπονται δὲ πάντα τὰ ἄλλα μέρη τοῦ κανονισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ λυσιτέλεια τῆς διδασκαλίας, ἡ σκοπιμότης αὐτῆς καὶ ἡ παρασκευὴ ἀληθῶν ἐπιστημόνων, ὄχι μόνον ἵνα μετέρχωνται βιοποριστικὰ ἐπαγγέλματα ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἵνα διαδέχωνται τοὺς διδάσκοντας ἐν τῷ ἱδρύματι. Τῳόντι σπουδαιότατον μέρος τῶν κανονιστικῶν διατάξεων εἶναι ἡ προβάσανος, ἡ προεξέτασις ἐκείνων, οἵτινες εἰσέρχονται εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ἵνα καταταχθῶσιν ὡς φοιτηταὶ ἐν ταῖς διαφόροις Σχολαῖς. Ἐὰν εἴχομεν κανονίσει ἐπαρκῶς τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐὰν εἴχομεν ὀργανώσει πλήρως καὶ σκοπίμως τὰ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἴσως ἡ σπουδαιότης τοῦ τμήματος τούτου τοῦ κανονισμοῦ ἤθελεν εἶσθαι μικροτέρα, δὲν ἤθελε δ’ εἶσθαι μεγάλη ἡ ζημία, ἂν παρετείνετο ἔτι ἡ νῦν ὑπάρχουσα κατάστασις· ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον λειτουργεῖ ἡ μέση ἐκπαίδευσις, καθ’ ὃν τρόπον διεστράφη καὶ ἠλλοιώθη ἡ λειτουργία τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, οἷα εἶχεν ὁρισθῆ διὰ τοῦ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμου τοῦ 1878, μετὰ τὸν ἐπιφυηθέντα μάλιστα ἐπ’ αὐτῆς νοσηρὸν καὶ ἐπιβλαβῆ μύκητα τῶν γραμματοδιδασκάλων, τὸ σύστημα τῆς ἐκπαιδεύσεως, αἱ πρῶται καὶ αἱ δεύτεραι βαθμίδες αὐτῆς μέχρι τοῦ Πανεπιστημίου δὲν εἶναι πλέον στερεαί, ἀλλὰ σαθραί. Ἑπομένως, ἐὰν θ’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, πρέπει νὰ φροντίσωμεν, ἵνα οἱ εἰσαγόμενοι ἐν αὐτῷ, ὅπως ἐκπαιδευθῶσιν, ὦσιν ἱκανοὶ ἵνα ἐπιδοθῶσιν εἰς τὴν σπουδὴν τῶν ἐπιστημῶν. Βεβαίως γνωρίζετε, ὅτι μεταξὺ τῆς γυμνασιακῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς πανεπιστημιακῆς ὑπάρχει κενόν, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπληρώθη ἔτι, διότι ἡ ἐν τοῖς Γυμνασίοις διδασκαλία δὲν εἶναι πλήρης, οὐδὲ παρασκευάζει ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐφοδιάζει διὰ ἀπολυτηρίων, ἱκανοὺς ἵνα σπουδάσωσιν ἐπιστήμην. Ἀλλὰ μήπως τοῦτο μόνον εἶναι τὸ ἐπεῖγον καὶ ἀναγκαιότερον πρὸς κανονισμόν; Τί νὰ εἴπωμεν περὶ τοῦ τρόπου τῆς διοικήσεως τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἰδίως περὶ τοῦ τρόπου τῆς διοικήσεως τῆς περιουσίας αὐτοῦ; Δὲν ἦτο τάχα ἀναγκαιότερον νὰ προηγηθῇ ἡ ἔρευνα, ἐὰν ἡ ἐτησία διάρκεια τῆς πρυτανικῆς ἀρχῆς ἦναι ἀρκοῦσα ἐγγύησις πρὸς σώφρονα καὶ σκόπιμον διοίκησιν τῆς πανεπιστημιακῆς περιουσίας; Δὲν ἦτο τάχα ἐπεῖγον νὰ ἐξετασθῇ καὶ κανονισθῇ ποῖαι πρέπει νὰ ᾖναι αἱ σχέσεις τῶν διδασκόντων πρὸς τοὺς διδασκομένους, ἢ ποῖαι πρέπει νὰ ᾖναι αἱ σχέσεις τῆς πανεπιστημιακῆς ἀρχῆς πρὸς τοὺς διδασκομένους; Ἀλλὰ μήπως δὲν ἦτο ἐπεῖγον νὰ κανονισθῶσιν οὕτω τὰ τῶν ἐξετάσεων τοῦ Πανεπιστημίου, ὥστε οἱ ἀπερχόμενοι τοῦ Πανεπιστημίου νὰ παρέχωσι διὰ τῶν διπλωμάτων των ἐπαρκῆ καὶ ἀρτίαν ἐγγύησιν εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ τὴν Πολιτείαν, ὅτι ἐγένοντο ἄξιοι νὰ φέρωσι τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐπιστήμονος καὶ νὰ κρίνωνται ὑπὸ τῶν πολλῶν ὡς τοιοῦτοι; Καὶ ἐνῷ πάντα ταῦτα ἀφίνομεν εἰς τοὺς τέσσαρας ἀνέμους, σπεύδομεν νὰ προσδιορίσωμεν τάξιν ἑκάστῃ Σχολῇ ἕδρας τῶν καθηγητῶν, ἵνα πληρώσωμεν τυπικήν τινα διάταξιν, ὡς μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἢ ἵνα ἀποσοβῶμεν ἀφ’ ἡμῶν ἑκάστοτε τὰς ἐπιθέσεις καὶ ἐπιδρομὰς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι νὰ διορίζωνται καθηγηταὶ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ὡς μᾶς ἀφῆκε νὰ ἐννοήσωμεν διὰ τῶν τελευταίων λόγων αὐτοῦ προχθές. Προετιμήσαμεν νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἀφαιρεῖ δυσχερείας τῶν κυβερνώντων, ὅσας παράγουσι τὰ προσωπικὰ ζητήματα, ἢ παρέχει αὐτοῖς εὐκολίας, ἵνα διορίσωσι καὶ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ὅσους ἂν θέλωσιν, ἀφήκαμεν δὲ ἄνευ μερίμνης καὶ ἄνευ κανονισμοῦ ἄλλας ἀνάγκας τῆς πανεπιστημιακῆς ἐκπαιδεύσεως, αἵτινες ἐφάπτονται τῆς οὐσίας αὐτῆς. Ὁ κυβερνῶν περικυκλοῦται πάντοτε ὑπὸ δυσχερειῶν, καὶ βαίνει ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν, κινδυνεύων κατὰ πᾶν βῆμα· ἀλλ’ εἰς τοῦτο συνίσταται ἡ ἱκανότης καὶ ἡ ἀρετὴ αὐτοῦ, νὰ ἀντέχῃ εἰς τὸν κατὰ τῶν δυσχερειῶν ἀγῶνα, καὶ νὰ ὑπερνικᾷ αὐτὰς, νὰ προχωρῇ τεθωρακισμένος ἐν τῷ μέσῳ τῶν κινδύνων καὶ νὰ ὑπερβαίνῃ αὐτούς. Εἶπον ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν πληροῖ λυσιτελῆ τινα σκοπὸν, ἀλλὰ δὲν ἐπεθύμουν ν’ ἀσχοληθῶ εἰδικῶς εἰς τὰ τῶν Σχολῶν. Κατὰ τὰ βραχέα διαλείμματα χρόνων, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐνεπιστεύθησαν τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τοὺς φίλους μου ἐκείνους, οἵτινες μετ’ ἐμοῦ μετέσχον τῆς διοικήσεως καὶ τῆς κυβερνήσεως, ἐδείξαμεν πλήρη εὐλάβειαν πρὸς τὸ καθεστὼς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, οὐδ’ ἐθίξαμέν τινα τῶν καθηγητῶν, ἂν καὶ οἱ πρὸ ἡμῶν εἶχον ἐνισχύσει τινὰς νὰ παρεκκλίνωσι τῆς σεμνότητος καὶ ἀξιοπρεπείας, δι’ ἧς οἱ καθηγηταὶ πρέπει νὰ περιβάλλωνται. Δὲν ἐλησμονήθη ἔτι, ὅτι ἐν ἐκλογικαῖς διαδηλώσεσιν ὤφθησαν καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου φέροντες εἰκόνας ὑποψηφίων ἢ ἀρχηγῶν πολιτικῶν κομμάτων. Καὶ μολονότι εἰς τοσοῦτον βαρέα εἶχον ἐξωκείλει τινὲς παραπτώματα, δὲν ἐθίξαμεν διὰ τῆς χειρὸς ἡμῶν τὸ καθεστὼς, μετὰ τῆς ἐλπίδος, ὅτι καὶ αὐτοί, οἵτινες εἶχον τυχὸν παρεκτραπῆ, ἤθελον κατανοήσει τὸ ἁμάρτημα· οὐδέποτε δ’ ἀνειχόμεθα νὰ ὑποληφθῶμεν ὅτι ἐζητοῦμεν νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν φατρίαν ἢ τὸ κόμμα ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Ἑπομένως προηγούμενα τοιαῦτα μοὶ δίδουσι τὸ θάῤῥος νὰ ὑπερίδω πᾶσαν παρεξήγησιν τῶν παρατηρήσεων, ὅσας θέλω ἀνακοινώσει ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῶν Σχολῶν. Ἀληθῶς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου τῆς Λιμηρᾶς ἐξετέλεσαν τοῦτο, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ πρόκειται νὰ ἐκτελέσω· ἀλλὰ καὶ ἐγὼ πρέπει νὰ ἐρωτήσω διὰ ποῖον λόγον, χάριν τίνος γενικοῦ συμφέροντος, ἔσπευσαν νὰ προσδιορίσωσι τὰς ἕδρας τῶν καθηγητῶν διὰ τρόπου μὴ ἐπιτρέποντος τὴν μεταβολὴν τοῦ προσδιορισμοῦ τούτου ἢ διὰ νόμου; Ποῖον ἐκπαιδευτικὸν συμφέρον ἐξυπηρετεῖ ὁ πλουτισμὸς Σχολῶν τινων δι’ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν διδασκόντων, ἐν ᾧ ἐγκαταλιμπάνεται ὡς ἔχει ἡ Νομικὴ Σχολὴ, εἰς τὴν ὁποίαν συνεπτύχθη ἡ διδασκαλία τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν; Καὶ τοῦτο συμβαίνει ἐν Κράτει, ἔνθα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερηφανεύηταί τις διὰ τὴν ἱκανότητα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν δημοσίων λειτουργῶν, ἐν Κράτει, ἐν τῷ ὁποίῳ κατεστάθη ἀναγκαιότατον, ἵνα ἐκεῖνοι, οἵτινες καλοῦνται νὰ ἀναλάβωσι δημοσίαν λειτουργίαν, εἶναι ἀρτιώτερον καὶ πληρέστερον κατηρτισμένοι κατὰ τὴν ἐπιστημονικὴν μάθησιν! Τί νὰ εἴπω, ὅταν βλέπω, ὅτι ἄλλη Σχολὴ, ἡ Σχολὴ τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν, ἐγκαταλιμπάνεται ὡσαύτως; Καὶ ἂν ὑπάρχῃ διακριτικὸν γνώρισμα τοῦ ἀρχαίου κόσμου ἀπὸ τοῦ νέου, ποῦ ἀλλαχοῦ εὑρίσκετε τὴν διαφορὰν ἢ ἐν τῇ ἀναπτύξει τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν; Καὶ ἔχετε μίαν ἕδραν φυσικῆς, καὶ ἔχετε μίαν ἕδραν χημείας, καὶ οὐδεὶς λόγος γίνεται οὐδὲ περὶ χημείας βιομηχανικῆς, οὐδεὶς περὶ διδασκαλίας ἄλλων μερῶν τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν, ἀλλ’ αὐξάνετε τὸν ἀριθμὸν τῶν διδασκόντων τὴν ἱστορίαν. Καὶ ἐπειδὴ ἡ ἱστορία ἡ ἑλληνικὴ εἶναι μία, καὶ δὲν δύναται νὰ τέμνηται αὐθαιρέτως εἰς διδασκαλίαν ἀρχαίας Ἑλλάδος καὶ εἰς διδασκαλίαν μέσης Ἑλλάδος καὶ εἰς διδασκαλίαν ἱστορίας νεωτέρας Ἑλλάδος, τέμνετε αὐτὴν εἰς δύο ἕδρας, καὶ ἐν ᾧ ἡ γενικὴ ἱστορία εἶναι μία, καὶ ταύτην τέμνετε εἰς γενικὴν ἱστορίαν τῆς ἀρχαίας ἐποχῆς καὶ εἰς γενικὴν ἱστορίαν τῆς μέσης καὶ τῆς νεωτέρας. Ἀλλὰ μήπως κατὰ τὰ ἄλλα αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι πλήρεις; Ἐπιτρέπεται π.χ. ἄνευ προτάσεως τῶν Σχολῶν ἡ τοποθέτησις τῶν διδασκόντων καὶ ἡ μετάθεσις αὐτῶν ἀπὸ διδακτικῆς ἕδρας εἰς ἄλλην διδακτικὴν ἕδραν. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἡ μετοχὴ τῶν Σχολῶν εἰς τὸν διορισμὸν τῶν καθηγητῶν ἀπέτυχεν, οὐδ’ ἀνυψώθησαν αἱ Σχολαὶ μέχρι τοῦ ὕψους τῆς ἐπιστήμης, ὅπως διαχειρισθῶσι σκοπίμως τὰ προσωπικὰ ζητήματα. Τὸν κανονισμὸν λοιπὸν ἄλλου τινὸς τρόπου διορισμοῦ τῶν καθηγητῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ προθύμως ἤθελον ψηφίσει, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν γνώμην τῶν Σχολῶν, ὅταν πρόκηται περὶ τῆς μεταθέσεως καθηγητῶν ἀπὸ ἕδρας εἰς ἕδραν, διότι ἡ γνώμη αὐτῶν εἶναι ὁ εἰλικρινέστερος ὁδηγός. Τί νὰ εἴπω περὶ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐξ αὐτοῦ παραχθῆ πρὸς παρασκευὴν διδασκόντων ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ; Πανταχοῦ τὰ Πανεπιστήμια, καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Εὐρώπῃ, ἔχουσι καὶ ταύτην τὴν ἀποστολὴν, νὰ παρασκευάζωσι τοὺς διδάσκοντας. Ἐνταῦθα οὐδεμία παρασκευὴ γίνεται· ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπάρχουσα μέχρι τοῦδε προπαρασκευὴ, ἡ διὰ τοῦ προσωρινοῦ κανονισμοῦ ὀργανωθεῖσα, καὶ αὕτη αἴρεται καὶ καταστρέφεται, διότι βεβαίως εἶναι γελοῖον νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι θέλουσι πλέον ὑπάρχει ὑφηγηταὶ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Διὰ τίνα λόγον νὰ ὑπάρχωσιν, ἀφοῦ οὐδὲ ὑλικὸν κέρδος θέλει ἑλκύει αὐτοὺς, οὐδ’ ἠθικὸν κέρδος; Μήπως δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀκροατάς; Καὶ ἂν παρασταθῶσιν ὀλίγοι τινὲς ἀκροαταὶ κατὰ τὰ πρῶτα μαθήματα, ἐπειδὴ οἱ ὑφηγηταὶ δὲν μετέχουσι τῶν ἐξετάσεων τῶν μαθημάτων, οὐδεὶς θέλει μείνει ἀκροώμενος αὐτῶν· πάντες δὲ θέλουσι σπεύσει νὰ ἀκροῶνται τῶν μαθημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ διδάσκωσιν οἱ τακτικοὶ καθηγηταί, οἵτινες μετέχουσι τῶν ἐξετάσεων. Περὶ τῶν ἐκτάκτων καθηγητῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς σᾶς εἶπε τόσα, ὥστε δὲν πρέπει ἐγὼ νὰ θαῤῥήσω νὰ προσθέσω τι εἰς αὐτά. Οὗτοι ἦσαν οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἐπρότεινα νὰ μὴ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ ν’ ἀφήσῃ τὰ περὶ τούτου ἐκκρεμῆ ἐπί τινα χρόνον, ἀφοῦ ἐπὶ 56 ἔτη εἶχον ἀφήσει ταῦτα ἐκκρεμῆ πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις. Καὶ ὅταν δὲ ἠθέλομεν ἀποφασίσει νὰ κανονίσωμεν τὰ περὶ τούτου, προσῆκε πάντες, ὡς σαφῶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, καὶ διδάσκοντες ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καὶ ἐπιστήμονες καὶ Βουλευταὶ, νὰ συσκεφθῶμεν καὶ νὰ κανονίσωμεν ταῦτα ἐπαρκῶς καὶ πλήρως· διότι δι’ αὐτῶν τίθενται αἱ βάσεις τῆς ἐκπαιδεύσεως τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, ἥτις, προορισθεῖσα ν’ ἀνταγωνισθῇ πρὸς ἄλλας φυλὰς, δὲν προσδοκᾷ νὰ κατισχύσῃ διὰ τῆς ἰδίας αὑτῆς ἰσχύος, οὐδὲ διὰ τοῦ ἰδίου αὑτῆς πλούτου, ἀλλὰ μόνον διὰ τῶν γραμμάτων καὶ τῆς ἐπιστήμης.
§135ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶμαι, Κύριοι, ἠναγκασμένος νὰ διαφωνήσω πρὸς τοὺς μέχρι τοῦδε ἀγορεύσαντας περὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἀξιοτίμους Βουλευτὰς ἐκ Κυθήρων, Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς καὶ Γόρτυνος, νὰ διαφωνήσω δὲ ἀκριβῶς ὡς πρὸς ἐκεῖνο, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον αὐτοὶ συνεφώνησαν πρὸς ἀλλήλους. Συνεφώνησαν ὡς πρὸς τὸν θαυμασμὸν καὶ τὸν σεβασμὸν αὐτῶν πρὸς τὴν νῦν κατάστασιν τοῦ Ἐθνικοῦ ἡμῶν Πανεπιστημίου, ἣν παρέστησαν μονονουχὶ ὡς ἀπαράμιλλον, χαρακτηρίσαντες σχεδὸν ὡς ἀσέβειαν καὶ βεβήλωσιν πᾶσαν ἀπόπειραν πρὸς οἱανδήποτε μετακίνησιν τῶν κατ’ αὐτοὺς κάλλιστα κειμένων τὴν σήμερον ἐν τῷ ἀνωτάτῳ ἡμῶν ἐκπαιδευτηρίῳ. Καὶ ἠκούσατε μεθ’ ὁποίας σεμνοτυφίας — συγχωρήσατέ μοι τὴν φράσιν — ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον διεμαρτυρήθησαν κατὰ τῶν λέξεων συγχύσεως καὶ ἀκοσμίας, δι’ ὧν ἐν τῇ εἰσηγητικῇ τοῦ νομοσχεδίου ἐκθέσει χαρακτηρίζεται ἡ παροῦσα κατάστασις τοῦ Πανεπιστημίου, θεωρήσαντες αὐτὰς ὡς ὕβρεις κατὰ τούτου. Μὴ ἀρκεσθέντες δὲ εἰς τὰς ἰδίας μόνον διαμαρτυρίας, προσέφυγον καὶ εἰς τὰς σκιὰς τῶν ἀοιδίμων ἱδρυτῶν, εὐεργετῶν καὶ συνδρομητῶν τοῦ ἀνωτάτου ἡμῶν ἐκπαιδευτηρίου, καὶ ἐπεκαλέσθησαν καὶ αὐτὰς, ἐπὶ τὸ ἐμφαντικώτερον, εἰς διαμαρτυρίαν κατὰ πάσης μεταῤῥυθμίσεως τῶν κατ’ αὐτὸ, ὡς ἐὰν αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος σκιαὶ, ἐνασμενίζουσαι εἰς τὴν νῦν κατάστασιν τοῦ Πανεπιστημίου, εἶχον ἀναλάβει αὐτὴν ὑπὸ τὴν ἰδιαιτέραν προστασίαν των. Καὶ ταῦτα λέγοντες, ἐνόμισαν ἴσως, ὅτι εἶχον ἐνώπιόν των ἀκροατὰς, μὴ ζῶντας ἐν Ἑλλάδι, μὴ σχόντας ποτὲ ἀφορμὴν, ἵνα γνωρίσωσι τὰ κατὰ τὴν ἀνωτάτην ἡμῶν ἐκπαίδευσιν καὶ λάβωσι πεῖράν τινα τῶν καρπῶν, οὕς ἀπὸ ἐτῶν ἤδη ἀποφέρει αὐτή, ἢ ὅτι ἡμεῖς ἀπεστάλημεν ἐνταῦθα ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, οὐχὶ ὅπως ἀποκαλύπτωμεν καὶ καταγγέλλωμεν τὰ κακῶς ἔχοντα ἐν ἡμῖν καὶ ἐπιζητῶμεν τὴν σύντονον αὐτῶν θεραπείαν, ἀλλ’ ὅπως συγκαλύπτωμεν αὐτὰ καὶ ἀφίνωμεν τὸ κακὸν νὰ ὑποβόσκῃ καὶ προσλαμβάνῃ δυσίατον χαρακτῆρα. Ἀλλ’ οὕτω πως ἡ σεμνοτυφία ἡμῶν, Κύριοι, δύναται ν’ ἀποβῇ τὰ μάλιστα ἐπιζήμιος, δύναται νὰ ἔχῃ ἐπακόλουθα ὀλέθρια ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις. Ἡ ἀλήθεια καὶ μόνη, ὡς ἐν παντὶ ἄλλῳ, καὶ ἐν τῷ προκειμένῳ ζητήματι δύναται νὰ σώσῃ ἡμᾶς. Καὶ ἡ ἀλήθεια αὕτη ὀφείλει ν’ ἀποκαλυφθῇ ἐν ὅλῃ τῇ γυμνότητι αὐτῆς, ὀφείλει νὰ γείνῃ καταφανὴς ἡ κατάστασις τοῦ Πανεπιστημίου ἡμῶν, ὅπως οὕτως ἔλθωμεν πάντες εἰς ἐπίγνωσιν καὶ λάβωμεν τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς θεραπείαν αὐτῆς. Ἐν τούτῳ ἔγκειται κυρίως ἡ διαφωνία μου πρὸς τοὺς προαγορεύσαντας συναδέλφους, καὶ ἡ διαφωνία αὕτη μὲ ἀναγκάζει νὰ καταδείξω διὰ βραχέων ὁποία ἡ ἀληθὴς κατάστασις τοῦ ἀνωτάτου ἡμῶν ἐκπαιδευτηρίου καὶ ὁπόσον ἐπείγει ἡ θεραπεία αὐτῆς. Δι’ ἐλεγειακῶν σχετλιασμῶν δὲν αἴρεται, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ συγκαλυφθῇ τὸ κακόν. Ἄν οἱ προαγορεύσαντες ἔχωσι πεποίθησιν εἰς τὴν γνώμην αὐτῶν, ἂς φροντίσωσι ν’ ἀναιρέσωσι διὰ τῶν πραγμάτων ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ διὰ τῶν πραγμάτων μόνον ἔρχομαι ν’ ἀποδείξω νῦν. Τοὺς προκαλῶ εἰς τοῦτο. Ἡ κατάστασις τοῦ Πανεπιστημίου, Κύριοι, εἶναι θλιβερὰ, θλιβερωτέρα ἢ ὅσον παριστᾷ αὐτὴν ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, εἶναι τοιαύτη, ὥστε ν’ ἀποβαίνῃ προβληματικὴ πλέον αὐτὴ ἡ περαιτέρω ὕπαρξις τοῦ ἀνωτάτου ἡμῶν ἐκπαιδευτηρίου, ἐνόσῳ παρατείνεται ἡ κατάστασις αὐτοῦ αὕτη. Ὁ Χριστὸς εἶπεν: «ἕκαστον δένδρον ἐκ τοῦ ἰδίου καρποῦ ἐπιγινώσκεται». Ἀλλὰ ποῖοι οἱ καρποὶ τοῦ Πανεπιστημίου ἡμῶν; Ἔχει τοῦτο ἐν πρώτοις νὰ ἐκπληρώσῃ καθ’ ἑαυτὸ διττὸν προορισμὸν, τὸν μὲν καθαρῶς ἐπιστημονικὸν, συντελοῦν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ πρόοδον τῆς ἐπιστήμης, τὸν δὲ πρακτικὸν, μορφοῦν τοὺς χρησίμους εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας ἐπιστήμονας. Ἔχει εἶτα, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἔθνος, νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ τρίτον προορισμὸν, καὶ ὁ προορισμὸς οὗτος εἶναι νὰ ἐξεγείρῃ τὸ ἐθνικὸν φρόνημα τῶν φοιτώντων εἰς αὐτὸ νέων καὶ ν’ ἀναδεικνύῃ τούτους ἀποστόλους τῶν ἐθνικῶν ἰδεῶν ἐν τῷ κύκλῳ τῆς μετὰ ταῦτα ἐνεργείας αὐτῶν. Πῶς τοὺς τρεῖς τούτους προορισμούς του ἐξεπλήρωσε μέχρι τοῦδε τὸ Πανεπιστήμιον; Ἐλάχισται εἶναι αἱ πρόοδοι, ἃς ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ αὐτὸ ὑπὸ ἔποψιν καθαρῶς ἐπιστημονικήν. Οἱ καθηγηταὶ αὐτοῦ, πλὴν εὐαρίθμων πάνυ ἐξαιρέσεων, τὴν καθηγεσίαν ὑπολαμβάνουσι πάρεργόν τι, περὶ ἄλλα μεριμνῶντες καὶ τυρβάζοντες συνήθως βιοποριστικὰ ἔργα. Ἡ καθηγητικὴ ἕδρα, ἣν ὅπως καταλάβωσι, τὰ πάντα μετέρχονται καὶ μηχανεύονται, χρησιμεύει εἰς αὐτοὺς συνήθως ὡς τίτλος τιμητικὸς, προσπορίζων εἰς αὐτοὺς κυρίως δικαιώματα καὶ ἐλάχιστα ἐπιβάλλων καθήκοντα, ὡς τίτλος ἐπέχων θέσιν patent ἀπέναντι τῆς κοινωνίας, καὶ διευκολύνων αὐτοὺς εἰς ἀπόκτησιν πελατείας, ὅταν μετέρχωνται τὸν ἰατρὸν ἢ δικηγόρον, ἢ εἰς κατάληψιν περιβλέπτου κοινωνικῆς θέσεως. Ὅτι δὲ τὴν καθηγεσίαν οἱ κύριοι αὐτοὶ ὑπολαμβάνουσι πάρεργόν τι, ἀπόδειξις τούτου, ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν δύο ἢ τρεῖς μόνον ὥρας τὴν ἑβδομάδα διδάσκουσι καὶ ταύτας οὐχὶ πάντοτε τακτικῶς καὶ ἀνελλιπῶς. Ὑπὸ ἔποψιν ἐπιστημονικὴν οἱ πολλοὶ οὐ μόνον ἰδίας ἐρεύνας καὶ προόδους δὲν ἔχουσι νὰ ἐπιδείξωσιν, ἀλλ’ οὐδὲ τὰς ἀλλαχοῦ γινομένας τοιαύτας παρακολουθοῦσι. Λάβετε, Κύριοι, ἀνὰ χεῖρας οἱονδήποτε ἀλλόγλωσσον ἐπιστημονικὸν ἐγχειρίδιον, καὶ θ’ ἀνεύρητε ἐν αὐτῷ τὰς γνώμας καὶ ἐρεύνας τῶν καθηγητῶν παντὸς ἄλλου ἔθνους, πλὴν μόνου τοῦ Ἑλληνικοῦ. Προσέλθετε εἶτα εἰς τὰς παραδόσεις τῶν ἡμετέρων καθηγητῶν καὶ θὰ ἴδητε τοὺς πλείστους τούτων διδάσκοντα ἀπὸ εὐρωτιώντων τετραδίων, τὰ ὁποῖα συνέταξαν πρὸ ἐτῶν, ἢ πρὸ δεκαετηρίδων ὅλων, καὶ ἔχουσιν ἔκτοτε στερεότυπα. Ἐνθυμοῦμαι ἐγὼ αὐτὸς καθηγητήν τινα, διδάσκοντα ἀπὸ τοιούτων τετραδίων, ὅτε ἤμην ἔτι φοιτητής, καὶ ἐπικαλούμενον τὴν μαρτυρίαν σοφοῦ τινος Γερμανοῦ, ὡς πρὸ μικροῦ ἀποθανόντος, ἐνῷ οὗτος εἶχε πρὸ δεκαετηρίδων ἤδη ἐκμετρήσει τὸ ζῆν, ὅτε τὸ πρῶτον καὶ ὁ ἡμέτερος καθηγητὴς εἶχε συντάξει τὸ μάθημά του, καὶ ἔκτοτε ἔμεινε πάντοτε πρὸ μικροῦ ἀποθανών! (Ἱλαρότης). Ὑπὸ τοιαύτην διδασκαλίαν, Κύριοι, οὐδὲν θαῦμα, ἐὰν οἱ παρ’ ἡμῖν μορφούμενοι ἐπιστήμονες διακρίνονται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐπὶ ἡμιμαθείᾳ καὶ ἐπιπολαιότητι, οὐχὶ σπανίως ἀποβαίνοντες ἀληθεῖς λυμεῶνες τῆς κοινωνίας, ἧς τὰς ἐπιστημονικὰς ἀνάγκας κέκληνται νὰ πληρώσωσιν. Ἡ μέση καὶ κατωτέρα ἡμῶν ἐκπαίδευσις χωλαίνει καὶ τροφοδοτεῖ τὸ Πανεπιστήμιον μὲ φοιτητὰς ἀτελέστατα παρεσκευασμένους διὰ τὸ ἀκαδημαϊκὸν στάδιον. Εἴδετε δὲ, ὁποία εἶναι ἡ θεωρητικὴ διδασκαλία ἐν τῷ ἀνωτάτῳ ἡμῶν ἐκπαιδευτηρίῳ. Ἐλλιπῶς, ἐλλιπέστατα εἰσάγει τοὺς φοιτητὰς εἰς τὴν ἐπιστήμην, καὶ τοῦτο πράττει κατὰ τρόπον, ὅστις ἀντὶ νὰ κινῇ τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὸν ἐνθουσιασμὸν ὑπὲρ τῆς ἐπιστήμης, τοὐναντίον ἀπογοητεύει καὶ ἀπονεκροῖ πάντα ζῆλον ὑπὲρ αὐτῆς. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν εἶναι ἄγνωστοι σχεδὸν εἰς τὰς πλείστας Σχολὰς αἱ πρακτικαὶ ἀσκήσεις τῶν φοιτητῶν ἐν οἷς διδάσκονται. Οἱ πλεῖστοι τῶν καθηγητῶν ἡμῶν δὲν ἐννοοῦσι νὰ χειραγωγήσωσιν αὐτοὺς ἐν φροντιστηρίοις εἰς αὐτοτελῆ μελέτην καὶ ἔρευναν, δὲν ἐννοοῦσι νὰ παρασκευάσωσιν αὐτοὺς διὰ τὸ πρακτικὸν στάδιον. Ἐντεῦθεν ἡ ἐπιπολαιότης καὶ ἡμιμάθεια τῶν νεαρῶν ἡμῶν ἐπιστημόνων, ἐντεῦθεν καὶ ἡ ἀχρηστία αὐτῶν ἐν τῇ μετὰ ταῦτα σταδιοδρομίᾳ καὶ ἡ βλάβη, ἧς γίνονται πολλάκις πρόξενοι εἰς τὴν κοινωνίαν. Τί δὲ νὰ εἴπῃ τις νῦν καὶ περὶ τοῦ ὑψηλοτέρου ἐκείνου προορισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, τοῦ ἐθνικοῦ; Ἔπρεπε νὰ φρονηματίζωνται οἱ εἰς αὐτὸ φοιτῶντες καὶ μεταλαμπαδεύωσιν ἐξ αὐτοῦ, ὡς ἐκ κεντρικῆς ἑστίας, τὰ ζώπυρα τοῦ ἐθνισμοῦ ἡμῶν καθ’ ὅλην τὴν ἐλευθέραν καὶ δούλην Ἑλλάδα καὶ πανταχοῦ τῆς ὑφηλίου, ὅπου κέκληνται νὰ δράσωσιν. Ἔπρεπε ν’ ἀποφοιτῶσιν αὐτοῦ ὡς ἀπόστολοι τῶν ἐθνικῶν ἰδεῶν. Τί ὅμως συμβαίνει συνήθως; Πόσοι τῶν καθηγητῶν εἶναι εἰς θέσιν ν’ ἀναῤῥιπίσωσι τὸ ἐθνικὸν φρόνημα παρὰ τοῖς ὁμιληταῖς αὐτῶν; Ποῦ δὲ καὶ αἱ ἑταιρίαι καὶ οἱ σύλλογοι τῶν φοιτητῶν παρ’ ἡμῖν, οἵτινες ἐκ παραλλήλου πρὸς τὴν διδασκαλίαν ἐξεγείρουσι καὶ ἐξευγενίζουσι τὸ αἴσθημα τῆς φιλοπατρίας καὶ τῆς αὐταπαρνήσεως ὑπὲρ τοῦ ἔθνους; Ἀνήκομεν, Κύριοι, εἰς ἔθνος περίβλεπτον ἐν τῇ ἱστορίᾳ, εἰς ἔθνος ἔχον νὰ ἐπιδείξῃ τὸ εὐκλεέστερον παρελθὸν, καὶ ὅμως δὲν κατορθοῦμεν νὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς τὴν φοιτῶσαν παρ’ ἡμῖν νεολαίαν τόσον ζῆλον καὶ ἐνθουσιασμὸν ὑπὲρ αὐτοῦ, ὅσον ἄλλοι ἐμπνέουσιν ὑπὲρ ἐθνῶν ἀδόξων ἐν τῷ παρελθόντι, ὑπὲρ ἐθνῶν προθυμοποιουμένων νῦν τὸ πρῶτον νὰ δημιουργήσωσι θέσιν ἐν τῇ ἱστορίᾳ. Θλίβομαι καιρίως, ἀναλογιζόμενος ὅτι πολλοὶ ἀπόφοιτοι τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου ἀπέπτυσαν τὸν ἐθνισμόν των καὶ κατέστησαν μετὰ μικρὸν ἀμείλικτοι διῶκται τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Σᾶς ἀναφέρω, Κύριοι, τὸ παράδειγμα αὐτοῦ τοῦ ἐστεμμένου ποιητοῦ τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου Σταυρίδου, ὅστις ἀποσκιρτήσας ἐν Μοναστηρίῳ εἰς τὸν Βουλγαρισμόν, ἀπέβη εἶτα ὁ στῦλος τούτου ἐν τῇ δυσμικῇ καὶ βορείῳ Μακεδονίᾳ. Θλίβομαι καιρίως, ἀναλογιζόμενος, ὁπόσον καθυστερεῖ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἡ ἡμετέρα τῆς παρ’ ἄλλοις λαοῖς τῆς Ἰλλυρικῆς χερσονήσου ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως· διότι εἶδον μέχρι τοῦδε ἀποφοίτους τοῦ ἐν Ἀθήναις Πανεπιστημίου ἀποστάτας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, οὐδένα ὅμως διδάκτορα τῶν ἄλλων Πανεπιστημίων συνήντησά ποτε ἀποστάτην τοῦ Βουλγαρισμοῦ, τοῦ Σερβισμοῦ, ἢ τοῦ Ρωμουνισμοῦ. Θλίβομαι καιρίως, ἀναλογιζόμενος ὁποίας ζημίας πρόξενοι γίνονται καὶ ἄλλως εἰς τὸ ἔθνος ἡμῶν ἀπόφοιτοι τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις ἀκριβῶς, ἐν αἷς ὁ Ἑλληνισμὸς τὴν σήμερον διεξάγει τὸν περὶ τὸν ὅλον ἀγῶνα καὶ αὐτοὶ ὤφειλον νὰ ἦναι οἱ πρόμαχοι ἐν τούτῳ. Διέτριψα, Κύριοι, ἐπὶ ἔτη πολλὰ ἐν Μακεδονίᾳ, ἐν τῇ περιμαχήτῳ ἐκείνῃ χώρᾳ, ἣν βῆμα πρὸς βῆμα διαμφισβητοῦσι πρὸς ἡμᾶς τὴν σήμερον πολλοὶ καὶ ποικίλοι ἐχθροὶ, ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς ἢ ἀφανοῦς ἀγωνιζόμενοι νὰ ἐκβάλωσιν ἡμᾶς ἐκ τοῦ συνεκτικοῦ ἐκείνου κέντρου τῶν ἑλληνικῶν χωρῶν, οὗ ἐκλείποντος, ὁ Ἑλληνισμὸς θὰ ἐδιχοτομεῖτο ἐν τῷ μέσῳ αὐτοῦ. Ἐκεῖ ὁ κυριώτατος δεσμὸς, ὁ συγκρατῶν τοὺς πληθυσμοὺς τῆς μέσης ἰδίᾳ Μακεδονίας εἰς τὸν ἐθνισμὸν ἡμῶν, εἶναι ἡ ὀρθοδοξία, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ σχίσμα καὶ τὸν οὐνιτισμόν. Καὶ ἐνῷ οἱ ἡμέτεροι ἐπιστήμονες φροντίζουσι νὰ ἐπιδείξωσι τὴν ἀνωτέραν αὐτῶν παίδευσιν, προσκρούοντες εἰς τὰς θρησκευτικὰς πεποιθήσεις τοῦ λαοῦ καὶ διαθέτοντες οὕτως αὐτὸν ὑπόπτως πρὸς ἑαυτοὺς, (διότι δὲν φοιτῶσιν εἰς τοὺς ναοὺς, δὲν τηροῦσι τὰς νηστείας, καὶ ἐπιδεικνύουσι καθόλου ἀδιαφορίαν πρὸς τὴν θρησκείαν, ἢ καὶ ἀναφανδὸν ἐκφράζονται κατ’ αὐτῆς,) τοὐναντίον οἱ ἀπόστολοι τοῦ σχίσματος καὶ τοῦ οὐνιτισμοῦ, προσερχόμενοι ὑπὸ δέρμα προβάτων, ὑποβάλλονται εἰς πάσας τὰς διατυπώσεις τῆς Ἐκκλησίας, φοιτῶσι τακτικῶς εἰς τοὺς ναοὺς, τηροῦσι τὰς νηστείας, ὁμιλοῦσι μετ’ εὐλαβείας περὶ θρησκείας καὶ οὕτω προσοικειούμενοι τὰ πλήθη, ἀποξενοῦσιν αὐτὰ τέλεον τῆς ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ ἐθνισμοῦ ἡμῶν, παραπείθοντες ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἐν τῇ ὀρθοδοξίᾳ, καὶ οὐχὶ οἱ ἡμέτεροι, οἱ διαψεύδοντες ταύτην διὰ τοῦ βίου καὶ τῆς πολιτείας αὐτῶν. Ἀδύνατον νὰ φαντασθῇ τις, ὁποία ζημία ἐπέρχεται ἐντεῦθεν εἰς τὸν Ἑλληνισμόν. Ἰδού, Κύριοι, οἱ καρποί, οὓς παράγει τὴν σήμερον τὸ Ἐθνικὸν ἡμῶν Πανεπιστήμιον καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐπιστημονικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐθνικήν. Ἀλλ’ εἶναι καρποὶ οὗτοι, δικαιοῦντες τὰς σεμνοτύφους ἐκείνας διαμαρτυρίας τῶν προαγορευσάντων κατὰ τῆς συγχύσεως καὶ ἀταξίας, ἣν ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἐπιῤῥίπτει εἰς τὴν νῦν κατάστασιν τοῦ ἀνωτάτου ἡμῶν ἐκπαιδευτηρίου; Εἶναι καρποί, δυνάμενοι νὰ δικαιώσωσι τὸ παράπαν τὰς πομπικὰς ἐκείνας διαχύσεις ἑνὸς ἐξ αὐτῶν, ὅστις μικροῦ δεῖν παρέστησε τὸ ἡμέτερον Πανεπιστήμιον ὡς τὸ μόνον πνευματικὸν κέντρον, τὸ δυνάμενον νὰ φωτίσῃ Ἀνατολὴν καὶ Δύσιν; Ἢ εἶναι καρποὶ τοιοῦτοι, δι’ οὓς μόνοι οἱ ἐχθροὶ ἡμῶν δύνανται ν’ ἀπαγγέλλωσι πανηγυρικοὺς καὶ νὰ εὔχωνται τὴν παράτασιν καταστάσεως, προξενούσης ὄνειδος εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἐπιστήμην καὶ βλάβην ἀνυπολόγιστον εἰς τὸ ἔθνος ἡμῶν; Προκειμένου, Κύριοι, τὸ Πανεπιστήμιον ἡμῶν ν’ ἀποφέρῃ οὓς μέχρι τοῦδε καρποὺς, δὲν ἠξεύρω, ἐὰν δὲν θὰ ἐφηρμόζετο καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ: «Πᾶν δένδρον, μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν, ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται». Ἀλλὰ πᾶς κηδόμενος αὐτοῦ ὀφείλει νὰ εὔχηται τὴν ῥιζικὴν μεταῤῥύθμισίν του, μεταῤῥύθμισιν τοιαύτην, δι’ ἧς τὸ ἀνώτατον ἡμῶν ἐκπαιδευτήριον θὰ καθίστατο ἱκανὸν νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ τὸν ἐπιστημονικὸν καὶ τὸν ἐθνικὸν αὐτοῦ προορισμόν. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δὲν προτείνεται βεβαίως τοιαύτη μεταῤῥύθμισις. Ὁπωσδήποτε ὅμως γίνεται καλὴ τις ἀρχή, δι’ ἣν δὲν δυνάμεθα εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε νὰ τὸ ἀποκρούσωμεν. Αἱ ἕδραι τοῦ Πανεπιστημίου δὲν εἶχον μέχρι τοῦδε καθορισθῆ νομοθετικῶς, καὶ τοῦτο ἐναντίον τοῦ πνεύματος τοῦ πρώτου αὐτοῦ νομοθέτου, ἐναντίον καὶ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος. Βεβαίως εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο νὰ ἔχῃ γείνῃ πρὸ πολλοῦ ἤδη ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος καθορισμὸς τῶν ἑδρῶν· ἀλλὰ τοῦτο δὲν δικαιολογεῖ ἐκείνους, οἵτινες καὶ νῦν εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς αὐτοῦ. Ἔπρεπε δὲ καὶ ἄλλως νὰ τεθῇ ἅπαξ ἓν τέρμα εἰς τὴν μέχρι τοῦδε κρατήσασαν τῳόντι σύγχυσιν καὶ ἀκοσμίαν ὡς πρὸς τὴν διανομὴν τῶν ἑδρῶν εἰς τὰς διαφόρους Σχολὰς καὶ τοὺς διαφόρους τούτων κλάδους· διότι οὐδενὸς χαλινοῦ ὑπάρχοντος εἰς τοῦτο, κατωρθοῦτο πολλάκις νὰ ἔχῃ Σχολή τις ἢ κλάδος τῆς ἐπιστήμης πλείονας ἕδρας, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν ἄλλων. Διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἐκλείπει ὁπωσδήποτε ἡ τοιαύτη σύγχυσις καὶ ἀκοσμία, διότι ἑκάστη Σχολή, ἕκαστος κλάδος ἐπιστήμης θὰ ἔχῃ τὰς ἰδίας ἀναφαιρέτους ἕδρας. Ἑτέρα καλὴ ἀρχὴ γίνεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐν τῷ καθορισμῷ τῶν ὡρῶν, καθ’ ἃς ὀφείλουσι νὰ διδάσκωσιν οἱ καθηγηταί. Αἱ ὧραι τῆς διδασκαλίας εἶχον ἀφεθῆ μέχρι τοῦδε εἰς τὴν διάκρισίν των· ἐπειδὴ δὲ οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν, ὡς εἴδομεν ἤδη, τὴν καθηγεσίαν θεωροῦσιν ὡς πάρεργόν τι, διὰ τοῦτο περιορίζονται εἰς τὴν διδασκαλίαν 2–3 ὡρῶν τὸ πολὺ καθ’ ἑβδομάδα. Ἀλλαχοῦ, Κύριοι, ὑπάρχουσι καθηγηταὶ διδάσκοντες 10–12 ὥρας τὴν ἑβδομάδα, καὶ καθηγηταὶ μάλιστα ἐκ τῶν ἐπιφανεστάτων ἐν τῇ ἐπιστήμῃ. Πῶς παρ’ ἡμῖν νὰ μὴ καθορισθῶσιν 6 τουλάχιστον ὧραι; Πρέπει οἱ κύριοι καθηγηταὶ νὰ ἐννοήσωσιν ἐπὶ τέλους, ὅτι τὸ ἀξίωμά των δὲν παρέχει μόνον δικαιώματα, ἀλλ’ ἐπιβάλλει καὶ καθήκοντα, καὶ τὰ καθήκοντα ταῦτα πρέπει νὰ ἐκπληρῶσι τακτικῶς καὶ ἀνελλιπῶς, κηδόμενοί τινες ἐξ αὐτῶν καὶ τῆς διδασκαλίας τοὐλάχιστον τόσον, ὅσον καὶ τῆς πελατείας των. Ἀλλὰ καίπερ κατ’ ἀρχὴν ἀποδεχόμενος τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διαφωνῶ ὅμως ἐν πολλοῖς ὡς πρὸς τὰ καθέκαστα αὐτοῦ. Ἤδη κατὰ τὴν πρώτην καὶ δευτέραν αὐτοῦ ἀνάγνωσιν ἀπηύθυνα πολλὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν διαφόρων αὐτοῦ ἄρθρων. Τοῦτο ἐπιφυλάττομαι νὰ πράξω καὶ νῦν ἐν ταῖς λεπτομερείαις τοῦ νομοσχεδίου, πλὴν δὲν κωλύομαι ἐντεῦθεν ν’ ἀπευθύνω ἀπὸ τοῦδε γενικωτέρας τινὰς παρατηρήσεις, τὰς ἑξῆς: Ἐν πρώτοις θεωρῶ ἄτοπον τὸν καθορισμὸν πολλῶν ἑδρῶν ἐπὶ ἑνὸς μόνον μαθήματος. Ἐννοῶ τοῦτο ἐπὶ μαθημάτων ἐχόντων εὐρύτερον κύκλον, ὡς τὸ Ῥωμαϊκὸν δίκαιον, ἡ Χημεία, ἡ Ἀνατομικὴ κλπ. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἐννοήσω τὴν τοιαύτην πολυτέλειαν ἐπὶ μαθημάτων, μᾶλλον περιωρισμένων, ὡς λ. χ. τοῦ Διοικητικοῦ δικαίου, τοῦ Ἐμπορικοῦ δικαίου, τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, τῆς Ὑγιεινῆς καὶ ἄλλων παρομοίων. Ἰδοὺ διατὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ προετίμων νὰ καθιερωθῇ ἐπὶ τοιούτων μαθημάτων ἡ ἕνωσις πλειόνων ἐξ αὐτῶν εἰς μίαν ἕδραν.
§136ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Βλάπτεται ἡ εἰδικότης.
§137ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διατὶ δὲν βλάπτεται ἡ εἰδικότης καὶ ἐν Γερμανίᾳ, ὅπου εἷς καὶ ὁ αὐτὸς καθηγητὴς διδάσκει δύο καὶ τρία πολλάκις μαθήματα; Καὶ ὅμως ἡ εἰδικότης εὐδοκιμεῖ καὶ ἐπιδίδει ἐκεῖ, ὅσον ἐν οὐδεμιᾷ ἄλλῃ χώρᾳ. Δὲν ἐννοῶ δὲ ὅτι πρέπει εἷς καὶ μόνος καθηγητὴς νὰ διδάσκῃ τὰ πλείονα ταῦτα μαθήματα. Δυνατὸν νὰ διδάσκωσιν αὐτὰ καὶ δύο, ὡς λ. χ. τὸ Συνταγματικὸν καὶ Διοικητικὸν δίκαιον, τὰ ὁποῖα τόσον στενῶς συνδέονται πρὸς ἄλληλα. Ἡ διδασκαλία δύο καὶ τριῶν μαθημάτων ὑπὸ δύο καθηγητῶν ἔχει τοῦτο τὸ καλὸν, ὅτι γεννᾶται ἡ ἅμιλλα μεταξὺ τῶν διδασκόντων, καὶ οἱ φοιτηταὶ ἔχουσιν ἐλευθερίαν ν’ ἀκούσωσιν οἱονδήποτε θέλωσιν ἐξ αὐτῶν. Ἐγὼ μάλιστα ἐν τῇ γνώμῃ μου ταύτῃ προβαίνω ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε θὰ συνίστων ἵνα διορίζωνται οἱ καθηγηταὶ κατὰ κλάδους ἐπιστημονικοὺς ἐν ἑκάστῃ Σχολῇ καὶ ἐντὸς τῶν κλάδων τούτων ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ διδάσκωσιν ὅσα μαθήματα δύνανται. Ἐννοεῖται ἐντεῦθεν, ὅτι ἀποκρούω πάσῃ δυνάμει τὴν γνώμην τῶν προαγορευσάντων, καθ’ ἣν οὐδ’ εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρέπει ν’ ἀναγνωρισθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ ν’ ἀναθέτῃ διὰ διατάγματος εἰς καθηγητὴν, διωρισμένον τῇ προτάσει τῆς οἰκείας Σχολῆς, τὴν διδασκαλίαν καὶ ἄλλου συναφοῦς μαθήματος. Οἱ προαγορεύσαντες διεῖδον ὑπὸ τὴν διάταξιν ταύτην καταστρατήγησιν τοῦ ἐν ἰσχύϊ διατάγματος, καθ’ ὃ πᾶς καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου διορίζεται μετὰ προηγουμένην πρότασιν τῆς οἰκείας Σχολῆς. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ποῦ ἔγκειται ἡ τοιαύτη καταστρατήγησις τοῦ δικαιώματος τῶν Σχολῶν, ἀφοῦ τοῦτο ἐνησκήθη ἅπαξ ἐν τῇ προτάσει, καθ’ ἣν ὑπεδείχθη εἷς ὡς ἱκανὸς νὰ καταλάβῃ καθηγητικὴν ἕδραν. Δὲν βλέπω δὲ καὶ τὰ μεγάλα ἀγαθὰ ἀποτελέσματα τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος διατάγματος, ὧν ἕνεκα οἱ προαγορεύσαντες ὑποστηρίζουσιν ἐκθύμως τὴν τόσον αὐστηρὰν τήρησιν αὐτοῦ. Ἡ πρόθεσις τοῦ πρώτου παρ’ ἡμῖν εἰσηγητοῦ τῶν προτάσεων τῶν Σχολῶν ἦτο ὁμολογουμένως ἀρίστη, ἀλλ’ ἐν τοῖς πράγμασι καὶ ὁ θεσμὸς οὗτος, ὡς τόσοι ἄλλοι λαμπροὶ καθ’ ἑαυτοὺς θεσμοὶ, ἀπεδείχθη ἄχρηστος καὶ ἐπιβλαβὴς ὑπό τινα ἔποψιν. Δυστυχῶς καὶ αἱ Σχολαὶ, Κύριοι, ἀπαρτίζονται ἐκ καθηγητῶν Ἑλλήνων, οἵτινες ἔχουσι καὶ αὐτοὶ, ὡς πάντες ἡμεῖς, τὰς συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας των, ὑφ’ ὧν ἐπηρεάζονται τόσῳ μᾶλλον κατὰ τὰς γινομένας προτάσεις περὶ ὑποψηφίων καθηγητῶν, ὅσῳ οὐδεμίαν ἀπολύτως εὐθύνην φέρουσι δι’ αὐτάς. Καὶ αὐτὴν τὴν κατάκρισιν τῆς κοινωνίας δι’ ἀτυχῆ τινα πρότασιν δύναται ἕκαστος ἐξ αὐτῶν κάλλιστα ν’ ἀποφύγῃ, ἀπονίπτων αὐτὸς τὰς χεῖράς του καὶ ἀποδίδων εἰς ἄλλους τὴν πλειονοψηφίαν. Μὴ νομίσητε δὲ, ὅτι αἱ προτάσεις τῶν Σχολῶν ἀποκλείουσι πᾶσαν κυβερνητικὴν ἐπήρειαν. Αἱ Κυβερνήσεις κατώρθωσαν νὰ λάβωσι προτάσεις δι’ ὅλους ἐκείνους, ὑπὲρ ὧν αὐταὶ εἶχον ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον. Σᾶς διαβεβαιῶ μάλιστα, ὅτι τινὲς ἐξ αὐτῶν δὲν θὰ εἶχον ποτὲ τὸ θάῤῥος νὰ διορίσωσιν αὐτοὺς, ἐὰν δὲν ἐκαλύπτοντο ὑπὸ τῶν προτάσεων τῶν οἰκείων Σχολῶν, αἵτινες πολλάκις ἔδωκαν ψῆφον ἀσυνείδητον καὶ σκανδαλώδη ὑπὲρ ἀνθρώπων, ἀνικάνων νὰ διδάξωσι καὶ ἐν Γυμνασίῳ, ὅπως διορισθῶσι καθηγηταὶ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Παραβάλετε, Κύριοι, τοὺς διορισμοὺς τῶν καθηγητῶν, τοὺς γενομένους κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαεπταετίαν μετὰ προηγουμένην πρότασιν τῶν οἰκείων Σχολῶν, πρὸς τοὺς διορισμοὺς τοὺς γενομένους πρὶν ἄνευ προτάσεων, καὶ θὰ ἴδητε ὁποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ ἐκείνων καὶ τούτων. Ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ Ὑπουργείου ἄνευ προτάσεων εἶχον διορισθῆ πρὶν ὁ Φίλιππος Ἰωάννου, ὁ Ἀσώπιος, ὁ Ἀργυρόπουλος, ὁ Ράλλης, ὁ Καλλιγᾶς, ὁ Οἰκονομίδης, ὁ Παπαῤῥηγόπουλος, ὁ Κόκκινος, ὁ Μανούσης, ὁ Βερναρδάκης, ὁ Λυκοῦργος, ὁ Κλεώπας, ἵνα τινὰς μόνον μνημονεύσω ἐκ τῶν μὴ διατελούντων πλέον ἐν ὑπηρεσίᾳ· ποῖοι δέ τινες οἱ μετὰ προηγουμένην πρότασιν τῶν οἰκείων Σχολῶν διορισθέντες; Βεβαίως δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰ ὀνόματα αὐτῶν. Οἱ πάντες γινώσκετε αὐτοὺς καλῶς. Ταῦτα δὲ λέγων, Κύριοι, δὲν ἐννοῶ ὅτι δὲν ἀπαντῶσι καὶ ἔντιμοι ἐξαιρέσεις μεταξὺ τῶν διορισθέντων καθηγητῶν, κατὰ πρότασιν τῶν οἰκείων Σχολῶν. Ἔντιμοι ἐξαιρέσεις ἀπαντῶσι καὶ ἐπὶ τῶν καθηγητῶν καθόλου τοῦ Πανεπιστημίου, ἐξ ὧν τινες καὶ τὸ καθῆκον αὐτῶν ἐπιτελοῦσι πιστῶς καὶ εὐόρκως καὶ ἐπιστημονικαὶ ἱκανότητες εἶναι, δυνάμεναι νὰ τιμήσωσι καὶ οἱονδήποτε ἄλλο Πανεπιστήμιον. Ἔντιμοι ἐξαιρέσεις ἀπαντῶσι καὶ μεταξὺ τῶν ἀποφοίτων αὐτοῦ, ἐξ ὧν οὐκ ὀλίγοι διακρίνονται καὶ ἐπὶ τῷ ἐπιστημονικῷ αὐτῶν καταρτισμῷ καὶ ἐπὶ τῷ ἐθνικῷ φρονήματι, ὅπερ καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διατρανοῦσι πάντοτε λόγῳ τε καὶ ἔργῳ. Ἀλλ’ αἱ ἐξαιρέσεις αὗται δυστυχῶς δὲν ἀρκοῦσι ν’ ἀναιρέσωσι τὸ γενικὸν κῦρος τοῦ κανόνος. Τοσαῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἐν κεφαλαίῳ περὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Περὶ τῶν καθέκαστα αὐτοῦ θὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἐν τῇ κατ’ ἄρθρον συζητήσει αὐτοῦ.
§138ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μετὰ πολλῆς εὐκολίας λύομεν ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἄλλα ἔθνη, πολλῷ μᾶλλον ἡμῶν προωδευμένα, θεωροῦσι πολὺ δύσκολα. Ὁ προσδιορισμὸς τῶν ἑδρῶν διὰ νόμου συνεζητήθη πολλάκις, ἀλλ’ οὐδαμοῦ ἐγένετο δεκτός...
§139ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐν Γαλλίᾳ;
§140ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν Γαλλίᾳ ὁρίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἑδρῶν ἑκάστης Σχολῆς, ἀλλὰ τὸ ἀνώτατον ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον ὁρίζει τὰς ἕδρας, ὁρίζει τὰ μαθήματα, ἅτινα διδάσκονται ἐν ἑκάστῃ ἕδρᾳ, μεταβάλλει καὶ τροποποιεῖ αὐτὰ ἀναλόγως τῶν παρουσιαζομένων ἀναγκῶν.
§141Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ ἕδραι εἶναι ὡρισμέναι εἰδικῶς.
§142ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ εἶδον αὐτό. Τὸ ἀνώτατον ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον ὁρίζει τὰ μαθήματα. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον, δὲν εἶναι καὶ ἐπωφελὲς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς τοσοῦτον αὐθεντικῶς ὑποστηρίζετε, καὶ ἀπόδειξις, ὅτι δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἐπωφελὲς εἶναι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον κανονίζομεν τὰ μαθήματα, ἅτινα ἐν ἑκάστῃ Σχολῇ θὰ διδάσκωνται. Ἐὰν λάβητε ἑκάστην τῶν σχολῶν, θέλετε ἴδει, ὅτι διὰ νόμου, ἤτοι διὰ πράξεως, ἥτις κατὰ πλάσμα θεωρεῖται ἀμετάβλητος καὶ αἰωνία, δεσμεύομεν ὅλας τὰς ἐπιστήμας. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὐδὲν ἄλλο πράττει ἢ νὰ καθιερώσῃ τὰ σήμερον ἰσχύοντα, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι ἀφαιρεῖ ἕδρας, αἵτινες σήμερον λειτουργοῦσιν ἐπωφελῶς, καὶ ἀφίνει ἄλλας, αἵτινες μήτε λειτουργοῦσι, μήτε εἶναι εὔκολον νὰ λειτουργήσωσιν. Ἀφαιρεῖ ἐκ τῆς Νομικῆς Σχολῆς καὶ ὑποτίθεται, ὅτι οὕτω καταδικάζει ἕδραν, οἵα εἶναι ἡ τοῦ Φυσικοῦ δικαίου, ὅπερ εἶναι ἡ βάσις ἡ θεμελιώδης τῆς νομικῆς ἐπιστήμης. Τὸ Φυσικὸν δίκαιον, διδασκόμενον ὡς κλάδος τῆς φιλοσοφίας ἁπλῶς, δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει ὡς βάσις τῆς νομικῆς ἐπιστήμης. Ἀφαιρεῖτε τὸ Κανονικὸν δίκαιον, καὶ ἀντὶ νὰ τὸ ἀντικαταστήσητε διὰ κλάδου γενικωτέρου, τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου, τὸ ἀφαιρεῖτε καθ’ ὁλοκληρίαν. Καὶ ποίαν σημασίαν ἔχει δι’ ἡμᾶς τοῦτο; Αἱ σχέσεις ἡμῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ εὕρηνται καθ’ ἡμέραν μεμιγμέναι μὲ ζητήματα συνδεόμενα μὲ τὸ Ἐκκλησιαστικὸν δίκαιον, καὶ ὑμεῖς ἐνταῦθα τὸ καταργεῖτε. Ἐνῷ τοιαύτας ἕδρας καταργοῦμεν, παραδεχόμεθα πλείστας ἕδρας ἐκεῖ, ὅπου ἡ συγχώνευσις ἐπιβάλλεται, παραδεχόμεθα ἕδρας ἰδίως τῆς ἱστορίας, αἵτινες ἠδύναντο καὶ ἐπεβάλλετο νὰ συγχωνευθῶσιν. Ἡ διδασκαλία τῆς Ἱστορίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ δὲν εἶναι βεβαίως διδασκαλία τῶν γεγονότων, δὲν πρόκειται βεβαίως ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ὁ καθηγητὴς νὰ διδάσκῃ τὰ ἱστορικὰ γεγονότα, ὅπως διδάσκονται ταῦτα ἐν τοῖς Σχολείοις καὶ Γυμνασίοις· τὰ ἱστορικὰ γεγονότα ὑποτίθεται, ὅτι εἶναι γνωστὰ εἰς πάντα εἰσερχόμενον ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ἡ διδασκαλία τῆς ἱστορίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ἔχει γενικώτερον σκοπὸν, σκοπεῖ τὴν ἐξέτασιν ἐποχῆς ὁλοκλήρου, τὴν ἐξέτασιν τῆς ἐπηρείας, τὴν ὁποίαν ἐξήσκησεν ἐπὶ ὡρισμένου ἔθνους ἢ ἐπὶ τῆς ἀνθρωπότητος ἐν γένει, ἀλλὰ τοῦτο διὰ νὰ διδαχθῇ πρέπει νὰ διδαχθῇ ἐν συνόλῳ. Ταῦτα δὲ εἷς καθηγητὴς ὀφείλει νὰ διδάξῃ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ ἱστορίᾳ, εἷς ἐν τῇ Γενικῇ ἱστορίᾳ. Ἐνταῦθα σχηματίζομεν τέσσαρας ἕδρας Ἱστορίας, ὅταν βλέπωμεν, ὅτι σήμερον ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Πανεπιστημίῳ δὲν ὑπάρχει καθηγητὴς τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας. Ἔχομεν δύο ἕδρας ἱστορικὰς τῆς Γενικῆς ἱστορίας διῃρημένας· μεταφέρομεν τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλληνικῆς τέχνης ἐκτὸς τῆς ἀρχαιολογίας, ἐνῷ τί εἶναι ἡ ἀρχαιολογία, ἐὰν δὲν ἦναι ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς τέχνης; Ἡ ἐπιγραφικὴ βεβαίως εἶναί τι ἄλλο· συνδέεται μὲ τὴν φιλολογίαν, καὶ ἐκεῖ θέσατε τὴν ἐπιγραφικήν. Ἀλλ’ ὅταν θέλητε νὰ ὁμιλήσητε περὶ μυθολογίας καὶ Ἑλληνικῆς ἀρχαιολογίας, αὐταὶ κυρίως εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς τέχνης, εἶναι ἡ ἐπιῤῥοὴ, τὴν ὁποίαν ἡ μυθολογία ἐξήσκησεν ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς τέχνης καὶ ἡ Ἑλληνικὴ τέχνη ἐξήσκησεν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς μυθολογίας, ἥτις εἶναι ἡ θρησκεία τῶν ἀρχαίων. Πολλὰ τοιαῦτα δύναταί τις νὰ παρατηρήσῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὰ ὁποῖα δεικνύουσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δεσμεύσωμεν τὴν ἐπιστήμην, ὁρίζοντες διὰ νόμου τὰς ἕδρας. Ὑπάρχουσιν ἐπιστήμονες, οἱ ὁποῖοι ἐκτάκτως ἀπαντῶνται καὶ οἵτινες πρέπει νὰ διδάσκωσιν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Τοιοῦτον ἐπιστήμονα θὰ τὸν ἐγκαταλείψητε;
§143ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ νομοθετήσωμεν.
§144ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ τότε θεωρεῖτε, ὅτι ὁ νόμος πρέπει νὰ μεταβάλληται κατ’ ἔτος. Ἀλλ’ ὁ νόμος δὲν γίνεται μὲ τὴν πρόβλεψιν, ὅτι πρέπει νὰ μεταβάλληται· γίνεται μὲ τὴν πρόβλεψιν, ὅτι θὰ μείνῃ ἀμετάβλητος, καὶ μεταβάλλεται μόνον, ὅταν παρουσιάζηται ἀνάγκη. Εἶναι ἐξαίρεσις ἡ μεταβολή. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἀπορῶ, πῶς λύομεν μετὰ τοσαύτης ἡσυχίας, μετὰ τοσαύτης ἀνέσεως ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀλλαχοῦ δὲν λύονται τοσοῦτον εὐκόλως. Δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ δὲν ἔχω σκοπὸν κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν νὰ εἰσέλθω εἰς περισσοτέραν ἀνάπτυξιν τοῦ νομοθετήματος τούτου· θὰ γείνῃ καὶ τοῦτο νόμος, ἀλλὰ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ θ’ ἀποδειχθῶσι τὰ ἐλαττώματα αὐτοῦ. Ἰδίως δὲ μετ’ ἀπορίας μου ἤκουσα ὑποστηριζομένην τὴν ἰδέαν, ὅτι συνταγματικὴ ἀπαίτησις ὑπάρχει, ἡ ἐπιβάλλουσα τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τούτου. Ἐλησμόνησαν τὸν καταστατικὸν νόμον τοῦ Πανεπιστημίου, ὅστις κυρίως διέπει τὰ ἀφορῶντα αὐτό. Ὁ νόμος αὐτὸς χαρακτηρίζει τὸ Πανεπιστήμιον ἀνεξάρτητον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· τὸ Πανεπιστήμιον ὀφείλει οὐ μόνον ἐν τῇ ἐπιστημονικῇ δράσει, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ συντηρήσει αὐτοῦ νὰ ὑπάρχῃ ὡς ἀνεξάρτητον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Λησμονοῦντες δὲ τὸν καταστατικὸν τοῦτον νόμον, ὁ ὁποῖος τοιαύτην βάσιν ἔθηκε, νομίζομεν ὅτι ἐκτελοῦμεν συνταγματικὴν ἀπαίτησιν, ἐρχόμενοι νὰ δεσμεύσωμεν τὴν λειτουργίαν τοῦ ἱδρύματος τούτου, ἀντὶ νὰ φροντίσωμεν νὰ βελτιώσωμεν τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ ἀνεξαρτήτως τῶν προσώπων. Δὲν δικαιούμεθα νὰ ἔχωμεν περισσοτέραν πεποίθησιν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι αὕτη, περὶ τῆς καλλιτέρας λειτουργίας τοῦ Πανεπιστημίου, ἀφ’ ὅ,τι ἔχομεν εἰς αὐτὸ τὸ Πανεπιστήμιον, εἰς αὐτὰ τὰ πρόσωπα τὰ ἀποτελοῦντα τὴν σύγκλητον τοῦ Πανεπιστημίου, ἅτινα πρόσωπα δὲν εἶναι βεβαίως κατώτερα τῶν πολιτευομένων. Ποίαν ἐγγύησιν πλειοτέραν παρέχουσι τὰ πρόσωπα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τῶν προσώπων, ἅτινα ἐνδιαφέρονται καὶ διδάσκουσιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον; Οὐδεμίαν, μήτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ φατριασμοῦ, μήτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς διανοητικῆς ἀναπτύξεως. Καὶ ἀνεξαρτήτως τῶν προσώπων δύνανται νὰ παρέχωσι περισσοτέρας ἐγγυήσεις τὰ πολιτευόμενα πρόσωπα ἀφ’ ὅ,τι οἱ καθηγηταί; Ἀλλ’ ὑπάρχει ἔλλειψις ὀργανισμοῦ καὶ τακτικῆς ἐνεργείας καὶ εὐθύνης τῶν διευθυνόντων τὸ Πανεπιστήμιον; Τοῦτο πρέπει νὰ κανονισθῇ, ἐὰν θέλωμεν πράγματι νὰ ἔχωμεν Πανεπιστήμιον λειτουργοῦν καὶ παράγον καρποὺς τοιούτους, ὁποίους πρέπει νὰ παράγῃ.
§145ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§146ΣΤΑΗΣ. Δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν ἐπίθεσιν τὴν ἐκ μέρους τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος κατὰ τῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, κατὰ τῶν ἀποφοίτων τοῦ Πανεπιστημίου καὶ διδακτόρων, τῶν ἐν Κρήτῃ, Ἀλεξανδρείᾳ, Καΐρῳ, Μικρᾷ Ἀσίᾳ, Σάμῳ καὶ πανταχοῦ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀγωνιζομένων ὑπὲρ τῆς πατρίδος ἡμῶν, δύναμαι νὰ ἐννοήσω, λέγω, τὴν ἐπίθεσιν ταύτην κατ’ ἐκείνων, διότι ὁ κ. Εὐταξίας κρίνει ἐξ ἰδίων τὰ ἀλλότρια· ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν ὑπεράσπισιν τὴν ἔνθερμον, τὴν ὁποίαν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου διεξήγαγεν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ μετά τινος δυσχερείας ἐξεφράζετο ὁ ἄλλως τε εὐφραδὴς κ. Βουλευτὴς, ὑποθέτω ὅτι βοῦς ἐπὶ γλώσσης βέβηκεν.
§147ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤδη ἐν δημοσιογραφικῷ ὀργάνῳ, διερμηνεύοντι τὰ φρονήματα τῆς Κυβερνήσεως, ἐγράφη ἡ ῥυπαρὰ αὐτὴ συκοφαντία, ὅτι ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἵνα συνηγορήσω ὑπὲρ συγγενοῦς μου. Τοῦτο εἶναι αἰσχρὰ καὶ ἐπονείδιστος συκοφαντία, ἥτις δὲν ἔπρεπε νὰ ἀπηχήσῃ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου. Τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἔκαμα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸν ἔκαμα χάριν τῆς ἐπιστήμης, ὁ δὲ συγγενής μου, ὃν ὑπηνίχθησάν τινες, δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ἕδρας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, διότι καὶ ἄνευ καθηγεσίας ἀπολαύει ἤδη ἱκανῆς ὑπολήψεως καὶ ἐκτιμήσεως ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην τῆς τιμῆς τῆς πανεπιστημιακῆς ἕδρας. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι εἶναι αἰσχρὰ καὶ ἐπονείδιστος συκοφαντία τὸ γραφὲν καὶ λεχθέν. Ἠκούσατε ἤδη πάντες ὑμεῖς ὁπόσον ἀμερολήπτως ἐπραγματεύθην τὸ ζήτημα, ὁπόσον ὑψηλὰ ἐκράτησα αὐτό. Ἡ καθόλου δὲ πολιτεία μου ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἱκανὴ ν’ ἀποστομώσῃ τοὺς συκοφάντας, καὶ νὰ πείσῃ ἕκαστον, ὅτι οὐδὲν προσωπικὸν ἢ συγγενικὸν συμφέρον, οὐδεὶς πλάγιος σκοπὸς δύναταί ποτε νὰ ἐπηρεάσῃ αὐτήν. Ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους προσωπικοὺς κατ’ ἐμοῦ ὑπαινιγμοὺς, θεωρῶ ἀνάξιον ν’ ἀπαντήσω τι πρὸς τοὺς ὑβριστὰς καὶ συκοφάντας μου, τοὺς ἀξίους μόνον περιφρονήσεως.
§148ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ θαυμάζω, πῶς κατεδέχθη νὰ ἀπαντήσῃ ὁ συνάδελφός μου. Ὁ ἀδελφός του διακρίνεται μεταξὺ τῶν ἐπιστημόνων, διακρίνεται μεταξὺ τῶν ἐπιμελῶν καθηγητῶν, καὶ ἂν ἠρώτα ὁ Βουλευτὴς Κυθήρων, ἤθελε μάθει, ὅτι ὁ καθηγητὴς Εὐταξίας τιμᾷ τὸ Πανεπιστήμιον, ὅτι διακρίνεται μεταξὺ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ διακρίνεται καὶ μεταξὺ τῶν δικηγόρων τῆς πρωτευούσης.
§149ΣΤΑΗΣ. Ὁ ὑπαινιγμὸς, τὸν ὁποῖον ἀφῆκα, δὲν ἀπέβλεπε μόνον εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέθεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς Λοκρίδος. Διότι ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ εἶναι ἀληθῶς ἐκ τῶν διαπρεπῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καθηγητῶν. Ἀλλὰ αἱ λέξεις καὶ αἱ συνηγορίαι, τὰς ὁποίας ἤκουσα παρ’ αὐτοῦ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι λέξεις καὶ συνηγορίαι ἐκείνου, τοῦ ὁποίου ὁ κάλαμος ἔγραψε πάντα ταῦτα, καὶ τοῦ ὁποίου αἱ συνηγορίαι καὶ πρὸς ἐμὲ αὐτὸν πολλάκις ἐξηνέχθησαν, ἵνα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ῥηθῶσι. Δὲν εἶναι ἰδέαι ἰδικαί του, ἀλλὰ τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐγένετο ὁ εἰσηγητὴς τοῦ εἰσηγητοῦ.
§150ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὔτε τὸν συντάκτην τοῦ νομοσχεδίου γινώσκω, οὔτε πρὸς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μὲ συνδέει ἄλλη τις σχέσις, ἐκτὸς ἐκείνης, καθ’ ἣν ὑπέβαλον αὐτὸ εἰς αὐστηρὰν κριτικὴν καὶ κατὰ τὴν πρώτην καὶ κατὰ τὴν δευτέραν καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν τρίτην καὶ τελευταίαν αὐτοῦ ἀνάγνωσιν. Οὐδεὶς ἄλλος, νομίζω, ἔκρινεν αὐτὸ αὐστηρότερον ἐμοῦ ἐν ταῖς λεπτομερείαις. Καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ ἀγορεύσας, κατέκρινα ὅ,τι ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ κατακρίνω, καὶ ἀπεδέχθην ὅ,τι ἔπρεπε ν’ ἀποδεχθῶ, χωρὶς νὰ ἐπηρεασθῶ ὑπὸ συμπαθείας τινὸς, ἢ ἀντιπαθείας, διότι εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ Πανεπιστημιακὸν ὤφειλε νὰ τεθῇ ὑπεράνω τοῦ κομματικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Μετὰ τὴν καθημερινὴν δὲ πάλην, ἣν διεξάγω ἐνταῦθα, βῆμα πρὸς βῆμα ἀγωνιζόμενος πρὸς τὴν καθόλου πολιτικὴν καὶ πρὸς τὰ ἐπὶ μέρους μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, ἅτινα θεωρῶ ἐπιβλαβῆ εἰς τὸ κοινὸν συμφέρον, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἦναι τις πολὺ ἀφελὴς, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω, ὥστε νὰ φαντάζηται, νὰ ἔχῃ δὲ τὴν τόλμην νὰ ἐκστομίζῃ τοῦτο καὶ δημοσίᾳ, ὅτι εἶναι δυνατόν ποτε ἐγὼ νὰ εὑρεθῶ εἰς τοιαύτην σχέσιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, οἵαν ὁ προαγορεύσας ὑπηνίχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§152ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ τροποποιηθῇ ἡ φράσις «ἀπονομὴ διπλωμάτων». Τὸ δίπλωμα χρησιμεύει πρὸς βεβαίωσιν τῆς καλῆς μαθήσεως ἐπιστήμης τινός. Ὥστε ὁ σκοπὸς ἀπονομῆς διπλωμάτων μοὶ φαίνεται κάπως βαρὺ, μὴ εὔσχημον.
§153ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Μήπως τὸ δίπλωμα εἶναί τι προσβλητικὸν δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τὸ ἔχει; Προσβάλλεσθε σεῖς, ὁ ὁποῖος εἶσθε διπλωματοῦχος καὶ μάλιστα ἀριστεὺς τοῦ Πανεπιστημίου; Ἡ ἀπονομὴ διπλώματος εἶναι λίαν τιμητικὸν γεγονός. Πῶς εὑρίσκετε, ὅτι περιέχει τι τὸ προσβλητικὸν τὸ νομοσχέδιον; Δὲν ἔχετε δίκαιον.
§154ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι σκοπὸς τοῦ Πανεπιστημίου δὲν εἶναι ἀπονομὴ διπλώματος· τὸ δίπλωμα χρησιμεύει πρὸς πιστοποίησιν τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ σκοποῦ, ὅστις εἶναι ἡ διδασκαλία καὶ ἡ ἐκμάθησις τῶν ἐπιστημῶν.
§155ΗΛ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπον νομίζω, ἵνα τὸ ἄρθρον τοῦτο συνταχθῇ κατὰ τοὺς κανόνας τῆς λογικῆς καὶ τῆς γραμματικῆς. Προτείνω δὲ τὴν ἑξῆς σύνταξιν αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον περιλαμβάνει Σχολὰς τέσσαρας, ὧν σκοπὸς εἶναι» κλπ. Νὰ ἀπαλειφθῇ δὲ ἡ φράσις «τῆς ἀπονομῆς διπλωμάτων». Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ναυτικοῦ νομοσχεδίου, δὲν θὰ ἤμην ἀπαιτητικὸς περὶ τὸ ὕφος, προκειμένου ὅμως περὶ νομοσχεδίου ἀφορῶντος εἰς τὸ ἀνώτατον ἐκπαιδευτικὸν ἵδρυμα, προσήκει ἵνα τοῦτο ᾖναι συντεταγμένον ἀπταίστως ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν.
§156ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἐν ἄρθρῳ πρώτῳ ὁ σκοπὸς τοῦ Πανεπιστημίου, σκοπὸς δὲ τοῦ Πανεπιστημίου δὲν εἶναι ἡ ἀπονομὴ διπλωμάτων, ἀλλ’ ἡ ἀνωτέρα ἐπιστημονικὴ μόρφωσις. Τὰ διπλώματα εἶναι πιστοποιητικὰ τῆς μορφώσεως ταύτης, καὶ ἑπομένως τὸ πρῶτον ἄρθρον πρέπει νὰ διατυπωθῇ οὕτω πως (ἀναγινώσκει): «Τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον, τοῦ ὁποίου σκοπὸς εἶναι ἡ ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀνωτέρα ἐπιστημονικὴ μόρφωσις, διαιρεῖται εἰς τέσσαρας Σχολάς...»
§157ΛΑΜΠΡΟΣ. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἐπιγράφεται «περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν ἑδρῶν ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ.» Νομίζω συνεπῶς, ὅτι οὔτε ἡ τροποποίησις τοῦ Βουλευτοῦ Ἄρτης οὔτε ἡ τροποποίησις τοῦ Βουλευτοῦ Ἀττικῆς ἔχουσι λόγον. Πρέπει νὰ τεθῇ ἁπλῶς: «Τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον ἀποτελεῖται ἐκ τεσσάρων Σχολῶν, ἐχουσῶν ἀριθμὸν ἑδρῶν» κλπ.
§158Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἀφορᾷ εἰς ὀργανισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου, οὐδὲ εἰς τὴν σύστασιν τῶν Σχολῶν· αἱ Σχολαὶ εἶναι συνεστημέναι, δὲν πρόκειται ἐνταῦθα νὰ καθορίσωμεν τὸν σκοπὸν αὐτῶν, οὐδὲ ἄλλως νὰ κανονίσωμεν τὰ κατ’ αὐτὰς ἢ ὡς ἔχουσι. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου πρόκειται μόνον νὰ κανονισθῶσι τὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἑδρῶν· πᾶν λοιπὸν τὸ εὐρῦνον τὸ θέμα εἶναι ἀκατάλληλον πρὸς ἀναγραφὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου πρόκειται νὰ προσδιορισθῶσιν αἱ ἕδραι, καὶ νὰ καθορισθῇ περὶ τῶν ἑδρῶν καὶ μόνον ποῖος ὁ σκοπὸς αὐτῶν καὶ ποῖος ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ὁ σκοπὸς οὗτος ἐπιδιώκεται. Ἂν ταῦτα οὕτως ἔχωσι, νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ τροποποιήσωμεν τὸ πρῶτον ἄρθρον, ἀλλ’ ἡ τροποποίησις θὰ περιορίζηται εἰς τὴν ἀπάλειψιν τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν σκοπὸν, διότι οὗτος εἶναι γνωστὸς, κατὰ δὲ τὰ ἄλλα καλῶς ἔχει τὸ ἄρθρον, ὁρίζον ὅτι αἱ τέσσαρες Σχολαὶ τοῦ Πανεπιστημίου ἔχουσιν ὡρισμένον ἀριθμὸν ἑδρῶν. Αἱ τέσσαρες Σχολαὶ ὑφίστανται, δὲν πρόκειται νὰ ὁρίσωμεν σήμερον, ὅτι συνιστῶνται. Αἱ τέσσαρες δὲ Σχολαὶ ἔχουσιν ἀριθμὸν ἑδρῶν ὡρισμένον, πρόκειται δὲ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν νὰ καθορισθῇ, καὶ κατόπιν διὰ τῶν ἄλλων ἄρθρων νὰ εἰδικευθῶσιν αὗται, οὕτω καθοριζόμεναι. Ἑπομένως προτείνομεν, ὅπως ἀπαλειφθῇ τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου, καὶ περιορισθῇ τὸ ἄρθρον εἰς ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Αἱ τέσσαρες Σχολαὶ τοῦ Πανεπιστημίου ἔχουσιν ὡρισμένον ἀριθμὸν ἑδρῶν».
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§160ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου ἀφορᾷ εἰς τὰς ἕδρας καὶ τὰ μαθήματα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς. Ἐγὼ, Κύριοι, νομίζω, ὅτι, προκειμένου νὰ μείνωσι τὰ τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν ὡς ἔχουσι νῦν, περιττὴ ὅλως εἶναι ἡ Σχολὴ αὕτη. Ὅταν δὲν θέλωμεν νὰ ἐννοήσωμεν τὸν ὑψηλὸν προορισμὸν τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ κοινωνίᾳ καθόλου καὶ ἰδίᾳ ἐν τῷ ἔθνει ἡμῶν, ὅταν δὲν ἐννοῶμεν νὰ ὑποβοηθήσωμεν αὐτῇ εἰς πλήρωσιν αὐτοῦ, ὅταν δὲν ἐννοῶμεν νὰ λάβωμεν πρόνοιάν τινα περὶ μορφώσεως καὶ ἀποκαταστάσεως τοῦ κλήρου αὐτῆς...
§161ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ λάβωμεν.
§162ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἂν σκέπτησθε σπουδαίως νὰ λάβητε πρόνοιαν περὶ τούτου, τότε οὐδ’ 6 ἕδραι ἀρκοῦσι διὰ τὴν Θεολογικὴν Σχολήν. Τὰ μαθήματα αὐτῆς εἶναι εὐρύτερα καὶ πολυπλοκώτερα πολλῶν μαθημάτων τῶν ἄλλων Σχολῶν. Καὶ ὅμως, ἐνῷ δι’ ἓν ἕκαστον τῶν μαθημάτων τούτων, ὡς διὰ τὸ Ἐμπορικὸν δίκαιον καὶ τὴν Ὑγιεινὴν, ἔχετε εἰδικὰς ἕδρας, ἐν τῇ Θεολογικῇ Σχολῇ ἑνοῦτε εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἕδραν, ἔχουσαν ἕνα καὶ μόνον καθηγητὴν, τρία καὶ πλείονα μαθήματα, πολὺ διεξοδικώτερα καὶ περιεκτικώτερα ἐκείνων, ὡς 1) τὴν Εἰσαγωγὴν, τὴν ἑρμηνείαν τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ τὴν Ἐγκυκλοπαιδείαν τῆς Θεολογίας· 2) τὴν Εἰσαγωγὴν, τὴν ἑρμηνείαν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τὴν Ἑβραϊκὴν γλῶσσαν καὶ τὴν Ἀρχαιολογίαν· 3) τὴν Ποιμαντορικὴν (ὀρθότερος εἶναι ὁ ὅρος Ποιμαντικὴ), τὴν Ὁμιλητικὴν, τὴν Λειτουργικὴν καὶ τὴν Κατηχητικήν. Ἐρωτῶ, πῶς εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατὸν εἷς καὶ μόνος καθηγητὴς νὰ δημιουργήσῃ τέσσαρα τοιαῦτα μαθήματα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας, νὰ παρακολουθῇ δ’ ἐν αὐτοῖς πάσας τὰς ἐπιστημονικὰς προόδους, νὰ διδάσκῃ καὶ ν’ ἀσκῇ ἐν αὐτοῖς ἐμπράκτως τοὺς ἀκροατάς του διὰ φροντιστηρίων; Τὰ φροντιστήρια δὲ εἶναι κατ’ ἐμὲ ἀναγκαῖα εἰς ὅλα τὰ μαθήματα, οὐ μόνον τῶν θετικῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν θεωρητικῶν ἐπιστημῶν. Διὰ τῶν ἐν αὐτοῖς πρακτικῶν ἀσκήσεων οἱ φοιτηταὶ ἐπαναλαμβάνουσι καὶ χωνεύουσιν, οὕτως εἰπεῖν, πάντα τὰ διδαχθέντα, λύουσι τὰς ἀπορίας καὶ ἀμφιβολίας, ἃς καταλείπει εἰς αὐτοὺς ἡ διδασκαλία, καὶ χειραγωγοῦνται ὑπὸ τοῦ καθηγητοῦ εἰς τὴν αὐτοτελῆ μελέτην καὶ ἔρευναν ἐν τῇ ἐπιστήμῃ. Ἰδοὺ διατὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει αἱ πρακτικαὶ ἀσκήσεις νὰ καταστῶσιν ὑποχρεωτικαὶ εἰς ὅλους τοὺς καθηγητὰς ὅλων τῶν Σχολῶν, καὶ νὰ μὴ μείνωσι προαιρετικαὶ, ὡς συμβαίνει τοῦτο καὶ διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα παραλείπονται ὅμως πολλὰ μαθήματα θεολογικά. 1) Παραλείπονται ἐκ τοῦ ἐξηγητικοῦ κλάδου ἡ Κριτικὴ καὶ ἡ Ἑρμηνευτικὴ, πρὸς δὲ ἀναγράφεται ἁπλῶς ἡ Ἀρχαιολογία, ἐνῷ ὑπάρχουσι δύο τοιαῦται, ἡ Ἑβραϊκὴ, ἥτις ἀνήκει εἰς τὸν κλάδον τοῦτον, καὶ ἡ Ἐκκλησιαστικὴ, ἡ καταλεγομένη εἰς τὸν Ἱστορικὸν κλάδον. 2) Ἐκ τοῦ κλάδου τούτου ἐλλείπουσιν ἡ Ἱερὰ Ἱστορία, ὁ Βίος τοῦ Ἰησοῦ, ὁ Βίος τῶν Ἀποστόλων, ἡ Σύστασις τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Ἐκκλησιαστικὴ Ἀρχαιολογία καὶ ἡ Στατιστική. 3) Ἐκ τοῦ Συστηματικοῦ κλάδου ἐλλείπει ἡ Πολεμική.
§163ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἔχει καὶ ἡ Θεολογία πολεμικήν; (γέλωτες).
§164ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ ὑπάρχει Ἐκκλησία στρατευομένη, ὀφείλουσα νὰ καταβάλῃ τοὺς ὑπεναντίους.
§165ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἔχομεν τὴν Ἀπολογητικήν.
§166ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ Ἀπολογητικὴ ὑπεραμύνεται τῶν θεμελιωδῶν ἀληθειῶν τοῦ χριστιανισμοῦ κατὰ τῶν ἀλλοθρήσκων καὶ ἀθέων. Ἡ Πολεμικὴ ὅμως ἀποκρούει τὰς αἱρέσεις καὶ κακοδοξίας, καὶ ἐλέγχει ἰδίᾳ τὰς πλάνας τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν. Τὸ μάθημα τοῦτο εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἀναγκαῖον εἰς τὴν ἡμετέραν Ἐκκλησίαν, ἥτις τὴν σήμερον ὑπομονεύεται ὑπὸ τῶν προπαγανδῶν τῶν Καθολικῶν, τῶν Διαμαρτυρομένων καὶ τῶν Σχισματικῶν, ὀφείλουσι δὲ οἱ κληρικοὶ αὐτῆς ν’ ἀντεπεξέρχωνται πάντοτε κατὰ τῶν μεθοδειῶν αὐτῶν, ἐλέγχοντες τὸ ψεῦδος καὶ τὴν πλάνην των καὶ σῴζοντες ἐξ αὐτῶν τοὺς πιστούς. 4) Ἐκ τοῦ πρακτικοῦ κλάδου ἐλλείπει τὸ Ἐκκλησιαστικὸν δίκαιον. Μόνον ὅταν καὶ τὰ μαθήματα ταῦτα προστεθῶσιν εἰς τὰ ἤδη ἀναγραφόμενα ἐν τῷ παρόντι ἄρθρῳ, θὰ ὦσι πλήρεις οἱ διάφοροι κλάδοι τῆς Θεολογίας. Ἀλλ’ ὅπως διδαχθῶσιν οὗτοι ὡς δεῖ, ἐν πρώτοις πρέπει νὰ διανεμηθῶσιν ἁρμοδιώτερον τὰ διάφορα μαθήματα, διότι, ὡς ἀναγράφονται νῦν, δύνανται νὰ ἐμβάλλωσιν εἰς σύγχυσιν πολλήν. Τί ζητεῖ λ. χ. ἡ Ἀπολογητικὴ μεταξὺ τῆς Πατρολογίας καὶ τῆς Ἱστορίας τῶν Δογμάτων;
§167ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἡ Ἀπολογητικὴ εἶναι μὲ τὴν Ἱστορίαν τῶν Δογμάτων· εἶναι ἕδρα θεωρητικὴ ὅλως διόλου.
§168ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως εἶναι μάθημα θεωρητικὸν ὅλως διόλου· εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἡ εἰσαγωγὴ τῆς Δογματικῆς. Πλὴν τίνα ἔχει σχέσιν πρὸς τὰ δύο ἱστορικὰ μαθήματα, τὴν Πατρολογίαν καὶ τὴν Ἱστορίαν τῶν Δογμάτων, καὶ τὴν ἑνοῦτε μὲ αὐτὰς εἰς μίαν ἕδραν; Πρέπει λοιπὸν τὰ διάφορα μαθήματα νὰ διακριθῶσιν αὐστηρῶς κατὰ κλάδον. Πρέπει δὲ εἶτα νὰ γείνωσιν ἐν ὅλῳ δέκα ἕδραι, ἤτοι 4 διὰ τὸν Ἐξηγητικὸν κλάδον (2 διὰ τὴν Ἑβραϊκὴν γλῶσσαν, τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην, τὴν ἑρμηνείαν αὐτῆς κλπ. καὶ 2 διὰ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὴν Καινὴν Διαθήκην, τὴν ἑρμηνείαν αὐτῆς κλπ.), καὶ ἀνὰ 2 διὰ τὸν Ἱστορικόν, Συστηματικὸν καὶ Πρακτικὸν κλάδον. Μόνον δέκα ἕδραι δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν διδασκαλίαν τῶν διαφόρων μαθημάτων καὶ ν’ ἀποδείξωσι τὴν Θεολογικὴν Σχολὴν ἀξίαν τοῦ ὀνόματος τούτου.
§169ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι σήμερον εἴχομεν μόνον 4 καθηγητάς, ἐξαιρέσει ἑνὸς μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος, καὶ ὁμολογουμένως ἔπρεπε νὰ προστεθῶσιν ἀκόμη δύο ἕδραι, καὶ δὲν ὑπάρχει σχεδὸν Πανεπιστήμιον ἐν χώραις, ὅπου τὰ Πανεπιστήμια εἶναι πολλά, νὰ ἔχῃ τόσον ὀλίγας ἕδρας, ὅσον τὸ Πανεπιστήμιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ μόνον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας· καὶ καλὸν εἶναι, διὰ νὰ δειχθῇ σεβασμὸς περισσότερος, νὰ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς διὰ τῆς προσθήκης ἀκόμη 2 τοὐλάχιστον ἑδρῶν, διότι τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον εἶναι προωρισμένον νὰ ὑποβοηθῇ ὁλόκληρον τὴν Ἐκκλησίαν τὴν Ὀρθόδοξον καὶ νὰ διαπαιδαγωγῇ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνισμόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει).
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§171ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἐδῶ ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθή, ὅπως ἑνωθῶσιν αἱ ἕδραι τοῦ Συνταγματικοῦ καὶ τοῦ Διοικητικοῦ δικαίου καὶ κατόπιν τοῦ Διεθνοῦς, τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ Ἰδιωτικοῦ δικαίου.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἔχει τροπολογίαν ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτής.
§173ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θέλω νὰ ἀποῤῥιφθῇ ἡ τροπολογία μου ἄκλαυτος· τοὐλάχιστον νὰ ἀπαγγείλω τὸν ἐπικήδειον (ἱλαρότης).
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ πρῶτον ἡ τροπολογία σας, καὶ ἔπειτα κάμνετε τὸν ἐπικήδειον.
§175ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Αἱ ἐν τῇ Νομικῇ Σχολῇ ἕδραι εἶναι: «1) Ἡ τῆς ἱστορίας τοῦ Ρωμαϊκοῦ καὶ Βυζαντινοῦ δικαίου καὶ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὴν σπουδὴν τοῦ δικαίου. 2) Δύο ἕδραι τοῦ Ρωμαϊκοῦ καὶ Βυζαντινοῦ δικαίου, καθ’ ἃ ἐν Ἑλλάδι πολιτεύεται. 3) Ἡ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. 4) Ἡ τοῦ Ἐμπορικοῦ δικαίου. 5) Ἡ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. 6) Ἡ τοῦ Ποινικοῦ δικαίου καὶ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. 7) Ἡ τοῦ Διοικητικοῦ δικαίου καὶ τῆς δημοσιονομίας. 8) Ἡ τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου. 9) Ἡ τοῦ Ἀλληλεθνοῦς δικαίου, δημοσίου καὶ ἰδιωτικοῦ.»
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Στεφάνου, ἔχετε τὸν λόγον.
§177ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, ἐπὶ τῷ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀποδέχεται τὴν πρότασίν μου, τοὐλάχιστον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἱστορίαν τοῦ Ρωμαϊκοῦ καὶ Βυζαντινοῦ δικαίου καὶ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὴν σπουδὴν τῆς ἐπιστήμης τοῦ δικαίου. Ὡς καθορίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ διδασκαλία τῆς ἱστορίας τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου, δύναμαι ἐκ τῶν προτέρων νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἱστορία τοῦ Ρωμαϊκοῦ καὶ Βυζαντινοῦ δικαίου δὲν θὰ διδαχθῇ ὡς προσήκει ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, διότι ἀνατίθεται μὲν εἰς τοὺς τρεῖς καθηγητὰς τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου καὶ ἡ διδασκαλία τῆς ἱστορίας τοῦ δικαίου καὶ τῶν Εἰσηγήσεων, αἱ δὲ Εἰσηγήσεις, ὡς ἀνέπτυξα κατὰ τὴν προηγουμένην ὁμιλίαν μου, δὲν ἔχουσι παρ’ ἡμῖν ἔννοιαν, ἀλλὰ θὰ ἦναι καὶ ἀδύνατον νὰ ἐνδιατρίψῃ ὁ καθηγητὴς περὶ τὴν ἱστορίαν τοῦ δικαίου, ἀπέναντι τοῦ μεγάλου ὄγκου, τὸν ὁποῖον ὀφείλει νὰ διδάξῃ, εἶναι δὲ τῳόντι λυπηρὸν, ὅτι εἰς τοὺς φοιτητὰς τοὺς πρωτοετεῖς δὲν θὰ γίνεται κατὰ πλάτος γνωστὴ ἡ ἱστορία τοῦ δικαίου. Ἐνῷ δὲ ἀποδεχόμεθα τὴν ἱστορίαν εἰς τὰς ἄλλας Σχολὰς, ἱδρύοντες, καὶ δικαίως, ἕδραν, τὴν ἀποῤῥίπτομεν ἐν τῇ Νομικῇ Σχολῇ. Ἐπίσης λυποῦμαι διότι δὲν γίνεται ἀποδεκτὴ ἡ γνώμη μου περὶ ἱδρύσεως εἰδικῆς ἕδρας τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Εἶναι διδασκαλία, τὴν ὁποίαν οὐδαμοῦ ἐν τῇ Δυτικῇ Εὐρώπῃ δύναται ν’ ἀκροασθῇ ὁ Ἕλλην σπουδαστής. Εὐτυχῶς παρ’ ἡμῖν ἔχομεν ἄνδρα εἰδικὸν, διαπρέψαντα ἐν τῇ διδασκαλίᾳ τοῦ κλάδου τούτου, καὶ δυνάμενον καὶ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ἀναπτύξῃ εὐρύτερον τὸ μάθημα τοῦτο. Εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι τὸ Ἐκκλησιαστικὸν δίκαιον, ὡς κλάδος τοῦ Ἀστικοῦ ἡμῶν δικαίου, δύναται νὰ περιληφθῇ ἐν τῇ διδασκαλίᾳ τοῦ Ρωμαϊκοῦ καὶ Βυζαντινοῦ δικαίου, ἀλλὰ θὰ ἀναμολογήσῃ, ἐλπίζω, ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τοῦτο ἀπαιτεῖ εἰδικὰς μελέτας, εἰς τὰς ὁποίας δὲν δύνανται συγχρόνως νὰ ἐγκύψωσιν οἱ ἄλλοι τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου καθηγηταί. Ἐπίσης ὀφείλω καὶ αὖθις νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι τὸ μάθημα τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας ἐν γένει, ὡς ὑποχρεωτικὸν καὶ ἐπιβαλλόμενον μάθημα, τὸ θεωρῶ περιττόν. Τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας κλάδος εἶναι καὶ ἡ Δημοσιονομία, ἥτις εἶναι λίαν ἀναγκαία, καὶ ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ διδαχθῇ παρ’ ἑνὸς τῶν ἄλλων καθηγητῶν, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχῃ εἰδικὴ ἕδρα Πολιτικῆς Οἰκονομίας καὶ μάλιστα ὡς μάθημα ὑποχρεωτικὸν διὰ τοὺς φοιτητὰς, ὧν οἱ πλεῖστοι οὔτε κἄν μελετῶσι τὸν κλάδον τοῦτον, διότι τὸ θεωροῦν ὡς πάρεργον καὶ ἄσχετον πρὸς τὰς κυρίως νομικὰς μελέτας. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ζακύνθου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§179ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι τὸ πρῶτον ἐδάφιον, τὸ περιλαμβάνον τοὺς ἀριθμοὺς 1, 2, 3, εἶναι κακῶς τεθειμένον. Ἡμεῖς ἔχομεν μίαν ἔκφρασιν «ὡς ἰσχύει ἐν Ἑλλάδι», καὶ ὄχι «κατὰ τὰ ἐν Ἑλλάδι καθεστῶτα». Καὶ τὸ σύγγραμμα τοῦ κ. Παπαῤῥηγοπούλου καὶ τὸ τοῦ κ. Καλλιγᾶ οὕτω πως ἐκφράζονται, δὲν ἔχομεν δὲ ἀνάγκην νὰ μνημονεύσωμεν τὴν διδασκαλίαν τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου χωριστά. Ἀλλὰ κυρίως θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ 4 ἐδαφίου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν ἕδραν τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας. Ἡ Πολιτικὴ Οἰκονομία αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν οὐδαμῶς ἔχει ὑπόστασιν. Θὰ ἐνόουν μετὰ τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας νὰ ἑνωθῇ ἡ ἕδρα τῆς Δημοσιολογίας· τότε θὰ εἴχομεν μίαν διδασκαλίαν χρήσιμον, εἶναι δὲ ἄπορον πῶς μέχρι τοῦδε δὲν ἐσκέφθησαν περὶ ἀναπληρώσεως τῆς ἐλλείψεως ταύτης.
§180Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Περιλαμβάνεται.
§181ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν περιλαμβάνεται, διότι πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ 4 ἐδαφίῳ ὡς μάθημα, τὸ ὁποῖον θὰ διδάσκηται μετὰ τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας, διότι ἡ Πολιτικὴ Οἰκονομία εἶναι ὅλως διάφορος. Βεβαίως τὸ Συνταγματικὸν δίκαιον πρέπει νὰ ἑνωθῇ μετὰ τοῦ Διοικητικοῦ δικαίου. Τὸ Διεθνὲς δίκαιον θὰ ἦναι ἰδία ἕδρα, ἡ τοῦ Ἰδιωτικοῦ καὶ τοῦ Δημοσίου Διοικητικοῦ δικαίου.
§182ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ διαφωνήσω καὶ σήμερον πρὸς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ...
§183ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπεῤῥίφθη.
§184ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς ὡς πρὸς τὴν ἕδραν τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας, τῆς δημοσιονομίας καὶ τῆς στατιστικῆς, νὰ γνωρίζωμεν ἀπὸ σήμερον τοὐλάχιστον, ὅτι τὰ μαθήματα αὐτὰ εἶναι ἀναγκαῖα, διότι τὴν σήμερον ἡ δημοσιονομία κατέστη ὅλως αὐτοτελὴς ἐπιστήμη, καὶ ἔλλογον εἶναι νὰ διδάσκηται ἰδιαιτέρως. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω νὰ καθορίσωμεν τὰ τρία ταῦτα μαθήματα διδασκόμενα ὑπὸ δύο καθηγητῶν.
§185ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κύριε Πρόεδρε, ἀντὶ τῆς φράσεως «κατὰ τὰ ἐν Ἑλλάδι καθεστῶτα» παρακαλῶ νὰ τεθῇ «κατὰ τὰ ἐν Ἑλλάδι ἰσχύοντα».
§186ΡΑΛΛΗΣ. «Ὡς ἰσχύει ἐν Ἑλλάδι».
§187ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἔστω.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ὁ κ. Ἰ. Ἀντωνόπουλος, βουλευτὴς Γόρτυνος, προτείνει, ὅπως προστεθῇ καὶ ἕδρα τοῦ συγκριτικοῦ ἐμπορικοῦ δικαίου.
§189Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τῷ ὄντι ἡ ἕδρα τοῦ Ἐμπορικοῦ δικαίου δεῖται συνδρομῆς τινος, δηλ. τῆς προσθήκης ἕδρας τοῦ συγκριτικοῦ ἐμπορικοῦ δικαίου, διότι ἡ ἕδρα αὕτη εἶναι λίαν ἐπωφελὴς, ἰδίως παρ’ ἡμῖν, ὅπου ἀνεπτύχθη εἰς μέγαν βαθμὸν ἡ συγκοινωνία μετὰ τῶν ξένων ἐθνῶν, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζουν οἱ διδασκόμενοι, τί ἰσχύει ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν Γαλλίᾳ κλπ. καὶ ποῖα εἶναι τὰ ἔθιμα τὰ κρατοῦντα. Ἐφιστῶ λοιπὸν τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν ταύτην, διότι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ διδάσκηται τὸ ἐμπορικὸν δίκαιον κατὰ σύγκρισιν πρὸς τὰ ἐμπορικὰ δίκαια τῶν ἄλλων ἐθνῶν.
§190ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ὑπάρχων καθηγητὴς τοῦ Ἐμπορικοῦ δικαίου, ἐὰν ἐννοῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, ὀφείλει νὰ μὴ περιορίζηται εἰς τὴν ἁπλῆν ἑρμηνείαν, ἀλλὰ νὰ ἐπεκτείνηται καὶ εἰς συγκρίσεις.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ἀντωνοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως).
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§193ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Προτείνω νὰ ἀντικατασταθῶσιν αἱ λέξεις «Αἱ ἐν τῇ Φιλολογικῇ Σχολῇ» διὰ τῶν λέξεων «Αἱ ἐν τῷ φιλολογικῷ τμήματι τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς.»
§194ΣΤΑΗΣ. Τὸ ἐδάφιον 7 τοῦ ἄρθρου 4, ἔνθα ἀναφέρεται «Ἡ τῆς μυθολογίας καὶ τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιολογίας», παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἡ τῶν ἑλληνικῶν ἀρχαιοτήτων ἢ τοῦ δημοσίου καὶ ἰδιωτικοῦ βίου τῶν ἀρχαίων».
§195ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Αὐτὸ ἐννοεῖ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως).
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§197ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ ἄρθρον τοῦτο παρακαλῶ ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τοῦ ἑπομένου (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἐν τῷ μαθηματικῷ τμήματι τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς ἕδραι εἶναι: 1) Ἡ τῆς Γεωμετρίας καὶ τῆς Ἀλγέβρας. 2) Ἡ τοῦ διαφορικοῦ καὶ ὁλοκληρωτικοῦ λογισμοῦ, ἤτοι τῆς ἀναλύσεως. 3) Ἡ τῆς ἀστρονομίας καὶ τῆς θεωρητικῆς μηχανικῆς».
§198ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατηρῶ ἐπὶ τοῦ πρώτου ἐδαφίου, ὅτι εἰς αὐτὰς τὰς πρακτικὰς σχολὰς, οἷαι εἶναι τὸ σχολεῖον τῶν βιομηχάνων τεχνῶν, τὸ στρατιωτικὸν καὶ τὸ ναυτικὸν, ὑπάρχουσι δύο ἕδραι χωρισταὶ, μία διὰ τὴν ἀναλυτικὴν Γεωμετρίαν τὴν ἐπίπεδον καὶ στερεὰν, καὶ ἑτέρα διὰ τὴν παραστατικὴν Γεωμετρίαν. Νομίζω ἑπομένως ἄτοπον, προκειμένου περὶ τοῦ Πανεπιστημίου, τὸ ὁποῖον εἶναι προωρισμένον νὰ παρέχῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ διδάξωσιν αὐτὰ τὰ μαθήματα, νὰ μὴ ὑπάρχωσι χωρισταὶ αἱ δύο αὐταὶ ἕδραι. Παρατηρῶ ἐπίσης, ὅτι περιλαμβάνεται καὶ ἡ στοιχειώδης Γεωμετρία μεταξὺ τῶν διδασκομένων μαθημάτων. Ταύτης δὲ τὴν παρουσίαν θεωρῶ ἄτοπον, καὶ δὲν προσήκει νὰ βεβαιῶται ἐπισήμως, ὅτι διδάσκεται ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ στοιχειώδης Γεωμετρία. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου, ὡς ἔχει διατυπωθῆ, ἐμφαίνεται ὅτι ἡ τριγωνομετρία ἀποτελεῖ οἱονεὶ μέρος τῆς Ἀλγέβρας.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ ἐτροποποιήθησαν ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ.
§200ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει καλῶς. Δὲν ἤκουσα τὴν τροπολογίαν ταύτην. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν μόνην τὴν πρότασίν μου περὶ παραστατικῆς Γεωμετρίας.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἄργους παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 ὑπέβαλε τροπολογίαν ὁ κ. Ἠλίας Πολίτης, βουλευτὴς Κερκύρας. (Ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει.)
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπέβαλε τροπολογίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐπίσης καὶ ὁ κ. Ἠλίας Πολίτης.
§206ΗΛΙΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ. Χαίρω, διότι παρεδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ Γενικὴ Παθολογία εἶναι ἓν τῶν ἀναγκαίων μαθημάτων εἰς τὴν διδασκαλίαν τῆς ἰατρικῆς. Ὁ καθηγητὴς τῆς Γενικῆς Παθολογίας δὲν θὰ δυνηθῇ βεβαίως νὰ διδάξῃ καὶ τὴν Ἱστορίαν τῆς Ἰατρικῆς καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα ἰδίαν ἕδραν. Δυστυχῶς βλέπω, ὅτι αἱ σκέψεις, ἃς ὑπέβαλον, δὲν ἐπεκράτησαν παρὰ τῷ κυρίῳ Ὑπουργῷ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ παρεδέχθη τὴν Γενικὴν Παθολογίαν, εἰς τὸ μάθημα τοῦτο ἂς προσθέσῃ καὶ τὴν Ὑγιεινήν. Συνιστᾷ ἕδραν Γενικῆς Παθολογίας καὶ Ὑγιεινῆς· ἡ Ὑγιεινὴ εἶναι μάθημα δευτερεῦον. Παρατηρῶ ἐπίσης, ὅτι ἀναφέρεται καὶ ἡ ἐπιδεσμολογία ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἐκείνη δὲν εἶναι ἐπιστήμη, διὰ νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς ἕδραν· εἶναι κωμικὸν νὰ ἀναφέρηται ὡς ἕδρα ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ.
§207ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Παραδέχομαι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Εἰς τὸ ἐδάφιον 9 νὰ τεθῇ «Ἡ τῆς Γενικῆς Παθολογίας καὶ τῆς Ὑγιεινῆς».
§208ΗΛ. ΠΟΛΙΤΗΣ. Εἰς τὸ ἐδάφιον περὶ Μαιευτικῆς νὰ λείψῃ ἡ γυναικολογία, διότι ἄλλο τὸ ἓν καὶ ἄλλο τὸ ἕτερον· ἡ Μαιευτικὴ ἀναφέρεται εἰς τὴν κύησιν, ἡ γυναικολογία δὲ—ἂς τὸ εἴπω καθαρὰ—ἀναφέρεται εἰς τὰ νοσήματα τῶν γεννητικῶν ὀργάνων τῆς γυναικός. Ἀλλὰ τότε διατὶ νὰ μὴ ἔχωμεν ἕδραν καὶ διὰ τὰ γεννητικὰ ὄργανα τοῦ ἀνδρός; (Γέλως).
§209ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ γυναικολογία. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§211ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἄρθρον παρέλκει, διότι, ἀφοῦ τὸ πρῶτον λέγει αἱ τέσσαρες Σχολαὶ ἔχουσιν ὡρισμένον ἀριθμὸν ἑδρῶν, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπητε, ὅτι, ἐὰν προσθέσητε ἄλλην ἕδραν, αὕτη δὲν θὰ γείνῃ, εἰμὴ διὰ νόμου· βεβαίως διὰ νόμου θὰ γείνῃ.
§212ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ὑπάρχῃ, ἵνα ὑπενθυμίζῃ, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς πρέπει νὰ μεταῤῥυθμισθῇ ὡς τάχιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἔχει).
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. (Ἀναγινώσκεται).
§215ΛΑΜΠΡΟΣ. Τὸ «τεσσαρακονταετοῦς» παρέλκει.
§216ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν παρέλκει· διότι ἡ τεσσαρακονταετία τοῦ παλαιοῦ νόμου περιλαμβάνει καὶ ἄλλας ὑπηρεσίας, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον δὲν θέλει ἄλλην ὑπηρεσίαν, παρὰ μόνην τὴν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ διδασκαλίαν.
§217ΛΑΜΠΡΟΣ. Ἐὰν εἷς καθηγητὴς διορισθῇ ἐν ἡλικίᾳ 50 ἐτῶν, φθάσῃ δὲ τὰ 70, δὲν θὰ τῷ δώσητε δικαίωμα νὰ διδάσκῃ πλέον;
§218ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἐὰν ἔχῃ κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον...
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ τροπολογία τοῦ κ. Στεφάνου. (Ἀναγινώσκεται).
§220ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν ἐπιμένω εἰς τὴν τροπολογίαν μου, διότι ἔχει ὑπ’ ὄψιν τοὺς ἐκτάκτους καθηγητάς.
§221ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί λέγετε περὶ τῶν ἐκτάκτων καθηγητῶν, κύριε Ὑπουργέ;
§222ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν τοὺς πειράζομεν ποσῶς.
§223ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ 70 ἔτη μοὶ φαίνονται πολὺ ὀλίγα.
§224ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ τεθῇ «μέχρι τοῦ 75 ἔτους». Τὸ ἄλλο νὰ παραλειφθῇ, διότι περιλαμβάνεται ἐν τῷ παλαιῷ νόμῳ.
§225ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τὸ ἐννοῶ, ἀλλὰ ὅριον ὑπηρεσίας δὲν τὸ ἐννοῶ.
§226Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἑξῆς: «Πᾶσα ἕδρα ἔχει ἕνα τακτικὸν καθηγητὴν, ὅστις ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ 70οῦ ἔτους τῆς ἡλικίας του ἀποχωρεῖ τῆς ἕδρας, λαμβάνων τὸν τίτλον τοῦ ἐπιτίμου».
§227ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως τὰ 70 ἔτη εἶναι ὀλίγα. Πολλοὶ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου εὐτυχῶς ὑπερέβησαν τὰ 70 ἔτη, ἀλλ’ οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ὅπως ἀποχωρήσωσιν.
§228ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἕκαστος καθηγητὴς ἔχει μίαν ἕδραν, ἀλλ’ ἐδῶ λέγει, ἡ ἕδρα ἔχει ἕνα καθηγητήν. Εἶναι τὸ ἀντίστροφον.
§229ΡΑΛΛΗΣ. Παρατηρῶ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐντελῶς ἄσκοπος· διότι καθηγητὴς δὲν δύναται νὰ διορισθῇ ἢ ὁ συμπληρώσας τὸ τριακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας· ἐὰν δὲ κατὰ τὸ ἑβδομηκοστὸν πρέπῃ νὰ ἀποχωρήσῃ, ἕπεται ὅτι θὰ ἀποχωρήσῃ ἀκριβῶς πρὶν ἢ ἀποκτήσῃ τὸ δικαίωμα εἰς πλήρη σύνταξιν. Εἶναι ζήτημα ἀριθμῶν· ἄλλως θεωρῶ, ὅτι ὡς πρὸς τὸν ἐπιστήμονα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἂν συμπληρώσῃ τὸ 70ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του, εἶναι καὶ ἄχρηστος. Οἱ ἐπιστήμονες ἀκριβῶς, ὅταν ὡριμάσωσιν ἐντελῶς, εἶναι οἱ ἄριστοι, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας πλέον καὶ ὄχι τὸ ὅριον τῆς ὑπηρεσίας πρέπει νὰ παραταθῇ μέχρι τοῦ 75ου ἔτους.
§230ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Διὰ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας τούτου ἠξεύρετε τί θέλετε δημιουργήσει; Ἐὰν ἦτο ὁ κ. Καλλιγᾶς καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ἤθελεν ἀποχωρήσει ὑποχρεωτικῶς. Σήμερον θὰ ἀποχωρήσῃ ὁ κ. Ἀναγνωστάκης, θὰ ἀποχωρήσῃ ὁ κ. Ὀρφανίδης κλπ.
§231ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀπεχώρησεν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου Βάλβης.
§232ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου δύναται ν’ ἀποχωρήσῃ, καὶ νὰ ἀντικατασταθῇ· ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντικατασταθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διδάσκουσι σήμερον ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ.
§233ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι καλλίτερον νὰ θέσωμεν τὸ 75ον ἔτος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, σὺν τῇ μετατροπῇ τοῦ ἔτους ἀπὸ ἑβδομηκοστοῦ εἰς 75ον).
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Στεφάνου. (Ἀναγινώσκεται).
§236ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἡ τροπολογία μου, κύριε Πρόεδρε, ἐπροτάθη μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ καθορισθῶσι καλλίτερον τὰ τῶν ἐξετάσεων τῶν φοιτητῶν· διότι φρονῶ, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νομοσχεδίου θέλομεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι αἱ ἐξετάσεις τῶν φοιτητῶν, δηλαδὴ ἡ ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ γίνωνται, ὁρίζεται διὰ Β. Διατάγματος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι σαφεστέρα ἡ τροπολογία μου, ὅπως τὴν ὑποβάλλω, ὅτι τὰ τῶν ἐξετάσεων θὰ κανονισθῶσι διὰ Β. Διαταγμάτων.
§237ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Μάλιστα.
§238ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναγράφοντες, ὅτι τὰ μαθήματα ἄρχονται τὴν πρώτην ἑβδομάδα τοῦ Σεπτεμβρίου καὶ λήγουσι τὴν 15 Ἰουνίου ἀναγράφομέν τι μὴ πραγματοποιήσιμον. Ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι οἱ φοιτηταὶ δὲν συγκεντροῦνται ἐν Ἀθήναις πρὸ τοῦ τέλους τοῦ Σεπτεμβρίου, δὲν ὑπάρχει δέ τις ἐκ τῶν φοιτητῶν, ὁ ὁποῖος νὰ παραμένῃ πέραν τοῦ τέλους Μαΐου. Ἑπομένως, ἐὰν ἀφήσωμεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου ὅπως ἔχει, ἀναγκαίως θέλομεν τὸ ψηφίσει μόνον διὰ νὰ τὸ παραβῶμεν. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Τὰ μαθήματα ἄρχονται ἐντὸς τοῦ πρώτου δεκαπενθημέρου τοῦ Σεπτεμβρίου καὶ λήγουσι κατὰ τὰ τέλη Μαΐου». Ἄλλως, ὡς εἶπον, τὸ ἄρθρον δὲν εἶναι πραγματοποιήσιμον.
§239ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Θὰ προσπαθήσωμεν νὰ τοὺς συγκεντρώσωμεν, καὶ ἂν δὲν συγκεντρωθῶσι, θὰ ὑποστῶσι ζημίαν.
§240ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν δὲ θέλητε νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου καὶ περὶ τῆς διατάξεως ταύτης, νομίζω ὅτι, ἀφοῦ δὲν ἔχει κύρωσιν, ἕπεται ὅτι δὲν ἔχει κἀμμίαν σημασίαν. Ποία εἶναι ἡ κύρωσις τῆς διατάξεως ταύτης καὶ τίνα σημασίαν δύναται νὰ ἔχῃ διάταξις ἐπιβάλλουσα χρόνον ἐνάρξεως τῶν μαθημάτων ἢ χρόνον λήξεως αὐτῶν, ὅταν ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἔχῃ κύρωσίν τινα; Ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ μία διάταξις, ἡ ὁποία νὰ συναρμολογήσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν μισθοδοσίαν πρὸς τὴν παράτασιν τοῦ μαθήματος. Ἐὰν δὲν ἔχητε τοιαύτην διάταξιν, εἶναι μάταιον νὰ καθορίζητε χρόνον ἐνάρξεως καὶ λήξεως τῶν μαθημάτων. Σήμερον ποῖος ἔλεγχος ὑφίσταται ὡς πρὸς τὰς παραδόσεις καὶ ὡς πρὸς τὸ κανονικὸν τῶν παραδόσεων ἑνὸς ἑκάστου καθηγητοῦ; Οὐδένα ἔχετε ἔλεγχον. Ἔχετε λοιπὸν μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία θὰ μένῃ χάρτης ἄγραφος.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς παρεδέχθη τὸ δεύτερον μέρος τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Στεφάνου. Ἑπομένως τὸ ἄρθρον 10 ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰ μαθήματα ἄρχονται τῇ πρώτῃ ἑβδομάδι τοῦ Σεπτεμβρίου καὶ λήγουσι τῇ 15 τοῦ Ἰουνίου. Τὰ τῶν ἐξετάσεων τῶν φοιτητῶν κανονίζονται διὰ Β. Διαταγμάτων». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§242ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐνταῦθα παρακαλῶ νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ «εἴτε ἀπὸ τῆς ἕδρας εἴτε» καὶ νὰ μείνῃ μόνον «οἱ δ’ ἐπὶ πλέον διδάσκοντες ἐν φροντιστηρίῳ κλπ». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12 ὡς ἔχει).
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσωρινὴ διάταξις (ἀναγινώσκεται). Ἐνταῦθα ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, προτείνοντος, ὅπως μετὰ τὰς λέξεις «ἄνευ προτάσεων τῶν Σχολῶν» προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ἐκ τῶν νῦν ὑπαρχόντων καθηγητῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν «προσωρινὴν διάταξιν» μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§244ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν προϋπολογισμόν!
§245Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω καλὸν νὰ προχωρήσωμεν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, πάντα δὲ τὰ νομοσχέδια, ἐφ’ ὧν θὰ ἐγερθῶσιν ἀντιῤῥήσεις, νὰ παραλείπωνται, καὶ οὕτω νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ Μαιευτικοῦ Σχολείου καὶ Μαιευτηρίου.
§247ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν παρετήρησαν, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι προσωπικὸς, καὶ ἀντιῤῥήσεις ἐγένοντο ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου. Ἐδήλωσα τότε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκοπὸν δὲν εἶχε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν προσωπικὸν νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἀπεναντίας σκοπὸν εἶχεν, ἵνα κανονίσῃ τὰ τοῦ Μαιευτηρίου κατὰ τρόπον συνᾴδοντα πρὸς τὰς ἀνάγκας τὰς σημερινάς. Εἰς τὴν παρατήρησιν τὴν ἰδικήν μου ἀντετάχθη τὸ ἑξῆς, ὅτι ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον κανονίζονται τὰ τοῦ διορισμοῦ τοῦ Διευθυντοῦ, ἀποδεικνύει πᾶν ἄλλο ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑπεστήριξα. Ὅπως ἀποδείξω, ὅτι τὰ παρ’ ἐμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποδειχθέντα αἴτια τοῦ νομοσχεδίου ἦσαν πράγματι τὰ παρακινήσαντα ἡμᾶς εἰς τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ, οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχω, ἵνα παραδεχθῶ, ὅπως καὶ ὁ Διευθυντὴς τοῦ Μαιευτηρίου διορισθῇ διὰ διαγωνισμοῦ. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς ταύτης, ἵνα εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ, ὑποβάλω τὴν τροπολογίαν ταύτην, διότι, τροποποιουμένου τοῦ ἄρθρου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸν Διευθυντήν, ἐπέρχεται ἡ τροπολογία ἀναγκαίως καὶ ἄλλου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου. Ἑπομένως, ἐὰν ἡ Βουλὴ συναινῇ εἰς τοῦτο, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν εἰς τὴν προσεχῆ συζήτησιν.
§248ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ συζητήσῃ σοβαρῶς κἀνὲν νομοσχέδιον. Ἐὰν δὲ ἐπιθυμῆτε, δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ διὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὁπωσδήποτε ἔχουσι συζήτησιν, δὲν εἶναι τώρα καιρός.
§249Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον «περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ͵ΒϞΗʹ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων», ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, ἐπειδὴ εἶναι εἰς δευτέραν συζήτησιν, δύναται ν’ ἀναγνωσθῇ.
§250ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§251ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν θὰ ὑπάρξῃ κἀμμία συζήτησις. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι θὰ ἀρκεσθῇ σήμερον ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν μόνον τῶν ἐσόδων.
§252ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἔτος 1893. (Ἀναγινώσκεται ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ γίνεται δεκτὸς κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον μετὰ τῶν διὰ τῶν δηλώσεων τῶν Ὑπουργῶν ἐπενεχθεισῶν μεταβολῶν. (Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1893, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ δραχμῶν ἐν ὅλῳ 111,701,939).
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 2 καὶ 20′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον.