Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΓ · Session Β› Sitting 63

1893.02.12

3,898 rows · 27,312 words · 2 tables · 342 turns

Date
1893.02.12
Presidency
Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗ
Period
ΙΓ
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1893)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 63

Τῆς 12 Φεβρουαρίου 1893.

(Παρασκευή).

Ὥρα 5 καὶ 30 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ μετά τινα διόρθωσιν ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κληθεὶς ὡς μάρτυς ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου διά τινα δίκην, ἥτις ἔμελλε νὰ δικασθῇ σήμερον, ἐνεφανίσθην ἐκεῖ ἀπὸ τῆς 9 ὥρας π. μ. καὶ παρέμεινα ἐπὶ πολὺν χρόνον, μέχρις ὅτου συνῆλθε τὸ δικαστήριον. Ἐπειδὴ δ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἔμαθον, ὅτι ἦσαν καὶ δύο ἄλλαι δίκαι, ὅπως δικασθῶσι, καὶ ὅτι πάλιν θὰ ἀναβληθῇ ἡ δίκη, δι’ ἣν ἐκλήθην μάρτυς, δι’ αὔριον ἢ μεθαύριον, προσῆλθον, ὅτε κατηρτίσθη τὸ δικαστήριον, ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῶν συνέδρων, καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν ὡς ἑξῆς: «Κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ, ὡς μανθάνω, εἶναι ἀκόμη δύο δίκαι καὶ πρόκειται νὰ ἀναβληθῇ αὕτη, παρακαλῶ, εἰ δυνατὸν, νὰ διατάξητε τὴν ἐκφώνησιν τῶν ὀνομάτων τῶν μαρτύρων, διὰ νὰ μὴ κάθηνται ἐδῶ ἐπὶ πολύ». Ἀντὶ πάσης ἀπαντήσεως ὁ Πρόεδρος μοῦ εἶπε τὰ ἑξῆς: «Βρέ! ἔξω! Ποῦ εὑρίσκεσαι; εἰς τὸ Κοινοβούλιον; ἢ εἰς τοὺς διαδρόμους τῆς Βουλῆς;»

§2Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ Πρόεδρος αὐτός;

§3ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ὁ Ἀγγελόπουλος ὁ ἐφέτης, ὁ ὁποῖος, πρέπει νὰ γνωρίσῃ ἡ Βουλή, ὅτι πρὸ ὀλίγων μηνῶν, ὅτε ἦτο ἐν τοῖς πράγμασιν ἡ Κυβέρνησις ἡ μεταβατικὴ τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου, κατηγορεῖτο, ὅτι, ὡς ἀνακριτὴς, εἶχεν αἰκίσει ἐντὸς τῆς ἀνακρίσεως πολίτην τινὰ καὶ ἕτερον πολίτην εἶχε μωλωπίσει ἐπὶ τῆς ὀσφύος, δι’ ἃς πράξεις καὶ κατηγγέλθη, ἔμενε δὲ ἡ ὑπόθεσις ἐκκρεμὴς, μέχρις οὗ ἦλθεν ὁ θεῖός του εἰς τὰ πράγματα καὶ προήγαγεν αὐτὸν εἰς ἐφέτην ἀπὸ πρωτοδίκου. Εἰς τὴν ἀπροσδόκητον ἐκείνην ἀπάντησιν τοῦ Προέδρου βεβαίως δὲν ἠδυνάμην, σεβόμενος ἑαυτὸν, σεβόμενος τὸν νόμον, παρὰ νὰ σιωπήσω, ἐπιφυλασσόμενος νὰ καταγγείλω τὸν ὑβριστὴν εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ὅπως παραδειγματικῶς τιμωρήσῃ αὐτὸν, νὰ γνωρίσω δὲ τὰ διατρέψαντα εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἡ ὕβρις, ἡ ἀπευθυνθεῖσα πρὸς ἐμὲ, δὲν ἀπηυθύνετο εἰς ἄτομον, ἀλλ’ εἰς Βουλευτήν· καὶ τοῦτο τῷ ἦτο γνωστὸν, διότι εἶπε: «ποῦ εὑρίσκεσαι; εἰς τὴν Βουλὴν, ἢ εἰς τοὺς διαδρόμους τῆς Βουλῆς;» Ἄρα ἐγνώριζε τὴν ἰδιότητά μου. Ἐγνώρισα ταῦτα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅστις ἀληθῶς ἀμέσως μοὶ ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει ἐκτελέσει ὅ,τι τῷ ὑπαγορεύει τὸ καθῆκον, καὶ ἔχω πλήρη πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀληθῶς θὰ φροντίσῃ. Ἀλλ’ ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ γνωρίσω ταῦτα καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ μάθῃ τίνας δικαστὰς ἔχομεν ἰσοβίους καὶ πῶς οὗτοι συμπεριφέρονται πρὸς τοὺς προσερχομένους εἰς αὐτοὺς καὶ παρακαλοῦντας νὰ τοὺς δεχθῶσιν εἰς ἀκρόασιν, ἐνῷ ὀφείλουσι νὰ ἀκροῶνται πάντας εὐμενῶς καὶ ὡς ὁ νόμος ἐπιβάλλει, εἴτε Βουλευταὶ εἶναι οἱ προσερχόμενοι, εἴτε ἁπλοῖ ἰδιῶται. Ἐν τούτοις ὁ εἰρημένος Πρόεδρος δεινὴν ὕβριν ἀπηύθυνε κατ’ ἐμοῦ, ἐνώπιον πλήθοντος ἀκροατηρίου ἐκ καλῆς τάξεως πολιτῶν, δικηγόρων, ἐμπόρων κλπ. καὶ ἐνώπιον καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντεισαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ, οὔτε ἄλλος τις, τὰ λαβόντα χώραν. Θὰ ἐπαναλάβω λοιπὸν τὰς παρατηρήσεις μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι δὲν θὰ θεωρήσω ἱκανοποίησιν ὄχι πλέον ἀτομικὴν ἀλλὰ τοῦ ἀξιώματος τοῦ Βουλευτοῦ καὶ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, μόνον τὴν μετάθεσιν τοῦ ὑβριστοῦ ὑπαλλήλου, ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβῃ κατ’ αὐτοῦ καὶ τὰ πειθαρχικὰ ἐκεῖνα μέτρα, τὰ ὁποῖα τῷ ἐπιτρέπει ὁ νόμος καὶ πρέπει νὰ προκαλέσῃ ἐπ’ αὐτοῦ, διότι ἐγὼ σκοπὸν ἔχω νὰ ἀπευθύνω κατ’ αὐτοῦ καὶ καταγγελίαν, διότι μὲ ὕβρισεν ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μου ἐπὶ παρουσίᾳ τόσου ἀκροατηρίου, τοῦ ὁποίου ἐκίνησε τὴν περιέργειαν.

§4ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μετὰ λύπης ὄντως ἔμαθον τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Νάξου Βουλευτὴς ἐγνώρισεν εἰς τὴν Βουλήν, διότι βεβαίως εἰς πάντα Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὸ γεγονὸς, ὅτι ἀνώτερος δικαστικὸς ὑπάλληλος ἐξύβρισεν ἐν δημοσίᾳ αἰθούσῃ Βουλευτὴν ἐν τῷ ἀξιώματι αὐτοῦ, ἤθελεν ἐγείρει λύπην. Δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος, ἵνα ἐξακριβώσω τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ὡς ἐμπρέπει εἰς ἐξέτασιν ἀφορῶσαν εἰς ἀνώτερον δικαστικόν. Δύναμαι ὅμως νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι θέλω ἐνεργήσει ὅ,τι ἐκ τῶν καθηκόντων μου ἐπιβάλλεται πρός τε τὴν ἱκανοποίησιν τοῦ Βουλευτοῦ καὶ πρὸς τήρησιν τῆς ἀξιοπρεπείας, ἥτις δέον νὰ διακρίνῃ τοὺς λειτουργοὺς τῆς Θέμιδος, οἵτινες διευθύνουσι συνεδριάσεις Κακουργιοδικείου.

§5ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, μὲ συγχωρεῖτε. Νομίζω, ὅτι δὲν ἔχετε ἀνάγκην οὐδεμιᾶς ἐξετάσεως, διότι τὸ πρᾶγμα ἔλαβε χώραν ἐν πλήρει δημοσίᾳ συνεδριάσει κατὰ Βουλευτοῦ, ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ὁποίου ἐξυβρίσθη ὁλόκληρος ἡ Βουλή. Πρέπει νὰ μάθωσιν οἱ τοιοῦτοι, ὅτι δὲν ἐγένοντο ἰσόβιοι ὑπάλληλοι, ὅπως καθήμενοι ἐπὶ τῆς ἕδρας των περιφρονῶσι τὴν Πολιτείαν, ἡ ὁποία τοὺς ἔθεσεν εἰς τὸ ἀξίωμα αὐτὸ, καὶ ὅτι δὲν τοῖς ἐπιτρέπεται νὰ συμπεριφέρωνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον οὐ μόνον πρὸς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, ἀλλ’ οὐδὲ πρὸς τὸν τελευταῖον τῶν πολιτῶν. Ἀλλ’ ἀπὸ τοιαῦτα ὄντα, οἷος ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον δὲν ἠξεύρω πῶς εὑρέθη εἰς τὴν ἐξουσίαν ὁ κ. Κωνσταντόπουλος καὶ προήγαγεν εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐφέτου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιμένῃ τις καλλιτέραν συμπεριφοράν.

§6ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν φοβεῖται νὰ προσβληθῇ παρ’ οὐδενός, διότι, ἐάν τις, εἴτε δικαστὴς, εἴτε ἄλλος, ἐκφράσῃ ἰδέαν, ἥτις ἠδύνατο νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ὕβρις κατὰ τῆς Βουλῆς, ἡ ὕβρις αὕτη ἐπιστρέφει εἰς τὸν ὑβρίσαντα. Ἴσως τὸ παράπονον τοῦ κ. συναδέλφου εἶναι ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει βάσιμον. Θέλει τὸ βεβαιώσει μετὰ ἐξέτασιν ὁ Ὑπουργὸς καὶ θέλει τὸ τιμωρήσει. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἔλαβε χώραν γεγονός τι, ἀπαρέσαν εἰς τὸν συνάδελφον, τοῦ ὁποίου ὅμως γεγονότος τὴν ἀξίαν δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ κρίνωμεν καὶ ἐκτιμήσωμεν ἐκ μόνης τῆς διηγήσεως τοῦ κ. συναδέλφου, διότι οὕτως ἀρνούμεθα τὴν ἀπολογίαν τοῦ καταγγελλομένου δικαστοῦ. Πιθανὸν ἐν τῇ ταραχῇ του ὁ συνάδελφος νὰ ἀντελήφθη ὀλίγον ἀνακριβῶς τὰ πράγματα. Ὀρθῶς δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπεφυλάχθη νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ ὑπεσχέθη νὰ τιμωρήσῃ τὸν δικαστήν· δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ παρατηρήσω εἰς τὸν παραπονούμενον συνάδελφον, ὅτι τὸ βιαίως ἐκφράζεσθαι κατὰ προσώπου ἀπόντος, τὸ ἐπικαλεῖσθαι ἄλλην καταγγελίαν κατ’ αὐτοῦ, καταγγελίαν δικαστικῶς ἀποῤῥιφθεῖσαν, καὶ τὸ ὁμιλεῖν κατὰ ἀπόντων δικαστικῶν λειτουργῶν, ἀντὶ νὰ καθιστᾷ ζωηρότερον, ἀμαυρόνει τὸ δίκαιον τοῦ οὕτως ὁμιλοῦντος. Ὀρθὸν ἦτο νὰ εἴπῃ τί τῷ συνέβη, δὲν ἔπρεπεν ὅμως νὰ ὑβρίσῃ ὑπὸ τὴν ἀσυλίαν τοῦ λόγου πρόσωπον μὴ δυνάμενον ν’ ἀπολογηθῇ ἢ ν’ ἀπαντήσῃ.

§7ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Προσέθηκα, τί ἔλαβε χώραν ἐν Κεφαλληνίᾳ, διὰ νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ποιότητά του.

§8ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καθ’ ὅσον γινώσκω, ὁ δικαστὴς οὗτος καλῶς φέρεται συνήθως.

§9ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, τί συνέβη μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ καὶ τοῦ Προέδρου τοῦ Κακουργιοδικείου. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ διατάξῃ τὴν δέουσαν ἀνάκρισιν, καὶ θέλει κατὰ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς κανονίσει τὰς ἐνεργείας του. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι ὅτι, ὅ,τι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς διηγήθη περὶ τῶν κατηγοριῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπεδόθησαν εἰς τὸν εἰρημένον δικαστήν, καὶ περὶ τῶν συμβάντων πρὸς προαγωγήν του ὡς ἐφέτου εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατα, καὶ ἂν ἐκ τούτου κρίνωμεν, πρέπει νὰ ἔχωμεν πολλὴν δυσπιστίαν εἰς τοὺς ἰσχυρισμούς του. Διότι, κύριε Πρόεδρε, ὁ δικαστὴς οὗτος κατηγορήθη διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· ὅτι συνελήφθησαν ἐν Κεφαλληνίᾳ διαβόητοί τινες κακοῦργοι, διαπράξαντες ἐκεῖ ληστείας, καὶ παραδοθέντες εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, εἶπον, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ παρεξετράπησαν εἰς πράξεις κατά τινος ἐκ τῶν συλληφθέντων κακούργων καὶ καταδικασθέντος μάλιστα διὰ παρομοίαν πρᾶξιν. Ἐγεννήθη ὑπόνοια, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς ἦτο ἐν συνεννοήσει μετὰ τῶν στρατιωτικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξετέλεσαν τὰς βιαιοπραγίας αὐτὰς κατὰ τοῦ κακούργου ἐκείνου, καὶ ὁ ἀνακριτὴς παρεπέμφθη διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην· ἀλλὰ γενομένης τῆς δίκης του ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ παρελθόντος ἔτους, τὸ Ἐφετεῖον ἀπήλλαξεν αὐτὸν πάσης κατηγορίας. Μετὰ τὴν ἀπαλλαγήν του αὐτὴν παρῆλθον δύο μῆνες, μεθ’ οὓς ἐγένετο ἡ προαγωγὴ αὐτοῦ, καὶ οὔτε ἔμεινεν ἐκκρεμὴς ὁ λόγος οὗτος· διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἀθώωσις εἶχε συμβῆ πρὸ τῆς προαγωγῆς του δύο μῆνας. Ὅσα λοιπὸν ἐξέθεσεν ὁ συνάδελφος εἶναι ἀνυπόστατα, καὶ ἂν ἐξ αὐτῶν κρίνωμεν τὰ ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου εἰς αὐτὸν συμβάντα, κἄπως ἄλλως θὰ συνέβη ἡ ὑπόθεσις.

§10ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀγυιᾶς Βουλευτὴς προέβαλε κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἐπερώτησιν, δι’ ἧς ἐπεθύμει νὰ μάθῃ, τί ἀπέγεινεν ἡ ὑπόθεσις ἡ καταγγελθεῖσα ἐπὶ παρανόμοις πράξεσι κατὰ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ Μυλωνᾶ, καὶ ἐζήτει ἐπιμόνως χθὲς νὰ δώσω ἀπάντησιν. Ἠπόρει δὲ διατὶ δὲν ἔδωκα ἀπάντησιν. Πληροφορῶ αὐτὸν σήμερον, ὅτι ἀληθῶς ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ὑπέπεσεν εἰς πράξεις ἀξιοποίνους καὶ κατ’ αὐτοῦ τὸ ἐν Λαρίσσῃ Ἀρχηγεῖον τοῦ στρατοῦ διέταξεν ἀνάκρισιν, ἀνατεθεῖσαν εἰς τὸν συνταγματάρχην τῆς χωροφυλακῆς Κεφαλληναῖον. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν γινώσκει ἡ ὑπηρεσία τί ἀπέγεινεν ἡ ἀνάκρισις. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ φάκελλος θέλει διαβιβασθῆ εἰς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα, διότι ὁ ἀξιωματικὸς ἐνήργει ἐν μεταβατικῇ ὑπηρεσίᾳ, πᾶσαι δὲ αἱ ἀξιόποινοι πράξεις, αἱ διαπραττόμεναι ὑπὸ στρατιωτικῶν ἐν μεταβατικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀνάγονται εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, καὶ κατὰ συνέπειαν οἱ Εἰσαγγελεῖς εἶναι ἁρμόδιοι νὰ διεξάγωσι τὰς ὑποθέσεις ταύτας. Ὁ κ. συνάδελφος προσέθηκεν, ὅτι καὶ περὶ ἄλλων ὑποθέσεων ἐζητήθησαν πληροφορίαι, ἀλλ’ οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἀπήντησεν ὁ Ὑπουργός. Τὸν βεβαιῶ, ὅτι πᾶσα πρᾶξις μηνυθεῖσα ἀπεστάλη πρὸς ἀνάκρισιν. Οὐδεμία δὲ ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐκκρεμὴς, περὶ ἧς δύναμαι νὰ δώσω πληροφορίας εἰς τὸν κύριον Βουλευτήν. Εὐθὺς ὡς περιέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοιαύτη, βεβαίως θέλω προθυμοποιηθῆ νὰ παράσχω πάσας τὰς πληροφορίας, ἂν ἀνάγωνται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· διότι, ἂν ἀνάγωνται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, βεβαίως ἐγὼ δὲν θὰ ἦμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας.

§11ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἐλάβετε ἔκθεσιν περὶ τῶν γεγονότων, ἂν ἦναι ἀληθῆ ἢ ὄχι;

§12ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι ἔκθεσιν. Τὸ Ὑπουργεῖον παρήγγειλεν εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον, ὅτι δέον νὰ διατάξῃ ἐξέτασιν πρὸς βεβαίωσιν τῶν καταγγελλομένων.

§13Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι ὑπέπεσεν εἰς τὸ ἔγκλημα.

§14ΔΑΛΛΑΣ. Ποῖον ἔγκλημα;

§15ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὅτι βιαιοπραγίαι ἐνηργήθησαν.

§16ΔΑΛΛΑΣ. Ὅτι ὁ πολίτης ἐκεῖνος ἐδέθη ἐπὶ δένδρου, ἐδάρη ἀνηλεῶς καὶ ἀπέθανεν ἐκ τῶν πληγῶν!

§17ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι ὅτι βιαιοπραγίαι διεπράχθησαν κατὰ πολίτου. Ἄλλως τε εἶναι περιττὸν νὰ ἀναγγείλῃ ὁ ἀρχηγὸς, διότι δυνατὸν καὶ αὐτὸς νὰ μὴ γνωρίζῃ τι.

§18ΔΑΛΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶπον χθὲς, ἀρχόμενος τῆς ἐπερωτήσεώς μου, ὅτι πρὸ 50 ἡμερῶν ἀνηγγέλθη ἡ πρᾶξις αὕτη, ἡ δὲ πρᾶξις αὕτη εἶναι ἀρκούντως σοβαρὰ, διότι ἀνηγγέλθη, ὅτι ἀπεβίωσε πολίτης, τὸν ὁποῖον στρατιωτικὸς διοικητὴς τοῦ μεταβατικοῦ προσέδεσεν εἰς δένδρον, ἀφοῦ ἔδειρεν ἀνηλεῶς. Νομίζω ὅτι, ἀφοῦ παρῆλθον 50 ὅλαι ἡμέραι, ἀφ’ ἧς κατηγγέλθη ἡ πρᾶξις, δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἔλθῃ σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι εἰσέτι δὲν ἔχει ἀποτέλεσμα.

§19ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Καὶ βεβαίως δὲν ἔχω.

§20ΔΑΛΛΑΣ. Καὶ πότε λοιπὸν θὰ ἔχητε τὰ ἀποτέλεσμα; Ἐγὼ κατήγγειλα ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους τοιαύτας ἐγκληματικὰς πράξεις, καὶ κατήγγειλα καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον κατ’ ἐπανάληψιν πράξεις τοιαύτας, παρὰ τῶν αὐτῶν στρατιωτικῶν διαπραχθείσας εἰς τὸ αὐτὸ μέρος, καὶ ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔρχεται νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι δὲν ἔχει πληροφορίας! Δὲν εἶχον λοιπὸν δίκαιον χθὲς, λέγων εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδόλως εὐλαβεῖται τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως καὶ τοῦ ἐλέγχου; Δύναται νὰ μὴ εὐλαβῆται ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀλλ’ ἐγὼ λέγω πρὸς αὐτόν, ἂν αὐτὸς συνειθίζῃ νὰ περιφρονῇ τὰς ἐπερωτήσεις ἡμῶν ταύτας, ὅτι ταύτας δὲν ποιούμεθα πρὸς αὐτὸν, οὔτε χάριν αὐτοῦ, ἀλλὰ ποιούμεθα χάριν τῶν ὑπευθύνων, καὶ ὑπεύθυνος εἶναι ὁ λαὸς, ὑπεύθυνοι δὲ εἶναι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐδημιούργησαν εὐθύνας διὰ τοὺς ἀνευθύνους.

§21ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν ἐννοῶ, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐννοεῖ τὰς ἐπερωτήσεις του· ζητεῖ νὰ τοῦ δώσω πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχω.

§22ΔΑΛΛΑΣ. Διατὶ νὰ μὴ τὰ ἔχητε;

§23ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἶπεν, ὅτι πρὸ 50 ἡμερῶν κατήγγειλε τὰς πράξεις ταύτας. Ἀλλὰ μήπως ἀρνοῦμαι ἐγὼ τοῦτο;

§24ΔΑΛΛΑΣ. Τί ἐνηργήσατε;

§25ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀφοῦ ἐπράξαμεν ἐκεῖνο, ὅπερ ὠφείλομεν νὰ πράξωμεν, τουτέστι νὰ διατάξωμεν ἀνάκρισιν, οὐδὲν μένει ἡμῖν πλέον, μέχρις—οὗ ὑποβληθῇ ὁ φάκελλος τῆς ὑποθέσεως. Σᾶς εἶπον, ὅτι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ὑπάρχει ἡ ὑπόθεσις ἐκκρεμής. Ὑπάρχει ἡ ὑπόθεσις εἰς ἐνέργειαν πρὸς ἀνάκρισιν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζω καὶ νὰ σᾶς δώσω τὰς πληροφορίας; Δυσπιστεῖτε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου;

§26ΔΑΛΛΑΣ. Οὐδόλως.

§27ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως· διότι λέγετε, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἐκ προθέσεως δὲν θέλει νὰ προσαγάγῃ τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας.

§28ΔΑΛΛΑΣ. Ἄλλο θέλω νὰ εἴπω. Ἠξίουν, ὅτι ἔπρεπε νὰ συστήσητε δραστηριότητα περὶ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἀρχῆς, ὅτι ἔπρεπε νὰ δείξητε περισσοτέραν ἐπιμέλειαν, περισσοτέραν φροντίδα, νὰ ἐπισπεύσητε τὰς ἀνακρίσεις, νὰ μὴ ἐφεσυχάσητε, καὶ νὰ μὴ ἀρκεσθῆτε νὰ δίδητε τοιαύτας μόνον πληροφορίας, οἵας δίδετε. Πολίτης ἀπεβίωσε πρὸ 50 ἡμερῶν ἐκ τῶν κακώσεων ἀξιωματικοῦ, καὶ λέγετε ὅτι δὲν ἔχετε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐκκρεμῆ τὴν ὑπόθεσιν! Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἀμφισβητήσω τοῦτο, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσητε. Πότε λοιπὸν θὰ ἐνεργήσητε; Ἀπορῶ, πῶς ἡ Βουλὴ ἀνέχεται τοιαύτην κατάστασιν!

§29ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν διέταξεν ἀνάκρισιν, καὶ ὅτι ἡ ἀνάκρισις ἐνεργεῖται· ἀλλὰ τὸ γεγονὸς εἶναι τόσον σοβαρὸν, τόσον ἀπάνθρωπον, ὥστε βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, οὔτε ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀνεχθῶσιν, ὅπως ἐν Ἑλλάδι προσδεθῇ ἄνθρωπος εἰς δένδρον, δαρῇ ἀνηλεῶς καὶ ἐκπνεύσῃ ὑπὸ τὸ βούνευρον, νὰ μείνῃ δὲ τὸ πτῶμα αὐτοῦ ἐπὶ 10 ἡμέρας ἐκτεθειμένον, καὶ ὅμως νὰ βραδύνῃ ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας ἡ τιμωρία τοῦ δράστου, ἢ τοὐλάχιστον ἡ πληροφορία, ὅτι ἀφεύκτως οὗτος εἰσάγεται, ὅπως δώσῃ δίκην τοῦ ἐγκλήματός του. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ὡς τάχιστα, εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν, ἂν ὁ κακουργήσας ἀξιωματικὸς εἰσήχθη εἰς δίκην, καὶ ἂν παρεπέμφθη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ἡ δικογραφία, τὸν δὲ κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ ἐπίσης τὴν Βουλὴν, τίνας πληροφορίας ἔχει παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἀλλοίμονον, κύριε Πρόεδρε, ἂν πολῖται Ἕλληνες ἦναι ἐκτεθειμένοι εἰς τοιαύτας βιαιοπραγίας! Φοβοῦμαι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὴν φράσιν, ἥτις διέφυγε τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἴσως ἀποφασίσῃ τις νὰ δικαιολογήσῃ, ἂν ἀποδεικνύηται, ὅτι δύνανται τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα νὰ συλλαμβάνωσιν οἱονδήποτε πολίτην, νὰ τὸν δέρωσι, νὰ τὸν βλέπωσι νὰ ἐκπνέῃ ὑπὸ τὸ βούνευρον καὶ τὴν σπάθην των! Αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι ἀνήκουστα δι’ ἕνα τόπον πολιτισμένον ὁπωσδήποτε, διατελοῦντα ὑπὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, ἢ ἔστω ὑπὸ οἱονδήποτε ἀνθρώπινον πολίτευμα! Ἐλπίζω ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ θέλουσι δείξει τοὐλάχιστον τὸ αἴσθημα τῆς φιλανθρωπίας, τὸ ὁποῖον πᾶς ἄνθρωπος αἰσθάνεται, ὅταν πρόκηται περὶ τοιαύτης ἀπανθρώπου πράξεως.

§30ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πρὸ πολλοῦ κατηγγέλθη ἡ πρᾶξις αὕτη, καὶ ὅτι ἔλαβε γνῶσιν, ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται ἀξιωματικὸς ὑπέπεσεν εἰς ἐγκληματικὴν πρᾶξιν. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἂν ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος παραμένῃ εἰσέτι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἢ ἀνεκλήθη.

§31ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Καθ’ ἃς ἔχω ἐξωδίκους πληροφορίας, οὗτος διατελεῖ εἰς προφυλάκισιν, ἐξεδόθη δ’ ἔνταλμα φυλακίσεως κατ’ αὐτοῦ.

§32ΔΑΛΛΑΣ. Ὄχι ἐπισήμους.

§33ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι.

§34ΔΑΛΛΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω πάλιν νὰ ἐπιδείξητε ἰδιαιτέραν προσοχήν.

§35ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Θὰ τηλεγραφήσω σήμερον, ὥστε αὔριον νὰ ἦμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς ἀναγγείλω τὸ ἀποτέλεσμα.

§36ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σημειώσεις πλήρεις τῶν πληροφοριῶν τῶν ζητηθεισῶν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ περὶ τῶν νῦν ὑπαρχουσῶν ἑδρῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καὶ τῶν ἐν αὐτῷ διδασκόντων καθηγητῶν.

§37ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ.

§38ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐν τῇ χθεσινῇ τῆς Βουλῆς συνεδριάσει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ὑπέμνησε προηγουμένην αὑτοῦ ἐπερώτησιν περὶ τῶν δοθεισῶν ἐναντίον τῶν ὀργάνων τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καταγγελιῶν καὶ περὶ τῆς στάσεως, εἰς ἣν ἑκάστη τούτων εὑρίσκεται νῦν. Ἠτήσατο μάλιστα καὶ τὴν προσαγωγὴν τῶν δικογραφιῶν καὶ παντὸς σχετικοῦ ἐγγράφου. Ὑπεσχέθην νὰ προσκομίσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, καὶ ἂν αὗται ἀποδειχθῶσιν ἀνεπαρκεῖς, καὶ ἂν ἤθελον ζητηθῆ ἔγγραφα πρόσθετα, τὰ ὁποῖα ἄνευ βλάβης τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους δύναμαι νὰ καταθέσω, θέλω προθύμως καταθέσει καὶ ταῦτα. Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν ἀπὸ 20 Φεβρουαρίου 1892 μέχρι τῆς 11 Φεβρουαρίου 1893, δηλαδὴ μέχρι τῆς χθὲς, δοθεισῶν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν καταγγελιῶν κατ’ ἀστυνομικῶν ὀργάνων.

§39ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τῆς Εἰσαγγελίας τῶν Πρωτοδικῶν;

§40ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Δὲν ἠδυνήθην σήμερον νὰ ἔχω πρόχειρον καὶ τὸν πίνακα τῶν τυχὸν ὑπαρχουσῶν ἐκκρεμῶν παρὰ τῇ Εἰσαγγελίᾳ τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν καταγγελιῶν, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ καταθέσω καὶ ταύτας βραδύτερον. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, ἐδόθησαν ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ 29 καταγγελίαι, ἐν αἷς καταγγέλλονται 31 ἀστυνομικοὶ ὑπάλληλοι. Ἐκ τῶν 29 καταγγελιῶν αἱ 6 εἶναι ἐκκρεμεῖς, αἱ 3 παρεπέμφθησαν εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον, ἐπὶ τῶν 10 ἐξεδόθησαν βουλεύματα ἀπαλλάσσοντα τοὺς καταγγελθέντας, ἐπὶ 1 καταγγελίας ἐξεδόθη ἀθωωτικὴ ἀπόφασις, ἐπὶ 4 ἐκηρύχθη ἀναρμόδιον τὸ Πλημμελειοδικεῖον διὰ βουλεύματος, 3 παρεπέμφθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὡς ἁρμόδιον, 1 ὑπεβλήθη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν ὡς ἁρμόδιον, διότι καταγγέλλεται ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, ὁ ὁποῖος, ὡς γινώσκετε, κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε κρατοῦντα ἀπολαμβάνει ἰδιαζούσης δοσιδικίας, καὶ ὡς πρὸς 1 διετάχθη περαιτέρω ἀνάκρισις. Ἐκ τῶν 29 αἱ 6 ἀφορῶσιν εἰς ἐξύβρισιν, αἱ 6 εἰς κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας τῆς ἀρχῆς, 5 εἰς ἄδικον ἐπίθεσιν, 6 εἰς παράνομον κατακράτησιν, 3 εἰς τραῦμα, 1 εἰς διατάραξιν οἰκιακῆς εἰρήνης, 1 εἰς παράβασιν καθήκοντος καὶ 1 εἰς κλοπήν. Ὁ πίναξ οὗτος κατατίθεται εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Προεδρείου, ὅπως ὁ ἐπερωτήσας ἢ ἕτερος τῶν κκ. Βουλευτῶν λάβῃ γνῶσιν καὶ ζητήσῃ, ἂν ἔχῃ ἀνάγκην, καὶ ἄλλας πληροφορίας. Ὑπέλαβον ὅμως ἀναγκαῖον νὰ καταθέσω καὶ ἕτερον πίνακα, ἐμφαίνοντα τὰς κατὰ τὸ ἀντίστοιχον χρονικὸν διάστημα δοθείσας καταγγελίας κατ’ ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ὅτε δὲν διηύθυνον στρατιωτικοί, ἀλλὰ πολιτικοί, ἵνα καταδειχθῇ ἐκ τῆς συγκρίσεως τῶν δύο τούτων ἐποχῶν, τίς εἶναι ἡ προτιμοτέρα κατάστασις. Κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα, ὡς ἐμφαίνει ὁ πίναξ Β, ἐδόθησαν καταγγελίαι κατὰ τῶν ὀργάνων τῆς Διευθύνσεως τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς 70· ἐξ αὐτῶν 17 ἀφορῶσιν εἰς ἐκβίασιν, 11 εἰς παράνομον κατακράτησιν, 5 εἰς παράβασιν καθήκοντος, 2 εἰς ἀντίστασιν, 2 εἰς συκοφαντίαν, 2 εἰς ἄδικον ἐπίθεσιν, 4 εἰς τραύματα, καὶ αἱ λοιπαὶ εἰς διαφόρους ἄλλας ἀξιοποίνους πράξεις. Ἐπίσης καὶ ὁ πίναξ οὗτος κατατίθεται εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Προεδρείου, ὅπως ὁ βουλόμενος λάβῃ γνῶσιν. Ἐκ τῆς προχείρου συγκρίσεως τῶν δύο τούτων πινάκων θέλει παρατηρήσει ἡ Βουλή, ὅτι κατ’ ἀριθμὸν καὶ κατὰ ποιὸν εἰς τὰς δοθείσας καταγγελίας, ἀφ’ ἧς ἡ ἀστυνομία διευθύνεται ὑπὸ στρατιωτικῶν, ὑπάρχει βελτίωσις ἀξία μνείας.

§41ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ὑπάρχει βελτίωσις, ἀλλ’ ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι ἔμαθον, ὅτι εἶναι ἀναρμόδια τὰ κοινὰ δικαστήρια, ἔπαυσαν νὰ καταγγέλλωσι.

§42ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι μέχρι πρὸ ὀλίγου ὡς πρὸς πάσας τὰς καταγγελίας κατ’ ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων ἐπεκράτει ἡ γνώμη, ὅτι ἁρμοδίως ὑπεβάλλοντο εἰς τὰ κοινὰ ποινικὰ δικαστήρια.

§43ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἰς ἐμὲ ἦλθον εἴκοσι, καταγγέλλοντες ὡρισμένας πράξεις, καὶ τοὺς ἀπέτρεψα, ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου, νὰ προβῶσιν εἰς καταγγελίαν.

§44ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ διακόσιοι.

§45ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, νομίζω κατάλληλον τὴν εὐκαιρίαν νὰ δώσω πληροφορίας καὶ ἐπὶ ἑτέρᾳ ἐπερωτήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἀφορώσῃ εἰς πολίτην τινά, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἠκίσθη πρό τινος ἀστυνόμου καὶ ἀπεβίωσεν, ὡς εἶπεν. Ἡ ἐπερώτησις ἀπηυθύνετο εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ εἰς ἐμὲ, ἐπειδὴ δὲ αἱ αὐταὶ πληροφορίαι ἐδόθησαν καὶ εἰς τὰ δύο Ὑπουργεῖα, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ καταθέσω τὴν ἀναφορὰν τοῦ κ. Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας μετὰ τῆς ἐκθέσεως τοῦ δημοσίου κατηγόρου, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐκθέσει μετὰ λεπτομερείας ἀναγράφονται τὰ γεγονότα τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν καταγγελθεῖσαν πρᾶξιν. Ἐκ τῆς ἀφηγήσεως, τὴν ὁποίαν ποιεῖται ἡ ἔκθεσις τοῦ δημοσίου κατηγόρου, θέλει πληροφορηθῆ ὁ ἀναγινώσκων τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ὅτι ἐκ μέρους τοῦ ἀστυνόμου οὐδεμία κατὰ τοῦ προσώπου τούτου ἐγένετο ἐπίθεσις ἢ αἰκία, ἀλλ’ ὅτι τὸ ἄτομον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, κατὰ τὰς βεβαιώσεις δύο ἰατρῶν, τοὺς ὁποίους ὑποθέτω, ὅτι γινώσκει ὁ κ. Βουλευτής, τοῦ κ. Κανάκη καὶ τοῦ κ. Μίνωος, ἔπασχεν ἐξ ἐπιληψίας, καὶ ὅτι ἐν καταστάσει ἐπιληπτικῇ εὑρεθείς, ὅτε ἐκρατεῖτο εἰς τὸ κρατητήριον διά τινα παράβασιν, δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, καὶ μόνος ἐκτυπᾶτο δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ. Οἱ ἰατροὶ βεβαιοῦσιν, ὅτι οὐδεμία, μετ’ ἐπανειλημμένας ἐξετάσεις, φαίνεται αἰκία ἐκ τῶν ἔξωθεν, καὶ ὅτι αὐτὸς διατελεῖ ἀκόμη εἰς κατάστασιν ἀναισθησίας, ἕνεκα τῆς παθήσεως τῆς νευρικῆς, ἡ ὁποία, ὡς φαίνεται, δὲν ἐπαρουσιάσθη τὸ πρῶτον νῦν εἰς αὐτόν. Ἐὰν ἐπιθυμῇ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις τοῦ δημοσίου κατηγόρου, δύναται ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ τὴν ἀναγνώσῃ· νομίζω ὅμως, ὅτι δύναται πᾶς βουλόμενος ἐκ τῶν κκ. Βουλευτῶν νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῆς, κατατιθεμένης εἰς τὸ Προεδρεῖον.

§46ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ χθὲς τὸ ἑσπέρας, ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὑπέβαλον τὴν ἐπερώτησιν, ἔμαθον ὅτι ἡ ἀπολογία τοῦ καταγγελθέντος θὰ ἦναι, ὅτι ὁ παθὼν εἶναι ἐπιληπτικός. Διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ζῶμεν τῷ ὄντι εἰς ἀγρίαν κατάστασιν, ὅτι αἱ συνθῆκαι, ὑφ’ ἃς νομίζουσιν ὅτι δύνανται νὰ διοικῶσι καὶ νὰ δικαιολογῶσι τὰ ἐγκλήματα τῶν ὑπαλλήλων, δὲν δύνανται νὰ συγκρατήσωσι τὴν Πολιτείαν. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὁ δυστυχὴς αὐτὸς, ὀνόματι Ἀπόστολος, Κρὴς τὴν πατρίδα, συνελήφθη, ἐδέθη εἰς μίαν στήλην καὶ ἐκεῖ ἐδέρετο, κατόπιν δὲ ὁ ἀστυνόμος συνέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τ’ αὐτιὰ καὶ τὸν ἐκτύπησεν εἰς τὴν στήλην, ἐφ’ ἧς ἐκ τῶν ὄπισθεν τῆς κεφαλῆς ἐκτυπήθη καὶ ἐταράχθη ὁ ἐγκέφαλος, ὁ δὲ ἄνθρωπος κατέπεσεν. Εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι ὁ ἐπιληπτικὸς καταπίπτων οὐδέποτε κτυπᾷ εἰς σημεῖον ἐκ τῶν ὄπισθεν, ἀλλὰ πάντοτε καταπίπτει πρὸς τὰ πλάγια ἢ πρὸς τὰ πρόσω. Ὅτι δὲ οὕτως ἔχουσιν αἱ κατὰ τοῦ δυστυχοῦς αὐτοῦ ἐπενεχθεῖσαι κακώσεις, δύναται εὐκόλως νὰ ἐξακριβωθῇ, καὶ πρὸς τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ἐν ὀνόματι τῆς δικαιοσύνης, ἐν ὀνόματι τῆς ἀνθρωπότητος, νὰ ὑποχρεώσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὁρίσῃ τρεῖς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου ἰατροὺς, ἵνα ἐξετάσωσι τὸν παθόντα. Ἐστάλησαν ἄνθρωποι εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα, διὰ νὰ καταδιώξῃ τὸν ἀστυνόμον, ἀλλὰ τοὺς ἀπέπεμψεν, εἰπὼν, ὅτι τὸ πάθημα τοῦ παθόντος εἶναι ἐπιληψία. Φαντασθῆτε ἐπιληψίαν ἐπὶ 48 ὥρας! Δὲν πρέπει νὰ δικαιολογῆτε σεῖς, κυβερνῆται, τοιούτους ἀνηθίκους ὑπαλλήλους, ὡς τολμῶ νὰ τὸ εἴπω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀναλαμβάνων τὴν εὐθύνην τῶν λόγων μου.

§47ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρέλειψα νὰ προσθέσω, ὅτι σήμερον ἡ ὑπόθεσις παρεπέμφθη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν, πρὸς τὸν ὁποῖον παρήγγειλα νὰ ἀνατεθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τακτικὸν ἀνακριτὴν καὶ ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις αὐστηρά.

§48ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς θ’ ἀποφανθῇ, ὅτι εἶναι ἀναρμόδιος· ὥστε ἀνάγκη νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.

§49ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν συνέπραξε μετὰ κλητήρων ὁ μηνυόμενος, θ’ ἀποσταλῇ εἰς τακτικὸν ἀνακριτὴν ἡ δικογραφία. Ἐὰν δὲν συνέπραξε μετὰ κλητήρων, θ’ ἀποσταλῇ ἀμέσως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.

§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§51ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε....

§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§53ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Εἰς προλαβοῦσαν συνεδρίασιν ὑπέβαλον μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Χασὶπ Σερὲφ ἐπερώτησιν, διὰ τῆς ὁποίας παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ εὑρισκόμενα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ ἀναφερόμενα εἰς τὴν χορηγηθεῖσαν τῷ Γ. Μοντελιάνῳ ἄδειαν, ὅπως συστήσῃ ἰδιωτικὸν σχολεῖον ἐν Λαρίσσῃ καὶ ἐν Τρικκάλοις. Μεταξὺ δὲ αὐτῶν παρεκάλουν νὰ κατατεθῶσιν ἰδίως τὰ ὑπ’ ἀριθ. 6226 καὶ 6559 τοῦ Ὀκτωβρίου καὶ Νοεμβρίου 1891 ἔγγραφα, ἀποσταλέντα ὑπὸ τοῦ νομάρχου Τρικκάλων πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Ἀφορμὴν εἰς τὴν ἐπερώτησιν ἡμῶν ταύτην εἶχε δώσει, Κύριοι, τὸ ἑξῆς γεγονός. Πρό τινος χρόνου λειτουργεῖ ἐν Λαρίσσῃ Σχολὴ ἰδιωτικὴ, συστηθεῖσα τῇ ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων μηνῶν. Ἡμεῖς, γνωρίζοντες ὅτι οὐδεμία ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, τῶν σχετιζομένων μὲ τὴν χορηγίαν ἀδείας πρὸς σύστασιν ἰδιωτικῶν σχολείων, ἐτηρήθη, πληροφορηθέντες δ’ ὅτι ἡ διαγωγὴ τοῦ λαβόντος τὴν ἄδειαν ἦτο κακὴ, ὁ προηγούμενος δ’ αὐτοῦ βίος ἦτο εἰς ἄκρον ἐπιλήψιμος, παρεστήσαμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ἔδει ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ἄδειαν, διότι καὶ παράνομος ἦτο καὶ εἰς σκοπὸν μὴ ἠθικὸν ἀπέβλεπεν ἡ σύστασις τοῦ σχολείου. Ἡ παράκλησις ἡμῶν αὕτη δυστυχῶς δὲν εἰσηκούσθη, ἠναγκάσθημεν δὲ νὰ ζητήσωμεν τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει τούτων διὰ δημοσίας συζητήσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πείσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι εἶχε δίκαιον ἡ κοινωνία τῆς Λαρίσσης νὰ ἀνησυχῇ διὰ τὴν σύστασιν τοῦ σχολείου αὐτοῦ, καὶ ὅτι οἱ εἰσηγησάμενοι παρὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ τὴν χορήγησιν τῆς ἀδείας, ἂν μὴ ἐξ ἄλλων λόγων, βεβαίως ἐξ ἀσυγγνώστου ἐπιπολαιότητος εἰσηγήσαντο τὴν τοιαύτην πρότασιν. Ὑπεμνήσαμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὰ ἑξῆς· ὅτι ὁ κύριος οὗτος, ὁ λαβὼν τὴν ἄδειαν πρὸς σύστασιν σχολείου, ἐπὶ 8 μῆνας περιήρχετο ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ὅτι ἐξεδιώχθη διὰ νυκτὸς ἐκ Χαλκίδος, ἔφυγε διὰ νυκτὸς ἐκ Βώλου καὶ διὰ Λαμίας καὶ Τρικκάλων ἦλθε καὶ ἐγκατεστάθη εἰς τὴν Λάρισσαν, ὅπου τῷ ἐπετράπη νὰ συστήσῃ σχολεῖον.

§54Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀπέκτησε προσόντα (ἱλαρότης).

§55ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Ἤθελον, Κύριοι, διὰ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐζητήσαμεν, ν’ ἀποδείξω τὴν ἀλήθειαν τῶν λεγομένων μου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐπὶ τῇ αἰτήσει, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλομεν, κατέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔγγραφά τινα, σχετιζόμενα μὲ τὴν χορηγηθεῖσαν διὰ τὴν σύστασιν τοῦ σχολείου Λαρίσσης ἄδειαν, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν ἐλλείπουσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται πρὸς τὴν ἄδειαν τὴν χορηγηθεῖσαν διὰ τὸ σχολεῖον Τρικκάλων, τὰ ὁποῖα ἀπεκάλυψαν τὴν ἀληθῆ τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ ποιότητα. Δυστυχῶς, εἶπον, ἐκ τῶν ἐγγράφων ἐλλείπουσι τὰ οὐσιωδέστερα, ἐγὼ ὅμως ηὐτύχησα νὰ κατορθώσω νὰ λάβω εἰς χεῖράς μου δύο ἐξ ὅλων τῶν ἐγγράφων, περὶ τῶν ὁποίων σᾶς ὁμιλῶ, ἐξ αὐτῶν δὲ, καίπερ ὄντων τηλεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα ἐστάλησαν παρὰ τοῦ τότε νομάρχου Τρικκάλων πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, καταδεικνύεται ὁποῖος εἶναι ὁ ἄνθρωπος οὗτος (ἀναγινώσκει): «Ἀριθ. 6288. «Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν «Ἀθήνας. «Κατόπιν 6241 ἀπὸ 7 τρέχοντος μηνὸς ἀναφορᾶς Νομαρχίας, πληροφορῶ, ὅτι ὁ αἰτῶν ἄδειαν πρὸς σύστασιν ἰδιωτικῆς ἐνταῦθα σχολῆς Γεώργιος Μοντελιάνος οὔτε Ἕλλην, οὔτε Γάλλος πολίτης εἶναι, ὡς τοῦτο βεβαιοῦται ἐξ ἀμειφθείσης μεταξὺ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν καὶ Νομαρχίας Φθιώτιδος ἀλληλογραφίας, φερούσης ἀριθ. 8612 σχετικῆς Ὑπουργείου διαταγῆς. Καὶ συνεπῶς προτείνω, ἵνα ἀποῤῥιφθῇ αἴτησίς του, ὡς μὴ κεκτημένου οὐδὲν πρὸς σύστασιν Σχολῆς προσὸν καὶ διάγοντος βίον τυχοδιωκτικόν. «Τρίκκαλα, 27 Ὀκτωβρίου 1891. «Ὁ νομάρχης «Δ. Θεοχάρης.» Δεύτερον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον δὶς δι’ ἐπερωτήσεώς μου παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ, εἶναι τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀριθ. 6559. «Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν «Ἀθήνας. «Ἀναστείλατε, παρακαλῶ, κοινοποίησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 302 ἐν «Ἐφημερίδι Κυβερνήσεως» καταχωρισθείσης ἐπ’ ὀνόματι Γεωργίου Μοντελιάνου ἀδείας περὶ συστάσεως ἐνταῦθα ἰδιωτικοῦ ἐκπαιδευτηρίου, καθόσον, ὡς ἀνεφέραμεν δι’ ἀριθ. 6288 ἀπὸ 27 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς μας, οὔτε ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν κέκτηται, οὔτε Γάλλος πολίτης τυγχάνει οὗτος, ἀλλὰ τυχοδιώκτης Ἰσραηλίτης, ἐξαπατῶν τὰς Κοινότητας. «Τρίκκαλα, 6 Νοεμβρίου 1891. «Ὁ νομάρχης «Δ. Θεοχάρης.» Φαίνεται ὅτι τὰ τότε σταλέντα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τηλεγραφήματα ἔκαμον πρὸς αὐτὸν τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ὁμολογουμένως πρέπει νὰ κάμωσιν εἰς πάντα ἐκ τοιούτων ἐπισήμων ἐγγράφων λαμβάνοντα πληροφορίας περὶ τῆς ἠθικῆς ποιότητος ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ συστήσῃ σχολεῖον ἰδιωτικὸν, διὰ νὰ ἠθικοποιήσῃ τὴν κοινωνίαν. Φαίνεται ὅμως, ὅτι ἐκτὸς τῶν ἐγγράφων αὐτῶν ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα, πολὺ οὐσιωδέστερα, τὰ ὁποῖα, ληφθέντα ὑπ’ ὄψιν ἐκ μέρους τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, τὸν ἔκαμον νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν προὐκάλει ὁ τότε νομάρχης Τρικκάλων. Ἐξ ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν δευτέραν σύνοδον τῆς προηγουμένης Βουλευτικῆς περιόδου ὑπέβαλεν ὁ τότε βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Γεωργόπουλος, ἐπερωτήσεως ἀναφερομένης εἰς αὐτὸ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ καὶ ἡμᾶς σήμερον, — διότι δυστυχῶς ὁ κ. Μοντελιάνος ἐπρόκειτο ν’ ἀπαθανατισθῇ εἰς τὸ Κοινοβούλιον τὸ Ἑλληνικὸν, — ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως, λέγω, τῆς προηγουμένης, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ τότε βουλευτὴς κ. Γεωργόπουλος, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως λαβὼν ἀφορμὴν, ἀπαντᾷ ὡς ἑξῆς (Συνεδρίασις Ιʹ τῆς Βʹ Συνόδου τῆς ΙΒʹ Βουλευτικῆς Περιόδου) (ἀναγινώσκει): «...Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως συνέβη, ὥστε ν’ ἀντικατασταθῇ ὁ νομάρχης Λαρίσσης δι’ ἄλλου, ὅστις καὶ νῦν διευθύνει τὴν Νομαρχίαν ταύτην. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἔλαβον ἐμπιστευτικὸν ἐπίσημον γράμμα τοῦ νέου τούτου νομάρχου, δι’ οὗ μοὶ ἐξέθετε γεγονότα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα μὲ ἔκαμον νὰ πεισθῶ, ὅτι ἔπρεπεν, ἂν ὄχι νὰ ἀνακαλέσω, τοὐλάχιστον νὰ ἀναστείλω τὴν κοινοποίησιν τῆς ὑπουργικῆς πράξεως, διὰ τῆς ὁποίας ἐχορηγεῖτο ἡ ἄδεια, ἵνα, ἐὰν ἐξακριβωθῶσι καὶ ἀποδειχθῶσι βάσιμα τὰ ὑπὸ τοῦ κ. νομάρχου ἐκτιθέμενα, προβῶ εἰς τὴν ἀνάκλησιν τῆς περὶ ἀδείας πράξεως. Πρόχειρος μελέτη τῶν ὑπὸ τοῦ κ. νομάρχου ἀνακοινωθέντων μοι μὲ ἔπεισεν, ὅτι τὰ παρ’ αὐτοῦ ἐκτιθέμενα κατὰ τοῦ αἰτοῦντος τὴν σύστασιν ἰδιωτικοῦ ἐκπαιδευτηρίου δὲν ἦσαν ἐντελῶς ἀβάσιμα. Ἀλλὰ καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον ἀληθεύοντα, ἦσαν ἱκανὰ, ὥστε νὰ μοὶ ἐπιβάλωσι τὸ καθῆκον νὰ μὴ ἐπιτρέψω εἰς τὸν κ. Μοντελιάνον νὰ συστήσῃ τὸ ἰδιωτικὸν ἐκπαιδευτήριον, ὅπερ καὶ ἔπραξα. Τηλεγραφικῶς εἰδοποίησα τὸν κ. νομάρχην, ὅτι ἀνεκάλεσα τὴν πρᾶξιν, δι’ ἧς ἐχορήγουν τὴν ἄδειαν, καὶ τὸν παρήγγειλα νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν Μοντελιάνον νὰ προβῇ εἰς τὴν σύστασιν τοῦ ἐκπαιδευτηρίου.» Ἐκ τῆς ἀπαντήσεως ταύτης, Κύριοι, τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσα ὑμῖν, τοῦ τότε νομάρχου Τρικκάλων, τὰ ὁποῖα ἀναφέρουσι καὶ ἕτερα ἔγγραφα, σταλέντα παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, πειθόμεθα πάντες, ὅτι τὰ κατατεθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἔγγραφα εἶναι ἐλλιπῆ. Τούτου δὲ οὕτως ἔχοντος, καὶ τῆς ὑποθέσεως ἐχούσης, φρονῶ, ἀρκετὴν σπουδαιότητα, προκειμένου, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως, ν’ ἀναθέσωμεν τὴν ἠθικοποίησιν τῶν τέκνων τῆς Λαρίσσης εἰς ἄνθρωπον χαρακτηριζόμενον τυχοδιώκτην παρὰ τοῦ νομάρχου, νομίζω ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἄξιον τῆς συστάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, ἵνα καὶ τὰ ἔγγραφα κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ συγχρόνως μελετηθῶσιν, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγγράφων τούτων καὶ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, τοῦ ὁρίζοντος τὰς διατυπώσεις, ἀποφανθῇ τὸ Ὑπουργεῖον ὅπως πρέπει ν’ ἀποφανθῇ. Φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ ἀπόφασίς του δὲν θὰ ἦναι ἀλλοία ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἕτερος Ὑπουργὸς εἶχεν ἐκδώσει. Δευτέραν ἐπερώτησιν, κύριε Πρόεδρε, ὑπέβαλον ἀπὸ κοινοῦ καὶ πάλιν μετὰ τοῦ συναδέλφου μου, ἔχουσαν οὕτως (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅλα τὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ εὑρισκόμενα ἔγγραφα, τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν χορηγηθεῖσαν τῷ Ἀλῆ–Μουσταφᾷ ἄδειαν πρὸς σύστασιν ἰδιωτικοῦ ὀθωμανικοῦ σχολείου ἐν Λαρίσσῃ.» Ἐν Λαρίσσῃ, Κύριοι, ἔχομεν σχολεῖον δημόσιον Ὀθωμανικὸν ἐκ τῶν κάλλιστα συντηρουμένων, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ δημόσιον ταμεῖον καταβάλει ἀρκετὰ χρήματα. Τὸ σχολεῖον συνέστη ἀπὸ τοῦ 1882, τακτικώτατα δ’ ἐλειτούργει καὶ λειτουργεῖ. Ὁ Ἀλῆ Μουσταφᾶς ἢ ὁ Μπερμπὲρ Ἀλῆ Μουσταφᾶς, ὡς ὀνομάζεται ἐν Λαρίσσῃ, διορισθεὶς κατ’ ἀρχὰς βοηθὸς τοῦ σχολείου τούτου, κατόπιν προήχθη εἰς διευθυντὴν, ἀλλ’ ἡ προαγωγή του ἦτο παράνομος, ἀντέκειτο εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ διατάγματος τοῦ 1882, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Λομβάρδου, καὶ τὸ ὁποῖον ὥριζε τὰ προσόντα τῶν δυναμένων νὰ διορισθῶσι διευθυνταὶ σχολείων. Ἡμεῖς παρετηρήσαμεν, ὅτι ἡ προαγωγή του εἰς διευθυντὴν σχολείου ἦτο παράνομος, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τὸν ἀπέλυσεν. Ἀπολυθεὶς ὁ Ἀλῆ Μουσταφᾶς, εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀπέβλεπεν ἢ πῶς νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν παράλυσιν τοῦ δημοσίου σχολείου, τὸ ὁποῖον ἐνόει, ὅτι μόνον ἐφ’ ὅσον διηυθύνετο παρ’ αὐτοῦ ἔπρεπε νὰ λειτουργῇ ἐν Λαρίσσῃ, ὅτι δὲ τούτου ἀπελθόντος ἐκεῖθεν ὤφειλε τὸ σχολεῖον νὰ παραλύσῃ. Ἐσκέφθη, ὅτι τὸ καταλληλότερον μέσον ἦτο ἡ σύστασις σχολείου ἰδιωτικοῦ, πρὸς τοῦτο δὲ συνεννοηθεὶς μετὰ δεκαπέντε προσώπων Ὀθωμανῶν, ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας αἴτησιν, ἵνα τῷ χορηγηθῇ ἄδεια πρὸς σύστασιν τοιούτου σχολείου. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἐθεώρει, ὅτι ἦτο ἀτύχημα ἐθνικὸν, ὅτι ἦτο λάθος πολιτικὸν, ἐν ᾗ περιστάσει δὲν ἤθελε γείνῃ δεκτὴ ἡ αἴτησις τοῦ Ἀλῆ Μουσταφᾶ καὶ δὲν ἤθελε τῷ ἐπιτραπῆ ἡ ἄδεια, καὶ διὰ τοῦτο, ἐνῷ ὁ γυμνασιάρχης, κληθεὶς νὰ γνωμοδοτήσῃ, ἐὰν τῷ ὄντι πρέπῃ νὰ ἱδρυθῇ σχολεῖον ἰδιωτικὸν, ἀπεφάνθη, ὅτι ἡ αἴτησις περὶ συστάσεως τοῦ σχολείου δὲν ἦτο νόμιμος,—καὶ δὲν ἦτο νόμιμος, διότι, διὰ νὰ ἐπιτραπῇ σύστασις σχολείου, ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχῃ ἀναφορὰ 40 τοὐλάχιστον πολιτῶν ἐχόντων τέκνα διὰ νὰ ἐκπαιδεύσωσιν, —ἀπεφάνθη, λέγω, ὅτι ἡ αἴτησις ἦτο παράνομος, διότι δὲν ἐτηρήθη οὐδεμία τῶν διατάξεων ἐγκυκλίου κανονιστικῆς, σχετιζομένης πρὸς τὰ ἰδιωτικὰ σχολεῖα, ἀπεφάνθη δὲ, ὅτι ἦτο καὶ ἐντελῶς ἄσκοπος ἡ σύστασις ἰδιωτικοῦ σχολείου, ἀφοῦ ἔχομεν πλῆρες τοιοῦτον δημόσιον. Ἐν τούτοις, παραδόξως, τὸ Ὑπουργεῖον κατελήφθη ὑπὸ τοιαύτης προθυμίας πρὸς χορήγησιν τῆς ἀδείας, ὥστε ἐδέησεν ἡ ὑπηρεσία αὐτοῦ, ὁ κ. Λάππας, πεντάκις νὰ τηλεγραφήσῃ εἰς τὸν νομάρχην, διατὶ βραδύνει καὶ δὲν ἐκδίδει τὴν ἄδειαν. Ἡμεῖς παρετηρήσαμεν τότε, ὅτι δὲν εἶναι νόμιμον τὸ γινόμενον, ὅτι εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀποβλέπει, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ παραλύσῃ τὸ δημόσιον σχολεῖον, καὶ δὲν ἦτο ὀρθὸν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζομεν, νὰ συμβῇ τοῦτο, νὰ φανῶμεν ἡμεῖς εἰς τοὺς φίλους ἡμῶν, ὅτι εἴμεθα οἱ ὑπαίτιοι τῆς παραλυσίας τοῦ δημοσίου σχολείου. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἐδόθη ἡ ἄδεια καὶ κατωρθώθη δι’ ὅλων τῶν μέσων ν’ ἀποσπασθῶσι περὶ τοὺς 15 μαθηταὶ ἐκ τῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης φοιτώντων εἰς τὸ δημόσιον σχολεῖον. Ἀλλὰ εἰς τίνα, Κύριοι, ἐδόθη ἡ ἄδεια; Αὐτὸς ἀπελύθη κατὰ τὸν Αὔγουστον, σὺν τῇ ἀπολύσει του δ’ ἐνόμισε καλὸν νὰ λάβῃ μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ τὸ κλειδίον τοῦ δημοσίου σχολείου καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῷ ἔπιπλα. Εἴκοσι πέντε ἡμέρας μετὰ τὴν κοινοποίησιν τῆς παύσεως ἐπεζήτησεν ἡ Ἀστυνομία αὐτὸν, διὰ νὰ ἀνοίξῃ τὸ σχολεῖον, καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸν εὕρῃ. Εἰς τὰς 27 Αὐγούστου ἐδέησε νὰ ἐκδοθῇ ἐκ μέρους τοῦ νομάρχου πρὸς τὸν δήμαρχον καὶ τὸν ἀστυνόμον Λαρίσσης διαταγὴ, διὰ τῆς ὁποίας παρηγγέλλοντο ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παραγγέλλω ὑμῖν νὰ μεταβῆτε πάραυτα μετὰ τῶν εἰρημένων διδασκάλων εἰς τὸ σχολεῖον καὶ ἐγκαταστήσητε εἰς τὰ χρέη των, παραδίδοντες αὐτοῖς καὶ τὰ τοῦ σχολείου διὰ πρωτοκόλλου, οὗτινος ἀντίγραφον θέλετε μοὶ ὑποβάλει, κατάσχητε δὲ πᾶν ὅ,τι θέλετε πληροφορηθῆ καὶ ἀνακαλύψει ὡς ὑπεξαιρεθὲν τυχὸν παρὰ τῶν προκατόχων των, καὶ ἀναφέρητε τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν σας.» Εἰσέρχεται ἡ ἐξουσία μετὰ τῶν διδασκάλων εἰς τὸ δημόσιον σχολεῖον καὶ δὲν εὑρίσκει κἀνὲν ἔπιπλον, καὶ ἔπρεπε νὰ ἀπειλήσῃ ὁ νομάρχης καταδίωξιν, καὶ νὰ εἰσέλθῃ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ, ὅπου ἀνεκάλυψαν ὅλα τὰ ἔπιπλα τοῦ σχολείου, τὰ ὁποῖα καὶ κατέσχον. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἥρως, διὰ τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπον, ὅτι ἔπρεπε νὰ σιγήσουν οἱ νόμοι, νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ κἀμμία διάταξις οὔτε τοῦ νόμου, οὔτε τῆς ἐγκυκλίου, τῆς κανονιζούσης τὰς διατυπώσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἱδρυθῇ ἰδιωτικὸν σχολεῖον. Ὅταν, Κύριοι, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰ πραγματικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐξέθηκα ὑμῖν, ἀνεγίνωσκον ἐγκύκλιον ἐκδοθεῖσαν κατὰ τὸ 1871 ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Πετιμεζᾶ τοῦ Κυβερνήτου, τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐνόμιζον, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος αὕτη ἐξεδόθη διὰ τὸ συμβεβηκὸς ἐκεῖνο· τόσον συνέπιπτον τὰ πραγματικὰ γεγονότα. Ἔγραφε τότε ὁ Πετιμεζᾶς (ἀναγινώσκει): «Τὸ περὶ συστάσεως ἰδιωτικῶν σχολείων ἀντικείμενον ἐφείλκυσεν οὐκ ἐν παρέργῳ τὴν προσοχὴν ἡμῶν, παρατηρούντων ὅτι ἀπό τινος μάλιστα χρόνου τοσοῦτον πλῆθος τοιαύτης φύσεως αἰτήσεων ἐπισωρεύεται καθ’ ἡμέραν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, οὗ προϊστάμεθα, ὥστε, ἂν ἡ αὐτὴ ῥύμη ἐξακολουθήσῃ, τὸ ἀποτέλεσμα δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀπὸ τοῦδε βέβαιον· τοῦτο δ’ ἔσται ἡ παραλυσία οὐ μόνον τῶν δημοσυντηρήτων, περὶ τῶν ὁποίων ὀφείλομεν ἰδίως νὰ μεριμνῶμεν, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν ἰδιοσυντηρήτων δημοτικῶν σχολείων, τῶν πλείστων ἐκ τῶν ὁποίων ὁ καθαυτὸ σκοπὸς εἶναι νὰ οὐδετερώσωσιν, εἴτε ὑπὸ κερδοσκοπίας, εἴτε ἔστιν οὗ καὶ ὑπὸ ἀτομικῆς ἀντεκδικήσεως, τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοσυντηρήτων, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἀγωνίζονται παντοιοτρόπως ν’ ἀποσπῶσι βαθμηδὸν τοὺς μᾶλλον προκεχωρημένους μαθητὰς, ἐκμεταλλευόμενοι τὴν ἀκρισίαν καὶ κουφότητα πολλῶν γονέων....» Καὶ τῷ ὄντι, Κύριοι, ἐξ ἐκδικήσεως, διότι ἀπελύθη, εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀπέβλεψεν, εἰμὴ πῶς νὰ παραλύσῃ τὸ δημόσιον σχολεῖον, δυστυχῶς δὲ θὰ τὸ κατορθώσῃ, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιμείνῃ νὰ νομίζῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ἄδειαν. Νομίζω ὅμως, ὅτι μετὰ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα, θὰ πεισθῇ καὶ ὁ ἴδιος, ὅτι καὶ παράνομος ἦτο ἡ παραχώρησις τῆς ἀδείας καὶ κακὴν χρῆσιν τῆς θέσεως αὑτῶν ἔκαμον οἱ εἰσηγησάμενοι αὐτὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, παραστήσαντες ἴσως, ὅτι κινδυνεύει ἡ Ἑλλὰς, ἐὰν δὲν δοθῇ ἡ ἄδεια. Ἐπὶ τῆς τελευταίας ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, δὲν ἔχω παρὰ ὀλίγα νὰ εἴπω. Παρεκαλέσαμεν «νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐνοικίασιν τῆς αὐλῆς τῆς οἰκίας τοῦ Ἀντωνίου Χατζηκώστα πρὸς διαφύλαξιν τῶν ἐν Λαρίσῃ ἀνακαλυφθεισῶν ἀρχαιοτήτων, καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ὑπάρχῃ ἐν Λαρίσσῃ δημόσιον οἴκημα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου δύνανται ν’ ἀποτεθῶσι καὶ διαφυλαχθῶσιν ἀρχαιότητες, οἷαι αἱ ἐν Λαρίσσῃ ἀνακαλυφθεῖσαι.» Ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι δὲν ἐδόθησαν. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐν Ἀθήναις εὑρισκόμενος, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔμαθον, ὅτι ἡ Λάρισσα εἶναι πεπροικισμένη μὲ Μουσεῖον ἀρχαιοτήτων, συγχρόνως δ’ ἐπληροφορήθην, ὅτι ἔχομεν καὶ ἐπιμελητὴν τοῦ Μουσείου καὶ οἴκημα ἐνοικιασμένον, καὶ ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἐζήτησα τὰς πληροφορίας, αἵτινες ὅμως δὲν ἐδόθησαν. Φαίνεται ὅτι ἡ ὑπηρεσία δὲν ἔδωκεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὰς πληροφορίας, ἐὰν τῷ ὄντι ὑπάρχῃ ἐν Λαρίσσῃ οἴκημα δημόσιον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου νὰ ἐναποτεθῶσιν αἱ ἀρχαιότητες· διότι, ἐὰν ἤθελεν ὀλίγον ἐξετάσει, ἤθελε βεβαιωθῆ, ὅτι ἐν Λαρίσσῃ ὑπάρχει ἓν ἐκ τῶν λαμπροτέρων δημοσίων κτιρίων, εἰς τὸ ὁποῖον κάλλιστα ἠδύναντο νὰ ἐναποτεθῶσιν ὄχι αὐταὶ αἱ ἀρχαιότητες, αἱ ἀνάξιαι λόγου, ἀλλὰ μία μεγάλη συλλογή. Ἀλλὰ ὑποκρύπτεται κἄτι τι, τὸ ὁποῖον δὲν νομίζω εὐπρεπὲς εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Τὸ ἀξίωμα τοῦτο τοῦ ἐπιμελητοῦ τῶν ἀρχαιοτήτων εἶναι ἄμισθον, ἀλλ’ εἷς ἐκ τῶν καθηγητῶν ἐνόμισε καλὸν νὰ ἐξεύρῃ τρόπον, ἵνα μὴ μόνον ἐπὶ ψιλῷ ὀνόματι ἀπολαμβάνῃ τὸν τίτλον τοῦτον, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ καὶ ὑλικόν τι ὄφελος. Παρέστησε λοιπὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι δημόσιον οἴκημα διὰ τὰς ἀρχαιότητας δὲν ὑπάρχει, καὶ ἐσκέφθη νὰ εὕρῃ τὴν αὐλὴν τοῦ πρώτου του ἐξαδέλφου, ἵνα τὴν ἐνοικιάσῃ ὡς Μουσεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ἐναποθέσῃ τὰ μὴ ὑπάρχοντα, τὰ ἄγνωστα τοὐλάχιστον ἀρχαῖα. Ὅταν βλέπωμεν καθηγητὴν οὕτως ἀπρεπῶς φερόμενον ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐνοικίασιν τοῦ κτήματος τοῦ πρώτου ἐξαδέλφου του, τοῦτο εἶναι ἀπελπιστικὸν, λόγῳ τῆς τάσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιδεικνύουν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἵνα καταστρέφωσι τὰ δημόσια συμφέροντα. Ὑπάρχει προηγούμενον κακοήθους καὶ σκανδαλώδους ἐνοικιάσεως, γενομένης ἐν Λαρίσσῃ, τὸ ὁποῖον ἐνόμισε καλὸν νὰ ἀκολουθήσῃ καὶ ὁ κ. ἐπιμελητὴς τοῦ ἐν Λαρίσσῃ Μουσείου. Τὸ σκανδαλῶδες καὶ κακόηθες συνίσταται ἐν τούτῳ, ὅτι ἐνῳκιάσθη ἐν Λαρίσσῃ οἰκία, τῆς ὁποίας ἡ ἀξία ἔχει προσδιορισθῆ παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου εἰς δραχμὰς 6,000, ἀντὶ δραχμῶν 275 μηνιαίως διὰ μίαν πενταετίαν διὰ Γυμνάσιον Λαρίσσης.

§56ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε ἔγεινεν αὐτό;

§57ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Ἐπὶ τῆς προπροκατόχου Κυβερνήσεως, τὸ συμβόλαιον δὲ μετὰ τοῦ ἐξαδέλφου εἶναι ἐπὶ τῆς προκατόχου. Ἐπὶ τοῦ θέματος λοιπὸν τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, νὰ προκαλέσῃ δὲ τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν τοῦ κυρίου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος οὕτως ἀνευλαβῶς ἐφέρθη, καὶ νὰ διατάξῃ τὴν διάλυσιν τῆς ἐνοικιάσεως τόσον τοῦ ἑνὸς καταστήματος, ὅσον καὶ τοῦ ἑτέρου, διότι εἶναι ἐντελῶς παράνομος ἡ ἐνοικίασις, καθόσον ὑπάρχει δημόσιον οἴκημα κατάλληλον πρὸς τὰς ἀνάγκας αὐτάς.

§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς ποῖον ἀνήκει τὸ πρῶτον οἴκημα;

§59ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Τὸ πρῶτον ἀνήκει εἰς ἕνα πρώην συνάδελφον, τὸν κ. Ἰωάννην Φίλιον.

§60ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καὶ ἐπὶ τῶν τριῶν ἐπερωτήσεων, τὰς ὁποίας σήμερον ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσσης συνάδελφος καὶ τὰς ὁποίας ἐγγράφως ὑπέβαλε μετ’ ἄλλου συναδέλφου, προσεκόμισα τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἡ ὑπηρεσία μοὶ παρέσχεν. Ἐὰν δὲ ὑπάρχωσι καὶ ἄλλαι πληροφορίαι σχετικαὶ, θὰ σπεύσω νὰ ὑποβάλω ταχέως εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ταύτας καὶ νὰ συμπληρώσω πάσας τὰς πληροφορίας, ὅπως καὶ ἡ Βουλὴ καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι λάβωσι πλήρη γνῶσιν τῶν πραγμάτων, περὶ τῶν ὁποίων νῦν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν. Ὁ Μοντελιάνος, περὶ τοῦ ὁποίου πρῶτον ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὁ διατηρῶν ἰδιωτικὸν ἑλληνικὸν σχολεῖον ἐν Λαρίσσῃ, μοὶ εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστος. Εὗρον αὐτὸν ἐγκατεστημένον ἐν τῇ διευθύνσει τοῦ ἰδιωτικοῦ ἐκείνου σχολείου, συστηθέντα διὰ τῶν προτάσεων τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, τοῦ νομάρχου καὶ γυμνασιάρχου, οἵτινες εἶναι ἁρμόδιοι ν’ ἀποφανθῶσι περὶ τοῦ αἰτοῦντος τὴν σύστασιν ἰδιωτικοῦ σχολείου.

§61ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ ποίαν ἐποχὴν ἐδόθη ἡ ἄδεια;

§62ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τὰς χρονολογίας ἀκριβῶς· ἀλλὰ θὰ τὰς φέρω αὔριον...

§63ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Τὸ σχολεῖον συνεστήθη κατὰ τὰς 22 Νοεμβρίου 1892.

§64ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. .. διότι οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ἐπερωτήσαντες τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, δὲν ἀνήγγειλαν ὅτι ἤθελον ἀναπτύξει τὴν ἐπερώτησιν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ ἦμαι ἐφωδιασμένος δι’ ὅλων τῶν λεπτομερειῶν, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην. Αὔριον θὰ ἔλθω ἐφωδιασμένος μὲ τὰς πληροφορίας περὶ τῶν χρονολογιῶν, καθ’ ἃς συνεστήθησαν τὰ ἰδιωτικὰ ταῦτα σχολεῖα, καὶ περὶ ὅλων ἐν γένει τῶν σχετικῶν λεπτομερειῶν. Ὁ Μοντελιάνος λοιπὸν οὗτος ἐτύγχανεν ἐγκατεστημένος εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἰδιωτικοῦ τούτου σχολείου, τοῦ ὁποίου τὴν ἄδειαν δὲν ἠδύνατο βεβαίως ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου νὰ ἀρνηθῇ, ἀφοῦ ἐπαρουσιάζοντο ὅλα τὰ προσόντα, τ’ ἀπαιτούμενα ὑπὲρ τῆς συστάσεως τοῦ σχολείου. Δὲν δύναται τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἀρνηθῇ τὴν σύστασιν ἰδιωτικοῦ σχολείου, ὅταν ἁρμοδίως προτείνηται αὕτη, διότι τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι συνταγματικόν· ἔχει ἕκαστος τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων τὸ δικαίωμα συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους νὰ συστήσῃ ἰδιωτικὸν σχολεῖον. Πῶς ἠδύνατο τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἀρνηθῇ τὴν σύστασιν τοῦ σχολείου τούτου, ὅταν ὁ αἰτῶν Μοντελιάνος συνιστᾶτο ὑπὸ τοῦ νομάρχου, συνιστᾶτο ὑπὸ τοῦ γυμνασιάρχου, ὡς ἔχων τὰ προσόντα, ὡς συμμορφούμενος πρὸς τοὺς κειμένους νόμους, ὡς συμμορφούμενος πρὸς τὸ πρόγραμα τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἑπομένως δυνάμενος ν’ ἀσκήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον παρέχουσιν αὐτῷ οἱ νόμοι τῆς Πολιτείας; Ἐὰν τὰ περὶ τῆς διαγωγῆς αὐτοῦ ἐκτεθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου βεβαιῶνται, βεβαίως τὸ Ὑπουργεῖον θὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τούτου, καὶ θὰ ἄρῃ τὴν ἄδειαν, τὴν ὁποίαν ἔχει προηγουμένως δώσει πρὸς αὐτόν· διότι ἄνθρωποι τοιαύτης διαγωγῆς βεβαίως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προΐστανται σχολείων, διδάσκοντες ἑλληνόπαιδας. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν οἱ Λαρισαῖοι ἀδιαφορῶσι περὶ τῆς παιδαγωγήσεως τῶν ἰδίων τέκνων καὶ ἀποστέλλωσι ταῦτα εἰς σχολεῖα διευθυνόμενα ὑπ’ ἀνθρώπων τοιαύτης ποιότητος. Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι, ἐὰν ἡ διαγωγὴ τοῦ Μοντελιάνου ἦναι οἷα παρεστάθη ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οὐδεὶς ἐκ τῶν πατέρων θ’ ἀποφασίσῃ ν’ ἀποστείλῃ τὸ τέκνον του εἰς τοιοῦτον διδάσκαλον, καὶ νὰ ζητήσῃ φῶτα παρὰ τοιούτου διδασκάλου καὶ παιδαγωγοῦ. Ἀλλὰ τέλος πάντων θὰ ἐξετάσω ἀκριβῶς καὶ λεπτομερῶς, καὶ ἂν βεβαιωθῶσι ταῦτα, ἐννοεῖται ὅτι θὰ σπεύσω νὰ ἄρω τὴν ἄδειαν, διότι βεβαίως δὲν ἐπιτρέπεται οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ διατελῇ ἐν ἐνεργείᾳ σχολεῖον, τὸ ὁποῖον διευθύνει τοιαύτης ποιότητος ἄνθρωπος. Ἐπὶ τῆς δευτέρας ἐπερωτήσεως....

§65ΔΑΛΛΑΣ. Πρὶν ἢ μεταβῆτε εἰς τὴν δευτέραν ἐπερώτησιν, μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν;

§66ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Μάλιστα.

§67ΔΑΛΛΑΣ. Εἴπετε ὅτι δὲν ἠδύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε τὴν ἄδειαν τῆς συστάσεως τῆς ἰδιωτικῆς Σχολῆς, ἀφοῦ ἐγένετο ἡ πρότασις ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων ἐκ Λαρίσσης. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης, ἀναπτύσσων τὴν ἐπερώτησίν του πρὸ μικροῦ, ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ ὑπηρεσία εἶχε γνῶσιν ἐγγράφου ἐπισήμου, ὅτι ὁ αἰτῶν τὴν ἄδειαν καὶ τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας ἐστερεῖτο καὶ τυχοδιώκτης ἐχαρακτηρίσθη.

§68ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἠξεύρει καὶ θὰ ἐξετάσῃ.

§69ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Βεβαίως ἀγνοῶ τὰς λεπτομερείας ταύτας, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι θὰ προσκομίσω ἀκριβεῖς πληροφορίας αὔριον εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὅστις καὶ ἂν ἦναι ὁ ἐκδοὺς τὴν ἄδειαν ταύτην, εἴτε ἐγώ, εἴτε ἄλλος προϊστάμενος τοῦ Ὑπουργείου, βεβαίως εἶχε τὸ συμφέρον νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ὁ αἰτήσας τὴν ἄδειαν ταύτην εἶχε τὰ στοιχειώδη προσόντα, τῶν ὁποίων τὴν ἔλλειψιν κατηγορεῖ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦτο Ὑπουργὸς, ἐὰν ἐβεβαιοῦντο τὰ τοιαῦτα, βεβαίως ἤθελεν ἀρνηθῆ τὴν ἄδειαν· ἐὰν δὲ ἐτίθεντο ἐν ἀμφιβόλῳ ἢ διεψεύδοντο, ὤφειλε νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἄδειαν, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ τὴν ἐκδώσῃ. Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν ἐπερώτησιν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν σύστασιν ἐν Λαρίσσῃ ἰδιωτικοῦ ὀθωμανικοῦ σχολείου, λέγω ὅτι ἐν Λαρίσσῃ ὑπάρχει, ὡς γνωστὸν, δημόσιον ὀθωμανικὸν σχολεῖον, καλῶς λειτουργοῦν καὶ συγκεντροῦν ἱκανὸν ἀριθμὸν μαθητῶν ὀθωμανόπαιδων· ἀλλ’ ὁ Ἀλῆς ἐκεῖνος Μουσταφᾶς....

§70ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Βερβέραγας.

§71ΡΑΛΛΗΣ. Χορχόραγας (ἱλαρότης).

§72ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. ... ὁ ὁποῖος φαίνεται, ὅτι συγκεντρόνει ὀθωμανόπαιδας εἰς τὸ ἰδιαίτερον αὐτοῦ σχολεῖον καὶ ὅστις ὑποστηρίζεται ὡς διευθυντὴς ἰδιαιτέρου σχολείου ὀθωμανικοῦ ὑπὸ ἱκανοῦ ἀριθμοῦ ὀθωμανικῶν οἰκογενειῶν, ἠτήσατο τὴν ἄδειαν, ὅπως ἱδρύσῃ τὸ ἰδιωτικὸν τοῦτο σχολεῖον ἐν τῇ αὐτῇ πόλει τῆς Λαρίσσης, ὅπου ἑδρεύει καὶ τὸ δημόσιον ὀθωμανικὸν σχολεῖον. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἠρώτησε τοὺς ἁρμοδίους, καθ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ ἐρωτήσῃ αὐτοὺς καὶ νὰ λάβῃ τὴν ἀπάντησίν των, προκειμένου περὶ συστάσεως ἰδιωτικοῦ ὀθωμανικοῦ σχολείου, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν δύναται νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὰς λεπτομερείας καὶ τὰς αὐστηρότητας, εἰς τὰς ὁποίας ὑπάγεται ἡ σύστασις ἑλληνικοῦ ἰδιωτικοῦ σχολείου, διότι καὶ περὶ τὰ προγράμματα θὰ γεννηθῇ ἀμηχανία, καὶ οἱ ἄλλοι ὅροι, οἱ ὁποῖοι ἀπαιτοῦνται περὶ ποινῶν, βεβαίως θ’ ἀτονήσωσι, προκειμένου περὶ τοιαύτης συστάσεως· ἐθεώρησε δὲ ἄδικον νὰ ἀρνηθῇ εἰς τοὺς Ὀθωμανοὺς ἐκείνους Ἕλληνας ὑπηκόους τὴν ἄδειαν, τὴν ὁποίαν ἠτήσατο ὁ εἰρημένος Ἀλῆ–Μουσταφᾶ, ὑποστηριζόμενος ὑπὸ τοσούτου ἀριθμοῦ ὀθωμανικῶν οἰκογενειῶν. Βεβαίως τὸ Ὑπουργεῖον ὤφειλε νὰ σκεφθῇ, ὅτι καὶ οἱ Ὀθωμανοὶ Ἕλληνες ὑπήκοοι καὶ ὅλοι οἱ Ὀθωμανοὶ, οἱ κατοικοῦντες ἐν τῷ ἐλευθέρῳ Ἑλληνικῷ Κράτει, ἔχουσι τὰ αὐτὰ δικαιώματα, οἷα καὶ οἱ ἄλλοι ὑπήκοοι Ἕλληνες καὶ κάτοικοι τοῦ Βασιλείου. Δὲν δυνάμεθα τοὺς Ὀθωμανοὺς καὶ τὰς ὀθωμανικὰς οἰκογενείας νὰ ἀποκλείσωμεν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀσκοῦσιν οἱ λοιποὶ πολῖται Ἕλληνες. Ἐὰν αἱ οἰκογένειαι, αἱ ὁποῖαι ἀποστέλλουσι τὰ τέκνα των εἰς τὸ σχολεῖον τὸ ἰδιωτικὸν τοῦ Ἀλῆ–Μουσταφᾶ, δὲν θέλωσι νὰ στέλλωσι τὰ τέκνα των εἰς τὸ σχολεῖον τὸ ὀθωμανικὸν τὸ δημόσιον, διατὶ νὰ στερήσωμεν αὐτὰς τοῦ σχολείου, τὸ ὁποῖον ζητοῦσι νὰ ἱδρύσωσιν ὑπὸ τὸ κράτος τῶν νόμων τῶν ἑλληνικῶν; Θέλω ὅμως καὶ περὶ τούτου ἐξετάσει ἀκριβῶς καὶ θέλω λάβει ὅλας τὰς δυνατὰς πληροφορίας, ὅπως ἀπαντήσω κατηγορηματικῶς εἰς μίαν ἑκάστην τῶν αἰτιάσεων τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅστις ἴσως ἔχει δίκαιον, διότι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο συνέβησαν καὶ ἔκτροπά τινα κατὰ τὴν ἀρχικὴν τοῦ σχολείου σύστασιν, τὰ ὁποῖα βραδύτερον ἐκανονίσθησαν κατὰ τὸ δυνατόν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ ὁ ἴδιος ἐὰν προΐστατο τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, δὲν ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἀρνηθῇ εἰς τοὺς συμπολίτας αὑτοῦ Ὀθωμανοὺς τὴν παροχὴν τοιούτου σχολείου, τὸ ὁποῖον συλλήβδην πολλοὶ ἐζήτησαν. Ὡς πρὸς τὴν τρίτην ἐπερώτησιν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸ οἴκημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπετέθησαν αἱ εὑρεθεῖσαι καὶ προηγουμένως καὶ ἐσχάτως ἀρχαιότητες ἐν Λαρίσσῃ, ὁμολογουμένως αἱ ἀρχαιότητες αὗται εἶχον τοποθετηθῆ ἀρχικῶς εἰς τὸ κατάστημα τοῦ ἐκεῖ Διδασκαλείου, ἀλλ’ ὁ ἐπιφορτισθεὶς τὴν ἐπιμέλειαν τῶν ἀρχαιοτήτων τούτων καθηγητὴς ἐβεβαίου ἐπανειλημμένως, ὅτι ἐν τῷ ὑπογείῳ τοῦ Διδασκαλείου, ἔνθα ἐτοποθετήθησαν αἱ εὑρεθεῖσαι ἀρχαιότητες, ἐκινδύνευον νὰ καταστραφῶσι, διότι τὸ ὑπόγειον ἐκεῖνο εἶναι κάθυγρον, εἶναι ἑτοιμόῤῥοπον, καὶ ἠδύνατο νὰ καταπέσῃ καὶ νὰ βλάψῃ τὰς ἀρχαιότητας ἐκείνας, περὶ τῆς διατηρήσεως τῶν ὁποίων ὤφειλε καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ ἐνδιαφέρηται ἰδιαιτέρως, διότι εὑρέθησαν εἰς τὴν ἰδιαιτέραν αὑτοῦ πατρίδα καὶ ὤφειλεν ἐκ τῶν πρώτων νὰ γινώσκῃ τὴν ἀνεύρεσιν αὐτῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον ἠρώτησεν ἐπανειλημμένως καὶ τὸν ἐπιμελητὴν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνέθηκε τὴν φροντίδα τῆς φυλάξεως τῶν ἀρχαιοτήτων τούτων, καὶ τὸν διευθυντὴν τοῦ ἐν Λαρίσσῃ Διδασκαλείου, παρ’ ἀμφοτέρων δ’ ἐπληροφορήθη, ὅτι αἱ ἀρχαιότητες δὲν πρέπει νὰ μείνωσιν εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐτέθησαν καὶ φυλάσσονται, διότι κινδυνεύουσιν, ἐπρότειναν δὲ, ὅπως ἐνοικιασθῇ ἕτερον οἴκημα ἀσφαλὲς, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ τοποθετηθῶσιν αἱ ἀρχαιότητες αὗται, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον προέβη εἰς τὴν ἐνοικίασιν τοῦ οἰκήματος ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον μετέφερε τὰς ἀρχαιότητας καὶ τὰς ἐτοποθέτησεν ἀσφαλῶς καὶ ἐκτὸς παντὸς κινδύνου. Νομίζω ὅτι τοῦτο ἦτο μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐπεβάλλετο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ διὰ τὴν ἔλλειψιν τοῦ ὁποίου ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἐπερώτησις κατὰ τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν ἠδυνάμεθα ν’ ἀδιαφορήσωμεν, νὰ μὴ λάβωμεν πᾶσαν φροντίδα πρὸς προστασίαν τῶν ἀρχαίων αὐτῶν κειμηλίων, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς Θεσσαλίας, ὡς ἔχομεν καθῆκον νὰ φροντίζωμεν περὶ διασώσεως καὶ διατηρήσεως παντὸς κειμηλίου τῆς ἀρχαιότητος. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δὲν θέλει κατηγορήσει τὴν τοιαύτην τοῦ Ὑπουργείου ἐνέργειαν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, περὶ τοῦ ὁποίου ὑποβάλω προχείρους τινὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἶχον λάβει σήμερον ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ αἱ ὁποῖαι ἐλπίζω, ὅτι θὰ πείσωσι τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐνήργησεν ὅ,τι ἐνήργησε κατ’ ἀνάγκην καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας καὶ πρὸς διάσωσιν τῶν εὑρεθεισῶν ἐν Λαρίσσῃ ἀρχαιοτήτων.

§73ΧΟΪΔΑΣ. Ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἐν Πάτραις, ἕνεκα τῶν καταστροφῶν τῆς Ζακύνθου, ἐπρομηθεύθη μεγάλην ποσότητα ἄρτου διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων τῆς νήσου· κατ’ ἀρχὰς ἐπλήρωσε τακτικῶς τοὺς ἀρτοπώλας, ἀλλὰ τελευταῖον ἔπαυσε νὰ πληρόνῃ, καὶ ἐκ τούτου ἠναγκάσθησαν πολλοὶ νὰ ἀνενεχθῶσι τηλεγραφικῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οἵτινες καὶ ἐπληρώθησαν ἀμέσως. Ἐν τούτοις εἰς ἄλλους, — καὶ εἶναι ἀρκετοὶ οὗτοι, — καθυστεροῦνται περὶ τὰς 1400 δραχμαὶ ἐξ ἀντιτίμου ἄρτου, τὸν ὁποῖον ἐχορήγησαν. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως πληρωθῶσιν οὗτοι, διότι εἶναι ἄδικον, καὶ εἰς τοιαύτην μάλιστα κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ ἀγορὰ τῶν Πατρῶν, νὰ προέρχηται ἡ καθυστέρησις ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου.

§74ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐννοεῖται ὅτι ἀμέσως θὰ δοθῇ διαταγὴ, ὅπως ἐξοφληθῇ ὁ λογαριασμός· ὑποθέτω δ’ ὅτι, ἐὰν δὲν ἐξωφλήθη μέχρι τοῦδε, θὰ ὑπῆρξε διαφορὰ ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἀξίας τοῦ ἄρτου.

§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, περὶ Ἀντιβασιλείας ἢ διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν ἀποδημίᾳ τοῦ Βασιλέως ἐκτὸς τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἔτος 1893).

§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως.

§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰσήγαγε τετάρτην ἤδη φορὰν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τῆς νομοθεσίας, ἥτις ἐκανόνιζε μέχρι τοῦδε τὰ τῆς ἀστυνομίας ἐν τῷ Κράτει. Εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον πρῶτον κατά τινα τῶν τεσσάρων συνόδων, ἐφ’ ἃς παρετάθη ἡ πρωθυπουργία αὐτοῦ πρὸ τῆς 14 Ὀκτωβρίου 1890, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἐδήλωσε τότε ἐπιθυμίαν, ἵνα ἐπισπεύσῃ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, ἂν καὶ ἡ δύναμις τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἐξησφάλιζεν ἀναντιῤῥήτως τὴν ἐκτέλεσιν τοιαύτης ἐπιθυμίας αὐτοῦ. Εἰσήγαγε τὸ δεύτερον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ κατὰ τὴν ἑπομένην σύνοδον ἐν τῇ περιόδῳ ἐκείνῃ, ἀλλὰ διαφέρον κατά τι τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰσαγάγει κατὰ τὴν πρώτην φορὰν, ἀμφότερα ὅμως ἐστηρίζοντο ἐπὶ τῆς αὐτῆς βάσεως, ἤτοι ἀντὶ τῆς ὑπαρχούσης δημοτικῆς ἀστυνομίας ἐγκαθίστων ἐν τῷ Κράτει ἀστυνομίαν στρατιωτικήν. Καὶ κατὰ τὴν δευτέραν δὲ ταύτην φορὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐπέδειξε προθυμίαν, ἵνα ἐπιζητήσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου· οὕτω δ’ ἐπῆλθεν ἡ 14 Ὀκτωβρίου, καθ’ ἣν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διετράνωσε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ καταλίπῃ τὴν ἀρχὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν εἶχε δ’ ἔτι συζητηθῆ οὔτε μεταβληθῆ εἰς νόμον τοῦ Κράτους τὸ νομοσχέδιόν του τοῦτο. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, καθ’ ἣν εἶχεν ἐπαναχθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσήγαγεν ἐκ τρίτου τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας· ἀλλὰ κατὰ τὴν φορὰν ταύτην ἐφάνη ὀλιγώτερον ἀδρανὴς, διότι μετὰ πόθου ἐπεζήτησε καὶ ἀκαμάτως κατέγεινεν, ἵνα κατορθώσῃ νὰ συζητηθῇ καὶ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐπεψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, ὅστις ὅμως δὲν ἐξετελέσθη. Ἐφέτος, τετάρτην φορὰν εἰσήγαγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ νομοσχέδιον, καὶ καλούμεθα σήμερον νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἡ ἀφήγησις τῶν γεγονότων τούτων ἐμποιεῖ εἰς ἕκαστον τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ ἀνεύρῃ, διατὶ τάχα ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτε τὸ πρῶτον εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν ἐπεθύμησε νὰ ἴδῃ αὐτὸ ψηφιζόμενον; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγεν αὐτὸ ἄκων, ἐπεθύμει δὲ νὰ μὴ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ νομοσχέδιον, ὅπερ αὐτὸς εἶχεν εἰσαγάγει. Καὶ δὲν ἔδειξεν ὅτι ἐπεθύμησε νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ οὐδὲ κατὰ τὴν φορὰν ταύτην· δὲν εἰκάζω δὲ, ὅτι κατελίμπανεν οὕτως αὐτὸ, διὰ νὰ μεταδοθῶσιν εἰς τὸ κοινὸν αἱ διατάξεις, τὰς ὁποίας τὸ νέον νομοσχέδιον περιεῖχε, προκληθῇ δ’ οὕτως ἡ δημοσία ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις, καὶ ἀποφήνηται τὸ κοινὸν τὰς γνώμας του, εἴτε διὰ τῆς δημοσιογραφίας, εἴτε δι’ ἄλλων τρόπων ἀνακοινώσεως, ἑπομένως δυνηθῇ ἐξ αὐτῶν νὰ φωτισθῇ πληρέστερον περὶ τῆς λυσιτελείας τοῦ νέου ἀστυνομικοῦ συστήματος. Καὶ ὄντως τὸ διάλειμμα τὸ μεσολαβῆσαν μεταξὺ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου καὶ τοῦ δευτέρου ἦτο διάλειμμα ἕξ καὶ ἑπτὰ μηνῶν, ἤρκει δὲ πάντως νὰ προκαλέσῃ καὶ τὰς ἐν τῇ κοινωνίᾳ συζητήσεις καὶ τοῦ κοινοῦ τὰς γνώμας, ἂν ταύτας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεθύμει νὰ μάθῃ· εἴπετο ἑπομένως, ὅτε τὴν δευτέραν φορὰν εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον, ὅτι θὰ ἐπεθύμει νὰ συζητηθῇ καὶ ἐπιψηφισθῇ, ἀλλ’ οὔτε τότε ἐπέσπευσε τὴν συζήτησιν. Πέρυσιν ὅμως ἐπέσπευσε τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, δὲν ἐξετέλεσε δὲ αὐτὸ, γενόμενον νόμον, καθ’ ἃ, εἰσάγων τὸ τέταρτον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, εἶπε, διότι ὑπῆρχον ἐν αὐτῷ ἀτέλειαι, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν καθίστατο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ. Καὶ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἐπεψηφίσθη καὶ μετεποιήθη εἰς νόμον, εἶχεν εἰσαχθῆ τὸ τρίτον, καὶ ὑπετίθετο ὅτι εἰς τριπλῆν εἶχεν ὑποβληθῆ μελέτην, ἀφοῦ τρὶς εἶχεν ἐπιθεωρηθῆ καὶ εἰσαχθῆ· ἀλλὰ καὶ τοῦτο κατηγγέλθη ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς ἀμελέτητον, διότι εἶχον εἰσφρήσει καὶ ἐν αὐτῷ αἱ ἀτέλειαι, ὧν ἕνεκα δὲν καθίστατο δυνατὴ ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ. Καὶ ἕνεκα τούτου ἐματαιώθη ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς, ἐματαιώθη καὶ ἡ κύρωσις τοῦ Βασιλέως, καὶ καλούμεθα καὶ αὖθις εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἐγὼ κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἐτέθη ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ διατήρησις τῶν νενομοθετημένων ἀνέκαθεν ἀστυνομικῶν θεσμῶν, ἐδήλωσα θετικὴν γνώμην, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐμμείνωμεν εἰς αὐτούς· καὶ νῦν δ’ ὀφείλω νὰ μὴ παραλίπω νὰ λάβω ὡσαύτως τὸν λόγον, ἂν καὶ πέρυσι διὰ μακρῶν ἐπὶ τοῦ τότε ψηφισθέντος νομοσχεδίου ἠγόρευσα. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν συνεζητήθη καὶ ἡ ἀρχὴ καὶ αἱ κατὰ μέρος διατάξεις αὐτοῦ, ἤκουσα πάσας τὰς ἐξενεχθείσας ἐπὶ τῶν διατάξεων αὐτοῦ γνώμας. Ὁμολογῶ δ’ ὅτι ἡ μελέτη τῶν καθ’ ἕκαστον τοῦ νομοσχεδίου παράγει καὶ ἐν ἐμοὶ πολλὰς ἀπορίας· τὴν ἀπορίαν παραδείγματος χάριν, διατὶ ἐν τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ἀφῃρέθη ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ δευτέρῳ τοῦ ἐκδοθέντος κατὰ τὴν 21 Ἰουλίου 1892 νόμου περιεχομένη διάταξις, ὅτι οἱ ἀποσπώμενοι εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ πρέπει νὰ ἀποσπῶνται τῇ συναινέσει αὐτῶν. Ἀφῃρέθη τάχα ἡ διάταξις ἐκ τοῦ νέου νομοσχεδίου, διότι οἱ κατὰ τὸν τροποποιούμενον δι’ αὐτοῦ νόμον δηλώσαντες ὅτι συναινοῦσι νὰ ἀποσπασθῶσιν ἀπὸ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, νὰ καταλίπωσι τὰ κύρια αὐτῶν στρατιωτικὰ ἔργα καὶ νὰ γένωνται ἀστυνόμοι ἐν τῷ Κράτει, δὲν ἦσαν τόσοι, ὅσοι ἀπῃτεῖτο νὰ ἦναι, ὅπως πληρωθῶσι πᾶσαι αἱ ἀνάγκαι τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας; Τὴν ἀπορίαν ταύτην ἤθελον προβάλει ὡς ἐρώτημα, ἐὰν δὲ ἡ λύσις ἦναι καταφατική, ἐὰν πράγματι δὲν ἐδηλώθη ἡ συναίνεσις τοσούτων ἀξιωματικῶν, ὅσοι ἦσαν ἀναγκαῖοι, ἵνα ἀναλάβωσιν αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν, δὲν κρύπτω ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὅτι μὲ εὐφραίνει ἡ τοιαύτη πληροφορία, διότι ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ κ. κ. ἀξιωματικοὶ μετὰ δυσκολίας ἔστεργον ν’ ἀποδεχθῶσιν ὑπηρεσίαν, ἥτις δὲν προσῆκεν εἰς τὴν ἀνατροφὴν καὶ ἐκπαίδευσιν αὐτῶν.

§78ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μικρὰν διακοπήν. Ἐπειδὴ προεβλήθη ἡ ἐπερώτησις καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, ἔφερον σημείωσιν, ἐν ᾗ ἐμφαίνεται ὁ ἀριθμὸς τῶν δηλωσάντων ἀξιωματικῶν, ἵνα καταταχθῶσιν εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν. Τὸ ὅλον εἶναι 237.

§79ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶναι κατὰ σῶμα;

§80ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα (ἀναγινώσκει): Ἐκ τῆς χωροφυλακῆς 24, ἐκ τοῦ πεζικοῦ 163, ἐκ τοῦ πυροβολικοῦ 3, ἐκ τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ 12, ἐκ τοῦ ἱππικοῦ 3, ἐκ τοῦ ὑγειονομικοῦ 13, ἐκ τοῦ οἰκονομικοῦ 19. Τὸ ὅλον 237.

§81ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ βαθμοὺς ἔχετε;

§82ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι.

§83ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἐξαιρέσητε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, ἀνερχόμενον, καθ’ ἃ λέγετε, εἰς 13, καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ ὑλικὸν πυροβολικόν, ἀνερχόμενον καὶ τοῦτον εἰς 12, καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ οἰκονομικοῦ, ἀνερχόμενον εἰς 19, ὁ ἀριθμὸς τῶν δηλωσάντων, ὡς λέγετε, 237 ἀξιωματικῶν περιορίζεται εἰς 193, ἀριθμὸς δ’ ἀξιωματικῶν τοσοῦτος ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας ὅλου τοῦ Κράτους;

§84ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα.

§85ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε διατὶ ἀφῃρέσατε τὸν ὅρον τῆς συναινέσεως;

§86ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διότι ἐκρίθη λυσιτελέστερον ἡ ὑπηρεσία νὰ διορίζῃ οὓς νομίζει καταλλήλους, καὶ ὄχι ὅλους τοὺς ἐπιθυμοῦντας νὰ καταταχθῶσι.

§87ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἴχετε ἀριθμὸν ἀρκοῦντα διὰ νὰ καταστήσητε ἐν τῷ Κράτει στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ἀφοῦ 193 μόνον ἀξιωματικοὶ ἐδήλωσαν τοιαύτην συναίνεσιν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὁ ἀριθμὸς τῶν 193 δηλωσάντων ἐπήρκει, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου καὶ ἡ συναίνεσις πάντων τῶν μὴ δηλωσάντων.

§88ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διότι δυνατὸν οὗτοι νὰ ἐκρίνοντο ἀκατάλληλοι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας.

§89ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἂν συνέπιπτεν οἱ δηλώσαντες νὰ ἦσαν καὶ ἀκατάλληλοι διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, τότε καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον δὲν εἴχετε ἀριθμὸν ἐπαρκῆ.

§90ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διότι ἐκρίναμεν νὰ διορίσωμεν τοὺς καταλληλοτέρους. Κατάλληλοι ἠδύναντο νὰ ἦναι καὶ αὐτοὶ, ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία ἤθελε τοὺς καταλληλοτέρους.

§91ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μεταξὺ τῶν δηλωσάντων συναίνεσιν ἵνα ἀποσπασθῶσιν εἰς ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν μὴ δηλωσάντων ὁ ἀριθμὸς τῶν δηλωσάντων, ὅτι συναινοῦσι ν’ ἀναλάβωσι τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, εἶναι πολλῷ μικρότερος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μὴ δηλωσάντων’ ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐδήλωσαν, εὐλόγως συνάγεται, ὅτι δὲν ἐδήλωσαν διότι δὲν ἔστεργον ν’ ἀναδεχθῶσιν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν. Ἑπομένως ἡ πληροφορία, ὅτι πολλῷ μεγαλείτερος ἀριθμὸς ἀξιωματικῶν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δηλωσάντων δὲν ἔστερξε νὰ ἀναλάβῃ ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, ὄντως μὲ εὐφραίνει, ὄχι μόνον διότι δηλοῖ, ὅτι μέγας ἀριθμὸς ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ δὲν κρίνει προσῆκον εἰς αὐτὸν νὰ ἀναδεχθῇ ὑπηρεσίαν, ἥτις εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν ἀνατροφὴν καὶ τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτοῦ, ἀλλὰ μὲ εὐφραίνει, καὶ ἂν τοῦτο εἶχεν ἄλλην ἔννοιαν, ἤτοι τὴν ἔννοιαν, ὅτι κρίνουσιν ἑαυτοὺς μὴ ἱκανοὺς εἰς τὸ προσφερόμενον αὐτοῖς νέον ὑπούργημα, διότι καὶ τοῦτο δηλοῖ ἰδιότητα ἄλλην τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, τὴν μετριοφροσύνην, ἥτις εἶναι ἀρετὴ στρατιωτική. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, γίνεται λόγος περὶ ἐπιθεωρητῶν τῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ νόμῳ τῆς 21 Ἰουλίου 1892, καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ εἰσαχθέντι τὸ πρῶτον ἐφέτος, καὶ ἐν τῷ χθὲς προταθέντι πρὸς ἀντικατάστασιν ἐκείνου, δὲν εὗρον διατάξεις κανονιζούσας οὐδὲ πόσοι εἰσὶν οἱ ἐπιθεωρηταὶ, οὐδὲ κατὰ τίνα τρόπον διορίζονται, οὐδὲ τοὺς βαθμοὺς, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἔχωσιν. Εὗρον ὅμως ἐν τοῖς νομοσχεδίοις τούτοις, τῷ τε συζητηθέντι χθὲς καὶ τῷ σήμερον προταθέντι, εὗρον ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐνεποίησεν ἀπορίαν· εὗρον, ὅτι ὁ προσδιορισμὸς τῶν ἀστυνομικῶν περιφερειῶν γίγνεται διὰ Β. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐκδίδεται τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, μοὶ ἐφάνη δὲ, ὅτι ἦτο ἐντελῶς ἄτοπος ἡ ἀνάμιξις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς ὑπόθεσιν, περὶ τῆς ὁποίας ἡ ἰδιότης αὐτοῦ δὲν παρέχει αὐτῷ οὐδεμίαν γνῶσιν ἢ πληροφορίαν, ὅτι ἀπετέλει ἐπέκτασιν τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ σχέσεων ἐσωτερικῆς καθαρῶς διοικήσεως, ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδεμίαν ἔχει ἁρμοδιότητα. Ἀλλὰ παραπλήσιον τάχα δὲν περιέχει καὶ ἑτέρα διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 33; Ἐὰν ἤθελε δοθῇ ἀναφορὰ κατά τινος ἀστυνόμου, εἴτε ὑπὸ δημάρχου, εἴτε ὑπὸ ἄλλης τινὸς ἀρχῆς, ἡ ἀναφορὰ αὕτη, κατὰ τὸ εἰρημένον 33 ἄρθρον, προεξετάζεται ὑπό τινος Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον συνιστᾶται κατὰ τρόπον κανονιζόμενον ὑπὸ τοῦ ἄρθρου τούτου, ἤτοι ὑπὸ Συμβουλίου, συγκροτουμένου ἐκ διαφόρων ὑπαλλήλων, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀναφέρεται καὶ ὁ τμηματάρχης τοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν τμήματος τῆς δικαιοσύνης· καὶ ἠρώτησα ἐμαυτὸν, ποίαν εἰδικότητα ἔχει, ποίαν σχέσιν ἔχει ἡ ὑπηρεσία ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εἰσηγεῖται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὰς πράξεις ἢ τὰς ἀποφάσεις, διὰ τῶν ὁποίων δίδοται κατὰ νόμον ἡ ὤθησις εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης, πρὸς τὴν ἀναφορὰν, δι’ ἧς καταγγέλλονται παραβάσεις ἀστυνόμων ὑπὸ δημάρχων ἢ ὑπὸ ἄλλης ἀρχῆς; Τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νομοσχεδίου δίδωσιν ἀφορμὴν εἰς οὐσιαστικωτέραν τινὰ παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν δύναταί τις νὰ ἀναβιβάσῃ μέχρι τῆς σφαίρας τῶν ἀπαγορεύσεων, τὰς ὁποίας τὸ Σύνταγμα ἔχει ἀναγράψει. Κατὰ τὸ ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἐν ταῖς ἀστυνομίαις καθήκοντα τῶν μέχρι τοῦδε ἀστυνομικῶν κλητήρων ἐκτελοῦνται, ἐν μὲν ταῖς συνιστωμέναις κατὰ τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 2, ὑπὸ στρατιωτικοῦ σώματος, καλουμένου Ἀστυφυλακὴ, καὶ ἀποτελουμένου ἐξ ἐνωμοταρχῶν βʹ τάξεως, ὑπενωμοταρχῶν καὶ ἀστυφυλάκων, ἐν δὲ ταῖς συνιστωμέναις κατὰ τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ὑπὸ ὁπλιτῶν τῆς Χωροφυλακῆς....» Καὶ ἐν πρώτοις ἠρώτων ἐμαυτὸν, διατὶ ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον παρέλιπε νὰ ἐπαναλάβῃ καὶ διὰ τὸ σῶμα τῶν ὁπλιτῶν τῆς χωροφυλακῆς, τὸν χαρακτηρισμὸν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐχαρακτήρισε τὸ πρῶτον σῶμα, τὸν χαρακτηρισμὸν, ὅτι εἶναι σῶμα στρατιωτικόν; Τίνος ἕνεκεν ἀπεδέχθη τὴν διαίρεσιν ταύτην μεταξὺ τοῦ πρώτου σώματος καὶ τοῦ δευτέρου, καὶ τὸ μὲν πρῶτον ὠνόμασε στρατιωτικὸν, τὸ δὲ δεύτερον παρέλιπε νὰ ὀνομάσῃ οὕτω; (ἀναγινώσκει): «Ἐν μὲν ταῖς συνιστωμέναις κατὰ τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 2 ὑπὸ στρατιωτικοῦ σώματος, καλουμένου Ἀστυφυλακή... ἐν δὲ ταῖς συνιστωμέναις κατὰ τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ὑπὸ ὁπλιτῶν τῆς Χωροφυλακῆς....» Ἔπειτα ἐξεπλησσόμην, πῶς, ἀφοῦ ἡ ἀστυφυλακὴ εἶναι στρατιωτικὸν σῶμα, δηλαδὴ σῶμα ὁπλοφόρων, ἀποτελοῦν μέρος τοῦ στρατοῦ, ἀποτελούμενον δὲ καὶ τοῦτο ἐξ ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἀφοῦ τὸ δεύτερον σῶμα εἶναι ἐπίσης σῶμα ὁπλοφόρων, ἀποτελοῦν μέρος τοῦ στρατοῦ καὶ συγκείμενον ἀπὸ ὁπλίτας τῆς χωροφυλακῆς, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέλαβεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ προσδιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν ἑκατέρου τῶν σωμάτων τούτων διὰ νόμου, ὡς ἔλεγε χθὲς, καὶ ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ προσδιορίζῃ τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν, ὡς αὐτὸς ἐγκρίνει, ἐνῷ ὑπάρχει διάταξις τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ προσδιορισμὸς τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως γίνεται κατ’ ἔτος διὰ νόμου; Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν «Κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ ψηφίζει τὸν προσδιορισμὸν τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως, τὴν στρατολογίαν καὶ ναυτολογίαν», ἔχει μεγάλην σημασίαν, διότι ἀφορμὴν ἔχει τὴν δυσπιστίαν πρὸς τοὺς ἐκτελοῦντας τοὺς νόμους· ἀπῄτησε δὲ τὸ Σύνταγμα, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ νὰ προσδιορίζωσι πόσοι εἰσὶν ἀναγκαῖοι, ἵνα ὑπάρχωσιν ὑπὸ τὰ ὅπλα ἄνδρες, νὰ ἀσφαλίσωσι τὴν ἀκεραιότητα τοῦ Κράτους, νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, νὰ ἀγωνισθῶσιν ὑπὲρ τῶν πόθων του, δὲν ἐπέτρεψεν ὅμως εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἔχῃ ὅσους θέλει ὁπλοφόρους, καὶ διὰ τοῦτο ἀπῄτησε νὰ ψηφίζηται κατ’ ἔτος νόμος περὶ προσδιορισμοῦ τῆς ἐτησίας στρατιωτικῆς δυνάμεως. Ἀλλ’ ὁ κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Συντάγματος ψηφιζόμενος κατ’ ἔτος νόμος εἶναι γελοῖος, ἡμεῖς δὲ μάτην ἀσχολούμεθα, ψηφίζοντες νόμον τοιοῦτον, καὶ μάτην ἀπασχολοῦμεν καὶ τὸν Ἡγεμόνα, παρακαλοῦντες αὐτὸν νὰ κυρώσῃ τοιαῦτα νομοθετήματα, ἀφοῦ οἱ Ὑπουργοὶ δύνανται νὰ στρατολογῶσιν ὡς ἀστυφύλακας ὅσους θέλουσι, καὶ νὰ σχηματίζωσιν ὅσα στρατιωτικὰ σώματα θέλουσι, καὶ νὰ προσδιορίζωσιν αὐτοὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἕκαστον τούτων θέλει σύγκεισθαι, μηδόλως προσέχοντες εἰς τὸν ἀριθμὸν, εἰς ὃν προσδιωρίσθη ἀπὸ τὸν ἐτήσιον νόμον ἡ στρατιωτικὴ δύναμις τῆς χώρας. Καὶ ἐνῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδέποτε παρέλιπε νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ἐτήσιον νόμον περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, προχθὲς μάλιστα ἠκούσατε αὐτοῦ παριστῶντος μετὰ πόσης ἀγωνίας ἔσπευδε νὰ καταστήσῃ δῆλον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὀφείλει νὰ σπεύσῃ νὰ προσδιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἑδρῶν τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, διότι ὑπῆρχε μία ἀθέτησις τοῦ Συντάγματος παρατεινομένη, ἐν τῇ ἐκτελέσει ὅμως καὶ τοὺς νόμους τούτους ἐμπαίζομεν καὶ τοῦ Συντάγματος τὰς διατάξεις γελωτοποιοῦμεν. Ἤκουσα χθὲς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, προθυμοποιουμένου νὰ ἐνισχύσῃ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἵνα μὴ διστάσῃ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐβεβαίου πρὸς τοῦτο τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ νόμοι εἶναι αὐστηρότεροι ἀπὸ τοὺς κοινοὺς ποινικοὺς νόμους· ἑπομένως, καὶ ἐὰν δὲν κανονίζωνται ἐπακριβῶς, καὶ ἐὰν προσδιορισθῶσι δι’ ὅρων ἀμφιβόλων καὶ διφορουμένων αἱ ἀξιόποινοι τῶν ἀστυνόμων πράξεις, αἵτινες θέλουσι δικάζεσθαι ἀπὸ τὰ κοινὰ ποινικὰ δικαστήρια, τοῦτο δὲν συντελεῖ εἰς ἐλάττωσιν τῶν ἐγγυήσεων περὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἐξ ἐναντίας τοῦτο συμφέρει εἰς τοὺς πολίτας, διότι, ἂν ἕνεκα τούτου οἱ ἀστυνόμοι ἤθελον δικασθῆ ἀπὸ τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια, αἱ αὐστηραὶ ποιναὶ, τὰς ὁποίας τὰ Στρατοδικεῖα ἐπιβάλλουσι, θέλουσι περιστέλλει τοὺς ἀστυνόμους ἐκτρεπομένους, καὶ θέλουσιν ἐξασφαλίζει οὕτω τοὺς πολίτας ἀπὸ τῶν παρεκτροπῶν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Ἡ παρατήρησις αὕτη ἴσως ἥρμοζεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, οὐχὶ δ’ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπιμελητὴς τῆς κοινῆς δικαιοσύνης, καὶ ὁ ὁποῖος γνωρίζει, ὅτι, ἐὰν αἱ ποιναὶ αἱ ὑπὸ τοῦ στρατιωτικοῦ ποινικοῦ νόμου ἐπιβαλλόμεναι, ἦναι αὐστηραὶ, αὗται ἐπιβάλλονται ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ἐγκλημάτων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ διαδικασία τῆς κοινῆς ποινικῆς δικαιοσύνης παρέχει ἐγγυήσεις, αἵτινες δὲν ἀνευρίσκονται ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῆς ἐξαιρετικῆς δικαιοσύνης. Ἐν πάσαις σχεδὸν ταῖς διατάξεσι τοῦ νομοσχεδίου καταδηλοῦται τάσις ἁρπακτικὴ, οὐχὶ κτημάτων ἢ γαιῶν, ἀλλὰ δικαιωμάτων καὶ ἐγγυήσεων, ἐγκατάλειψις δὲ τῶν πολιτῶν εἰς τὴν διάκρισιν τῆς αὐθαιρεσίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπε χθὲς, ἂν καλῶς ἐνθυμῶμαι, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διορίζονται οἱ ἀγροφύλακες, ὅταν δὲν συνέρχηται νὰ διορίσῃ αὐτοὺς ὁ σύλλογος τῶν κτηματιῶν, ὅτι αἱ διατάξεις εἰσὶν αὐταὶ αὗται, αἵτινες ὑπῆρχον καὶ ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1856. Ἀλλ’ ὁ ταῦτα λέγων Ὑπουργὸς δὲν προσεῖχεν εἰς τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 21 τοῦ νομοσχεδίου ἀναγραφομένην ὑποχρέωσιν τοῦ νομάρχου, ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, νὰ διορίζῃ τούτους μόνον τῇ προτάσει τοῦ ἀστυνόμου. Καὶ τί ἐστὶν ὁ ἀστυνόμος ἐν τῷ δήμῳ, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ὁποίου θέλει διορίζει τοὺς ἀγροφύλακας ὁ νομάρχης; Καὶ γνωρίζει ὁ πρὸ μικροῦ διορισθεὶς ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ἐκείνῃ περιφερείᾳ ἀστυνόμος τοὺς ἐπιτηδείους, ἵνα ἐπιτελέσωσι τὰ ἔργα τοῦ ἀγροφύλακος; γνωρίζει τὰς ἕξεις αὐτῶν, ἢ τὴν ἀκρίβειαν περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των, διὰ νὰ προτείνῃ τοὺς διοριστέους καὶ νὰ δεσμεύσῃ διὰ τῆς προτάσεως αὐτοῦ τὸν νομάρχην; Καὶ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1856 ὁ νομάρχης διώριζε τοὺς ἀγροφύλακας, ὅταν οἱ κτηματίαι δὲν συνήρχοντο, ἀλλ’ ὁ νομάρχης εἶχε πηγὰς, ἐκ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ πορισθῇ περὶ αὐτῶν πληροφορίας· εἶχε πηγὴν τὸν δήμαρχον, τοῦ ὁποίου τώρα μόνον ἡ γνώμη ἀκούεται ἁπλῶς, δὲν ἐδόθη δ’ αὐτῷ δικαίωμα νὰ προτείνῃ, ἀλλ’ ὁ διορισμὸς γίνεται τῇ προτάσει τοῦ ἀστυνόμου· εἶχε τοὺς ἐφημερίους τῶν χωρίων, τοὺς κατοικοῦντας ἐν ταῖς ἀγροτικαῖς περιφερείαις, ἐν αἷς κατοικοῦσιν ὡσαύτως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι τὸ ὑπούργημα τοῦ ἀγροφύλακος· εἶχε τοὺς ἀντιθέτους τοῦ δημάρχου, οἵτινες ἤθελον σπεύσει νὰ φωτίσωσιν αὐτὸν, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ διορισθῶσιν ἄνδρες ἀνίκανοι ἢ ἀνάξιοι ἐμπιστοσύνης. Τότε, ἐὰν ὁ νομάρχης ἐπεθύμει νὰ μάθῃ τὴν ἀλήθειαν, ἠδύνατο εὐκόλως νὰ τὴν μάθῃ, ἀλλὰ νῦν ὁ νομάρχης ὀφείλει νὰ ἀποδέχηται τὴν πρότασιν τοῦ ἀστυνόμου, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι γνωστὸν, πόθεν θέλει πορισθῆ τὰ κατὰ τοὺς ἄνδρας, τοὺς ὁποίους θέλει προτείνει διὰ τὸ ὑπούργημα τοῦ ἀγροφύλακος.

§92ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρέπει νὰ ἦναι νομάρχης ὁ Κατσικαπῆς.

§93ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μοὶ ἐφάνη περιπεσὼν εἰς σύγχυσιν, ὅτε ἐπραγματεύετο περὶ τῶν διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκδίδονται πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐσύγχισε τὰ διατάγματα τὰ ἐκτελεστικὰ καὶ τὰ διατάγματα τὰ νομοθετικά.

§94Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ Κατσικαπῆς...

§95ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Κατσικαπῆς ἦτο μέλος τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ σειρὰν περιόδων, ἴσως πλειοτέρων ἀπὸ τὰς περιόδους, ἐφ’ ἃς διετέλεσα ἐγὼ μέλος τοῦ Κοινοβουλίου. Ἦτο ἄνθρωπος γενόμενος πένης ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Πολιτείας. Ἐὰν ἐπρότεινα τὸν διορισμὸν τοῦ κ. Κατσικαπῆ ὡς νομάρχου, διέπραξα πρᾶξιν ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τοῦ καθήκοντος, διότι ὤφειλον νὰ μὴ καταλείπω ἐν στερήσεσι τοὺς ἕνεκα τῆς ὑπηρεσίας τῶν κοινῶν περιελθόντας εἰς πενίαν.

§96ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι καὶ γενναῖον, κύριε Δημητριάδη, νὰ ὑβρίζητε ἄνθρωπον ἀπόντα.

§97Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τὸν Δημητριάδην). Αὐτὸς εἶναι καλλίτερος ἀπὸ πολλοὺς ἄλλους καὶ ἀπὸ σὲ αὐτὸν ἀκόμη.

§98ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸς ἀνεκάλυψε καὶ κατήγγειλε τὸ ἔλλειμμα τοῦ ταμείου Θηβῶν.

§99ΑΣ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τὸν Δημητριάδην). Ἐπιδείξατε τοὺς ἰδικούς σας τοὺς καλλιτέρους.

§100ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ὅμως ἐγὼ δὲν ἀνέβην εἰς τὸ βῆμα, ἵνα διαπληκτίζωμαι, παρακαλῶ τοὺς κ. Βουλευτὰς, ὅσοι βαρύνονται εἴτε δυσφοροῦσι νὰ μὲ ἀκούωσιν ἀγορεύοντα, νὰ ἀποσύρωνται τῆς αἰθούσης· παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐπιβάλλῃ σιγὴν εἰς ἐκείνους ἐξ αὐτῶν, οἵτινες δὲν θέλουσι νὰ ἀπέλθωσι τῆς αἰθούσης. Διατάγματα ἐκτελεστικὰ ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ προκαλῇ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὅταν θέλῃ καὶ οἷα ἂν θέλῃ, ὑπὸ τὴν εὐθύνην αὐτῆς, διότι εἰς αὐτὴν ἀνετέθη ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων, καὶ αὕτη ὀφείλει νὰ προνοήσῃ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλει ἐκτελέσει τὰ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς αὐτὴν παραδεδομένα νομοθετήματα, καὶ νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως αὐτῶν, ὅπως ὁδηγῶνται τὰ ὄργανα αὐτῆς. Ἀλλὰ διατάγματα νομοθετικὰ δὲν δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἐκδίδῃ, εἰμὴ μόνον ἐὰν ἐπέτρεψεν εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα τοῦτο ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, εἴθισται δὲ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ μεταβιβάζῃ τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν διὰ διαταγμάτων εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ ὡρισμένων θεμάτων, καὶ τοῦ νομοθετεῖν ἐπ’ αὐτῶν ἐφ’ ἅπαξ. Καὶ λέγω εἴθισται, διότι ἡ μεταβίβασις αὕτη ἀποβαίνει ἀναγκαία, ὁσάκις ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν ἔχῃ πάντα τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ, ἵνα διὰ τοῦ νόμου κανονίσῃ ἐκ τῶν προτέρων ἐν ὡρισμέναις περιστάσεσιν ὡρισμένας σχέσεις. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην δὲν δύναται ἕνεκα τούτου νὰ νομοθετήσῃ, ἀνατίθησι δὲ τὸ ἔργον εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἵνα αὕτη τὸ ἐνασκήσῃ κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτῆς γνώμην, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας δύναται νὰ λάβῃ. Καὶ ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας φέρει καὶ αὕτη τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως καὶ τὴν προσυπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ εἶναι πρᾶξις νομοθετικὴ, εἶναι νόμος τοῦ Κράτους· καὶ ἐὰν αἱ μεταγενέστεραι περιστάσεις ἤθελον καταδείξει εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅτι δὲν ἐκανόνισε καλῶς ἢ καταλλήλως διὰ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ τὰς σχέσεις, τῶν ὁποίων ὁ κανονισμὸς εἶχεν ἀνατεθῇ εἰς αὐτὴν, τὸ ἐκδοθὲν νομοθετικὸν διάταγμα δὲν δύναται νὰ τὸ μεταβάλῃ, εἰμὴ μόνον διὰ προτάσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως τοῦτο ψηφισθῇ καὶ γένηται νόμος, ὡς μεταβάλλονται ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας πάντες οἱ νόμοι, ἢ διὰ νομοσχεδίου χορηγοῦντος αὐτῇ τὴν ἄδειαν νὰ μεταβάλῃ τὸ διάταγμα τοῦτο δι’ ἄλλου διατάγματος, καὶ κανονίσῃ δι’ αὐτοῦ ἄλλως τὰ τῶν σχέσεων, τῶν ὁποίων ὁ κανονισμὸς εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς αὐτήν. Ἠπόρησα μάλιστα, διότι ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἄνδρα μὴ νομικὸν μὲν κατ’ ἐπάγγελμα, οἷός εἰμι καὶ ἐγὼ, ἀλλὰ διακρινόμενον ἐπὶ νοημοσύνῃ, ἠπόρησα, πῶς ὑπέλαβεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ θαυμάσῃ ἐπινόησιν, τὴν ὁποίαν εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ μέρος, εἶχεν ἐπινοήσει κατὰ τὴν τελευταίαν ὀκταετίαν, ὅπως ἄρῃ τὴν δυσκολίαν ταύτην, καὶ καταστήσῃ νόμιμον οὐ μόνον τοῦ νομοθετεῖν διὰ διατάγματος, ἀλλὰ καὶ τὸ μεταβάλλειν ἐκδεδομένον νομοθετικὸν διάταγμα δι’ ἁπλοῦ βασιλικοῦ διατάγματος, ἄνευ νέας ἐντολῆς τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Καὶ εἶπεν ὅτι κατώρθωσε τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐν ταῖς διατάξεσι τῶν νόμων, δι’ ὧν ἐδίδετο ἡ πρώτη ἐντολὴ πρὸς τὸ νομοθετῆσαι, δὲν ἀνέγραφεν ἡ Κυβέρνησις ἁπλῶς «διὰ διατάγματος», ἀλλὰ «διὰ διαταγμάτων», διὰ τῆς χρήσεως δὲ τοῦ πληθυντικοῦ ἐπέτρεπεν οὕτως εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ δύναται νὰ ἐκδίδῃ οὐχὶ ἕν, ἀλλὰ πολλὰ διατάγματα, ἐὰν ἦναι ἀναγκαῖον νὰ μεταβάλῃ τὸ πρῶτον διάταγμα. Ὁμολογῶ ὅτι τοιαύτη θεωρία δύναται νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ πολλῶν πραγμάτων. Ἐὰν ἀποδεχθῶμεν, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ὡς μεταβιβάζει εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ νομοθετήσῃ ἐφ’ ἅπαξ ἐπὶ ὡρισμένων σχέσεων, δύναται νὰ μεταβιβάσῃ αὐτὸ, ἵνα νομοθετῇ καὶ διαρκῶς ἐφ’ ὅλον τὸ μέλλον ἐπὶ τῶν σχέσεων τούτων, ἀποδεχόμεθα ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται δι’ ἑνὸς νόμου νὰ ἀπογυμνωθῇ ἀπὸ τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν οὐχὶ μόνον ἐπὶ τῆς ὡρισμένης ταύτης σχέσεως, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἄλλων σχέσεων, καὶ ἐπὶ πασῶν τῶν δεομένων νομοθετικοῦ κανονισμοῦ σχέσεων. Τότε θέλει εἶσθαι δυνατὸν κατὰ πᾶσαν ἔναρξιν περιόδου ἢ συνόδου νὰ ψηφίζηται νόμος τοιοῦτος, παρέχων εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ νομοθετῇ διὰ διαταγμάτων ἀνθ’ ἡμῶν, νὰ ἀπαλλασσώμεθα δ’ ἡμεῖς ἀπὸ τοῦ κόπου νὰ συνεργώμεθα καὶ νὰ συζητῶμεν νομοθετήματα, νὰ ἀπαλλάσσηται δὲ καὶ τὸ κοινὸν νὰ προσδοκᾷ παρ’ ἡμῶν νὰ ἀκούσῃ νέον τι καὶ λυσιτελές. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἀνώτερος ἐπιμελητὴς τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἡ Πολιτεία ἐνεπιστεύθη τὴν διαφύλαξιν τοῦ κύρους τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ τὴν αὐθεντίαν τῶν πράξεων αὐτῆς, ἀνεμνήσθη ὑποθέσεώς τινος, ἥτις εἶχε μεταλάβει τὸν χαρακτῆρα σκανδάλου, τῆς ὑποθέσεως τοῦ Παπαῤῥώδη. Καὶ εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν χθὲς, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐδήλωσε τὴν σύγχυσιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσαν τὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐκδώσει τὰς ἀποφάσεις. Φαίνεται ὅτι ἐκρίθη δίκαιον νὰ προσθέσωμεν καὶ τὴν ὕβριν εἰς τὰ δικαστήρια, ἀφοῦ, ἀνευλαβῶς πρὸς αὐτὰ καὶ πρὸς τοὺς νόμους, ἠρνήθημεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὰς ἀποφάσεις αὐτῶν, ἄν καὶ αὗται εἶχον ἐκδοθῆ ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως. Ἀληθῶς ἀνευλάβεια κατεδηλώθη εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, τὸ ὁποῖον ἐξέδοτο τὴν περὶ Παπαῤῥώδη ἀπόφασιν ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως, δι’ ἧς προεκλήθη ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ἐκτελέσῃ αὐτὴν, ἀνευλάβειαν κατεδήλωσεν ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία, ἀρνηθεῖσα νὰ ἐκτελέσῃ αὐτὴν, ἢ διστάζουσα περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου. Τοῦτο συνέβη τότε διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν διέταξε νὰ ἐκτελεσθῇ τὸ ἓν μέρος τῆς ἀποφάσεως, ἀλλὰ δὲν ἔστερξε νὰ ἐκτελέσῃ καὶ τὸ δεύτερον μέρος αὐτῆς, διότι ἔκρινε τὴν ἀπόφασιν πλημμελῆ. Ἀλλ’ οὕτως ἡ ἐφαρμογὴ τῶν δικαστικῶν νόμων, τῶν τε πολιτικῶν καὶ τῶν ποινικῶν, μεταβιβάζεται ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν δικαστηρίων, τῶν δικαζόντων καὶ ἀποφασιζόντων, εἰς τὰς χεῖρας τῶν καλουμένων νὰ ἐκτελέσωσιν αὐτὰς Ὑπουργῶν. Ἐπίστευον ὄντως, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἤθελε σπεύσει νὰ προτάξῃ τὸ στῆθός του, ἀμυνόμενος κατὰ τοιαύτης ἀσεβείας πρὸς τοὺς νόμους. Ὅτε ἡ περὶ Παπαῤῥώδη ὑπόθεσις συνεζητεῖτο, ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐζήτει νὰ δικαιολογηθῇ διὰ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν πασῶν τῶν διατάξεων τῆς περὶ τοῦ Παπαῤῥώδη ἀποφάσεως, προσφυγὼν εἰς τὸ 7ον ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη χθὲς ἢ προχθὲς καὶ ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, εἰρωνευόμενος, ὡς προσῆκε, τὴν χυδαιότητα τῆς ὑπεκφυγῆς. Ἐὰν ἐν τοῖς νόμοις ὑπῆρχεν ἀντινομία, ἐὰν αἱ διατάξεις αὐτῶν ἦσαν ἀσαφεῖς, ἐὰν ἡ πεποίθησις ὑμῶν δὲν ἦτο πλήρης, ὅτι τὰ ὑπ’ αὐτῶν διατασσόμενα διατάσσονται εὐλόγως καὶ ἐν τῷ συμφέροντι τῆς δικαιοσύνης, εἴχετε καθῆκον, οἱ τοὺς νόμους ἐκτελοῦντες Ὑπουργοί, οὐχὶ νὰ μὴ ἐκτελέσητε τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου, ἀλλὰ νὰ προσέλθητε ἐνώπιον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ νὰ ζητήσητε τὴν μεταβολὴν ἢ τὴν συμπλήρωσιν τῶν παραλόγων ἢ ἀτελῶν νόμων, εἴτε τὴν ἄρσιν τῆς ἀντινομίας. Δὲν συνέβησαν ταῦτα τότε ἕνεκα συγχύσεως τῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ σύγχυσις κατέλαβε τοὺς ἐκτελέσαντας τοὺς νόμους. Ὅσα διέταξεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Παπαῤῥώδη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης,—καὶ τότε δὲν ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας,—αὐτὸ, τὸ ὁποῖον διέτασσεν ἐπὶ τοῦ Παπαῤῥώδη, δὲν διετάχθη ὑπ’ αὐτοῦ ἐπὶ ὁμοίας καταδίκης ἄλλου, ὑπαγομένου καὶ τούτου εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, ἀλλὰ διετάχθη, ἵνα οὗτος παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἑστίαν του, διότι εἶχε καταδικασθῆ εἰς στέρησιν τῶν δικαιωμάτων. Καὶ ἐπειδὴ παρίσταται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀναγινώσκω τὸ ὑπ’ ἀριθ. 41736 ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὴν Μοιραρχίαν Λακωνίας (ἀναγινώσκει): «Λαβόντες ὑπ’ ὄψιν τὰς διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 13666 ἐ. ἔ. ἀναφορᾶς τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Σπάρτῃ Πλημμελειοδικῶν ὑποβληθείσας ἡμῖν πρὸς ἐκτέλεσιν ὑπ’ ἀριθ. 1558 καὶ 1562 ἐ. ἔ. ἀποφάσεις τοῦ δικαστηρίου τῶν αὐτῶν Πλημμελειοδικῶν, δι’ ὧν κατεδικάσθησαν, διὰ μὲν τῆς πρώτης ὁ ἐνωμοτάρχης Δημήτριος Μαργιόλης εἰς φυλάκισιν δεκαπέντε ἡμερῶν ἐπὶ ἀδίκῳ ἐπιθέσει, καὶ διὰ τῆς δευτέρας ὁ ὑφ’ ὑμᾶς ἐπίσης ὑπενωμοτάρχης Ἀντώνιος Ὀρφανάκος εἰς φυλάκισιν ἑνὸς μηνὸς, καὶ εἰς ἔκπτωσιν καὶ στέρησιν ὅλων τῶν μετὰ τῆς ἀρχῆς καὶ ὑπηρεσίας δικαιωμάτων καὶ πλεονεκτημάτων, καὶ εἰς πρόσκαιρον ἀνικανότητα ἐπὶ ἓν ἔτος, ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος κτλ. «Ἰδόντες τὸ ἄρθρον 186 τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας, διατάσσομεν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐν λόγῳ ἀποφάσεων, καταστασῶν ἀμετακλήτων. «Οἱ καταδικασθέντες ἐκτίσουσι τὴν καταγνωσθεῖσαν αὐτοῖς ποινὴν ἐν ταῖς φυλακαῖς ὑμῶν, ἀποστελλομένης ἑκατέρου τῆς ἐκθέσεως φυλακίσεως τῷ οἰκείῳ Εἰσαγγελεῖ, καὶ γνωστοποιουμένης ἡμῖν τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῆς ποινῆς των. Τὸν ὑπενωμοτάρχην Ὀρφανάκον, μετὰ τὴν ἔκτισιν τῆς ποινῆς του, θέλετε ἀποστείλει εἰς τὴν ἑστίαν του, δυνάμει τῆς προμνησθείσης ἀποφάσεως, δι’ ἧς κατεγνώσθη ἔκπτωσις ἀπὸ τῆς θέσεως καὶ ἀνικανότης πρὸς ἀνάκτησιν αὐτῆς ἐπὶ ἓν ἔτος». «Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν «Χ. Τρικούπης.» Εἰς σύγχυσιν βεβαίως τοῦ ἐκτελοῦντος τοὺς νόμους, καὶ οὐχὶ εἰς σύγχυσιν τῶν δικαστηρίων, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πρέπει ν’ ἀποδώσω τὸν πολλαπλοῦν τοῦτον τρόπον, καθ’ ὃν ἐξετέλει τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις· διότι, ἂν δὲν διετέλει ἐν συγχύσει, ἤθελε μετρήσει μὲ τὸ αὐτὸ μέτρον δύο ὑπαξιωματικοὺς εἰς τὴν αὐτὴν περιελθόντας κατάστασιν, ἐνῷ διὰ τὸν ἕνα μὲν ἀπηγόρευσεν, ἵνα ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις, ἡ στεροῦσα αὐτὸν τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ, τὸν δὲ ἄλλον ἀπεγύμνωσε τῶν δικαιωμάτων τούτων, ἀπέλυσεν αὐτὸν ἐκ τοῦ στρατοῦ καὶ τὸν παρέπεμψεν εἰς τὴν οἰκίαν του, διότι οὕτω διέτασσεν ἡ ἀπόφασις,

§101ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία εἶναι ἡ χρονολογία, ἂν ἐπιτρέπητε;

§102ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχω τὴν χρονολογίαν, διότι τὸ ἀντίγραφον τῆς ἀποφάσεως, ὅπερ ἔχω, δὲν ἀνέγραψε καὶ τὴν ἡμερομηνίαν ἐκ τοῦ πρωτοτύπου ἐγγράφου. Τὸ ἀντίγραφον τοῦτο φέρει εἰς ἐπικύρωσιν τῆς ἀκριβείας τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ταγματάρχου Παπαδοπούλου, μοὶ ἐχορηγήθη δὲ ὑπὸ τῆς Καταχωρίσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καθ’ ὃν χρόνον ἐτύγχανον Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἶχον δικαίωμα νὰ τὸ λάβω, καὶ φέρει χρονολογίαν 14 Ὀκτωβρίου 1890. Λέγω δὲ ταῦτα, ἵνα μὴ τυχὸν πάθῃ ὁ εἰρημένος προϊστάμενος τῆς Καταχωρίσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διότι μοὶ ἐπρομήθευσε τοῦτο.

§103ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὀκτωβρίου ἢ Νοεμβρίου;

§104ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νοεμβρίου. Ἐπειδὴ δὲν τὸ ἔγραφεν ὁλογράφως, ἀνέγνων κατὰ λάθος Ὀκτωβρίου, ἀντὶ νὰ ἀναγνώσω Νοεμβρίου.

§105ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν σημαίνει τίποτε.

§106ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σημασίαν θὰ εἶχεν ἡ χρονολογία τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχομεν, ἡ ἀρχικὴ χρονολογία.

§107ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύνασθε νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν πληροφορίας. Ἐγὼ, ἐπειδὴ ποιοῦμαι χρῆσιν ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἐπορίσθην ἐκ τοῦ δημοσίου ἀρχείου, ὤφειλον νὰ ἀναφέρω, πῶς ἐπορίσθην αὐτὸ, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ ἐπορίσθην διὰ παραβάσεως τῶν νόμων.

§108ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπῆρχε φόβος τοιοῦτος.

§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἴσως δὲν ἔπρεπε νὰ ποιήσωμαι λόγον περὶ τοῦ ἄρθρου 51 τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐὰν ἀναγνώσῃ τις τὸ ἄρθρον τοῦτο, θέλει ἐννοήσει διὰ ποῖον λόγον δὲν ἔχομεν χωροφυλακὴν, διὰ ποῖον λόγον ἐκτελοῦνται τοσοῦτον ἀτελῶς καθήκοντα λεπτῆς καὶ ἀκροσφαλοῦς φύσεως, οἷά εἰσι τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι ἀνέθεντο εἰς τὴν χωροφυλακὴν (ἀναγινώσκει): «Πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ὁριζομένης δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ μεταθέσῃ εἰς τὴν χωροφυλακὴν, κατὰ μὲν τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ παρόντος νόμου τοὺς ἀναγκαιοῦντας ἐκ τῶν δι’ αὐτὴν προωρισμένων κληρωτῶν τοῦ 1892 πρὸ τῆς λήξεως τοῦ χρόνου τῆς ἐν τῷ πεζικῷ ὑπηρεσίας αὐτῶν, κατὰ δὲ τὸ 1893 τοὺς ἀναγκαιοῦντας ἐκ τῶν κληρωτῶν τοῦ πεζικοῦ παρελθούσης ἀπογραφῆς». Κατὰ τὸ 1892, κατ’ ἐξαίρεσιν, δύνανται νὰ ταχθῶσιν εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἄνδρες μηδόλως διαμείναντες εἰς τὰς τάξεις τοῦ πεζικοῦ, ἑπομένως ἀτελῆ καὶ ἁπλουστάτην ἔχοντες ἰδέαν καὶ τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας καὶ τοῦ καθήκοντος, τοῦ ὁποίου ἡ συνείδησις εἶναι τὸ κυριώτατον προσὸν, εἶναι ἡ πολύτιμος ἰδιότης παντὸς δημοσίου λειτουργοῦ. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, πᾶσαι αὗται αἱ λεπτομέρειαι, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἤγειραν τὰς ἐκτεθείσας ἀπορίας, δὲν μοὶ ἐφάνησαν ἱκαναὶ, ἵνα μὲ ἀναγκάσωσι νὰ ἐμμείνω ζητῶν τὴν λύσιν αὐτῶν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων χθὲς ἐζήτει διόρθωσιν τῆς φράσεως ἑνὸς ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν εὕρισκεν οὐχὶ γραμματικῶς συντεταγμένην, ἦτο δ’ ἐνδεχόμενον νὰ ὑποληφθῇ, ὅτι παραπλήσιόν τι ἐζήτουν καὶ ἐγὼ, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνήκω εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, διότι ἐκεῖνος ὑποθέτω, ὅτι θέλει ψηφίσει ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἐνῷ ἐγὼ ἀποκρούω αὐτὸ κατ’ ἀρχήν. Ἂν κατέδειξα τὰς διατάξεις καὶ παρέστησα τὰς ἀπορίας, τὰς ὁποίας ἡ ἀσάφεια ἢ ἡ ἀτέλεια αὐτῶν μοὶ ἐνεποίησαν, τὸ ἔπραξα ἴσως καὶ μετὰ τινος κακίας, διὰ νὰ ἐκδικηθῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος χθὲς ἐδυσφήμει τὰ πενιχρὰ νομοθετικὰ ἔργα ἡμῶν, καταγγέλλων αὐτὰ ὡς ἀνάξια βελτιώσεως, ἀφοῦ οὗτος εἶχε προηγουμένως ὠφεληθῆ ἐξ αὐτῶν, ἀναγράψας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ τὰς διατάξεις τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ προταθέντος νομοσχεδίου. Ἀλλ’ οὐδόλως ἐνδιαφέρομαι νὰ ἐμμείνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν τούτων, διότι μὲ ἀπασχολεῖ κυρίως ἡ ἐξέτασις καὶ ἡ ἔρευνα τῆς οὐσίας τοῦ νομοθετήματος, καὶ ἐπὶ ταύτης ζητῶ τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἀμέσως. Ἡ ἔρευνα τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου μοὶ γεννᾷ δύο ἀπορίας, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ προβάλω εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως αὕτη ζητήσῃ τὴν λύσιν, ἐὰν δὲν ἐμφορῆται ὑπὸ ἀπολύτου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε κατεδήλωσεν ἡ πλειοψηφία· διότι, ἐὰν πληρῶται ἡ πεποίθησίς της ὑπὸ τοιούτου αἰσθήματος, βεβαίως μάτην ἀγορεύω, μόνα δὲ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς θέλουσι διασώσει τὰς ἀπορίας, τὰς ὁποίας προβάλλω. Ἡ πρώτη ἀπορία μου εἶναι, ἂν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν λῃστεύωμεν τὰ δημοτικὰ ταμεῖα. Μὴ παραξενευθῆτε διὰ τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον μετεχειρίσθην. Εἶναι τῷ ὄντι αὐστηρὸς καὶ δριμύς· ἀλλὰ λῃστεία ἀληθὴς εἶναι ἡ πρᾶξις, ἣν ἐπιτρέπομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Τὰ δημοτικὰ ταμεῖα πληροῦνται χρημάτων ἐκ πόρων ὡρισμένων, ὅσοι δὲ τῶν δήμων δὲν ἔχουσιν ἰδιοκτησίαν, ἵνα εἰσρέωσιν εἰς τὰ ταμεῖά των χρήματα προερχόμενα ἐκ τῶν προϊόντων τῶν κτημάτων των, οὗτοι πορίζονται χρήματα εἴτε δι’ ἀμέσων φόρων, εἴτε δι’ ἐμμέσων· οἱ φόροι δὲ οὗτοι δὲν εἶναι φόροι δημόσιοι, εἰσφερόμενοι ὑπὸ τῶν πολιτῶν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, εἶναι φόροι εἰσφερόμενοι ὑπὸ τῶν κατοικούντων ἐν τῷ δήμῳ πρὸς ὡρισμένον σκοπὸν, πρὸς τὸν σκοπὸν ἵνα δι’ αὐτῶν ἡ διοίκησις τῶν δήμων θεραπεύῃ τὰς ἀνάγκας τῶν δήμων. Ὅταν δὲ οἱ διαχειριζόμενοι τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐμφανίζωνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς προβάλλοντες νομοθέτημα, διὰ τοῦ ὁποίου λαμβάνουσι τὴν ἄδειαν ν’ ἁρπάσωσι τὰ χρήματα ταῦτα, καὶ διαθέσωσιν αὐτὰ εἰς ἄλλην ἀνάγκην, συμβαίνῃ δὲ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ μὴ ἀνησυχῇ διὰ τοῦτο, ἀλλὰ νὰ εὑρίσκῃ εὔλογον τὴν ἀξίωσιν καὶ νὰ ἐπιψηφίζῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον, καὶ ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία νὰ περιβάλλῃ αὐτὸ διὰ κυρώσεως, τί ἄλλο γίνεται ἢ ὅτι τὸ Κράτος σύσσωμον εὑρίσκει ἕνα ἀσθενῆ καὶ ἀνάπηρον δῆμον, μίαν κοινότητα ἐνδεῆ καὶ ἀδύνατον, ὅτι ἡ Πολιτεία δι’ ὅλου τοῦ ὄγκου τῆς δυνάμεως αὐτῆς ἐπιπίπτει ἐπ’ αὐτοῦ, ἁρπάζει ἀπὸ τὸ ταμεῖόν του ὅ,τι ἐν αὐτῷ ὑπάρχει, ὅπως ταῦτα καρπωθῇ αὐτή; Ὁ ὅρος, τὸν ὁποῖον μετεχειρίσθην, ὅτι λῃστεύομεν τὰ δημοτικὰ ταμεῖα, εἶναι δριμὺς, ἀλλ’ ἡ διὰ τῆς βίας ἁρπαγὴ τῆς περιουσίας ὑπὸ τοῦ ἄλλου, ὅστις σκοπεῖ νὰ κρατήσῃ καὶ μεταχειρισθῇ αὐτὴν ὡς ἰδίαν αὑτοῦ περιουσίαν, δὲν εἶναι ληστεία; Τί ἄλλο δ’ ἢ τοῦτο πράττει τὸ Κράτος; Ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι τὸν μὲν λῃστεύει ἄνθρωπός τις, τὸν ὁποῖον διὰ τοῦτο καταδιώκουσιν οἱ νόμοι, τὸν δῆμον δὲ ληστεύει ἡ Πολιτεία, ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῶν νόμων καὶ τὴν δύναμιν τῶν νόμων. Οἱ δῆμοι τῆς Ἑλλάδος εἰσὶ κοινωνίαι πτωχαὶ, καὶ διότι εἰσὶ πτωχαὶ, προσῆκε νὰ ζῶσιν ἐν λιτότητι καὶ οἰκονομίᾳ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ δανειστικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως μετεδόθη καὶ εἰς τοὺς δήμους, παρεστάθησαν δὲ δημοτικαὶ ἀρχαὶ, ζητήσασαι νὰ δοθῇ αὐταῖς ἡ ἄδεια διὰ νόμων, ἵνα δανεισθῶσι χρήματα, λόγῳ ὅτι πρόκειται νὰ ἐκτελέσωσι δημόσια ἔργα. Καὶ διάφοροι δῆμοι ἐδανείσθησαν οὕτω χρήματα καὶ ἐπεβάρυναν ὁλοκλήρους γενεὰς, αἵτινες ἐν τῷ μέλλοντι θέλουσιν ὑπέχει τὰ βάρη τῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα ἐσπαταλήθησαν κατὰ τὴν περίοδον ταύτην. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι, ὅτε διεχειριζόμην τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, δυσηρέστησα φίλους μου καὶ δημάρχους φιλικώτατα πρὸς με διακειμένους, διότι τοιαύτην ἐπιθυμίαν αὐτῶν ἠρνήθην νὰ ὑποβοηθήσω, μὴ στέρξας νὰ συμπράξω, οὐδὲ παρέσχον αὐτοῖς συνδρομὴν, ὄχι διότι δὲν ἠγάπων ἢ διότι ἐμίσουν ἀνθρώπους, οἵτινες μὲ ἠγάπων καὶ οἵτινες πολλάκις μὲ ὑπεστήριξαν, ἀλλὰ διότι ἠγάπων τοὺς δήμους, τῶν ὁποίων προΐσταντο ὡς διοικηταὶ αὐτῶν. Εἶναι δὲ τοσοῦτον πενιχρὰ τὰ μέσα τῶν δήμων τῆς Ἑλλάδος, ὥστε πρὸ 50 ἐτῶν ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ἠναγκάσθη ν’ ἀνασχηματίσῃ αὐτοὺς διὰ συγχωνεύσεως πολλῶν δήμων εἰς ἕνα καὶ νὰ συγκροτήσῃ οὕτω δήμους μεγάλους, οἵτινες νὰ πορίζωνται ἐξ ἐμμέσων καὶ ἐξ ἀμέσων φόρων καὶ ἐκ τῶν ἄλλων δικαιωμάτων χρηματικὰ ποσὰ, ἀρκοῦντα εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῶν, ὅπως ὑπάρξωσι καὶ λειτουργήσωσι. Κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους τὰ πράγματα δὲν ἦσαν τοσοῦτον μεταβλητὰ κατὰ πᾶσαν νουμηνίαν, ὅπως μεταβλητὰ κατέστησαν κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους, ἀφοῦ καὶ αὐτοὶ οἱ νόμοι παρεσύρθησαν ὑπὸ τοῦ ῥεύματος τούτου. Κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, δυσκόλως μετεβάλλετο τὸ ἅπαξ γενόμενον, ἐνθυμοῦμαι δ’ ὅτι, ὅτε διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἠγωνίσθην ἐπὶ πολὺν καιρὸν, ἴσως ἐπὶ δύο ἔτη, ἵνα πείσω τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ προβῇ εἰς τὴν διαίρεσιν δήμων τινῶν Θήρας καὶ κατώρθωσα νὰ διαιρέσω δύο ὀγκώδεις δήμους, τὸν δῆμον Θήρας καὶ τὸν δῆμον Οἴας, καὶ νὰ σχηματίσω ἐξ αὐτῶν τέσσαρας δήμους, οἵτινες ἔκτοτε λειτουργοῦσι, τὸν δῆμον Θήρας, τὸν δῆμον Οἴας, τὸν δῆμον Καλλίστης καὶ τὸν δῆμον Ἐμπορείου. Τὸ σύστημα τῆς συγχωνεύσεως τῶν δήμων, ὁ σχηματισμὸς μεγάλων δήμων παρακωλύει ἀληθῶς τὴν ἐντελῆ ἐκπλήρωσιν τῶν σκοπῶν τῶν δήμων, διότι, ἂν τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα οἱ δῆμοι πορίζονται ἐκ τῶν ἐσόδων, τῶν ὑπὸ τῶν δημοτῶν εἰσφερομένων, πρέπῃ νὰ μετέχωσι πᾶσαι αἱ τὸν δῆμον συνιστῶσαι κοινότητες, —καὶ τοῦτο ἐπιβάλλει ἡ δικαιοσύνη, τοῦτο δὲ προτίθεται καὶ ὁ σκοπὸς τῶν δήμων, — δὲν μετέχουσιν ὅμως τῶν ἀγαθῶν τούτων πάντες οἱ δημόται τοῦ δήμου, ἢ πᾶσαι αἱ συνιστῶσαι αὐτὸν κοινότητες, ὅταν οἱ δῆμοι ἦναι μεγάλοι καὶ ἐκτεταμένοι, ὑπὸ πληθύος χωρίων ἀποτελούμενοι, διότι καρποῦται τῶν ἀγαθῶν ἡ πρωτεύουσα, τὰ δὲ ἄκρα τῶν δήμων μένουσιν ἀτροφικὰ, οὔτε δαπανᾶται διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς κοινωνικῆς καταστάσεως αὐτῶν, ἢ διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς χώρας, ἢ διὰ τὴν θεραπείαν τῶν ἄλλων ἀναγκῶν των, εἰμὴ ἐλάχιστόν τι ποσόν. Διὰ τοῦτο καθῆκον εἶχον νὰ ἐγκαταστήσω λιτότητα ἐν τῷ βίῳ τῶν δήμων, καὶ νὰ ἐπιβάλω τὴν οἰκονομίαν εἰς τὰς δαπάνας αὐτῶν. Ἡ ἀστυνομικὴ διοίκησις τυγχάνει λειτουργία συναφὴς μὲ τὸ δημαρχικὸν ἀξίωμα, ἐπέτρεψαν ὅμως οἱ νόμοι νὰ διορίζηται εἰδικὸς ἀστυνόμος, ὁσάκις ὁ δήμαρχος δὲν ἐπαρκῇ, ἵνα ἐκπληροῖ καὶ τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα. Ἀλλὰ οἱ δῆμοι τρίτης τάξεως εἶναι τοσοῦτον ἄποροι καὶ μικροὶ, ὥστε ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπαλλάξῃ τις αὐτοὺς τῆς διὰ σύστασιν εἰδικῆς ἀστυνομίας δαπάνης, καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ ἀπολύτως εἰς τοὺς δήμους τρίτης τάξεως νὰ ἔχωσιν ἴδιον ἀστυνόμον, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ ἀναγκαίως τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα εἰς τὸν δήμαρχον. Ἐπεθύμουν νὰ περιστείλω τὰ ῥουσφέτια, καὶ νὰ ἐμποδίσω τὰ χρήματα τῶν δήμων νὰ δαπανῶνται εἰς μισθολόγια μὴ ἀναγκαῖα, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς ὁ νόμος περὶ δήμων δὲν ἀνέγραψε μισθὸν διὰ τὸν δήμαρχον, ἀλλ’ ἀνέγραφεν ἁπλῶς ἀποζημίωσιν. Λοιπὸν εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη καὶ ἐδημοσιεύθη, καθ’ ὃν οἱ δῆμοι τρίτης τάξεως δὲν πρέπει νὰ ἔχωσιν ἀστυνόμον εἰδικόν. Ἀλλὰ καὶ οἱ δῆμοι πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως κατὰ τὸν νόμον τοῦτον τότε μόνον δύνανται νὰ ἔχωσιν εἰδικὸν ἀστυνόμον, ὅταν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει τοὺς δήμους, ἤθελεν ἀναγνωρίσει τὴν ἀνάγκην τῆς συστάσεως εἰδικῆς ἀστυνομίας. Εἰς πεντήκοντα ἀνέρχονται οἱ δῆμοι τρίτης τάξεως. Οἱ 50 οὗτοι δῆμοι ᾠκονόμουν μέχρι τοῦδε κατὰ τὸν εἰρημένον νόμον τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ δαπανηθῶσι διὰ τὴν ἀστυνομίαν, καὶ ἂν ἡ διοίκησις αὐτῶν ἤθελεν ἐπιτηρεῖσθαι ὑπὸ τῆς κεντρικῆς διοικήσεως, τὰ χρηματικὰ μέσα αὐτῶν ἤθελον ἐπαρκεῖ πάντως εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῶν. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, καταργεῖ πάντα ταῦτα, διότι διατάσσει νὰ ὑπάρχωσιν ἀστυνόμοι πανταχοῦ καὶ ἐν τοῖς δήμοις πᾶσι τῆς γʹ τάξεως, καὶ μάλιστα, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχωσι μὲ δαπάνην ὄχι τόσην, ὅση ἐγένετο μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ μὲ δαπάνην ὅσην ἡ Κυβέρνησις ἐγκρίνει. Καὶ ἀνῆλθεν ἡ ὑπόθεσις μέχρι τοῦ σημείου νὰ νομοθετῆται, ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρῶνται ἀπὸ τοὺς δήμους τὰ τρία τέταρτα τῶν ἐσόδων των, καὶ μόνον ὅταν δὲν συμπληρῶται τὸ ποσὸν τῶν 2,000 δραχμῶν, τότε μόνον νὰ γίνηται εἰς αὐτοὺς χάρις μέχρι συμπληρώσεως αὐτῶν. Ἀλλ’ οἱ δῆμοι ἔχουσι μόνον τάχα ἀνάγκην νὰ ἔχωσιν ἀστυνομίαν καὶ ἀστυφύλακας; Ἔχουσι καὶ δήμαρχον καὶ γραμματέα τοῦ δήμου, ἔχουσι καὶ εἰσπράκτορα, ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ πληρόνωσι καὶ ἐνοίκια Εἰρηνοδικείων, πολλῶν ἔχουσιν ἀνάγκην. Μεγίστην δαπάνην ἐπιβάλλει εἰς αὐτοὺς ἡ ἀγροτικὴ ἀστυνομία, ὄχι ἡ ἀστυνομία ἡ τεταγμένη πρὸς πρόληψιν τῶν ζημιῶν τῶν κτημάτων καὶ πρὸς καταστολὴν αὐτῶν, ἀλλ’ ἡ ἀστυνομία ἡ σκοποῦσα συγχρόνως τὴν τακτοποίησιν τῆς ἀρδεύσεως τῶν ἀγρῶν καὶ τῶν κτημάτων, τὴν προφύλαξιν αὐτῶν ἀπὸ τῶν ζημιῶν τῶν ποταμῶν καὶ τῶν χειμάῤῥων κτλ., διότι πάντα ταῦτα τὰ ἔργα ἀπαιτοῦσι χρήματα. Ἡ ἀστυνομία, ἥτις ἐξασφαλίζει τοὺς πολίτας κατὰ τοῦ πυρὸς, ἀπαιτεῖ καὶ αὕτη σύστημα πυροσβεστικὸν, ἡ δὲ ἀνάγκη αὕτη ὑφίσταται νῦν ἐν πάσαις ταῖς πόλεσιν, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι πληθυσμόν. Ἀλλὰ μήπως δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχωσι καὶ ἐν τοῖς μικροτέροις δήμοις ὀλίγα χρήματα διὰ δύο ἀνθρώπους, διὰ νὰ τοὺς μεταχειρισθῇ ὁ δήμαρχος πρὸς κατάσβεσιν πυρκαϊῶν ἐν θημονίαις; Μήπως ἡ φιλανθρωπία δὲν ἐπιβάλλει δαπάνας εἰς τοὺς δήμους καὶ πρὸς ἵδρυσιν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων καὶ πρὸς προστασίαν τῶν πενήτων; Διὰ τίνων χρημάτων θέλουσι πληρώσει τὰς ἀνάγκας των ταύτας οἱ δῆμοι; Διὰ τῶν 2,000 δραχμῶν; Τὰ περὶ τούτου ἐν Γαλλίᾳ κανονίζει τὸ ἄρθρον 49 τοῦ Décret τῆς 14 Δεκεμβρίου 1789, εὑρίσκει δέ τις λεπτομερεστέραν ἀνάλυσιν ἐν λόγῳ, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Rémusat ἀπήγγειλε πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1837 καὶ τὸν ὁποῖον ἀνέγνων ἐν τῷ «Moniteur» τῆς 3 Φεβρουαρίου 1837 (ἀναγινώσκει): «Ἡ πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ κοινωνικοῦ σκοποῦ τῶν δήμων ἐνέργεια αὐτῶν εἶναι ποικίλη καὶ εὐρεῖα, τὰ δὲ ὅρια αὐτῆς ὑπάρχουσι τεθειμένα εἰς τὸ σημεῖον, μέχρι τοῦ ὁποίου φθάνουσιν αἱ ἐνέργειαι εἴτε τῶν ἄλλων δήμων, πρὸς ἐκπλήρωσιν ὡσαύτως τοῦ κοινοῦ σκοποῦ των, εἴτε τοῦ ὅλου τῆς Πολιτείας πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων της.» Καὶ ὁ περὶ δήμων ἡμέτερος νόμος τοιαύτην περιέλαβε διάταξιν ἐν ἄρθρῳ 17. «Ἀνατίθεται εἰς τοὺς δήμους (διατάσσει τὸ εἰρημένον ἄρθρον) ἡ ἀκριβὴς ἐκτέλεσις ὅλων τῶν ὑποχρεώσεων, ὅσαι πηγάζουσιν ἢ ἐκ τοῦ κοινοῦ σκοποῦ των ἢ ἐκ νομίμων εἰδικῶν λόγων». Μεταξὺ δὲ τῶν ὑποχρεώσεων, αἵτινες ἐπεβλήθησαν εἰς τοὺς δήμους πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν κοινῶν αὐτῶν σκοπῶν, τὸ ἄρθρον 18 τοῦ εἰρημένου περὶ δήμων νόμου ἀναγράφει τὴν σύστασιν καὶ διατήρησιν τῶν δημοτικῶν ὁδῶν καὶ γεφυρῶν, τῶν ἀναγκαίων ὑδραγωγείων καὶ φρεάτων, τὴν τοποθέτησιν καὶ διατήρησιν τῶν ὁροθετικῶν σημείων τῶν ἀγρῶν τοῦ δήμου, τὴν σύστασιν καὶ διατήρησιν τῶν κατὰ τὰς ὄχθας καὶ τὰ νερὰ ὑδραυλικῶν ἔργων, καθόσον ἡ περὶ τούτων φροντὶς ἀπόκειται εἰς τὸν δῆμον, τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἀναγκαίων ἐξόδων δι’ ἐκεῖνα τὰ κατὰ τόπον ἀγαθοεργὰ καταστήματα, τῶν ὁποίων ἡ δαπάνη πίπτει εἰς βάρος τοῦ δήμου. Κατὰ τὸ 1891 ἐψηφίσθη ὡσαύτως καὶ ἐξεδόθη νόμος, καθ’ ὃν τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια ἔμελλον νὰ προσδιορίζωσι τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοτικῶν σχολείων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσιν ἐν ἑκάστῳ δήμῳ, ὁ δὲ νόμος προέβλεψεν, ὅτι τὸν προσδιορισμὸν τοῦτον τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια ὤφειλον νὰ διαπράττωσι στηριζόμενα ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἑκάστου δήμου. Ἀλλὰ καὶ ἡ διάταξις αὕτη ἀνηρέθη διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ οὐ μόνον ἀνηρέθη, ἀλλ’ εἰσήχθη καὶ σύστημα κοινωνιστικὸν, ἵνα μεταχειρισθῶ τὴν αἰτίασιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπηύθυνε Βουλευτὴς ἐξ Εὐβοίας κατὰ 1886, ἀντιλέγων πρὸς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχον τότε προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ προοδευτικοῦ φόρου ἐν τῷ νόμῳ περὶ χαρτοσήμου. Ἡ Πολιτεία κατὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον τείνει τὴν χεῖρα εἰς τὰ δημοτικὰ ταμεῖα, λαμβάνει ποσὸν χρημάτων ὅσον θέλει, καὶ δὲν διαθέτει κἄν ὑπὲρ τῶν σχολείων τοῦ δήμου, τοῦ ὁποίου λαμβάνει τὸ χρῆμα, ἀλλ’ ὑπὲρ τῶν σχολείων πάντων τῶν δήμων, καὶ ἑπομένως οἱ φόροι π. χ. τοῦ χωρίου Λιόπεσι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ δαπανηθῶσιν εἰς τὴν συντήρησιν τοῦ δημοτικοῦ σχολείου τοῦ δήμου Ἀρακυνθίων τῆς Εὐρυτανίας, ἢ τοῦ δήμου Εὐπαλίων τῆς Δωρίδος, ἢ τοῦ δήμου Δημητσάνης τῆς Γόρτυνος. Ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀποκρινόμενος εἰς τὰς παρατηρήσεις τὰς παραπλησίας, αἵτινες ἀπηυθύνθησαν αὐτῷ χθὲς, ἔλεγεν ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, πρόκειται νὰ λαμβάνωνται τὰ ¾ τῶν εἰσπραττομένων ἐκ τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, ἀλλὰ πλὴν τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων πολλὰ ἄλλα καὶ ποικίλα εἰσπράττουσιν οἱ δῆμοι ἔσοδα, καὶ ἀνέφερε μάλιστα, ὅτι ἐν πίνακί τινι, ὅστις ἐκοινοποιήθη εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ὑπάρχουσι 13 ἢ 15 στῆλαι, ἐν ἑκάστῃ τῶν ὁποίων ἀναγράφεται ἓν ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ δήμου. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν γνωρίζω ὅτι οἱ δῆμοι ἔχουσιν ἄλλα ἔσοδα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος περὶ δήμων προσδιώρισε· κατὰ τὸν νόμον δὲ περὶ δήμων, δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐξηγήσω τίνες οἱ ἄμεσοι φόροι· ἂν ἀναγνώσω ὅμως τὸ κείμενον τῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ δήμων, θέλει γείνῃ γνωστὸν ποῖοι χαρακτηρίζονται ἐν αὐτῇ ὡς ἔμμεσοι δημοτικοὶ φόροι, καὶ θέλει γνωσθῇ, ἂν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δημοτικῶν φόρων ὑπολείπηται ἔσοδόν τι. Τὸ ἄρθρον 27 τοῦ περὶ δήμων νόμου, ἀναφέρει, ὅτι «ἔμμεσοι δημοτικοὶ φόροι θεωροῦνται οἱ ἀπὸ ἀντικείμενα καταναλώσεως δασμοὶ, τὰ ἐκ τῆς ἐκδόσεως ἐπισήμων ἐγγράφων δικαιώματα, τὰ διὰ τὰς γεφύρας καὶ τοὺς λιθοστρώτους δρόμους διόδια, οἱ ἐκ τῶν πανηγύρεων καὶ τῶν κατ’ αὐτὰς παραπηγμάτων πόροι, τὰ ἐκ τῶν στατήρων, τῶν ἀποθηκῶν, τῶν μακελλείων καὶ κρεωπωλείων δικαιώματα.» Ποῖα ἄλλα ἔσοδα ἀναγράφουσιν αἱ 13 ἢ 15 στῆλαι τοῦ πίνακος, οὗ ἐμνήσθη ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ὑπάρχει ἄλλο ἔσοδον ἐκτὸς τοῦ ἀνωτέρω, πλὴν τοῦ ἐσόδου ἐκ τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ δήμου; Καὶ δὲν ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὰ δημοτικὰ ταμεῖα μόνον τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν ἐν αὐτοῖς μετὰ ὡρισμένου εἰδικοῦ σκοποῦ καὶ συνηνέχθησαν ὑπὸ τῶν πολιτῶν πρὸς τὸν εἰδικὸν τοῦτον σκοπὸν, ἀλλ’ ἀφῃρέθη ἀπὸ τοὺς δήμους τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράττωσι τὰ ἔσοδα, καὶ τὸ δικαίωμα νὰ πληρόνωσι τὰ ἔξοδά των. Καὶ ἐνθυμεῖσθε κατ’ ἄλλην συζήτησιν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐμοῦ διαφωνοῦντος πρὸς τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδιδεν ἐκεῖνος εἰς τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα καὶ ἐκδοθέντα κατὰ τὸ 1891. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ διάταξις ἡ ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ἀναγεγραμμένη, ὅτι τὰ ταμεῖα τῶν δήμων διοικοῦνται ὑπὸ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν, διότι, ἂν καὶ διατάσσει, ὅτι τὰ εἰρημένα ταμεῖα διοικοῦνται ἀπολύτως ὑπὸ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, δύναται ὅμως ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ καταργῇ δημοτικὰ ταμεῖα καὶ νὰ ἀναθέτῃ αὐτὰ εἰς τοὺς ἐπαρχιακοὺς ὑποταμίας. Καὶ ἰσχυρίζετο ταῦτα ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ὁ νόμος ὁ καταργήσας τὴν διάταξιν τοῦ περὶ ἐπαρχιακῶν ὑποταμείων νόμου τοῦ 1887 ἐν τῇ τελευταίᾳ διατάξει δὲν διέτασσεν, ὅτι καταργοῦνται, ἀλλ’ ὅτι τροποποιοῦνται αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ἐπαρχιακῶν ὑποταμείων, ἐνῷ ἡ διάταξις ἐκείνη δὲν διέτασσεν ὅτι καταργοῦνται, ἀλλ’ ὅτι τροποποιοῦνται, διότι δὲν ἀνεφέρετο εἰς μόνην τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ περὶ ἐπαρχιακῶν ὑποταμείων νόμου, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας πολλὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δήμων, τὰς ὁποίας δὲν ἐσκόπει νὰ καταργήσῃ, ἀλλὰ νὰ τροποποιήσῃ. Δυνάμει δὲ τῆς τοιαύτης ἑρμηνείας τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ οἱ μὲν δῆμοι τῆς Ἑλλάδος ἐκρίθησαν ἀνίκανοι νὰ εἰσπράττωσι τὰ ἔσοδά των καὶ νὰ πληρόνωσι τὰ ἔξοδά των, καὶ ἐτέθησαν ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, ἣν ὁ περὶ δήμων νόμος ῥητῶς ἀπέκρουσε μετ’ ἀγανακτήσεως, περιορίσας τὴν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων ἐνασκουμένην ἐπ’ αὐτῶν ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς ἐπιτήρησιν, ὁ νόμος περὶ ἐπαρχιακῶν ὑποταμείων ἀνεβίωσεν ἄνευ νόμου, ἀλλὰ μόνον τῇ θελήσει τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ ἀνῃρέθη ὁ κατὰ τὸ 1891 ἐκδοθεὶς νόμος περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ περὶ δήμων νόμου. Καὶ ἔλεγον κατὰ τὴν 10 Νοεμβρίου 1888 πρὸς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει): «Τὸ δικαίωμα τοῦ εἰσπράττειν ἔσοδα καὶ ἔχειν ἴδιον ταμεῖον εἶναι δικαίωμα στενῶς συνδεόμενον μετὰ τῆς αὐτοτελείας τῶν δήμων. Ἂν αὐτοὶ δὲν εἰσπράττωσι δι’ ἰδίων ὀργάνων τὰ χρηματικὰ μέσα, ὧν χρήζουσιν, ἀλλ’ εἰσπράττει αὐτὰ ἄλλη ἀρχὴ, καὶ ἀνατεθῇ εἰς αὐτὴν ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ δίδῃ εἰς τοὺς δήμους τὰ ἀναγκαιοῦντα χρήματα, ἡ αὐτοτέλεια τῶν δήμων περιορίζεται, διότι δὲν δύνανται νὰ δαπανῶσιν, εἰμὴ ὅταν ἡ ἀρχὴ, ἡ κληθεῖσα νὰ δίδῃ αὐτοῖς τὰ χρήματα, ἐγκρίνῃ νὰ προβῶσιν εἰς δαπάνας. Τὸν περιορισμὸν τῆς αὐτοτελείας τῶν δήμων ἐσκόπει ὁ περὶ συστάσεως ὑποταμείων νόμος.» Ἀληθῶς ἀνετράπη θεμελιώδης βάσις τῆς δημοτικῆς διοικήσεως, ἀναγεγραμμένη ἐν ἄρθρῳ 15 τοῦ νόμου περὶ δήμων, καθ’ ἣν ἕκαστος δῆμος ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν «νὰ διοικῇ ἀνεξαρτήτως τὰς ὑποθέσεις του καὶ νὰ διαχειρίζηται τὴν δημοτικὴν περιουσίαν», καὶ διὰ τῶν διατάξεων τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου κατηνέχθη θανατηφόρον τραῦμα οὐ μόνον εἰς τὴν αὐτοτέλειαν, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τῶν δήμων. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἶναι μόνον τὸ τραῦμα τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἄλλο ἐπίσης θανατηφόρον κατηνέχθη διὰ τῆς ἁρπαγῆς τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως, τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι εἶχον ἀναθέσει εἰς τὸν δῆμον, καὶ τῆς ἀναθέσεως αὐτῆς εἰς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ. Οἱ ἀξιωματικοὶ ἀνατρέφονται ἐν τῷ στρατεύματι καὶ ἐκπαιδεύονται καὶ καθίστανται ἄριστοι μεταξὺ τῶν ὁμοταγῶν των, ἀλλ’ ἄριστος ἀξιωματικὸς δὲν εἶναι καὶ ἄριστος ἀστυνόμος. Ἡ ἀνατροφὴ καὶ ἡ ἐκπαίδευσις τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐμποιεῖ εἰς αὐτὸν τὴν ὑπερηφάνειαν καὶ μεταδίδωσιν αὐτῷ τὴν συναίσθησιν τῆς τιμῆς, ἡ δὲ αὐστηρὰ πειθαρχία, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ζῇ, διδάσκει αὐτὸν τὴν ἕξιν τοῦ προστάσσειν καὶ τὸν καθιστᾷ ἀγέρωχον, μὴ ἀνεχόμενον οὐδὲ νὰ συζητηθῇ, οὐδὲ ν’ ἀμφισβητηθῇ τὸ ὀρθὸν τῆς γνώμης αὐτοῦ, ἢ τὸ χρήσιμον καὶ εὔλογον τῶν προσταγμάτων του. Πᾶσα ἄλλη τάξις δημοσίων λειτουργῶν ἐνδέχεται νὰ ἦναι ἐπιτηδεία, ἵνα ἐνασκήσῃ τὴν ἀστυνομικὴν λειτουργίαν, ὄχι ὅμως οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ. Ἂν ὁμολογῆτε, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτήδειοι, ἀποδίδετε εἰς αὐτοὺς τιμὴν, διότι ὁ στρατιωτικὸς χαρακτὴρ, τὸ ὑπερήφανον ὕφος, ἡ εὐτολμία, ἡ πεποίθησις ἐπὶ τὴν θέλησιν καὶ ἡ ἐπιμονὴ εἰς τὴν παραγγελίαν, ἣν δίδει, καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια, μεθ’ ἧς ἐπιζητεῖ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς, ταῦτα πάντα ἀναιροῦσιν ὅλως τὸν μειλίχιον, τὸν προτρεπτικὸν, τὸν συνδιαλλακτικὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ ἀστυνόμοι ἐν ταῖς σχέσεσιν αὐτῶν πρὸς τοὺς πολίτας. Ἐν μιᾷ μόνον περιπτώσει οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ δύνανται νὰ διαχειρισθῶσι τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, ἐν τῇ περιπτώσει, καθ’ ἣν πρόκειται ἡ διάλυσις στάσεως ἐκραγείσης. Ἀλλὰ περὶ στάσεων καὶ περὶ συσσωματώσεων ἐπικινδύνων, ἀπειλουσῶν τὴν δημοσίαν τάξιν, προβλέπει τὸ διάταγμα περὶ ἀστυνομίας, ὡς προέβλεψε καὶ περὶ δημιουργίας σώματος, τὸ ὁποῖον ἐτάχθη ὑπὸ διοίκησιν στρατιωτικὴν, ἔχει προαγωγὴν καὶ δικαιώματα στρατιωτικὰ, ἀλλὰ τυγχάνει συγχρόνως καὶ σῶμα πολιτοφυλακῆς φρουρούσης τὴν χώραν· τὸ σῶμα τοῦτο εἶναι ἡ χωροφυλακὴ, καὶ ἡ χωροφυλακὴ εἶχε ταχθῆ βοηθὸς τῆς ἀστυνομίας. Ὁ ἀστυνόμος, ὅταν ἐκαλεῖτο νὰ ἐκτελέσῃ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκτελέσῃ ὁ ἴδιος, διότι ἀπῄτουν τὴν παρουσίαν ἐνόπλου δυνάμεως, ἀπηυθύνετο εἰς τὸν διοικητὴν τῆς χωροφυλακῆς, ὅστις διέτασσε χωροφύλακας νὰ μεταβῶσι καὶ διαλύσωσι τὴν στάσιν, ἐὰν δ’ ἦτο ἀνάγκη, ἐποιοῦντο χρῆσιν καὶ τοῦ ὅπλου, καὶ ὁ κανονισμὸς τῆς χωροφυλακῆς ἐπέτρεψε νὰ πυροβολῶσι κατὰ τοῦ πλήθους, ὅταν τοῦτο τρὶς προσκληθὲν νὰ διαλυθῇ, δὲν ὑπήκουσεν. Ἀλλὰ ἀξιωματικὸς πάσης χώρας νὰ ἀποστέλληται, ἵνα γένηται ἀγορανόμος ἔν τινι περιφερείᾳ ἀστυνομικῇ, ἵνα ἐνασκήσῃ τὴν ὑγιειονομικὴν ἀστυνομίαν, ἵνα ἐπιτηρῇ τὰ ἐδώδιμα, ἐὰν ἦναι σεσηπότα ἢ ὑγιᾶ, ἵνα φροντίζῃ νὰ διοχετεύηται ἐν τάξει τὸ ὕδωρ εἰς τοὺς ἀγροὺς, ἢ νὰ φροντίζῃ περὶ προλήψεως κατακλυσμῶν ἐκ χειμάῤῥων καὶ ποταμῶν, εἶναι πρᾶγμα πρωτάκουστον καὶ ἀνάρμοστον. Οἱ νόμοι, οἱ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντες, εἶχον ἐκλέξει ὡς καταλλήλους, ἵνα ἐκτελέσωσι τὰ καθήκοντα ταῦτα, ὅσον ἦτο δυνατὸν ἀνωδύνως καὶ σκοπίμως, τοὺς κατοίκους αὐτῆς ταύτης τῆς ἀστυνομικῆς περιφερείας, διότι οὗτοι, τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἤθελον ἐκτελέσει τὸ καθῆκον αὐτῶν ὡς ἀστυνόμοι, ἤθελον συναντηθῆ μετὰ τῶν συγχωρίων των, εἶχον δὲ συμφέρον νὰ προσπαθήσωσι νὰ μὴ ἀδικήσωσιν αὐτούς, ὅπως μὴ μειωθῇ ἡ πρὸς αὐτοὺς ἀγάπη καὶ ἐμπιστοσύνη ἐκείνων, ἐφ’ ὧν ἐνήσκουν τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντά των. Ἔμελλον νὰ γείνωσι μετ’ ὀλίγον οἱ ἀστυνόμοι οὗτοι πολῖται, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ συμβιώσωσι μετὰ τῶν συγχωρίων των, ἂν ἠδίκουν ἢ κατέθλιβον αὐτούς. Ἀλλὰ νομοθετοῦντες νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ ἀστυνομία ἀπὸ τοὺς δήμους, ἔχετε πλήρη γνῶσιν ποίαν τινὰ ἐξουσίαν ἀφαιρεῖτε; Ἡ ἀστυνομία διαιρεῖται εἰς 70 κλάδους, ἀστυνομία εἶναι διοίκησις· ἀφαιρεῖτε λοιπὸν ἀπὸ τῶν δήμων τὴν διοίκησιν καὶ μεταβάλλετε τὸν ἄρχοντα τοῦ δήμου τὸ πολὺ εἰς καταλυματίαν, ὀφείλοντα νὰ εὑρίσκῃ καὶ διανέμῃ ἐπὶ τῶν συγχωρίων του τὰ καταλύματα, τὰ ὁποῖα θέλουσι χορηγηθῆ εἰς τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα. Καὶ τί ἐπέρχεται ἐκ ταύτης τῆς καταστάσεως τῶν δήμων; Κατάπτωσις χρηματικὴ, ἀφοῦ τοὺς ἀφαιρεῖτε πᾶσαν διαχείρισιν τῶν χρημάτων καὶ τοῖς δίδετε μικρὰν ἐλεημοσύνην, κατάπτωσις πολιτικὴ, ἀφοῦ ἀφαιρεῖτε ἀπὸ αὐτοὺς πᾶσαν ἐξουσίαν καὶ μεταποιεῖτε αὐτοὺς εἰς εὐτελέστατον ὄργανον πρὸς ἐκτέλεσιν ταπεινοτάτων ὑπηρεσιῶν. Τί ὑπολείπεται εἰς τοὺς δήμους; Οὐδέν. Καὶ ὅταν οὐδὲν μένῃ εἰς αὐτοὺς, ὅταν οὗτοι ἀπογυμνωθῶσι παντὸς δικαιώματος, πάσης προνοίας, ὅταν συντρίβητε τὴν βάσιν ταύτην τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν, νομίζετε ὅτι ἔχετε πλέον πολιτικὰς ἐλευθερίας; Σφάλλεσθε, καὶ τὸ σφάλμα σας θέλει στιγματίσει ἡ ἱστορία. Θλίβομαι ὄντως. Ἐνθυμοῦμαι ἄρθρον τι, δημοσιευθὲν ὑπὸ ἐφημερίδος οἰκειότατα διακειμένης πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, κατὰ μίαν μεγάλην ἐθνικὴν πανήγυριν, τὴν τῆς εἰκοσιπενταετηρίδος τοῦ Βασιλέως. Ἔγραφε τότε ἡ ἐφημερὶς ἐκείνη, ὅτι, ἐνῷ πάντες ἐδίσταζον, ἂν οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ δύνανται νὰ συμβιβασθῶσι μὲ τὴν κατάστασιν τῆς χώρας, εὑρέθη τρόπος νὰ κατασταθῶσιν οἱ θεσμοὶ οὗτοι ἀκίνδυνοι καὶ ἀζήμιοι διὰ νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα περιέκοπτον τὰς διατάξεις, ἢ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ περιεῖχον. Καὶ τί ἄλλο ἐγένετο ἐπὶ τῆς παρελθούσης δυναστείας; Ἀλλὰ τότε ταῦτα ἔπραττεν ὁ Βασιλεὺς, τώρα δὲν παρίσταται ἐν τῷ μέσῳ ὁ Βασιλεὺς, ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοί. Τότε ὁ Βασιλεὺς ἔλεγεν, ὅτι «δὲν κρίνει παρασκευασθέντα ἀρκούντως τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἵνα ἐνασκήσῃ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843 ἀνέθηκεν εἰς αὐτόν.» Καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἄφινεν αὐτὸν ἐλεύθερον νὰ ἐκλέγῃ τοὺς Βουλευτὰς, ἀλλὰ τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως ἀντικαθίστων τὴν ψῆφον τοῦ λαοῦ διὰ ψηφοδελτίων, τὰ ὁποῖα περιεῖχον τὰ ὀνόματα τῶν βασιλικῶν ὑποψηφίων. Δὲν γνωρίζω, ἂν εἶχε δίκαιον ἢ ὄχι ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς, τοῦ ὁποίου πάντες μετὰ σεβασμοῦ πρέπει νὰ μνημονεύωμεν· ἀλλ’ εἴτε δίκαιον, εἴτε ἄδικον εἶχεν, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἔστεργε τὴν γνώμην αὐτοῦ ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο ὁ λαὸς καὶ ὁ στρατὸς προέβησαν εἰς πρᾶξιν τολμηροτάτην, καὶ ἤγαγον τὴν χώραν εἰς μεγίστην κρίσιν, καὶ τότε ἐκανονίσθησαν πλέον αἱ τύχαι τοῦ ἔθνους κατ’ ἄλλον τρόπον. Ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ, οἵτινες μᾶς παρουσιάζουσι τοιούτους νόμους, ἔχουσι τάχα τὴν γνώμην, ἣν εἶχεν ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς; Νομίζω ὅτι σφάλλονται, ἂν ἔχωσι τὴν γνώμην ταύτην. Οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ εἶναι Ἑλληνόπαιδες, ὡς πάντες ἡμεῖς, ὅτε ἤγομεν τὴν ἡλικίαν ἐκείνην· εἶναι τέκνα γονέων, οἱ ὁποῖοι ἔχυσαν καὶ αἷμα καὶ ἱδρῶτα διὰ νὰ καταστήσωσι τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς καρπούμεθα νῦν. Ἀπήντησα τὸν στρατὸν κατὰ τὴν ἐκπνέουσαν ἑξηκονταετίαν, τὸν ἀπήντησα πάντοτε πρόμαχον τῶν ἑλληνικῶν ἐλευθεριῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἔχω τὴν πεποίθησιν ταύτην, ἐρωτῶ, διὰ ποῖον λόγον, πρὸς ποῖον σκοπὸν, ποῖον ὄφελος ἐθνικὸν ἢ πολιτικὸν ζητοῦσιν, ἐκτιθέντες τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς τοιαύτην δοκιμασίαν, ἐὰν ἡ ἐμὴ πεποίθησις δὲν ἦναι ὀρθή; Ἀλλὰ καὶ ἀνεξαρτήτως τούτων, ποῖον δημόσιον καλὸν, ποῖον γενικὸν ὄφελος προσδοκῶσιν, ἐὰν ἀναλάβωσι τὴν ἀστυνομίαν ἄνδρες ἀνήκοντες εἰς τὸν στρατὸν, καὶ κατέχοντες ἐν αὐτῷ καλὴν θέσιν, μὴ παρασκευασθέντες ὅμως νὰ γένωνται ἀστυνόμοι, νὰ ἐπιτηρῶσι τοὺς ἀγροὺς καὶ τοὺς ἐν τοῖς ἀγροῖς πληθυσμοὺς, ἢ τὰς ἀγορὰς καὶ τὰ ἐν αὐταῖς πωλούμενα ἐδώδιμα, ἀλλὰ παρασκευασθέντες νὰ ἦναι ἀξιωματικοί, νὰ διοικῶσι στρατιώτας, καὶ νὰ ἀσκῶνται τὴν τέχνην τοῦ πολέμου; Ἀφαιρεῖτε τὰ χρήματα τῶν δήμων, διὰ νὰ παραστήσητε ὅτι ἔχετε ἔσοδα περισσότερα ἢ ὅσα πράγματι ἔχετε, διότι, ἁρπάζοντες τὰ χρήματα ἀπὸ τὰ δημοτικὰ ταμεῖα καὶ εἰσάγοντες αὐτὰ εἰς τὸ δημόσιον, τοῦτο προβάλλετε ὡς λόγον, τὰς ἐκτάκτους οἰκονομικὰς περιστάσεις, ὡς ἐὰν αὗται ἐπιτρέπωσι τὴν παρανομίαν καὶ τὴν ἀδικίαν. Ποῖον ἄλλον ἢ τοῦτον τὸν λόγον προβάλλουσι καὶ οἱ ἐκτρεπόμενοι εἰς πράξεις ἐκβιάσεως καὶ οἱ λαφυραγωγοῦντες τοὺς ἄλλους; Ἀλλὰ ποῖος μέχρι τοῦδε παρέστη πολιτικὸς ἢ κοινωνικὸς κίνδυνος ἐκ τῆς ἀνεπαρκοῦς διοικήσεως τῶν ἀστυνόμων, καθ’ οὗ ζητοῦμεν νὰ ἀμυνθῶμεν δαπανῶντες ὅ,τι ἔχομεν πολύτιμον, τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, καὶ σπαταλῶντες αὐτό; Διότι σπαταλῶμεν τοὺς ἀξιωματικούς, παραπέμποντες αὐτοὺς εἰς τοιαύτην ὑπηρεσίαν, κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὁποίας θέλουσιν ἀπομάθει τὰς εὐγενεῖς ἕξεις τοῦ στρατιώτου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀγορεύων ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1892, ἔλεγεν ὅτι ὑπάρχει ληστεία. Καὶ ἀπαιτεῖτε ἀπὸ τοὺς ἀστυνόμους τῶν πόλεων καὶ τῶν κωμῶν νὰ ἐξαφανίσωσι τὴν ληστείαν! Καὶ διότι δὲν ἐξώντωσαν οὗτοι αὐτήν, διώκετε τοὺς ἀστυνόμους, καὶ ἀντικαθιστᾶτε αὐτοὺς δι’ ἀξιωματικῶν! Τὴν ληστείαν καταδιώκουσι τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα, ὅπου ἤθελεν ἀναφανῆ τὸ μυσαρὸν ἔγκλημα, ἀλλὰ τὴν τάξιν ἐν ταῖς πόλεσιν ἠσφάλιζεν ἐπὶ ἑξήκοντα ἔτη ἡ τοπικὴ ἀστυνομία, ἄνευ τοῦ ὄγκου τοῦ στρατιωτικοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον προσφεύγετε ἄνευ ἀνάγκης. Ἰδοὺ ἡ εὔλογος ἀνησυχία, τὴν ὁποίαν ἐνέπνευσε καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς πάντας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Τὴν ἀνησυχίαν ταύτην ὤφειλον νὰ δηλώσω πρὸς τὸ Κοινοβούλιον τῆς πατρίδος μετὰ πάσης εἰλικρινείας, οὐχὶ διότι προσεδόκων, ὅτι θέλω ἐπηρεάσει αὐτὸ, ἵνα μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, — διότι εἰμὶ βέβαιος, ὅτι θέλει τὸ ψηφίσει μετὰ μεγάλης πλειοψηφίας, ὡς ἐδιδάχθην ὑπὸ τοῦ παρελθόντος, — οὐχὶ διότι ἦτο ἀναγκαῖον νὰ φωτίσω τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, οὐχὶ ὅπως ἀκουσθῶσιν οἱ λόγοι μου οὗτοι εἰς τὸν ἁπανταχοῦ Ἑλληνισμὸν, καὶ προκληθῶσι σκέψεις περὶ τῶν πραγμάτων τῆς χώρας, διότι καὶ ὁ ἐντὸς τοῦ Βασιλείου καὶ ὁ ἐκτὸς αὐτοῦ Ἑλληνισμὸς ἐφωτίσθη ἤδη ἐπαρκῶς, ἀφοῦ οὐχὶ ἐπὶ ἑξάμηνον, ἀλλ’ ἐπὶ περίοδον μακρὰν κυβερνᾶται τὸ Κράτος ὡς κυβερνᾶται, περίοδον, οἵα ἦτο ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἀγωνιῶντες καὶ ἀσθμαίνοντες διηνύσαμεν. Ἀλλ’ ὤφειλον νὰ εἴπω ὅσα εἶπον, ἵνα δηλώσω τὸ φρόνημά μου· διότι, ἐὰν δὲν ἐδήλουν αὐτὸ, ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ὑποληφθῶ, ὅτι καὶ ἐγὼ ηὐτομόλησα πρὸς τοὺς ὑπονομεύοντας τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας τῆς χώρας, ἢ ὅτι καὶ ἐγὼ ἐγκατέλιπον θεσμὸν τοσοῦτον θεμελιώδη τοῦ πολιτικοῦ οἰκοδομήματος, τὸ ὁποῖον οἱ πατέρες ἡμῶν ἀνήγειραν διὰ θυσιῶν καὶ αἱμάτων.

§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;

§111ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καλὸν εἶναι, νομίζω, νὰ γείνῃ μικρὰ διακοπή.

§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν. (Ὥρα 10 καὶ 20′ ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις).

§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;

§114ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι προτοῦ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις ἐγένετο λόγος, ὅτι ἤθελεν ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.

§115ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν λέγετε ὅτι ὑποβάλλετε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας;

§116ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, ἀλλὰ νὰ γνωσθῇ ἡ καλὴ πίστις τῶν κυρίων αὐτῶν. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν, καὶ εἶτα γίνεται ἡ διαλογή).

§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες 117. Ὁ κ. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.

§118ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου καὶ ὅτε πρῶτον ὑπεβλήθη εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὸ νομοθέτημα, εἰς τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ ὁποίου ἀποβλέπει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀντετάχθην εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, προβαλὼν ὅτι ἀντίκειται προφανῶς πρὸς τὸ ἄρθρον 105 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὴν διὰ καθολικῆς μυστικῆς ψηφοφορίας ἐκλογὴν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν. Ἔλεγον τότε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι, ὅτε ὁ συντάκτης τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 καθιέρου τὴν ἀρχὴν τῆς διὰ καθολικῆς καὶ μυστικῆς ψηφοφορίας ἐκλογῆς τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, προετίθετο ἀναμφισβητήτως νὰ καθιερώσῃ τὴν τοπικὴν αὐτοδιοίκησιν, τὴν αὐτοδιοίκησιν τῶν δήμων. Ἐὰν, ἀφοῦ ἀφῃρέθη τοὐλάχιστον πρὸς ὥραν ἀπὸ τοῦ δημάρχου ἡ διοίκησις τῶν δημοτικῶν προσόδων, ἤθελεν ἀφαιρεθῆ ἀπὸ τῶν χειρῶν αὐτοῦ καὶ ἡ τοπικὴ ἀστυνομία, ὁ δήμαρχος θὰ ἔπαυεν ἀπὸ τοῦ νὰ ἦναι πράγματι τοιοῦτος καὶ θ’ ἀπέβαινεν ἁπλῆ σκιά, μὴ ἔχουσα τὴν δύναμιν ν’ ἀντιταχθῇ εἰς τὸ βούνευρον τοῦ ἀστυνόμου. Εἰς τὸ καίριον τοῦτο ἐλάττωμα τοῦ ἀρχικοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ αὐτὸ ὅλως ἀντισυνταγματικὸν, προσετέθησαν ἤδη διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου νέα τοιαῦτα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ ὀφείλει ν’ ἀποκρούσῃ τὸ νομοσχέδιον. Ὁ ἀρχικὸς νόμος, ὡς παρετήρησε πρὸ ὀλίγου καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἀπέδιδεν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τὸ δικαίωμα νὰ δεχθῶσιν ἢ νὰ μὴ δεχθῶσι τὴν θέσιν τὴν ἀστυνομικήν. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον τὴν συναίνεσιν τῶν ἀξιωματικῶν θεωρεῖ ὅλως περιττήν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιωματικὸς, ὡς ἐκ τοῦ ὅρκου, ὃν ἔδωκε, καὶ τῆς ἀποστολῆς του, δὲν ἐκλήθη νὰ ἐκτελῇ καθήκοντα ἀστυνομικὰ, οὐδ’ ὑποχρεοῦται νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, ὅπως ἀναλάβῃ ὑπηρεσίαν ἀλλοτρίαν εἰς τὰ καθήκοντα τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ἀφαιρέσαντες ἐκ τοῦ ἀρχικοῦ νομοθετήματος τὴν ἀνάγκην τῆς συναινέσεως τοῦ ἀξιωματικοῦ διὰ τὴν εἴσοδόν του εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, κατεστήσατε τὸ νομοσχέδιον χάρτην ἄγραφον, ἀνεκτέλεστον, διότι οὐδεὶς ἀξιωματικὸς ὑποχρεοῦται, ὡς εἶπον, νὰ ὑπηρετήσῃ ἐκτὸς τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ εἰς ἑτέραν ὑπηρεσίαν ἐκείνης, ἥτις τῷ ἐπιβάλλεται ἐκ τοῦ ἀξιώματός του. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἀξιωματικὸς νὰ θεωρηθῇ ὡς ὑπόχρεως εἰς ἐπιτέλεσιν ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας ἐπὶ κεφαλῆς σώματος, ὅπερ οὐδὲν τὸ κοινὸν ἔχει πρὸς τὸν τακτικὸν στρατόν; Ἡ ὑποχρεωτικὴ ὑπηρεσία τοῦ ἀξιωματικοῦ εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα νὰ καταστήσῃ τὸν στρατὸν ἀπεχθῆ πρὸς τὴν τάξιν τῶν πολιτῶν, θὰ ἐγκαταστήσῃ τὴν στρατοκρατίαν. Περιπλέον ὅμως καθιστῶντες τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ὑποχρεωτικὴν διὰ τοὺς ἀξιωματικούς, φέρετε τὴν παράλυσιν τοῦ στρατοῦ, καὶ πᾶσαι δ’ αἱ τροποποιήσεις, αἵτινες ἀναγράφονται εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, εἰς οὐδὲν ἕτερον βεβαίως σκοποῦσιν ἢ εἰς τὴν παράλυσιν τοῦ στρατοῦ. Πῶς εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ θεωρήσητε ὡς ἀξιωματικόν, τεχνικοῦ μάλιστα ὅπλου, ἐκεῖνον, ὅστις ἤθελε διέλθει ὁλόκληρον διετίαν ἐκτὸς τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, μὴ ἔχων ἄλλην ἀποστολὴν καὶ ἕτερον ἔργον ἢ τὴν προληπτικὴν τῶν ἀδικημάτων ἐνασχόλησιν τοῦ ἀστυνομικοῦ ὀργάνου; Πῶς δὲ ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος, ἐπανερχόμενος εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, θέλει θεωρηθῆ ὡς δυνάμενος νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καὶ πρὸς τὸν στρατὸν καθῆκον; Τὸ νομοθέτημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς σήμερον πρόκειται νὰ λειτουργήσῃ, ἀποδεικνύεται μᾶλλον ἐλαττωματικόν, ἀφ’ ὅ,τι ἀπ’ ἀρχῆς ἦτο. Σήμερον ἔχομεν σῶμα μισθοφόρων, τοὺς ἀστυφύλακας, οἵτινες ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς. Δυνάμει ἁπλῆς διαταγῆς αὐτοῦ καὶ τῇ γνωμοδοτήσει ἑνὸς ἐκ τῶν ἐπιθεωρητῶν πᾶς ἀστυφύλαξ ἢ ὑπαξιωματικὸς τῆς ἀστυφυλακῆς, καίτοι ὑπαγόμενος εἰς τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν, δύναται ν’ ἀποβληθῇ ἐκ τῶν τάξεων. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἀκριβῶς τὸν χαρακτῆρα τῶν μισθοφόρων, ἡ δὲ διάταξις ἐκείνη, δυνάμει τῆς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τῇ συμπράξει καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, δύναται νὰ προαγάγῃ οἱονδήποτε ἀστυφύλακα, δύναται ν’ αὐξήσῃ οἱουδήποτε τοιούτου πρώτης τάξεως τὸν μισθόν, καθιστᾷ τὸ σῶμα καθαρῶς σῶμα μισθοφόρων. Τὸ ποιὸν τῶν ἀνδρῶν, οἵτινες θέλουσι συγκροτήσει τὸ σῶμα τῆς ἀστυφυλακῆς, ὑπὸ τὸ νέον νομοθέτημα, κατέστι ἔτι χειρότερον· διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ ἀρχικὸν νομοθέτημα, διὰ νὰ εἰσαχθῇ τις εἰς τὰς τάξεις τῶν ἀστυφυλάκων, ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὑπηρετήσει ἐπὶ τριετίαν ὅλην εἰς τὸν τακτικὸν στρατὸν, οὐδ’ ἠδύνατο νὰ γείνῃ δεκτὸς, εἰμὴ ἐντὸς τριετίας ἀπὸ τῆς ἀπολύσεως, σήμερον ἔχομεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 49, δυνάμει τῆς ὁποίας ὁποτεδήποτε καὶ μετὰ δωδεκαετίαν ὅλην, καὶ ὁ ὑπηρετήσας ἐπὶ ἓν μόνον ἔτος δύναται νὰ προσληφθῇ εἰς τὰς τάξεις τῶν ἀστυφυλάκων, αἵτινες οὕτω θὰ συλλέξωσι πάντας τοὺς ἀέργους. Ἕτερον ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ὅτι τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀστυφυλάκων καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαξιωματικῶν τὸν ἀφίησιν ἐντελῶς ἀόριστον. Ἔχομεν οὕτω διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νομοσχεδίου προσβολὴν ἄμεσον τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν δὲν δύναταί τις νὰ διορισθῇ εἰς μὴ νενομοθετημένην θέσιν. Ἐὰν δέ τις ἤθελε παρατηρήσει, ὅτι πρόκειται περὶ στρατιωτικοῦ σώματος, τότε ἔχομεν τὴν ἄλλην συνταγματικὴν διάταξιν, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ψηφίζει κατ’ ἔτος τὴν δύναμιν τοῦ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ. Ἐπεθύμουν δὲ νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἡ Κυβέρνησις, εἰς τί θέλει τῇ χρησιμεύσει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ψηφιζόμενον καὶ κυρούμενον παρὰ τοῦ Βασιλέως, ὅταν ἔχωμεν ἤδη δημοσιευμένον τὸν νόμον περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1893, ὅστις ὁρίζει, ὅτι ἡ τακτικὴ δύναμις τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ ὁρίζεται τὸ ἔτος 1893 εἰς 22,667 ἀξιωματικούς, ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας. Καὶ ὁ νόμος οὗτος ἰσχύει δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος 1893. Δυνάμει τίνος νόμου θέλετε κατορθώσει νὰ κάμητε νὰ λειτουργήσῃ τὸ νομοθέτημά σας; Λέγετε ὅτι πρόκειται περὶ σώματος στρατιωτικοῦ, ἀλλ’ ἡ δύναμις τοῦ στρατιωτικοῦ τούτου σώματος ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νόμῳ τῷ ὁρίζοντι τὴν δύναμιν τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ. Μὴ περιλαβόντες τοῦτο εἰς τὸν νόμον τὸν περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, τὸν ἐπέτειον, κατεστήσατε τὸ νομοθέτημά σας ἀνεκτέλεστον. Ἐντὸς τοῦ 1893 τὸ νομοθέτημα τοῦτο δύναται νὰ λειτουργήσῃ; ἐὰν δὲ ἤθελε λειτουργήσῃ, θὰ ἐγίνετο τοῦτο ἐν καταφανεστάτῃ ἀντιθέσει πρὸς τὴν διάταξιν τὴν σχετικὴν τοῦ Συντάγματος. «Αὔξησις τῆς δυνάμεως ταύτης ἐπιτρέπεται μόνον πρὸς κατάταξιν τῶν ὑπὸ τῶν νόμων στρατολογίας καὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ κατὰ τὰ ὑπ’ αὐτῶν κεκανονισμένα». Ταῦτα ὁρίζει ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 1. Πῶς δὲ θέλετε συμβιβάσει τὴν διάταξιν ταύτην, ἣν ἄλλοτε ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπέβαλεν εἰς τὸν καὶ τότε καὶ νῦν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τότε δὲ καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, πῶς θέλετε συμβιβάσει τὴν διάταξιν ταύτην μὲ τὴν λειτουργίαν τοῦ νομοθετήματός σας; Τὸ νομοθέτημα τοῦτο εἰς χεῖράς σας δι’ ὅλον τὸ ἔτος 1893 εἶναι νεκρὸν, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων εἶναι ἄγνωστος καὶ ἀόριστος, καὶ ἔχομεν οὕτω σῶμα στρατοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν δύναμιν δὲν ἐψήφισε διὰ τοῦ ἐπετείου νόμου περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ ἡ Βουλή. Ἀλλ’ ἔχομεν καί τι πλέον, ἔχομεν θέσεις ὑπαξιωματικῶν, ὑπενωμοταρχῶν καὶ ἐνωμοταρχῶν, αἵτινες δὲν ἀναγράφονται εἰς οὐδένα νόμον, καὶ τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς εἶναι ἐπίσης ἀόριστος. Διότι τὸ ἄρθρον 9 ὁρίζει, ὅτι «ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς τῶν ὑπαξιωματικῶν τῆς ἀστυνομίας ἑκατέρου τῶν βαθμῶν τούτων ὁρίζεται ἐπὶ τῇ βάσει ἀναλογίας ἑνὸς ἐνωμοτάρχου καὶ ἑνὸς ὑπενωμοτάρχου πρὸς δέκα ἀστυρύλακας». Ἀλλὰ πῶς θὰ ὁρίσητε τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἀφοῦ ἔχετε τοιούτους κατ’ ἀναλογίαν ἑνὸς ἐνωμοτάρχου μεθ’ ἑνὸς ὑπενωμοτάρχου πρὸς δέκα ἀστυφύλακας, καὶ ἀφοῦ δὲν ἔχετε ὡρισμένον τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀστυφυλάκων; Καθ’ ὅσον θὰ αὐξάνητε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀστυφυλάκων, θὰ αὐξάνητε ἀναγκαίως καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαξιωματικῶν. Δύνασθε νὰ δημιουργήσητε κατὰ βούλησιν θέσεις ὑπαξιωματικῶν; Ἤδη κατὰ τὴν προλαβοῦσαν ἀνάγνωσιν ἀνέπτυξα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι πᾶσα διάταξις, ἥτις ἀπέβλεπεν εἰς τὴν ἐγγύησιν τοῦ πολίτου κατὰ τῶν παραβάσεων τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων τῆς οὕτως ὠργανωμένης ἀστυνομίας, πᾶσα τοιαύτη διάταξις περιλαμβανομένη ἐν τῷ ἀρχικῷ νομοθετήματι ἀπηλείφθη. Οὕτως ἀπηλείφθη ἡ διάταξις, καθ’ ἣν αἱ ἐγκλήσεις κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἐξεδικάζοντο δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως ἐντὸς 15 ἡμερῶν, ἀπηλείφθη ἡ διάταξις, δυνάμει τῆς ὁποίας ὁ ἰδιωτικῶς κατηγορῶν ἀστυνομικὸν ὄργανον δὲν ὑπεχρεοῦτο εἰς ἐγγύησιν, ἀπηλείφθη δὲ, ἢ τοὐλάχιστον ἐθεωρήθη μὴ ἐφαρμοζομένη, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου εἰς τὰ ὄργανα τῆς ἀστυνομίας. Ἔχομεν οὕτω τὴν κοινωνίαν ὁλόκληρον παραδεδομένην, ἀπὸ τοῦ δημάρχου μέχρι τοῦ τελευταίου πολίτου, εἰς χεῖρας ἑνὸς σώματος μισθοφόρων, ἐξαρτωμένων ἐκ τῆς θελήσεως ἑνὸς ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, μισθοφόρων δυναμένων ν’ ἀποβληθῶσι κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐκ τῶν τάξεων, καθ’ ὅσον δὲν ἤθελον ὑπακούσει εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ τῶν προϊσταμένων αὐτῶν, ἄνευ ἐγγυήσεως ὑπὲρ τοῦ πολίτου, ἄνευ οἱασδήποτε ἀσφαλείας, διότι θὰ ἐξαρτᾶται πλέον ἐκ τῆς θελήσεως αὐτῶν τῶν ἀστυνόμων, οἵτινες μόνοι εἰς τὸ ἑξῆς θὰ ἦναι κατώτεροι ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι, θὰ ἐξαρτᾶται, λέγω, ἐκ τῆς θελήσεως αὐτῶν τῶν ἀστυνόμων ἡ ἀνάκρισις καὶ ἐκδίκασις τῶν ἀδικημάτων, διὰ τὰ ὁποῖα κατηγγέλθησαν τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἐν γένει ὄψις τοῦ νομοσχεδίου, τοιαῦτα τὰ ἐλαττώματα, παλαιὰ καὶ νέα. Ἀφαιρεῖται ἀπὸ τοῦ ἀξιωματικοῦ τὸ δικαίωμα νὰ ὑπηρετῇ εἰς τὰς τάξεις του, ἀφαιρεῖται ἀπὸ τοῦ δημάρχου καὶ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς τὸ δικαίωμα τοῦ προΐστασθαι εἰς τὰ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, ἥτις συνδέεται ἀναποσπάστως μετὰ τῆς αὐτονομίας τῆς τοπικῆς. Ὡς κατώτερα ὄργανα ἀστυνομικὰ καλοῦνται μισθοφόροι, οἵτινες θ’ ἀποβῶσι λυμεῶνες τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου· ἀπὸ τῶν δήμων ἀφαιρεῖται καὶ τὸ τελευταῖον ἀκόμη λεπτὸν χάριν τῆς λειτουργίας τοῦ νομοθετήματος τούτου. Καὶ ὅταν τοιαύτη ἦναι ἡ ὄψις τοῦ νομοθετήματος καὶ τοιαῦτα τὰ ἐλαττώματα αὐτοῦ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσῃ τις, ὅτι θέλει τοῦτο ἐξυπηρετήσει τὴν δημοσίαν τάξιν, τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν; Παρετήρησα ἤδη ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου, ὅτι παρεδίδετο καὶ ἡ τοπικὴ ἀστυνομία εἰς χεῖρας ἐκείνων, οἵτινες διεχειρίσθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν τὴν γενικὴν ἀστυνομίαν, καὶ εἰς οὓς ὀφείλεται ἡ νῦν κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἐκεῖνοι δὲ, οἵτινες ἀπεδείχθησαν ἐντελῶς ἀνίκανοι εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς δημοσίας τάξεως, τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, τῆς τιμῆς τοῦ πολίτου κατὰ τὸ παρελθὸν, κέκληνται δυνάμει τοῦ νομοθετήματος τούτου εἰς τὸ ν’ ἀναλάβωσι καὶ τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν. Ἠθέλησαν νὰ ἐπιῤῥίψωσι τὴν πλημμελῆ λειτουργίαν τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπὶ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, ἀλλὰ σεῖς πάντες γνωρίζετε, ἐὰν δύναται νὰ λειτουργήσῃ οἱαδήποτε δημοτικὴ ἀρχὴ ἐναντίον τῆς θελήσεως τῆς προϊσταμένης διοικητικῆς ἀρχῆς, σεῖς γνωρίζετε, ὅτι τὸν προϋπολογισμὸν τῶν δήμων καταστρώνει κατὰ βούλησιν ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, σεῖς γνωρίζετε, ὅτι ὁ δήμαρχος, ἀκόμη ὑφισταμένης καὶ τῆς ἀστυνομικῆς του δικαιοδοσίας καὶ ἐντεῦθεν τῆς αὐτονομίας τῆς τοπικῆς, ἦτο διαρκῶς ὑποχείριος εἰς τὴν διοίκησιν. Σήμερον δὲ τί θὰ ἀποβῇ; Τίς εἶναι ἐκεῖνος ὅστις θέλει δυνηθῆ νὰ προστατεύσῃ τὸν δημότην κατὰ τῶν παραβάσεων τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων; Ἐνόσῳ ὑπῆρχεν ἡ τοπικὴ αὐτονομία, ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, ὁ φατριασμὸς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσῃ μέχρι τῶν ἄκρων· σήμερον καὶ τὸ πρόχωμα τοῦτο κατὰ τοῦ φατριασμοῦ ἐξαφανίζεται, σήμερον παραδίδεται ἡ ὅλη κοινωνία εἰς τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν, ἥτις ἀπεδείχθη πάντοτε ἀποβλέπουσα εἰς φατριαστικὰ συμφέροντα, καὶ ἥτις οὐδέποτε ἠθέλησε νὰ προστατεύσῃ τὸν πολίτην κατὰ τῶν φατριαστικῶν ἐνεργειῶν τῶν ὀργάνων της, κατὰ τῶν καταπιέσεων καὶ τῶν βανδαλισμῶν, καθ’ ὅλων ἐκείνων τῶν ἀδικημάτων, περὶ τῶν ὁποίων καθ’ ἡμέραν ἀκούομεν ἐντεῦθεν ἱερεμιάδας. Ἡ Βουλὴ ἀληθῶς δύναται νὰ ψηφίζῃ νόμους ἔστω καὶ ἄντικρυς ἀντιθέτους πρὸς συνταγματικὰς διατάξεις, ἀλλὰ ψηφίζουσα τοιούτους νόμους, πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι καταδικάζει ἑαυτήν. Περιελήφθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ προσωρινὴ διάταξις, ἥτις θέλει ἰσχύσει διὰ τρία ἔτη, ὡς νὰ ἐπρόκειτο τὸ νομοθέτημα τοῦτο ν’ ἀποβῇ αἰώνιον· ἀλλὰ τὸ νομοθέτημα τοῦτο θέλει συντελέσει εἰς τὸ νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ κρίσις, πρὸ τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα ἤδη· βεβαίως θέλει συντελέσει εἰς τὸ νὰ σαρωθῇ ἡ Κυβέρνησις, φοβοῦμαι ὅμως ὅτι θέλει συντελέσει καὶ εἰς τὸ νὰ σαρωθῇ καὶ ἡ Βουλή.

§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.

§120ΡΑΛΛΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐγένετο πρότασις νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ἀνάγκη τοῦτο νὰ ζητηθῇ παρὰ 15. Παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν οἱ ἐπιθυμοῦντες τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν. (Ἐγείρονται 15). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολέκτου, τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Μερλοπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Μιλ. Δάλλας Γεώρ. Λιδωρίκης Ν
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Κων. Ἀναγνωστόπουλος
Ἰω. Μεσσηνέζης Γεώρ. Λύρας Ν
Σπυρ. Μαρκέλλας Κων. Παπαμιχαλόπουλος Ο
Ἀρ. Ἀργυρόπουλος ΝΣταμάτ. Μήτσας Ν
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος ΝΔημ. Βουλπιώτης
Λεων. Καρυστινάκης Κων. Ζῶτος
Δημ. Καΐρης ΟἨλ. Μπλατσῆς
Μιχ. Κωτσάκος ΝΔ. Γρανίτσας
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς Διον. Στεφάνου Ν
Ἠλ. Κανελλόπουλος ΝΚων. Ἀργας. Λομβάρδος
Γεώρ. Παχὺς Διον. Ζήβας Πλακᾶς
Μιχ. Π. Λάμπρος ΝΓεώργιος Ρῶμας
Κων. Καραπάνος ΟΓεώρ. Κρεστενίτης
Κων. Σταυρόπουλος Χρ. Στεφανόπουλος
Ἀλέξ. Σκουζὲς ΝἈνδρ. Στεφανόπουλος
Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Διον. Παυλόπουλος
Ἀλέξ. Ψύλλας Ἀνδρ. Σπηλιάδης
Δημ. Μ. Καλιφρονᾶς ΝἌγγ. Πετραλιᾶς Ο
Ἀλέξ. Ρετσίνας Ἐπαμ. Δημητρίου Ν
Δημ. Γ. Ράλλης ΟΣτέφ. Σκουλούδης Ν
Α. Ζυγομαλᾶς ΟΝικ. Νομικός Ν
Θο. Μακρυγιάννης Θωμᾶς Μαρκεζίνης Ν
Σ. Ζαχαρίτσας ΝΝικήτας Συνοδινός Ν
Μιλ. Ὀριγώνης Βαρβαρῆγος Ἠλίκας
Κωνστ. Βαλτινὸς Ἀλέξ. Φωτήλας
Ὀδυσ. Μοσχοβίτης ΝΚωνστ. Σταμπολόπουλος Ν
Γεώρ. Καρτάλης ΝΛεων. Πετιμεζᾶς
Ἀργ. Κανταρτζῆς ΝὈδυσ. Λαμπρόπουλος Ν
Νικ. Κοκωσλῆς ΝΓιαννούσης Τάκης
Νικ. Ἀξελὸς Ἡρ. Καλαμπάκας Ν
Νικ. Παῤῥησιαΐδης ΝἈντ. Π. Μαυρομιχάλης Ν
Ἰω. Γρίβας ΝΠερ. Πεῤῥώτης Ν
Ἐπ. Μαυρουμμάτης ΝΚων. Φλέσσας Ο
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ἰωάν. Καζαμπάκας Ν
Νικ. Σπυρακόπουλος ΝΚων. Ζωγλοπίτης Ν
Θεμ. Κορομάντζος ΟΠαν. Κουκορίκος Ν
Περ. Ἀλεξάκης Γεώρ. Φραγκίδης Ν
Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΟΔημ. Τερτίπης
Κωνστ. Κοσσονάκος ΝἈθαν. Κωστάμης Ν
Ἀριστ. Πετροπουλάκης ΝἈριστ. Χαντζηνικολῆς Ο
Νικ. Μπαλάφας
Νικ. Παπανικολάου ΝἨλ. Ποταμιάνος Ν
Παν. Λεβέντης Ἀριστ. Ρούκης Ν
Βαπτ. Βάστᾶς ΝΣπ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν
Γεώργ. Θεοτόκης ΝΓιαννοῦκος ΜαυρομιχάληςΝ
Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ξανθὸς Πικουλάκης Ν
Ἡλίας Πολίτης ΝἈσημ. Χριστόπουλος Ο
Γουλιέλμος Σκάρπας Νικ. Παπαλέξης Ν
Νικ. Μαρκέτης Παν. Λαμπρούλιας
Σπυρ. Λάσκαρης Εὐάγγ. Ἀρδαβάνης
Κων. Θ. Ρωμαῖος ΟἸω. Τυπάλδος Χαριτᾶτος
Κων. Χριστόπουλος Σπ. Μακρῆς Ν
Σωτ. Κροκιδᾶς ΟἈνάρ. Σιμόπουλος Ν
Σπυρ. Νοταρᾶς Εὐστ. Παπαδάκης Ν
Ἀναστ. Δημητριάδης Πανοῦρ. Πανουργιᾶς
Γεώργ. Κούστας Θάνος Κανακάρης
Ἰω. Τσιμάρας ΝἈχ. Χοϊδᾶς Ο
Γερ. Μουσούρης Ἀντ. Ρικάκης Ν
Δ. Ἄννινος Καβαλιεράτος Ἰω. Τσερτίδης
Θεόφραστος Μεταξᾶς ΝΝικ. Κουμανιώτης
Διον. Καλούτσης ΝἌγγ. Ροῦφος
Σπυρ. Στάης ΝΝικ. Καράπαυλος Ν
Μιχ. Πολίτης Παν. Σάκκης
Θεόδ. Θερμογιάννης Σπ. Γρίβας Ν
Ἰω. Καλούτσης Ἰω. Βρυώνης
Στέφ. Κοπανίτσας ΝΠ. Ἄννινος Καβαλιεράτος
Κωνστ. Σαλταφέρος ΝἸω. Γεωργιάδης
Πέτρ. Βαρβιτσιώτης ΝΓεώργ. Ν. Μπούμπουλης Ν
Μελέτ. Ρουσόπουλος Γεώργ. Π. Μπούμπουλης
Δημοσθ. Ματάλας Ἀλέξ. Γ. Σοῦτσος
Νικ. Καραστέργιος Ἀνδρ. Συγγρός
Ἀργ. Διδίχας Δημ. Βοκοτόπουλος
Ἐδίπ–Σερέφ–Χασὶπ Μ. Μπογιατζόγλους Ν
Ἰω. Λάππας Ἰω. Γκιὼν Ν
Νικ. Μπουφίδης Νικ. Φώσκολος
Περ. Βαλαωρίτης ΝΣωτ. Χατζηγάκης Ν
Γερ. Σέρβος ΟΚωνστ. Χατζηπέτρος
Κωνστ. Χαλκιόπουλος ΝΧρ. Μπλετσάκης Ν
Ἀθαν. Εὐταξίας ΟΓ. Κανούτας Ν
Κωνστ. Κωνσταντόπουλος ΟΕὐστ. Κοκκέβης
Παν. Μανέτας Δημ. Παπατσώρης Ν
Ν. Τριανταφυλλάκος ΝΧρ. Καραβίτης
Ἡλ. Ζέγγελης ΝΔιον. Κατρίτσης Ν
Φίλ. Βάρβογλης Ἀνδρ. Σκαλτσᾶς Ν
Ἀθαν. Σακελλαριάδης ΝἈριστόβουλος Μάνεσης
Λέων Ζέρβας ΝΒασ. Δροσινός Ν
Στεφ. Δραγούμης ΝΝικ. Βαλάσης Ν
Νικ. Φιλάρετος ΝἘμμ. Δημητριάδης Ν
Χαρ. Τρικούπης ΝΚωνστ. Σαχτούρης
Ἰω. Τρικούπης ΝἘπαμ. Κριεζῆς
Παν. Μερλόπουλος ΟΝικ. Τσαμαδός Ν
Ἀλκ. Δεληγιάννης Βησ. Χατζηαγγελάκης
Ἀντ. Καρατζᾶς ΝΝικ. Ζητουνιάτης Ν
Ἀθαν. Παπαχελᾶς Δημ. Ζουλούμης Ν
Ἀντ. Μάτσας ΝΝικ. Χατζῖσκος Ν
Λορέντζος Δελαρόκας Κωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ν
Ἰω. Ναυπλιώτης ΝΔημ. Κρίτσας Ν
Σπυρ. Βάλληνδας ΝἩρ. Γαζέπης
Ἰω. Ἰντζὲς ΝΒ. Βουδούρης Ν
Γεώργ. Σισμάνης Νικ. Καλογερόπουλος Ν
Νικ. Καλαντζόπουλος ΝΘέμ. Α. Κανάρης Ν
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΝΚων. Παπανικολῆς

§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 116. Ἐκ τούτων 97 εἶπον Ναὶ καὶ 19 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἐγένετο δεκτὴ διὰ ψήφων 99 κατὰ 19. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).

§123ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς ἐξέθηκα τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου δὲν συνᾴδει πρὸς τὸ δημόσιον συμφέρον. Ἐθεώρησα περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω τὰ τότε λεχθέντα, γνωρίζων ὅτι δὲν ἤθελον μεταβάλει οὔτε τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς οὔτε τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Περιορίζομαι μόνον νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις, τροποποιήσεις τινὰς, τὰς ὁποίας θεωρῶ ἐν μέρει ὡς τὸ πόρισμα τῶν τότε παρ’ ἐμοῦ λεχθέντων. Ὡς εἶχον παρ’ ἡμῖν τὰ τῆς ἀστυνομίας πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου τὴν τροποποίησιν ἀφορᾷ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, κατὰ τοὺς τότε ἰσχύοντας νόμους, τὸ ἀστυνομεῖν καθιεροῦτο ὡς δικαίωμα καὶ καθῆκον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία ἐξήσκει αὐτὸ διὰ τῶν διαφόρων διοικητικῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους καὶ ἰδίως διὰ τοῦ στρατιωτικοῦ σώματος, τοῦ γνωστοῦ ὑπὸ τὸ ὄνομα χωροφυλακή. Ἐκτὸς τῆς γενικῆς ταύτης καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ἀστυνομίας, τὴν ὁποίαν εἶχε δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐξασκήσῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, οἱ νόμοι εἶχον καθιερώσει συγχρόνως καὶ τοπικήν τινα ἀστυνομίαν, δημοτικήν τινα ἀστυνομίαν, ἡ ὁποία ἐξησκεῖτο ἀπὸ τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, ἀπὸ τὸν δήμαρχον, ἀπὸ τοὺς παρέδρους ἢ τὸν εἰδικὸν ἐπὶ τούτῳ διοριζόμενον ἀστυνόμον. Τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐξήσκει ἡ χωροφυλακή, καὶ τὰ καθήκοντα τὰ ὁποῖα ἐξήσκουν αἱ δημοτικαὶ ἀρχαί, κατὰ τὸ πλεῖστον ἐταυτίζοντο· καὶ αἱ μὲν καὶ αἱ δὲ εἶχον νὰ μεριμνήσωσι περὶ συντηρήσεως τῆς τάξεως, περὶ ἐξασφαλίσεως τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, περὶ προλήψεως πάσης ἀξιοποίνου πράξεως, ἢ διατηρήσεως τῆς κοινῆς τάξεως. Ἀλλ’ ἰδιαίτερον δικαίωμα καὶ καθῆκον τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν οὐδεμία ἄλλη ἀρχὴ τοῦ Κράτους, ἦτο ποῖον; νὰ λαμβάνωσι μέτρα συντελοῦντα εἰς τὴν ἀσφάλειαν οὐ μόνον τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ καὶ τῆς ὑγείας αὐτῶν καὶ τῆς προαγωγῆς τῆς εὐζωΐας καὶ τῆς εὐημερίας τῶν δημοτῶν. Τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ἰδιαιτέρως ἀνατεθειμένον εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς καὶ μόνον εἰς αὐτὰς, ἐξησκεῖτο διὰ τῆς ἐκδόσεως τῶν ἀστυνομικῶν διατάξεων, ὡμοίαζε δὲ πρὸς τὸ ἐν Γαλλίᾳ pouvoir réglémentaire. Τοιαύτην ἐξουσίαν, ἐπαναλαμβάνω, ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κράτει οὐδεμία ἄλλη ἀρχὴ εἶχε, παρὰ μόνον αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ, καὶ διὰ τοῦ δικαιώματος τούτου κατώρθουν νὰ ἐπιβάλωσι πότε μὲν τὴν τάξιν, ἄλλοτε δὲ μέτρα ὑγιεινῆς, νὰ ἐπιβλέπωσι τὴν ποιότητα τῶν τροφίμων, νὰ λαμβάνωσι μέτρα περὶ τῆς ἀγροτικῆς ἀστυνομίας, ὡς συντελοῦντα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς εὐζωΐας τῶν δημοτῶν. Τοιαῦτα δικαιώματα οὐδεμία ἄλλη ἀρχὴ εἶχεν, οὔτε ἡ Νομαρχία οὔτε ἡ Χωροφυλακή. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἴσχυον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον. Τί σκοπεῖ ἤδη νὰ μεταβάλῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὅπως καὶ τὸ τότε ὑπὸ τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς; Θέλει νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ ἀστυνομεῖν ἀπὸ τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, καὶ νὰ τὸ ἀναθέσῃ εἰς στρατιωτικὰς ἀρχάς. Δὲν θέλω νὰ ἐπέμβω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἂν ἦναι συμφέρον τοῦ Κράτους καὶ τῆς κοινωνίας νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀπὸ τὰς δημοτικὰς ἀρχάς· ἀλλ’ ἂν πρόκηται νὰ γείνῃ τοῦτο, καὶ πρόκειται ν’ ἀνατεθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὰς στρατιωτικὰς ἀρχὰς, διατὶ δὲν ἀνατίθεται εἰς ἐκείνας τὰς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἀρχῆθεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀστυνομίας, ἀλλ’ ἐπιζητοῦσι τὴν σύστασιν καὶ ἑτέρου νέου σώματος, ἀγνώστου εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, τὸ ὁποῖον ὀνομάζομεν νῦν ἀστυφυλακήν; Ἡ χωροφυλακὴ ἐξήσκει μέχρι τοῦδε τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν· εἰς αὐτὴν λοιπὸν ἂς ἀναθέσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὴν δημοτικὴν ἐξουσίαν, καὶ οὕτω πως δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν τὰ προσόντα τῶν ἀστυφυλάκων κλπ. Πρέπει βεβαίως νὰ βελτιώσωμεν τὴν χωροφυλακήν μας καὶ τὸν ὀργανισμὸν αὐτῆς, καὶ νὰ ἀναθέσωμεν εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα τῆς ἀστυνομίας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καὶ ἂν ἦναι ὀρθὴ ἡ ἀρχή του, δὲν ἠκολούθησε τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ παρακολουθήσῃ πρὸς πραγματοποίησιν τῆς ἀρχῆς αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐὰν συμφέρῃ ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς τὸ δικαίωμα τῆς ἀστυνομίας ἐν γένει, εἶναι ἆρά γε συμφέρον ν’ ἀφαιρέσωμεν καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκδίδειν ἀστυνομικὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ὀφείλουσιν οἱ πολῖται νὰ ἐκτελῶσιν, ἄλλως τιμωροῦνται κατὰ τοὺς νόμους; Ἡ ἔκδοσις αὕτη τῶν διατάξεων ἀπαιτεῖ γνώσεις ἄλλας, παρὰ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔχουσιν οἱ μεριμνῶντες περὶ συλλήψεως τῶν κακούργων καὶ φυγοδίκων, ἀπαιτεῖ γνώσεις τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν ἑκάστου δήμου. Ἄλλα μέτρα ἀστυνομικὰ ἐπιβάλλονται ἐν Ἀθήναις, ἄλλα εἰς τὰς μικροτέρας πόλεις, ἄλλα εἰς τὰ χωρία. Ἡ ἀνάπτυξις τῶν κατοίκων καὶ αἱ κοινωνικαὶ καὶ τοπικαὶ περιστάσεις ὑπαγορεύουσι ποῖα μέτρα πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰς ἕκαστον δῆμον. Ἀλλὰ περὶ τούτων πάντων μόναι αἱ ἐπιτόπιοι ἀρχαὶ δύνανται νὰ μορφώσωσιν ἀσφαλῆ γνώμην. Καὶ ἂν παραδεχθῶμεν, ὡς φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι καταρτίζοντες στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, δὲν πρέπει νὰ μεταχειρισθῶμεν τὴν ὑπάρχουσαν χωροφυλακὴν, ἀλλὰ νὰ μορφώσωμεν ἰδιαίτερον σῶμα, ἂς ἀναθέσωμεν εἰς τὸ σῶμα τοῦτο πᾶσαν τὴν ἀστυνομίαν, πλὴν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκδίδειν ἀστυνομικὰς διατάξεις, διότι εἰς ταύτας εἶναι ἁρμοδιωτέρα ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ, ἡ ὁποία γνωρίζει τὰς ἀνάγκας τῶν δήμων. Ἐκ τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου δὲν ὑπάρχει φόβος νὰ ἐμπέσωμεν εἰς ἐλλείψεις. Διὰ τοῦτο ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ περιορισμός τις καὶ νὰ μὴ ἀναγραφῇ, ὅτι αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ ἀπαλλάσσονται τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων. Τοῦτο νὰ περιορισθῇ διὰ τῶν λέξεων «πλὴν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκδίδειν ἀστυνομικὰς διατάξεις». Οὕτω δὲ καὶ ἡ θέσις τῶν δημάρχων θὰ ἔχῃ μείζονα σπουδαιότητα ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελε περιέλθει μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου. Πλὴν τούτου ἔχω καὶ ἑτέραν τινὰ παρατήρησιν. Παρατηρῶ, ὅτι πλὴν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων ἀφαιροῦνται ἀπὸ τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς καὶ τὰ ἀνακριτικά. Πολλάκις ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν παρ’ ἡμῖν ἐκκρεμῶν ἀνακρίσεων ἐπλεόνασεν εἰς βαθμὸν ἀποτελοῦντα σχεδὸν δικαιοστάσιον τῆς ἀπονομῆς τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, εἰς τοῦτο δὲ συντελεῖ καὶ ἡ ἔλλειψις ἐπαρκῶν ὀργάνων πρὸς ἀποπεράτωσιν αὐτῶν τῶν ἀνακρίσεων. Μεταξὺ τῶν ὀργάνων τούτων εἶναι καὶ οἱ δήμαρχοι καὶ πάρεδροι. Διατὶ, ἐρωτῶ, ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους τούτους τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπιχειρεῖν ἀνακριτικὰς πράξεις; Ὑπάρχουσι δῆμοι, εἰς τοὺς ὁποίους οὐδεμία ἀρχὴ ὑπάρχει, ὁ δὲ διορισθησόμενος ἀστυνόμος ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ περιφέρειαν πλειόνων δήμων. Ἐὰν εἰς μέρος τι τῶν δήμων τούτων λάβῃ χώραν ἀξιόποινος πρᾶξις, ποῖος θὰ σπεύσῃ εἰς βεβαίωσιν τῆς πράξεως καὶ σύλληψιν τῶν κατηγορουμένων; Οὐδείς. Εἴχομεν τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκον τοῦτο. Διατὶ τὸ ἀφαιροῦμεν; Νομίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου εἶναι καλὸν νὰ ἐπέλθῃ τροποποίησις κατὰ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας προέβαλον.

§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).

§125ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§126ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβασθῇ ἡ ἀποστολὴ τοῦ ἀξιωματικοῦ μὲ τὰ καθήκοντα τῆς ἀστυνομίας. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου μεταβάλλεται καὶ αὐτὴ ἡ δικαιοδοσία ὡς πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀστυνόμους· ἐνῷ οἱ ἀξιωματικοὶ ἔχουσι κεκτημένον δικαίωμα νὰ δικάζωνται ἀπὸ τὰ στρατοδικεῖα, σήμερον θὰ ὑπάγωνται εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Πῶς δύναται ὁ ἀξιωματικὸς νὰ γείνῃ διοικητικὸν ὄργανον;

§127ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ὑπηρετῶσιν ἐκεῖ, ὅπου ἡ πατρὶς τοὺς θεωρεῖ καταλλήλους πρὸς ὑπηρεσίαν, ἐκεῖ, ὅπου τὸ Κράτος ἀναζητεῖ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶσι τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ σήμερον ὑπηρετοῦσιν εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, καὶ ὑπάγονται, ὑπηρετοῦντες εἰς αὐτὴν, εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Σήμερον ἀσχολοῦνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἀξιωματικοὶ ὑπὲρ τοὺς 70, εἴτε εἰς ἐνίσχυσιν τῆς χωροφυλακῆς, εἴτε εἰς τὴν μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν· δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ νὰ μὴ διορισθῶσι πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς χωροφυλακῆς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι τῆς πατρίδος ἀναθέτουσιν εἰς τὴν χωροφυλακήν. Ὡς πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας, ἂν οὗτοι ἀνήκωσιν εἰς πάντα τὰ ὅπλα, τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἀμφισβητήσῃ τις· διότι ἀληθῶς τὸ μέγα μέρος τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες θὰ διορισθῶσιν εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, θὰ ληφθῇ ἐκ τοῦ πεζικοῦ, καθόσον οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ ἀσχολοῦνται ἐκ περιτροπῆς εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωσι τὰ τῆς ὑπηρεσίας κάλλιον παντὸς ἄλλου. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο ποτὲ νὰ κάμῃ τὴν διάκρισιν ταύτην μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, διότι δύνανται καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων ὅπλων νὰ εὑρεθῶσί τινες ἀξιωματικοὶ κατάλληλοι, ἵνα ἐκτελέσωσι τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν. Περὶ τοῦ ἀκαταλλήλου καὶ τῆς ἠθικῆς ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν καταστροφῆς, ἣν οἱ ἀντιλέγοντες νομίζουσιν ὅτι θέλουσιν ὑποστῆ οἱ ἀξιωματικοὶ, ἐργαζόμενοι εἰς τὴν ἀστυνομίαν, καὶ ἄλλοτε εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὅλως τὸ ἐναντίον συμβαίνει. Οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς τὴν ἀστυνομίαν δὲν ἕπεται ὅτι θὰ παύσωσιν ὄντες ἀξιωματικοὶ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, καὶ ὅτι θὰ παύσωσιν ἀσχολούμενοι περὶ τὰ στρατιωτικὰ. Ἄλλως τε ἡ ἀπουσία αὐτῶν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ δὲν θὰ ἦναι μακροτέρα τῶν δύο ἐτῶν. Παρέχουσι δὲ μέγα ὠφέλημα εἰς τὸν στρατὸν, διότι αὐτοὶ ἀναλαμβάνουσι τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, εἰς ἣν ἀσχολοῦνται πλείονες τῶν 2,000 ἀνδρῶν, δυνάμενοι ἐλευθέρως νὰ συγκεντρωθῶσιν εἰς τὰς ἕδρας τῶν συνταγμάτων καὶ ἀσχοληθῶσι περὶ τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτῶν. Τοῦτο δ’ ἐζήτησαν οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ, νὰ μὴ ἀναμιγνύηται τὸ στράτευμα εἰς τὰ τῆς Πολιτείας. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι ὁ σκοπὸς πληροῦται. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι περὶ τοὺς 200, ἴσως καὶ ἔλαττον, ἀξιωματικοὶ θὰ ἀσχοληθῶσιν εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ θὰ ἀσχοληθῶσι μόνον ἐπὶ δύο ἔτη, θὰ ἀφήσωσι δὲ πάντας τοὺς ἄλλους ἐλευθέρους εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ· τὸ στράτευμα δὲν θ’ ἀναμιχθῇ εἰς τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, θὰ ἐκτελῇ μόνον τὴν ὑπηρεσίαν τῶν φρουρῶν ἐν ταῖς πόλεσιν, ἔνθα ἑδρεύει.

§128ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§129ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).

§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).

§131ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἤθελον νὰ μάθω, ποία εἶναι ἡ ἁρμοδιότης καὶ τίς ὁ σκοπὸς τῆς συμμετοχῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἀστυνομικῶν περιφερειῶν.

§132ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «καὶ Στρατιωτικῶν Ὑπουργῶν», νὰ μείνῃ δὲ μόνον «προτάσει τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης).

§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).

§134ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, πρὸ ὀλίγου ἀγορεύων, καὶ ἐγὼ ἤδη ἠρώτησα τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, τίνες εἶναι αὐτοὶ οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς χωροφυλακῆς, περὶ τῶν ὁποίων οὐδὲν ἄλλο ἄρθρον τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου πραγματεύεται, ἵνα ὁρίσῃ εἴτε τοὺς βαθμοὺς εἴτε τὰ καθήκοντα αὐτῶν, τὸ δὲ προκείμενον ἄρθρον ὁμολογουμένως ἀποδίδει εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ βεβαιῶσι πᾶσαν ἀξιόποινον πρᾶξιν τῶν ἐν ταῖς ἀστυνομίαις ὑπηρετούντων. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ λοιπὸν τὰς πράξεις τῶν ἐν ταῖς ἀστυνομίαις ὑπηρετούντων, οἱ ἐπιθεωρηταὶ αὐτοὶ τῆς χωροφυλακῆς γίνονται καὶ ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι. Ἐρωτῶ λοιπὸν κατὰ προσθήκην, μόνον τῶν ὑπηρετούντων ἐν ταῖς ἀστυνομίαις τὰς ἀξιοποίνους πράξεις δύνανται νὰ βεβαιῶσιν, ἢ ὡς ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι δύνανται νὰ βεβαιῶσι καὶ πᾶσαν ἄλλην ἀξιόποινον πρᾶξιν, ἡ ὁποία δὲν τελεῖται ἐν τῇ περιφερείᾳ των;

§135ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἐψηφίσθη νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου καθορίζεται θέσις τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῆς ἀστυνομίας.

§136ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ στρατοῦ;

§137ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα. Σὺν αὐτῇ δὲ ὡρίζοντο καὶ δύο θέσεις ἐπιθεωρητῶν τῆς ἀστυνομίας συνταγματαρχῶν ἢ ἀντισυνταγματαρχῶν, καὶ περὶ αὐτῶν ὁμιλεῖ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ πλὴν τούτων ὑπάρχουσιν ἐν τῷ παλαιῷ ὀργανισμῷ, τῷ καὶ κρατοῦντι νῦν ἔτι, τρεῖς ἐπιθεωρηταὶ τῆς χωροφυλακῆς, καὶ τούτους τάσσομεν εἰς τὸ ἀρχηγεῖον αὐτὸ τῆς χωροφυλακῆς. Οὕτω πως οἱ πέντε οὗτοι ἐπιθεωρηταὶ θὰ ἐπιθεωρῶσι τὰς ἀστυνομίας τῆς τε ἀστυφυλακῆς καὶ τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ἐντεῦθεν θὰ προτείνωσι πάντα τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς ἔλεγχον τῶν καθηκόντων τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων.

§138ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλας ἀξιοποίνους πράξεις δὲν δύνανται νὰ βεβαιῶσι;

§139ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τῶν ὑπηρετούντων.

§140ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν συμβῇ καθ’ ὁδὸν νὰ γείνῃ εἷς φόνος, εἶναι ἀνακριτικοὶ αὐτοὶ ὑπάλληλοι, ἵνα τὸν βεβαιῶσι;

§141ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως· πᾶς ἀξιωματικὸς τῆς χωροφυλακῆς ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο.

§142ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι τῆς χωροφυλακῆς αὐτοί.

§143ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Οἱ τρεῖς εἶναι τῆς χωροφυλακῆς, οἱ δύο εἶναι ἀστυνομικοί, οἱ ὁποῖοι ἐξομοιοῦνται πρὸς τὴν χωροφυλακήν.

§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).

§145ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο καὶ εἰς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 6 γίνεται πρόνοια περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκπληροῦσι καθήκοντα χωροφυλακῆς. Ποῦ θὰ ὑπάγωνται οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι; Ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν ὅμως τούτων οἱ μὲν ἀναφερόμενοι εἰς τὴν αʹ παράγραφον τοῦ ἄρθρου 2 εἶναι ἀξιωματικοὶ ἢ τῆς χωροφυλακῆς ἢ τοῦ στρατοῦ. Οὗτοι τώρα οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς ἢ τοῦ στρατοῦ, οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς τὴν ἀστυνομίαν, κατὰ τὴν αʹ παράγραφον τοῦ ἄρθρου τούτου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν χωροφυλακήν, δὲν ἔχουσι καθήκοντα χωροφυλακῆς, ἐκπληροῦσι καθήκοντα μόνον ἀστυνομικά. Ποῦ ὑπάγονται λοιπὸν οὗτοι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα, καὶ διατὶ περὶ αὐτῶν γίνεται λόγος ἐν τῇ παραγράφῳ ταύτῃ, ὅτι δύναται νὰ τοῖς ἀνατεθῇ καὶ ἡ ἐκτέλεσις καθηκόντων χωροφυλακῆς; Ὅπου ὑπάρχει διοικητὴς μοιραρχίας, διορίζεται ἀξιωματικὸς τοῦ πεζικοῦ ἀστυνόμος· εἰς αὐτὸν τὸν ἀστυνόμον θ’ ἀνατεθῶσι τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς.

§146ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Βεβαίως εἰς τὴν ἀστυφυλακὴν, εἰς ἣν δύνανται νὰ ἀνατεθῶσι καὶ τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς, διότι χωροφυλακὴ δὲν ὑπάρχει ἔνθα ὑπάρχει ἀστυφυλακή.

§147ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπου δὲν ὑπάρχει χωροφυλακή.

§148ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὅπου δὲν ὑπάρχει,—καὶ τοιαῦται πόλεις εἶναι αἱ πρωτεύουσαι νομῶν καὶ αἱ ἔχουσαι πληθυσμὸν πλέον τῶν 5,000,—ἐκεῖ εἶναι ἡ ἀστυφυλακή. Ὅπου ὑπάρχει ἀστυφυλακή, δὲν ὑπάρχει χωροφυλακή. Εἰς ταύτην λοιπὸν τὴν ἀστυφυλακὴν δύνανται ν’ ἀνατεθῶσι καὶ τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς. Τοῦτο λέγει τὸ ἄρθρον.

§149ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα, ὑπάρχει κἀμμία ἀνωτέρα ἀρχὴ, πλὴν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ἥτις νὰ ἐπιβλέπῃ τὰς διαφόρους ἀστυνομίας τοῦ νομοῦ;

§150ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἰς μὲν τοὺς δήμους, ἔνθα ἡ χωροφυλακὴ ἐκτελεῖ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, ἐκεῖ ἡ μοιραρχία τοῦ νομοῦ ἔχει τὴν δικαιοδοσίαν τῆς ἐποπτείας...

§151ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς χωροφυλακῆς, ὄχι τῆς ἀστυνομίας.

§152ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα, ἐκτὸς ἐὰν ἀνατεθῶσιν εἰς τὴν ἀστυφυλακὴν καθήκοντα χωροφυλακῆς.

§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 6–8 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).

§155ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρόκειται περὶ δημιουργίας νέου στρατιωτικοῦ σώματος. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ ψηφίζει τὸν προσδιορισμὸν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων. Ἤδη ἐψηφίσθη ἡ τακτικὴ δύναμις τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ διὰ τὸ 1893. Δὲν ἐννοῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν νῦν νὰ ψηφίσωμεν ἐκ νέου νέαν στρατιωτικὴν δύναμιν, χωρὶς μάλιστα νὰ ὁρίζηται οὐδὲ ἡ δύναμις τῶν ὁπλιτῶν αὐτῶν, οὐδὲ ἡ δύναμις τῶν ἀξιωματικῶν. Ἡ παρατήρησις αὕτη ἐγένετο κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ Κυβέρνησις δὲ δὲν ἐθεώρησε τοῦ κόπου ἄξιον ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τοῦτο. Νομίζω ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις τινὰς περὶ τοῦ πράγματος, καθόσον πρόκειται καθαρῶς περὶ διατάξεως ἀντικειμένης εἰς τὸ σαφὲς γράμμα τοῦ Συντάγματος.

§156ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν στιγμήν, κύριε Πρόεδρε. Ἐν τῷ τελευταίῳ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον πραγματεύεται περὶ τῶν ἐνωμοταρχῶν καὶ ὑπενωμοταρχῶν τῆς ἀστυφυλακῆς, καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον ἔχουσι καὶ αὐτοὶ οἷα καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς ἀνακριτικὰ καθήκοντα, προστίθεται «ἐν ᾧ τόπῳ δὲν ὑπάρχει ἀστυνόμος». Καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἀστυνόμος, δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ αὐτοὶ τῆς χωροφυλακῆς νὰ μὴ ἔχωσι νὰ ἐκπληρώσωσι καθήκοντα ἀνακριτικά. Οἱ ἐνωμοτάρχαι καὶ ὑπενωμοτάρχαι ἔχουσιν ἀνακριτικὰ καθήκοντα καὶ ἐν ᾧ τόπῳ ὑπάρχει ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τῆς χωροφυλακῆς.

§157ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶναι μείζων ἐγγύησις.

§158ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπου εἶναι ἀστυνόμος, δὲν εἶναι οἱ ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι, διότι λέγει «ἐν ᾧ τόπῳ δὲν ὑπάρχει ἀστυνόμος».

§159ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὅταν ἦναι ἀστυνόμος, εἶναι ὁ ἀστυνόμος, ὅταν δὲν ἦναι ἀστυνόμος, εἶναι αὐτοί.

§160ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀστυνόμος εὑρίσκεται εἰς τὸ ἓν ἄκρον τῆς πόλεως, ὁ ὑπαστυνόμος εὑρίσκεται εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον.

§161ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος καὶ τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν καὶ σήμερον εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν συνεζητήθη, εἶναι ζήτημα πολὺ σπουδαῖον· διότι, ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων δύναται νὰ προσδιορίζηται διὰ μόνου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἄνευ νόμου τακτικοῦ, ὅπως προσδιορίζεται ἡ τακτικὴ δύναμις τοῦ στρατοῦ τοῦ Κράτους, ἐὰν, λέγω, παραδεχθῶμεν τοιαύτην ἀρχὴν ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος τούτου, τίς θὰ ἐμποδίσῃ αὔριον ἄλλην Βουλὴν καὶ ἐπὶ ὅλου τοῦ στρατοῦ νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἀρχὴν ταύτην; Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ σώματος στρατιωτικοῦ. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ δύναμις ὁρίζεται διὰ νόμου, ὁρίζεται παρὰ τῆς Βουλῆς, ἡ ἑρμηνεία δὲ αὕτη ἐδόθη, ὅτι ὁρίζεται οὐχὶ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὁρίζεται δι’ εἰδικοῦ νόμου, τρὶς συζητουμένου καὶ ψηφιζομένου παρὰ τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ὁ προϋπολογισμὸς, ὅπως γνωρίζομεν, δὲν εἶναι νόμος ψηφιζόμενος ὅπως οἱ ἄλλοι νόμοι, εἶναι νόμος περιλαμβάνων τὰ συμπεράσματα τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας καὶ ψηφιζόμενος ἅπαξ. Ἐὰν σήμερον παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν ταύτην, βεβαίως εὑρισκόμεθα εἰς ἀντίθεσιν ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ὅπως αὕτη ἡρμηνεύθη ἀφ’ ὅτου τὸ Σύνταγμα τοῦτο ἰσχύει· διότι ἀφ’ ὅτου τὸ Σύνταγμα ἰσχύει, δι’ εἰδικοῦ νόμου ψηφίζεται κατ’ ἔτος ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ καὶ εἰς ὡρισμένας περιστάσεις ἐπιτρέπεται ἡ αὔξησις αὐτοῦ. Ὥστε τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τοσοῦτον ἐλαφρὸν, ὥστε νὰ τὸ διερχώμεθα ἄνευ προσοχῆς καὶ ἄνευ συζητήσεώς τινος, ἀλλὰ δέον νὰ ἐξετασθῇ, ὅπως καὶ ἡμεῖς τοὐλάχιστον φωτισθῶμεν, ποῦ βασιζομένη ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ εἰσαγάγῃ μίαν νέαν ἑρμηνείαν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἀντικειμένη εἰς ἐκείνην, ἥτις ἐφηρμόσθη μέχρι σήμερον.

§162ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τοσαύτης σπουδαιότητος, ὅπως θέλουσι νὰ τὸ παραστήσωσι· διότι ἀληθῶς ἡ ἀστυφυλακὴ ὀργανοῦται στρατιωτικῶς, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ στράτευμα, εἶναι σῶμα στρατιωτικὸν, εἰδικὸν διὰ τὴν ἀστυνομίαν, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ στρατός.

§163ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἀποκαλεῖτε στρατιωτικὸν σῶμα.

§164ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸ ἀποκαλῶ σῶμα στρατιωτικῶς ὠργανωμένον. Ἀλλὰ μήπως ἦναι ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν βλέπομεν τοιοῦτον σῶμα στρατιωτικῶς ὠργανωμένον; Τοιαῦτα εἶναι ἡ τελωνοφυλακή, ἡ δασοφυλακή, καὶ ἄλλα τινὰ στρατιωτικῶς ὠργανωμένα, ἀλλὰ δὲν εἶναι στρατὸς οὐδὲ προσδιορίζεται ἡ ἐτησία δύναμις αὐτῶν διὰ νόμου. Ἑπομένως ἡ ἀπαίτησις, ὅπως περιληφθῇ εἰς τὸ στράτευμα ἡ δύναμις τῆς ἀστυφυλακῆς, δὲν εἶναι δικαία· δὲν ἔχομεν ἄρα ἀνάγκην νὰ ὁρίσωμεν διὰ νόμου τὴν δύναμιν τῆς ἀστυφυλακῆς, ὡς ὁρίζομεν τὴν ἐνιαυσίαν δύναμιν τοῦ στρατοῦ.

§165ΡΑΛΛΗΣ. Μήτε ἡ δασοφυλακή, μήτε ἡ τελωνοφυλακὴ δύναται νὰ ἐξομοιωθῇ πρὸς τὸ στρατιωτικὸν σῶμα, τὸ ὁποῖον σήμερον καταρτίζεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Καὶ ἡ δασοφυλακὴ καὶ ἡ τελωνοφυλακὴ ἔχουσιν ὡρισμένα καθήκοντα· δὲν ἀποτελοῦσι στρατιωτικὸν σῶμα, οὐδὲ ἀποκαλοῦνται στρατιωτικὰ σώματα διὰ τῶν νομοθετημάτων, διὰ τῶν ὁποίων ἱδρύθησαν τὰ σώματα ταῦτα. Σήμερον διὰ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ καὶ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 9 καθορίζεται, ὅτι πρόκειται περὶ καταρτισμοῦ στρατιωτικοῦ σώματος. Ἐὰν δὲ τὸ σῶμα τοῦτο ἦναι στρατιωτικὸν, ἀναγκαίως ὑπάγεται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος, καὶ διὰ τοῦ ἐπετείου νόμου πρέπει νὰ προσδιορισθῇ ἡ δύναμις αὐτοῦ. Διὰ τοῦ ἐπετείου νόμου καθωρίσθη ἡ δύναμις ἡ στρατιωτικὴ τοῦ κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατοῦ, ἐν τῷ ἐπετείῳ νόμῳ δὲν περιελήφθη τι περὶ ἀστυφυλακῆς. Οἱαδήποτε πίστωσις, περιληφθεῖσα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ ἐπέτειος νόμος δὲν ἤθελε καθορίσει τὸν ἀριθμόν. Ἀλλ’ ἤδη παρετήρησα, ὅτι πράττετε καί τι πλέον, δὲν καθορίζετε κἂν τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαξιωματικῶν, διότι τὸν ἀριθμὸν τὸν προσδιορίζετε κατὰ λόγον 10 ἀστυφυλάκων πρὸς ἕνα ἐνωμοτάρχην καὶ ἕνα ὑπενωμοτάρχην. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι νόμιμον, καὶ ἂν δὲν δύνασθε νὰ πράξητε τοῦτο προκειμένου περὶ δασοφυλακῆς, πολλῷ μᾶλλον δὲν δύνασθε νὰ τὸ πράξητε προκειμένου περὶ σώματος καθαρῶς στρατιωτικοῦ. Τὸ σῶμα τοῦτο τὸ ὑπάγετε εἰς ὅλους τοὺς κανόνας τῆς πειθαρχίας τῆς στρατιωτικῆς. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἐξαιρέσητε τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος, καὶ νὰ θεωρήσητε, ὅτι εἶσθε ἀπηλλαγμένος τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ ὑποβάλητε τὴν ὅλην δύναμιν αὐτοῦ καὶ εἰς στρατιώτας καὶ εἰς ὑπαξιωματικοὺς εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς;

§166ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§167ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἡ ἰδέα ἡμῶν εἶναι, ὅτι ἡ ἀστυφυλακὴ δὲν ἀποτελεῖ σῶμα στρατιωτικὸν, ἀλλ’ ὅτι ἀποτελεῖ σῶμα στρατιωτικῶς ὠργανωμένον, καὶ τοιουτοτρόπως θέλομεν τὸ διατυπώσει· διότι, ἵνα ᾖ σῶμα στρατιωτικὸν, δέον νὰ περιλαμβάνηται εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, νὰ συμπληροῖ δὲ τὴν δύναμιν αὐτοῦ ἐκ τῶν κληρωτῶν τῆς ἐτησίας ἀπογραφῆς.

§168ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι στρατὸς μισθοφόρων.

§169ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τοῦτο εἶναι σῶμα στρατιωτικῶς ὠργανωμένον.

§170ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν νομίζω ὅτι κατὰ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ γνώμη, ἣν ὑποστηρίζει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.

§171ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ γράμμα τὸ τροποποιοῦμεν.

§172ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ χωροφυλακὴ πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἢ πέντε ἐτῶν δὲν συνεπληροῦτο ἐκ κληρωτῶν· ἡ χωροφυλακὴ ἐσχηματίζετο ὑπὸ ἐθελοντῶν καὶ δι’ ἀνακατατάξεως, ἀπετέλει οὐχ ἧττον σῶμα ὑπαγόμενον εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους καὶ κανονισμοὺς καὶ περιλαμβανόμενον ἐν τῇ στρατιωτικῇ δυνάμει τῇ κατ’ ἔτος ψηφιζομένῃ. Ὅτι δὲ τὸ σῶμα τῆς ἀστυφυλακῆς, ὅπως σήμερον ὀργανοῦται, εἶναι καθαρῶς στρατιωτικὸν σῶμα, τὸ δεικνύει ἐκτὸς τοῦ ἄρθρου 9 καὶ τὸ ἄρθρον 29. Τὸ ἄρθρον 29 ῥητῶς λέγει, ὅτι «ἅπαντες οἱ ἀστυνόμοι καὶ οἱ ἐκτελοῦντες ἀστυνομικὰ καθήκοντα ὁπλῖται ὑπάγονται ἐν γένει εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους καὶ κανονισμούς». Ὅταν ἓν σῶμα ὀργανῶται στρατιωτικῶς, ὅταν ὑπάγηται εἰς τοὺς νόμους τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ τοὺς κανονισμούς, δὲν εἶναι τὸ σῶμα τοῦτο πλέον κἄτι τι ἀνάλογον πρὸς τοὺς τελωνοφύλακας καὶ τοὺς δασοφύλακας, εἶναι σῶμα καθαρῶς στρατιωτικόν. Ἐγὼ βεβαίως δὲν θὰ ηὐχόμην τὸ σῶμα τοῦτο νὰ γείνῃ στρατιωτικόν, διότι στρατιωτικὸν γενόμενον τὸ σῶμα τοῦτο, ἀνατρέπει θεμελιώδεις βάσεις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν· ἀλλ’ εἶναι τοιοῦτον, ἀφοῦ δὲ εἶναι τοιοῦτον, βεβαίως δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ τὸ σχηματίσητε ἄνευ παραβάσεως τοῦ Συντάγματος, χωρὶς νὰ περιλαμβάνηται ἡ δύναμις αὐτοῦ ἐν τῷ νόμῳ τῷ ὁρίζοντι τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν τοῦ Κράτους.

§173ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Νὰ γείνῃ ἡ ἑξῆς τροπολογία, κύριε Πρόεδρε· «ὑπὸ στρατιωτικῶς ὠργανωμένου σώματος».

§174ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως δὲν διορθοῦται τὸ ἄρθρον οὕτω πως.

§175ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παίζομεν μὲ τὰς λέξεις.

§176ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἔλεγεν, ὅτι, ἐὰν ἦτο διατετυπωμένον τὸ ἄρθρον κατὰ τρόπον ἐμφαίνοντα, ὅτι πρόκειται περὶ σώματος στρατιωτικῶς ὠργανωμένου, ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ εἶχον ὑπόστασιν. Μεταῤῥυθμίζομεν τὸ ἄρθρον κατὰ τὰς ὑποδείξεις τοῦ ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ, ἐγείρεται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης καὶ λέγει, ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν αὐτὸ, καὶ ὅτι παίζομεν μὲ τὰς λέξεις, καὶ συμφωνεῖ ἴσως καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος.

§177ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, τί φρονοῦσιν ἄλλοι, ἀλλὰ βεβαίως θέλομεν νὰ παίξωμεν μὲ τὰς λέξεις.

§178ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀποταθῆτε πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λοκρίδος.

§179ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω ν’ ἀποταθῶ πρὸς κἀνένα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος εἶναι ἀρκετὰ ἐνήλικος, ὅπως ἀναπτύξῃ τὰς γνώμας του. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι δυνάμεθα ν’ αὐξήσωμεν τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ ἄνευ τοῦ ἐπετείου νόμου, πράξατέ το.

§180ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ μεταβολὴ τοῦ ὀνόματος, τὴν ὁποίαν ἐπήνεγκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τῆς τροπολογίας του ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, οὐδόλως μεταβάλλει τὰ πράγματα, διότι τὸ σῶμα μένει πάντοτε στρατιωτικὸν, ὑπαγόμενον εἰς τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν καὶ τὴν στρατιωτικὴν ἱεραρχίαν, εἰς ὅλους τοὺς κανονισμοὺς τοῦ στρατοῦ. Καὶ τοῦτο ἀκριβῶς διακρίνει τὸ σῶμα τοῦτο ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς τελωνοφυλακῆς καὶ τὸ σῶμα τῆς δασοφυλακῆς. Ἅμα ὡς δεχθῆτε, ὅτι τὸ σῶμα τοῦτο ὑπάγεται εἰς τὰς στρατιωτικὰς διατάξεις, ἀναγκαίως πρόκειται περὶ σώματος στρατιωτικοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν δύναμιν πρέπει νὰ ἀναγράψητε ἐν τῷ ἐπετείῳ νόμῳ περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατοῦ. Ἐὰν κάμητε μίαν περιστροφὴν, βεβαίως δὲν θὰ ἱκανοποιήσητε τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, οὐδὲ θ’ ἀποδείξητε, ὅτι εἶσθε εὐλαβεῖς πρὸς τὸ γράμμα αὐτοῦ, διότι, ἅμα ὡς ὑπαγάγητε ἓν σῶμα εἰς τὰς διατάξεις περὶ πειθαρχίας καὶ ἱεραρχίας στρατιωτικῆς, τὸ σῶμα αὐτὸ εἶναι καθαρῶς στρατιωτικὸν, ὑπάγεται ἑπομένως ἡ δύναμις αὐτοῦ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.

§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι ....

§182ΡΑΛΛΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, παρακαλῶ. Πρόκειται περὶ διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ἐπεβάλομεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως...

§183ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ποτὲ δὲν ἐπεβάλετε.

§184ΡΑΛΛΗΣ. .. Καὶ ἠναγκάσθη τότε νὰ τὴν δεχθῇ.

§185ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδόλως ἐπεβάλετε· σᾶς ἐπέβαλον.

§186ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἄλλοτε ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἀναμφισβήτητον, καίτοι, ὅπως διεῤῥυθμίσθη τότε ἡ διάταξις ἐκείνη, πάλιν δὲν ἦτο κατὰ πάντα σύμφωνος πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλ’ ἡ ἱστορία ἐκείνη εἶναι μακρὰ καὶ παλαιὰ, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβωμεν αὐτήν. Ἡ διόρθωσις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, νὰ μεταβάλῃ «τὸ στρατιωτικὸν σῶμα» εἰς «σῶμα στρατιωτικῶς ὠργανωμένον» νομίζω ὅτι εἶναι εὐφυὴς ἀπάντησις εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος, δὲν μεταβάλλει ὅμως καὶ τὸ πρᾶγμα. Βεβαίως πρόκειται περὶ αὐξήσεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους ἁπλῶς, ἄνευ ἐνιαυσίου νόμου. Δὲν συμφωνῶ, ὅτι δὲν δύναται ὁ παρὼν νόμος ν’ αὐξήσῃ τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις κατὰ τὸ 1893. Δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι κατὰ τὸ 1893 προσδιορίζεται ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ εἰς ὡρισμένον ἀριθμόν. Τοῦτο δὲν ἐμποδίζει, διότι ἐψηφίσθη ὁ ἐνιαύσιος νόμος περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ πρέπει ἐνιαυσίως νὰ ψηφίζηται ἡ αὔξησις αὕτη.

§187ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν δύναται νὰ προσδιορισθῇ πλέον.

§188ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δυνάμεθα νὰ θέσωμεν ὡρισμένον ἀριθμὸν, μὲ τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἐνιαυσίως προσθέτῃ διὰ τῆς ψήφου αὑτῆς ἡ Βουλὴ εἰς τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ τὴν αὔξησιν ταύτην.

§189ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ νόμου ἐτησίου.

§190ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Βεβαίως· ἐνιαυσίως. Δι’ ἐφέτος, διὰ τὸ 1893, δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ διάταξις, ἐὰν ταχθῇ ὡρισμένος ἀριθμός. Ἐὰν δὲν ταχθῇ ὡρισμένος ἀριθμὸς, βεβαίως ἡ διάταξις εἶναι ἀντισυνταγματική. Νομίζω, ὅτι ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι νὰ παραβῇ καὶ εἰς τοῦτο τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, ὅπως εἰς πολλὰ ἄλλα παραβαίνει τὸ Σύνταγμα. Ὥστε πρέπει νὰ τάξῃ ὡρισμένον ἀριθμόν.

§191ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἐπέτειος νόμος περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατοῦ εἶναι ἐντελῶς διάφορος τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν· ἐκεῖνος ὁ νόμος πραγματεύεται μόνον περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατοῦ, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν διὰ μιᾶς προσθήκης ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ νὰ τροποποιηθῇ ὁ νόμος ἐκεῖνος, διότι πᾶσα διάταξις ἀφορῶσα εἰς τὴν δύναμιν τοῦ κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν στρατοῦ πρέπει νομοθετικῶς νὰ ψηφισθῇ εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις· δὲν δύναται τὸ νομοσχέδιον, ἀποβλέπον εἰς τὸν καταρτισμὸν παγίου νόμου, νὰ θεωρηθῇ ὡς νόμος τροποποιῶν νόμον ἐπέτειον.

§192ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐνιαυσίως εἶπον ὅτι πρέπει νὰ ψηφίζηται.

§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖτε νὰ γείνῃ ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως;

§194ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως.

§195ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ θὰ γείνῃ ψηφοφορία, θὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποτελῶσι μέρος τῆς χωροφυλακῆς, οἱ ἐνωμοτάρχαι, οἱ ὁπλῖται, οἱ ὁποῖοι τοποθετοῦνται εἰς τὴν ἀστυφυλακὴν, ἀποτελοῦσι μέρος τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, διότι ἐξακολουθοῦσι νὰ ἦναι εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ τοποθετοῦνται διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ εἰς εἰδικὴν ὑπηρεσίαν. Νομίζω, ὅτι κατ’ ἔτος εἰς τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ θὰ συμπεριλαμβάνωνται οὗτοι· μόνον δὲ οἱ ἀστυφύλακες, οἱ ὁποῖοι ὡς πολῖται θὰ τοποθετῶνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυφυλακῆς, μὴ ὄντες ὁπλῖται, οὐδ’ ἐνωμοτάρχαι, οὐδ’ ἀνθυπασπισταί, οὐδ’ ἀξιωματικοί, μόνον οὗτοι δὲν θὰ περιέχωνται εἰς τὴν ἐτησίαν δύναμιν τοῦ στρατοῦ.

§196ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐνωμοτάρχαι.

§197ΡΙΚΑΚΗΣ. Οὗτοι ἀναφέρονται εἰς τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ κατ’ ἔτος. Ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει παρουσιασθῇ μία ἀνάγκη τοῦ Κράτους, οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι μέρος τῆς ἀστυφυλακῆς, δύνανται νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸν στρατὸν καὶ νὰ ἐκπληρώσωσι στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ἐνῷ οἱ ἀστυφύλακες δὲν θὰ δύνανται νὰ λάβωσι μέρος.

§198ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἐνωμοτάρχαι;

§199ΡΙΚΑΚΗΣ. Οὐδὲ οἱ ἐνωμοτάρχαι. Αὐτὸς εἶναι βαθμὸς ἀστυφυλακῆς, δὲν εἶναι στρατιωτικὸς βαθμός. Κατὰ συνέπειαν διὰ τὸν λόγον τοῦτον νομίζω, ὅτι ἐμπεριέχεται ἡ δύναμις αὐτὴ εἰς τὴν κατ’ ἔτος ψηφιζομένην δύναμιν τοῦ στρατοῦ, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου.

§200ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον προβλέπει περὶ ἐνωμοταρχῶν καὶ περὶ ἀστυφυλάκων ὑπαγομένων εἰς τὸν ὀργανισμὸν καὶ τὸν κανονισμὸν τοῦ στρατοῦ.

§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ἔληξεν ἡ συζήτησις. Θὰ γείνῃ ψηφοφορία. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι...

§202ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ, αὐτὸς ὁ κύριος φρούραρχος εἶναι διὰ νὰ τηρῇ τὴν τάξιν ἐν τῇ Βουλῇ, ἢ διὰ νὰ ἐπιβλέπῃ τοὺς Βουλευτὰς, ἱστάμενος ἐπὶ τοῦ Προεδρείου;

§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, τὸν ἐκάλεσα ἐγὼ, ὅπως τῷ ἀναθέσω ὑπηρεσίαν.

§204ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν τὸν ἐκαλέσατε ὑμεῖς, ἀλλὰ καθ’ ἑκάστην τοῦτο ἐπαναλαμβάνεται.

§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν βεβαιῶ ἐγὼ, ὅτι τὸν ἐκάλεσα, εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται ν’ ἀμφισβητῇ τοῦτο.

§206ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ νὰ τηρῇ τινα ἀξιοπρέπειαν ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του, δὲν τῷ ἐπιτρέπεται δὲ νὰ ἵσταται ὄπισθεν τοῦ Προεδρείου.

§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι τὸν ἐκάλεσα ἐγώ. Γνωρίζω νὰ ἐκπληρῶ τὰ καθήκοντά μου, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ θέλητε σεῖς νὰ μοῦ δώσητε μαθήματα. Καθήσατε κάτω!

§208ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ φροντίζητε νὰ ἐκτελῆτε τὸ καθῆκόν σας ἀξιοπρεπῶς. Αὐτὸ δὲν ὑποφέρεται πλέον.

§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως δὲν ὑποφέρεται αὐτὸ, τὸ ὁποῖον κάμνετε ἐδῶ, νὰ βασανίζητε 150 ἀνθρώπους μὲ τὰς ἀλλεπαλλήλους ἐνστάσεις σας.

§210ΡΑΛΛΗΣ. Ἡμεῖς ἐκτελοῦμεν τὸ καθῆκόν μας, συζητοῦντες τοὺς νόμους, καθ’ ὃ ἔχομεν δικαίωμα.

§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ σιωπήσητε καὶ νὰ μὴ κτυπᾶτε τὸ χέρι σας, διότι οὐδεὶς σᾶς φοβεῖται.

§212ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ καθῆκόν σας πρέπει νὰ ἐκτελῆτε ἀξιοπρεπῶς.

§213ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ (πρὸς τὸν Ράλλην). Κάθησε κάτω!

§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ (ἐπίσης). Δὲν θὰ δώσητε σεῖς μαθήματα ἀξιοπρεπείας, διότι εἶσθε ὁ ἀναξιοπρεπέστατος πάντων! (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν κκ. Ρούκη καὶ Μερλοπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Μιλ. Δάλλας Σταμάτ. Μήτσας Ν
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Δημ. Βουλπιώτης
Ἰω. Μεσηνέζης Κων. Ζῶτος
Σπυρ. Μαρκέλλιος Ἡλ. Μπλατσῆς
Ἀρ. Ἀργυρόπουλος Ν Δ. Γρανίτσας
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Διον. Στεφάνου Ν
Λεων. Καρυστινάκης Κων. Ἀργας Λομβάρδος
Δημ. Καΐρης Διον. Ζήβας Πλακᾶς
Μιχ. Κωτσάκος Γεώργιος Ρῶμας Ν
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς Γεώρ. Κρεστενίτης
Ἡλ. Κανελλόπουλος Ν Χρ. Στεφανόπουλος
Γεώρ. Παχὺς Ἀνδρ. Στεφανόπουλος
Μιχ. Π. Λάμπρος Ν Διον. Παυλόπουλος
Κων. Καραπάνος Ο Ἀνδρ. Σπηλιάδης
Κων. Σταυρόπουλος Ἄγγ. Πετραλιᾶς
Ἀλέξ. Σκουζὲς Ν Ἐπαμ. Δημητρίου Ν
Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Στέφ. Σκουλούδης Ν
Ἀλέξ. Ψύλλας Νικ. Νομικὸς Ν
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ν Θωμᾶς Μαρκεζίνης Ν
Ἀλέξ. Ρετσίνας Νικήτας Συνοδινὸς Ν
Δημ. Γ. Ράλλης Ο Βαρβαρῆγος Πήλικας
Λ. Ζυγομαλᾶς Ο Ἀλέξ. Φωτήλας
Ὀθ. Μακρυγιάννης Κωνστ. Σταμπολόπουλος Ν
Σ. Ζαχαρίτσας Ν Λεων. Πετιμεζᾶς
Μιλ. Ὀριγώνης Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος
Κωνστ. Βαλτινὸς Γιαννούσης Τάκης
Ὀδυσ. Μοσχοβίτης Ν Ἡρ. Καλαμπάκας Ν
Γεώρ. Καρτάλης Ν Ἀντ. Π. Μαυρομιχάλης Ν
Ἀργ. Κανταρτζῆς Ν Περ. Πεῤῥωτὴς Ν
Νικ. Κοκωσλῆς Ν Κων. Φλέσσας
Νικ. Ἀξελὸς Ἰωάν. Καζαμπάκας Ν
Νικ. Παῤῥησιάδης Ν Κων. Ζωγλοπίτης Ν
Ἰω. Γρίβας Ν Παν. Κουκορῖκος Ν
Ἐπ. Μαυρομμάτης Ν Γεώρ. Φραγκίδης Ν
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Δημ. Τερτίπης
Νικ. Σπυρακόπουλος Ν Ἀθαν. Κωστάμης Ν
Θερ. Κορομάντζος Ο Ἀριστ. Χαντζηνικολῆς
Περ. Ἀλεξάκης Νικ. Μπαλάφας
Ἰω. Ἀντωνόπουλος Νικ. Παπανικολάου Ν
Κωνστ. Κοσσονάκος Ν Παν. Λεβέντης
Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ν Βαπτ. Βάστᾶς Ν
Γεώρ. Θεοτόκης Ν
Γεώρ. Λιδωρίκης Ν Ἀλκίνοος Ζερβὸς ἀρν.
Κων. Ἀναγνωστόπουλος Ἡλίας Πολίτης Ν
Γεώρ. Λύρας Ν Γουλιέλμος Σκάρπας
Κων. Παπαμιχαλόπουλος Ο Νικ. Μαρκέτης
Σπυρ. Λάσκαρης Ξανθὸς Πικουλάκης Ν
Κων. Θ. Ρωμαῖος ἀρν.Ἀσημ. Χριστόπουλος
Κων. Χριστόπουλος Νικ. Παπαλέξης Ν
Σωτ. Κροκιδᾶς Παν. Λαμπρούλιας
Σπυρ. Νοταρᾶς Εὐάγγ. Ἀρδαβάνης
Ἀναστ. Δημητριάδης Ν Ἰω. Τυπάλδος Χαριτάτος
Γεώργ. Κούστας Σπ. Μακρῆς Ν
Ἰω. Τσιμάρας Ν Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ν
Γερ. Μουσούρης Εὐστ. Παπαδάκης Ν
Α. Ἄννινος Καβαλιεράτος Πανούρ. Πανουργιᾶς
Θεόφραστος Μεταξᾶς Ν Θάνος Κανακάρης
Διον. Καλούτσης Ν Ἀλ. Χοϊδᾶς Ο
Σπυρ. Στάης Ν Ἀντ. Ρικάκης Ν
Μιχ. Πολίτης Ἰω. Τσερτίδης
Θεόδ. Θερμογιάννης Νικ. Κουμανιώτης
Ἰω. Καλούτσης Ἄγγ. Ροῦφος
Στέφ. Κοπανίτσας Ν Νικ. Καράπαυλος Ν
Κωνστ. Σαλταφέρος Παν. Σάκκης
Πέτρ. Βαρβιτσιώτης Ν Σπ. Γρίβας Ν
Μελέτ. Ρουσόπουλος Ἰω. Βρυώνης
Δημοσθ. Ματάλας Π. Ἄννινος Καβαλιεράτος
Νικ. Καραστέργιος Ἰω. Γεωργιάδης Ν
Ἀργ. Διδίκας Γεώργ. Ν. Μπούμπουλης Ν
Ἐδίπ–Σερέφ–Χασὶπ Ν Γεώργ. Π. Μπούμπουλης
Ἰω. Λάππας Ἀλέξ. Γ. Σοῦτσος
Νικ. Μπουφίδης Ἀνδρ. Συγγρός
Περ. Βαλαωρίτης Ν Δημ. Βοκοτόπουλος
Γερ. Σέρβος Μ. Μπογιατζόγλου Ν
Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ν Ἰω. Γκιὼν Ν
Ἀθαν. Εὐταξίας Νικ. Φώσκολος
Κωνστ. Κωνσταντόπουλος Σωτ. Χατζηγάκης
Παν. Μανέτας Κωνστ. Χατζηπέτρος ἀρν.
Ν. Τριανταφυλλάκος Ν Χρ. Μπλετσάκης Ν
Ἠλ. Ζέγγελης Ν Γ. Κανούτας Ν
Φίλιπ. Βάρβογλης Εὐστ. Κοκκέβης
Ἀθαν. Σακελλαριάδης Ν Δημ. Παπατσώρης Ν
Λέων Ζέρβας Ν Χρ. Καραβίτης
Στέφ. Δραγούμης Ν Διον. Κατρίτσης Ν
Νικ. Φιλάρετος Ν Ἀνδρ. Σκαλτσᾶς Ν
Χαρ. Τρικούπης Ν Ἀριστόβουλος Μάνεσης
Ἰω. Τρικούπης Ν Βασ. Δροσινός Ν
Παν. Μερλόπουλος Ο Νικ. Βαλάσης Ν
Ἀλκ. Δεληγιάννης Ἐμμ. Δημητριάδης Ν
Ἀντ. Καρατζᾶς Ν Κωνστ. Σαχτούρης
Ἀθαν. Παπαχελᾶς Ἐπαμ. Κριεζῆς
Χαρίλ. Προβελέγγιος Ν Νικ. Τσαμαδὸς Ν
Ἀντ. Μάτσας Ν Βησ. Χατζηαγγελάκης
Λορέντζος Δελαρόκας Ν Νικ. Ζητουνιάτης Ν
Ἰω. Ναυπλιώτης Ν Δημ. Ζουλούμης Ν
Στυλ. Βάλληνδας Ν Νικ. Χατζῖσκος Ν
Ἰω. Ἰντζὲς Ν Κωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ν
Γεώργ. Σισμάνης Δημ. Κρίτσας Ν
Νικ. Καλαντζόπουλος Ν Ἠρ. Γαζέπης
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν Β. Βουδούρης Ν
Ἠλ. Ποταμιάνος Ν Νικ. Καλογερόπουλος Ν
Ἀριστ. Ρούκης Ν Θεμ. Λ. Κανάρης Ν
Σπ. Λ. Κουμουνδοῦρος Ο Κων. Παπανικολῆς
Γιαννοῦκος ΜαυρομιχάληςΝ

§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 109. Ἐκ τούτων 98 εἶπον Ναὶ, 8 εἶπον Ὄχι, καὶ 3 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως τὸ ἄρθρον 9 ἐγένετο δεκτὸν διὰ ψήφων 98 κατὰ 8. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).

§216ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Εἰς τὸ ἐδάφιον γʹ ἀναγράφεται ἡλικία διὰ τὴν θέσιν ἀστυφύλακος ἐτῶν 36 ὡς πρὸς τοὺς προϋπηρετήσαντας ἁπλοῦς στρατιώτας ἢ ναύτας, ἐνῷ ὡς πρὸς τοὺς πρώην ὑπαξιωματικοὺς ὁρίζεται εἰς τὸ ἐδάφιον αʹ ἡλικία ἐτῶν 40. Ἐπειδὴ καὶ οἱ πρώην ἁπλοῖ στρατιῶται ἢ ναῦται, ἵνα καταταχθῶσιν ἀστυφύλακες, ὀφείλουσι νὰ γνωρίζωσι γραφὴν καὶ ἀνάγνωσιν καὶ νὰ ἔχωσι διαγωγὴν ἐξαίρετον ἢ καλήν, νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον ἡ ἡλικία αὐτῶν νὰ κανονισθῇ συμφώνως μὲ τὴν τῶν πρώην ὑπαξιωματικῶν, ἢ τουλάχιστον ν’ ἀναβιβασθῇ κατὰ δύο ἔτη, ἀπὸ 36 εἰς 38. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτά, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 11–15 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται).

§218ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν παρατηρῶ, ὅτι, ὅπως ἔχει τὸ ἄρθρον, δὲν ἀποβλέπει εἰς ἐκτάκτους ὑπηρεσίας, καὶ ὅτι ἐντεῦθεν εἶναι ἀνάγκη νὰ τροποποιηθῇ τὸ γράμμα.

§219ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα· νὰ τεθῇ: «Εἰς δὲ τοὺς διακριθέντας δι’ ἐκτάκτους ὑπηρεσίας». Ἐν τέλει δὲ τοῦ ἐδαφίου ἡ αὔξησις μισθοῦ ἀντὶ «ἐκ δραχμῶν 10» νὰ γείνῃ «ἐκ δραχμῶν 5».

§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 16, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 17–20 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 21 (ἀναγινώσκεται).

§222ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Διὰ τοὺς ἀγροφύλακας ἐζήτησα πληροφορίας τινὰς ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν καὶ τὴν παῦσιν, καὶ ἐὰν ἦναι δυνατόν, νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον, διότι καὶ οἱ ἰδιωτικοὶ ἀγροφύλακες καὶ τὸ ζήτημα τοῦ μισθοῦ καὶ τὸ ζήτημα τῆς παύσεως εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ὁ ἀστυνόμος δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζῃ, ποῖος εἶναι ὁ ἁρμόδιος. Τὰ ἄρθρα αὐτὰ νὰ λείψουν. Νὰ ἐπιτραπῇ δὲ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην νὰ δύναται νὰ παύσῃ τὸν ἀγροφύλακα, ὁ ὁποῖος τὸν κλέπτει.

§223ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως δύναται.

§224ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἀλλὰ δὲν τὸ λέγει ὁ νόμος.

§225ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σήμερον παύεται ἢ ὄχι;

§226ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Βεβαίως.

§227ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λοιπὸν ὅταν παύηται σήμερον καὶ δὲν ἔχωμεν ἢ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀστυνόμου εἰς τὸν δήμαρχον, ἕπεται ὅτι δύναται νὰ πράξῃ ὁ ἀστυνόμος ὅ,τι ἔπραττεν ὁ δήμαρχος.

§228ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς καὶ τῆς παύσεως νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην καὶ οὐχὶ εἰς τὸν ἀστυνόμον...

§229ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ἀλλὰ σήμερον δὲν διορίζει ὁ δήμαρχος.

§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλεῖ ἄλλος, Κύριε, καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλῆτε ὅλοι μαζί.

§231ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μεταχειρίζησθε ἄλλον τρόπον (θόρυβος).

§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ....

§233ΡΑΛΛΗΣ (ἐν ὀργῇ). Δὲν εἶναι ἀπαρτία· διότι δὲν εἶναι τέλος πάντων κατάστασις αὐτή!

§234ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι εἴμεθα συνάδελφοι ὅλοι, μὲ ἴσα δικαιώματα, καὶ δὲν εἶναι πράγματα αὐτά...

§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ὅτι πρέπει νὰ τελειώσῃ ὁ εἷς, διὰ νὰ ὁμιλήσῃ ὁ ἄλλος.

§236ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ἀλλὰ μὲ τρόπον, παρακαλῶ.

§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ κουνεῖς τὸ χέρι!

§238ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ νὰ μὴ κουνῆτε καὶ σεῖς τὸ ἰδικόν σας.

§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Ἐκάμετε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας;

§240ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα!

§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψιφολέκτου, τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἀχ. Χοϊδᾶ, καὶ εἶτα γίνεται ἡ διαλογή).

§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες Βουλευταὶ 105. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 21, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 22 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 23 (ἀναγινώσκεται).

§244ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε παραδεχθῆ τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου τούτου τοιαύτην, ἡ ὁποία νὰ ἐξασφαλίζῃ τὸν ἰδιοκτήτην περὶ τῆς παύσεως ἀγροφύλακος, ὅστις δὲν ἤθελεν ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντα αὑτοῦ πρὸς φύλαξιν τῆς ἰδιοκτησίας του. Καὶ ἐὰν μὲν ἐν τῷ παρελθόντι νόμῳ δὲν ὑπῆρχεν εἰδικὴ διάταξις, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς· ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, διότι τότε μὲν ἐπρόκειτο περὶ δημάρχου, τὴν σήμερον δὲ πρόκειται περὶ ἀστυνόμου. Ὁ ἀστυνόμος εἶναι στρατιωτικὸς ὑπάλληλος καὶ ὄχι δήμαρχος, ἑπομένως πρέπει νὰ δοθῇ μία τις ἐξασφάλισις εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ διορισθεὶς εἴτε κατὰ τὸν ἕνα εἴτε κατὰ τὸν ἄλλον τρόπον ἀγροφύλαξ δὲν ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντά του, θέλει εἰσακούεσθαι ἡ αἴτησις τοῦ ἰδιοκτήτου πρὸς παῦσίν του.

§245ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐγένετο ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης παρατήρησίς τις, ἀφορῶσα εἰς τὸν παρὰ ἰδιοκτήτου τινὸς διοριζόμενον ἀγροφύλακα. Εἶπον τότε εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι οἱ ἀγροφύλακες, περὶ τῶν ὁποίων ἀσχολεῖται τὸ ἄρθρον 23, εἶναι οἱ ἀγροφύλακες, περὶ τῶν ὁποίων ἀσχολεῖται τὸ ἄρθρον 21 καὶ τὸ ἄρθρον 22, οἱ ἀγροφύλακες δὲ, περὶ τῶν ὁποίων ἀσχολεῖται τὸ ἄρθρον 23 καὶ τὰ ἄρθρα 21 καὶ 22, εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνοι περὶ τῶν ὁποίων ἀσχολεῖται καὶ ὁ νόμος τοῦ 1856, ὁ κανονίζων τὰ τῆς ἀγροφυλακῆς. Ἐκεῖ γίνεται διάκρισις· ὅταν οἱ ἰδιοκτῆται ἐκ συμφώνου προτείνουν τοὺς ἀγροφύλακας, διορίζονται οὗτοι παρὰ τοῦ δημάρχου· εἰς τὸν δήμαρχον τὸ ἄρθρον 21 ἀντικαθιστᾷ τὸν ἀστυνόμον· ὑπάρχει ἡ δευτέρα περίπτωσις, ἡ προβλεπομένη ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ νόμου, δηλ. ὅταν οἱ ἰδιοκτῆται δὲν συμφωνοῦν περὶ τοῦ προσώπου τοῦ ἀγροφύλακος, καὶ τότε κατὰ τὸν νόμον διορίζει αὐτὸν ὁ δήμαρχος μετὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ἀντικαθιστᾷ εἰς τὸν δήμαρχον καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τὸν νομάρχην, ὅστις διορίζει τὸν ἀγροφύλακα προτάσει τοῦ ἀστυνόμου. Οἱ ἀγροφύλακες οὗτοι, περὶ τῶν ὁποίων ἀσχολεῖται ὁ νόμος τῆς 15 Σεπτεμβρίου 1856, παύονται ὑπὸ τοῦ νομάρχου προτάσει τοῦ ἀστυνόμου. Ἀλλ’ ἐν αὐτοῖς δὲν περιλαμβάνονται οἱ ἀγροφύλακες οἱ διοριζόμενοι ὑφ’ ἑνὸς ἰδιοκτήτου, μὴ περιλαμβανομένων τῶν τελευταίων τούτων ἐν ταῖς κατηγορίαις τοῦ ἄρθρου 21, δὲν περιλαμβάνονται οὔτε εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 23, ἄρα ἐξακολουθοῦν διεπόμενοι ὑπὸ τῆς ἐγκυκλίου, ἡ ὁποία κανονίζει τὰ κατ’ αὐτούς, δυνάμει δὲ τῆς ἐγκυκλίου ταύτης δύναται ὁ ἰδιοκτήτης νὰ διορίσῃ οἱονδήποτε θέλει ἀγροφύλακα, ὅπως φυλάξῃ τὰ κτήματά του, ἐὰν δὲ δύναται νὰ διορίσῃ, ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως αὐτοῦ, ἑπομένως εἰς τίποτε τὸ νομοσχέδιον δὲν καινοτομεῖ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν περίστασιν, τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης μνημονευομένην. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀντικατεστάθησαν αἱ διατάξεις αἱ ὑφιστάμεναι ὑπὸ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 21, εἶναι γνωστὸς εἰς ἅπαντας, ὅσοι ἔχουν ὀλίγην πεῖραν τῶν συμβαινόντων περὶ ἀγροφυλάκων· ὅσοι γινώσκουν πόσαι δυσχέρειαι ἀπαντῶνται εἰς τὸν διορισμὸν αὐτῶν, ὡς ἐκ τῶν φατριαστικῶν πολλάκις ἐνεργειῶν τῶν δημάρχων, πιστεύω ὅτι θέλουν παραδεχθῆ, ὅτι ἡ τροποποίησις αὕτη ἐπιβάλλεται πρὸς τὸ συμφέρον ἀκριβῶς τῶν ἰδιοκτητῶν. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὴν ἀνάγκην, ὅπως τροποποιήσωμεν τὰς διατάξεις εἴτε τοῦ ἄρθρου 21, εἴτε τοῦ ἄρθρου 22.

§246ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποία εἶναι ἡ διάταξις, ἡ ἀφορῶσα τὸν ἕνα ἰδιοκτήτην;

§247ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει κἀμμία διάταξις ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1856 περὶ ἀγροφύλακος διοριζομένου παρ’ ἰδιοκτήτου, καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι, μὴ ὑπαρχούσης διατάξεως τοιαύτης ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ, καὶ τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ νομοσχεδίου λέγοντος ῥητῶς, ὅτι «οἱ κατὰ τὸν νόμον τῆς 15 Σεπτεμβρίου 1856 προτεινόμενοι ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν ἀγροφύλακες διορίζονται ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου», δὲν περιλαμβάνονται ἐν τῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου 21 οἱ ἀγροφύλακες οἱ διοριζόμενοι παρ’ ἰδιοκτήτου· ἑπομένως ὡς πρὸς τοῦτο οὐδεμία καινοτομία γίνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.

§248ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν τοῦ 1856, καθὼς ἐφαρμόζεται, συμβαίνει τὸ ἑξῆς· ὅταν οἱ ἰδιοκτῆται συνέλθωσι καὶ ἐκλέξωσιν ἀγροφύλακα, ὑποβάλλουσιν ἔγγραφα εἰς τὸν δήμαρχον, οὗτος ὑποβάλλει ταῦτα εἰς τὸν νομάρχην, ὁ δὲ νομάρχης ἐπικυροῖ τὴν ἐκλογὴν καὶ διατάσσει τὸν δήμαρχον νὰ ἐγκαταστήσῃ τὸν ἀγροφύλακα, βεβαιῶν, ὅτι οἱ ἀναφερόμενοι εἶναι ἰδιοκτῆται, καὶ ὅτι ἀποτελοῦσι τὸ ⅓. Σᾶς ἐρωτῶ, ἤδη δύναται ὁ ἀστυνόμος νὰ ἐνεργήσῃ αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν;

§249ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως.

§250ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ποῦ γνωρίζει τοὺς ἰδιοκτήτας;

§251ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κάλλιστα δύναται νὰ ἐνεργήσῃ ὁ ἀστυνόμος, διότι ὑποτίθεται, ὅτι ὁ ἀστυνόμος, ὁ ἐξασκῶν ἀστυνομικὰ καθήκοντα ἐν περιφερείᾳ τινὶ, ἔχει ὡς πρῶτον καθῆκον νὰ γινώσκῃ τοὺς ἰδιοκτήτας. Ἔχομεν δὲ κἄτι τι καλὸν ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ, διότι ὁ ἀστυνόμος δὲν θὰ ἔχῃ τὰ συμφέροντα τὰ κομματικὰ, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ δήμαρχος. Τί συμβαίνει σήμερον ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ νόμου; Ὁ δήμαρχος πολλάκις λέγει, ὅτι συγκαλεῖ τοὺς ἰδιοκτήτας, καὶ δὲν τοὺς συγκαλεῖ, ἢ μᾶλλον συγκαλεῖ τοὺς φίλους του, καὶ τῇ ὑποδείξει αὐτῶν διορίζει ἀγροφύλακας· τοῦτο γινώσκω ἐκ πείρας, ἔχομεν δὲ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν πλεῖστα παράπονα, γενόμενα παρ’ ἰδιοκτητῶν κατὰ φατριαστικῶν ἐνεργειῶν δημάρχων.

§252ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐλησμονήσατε τὸ ἑξῆς· ὅτι αἱ περιφέρειαι τῆς ἀγροφυλακῆς δὲν εἶναι αἱ αὐταὶ μὲ τὰς περιφερείας τὰς ἀστυνομικάς· ἡ ἀστυνομικὴ περιφέρεια δύναται νὰ περιλαμβάνῃ δύο ἢ τρεῖς δήμους, ἐνῷ ἡ περιφέρεια τῆς ἀγροφυλακῆς εἶναι ἴσως τὸ δέκατον ἢ τὸ ἑκατοστὸν τοῦ δήμου, πῶς δὲ θὰ γνωρίζῃ σήμερον ὁ ἀστυνόμος, ὁ ὁποῖος ἔχει δύο ἢ τρεῖς δήμους, ἐὰν εἰς τὴν περιφέρειαν Α ἦναι ἱκανὸς ὁ Α νὰ ἦναι ἀγροφύλαξ; Διὰ τοῦτο, παρακαλῶ, τὰ χρέη μὲν τοῦ δημάρχου ὡς πρὸς τοῦτο νὰ τὰ ἐκπληροῖ ὁ ἀστυνόμος, ἀλλὰ τὴν ἐκλογὴν νὰ τὴν ἐπικυροῖ ὁ νομάρχης.

§253ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅταν ὑπάρχῃ συμφωνία μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν, ποῖον ἔχομεν λόγον παρεμβάσεως τοῦ νομάρχου;

§254ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὑποθέσατε, ὅτι ὁ ἀστυνόμος δὲν γνωρίζει, ὅτι εἶναι ἰδιοκτῆται· πῶς θὰ τὸ βεβαιώσῃ; Δὲν δύναται νὰ βεβαιώσῃ.

§255ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ σήμερον ἔχομεν τὸ ἴδιον κακόν. Ὑμεῖς κάμνετε τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι ὁ ἀστυνόμος δὲν γνωρίζει τοὺς ἰδιοκτήτας· δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ ὑποθέσω, ὅτι καὶ ὁ δήμαρχος δὲν τοὺς γνωρίζει. Εἴμεθα λοιπὸν εἰς τὸ αὐτὸ, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι ὁ ἀστυνόμος δὲν θὰ ἐνεργῇ φατριαστικῶς, ὡς οἱ δήμαρχοι πολλάκις πράττουσι τοῦτο.

§256ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ δημάρχου ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς γενικῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου· εἶναι βεβαίως μία ἐκ τῶν κακῶν ἀποῤῥοιῶν, ὅπως εἶναι πλεῖσται ἄλλαι, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, διότι περὶ τούτου ἀνεπτύξαμεν ἤδη τὰς γνώμας μας, εἰς τὸ ζήτημα δὲ τῶν ἀγροφυλάκων δὲν διαφωνοῦμεν οὐσιαστικῶς μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπε τὸ ἑξῆς· ὅτι εἰς τὸν διορισμὸν τῶν ἀγροφυλάκων καὶ εἰς τὴν παῦσιν αὐτῶν δὲν θέλομεν νὰ νεωτερίσωμεν κατ’ οὐδὲν ἄλλο, εἰμὴ μόνον, ὅτι ὁ ἀστυνόμος ἀντικαθιστᾷ τὸν δήμαρχον. Ἐνταῦθα ὁ ἀστυνόμος, κατὰ τὸ ἄρθρον 23, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν παῦσιν τῶν ἀγροφυλάκων, ἀποκτᾷ ἐξουσίαν πολὺ ἀνωτέραν. Ὁ νόμος τοῦ 1856, μὴ ἀναφέρων τὰ ἄτομα τῶν ἰδιοκτητῶν, δὲν ἕπεται, ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται καὶ ἐπ’ αὐτῶν κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀγροφυλάκων, διότι εἴτε πλείονες εἴτε εἷς εἶναι οἱ ἰδιοκτῆται, διὰ νὰ διορίσουν ἀγροφύλακα, ἐὰν θέλωσιν ὁ ἀγροφύλαξ οὗτος νὰ φέρῃ τὸν ἐπίσημον χαρακτῆρα τοῦ ἀγροφύλακος, θὰ διέλθωσι διὰ τῶν διατυπώσεων τοῦ νόμου τοῦ 1856...

§257ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τοῦ διατάγματος τοῦ 1836.

§258ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν συνδυασμῷ... Οἱ ἰδιοκτῆται λοιπὸν θὰ ζητήσωσι τὸν διορισμὸν τῶν ἀγροφυλάκων παρὰ τοῦ ἀστυνόμου, καὶ οὗτος θὰ τὸν διορίσῃ· ἐὰν δὲ δὲν ζητήσωσι, θὰ γείνουν τὰ ὁριζόμενα ἐν τῇ βʹ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 21. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται περὶ τῆς παύσεως· εἴτε πολλοὶ εἶναι οἱ ἰδιοκτῆται, εἴτε εἷς, νομίζω ὅτι, ὅταν ὁ ἀγροφύλαξ, ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ τὰ προϊόντα τῶν κτημάτων των καὶ τὰ κτήματά των, ἀπ’ ἐναντίας βλάπτει ταῦτα, εἴτε κακῶς συμπεριφέρεται ἄλλως, πρέπει οἱ ἰδιοκτῆται νὰ ἔχωσι δικαίωμά τι, ὅπως συναινέσει τοῦ ἀστυνόμου ἐπιτυγχάνωσι τὴν ἀπαλλαγήν των ἀπὸ ἑνὸς κακοῦ ἀγροφύλακος, ὅστις ἔτυχε νὰ διορισθῇ εἴτε τῇ προτάσει των, εἴτε καὶ ἄνευ τῆς προτάσεώς των, διότι ἐνδέχεται καὶ αὐτοὶ νὰ πλανηθῶσι καὶ ὁ νομάρχης. Καθιστᾶτε κύριον τῆς φυλάξεως τῶν κτημάτων τῶν ἰδιοκτητῶν τὸν ἀστυνόμον· καὶ ἐὰν ὁ ἀστυνόμος ἐξ ἰδιοτροπίας δὲν θέλῃ νὰ παύσῃ ἕνα κακὸν ἀγροφύλακα, ὁ ἰδιοκτήτης εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ὑφίσταται τὰς συνεπείας. Εἰς τοῦτο δὲν δύνασθε νὰ διαφωνήσητε, διότι δὲν πιστεύω διὰ τοῦ νόμου τούτου νὰ θέλητε νὰ θίξητε τὰ δικαιώματα τοῦ ἰδιοκτήτου, καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ διόρθωσιν τοῦ ἄρθρου τοιαύτην, ἡ ὁποία νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, τὸν ἕνα ἢ τοὺς πλείονας, νὰ ἀπαλλάττωνται ἑνὸς κακοῦ ἀγροφύλακος, χωρὶς νὰ ὑπόκηται εἰς τὴν ἰδιότροπον κρίσιν τοῦ ἀστυνόμου.

§259ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Φαίνεται, ὅτι δὲν ἔλαβον τὴν εὐτυχίαν νὰ ἐξηγήσω σαφῶς τὴν ἰδέαν μου. Λέγω, ὅτι τὰ ἄρθρα αὐτὰ δὲν ἀσχολοῦνται διόλου περὶ ἀγροφυλάκων διοριζομένων ὑπὸ ἑνὸς ἰδιοκτήτου. Ὅταν πρόκηται περὶ πλειόνων ἰδιοκτητῶν, πρέπει νὰ δώσητε τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύσεως εἰς τὸν νομάρχην προτάσει τοῦ ἀστυνόμου.

§260ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Καὶ προτάσει τῶν ἰδιοκτητῶν.

§261ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οἱ ἰδιοκτῆται θὰ ὑποβάλουν τὰ παράπονά των εἰς τὸν νομάρχην. Νομίζετε ἴσως, ὅτι σήμερον οἱ ἰδιοκτῆται προτείνουν τὴν παῦσιν; Βεβαίως ὄχι.

§262ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ δήμαρχος.

§263ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ δήμαρχος, μάλιστα. Λοιπὸν αὐτὸ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχε μέχρι τοῦδε ὁ δήμαρχος, τὸ ἔχει ἤδη ὁ ἀστυνόμος. Ἤδη πρόκειται περὶ τῶν ἀγροφυλάκων, περὶ τῶν ὁποίων ἀσχολεῖται ὁ νόμος τοῦ 1856, καὶ ὁ νόμος τοῦ 1856 δὲν ἀσχολεῖται περὶ τοῦ ἀγροφύλακος τοῦ διοριζομένου ὑπὸ ἑνὸς ἰδιοκτήτου.

§264ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠτύχησα νὰ σᾶς δώσω νὰ ἐννοήσητε, ὅτι ὁ διορισμὸς ὁ γενόμενος παρ’ ἑνὸς ἰδιοκτήτου πρέπει νὰ ἔχῃ τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἔχει ὁ διορισμὸς ἀγροφύλακος διοριζομένου παρὰ πλειόνων ἰδιοκτητῶν. Ἑπομένως ἡ παράγραφος ἡ σχετικὴ μὲ τὸν διορισμὸν ἀγροφύλακος διοριζομένου παρὰ πλειόνων ἰδιοκτητῶν πρέπει νὰ διέπῃ καὶ τὸν διορισμὸν τοῦ ἀγροφύλακος τοῦ διοριζομένου παρ’ ἑνὸς ἰδιοκτήτου. Δὲν ἀμφισβητῶ τοῦτο. Ἀλλ’ ἐννοῶ ὅτι, ὅπως, ὅταν ὁ ἰδιοκτήτης προτείνῃ τὸν διορισμὸν ἀγροφύλακος, οὗτος διορίζεται, οὕτω νὰ δύναται ὁ ἰδιοκτήτης νὰ προτείνῃ καὶ τὴν παῦσιν ἑνὸς κακοῦ ἀγροφύλακος, εἴτε εἷς εἶναι ὁ ἰδιοκτήτης οὗτος, εἴτε πλείονες.

§265ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πάλιν ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ αὐτὸ ζήτημα. Ἐγὼ λέγω, ὅταν πρόκηται περὶ διορισμοῦ ἀγροφύλακος ὑπὸ ἑνὸς ἰδιοκτήτου, οὗτος δὲν ἔχει παρὰ νὰ τὸν ὑποδείξῃ, καὶ ὑποχρεοῦται ἡ ἀρχὴ νὰ τὸν περιβάλῃ μὲ τὴν ἐπισημότητα τοῦ νόμου· περὶ αὐτοῦ, λέγω, τοῦ ἀγροφύλακος δὲν ἀσχολεῖται ὁ νόμος, καὶ ἑπομένως ὁ ἰδιοκτήτης ὁ αὐτὸν διορίσας ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα νὰ τὸν παύσῃ. Ἐὰν λάβητε τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1856, θὰ ἴδητε, ὅτι πρόκειται πάντοτε περὶ ἀγροφυλάκων προτεινομένων παρὰ πολλῶν ἰδιοκτητῶν, καὶ δι’ αὐτὸ βλέπετε τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου ἐκείνου, ἥτις λέγει, ὅτι «ὅπου ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου δὲν ἐπιτρέπει τὴν παρὰ τοῦ δήμου πληρωμὴν ὁλοκλήρου τοῦ μέρους τῆς ἀντιμισθίας τῶν ἀγροφυλάκων, πληρόνονται οὗτοι παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν». Οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ φαντασθῇ, ὅτι ὁ νόμος ἤθελεν ἐπιβάλει εἰς τὸν δῆμον τὴν πληρωμὴν τοῦ ἀγροφύλακος τοῦ ὑπὸ ἑνὸς ἰδιοκτήτου διοριζομένου. Ἑπομένως μὴ ἀσχολουμένου τοῦ νόμου τοῦ 1856 περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀγροφύλακος, δὲν ἀσχολεῖται περὶ τούτου καὶ τὸ νομοσχέδιον.

§266ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ τεθῇ λοιπὸν, ὅτι ὁ διορισμὸς καὶ ἡ παῦσις τοῦ ἀγροφύλακος γίνεται παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδιοκτήτου.

§267ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἡ πρότασις τοῦ ἀστυνόμου εἶναι ὑποχρεωτική;

§268ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως.

§269ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Οἱ ἀγροφύλακες οἱ ὑπάρχοντες ἤδη τί θὰ γείνουν;

§270ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅταν δημοσιευθῇ ὁ νόμος, τότε ὁ διορισμὸς τῶν ἀγροφυλάκων θὰ γίνηται συμφώνως μὲ τὸν νέον νόμον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 23, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 24–29 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 30 (ἀναγινώσκεται).

§272ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 30, ὡς παρατηρεῖτε, κύριε Πρόεδρε, ἐπιβάλλει στέρησιν κατὰ τοῦ ἀστυνομικοῦ ὑπαλλήλου, ὅστις ἤθελε καταδικασθῆ ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος εἰς ποινὴν φυλακίσεως ἀνωτέρας τῶν 6 μηνῶν, ἐνῷ ὁ ποινικὸς νόμος τοιαύτην διάκρισιν δὲν ὁρίζει· ἀπ’ ἐναντίας ἐπιβάλλει στέρησιν κατὰ παντὸς, ὅστις ἤθελε καταδικασθῆ ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὸν νόμον, οὔτε ὑπάρχει λόγος τις, ἵνα φανῶμεν ἐπιεικέστεροι τῆς γενικῆς διατάξεως τοῦ νόμου, προκειμένου περὶ νόμου, τὸν ὁποῖον ἔχομεν καθῆκον νὰ περιφρουρήσωμεν μὲ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρας ἐγγυήσεις. Κατὰ συνέπειαν προτείνω νὰ ὑποβάλλωνται εἰς ἀνικανότητα ἐν γένει οἱ ἀστυνομικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον καταδικασθῆ εἰς φυλάκισιν μέχρις ἕξ μηνῶν ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος, συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου, δι’ ἐκείνους δὲ, οἱ ὁποῖοι ἤθελον καταδικασθῆ εἰς ποινὴν ἀνωτέραν τῶν 6 μηνῶν, νὰ ἐπέρχωνται αἱ συνέπειαι, τὰς ὁποίας ὁρίζει τὸ ἄρθρον 30 ὑπὸ τὴν στρατιωτικὴν ἰδιότητα. Τὸ ἄρθρον 30 λέγει, ὅτι οἱ μὲν ἀξιωματικοὶ τίθενται εἰς ἀργίαν ἢ ἀπόταξιν, οἱ δὲ ὑπαξιωματικοὶ καὶ ἐνωμοτάρχαι ἀπολύονται τῆς ὑπηρεσίας συμφώνως μὲ τοὺς στρατιωτικοὺς κανονισμούς. Ἀλλ’ ὁ χρόνος τῆς ἀργίας εἶναι ἀόριστος, ὥστε δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μετὰ τρεῖς μῆνας νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν ἀξιωματικὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀνικανότητος εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁρίσωμεν χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου νὰ μένῃ ὁ καταδικασθεὶς ἀπομεμακρυσμένος ἀπὸ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν. Οἱ ἀνθυπασπισταὶ, οἱ ἐνωμοτάρχαι καὶ οἱ ὑπενωμοτάρχαι ὑπάγονται ἐπίσης κατὰ τοὺς στρατιωτικοὺς κανονισμούς εἰς τὰς συνεπείας τῆς ποινῆς τῆς ἑξαμήνου φυλακίσεως, καὶ συνέπεια εἶναι ἡ ἀπόταξις. Ἀλλὰ πρέπει νὰ τεθῇ καὶ διάταξις, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐπανέλθουν πλέον εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν. Ὑπὸ τὰς περιπτώσεις ταύτας ἔχω τροποποιήσει τὸ ἄρθρον εἰς τρόπον, ὥστε περιλαμβάνονται ἐν αὐτῷ αἱ γνῶμαί μου, ἐὰν θέλητε νὰ τὸ παραδεχθῆτε.

§273ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς προέβαλε καὶ πάλιν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ἐν τῇ χθεσινῇ συνεδριάσει ἐγένετο περὶ τούτου συζήτησις, ῥητῶς δὲ κατ’ αὐτὴν εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 24, ἀφοῦ ἡ στρατιωτικὴ νομοθεσία προέβλεψε τὰς συνεπείας τῆς ἐπιβληθείσης τυχὸν ποινῆς· ἑπομένως καὶ ἡ μνεία τοῦ ἄρθρου 24 ἐν τῷ ἄρθρῳ 30, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, εἶναι ἐντελῶς περιττή. Ἐσκόπουν ὅμως, ἀνεξαρτήτως τῆς τροπολογίας τοῦ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, νὰ προτείνω νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 30 ἐδάφιον γʹ, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀξιωματικὸς καταδικασθεὶς εἰς φυλάκισιν ὑπερβαίνουσαν τοὺς ἕξ μῆνας ἐπὶ πράξει ἀναγομένῃ εἰς τὰ καθήκοντα αὐτοῦ ὡς ἀστυνόμου καὶ ἀστυνομικοῦ ὑπαλλήλου δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, πρὶν ἢ παρέλθῃ ἀπὸ τῆς ἐκτίσεως τῆς ποινῆς διετία.» Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς ὑπαξιωματικούς, οὗτοι θ’ ἀποπεμφθῶσι τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ὡς μὴ ἔχοντες ἄμεμπτον διαγωγὴν δὲν δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν, οἱ ὁπλῖται δὲ πάλιν δὲν δύνανται νὰ ἐπανέλθωσι κατ’ ἄλλην διάταξιν τοῦ νόμου.

§274ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ εἶπον περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τιμωροῦνται εἰς ποινὴν ἐλάσσονα τῶν ἓξ μηνῶν· διότι, ἂν εἷς ἀστυνομικὸς ὑπάλληλος καταδικασθῇ εἰς τριῶν μηνῶν φυλάκισιν, ἅμα συμπληρωθῶσιν οἱ τρεῖς μῆνες, τὴν ἐπιοῦσαν θέλει παρουσιασθῆ εἰς τὴν ἀστυνομίαν, ἵνα διευθύνῃ πάλιν τὰ τῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάρμοστον καὶ ἀναξιοπρεπές.

§275ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.

§276ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν).

§277ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις παρεδέχθη τὴν τροπολογίαν ταύτην διὰ τοὺς ἀξιωματικούς, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνακόλουθον νὰ μὴ παραδεχθῇ τὴν αὐτὴν διάταξιν διὰ τοὺς ὑπαξιωματικούς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν, ὅτι εἰς αὐτοὺς θὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις περὶ ἀπολύσεως· ἀλλ’ αἱ διατάξεις αὗται ἐφαρμόζονται κατὰ τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴδομεν ἐπὶ τῆς προηγουμένης πρωθυπουργίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θὰ τὸ ἴδωμεν καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου· διότι ἐνθυμεῖσθε πάντες, ὅτι κατεδικάσθησαν ὑπαξιωματικοὶ δι’ ἐκλογικὰς παραβάσεις, καὶ ὅμως ἐτηρήθησαν εἰς τὰς τάξεις των καὶ ἐπανῆλθον μετὰ τὴν ἔκτισιν τῆς ποινῆς των εἰς τὸ αὐτὸ μέρος, ὅπου εἶχον ἐκτελέσει τὴν πρᾶξιν, πρὸς ἐκτέλεσιν ὑπηρεσίας.

§278ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἰσχυρίζεται, ὅτι θὰ παρουσιασθῇ ἐπὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν, δὲν εἶναι ἐνδεχόμενον, διότι ὑπαξιωματικὸς καταδικαζόμενος εἰς ἑξάμηνον φυλάκισιν παραπέμπεται εἰς τὸ ἀνακριτικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀποφαίνεται περὶ τῆς ἐκπτώσεως ἢ τοῦ ὑποβιβασμοῦ αὐτοῦ, πᾶς δὲ ὑπαξιωματικός, ὁ ὁποῖος ἤθελε καταδικασθῇ εἰς μίαν τῶν ποινῶν τούτων, συνεπάγεται διαγωγὴν μὴ ἐπιτρέπουσαν τὴν ἀνακατάταξιν.

§279ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀφοῦ ἀπολυθῇ.

§280ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἡ θητεία τοῦ ὑπαξιωματικοῦ ἐθελοντοῦ εἶναι μονοετής· δὲν δύναται δὲ ν’ ἀπολυθῇ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ πρὸ τῆς λήξεως τοῦ ἔτους· ἐὰν δὲ ἦναι κληρωτὸς, δὲν δύναται νὰ ἀπολυθῇ πρὶν ἢ παρέλθῃ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ κληρωτοῦ, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποπέμψωμεν τὸν ὑπαξιωματικὸν ἢ τὸν ὁπλίτην ἐν γένει πρὸ τῆς λήξεως τῆς θητείας του, καθόσον τότε θὰ καθιερώσωμεν τὸ ἔγκλημα ἐν τῷ στρατῷ.

§281ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀποφεύγοντες τοῦτο, καθιεροῦτε τὸ ἔγκλημα κατὰ τῆς κοινωνίας.

§282ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι· διότι ὁ ὑπαξιωματικὸς ἢ ὁ ὁπλίτης ἐν γένει θὰ ἐκτίσῃ τὴν ποινήν του, μετὰ τὴν ἔκτισιν δὲ τῆς ποινῆς του θὰ ἐπανέλθῃ, ἵνα ὑπηρετήσῃ τὸ ὑπόλοιπον τῆς θητείας του. Ἡ διάταξις λοιπὸν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπρότεινεν, εἶναι συντελεστική, διότι τοὺς ὑπαξιωματικούς, τοὺς ὑποπεσόντας εἰς πρᾶξιν ἀξιόποινον καὶ καταδικασθέντας εἰς φυλάκισιν πλέον τῶν ἓξ μηνῶν, τοὺς ἀπομακρύνει τῆς ὑπηρεσίας ἐπὶ δύο ἔτη.

§283ΡΙΚΑΚΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικούς, νομίζω ὅτι ὁ νόμος δὲν ἐξασφαλίζει ἐν τῇ περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ ποινὴ εἶναι ἐλάσσων τῶν ἓξ μηνῶν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι τὸ ὀλιγώτερον· ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσέξωμεν, εἶναι, ὅπως οἱ ὑπαξιωματικοί, οἱ ἐνωμοτάρχαι καὶ οἱ ὑπενωμοτάρχαι, τιμωρούμενοι ὀλιγώτερον τῶν ἓξ μηνῶν, στερῶνται τοῦ δικαιώματος νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ἀστυνομίαν· ἄλλως φαντασθῆτε τὰς συνεπείας. Ποῖος θὰ τολμήσῃ νὰ καταγγείλῃ τὸν παρανομήσαντα, ὅταν γνωρίζῃ, ὅτι θὰ ἐπανέλθῃ πολὺ ἰσχυρότερος, ἴσως αὐθαδέστερος καὶ ἀγριώτερος;

§284ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ ὑπαξιωματικὸς τῆς χωροφυλακῆς δὲν δύναται νὰ μετατεθῇ εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν· ἑπομένως ἐὰν καταστήσωμεν ἀνίκανον τὸν ὑπαξιωματικὸν νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὴν ἀστυνομίαν, θὰ τὸν καταστήσωμεν ἄχρηστον.

§285ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μεταθέσατέ τον.

§286ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν θέσιν, ἐν ᾗ ἐξετέλεσε πρᾶξιν ἀξιόποινον.

§287ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δυνάμει τοῦ νόμου ὁ ἀξιωματικὸς εἶναι ἀξιωματικὸς καὶ ἐν ταὐτῷ καὶ ἀστυνόμος. Τιμωρούμενος διὰ πταῖσμα ἀστυνομικὸν, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἐκπίπτῃ τοῦ βαθμοῦ του, ἀλλ’ ὡς ἀστυνόμος πρέπει νὰ ὑπέχῃ τὰς συνεπείας τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 24, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν δύναται πλέον νὰ ἦναι ἀστυνόμος. Ἐπειδὴ δὲ διὰ τὸν ὑπαξιωματικὸν λέγετε, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ στερηθῶμεν τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, ἂς ὁρισθῇ νὰ μετατίθηται εἰς ἑτέραν θέσιν.

§288ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπειδὴ προβάλλεται ἐν τῷ μέσῳ ἡ πρότασις περὶ μεταθέσεως εἰς ἄλλην θέσιν, ἂν καὶ νομίζομεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς ἢ ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς μετὰ μίαν καταδίκην νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν καταδικασθέντα εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, ἐν ᾗ ἐξετέλεσε τὴν πρᾶξιν, ἐν τούτοις, ἵνα ἐκλείψῃ πᾶσα ἀμφιβολία, δεχόμεθα νὰ προστεθῇ καὶ τετάρτη παράγραφος, ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀξιωματικὸς, ὑπαξιωματικὸς καὶ ὁπλίτης τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῆς ἀστυφυλακῆς, καταδικασθέντες εἰς βαθμὸν πλημμελήματος ἐπὶ πράξει ἀναγομένῃ εἰς τὰ καθήκοντά των, δὲν δύνανται νὰ ἐκτελέσωσιν ἀστυνομικὰ καθήκοντα ἐν ᾧ νομῷ ἐξετελέσθη ἡ πρᾶξις, ἐφ’ ᾗ κατεδικάσθησαν, πρὶν ἢ παρέλθῃ διετία ἀπὸ τῆς ἐκτίσεως τῆς ποινῆς».

§289ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν τῇ φράσει «ἀξιωματικὸς, ὑπαξιωματικὸς καὶ ὁπλίτης τῆς χωροφυλακῆς» περιλαμβάνονται μόνον οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, ὅπως διατυποῦται ἡ προσθήκη αὕτη· οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν ἄλλων σωμάτων δὲν περιλαμβάνονται.

§290ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὅταν λέγωμεν «ἀξιωματικὸς», ἐννοοῦμεν ὅτι περιλαμβάνονται πάντες οἱ ἀξιωματικοί, οἱουδήποτε ὅπλου. Ἐπίσης «ὑπαξιωματικὸς καὶ ὁπλίτης», οἱουδήποτε ὅπλου· περιλαμβάνονται πάντες.

§291ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφαιρέσατε τὸ «καί», διὰ νὰ λείψῃ πᾶσα ἀμφιβολία.

§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀφαιρεῖται ὁ σύνδεσμος «καί». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 30 μετὰ τῆς προσθήκης τῶν δύο παραγράφων, τῶν προταθεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 31 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 32 (ἀναγινώσκεται).

§294ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πρὸς τὸν ἀστυνόμον δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ κάμνῃ παρατηρήσεις ὁ δήμαρχος;

§295ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Βεβαίως ὄχι.

§296ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Λοιπὸν θὰ τοῦ λέγῃ ὁ ἀστυνόμος «κάμε τὴν ἀναφοράν σου εἰς τὸν νομάρχην» (ἱλαρότης). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 32, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 33 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 34 (ἀναγινώσκεται).

§298ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν τελευταίαν παράγραφον «κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἀμέσως ἀνωτέρω ἐδαφίου καὶ διὰ τὸν αὐτὸν λόγον δύνανται νὰ ἀπαλλαγῶσι τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων οἱ ἀνώτεροι τοῦ ὑπομοιράρχου ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς». Διατὶ αὐτὸ τὸ «δύνανται»; διατὶ νὰ μὴ μετατίθηνται ἢ ἀπαλλάσσωνται τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων των, ὡς καὶ οἱ ἄλλοι ἀξιωματικοί; διατὶ τὸ δυνητικὸν τοῦτο;

§299ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Αὐτοὶ εἶναι ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἐκτελῶσι τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας, καὶ ἑπομένως ἀπόκειται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἂν θέλῃ, νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἀπαλλαγήν των. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 34, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 35, 36 καὶ 37 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 38 (ἀναγινώσκεται).

§301ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν, ὅτι θὰ ἐπιφέρῃ τροπολογίαν τινὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἐμφαίνηται σαφέστερον καὶ ἀναμφισβητήτως, ὅτι εἰς τὰς ποινικὰς διατάξεις τῶν κοινῶν δικαστηρίων ὑπάγεται καὶ ὁ διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, ὄχι μόνον τὸ λοιπὸν προσωπικόν.

§302ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δι’ αὐτὸ προσετέθη ἐν τέλει τοῦ νομοσχεδίου ἡ διάταξις, δι’ ἧς καταργεῖται τὸ ἄρθρον 17 τοῦ νόμου τοῦ 1884 περὶ ἰδιαζούσης δικαιοδοσίας ὡς πρὸς τὸν διευθυντήν· ἑπομένως ὑπάγεται καὶ αὐτός.

§303ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν οὐδόλως ἱκανοποιεῖ τὴν παρατήρησιν τοῦ Βουλευτοῦ Ἀττικῆς· διότι, ἐκ τοῦ ὅτι ἡ εἰδικὴ δικαιοδοσία καταργεῖται, δὲν ἕπεται, ὅτι ὑπάγεται εἰς τὰ πολιτικὰ δικαστήρια· μένει πάντοτε ἡ δικαιοδοσία ἡ στρατιωτική.

§304ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀντὶ τῆς λέξεως «ἅπαν» νὰ τεθῇ «τὸν διευθυντὴν καὶ τὸ λοιπόν». Ἐπίσης ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ ἀντὶ τῆς λέξεως «κτηνιατρικοῦ» νὰ τεθῇ «ὑγειονομικοῦ».

§305ΡΑΛΛΗΣ. Τί σημαίνει τὸ «διατηρεῖται ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς»; Διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν ἱεραρχίαν, εἰς τὸ ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς;

§306ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπάγεται.

§307ΡΑΛΛΗΣ. Ἄν ὑπάγηται, τότε δὲν τὴν διατηρεῖτε, διότι, καθ’ ὅσον τὴν διατηρεῖτε, τὴν ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς. Ἡ διατήρησις δὲ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας εἶναι ἀντιφατικὴ πρὸς τὰς λοιπὰς διατάξεις, κυρίως πρὸς τοὺς ἀστυφύλακας τοῦ νομοσχεδίου, διότι πάντες οἱ κλητῆρες τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας μετατρέπονται δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἀστυφύλακας, ἐνῷ δὲ τὸ κατώτερον προσωπικὸν τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς κατατάσσεται εἰς τὴν ἀστυφυλακὴν, ἔχομεν αἴφνης τὴν διοίκησιν ἀνεξάρτητον ἀπὸ τῆς ἱεραρχίας τῆς ἀστυνομικῆς, ἥτις καθιεροῦται διὰ τοῦ νομοσχεδίου.

§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 38, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§309ΡΑΛΛΗΣ. Μένει λοιπὸν αὐτοτελὴς ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία.

§310ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι.

§311ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχω τὴν ἀπαίτησιν νὰ τροποποιηθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ δύναμαι νὰ ἔχω τὴν ἀπαίτησιν, ὅπως τὸ γράμμα τοῦ νομοσχεδίου ἑρμηνευθῇ ἤδη, σὺν τῇ ἐπιψηφίσει αὐτοῦ.

§312ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία θὰ μείνῃ ὡς ἔχει, ἀλλ’ ὁ διευθυντὴς αὐτῆς θὰ ἐξαρτᾶται καὶ αὐτὸς ἐκ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς.

§313ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 39 (ἀναγινώσκεται).

§314ΡΑΛΛΗΣ. Ἐνταῦθα ὑπάρχει μία διάταξις ὅλως διόλου ἀντίθετος εἰς τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 38 ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν (ἀναγινώσκει): «... ἡ δὲ ἐκτέλεσις τῶν καθηκόντων τῶν ὑπαλλήλων τούτων ἀνατίθεται ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ εἰς ἀξιωματικοὺς κλπ.» Λοιπὸν ὁ διευθυντὴς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐκλέγει τοὺς ἀστυνόμους; Παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῇ αὐτό.

§315ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι σαφὴς ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου· διότι λέγει, ὅτι «πᾶσαι αἱ παρὰ τῇ διοικητικῇ ἀστυνομίᾳ θέσεις πολιτικῶν ὑπαλλήλων καταργοῦνται, ἡ δὲ ἐκτέλεσις τῶν καθηκόντων τῶν ὑπαλλήλων τούτων ἀνατίθεται ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ εἰς ἀξιωματικούς, οἵτινες διορίζονται εἰς τὰς οἰκείας θέσεις κατὰ τὴν διάταξιν τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2» Τί ἀποδεικνύει τοῦτο; ὅτι διατηρεῖται ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ἐν αὐτῇ ὑπηρετοῦντες διορίζονται κατὰ τὴν διάταξιν τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2, ἤτοι τῇ προτάσει τῶν δύο Ὑπουργῶν, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.

§316ΡΑΛΛΗΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσητε τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2, ὅταν ἀνατίθηται ἡ ἐκτέλεσις τῶν καθηκόντων ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ εἰς ἀξιωματικοὺς κατὰ τὸ ἄρθρον 39; Ἢ ὁ διευθυντὴς θὰ ἀναθέτῃ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν, ἢ ὁ διορισμὸς αὐτῶν θὰ προκαλῆται κατὰ τὸ ἄρθρον 2.

§317ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διορίζονται παρὰ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν, τὰ δὲ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας κανονίζει ὁ διευθυντὴς τῆς ἀστυνομίας, ἀναθέτων εἰς ἕνα ἕκαστον τῶν διορισθησομένων τὴν ἀνάλογον ὑπηρεσίαν.

§318ΡΑΛΛΗΣ. Ὀρθοτάτη ἡ ἰδέα, ἀρκεῖ νὰ τὴν ἐκφράσητε καλλίτερον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· διότι ἐκφράζετε τὸ ἐναντίον, λέγοντες «οἵτινες διορίζονται εἰς τὰς οἰκείας θέσεις κατὰ τὰς διατάξεις τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2». Τοῦτο σημαίνει, ὅτι τὸ βασιλικὸν διάταγμα ὁρίζει τὰς θέσεις.

§319ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς τὴν ἀστυνομίαν ὑπάρχουσι πολλαὶ θέσεις, καὶ τὸ «οἰκείας θέσεως» ἀναφέρεται εἰς τὰς διαφόρους θέσεις. Ἡ τοποθέτησις δὲ τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων ἢ τῶν διαφόρων ἀξιωματικῶν εἰς τὰς διαφόρους θέσεις, αὕτη γίνεται ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ τῆς ἀστυνομίας.

§320ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. «Τὰς οἰκείας θέσεις» σημαίνει τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας θὰ καθορίσῃ βασιλικὸν διάταγμα.

§321ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ δώσητε εἰς τὸν διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας τὸ δικαίωμα τοῦ μεταθέτειν ἕνα ἀστυνόμον ἀπὸ δικαιοδοσίας εἰς δικαιοδοσίαν.

§322ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ ἔχει σήμερον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 39, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 40, 41 καὶ 42 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§323ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 43 (ἀναγινώσκεται).

§324ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι καλὸν, ἂν εἰς τὰς αὐτὰς διατάξεις τοῦ ΦΜʹ νόμου περὶ ἐντοπίων ὑπήγοντο καὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ τῆς ἀστυνομίας.

§325ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν νὰ προστεθῶσι καὶ οἱ ὑπαξιωματικοί.

§326ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν διαγράφεται ὁ σύνδεσμος «καὶ» πρὸ τῆς λέξεως «ἀξιωματικοί», μετὰ δὲ τὴν λέξιν «ἀνθυπασπισταὶ» προστίθενται αἱ λέξεις «καὶ ὑπαξιωματικοί». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 43, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 44 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§327ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 45 (ἀναγινώσκεται).

§328ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς θὰ θεωρηθῶσι πάντες πεπαυμένοι, ἀφοῦ δύναται νὰ ἀρχίσῃ καὶ μερικὴ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου;

§329ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ παύωνται ὅπου ἀρχίσῃ ἡ ἐφαρμογή. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 45, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 46 καὶ 47 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§330ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 48 (ἀναγινώσκεται).

§331ΘΕΜ. Α. ΚΑΝΑΡΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ ἀπολαύσουν τῶν εὐεργετημάτων τῆς προκειμένης προσωρινῆς διατάξεως καὶ οἱ προϋπηρετήσαντες ὡς ὑπαξιωματικοὶ ἢ στρατιῶται, ἀφοῦ ἀπολαμβάνουσι τούτων οἱ δημοτικοὶ καὶ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες, καὶ συνεπῶς προτείνω νὰ προστεθῶσιν ἐν ἀρχῇ τοῦ πρώτου ἐδαφίου αἱ λέξεις «οἱ μὴ ὑπερβάντες τὸ 45 ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτῶν». Ὡσαύτως ἐν τέλει τοῦ ἐδαφίου, ἀντὶ τῆς φράσεως «οἱ ἔχοντες τὰ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 10 προσόντα», νὰ τεθῇ «καὶ ἔχοντες τὰ λοιπὰ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 10 προσόντα». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 48 μὲ τὰς τροποποιήσεις ταύτας. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 49 καὶ 50 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 51 (ἀναγινώσκεται).

§333ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς ποῖον ἀριθμὸν ὑποθέτει, ὅτι θὰ ἀνέλθωσιν οἱ προωρισμένοι διὰ τὴν χωροφυλακὴν κληρωτοὶ τοῦ 1892;

§334ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἰς χιλίους περίπου.

§335ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δηλαδὴ θὰ ἔχωμεν 4,000 μέχρι συμπληρώσεως τῆς ἀπαιτουμένης δυνάμεως. Τότε πρέπει νὰ φέρητε δήλωσιν εἰς τὴν Βουλήν, δι’ ἧς νὰ ζητήσητε αὔξησιν τῆς πιστώσεως, ἣν ἔχετε ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.

§336ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν θὰ αὐξήσῃ τὸ κονδύλιον τοῦ προϋπολογισμοῦ· τὸ περιπλέον θὰ τὸ λάβωμεν ἐκ τοῦ στρατεύματος.

§337ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐννοῶ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου. Λέγει ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, τοὺς ἀναγκαιοῦντας ἐκ τῶν διὰ τὴν χωροφυλακὴν προωρισμένων κληρωτῶν τοῦ 1892 δύναται νὰ μεταθέσῃ εἰς τὴν χωροφυλακὴν πρὸ τῆς λήξεως τοῦ χρόνου τῆς ἐν τῷ πεζικῷ ὑπηρεσίας αὐτῶν, κατὰ δὲ τὸ 1893 τοὺς ἀναγκαιοῦντας κτλ. Ἀλλ’ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ 1893.

§338ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογήν, ἐπειδὴ οἱ τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1892 προωρισμένοι διὰ τὴν χωροφυλακὴν συμπληροῦσι τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατεύματι τὴν 15 Σεπτεμβρίου, δυνάμεθα καὶ πρὸ τῆς προθεσμίας ταύτης νὰ τοὺς μεταθέσωμεν εἰς τὴν χωροφυλακήν· κατὰ δὲ τὸ 1893, τουτέστι κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1893, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀφίεται ἡ ἡλικία τοῦ 1891, ἡ ὑπηρετοῦσα εἰς τὴν χωροφυλακὴν, δυνάμεθα πρὸς ἀναπλήρωσιν τῆς δυνάμεως ταύτης νὰ ἀποσπάσωμεν ἐκ τοῦ πεζικοῦ ἄνδρας παρελθούσης ἀπογραφῆς.

§339ΡΑΛΛΗΣ. Τότε δὲν ἐκφράζεται καλῶς τὸ ἄρθρον.

§340ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀντὶ τῶν λέξεων «κατὰ δὲ τὸ 1893 κλπ.», ὅπως γείνῃ σαφέστερον, ἂς τεθῇ «ἀπὸ δὲ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1893 τοὺς ἀναγκαιοῦντας ἐκ τῶν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ ὑπηρετούντων κληρωτῶν κτλ.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 51, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 52, ὡς καὶ ἡ τελευταία διάταξις, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§341ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ σύνολον αὔριον.

§342ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται δι’ αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 2 καὶ 50′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 63
2Τῆς 12 Φεβρουαρίου 1893.
3(Παρασκευή).
4Ὥρα 5 καὶ 30 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ μετά τινα
6διόρθωσιν ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης
7συνεδριάσεως).
8§1ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κληθεὶς ὡς μάρτυς
9ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου διά τινα δίκην, ἥτις ἔμελλε
10νὰ δικασθῇ σήμερον, ἐνεφανίσθην ἐκεῖ ἀπὸ τῆς 9 ὥρας π. μ.
11καὶ παρέμεινα ἐπὶ πολὺν χρόνον, μέχρις ὅτου συνῆλθε τὸ
12δικαστήριον. Ἐπειδὴ δ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἔμαθον, ὅτι ἦσαν
13καὶ δύο ἄλλαι δίκαι, ὅπως δικασθῶσι, καὶ ὅτι πάλιν θὰ
14ἀναβληθῇ ἡ δίκη, δι’ ἣν ἐκλήθην μάρτυς, δι’ αὔριον ἢ με-
15θαύριον, προσῆλθον, ὅτε κατηρτίσθη τὸ δικαστήριον, ἐνώ-
16πιον τοῦ Προέδρου τῶν συνέδρων, καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν
17ὡς ἑξῆς: «Κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ, ὡς μανθάνω, εἶναι ἀκόμη
18δύο δίκαι καὶ πρόκειται νὰ ἀναβληθῇ αὕτη, παρακαλῶ, εἰ
19δυνατὸν, νὰ διατάξητε τὴν ἐκφώνησιν τῶν ὀνομάτων τῶν
20μαρτύρων, διὰ νὰ μὴ κάθηνται ἐδῶ ἐπὶ πολύ». Ἀντὶ πάσης
21ἀπαντήσεως ὁ Πρόεδρος μοῦ εἶπε τὰ ἑξῆς: «Βρέ! ἔξω! Ποῦ
22εὑρίσκεσαι; εἰς τὸ Κοινοβούλιον; ἢ εἰς τοὺς διαδρόμους τῆς
23Βουλῆς;»
24§2Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ Πρόεδρος αὐτός;
25§3ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ὁ Ἀγγελόπουλος ὁ ἐφέτης, ὁ ὁποῖος,
26πρέπει νὰ γνωρίσῃ ἡ Βουλή, ὅτι πρὸ ὀλίγων μηνῶν, ὅτε
27ἦτο ἐν τοῖς πράγμασιν ἡ Κυβέρνησις ἡ μεταβατικὴ τοῦ
28κ. Κωνσταντοπούλου, κατηγορεῖτο, ὅτι, ὡς ἀνακριτὴς, εἶχεν
29αἰκίσει ἐντὸς τῆς ἀνακρίσεως πολίτην τινὰ καὶ ἕτερον πο-
30λίτην εἶχε μωλωπίσει ἐπὶ τῆς ὀσφύος, δι’ ἃς πράξεις καὶ
31κατηγγέλθη, ἔμενε δὲ ἡ ὑπόθεσις ἐκκρεμὴς, μέχρις οὗ ἦλθεν
32ὁ θεῖός του εἰς τὰ πράγματα καὶ προήγαγεν αὐτὸν εἰς ἐφέ-
33την ἀπὸ πρωτοδίκου.
34Εἰς τὴν ἀπροσδόκητον ἐκείνην ἀπάντησιν τοῦ Προέδρου
35βεβαίως δὲν ἠδυνάμην, σεβόμενος ἑαυτὸν, σεβόμενος τὸν
36νόμον, παρὰ νὰ σιωπήσω, ἐπιφυλασσόμενος νὰ καταγγείλω
37τὸν ὑβριστὴν εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ὅπως παρα-
38δειγματικῶς τιμωρήσῃ αὐτὸν, νὰ γνωρίσω δὲ τὰ διατρέ-
39ψαντα εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἡ ὕβρις, ἡ ἀπευθυνθεῖσα
40πρὸς ἐμὲ, δὲν ἀπηυθύνετο εἰς ἄτομον, ἀλλ’ εἰς Βουλευτήν·
41καὶ τοῦτο τῷ ἦτο γνωστὸν, διότι εἶπε: «ποῦ εὑρίσκεσαι;
42εἰς τὴν Βουλὴν, ἢ εἰς τοὺς διαδρόμους τῆς Βουλῆς;» Ἄρα
43ἐγνώριζε τὴν ἰδιότητά μου. Ἐγνώρισα ταῦτα εἰς τὸν κ.
44Ὑπουργὸν, ὅστις ἀληθῶς ἀμέσως μοὶ ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει
45ἐκτελέσει ὅ,τι τῷ ὑπαγορεύει τὸ καθῆκον, καὶ ἔχω πλήρη
46πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀληθῶς θὰ φροντίσῃ. Ἀλλ’
47ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ γνωρίσω ταῦτα καὶ εἰς τὴν Βου-
48λὴν, διὰ νὰ μάθῃ τίνας δικαστὰς ἔχομεν ἰσοβίους καὶ πῶς
49οὗτοι συμπεριφέρονται πρὸς τοὺς προσερχομένους εἰς αὐτοὺς
50καὶ παρακαλοῦντας νὰ τοὺς δεχθῶσιν εἰς ἀκρόασιν, ἐνῷ
51ὀφείλουσι νὰ ἀκροῶνται πάντας εὐμενῶς καὶ ὡς ὁ νόμος
52ἐπιβάλλει, εἴτε Βουλευταὶ εἶναι οἱ προσερχόμενοι, εἴτε
53ἁπλοῖ ἰδιῶται. Ἐν τούτοις ὁ εἰρημένος Πρόεδρος δεινὴν
54ὕβριν ἀπηύθυνε κατ’ ἐμοῦ, ἐνώπιον πλήθοντος ἀκροατη-
55ρίου ἐκ καλῆς τάξεως πολιτῶν, δικηγόρων, ἐμπόρων κλπ.
56καὶ ἐνώπιον καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντεισαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ὁ
57ὁποῖος βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ, οὔτε ἄλλος τις, τὰ
58λαβόντα χώραν.
59Θὰ ἐπαναλάβω λοιπὸν τὰς παρατηρήσεις μου πρὸς
60τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι δὲν θὰ θεωρήσω ἱκανοποίησιν ὄχι
61πλέον ἀτομικὴν ἀλλὰ τοῦ ἀξιώματος τοῦ Βουλευτοῦ καὶ
62ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, μόνον τὴν μετάθεσιν τοῦ ὑβριστοῦ
63ὑπαλλήλου, ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβῃ κατ’ αὐτοῦ καὶ τὰ
64πειθαρχικὰ ἐκεῖνα μέτρα, τὰ ὁποῖα τῷ ἐπιτρέπει ὁ νόμος
65καὶ πρέπει νὰ προκαλέσῃ ἐπ’ αὐτοῦ, διότι ἐγὼ σκοπὸν ἔχω
66νὰ ἀπευθύνω κατ’ αὐτοῦ καὶ καταγγελίαν, διότι μὲ ὕβρι-
67σεν ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μου ἐπὶ παρουσίᾳ τόσου ἀκροατηρίου,
68τοῦ ὁποίου ἐκίνησε τὴν περιέργειαν.
69§4ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μετὰ
70λύπης ὄντως ἔμαθον τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ
71Νάξου Βουλευτὴς ἐγνώρισεν εἰς τὴν Βουλήν, διότι βεβαίως
72εἰς πάντα Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὸ γεγονὸς, ὅτι ἀνώ-
73τερος δικαστικὸς ὑπάλληλος ἐξύβρισεν ἐν δημοσίᾳ αἰθούσῃ
74Βουλευτὴν ἐν τῷ ἀξιώματι αὐτοῦ, ἤθελεν ἐγείρει λύπην.
75Δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος, ἵνα ἐξακριβώσω τὰ
76κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ὡς ἐμπρέπει εἰς ἐξέτασιν ἀφο-
77ρῶσαν εἰς ἀνώτερον δικαστικόν. Δύναμαι ὅμως νὰ διαβε-
78βαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι θέλω ἐνεργήσει ὅ,τι ἐκ τῶν κα-
79θηκόντων μου ἐπιβάλλεται πρός τε τὴν ἱκανοποίησιν τοῦ
80Βουλευτοῦ καὶ πρὸς τήρησιν τῆς ἀξιοπρεπείας, ἥτις δέον
81νὰ διακρίνῃ τοὺς λειτουργοὺς τῆς Θέμιδος, οἵτινες διευθύ-
82νουσι συνεδριάσεις Κακουργιοδικείου.
83§5ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, μὲ συγχωρεῖτε. Νο-
84μίζω, ὅτι δὲν ἔχετε ἀνάγκην οὐδεμιᾶς ἐξετάσεως, διότι τὸ
85πρᾶγμα ἔλαβε χώραν ἐν πλήρει δημοσίᾳ συνεδριάσει κατὰ
86Βουλευτοῦ, ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ὁποίου ἐξυβρίσθη ὁλόκλη-
87ρος ἡ Βουλή. Πρέπει νὰ μάθωσιν οἱ τοιοῦτοι, ὅτι δὲν ἐγέ-
88νοντο ἰσόβιοι ὑπάλληλοι, ὅπως καθήμενοι ἐπὶ τῆς ἕδρας
89των περιφρονῶσι τὴν Πολιτείαν, ἡ ὁποία τοὺς ἔθεσεν εἰς τὸ
90ἀξίωμα αὐτὸ, καὶ ὅτι δὲν τοῖς ἐπιτρέπεται νὰ συμπεριφέ-
91ρωνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον οὐ μόνον πρὸς ἀντιπροσώ-
92πους τοῦ ἔθνους, ἀλλ’ οὐδὲ πρὸς τὸν τελευταῖον τῶν πολι-
93τῶν. Ἀλλ’ ἀπὸ τοιαῦτα ὄντα, οἷος ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος, τὸν
94ὁποῖον δὲν ἠξεύρω πῶς εὑρέθη εἰς τὴν ἐξουσίαν ὁ κ. Κων-
95σταντόπουλος καὶ προήγαγεν εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐφέτου, δὲν
96εἶναι δυνατὸν νὰ περιμένῃ τις καλλιτέραν συμπεριφοράν.
97§6ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν φοβεῖται νὰ προσ-
98βληθῇ παρ’ οὐδενός, διότι, ἐάν τις, εἴτε δικαστὴς, εἴτε ἄλλος,
99ἐκφράσῃ ἰδέαν, ἥτις ἠδύνατο νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ὕβρις
100κατὰ τῆς Βουλῆς, ἡ ὕβρις αὕτη ἐπιστρέφει εἰς τὸν ὑβρί-
101σαντα. Ἴσως τὸ παράπονον τοῦ κ. συναδέλφου εἶναι ἐν ὅλῳ
102ἢ ἐν μέρει βάσιμον. Θέλει τὸ βεβαιώσει μετὰ ἐξέτασιν ὁ
103Ὑπουργὸς καὶ θέλει τὸ τιμωρήσει. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι
104ἔλαβε χώραν γεγονός τι, ἀπαρέσαν εἰς τὸν συνάδελφον, τοῦ
105ὁποίου ὅμως γεγονότος τὴν ἀξίαν δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ κρί-
106νωμεν καὶ ἐκτιμήσωμεν ἐκ μόνης τῆς διηγήσεως τοῦ κ. συνα-
107δέλφου, διότι οὕτως ἀρνούμεθα τὴν ἀπολογίαν τοῦ καταγγελ-
108λομένου δικαστοῦ. Πιθανὸν ἐν τῇ ταραχῇ του ὁ συνάδελφος
109νὰ ἀντελήφθη ὀλίγον ἀνακριβῶς τὰ πράγματα. Ὀρθῶς δὲ
110ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπεφυλάχθη νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ ὑπεσχέθη νὰ
111τιμωρήσῃ τὸν δικαστήν· δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ παρα-
112τηρήσω εἰς τὸν παραπονούμενον συνάδελφον, ὅτι τὸ βιαίως
113ἐκφράζεσθαι κατὰ προσώπου ἀπόντος, τὸ ἐπικαλεῖσθαι ἄλ-
114λην καταγγελίαν κατ’ αὐτοῦ, καταγγελίαν δικαστικῶς
115ἀποῤῥιφθεῖσαν, καὶ τὸ ὁμιλεῖν κατὰ ἀπόντων δικαστικῶν
116λειτουργῶν, ἀντὶ νὰ καθιστᾷ ζωηρότερον, ἀμαυρόνει τὸ δί-
117καιον τοῦ οὕτως ὁμιλοῦντος. Ὀρθὸν ἦτο νὰ εἴπῃ τί τῷ
118συνέβη, δὲν ἔπρεπεν ὅμως νὰ ὑβρίσῃ ὑπὸ τὴν ἀσυλίαν τοῦ
119λόγου πρόσωπον μὴ δυνάμενον ν’ ἀπολογηθῇ ἢ ν’ ἀπαν-
120τήσῃ.
121§7ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Προσέθηκα, τί ἔλαβε χώραν ἐν Κε-
122φαλληνίᾳ, διὰ νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ποιό-
123τητά του.
124§8ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καθ’ ὅσον γινώσκω, ὁ δικαστὴς οὗτος
125καλῶς φέρεται συνήθως.
126§9ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε,
127τί συνέβη μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ καὶ τοῦ
128Προέδρου τοῦ Κακουργιοδικείου. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ.
129Ὑπουργὸς θὰ διατάξῃ τὴν δέουσαν ἀνάκρισιν, καὶ θέλει
130κατὰ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς κανονίσει τὰς ἐνεργείας του.
131Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι ὅτι, ὅ,τι ὁ ἀξιότι-
132μος Βουλευτὴς διηγήθη περὶ τῶν κατηγοριῶν, αἱ ὁποῖαι
133ἀπεδόθησαν εἰς τὸν εἰρημένον δικαστήν, καὶ περὶ τῶν συμ-
134βάντων πρὸς προαγωγήν του ὡς ἐφέτου εἶναι ἐντελῶς ἀνυ-
135πόστατα, καὶ ἂν ἐκ τούτου κρίνωμεν, πρέπει νὰ ἔχωμεν
136πολλὴν δυσπιστίαν εἰς τοὺς ἰσχυρισμούς του. Διότι, κύριε
137Πρόεδρε, ὁ δικαστὴς οὗτος κατηγορήθη διὰ τὸν ἑξῆς λό-
138γον· ὅτι συνελήφθησαν ἐν Κεφαλληνίᾳ διαβόητοί τινες κα-
139κοῦργοι, διαπράξαντες ἐκεῖ ληστείας, καὶ παραδοθέντες εἰς
140τοὺς ἀξιωματικούς, εἶπον, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ παρεξετρά-
141πησαν εἰς πράξεις κατά τινος ἐκ τῶν συλληφθέντων κα-
142κούργων καὶ καταδικασθέντος μάλιστα διὰ παρομοίαν πρᾶ-
143ξιν. Ἐγεννήθη ὑπόνοια, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς ἦτο ἐν συνεννοή-
144σει μετὰ τῶν στρατιωτικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξετέλεσαν τὰς βιαιο-
145πραγίας αὐτὰς κατὰ τοῦ κακούργου ἐκείνου, καὶ ὁ ἀνα-
146κριτὴς παρεπέμφθη διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην· ἀλλὰ γενομέ-
147νης τῆς δίκης του ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας κατὰ
148τὸν Μάϊον τοῦ παρελθόντος ἔτους, τὸ Ἐφετεῖον ἀπήλλα-
149ξεν αὐτὸν πάσης κατηγορίας. Μετὰ τὴν ἀπαλλαγήν του
150αὐτὴν παρῆλθον δύο μῆνες, μεθ’ οὓς ἐγένετο ἡ προαγωγὴ
151αὐτοῦ, καὶ οὔτε ἔμεινεν ἐκκρεμὴς ὁ λόγος οὗτος· διότι,
152ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἀθώωσις εἶχε συμβῆ πρὸ τῆς προαγωγῆς
153του δύο μῆνας. Ὅσα λοιπὸν ἐξέθεσεν ὁ συνάδελφος εἶναι
154ἀνυπόστατα, καὶ ἂν ἐξ αὐτῶν κρίνωμεν τὰ ἐνώπιον τοῦ
155Κακουργιοδικείου εἰς αὐτὸν συμβάντα, κἄπως ἄλλως θὰ
156συνέβη ἡ ὑπόθεσις.
157§10ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἀξιό-
158τιμος ἐξ Ἀγυιᾶς Βουλευτὴς προέβαλε κατὰ τὴν χθεσινὴν
159συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἐπερώτησιν, δι’ ἧς ἐπεθύμει νὰ
160μάθῃ, τί ἀπέγεινεν ἡ ὑπόθεσις ἡ καταγγελθεῖσα ἐπὶ παρα-
161νόμοις πράξεσι κατὰ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ Μυλωνᾶ, καὶ
162ἐζήτει ἐπιμόνως χθὲς νὰ δώσω ἀπάντησιν. Ἠπόρει δὲ
163διατὶ δὲν ἔδωκα ἀπάντησιν. Πληροφορῶ αὐτὸν σήμερον, ὅτι
164ἀληθῶς ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ὑπέπεσεν εἰς πράξεις ἀξιο-
165ποίνους καὶ κατ’ αὐτοῦ τὸ ἐν Λαρίσσῃ Ἀρχηγεῖον τοῦ στρα-
166τοῦ διέταξεν ἀνάκρισιν, ἀνατεθεῖσαν εἰς τὸν συνταγματάρ-
167χην τῆς χωροφυλακῆς Κεφαλληναῖον. Μέχρι τῆς στιγμῆς
168ταύτης δὲν γινώσκει ἡ ὑπηρεσία τί ἀπέγεινεν ἡ ἀνάκρισις.
169Ὑποθέτω, ὅτι ὁ φάκελλος θέλει διαβιβασθῆ εἰς τὸν ἁρμό-
170διον Εἰσαγγελέα, διότι ὁ ἀξιωματικὸς ἐνήργει ἐν μεταβα-
171τικῇ ὑπηρεσίᾳ, πᾶσαι δὲ αἱ ἀξιόποινοι πράξεις, αἱ δια-
172πραττόμεναι ὑπὸ στρατιωτικῶν ἐν μεταβατικῇ ὑπηρεσίᾳ,
173ἀνάγονται εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, καὶ κατὰ συνέπειαν
174οἱ Εἰσαγγελεῖς εἶναι ἁρμόδιοι νὰ διεξάγωσι τὰς ὑποθέσεις
175ταύτας.
176Ὁ κ. συνάδελφος προσέθηκεν, ὅτι καὶ περὶ ἄλλων ὑπο-
177θέσεων ἐζητήθησαν πληροφορίαι, ἀλλ’ οὐδὲν μέχρι τοῦδε
178ἀπήντησεν ὁ Ὑπουργός. Τὸν βεβαιῶ, ὅτι πᾶσα πρᾶξις
179μηνυθεῖσα ἀπεστάλη πρὸς ἀνάκρισιν. Οὐδεμία δὲ ὑπάρχει
180ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐκκρεμὴς, περὶ ἧς δύναμαι νὰ δώσω
181πληροφορίας εἰς τὸν κύριον Βουλευτήν. Εὐθὺς ὡς περιέλθῃ
182εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοιαύτη, βεβαίως θέλω προθυμοποιηθῆ
183νὰ παράσχω πάσας τὰς πληροφορίας, ἂν ἀνάγωνται εἰς
184τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν·
185διότι, ἂν ἀνάγωνται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου
186τῆς Δικαιοσύνης, βεβαίως ἐγὼ δὲν θὰ ἦμαι εἰς θέσιν νὰ
187δώσω τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας.
188§11ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἐλάβετε ἔκθεσιν περὶ τῶν γεγονό-
189των, ἂν ἦναι ἀληθῆ ἢ ὄχι;
190§12ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι ἔκθεσιν. Τὸ Ὑπουργεῖον παρήγ-
191γειλεν εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον, ὅτι δέον νὰ διατάξῃ ἐξέτασιν
192πρὸς βεβαίωσιν τῶν καταγγελλομένων.
193§13Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι ὑπέπεσεν εἰς τὸ ἔγ-
194κλημα.
195§14ΔΑΛΛΑΣ. Ποῖον ἔγκλημα;
196§15ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὅτι βιαιοπραγίαι ἐνηργήθησαν.
197§16ΔΑΛΛΑΣ. Ὅτι ὁ πολίτης ἐκεῖνος ἐδέθη ἐπὶ δένδρου,
198ἐδάρη ἀνηλεῶς καὶ ἀπέθανεν ἐκ τῶν πληγῶν!
199§17ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι ὅτι βιαιοπραγίαι διεπράχθησαν
200κατὰ πολίτου. Ἄλλως τε εἶναι περιττὸν νὰ ἀναγγείλῃ ὁ
201ἀρχηγὸς, διότι δυνατὸν καὶ αὐτὸς νὰ μὴ γνωρίζῃ τι.
202§18ΔΑΛΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶπον χθὲς, ἀρχόμενος τῆς
203ἐπερωτήσεώς μου, ὅτι πρὸ 50 ἡμερῶν ἀνηγγέλθη ἡ πρᾶ-
204ξις αὕτη, ἡ δὲ πρᾶξις αὕτη εἶναι ἀρκούντως σοβαρὰ, διότι
205ἀνηγγέλθη, ὅτι ἀπεβίωσε πολίτης, τὸν ὁποῖον στρατιωτι-
206κὸς διοικητὴς τοῦ μεταβατικοῦ προσέδεσεν εἰς δένδρον,
207ἀφοῦ ἔδειρεν ἀνηλεῶς. Νομίζω ὅτι, ἀφοῦ παρῆλθον 50
208ὅλαι ἡμέραι, ἀφ’ ἧς κατηγγέλθη ἡ πρᾶξις, δὲν ἔπρεπεν
209ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἔλθῃ σήμερον ἐνώ-
210πιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι εἰσέτι δὲν ἔχει ἀπο-
211τέλεσμα.
212§19ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Καὶ βε-
213βαίως δὲν ἔχω.
214§20ΔΑΛΛΑΣ. Καὶ πότε λοιπὸν θὰ ἔχητε τὰ ἀποτέλεσμα;
215Ἐγὼ κατήγγειλα ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους τοιαύτας
216ἐγκληματικὰς πράξεις, καὶ κατήγγειλα καὶ κατὰ τὴν πα-
217ροῦσαν σύνοδον κατ’ ἐπανάληψιν πράξεις τοιαύτας, παρὰ
218τῶν αὐτῶν στρατιωτικῶν διαπραχθείσας εἰς τὸ αὐτὸ μέρος,
219καὶ ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔρχεται νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι δὲν
220ἔχει πληροφορίας! Δὲν εἶχον λοιπὸν δίκαιον χθὲς, λέγων
221εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδόλως εὐλαβεῖται τὸ δικαίωμα τῆς
222ἐπερωτήσεως καὶ τοῦ ἐλέγχου; Δύναται νὰ μὴ εὐλαβῆται
223ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀλλ’ ἐγὼ λέγω πρὸς
224αὐτόν, ἂν αὐτὸς συνειθίζῃ νὰ περιφρονῇ τὰς ἐπερωτήσεις
225ἡμῶν ταύτας, ὅτι ταύτας δὲν ποιούμεθα πρὸς αὐτὸν, οὔτε
226χάριν αὐτοῦ, ἀλλὰ ποιούμεθα χάριν τῶν ὑπευθύνων, καὶ
227ὑπεύθυνος εἶναι ὁ λαὸς, ὑπεύθυνοι δὲ εἶναι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτι-
228νες ἐδημιούργησαν εὐθύνας διὰ τοὺς ἀνευθύνους.
229§21ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν ἐννοῶ, πῶς ὁ
230κ. Βουλευτὴς ἐννοεῖ τὰς ἐπερωτήσεις του· ζητεῖ νὰ τοῦ
231δώσω πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχω.
232§22ΔΑΛΛΑΣ. Διατὶ νὰ μὴ τὰ ἔχητε;
233§23ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἶπεν, ὅτι πρὸ 50 ἡμερῶν κατήγγειλε
234τὰς πράξεις ταύτας. Ἀλλὰ μήπως ἀρνοῦμαι ἐγὼ τοῦτο;
235§24ΔΑΛΛΑΣ. Τί ἐνηργήσατε;
236§25ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀφοῦ ἐπράξαμεν ἐκεῖνο, ὅπερ ὠφείλομεν
237νὰ πράξωμεν, τουτέστι νὰ διατάξωμεν ἀνάκρισιν, οὐδὲν
238μένει ἡμῖν πλέον, μέχρις—οὗ ὑποβληθῇ ὁ φάκελλος τῆς
239ὑποθέσεως. Σᾶς εἶπον, ὅτι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουρ-
240γείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ὑπάρχει ἡ ὑπόθεσις ἐκκρεμής.
241Ὑπάρχει ἡ ὑπόθεσις εἰς ἐνέργειαν πρὸς ἀνάκρισιν. Πῶς
242εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζω καὶ νὰ σᾶς δώσω τὰς πληροφο-
243ρίας; Δυσπιστεῖτε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου;
244§26ΔΑΛΛΑΣ. Οὐδόλως.
245§27ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως· διότι λέγετε, ὅτι ἡ ὑπηρεσία
246ἐκ προθέσεως δὲν θέλει νὰ προσαγάγῃ τὰς ἀπαιτουμένας
247πληροφορίας.
248§28ΔΑΛΛΑΣ. Ἄλλο θέλω νὰ εἴπω. Ἠξίουν, ὅτι ἔπρεπε
249νὰ συστήσητε δραστηριότητα περὶ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἀρχῆς,
250ὅτι ἔπρεπε νὰ δείξητε περισσοτέραν ἐπιμέλειαν, περισσο-
251τέραν φροντίδα, νὰ ἐπισπεύσητε τὰς ἀνακρίσεις, νὰ μὴ ἐφε-
252συχάσητε, καὶ νὰ μὴ ἀρκεσθῆτε νὰ δίδητε τοιαύτας μόνον
253πληροφορίας, οἵας δίδετε. Πολίτης ἀπεβίωσε πρὸ 50 ἡμε-
254ρῶν ἐκ τῶν κακώσεων ἀξιωματικοῦ, καὶ λέγετε ὅτι δὲν
255ἔχετε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐκκρεμῆ τὴν ὑπόθεσιν! Ἐγὼ δὲν
256θέλω νὰ ἀμφισβητήσω τοῦτο, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ
257ἐνεργήσητε. Πότε λοιπὸν θὰ ἐνεργήσητε; Ἀπορῶ, πῶς ἡ
258Βουλὴ ἀνέχεται τοιαύτην κατάστασιν!
259§29ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κύριος
260Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν διέταξεν ἀνάκρισιν, καὶ
261ὅτι ἡ ἀνάκρισις ἐνεργεῖται· ἀλλὰ τὸ γεγονὸς εἶναι τόσον
262σοβαρὸν, τόσον ἀπάνθρωπον, ὥστε βεβαίως δὲν εἶναι δυ-
263νατὸν οὔτε ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, οὔτε ὁ
264κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀνεχθῶσιν, ὅπως ἐν Ἑλλάδι προσ-
265δεθῇ ἄνθρωπος εἰς δένδρον, δαρῇ ἀνηλεῶς καὶ ἐκπνεύσῃ
266ὑπὸ τὸ βούνευρον, νὰ μείνῃ δὲ τὸ πτῶμα αὐτοῦ ἐπὶ 10
267ἡμέρας ἐκτεθειμένον, καὶ ὅμως νὰ βραδύνῃ ἐπὶ τοσαύτας
268ἡμέρας ἡ τιμωρία τοῦ δράστου, ἢ τοὐλάχιστον ἡ πληρο-
269φορία, ὅτι ἀφεύκτως οὗτος εἰσάγεται, ὅπως δώσῃ δίκην τοῦ
270ἐγκλήματός του. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρα-
271τιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ὡς τάχιστα,
272εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν, ἂν ὁ κακουργήσας ἀξιωματικὸς
273εἰσήχθη εἰς δίκην, καὶ ἂν παρεπέμφθη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα
274ἡ δικογραφία, τὸν δὲ κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πλη-
275ροφορήσῃ ἐπίσης τὴν Βουλὴν, τίνας πληροφορίας ἔχει παρὰ
276τοῦ Εἰσαγγελέως περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
277Ἀλλοίμονον, κύριε Πρόεδρε, ἂν πολῖται Ἕλληνες ἦναι
278ἐκτεθειμένοι εἰς τοιαύτας βιαιοπραγίας! Φοβοῦμαι, κύριε
279Πρόεδρε, ὅτι τὴν φράσιν, ἥτις διέφυγε τοῦ ἀξιοτίμου συνα-
280δέλφου, ἴσως ἀποφασίσῃ τις νὰ δικαιολογήσῃ, ἂν ἀποδει-
281κνύηται, ὅτι δύνανται τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα νὰ
282συλλαμβάνωσιν οἱονδήποτε πολίτην, νὰ τὸν δέρωσι, νὰ τὸν
283βλέπωσι νὰ ἐκπνέῃ ὑπὸ τὸ βούνευρον καὶ τὴν σπάθην των!
284Αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι ἀνήκουστα δι’ ἕνα τόπον πολι-
285τισμένον ὁπωσδήποτε, διατελοῦντα ὑπὸ συνταγματικὸν πο-
286λίτευμα, ἢ ἔστω ὑπὸ οἱονδήποτε ἀνθρώπινον πολίτευμα!
287Ἐλπίζω ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ θέλουσι δείξει τοὐλά-
288χιστον τὸ αἴσθημα τῆς φιλανθρωπίας, τὸ ὁποῖον πᾶς ἄν-
289θρωπος αἰσθάνεται, ὅταν πρόκηται περὶ τοιαύτης ἀπαν-
290θρώπου πράξεως.
291§30ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐδή-
292λωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πρὸ πολλοῦ κατηγγέλθη ἡ πρᾶ-
293ξις αὕτη, καὶ ὅτι ἔλαβε γνῶσιν, ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται
294ἀξιωματικὸς ὑπέπεσεν εἰς ἐγκληματικὴν πρᾶξιν. Ἐπιθυμῶ
295νὰ μάθω, ἂν ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος παραμένῃ εἰσέτι ἐν τῇ
296ὑπηρεσίᾳ ἢ ἀνεκλήθη.
297§31ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Καθ’ ἃς
298ἔχω ἐξωδίκους πληροφορίας, οὗτος διατελεῖ εἰς προφυλάκι-
299σιν, ἐξεδόθη δ’ ἔνταλμα φυλακίσεως κατ’ αὐτοῦ.
300§32ΔΑΛΛΑΣ. Ὄχι ἐπισήμους.
301§33ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι.
302§34ΔΑΛΛΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω πάλιν νὰ ἐπιδείξητε ἰδιαι-
303τέραν προσοχήν.
304§35ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Θὰ τηλεγραφήσω σήμερον, ὥστε αὔριον
305νὰ ἦμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς ἀναγγείλω τὸ ἀποτέλεσμα.
306§36ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαι-
307δεύσεως). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σημειώσεις πλήρεις
308τῶν πληροφοριῶν τῶν ζητηθεισῶν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ
309Ἄρτης Βουλευτοῦ περὶ τῶν νῦν ὑπαρχουσῶν ἑδρῶν ἐν τῷ
310Πανεπιστημίῳ καὶ τῶν ἐν αὐτῷ διδασκόντων καθηγητῶν.
311§37ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ.
312§38ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐν τῇ
313χθεσινῇ τῆς Βουλῆς συνεδριάσει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς
314Βουλευτὴς ὑπέμνησε προηγουμένην αὑτοῦ ἐπερώτησιν περὶ
315τῶν δοθεισῶν ἐναντίον τῶν ὀργάνων τῆς Διοικητικῆς Ἀστυ-
316νομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καταγγελιῶν καὶ περὶ τῆς
317στάσεως, εἰς ἣν ἑκάστη τούτων εὑρίσκεται νῦν. Ἠτήσατο
318μάλιστα καὶ τὴν προσαγωγὴν τῶν δικογραφιῶν καὶ παντὸς
319σχετικοῦ ἐγγράφου. Ὑπεσχέθην νὰ προσκομίσω εἰς τὴν
320Βουλὴν τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, καὶ ἂν αὗται ἀποδει-
321χθῶσιν ἀνεπαρκεῖς, καὶ ἂν ἤθελον ζητηθῆ ἔγγραφα πρόσ-
322θετα, τὰ ὁποῖα ἄνευ βλάβης τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους
323δύναμαι νὰ καταθέσω, θέλω προθύμως καταθέσει καὶ ταῦτα.
324Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν ἀπὸ 20 Φε-
325βρουαρίου 1892 μέχρι τῆς 11 Φεβρουαρίου 1893, δηλαδὴ
326μέχρι τῆς χθὲς, δοθεισῶν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν καταγγε-
327λιῶν κατ’ ἀστυνομικῶν ὀργάνων.
328§39ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τῆς Εἰσαγγελίας τῶν Πρω-
329τοδικῶν;
330§40ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Δὲν ἠδυνήθην σήμερον νὰ
331ἔχω πρόχειρον καὶ τὸν πίνακα τῶν τυχὸν ὑπαρχουσῶν ἐκ-
332κρεμῶν παρὰ τῇ Εἰσαγγελίᾳ τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν
333καταγγελιῶν, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ καταθέσω καὶ ταύτας
334βραδύτερον.
335Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, ἐδόθησαν ἐν τῷ διαστήματι
336τούτῳ 29 καταγγελίαι, ἐν αἷς καταγγέλλονται 31 ἀστυνο-
337μικοὶ ὑπάλληλοι. Ἐκ τῶν 29 καταγγελιῶν αἱ 6 εἶναι ἐκ-
338κρεμεῖς, αἱ 3 παρεπέμφθησαν εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον, ἐπὶ
339τῶν 10 ἐξεδόθησαν βουλεύματα ἀπαλλάσσοντα τοὺς καταγ-
340γελθέντας, ἐπὶ 1 καταγγελίας ἐξεδόθη ἀθωωτικὴ ἀπόφα-
341σις, ἐπὶ 4 ἐκηρύχθη ἀναρμόδιον τὸ Πλημμελειοδικεῖον διὰ
342βουλεύματος, 3 παρεπέμφθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
343Στρατιωτικῶν ὡς ἁρμόδιον, 1 ὑπεβλήθη εἰς τὸν Εἰσαγ-
344γελέα τῶν Ἐφετῶν ὡς ἁρμόδιον, διότι καταγγέλλεται ὁ
345Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, ὁ ὁποῖος, ὡς γινώσκετε, κατὰ
346τὰ μέχρι τοῦδε κρατοῦντα ἀπολαμβάνει ἰδιαζούσης δοσιδι-
347κίας, καὶ ὡς πρὸς 1 διετάχθη περαιτέρω ἀνάκρισις. Ἐκ
348τῶν 29 αἱ 6 ἀφορῶσιν εἰς ἐξύβρισιν, αἱ 6 εἰς κατάχρησιν
349τῆς ἐξουσίας τῆς ἀρχῆς, 5 εἰς ἄδικον ἐπίθεσιν, 6 εἰς παρά-
350νομον κατακράτησιν, 3 εἰς τραῦμα, 1 εἰς διατάραξιν οἰ-
351κιακῆς εἰρήνης, 1 εἰς παράβασιν καθήκοντος καὶ 1 εἰς
352κλοπήν.
353Ὁ πίναξ οὗτος κατατίθεται εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Προ-
354εδρείου, ὅπως ὁ ἐπερωτήσας ἢ ἕτερος τῶν κκ. Βουλευτῶν
355λάβῃ γνῶσιν καὶ ζητήσῃ, ἂν ἔχῃ ἀνάγκην, καὶ ἄλλας
356πληροφορίας.
357Ὑπέλαβον ὅμως ἀναγκαῖον νὰ καταθέσω καὶ ἕτερον
358πίνακα, ἐμφαίνοντα τὰς κατὰ τὸ ἀντίστοιχον χρονικὸν διά-
359στημα δοθείσας καταγγελίας κατ’ ἀστυνομικῶν ὀργάνων,
360ὅτε δὲν διηύθυνον στρατιωτικοί, ἀλλὰ πολιτικοί, ἵνα κατα-
361δειχθῇ ἐκ τῆς συγκρίσεως τῶν δύο τούτων ἐποχῶν, τίς
362εἶναι ἡ προτιμοτέρα κατάστασις. Κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν
363διάστημα, ὡς ἐμφαίνει ὁ πίναξ Β, ἐδόθησαν καταγγελίαι
364κατὰ τῶν ὀργάνων τῆς Διευθύνσεως τῆς Ἀστυνομίας Ἀθη-
365νῶν καὶ Πειραιῶς 70· ἐξ αὐτῶν 17 ἀφορῶσιν εἰς ἐκβίασιν,
36611 εἰς παράνομον κατακράτησιν, 5 εἰς παράβασιν καθή-
367κοντος, 2 εἰς ἀντίστασιν, 2 εἰς συκοφαντίαν, 2 εἰς ἄδικον
368ἐπίθεσιν, 4 εἰς τραύματα, καὶ αἱ λοιπαὶ εἰς διαφόρους ἄλ-
369λας ἀξιοποίνους πράξεις. Ἐπίσης καὶ ὁ πίναξ οὗτος κατα-
370τίθεται εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Προεδρείου, ὅπως ὁ βουλόμε-
371νος λάβῃ γνῶσιν. Ἐκ τῆς προχείρου συγκρίσεως τῶν δύο
372τούτων πινάκων θέλει παρατηρήσει ἡ Βουλή, ὅτι κατ’ ἀριθ-
373μὸν καὶ κατὰ ποιὸν εἰς τὰς δοθείσας καταγγελίας, ἀφ’ ἧς
374ἡ ἀστυνομία διευθύνεται ὑπὸ στρατιωτικῶν, ὑπάρχει βελ-
375τίωσις ἀξία μνείας.
376§41ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ὑπάρχει βελτίωσις, ἀλλ’ ἀφοῦ οἱ
377ἄνθρωποι ἔμαθον, ὅτι εἶναι ἀναρμόδια τὰ κοινὰ δικαστή-
378ρια, ἔπαυσαν νὰ καταγγέλλωσι.
379§42ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι μέχρι
380πρὸ ὀλίγου ὡς πρὸς πάσας τὰς καταγγελίας κατ’ ἀστυνο-
381μικῶν ὑπαλλήλων ἐπεκράτει ἡ γνώμη, ὅτι ἁρμοδίως ὑπε-
382βάλλοντο εἰς τὰ κοινὰ ποινικὰ δικαστήρια.
383§43ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἰς ἐμὲ ἦλθον εἴκοσι, καταγγέλλον-
384τες ὡρισμένας πράξεις, καὶ τοὺς ἀπέτρεψα, ἕνεκα τοῦ λό-
385γου τούτου, νὰ προβῶσιν εἰς καταγγελίαν.
386§44ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ διακόσιοι.
387§45ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, νο-
388μίζω κατάλληλον τὴν εὐκαιρίαν νὰ δώσω πληροφορίας
389καὶ ἐπὶ ἑτέρᾳ ἐπερωτήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς,
390ἀφορώσῃ εἰς πολίτην τινά, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὰς πληροφο-
391ρίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἠκίσθη πρό τινος ἀστυνόμου καὶ
392ἀπεβίωσεν, ὡς εἶπεν. Ἡ ἐπερώτησις ἀπηυθύνετο εἰς τὸν
393κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ εἰς ἐμὲ, ἐπειδὴ δὲ
394αἱ αὐταὶ πληροφορίαι ἐδόθησαν καὶ εἰς τὰ δύο Ὑπουρ-
395γεῖα, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ καταθέσω τὴν ἀναφορὰν τοῦ
396κ. Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας μετὰ τῆς ἐκθέσεως τοῦ δη-
397μοσίου κατηγόρου, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐκθέσει μετὰ λεπτομε-
398ρείας ἀναγράφονται τὰ γεγονότα τὰ σχετιζόμενα πρὸς
399τὴν καταγγελθεῖσαν πρᾶξιν. Ἐκ τῆς ἀφηγήσεως, τὴν
400ὁποίαν ποιεῖται ἡ ἔκθεσις τοῦ δημοσίου κατηγόρου, θέλει
401πληροφορηθῆ ὁ ἀναγινώσκων τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ὅτι ἐκ
402μέρους τοῦ ἀστυνόμου οὐδεμία κατὰ τοῦ προσώπου τούτου
403ἐγένετο ἐπίθεσις ἢ αἰκία, ἀλλ’ ὅτι τὸ ἄτομον, περὶ τοῦ
404ὁποίου πρόκειται, κατὰ τὰς βεβαιώσεις δύο ἰατρῶν, τοὺς
405ὁποίους ὑποθέτω, ὅτι γινώσκει ὁ κ. Βουλευτής, τοῦ κ. Κα-
406νάκη καὶ τοῦ κ. Μίνωος, ἔπασχεν ἐξ ἐπιληψίας, καὶ ὅτι
407ἐν καταστάσει ἐπιληπτικῇ εὑρεθείς, ὅτε ἐκρατεῖτο εἰς τὸ
408κρατητήριον διά τινα παράβασιν, δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπο-
409στηριχθῇ ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, καὶ μόνος ἐκτυ-
410πᾶτο δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ. Οἱ ἰατροὶ βεβαιοῦσιν, ὅτι οὐ-
411δεμία, μετ’ ἐπανειλημμένας ἐξετάσεις, φαίνεται αἰκία ἐκ
412τῶν ἔξωθεν, καὶ ὅτι αὐτὸς διατελεῖ ἀκόμη εἰς κατάστα-
413σιν ἀναισθησίας, ἕνεκα τῆς παθήσεως τῆς νευρικῆς, ἡ
414ὁποία, ὡς φαίνεται, δὲν ἐπαρουσιάσθη τὸ πρῶτον νῦν εἰς
415αὐτόν. Ἐὰν ἐπιθυμῇ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις τοῦ
416δημοσίου κατηγόρου, δύναται ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ τὴν
417ἀναγνώσῃ· νομίζω ὅμως, ὅτι δύναται πᾶς βουλόμενος ἐκ
418τῶν κκ. Βουλευτῶν νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῆς, κατατιθεμέ-
419νης εἰς τὸ Προεδρεῖον.
420§46ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ χθὲς τὸ
421ἑσπέρας, ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὑπέβαλον τὴν ἐπερώ-
422τησιν, ἔμαθον ὅτι ἡ ἀπολογία τοῦ καταγγελθέντος θὰ
423ἦναι, ὅτι ὁ παθὼν εἶναι ἐπιληπτικός. Διαβεβαιῶ τὴν Βου-
424λὴν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ζῶμεν τῷ
425ὄντι εἰς ἀγρίαν κατάστασιν, ὅτι αἱ συνθῆκαι, ὑφ’ ἃς νομί-
426ζουσιν ὅτι δύνανται νὰ διοικῶσι καὶ νὰ δικαιολογῶσι τὰ
427ἐγκλήματα τῶν ὑπαλλήλων, δὲν δύνανται νὰ συγκρατή-
428σωσι τὴν Πολιτείαν. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὁ δυστυχὴς
429αὐτὸς, ὀνόματι Ἀπόστολος, Κρὴς τὴν πατρίδα, συνελήφθη,
430ἐδέθη εἰς μίαν στήλην καὶ ἐκεῖ ἐδέρετο, κατόπιν δὲ ὁ ἀστυνό-
431μος συνέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τ’ αὐτιὰ καὶ τὸν ἐκτύπησεν εἰς τὴν
432στήλην, ἐφ’ ἧς ἐκ τῶν ὄπισθεν τῆς κεφαλῆς ἐκτυπήθη καὶ
433ἐταράχθη ὁ ἐγκέφαλος, ὁ δὲ ἄνθρωπος κατέπεσεν. Εἶναι βε-
434βαιωμένον, ὅτι ὁ ἐπιληπτικὸς καταπίπτων οὐδέποτε κτυπᾷ
435εἰς σημεῖον ἐκ τῶν ὄπισθεν, ἀλλὰ πάντοτε καταπίπτει πρὸς
436τὰ πλάγια ἢ πρὸς τὰ πρόσω. Ὅτι δὲ οὕτως ἔχουσιν αἱ
437κατὰ τοῦ δυστυχοῦς αὐτοῦ ἐπενεχθεῖσαι κακώσεις, δύναται
438εὐκόλως νὰ ἐξακριβωθῇ, καὶ πρὸς τοῦτο θὰ παρακαλέσω
439τὴν Βουλὴν, ἐν ὀνόματι τῆς δικαιοσύνης, ἐν ὀνόματι τῆς
440ἀνθρωπότητος, νὰ ὑποχρεώσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὁρίσῃ
441τρεῖς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου ἰατροὺς, ἵνα ἐξετά-
442σωσι τὸν παθόντα. Ἐστάλησαν ἄνθρωποι εἰς τὸν κ. Εἰσαγ-
443γελέα, διὰ νὰ καταδιώξῃ τὸν ἀστυνόμον, ἀλλὰ τοὺς ἀπέ-
444πεμψεν, εἰπὼν, ὅτι τὸ πάθημα τοῦ παθόντος εἶναι ἐπιλη-
445ψία. Φαντασθῆτε ἐπιληψίαν ἐπὶ 48 ὥρας! Δὲν πρέπει νὰ
446δικαιολογῆτε σεῖς, κυβερνῆται, τοιούτους ἀνηθίκους ὑπαλ-
447λήλους, ὡς τολμῶ νὰ τὸ εἴπω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀνα-
448λαμβάνων τὴν εὐθύνην τῶν λόγων μου.
449§47ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρέλειψα νὰ προσθέσω, ὅτι σήμερον
450ἡ ὑπόθεσις παρεπέμφθη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πλημμε-
451λειοδικῶν, πρὸς τὸν ὁποῖον παρήγγειλα νὰ ἀνατεθῇ ἡ ὑπό-
452θεσις εἰς τακτικὸν ἀνακριτὴν καὶ ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις
453αὐστηρά.
454§48ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς θ’ ἀποφανθῇ, ὅτι
455εἶναι ἀναρμόδιος· ὥστε ἀνάγκη νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ
456Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
457§49ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν συνέπραξε μετὰ κλητήρων ὁ
458μηνυόμενος, θ’ ἀποσταλῇ εἰς τακτικὸν ἀνακριτὴν ἡ δικο-
459γραφία. Ἐὰν δὲν συνέπραξε μετὰ κλητήρων, θ’ ἀποσταλῇ
460ἀμέσως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
461§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
462ταξιν.
463§51ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε....
464§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμε-
465ρησίαν διάταξιν.
466§53ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.
467Εἰς προλαβοῦσαν συνεδρίασιν ὑπέβαλον μετὰ τοῦ ἀξιο-
468τίμου συναδέλφου κ. Χασὶπ Σερὲφ ἐπερώτησιν, διὰ τῆς
469ὁποίας παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησια-
470στικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅλα τὰ ἔγγραφα,
471τὰ εὑρισκόμενα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
472καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ ἀναφερόμενα εἰς
473τὴν χορηγηθεῖσαν τῷ Γ. Μοντελιάνῳ ἄδειαν, ὅπως συστήσῃ
474ἰδιωτικὸν σχολεῖον ἐν Λαρίσσῃ καὶ ἐν Τρικκάλοις. Μεταξὺ
475δὲ αὐτῶν παρεκάλουν νὰ κατατεθῶσιν ἰδίως τὰ ὑπ’
476ἀριθ. 6226 καὶ 6559 τοῦ Ὀκτωβρίου καὶ Νοεμβρίου
4771891 ἔγγραφα, ἀποσταλέντα ὑπὸ τοῦ νομάρχου Τρικ-
478κάλων πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Ἀφορμὴν εἰς
479τὴν ἐπερώτησιν ἡμῶν ταύτην εἶχε δώσει, Κύριοι, τὸ ἑξῆς
480γεγονός. Πρό τινος χρόνου λειτουργεῖ ἐν Λαρίσσῃ Σχολὴ
481ἰδιωτικὴ, συστηθεῖσα τῇ ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργείου τῆς
482Παιδείας πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων μηνῶν. Ἡμεῖς, γνωρίζοντες
483ὅτι οὐδεμία ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, τῶν σχετιζο-
484μένων μὲ τὴν χορηγίαν ἀδείας πρὸς σύστασιν ἰδιωτικῶν
485σχολείων, ἐτηρήθη, πληροφορηθέντες δ’ ὅτι ἡ διαγωγὴ τοῦ
486λαβόντος τὴν ἄδειαν ἦτο κακὴ, ὁ προηγούμενος δ’ αὐτοῦ
487βίος ἦτο εἰς ἄκρον ἐπιλήψιμος, παρεστήσαμεν εἰς τὸν κ.
488Ὑπουργὸν, ὅτι ἔδει ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ἄδειαν, διότι καὶ
489παράνομος ἦτο καὶ εἰς σκοπὸν μὴ ἠθικὸν ἀπέβλεπεν ἡ σύ-
490στασις τοῦ σχολείου. Ἡ παράκλησις ἡμῶν αὕτη δυστυχῶς
491δὲν εἰσηκούσθη, ἠναγκάσθημεν δὲ νὰ ζητήσωμεν τὴν προσ-
492αγωγὴν τῶν ἐγγράφων, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει τούτων διὰ δη-
493μοσίας συζητήσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πείσωμεν τὸν
494κ. Ὑπουργὸν, ὅτι εἶχε δίκαιον ἡ κοινωνία τῆς Λαρίσσης
495νὰ ἀνησυχῇ διὰ τὴν σύστασιν τοῦ σχολείου αὐτοῦ, καὶ
496ὅτι οἱ εἰσηγησάμενοι παρὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ τὴν χορήγησιν
497τῆς ἀδείας, ἂν μὴ ἐξ ἄλλων λόγων, βεβαίως ἐξ ἀσυγγνώ-
498στου ἐπιπολαιότητος εἰσηγήσαντο τὴν τοιαύτην πρότασιν.
499Ὑπεμνήσαμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὰ ἑξῆς· ὅτι ὁ κύριος
500οὗτος, ὁ λαβὼν τὴν ἄδειαν πρὸς σύστασιν σχολείου, ἐπὶ 8
501μῆνας περιήρχετο ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ὅτι ἐξεδιώχθη διὰ
502νυκτὸς ἐκ Χαλκίδος, ἔφυγε διὰ νυκτὸς ἐκ Βώλου καὶ διὰ
503Λαμίας καὶ Τρικκάλων ἦλθε καὶ ἐγκατεστάθη εἰς τὴν
504Λάρισσαν, ὅπου τῷ ἐπετράπη νὰ συστήσῃ σχολεῖον.
505§54Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀπέκτησε προσόντα (ἱλαρότης).
506§55ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Ἤθελον, Κύριοι, διὰ τῶν ἐγγράφων,
507τὰ ὁποῖα ἐζητήσαμεν, ν’ ἀποδείξω τὴν ἀλήθειαν τῶν λεγο-
508μένων μου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐπὶ τῇ αἰτήσει, τὴν ὁποίαν
509ὑπεβάλομεν, κατέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔγγραφά τινα, σχε-
510τιζόμενα μὲ τὴν χορηγηθεῖσαν διὰ τὴν σύστασιν τοῦ σχο-
511λείου Λαρίσσης ἄδειαν, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν ἐλλείπουσιν ἐκεῖνα,
512τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται πρὸς τὴν ἄδειαν τὴν χορηγηθεῖσαν
513διὰ τὸ σχολεῖον Τρικκάλων, τὰ ὁποῖα ἀπεκάλυψαν τὴν
514ἀληθῆ τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ ποιότητα. Δυστυχῶς, εἶπον,
515ἐκ τῶν ἐγγράφων ἐλλείπουσι τὰ οὐσιωδέστερα, ἐγὼ ὅμως
516ηὐτύχησα νὰ κατορθώσω νὰ λάβω εἰς χεῖράς μου δύο ἐξ
517ὅλων τῶν ἐγγράφων, περὶ τῶν ὁποίων σᾶς ὁμιλῶ, ἐξ αὐ-
518τῶν δὲ, καίπερ ὄντων τηλεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα ἐστάλη-
519σαν παρὰ τοῦ τότε νομάρχου Τρικκάλων πρὸς τὸ Ὑπουρ-
520γεῖον τῆς Παιδείας, καταδεικνύεται ὁποῖος εἶναι ὁ ἄνθρω-
521πος οὗτος (ἀναγινώσκει):
522«Ἀριθ. 6288.
523«Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν
524«Ἀθήνας.
525«Κατόπιν 6241 ἀπὸ 7 τρέχοντος μηνὸς ἀναφορᾶς
526Νομαρχίας, πληροφορῶ, ὅτι ὁ αἰτῶν ἄδειαν πρὸς σύστα-
527σιν ἰδιωτικῆς ἐνταῦθα σχολῆς Γεώργιος Μοντελιάνος οὔτε
528Ἕλλην, οὔτε Γάλλος πολίτης εἶναι, ὡς τοῦτο βεβαιοῦται
529ἐξ ἀμειφθείσης μεταξὺ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν καὶ Νο-
530μαρχίας Φθιώτιδος ἀλληλογραφίας, φερούσης ἀριθ. 8612
531σχετικῆς Ὑπουργείου διαταγῆς. Καὶ συνεπῶς προτείνω,
532ἵνα ἀποῤῥιφθῇ αἴτησίς του, ὡς μὴ κεκτημένου οὐδὲν πρὸς
533σύστασιν Σχολῆς προσὸν καὶ διάγοντος βίον τυχοδιω-
534κτικόν.
535«Τρίκκαλα, 27 Ὀκτωβρίου 1891.
536«Ὁ νομάρχης
537«Δ. Θεοχάρης.»
538Δεύτερον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον δὶς δι’ ἐπερωτήσεώς μου
539παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ, εἶναι τὸ ἑξῆς
540(ἀναγινώσκει):
541«Ἀριθ. 6559.
542«Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν
543«Ἀθήνας.
544«Ἀναστείλατε, παρακαλῶ, κοινοποίησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ.
545302 ἐν «Ἐφημερίδι Κυβερνήσεως» καταχωρισθείσης ἐπ’
546ὀνόματι Γεωργίου Μοντελιάνου ἀδείας περὶ συστάσεως ἐν-
547ταῦθα ἰδιωτικοῦ ἐκπαιδευτηρίου, καθόσον, ὡς ἀνεφέραμεν
548δι’ ἀριθ. 6288 ἀπὸ 27 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. τηλεγραφικῆς ἀνα-
549φορᾶς μας, οὔτε ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν κέκτηται, οὔτε Γάλ-
550λος πολίτης τυγχάνει οὗτος, ἀλλὰ τυχοδιώκτης Ἰσραηλί-
551της, ἐξαπατῶν τὰς Κοινότητας.
552«Τρίκκαλα, 6 Νοεμβρίου 1891.
553«Ὁ νομάρχης
554«Δ. Θεοχάρης.»
555Φαίνεται ὅτι τὰ τότε σταλέντα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν
556τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τηλεγραφήματα ἔκαμον πρὸς αὐτὸν
557τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ὁμολογουμένως πρέπει νὰ κά-
558μωσιν εἰς πάντα ἐκ τοιούτων ἐπισήμων ἐγγράφων λαμβά-
559νοντα πληροφορίας περὶ τῆς ἠθικῆς ποιότητος ἀνθρώπου,
560ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ συστήσῃ σχολεῖον ἰδιωτικὸν, διὰ νὰ
561ἠθικοποιήσῃ τὴν κοινωνίαν. Φαίνεται ὅμως, ὅτι ἐκτὸς τῶν
562ἐγγράφων αὐτῶν ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου ὑπάρχουσι
563καὶ ἄλλα, πολὺ οὐσιωδέστερα, τὰ ὁποῖα, ληφθέντα ὑπ’ ὄψιν
564ἐκ μέρους τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, τὸν ἔκαμον
565νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν προὐκάλει ὁ τότε
566νομάρχης Τρικκάλων. Ἐξ ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν κατὰ
567τὴν δευτέραν σύνοδον τῆς προηγουμένης Βουλευτικῆς περιό-
568δου ὑπέβαλεν ὁ τότε βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Γεωργόπου-
569λος, ἐπερωτήσεως ἀναφερομένης εἰς αὐτὸ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον
570ἀπασχολεῖ καὶ ἡμᾶς σήμερον, — διότι δυστυχῶς ὁ κ. Μοντε-
571λιάνος ἐπρόκειτο ν’ ἀπαθανατισθῇ εἰς τὸ Κοινοβούλιον τὸ
572Ἑλληνικὸν, — ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως, λέγω, τῆς προηγουμένης,
573τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ τότε βουλευτὴς κ. Γεωργόπουλος, ὁ
574κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως λαβὼν ἀφορμὴν, ἀπαντᾷ
575ὡς ἑξῆς (Συνεδρίασις Ιʹ τῆς Βʹ Συνόδου τῆς ΙΒʹ Βουλευ-
576τικῆς Περιόδου) (ἀναγινώσκει):
577«...Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως συνέβη, ὥστε ν’ ἀντικατασταθῇ
578ὁ νομάρχης Λαρίσσης δι’ ἄλλου, ὅστις καὶ νῦν διευθύνει τὴν
579Νομαρχίαν ταύτην. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἔλαβον ἐμπιστευ-
580τικὸν ἐπίσημον γράμμα τοῦ νέου τούτου νομάρχου, δι’ οὗ
581μοὶ ἐξέθετε γεγονότα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα μὲ ἔκαμον νὰ
582πεισθῶ, ὅτι ἔπρεπεν, ἂν ὄχι νὰ ἀνακαλέσω, τοὐλάχιστον
583νὰ ἀναστείλω τὴν κοινοποίησιν τῆς ὑπουργικῆς πράξεως,
584διὰ τῆς ὁποίας ἐχορηγεῖτο ἡ ἄδεια, ἵνα, ἐὰν ἐξακριβωθῶσι
585καὶ ἀποδειχθῶσι βάσιμα τὰ ὑπὸ τοῦ κ. νομάρχου ἐκτι-
586θέμενα, προβῶ εἰς τὴν ἀνάκλησιν τῆς περὶ ἀδείας πρά-
587ξεως. Πρόχειρος μελέτη τῶν ὑπὸ τοῦ κ. νομάρχου ἀνα-
588κοινωθέντων μοι μὲ ἔπεισεν, ὅτι τὰ παρ’ αὐτοῦ ἐκτιθέμενα
589κατὰ τοῦ αἰτοῦντος τὴν σύστασιν ἰδιωτικοῦ ἐκπαιδευτη-
590ρίου δὲν ἦσαν ἐντελῶς ἀβάσιμα. Ἀλλὰ καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον
591ἀληθεύοντα, ἦσαν ἱκανὰ, ὥστε νὰ μοὶ ἐπιβάλωσι τὸ καθῆ-
592κον νὰ μὴ ἐπιτρέψω εἰς τὸν κ. Μοντελιάνον νὰ συστήσῃ
593τὸ ἰδιωτικὸν ἐκπαιδευτήριον, ὅπερ καὶ ἔπραξα. Τηλεγρα-
594φικῶς εἰδοποίησα τὸν κ. νομάρχην, ὅτι ἀνεκάλεσα τὴν
595πρᾶξιν, δι’ ἧς ἐχορήγουν τὴν ἄδειαν, καὶ τὸν παρήγγειλα
596νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν Μοντελιάνον νὰ προβῇ εἰς τὴν σύ-
597στασιν τοῦ ἐκπαιδευτηρίου.»
598Ἐκ τῆς ἀπαντήσεως ταύτης, Κύριοι, τοῦ τότε Ὑπουρ-
599γοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα
600ἀνέγνωσα ὑμῖν, τοῦ τότε νομάρχου Τρικκάλων, τὰ ὁποῖα
601ἀναφέρουσι καὶ ἕτερα ἔγγραφα, σταλέντα παρ’ αὐτοῦ τοῦ
602ἰδίου πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, πειθόμεθα
603πάντες, ὅτι τὰ κατατεθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἔγ-
604γραφα εἶναι ἐλλιπῆ. Τούτου δὲ οὕτως ἔχοντος, καὶ τῆς
605ὑποθέσεως ἐχούσης, φρονῶ, ἀρκετὴν σπουδαιότητα, προ-
606κειμένου, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως, ν’ ἀναθέσωμεν τὴν
607ἠθικοποίησιν τῶν τέκνων τῆς Λαρίσσης εἰς ἄνθρωπον χα-
608ρακτηριζόμενον τυχοδιώκτην παρὰ τοῦ νομάρχου, νομίζω
609ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἄξιον τῆς συστάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβα-
610λον, ἵνα καὶ τὰ ἔγγραφα κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ
611συγχρόνως μελετηθῶσιν, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγγράφων
612τούτων καὶ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, τοῦ ὁρίζοντος τὰς
613διατυπώσεις, ἀποφανθῇ τὸ Ὑπουργεῖον ὅπως πρέπει ν’ ἀπο-
614φανθῇ. Φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ ἀπόφασίς του δὲν θὰ ἦναι ἀλλοία
615ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἕτερος Ὑπουργὸς εἶχεν ἐκδώσει.
616Δευτέραν ἐπερώτησιν, κύριε Πρόεδρε, ὑπέβαλον ἀπὸ
617κοινοῦ καὶ πάλιν μετὰ τοῦ συναδέλφου μου, ἔχουσαν οὕτως
618(ἀναγινώσκει):
619«Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν
620Βουλὴν ὅλα τὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ εὑρισκόμενα ἔγγραφα, τὰ
621ἀναφερόμενα εἰς τὴν χορηγηθεῖσαν τῷ Ἀλῆ–Μουσταφᾷ
622ἄδειαν πρὸς σύστασιν ἰδιωτικοῦ ὀθωμανικοῦ σχολείου ἐν
623Λαρίσσῃ.»
624Ἐν Λαρίσσῃ, Κύριοι, ἔχομεν σχολεῖον δημόσιον Ὀθω-
625μανικὸν ἐκ τῶν κάλλιστα συντηρουμένων, διὰ τὸν ὁποῖον
626τὸ δημόσιον ταμεῖον καταβάλει ἀρκετὰ χρήματα. Τὸ
627σχολεῖον συνέστη ἀπὸ τοῦ 1882, τακτικώτατα δ’ ἐλει-
628τούργει καὶ λειτουργεῖ. Ὁ Ἀλῆ Μουσταφᾶς ἢ ὁ Μπερ-
629μπὲρ Ἀλῆ Μουσταφᾶς, ὡς ὀνομάζεται ἐν Λαρίσσῃ, διο-
630ρισθεὶς κατ’ ἀρχὰς βοηθὸς τοῦ σχολείου τούτου, κατόπιν
631προήχθη εἰς διευθυντὴν, ἀλλ’ ἡ προαγωγή του ἦτο παρά-
632νομος, ἀντέκειτο εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ διατάγματος τοῦ
6331882, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Λομβάρδου,
634καὶ τὸ ὁποῖον ὥριζε τὰ προσόντα τῶν δυναμένων νὰ διο-
635ρισθῶσι διευθυνταὶ σχολείων. Ἡμεῖς παρετηρήσαμεν, ὅτι ἡ
636προαγωγή του εἰς διευθυντὴν σχολείου ἦτο παράνομος, καὶ
637τὸ Ὑπουργεῖον τὸν ἀπέλυσεν. Ἀπολυθεὶς ὁ Ἀλῆ Μου-
638σταφᾶς, εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀπέβλεπεν ἢ πῶς νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν
639παράλυσιν τοῦ δημοσίου σχολείου, τὸ ὁποῖον ἐνόει, ὅτι
640μόνον ἐφ’ ὅσον διηυθύνετο παρ’ αὐτοῦ ἔπρεπε νὰ λειτουργῇ
641ἐν Λαρίσσῃ, ὅτι δὲ τούτου ἀπελθόντος ἐκεῖθεν ὤφειλε τὸ
642σχολεῖον νὰ παραλύσῃ. Ἐσκέφθη, ὅτι τὸ καταλληλότερον
643μέσον ἦτο ἡ σύστασις σχολείου ἰδιωτικοῦ, πρὸς τοῦτο δὲ
644συνεννοηθεὶς μετὰ δεκαπέντε προσώπων Ὀθωμανῶν, ὑπέ-
645βαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας αἴτησιν, ἵνα τῷ
646χορηγηθῇ ἄδεια πρὸς σύστασιν τοιούτου σχολείου. Ἡ
647ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἐθεώρει, ὅτι ἦτο ἀτύχημα ἐθνι-
648κὸν, ὅτι ἦτο λάθος πολιτικὸν, ἐν ᾗ περιστάσει δὲν ἤθελε
649γείνῃ δεκτὴ ἡ αἴτησις τοῦ Ἀλῆ Μουσταφᾶ καὶ δὲν ἤθελε
650τῷ ἐπιτραπῆ ἡ ἄδεια, καὶ διὰ τοῦτο, ἐνῷ ὁ γυμνασιάρ-
651χης, κληθεὶς νὰ γνωμοδοτήσῃ, ἐὰν τῷ ὄντι πρέπῃ νὰ ἱδρυθῇ
652σχολεῖον ἰδιωτικὸν, ἀπεφάνθη, ὅτι ἡ αἴτησις περὶ συ-
653στάσεως τοῦ σχολείου δὲν ἦτο νόμιμος,—καὶ δὲν ἦτο νό-
654μιμος, διότι, διὰ νὰ ἐπιτραπῇ σύστασις σχολείου, ἀπαι-
655τεῖται νὰ ὑπάρχῃ ἀναφορὰ 40 τοὐλάχιστον πολιτῶν ἐχόν-
656των τέκνα διὰ νὰ ἐκπαιδεύσωσιν, —ἀπεφάνθη, λέγω, ὅτι ἡ
657αἴτησις ἦτο παράνομος, διότι δὲν ἐτηρήθη οὐδεμία τῶν διατά-
658ξεων ἐγκυκλίου κανονιστικῆς, σχετιζομένης πρὸς τὰ ἰδιω-
659τικὰ σχολεῖα, ἀπεφάνθη δὲ, ὅτι ἦτο καὶ ἐντελῶς ἄσκοπος ἡ
660σύστασις ἰδιωτικοῦ σχολείου, ἀφοῦ ἔχομεν πλῆρες τοιοῦτον
661δημόσιον. Ἐν τούτοις, παραδόξως, τὸ Ὑπουργεῖον κατε-
662λήφθη ὑπὸ τοιαύτης προθυμίας πρὸς χορήγησιν τῆς ἀδείας,
663ὥστε ἐδέησεν ἡ ὑπηρεσία αὐτοῦ, ὁ κ. Λάππας, πεντάκις
664νὰ τηλεγραφήσῃ εἰς τὸν νομάρχην, διατὶ βραδύνει καὶ
665δὲν ἐκδίδει τὴν ἄδειαν. Ἡμεῖς παρετηρήσαμεν τότε, ὅτι
666δὲν εἶναι νόμιμον τὸ γινόμενον, ὅτι εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀπο-
667βλέπει, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ παραλύσῃ τὸ δημόσιον σχολεῖον,
668καὶ δὲν ἦτο ὀρθὸν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπο-
669στηρίζομεν, νὰ συμβῇ τοῦτο, νὰ φανῶμεν ἡμεῖς εἰς τοὺς
670φίλους ἡμῶν, ὅτι εἴμεθα οἱ ὑπαίτιοι τῆς παραλυσίας τοῦ
671δημοσίου σχολείου. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἐδόθη ἡ ἄδεια καὶ
672κατωρθώθη δι’ ὅλων τῶν μέσων ν’ ἀποσπασθῶσι περὶ τοὺς
67315 μαθηταὶ ἐκ τῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης φοιτώντων
674εἰς τὸ δημόσιον σχολεῖον. Ἀλλὰ εἰς τίνα, Κύριοι, ἐδόθη
675ἡ ἄδεια; Αὐτὸς ἀπελύθη κατὰ τὸν Αὔγουστον, σὺν τῇ
676ἀπολύσει του δ’ ἐνόμισε καλὸν νὰ λάβῃ μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ
677τὸ κλειδίον τοῦ δημοσίου σχολείου καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῷ
678ἔπιπλα. Εἴκοσι πέντε ἡμέρας μετὰ τὴν κοινοποίησιν τῆς
679παύσεως ἐπεζήτησεν ἡ Ἀστυνομία αὐτὸν, διὰ νὰ ἀνοίξῃ τὸ
680σχολεῖον, καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸν εὕρῃ. Εἰς τὰς 27 Αὐ-
681γούστου ἐδέησε νὰ ἐκδοθῇ ἐκ μέρους τοῦ νομάρχου πρὸς
682τὸν δήμαρχον καὶ τὸν ἀστυνόμον Λαρίσσης διαταγὴ, διὰ
683τῆς ὁποίας παρηγγέλλοντο ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
684«Παραγγέλλω ὑμῖν νὰ μεταβῆτε πάραυτα μετὰ τῶν εἰ-
685ρημένων διδασκάλων εἰς τὸ σχολεῖον καὶ ἐγκαταστήσητε
686εἰς τὰ χρέη των, παραδίδοντες αὐτοῖς καὶ τὰ τοῦ σχο-
687λείου διὰ πρωτοκόλλου, οὗτινος ἀντίγραφον θέλετε μοὶ
688ὑποβάλει, κατάσχητε δὲ πᾶν ὅ,τι θέλετε πληροφορηθῆ καὶ
689ἀνακαλύψει ὡς ὑπεξαιρεθὲν τυχὸν παρὰ τῶν προκατόχων
690των, καὶ ἀναφέρητε τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν σας.»
691Εἰσέρχεται ἡ ἐξουσία μετὰ τῶν διδασκάλων εἰς τὸ
692δημόσιον σχολεῖον καὶ δὲν εὑρίσκει κἀνὲν ἔπιπλον, καὶ
693ἔπρεπε νὰ ἀπειλήσῃ ὁ νομάρχης καταδίωξιν, καὶ νὰ εἰσέλθῃ
694ἀστυνομικὴ ἀρχὴ κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον εἰς τὴν οἰκίαν
695αὐτοῦ, ὅπου ἀνεκάλυψαν ὅλα τὰ ἔπιπλα τοῦ σχολείου, τὰ
696ὁποῖα καὶ κατέσχον. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἥρως, διὰ τὸν ὁποῖον
697σᾶς εἶπον, ὅτι ἔπρεπε νὰ σιγήσουν οἱ νόμοι, νὰ μὴ ἐφαρ-
698μοσθῇ κἀμμία διάταξις οὔτε τοῦ νόμου, οὔτε τῆς ἐγκυ-
699κλίου, τῆς κανονιζούσης τὰς διατυπώσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας
700εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἱδρυθῇ ἰδιωτικὸν σχολεῖον.
701Ὅταν, Κύριοι, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰ πραγματικὰ γεγο-
702νότα, τὰ ὁποῖα ἐξέθηκα ὑμῖν, ἀνεγίνωσκον ἐγκύκλιον ἐκδο-
703θεῖσαν κατὰ τὸ 1871 ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Πετιμεζᾶ τοῦ
704Κυβερνήτου, τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐνό-
705μιζον, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος αὕτη ἐξεδόθη διὰ τὸ συμβεβηκὸς
706ἐκεῖνο· τόσον συνέπιπτον τὰ πραγματικὰ γεγονότα. Ἔγρα-
707φε τότε ὁ Πετιμεζᾶς (ἀναγινώσκει): «Τὸ περὶ συστά-
708σεως ἰδιωτικῶν σχολείων ἀντικείμενον ἐφείλκυσεν οὐκ ἐν
709παρέργῳ τὴν προσοχὴν ἡμῶν, παρατηρούντων ὅτι ἀπό τι-
710νος μάλιστα χρόνου τοσοῦτον πλῆθος τοιαύτης φύσεως αἰ-
711τήσεων ἐπισωρεύεται καθ’ ἡμέραν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, οὗ
712προϊστάμεθα, ὥστε, ἂν ἡ αὐτὴ ῥύμη ἐξακολουθήσῃ, τὸ
713ἀποτέλεσμα δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀπὸ τοῦδε βέβαιον· τοῦτο
714δ’ ἔσται ἡ παραλυσία οὐ μόνον τῶν δημοσυντηρήτων, περὶ
715τῶν ὁποίων ὀφείλομεν ἰδίως νὰ μεριμνῶμεν, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν
716τῶν ἰδιοσυντηρήτων δημοτικῶν σχολείων, τῶν πλείστων ἐκ
717τῶν ὁποίων ὁ καθαυτὸ σκοπὸς εἶναι νὰ οὐδετερώσωσιν, εἴτε ὑπὸ
718κερδοσκοπίας, εἴτε ἔστιν οὗ καὶ ὑπὸ ἀτομικῆς ἀντεκδική-
719σεως, τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοσυντηρήτων, ἀπὸ τῶν ὁποίων
720ἀγωνίζονται παντοιοτρόπως ν’ ἀποσπῶσι βαθμηδὸν τοὺς
721μᾶλλον προκεχωρημένους μαθητὰς, ἐκμεταλλευόμενοι τὴν
722ἀκρισίαν καὶ κουφότητα πολλῶν γονέων....»
723Καὶ τῷ ὄντι, Κύριοι, ἐξ ἐκδικήσεως, διότι ἀπελύθη, εἰς
724οὐδὲν ἄλλο ἀπέβλεψεν, εἰμὴ πῶς νὰ παραλύσῃ τὸ δημό-
725σιον σχολεῖον, δυστυχῶς δὲ θὰ τὸ κατορθώσῃ, ἐν ᾗ περι-
726πτώσει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιμείνῃ νὰ νομίζῃ, ὅτι δὲν δύνα-
727ται νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ἄδειαν. Νομίζω ὅμως, ὅτι μετὰ τὰ
728γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα, θὰ πεισθῇ καὶ ὁ ἴδιος, ὅτι
729καὶ παράνομος ἦτο ἡ παραχώρησις τῆς ἀδείας καὶ κακὴν
730χρῆσιν τῆς θέσεως αὑτῶν ἔκαμον οἱ εἰσηγησάμενοι αὐτὴν
731εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, παραστήσαντες ἴσως, ὅτι κινδυνεύει
732ἡ Ἑλλὰς, ἐὰν δὲν δοθῇ ἡ ἄδεια.
733Ἐπὶ τῆς τελευταίας ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέ-
734βαλον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, δὲν ἔχω παρὰ ὀλίγα νὰ εἴπω.
735Παρεκαλέσαμεν «νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν Βου-
736λὴν τὰ ἔγγραφα τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ Δημο-
737σίου ἐνοικίασιν τῆς αὐλῆς τῆς οἰκίας τοῦ Ἀντωνίου Χα-
738τζηκώστα πρὸς διαφύλαξιν τῶν ἐν Λαρίσῃ ἀνακαλυφθει-
739σῶν ἀρχαιοτήτων, καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν
740ὑπάρχῃ ἐν Λαρίσσῃ δημόσιον οἴκημα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου δύ-
741νανται ν’ ἀποτεθῶσι καὶ διαφυλαχθῶσιν ἀρχαιότητες, οἷαι
742αἱ ἐν Λαρίσσῃ ἀνακαλυφθεῖσαι.» Ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι δὲν
743ἐδόθησαν. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐν Ἀθήναις εὑρισκόμενος, πρὸ
744ὀλίγων ἡμερῶν ἔμαθον, ὅτι ἡ Λάρισσα εἶναι πεπροικισμένη
745μὲ Μουσεῖον ἀρχαιοτήτων, συγχρόνως δ’ ἐπληροφορήθην, ὅτι
746ἔχομεν καὶ ἐπιμελητὴν τοῦ Μουσείου καὶ οἴκημα ἐνοικια-
747σμένον, καὶ ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἐζήτησα τὰς πληρο-
748φορίας, αἵτινες ὅμως δὲν ἐδόθησαν. Φαίνεται ὅτι ἡ ὑπηρε-
749σία δὲν ἔδωκεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὰς πληροφορίας, ἐὰν
750τῷ ὄντι ὑπάρχῃ ἐν Λαρίσσῃ οἴκημα δημόσιον, ἐντὸς τοῦ
751ὁποίου νὰ ἐναποτεθῶσιν αἱ ἀρχαιότητες· διότι, ἐὰν ἤθελεν
752ὀλίγον ἐξετάσει, ἤθελε βεβαιωθῆ, ὅτι ἐν Λαρίσσῃ ὑπάρχει
753ἓν ἐκ τῶν λαμπροτέρων δημοσίων κτιρίων, εἰς τὸ ὁποῖον
754κάλλιστα ἠδύναντο νὰ ἐναποτεθῶσιν ὄχι αὐταὶ αἱ ἀρχαιό-
755τητες, αἱ ἀνάξιαι λόγου, ἀλλὰ μία μεγάλη συλλογή. Ἀλλὰ
756ὑποκρύπτεται κἄτι τι, τὸ ὁποῖον δὲν νομίζω εὐπρεπὲς εἰς
757τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Τὸ ἀξίωμα τοῦτο τοῦ ἐπιμελητοῦ τῶν
758ἀρχαιοτήτων εἶναι ἄμισθον, ἀλλ’ εἷς ἐκ τῶν καθηγητῶν
759ἐνόμισε καλὸν νὰ ἐξεύρῃ τρόπον, ἵνα μὴ μόνον ἐπὶ ψιλῷ
760ὀνόματι ἀπολαμβάνῃ τὸν τίτλον τοῦτον, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ
761καὶ ὑλικόν τι ὄφελος. Παρέστησε λοιπὸν εἰς τὸ Ὑπουρ-
762γεῖον, ὅτι δημόσιον οἴκημα διὰ τὰς ἀρχαιότητας δὲν
763ὑπάρχει, καὶ ἐσκέφθη νὰ εὕρῃ τὴν αὐλὴν τοῦ πρώτου του
764ἐξαδέλφου, ἵνα τὴν ἐνοικιάσῃ ὡς Μουσεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον
765νὰ ἐναποθέσῃ τὰ μὴ ὑπάρχοντα, τὰ ἄγνωστα τοὐλάχι-
766στον ἀρχαῖα. Ὅταν βλέπωμεν καθηγητὴν οὕτως ἀπρε-
767πῶς φερόμενον ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν
768ἐνοικίασιν τοῦ κτήματος τοῦ πρώτου ἐξαδέλφου του, τοῦτο
769εἶναι ἀπελπιστικὸν, λόγῳ τῆς τάσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιδει-
770κνύουν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἵνα καταστρέφωσι τὰ δημό-
771σια συμφέροντα. Ὑπάρχει προηγούμενον κακοήθους καὶ
772σκανδαλώδους ἐνοικιάσεως, γενομένης ἐν Λαρίσσῃ, τὸ ὁποῖον
773ἐνόμισε καλὸν νὰ ἀκολουθήσῃ καὶ ὁ κ. ἐπιμελητὴς τοῦ ἐν
774Λαρίσσῃ Μουσείου. Τὸ σκανδαλῶδες καὶ κακόηθες συνί-
775σταται ἐν τούτῳ, ὅτι ἐνῳκιάσθη ἐν Λαρίσσῃ οἰκία, τῆς
776ὁποίας ἡ ἀξία ἔχει προσδιορισθῆ παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου εἰς
777δραχμὰς 6,000, ἀντὶ δραχμῶν 275 μηνιαίως διὰ μίαν πεν-
778ταετίαν διὰ Γυμνάσιον Λαρίσσης.
779§56ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε ἔγεινεν αὐτό;
780§57ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Ἐπὶ τῆς προπροκατόχου Κυβερνή-
781σεως, τὸ συμβόλαιον δὲ μετὰ τοῦ ἐξαδέλφου εἶναι ἐπὶ τῆς
782προκατόχου.
783Ἐπὶ τοῦ θέματος λοιπὸν τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς ὀφεί-
784λει νὰ ἐξετάσῃ, νὰ προκαλέσῃ δὲ τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν
785τοῦ κυρίου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος οὕτως ἀνευλαβῶς ἐφέρθη, καὶ
786νὰ διατάξῃ τὴν διάλυσιν τῆς ἐνοικιάσεως τόσον τοῦ ἑνὸς
787καταστήματος, ὅσον καὶ τοῦ ἑτέρου, διότι εἶναι ἐντελῶς
788παράνομος ἡ ἐνοικίασις, καθόσον ὑπάρχει δημόσιον οἴκημα
789κατάλληλον πρὸς τὰς ἀνάγκας αὐτάς.
790§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς ποῖον ἀνήκει τὸ πρῶτον οἴ-
791κημα;
792§59ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Τὸ πρῶτον ἀνήκει εἰς ἕνα πρώην
793συνάδελφον, τὸν κ. Ἰωάννην Φίλιον.
794§60ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύ-
795σεως). Καὶ ἐπὶ τῶν τριῶν ἐπερωτήσεων, τὰς ὁποίας σήμε-
796ρον ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσσης συνάδελφος καὶ
797τὰς ὁποίας ἐγγράφως ὑπέβαλε μετ’ ἄλλου συναδέλφου,
798προσεκόμισα τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἡ ὑπηρεσία μοὶ
799παρέσχεν. Ἐὰν δὲ ὑπάρχωσι καὶ ἄλλαι πληροφορίαι σχε-
800τικαὶ, θὰ σπεύσω νὰ ὑποβάλω ταχέως εἰς τὴν Βουλὴν
801καὶ ταύτας καὶ νὰ συμπληρώσω πάσας τὰς πληροφορίας,
802ὅπως καὶ ἡ Βουλὴ καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι λάβωσι
803πλήρη γνῶσιν τῶν πραγμάτων, περὶ τῶν ὁποίων νῦν ὁ ἀξιό-
804τιμος συνάδελφος ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν.
805Ὁ Μοντελιάνος, περὶ τοῦ ὁποίου πρῶτον ἀνέφερεν ὁ
806κ. Βουλευτὴς, ὁ διατηρῶν ἰδιωτικὸν ἑλληνικὸν σχολεῖον ἐν
807Λαρίσσῃ, μοὶ εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστος. Εὗρον αὐτὸν ἐγκα-
808τεστημένον ἐν τῇ διευθύνσει τοῦ ἰδιωτικοῦ ἐκείνου σχο-
809λείου, συστηθέντα διὰ τῶν προτάσεων τῶν ἁρμοδίων
810ἀρχῶν, τοῦ νομάρχου καὶ γυμνασιάρχου, οἵτινες εἶναι ἁρμό-
811διοι ν’ ἀποφανθῶσι περὶ τοῦ αἰτοῦντος τὴν σύστασιν ἰδιω-
812τικοῦ σχολείου.
813§61ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ ποίαν ἐποχὴν ἐδόθη ἡ ἄδεια;
814§62ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τὰς χρονολογίας
815ἀκριβῶς· ἀλλὰ θὰ τὰς φέρω αὔριον...
816§63ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Τὸ σχολεῖον συνεστήθη κατὰ τὰς
81722 Νοεμβρίου 1892.
818§64ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ... διότι οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ἐπε-
819ρωτήσαντες τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας περὶ τοῦ ἀντικει-
820μένου τούτου, δὲν ἀνήγγειλαν ὅτι ἤθελον ἀναπτύξει τὴν ἐπε-
821ρώτησιν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ ἦμαι ἐφωδιασμέ-
822νος δι’ ὅλων τῶν λεπτομερειῶν, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς
823τὴν ἐπερώτησιν ταύτην. Αὔριον θὰ ἔλθω ἐφωδιασμένος μὲ
824τὰς πληροφορίας περὶ τῶν χρονολογιῶν, καθ’ ἃς συνεστή-
825θησαν τὰ ἰδιωτικὰ ταῦτα σχολεῖα, καὶ περὶ ὅλων ἐν γένει
826τῶν σχετικῶν λεπτομερειῶν.
827Ὁ Μοντελιάνος λοιπὸν οὗτος ἐτύγχανεν ἐγκατεστημέ-
828νος εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἰδιωτικοῦ τούτου σχολείου, τοῦ
829ὁποίου τὴν ἄδειαν δὲν ἠδύνατο βεβαίως ἡ ὑπηρεσία τοῦ
830Ὑπουργείου νὰ ἀρνηθῇ, ἀφοῦ ἐπαρουσιάζοντο ὅλα τὰ προ-
831σόντα, τ’ ἀπαιτούμενα ὑπὲρ τῆς συστάσεως τοῦ σχολείου.
832Δὲν δύναται τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἀρνηθῇ τὴν σύστασιν ἰδιωτι-
833κοῦ σχολείου, ὅταν ἁρμοδίως προτείνηται αὕτη, διότι τὸ
834δικαίωμα τοῦτο εἶναι συνταγματικόν· ἔχει ἕκαστος τῶν πο-
835λιτῶν Ἑλλήνων τὸ δικαίωμα συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους
836νὰ συστήσῃ ἰδιωτικὸν σχολεῖον. Πῶς ἠδύνατο τὸ Ὑπουργεῖον
837νὰ ἀρνηθῇ τὴν σύστασιν τοῦ σχολείου τούτου, ὅταν ὁ αἰ-
838τῶν Μοντελιάνος συνιστᾶτο ὑπὸ τοῦ νομάρχου, συνιστᾶτο
839ὑπὸ τοῦ γυμνασιάρχου, ὡς ἔχων τὰ προσόντα, ὡς συμμορ-
840φούμενος πρὸς τοὺς κειμένους νόμους, ὡς συμμορφούμενος
841πρὸς τὸ πρόγραμα τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἑπομένως δυνάμενος
842ν’ ἀσκήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον παρέχουσιν αὐτῷ
843οἱ νόμοι τῆς Πολιτείας; Ἐὰν τὰ περὶ τῆς διαγωγῆς αὐτοῦ
844ἐκτεθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου βεβαιῶνται, βε-
845βαίως τὸ Ὑπουργεῖον θὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τούτου, καὶ
846θὰ ἄρῃ τὴν ἄδειαν, τὴν ὁποίαν ἔχει προηγουμένως δώσει
847πρὸς αὐτόν· διότι ἄνθρωποι τοιαύτης διαγωγῆς βεβαίως δὲν
848ἐπιτρέπεται νὰ προΐστανται σχολείων, διδάσκοντες ἑλληνό-
849παιδας. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν οἱ Λαρισαῖοι ἀδιαφορῶσι περὶ τῆς
850παιδαγωγήσεως τῶν ἰδίων τέκνων καὶ ἀποστέλλωσι ταῦτα
851εἰς σχολεῖα διευθυνόμενα ὑπ’ ἀνθρώπων τοιαύτης ποιότη-
852τος. Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι, ἐὰν ἡ διαγωγὴ τοῦ Μοντελιά-
853νου ἦναι οἷα παρεστάθη ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων,
854οὐδεὶς ἐκ τῶν πατέρων θ’ ἀποφασίσῃ ν’ ἀποστείλῃ τὸ
855τέκνον του εἰς τοιοῦτον διδάσκαλον, καὶ νὰ ζητήσῃ φῶτα
856παρὰ τοιούτου διδασκάλου καὶ παιδαγωγοῦ. Ἀλλὰ τέλος
857πάντων θὰ ἐξετάσω ἀκριβῶς καὶ λεπτομερῶς, καὶ ἂν βε-
858βαιωθῶσι ταῦτα, ἐννοεῖται ὅτι θὰ σπεύσω νὰ ἄρω τὴν
859ἄδειαν, διότι βεβαίως δὲν ἐπιτρέπεται οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμὴν
860νὰ διατελῇ ἐν ἐνεργείᾳ σχολεῖον, τὸ ὁποῖον διευθύνει τοιαύ-
861της ποιότητος ἄνθρωπος.
862Ἐπὶ τῆς δευτέρας ἐπερωτήσεως....
863§65ΔΑΛΛΑΣ. Πρὶν ἢ μεταβῆτε εἰς τὴν δευτέραν ἐπερώ-
864τησιν, μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν;
865§66ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Μάλιστα.
866§67ΔΑΛΛΑΣ. Εἴπετε ὅτι δὲν ἠδύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε τὴν
867ἄδειαν τῆς συστάσεως τῆς ἰδιωτικῆς Σχολῆς, ἀφοῦ ἐγένετο
868ἡ πρότασις ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων ἐκ Λαρίσσης. Νομίζω
869ὅμως, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης, ἀναπτύσσων τὴν
870ἐπερώτησίν του πρὸ μικροῦ, ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ ὑπηρεσία
871εἶχε γνῶσιν ἐγγράφου ἐπισήμου, ὅτι ὁ αἰτῶν τὴν ἄδειαν
872καὶ τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας ἐστερεῖτο καὶ τυχοδιώκτης
873ἐχαρακτηρίσθη.
874§68ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν
875ἠξεύρει καὶ θὰ ἐξετάσῃ.
876§69ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Βεβαίως ἀγνοῶ τὰς λεπτομερείας
877ταύτας, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι θὰ προσκομίσω ἀκρι-
878βεῖς πληροφορίας αὔριον εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὅστις καὶ
879ἂν ἦναι ὁ ἐκδοὺς τὴν ἄδειαν ταύτην, εἴτε ἐγώ, εἴτε ἄλλος
880προϊστάμενος τοῦ Ὑπουργείου, βεβαίως εἶχε τὸ συμφέρον νὰ
881ἐξετάσῃ, ἐὰν ὁ αἰτήσας τὴν ἄδειαν ταύτην εἶχε τὰ στοι-
882χειώδη προσόντα, τῶν ὁποίων τὴν ἔλλειψιν κατηγορεῖ ὁ
883ἀξιότιμος συνάδελφος. Οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦτο Ὑπουργὸς,
884ἐὰν ἐβεβαιοῦντο τὰ τοιαῦτα, βεβαίως ἤθελεν ἀρνηθῆ τὴν
885ἄδειαν· ἐὰν δὲ ἐτίθεντο ἐν ἀμφιβόλῳ ἢ διεψεύδοντο, ὤφειλε
886νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἄδειαν, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ τὴν ἐκ-
887δώσῃ.
888Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν ἐπερώτησιν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς
889τὴν σύστασιν ἐν Λαρίσσῃ ἰδιωτικοῦ ὀθωμανικοῦ σχολείου,
890λέγω ὅτι ἐν Λαρίσσῃ ὑπάρχει, ὡς γνωστὸν, δημόσιον ὀθω-
891μανικὸν σχολεῖον, καλῶς λειτουργοῦν καὶ συγκεντροῦν ἱκα-
892νὸν ἀριθμὸν μαθητῶν ὀθωμανόπαιδων· ἀλλ’ ὁ Ἀλῆς ἐκεῖ-
893νος Μουσταφᾶς....
894§70ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Βερβέραγας.
895§71ΡΑΛΛΗΣ. Χορχόραγας (ἱλαρότης).
896§72ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ.... ὁ ὁποῖος φαίνεται, ὅτι συγκεν-
897τρόνει ὀθωμανόπαιδας εἰς τὸ ἰδιαίτερον αὐτοῦ σχολεῖον
898καὶ ὅστις ὑποστηρίζεται ὡς διευθυντὴς ἰδιαιτέρου σχολείου
899ὀθωμανικοῦ ὑπὸ ἱκανοῦ ἀριθμοῦ ὀθωμανικῶν οἰκογενειῶν,
900ἠτήσατο τὴν ἄδειαν, ὅπως ἱδρύσῃ τὸ ἰδιωτικὸν τοῦτο σχο-
901λεῖον ἐν τῇ αὐτῇ πόλει τῆς Λαρίσσης, ὅπου ἑδρεύει καὶ
902τὸ δημόσιον ὀθωμανικὸν σχολεῖον. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουρ-
903γείου ἠρώτησε τοὺς ἁρμοδίους, καθ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ
904ἐρωτήσῃ αὐτοὺς καὶ νὰ λάβῃ τὴν ἀπάντησίν των, προκει-
905μένου περὶ συστάσεως ἰδιωτικοῦ ὀθωμανικοῦ σχολείου, ἡ
906ὁποία βεβαίως δὲν δύναται νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὰς λεπτομε-
907ρείας καὶ τὰς αὐστηρότητας, εἰς τὰς ὁποίας ὑπάγεται ἡ
908σύστασις ἑλληνικοῦ ἰδιωτικοῦ σχολείου, διότι καὶ περὶ τὰ
909προγράμματα θὰ γεννηθῇ ἀμηχανία, καὶ οἱ ἄλλοι ὅροι,
910οἱ ὁποῖοι ἀπαιτοῦνται περὶ ποινῶν, βεβαίως θ’ ἀτονήσωσι,
911προκειμένου περὶ τοιαύτης συστάσεως· ἐθεώρησε δὲ ἄδικον
912νὰ ἀρνηθῇ εἰς τοὺς Ὀθωμανοὺς ἐκείνους Ἕλληνας ὑπηκόους
913τὴν ἄδειαν, τὴν ὁποίαν ἠτήσατο ὁ εἰρημένος Ἀλῆ–Μου-
914σταφᾶ, ὑποστηριζόμενος ὑπὸ τοσούτου ἀριθμοῦ ὀθωμανικῶν
915οἰκογενειῶν. Βεβαίως τὸ Ὑπουργεῖον ὤφειλε νὰ σκεφθῇ, ὅτι
916καὶ οἱ Ὀθωμανοὶ Ἕλληνες ὑπήκοοι καὶ ὅλοι οἱ Ὀθωμανοὶ,
917οἱ κατοικοῦντες ἐν τῷ ἐλευθέρῳ Ἑλληνικῷ Κράτει, ἔχουσι
918τὰ αὐτὰ δικαιώματα, οἷα καὶ οἱ ἄλλοι ὑπήκοοι Ἕλληνες
919καὶ κάτοικοι τοῦ Βασιλείου. Δὲν δυνάμεθα τοὺς Ὀθωμανοὺς
920καὶ τὰς ὀθωμανικὰς οἰκογενείας νὰ ἀποκλείσωμεν τῶν δι-
921καιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀσκοῦσιν οἱ λοιποὶ πολῖται Ἕλλη-
922νες. Ἐὰν αἱ οἰκογένειαι, αἱ ὁποῖαι ἀποστέλλουσι τὰ τέκνα
923των εἰς τὸ σχολεῖον τὸ ἰδιωτικὸν τοῦ Ἀλῆ–Μουσταφᾶ, δὲν
924θέλωσι νὰ στέλλωσι τὰ τέκνα των εἰς τὸ σχολεῖον τὸ ὀθω-
925μανικὸν τὸ δημόσιον, διατὶ νὰ στερήσωμεν αὐτὰς τοῦ σχο-
926λείου, τὸ ὁποῖον ζητοῦσι νὰ ἱδρύσωσιν ὑπὸ τὸ κράτος τῶν
927νόμων τῶν ἑλληνικῶν;
928Θέλω ὅμως καὶ περὶ τούτου ἐξετάσει ἀκριβῶς καὶ
929θέλω λάβει ὅλας τὰς δυνατὰς πληροφορίας, ὅπως ἀπαντήσω
930κατηγορηματικῶς εἰς μίαν ἑκάστην τῶν αἰτιάσεων τοῦ
931ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅστις ἴσως ἔχει δίκαιον, διότι εἰς
932τὸ ζήτημα τοῦτο συνέβησαν καὶ ἔκτροπά τινα κατὰ τὴν
933ἀρχικὴν τοῦ σχολείου σύστασιν, τὰ ὁποῖα βραδύτερον ἐκα-
934νονίσθησαν κατὰ τὸ δυνατόν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ ὁ ἴδιος
935ἐὰν προΐστατο τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παι-
936δείας, δὲν ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἀρνηθῇ εἰς τοὺς συμπολίτας αὑ-
937τοῦ Ὀθωμανοὺς τὴν παροχὴν τοιούτου σχολείου, τὸ ὁποῖον
938συλλήβδην πολλοὶ ἐζήτησαν.
939Ὡς πρὸς τὴν τρίτην ἐπερώτησιν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸ
940οἴκημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπετέθησαν αἱ εὑρεθεῖσαι καὶ προη-
941γουμένως καὶ ἐσχάτως ἀρχαιότητες ἐν Λαρίσσῃ, ὁμολογου-
942μένως αἱ ἀρχαιότητες αὗται εἶχον τοποθετηθῆ ἀρχικῶς εἰς
943τὸ κατάστημα τοῦ ἐκεῖ Διδασκαλείου, ἀλλ’ ὁ ἐπιφορτισθεὶς
944τὴν ἐπιμέλειαν τῶν ἀρχαιοτήτων τούτων καθηγητὴς ἐβε-
945βαίου ἐπανειλημμένως, ὅτι ἐν τῷ ὑπογείῳ τοῦ Διδασκα-
946λείου, ἔνθα ἐτοποθετήθησαν αἱ εὑρεθεῖσαι ἀρχαιότητες,
947ἐκινδύνευον νὰ καταστραφῶσι, διότι τὸ ὑπόγειον ἐκεῖνο εἶναι
948κάθυγρον, εἶναι ἑτοιμόῤῥοπον, καὶ ἠδύνατο νὰ καταπέσῃ καὶ
949νὰ βλάψῃ τὰς ἀρχαιότητας ἐκείνας, περὶ τῆς διατηρήσεως
950τῶν ὁποίων ὤφειλε καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ ἐνδιαφέ-
951ρηται ἰδιαιτέρως, διότι εὑρέθησαν εἰς τὴν ἰδιαιτέραν αὑτοῦ
952πατρίδα καὶ ὤφειλεν ἐκ τῶν πρώτων νὰ γινώσκῃ τὴν ἀνεύ-
953ρεσιν αὐτῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον ἠρώτησεν ἐπανειλημμένως
954καὶ τὸν ἐπιμελητὴν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνέθηκε τὴν φροντίδα
955τῆς φυλάξεως τῶν ἀρχαιοτήτων τούτων, καὶ τὸν διευθυν-
956τὴν τοῦ ἐν Λαρίσσῃ Διδασκαλείου, παρ’ ἀμφοτέρων δ’ ἐπλη-
957ροφορήθη, ὅτι αἱ ἀρχαιότητες δὲν πρέπει νὰ μείνωσιν εἰς
958τὸ μέρος ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐτέθησαν καὶ φυλάσσονται,
959διότι κινδυνεύουσιν, ἐπρότειναν δὲ, ὅπως ἐνοικιασθῇ ἕτερον
960οἴκημα ἀσφαλὲς, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ τοποθετηθῶσιν αἱ ἀρχαιό-
961τητες αὗται, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον προέβη εἰς τὴν ἐνοικίασιν
962τοῦ οἰκήματος ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον μετέφερε τὰς ἀρχαιό-
963τητας καὶ τὰς ἐτοποθέτησεν ἀσφαλῶς καὶ ἐκτὸς παντὸς
964κινδύνου.
965Νομίζω ὅτι τοῦτο ἦτο μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐπεβάλλετο
966εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ διὰ τὴν ἔλλειψιν τοῦ ὁποίου ἠδύ-
967νατο νὰ γείνῃ ἐπερώτησις κατὰ τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν ἠδυ-
968νάμεθα ν’ ἀδιαφορήσωμεν, νὰ μὴ λάβωμεν πᾶσαν φροντίδα
969πρὸς προστασίαν τῶν ἀρχαίων αὐτῶν κειμηλίων, τὰ ὁποῖα
970εὑρέθησαν ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς Θεσσαλίας, ὡς ἔχομεν κα-
971θῆκον νὰ φροντίζωμεν περὶ διασώσεως καὶ διατηρήσεως
972παντὸς κειμηλίου τῆς ἀρχαιότητος. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ
973ἀξιότιμος συνάδελφος δὲν θέλει κατηγορήσει τὴν τοιαύτην
974τοῦ Ὑπουργείου ἐνέργειαν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου,
975περὶ τοῦ ὁποίου ὑποβάλω προχείρους τινὰς πληροφορίας,
976τὰς ὁποίας εἶχον λάβει σήμερον ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ
977αἱ ὁποῖαι ἐλπίζω, ὅτι θὰ πείσωσι τὸν ἀξιότιμον συνάδελ-
978φον, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐνήργησεν ὅ,τι ἐνήργησε κατ’
979ἀνάγκην καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας καὶ πρὸς
980διάσωσιν τῶν εὑρεθεισῶν ἐν Λαρίσσῃ ἀρχαιοτήτων.
981§73ΧΟΪΔΑΣ. Ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἐν Πάτραις, ἕνεκα τῶν
982καταστροφῶν τῆς Ζακύνθου, ἐπρομηθεύθη μεγάλην ποσό-
983τητα ἄρτου διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων τῆς νήσου·
984κατ’ ἀρχὰς ἐπλήρωσε τακτικῶς τοὺς ἀρτοπώλας, ἀλλὰ τε-
985λευταῖον ἔπαυσε νὰ πληρόνῃ, καὶ ἐκ τούτου ἠναγκάσθησαν
986πολλοὶ νὰ ἀνενεχθῶσι τηλεγραφικῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οἵ-
987τινες καὶ ἐπληρώθησαν ἀμέσως. Ἐν τούτοις εἰς ἄλλους, —
988καὶ εἶναι ἀρκετοὶ οὗτοι, — καθυστεροῦνται περὶ τὰς 1400
989δραχμαὶ ἐξ ἀντιτίμου ἄρτου, τὸν ὁποῖον ἐχορήγησαν.
990Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτε-
991ρικῶν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως πληρωθῶσιν οὗτοι, διότι εἶναι
992ἄδικον, καὶ εἰς τοιαύτην μάλιστα κατάστασιν, εἰς τὴν
993ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ ἀγορὰ τῶν Πατρῶν, νὰ προέρχηται ἡ
994καθυστέρησις ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου.
995§74ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐν-
996νοεῖται ὅτι ἀμέσως θὰ δοθῇ διαταγὴ, ὅπως ἐξοφληθῇ ὁ
997λογαριασμός· ὑποθέτω δ’ ὅτι, ἐὰν δὲν ἐξωφλήθη μέχρι τοῦδε,
998θὰ ὑπῆρξε διαφορὰ ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἀξίας
999τοῦ ἄρτου.
1000§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
1001ταξιν.
1002(Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤ-
1003ῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ
1004συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, περὶ Ἀντιβασιλείας ἢ
1005διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν ἀπο-
1006δημίᾳ τοῦ Βασιλέως ἐκτὸς τοῦ Κράτους κατὰ τὸ
1007ἔτος 1893).
1008§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
1009μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως.
1010§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουρ-
1011γικοῦ Συμβουλίου εἰσήγαγε τετάρτην ἤδη φορὰν εἰς τὴν
1012Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τῆς νομοθεσίας,
1013ἥτις ἐκανόνιζε μέχρι τοῦδε τὰ τῆς ἀστυνομίας ἐν τῷ Κρά-
1014τει. Εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον πρῶτον κατά τινα τῶν τεσ-
1015σάρων συνόδων, ἐφ’ ἃς παρετάθη ἡ πρωθυπουργία αὐτοῦ
1016πρὸ τῆς 14 Ὀκτωβρίου 1890, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἐδήλωσε τότε
1017ἐπιθυμίαν, ἵνα ἐπισπεύσῃ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, ἂν καὶ ἡ
1018δύναμις τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἐξησφάλι-
1019ζεν ἀναντιῤῥήτως τὴν ἐκτέλεσιν τοιαύτης ἐπιθυμίας αὐτοῦ.
1020Εἰσήγαγε τὸ δεύτερον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ κατὰ τὴν
1021ἑπομένην σύνοδον ἐν τῇ περιόδῳ ἐκείνῃ, ἀλλὰ διαφέρον κατά
1022τι τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰσαγάγει κατὰ τὴν
1023πρώτην φορὰν, ἀμφότερα ὅμως ἐστηρίζοντο ἐπὶ τῆς αὐτῆς
1024βάσεως, ἤτοι ἀντὶ τῆς ὑπαρχούσης δημοτικῆς ἀστυνομίας
1025ἐγκαθίστων ἐν τῷ Κράτει ἀστυνομίαν στρατιωτικήν. Καὶ
1026κατὰ τὴν δευτέραν δὲ ταύτην φορὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
1027δὲν ἐπέδειξε προθυμίαν, ἵνα ἐπιζητήσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ
1028νομοσχεδίου· οὕτω δ’ ἐπῆλθεν ἡ 14 Ὀκτωβρίου, καθ’ ἣν
1029ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διετράνωσε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ καταλίπῃ
1030τὴν ἀρχὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν εἶχε δ’ ἔτι συζητηθῆ
1031οὔτε μεταβληθῆ εἰς νόμον τοῦ Κράτους τὸ νομοσχέδιόν του
1032τοῦτο. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, καθ’ ἣν εἶχεν ἐπα-
1033ναχθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσήγαγεν
1034ἐκ τρίτου τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας·
1035ἀλλὰ κατὰ τὴν φορὰν ταύτην ἐφάνη ὀλιγώτερον ἀδρανὴς,
1036διότι μετὰ πόθου ἐπεζήτησε καὶ ἀκαμάτως κατέγεινεν,
1037ἵνα κατορθώσῃ νὰ συζητηθῇ καὶ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέ-
1038διον. Καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐπεψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς,
1039ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους,
1040ὅστις ὅμως δὲν ἐξετελέσθη. Ἐφέτος, τετάρτην φορὰν εἰσή-
1041γαγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ νομοσχέδιον, καὶ καλούμεθα
1042σήμερον νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν.
1043Ἡ ἀφήγησις τῶν γεγονότων τούτων ἐμποιεῖ εἰς ἕκα-
1044στον τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ ἀνεύρῃ, διατὶ τάχα
1045ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτε τὸ πρῶτον
1046εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν ἐπεθύμησε νὰ ἴδῃ αὐτὸ
1047ψηφιζόμενον; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ κ. Πρω-
1048θυπουργὸς εἰσήγαγεν αὐτὸ ἄκων, ἐπεθύμει δὲ νὰ μὴ συζη-
1049τηθῇ καὶ ψηφισθῇ νομοσχέδιον, ὅπερ αὐτὸς εἶχεν εἰσαγά-
1050γει. Καὶ δὲν ἔδειξεν ὅτι ἐπεθύμησε νὰ συζητηθῇ καὶ ψη-
1051φισθῇ οὐδὲ κατὰ τὴν φορὰν ταύτην· δὲν εἰκάζω δὲ, ὅτι κα-
1052τελίμπανεν οὕτως αὐτὸ, διὰ νὰ μεταδοθῶσιν εἰς τὸ κοινὸν
1053αἱ διατάξεις, τὰς ὁποίας τὸ νέον νομοσχέδιον περιεῖχε, προ-
1054κληθῇ δ’ οὕτως ἡ δημοσία ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις, καὶ ἀπο-
1055φήνηται τὸ κοινὸν τὰς γνώμας του, εἴτε διὰ τῆς δημο-
1056σιογραφίας, εἴτε δι’ ἄλλων τρόπων ἀνακοινώσεως, ἑπομέ-
1057νως δυνηθῇ ἐξ αὐτῶν νὰ φωτισθῇ πληρέστερον περὶ τῆς λυ-
1058σιτελείας τοῦ νέου ἀστυνομικοῦ συστήματος. Καὶ ὄντως τὸ
1059διάλειμμα τὸ μεσολαβῆσαν μεταξὺ τοῦ πρώτου νομοσχε-
1060δίου καὶ τοῦ δευτέρου ἦτο διάλειμμα ἕξ καὶ ἑπτὰ μηνῶν,
1061ἤρκει δὲ πάντως νὰ προκαλέσῃ καὶ τὰς ἐν τῇ κοινωνίᾳ
1062συζητήσεις καὶ τοῦ κοινοῦ τὰς γνώμας, ἂν ταύτας ὁ κ. Πρω-
1063θυπουργὸς ἐπεθύμει νὰ μάθῃ· εἴπετο ἑπομένως, ὅτε τὴν δευ-
1064τέραν φορὰν εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον, ὅτι θὰ ἐπεθύμει νὰ
1065συζητηθῇ καὶ ἐπιψηφισθῇ, ἀλλ’ οὔτε τότε ἐπέσπευσε τὴν
1066συζήτησιν. Πέρυσιν ὅμως ἐπέσπευσε τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ,
1067δὲν ἐξετέλεσε δὲ αὐτὸ, γενόμενον νόμον, καθ’ ἃ, εἰσάγων
1068τὸ τέταρτον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, εἶπε,
1069διότι ὑπῆρχον ἐν αὐτῷ ἀτέλειαι, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν κα-
1070θίστατο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ. Καὶ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ
1071ἐπεψηφίσθη καὶ μετεποιήθη εἰς νόμον, εἶχεν εἰσαχθῆ τὸ
1072τρίτον, καὶ ὑπετίθετο ὅτι εἰς τριπλῆν εἶχεν ὑποβληθῆ με-
1073λέτην, ἀφοῦ τρὶς εἶχεν ἐπιθεωρηθῆ καὶ εἰσαχθῆ· ἀλλὰ καὶ
1074τοῦτο κατηγγέλθη ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς ἀμε-
1075λέτητον, διότι εἶχον εἰσφρήσει καὶ ἐν αὐτῷ αἱ ἀτέλειαι, ὧν
1076ἕνεκα δὲν καθίστατο δυνατὴ ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ. Καὶ ἕνεκα
1077τούτου ἐματαιώθη ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς, ἐματαιώθη καὶ
1078ἡ κύρωσις τοῦ Βασιλέως, καὶ καλούμεθα καὶ αὖθις εἰς τὴν
1079συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
1080Ἐγὼ κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἐτέθη ἐν ἀμφι-
1081βόλῳ ἡ διατήρησις τῶν νενομοθετημένων ἀνέκαθεν ἀστυνο-
1082μικῶν θεσμῶν, ἐδήλωσα θετικὴν γνώμην, ὅτι ὀφείλομεν νὰ
1083ἐμμείνωμεν εἰς αὐτούς· καὶ νῦν δ’ ὀφείλω νὰ μὴ παραλί-
1084πω νὰ λάβω ὡσαύτως τὸν λόγον, ἂν καὶ πέρυσι διὰ μακρῶν
1085ἐπὶ τοῦ τότε ψηφισθέντος νομοσχεδίου ἠγόρευσα.
1086Κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν
1087συνεζητήθη καὶ ἡ ἀρχὴ καὶ αἱ κατὰ μέρος διατάξεις αὐ-
1088τοῦ, ἤκουσα πάσας τὰς ἐξενεχθείσας ἐπὶ τῶν διατάξεων
1089αὐτοῦ γνώμας. Ὁμολογῶ δ’ ὅτι ἡ μελέτη τῶν καθ’ ἕκα-
1090στον τοῦ νομοσχεδίου παράγει καὶ ἐν ἐμοὶ πολλὰς ἀπορίας·
1091τὴν ἀπορίαν παραδείγματος χάριν, διατὶ ἐν τῷ δευτέρῳ
1092ἄρθρῳ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ἀφῃρέθη ἡ ἐν τῷ
1093ἄρθρῳ δευτέρῳ τοῦ ἐκδοθέντος κατὰ τὴν 21 Ἰουλίου 1892
1094νόμου περιεχομένη διάταξις, ὅτι οἱ ἀποσπώμενοι εἰς τὴν
1095ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ πρέπει
1096νὰ ἀποσπῶνται τῇ συναινέσει αὐτῶν. Ἀφῃρέθη τάχα ἡ
1097διάταξις ἐκ τοῦ νέου νομοσχεδίου, διότι οἱ κατὰ τὸν τρο-
1098ποποιούμενον δι’ αὐτοῦ νόμον δηλώσαντες ὅτι συναινοῦσι νὰ
1099ἀποσπασθῶσιν ἀπὸ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, νὰ κατα-
1100λίπωσι τὰ κύρια αὐτῶν στρατιωτικὰ ἔργα καὶ νὰ γένων-
1101ται ἀστυνόμοι ἐν τῷ Κράτει, δὲν ἦσαν τόσοι, ὅσοι ἀπῃ-
1102τεῖτο νὰ ἦναι, ὅπως πληρωθῶσι πᾶσαι αἱ ἀνάγκαι τῆς
1103ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας; Τὴν ἀπορίαν ταύτην ἤθελον προ-
1104βάλει ὡς ἐρώτημα, ἐὰν δὲ ἡ λύσις ἦναι καταφατική, ἐὰν
1105πράγματι δὲν ἐδηλώθη ἡ συναίνεσις τοσούτων ἀξιωματι-
1106κῶν, ὅσοι ἦσαν ἀναγκαῖοι, ἵνα ἀναλάβωσιν αὐτὴν τὴν ὑπη-
1107ρεσίαν, δὲν κρύπτω ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὅτι μὲ εὐφραίνει ἡ
1108τοιαύτη πληροφορία, διότι ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ κ. κ. ἀξιω-
1109ματικοὶ μετὰ δυσκολίας ἔστεργον ν’ ἀποδεχθῶσιν ὑπηρε-
1110σίαν, ἥτις δὲν προσῆκεν εἰς τὴν ἀνατροφὴν καὶ ἐκπαίδευσιν
1111αὐτῶν.
1112§78ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
1113Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μικρὰν διακοπήν. Ἐπειδὴ προεβλήθη
1114ἡ ἐπερώτησις καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, ἔφερον ση-
1115μείωσιν, ἐν ᾗ ἐμφαίνεται ὁ ἀριθμὸς τῶν δηλωσάντων ἀξιω-
1116ματικῶν, ἵνα καταταχθῶσιν εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρε-
1117σίαν. Τὸ ὅλον εἶναι 237.
1118§79ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶναι κατὰ σῶμα;
1119§80ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα (ἀναγινώσκει): Ἐκ τῆς χω-
1120ροφυλακῆς 24, ἐκ τοῦ πεζικοῦ 163, ἐκ τοῦ πυροβολικοῦ 3,
1121ἐκ τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ 12, ἐκ τοῦ ἱππικοῦ 3, ἐκ τοῦ
1122ὑγειονομικοῦ 13, ἐκ τοῦ οἰκονομικοῦ 19. Τὸ ὅλον 237.
1123§81ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ βαθμοὺς ἔχετε;
1124§82ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι.
1125§83ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἐξαιρέσητε τὸν ἀριθμὸν τῶν
1126ἀξιωματικῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρε-
1127σίαν τοῦ στρατοῦ, ἀνερχόμενον, καθ’ ἃ λέγετε, εἰς 13, καὶ
1128τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ ὑλι-
1129κὸν πυροβολικόν, ἀνερχόμενον καὶ τοῦτον εἰς 12, καὶ τὸν
1130ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ οἰκονομικοῦ, ἀνερχόμενον εἰς
113119, ὁ ἀριθμὸς τῶν δηλωσάντων, ὡς λέγετε, 237 ἀξιωμα-
1132τικῶν περιορίζεται εἰς 193, ἀριθμὸς δ’ ἀξιωματικῶν το-
1133σοῦτος ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας
1134ὅλου τοῦ Κράτους;
1135§84ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα.
1136§85ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε διατὶ ἀφῃρέσατε τὸν ὅρον τῆς
1137συναινέσεως;
1138§86ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διότι ἐκρίθη λυσιτελέστερον ἡ ὑπηρεσία
1139νὰ διορίζῃ οὓς νομίζει καταλλήλους, καὶ ὄχι ὅλους τοὺς
1140ἐπιθυμοῦντας νὰ καταταχθῶσι.
1141§87ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἴχετε ἀριθμὸν ἀρκοῦντα διὰ νὰ
1142καταστήσητε ἐν τῷ Κράτει στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν,
1143ἀφοῦ 193 μόνον ἀξιωματικοὶ ἐδήλωσαν τοιαύτην συναίνε-
1144σιν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὁ ἀριθμὸς τῶν 193 δηλωσάντων ἐπήρ-
1145κει, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου καὶ ἡ συναίνεσις πάντων τῶν μὴ
1146δηλωσάντων.
1147§88ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διότι δυνατὸν οὗτοι νὰ ἐκρίνοντο ἀκα-
1148τάλληλοι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας.
1149§89ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἂν συνέπιπτεν οἱ δηλώσαντες
1150νὰ ἦσαν καὶ ἀκατάλληλοι διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνο-
1151μίαν, τότε καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον δὲν εἴχετε ἀριθμὸν
1152ἐπαρκῆ.
1153§90ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διότι ἐκρίναμεν νὰ διορίσωμεν τοὺς
1154καταλληλοτέρους. Κατάλληλοι ἠδύναντο νὰ ἦναι καὶ
1155αὐτοὶ, ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία ἤθελε τοὺς καταλληλοτέρους.
1156§91ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μεταξὺ τῶν δηλωσάντων συναίνεσιν
1157ἵνα ἀποσπασθῶσιν εἰς ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἀξιωματικῶν
1158καὶ τῶν μὴ δηλωσάντων ὁ ἀριθμὸς τῶν δηλωσάντων, ὅτι
1159συναινοῦσι ν’ ἀναλάβωσι τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, εἶναι
1160πολλῷ μικρότερος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μὴ δηλωσάντων’ ἐπειδὴ
1161δὲ δὲν ἐδήλωσαν, εὐλόγως συνάγεται, ὅτι δὲν ἐδήλωσαν
1162διότι δὲν ἔστεργον ν’ ἀναδεχθῶσιν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν.
1163Ἑπομένως ἡ πληροφορία, ὅτι πολλῷ μεγαλείτερος ἀριθμὸς
1164ἀξιωματικῶν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δηλωσάντων δὲν ἔστερξε νὰ
1165ἀναλάβῃ ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, ὄντως μὲ εὐφραίνει, ὄχι
1166μόνον διότι δηλοῖ, ὅτι μέγας ἀριθμὸς ἀξιωματικῶν τοῦ
1167στρατοῦ δὲν κρίνει προσῆκον εἰς αὐτὸν νὰ ἀναδεχθῇ ὑπη-
1168ρεσίαν, ἥτις εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν ἀνατροφὴν καὶ
1169τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτοῦ, ἀλλὰ μὲ εὐφραίνει, καὶ ἂν τοῦτο
1170εἶχεν ἄλλην ἔννοιαν, ἤτοι τὴν ἔννοιαν, ὅτι κρίνουσιν ἑαυ-
1171τοὺς μὴ ἱκανοὺς εἰς τὸ προσφερόμενον αὐτοῖς νέον ὑπούρ-
1172γημα, διότι καὶ τοῦτο δηλοῖ ἰδιότητα ἄλλην τῶν ἀξιω-
1173ματικῶν τούτων, τὴν μετριοφροσύνην, ἥτις εἶναι ἀρετὴ
1174στρατιωτική.
1175Ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦ-
1176μεν, γίνεται λόγος περὶ ἐπιθεωρητῶν τῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ
1177καὶ ἐν τῷ νόμῳ τῆς 21 Ἰουλίου 1892, καὶ ἐν τῷ νομο-
1178σχεδίῳ τῷ εἰσαχθέντι τὸ πρῶτον ἐφέτος, καὶ ἐν τῷ χθὲς
1179προταθέντι πρὸς ἀντικατάστασιν ἐκείνου, δὲν εὗρον δια-
1180τάξεις κανονιζούσας οὐδὲ πόσοι εἰσὶν οἱ ἐπιθεωρηταὶ, οὐδὲ
1181κατὰ τίνα τρόπον διορίζονται, οὐδὲ τοὺς βαθμοὺς, τοὺς
1182ὁποίους πρέπει νὰ ἔχωσιν. Εὗρον ὅμως ἐν τοῖς νομοσχε-
1183δίοις τούτοις, τῷ τε συζητηθέντι χθὲς καὶ τῷ σήμερον προ-
1184ταθέντι, εὗρον ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐνεποίησεν ἀπορίαν·
1185εὗρον, ὅτι ὁ προσδιορισμὸς τῶν ἀστυνομικῶν περιφερειῶν
1186γίγνεται διὰ Β. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐκδίδεται τῇ
1187προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῇ προτά-
1188σει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, μοὶ ἐφάνη δὲ, ὅτι
1189ἦτο ἐντελῶς ἄτοπος ἡ ἀνάμιξις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρα-
1190τιωτικῶν εἰς ὑπόθεσιν, περὶ τῆς ὁποίας ἡ ἰδιότης αὐτοῦ
1191δὲν παρέχει αὐτῷ οὐδεμίαν γνῶσιν ἢ πληροφορίαν, ὅτι ἀπε-
1192τέλει ἐπέκτασιν τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
1193Στρατιωτικῶν ἐπὶ σχέσεων ἐσωτερικῆς καθαρῶς διοική-
1194σεως, ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδεμίαν ἔχει ἁρμοδιότητα. Ἀλλὰ
1195παραπλήσιον τάχα δὲν περιέχει καὶ ἑτέρα διάταξις τοῦ
1196νομοσχεδίου, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 33; Ἐὰν ἤθελε δοθῇ
1197ἀναφορὰ κατά τινος ἀστυνόμου, εἴτε ὑπὸ δημάρχου, εἴτε
1198ὑπὸ ἄλλης τινὸς ἀρχῆς, ἡ ἀναφορὰ αὕτη, κατὰ τὸ εἰρη-
1199μένον 33 ἄρθρον, προεξετάζεται ὑπό τινος Συμβουλίου, τὸ
1200ὁποῖον συνιστᾶται κατὰ τρόπον κανονιζόμενον ὑπὸ τοῦ ἄρ-
1201θρου τούτου, ἤτοι ὑπὸ Συμβουλίου, συγκροτουμένου ἐκ
1202διαφόρων ὑπαλλήλων, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀναφέρεται καὶ
1203ὁ τμηματάρχης τοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν
1204τμήματος τῆς δικαιοσύνης· καὶ ἠρώτησα ἐμαυτὸν, ποίαν
1205εἰδικότητα ἔχει, ποίαν σχέσιν ἔχει ἡ ὑπηρεσία ἐκείνου, ὁ
1206ὁποῖος εἰσηγεῖται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὰς
1207πράξεις ἢ τὰς ἀποφάσεις, διὰ τῶν ὁποίων δίδοται κατὰ
1208νόμον ἡ ὤθησις εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς στρατιωτικῆς δι-
1209καιοσύνης, πρὸς τὴν ἀναφορὰν, δι’ ἧς καταγγέλλονται
1210παραβάσεις ἀστυνόμων ὑπὸ δημάρχων ἢ ὑπὸ ἄλλης ἀρχῆς;
1211Τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νομοσχεδίου δίδωσιν ἀφορμὴν εἰς οὐ-
1212σιαστικωτέραν τινὰ παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν δύναταί τις
1213νὰ ἀναβιβάσῃ μέχρι τῆς σφαίρας τῶν ἀπαγορεύσεων, τὰς
1214ὁποίας τὸ Σύνταγμα ἔχει ἀναγράψει. Κατὰ τὸ ἄρθρον 9
1215(ἀναγινώσκει): «Τὰ ἐν ταῖς ἀστυνομίαις καθήκοντα τῶν
1216»μέχρι τοῦδε ἀστυνομικῶν κλητήρων ἐκτελοῦνται, ἐν μὲν
1217»ταῖς συνιστωμέναις κατὰ τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ
1218»ἄρθρου 2, ὑπὸ στρατιωτικοῦ σώματος, καλουμένου Ἀστυ-
1219»φυλακὴ, καὶ ἀποτελουμένου ἐξ ἐνωμοταρχῶν βʹ τάξεως,
1220»ὑπενωμοταρχῶν καὶ ἀστυφυλάκων, ἐν δὲ ταῖς συνιστω-
1221»μέναις κατὰ τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ αὐτοῦ ἄρ-
1222»θρου ὑπὸ ὁπλιτῶν τῆς Χωροφυλακῆς....» Καὶ ἐν πρώ-
1223τοις ἠρώτων ἐμαυτὸν, διατὶ ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον
1224παρέλιπε νὰ ἐπαναλάβῃ καὶ διὰ τὸ σῶμα τῶν ὁπλιτῶν
1225τῆς χωροφυλακῆς, τὸν χαρακτηρισμὸν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐχα-
1226ρακτήρισε τὸ πρῶτον σῶμα, τὸν χαρακτηρισμὸν, ὅτι εἶναι
1227σῶμα στρατιωτικόν; Τίνος ἕνεκεν ἀπεδέχθη τὴν διαίρεσιν
1228ταύτην μεταξὺ τοῦ πρώτου σώματος καὶ τοῦ δευτέρου,
1229καὶ τὸ μὲν πρῶτον ὠνόμασε στρατιωτικὸν, τὸ δὲ δεύ-
1230τερον παρέλιπε νὰ ὀνομάσῃ οὕτω; (ἀναγινώσκει): «Ἐν
1231»μὲν ταῖς συνιστωμέναις κατὰ τὴν πρώτην παράγραφον
1232»τοῦ ἄρθρου 2 ὑπὸ στρατιωτικοῦ σώματος, καλουμένου
1233»Ἀστυφυλακή... ἐν δὲ ταῖς συνιστωμέναις κατὰ τὴν δευ-
1234»τέραν παράγραφον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ὑπὸ ὁπλιτῶν
1235»τῆς Χωροφυλακῆς....» Ἔπειτα ἐξεπλησσόμην, πῶς,
1236ἀφοῦ ἡ ἀστυφυλακὴ εἶναι στρατιωτικὸν σῶμα, δηλαδὴ
1237σῶμα ὁπλοφόρων, ἀποτελοῦν μέρος τοῦ στρατοῦ, ἀποτε-
1238λούμενον δὲ καὶ τοῦτο ἐξ ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἀφοῦ
1239τὸ δεύτερον σῶμα εἶναι ἐπίσης σῶμα ὁπλοφόρων, ἀποτε-
1240λοῦν μέρος τοῦ στρατοῦ καὶ συγκείμενον ἀπὸ ὁπλίτας τῆς
1241χωροφυλακῆς, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέλαβεν, ὅτι δὲν εἶναι
1242ἀναγκαῖον νὰ προσδιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν ἑκατέ-
1243ρου τῶν σωμάτων τούτων διὰ νόμου, ὡς ἔλεγε χθὲς, καὶ
1244ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ
1245προσδιορίζῃ τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν, ὡς αὐτὸς ἐγκρίνει, ἐνῷ
1246ὑπάρχει διάταξις τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ
1247προσδιορισμὸς τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως γίνεται κατ’
1248ἔτος διὰ νόμου; Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγ-
1249ματος, καθ’ ἣν «Κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ ψηφίζει τὸν προσδιο-
1250»ρισμὸν τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως, τὴν
1251»στρατολογίαν καὶ ναυτολογίαν», ἔχει μεγάλην σημασίαν,
1252διότι ἀφορμὴν ἔχει τὴν δυσπιστίαν πρὸς τοὺς ἐκτελοῦν-
1253τας τοὺς νόμους· ἀπῄτησε δὲ τὸ Σύνταγμα, οἱ ἀντιπρό-
1254σωποι τοῦ λαοῦ νὰ προσδιορίζωσι πόσοι εἰσὶν ἀναγκαῖοι,
1255ἵνα ὑπάρχωσιν ὑπὸ τὰ ὅπλα ἄνδρες, νὰ ἀσφαλίσωσι τὴν
1256ἀκεραιότητα τοῦ Κράτους, νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ δικαιώ-
1257ματα αὐτοῦ, νὰ ἀγωνισθῶσιν ὑπὲρ τῶν πόθων του, δὲν
1258ἐπέτρεψεν ὅμως εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἔχῃ ὅσους
1259θέλει ὁπλοφόρους, καὶ διὰ τοῦτο ἀπῄτησε νὰ ψηφίζηται
1260κατ’ ἔτος νόμος περὶ προσδιορισμοῦ τῆς ἐτησίας στρατιωτι-
1261κῆς δυνάμεως. Ἀλλ’ ὁ κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ
1262Συντάγματος ψηφιζόμενος κατ’ ἔτος νόμος εἶναι γελοῖος,
1263ἡμεῖς δὲ μάτην ἀσχολούμεθα, ψηφίζοντες νόμον τοιοῦτον,
1264καὶ μάτην ἀπασχολοῦμεν καὶ τὸν Ἡγεμόνα, παρακα-
1265λοῦντες αὐτὸν νὰ κυρώσῃ τοιαῦτα νομοθετήματα, ἀφοῦ οἱ
1266Ὑπουργοὶ δύνανται νὰ στρατολογῶσιν ὡς ἀστυφύλακας
1267ὅσους θέλουσι, καὶ νὰ σχηματίζωσιν ὅσα στρατιωτικὰ σώ-
1268ματα θέλουσι, καὶ νὰ προσδιορίζωσιν αὐτοὶ τὸν ἀριθμὸν
1269τῶν ἀνδρῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἕκαστον τούτων θέλει σύγ-
1270κεισθαι, μηδόλως προσέχοντες εἰς τὸν ἀριθμὸν, εἰς ὃν προσ-
1271διωρίσθη ἀπὸ τὸν ἐτήσιον νόμον ἡ στρατιωτικὴ δύναμις
1272τῆς χώρας. Καὶ ἐνῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδέποτε παρέ-
1273λιπε νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ἐτήσιον νόμον περὶ
1274τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, προχθὲς
1275μάλιστα ἠκούσατε αὐτοῦ παριστῶντος μετὰ πόσης ἀγω-
1276νίας ἔσπευδε νὰ καταστήσῃ δῆλον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι
1277ὀφείλει νὰ σπεύσῃ νὰ προσδιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἑδρῶν
1278τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, διότι ὑπῆρχε μία
1279ἀθέτησις τοῦ Συντάγματος παρατεινομένη, ἐν τῇ ἐκτε-
1280λέσει ὅμως καὶ τοὺς νόμους τούτους ἐμπαίζομεν καὶ τοῦ
1281Συντάγματος τὰς διατάξεις γελωτοποιοῦμεν.
1282Ἤκουσα χθὲς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, προ-
1283θυμοποιουμένου νὰ ἐνισχύσῃ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς,
1284ἵνα μὴ διστάσῃ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου
1285συζητοῦμεν. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐβεβαίου
1286πρὸς τοῦτο τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ νόμοι εἶναι
1287αὐστηρότεροι ἀπὸ τοὺς κοινοὺς ποινικοὺς νόμους· ἑπομένως,
1288καὶ ἐὰν δὲν κανονίζωνται ἐπακριβῶς, καὶ ἐὰν προσδιορισθῶσι
1289δι’ ὅρων ἀμφιβόλων καὶ διφορουμένων αἱ ἀξιόποινοι τῶν
1290ἀστυνόμων πράξεις, αἵτινες θέλουσι δικάζεσθαι ἀπὸ τὰ
1291κοινὰ ποινικὰ δικαστήρια, τοῦτο δὲν συντελεῖ εἰς ἐλάττω-
1292σιν τῶν ἐγγυήσεων περὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἐξ
1293ἐναντίας τοῦτο συμφέρει εἰς τοὺς πολίτας, διότι, ἂν ἕνεκα
1294τούτου οἱ ἀστυνόμοι ἤθελον δικασθῆ ἀπὸ τὰ στρατιωτικὰ
1295δικαστήρια, αἱ αὐστηραὶ ποιναὶ, τὰς ὁποίας τὰ Στρατοδι-
1296κεῖα ἐπιβάλλουσι, θέλουσι περιστέλλει τοὺς ἀστυνόμους
1297ἐκτρεπομένους, καὶ θέλουσιν ἐξασφαλίζει οὕτω τοὺς πολί-
1298τας ἀπὸ τῶν παρεκτροπῶν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Ἡ
1299παρατήρησις αὕτη ἴσως ἥρμοζεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν
1300Στρατιωτικῶν, οὐχὶ δ’ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης,
1301ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπιμελητὴς τῆς κοινῆς δικαιοσύνης, καὶ ὁ
1302ὁποῖος γνωρίζει, ὅτι, ἐὰν αἱ ποιναὶ αἱ ὑπὸ τοῦ στρατιωτι-
1303κοῦ ποινικοῦ νόμου ἐπιβαλλόμεναι, ἦναι αὐστηραὶ, αὗται
1304ἐπιβάλλονται ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ἐγκλημάτων, ἀφ’
1305ἑτέρου δὲ ἡ διαδικασία τῆς κοινῆς ποινικῆς δικαιοσύνης
1306παρέχει ἐγγυήσεις, αἵτινες δὲν ἀνευρίσκονται ἐν τῇ λει-
1307τουργίᾳ τῆς ἐξαιρετικῆς δικαιοσύνης.
1308Ἐν πάσαις σχεδὸν ταῖς διατάξεσι τοῦ νομοσχεδίου
1309καταδηλοῦται τάσις ἁρπακτικὴ, οὐχὶ κτημάτων ἢ γαιῶν,
1310ἀλλὰ δικαιωμάτων καὶ ἐγγυήσεων, ἐγκατάλειψις δὲ τῶν
1311πολιτῶν εἰς τὴν διάκρισιν τῆς αὐθαιρεσίας. Ὁ κ. Ὑπουρ-
1312γὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπε χθὲς, ἂν καλῶς ἐνθυμῶμαι, ὅτι
1313αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν
1314ὁποῖον διορίζονται οἱ ἀγροφύλακες, ὅταν δὲν συνέρχηται νὰ
1315διορίσῃ αὐτοὺς ὁ σύλλογος τῶν κτηματιῶν, ὅτι αἱ διατά-
1316ξεις εἰσὶν αὐταὶ αὗται, αἵτινες ὑπῆρχον καὶ ἐν τῷ νόμῳ
1317τοῦ 1856. Ἀλλ’ ὁ ταῦτα λέγων Ὑπουργὸς δὲν προσεῖχεν
1318εἰς τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 21 τοῦ νομοσχεδίου ἀναγραφομένην
1319ὑποχρέωσιν τοῦ νομάρχου, ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, νὰ
1320διορίζῃ τούτους μόνον τῇ προτάσει τοῦ ἀστυνόμου. Καὶ τί
1321ἐστὶν ὁ ἀστυνόμος ἐν τῷ δήμῳ, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ὁποίου
1322θέλει διορίζει τοὺς ἀγροφύλακας ὁ νομάρχης; Καὶ γνωρίζει
1323ὁ πρὸ μικροῦ διορισθεὶς ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ἐκείνῃ περιφερείᾳ
1324ἀστυνόμος τοὺς ἐπιτηδείους, ἵνα ἐπιτελέσωσι τὰ ἔργα τοῦ
1325ἀγροφύλακος; γνωρίζει τὰς ἕξεις αὐτῶν, ἢ τὴν ἀκρίβειαν
1326περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των, διὰ νὰ προτείνῃ
1327τοὺς διοριστέους καὶ νὰ δεσμεύσῃ διὰ τῆς προτάσεως αὐτοῦ
1328τὸν νομάρχην; Καὶ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1856 ὁ νομάρχης
1329διώριζε τοὺς ἀγροφύλακας, ὅταν οἱ κτηματίαι δὲν συνήρ-
1330χοντο, ἀλλ’ ὁ νομάρχης εἶχε πηγὰς, ἐκ τῶν ὁποίων ἠδύ-
1331νατο νὰ πορισθῇ περὶ αὐτῶν πληροφορίας· εἶχε πηγὴν τὸν
1332δήμαρχον, τοῦ ὁποίου τώρα μόνον ἡ γνώμη ἀκούεται
1333ἁπλῶς, δὲν ἐδόθη δ’ αὐτῷ δικαίωμα νὰ προτείνῃ, ἀλλ’ ὁ
1334διορισμὸς γίνεται τῇ προτάσει τοῦ ἀστυνόμου· εἶχε τοὺς
1335ἐφημερίους τῶν χωρίων, τοὺς κατοικοῦντας ἐν ταῖς ἀγρο-
1336τικαῖς περιφερείαις, ἐν αἷς κατοικοῦσιν ὡσαύτως ἐκεῖνοι, οἱ
1337ὁποῖοι ζητοῦσι τὸ ὑπούργημα τοῦ ἀγροφύλακος· εἶχε τοὺς
1338ἀντιθέτους τοῦ δημάρχου, οἵτινες ἤθελον σπεύσει νὰ φωτί-
1339σωσιν αὐτὸν, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ διορισθῶσιν ἄνδρες ἀνίκανοι
1340ἢ ἀνάξιοι ἐμπιστοσύνης. Τότε, ἐὰν ὁ νομάρχης ἐπεθύμει νὰ
1341μάθῃ τὴν ἀλήθειαν, ἠδύνατο εὐκόλως νὰ τὴν μάθῃ, ἀλλὰ
1342νῦν ὁ νομάρχης ὀφείλει νὰ ἀποδέχηται τὴν πρότασιν τοῦ
1343ἀστυνόμου, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι γνωστὸν, πόθεν θέλει πο-
1344ρισθῆ τὰ κατὰ τοὺς ἄνδρας, τοὺς ὁποίους θέλει προτείνει
1345διὰ τὸ ὑπούργημα τοῦ ἀγροφύλακος.
1346§92ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρέπει νὰ ἦναι νομάρχης ὁ Κα-
1347τσικαπῆς.
1348§93ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης
1349μοὶ ἐφάνη περιπεσὼν εἰς σύγχυσιν, ὅτε ἐπραγματεύετο περὶ
1350τῶν διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκδίδονται πρὸς ἐκτέλεσιν
1351τοῦ νόμου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐσύγχισε τὰ διατάγματα τὰ
1352ἐκτελεστικὰ καὶ τὰ διατάγματα τὰ νομοθετικά.
1353§94Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ Κατσικαπῆς...
1354§95ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Κατσικαπῆς ἦτο μέλος τοῦ Κοι-
1355νοβουλίου ἐπὶ σειρὰν περιόδων, ἴσως πλειοτέρων ἀπὸ τὰς
1356περιόδους, ἐφ’ ἃς διετέλεσα ἐγὼ μέλος τοῦ Κοινοβουλίου.
1357Ἦτο ἄνθρωπος γενόμενος πένης ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς
1358Πολιτείας. Ἐὰν ἐπρότεινα τὸν διορισμὸν τοῦ κ. Κατσι-
1359καπῆ ὡς νομάρχου, διέπραξα πρᾶξιν ἐπιβαλλομένην ὑπὸ
1360τοῦ καθήκοντος, διότι ὤφειλον νὰ μὴ καταλείπω ἐν στε-
1361ρήσεσι τοὺς ἕνεκα τῆς ὑπηρεσίας τῶν κοινῶν περιελθόντας
1362εἰς πενίαν.
1363§96ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι καὶ γενναῖον,
1364κύριε Δημητριάδη, νὰ ὑβρίζητε ἄνθρωπον ἀπόντα.
1365§97Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τὸν Δημητριάδην).
1366Αὐτὸς εἶναι καλλίτερος ἀπὸ πολλοὺς ἄλλους καὶ ἀπὸ σὲ
1367αὐτὸν ἀκόμη.
1368§98ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸς ἀνεκάλυψε καὶ κατήγγειλε
1369τὸ ἔλλειμμα τοῦ ταμείου Θηβῶν.
1370§99ΑΣ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τὸν Δημητριάδην).
1371Ἐπιδείξατε τοὺς ἰδικούς σας τοὺς καλλιτέρους.
1372§100ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ὅμως ἐγὼ δὲν ἀνέβην εἰς τὸ
1373βῆμα, ἵνα διαπληκτίζωμαι, παρακαλῶ τοὺς κ. Βουλευτὰς,
1374ὅσοι βαρύνονται εἴτε δυσφοροῦσι νὰ μὲ ἀκούωσιν ἀγορεύον-
1375τα, νὰ ἀποσύρωνται τῆς αἰθούσης· παρακαλῶ δὲ τὸν κ.
1376Πρόεδρον νὰ ἐπιβάλλῃ σιγὴν εἰς ἐκείνους ἐξ αὐτῶν, οἵτινες
1377δὲν θέλουσι νὰ ἀπέλθωσι τῆς αἰθούσης.
1378Διατάγματα ἐκτελεστικὰ ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ κα-
1379θῆκον νὰ προκαλῇ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὅταν θέλῃ καὶ
1380οἷα ἂν θέλῃ, ὑπὸ τὴν εὐθύνην αὐτῆς, διότι εἰς αὐτὴν ἀνε-
1381τέθη ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων, καὶ αὕτη ὀφείλει νὰ προνοήσῃ
1382περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλει ἐκτελέσει τὰ ὑπὸ τῆς νο-
1383μοθετικῆς ἐξουσίας εἰς αὐτὴν παραδεδομένα νομοθετήματα,
1384καὶ νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως αὐτῶν, ὅπως
1385ὁδηγῶνται τὰ ὄργανα αὐτῆς. Ἀλλὰ διατάγματα νομοθε-
1386τικὰ δὲν δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἐκδίδῃ, εἰμὴ
1387μόνον ἐὰν ἐπέτρεψεν εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα τοῦτο ἡ νο-
1388μοθετικὴ ἐξουσία, εἴθισται δὲ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ
1389μεταβιβάζῃ τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν διὰ διαταγμάτων
1390εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ ὡρισμένων θεμάτων,
1391καὶ τοῦ νομοθετεῖν ἐπ’ αὐτῶν ἐφ’ ἅπαξ. Καὶ λέγω εἴθι-
1392σται, διότι ἡ μεταβίβασις αὕτη ἀποβαίνει ἀναγκαία, ὁσά-
1393κις ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν ἔχῃ πάντα τὰ φῶτα, τὰ
1394ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ, ἵνα διὰ τοῦ νόμου κανονίσῃ ἐκ τῶν
1395προτέρων ἐν ὡρισμέναις περιστάσεσιν ὡρισμένας σχέσεις. Ἡ
1396νομοθετικὴ ἐξουσία κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην δὲν δύ-
1397ναται ἕνεκα τούτου νὰ νομοθετήσῃ, ἀνατίθησι δὲ τὸ ἔργον εἰς
1398τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἵνα αὕτη τὸ ἐνασκήσῃ κατὰ
1399τὴν ἰδίαν αὐτῆς γνώμην, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν,
1400τὰς ὁποίας δύναται νὰ λάβῃ. Καὶ ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς νο-
1401μοτελεστικῆς ἐξουσίας φέρει καὶ αὕτη τὴν ὑπογραφὴν τοῦ
1402Βασιλέως καὶ τὴν προσυπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ εἶ-
1403ναι πρᾶξις νομοθετικὴ, εἶναι νόμος τοῦ Κράτους· καὶ ἐὰν
1404αἱ μεταγενέστεραι περιστάσεις ἤθελον καταδείξει εἰς τὴν
1405νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅτι δὲν ἐκανόνισε καλῶς ἢ καταλ-
1406λήλως διὰ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ τὰς σχέσεις, τῶν
1407ὁποίων ὁ κανονισμὸς εἶχεν ἀνατεθῇ εἰς αὐτὴν, τὸ ἐκδοθὲν
1408νομοθετικὸν διάταγμα δὲν δύναται νὰ τὸ μεταβάλῃ, εἰμὴ
1409μόνον διὰ προτάσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως τοῦτο ψηφισθῇ
1410καὶ γένηται νόμος, ὡς μεταβάλλονται ὑπὸ τῆς νομοθετι-
1411κῆς ἐξουσίας πάντες οἱ νόμοι, ἢ διὰ νομοσχεδίου χορηγοῦν-
1412τος αὐτῇ τὴν ἄδειαν νὰ μεταβάλῃ τὸ διάταγμα τοῦτο
1413δι’ ἄλλου διατάγματος, καὶ κανονίσῃ δι’ αὐτοῦ ἄλλως τὰ τῶν
1414σχέσεων, τῶν ὁποίων ὁ κανονισμὸς εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς αὐτήν.
1415Ἠπόρησα μάλιστα, διότι ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δι-
1416καιοσύνης, ἄνδρα μὴ νομικὸν μὲν κατ’ ἐπάγγελμα, οἷός εἰμι
1417καὶ ἐγὼ, ἀλλὰ διακρινόμενον ἐπὶ νοημοσύνῃ, ἠπόρησα, πῶς
1418ὑπέλαβεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ θαυμάσῃ ἐπινόησιν, τὴν ὁποίαν
1419εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἀπο-
1420τελεῖ μέρος, εἶχεν ἐπινοήσει κατὰ τὴν τελευταίαν ὀκταε-
1421τίαν, ὅπως ἄρῃ τὴν δυσκολίαν ταύτην, καὶ καταστήσῃ νό-
1422μιμον οὐ μόνον τοῦ νομοθετεῖν διὰ διατάγματος, ἀλλὰ καὶ
1423τὸ μεταβάλλειν ἐκδεδομένον νομοθετικὸν διάταγμα δι’ ἁπλοῦ
1424βασιλικοῦ διατάγματος, ἄνευ νέας ἐντολῆς τῆς νομοθετι-
1425κῆς ἐξουσίας. Καὶ εἶπεν ὅτι κατώρθωσε τοῦτο ἡ Κυβέρνη-
1426σις, διότι ἐν ταῖς διατάξεσι τῶν νόμων, δι’ ὧν ἐδίδετο ἡ
1427πρώτη ἐντολὴ πρὸς τὸ νομοθετῆσαι, δὲν ἀνέγραφεν ἡ Κυ-
1428βέρνησις ἁπλῶς «διὰ διατάγματος», ἀλλὰ «διὰ δια-
1429ταγμάτων», διὰ τῆς χρήσεως δὲ τοῦ πληθυντικοῦ ἐπέτρε-
1430πεν οὕτως εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ δύναται νὰ
1431ἐκδίδῃ οὐχὶ ἕν, ἀλλὰ πολλὰ διατάγματα, ἐὰν ἦναι ἀναγ-
1432καῖον νὰ μεταβάλῃ τὸ πρῶτον διάταγμα. Ὁμολογῶ ὅτι
1433τοιαύτη θεωρία δύναται νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ πολλῶν πραγ-
1434μάτων. Ἐὰν ἀποδεχθῶμεν, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ὡς
1435μεταβιβάζει εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ
1436νομοθετήσῃ ἐφ’ ἅπαξ ἐπὶ ὡρισμένων σχέσεων, δύναται νὰ
1437μεταβιβάσῃ αὐτὸ, ἵνα νομοθετῇ καὶ διαρκῶς ἐφ’ ὅλον τὸ μέλ-
1438λον ἐπὶ τῶν σχέσεων τούτων, ἀποδεχόμεθα ὅτι ἡ νομοθε-
1439τικὴ ἐξουσία δύναται δι’ ἑνὸς νόμου νὰ ἀπογυμνωθῇ ἀπὸ
1440τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν οὐχὶ μόνον ἐπὶ τῆς ὡρισμένης
1441ταύτης σχέσεως, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἄλλων σχέσεων, καὶ ἐπὶ πα-
1442σῶν τῶν δεομένων νομοθετικοῦ κανονισμοῦ σχέσεων. Τότε
1443θέλει εἶσθαι δυνατὸν κατὰ πᾶσαν ἔναρξιν περιόδου ἢ συνό-
1444δου νὰ ψηφίζηται νόμος τοιοῦτος, παρέχων εἰς τὴν νομο-
1445τελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ νομοθετῇ διὰ διαταγ-
1446μάτων ἀνθ’ ἡμῶν, νὰ ἀπαλλασσώμεθα δ’ ἡμεῖς ἀπὸ τοῦ
1447κόπου νὰ συνεργώμεθα καὶ νὰ συζητῶμεν νομοθετήματα, νὰ
1448ἀπαλλάσσηται δὲ καὶ τὸ κοινὸν νὰ προσδοκᾷ παρ’ ἡμῶν νὰ
1449ἀκούσῃ νέον τι καὶ λυσιτελές.
1450Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἀνώ-
1451τερος ἐπιμελητὴς τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, καὶ εἰς
1452τὸν ὁποῖον ἡ Πολιτεία ἐνεπιστεύθη τὴν διαφύλαξιν τοῦ κύ-
1453ρους τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ τὴν αὐθεντίαν τῶν πρά-
1454ξεων αὐτῆς, ἀνεμνήσθη ὑποθέσεώς τινος, ἥτις εἶχε μεταλά-
1455βει τὸν χαρακτῆρα σκανδάλου, τῆς ὑποθέσεως τοῦ Πα-
1456παῤῥώδη. Καὶ εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν χθὲς, ὅτι ἡ ὑπόθεσις
1457αὕτη ἐδήλωσε τὴν σύγχυσιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσαν τὰ
1458δικαστήρια, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐκδώσει τὰς ἀποφάσεις. Φαί-
1459νεται ὅτι ἐκρίθη δίκαιον νὰ προσθέσωμεν καὶ τὴν ὕβριν εἰς
1460τὰ δικαστήρια, ἀφοῦ, ἀνευλαβῶς πρὸς αὐτὰ καὶ πρὸς τοὺς
1461νόμους, ἠρνήθημεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὰς ἀποφάσεις αὐτῶν,
1462ἄν καὶ αὗται εἶχον ἐκδοθῆ ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως. Ἀλη-
1463θῶς ἀνευλάβεια κατεδηλώθη εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, τὸ
1464ὁποῖον ἐξέδοτο τὴν περὶ Παπαῤῥώδη ἀπόφασιν ἐν ὀνόματι
1465τοῦ Βασιλέως, δι’ ἧς προεκλήθη ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία
1466νὰ ἐκτελέσῃ αὐτὴν, ἀνευλάβειαν κατεδήλωσεν ἡ νομοτε-
1467λεστικὴ ἐξουσία, ἀρνηθεῖσα νὰ ἐκτελέσῃ αὐτὴν, ἢ διστά-
1468ζουσα περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου. Τοῦτο συνέβη τότε
1469διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν διέταξε νὰ ἐκ-
1470τελεσθῇ τὸ ἓν μέρος τῆς ἀποφάσεως, ἀλλὰ δὲν ἔστερξε νὰ
1471ἐκτελέσῃ καὶ τὸ δεύτερον μέρος αὐτῆς, διότι ἔκρινε τὴν
1472ἀπόφασιν πλημμελῆ. Ἀλλ’ οὕτως ἡ ἐφαρμογὴ τῶν δικα-
1473στικῶν νόμων, τῶν τε πολιτικῶν καὶ τῶν ποινικῶν, μετα-
1474βιβάζεται ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν δικαστηρίων, τῶν δικα-
1475ζόντων καὶ ἀποφασιζόντων, εἰς τὰς χεῖρας τῶν καλουμέ-
1476νων νὰ ἐκτελέσωσιν αὐτὰς Ὑπουργῶν. Ἐπίστευον ὄντως,
1477ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἤθελε σπεύσει νὰ προ-
1478τάξῃ τὸ στῆθός του, ἀμυνόμενος κατὰ τοιαύτης ἀσεβείας
1479πρὸς τοὺς νόμους. Ὅτε ἡ περὶ Παπαῤῥώδη ὑπόθεσις συνε-
1480ζητεῖτο, ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐζή-
1481τει νὰ δικαιολογηθῇ διὰ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν πασῶν τῶν δια-
1482τάξεων τῆς περὶ τοῦ Παπαῤῥώδη ἀποφάσεως, προσφυγὼν
1483εἰς τὸ 7ον ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, τοῦ ὁποίου
1484ἐμνήσθη χθὲς ἢ προχθὲς καὶ ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, εἰ-
1485ρωνευόμενος, ὡς προσῆκε, τὴν χυδαιότητα τῆς ὑπεκφυγῆς.
1486Ἐὰν ἐν τοῖς νόμοις ὑπῆρχεν ἀντινομία, ἐὰν αἱ διατάξεις αὐ-
1487τῶν ἦσαν ἀσαφεῖς, ἐὰν ἡ πεποίθησις ὑμῶν δὲν ἦτο πλήρης,
1488ὅτι τὰ ὑπ’ αὐτῶν διατασσόμενα διατάσσονται εὐλόγως καὶ
1489ἐν τῷ συμφέροντι τῆς δικαιοσύνης, εἴχετε καθῆκον, οἱ τοὺς
1490νόμους ἐκτελοῦντες Ὑπουργοί, οὐχὶ νὰ μὴ ἐκτελέσητε τὴν
1491ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου, ἀλλὰ νὰ προσέλθητε ἐνώπιον
1492τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ νὰ ζητήσητε τὴν μεταβο-
1493λὴν ἢ τὴν συμπλήρωσιν τῶν παραλόγων ἢ ἀτελῶν νόμων,
1494εἴτε τὴν ἄρσιν τῆς ἀντινομίας. Δὲν συνέβησαν ταῦτα τότε
1495ἕνεκα συγχύσεως τῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ σύγχυσις κατέ-
1496λαβε τοὺς ἐκτελέσαντας τοὺς νόμους. Ὅσα διέταξεν ἐπὶ
1497τῆς ὑποθέσεως τοῦ Παπαῤῥώδη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιω-
1498τικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης,—καὶ τότε δὲν ἦτο Ὑπουργὸς
1499τῶν Στρατιωτικῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας,—αὐτὸ, τὸ
1500ὁποῖον διέτασσεν ἐπὶ τοῦ Παπαῤῥώδη, δὲν διετάχθη ὑπ’
1501αὐτοῦ ἐπὶ ὁμοίας καταδίκης ἄλλου, ὑπαγομένου καὶ τούτου
1502εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, ἀλλὰ διετάχθη, ἵνα οὗτος παρα-
1503πεμφθῇ εἰς τὴν ἑστίαν του, διότι εἶχε καταδικασθῆ εἰς
1504στέρησιν τῶν δικαιωμάτων. Καὶ ἐπειδὴ παρίσταται ὁ κ.
1505Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀναγινώσκω τὸ ὑπ’ ἀριθ.
150641736 ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς
1507τὴν Μοιραρχίαν Λακωνίας (ἀναγινώσκει):
1508«Λαβόντες ὑπ’ ὄψιν τὰς διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 13666 ἐ. ἔ.
1509»ἀναφορᾶς τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Σπάρτῃ Πλημμελειο-
1510»δικῶν ὑποβληθείσας ἡμῖν πρὸς ἐκτέλεσιν ὑπ’ ἀριθ. 1558
1511»καὶ 1562 ἐ. ἔ. ἀποφάσεις τοῦ δικαστηρίου τῶν αὐτῶν
1512»Πλημμελειοδικῶν, δι’ ὧν κατεδικάσθησαν, διὰ μὲν τῆς
1513»πρώτης ὁ ἐνωμοτάρχης Δημήτριος Μαργιόλης εἰς φυλάκι-
1514»σιν δεκαπέντε ἡμερῶν ἐπὶ ἀδίκῳ ἐπιθέσει, καὶ διὰ τῆς
1515»δευτέρας ὁ ὑφ’ ὑμᾶς ἐπίσης ὑπενωμοτάρχης Ἀντώνιος Ὀρ-
1516»φανάκος εἰς φυλάκισιν ἑνὸς μηνὸς, καὶ εἰς ἔκπτωσιν καὶ
1517»στέρησιν ὅλων τῶν μετὰ τῆς ἀρχῆς καὶ ὑπηρεσίας δικαιω-
1518»μάτων καὶ πλεονεκτημάτων, καὶ εἰς πρόσκαιρον ἀνικανό-
1519»τητα ἐπὶ ἓν ἔτος, ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος κτλ.
1520«Ἰδόντες τὸ ἄρθρον 186 τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς
1521»νομοθεσίας, διατάσσομεν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐν λόγῳ ἀπο-
1522»φάσεων, καταστασῶν ἀμετακλήτων.
1523«Οἱ καταδικασθέντες ἐκτίσουσι τὴν καταγνωσθεῖσαν
1524»αὐτοῖς ποινὴν ἐν ταῖς φυλακαῖς ὑμῶν, ἀποστελλομένης
1525»ἑκατέρου τῆς ἐκθέσεως φυλακίσεως τῷ οἰκείῳ Εἰσαγγελεῖ,
1526»καὶ γνωστοποιουμένης ἡμῖν τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῆς
1527»ποινῆς των. Τὸν ὑπενωμοτάρχην Ὀρφανάκον, μετὰ τὴν
1528»ἔκτισιν τῆς ποινῆς του, θέλετε ἀποστείλει εἰς τὴν
1529»ἑστίαν του, δυνάμει τῆς προμνησθείσης ἀποφάσεως, δι’
1530»ἧς κατεγνώσθη ἔκπτωσις ἀπὸ τῆς θέσεως καὶ ἀνι-
1531»κανότης πρὸς ἀνάκτησιν αὐτῆς ἐπὶ ἓν ἔτος».
1532«Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν
1533«Χ. Τρικούπης.»
1534Εἰς σύγχυσιν βεβαίως τοῦ ἐκτελοῦντος τοὺς νόμους, καὶ
1535οὐχὶ εἰς σύγχυσιν τῶν δικαστηρίων, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουρ-
1536γὸς τῆς Δικαιοσύνης, πρέπει ν’ ἀποδώσω τὸν πολλαπλοῦν
1537τοῦτον τρόπον, καθ’ ὃν ἐξετέλει τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις·
1538διότι, ἂν δὲν διετέλει ἐν συγχύσει, ἤθελε μετρήσει μὲ τὸ
1539αὐτὸ μέτρον δύο ὑπαξιωματικοὺς εἰς τὴν αὐτὴν περιελθόν-
1540τας κατάστασιν, ἐνῷ διὰ τὸν ἕνα μὲν ἀπηγόρευσεν, ἵνα ἐκ-
1541τελεσθῇ ἡ ἀπόφασις, ἡ στεροῦσα αὐτὸν τῶν δικαιωμάτων
1542αὐτοῦ, τὸν δὲ ἄλλον ἀπεγύμνωσε τῶν δικαιωμάτων τού-
1543των, ἀπέλυσεν αὐτὸν ἐκ τοῦ στρατοῦ καὶ τὸν παρέπεμψεν
1544εἰς τὴν οἰκίαν του, διότι οὕτω διέτασσεν ἡ ἀπόφασις,
1545§101ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία εἶναι ἡ χρονολογία,
1546ἂν ἐπιτρέπητε;
1547§102ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχω τὴν χρονολογίαν, διότι τὸ
1548ἀντίγραφον τῆς ἀποφάσεως, ὅπερ ἔχω, δὲν ἀνέγραψε καὶ
1549τὴν ἡμερομηνίαν ἐκ τοῦ πρωτοτύπου ἐγγράφου. Τὸ ἀντί-
1550γραφον τοῦτο φέρει εἰς ἐπικύρωσιν τῆς ἀκριβείας τὴν ὑπο-
1551γραφὴν τοῦ ταγματάρχου Παπαδοπούλου, μοὶ ἐχορηγήθη
1552δὲ ὑπὸ τῆς Καταχωρίσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτι-
1553κῶν καθ’ ὃν χρόνον ἐτύγχανον Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτι-
1554κῶν καὶ εἶχον δικαίωμα νὰ τὸ λάβω, καὶ φέρει χρονολο-
1555γίαν 14 Ὀκτωβρίου 1890. Λέγω δὲ ταῦτα, ἵνα μὴ τυχὸν
1556πάθῃ ὁ εἰρημένος προϊστάμενος τῆς Καταχωρίσεως τοῦ
1557Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διότι μοὶ ἐπρομήθευσε
1558τοῦτο.
1559§103ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὀκτω-
1560βρίου ἢ Νοεμβρίου;
1561§104ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νοεμβρίου. Ἐπειδὴ δὲν τὸ ἔγραφεν
1562ὁλογράφως, ἀνέγνων κατὰ λάθος Ὀκτωβρίου, ἀντὶ νὰ ἀνα-
1563γνώσω Νοεμβρίου.
1564§105ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν σημαίνει τίποτε.
1565§106ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σημασίαν θὰ εἶχεν ἡ χρονολογία τῆς
1566ἐκδόσεως τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχομεν, ἡ ἀρχικὴ
1567χρονολογία.
1568§107ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύνασθε νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὸν κ.
1569Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν πληροφορίας. Ἐγὼ, ἐπειδὴ
1570ποιοῦμαι χρῆσιν ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἐπορίσθην ἐκ τοῦ δη-
1571μοσίου ἀρχείου, ὤφειλον νὰ ἀναφέρω, πῶς ἐπορίσθην αὐτὸ,
1572ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ ἐπορίσθην διὰ παραβάσεως τῶν
1573νόμων.
1574§108ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπῆρχε φόβος τοιοῦτος.
1575§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἴσως δὲν ἔπρεπε νὰ ποιήσω-
1576μαι λόγον περὶ τοῦ ἄρθρου 51 τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐὰν
1577ἀναγνώσῃ τις τὸ ἄρθρον τοῦτο, θέλει ἐννοήσει διὰ ποῖον
1578λόγον δὲν ἔχομεν χωροφυλακὴν, διὰ ποῖον λόγον ἐκτελοῦν-
1579ται τοσοῦτον ἀτελῶς καθήκοντα λεπτῆς καὶ ἀκροσφαλοῦς
1580φύσεως, οἷά εἰσι τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι ἀνέθεντο
1581εἰς τὴν χωροφυλακὴν (ἀναγινώσκει): «Πρὸς συμπλήρω-
1582σιν τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ὁρι-
1583ζομένης δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς, ὁ Ὑπουργὸς τῶν
1584Στρατιωτικῶν δύναται νὰ μεταθέσῃ εἰς τὴν χωροφυ-
1585λακὴν, κατὰ μὲν τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ παρόντος νό-
1586μου τοὺς ἀναγκαιοῦντας ἐκ τῶν δι’ αὐτὴν προωρισμένων
1587κληρωτῶν τοῦ 1892 πρὸ τῆς λήξεως τοῦ χρόνου τῆς ἐν
1588τῷ πεζικῷ ὑπηρεσίας αὐτῶν, κατὰ δὲ τὸ 1893 τοὺς ἀναγ-
1589καιοῦντας ἐκ τῶν κληρωτῶν τοῦ πεζικοῦ παρελθούσης ἀπο-
1590γραφῆς».
1591Κατὰ τὸ 1892, κατ’ ἐξαίρεσιν, δύνανται νὰ ταχθῶσιν
1592εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἄνδρες μηδόλως διαμείναντες εἰς τὰς
1593τάξεις τοῦ πεζικοῦ, ἑπομένως ἀτελῆ καὶ ἁπλουστάτην
1594ἔχοντες ἰδέαν καὶ τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας καὶ τοῦ
1595καθήκοντος, τοῦ ὁποίου ἡ συνείδησις εἶναι τὸ κυριώτατον
1596προσὸν, εἶναι ἡ πολύτιμος ἰδιότης παντὸς δημοσίου λει-
1597τουργοῦ.
1598Ἀλλ’ ὡς εἶπον, πᾶσαι αὗται αἱ λεπτομέρειαι, αἱ ὁποῖαι
1599μοὶ ἤγειραν τὰς ἐκτεθείσας ἀπορίας, δὲν μοὶ ἐφάνησαν ἱκα-
1600ναὶ, ἵνα μὲ ἀναγκάσωσι νὰ ἐμμείνω ζητῶν τὴν λύσιν αὐ-
1601τῶν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων χθὲς
1602ἐζήτει διόρθωσιν τῆς φράσεως ἑνὸς ἄρθρου τοῦ νομοσχε-
1603δίου, τὴν ὁποίαν εὕρισκεν οὐχὶ γραμματικῶς συντεταγμέ-
1604νην, ἦτο δ’ ἐνδεχόμενον νὰ ὑποληφθῇ, ὅτι παραπλήσιόν τι
1605ἐζήτουν καὶ ἐγὼ, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνήκω εἰς τὴν αὐτὴν κατη-
1606γορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυ-
1607θήρων, διότι ἐκεῖνος ὑποθέτω, ὅτι θέλει ψηφίσει ὑπὲρ τοῦ
1608νομοσχεδίου, ἐνῷ ἐγὼ ἀποκρούω αὐτὸ κατ’ ἀρχήν. Ἂν
1609κατέδειξα τὰς διατάξεις καὶ παρέστησα τὰς ἀπορίας, τὰς
1610ὁποίας ἡ ἀσάφεια ἢ ἡ ἀτέλεια αὐτῶν μοὶ ἐνεποίησαν, τὸ
1611ἔπραξα ἴσως καὶ μετὰ τινος κακίας, διὰ νὰ ἐκδικηθῶ τὸν
1612κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος χθὲς ἐδυσφήμει τὰ
1613πενιχρὰ νομοθετικὰ ἔργα ἡμῶν, καταγγέλλων αὐτὰ ὡς
1614ἀνάξια βελτιώσεως, ἀφοῦ οὗτος εἶχε προηγουμένως ὠφε-
1615ληθῆ ἐξ αὐτῶν, ἀναγράψας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ φόρου
1616ἐπὶ τοῦ καπνοῦ τὰς διατάξεις τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ προταθέντος
1617νομοσχεδίου. Ἀλλ’ οὐδόλως ἐνδιαφέρομαι νὰ ἐμμείνω εἰς τὴν
1618ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν τούτων, διότι μὲ ἀπασχολεῖ
1619κυρίως ἡ ἐξέτασις καὶ ἡ ἔρευνα τῆς οὐσίας τοῦ νομοθετή-
1620ματος, καὶ ἐπὶ ταύτης ζητῶ τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω
1621ἀμέσως.
1622Ἡ ἔρευνα τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου μοὶ γεννᾷ δύο
1623ἀπορίας, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ προβάλω εἰς τὴν Βουλήν,
1624ὅπως αὕτη ζητήσῃ τὴν λύσιν, ἐὰν δὲν ἐμφορῆται ὑπὸ ἀπο-
1625λύτου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον μέχρι
1626τοῦδε κατεδήλωσεν ἡ πλειοψηφία· διότι, ἐὰν πληρῶται ἡ
1627πεποίθησίς της ὑπὸ τοιούτου αἰσθήματος, βεβαίως μάτην
1628ἀγορεύω, μόνα δὲ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς θέλουσι διασώ-
1629σει τὰς ἀπορίας, τὰς ὁποίας προβάλλω. Ἡ πρώτη ἀπο-
1630ρία μου εἶναι, ἂν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ
1631νομοσχεδίου τούτου δὲν λῃστεύωμεν τὰ δημοτικὰ ταμεῖα.
1632Μὴ παραξενευθῆτε διὰ τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον μετεχειρίσθην.
1633Εἶναι τῷ ὄντι αὐστηρὸς καὶ δριμύς· ἀλλὰ λῃστεία ἀληθὴς
1634εἶναι ἡ πρᾶξις, ἣν ἐπιτρέπομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Τὰ
1635δημοτικὰ ταμεῖα πληροῦνται χρημάτων ἐκ πόρων ὡρισμέ-
1636νων, ὅσοι δὲ τῶν δήμων δὲν ἔχουσιν ἰδιοκτησίαν, ἵνα εἰσ-
1637ρέωσιν εἰς τὰ ταμεῖά των χρήματα προερχόμενα ἐκ τῶν
1638προϊόντων τῶν κτημάτων των, οὗτοι πορίζονται χρήματα
1639εἴτε δι’ ἀμέσων φόρων, εἴτε δι’ ἐμμέσων· οἱ φόροι δὲ οὗτοι
1640δὲν εἶναι φόροι δημόσιοι, εἰσφερόμενοι ὑπὸ τῶν πολιτῶν
1641διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, εἶναι φόροι εἰσφερόμενοι ὑπὸ
1642τῶν κατοικούντων ἐν τῷ δήμῳ πρὸς ὡρισμένον σκοπὸν,
1643πρὸς τὸν σκοπὸν ἵνα δι’ αὐτῶν ἡ διοίκησις τῶν δήμων θερα-
1644πεύῃ τὰς ἀνάγκας τῶν δήμων. Ὅταν δὲ οἱ διαχειριζόμε-
1645νοι τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐμφανίζωνται ἐνώπιον
1646τῆς Βουλῆς προβάλλοντες νομοθέτημα, διὰ τοῦ ὁποίου
1647λαμβάνουσι τὴν ἄδειαν ν’ ἁρπάσωσι τὰ χρήματα ταῦτα,
1648καὶ διαθέσωσιν αὐτὰ εἰς ἄλλην ἀνάγκην, συμβαίνῃ δὲ ἡ
1649πλειοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ μὴ ἀνησυχῇ διὰ τοῦτο, ἀλλὰ
1650νὰ εὑρίσκῃ εὔλογον τὴν ἀξίωσιν καὶ νὰ ἐπιψηφίζῃ τοιοῦτο
1651νομοσχέδιον, καὶ ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία νὰ περιβάλλῃ αὐτὸ
1652διὰ κυρώσεως, τί ἄλλο γίνεται ἢ ὅτι τὸ Κράτος σύσσωμον
1653εὑρίσκει ἕνα ἀσθενῆ καὶ ἀνάπηρον δῆμον, μίαν κοινότητα
1654ἐνδεῆ καὶ ἀδύνατον, ὅτι ἡ Πολιτεία δι’ ὅλου τοῦ ὄγκου τῆς
1655δυνάμεως αὐτῆς ἐπιπίπτει ἐπ’ αὐτοῦ, ἁρπάζει ἀπὸ τὸ τα-
1656μεῖόν του ὅ,τι ἐν αὐτῷ ὑπάρχει, ὅπως ταῦτα καρπωθῇ
1657αὐτή; Ὁ ὅρος, τὸν ὁποῖον μετεχειρίσθην, ὅτι λῃστεύομεν
1658τὰ δημοτικὰ ταμεῖα, εἶναι δριμὺς, ἀλλ’ ἡ διὰ τῆς βίας ἁρ-
1659παγὴ τῆς περιουσίας ὑπὸ τοῦ ἄλλου, ὅστις σκοπεῖ νὰ
1660κρατήσῃ καὶ μεταχειρισθῇ αὐτὴν ὡς ἰδίαν αὑτοῦ περιου-
1661σίαν, δὲν εἶναι ληστεία; Τί ἄλλο δ’ ἢ τοῦτο πράττει τὸ
1662Κράτος; Ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι τὸν μὲν λῃστεύει ἄνθρω-
1663πός τις, τὸν ὁποῖον διὰ τοῦτο καταδιώκουσιν οἱ νόμοι, τὸν
1664δῆμον δὲ ληστεύει ἡ Πολιτεία, ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῶν νόμων
1665καὶ τὴν δύναμιν τῶν νόμων. Οἱ δῆμοι τῆς Ἑλλάδος εἰσὶ
1666κοινωνίαι πτωχαὶ, καὶ διότι εἰσὶ πτωχαὶ, προσῆκε νὰ ζῶ-
1667σιν ἐν λιτότητι καὶ οἰκονομίᾳ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ δα-
1668νειστικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως μετεδόθη καὶ εἰς τοὺς
1669δήμους, παρεστάθησαν δὲ δημοτικαὶ ἀρχαὶ, ζητήσασαι νὰ
1670δοθῇ αὐταῖς ἡ ἄδεια διὰ νόμων, ἵνα δανεισθῶσι χρήματα,
1671λόγῳ ὅτι πρόκειται νὰ ἐκτελέσωσι δημόσια ἔργα. Καὶ διά-
1672φοροι δῆμοι ἐδανείσθησαν οὕτω χρήματα καὶ ἐπεβάρυναν
1673ὁλοκλήρους γενεὰς, αἵτινες ἐν τῷ μέλλοντι θέλουσιν ὑπέ-
1674χει τὰ βάρη τῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα ἐσπαταλήθησαν κατὰ
1675τὴν περίοδον ταύτην. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι, ὅτε διεχειριζό-
1676μην τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, δυσηρέστησα φίλους μου
1677καὶ δημάρχους φιλικώτατα πρὸς με διακειμένους, διότι
1678τοιαύτην ἐπιθυμίαν αὐτῶν ἠρνήθην νὰ ὑποβοηθήσω, μὴ
1679στέρξας νὰ συμπράξω, οὐδὲ παρέσχον αὐτοῖς συνδρομὴν,
1680ὄχι διότι δὲν ἠγάπων ἢ διότι ἐμίσουν ἀνθρώπους, οἵτινες
1681μὲ ἠγάπων καὶ οἵτινες πολλάκις μὲ ὑπεστήριξαν, ἀλλὰ
1682διότι ἠγάπων τοὺς δήμους, τῶν ὁποίων προΐσταντο ὡς διοι-
1683κηταὶ αὐτῶν. Εἶναι δὲ τοσοῦτον πενιχρὰ τὰ μέσα τῶν
1684δήμων τῆς Ἑλλάδος, ὥστε πρὸ 50 ἐτῶν ἡ νομοτελεστικὴ
1685ἐξουσία ἠναγκάσθη ν’ ἀνασχηματίσῃ αὐτοὺς διὰ συγχω-
1686νεύσεως πολλῶν δήμων εἰς ἕνα καὶ νὰ συγκροτήσῃ οὕτω
1687δήμους μεγάλους, οἵτινες νὰ πορίζωνται ἐξ ἐμμέσων καὶ ἐξ
1688ἀμέσων φόρων καὶ ἐκ τῶν ἄλλων δικαιωμάτων χρηματικὰ
1689ποσὰ, ἀρκοῦντα εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῶν, ὅπως ὑπάρξωσι
1690καὶ λειτουργήσωσι. Κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους τὰ πράγ-
1691ματα δὲν ἦσαν τοσοῦτον μεταβλητὰ κατὰ πᾶσαν νουμη-
1692νίαν, ὅπως μεταβλητὰ κατέστησαν κατὰ τοὺς τελευταίους
1693τούτους χρόνους, ἀφοῦ καὶ αὐτοὶ οἱ νόμοι παρεσύρθησαν ὑπὸ
1694τοῦ ῥεύματος τούτου.
1695Κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, δυσκόλως μετεβάλλετο τὸ
1696ἅπαξ γενόμενον, ἐνθυμοῦμαι δ’ ὅτι, ὅτε διηύθυνα τὸ Ὑπουρ-
1697γεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἠγωνίσθην ἐπὶ πολὺν καιρὸν, ἴσως
1698ἐπὶ δύο ἔτη, ἵνα πείσω τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ
1699προβῇ εἰς τὴν διαίρεσιν δήμων τινῶν Θήρας καὶ κατώρ-
1700θωσα νὰ διαιρέσω δύο ὀγκώδεις δήμους, τὸν δῆμον Θήρας
1701καὶ τὸν δῆμον Οἴας, καὶ νὰ σχηματίσω ἐξ αὐτῶν τέσσα-
1702ρας δήμους, οἵτινες ἔκτοτε λειτουργοῦσι, τὸν δῆμον Θή-
1703ρας, τὸν δῆμον Οἴας, τὸν δῆμον Καλλίστης καὶ τὸν
1704δῆμον Ἐμπορείου. Τὸ σύστημα τῆς συγχωνεύσεως τῶν δή-
1705μων, ὁ σχηματισμὸς μεγάλων δήμων παρακωλύει ἀληθῶς
1706τὴν ἐντελῆ ἐκπλήρωσιν τῶν σκοπῶν τῶν δήμων, διότι, ἂν
1707τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα οἱ δῆμοι πορίζονται ἐκ τῶν ἐσόδων,
1708τῶν ὑπὸ τῶν δημοτῶν εἰσφερομένων, πρέπῃ νὰ μετέχωσι
1709πᾶσαι αἱ τὸν δῆμον συνιστῶσαι κοινότητες, —καὶ τοῦτο
1710ἐπιβάλλει ἡ δικαιοσύνη, τοῦτο δὲ προτίθεται καὶ ὁ σκοπὸς
1711τῶν δήμων, — δὲν μετέχουσιν ὅμως τῶν ἀγαθῶν τούτων
1712πάντες οἱ δημόται τοῦ δήμου, ἢ πᾶσαι αἱ συνιστῶσαι αὐ-
1713τὸν κοινότητες, ὅταν οἱ δῆμοι ἦναι μεγάλοι καὶ ἐκτετα-
1714μένοι, ὑπὸ πληθύος χωρίων ἀποτελούμενοι, διότι καρποῦ-
1715ται τῶν ἀγαθῶν ἡ πρωτεύουσα, τὰ δὲ ἄκρα τῶν δήμων
1716μένουσιν ἀτροφικὰ, οὔτε δαπανᾶται διὰ τὴν βελτίωσιν
1717τῆς κοινωνικῆς καταστάσεως αὐτῶν, ἢ διὰ τὴν βελτίωσιν
1718τῆς χώρας, ἢ διὰ τὴν θεραπείαν τῶν ἄλλων ἀναγκῶν των,
1719εἰμὴ ἐλάχιστόν τι ποσόν. Διὰ τοῦτο καθῆκον εἶχον νὰ ἐγ-
1720καταστήσω λιτότητα ἐν τῷ βίῳ τῶν δήμων, καὶ νὰ ἐπι-
1721βάλω τὴν οἰκονομίαν εἰς τὰς δαπάνας αὐτῶν. Ἡ ἀστυ-
1722νομικὴ διοίκησις τυγχάνει λειτουργία συναφὴς μὲ τὸ δη-
1723μαρχικὸν ἀξίωμα, ἐπέτρεψαν ὅμως οἱ νόμοι νὰ διορίζηται
1724εἰδικὸς ἀστυνόμος, ὁσάκις ὁ δήμαρχος δὲν ἐπαρκῇ, ἵνα ἐκ-
1725πληροῖ καὶ τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα. Ἀλλὰ οἱ δῆμοι
1726τρίτης τάξεως εἶναι τοσοῦτον ἄποροι καὶ μικροὶ, ὥστε ἦτο
1727δυνατὸν νὰ ἀπαλλάξῃ τις αὐτοὺς τῆς διὰ σύστασιν εἰδι-
1728κῆς ἀστυνομίας δαπάνης, καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ ἀπολύτως
1729εἰς τοὺς δήμους τρίτης τάξεως νὰ ἔχωσιν ἴδιον ἀστυνό-
1730μον, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ ἀναγκαίως τὰ ἀστυνομικὰ
1731καθήκοντα εἰς τὸν δήμαρχον. Ἐπεθύμουν νὰ περιστείλω
1732τὰ ῥουσφέτια, καὶ νὰ ἐμποδίσω τὰ χρήματα τῶν δήμων
1733νὰ δαπανῶνται εἰς μισθολόγια μὴ ἀναγκαῖα, ἀφοῦ καὶ
1734αὐτὸς ὁ νόμος περὶ δήμων δὲν ἀνέγραψε μισθὸν διὰ τὸν
1735δήμαρχον, ἀλλ’ ἀνέγραφεν ἁπλῶς ἀποζημίωσιν. Λοιπὸν
1736εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη καὶ
1737ἐδημοσιεύθη, καθ’ ὃν οἱ δῆμοι τρίτης τάξεως δὲν πρέπει νὰ
1738ἔχωσιν ἀστυνόμον εἰδικόν. Ἀλλὰ καὶ οἱ δῆμοι πρώτης
1739καὶ δευτέρας τάξεως κατὰ τὸν νόμον τοῦτον τότε μόνον
1740δύνανται νὰ ἔχωσιν εἰδικὸν ἀστυνόμον, ὅταν τὸ Δημοτι-
1741κὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει τοὺς δήμους,
1742ἤθελεν ἀναγνωρίσει τὴν ἀνάγκην τῆς συστάσεως εἰδικῆς
1743ἀστυνομίας. Εἰς πεντήκοντα ἀνέρχονται οἱ δῆμοι τρίτης
1744τάξεως. Οἱ 50 οὗτοι δῆμοι ᾠκονόμουν μέχρι τοῦδε κατὰ
1745τὸν εἰρημένον νόμον τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ
1746δαπανηθῶσι διὰ τὴν ἀστυνομίαν, καὶ ἂν ἡ διοίκησις αὐ-
1747τῶν ἤθελεν ἐπιτηρεῖσθαι ὑπὸ τῆς κεντρικῆς διοικήσεως, τὰ
1748χρηματικὰ μέσα αὐτῶν ἤθελον ἐπαρκεῖ πάντως εἰς τὰς
1749ἀνάγκας αὐτῶν. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦ-
1750μεν, καταργεῖ πάντα ταῦτα, διότι διατάσσει νὰ ὑπάρχω-
1751σιν ἀστυνόμοι πανταχοῦ καὶ ἐν τοῖς δήμοις πᾶσι τῆς γʹ
1752τάξεως, καὶ μάλιστα, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχωσι μὲ δαπά-
1753νην ὄχι τόσην, ὅση ἐγένετο μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ μὲ δαπά-
1754νην ὅσην ἡ Κυβέρνησις ἐγκρίνει. Καὶ ἀνῆλθεν ἡ ὑπόθεσις
1755μέχρι τοῦ σημείου νὰ νομοθετῆται, ὅτι πρέπει νὰ ἀφαι-
1756ρῶνται ἀπὸ τοὺς δήμους τὰ τρία τέταρτα τῶν ἐσόδων
1757των, καὶ μόνον ὅταν δὲν συμπληρῶται τὸ ποσὸν τῶν 2,000
1758δραχμῶν, τότε μόνον νὰ γίνηται εἰς αὐτοὺς χάρις μέχρι
1759συμπληρώσεως αὐτῶν. Ἀλλ’ οἱ δῆμοι ἔχουσι μόνον τάχα
1760ἀνάγκην νὰ ἔχωσιν ἀστυνομίαν καὶ ἀστυφύλακας; Ἔχουσι
1761καὶ δήμαρχον καὶ γραμματέα τοῦ δήμου, ἔχουσι καὶ εἰσ-
1762πράκτορα, ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ πληρόνωσι καὶ ἐνοίκια Εἰ-
1763ρηνοδικείων, πολλῶν ἔχουσιν ἀνάγκην. Μεγίστην δαπάνην
1764ἐπιβάλλει εἰς αὐτοὺς ἡ ἀγροτικὴ ἀστυνομία, ὄχι ἡ ἀστυ-
1765νομία ἡ τεταγμένη πρὸς πρόληψιν τῶν ζημιῶν τῶν κτη-
1766μάτων καὶ πρὸς καταστολὴν αὐτῶν, ἀλλ’ ἡ ἀστυνομία ἡ
1767σκοποῦσα συγχρόνως τὴν τακτοποίησιν τῆς ἀρδεύσεως τῶν
1768ἀγρῶν καὶ τῶν κτημάτων, τὴν προφύλαξιν αὐτῶν ἀπὸ τῶν
1769ζημιῶν τῶν ποταμῶν καὶ τῶν χειμάῤῥων κτλ., διότι πάντα
1770ταῦτα τὰ ἔργα ἀπαιτοῦσι χρήματα. Ἡ ἀστυνομία, ἥτις
1771ἐξασφαλίζει τοὺς πολίτας κατὰ τοῦ πυρὸς, ἀπαιτεῖ καὶ
1772αὕτη σύστημα πυροσβεστικὸν, ἡ δὲ ἀνάγκη αὕτη ὑφίστα-
1773ται νῦν ἐν πάσαις ταῖς πόλεσιν, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι πληθυ-
1774σμόν. Ἀλλὰ μήπως δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχωσι καὶ ἐν τοῖς
1775μικροτέροις δήμοις ὀλίγα χρήματα διὰ δύο ἀνθρώπους, διὰ
1776νὰ τοὺς μεταχειρισθῇ ὁ δήμαρχος πρὸς κατάσβεσιν πυρ-
1777καϊῶν ἐν θημονίαις; Μήπως ἡ φιλανθρωπία δὲν ἐπιβάλλει
1778δαπάνας εἰς τοὺς δήμους καὶ πρὸς ἵδρυσιν φιλανθρωπικῶν
1779καταστημάτων καὶ πρὸς προστασίαν τῶν πενήτων; Διὰ
1780τίνων χρημάτων θέλουσι πληρώσει τὰς ἀνάγκας των ταύ-
1781τας οἱ δῆμοι; Διὰ τῶν 2,000 δραχμῶν; Τὰ περὶ τούτου
1782ἐν Γαλλίᾳ κανονίζει τὸ ἄρθρον 49 τοῦ Décret τῆς 14 Δε-
1783κεμβρίου 1789, εὑρίσκει δέ τις λεπτομερεστέραν ἀνάλυσιν
1784ἐν λόγῳ, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Rémusat ἀπήγγειλε πρὸς τὴν
1785Βουλὴν κατὰ τὸ 1837 καὶ τὸν ὁποῖον ἀνέγνων ἐν τῷ
1786«Moniteur» τῆς 3 Φεβρουαρίου 1837 (ἀναγινώσκει):
1787«Ἡ πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ κοινωνικοῦ σκοποῦ τῶν δήμων
1788»ἐνέργεια αὐτῶν εἶναι ποικίλη καὶ εὐρεῖα, τὰ δὲ ὅρια αὐ-
1789»τῆς ὑπάρχουσι τεθειμένα εἰς τὸ σημεῖον, μέχρι τοῦ ὁποίου
1790»φθάνουσιν αἱ ἐνέργειαι εἴτε τῶν ἄλλων δήμων, πρὸς ἐκ-
1791»πλήρωσιν ὡσαύτως τοῦ κοινοῦ σκοποῦ των, εἴτε τοῦ ὅλου
1792»τῆς Πολιτείας πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων της.»
1793Καὶ ὁ περὶ δήμων ἡμέτερος νόμος τοιαύτην περιέλαβε
1794διάταξιν ἐν ἄρθρῳ 17. «Ἀνατίθεται εἰς τοὺς δήμους
1795(διατάσσει τὸ εἰρημένον ἄρθρον) ἡ ἀκριβὴς ἐκτέλεσις ὅλων
1796»τῶν ὑποχρεώσεων, ὅσαι πηγάζουσιν ἢ ἐκ τοῦ κοινοῦ σκο-
1797»ποῦ των ἢ ἐκ νομίμων εἰδικῶν λόγων». Μεταξὺ δὲ τῶν
1798ὑποχρεώσεων, αἵτινες ἐπεβλήθησαν εἰς τοὺς δήμους πρὸς
1799ἐκπλήρωσιν τῶν κοινῶν αὐτῶν σκοπῶν, τὸ ἄρθρον 18 τοῦ
1800εἰρημένου περὶ δήμων νόμου ἀναγράφει τὴν σύστασιν
1801καὶ διατήρησιν τῶν δημοτικῶν ὁδῶν καὶ γεφυρῶν, τῶν
1802ἀναγκαίων ὑδραγωγείων καὶ φρεάτων, τὴν τοποθέτησιν καὶ
1803διατήρησιν τῶν ὁροθετικῶν σημείων τῶν ἀγρῶν τοῦ δήμου,
1804τὴν σύστασιν καὶ διατήρησιν τῶν κατὰ τὰς ὄχθας καὶ
1805τὰ νερὰ ὑδραυλικῶν ἔργων, καθόσον ἡ περὶ τούτων φροντὶς
1806ἀπόκειται εἰς τὸν δῆμον, τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἀναγκαίων
1807ἐξόδων δι’ ἐκεῖνα τὰ κατὰ τόπον ἀγαθοεργὰ καταστή-
1808ματα, τῶν ὁποίων ἡ δαπάνη πίπτει εἰς βάρος τοῦ δήμου.
1809Κατὰ τὸ 1891 ἐψηφίσθη ὡσαύτως καὶ ἐξεδόθη νόμος,
1810καθ’ ὃν τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια ἔμελλον νὰ προσδιορίζωσι
1811τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοτικῶν σχολείων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ
1812ὑπάρχωσιν ἐν ἑκάστῳ δήμῳ, ὁ δὲ νόμος προέβλεψεν, ὅτι
1813τὸν προσδιορισμὸν τοῦτον τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια ὤφει-
1814λον νὰ διαπράττωσι στηριζόμενα ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ
1815τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἑκάστου δήμου. Ἀλλὰ καὶ ἡ διά-
1816ταξις αὕτη ἀνηρέθη διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ οὐ
1817μόνον ἀνηρέθη, ἀλλ’ εἰσήχθη καὶ σύστημα κοινωνιστικὸν,
1818ἵνα μεταχειρισθῶ τὴν αἰτίασιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπηύθυνε
1819Βουλευτὴς ἐξ Εὐβοίας κατὰ 1886, ἀντιλέγων πρὸς νομο-
1820σχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχον τότε προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ
1821εἰσαγωγῆς τοῦ προοδευτικοῦ φόρου ἐν τῷ νόμῳ περὶ χαρ-
1822τοσήμου. Ἡ Πολιτεία κατὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον
1823τείνει τὴν χεῖρα εἰς τὰ δημοτικὰ ταμεῖα, λαμβάνει ποσὸν
1824χρημάτων ὅσον θέλει, καὶ δὲν διαθέτει κἄν ὑπὲρ τῶν σχο-
1825λείων τοῦ δήμου, τοῦ ὁποίου λαμβάνει τὸ χρῆμα, ἀλλ’
1826ὑπὲρ τῶν σχολείων πάντων τῶν δήμων, καὶ ἑπομένως οἱ
1827φόροι π. χ. τοῦ χωρίου Λιόπεσι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ δα-
1828πανηθῶσιν εἰς τὴν συντήρησιν τοῦ δημοτικοῦ σχολείου τοῦ
1829δήμου Ἀρακυνθίων τῆς Εὐρυτανίας, ἢ τοῦ δήμου Εὐπα-
1830λίων τῆς Δωρίδος, ἢ τοῦ δήμου Δημητσάνης τῆς Γόρτυνος.
1831Ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀποκρινόμενος εἰς τὰς παρατηρή-
1832σεις τὰς παραπλησίας, αἵτινες ἀπηυθύνθησαν αὐτῷ χθὲς,
1833ἔλεγεν ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν,
1834πρόκειται νὰ λαμβάνωνται τὰ ¾ τῶν εἰσπραττομένων ἐκ
1835τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, ἀλλὰ πλὴν τῶν ἀμέσων
1836καὶ ἐμμέσων φόρων πολλὰ ἄλλα καὶ ποικίλα εἰσπράττου-
1837σιν οἱ δῆμοι ἔσοδα, καὶ ἀνέφερε μάλιστα, ὅτι ἐν πίνακί τινι,
1838ὅστις ἐκοινοποιήθη εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ὑπάρχουσι 13 ἢ 15
1839στῆλαι, ἐν ἑκάστῃ τῶν ὁποίων ἀναγράφεται ἓν ἐκ τῶν ἐσό-
1840δων τοῦ δήμου. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν γνωρίζω ὅτι οἱ δῆμοι
1841ἔχουσιν ἄλλα ἔσοδα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος περὶ δή-
1842μων προσδιώρισε· κατὰ τὸν νόμον δὲ περὶ δήμων, δὲν εἶναι
1843ἀναγκαῖον νὰ ἐξηγήσω τίνες οἱ ἄμεσοι φόροι· ἂν ἀναγνώσω
1844ὅμως τὸ κείμενον τῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ δήμων, θέ-
1845λει γείνῃ γνωστὸν ποῖοι χαρακτηρίζονται ἐν αὐτῇ ὡς ἔμ-
1846μεσοι δημοτικοὶ φόροι, καὶ θέλει γνωσθῇ, ἂν μετὰ τὴν
1847ἀφαίρεσιν τῶν δημοτικῶν φόρων ὑπολείπηται ἔσοδόν τι. Τὸ
1848ἄρθρον 27 τοῦ περὶ δήμων νόμου, ἀναφέρει, ὅτι «ἔμμεσοι
1849»δημοτικοὶ φόροι θεωροῦνται οἱ ἀπὸ ἀντικείμενα κατανα-
1850»λώσεως δασμοὶ, τὰ ἐκ τῆς ἐκδόσεως ἐπισήμων ἐγγράφων
1851»δικαιώματα, τὰ διὰ τὰς γεφύρας καὶ τοὺς λιθοστρώτους
1852»δρόμους διόδια, οἱ ἐκ τῶν πανηγύρεων καὶ τῶν κατ’
1853»αὐτὰς παραπηγμάτων πόροι, τὰ ἐκ τῶν στατήρων, τῶν
1854»ἀποθηκῶν, τῶν μακελλείων καὶ κρεωπωλείων δικαιώματα.»
1855Ποῖα ἄλλα ἔσοδα ἀναγράφουσιν αἱ 13 ἢ 15 στῆλαι τοῦ
1856πίνακος, οὗ ἐμνήσθη ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ὑπάρχει ἄλλο
1857ἔσοδον ἐκτὸς τοῦ ἀνωτέρω, πλὴν τοῦ ἐσόδου ἐκ τῆς ἰδιο-
1858κτησίας τοῦ δήμου;
1859Καὶ δὲν ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὰ δημοτικὰ ταμεῖα μόνον
1860τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν ἐν αὐτοῖς μετὰ ὡρισμέ-
1861νου εἰδικοῦ σκοποῦ καὶ συνηνέχθησαν ὑπὸ τῶν πολιτῶν
1862πρὸς τὸν εἰδικὸν τοῦτον σκοπὸν, ἀλλ’ ἀφῃρέθη ἀπὸ τοὺς δή-
1863μους τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράττωσι τὰ ἔσοδα, καὶ τὸ δι-
1864καίωμα νὰ πληρόνωσι τὰ ἔξοδά των. Καὶ ἐνθυμεῖσθε κατ’
1865ἄλλην συζήτησιν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
1866Ἐσωτερικῶν, ἐμοῦ διαφωνοῦντος πρὸς τὴν ἑρμηνείαν, τὴν
1867ὁποίαν ἔδιδεν ἐκεῖνος εἰς τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα καὶ
1868ἐκδοθέντα κατὰ τὸ 1891. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερι-
1869κῶν ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ διάταξις ἡ ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ἀνα-
1870γεγραμμένη, ὅτι τὰ ταμεῖα τῶν δήμων διοικοῦνται ὑπὸ
1871δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν, διότι,
1872ἂν καὶ διατάσσει, ὅτι τὰ εἰρημένα ταμεῖα διοικοῦνται
1873ἀπολύτως ὑπὸ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, δύναται ὅμως ἡ
1874ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ καταργῇ δημοτικὰ ταμεῖα καὶ
1875νὰ ἀναθέτῃ αὐτὰ εἰς τοὺς ἐπαρχιακοὺς ὑποταμίας. Καὶ
1876ἰσχυρίζετο ταῦτα ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ὁ νόμος ὁ καταργήσας
1877τὴν διάταξιν τοῦ περὶ ἐπαρχιακῶν ὑποταμείων νόμου τοῦ
18781887 ἐν τῇ τελευταίᾳ διατάξει δὲν διέτασσεν, ὅτι κα-
1879ταργοῦνται, ἀλλ’ ὅτι τροποποιοῦνται αἱ διατάξεις τοῦ νό-
1880μου περὶ ἐπαρχιακῶν ὑποταμείων, ἐνῷ ἡ διάταξις ἐκείνη
1881δὲν διέτασσεν ὅτι καταργοῦνται, ἀλλ’ ὅτι τροποποιοῦνται,
1882διότι δὲν ἀνεφέρετο εἰς μόνην τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2
1883τοῦ περὶ ἐπαρχιακῶν ὑποταμείων νόμου, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλ-
1884λας πολλὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δήμων, τὰς ὁποίας
1885δὲν ἐσκόπει νὰ καταργήσῃ, ἀλλὰ νὰ τροποποιήσῃ. Δυνάμει
1886δὲ τῆς τοιαύτης ἑρμηνείας τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
1887Ὑπουργοῦ οἱ μὲν δῆμοι τῆς Ἑλλάδος ἐκρίθησαν ἀνίκανοι
1888νὰ εἰσπράττωσι τὰ ἔσοδά των καὶ νὰ πληρόνωσι τὰ ἔξοδά
1889των, καὶ ἐτέθησαν ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τῆς νομοτελεστι-
1890κῆς ἐξουσίας, ἣν ὁ περὶ δήμων νόμος ῥητῶς ἀπέκρουσε μετ’
1891ἀγανακτήσεως, περιορίσας τὴν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νό-
1892μων ἐνασκουμένην ἐπ’ αὐτῶν ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς
1893ἐπιτήρησιν, ὁ νόμος περὶ ἐπαρχιακῶν ὑποταμείων ἀνεβίω-
1894σεν ἄνευ νόμου, ἀλλὰ μόνον τῇ θελήσει τῆς νομοτελεστι-
1895κῆς ἐξουσίας, καὶ ἀνῃρέθη ὁ κατὰ τὸ 1891 ἐκδοθεὶς νόμος
1896περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ περὶ δήμων νόμου. Καὶ
1897ἔλεγον κατὰ τὴν 10 Νοεμβρίου 1888 πρὸς τὴν Βουλὴν
1898(ἀναγινώσκει): «Τὸ δικαίωμα τοῦ εἰσπράττειν ἔσοδα καὶ
1899»ἔχειν ἴδιον ταμεῖον εἶναι δικαίωμα στενῶς συνδεόμενον
1900»μετὰ τῆς αὐτοτελείας τῶν δήμων. Ἂν αὐτοὶ δὲν εἰσ-
1901»πράττωσι δι’ ἰδίων ὀργάνων τὰ χρηματικὰ μέσα, ὧν χρή-
1902»ζουσιν, ἀλλ’ εἰσπράττει αὐτὰ ἄλλη ἀρχὴ, καὶ ἀνατεθῇ εἰς
1903»αὐτὴν ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ δίδῃ εἰς τοὺς δήμους τὰ ἀναγ-
1904»καιοῦντα χρήματα, ἡ αὐτοτέλεια τῶν δήμων περιορίζε-
1905»ται, διότι δὲν δύνανται νὰ δαπανῶσιν, εἰμὴ ὅταν ἡ ἀρχὴ,
1906»ἡ κληθεῖσα νὰ δίδῃ αὐτοῖς τὰ χρήματα, ἐγκρίνῃ νὰ προ-
1907»βῶσιν εἰς δαπάνας. Τὸν περιορισμὸν τῆς αὐτοτελείας τῶν
1908»δήμων ἐσκόπει ὁ περὶ συστάσεως ὑποταμείων νόμος.»
1909Ἀληθῶς ἀνετράπη θεμελιώδης βάσις τῆς δημοτικῆς
1910διοικήσεως, ἀναγεγραμμένη ἐν ἄρθρῳ 15 τοῦ νόμου περὶ
1911δήμων, καθ’ ἣν ἕκαστος δῆμος ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν
1912ὑποχρέωσιν «νὰ διοικῇ ἀνεξαρτήτως τὰς ὑποθέσεις του
1913καὶ νὰ διαχειρίζηται τὴν δημοτικὴν περιουσίαν», καὶ διὰ
1914τῶν διατάξεων τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου κατηνέχθη
1915θανατηφόρον τραῦμα οὐ μόνον εἰς τὴν αὐτοτέλειαν, ἀλλὰ
1916καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τῶν δήμων.
1917Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἶναι μόνον τὸ τραῦμα τοῦτο,
1918ἀλλὰ καὶ ἄλλο ἐπίσης θανατηφόρον κατηνέχθη διὰ τῆς
1919ἁρπαγῆς τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως, τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι
1920εἶχον ἀναθέσει εἰς τὸν δῆμον, καὶ τῆς ἀναθέσεως αὐτῆς εἰς
1921ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ. Οἱ ἀξιωματικοὶ ἀνατρέφονται
1922ἐν τῷ στρατεύματι καὶ ἐκπαιδεύονται καὶ καθίστανται ἄρι-
1923στοι μεταξὺ τῶν ὁμοταγῶν των, ἀλλ’ ἄριστος ἀξιωματι-
1924κὸς δὲν εἶναι καὶ ἄριστος ἀστυνόμος. Ἡ ἀνατροφὴ καὶ ἡ
1925ἐκπαίδευσις τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐμποιεῖ εἰς αὐτὸν τὴν ὑπερη-
1926φάνειαν καὶ μεταδίδωσιν αὐτῷ τὴν συναίσθησιν τῆς τιμῆς,
1927ἡ δὲ αὐστηρὰ πειθαρχία, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ζῇ, διδάσκει αὐ-
1928τὸν τὴν ἕξιν τοῦ προστάσσειν καὶ τὸν καθιστᾷ ἀγέρωχον,
1929μὴ ἀνεχόμενον οὐδὲ νὰ συζητηθῇ, οὐδὲ ν’ ἀμφισβητηθῇ τὸ
1930ὀρθὸν τῆς γνώμης αὐτοῦ, ἢ τὸ χρήσιμον καὶ εὔλογον τῶν
1931προσταγμάτων του. Πᾶσα ἄλλη τάξις δημοσίων λειτουρ-
1932γῶν ἐνδέχεται νὰ ἦναι ἐπιτηδεία, ἵνα ἐνασκήσῃ τὴν ἀστυ-
1933νομικὴν λειτουργίαν, ὄχι ὅμως οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρα-
1934τοῦ. Ἂν ὁμολογῆτε, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτήδειοι, ἀποδίδετε εἰς
1935αὐτοὺς τιμὴν, διότι ὁ στρατιωτικὸς χαρακτὴρ, τὸ ὑπερή-
1936φανον ὕφος, ἡ εὐτολμία, ἡ πεποίθησις ἐπὶ τὴν θέλησιν καὶ
1937ἡ ἐπιμονὴ εἰς τὴν παραγγελίαν, ἣν δίδει, καὶ ἡ ἀξιοπρέ-
1938πεια, μεθ’ ἧς ἐπιζητεῖ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς, ταῦτα πάντα
1939ἀναιροῦσιν ὅλως τὸν μειλίχιον, τὸν προτρεπτικὸν, τὸν συν-
1940διαλλακτικὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωσιν
1941οἱ ἀστυνόμοι ἐν ταῖς σχέσεσιν αὐτῶν πρὸς τοὺς πολίτας.
1942Ἐν μιᾷ μόνον περιπτώσει οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ δύ-
1943νανται νὰ διαχειρισθῶσι τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, ἐν τῇ
1944περιπτώσει, καθ’ ἣν πρόκειται ἡ διάλυσις στάσεως ἐκρα-
1945γείσης. Ἀλλὰ περὶ στάσεων καὶ περὶ συσσωματώσεων ἐπι-
1946κινδύνων, ἀπειλουσῶν τὴν δημοσίαν τάξιν, προβλέπει τὸ
1947διάταγμα περὶ ἀστυνομίας, ὡς προέβλεψε καὶ περὶ δημιουρ-
1948γίας σώματος, τὸ ὁποῖον ἐτάχθη ὑπὸ διοίκησιν στρατιωτι-
1949κὴν, ἔχει προαγωγὴν καὶ δικαιώματα στρατιωτικὰ, ἀλλὰ
1950τυγχάνει συγχρόνως καὶ σῶμα πολιτοφυλακῆς φρουρούσης
1951τὴν χώραν· τὸ σῶμα τοῦτο εἶναι ἡ χωροφυλακὴ, καὶ ἡ
1952χωροφυλακὴ εἶχε ταχθῆ βοηθὸς τῆς ἀστυνομίας. Ὁ ἀστυ-
1953νόμος, ὅταν ἐκαλεῖτο νὰ ἐκτελέσῃ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα
1954δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκτελέσῃ ὁ ἴδιος, διότι ἀπῄτουν τὴν πα-
1955ρουσίαν ἐνόπλου δυνάμεως, ἀπηυθύνετο εἰς τὸν διοικητὴν
1956τῆς χωροφυλακῆς, ὅστις διέτασσε χωροφύλακας νὰ μετα-
1957βῶσι καὶ διαλύσωσι τὴν στάσιν, ἐὰν δ’ ἦτο ἀνάγκη, ἐποι-
1958οῦντο χρῆσιν καὶ τοῦ ὅπλου, καὶ ὁ κανονισμὸς τῆς χωρο-
1959φυλακῆς ἐπέτρεψε νὰ πυροβολῶσι κατὰ τοῦ πλήθους, ὅταν
1960τοῦτο τρὶς προσκληθὲν νὰ διαλυθῇ, δὲν ὑπήκουσεν. Ἀλλὰ
1961ἀξιωματικὸς πάσης χώρας νὰ ἀποστέλληται, ἵνα γένη-
1962ται ἀγορανόμος ἔν τινι περιφερείᾳ ἀστυνομικῇ, ἵνα ἐνα-
1963σκήσῃ τὴν ὑγιειονομικὴν ἀστυνομίαν, ἵνα ἐπιτηρῇ τὰ ἐδώ-
1964διμα, ἐὰν ἦναι σεσηπότα ἢ ὑγιᾶ, ἵνα φροντίζῃ νὰ διο-
1965χετεύηται ἐν τάξει τὸ ὕδωρ εἰς τοὺς ἀγροὺς, ἢ νὰ φρον-
1966τίζῃ περὶ προλήψεως κατακλυσμῶν ἐκ χειμάῤῥων καὶ πο-
1967ταμῶν, εἶναι πρᾶγμα πρωτάκουστον καὶ ἀνάρμοστον. Οἱ
1968νόμοι, οἱ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντες, εἶχον ἐκλέξει ὡς καταλ-
1969λήλους, ἵνα ἐκτελέσωσι τὰ καθήκοντα ταῦτα, ὅσον ἦτο
1970δυνατὸν ἀνωδύνως καὶ σκοπίμως, τοὺς κατοίκους αὐτῆς
1971ταύτης τῆς ἀστυνομικῆς περιφερείας, διότι οὗτοι, τὴν
1972ἐπιοῦσαν τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἤθελον ἐκτελέσει τὸ καθῆ-
1973κον αὐτῶν ὡς ἀστυνόμοι, ἤθελον συναντηθῆ μετὰ τῶν
1974συγχωρίων των, εἶχον δὲ συμφέρον νὰ προσπαθήσωσι νὰ
1975μὴ ἀδικήσωσιν αὐτούς, ὅπως μὴ μειωθῇ ἡ πρὸς αὐτοὺς
1976ἀγάπη καὶ ἐμπιστοσύνη ἐκείνων, ἐφ’ ὧν ἐνήσκουν τὰ ἀστυ-
1977νομικὰ καθήκοντά των. Ἔμελλον νὰ γείνωσι μετ’ ὀλίγον
1978οἱ ἀστυνόμοι οὗτοι πολῖται, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ συμβιώ-
1979σωσι μετὰ τῶν συγχωρίων των, ἂν ἠδίκουν ἢ κατέθλιβον
1980αὐτούς.
1981Ἀλλὰ νομοθετοῦντες νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ ἀστυνομία ἀπὸ
1982τοὺς δήμους, ἔχετε πλήρη γνῶσιν ποίαν τινὰ ἐξουσίαν ἀφαι-
1983ρεῖτε; Ἡ ἀστυνομία διαιρεῖται εἰς 70 κλάδους, ἀστυνομία
1984εἶναι διοίκησις· ἀφαιρεῖτε λοιπὸν ἀπὸ τῶν δήμων τὴν
1985διοίκησιν καὶ μεταβάλλετε τὸν ἄρχοντα τοῦ δήμου τὸ
1986πολὺ εἰς καταλυματίαν, ὀφείλοντα νὰ εὑρίσκῃ καὶ διανέμῃ
1987ἐπὶ τῶν συγχωρίων του τὰ καταλύματα, τὰ ὁποῖα θέ-
1988λουσι χορηγηθῆ εἰς τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα. Καὶ
1989τί ἐπέρχεται ἐκ ταύτης τῆς καταστάσεως τῶν δήμων;
1990Κατάπτωσις χρηματικὴ, ἀφοῦ τοὺς ἀφαιρεῖτε πᾶσαν δια-
1991χείρισιν τῶν χρημάτων καὶ τοῖς δίδετε μικρὰν ἐλεημοσύ-
1992νην, κατάπτωσις πολιτικὴ, ἀφοῦ ἀφαιρεῖτε ἀπὸ αὐτοὺς
1993πᾶσαν ἐξουσίαν καὶ μεταποιεῖτε αὐτοὺς εἰς εὐτελέστατον
1994ὄργανον πρὸς ἐκτέλεσιν ταπεινοτάτων ὑπηρεσιῶν. Τί ὑπο-
1995λείπεται εἰς τοὺς δήμους; Οὐδέν. Καὶ ὅταν οὐδὲν μένῃ εἰς
1996αὐτοὺς, ὅταν οὗτοι ἀπογυμνωθῶσι παντὸς δικαιώματος, πά-
1997σης προνοίας, ὅταν συντρίβητε τὴν βάσιν ταύτην τῶν πο-
1998λιτικῶν ἐλευθεριῶν, νομίζετε ὅτι ἔχετε πλέον πολιτικὰς
1999ἐλευθερίας; Σφάλλεσθε, καὶ τὸ σφάλμα σας θέλει στιγμα-
2000τίσει ἡ ἱστορία. Θλίβομαι ὄντως. Ἐνθυμοῦμαι ἄρθρον τι,
2001δημοσιευθὲν ὑπὸ ἐφημερίδος οἰκειότατα διακειμένης πρὸς
2002τὸν Πρωθυπουργὸν, κατὰ μίαν μεγάλην ἐθνικὴν πανήγυ-
2003ριν, τὴν τῆς εἰκοσιπενταετηρίδος τοῦ Βασιλέως. Ἔγραφε
2004τότε ἡ ἐφημερὶς ἐκείνη, ὅτι, ἐνῷ πάντες ἐδίσταζον, ἂν οἱ
2005συνταγματικοὶ θεσμοὶ δύνανται νὰ συμβιβασθῶσι μὲ τὴν
2006κατάστασιν τῆς χώρας, εὑρέθη τρόπος νὰ κατασταθῶσιν
2007οἱ θεσμοὶ οὗτοι ἀκίνδυνοι καὶ ἀζήμιοι διὰ νομοθετημάτων,
2008τὰ ὁποῖα περιέκοπτον τὰς διατάξεις, ἢ τὰ δικαιώματα,
2009τὰ ὁποῖα οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ περιεῖχον. Καὶ τί ἄλλο
2010ἐγένετο ἐπὶ τῆς παρελθούσης δυναστείας; Ἀλλὰ τότε
2011ταῦτα ἔπραττεν ὁ Βασιλεὺς, τώρα δὲν παρίσταται ἐν τῷ
2012μέσῳ ὁ Βασιλεὺς, ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοί. Τότε ὁ Βασιλεὺς ἔλε-
2013γεν, ὅτι «δὲν κρίνει παρασκευασθέντα ἀρκούντως τὸν Ἑλ-
2014ληνικὸν λαὸν, ἵνα ἐνασκήσῃ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὸ
2015Σύνταγμα τοῦ 1843 ἀνέθηκεν εἰς αὐτόν.» Καὶ διὰ τοῦτο δὲν
2016ἄφινεν αὐτὸν ἐλεύθερον νὰ ἐκλέγῃ τοὺς Βουλευτὰς, ἀλλὰ
2017τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως ἀντικαθίστων τὴν ψῆφον τοῦ
2018λαοῦ διὰ ψηφοδελτίων, τὰ ὁποῖα περιεῖχον τὰ ὀνόματα τῶν
2019βασιλικῶν ὑποψηφίων. Δὲν γνωρίζω, ἂν εἶχε δίκαιον ἢ ὄχι
2020ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς, τοῦ ὁποίου πάντες μετὰ σεβασμοῦ
2021πρέπει νὰ μνημονεύωμεν· ἀλλ’ εἴτε δίκαιον, εἴτε ἄδικον εἶχεν,
2022ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἔστεργε τὴν γνώμην αὐτοῦ ταύτην,
2023καὶ διὰ τοῦτο ὁ λαὸς καὶ ὁ στρατὸς προέβησαν εἰς πρᾶξιν
2024τολμηροτάτην, καὶ ἤγαγον τὴν χώραν εἰς μεγίστην κρίσιν,
2025καὶ τότε ἐκανονίσθησαν πλέον αἱ τύχαι τοῦ ἔθνους κατ’
2026ἄλλον τρόπον. Ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ, οἵτινες μᾶς παρουσιά-
2027ζουσι τοιούτους νόμους, ἔχουσι τάχα τὴν γνώμην, ἣν εἶχεν
2028ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς; Νομίζω ὅτι σφάλλονται, ἂν ἔχωσι
2029τὴν γνώμην ταύτην. Οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ εἶναι
2030Ἑλληνόπαιδες, ὡς πάντες ἡμεῖς, ὅτε ἤγομεν τὴν ἡλικίαν
2031ἐκείνην· εἶναι τέκνα γονέων, οἱ ὁποῖοι ἔχυσαν καὶ αἷμα καὶ
2032ἱδρῶτα διὰ νὰ καταστήσωσι τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν
2033ἡμεῖς καρπούμεθα νῦν. Ἀπήντησα τὸν στρατὸν κατὰ τὴν
2034ἐκπνέουσαν ἑξηκονταετίαν, τὸν ἀπήντησα πάντοτε πρόμα-
2035χον τῶν ἑλληνικῶν ἐλευθεριῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἔχω τὴν πεποί-
2036θησιν ταύτην, ἐρωτῶ, διὰ ποῖον λόγον, πρὸς ποῖον σκοπὸν,
2037ποῖον ὄφελος ἐθνικὸν ἢ πολιτικὸν ζητοῦσιν, ἐκτιθέντες τὸν
2038Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς τοιαύτην δοκιμασίαν, ἐὰν ἡ ἐμὴ πεποί-
2039θησις δὲν ἦναι ὀρθή; Ἀλλὰ καὶ ἀνεξαρτήτως τούτων, ποῖον
2040δημόσιον καλὸν, ποῖον γενικὸν ὄφελος προσδοκῶσιν, ἐὰν ἀνα-
2041λάβωσι τὴν ἀστυνομίαν ἄνδρες ἀνήκοντες εἰς τὸν στρατὸν,
2042καὶ κατέχοντες ἐν αὐτῷ καλὴν θέσιν, μὴ παρασκευασθέν-
2043τες ὅμως νὰ γένωνται ἀστυνόμοι, νὰ ἐπιτηρῶσι τοὺς ἀγροὺς
2044καὶ τοὺς ἐν τοῖς ἀγροῖς πληθυσμοὺς, ἢ τὰς ἀγορὰς καὶ τὰ
2045ἐν αὐταῖς πωλούμενα ἐδώδιμα, ἀλλὰ παρασκευασθέντες
2046νὰ ἦναι ἀξιωματικοί, νὰ διοικῶσι στρατιώτας, καὶ νὰ
2047ἀσκῶνται τὴν τέχνην τοῦ πολέμου;
2048Ἀφαιρεῖτε τὰ χρήματα τῶν δήμων, διὰ νὰ παραστή-
2049σητε ὅτι ἔχετε ἔσοδα περισσότερα ἢ ὅσα πράγματι ἔχετε,
2050διότι, ἁρπάζοντες τὰ χρήματα ἀπὸ τὰ δημοτικὰ ταμεῖα
2051καὶ εἰσάγοντες αὐτὰ εἰς τὸ δημόσιον, τοῦτο προβάλλετε
2052ὡς λόγον, τὰς ἐκτάκτους οἰκονομικὰς περιστάσεις, ὡς ἐὰν
2053αὗται ἐπιτρέπωσι τὴν παρανομίαν καὶ τὴν ἀδικίαν. Ποῖον
2054ἄλλον ἢ τοῦτον τὸν λόγον προβάλλουσι καὶ οἱ ἐκτρεπόμενοι
2055εἰς πράξεις ἐκβιάσεως καὶ οἱ λαφυραγωγοῦντες τοὺς ἄλλους;
2056Ἀλλὰ ποῖος μέχρι τοῦδε παρέστη πολιτικὸς ἢ κοινω-
2057νικὸς κίνδυνος ἐκ τῆς ἀνεπαρκοῦς διοικήσεως τῶν ἀστυνό-
2058μων, καθ’ οὗ ζητοῦμεν νὰ ἀμυνθῶμεν δαπανῶντες ὅ,τι ἔχο-
2059μεν πολύτιμον, τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, καὶ σπα-
2060ταλῶντες αὐτό; Διότι σπαταλῶμεν τοὺς ἀξιωματικούς,
2061παραπέμποντες αὐτοὺς εἰς τοιαύτην ὑπηρεσίαν, κατὰ τὴν
2062ἐκτέλεσιν τῆς ὁποίας θέλουσιν ἀπομάθει τὰς εὐγενεῖς ἕξεις
2063τοῦ στρατιώτου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀγορεύων ὑπὲρ τοῦ
2064νομοσχεδίου κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1892, ἔλεγεν ὅτι ὑπάρ-
2065χει ληστεία. Καὶ ἀπαιτεῖτε ἀπὸ τοὺς ἀστυνόμους τῶν πό-
2066λεων καὶ τῶν κωμῶν νὰ ἐξαφανίσωσι τὴν ληστείαν! Καὶ
2067διότι δὲν ἐξώντωσαν οὗτοι αὐτήν, διώκετε τοὺς ἀστυνό-
2068μους, καὶ ἀντικαθιστᾶτε αὐτοὺς δι’ ἀξιωματικῶν! Τὴν λη-
2069στείαν καταδιώκουσι τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα, ὅπου
2070ἤθελεν ἀναφανῆ τὸ μυσαρὸν ἔγκλημα, ἀλλὰ τὴν τάξιν ἐν
2071ταῖς πόλεσιν ἠσφάλιζεν ἐπὶ ἑξήκοντα ἔτη ἡ τοπικὴ ἀστυ-
2072νομία, ἄνευ τοῦ ὄγκου τοῦ στρατιωτικοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον
2073προσφεύγετε ἄνευ ἀνάγκης.
2074Ἰδοὺ ἡ εὔλογος ἀνησυχία, τὴν ὁποίαν ἐνέπνευσε καὶ
2075εἰς ἐμὲ καὶ εἰς πάντας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Τὴν ἀνησυ-
2076χίαν ταύτην ὤφειλον νὰ δηλώσω πρὸς τὸ Κοινοβούλιον
2077τῆς πατρίδος μετὰ πάσης εἰλικρινείας, οὐχὶ διότι προσε-
2078δόκων, ὅτι θέλω ἐπηρεάσει αὐτὸ, ἵνα μὴ ψηφισθῇ τὸ νο-
2079μοσχέδιον, — διότι εἰμὶ βέβαιος, ὅτι θέλει τὸ ψηφίσει μετὰ
2080μεγάλης πλειοψηφίας, ὡς ἐδιδάχθην ὑπὸ τοῦ παρελθόντος,
2081— οὐχὶ διότι ἦτο ἀναγκαῖον νὰ φωτίσω τὸν Ἑλληνικὸν
2082λαὸν, οὐχὶ ὅπως ἀκουσθῶσιν οἱ λόγοι μου οὗτοι εἰς τὸν
2083ἁπανταχοῦ Ἑλληνισμὸν, καὶ προκληθῶσι σκέψεις περὶ τῶν
2084πραγμάτων τῆς χώρας, διότι καὶ ὁ ἐντὸς τοῦ Βασιλείου
2085καὶ ὁ ἐκτὸς αὐτοῦ Ἑλληνισμὸς ἐφωτίσθη ἤδη ἐπαρκῶς,
2086ἀφοῦ οὐχὶ ἐπὶ ἑξάμηνον, ἀλλ’ ἐπὶ περίοδον μακρὰν κυβερ-
2087νᾶται τὸ Κράτος ὡς κυβερνᾶται, περίοδον, οἵα ἦτο ἐκείνη,
2088τὴν ὁποίαν ἀγωνιῶντες καὶ ἀσθμαίνοντες διηνύσαμεν. Ἀλλ’
2089ὤφειλον νὰ εἴπω ὅσα εἶπον, ἵνα δηλώσω τὸ φρόνημά μου·
2090διότι, ἐὰν δὲν ἐδήλουν αὐτὸ, ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ὑποληφθῶ,
2091ὅτι καὶ ἐγὼ ηὐτομόλησα πρὸς τοὺς ὑπονομεύοντας τὰς πο-
2092λιτικὰς ἐλευθερίας τῆς χώρας, ἢ ὅτι καὶ ἐγὼ ἐγκατέλιπον
2093θεσμὸν τοσοῦτον θεμελιώδη τοῦ πολιτικοῦ οἰκοδομήματος,
2094τὸ ὁποῖον οἱ πατέρες ἡμῶν ἀνήγειραν διὰ θυσιῶν καὶ
2095αἱμάτων.
2096§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρ-
2097χῆς τοῦ νομοσχεδίου;
2098§111ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καλὸν εἶναι, νομίζω, νὰ γείνῃ μικρὰ
2099διακοπή.
2100§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν.
2101(Ὥρα 10 καὶ 20′ ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακο-
2102πεῖσα συνεδρίασις).
2103§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ
2104νομοσχεδίου;
2105§114ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι προτοῦ διακοπῇ ἡ συνε-
2106δρίασις ἐγένετο λόγος, ὅτι ἤθελεν ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
2107§115ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν λέγετε ὅτι ὑποβάλλετε ἔν-
2108στασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας;
2109§116ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Νὰ ἀνα-
2110γνωσθῇ ὁ κατάλογος, ἀλλὰ νὰ γνωσθῇ ἡ καλὴ πίστις τῶν
2111κυρίων αὐτῶν.
2112(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν
2113Βουλευτῶν, καὶ εἶτα γίνεται ἡ διαλογή).
2114§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόν-
2115τες 117.
2116Ὁ κ. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
2117§118ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου καὶ ὅτε
2118πρῶτον ὑπεβλήθη εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὸ νομοθέ-
2119τημα, εἰς τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ ὁποίου ἀποβλέπει τὸ ὑπὸ
2120συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀντετάχθην εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐ-
2121τοῦ, προβαλὼν ὅτι ἀντίκειται προφανῶς πρὸς τὸ ἄρθρον 105
2122τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὴν διὰ καθολικῆς
2123μυστικῆς ψηφοφορίας ἐκλογὴν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν. Ἔλεγον
2124τότε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι, ὅτε ὁ συντάκτης τοῦ Συντάγ-
2125ματος τοῦ 1864 καθιέρου τὴν ἀρχὴν τῆς διὰ καθολικῆς καὶ
2126μυστικῆς ψηφοφορίας ἐκλογῆς τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, προε-
2127τίθετο ἀναμφισβητήτως νὰ καθιερώσῃ τὴν τοπικὴν αὐτο-
2128διοίκησιν, τὴν αὐτοδιοίκησιν τῶν δήμων. Ἐὰν, ἀφοῦ ἀφῃ-
2129ρέθη τοὐλάχιστον πρὸς ὥραν ἀπὸ τοῦ δημάρχου ἡ διοί-
2130κησις τῶν δημοτικῶν προσόδων, ἤθελεν ἀφαιρεθῆ ἀπὸ τῶν
2131χειρῶν αὐτοῦ καὶ ἡ τοπικὴ ἀστυνομία, ὁ δήμαρχος θὰ
2132ἔπαυεν ἀπὸ τοῦ νὰ ἦναι πράγματι τοιοῦτος καὶ θ’ ἀπέ-
2133βαινεν ἁπλῆ σκιά, μὴ ἔχουσα τὴν δύναμιν ν’ ἀντιταχθῇ
2134εἰς τὸ βούνευρον τοῦ ἀστυνόμου.
2135Εἰς τὸ καίριον τοῦτο ἐλάττωμα τοῦ ἀρχικοῦ νομοθε-
2136τήματος, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ αὐτὸ ὅλως ἀντισυνταγματικὸν,
2137προσετέθησαν ἤδη διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου νέα
2138τοιαῦτα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ ὀφείλει ν’ ἀποκρούσῃ τὸ
2139νομοσχέδιον. Ὁ ἀρχικὸς νόμος, ὡς παρετήρησε πρὸ ὀλίγου
2140καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἀπέδιδεν εἰς τοὺς
2141ἀξιωματικοὺς τὸ δικαίωμα νὰ δεχθῶσιν ἢ νὰ μὴ δεχθῶσι
2142τὴν θέσιν τὴν ἀστυνομικήν. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον
2143τὴν συναίνεσιν τῶν ἀξιωματικῶν θεωρεῖ ὅλως περιττήν.
2144Ἀλλ’ ὁ ἀξιωματικὸς, ὡς ἐκ τοῦ ὅρκου, ὃν ἔδωκε, καὶ τῆς
2145ἀποστολῆς του, δὲν ἐκλήθη νὰ ἐκτελῇ καθήκοντα ἀστυνο-
2146μικὰ, οὐδ’ ὑποχρεοῦται νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρα-
2147τοῦ, ὅπως ἀναλάβῃ ὑπηρεσίαν ἀλλοτρίαν εἰς τὰ καθήκοντα
2148τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ἀφαιρέσαντες ἐκ τοῦ ἀρχικοῦ νομοθετή-
2149ματος τὴν ἀνάγκην τῆς συναινέσεως τοῦ ἀξιωματικοῦ διὰ
2150τὴν εἴσοδόν του εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, κατεστή-
2151σατε τὸ νομοσχέδιον χάρτην ἄγραφον, ἀνεκτέλεστον, διότι
2152οὐδεὶς ἀξιωματικὸς ὑποχρεοῦται, ὡς εἶπον, νὰ ὑπηρετήσῃ
2153ἐκτὸς τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ εἰς ἑτέραν ὑπηρεσίαν ἐκείνης,
2154ἥτις τῷ ἐπιβάλλεται ἐκ τοῦ ἀξιώματός του.
2155Πῶς εἶναι δυνατὸν ἀξιωματικὸς νὰ θεωρηθῇ ὡς ὑπό-
2156χρεως εἰς ἐπιτέλεσιν ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας ἐπὶ κεφαλῆς
2157σώματος, ὅπερ οὐδὲν τὸ κοινὸν ἔχει πρὸς τὸν τακτικὸν
2158στρατόν; Ἡ ὑποχρεωτικὴ ὑπηρεσία τοῦ ἀξιωματικοῦ εἰς
2159τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα νὰ
2160καταστήσῃ τὸν στρατὸν ἀπεχθῆ πρὸς τὴν τάξιν τῶν πολι-
2161τῶν, θὰ ἐγκαταστήσῃ τὴν στρατοκρατίαν. Περιπλέον ὅμως
2162καθιστῶντες τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ὑποχρεωτικὴν διὰ
2163τοὺς ἀξιωματικούς, φέρετε τὴν παράλυσιν τοῦ στρατοῦ, καὶ
2164πᾶσαι δ’ αἱ τροποποιήσεις, αἵτινες ἀναγράφονται εἰς τὸ
2165ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, εἰς οὐδὲν ἕτερον βεβαίως σκοποῦσιν
2166ἢ εἰς τὴν παράλυσιν τοῦ στρατοῦ.
2167Πῶς εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ θεωρήσητε ὡς ἀξιωματι-
2168κόν, τεχνικοῦ μάλιστα ὅπλου, ἐκεῖνον, ὅστις ἤθελε διέλθει
2169ὁλόκληρον διετίαν ἐκτὸς τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, μὴ ἔχων
2170ἄλλην ἀποστολὴν καὶ ἕτερον ἔργον ἢ τὴν προληπτικὴν
2171τῶν ἀδικημάτων ἐνασχόλησιν τοῦ ἀστυνομικοῦ ὀργάνου;
2172Πῶς δὲ ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος, ἐπανερχόμενος εἰς τὰς τάξεις
2173τοῦ στρατοῦ, θέλει θεωρηθῆ ὡς δυνάμενος νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ
2174πρὸς τὴν πατρίδα καὶ πρὸς τὸν στρατὸν καθῆκον;
2175Τὸ νομοθέτημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὑπὸ
2176τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς σήμερον πρόκειται νὰ λειτουργήσῃ,
2177ἀποδεικνύεται μᾶλλον ἐλαττωματικόν, ἀφ’ ὅ,τι ἀπ’ ἀρχῆς
2178ἦτο. Σήμερον ἔχομεν σῶμα μισθοφόρων, τοὺς ἀστυφύλα-
2179κας, οἵτινες ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς
2180χωροφυλακῆς. Δυνάμει ἁπλῆς διαταγῆς αὐτοῦ καὶ τῇ γνω-
2181μοδοτήσει ἑνὸς ἐκ τῶν ἐπιθεωρητῶν πᾶς ἀστυφύλαξ ἢ
2182ὑπαξιωματικὸς τῆς ἀστυφυλακῆς, καίτοι ὑπαγόμενος εἰς
2183τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν, δύναται ν’ ἀποβληθῇ ἐκ τῶν
2184τάξεων.
2185Τοῦτο ἀποτελεῖ ἀκριβῶς τὸν χαρακτῆρα τῶν μισθο-
2186φόρων, ἡ δὲ διάταξις ἐκείνη, δυνάμει τῆς ὁποίας ὁ Ὑπουρ-
2187γὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τῇ συμπράξει καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ
2188τῶν Στρατιωτικῶν, δύναται νὰ προαγάγῃ οἱονδήποτε ἀστυ-
2189φύλακα, δύναται ν’ αὐξήσῃ οἱουδήποτε τοιούτου πρώτης
2190τάξεως τὸν μισθόν, καθιστᾷ τὸ σῶμα καθαρῶς σῶμα
2191μισθοφόρων. Τὸ ποιὸν τῶν ἀνδρῶν, οἵτινες θέλουσι συγκρο-
2192τήσει τὸ σῶμα τῆς ἀστυφυλακῆς, ὑπὸ τὸ νέον νομοθέτημα,
2193κατέστι ἔτι χειρότερον· διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ ἀρχικὸν νομο-
2194θέτημα, διὰ νὰ εἰσαχθῇ τις εἰς τὰς τάξεις τῶν ἀστυφυλά-
2195κων, ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὑπηρετήσει ἐπὶ τριετίαν ὅλην εἰς τὸν
2196τακτικὸν στρατὸν, οὐδ’ ἠδύνατο νὰ γείνῃ δεκτὸς, εἰμὴ ἐντὸς
2197τριετίας ἀπὸ τῆς ἀπολύσεως, σήμερον ἔχομεν τὴν διάτα-
2198ξιν τοῦ ἄρθρου 49, δυνάμει τῆς ὁποίας ὁποτεδήποτε καὶ
2199μετὰ δωδεκαετίαν ὅλην, καὶ ὁ ὑπηρετήσας ἐπὶ ἓν μόνον
2200ἔτος δύναται νὰ προσληφθῇ εἰς τὰς τάξεις τῶν ἀστυφυ-
2201λάκων, αἵτινες οὕτω θὰ συλλέξωσι πάντας τοὺς ἀέργους.
2202Ἕτερον ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ὅτι τὸν ἀριθ-
2203μὸν τῶν ἀστυφυλάκων καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαξιωματι-
2204κῶν τὸν ἀφίησιν ἐντελῶς ἀόριστον.
2205Ἔχομεν οὕτω διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ
2206νομοσχεδίου προσβολὴν ἄμεσον τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου
220734 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν δὲν δύναταί τις νὰ διορισθῇ
2208εἰς μὴ νενομοθετημένην θέσιν. Ἐὰν δέ τις ἤθελε παρατηρή-
2209σει, ὅτι πρόκειται περὶ στρατιωτικοῦ σώματος, τότε ἔχομεν
2210τὴν ἄλλην συνταγματικὴν διάταξιν, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ψη-
2211φίζει κατ’ ἔτος τὴν δύναμιν τοῦ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θά-
2212λασσαν στρατοῦ. Ἐπεθύμουν δὲ νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἡ Κυ-
2213βέρνησις, εἰς τί θέλει τῇ χρησιμεύσει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,
2214ψηφιζόμενον καὶ κυρούμενον παρὰ τοῦ Βασιλέως, ὅταν ἔχω-
2215μεν ἤδη δημοσιευμένον τὸν νόμον περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ
2216γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1893, ὅστις
2217ὁρίζει, ὅτι ἡ τακτικὴ δύναμις τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ ὁρί-
2218ζεται τὸ ἔτος 1893 εἰς 22,667 ἀξιωματικούς, ὑπαξιωμα-
2219τικοὺς καὶ στρατιώτας. Καὶ ὁ νόμος οὗτος ἰσχύει δι’ ὁλό-
2220κληρον τὸ ἔτος 1893. Δυνάμει τίνος νόμου θέλετε κατορ-
2221θώσει νὰ κάμητε νὰ λειτουργήσῃ τὸ νομοθέτημά σας;
2222Λέγετε ὅτι πρόκειται περὶ σώματος στρατιωτικοῦ, ἀλλ’ ἡ
2223δύναμις τοῦ στρατιωτικοῦ τούτου σώματος ἔπρεπε νὰ περι-
2224ληφθῇ ἐν τῷ νόμῳ τῷ ὁρίζοντι τὴν δύναμιν τοῦ κατὰ γῆν
2225στρατοῦ. Μὴ περιλαβόντες τοῦτο εἰς τὸν νόμον τὸν περὶ
2226τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, τὸν ἐπέτειον, κατεστήσατε τὸ
2227νομοθέτημά σας ἀνεκτέλεστον. Ἐντὸς τοῦ 1893 τὸ νομο-
2228θέτημα τοῦτο δύναται νὰ λειτουργήσῃ; ἐὰν δὲ ἤθελε λει-
2229τουργήσῃ, θὰ ἐγίνετο τοῦτο ἐν καταφανεστάτῃ ἀντιθέσει
2230πρὸς τὴν διάταξιν τὴν σχετικὴν τοῦ Συντάγματος.
2231«Αὔξησις τῆς δυνάμεως ταύτης ἐπιτρέπεται μόνον πρὸς
2232κατάταξιν τῶν ὑπὸ τῶν νόμων στρατολογίας καὶ ὀργανι-
2233σμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ κατὰ τὰ ὑπ’ αὐτῶν κεκανονισμένα».
2234Ταῦτα ὁρίζει ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 1. Πῶς
2235δὲ θέλετε συμβιβάσει τὴν διάταξιν ταύτην, ἣν ἄλλοτε ἡ
2236ἀντιπολίτευσις ἐπέβαλεν εἰς τὸν καὶ τότε καὶ νῦν Πρόεδρον
2237τῆς Κυβερνήσεως, τότε δὲ καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρα-
2238τιωτικῶν, πῶς θέλετε συμβιβάσει τὴν διάταξιν ταύτην μὲ
2239τὴν λειτουργίαν τοῦ νομοθετήματός σας; Τὸ νομοθέτημα
2240τοῦτο εἰς χεῖράς σας δι’ ὅλον τὸ ἔτος 1893 εἶναι νεκρὸν,
2241οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, ὁ ἀριθ-
2242μὸς τῶν ἀστυφυλάκων εἶναι ἄγνωστος καὶ ἀόριστος, καὶ
2243ἔχομεν οὕτω σῶμα στρατοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν δύναμιν δὲν
2244ἐψήφισε διὰ τοῦ ἐπετείου νόμου περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ
2245στρατοῦ ἡ Βουλή. Ἀλλ’ ἔχομεν καί τι πλέον, ἔχομεν θέσεις
2246ὑπαξιωματικῶν, ὑπενωμοταρχῶν καὶ ἐνωμοταρχῶν, αἵτι-
2247νες δὲν ἀναγράφονται εἰς οὐδένα νόμον, καὶ τῶν ὁποίων ὁ
2248ἀριθμὸς εἶναι ἐπίσης ἀόριστος. Διότι τὸ ἄρθρον 9 ὁρίζει,
2249ὅτι «ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς τῶν ὑπαξιωματικῶν τῆς ἀστυνο-
2250μίας ἑκατέρου τῶν βαθμῶν τούτων ὁρίζεται ἐπὶ τῇ βάσει
2251ἀναλογίας ἑνὸς ἐνωμοτάρχου καὶ ἑνὸς ὑπενωμοτάρχου πρὸς
2252δέκα ἀστυρύλακας».
2253Ἀλλὰ πῶς θὰ ὁρίσητε τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαξιωματι-
2254κῶν, ἀφοῦ ἔχετε τοιούτους κατ’ ἀναλογίαν ἑνὸς ἐνωμοτάρχου
2255μεθ’ ἑνὸς ὑπενωμοτάρχου πρὸς δέκα ἀστυφύλακας, καὶ ἀφοῦ
2256δὲν ἔχετε ὡρισμένον τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀστυφυλάκων; Καθ’
2257ὅσον θὰ αὐξάνητε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀστυφυλάκων, θὰ αὐ-
2258ξάνητε ἀναγκαίως καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαξιωματικῶν.
2259Δύνασθε νὰ δημιουργήσητε κατὰ βούλησιν θέσεις ὑπαξιω-
2260ματικῶν;
2261Ἤδη κατὰ τὴν προλαβοῦσαν ἀνάγνωσιν ἀνέπτυξα
2262ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι πᾶσα διάταξις, ἥτις ἀπέβλεπεν
2263εἰς τὴν ἐγγύησιν τοῦ πολίτου κατὰ τῶν παραβάσεων τῶν
2264ἀστυνομικῶν ὀργάνων τῆς οὕτως ὠργανωμένης ἀστυνομίας,
2265πᾶσα τοιαύτη διάταξις περιλαμβανομένη ἐν τῷ ἀρχικῷ
2266νομοθετήματι ἀπηλείφθη. Οὕτως ἀπηλείφθη ἡ διάταξις, καθ’
2267ἣν αἱ ἐγκλήσεις κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἐξεδι-
2268κάζοντο δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως ἐντὸς 15 ἡμερῶν, ἀπηλεί-
2269φθη ἡ διάταξις, δυνάμει τῆς ὁποίας ὁ ἰδιωτικῶς κατηγο-
2270ρῶν ἀστυνομικὸν ὄργανον δὲν ὑπεχρεοῦτο εἰς ἐγγύησιν,
2271ἀπηλείφθη δὲ, ἢ τοὐλάχιστον ἐθεωρήθη μὴ ἐφαρμοζομένη,
2272ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου εἰς τὰ ὄργανα
2273τῆς ἀστυνομίας.
2274Ἔχομεν οὕτω τὴν κοινωνίαν ὁλόκληρον παραδεδο-
2275μένην, ἀπὸ τοῦ δημάρχου μέχρι τοῦ τελευταίου πολί-
2276του, εἰς χεῖρας ἑνὸς σώματος μισθοφόρων, ἐξαρτωμένων ἐκ
2277τῆς θελήσεως ἑνὸς ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, μισθοφόρων
2278δυναμένων ν’ ἀποβληθῶσι κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐκ τῶν τά-
2279ξεων, καθ’ ὅσον δὲν ἤθελον ὑπακούσει εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ
2280ἀρχηγοῦ καὶ τῶν προϊσταμένων αὐτῶν, ἄνευ ἐγγυήσεως
2281ὑπὲρ τοῦ πολίτου, ἄνευ οἱασδήποτε ἀσφαλείας, διότι θὰ
2282ἐξαρτᾶται πλέον ἐκ τῆς θελήσεως αὐτῶν τῶν ἀστυνόμων,
2283οἵτινες μόνοι εἰς τὸ ἑξῆς θὰ ἦναι κατώτεροι ἀνακριτικοὶ
2284ὑπάλληλοι, θὰ ἐξαρτᾶται, λέγω, ἐκ τῆς θελήσεως αὐτῶν
2285τῶν ἀστυνόμων ἡ ἀνάκρισις καὶ ἐκδίκασις τῶν ἀδικημά-
2286των, διὰ τὰ ὁποῖα κατηγγέλθησαν τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα.
2287Τοιαύτη εἶναι ἡ ἐν γένει ὄψις τοῦ νομοσχεδίου, τοιαῦτα
2288τὰ ἐλαττώματα, παλαιὰ καὶ νέα. Ἀφαιρεῖται ἀπὸ τοῦ
2289ἀξιωματικοῦ τὸ δικαίωμα νὰ ὑπηρετῇ εἰς τὰς τάξεις του,
2290ἀφαιρεῖται ἀπὸ τοῦ δημάρχου καὶ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς
2291τὸ δικαίωμα τοῦ προΐστασθαι εἰς τὰ τῆς δημοτικῆς ἀστυ-
2292νομίας, ἥτις συνδέεται ἀναποσπάστως μετὰ τῆς αὐτονομίας
2293τῆς τοπικῆς.
2294Ὡς κατώτερα ὄργανα ἀστυνομικὰ καλοῦνται μισθοφό-
2295ροι, οἵτινες θ’ ἀποβῶσι λυμεῶνες τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ δη-
2296μοσίου ταμείου· ἀπὸ τῶν δήμων ἀφαιρεῖται καὶ τὸ τελευ-
2297ταῖον ἀκόμη λεπτὸν χάριν τῆς λειτουργίας τοῦ νομοθετή-
2298ματος τούτου.
2299Καὶ ὅταν τοιαύτη ἦναι ἡ ὄψις τοῦ νομοθετήματος καὶ
2300τοιαῦτα τὰ ἐλαττώματα αὐτοῦ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θεω-
2301ρήσῃ τις, ὅτι θέλει τοῦτο ἐξυπηρετήσει τὴν δημοσίαν τά-
2302ξιν, τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν; Παρετήρησα ἤδη ἀπὸ
2303τῆς παρελθούσης συνόδου, ὅτι παρεδίδετο καὶ ἡ το-
2304πικὴ ἀστυνομία εἰς χεῖρας ἐκείνων, οἵτινες διεχειρίσθησαν
2305κατὰ τὸ παρελθὸν τὴν γενικὴν ἀστυνομίαν, καὶ εἰς οὓς ὀφεί-
2306λεται ἡ νῦν κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἐκεῖνοι
2307δὲ, οἵτινες ἀπεδείχθησαν ἐντελῶς ἀνίκανοι εἰς τὴν ἐξασφά-
2308λισιν τῆς δημοσίας τάξεως, τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, τῆς
2309τιμῆς τοῦ πολίτου κατὰ τὸ παρελθὸν, κέκληνται δυνάμει
2310τοῦ νομοθετήματος τούτου εἰς τὸ ν’ ἀναλάβωσι καὶ τὴν
2311δημοτικὴν ἀστυνομίαν.
2312Ἠθέλησαν νὰ ἐπιῤῥίψωσι τὴν πλημμελῆ λειτουργίαν
2313τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπὶ τῶν δη-
2314μοτικῶν ἀρχῶν, ἀλλὰ σεῖς πάντες γνωρίζετε, ἐὰν δύναται
2315νὰ λειτουργήσῃ οἱαδήποτε δημοτικὴ ἀρχὴ ἐναντίον τῆς θε-
2316λήσεως τῆς προϊσταμένης διοικητικῆς ἀρχῆς, σεῖς γνωρί-
2317ζετε, ὅτι τὸν προϋπολογισμὸν τῶν δήμων καταστρώνει κατὰ
2318βούλησιν ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, σεῖς γνωρίζετε, ὅτι ὁ δήμαρ-
2319χος, ἀκόμη ὑφισταμένης καὶ τῆς ἀστυνομικῆς του δικαιο-
2320δοσίας καὶ ἐντεῦθεν τῆς αὐτονομίας τῆς τοπικῆς, ἦτο
2321διαρκῶς ὑποχείριος εἰς τὴν διοίκησιν. Σήμερον δὲ τί θὰ
2322ἀποβῇ; Τίς εἶναι ἐκεῖνος ὅστις θέλει δυνηθῆ νὰ προστατεύσῃ
2323τὸν δημότην κατὰ τῶν παραβάσεων τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων;
2324Ἐνόσῳ ὑπῆρχεν ἡ τοπικὴ αὐτονομία, ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία,
2325ὁ φατριασμὸς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσῃ μέχρι τῶν ἄκρων·
2326σήμερον καὶ τὸ πρόχωμα τοῦτο κατὰ τοῦ φατριασμοῦ
2327ἐξαφανίζεται, σήμερον παραδίδεται ἡ ὅλη κοινωνία εἰς τὴν
2328κεντρικὴν ἐξουσίαν, ἥτις ἀπεδείχθη πάντοτε ἀποβλέπουσα
2329εἰς φατριαστικὰ συμφέροντα, καὶ ἥτις οὐδέποτε ἠθέλησε
2330νὰ προστατεύσῃ τὸν πολίτην κατὰ τῶν φατριαστικῶν ἐνερ-
2331γειῶν τῶν ὀργάνων της, κατὰ τῶν καταπιέσεων καὶ τῶν
2332βανδαλισμῶν, καθ’ ὅλων ἐκείνων τῶν ἀδικημάτων, περὶ τῶν
2333ὁποίων καθ’ ἡμέραν ἀκούομεν ἐντεῦθεν ἱερεμιάδας. Ἡ Βουλὴ
2334ἀληθῶς δύναται νὰ ψηφίζῃ νόμους ἔστω καὶ ἄντικρυς ἀντι-
2335θέτους πρὸς συνταγματικὰς διατάξεις, ἀλλὰ ψηφίζουσα
2336τοιούτους νόμους, πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι καταδικάζει ἑαυ-
2337τήν. Περιελήφθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ προσωρινὴ διάταξις,
2338ἥτις θέλει ἰσχύσει διὰ τρία ἔτη, ὡς νὰ ἐπρόκειτο τὸ νο-
2339μοθέτημα τοῦτο ν’ ἀποβῇ αἰώνιον· ἀλλὰ τὸ νομοθέτημα
2340τοῦτο θέλει συντελέσει εἰς τὸ νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ κρίσις, πρὸ
2341τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα ἤδη· βεβαίως θέλει συντελέσει εἰς
2342τὸ νὰ σαρωθῇ ἡ Κυβέρνησις, φοβοῦμαι ὅμως ὅτι θέλει συν-
2343τελέσει καὶ εἰς τὸ νὰ σαρωθῇ καὶ ἡ Βουλή.
2344§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς
2345τοῦ νομοσχεδίου.
2346§120ΡΑΛΛΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
2347§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐγένετο πρότασις νὰ
2348ψηφοφορηθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου δι’ ὀνομαστικῆς κλή-
2349σεως. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ἀνάγκη τοῦτο νὰ ζητηθῇ παρὰ
235015. Παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν οἱ ἐπιθυμοῦντες τὴν ὀνο-
2351μαστικὴν κλῆσιν. (Ἐγείρονται 15).
2352Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι
2353Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2354(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως,
2355ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολέκτου, τοῦ βουλευ-
2356τοῦ κ. Π. Μερλοπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτό-
2357κολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2358Μιλ. Δάλλας Γεώρ. Λιδωρίκης Ν
2359Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Κων. Ἀναγνωστόπουλος
2360Ἰω. Μεσσηνέζης Γεώρ. Λύρας Ν
2361Σπυρ. Μαρκέλλας Κων. Παπαμιχαλόπουλος Ο
2362Ἀρ. Ἀργυρόπουλος ΝΣταμάτ. Μήτσας Ν
2363Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος ΝΔημ. Βουλπιώτης
2364Λεων. Καρυστινάκης Κων. Ζῶτος
2365Δημ. Καΐρης ΟἨλ. Μπλατσῆς
2366Μιχ. Κωτσάκος ΝΔ. Γρανίτσας
2367Ἄγγ. Γεωργαντᾶς Διον. Στεφάνου Ν
2368Ἠλ. Κανελλόπουλος ΝΚων. Ἀργας. Λομβάρδος
2369Γεώρ. Παχὺς Διον. Ζήβας Πλακᾶς
2370Μιχ. Π. Λάμπρος ΝΓεώργιος Ρῶμας
2371Κων. Καραπάνος ΟΓεώρ. Κρεστενίτης
2372Κων. Σταυρόπουλος Χρ. Στεφανόπουλος
2373Ἀλέξ. Σκουζὲς ΝἈνδρ. Στεφανόπουλος
2374Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Διον. Παυλόπουλος
2375Ἀλέξ. Ψύλλας Ἀνδρ. Σπηλιάδης
2376Δημ. Μ. Καλιφρονᾶς ΝἌγγ. Πετραλιᾶς Ο
2377Ἀλέξ. Ρετσίνας Ἐπαμ. Δημητρίου Ν
2378Δημ. Γ. Ράλλης ΟΣτέφ. Σκουλούδης Ν
2379Α. Ζυγομαλᾶς ΟΝικ. Νομικός Ν
2380Θο. Μακρυγιάννης Θωμᾶς Μαρκεζίνης Ν
2381Σ. Ζαχαρίτσας ΝΝικήτας Συνοδινός Ν
2382Μιλ. Ὀριγώνης Βαρβαρῆγος Ἠλίκας
2383Κωνστ. Βαλτινὸς Ἀλέξ. Φωτήλας
2384Ὀδυσ. Μοσχοβίτης ΝΚωνστ. Σταμπολόπουλος Ν
2385Γεώρ. Καρτάλης ΝΛεων. Πετιμεζᾶς
2386Ἀργ. Κανταρτζῆς ΝὈδυσ. Λαμπρόπουλος Ν
2387Νικ. Κοκωσλῆς ΝΓιαννούσης Τάκης
2388Νικ. Ἀξελὸς Ἡρ. Καλαμπάκας Ν
2389Νικ. Παῤῥησιαΐδης ΝἈντ. Π. Μαυρομιχάλης Ν
2390Ἰω. Γρίβας ΝΠερ. Πεῤῥώτης Ν
2391Ἐπ. Μαυρουμμάτης ΝΚων. Φλέσσας Ο
2392Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ἰωάν. Καζαμπάκας Ν
2393Νικ. Σπυρακόπουλος ΝΚων. Ζωγλοπίτης Ν
2394Θεμ. Κορομάντζος ΟΠαν. Κουκορίκος Ν
2395Περ. Ἀλεξάκης Γεώρ. Φραγκίδης Ν
2396Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΟΔημ. Τερτίπης
2397Κωνστ. Κοσσονάκος ΝἈθαν. Κωστάμης Ν
2398Ἀριστ. Πετροπουλάκης ΝἈριστ. Χαντζηνικολῆς Ο
2399 Νικ. Μπαλάφας
2400Νικ. Παπανικολάου ΝἨλ. Ποταμιάνος Ν
2401Παν. Λεβέντης Ἀριστ. Ρούκης Ν
2402Βαπτ. Βάστᾶς ΝΣπ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν
2403Γεώργ. Θεοτόκης ΝΓιαννοῦκος ΜαυρομιχάληςΝ
2404Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ξανθὸς Πικουλάκης Ν
2405Ἡλίας Πολίτης ΝἈσημ. Χριστόπουλος Ο
2406Γουλιέλμος Σκάρπας Νικ. Παπαλέξης Ν
2407Νικ. Μαρκέτης Παν. Λαμπρούλιας
2408Σπυρ. Λάσκαρης Εὐάγγ. Ἀρδαβάνης
2409Κων. Θ. Ρωμαῖος ΟἸω. Τυπάλδος Χαριτᾶτος
2410Κων. Χριστόπουλος Σπ. Μακρῆς Ν
2411Σωτ. Κροκιδᾶς ΟἈνάρ. Σιμόπουλος Ν
2412Σπυρ. Νοταρᾶς Εὐστ. Παπαδάκης Ν
2413Ἀναστ. Δημητριάδης Πανοῦρ. Πανουργιᾶς
2414Γεώργ. Κούστας Θάνος Κανακάρης
2415Ἰω. Τσιμάρας ΝἈχ. Χοϊδᾶς Ο
2416Γερ. Μουσούρης Ἀντ. Ρικάκης Ν
2417Δ. Ἄννινος Καβαλιεράτος Ἰω. Τσερτίδης
2418Θεόφραστος Μεταξᾶς ΝΝικ. Κουμανιώτης
2419Διον. Καλούτσης ΝἌγγ. Ροῦφος
2420Σπυρ. Στάης ΝΝικ. Καράπαυλος Ν
2421Μιχ. Πολίτης Παν. Σάκκης
2422Θεόδ. Θερμογιάννης Σπ. Γρίβας Ν
2423Ἰω. Καλούτσης Ἰω. Βρυώνης
2424Στέφ. Κοπανίτσας ΝΠ. Ἄννινος Καβαλιεράτος
2425Κωνστ. Σαλταφέρος ΝἸω. Γεωργιάδης
2426Πέτρ. Βαρβιτσιώτης ΝΓεώργ. Ν. Μπούμπουλης Ν
2427Μελέτ. Ρουσόπουλος Γεώργ. Π. Μπούμπουλης
2428Δημοσθ. Ματάλας Ἀλέξ. Γ. Σοῦτσος
2429Νικ. Καραστέργιος Ἀνδρ. Συγγρός
2430Ἀργ. Διδίχας Δημ. Βοκοτόπουλος
2431Ἐδίπ–Σερέφ–Χασὶπ Μ. Μπογιατζόγλους Ν
2432Ἰω. Λάππας Ἰω. Γκιὼν Ν
2433Νικ. Μπουφίδης Νικ. Φώσκολος
2434Περ. Βαλαωρίτης ΝΣωτ. Χατζηγάκης Ν
2435Γερ. Σέρβος ΟΚωνστ. Χατζηπέτρος
2436Κωνστ. Χαλκιόπουλος ΝΧρ. Μπλετσάκης Ν
2437Ἀθαν. Εὐταξίας ΟΓ. Κανούτας Ν
2438Κωνστ. Κωνσταντόπουλος ΟΕὐστ. Κοκκέβης
2439Παν. Μανέτας Δημ. Παπατσώρης Ν
2440Ν. Τριανταφυλλάκος ΝΧρ. Καραβίτης
2441Ἡλ. Ζέγγελης ΝΔιον. Κατρίτσης Ν
2442Φίλ. Βάρβογλης Ἀνδρ. Σκαλτσᾶς Ν
2443Ἀθαν. Σακελλαριάδης ΝἈριστόβουλος Μάνεσης
2444Λέων Ζέρβας ΝΒασ. Δροσινός Ν
2445Στεφ. Δραγούμης ΝΝικ. Βαλάσης Ν
2446Νικ. Φιλάρετος ΝἘμμ. Δημητριάδης Ν
2447Χαρ. Τρικούπης ΝΚωνστ. Σαχτούρης
2448Ἰω. Τρικούπης ΝἘπαμ. Κριεζῆς
2449Παν. Μερλόπουλος ΟΝικ. Τσαμαδός Ν
2450Ἀλκ. Δεληγιάννης Βησ. Χατζηαγγελάκης
2451Ἀντ. Καρατζᾶς ΝΝικ. Ζητουνιάτης Ν
2452Ἀθαν. Παπαχελᾶς Δημ. Ζουλούμης Ν
2453Ἀντ. Μάτσας ΝΝικ. Χατζῖσκος Ν
2454Λορέντζος Δελαρόκας Κωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ν
2455Ἰω. Ναυπλιώτης ΝΔημ. Κρίτσας Ν
2456Σπυρ. Βάλληνδας ΝἩρ. Γαζέπης
2457Ἰω. Ἰντζὲς ΝΒ. Βουδούρης Ν
2458Γεώργ. Σισμάνης Νικ. Καλογερόπουλος Ν
2459Νικ. Καλαντζόπουλος ΝΘέμ. Α. Κανάρης Ν
2460Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΝΚων. Παπανικολῆς
2461§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 116. Ἐκ τούτων
246297 εἶπον Ναὶ καὶ 19 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἡ ἀρχὴ τοῦ
2463νομοσχεδίου ἐγένετο δεκτὴ διὰ ψήφων 99 κατὰ 19.
2464Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
2465§123ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, κατὰ τὴν πα-
2466ρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς ἐξέθηκα τοὺς λόγους, ἕνεκα
2467τῶν ὁποίων ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προ-
2468κειμένου νομοσχεδίου δὲν συνᾴδει πρὸς τὸ δημόσιον συμφέ-
2469ρον. Ἐθεώρησα περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω τὰ τότε λεχθέντα,
2470γνωρίζων ὅτι δὲν ἤθελον μεταβάλει οὔτε τὴν γνώμην τῆς
2471Βουλῆς οὔτε τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Περιορίζομαι
2472μόνον νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις, τροποποιήσεις τινὰς, τὰς
2473ὁποίας θεωρῶ ἐν μέρει ὡς τὸ πόρισμα τῶν τότε παρ’ ἐμοῦ
2474λεχθέντων. Ὡς εἶχον παρ’ ἡμῖν τὰ τῆς ἀστυνομίας πρὸ
2475τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου τὴν τροποποίησιν
2476ἀφορᾷ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, κατὰ τοὺς τότε ἰσχύον-
2477τας νόμους, τὸ ἀστυνομεῖν καθιεροῦτο ὡς δικαίωμα καὶ
2478καθῆκον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία ἐξήσκει αὐτὸ
2479διὰ τῶν διαφόρων διοικητικῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους καὶ
2480ἰδίως διὰ τοῦ στρατιωτικοῦ σώματος, τοῦ γνωστοῦ ὑπὸ τὸ
2481ὄνομα χωροφυλακή. Ἐκτὸς τῆς γενικῆς ταύτης καθ’ ὅλον
2482τὸ Κράτος ἀστυνομίας, τὴν ὁποίαν εἶχε δικαίωμα καὶ κα-
2483θῆκον νὰ ἐξασκήσῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, οἱ νόμοι εἶχον
2484καθιερώσει συγχρόνως καὶ τοπικήν τινα ἀστυνομίαν, δη-
2485μοτικήν τινα ἀστυνομίαν, ἡ ὁποία ἐξησκεῖτο ἀπὸ τὰς δη-
2486μοτικὰς ἀρχὰς, ἀπὸ τὸν δήμαρχον, ἀπὸ τοὺς παρέδρους ἢ
2487τὸν εἰδικὸν ἐπὶ τούτῳ διοριζόμενον ἀστυνόμον. Τὰ καθή-
2488κοντα, τὰ ὁποῖα ἐξήσκει ἡ χωροφυλακή, καὶ τὰ καθή-
2489κοντα τὰ ὁποῖα ἐξήσκουν αἱ δημοτικαὶ ἀρχαί, κατὰ τὸ
2490πλεῖστον ἐταυτίζοντο· καὶ αἱ μὲν καὶ αἱ δὲ εἶχον νὰ με-
2491ριμνήσωσι περὶ συντηρήσεως τῆς τάξεως, περὶ ἐξασφαλί-
2492σεως τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, περὶ προλήψεως πά-
2493σης ἀξιοποίνου πράξεως, ἢ διατηρήσεως τῆς κοινῆς τάξεως.
2494Ἀλλ’ ἰδιαίτερον δικαίωμα καὶ καθῆκον τῶν δημοτικῶν
2495ἀρχῶν, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν οὐδεμία ἄλλη ἀρχὴ τοῦ Κρά-
2496τους, ἦτο ποῖον; νὰ λαμβάνωσι μέτρα συντελοῦντα εἰς τὴν
2497ἀσφάλειαν οὐ μόνον τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ
2498καὶ τῆς ὑγείας αὐτῶν καὶ τῆς προαγωγῆς τῆς εὐζωΐας καὶ
2499τῆς εὐημερίας τῶν δημοτῶν. Τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ἰδι-
2500αιτέρως ἀνατεθειμένον εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς καὶ μόνον
2501εἰς αὐτὰς, ἐξησκεῖτο διὰ τῆς ἐκδόσεως τῶν ἀστυνομικῶν
2502διατάξεων, ὡμοίαζε δὲ πρὸς τὸ ἐν Γαλλίᾳ pouvoir ré-
2503glémentaire. Τοιαύτην ἐξουσίαν, ἐπαναλαμβάνω, ἐν τῷ
2504ἡμετέρῳ Κράτει οὐδεμία ἄλλη ἀρχὴ εἶχε, παρὰ μόνον αἱ
2505δημοτικαὶ ἀρχαὶ, καὶ διὰ τοῦ δικαιώματος τούτου κατώρ-
2506θουν νὰ ἐπιβάλωσι πότε μὲν τὴν τάξιν, ἄλλοτε δὲ μέτρα
2507ὑγιεινῆς, νὰ ἐπιβλέπωσι τὴν ποιότητα τῶν τροφίμων, νὰ
2508λαμβάνωσι μέτρα περὶ τῆς ἀγροτικῆς ἀστυνομίας, ὡς συν-
2509τελοῦντα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς εὐζωΐας τῶν δημοτῶν.
2510Τοιαῦτα δικαιώματα οὐδεμία ἄλλη ἀρχὴ εἶχεν, οὔτε ἡ
2511Νομαρχία οὔτε ἡ Χωροφυλακή. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα,
2512ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἴσχυον κατὰ τὴν
2513παρελθοῦσαν σύνοδον. Τί σκοπεῖ ἤδη νὰ μεταβάλῃ τὸ προ-
2514κείμενον νομοσχέδιον, ὅπως καὶ τὸ τότε ὑπὸ τὴν συζήτη-
2515σιν τῆς Βουλῆς; Θέλει νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ ἀστυνομεῖν ἀπὸ
2516τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, καὶ νὰ τὸ ἀναθέσῃ εἰς στρατιωτι-
2517κὰς ἀρχάς. Δὲν θέλω νὰ ἐπέμβω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἂν
2518ἦναι συμφέρον τοῦ Κράτους καὶ τῆς κοινωνίας νὰ ἀφαι-
2519ρεθῇ τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀπὸ τὰς δημοτικὰς ἀρχάς· ἀλλ’
2520ἂν πρόκηται νὰ γείνῃ τοῦτο, καὶ πρόκειται ν’ ἀνατεθῇ
2521τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὰς στρατιωτικὰς ἀρχὰς, διατὶ
2522δὲν ἀνατίθεται εἰς ἐκείνας τὰς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι εἶ-
2523χον ἀρχῆθεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀστυνομίας, ἀλλ’ ἐπιζητοῦσι
2524τὴν σύστασιν καὶ ἑτέρου νέου σώματος, ἀγνώστου εἰς ὅλα
2525τὰ μέρη τοῦ κόσμου, τὸ ὁποῖον ὀνομάζομεν νῦν ἀστυφυλα-
2526κήν; Ἡ χωροφυλακὴ ἐξήσκει μέχρι τοῦδε τὸ δικαίωμα
2527τοῦ ἀστυνομεῖν· εἰς αὐτὴν λοιπὸν ἂς ἀναθέσωμεν ἐκεῖνο,
2528τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὴν δημοτικὴν
2529ἐξουσίαν, καὶ οὕτω πως δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν
2530τὰ προσόντα τῶν ἀστυφυλάκων κλπ. Πρέπει βεβαίως νὰ
2531βελτιώσωμεν τὴν χωροφυλακήν μας καὶ τὸν ὀργανισμὸν
2532αὐτῆς, καὶ νὰ ἀναθέσωμεν εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα τῆς ἀστυ-
2533νομίας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέ-
2534διον, καὶ ἂν ἦναι ὀρθὴ ἡ ἀρχή του, δὲν ἠκολούθησε τὴν
2535ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ παρακολουθήσῃ πρὸς πραγμα-
2536τοποίησιν τῆς ἀρχῆς αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐὰν συμφέρῃ ν’ ἀφαιρέ-
2537σωμεν ἀπὸ τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς τὸ δικαίωμα τῆς ἀστυ-
2538νομίας ἐν γένει, εἶναι ἆρά γε συμφέρον ν’ ἀφαιρέσωμεν καὶ
2539τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκδίδειν ἀστυνομικὰς διατάξεις, τὰς
2540ὁποίας ὀφείλουσιν οἱ πολῖται νὰ ἐκτελῶσιν, ἄλλως τιμω-
2541ροῦνται κατὰ τοὺς νόμους; Ἡ ἔκδοσις αὕτη τῶν διατά-
2542ξεων ἀπαιτεῖ γνώσεις ἄλλας, παρὰ ἐκείνας, τὰς ὁποίας
2543ἔχουσιν οἱ μεριμνῶντες περὶ συλλήψεως τῶν κακούργων καὶ
2544φυγοδίκων, ἀπαιτεῖ γνώσεις τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν ἑκά-
2545στου δήμου. Ἄλλα μέτρα ἀστυνομικὰ ἐπιβάλλονται ἐν
2546Ἀθήναις, ἄλλα εἰς τὰς μικροτέρας πόλεις, ἄλλα εἰς τὰ
2547χωρία. Ἡ ἀνάπτυξις τῶν κατοίκων καὶ αἱ κοινωνικαὶ καὶ
2548τοπικαὶ περιστάσεις ὑπαγορεύουσι ποῖα μέτρα πρέπει νὰ
2549ἐφαρμοσθῶσιν εἰς ἕκαστον δῆμον. Ἀλλὰ περὶ τούτων πάν-
2550των μόναι αἱ ἐπιτόπιοι ἀρχαὶ δύνανται νὰ μορφώσωσιν
2551ἀσφαλῆ γνώμην.
2552Καὶ ἂν παραδεχθῶμεν, ὡς φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι
2553καταρτίζοντες στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, δὲν πρέπει νὰ
2554μεταχειρισθῶμεν τὴν ὑπάρχουσαν χωροφυλακὴν, ἀλλὰ νὰ
2555μορφώσωμεν ἰδιαίτερον σῶμα, ἂς ἀναθέσωμεν εἰς τὸ σῶμα
2556τοῦτο πᾶσαν τὴν ἀστυνομίαν, πλὴν τοῦ δικαιώματος τοῦ
2557ἐκδίδειν ἀστυνομικὰς διατάξεις, διότι εἰς ταύτας εἶναι ἁρ-
2558μοδιωτέρα ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ, ἡ ὁποία γνωρίζει τὰς ἀνάγ-
2559κας τῶν δήμων. Ἐκ τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματος τού-
2560του δὲν ὑπάρχει φόβος νὰ ἐμπέσωμεν εἰς ἐλλείψεις.
2561Διὰ τοῦτο ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ
2562ἐπέλθῃ περιορισμός τις καὶ νὰ μὴ ἀναγραφῇ, ὅτι αἱ δημο-
2563τικαὶ ἀρχαὶ ἀπαλλάσσονται τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων.
2564Τοῦτο νὰ περιορισθῇ διὰ τῶν λέξεων «πλὴν τοῦ δικαιώμα-
2565τος τοῦ ἐκδίδειν ἀστυνομικὰς διατάξεις». Οὕτω δὲ καὶ ἡ
2566θέσις τῶν δημάρχων θὰ ἔχῃ μείζονα σπουδαιότητα ἐκεί-
2567νης, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελε περιέλθει μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν
2568τοῦ νόμου.
2569Πλὴν τούτου ἔχω καὶ ἑτέραν τινὰ παρατήρησιν. Παρα-
2570τηρῶ, ὅτι πλὴν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων ἀφαιροῦν-
2571ται ἀπὸ τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς καὶ τὰ ἀνακριτικά. Πολ-
2572λάκις ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν παρ’
2573ἡμῖν ἐκκρεμῶν ἀνακρίσεων ἐπλεόνασεν εἰς βαθμὸν ἀποτε-
2574λοῦντα σχεδὸν δικαιοστάσιον τῆς ἀπονομῆς τῆς ποινικῆς
2575δικαιοσύνης, εἰς τοῦτο δὲ συντελεῖ καὶ ἡ ἔλλειψις ἐπαρκῶν
2576ὀργάνων πρὸς ἀποπεράτωσιν αὐτῶν τῶν ἀνακρίσεων. Με-
2577ταξὺ τῶν ὀργάνων τούτων εἶναι καὶ οἱ δήμαρχοι καὶ πά-
2578ρεδροι. Διατὶ, ἐρωτῶ, ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους τού-
2579τους τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπιχειρεῖν ἀνακριτικὰς πράξεις;
2580Ὑπάρχουσι δῆμοι, εἰς τοὺς ὁποίους οὐδεμία ἀρχὴ ὑπάρχει,
2581ὁ δὲ διορισθησόμενος ἀστυνόμος ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ περιφέ-
2582ρειαν πλειόνων δήμων. Ἐὰν εἰς μέρος τι τῶν δήμων τούτων
2583λάβῃ χώραν ἀξιόποινος πρᾶξις, ποῖος θὰ σπεύσῃ εἰς βε-
2584βαίωσιν τῆς πράξεως καὶ σύλληψιν τῶν κατηγορουμένων;
2585Οὐδείς. Εἴχομεν τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο
2586νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκον τοῦτο. Διατὶ τὸ ἀφαιροῦμεν;
2587Νομίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου εἶναι καλὸν
2588νὰ ἐπέλθῃ τροποποίησις κατὰ τὰς παρατηρήσεις, τὰς
2589ὁποίας προέβαλον.
2590§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νο-
2591μοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ
2592περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
2593Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
2594§125ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2595§126ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρα-
2596τιωτικῶν νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβα-
2597σθῇ ἡ ἀποστολὴ τοῦ ἀξιωματικοῦ μὲ τὰ καθήκοντα τῆς
2598ἀστυνομίας. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διὰ τοῦ νομο-
2599σχεδίου μεταβάλλεται καὶ αὐτὴ ἡ δικαιοδοσία ὡς πρὸς
2600τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀστυνόμους· ἐνῷ οἱ ἀξιωματικοὶ ἔχουσι
2601κεκτημένον δικαίωμα νὰ δικάζωνται ἀπὸ τὰ στρατοδικεῖα,
2602σήμερον θὰ ὑπάγωνται εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Πῶς
2603δύναται ὁ ἀξιωματικὸς νὰ γείνῃ διοικητικὸν ὄργανον;
2604§127ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Οἱ ἀξιω-
2605ματικοὶ τοῦ στρατοῦ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ὑπηρετῶσιν
2606ἐκεῖ, ὅπου ἡ πατρὶς τοὺς θεωρεῖ καταλλήλους πρὸς ὑπη-
2607ρεσίαν, ἐκεῖ, ὅπου τὸ Κράτος ἀναζητεῖ τὴν ὑπηρεσίαν αὐ-
2608τῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶσι τὴν ὑπηρεσίαν τῆς
2609δημοσίας ἀσφαλείας. Οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ σήμερον ὑπηρε-
2610τοῦσιν εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, καὶ ὑπάγονται, ὑπη-
2611ρετοῦντες εἰς αὐτὴν, εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Σήμερον
2612ἀσχολοῦνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας
2613ἀξιωματικοὶ ὑπὲρ τοὺς 70, εἴτε εἰς ἐνίσχυσιν τῆς χωροφυ-
2614λακῆς, εἴτε εἰς τὴν μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν· δὲν βλέπω τὸν
2615λόγον, διατὶ οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ νὰ μὴ διορισθῶσι πρὸς
2616ἐνίσχυσιν τῆς χωροφυλακῆς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν
2617οἱ νόμοι τῆς πατρίδος ἀναθέτουσιν εἰς τὴν χωροφυλακήν.
2618Ὡς πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς
2619ἀστυνομίας, ἂν οὗτοι ἀνήκωσιν εἰς πάντα τὰ ὅπλα, τοῦτο
2620εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἀμφισβητήσῃ τις·
2621διότι ἀληθῶς τὸ μέγα μέρος τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες θὰ
2622διορισθῶσιν εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, θὰ ληφθῇ ἐκ
2623τοῦ πεζικοῦ, καθόσον οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ ἀσχο-
2624λοῦνται ἐκ περιτροπῆς εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ εἶ-
2625ναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωσι τὰ τῆς ὑπηρεσίας κάλλιον παν-
2626τὸς ἄλλου. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο ποτὲ νὰ κάμῃ
2627τὴν διάκρισιν ταύτην μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρα-
2628τοῦ, διότι δύνανται καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων ὅπλων νὰ εὑ-
2629ρεθῶσί τινες ἀξιωματικοὶ κατάλληλοι, ἵνα ἐκτελέσωσι τὴν
2630ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν.
2631Περὶ τοῦ ἀκαταλλήλου καὶ τῆς ἠθικῆς ὑπὸ στρατιωτι-
2632κὴν ἔποψιν καταστροφῆς, ἣν οἱ ἀντιλέγοντες νομίζουσιν ὅτι
2633θέλουσιν ὑποστῆ οἱ ἀξιωματικοὶ, ἐργαζόμενοι εἰς τὴν ἀστυ-
2634νομίαν, καὶ ἄλλοτε εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὅλως τὸ ἐναν-
2635τίον συμβαίνει. Οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς τὴν
2636ἀστυνομίαν δὲν ἕπεται ὅτι θὰ παύσωσιν ὄντες ἀξιωματικοὶ
2637τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, καὶ ὅτι θὰ παύσωσιν ἀσχολούμενοι
2638περὶ τὰ στρατιωτικὰ. Ἄλλως τε ἡ ἀπουσία αὐτῶν ἐκ τῶν
2639τάξεων τοῦ στρατοῦ δὲν θὰ ἦναι μακροτέρα τῶν δύο ἐτῶν.
2640Παρέχουσι δὲ μέγα ὠφέλημα εἰς τὸν στρατὸν, διότι αὐ-
2641τοὶ ἀναλαμβάνουσι τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, εἰς ἣν
2642ἀσχολοῦνται πλείονες τῶν 2,000 ἀνδρῶν, δυνάμενοι ἐλευ-
2643θέρως νὰ συγκεντρωθῶσιν εἰς τὰς ἕδρας τῶν συνταγμάτων
2644καὶ ἀσχοληθῶσι περὶ τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτῶν. Τοῦτο δ’ ἐζή-
2645τησαν οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ, νὰ μὴ ἀναμιγνύηται τὸ
2646στράτευμα εἰς τὰ τῆς Πολιτείας. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι ὁ σκο-
2647πὸς πληροῦται. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι περὶ τοὺς 200,
2648ἴσως καὶ ἔλαττον, ἀξιωματικοὶ θὰ ἀσχοληθῶσιν εἰς τὴν
2649ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ θὰ ἀσχοληθῶσι μόνον ἐπὶ δύο
2650ἔτη, θὰ ἀφήσωσι δὲ πάντας τοὺς ἄλλους ἐλευθέρους εἰς τὴν
2651ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ· τὸ στράτευμα δὲν θ’ ἀναμιχθῇ
2652εἰς τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, θὰ ἐκτελῇ μόνον τὴν ὑπη-
2653ρεσίαν τῶν φρουρῶν ἐν ταῖς πόλεσιν, ἔνθα ἑδρεύει.
2654§128ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2655§129ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2656(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέ-
2657ρας ἀντιῤῥήσεως).
2658§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
2659§131ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἤθελον νὰ μάθω, ποία εἶναι ἡ ἁρ-
2660μοδιότης καὶ τίς ὁ σκοπὸς τῆς συμμετοχῆς τοῦ Ὑπουρ-
2661γοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἀστυ-
2662νομικῶν περιφερειῶν.
2663§132ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νὰ
2664διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «καὶ Στρατιωτικῶν Ὑπουργῶν», νὰ
2665μείνῃ δὲ μόνον «προτάσει τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
2666Ὑπουργοῦ».
2667(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 μετὰ τῆς τροποποιή-
2668σεως ταύτης).
2669§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
2670§134ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος
2671Βουλευτής, πρὸ ὀλίγου ἀγορεύων, καὶ ἐγὼ ἤδη ἠρώτησα
2672τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, τίνες
2673εἶναι αὐτοὶ οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς χω-
2674ροφυλακῆς, περὶ τῶν ὁποίων οὐδὲν ἄλλο ἄρθρον τοῦ προ-
2675κειμένου νομοσχεδίου πραγματεύεται, ἵνα ὁρίσῃ εἴτε τοὺς
2676βαθμοὺς εἴτε τὰ καθήκοντα αὐτῶν, τὸ δὲ προκείμενον ἄρ-
2677θρον ὁμολογουμένως ἀποδίδει εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ
2678βεβαιῶσι πᾶσαν ἀξιόποινον πρᾶξιν τῶν ἐν ταῖς ἀστυνο-
2679μίαις ὑπηρετούντων. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ λοιπὸν τὰς πράξεις
2680τῶν ἐν ταῖς ἀστυνομίαις ὑπηρετούντων, οἱ ἐπιθεωρηταὶ
2681αὐτοὶ τῆς χωροφυλακῆς γίνονται καὶ ἀνακριτικοὶ ὑπάλ-
2682ληλοι. Ἐρωτῶ λοιπὸν κατὰ προσθήκην, μόνον τῶν ὑπη-
2683ρετούντων ἐν ταῖς ἀστυνομίαις τὰς ἀξιοποίνους πράξεις
2684δύνανται νὰ βεβαιῶσιν, ἢ ὡς ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι δύ-
2685νανται νὰ βεβαιῶσι καὶ πᾶσαν ἄλλην ἀξιόποινον πρᾶξιν,
2686ἡ ὁποία δὲν τελεῖται ἐν τῇ περιφερείᾳ των;
2687§135ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
2688Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἐψηφίσθη νόμος, διὰ τοῦ
2689ὁποίου καθορίζεται θέσις τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς
2690καὶ τῆς ἀστυνομίας.
2691§136ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ στρατοῦ;
2692§137ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα. Σὺν αὐτῇ δὲ ὡρίζοντο καὶ
2693δύο θέσεις ἐπιθεωρητῶν τῆς ἀστυνομίας συνταγματαρχῶν
2694ἢ ἀντισυνταγματαρχῶν, καὶ περὶ αὐτῶν ὁμιλεῖ τὸ νομο-
2695σχέδιον. Ἀλλὰ πλὴν τούτων ὑπάρχουσιν ἐν τῷ παλαιῷ
2696ὀργανισμῷ, τῷ καὶ κρατοῦντι νῦν ἔτι, τρεῖς ἐπιθεωρηταὶ
2697τῆς χωροφυλακῆς, καὶ τούτους τάσσομεν εἰς τὸ ἀρχηγεῖον
2698αὐτὸ τῆς χωροφυλακῆς. Οὕτω πως οἱ πέντε οὗτοι ἐπιθεω-
2699ρηταὶ θὰ ἐπιθεωρῶσι τὰς ἀστυνομίας τῆς τε ἀστυφυλακῆς
2700καὶ τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ἐντεῦθεν θὰ προτείνωσι πάντα
2701τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς ἔλεγχον τῶν καθηκόντων τῶν ἀστυ-
2702νομικῶν ὀργάνων.
2703§138ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλας ἀξιοποίνους πράξεις
2704δὲν δύνανται νὰ βεβαιῶσι;
2705§139ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τῶν ὑπηρετούντων.
2706§140ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν συμβῇ καθ’ ὁδὸν νὰ
2707γείνῃ εἷς φόνος, εἶναι ἀνακριτικοὶ αὐτοὶ ὑπάλληλοι, ἵνα
2708τὸν βεβαιῶσι;
2709§141ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως· πᾶς ἀξιωματικὸς τῆς χωροφυ-
2710λακῆς ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο.
2711§142ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι τῆς χωροφυλακῆς
2712αὐτοί.
2713§143ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Οἱ τρεῖς εἶναι τῆς χωροφυλακῆς, οἱ
2714δύο εἶναι ἀστυνομικοί, οἱ ὁποῖοι ἐξομοιοῦνται πρὸς τὴν χω-
2715ροφυλακήν.
2716§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 παρακα-
2717λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
2718Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
2719Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
2720§145ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο καὶ εἰς
2721τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 6 γίνεται πρόνοια περὶ τῶν ἀξιωματι-
2722κῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκπληροῦσι καθήκοντα χωροφυλακῆς. Ποῦ
2723θὰ ὑπάγωνται οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι; Ἐκ τῶν ἀξιωματι-
2724κῶν ὅμως τούτων οἱ μὲν ἀναφερόμενοι εἰς τὴν αʹ παράγρα-
2725φον τοῦ ἄρθρου 2 εἶναι ἀξιωματικοὶ ἢ τῆς χωροφυλακῆς
2726ἢ τοῦ στρατοῦ. Οὗτοι τώρα οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυ-
2727λακῆς ἢ τοῦ στρατοῦ, οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς τὴν ἀστυνομίαν,
2728κατὰ τὴν αʹ παράγραφον τοῦ ἄρθρου τούτου, καθ’ ὅσον
2729ἀφορᾷ τὴν χωροφυλακήν, δὲν ἔχουσι καθήκοντα χωροφυ-
2730λακῆς, ἐκπληροῦσι καθήκοντα μόνον ἀστυνομικά. Ποῦ
2731ὑπάγονται λοιπὸν οὗτοι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀστυνομικὰ
2732καθήκοντα, καὶ διατὶ περὶ αὐτῶν γίνεται λόγος ἐν τῇ
2733παραγράφῳ ταύτῃ, ὅτι δύναται νὰ τοῖς ἀνατεθῇ καὶ ἡ ἐκ-
2734τέλεσις καθηκόντων χωροφυλακῆς; Ὅπου ὑπάρχει διοι-
2735κητὴς μοιραρχίας, διορίζεται ἀξιωματικὸς τοῦ πεζικοῦ
2736ἀστυνόμος· εἰς αὐτὸν τὸν ἀστυνόμον θ’ ἀνατεθῶσι τὰ κα-
2737θήκοντα τῆς χωροφυλακῆς.
2738§146ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Βεβαίως
2739εἰς τὴν ἀστυφυλακὴν, εἰς ἣν δύνανται νὰ ἀνατεθῶσι καὶ
2740τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς, διότι χωροφυλακὴ δὲν
2741ὑπάρχει ἔνθα ὑπάρχει ἀστυφυλακή.
2742§147ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπου δὲν ὑπάρχει χωρο-
2743φυλακή.
2744§148ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὅπου δὲν ὑπάρχει,—καὶ τοιαῦται πό-
2745λεις εἶναι αἱ πρωτεύουσαι νομῶν καὶ αἱ ἔχουσαι πληθυσμὸν
2746πλέον τῶν 5,000,—ἐκεῖ εἶναι ἡ ἀστυφυλακή. Ὅπου ὑπάρ-
2747χει ἀστυφυλακή, δὲν ὑπάρχει χωροφυλακή. Εἰς ταύτην
2748λοιπὸν τὴν ἀστυφυλακὴν δύνανται ν’ ἀνατεθῶσι καὶ τὰ κα-
2749θήκοντα τῆς χωροφυλακῆς. Τοῦτο λέγει τὸ ἄρθρον.
2750§149ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀστυνο-
2751μικὰ καθήκοντα, ὑπάρχει κἀμμία ἀνωτέρα ἀρχὴ, πλὴν τοῦ
2752ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ἥτις νὰ ἐπιβλέπῃ τὰς διαφό-
2753ρους ἀστυνομίας τοῦ νομοῦ;
2754§150ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἰς μὲν τοὺς δήμους, ἔνθα ἡ χωροφυ-
2755λακὴ ἐκτελεῖ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, ἐκεῖ ἡ μοιραρ-
2756χία τοῦ νομοῦ ἔχει τὴν δικαιοδοσίαν τῆς ἐποπτείας...
2757§151ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς χωροφυλακῆς, ὄχι τῆς
2758ἀστυνομίας.
2759§152ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα, ἐκτὸς ἐὰν ἀνατεθῶσιν εἰς τὴν
2760ἀστυφυλακὴν καθήκοντα χωροφυλακῆς.
2761§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει,
2762παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσό-
2763τεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
2764(Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ
2765ἄρθρα 6–8 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
2766§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
2767§155ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρόκειται περὶ δημιουργίας νέου στρα-
2768τιωτικοῦ σώματος. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ
2769ψηφίζει τὸν προσδιορισμὸν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτι-
2770κῶν δυνάμεων. Ἤδη ἐψηφίσθη ἡ τακτικὴ δύναμις τοῦ
2771κατὰ γῆν στρατοῦ διὰ τὸ 1893. Δὲν ἐννοῶ, πῶς εἶναι δυ-
2772νατὸν νῦν νὰ ψηφίσωμεν ἐκ νέου νέαν στρατιωτικὴν δύνα-
2773μιν, χωρὶς μάλιστα νὰ ὁρίζηται οὐδὲ ἡ δύναμις τῶν ὁπλι-
2774τῶν αὐτῶν, οὐδὲ ἡ δύναμις τῶν ἀξιωματικῶν. Ἡ παρα-
2775τήρησις αὕτη ἐγένετο κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ
2776νομοσχεδίου, ἡ Κυβέρνησις δὲ δὲν ἐθεώρησε τοῦ κόπου ἄξιον
2777ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τοῦτο. Νομίζω ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ
2778ἐξηγήσεις τινὰς περὶ τοῦ πράγματος, καθόσον πρόκειται
2779καθαρῶς περὶ διατάξεως ἀντικειμένης εἰς τὸ σαφὲς γράμμα
2780τοῦ Συντάγματος.
2781§156ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν στιγμήν, κύριε Πρόε-
2782δρε. Ἐν τῷ τελευταίῳ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον πραγ-
2783ματεύεται περὶ τῶν ἐνωμοταρχῶν καὶ ὑπενωμοταρχῶν τῆς
2784ἀστυφυλακῆς, καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον ἔχουσι καὶ αὐτοὶ οἷα
2785καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς ἀνακριτικὰ καθή-
2786κοντα, προστίθεται «ἐν ᾧ τόπῳ δὲν ὑπάρχει ἀστυνόμος».
2787Καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἀστυνόμος, δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ οἱ
2788ὑπαξιωματικοὶ αὐτοὶ τῆς χωροφυλακῆς νὰ μὴ ἔχωσι νὰ
2789ἐκπληρώσωσι καθήκοντα ἀνακριτικά. Οἱ ἐνωμοτάρχαι καὶ
2790ὑπενωμοτάρχαι ἔχουσιν ἀνακριτικὰ καθήκοντα καὶ ἐν ᾧ
2791τόπῳ ὑπάρχει ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τῆς χωροφυλακῆς.
2792§157ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶναι
2793μείζων ἐγγύησις.
2794§158ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπου εἶναι ἀστυνόμος, δὲν
2795εἶναι οἱ ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι, διότι λέγει «ἐν ᾧ τόπῳ δὲν
2796ὑπάρχει ἀστυνόμος».
2797§159ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὅταν ἦναι ἀστυνόμος, εἶναι ὁ ἀστυνό-
2798μος, ὅταν δὲν ἦναι ἀστυνόμος, εἶναι αὐτοί.
2799§160ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀστυνόμος εὑρίσκεται εἰς
2800τὸ ἓν ἄκρον τῆς πόλεως, ὁ ὑπαστυνόμος εὑρίσκεται εἰς τὸ
2801ἄλλο ἄκρον.
2802§161ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξε πρὸ ὀλί-
2803γου ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος καὶ τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν
2804πρώτην συζήτησιν καὶ σήμερον εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζή-
2805τησιν συνεζητήθη, εἶναι ζήτημα πολὺ σπουδαῖον· διότι, ἐὰν
2806παραδεχθῶμεν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων δύναται
2807νὰ προσδιορίζηται διὰ μόνου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἄνευ
2808νόμου τακτικοῦ, ὅπως προσδιορίζεται ἡ τακτικὴ δύναμις
2809τοῦ στρατοῦ τοῦ Κράτους, ἐὰν, λέγω, παραδεχθῶμεν
2810τοιαύτην ἀρχὴν ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος τούτου, τίς θὰ
2811ἐμποδίσῃ αὔριον ἄλλην Βουλὴν καὶ ἐπὶ ὅλου τοῦ στρα-
2812τοῦ νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἀρχὴν ταύτην; Ἐνταῦθα πρόκειται
2813περὶ σώματος στρατιωτικοῦ. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι ἡ
2814στρατιωτικὴ δύναμις ὁρίζεται διὰ νόμου, ὁρίζεται παρὰ
2815τῆς Βουλῆς, ἡ ἑρμηνεία δὲ αὕτη ἐδόθη, ὅτι ὁρίζεται οὐχὶ
2816διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὁρίζεται
2817δι’ εἰδικοῦ νόμου, τρὶς συζητουμένου καὶ ψηφιζομένου παρὰ
2818τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ὁ προϋπολογισμὸς, ὅπως γνωρίζομεν, δὲν
2819εἶναι νόμος ψηφιζόμενος ὅπως οἱ ἄλλοι νόμοι, εἶναι νόμος
2820περιλαμβάνων τὰ συμπεράσματα τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας
2821καὶ ψηφιζόμενος ἅπαξ. Ἐὰν σήμερον παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν
2822ταύτην, βεβαίως εὑρισκόμεθα εἰς ἀντίθεσιν ῥητῆς διατάξεως
2823τοῦ Συντάγματος, ὅπως αὕτη ἡρμηνεύθη ἀφ’ ὅτου τὸ Σύν-
2824ταγμα τοῦτο ἰσχύει· διότι ἀφ’ ὅτου τὸ Σύνταγμα ἰσχύει, δι’
2825εἰδικοῦ νόμου ψηφίζεται κατ’ ἔτος ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ
2826καὶ εἰς ὡρισμένας περιστάσεις ἐπιτρέπεται ἡ αὔξησις αὐ-
2827τοῦ. Ὥστε τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τοσοῦτον ἐλαφρὸν, ὥστε
2828νὰ τὸ διερχώμεθα ἄνευ προσοχῆς καὶ ἄνευ συζητήσεώς
2829τινος, ἀλλὰ δέον νὰ ἐξετασθῇ, ὅπως καὶ ἡμεῖς τοὐλάχι-
2830στον φωτισθῶμεν, ποῦ βασιζομένη ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ
2831εἰσαγάγῃ μίαν νέαν ἑρμηνείαν τῶν διατάξεων τοῦ Συν-
2832τάγματος, ἀντικειμένη εἰς ἐκείνην, ἥτις ἐφηρμόσθη μέχρι
2833σήμερον.
2834§162ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
2835Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τοσαύτης
2836σπουδαιότητος, ὅπως θέλουσι νὰ τὸ παραστήσωσι· διότι
2837ἀληθῶς ἡ ἀστυφυλακὴ ὀργανοῦται στρατιωτικῶς, ἀλλὰ
2838δὲν εἶναι καὶ στράτευμα, εἶναι σῶμα στρατιωτικὸν, εἰδι-
2839κὸν διὰ τὴν ἀστυνομίαν, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ στρατός.
2840§163ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἀποκαλεῖτε στρατιωτικὸν σῶμα.
2841§164ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸ ἀποκαλῶ σῶμα στρατιωτικῶς ὠργα-
2842νωμένον. Ἀλλὰ μήπως ἦναι ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν
2843ὁποίαν βλέπομεν τοιοῦτον σῶμα στρατιωτικῶς ὠργανωμέ-
2844νον; Τοιαῦτα εἶναι ἡ τελωνοφυλακή, ἡ δασοφυλακή, καὶ
2845ἄλλα τινὰ στρατιωτικῶς ὠργανωμένα, ἀλλὰ δὲν εἶναι στρα-
2846τὸς οὐδὲ προσδιορίζεται ἡ ἐτησία δύναμις αὐτῶν διὰ νόμου.
2847Ἑπομένως ἡ ἀπαίτησις, ὅπως περιληφθῇ εἰς τὸ στράτευμα
2848ἡ δύναμις τῆς ἀστυφυλακῆς, δὲν εἶναι δικαία· δὲν ἔχομεν
2849ἄρα ἀνάγκην νὰ ὁρίσωμεν διὰ νόμου τὴν δύναμιν τῆς ἀστυ-
2850φυλακῆς, ὡς ὁρίζομεν τὴν ἐνιαυσίαν δύναμιν τοῦ στρατοῦ.
2851§165ΡΑΛΛΗΣ. Μήτε ἡ δασοφυλακή, μήτε ἡ τελωνοφυ-
2852λακὴ δύναται νὰ ἐξομοιωθῇ πρὸς τὸ στρατιωτικὸν σῶμα,
2853τὸ ὁποῖον σήμερον καταρτίζεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νο-
2854μοσχεδίου. Καὶ ἡ δασοφυλακὴ καὶ ἡ τελωνοφυλακὴ ἔχου-
2855σιν ὡρισμένα καθήκοντα· δὲν ἀποτελοῦσι στρατιωτικὸν
2856σῶμα, οὐδὲ ἀποκαλοῦνται στρατιωτικὰ σώματα διὰ τῶν
2857νομοθετημάτων, διὰ τῶν ὁποίων ἱδρύθησαν τὰ σώματα
2858ταῦτα. Σήμερον διὰ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ καὶ δυνά-
2859μει τοῦ ἄρθρου 9 καθορίζεται, ὅτι πρόκειται περὶ καταρ-
2860τισμοῦ στρατιωτικοῦ σώματος. Ἐὰν δὲ τὸ σῶμα τοῦτο
2861ἦναι στρατιωτικὸν, ἀναγκαίως ὑπάγεται εἰς τὴν διάτα-
2862ξιν τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος, καὶ διὰ τοῦ ἐπετείου
2863νόμου πρέπει νὰ προσδιορισθῇ ἡ δύναμις αὐτοῦ. Διὰ τοῦ
2864ἐπετείου νόμου καθωρίσθη ἡ δύναμις ἡ στρατιωτικὴ τοῦ
2865κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατοῦ, ἐν τῷ ἐπετείῳ νόμῳ δὲν
2866περιελήφθη τι περὶ ἀστυφυλακῆς. Οἱαδήποτε πίστωσις, περι-
2867ληφθεῖσα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δὲν δύναται νὰ λειτουρ-
2868γήσῃ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ ἐπέτειος νόμος δὲν ἤθελε καθο-
2869ρίσει τὸν ἀριθμόν. Ἀλλ’ ἤδη παρετήρησα, ὅτι πράττετε καί τι
2870πλέον, δὲν καθορίζετε κἂν τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαξιωματικῶν,
2871διότι τὸν ἀριθμὸν τὸν προσδιορίζετε κατὰ λόγον 10 ἀστυφυλά-
2872κων πρὸς ἕνα ἐνωμοτάρχην καὶ ἕνα ὑπενωμοτάρχην. Τοῦτο
2873ὅμως δὲν εἶναι νόμιμον, καὶ ἂν δὲν δύνασθε νὰ πράξητε
2874τοῦτο προκειμένου περὶ δασοφυλακῆς, πολλῷ μᾶλλον δὲν
2875δύνασθε νὰ τὸ πράξητε προκειμένου περὶ σώματος καθαρῶς
2876στρατιωτικοῦ. Τὸ σῶμα τοῦτο τὸ ὑπάγετε εἰς ὅλους τοὺς
2877κανόνας τῆς πειθαρχίας τῆς στρατιωτικῆς. Πῶς εἶναι δυ-
2878νατὸν νὰ τὸ ἐξαιρέσητε τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ
2879Συντάγματος, καὶ νὰ θεωρήσητε, ὅτι εἶσθε ἀπηλλαγμένος
2880τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ ὑποβάλητε τὴν ὅλην δύναμιν
2881αὐτοῦ καὶ εἰς στρατιώτας καὶ εἰς ὑπαξιωματικοὺς εἰς τὴν
2882ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς;
2883§166ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2884§167ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἡ ἰδέα ἡμῶν εἶναι, ὅτι ἡ ἀστυφυλακὴ
2885δὲν ἀποτελεῖ σῶμα στρατιωτικὸν, ἀλλ’ ὅτι ἀποτελεῖ
2886σῶμα στρατιωτικῶς ὠργανωμένον, καὶ τοιουτοτρόπως θέ-
2887λομεν τὸ διατυπώσει· διότι, ἵνα ᾖ σῶμα στρατιωτικὸν,
2888δέον νὰ περιλαμβάνηται εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ,
2889νὰ συμπληροῖ δὲ τὴν δύναμιν αὐτοῦ ἐκ τῶν κληρωτῶν τῆς
2890ἐτησίας ἀπογραφῆς.
2891§168ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι στρατὸς μισθοφόρων.
2892§169ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τοῦτο εἶναι σῶμα στρατιωτικῶς ὠργα-
2893νωμένον.
2894§170ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν νομίζω ὅτι κατὰ τὸ γράμμα καὶ
2895τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ
2896γνώμη, ἣν ὑποστηρίζει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρα-
2897τιωτικῶν.
2898§171ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ
2899γράμμα τὸ τροποποιοῦμεν.
2900§172ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ χωροφυλακὴ πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἢ
2901πέντε ἐτῶν δὲν συνεπληροῦτο ἐκ κληρωτῶν· ἡ χωροφυλακὴ
2902ἐσχηματίζετο ὑπὸ ἐθελοντῶν καὶ δι’ ἀνακατατάξεως, ἀπε-
2903τέλει οὐχ ἧττον σῶμα ὑπαγόμενον εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς
2904νόμους καὶ κανονισμοὺς καὶ περιλαμβανόμενον ἐν τῇ
2905στρατιωτικῇ δυνάμει τῇ κατ’ ἔτος ψηφιζομένῃ. Ὅτι δὲ τὸ
2906σῶμα τῆς ἀστυφυλακῆς, ὅπως σήμερον ὀργανοῦται, εἶναι
2907καθαρῶς στρατιωτικὸν σῶμα, τὸ δεικνύει ἐκτὸς τοῦ
2908ἄρθρου 9 καὶ τὸ ἄρθρον 29. Τὸ ἄρθρον 29 ῥητῶς λέγει,
2909ὅτι «ἅπαντες οἱ ἀστυνόμοι καὶ οἱ ἐκτελοῦντες ἀστυνομικὰ
2910καθήκοντα ὁπλῖται ὑπάγονται ἐν γένει εἰς τοὺς στρατιω-
2911τικοὺς νόμους καὶ κανονισμούς». Ὅταν ἓν σῶμα ὀργανῶ-
2912ται στρατιωτικῶς, ὅταν ὑπάγηται εἰς τοὺς νόμους τοὺς
2913στρατιωτικοὺς καὶ τοὺς κανονισμούς, δὲν εἶναι τὸ σῶμα
2914τοῦτο πλέον κἄτι τι ἀνάλογον πρὸς τοὺς τελωνοφύλακας
2915καὶ τοὺς δασοφύλακας, εἶναι σῶμα καθαρῶς στρατιωτικόν.
2916Ἐγὼ βεβαίως δὲν θὰ ηὐχόμην τὸ σῶμα τοῦτο νὰ γείνῃ
2917στρατιωτικόν, διότι στρατιωτικὸν γενόμενον τὸ σῶμα
2918τοῦτο, ἀνατρέπει θεμελιώδεις βάσεις τοῦ πολιτεύματος
2919ἡμῶν· ἀλλ’ εἶναι τοιοῦτον, ἀφοῦ δὲ εἶναι τοιοῦτον, βε-
2920βαίως δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ τὸ σχηματίσητε ἄνευ παραβά-
2921σεως τοῦ Συντάγματος, χωρὶς νὰ περιλαμβάνηται ἡ δύνα-
2922μις αὐτοῦ ἐν τῷ νόμῳ τῷ ὁρίζοντι τὴν στρατιωτικὴν δύ-
2923ναμιν τοῦ Κράτους.
2924§173ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Νὰ γείνῃ ἡ ἑξῆς τροπολογία, κύριε
2925Πρόεδρε· «ὑπὸ στρατιωτικῶς ὠργανωμένου σώματος».
2926§174ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως δὲν διορθοῦται τὸ ἄρθρον οὕτω πως.
2927§175ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παίζομεν μὲ τὰς λέξεις.
2928§176ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρὸ
2929ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἔλεγεν, ὅτι, ἐὰν
2930ἦτο διατετυπωμένον τὸ ἄρθρον κατὰ τρόπον ἐμφαίνοντα,
2931ὅτι πρόκειται περὶ σώματος στρατιωτικῶς ὠργανωμένου,
2932ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ
2933εἶχον ὑπόστασιν. Μεταῤῥυθμίζομεν τὸ ἄρθρον κατὰ τὰς
2934ὑποδείξεις τοῦ ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ, ἐγείρεται ὁ κ. Βου-
2935λευτὴς ἐξ Ἄρτης καὶ λέγει, ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν αὐτὸ, καὶ
2936ὅτι παίζομεν μὲ τὰς λέξεις, καὶ συμφωνεῖ ἴσως καὶ ὁ κ.
2937Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος.
2938§177ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, τί φρονοῦσιν ἄλλοι, ἀλλὰ
2939βεβαίως θέλομεν νὰ παίξωμεν μὲ τὰς λέξεις.
2940§178ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀποταθῆτε πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ
2941Λοκρίδος.
2942§179ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω ν’ ἀποταθῶ πρὸς κἀνένα.
2943Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος εἶναι ἀρκετὰ ἐνήλικος, ὅπως
2944ἀναπτύξῃ τὰς γνώμας του. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι δυνάμεθα
2945ν’ αὐξήσωμεν τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ ἄνευ τοῦ ἐπετείου
2946νόμου, πράξατέ το.
2947§180ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ μεταβολὴ τοῦ ὀνόματος, τὴν ὁποίαν
2948ἐπήνεγκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τῆς τρο-
2949πολογίας του ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, οὐδόλως μεταβάλλει τὰ
2950πράγματα, διότι τὸ σῶμα μένει πάντοτε στρατιωτικὸν,
2951ὑπαγόμενον εἰς τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν καὶ τὴν
2952στρατιωτικὴν ἱεραρχίαν, εἰς ὅλους τοὺς κανονισμοὺς τοῦ
2953στρατοῦ. Καὶ τοῦτο ἀκριβῶς διακρίνει τὸ σῶμα τοῦτο ἀπὸ
2954τὸ σῶμα τῆς τελωνοφυλακῆς καὶ τὸ σῶμα τῆς δασοφυλα-
2955κῆς. Ἅμα ὡς δεχθῆτε, ὅτι τὸ σῶμα τοῦτο ὑπάγεται εἰς
2956τὰς στρατιωτικὰς διατάξεις, ἀναγκαίως πρόκειται περὶ
2957σώματος στρατιωτικοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν δύναμιν πρέπει νὰ
2958ἀναγράψητε ἐν τῷ ἐπετείῳ νόμῳ περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ
2959γῆν καὶ θάλασσαν στρατοῦ. Ἐὰν κάμητε μίαν περιστρο-
2960φὴν, βεβαίως δὲν θὰ ἱκανοποιήσητε τὸ γράμμα τοῦ Συν-
2961τάγματος, οὐδὲ θ’ ἀποδείξητε, ὅτι εἶσθε εὐλαβεῖς πρὸς τὸ
2962γράμμα αὐτοῦ, διότι, ἅμα ὡς ὑπαγάγητε ἓν σῶμα εἰς
2963τὰς διατάξεις περὶ πειθαρχίας καὶ ἱεραρχίας στρατιωτικῆς,
2964τὸ σῶμα αὐτὸ εἶναι καθαρῶς στρατιωτικὸν, ὑπάγεται ἑπο-
2965μένως ἡ δύναμις αὐτοῦ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς νομοθετικῆς
2966ἐξουσίας.
2967§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτρο-
2968ποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, παρα-
2969καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι ....
2970§182ΡΑΛΛΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, παρακαλῶ. Πρό-
2971κειται περὶ διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ἐπεβάλομεν εἰς
2972τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως...
2973§183ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ποτὲ δὲν ἐπεβάλετε.
2974§184ΡΑΛΛΗΣ... Καὶ ἠναγκάσθη τότε νὰ τὴν δεχθῇ.
2975§185ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδόλως ἐπεβάλετε· σᾶς ἐπέβαλον.
2976§186ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἄλλοτε ἡ Κυβέρ-
2977νησις ἠναγκάσθη νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συν-
2978τάγματος, εἶναι ἀναμφισβήτητον, καίτοι, ὅπως διεῤῥυθ-
2979μίσθη τότε ἡ διάταξις ἐκείνη, πάλιν δὲν ἦτο κατὰ πάντα
2980σύμφωνος πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλ’ ἡ ἱστορία ἐκείνη εἶναι
2981μακρὰ καὶ παλαιὰ, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω-
2982μεν αὐτήν. Ἡ διόρθωσις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουρ-
2983γὸς, νὰ μεταβάλῃ «τὸ στρατιωτικὸν σῶμα» εἰς «σῶμα
2984στρατιωτικῶς ὠργανωμένον» νομίζω ὅτι εἶναι εὐφυὴς ἀπάν-
2985τησις εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ
2986Λοκρίδος, δὲν μεταβάλλει ὅμως καὶ τὸ πρᾶγμα. Βεβαίως
2987πρόκειται περὶ αὐξήσεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τοῦ
2988Κράτους ἁπλῶς, ἄνευ ἐνιαυσίου νόμου. Δὲν συμφωνῶ, ὅτι
2989δὲν δύναται ὁ παρὼν νόμος ν’ αὐξήσῃ τὰς στρατιωτικὰς
2990δυνάμεις κατὰ τὸ 1893. Δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι κατὰ
2991τὸ 1893 προσδιορίζεται ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ εἰς ὡρι-
2992σμένον ἀριθμόν. Τοῦτο δὲν ἐμποδίζει, διότι ἐψηφίσθη ὁ ἐνι-
2993αύσιος νόμος περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ πρέπει
2994ἐνιαυσίως νὰ ψηφίζηται ἡ αὔξησις αὕτη.
2995§187ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν δύναται νὰ προσδιορισθῇ πλέον.
2996§188ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δυνάμεθα νὰ θέσω-
2997μεν ὡρισμένον ἀριθμὸν, μὲ τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἐνιαυσίως
2998προσθέτῃ διὰ τῆς ψήφου αὑτῆς ἡ Βουλὴ εἰς τὴν δύναμιν
2999τοῦ στρατοῦ τὴν αὔξησιν ταύτην.
3000§189ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ νόμου ἐτησίου.
3001§190ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Βεβαίως· ἐνιαυσίως. Δι’ ἐφέτος, διὰ τὸ
30021893, δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ διάταξις, ἐὰν ταχθῇ
3003ὡρισμένος ἀριθμός. Ἐὰν δὲν ταχθῇ ὡρισμένος ἀριθμὸς, βε-
3004βαίως ἡ διάταξις εἶναι ἀντισυνταγματική. Νομίζω, ὅτι ἡ
3005πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι νὰ παραβῇ καὶ εἰς
3006τοῦτο τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, ὅπως εἰς πολλὰ ἄλλα
3007παραβαίνει τὸ Σύνταγμα. Ὥστε πρέπει νὰ τάξῃ ὡρισμέ-
3008νον ἀριθμόν.
3009§191ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἐπέτειος νόμος περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ
3010γῆν καὶ θάλασσαν στρατοῦ εἶναι ἐντελῶς διάφορος τοῦ νό-
3011μου, τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν· ἐκεῖνος ὁ νόμος πραγματεύεται
3012μόνον περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν
3013στρατοῦ, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν διὰ μιᾶς προσθήκης ἐν τῷ
3014παρόντι νομοσχεδίῳ νὰ τροποποιηθῇ ὁ νόμος ἐκεῖνος, διότι
3015πᾶσα διάταξις ἀφορῶσα εἰς τὴν δύναμιν τοῦ κατὰ ξηρὰν
3016καὶ θάλασσαν στρατοῦ πρέπει νομοθετικῶς νὰ ψηφισθῇ εἰς
3017τρεῖς ἀναγνώσεις· δὲν δύναται τὸ νομοσχέδιον, ἀποβλέπον
3018εἰς τὸν καταρτισμὸν παγίου νόμου, νὰ θεωρηθῇ ὡς νόμος
3019τροποποιῶν νόμον ἐπέτειον.
3020§192ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐνιαυσίως εἶπον ὅτι πρέπει νὰ ψη-
3021φίζηται.
3022§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖτε νὰ γείνῃ ἡ ψηφοφορία δι’
3023ὀνομαστικῆς κλήσεως;
3024§194ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως.
3025§195ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ θὰ γείνῃ ψηφοφορία, θὰ δικαιο-
3026λογήσω τὴν ψῆφόν μου. Οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι θὰ
3027ἀποτελῶσι μέρος τῆς χωροφυλακῆς, οἱ ἐνωμοτάρχαι, οἱ
3028ὁπλῖται, οἱ ὁποῖοι τοποθετοῦνται εἰς τὴν ἀστυφυλακὴν,
3029ἀποτελοῦσι μέρος τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, διότι ἐξα-
3030κολουθοῦσι νὰ ἦναι εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ τοπο-
3031θετοῦνται διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ εἰς εἰδικὴν ὑπηρεσίαν.
3032Νομίζω, ὅτι κατ’ ἔτος εἰς τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ θὰ
3033συμπεριλαμβάνωνται οὗτοι· μόνον δὲ οἱ ἀστυφύλακες, οἱ
3034ὁποῖοι ὡς πολῖται θὰ τοποθετῶνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς
3035ἀστυφυλακῆς, μὴ ὄντες ὁπλῖται, οὐδ’ ἐνωμοτάρχαι, οὐδ’
3036ἀνθυπασπισταί, οὐδ’ ἀξιωματικοί, μόνον οὗτοι δὲν θὰ
3037περιέχωνται εἰς τὴν ἐτησίαν δύναμιν τοῦ στρατοῦ.
3038§196ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐνωμοτάρχαι.
3039§197ΡΙΚΑΚΗΣ. Οὗτοι ἀναφέρονται εἰς τὴν δύναμιν τοῦ
3040στρατοῦ κατ’ ἔτος. Ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει παρουσιασθῇ μία
3041ἀνάγκη τοῦ Κράτους, οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἀποτε-
3042λοῦσι μέρος τῆς ἀστυφυλακῆς, δύνανται νὰ λάβωσι μέρος
3043εἰς τὸν στρατὸν καὶ νὰ ἐκπληρώσωσι στρατιωτικὴν ὑπηρε-
3044σίαν, ἐνῷ οἱ ἀστυφύλακες δὲν θὰ δύνανται νὰ λάβωσι
3045μέρος.
3046§198ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἐνωμοτάρχαι;
3047§199ΡΙΚΑΚΗΣ. Οὐδὲ οἱ ἐνωμοτάρχαι. Αὐτὸς εἶναι βαθμὸς
3048ἀστυφυλακῆς, δὲν εἶναι στρατιωτικὸς βαθμός. Κατὰ συνέ-
3049πειαν διὰ τὸν λόγον τοῦτον νομίζω, ὅτι ἐμπεριέχεται ἡ
3050δύναμις αὐτὴ εἰς τὴν κατ’ ἔτος ψηφιζομένην δύναμιν
3051τοῦ στρατοῦ, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ ψηφίσω ὑπὲρ
3052τοῦ ἄρθρου.
3053§200ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον προβλέπει περὶ ἐνωμοταρ-
3054χῶν καὶ περὶ ἀστυφυλάκων ὑπαγομένων εἰς τὸν ὀργανισμὸν
3055καὶ τὸν κανονισμὸν τοῦ στρατοῦ.
3056§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ἔληξεν ἡ συζήτησις.
3057Θὰ γείνῃ ψηφοφορία.
3058Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ
3059τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ
3060παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι...
3061§202ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ, αὐτὸς ὁ κύ-
3062ριος φρούραρχος εἶναι διὰ νὰ τηρῇ τὴν τάξιν ἐν τῇ Βουλῇ,
3063ἢ διὰ νὰ ἐπιβλέπῃ τοὺς Βουλευτὰς, ἱστάμενος ἐπὶ τοῦ
3064Προεδρείου;
3065§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, τὸν ἐκάλεσα ἐγὼ, ὅπως
3066τῷ ἀναθέσω ὑπηρεσίαν.
3067§204ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν τὸν ἐκαλέσατε ὑμεῖς, ἀλλὰ καθ’ ἑκά-
3068στην τοῦτο ἐπαναλαμβάνεται.
3069§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν βεβαιῶ ἐγὼ, ὅτι τὸν ἐκάλεσα, εἰς
3070οὐδένα ἐπιτρέπεται ν’ ἀμφισβητῇ τοῦτο.
3071§206ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ νὰ τηρῇ τινα ἀξιοπρέ-
3072πειαν ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του, δὲν τῷ ἐπιτρέπεται δὲ νὰ ἵστα-
3073ται ὄπισθεν τοῦ Προεδρείου.
3074§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι τὸν ἐκάλεσα ἐγώ. Γνω-
3075ρίζω νὰ ἐκπληρῶ τὰ καθήκοντά μου, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ
3076θέλητε σεῖς νὰ μοῦ δώσητε μαθήματα. Καθήσατε κάτω!
3077§208ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ φροντίζητε νὰ ἐκτελῆτε τὸ κα-
3078θῆκόν σας ἀξιοπρεπῶς. Αὐτὸ δὲν ὑποφέρεται πλέον.
3079§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως δὲν ὑποφέρεται αὐτὸ, τὸ ὁποῖον
3080κάμνετε ἐδῶ, νὰ βασανίζητε 150 ἀνθρώπους μὲ τὰς ἀλλε-
3081παλλήλους ἐνστάσεις σας.
3082§210ΡΑΛΛΗΣ. Ἡμεῖς ἐκτελοῦμεν τὸ καθῆκόν μας, συζη-
3083τοῦντες τοὺς νόμους, καθ’ ὃ ἔχομεν δικαίωμα.
3084§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ σιωπήσητε καὶ νὰ μὴ
3085κτυπᾶτε τὸ χέρι σας, διότι οὐδεὶς σᾶς φοβεῖται.
3086§212ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ καθῆκόν σας πρέπει νὰ ἐκτελῆτε ἀξιο-
3087πρεπῶς.
3088§213ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ (πρὸς τὸν Ράλλην). Κάθησε κάτω!
3089§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ (ἐπίσης). Δὲν θὰ δώσητε σεῖς μαθήματα
3090ἀξιοπρεπείας, διότι εἶσθε ὁ ἀναξιοπρεπέστατος πάντων!
3091(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως,
3092ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευ-
3093τῶν κκ. Ρούκη καὶ Μερλοπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμε-
3094νον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
3095Μιλ. Δάλλας Σταμάτ. Μήτσας Ν
3096Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Δημ. Βουλπιώτης
3097Ἰω. Μεσηνέζης Κων. Ζῶτος
3098Σπυρ. Μαρκέλλιος Ἡλ. Μπλατσῆς
3099Ἀρ. Ἀργυρόπουλος Ν Δ. Γρανίτσας
3100Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Διον. Στεφάνου Ν
3101Λεων. Καρυστινάκης Κων. Ἀργας Λομβάρδος
3102Δημ. Καΐρης Διον. Ζήβας Πλακᾶς
3103Μιχ. Κωτσάκος Γεώργιος Ρῶμας Ν
3104Ἄγγ. Γεωργαντᾶς Γεώρ. Κρεστενίτης
3105Ἡλ. Κανελλόπουλος Ν Χρ. Στεφανόπουλος
3106Γεώρ. Παχὺς Ἀνδρ. Στεφανόπουλος
3107Μιχ. Π. Λάμπρος Ν Διον. Παυλόπουλος
3108Κων. Καραπάνος Ο Ἀνδρ. Σπηλιάδης
3109Κων. Σταυρόπουλος Ἄγγ. Πετραλιᾶς
3110Ἀλέξ. Σκουζὲς Ν Ἐπαμ. Δημητρίου Ν
3111Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Στέφ. Σκουλούδης Ν
3112Ἀλέξ. Ψύλλας Νικ. Νομικὸς Ν
3113Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ν Θωμᾶς Μαρκεζίνης Ν
3114Ἀλέξ. Ρετσίνας Νικήτας Συνοδινὸς Ν
3115Δημ. Γ. Ράλλης Ο Βαρβαρῆγος Πήλικας
3116Λ. Ζυγομαλᾶς Ο Ἀλέξ. Φωτήλας
3117Ὀθ. Μακρυγιάννης Κωνστ. Σταμπολόπουλος Ν
3118Σ. Ζαχαρίτσας Ν Λεων. Πετιμεζᾶς
3119Μιλ. Ὀριγώνης Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος
3120Κωνστ. Βαλτινὸς Γιαννούσης Τάκης
3121Ὀδυσ. Μοσχοβίτης Ν Ἡρ. Καλαμπάκας Ν
3122Γεώρ. Καρτάλης Ν Ἀντ. Π. Μαυρομιχάλης Ν
3123Ἀργ. Κανταρτζῆς Ν Περ. Πεῤῥωτὴς Ν
3124Νικ. Κοκωσλῆς Ν Κων. Φλέσσας
3125Νικ. Ἀξελὸς Ἰωάν. Καζαμπάκας Ν
3126Νικ. Παῤῥησιάδης Ν Κων. Ζωγλοπίτης Ν
3127Ἰω. Γρίβας Ν Παν. Κουκορῖκος Ν
3128Ἐπ. Μαυρομμάτης Ν Γεώρ. Φραγκίδης Ν
3129Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Δημ. Τερτίπης
3130Νικ. Σπυρακόπουλος Ν Ἀθαν. Κωστάμης Ν
3131Θερ. Κορομάντζος Ο Ἀριστ. Χαντζηνικολῆς
3132Περ. Ἀλεξάκης Νικ. Μπαλάφας
3133Ἰω. Ἀντωνόπουλος Νικ. Παπανικολάου Ν
3134Κωνστ. Κοσσονάκος Ν Παν. Λεβέντης
3135Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ν Βαπτ. Βάστᾶς Ν
3136 Γεώρ. Θεοτόκης Ν
3137Γεώρ. Λιδωρίκης Ν Ἀλκίνοος Ζερβὸς ἀρν.
3138Κων. Ἀναγνωστόπουλος Ἡλίας Πολίτης Ν
3139Γεώρ. Λύρας Ν Γουλιέλμος Σκάρπας
3140Κων. Παπαμιχαλόπουλος Ο Νικ. Μαρκέτης
3141Σπυρ. Λάσκαρης Ξανθὸς Πικουλάκης Ν
3142Κων. Θ. Ρωμαῖος ἀρν.Ἀσημ. Χριστόπουλος
3143Κων. Χριστόπουλος Νικ. Παπαλέξης Ν
3144Σωτ. Κροκιδᾶς Παν. Λαμπρούλιας
3145Σπυρ. Νοταρᾶς Εὐάγγ. Ἀρδαβάνης
3146Ἀναστ. Δημητριάδης Ν Ἰω. Τυπάλδος Χαριτάτος
3147Γεώργ. Κούστας Σπ. Μακρῆς Ν
3148Ἰω. Τσιμάρας Ν Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ν
3149Γερ. Μουσούρης Εὐστ. Παπαδάκης Ν
3150Α. Ἄννινος Καβαλιεράτος Πανούρ. Πανουργιᾶς
3151Θεόφραστος Μεταξᾶς Ν Θάνος Κανακάρης
3152Διον. Καλούτσης Ν Ἀλ. Χοϊδᾶς Ο
3153Σπυρ. Στάης Ν Ἀντ. Ρικάκης Ν
3154Μιχ. Πολίτης Ἰω. Τσερτίδης
3155Θεόδ. Θερμογιάννης Νικ. Κουμανιώτης
3156Ἰω. Καλούτσης Ἄγγ. Ροῦφος
3157Στέφ. Κοπανίτσας Ν Νικ. Καράπαυλος Ν
3158Κωνστ. Σαλταφέρος Παν. Σάκκης
3159Πέτρ. Βαρβιτσιώτης Ν Σπ. Γρίβας Ν
3160Μελέτ. Ρουσόπουλος Ἰω. Βρυώνης
3161Δημοσθ. Ματάλας Π. Ἄννινος Καβαλιεράτος
3162Νικ. Καραστέργιος Ἰω. Γεωργιάδης Ν
3163Ἀργ. Διδίκας Γεώργ. Ν. Μπούμπουλης Ν
3164Ἐδίπ–Σερέφ–Χασὶπ Ν Γεώργ. Π. Μπούμπουλης
3165Ἰω. Λάππας Ἀλέξ. Γ. Σοῦτσος
3166Νικ. Μπουφίδης Ἀνδρ. Συγγρός
3167Περ. Βαλαωρίτης Ν Δημ. Βοκοτόπουλος
3168Γερ. Σέρβος Μ. Μπογιατζόγλου Ν
3169Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ν Ἰω. Γκιὼν Ν
3170Ἀθαν. Εὐταξίας Νικ. Φώσκολος
3171Κωνστ. Κωνσταντόπουλος Σωτ. Χατζηγάκης
3172Παν. Μανέτας Κωνστ. Χατζηπέτρος ἀρν.
3173Ν. Τριανταφυλλάκος Ν Χρ. Μπλετσάκης Ν
3174Ἠλ. Ζέγγελης Ν Γ. Κανούτας Ν
3175Φίλιπ. Βάρβογλης Εὐστ. Κοκκέβης
3176Ἀθαν. Σακελλαριάδης Ν Δημ. Παπατσώρης Ν
3177Λέων Ζέρβας Ν Χρ. Καραβίτης
3178Στέφ. Δραγούμης Ν Διον. Κατρίτσης Ν
3179Νικ. Φιλάρετος Ν Ἀνδρ. Σκαλτσᾶς Ν
3180Χαρ. Τρικούπης Ν Ἀριστόβουλος Μάνεσης
3181Ἰω. Τρικούπης Ν Βασ. Δροσινός Ν
3182Παν. Μερλόπουλος Ο Νικ. Βαλάσης Ν
3183Ἀλκ. Δεληγιάννης Ἐμμ. Δημητριάδης Ν
3184Ἀντ. Καρατζᾶς Ν Κωνστ. Σαχτούρης
3185Ἀθαν. Παπαχελᾶς Ἐπαμ. Κριεζῆς
3186Χαρίλ. Προβελέγγιος Ν Νικ. Τσαμαδὸς Ν
3187Ἀντ. Μάτσας Ν Βησ. Χατζηαγγελάκης
3188Λορέντζος Δελαρόκας Ν Νικ. Ζητουνιάτης Ν
3189Ἰω. Ναυπλιώτης Ν Δημ. Ζουλούμης Ν
3190Στυλ. Βάλληνδας Ν Νικ. Χατζῖσκος Ν
3191Ἰω. Ἰντζὲς Ν Κωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ν
3192Γεώργ. Σισμάνης Δημ. Κρίτσας Ν
3193Νικ. Καλαντζόπουλος Ν Ἠρ. Γαζέπης
3194Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν Β. Βουδούρης Ν
3195Ἠλ. Ποταμιάνος Ν Νικ. Καλογερόπουλος Ν
3196Ἀριστ. Ρούκης Ν Θεμ. Λ. Κανάρης Ν
3197Σπ. Λ. Κουμουνδοῦρος Ο Κων. Παπανικολῆς
3198Γιαννοῦκος ΜαυρομιχάληςΝ
3199§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 109. Ἐκ τούτων
320098 εἶπον Ναὶ, 8 εἶπον Ὄχι, καὶ 3 ἠρνήθησαν ψῆφον.
3201Ἑπομένως τὸ ἄρθρον 9 ἐγένετο δεκτὸν διὰ ψήφων 98
3202κατὰ 8.
3203Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
3204§216ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Εἰς τὸ ἐδάφιον γʹ ἀναγράφεται ἡλι-
3205κία διὰ τὴν θέσιν ἀστυφύλακος ἐτῶν 36 ὡς πρὸς τοὺς προϋ-
3206πηρετήσαντας ἁπλοῦς στρατιώτας ἢ ναύτας, ἐνῷ ὡς πρὸς
3207τοὺς πρώην ὑπαξιωματικοὺς ὁρίζεται εἰς τὸ ἐδάφιον αʹ
3208ἡλικία ἐτῶν 40. Ἐπειδὴ καὶ οἱ πρώην ἁπλοῖ στρατιῶται
3209ἢ ναῦται, ἵνα καταταχθῶσιν ἀστυφύλακες, ὀφείλουσι νὰ
3210γνωρίζωσι γραφὴν καὶ ἀνάγνωσιν καὶ νὰ ἔχωσι διαγωγὴν
3211ἐξαίρετον ἢ καλήν, νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον ἡ ἡλικία
3212αὐτῶν νὰ κανονισθῇ συμφώνως μὲ τὴν τῶν πρώην ὑπαξιω-
3213ματικῶν, ἢ τουλάχιστον ν’ ἀναβιβασθῇ κατὰ δύο ἔτη,
3214ἀπὸ 36 εἰς 38. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ τὴν
3215πρότασιν ταύτην.
3216(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ
3217ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτά, ὡς ἔχουσι, τὰ
3218ἄρθρα 11–15 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
3219§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται).
3220§218ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
3221Ἐσωτερικῶν παρατηρῶ, ὅτι, ὅπως ἔχει τὸ ἄρθρον, δὲν
3222ἀποβλέπει εἰς ἐκτάκτους ὑπηρεσίας, καὶ ὅτι ἐντεῦθεν εἶναι
3223ἀνάγκη νὰ τροποποιηθῇ τὸ γράμμα.
3224§219ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μά-
3225λιστα· νὰ τεθῇ: «Εἰς δὲ τοὺς διακριθέντας δι’ ἐκτάκτους
3226ὑπηρεσίας». Ἐν τέλει δὲ τοῦ ἐδαφίου ἡ αὔξησις μισθοῦ
3227ἀντὶ «ἐκ δραχμῶν 10» νὰ γείνῃ «ἐκ δραχμῶν 5».
3228§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 16, ὡς
3229ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ
3230ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ
3231παρεδέχθη.
3232(Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ
3233ἄρθρα 17–20 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
3234§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 21 (ἀναγινώσκεται).
3235§222ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Διὰ τοὺς ἀγροφύλακας ἐζήτησα πληρο-
3236φορίας τινὰς ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν καὶ τὴν παῦσιν, καὶ
3237ἐὰν ἦναι δυνατόν, νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον, διότι καὶ οἱ
3238ἰδιωτικοὶ ἀγροφύλακες καὶ τὸ ζήτημα τοῦ μισθοῦ καὶ τὸ
3239ζήτημα τῆς παύσεως εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ὁ ἀστυνόμος
3240δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζῃ, ποῖος εἶναι ὁ ἁρμό-
3241διος. Τὰ ἄρθρα αὐτὰ νὰ λείψουν. Νὰ ἐπιτραπῇ δὲ εἰς τὸν
3242ἰδιοκτήτην νὰ δύναται νὰ παύσῃ τὸν ἀγροφύλακα, ὁ ὁποῖος
3243τὸν κλέπτει.
3244§223ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως δύναται.
3245§224ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἀλλὰ δὲν τὸ λέγει ὁ νόμος.
3246§225ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σήμερον παύεται ἢ ὄχι;
3247§226ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Βεβαίως.
3248§227ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λοιπὸν ὅταν παύηται σήμερον καὶ δὲν
3249ἔχωμεν ἢ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀστυνόμου εἰς τὸν δή-
3250μαρχον, ἕπεται ὅτι δύναται νὰ πράξῃ ὁ ἀστυνόμος ὅ,τι
3251ἔπραττεν ὁ δήμαρχος.
3252§228ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς καὶ τῆς παύσεως
3253νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην καὶ οὐχὶ εἰς τὸν ἀστυνόμον...
3254§229ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ἀλλὰ σήμερον δὲν διορίζει ὁ δή-
3255μαρχος.
3256§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλεῖ ἄλλος, Κύριε, καὶ δὲν ἠμπορεῖτε
3257νὰ ὁμιλῆτε ὅλοι μαζί.
3258§231ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μεταχειρίζησθε ἄλ-
3259λον τρόπον (θόρυβος).
3260§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ....
3261§233ΡΑΛΛΗΣ (ἐν ὀργῇ). Δὲν εἶναι ἀπαρτία· διότι δὲν
3262εἶναι τέλος πάντων κατάστασις αὐτή!
3263§234ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι εἴμεθα
3264συνάδελφοι ὅλοι, μὲ ἴσα δικαιώματα, καὶ δὲν εἶναι πράγμα-
3265τα αὐτά...
3266§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ὅτι πρέπει
3267νὰ τελειώσῃ ὁ εἷς, διὰ νὰ ὁμιλήσῃ ὁ ἄλλος.
3268§236ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ἀλλὰ μὲ τρόπον, παρακαλῶ.
3269§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ κουνεῖς τὸ χέρι!
3270§238ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ νὰ μὴ κουνῆτε καὶ σεῖς τὸ ἰδι-
3271κόν σας.
3272§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Ἐκάμετε ἔνστασιν περὶ μὴ
3273ἀπαρτίας;
3274§240ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα!
3275§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
3276(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, ὑπὸ
3277τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψιφολέκτου, τοῦ βουλευτοῦ
3278κ. Ἀχ. Χοϊδᾶ, καὶ εἶτα γίνεται ἡ διαλογή).
3279§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες Βουλευταὶ 105. Ἡ Βουλὴ
3280εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
3281Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 21, ὡς ἔχει, παρακαλοῦν-
3282ται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
3283Βουλὴ παρεδέχθη.
3284(Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ
3285ἄρθρον 22 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
3286§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 23 (ἀναγινώσκεται).
3287§244ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι κατὰ τὴν δευτέραν συ-
3288ζήτησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε παραδεχθῆ
3289τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου τούτου τοιαύτην, ἡ ὁποία νὰ
3290ἐξασφαλίζῃ τὸν ἰδιοκτήτην περὶ τῆς παύσεως ἀγροφύλα-
3291κος, ὅστις δὲν ἤθελεν ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντα αὑτοῦ πρὸς
3292φύλαξιν τῆς ἰδιοκτησίας του. Καὶ ἐὰν μὲν ἐν τῷ παρελθόντι
3293νόμῳ δὲν ὑπῆρχεν εἰδικὴ διάταξις, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς·
3294ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, διότι τότε μὲν
3295ἐπρόκειτο περὶ δημάρχου, τὴν σήμερον δὲ πρόκειται περὶ
3296ἀστυνόμου. Ὁ ἀστυνόμος εἶναι στρατιωτικὸς ὑπάλληλος
3297καὶ ὄχι δήμαρχος, ἑπομένως πρέπει νὰ δοθῇ μία τις
3298ἐξασφάλισις εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ
3299διορισθεὶς εἴτε κατὰ τὸν ἕνα εἴτε κατὰ τὸν ἄλλον τρόπον
3300ἀγροφύλαξ δὲν ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντά του, θέλει εἰσα-
3301κούεσθαι ἡ αἴτησις τοῦ ἰδιοκτήτου πρὸς παῦσίν του.
3302§245ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατὰ
3303τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐγένετο ἐκ μέρους
3304τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης παρατήρησίς τις, ἀφορῶσα εἰς
3305τὸν παρὰ ἰδιοκτήτου τινὸς διοριζόμενον ἀγροφύλακα.
3306Εἶπον τότε εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι οἱ ἀγροφύλακες, περὶ
3307τῶν ὁποίων ἀσχολεῖται τὸ ἄρθρον 23, εἶναι οἱ ἀγροφύλα-
3308κες, περὶ τῶν ὁποίων ἀσχολεῖται τὸ ἄρθρον 21 καὶ τὸ
3309ἄρθρον 22, οἱ ἀγροφύλακες δὲ, περὶ τῶν ὁποίων ἀσχολεῖ-
3310ται τὸ ἄρθρον 23 καὶ τὰ ἄρθρα 21 καὶ 22, εἶναι ἀκρι-
3311βῶς ἐκεῖνοι περὶ τῶν ὁποίων ἀσχολεῖται καὶ ὁ νόμος τοῦ
33121856, ὁ κανονίζων τὰ τῆς ἀγροφυλακῆς. Ἐκεῖ γίνεται
3313διάκρισις· ὅταν οἱ ἰδιοκτῆται ἐκ συμφώνου προτείνουν τοὺς
3314ἀγροφύλακας, διορίζονται οὗτοι παρὰ τοῦ δημάρχου· εἰς
3315τὸν δήμαρχον τὸ ἄρθρον 21 ἀντικαθιστᾷ τὸν ἀστυνόμον·
3316ὑπάρχει ἡ δευτέρα περίπτωσις, ἡ προβλεπομένη ὑπὸ τοῦ
3317αὐτοῦ νόμου, δηλ. ὅταν οἱ ἰδιοκτῆται δὲν συμφωνοῦν περὶ
3318τοῦ προσώπου τοῦ ἀγροφύλακος, καὶ τότε κατὰ τὸν νόμον
3319διορίζει αὐτὸν ὁ δήμαρχος μετὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβου-
3320λίου, καὶ τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ἀντικαθιστᾷ εἰς τὸν
3321δήμαρχον καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τὸν νομάρχην,
3322ὅστις διορίζει τὸν ἀγροφύλακα προτάσει τοῦ ἀστυνόμου.
3323Οἱ ἀγροφύλακες οὗτοι, περὶ τῶν ὁποίων ἀσχολεῖται ὁ νόμος
3324τῆς 15 Σεπτεμβρίου 1856, παύονται ὑπὸ τοῦ νομάρχου
3325προτάσει τοῦ ἀστυνόμου. Ἀλλ’ ἐν αὐτοῖς δὲν περιλαμ-
3326βάνονται οἱ ἀγροφύλακες οἱ διοριζόμενοι ὑφ’ ἑνὸς ἰδιοκτή-
3327του, μὴ περιλαμβανομένων τῶν τελευταίων τούτων ἐν ταῖς
3328κατηγορίαις τοῦ ἄρθρου 21, δὲν περιλαμβάνονται οὔτε εἰς
3329τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 23, ἄρα ἐξακολουθοῦν διεπόμε-
3330νοι ὑπὸ τῆς ἐγκυκλίου, ἡ ὁποία κανονίζει τὰ κατ’ αὐτούς,
3331δυνάμει δὲ τῆς ἐγκυκλίου ταύτης δύναται ὁ ἰδιοκτήτης νὰ
3332διορίσῃ οἱονδήποτε θέλει ἀγροφύλακα, ὅπως φυλάξῃ τὰ
3333κτήματά του, ἐὰν δὲ δύναται νὰ διορίσῃ, ἔχει καὶ τὸ δι-
3334καίωμα τῆς παύσεως αὐτοῦ, ἑπομένως εἰς τίποτε τὸ νο-
3335μοσχέδιον δὲν καινοτομεῖ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν περίστασιν, τὴν
3336ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης μνημονευομένην.
3337Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀντικατεστάθησαν αἱ διατά-
3338ξεις αἱ ὑφιστάμεναι ὑπὸ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 21,
3339εἶναι γνωστὸς εἰς ἅπαντας, ὅσοι ἔχουν ὀλίγην πεῖραν τῶν
3340συμβαινόντων περὶ ἀγροφυλάκων· ὅσοι γινώσκουν πόσαι
3341δυσχέρειαι ἀπαντῶνται εἰς τὸν διορισμὸν αὐτῶν, ὡς ἐκ
3342τῶν φατριαστικῶν πολλάκις ἐνεργειῶν τῶν δημάρχων,
3343πιστεύω ὅτι θέλουν παραδεχθῆ, ὅτι ἡ τροποποίησις αὕτη
3344ἐπιβάλλεται πρὸς τὸ συμφέρον ἀκριβῶς τῶν ἰδιοκτητῶν.
3345Δὲν βλέπω λοιπὸν τὴν ἀνάγκην, ὅπως τροποποιήσωμεν
3346τὰς διατάξεις εἴτε τοῦ ἄρθρου 21, εἴτε τοῦ ἄρθρου 22.
3347§246ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποία εἶναι ἡ διάταξις, ἡ ἀφορῶσα τὸν
3348ἕνα ἰδιοκτήτην;
3349§247ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει κἀμμία διάταξις ἐν τῷ
3350νόμῳ τοῦ 1856 περὶ ἀγροφύλακος διοριζομένου παρ’ ἰδιο-
3351κτήτου, καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι, μὴ ὑπαρχούσης διατάξεως
3352τοιαύτης ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ, καὶ τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ νο-
3353μοσχεδίου λέγοντος ῥητῶς, ὅτι «οἱ κατὰ τὸν νόμον τῆς
335415 Σεπτεμβρίου 1856 προτεινόμενοι ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν
3355ἀγροφύλακες διορίζονται ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου», δὲν περιλαμ-
3356βάνονται ἐν τῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου 21 οἱ ἀγροφύλακες οἱ
3357διοριζόμενοι παρ’ ἰδιοκτήτου· ἑπομένως ὡς πρὸς τοῦτο
3358οὐδεμία καινοτομία γίνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
3359§248ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν τοῦ 1856, καθὼς
3360ἐφαρμόζεται, συμβαίνει τὸ ἑξῆς· ὅταν οἱ ἰδιοκτῆται συνέλ-
3361θωσι καὶ ἐκλέξωσιν ἀγροφύλακα, ὑποβάλλουσιν ἔγγραφα
3362εἰς τὸν δήμαρχον, οὗτος ὑποβάλλει ταῦτα εἰς τὸν νομάρ-
3363χην, ὁ δὲ νομάρχης ἐπικυροῖ τὴν ἐκλογὴν καὶ διατάσσει
3364τὸν δήμαρχον νὰ ἐγκαταστήσῃ τὸν ἀγροφύλακα, βεβαιῶν,
3365ὅτι οἱ ἀναφερόμενοι εἶναι ἰδιοκτῆται, καὶ ὅτι ἀποτελοῦσι
3366τὸ ⅓. Σᾶς ἐρωτῶ, ἤδη δύναται ὁ ἀστυνόμος νὰ ἐνεργήσῃ
3367αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν;
3368§249ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως.
3369§250ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ποῦ γνωρίζει τοὺς ἰδιοκτήτας;
3370§251ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κάλλιστα δύναται νὰ ἐνεργήσῃ ὁ ἀστυ-
3371νόμος, διότι ὑποτίθεται, ὅτι ὁ ἀστυνόμος, ὁ ἐξασκῶν ἀστυ-
3372νομικὰ καθήκοντα ἐν περιφερείᾳ τινὶ, ἔχει ὡς πρῶτον κα-
3373θῆκον νὰ γινώσκῃ τοὺς ἰδιοκτήτας. Ἔχομεν δὲ κἄτι τι
3374καλὸν ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ, διότι ὁ ἀστυνόμος δὲν θὰ
3375ἔχῃ τὰ συμφέροντα τὰ κομματικὰ, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ δή-
3376μαρχος. Τί συμβαίνει σήμερον ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ νόμου;
3377Ὁ δήμαρχος πολλάκις λέγει, ὅτι συγκαλεῖ τοὺς ἰδιοκτή-
3378τας, καὶ δὲν τοὺς συγκαλεῖ, ἢ μᾶλλον συγκαλεῖ τοὺς φί-
3379λους του, καὶ τῇ ὑποδείξει αὐτῶν διορίζει ἀγροφύλακας·
3380τοῦτο γινώσκω ἐκ πείρας, ἔχομεν δὲ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
3381τῶν Ἐσωτερικῶν πλεῖστα παράπονα, γενόμενα παρ’ ἰδιο-
3382κτητῶν κατὰ φατριαστικῶν ἐνεργειῶν δημάρχων.
3383§252ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐλησμονήσατε τὸ ἑξῆς· ὅτι αἱ περιφέ-
3384ρειαι τῆς ἀγροφυλακῆς δὲν εἶναι αἱ αὐταὶ μὲ τὰς περιφε-
3385ρείας τὰς ἀστυνομικάς· ἡ ἀστυνομικὴ περιφέρεια δύναται
3386νὰ περιλαμβάνῃ δύο ἢ τρεῖς δήμους, ἐνῷ ἡ περιφέρεια
3387τῆς ἀγροφυλακῆς εἶναι ἴσως τὸ δέκατον ἢ τὸ ἑκατοστὸν
3388τοῦ δήμου, πῶς δὲ θὰ γνωρίζῃ σήμερον ὁ ἀστυνόμος, ὁ
3389ὁποῖος ἔχει δύο ἢ τρεῖς δήμους, ἐὰν εἰς τὴν περιφέρειαν Α
3390ἦναι ἱκανὸς ὁ Α νὰ ἦναι ἀγροφύλαξ; Διὰ τοῦτο, παρα-
3391καλῶ, τὰ χρέη μὲν τοῦ δημάρχου ὡς πρὸς τοῦτο νὰ τὰ ἐκ-
3392πληροῖ ὁ ἀστυνόμος, ἀλλὰ τὴν ἐκλογὴν νὰ τὴν ἐπικυροῖ ὁ
3393νομάρχης.
3394§253ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅταν ὑπάρχῃ συμφωνία μεταξὺ τῶν
3395ἰδιοκτητῶν, ποῖον ἔχομεν λόγον παρεμβάσεως τοῦ νομάρχου;
3396§254ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὑποθέσατε, ὅτι ὁ ἀστυνόμος δὲν γνωρί-
3397ζει, ὅτι εἶναι ἰδιοκτῆται· πῶς θὰ τὸ βεβαιώσῃ; Δὲν δύνα-
3398ται νὰ βεβαιώσῃ.
3399§255ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ σήμερον ἔχομεν τὸ ἴδιον κακόν.
3400Ὑμεῖς κάμνετε τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι ὁ ἀστυνόμος δὲν γνωρίζει
3401τοὺς ἰδιοκτήτας· δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ ὑποθέσω, ὅτι καὶ ὁ
3402δήμαρχος δὲν τοὺς γνωρίζει. Εἴμεθα λοιπὸν εἰς τὸ αὐτὸ,
3403μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι ὁ ἀστυνόμος δὲν θὰ ἐνεργῇ φατρια-
3404στικῶς, ὡς οἱ δήμαρχοι πολλάκις πράττουσι τοῦτο.
3405§256ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἀντικαταστάσεως
3406τοῦ δημάρχου ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς γε-
3407νικῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου· εἶναι βεβαίως μία ἐκ τῶν
3408κακῶν ἀποῤῥοιῶν, ὅπως εἶναι πλεῖσται ἄλλαι, ἀλλὰ δὲν
3409πρόκειται περὶ τούτου, διότι περὶ τούτου ἀνεπτύξαμεν ἤδη
3410τὰς γνώμας μας, εἰς τὸ ζήτημα δὲ τῶν ἀγροφυλάκων δὲν
3411διαφωνοῦμεν οὐσιαστικῶς μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσω-
3412τερικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπε τὸ ἑξῆς·
3413ὅτι εἰς τὸν διορισμὸν τῶν ἀγροφυλάκων καὶ εἰς τὴν παῦσιν
3414αὐτῶν δὲν θέλομεν νὰ νεωτερίσωμεν κατ’ οὐδὲν ἄλλο, εἰμὴ
3415μόνον, ὅτι ὁ ἀστυνόμος ἀντικαθιστᾷ τὸν δήμαρχον. Ἐνταῦ-
3416θα ὁ ἀστυνόμος, κατὰ τὸ ἄρθρον 23, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν
3417παῦσιν τῶν ἀγροφυλάκων, ἀποκτᾷ ἐξουσίαν πολὺ ἀνωτέ-
3418ραν. Ὁ νόμος τοῦ 1856, μὴ ἀναφέρων τὰ ἄτομα τῶν
3419ἰδιοκτητῶν, δὲν ἕπεται, ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται καὶ ἐπ’ αὐτῶν
3420κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀγροφυλάκων, διότι εἴτε πλείονες
3421εἴτε εἷς εἶναι οἱ ἰδιοκτῆται, διὰ νὰ διορίσουν ἀγροφύλακα,
3422ἐὰν θέλωσιν ὁ ἀγροφύλαξ οὗτος νὰ φέρῃ τὸν ἐπίσημον
3423χαρακτῆρα τοῦ ἀγροφύλακος, θὰ διέλθωσι διὰ τῶν διατυ-
3424πώσεων τοῦ νόμου τοῦ 1856...
3425§257ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τοῦ διατάγματος τοῦ 1836.
3426§258ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν συνδυασμῷ... Οἱ ἰδιοκτῆται
3427λοιπὸν θὰ ζητήσωσι τὸν διορισμὸν τῶν ἀγροφυλάκων παρὰ
3428τοῦ ἀστυνόμου, καὶ οὗτος θὰ τὸν διορίσῃ· ἐὰν δὲ δὲν ζητή-
3429σωσι, θὰ γείνουν τὰ ὁριζόμενα ἐν τῇ βʹ παραγράφῳ τοῦ
3430ἄρθρου 21. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται περὶ τῆς
3431παύσεως· εἴτε πολλοὶ εἶναι οἱ ἰδιοκτῆται, εἴτε εἷς, νομίζω
3432ὅτι, ὅταν ὁ ἀγροφύλαξ, ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ τὰ προϊόντα τῶν
3433κτημάτων των καὶ τὰ κτήματά των, ἀπ’ ἐναντίας βλά-
3434πτει ταῦτα, εἴτε κακῶς συμπεριφέρεται ἄλλως, πρέπει οἱ
3435ἰδιοκτῆται νὰ ἔχωσι δικαίωμά τι, ὅπως συναινέσει τοῦ
3436ἀστυνόμου ἐπιτυγχάνωσι τὴν ἀπαλλαγήν των ἀπὸ ἑνὸς
3437κακοῦ ἀγροφύλακος, ὅστις ἔτυχε νὰ διορισθῇ εἴτε τῇ προ-
3438τάσει των, εἴτε καὶ ἄνευ τῆς προτάσεώς των, διότι ἐνδέχε-
3439ται καὶ αὐτοὶ νὰ πλανηθῶσι καὶ ὁ νομάρχης. Καθιστᾶτε
3440κύριον τῆς φυλάξεως τῶν κτημάτων τῶν ἰδιοκτητῶν τὸν
3441ἀστυνόμον· καὶ ἐὰν ὁ ἀστυνόμος ἐξ ἰδιοτροπίας δὲν θέλῃ
3442νὰ παύσῃ ἕνα κακὸν ἀγροφύλακα, ὁ ἰδιοκτήτης εἶναι ὑπο-
3443χρεωμένος νὰ ὑφίσταται τὰς συνεπείας. Εἰς τοῦτο δὲν
3444δύνασθε νὰ διαφωνήσητε, διότι δὲν πιστεύω διὰ τοῦ νό-
3445μου τούτου νὰ θέλητε νὰ θίξητε τὰ δικαιώματα τοῦ
3446ἰδιοκτήτου, καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ διόρθωσιν τοῦ ἄρθρου
3447τοιαύτην, ἡ ὁποία νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, τὸν ἕνα
3448ἢ τοὺς πλείονας, νὰ ἀπαλλάττωνται ἑνὸς κακοῦ ἀγρο-
3449φύλακος, χωρὶς νὰ ὑπόκηται εἰς τὴν ἰδιότροπον κρίσιν
3450τοῦ ἀστυνόμου.
3451§259ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Φαί-
3452νεται, ὅτι δὲν ἔλαβον τὴν εὐτυχίαν νὰ ἐξηγήσω σαφῶς τὴν
3453ἰδέαν μου. Λέγω, ὅτι τὰ ἄρθρα αὐτὰ δὲν ἀσχολοῦνται
3454διόλου περὶ ἀγροφυλάκων διοριζομένων ὑπὸ ἑνὸς ἰδιοκτή-
3455του. Ὅταν πρόκηται περὶ πλειόνων ἰδιοκτητῶν, πρέπει
3456νὰ δώσητε τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύσεως εἰς τὸν νομάρχην
3457προτάσει τοῦ ἀστυνόμου.
3458§260ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Καὶ προτάσει τῶν ἰδιοκτητῶν.
3459§261ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οἱ ἰδιοκτῆται θὰ ὑποβάλουν τὰ παρά-
3460πονά των εἰς τὸν νομάρχην. Νομίζετε ἴσως, ὅτι σήμερον
3461οἱ ἰδιοκτῆται προτείνουν τὴν παῦσιν; Βεβαίως ὄχι.
3462§262ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ δήμαρχος.
3463§263ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ δήμαρχος, μάλιστα. Λοιπὸν αὐτὸ
3464τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχε μέχρι τοῦδε ὁ δήμαρχος, τὸ
3465ἔχει ἤδη ὁ ἀστυνόμος. Ἤδη πρόκειται περὶ τῶν ἀγροφυ-
3466λάκων, περὶ τῶν ὁποίων ἀσχολεῖται ὁ νόμος τοῦ 1856,
3467καὶ ὁ νόμος τοῦ 1856 δὲν ἀσχολεῖται περὶ τοῦ ἀγροφύ-
3468λακος τοῦ διοριζομένου ὑπὸ ἑνὸς ἰδιοκτήτου.
3469§264ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠτύχησα νὰ σᾶς δώσω νὰ ἐννοή-
3470σητε, ὅτι ὁ διορισμὸς ὁ γενόμενος παρ’ ἑνὸς ἰδιοκτήτου πρέ-
3471πει νὰ ἔχῃ τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἔχει ὁ διο-
3472ρισμὸς ἀγροφύλακος διοριζομένου παρὰ πλειόνων ἰδιοκτη-
3473τῶν. Ἑπομένως ἡ παράγραφος ἡ σχετικὴ μὲ τὸν διορισμὸν
3474ἀγροφύλακος διοριζομένου παρὰ πλειόνων ἰδιοκτητῶν πρέ-
3475πει νὰ διέπῃ καὶ τὸν διορισμὸν τοῦ ἀγροφύλακος τοῦ διορι-
3476ζομένου παρ’ ἑνὸς ἰδιοκτήτου. Δὲν ἀμφισβητῶ τοῦτο. Ἀλλ’
3477ἐννοῶ ὅτι, ὅπως, ὅταν ὁ ἰδιοκτήτης προτείνῃ τὸν διορισμὸν
3478ἀγροφύλακος, οὗτος διορίζεται, οὕτω νὰ δύναται ὁ ἰδιο-
3479κτήτης νὰ προτείνῃ καὶ τὴν παῦσιν ἑνὸς κακοῦ ἀγροφύ-
3480λακος, εἴτε εἷς εἶναι ὁ ἰδιοκτήτης οὗτος, εἴτε πλείονες.
3481§265ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πάλιν ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ αὐτὸ ζή-
3482τημα. Ἐγὼ λέγω, ὅταν πρόκηται περὶ διορισμοῦ ἀγροφύ-
3483λακος ὑπὸ ἑνὸς ἰδιοκτήτου, οὗτος δὲν ἔχει παρὰ νὰ τὸν
3484ὑποδείξῃ, καὶ ὑποχρεοῦται ἡ ἀρχὴ νὰ τὸν περιβάλῃ μὲ
3485τὴν ἐπισημότητα τοῦ νόμου· περὶ αὐτοῦ, λέγω, τοῦ ἀγρο-
3486φύλακος δὲν ἀσχολεῖται ὁ νόμος, καὶ ἑπομένως ὁ ἰδιοκτήτης
3487ὁ αὐτὸν διορίσας ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα νὰ τὸν παύσῃ. Ἐὰν
3488λάβητε τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1856, θὰ ἴδητε, ὅτι
3489πρόκειται πάντοτε περὶ ἀγροφυλάκων προτεινομένων παρὰ
3490πολλῶν ἰδιοκτητῶν, καὶ δι’ αὐτὸ βλέπετε τὴν διάταξιν
3491τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου ἐκείνου, ἥτις λέγει, ὅτι «ὅπου ἡ
3492κατάστασις τοῦ ταμείου δὲν ἐπιτρέπει τὴν παρὰ τοῦ δή-
3493μου πληρωμὴν ὁλοκλήρου τοῦ μέρους τῆς ἀντιμισθίας τῶν
3494ἀγροφυλάκων, πληρόνονται οὗτοι παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν».
3495Οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ φαντασθῇ, ὅτι ὁ νόμος ἤθελεν ἐπι-
3496βάλει εἰς τὸν δῆμον τὴν πληρωμὴν τοῦ ἀγροφύλακος τοῦ
3497ὑπὸ ἑνὸς ἰδιοκτήτου διοριζομένου. Ἑπομένως μὴ ἀσχολου-
3498μένου τοῦ νόμου τοῦ 1856 περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀγροφύλακος,
3499δὲν ἀσχολεῖται περὶ τούτου καὶ τὸ νομοσχέδιον.
3500§266ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ τεθῇ λοιπὸν, ὅτι ὁ διορισμὸς καὶ
3501ἡ παῦσις τοῦ ἀγροφύλακος γίνεται παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδιο-
3502κτήτου.
3503§267ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἡ πρότασις τοῦ ἀστυνόμου εἶναι ὑπο-
3504χρεωτική;
3505§268ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως.
3506§269ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Οἱ ἀγροφύλακες οἱ ὑπάρχοντες ἤδη τί
3507θὰ γείνουν;
3508§270ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅταν δημοσιευθῇ ὁ νόμος, τότε ὁ διο-
3509ρισμὸς τῶν ἀγροφυλάκων θὰ γίνηται συμφώνως μὲ τὸν νέον
3510νόμον.
3511(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 23, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ
3512ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ
3513ἄρθρα 24–29 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
3514§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 30 (ἀναγινώσκεται).
3515§272ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 30, ὡς παρατηρεῖτε, κύριε
3516Πρόεδρε, ἐπιβάλλει στέρησιν κατὰ τοῦ ἀστυνομικοῦ ὑπαλ-
3517λήλου, ὅστις ἤθελε καταδικασθῆ ἐπὶ παραβάσει καθήκον-
3518τος εἰς ποινὴν φυλακίσεως ἀνωτέρας τῶν 6 μηνῶν, ἐνῷ ὁ
3519ποινικὸς νόμος τοιαύτην διάκρισιν δὲν ὁρίζει· ἀπ’ ἐναντίας
3520ἐπιβάλλει στέρησιν κατὰ παντὸς, ὅστις ἤθελε καταδικα-
3521σθῆ ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ
3522ἄρθρον αὐτὸ δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὸν νόμον, οὔτε ὑπάρ-
3523χει λόγος τις, ἵνα φανῶμεν ἐπιεικέστεροι τῆς γενικῆς δια-
3524τάξεως τοῦ νόμου, προκειμένου περὶ νόμου, τὸν ὁποῖον ἔχο-
3525μεν καθῆκον νὰ περιφρουρήσωμεν μὲ ὅσον τὸ δυνατὸν περισ-
3526σοτέρας ἐγγυήσεις. Κατὰ συνέπειαν προτείνω νὰ ὑποβάλλων-
3527ται εἰς ἀνικανότητα ἐν γένει οἱ ἀστυνομικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ
3528ὁποῖοι ἤθελον καταδικασθῆ εἰς φυλάκισιν μέχρις ἕξ μηνῶν ἐπὶ
3529παραβάσει καθήκοντος, συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ ποι-
3530νικοῦ νόμου, δι’ ἐκείνους δὲ, οἱ ὁποῖοι ἤθελον καταδικασθῆ
3531εἰς ποινὴν ἀνωτέραν τῶν 6 μηνῶν, νὰ ἐπέρχωνται αἱ συνέ-
3532πειαι, τὰς ὁποίας ὁρίζει τὸ ἄρθρον 30 ὑπὸ τὴν στρατιω-
3533τικὴν ἰδιότητα. Τὸ ἄρθρον 30 λέγει, ὅτι οἱ μὲν ἀξιωματι-
3534κοὶ τίθενται εἰς ἀργίαν ἢ ἀπόταξιν, οἱ δὲ ὑπαξιωματικοὶ
3535καὶ ἐνωμοτάρχαι ἀπολύονται τῆς ὑπηρεσίας συμφώνως μὲ
3536τοὺς στρατιωτικοὺς κανονισμούς. Ἀλλ’ ὁ χρόνος τῆς ἀργίας
3537εἶναι ἀόριστος, ὥστε δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιω-
3538τικῶν μετὰ τρεῖς μῆνας νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν ἀξιωματικὸν
3539εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀνικανό-
3540τητος εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁρί-
3541σωμεν χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον συμφώνως μὲ
3542τὸ ἄρθρον 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου νὰ μένῃ ὁ καταδικασθεὶς
3543ἀπομεμακρυσμένος ἀπὸ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν. Οἱ ἀν-
3544θυπασπισταὶ, οἱ ἐνωμοτάρχαι καὶ οἱ ὑπενωμοτάρχαι ὑπά-
3545γονται ἐπίσης κατὰ τοὺς στρατιωτικοὺς κανονισμούς εἰς
3546τὰς συνεπείας τῆς ποινῆς τῆς ἑξαμήνου φυλακίσεως, καὶ
3547συνέπεια εἶναι ἡ ἀπόταξις. Ἀλλὰ πρέπει νὰ τεθῇ καὶ διά-
3548ταξις, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐπανέλθουν πλέον εἰς τὴν ἀστυ-
3549νομικὴν ὑπηρεσίαν. Ὑπὸ τὰς περιπτώσεις ταύτας ἔχω τρο-
3550ποποιήσει τὸ ἄρθρον εἰς τρόπον, ὥστε περιλαμβάνονται ἐν
3551αὐτῷ αἱ γνῶμαί μου, ἐὰν θέλητε νὰ τὸ παραδεχθῆτε.
3552§273ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς
3553προέβαλε καὶ πάλιν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ ποι-
3554νικοῦ νόμου. Ἐν τῇ χθεσινῇ συνεδριάσει ἐγένετο περὶ τού-
3555του συζήτησις, ῥητῶς δὲ κατ’ αὐτὴν εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρ-
3556χει λόγος πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 24, ἀφοῦ ἡ στρα-
3557τιωτικὴ νομοθεσία προέβλεψε τὰς συνεπείας τῆς ἐπιβλη-
3558θείσης τυχὸν ποινῆς· ἑπομένως καὶ ἡ μνεία τοῦ ἄρθρου 24
3559ἐν τῷ ἄρθρῳ 30, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, εἶναι ἐντελῶς πε-
3560ριττή. Ἐσκόπουν ὅμως, ἀνεξαρτήτως τῆς τροπολογίας τοῦ
3561κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, νὰ προτείνω νὰ προστεθῇ εἰς τὸ
3562ἄρθρον 30 ἐδάφιον γʹ, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
3563«Ἀξιωματικὸς καταδικασθεὶς εἰς φυλάκισιν ὑπερβαί-
3564νουσαν τοὺς ἕξ μῆνας ἐπὶ πράξει ἀναγομένῃ εἰς τὰ καθήκοντα
3565αὐτοῦ ὡς ἀστυνόμου καὶ ἀστυνομικοῦ ὑπαλλήλου δὲν δύ-
3566ναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, πρὶν ἢ
3567παρέλθῃ ἀπὸ τῆς ἐκτίσεως τῆς ποινῆς διετία.»
3568Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς ὑπαξιωματικούς, οὗτοι θ’ ἀπο-
3569πεμφθῶσι τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ὡς μὴ ἔχοντες ἄμεμπτον δια-
3570γωγὴν δὲν δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν, οἱ ὁπλῖται δὲ πάλιν
3571δὲν δύνανται νὰ ἐπανέλθωσι κατ’ ἄλλην διάταξιν τοῦ νόμου.
3572§274ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ εἶπον περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τιμω-
3573ροῦνται εἰς ποινὴν ἐλάσσονα τῶν ἓξ μηνῶν· διότι, ἂν εἷς
3574ἀστυνομικὸς ὑπάλληλος καταδικασθῇ εἰς τριῶν μηνῶν φυ-
3575λάκισιν, ἅμα συμπληρωθῶσιν οἱ τρεῖς μῆνες, τὴν ἐπιοῦσαν
3576θέλει παρουσιασθῆ εἰς τὴν ἀστυνομίαν, ἵνα διευθύνῃ πάλιν
3577τὰ τῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάρμοστον
3578καὶ ἀναξιοπρεπές.
3579§275ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ τροπολογία
3580τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
3581§276ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν).
3582§277ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις παρεδέχθη τὴν τροπο-
3583λογίαν ταύτην διὰ τοὺς ἀξιωματικούς, νομίζω, ὅτι εἶναι
3584ἀνακόλουθον νὰ μὴ παραδεχθῇ τὴν αὐτὴν διάταξιν διὰ τοὺς
3585ὑπαξιωματικούς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν,
3586ὅτι εἰς αὐτοὺς θὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις περὶ ἀπολύ-
3587σεως· ἀλλ’ αἱ διατάξεις αὗται ἐφαρμόζονται κατὰ τὴν διά-
3588θεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐκεῖνο, τὸ
3589ὁποῖον εἴδομεν ἐπὶ τῆς προηγουμένης πρωθυπουργίας τοῦ κ.
3590Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θὰ τὸ ἴδωμεν καὶ ἐπὶ τοῦ προ-
3591κειμένου· διότι ἐνθυμεῖσθε πάντες, ὅτι κατεδικάσθησαν ὑπα-
3592ξιωματικοὶ δι’ ἐκλογικὰς παραβάσεις, καὶ ὅμως ἐτηρήθη-
3593σαν εἰς τὰς τάξεις των καὶ ἐπανῆλθον μετὰ τὴν ἔκτισιν
3594τῆς ποινῆς των εἰς τὸ αὐτὸ μέρος, ὅπου εἶχον ἐκτελέσει τὴν
3595πρᾶξιν, πρὸς ἐκτέλεσιν ὑπηρεσίας.
3596§278ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ
3597ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἰσχυρίζεται, ὅτι θὰ
3598παρουσιασθῇ ἐπὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν, δὲν εἶναι ἐνδεχό-
3599μενον, διότι ὑπαξιωματικὸς καταδικαζόμενος εἰς ἑξάμηνον
3600φυλάκισιν παραπέμπεται εἰς τὸ ἀνακριτικὸν συμβούλιον,
3601τὸ ὁποῖον ἀποφαίνεται περὶ τῆς ἐκπτώσεως ἢ τοῦ ὑποβι-
3602βασμοῦ αὐτοῦ, πᾶς δὲ ὑπαξιωματικός, ὁ ὁποῖος ἤθελε κατα-
3603δικασθῇ εἰς μίαν τῶν ποινῶν τούτων, συνεπάγεται διαγω-
3604γὴν μὴ ἐπιτρέπουσαν τὴν ἀνακατάταξιν.
3605§279ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀφοῦ ἀπολυθῇ.
3606§280ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἡ θητεία τοῦ ὑπαξιωματικοῦ ἐθελον-
3607τοῦ εἶναι μονοετής· δὲν δύναται δὲ ν’ ἀπολυθῇ τῶν τάξεων
3608τοῦ στρατοῦ πρὸ τῆς λήξεως τοῦ ἔτους· ἐὰν δὲ ἦναι κληρω-
3609τὸς, δὲν δύναται νὰ ἀπολυθῇ πρὶν ἢ παρέλθῃ ἡ ὑποχρέω-
3610σις τοῦ κληρωτοῦ, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποπέμψωμεν
3611τὸν ὑπαξιωματικὸν ἢ τὸν ὁπλίτην ἐν γένει πρὸ τῆς λήξεως
3612τῆς θητείας του, καθόσον τότε θὰ καθιερώσωμεν τὸ ἔγκλη-
3613μα ἐν τῷ στρατῷ.
3614§281ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀποφεύγοντες τοῦτο, καθιεροῦτε τὸ
3615ἔγκλημα κατὰ τῆς κοινωνίας.
3616§282ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι· διότι ὁ ὑπαξιωματικὸς ἢ ὁ ὁπλί-
3617της ἐν γένει θὰ ἐκτίσῃ τὴν ποινήν του, μετὰ τὴν ἔκτισιν
3618δὲ τῆς ποινῆς του θὰ ἐπανέλθῃ, ἵνα ὑπηρετήσῃ τὸ ὑπό-
3619λοιπον τῆς θητείας του. Ἡ διάταξις λοιπὸν, τὴν ὁποίαν
3620ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπρότεινεν, εἶναι συντε-
3621λεστική, διότι τοὺς ὑπαξιωματικούς, τοὺς ὑποπεσόντας εἰς
3622πρᾶξιν ἀξιόποινον καὶ καταδικασθέντας εἰς φυλάκισιν
3623πλέον τῶν ἓξ μηνῶν, τοὺς ἀπομακρύνει τῆς ὑπηρεσίας ἐπὶ
3624δύο ἔτη.
3625§283ΡΙΚΑΚΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικούς, νομί-
3626ζω ὅτι ὁ νόμος δὲν ἐξασφαλίζει ἐν τῇ περιπτώσει, καθ’ ἣν
3627ἡ ποινὴ εἶναι ἐλάσσων τῶν ἓξ μηνῶν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι
3628τὸ ὀλιγώτερον· ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσέξωμεν,
3629εἶναι, ὅπως οἱ ὑπαξιωματικοί, οἱ ἐνωμοτάρχαι καὶ οἱ ὑπε-
3630νωμοτάρχαι, τιμωρούμενοι ὀλιγώτερον τῶν ἓξ μηνῶν, στε-
3631ρῶνται τοῦ δικαιώματος νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ἀστυνο-
3632μίαν· ἄλλως φαντασθῆτε τὰς συνεπείας. Ποῖος θὰ τολμήσῃ
3633νὰ καταγγείλῃ τὸν παρανομήσαντα, ὅταν γνωρίζῃ, ὅτι
3634θὰ ἐπανέλθῃ πολὺ ἰσχυρότερος, ἴσως αὐθαδέστερος καὶ
3635ἀγριώτερος;
3636§284ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ ὑπαξιωματικὸς τῆς χωροφυλακῆς
3637δὲν δύναται νὰ μετατεθῇ εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν· ἑπομένως
3638ἐὰν καταστήσωμεν ἀνίκανον τὸν ὑπαξιωματικὸν νὰ ὑπηρε-
3639τήσῃ εἰς τὴν ἀστυνομίαν, θὰ τὸν καταστήσωμεν ἄχρηστον.
3640§285ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μεταθέσατέ τον.
3641§286ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς
3642τὴν θέσιν, ἐν ᾗ ἐξετέλεσε πρᾶξιν ἀξιόποινον.
3643§287ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δυνάμει τοῦ νόμου ὁ ἀξιωματικὸς εἶναι
3644ἀξιωματικὸς καὶ ἐν ταὐτῷ καὶ ἀστυνόμος. Τιμωρούμενος
3645διὰ πταῖσμα ἀστυνομικὸν, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἐκπί-
3646πτῃ τοῦ βαθμοῦ του, ἀλλ’ ὡς ἀστυνόμος πρέπει νὰ ὑπέχῃ
3647τὰς συνεπείας τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 24, κατὰ τὴν
3648ὁποίαν δὲν δύναται πλέον νὰ ἦναι ἀστυνόμος. Ἐπειδὴ δὲ
3649διὰ τὸν ὑπαξιωματικὸν λέγετε, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ στε-
3650ρηθῶμεν τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, ἂς ὁρισθῇ νὰ μετατίθηται
3651εἰς ἑτέραν θέσιν.
3652§288ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπειδὴ
3653προβάλλεται ἐν τῷ μέσῳ ἡ πρότασις περὶ μεταθέσεως εἰς ἄλ-
3654λην θέσιν, ἂν καὶ νομίζομεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Ὑπουρ-
3655γὸς ἢ ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς μετὰ μίαν καταδίκην
3656νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν καταδικασθέντα εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν,
3657ἐν ᾗ ἐξετέλεσε τὴν πρᾶξιν, ἐν τούτοις, ἵνα ἐκλείψῃ πᾶσα
3658ἀμφιβολία, δεχόμεθα νὰ προστεθῇ καὶ τετάρτη παράγρα-
3659φος, ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
3660«Ἀξιωματικὸς, ὑπαξιωματικὸς καὶ ὁπλίτης τῆς χω-
3661ροφυλακῆς καὶ τῆς ἀστυφυλακῆς, καταδικασθέντες εἰς βαθ-
3662μὸν πλημμελήματος ἐπὶ πράξει ἀναγομένῃ εἰς τὰ καθή-
3663κοντά των, δὲν δύνανται νὰ ἐκτελέσωσιν ἀστυνομικὰ κα-
3664θήκοντα ἐν ᾧ νομῷ ἐξετελέσθη ἡ πρᾶξις, ἐφ’ ᾗ κατεδικά-
3665σθησαν, πρὶν ἢ παρέλθῃ διετία ἀπὸ τῆς ἐκτίσεως τῆς ποινῆς».
3666§289ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν τῇ φράσει «ἀξιωματικὸς, ὑπαξιωματι-
3667κὸς καὶ ὁπλίτης τῆς χωροφυλακῆς» περιλαμβάνονται μό-
3668νον οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, ὅπως διατυποῦται ἡ
3669προσθήκη αὕτη· οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν ἄλλων σωμάτων δὲν
3670περιλαμβάνονται.
3671§290ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
3672Ὅταν λέγωμεν «ἀξιωματικὸς», ἐννοοῦμεν ὅτι περιλαμβά-
3673νονται πάντες οἱ ἀξιωματικοί, οἱουδήποτε ὅπλου. Ἐπίσης
3674«ὑπαξιωματικὸς καὶ ὁπλίτης», οἱουδήποτε ὅπλου· περι-
3675λαμβάνονται πάντες.
3676§291ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφαιρέσατε τὸ «καί», διὰ νὰ λείψῃ
3677πᾶσα ἀμφιβολία.
3678§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀφαιρεῖται ὁ σύνδεσμος «καί».
3679Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 30 μετὰ τῆς προσθήκης
3680τῶν δύο παραγράφων, τῶν προταθεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουρ-
3681γοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγεί-
3682ρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3683(Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρ-
3684θρον 31 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
3685§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 32 (ἀναγινώσκεται).
3686§294ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πρὸς τὸν ἀστυνόμον δὲν ἔχει δικαίωμα
3687νὰ κάμνῃ παρατηρήσεις ὁ δήμαρχος;
3688§295ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Βε-
3689βαίως ὄχι.
3690§296ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Λοιπὸν θὰ τοῦ λέγῃ ὁ ἀστυνόμος «κάμε
3691τὴν ἀναφοράν σου εἰς τὸν νομάρχην» (ἱλαρότης).
3692(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 32, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ
3693ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 33
3694ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
3695§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 34 (ἀναγινώσκεται).
3696§298ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν τελευταίαν παράγραφον
3697«κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἀμέσως ἀνωτέρω ἐδαφίου καὶ διὰ
3698τὸν αὐτὸν λόγον δύνανται νὰ ἀπαλλαγῶσι τῶν ἀστυνομι-
3699κῶν καθηκόντων οἱ ἀνώτεροι τοῦ ὑπομοιράρχου ἀξιωμα-
3700τικοὶ τῆς χωροφυλακῆς». Διατὶ αὐτὸ τὸ «δύνανται»; διατὶ
3701νὰ μὴ μετατίθηνται ἢ ἀπαλλάσσωνται τῶν ἀστυνομικῶν
3702καθηκόντων των, ὡς καὶ οἱ ἄλλοι ἀξιωματικοί; διατὶ τὸ
3703δυνητικὸν τοῦτο;
3704§299ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Αὐ-
3705τοὶ εἶναι ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, εἶναι ὑποχρεω-
3706μένοι νὰ ἐκτελῶσι τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας, καὶ ἑπο-
3707μένως ἀπόκειται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἂν θέλῃ, νὰ ἀποδε-
3708χθῇ τὴν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἀπαλλαγήν των.
3709(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 34, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ
3710ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 35,
371136 καὶ 37 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
3712§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 38 (ἀναγινώσκεται).
3713§301ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
3714εἶπεν, ὅτι θὰ ἐπιφέρῃ τροπολογίαν τινὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν
3715νὰ ἐμφαίνηται σαφέστερον καὶ ἀναμφισβητήτως, ὅτι εἰς
3716τὰς ποινικὰς διατάξεις τῶν κοινῶν δικαστηρίων ὑπάγεται
3717καὶ ὁ διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, ὄχι μόνον τὸ λοιπὸν
3718προσωπικόν.
3719§302ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δι’
3720αὐτὸ προσετέθη ἐν τέλει τοῦ νομοσχεδίου ἡ διάταξις, δι’ ἧς
3721καταργεῖται τὸ ἄρθρον 17 τοῦ νόμου τοῦ 1884 περὶ ἰδια-
3722ζούσης δικαιοδοσίας ὡς πρὸς τὸν διευθυντήν· ἑπομένως ὑπά-
3723γεται καὶ αὐτός.
3724§303ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσω-
3725τερικῶν οὐδόλως ἱκανοποιεῖ τὴν παρατήρησιν τοῦ Βουλευ-
3726τοῦ Ἀττικῆς· διότι, ἐκ τοῦ ὅτι ἡ εἰδικὴ δικαιοδοσία καταρ-
3727γεῖται, δὲν ἕπεται, ὅτι ὑπάγεται εἰς τὰ πολιτικὰ δικα-
3728στήρια· μένει πάντοτε ἡ δικαιοδοσία ἡ στρατιωτική.
3729§304ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀντὶ τῆς λέξεως «ἅπαν» νὰ τεθῇ «τὸν
3730διευθυντὴν καὶ τὸ λοιπόν». Ἐπίσης ἐν τῇ δευτέρᾳ παρα-
3731γράφῳ ἀντὶ τῆς λέξεως «κτηνιατρικοῦ» νὰ τεθῇ «ὑγειο-
3732νομικοῦ».
3733§305ΡΑΛΛΗΣ. Τί σημαίνει τὸ «διατηρεῖται ἡ διοικη-
3734τικὴ ἀστυνομία Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς»; Διὰ τῆς διατά-
3735ξεως αὐτῆς δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν ἱεραρχίαν, εἰς τὸ ἀρχη-
3736γεῖον τῆς χωροφυλακῆς;
3737§306ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπάγεται.
3738§307ΡΑΛΛΗΣ. Ἄν ὑπάγηται, τότε δὲν τὴν διατηρεῖτε,
3739διότι, καθ’ ὅσον τὴν διατηρεῖτε, τὴν ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τῆς
3740δικαιοδοσίας τοῦ ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς. Ἡ διατή-
3741ρησις δὲ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας εἶναι ἀντιφατικὴ πρὸς
3742τὰς λοιπὰς διατάξεις, κυρίως πρὸς τοὺς ἀστυφύλακας τοῦ
3743νομοσχεδίου, διότι πάντες οἱ κλητῆρες τῆς διοικητικῆς
3744ἀστυνομίας μετατρέπονται δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου εἰς
3745ἀστυφύλακας, ἐνῷ δὲ τὸ κατώτερον προσωπικὸν τῆς διοι-
3746κητικῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς κατατάσσεται
3747εἰς τὴν ἀστυφυλακὴν, ἔχομεν αἴφνης τὴν διοίκησιν ἀνεξάρ-
3748τητον ἀπὸ τῆς ἱεραρχίας τῆς ἀστυνομικῆς, ἥτις καθιεροῦ-
3749ται διὰ τοῦ νομοσχεδίου.
3750§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 38, ὡς
3751ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν,
3752παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσό-
3753τεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3754§309ΡΑΛΛΗΣ. Μένει λοιπὸν αὐτοτελὴς ἡ διοικητικὴ
3755ἀστυνομία.
3756§310ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι.
3757§311ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχω τὴν ἀπαίτησιν νὰ τροποποιηθῇ τὸ
3758νομοσχέδιον, ἀλλὰ δύναμαι νὰ ἔχω τὴν ἀπαίτησιν, ὅπως
3759τὸ γράμμα τοῦ νομοσχεδίου ἑρμηνευθῇ ἤδη, σὺν τῇ ἐπιψη-
3760φίσει αὐτοῦ.
3761§312ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία θὰ μείνῃ ὡς
3762ἔχει, ἀλλ’ ὁ διευθυντὴς αὐτῆς θὰ ἐξαρτᾶται καὶ αὐτὸς ἐκ
3763τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς.
3764§313ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 39 (ἀναγινώσκεται).
3765§314ΡΑΛΛΗΣ. Ἐνταῦθα ὑπάρχει μία διάταξις ὅλως διό-
3766λου ἀντίθετος εἰς τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἐπὶ
3767τοῦ ἄρθρου 38 ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν (ἀναγινώ-
3768σκει): «... ἡ δὲ ἐκτέλεσις τῶν καθηκόντων τῶν ὑπαλλή-
3769λων τούτων ἀνατίθεται ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ εἰς ἀξιωματι-
3770κοὺς κλπ.» Λοιπὸν ὁ διευθυντὴς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος
3771ἐκλέγει τοὺς ἀστυνόμους; Παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῇ αὐτό.
3772§315ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι
3773σαφὴς ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου· διότι λέγει, ὅτι «πᾶσαι
3774αἱ παρὰ τῇ διοικητικῇ ἀστυνομίᾳ θέσεις πολιτικῶν ὑπαλ-
3775λήλων καταργοῦνται, ἡ δὲ ἐκτέλεσις τῶν καθηκόντων τῶν
3776ὑπαλλήλων τούτων ἀνατίθεται ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ εἰς
3777ἀξιωματικούς, οἵτινες διορίζονται εἰς τὰς οἰκείας θέσεις
3778κατὰ τὴν διάταξιν τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2»
3779Τί ἀποδεικνύει τοῦτο; ὅτι διατηρεῖται ἡ διοικητικὴ ἀστυ-
3780νομία Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ
3781ἐν αὐτῇ ὑπηρετοῦντες διορίζονται κατὰ τὴν διάταξιν τῆς
3782πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2, ἤτοι τῇ προτάσει τῶν
3783δύο Ὑπουργῶν, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ
3784τῶν Στρατιωτικῶν.
3785§316ΡΑΛΛΗΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσητε τὴν
3786διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2, ὅταν ἀνατίθηται ἡ ἐκτέλεσις τῶν
3787καθηκόντων ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ εἰς ἀξιωματικοὺς κατὰ
3788τὸ ἄρθρον 39; Ἢ ὁ διευθυντὴς θὰ ἀναθέτῃ εἰς τοὺς
3789ἀξιωματικοὺς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν, ἢ
3790ὁ διορισμὸς αὐτῶν θὰ προκαλῆται κατὰ τὸ ἄρθρον 2.
3791§317ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διορίζονται παρὰ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουρ-
3792γῶν, τὰ δὲ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας κανονίζει ὁ διευθυν-
3793τὴς τῆς ἀστυνομίας, ἀναθέτων εἰς ἕνα ἕκαστον τῶν διορι-
3794σθησομένων τὴν ἀνάλογον ὑπηρεσίαν.
3795§318ΡΑΛΛΗΣ. Ὀρθοτάτη ἡ ἰδέα, ἀρκεῖ νὰ τὴν ἐκφράσητε
3796καλλίτερον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· διότι ἐκφράζετε τὸ ἐναντίον,
3797λέγοντες «οἵτινες διορίζονται εἰς τὰς οἰκείας θέσεις κατὰ
3798τὰς διατάξεις τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2».
3799Τοῦτο σημαίνει, ὅτι τὸ βασιλικὸν διάταγμα ὁρίζει τὰς
3800θέσεις.
3801§319ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς τὴν ἀστυνομίαν ὑπάρχουσι πολλαὶ
3802θέσεις, καὶ τὸ «οἰκείας θέσεως» ἀναφέρεται εἰς τὰς διαφό-
3803ρους θέσεις. Ἡ τοποθέτησις δὲ τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων ἢ
3804τῶν διαφόρων ἀξιωματικῶν εἰς τὰς διαφόρους θέσεις, αὕτη
3805γίνεται ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ τῆς ἀστυνομίας.
3806§320ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. «Τὰς οἰκείας θέσεις» σημαίνει τὰς
3807θέσεις, τὰς ὁποίας θὰ καθορίσῃ βασιλικὸν διάταγμα.
3808§321ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ δώσητε εἰς τὸν διευθυντὴν
3809τῆς Ἀστυνομίας τὸ δικαίωμα τοῦ μεταθέτειν ἕνα ἀστυ-
3810νόμον ἀπὸ δικαιοδοσίας εἰς δικαιοδοσίαν.
3811§322ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ ἔχει σήμερον.
3812(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 39, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ
3813ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 40, 41
3814καὶ 42 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
3815§323ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 43 (ἀναγινώσκεται).
3816§324ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι καλὸν, ἂν
3817εἰς τὰς αὐτὰς διατάξεις τοῦ ΦΜʹ νόμου περὶ ἐντοπίων
3818ὑπήγοντο καὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ τῆς ἀστυνομίας.
3819§325ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν νὰ προστεθῶσι καὶ
3820οἱ ὑπαξιωματικοί.
3821§326ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν διαγράφεται ὁ σύνδεσμος «καὶ»
3822πρὸ τῆς λέξεως «ἀξιωματικοί», μετὰ δὲ τὴν λέξιν «ἀνθυ-
3823πασπισταὶ» προστίθενται αἱ λέξεις «καὶ ὑπαξιωματικοί».
3824Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 43, ὡς ἐτροποποιήθη,
3825παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσό-
3826τεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3827(Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρ-
3828θρον 44 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
3829§327ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 45 (ἀναγινώσκεται).
3830§328ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς θὰ θεωρηθῶσι πάντες
3831πεπαυμένοι, ἀφοῦ δύναται νὰ ἀρχίσῃ καὶ μερικὴ ἐφαρμογὴ
3832τοῦ νόμου;
3833§329ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ
3834παύωνται ὅπου ἀρχίσῃ ἡ ἐφαρμογή.
3835(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 45, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ
3836ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 46
3837καὶ 47 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
3838§330ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 48 (ἀναγινώσκεται).
3839§331ΘΕΜ. Α. ΚΑΝΑΡΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι
3840πρέπει νὰ ἀπολαύσουν τῶν εὐεργετημάτων τῆς προκειμέ-
3841νης προσωρινῆς διατάξεως καὶ οἱ προϋπηρετήσαντες ὡς
3842ὑπαξιωματικοὶ ἢ στρατιῶται, ἀφοῦ ἀπολαμβάνουσι τού-
3843των οἱ δημοτικοὶ καὶ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες, καὶ συνεπῶς
3844προτείνω νὰ προστεθῶσιν ἐν ἀρχῇ τοῦ πρώτου ἐδαφίου αἱ
3845λέξεις «οἱ μὴ ὑπερβάντες τὸ 45 ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτῶν».
3846Ὡσαύτως ἐν τέλει τοῦ ἐδαφίου, ἀντὶ τῆς φράσεως «οἱ
3847ἔχοντες τὰ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 10 προσόντα», νὰ τεθῇ «καὶ
3848ἔχοντες τὰ λοιπὰ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 10 προσόντα».
3849(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 48 μὲ τὰς τροποποιή-
3850σεις ταύτας. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται
3851δεκτὰ τὰ ἄρθρα 49 καὶ 50 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
3852§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 51 (ἀναγινώσκεται).
3853§333ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς
3854τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς ποῖον ἀριθμὸν ὑποθέτει, ὅτι θὰ ἀνέλ-
3855θωσιν οἱ προωρισμένοι διὰ τὴν χωροφυλακὴν κληρωτοὶ τοῦ
38561892;
3857§334ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἰς χιλίους περίπου.
3858§335ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δηλαδὴ θὰ ἔχωμεν 4,000 μέχρι
3859συμπληρώσεως τῆς ἀπαιτουμένης δυνάμεως. Τότε πρέπει
3860νὰ φέρητε δήλωσιν εἰς τὴν Βουλήν, δι’ ἧς νὰ ζητήσητε αὔ-
3861ξησιν τῆς πιστώσεως, ἣν ἔχετε ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ
3862προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
3863§336ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν θὰ
3864αὐξήσῃ τὸ κονδύλιον τοῦ προϋπολογισμοῦ· τὸ περιπλέον
3865θὰ τὸ λάβωμεν ἐκ τοῦ στρατεύματος.
3866§337ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐννοῶ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου. Λέγει
3867ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, τοὺς ἀναγ-
3868καιοῦντας ἐκ τῶν διὰ τὴν χωροφυλακὴν προωρισμένων κλη-
3869ρωτῶν τοῦ 1892 δύναται νὰ μεταθέσῃ εἰς τὴν χωροφυλα-
3870κὴν πρὸ τῆς λήξεως τοῦ χρόνου τῆς ἐν τῷ πεζικῷ ὑπηρε-
3871σίας αὐτῶν, κατὰ δὲ τὸ 1893 τοὺς ἀναγκαιοῦντας κτλ.
3872Ἀλλ’ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ 1893.
3873§338ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κατὰ
3874τὴν πρώτην ἐφαρμογήν, ἐπειδὴ οἱ τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1892
3875προωρισμένοι διὰ τὴν χωροφυλακὴν συμπληροῦσι τὸν χρό-
3876νον τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατεύματι τὴν 15 Σεπτεμ-
3877βρίου, δυνάμεθα καὶ πρὸ τῆς προθεσμίας ταύτης νὰ τοὺς
3878μεταθέσωμεν εἰς τὴν χωροφυλακήν· κατὰ δὲ τὸ 1893,
3879τουτέστι κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1893, καθ’ ἣν ἐποχὴν
3880ἀφίεται ἡ ἡλικία τοῦ 1891, ἡ ὑπηρετοῦσα εἰς τὴν χωρο-
3881φυλακὴν, δυνάμεθα πρὸς ἀναπλήρωσιν τῆς δυνάμεως ταύ-
3882της νὰ ἀποσπάσωμεν ἐκ τοῦ πεζικοῦ ἄνδρας παρελθούσης
3883ἀπογραφῆς.
3884§339ΡΑΛΛΗΣ. Τότε δὲν ἐκφράζεται καλῶς τὸ ἄρθρον.
3885§340ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀντὶ
3886τῶν λέξεων «κατὰ δὲ τὸ 1893 κλπ.», ὅπως γείνῃ σαφέ-
3887στερον, ἂς τεθῇ «ἀπὸ δὲ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1893 τοὺς
3888ἀναγκαιοῦντας ἐκ τῶν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ ὑπη-
3889ρετούντων κληρωτῶν κτλ.»
3890(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 51, ὡς ἐτροποποιή-
3891θη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Μεθ’ ὃ
3892ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 52,
3893ὡς καὶ ἡ τελευταία διάταξις, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
3894§341ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ σύνολον αὔριον.
3895§342ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται
3896δι’ αὔριον.
3897Λύεται ἡ συνεδρίασις.
3898Ὥρα 2 καὶ 50′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον.