1893.02.11
3,156 rows · 23,263 words · 319 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 62
τῆς 11 Φεβρουαρίου 1893.
(Πέμπτη).
Ὥρα 5 μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ἀλεξάνδρου Ἀντωνοπούλου).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα τοῦ δημάρχου Νέας Μιζέλης, διαβιβάζοντος ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου περὶ μὴ καταργήσεως τοῦ αὐτόθι ὑποτελωνείου. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Τηλεγράφημα τοῦ Γ. Ζάγκλαρη ἐκ Πύργου, παρακαλοῦντος, ὅπως ἡ Κυβέρνησις συστήσῃ εἰς τὸ ἐκεῖ ὑποκατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὴν χορήγησιν δανείων εἰς τοὺς κτηματίας. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Τηλεγράφημα τοῦ Χαραλάμπους Κοντοῦ, καταγγέλλοντος τὸν λοχαγὸν Ἀποκορίτην, ὡς ἐπιτεθέντα κατ’ αὐτοῦ ἀναιτίως. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
§2ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Χθὲς ἰσχυρίσθην, ὅτι ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας ὤφειλεν ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου 1892 καθ’ ἑκάστην ἑξαμηνίαν, ἅμα τῇ λήξει αὐτῆς, ν’ ἀποδίδῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὸ ἀναλογοῦν μέρος ἐκ τῶν κερδῶν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς διημφισβήτησε τοῦτο.
§3Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδὲν ἠμφισβήτησα.
§4ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἠμφισβητήσατε, ὅτι ὤφειλε νὰ πληρώνῃ καθ’ ἕκαστον ἑξάμηνον.
§5Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς τὸ τέλος τῆς ἑξαμηνίας νὰ ἦναι γνωστὸν τὸ ἀποτέλεσμα· πρέπει νὰ παρέλθῃ χρόνος τις, ἵνα ἐξετασθῇ ὁ ἀπολογισμὸς καὶ ληφθῇ ὁριστικὴ ἀπόφασις.
§6ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ περὶ Τραπέζης νόμος ἀναγράφει ἐν ἄρθρῳ 6 τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τῆς ὠφελείας τῆς προκυπτούσης ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἡ Τράπεζα ὑποχρεοῦται νὰ χορηγήσῃ εἰς τὸ Δημόσιον καθ’ ἑξαμηνίαν εἰκοσιπέντε τοῖς ἑκατὸν ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1892». Ἀπὸ τῆς λήξεως δὲ τῆς αʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1892 ἔχουσι παρέλθει 7 μῆνες, ἔχει δὲ λήξει ἤδη καὶ ἡ δευτέρα ἑξαμηνία τοῦ αὐτοῦ ἔτους, καὶ ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος Τράπεζα ἐξακολουθεῖ τὰς αὐτὰς ὑπεκφυγὰς πρὸς ἀπότισιν τῶν ὀφειλομένων, εὑρίσκει δὲ πρόθυμον καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὴν δικαιολογήσῃ, προβαλλομένη, ὁτὲ μὲν, ὅτι ἐγείρονται ἀντιῤῥήσεις, ὁτὲ δὲ, ὅτι ἔχει παραπεμφθῆ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον· τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι τὸ Δημόσιον στερεῖται τοῦ δικαιώματός του ἐπὶ 7 ἤδη μῆνας, διότι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καθυστερεῖ τῶν καθηκόντων της ἀπέναντι τῆς Τραπέζης, ἐνῷ εἶναι τόσον ἀμείλικτος κατὰ τῶν μικρῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου.
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Χθὲς ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, τοῦ ὁποίου, ὡς γνωστόν, τμῆμα ἐξ 77 χιλιομέτρων δὲν ἐξετελέσθη εἰσέτι. Καθ’ ἃ δὲ ἀνέγνων ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὡς λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οὗτος εἶπεν, ὅτι τὸ κακὸν πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν πλημμελῆ ἐνέργειαν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως· ἀνεφέρετο δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας προϊστάμην. Πεποιθότως φρονῶ, ὅτι ἡ ὑπόθεσις τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν εἶναι ἀξία τῆς εὐρυτάτης ἐρεύνης τῆς Βουλῆς. Εἶναι πρέπον, ὅπως ἡ Βουλὴ διαφωτισθῇ οὐ μόνον περὶ τῶν συμφωνιῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἤρξατο ἡ ἐκτέλεσις τοῦ σιδηροδρόμου, οὐ μόνον περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν διὰ τὸ κατασκευασθὲν μέρος, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν γενομένων μετὰ τὴν πτώχευσιν τοῦ ἐργολάβου τῆς κατασκευῆς, τοῦ κ. Ρολὲν, πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ὑπολοίπου μέρους τῆς γραμμῆς. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἤθελεν ὑποτεθῆ, ἢ ἤθελε προταθῆ ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι συνετέλεσε κατά τι παράλειψις ἢ πλημμελὴς ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, ἧς προϊστάμην, προθύμως θέλω ὑποβληθῆ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, ὡς πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦτον καὶ οἱ ἄλλοι, ὅσοι παρεσκεύασαν τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται νῦν τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι προσῆκον νὰ συζητῶ μόνος, δὲν παραλείπω νὰ εἰδοποιήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα συλλέξῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας καὶ κομίσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα συνέχονται μετὰ ἑκάστου τῶν σταδίων τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Προαναγγέλλω λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι σκοπῶ νὰ προκαλέσω τὴν συζήτησιν ταύτην περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁρίζω τὴν προσεχῆ Δευτέραν διὰ τὴν συζήτησιν ταύτην ἐν τῇ Βουλῇ.
§8ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§9ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, ἐγένετο κατάδηλον, ὅτι πρόκειται περὶ ὑποθέσεως, ἥτις διεξάγεται σήμερον ἐν Βρυούλοις, καὶ οὕτως ἐξηγεῖται, πῶς τὸ Ὑπουργεῖον μέχρι τοῦδε δὲν ἔχει γνῶσιν τῶν ἐπὶ τοῦ θέματος λεπτομερειῶν. Ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ ἐν Σμύρνῃ Γεν. Προξενείου τὸ ζήτημα τῆς ἰθαγενείας παρέχει πάμπολλα πράγματα εἰς πολλῷ μείζονα ἀναλογίαν ἢ εἰς πᾶσαν ἄλλην περιφέρειαν Προξενείου. Τοῦ γεγονότος ὅμως, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος, δὲν ἔχω γνῶσιν οὔτε ἐξ ἀναφορᾶς τοῦ προξένου οὔτε ἐκ παραπόνων τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν. Ἀλλὰ καθὼς ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος, τὸ γεγονὸς συνέβη τὸν Δεκέμβριον, καθ’ ὃν χρόνον δηλαδὴ ἔτι ὑπῆρχεν ἐν Βρυούλοις ἀρχὴ προξενικὴ ἀτελής, πρακτορεῖον. Ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ Ἰανουαρίου, ἐφαρμοσθέντος τοῦ τελευταῖον ψηφισθέντος νόμου, διωρίσθη ἐκεῖ ὑποπρόξενος, ὅστις δὲν μετέβη εἰσέτι πρὸς ἐγκατάστασιν· ὑπηρετεῖ ὅμως ἐκεῖ ὁ βʹ διερμηνεὺς τοῦ ἐν Σμύρνῃ Προξενείου ὡς ἀναπληρωτὴς τοῦ ὑποπροξένου, ἀνεγνωρισμένος ἤδη. Οὕτως οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι ἔχουσι νῦν ἄμεσον προστάτην, ἀντιπρόσωπον τῆς προξενικῆς ἀρχῆς, ἔχοντα πάντα τὰ δικαιώματα τοῦ προξένου. Εἰδικῶς δὲ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι οὗτος ἐκ τῶν διακεκριμένων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῇ προξενικῇ διερμηνέων. Θέλω, ἐκ τῶν ἐκτεθέντων ἐνταῦθα λαμβάνων ἀφορμὴν, ἐξετάσει εἰδικώτερον περὶ τῶν ἐν Σμύρνῃ καὶ Βρυούλοις διατρεχόντων, καὶ θέλω πληροφορήσει τὴν Βουλήν. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ ἐν Βρυούλοις Ἕλληνες πολῖται δυσκόλως δύνανται νὰ πάθωσι μείωσιν τῆς θέσεως αὐτῶν, διότι οἱ πολῖται οὗτοι εἶναι κατὰ τὰ 9/10 ἐκ τῶν ἰθαγενῶν καὶ οὐχὶ ἐκ τῶν ἀποκτησάντων τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν διὰ πολιτογραφήσεως; εἶναι σχεδὸν πάντες ἐκ Νάξου.
§10ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καί τινες ἐξ Ἄνδρου.
§11ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πιθανῶς· ἀλλὰ τῶν Ναξίων ὁ ἀριθμὸς ἰσοφαρίζει πρὸς τὸ ἥμισυ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Νάξου. Ἐκ τούτων βλέπετε, ὅτι κίνδυνος ἀπωλείας δὲν θὰ ὑπάρξῃ. Ὅτι ὅμως οἱ Ἕλληνες πολῖται, ἰδίως κατ’ ἐκείνην τὴν περιφέρειαν, ὑφίστανται τὸ μαρτύριον τῆς ἀπαύστου ἀνανεώσεως τῶν περὶ ἰθαγενείας ἀντιῤῥήσεων, τοῦτο εἶναι βέβαιον.
§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τίς διευθύνει τὸ ὑποπροξενεῖον;
§13ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Τζορβατζόγλους.
§14ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τῆς παρούσης συνόδου παρεκάλεσα τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ προσαγάγωσι σημείωσιν τῶν ἀδικημάτων τῶν διαπραχθέντων παρὰ τῶν στρατιωτικῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ. Καὶ ὁ μὲν κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλε σημείωσιν, ἀναφέρουσαν, ὅτι 5 κατηγγέλθησαν, εἷς ἐτιμωρήθη καὶ 2 ἠθωώθησαν, δὲν μᾶς λέγει ὅμως οὔτε τίνες ἦσαν οὗτοι, οὔτε διὰ τίνας πράξεις κατηγορήθησαν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης οὐδὲν ἐκ τῶν ἐγγράφων προσήγαγεν, ἦτο δὲ ἀνάγκη νὰ προσαχθῶσι ταῦτα, ἵνα φωτισθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νομοσχέδιον, διότι δὲν πρέπει νὰ ἐμπιστευθῶμεν τοὺς πολίτας εἰς χεῖρας αὐτῶν, ἀφοῦ, ὡς γνωρίζετε, οἱ καλοὶ στρατιωτικοὶ δὲν ἀναμιγνύονται. Ἡ δικαιοσύνη ἀργεῖ διὰ τοὺς στρατιωτικούς· ἐὰν προσήγοντο αἱ δικογραφίαι, ἠθέλετε ἴδει ἐγκλήματα φοβερὰ, διαπραχθέντα, διὰ τὰ ὁποῖα ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία δὲν ἔδωκε λόγον. Καταγγέλλονται οἱ στρατιωτικοὶ καὶ ἀθωοῦνται διὰ σκανδαλωδῶν βουλευμάτων, ἐνῷ οἱ πολῖται πάντες ἔδωσαν λόγον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἀφοῦ μάλιστα ὀλίγιστον χρόνον θὰ χρειασθῶσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα λάβωσι τὰς ζητουμένας πληροφορίας παρὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων. Σήμερον ἔτι συνέβη ἓν μέγα κακούργημα, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μέτρα, διότι καθιερώθη ἓν εἶδος γενιτσαρισμοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀφόρητον καὶ οἱ πολῖται σκέπτονται, πῶς νὰ προστατεύσουν τὰ συμφέροντά των ἰδίαις δυνάμεσι. Σήμερον τὴν πρωΐαν, ἢ χθές, ὁ ἀστυνόμος Μωραΐτης κατεκρεούργησε πολίτην τινὰ, ὁ ὁποῖος ἴσως ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ ζωῇ. Αὐτὴ ἡ κατάστασις εἶναι φοβερὰ καὶ πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς δικογραφίας, ἵνα ἴδωμεν, ἂν τοιοῦτον νομοθέτημα δύναται νὰ ψηφισθῇ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νομοσχεδίου μέχρι τῆς προσαγωγῆς τῶν δικογραφιῶν. Ἅμα δὲ λάβητε ταύτας ὑπ’ ὄψιν, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ πεισθῆτε, ὅτι, καὶ ἂν ψηφισθῇ ὁ νόμος, δὲν πρέπει νὰ ἐκδώσητε τὸ περὶ ἐκτελέσεως αὐτοῦ διάταγμα, διότι δὲν θὰ λειτουργήσῃ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας.
§15ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατὰ τὸν θεμελιώδη νόμον καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ προσαγωγῆς ἐγγράφων ἀφορώντων εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει, ἐπὶ ἐπερωτήσει οἱουδήποτε τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα· προκειμένου ὅμως περὶ δικογραφιῶν, νομίζω, ὅτι αὗται δὲν δύνανται νὰ ὑποστῶσι τὸν ἔλεγχον τῆς ἐξελέγξεως, διότι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι αὐτοτελὴς καὶ αἱ πράξεις αὐτῆς, ἐν ὅσῳ εἰσὶν ἀνεξάρτητοι τῶν πράξεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἶναι ἀνεπίδεκτοι ἐλέγχου. Δὲν ἐννοῶ, τί θὰ παραχθῇ ἐκ τῆς εἰς τὴν Βουλὴν προσαγωγῆς μιᾶς δικογραφίας ποινικῆς· θὰ ἐκτιμήσῃ ἡ Βουλή, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξε τὸ δικαστήριον, καταδικάσαν ἢ ἀθωῶσαν τὸν Α ἢ τὸν Β; Ἐφ’ ὅσον ἡ ἐνέργεια τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων σχετίζεται πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, δύναται νὰ ὑποστῇ ἔλεγχον, ἀλλὰ δὲν ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ τὸ καθῆκον νὰ προσκομίσω εἰς τὴν Βουλὴν δικόγραφα ἀναγόμενα εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, διότι ἡ προσαγωγὴ αὐτῶν οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἐπάγεται.
§16ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέκρουσε πρύμναν, ἀφοῦ, συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεώς μου, γνωρίζω, ὅτι ἠρώτησε τὰς ἀρχὰς καὶ ἔλαβε καὶ ἀπαντήσεις. Ἐγὼ δὲν ζητῶ νὰ παραβιάσω τὴν ἐχεμύθειαν, ἀλλὰ ζητῶ σημείωσιν τῶν ἀδικημάτων καὶ τὰς δικογραφίας τῶν περατωθεισῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπὴν δικαστικήν, διὰ νὰ ἴδητε ποία ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος μας διὰ τοὺς στρατιωτικοὺς ἀστυνόμους.
§17ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν ὅσῳ πρόκειται περὶ σημειώσεως, θέλω τὴν καταθέσει.
§18ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω βούλευμα τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι, ἐπειδὴ καλῶς ἔπραξεν ὁ δεῖνα στρατιώτης καὶ ἔδειρε τὸν δεῖνα πολίτην, διὰ ταῦτα τὸν κηρύττομεν ἀθῶον! Φαντασθῆτε δικαιοσύνην!! Συμφέρει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δίδῃ τὰ μέσα τῆς ἐξελέγξεως, θὰ τὴν παρακαλέσω δὲ νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἄρνησίν της, ἀλλὰ νὰ φέρῃ τὰ ἔγγραφα, καὶ θέλει πεισθῆ, ὅτι ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας εἶναι κἄτι τι τυραννικὸν εἰς τὸν παρόντα αἰῶνα, καὶ ὅτι δικαιοσύνη δὲν ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι.
§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ προσδιορίσωμεν ἀκριβῶς, τί ἐννοοῦμεν, λέγοντες νὰ προσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θεωροῦμεν ἀναγκαῖα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νομίζει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ζητῶνται, οὐδὲ νὰ προσαχθῶσι τὰ ζητούμενα ἔγγραφα· πρὸς τὴν γνώμην δ’ αὐτοῦ ταύτην θέλομεν προβάλει ἀντίῤῥησιν καὶ θέλομεν κρίνει ἐπ’ αὐτῶν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχωσιν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, δικογραφίαι, πρέπει νὰ διακριθῶσιν εἰς δύο κατηγορίας, εἰς δικογραφίας ὑποθέσεων ἐκδικασθεισῶν ἤδη, καὶ εἰς δικογραφίας ὑποθέσεων μήπω ἐκδικασθεισῶν, ἐκκρεμῶν. Ἐὰν πρόκηται περὶ δικογραφιῶν ὑποθέσεων ἐκκρεμῶν ἐνώπιον τῆς ἀνακρίσεως, ἡμεῖς δὲν θέλομεν ζητήσει νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ταύτας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, διότι δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰ μυστήρια τῆς ἀνακρίσεως. Ἐὰν ὅμως πρόκηται περὶ δικογραφιῶν ὑποθέσεων ἐκδικασθεισῶν, εἴτε διὰ βουλεύματος τῶν ἁρμοδίων δικαστικῶν συμβουλίων, εἴτε δι’ ἀποφάσεων δικαστικῶν, ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν νὰ προσαχθῶσιν αἱ δικογραφίαι αὗται. Πλὴν τούτου ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν σημείωσιν τῶν καταγγελθεισῶν ἀξιοποίνων πράξεων ὡς πραχθεισῶν ὑπὸ ἀστυνομικῶν ὀργάνων, τοῦ εἴδους αὐτῶν, τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον κατηγγέλθησαν, τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον παρεπέμφθησαν πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεως, ἵνα κρίνωμεν ἐὰν ὁ διαῤῥεύσας χρόνος δὲν ἐνδεικνύῃ ἀδράνειαν ἢ ὀκνηρίαν τῶν ὀργάνων τῆς ἀνακρίσεως, καὶ νὰ παρακαλέσωμεν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δώσῃ τὴν προσήκουσαν ὤθησιν.
§20ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐνόσῳ πρόκειται περὶ σημειώσεων, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ προσαγάγω ταύτας, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ δικογράφων, νομίζω, ὅτι ἡ κατάθεσις αὐτῶν δὲν θὰ ἔχῃ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ μεταβληθῇ εἰς ἀνώτερον δικαστήριον, ἵνα κρίνῃ, ἂν ὁ ἐφέτης ἢ ὁ πταισματοδίκης καλῶς ἢ κακῶς ἐδίκασε. Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀσκήσῃ τοιοῦτον ἔλεγχον; Σημειώσεις δύναμαι νὰ καταθέσω, ἀλλ’ οὐχὶ δικόγραφα, ἐξ ὧν πᾶσα συζήτησις εἰς οὐδὲν θέλει καταλήξει ἀποτέλεσμα.
§21Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν προέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἤθελεν εἶσθαι ὀρθὴ, ἐὰν, ἀφοῦ ἐκόμιζε τὰς ζητουμένας δικογραφίας, εἷς τῶν κυρίων συναδέλφων ἤθελεν ἐπιχειρήσει ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον οἱ νόμοι δὲν ἐπέτρεπον εἰς αὐτόν· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο, ἀφοῦ δὲν προσήχθησαν εἰσέτι αἱ δικογραφίαι. Ἐφ’ ὅσον τυγχάνουσιν ἔτι ἐκκρεμεῖς αἱ ποινικαὶ ὑποθέσεις, βεβαίως δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν τὰς δικογραφίας· ἀφοῦ ὅμως περαιωθῶσι, δὲν ὑπάρχει πλέον ἀπόῤῥητον· πᾶσα ἕνεκα τούτου ἀπαγόρευσις αἴρεται, καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν τὰς δικογραφίας. Ἐὰν ποιησώμεθα κακὴν χρῆσιν, ἐὰν ἐκτείνωμεν τὰ δικαιώματα ἡμῶν πέραν τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα διαγράφει, ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει εἶσθαι παρὼν καὶ θέλει δυνηθῆ νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ νὰ καταθέσῃ τὰς δικογραφίας ἐκ φόβου μὴ τοιοῦτόν τι συμβῇ.
§22ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, περιορίζει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ Σύνταγμα εἶναι ἀπόλυτον. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως ἕνα ἔχει σκοπὸν, τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἑπομένως πᾶσα πρᾶξις ἢ παράλειψις τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ γείνῃ ἀντικείμενον ἐπερωτήσεως καὶ συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει ἐκ τῶν νόμων τῆς Πολιτείας δικαιώματα καὶ καθήκοντα ὡς πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, καὶ ἑπομένως δύναται νὰ ἐξασκηθῇ ἔλεγχος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοῦ ἐὰν ἤσκησε τὰ δικαιώματα ταῦτα ὡς ὤφειλε νὰ τὰ ἐξασκήσῃ. Μεταξὺ τῶν δικαιωμάτων τούτων εἶναι καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιτήρησις τῆς ἀπονομῆς τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο δυνάμεθα νὰ ὑποβάλωμεν ἐπερώτησιν καὶ νὰ προκαλέσωμεν ἔλεγχον. Ἐρωτᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης: καὶ πῶς θὰ ἐπεμβῶμεν εἰς τὴν δικαστικὴν συνείδησιν, ἵνα γνωμοδοτήσωμεν, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἀπεφάνθη; Ὑπάρχουσιν, ἀπαντῶ, πλεῖσται περιστάσεις, καθ’ ἃς, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς αἰτιολογίας τῶν ἀποφάσεων, δυνάμεθα νὰ ἐλέγξωμεν τὸ συμπέρασμα αὐτῶν. Οὕτω π. χ. προχθὲς ἤκουσα λεγόμενον ἐνταῦθα, ὅτι ἠθωώθη τις, κατηγορούμενος ἐπὶ πλαστογραφίᾳ ἐγγράφου, τοῦ ὁποίου καὶ χρῆσιν ἐποιήσατο, καὶ ἠθωώθη οὗτος διὰ τὸν λόγον, ὅτι μετεμελήθη βραδύτερον, κατά τινα δὲ διάταξιν τοῦ ποινικοῦ νόμου, δὲν ἠδύνατο νὰ τιμωρηθῇ. Ἀμέσως δυνάμεθα νὰ ἀποφανθῶμεν, ὅτι τὸ δικαστήριον κακῶς ἡρμήνευσε τὸν νόμον, καὶ ἡ ἀπόφασις ἔδει νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἀνώτερον δικαστήριον, ὅτε οὐ μόνον ἤθελεν ἀναιρεθῆ ἡ ἀπόφασις, ἀλλ’ ἤθελε τιμωρηθῆ πειθαρχικῶς καὶ τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον τοιαύτην ἐξέδωκεν ἀπόφασιν. Καὶ τὴν τοιαύτην τιμωρίαν ἠδύνατο ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ ἐπιδιώξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ ἐλέγξωμεν αὐτὸν ἐπὶ τῇ μὴ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων τούτων. Ἕνεκα τούτων φρονῶ, ὅτι ἡ θεωρία, ἣν ἠθέλησε νὰ ἀναπτύξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν ἔννοιαν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα διαγράφει ὡς ἀπόλυτον.
§23ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἐπιμείνῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν ἄρνησιν αὐτοῦ· ἡ ἄρνησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τοῦ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς τὰς πράξεις τῶν ὑπ’ αὐτὸν ὀργάνων εἶναι τοσοῦτον σοβαρά, ὥστε δὲν θέλω νὰ τὴν χαρακτηρίσω μὲ τὴν πρέπουσαν λέξιν. Σήμερον ἑτοιμάζεται νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀφαιρεῖτε συνταγματικὸν δικαίωμα παρὰ τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ἀναθέτετε εἰς στρατιωτικούς, οἵτινες δὲν ὑπάγονται εἰς τὰ δικαστήρια τὰ κοινά.
§24ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑπάγονται.
§25ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀφαιρεῖτε διὰ διατάξεως νεωτέρας καὶ τὴν μόνην ἐγγύησιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ προηγούμενος νόμος, τὴν ἀφαιρεῖτε σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ θέλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης οὐδ’ ὁ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἔλεγχος νὰ ἀσκῆται ἐπὶ τῶν πράξεων τῶν ὀργάνων, εἰς τὰ ὁποῖα πρόκειται ν’ ἀνατεθῇ ἡ ἀσφάλεια, ἡ τιμὴ καὶ ἡ περιουσία τῶν πολιτῶν. Εἶναι γνωστὰ τὰ γενόμενα μέχρι τοῦδε ὅπου ἐφηρμόσθη ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία· δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλος, ὅτι δὲν σέβεται τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν· δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλα προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσι καὶ προσήκουσιν εἰς τοὺς στρατιωτικούς, βεβαίως ὅμως οὗτοι δὲν εἶναι τὰ κατάλληλα ὄργανα πρὸς ἀστυνομίαν. Καὶ θέλετε, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἔχητε τὸ σκότος ἐν συνταγματικῷ πολιτεύματι! Ἐὰν πρόκηται τὸ πολίτευμα ἡμῶν νὰ μεταβληθῇ, ἐὰν προπαρασκευάζηται μεταβολὴ τοῦ πολιτεύματος, ἄλλως ἔχει τὸ πρᾶγμα· ἀλλὰ πάντως πρέπει νὰ περιμείνητε νὰ τελεσθῇ ἡ μεταβολή. Μόνον ἐὰν δὲν ἦσθε συνταγματικοὶ Ὑπουργοί, δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων ὑμῶν. Ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ ἐπιμείνῃ ὁ κύριος Ὑπουργός. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς μετὰ τῆς Κυβερνήσεως θέλωσι νὰ ἐπιμείνωσιν, ὅπως ἀφαιρέσωσιν ἀπὸ τῆς Βουλῆς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου τῶν πράξεων αὐτῆς διὰ τὰς ἀστυνομικὰς παραβάσεις, βεβαίως ἡμεῖς δὲν θέλομεν τὸ ἀνεχθῆ· καὶ ἡμεῖς καὶ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς θὰ διδάξωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν δύναται νὰ πράξῃ ὅ,τι σκοπεῖ καὶ ὅ,τι προτίθεται διὰ νομοσχεδίων τοιούτων, οἷα ὑποβάλλει ἡμῖν.
§26ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι ἐκ παρεξηγήσεως τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντων προῆλθεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εἰς τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Οὐδέποτε ἰσχυρίσθην, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου πασῶν τῶν κυβερνητικῶν πράξεων· τοὐναντίον ἀνωμολόγησα τοῦτο, προσθεὶς, ὅτι καὶ ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς, ἔχω καθῆκον, εὐθὺς ὡς δι’ ἐπερωτήσεως ζητηθῶσιν ἔγγραφα ἀναγόμενα εἰς τὰς πράξεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, νὰ τὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν. Μίαν μόνην ἐποιησάμην παρατήρησιν, ὅτι ἔλεγχον δὲν δύναται νὰ ἀσκήσῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν καθαρῶς δικαστικῶν ἀποφάσεων, διότι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐκ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν εἶναι ἀνεξάρτητος, δὲν ἔχει δὲ τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐξετίμησε τὸ δικαστήριον τὰς ἀφορώσας εἰς ὡρισμένον ἀδίκημα περιστάσεις καὶ προῆλθεν εἰς ἀπόφασιν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως πρόκειται περὶ ὀργάνων τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, περὶ τῶν ὑπαλλήλων δηλαδὴ, οἵτινες ὑπάγονται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ οἵτινες εἶναι ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, βεβαίως ἐπὶ πάσῃ πράξει αὐτῶν ὁ Ὑπουργὸς ὑπέχει εὐθύνην καὶ ὀφείλει ἐπὶ πάσῃ ἐπερωτήσει νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα τὰ αἰτούμενα. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐγὼ βεβαίως θὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅσα ἔγγραφα νομίζω ὅτι δύνανται νὰ διαφωτίσωσι τὴν Βουλήν· ἐὰν δὲ κριθῶσιν ἀνεπαρκῆ, θὰ σκεφθῶ, ἐὰν παραβλάπτωνται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐκ τῆς καταθέσεως ἑτέρων ἐγγράφων, διότι, ὡς γινώσκετε, καὶ ἡ κατάθεσις ἐγγράφων καὶ ἡ ὑποβολὴ πληροφοριῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ὑποβάλλονται εἰς περιορισμὸν, καὶ τότε πάλιν ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφανθῇ, ἐὰν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους δὲν παραβλάπτωνται ἐκ τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων. Ὀφείλω ἐν τούτοις νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς, τὸν ὁποῖον προέβαλεν, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας καταργεῖται ἡ τῶν κοινῶν ποινικῶν δικαστηρίων δικαιοδοσία ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ἀστυνόμων, δὲν εἶναι βάσιμος, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οἱ στρατιωτικοὶ ἀστυνόμοι καὶ οἱ ὁπλῖται ἀκόμη καὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ οἱ ἁπλοῖ ἀστυφύλακες ὑπάγονται εἰς τὰ τακτικὰ ποινικὰ δικαστήρια· ἐξαίρεσις μόνον γίνεται διὰ τὰ καθαρῶς στρατιωτικὰ παραπτώματα, οἷα εἶναι ἡ στρατιωτικὴ πειθαρχία, ἡ διαχείρισις εἰδῶν στρατωνισμοῦ κλπ., περὶ τῶν ὁποίων ῥητὴ γίνεται μνεία εἰς τὸ ἄρθρον 46 τῆς ποινικῆς νομοθεσίας. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὸ συζήτησιν, δὲν ἀφῄρεσε τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ποινικῶν δικαστηρίων, ὅπως θ’ ἀποδειχθῇ ἐν τῇ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅταν συζητηθῇ τὸ οἰκεῖον ἄρθρον.
§27ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ χθὲς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νομοσχεδίου ἀνέφερόν τι, εἰς τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ καὶ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀναγκάζομαι ν’ ἀπαντήσω. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ καθαρῶς στρατιωτικῶν παραπτωμάτων.
§28ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§29ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπαντῶ εἰς παρατηρήσεις, ἃς ἐποιήσατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Κατὰ τὸ ἄρθρον 46, ἐξαιρεῖται ὁλόκληρος σειρὰ παραπτωμάτων, περιλαμβανομένων ἐντὸς ὁλοκλήρου βιβλίου τῆς ποινικῆς στρατιωτικῆς νομοθεσίας. Μεταξὺ τούτων ὑπάρχουσι παραπτώματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσι καθαρῶς στρατιωτικά. Τὸ ἄρθρον 46 τῆς στρατιωτικῆς ποιν. νομοθεσίας ἀναφέρεται εἰς τὴν χωροφυλακὴν, ἥτις εἶναι καθαρῶς στρατιωτικὸν σῶμα, ὄργανον τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας. Ἐνταῦθα δὲν πρόκειται πλέον περὶ καθαρῶς στρατιωτικοῦ σώματος, ὀργάνου τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀστυνομιῶν τοπικῶν. Ὡς τοιαῦτα δὲ παραπτώματα ἀνέφερον ἐν παραδείγματι τὸν συνεταιρισμὸν τῶν προσώπων τούτων τῶν στρατιωτικῶν μετ’ ἄλλων δι’ ἐργολαβίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἀνατίθεται εἰς αὐτοὺς ἡ ἐπίβλεψις καὶ ἡ ἐπιθεώρησις, ἀνέφερον καὶ ἄλλα παραδείγματα. Τὰ παραπτώματα ταῦτα ἐξαιροῦνται τῶν τακτικῶν δικαστηρίων κατὰ τὸ ἄρθρον 46 τοῦ στρατιωτικοῦ ποινικοῦ κώδικος. Ἀνέφερον ὡς παράδειγμα ἕτερον τὴν πώλησιν εἰδῶν ἐφθαρμένων, τὰ ὁποῖα παραβλάπτουσι τὴν ὑγείαν καὶ ὧν ἡ ἐπίβλεψις ἀποτελεῖ μίαν ἐκ τῶν κυρίων ἐργασιῶν τῆς ἀστυνομίας, οὐχὶ τῆς χωροφυλακῆς. Τὸ παράπτωμα τοῦτο τῆς πωλήσεως εἴτε ἀμέσως παρὰ τοῦ ἀστυνόμου, εἴτε ἐμμέσως διὰ συνεννοήσεως μετ’ ἄλλων, τὸ παράπτωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι καθαρῶς πολιτικὸν, διὰ τῆς ἐξαιρέσεως τῆς εἰσαγομένης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑποβάλλεται εἰς τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια. Φαντασθῆτε ἀστυνόμον, ὅστις ἐν συνεννοήσει μετ’ ἄλλων ἀνέχεται τὴν πώλησιν εἰδῶν ἐφθαρμένων καὶ παραβλαπτόντων τὴν δημοσίαν ὑγείαν, ὑπαγόμενον οὐχὶ εἰς τὰ πολιτικὰ δικαστήρια, ἀλλ’ εἰς τὰ στρατιωτικά.
§30ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὸ εἶναι θέμα τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, δὲν εἶναι ἐπερώτησις.
§31ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι ἐπερώτησις, ἀλλὰ δὲν πταίω ἐγὼ, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις παρακαίρως ἤγειρε τὴν συζήτησιν.
§32ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ὀλίγας λέξεις μόνον, εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ, καὶ ἀκριβῶς εἶπον, ὅτι τοῦτο θὰ συζητηθῇ εὐρέως, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου.
§33ΔΑΛΛΑΣ. Ἔχω ἐντολὴν νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πληροφορίας περὶ τῶν ἐνεργηθεισῶν ἀνακρίσεων περὶ πράξεως, ἥτις ἔλαβε χώραν πρὸ 50 ἡμερῶν εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ. Κατ’ ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον (ἀναγινώσκει): «Ὁ Ἀλέκος Μυλωνᾶς, ἀνθυπολοχαγὸς καὶ διοικητὴς τοῦ μεταβατικοῦ Φαρσάλων καὶ Ἁλμυροῦ, ἔπλασε τὸν Ρίζον Φούντην, καὶ ἀφοῦ τὸν ἔδειρεν ἀνηλεῶς καὶ μέχρι θανάτου, τὸν ἔδεσεν εἰς δένδρον καὶ τὸν ἀφῆκεν ἐκτεθειμένον εἰς τὸ ψῦχος, ὅπου καὶ ἀπέθανεν! Ὁ δήμαρχος Γούρας ἐτηλεγράφησεν ἀμέσως τὴν βανδαλικὴν πρᾶξιν εἰς τὸν Βασιλέα, εἰς τὸν νομάρχην Λαρίσσης καὶ εἰς τὸ ἐκεῖ Ἀρχηγεῖον, ἐβάστασε δὲ καὶ τὸ πτῶμα ἐπὶ 10 ἡμέρας ἄταφον, ὅπως ἴδωσιν οἱ ἰατροὶ καὶ κάμωσι τὴν ἔκθεσιν, ἦλθε δὲ στρατιωτικὸς ἀνακριτὴς ὁ ἀντισυνταγματάρχης Ἀναστάσιος Κεφαλληναῖος εἰς Ἁλμυρὸν, ἐπῆρε δύο ἰατροὺς καὶ μετέβη εἰς Γούραν, ὅπου ἔγειναν αἱ δέουσαι ἀνακρίσεις καὶ ἀπεδείχθη πληρέστατα ἡ πρᾶξις...» Ταῦτα λέγω, διότι ἐνδεχόμενον νὰ ἔχωμεν πρόχειρόν τινα ἀνασκευὴν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ κρίνω ἀναγκαίαν τὴν λεπτομερῆ ἔκθεσιν τῶν γραφομένων, ἵνα τὸν ἀπαλλάξω τοιαύτης ἐνοχλήσεως (ἀναγινώσκει). «Διαδίδεται ὅμως μετ’ ἐπιτάσεως, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ πάθῃ ἀξιωματικὸς, ὅστις ἐκ μεγάλου ζήλου πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν ἔπραξε τοῦτο.»
§34ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἰδοὺ κατάλληλος ἀξιωματικὸς διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν!
§35ΔΑΛΛΑΣ. Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν εἶχον ἐπερωτήσει καὶ ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν, καὶ διὰ γενικῆς ἐπερωτήσεως, ὅτε ἐπραγματεύθην τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ δι’ εἰδικῶν ἐπερωτήσεων, ὅτε κατήγγειλα εἰς αὐτὸν διαφόρους ἐκτρόπους καὶ ἐκνόμους πράξεις ὡρισμένων στρατιωτικῶν, καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ καταθέσῃ σχετικὰς πληροφορίας. Οὐ μόνον δ’ ἐγὼ, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ἔκ τε τῆς πτέρυγος ταύτης καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Συμπολιτεύσεως, πολλάκις καὶ ἐπανειλημμένως κατήγγειλαν τοιούτους ἄθλους στρατιωτικῶν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐζήτησαν πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Τί ὅμως ἀπήντησεν εἰς ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργός; τί ἔπραξεν ἱκανοποιοῦν, ἂν ὄχι τοὺς πολίτας, ἀλλὰ τὴν τιμὴν τῶν στρατιωτικῶν, ἡ ὁποία ἴσως διεσύρετο διὰ τῶν καταγγελθεισῶν πράξεων, καὶ περὶ τῆς ὁποίας τοσοῦτον δηλοῖ, ὅτι ἐνδιαφέρεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν; Ἠγείρετο καὶ προχείρως προσεπάθει νὰ ἀπαντήσῃ δι’ ἀορίστων τινῶν λέξεων, ὑπονοουσῶν ἐνίοτε, ὅτι ἴσως καὶ οἱ πολῖται ἔπταισαν, ὡσὰν οἱ στρατιωτικοὶ σὺν τῷ ξίφει, ὅπερ ἐδόθη αὐτοῖς ὑπὸ τῆς πατρίδος, ἔλαβον καὶ ποινικήν τινα ἐξουσίαν, ἣν ἀσκοῦσιν αὐθαιρέτως ἐπὶ τῶν πολιτῶν...
§36ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν λαμβάνουσι διὰ τοῦ νόμου τούτου.
§37ΔΑΛΛΑΣ. Καὶ τὴν ὁποίαν θὰ λάβωσιν ἴσως, ὡς μοὶ ὑπομιμνήσκει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, διὰ τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Τοιουτοτρόπως δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δίδει διὰ τῶν ἀπαντήσεών του δικαίωμα εἰς τοὺς παρεκτρεπομένους ἀξιωματικοὺς νὰ ἐπαναλάβωσι τὰς πράξεις ταύτας. Πότε προσῆλθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, σεβόμενος τὰς ἐπανειλημμένας ἐπερωτήσεις καὶ τὰς ἐπανειλημμένας διαμαρτυρίας, αἵτινες, ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπον, ἐξ ὅλων τῶν πτερύγων τῆς Βουλῆς ἠγέρθησαν κατὰ τοιούτων ἐκνόμων πράξεων τῶν στρατιωτικῶν, ἵνα πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι ἔστω καὶ εἷς ἐξ αὐτῶν ἐτιμωρήθη, ἢ εἷς τοὐλάχιστον μετετοπίσθη πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς κοινῆς συνειδήσεως; Ἱκανὰ ἤδη ἐῤῥήθησαν παρὰ τοῦ σεβαστοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ περὶ τῆς καταθέσεως δικογραφιῶν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει τοιοῦτον δεσμὸν, οὐδὲ πρόφασιν τοιαύτην νὰ προβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα μὴ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας οὐ μόνον ἐγὼ, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι τῶν κ. κ. συναδέλφων ἐζήτησαν. Ὅταν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀσκούσης τὸν ἔλεγχον, οὕτως ἀνευλαβῶς διατίθηνται πρὸς τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς ἐπερωτήσεως, οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ δι’ ὑπαινιγμῶν παρέχουσιν ἀφορμὴν εἰς τοὺς παρεκτρεπομένους νὰ θρασύνωνται, ὁποίαν τάξιν, ὁποίαν εὐλάβειαν πρὸς τοὺς νόμους ἀναμένετε παρὰ τῶν κατωτέρων ὀργάνων τῆς διοικήσεως; Νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον νὰ παύσῃ τὸ ἀνούσιον τοῦτο παιγνίδιον, τὸ ὁποῖον παίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως· ἄλλως πρέπει τοὐλάχιστον νὰ εἴπωμεν πρὸς τοὺς πολίτας νὰ ζητήσωσι νὰ λάβωσι τὸ δίκαιόν των διὰ τῶν ἰδίων αὐτῶν χειρῶν, καὶ ἂς ἦναι βέβαιος ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι θὰ τὸ λάβωσι.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§39ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Περὶ τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου ἐξ Ἀγυιᾶς καταγγελθέντος γεγονότος δὲν ἔχει γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν;
§40ΔΑΛΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κρίνει ἴσως ἀναξίαν ἀπαντήσεως τὴν ἐπερώτησίν μου ὁ κ. Ὑπουργός. Εἶναι τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως. Ὅπως καὶ ἄλλοτε ὁ κ. Πρωθυπουργός...
§41Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§42ΔΑΛΛΑΣ. Ὅπως καὶ ἄλλοτε ὁ κ. Πρωθυπουργός...
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὅ,τι εἴπετε· ἤδη εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§44ΔΑΛΛΑΣ.....
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§46ΔΑΛΛΑΣ. Ἔλαβον τὸν λόγον ἀμέσως (θόρυβος).
§47ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τί εἶναι αὐτά!
§48ΔΑΛΛΑΣ. Πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, νὰ διεκδικήσω τὸ δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ δὲν θὰ μὲ ἐμποδίσητε...
§49ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι διὰ λαθροχειρίας δὲν καταργεῖται τὸ δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ (θόρυβος).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§51ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέμενε τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ αἰφνιδίως βλέπομεν τὸν κ. γραμματέα ἐγειρόμενον καὶ ἀναγινώσκοντα.
§52Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ μάλιστα ἐπιπροσθέτω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν ἐξεπληρώσατε τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον συνήθως οἱ Πρόεδροι τηροῦσι· δὲν εἴπετε δηλ. ὅτι «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ εἶπον, κύριε Βουλευτά.
§54ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, τὸ εἶπε.
§55Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ εὐτυχίαν μὲ ὅ,τι ἡ φύσις ἐπροίκισεν ὑμᾶς, ἐπροίκισε καὶ ἐμὲ, καὶ ἐγὼ δὲν τὸ ἤκουσα.
§56ΔΑΛΛΑΣ. Ἐγὼ ἔλαβον ἀμέσως τὸν λόγον.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὅσα εἴπετε.
§58ΡΑΛΛΗΣ (πρὸς τὸν Πρόεδρον). Δὲν δύνασθε νὰ κηδεμονεύσητε ὑμεῖς τὸν Ὑπουργόν.
§59Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὑμεῖς εἴπετε, ὅτι ἔληξε τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων καὶ μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἡμεῖς δὲν τὸ ἠκούσαμεν· δὲν εἴμεθα δὲ ὑποχρεωμένοι ν’ ἀκούωμεν ὅσα ὑμεῖς λέγετε εἰς τοὺς κόλπους σας καὶ ἀκούουσι μόνον οἱ περὶ ὑμᾶς γραμματεῖς. (Ἐνταῦθα τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ τακτικὸς Πρόεδρος κ. Β. Βουδούρης).
§60ΔΑΛΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἐξακολουθήσω.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. προεδρεύων βεβαιοῖ, ὅτι εἰσῆλθεν ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§62ΔΑΛΛΑΣ. Ἡμεῖς ὅμως δὲν τὸ ἀντελήφθημεν· πῶς τὸ ἀντελήφθητε σεῖς;
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω κἀνένα λόγον νὰ διαψεύσω τὸν ἀντιπρόεδρον.
§64ΔΑΛΛΑΣ. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε καὶ κἀνένα λόγον νὰ διαψεύσητε μίαν Βουλήν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν τὸ ἀντελήφθην, διότι ἤμην εἰς τὸ δωμάτιον τοῦ Προεδρείου, ἀλλ’ ὁ κ. ἀντιπρόεδρος μὲ βεβαιοῖ, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἐγὼ δὲν δύναμαι ἢ νὰ δώσω πίστιν εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ κ. ἀντιπροέδρου· ἐπίσης ἡ Βουλὴ βεβαιοῖ τὸ αὐτό.
§66ΔΑΛΛΑΣ. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι εἰσέρχεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ δύναται δι’ ἀποφάσεώς της νὰ μοὶ ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ λόγου...
§67ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι, δὲν δύναται.
§68ΔΑΛΛΑΣ. Ἀλλ’ ἂς ἀναγραφῇ τοὐλάχιστον εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς δὲν ὡμίλησα.
§69ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς ἀμφισβητοῦμεν τὸ γεγονὸς, καὶ παρακαλοῦμεν ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§70ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§71ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κλείητε τὰ στόματα τῶν Βουλευτῶν διὰ λαθροχειρίας.
§72ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ τί δικαίωμα ἔχετε σεῖς νὰ ὑβρίζητε;
§73ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διατὶ ὑβρίζομεν;
§74ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως ὑβρίζετε, ὅταν ὁμιλῆτε περὶ λαθροχειρίας. Καὶ τί ἀνάγκην ἔχομεν νὰ σᾶς ἀφαιρέσωμεν τὸν λόγον; Μήπως αὔριον δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας;
§75ΡΑΛΛΗΣ. Σήμερον θέλομεν ἡμεῖς, καὶ βεβαίως οὐδενὸς τὸ ἀνάστημα θὰ μᾶς φοβίσῃ.
§76ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ οὐδὲ τὸ πάχος τινὸς θὰ φοβίσῃ ἡμᾶς.
§77ΔΑΛΛΑΣ. Παρετήρησα λοιπόν...
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τίνος ἔχετε τὸν λόγον;
§79ΔΑΛΛΑΣ. Ἔχω τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸν ἔχετε.
§81ΔΑΛΛΑΣ. Θὰ ἐξακολουθήσω, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ μοὶ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον, διότι ἡ Βουλὴ εἰσῆλθεν ἤδη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§83ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγω, κύριε Πρόεδρε. Ἤκουσα τὸν ἀντιπρόεδρον λέγοντα λέξεις τινὰς, τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ ὑπέλαβον ὡς ἀναφερομένας εἰς τὴν πρόσκλησιν τῶν Βουλευτῶν, ἐὰν ἔχωσι ν’ ἀγορεύσωσι πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀλλὰ τοσοῦτον σιγὰ ὡμίλει ὁ κ. ἀντιπρόεδρος, ὥστε πολὺ πιθανὸν, εἶναι βέβαιον μάλιστα, ὅτι οἱ ἄλλοι συνάδελφοι δὲν ἤκουσαν. Ἔπεται ἐκ τῆς τυπικῆς ταύτης εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἰσόδου, ὅτι κωλύονται οἱ Βουλευταὶ νὰ ὁμιλήσωσι; Τοιαύτη στενὴ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ οὐδέποτε ἐγένετο. Πολλάκις καὶ ὑμεῖς αὐτὸς, κύριε Πρόεδρε, εἴπετε, ὅτι «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν», καὶ διεκόπητε παρὰ Βουλευτοῦ, δηλώσαντος ὅτι ἔχει νὰ ὁμιλήσῃ, καὶ ὑπεχωρήσατε. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἐμποδίσητε ἀπὸ τοῦ νὰ ὁμιλήσῃ ἐκεῖνον, ὅστις βεβαίως δὲν ἤκουσεν, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, κατὰ τὸν Κανονισμὸν ὅταν ἡ Βουλὴ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ ἐπὶ ἐπερωτήσεων, ὁ ἀντιπρόεδρος δὲ βεβαιοῖ, ὅτι εἰσῆλθεν ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§85ΔΑΛΛΑΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν τὸ ἀντελήφθη.
§86Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (ἀντιπρόεδρος). Σεῖς δὲν τὸ ἀντελήφθητε. Δὲν δύνασθε μονομερῶς ὑμεῖς νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἀντελήφθη.
§87ΔΑΛΛΑΣ. Ἂς βεβαιώσῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προτείνετε νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή;
§89ΔΑΛΛΑΣ. Μάλιστα.
§90ΡΑΛΛΗΣ. Ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε, συνειθίσαμεν καὶ ὑπὸ τὴν προεδρίαν ὑμῶν αὐτῶν νὰ ἀκούωμεν τὸν Πρόεδρον ἐρωτῶντα «ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;» Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀγυιᾶς ἀπηύθυνε μίαν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν· ἀνέμενεν ἀπάντησιν, διότι τὸ ἀντικείμενον εἶναι σπουδαιότατον· ἀλλ’ αἴφνης ἀκούομεν ψελλίζοντά τι τὸν κ. ἀντιπρόεδρον καὶ τὸν κ. γραμματέα μὲ τὸ νομοσχέδιον ἀνὰ χεῖρας. Ἔπεται ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν; Νομίζετε δὲ, ὅτι θὰ πάθῃ ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δοθῇ ἐκ δευτέρου ὁ λόγος εἰς τὸν Βουλευτὴν, διὰ νὰ βεβαιώσῃ τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς τὴν ζωὴν πλέον ἑνὸς πολίτου;
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, μοὶ φαίνεται, ὅτι τὰ παράπονα ταῦτα δύναται νὰ τὰ ἐκθέσῃ καὶ αὔριον.
§92Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πεντάκις εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ τὸ Προεδρεῖον, ἐπιεικῶς φερόμενον, ἐδέχθη νὰ ὑποβάλωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐπερωτήσεις. Ληξάσης τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀγυιᾶς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἀπήντησε· παρῆλθον σχεδὸν 5 λεπτά...
§93ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι δά!
§94Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ... Τὸ Προεδρεῖον ἐνόμισεν, ὅτι πιθανὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἤθελε ν’ ἀπαντήσῃ αὔριον...
§95ΔΑΛΛΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀδιαφοροῦμεν τί θὰ πράξῃ· πρόκειται περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ Βουλευτοῦ.
§96Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. .. Κατὰ συνέπειαν τὸ Προεδρεῖον εἶπεν, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ἠγέρθη ὁ γραμματεὺς καὶ ἤρχισε τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Λυποῦμαι δὲ πολὺ διὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι διὰ λαθροχειρίας ἠθέλησε τὸ Προδρεῖον νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§97ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐξ ὅσων ἀντελήφθην νομίζω, ὅτι ὁ κύριος ἀντιπρόεδρος εἶναι ἐν τῇ ἀληθείᾳ, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀντιλέγοντες δὲν δύνανται ἰσχυρῶς νὰ διαψευσθῶσι. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἐτελείωσεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἁγυιᾶς, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Ζυγομαλᾶς μεγαλοφώνως ἠρώτησε τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἂν ἔχῃ νὰ ἀπαντήσῃ πρὸς τὸν Βουλευτὴν, ἢ ἂν ἔχῃ πληροφορίας· ἐν τῷ μεταξὺ αὐτῷ ὁ κ. ἀντιπρόεδρος, μὴ προσέχων εἰς τὸν κ. Ζυγομαλᾶν, εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τὸ ὁποῖον πολλοὶ δὲν τὸ ἤκουσαν,—ἐγὼ τὸ ἤκουσα,—καὶ ἤρχισεν ἡ ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου. Οὕτως ἐγὼ ἀντελήφθην τὰ πράγματα. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι καὶ ὁ κ. ἀντιπρόεδρος ἔχει δίκαιον καὶ οἱ ἀντιλέγοντες δὲν ἔχουσιν ἄδικον (ἱλαρότης). Δὲν βλέπω τί ἀπέμεινεν ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως ἢ μόνον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ δώσῃ πληροφορίας αὔριον. Τελειώνει ἡ ἐπερώτησις, καὶ εἰσερχόμεθα κανονικῶς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δὲν βλέπω διατὶ ὅλος αὐτὸς ὁ θόρυβος ἐκ μέρους τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀντελήφθησαν τοὺς λόγους τοῦ κ. ἀντιπροέδρου.
§98ΛΑΣΚΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἀντελήφθην ὡς ἑξῆς τοῦ πράγματος. Μετὰ τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἁγυιᾶς ὁ κ. ἀντιπρόεδρος εἶπε,—σιγαλῶς μὲν, ἀλλὰ τὸ εἶπεν,— ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντιβασιλείας. Ὅτε δ’ ἔμελλε νὰ ψηφισθῇ τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐγερθεὶς εἶπε: «καὶ δὲν ἔχει νὰ εἴπῃ τίποτε ὁ κύριος Ὑπουργὸς περὶ τῶν καταγγελθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἁγυιᾶς;»...
§99ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔτσι εἶναι.
§100ΛΑΣΚΑΡΗΣ. .. Καὶ τότε ἠγέρθη τὸ ζήτημα, ὅπερ μᾶς ἀπασχολεῖ. Τώρα παραδέχομαι, ὅτι πιθανὸν νὰ μὴ ἠκούσθησαν παρ’ ὅλων οἱ λόγοι τοῦ κ. ἀντιπροέδρου, διότι ὁ κ. ἀντιπρόεδρος δὲν ἔχει καὶ σθεναρὰν τὴν φωνὴν, ἀλλ’ οὕτως ἐγένετο.
§101ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§102ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Διὰ νὰ ἀπευθύνω ἐγὼ τὴν ἐρώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν δὲν ἔχῃ νὰ ἀπαντήσῃ τι εἰς τὸν κ. ἐξ Ἁγυιᾶς Βουλευτὴν, ἂν δὲν ἔχῃ τοὐλάχιστον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν πληροφορίας περὶ τοῦ τελεσθέντος κακουργήματος, ἀπόδειξις, ὅτι δὲν ἀντελήφθην, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νομίζω δὲ, ὅτι καὶ τὸ πλεῖστον τῆς Βουλῆς δὲν ἀντελήφθη τοῦτο. Πιθανὸν,—καὶ βεβαίως δὲν ἀμφισβητῶ τὴν φιλαλήθειαν τοῦ κ. ἀντιπροέδρου, διότι γνωρίζω τὸν ἄνδρα, ὅτι εἰς οἱανδήποτε πτέρυγα καὶ ἂν ἀνήκῃ, οὐδέποτε δύναται νὰ ψευσθῇ,—πιθανὸν, λέγω, ὁ κύριος προεδρεύων νὰ εἶπε σιγανῇ τῇ φωνῇ, ὅτι «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν», ἀλλ’ ἐγὼ δὲν τὸ ἀντελήφθην, οὐδ’ ἡ Βουλὴ, καὶ μὴ ἀντιληφθείσης τῆς Βουλῆς, δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Διὰ τοῦτο νομίζω ὀρθὸν,—καὶ ὑπάρχει τοιαύτη πρότασις,—ἂν κρίνῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὄχι νὰ περιορίσῃ τὸν Βουλευτὴν τοῦ νὰ ὁμιλήσῃ, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ περιορίσῃ τὸν λόγον, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἁπλῶς, ἂν ἡ Βουλὴ ἔχῃ εἰσέλθει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νὰ δηλώσῃ τοῦτο.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε ὅμως Κύριοι, νὰ ἀρνηθῆτε, ἓν ἄτοπον, ὅπερ συχνάκις λαμβάνει χώραν, καὶ φέρει εἰς δύσκολον θέσιν τὸ Προεδρεῖον. Πολλάκις τὸ Προεδρεῖον περιμένει ἐπὶ 2–3 λεπτὰ καὶ οὐδεὶς ζητεῖ τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως· μόλις δ’ ὁ Πρόεδρος εἴπῃ «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν», ἐγείρονται εἷς ἢ δύο Βουλευταὶ καὶ ζητοῦσι τὸν λόγον.
§104ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἐλλείψεις αὗται τῶν πολυμελῶν σωματείων.
§105ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πρὸ παντὸς ἀπαιτεῖται καλὴ πίστις.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί προτείνετε τώρα;
§107ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, προτείνω νὰ μὴ ἀπολύηται ὁ χρόνος εἰς μάτην· ἂν εἶχε δοθῆ ὁ λόγος εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν πρὸ ἑνὸς τετάρτου, θὰ εἶχε περατώσει οὗτος τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας εἶχε νὰ ὑποβάλῃ, καὶ θὰ εἴχομεν ἤδη εἰσέλθει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Διάλογοι).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν;
§109ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§110ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§111ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ ὑπὸ τῆς Βουλῆς διωρισμένος, ἵνα βεβαιοῖ τὰ τελούμενα ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου μάλιστα, εἶναι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς—καὶ τοῦτο δὲν ὑπόκειται εἰς οὐδεμίαν ἀμφισβήτησιν—ἐδήλωσεν, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ παρήγγειλε τὸν γραμματέα, ὅστις ἤρχισε ν’ ἀναγινώσκῃ τὸ νομοσχέδιον. Τὸ πρᾶγμα ἐγένετο, καὶ ἀφοῦ ἐφθάσαμεν εἰς τοῦτο, βεβαίως πρέπει νὰ προχωρήσωμεν, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν αὔριον βεβαίως θὰ δυνηθῇ νὰ δώσῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας.
§112ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἄλλως ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐπρόκειτο νὰ δώσω τὰς πληροφορίας νῦν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὰς δώσω. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀντιβασιλείας ἢ διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν ἀποδημίᾳ τοῦ Βασιλέως ἐκτὸς τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἔτος 1893, καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ, ὡς ἔχει).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§115ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν καταλαμβάνω εἰς τί χρησιμεύει ἡ διάταξις ἡ τελευταία, ἀφοῦ πᾶσα κυβερνητικὴ πρᾶξις, ἀφορῶσα εἰς διορισμὸν προσώπου, δημοσιεύεται δυνάμει τοῦ νόμου περὶ δημοσιεύσεως τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μόνον μετὰ τὴν δημοσίευσιν αὐτῆς ἐκτελεῖται. Ἡ παράγραφος αὕτη παρέλκει, διότι δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ ἐκ τῆς φράσεως «τὰ περὶ διορισμοῦ τῶν κατὰ τὰς ἀνωτέρω δύο παραγράφους ἀστυνόμων Β. Διατάγματα δημοσιεύονται πρὸ τῆς ἐκτελέσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», ὅτι ἄλλα διατάγματα σχετικὰ πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου δὲν θὰ δημοσιεύωνται.
§116ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Μόνον τὰ περὶ προβιβασμῶν διατάγματα δέον νὰ δημοσιεύωνται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως πρὸ τῆς ἐκτελέσεως, πάντα τἆλλα δύνανται νὰ δημοσιευθῶσι καὶ μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Τοῦτο λοιπὸν πρόκειται νὰ διορθώσωμεν ἐνταῦθα, ὥστε πᾶσα κίνησις ἀξιωματικοῦ ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ νὰ καταχωρίζηται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως πρὸ τῆς ἐκτελέσεως.
§117ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐνταῦθα πρόκειται περὶ μεταθέσεως ἀξιωματικῶν ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας εἰς τὴν πολιτικὴν, καὶ περὶ τοιαύτης μεταθέσεως δὲν ἰσχύουσιν αἱ διατάξεις τῶν στρατιωτικῶν κανονισμῶν.
§118ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐτέθη, ἵνα μὴ παρανοηθῇ ἡ διάταξις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν αʹ συζήτησιν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3–7 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§120ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐν ἀρχῇ τοῦ ἄρθρου, μετὰ τὰς λέξεις «ἅπαντες οἱ ἀστυνόμοι» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ ἐπιθεωρηταί». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἔχει).
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§122ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸν καταργούμενον νόμον ὑπῆρχεν «ἐντὸς τριετίας ἀπὸ τῆς ἐκ τοῦ στρατοῦ ἀπολύσεώς του»· ἤδη διαγράφεται ἡ προθεσμία. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, διατὶ ἐτέθη τότε, διαγράφεται δὲ σήμερον ἡ διάταξις αὕτη;
§123ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τότε μὲν ἐθεωρήθη ὡς ἐπαρκὴς ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀπολυθέντων ἐντὸς τῆς τριετίας, ἀλλ’ ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι οὕτω δὲν θὰ εἴχομεν ἀρκετὸν ἀριθμὸν ἀστυφυλάκων, καὶ ἑπομένως ἠθελήσαμεν νὰ παρατείνωμεν τὸν χρόνον, ἵνα ἄρωμεν τὸν φραγμὸν τῶν τριῶν ἐτῶν.
§124Θ. Α. ΚΑΝΑΡΗΣ. Εἶναι γνωστὸν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι διὰ τοὺς ἡμίσεις περίπου τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ καὶ ναυτῶν δὲν τίθενται εἰς τὰς ἀφέσεις αὐτῶν ὡς πρὸς τὴν διαγωγὴν αἱ λέξεις «ἐξαίρετος» ἢ «ἄμεμπτος», ἀλλὰ «καλλίστη» ἢ «καλή». Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον ἐν τοῖς ἐδαφίοις αʹ καὶ γʹ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «αʹ) ὑπηρέτησεν ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς μὲ διαγωγὴν ἐξαίρετον ἢ ἄμεμπτον, ἢ τῆς θαλάσσης μὲ διαγωγὴν τοὐλάχιστον καλὴν, ἐπὶ τέσσαρα ἔτη ὡς ὑπαξιωματικὸς καὶ δὲν ἔχει συμπεπληρωμένον τὸ 40 ἔτος τῆς ἡλικίας του»... «γʹ διήνυσεν ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς μὲ διαγωγὴν ἐξαίρετον ἢ ἄμεμπτον, ἢ τῆς θαλάσσης μὲ διαγωγὴν τοὐλάχιστον καλὴν, διετῆ ὑπηρεσίαν καὶ γινώσκῃ γραφὴν κλπ».
§125ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα, (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 11–14 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται).
§127ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πόσος θὰ ἦναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων;
§128ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν δύναμαι νὰ ὁρίσω ἀκριβῶς· ὑποθέτω, ὅτι θὰ ἦναι χίλιοι ἀλλ’ ἡ πεῖρα θ’ ἀποδείξῃ, ἐὰν ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς θὰ ἦναι ἐπαρκής. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 15, ὡς ἔχει).
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται).
§130ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτοὶ τῆς πρώτης τάξεως θὰ λάβουν αὔξησιν μισθοδοσίας, ἀνεξαρτήτως τῆς θητείας, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας;
§131ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρέπει νὰ διακριθῶσιν ἐκτάκτως κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των.
§132ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν βλέπω νὰ πρόκηται ἐν τῷ ἄρθρῳ περὶ ἐκτάκτων ὑπηρεσιῶν. Δύναται νὰ διακριθῇ ὁ ἀστυφύλαξ ἐκτελῶν εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν του, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς αὐστηρᾶς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος εἶναι ἀνεξάρτητον τῆς μισθοδοσίας. Βεβαίως, ἐὰν πρόκηται περὶ ἐκτάκτων ὑπηρεσιῶν, δύναται νὰ τεθῇ τοιαύτη διάταξις, ἀλλὰ διὰ τὴν τακτικὴν ὑπηρεσίαν ἄνευ προσδιορισμοῦ χρόνου δὲν ἠμπορεῖ τοιοῦτόν τι νὰ γείνῃ, διότι θὰ γείνῃ ὅ,τι γίνεται παντοῦ, νὰ λαμβάνωσι δέκα δραχμὰς περιπλέον ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας οἱ ἀστυφύλακες οἱ εὐνοούμενοι.
§133ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον περιέχει δύο διατάξεις· ἡ πρώτη λέγει, ὅτι ὁ δευτέρας τάξεως, διακριθεὶς ἀποδεδειγμένως, προάγεται. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν τῆς πρώτης τάξεως, τίθεται ἡ διάταξις, ὅτι, ἐὰν αὐτὸς διακριθῇ ἀποδεδειγμένως, λαμβάνει αὔξησιν μισθοῦ 10 δραχμῶν. Νομίζω, ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ εἶναι ἀρκοῦσα ἐγγύησις, ὅτι δὲν θὰ γείνῃ κατάχρησις.
§134ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι αὐτὴ ἡ διάταξις θὰ ἐφαρμοσθῇ ὅπως ὅλαι αἱ παρεμφερεῖς διατάξεις τῆς νομοθεσίας μας, δηλαδὴ ὁ εὐνοούμενος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ τοῦ διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας θὰ λαμβάνῃ 10 δραχμὰς περιπλέον κατὰ μῆνα.
§135ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ χρόνος τῆς προαγωγῆς ὁρίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὑπάρχει μία ἐξαίρεσις, ὅτι οἱ διακριθέντες κατὰ τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας προάγονται. Φρονῶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁρισθῇ μετὰ πόσον χρόνον οἱ διακριθέντες προάγονται. Οἱ συνήθως ὑπηρετοῦντες προάγονται μετὰ 3 ἔτη, ὁ διακριθεὶς δύναται νὰ προαχθῇ, ὑποθέτω, μετὰ ἓν ἔτος· ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁρισθῇ τοῦτο. Συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς προτάσεως ταύτης, ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τὴν παρατήρησίν μου.
§136ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι δύσκολον νὰ τὸ εἴπωμεν· διότι ὑποθέσατε μίαν ἔκτακτον ὑπηρεσίαν, ὑποθέσατε ὅτι προβαίνει εἰς τὴν σύλληψιν ἑνὸς ἐγκληματίου, καὶ πληγόνεται· πρέπει νὰ τὸν ἀνταμείψητε ἀμέσως.
§137ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐὰν ἔλεγε «δι’ ἔκτακτον ὑπηρεσίαν», ὑπομονή· ἀλλὰ λέγει «διακριθέντας», καὶ τότε ὅλους ἠμπορεῖτε νὰ τοὺς κάμητε διακριθέντας.
§138ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν βλέπομεν.
§139ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 16 παρατηρῶ, ὅτι οὐδαμοῦ τῆς νομοθεσίας μας ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις, ἐπιτρέπουσα εἰς οἱονδήποτε Ὑπουργὸν νὰ προβιβάζῃ ἐκτάκτως τοὺς ἔχοντας δικαίωμα προαγωγῆς μεθ’ ὡρισμένον διάστημα χρόνου. Ὥστε φρονῶ, ὅτι ἐδῶ πρόκειται περὶ διακρίσεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 16, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτά, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 17–20 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 21 (ἀναγινώσκεται).
§141ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Διὰ τοὺς ἰδιωτικοὺς ἀγροφύλακας τί γίνεται; Κατὰ τὸν νόμον περὶ ἀγροφυλακῆς, ὁ ἔχων κτῆμα ἐκτάσεως ἄνω τῶν 100 στρεμμάτων δύναται νὰ διορίζῃ ἀγροφύλακα ἴδιον.
§142ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἀποκλείεται ὁ διορισμός.
§143ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν λαμβάνετε πρόνοιαν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντιμισθίαν.
§144ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δασῶν ἐλήφθη ἤδη ἑτέρα πρόνοια.
§145ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐκεῖ δὲν ὑπῆρχον, ἐδῶ ὑπάρχουν.
§146ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντιμισθίαν, ὑπάρχουν δύο εἴδη ἀγροφυλάκων· οἱ πληρονόμενοι εἰς εἶδος ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην καὶ οἱ πληρονόμενοι ἐκ τοῦ δημοτικοῦ ταμείου. Ὡς πρὸς τοὺς πρώτους τί γίνεται;
§147ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅ,τι ἐγίνετο μέχρι τοῦδε. Ἡ μόνη διαφορὰ εἶναι, ὅτι εἰς τὸν δήμαρχον ἀντικαθίσταται ὁ ἀστυνόμος.
§148ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Μέχρι τοῦδε, ὅταν οἱ ἰδιοκτῆται οἱ κληθέντες δὲν ἀποτελέσουν ἀπαρτίαν, ὁ διορισμὸς γίνεται ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου. Ἤδη, ἂν δὲν ἀποτελέσουν ἀπαρτίαν, ποῖος θὰ διορίσῃ τοὺς ἀγροφύλακας; Θὰ συμμετάσχῃ τὸ Συμβούλιον;
§149ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν θὰ συμμετάσχῃ, ἀλλὰ θὰ κανονίζῃ τὰ τῆς ἀντιμισθίας. Εἰς τὴν μίαν περίπτωσιν ὁ διορισμὸς ἀνατίθεται εἰς τὸν ἀστυνόμον, εἰς τὴν δευτέραν εἰς τὸν νομάρχην. Ὅλα τὰ ἄλλα ζητήματα μένουσιν ὡς ἔχουσι τώρα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 21, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 22 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 23 (ἀναγινώσκεται).
§151ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δύναται νὰ παύσῃ ὁ νομάρχης τοὺς ἀγροφύλακας προτάσει τῶν ἰδιοκτητῶν;
§152ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν δύναται· διότι οἱ προτεινόμενοι ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 21 διορίζονται ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου.
§153ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἀλλ’ ὑποθέσατε, ὅτι ὁ ἀγροφύλαξ εἶναι ἀμελής.
§154ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τότε οἱ ἰδιοκτῆται θὰ κάμουν τὰ παράπονά των εἰς τὸν ἀστυνόμον, ὁ δὲ ἀστυνόμος θὰ προτείνῃ τὴν παῦσίν του.
§155ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐὰν δὲν θέλῃ ὁ ἀστυνόμος;
§156ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ τὴν σήμερον ἐὰν δὲν θέλῃ ὁ δήμαρχος; Καὶ δὲν δύνανται νὰ ἀπευθυνθῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται πρὸς τὸν νομάρχην; Ἀνεξαρτήτως τῆς διατάξεως τοῦ νόμου, οἱ ἰδιοκτῆται δύνανται νὰ ἀποταθῶσι πρὸς τὸν νομάρχην.
§157ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τοῦτο ἐρωτῶ, ἐὰν ἡ παῦσις τοῦ ἀγροφύλακος γίνηται συνεπείᾳ προτάσεως.
§158ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τοῦ ἀστυνόμου, βεβαίως.
§159ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 23 εἶναι διάταξις ἀφαιροῦσα πολὺ ἐκ τῆς ἐλευθέρας διαθέσεως τῆς ἰδιοκτησίας τῶν ἰδιωτῶν. Ὁ διορισμὸς τῶν ἀγροφυλάκων ἐνεργεῖται κατόπιν προτάσεως τῶν ἰδιοκτητῶν ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου κατὰ τὸ ἄρθρον 21· ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 23, ὁ ἰδιοκτήτης τὸν κακὸν ἀγροφύλακα, τὸν ἀγροφύλακα, ὅστις βλάπτει ἀντὶ νὰ προφυλάττῃ τὴν ἰδιοκτησίαν του, δὲν δύναται νὰ τὸν ἀποβάλῃ, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ τὸν μισθοδοτῇ, ἐὰν ἡ θέλησις τοῦ ἀστυνόμου δὲν συμφωνῇ μὲ τὴν θέλησιν τοῦ ἰδιοκτήτου.
§160ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἀγροφύλακος περιφερείας μεγάλης, ὄχι περὶ ἀγροφύλακος διοριζομένου ὑπὸ ἑνὸς ἰδιοκτήτου. Εἴπομεν ὅτι ἕκαστος ἰδιοκτήτης εἶναι ἐλεύθερος, ἵνα διορίζῃ ἀγροφύλακα, τὸν ὁποῖον πληρόνει ἐξ ἰδίων του. Ἡ διάταξις αὕτη ἀναφέρεται εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν πολλοὶ ἰδιοκτῆται μιᾶς περιφερείας προτείνουσι τὸν διορισμὸν, καὶ ἐκεῖ ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 21· ὡς πρὸς ἐκεῖνον τὸν ἀγροφύλακα ἡ παῦσις γίνεται ὑπὸ τοῦ νομάρχου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, περὶ ἀγροφύλακος διοριζομένου παρ’ ἑνὸς ἰδιοκτήτου. Οὐδόλως περιορίζεται τὸ δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ ἔχοντος κακὸν ἀγροφύλακα· δύναται νὰ τὸν παύσῃ.
§161ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ διάκρισις τὴν ὁποίαν ποιεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι διάκρισις αὐθαίρετος· τὸ νομοσχέδιον δὲν ποιεῖται τὴν διάκρισιν ταύτην.
§162ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ποιεῖται αὐτὴν διὰ τῆς παραπομπῆς εἰς τὸν νόμον τῆς 15 Σεπτεμβρίου 1856.
§163ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὸν ἴδιον νόμον, καὶ ὁ ἀγροφύλαξ ὁ διοριζόμενος παρ’ ἑνὸς μόνου ἰδιοκτήτου ἀντὶ πολλῶν, πάλιν, ὅπως ἔχῃ ἐπίσημον χαρακτῆρα καὶ ἐκτελῇ καθήκοντα ἀγροφύλακος, πρέπει νὰ διορισθῇ συμφώνως μὲ τὰς ἰδίας διατυπώσεις· ὁ ἰδιοκτήτης ὁ ἴδιος προτείνει μόνος του εἰς τὸν νομάρχην καὶ ὁ νομάρχης διορίζει τὸν ἀγροφύλακα· αἱ αὐταὶ διατάξεις ἐφαρμόζονται καὶ εἰς τὸν ἕνα, ὅπως καὶ εἰς τοὺς πολλοὺς ἰδιοκτήτας, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι οἱ πολλοὶ πρέπει νὰ συνέλθουν καὶ νὰ ἀποφασίσωσι περὶ τοῦ διοριστέου ἀγροφύλακος, ὁ δὲ εἷς ἰδιοκτήτης δὲν ἔχει ἀνάγκην συσκέψεως, ὅπως ἀποφασίσῃ, ἀφοῦ ὁ διορισμὸς τοῦ ἀγροφύλακος καὶ τοῦ ἑνὸς ἰδιοκτήτου καὶ τῶν πολλῶν διέπεται ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1856. Διὰ τοῦ ἄρθρου 21 κανονίζετε τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ διορίζηται ὁ ἀγροφύλαξ, ὁ προτεινόμενος παρὰ πολλῶν ἰδιοκτητῶν, ἀλλ’ εἰς τὸ ἄρθρον 23 δὲν ποιεῖσθε διάκρισιν ἀγροφύλακος διοριζομένου παρὰ πολλῶν ἰδιοκτητῶν καὶ ἀγροφύλακος διοριζομένου παρ’ ἑνὸς μόνου· ἐν τῷ ἄρθρῳ 23 ἡ διάταξις εἶναι ἀπόλυτος, ὅτι ὁ νομάρχης, προτάσει τοῦ ἀστυνόμου, ἀπολύει τοὺς ἀγροφύλακας δι’ ἀνικανότητα ἢ ἀμέλειαν περὶ τὴν ὑπηρεσίαν των. Ἀπολύτου οὔσης τῆς διατάξεως, ἕπεται, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης δὲν δύναται νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ νομάρχου τὴν ἀπόλυσιν ἑνὸς ἀγροφύλακος.
§164ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀφοῦ ἐγεννήθησαν ἀμφιβολίαι, αὔριον θέλομεν κάμει διασαφήσεις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 23, ὡς ἔχει).
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 24 (ἀναγινώσκεται).
§166ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ἄρθρον 24, ὅπως ἀνεγνώσθη, ἐθεωρήθη ὡς δυνάμενον νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς δισταγμούς· διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις προβάλλει τὴν τροποποίησιν αὐτοῦ, ἢ μᾶλλον τὴν συμπλήρωσιν διὰ τῆς ἑξῆς τροποποιήσεως (ἀναγινώσκει): «Ἅπαντες οἱ ἀστυνόμοι καὶ οἱ ἐκτελοῦντες ἀστυνομικὰ καθήκοντα ὁπλῖται ὑπάγονται εἰς τὰ τακτικὰ ποινικὰ δικαστήρια διὰ πᾶσαν ἀξιόποινον πρᾶξιν, ἐκτὸς τῶν πλημμελημάτων καὶ κακουργημάτων τῶν προβλεπομένων καὶ τιμωρουμένων ὑπὸ τοῦ βʹ τμήματος τοῦ τετάρτου βιβλίου τοῦ νόμου ΦϞΒʹ τῆς 19 Μαΐου 1860 περὶ τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ νόμου ᾼΥΞΕʹ τοῦ 28 Μαΐου 1887. «Οἱ ἀνωτέρω ὑπάγονται εἰς τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια διὰ τὰ προβλεπόμενα καὶ τιμωρούμενα ὑπὸ τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου πλημμελήματα καὶ κακουργήματα, τὰ διαπραττόμενα κατὰ στρατιωτικῶν οἱουδήποτε ὅπλου ἢ σώματος.» Ἐνταῦθα προσήκει ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν ὁ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτὴς προεκάλεσεν. Ὁ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτὴς πρὸ ὀλίγου παρετήρησεν, ὅτι ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ ἀναφέρονται καὶ πράξεις ἀξιόποινοι, μὴ σχετιζόμεναι πρὸς τὰ ἰδίως στρατιωτικὰ καθήκοντα. Τὸ δεύτερον τμῆμα τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας ἀφορᾷ εἰς ἀξιοποίνους πράξεις· ἀλλ’ ἐγεννήθη δισταγμός τις, ὡς πρὸς τὴν παράγραφον βʹ τοῦ ἄρθρου 252...
§167ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀφορῶσαν;
§168ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν καταστροφὴν οἰκιῶν. Ἀλλ’ ἡ πρόθεσις τῶν εἰσηγητῶν τοῦ νομοσχεδίου ἦτο νὰ μὴ ἐξαιρέσωσιν ἐκ τῶν τακτικῶν ποινικῶν δικαστηρίων παρὰ μόνον τὰ κυρίως στρατιωτικὰ πλημμελήματα καὶ κακουργήματα, ἑπομένως καὶ ἐὰν ὡς πρὸς τοῦτο, ὡς πρὸς τὴν παράγραφον βʹ τοῦ ἄρθρου 252, ὑπάρχῃ ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς, οὐδεμίαν ἔχομεν δυσκολίαν νὰ ἀποδεχθῶμεν ὅλας τὰς περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου 252· ἑπομένως ἡ τροποποίησις θὰ συμπληρωθῇ, προστιθεμένων εἰς τὸ τέλος τῆς ἀναγνωσθείσης πρώτης παραγράφου, ἤτοι μετὰ τὰς λέξεις «ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ νόμου ᾼΥΞΕʹ τῆς 28 Μαΐου 1887» τῶν λέξεων: «ἐξαιρέσει τῶν ἄρθρων 238 § 4, 240,250 καὶ 252», τοιουτοτρόπως δ’ αἴρεται πλέον πᾶς δισταγμός.
§169ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ἡ διάταξις ἡ ἑξῆς τοῦ ἄρθρου 254, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξαιρεῖται, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἀφίεται ἡ ἁρμοδιότης τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἐὰν, λέγω, ἡ διάταξις αὕτη ἦναι περίπτωσις στρατιωτική· ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον 254 (ἀναγινώσκει): «Τιμωρεῖται μὲ εἱρκτὴν πᾶς στρατιωτικὸς, διαχειριστὴς καὶ πᾶς ἀνήκων εἰς τὴν στρατιωτικὴν οἰκονομίαν, αʹ) Ὅστις νοθεύσει ἢ ἐνεργήσει νὰ νοθεύσωσιν ἄλλοι οὐσίας, ὕλας, τρόφιμα ἢ ῥευστὰ, τῶν ὁποίων εἶχε τὴν φύλαξιν ἢ τὴν ἐπιτήρησιν, ἢ ὅστις ἐν γνώσει διανείμει ἢ ἐνεργήσει νὰ διανείμωσιν ἄλλοι τὰς ὡς εἴρηται νοθευμένας οὐσίας, ὕλας, τρόφιμα ἢ ῥευστά. βʹ) Ὅστις ἐν γνώσει καὶ πρὸς οἱονδήποτε ἀθέμιτον σκοπὸν διανείμει ἢ ἐνεργήσει νὰ διανείμωσιν ἄλλοι κρέατα ζώων προσβεβλημένων ὑπὸ μολυντικῶν νοσημάτων ἢ οὐσίας, ὕλας, τρόφιμα ἢ ῥευστὰ, ἐφθαρμένα ἢ χαλασμένα κλπ.» Νομίζω ὅτι εἶναι ἐκ τῶν καθηκόντων τῶν πολιτικῶν, τῶν κυρίων καθηκόντων τῶν ἀστυνόμων καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων συχνότατα θὰ ὑπάρχουν παραβάσεις τῶν ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων. Ἐὰν τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 254 χαρακτηρίσωμεν ὡς παραπτώματα στρατιωτικὰ, δὲν ἠξεύρω ποῖα μένουν παραπτώματα πολιτικά.
§170ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Οὐδεμίαν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν νὰ περιληφθῇ καὶ ἡ ἐξαίρεσις τοῦ ἄρθρου 254.
§171ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν νὰ μὴ τὸ προσθέσητε καὶ αὐτὸ, διότι ἔχω πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ ἐφαρμόσητε τὸν νόμον, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μελετηθῇ πλειότερον τὸ νομοσχέδιον.
§172ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐξεδήλωσε τὴν ἑαυτοῦ πεποίθησιν, ἥτις προσιδιάζει εἰς ἣν ἔχει θέσιν πολιτικὴν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, διότι εἶναι πεποίθησις, τὴν ὁποίαν ἔχει διὰ πάντα τὰ μέτρα, διὰ πάντα τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως εἶναι ἐλεύθερος νὰ φρονῇ ὡς ἐφρόνησε μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ ἡμεῖς, ἐννοεῖται, εἰσάγοντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, πεποίθαμεν, ὅτι θέλομεν τὸ ἐφαρμόσει εἰλικρινῶς, ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Πολιτείας.
§173ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς ἁρμοδιότητος διὰ τὰς ἀξιοποίνους πράξεις τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρόκειται κατὰ τὸ νομοσχέδιον νὰ ἐκπληρώσωσιν ἀστυνομικὰ καθήκοντα. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν ἀνήκουσιν εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, ἀνήκουσιν εἰς διαφόρους κατηγορίας. Ἀφ’ ἑνὸς εἶναι οἱ ἄνδρες τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, ἀφ’ ἑτέρου οἱ ἄνδρες τῆς χωροφυλακῆς, καὶ τρίτον πολῖται, τοὺς ὁποίους λαμβάνομεν, ἵνα ἐκπληρώσωσι καθήκοντα κλητήρων τῆς ἀστυνομίας. Κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νῦν νομοθεσίαν, διὰ τὰς ἀξιοποίνους αὐτῶν πράξεις οἱ ἄνθρωποι, περὶ ὧν πρόκειται, ὑπόκεινται εἰς διαφόρους ἁρμοδιότητας· οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, καὶ οἱ ἀπεσπασμένοι ἀκόμη εἰς ἰδιαιτέρας ὑπηρεσίας ὑπόκεινται εἰς τὴν στρατιωτικὴν δικαιοδοσίαν δι’ ὅλας αὐτῶν τὰς ἀξιοποίνους πράξεις· οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς καὶ νῦν, εἴτε ἀστυνομικὰ καθήκοντα ἐκπληροῦσιν, εἴτε καθήκοντα χωροφυλακῆς, ὑπάγονται ἐν μέρει μόνον εἰς τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια, ἤτοι διά τινα ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἐμερίμνησεν ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας νὰ ἀπαριθμήσῃ ἰδιαιτέρως ἓν πρὸς ἓν, καὶ τὰ ὁποῖα ὑπὸ κοινὸν ὄνομα ὀνομάζονται στρατιωτικὰ ἀδικήματα. Μόνον δι’ ἐκεῖνα τὰ ἀδικήματα οἱ χωροφύλακες ὑπάγονται εἰς τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια, διὰ πᾶν ἄλλο ἀδίκημα ὑπάγονται εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια. Ἀλλ’ οἱ κλητῆρες τῆς ἀστυνομίας εἶναι ἁπλοῖ πολῖται· τίς λοιπὸν ὁ λόγος, ἵνα καὶ οὗτοι ὑπαχθῶσιν εἰς τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια; Ὑπάγονται εἰς ταῦτα οἱ ἄνδρες τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ ἕνεκα τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας, ὑπάγονται οἱ χωροφύλακες ἐν μέρει διὰ τὸν ἴδιον λόγον, ἀλλ’ ἵνα οἱ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες ὑπαχθῶσιν εἰς ἔκτακτον ἁρμοδιότητα στρατιωτικήν, οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος. Ἑπομένως πρὸ πάντων παρατηρῶ, ὅτι δὲν ἔπρεπε εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν διάταξιν ἀπὸ κοινοῦ νὰ περιλάβωμεν περὶ ὅλων αὐτῶν τῶν κατηγοριῶν. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν ἰδιαιτέρως, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀνωτέρους στρατιωτικούς· ἐννοῶ ἀξιωματικοὺς τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Αὐτοὶ, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὁσάκις ἐκπληροῦσι καθήκοντα ἀστυνομικὰ, ὑπάγονται εἰς τὰ τακτικὰ ποινικὰ δικαστήρια, ἐκτὸς ἐὰν πρόκηται περὶ τῶν στρατιωτικῶν ἀδικημάτων. Ἀλλ’ ἀφοῦ πρὸς ἐπιτυχῆ καὶ ὀρθὴν διεξαγωγὴν τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξαιρεθῶσιν ἅπαντα τὰ στρατιωτικὰ ἀδικήματα, ἀλλὰ μόνον τὰ σχετιζόμενα μὲ τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν, πᾶσα δὲ ἄλλη πρᾶξις, ἄσχετος μὲ τὴν πειθαρχίαν, δὲν ἔπρεπε ποσῶς νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν στρατιωτικὴν ποινικὴν δικαιοδοσίαν. Διὰ τοῦτο οὐ μόνον τὴν ἐξαίρεσιν, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν εἰς τὸν προηγούμενον νόμον, τῶν στρατιωτικῶν ἀδικημάτων, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν, ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, θεωρῶ μὴ ὀρθήν. Ἐὰν θέλωμεν νὰ καθιερώσωμεν τὴν στρατιωτικὴν δικαιοδοσίαν, πρέπει ἐκ τῶν πολλῶν αὐτῶν στρατιωτικῶν ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπαριθμοῦνται εἰς τὸ δεύτερον τμῆμα τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας, νὰ ἐκλέξωμεν μόνον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σχετίζονται πρὸς τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν, καὶ ταῦτα νὰ ὑπαγάγωμεν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ποινικὴν δικαιοδοσίαν, πάντα δὲ τὰ λοιπὰ νὰ ὑπαγάγωμεν εἰς τὴν τακτικὴν ποινικὴν δικαιοσύνην. Τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ πράξωμεν καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς, ἤτοι νὰ ὑπαγάγωμεν αὐτοὺς εἰς τὰ τακτικὰ ποινικὰ δικαστήρια, πλὴν ὀλίγων πράξεων, στενῶς συνδεδεμένων πρὸς τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τοὺς πολίτας τοὺς ἐκπληροῦντας χρέη ἀστυνομικῶν κλητήρων, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τοὺς ὑπαγάγωμεν εἰς τὰ τακτικὰ ποινικὰ δικαστήρια διὰ πάσας αὐτῶν τὰς πράξεις.
§174ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὀρθῶς ἰσχυρίσθη ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὅτι ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, περὶ ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, καὶ περὶ ὁπλιτῶν, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν εἰσαχθῆ εἰς τὴν ἀστυφυλακήν· ἀλλὰ παρέβλεψεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἄρθρων 9 καὶ 29, κατὰ τὰ ὁποῖα οἱ ὁπλῖται καὶ πάντες οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἀποτελοῦσι σῶμα στρατιωτικόν. Τὸ ἄρθρον 9 ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἐν ταῖς Ἀστυνομίας καθήκοντα τῶν μέχρι τοῦδε ἀστυνομικῶν κλητήρων ἐκτελοῦνται, ἐν μὲν ταῖς συνιστωμέναις κατὰ τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 2 ὑπὸ στρατιωτικοῦ σώματος καλουμένου «Ἀστυφυλακὴ» καὶ ἀποτελουμένου ἐξ ἐνωμοταρχῶν βʹ τάξεως, ὑπενωμοταρχῶν καὶ ἀστυφυλάκων, ἐν δὲ ταῖς συνιστωμέναις κατὰ τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ὑπὸ τῶν ὁπλιτῶν τῆς Χωροφυλακῆς» κλπ. Τὸ δὲ ἄρθρον 29 ῥητῶς ἀναγράφει (ἀναγινώσκει): «Ἅπαντες οἱ ἀστυνόμοι καὶ οἱ ἐκτελοῦντες ἀστυνομικὰ καθήκοντα ὁπλῖται ὑπάγονται ἐν γένει εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους καὶ κανονισμούς. «Ἐὰν ὁ ἀδικηθεὶς καταγγείλῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἢ τὸν ἀρχηγὸν τῆς Χωροφυλακῆς ἀστυνόμον ἢ ἐκτελοῦντα ἀστυνομικὰ καθήκοντα ὁπλίτην ἐπὶ πταίσματι ἢ πλημμελήματι, εἰς τὴν δημοσίαν αὐτῶν ὑπηρεσίαν ἀναγομένῳ, δύναται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν καταγγελθέντα πειθαρχικὴ ποινὴ κρατήσεως ἢ φυλακίσεως ὑπὸ μὲν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν μέχρι τριῶν μηνῶν, ὑπὸ δὲ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς μέχρι δύο μηνῶν. «Ἐὰν ὁ πειθαρχικῶς τιμωρηθεὶς καταδικασθῇ ὑπὸ ποινικοῦ δικαστηρίου διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν, θεωρεῖται ὡς προφυλάκισις ὁ χρόνος τῆς πειθαρχικῆς ποινῆς, καὶ ἐφαρμόζονται τὰ ἐν τοῖς ἄρθροις 1 τοῦ ἀπὸ 11 Ἰουλίου 1892 ͵ΒΙΔʹ νόμου καὶ 518 τοῦ ποινικοῦ νόμου ὁριζόμενα, χωρὶς ὅμως νὰ ἐπέρχωνται αἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 191 § βʹ τῆς στρατιωτικῆς ποιν. νομοθεσίας συνέπειαι τῆς προφυλακίσεως.» κλπ. Ἑπομένως κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, ἐὰν εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν ἀστυφυλακὴν ὁπλῖται, αὐτοὶ ὑπόκεινται αὐτοδικαίως εἰς τὰς διατάξεις τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου. Ἐν τῇ ἐξαιρέσει δὲ τῶν παραπτωμάτων, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ νόμου ἀφίνονται εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, πράγματι οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τοῦτο ἀπέβλεψαν, νὰ ἐξαιρέσωσιν ἐκείνας τὰς ἀξιοποίνους πράξεις, αἵτινες συνδέονται πρὸς τὴν πειθαρχίαν καὶ πρὸς τὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμόν· πάντα τὰ ἄλλα παραπτώματα ὑπόκεινται εἰς τὰ τακτικὰ ποινικὰ δικαστήρια, διότι, ὅταν πρόκηται περὶ λιποταξίας, περὶ κλοπῆς στρατιωτικῶν εἰδῶν κλπ., νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, διότι αἱ ποιναὶ αἱ προβλεπόμεναι ὑπὸ τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου εἶναι πολὺ ἐλαφρότεραι τῶν ἐπιβαλλομένων ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας. Ἐν περιπτώσει δὲ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἤ τις ἄλλος τῶν κ. Βουλευτῶν ὑποδείξῃ, ὅτι ὑπάρχει ἀξιόποινός τις πρᾶξις, ἡ ὁποία δὲν ὑπάγεται εἰς τὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμόν, καὶ ἥτις ἀφῃρέθη ἐκ τῆς δικαιοδοσίας τῶν τακτικῶν ποινικῶν δικαστηρίων, εὐχαρίστως θέλομεν δεχθῆ τροποποίησιν.
§175ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐνόμισεν, ὅτι ὁ χαρακτηρισμὸς ἑνὸς σώματος ὡς στρατιωτικοῦ εἶναι ἀποχρῶν λόγος, ἵνα ὑποβληθῇ τοῦτο εἰς τὴν στρατιωτικὴν ποινικὴν νομοθεσίαν διὰ τὰς ἀξιοποίνους πράξεις, νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ χαρακτηρισμὸς ἑνὸς σώματος δὲν μεταβάλλει ἀναγκαίως καὶ τὴν ποινικὴν ἁρμοδιότητα. Ὑπεστηρίχθη, ὅτι καὶ τοῦ τακτικοῦ ἀκόμη στρατοῦ οἱ ἄνδρες ἔπρεπε νὰ ὑπόκηνται καὶ αὐτοὶ εἰς τὰ τακτικὰ ποινικὰ δικαστήρια, ὅλοι δὲ οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἀπεκρούσθη ἡ γνώμη αὕτη, οὐδεμίαν ἔχουσιν ἐφαρμογήν, προκειμένου περὶ ἀστυνομικῶν κλητήρων, τοὺς ὁποίους θέλετε νὰ θεωρήσητε ὡς σῶμα στρατιωτικόν. Περὶ τοῦ ζητήματος ἂν αἱ προτεινόμεναι ἐξαιρέσεις ἦναι ἐπαρκεῖς, δὲν δύναμαι νὰ ἀποφανθῶ, διότι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὑποβάλλω τὴν περὶ τούτου τροπολογίαν, καὶ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἐξελέγξω τίνα τῶν στρατιωτικῶν ἀδικημάτων εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια χάριν τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας. Καὶ ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικούς, διότι περὶ τῶν ὁπλιτῶν δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος λόγος. Ἐν τούτοις παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὴν στρατιωτικὴν ποινικὴν νομοθεσίαν ὑπάρχει διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ αὐτοὶ οἱ στρατιωτικοί, ὁσάκις συνέπραξαν μετὰ πολιτῶν, ὑπόκεινται εἰς τὴν τακτικὴν ποινικὴν δικαιοσύνην. Ἐρωτῶ λοιπόν, ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις αὕτη εἰς τὴν νέαν δικαιοδοσίαν, ἣν καθιεροῦτε διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Νομίζω λοιπόν, ὅτι αἱ διατάξεις περὶ ἁρμοδιότητος, αἱ περιληφθεῖσαι εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἔχουσιν ἀνάγκην μείζονος ἐξετάσεως, ἵνα κανονισθῶσιν, εἰς τρόπον ὥστε καὶ τὰ συμφέροντα τῆς ἀστυνομίας νὰ μὴ βλαφθῶσι καὶ αἱ ἐνδεχόμεναι ἐν τῇ πολιτικῇ ἀμφισβητήσεις νὰ προληφθῶσι.
§176ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐδῶ τίθεται κανὼν, ὅτι (ἀναγινώσκει) «ἅπαντες οἱ ἀστυνόμοι καὶ οἱ ἐκτελοῦντες ἀστυνομικὰ καθήκοντα ὁπλῖται ὑπάγονται εἰς τὰ τακτικὰ ποινικὰ δικαστήρια διὰ πᾶσαν ἀξιόποινον πρᾶξιν...» Αὐτὸς εἶναι ὁ κανὼν, πλὴν τῶν ἐξαιρέσεων, τὰς ὁποίας ἀναγράφομεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἐὰν, εἶπον, ἤθελεν ἀνακαλυφθῆ, ὅτι ὑπάρχει καὶ μία ἐξαίρεσις, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν ἐποιησάμεθα, ἐπειδὴ προεθέμεθα μόνον τὰ στρατιωτικὰ ἐγκλήματα νὰ ἀφαιρέσωμεν, θὰ τὴν ἀποδεχθῶμεν. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, τίνα σχέσιν ἔχουν πρὸς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἡ λιποταξία καὶ ἕτεραι ἀξιόποινοι πράξεις, αἵτινες ἀπέμειναν εἰς τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια; Ὅλα αὐτὰ εἶναι καθαρῶς ἐγκλήματα στρατιωτικὰ, τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια δὲ θὰ ἐφαρμόσουν ποινὰς βαρυτέρας ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι εἰς τοὺς κοινοὺς ποινικοὺς νόμους ἀναγράφονται. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμίλησε καὶ περὶ τῶν περιπτώσεων, κατὰ τὰς ὁποίας καὶ αὐτοὶ οἱ στρατιωτικοί, ὅταν συνέπραξαν μετὰ πολιτῶν, ὑπόκεινται εἰς τὰ τακτικὰ ποινικὰ δικαστήρια. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ ἀναιρεθῇ ἡ διάταξις αὕτη· ἑπομένως, ἐὰν τοιαύτη ὑπάρχῃ περίπτωσις, βεβαίως ἁρμόδια θὰ ἦναι τὰ τακτικὰ ποινικὰ δικαστήρια. (Διαλογικὴ συζήτησις μεταξὺ Κωνσταντοπούλου καὶ Σιμοπούλου).
§177ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει λόγος, πείθων τὴν Κυβέρνησιν νὰ ποιήσηται διάκρισιν μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ἀστυφυλάκων; Ἡ διάκρισις, νομίζω, ὑφίσταται εὐθύς. Οἱ ἀξιωματικοὶ ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, καὶ ὡς πρὸς αὐτοὺς πρέπει νὰ διατηρηθῇ τὸ πνεῦμα τὸ στρατιωτικὸν καὶ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια. Οἱ ἀστυφύλακες δὲν ἀποτελοῦσι σῶμα ἀναπόσπαστον τοῦ στρατοῦ· δὲν πρόκειται νὰ προασπίσωσι γενικώτερα συμφέροντα τῆς Πολιτείας· δὲν ὑπάρχει ἑπομένως ἀνάγκη, ὅπως ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν δικαιοδοσίαν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ διάκρισις μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες θὰ παραπέμπωνται εἰς τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια διὰ τὰ στρατιωτικὰ παραπτώματα, οἱ ἀστυφύλακες ὅμως πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰ πολιτικὰ δικαστήρια, διότι ἔσται, ἂν ὄχι ἀδύνατον, δυσκολώτατον ὅμως τὸ νὰ ἐπιδιώξῃ οἱοσδήποτε πολίτης τὴν τιμωρίαν ἀστυφύλακος ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω καὶ πάλιν τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Κανονισμοῦ.
§179ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁσάκις ὁμιλοῦμεν πλέον τοῦ κεκανονισμένου, δικαίωμα ἔχετε νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω δικαίωμα, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀρκαδίας, νὰ ὑπενθυμίζω τὸν Κανονισμόν;
§181ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί, ἀλλὰ μὲ τρόπον ἠπιώτερον.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν γηράσω καὶ ἐγώ, ὡς ὑμεῖς, θὰ ἦμαι ἠπιώτερος.
§183ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶσθε καὶ πολὺ νέος (ἱλαρότης).
§184ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ μὴ γείνῃ διάκρισις μεταξὺ τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων καὶ τῶν καθαρῶς στρατιωτικῶν, τότε βεβαίως αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἄρτης εἶναι δίκαιαι· ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ τοιαύτη διάκρισις, τότε δὲν ἐννοῶ τὴν ἀντίῤῥησιν· διότι ὁ ἀστυφύλαξ ἀποτελεῖ μέρος στρατιωτικοῦ σώματος, καὶ δύναται νὰ ὑποπέσῃ εἰς στρατιωτικὸν παράπτωμα· ὅταν π.χ. ὁ ἀστυφύλαξ ἐγκαταλείψῃ τὴν θέσιν του, θὰ κατηγορηθῇ ἐπὶ λιποταξίᾳ, καὶ θὰ δικασθῇ βεβαίως ἀπὸ τὸ στρατιωτικὸν δικαστήριον. Ὁ ἀστυφύλαξ πρέπει νὰ ὑποβάλληται εἰς πειθαρχίαν, ἐὰν δὲ παραβιάσῃ τοὺς περὶ πειθαρχίας στρατιωτικοὺς νόμους, ἢ κατηγορηθῇ ὅτι ὑπέπεσεν εἰς ἄλλο στρατιωτικὸν ἔγκλημα, ὡς π. χ. τὴν κλοπὴν στρατιωτικῶν εἰδῶν κλπ., τότε βεβαίως θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Στρατοδικεῖον. Προκειμένου λοιπὸν περὶ διακρίσεως μεταξὺ τῶν καθαρῶς στρατιωτικῶν καὶ τῶν κοινῶν παραπτωμάτων, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος συζητήσεως, ἀφοῦ οἱ ἀστυφύλακες ἀποτελοῦσι μέρος σώματος, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ πειθαρχία ἐπιβάλλεται καὶ αἱ λοιπαὶ στρατιωτικαὶ διατάξεις ἐφαρμόζονται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 24, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 25).
§185ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, χθὲς ἔφερα μίαν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὑπεσχέθη δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀπαντήσῃ. Περιπλέον ἐζήτησα νὰ πληροφορηθῶ, διατὶ ὡς πρὸς τοὺς ἀστυνόμους δὲν ἰσχύει πλέον τὸ ἄρθρον 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου.
§186ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πράγματι εἰς τὸν νόμον ἀνεγράφετο διάταξις, καθ’ ἣν πάντες οἱ ἀστυνομικοὶ ὑπάλληλοι ὤφειλον νὰ ἐγκαλῶνται εἰς τὸ ἀκροατήριον τοῦ ποινικοῦ δικαστηρίου δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως, ἀλλὰ μετὰ μελέτην ὥριμον ἐπείσθην, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἠδύνατο νὰ δώσῃ χώραν εἰς πολλὰ ἄτοπα. Οἱ ἀστυνομικοὶ ὑπάλληλοι εὑρίσκονται βεβαίως εἰς ἄμεσον συγχρωματισμὸν πρὸς πάσας τὰς κοινωνικὰς τάξεις, ἰδίᾳ δὲ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παραβαίνουσι συχνότερον τοὺς νόμους, καὶ οἱ ὁποῖοι μετέρχονται πάντα τὰ μέσα τῆς συκοφαντίας καὶ τῆς διαβολῆς κατὰ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων. Ἂν ἀνεγράφετο εἰς τὸν νόμον ἡ διάταξις περὶ τῆς δι’ ἀπευθείας κλήσεως εἰσαγωγῆς τῶν ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων, οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἐν τῇ ἀποφυγῇ τῶν νομίμων ὑποχρεώσεων ἤθελον ἑκάστοτε ὑποβάλλει μήνυσιν κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων, ἠθέλομεν δὲ εὑρεθῆ ἐνώπιον τοῦ θεάματος νὰ ἀσχολῶνται περισσότερον οἱ ἀστυνομικοὶ ὑπάλληλοι ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου ἢ ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῆς τακτικῆς αὐτῶν ὑπηρεσίας, διότι γινώσκομεν, ὅτι διὰ τὸ ἐλάχιστον καὶ διὰ φανταστικὰς πολλάκις παραβάσεις ἐγκαλοῦνται οἱ ἀστυνομικοὶ ὑπάλληλοι ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων. Γνωρίζομεν ἐκ πείρας, ὅτι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οἱ Εἰσαγγελεῖς τὰς πλείστας τῶν μηνύσεων τούτων διὰ βουλεύματος ἀποῤῥίπτουσιν. Ἐὰν λοιπὸν ἠθέλομεν περιορίσει τὸν Εἰσαγγελέα, ὅπως πᾶσαν μήνυσιν εἰσάγῃ ἀπ’ εὐθείας, βεβαίως ἠθέλομεν προκαλέσει τὴν ἀποθάῤῥυνσιν παντὸς ἀστυνομικοῦ ὑπαλλήλου. Ἐλάβομεν ὅμως πρόνοιαν διὰ τοῦ νόμου τούτου, ὥστε νὰ ταχθῶσι προθεσμίαι, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὀφείλει ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ ἐνεργήσῃ, νομίζομεν δὲ, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ φοβηθῶμεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παρατείνωσι τὴν ἐπὶ τῶν μηνύσεων ἐνέργειαν, ἐνῷ τοὐναντίον, ἐὰν καθιερωθῇ ἡ ὑποχρέωσις τῶν δημοσίων κατηγόρων νὰ εἰσάγωσι δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως πᾶσαν μήνυσιν τοιαύτην, θέλομεν περιπέσει εἰς πολλὰ ἄτοπα, ἀνατρέποντα τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον νομοθετοῦμεν. Ὡς πρὸς τὴν ἰδιωτικὴν κατηγορίαν, εἶχεν ἐπίσης ἀναγραφῆ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἰδιώτης κατήγορος δὲν ὑποχρεοῦται εἰς καταβολὴν ἐγγυήσεως, ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἐπίσης ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ ἀπαλειφθῇ, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ γινώσκῃ ὁ κατηγορῶν τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας ὑπέχει, διότι ἄλλως βεβαίως ἄνθρωποι ἀφερέγγυοι ἤθελον ἐγείρει τὴν ποινικὴν δίκην, καὶ ἤθελον παρασταθῆ ὡς ἰδιῶται κατήγοροι πολῖται οὐδεμίαν ἔχοντες συνείδησιν τῶν συνεπειῶν τῆς ἰδιωτικῆς κατηγορίας. Διατὶ νὰ κάμωμεν ἐνταῦθα ἐξαίρεσιν τοῦ γενικοῦ κανόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον πᾶς ὅστις πρόκειται νὰ παρασταθῇ ὡς ἰδιώτης κατήγορος εἶναι ὑποχρεωμένος κατὰ τὸν νόμον, προκειμένου περὶ ἀλλοδαπῶν πρὸ πάντων, νὰ καταβάλλῃ ἐγγύησιν, καὶ νὰ ὑποστῇ ἐν περιπτώσει ἀθωώσεως τὰ ἔξοδα τῆς δίκης; Διὰ τοῦτο ἐνομίσαμεν, ὅτι πρέπει ὡς πρὸς τοῦτο νὰ ἰσχύωσιν αἱ κοιναὶ τοῦ ποινικοῦ νόμου διατάξεις.
§187ΡΑΛΛΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 30 δέον νὰ γείνῃ μία γενικὴ συζήτησις.
§188ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 30 προβάλλεται ἡ ἑπομένη τροποποίησις (ἀναγινώσκει): «Ἐκτὸς τῶν περιπτώσεων, καθ’ ἃς ἡ καταδίκη τῶν στρατιωτικῶν συνεπιφέρει κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους τὴν στέρησιν τοῦ βαθμοῦ, ἢ εἰς φυλάκισιν ὑπερβαίνουσαν τοὺς ἓξ μῆνας καταδίκη τῶν ἀστυνόμων καὶ τῶν ἐκτελούντων ἀστυνομικὰ καθήκοντα ὁπλιτῶν ἕνεκα πράξεως, χαρακτηριζομένης ὡς παραβάσεως τῶν δημοσίων αὐτῶν καθηκόντων, συνεπάγεται μόνον τὴν ἐφαρμογὴν, κατὰ μὲν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν περὶ ἀργίας ἢ ἀποτάξεως διατάξεων τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ νόμου, κατὰ δὲ τῶν ἀνθυπασπιστῶν τῶν περὶ ἀπολύσεως αὐτῶν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ διατάξεων τῶν κανονισμῶν τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας, καὶ κατὰ τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, τῶν ἐνωμοταρχῶν καὶ ὑπενωμοταρχῶν τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τῆς Ἀστυφυλακῆς τῶν περὶ ἐκπτώσεως ἢ ὑποβιβασμοῦ διατάξεων τῶν αὐτῶν κανονισμῶν. «Ὁ ἁρμόδιος Εἰσαγγελεὺς ὀφείλει, ἐντὸς 8 ἡμερῶν ἀφ’ ἧς καταστῇ τελεσίδικος ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφασις, νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀντίγραφον τῆς ἀποφάσεως ταύτης μετὰ τῆς σχετικῆς δικογραφίας, ὅπως ἐνεργηθῶσι τὰ ὡς ἀνωτέρω ὁριζόμενα». Ἀπηλείφθη δὲ ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν ἐθεωρήθη ἀνάγκη νὰ τεθῇ. Περὶ ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἐν ἄλλῃ Βουλῇ ἐγένετο μακρὰ συζήτησις· ἐπρόκειτο μάλιστα ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης νὰ στηριχθῇ καὶ ἡ κατηγορία κατὰ τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἐξ ὅλων τῶν γενομένων τότε συζητήσεων καὶ ἐκ πείρας ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24 δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν, διότι, ὡς πρὸς αὐτὸν, ὑπάρχει εἰδικὴ νομοθεσία, ἡ ὁποία ὁρίζει τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς οὗτοι πρέπει νὰ κηρύσσωνται ἔκπτωτοι τοῦ βαθμοῦ των. Ἕνεκα μάλιστα τῆς συγχύσεως, εἰς ἣν περιῆλθον τὰ δικαστήρια, ἐφαρμόσαντα τὸ ἄρθρον 24 καὶ μὴ λαμβάνοντα ὑπ’ ὄψιν τὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν, προεκλήθη τότε ἡ μακρὰ συζήτησις. Δὲν εἶναι δὲ καὶ εὔλογον νὰ εἴπητε εἰς τὸν στρατιωτικὸν, ὁ ὁποῖος ἤθελε τυχὸν καταδικασθῆ ἔστω καὶ εἰς φυλάκισιν 6 μηνῶν, ὅτι πρέπει νὰ στερηθῇ τοῦ βαθμοῦ του, καὶ διὰ τοῦτο μόνον κατὰ τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἐπέρχεται κατὰ τὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν ἡ στέρησις τοῦ βαθμοῦ, μένει ἀμείωτος ἡ διάταξις· ὅταν δ’ ἐπέλθῃ ἡ περίπτωσις ἡ προβλεπομένη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου ὡς τὸ διατυπόνομεν, δηλαδὴ φυλάκισις ἕξ μηνῶν, αὕτη ἐπάγεται τὰς συνεπείας τὰς ἄλλας. Ὅταν ἤθελε καταδικασθῆ εἰς ποινὴν ὑπερβαίνουσαν τοὺς ἕξ μῆνας, θὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου διατάξεις, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν μετάθεσιν αὐτοῦ εἰς ἀργίαν καὶ τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ, ἢ ἐὰν πρόκηται περὶ ὑπαξιωματικοῦ, εἰς ἔκπτωσιν ἢ ὑποβιβασμὸν, καὶ οὕτω, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἐκπληροῦται ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου, συγχρόνως δὲν προερχόμεθα εἰς τὴν περιγραφὴν τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου.
§189ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν δύναται νὰ τεθῇ μία διάταξις, ὁρίζουσα ἀνικανότητα πρὸς ἀνάληψιν ἀστυνομικῆς θέσεως ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον;
§190ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴχομεν καὶ τοῦτο προΐδει, ἀλλὰ μᾶς ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι πρόκειται περὶ βαθμοφόρων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον εὑρεθῆ ἐντελῶς ἐνδεεῖς εἰς τοὺς δρόμους. Ἐπειδὴ ἐπιβάλλεται εἴς τινα φυλάκισις δι’ ὡρισμένον παράπτωμα τριῶν ἡμερῶν, δὲν εἶναι πρέπον οὗτος δι’ αὐτὸ νὰ ῥιφθῇ εἰς τοὺς δρόμους.
§191ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§192ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀδικαιολογήτως ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ὑπέλαβεν, ὅτι διὰ νομοσχεδίου ἀφορῶντος εἰς τὴν Ἀστυνομίαν ἐπρόκειτο νὰ καταργηθῶσιν αἱ κρατοῦσαι παρ’ ἡμῖν ποινικαὶ διατάξεις. Βεβαίως κατὰ τὰ κρατοῦντα παρ’ ἡμῖν καὶ παρ’ ἄλλοις ἔθνεσιν ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὅταν ὑποβληθῇ εἰς αὐτὸν καταγγελία περὶ πράξεως, ἡ ὁποία αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν δὲν φέρει ἀξιόποινον χαρακτῆρα, ἔχει τὸ δικαίωμα διὰ προβουλεύματος ν’ ἀποφανθῇ, ἀποῤῥίπτων αὐτὴν, ἀλλὰ συνάμα ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κοινοποιήσῃ τὸ προβούλευμα εἰς τὸν καταγγείλαντα, ἵνα οὗτος, ἐὰν θέλῃ, παραστῇ ὡς ἰδιώτης κατήγορος. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἑτέραν ἀξίωσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι διὰ τῆς μεταβολῆς, τὴν ὁποίαν ἐπηνέγκομεν εἰς τὸν προηγούμενον νόμον, μεταβολῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑποχρεοῦται ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας νὰ εἰσάγῃ δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως τὴν καταγγελίαν ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου, νομίζω ὅτι δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του τὸ ἄρθρον 27, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸν προηγούμενον νόμον, καὶ κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ὁποίου θέλουσιν ὁρισθῆ διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων (ἀναγινώσκει): «1) Αἱ προθεσμίαι, ἐντὸς τῶν ὁποίων περατοῦνται αἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 156 τῆς ποινικῆς δικονομίας ἐνεργούμενοι προεισαγωγικαὶ ἀνακρίσεις εἴτε αὐτεπαγγέλτως, εἴτε ἐπὶ τῇ ἐγκλήσει τοῦ ἀδικηθέντος, εἴτε ἐφ’ οἱαδήποτε μηνύσει. «2) Αἱ προθεσμίαι, ἐντὸς τῶν ὁποίων οἱ ἀνακριταὶ ὀφείλουσι νὰ περατώσωσι τὴν εἰς αὐτοὺς ἀνατεθειμένην ἀνάκρισιν, ὡς καὶ ἐκεῖναι, ἐντὸς τῶν ὁποίων τὰ Συμβούλια ὀφείλουσι νὰ ἐκδίδωσι τὰ βουλεύματά των. «3) Αἱ προθεσμίαι ἐντὸς τῶν ὁποίων οἱ ἁρμόδιοι Εἰσαγγελεῖς ὀφείλουσι νὰ εἰσάγωσι τὰς ὑποθέσεις ταύτας ἐνώπιον τῶν Συμβουλίων, ὡς καὶ ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος, καὶ «4) Αἱ προθεσμίαι, ἐντὸς τῶν ὁποίων οἱ Εἰσαγγελεῖς ἢ οἱ δημόσιοι κατήγοροι ὀφείλουσι νὰ εἰσάγωσιν ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδικείου τὰς ἐπὶ πταίσμασι μηνύσεις» Ἴσως παρατηρήσῃ τις, διατὶ νὰ μὴ ὁρισθῶσιν αἱ προθεσμίαι αὗται διὰ τοῦ νόμου, ἀντὶ νὰ ἀφεθῇ ὁ καθορισμὸς αὐτῶν εἰς βασιλικὰ διατάγματα; Διότι παρετηρήθη ἐκ πείρας, ὅτι, ὁσάκις διὰ τῶν νόμων, πρὶν ἢ ἀποκτηθῇ ἡ πεῖρα, καθωρίσθησαν προθεσμίαι, ἀπεδείχθη δὲ κατόπιν ἡ προθεσμία ἡ ταχθεῖσα εἴτε ἀνεπαρκής, εἴτε πλεονάζουσα, ὁ σκοπὸς δὲν ἐπετεύχθη. Διὰ τοῦτο ἐθεωρήθη πρέπον νὰ ἀφεθῶσιν αἱ προθεσμίαι, ὅπως προσδιορισθῶσι διὰ βασιλικοῦ διατάγματος, ὅπως, ἐὰν δὲν ἤθελον εἶσθαι ἐπαρκεῖς, ἦναι δυνατὸν νὰ κανονισθῶσι κατὰ τὸ προσῆκον. Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 27 δύναται νὰ ἡσυχάσῃ καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς καὶ πάντα ἕτερον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ μηνύσεις κατ’ ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων νὰ μένωσιν ἐκκρεμεῖς καὶ ἀνενέργητοι.
§193ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μίαν μόνον ἀπορίαν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ λύσῃ. Ἐὰν δὲν τηρηθῶσιν αἱ προθεσμίαι, τί θὰ γείνῃ;
§194ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει παράβασις καθήκοντος, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἢ ἀνακριτής, ὅστις ἤθελεν ὑποπέσει εἰς τὴν παράβασιν ταύτην, θέλει τιμωρηθῆ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ, αἵτινες μάλιστα τροποποιοῦνται κατὰ τὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον.
§195ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ὅμως, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν δικαστὴν ὡρισμένη προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας θὰ περατώσῃ τὴν ἀνάκρισιν, ἢ νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν.
§196ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο ἴσχυε καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ.
§197ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἐθεώρησα ματαιοπονίαν καὶ τὸ νὰ συζητήσῃ τις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 27· διότι μία ἀνάκρισις δύναται νὰ περατωθῇ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν, ἀλλὰ δύναται νὰ διαρκέσῃ καὶ τρεῖς μῆνας, καὶ ἕξ, καὶ ἓν ἔτος. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τὸ κύριον δι’ ἐμὲ εἶναι τὸ ἑξῆς· ὅτι σήμερον ὁ Εἰσαγγελεὺς διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποῤῥίπτῃ τὴν αἴτησιν, καὶ θὰ τὴν ἀποῤῥίπτῃ.
§198ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἐπεμβαίνει εἰς τὴν οὐσίαν ὁ Εἰσαγγελεύς.
§199ΡΑΛΛΗΣ. Δι’ οἱονδήποτε λόγον δύναται νὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ. Τὸ ἄρθρον 279 τῆς ποινικῆς δικονομίας λέγει, ὅτι διὰ προβουλεύματος ἀποῤῥίπτει αὐτὴν, ἐὰν τὴν θεωρήσῃ παράνομον.
§200ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δηλαδὴ ἐὰν δὲν ἔχῃ τὰ στοιχεῖα.
§201ΡΑΛΛΗΣ. Μὴ ἔχετε καμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι οὕτω θὰ χαρακτηρίζωνται πᾶσαι αἱ μηνύσεις, καὶ ὁ καταγγελεὺς δὲν θὰ δύναται νὰ παραστῇ ὡς ἰδιώτης κατήγορος, ἐὰν δὲν παράσχῃ ἐγγύησιν. Διὰ τοῦτο θεωρῶ τὸ ἄρθρον 27 ὡς ματαιοπονίαν, καθόσον γνωρίζομεν, πῶς λειτουργεῖ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία καὶ πῶς θέλει καὶ ἐν τῷ μέλλοντι λειτουργήσει· εἰς τὸν ἀστυνόμον δὲ, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἐκτραπῆ, ἢ τὸν Εἰσαγγελέα, ὁ ὁποῖος ἤθελε παραβῆ τὸ καθῆκόν του, τὰ Συμβούλια θέλουσιν ἀπονείμει ἔπαινον. Ταῦτα γνωρίζομεν, καὶ βλέπομεν, ὅτι οὐδεμία ἀσφάλεια διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου παρέχεται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 25, ὡς ἔχει).
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 26 (ἀναγινώσκεται).
§203ΡΑΛΛΗΣ. Ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἀπὸ πότε;
§204ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀφ’ ἧς περιέλθῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ἡ μήνυσις.
§205ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ προστεθῇ.
§206ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 26 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης).
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 27 (ἀναγινώσκεται).
§208ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἂν ἐννοῇ διὰ τῶν λέξεων «βασιλικῶν διαταγμάτων», ὅτι ἑκάστοτε δύναται νὰ προκαλῇ τοιαῦτα, μεταβάλλοντα τὰ προηγούμενα, ἢ πρόκειται περὶ κανονιστικῶν διαταγμάτων.
§209ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ διαταγμάτων κανονιστικῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου. Ἄλλοτε εἶχεν ἐγερθῆ ζήτημα, ὅταν ἀναγράφηται ἐν τινι νόμῳ, ὅτι διὰ βασιλικοῦ διατάγματος θὰ κανονισθῇ ἡ προθεσμία, ἂν ἠδύνατο νὰ ἐκδοθῇ μετὰ τὸ ἐκδοθὲν ἤδη Β. Διάταγμα νέον τοιοῦτον, μεταβάλλον τὸ πρῶτον· ἀλλ’ ἡ νομολογία παρεδέχθη, ὅτι δὲν ἦτο βάσιμος ἡ θεωρία αὕτη, καὶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδοθῇ νεώτερον διάταγμα, μεταβάλλον τὸ πρῶτον. Πρὸς ἄρσιν πάσης ἀμφιβολίας παρεδέχθημεν, ἀντὶ «Διὰ βασιλικοῦ διατάγματος» νὰ τεθῇ «Διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων». Εἶπον δὲ καὶ πρότερον, ὅτι ἀκριβῶς ἐν τῷ νόμῳ δὲν ὡρίσθησαν αἱ προθεσμίαι, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδειχθῶσιν αὗται ἀνεπαρκεῖς, καὶ τότε θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀδιέξοδον, νὰ μὴ δύνανται οἱ Εἰσαγγελεῖς νὰ διεξάγωσι τὴν ὑπηρεσίαν των. Ἂν ἐκ τῆς πείρας ἀποδειχθῇ, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη μεγαλειτέρας προθεσμίας, νὰ δύναται νεώτερον διάταγμα νὰ μεταβάλῃ τὸ ἤδη ἐκδοθέν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν μετεχειρίσθημεν τὴν φράσιν «διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων». Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι πρότερον ἐν Ἑπτανήσῳ ἐτάσσετο προθεσμία πρὸς ἔκδοσιν τῶν ἀποφάσεων, ἀλλ’ ἐδίδετο εἰς τὸ δικαστήριον τὸ δικαίωμα, ὅταν δὲν ἠδύναντο οἱ ἀνακριταὶ νὰ περαιῶσι τὴν ἀνάκρισιν ἐντὸς τῆς ὡρισμένης ἐν τῷ νόμῳ προθεσμίας, νὰ αἰτῶσι παράτασιν, ἣν τὸ ἀνώτερον δικαστήριον ἐχορήγει. Ἴσως εἰς τὸ Β. Διάταγμα περιλάβωμεν τὴν διάταξιν ταύτην, ὅπως δύνηται τὸ ἀνώτερον δικαστήριον νὰ παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν τῆς ἀνακρίσεως.
§210ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐννοεῖ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίζῃ αὐτή, ἂν πρέπῃ νὰ τιμωρηθῇ ὁ παρανομῶν ἀστυνόμος ἢ ὄχι, καὶ ἂν πρέπῃ νὰ εἰσαχθῇ εἰς δίκην, καὶ νὰ ὁρίζῃ τὰς προθεσμίας διὰ βασιλικοῦ διατάγματος. Ἑκάστοτε θέλει ἐκδίδει βασιλικὸν διάταγμα, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον πρέπει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ νὰ δοθῇ δικαίωμα ἀόριστον εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐκδίδῃ βασιλικὸν διάταγμα καὶ αὐτὸς νὰ ὁρίζῃ τὰς προθεσμίας τῆς καταδιώξεως τῶν παρανομούντων ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων. Ὅτι δὲ ἔχομεν πικρὰν πεῖραν τῆς ἀμελείας, ἵνα μὴ εἴπω τι πλέον, περὶ τὴν ἐκτέλεσιν διατάξεων τοιούτων, ὅσον ἀφορᾷ τὴν εὐθύνην παρανομούντων τοιούτων ὑπαλλήλων, σᾶς φέρω παράδειγμα ἀναμφισβήτητον. Ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, εἶναι δὲ ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ λειτουργεῖ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία καθ’ ὅλας αὐτῆς τὰς διατάξεις. Ποία διάταξις δὲν ἐλειτούργησε, Κύριοι; Ἡ διάταξις, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ ἐκδώσῃ βασιλικὸν διάταγμα, δι’ οὗ οἱ κύριοι ἀστυνόμοι νὰ ὑπάγωνται εἰς εὐθύνην ἀπέναντι τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων διὰ τὰς παρεκτροπὰς αὐτῶν. Τί συμβαίνει δὲ ἐντεῦθεν; Οἱ στρατιωτικοὶ ἀστυνόμοι παρανόμως κατεκράτησαν καὶ ἐβασάνισαν καὶ ἔδειραν καὶ ἐτραυμάτισαν, καὶ ἐξετέλεσαν πράξεις ἀπανθρώπους, καὶ διὰ ταύτας οὐδεμίαν ἔδωκαν εὐθύνην, οὐδόλως ἐτιμωρήθησαν. Ἐκλήθησαν ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων, καὶ ταῦτα εἶπον: «εἴμεθα ἀναρμόδια», καὶ ἀπὸ τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων εἰς τὰ πολιτικὰ, καὶ ἀπὸ τῶν πολιτικῶν εἰς τὰ στρατιωτικὰ, καὶ μέχρι σήμερον οὐδεμία ποινὴ ἐπεβλήθη εἰς τοὺς παρανομήσαντας τούτους ἀστυνομικοὺς ὑπαλλήλους. Νομίζω, ὅτι, ἂν μείνῃ ἡ διάταξις αὕτη ἀόριστος, ὅπως ὁ Ὑπουργὸς κανονίζῃ τὰς προθεσμίας τῆς ἀνακρίσεως, παραπομπὰς, ἐκδικάσεις κλπ. διὰ διατάγματος, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι δὲν θὰ κανονίσῃ τοιαύτας, καὶ ἂν θὰ κανονίσῃ τοιαύτας, θὰ ἐκδώσῃ κατόπιν ἄλλο διάταγμα, δι’ οὗ θὰ καταστήσῃ ἀνεύθυνον τὸν παρανομήσαντα ὑπάλληλον, ἂν οὗτος ἔπραξε τὰ ἀρεστὰ τῇ Κυβερνήσει ἢ τοῖς φίλοις αὐτῆς. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὡρισμένον τοῦτο ἐν τῷ νόμῳ, νὰ γνωρίζωσι τοὐλάχιστον οἱ ἀστυνόμοι, ὅτι ὑπέχουσιν εὐθύνην ἀπέναντι τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων, καὶ θέλουσι δικασθῆ μίαν ἡμέραν καὶ θέλουσι δώσει λόγον τῶν παρανομιῶν αὐτῶν. Μίαν ἐγγύησιν ἐπιδείκνυτε ὑπὲρ τῶν πολιτῶν τὴν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας τιμωρίαν ὑπὸ τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων τῶν παρανομησάντων στρατιωτικῶν ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων, καὶ ταύτην τὴν ἀφαιρεῖτε σήμερον, σκοποῦντες τίς οἶδέ τι καταχθόνιον.
§211ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὰ νῦν γινόμενα οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸ νομοσχέδιον, διότι σήμερον δὲν ἰσχύει ὁ περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομίας νόμος, ὁ ψηφισθεὶς παρὰ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον, δὲν ἐφηρμόσθη δὲ, διότι ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ὑπῆρχε διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῇ βασιλικὸν διάταγμα, δι’ οὗ ἤθελεν ὁρισθῆ ἡ ἡμέρα τῆς ἐφαρμογῆς, διὰ νὰ ἐκδοθῇ δὲ διάταγμα, ἔπρεπε νὰ σχηματισθῶσι πρὸ πάντων ἀστυφύλακες, ἀστυφύλακες δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σχηματισθῶσιν, οὐδὲ ὑπῆρχε λόγος νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰδικῶς ἐνταῦθα· ἑπομένως τὰ καθήκοντα τῶν ἀστυνόμων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν στρατιωτικοὶ, καὶ αἱ παραβάσεις αὐτῶν κρίνονται ἀπὸ τὴν ἰδιάζουσαν στρατιωτικὴν δικαιοδοσίαν, διότι δὲν ὑπάρχει νόμος ὑπάγων τοὺς στρατιωτικοὺς αὐτοὺς εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια. Δὲν παραδέχομαι, ὅτι πολλαὶ διεπράχθησαν ἀξιόποινοι καὶ παράνομοι πράξεις ἐκ μέρους τῶν στρατιωτικῶν ἀστυνόμων, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, προσεχῶς δὲ θέλει πεισθῆ ἡ Βουλὴ, ὅτι ὅσα ἐντεῦθεν λέγονται κατὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας εἶναι ὑπερβολικά. Ἀλλ’ ἔρχομαι ἀκριβῶς εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 27. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὅτι εἶναι τῷ ὄντι μεγίστη παραχώρησις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δύναται διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων νὰ ἀναβάλλῃ νὰ τιμωρῇ, ἢ νὰ ἐπιτυγχάνῃ τὴν ἀτιμωρησίαν τῶν ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων. Εἶπον, ὅτι τοῦτο δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ νομοσχέδιον· τὰ διατάγματα ταῦτα εἶναι ἐκτελεστικὰ, δὲν ἀφορῶσιν εἰς πρόσωπα. Εἶναι πιθανὸν βεβαίως νὰ ὁρισθῶσι προθεσμίαι, αἱ ὁποῖαι νὰ κριθῶσιν ἀνεπαρκεῖς ἐν τῇ κανονικῇ λειτουργίᾳ τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ ἓν διάταγμα πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν προσωπικὰ ζητήματα· εἶναι πιθανὸν καὶ νὰ μὴ μεταβληθῶσι τὰ διατάγματα, τὸ πιθανώτερον εἶναι, ὅτι δὲν θέλει παρουσιασθῆ ἀνάγκη νὰ μεταβληθῶσι, διότι τὰ διατάγματα ταῦτα θέλουσιν ἐκδοθῆ κατόπιν μελέτης περὶ τῶν προθεσμιῶν, αἵτινες εἶναι ἐπαρκεῖς διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς τοὺς ἀνακριτὰς καὶ τοὺς Εἰσαγγελεῖς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 27, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 28, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 29 (ἀναγινώσκεται).
§213ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω ἐπὶ τοῦ αʹ ἐδαφίου τῆς τελευταίας παραγράφου. Τίνα ποινικὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς ἐννοεῖ; Ἐπὶ τῶν ὑπ’ αὐτὸν ἀνδρῶν ἢ ἐπὶ τῶν πολιτῶν;
§214ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐνταῦθα ὁμιλεῖ ἀκριβῶς περὶ τῆς δικαιοδοσίας αὐτοῦ ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν ὑπαλλήλων· περὶ αὐτῶν καὶ μόνον τῶν ὑπαλλήλων ὁμιλεῖ, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα καὶ ἐν γένει ὁ σκοπὸς τοῦ ἄρθρου.
§215ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Λοιπὸν πρόκειται περὶ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς.
§216ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Νὰ τεθῇ «πειθαρχικὴ δικαιοδοσία» ἀντὶ «ποινική». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 29 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 30, ὡς ἀνωτέρω ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 31, ὡς ἔχει).
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 32 (ἀναγινώσκεται).
§218ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ δικαίωμα τοῦ δέχεσθαι καταγγελίας εἶναι δικαίωμα ἀνακριτικόν· ἀλλὰ παραδόξως, ἐνῷ ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ νομοσχεδίου ἀπαγγέλλομεν τὴν ἀφαίρεσιν παρὰ τῶν δημάρχων τῶν ἀστυνομικῶν καὶ ἀνακριτικῶν καθηκόντων, οὐχ ἧττον ἐνταῦθα δίδομεν αὐτοῖς τὸ δικαίωμα νὰ δέχωνται μηνύσεις.
§219ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸ γίνεται πρὸς διευκόλυνσιν τῶν πολιτῶν, ἵνα αἱ μηνύσεις δύνανται νὰ ὑποβάλλωνται ἐγκαίρως. Ἀντὶ νὰ μεταβαίνῃ ὁ πολίτης εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, παραδίδει τὴν μήνυσιν εἰς τὸν δήμαρχον.
§220ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν ἄρθρῳ 1 λέγομεν, ὅτι ἀπαλλάσσομεν τὸν δήμαρχον τῶν ἀνακριτικῶν καθηκόντων. Ἕν ὅμως τῶν καθηκόντων αὐτοῦ τούτων εἶναι νὰ δέχηται μηνύσεις.
§221ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἀποδοχὴν τῆς μηνύσεως ἀναγνωρίζομεν ἐξαιρετικῶς, ὅτι ἔχει ἀνακριτικὰ καθήκοντα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 32, ὡς ἔχει).
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 33 (ἀναγινώσκεται).
§223ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ, ἀντὶ τῶν λέξεων «καὶ τοῦ πεζικοῦ» νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 33 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 34 καὶ 35 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 36 (ἀναγινώσκεται).
§225ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς λογαριασμοὺς, παρατηρῶ τὰ ἑξῆς. Ἡ ἐπαρχία μου ἔχει ἕνδεκα δήμους· ἐξ αὐτῶν δύο εἶναι οἱ πλουσιώτεροι, οἱ λοιποὶ εἶναι πενέστεροι. Ἔκαμα λοιπὸν ἕνα λογαριασμὸν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὲ διαφωτίσῃ, ἂν ἦναι ὀρθός. Εἰς τὸν δῆμον Κορίνθου ἔχομεν εἰσοδήματα 67,000 δραχμῶν· διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν θὰ πληρώσῃ ὁ δῆμος 28,666, διὰ τὴν ἀστυνομίαν 13,596, ἐν ὅλῳ 42,262· ὑπολείπονται 24,738, δηλ. ἂν τὰ διδόμενα ἦναι ἀκριβῆ. Ὀφείλει πεμπτημόριον, διότι ἔχει δανειστὰς, ὅπερ ἀνέρχεται εἰς δρ. 13,596, αἱ ὁποῖαι, ἂν κρατηθοῦν διὰ τοὺς δανειστὰς, θὰ ἀφήσουν ὑπόλοιπον 11,132. Ἔχομεν πάλιν χρέος πρὸς τὸ Δημόσιον 10% διὰ τὰ καθυστερούμενα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἤτοι 6,700, μένουν 4,432. Θὰ πληρωθῇ μισθὸς δημάρχου, διότι εἶναι πρώτης τάξεως δῆμος, δρ. 2,400, μισθὸς γραμματέως δραχ. 1700, γραφέων δύο 1940, γραφικὴ ὕλη 600, μισθὸς τριῶν κλητήρων, ἐνῷ εἶναι 10 χωρία, δρ. 2,520, γίνονται τὸ ὅλον δρ. 9,160, καὶ ἐν τούτοις ἔχομεν 4,432 καὶ χρειαζόμεθα ἀκόμη διὰ φύλακα νεκροταφείου, διὰ ὑδρονομεῖς κλπ. Πῶς θὰ οἰκονομηθοῦν αὐτά;
§226ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐν τῇ τελευταίᾳ στήλῃ θέλετε ἴδει, ὅτι σήμερον ὁ δῆμος αὐτὸς δαπανᾷ διὰ τὴν ἀστυνομίαν 11,280 δραχμὰς, ἀντὶ τῶν 13,596, ἃς θέλει πληρώσει διὰ τὴν νέαν ἀστυνομίαν.
§227Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ μνησθέντα ἔσοδα εἶναι τὰ ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων· ἀλλ’ ὁ δῆμος ἔχει καὶ ἄλλα ἔσοδα, ἅτινα ἐξαιροῦνται ἐκ τῆς εἰσφορᾶς.
§228ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν ἔχει ἄλλα. Ὁ δῆμος Σικυῶνος ἔχει ἔσοδα δρ. 29,740· μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς δαπάνης ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀστυνομίας, ἐξόδων διοικήσεως κλπ. θὰ λείπουν 5,000.
§229ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σᾶς εἴπομεν, ὅτι οἱ δῆμοι ἔχουσι καὶ ἄλλα ἔσοδα.
§230ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Σᾶς λέγω καὶ ἐγὼ, ὅτι δὲν ἔχουν ἄλλα, διότι καὶ τὰ πρόστιμα δὲν εἶναι ἤδη ἔσοδον. Εἰς τὸν δῆμον Πελλήνης εἶναι ἔσοδα δρ. 11,340· ἀλλ’ αὐτὸς προεξοφλεῖ μὲ 8,000. Θέλει δι’ ἐκπαίδευσιν, ἀστυνομίαν καὶ χρέη δραχμὰς 11,206· ὥστε μένουσι δραχμαὶ 134 διὰ τὸν μισθὸν τοῦ δημάρχου, γραφέως κτλ.
§231ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οἱονδήποτε λογαριασμὸν καὶ ἂν κάμητε, θὰ καταλήξητε εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι οἱ δῆμοι θέλουσι καταβάλλει ἀνώτερα ποσὰ τῶν καταβαλλομένων σήμερον διὰ τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν· ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς μεγαλειτέρας συνεισφορᾶς θέλουσιν ἔχει ἀστυνομίαν καλλιτέραν· διότι σήμερον οἱ πλεῖστοι τῶν δήμων στεροῦνται ἀστυνομίας.
§232ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἀπατᾶσθε. Ἐν τῷ συνόλῳ εἶναι ἀνώτερον τὸ ποσόν· ἀλλά τινες δῆμοι δὲν θὰ πληρώσουν διόλου διότι δὲν ἐπαρκοῦσιν, ἐνῷ ἄλλοι θὰ πληρώσουν πολλά.
§233ΣΤΑΗΣ. Προκειμένου περὶ τῶν δήμων, τῶν ὁποίων τὰ ἔσοδα εἶναι τόσα, ὥστε νὰ δύναται νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις ἐξ αὐτῶν τὰς ἀπαιτουμένας δαπάνας διὰ τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν, χωρὶς νὰ θίξῃ τὰ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα ἔσοδα διὰ τὴν συντήρησιν αὐτῶν, τὸ κακὸν δὲν εἶναι μέγα· ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν δήμων, εἰς τοὺς ὁποίους τὸ ποσὸν τὸ ἐναπομένον ἐκ τῶν ἐσόδων αὐτῶν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν εἶναι δύο χιλιάδες δραχμῶν, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξαρκεῖ διὰ τὸν μισθὸν τοῦ δημάρχου, τοῦ γραμματέως, τῶν κλητήρων καὶ διὰ τὰ λοιπὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται εἰς πάντα δῆμον, τὸ κακὸν εἶναι, νομίζω, μέγιστον. Ἄλλως τε τί θὰ γείνῃ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν τὴν δημοτικὴν, τὴν εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν εὑρισκομένην, καὶ περὶ ἧς οὐδεμίαν λαμβάνετε πρόνοιαν; Διὰ ταῦτα νομίζω, ὅτι ἄλλως δέον νὰ ὁρισθῶσι τὰ τῶν εἰσφορῶν. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ παρατηρῶ, ὅτι δὲν ἐξάγεται καὶ νόημα· διότι ὑπάρχει τὸ «οὐδέποτε» (ἀναγινώσκει): «Οὐδέποτε ὅμως τὸ ἀποδοτέον ὑπὸ δήμου ποσὸν δύναται νὰ ἦναι μεῖζον τῶν 75 ἢ ἔλασσον τῶν 20 ἑκατοστῶν κλπ.», ἐνῷ κατωτέρω λέγει «ἐξαιροῦντα». Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ τροποποιηθῇ τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἀποδοτέον ὅμως ὑπὸ δήμου ποσὸν δὲν δύναται νὰ ἦναι μεῖζον τῶν ἑβδομήκοντα πέντε ἢ ἔλασσον τῶν εἴκοσιν ἑκατοστῶν τοῦ ὁλικοῦ ποσοῦ τῶν ἐκ τῶν φόρων τούτων ἐσόδων του, πάντοτε δὲ εἰς ὅρον ἐξαιροῦντα τῆς ἀποδόσεως ποσὸν 2,000 δραχ.»
§234ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
§235ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔσοδα, ποῖος ὅρος λαμβάνεται; Τὰ βεβαιούμενα ἢ τὰ εἰσπραχθέντα;
§236Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ εἰσπραχθέντα.
§237ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Αἱ εἰσφοραὶ θὰ γίνωνται κατ’ ἔτος, ὁ ἀναλογισμὸς δηλαδὴ τῶν εἰσφορῶν.
§238ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως· διότι αὐξάνονται ἢ ἐλαττοῦνται τὰ ἔσοδα.
§239ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τοῦ 1893 τὰ ἔσοδα δὲν εἶναι βεβαιωμένα.
§240ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰσεπράχθησαν τὰ τοῦ 1892.
§241ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε δὲν εἶναι εἰσπραττόμενα.
§242ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Πῶς θὰ γείνῃ ὁ ἀναλογισμός;
§243Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς συγχέει τὸν προϋπολογισμὸν μετὰ τῆς ἐφαρμογῆς. Ὁ προϋπολογισμὸς γενήσεται ἐπὶ τῇ βάσει πιθανοτήτων στηριζομένων ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἐὰν ἡ ἐφαρμογὴ γένηται ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων, θὰ γείνῃ πρῶτον ἡ εἴσπραξις καὶ κατόπιν ὁ ἀναλογισμός.
§244ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Καταλέγετε 13,000 διὰ τὸν Α δῆμον. Ποία ἡ βάσις;
§245Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ βάσις εἶναι μία δραχμὴ ἐφ’ ἑκάστης ψυχῆς. Τὰ εἰσπραττόμενα δὲ διακρίνονται κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου, καὶ ἁπλουστάτη ἡ ἐφαρμογή· διότι οὐδὲν ἀφαιρεῖται ἀπὸ τῶν ὑπὲρ τοῦ δήμου εἰσπραττομένων, ἐνόσῳ οὗτος δὲν συμπληρώσῃ ἔσοδον 2 χιλιάδων δραχμῶν. Ὑπάρχει δὲ περὶ τούτου ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Μόνον ὅταν συμπληρωθῇ εἴσπραξις ὑπὲρ τῶν δήμων 2 χιλιάδων δραχμῶν, ἀρχίζει ἡ ἀπόδοσις εἰς τὸ Δημόσιον μέχρι ποσοῦ ἑξακισχιλίων δραχμῶν, μεθ’ ὃ τὰ ἐπὶ πλέον εἰσπραττόμενα διανέμονται κατὰ λόγον τριῶν τεταρτημορίων εἰς τὸ Δημόσιον καὶ ἑνὸς τεταρτημορίου, τουτέστιν 25%, εἰς τὸν δῆμον. Ἰδοὺ ἐν παραδείγματι, ἔχετε εἴσπραξιν 10,000 δραχμῶν. Ἐνόσῳ ὁ ταμίας δὲν εἰσπράξῃ 2,000, οὐδὲν ἀποδίδει εἰς τὸ Δημόσιον· ἀφοῦ εἰσπράξῃ καὶ ἀποδώσῃ αὐτὰς εἰς τὸν δῆμον, τὰς ἐπὶ πλέον εἰσπραττομένας μέχρις ὀκτὼ χιλιάδων δραχμῶν, ἤτοι δραχ. 6,000, ἀποδίδει εἰς τὸ Δημόσιον, τὰς δ’ ἐπέκεινα τῶν 8 χιλιάδων δραχμῶν δισχιλίας δραχμὰς διανέμει κατὰ λόγον τριῶν τεταρτημορίων, ἤτοι χιλίων πεντακοσίων δραχμῶν εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ ἑνὸς τεταρτημορίου, ἤτοι πεντακοσίων δραχμῶν, εἰς τὸν δῆμον. Εἰς τὸν ταμίαν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κρατήσῃ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἐνόσῳ δὲν λάβῃ ὁ δῆμος ἐκ τῶν εἰσπραττομένων τὰς 2 χιλιάδας δραχμὰς, οὐδὲ τῷ ἐπιτρέπεται νὰ κρατήσῃ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου πλέον τοῦ τεταρτημορίου τῶν ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων εἰσπράξεων τοῦ δήμου.
§246ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τὸν λογαριασμὸν τὸν ἐνόησα, ἀλλὰ δὲν ἐνόησα τὸ ἕτερον. Σήμερον χρεόνετε τὸν δῆμον Κορινθίας μὲ 13,000 δραχμάς· πότε θὰ πληρώσῃ αὐτάς;
§247Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν χρεώνει τὸν δῆμον· ἡ χρέωσις γίνεται ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν εἰσπράξεων, αἱ δὲ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφαὶ εἶναι ἁπλῶς ἐνδεικτικαί. Βάσις τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου δὲν εἶναι τὰ προϋπολογιζόμενα, ἀλλὰ τὰ εἰσπραττόμενα· εἶναι ἄρα πραγματικὴ ἡ βάσις καὶ πάντως ἀκριβής.
§248ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκτὸς τῶν εἰσπράξεων, τὸ Δημόσιον θὰ ἔχῃ βεβαιώσεις· θὰ βεβαιώσῃ εἰς βάρος ὡρισμένου δήμου ποσόν, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ δώσῃ. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἐνδέχεται, ἕνεκα τῶν ὁριζομένων ἀναλογιῶν, νὰ ἐλαττωθῇ ἐν τῇ ἐκτελέσει· ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ εἰσπράξητε πρὶν βεβαιώσητε. Ἐπὶ τίνι βάσει θὰ βεβαιώσητε; Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μιᾶς δραχμῆς κατὰ ψυχήν, ἢ ἐπὶ ἑτέρας βάσεως;
§249Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μέχρι ποσοῦ μιᾶς δραχμῆς κατὰ ψυχὴν βεβαιοῖ τὸ Δημόσιον ἔσοδον ἐπὶ τῶν τριῶν τεταρτημορίων τῶν εἰσπραττομένων ἀμέσων καὶ ἐμμέσων δημοτικῶν φόρων. Ὁ περιορισμὸς τοῦ ποσοῦ τοῦ βεβαιουμένου θέλει κανονισθῆ ἐκ τῶν εἰσπράξεων, οὐδεὶς δὲ ὑπάρχει κίνδυνος, ὅπως εὑρεθῇ ἡ βεβαίωσις εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὰς εἰσπράξεις, ἀφοῦ στηρίζεται ἐπ’ αὐτῶν.
§250ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν δὲν ἔχητε βάσιν βεβαιώσεώς τινος, δὲν δύνασθε νὰ ἐφαρμόσητε τὴν ἀναλογίαν, διότι ὑπάρχουσι δῆμοί τινες, οἵτινες τὸ εἰς αὐτοὺς ἀναλογιζόμενον ποσὸν τῆς μιᾶς δραχμῆς δύνανται νὰ πληρώσωσιν, ἀλλ’ ἴσως ὑπάρχουσιν ἄλλοι, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ πληρώσωσι τοῦτο, ἴσως καὶ μὲ τὸ ὅλον τῶν εἰσοδημάτων των· δὲν θὰ ἔχητε ἑπομένως βάσιν εἰσπράξεων. Θ’ ἀφήσητε εἰς τὸν δῆμον τὰς 2,000, αὐταὶ εἶναι ὡρισμέναι, ἀλλὰ πέραν τούτων πῶς θὰ γνωρίζητε τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ κρατήσητε ἐκ τῶν εἰσπραχθησομένων, ὅταν ἡ ἐνδεχομένη δυσαναλογία ᾖναι τοιαύτη, ὥστε ὁ μὲν εἷς δῆμος νὰ δύναται νὰ πληρόνῃ τὴν εἰσφοράν, ὁ δὲ ἕτερος νὰ μὴ δύναται; Ποίαν ἀναλογίαν θὰ κρατήσητε κατὰ τὴν διανομήν;
§251Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον ὅτι μέχρι 2,000 δραχμῶν οὐδὲν ἔχομεν νὰ εἰσπράξωμεν, ἐκ δὲ τῶν περιπλέον μέχρις 8,000 δραχμῶν εἰσπράττει τὸ ὅλον τὸ Δημόσιον, ἐπέκεινα δὲ τῶν 8,000 λαμβάνει τὰ ¾ τὸ Δημόσιον καὶ τὸ ¼ ὁ δῆμος. Ταῦτα ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν, ἡ δὲ μία δραχμὴ κατὰ ψυχὴν τὸν ἀνώτατον ὅρον τοῦ δικαιώματος τοῦ Δημοσίου.
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 36 μετὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυθήρων παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 37–52 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§253ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ νὰ δοθῇ ἐξήγησις, ἂν περιλαμβάνηται ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας εἰς τὰς ποινικὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου.
§254ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαίως ὑπάγεται, ὅπως καὶ οἱ λοιποὶ ὑπάλληλοι.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Τελευταία διάταξις»...
§256ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ἀκροτελεύτιον ἄρθρον παρακαλῶ νὰ συμπληρωθῇ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἀπὸ 21 Ἰουλίου 1892 ͵ΒΞΘʹ νόμος περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως, τὸ ἄρθρον 17 τοῦ ἀπὸ 19 Ἀπριλίου 1884 ᾼΡΠΘʹ νόμου καὶ πᾶσα προγενεστέρα διάταξις εἰς τὸν παρόντα νόμον ἀντιβαίνουσα καταργοῦνται». (Γίνεται δεκτὴ ἡ τελευταία διάταξις, ὡς συνεπληρώθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὡσαύτως δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ἑδρῶν καὶ μαθημάτων τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου.
§258Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§259Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ συνάδελφός μου βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος κ. Ἀντωνόπουλος ἐπρότεινε νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου διὰ τὴν αὔριον. Ἡ πρότασίς μου εἶναι εὐρυτέρα, δὲν δύναται ὅμως νὰ γένηται ἀποδεκτὴ, ἐὰν δὲν ἤθελεν ἀποδεχθῆ αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις· νομίζω ὅμως, ὅτι ἐν τῷ συμφέροντι τῆς ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποδεχθῇ αὐτήν. Ἐγὼ προτείνω, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, νὰ ἀναβληθῇ ἐπί τινα ἔτι χρόνον τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ συζήτησις. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποτελεῖ μέρος τοῦ κανονισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, ἀποτελεῖ μέρος θέματος τοσοῦτον δυσκόλου καὶ τοσοῦτον σπουδαίου, ὥστε μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ μεσολαβήσας χρόνος ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου μέχρι τοῦδε εἶναι ἀνεπαρκὴς, ὅπως προκαλέσῃ καὶ μεταδώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα οἱ κατέχοντες αὐτὰ ἐν τῷ Κράτει δύνανται νὰ συνεισενέγκωσι πρὸς καταρτισμὸν νομοσχεδίου τελειοτέρου. Ἄλλως, ὡς φαίνεται, περιήλθομεν καὶ εἰς τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς συνόδου, οὐδ’ ἁρμόζει νὰ συζητῶμεν τροχάδην καὶ ψηφίζωμεν σπεύδοντες νομοσχέδια τηλικαύτης σπουδαιότητος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ στέρξῃ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου ἐπί τινα ἄλλον χρόνον, προσεχέστερον ἢ ἀπώτερον, νὰ μὴ ἐπισπευσθῇ δὲ ἡ συζήτησις αὐτοῦ κατὰ τὰς ὀλίγας ὑπολειπομένας ἡμέρας τῆς παρούσης συνόδου.
§260Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀναβολὴ τῆς ψηφίσεως νόμου περὶ ἑδρῶν τοῦ Πανεπιστημίου εἶναί τι ὅλως ἔκρυθμον καὶ ἀντίθετον πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὰς ἐκ τοῦ Συντάγματος, διότι ἐκ τοῦ Συντάγματος ἐπιβάλλεται, ὅπως μηδεὶς κατέχῃ θέσιν μὴ ὑπὸ τοῦ νόμου καθοριζομένην, αἱ δὲ θέσεις αἱ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ δὲν κανονίζονται ὑπὸ τοῦ νόμου, ὡς σήμερον ἔχουσι τὰ τῆς νομοθεσίας ἡμῶν. Ἔχομεν μόνον ἀριθμὸν ἑδρῶν, ὡρισμένον ὑπὸ νόμου, τὰς ἕδρας ὅμως ἐντὸς τοῦ ὡρισμένου τούτου ἀριθμοῦ κανονίζει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Αὕτη ἡ κατάστασις νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρατείνηται. Κατὰ προηγουμένην σύνοδον ἐγένετο πρότασις περὶ νομοθετικοῦ κανονισμοῦ τοῦ θέματος, ἀλλ’ ἐπὶ προφάσει ὅτι ἡ Βουλὴ εἶχε φθάσει πρὸς τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ἀνεβάλλετο ἡ ψήφισις τοῦ νόμου, καὶ τέλος, ἵνα μὴ διατελῶμεν ἐν πλήρει παρανομίᾳ, ἐψηφίσθη νόμος, καθορίζων τὸν ἀριθμὸν ἑδρῶν. Τοῦτο ἠλάττωσεν ἐν μέρει τὸ αὐθαίρετον, ἠλάττωσεν ἐν μέρει τὸ ἄτοπον τοῦ ἀπεριορίστου τῆς ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐνεργείας νομοθετικῶν καθηκόντων, ἀλλὰ δὲν κατήργησεν αὐτὸ, διότι εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἀνήκουσιν οὐ μόνον τὰ τοῦ ἀριθμοῦ, ἀλλὰ καὶ ὁ ὁρισμὸς ἑκάστης τῶν ἑδρῶν. Ὁ κανονισμὸς τῶν ἑδρῶν δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ κατὰ τρόπον, ὅστις νὰ εὐχαριστήσῃ πάντας, νὰ εὐχαριστήσῃ αὐτοὺς οὐχὶ προσωπικῶς, ἀλλ’ ἐπιστημονικῶς, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ γένηται τοιαύτη διάκρισις καὶ τοιοῦτος ὁρισμὸς τῶν ἑδρῶν, ὥστε νὰ περιλαμβάνωνται ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ πᾶσαι αἱ ὑποδιαιρέσεις, αἱ παρὰ τούτου ἢ παρ’ ἐκείνου θεωρούμεναι ἀναγκαῖαι· ἰδίως δ’ ἐν Πανεπιστημίῳ οὐχὶ ἐκ τῶν πλουσιωτέρων δὲν δυνάμεθα νὰ περιλάβωμεν τὰς κυριωδεστέρας ἕδρας ἄλλων πλουσιωτέρων Πανεπιστημίων, πολλῷ δὲ μᾶλλον δὲν δυνάμεθα νὰ περιλάβωμεν τὰς ὑποδιαιρέσεις τῶν ἑδρῶν, αἵτινες ὁσημέραι ἐμφανίζονται ἐν ἄλλοις Πανεπιστημίοις. Θὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰς ἀπολύτως ἀναγκαίας, ἀναγνωρίζοντες ἴσως, ὅτι καὶ ἐκ τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων παραλείπονταί τινες. Ὑπεβάλομεν νομοσχέδιον, περιλαμβάνον ἕδρας 59, ἐνῷ σήμερον ὁ νόμος, οὗ ἐμνήσθην, ὁ περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἑδρῶν, κανονίζει μόνον 54, τουτέστι προσθέτομεν 5· ἀλλὰ καὶ πάλιν ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ἠδύναντο νὰ προστεθῶσι καὶ ἕτεραι ἴσως 10 ἕδραι, χωρὶς νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τοῦ ὅρου, ὅστις παρὰ πλουσιωτέροις Πανεπιστημίοις θεωρεῖται ἀναγκαῖος, διότι καὶ ἡ ἀνάγκη ἐν τούτῳ εἶναι σχετική, ὡς μὴ στηριζομένης τῆς διαιρέσεως τῶν ἑδρῶν ἐπὶ ἀρχῶν ἀπολύτων. Ἀλλ’ ὅ,τι εἶναι ἀπόλυτον εἶναι ἡ ἀνάγκη ἡ ἐπιβαλλομένη, ὅπως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀφαιρέσῃ πλέον ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς τὸ δικαίωμα, ἵνα κανονίζῃ αὕτη τὰ τῶν ἑδρῶν τοῦ Πανεπιστημίου. Δὲν θέλομεν ἴσως τὰ κανονίσει καθ’ ὅλα ἀνεπιλήπτως· δυνάμεθα δι’ ἄλλου νόμου βραδύτερον ἢ νὰ θεραπεύσωμεν ὅσα κακῶς ἤδη ἤθελον κανονισθῆ, ἢ νὰ συμπληρώσωμεν ὅσα ἐλλιπῶς ἤδη ἤθελον κανονισθῆ. Ἀλλὰ πάντως νομίζω, ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν, ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἵνα προβῶμεν εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν ἑδρῶν. Διὰ τοῦτο ἐτάχθη πρὸ τῶν ἄλλων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀντικειμένων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιβάλλεται ἡ ψήφισις ὑπὸ τοῦ Συντάγματος.
§261Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ δηλώσω τὸν θαυμασμόν μου πρὸς τὴν προσήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἕνεκα τῆς ὁποίας μάλιστα, ὅπως μὴ παραταθῇ ἡ ἐξακολούθησις τῆς ἐνεστώσης καταστάσεως καὶ παύσῃ ἡ συντελουμένη ἀθέτησις τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἔσπευσε νὰ ἀναγράψῃ σήμερον ὡς πρῶτον ἀντικείμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς 11 Φεβρουαρίου τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ περὶ προσδιορισμοῦ τῶν ἑδρῶν τῶν μαθημάτων ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος σᾶς λέγει ταῦτα, κυβερνᾷ ὀκτὼ ἔτη τὴν Ἑλλάδα, καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ὀκτὼ ἐτῶν οὐδεμίαν εἶχεν ἀνησυχίαν, ἐὰν δὲν ἐτηροῦντο αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐὰν αἱ ἕδραι τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου δὲν εἶχον προσδιορισθῆ διὰ νόμου, ἀλλὰ κατ’ ἔτος προσδιωρίζοντο ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐτησίου. Δὲν πρέπει νὰ ἀπατῶμεν ἀλλήλους. Ἐὰν ἡ ἀνησυχία αὕτη ἐβασάνιζε τὴν συνείδησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸ γνωρίζουσι πάντες οἱ Ἕλληνες, καὶ ἀπεφήναντο ἤδη δὶς περὶ τούτου, καὶ πιθανῶς θέλουσιν ἀποφανθῆ καὶ αὖθις, ποίαν ἔχουσι γνώμην περὶ τῆς συνταγματικότητος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπε πρὸς παραμυθίαν σας, ὅτι, ἐὰν πράξητε σφάλματα κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἑδρῶν, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει, δύνασθε μετ’ ὀλίγον δι’ ἑτέρου νόμου νὰ διορθώσητε τὰ σφάλματα ταῦτα· ἔχετε δ’ ὄντως πολλὰ περὶ τούτου παραδείγματα, ἔχετε τὴν πολιτείαν αὐτοῦ τὴν νομοθετικήν. Ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη κυβερνήσεως αὐτοῦ γνωρίζετε πόσαι χιλιάδες νόμων εἰσήχθησαν εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ πόσαι χιλιάδες ἐψηφίσθησαν καὶ ἐξεδόθησαν ὡς νόμοι τοῦ Κράτους. Ἂν δὲ ἐρευνήσητε τὴν ἱστορίαν τῶν νόμων τούτων, θέλετε εὕρει πλείστους τῶν νόμων τούτων κατὰ πᾶσαν σύνοδον μεταβληθέντας καὶ τροποποιηθέντας, οὐδένα δὲ θέλετε εὕρει διατηρηθέντα ἀναλλοίωτον κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ὀκτὼ ἐτῶν. Καὶ ἡ μεγίστη ἀρετὴ τῶν νόμων εἶναι τὸ ἀμετάβλητον αὐτῶν. Ἐννοῶ τὰς μεταβολὰς, τὰς ὁποίας ἡ πρόοδος τοῦ χρόνου, ἡ ἀνάπτυξις τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν, αἱ περὶ τῶν πολιτικῶν σχέσεων τοῦ Κράτους μελέται ἐπιβάλλουσι, καὶ αἵτινες ἐπάγουσι τὴν μεταβολὴν τῶν ἰσχυόντων νόμων· ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν ἁπλοῖ τῆς διοικήσεως νόμοι, ὀργανισμοὶ ἁπλοῖ ὑπηρεσιῶν, κατεστάθησαν καθ’ ἡμέραν ἀντικείμενον σύνηθες τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία δὲν ἀσχολεῖται ἢ νὰ μεταβάλλῃ σήμερον τὰ χθὲς ψηφισθέντα. Τοιαῦται μεταβολαὶ μοὶ φαίνονται τὰ μάλιστα ἐπιβλαβεῖς εἰς τὴν ἀνωτάτην ἐκπαίδευσιν, εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ἐκπαιδεύσεως, πολλαὶ δὲ θέλουσι παρασταθῆ δυσκολίαι, ὅπως διορθωθῇ μετά τινα καιρὸν νόμος περὶ καθορισμοῦ τῶν ἑδρῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ἂν τοιοῦτος σήμερον ἤθελεν ἐκδοθῆ. Διὰ τοῦτο, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ψηφισθῇ, ἐγὼ πρῶτος θέλω ἀναγκασθῆ, ἐὰν ἤθελον κληθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μεταβάλω αὐτὸν, ἂν καὶ γνωρίζω, ὅτι ἡ ζημία, ἡ ὁποία ἤθελεν ἐπέλθει ἐκ τῆς μεταβολῆς ταύτης, δὲν θέλει εἶσθαι ζημία ἀνεπαίσθητος. Διὰ τοῦτο, πρὸς ἀποφυγὴν ζημίας τοιαύτης, προτείνω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως γνωσθῶσιν αἱ γνῶμαι πάντων τῶν δυναμένων νὰ φωτίσωσιν ἡμᾶς περὶ τῶν ἀναγκῶν ἑκάστης Σχολῆς. Ὁ καταρτισμὸς τῶν διδακτικῶν ἑδρῶν ἑκάστης Σχολῆς ἀπαιτεῖ τὸν προσδιορισμὸν τῶν μαθημάτων, τὰ ὁποῖα μετέχουσιν ἐν πρωτίστῃ καὶ ἀναποφεύκτῳ θέσει κατὰ τὴν διδασκαλίαν τῆς ἐπιστήμης, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει ἡ Σχολή. Περὶ τούτων πρέπει ἰδίως νὰ ἀκούσωμεν τὰς γνώμας τῶν σοφωτέρων ἡμῶν, τῶν ἀνθρώπων τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὴν διδασκαλίαν ἑκάστης ἐπιστήμης, πρέπει νὰ συναρμολογήσωμεν προσέτι ταύτας καὶ μὲ τὰς κοινωνικὰς καὶ μὲ τὰς πολιτειακὰς ἀνάγκας. Ἡ Σχολὴ ἡ Νομικὴ δὲν εἶναι προωρισμένη μόνον νὰ παράγῃ λειτουργοὺς τῆς Θέμιδος. Ἡ Σχολὴ ἡ Νομικὴ ἀλλαχοῦ περιλαμβάνει τὸν κλάδον τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν, καὶ παρασκευάζει τοὺς δημοσίους λειτουργοὺς τοῦ Κράτους. Ποία κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου ἐλήφθη πρόνοια περὶ τῆς παρασκευῆς τοιούτων δημοσίων λειτουργῶν ἐν τῷ προσδιορισμῷ τῶν ἑδρῶν τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου; Ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου συζήτησιν. Ἐὰν δὲ, ὡς βλέπω, ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ψηφισθῇ καὶ τοῦτο κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον, βεβαίως θέλω ἀναγκασθῆ νὰ συζητήσω ἐπ’ αὐτοῦ αὔριον, καὶ τότε θέλω προβάλει τὰς ἀτελείας αὐτοῦ. Τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐπιψηφίσεως τοιούτου νομοθετήματος ἐγὼ ἔκρινα ὑπαγορευομένην ἀπὸ συμφέρον γενικόν, ὄχι ἀπὸ συμφέρον κόμματος, ὄχι ἀπὸ συμφέρον πλειοψηφίας ἢ μειοψηφίας, ἀλλὰ ἀπὸ συμφέρον ἐθνικὸν, ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ τελειοτέρου καταρτισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, ἀπὸ τὸ συμφέρον τῆς τελειοτέρας διδασκαλίας τῶν ἐπιστημῶν ἐν τῇ χώρᾳ. Τὸ συμφέρον τοῦτο ἀπαιτεῖ νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου· ἂν ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ μὴ στέργουσα εἰς τοῦτο, βεβαίως θέλομεν προβῆ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὔριον.
§262Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς καλῶς γινώσκει, ὅτι, ἐὰν σήμερον ἡ νομοθεσία ἡμῶν πληροῖ τοὺς ὅρους τοῦ Συντάγματος κατὰ τὸ πλεῖστον, κανονίζουσα αὐτὴ τὰ τῶν θέσεων καὶ μὴ ἀφίνουσα ἐν πολλοῖς τὸν κανονισμὸν αὐτῶν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἐνέργειαν ἡμῶν, ἀφ’ ἧς ἀνελάβομεν τὴν διευθέτησιν τῶν περὶ τούτου· διότι γινώσκει, ὅτι συνεχῶς ἐν ταῖς Βουλαῖς ἐδέησε νὰ εἰσαγάγωμεν νόμους, ὅπως εἰς κανονισμὸν νομοθετικὸν ὑποβάλωμεν τὰ ἐπὶ δεκαετηρίδας ὁλοκλήρους, παρὰ τὸ Σύνταγμα, κανονιζόμενα ἐτησίως ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἢ καὶ ἀφιέμενα εἰς κανονισμὸν ἐκτελεστικόν. Ταῦτα βαθμιαίως ἐξέλιπον, καὶ εἴχομεν φθάσει καὶ εἰς τὰ τῶν ἑδρῶν τοῦ Πανεπιστημίου, μὴ προφθάνοντες δὲ νὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον, ὃν ἤδη εἰσάγομεν, ὑπεβάλομεν, ἵνα μὴ εὑρισκώμεθα ἐντελῶς ἐκτὸς τῶν ὅρων τῶν συνταγματικῶν, ἄλλον νόμον συντομώτερον, κανονίζοντα τοὐλάχιστον τὰ τοῦ ἀριθμοῦ, ἀφοῦ δὲν ἐπέτρεπεν ὁ χρόνος, ἵνα κανονίσωμεν τὰ τῆς ὑποστάσεως τῶν ἑδρῶν· ἀλλὰ προκαλέσαντες τὴν ψήφισιν νόμου περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἑδρῶν, εἴπομεν, ὅτι ἐκ τῶν πρωτίστων ἡμῶν καθηκόντων θὰ ἦναι, εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον ν’ ἀντικαταστήσωμεν ἕτερον, ὅστις νὰ δίδῃ τὸν ὁρισμὸν ἑκάστης τῶν ἑδρῶν. Καὶ τοῦτο πράττομεν ἤδη, καὶ τούτου ἕνεκεν εἶπον, ὅτι πρέπει πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σήμερον, ὅτε βλέπομεν, ὅτι ὀλίγαι ἡμέραι ὑπολείπονται πρὸς διεξαγωγὴν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Δὲν ἦτο ἀναγκαῖον νὰ τεθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἐνόσῳ εἶχεν ἡ σύνοδος αὕτη πρὸ αὐτῆς πολλῶν συνεδριάσεων ἐργασίαν, ἀλλὰ σήμερον δὲν ἔχομεν πολλῶν συνεδριάσεων ἐργασίαν πρὸ ἡμῶν, καὶ ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἤθελε ταχθῆ ἐκ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, δὲν ἤθελε προφθάσει νὰ ψηφισθῇ ἐντὸς τῆς συνόδου ταύτης, καὶ ἐπειδὴ πρέπει νὰ προφθάσῃ νὰ ψηφισθῇ ἐντὸς τῆς συνόδου ταύτης, καὶ ἐπειδὴ οἱ διέποντες τὰ τῆς Βουλῆς, τουτέστιν ἡ Κυβέρνησις, ἔχομεν εὐθύνην, ὅπως συντελέσωμεν, ἵνα προφθάσῃ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τοῦτο ἐν τῇ συνόδῳ ταύτῃ, διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ὀφείλομεν ν’ ἀποκρούσωμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος περὶ ἀναβολῆς, πρότασιν, ἥτις κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν συνταγματικὴν τῆς Βουλῆς ὑποχρέωσιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι τὸ λεχθὲν παρ’ ἐμοῦ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δύναται νὰ ἔχῃ ἀτελείας καὶ τὰς ἀτελείας ταύτας δυνάμεθα ἐν τῷ μέλλοντι νὰ θεραπεύσωμεν, τοῦτο εἶναι σύμφωνον πρὸς τὴν ὅλην νομοθετικὴν ἡμῶν ἐργασίαν, ἥτις ἔχει τοιαύτας ἀτελείας, ὥστε ἐδέησε πολλάκις ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτῆς νὰ προέλθωμεν ἡμεῖς, προτείνοντες ἀντικατάστασιν διατάξεων διὰ νέων νομοθετημάτων. Τοῦτο βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ περὶ τῶν νομοθετημάτων τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι τὰ νομοθετήματα τὰ ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ προερχόμενα εἶναι ἀνεπίδεκτα οἱασδήποτε βελτιώσεως, καὶ μόνον διὰ τῆς πλήρους αὐτῶν ἀνατροπῆς δύναται νὰ ἐπέλθῃ αὐτῶν ἡ θεραπεία. Τοῦτο δὲ ἀνεγνώρισεν αὐτὸς οὗτος ἐν πάσῃ τῇ ἐργασίᾳ αὐτοῦ. Ποία ὑπῆρξεν ἡ τελευταία αὐτοῦ ἐργασία πρὸ τῆς ἀποχωρήσεως αὐτοῦ ἐκ τῶν πραγμάτων; Ὑπῆρξεν ἡ ἀναγνώρισις, ὅτι ὁ νόμος, ὅστις ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῇ προκλήσει αὐτοῦ, περὶ καπνοῦ, ἦτο νόμος ἀνεπαρκῶς μελετηθεὶς, νόμος ἀντίθετος ὅλως πρὸς ὅσα ἐθεώρει ἐν μηνὶ Φεβρουαρίῳ 1892 ὡς τὰ ὀρθὰ, ἅτινα ὅμως ἐχαρακτήριζε πρότερον ὡς ἐντελῶς ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν χώραν καὶ ὡς ὅλως ἀπαράδεκτα καὶ ὡς ἀποκρουστέα ὑπὸ τῆς μεγάλης πλειοψηφίας, ἣν τότε διηύθυνεν ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ ἐπέτυχε τῷ ὄντι τότε διὰ τῆς πλειοψηφίας ἐκείνης, ἡμῶν συμπραττόντων ἐπίσης, ὅπως καταδικασθῇ ὡς ἀπαράδεκτος ἐν Ἑλλάδι ἡ ἀρχὴ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ. Ἀλλ’ ὕστερον αὐτὸς οὗτος εἰσήγαγε πρότασιν νόμου περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, καταργοῦντος τὸν πρότερον τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ ψηφισθέντα, ἀλλὰ μὴ ἐφαρμοσθέντα, διότι οἱ νόμοι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐψηφίζοντο, ἵνα μὴ ἐφαρμόζωνται. Οἱ νόμοι οἱ ἡμέτεροι ψηφιζόμενοι ἐφαρμόζονται, καὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ βελτιοῦνται, ἐνῷ οἱ νόμοι τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ ἐφαρμογῆς καὶ βελτιώσεως ἀπεδείχθησαν ἀνεπίδεκτοι. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἡ ἀναβολὴ εἶναι ἀναγκαία, ἵνα συμβουλευθῶμεν τοὺς σοφοὺς, ἵνα συμβουλευθῶμεν τοὺς ἐφαρμόσοντας τὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου κανονιζόμενα. Ἀλλοίμονον, Κύριοι, ἐὰν τώρα πρόκηται νὰ συμβουλευθῶμεν περὶ τούτου τοὺς σοφοὺς καὶ τοὺς εἰδικούς. Ὑποθέτω, ὅτι καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς συνεβουλεύθη αὐτοὺς περὶ τούτου, καὶ ὅτι πολλάκις θὰ ἐσκέφθη περὶ εἰσαγωγῆς τοιούτου νόμου, διότι δύναται ἤδη νὰ λέγῃ, ὅτι τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην δὲν θεωρεῖ τοσοῦτον σπουδαίαν, ὅσον παριστῶμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐθεώρει αὐτὴν ἐπιβαλλομένην· ἐὰν δὲ δὲν εἰσήγαγε τὸν νόμον ὅτε αὐτὸς διεῖπε τὰ τῆς Πολιτείας, ἴσως ἔλειψεν αὐτῷ ὁ χρόνος πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τούτου, ἀλλὰ βεβαίως, ὅτε διεῖπε τὰ τῆς Πολιτείας καὶ ὑπεῖχε τὴν εὐθύνην τῆς διευθύνσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, βεβαίως εἶχε μελετήσει τὰ περὶ τούτου καὶ βεβαίως εἶχε συμβουλευθῆ τοὺς εἰδικωτέρους περὶ τὰ τοιαῦτα· βεβαίως δὲ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ εἰσαγαγοῦσα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἰσήγαγεν αὐτὸ μετὰ πλήρη μελέτην καὶ ἀφοῦ ἤκουσε γνώμας τῶν δυναμένων περὶ αὐτοῦ νὰ ἀποφανθῶσιν ἐν γνώσει. Ὁμολογοῦμεν, ὅτι, ἀφοῦ ἐπὶ ἔτη πολλὰ εἰργάσθημεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δὲν κρίνομεν τὸ ὑποβαλλόμενον τέλειον, τοὐναντίον φρονοῦμεν, ὅτι εἶναι ἐλλιπὲς ἐν αὐτῇ τῇ ὑποστάσει του, διότι δὲν δύναται νὰ περιέχῃ πάνθ’ ὅσα θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν νὰ περιλαμβάνωνται ἐν τῷ κανονισμῷ τοῦ θέματος. Οἱ μελετῶντες τὰ τῶν ἑδρῶν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἐπιδιώκοντες ὀργανισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου πληροῦντα τὰς ἀπολύτους ἀνάγκας τῆς ἐπιστήμης, θὰ ἐπεδίωκον τὸ τέλειον ἐν συστήματι μὴ προσδιορίζοντι τὰς ἕδρας, ἀλλὰ παρέχοντι ἕδραν εἰς πάντα ἱκανὸν καὶ διατεθειμένον, ἵνα καθέξῃ αὐτὴν, παρέχοντι ἕδραν εἰς πάντα δυνάμενον χρησίμως νὰ διδάξῃ, εἴτε συντρέχων μετ’ ἄλλου ἢ ἄλλων τὴν αὐτὴν κατεχόντων ἕδραν, εἴτε ἐγκαινίζων αὐτὸς νέαν ἕδραν. Ἀλλ’ ἐπαρκοῦμεν πρὸς τοιοῦτον σύστημα; Πρὸς τοιοῦτον σύστημα δὲν ἐπαρκοῦσι τὰ μέσα τῶν εὐπορωτέρων ἐθνῶν. Καὶ τὰ εὐπορώτερα ἔθνη ἀναγκάζονται νὰ περιορίζωνται ἐν τούτῳ, ἀναγκάζονται νὰ περιορίζωσι τὸν ἀριθμὸν τῶν ἑδρῶν, ἂν μὴ διότι ἀπολύτως στεροῦνται προσόδων ἐπαρκῶν πρὸς τὸ ἀπεριόριστον τῶν ἑδρῶν, ἀλλὰ διότι ἀνάγκαι καὶ περιστάσεις διάφοροι ὑποχρεοῦσιν αὐτά, ἵνα μετριάζωσιν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τὸ ἄκρατον τῆς ἀρχῆς κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς φειδοῦς. Βεβαίως ἡ Γαλλία δὲν θὰ παρεδέχετο ἐν τῇ ἐφαρμογῇ μίαν μόνην ἕδραν δι’ ἕκαστον μάθημα, ἢ τὸ πολὺ δύο, χάριν τῆς πληθύος τῶν μαθητῶν καὶ οὐχὶ χάριν τῶν δυναμένων ἐπωφελῶς νὰ διδάξωσιν, ἀλλὰ δὲν συντηρεῖ πλείονας, διότι ἔχει πολλὰ Πανεπιστήμια καὶ ἐπιδιώκει συνδυασμὸν τῶν δαπανῶν αὐτῶν πρὸς τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη, καθιστῶντα τὴν ἀνωτέραν ἐκπαίδευσιν κατὰ τὸ ἐφικτὸν αὐτάρκη. Ἀποδεχόμενοι ἄρα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ κανόνα, ὃν ἀναγνωρίζομεν ὡς μὴ σύμφωνον πρὸς τὴν ἀπολύτως ὀρθὴν ἀρχὴν τοῦ ἀπεριορίστου τῶν ἑδρῶν τοῦ Πανεπιστημίου, τοιοῦτον ἀποδεχόμενοι κανόνα, δὲν διατελοῦμεν ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἐλλείψεων αὐτοῦ καὶ τῆς ἐπιβαλλομένης ὡς ἐξ αὐτῶν εἰς τὸν νομοθέτην προνοίας, ὅπως καταστήσῃ αὐτὰς ὅσον ἔνεστιν ὀλιγώτερον ἐπαισθητάς. Ἐφ’ ὅσον τὰ μέσα εἶναι ἀφθονώτερα, ἐπὶ τοσοῦτον αἱ ἐλλείψεις δύνανται νὰ μετριασθῶσιν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαφανισθῶσιν. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπερ ὑποβάλλομεν, ὅ,τι ἰσχυριζόμεθα εἶναι, ὅτι οὐδεμία ἕδρα ἀναγράφεται, ἥτις δὲν εἶναι ἀναγκαία, καὶ ἂν δύναταί τις ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἕδρα τις δὲν εἶναι ἀναγκαία, βεβαίως πρέπει αὕτη νὰ ἐξαλειφθῇ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ν’ ἀντικαταστηθῇ ὑπὸ ἄλλης, διότι δὲν ἀναγράφονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πᾶσαι αἱ ἀναγκαῖαι ἕδραι· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἕδρα τις ἀποδεικνύεται ἀναγκαία, δὲν νομίζω, ὅτι δικαιολογεῖται ὁ λέγων, ὅτι δὲν πρέπει ἡ ἕδρα αὕτη ν’ ἀναγραφῇ, διότι ἑτέρα ἕδρα ἐπίσης δὲν ἀναγράφεται. Ἐὰν δυνάμεθα, πρέπει ν’ ἀναγράψωμεν καὶ ἐκείνην καὶ ταύτην, ἀναγκαίαν τυχὸν οὖσαν, ἀλλὰ διότι δὲν ἐπιτρέπει ἡ φειδὼ, ἵνα ἀναγράψωμεν ἀμφοτέρας, δὲν εἶναι πρέπον νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Σήμερον, ὅπως ἔχουσι τὰ τοῦ Πανεπιστημίου, κατὰ τὸν νόμον περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἑδρῶν, εἶναι αὗται 54, πάντως ἄρα ὀλιγώτερον κατὰ τοῦτο πληροῖ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπιστήμης τὸ καθεστὼς ἢ ὅσον πληροῖ αὐτὰς τὸ νομοσχέδιον. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἵνα, ἐπιλαμβανομένη τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, μὴ θελήσῃ νὰ ἐξετάσῃ, τί ἐλλείπει, ἀλλὰ νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπαγορεύωνται ὑπὸ τῆς ἀνάγκης. Δύνανται κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ γένωνται ὑποδείξεις καὶ συστάσεις περὶ ἀναπληρώσεως παραλείψεών τινων, καὶ ἴσως πρὸς τοιαύτας ἀναπληρώσεις τὰς ἀναγκαιοτέρας θὰ δεήσῃ νὰ γίνηται προσθήκη καὶ μιᾶς καὶ δύο καὶ τριῶν ἑδρῶν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀποδειχθησομένην τυχὸν ἔλλειψιν ἀναγκαίας ἕδρας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν νομίζω δεδικαιολογημένην τὴν παραίτησιν ἀπὸ πάσης νομοθετικῆς προνοίας περὶ τούτου καὶ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἀπεριορίστου διαχειρίσεως αὐτῶν ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ποῖος ἀγνοεῖ σήμερον, ὅτι ἕδρας κενουμένης κινεῖται περὶ τὴν Κυβέρνησιν ὁλόκληρος ὁ ἐνδιαφερόμενος εἰς τὰ τοῦ Πανεπιστημίου κόσμος, ἐπιδιώκων κυριωδέστερον, οὐχὶ τὴν πλήρωσιν τῆς κενωθείσης ἕδρας, ἀλλὰ τὴν διάθεσιν τοῦ κενωθέντος ἀριθμοῦ πρὸς σύστασιν νέας ἕδρας ἢ ὑποδιαίρεσιν ἕδρας ὑφισταμένης, ἢ πρὸς ἄλλους παντοίους συνδυασμούς; Τοιαύτη κατάστασις βεβαίως δὲν συμβιβάζεται οὔτε πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, οὔτε πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἐπιστήμης. Τὰ τοῦ Πανεπιστημίου πρέπει νὰ κανονισθῶσι παγίως, πρέπει νὰ ψηφισθῇ νόμος, περιλαμβάνων τὰς ἕδρας, αἵτινες πάντως δέον νὰ ὑπάρχωσιν, ἐπιφυλάττων δ’ ἐλευθέραν τὴν ἐνέργειαν τῆς νομοθεσίας ἐν τῷ μέλλοντι, ὅπως βαθμηδὸν ἀναπτυχθῇ ὁ θεσμὸς καὶ ἀναπληρωθῶσι κενὰ, ὑφιστάμενα ἤδη καὶ ἀναγνωριζόμενα, ἢ ἐν τῷ μέλλοντι καταδειχθησόμενα, ἢ ἐκ τῆς προόδου τῆς ἐπιστήμης παραχθησόμενα. Ὅπως τὸ νομοσχέδιον ὑποβάλλεται, νομίζω, ὅτι πληροῖ τὰς πανεπιστημιακὰς ἀνάγκας ἱδρύματος, ὁποῖον τὸ ἡμέτερον. Δύνανται ἴσως, ὡς εἶπον, ν’ ἀναπτυχθῶσι κατά τι αἱ διατάξεις αὐτοῦ, καὶ τὰ ποσὰ, ἅτινα δαπανῶνται ὑπὲρ τοῦ Πανεπιστημίου, δύνανται ἴσως ν’ αὐξήσωσι κατά τι, ἀλλὰ καὶ ἂν μὴ ἐπεκταθῶσι τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, βεβαίως θὰ βελτιώσωσι ταῦτα τὴν κατάστασιν τὴν ὑπάρχουσαν, οὐ μόνον διότι θέλουσιν ἀντικαταστήσει τὸ πάγιον εἰς τὸ ἀβέβαιον, τὸ ἕως τῆς σήμερον παρουσιαζόμενον, ἀλλὰ καὶ διότι θέλουσι κανονίσει τὰ τοῦ θέματος κάλλιον ἢ μέχρι τοῦδε.
§263Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠσχολήθη νὰ ἐξάρῃ τὰ προτερήματα τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη πρὸς ἐπιψήφισιν, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἀναβάλῃ τὸ πανηγυρικὸν τοῦτον διὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ, ἤθελε προβῆ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, νὰ μὴ ἀπαγγείλῃ δ’ αὐτὸν καθ’ ἣν ὥραν συζητοῦμεν περὶ ἀναβολῆς αὐτοῦ. Ὅταν φθάσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐλπίζω ὅτι θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι, ἂν ἔχῃ ἐλάττωμα τὸ νομοσχέδιον, εἶναι αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον παριστᾷ ὡς προτέρημα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις παριστᾷ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀνέγραψε τὰς χρησιμωτάτας τῶν ἑδρῶν, ἐνῷ ἐγὼ θέλω ἀποδείξει, ὡς πεποιθότως συνήγαγον ἐκ τῆς μελέτης αὐτοῦ, ὅτι τοῦτο ἀνέγραψεν ἕδρας μὴ χρησίμους, καὶ παρέλειψεν ἕδρας πολλῷ χρησιμωτέρας τῶν ἀναγραφεισῶν. Ἀλλὰ ταῦτα ἀνάγονται εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας, ἐὰν δ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνηθίζῃ νὰ ἐπιλαμβάνηται τῆς συζητήσεως τῆς οὐσίας καθ’ ἣν ὥραν συζητοῦμεν περὶ ἀναβολῆς, ἐγὼ δὲν θέλω ἀκολουθήσει αὐτὸν εἰς τοῦτο. Ὀφείλω ὅμως σήμερον, ὅτε πρόκειται τὸ προκαταρκτικὸν ζήτημα τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως, νὰ μὴ ἀφήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ φρονῇ, ὅτι πρέπει νὰ σεμνύνηται διὰ τὴν νομοθεσίαν, τὴν ὁποίαν κατεσκεύασε κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὀκταετίας· διότι, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐζήτει νὰ συμπληρώσῃ κενὸν, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν, ἤτοι νὰ προσδιορίσῃ διὰ νόμου τὰς διαφόρους θέσεις ἐν τῇ διοικήσει, ἄλλην συνετέλει βλάβην μεγίστην, διαστρέφων τὴν ἔννοιαν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, περικόπτων τὴν εὐρύτητα διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ ἀναιρῶν αὐτὰς ἐν πολλοῖς τῶν νόμων. Δὲν ἐγκατέστησε διὰ νόμου δικαστικὰς ἐπιτροπὰς, αἵτινες δὲν ἐπιτρέπεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος νὰ συστηθῶσι; Δὲν ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὰ δικαστήρια ὑποθέσεις, τῶν ὁποίων ἡ ἐκδίκασις ἀνῆκεν εἰς αὐτὰ, καὶ τὰς ὑπήγαγεν εἰς τὴν διοίκησιν; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπέκρινε τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς προεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ αὕτη ἐπεψήφισεν. Ἂν ἀναιρέσω τὰς περὶ τούτου γνώμας του, πρέπει νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῶν ἐμῶν ἔργων, τοῦτο δὲ μοὶ εἶναι ὀχληρόν. Ἴσως τὸ πρᾶγμα πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κρίσιν ἄλλων, οὐχὶ ὅμως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις ἐξαιρεῖται, διότι, ἂν ἐπικρίνῃ σήμερον τὰ νομοθετικὰ ἔργα μου, δὲν ἔκρινεν ὅμως αὐτὰ ἄξια ἐπικρίσεως, ὅταν ἀντέγραφε ταῦτα, καὶ μετέφερον ἐν τοῖς νομοσχεδίοις, τὰ ὁποῖα συνέτασσεν, ὡς διατάξεις αὐτῶν. Οἱ Βουλευταί, οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συνεδριάζοντες κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην, ἂν ἐτύγχανον μέλη τῆς διαλυθείσης Βουλῆς, δὲν θὰ ἐλησμόνησαν τὰς συζητήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, οὐδὲ τῆς ἐμῆς προτάσεως περὶ ἱδρύσεως μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ. Οὗτοι βεβαίως θέλουσι βεβαιώσει, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔλεγε τὴν ἀλήθειαν. Καὶ ἀληθῶς, τί σᾶς εἶπε πρὸ μικροῦ; Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐγὼ, μὴ πεποιθὼς ἐπὶ τὴν ὀρθότητα τοῦ νομοθετήματος περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὁποῖον αὕτη ἐπεψήφισεν, ἐγκατέλιπον τοῦτο, καὶ προειλόμην νὰ προτείνω τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ. Ἀλλὰ τίς ἐλησμόνησεν, ὅτι τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ ἠναγκάσθην νὰ προτείνω, ὅταν ἠκούσθη ὁ κώδων τοῦ κινδύνου; Ἀπέναντι τοῦ κινδύνου, ἀπέναντι τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον εἶχον, ἵνα ἀποσοβήσω αὐτὸν, ἐλησμόνησα τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχον περὶ τοῦ τρόπου τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, ἐλησμόνησα τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ μονοπώλιον, ἐλησμόνησα καὶ τὴν ἐπιῤῥοὴν, ἣν δύναται νὰ ἐνασκήσῃ ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, καὶ τὰς ὀχλήσεις, τὰς ὁποίας ἐπάγει εἰς τὴν κατανάλωσιν, ἐλησμόνησα καὶ ὅτι μεταποιεῖ τὸ Κράτος εἰς ἔμπορον, καὶ ἐπρότεινα αὐτὸ διὰ νὰ ἀποσοβήσω κίνδυνον, τὸν ὁποῖον ἡ φιλαρχία εἶχεν ἀπεργασθῆ καὶ παρασκευάσει, καὶ ὁ ὁποῖος, κατὰ σύμπτωσιν, ἣν εὐλογεῖ ἡ δικαιοσύνη, ἐπέπρωτο νὰ ἐπιπέσῃ σήμερον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς ταύτης τῆς φιλαρχίας, τῆς ἀπεργασαμένης αὐτόν. Τίς, ἀναφυλλίζων τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως», δὲν ἀνευρίσκει ἐν τῷ συμπληρωτικῷ νόμῳ περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τὸν ὁποῖον κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος ἐψήφισε τῇ προτάσει αὐτοῦ ἡ Βουλὴ, αὐτὰς ἐκείνας τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας περιεῖχεν ὁ κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1892 ἐκδοθεὶς νόμος περὶ φόρου τοῦ καπνοῦ, ὃν ἐγὼ εἶχον συντάξει καὶ προτείνει εἰς τὴν Βουλήν; τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ἐπολέμει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ὅτε συνεζητεῖτο ἐν τῇ Βουλῇ, τὰς ὁποίας ἐθαύμασε βεβαίως, καὶ διὰ τοῦτο ἀντέγραψε καὶ περιέλαβεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ αὕτη ἐπεψήφισε, καὶ τὰς ὁποίας χθὲς παρίστα ὡς ἀνεπιδέκτους βελτιώσεως; Καὶ ἂν δὲν ὠφελεῖτο ἐκ τῶν διατάξεων τούτων τοῦ ἐμοῦ νομοσχεδίου, ἵνα παραλάβῃ ταύτας ἐξ αὐτοῦ καὶ τὰς νομοθετήσῃ, τὸ λαθρεμπόριον τοῦ καπνοῦ καὶ σήμερον ἔτι ἤθελεν ἀκμάζει, καὶ δὲν ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἐνθαῤῥύνῃ τὴν κακοπιστίαν τῶν περὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως διαδίδωσιν, ὅτι τὸ κακὸν τοῦτο ἐνισχύετο παρ’ ἡμῶν τῶν κυβερνώντων. Καὶ ὁμιλεῖ περὶ νομοσχεδίων ἀνεπιδέκτων βελτιώσεως ὁ Πρωθυπουργός, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ὁποίου πέντε νομοσχέδια περὶ ὑποβρυχίου ἀμύνης εἶχον προβληθῆ ἀλληλοδιαδόχως εἰς τὴν Βουλήν, ἑπτὰ ἔχομεν ἐπιψηφίσει μέχρι τοῦδε νομοσχέδια περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ αὐτὸ τὸ περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἐπεψηφίσθη, εἶχε ψηφισθῆ τῇ προτάσει αὐτοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔαρ, ἦτο δὲ τόσῳ ἀτελὲς καὶ ἀμελέτητον, ὥστε ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ ἦτο ἀδύνατος, ὡς αὐτὸς κατήγγειλεν εἰς τὴν Βουλήν, δικαιολογῶν ἑαυτόν, ἀναβαλόντα τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ ἐπὶ 10 μῆνας καὶ προβαλόντα νέον νομοσχέδιον, τὸ πρὸ μικροῦ ψηφισθέν! Ἀπορῶ πῶς, ἐνῷ τοιαῦτά εἰσι τὰ νομοθετικὰ ἔργα του, καὶ τοιαῦτα πρόκειται πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν πάντων ἡμῶν, δὲν ἐδίστασε νὰ παρασταθῇ ἐπικρίνων τὰ ἐμὰ, πρὶν ἢ ἐξετάσῃ ἑαυτὸν, ἵνα πεισθῇ, ἂν ἔχῃ τὴν ἱκανότητα νὰ τὰ ἐπικρίνῃ.
§264ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ἂν σοβαρῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐννοῇ τὸ προκείμενον νομοθέτημα νὰ μελετηθῇ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, βεβαίως πρέπει νὰ δεχθῇ τὴν ἀναβολήν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἦτο ἐκ τῶν τελευταίων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει· ἀπὸ χθὲς μόνον ἀνῆλθεν ἐν ἀνωτέρᾳ θέσει, ἵνα δειχθῇ, ὅτι πρόκειται σπουδαίως νὰ συζητηθῇ. Ἀπόδειξις, ὅτι τοιαύτη ἦτο ἡ γνώμη ἡμῶν, εἶναι ὅτι χθὲς, ὅτε προεβιβάσθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐζητήσαμεν πληροφορίας παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ μελετήσωμεν αὐτό. Ἐὰν σπουδαίως μεριμνᾷ καὶ δὲν ἐννοῇ νὰ ὑφαρπασθῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀναβολήν· διότι, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν συμβῇ, ἡ Βουλὴ θὰ ἐργασθῇ ἐπ’ ἀρκετὸν ἔτι χρόνον, ὅπως γένηται δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ εἰς τρίτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι καὶ ἄλλα νομοσχέδια ὑπάρχουσι σήμερον ἀναγεγραμμένα εἰς αʹ συζήτησιν, τὰ ὁποῖα, ἐὰν παραδεχθῶμεν ὡς σπουδαίαν τὴν ἐκφρασθεῖσαν γνώμην παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἅπαντα τὰ πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τεταγμένα πρόκειται νὰ ψηφισθῶσι, βλέπω ὅτι δὲν δύνανται νὰ ψηφισθῶσι ταῦτα, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν παρατείνῃ τὰς ἐργασίας αὑτῆς ἐπὶ 4–5 ἡμέρας.
§265ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος ἐζήτησε παρὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαδεύσεως, προσεκόμισα σήμερον εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐν αὐταῖς δὲν εἶχον περιληφθῆ αἱ κεναὶ ἕδραι, ἀπέστειλα τὸ σημείωμα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα συμπληρωθῇ κατὰ τοῦτο καὶ αὔριον προσαχθῶσιν αἱ πληροφορίαι πλήρεις, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Δὲν ἐννοῶ ὅμως διὰ τίνα λόγον σπουδαῖον πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀπὸ ἱκανοῦ χρόνου ἔχει ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ βασανίζεται ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, συζητούμενον καὶ μελετώμενον ἀδιακόπως. Διότι παρῆλθον ὑπὲρ τὰ 50 ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια περὶ κανονισμοῦ τῶν ἑδρῶν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ περὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀνωμαλίας καὶ ἀκαταστασίας, ἥτις κρατεῖ καὶ βασιλεύει ἐν αὐτῷ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη, δὲν ἕπεται, ὅτι πρέπει νὰ παραταθῇ ἡ κατάστασις αὕτη, οὔτε ἀποθαῤῥύνει ἡμᾶς παντάπασιν, οὔτε μᾶς θέτει εἰς δισταγμόν τινα ἡ ἀπειλὴ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἐρχόμενος εἰς τὰ πράγματα, θέλει καταργήσει τὸν νόμον τοῦτον. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς καὶ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἦτο καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ κατήργησε καθεστῶτα ὠφελίμως λειτουργοῦντα, καὶ κατηδάφισε καὶ ἠφάνισε συμφέροντα ἰδιωτικὰ καὶ δημόσια. Τοῦτο βεβαίως ἦτο κύριος νὰ πράξῃ, ἐρχόμενος ἰσχυρὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας. Δὲν ἠξεύρω, ἂν θὰ εὐτυχήσῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ πράξῃ τὸ αὐτὸ, ἐρχόμενος μετὰ τῆς αὐτῆς δυνάμεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ ἂν πρόκηται νὰ ἔλθῃ, βεβαίως ἡμᾶς δὲν θὰ ἀποθαῤῥύνῃ ἡ ἀπειλὴ, ὅπως δεχθῶμεν τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς, ἔστω καὶ ἂν εὑρισκόμεθα περὶ τὸ τέλος τῆς συνόδου. Φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐμελετήθη ἀρκούντως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη ἐκ τῶν ἐνόντων, ὅπως θέσῃ τέρμα εἰς τὴν κακὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία κρατεῖ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καὶ ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐκλείψῃ. Τούτου ἕνεκα φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ παρούσῃ συνόδῳ καὶ καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους, ὅπως αἱ ἕδραι τοῦ Πανεπιστημίου κανονισθῶσι καὶ μὴ, μένουσαι ἔκθετοι εἰς τὰς διαθέσεις ἑνὸς ἑκάστου, πληρῶνται διὰ καθηγητῶν οὐχὶ τῶν πράγματι καταλλήλων. Τούτων πάντων ἕνεκα νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἐπιμείνει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου· κατὰ δὲ τὴν συζήτησιν ἕκαστος δύναται νὰ φέρῃ τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης τῶν ἑδρῶν, καὶ θέλομεν βεβαίως ἐκτιμήσει, ἐὰν αἱ γνῶμαι, αἵτινες θέλουσι προβληθῆ, ἦναι αἱ σοφώτεραι καὶ ὀρθότεραι, καὶ ὅ,τι ὀρθὸν προθύμως θέλομεν ἀποδεχθῆ.
§266ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἡ Βουλὴ θέλει ἐπιμείνει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἂν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἡγουμένη τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς, θέλῃ τοῦτο· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις βεβαίως δὲν θέλει παρουσιάσει εἰς τὴν Βουλὴν, οὐδὲ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ στήριγμα τῆς Κυβερνήσεως, λόγους ἐπαρκεῖς, πείθοντας αὐτὴν ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἂν τὸ νομοσχέδιον συνεζητήθη ἐπὶ μακρὸν ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, ὡς διατείνεται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἡ συζήτησις, ἡ ἐπ’ αὐτοῦ γενομένη, βεβαιότατα ἐβάρυνε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ κατεδίκασεν αὐτὸ ἀμετακλήτως. Οὐδὲν ἐγράφη ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, οὐδὲν ἐλέχθη ἐν ταῖς ἰδιωτικαῖς συζητήσεσιν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, πᾶν δ’ ὅ,τι ἐγράφη καὶ ἐλέχθη, ἐλέχθη εἰς βάρος αὐτοῦ, ἐλέχθη καταδικάζον τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προσκαλεῖτε τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ, εἰσήχθη τὴν 21 Ὀκτωβρίου 1892 μετ’ ἄλλων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἔκτοτε ἀνεγράφησαν ἐν τοῖς πρώτοις εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ἡ Βουλὴ προσεκλήθη εἰς τὴν ψήφισιν αὐτῶν, καὶ τὰ ἐψήφισε, τὰ μὲν ἐν ὅλῳ καὶ τελειωτικῶς, τὰ δὲ εἰς πρώτην ἢ δευτέραν ἀνάγνωσιν. Περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἕκαστος ἐξ ἡμῶν εἶχε σχηματίσει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ προεκαλεῖτο νὰ τὸ συζητήσῃ, πολλῷ δ’ ἧττον νὰ ἐπιψηφίσῃ αὐτὸ, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπιμελῶς ἀπεκρύπτετο εἰς τὸ τέλος ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ οὔτε κἂν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἀπεστάλη, οὔτε ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς εἴδομεν ὑποβληθεῖσαν, καὶ ἂν ἀπεστάλη. Ἐὰν ἐκεῖ, ἐν ταῖς χώραις, τὰς ὁποίας ἐπεκαλέσθη ἐν παραδείγματι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐὰν ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου ὑπάρχουσι τόσα Πανεπιστήμια, ἐὰν ἐν Γερμανίᾳ, ὅπου δύο δεκάδες Πανεπιστημίων λειτουργοῦσιν, ἐὰν ἐκεῖ θεσπίζωσιν οὕτως ἢ ἄλλως ἐπὶ τῆς Πανεπιστημιακῆς ἐνεργείας, τοῦτο δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἡμᾶς ὡς παράδειγμα· ἐὰν δὲ χρησιμεύσῃ εἰς ἡμᾶς ὡς παράδειγμα, προώρισται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Προκαλούμεθα νὰ ὁρίσωμεν ὡρισμένως τὰς ἕδρας τῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ διδασκομένων μαθημάτων, προκαλούμεθα δηλ. νὰ σταματήσωμεν πᾶσαν κίνησιν καὶ πνευματικὴν λειτουργίαν, τὴν ὁποίαν ἀπεκδεχόμεθα παρὰ τοῦ μόνου Ἑλληνικοῦ Πανεπιστημίου, παρὰ τοῦ μόνου πλήρους Πανεπιστημίου ἐν ὅλῃ τῇ Ἀνατολῇ, διὰ νὰ καταπαύσωμεν δῆθεν ἀταξίαν, ἡ ὁποία κρατεῖ οὐδὲν ἧττον οὐδὲν πλέον ἢ ἐπὶ ἑξήκοντα ὅλα ἔτη! Ἄλλοτε, ἐπὶ τῆς προηγουμένης τοῦ καὶ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ πρωθυπουργίας, ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν δέσμη νομοσχεδίων, ἀφορώντων εἰς τὴν κατωτάτην ἐκπαίδευσιν· ἀλλ’ ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ ὑποβληθῶσι ταῦτα εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκλήθησαν νὰ συμμετάσχωσι πολλοὶ ἐκ τῶν ἐχόντων ἔγκυρον γνώμην ἐπὶ τοιούτων πραγμάτων· τὰ νομοσχέδια συνεζητήθησαν πολὺ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐκείνῃ, καὶ ἀποτέλεσμα τῆς συζητήσεως ἐκείνης ὑπῆρξεν ἡ γνώμη περὶ τῆς ὁριστικῆς ἀναβολῆς αὐτῶν. Προκειμένου δὲ σήμερον νὰ νομοθετήσωμεν περὶ τῆς ἀνωτάτης πνευματικῆς λειτουργίας καὶ κινήσεως ἐν τῇ χώρᾳ καὶ ὁλοκλήρῳ τῇ Ἀνατολῇ, καλούμεθα αἴφνης δύο ἢ τρεῖς, ἢ πέντε ἡμέρας πρὸ τῆς λήξεως τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, καλούμεθα ἐν σπουδῇ καὶ ἐκ τῶν ἐνόντων, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ νομοθετήσωμεν περὶ τόσῳ σοβαροῦ ζητήματος, ὁποῖον εἶναι τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προτεινόμενον. Ὁποίαν γνώμην ἔχουσιν οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νομοσχεδίου, εἶδεν ἡ Βουλὴ καὶ ἐκ τῶν ἐκφράσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἐκ τῶν ἐκφράσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἐπανειλημμένως ἐξεφράσθησαν ἀμφότεροι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον «ἐκ τῶν ἐνόντων» συνετάχθη, ὅτι βεβαίως δὲν πληροῖ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους πρέπει τοιοῦτο νομοσχέδιον νὰ πληροῖ, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ, ἵνα τακτοποιηθῶσι τὰ τοῦ ζητήματος τούτου, ἵνα ἐκλείψῃ ἡ συνταγματικὴ ἀταξία, ἡ μέχρι τοῦδε κρατοῦσα. Ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν κήδηται τῶν τοῦ ὑπερτάτου ἡμῶν ἐκπαιδευτικοῦ ἱδρύματος, ἄριστα καὶ συνῳδὰ πρὸς τὴν ἑαυτῆς γνώμην θέλει πράξει, ἐὰν μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλ’ ἀφήσῃ τοῦτο πρὸς συζήτησιν παρὰ τῆς Βουλῆς ἐν ἡμέραις, καθ’ ἃς αὕτη θέλει δυνηθῆ νὰ διαθέσῃ πλείονα χρόνον καὶ μετὰ πλείονος ἠρεμίας νὰ ἐπιληφθῇ αὐτοῦ. Προτείνω ἑπομένως καὶ ἐγώ, καὶ παρακαλῶ, καὶ συνιστῶ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως αὐτοῦ, ὄχι διὰ τὴν αὔριον ἢ μεθαύριον, ἀλλὰ διὰ καιρὸν μακρότερον, μέχρις οὗ δηλαδὴ σχηματισθῇ περὶ αὐτοῦ γνώμη ἠρεμωτέρα καὶ παρὰ τῇ Βουλῇ καὶ παρὰ τῇ κοινωνίᾳ.
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου ἀορίστως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη). (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει).
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§269ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει).
§270ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§271ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μετ’ ἐκπλήξεως ἀληθῶς παρατηρῶ καὶ ἐγώ, ὡς πᾶς τις ἄλλος, ἔννοιαν ἔχων τῶν τῆς Νομικῆς Σχολῆς, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν 3 ἄρθρου καθιεροῦται ἐν τῇ ἡμετέρᾳ Σχολῇ καινοτομία πρωτοφανὴς δι’ ὅλον τὸν νομικὸν κόσμον. Καταργεῖται, Κύριοι, ἐν αὐτῇ τὸ μάθημα τοῦ Κανονικοῦ δικαίου, ὅπερ ἀνέκαθεν ἀποτελεῖ τὸν ἕτερον κλάδον τῆς Νομικῆς καὶ διὰ τοῦτο οἱ διδάκτορες ταύτης ἔτι καὶ τὴν σήμερον λαμβάνουσι πτυχίον καὶ λέγονται doctores utriusque juris, δηλαδὴ civilis et canonici. Δύνασθε, ἂν θέλητε, νὰ παύσητε τὸν ὑπάρχοντα καθηγητὴν τοῦ μαθήματος αὐτοῦ· ἀλλὰ μὴ τὸ καταργήσητε καὶ παράσχητε οὕτω τὸ μοναδικὸν παράδειγμα Νομικῆς Σχολῆς ἄνευ Κανονικοῦ δικαίου. Καθ’ ὃν δὲ χρόνον τὸ μάθημα τοῦτο θεωρεῖται ἀπολύτως ἀναγκαῖον καὶ εἰς Πανεπιστήμια διαμαρτυρομένων, εἶναι ἀτοπώτατον νὰ καταργήσωμεν ἡμεῖς αὐτὸ ἐν τῷ μόνῳ Ἑλληνικῷ ὀρθοδόξῳ Πανεπιστημίῳ. Καὶ διὰ τοῦ μαθήματος τοῦ Κανονικοῦ δικαίου ἔχουσι νὰ διευκρινηθῶσιν ἐπιστημονικῶς πλεῖστα ὅσα ζητήματα καὶ νὰ καθορισθῶσι πλεῖσται ὅσαι σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας καθ’ ἑαυτὴν καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν Πολιτείαν. Ἂν θεωρῆτε πολυτέλειαν τὴν διατήρησιν ἰδίας ἕδρας διὰ τὸ Κανονικὸν δίκαιον, ἑνώσατε τοῦτο πρὸς ἄλλο μάθημα, ὡς καὶ ἐν Γερμανίᾳ ἀπαντᾷ αὐτὸ ἡνωμένον ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ πρὸς τὸ νεώτερον Ἀστικὸν δίκαιον. Πολυτέλειαν ὅμως θεωρῶ ἐγὼ τὴν διατήρησιν τριῶν ἑδρῶν διὰ τὸ Ρωμαϊκὸν δίκαιον. Καὶ τῶν πλουσιωτέρων Κρατῶν τῆς Ἑσπερίας τὰ Πανεπιστήμια ἔχουσι συνήθως δύο ἕδρας δι’ αὐτό. Καθ’ ὃν δὲ χρόνον ἔχομεν ἐπιτροπὴν παρασκευάζουσαν σχέδιον Ἀστικοῦ Κώδικος, εἶναι ἄτοπον νὰ μὴ ἔχωμεν ἕδραν τοῦ νεωτέρου Ἀστικοῦ δικαίου. Ἰδοὺ διατὶ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ μία τοὐλάχιστον ἕδρα τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου διὰ τῆς τοῦ νεωτέρου Ἀστικοῦ δικαίου. Ἐν τῇ Νομικῇ Σχολῇ καθιερώθη ἀνέκαθεν νὰ διδάσκωνται καὶ μαθήματα τοῦ Δημοσίου δικαίου. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡμεῖς καθιερώσαμεν προσόντα ἐφ’ ὅλων τῶν ὑπαλλήλων, ἂν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν τοιούτους ὡς δεῖ παρεσκευασμένους διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, πρέπει νὰ καταρτίσωμεν ἐν τῇ Νομικῇ Σχολῇ ἰδιαίτερον τμῆμα τῶν Πολιτικῶν ἐπιστημῶν, ὡς τοῦτο καὶ ἐν ἄλλοις Πανεπιστημίοις συμβαίνει. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καλὸν νομίζω πλὴν τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας νὰ διδάσκωνται καὶ ἡ Δημοσιονομία καὶ ἡ Στατιστική. Ἡ Δημοσιονομία ἀπὸ πολλοῦ ἀπαρτίζει ἴδιον μάθημα, ὅταν δὲ διδάσκηται συγκριτικῶς, λαμβανομένης δηλ. ὑπ’ ὄψιν τῆς σχετικῆς νομοθεσίας καὶ τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν τῶν κυριωτέρων ἐκ τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν, ὡς ἐν τοῖς Γερμανικοῖς Πανεπιστημίοις, τότε μόλις καὶ μετὰ βίας ἐπαρκεῖ δι’ αὐτὸ τὸ μάθημα μία αὐτοτελὴς ἕδρα. Ἐπίσης καὶ ἡ Στατιστικὴ εἶναι μάθημα ἀπὸ πολλοῦ εἰσηγμένον ἐν τοῖς Πανεπιστημίοις τῆς Ἑσπερίας. Ἂν ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς συνείδησιν τῆς ἀνάγκης τῆς Στατιστικῆς, ἂν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν ὅσον οἷόν τε ἀκριβεστέρας στατιστικὰς πληροφορίας, τότε πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν καὶ περὶ διδασκαλίας τοῦ μαθήματος τούτου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Τοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν Γραφείου τῆς Στατιστικῆς προΐσταται νῦν ὑπάλληλος ἱκανὸς καὶ ἀφωσιωμένος εἰς τὸ ἔργον του. Ἀλλ’ ὅσον ἱκανὸς καὶ ἂν ἦναι αὐτὸς, ὅταν οἱ διάφοροι οἰκονομικοὶ καὶ τελωνειακοὶ ὑπάλληλοι, οἱ συλλέγοντες καὶ χορηγοῦντες εἰς αὐτὸν τὰς ἀναγκαίας στατιστικὰς πληροφορίας, δὲν ἔχωσι τὴν ἀπαιτουμένην μόρφωσιν, αἱ πληροφορίαι αὗται θὰ ὦσι πάντοτε ἀτελεῖς, ἀτελὲς δὲ θὰ μένῃ καὶ τὸ ἔργον τοῦ ἁρμοδίου Γραφείου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν. Καλὸν νομίζω, εἰς τὸ συσταθησόμενον τμῆμα τῶν Πολιτικῶν ἐπιστημῶν νὰ προστεθῇ καὶ ἡ διδασκαλία τῆς Πολιτικῆς, τῆς κατ’ ἐξοχὴν ἑλληνικῆς ταύτης ἐπιστήμης, καὶ τῆς Κοινωνιολογίας. Ἐν τέλει ἄτοπος μοὶ φαίνεται ὁ χωρισμὸς τοῦ μαθήματος τοῦ Διοικητικοῦ ἀπὸ τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου καὶ ἡ ἕνωσις τούτου μετὰ τοῦ Διεθνοῦς δικαίου. Ἐγὼ θεωρῶ ὀρθότερον τὸ Διοικητικὸν δίκαιον νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου, οὗ εἶναι ἀναγκαῖον συμπλήρωμα, ν’ ἀπαρτίσῃ δὲ αὐτοτελῆ ἕδραν τὸ Διεθνὲς δίκαιον, τὸ δημόσιον καὶ ἰδιωτικόν.
§272ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Αὔριον θέλομεν ἀπαντήσει.
§273ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀποδέχομαι τὰς πλείστας τῶν παρατηρήσεων τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἀλλὰ μίαν μόνον ἀντίῤῥησιν ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σχετικῶς πρὸς τὰς προτάσεις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ περὶ τῶν ἀναγομένων εἰς τὰς πολιτικὰς λεγομένας ἐπιστήμας μαθημάτων. Καλὰ καὶ ἅγια εἶναι ὅσα εἶπεν ὁ συνάδελφος, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συστήσωμεν καὶ τμῆμα Πολιτικῶν ἐπιστημῶν, ἀλλὰ ποῦ οἱ διδάξοντες; Δυστυχῶς δὲν ἐμορφώθησαν παρ’ ἡμῖν εἰδικότητες· ἐγὼ μάλιστα ἔχω ἀντίῤῥησιν καὶ ὡς πρὸς τὴν ἕδραν τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας, πρῶτον διότι μετὰ τὸν θάνατον τοῦ μακαρίτου Σούτσου, ὁ ὁποῖος ἦτο αὐθεντία ἐν τῷ μαθήματι τούτῳ, ἀμφιβάλλω ἐὰν εὑρίσκηται ἄλλος, ἵνα διδάξῃ μετὰ τοῦ κύρους ἐκείνου, μετὰ τοῦ ὁποίου ἐδίδασκεν ὁ μακαρίτης καθηγητής· δεύτερον δὲ καθόσον τὸ μάθημα τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας καθιεροῦται καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὑποχρεωτικὸν διὰ τοὺς φοιτητὰς τῆς Νομικῆς Σχολῆς, ὑποχρεουμένους νὰ δίδωσιν ἐξετάσεις· δὲν ἐννοῶ δὲ, πῶς ἡ Πολιτικὴ Οἰκονομία, ὡς εἶναι κεκανονισμένα παρ’ ἡμῖν τὰ τῆς διδασκαλίας τῆς νομικῆς, κατατάσσεται μεταξὺ τῶν νομικῶν μαθημάτων. Κατὰ ἓν καὶ μόνον ἡ Πολιτικὴ Οἰκονομία θὰ ἦναι ὠφέλιμος εἰς τὸν φοιτητὴν τῆς ἡμετέρας Νομικῆς Σχολῆς, καθ’ ὅσον ὁ καθηγητὴς δύναται νὰ διδάξῃ καὶ δημοσιονομίαν, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος. Ἀλλὰ τὰ τῆς δημοσιονομίας δύνανται ν’ ἀναχθῶσι καὶ εἰς Διοικητικὸν δίκαιον, δύνανται ν’ ἀναχθῶσι καὶ εἰς τὸ Συνταγματικόν, καθόσον σχετίζονται πρὸς τὸν προϋπολογισμόν· ἑπομένως εἴτε ὁ εἷς τῶν καθηγητῶν εἴτε ὁ ἕτερος δύναται νὰ ἀναδεχθῇ τὴν διδασκαλίαν τοῦ κλάδου τούτου· θεωρῶ δὲ πολυτέλειαν τὸ μάθημα τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας, ὡς ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ τοῦ Πανεπιστημίου. Παρατηρήσεις δὲ κυρίως ἔχω νὰ ὑποβάλω καὶ ὡς πρὸς τὰς τρεῖς ἕδρας τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὰς ἕδρας ταύτας προστίθεται ἡ ἱστορία καὶ αἱ εἰσηγήσεις. Καὶ περὶ μὲν τῆς ἱστορίας βεβαίως εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ διδάσκηται, καὶ μάλιστα ἐν ἐκτάσει· ἐγὼ μάλιστα θὰ ἐπρότεινα νὰ ὁρισθῇ εἰδικὴ ἕδρα, προστιθεμένης καὶ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὴν σπουδὴν τῆς νομικῆς ἐπιστήμης. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὰς εἰσηγήσεις, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι παρ’ ἡμῖν τὸ μάθημα τῆς εἰσηγήσεως δὲν ἔχει κἀμμίαν ἀξίαν, διότι παρ’ ἡμῖν τὸ Ρωμαϊκὸν δίκαιον εἶναι ὁ κείμενος νόμος, αἱ δὲ εἰσηγήσεις τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου, ὡς οἱ μεμυημένοι τὰ τῆς ἐπιστήμης γινώσκουσιν, οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ σύνοψις, καταρτισθεῖσα κατὰ διαταγὴν τοῦ Ἰουστινιανοῦ διὰ τὴν διδασκαλίαν τῶν φοιτητῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Καὶ διδάσκονται μὲν αἱ εἰσηγήσεις ἐκεῖναι εἰς ἄλλα Πανεπιστήμια, ὅπου ἄλλο εἶναι τὸ κείμενον δίκαιον, διότι ἐν ταῖς εἰσηγήσεσιν ὁ καθηγητὴς ἀναπτύσσει καὶ διδάσκει τὸ Ῥωμαϊκὸν δίκαιον ἐν τῇ κλασικῇ αὐτοῦ ἀναπτύξει, ἀφορμὴν δὲ ἐκ τῶν εἰσηγήσεων λαμβάνων, εἰσέρχεται καὶ εἰς περαιτέρω ἀνάπτυξιν, καὶ διδάσκει τὸ μάθημα ἐκεῖνο, παραδιδῶν τὸ δίκαιον τὸ Ῥωμαϊκὸν ὅπως ἐκράτει κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν Ῥωμαίων νομοδιδασκάλων μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἰουστινιανοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ παρ’ ἡμῖν, ὡς προέλεγον, ὁ Ῥωμαϊκὸς νόμος εἶναι ὁ κείμενος νόμος, ἐξ ἀνάγκης ὁ καθηγητής, ἵνα κατέλθῃ μέχρι τῶν διατάξεων τῶν ἐφαρμοζομένων τὴν σήμερον, ἵνα διδάξῃ τὸ Ῥωμαϊκὸν δίκαιον ὅπως ἐν Ἑλλάδι πολιτεύεται, ἐξ ἀνάγκης, λέγω, θὰ ἀναδράμῃ εἰς τὴν ἀρχαιοτέραν ἐποχὴν, καὶ ἑπομένως θὰ ἄρξηται ἀναπτύσσων καὶ διδάσκων τὸ μάθημα αὐτοῦ ἀπὸ τῆς κλασικῆς ἐποχῆς μέχρι τῆς τελευταίας τοῦ Βυζαντινοῦ δικαίου ἐξελίξεως. Διὰ τοῦτο λοιπὸν θὰ ηὐχόμην νὰ ὁρισθῇ ἕδρα εἰδικὴ τῆς ἱστορίας τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου μετὰ εἰσαγωγῆς εἰς τὴν σπουδὴν τοῦ δικαίου, διότι αὐτὴ ἡ ἔλλειψις κυρίως ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Πανεπιστημίου παρατηρεῖται ἐν τῷ ὀργανισμῷ αὐτοῦ, ὅτι οἱ φοιτηταὶ, οἱ ἐν τῇ Νομικῇ Σχολῇ ἐγγραφόμενοι, οὐδένα ὁδηγὸν ἔχουσιν, ἀλλὰ κατὰ βούλησιν ἀκροῶνται πάντων τῶν μαθημάτων τοῦ προγράμματος. Εἰς ἐμὲ δὲ αὐτὸν, φοιτήσαντα εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, συνέβη, ὥστε ἐπὶ μῆνας νὰ φοιτῶ καὶ νὰ ἀκροῶμαι μαθημάτων, καὶ νὰ μὴ ἐννοῶ τί ἠκροώμην, εἰς μάτην δὲ ἐζήτουν βιβλίον, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην βιβλία δὲν ὑπῆρχον, ἵνα μάθω, τί ἐστὶ δίκαιον, καὶ σᾶς ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ πρῶτον ἔτος τῆς φοιτήσεώς μου δὲν ἠδυνήθην νὰ μάθω τί ἐστὶ δίκαιον. Τὸ αὐτὸ δὲ μοὶ συνέβη καὶ μὲ τοὺς καθηγητὰς τῶν ἄλλων κλάδων· εὗρον πάντας ἐν τῷ μέσῳ τοῦ μαθήματός των καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐννοήσω τὰ περαιτέρω, μὴ γνωρίζων τὰ ἐξ ἀρχῆς. Διὰ τοῦτο εὑρίσκω ὀρθὴν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ νὰ ὑπάρχουν τρεῖς ἕδραι τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου, οὕτως ὥστε ἕκαστος καθηγητὴς νὰ ἄρχηται τῶν παραδόσεών του κατ’ ἔτος καὶ νὰ παραλαμβάνῃ τοὺς φοιτητάς του μέχρι τέλους, ὅπως γίνεται τοῦτο ἐν Γαλλίᾳ, οὕτω δὲ οἱ φοιτηταὶ οἱ κατὰ πρῶτον ἐγγραφόμενοι νὰ εὑρίσκωσι τοὐλάχιστον ἕνα καθηγητὴν ἀρχόμενον τοῦ μαθήματος αὐτοῦ· τοιουτοτρόπως ἀκολουθοῦντες τὸ μάθημα τῆς ἱστορίας καὶ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὴν μελέτην τοῦ δικαίου, καὶ τὸν καθηγητὴν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου ἀρχόμενον τῶν παραδόσεών του ἀπὸ τοῦ γενικοῦ μέρους, εὐχερῶς θὰ ποδηγετῶνται εἰς τὴν ἐπιστήμην, καὶ θὰ γνωρίζωσι τοὐλάχιστον νὰ κανονίσωσι τὰ τῆς μελέτης αὐτῶν κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη. Συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ὡς πρὸς τὴν καθιερωθεῖσαν πολυτέλειαν εἰδικῆς ἕδρας ἐπὶ ἑκάστου κλάδου. Συμφωνῶ ἐπίσης πρὸς αὐτὸν καὶ πρὸς τὰς παρατηρήσεις αὐτοῦ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διδασκαλίαν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου. Ὡς πρὸς τοῦτο ὅμως ἠδύνατο νὰ μοὶ ἀντιταχθῇ, ὅτι τὸ Ἐκκλησιαστικὸν δίκαιον στενότατα συνδέεται πρὸς τὸ Ἀστικὸν, καὶ ἑπομένως, ὅτι ὁ καθηγητὴς τοῦ ἰσχύοντος ἐν Ἑλλάδι Ῥωμαϊκοῦ δικαίου δύναται νὰ διδάσκῃ συγχρόνως καὶ τὸ Ἐκκλησιαστικὸν δίκαιον· τοῦτο ἴσως θὰ ἦτο ἀντικείμενον κανονισμοῦ τοῦ προγράμματος, ἐὰν δηλαδὴ εἰς ἕνα τῶν καθηγητῶν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου, τὸν μᾶλλον δόκιμον, ἀνετίθετο ἡ διδασκαλία καὶ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου, διότι ἡ εἰδικότης πιθανὸν νὰ μὴ ὑπάρχῃ εἰς ὅλους· ἔχομεν δὲ εὐτυχῶς ἄνδρα δόκιμον, διδάσκοντα τὸ μάθημα τοῦτο, δυνάμενον δὲ εὐδοκίμως νὰ ἀναλάβῃ καὶ τὴν διδασκαλίαν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου κατὰ τὴν ἐν Ἑλλάδι ἰσχύν του. Ταῦτα ἐν συνόψει εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ἰδίως δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ ὁποῖος, ἐὰν νομίζῃ ταῦτα ἄξια προσοχῆς, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ μεταῤῥυθμίσῃ μετὰ ταῦτα τὸ νομοσχέδιον.
§274ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Χαίρω ὅτι νομομαθὴς ἔγκριτος, οἷος ὁ ἐκ Ζακύνθου ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐπεδοκίμασεν ἐν πολλοῖς τὰς παρατηρήσεις μου, ἰδίᾳ καθ’ ὅσον ἀνάγονται αὗται εἰς τὰ μαθήματα τοῦ Κανονικοῦ, τοῦ Συνταγματικοῦ, τοῦ Διοικητικοῦ καὶ Διεθνοῦς δικαίου. Λυποῦμαι ὅμως, ὅτι ἐν ἄλλοις δὲν εὑρέθημεν σύμφωνοι. Διὰ τὴν ἱστορίαν καὶ τὰς εἰσηγήσεις τοῦ Ρωμ. δικαίου οὐδαμοῦ ὑπάρχει, ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον γινώσκω, ἰδία ἕδρα. Πανταχοῦ οἱ αὐτοὶ καθηγηταὶ διδάσκουσι καὶ τὰ μαθήματα ταῦτα καὶ τὸ Ρωμαϊκὸν δίκαιον, οὗ ἀναπόσπαστα εἶναι αὐτά. Ἐγὼ θεωρῶ σκοπιμώτερον ὁ αὐτὸς καθηγητὴς νὰ παραλαμβάνῃ τὸν φοιτητὴν ἀπὸ τῆς ἱστορίας καὶ νὰ τὸν χειραγωγῇ μέχρι τοῦ Κληρονομικοῦ δικαίου. Οὕτως ἡ διδασκαλία θ’ ἀπέβαινεν ἑνιαία καὶ μᾶλλον τελεσφόρος. Ὡς πρὸς τὸ νεώτερον Ἀστικὸν δίκαιον παρατηρῶ, ὅτι καὶ ἐν Γερμανίᾳ ὑπάρχουσι χῶραι, ἐν αἷς δὲν ἐψηφίσθη ἀκόμη Ἀστικὸς Κῶδιξ, ὡς παρ’ ἡμῖν. Καὶ ὅμως καὶ ἐκεῖ διδάσκεται χωριστὰ τὸ Ρωμαϊκὸν δίκαιον καὶ χωριστὰ τὸ νεώτερον Ἀστικὸν δίκαιον, ἐν ᾧ συμπεριλαμβάνονται ὅλοι οἱ νεώτεροι θεσμοὶ, οἱ ἄγνωστοι παρὰ τοῖς πάλαι Ρωμαίοις. Οὕτω πῶς προπαρασκευάζεται ἐπιστημονικῶς τὸ ἔδαφος διὰ τὴν σύνταξιν καὶ ἐφαρμογὴν τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος. Νομίζω ὅτι οἱ αὐτοὶ λόγοι συνηγοροῦσι καὶ παρ’ ἡμῖν ὑπὲρ τῆς συστάσεως ἰδιαιτέρας ἕδρας τοῦ νεωτέρου Ἀστικοῦ δικαίου. Ὁ κ. Στεφάνου θεωρεῖ περιττὴν τὴν ἕδραν τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας, διότι, ὡς εἶπε, δὲν ἔχομεν εἰδικὸν, δυνάμενον νὰ διδάξῃ τὸ μάθημα τοῦτο. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν νομοθετοῦμεν ἕδρας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ χάριν ὡρισμένων προσώπων, ἀλλὰ χάριν τῆς ἐπιστήμης. Ἂν δὲν ὑπάρχωσι τὰ κατάλληλα πρόσωπα, δύνανται νὰ μείνωσιν αὗται ἐπί τινα χρόνον κεναί. Ἀλλὰ πῶς θ’ ἀποφασίσῃ τις νὰ καταρτισθῇ εἰδικῶς διὰ μάθημα, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει νομοθετηθῆ ἕδρα; (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§276ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐν ἀρχῇ τοῦ ἄρθρου τούτου, ἀντὶ τῶν λέξεων «Αἱ ἐν τῷ φιλολογικῷ τμήματι τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς», νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «Αἱ ἐν τῇ Φιλοσοφικῇ Σχολῇ».
§277ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μετὰ λύπης παρατηρῶ, Κύριοι, ὅτι ἀντὶ νὰ προστεθῶσι νέαι ἕδραι εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Φιλολογίαν ἐλαττοῦνται καὶ αἱ ἤδη ὑπάρχουσαι πέντε τοιαῦται εἰς τρεῖς μόνον. Καὶ γίνεται τοῦτο ἐν τῷ μόνῳ Ἑλληνικῷ Πανεπιστημίῳ, ὅπερ, ἂν δύναται νὰ ἐπιδώσῃ καὶ εὐδοκιμήσῃ ἔν τινι ἐπιστημονικῷ κλάδῳ, τοιοῦτος εἶναι ὁ τῆς Ἑλληνικῆς Φιλολογίας. Καὶ ὅμως πόσον μέλλουσι νὰ ἐκπλαγῶσιν οὐ μόνον οἱ ἡμέτεροι, ἀλλὰ καὶ οἱ ξένοι, μανθάνοντες νῦν, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον Γερμανικὰ Πανεπιστήμια ἀριθμοῦσι 5 καὶ 6 ἕδρας τῆς Ἑλληνικῆς Φιλολογίας, ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Πανεπιστημίῳ περιορίζονται αὗται εἰς τρεῖς μόνον! Καὶ αὐξάνομεν ἐν τούτοις τὰς ἕδρας τῆς ἱστορίας, καὶ τίνος ἱστορίας; τῆς Γενικῆς! Ἐννοῶ, Κύριοι, τὴν προσθήκην δευτέρας ἕδρας διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἱστορίαν· διότι ἐπὶ τῆς Ἱστορίας ταύτης, ἰδίως τῆς τῶν μέσων καὶ νεωτέρων χρόνων, εἶναι δυνατὸν καὶ ὀφείλουσι νὰ ἐργασθῶσιν οἱ Ἕλληνες ἐπιστήμονες, εἶναι δυνατὸν νὰ χειραγωγήσωσι καὶ ἄλλους εἰς τὴν χρῆσιν καὶ ἔρευναν τῶν πηγῶν καὶ νὰ ἐπεξεργασθῶσι τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ἱστορίαν τὸ πρῶτον μονογραφικῶς καὶ εἶτα συστηματικῶς. Ἀλλὰ τίνα ἐργασίαν ἐπιστημονικὴν δύνανται νὰ κάμωσιν Ἕλληνες ἐπιστήμονες ἐν τῇ Γενικῇ Ἱστορίᾳ τῶν ἀρχαίων, τῶν μέσων καὶ τῶν νεωτέρων χρόνων; Θὰ ὦσιν εἰς θέσιν οὗτοι νὰ παρακολουθήσωσι κἂν τὰς ἑκάστοτε γιγνομένας γιγαντιαίας ἐρεύνας καὶ προόδους ἐν τῇ Γενικῇ Ἱστορίᾳ; Βεβαίως ὄχι· θὰ ἀρκῶνται δὲ μόνον εἰς τὴν μετάφρασιν στοιχειώδους τινὸς ἐγχειριδίου, καὶ τοῦτο θὰ διδάσκωσιν ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Πανεπιστημίου, πρὸς αἶσχος τῆς ἑλληνικῆς ἐπιστήμης. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὸν λόγον, δι’ ὃν μένει μία καὶ μόνη ἕδρα τῆς Ἱστορίας τῆς Τέχνης καὶ τῆς Ἐπιγραφικῆς. Ἐν τῇ κοιτίδι τῆς ἀρχαίας Τέχνης, ἥτις ἔτι καὶ νῦν ἐγκλείει τόσα κειμήλια αὐτῆς ἀνεξερεύνητα, εἶναι ἄτοπον νὰ ὑπάρχῃ μία καὶ μόνη ἕδρα, καὶ αὕτη ἠνωμένη μετὰ τῆς Ἐπιγραφικῆς. Εἶναι ἄτοπον νὰ μὴ διδάσκηται καὶ τὸ μάθημα τῆς ἱστορίας τῆς νεωτέρας Τέχνης, τῆς γλυπτικῆς, τῆς ζωγραφικῆς καὶ τῆς μουσικῆς. Πρέπει ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες ν’ ἀποκλεισθῶμεν ὅλως τῆς γνώσεως τῶν νεωτέρων ὡραίων τεχνῶν; Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ἐπίσης τὸν λόγον, δι’ ὃν τὸ μάθημα τῆς ἱστορίας τῆς Φιλοσοφίας θ’ ἀπαρτίζῃ ἰδίαν αὐτοτελῆ ἕδραν. Δὲν θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἱδρυθῶσι δύο ἕδραι τῆς Φιλοσοφίας καὶ νὰ διδάσκηται καὶ ὑπὸ τῶν δύο καθηγητῶν ἐναλλὰξ τὸ μάθημα αὐτὸ, ἢ τοὐλάχιστον εἰς τὸν εἰδικὸν δι’ αὐτὸ ν’ ἀνατεθῇ ἡ διδασκαλία καὶ ἑτέρου τινὸς φιλοσοφικοῦ μαθήματος;
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6, ὡς ἔχουσιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§280ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 θὰ μὲ συγχωρήσῃ ἡ Βουλὴ, ἐὰν λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα ὁμιλήσω περὶ ἀφορώντων εἰς τὴν Ἰατρικὴν Σχολήν· ἀλλὰ θὰ ὑποβάλω τὰς γνώμας μου, καὶ ἂς ἀποῤῥιφθῶσι. Παρατηρῶ, ὅτι μεταξὺ τῶν ἑδρῶν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς δὲν περιλαμβάνονται ἕδραι σπουδαῖαι, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ὑπαρχόντων ἰατρῶν καὶ ἰδίως τοῦ ἐκ Κερκύρας κ. Πολίτου, πρώην καθηγητοῦ τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς τῆς Ἰονίου Ἀκαδημίας. Δὲν εὑρίσκω τὸ μάθημα τῆς ἱστορίας τῆς Ἰατρικῆς καὶ τῆς Γενικῆς Παθολογίας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ βάσις τῆς Ἰατρικῆς ἐπιστήμης. Ἐνῷ δὲ ἐθεωρήσαμεν τὴν ἱστορίαν ἐν τῷ κλάδῳ τῆς Θεολογικῆς καὶ Φιλοσοφικῆς Σχολῆς ἀπολύτως ἀναγκαίαν, ἐν τούτοις τὴν ἀποῤῥίπτομεν ἐν τῇ Ἰατρικῇ Σχολῇ. Κατὰ δεύτερον λόγον δὲν εὑρίσκω μάθημα ἐπίσης σπουδαῖον, σχετιζόμενον πρὸς τὴν ἕδραν τῆς ἐγχειριστικῆς, τὸ τῆς τοπογραφικῆς ἀνατομίας, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε διδάσκεται, καὶ μάλιστα, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ἐπίτηδες ἀπεστάλη ἄλλοτε δαπάναις τοῦ Σίνα ἰατρὸς εἰς Βιέννην, ἵνα σπουδάσῃ τὸ μάθημα τοῦτο καὶ διδάξῃ αὐτὸ, διότι ἡ διδασκαλία τοῦ μαθήματος τούτου ἐθεωρήθη ἀναγκαιοτάτη. Ἐπίσης τρίτην παρατήρησιν θέλω ὑποβάλει ὡς πρὸς τὴν κατάργησιν τῆς ἕδρας τῆς χειρουργικῆς παθολογίας. Ναὶ μὲν προστίθεται ἕδρα χειρουργικῆς κλινικῆς, ἀλλ’ ὅπως οἱ ἁρμοδιώτεροι ἐμοῦ δύνανται νὰ μὲ διδάξωσι, τοῦτο δὲν ἀναπληροῖ τὴν ἔλλειψιν τῆς ἕδρας τῆς χειρουργικῆς, ἀπὸ τῆς ὁποίας θὰ διδαχθῇ ὅλος ὁ κλάδος τῆς ἐπιστήμης, ὁ ἀφορῶν εἰς τὴν ἐξωτερικὴν λεγομένην παθολογίαν· φρονῶ δὲ, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ ἕδρα αὕτη.
§281ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἶναι ἡ χειρουργικὴ κλινικὴ καὶ ἡ παθολογία.
§282ΗΛΙΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ. Προεθέμην νὰ λάβω τὸν λόγον εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6, δι’ οὗ ὁρίζονται αἱ ἕδραι τοῦ φυσικοῦ τμήματος τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς, εἰς τὸ ὁποῖον, ὡς γνωρίζετε, διδάσκονται οἱ Φαρμακοποιοὶ καὶ εἰς τὸ ὁποῖον βεβαίως ἐλλείπουσι μαθήματά τινα, ἀναγκαιότατα πρὸς καταρτισμὸν τῶν ἐπιστημόνων φαρμακοποιῶν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου συνάδελφος μὲ προέλαβε καὶ ἔφερε παρατηρήσεις τινὰς, τὰς ὁποίας ἐγὼ διενοούμην νὰ ὑποβάλω, προκαλῶν με συνάμα νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου. Συμμεριζόμενος πληρέστατα ὅσα ἐξέθηκε, προσθέτω, ὅτι εἰς τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀναγράφεται ἕδρα ἱστορίας τῆς Ἰατρικῆς. Ἡ διδασκαλία τοῦ μαθήματος τούτου εἶναι ἀναγκαιοτάτη πρὸς μόρφωσιν ἐπιστήμονος ἰατροῦ. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἐπιστήμονα ἰατρὸν νὰ ἀγνοῇ τὴν ἱστορίαν τῆς ἐπιστήμης αὑτοῦ, νὰ μὴ γνωρίζῃ, πῶς ἐφθάσαμεν εἰς ὃ σήμερον ἱστάμεθα σημεῖον, πῶς ἀνειλίχθησαν ἐξ ἀρχῆς τῆς ἰατρικῆς ἐκ τῶν μυθολογικῶν ἔτι χρόνων αἱ διάφοροι θεωρίαι, καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὰς θεωρίας, αἵτινες σήμερον ἐπικρατοῦσι. Καὶ ἕτερον σπουδαῖον μάθημα δὲν ἀναγράφεται εἰς τὸ νομοσχέδιον· ἕδρα Γενικῆς Παθολογίας, εἰς τὴν ὁποίαν συγκεφαλαιοῦται τρόπον τινὰ ἡ διδασκαλία τῆς ἐπιστήμης, καὶ τὸ ἔρεισμα αὐτῆς ἀποτελεῖ. Ὡς πρόφασις τῆς μὴ ἀναγραφῆς τοιαύτης ἕδρας φέρεται, ὅτι στερούμεθα φροντιστηρίου, καὶ ὅτι δὲν εἴμεθα ἐν καταστάσει νὰ συστήσωμεν τοιοῦτον· φρονῶ ὅμως, ὅτι τοῦτο οὐδόλως δικαιολογεῖ τὴν μὴ διδασκαλίαν τῆς Γενικῆς Παθολογίας. Τὰ φροντιστήρια ἐπ’ ἐσχάτων μόνον συνεστήθησαν ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Γερμανίᾳ· μέχρις ἐπ’ ἐσχάτων καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἡμεῖς ἐσπουδάζομεν, δὲν ὑπῆρχον, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐθεώρουν διὰ τοῦτο, ὅτι τὸ μάθημα αὐτὸ δὲν ἦτο ἐκ τῶν ἀναγκαιοτέρων, τοὐναντίον διάσημοι καθηγηταὶ ἐδίδασκον αὐτό. Δὲν εἶναι λόγος, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὰ πάντα ἐν τελειότητι, νὰ στερήσωμεν τὸν μέλλοντα ἐπιστήμονα μαθήματος ἀναγκαιοτάτου καὶ τοσαύτης σπουδαιότητος. Μήπως ἐν τούτῳ μόνον ἔγκειται ἡ ἀτέλεια; Ἐπίσης συμμερίζομαι ὅσα εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐκ Ζακύνθου συνάδελφος ὡς πρὸς τὸ μάθημα τῆς Χειρουργικῆς νοσολογίας· ἡ διδασκαλία αὐτῆς εἶναι ἐπίσης ἀναγκαία καὶ τὴν αὐτὴν ἔχει σπουδαιότητα μὲ τὴν εἰδικὴν νοσολογίαν· διδάσκει αὕτη μὲν τὰ νοσήματα τῶν ἐσωτερικῶν σπλάγχνων, ἐκείνη δὲ τὰ χειρουργικά· ὁ φοιτητὴς ἔχει ἀνάγκην, πρὸς τῇ σπουδῇ ἐπὶ τῆς κλίνης τοῦ πάσχοντος, νὰ διδαχθῇ καὶ θεωρητικῶς τὰ νοσήματα ταῦτα· διδάσκει δὲ ταῦτα ὁ καθηγητὴς τῆς Χειρουργικῆς νοσολογίας. Δύναται, ὡς τοῦτο φρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ καθηγητὴς τῆς Χειρουργικῆς κλινικῆς, ἐὰν ἔχῃ καιρὸν, νὰ ἀναλάβῃ καὶ τὴν διδασκαλίαν αὐτῶν· εἶναι ἀδιάφορον, ἀρκεῖ τὰ μαθήματα νὰ διδάσκωνται, καὶ νὰ ὁρισθῇ ἰδιαιτέρα ἕδρα πρὸς διδασκαλίαν αὐτῶν. Ἤθελον προτιμήσει νὰ ὁρισθῇ μία μόνον ἕδρα τῆς Χειρουργικῆς κλινικῆς, καὶ τοῦτο διότι, ἐλλείψει μεγάλων νοσοκομείων, δὲν ὑπάρχουν ἀρκεταὶ κλῖναι διαθέσιμοι πρὸς διδασκαλίαν, ὥστε νὰ δύνανται δύο καθηγηταὶ νὰ διδάσκωσι τὸ αὐτὸ μάθημα, καὶ οὕτως ἄνευ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἑδρῶν ἤθελον ὁρίσει καὶ μίαν διὰ τὴν Χειρουργικὴν νοσολογίαν. Ἐπιφυλάττομαι ὡς πρὸς τὸ φυσικὸν τμῆμα νὰ ὑποβάλω τὰς παρατηρήσεις μου κατὰ τὴν προσεχῆ συζήτησιν.
§283ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν συναδέλφων καὶ ὑποστηρίζω τὴν ἵδρυσιν τῶν ἑδρῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπιθυμῇ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ ἀνεύρῃ οἰκονομίαν τινὰ, δύναται νὰ εὕρῃ αὐτὴν ἐν τῇ συγχωνεύσει τῶν δύο ἑδρῶν, τῆς Χειρουργικῆς καὶ τῆς Ἰατροδικαστικῆς.
§284ΗΛ. ΠΟΛΙΤΗΣ. Προστίθεται εἷς κλάδος, ὁ ὁποῖος ἔχει μεγάλην βαρύτητα, ἡ Τοξικολογία. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§286ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ θὰ παρεκάλουν νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ ἐξουσία, ὅπως διὰ διατάγματος ἀναθέτῃ εἰς τοὺς ὑπάρχοντας καθηγητὰς νὰ διδάσκωσι καὶ ἄλλα μαθήματα, διότι συμβαίνει πολλάκις νὰ καταρτίζωνται ἄλλα συστήματα ὡς κλάδοι ὑπαρχουσῶν ἐπιστημῶν, καὶ καθίσταται ἀναγκαία ἡ διδασκαλία αὐτῶν. Ἐὰν λοιπὸν μόνον διὰ νόμου ἐπιτρέπηται ἡ διδασκαλία μαθημάτων καὶ ὁ νόμος δὲν ἦναι εὔκολον νὰ ψηφισθῇ ἐντὸς τοῦ ἔτους, προτιμότερον εἶναι νὰ ἐπιτραπῇ διὰ διατάγματος εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὅπως ἀναθέτῃ εἰς ὑπάρχοντα καθηγητὴν τὴν διδασκαλίαν καὶ παντὸς ἄλλου μαθήματος. Ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 9 ἰδίως μοὶ ἐφάνη παράδοξον, πῶς μετὰ τεσσαρακονταετῆ διδασκαλίαν ἐπιτρέπεται εἰς τινα καθηγητὴν νὰ φέρῃ τὸν τίτλον τοῦ ἐπιτίμου καθηγητοῦ καὶ νὰ διδάσκῃ, ἀλλὰ νὰ παύῃ ἐξετάζων καὶ πρυτανεύων. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὴν πνευματικὴν ἀρετὴν τοῦ ἀνδρὸς ἀποδεικνύει μᾶλλον ἡ διδασκαλία, παρὰ ἡ ἐξέτασις, καὶ δὲν ἐννοῶ, διατὶ ἀπαγορεύεται εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐξετάζειν, ἐνῷ ἐπιτρέπεται τὸ δικαίωμα τοῦ διδάσκειν.
§287ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐννοῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρῆται καθηγητής, ὁ ὁποῖος ὑπερέβη τὸ ἑξηκοστὸν τῆς ἡλικίας του ἔτος, ὅπως διδάσκῃ, νὰ τῷ ἀφαιρῆται δὲ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐξετάζειν καὶ πρυτανεύειν. Ἐὰν διδάσκῃ, πρέπει ἀναγκαίως νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐξετάζειν, διότι διὰ τῆς ἐξετάσεως ἡ διδασκαλία καθίσταται τελεσφόρος, καὶ μόνον ὁ καθηγητὴς ὁ διδάξας δύναται νὰ ἐξετάζῃ· τὸ δὲ πρυτανεύειν εἶναι καθαρῶς τιμητικὸν, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀφαιρῆται ἀπὸ καθηγητὰς, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τεσσαράκοντα ἔτη ὑπηρέτησαν τὸ Πανεπιστήμιον, τὸ τιμητικὸν δικαίωμα τοῦ πρυτανεύειν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§289ΡΑΛΛΗΣ. Ἐνταῦθα προστίθεται ἓν γενναῖον ἐπιμίσθιον δραχμῶν 100 δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον διδάξει ὑπὲρ τὰς 6 ὥρας καθ’ ἑβδομάδα. Ἐὰν ἀφεθῇ εἰς τοὺς καθηγητὰς οὕτως ἀορίστως τὸ δικαίωμα τῆς διδασκαλίας ὑπὲρ τὰς 6 ὥρας, τότε ὅλοι θὰ δεχθῶσι νὰ διδάσκωσιν ἑπτὰ ὥρας καὶ θὰ ἔχωσιν ὅλοι τὸ ἐπιμίσθιον. Θὰ ἐνόουν τοῦτο, ἐὰν ἐπρόκειτο μόνον περὶ τῆς ἐν φροντιστηρίῳ διδασκαλίας, ἡ ὁποία εἶναι ὅλως ἀνεξάρτητος ἀπὸ τῆς διδασκαλίας τῆς ἀπὸ ἕδρας. Ἀλλὰ διὰ τὴν διδασκαλίαν τὴν ἀπὸ ἕδρας εἶναι ὅλως αὐθαίρετον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ ἡ προσωρινὴ διάταξις ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§290ΣΤΑΗΣ. Τὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου παρατηρήσεις μου ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπίσης θὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιτροπὴ δὲν κατώρθωσε νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Παρακαλῶ ὅμως τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὁ μόνος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου ᾖναι ὁ προσδιορισμὸς τῶν ἑδρῶν τοῦ Πανεπιστημίου· διότι ὑπάρχουσι πολλαὶ διατάξεις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, διὰ τῶν ὁποίων ἐν μέρει καταργεῖται τὸ ὀργανικὸν διάταγμα τοῦ 1837, κατὰ τὸ ὁποῖον ἔχουσιν αἱ Σχολαὶ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τοῦ διορισμοῦ τῶν καθηγητῶν· ὥστε παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν, σήμερον, ἢ ἄλλως αὔριον, ἐὰν σκοπῇ τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ διατάγματος τοῦ 1837, διὰ τοῦ ὁποίου ὡρίσθησαν τὰ τοῦ διορισμοῦ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου.
§291ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐντελῶς κεχωρισμένον, ἐντελῶς ξένον πρὸς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ὁ τρόπος τοῦ διορισμοῦ τῶν καθηγητῶν εἶναι βεβαίως ἀντικείμενον ἑτέρας μελέτης ἑτέρου νόμου, περὶ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται καὶ μελετᾷ, δὲν προῆλθεν ὅμως εἰσέτι εἰς ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα, ζητοῦσα νὰ ἐξεύρῃ προηγουμένως τὸν καταλληλότερον τρόπον.
§292ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τοὺς ὑφηγητάς, περὶ τῶν ὁποίων παντάπασι δὲν προβλέπει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Διότι, ὅταν ᾖναι ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ διορίζῃ τοὺς καθηγητάς, δύναται οὗτος νὰ λάβῃ οἱονδήποτε ἔξωθεν καὶ τὸν ἐγκαταστήσῃ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, παραβλέπων τοὺς ὑφηγητάς.
§293ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐπίσης μίαν παρατήρησιν θέλω ὑποβάλει καὶ ἐπὶ τῆς τελευταίας προσωρινῆς διατάξεως, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Νομίζω, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου, ὅτι καταργεῖται τὸ δικαίωμα τῶν Σχολῶν τοῦ προτείνειν τοὺς καθηγητάς, δὲν εἶναι ὀρθή, διότι ἀκριβῶς ἡ ἐξαίρεσις, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ ἡ προσωρινὴ διάταξις, ἐνισχύει τὸν κανόνα, διότι λέγει, ὅτι «διὰ Β. Διατάγματος καὶ ἄνευ προτάσεως τῶν Σχολῶν δύνανται νὰ μετατεθῶσι καθηγηταὶ ἀπὸ ἕδρας εἰς ἕδραν». Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ νέου διορισμοῦ, πρόκειται περὶ καθηγητῶν ἤδη διωρισμένων, ἀλλὰ διδασκόντων ἕτερον μάθημα. Ἀλλ’ ἵνα μὴ ἐπέλθῃ σύγχυσις καὶ παρερμηνεία τῆς διατάξεως αὐτῆς, διότι ὁμιλεῖ ἁπλῶς περὶ διδασκόντων καὶ ὄχι καθηγητῶν, ἐν τοῖς διδάσκουσι δὲ περιλαμβάνονται καὶ οἱ ὑφηγηταί, τινὲς τῶν ὁποίων διδάσκουσι μαθήματα τακτικῶς, καλὸν εἶναι νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «καθηγηταί» ἤτοι «διδάσκοντες καθηγηταί». Ἐπίσης φρονῶ, ὅτι δέον καὶ ἡ λέξις «καταλάβωσι» ν’ ἀντικαταστηθῇ διὰ τῆς λέξεως «διορισθῶσι».
§294ΣΤΑΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου κ. Βουλευτὴς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει μόνον τὴν προσωρινὴν διάταξιν, δὲν ἔλαβεν ὅμως ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ πέμπτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 5, κατὰ τὸ ὁποῖον διορίζεται καθηγητὴς ἄνευ προτάσεως τῆς Σχολῆς.
§295ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα). (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ μισθοδοσίας ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν αʹ συζήτησιν).
§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Μαιευτικοῦ Σχολείου καὶ Μαιευτηρίου.
§298ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εἶναι ἑνδεκάτη ἡ ὥρα· δὲν ἀντέχομεν πλέον. Νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§299ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§300ΣΤΑΗΣ. Ἐμελέτησα, Κύριοι, ἐπὶ πολὺ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀλλὰ δὲν κατώρθωσα νὰ εὕρω ἄλλον σκοπὸν αὐτοῦ ἢ μόνον, ὅτι προσπαθεῖ νὰ ἐξομοιώσῃ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ὑπουργὸν μὲ τὸν Ὀλύμπιον Δία, ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τοῦ ὁποίου ἐξεπήδησέ ποτε πάνοπλος ἡ Ἀθηνᾶ· οὕτω καὶ ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρόκειται νὰ δημιουργηθῇ εἷς μαιευτήρ. Ἀλλ’ ὅσον δήποτε ὑψηλὰ καὶ ἂν ἀνέλθῃ τις δι’ ἄλλων δυνάμεων, ἔστω καὶ κυβερνητικῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ διατηρηθῇ ἐν τῷ ὕψει ἐκείνῳ καὶ νὰ μὴ καταπέσῃ· ὁ γδοῦπος δὲ καὶ ὁ πάταγος, τοὺς ὁποίους θὰ προξενήσῃ ἡ πτῶσις, θὰ ἦναι εἰς βάρος καὶ τοῦ ἐκπεσόντος καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὸν ἀνύψωσαν. Σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ μόρφωσις μαιῶν ἐπιστημόνων καὶ μαιῶν ἐμπειρικῶν. Ἀλλὰ βεβαίως ὁ σκοπὸς τοῦ Μαιευτηρίου, ἂν τοῦτο ἔχῃ σκοπόν τινα, δὲν εἶναι οὗτος· ὁ σκοπὸς τοῦ Μαιευτηρίου πρέπει νὰ ἦναι ἡ μόρφωσις ἰατρῶν ἐπιστημόνων, ἐξερχομένων ἐκ τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου, καὶ ἐπιστημόνων μαιῶν· ἀλλ’ ὁ διορισμὸς διευθυντοῦ ἰατροῦ, ἀπὸ πενταετίας τοὐλάχιστον κεκτημένου ἰατρικὴν ἄδειαν καὶ διατελοῦντος ἢ διατελέσαντος ὑφηγητοῦ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, βεβαίως δὲν ἐκπληροῖ τὸν ὑποδεικνυόμενον σκοπόν. Δὲν ἠξεύρω ὁποίαν μαγικὴν δύναμιν ἔχει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ δύναται νὰ καταστήσῃ ἱκανὸν, ἵνα καταλάβῃ ὑψίστην θέσιν τὸν ἀπὸ πενταετίας κεκτημένον τὴν ἰατρικὴν ἄδειαν καὶ τὸν διατελέσαντα ὑφηγητήν. Ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον ἐσκέπτετο νὰ μορφώσῃ ἐπιστήμονας ἰατροὺς, ὤφειλε νὰ προκηρύξῃ διαγωνισμὸν μεταξὺ ἰατρῶν μαιευτήρων καὶ νὰ διεξαγάγῃ αὐτὸν ἀκριβῶς ὡς γίνεται ἐν Παρισίοις· ὑπάρχουσι δὲ νέοι, ἀπὸ πολλοῦ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν ἄλλαις πόλεσι τῆς Ἑλλάδος εὑρισκόμενοι, σπουδάσαντες ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ Εὐρώπῃ τὴν μαιευτικὴν, καὶ δυνάμενοι κάλλιστα νὰ προσέλθωσιν εἰς διαγωνισμόν. Κατόπιν δὲ τοῦ διαγωνισμοῦ νὰ διορίζηται ὁ ἀριστεύσας. Διὰ προσωπικὰ δὲ νομοσχέδια δὲν εἶναι κατάλληλος, νομίζω, ἡ παροῦσα στιγμή· διότι τὸ παρὸν νομοσχέδιον εἶναι καθαρῶς προσωπικόν.
§301ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Καὶ σὺ διὰ προσωπικοὺς λόγους φωνάζεις.
§302ΣΤΑΗΣ. Ἔχω δι’ ἐλπίδος, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς θ’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον· ἐὰν ὅμως δὲν τὸ ἀποσύρῃ, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ καθ’ ἕκαστον, καὶ νὰ τὸ ἐξετάσω ἄρθρον πρὸς ἄρθρον. Ἐγὼ ὅμως προτείνω τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι προσωπικόν.
§303ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν· καὶ εἰς ἄλλην ἐποχὴν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχεν ὑποβάλει νομοσχέδιον τοιοῦτον, δὲν βλέπω δὲ, ὅτι ἡ διάταξις, δυνάμει τῆς ὁποίας δύναται νὰ διορισθῇ εἰς τὴν θέσιν, ἥτις πρόκειται νὰ νομοθετηθῇ, ὁ ἐπὶ πενταετίαν διατελέσας ὑφηγητὴς, ἐνδεικνύει τὸν σκοπὸν, ὅπως ἄτομόν τι, εἰς τὸ ὁποῖον ἴσως ὁ κ. Βουλευτὴς ἀναφέρεται, πρόκηται νὰ διορισθῇ· διότι πολλοὶ διετέλεσαν ὑφηγηταὶ ἐπὶ πενταετίαν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἐξήτασε τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ ἔποψιν, καὶ κακῶς ἔπραξε νὰ περιορίσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐντὸς ποταποῦ τινος κύκλου. Σκοπὸς ἡμῶν εἶναι οὐχὶ νὰ φέρωμεν προσωπικὸν νομοσχέδιον, ἀλλὰ νὰ λάβωμεν πρόνοιαν πρὸς σχηματισμὸν ἐπιστημόνων μαιῶν. Ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν ἡ ἐπιστήμη ἀνεπτύχθη τοσοῦτον, εἶναι ἐντροπὴ νὰ ἔχωμεν μαίας ἐντελῶς ἀγνοούσας τὰ καθήκοντα αὐτῶν. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει παρασυρθῆ ἐκ τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, καὶ θέλει ἀποῤῥίψει τὴν περὶ ἀναβολῆς πρότασιν αὐτοῦ.
§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε εἰς τὴν ἀναβολὴν, κύριε Βουλευτά;
§305ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα.
§306ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑποστηρίζεται ὑπὸ 15.
§308ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ συναινῶ νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις, ἵνα ἀποδείξω ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον τὰς ἀτελείας τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλὰ πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ τροποποιήσῃ τὸ πρῶτον ἄρθρον, ὡς ἀνέφερον, ἤτοι ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ Μαιευτικὸν σχολεῖον καὶ τὸ Μαιευτήριον, ὑπάρχοντα ἐν τῷ αὐτῷ καταστήματι, ὑπάγονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ διευθύνονται ὑπὸ ἰατροῦ, διοριζομένου ἐπὶ πενταετίαν διὰ Β. Διατάγματος, προκαλουμένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, μετὰ γνωμοδότησιν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθν. Πανεπιστημίου, κατόπιν διαγωνισμοῦ, ἐνώπιον αὐτῆς δημοσίᾳ διεξαγομένου».
§309ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶ συναλλαγὴν, οὕτως εἰπεῖν· νὰ μοὶ λέγῃ ὁ κ. Βουλευτής: «ἂν δέχησαι αὐτὸν τὸν ὅρον, τότε καὶ ἐγὼ δέχομαι τὸ νομοσχέδιον». Ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 1, θέλω εἴπει, ἂν δέχωμαι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἢ ὄχι. Ἑπομένως παρακαλῶ νὰ προχωρήσωμεν.
§310ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε εἰς τὴν ἀναβολὴν, κύριε Στάη;
§311ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τὴν υἱοθετῶ ἐγώ. Ἄλλως θὰ κάμω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. Τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀρδεύσεως τῆς πεδιάδος Βόχας εἶναι 16ον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ ὅμως δὲν εἶναι προσωπικόν.
§312ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε εἰς τὴν ἔνστασιν;
§313ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Μάλιστα, ἐπιμένω. Ἔχομεν 50 ἔτη τὸ Μαιευτήριον, καὶ ἐφέτος θὰ τὸ διορθώσωμεν, μὲ ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ! Ὅταν ἐπιβάλλωμεν φόρους, προβάλλομεν τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους· ὅταν θέλωμεν νὰ δημιουργήσωμεν προσωπικὰς δαπάνας, ἐνθυμούμεθα καὶ προβάλλομεν τὴν διόρθωσιν τῆς ὑπηρεσίας δῆθεν. Διωρθώσαμεν τὰ λοιπὰ, καὶ μένει τὸ Μαιευτήριον!
§314ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Τί ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιόν σας;
§315ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ἰδικόν μου ἀφορᾷ πυκνὸν πληθυσμὸν, καὶ πληθυσμὸν φορολογούμενον, ὁ ὁποῖος ζητεῖ ἕνα νόμον, διὰ νὰ ἀρδεύσῃ τοὺς ἀγρούς του, καὶ τίποτε ἄλλο, καὶ ἐν τούτοις τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι 16ον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καίτοι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ ὑπεσχέθη ῥητῶς πρὸς τοὺς φορολογουμένους ἐκείνους, ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἂς προηγηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ τότε ἀποσύρω τὴν ἔνστασίν μου.
§316ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Συναλλαγὴν θὰ κάμωμεν;
§317ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τοιαύτας συναλλαγὰς ἐγὼ τὰς δέχομαι καὶ τὰς κάμνω. Θέλω ἄλλως νὰ ἦναι παροῦσα ἡ Βουλὴ, διὰ νὰ ψηφίσῃ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον τὸ προσωπικὸν περὶ Μαιευτηρίου, καὶ ἐμμένω εἰς τὴν ἔνστασίν μου.
§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν· μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 11 καὶ 30′ μ. μ.