1893.01.28
1.927 στίχοι · 14.570 λέξεις · 149 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 51
τῆς 28 Ἰανουαρίου 1893.
(Πέμπτη).
Ὥρα 6 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μολονότι ἔκ τε τῆς ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ἐπιμισθίου τῶν ἀξιωματικῶν, εἰς γʹ συζήτησιν ψηφισθέντος χθὲς, καὶ ἐκ τοῦ σχετικοῦ πίνακος τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν μοὶ γεννᾶται ἀμφιβολία περὶ τοῦ ὅτι ἐν τῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου δὲν περιλαμβάνονται οἱ ἀρχιτεχνῖται τοῦ Ὁπλοστασίου, μ’ ὅλον τοῦτο ἐνόμισα καλὸν, πρὸ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν, νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν περιλαμβάνωνται καὶ οὗτοι· διότι, ἐὰν περιλαμβάνωνται, θὰ ἦτο κακὸν οἰκονομικὸν μέτρον· καθότι οἱ ἀρχιτεχνῖται ἔχουν ἀπὸ πολλοῦ συμπληρώσει τὸν χρόνον τῆς συντάξεως καὶ δύνανται, ἐὰν στερηθῶσι τοῦ ἐπιμισθίου των τούτου, νὰ ἀποστρατευθῶσι, τότε δὲ τὸ Δημόσιον θέλει ζημιωθῆ, διότι εἰς αὐτοὺς μὲν θὰ παράσχῃ τὴν σύνταξιν, θὰ προαγάγῃ δὲ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι φυσικῷ τῷ λόγῳ θ’ ἀντικαταστήσωσιν ἐκείνους. Ἕνεκα τούτου παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ διασαφήσεις.
§2ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Βεβαίως δὲν περιλαμβάνονται, διότι ἄλλως ἤθελε γείνῃ μνεία. (Μετὰ τοῦτο τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 5,345.85 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ταμείου τῶν φάρων τῆς χρήσεως τοῦ 1892», καὶ προτείνει τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 159). Πολλοὶ φοιτηταὶ τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς δι’ ἀναφορᾶς των ἐκθέτουσιν, ὅτι ἐκ πλάνης ὑπέγραψαν προηγουμένην ἀναφορὰν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Μαιευτηρίου, καὶ εὐχαριστοῦντες τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ὑπὲρ τῆς ἐπιστημονικῆς αὐτῶν μορφώσεως πρόνοιάν της, παρακαλοῦσι νὰ ψηφισθῇ τὸ εἰσαχθὲν νομοσχέδιον.
§4ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσοι εἶναι ὑπογεγραμμένοι;
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑβδομήκοντα τέσσαρες. Ὁ ἐξ Ἁγυιᾶς βουλευτὴς κ. Δάλλας ὑποβάλλει τὰς ἑξῆς ἐγγράφους ἐπερωτήσεις.
§6ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἐπερώτησίν μου περὶ ἀπολύσεως τοῦ εἰρηνοδίκου Σωτηρίου Γιαννούλη, καὶ παρακαλῶ μετὰ τῶν λοιπῶν ἐγγράφων νὰ καταθέσῃ καὶ κατάστασιν τῶν ποινῶν τῶν εἰρηνοδικῶν τοῦ Κράτους. Ἐπίσης καὶ τὰ σχετικὰ τῆς ἀπολύσεως τοῦ εἰρηνοδίκου Κ. Ἀναγνωστοπούλου. «Ὑπομιμνήσκω εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν τὰς ἐπερωτήσεις μου ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου. «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐξετάσῃ καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὁ ἀποσπασματάρχης Ἁγυιᾶς Μιλτ. Σακελλαρίου, ἀνθυπολοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ, μεταβὰς εἰς τὸ χωρίον Σκλήθρου, ἔδειρε διαφόρους πολίτας καὶ ἐπίεσεν αὐτοὺς νὰ τῷ φέρωσι σφακτὰ καὶ τῷ παραθέσωσι κότα–πήτα. «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν τὴν ἀλληλογραφίαν περὶ ἐνοικιάσεως τῶν ἰχθυοτροφείων Καρδίτσης καὶ τῆς λίμνης Βοίβης, καὶ τὰς αἰτήσεις καὶ ἀγωγὰς τῶν κατοίκων περὶ δικαιωμάτων αὐτῶν, προσβληθέντων ὑπὸ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν ἰχθυοτροφείων.»
§7ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: 1) Ποίων ἔργων δημοσίων διετάχθη ἡ κατασκευὴ διὰ χωμάτων ξένων, ἤτοι ὑδραυλικῆς ἀσβέστου, τσιμέντου κλπ. ἀπὸ τῆς ἐλεύσεως τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς. 2) Ποῖα καὶ πόσα τοιαῦτα ἔργα ἐκτελοῦνται εἰσέτι διὰ τοιούτων ὑλικῶν. 3) Ἂν οἱ διευθύνοντες μετὰ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς τὰ δημόσια ἔργα ἐξακολουθῶσιν εἰσέτι θέτοντες ἀντὶ τῆς Θηραϊκῆς γῆς τὰ ξένα ὑλικά. Καὶ 4) Πόσοι τόννοι ξένων ὑλικῶν διὰ δημόσια ἔργα εἰσήχθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τῆς ἐλεύσεως τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς.» Τὴν ἐπερώτησιν ταύτην ὑποβάλλω, κύριε Πρόεδρε, ὄχι μόνον διὰ νὰ μάθῃ ἡ Βουλή, ἀλλὰ κυρίως ἵνα πληροφορηθῶσι καὶ αὐτοὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς, ἀφ’ ἧς τοὐλάχιστον ἐγὼ εἶμαι Βουλευτὴς, ὅστις σπουδαίως ἐμερίμνησε περὶ Θηραϊκῆς γῆς κατὰ τὰς περὶ τούτου ἑκάστοτε ἰδιαιτέρας παρατηρήσεις μου, καὶ διὰ τοῦτο ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ, κύριοι Βουλευταὶ, ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ θέλουσα νὰ ὠφελῇ τὸ ἔθνος της καὶ ἑαυτὴν ἴσως, εἰσήγαγε τὰ ξένα χώματα, ἡ Ἑλλὰς ἐπλήρωσεν ὑπὲρ τὰ 10 ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν διὰ τὴν κατανάλωσιν ξένων χωμάτων εἰς τὰ δημόσια ἑλληνικὰ ἔργα, ἐνῷ ἔχει τὴν Θηραϊκὴν γῆν, ἡ ὁποία ἀπεδείχθη, καὶ ἐσχάτως μάλιστα ὑπὸ μηχανικῶν Ἑλλήνων, ἀγνοούντων τὸ κατ’ ἀρχὰς καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν χρῆσιν καὶ τὴν στερεότητα αὐτῆς, ὅτι εἶναι κατὰ πολὺ ἀνωτέρα τῶν ξένων χωμάτων. Τὸ παρελθὸν ἔτος 1892, κύριοι Βουλευταὶ, μόνον ἐν Ἰσθμίᾳ κατηναλώθησαν ξένα χώματα, διὰ τὰ ὁποῖα οἱ ἐκτελοῦντες τὰ ἔργα τῆς τομῆς ἐπλήρωσαν 600,000 φράγκα χρυσᾶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἐνῷ κατ’ ἐξοχὴν ὁ κ. Μάτσας, ὁ ἐκτελῶν τὰ ἔργα τῆς Ἰσθμίας, καίπερ ἀναγνωρίζων, ὅτι διὰ τῆς Θηραϊκῆς γῆς ἠδύναντο τὰ ἔργα ταῦτα νὰ γείνωσι στερεώτερα, δὲν ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτὴν ἀφ’ ἑαυτοῦ, διότι ἡ συγγραφὴ καὶ οἱ ὅροι τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων εἶχον ἀναγράψει ἐν αὐτοῖς τὸ τσιμέντον καὶ τὴν ὑδραυλικὴν ἄσβεστον. Λυποῦμαι, κύριοι Βουλευταὶ, διότι ὁ κ. Μάτσας, ὁ ἐκτελῶν τὰ ἔργα τῆς τομῆς τοῦ Ἰσθμοῦ, δὲν εἶναι παρὼν κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, διὰ νὰ δώσῃ ἡμῖν τὴν πληροφορίαν περὶ τῶν εἰς χρυσὸν χρημάτων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐπλήρωσε πρὸς ἐξαγορὰν ξένων ὑλικῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ τῆς ἀναμφισβητήτου ὑπεροχῆς τῆς Θηραϊκῆς γῆς. Κατὰ τὸ 1885 ἐπεβλήθη φόρος, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα χώματα ἐκ 32 φράγκων κατὰ τόννον, ἀλλ’ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῆς Ἑλλάδος, οἱ μηδόλως περὶ τῶν συμφερόντων αὐτῆς μεριμνῶντες, ἀνεῦρον τρόπον, πῶς νὰ μὴ πληρόνωσι φόρον τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα χώματα, καὶ ἕκαστος νόμος, ὅστις ὑπεβάλλετο εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῶν κ. Ὑπουργῶν διὰ τὴν κατασκευὴν ἑνὸς δημοσίου ἔργου, ἄφινεν ἀτέλειαν εἰς τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα χώματα, ἡ ἀτέλεια δὲ αὕτη δὲν ἐχρησιμοποιήθη μόνον ὑπὲρ τῶν ἔργων ἐκείνων, διὰ τὰ ὁποῖα ἐνομοθετήθη, ἀλλ’ ἐπεξετάθη καὶ εἰς τὴν κοινὴν χρῆσιν, καὶ κατηναλίσκετο γῆ ἐξωτερικὴ ὑπὸ ἰδιωτῶν, χωρὶς νὰ ὑποβάλληται εἰς τὴν πληρωμὴν τέλους. Διὰ τοῦτο ζητῶ τὰς ἐν τῇ ἐπερωτήσει μοι πληροφορίας, ἵνα δυνηθῶ νὰ συμπληρώσω αὐτὴν ἀκολούθως, διότι ὅλα τὰ ἐν Ἑλλάδι ἐκτελεσθέντα δημόσια ἔργα δὲν εἶχον τὸ προνόμιον τῆς ἀτελείας, καὶ ὅμως ὅλα ἐξετελέσθησαν διὰ ξένων καὶ ἄνευ πληρωμῆς τέλους εἰσαχθέντων χωμάτων, καὶ ἐφιστῶ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ἰδίᾳ, ἵνα μὴ αἱ ἄνευ πληρωμῆς τέλους εἰσάγουσαι ἑταιρίαι πωλῶσι ταῦτα εἰς ἰδιώτας καὶ εἰς ἄλλας ἑταιρίας, μὴ ἐχούσας τὸ προνόμιον τῆς ἀτελείας. Ἐπίσης ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πόσοι στατῆρες σμύριδος ἐπωλήθησαν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐκ Νάξου ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1891 μέχρι τέλους τοῦ 1892, τί εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον, καὶ πόσα ἔξοδα ἐπλήρωσε. «Πρὸς δὲ, ποῖοι οἱ πράκτορες, οἱ δυνάμει τοῦ τελευταίου νόμου ἀναλαβόντες τὴν ἐκποίησιν τοῦ προϊόντος τούτου, καὶ προσέτι ἂν, καθ’ ἃ ὑπεσχέθη, θὰ φέρῃ νόμον, ὅπως μειώσῃ τὸν φόρον τῶν 5 δραχμῶν κατὰ στατῆρα σμύριδος, ὃν ὁ νόμος τοῦ 1859 ἐπέβαλεν.» Ἐνθυμεῖσθε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος περὶ σμύριδος, εἶχον ὑποβάλει διαφόρους τροπολογίας, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀναγνωρίζει τὸ δίκαιον τῶν τροπολογιῶν ἐκείνων, δὲν ἠδύνατο ὅμως νὰ τὰς περιλάβῃ εἰς ἐκεῖνον τὸν νόμον, τὸν τότε ψηφισθέντα, ἀλλ’ ὑπεσχέθη, ὅτι δι’ ἰδιαιτέρου νόμου ἤθελεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σμύριδος, δι’ ὃν ἴσχυεν ἀκόμη ὁ νόμος τοῦ 1859. Ὡς ἀπέδειξα τότε, διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σμύριδος τὸ Δημόσιον θ’ ἀπελάμβανε περισσότερα χρήματα, διότι διὰ φόρου 5 δραχμῶν κατὰ στατῆρα οὐδὲν εἰσέπραττεν, ἐνῷ, μειουμένου τοῦ φόρου εἰς δραχμὰς 2, θὰ εἰσπράττῃ πλείονα τῶν ὅσων ἀπολαμβάνει σήμερον ἐκ τοῦ προϊόντος τῆς Ναξίας σμύριδος. Ἔχω δὲ καὶ τρίτην καὶ τελευταίαν ἐπερώτησιν, τὴν ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἤδη, ὅτε τὸ νομισματικὸν ζήτημα μαστίζει τὸν τόπον, τί ἀπεφάσισεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς βαρυτίνης; Διατὶ δὲν ὑποβάλλει νόμον, ληγούσης τῆς συνόδου τῆς Βουλῆς, δι’ οὗ νὰ λάβῃ τὸ δικαίωμα, ὅπως διαθέσῃ μέρος ἢ τὸ ὅλον τῶν μεταλλευμάτων τῆς βαρυτίνης, ὅπως προσπορίσῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον χρήματα, ὧν ἔχει ἀνάγκην;» Καὶ εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην προβαίνω, διότι ἐψηφίσθη εἷς νόμος ἀτυχὴς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον περὶ βαρυτίνης, καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἐκείνου οὔτε ἤρχισεν, οὔτε δύναται πλέον νὰ γείνῃ. Ἤδη καὶ ἡ δημοσιογραφία ἐπελάβετο τοῦ ζητήματος. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη, καὶ ἀνάγκη μεγίστη, ἵνα σήμερον, ὅτε τὸ Κράτος διατελεῖ εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, ἡ Κυβέρνησις φροντίσῃ, ὅπως ὁ πλοῦτος, ὁ μένων ἐκτεθειμένος ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς Μήλου, χρησιμοποιηθῇ, εἰσαγόμενος εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Μοὶ ἐγεννήθη λοιπὸν ἡ περιέργεια νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, διατὶ ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐξετελέσθη, καὶ διατὶ, ἀφοῦ ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὁ οὕτω περιωρισμένος καὶ ἀτελὴς, δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ, διατὶ, λέγω, δὲν ὑπεβλήθη νέος, κανονίζων τὰ τῆς βαρυτίνης, ἀφοῦ πρόκειται νὰ καθαρίσῃ ἀπὸ τὸ ἔδαφος τῆς Μήλου τὸν ἄργυρον καὶ νὰ τὸν ἀποδώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον; Μοὶ φαίνεται ὅτι ἀρκούντως δικαιολογοῦνται αἱ ἐπερωτήσεις μου, καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἑπομένως θὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθ’ ἑαυτούς.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκτελῶν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διεβίβασα τὰ συλλυπητήρια αὐτῆς πρὸς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἀποβιώσαντος συναδέλφου Ἀντωνίου Οἰκονομίδου. Ταύτῃ δὲ τῇ στιγμῇ ἔλαβον εἰς ἀπάντησιν τὸ ἀκόλουθον τηλεγράφημα ἐκ μέρους τῆς οἰκογενείας τοῦ μακαρίτου (ἀναγινώσκει): «Πρόεδρον Βουλῆς. Ἀθήνας. «Εὐχαριστοῦμεν ὑμᾶς καὶ τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλοῦμεν, ὅπως ἀνακοινώσητε αὐτῇ τὴν εὐγνωμοσύνην ἡμῶν διὰ τὰ ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ προσφιλεστάτου συζύγου καὶ πατρὸς ἡμῶν Ἀντωνίου Οἰκονομίδου συλλυπητήρια καὶ διὰ τὰς εἰς τὸν νεκρὸν αὐτοῦ ἀπονεμηθείσας τιμάς.»
§9ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐπιτραπήτω μοι, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ διερμηνεύσω εὐχὴν καὶ πόθον τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, καὶ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὁ δῆμος Ἐρινεῶν καὶ μέρος τοῦ δήμου Κραθῖδος ἑνωθῶσι διοικητικῶς καὶ δικαστικῶς μετὰ τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας· τοῦτο ἐπιβάλλεται, διότι ὁ δῆμος Ἐρινεῶν ὅλας αὐτοῦ τὰς συναλλαγὰς τὰς ἔχει μὲ τὴν Αἰγιάλειαν, ὁ δὲ καρπὸς τοῦ δήμου Ἐρινεῶν θεωρεῖται ὡς καρπὸς τῆς Αἰγιαλείας· κατὰ τὴν τελευταίαν μάλιστα φόρτωσιν καρποῦ ἔπαθεν ἀναστάτωσιν τὸ ἐν Αἰγίῳ ἐμπόριον καὶ κατεδιώχθησαν οἱ ἔμποροι, διότι ἔθετον ἐπὶ τοῦ καρποῦ τῶν Ἐρινεῶν τὸ σῆμα τοῦ Αἰγίου· ἐν τούτοις ἐγὼ εἶχον δηλώσει κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ σχετικὸς νόμος, ὅτι ὁ καρπὸς τοῦ δήμου ἐκείνου θεωρεῖται καὶ ἀποστέλλεται εἰς τὸ Λονδῖνον ὡς καρπὸς τῆς Αἰγιαλείας, καὶ ὅμως κατεδιώχθησαν, ἐπαναλαμβάνω, οἱ ἔμποροι, καὶ ὑπέστησαν πολλὰς ζημίας, διότι κατεδιώκοντο εἰς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐγίνοντο αἱ μεγαλείτεραι φορτώσεις. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη, ὁ δῆμος αὐτὸς νὰ ἑνωθῇ μὲ τὴν ἐπαρχίαν τῆς Αἰγιαλείας, ὡς καὶ τὸ μέρος τοῦ δήμου Κραθῖδος τὸ ὁποῖον διακόπτει τὴν Αἰγιάλειαν εἰς δύο, καὶ φθάνει εἰς τὴν παραλίαν, καὶ τοιουτοτρόπως ἓν μέρος αὐτοῦ εἶναι πρὸς τὸ Αἴγιον καὶ ἄλλο μέρος εἶναι πρὸς τὸν δῆμον τῆς Ἀκράτας καὶ τὸν δῆμον Αἰγείρας. Αὐτὸ ἐγένετο εἰς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ πρώτη διαίρεσις τῶν ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἄτακτον, καὶ τὴν σήμερον φέρει μεγάλα προσκόμματα εἰς τὰς ἐμπορικὰς συναλλαγὰς καὶ τὰς σχέσεις τῶν Αἰγιέων μετὰ τῶν πολιτῶν ἐκείνων, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, διερμηνεύων τὸν πόθον καὶ τὴν εὐχὴν, ἐπαναλαμβάνω, τῆς ἐπαρχίας μου, ὅπως προστεθῶσι τὰ δύο αὐτὰ μέρη διοικητικῶς καὶ δικαστικῶς εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Αἰγιαλείας.
§10ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι αἱ διοικητικαὶ μεταῤῥυθμίσεις γίνονται κατὰ τύπους καὶ κανόνας προβλεπομένους ὑπὸ τοῦ νόμου, καὶ ἐὰν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις σήμερον νὰ φέρῃ μίαν μεταβολὴν διοικητικὴν, δὲν δύναται νὰ τὴν φέρῃ, πρὶν προκληθῇ ὅ,τι ὁ νόμος διαγράφει. Νομίζω ὅτι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀντικείμενον βουλευτικῆς ἐπερωτήσεως, διότι δὲν ὑπάρχει ἐλευθερία ἐνεργείας εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ὥρισεν. Ἄλλως τε τὸ ζήτημα αὐτὸ τῶν διοικητικῶν μεταῤῥυθμίσεων εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπὸ γενικὴν ἔποψιν· μονομερῶς λαμβανόμενον, δύναται νὰ βλάψῃ, παρὰ νὰ ὠφελήσῃ· δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μένωσιν ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν λόγον τὸν εἰδικὸν, τὸν ὁποῖον ὁ κ. συνάδελφος προβάλλει, τὸν τοῦ σήματος τοῦ καρποῦ, δὲν εἶναι οὗτος λόγος ἰσχυρὸς, διὰ νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς μίαν διοικητικὴν τροποποίησιν. Περὶ τούτου, ἐὰν ὑπάρχωσι δυσχέρειαι, καὶ ἐγὼ συμφωνῶ νὰ ληφθῇ μία πρόνοια, ὥστε νὰ νομιμοποιηθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράγματι γίνεται. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ σταφὶς τοῦ δήμου Ἐρινεῶν, μάλιστα τῶν μερῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντεῦθεν τοῦ ποταμοῦ, ἐξάγεται ὡς καρπὸς τοῦ Αἰγίου, διότι ἡ ποιότης εἶναι πολὺ καλὴ καὶ μεταφέρεται εἰς τὸ Αἴγιον, ὅπου πωλεῖται· ὥστε δύναται νὰ ληφθῇ μία πρόνοια ἰδιαιτέρως, ἀνεξαρτήτως τοῦ γενικοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος προέτεινεν.
§11ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐξηγήσας τὴν εὐχὴν, ἀπεμιμήθην τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κορίνθου· δὲν νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι ἄτοπος ἡ εὐχὴ, τὴν ὁποίαν ἐξήγησα. Δὲν ἀπῄτησα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς μίαν μεταβολὴν τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τῆς ἐπαρχίας, ἀλλὰ νὰ προηγηθῶσιν ὅσα ὁ νόμος ἐπιβάλλει, καὶ νὰ εὐαρεστηθῇ, ἐπειδὴ ἡ αἴτησις εἶναι δικαία, νὰ ὑποβάλῃ μίαν πρότασιν κατόπιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως πραγματοποιηθῇ ἡ δικαία εὐχὴ τῆς ἐπαρχίας. Δὲν εἶναι δὲ ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, ὅτι μόνον ὡς πρὸς τὸν σταφιδόκαρπον εἶναι συνδεδεμένος ὁ δῆμος Ἐρινεῶν μετὰ τῆς Αἰγιαλείας· ὅλαι αἱ συναλλαγαὶ τοῦ δήμου ἐκείνου γίνονται εἰς τὸ Αἴγιον, καὶ τί συμβαίνει; Ἔρχεται ὁ ἐξ Ἐρινεῶν, δανείζεται εἰς τὸ Αἴγιον, πρέπει νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ ὑποθηκοφυλακεῖον τῶν Ἐρινεῶν, διὰ νὰ ἐγγράψῃ τὴν ὑποθήκην, καὶ ὑφίσταται ζημίας μεγάλας. Εἶναι λοιπὸν πολλοὶ οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουσι τὴν ἕνωσιν αὐτοῦ τοῦ δήμου μετὰ τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας· τὸ δὲ γελοῖον, τὸ χωρίον Πλάτανος νὰ διακόπτῃ τὴν ἐπαρχίαν, εἶναι ἓν γελοῖον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐκλείψῃ· αὐτό, νομίζω, τὸ εἶχε ζητήσει ὁ μακαρίτης Ἀνδρέας Ζαΐμης κατὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων, καὶ τὸ εἶχε ζητήσει, διότι εἰς τὸν Πλάτανον εἶχε κτήματα, καὶ ἐνόμιζεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε, χωρίον, ὅπου εἶχε μεγάλην ἰδιοκτησίαν, νὰ ἀπαρτίζῃ μέρος ἄλλης ἐπαρχίας, καὶ ὄχι τῆς ἐπαρχίας τῶν Καλαβρύτων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι καιρὸς νὰ κανονισθῶσι λογικῶς.
§12Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ Πλάτανος εἶναι πράγματι χωρίον τῶν Καλαβρύτων καὶ διαμελίζει τὴν Αἰγιάλειαν εἰς δύο, ἀλλὰ τὰ διαχωριζόμενα μέρη, οἱ δῆμοι Ἀκράτας καὶ Αἰγείρας, ὅπως γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτής, ἀνῆκον παλαιὰ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων, καὶ οἱ κάτοικοι αὐτῶν εἶναι Καλαβρυτινοί, αἱ εὐχαὶ δ’ αὐτῶν εἶναι ἀντίστροφοι τῶν εὐχῶν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἤτοι ὅπως τὰ μέρη, ὅσα ἀποχωρίζει ὁ Πλάτανος ἐκ τῆς λοιπῆς ἐπαρχίας τῆς Αἰγιαλείας, ἑνωθοῦν μετὰ τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, οὐδέποτε δὲ ὅπως ἑνωθῇ ὁ Πλάτανος μετὰ τῆς Αἰγιαλείας.
§13Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Προκειμένου περὶ μεταῤῥυθμίσεως ὁρίων διοικητικῶν ἐπαρχίας, νομίζω ὅτι ἐκ τοῦ νόμου οὐδεμία ἐπιβάλλεται προηγουμένη διαδικασία, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται ἐκ τοῦ πρέποντος. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία κανονίζει τὰ περὶ ὁρίων τῶν διοικήσεων, δύναται δὲ νὰ κανονίσῃ ταῦτα καὶ ἄνευ προπαρασκευῆς, ἐὰν θέλῃ. Ὁ νόμος ἐκανόνισε τὰ τῆς προπαρασκευῆς, ὅταν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία προβαίνῃ εἰς τὴν μεταῤῥύθμισιν, προβαίνει δὲ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἰς τὴν μεταῤῥύθμισιν, προκειμένου περὶ ὁρίων τῶν δήμων· ὅταν ὅμως δὲν πρόκηται περὶ ὁρίων δήμου, διότι πρόκειται δῆμος νὰ μεταβάλῃ τὰ ὅρια ἐπαρχίας, μετατιθέμενος ἀπὸ ἑτέρας εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, κανονίζουσα τὰ τῶν ὁρίων τῆς ἐπαρχίας, εἰς οὐδεμίαν δύναται νὰ ὑποβληθῇ ὑποχρέωσιν ὑπὸ τοῦ νόμου, εἶναι ὅμως πρέπον νὰ προβαίνῃ εἰς τὸ ἔργον μεμελετημένως, καὶ διὰ τοῦτο ἀπαιτεῖται προπαρασκευὴ οὐχὶ ὑποχρεωτικῶς ἐκ τοῦ νόμου, ἀλλὰ διότι ἄνευ αὐτῆς δὲν ἔχει τὰ στοιχεῖα, ὅπως ἀποφασίσῃ πεφωτισμένως. Δὲν παρουσιάζονται μόνον ἐν Αἰγίῳ καὶ ἐν Καλαβρύτοις τοιαῦτα ζητήματα· τοιαῦτα ζητήματα παρουσιάζονται πολλαχοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἰδίως δὲ μετὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπειρωτικῶν διαμερισμάτων ἐγεννήθησαν πολλαὶ τοιαῦται ἀνάγκαι. Ὑπάρχει ἀνάγκη διαιρέσεως νέας καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τῆς Θεσσαλίας καὶ κατὰ τὰ σύνορα τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου καὶ τοῦ παλαιοῦ βασιλείου, ἔτι δὲ καὶ νήσων τινῶν δύναται νὰ γείνῃ μετάθεσις διοικητική, ἕνεκα τῆς ἑνώσεως τῆς Θεσσαλίας. Περὶ πάντων τούτων εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ νὰ γένηται ἡ δέουσα παρασκευή, καὶ περὶ τούτων ἐλπίζω, ὅτι θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐργασθῶμεν γενικώτερον, ὅπως ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν προτάσεις. Ἤδη ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια: 1) περὶ καταργήσεως καὶ συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων, 2) περὶ συστάσεως οἰνοποιητικοῦ σταθμοῦ ἐν Κύμῃ, καὶ 3) περὶ τροποποιήσεως τῶν παγίων νόμων περὶ ἐγγείου φορολογίας, περὶ τὰ τῶν ἑσπεριδοειδῶν καὶ περὶ τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου τῆς νήσου Θήρας. Περὶ τῆς φορολογίας τῶν ἑσπεριδοειδῶν ἐγένετο λόγος πολλάκις ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ὅτε ἐψηφίσθη ἡ κειμένη νῦν διάταξις, ἐζητήθη παρά τινων ἐκ τῶν κκ. Βουλευτῶν, ὅπως μὴ ἐφαρμοσθῇ ἡ φορολογία τῶν κήπων ἐπὶ τῶν ἑσπεριδοειδῶν, ἀλλ’ ἐφαρμοσθῇ ἐπ’ αὐτὰ ἡ φορολογία κατὰ τὴν ἐξαγωγήν, καὶ τότε ἡ Κυβέρνησις ἀπήντησεν, ὅτι θὰ ἐμελέτα τὸ ζήτημα ἄνευ οὐδεμιᾶς προκαταλήψεως ὑπὲρ τοῦ συστήματος, ὅπερ προετείνετο παρ’ αὐτῆς τότε, ἀλλ’ ἐθεώρει ὀρθότερον κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν νὰ ψηφισθῇ ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου ὡς εἶχεν, ἐπιφυλαττομένης πάσης μεταῤῥυθμίσεως ἐν τῷ μέλλοντι. Κατόπιν τῆς ψηφίσεως τῆς διατάξεως ἐκείνης ἐγένοντο μελέται ἐπὶ τοῦ θέματος, ἰδίᾳ πρὸς ἐξακρίβωσιν, ἂν ἦναι συμφέρουσα καὶ εἰς τοὺς παραγωγοὺς καὶ εἰς τὸ Δημόσιον ἡ ἐπάνοδος εἰς τὸ σύστημα τὸ κρατοῦν πρὸ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἑσπεριδοειδῶν, τουτέστι τὸ τῆς φορολογίας κατὰ τὴν ἐξαγωγήν, καὶ ἠναγκάσθημεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι σήμερον παρουσιάζονται περὶ τὴν ἐφαρμογὴν δυσχέρειαι, αἵτινες δὲν ὑφίσταντο τότε. Σήμερον παρουσιάζονται δυσχέρειαι ὡς ἐκ τῆς μεγάλης διευκολύνσεως τῆς συγκοινωνίας τῆς ἔκτοτε ἐπελθούσης, διότι, ἂν τοιοῦτον σύστημα εἰσαχθῇ ὡς πρὸς τὰ ἑσπεριδοειδῆ τῆς Ναυπλίας π. χ., τὰ προϊόντα ταῦτα τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης κυρίως δὲν ἐξάγονται διὰ θαλάσσης σήμερον, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ὑπερτιμήσεως αὐτῶν ἐν τῇ χώρᾳ κατόπιν τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ἑσπεριδοειδῶν λόγῳ τῆς φυλλοξήρας, καταναλίσκονται τὰ πλεῖστα ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ ἐν ἄλλαις πόλεσι, συνδεομέναις μετὰ τῆς ἐπαρχίας Ναυπλίας διὰ τοῦ σιδηροδρόμου. Ἑπομένως διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἐκ τοῦ δήμου ἢ τῆς ἐπαρχίας ἔπρεπε νὰ ἐφορᾷ ἡ τελωνειακὴ ἀρχὴ τὸν σιδηρόδρομον, ὅπερ θὰ παρεκώλυε τὴν συγκοινωνίαν· τοῦτο δὲ παρουσιάζεται οὐ μόνον ἐκεῖ, ἀλλὰ καὶ ἐν ἄλλαις ἐπαρχίαις. Ἐν ταῖς νήσοις τοῦτο δὲν παρουσιάζεται. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τροιζηνίας, ὡς πρὸς μὲν τὸν Πόρον, ὅπου ὅμως ὀλίγα εἶναι τὰ ἑσπεριδοειδῆ, ἡ δυσκολία ἴσως δὲν παρουσιάζεται, καίτοι ἡ μεγάλη αὐτοῦ ἐγγύτης πρὸς τὴν στερεὰν γεννᾷ καὶ ἐκεῖ ἴσως ἀνωμαλίας· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ ἕτερον τμῆμα τῆς ἐπαρχίας Τροιζηνίας, τὸ κατ’ ἔκτασιν μεγαλείτερον, ἐκεῖ, προκειμένου περὶ στερεᾶς, παρουσιάζονται αἱ αὐταὶ δυσχέρειαι. Αἱ αὐταὶ δυσχέρειαι παρουσιάζονται ἐν Καλάμαις καὶ Μεσσηνίᾳ, αἱ αὐταὶ δυσχέρειαι παρουσιάζονται καὶ ἐν Βώλῳ. Ἑπομένως ἡ διάταξις, ἡ κειμένη κατὰ τὰ πρὸ τῆς καταργήσεως τῆς φορολογίας, μόνον ἐν ταῖς νήσοις δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὑφ’ οὓς ἐφηρμόζετο τότε ὅρους. Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἄδικον, νὰ ἐλαμβάνετο μέτρον τι διὰ τὰς νήσους, μηδεμία δὲ πρόνοια νὰ ἐλαμβάνετο περὶ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν. Ἐξητάσθη ἄρα τὸ ζήτημα, ἂν δυνάμεθα δι’ ἄλλου τρόπου νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὰς ἀπαιτήσεις τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, καὶ ἰδίᾳ ἐξητάσθη, ἐν τίνι ἐνέκειτο τὸ ἐπαχθὲς τῆς νέας φορολογίας τῶν ἑσπεριδοειδῶν. Ἡ κυριωτέρα ἀντίῤῥησις κατὰ τῆς φορολογίας ταύτης εἶναι ἡ μὴ ἐξαίρεσις τῶν φυτειῶν ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ φόρου, διότι παριστᾶται, ὅτι αἱ φυτεῖαι τῶν ἑσπεριδοειδῶν ἐπὶ πολὺν χρόνον δὲν παράγουσιν ἱκανὰ, ὥστε ὁ καρπὸς νὰ δύναται νὰ θεωρηθῇ δεδικαιολογημένως φορολογήσιμος. Τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, καὶ ἔχει συμφέρον ἡ Πολιτεία νὰ ἐνισχύσῃ ἐν τῇ διατάξει τῶν τῆς φορολογίας τῶν ἑσπεριδοειδῶν τὰς φυτείας, καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ καὶ δίκαιον, ἀλλὰ καὶ συμφέρον συνάμα, νὰ ληφθῇ τι μέτρον ὑπὲρ τῶν φυτειῶν. Ὑπῆρχε προσέτι καὶ τὸ παράπονον, ὅτι ὁ φόρος ὁ ἐπὶ τῶν περιβολίων ἔχει ἀνώτατον ὅρον λίαν ὑψηλὰ διαβαθμισμένον ἐν τῇ κλίμακι, διότι ἀνωτάτη βαθμὶς εἶναι 16 δραχμῶν κατὰ στρέμμα. Ἐξετάσαντες ὅμως τὰ ἀποτελέσματα τῶν βεβαιώσεων τοῦ φόρου, εὕρομεν, ὅτι ἐκ τῶν τῆς ἀνωτάτης ταύτης κατηγορίας περιβολίων ἐξ ἑσπεριδοειδῶν εἰσπράττονται μόνον 416 δραχμαὶ, ἑπομένως ἡ κατηγορία αὕτη πρακτικῶς δὲν ὑπάρχει, δὲν εἶναι φορολογικῶς ληπτέα ὑπ’ ὄψει καὶ δύναται νὰ καταργηθῇ, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἀρθῇ καὶ αὕτη ἡ ἀντίῤῥησις κατὰ τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας κατὰ στρέμμα. Καταργοῦντες οὕτως ἐπὶ τῶν ἑσπεριδοειδῶν τὴν φορολογίαν τῶν φυτειῶν, καὶ ὁρίζοντες ἐπὶ δωδεκαετίαν τὴν διάρκειαν τῆς ἀσυδοσίας τῶν νέων τούτων δένδρων, ὁρίζοντες καὶ τὸν ἀνώτερον ὅρον τῆς φορολογίας εἰς 12 δραχμὰς ἀντὶ 16, τουτέστι τάσσοντες αὐτὸν εἰς τὴν κατηγορίαν τὴν πρὸ τῆς ἀνωτάτης, νομίζω ὅτι αἴρομεν ἐκ τῆς φορολογίας ταύτης πᾶν τὸ ἐπαχθές. Κανονίζομεν ἄρα διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὰ τῆς φορολογίας κατὰ κανόνα μὲν ἐπὶ τῷ φόρῳ τῶν περιβολίων, περιοριζομένου εἰς τὰς κατηγορίας τὰς ὑπὸ τὴν πρώτην, τουτέστι τὴν ἀνωτάτην, καὶ παρεχομένης ἀσυδοσίας εἰς τὰς φυτείας ἐπὶ 12 ἔτη, ἐν δὲ ταῖς νήσοις Τήνῳ, Ἄνδρῳ καὶ Νάξῳ, ὅθεν γίνεται ἐξαγωγὴ ἑσπεριδοειδῶν, προτείνομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἡ φορολογία ἐπιβάλληται κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἐπὶ τῷ ὅρῳ, ἐφ’ ᾧ ἐπεβάλλετο καὶ πρὸ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου. Ἑτέραν τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ παγίου φόρου προτείνομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὴν ἀφομοίωσιν περὶ τὰ τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου τῆς νήσου Πάρου πρὸς τὸν τῆς Θήρας. Ἡ Θήρα, κατὰ τὸν πάγιον νόμον περὶ ἐγγείου φορολογίας καὶ κατ’ ἄλλον εἰδικὸν νόμον, δὲν ὑποβάλλεται εἰς τὴν γενικὴν τῶν οἴνων φορολογίαν, ἀλλ’ ὑποβάλλεται εἰς εἰδικὴν φορολογίαν, κατὰ τὴν ἐντὸς τοῦ Κράτους μεταφοράν, τῆς ἐξαγωγῆς οὔσης ἀτελοῦς. Ἐπειδὴ καὶ ἐν Πάρῳ μεγάλη γίνεται ἐντὸς τοῦ Κράτους μεταφορὰ οἴνου, εἰδικὴ δ’ ἐξέτασις ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ μεταφορὰ εἶναι τοσαύτη, ὥστε ἂν ἐφαρμοσθῶσι τὰ περὶ τοῦ οἴνου τοῦ Θηραϊκοῦ κείμενα καὶ ἐπὶ τοῦ οἴνου τῆς Πάρου, τὸ ἔσοδον τοῦ Δημοσίου θέλει εἶσθαι διπλάσιον τοῦ σήμερον βεβαιουμένου, οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ἵνα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία μὴ ἀποδεχθῇ τὰς ἐκ τῆς νήσου αἰτήσεις περὶ τοιαύτης φορολογικῆς μεταῤῥυθμίσεως. Σήμερον ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου εἰσπράττεται ἐν Πάρῳ ποσὸν παραλλάσσον μεταξὺ 7 καὶ 12 χιλιάδων δραχμῶν. Ἐπιβαλλομένης ὅμως ἐπὶ μεταφορᾶς κατὰ μέσον ὅρον 510,000 ὀκάδων φορολογίας κατὰ τὰ ἐν Θήρᾳ κείμενα, ἡ εἴσπραξις θὰ ᾖναι τοὐλάχιστον 20,000 δραχμῶν, τοιαύτην δὲ μεταῤῥύθμισιν ἀναγράφει τὸ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 160–162).
§15ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ πληρωμῆς ὑπὸ τοῦ ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν τῶν μισθῶν τοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ὡρισμένου προσωπικοῦ. Μέχρι τοῦδε μέρος τῶν μισθῶν τοῦ προσωπικοῦ τῶν φάρων καὶ φανῶν κατεβάλλετο ὑπὸ ἄλλων ταμείων, τουτέστι μέρος μὲν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ μέρος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ αἱ πρόσοδοι τοῦ ταμείου τῶν φάρων βαίνουσιν αὔξουσαι ὁσημέραι, ἐνομίσαμεν δίκαιον, ἵνα πάντες οἱ μισθοὶ τοῦ προσωπικοῦ, τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο, καταβάλλωνται ὑπ’ αὐτοῦ. Ἐπίσης ὑποβάλλω σχέδιον νόμου περὶ πλοηγῶν, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ τὴν ἐκτύπωσιν καὶ διανομὴν ἀμφοτέρων τούτων τῶν νομοσχεδίων.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 163–164).
§17ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτὴς ὑπέβαλεν ἐν τῇ προχθεσινῇ συνεδριάσει δύο ἐπερωτήσεις· ἡ μία ἐκ τούτων ἀφεώρα εἰς τὴν πρότασιν περὶ παύσεως ἀμίσθων παρέδρων τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν. Ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει ταύτῃ πληροφορῶ τὸν ἐπερωτήσαντα, ὡς καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὑπεβλήθησαν δύο αἰτήσεις περὶ διορισμοῦ ἀμίσθων παρέδρων. Κατὰ τὸν κρατοῦντα νόμον, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δύναται ἄνευ προτάσεως νὰ ἀπολύσῃ τοὺς παρέδρους τοὺς ἀμίσθους, καὶ μόνον προκειμένου περὶ διορισμοῦ νέων ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ αἰτήσηται τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν· ἀλλ’ ἐγὼ ἐφρόνησα, ὅτι προκειμένου περὶ μεταβολῆς τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἀμίσθων παρέδρων, ἔπρεπε πάντως νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου, διότι τὸ Συμβούλιον εἶναι ἁρμόδιον νὰ γινώσκῃ τὴν χρησιμότητα ἢ μὴ τῶν τοιούτων παρέδρων. Τὰς αἰτήσεις ταύτας περὶ διορισμοῦ παρέπεμψα εἰς τὸν εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν, παραγγείλας αὐτῷ νὰ προκαλέσῃ τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου περὶ τῆς παύσεως παρέδρων, ἂν τυχὸν ὑπάρχωσι τοιοῦτοι μὴ ἐκπληροῦντες τὸ καθῆκόν των. Ὡς ἔμαθον, λαβὼν ἀφορμὴν ἀπὸ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, τοιαύτη πρότασις ὑπεβλήθη, ἀλλ’ ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῶν Πλημμελειοδικῶν ἐγεννήθη δισταγμὸς, ἂν τὸ Συμβούλιον ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ γνωμοδοτήσῃ περὶ παύσεως ἀμίσθων παρέδρων. Ἑπομένως ἡ ὑπόθεσις αὕτη παραμένει ἐκκρεμής. Δύναμαι δὲ νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὡς καὶ τὸν ἐπερωτήσαντα, ὅτι οὐδέποτε θέλω προβῆ εἰς παῦσιν παρέδρου, ὅστις ἐκ τῆς ὑπηρεσίας αὑτοῦ ἀποδεικνύεται χρήσιμος. Πλὴν τούτου προέβαλεν ἑτέραν ἐπερώτησιν, ἔχουσαν οὕτω, κατὰ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ (ἀναγινώσκει): «...ἐπηρώτησε τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ ποινικῆς ὑποθέσεως ἐκδοθείσης τὴν παρελθοῦσαν Πέμπτην κατὰ τοῦ πταισματοδίκου Ἀθηνῶν Καμπιώτου, καὶ ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν τῆς δικογραφίας τῆς ὑποθέσεως ταύτης». Ὡς ἦτο ἑπόμενον, καὶ πρὶν ἢ λάβω παρὰ τοῦ Προέδρου ἐπισήμως μεταβιβαζομένην τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ἐζήτησα τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας παρὰ τῶν ἁρμοδίων. Ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐνταῦθα Πλημμελειοδικῶν μοὶ ὑπέβαλεν ἐπὶ τούτου ἔκθεσιν περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, συνάμα δὲ καὶ ἀντίγραφον τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως ἐξέδοτο τὸ Πλημμελειοδικεῖον. Ἀμφότερα ταῦτα κατατίθημι εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Προεδρείου, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ὁ ἀξιότιμος ἐπερωτήσας καὶ πᾶς ὁ βουλόμενος ἐκ τῶν κκ. Βουλευτῶν, μετὰ τοῦτο δ’ ἐπιφυλάσσομαι, ἂν ἔχῃ ἀπορίαν τινά, νὰ δώσω σαφεστέρας ἐξηγήσεις. Ὀφείλω ὅμως νὰ προσθέσω, ὅτι μετὰ τῆς ἐκθέσεως ταύτης τοῦ εἰσαγγελέως, τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἔλαβον συνάμα καὶ πρότασιν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν περὶ ἀπολύσεως τοῦ πταισματοδίκου τούτου, λόγῳ ὅτι, ὅτε διωρίσθη, διετέλει ὑπὸ βούλευμα ὁριστικὸν τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν, παραπέμπον αὐτὸν ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, καὶ ὤφειλε, πρὶν ἢ δεχθῇ τὸν διορισμόν, νὰ ἀνακοινώσῃ τοῦτο. Ἐδέχθη θέσιν πταισματοδίκου καὶ τὰ χρέη τοῦ πταισματοδίκου ἐξεπλήρωσεν ἐπὶ ἕξ ἤδη μῆνας ἐν πληρεστάτῃ ἀγνοίᾳ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτι διετέλει ὑπὸ τὸ κράτος τοιούτου βουλεύματος. Εὐθὺς ὡς ἔλαβον τὰς προτάσεις ταύτας τῶν εἰσαγγελέων, ὑπέβαλον εἰς τὴν Α. Μ. διάταγμα περὶ ἀπολύσεως αὐτοῦ.
§18ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἔχει καλῶς.
§19ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπρόκειτο διὰ τὸν δυστυχῆ πταισματοδίκην.
§20ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον ἐγώ, ὅτι ἐπρόκειτο. Σεῖς δὲν τὸ ἐπροτείνατε. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο τὸ καθῆκον νὰ τὸν ἀπολύσω, διότι ἐδέχθη θέσιν πταισματοδίκου καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ πταισματοδίκου ἐξεπλήρου, ἐνῷ διετέλει ὑπὸ τοιοῦτον βούλευμα. Αὐτὸ ἦτο καθῆκον ἐμόν.
§21ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προσαχθῇ ὁλόκληρος ἡ δικογραφία, αἱ σημειώσεις τοῦ γραμματέως καὶ τὰ πρακτικά, ἵνα τὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ καὶ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν, καὶ ἴδωμεν, ἂν πρέπῃ ὁ εἰσαγγελεὺς αὐτός, ὁ προτείνων τὴν ἀπόλυσιν τοῦ πταισματοδίκου, νὰ μένῃ πλέον ἐν τῇ εἰσαγγελικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἢ ἄν, ὡς ὄργανον τοῦ νόμου, δὲν ἀνέτρεψε τὴν δικαιοσύνην, ἂν δὲν ἔπραξεν ἀδίκημα, ὡς ἀνώτερον δικαστικὸν ὄργανον.
§22ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπὶ τῶν αἰτιάσεων κατὰ τοῦ εἰσαγγελέως βεβαίως, ἀντὶ νὰ φέρω τὴν δικογραφίαν εἰς τὴν Βουλήν, ἔπραξά τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπεβάλλετο, νὰ παραγγείλω εἰς τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν νὰ ἐνεργήσῃ τὴν προσήκουσαν ἀνάκρισιν. Ὅταν ἡ ἀνάκρισις, ἡ διαταχθεῖσα ἤδη παρ’ ἐμοῦ, περατωθῇ, τότε καὶ μόνον εἶναι δυνατὸν εἰς ἐμὲ νὰ φέρω τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἡ δικογραφία ἤδη εἶναι εἰς χεῖρας τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει καθῆκον ἐκ τοῦ νόμου νὰ ἐπιλάβηται τῆς ὑποθέσεως καὶ ἐκθέσῃ τὰ κατ’ αὐτήν. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ χρέη εἰσαγγελέως.
§23ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δικαιολογία. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προσέξωμεν περισσότερον ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως.
§24ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἀμφιβάλλετε, κύριε Βουλευτά. Ἔχει πλήρη τὴν συναίσθησιν τοῦ καθήκοντος ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, καὶ θὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι εἰς αὐτὸν ἀνάγεται, ὅπως ἱκανοποιηθῇ ἡ δικαιοσύνη.
§25ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά.
§26ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἐξ Ἁγυιᾶς Βουλευτὴς ὑπέβαλεν εἰς παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἐπερώτησιν, ἔχουσαν οὕτω (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης 1) νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀποφάσεις, δυνάμει τῶν ὁποίων προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ εἰρηνοδίκου Σωτηρίου Γιαννούλη, 2) νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐκοινοποιήθησαν αἱ ἀποφάσεις αὗται, καὶ 3) εἰς ποῖον νόμον στηριζόμενος προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ, ἀφοῦ τὸ μὲν ἄρθρον 20 τοῦ ᾼΛΟΔʹ νόμου ῥητῶς κατηργήθη ὑπὸ τοῦ τελευταίου νόμου, αἱ δὲ περὶ ὧν πρόκειται ἀποφάσεις ἐξεδόθησαν πρὸ τοῦ ἰσχύοντος νόμου.» Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα· πληροφορῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον ἐπερωτήσαντα, ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης Γιαννούλης ἐπαύθη διὰ Β. Διατάγματος τῆς 9 Δεκεμβρίου 1892 δυνάμει τῶν ἄρθρων 13 καὶ 14 τοῦ νόμου ͵ΒΚΗʹ τῆς 1 Δεκεμβρίου 1887, διότι ἐτιμωρήθη δὶς πειθαρχικῶς ἐντὸς ἔτους, τὸ μὲν πρῶτον δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 314 ἀπὸ 8 Ἰανουαρίου 1890 ἀποφάσεως τοῦ παρὰ τοῖς ἐν Λαρίσῃ Πρωτοδίκαις εἰσαγγελέως, κυρωθείσης δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τὸ δὲ δεύτερον δι’ ἀποφάσεως τῶν ἐν Καρδίτσῃ Πρωτοδικῶν, κυρωθείσης δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δὲν εἶναι γνωστὸν, ἂν αἱ ἀποφάσεις αὗται ἐκοινοποιήθησαν εἰς τὸν τιμωρηθέντα. Ἡ κοινοποίησις τῶν ἀποφάσεων τούτων οὔτε ἐπεβάλλετο, οὔτε ἀναπόδραστος θεωρεῖται ὑπὸ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων· γνῶσιν ὅμως λαμβάνει τῶν ἀποφάσεων τῶν πειθαρχικῶν ὁ τιμωρούμενος ἀπὸ τὸν ταμίαν, ὁ ὁποῖος εἰσπράττει τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὸν πρόστιμον. Κατὰ τὸ μνημονευθὲν ἄρθρον 13 ἐδάφ. δʹ τοῦ νόμου ͵ΒϞΗʹ οἱ εἰρηνοδίκαι παύονται ὁριστικῶς τῆς ὑπηρεσίας, ἂν τιμωρηθῶσι πειθαρχικῶς κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ δὶς ἐντὸς ἔτους. Ὁ προβαλλόμενος ἰσχυρισμὸς, ὅτι δυνάμει τοῦ μνημονευθέντος νόμου ͵ΒϞΗʹ κατηργήθη ὁ προηγούμενος νόμος τοῦ 1887, ὑπὸ τὴν ἰσχὺν τοῦ ὁποίου ἐξεδόθησαν αἱ περὶ ὧν πρόκειται ἀποφάσεις, οὐδεμίαν ἔχει σπουδαιότητα, διότι ἡ ὑπὸ τοῦ νεωτέρου νόμου προβλεπομένη περίπτωσις τῆς παύσεως δὲν ἀφορᾷ εἰς μόνον τὸ μέλλον· ἄλλως τε καὶ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν προκειμένων νόμων, οἱ ὁποῖοι ἐπαναλαμβάνουσι πάντοτε τὴν αὐτὴν διάταξιν περὶ τῶν περιπτώσεων τῆς παύσεως τῶν εἰρηνοδικῶν, τὸ αὐτὸ ἐπεκράτησε σύστημα ἢ μέτρον, ληφθείσης πάντοτε ὑπ’ ὄψιν τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν ἐτιμωρήθησαν, ἔστω καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ προηγουμένου νόμου, διότι ὁ νόμος ῥητῶς λέγει, «ἂν τιμωρηθῶσι δὶς ἐντὸς ἔτους», δὲν ἐννοεῖ δὲ ἐν τῷ μέλλοντι μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἐτιμωρήθησαν ἐν τῷ παρελθόντι. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα κατατίθενται, ἵνα λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν ὅ τε ἐπερωτήσας καὶ εἴς τι ἄλλος ἐπιθυμεῖ.
§27ΔΑΛΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θέλω μελετήσει τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ θέλω μορφώσει τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν του. Θὰ παρακαλέσω ὅμως αὐτὸν, προβάντα βεβαίως εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ εἰρηνοδίκου, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὸν νόμον, καὶ ἵνα καθάρῃ τὴν Δικαιοσύνην ἀπὸ λειτουργοῦ, ὅστις περιέπεσεν εἰς σφάλματα τοιαῦτα, σφάλματα γενόμενα πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, θὰ παρακαλέσω, λέγω, τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, συμφώνως καὶ μὲ τὴν σήμερον ὑποβληθεῖσαν ἐπερώτησίν μου, πίνακα τῶν ποινῶν τῶν διαφόρων τοῦ Κράτους εἰρηνοδικῶν, διότι πληροφοροῦμαι, ὅτι ἄλλοι εἰρηνοδίκαι, τιμωρηθέντες διὰ τὰς αὐτὰς παραβάσεις πλειστάκις ἢ δὶς, δὲν ἀπελύθησαν, ἐνῷ ἄλλοι ἀπελύθησαν, καίτοι ἔχουσι λόγους, διὰ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἀδίκως ἀπελύθησαν. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ πάλιν νὰ ὑποβάλῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῆς ἀπολύσεως τοῦ εἰρηνοδίκου Ἀναγνωστοπούλου. Ἔχω ὑποβάλλει ἔγγραφον περὶ τούτου ἐπερώτησιν.
§28ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σήμερον ὑπεβάλετε αὐτήν;
§29ΔΑΛΛΑΣ. Μάλιστα.
§30ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπεζήτησα τὴν ἀπόλυσιν τοῦ πταισματοδίκου Καμπιώτου, τὸν ὁποῖον οὔτε γνωρίζω κἂν, καὶ ἄπορον μοὶ φαίνεται, πῶς ὑπέβαλε πρότασιν ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τὴν παῦσιν αὐτοῦ καὶ οὐχὶ διὰ τὴν παῦσιν τοῦ θεραπεύσαντος τὴν ἀνομίαν εἰσαγγελέως, ἀφοῦ φυσικὸν εἶναι εἰς τὸν κατηγορούμενον νὰ ἐπιζητῇ δι’ οἱουδήποτε τρόπου τὴν ἀθώωσίν του, δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως εἰς τὴν Πολιτείαν, εἰς τὰ ὄργανα αὐτῆς νὰ παρέχωσι τὰ μέσα πρὸς ἀπόλυσιν τῶν κατηγορουμένων, πρὸς ἀθώωσιν τοιούτων ἀδικημάτων. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος πιστεύω, ὅτι πάντοτε ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του, καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἠδύνατο νὰ τὸ ἐκπληρώσῃ ἀκριβέστερον, καὶ ὤφειλε νὰ τιμωρήσῃ τὸ ὄργανον αὐτὸ καὶ τὸ ἀποπέμψῃ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἵνα μὴ ἐπαναληφθῶσι τὰ ἀνομήματα αὐτά. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὀφείλει νὰ ἄρῃ τὴν προστασίαν του ἀπὸ τὸ ὄργανον αὐτὸ, ἀφοῦ ἀνεκάλυψεν, ὅτι ἔπραξε τὸ ἀνώτερον τῶν ἀδικημάτων κατὰ τῆς Πολιτείας. Λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε καὶ κύριοι Βουλευταὶ, αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν, καὶ τὸ ὁποῖον κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔπρεπε νὰ πείσῃ ὄχι ὑμᾶς, ἀλλὰ τὴν Πολιτείαν, τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αὐτὸ τὸ ἔγγραφον ἐπικυροῖ τὰ λεγόμενά μου διὰ τὴν παραβίασιν τοῦ νόμου. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν, ἐπειδὴ ἡ ὑπόθεσις παραπέμπεται εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλλένδας, καὶ ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι εἶναι ὑπεκφυγὴ πρὸς καταδίωξιν τοῦ ὀργάνου αὐτοῦ ἡ παραπομπὴ εἰς ἀνάκρισιν, νὰ προσαχθῇ ἡ δικογραφία καὶ νὰ ζητηθῇ ἡ παῦσις αὐτοῦ, καὶ πιστεύω ἐκ τῆς συζητήσεως θὰ πεισθῇ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τοιοῦτον ὄργανον δὲν ἔπρεπεν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ παραμένῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Τὴν τοιαύτην πρᾶξιν ἠδύνατο νὰ τὴν ὑποβάλῃ εἰς οἱονδήποτε Συμβούλιον, καὶ δὲν πιστεύω νὰ εἴπῃ κἀνεὶς δικαστὴς, ὅτι αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος ἔπραξε κατὰ νόμον, ὅτι εἶναι ἄξιος νὰ μένῃ πλέον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὡς εἰσαγγελεύς.
§31ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀπορῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὁ ὁποῖος, πρὶν ἢ ἀκόμη μελετήσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἐκτοξεύει αἰτιάσεις τόσον βαρείας κατ’ ἀνωτέρου δικαστικοῦ ὑπαλλήλου· ἀφοῦ ἀναγνώσῃ τὰ ἔγγραφα, ἂν τῷ ὄντι ἔχῃ ἀπορίαν, δύναται τότε νὰ ζητήσῃ τὴν λύσιν αὐτῆς, καὶ εἶτα νὰ προχωρήσῃ περαιτέρω. Εἰς ἓν μόνον πρᾶγμα νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Πρόκειται περὶ ἐνεργείας τοῦ εἰσαγγελέως καὶ τοῦ δικαστηρίου τῶν Πλημμελειοδικῶν. Ἡ ἐκτίμησις δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Ἂν τὸ δικαστήριον εὗρεν, ὅτι ὁ πταισματοδίκης οὗτος, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστηρίου τῶν Πλημμελειοδικῶν, ὅτε περιέπεσεν εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην, διετέλει εἰς κατάστασιν ἀναιτίου συγχύσεως, ἢ ὅτι, πρὶν ἀκόμη ἡ πρᾶξις αὕτη ἀχθῇ εἰς πέρας, ἀνεκάλεσε τὸ ἔγγραφον, δι’ οὗ εἶχε συντελεσθῆ ἡ πρᾶξις αὕτη, καὶ στηριζόμενον εἰς αὐτὰ τὰ δύο γεγονότα, ἠθώωσε τὸν κατηγορούμενον, περὶ τούτου δὲν δυνάμεθα ἐν τῇ Βουλῇ νὰ συζητήσωμεν. Ἐπειδὴ ὅμως ἀνέφερεν ἄλλα τινὰ γεγονότα ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς, δηλ. ὅτι κατὰ τρόπον μὴ προσήκοντα ἐγένετο ἡ συζήτησις ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου, εἶπον, ὅτι διέταξα περὶ τούτου νὰ γένωνται αἱ προσήκουσαι ἀνακρίσεις, διότι δὲν δύναμαι ἐπὶ τῆς πληροφορίας ἑνὸς Βουλευτοῦ νὰ στηρίξω κατηγορίαν κατὰ τοῦ εἰσαγγελέως ἢ ὁλοκλήρου δικαστηρίου. Ὅταν διεξαχθῇ ἡ ἀνάκρισις, τότε βεβαίως θὰ σχηματίσω πεποίθησιν, ἂν ὄντως ὁ εἰσαγγελεὺς οὗτος περιέπεσεν εἰς παράβασιν.
§32ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς...
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, καὶ ἐκ τετάρτου;
§34ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. .. δὲν εἶχεν ἀνάγκην ἀνακρίσεως· διότι, ἂν ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν τὴν δικογραφίαν καὶ ἔβλεπεν, ὅτι ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ τὰ πάντα ἐπράχθησαν, ἂν ἐλάμβανεν ἀνὰ χεῖρας τὴν δικογραφίαν, ἤθελεν ἴδει, ὅτι ἄνευ ἐπιδοτηρίου κλητεύσεως τοῦ κατηγορουμένου, ὅτι ἄνευ ἐπιδοτηρίου κλητεύσεως τῶν μαρτύρων, εἰσήχθη ἡ δίκη ὑπὸ τοῦ εἰσαγγελέως εἰς τὸ ἀκροατήριον, καὶ ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἡ λειτουργία αὕτη τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ εἶναι πλημμελεστάτη, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην ἀνακρίσεως, διότι ἡ παραπομπὴ εἰς ἀνάκρισιν οὐδὲν ἄλλο εἶναι, εἰμὴ ἐνέργεια πρὸς δικαιολογίαν αὐτοῦ τοῦ ὑπαλλήλου.
§35ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐλησμόνησεν ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ γινώσκῃ, ὅτι οἱ εἰσαγγελεῖς περιφρουροῦνται ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ προσόντων. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν δύναται ἐπὶ τοιαύτῃ ἢ τοιαύτῃ πληροφορίᾳ νὰ καταγγείλῃ, πρὶν ἢ διεξαχθῇ μία ἀνάκρισις περὶ τούτου. Πῶς εἶναι δυνατόν; Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ κἀνὲν μέτρον κατὰ εἰσαγγελέως, πρὶν ἢ διεξαχθῇ ἀνάκρισις καὶ δοθῶσιν εἰς αὐτὸν προτάσεις ὡρισμέναι περὶ τοῦ δικαστικοῦ τούτου ὑπαλλήλου.
§36ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νὰ ἐπισπευσθῇ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο.
§37ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐδήλωσε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατόπιν προτάσεως τῶν εἰσαγγελέων τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ τῶν Ἐφετῶν προὐκάλεσε τὴν παῦσιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ὑπαλλήλου.
§38ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπέβαλον διάταγμα μάλιστα.
§39ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς πληροφορήσητε πότε ὑπεβλήθησαν αὐταὶ αἱ προτάσεις;
§40ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον.
§41ΡΑΛΛΗΣ. Θαυμάζω διὰ τὴν ἁπλότητα, μὲ τὴν ὁποίαν διετυπώθησαν τὰ πράγματα εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν, ὅτι, ἅμα ὡς ἐπληροφορήθη, συνεπείᾳ τῶν προτάσεων τῶν γενομένων παρὰ τῶν ἁρμοδίων εἰσαγγελέων, περὶ τοῦ ὅτι ὁ πταισματοδίκης Ἀθηνῶν διετέλει ὑπὸ τοιαύτην κατηγορίαν, προέβη ἀμέσως εἰς τὴν ὑποβολὴν διατάγματος περὶ ἀπολύσεως αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁποία εἶναι ἡ κρίσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης περὶ τῶν εἰσαγγελέων καὶ περὶ τῶν δικαστικῶν ἐκείνων ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἀναγκαίως καὶ προϊστάμεναι αὐτοῦ τοῦ πταισματοδίκου; Τουλάχιστον ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀντηλλάγησαν καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν καὶ κατὰ τὴν χθεσινὴν, ἢ κατὰ προηγουμένην, προέκυψαν τὰ ἑξῆς γεγονότα· ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς αὐτὸς διετέλει ἐν γνώσει τῆς κατηγορίας, ὅτι ἐμελέτησε τὴν δικογραφίαν, ὅτι παρέστη κατὰ τὴν ἐπ’ ἀκροατηρίου συζήτησιν τῆς κατηγορίας καὶ ὅτι ἐγνωμοδότησεν εἴτε ὑπὲρ εἴτε κατὰ τῆς ἀθωότητος. Ἐξ ὅλων αὐτῶν ὅμως προκύπτει ἓν γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς αὐτὸς, ὁ προϊστάμενος τοῦ πταισματοδίκου, διετέλει ἐν πλήρει γνώσει, ὅτι ὁ πταισματοδίκης, τὸν ὁποῖον ὑμεῖς αὐτοὶ διωρίσατε, ὁ ὁποῖος διωρίσθη πρὸ ἓξ μηνῶν, ὅτι αὐτὸς διετέλει ὑπὸ κατηγορίαν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, πῶς ἐκτιμᾷ τὴν συμπεριφορὰν ταύτην τοῦ εἰσαγγελέως, τοῦ προϊσταμένου τοῦ πταισματοδίκου· πῶς δὲν ἐκάλεσεν ἀμέσως εἰς ἀπολογίαν τὸν εἰσαγγελέα, ὁ ὁποῖος ὤφειλε κατὰ καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ ἀπονέμηται ἔστω καὶ ἡ κατωτέρα ποινικὴ δικαιοσύνη παρ’ ἀνθρώπου εὑρισκομένου ὑπὸ κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν ἐγνώριζε πλέον ὁ εἰσαγγελεὺς, διότι εἶχεν εἰς χεῖράς του τὴν δικογραφίαν, ἔχων δὲ εἰς χεῖράς του τὴν δικογραφίαν ταύτην, βεβαίως ἠμέλησε περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἀπορίαι, αἱ ὁποῖαι γεννῶνται ἐκ τῆς ἐξελίξεως τῆς ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν ἐνταῦθα.
§42ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, διότι ἀπέδωκεν ἁπλότητα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Τὸν πληροφορῶ, ὅτι δὲν ὑπῆρξε τοσοῦτον ἁπλοῦς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι ἐκκρεμὴς ἀπὸ τοῦ 1887. Κατὰ τὸ 1887 ἔλαβε χώραν διαγωνισμὸς πρὸς διορισμὸν ὑπολογιστῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν. Τότε προσήχθη ἀντίγραφον ἀπολυτηρίου Γυμνασίου, ἐν τῷ ὁποίῳ εἶχε μεταβληθῆ μία λέξις, τὸ σχεδὸν εἰς λίαν. Ἡ ὑπόθεσις παρεπέμφθη παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν τότε εἰς τὸν εἰσαγγελέα, καὶ τῇ προτάσει τοῦ εἰσαγγελέως ἐξεδόθη τὸν Δεκέμβριον ἢ Νοέμβριον τοῦ 1887 τὸ βούλευμα, καὶ παρεπέμφθη ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Παρέμεινεν ἔκτοτε ἐκκρεμὴς εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ὅπως παραμένουσι καὶ πολλαὶ ἄλλαι, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι δὲν εἶναι ἐνήμερος ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη παρ’ ἡμῖν, ὅτε δὲ, τὸ πρῶτον, ὁ ὑπάλληλος τῆς Εἰσαγγελίας ἐδήλωσεν εἰς τὸν εἰσαγγελέα, ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη ὑπόθεσις ἐκκρεμής, ὁ εἰσαγγελεὺς ἐνήργησεν ἀμέσως.
§43ΡΑΛΛΗΣ. Αἱ δηλώσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δὲν μὲ ἀναπαύουσι. Νομίζω, ὅτι ὁ εἰσαγγελεύς, ὁ ὁποῖος ὁπωσδήποτε ἔλαβεν εἰς χεῖρας τὴν δικογραφίαν, ἐγνώριζεν ὅτι ὑφίστατο κατηγορία, καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσῃ ἅμα ὡς ἔλαβε γνῶσιν τῆς δικογραφίας ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνήργησε κατόπιν τῆς ἐπερωτήσεως. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ἐννοεῖται, ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ ἡ ἱεραρχία ἡ δικαστική· ἀντὶ νὰ ἔχητε τοὺς εἰσαγγελεῖς τὸν ἕνα ὑπὲρ τὸν ἄλλον, ἀναθέσατε εἰς τοὺς Βουλευτὰς καὶ τὸ ἔργον νὰ παροτρύνωσι τοὺς εἰσαγγελεῖς εἰς τὴν μελέτην τῶν δικογραφιῶν ἢ τὴν καταγγελίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων.
§44ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πιστεύω, ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν διηύθυνε τὰ τῆς Δικαιοσύνης ὁ προλαλήσας, δὲν ἐγνώριζε πόσαι δικογραφίαι εἶναι ἐκκρεμεῖς.
§45ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ εἰσαγγελεὺς βεβαίως ἐγνώριζε.
§46ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ εἰσαγγελεὺς ἦλθεν εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν πρὸ πέντε μηνῶν, καὶ ὤφειλε πρῶτον νὰ καταστήσῃ τὸ γραφεῖον τῆς Εἰσαγγελίας ἐνήμερον· ὁμολογῶ δὲ, ὅτι πλείστας ὑποθέσεις εἰσήγαγεν. Ἐγὼ ἠδυνάμην νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς ὅτι ἔλαβον χώραν, ἦσαν ἀληθῆ, καὶ ἐὰν ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῆς ὑποθέσεως ἐξεπλήρωσεν ὁ εἰσαγγελεὺς τὸ καθῆκόν του.
§47ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ σφάλμα ἔγκειται εἰς τοῦτο, ὅτι μόνον μετὰ τὴν ἐπερώτησιν τὴν γενομένην ὁ εἰσαγγελεὺς ἐσκέφθη νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν περὶ ἀπολύσεως. Ἐγὼ ἐρωτῶ, διατὶ ὁ εἰσαγγελεὺς δὲν ὑπέβαλε τὴν πρότασιν ὅτε ἔλαβε γνῶσιν αὐτῆς, πρὸ μηνὸς ἔστω, ἀλλὰ τὴν ὑπέβαλε χθὲς καὶ τόσον ἐσπευσμένως;
§48ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ προτάσει τῆς ἀπολύσεως τοῦ πταισματοδίκου ῥητῶς ὁ εἰσαγγελεὺς ἀναφέρει τοῦτο, ὅτι κατὰ τὴν πεποίθησίν του ὁ κατηγορούμενος ἔπρεπε νὰ ἀπαλλαγῇ πάσης κατηγορίας, ἀλλὰ, καίπερ ὑποστηρίξας τὴν ἀθώωσιν, ἐφρόνει, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ διατηρηθῇ ὁ κατηγορούμενος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ.
§49ΡΑΛΛΗΣ. Ἐξ ἐναντίας φρονῶ, ὅτι, ἀφοῦ ὑπῆρχεν ὁπωσδήποτε ἀθωωτικὴ ἀπόφασις, αὐτὸς δωρεὰν ἀπελύθη· τὸν ἠδικήσατε, διότι εἶναι ἀθῶος.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν...
§51ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, μετὰ μονομαχίαν διὰ λόγων πεισματώδη μεταξὺ τοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐνεκρίθη ἢ ἀπεφασίσθη νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν· ἠσχολήθημεν ἐπί τινας ἡμέρας εἰς γενικὴν αὐτοῦ συζήτησιν, ἀλλ’ ἤδη καταγινόμεθα εἰς ἄλλα ἀντικείμενα. Νομίζω ὅτι ὀφείλομεν, ὅπως τότε ἀπεφασίσθη, νὰ ἐγκύψωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸ παντὸς ἄλλου θέματος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ἀπὸ τῆς αὔριον τοὐλάχιστον, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, διότι εἶναι ἄτοπον νὰ ἀναιρῶμεν τὰς ἀποφάσεις μας μετὰ πεισματώδη συζήτησιν, καθ’ ἣν ὁ Βουλευτὴς Γόρτυνος ἀπέδιδεν εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν τὴν φυγομαχίαν, ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν.
§52Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀγνοῶ, ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἦτο μάρτυς κατὰ τὴν μονομαχίαν μεταξὺ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος καὶ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. Ἀλλ’ ἐὰν ἦτο μάρτυς, δὲν ἐξεπλήρωσε πάντα τὰ ἐκ τοῦ νόμου τῆς μονομαχίας καθήκοντα. Δὲν φαίνεται νὰ παρηκολούθησε λίαν ἐπιμελῶς τὰ κατὰ τὴν μονομαχίαν, παρακαίρως ἤδη ὑπεραμυνόμενος τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ἐν οἷς οὗτος δὲν εἶπεν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος δὲν ἐφάνη τότε ζητῶν, ὅπως ὁ προϋπολογισμὸς ὁλόκληρος ψηφισθῇ πρὸ τῶν νομοσχεδίων, τῶν ἀναγομένων εἰς αὐτόν. Τοὐναντίον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐζήτει, ὅπως προταχθῇ μὲν ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ψηφισθῶσι δὲ κατόπιν τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς προσήκει· δὲν προσήκει δὲ νὰ ψηφισθῇ πρῶτον ὁ προϋπολογισμὸς καὶ κατόπιν οἱ νόμοι, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ὁ προϋπολογισμός. Τὰ νομοσχέδια τὰ πλεῖστα, περὶ ὧν σήμερον συζητοῦμεν, καὶ πολλὰ τῶν ψηφισθέντων εἶναι τὰ περιλαμβάνοντα πᾶν ὅ,τι νέον παρουσιάζει ὁ προϋπολογισμός. Ἡ συζήτησις ἡ γενικὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἀφορᾷ εἰς τὰ κείμενα, εἰς τὰ ἀνέκαθεν ἀναγραφόμενα, ἀλλ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν νέαν ὄψιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὴν ἐκφραζομένην διὰ νομοσχεδίων, ὧν τὰ ἀποτελέσματα ἀναγράφονται ἐν τοῖς πίναξι τοῦ προϋπολογισμοῦ. Σήμερον προέβημεν εἰς τὴν προκαταρκτικὴν συζήτησιν, καὶ προϊόντες θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τοὺς πίνακας, ἀλλὰ πῶς δυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν τῶν πινάκων, ἐὰν μὴ ψηφίσωμεν πρότερον τὰ ἐν τοῖς πίναξιν ἀναγραφόμενα ὡς ἐψηφισμένα; Ταύτην λοιπὸν τὴν σειρὰν τηρεῖ ἡ ἡμερησία διάταξις· ἀναγράφει τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, ἐφ’ ὧν στηρίζονται οἱ πίνακες τοῦ προϋπολογισμοῦ, εὐθὺς δὲ κατόπιν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἤτοι τῶν πινάκων. Ἄλλως ἐπὶ ἑκάστου τῶν νομοσχεδίων τούτων ψηφίζεται κατὰ μέρος ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ ἐξ ἀφορμῆς τῶν νόμων τούτων δύναται πᾶς τις νὰ ἀναπτύξῃ τὰς σκέψεις αὑτοῦ περὶ τῶν ἀναγομένων εἰς τὸν κλάδον τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς ὃν ἀφορᾷ ἕκαστον νομοσχέδιον.
§53ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐν τῇ θέρμῃ τῆς μονομαχίας, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐλησμόνησε τὰ λεχθέντα κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην. Ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἀπῄτησε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐν γένει συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, διότι ἐθεώρησεν, ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὰς σημερινὰς κρισίμους περιστάσεις νὰ μὴ ἔχῃ νόμον, κανονίζοντα τὰς εἰσπράξεις καὶ τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους. Βλέπετε τὸ ἄτοπον, εἰς τὸ ὁποῖον περιήλθομεν ἤδη. Ἔχομεν τὸν πρῶτον μῆνα τοῦ ἔτους καὶ δὲν ἔχομεν προϋπολογισμόν, ἀλλ’ εἰσπράττομεν μὲ μίαν αἴτησιν περὶ δωδεκατημορίου, καὶ μεθαύριον θὰ ψηφίσωμεν ἕτερον δωδεκατημόριον. Οἱ σήμερον ὑποβαλλόμενοι νόμοι δὲν εἶναι οἱ νόμοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ὁ προϋπολογισμός· οἱ νόμοι οὗτοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν ὅλοι. Τώρα, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ προβῇ καὶ εἰς νέους νόμους ταμιευτικούς, δύναται νὰ τὸ πράξῃ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὀφείλει νὰ δεχθῇ νὰ ἐξακολουθήσωμεν πρὸ παντὸς νόμου τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ κατόπιν ἂς προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων. Φοβοῦμαι μήπως μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἡ Βουλὴ δὲν εὑρεθῇ ἐν ἀπαρτίᾳ, δὲν ἐπιθυμῶ δὲ ὁ προϋπολογισμὸς νὰ ψηφίζηται ἐν μιᾷ παννυχίδι. Ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὰ καθέκαστα εἶναι τὸ σπουδαιότερον ζήτημα· ἐκεῖ ὁ Βουλευτὴς δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του δεόντως· εἰς πᾶν βῆμα δύναται ὁ Βουλευτὴς, ὁ γνωρίζων τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου του, νὰ κάμνῃ παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ φωτίζωσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, καὶ ἐν ἐπιγνώσει τῶν πραγμάτων ἡ Βουλὴ νὰ προβαίνῃ. Αὐτὸ, τὸ νὰ ψηφίζηται ὁ προϋπολογισμὸς εἰς μίαν ἢ δύο παννυχίδας, εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι ἀκόμη δὲν εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ διοικώμεθα κατὰ Σύνταγμα.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης κ. Μερλόπουλος ὑπομιμνήσκει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ἐπερώτησίν του περὶ τοῦ ἀστυνόμου Καρπενησίου. Θὰ ἀποσταλῇ ἡ ὑπόμνησις εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναστολῆς προθεσμιῶν καὶ παραγραφῶν ἀναγομένων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ἐν Ζακύνθῳ δικαστηρίων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§56ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ πότε ἀναστέλλονται; Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου;
§57ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τῶν αὐτῶν θεμάτων εἶχον ἄλλοτε ψηφισθῆ.
§58ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ νόμος ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον ἔλαβον μέρος καὶ ἐγὼ, δὲν ἔχει οὕτω.
§59ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει μόνον μίαν διαφορὰν, ὅτι θέτει προθεσμίαν δύο μηνῶν. Τώρα εὗρον διατύπωσιν καταλληλοτέραν διὰ τῆς φράσεως, ὅτι πρόκειται περὶ τῶν παραγραφῶν, αἱ ὁποῖαι συμπίπτουσιν ἐντὸς τοῦ ἀπὸ 19 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Φεβρουαρίου διαστήματος.
§60ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἔννοια τοῦ νόμου δὲν συμβιβάζεται μήτε μὲ τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, μήτε μὲ τὸν νόμον περὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἰσχὺς ἑκάστου νόμου ἄρχεται μετὰ παρέλευσιν δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ. Λοιπὸν θέλετε νὰ ἐκφράσητε, ὅτι ἀναστέλλονται ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου, ἢ ὅτι ἀναστέλλονται ἀπὸ σήμερον;
§61ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἰσχύει, ἀφ’ ἧς καταχωρηθῇ εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως». Ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου τούτου, ὡς παρατηρεῖτε, ἐδόθη καὶ ὀπισθενεργὸς δύναμις εἰς τὰς παραγραφὰς ταύτας, δηλ. ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν συνέβη ὁ πρῶτος σεισμὸς μέχρι τέλους Φεβρουαρίου. Ἑπομένως, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπάρχει προθεσμία λήγουσα κατὰ τὴν πρώτην Φεβρουαρίου, αὕτη ἀπὸ τῆς πρώτης Φεβρουαρίου θὰ παραταθῇ μέχρι πρώτης Μαρτίου. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη καὶ δικαστικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον γνῶσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§62ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ ἐμπιστεύηται πολὺ εἰς τὰς γνώμας τῶν δικαστικῶν. Ἐγὼ ἔχω περισσοτέραν πεποίθησιν εἰς τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παρὰ εἰς τὴν γνώμην τῶν δικαστικῶν. Ἡ ἔκφρασις τοῦ ἄρθρου δύναται νὰ ἔχῃ δύο ἐννοίας· μίαν, ὅτι ὁ μὴν διὰ τὰς προθεσμίας, αἱ ὁποῖαι λήγουσι τὴν 19 Ἰανουαρίου, παρατείνεται μέχρι τέλους Φεβρουαρίου, καὶ ἑτέραν, ὅτι διὰ πάσας τὰς ὑποθέσεις, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει ὁ νόμος, ὑπάρχει νόμιμος παράτασις ἑνὸς μηνός. Ἀλλ’ ἀπὸ πότε ἄρχεται ἡ παράτασις; Κατὰ τὸ κείμενον ἄρχεται ἀπὸ 1 Μαρτίου. Ἐὰν ὅμως τὸ κείμενόν σας ὑποτάξητε εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων, τότε ὁ μὴν δὲν θὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ 1 Μαρτίου, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐπιδιώκετε ἀναστολὴν τῶν προθεσμιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι συμπίπτουν πρὸς τὸ χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ ἐπῆλθον αἱ συμφοραί, ἐπὶ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα. Ἐὰν νομίζητε ἀναγκαῖον χρονικὸν διάστημα ἑνὸς μηνὸς, τότε πρέπει νὰ ὁρίσητε ἕνα μῆνα ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου.
§63ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τότε κατὰ τὴν γνώμην σας πρέπει, αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θεωρεῖτε ἀναγκαῖον νὰ διατυπωθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἡ ἀναστολὴ ἀφορᾷ εἰς τὰς προθεσμίας καὶ παραγραφὰς, αἱ ὁποῖαι ἔληξαν ἀπὸ τῆς 19 Ἰανουαρίου, αὐτὸ τοῦτο νὰ ἐπαναληφθῇ καὶ ὡς πρὸς τὸν μῆνα· διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο ὁ νόμος αὐτὸς νὰ ἀφορᾷ εἰς μόνας τὰς ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου ἀνεφύησαν, τότε βεβαίως τὸ πρᾶγμα ἦτο εὔκολον· ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ προθεσμιῶν, αἱ ὁποῖαι ἔληξαν ἀπὸ τῆς 19 Ἰανουαρίου καὶ ἐντεῦθεν, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐσημειώθη ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι ἡ ἀναστολὴ αὕτη ἡ μηνιαία ἀφορᾷ καὶ εἰς τὰς ὑποθέσεις τὰς ἀπὸ τῆς 19 Ἰανουαρίου· ἑπομένως, ἐὰν σημειώσωμεν, ὅτι ὁ μὴν ἀρχίζει ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, τότε αἱ ὑποθέσεις αἱ λήξασαι πρὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης δὲν θέλουσιν ἀνασταλῆ.
§64ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται νὰ ὁρίσωμεν ἐπὶ πόσον χρόνον θὰ παραταθῶσιν αἱ προθεσμίαι αὗται. Λέγετε ὅτι θὰ παραταθῶσιν ἐπὶ μῆνα, ἀλλὰ διὰ νὰ ὁρίσωμεν τὸ διάστημα, πρέπει νὰ ὁρίσωμεν τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ ἄρξηται ἡ προθεσμία· αὐτὸ δὲν ὁρίζεται.
§65ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἁπλούστατον, καὶ ἡ ἰδέα του εἶναι καθαρὰ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁρίσητε ἀκριβῶς τὴν ἐποχὴν, μέχρι τῆς ὁποίας ἀναστέλλονται αἱ προθεσμίαι, διότι ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ὅτι αἱ ἡμέραι τῶν σεισμῶν δὲν λογίζονται.
§66ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον, κ. Πρόεδρε, ἐν γένει ἔχει καλῶς. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον τοῦτον, ὀφείλει, πᾶσαν προθεσμίαν, ἡ ὁποία ἔληγεν ἐντὸς τοῦ ἀπὸ τῆς 19 Ἰανουαρίου μέχρις ὡρισμένου χρόνου διαστήματος, νὰ τὴν θεωρήσῃ ἀναστελλομένην ἐπὶ ἕνα μῆνα· ἑπομένως ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ λήξῃ τὴν 19 Ἰανουαρίου, ἀναστέλλεται μέχρι 19 Φεβρουαρίου. Διὰ μίαν ἑκάστην προθεσμίαν τὸ νομοσχέδιον χορηγεῖ ἀναστολὴν ἐπὶ ἕνα μῆνα. Ἴσως τοῦτο θὰ ἔχῃ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον παρετήρησε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς, ὅτι οὕτω δὲν εἶναι μία καὶ ἡ αὐτὴ ἡμέρα τῆς λήξεως τῶν προθεσμιῶν, διότι ἐνδέχεται καθ’ ἣν ἡμέραν ἀρχίζει ἡ μία νὰ λήξῃ ἡ ἄλλη· καὶ μάλιστα ἡ Κυβέρνησις δύναται κατὰ τὸ ἄρθρον 4, ἐὰν δὲν ἤθελε θεωρήσει ἀρκοῦσαν τὴν ἀναστολὴν, νὰ χορηγήσῃ ἀκόμη ἑτέραν. Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν ἔχει καλῶς. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον παρατηρεῖται ἔκτροπον ὀλίγον, εἶναι, ὅτι δὲν ὑπάρχει μία προθεσμία, καθ’ ἣν θὰ λήξουν αἱ ἀναστολαὶ, ἀλλὰ ἡ λῆξις τῆς ἀναστολῆς ἐξήρτηται ἐκ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν θὰ λάβῃ χώραν ἑκάστη αὐτῶν.
§67ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου πληροῦται καὶ πᾶσα ἀντίῤῥησις αἴρεται, ἐὰν ὁρίσωμεν τὰ δύο σημεῖα: πότε ἄρχεται ἡ προθεσμία καὶ πότε λήγει.
§68ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι αἱ γενόμεναι παρατηρήσεις εἶναι ἐπαρκεῖς, ὥστε νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ συζητήσει θέλω φέρει τροποποιήσεις, ἐὰν ὑπάρξῃ ἀνάγκη.
§69ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τὸ γεγονὸς τὸ προκαλέσαν τὸν νόμον εἶναι ἀνωτέρα τις βία, ὁ σεισμός· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ταχθῇ ὡρισμένον σημεῖον, καθ’ ὃ ἀναστέλλονται αἱ προθεσμίαι. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νόμου ἐγένετο λάθος ἐξ ἀντιγραφῆς τοῦ νόμου τοῦ 1867· ἐκεῖ ἐτάχθη ὡρισμένη ἔναρξις τῆς παρατάσεως τῆς προθεσμίας, διότι ἐκεῖ παρετείνοντο ἐπὶ δίμηνον.
§70ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1867 εἶχε τὸ αὐτὸ ἐλάττωμα τοῦ σημερινοῦ νομοσχεδίου· ἔλεγεν ὅτι ἀναστέλλονται αἱ δικαστικαὶ προθεσμίαι, καὶ παρεδέχετο δύο μῆνας, ἐὰν συνέπιπτε νὰ λήγωσιν ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ τούτου διαστήματος, καὶ 10 ἡμέρας βραδύτερον.
§71ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὥριζε τὴν ἀρχήν.
§72ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ θέμα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τὸ ἑξῆς. Θεωρεῖ ὅτι συνεπείᾳ τοῦ ἐπελθόντος δυστυχήματος εἰς τὴν νῆσον, ἀπὸ τῆς 19 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Φεβρουαρίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ νόμιμοι πράξεις πρὸς διάσωσιν τῶν ἰδιωτικῶν δικαιωμάτων. Τί πράττει ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου; Ὑποβάλλει πρότασιν, καθ’ ἣν ὅλον αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα θεωρεῖται ὡς μὴ παρελθὸν, καὶ κατόπιν δίδει ἔτι διάστημα ἑνὸς μηνὸς, ὅτε δύνανται νὰ παύσουν τὰ δεινὰ τῶν κατοίκων, ἀλλὰ δὲν εἶναι πιθανὸν, ὅτι θὰ ἐπανέλθωσιν αἱ συναλλαγαὶ καὶ ὅτι αἱ ἀρχαὶ θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰ καθήκοντά των. Χορηγεῖτε ἀφ’ ἑνὸς μίαν προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας νομίζετε ὅτι ἐξακολουθοῦσι τὰ ἀτυχήματα τῆς Ζακύνθου, πέραν δὲ τῆς προθεσμίας δίδετε χρονικὸν διάστημα, ὅπως ἕκαστος φροντίσῃ περὶ τῶν ἰδίων συμφερόντων. Ὁ μὴν, ὁ ὁποῖος χορηγεῖται ὡς παράτασις, εἶναι ἐκτὸς τῆς προθεσμίας ἀπὸ τῆς 19 Ἰανουαρίου. Αὐτὸ δὲν ἀντελήφθη ὁ κ. Βουλευτὴς Μαντινείας, ἐγὼ δ’ ἐζήτησα, ὅπως καθορισθῇ τακτικὴ ἡμέρα. Δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία ὡς πρὸς τὴν προθεσμίαν τῆς ἀναστολῆς, διότι δύναται νὰ ἐπέλθῃ ζημία. Διὰ τοῦτο ὑπέβαλον τὴν γνώμην μου, κατὰ τῆς ὁποίας ἐξανέστη ὁ κ. Βουλευτὴς Μαντινείας, ἐξυπνήσας ἐκείνην τὴν ὥραν.
§73ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ ὅτι, ὅταν πρόκηται περὶ συζητήσεως, ἀφορώσης ἑρμηνείαν νόμου, εἶναι εὔκολον νὰ ἀντιληφθῇ τις τῆς ἐννοίας αὐτοῦ· διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦσιν ὅτι ἀγρυπνοῦσιν, ὑποπίπτουν εἰς λάθη. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἑκάστη ἀναστολὴ θὰ ἔχῃ μίαν λῆξιν. Τὸ λάθος τοῦ νομοσχεδίου τὸ παρέστησα, καὶ εἶπον, ὅτι καλλίτερον ἤθελεν εἶσθαι, ἀντὶ νὰ ὑπάρχωσι διάφοροι λέξεις, νὰ ὁρισθῇ προθεσμία, καθ’ ἣν ὅλαι αἱ ἀναστολαὶ ταὐτοχρόνως λήγουσιν. Εἶπον ἔτι, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλο ἄρθρον, διορθοῦν τὴν ἔλλειψιν, ὡς παρέχον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νέας παρατάσεως· ἑπομένως εἶναι περιττὸν νὰ γείνῃ λόγος περὶ τούτου. Ἄλλοι λοιπὸν εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐγνώριζον περὶ τίνος ἐπρόκειτο. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§75ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῇ ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 2 ὡς πρὸς τὰ δικόγραφα. Ὑποθέτω, ὅτι πρόκειται περὶ λήξεως συναλλαγματικῶν.
§76ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ νόμος τοῦ 1867 εἶχε τὴν λέξιν «συναλλαγματικὰς», ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπῆρχον καὶ ἐμπορικὰ γραμμάτια, ἐθεωρήθη, ὅτι ἡ φράσις τοῦ νομοσχεδίου περιλαμβάνει πάντα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι λήξει ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν τοῦ ἄρθρου 1. Ἡ λέξις «δικόγραφα» περιλαμβάνει πάντα ταῦτα.
§77ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἀναστολὴ δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῶν δικογράφων, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν διατυπώσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπαγορεύονται ἐκ τῶν δικογράφων, καὶ κατὰ τοῦτο εἶναι ἐλλιπὴς ἡ φράσις. Θέλετε νὰ εἴπητε, ὅτι, ἐὰν δὲν ἤθελε συνταχθῇ τὸ διαμαρτυρικὸν ἐντὸς τῆς προθεσμίας, ἢ ἐὰν δὲν ἤθελεν ἐγερθῆ ἀγωγὴ πρὸς πληρωμὴν συναλλαγματικῆς, δὲν ὑπάρχει ἀνατροπὴ τοῦ δικαιώματος; τοῦτο πρέπει νὰ ἐκφράσητε καθαρῶς.
§78ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ἴδιον εἶναι· ὁ νόμος ὁ παλαιὸς ἀναφέρει τὰ συναλλάγματα.
§79ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἀντεγράψατε τὸν νόμον τοῦ 1867, δὲν εἶμαι ἐγὼ ὑπαίτιος διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νόμου ἐκείνου· ἀλλ’ ἐὰν ἐλάμβανεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν νόμον τοῦ 1878, εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ὁποίου συνέπραξα, ἤθελεν ἴδει, ὅτι διωρθώθη τὸ ἀρχικὸν κείμενον καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπαναλάβωμεν τὰς ἀτελείας τοῦ πρώτου νόμου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§81ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου παρεισέφρησε τυπογραφικὸν λάθος καὶ διὰ τοῦτο προτείνω τὴν ἑξῆς μεταῤῥύθμισιν (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 4. Διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδιδομένου τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δύναται νὰ παραταθῇ ἡ κατὰ τὰ προηγούμενα ἄρθρα ἀναστολὴ ἐπὶ χρονικὸν διάστημα μὴ ὑπερβαῖνον τοὺς δύο μῆνας.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης).
§82ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Προτείνω νὰ προστεθῇ καὶ ἄρθρον 5, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» καταχωρήσεως αὐτοῦ». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, εἰς αʹ συζήτησιν).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς.
§84ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ ἀναβληθῇ.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως ἀντιμισθίας ἀξιωματικῶν καθηγητῶν.
§86ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐνῷ εἴχετε σκοπὸν νὰ ὑποβάλητε τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἔχω πληροφορίας, ὅτι ἤδη προέβητε εἰς διορισμοὺς καθηγητῶν ἐπὶ ἀντιμισθίῳ ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου. Πῶς συμβαίνει αὐτό;
§87ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἄλλως, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται ὁ ἰσχύων νόμος. Καταργουμένου τοῦ νόμου, θὰ μεταῤῥυθμισθῶσι καὶ ταῦτα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 3 καὶ 12 τοῦ νόμου ᾼΝʹ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατιωτικοῦ σχολείου τῶν Εὐελπίδων.
§89ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐξεδήλωσα ἤδη, ὁποίαν ἔχω γνώμην περὶ τῶν διαφόρων στρατιωτικῶν Σχολῶν. Εἶπον ὅτι ἐν τῷ μέσῳ τῶν οἰκονομικῶν περιστάσεων, ὑφ’ ἃς εὑρισκόμεθα τὴν σήμερον, θὰ ἦτο καλὸν νὰ καταργηθῇ προσωρινῶς ἡ Σχολὴ τῶν Εὐελπίδων. Ἡ Σχολὴ αὕτη παρήγαγεν ἤδη ἀρκετοὺς ἀξιωματικούς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν, ὅτι ἔχομεν πλεονάζοντας ἀνθυπολοχαγοὺς, οἵτινες δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ἐφ’ ἱκανὸν χρόνον εἰς πλήρωσιν τῶν κενῶν τῶν στελεχῶν τοῦ στρατοῦ. Ἐντεῦθεν πρόδηλον καθίσταται, ὅτι δὲν θὰ ἐπήρχετο ζημία ἀνεπανόρθωτος διὰ τὸν στρατὸν, ἂν ἡ Σχολὴ ἐπί τινα ἔτη ἤργει. Αὐτὸ εἶναι τὸ γενικὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον προτείνω. Ἀλλὰ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει εἰς τὴν διατήρησιν τῶν διαφόρων στρατιωτικῶν Σχολῶν, θὰ συνίστων νὰ αὐξηθῶσι τοὐλάχιστον τὰ δίδακτρα τῶν μαθητῶν τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων, ἀφοῦ ἐπιβάλλομεν ἐκπαιδευτικὰ τέλη βαρέα εἰς τοὺς μαθητευομένους καὶ εἰς τοὺς φοιτητὰς τοῦ Πανεπιστημίου. Οἱ γονεῖς τῶν τελευταίων τούτων δαπανῶσιν 100 καὶ 150 δραχμὰς κατὰ μῆνα διὰ νὰ λάβωσιν οἱ υἱοί των ἓν πτυχίον, τὸ ὁποῖον οὐδὲν δικαίωμα εἰς μισθοδοσίαν παρὰ τοῦ Κράτους τοῖς παρέχει, ἐνῷ οἱ ἐξερχόμενοι ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων κατατάσσονται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, μισθοδοτοῦνται καὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα τῆς προαγωγῆς καὶ εἶναι ἰσόβιοι. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δίκαιον, καὶ εἰς τὰς παρούσας μάλιστα οἰκονομικὰς περιστάσεις ἐπάναγκες νὰ αὐξήσωσι τὰ δίδακτρα τῆς στρατιωτικῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων.
§90ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἰς τὰς προτάσεις του δὲν ἀπέβλεψεν εἰς σπουδαιότατον ζήτημα. Βεβαίως εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁ στρατὸς δὲν πρέπει νὰ καταντήσῃ νὰ ἔχῃ ἀξιωματικοὺς μόνον τοὺς υἱοὺς τῶν πλουσίων. Ἀλλοίμονον ἐὰν αὐξήσουν τὰ δίδακτρα καὶ καταντήσωμεν, ὅπως μόνον οἱ πλούσιοι εἰσάγωσι τοὺς υἱούς των εἰς τὴν στρατιωτικὴν Σχολήν! Ἐγὼ νομίζω, ὅτι καὶ τὰ ἤδη πληρονόμενα δίδακτρα εἶναι πολλά. Δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὸ μέτρον τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν τῆς Σχολῆς, ἢ καὶ τὸ προσωρινὸν κλείσιμον τῆς Σχολῆς, ἀλλὰ τὸ μέτρον τῆς αὐξήσεως τῶν διδάκτρων δὲν εἶναι ὀρθὸν, δὲν εἶναι δίκαιον, δὲν εἶναι Ἑλληνικόν.
§91ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὸ Πανεπιστήμιον δὲν σπουδάζουσι μόνον τὰ τέκνα τῶν πλουσίων, ἀλλὰ καὶ τὰ τέκνα τῶν πτωχῶν. Ὅταν λοιπὸν ἐπιβάλλητε ἐκπαιδευτικὰ τέλη εἰς τοὺς φοιτητὰς ἀδιακρίτως, δὲν ἐννοῶ, διατὶ δὲν πρέπει νὰ καταβάλλωσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον οἱ Εὐέλπιδες, οἱ ἔχοντες ἐνώπιόν των ἕτοιμον καὶ ἀσφαλὲς στάδιον, τοὐλάχιστον τόσα, ὅσα θὰ ἐδαπάνων ὡς φοιτηταί.
§92ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως· ὀφείλομεν ὅμως νὰ ἐξαιρέσωμεν τέκνα τινὰ ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρόνωσι τὰ δίδακτρα, νὰ καταβάλλῃ δὲ τὰ δίδακτρα ταῦτα ἡ Κυβέρνησις, καὶ τότε συμφωνῶ μεθ’ ὑμῶν· συνάμα δὲ εἶμαι ὑπὲρ τῆς γνώμης ταύτης διὰ τὸν λόγον, ὃν ἀνέφερε προχθὲς ὁ κ. Κρεστενίτης, ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποφασίσῃ νὰ πληρόνῃ τὴν στολὴν αὐτῶν τῶν μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι, ὅταν ἐξέρχωνται τῆς Σχολῆς, δὲν ἔχουν νὰ πληρώσουν.
§93ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παραδέχομαι καὶ ἐγὼ τὸ δεύτερον μέρος τῆς γνώμης τοῦ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ, νὰ ἐπιβληθῶσι δίδακτρα εἰς τοὺς μαθητὰς τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς· τοῦτο εἶναι δίκαιον, ἀφοῦ ἀπεφασίσαμεν νὰ καταβάλλωνται δίδακτρα ὑπὸ τῶν μαθητῶν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τῶν ἄλλων σχολῶν, ἀλλὰ δὲν παραδέχομαι κατ’ οὐδένα τρόπον νὰ διαλυθῇ ἡ Στρατιωτικὴ Σχολὴ, διότι δὲν γνωρίζομεν ποῖαι περιστάσεις περιμένουσι τὸ ἔθνος, καὶ δὲν πρέπει νὰ παύσῃ λειτουργοῦν τὸ φυτώριον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρέχει εἰς τὸ Κράτος τοὺς ἀναγκαίους ἀξιωματικούς. Εἶναι ἔγκλημα, νομίζω, τὸ νὰ ζητῆτε σήμερον νὰ κλεισθῇ ἡ Στρατιωτικὴ Σχολή· πρέπει αἱ δύο Σχολαὶ, ἡ Ναυτικὴ καὶ ἡ τῶν Εὐελπίδων, νὰ ἐξακολουθῶσι λειτουργοῦσαι, ἀλλὰ παραδέχομαι ἕνεκα τῶν περιστάσεων νὰ ἐπιβληθῶσιν ἀνώτερα δίδακτρα.
§94ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς, πρὸς ὃν τρέφω ἄπειρον ὑπόληψιν διὰ τὴν παιδείαν του, διὰ τοὺς κόπους, οὓς καταβάλλει ὑπεραμυνόμενος τῶν δικαιωμάτων τοῦ στρατοῦ, ἀπορῶ, πῶς ἐξέφρασε τοιαύτην ἀπαισίαν εὐχὴν, περὶ διαλύσεως τοῦ πρώτου ἐκπαιδευτικοῦ ἱδρύματος τῆς Ἑλλάδος, λειτουργοῦντος ἐπὶ 65 ὅλα ἔτη καὶ παρασχόντος εἰς τὸν στρατὸν ὅλους τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν τεχνικῶν ὅπλων καὶ πλείστους ἄλλους ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ καὶ ἱππικοῦ διακεκριμένους. Ἤλπιζον ὅτι ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ ἄλλο μέσον θεραπείας, οὐδέποτε ὅμως νὰ καταργήσωμεν καὶ τὴν Σχολὴν ταύτην, ἡ ὁποία ὑπῆρξε τὸ ἀληθὲς φυτώριον τοῦ στρατοῦ, διότι πᾶσαι αἱ λοιπαὶ Σχολαὶ αἱ στρατιωτικαὶ ἀπὸ ὀλίγων ἐτῶν λειτουργοῦσι, καὶ μόνον ἡ Σχολὴ τῶν Εὐελπίδων ἀπὸ 65 ἐτῶν ἀγωνίζεται νὰ παράσχῃ εἰς τὸ στράτευμα τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀληθῶς διεκρίθησαν καὶ ἐχρησίμευσαν ὡς διδάσκαλοι τοῦ στρατοῦ. Καὶ διατὶ ζητεῖ τὴν διάλυσιν τῆς Σχολῆς; Τὴν ζητεῖ, λέγει, λόγῳ οἰκονομίας. Ἀλλ’ οἱ λόγοι οὗτοι τῆς οἰκονομίας ἐπιτυγχάνονται διὰ τῆς διαλύσεως τῆς Σχολῆς; Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἔῤῥιπτεν ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Σχολείου καὶ ἐπὶ τῶν δυνατῶν ἀποτελεσμάτων διὰ τῆς διαλύσεως, θὰ ἔβλεπεν, ὅτι ἐλαχίστη οἰκονομία ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς διαλύσεως τῆς Σχολῆς. Ἡ Σχολὴ περιλαμβάνει προσωπικὸν διοικητικὸν καὶ προσωπικὸν ἐκπαιδευτικόν· καὶ τὸ μὲν διοικητικὸν προσωπικὸν διὰ τῆς διαλύσεως τῆς Σχολῆς δὲν θὰ πάθῃ τίποτε, διότι σήμερον, κατὰ τὸ κρατοῦν σύστημα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, οἱ ἀξιωματικοὶ πάντες, οἱ ὑπηρετοῦντες ὁπωσδήποτε εἰς τὴν Σχολὴν, εἴτε ὡς καθηγηταὶ, εἴτε ὡς διοικητικὰ ὄργανα, οὗτοι ἀνευρίσκουσι θέσεις ἐν τῷ στρατεύματι, καὶ ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Σχολῆς θὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν πρὸς πλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν θέσεων· τὸ δ’ ἐκπαιδευτικὸν προσωπικὸν εἶναι ἐλάχιστον. Ὥστε ἡ ἐπιζητουμένη οἰκονομία εἶναι οἰκονομία, ἥτις θὰ προέλθῃ ἐκ τῆς ἀπολύσεως μόνον τῶν πολιτικῶν καθηγητῶν καὶ διδασκάλων, οἵτινες ὅλοι ὁμοῦ εἰσι 5.
§95ΕΥΤΑΞΙΑΣ. 15. Ἐγὼ ἐπρότεινα νὰ περιορισθῶσιν ἀπὸ 15 εἰς 5.
§96ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὀκτὼ μόνον εἶναι πραγματικοὶ, ἐκ τούτων δὲ οἱ 3 εἶναι καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ παραδίδουσιν εἰς τὴν Σχολὴν ἀντὶ 50 δραχμῶν μηνιαίως· 5 εἶναι μόνον τακτικοὶ καθηγηταί, ἀπολαμβάνοντες τὰς ἀποδοχὰς τῶν καθηγητῶν· ὥστε ἐπὶ τούτων ὑπολογιστέα ἡ οἰκονομία. Ἡ οἰκονομία λοιπὸν θὰ περιορισθῇ τὸ πολὺ εἰς 30,000 δραχμάς. Ἀλλ’ εἶναι αὕτη οἰκονομία ἀξία νὰ προκαλέσῃ τὴν διάλυσιν τῆς πρώτης ἐν Ἑλλάδι ἱδρυθείσης Στρατιωτικῆς Σχολῆς, καὶ οὕτω νὰ κολοβωθῇ ὁλόκληρον τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα τοῦ στρατοῦ; Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀποφασίσωμεν νὰ διαλύσωμεν τὴν Σχολήν, ποῖα νομίζετε, ὅτι θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα; Ἐὰν ἡ διάλυσις γείνῃ ἀμέσως καὶ κλεισθῶσιν αἱ θύραι τῆς Σχολῆς, οἱ μαθηταί, οἱ ὁποῖοι ἐδαπάνησαν τὸν χρόνον αὑτῶν ἐκπαιδευόμενοι, τί θὰ γείνωσι; Θὰ ῥιφθῶσιν εἰς τὰς ὁδούς. Καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ πράξωμεν τοῦτο, νομίζετε, ὅτι ἡ ἀνασύστασις τῆς Σχολῆς θὰ ἦναι εὔκολος; Καὶ πότε, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, θ’ ἄρξηται ἡ παραγωγὴ αὐτῆς; Μετ’ ἄλλα 5 ἔτη. Θὰ ἀπολέσωμεν τουτέστι 5 ἔτη, διότι 5 τάξεων μαθητὰς ἔχομεν, θὰ ἔχωμεν δὲ τὴν νέαν παραγωγὴν μετ’ ἄλλα 5 ἔτη, ἤτοι ὀφείλομεν νὰ μένωμεν ἄνευ Σχολῆς 10 ἔτη. Τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι λογικὸν, δὲν εἶναι πρέπον· ἐκτὸς ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι οἱ μαθηταὶ οἱ ἐξερχόμενοι τῶν Σχολείων καὶ κατατασσόμενοι εἰς τὸν στρατὸν εἶναι ἀνίκανοι νὰ ἦναι ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ πλὴν τούτων ἐξητάσατε νὰ μάθητε, ὁπόσα εἶναι τὰ κενὰ τὰ παραγόμενα ἐν τῷ στρατῷ ἐτησίως; Περὶ τούτων ἔχω σημείωσιν. Ἐτησίως ἐξέρχονται τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, εἴτε ἀποβιοῦντες, εἴτε ἀποστρατευόμενοι, εἴτε ἄλλως πως, περὶ τοὺς 75. Λοιπὸν 75 ἀξιωματικοὶ ἐκλείπουσιν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ ἐτησίως. Ἐὰν τὸ μέτρον τοῦτο ἐφαρμόσωμεν καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν Σχολείων, ἤτοι ἐπὶ τοῦ Σχολείου τῶν Ὑπαξιωματικῶν, βεβαίως θὰ ἔχωμεν μετὰ πάροδον 10 ἐτῶν 750 ἀξιωματικοὺς ἐπὶ ἔλαττον. Καὶ πόθεν θὰ φέρωμεν τοὺς ἀξιωματικούς, διὰ νὰ συμπληρώσωμεν τὰ κενά; Ἢ νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ προαγάγωμεν τοὺς ὑπαξιωματικοὺς ἄνευ μορφώσεως, καὶ νὰ κλείσωμεν τὰ Σχολεῖα; Βεβαίως τοιαύτην εὐχὴν οὐδέποτε θὰ κάμωσι, καὶ δὲν πιστεύω ποτὲ Βουλευτὴς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ νὰ ἔχῃ τὴν ἰδέαν αὐτὴν, νὰ καταργήσωμεν τὰ Σχολεῖα καὶ ν’ ἀφήσωμεν τὸ στράτευμα ἕρμαιον εἰς τὴν τύχην του. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν δὲν πιστεύω, ὅτι μετὰ συνειδήσεως ὁ κ. Βουλευτὴς θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ διαλυθῇ τὸ Σχολεῖον τῶν Εὐελπίδων καὶ τὸ Σχολεῖον τῶν ὑπαξιωματικῶν.
§97ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Περὶ τοῦ Σχολείου τῶν ὑπαξιωματικῶν δὲν εἶπον.
§98ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἴπετε περὶ δύο Σχολείων.
§99ΡΑΛΛΗΣ. Περὶ συγχωνεύσεως εἶπε.
§100ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοὐναντίον, κύριε Ὑπουργὲ, ἀπέδειξα, ὅτι ἡ Σχολὴ τῶν ὑπαξιωματικῶν εἶναι ἀπαραίτητος, διότι ἀποφέρει καλοὺς καρπούς.
§101ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἡ Σχολὴ τῶν ὑπαξιωματικῶν ἀποφέρει καλοὺς καρποὺς, θ’ ἀποφέρῃ δ’ ἔτι καλλιτέρους ἐν τῷ μέλλοντι. Οὐχ ἧττον εἶναι γνωστὸν ὁποίους ἡ Σχολὴ τῶν Εὐελπίδων ἀπέφερε καρποὺς μέχρι τοῦδε. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τῶν διδάκτρων, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπρότεινεν, αὕτη νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ, διότι θὰ ἀδικήσωμεν οὕτω τὴν τάξιν τῶν μὴ πλουσίων. Ἐρωτῶ, τίνες οἱ κατατασσόμενοι εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων; Βεβαίως κατατάσσονται τὰ τέκνα ἐκείνων, οἵτινες πρωτίστως συνδέονται μετὰ τοῦ στρατοῦ, τὰ τέκνα τῶν ἀξιωματικῶν πρωτίστως, διότι εἶναι πολὺ φυσικὸν, ὁ πατὴρ νὰ μεταδώσῃ τὸ ἐπάγγελμα εἰς τὸν υἱόν του, καὶ ἂν ἔχῃ πολλοὺς νέους, τοὐλάχιστον ἕνα θὰ προορίσῃ διὰ τὸν στρατόν. Ὁ ἀξιωματικὸς ἢ ὁ ὑπάλληλος ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος, ὁ ὁποῖος ἔζησεν ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ ὑπηρετῶν τὸ Κράτος, θὰ ᾖ εἰς κατάστασιν νὰ ἀποτίνῃ τὰ δίδακτρα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς νομίζει, ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ αὐξήσωσιν εἰς δύο καὶ τρεῖς χιλιάδας δραχμῶν; Βεβαίως ὄχι. Λοιπὸν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ κλείσωμεν τὰς θύρας τῆς Σχολῆς εἰς τοὺς ἔχοντας παράδοσιν στρατιωτικὴν καὶ θ’ ἀφήσωμεν ἀνοικτὰς ταύτας μόνον εἰς τοὺς εὐπόρους;
§102ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τοὺς πλουσίους.
§103ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, καὶ δὲν πιστεύω ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν ἰδέαν του ταύτην. Αἱ χίλιαι δραχμαὶ, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι νῦν τὸ ἐτήσιον δίδακτρον, βεβαίως εἶναι πολλαί. Γνωρίζω πατέρας, ὧν τὰ τέκνα εἰσήχθησαν ἐφέτος ἐν τῇ Σχολῇ, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον νὰ καταθέσωσι τὰς χιλίας δραχμάς. Καὶ ἐζήτουν νὰ κρατηθῶσιν αὗται ἐκ τῶν ἀποδοχῶν των· ἀλλὰ τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον· οὕτω δὲ ἠναγκάσθησαν νὰ δανεισθῶσιν ἐπὶ τόκῳ ὑπερμέτρῳ, ἵνα κατατάξωσι τὰ τέκνα των ἐν τῷ Σχολείῳ. Δὲν πιστεύω ὅθεν, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπιθυμεῖ τὸ ἀδίκημα τοῦτο εἰς τοὺς πατέρας. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν δαπάνην τῆς Σχολῆς, αὕτη στοιχίζει περὶ τὰς 240,000 δραχμὰς, ὡς ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· ἀλλ’ ἡ δαπάνη αὕτη δὲν εἶναι πραγματικὴ, διότι, ὡς εἶπον, ἐκ τῶν 15 ἀναγεγραμμένων πολιτικῶν καθηγητῶν, οἱ πλεῖστοι ἀναπληροῦνται διὰ στρατιωτικῶν, ἑπομένως εἰσὶ πραγματικοὶ μόνον 8, καὶ ἐκ τούτων πάλιν οἱ 3 εἶναι καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, ἄρα 5 μόνον λαμβάνουσι τὰς ἀποδοχὰς τοῦ καθηγητοῦ. Ἑπομένως ἡ δαπάνη τῶν 240,000 δραχμῶν δὲν εἶναι πραγματικὴ, εἶναι μόνον 200,000· ἐκ τούτων δὲ καταβάλλουσιν οἱ μαθηταὶ τὰς 100,000 ἐτησίως, ἑπομένως 100 χιλιάδας δραχμὰς στοιχίζει εἰς τὸ Κράτος ἡ ὕπαρξις τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων.
§104ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§105ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀκριβῶς εἰς τὴν ἰδέαν ταύτην ἐλησμόνησα ν’ ἀπαντήσω, τοῦ ν’ ἀντικατασταθῶσι τουτέστιν οἱ πολιτικοὶ καθηγηταὶ διὰ στρατιωτικῶν. Τὰ μαθήματα, εἰς ἃ ἀσχολοῦνται οἱ πολιτικοὶ καθηγηταὶ, εἰσὶν ἡ ἕδρα τῆς ἱστορίας καὶ φιλοσοφίας, ἡ ἕδρα τῶν Ἑλληνικῶν, ἡ ἕδρα τῶν κατωτέρων μαθηματικῶν, ἡ τῆς χημείας καὶ ἡ τῶν Γαλλικῶν. Οἱ δὲ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου εἶναι ὁ κ. Χατζηδάκης τῆς θεωρητικῆς μηχανικῆς, ὁ κ. Ἀργυρόπουλος τῆς φυσικῆς καὶ ὁ κ. Αἰγινήτης τῆς ἀστρονομίας. Τὸ ν’ ἀντικαστήσωμεν τοὺς καθηγητὰς διὰ στρατιωτικῶν δὲν μοὶ φαίνεται ἰδέα ὀρθὴ, διότι θὰ ἦτο παράδοξον ἀληθῶς ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ νὰ παραδίδῃ Ἑλληνικὰ, τὰ ὁποῖα δύναται μὲν νὰ γνωρίζῃ, ἀλλὰ δυσκόλως θὰ τὰ παραδώσῃ.
§106ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὡς πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ, εἶμαι σύμφωνος.
§107ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὰ ἀνώτερα μαθηματικὰ εἴπετε ὅτι παραδίδονται ὑπὸ καθηγητοῦ στρατιωτικοῦ. Τοῦτο ἀληθῶς ἀποτελεῖ ἐξαίρεσιν, διότι ὁ παραδίδων νῦν τὰ ἀνώτερα μαθηματικὰ ταγματάρχης κ. Λαπαθιώτης παρουσιάζει ἐξαίρεσιν, καθόσον ἔχων ἔμφυτον τὴν κλίσιν πρὸς τὰ μαθηματικὰ, κατέγεινε καὶ ἀνεδείχθη ἱκανὸς νὰ παραδώσῃ ταῦτα, ἀλλὰ τοῦτο δὲν δημιουργεῖ κανόνα, ὅτι πᾶς ἀξιωματικὸς δύναται νὰ παραδίδῃ καὶ μαθηματικά.
§108ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι πᾶς ἀξιωματικὸς δύναται· εἶπον νὰ ἐκλέξητε.
§109ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δυσκολώτατα θὰ εὑρεθῇ ἀξιωματικὸς, ἱκανὸς νὰ παραδώσῃ μετὰ τῆς ἀπαιτουμένης λεπτομερείας τὰ μαθηματικὰ τὰ παραδιδόμενα εἰς τὸ σχολεῖον· διότι τὰ μαθηματικὰ ταῦτα, τά τε κατώτερα καὶ ἀνώτερα, εἶναι πάντα ἀνώτερα, οὐχὶ Ἀριθμητικὴ καὶ Ἄλγεβρα· ἑπομένως δὲν δύναται τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ τὴν ἀπαίτησιν ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς, ἵνα οὗτοι ὦσι καθηγηταὶ διπλωματοῦχοι τῶν μαθηματικῶν, ἱκανοὶ νὰ παραδίδωσιν εἰς τὸ σχολεῖον. Καὶ ἂν τοιοῦτος ᾖναι εἷς σήμερον, ἀναλαβὼν τὴν ἐν τῷ σχολείῳ παράδοσιν, δυσκόλως θὰ εὑρεθῶσι πλειότεροι.
§110ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω ὅτι ἀδικεῖτε τὸ στράτευμα, ὅταν παραδέχησθε ὑμεῖς, ὡς ἀπόφοιτος τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων, ὅτι εἷς καὶ μόνος ὑπάρχει τοιοῦτος καθηγητής.
§111ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀλλὰ, κύριε Βουλευτὰ, πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καθηγητὰς τῶν μαθηματικῶν ἔχομεν ὀλιγίστους ἐν Ἑλλάδι. Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν συμπεριλαμβάνω τοὺς παραδίδοντας εἰς τὰ Γυμνάσια, ἀλλὰ τοὺς καθηγητὰς τῶν ἀνωτέρων μαθηματικῶν.
§112ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὰ ἀνώτερα ἐν τούτοις τὰ διδάσκει ἀξιωματικός.
§113ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Καὶ ἂν οὗτος αὔριον ἀρνηθῇ νὰ παραδώσῃ,—διότι δὲν δυνάμεθα αἰωνίως νὰ τὸν ὑποχρεώνωμεν νὰ παραδίδῃ μαθηματικὰ,—τί θὰ γείνῃ; Ἢ ἐὰν ἡ ὑπηρεσία θελήσῃ νὰ τὸν διορίσῃ ἀλλαχοῦ, τίς θ’ ἀντικαταστήσῃ τοῦτον; Δὲν νομίζω λοιπὸν ὀρθὴν τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἐν τούτοις ἐκ τῶν ἄλλων καθηγητῶν τῶν 15 οἱ 8 ἀντικατεστάθησαν διὰ στρατιωτικῶν.
§114ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Χαίρω διὰ τοῦτο.
§115ΣΤΑΗΣ. Ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων νομίζω ὅτι τὰ κομματικὰ, τὰ προσωπικὰ καὶ τὰ ὑλικὰ συμφέροντα πρέπει νὰ τίθηνται κατὰ μέρος, καὶ ἕκαστος νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ ἐλευθέρως. Δὲν ἀσπάζομαι τὴν ἀρχὴν τῆς καταργήσεως τῶν στρατιωτικῶν Σχολῶν, καὶ μάλιστα τῆς σχολῆς τῶν Εὐελπίδων· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ παύσῃ πρὸς καιρὸν ἡ εἰσαγωγὴ μαθητῶν ἐν ἁπάσαις ταῖς στρατιωτικαῖς Σχολαῖς. Τὸ ζήτημα ὑπὸ δύο ἐπόψεις ἐξεταστέον· πρῶτον ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν ἔποψιν, καὶ δεύτερον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πληθύος τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ὑπαρχόντων σήμερον. Καὶ ὑπὸ τὰς δύο ταύτας ἐπόψεις ἐὰν ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, πάντως τὸ συμπέρασμα εἶναι ὑπὲρ τῆς μὴ εἰσαγωγῆς νέων μαθητῶν ἐπί τινα χρόνον. Σήμερον ὑπάρχουσιν ἐν τῇ Στρατιωτικῇ Σχολῇ τῶν Εὐελπίδων μαθηταὶ πλέον τῶν 100· (δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς πόσοι, διότι δὲν ἔχω προχείρους τὰς σημειώσεις μου)....
§116ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). 109.
§117ΣΤΑΗΣ. Ἔστω 109... Ἐν δὲ τῇ τῶν ναυτικῶν δοκίμων Σχολῇ 37 ἢ 38. Σημειώσατε δὲ, ὅτι σήμερον πλεονάζουσιν ἀξιωματικοὶ καὶ ἐν τῷ τῆς ξηρᾶς στρατῷ καὶ ἐν τῷ τῆς θαλάσσης, δι’ ὃ καὶ τίθενται εἰς διαθεσιμότητα· ὅταν δ’ ἐξέλθωσι καὶ οἱ 109 τῶν Εὐελπίδων καὶ οἱ 37 τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς, θ’ αὐξηθῇ πάντως ὁ τῶν ὑπεραρίθμων ἀριθμὸς, μὲ ὅλας τὰς ἀποστρατείας καὶ τοὺς θανάτους, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν ὅτι θὰ λάβωσι χώραν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην δὲν ἐπιμένω ἐξετάζων τὸ ζήτημα ἐπὶ πλέον, διότι ἐπιφυλάττομαι κατ’ ἄλλην τινὰ συζήτησιν ἐκτενέστερον νὰ διαλάβω περὶ τούτου· ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν δ’ ἔποψιν ἐξεταζόμενον τὸ ζήτημα τῶν στρατιωτικῶν Σχολῶν, βεβαίως ἐπιβάλλει τὴν ἐπί τινα τοὐλάχιστον χρόνον μὴ λειτουργίαν αὐτῶν. Ὑπὲρ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ νῦν ἓξ στρατιωτικῶν Σχολῶν δαπανᾷ τὸ Κράτος, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, 645,000 δρ. Εἴμεθα εἰς οἰκονομικὴν κατάστασιν σήμερον νὰ ὑφιστάμεθα τοιαύτην τινὰ δαπάνην λόγῳ στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως; Ὅλος ὁ κόσμος, Κύριοι, καὶ οἱ παρακαθήμενοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ οἱ ἐκτὸς αὐτῆς, πάντες ἀποροῦσι, πῶς ἐπιτρέπομεν τὴν δαπάνην ταύτην, ἐνῷ ταὐτοχρόνως καταργοῦμεν τὰς πρώτας τάξεις τῶν τεσσάρων Διδασκαλείων, λόγῳ οἰκονομίας· καταργοῦνται δὲ τὰ 4 Διδασκαλεῖα, διότι ἡ διὰ τὰς πρώτας τάξεις αὐτῶν δαπάνη δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἐν ᾧ χρόνῳ, λέγω, λόγῳ οἰκονομίας καταργοῦμεν τὰ 4 Διδασκαλεῖα, τὰ μόνα ἐν τῷ Κράτει, ἀντὶ νὰ συστήσωμεν καὶ ἄλλα τοιαῦτα, διατηροῦμεν τὰς ἓξ στρατιωτικὰς Σχολὰς καὶ ἱδρύομεν καὶ ἑτέρας, διότι γίνεται σήμερον Σχολὴ ῥίμματος τοῦ πυροβολικοῦ καὶ ἀναγράφεται δαπάνη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 45,000 δρ. πρὸς συντήρησιν αὐτῆς!
§118ΤΣΑΜΑΔΟΣ. 20,000 μόνον.
§119ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἄλλων 20,000 διὰ τὸ πεζικόν.
§120ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν θὰ ἀρκέσωσι.
§121ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ δὲν παραδέχομαι τὰ περὶ χρεωκοπίας καὶ περὶ ἀπαισίων γεγονότων, διότι τοιαῦτα βεβαίως δὲν θὰ ἐπέλθωσιν’ ἀλλ’ εὑρισκόμεθα πάντως εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, καὶ ταύτας ἀναγνωρίζει ἅπαν τὸ Ἑλληνικὸν, καὶ περιμένει τοὐλάχιστον τὸν περιορισμὸν τῶν κατ’ ἔτος πληθυνομένων ἀξιωματικῶν πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῶν τούτων. Δὲν λέγω νὰ καταργηθῶσιν αἱ Σχολαί. Ἄπαγε! Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐπὶ πενταετίαν δὲν πρέπει νὰ εἰσαχθῶσι μαθηταὶ εἰς ἁπάσας τὰς στρατιωτικὰς ἡμῶν Σχολάς. Καὶ ταῦτα μὲν ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἐπιφυλάττομαι δὲ κατ’ ἄλλην τινὰ συζήτησιν νὰ ἐξετάσω λεπτομερέστερον τὸ ζήτημα τοῦτο.
§122ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ ἔδωκαν ἀφορμὴν αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ὑπάρχουσιν ἤδη ὑπεράριθμοι ἀξιωματικοὶ 123. Ἀναγκαίως, ἐὰν ἐξακολουθήσωσι λειτουργοῦσαι αἱ δύο Σχολαὶ ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους λειτουργοῦσι σήμερον, ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν τῶν ὑπεραρίθμων θὰ ὑπεραυξήσῃ, θέλει μετ’ ὀλίγον διπλασιασθῆ καὶ κατόπιν τριπλασιασθῆ. Ἤδη οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἐκτὸς τῶν ὑπεραρίθμων τούτων ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ἡμῶν εἶναι πολυτελὴς, πολυτελέστατος, καὶ ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς πολυτελείας ταύτης καὶ ἐπὶ τῶν ὑπεραρίθμων αὐτῶν θέλων νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐξήνεγκε μίαν ἰδέαν, ὅτι πρέπει ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ δίδακτρα τὰ διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ τὴν συντήρησιν τῶν μαθητῶν τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων νὰ αὐξηθῶσιν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ προέβαλε τὴν ἰδέαν τῆς συγχωνεύσεως τῶν στρατιωτικῶν Σχολῶν. Πρόκειται περὶ λεπτομερειῶν. Τί ἀντέταξεν εἰς τὴν πρώτην πρότασιν, τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου, ὁ κ. Ὑπουργός; Ἀντέταξεν, ὅτι ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν αὐξήσει τὰ δίδακτρα, ἠθέλομεν καταστήσει μονοπώλιον τῶν πλουσίων τὴν εἰσαγωγὴν ἐν τῇ Σχολῇ τῶν Εὐελπίδων καὶ τὴν ἔξοδόν των ἐν τῷ στρατῷ. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τοῦτο ἡμεῖς πολεμοῦμεν, ἡμεῖς θέλομεν ὁ πλούσιος νὰ εἰσέρχηται εἰς τὴν Σχολὴν τὴν ἐκπαιδευτικὴν τοῦ στρατοῦ πληρόνων ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ πληρώσῃ, καὶ νὰ ἐξέρχηται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ θὰ πληρώσῃ ὅλα τὰ τροφεῖα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε παρὰ τοῦ Κράτους. Καὶ ἀκριβῶς ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ψηφίσεως τοῦ πρώτου ἄρθρου ἔπρεπε βεβαίως νὰ γείνωσιν αἱ παρατηρήσεις αὗται. Εἰς τί ἀποβλέπουσιν αἱ παρατηρήσεις ἡμῶν; Ἀποβλέπουσιν ἀκριβῶς εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ ὑπάρξῃ διάκρισις μεταξὺ μαθητῶν καὶ μαθητῶν. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὰς ὑπηρεσίας, ἃς παρέσχον εἰς τὸ Κράτος καὶ ἀρχαῖοι ὑπάλληλοι καὶ ἀρχαῖοι στρατιωτικοὶ, καὶ εἰς αὐτοὺς βεβαίως πρέπει νὰ δοθῇ ἀναλόγως τῶν ὑπηρεσιῶν των τὸ δικαίωμα τῆς εἰσαγωγῆς ἑνὸς τῶν υἱῶν των καὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως αὐτοῦ ὑπὸ ὅρους ἐπιεικεῖς. Ἀκριβῶς τοῦτο δὲν εὑρίσκομεν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου, δὲν εὑρίσκομεν τὴν διάκρισιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς προβάλλομεν· διὰ τῆς διακρίσεως δ’ αὐτῆς ἀκριβῶς θέλομεν φθάσει εἰς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ συμπολίτης μου, διότι ἤθελον συστηθῆ θέσεις ἐν τῷ στρατῷ καὶ θέσεις ἐν τῇ Σχολῇ τῶν Εὐελπίδων ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται καὶ ἐκ τῶν οἰκογενειακῶν των παραδόσεων καὶ ἐκ τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας παρέσχον εἰς τὸ Κράτος, νὰ θεωρηθῶσιν ὡς δυνάμενοι ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς στρατιωτικάς των ὑποχρεώσεις. Καὶ ὅταν οὕτω πως καταρτίσωμεν τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὸν ἀρχικὸν ὀργανισμὸν τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων, νομίζετε ὅτι θέλομεν καταστήσει τὸν στρατὸν ἡμῶν τὸ πρυτανεῖον τῶν πλουσίων; Μακρὰν τούτου. Θέλομεν ἀποδώσει εἰς τὰς πτωχὰς οἰκογενείας τὸ δικαίωμα τῆς εἰσαγωγῆς τῶν τέκνων αὐτῶν εἰς τὸν στρατὸν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τοὺς πλουσίους θέλομεν ἐπιβάλει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλουσι νὰ πληρώσωσιν εἰς τὸ Κράτος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα. Ἡ ἰδέα αὕτη διατυποῦται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ; Βεβαίως ὄχι· καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβε τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου καὶ ὑπέβαλε τὴν τροπολογίαν του. Ἡ οἰκονομία δὲ, ἡ ὁποία θὰ προέλθῃ ἐκ τῆς συγχωνεύσεως τῶν Σχολῶν τῶν ὑφισταμένων, δὲν ἔγκειται μόνον εἰς τὴν δαπάνην τὴν ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ ἔγκειται εἰς τὴν δαπάνην, ἡ ὁποία εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία διὰ τὴν μετὰ τὴν ἔξοδον ἐκ τῶν Σχολῶν συντήρησιν τῶν ὑπεραρίθμων. Ἐξωγκώσαμεν τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἐφθάσαμεν μέχρι τοῦ σημείου σήμερον νὰ ἀφαιρῶμεν τὸν ἄρτον τῶν ἡμετέρων ἀξιωματικῶν καὶ νὰ στερῶμεν οὕτως αὐτοὺς τῶν μέσων τῆς εὐπρεποῦς συντηρήσεώς των, ἕνεκα τῆς μεγάλης πολυτελείας ἐν τῷ ὀργανισμῷ, διότι ἔχομεν διπλασίους ἀξιωματικοὺς ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἔχουσιν ἄλλα Κράτη πολὺ πλουσιώτερα ἡμῶν. Βεβαίως δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος ὥρα, ὅπως ἀναπτύξω τὰ περὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι ἐν καιρῷ νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ἀποδείξω, ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα. Διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἔχομεν θέσεις, διὰ τὰς ὁποίας ἀρχικῶς ἀνεγράφετο, ὅτι ἔπρεπε νὰ κατέχωνται παρὰ λοχαγῶν, καὶ αἱ ὁποῖαι κατήντησαν ἤδη νὰ κατέχωνται παρὰ ταγματαρχῶν... Ἀμφισβητεῖτε τοῦτο, κύριε Ὑπουργέ;
§123ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν γνωρίζω τι τοιοῦτον.
§124ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως ὑπάρχει τοῦτο. Ὅλα ἐκεῖνα τὰ τμήματα τὰ συμβουλευτικὰ, τὰ ὁποῖα ἔχετε, νομίζετε ὅτι δὲν κατηρτίσθησαν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ παρέχωσι θέσεις; Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα εἰς τοῦτο φθάνουσι σήμερον· καταργοῦμεν τὰ ἐπιμίσθια, καὶ αὔριον θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ νὰ πράξωμεν καὶ ἄλλα. Λοιπὸν πρόκειται περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλομεν ἐξέλθει ἐξ αὐτῆς τῆς δυσχερείας, ἡ ὁποία δημιουργεῖ ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀνωμαλίαν ἐν τῷ στρατεύματι, καὶ ἀφ’ ἑτέρου δαπάνας εἰς βάρος τοῦ Κράτους. Καὶ τί σᾶς λέγομεν; Συγχωνεύσατε τὰς Σχολάς. Βεβαίως οὐδεὶς δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ, ὅπως παύσῃ ἡ λειτουργία τῶν Σχολῶν αὐτῶν, ἀλλὰ δυνάμεθα ν’ ἀπαιτήσωμεν, ὅπως συγχωνευθῶσιν αἱ Σχολαὶ, εἰς τρόπον ὥστε καὶ ἡ δαπάνη δι’ αὐτὰς νὰ ἦναι μικροτέρα καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐξερχομένων μαθητῶν νὰ περιορισθῇ. Νομίζετε ὅτι ἔχει ἄτοπόν τι ἡ ἰδέα ἡμῶν; Ἐὰν νομίζητε ὅτι δὲν ἔχει ἄτοπόν τι, δικαιούμεθα νὰ παραπονεθῶμεν, ὅτι δὲν ἠθελήσατε νὰ τὴν πραγματοποιήσητε.
§125ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς πρῶτον εἶπεν, ὅτι ὑπάρχουσιν 123 ὑπεράριθμοι ἀξιωματικοί. Δὲν εἶναι 123 ὑπεράριθμοι ἀξιωματικοί, ἀλλὰ μόνον 79. Εἶναι 123 ὑπεράριθμοι ἀνθυπολοχαγοί.
§126ΡΑΛΛΗΣ. Ἀξιωματικοὶ δηλαδή.
§127ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ὑπάρχει διαφορὰ, διότι ἐλλείπουσιν ἄλλων βαθμῶν ἀξιωματικοί. Ἑπομένως ἐν συνόλῳ ἀριθμούμενοι οἱ ἀξιωματικοὶ, δίδουσι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, διότι ὅλοι ὁμοῦ ἀποτελοῦσι τὸ στέλεχος τῶν ἀξιωματικῶν. Οἱ ὑπεράριθμοι εἶναι μόνον 79, καὶ περὶ τούτου οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, διότι ὁμιλοῦσιν οἱ ἀριθμοί. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ λοιπὰ ζητήματα, ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς μόνος του εἶπεν, ὅτι ὁμιλεῖ ἐπὶ ζητήματος οὐχὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, διότι δὲν ὁμιλεῖ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν, ἀλλ’ ὁμιλεῖ ἐπὶ ζητήματος ξένου καὶ εὔχεται, ἵνα ἡ ὑπηρεσία, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς προτάσεις αὐτοῦ περὶ συγχωνεύσεως τῶν Σχολῶν, ἀποτελέσῃ μίαν Σχολὴν ἑνιαίαν, ἐξ ἧς θὰ ἐξέρχωνται οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ἀπαιτούμενοι διὰ τὸ στράτευμα, τοῦτο δὲν δύναμαι σήμερον νὰ συζητήσω, διότι εἶναι ζήτημα ἀναγόμενον εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ συζητήσωμεν ἐν ἄλλῃ ὥρᾳ. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν νὰ εἴπω, εἶναι, ὅτι τὰ Σχολεῖα δύνανται μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον νὰ περιορίσωσι τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν αὐτοῖς φοιτώντων μαθητῶν, καὶ ἑπομένως ἡ παραγωγὴ νὰ μὴ ᾖναι τόσον μεγάλη, ὥστε νὰ δίδῃ ὑπεραρίθμους ἀξιωματικούς. Δι’ αὐτὸ τοῦτο ἀνέφερον, ὅτι 75 ἀξιωματικοὶ κατὰ μέσον ὅρον ἐξέρχονται κατ’ ἔτος. Ἀνάγκη πᾶσα νὰ ἔχωμεν τὰ φυτώρια τοιουτοτρόπως παρεσκευασμένα, ὥστε νὰ μᾶς δίδωσι τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους, τοὺς δυναμένους νὰ πληρῶσι τὰ κενά. Σήμερον δὲν εἴμεθα εἰς τὴν ἀναλογίαν αὐτὴν, διότι ἐκ τῶν 109 μαθητῶν, τῶν φοιτώντων εἰς τὸ Σχολεῖον τῶν Εὐελπίδων, ἐξέρχονται ἐτησίως περὶ τοὺς 18 ἢ 20, διότι τὸ Σχολεῖον ἀποτελεῖται ἐκ 5 τάξεων. Εἰς τὸ Σχολεῖον τῶν Ὑπαξιωματικῶν φοιτῶσιν ἐλάχιστοι, διότι τοῦτο μόλις 40 ἀριθμεῖ. Ἄλλως ὑπάρχει μία τάξις κατηργημένη, ἅτε μὴ εἰσαχθέντων κατὰ τὸ παρελθὸν μαθητῶν, καθόσον εἰσήχθησαν οἱ κατὰ τὸ προπαρελθὸν ἔτος ἐπιτυχόντες ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ δὲν ἐλογίσθη τὸ ἔτος ἐκεῖνο. Ἄρα τὸ σχολικὸν ἔτος ἤρξατο δι’ αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ὑπάρχουσιν ἑπομένως δύο μόνον τάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀριθμοῦσι 40 μαθητὰς, ὥστε θὰ ἔχωμεν εἰς 3 ἔτη μόνον 40 ἀξιωματικούς, τὸ ὁποῖον φέρει ἀναλογίαν 13 μαθητὰς καθ’ ἕκαστον ἔτος. Οὕτω θὰ ἔχωμεν 13 ἐκ τοῦ Σχολείου τῶν Ὑπαξιωματικῶν καὶ 18–20 ἐκ τοῦ Σχολείου τῶν Εὐελπίδων, ἤτοι ἐν ὅλῳ 33 νέους ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι θὰ πληρώσωσι τὰ κενὰ τῶν 75 ἐξερχομένων ἀξιωματικῶν. Μετὰ πάροδον δὲ 2 ἐτῶν δὲν θὰ ὑπάρχῃ οὐδεὶς ὑπεράριθμος. Τοιαῦτα τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως πρὸς θεραπείαν τοῦ ἀτόπου τῶν ὑπεραρίθμων ἀξιωματικῶν· διὸ καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν εἰσήγαγεν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων μόνον 16, ἐφέτος δ’ ἴσως θὰ εἰσαχθῶσιν ὀλιγώτεροι. Κατὰ συνέπειαν ἡ μέθοδος αὕτη δύναται νὰ περιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐξερχομένων καὶ νὰ ἐλαττώσῃ τοὺς ὑπεραρίθμους, καὶ τέλεον ἐξαλείψῃ αὐτούς. Ἀλλ’ αὐτὸ, εἶπον, εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου.
§128ΡΑΛΛΗΣ. Πῶς παρήχθησαν οἱ ὑπεράριθμοι;
§129ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Παρήχθησαν, διότι προήχθησαν εἰς τὸν στρατὸν ἀνθυπολοχαγοὶ ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐξόδου τῶν μαθητῶν ἐκ τοῦ Σχολείου τῶν Ὑπαξιωματικῶν κατὰ τὸ 1885.
§130ΡΑΛΛΗΣ. Ἔκτοτε ἀριθμοῦνται οἱ ὑπεράριθμοι;
§131ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἔκτοτε, 170 τὸν ἀριθμόν.
§132ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καὶ διὰ τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου δὲν προήχθησαν;
§133ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα.
§134ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Πᾶν ὅ,τι θεωρεῖται ὡς ἀναγκαῖον, ὅπως ὑπάρξῃ Κράτος ἐκπληροῦν ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις, μεθ’ ὧν βαρύνεται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παύσῃ λειτουργοῦν οὔτε πρὸς μίαν στιγμήν. Ὅπως δὲν δυνάμεθα νὰ καταδικάσωμεν εἰς ἀργίαν τὸ Πανεπιστήμιον, διότι ἐπλεόνασαν οἱ ἰατροὶ, οἱ δικηγόροι, ἢ ἄλλοι ἐπιστήμονες, τοιουτοτρόπως δὲν δυνάμεθα νὰ διατάξωμεν τὸ κλείσιμον τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς, ὅπερ ζητεῖται διότι ἐκ κακῆς διοικήσεως, διότι ἐκ δυσχερῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας βεβαίως δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ ἐξετάσῃ τις, ἐγένοντο προβιβασμοὶ, ὡς μὴ ὤφειλε, καὶ πλεονάζουσιν ἀξιωματικοί. Τὸ κακὸν αὐτὸ δύναται νὰ θεραπευθῇ ἄλλως, οὐδέποτε ὅμως καταργουμένου ἑνὸς Σχολείου, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, ἐθεωρήθη εἰς ὅλα τὰ Κράτη ἀπολύτως ἀναγκαῖον, διὰ νὰ δύναται τὸ Κράτος ν’ ἀνταποκρίνηται εἰς τὰς μεγάλας ὑποχρεώσεις, μάλιστα ἐν Ἑλλάδι, εἰς τὰς μεγάλας ὑποχρεώσεις τοῦ νὰ ἔχωμεν ἓν φυτώριον ἀξιωματικῶν, δυναμένων νὰ συντρέξωσι τὴν Πολιτείαν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Διὰ τοῦτο κατ’ οὐδένα τρόπον, νομίζω, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνηται σκέψις περὶ καταργήσεως καὶ κλεισίματος τῆς Σχολῆς. Νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰσερχομένων, ὅπως περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐξερχομένων κατ’ ἔτος, αὐτὸ εἶναι ζήτημα τῆς Διοικήσεως, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ τὸ λάβωσιν οἱ κυβερνῶντες σήμερον, ἠμπορεῖ νὰ τὸ λάβωσι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ κυβερνήσωσιν αὔριον, ἀλλὰ νὰ κλείσωμεν, ἐπαναλαμβάνω, Σχολὰς, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖαι διὰ νὰ ὑπάρξῃ Κράτος, αὐτὸ οὔτε νὰ λέγηται δὲν ἐπιτρέπεται. Τὸ νὰ συγχωνευθῶσι δὲ αἱ δύο Σχολαὶ δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι καὶ αὐτὸ σύμφωνον μὲ τὴν ἀνάγκην τῆς Πολιτείας. Ἄλλος εἶναι ὁ ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος ἐξέρχεται, κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ μίαν Σχολὴν, ὅπου καὶ ἡ δίαιτα καὶ ἡ διδασκαλία καὶ ἡ συμπεριφορὰ καὶ ἡ θέσις εἶναι ἐπιμεμελημένη, καὶ ἄλλος εἶναι ὁ ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν Σχολὴν τῶν Ὑπαξιωματικῶν. Δὲν λέγω, ἠμπορεῖ καὶ ἀπὸ τὴν Σχολὴν ἐκείνην νὰ ἐξέλθωσιν ἀξιωματικοὶ διακεκριμένοι, ἀλλ’ ὁ γενικὸς κανὼν δὲν εἶναι, ὅτι ἠμποροῦν αὐτοὶ νὰ πληρώσωσι τὸν σκοπὸν καὶ τῶν δύο Σχολῶν, διότι τότε δὲν θὰ ἔχωμεν οὔτε καλοὺς ἀξιωματικοὺς, ἔχοντας ἀνατροφὴν ἀνωτέραν τοιαύτην, ὥστε καὶ ἀπέναντι ξένων ἀξιωματικῶν ν’ ἀντιπροσωπεύωσι δεόντως τὸν τυχόντα ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως καὶ ἀνατροφῆς ἑλληνικὸν στρατὸν, οὔτε ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ θεωροῦν, ὅτι πρέπει νὰ συμπεριφέρωνται ὡς ἀξιωματικοὶ λαβόντες ἀνατροφὴν ἀνωτέραν, χωρὶς νὰ ἔλαβον τοιαύτην, ἀλλὰ μόνην τὴν τοῦ καλοῦ στρατιώτου. Διὰ τοῦ συστήματος τῆς συγχωνεύσεως τῶν δύο Σχολῶν θὰ φέρωμεν μίαν σύγχυσιν μεγάλην εἰς ὅλας τὰς τάξεις τῶν ἀξιωματικῶν.
§135ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὴν σύγχυσιν τὴν μεγίστην φέρει ὁ Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας, θέλων νὰ φέρῃ μίαν διάκρισιν μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν. Δὲν ἁρμόζει νὰ ἔχωμεν ἀξιωματικοὺς ἀριστοκράτας καὶ ἀξιωματικοὺς δημοκράτας. Οἱ ἀξιωματικοὶ εἶναι οἱ αὐτοὶ ἐξ ἴσου, προωρισμένοι νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν πατρίδα. Δὲν πρέπει νὰ γίνηται τοιαύτη διάκρισις.
§136ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἄλλη εἶναι ἡ θέσις τοῦ ἑνὸς καὶ ἄλλη ἡ τοῦ ἄλλου. Τί δημοκοπίαι εἶναι αὐταί!
§137ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι διὰ τὰ τεχνικὰ ὅπλα ἡ ἐκπαίδευτις τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι ὑπερτέρα· πῶς θὰ ἐπέλθῃ ἡ συγχώνευσις τῶν Σχολῶν, τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα τῆς παρούσης στιγμῆς. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι θὰ ἐπέλθῃ συγχώνευσις τῶν Σχολῶν, δὲν ἕπεται ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις θὰ ἦναι μία καὶ κοινὴ δι’ ἅπαντας τοὺς ἀξιωματικοὺς, διότι δύνανται οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξέλθουν διὰ τὰ τεχνικὰ ὅπλα, νὰ σπουδάζουν ὡρισμένον χρόνον καὶ ὡρισμένα μαθήματα· πρόκειται περὶ διαφορᾶς ἐκπαιδεύσεως. Ὡς πρὸς τὴν δίαιταν ὅμως, εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος· νομίζω ὅτι ἡ δίαιτα δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ εἰσέλθουν εἰς τὸν στρατὸν, δὲν πρέπει νὰ διαφέρῃ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως ἄρθρων τοῦ ᾼΛϚʹ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας ἀξιωματικῶν ἐν τοῖς διαφόροις βαθμοῖς).
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως ἄρθρων καὶ πινάκων τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ νόμου.
§139ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὶς μέχρι τοῦδε, κύριοι συνάδελφοι, ἔλαβον τὴν τιμὴν, ὁμιλῶν ἐπὶ ἄλλων στρατιωτικῶν συζητήσεων, νὰ εὐχηθῶ ἐντεῦθεν, ἵνα εἰσήγετο πρὸς συζήτησιν νέος ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, διότι ἤλπιζον, ὅτι διὰ διττὸν λόγον, τὸ μὲν διὰ τὴν παρουσίαν τοῦ κ. Τσαμαδοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ δὲ διὰ τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, ἐν αἷς διατελοῦμεν, θὰ συνετάσσετο ὀργανισμὸς συμφερώτερος καὶ πρὸς τὴν διοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ καὶ πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Καὶ ὑπεβλήθη μὲν τοιοῦτόν τι νομοσχέδιον, ἀλλ’ οὐχὶ οἷον ηὐχήθην καὶ ἐπεθύμουν· διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἄπορον ἀληθῶς διατὶ, δὲν συνέταξεν ἕνα ἑνιαῖον ὀργανισμὸν, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν του πᾶν ὅ,τι προηγουμένως ὑπῆρχεν ἐπὶ τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἔγνω νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τροποποίησιν, κατάργησιν καὶ ἀντικατάστασιν ἄρθρων καὶ πινάκων τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμου, ἢ μᾶλλον τῶν πολλῶν ἐν ἰσχύϊ ὀργανισμῶν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Τὸ ζήτημα τοῦ ὀργανισμοῦ ἔχει πολλὴν σπουδαιότητα ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος· ἀλλὰ δὲν προτίθεμαι νὰ εἰσέλθω εἰς τοιαύτην ἐξέτασιν, τό γε νῦν ἔχον· θὰ ἐξετάσω τὸ προσαχθὲν νομοσχέδιον ὑπὸ τὴν ὅλως ἐξωτερικὴν σύστασιν καὶ ὄψιν αὐτοῦ, καὶ πρὸς τοῦτο ἐλπίζω, ὅτι θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ὑπενθυμίσω αὐτῇ μικρὸν μέρος ἐξ ἐκτενοῦς ἀγορεύσεώς μου, ἣν ἐποιησάμην ἐντεῦθεν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 9 Μαΐου 1890 ἐπὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ τότε καὶ νῦν ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τὸ ὁποῖον, ψηφισθὲν τότε, ἐδημοσιεύθη ὡς νόμος τοῦ Κράτους τῇ 13 Μαΐου 1890 ὑπὸ στοιχ. ᾼΩΚϚʹ. Καὶ τότε τὴν αὐτὴν προέβαλον παρατήρησιν πρὸς τὸν εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὅτι εἰσάγει τμηματικὴν τροποποίησιν τῶν ὑφισταμένων μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νόμων περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐλέγχων τὸ ἄτοπον τοῦτο, ἔλεγον (ἀναγινώσκει): «Δυστυχῶς δὲν ἔχομεν αὐτοτελῆ τινα ὀργανισμὸν μέχρι τοῦδε, οὔτε ἀπολαμβάνομεν αὐτὸν καὶ διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου· μόνον δὲ εἰς τοὺς ὑπάρχοντας προστίθεται ἔτι εἷς· ἔχομεν 6 ὀργανισμοὺς ἰσχύοντας, εἰς τοὺς ὁποίους προστεθήσεται καὶ ὁ ἕβδομος. Ἔχομεν τὸν ὀργανισμὸν ΑΛΖʹ τῆς 22 Ἰανουαρίου 1882, ὅστις κατήργησε τὸν τοῦ 1880 ΩΛΗʹ, ὃν εἶχε κατασκευάσει ὁ τότε συνυπουργὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νῦν ὑποστράτηγος κ. Καραϊσκάκης. Ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ ΑΛΖʹ, ἀποτελουμένου ἐκ 33 ἄρθρων καὶ 12 πινάκων, ἐπήνεγκε τροποποιήσεις ὁ ἀπὸ 30 Μαρτίου 1884 ὀργανισμὸς ΑΡϞΑʹ, ἐξ ἄρθρων 4 καὶ πινάκων 12 ἀποτελούμενος, ἀντικαταστήσας τὰ ἄρθρα 1, 3, 4, 9 καὶ 14 τοῦ προηγουμένου. Μετ’ ὀλίγον ὅμως ἐπῆλθεν ὁ ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου 1885 ὀργανισμὸς ΑΤΚΓʹ, ὅστις μετεῤῥύθμισεν ἐν τοῖς πλείστοις καὶ καιριωτάτοις τοὺς προηγουμένους, δὲν κατήργησεν ὅμως αὐτούς. Οὗτος κατήργησε τὰ ἄρθρα 1, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 12, 13, 14 καὶ 27 τοῦ νόμου ΑΛΖʹ, ἀντικαταστήσας αὐτὰ δι’ ἄλλων, ἀντικατέστησε δὲ καὶ τοὺς πίνακας ἐκείνου, (περὶ τοῦ ΑΡϞΑʹ σιωπᾷ τελείως!) πλὴν τοῦ περὶ χωροφυλακῆς ὑπὸ στοιχ. Λ, ὅστις ἀφέθη ἐν ἰσχύϊ. Ὀλίγους μῆνας ὅμως μετὰ ταῦτα καὶ οὗτος ἐτροποποιήθη παρ’ αὐτοῦ τοῦ συντάξαντος αὐτὸν Ὑπουργοῦ, νῦν ὑποστρατήγου κ. Ἀντ. Μαυρομιχάλη, προκαλέσαντος τὸν νόμον ΑΤΞΒʹ τῇ 7 Ἀπριλίου 1886 ἐξ ἄρθρων 2, δι’ ὧν μετεῤῥυθμίζετο τὸ περισωζόμενον ἄρθρον 29 τοῦ νόμου ΑΛΖʹ τοῦ 1882. Βλέπετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ λαβύρινθος αὐξάνει καὶ περιπλέκεται· καὶ ὅμως εὑρισκόμεθα ἔτι ἐν τῷ μέσῳ. Ὁ κ. Τρικούπης, καταλαβὼν αὖθις τὴν ἀρχὴν, ἐξέδωκε τὸν ἀπὸ 28 Μαΐου 1887 νόμον ΑΦΛΓʹ «περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ νόμου» ἐξ ἄρθρων 20 καὶ πινάκων δώδεκα. Ἀλλὰ μὴ καὶ οὗτος κατηρτίσθη αὐτοτελής; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ! Ἐπήνεγκε μάλιστα μείζονα σύγχυσιν καὶ συγκίνησιν, διότι κατήργησε τὰ ἄρθρα 1, 5, 7, 8, 9, 10, 12, 14 καὶ 64 τοῦ νόμου 1885 ΑΤΚΓʹ, ἀλλ’ ἀφῆκεν ἐν πλήρει ἰσχύϊ τοὺς πίνακας αὐτοῦ, τοὺς κανονίζοντας τὴν σύνθεσιν τῶν διαφόρων σωμάτων καὶ διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Κατήργησεν ὅμως καὶ τὰ ἄρθρα 23 καὶ 26 τοῦ νόμου 1882 ΑΛΖʹ, ἀλλ’ ἀφῆκεν ἐπίσης καὶ ἐκ τούτου ἰσχύοντα τὸν πίνακα Λ, ὅστις ἤδη εἶχε σωθῆ καὶ ἐκ προτέρων καταστροφῶν! Ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ἤτοι τῇ 18 Δεκεμβρίου 1887, ἔσπευσεν ὁ αὐτὸς κ. Τρικούπης νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὸν νόμον ΑΦΛΓʹ, προκαλέσας τὴν ψήφισιν ἑτέρου, τοῦ ἐκδοθέντος ὑπὸ στοιχεῖον ΑΦϞΓʹ, συνισταμένου δὲ ἐξ ἄρθρων 2, δι’ ὧν κατηργεῖτο τὸ ἄρθρον 4 τοῦ προηγουμένου καὶ ἐτροποποιεῖτο ἡ ἐν τῷ πίνακι αὐτοῦ Ζʹ ἀναγραφομένη σύνθεσις τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Δικαστηρίου. Οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, ἐν τοιαύτῃ συγχύσει καὶ ἐμπλοκῇ, καθ’ ἣν στιγμὴν προκαλούμεθα νὰ προσθέσωμεν διὰ τῆς ἡμετέρας ἐπιψηφίσεως καὶ ἕβδομον ὀργανισμὸν εἰς τοὺς ἤδη ὑπάρχοντας 6 τοιούτους...» Ἄν, Κύριοι, εἶπον ταῦτα τότε, κατὰ τὴν 9 Μαΐου 1890, δικαιοῦμαι νὰ εἴπω ταὐτὰ μετὰ προσθήκης ἑνὸς τρίτου ἐπὶ πλέον σήμερον, διότι ἔκτοτε εἰς τοὺς ἓξ ἐκείνους ὀργανισμοὺς προσετέθη καὶ ὁ τότε συζητούμενος, περὶ οὗ ὡμίλουν νῦν, δημοσιευθεὶς ὑπὸ στοιχ. ΑΩΚϚʹ τῇ 13 Μαΐου 1890, ὑπὸ τὴν ἑξῆς ἐπιγραφὴν, ἥτις καὶ μόνη ἀρκεῖ νὰ καταδείξῃ, ποία ἐπικρατεῖ σύγχυσις: «Περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ τροποποιοῦντος τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ ΑΦΛΓʹ νόμου καὶ τροποποιήσεως πινάκων προσηρτημένων εἰς τὸν αὐτὸν νόμον». Ἀλλ’ οὐδὲ μέχρι τούτου ἔστη ἡ ἀνατρεπτικὴ ἐργασία κατὰ τῶν ὀργανισμῶν τοῦ στρατοῦ, διότι ὁμιλοῦμεν βλέπετε, περὶ ὀργανισμῶν πλέον καὶ οὐχὶ ὀργανισμοῦ, ὡς ἔπρεπεν. Ἐπῆλθε ταχέως ὁ ὑπὸ στοιχεῖα ΑΩΠϚʹ καὶ ὑπὸ μακροσκελεστάτην ἐπιγραφὴν νόμος «Περὶ προσθήκης καὶ διαγραφῶν ἐν προσηρτημένοις εἰς τὸν ΑΦΛΓʹ νόμον τῆς 28 Μαΐου 1887 περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ νόμου πίναξιν». Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, ὡς ἐνθυμοῦνται οἱ τότε συνάδελφοι, διεγράφη ἐκ τοῦ ἐν ἰσχύϊ ὀργανισμοῦ ἡ θέσις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ ἱππικοῦ καὶ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ πεζικοῦ καὶ τῆς χωροφυλακῆς καὶ προσετέθη «Ἀντιστράτηγος ἢ ὑποστράτηγος, γενικὸς ἐπιθεωρητὴς τοῦ στρατοῦ». Μετὰ ταῦτα ὅμως, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ἐψηφίσθη ἕτερος νόμος, ὁ ͵ΒΞΗʹ τῆς 28 Ἰουλίου 1892 «Περὶ καταργήσεως τῆς γενικῆς ἐπιθεωρήσεως τοῦ στρατοῦ καὶ συστάσεως ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς». Διὰ τοῦ νόμου τούτου ἀνῆλθεν εἰς ἐννέα ὁ ἀριθμὸς τῶν νῦν ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει ἕνεκα καταργήσεως ἢ τροποποιήσεως ἰσχυόντων ὀργανισμῶν τοῦ στρατοῦ, σήμερον δὲ καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν καὶ δέκατον! Ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα, ὡς εἶπον, ἐξετάσω ὑπὸ τὴν ἐξωτερικὴν μορφὴν αὐτοῦ τὸ νομοσχέδιον. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπεφάσιζε νὰ μὴ προβῶμεν νῦν ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ἂν ἀπέσυρεν αὐτὸ διὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, ἵνα διατάξῃ—εἶναι δὲ εὔκολος ἡ ἐργασία—νὰ συναρμολογηθῇ πᾶν ὅ,τι σώζεται ἐκ τῶν προηγουμένων ὀργανισμῶν, πᾶν ὅ,τι νομίζει ὅτι πρέπει νὰ διατηρηθῇ, νὰ ἐπενέγκῃ δὲ μεταβολὰς καὶ τροποποιήσεις, καθ’ ἣν ἔχει γνώμην, καὶ νὰ προσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, τὸ ἑνιαῖον, εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα εἰς τὸ ἑξῆς γνωρίζωμεν, ὅτι ἰσχύει εἷς καὶ μόνος ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον θὰ καταλάβῃ δεκάτην θέσιν εἰς τὴν ὑπάρχουσαν βιβλιοθήκην τῶν ὀργανισμῶν τοῦ στρατοῦ. Δὲν φέρω πρότασιν ἀναβολῆς, ἀλλὰ ποιοῦμαι σύστασιν, διότι βλέπω ὁποία ὑπάρχει σύγχυσις ἐν τῷ τμήματι τούτῳ τῆς νομοθεσίας ἡμῶν. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀπόκειται, ἂν θέλῃ, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν παρατήρησίν μου ταύτην καὶ νὰ καταρτίσῃ νομοσχέδιον ἑνιαῖον, τὸ ὁποῖον νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὸ θέρος τοῦ 1891, ὡς ἀνεγίνωσκον εἰς τὰς ἐφημερίδας, συνέστησαν ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Δηλιγιάννη δύο ἐπιτροπαὶ, ἀμφότεραι ὑπὸ τὴν προεδρίαν τῆς Α. Υ. τοῦ Διαδόχου, ἵνα ἡ μὲν καταρτίσῃ στρατολογικὸν νόμον νέον, ἡ δὲ ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Εἶχεν ἀναγγελθῆ τότε, ὅτι ἡ καταρτίζουσα τὸ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νομοσχέδιον ἐπιτροπὴ εἶχε φθάσει εἰς πολλὴν πρόοδον ἐν τῇ ἐργασίᾳ αὐτῆς· δὲν γνωρίζω δὲ, ἂν ἡ ἐργασία αὕτη ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἢ ἂν ὑπάρχῃ τι αὐτοτελὲς, δυνάμενον νὰ δημοσιευθῇ, καὶ ἑπομένως νὰ προσαχθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ περὶ τῆς ἐργασίας ἐκείνης τὴν Βουλὴν, ἵνα αὕτη ἐν πληρεστέρᾳ γνώσει προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου, ὡς μανθάνω, θὰ γείνῃ μεγάλη συζήτησις καὶ εὐρεῖα. Ἐν τούτοις, περαίνων τὰ ὀλίγα ταῦτα, ἐπαναλαμβάνω τὴν σύστασίν μου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ θελήσῃ,—διότι εἶναι εἷς τῶν καταλληλοτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, τῶν δυναμένων νὰ καταρτίσωσι τοιαύτην ἐργασίαν ὀργανωτικὴν,—νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ προσαγάγῃ τελείαν καὶ ἑνιαίαν ὀργάνωσιν, ἵνα λείψῃ ἡ ἐπικρατοῦσα σύγχυσις, ἣν παρέστησα διὰ τῶν λόγων τῶν πρὸ τριετίας διατυπωθέντων παρ’ ἐμοῦ, ὧν τὴν βασιμότητα ἐλπίζω, ὅτι συμμερίζεται ἡ Βουλή.
§140ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Θὰ ἀποκρούσω τὴν ἀναβολήν...
§141ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιμένω.
§142ΤΣΑΜΑΔΟΣ. .. ὅπως τὴν ἐννοεῖτε σεῖς τοὐλάχιστον, ἤτοι νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ 2 ἢ 3 ἡμέρας, ἵνα δυνηθῶ, ἐπεξεργαζόμενος τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, νὰ παρουσιάσω τοῦτον εἰς τὴν Βουλήν, ἀντὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Εἶπον καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τοιαύτη ἐργασία ὑπάρχει πρὸ πολλοῦ κατηρτισμένη, ἀλλὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην δὲν δύναμαι νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν σήμερον, διότι αἱ περιστάσεις δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν κατάθεσιν αὐτῆς· καὶ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναπτύξω κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὅσον περὶ τῆς ἐν ἔτει 1891 ἐργασίας, τοιαύτη δὲν ἐγένετο, διότι καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διορισθῶ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ἀλλὰ δὲν προσῆλθον πρὸς συνεδρίασιν, διότι δὲν κατωρθώθη οὐδ’ ἅπαξ νὰ συνεδριάσῃ ἡ ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἐπιτροπή. Συνῆλθεν ἡ ἄλλη ἐπιτροπή, ἡ ἐπὶ τοῦ νόμου τῆς στρατολογίας, καὶ εἰργάσθη ἐπ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἐπεραίωσε τὴν ἐργασίαν της· φαίνεται ὅμως, ὅτι τὸ ἔργον της δὲν ἐθεώρησεν ὡς τέλειον καὶ δὲν παρέδωκεν αὐτὸ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· οὐδεμία λοιπὸν ἐργασία, ἀφορῶσα εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ἐγένετο παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, οὔτε παρεδόθη τοιαύτη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ αὔριον θὰ εἴπω τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν παρουσιάζω νῦν ἑνιαῖον σύστημα περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ.
§143ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ πόσον ὁ τροποποιηθησόμενος ὀργανισμὸς δὲν εἶναι πολυτελέστερος τοῦ ὑπάρχοντος;
§144ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὅλα ταῦτα θὰ ἀναπτύξω αὔριον, διότι, ὁμιλῶν περὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, θὰ εἴπω τὰς ἰδέας μου ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι τὰ στελέχη δὲν εἶναι πολυτελῆ.
§145ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ πληροφορίας, πόσαι αἱ φρουραί, διὰ τὰς ὁποίας θὰ δεήσῃ νὰ διορισθῶσιν ἱερεῖς ἐκ τῶν κατὰ τόπους ἐφημερίων, καὶ πόση ἡ ἐκ τῆς μεταῤῥυθμίσεως ταύτης δαπάνη.
§146ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀναφέρεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἱερέων.
§147ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν συνόλῳ ἐπιθυμοῦμεν νὰ γνωρίζωμεν τὸν λογαριασμόν.
§148ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα, εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΑΡΠΖʹ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν).
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, Ὥρᾳ 9 καὶ 25′ μ. μ.