1893.01.26
1,974 rows · 14,621 words · 153 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49
Τῆς 26 Ἰανουαρίου 1893
(Τρίτη).
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μεταξὺ τῶν ἀνακοινώσεων, ἃς ἐκάμετε χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, ἦτο καὶ τηλεγράφημα τοῦ ταμίου καὶ τελώνου Κορινθίας, ἀπευθυνθὲν κατ’ ἐπερωτήσεως Βουλευτοῦ. Σήμερον λαβὼν γνῶσιν τοῦ περιεχομένου τοῦ τηλεγραφήματος τούτου, ἐξεπλάγην διὰ τὴν αὐθάδειαν καὶ ἀναξιοπρεπῆ συμπεριφορὰν τοιούτων ὑπαλλήλων. Διὰ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου λέγουσιν, ὅτι ἡ σεμνὴ κατ’ ἐμὲ ἐπερώτησις τοῦ συναδέλφου μου καὶ προσφιλοῦς μοι συγγενοῦς εἶναι προϊὸν παραπαιούσης κεφαλῆς καὶ συκοφαντῶν ἀναιδῶν κτλ. Νομίζω ὅτι, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον οὔτε εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἀνακοινοῖ τοιαῦτα λοίδορα τηλεγραφήματα, οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀνέχηται, ὥστε δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ ὑβρίζωσι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον Βουλευτὰς ἐπερωτῶντας ἐπὶ τῇ παραστάσει ἐντίμων ἐκλογέων καὶ πολιτῶν· διότι, ἐὰν ἰσχύσῃ τοιοῦτον σύστημα, τὸ συνταγματικὸν δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, ὅπερ ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς Βουλευτὰς, μηδενίζεται. Δὲν εἶναι ὕβρις κατὰ τοῦ ἐπερωτήσαντος τὸ τηλεγράφημα, εἶναι ὕβρις κατὰ τῆς Βουλῆς, εἶναι παραβίασις τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου, ὅπερ ἐπιβάλλεται εἰς ὅλους τοὺς Βουλευτάς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ νὰ ἀπαλειφθῇ ἀπὸ τὰ πρακτικὰ τὸ λοίδορον καὶ αὔθαδες τοῦτο τηλεγράφημα, καὶ νὰ παρακληθῇ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ τιμωρήσῃ τὴν αὐθάδη συμπεριφορὰν αὐτῶν τῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες, ἐὰν εἶχον παράπονα, ὤφειλον νὰ τὰ ὑποβάλωσι σεμνοπρεπῶς πρὸς τὴν προϊσταμένην ἀρχήν. Ταῦτα ἐνόμισα καλὸν νὰ εἴπω πρὸς διόρθωσιν τῶν πρακτικῶν.
§2Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ πρῶτον μανθάνω ἤδη ἐκ τῶν λεχθέντων παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι χθὲς ἐγένετο ἀνακοίνωσις ἀπαντήσεως ὑπαλλήλων, ἤτοι τοῦ τελώνου καὶ τοῦ ταμίου Κορίνθου, ἐπὶ λεχθέντων ἐν τῇ Βουλῇ. Οἱ ὑπάλληλοι, καὶ ἂν ἐρωτηθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχουσι δικαίωμα ν’ ἀπαντήσωσιν ἀπ’ εὐθείας. Οἱ ὑπάλληλοι ἐξαρτῶνται ἀπὸ τοῦ προϊσταμένου αὐτῶν, καὶ μόνον δι’ αὐτοῦ δύνανται νὰ κοινωνῶσι πρὸς οἱανδήποτε ἀρχήν. Ἀλλ’ ὡς φαίνεται ἐκ τῶν πρακτικῶν, δὲν ἀπήντησαν εἰς ἐρώτησιν, πρὸς αὐτοὺς ἀπευθυνθεῖσαν, ἀλλ’ εἰς λεχθέντα ἐν τῇ Βουλῇ, ὡς πολῖται ἐλευθέρου καὶ συνταγματικοῦ Κράτους· καὶ δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι εἶναι πολῖται Ἕλληνες, ἀλλ’ εἶναι καὶ ὑπάλληλοι, καὶ ἐν τοιαύτῃ ἐνεργείᾳ ἐπικρατεῖ ὁ χαρακτὴρ αὐτῶν ὡς ὑπαλλήλων. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως διαβιβάσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ τηλεγράφημα, ἵνα λάβω γνῶσιν αὐτοῦ ἀκριβῶς, καὶ ἐνεργήσω ὅ,τι ἐπιβάλλεται ἐν τῇ περιστάσει.
§3Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Οἱ σεμνοὶ οὗτοι κύριοι, παρορῶντες τὰ πρὸς τὴν ἱεραρχίαν καθήκοντα, ἀναφέρονται εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ὑπάλληλοι καὶ οὐχὶ ὡς πολῖται. Ὑβρίζουσι δὲ οὐ μόνον τὸν προκαλέσαντα τὴν ἐπερώτησιν, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐπερωτήσαντα, καὶ ἐμὲ καὶ τοὺς συναδέλφους, ὅτι φατριάζομεν, ὅτι τοὺς ζηλεύομεν καὶ τοὺς φθονοῦμεν διὰ τὴν ἀμερόληπτον καὶ ἀφιλοκερδῆ ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των (!), ἐνῷ τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι δὲν ἐπετρέψαμεν εἰς αὐτοὺς νὰ μᾶς εὐχαριστήσωσι, προσφερθέντας καὶ ἐμμέσως καὶ ἀμέσως ὡς ἀνδράποδα· διότι ἡ προσωπικὴ ἡμῶν ὑπερηφάνεια δὲν ἐπέτρεπε νὰ λειτουργῶσιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μας ἀνώτεροι ὑπάλληλοι ὡς ἀνδράποδα. Ἡ ἐπερώτησις ἄλλως τε δὲν ἀφορᾷ αὐτοὺς, ἀλλ’ ἀποτείνεται πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ τιμωρήσῃ τὴν ὑβριστικὴν αὐτῶν γλῶσσαν, καὶ νὰ μὴ ἀνέχηται, ὥστε νὰ ἐπαυξάνωνται αἱ πικρίαι τῶν ἀδικουμένων. Οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν πρέπει νὰ ἀνεχθῇ τοιούτους αὐθάδεις καὶ ἀναγώγους ὑπαλλήλους.
§4Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ὤφειλε νὰ ἀναμείνῃ τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ κατόπιν νὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἰδέας του. Ἐγὼ θέλω ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν πᾶν ὅ,τι θέλω πράξει, ἀφοῦ ἀναγνώσω τὸ τηλεγράφημα.
§5ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ καταδιωχθῶσιν ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων.
§6Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔλαβον εἰσέτι γνῶσιν τοῦ τηλεγραφήματος.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀνεκοίνωσα τὸ περιεχόμενον τοῦ τηλεγραφήματος, ἀλλὰ μόνον περίληψιν εἰς δύο λέξεις· ὥστε δὲν δύναμαι νὰ ὑποληφθῶ, ὅτι ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα ὑβριστικόν. Νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν ὅσα ἔγγραφα πέμπονται πρὸς αὐτήν. Τοῦτο ἔπραξα καὶ ἐπὶ ἄλλου τηλεγραφήματος, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑβριζόμην ἐγώ. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις· ὅστις θέλει, δύναται νὰ στέλλῃ τηλεγράφημα ἢ ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλὴν.
§8ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ῥητὸν ἄρθρον ἐν τῷ Κανονισμῷ, τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει τὴν ἀνακοίνωσιν ὑβριστικῶν ἐγγράφων.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἔγκυρον τῶν πρακτικῶν ὡς ἔχουσι;
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν ὑλοτόμων τοῦ νομοῦ Τρικκάλων, παρακαλούντων τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ξυλείας. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὡσαύτως ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου τῶν Ἑλλήνων δημοδιδασκάλων, παρακαλούντων, ὅπως οἱ δημοδιδάσκαλοι ἀπαλλάσσωνται τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως, ἐν ὅσῳ δὲν ἀπολύονται αὐτοβούλως.
§12ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ νόμος περὶ στρατολογίας ἔχει μεριμνήσει, ὅπως ἀπαλλάσσωνται τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατῷ οἱ δημοδιδάσκαλοι, ὅσοι τυγχάνουσιν ἐν θέσει· ἀλλὰ κατὰ παραδρομὴν ἡ διάταξις αὕτη ὑπάρχει ἐγγεγραμμένη μεταξὺ τῶν ὑπὸ ἀναβολὴν κατατάξεως τασσομένων καὶ οὐχὶ τῶν ἀπαλλασσομένων· συμβαίνει ὅθεν τὸ ἄτοπον, δημοδιδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ἐπὶ 10 καὶ 20 ἔτη, ἀπολυόμενοι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ συλλαμβάνωνται ὡς ὑπὸ ἀναβολὴν κατατάξεως διατελοῦντες κληρωτοί, καὶ νὰ κατατάσσωνται εἰς τὸν στρατὸν, ἐνῷ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἄγουσι τὸ τεσσαρακοστὸν ἔτος, ἐνυμφεύθησαν καὶ ἔχουσι πολλὰ τέκνα! Τοὺς ὑποχρεοῦσι δηλαδή, ὡς ἀρχαίους κληρωτούς, ἵνα ὑπηρετήσωσι τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ κληρωτοῦ, τὴν πρὸ δεκαπενταετίας καὶ πλέον ἴσως! Αὕτη δὲν εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου. Οἱ ἀναφερόμενοι θέλουσι συντελέσει, ὅπως δώσωσιν ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ θέμα καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀναμένεται ἀπὸ μηνῶν ἤδη, πρὸς διόρθωσιν τῶν ἐσφαλμένων ἐν τῷ στρατολογικῷ νόμῳ. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν σκοπεῖ νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἂς τὸ δηλώσῃ· διότι εἶναι πλεῖστοι κληρωτοί, ἀδίκως καὶ παρανόμως ὑπηρετοῦντες ἐν τῷ στρατῷ, οἵτινες ἀναμένουσι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ἐπανειλημμένως ὑπεσχέθησαν οἱ ἁρμόδιοι, ὅπως ἀπαλλαγῶσι, διότι ἔχουσι λόγους ἀπαλλαγῆς, ὡς προστάται ὀρφανῶν οἰκογενειῶν ἢ πατέρων ἀνικάνων, ὧν οἱ πρεσβύτεροι υἱοὶ τυγχάνουσιν ἔγγαμοι.
§13ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς προτείνει νέαν διάταξιν, κατὰ πρῶτον παρουσιαζομένην, προτείνει ἵνα τοὺς εἰς ἀναβολὴν κατατάξεως δημοδιδασκάλους μεταφέρωμεν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀπαλλασσομένων. Τοῦτο, νομίζω, ἀντιβαίνει εἰς τὰς θεμελιώδεις περὶ ἀναβολῆς κατατάξεως διατάξεις, διότι δὲν εἶναι μόνον οἱ δημοδιδάσκαλοι, ἀλλὰ καὶ οἱ φοιτῶντες εἰς τὰ Διδασκαλεῖα, καὶ ἐκεῖθεν προέρχεται ἡ ἀναβολὴ κατατάξεως· καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν διατελοῦσι δημοδιδάσκαλοι, δὲν δύνανται νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ στρατεύματι, εὐθὺς ὅμως, ὡς παύσῃ ἡ ὑπηρεσία των αὕτη, ὀφείλουσι νὰ κληθῶσι πρὸς στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ἀδιάφορον ἂν παρῆλθον πολλὰ ἔτη· ἅμα ὡς κριθῶσιν ἱκανοὶ πρὸς στράτευσιν, πρέπει νὰ ὑπηρετήσωσι. Τοὺς τοιούτους δὲν δύναμαι νὰ ἀπαλλάξω ἀπὸ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχουσι πρὸς τὸ Κράτος. Περὶ τοῦ ἑτέρου ζητήματος, τουτέστι περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν δευτεροτόκων, ὁπόταν οἱ πρεσβύτεροι τυγχάνωσιν ἔγγαμοι, ἀρκετὰ ἡ Βουλὴ συνεζήτησεν· ἀπεφάνθη δὲ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπαλλάσσωνται οἱ δευτερότοκοι, ὁπόταν οἱ πρωτότοκοι τυγχάνωσιν ἔγγαμοι.
§14ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἐλησμονήθησαν τὰ πρὸ ὀλίγων μηνῶν συμβάντα. Ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτε συνεζητήθη ἡ τροποποίησις τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ἐγένετο συζήτησις περὶ τῶν ἐγγάμων ἀδελφῶν, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς πρωτοτόκους, τοὺς ἔχοντας ζῶντα πατέρα· ἐπειδὴ ἐπροτάθη ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν πρώτων υἱῶν ζώντων πατέρων, ἐκρίθη λίαν εὔλογον, ὅτι, ἂν δώσωμεν τὸ προνόμιον, ὅπως, ὅταν οἱ πρωτότοκοι ζώντων πατέρων ὑγιεστάτων τυγχάνωσιν ἔγγαμοι, ἀπαλλάσσωνται οἱ δευτερότοκοι, καὶ οὕτω καθεξῆς, θὰ ἐγίνετο εὐρεῖα ἡ ἀπαλλακτικὴ κλῖμαξ, ἐκρίθη ὀρθὸν, λέγω, παρὰ τῆς Βουλῆς, νὰ περιορισθῇ ἡ ἀπαλλαγὴ μόνον εἰς τοὺς πρώτους υἱοὺς ζώντων πατέρων· οὐδόλως ἔκρινε τὸ ζήτημα τῶν πρωτοτόκων ὀρφανῶν ἢ καθ’ ὅσον οὗτοι ἦσαν ἔγγαμοι, τῶν ἀμέσως ἑπομένων ἀγάμων προστατευόντων τὴν χήραν μητέρα καὶ τὰ ἀνήλικα τέκνα αὐτῆς. Κατὰ λάθος ὁ γραμματεὺς ἐκ τοῦ Προεδρείου, ἀντὶ νὰ διαγράψῃ τὴν φράσιν «ἢ ἔχῃ ἰδίαν οἰκογένειαν» ἐκ τοῦ τρίτου μόνον ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 33, τὴν διέγραψε καὶ ἐκ τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ δευτέρου ἐδαφίου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τοὺς ὀρφανοὺς καὶ τὰ στηρίγματα τῶν ὀρφανῶν! Τόσον δὲ εἶναι βέβαιον τοῦτο, ὥστε ἐγὼ εἶχον κρατήσει σημειώσεις ἐπὶ τοῦ εἰς χεῖράς μου νομοσχεδίου, καὶ ὅτε ἦλθε τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἐνταῦθα Νομαρχίαν, καὶ ὁ Νομάρχης μεθ’ ὅλου τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου μοὶ διεμήνυσεν, ὅτι λυποῦνται, διότι δὲν δύνανται ν’ ἀπαλλάξωσι τὸν καταστάντα πρεσβύτερον ὀρφανὸν, (ὑπὲρ οὗ εἶχον ζητήσει ἐγὼ ἀπαλλαγὴν δυνάμει τοῦ νόμου) διότι ὁ νέος νόμος δὲν ἐπέτρεπε τοῦτο, τότε τοῖς ἔστειλα τὸ νομοσχέδιον μὲ τὰς σημειώσεις μου, φωνογραφικῶς, οὕτως εἰπεῖν, δεικνυούσας τὴν ἀληθῆ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἵνα τοῖς δώσω νὰ ἐννοήσωσι, —διότι ἐνόμιζον, ὅτι εὑρίσκονται ἐν πλάνῃ,—ὅτι μόνον ἀπὸ τὸ γʹ ἐδάφιον διεγράφη ἡ φράσις «ἢ ἔχῃ ἰδίαν οἰκογένειαν.» Τότε μὲ διεβεβαίωσαν καὶ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐκ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, ὅτι ἀτυχῶς ἐγένετο λάθος, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ διορθωθῇ ἢ διὰ νέου νόμου. Καὶ τὸ λάθος τοῦτο ὑποχρεοῖ ἤδη τοὺς ὀρφανοὺς καὶ τοὺς υἱοὺς πατέρων ἀνικάνων κληρωτοὺς νὰ ὑπηρετήσωσι, παρὰ τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς, ἣν ἐστρέβλωσεν ἡ ἀπροσεξία τοῦ Προεδρείου αὐτῆς. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦτο ἄλλη ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς. Σήμερον ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρετοῦσιν ὀρφανοὶ προστάται οἰκογενειῶν, ἐνῷ συγχώριοι αὐτῶν, ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις εὑρισκόμενοι, ἀπηλλάγησαν, διότι διέπει αὐτοὺς ὁ προγενέστερος νόμος. Τοιαύτην ἀνισότητα καὶ τοιαύτην ἀδικίαν ἡ Βουλὴ δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ ψηφίσῃ, οὔτε ἐψήφισε, καὶ τὸ γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ πάντες ἐνόμιζον, ὅτι αὐτὴ ἡ διόρθωσις ἤθελε γείνῃ διὰ τῆς ἀμέσου ὑποβολῆς ἐπανορθωτικοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ λόγον νὰ νομίζῃ, ὅτι αἱ ἀπαλλαγαὶ εἶναι εὐρεῖαι, καὶ ὅτι ἕνεκα τούτων δὲν θὰ ἔχῃ ἀρκοῦντα ἀριθμὸν στρατιωτῶν, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἔχει καὶ θὰ ἔχῃ ἄφθονα τὰ χρηματικὰ μέσα, τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα· ἀλλὰ μὴ λέγετε, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶχε τοιαύτην πρόθεσιν· τοὐναντίον, δὲν εἶχε τοιαύτην πρόθεσιν. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀναλογισθῇ, ὅτι δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν ἀδίκως καὶ παρανόμως ὑπηρετούντων ἤδη, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν ὑποχρέων τῆς ἐφετεινῆς ἀπογραφῆς, τῆς τοῦ 1893. Μετ’ ὀλίγον τὰ στρατολογικὰ συμβούλια θὰ ἀρχίσωσι τὰς κληρώσεις τῶν ἐφετεινῶν κληρωτῶν. Πάντες οἱ ὀρφανοὶ ἢ οἱ ἔχοντες πατέρας ἀνικάνους, τὰ στηρίγματα τῶν οἰκογενειῶν των, θὰ προσέλθωσιν, ὅπως ἀπαλλαγῶσι, διότι γνωρίζουσιν, ὅτι ὁ νόμος τοὺς ἀπήλλαττε μέχρι τοῦδε. Θὰ μάθωσι δὲ καὶ θὰ ἴδωσι, μὲ ἔκπληξιν καὶ ἀγανάκτησίν των, ὅτι οἱ πρῶτοι υἱοὶ ζώντων ὑγιεστάτων καὶ πλουσιωτάτων πατέρων θὰ ἐξαιρεθῶσιν, αὐτοὶ δὲ, τὰ πρεσβύτερα καὶ τὰ μόνα στηρίγματα τῶν ἀδυνάτων καὶ ἀνικάνων γονέων των, τῆς χήρας μητρός των καὶ τῶν ἀνηλίκων ἀδελφῶν των, δὲν ἀπαλλάσσονται. Ἴσως ἴσως ἴδωσι καὶ σκάνδαλα μὲ τὴν διάταξιν τῶν στενοθωράκων. Ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως ὁλοκλήρου εἶναι ἀδικαιολόγητος. Παρακαλῶ καὶ πάλιν νὰ διορθωθῇ τὸ κακὸν τοῦτο, τὸ ἄδικον τοῦτο, ὅσον καὶ ἀπάνθρωπον λάθος, ὅσον τάχιον.
§15ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Καταθέτω τὸν ζητηθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς φάκελλον, τὸν ἀναγόμενον εἰς τὴν πίστωσιν, τὴν ζητουμένην πρὸς πληρωμὴν ὀφειλομένην ἐκ συμβιβασμοῦ εἰς τὸ Πρακτορεῖον Havas. Ὁ φάκελλος περιέχει πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ὑπόθεσιν· θέλω δὲ παρακαλέσει τοὺς μέλλοντας νὰ κάμωσι χρῆσιν αὐτῶν, νὰ μὴ διαταράξωσι τὴν τάξιν τῶν ἐγγράφων.
§16Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδια: αʹ) περὶ ἐκτυπώσεως κερμάτων ἐκ νικελίου, βʹ) περὶ συγχωνεύσεως τοῦ κλάδου τῶν γεωμετρῶν εἰς τὸ σῶμα τῶν ἐργοδηγῶν, γʹ) περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Βρυξέλλαις συνομολογηθείσης συμβάσεως περὶ συστάσεως διεθνοῦς ἑνώσεως πρὸς δημοσίευσιν τῶν τελωνειακῶν δασμολογίων, δʹ) περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Βιέννῃ διομολογηθείσης συμβάσεως περὶ ἀνταλλαγῆς ταχυδρομικῶν δεμάτων μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ, τοῦ προσηρτημένου αὐτῷ πρωτοκόλλου καὶ τοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως ταύτης κανονισμοῦ λεπτομερείας καὶ τάξεως, εʹ) περὶ προσχωρήσεως εἰς τὴν ἐν Βιέννῃ τὴν 4 Ἰουλίου 1891 ἀναθεωρηθεῖσαν διεθνῆ συμφωνίαν περὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν καὶ εἰς τὸν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς συμφωνίας ταύτης Κανονισμὸν λεπτομερείας καὶ τάξεως. Ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ οὗτινος ἡ πρώτη συζήτησις ἀνεβλήθη ἀπὸ τῆς χθές, περὶ ἀστυνομίας, παρεσκευάσθη πίναξ εἰσφορῶν τῶν δήμων διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν καὶ διὰ τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν, ὅστις θέλει χρησιμεύσει πρὸς καθοδήγησιν εἰς τὰ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ πίναξ ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς. Συνεζητήθη χθὲς νομοσχέδιον περὶ ἐπεκτάσεως εἰς τὸ τελωνεῖον Καλαμῶν τῆς φορολογίας τῆς ἰσχυούσης ὑπὲρ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς κοιλάδος Παμίσου ἐν τῷ τελωνείῳ Μεσσήνης, ἐζητήθη δὲ πληροφορία, ὁποῖά εἰσι τὰ μέχρι τοῦδε εἰσοδήματα, τὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον προωρισμένα, ποῦ εἰσι κατατεθειμένα, καὶ τίς ἐκ τούτων ἐγένετο μέχρι τοῦδε δαπάνη. Κατὰ τὰς σημειώσεις τῆς ὑπηρεσίας, ἐγκριθέντα ἔργα μέχρι τοῦδε εἶναι ἐκ δραχμῶν 525,987, ἀλλὰ κατὰ τοῦ μηχανικοῦ τὴν ἔκθεσιν θ’ ἀπαιτηθῶσιν ἔτι ἐγκρίσεις 3,000,000 περίπου· ἐκ τῶν ἐγκριθέντων τούτων ἐπληρώθησαν μέχρι τοῦδε δρ. 153,944, εἰσεπράχθησαν δὲ 309,731, ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει τὸν ἀναλυτικὸν πίνακα). Ἑπομένως ὑπολείπονται διαθέσιμοι 155,787. Ἐγένετο χθὲς ἐπερώτησις ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης περὶ ἐνεργείας τινὸς τοῦ Δημάρχου Ἀθηναίων ἀπὸ 20 Ἰανουαρίου, τουτέστι πρὸ 5 ἡμερῶν λαβούσης χώραν, ἀπαλλάσσοντος τῆς ὑπηρεσίας τοὺς εἰδικοὺς παρέδρους τῶν παρεδρείων Χαλανδρίου, Κηφισσίας καὶ Ἀμαρουσίου. Περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἔμαθον, ὅτι οὐδεμία ἐδόθη ἔγκρισις παρὰ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν εἰδικῶν τούτων παρέδρων. Ἀντικατάστασις παρέδρων δὲν δύναται νὰ γείνῃ, κατά τινα ἐγκύκλιον τοῦ 1880, εἰμὴ ἐν ὡρισμέναις περιστάσεσι καὶ ἐγκρίσει τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, τοιαύτην δὲ ἔγκρισιν οὐδεμίαν εἴδομεν, ἀλλὰ καὶ αἱ περιστάσεις, ἐν αἷς διατελοῦσιν οἱ πάρεδροι Κηφισσίας, Χαλανδρίου καὶ Ἀμαρουσίου, δὲν εἶναι αἱ προβλεπόμεναι ὑπὸ τῆς ἐγκυκλίου· διότι, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀντικατάστασιν, ἡ ἐγκύκλιος ῥητῶς ἀναγράφει, ὅτι οἱ πάρεδροι οἱ ἐξ ἐκλογῆς θεωροῦνται ἐν ἐνεργείᾳ, καίτοι παρῆλθεν ἡ περίοδος τῆς ἀρχῆς αὐτῶν· οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτούς· μόνον διὰ νέας ἐκλογῆς θέλει ἐπέλθει ἡ ἀντικατάστασις αὐτῶν. Ἡ ἐγκύκλιος προβλέπει περὶ τῆς περιστάσεως, καθ’ ἣν θὰ ὑπάρχῃ κενὸν ἐν τοῖς παρεδρείοις, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπιτρέπει, ὅπως τὸ κενὸν πληρωθῇ ὑπὸ τοῦ Δημάρχου, ἐγκρίσει τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς. Ἐνταῦθα κενὸν δὲν ὑπάρχει, διότι ὑπάρχουσι πάρεδροι ἐξ ἐκλογῆς, ὧν ἡ περίοδος δὲν παρῆλθεν· ἑπομένως αἱ ὑπὸ τοῦ Δημάρχου γενόμεναι πράξεις οὐδὲν ἔχουσι κῦρος. Ἐξήτασα πρὸς τούτοις, ἂν ἐδόθη ἔγκρισις, καὶ ἔμαθον, ὅτι οὐδεμία ἔγκρισις ἐδόθη· ἑπομένως, καὶ ἂν ἐγένετο ἐνέργειά τις, ἡ ἐνέργεια αὕτη εἶναι ἀτελής, καὶ δὲν δύναται νὰ στερήσῃ τοὺς παρέδρους τῆς λειτουργίας αὐτῶν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 150–154).
§18ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ͵ΒϞΗʹ νόμου.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 155).
§20ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐπιτελῶ καθῆκον δικαιοσύνης, ἂν ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος καὶ γεραρὸς βουλευτὴς Κορινθίας κ. Δημητριάδης. Κατὰ τὸ μεσολαβῆσαν διάστημα τῶν διαφόρων ἀγορεύσεων ἔλαβον γνῶσιν τοῦ τηλεγραφήματος, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εὑρίσκω οὐδεμίαν προσβολήν, ἢ κἂν ὑπαινιγμὸν κατὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐκ Κορινθίας, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν. Καὶ ἐπειδὴ τὸ ζήτημα ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον, εἰ δυνατόν, νὰ ἀναγνώσῃ τὸ τηλεγράφημα, διὰ νὰ φανῇ...
§21Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶχον δικαίωμα ν’ ἀποταθῶσι πρὸς τὴν Βουλήν.
§22ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι αὐτῆς τῆς προκλήσεως· ἀλλὰ διὰ τῶν ὀλίγων τούτων ἐκφράζω τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ προσβολῆς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἣν δῆθεν ἀπηύθυναν οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι. Οὗτοι ἀπολογοῦνται διὰ τὴν γενομένην παρ’ αὐτῶν ἐνέργειαν, ἥτις εὑρίσκεται ἐντὸς τῶν ἐπιτρεπομένων ὁρίων, καὶ ἂν ὑπάρχωσι φράσεις τινὲς ὁπωσδήποτε οὐχὶ πολὺ μεμετρημέναι, αὗται δὲν ἀπευθύνονται κατὰ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἀλλὰ κατὰ τῶν τυμβωρύχων, οὓς καταδιώκουσι πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός των, διότι ἀμφότεροι, ὅ τε ταμίας καὶ ὁ τελώνης, εἰσὶν ἀξιόλογοι καὶ ἐντιμότατοι ὑπάλληλοι.
§23ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ναυπλίου συνάδελφος κ. Ποταμιάνος ἔθεσεν ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὴν ἀκρίβειαν τοῦ ἰσχυρισμοῦ, ὃν εἶχον ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δυστυχῶς ὑπάρχουν 100,000 περίπου ποινικῶν ὑποθέσεων ἐκκρεμεῖς. Ἕνεκα τούτου ἠναγκάσθην νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὴν τελευταίαν κατάστασιν τῶν ἐργασιῶν τῶν δικαστηρίων, τὴν δημοσιευθεῖσαν διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» καὶ ἀφορῶσαν εἰς τὴν πρώτην τριμηνίαν παρελθόντος ἔτους. Ἐξ αὐτῆς προκύπτει, ὅτι κατὰ τὴν λῆξιν τῆς τριμηνίας παρὰ μὲν τοῖς κ.κ. ἀνακριταῖς ἔμενον ἐκκρεμεῖς δικογραφίαι 8,700, παρὰ δὲ τοῖς ἀνακριτικοῖς ὑπαλλήλοις τοῦ Κράτους ἔμενον 63,134, παρὰ δὲ ταῖς Εἰσαγγελίαις τοῦ Κράτους 25,606. Τὰ τρία ταῦτα κονδύλια τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων ἀποτελοῦσιν ἐν συνόλῳ ἀριθ. 97,440. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυστυχῶς ταῦτα μόνον. Ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῶν ἐπισήμων καταστάσεων προκύπτει, ὅτι ἐκ τῶν εἰσαχθεισῶν εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα ὑποθέσεων, ἀνεβλήθησαν 2,796, ἐδικάσθησαν δὲ ἐρήμην 4,277, ὑπὸ δὲ τῶν συμβουλίων τῶν πλημμελειοδικῶν ἐξεδόθησαν βουλεύματα 5,494. Αὐταὶ αἱ ἐν συνόλῳ 12,567 ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις περιέρχονται ἅπασαι εἰς τὰ γραφεῖα τῶν Εἰσαγγελιῶν κατὰ τὴν λῆξιν τῆς τριμηνίας, οὔτε εἶναι μάλιστα δυνατὸν νὰ περιέλθωσιν ὅλαι, ἵνα ὑπολογίζωνται εἰς τὰς ἐκκρεμεῖς τὰς παρὰ τῇ Εἰσαγγελίᾳ· πρέπει λοιπὸν μέρος αὐτῶν, 3,000 ἕως 4,000, νὰ τὰς προσθέσωμεν εἰς τὰς 97,440, καὶ οὕτως ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκκρεμῶν ποινικῶν ὑποθέσεων ὑπερβαίνει τὰς 100,000. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὗται αἱ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις, διότι αἱ καταστάσεις τῶν ἐργασιῶν δὲν πραγματεύονται περὶ τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων παρὰ ταῖς Εἰσαγγελίαις τῶν ἐφετῶν, καὶ διὰ τοῦτο μάλιστα δι’ ἐπερωτήσεώς μου παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσαγάγῃ κατάστασιν, ἐμφαίνουσαν καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν παρὰ ταῖς Εἰσαγγελίαις τῶν ἐφετῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων. Ἐξάγεται ἐκ τούτων, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ναυπλίου συνάδελφος ἄνευ δικαίου τινὸς ἐμέμφθη τὴν ἀκρίβειαν τοῦ ἀριθμοῦ, ὃν ἐγὼ ὑπέβαλον, καὶ ὅτι μάλιστα, κατ’ ἀκρίβειαν, πλέον τῶν 100,000 ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων ὑπάρχουσι παρὰ ταῖς Εἰσαγγελίαις καὶ τοῖς ἀνακριτικοῖς γραφείοις τοῦ Κράτους. Κατὰ πόσον, Κύριοι, κατάστασις τοιαύτη ἁρμόζει εἰς εὐνομούμενον Κράτος, ἂς κρίνῃ ἡ Βουλή.
§24ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐποιησάμην διάκρισιν, ἵνα μὴ ἦτο ἀνάγκη διευκρινήσεως. Εἶπον ὅτι εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὸ φυλλάδιον τῶν ἐργασιῶν τῶν δικαστηρίων τῆς τρίτης τριμηνίας τοῦ 1891· εἶπον δὲ, ὅτι κατ’ αὐτὸ παρὰ τοῖς ἀνακριταῖς ἐκκρεμεῖς δίκαι εἶναι πλείονες τῶν 8,000· αἱ δὲ παρὰ τοῖς ἀνακριτικοῖς ὑπαλλήλοις ἐκκρεμεῖς, αἵτινες κατὰ τὸ 1891 ἀνήρχοντο εἰς 53 χιλιάδας, εἶπον, ὅτι εἶναι ὑποθέσεις ἀφορῶσαι εἰς πταίσματα, ἢ μικρὰ πλημμελήματα, ἢ ἀνυπάρκτους ἀξιοποίνους πράξεις, μηδεμίαν ἀξίαν ἐχούσας, ὥστε νὰ μὴ δικαιολογῆταί τις νὰ ἐπικαλεσθῇ αὐτὰς ὡς ἀπόδειξιν, ὅτι αἱ ἐργασίαι τῶν ποινικῶν δικαστηρίων βραδύνουσαι ἔχουσιν 100 χιλιάδας πολίτας ὑποδίκους. Παρετήρησα μάλιστα, ὅτι μεταξὺ μηνύσεως καὶ ὑποδικίας ὑπάρχει διαφορὰ, καὶ ὅτι αἱ 100,000 τῶν ὑποδίκων, ἃς ἐπεκαλέσθησαν, ἦτο σφόδρα ῥητορικὸς ἀριθμός. Αἱ ἐνώπιον τῶν εἰσαγγελέων ἐκκρεμεῖς δίκαι εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἵτινες ἔχουσι προσδιορισθῆ εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα· ὅστις θέλει νὰ ἴδῃ τὴν ἀληθῆ βραδύτητα τῆς Δικαιοσύνης, πρέπει νὰ λάβῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν προφυλακισμένων. Αὐτὰ εἶπον.
§25ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ λεχθέντα σήμερον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ναυπλίας συναδέλφου δὲν εἶναι ὀρθότερα τῶν ὅσων χθὲς εἶπεν εἰς τὴν Βουλήν. Χθὲς ἠμφισβήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ὅσα εἶπον περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων· σήμερον ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ ἀριθμὸς οὗτος εἶναι ἐλάσσων τοῦ ἀληθοῦς. Σήμερον ὑποστηρίζει, ὅτι αἱ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ἀφορῶσιν εἰς πταίσματα· ἀλλὰ δύναμαι μετὰ θετικότητος νὰ τὸν βεβαιώσω, ὅτι αἱ περὶ πταισμάτων μηνύσεις δὲν ἀποστέλλονται εἰς τὰς δημοσίας κατηγορίας διὰ νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὰ Πταισματοδικεῖα. Αἱ μηνύσεις, αἵτινες ἀποστέλλονται εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα, εἶναι πᾶσαι μηνύσεις ἀφορῶσαι εἰς τὰ κακουργήματα ἢ πλημμελήματα. Βεβαίως πολλαὶ μηνύσεις εἶναι ἀνυπόστατοι, τοῦτο ὅμως δὲν ἐμποδίζει τὴν ὑποδικίαν τῶν μηνυομένων, περὶ ἧς ἔκαμα λόγον. Ὁ μηνυόμενος ἐνδέχεται βεβαίως νὰ ἀθωωθῇ, ἀλλ’ ἕνεκα τούτων πάντοτε δὲν παύει νὰ ἦναι κατηγορούμενος, αἱ δὲ μηνύσεις, ἅμα ἀποσταλῶσι πρὸς ἀνάκρισιν, ἀποτελοῦσι ποινικὴν δικογραφίαν ἐκκρεμῆ, καὶ τοιαῦται εἶναι πλέον τῶν 100,000, καὶ ὁ ἰσχυρισμός μου, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἀληθέστατος.
§26ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ πίνακα τῶν κατὰ τὴν τελευταίαν τριμηνίαν τοῦ 1892 ἐργασιῶν τῶν ποινικῶν καὶ πολιτικῶν δικαστηρίων, διότι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας ἐποιήσατο χρῆσιν τοῦ δημοσιευθέντος πίνακος τῆς πρώτης τριμηνίας τοῦ 1892, ἐλπίζω δὲ, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν τριμηνίαν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκκρεμῶν ἀνακρίσεων θὰ ἠλαττώθη· ἄλλως τε δυνάμεθα νὰ κάμωμεν σύγκρισιν τῆς ἐργασίας τῆς τελευταίας τριμηνίας σχετικῶς πρὸς τὴν πρώτην.
§27ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπληροφορήθην, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἐκάλεσε τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, ἐπιζητοῦσα τὸν διορισμὸν ἑτέρων προσώπων καὶ συνεπῶς τὴν ἀντικατάστασιν τῶν ὑπαρχόντων παρέδρων, ἥτις πρόκειται νὰ γείνῃ οὐχὶ χάριν τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ χάριν ἀλλαγῆς προσώπων. Διὰ τῆς παύσεως τῶν νῦν παρέδρων θὰ μείνωσιν ὑπὸ διακοπὴν πέραν τῶν 50,000 ὑποθέσεων, αἵτινες χρήζουσι διορισμοῦ νέων εἰσηγητῶν. Ἐὰν ὑπάρχῃ λόγος ὑπηρεσιακὸς ν’ ἀντικατασταθῶσιν οἱ ὑπάρχοντες πάρεδροι, ἂς γείνῃ τοῦτο, ἂν ὅμως δὲν ὑπάρχῃ, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ κάμῃ τὸ μέγα τοῦτο κακὸν εἰς τὸν τόπον, πρὸς βλάβην τῶν δυστυχῶν διαδίκων.
§28ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ τὸ ἐξετάσω.
§29ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγγέλλω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὸ ἑξῆς δικαστικὸν σκάνδαλον. Ὁ νῦν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, κατήγγειλεν ἐπὶ πλαστογραφίᾳ τὸν πταισματοδίκην Ἀθηνῶν Καμπιώτην, ἀδελφὸν τοῦ ἀνακριτοῦ Ἀθηνῶν Καμπιώτου. Ἡ κατηγορία ἀπέβη κατ’ αὐτοῦ, διότι τὰ Συμβούλια τὸν παρέπεμψαν. Καὶ μετὰ τὸ παραπεμπτικὸν βούλευμα καὶ μετὰ τὴν ὕπαρξιν τῆς κατηγορίας, ὁ Καμπιώτης διωρίσθη ἀτυχῶς πταισματοδίκης καὶ ἀπονέμει δικαιοσύνην. Προχθὲς, τὴν Πέμπτην, συνέβη τὸ ἑξῆς, εἰς ὃ πρέπει νὰ δοθῇ μεγάλη προσοχή. Προσδιωρίσθησαν 30–40 δίκαι εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Ἀθηνῶν, εἰς ἃς δὲν ἐσημειοῦτο οὔτε εἰς τὸ πινάκιον οὔτε εἰς τὸ δελτίον ἡ κατὰ τοῦ Καμπιώτου κατηγορία. Ὅταν ἐτελείωσεν ἡ συνεδρίασις καὶ ἀπεχώρησε τὸ ἀκροατήριον, τότε ὁ εἰσαγγελεὺς ἐκράτησε τὸ δικαστήριον νὰ δικάσῃ καί τινα τελευταίαν ὑπόθεσιν, ἥτις ἦτο ἡ κατὰ τοῦ Καμπιώτη ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, χωρὶς νὰ κληθῶσιν οἱ μάρτυρες (μάρτυρες ἦσαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Θεοτόκης, ὁ γραμματεὺς τοῦ Πανεπιστημίου Ἰατρίδης καί τις ἄλλος, ὃν δὲν ἐνθυμοῦμαι)· ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν πλημμελειοδικῶν εἰσάγει τὴν ὑπόθεσιν καὶ λέγει, ὅτι δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀπόδειξιν. Τὸ δὲ δικαστήριον, καίτοι συγκροτούμενον ἐξ ἐντιμοτάτων δικαστῶν, οὐχ ἧττον ὑπεχώρησε πρὸ τῆς ἐλλείψεως μαρτυρικῶν ἀποδείξεων, καὶ συνεπῶς ἐκήρυξε τὸν κατηγορούμενον ἀθῶον. Ἐν τούτοις οὔτε ἡ ὁμολογία τοῦ κατηγουρουμένου ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, οὔτε ἐκλήθησαν οἱ μάρτυρες νὰ βεβαιώσωσιν, ἂν τῷ ὄντι ὑπάρχῃ πλαστογραφία, διαπραχθεῖσα ὑπὸ τοῦ κατηγορουμένου, καὶ ἐρήμην τοῦ ἀκροατηρίου, ἐν κρυπτῷ, οὕτως εἰπεῖν, ἠθωώθη ὁ κατηγορούμενος. Ἡ δικαιοσύνη αὐτὴ εἶναι πολὺ πλημμελὴς, καὶ φέρει εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις, διατηροῦσα τοιαῦτα πρόσωπα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀπομακρυνθῶσιν ἐξ αὐτῆς, διὰ νὰ μὴ γείνωσι χειρότερα.
§30ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος ἦτο εἰσαγγελεύς;
§31ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συνεδριάσεως ἔλαβε μέρος ὁ κ. Χαλκιόπουλος, καὶ ἀπὸ τὰς 2 μ. μ. ἔλαβε μέρος ὁ κ. Σπανίδης, ὅστις καὶ εἰσήγαγε τὴν ἐν λόγῳ ὑπόθεσιν, ὅταν ἀνεχώρησε τὸ ἀκροατήριον.
§32ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θέλω ἐξετάσει, καὶ ἂν τὰ πράγματα ἔχωσιν ὡς ἐξέθηκεν αὐτὰ ὁ κ. Βουλευτὴς, θέλουσι ληφθῆ τὰ προσήκοντα μέτρα.
§33ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ κατατεθῇ, παρακαλῶ, ἡ δικογραφία.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαλλαγῆς φόρων καὶ τελῶν τῶν ἀποστελλομένων εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Σικάγου ἢ τῶν προερχομένων ἐξ αὐτῆς ἀντικειμένων. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἱδρύσεως ἐργοστασίου καὶ Μουσείου ἐκμαγείων.
§36ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ συνεπάγεται βεβαίαν δαπάνην, διότι πρόκειται νὰ διορισθῶσιν ὑπάλληλοι, τὸ κέρδος δὲ, τὸ ὁποῖον θὰ προκύψῃ ἐκ τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἀνατίθεται εἰς αὐτοὺς τοὺς ὑπαλλήλους, εἶναι ἀβέβαιον. Νομίζετε ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις, τὰς λίαν κρισίμους ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν οἰκονομικὴν, νὰ ψηφίζωμεν νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα συνεπάγονται δαπάνην βεβαίαν; Ἐγὼ δὲν τὸ νομίζω. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς ἄλλην ἐποχήν. Δὲν βλέπω τὸ κατεπεῖγον αὐτοῦ, οὔτε πιστεύω ὅτι ὑπάρχουν πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἀγοράσουν ἐκμαγεῖα.
§37ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐὰν ἐγίνωσκεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὐδεμίαν συνεπάγεται δαπάνην, οὔτε ἑνὸς λεπτοῦ, βεβαίως δὲν ἤθελε προβῆ εἰς τὴν παρατήρησιν, ἣν ἔκαμε.
§38ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Πῶς, ἀφοῦ θὰ πληρόνητε 250 δραχμὰς κατὰ μῆνα ὑπάλληλον;
§39ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι προσδιορίζονται διὰ τὸ προσωπικὸν τὸ προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, ὑπάρχουσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμέναι, διότι παρὰ τοῖς Μουσείοις γίνεται ἐργασία πρὸς κατασκευὴν ἐκμαγείων καὶ πληρόνονται ἐν τοῖς Μουσείοις τούτοις οἱ ἐργάται καὶ τεχνῖται δι’ ἡμερομισθίων. Αἱ δαπάναι λοιπὸν αὗται, αἱ γινόμεναι πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐργατῶν καὶ τεχνιτῶν, κανονίζονται διὰ προσωπικοῦ ὑπαλληλικοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ πληρόνηται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ἡ πληρωμὴ δ’ αὕτη δὲν ὑπερβαίνει τὴν δαπάνην τὴν ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ τοὺς ἡμερομισθίους ἐργάτας καὶ τεχνίτας. Περὶ τούτου σᾶς δίδω πᾶσαν διαβεβαίωσιν, καὶ ἑπομένως ἐλπίζω, ὅτι θέλετε ἀποσύρει τὴν παρατήρησίν σας.
§40ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Οἱ ἐργάται οἱ πληρονόμενοι μὲ ἡμερομίσθιον ἐργάζονται ὀσάκις ὑπάρχῃ ἀνάγκη.
§41ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Διαρκῶς ἐργάζονται.
§42ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νῦν κανονίζεται ἡ δαπάνη.
§43ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ συνοδεύῃ τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ὁ ὑπολογισμὸς τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων δαπανῶν, καὶ παρακαλῶ νὰ προσαχθῇ τοιοῦτος πίναξ.
§44ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Προσθήκην δαπάνης δὲν ἐπάγεται τὸ νομοσχέδιον, καθόσον ἐν τῷ σχετικῷ κεφαλαίῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τμήματος τῆς Ἀρχαιολογίας ὑπάρχει ὡρισμένον ποσὸν, τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο δὲν ὑπερβαίνει τὸ ἔξοδον, ὅπερ ἐπάγεται τὸ νομοσχέδιον. Δὲν εἶναι ἑπομένως ἀνάγκη προσαγωγῆς πίνακός τινος, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ πόσον δαπανᾶται ἐτησίως· τὸ ἔξοδον δὲ, τὸ ὁποῖον ἐπάγεται τὸ νομοσχέδιον, δὲν ὑπερβαίνει τὸ ποσὸν τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένον, τοὐναντίον μάλιστα ὑστερεῖ αὐτοῦ, εἶναι οἰκονομικώτερον.
§45ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νὰ ἴδωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ποῖον ποσὸν ἀναγράφεται διὰ τὴν δαπάνην, ἡ ὁποία γίνεται διὰ τοιαύτην ἐργασίαν.
§46ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Προϋπολογισμὸν ἔχετε.
§47ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ καθιερούμενον ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ διοργάνωσις μιᾶς τακτικῆς ὑπηρεσίας, εἰς ἣν ἀναγκαίως θέλει διορισθῆ ὁ ὑπάλληλος, ὁ τεχνίτης, περὶ τοῦ ὁποίου προβλέπει τὸ ἄρθρον 5, καὶ ὁ βοηθός του· ὁ κ. Ὑπουργὸς βεβαιοῖ, ὅτι μέχρι τοῦδε ἐγίνοντο αἱ δαπάναι αὗται, ἀλλὰ δι’ ἡμερομισθίων. Ἀλλὰ τοὺς ἡμερομισθίους ἐργάτας δύναται ἡ ὑπηρεσία νὰ ἀπολύσῃ ὁποτεδήποτε, ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ ὀργανώσεως τοιαύτης ὑπηρεσίας, δὲν θὰ ἔχῃ πλέον αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν.
§48ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν δύναται ν’ ἀπολύσῃ τοὺς ἡμερομισθίους ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, διότι αὐτοὶ εἶναι διαρκεῖς, καὶ ἀπὸ πολλοῦ διαρκεῖς· ἀπὸ τῆς ὑπουργίας ἀκόμη τοῦ Βουλευτοῦ Ἀττικῆς ὑπάρχουν οἱ τεχνῖται οὗτοι καὶ οἱ ἡμερομίσθιοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι διαρκεῖς καὶ διαρκῶς ἐργάζονται ἐν τοῖς Μουσείοις ἡμῶν, διότι ἡ ἐργασία αὐτῶν δὲν ἠμπορεῖ νὰ παύσῃ, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ ἔθνους, διότι εἶναι ἐργασία πολύτιμος.
§49ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ μισθοδοσία τώρα εἶναι μηνιαία, δὲν εἶναι ἡμερησία· δίδετε εἰς τὸν ὑπάλληλον 250 δραχμὰς κατὰ μῆνα, εἴτε ἐργάζεται, εἴτε δὲν ἐργάζεται.
§50ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Εἶναι ἐνδελεχὴς ἡ ἐργασία· ἔχομεν τεχνίτας, τοὺς ὁποίους πληρώνομεν τακτικά· διότι, ἂν τοὺς ἀπομακρύνωμεν, θὰ ἀναλάβωσιν ἄλλην ἐργασίαν, καὶ θὰ τοὺς στερηθῶμεν. Εἴμεθα λοιπὸν ὑποχρεωμένοι νὰ τοὺς πληρόνωμεν διαρκῶς.
§51ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνεται πρόνοια περὶ ἐργασίας, ἥτις ἔπρεπε νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τὴν ἰδιωτικὴν, ἢ τὴν ἐμπορικὴν, διότι πρόκειται περὶ ἐκμαγείων, τὰ ὁποῖα θέλουν δοθῆ πρὸς πώλησιν· μάλιστα τὸ ἄρθρον 1 προβλέπει καὶ περὶ ἐργοστασίου καὶ τοῦ καταστήματος, ἐν ᾧ θὰ πωλῶνται τὰ ἐκμαγεῖα. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη διοργάνωσις δὲν ἀνήκει εἰς τὴν Ἐπικράτειαν· νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας, ἢ ἐμπορικῆς προνοίας. Τώρα τὸ Δημόσιον θὰ γείνῃ ἔμπορος τῶν ἐκμαγείων, τὰ ὁποῖα αὐτὸ θὰ κατασκευάζῃ. Διατὶ αὐτὴ ἡ πρόνοια; Ὑπάρχει ζήτησις; Μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ βιομηχανία θὰ ᾖναι ἐκεῖ, διὰ νὰ πληρώσῃ αὐτὴν τὴν ἀνάγκην τῶν amateurs.
§52Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἀντίθετον ἀκριβῶς τοῦ ὑποτιθεμένου παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ προτίθεται τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὑποθέτει, ὅτι πρόκειται περὶ ἐμπορικῆς προνοίας τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις κατὰ τὸ φαινόμενον θὰ ἔχῃ καὶ κέρδος, διότι ἡ δαπάνη, ἥτις ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, εἶναι 6,000 δραχμῶν, ἐνῷ τὸ ἔσοδον θὰ ἦναι πολὺ μεγαλείτερον. Ὅσον μεγαλείτερον καὶ ἂν ἦναι τὸ ἔσοδον, δὲν ἐπέδρασε τοῦτο ἐπὶ τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως. Ὅ,τι ἐπέδρασεν ἐπὶ τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἡ πρόνοια περὶ προστασίας τῶν κειμηλίων ἡμῶν. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀρνηθῆται εἰς τὴν ἐπιστήμην, ὅπως λαμβάνῃ ἔκτυπα τῶν ἀρχαίων τούτων, δὲν δυνάμεθα τὰ κειμήλια ταῦτα νὰ διατηρῶμεν δι’ ἑαυτοὺς καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπωμεν εἰς ἄλλους νὰ ὠφελῶνται ἐξ αὐτῶν, ὅσον ἡ τέχνη ἐπιτρέπει, τουτέστι δι’ ἐκτύπων ἀκριβῶν. Εἶναι ὑπόχρεως ἡ Ἑλλὰς ἠθικῶς πρὸς τὰ ξένα Μουσεῖα, πρὸς τὴν ἐπιστήμην τὴν ἁπανταχοῦ, νὰ ἐπιτρέπῃ, ὅπως πολλαπλασιάζωνται τὰ ἔργα ταῦτα διὰ τῶν ἐκτύπων. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει: «ἂς πολλαπλασιασθῶσιν ὑπὲρ τῆς ἐπιστήμης διὰ τῶν ἐνδιαφερομένων· ἐκεῖνοι ἂς ἀποστείλωσι τεχνίτας, ἢ ἂς ἀποστείλωσιν αὐτοὺς οἱ κερδοσκόποι, ὅπως λάβωσι τὰ ἔκτυπα, παρὰ τούτων δὲ δύνανται τὰ Μουσεῖα καὶ οἱ ἐπιστήμονες καὶ οἱ καλλιτέχναι νὰ τὰ προμηθευθῶσιν». Ἀκριβῶς τοῦτο πρέπει νὰ προλάβωμεν. Μὴ προσηκούσης ἀρνήσεως, διότι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν κάτοχον τῶν κειμηλίων τούτων ἡ ἄρνησις εἰς τὴν ἐπιστήμην, ὅπως ποιῆται χρῆσιν αὐτῶν ἐν ἐκτύποις, πρέπει νὰ φροντίσωμεν, ὅπως τὰ ἔκτυπα ταῦτα λαμβάνωνται διὰ τρόπου μὴ ἐκθέτοντος εἰς κίνδυνον τὴν ἀκεραιότητα τῶν κειμηλίων. Εἶναι δυσχερὲς ἔργον ἡ ἀποτύπωσις τῶν ἀρχαίων, ὅταν μάλιστα τὰ κειμήλια ᾖναι λεπτῆς ἐργασίας. Τινῶν ἐξ αὐτῶν οὐδαμῶς ἐπιτρέπεται ἡ ἀποτύπωσις, οἷον τῶν κειμηλίων τῆς Ἀκροπόλεως. Τούτων, ὡς περισωζόντων τὸν χρωματισμὸν καὶ ὄντων λεπτοτάτης ἐργασίας, καίτοι ὑπάρχουσι μέθοδοι, δι’ ὧν ὑποτίθεται, ὅτι προλαμβάνεται ἡ βλάβη τοῦ χρωματισμοῦ, καίτοι ἐγένοντο καὶ δοκιμαὶ περὶ τούτου καὶ ἀπεδείχθη, ὅτι βλάβη ἐπαισθητὴ δὲν προσγίνεται, οὐχ ἧττον οὐδαμῶς ἐπιτρέπεται ἡ ἀποτύπωσις, διότι μόνον τὸ ἄθικτον ἐγγυᾶται περὶ τῆς διατηρήσεως ἀκεραίου παντὸς περισωθέντος ἴχνους τῆς λεπτοτάτης αὐτῶν ἐπεξεργασίας. Ὑπάρχουσιν ἄλλα γλυπτὰ, ὧν ἐπιτρέπεται ἡ ἀποτύπωσις, λαμβανομένης πάσης προνοίας, ὅπως ᾖ ἠσκημένος ὁ ἀποτυπῶν καὶ εὐλαβὴς πρὸς τὸ ἀποτυπούμενον. Ἦτο ἄλλοτε ἐγκατεστημένος ἐνταῦθα, λαμβάνων ἀποτυπώματα πρὸς ἐμπορίαν τῶν ἐκμαγείων, τεχνίτης καλός, ὁ Μαρτινέλλης· ἐβλάβησαν δὲ τότε ἀρχαῖα, διὰ τὴν ἔλλειψιν τῆς δεούσης ἐπιτηρήσεως. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἀναλαμβάνει ἡ Κυβέρνησις τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα αὕτη ὑπηρετῇ τὴν ἐπιστήμην, ὀργανίζουσα τὰ τῆς κατασκευῆς τῶν ἐκμαγείων· ἐκπληροῦσα δὲ αὐτὴ τὴν ὑποχρέωσιν, ἀποκτᾷ καὶ τὸ δικαίωμα, ἵνα ἀρνῆται εἰς τοὺς αἰτοῦντας τὴν ἄδειαν τῆς ἀποτυπώσεως.
§53ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει τὸ νομοσχέδιον, διότι πραγματικῶς ἡ ἵδρυσις τοιούτου Μουσείου θὰ συντελέσῃ μεγάλως εἰς τὴν πλούτισιν τοῦ ἡμετέρου Μουσείου διὰ τῶν σπουδαίων καὶ μεγάλης ἀξίας ἔργων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν εἰς τὰ ξένα Μουσεῖα καὶ τὰ ὁποῖα θὰ λαμβάνωμεν οὕτως ἐπὶ ἀνταλλαγῇ. Ἡ ἐργασία αὕτη ὁμολογουμένως, ὡς συμβαίνει νὰ βλέπω, — διότι αἰσθάνομαι τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἐπισκέπτωμαι συχνὰ τὰ Μουσεῖα, τοὐλάχιστον τὰ ἐν τῇ πρωτευούσῃ, — γίνεται ἀπὸ ἐτῶν ὑπὸ τεχνιτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι πολλῶν ἐπαίνων, ἐνίοτε δὲ καὶ θαυμασμοῦ ἄξιοι, διὰ τὴν ἐντέλειαν, μεθ’ ἧς εἰργάζονται. Εὑρίσκω ὅμως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐκφράζεται καλῶς· ἔπρεπε νὰ καθαρίσῃ κάλλιον τὰ τοῦ Μουσείου ἐκμαγείων, διότι τὸ Μουσεῖον τῶν ἐκμαγείων δὲν θὰ εὕρῃ τόπον εἰς τὰς αἰθούσας τοῦ Ἐθνικοῦ Μουσείου. Θὰ ἀπαιτήσῃ χῶρον εὐρύτερον καὶ θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ οἰκοδομήσωμεν νέον κατάστημα πρὸς τοποθέτησιν τῶν ἐκμαγείων τῶν ἐνταῦθα κατασκευαζομένων, τῶν ὁποίων θὰ ἔχωμεν οὐχὶ μικρὰν ἀποθήκην, ἢ καὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ λαμβάνωμεν ἐπὶ ἀνταλλαγῇ. Κατὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει σαφῶς νὰ καθαρισθῇ τὸ πρᾶγμα, διότι τὸ πρῶτον ἄρθρον λέγει: «Ἐν τῷ ἐν Ἀθήναις Ἐθνικῷ Ἀρχαιολογικῷ Μουσείῳ ἱδρύεται ἐργαστήριον πρὸς κατασκευὴν ἐκμαγείων τῶν κατὰ τὸ Κράτος ἔργων τῆς ἀρχαίας τέχνης». Ἀλλὰ ποῦ θὰ κατασκευάζωνται καὶ ποῦ θὰ τοποθετηθῶσιν;... Ἐν τούτοις βλέπω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως προθυμούμενον νὰ μοὶ δώσῃ ἐξήγησιν, ὡς φαίνεται, καὶ παραδίδω εἰς αὐτὸν τὸν λόγον.
§54Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ προσέξῃ εἰς τοῦτο, ὅτι τὸ 1ον ἄρθρον διαιρεῖται εἰς δύο ἐδάφια· καὶ τὸ μὲν αʹ ἐδάφιον, οὗτινος ἀνέγνωσε περικοπὴν, δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸ Μουσεῖον τῶν ἐκμαγείων, ἀλλ’ ἀφορᾷ εἰς τὸ ἐργαστήριον τῶν ἐκμαγείων, τὸ δὲ βʹ ἐδάφιον ἀφορᾷ εἰς τὸ Μουσεῖον τῶν ἐκμαγείων. Τὸ ἐργαστήριον εἶναι διαρκῶς ἐγκατεστημένον ἐν τῷ Ἀρχαιολογικῷ Μουσείῳ, διότι τὸ Ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον περιέχει κειμήλια, ὧν ἡ ἀποτύπωσις ἀπαιτεῖ ἐτῶν πολλῶν ἐργασίαν, τὸ ἐργαστήριον δὲ ὀλίγον ἀπαιτεῖ χῶρον, ὡς εἶδεν ὁ κ. Βουλευτὴς κατὰ τὴν γενομένην ἤδη ἐργασίαν, διότι εἶναι ἐκ τῶν συχνὰ ἐπισκεπτομένων τὸ Ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον. Προκειμένου ἄρα περὶ τοῦ ἐργαστηρίου τῶν ἐκμαγείων, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄλλη ἐγκατάστασις· προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ Μουσείου τῶν ἐκμαγείων, οὐδὲν ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, διότι ἐννοεῖται οἴκοθεν, ὅτι, ὅταν ἀποκτηθῶσιν ἱκανὰ ἐκμαγεῖα ἐκ ξένων Μουσείων, θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη ἰδίου Μουσείου ἐκμαγείων. Ἐφ’ ὅσον ὅμως τὰ συγκεντρούμενα ἐκμαγεῖα δὲν εἶναι ἱκανὰ εἰς πλήρωσιν ἰδίου καταστήματος, θέλουσι τοποθετεῖσθαι ἐν τῷ Ἀρχαιολογικῷ Μουσείῳ.
§55ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται νὰ κανονισθῶσι τὰ τοῦ Μουσείου, δὲν θὰ ἐξακολουθήσῃ, ὑποθέτω, τὸ σύστημα, καθ’ ὃ τὰ κατασκευαζόμενα ἐκμαγεῖα τίθενται εἰς τὸν πρόδομον καὶ εἰς τὰς θύρας καὶ εἰς τοὺς διαδρόμους τοῦ Μουσείου, ὡς μέχρι τοῦδε. Ἐγὼ, ἐξ ἐνδιαφέροντος πραγματικοῦ ὁμιλῶν, προβλέπω, ὅτι θὰ χρειασθῇ χῶρος εὐρὺς διὰ τὴν ἀπόθεσιν τῶν τύπων, ὧν τινές εἰσι τριῶν καὶ τεσσάρων μέτρων μήκους καὶ χρειάζονται εὐρείας ἀποθήκας.
§56Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ τύποι εἶναι τὸ προϊὸν τοῦ ἐργαστηρίου, ἀνήκουσι δὲ εἰς τὸ Μουσεῖον τῶν ἐκμαγείων, ὅπερ πρὸς τὸ παρὸν θέλει χρησιμοποιεῖ πρὸς φύλαξιν τῶν τύπων τὰ ὑπόγεια τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου. Τὸ ἐργαστήριον ὅμως δὲν ἀπαιτεῖ χῶρον, καὶ δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἐγκατεστημένον ἐκτὸς τοῦ Μουσείου.
§57ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρακαλῶ, ἐκτὸς τοῦ Διευθυντοῦ καὶ τοῦ βοηθοῦ αὐτοῦ, εἶναι καὶ ἐργάται;
§58Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐχί· μόνοι οἱ δύο οὗτοι εἶναι. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ, ὡς ἔχει).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§60ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 2 ἡ ἑξῆς περίοδος: «Ἐπιτρέπεται δὲ ὡσαύτως καὶ δωρεὰ τῶν ἐκμαγείων τούτων» διότι πολλάκις τὸ Ὑπουργεῖον εὑρίσκεται εἰς ὑποχρέωσιν ἐθνικὴν νὰ προσφέρῃ δωρεὰν ἓν τῶν ἐκμαγείων τούτων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§62ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συναινέσῃ εἰς ἀπάλειψιν τοῦ τρίτου ἐδαφίου, διὰ τοῦ ὁποίου διορίζονται καὶ ἀλλοδαποί· διότι ἔχομεν καὶ ἐνταῦθα ἀρκετοὺς Ἕλληνας τεχνίτας, θ’ ἀποκτήσωμεν δὲ καὶ ἄλλους σὺν τῷ χρόνῳ.
§63ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἷς ἀλλοδαπὸς, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε καὶ ὅτε ὑμεῖς ἦσθε Ὑπουργὸς, εἶναι ἀπαραίτητος· διότι εἶναι σπουδαῖος τεχνίτης, καὶ διὰ τοῦτο ἀνεγράψαμεν τὴν διάταξιν ταύτην.
§64ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ παραλείψῃ τῆς δευτέρας παραγράφου τὸ δεύτερον μέρος· διότι εἷς καὶ μόνος ἀπόφοιτος τῆς Πολυτεχνικῆς Σχολῆς ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος ἔχει προϋπηρετήσει· ἄρα ἀποκλείονται πάντες οἱ ἄλλοι.
§65ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς ἀποφοίτους τῆς Πολυτεχνικῆς Σχολῆς, ἐὰν δὲν ἔχωσιν εὐρύτερα προσόντα, διότι αὕτη εἶναι εἰδικὴ ὑπηρεσία. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 6 καὶ 7, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς βʹ συζήτησιν).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως ἀναπληρωματικῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως 1892 ἐκ δραχμῶν 27,670. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ ἀπὸ 13 Δεκεμβρίου 1890 ᾼΩΟΕʹ νόμου, τοῦ καταργήσαντος τὸν ἀπὸ 27 Μαρτίου 1889 ᾼΨΛΔʹ νόμον περὶ παραρτημάτων τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν νόμου.
§68ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ προβῇ εἰς αὐτὴν τὴν οἰκονομίαν.
§69ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Οἱ λόγοι, οἱ ὑπαγορεύσαντες τὸ μέτρον τοῦτο, βεβαίως εἶναι οἰκονομικοί· προτείνεται ἡ ἀφομοίωσις τῆς μισθοδοσίας τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πυροβολικοῦ, τῶν κτηνιάτρων, τῶν ἰατρῶν καὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς πρὸς ἐκείνην τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, διότι αὕτη ἐτέθη ὡς βάσις τῆς μισθοδοσίας κατὰ τὸ 1859, ὅτε ἐκανονίσθη ἡ μισθοδοσία τῶν ἀξιωματικῶν. Ἐγένετο διάκρισίς τις οὐχὶ εἰς ἅπαντας τοὺς βαθμοὺς τῶν διαφόρων σωμάτων, ἀλλ’ ἐξαιρετικῶς εἴς τινας βαθμοὺς, καὶ δὴ τοὺς κατωτέρους, ὡρισμένων σωμάτων, ἅτινα προανέφερον. Ἐν τούτοις ἐδόθησαν τὰ ἐπιμίσθια ταῦτα, διότι ἐθεωρήθη, ὅτι ἡ προαγωγὴ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν σωμάτων τούτων δὲν ἦτο ἴση πρὸς τὴν ἐν τοῖς λοιποῖς σώμασι· καὶ ἀληθῶς ἡ προαγωγὴ αὐτῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο πολὺ βραδυτέρα τῆς προαγωγῆς τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἄλλων σωμάτων. Σήμερον ὅμως τὸ αἴτιον τοῦτο ἐκλείπει· διότι οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς οἰκονομίας προάγονται ταχύτερον ἢ προήχθησαν ταχύτερον τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ· καὶ ἀληθῶς θὰ εὕρητε ἐν τῷ στρατεύματι ταγματάρχας τῆς οἰκονομίας, οἵτινες πρὸ δεκαπενταετίας ἦσαν ὑπαξιωματικοί· τοῦτο δὲ προῆλθε, διότι τὸ σῶμα τὸ οἰκονομικὸν ὑπέστη μεταβολὰς, αἵτινες ἐπέφερον προαγωγὴν ταχεῖαν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἐξομοίωσις τῶν βαθμῶν ἀφ’ ἑνός, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ταχεῖα προαγωγὴ αὐτῶν, δὲν δικαιολογεῖ πλέον τὴν ὕπαρξιν τῶν ἐπιμισθίων. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτροπὴ εὑρίσκει, ὅτι ἡ ἀφαίρεσις τῶν ἐπιμισθίων τῶν ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν φέρει ζημίαν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐπιστήμην, διότι ἀληθῶς οὗτοι ὑπόκεινται εἰς δαπάνας διὰ τὴν ἀγορὰν βιβλίων ὡς ἐκ τοῦ ἔργου των, διὰ τοῦτο ἀποδέχομαι τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας, ἀπὸ τοῦ λοχαγοῦ βʹ τάξεως καὶ κάτω, δοθῶσιν αἱ εἴκοσι δραχμαὶ, αἱ διδόμεναι εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν τεχνικῶν ὅπλων διὰ τὴν ἀγορὰν διδακτικῶν βιβλίων.
§70Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀναγνωρίσαντα τὸ ὀρθὸν τῆς προτάσεως τῆς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτροπῆς καὶ παραδεξάμενον τὴν μὴ ἀποκοπὴν τῆς γλίσχρας ἀντιμισθίας τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ὑγείας τοῦ στρατοῦ. Παρατηρῶ μόνον, ὅτι, ἀφοῦ ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀνάγκη τῆς μὴ ἀποκοπῆς ὁλοκλήρου τῆς ἀντιμισθίας τῶν ἰατρῶν, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐλαττωθῇ οὕτω κατὰ τὸ ἥμισυ. Καὶ τοῦτο, διότι οὗτοι, πλὴν τῆς ἀνάγκης ἀγορᾶς ἰατρικῶν συγγραμμάτων καὶ ἐργαλείων λόγῳ ἐπιστημονικῆς ἐνημερότητος, ἀναλαμβάνουσι καὶ ἐργασίας ὑγειονομικὰς προσθέτους, ὑποβαλλόμενοι εἰς προσθέτους δαπάνας κτλ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν σήμερον, ὅτε ὁ βίος κατέστη δυσοικονόμητος, οἱ ἀξιωματικοὶ δύνανται νὰ ζήσωσι μὲ μόνας τὰς ἀποδοχάς των, αἱ ὁποῖαι ἐκανονίσθησαν κατὰ τὸ 1833, ὅτε ἀληθῶς τὰ τοῦ βίου ἦσαν ἀσυγκρίτως οἰκονομικώτερα ἢ σήμερον. Συνεπῶς πρέπει τὰς οἰκονομίας νὰ ἁρμόσωμεν πρὸς τὴν δυνατὴν οἰκονομίαν τοῦ ἀτόμου τοῦ ἀξιωματικοῦ, ὄντος ὑποχρέου ἐκ τοῦ νόμου καὶ τῆς κοινωνικῆς αὐτοῦ θέσεως νὰ ζῇ ἀξιοπρεπῶς. Ἐνταῦθα κρίνω ἐπάναγκες νὰ παρατηρήσω, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κακῶς ἐκλαμβάνει τὴν μόνιμον ἀντιμισθίαν, τὴν χορηγουμένην εἰς τοὺς ὑγειονομικοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ, τοὺς φαρμακοποιούς, τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου, τοὺς κτηνιάτρους καὶ τοὺς ἀρχιτεχνίτας, ὡς ἐπιμίσθιον. Τὸ ἐπιμίσθιον χορηγεῖται προσωρινῶς εἰς πάντας τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς ἐπιφορτισμένους ἐκτάκτως ὑπηρεσίαν πρόσθετον, μὴ κεκανονισμένην καὶ μὴ οὖσαν παρακολούθημα τοῦ βαθμοῦ των, ἐνῷ ἡ χορηγουμένη τοῖς ὡς εἴρηται ἀξιωματικοῖς εἶναι ἀντιμισθία, καὶ χορηγεῖται λόγῳ εὐθύνης καὶ διαρκοῦς ἐργασίας, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1853 καὶ τὰ προηγούμενα Β. Διατάγματα...
§71ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐδῶ ὅμως λέγει «ἐπιμίσθιον», εἰς τὸν νόμον τοῦ 1859.
§72ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Βεβαίως, ἀλλὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἀναφέρεται εἰς τὸν νόμον ΦΛϚʹ.
§73ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τῆς 28 Μαΐου 1859.
§74ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παρατηρήσω, ὅτι καὶ ὁ νόμος, ὃν ἐπεκαλέσθητε, ἀναφέρεται εἰς ἐκεῖνον τοῦ 1853, ἔνθα ἐτέθη ἡ λέξις «ἐπιμίσθιον». Ἰδοὺ κύριε Ὑπουργὲ, οἱ λόγοι, δι’ οὓς ὠνομάσθη ἐπιμίσθιον διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1859, ὃν ἐπεκαλέσθητε: Τὸ οἰκονομικὸν σῶμα πρό τινος εἶχε διαλυθῆ, ἡ δὲ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία αὐτοῦ ἐν τῷ στρατεύματι εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς τοὺς μαχίμους ἀξιωματικοὺς, κατ’ ἀκολουθίαν ἐχορηγήθη αὐτοῖς καὶ ἡ ἀντιμισθία τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ ἐχορηγήθη καὶ ἐπιμίσθιον προσωρινῶς, λόγῳ εὐθύνης καὶ ἐργασίας, ὅπερ εἶναι οὕτω γεγραμμένον ἐν τῷ ἀρχικῷ νόμῳ τοῦ 1853. Ἐτέθησαν δὲ βεβαίως αἱ λέξεις εὐθύνης καὶ ἐργασίας, διότι οἱ μάχιμοι ἀξιωματικοὶ ὑπεβλήθησαν εἰς ὑπηρεσίαν ἔχουσαν εὐθύνην καὶ ἐργασίαν ἀληθῶς πολύωρον καθ’ ἑκάστην καὶ φθορὰν ἐνδυμασίας, ἰδίᾳ δὲ οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ καθ’ ἑκάστην ἐργαζόμενοι ἐν ταῖς δημοσίαις ἀποθήκαις τοῦ ὑλικοῦ πολέμου· τοιοῦτοι δ’ ἀξιωματικοὶ διωρίσθησαν ἐκ τῶν διαφόρων ὅπλων εἰς οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν, πλὴν τοῦ πυροβολικοῦ καὶ μηχανικοῦ. Ἀλλ’ ἴσως μοὶ ἀντιτάξητε, ὅτι παρίσταται ἀνάγκη οἰκονομιῶν. Ἔχει καλῶς. Ἐν τούτοις, ἀντὶ ν’ ἀποκόψητε ἢ νὰ περιορίσητε τὴν ἀντιμισθίαν τῶν ὡς εἴρηται ἀξιωματικῶν, δύνασθε νὰ φθάσητε εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, ἀπολύοντες τῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ τοὺς ἰδιώτας, οἵτινες, ὡς μὴ ὤφειλεν, ἐργάζονται ἐν τῇ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ ἀντικαθιστῶντες αὐτοὺς δι’ ἀνδρῶν τοῦ στρατεύματος, δυναμένων νὰ ἀναπληρώσωσιν αὐτοὺς λίαν ἐπιτυχῶς. Καὶ τοιούτους ἔχομεν πολλοὺς, δυναμένους νὰ τοὺς ἀναπληρώσωσι, λέγω, ἐπαξίως. Οὕτω φθάνετε εἰς τὰς ἐπιζητουμένας οἰκονομίας, ἄνευ τινὸς ζημίας καὶ ἀδικίας εἰς τὸ στράτευμα. Εἶναι λυπηρὸν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐπιζητῆτε τὴν ἐπίτευξιν εὐτελῶν οἰκονομιῶν εἰς βάρος πτωχῶν ἀξιωματικῶν, ἐνῷ ἦτο εὐκολώτερον νὰ τύχητε τοῦ σκοπουμένου, ἀποκόπτοντες μέρος τῶν μεγάλων ἐπιμισθίων καὶ ποσοστῶν, ἅτινα χορηγοῦνται, ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ των, εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ οὐχὶ τὸ γλίσχρον ἐπιμίσθιον τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἡμετέρου στρατεύματος. Ἰδοὺ οἰκονομίαι, ἀφοῦ ζητεῖτε οἰκονομίας. Ὁποία οἰκονομία δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ ἀποκοπὴ τοῦ ἐπιμισθίου τῶν εἰρημένων ἀξιωματικῶν; Εἶναι οἰκονομία ἀναξία μὲν λόγου διὰ τὸ Δημόσιον, σπουδαία ὅμως διὰ τοὺς ἀτυχεῖς ἀξιωματικούς, οἵτινες ἐπὶ τοῦ εὐτελεστάτου ἐπιμισθίου των στηρίζουν τὴν ἀπόκτησιν τῆς ἡμερησίας τροφῆς καὶ ζωῆς τῶν τέκνων των. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισεν ἀμετατρέπτως νὰ προβῇ εἰς τὴν μονομερῆ ἀποκοπὴν τοῦ ἐπιμισθίου τούτου τόσον ἀδικαιολογήτως, οὐχὶ δὲ καὶ ἀκινδύνως, ἂς τὸ πράξῃ, ἀφαιροῦσα τὸν καθημερινὸν ἄρτον τόσων στρατιωτικῶν οἰκογενειῶν· καὶ λέγω μονομερῶν, διότι δὲν προέβη εἰς τὴν ἀποκοπὴν τῆς ἀντιμισθίας πάντων τῶν λοιπῶν ἀξιωματικῶν τῶν τεχνικῶν ὅπλων καὶ τοῦ ἱππικοῦ, διὰ νὰ μὴ γεννηθῶσι παράπονα παρ’ οὐδενός. Ὁ στρατὸς εἶναι εἷς καὶ ὁ αὐτὸς δι’ ὅλον τὸ στράτευμα, βάσις δὲ αὐτοῦ εἶναι τὸ πεζικὸν, τὸ ὁποῖον δύναται, κατόπιν τῆς τελειοποιήσεως τοῦ τουφεκίου, νὰ φέρῃ εἰς πέρας μάχην τινὰ καὶ νὰ δράσῃ ἄνευ τῆς ὑποστηρίξεως τῶν δύο ἑτέρων ἐπικουρικῶν ὅπλων, ἀρκεῖ τὸ ἔδαφος τοῦ πεδίου νὰ ᾖ κατάλληλον πρὸς τοῦτο, ἐνῷ τὸ ἱππικὸν, πυροβολικὸν καὶ μηχανικὸν οὐδὲν δύνανται ἄνευ πεζικοῦ νὰ πράξωσιν, οὔτε νὰ δράσωσι μόνα των. Δὲν παραδέχομαι τὴν ἰδέαν, ἣν ἐξέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τοῦ οἰκονομικοῦ σώματος τοῦ στρατοῦ, καθ’ ἣν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου προήχθησαν ταχύτερον τῶν συγχρόνως ἐξελθόντων τῆς Σχολῆς συμμαθητῶν των. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι ἕκαστος ἐξελέξατο τὸ ὅπλον, ἐν ᾧ ἐπεθύμει νὰ ὑπηρετήσῃ, καὶ οἱ μὲν, ὁρμηθέντες ἐξ αἰσθήματος δόξης, ἐνεργείας καὶ δράσεως, κατετάχθησαν μάχιμοι, οἱ δὲ ἕτεροι ἐξελέξαντο ἑτέραν στρατιωτικὴν ἐργασίαν. Ἑπομένως ἡ προαγωγὴ τούτων λαμβάνει χώραν ἐν σχέσει πρὸς τὸ σῶμα, εἰς ὃ ἕκαστος ἀνήκει, νόμῳ καὶ οὐχὶ ἕνεκα πλαγίου τινὸς μέσου, καὶ μὴ θέλετε, οὕτως ἐκφραζόμενοι, νὰ ἐνσπείρητε διχονοίας μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν διαφόρων ὅπλων καὶ κλάδων τοῦ στρατεύματος, διότι πάντες οὗτοι ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐθνικὴν τοῦ Κράτους δύναμιν, καὶ οὐχὶ εἰς κόμματα ἢ εἰς πρόσωπα. Κύριε Ὑπουργὲ, ἐὰν ὑποβάλω τὸ ἐρώτημα πρὸς ὑμᾶς, ὅστις διήλθετε ὅλους τοὺς βαθμοὺς καὶ ἐξ ἀντιλήψεως εἴδετε καὶ ἐγνωρίσατε τὴν ὑπηρεσίαν ἑκάστου βαθμοφόρου τοῦ στρατεύματος: «οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἀξιωματικοὶ περιβάλλονται μὲ εὐθύνας καὶ ἐργασίαν κοπιώδη, ἢ ὄχι;» τί θέλετε εἴπει; «Βεβαίως περιβάλλονται», θὰ μοὶ εἴπητε, «ἀλλὰ ἀνάγκη οἰκονομιῶν». Μάλιστα, παραδέχομαι τὰς οἰκονομίας, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ στερήσεως καὶ οἰκονομίας, μεταξὺ πείνης καὶ οἰκονομίας. Διὰ ποῖον λόγον δέχεσθε τὴν ἀποκοπὴν τοῦ ἐπιμισθίου διὰ τὸν ἀξιωματικὸν τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ, ὅστις καθ’ ἑκάστην ἐργάζεται μὲ τὰ λίπη, μὲ τὰ ἔλαια καὶ τὰ παρόμοια τούτοις πρὸς συντήρησιν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, καὶ δὲν δέχεσθε τὴν ἀποκοπὴν τοῦ ἐπιμισθίου ἀγορᾶς βιβλίων καὶ διὰ τοὺς λοιποὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ αὐτοῦ ὅπλου, ἢ καὶ διὰ τοὺς τοῦ μηχανικοῦ; Ἐὰν πρόκηται ὅμως περὶ προβιβασμοῦ εἰς ἀνώτερον βαθμὸν, προβιβάζετε ἐκ τοῦ πυροβολικοῦ, οὐχὶ δ’ ἐκ τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ, ὡς τοῦτο ἔπραξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, μὴ προβιβάσας ἕνα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ, ὅστις βεβαίως γνωρίζει ἄριστα τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ κλάδου του. Ἀπόδειξις δὲ εἶναι, ὅτι μόλις ἐπροβιβάσθη ταγματάρχης δεύτερος ἐπιθεωρητὴς τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, διότι ἐν τῷ σώματί του δὲν ὑπῆρχε κενὴ θέσις, μετὰ βραχύτατον χρόνον ἐπανῆλθεν εἰς τὸ σῶμά του ὁ ὡς ἐπιθεωρητὴς τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ προβιβασθεὶς εἰς ταγματάρχην λοχαγὸς τοῦ πυροβολικοῦ σώματος. Φαίνεται ὅτι τὸν κλάδον τοῦτον τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ τὸν μεταχειρίζονται οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ ὡς γέφυραν προαγωγῆς τῶν εὐνοουμένων ἀξιωματικῶν τοῦ πυροβολικοῦ, ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τοῦ ἐσχάτως γενομένου προβιβασμοῦ, ὡς προεῖπον, λοχαγοῦ τοῦ πυροβολικοῦ εἰς ταγματάρχην, δεύτερον ἐπιθεωρητὴν τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ. Εἶναι ἀδικαιολόγητος, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ ζητουμένη αὕτη μικρὰ καὶ εὐτελὴς οἰκονομία διὰ περικοπῆς τῆς ἀντιμισθίας τινῶν ἀξιωματικῶν, ἥτις οὐδόλως θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς ἡμετέρας χώρας. Τὸ μόνον ἀποτέλεσμα τῆς οἰκονομίας ταύτης ἔσεται ἡ δυστυχία καὶ ὁ γογγυσμὸς τῶν ἐν λόγῳ ἀξιωματικῶν. Διὰ πραγμάτων καὶ τῶν ἀριθμῶν, οὓς φέρει ὁ προϋπολογισμὸς, θέλω ἀποδείξει κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι φέρει καὶ πλεονάζοντας ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς ἐν τοῖς τεχνικοῖς ὅπλοις, παρὰ τὸν ὀργανισμὸν, καὶ ὀλιγωτέρους εἰς τὰ ἕτερα δύο ὅπλα, πεζικὸν καὶ ἱππικόν. Ἐκεῖ ἠδύνασθε νὰ ζητήσητε τὴν οἰκονομίαν, καὶ οὐχὶ εἰς τοὺς κλάδους τῆς γενικῆς τοῦ στρατοῦ ὑπηρεσίας. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ τοιαύτη κατάστασις τῆς ἐθνικῆς δυνάμεως τῆς χώρας δὲν εὐθύνει τὸν νῦν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Εὐθύνεται διὰ τοῦτο μόνον ὁ ἐπὶ πολλὰ ἔτη διατελέσας Ὑπουργὸς τοῦ πολέμου κ. Πρωθυπουργός.
§75ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὀλίγα θὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, προκειμένου ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐξήτασε τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν πραγματικὴν αὐτοῦ ἔποψιν, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ κάμῃ ἐπίδειξιν, προσπαθήσας ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ κινδυνεύουσι. Πρόκειται ν’ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη καὶ οὐχὶ ἀδίκημα, ὡς τὸ ἐχαρακτήρισε, συγκρίνων τὰ ἀνόμοια καὶ οὐχὶ τὰ ὅμοια· διότι δὲν ἔπρεπε νὰ συγκρίνῃ διαφόρων προελεύσεων ἀξιωματικούς, ὤφειλε νὰ συγκρίνῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς αὐτῆς προελεύσεως. Οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ οἰκονομικοῦ προέρχονται ἐκ τῆς αὐτῆς προελεύσεως, ὡς καὶ οἱ τοῦ πεζικοῦ, καὶ τούτους ὤφειλε νὰ συγκρίνῃ, οὐχὶ τοὺς τῶν τεχνικῶν ὅπλων. Οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς οἰκονομίας ἀνῆκον ἄλλοτε εἰς τὸ πεζικὸν, καὶ εἴθε νὰ ἀνῆκον καὶ σήμερον εἰς τὸ αὐτὸ ὅπλον. Ἐγὼ ἤμην ὑπὲρ τῆς γνώμης ταύτης. Τὸ σύστημα τῶν ἀξιωματικῶν τῆς οἰκονομίας παρ’ ἡμῖν δὲν ἐπέτυχε· καὶ ἄλλοτε ἐλειτούργει παρ’ ἡμῖν τὸ σύστημα τοῦτο, ἀλλὰ τὸ κατηργήσαμεν τότε, ὡς ἀποτυχόν. Δὲν ἕπεται ἐντεῦθεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιδαψιλεύσωμεν εἰς αὐτοὺς ἰδιαιτέρας ἀποδοχὰς, ἀφοῦ προέρχονται ἐκ τῶν τάξεων τοῦ πεζικοῦ, καὶ μέχρι τοῦ 1888 προσελαμβάνοντο ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ καὶ ἐξετέλουν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν, χωρὶς νὰ λαμβάνωσιν ἐπιμίσθιον. Διατὶ λοιπὸν θέλετε νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν διάκρισιν, ἡ ὁποία ἀληθῶς εἶναι ἀφορμὴ σκανδάλου; Οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ οἰκονομικοῦ, ἐκτελοῦντες ὑπηρεσίαν ἐλαφροτέραν τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, ἀπολαύουσιν ἀποδοχῶν ἀνωτέρων τῶν ἀποδοχῶν τῶν ὁμοιοβάθμων αὐτῶν ἐν τῷ πεζικῷ. Βεβαίως καλὸν ἦτο νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἰσότης, αὐξανομένων τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, ἀλλ’ ἀφοῦ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν, θεωρῶ δικαιότατον νὰ περιορίσωμεν τὰς ἀποδοχὰς τῶν ἄλλων. Ὡς πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς ὅμως τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου, καὶ ἐγὼ ἀναγνωρίζω, ὅτι πρὸς ἀγορὰν βιβλίων καὶ ἀνάπτυξιν τῶν γνώσεων αὐτῶν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπιτρέψωμεν δι’ αὐτοὺς ἐπιμίσθιον εἴκοσι δραχμῶν κατὰ μῆνα. Ταῦτα εἶναι τὰ ἀποτελοῦντα τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὄχι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴπετε, ὅτι δηλ. ὑπάρχουσι κίνδυνοι,—τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζω ποῦ εὑρίσκετε,—ὅτι τὸ στράτευμα θ’ ἀλληλοσφαγῇ, διότι ἐξωμοιώθησαν οἱ μισθοὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ οἰκονομικοῦ πρὸς τοὺς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ.
§76ΑΓΓ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Λυποῦμαι, ὅτι ἤκουσα ἀλληλοσφαγίαν μεταξὺ ἀξιωματικῶν. Τί σημαίνει τοῦτο; Ἔχει μάθει τίποτε ὁ κ. Ὑπουργός; Ἂς τὸ καταγγείλῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ, κύριε Ὑπουργὲ, δὲν κάμνω ποτὲ ἐπίδειξιν· λέγω ὅ,τι αἰσθάνομαι, διότι τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἐξετέλεσα καὶ ἐγὼ, ὡς γνωρίζετε. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ λαμβάνουσι τὴν ἀντιμισθίαν αὐτὴν τὴν ηὐξημένην, τὸ ἐπιμίσθιον, λόγῳ τῆς εὐθύνης καὶ τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἐκτελοῦσι· διότι, ὡς κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε, οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ δὲν ἤθελον νὰ ἐκτελῶσιν αὐτὴν τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἀπέφευγον καὶ ἀποφεύγουσι μέχρι σήμερον· οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ ἐπιδιώκουσι δόξαν, καὶ οὐχὶ ἐπιμίσθια καὶ ἀντιμισθίαν, διὸ καὶ κατατάσσονται εἰς τὸ ὅπλον των, εἰς τὴν μάχιμον δύναμιν. Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ τοῦ οἰκονομικοῦ, ἔχοντες μεγάλην οἰκογένειαν, καὶ δι’ αὐτοὺς ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἐπιμισθίου εἶναι ἀναμφισβήτητος. Δὲν ἔκαμα σύγκρισιν μεταξὺ ἀνομοίων, κύριε Ὑπουργέ· ἐγὼ συζητῶ περὶ πραγμάτων ὁμοιομόρφων καὶ τῶν αὐτῶν γνώσεων, διότι ἅπαντες οἱ ἀξιωματικοὶ κατηρτίσθησαν ἐν Σχολαῖς· πρόκειται ἤδη περὶ τοῦ γλίσχρου αὐτῶν ἐπιμισθίου. Ἔχετε εἰσπράκτορας, καὶ ἀφοῦ τρέφονται εἰς βάρος τῶν πολιτῶν, τοῖς παρέχετε καὶ ποσοστά· ἔχετε ταμίας, καὶ ἀφοῦ καταπίνουσι τὴν κάμιλον, τοῖς προσθέτετε καὶ ἄλλα ἔχετε οἰκονομικοὺς ἀξιωματικοὺς βεβαρημένους μὲ τοσαύτην ἐργασίαν καὶ φέροντας τοιαύτην εὐθύνην, καὶ τοῖς ἀφαιρεῖτε τὸ ἐπιμίσθιον, ἀντὶ νὰ δώσητε τοιοῦτον καὶ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ, οἱ ὁποῖοι, διατρέχοντες τὰ ὄρη, ἐν μέσῳ τῶν χιόνων, καὶ παντοιοτρόπως κακουχούμενοι, φθείρουσι τὴν ἐνδυμασίαν καὶ τὰ ὑποδήματα αὐτῶν, ἐνῷ ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ τῶν ἄλλων ὅπλων,—καὶ ἐγὼ μεταξὺ αὐτῶν,—οἱ ὁποῖοι, μένοντες ἐν τῇ πρωτευούσῃ, σύρουσι τὰ σπαθιά των εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ φθείρουσι τὰ ὑποδήματά των εἰς τὰ πεζοδρόμια, οὐδέποτε δ’ ἐξῆλθον τῶν Ἀθηνῶν. Διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ, ν’ ἀναβάλητε πᾶσαν ἰδέαν περὶ ῥεκλάμας, καὶ νὰ συλλάβητε τὴν ἰδέαν τὴν πραγματικὴν, τὴν ὁποίαν ἐξέθεσα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς· ἄλλως ἐφ’ ὑμῶν θὰ πέσῃ ἡ εὐθύνη, καὶ θὰ ἐνθυμηθῆτε τοὺς λόγους μου καὶ ὑμεῖς καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§77ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα ἔχει τοιαύτην ὄψιν, ὁποία ἐφαίνετο ὑπονοουμένη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ Ἄργους, ἢ ἡ ἀποδοθεῖσα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι δῆθεν πρόκειται περὶ διαιρέσεως τοῦ στρατοῦ, διότι νομίζω, ὅτι οἱ ἡμέτεροι ἀξιωματικοὶ σκέπτονται ὑψηλοφρονέστερον, οὐδέποτε δὲ περὶ τοιούτων πραγμάτων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία, ἀποτελουμένη ἀπὸ συναδέλφους καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ διαπρέποντας καὶ τιμωμένους καὶ ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ διακρινομένους, ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς τῶν διαφόρων ὅπλων, μεταξὺ τῶν ὁποίων οὐδεὶς εἶναι ἐκ τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ, ἢ τοῦ οἰκονομικοῦ, ἢ τοῦ ὑγειονομικοῦ, ἢ τῆς χωροφυλακῆς, ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, λέγω, διὰ δικαιολογίας ἐκτενοῦς ἀπεφήνατο, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀποκοπὴ τῶν ἐπιμισθίων τούτων· δι’ ἑκάστην δὲ κατηγορίαν ἔχει ἰδίαν παράγραφον, ἐν ᾗ δικαιολογεῖ τὴν γνώμην της περὶ μὴ ἀφαιρέσεως τῶν ἐπιμισθίων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς, μόνον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ὑγειονομικὸν σῶμα, καὶ ἀνεγνώρισεν, ὡς ἠκούσαμεν πρὸ μικροῦ, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ σῶμα τοῦτο, ὡς ἐκ τῶν ἔργων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀσχολεῖται, ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐπιστημονικῆς ἐπιῤῥώσεως αὐτοῦ διὰ τῆς ἀποκτήσεως τῶν νεωτέρων συγγραμμάτων, δέον νὰ λαμβάνῃ τὸ ἐπιμίσθιον αὐτό. Τοῦτο εἶναι δικαιότατον. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐὰν δὲν ἤγετο ἐκ πνεύματος ὑπερβολικῶν καὶ ἀκαίρων ἴσως οἰκονομιῶν,—τὸ ὁποῖον διέπει ὅλας τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς,—ἐὰν δὲν ἤγετο πολὺ στενῶς ἐκ τοῦ πνεύματος τούτου, θὰ εὕρισκε, νομίζω, λόγον καὶ τρόπον, ὥστε νὰ διατηρήσῃ τὰ ἐπιμίσθια, τὰ παρεχόμενα καὶ εἰς τοὺς ἄλλους ἀξιωματικούς. Ὅτε ἡμέραν τινὰ ἔλαβον τὸν λόγον ἐξ ἀφορμῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς ἐπερώτησίν μου στρατιωτικοῦ θέματος καὶ εἶπόν τινα σχετικὰ πρὸς τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ηὐχήθην νὰ ἔβλεπον εἰσαγόμενον παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τὸν νῦν νέον ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, διότι νομίζω, ὅτι ὀργανισμὸς, συντασσόμενος παρὰ τοῦ κ. Τσαμαδοῦ, διακρινομένου ἀξιωματικοῦ καὶ δυναμένου εἴπερ τις καὶ ἄλλος νὰ ἐγκύψῃ εἰς τὸ ζήτημα καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον τελεσφόρον, ἂν μάλιστα τὸ σχέδιον τοῦτο εἰσήγετο κατ’ αὐτὰς τὰς περιστάσεις τῆς πρὸς οἰκονομίας γενικῆς τάσεως, θὰ συνετάσσετο βεβαίως οἰκονομικώτερος τοῦ ὑπάρχοντος κατὰ πολύ· τότε δὲ προέβην εἰς ὑπόδειξιν καὶ τοῦ ποσοῦ τῶν οἰκονομιῶν, ἀνερχομένων κατ’ ἐμὲ εἰς δύο ἑκατομμύρια, ἄνευ ζημίας, ἐννοεῖται, τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέβαλε, δυστυχῶς, σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου τροποποιοῦνται οἱ ὑπάρχοντες καὶ ἰσχύοντες ἐν τῇ ἑλληνικῇ νομοθεσίᾳ ὀκτὼ ὀργανισμοί. Ἐν τούτοις καὶ διὰ τούτου, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐφίστα ἐπὶ μᾶλλον τὴν προσοχήν του, ἤθελεν εὕρει τρόπον νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἀποκοπὴν τῶν ἐπιμισθίων τούτων, τῶν ὁποίων τὸ ποσὸν εἰς ἅπαντα τὰ σώματα ἀνέρχεται εἰς 150,000 δραχμῶν, διὰ τῆς ἀφαιρέσεως δὲ δραχμῶν 20,000, αἵτινες δὲν ἀποκόπτονται ἐκ τοῦ ὑγειονομικοῦ, περιστέλλεται εἰς δραχμὰς 130,000. Ἡ ἀπομένουσα δὲ οἰκονομία τῶν 130,000 δραχμῶν τούτων θίγει ἐξ ὁλοκλήρου οἰκογενειάρχας ἀξιωματικούς, μὴ δυναμένους νὰ συντηρηθῶσι διὰ τοῦ γλίσχρου μισθοῦ, ὁ ὁποῖος θ’ ὑπολειφθῇ εἰς αὐτοὺς, ἀφοῦ ἐπὶ πολλὰ ἔτη συνείθισαν νὰ κανονίζωσι τὰς δαπάνας των μὲ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐλάμβανον. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι πρόκειται πράγματι περὶ ἐπιμισθίου, ἀλλὰ περὶ συμπληρώματος τοῦ ἀνεπαρκοῦς μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τούτων. Ἐτέθη δὲ ἐν ἰδιαιτέρᾳ στήλῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον λαμβάνουσιν ὡς ἐπαύξησιν τῶν μισθῶν των οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, ἐξ ἀβλεψίας μόνον κατὰ τὴν σύνταξιν αὐτῶν· δὲν πρόκειται περὶ ἐπιμισθίου, τὸ ὁποῖον νὰ ἐδόθη αὐτοῖς διά τινα ἰδιαιτέραν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ μικροῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἔρχεται εἰς αὔξησιν τοῦ μισθοῦ των, ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας των, σήμερον δ’ ἔτι μᾶλλον πρέπει νὰ διατηρηθῇ τοῦτο, ἕνεκα τῶν μεγάλων βιωτικῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας πάντες γνωρίζουσι κάλλιστα. Τὸ νῦν χαρακτηριζόμενον ὡς ἐπιμίσθιον ἐδόθη εἰς τοὺς ἀνωτέρω ἀξιωματικοὺς, ὡς ἐδόθη δι’ ἄλλης στήλης τὸ διὰ διδακτικὰ βιβλία ποσὸν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ μηχανικοῦ καὶ πυροβολικοῦ, ἡ ἱπποδωρεὰ εἰς τοὺς τοῦ ἱππικοῦ κλπ. Πρόκειται λοιπὸν μόνον περὶ τυπικοῦ χαρακτηρισμοῦ ἑνὸς μέρους τοῦ μισθοῦ, ὅπερ ἄδικον ν’ ἀφαιρεθῇ.
§78ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν συνάδελφον, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὰ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, πολὺ δικαίως ἐξαιτεῖται ὀργανισμὸν στρατοῦ ἑνιαῖον, καὶ οὐχὶ συλλογὴν ὀργανισμῶν. Ἀναντιῤῥήτως ἤθελον ὑποβάλει τοιοῦτον κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον, ἂν αἱ περιστάσεις τὸ ἐπέτρεπον· βεβαίως δὲν λέγω, ὅτι θ’ αὐξήσωσιν αἱ δαπάναι κατὰ πολὺ, θὰ αὐξήσωσιν ὅμως ὁπωσδήποτε, προκειμένου νὰ συνταχθῇ πλήρης ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ. Περὶ τούτου δὲν ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν νῦν, διότι θὰ ἔχωμεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὁμιλήσωμεν εὐρύτερον, συζητουμένου μετ’ ὀλίγον τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ ὀργανισμοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῇ νέος ὀργανισμὸς πρὸς ἐπιψήφισιν, οὗτος εἶναι ἄσχετος πρὸς τὰς μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν, διότι αὐταὶ οὐδὲν κοινὸν ἔχουσι μετὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Προκειμένου ὅμως περὶ μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν, ἀνευρίσκω ὅτι ἡ κατὰ τὸ 1859 σύνταξις τοῦ πίνακος τῆς μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν στηρίζεται εἰς ἄλλα διδόμενα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἂν σήμερον ἐπρόκειτο νὰ συνταχθῇ ὁ πίναξ τῆς μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν ἐν γένει τοῦ στρατοῦ, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ συνάδελφος, ἂν ἀπετέλει μέρος ἐπιτροπῆς τοιαύτης, οὐδέποτε ἤθελεν εὕρει τὰς διαφορὰς ταύτας τῶν μισθοδοσιῶν τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν πρὸς τὰς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, διότι δὲν ὑπάρχει λόγος, ἐπιβάλλων τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τοῦ οἰκονομικοῦ σώματος καὶ ὄχι τοῦ πεζικοῦ. Ἀληθῶς εἶναι ὀδυνηρὸν δι’ ἀξιωματικόν, ὅστις συνείθισε νὰ λαμβάνῃ ἀπὸ ἐτῶν ὡρισμένας ἀποδοχάς, νὰ τῷ ἀποκοπῇ μέρος τῶν ἀποδοχῶν αὐτῶν, διότι οἱ πλεῖστοι τούτων εἶναι οἰκογενειάρχαι· ἀλλ’ εἶναι δικαία ἡ ἐξίσωσις. Μόνον ὡς πρὸς τοὺς ἰατρούς, τουτέστι τοὺς ἰατροὺς δευτέρας τάξεως, τοὺς ὑπιάτρους καὶ ἀνθυπιάτρους, ὧν ἡ μισθοδοσία εἶναι πολὺ ἠλαττωμένη, χορηγοῦμεν τὴν εἰκοσάδραχμον ἀποζημίωσιν, ἵνα χρησιμεύσῃ αὐτοῖς πρὸς προμήθειαν διδακτικῶν βιβλίων, ἅτινά εἰσιν ἀπολύτως ἀναγκαῖα, καὶ δὴ ἑνὸς περιοδικοῦ.
§79ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν συμφωνῶ μὲ τοὺς προαγορεύσαντας ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποκοπὴν τῶν ἐπιμισθίων· συμφωνῶ μὲ τὸν ἐξ Ἄργους συνάδελφον, ὅστις εἶπεν, ὅτι οἰκονομία καὶ πεῖνα δὲν συμβιβάζονται. Δὲν πρόκειται νὰ δώσωμεν ἐπιμίσθια διὰ νὰ ἀγοράσωσι βιβλία, ἀλλὰ μισθοὺς, διὰ νὰ ζήσουν ἀξιοπρεπῶς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν γνωρίζει, ὅτι, ἂν ἀξιωματικός τις φωραθῇ γευματίζων εἰς ξενοδοχεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι πρώτης ἢ δευτέρας τάξεως, ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς δύναται νὰ τεθῇ εἰς ἀργίαν δι’ ἀναξιοπρεπῆ πρὸς τὸ ἐπάγγελμά του διαγωγήν. Οἱ μισθοί, οἵτινες ἐδόθησαν ἄλλοτε ἐπαρκῶς, σήμερον εἶναι πολὺ γλίσχροι. Σήμερον οὐδεὶς ἀξιωματικὸς ἄνευ οἰκογενείας, ἀνθυπολοχαγὸς, ὑπολοχαγὸς ἢ λοχαγὸς, δύναται νὰ ζήσῃ ἀξιοπρεπῶς. Νομίζω ὅτι ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ, —μολονότι τὸ ἔθνος διέρχεται μεγάλην οἰκονομικὴν κρίσιν,— ὅτι πρέπει οἱ κατώτεροι ἀξιωματικοὶ ὅλων τῶν ὅπλων νὰ μισθοδοτηθῶσιν ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐποχῆς, ἤτοι οἱ μὲν ἀνθυπολοχαγοὶ μὲ 200 δραχμὰς, οἱ ὑπολοχαγοὶ μὲ 250 καὶ οἱ λοχαγοὶ μὲ 350 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Μόνον οἱ μισθοὶ τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν εἶναι ἀνάλογοι πρὸς τὰς ἀνάγκας, οἱ μισθοὶ ὅμως τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν εἶναι γλίσχροι, καὶ δὲν δύνανται οὗτοι νὰ ζήσωσιν ἀξιοπρεπῶς, καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον εἶπον, ὅτι συμφωνῶ μὲ τὸν ἐξ Ἄργους συνάδελφον, ὅτι οἰκονομία καὶ πεῖνα εἶναι πράγματα ἀσυμβίβαστα. Εἶμαι ἐκ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑποστηρίζω πάντα τὰ μέτρα αὐτῆς ἀσυζητητεί· ψηφίζω φόρους ἐπὶ φόρων καὶ θέλω ψηφίσει πᾶν ὅ,τι ὑποβάλῃ, διότι φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἀνορθωθῶσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις θὰ κατορθώσῃ τὴν ἀνόρθωσιν αὐτήν. Ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐπιμισθίων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ, ἀντιτάσσομαι, διότι νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ εἰς ἴσην μοῖραν μὲ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν ἄλλων ὅπλων, μέχρις ὅτου τοὺς φέρομεν, εἶναι πολὺ ἄδικον ν’ ἀποκόψωμεν ἀπὸ τοὺς τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ τὸ μικρὸν ἐπιμίσθιον, ὅπερ οὗτοι λαμβάνουσι, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ οἰκονομικοῦ, μεθ’ ὧν συνυπηρέτησα καὶ τοὺς γνωρίζω, ἐργάζονται νυχθημερὸν καὶ ἐκτελοῦσιν ἐργασίαν πολὺ μεγαλειτέραν καὶ ἐπιπονωτέραν τῶν πολιτικῶν ταμιῶν, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι μεγάλα ποσοστὰ, ἐνῷ ἐκεῖνοι λαμβάνουσι μικρότερον ἐπίδομα, καὶ ἐργάζονται ἐντὸς ὑγρῶν δωματίων ἐπὶ δώδεκα ὁλοκλήρους ὥρας, καὶ τὴν νύκτα. Δι’ αὐτὸ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἀποκόψωμεν ἀπὸ αὐτοὺς τὸ ἐπιμίσθιον. Ἐπαναλαμβάνω δὲ πάλιν, ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῇ σοβαρῶς ἡ Κυβέρνησις, ὅπως κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον φέρῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ ἀφομοιώσῃ τοὺς μισθοὺς ὅλων τῶν ὅπλων καὶ δώσῃ 200 δραχμὰς εἰς τοὺς ἀνθυπολοχαγοὺς, 250 εἰς τοὺς ὑπολοχαγοὺς καὶ 350 εἰς τοὺς λοχαγοὺς, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ στρατὸς, ὅταν οἱ ἀξιωματικοί, διὰ τὸ γλίσχρον τῆς ἑαυτῶν μισθοδοσίας, δὲν δύνανται νὰ ζήσουν ἀξιοπρεπῶς. Προτείνω δὲ τὸ ἑξῆς μέτρον· νὰ τίθηνται ἐκ περιτροπῆς εἰς διαθεσιμότητα πρὸ πάντων ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ δίδηται εἰς τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικοὺς ἡ εὐκαιρία νὰ διοικῶσι, διότι δὲν εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ὁ ἔχων ἕξ γαλόνια εἶναι καλλίτερος τοῦ φέροντος 5 ἢ 4 γαλόνια· νομίζω ὅτι δύναται νὰ διοικήσῃ τὸ σύνταγμα καὶ ὁ φέρων 4 γαλόνια. Τὸ μέτρον τοῦτο τῆς διαθεσιμότητος εἶναι ἐφηρμοσμένον εἰς τὸ ναυτικὸν, καὶ εὐδοκιμεῖ ἀρκούντως, γνωρίζω δὲ, ὅτι πολλοὶ ἀξιωματικοὶ, ἐπιθυμοῦσι τοῦτο. Ἐπειδὴ λοιπὸν σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἄλλο τι, προτείνω, ὅπως ἐφαρμοσθῇ ἀμέσως τὸ μέτρον τὸ ὑπάρχον εἰς τὸ ναυτικὸν, καὶ ὅπως τὰ ἐπιμίσθια τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ μείνουν ὡς ἔχουν καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ· εὔχομαι δὲ, κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον νὰ φέρῃ νομοσχέδιον ἡ Κυβέρνησις, δι’ οὗ νὰ ἀφομοιώσῃ τοὺς μισθοὺς ὅλων τῶν κατωτέρων βαθμῶν, διότι ἄλλως, ὡς εἶπον, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στρατὸν, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν ἀξιωματικοὺς ἀξιοπρεπεῖς. Τί ὁμιλεῖτε περὶ βιβλίων, ὅταν οἱ ἐξερχόμενοι ἐκ τῶν Σχολῶν δαπανῶσι 3 χιλιάδας δραχμὰς διὰ νὰ ἐνδυθῶσιν; Εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν λέσχην, τοὺς γίνονται κρατήσεις δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ, καὶ δι’ ὅλα αὐτὰ πίπτουν εἰς τοὺς ὄνυχας ἀσυνειδήτων τοκογλύφων! Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, διὰ νὰ μελετήσωσιν, εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ ἀγοράσωσι περιοδικά· πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν μὲ ἑκατὸν δραχμὰς νὰ κάμουν ὅλα αὐτά; Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ σοβαρὰ σκέψις· διότι, ἂν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν στράτευμα, πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀξιωματικοὺς ἀξιοπρεπεῖς· ἄλλως ἂς προβῶμεν εἰς τὴν διάλυσιν τοῦ στρατεύματος.
§80ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὡραῖα! ὡραῖα!
§81ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι ἐναντίος τῆς διαθεσιμότητος.
§82ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Βεβαίως.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§84ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ νὰ ἀφαιρεθῶσιν αἱ λέξεις «τῆς ὑγείας». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2...
§86ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὡς ἄρθρον δεύτερον νὰ τεθῇ τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἰατροὶ δευτέρας τάξεως, ὑπίατροι καὶ ἀνθυπίατροι, ἀπολαμβάνουσι τὴν διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν τεχνικῶν ὅπλων νενομισμένην εἰκοσάδραχμον μηνιαίαν ἀποζημίωσιν διὰ διδακτικὰ βιβλία». (Γίνεται δεκτὸν ὡς ἄρθρον 2 τὸ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ προταθέν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ὡς ἄρθρον 3 τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου. Ὡσαύτως δὲ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ συντάξεως δημοδιδασκάλων μισθοδοτουμένων ὑπὸ κοινοτήτων ἢ ἐκ κληροδοτημάτων).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀφομοιώσεως κατὰ τὸ ποσὸν τῶν εἰσπραττομένων φόρων εἰς τὸ τελωνεῖον Καλαμῶν πρὸς τοὺς τοῦ ὑποτελωνείου Μεσσήνης πρὸς ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ Παμίσου.
§88ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνων τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, πράττω τοῦτο οὐχὶ ἵνα κηρυχθῶ κατ’ αὐτοῦ, διότι αἰσθάνομαι ἐν ἐμοὶ ἐπιτακτικὴν τὴν ἀνάγκην, ὅπως ὑποστηρίξω πάσῃ δυνάμει μέτρον, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὴν προστασίαν καὶ προαγωγὴν τῶν συμφερόντων τῆς ἐπαρχίας, παρὰ τῆς ὁποίας ἔλαβον τὴν ἐντολὴν, ὡς καὶ τῆς γείτονος ἐπαρχίας τῶν Καλαμῶν. Ἡ ἀνάγκη ὅμως αὕτη δὲν μὲ πείθει, ὅτι πρέπει ν’ ἀπόσχω ἀπὸ τοῦ νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν παρατηρήσεις μού τινας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Θεωρῶ περιττὸν νὰ εἴπω ἐγὼ ὑμῖν, Κύριοι, πόσον εἶναι κοινωφελὲς τὸ ἔργον, τοῦ ὁποίου ἐπιδιώκεται ἡ ἐκτέλεσις διὰ τῆς ἀφομοιώσεως τῆς φορολογίας ἐν τοῖς τελωνείοις Καλαμῶν καὶ Μεσσήνης. Τοῦτο ἅπαντες οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, δὲν θέλουσιν ἀρνηθῆ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνομολογεῖ ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἀρκεῖ ν’ ἀνομολογῶμεν τὴν χρησιμότητα καὶ τὴν ἀνάγκην ἔργου τινὸς, ὅπως εὑρεθῇ ἡμέραν τινὰ τετελεσμένον τὸ ἔργον. Ὑπάρχει κυρίως ἀνάγκη ἀγαθῆς προαιρέσεως παρὰ τοῖς δυναμένοις, ὅπως ἐπιδιώξωσι τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τῆς εἰδικῆς φορολογίας, τῆς ἐπιβεβλημένης πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, εἶμαι σύμφωνος μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, περὶ τῆς ἀγαθῆς ὅμως προαιρέσεως παρὰ τοῖς ὑποχρέοις, ὅπως ἐπιτύχωσι τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, θέλει μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ ἀμφιβάλλω. Καὶ τοῦτο, οὐχὶ διότι ἀξιῶ νὰ προδικάσω τὰς ἐν τῷ μέλλοντι ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες εὔχομαι νὰ ὦσιν αἱ πρέπουσαι, ἀλλὰ διότι, ἐρευνῶν τὸ παρελθὸν, πείθομαι, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1888, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος, ὅστις ἐπέτρεψε τὴν ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῇ κοιλάδι Παμίσου, πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις ἀμελῶς καὶ ἀστόργως, δύναμαι νὰ εἴπω, διέκειντο πρὸς ἀντικείμενον ἐνδιαφέροντος ζωτικωτάτου. Ἴσως μοὶ παρατηρηθῇ, ὅτι ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1888, ἥτις εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπέτυχε τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου ἐκείνου, μαρτυρεῖ τὸ ἐνδιαφέρον αὐτῆς ὑπὲρ τοῦ ἔργου καὶ ἐγγυᾶται περὶ τῆς ἐν τῷ μέλλοντι ἐνεργείας αὐτῆς. Βεβαίως δὲν θέλω νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι μεγάλα ἀγαθὰ προσδοκᾷ ὁ τόπος ἡμῶν ἐκ τῆς μερίμνης ἐκείνης, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ γένηται γνωστὸν, ὅτι, ἂν εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐψηφίσθη ὁ σχετικὸς νόμος, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ Βασιλέως ἡμῶν, ὅστις, ἐπισκεφθεὶς τὴν Μεσσηνίαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ἀκούσας τὴν ὁμόφωνον εὐχὴν τῶν κατοίκων αὐτῆς, ἐφρόντισε μετὰ πατρικῆς τῷ ὄντι στοργῆς καὶ εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν ὁ νόμος ἐκεῖνος. Ἐν τούτοις πάντοτε εἶναι καιρὸς, ὅταν πρόκηται νὰ ἐκτελέσωμεν ἀγαθήν τινα καὶ συμφέρουσαν πρᾶξιν. Καὶ ἤδη ἂς ἐπιδείξῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ ἐνδιαφέρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἐπιδείξῃ ἐν τῇ ἐκτελέσει ἔργου σωτηρίου, καὶ ἔστω βεβαία, ὅτι θέλει ἐπισπάσει ἐφ’ ἑαυτὴν τὰς εὐλογίας ἁπάντων τῶν κατοίκων τῶν ἐπαρχιῶν Καλαμῶν καὶ Μεσσήνης. Καὶ δὲν θέλει μόνον εὐεργετήσει τοὺς πληθυσμοὺς τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, ἀλλὰ, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον ὑμῖν, καὶ τὰ ἴδια συμφέροντα σπουδαίως θέλει προαγάγει· διότι, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀπέραντοι ἐκτάσεις γαιῶν, κατεχόμεναι ἤδη ὑπὸ τελμάτων καὶ μένουσαι ἀκαλλιέργητοι, θέλουσι μεταβληθῆ εἰς πλουσίας φυτείας ἀμπέλων καὶ σταφιδαμπέλων, ἀλλὰ καὶ ἄλλαι ἐκτάσεις ἐπίσης μεγάλαι, ἀνήκουσαι εἰς τὸ Δημόσιον καὶ ἄχρηστοι ἤδη, θέλουσι μεταβληθῆ εἰς προσοδοφόρα κτήματα καὶ θέλει ἐντεῦθεν προκύψει ἀνυπολόγιστος αὔξησις τῶν προσόδων τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ ἄλλα ἀκόμη ἀγαθὰ θέλουσι προκύψει ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων, διότι ἐπίσης θέλει διευκολυνθῆ ἡ συγκοινωνία καὶ θέλει ἐξυγιανθῆ τὸ κλίμα. Τὰ ἀγαθὰ δὲ ταῦτα τὰ πολύτιμα τιμῶνται ἀντὶ τριῶν καὶ ἡμίσεως ἢ τεσσάρων τὸ πολὺ ἑκατομμυρίων, διότι εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο προϋπελογίσθη τὸ ἔργον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ὁ Μεσσηνιακὸς λαὸς, Κύριοι, εἶναι ὁλοψύχως διατεθειμένος, ὅπως παράσχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν πᾶσαν δυνατὴν συνδρομὴν, καὶ ὑποστῇ πᾶσαν θυσίαν, ἀρκεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ μεταδώσῃ εἰς αὐτὸν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὅσον ἔνεστι τάχιον θέλει τῷ παρασχεθῆ τὸ ἀντίῤῥοπον τῶν θυσιῶν τούτων. Διότι εἶναι ἀληθῶς πλέον ἢ οἰκτρὰ ἡ κατάστασις αὐτοῦ σήμερον ὑφ’ ἃς ἐπόψεις προεῖπον. Καὶ διὰ νὰ ἐννοήσητε αὐτὴν, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι, ὅπως ἀναγνώσω ὑμῖν περικοπάς τινας ἐξ ἐπιχωρίου ἐφημερίδος. Ἰδοὺ πῶς περιγράφεται ἡ κατάστασις (ἀναγινώσκει): «Ἕνεκα τοῦ πρὸ μηνὸς κρατοῦντος βαρέος χειμῶνος, τὰ ἐκ τῶν βροχῶν ὕδατα κατεπλημμύρησαν ἅπασαν τὴν Μεσσηνιακὴν πεδιάδα εἰς σημεῖον τοιοῦτον, ὥστε μεγάλαι ἐπηνέχθησαν καταστροφαὶ καὶ εἰς τὸ Δημόσιον καὶ εἰς τοὺς ἰδιώτας. Ἡ ἀπὸ Καλαμῶν εἰς Μεσσήνην ἐθνικὴ ὁδὸς ἀπετέλεσεν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας μέρος τῆς σχηματισθείσης λίμνης, καὶ ἴσως τὸ βαθύτερον αὐτῆς, κατεστράφη δὲ κατὰ πολὺ ἡ ὁδὸς αὕτη, ἧς δὲν εἶναι πλέον δυνατὴ ἡ δι’ ἁμαξῶν διάβασις ἄνευ σπουδαίας τῆς ὁδοῦ διορθώσεως. Ἀλλ’ ἐνῷ διεκόπη ἡ διὰ τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ συγκοινωνία, ἐπίσης ἔπαυσεν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας λειτουργοῦσα καὶ ἡ μεταξὺ Μεσσήνης καὶ Καλαμῶν σιδηροδρομικὴ γραμμὴ, καθ’ ὅσον ἱκανὸν αὐτῆς μέρος ἔπαθε σπουδαίαν βλάβην, παρασυρθὲν ἐκ τῶν ὑπερβαλόντων αὐτὴν ποταμίων, ῥευμάτων καὶ πλημμυρῶν. Καὶ οὕτως ἡ πόλις Μεσσήνης εὑρέθη ἐν πλήρει ἀποκλεισμῷ ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν, οὐδαμόθεν δυνατῆς γενομένης τῆς συγκοινωνίας, οὕτως ὥστε διὰ νὰ μάθωσιν οἱ ἀστοὶ τῆς πόλεως ταύτης τί ἐν ἄλλοις μέρεσι τοῦ Κράτους συνέβαινε, διεπεραίουν διὰ σχοινίων πεζὸν ἄνθρωπον, ὅστις μεταβαίνων εἰς Καλάμας ἠγόραζεν ἐφημερίδας. Οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ, ἐνῷ αἱματηρὰ ῥῆξις μεταξὺ πολιτῶν συνέβη ἐν Μεσσήνῃ, ἀπελευθέρωσις δὲ ὑπὸ τῶν πολιτῶν ἀπὸ τῶν χειρῶν τῆς ἐξουσίας τοῦ δράστου, τοῦθ’ ὅπερ ἀπῄτει τὴν ἐνίσχυσιν τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως καὶ τὴν μετάβασιν τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων, δὲν ἐγένετο δυνατὴ ἡ τελευταία, καὶ μόνον ὁπλῖται τοῦ ἱππικοῦ ἠδυνήθησαν μετὰ κινδύνου νὰ διαπεραιωθῶσι, βαδίζοντες ἐπὶ ἐδάφους ἀγνώστου καὶ λίμνην ἀποτελοῦντος. «Αἱ παντοειδεῖς φυτεῖαι τῆς Μεσσηνιακῆς πεδιάδος οὐσιωδῶς ἔπαθον, παρασυρθεῖσαι καὶ ἐκριζωθεῖσαι ὑπὸ τῶν ἑκασταχοῦ σχηματιζομένων ῥευμάτων, θὰ ἐπέλθῃ δὲ ἀναμφισβητήτως ἡ πρόῤῥιζα σῆψις αὐτῶν σὺν τῷ χρόνῳ, ἂν μὴ κυβερνητικὴ πρόνοια ἐπαρκὴς ληφθῇ, διατασσομένης τάχιστα τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, ἀφοῦ ἐκ τοῦ χειμῶνος τούτου ἐμαρτυρήθη, ὅτι οἱ διανοιχθέντες ἐν τῇ Μακαρίᾳ χάνδακες οὔτε ἐπαρκεῖς εἶναι καὶ πρὸς παρῳδίαν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐγένοντο. «Σημειοῦντες ταῦτα, καὶ τὰς ἐπελθούσας καταστροφὰς καὶ ζημίας ἀναγγέλλοντες τῇ Κυβερνήσει, ἐπικαλούμεθα τὴν ἄμεσον ἀντίληψιν αὐτῆς, ἵνα, ἐκτὸς τῶν διατακτέων πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς συγκοινωνίας, προβῇ ἀμέσως καὶ δραστηρίως εἰς τὰ μέτρα ἐκεῖνα, δι’ ὧν θὰ παύσῃ πλέον νὰ παριστᾷ τὸ ὡραῖον, εὔφορον καὶ κατὰ πολὺ εἰς τὸ ἰσοζύγιον συμβάλλον πεδίον τῆς Μακαρίας πλήρη λίμνην, καταστρέφουσαν τὰς ὑπαρχούσας φυτείας καὶ ἀποκλείουσαν πᾶσαν ἐκ νέου ἐπιχείρησιν πρὸς ἀναφύτευσιν ἢ οἱανδήποτε καλλιέργειαν τοῦ ἐδάφους αὐτῆς.» Τοιαύτη, Κύριοι, εἶναι ἡ κατάστασις τῶν μερῶν ἐκείνων, καὶ τοιαῦτα, οἷα προεῖπον, εἶναι τὰ προσδοκώμενα ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων ἀγαθά. Προκειμένου δὲ νὰ ἐπιτύχωμεν τὰ ἀγαθὰ ταῦτα, ἐγὼ δὲν θὰ ἐδίσταζον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν τὴν γνώμην, ὅτι ὄχι μόνον τὴν ἀφομοίωσιν τῆς φορολογίας ἐν τοῖς τελωνείοις Καλαμῶν καὶ Μεσσήνης ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπ’ ὀλίγον ἔτι αὔξησιν αὐτῆς. Διότι, ἂν πράγματι ἡ Κυβέρνησις ἐμφορῆται ἀπὸ τὸν πόθον, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, προάγουσα οὕτω τὰ τοπικὰ καὶ τὰ ἴδια συμφέροντα, ἔστω βεβαία, ὅτι ὁ Μεσσηνιακὸς λαὸς οὐ μόνον ἐπιβαρυντικὸν δὲν ἤθελε θεωρήσει τὸ τοιοῦτο μέτρον, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας εὐχαρίστως ἤθελεν ἀποδεχθῆ αὐτό. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ ἔργου, τὸ ὁποῖον θέλει ἐκτελεσθῆ διὰ χρημάτων δανείων, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα κατὰ πόσον αἱ ἐκ τῆς εἰδικῆς φορολογίας εἰσπράξεις ἐξαρκοῦσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν δανείου 4 περίπου ἑκατομμυρίων. Πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ζητηθείσας πληροφορίας περὶ τῶν μέχρι τοῦδε εἰσπράξεων. Κατ’ αὐτὰς δέ, αἱ ἐτήσιαι εἰσπράξεις τῶν τελωνείων ἀνέρχονται κατὰ μέσον ὅρον εἰς 62,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω, ἂν τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον θέλει αὐξηθῆ κατά τι ἕνεκα τῆς ἀφομοιώσεως, ἐπαρκῇ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων. Λέγω ταῦτα, οὐχὶ διότι γνωρίζω πόσας εἰσπράξεις πρέπει νὰ ἔχωμεν, ὅπως ἐπαρκέσωμεν δι’ αὐτῶν εἰς τὸ ἀπαιτηθησόμενον δάνειον, ἀλλ’ ἵνα παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μελετήσῃ τὸ πρᾶγμα· ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει πεισθῆ, ὅτι μὲ τὰς εἰσπράξεις τῶν τελωνείων καὶ τὰς ἐκ τῆς στρεμματικῆς εἰδικῆς φορολογίας, δὲν θέλομεν ἐπαρκέσει, ὅπως εὕρωμεν τὸ ἀπαιτούμενον χρηματικὸν ποσὸν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, νὰ προβῇ καὶ περαιτέρω ἔτι, καὶ ζητήσῃ καὶ τὴν ἀνάλογον αὔξησιν τῆς φορολογίας. Καταπαύων, Κύριοι, δὲν θεωρῶ ἄτοπον (διότι ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων τούτων εἶναι ἡ θερμοτέρα εὐχὴ ἅπαντος τοῦ Μεσσηνιακοῦ λαοῦ καὶ ὁ διακαέστερος αὐτοῦ πόθος) νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ αὖθις τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὴν παρακαλέσω, ὅπως μὴ διστάσῃ καὶ μὴ χρονοτριβήσῃ ἐν τῇ ἐκτελέσῃ αὐτῶν. Ἄν ταῦτα ἐκτελεσθῶσιν, ἐστὲ βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι τὸ Μεσσηνιακὸν πεδίον θέλει μεταβληθῆ εἰς ἀνεξάντλητον πηγὴν πλούτου· τοὐναντίον δέ, ἂν δὲν ἐκτελεσθῶσιν, ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν θέλει μεταβληθῆ εἰς ἀπέραντον τέλμα. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἐν τῇ ἐπικλήσει μου ταύτῃ τῆς κυβερνητικῆς μερίμνης μετὰ τῆς ἰδικῆς μου φωνῆς ἑνοῦνται καὶ αἱ τῶν λοιπῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐκ Καλαμῶν καὶ Μεσσήνης. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ βιβλίου διεκδικήσεων.
§90ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. Νὰ ἀναβληθῇ παρακαλῶ.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαχειρίσεως καὶ διοικήσεως τῶν δασῶν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§93ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν προτελευταίαν παράγραφον, ἐκ τυπογραφικῆς ἀβλεψίας, παρεισέφρησεν ἡ λέξις «δὲν»· λέγει «ἂν τὸ πλεόνασμα δὲν ὑπερβαίνῃ», ἐνῷ ἐν τῷ χειρογράφῳ ὑπάρχει «ἂν τὸ πλεόνασμα ὑπερβαίνῃ». Ὥστε νὰ ἐξαλειφθῇ τὸ «δὲν».
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαγράφεται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς διωρθώθη).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§96ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ. Ποίαν ἀγοραίαν τιμὴν ἐννοεῖ; Ἐκείνην τοῦ τόπου, ἔνθα θὰ ὑλοτομῶνται τὰ ξύλα, ἢ ἐκείνην ὅπου θὰ πωλῶνται;
§97Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν τοῦ τόπου, ἐν ᾧ θὰ πωλῶνται.
§98ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ. Ἀλλ’ ἡ ἀγοραία τιμὴ ἐπιφορτίζεται μὲ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς, εἴτε διὰ ξηρᾶς εἴτε διὰ θαλάσσης γίνεται αὕτη. Δὲν νομίζω λοιπὸν δίκαιον νὰ ἦναι ἀγοραία τιμὴ ἐκείνη, καὶ νὰ λαμβάνηται ἐπ’ αὐτῆς ὁ φόρος· διότι πολλάκις τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς εἶναι διπλάσια τῆς τιμῆς τῶν ξύλων ἐν τῷ τόπῳ, ὅπου ταῦτα ὑλοτομοῦνται.
§99Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ ὡς βάσις τῆς φορολογίας ἡ ἀξία ἡ ἐπὶ τόπου τοῦ προϊόντος τῆς ὑλοτομίας, διότι ἐπὶ τόπου δὲν ἔχει τὴν ἀγοραίαν αὐτῆς ἀξίαν ἡ ξυλεία, ἡ ἀξία αὕτη εἶναι ἡ ἀπολαμβανομένη ὑπὸ τοῦ ὑλοτομοῦντος, ταύτην δὲ κανονίζει ἡ πλησιεστέρα ἀγορά. Διὰ τοῦτο τὸ ποσοστὸν ὁρίζεται ὡς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἄν θὰ ἐπεβάλλετο τὸ ποσοστὸν ἐπὶ ἀξίας ἁπλῆς, μὴ συμπεριλαμβανούσης τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς, τὸ ποσοστὸν θὰ ἦτο μικρόν· τούτου δὲ ἀντιλαμβάνεταί τις, ἀντιπαραβάλλων αὐτὸ πρὸς τὸ ποσοστὸν τῶν ἄλλων φόρων. Βεβαίως παραβαλλόμενον τοῦτο πρὸς τὸ ποσοστὸν τῶν ἄλλων φόρων, φαίνεται ἀνώτερον· ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτω, διότι ἐνταῦθα πρόκειται περὶ προσόδου, ἥτις οὐδεμίαν ἐπάγεται δαπάνην. Ἡ μόνη δαπάνη εἶναι ἡ τῆς μεταφορᾶς. Τὰ προϊόντα τῶν δασῶν οὐδεμίαν ἐπάγονται δαπάνην παραγωγῆς. Ἡ ἀνάπτυξις τοῦ δάσους μέχρις ἀποδόσεως ξυλείας, μέχρις ἀποδόσεως καρπῶν, μέχρις ἀποδόσεως τῶν ὁπωσδήποτε φορολογουμένων ἐν τῷ δάσει, δὲν ἐπάγεται δαπάνην. Ἑπομένως ἡ φορολογία ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου ἐσόδου εἶναι ἡ αὐτὴ καὶ ἐπὶ τοῦ καθαροῦ· ὥστε, ἂν ἐπὶ ἄλλης παραγωγῆς ὁ ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου φόρος ἐκπίπτῃ ἐπὶ τοῦ καθαροῦ βάρους, ὡς ἐπεκτεινομένου τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου καὶ ἐπὶ τὰς δαπάνας τῆς παραγωγῆς, ἐπὶ τῆς φορολογίας τῶν δασῶν, ὧν τὸ προϊόν δὲν προεκάλεσε δαπάνας παραγωγῆς, δὲν ὑπάρχει τοιαύτη ἐπιβάρυνσις, εἰ μὴ μόνον ἡ τοῦ ἐξόδου τούτου τῆς μεταφορᾶς μέχρι τῆς προσεχεστέρας ἀγορᾶς, ὅπερ ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τὰ φορολογούμενα ἔξοδα τῆς ἄλλης παραγωγῆς τῆς χώρας εἶναι ἐλάχιστον. Ἄν ἦτο δυνατὸν νὰ προσδιορισθῇ ἄλλως ἡ ἀξία, ἐφ’ ἧς κανονίζεται τὸ ποσοστὸν, δὲν θ’ ἀπεκρούετο κατ’ ἀρχὴν ἡ μεταῤῥύθμισις τῆς βάσεως τοῦ ποσοστοῦ, ἀλλὰ πάντως πρὸς ἐξεύρεσιν τῆς ἀξίας πρέπει νὰ προσφύγωμεν εἰς ἀγορὰν, ἐν πάσῃ δὲ ἀγορᾷ θὰ εὕρωμεν τὴν ἀξίαν ἐπιβεβαρημένην διὰ τῶν ἐξόδων τῆς μεταφορᾶς, καὶ τοσούτῳ ὀλιγώτερον ἐκ τούτου ἐπιβεβαρημένην, ἐφ’ ὅσον ἡ ἀγορὰ εἶναι προσεχεστέρα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§101ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ ὑπὸ τὸ στοιχεῖον Γʹ ἐδαφίῳ: «Τὰ ἐξ οἱουδήποτε δάσους νομίμῳ ἀδείᾳ κλπ.» λείπει ἡ πρόθεσις «ἐπὶ» πρὸ τῆς λέξεως «νομίμῳ» εἰς δὲ τὴν τελευταίαν παράγραφον πρέπει νὰ διορθωθῶσιν αἱ λέξεις «παραχωρηθεῖσαι ξυλεῖαι» εἰς «παραχωρηθεῖσαν ξυλείαν». Εἶναι τυπογραφικὴ ἀβλεψία, ἕνεκα τῆς ἐσπευσμένης ἐκτυπώσεως τοῦ νομοσχεδίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, οὕτω διορθωθέν).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§103ΡΑΛΛΗΣ. Διατὶ ἀνατίθεται ἡ διάθεσις τοῦ 5% εἰς τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον; Αὐτὸ δὲν εἶναι λογικόν. Εἶναι ἁπλούστερον νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον εἶναι συγκεκροτημένον νομίμως.
§104ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐθεωρήθη καλλίτερον νὰ ἦναι τὸ σῶμα, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρεται· διότι πρόκειται περὶ δάσους κειμένου εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς κοινότητος, ἡ παραπομπὴ δὲ τῆς λύσεως τῆς διαφορᾶς εἰς τὰ δημοτικὰ συμβούλια δύναται κἄπως νὰ ἔχῃ καὶ πολιτικὴν χροιὰν, ἐνῷ κατὰ τὴν γενομένην διατύπωσιν οὐδόλως δύναται νὰ συμβῇ τοῦτο. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5–8, ὡς ἔχουσι).
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§106ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει ἓν λάθος. Παρελείφθη κατὰ τὴν ἐκτύπωσιν εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον εἷς ἀριθμὸς, καὶ πρέπει τὸ ἐδάφιον τοῦτο νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς: «Οἱ δασονομικοὶ ὑπάλληλοι κλπ. ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 12–22 καὶ 40 τοῦ ΑΥΛΘʹ νόμου κλπ.»
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθῇ.
§108ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ τὰς ἑξῆς φράσεις τοῦ ἄρθρου 9, ἐδαφ. βʹ (ἀναγινώσκει): «καὶ εἶναι ὑπόλογοι διὰ τὰς ἐντὸς τῆς δασικῆς περιφερείας αὐτῶν γινομένας βλάβας καὶ τὰ ἐν γένει ἀνομήματα, ἐὰν λαβόντες γνῶσιν μὴ βεβαιώσωσι ταῦτα προσηκόντως». Τί σημαίνει ἡ φράσις «εἶναι ὑπόλογοι;» Ἐννοεῖ, ὅτι ὑπόκεινται εἰς ἀποζημίωσιν ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου; Ἡ δὲ λέξις «ἀνομήματα» βεβαίως δὲν ἁρμόζει εἰς τοιοῦτον νομοσχέδιον. Τὰ ἀνομήματα ἀνάγονται μᾶλλον εἰς τὸ ἀστικὸν δίκαιον. Ἐπὶ τούτου θέλω ἐπανέλθει εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§109ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διάταξις αὕτη ἔμεινεν ὡς εἶχεν ἐν τῷ κυβερνητικῷ νομοσχεδίῳ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9, ὡς διωρθώθη).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§111ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 10 νομίζω, ὅτι ἐκβαίνει τῶν ὁρίων τοῦ δικαίου, διότι ἐπιβάλλει εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας δασῶν τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ διατηρῶσι δασοφύλακας. Τὰ τῆς ἀσφαλείας ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον καὶ εἰς τὸ Κράτος, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν τὸ Κράτος τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἰδιοκτησίας νὰ τὴν ἐπιβάλῃ καὶ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας. Οἱ ἰδιοκτῆται βεβαίως ἔχουσι δικαίωμα νὰ προστατεύσωσι τὴν ἰδιοκτησίαν των, καὶ ἐντεῦθεν ἐκτίθενται εἰς τὴν δαπάνην τῆς φυλάξεως αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἐν τῷ δικαιώματι τοῦ Κράτους νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν δασῶν τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ διορίζωσι φύλακας, καὶ ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν αὐτοὶ δὲν ἤθελον προβλέψει περὶ τοῦ διορισμοῦ φύλακος, νὰ προβαίνῃ τὸ Κράτος αὐτὸ, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸν διορισμὸν, νὰ ἐπιβάλλῃ δὲ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν δασῶν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλλωσι τὸν μισθόν. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ὑπέρβασις τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους.
§112Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἰδιοκτησία τῶν δασῶν εἶναί τι ἰδιόῤῥυθμον. Δὲν ἔχει ὁ ἰδιοκτήτης δάσους τὰ αὐτὰ καὶ ὁ ἰδιοκτήτης χέρσου ἢ πεφυτευμένης γῆς δικαιώματα. Ὁ ἰδιοκτήτης δάσους εἶναι θεματοφύλαξ τῆς Πολιτείας. Νέμεται οὗτος κτῆσιν, ἧς ἡ ἀρτία συντήρησις εἶναι ἀναγκαία εἰς τὴν Πολιτείαν. Ἐὰν δὲν δύναται ὁ ἰδιοκτήτης νὰ συντηρήσῃ ἄρτιον τὸ δάσος, ἐπιμελεῖται τὰ τῆς συντηρήσεως ἡ Πολιτεία, διότι ἐκ τῆς συντηρήσεως τοῦ δάσους ἐξαρτᾶται ἡ παραγωγὴ τῆς πεδιάδος, ἣν ὑπηρετεῖ τὸ δάσος. Ἡ ἰδέα αὕτη, ὅτι τὸ δάσος ὑπέχει δουλείαν πρὸς τὴν πέριξ χώραν, εἶναι ἡ πρυτανεύουσα ἐν παντὶ τῷ κανονίζοντι τὰ τῶν δασῶν. Εἰς τὰς ἄλλας ὑποχρεώσεις, εἰς ἃς ὑπάγεται ὁ ἰδιοκτήτης δάσους, ἐπιπροστίθεται, ἂν ᾖναι μέγα τὸ δάσος, καὶ αὕτη, ὅτι ὀφείλει νὰ τὸ φρουρῇ. Τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην δὲν ὑπέχει ὁ ἰδιοκτήτης, ἂν ᾖναι τὸ δάσος μικρόν. Μόνον ἂν ᾖναι μέγα τὸ δάσος, ἡ μὴ ἀρτία συντήρησις αὐτοῦ ἐπάγεται ζημίας εἰς τὴν πέριξ χώραν. Ἂν τὸ δάσος ᾖναι μέγα, ἂν ἡ συντήρησις αὐτοῦ ᾖναι ὅρος τῆς παραγωγῆς τῆς πέριξ χώρας, δὲν εἶναι δυνατὸν, νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην νὰ μὴ τὸ φρουρῇ, ἀλλ’ οὐδὲ νὰ τὸ φρουρῇ ὅπως αὐτὸς θέλει· πρέπει νὰ τὸ φρουρῇ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Ὁ νόμος κανονίζει ἐν γένει τὰ περὶ φρουρήσεως τῶν δασῶν, ἀλλὰ καὶ προστατεύει τὸ προσωπικὸν τῆς φρουρήσεως. Δὲν εἶναι αὕτη ἡ μόνη διάταξις, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν προφύλαξιν τῶν δασῶν. Ὑπάρχουσι πολλαὶ ἄλλαι διατάξεις ἐν τοῖς δασικοῖς νόμοις, αἵτινες εἰς τοῦτο ἀφορῶσιν, εἰς τὴν συντήρησιν τοῦ ἰδιωτικοῦ δάσους, διότι, ὡς εἶπον, ἂν ἀποδεικνύηται, ὅτι ὁ ἰδιώτης εἶναι ἀνίκανος αὐτὸς κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου νὰ συντηρήσῃ τὸ δάσος, ἡ Πολιτεία πάντως ἔπρεπε νὰ καταλάβῃ τὸ δάσος τοῦτο καὶ νὰ τὸ συντηρήσῃ αὐτή, ἀφοῦ ἡ καταστροφὴ τοῦ δάσους εἶναι ὀλεθρία εἰς τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν ἐν γένει οἰκονομίαν τῆς πέριξ χώρας.
§113ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναμφισβήτως τὰ τῶν δασῶν ὑπάγονται εἰς ἰδιαίτερον κανονισμόν· ἀλλὰ τοῦτο δὲν συνεπάγεται καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ ἰδιοκτήτου νὰ φυλάττῃ δι’ ἰδίου φύλακος τὸ δάσος, ἀπαλλασσομένου τοῦ Δημοσίου τοῦ νὰ παράσχῃ καὶ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν δασῶν, ὡς εἰς πάντα ἄλλον, τὴν ἀσφάλειαν, τὴν ὁποίαν ἐπαγγέλλεται ὅτι παρέχει.
§114Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται περὶ ἐκείνης τῆς ἀσφαλείας.
§115ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως· ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ ᾖναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν φύλαξιν αὐτὴν ὑπὸ ὡρισμένον ὅρον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατόν, νομίζω, τὸ Δημόσιον καὶ τὸ Κράτος νὰ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην αὐτὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἢ νὰ φυλάξῃ, ὅπως ἐννοεῖ τὸ Δημόσιον καὶ τὸ Κράτος, τὴν ἰδιοκτησίαν του, εἰδ’ ἄλλως ν’ ἀπαλλοτριωθῇ αὐτῆς· διότι οὕτω πως φθάνομεν εἰς τὴν δήμευσιν τῆς ἰδιοκτησίας. Οὐδὲν ἕτερον συνεπάγεται ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἢ τὴν δήμευσιν τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλ’ ἡ δήμευσις τῆς ἰδιοκτησίας ἀπαγορεύεται ἐκ τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅμως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὸ νομοσχέδιον, ἀναγκαίως ἄγει εἰς τὴν δήμευσιν τῆς περιουσίας, διότι λέγει ἐν ἄλλαις λέξεσι τὸ νομοσχέδιον: «ἢ θὰ φυλάξῃς τὸ κτῆμά σου ὅπως τὸ Κράτος θέλει, εἰδ’ ἄλλως ἀπαλλοτριοῦσαι τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας».
§116Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία τοῦ δάσους περὶ τὰ τῆς φυλάξεως αὐτοῦ ἔχει ὅπως ὑπεστήριξεν ὁ κ. Βουλευτής. Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι ἔχει ἡ Πολιτεία τὸ καθῆκον νὰ προστατεύῃ τὸ δάσος, ἔχει τὸ καθῆκον νὰ παρέχῃ καὶ εἰς τὸ δάσος, ὅπως καὶ εἰς πᾶσαν ἐν γένει ἰδιοκτησίαν, γενικὴν φύλαξιν. Δὲν ἔχει ὅμως ἡ Πολιτεία οὔτε πρὸς τὸ δάσος οὔτε πρὸς τὴν ἄλλην ἰδιοκτησίαν τὸ καθῆκον, ἵνα παρέχῃ τὴν εἰδικωτέραν φύλαξιν, τὴν ἐσωτερικήν. Ἐν τῇ οἰκίᾳ ἑκάστου δὲν παρέχει ἡ Πολιτεία τὸν θυρωρὸν, εἰς τὰς ἀγροτικὰς κτήσεις δὲν παρέχει αὐτὴ τοὺς προστατεύοντας αὐτὰς κατὰ τῶν ζημιῶν φύλακας.
§117ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν τὸν ἐπιβάλλει.
§118Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λέγω ὅτι δὲν ὀφείλει ἡ Πολιτεία τοιαύτην προστασίαν. Αὕτη ἡ ἐσωτερικὴ προστασία εἶναι καθῆκον τοῦ ἰδιοκτήτου. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ δάσους, οὗτινος ἡ ἰδιοκτησία διατελεῖ ὑπὸ περιορισμοὺς, αὕτη ἡ φύλαξις, ἥτις ἀνήκει εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ὅστις ἀπολαύει τῶν ὠφελειῶν τῶν ἐκ τοῦ δάσους, αὕτη ἀποτελεῖ καὶ ὑποχρέωσιν τοῦ ἰδιοκτήτου πρὸς τὴν ἀγροτικὴν περιφέρειαν, ἐν ᾗ εὑρίσκεται τὸ δάσος, καὶ ταύτην τὴν ὑποχρέωσιν ἡ Πολιτεία ἔρχεται, ἵνα ἐκπληρώσῃ, ἂν αὐτὸς παραλείπῃ τὴν ἐκπλήρωσιν αὐτῆς, ἢ νὰ τὴν συμπληρώσῃ, ὅπου αὐτὸς ἀνεπαρκῶς τὴν ἐκπληροῖ. Ὁ νόμος ὑποθέτει, ὅτι ἐπὶ ἰδιοκτησίας δάσους μεγάλου δὲν δύναται ὁ κύριος αὐτοῦ νὰ ἐπαρκέσῃ καθ’ ὅλα ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς Πολιτείας, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν, ἀπολαύοντα τῶν καρπῶν, ἵνα διὰ τῶν καρπῶν τούτων μισθόνῃ τὸ μηνιαῖον πρὸς φύλαξιν τοῦ δάσους προσωπικὸν, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ προσωπικὸν τοῦτο πρέπει νὰ ἦναι ὠργανωμένον τεχνικῶς καὶ ὁμοιομόρφως πρὸς τὸ προστατεῦον τὰ δάση τοῦ Δημοσίου, ἀναθέτει τὸν διορισμὸν αὐτοῦ εἰς τὴν Πολιτείαν. Ἂν τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς ἀποκαλῇ δήμευσιν τῆς ἰδιοκτησίας, θὰ εἶχε δίκαιον ἐπὶ ἰδιοκτησίας συνήθους· ἐπὶ ἰδιοκτησίας ὅμως διαφόρου ὑποστάσεως τῆς συνήθους, νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τοῦτο δικαίως. Τὰ δάση εἶναι ἰδιοκτησία, εἰς ἧς τὴν ἀνάπτυξιν οὐδόλως συνετέλεσεν ὁ ἰδιοκτήτης, διότι καὶ αὐτὰ τὰ δάση, τὰ λεγόμενα καλλιεργούμενα ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ παρὰ τοῖς μᾶλλον ἡμῶν προηγμένοις ἔθνεσι, καὶ αὐτὰ ἄνευ τῆς συμπράξεως τοῦ ἰδιοκτήτου ἀναπτύσσονται. Ὁ ἰδιοκτήτης ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οὐδὲ κἂν ἐμφύτευσιν τοῦ δάσους ποιεῖται, ἀλλὰ ἀβοήθητος ἡ φύσις παράγει τὸ δάσος. Ἐπιτρέπεται ὅμως καὶ τῶν δασῶν ἰδιοκτησία, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἐπιτραπῇ ἀπόλυτος, ὡς ἡ ἰδιοκτησία καὶ ἡ παραγωγὴ, αἵτινες εἶναι προϊὸν τῆς ἐργασίας αὐτοῦ τοῦ κατέχοντος καὶ τῶν παραδοσάντων εἰς αὐτὸν τὴν κατοχήν· οἱ κάτοχοι καλλιεργουμένης γῆς καὶ οἱ δικαιοπάροχοι αὐτῶν αὐτοὶ ἔδωκαν καὶ δίδουσι τὴν ἀξίαν εἰς τὴν κτῆσιν, ἥτις ἄνευ τῆς ἐκχερσώσεως, τῆς ἐμφυτεύσεως καὶ τῆς καλλιεργείας οὐδεμίαν θὰ εἶχεν ἀξίαν. Τὸ δάσος ὅμως ἔχει ἀξίαν ἄνευ οὐδεμιᾶς παρεμβάσεως τοῦ ἰδιοκτήτου. Ἡ μόνη παρέμβασις, ἥτις ἀπαιτεῖται παρ’ αὐτοῦ, εἶναι ἡ φύλαξις, ταύτην δὲ τὴν φύλαξιν ἂν αὐτὸς δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ ἐπαρκῶς, πάντως πρέπει νὰ ἐκπληρώσῃ ἢ νὰ συμπληρώσῃ ἡ Πολιτεία. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 11–14, ὡς ἔχουσι).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται).
§120ΡΑΛΛΗΣ. Δύο παρατηρήσεις ἔχω νὰ φέρω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Πρῶτον ὡς πρὸς τὸν περιορισμὸν τοῦ δικαιώματος τοῦ δικαστηρίου, τοῦ νὰ ἀναβάλλῃ τὴν ὑπόθεσιν ἀορίστως. Ἰδοὺ τί λέγει: «Τὸ δικαστήριον δύναται νὰ διατάξῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς δίκης, ἀλλὰ μόνον εἰς ὡρισμένην δικάσιμον οὐχὶ μακροτέραν τοῦ μηνός.» Διατὶ τοῦτο;
§121ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν ταχεῖαν ἐκδίκασιν.
§122ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα μᾶλλον τῆς Εἰσαγγελίας, ἡ εἰσαγωγὴ δηλ. τῆς ἀγωγῆς· ἀρκεῖ, ὅτι προβλέπει ὁ νόμος, ὅτι δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως εἰσάγονται καὶ ἐντὸς μηνός. Τὰ λοιπὰ τῆς διαδικασίας ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἀφεθῶσιν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστηρίου. Ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξωσι περιστάσεις, καθ’ ἃς δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις αὕτη, ἐφαρμοζομένη δὲ, νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παρέλκυσιν τῆς κατηγορίας, διότι θ’ ἀναγκασθῇ τὸ δικαστήριον, ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ πρώτη αὕτη ἀναβολὴ δὲν ἤθελε θεωρηθῆ ἐπαρκὴς, νὰ δώσῃ μίαν δευτέραν ἀναβολήν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι παρέλκει ἐντελῶς ἡ δευτέρα περίοδος τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρ. 15. Περιπλέον δὲν ἐννοῶ, διατὶ ἀποδίδεται εἰς τὸν δασάρχην ἡ ἰδιότης τοῦ δημοσίου κατηγόρου. Δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς ἐκπληροῦντας τὰ καθήκοντα τοῦ δημοσίου κατηγόρου;
§123ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διότι οἱ δασάρχαι θέλουσιν ὑποστηρίξει καλλίτερον καὶ εὐστοχώτερον τὴν κατηγορίαν.
§124ΡΑΛΛΗΣ. Τότε πρέπει νὰ μεταβληθῶσιν ἐν γένει αἱ διατάξεις τοῦ ποινικοῦ ἡμῶν νόμου περὶ δασῶν. Δὲν βλέπω, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποκατασταθῇ ὁ δασάρχης εἰς τὸν δημόσιον κατήγορον· ἀλλ’ ὑποκαθιστάμενος ζημιοῖ καὶ τὴν κατηγορίαν κατὰ τοῦτο, ὅτι ἐλλείπει εἷς μάρτυς, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ χρησιμεύσῃ. Αὐτὰς τὰς δύο παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω.
§125ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ τὸ σύστημα δὲν εἶναι πρωτότυπον. Τὸ ἔχουσι πρὸ πολλῶν ἐτῶν εἰς ἄλλα Κράτη. Εἰς τὴν Γερμανίαν δημόσιοι κατήγοροι εἶναι οἱ δασάρχαι, οὐχὶ μόνον δὲ ἐπὶ πταίσματι, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ πλημμελήματι, θεωροῦνται δὲ αὐτοὶ ὡς καταλληλότεροι περὶ τὴν προστασίαν τῆς δημοσίας ἀγωγῆς.
§126ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅτι τὰ προσόντα τῶν δασαρχῶν, τὰ ὁποῖα διαγράφει, ἀποδεικνύουσι βεβαίως, ὅτι ἡ δημοσία κατηγορία ἡ κοινὴ δὲν θέλει ὑποκατασταθῆ προσηκόντως διὰ τῶν δασαρχῶν, καὶ ὅτι ἀντὶ ὠφελείας θὰ ἔχωμεν βλάβην. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 15, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 16 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.)
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 17 (ἀναγινώσκεται).
§128ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ λέξις «ὑπηρεσιακὰς», ἐν τῷ προτελευταίῳ στίχῳ τῆς πρώτης παραγράφου ἐτέθη κατὰ λάθος, ἀντὶ «πρακτικάς.»
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθῇ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 17 μετὰ τῆς διορθώσεως ταύτης).
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 18 (ἀναγινώσκεται).
§131Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου τούτου, ἀντὶ «τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου ὡς προέδρου», νὰ τεθῇ «τοῦ γενικοῦ γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὡς προέδρου»· ἀμέσως δὲ κατόπιν, ἀντὶ «τοῦ γενικοῦ γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν», νὰ τεθῇ «τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου»· διότι ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι εἶναι ὁμοιόβαθμοι ὁ γενικὸς γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ δικαστικὸς σύμβουλος, ἀλλ’ ὅτι ἕπεται κατὰ τὰ νενομισμένα ὁ δικαστικὸς σύμβουλος τοῦ γενικοῦ γραμματέως.
§132ΡΑΛΛΗΣ. Μίαν παρατήρησιν θὰ κάμω ἐπὶ τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 18. Ἐννοῶ τὴν διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν μετάθεσιν τῶν δασαρχῶν ἀπὸ μιᾶς δασικῆς περιφερείας εἰς ἄλλην, ἀλλὰ τὴν ἐπάνοδον τούτων εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ἄνευ ἐκδόσεως Β. Διατάγματος νομίζω, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ ἐπιδοκιμάσῃ, καθόσον πρόκειται περὶ τοποθετήσεως ἀξιωματικῶν. Πῶς εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἐπανέρχωνται οὗτοι εἰς τὸ σῶμά των, ἅπαξ τοποθετηθέντες εἰς τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν, δι’ ἁπλῆς διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔστω καὶ τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Συμβουλίου;
§133Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐπάγεται τοποθέτησιν τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐν τῷ σώματί του, ἐπάγεται τὴν ἐπάνοδον αὐτοῦ εἰς τὸ σῶμα, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ κανονίσῃ τὰ τῆς τοποθετήσεως αὐτοῦ.
§134ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ προκαλέσῃ διάταγμα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 18, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 19 (ἀναγινώσκεται).
§136ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ πεῖρα τῶν ξένων ἀποστολῶν ἔπρεπε νὰ μᾶς θεραπεύσῃ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 19. Βλέπω ἐδῶ, ὅτι δημιουργοῦνται θέσεις ἐπιθεωρητῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀνήκωσιν εἰς ἀλλοδαποὺς ἐπόπτας, οἵτινες θὰ λαμβάνωσι μισθὸν δραχμῶν 700 κατὰ μῆνα. Νομίζω ὅτι καὶ αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις, τὰς ὁποίας διερχόμεθα, δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν δημιουργίαν τοιούτων θέσεων, ἀλλὰ καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν οὗτοι, ξένοι ἐντελῶς καὶ μὴ γνωρίζοντες καὶ τὸν τόπον καὶ τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα καὶ τοὺς κατοίκους, νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τίποτε. Θὰ χρησιμεύσωσι μόνον εἰς τὸ νὰ αὐξήσωσι τὰς ματαίας δαπάνας, τὰς ὁποίας εἰσάγομεν διὰ τοιούτων νομοσχεδίων.
§137Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ παρόντι ἔχομεν ἕνα ἀλλοδαπὸν ἐπόπτην, καὶ εἶναι ἐπιτυχὴς ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ, τοῦτο δὲ ἀναγνωρίζεται οὐ μόνον ὑπὸ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἀναγνωρίζεται καὶ ὑπὸ τῶν τοπικῶν ἀρχῶν, καθόσον ἐγένοντο παραστάσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι εἶναι συμφέρον, ἵνα ἐπεκταθῇ ἡ δικαιοδοσία αὐτοῦ ἐπὶ πάντα τὰ συνορεύοντα δάση, ἐπολλαπλασιάσθησαν δὲ τὰ ἔσοδα τοῦ ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν αὐτοῦ δάσους. Δὲν νομίζω ἄρα, ὅτι ἐπὶ τῷ μισθῷ, ὃν ἐνταῦθα προσδιορίζομεν, καὶ ὅστις εἶναι αὐτὸς ὁ λαμβανόμενος παρὰ τοῦ ἤδη ὑπάρχοντος ἐπόπτου, θὰ ἦναι ἀδύνατον νὰ ἑλκύσωμεν ξένους χρησίμους. Ὁ δὲ ἀριθμὸς, ὃν ὡρίσαμεν, εἶναι πολὺ μικρός, καὶ θὰ ἦναι εὐτύχημα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, ἂν λειτουργήσῃ ἡ διάταξις αὕτη.
§138ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ ἔχομεν ἤδη πενταπλασιασμὸν τῆς δαπάνης τῆς ἤδη καταβαλλομένης, διότι διὰ τοῦ ἄρθρου 19 δίδεται ἡ ἄδεια, ὅπως ὁ εἷς ἐπόπτης ἀναβιβασθῇ εἰς 5. Καὶ βλέπω καὶ μίαν πρότασιν, ἡ ὁποία μοὶ φαίνεται ἔκτακτος, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως πολιτογραφῇ τοὺς βουλομένους ἐκ τῶν ξένων αὐτῶν ἐποπτῶν διὰ Β. Διατάγματος, ἄνευ τῶν διατυπώσεων τῶν ἀπαιτουμένων ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ ἀποκτήσεως τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας. Πρὸς τίνα σκοπόν; Διατὶ θὰ τοῖς προσδώσητε ἐκτὸς τῆς ἰδιότητος τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, ἡ ὁποία θὰ τοῖς δοθῇ δυνάμει τῆς ἀδείας, ἡ ὁποία περιλαμβάνεται ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 19, καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ πολίτου Ἕλληνος;
§139Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ ἐν γένει νομοθεσία ἡμῶν περὶ τὰ τῆς πολιτογραφήσεως εἶναι τοσοῦτον στενή, ὥστε νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι εἶναί τι ἔκρυθμον ἡ διευκόλυνσις περὶ τὰ τῆς ἀποκτήσεως τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας. Ἡ ἀρχὴ ἡ κρατοῦσα παρ’ ἡμῖν εἶναι ἡ εὔκολος ἀπόκτησις τῆς ἰθαγενείας, καὶ ὅταν τις ἀποδεικνύηται χρήσιμος εἰς τὴν Πολιτείαν, δυνάμεθα νὰ παράσχωμεν εἰς αὐτὸν ἐξαιρετικῶς τὸ δικαίωμα, ὅπως ἄνευ τῶν συνήθων διατυπώσεων ἀποκτήσῃ τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν. Τοῦτο παρείχομεν κατὰ γενικὴν ἀρχὴν εἰς ἄλλους ἄνευ οὐδεμιᾶς εἰδικῆς ἀποδείξεως χρησιμότητος, διότι εἴχομεν νομοθεσίαν ἕως πρὸ ὀλίγου, ἥτις ἐπέτρεπε τὴν παροχήν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι πάλιν θ’ ἀποκτήσωμεν τοιαύτην νομοθεσίαν, ὑπαρχούσης περὶ τούτου κυβερνητικῆς προτάσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐννοεῖται ὅτι, ψηφιζομένης τῆς προτάσεως, ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου καθίσταται περιττή· ἀλλὰ καὶ πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς προτάσεως, τὸ πνεῦμα, ὅπερ ὑπηγόρευσε τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῆς, ἐπιτρέπει, ὅπως περιληφθῇ ἐν εἰδικῷ νόμῳ διάταξις, ὁποία ἡ τοῦ παρόντος ἄρθρου.
§140ΡΑΛΛΗΣ. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἤμεθα μᾶλλον φειδωλοὶ εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς ἰδιότητος τοῦ πολίτου Ἕλληνος εἰς τοὺς ἀλλοδαπούς. Καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἐπολέμησα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος καὶ τελικῶς κατηργήθη, καὶ περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ ὁποίου ἔχει ὑποβληθῆ νομοσχέδιον, διότι ἐκεῖνοι ἐκ τῶν ἀλλοδαπῶν, οἱ ὁποῖοι τοσοῦτον εὐκόλως μεταβάλλουσι τὴν ὑπηκοότητά των, βεβαίως κρίνουσιν, ὅτι δὲν εἶναι δύσκολον εἰς αὐτοὺς νὰ ἀποβλέψωσιν εἰς μίαν ἄλλην ὑπηκοότητα, ἐκ τῆς ὁποίας μόνον ὠφελείας θὰ ἔχωσι καὶ οὐδὲν καθῆκον. Ἐκτὸς τούτου, ἐπὶ τοῦ προκειμένου διατὶ θὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἰδιότητα τοῦ πολίτου Ἕλληνος; διὰ νὰ ἀποκλείσωμεν ὁριστικῶς πλέον τοὺς πολίτας Ἕλληνας τοῦ δικαιώματος καὶ τοῦ καθήκοντος νὰ καθέξωσι τὰς θέσεις τῶν ἐποπτῶν τῶν δασῶν; Βεβαίως, ἐὰν προσδώσωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἰδιότητα τοῦ πολίτου Ἕλληνος, ἀναγκαίως θέλομεν τοὺς καταστήσει ἰσοτίμους πρὸς τοὺς πολίτας Ἕλληνας, καὶ οὕτω θέλομεν ἀποκλείσει τοὺς πολίτας Ἕλληνας τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ καθέξωσι τὰς θέσεις, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει τὸ ἄρθρον 19. Ἐγὼ ἐννοῶ κάλλιστα τὴν ἀνάγκην τοῦ Δημοσίου εἰς τὸ νὰ προσλάβῃ εἰς ὡρισμένην ὑπηρεσίαν ἀλλοδαποὺς, καθόσον τὸ Κράτος δὲν εὑρίσκει ἐν τῇ χώρᾳ τὰς εἰδικότητας ἐκείνας, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, ἀλλὰ τὰς εἰδικότητας αὐτὰς νὰ τὰς καταστήσωμεν ὡς προῖκα εἰς τοὺς ἀλλοδαποὺς, τοῦτο δὲν τὸ ἐννοῶ. Καὶ ἀκριβῶς εἰς τοῦτο συντελεῖ ἡ διάταξις αὕτη, διὰ τῆς ὁποίας θέλομεν προσδώσει αὐτοῖς ἐκτὸς τοῦ διορισμοῦ, ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ, καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ πολίτου Ἕλληνος. Ὡς μέτρον προσωρινὸν τὴν πρόσληψιν τῶν ἀλλοδαπῶν εἰς τὴν ἑλληνικὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἐννοῶ, διότι πρόκειται νὰ πληρώσωμεν ἓν κενὸν, τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν ἄλλως· ἀλλὰ πάντοτε θὰ πολεμήσω διατάξεις τοιαύτας, διὰ τῶν ὁποίων ἀπονέμεται εἰς τοὺς ἀλλοδαποὺς, ἐκτὸς τοῦ διορισμοῦ καὶ τοῦ μισθοῦ, καὶ ἡ ἰδιότης τοῦ πολίτου Ἕλληνος. Ζητεῖτε, ἐπαναλαμβάνω ν’ ἀποκαταστήσητε τοὺς ἀλλοδαποὺς πολίτας Ἕλληνας, καὶ ν’ ἀποκλείσητε τοὺς ἡμεδαποὺς τοῦ νὰ καθέξωσι τὰς θέσεις, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει τὸ ἄρθρον.
§141Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἔχομεν πλὴν τοῦ διευθύνοντος τὸ τμῆμα δύο ἐπιθεωρητάς, καὶ δὲν ἠδυνήθημεν ν’ ἀποκτήσωμεν καὶ τρίτον· ἡ κειμένη δὲ νομοθεσία περιλαμβάνει τὴν διάταξιν, ἣν κατακρίνει ὁ κ. Βουλευτής, καὶ ὅμως δὲν ἠδυνήθημεν νὰ εὕρωμεν ἀλλοδαπὸν, δεχόμενον νὰ ὑπηρετήσῃ ὑπὸ τοὺς ὅρους τῶν ἡμεδαπῶν. Διότι παρετήρησε βεβαίως ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ὁ ἀλλοδαπὸς, γινόμενος Ἕλλην, δὲν ὑπηρετεῖ πλέον ὡς ἐπόπτης, ἀλλ’ ὑπηρετεῖ ὡς ἐπιθεωρητής, τουτέστιν ἀφομοιοῦται κατὰ πάντα πρὸς τὸν Ἕλληνα, παρασχὼν διὰ τῆς πολιτογραφήσεως αὐτοῦ ὡς Ἕλληνος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὸ πλεονέκτημα τῆς ἀποκτήσεως ἐπιθεωρητοῦ, ὃν ἄλλως δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποκτήσῃ, διότι, ὡς εἶπον, ἀπὸ χρόνου ἤδη ὑπάρχουσι κεναὶ θέσεις, τὰς ὁποίας θὰ ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς πολίτας Ἕλληνας, ἀλλὰ πολίτας Ἕλληνας ἔχοντας τὰ προσόντα δὲν εὑρίσκομεν· ξένοι εὐκόλως δὲν ἔρχονται, ἵνα δεχθῶσι τοιαύτην ὑπηρεσίαν, ἔρχονται ὅμως ἵνα δεχθῶσι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπόπτου ὑπὸ τοὺς ἐξαιρετικοὺς ὅρους τοῦ νόμου. Ὑπεθέσαμεν δὲ, ὅτι, ἀφοῦ τις ἔλθῃ ὡς ἐπόπτης, ἵνα ὑπηρετήσῃ προσωρινῶς, δύναται μετά τινος χρόνου διαμονὴν ἐνταῦθα νὰ εὕρῃ τὰ ἐδῶ σύμφωνα πρὸς τὰς διαθέσεις του, καὶ τότε ν’ ἀποφασίσῃ νὰ ἐγκατασταθῇ. Ἐὰν τὸν ἐκαλοῦμεν ἀρχικῶς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς πολιτογραφήσεως, ἤθελε βεβαίως ἀρνηθῆ, ὅταν ὅμως μείνῃ ἐδῶ ἓν ἢ δύο ἢ τρία ἔτη καὶ συνειθίσῃ τὸν βίον τῆς χώρας, δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ θελήσῃ νὰ δεχθῇ τὴν ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου τῷ παρέχει τὴν εὐκολίαν, ὅπως, γινόμενος πολίτης Ἕλλην, εἰσέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν διαρκῶς, ἀλλ’ οὐχὶ πλέον ὑπὸ τοὺς ἐξαιρετικοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς διετέλει ὡς ἐπόπτης, ἀλλ’ ὑπὸ τοὺς κανονικοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς ὑπηρετοῦσιν οἱ ἐπιθεωρηταί. Τοῦτο εἶναι ῥητῶς ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ διατάξει.
§142ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ μεταβληθῇ ὁ μισθὸς ἐκ τούτου;
§143Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως, καὶ διὰ τοῦτο ἡ λέξις «ἐπιθεωρητής».
§144ΡΑΛΛΗΣ. «Διορίζονται ἐπιθεωρηταὶ ὑπεράριθμοι», τί σημαίνει;
§145Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπεράριθμοι, ἤτοι πρόσθετοι.
§146ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἦναι ὑπεράριθμοι, δὲν ὑπάγονται πλέον...
§147Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπάγονται καθ’ ὅλα, ἐξαιρέσει μόνον τῶν τοῦ ἀριθμοῦ. Μόνη ἐξαίρεσις εἶναι, ὅτι δὲν περιλαμβάνονται ἐν τῷ ἀριθμῷ τῶν 5.
§148ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν τοιαύτην ἔννοιαν ἔχῃ ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 19, νομίζω ὅτι ἐντελῶς παρέλκει· διότι βεβαίως, χάριν τῆς τιμῆς, ἡ ὁποία θὰ τῷ ἀπονεμηθῇ διὰ τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, δὲν θὰ θελήσῃ αὐτὸς νὰ ἀνταλλάξῃ τὰς ἀπολαυὰς τοῦ ἐπόπτου πρὸς τὰς ἀπολαυὰς τοῦ ἐπιθεωρητοῦ· ἀναμφισβητήτως θὰ θελήσῃ νὰ κρατήσῃ τὸν μισθὸν τῶν 700 δραχμῶν. Ὁ μισθὸς δὲ οὗτος τῶν 700 δραχμῶν ἀναγκαίως πρέπει νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν σκέψιν, ὅτι ὡς προσωρινὸν μέτρον πρέπει νὰ θεωρήσωμεν τὴν πρόσληψιν τῶν ἐποπτῶν τούτων, νὰ φροντίσωμεν δὲ νὰ παρασκευάσωμεν τοὺς εἰδικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μᾶς λείπουσι καὶ πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν ὁποίων εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ προσλαμβάνωμεν ἀλλοδαποὺς καὶ νὰ καταβάλλωμεν μισθοὺς ἀνωτέρους τοῦ μισθοῦ οἱουδήποτε ἄλλου ὑπαλλήλου· ἴσως μόνον τῶν δικαστικῶν συμβούλων ἢ τῶν νομικῶν συμβούλων ὁ μισθὸς ἐξισοῦται πρὸς αὐτόν. Δὲν ἔχομεν ἐν τῇ ὑπαλληλικῇ ἡμῶν κλίμακι οὐδένα ὑπάλληλον πληρονόμενον μὲ τὸν μισθὸν τῶν 700 δραχμῶν. Τοῦτο καὶ μόνον ἔπρεπε νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν σκέψιν, ὡς εἶπον, περὶ ἀναπληρώσεως τοῦ κενοῦ τούτου, πολὺ δὲ εὔκολον ἦτο εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νὰ μορφώσῃ τοὺς εἰδικούς, ἀλλὰ δὲν τοὺς ἐμόρφωσε. Βεβαίως ἔχομεν τὴν ἀνάγκην νὰ προσφεύγωμεν εἰς τὰ ξένα Κράτη, ὅπως εὕρωμεν τοὺς εἰδικοὺς τούτους· ἀλλὰ νὰ μὴ καταστήσωμεν τὴν πληγὴν ταύτην τῶν ἀλλοδαπῶν χρονίαν· νὰ τὴν ἔχωμεν, ἐνόσῳ δὲν ἔχομεν ἡμεδαποὺς, ὅταν δὲ δυνηθῶμεν νὰ παρασκευάσωμεν τοὺς εἰδικοὺς ἐκ τῶν ἡμετέρων, νὰ ἀπαλλαχθῶμεν τῆς πληγῆς ταύτης. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 19, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως· ὡσαύτως δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως κατ’ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων καὶ Γυμνασίων.
§150ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπειδὴ πολλοὶ συνάδελφοι ἐζήτησαν τὸν λόγον, καὶ ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§151ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἄς ἀναβληθῇ.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ συζήτησιν, τὰ νομοσχέδια: αʹ) Περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1893, καὶ βʹ) Περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτους 1893).
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 καὶ 45′ μ. μ.