| 2258 | 1891 | δρ. | 4,010,030 | |
| 2259 | 1889 | » | 2,555,043 | |
| 2260 | 1888 | » | 1,721,253 | |
| 2261 | 1887 | » | 2,190,176 | |
| 2262 | 1883 | » | 2,022,175 |
1893.01.25
2.514 στίχοι · 18.708 λέξεις · 1 πίνακας · 162 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 48
τῆς 25 Ἰανουαρίου 1893.
(Δευτέρα).
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, μετὰ λύπης ἀναγγέλλω εἰς ἡμᾶς τὸν θάνατον τοῦ ἐκ Δομοκοῦ βουλευτοῦ Ἀντωνίου Οἰκονομίδου, συμβάντα σήμερον πρὸ μεσημβρίας. Ἐπειδὴ ὁ μεταστὰς συνάδελφος δὲν ἔχει συγγενεῖς ἐνταῦθα, τὸ Προεδρεῖον ἀνέλαβε νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς κηδείας του, γενησομένης δημοσίᾳ δαπάνῃ. Τὸ Προεδρεῖον θὰ καταθέσῃ στέφανον ἐπὶ τοῦ νεκροῦ, ἡ δὲ κηδεία γενήσεται αὔριον τὴν 10 ὥραν π. μ. Παρακαλῶ δὲ τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ συνοδεύσωσι τὴν ἐκφορὰν τοῦ νεκροῦ.
§3Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ παρακολουθήσῃ.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἡ ἐκφορὰ γενήσεται τὴν 10 π. μ. ἐκ τοῦ ξενοδοχείου τοῦ Στέμματος.
§5ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ συλλυπηθῆτε τὴν οἰκογένειαν τοῦ μακαρίτου συναδέλφου ἐπ’ ὀνόματι τῆς Βουλῆς.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτηλεγράφησα ἀμέσως εἰς τὴν οἰκογένειάν του, ἀναγγέλλων τὸ θλιβερὸν γεγονὸς καὶ διαβιβάζων τὰ συλλυπητήριά μου. Ἤδη, ἐκτελῶν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, θὰ συλλυπηθῶ τὰ τέκνα τοῦ μακαρίτου καὶ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς.
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν σπουδαστῶν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Μαιευτικοῦ Σχολείου καὶ Μαιευτηρίου. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ, ὅπω ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου;
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Τηλεγράφημα τοῦ ταμίου καὶ τοῦ τελώνου Κορίνθου, ἀπαντώντων εἰς τὰ κατ’ αὐτῶν λεχθέντα ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Κορινθίας κ. Κροκιδᾶ καὶ διαψευδόντων αὐτά.
§11Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως 1892 ἐκ δραχμῶν 332,472.51, ἐξ ὧν 85,468 τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Ἐξωτερικῶν, 70,008 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, 53,995 τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, 101,000 τῶν Στρατιωτικῶν καὶ 22,000 τῶν Οἰκονομικῶν. Ὡσαύτως ἕτερον νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 5,345 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν τῆς χρήσεως 1892. Ὑποβάλλω καὶ σχέδιον νόμου περὶ προσωρινῆς ἀτελείας πρώτων ὑλῶν ἐπὶ ἐξαγωγῇ αὐτῶν, μεταποιουμένων εἰς βιομηχανικὰ προϊόντα. Εἶναι αἱ πρῶται αὗται ὗλαι ζάκχαρις πρὸς κατασκευὴν ζακχαροπήκτων, ζακχαροπλάστων λουκουμίων καὶ ῥοσολίων, αἱ πρὸς κατασκευὴν πίλων, τσιμέντον καὶ ὑδραυλικὴ ἄσβεστος πρὸς κατασκευὴν πλίνθων, κρυσταλλινοπίνακες πρὸς κατασκευὴν κατόπτρων καὶ τὰ πρὸς κατεργασίαν ἀκατέργαστα δέρματα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 147–149).
§13Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας χθὲς ὑπέβαλεν ἔγγραφον ἐπερώτησιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς· «Παρακαλεῖται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν κατὰ τὸ ἄρθρον 34 τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων ἐπιτρέπηται μετάθεσις οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων ἐξ ἑνὸς κλάδου εἰς ἕτερον καὶ, ἐὰν μή, διατὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει προήγαγε τὸν τελωνειακὸν ταμίαν Παντελέσκον εἰς ἐπιστάτην διαμετακομίσεως». Τοιαύτη διάταξις, ὁποίαν μνημονεύει ὁ κ. Βουλευτής, ὑπάρχει, ἀλλ’ ὁ κ. Παντελέσκος πληροῖ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου πρὸς ἣν ἔλαβε προαγωγήν, διότι ἦτο, ὡς ἡ ἐπερώτησις μνημονεύει, τελωνειακὸς ταμίας, κατὰ δὲ τὸν νόμον, τὸν κρατοῦντα ἕως πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτε ὁ νεώτερος ἐτέθη ἐν ἰσχύϊ, οἱ τελωνειακοὶ ταμίαι ἦσαν τελωνειακοὶ ὑπάλληλοι· σήμερον δὲν εἶναι τελωνειακοὶ ὑπάλληλοι, ἀλλὰ ταμειακοί, ἐφ’ ὅσον ὅμως, αὐτὸς διετέλεσεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ταύτῃ, ἴσχυεν ὁ νόμος τοῦ 1889 ΑΨΛϚʹ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου τούτου (ἀναγινώσκει) «τὸ προσωπικὸν τῶν τελωνειακῶν ἀρχῶν καὶ ὁ μισθὸς αὐτῶν ὁρίζεται ὡς ἑξῆς». Ἕπεται δ’ ὁ πίναξ, ἐν ᾧ εὑρίσκομεν καὶ τὸν τελωνειακὸν ταμίαν.
§14ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν περὶ καπνοῦ νόμων αἱ ἀρχαὶ τῆς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς περιέστησαν εἰς διαφωνίαν πρὸς διαφόρους καπνοπαραγωγοὺς καὶ προέβησαν, κατ’ αὐτούς, κακῶς εἰς κατάσχεσιν καπνῶν. Περὶ τούτου ὑποβάλλω σύστασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν μετ’ ἀντιγράφου τῆς ἀναφορᾶς, ἡ ὁποία ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ τὰ δέοντα.
§15ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ κ. Θεοτόκη διευθύνει, νομίζω, τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ἀντικειμένου. Ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων διὰ διαταγῆς του ἀπέλυσέ τινας τῶν εἰδικῶν παρέδρων τοῦ δήμου Ἀθηναίων, μεταξὺ τούτων δὲ καὶ τοὺς τῶν χωρίων Χαλανδρίου, Ἀμαρουσίου καὶ Κηφισσίας. Ἀλλ’ οἱ εἰδικοὶ οὗτοι πάρεδροι εἶχον τὰς θέσεις αὐτὰς, καθόσον εἶχον ἐκλεχθῆ δι’ εἰδικῆς ψήφου τῶν παρέδρων, κατὰ συνέπειαν φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Δήμαρχος Ἀθηναίων δὲν εἶχε δικαίωμα ν’ ἀπολύσῃ αὐτοὺς διὰ διαταγῆς του. Ἠδύνατο μόνον νὰ πράξῃ τοῦτο κατὰ παρέδρων, οἱ ὁποῖοι εἶχον διορισθῆ ὑπ’ αὐτοῦ, ὅπερ δὲν συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μεριμνήσῃ περὶ τούτου, καθόσον μάλιστα ὁ Δήμαρχος δὲν διέταξεν, ὡς ὤφειλε, τὴν ἀναπλήρωσιν τῶν ἀπολυθέντων παρέδρων δι’ ἐκλογῆς, ἀλλὰ προέβη εἰς τὸν διορισμὸν νέων.
§16Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ ὑποβάλητε τὴν ἐπερώτησιν ἐγγράφως.
§17ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§18Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι τὸ ἐν Δημητσάνῃ Γυμνάσιον διατελεῖ ἐν πλήρει ἀπραξίᾳ, διότι δύο καθηγηταὶ, τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Γαλλικῆς, λείπουσιν, ὁ δὲ Γυμνασιάρχης, ἀσθενῶν πρὸ δύο μηνῶν, ἀδυνατεῖ νὰ διδάξῃ· ἑπομένως μένει τὸ Γυμνάσιον μὲ δύο καθηγητὰς, οἱ δὲ μαθηταὶ, ἐντόπιοι καὶ ξένοι, μένουσιν ἐκεῖ, δαπανῶντες καὶ μὴ διδασκόμενοι. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φροντίσῃ, ὅπως ταχέως διορισθῶσι καθηγηταὶ, ἀντικατασταθῇ δὲ ὁ Γυμνασιάρχης, ἐὰν δὲν δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ, διότι εἶναι περιττὸν νὰ ὑπάρχῃ Γυμνάσιον ἄνευ καθηγητῶν.
§19ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι τὸ Γυμνάσιον τῆς Δημητσάνης περιέχει μικρὸν ἀριθμὸν καθηγητῶν, πέντε νομίζω ἐν ὅλῳ. Καθηγητὴς τῆς Γαλλικῆς βεβαίως δὲν ὑπάρχει, ὅπως καὶ εἰς πλεῖστα ἄλλα Γυμνάσια, ἐλλείψει προσώπων, ἀνατίθεται δὲ τὸ μάθημα τοῦτο εἰς ἕνα τῶν ἄλλων καθηγητῶν, ὅπως διδαχθῶσι τοὐλάχιστον τὰ στοιχειώδη οἱ μαθηταί. Περὶ τῆς ἀσθενείας τοῦ Γυμνασιάρχου εἶχεν ἡ ὑπηρεσία εἴδησιν· ὑποθέτω ὅμως, ὅτι ἀνέῤῥωσεν ἤδη οὗτος καὶ ἐξακολουθεῖ τὴν διδασκαλίαν του. Ἀλλὰ καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ ἀσθένειά του διαρκεῖ εἰσέτι, δὲν δυνάμεθα ἀμέσως νὰ τὸν ἀπολύσωμεν, διότι δὲν πάσχει χρονίως.
§20Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγω τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ καθηγητὴς τῆς Ἑλληνικῆς δὲν ὑπάρχει.
§21ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Καθηγητὴς τῆς Ἑλληνικῆς ὑπάρχει. Ἐν τούτοις θὰ ἐξετάσω, καὶ ἂν ἦναι ἀνάγκη, θὰ ἐπιφέρω τὴν δέουσαν θεραπείαν.
§22Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλος τις δὲν ζητεῖ τὸν λόγον. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους διὰ τὸ 1892. Ὁ κ. Μεσσηνέζης ἔχει τὸν λόγον.
§24ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὰ σοφὰ τῶν γεραρῶν ἐκείνων ἀνδρῶν παραγγέλματα, καὶ ἰδίως ὅτι εἶναι πλάνη ἐπικίνδυνος τὸ κλείειν τοὺς ἀπολογισμοὺς μὲ ἐλλείμματα, εἴτε μὲ δάνεια, τὰ διδάγματα τῆς ἐπιστήμης, τῆς πείρας, τῆς ἀκραιφνοῦς φιλοπατρίας ἐλησμονήθησαν, περιεφρονήθησαν, ὡς διδάγματα ἀπηρχαιωμένης Σχολῆς τὸ δὲ σκάφος τῆς Πολιτείας, τῆς διατελούσης ὑπὸ χωλὸν πολίτευμα, παρεδόθη ἄνευ ἕρματος, ἄνευ πηδαλιούχου πεπειραμένου, ἀγρύπνου, στιβαρὰν ἔχοντος τὴν χεῖρα, εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἀγρίων κυμάτων ἀκράτου φιλαρχίας, φιλαρχίας συντασσομένης εἰς κόμματα προσωπικὰ, κατ’ εὐφημισμὸν αὐτοκαλούμενα πολιτικὰ, ἔχοντα ὡς μόνην μέριμναν τὴν κατάληψιν τῆς ἐξουσίας δίκην λείας, καὶ ὡς λείαν διαχειριζόμενα αὐτὴν καὶ ὑποβάλλοντα τὰ πάντα εἰς τὴν ἀνάγκην τὴν πολιτικὴν τοῦ κόμματος, τὴν μηδὲν σεβομένην καὶ οὐδενὸς φειδομένην· δυνάμεως δὲ μέσης, ἰσοῤῥοπούσης τὴν τῆς βασιλείας καὶ τὴν τοῦ λαοῦ, μὴ ὑπαρχούσης κατὰ τὸ πολίτευμα, τῆς δὲ Πολιτείας μεταπιπτούσης ἀπὸ δικτατορίας βουλήσει τῆς ἀρχῆς εἰς δικτατορίαν ψήφῳ τοῦ λαοῦ, καὶ ἐπιβαλλομένων, χάριν τῶν πολλαπλῶν ἀναγκῶν τῆς τοιαύτης πολιτικῆς καταστάσεως, ἐκρύθμου, νευροπαθοῦς, ἔστιν ὅτε, καὶ μεγαλομανοῦς, φόρων ἐπὶ φόρων ἀλογίστων καὶ καταθλιπτικῶν καὶ συνομολογουμένων δανείων ἐπὶ δανείων ὑπὸ ὅρους βαρεῖς καὶ ὑπὸ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς πληρωμῆς εἰς χρυσὸν φυγαδευθέντα ἐπίτηδες πρὸ καιροῦ, ἤχθησαν, Κύριοι, τὰ τῆς Πολιτείας, ὡς ἑπόμενον ἦτο, εἰς ὃ σημεῖον ἵστανται, ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς, εἰς κρίσιν πολιτικὴν ἐπίφοβον, εἰς κρίσιν οἰκονομικὴν ἀπαισίαν, εἰς κατάστασιν κοινωνικὴν ἀπογνώσεως. Ἐὰν ἡ κατάστασις αὕτη ᾖναι, κύριε ἐκ Πυλίας Βουλευτὰ, ἀξία χειροκροτημάτων καὶ ἐπευφημιῶν, νὰ χειροκροτήσωμεν καὶ νὰ ἐπευφημήσωμεν αὐτούς· ἀλλὰ ἡ συνείδησίς μας, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, λέγει ἡμῖν νὰ καλύψωμεν ἅπαντες τὸ πρόσωπον ὑπὸ καταισχύνης, διότι ἡ τοιαύτη κατάστασις εἶναι ἔργον πάντων ἡμῶν. Ἡ πολιτικὴ τοῦ τόπου κατάστασις, κύριοι Βουλευταὶ, ὑπὸ τὴν νέαν τῶν πραγμάτων τάξιν, ἀσταθὴς κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη, ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἀνώμαλος, καθίσταται ἔργον τοῦτο τῆς πάλης μεταξὺ τῶν πολλῶν τότε κομμάτων καὶ προσωπικῆς πολιτικῆς, τῆς ἀρχῆς ὑποχωρούσης ἐν δέοντι, τολμώσης ἐν δέοντι. Ἀπὸ τοῦ 1875 κατέστη ἔκρυθμος, δὶς προκαλέσασα λαϊκὴν ἐξέγερσιν, ἀπὸ δὲ τῆς 17 Φεβρουαρίου π. ἔ. ἔλαβε τροπὴν, ἣν δὲν διστάζω νὰ χαρακτηρίσω ὡς ἐπίφοβον. Ἓν βῆμα πρὸς τὰ πρόσω, Κύριοι, καὶ αἱ ἐλευθερίαι τῆς Ἑλλάδος καταλύονται, καὶ ἡ Ἑλλὰς καταδικάζεται εἰς τὴν τύχην τιμαρίου. Προσέξατε οἱ κρατοῦντες τὴν ἐξουσίαν, προσέξατε οἱ μετὰ θέρμης διεκδικοῦντες αὐτὴν, διότι ἡ Ἑλλὰς ἄνευ ἐλευθεριῶν δὲν εἶναι Ἑλλάς· ἡ Ἑλλὰς, διὰ νὰ ὑπάρξῃ, πρέπει νὰ κρατῇ ὑψηλὰ τὸ λάβαρον τῶν ἐλευθεριῶν. Ἐξέγερσις λαϊκὴ, ὁποία ἡ τῆς 7 Ἀπριλίου, ἢ τῆς 14 Ὀκτωβρίου, καὶ ἡ νέα τάξις τῶν πραγμάτων ἐκτίθεται εἰς σπουδαῖον κίνδυνον ἀνατροπῆς. Ἀπαίσιον καὶ τὸ πρῶτον καὶ τὸ δεύτερον. Πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν, ὅπως ἀποφύγωμεν τοὺς σκοπέλους, κατὰ τῶν ὁποίων πλέομεν καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων κινδυνεύομεν νὰ συντριβῶμεν. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐὰν δὲν καταστήσωμεν ἄρτιον τὸ πολίτευμα ἡμῶν, ἐὰν δὲν καταστήσωμεν πρᾶγμα τὴν διαίρεσιν τῶν ἐξουσιῶν, ἐὰν οἱ κυβερνῆται δὲν ὑποχρεωθῶσι καὶ παρ’ αὐτῆς τῆς Βασιλείας νὰ σέβωνται τοὺς θεσμοὺς καὶ νόμους, καὶ νὰ διοικῶσι τὸ Κράτος κατὰ τὰς διακελεύσεις τῶν νόμων, ἀδύνατος ἡ παγίωσις τάξεως πραγμάτων ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ, ἀδύνατος ἡ ἀνόρθωσις τῶν κοινῶν, ἀδύνατος ἡ ἀνάῤῥωσις τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ἀπὸ καιροῦ πασχούσης. Ἀλλὰ τὰ περὶ τούτου οὐ τῆς παρούσης ὥρας βεβαίως. Στρέψωμεν ἤδη τὰς σκέψεις ἡμῶν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, τοῦ χαίνοντος τούτου βαράθρου, ἐν τῷ ὁποίῳ τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν τὸν καταποντισμὸν καὶ τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν ἐλευθεριῶν αὐτῆς, καὶ αὐτῆς τῆς ὑπάρξεως τῆς αὐτονομίας της. Τὸ δεινὸν καὶ ἀπαίσιον τῆς πρὸ καιροῦ μαστιζούσης τὴν χώραν οἰκονομικῆς κρίσεως, τὸ προϊὸν τοῦτο τῆς ἐκρύθμου πολιτικῆς ἡμῶν καταστάσεως, καὶ τῆς ἐκ ταύτης πηγαζούσης φαύλης διοικήσεως, μαρτυροῦσι, βεβαιοῦσιν, ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους, ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου, ἡ ὄψις τῆς χώρας, ἡ παρουσία ξένων ἐλεγκτῶν,—τῶν ὁποίων τὴν ἀποστολὴν ἠρνήθη, ὡς μὴ ὤφειλεν, ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀπαντῶν εἰς περὶ τούτου ἐπερώτησίν μου,—ἀνομολογεῖ ἑκὼν ἄκων καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· τοσοῦτον δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ Πρωθυπουργὸς θεωρεῖ τὴν κρίσιν ἐπίφοβον καὶ ἀπειλητικὴν διά τε τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὥστε αὐτός, ὁ μὴ πιστεύων ἢ εἰς ἑαυτὸν καὶ εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐποιήσατο διὰ τοῦ εἰσηγητηρίου αὐτοῦ λόγου, πρὸς τὸ θεαθῆναι βεβαίως, ὡς τὸ ἀπέδειξε δι’ αὐτοῦ τοῦ λόγου του μετ’ ὀλίγον, ἐποιήσατο ἔκκλησιν εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῆς Βουλῆς, ὅπως κοινῇ συμπράξει προνοήσωμεν περὶ τῶν πρὸς ἀπόσβεσιν τῆς ἀπειλουμένης καταστροφῆς μέσων, καὶ κατέληξεν ἀπαιτῶν, ὅπως ἐν ὀνόματι τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος ὑποβληθῶμεν εἰς πᾶσαν θυσίαν, καὶ τὴν μᾶλλον σκληράν, διότι ἄλλως δὲν σώζεται ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος, τῆς δὲ τιμῆς ἀπολεσθείσης, ἀπόλλυται καὶ ἡ Ἑλλάς. Λυπηρὰ ἡ τοιαύτη στάσις ἡμῶν, κύριε Πρωθυπουργέ, μετὰ τὰς πολλὰς καὶ ἐπανειλημμένας ἐπαγγελίας ὑμῶν περὶ ἰσοζυγίου καὶ περισσευμάτων, μετὰ τὰς πολλὰς θυσίας, μετὰ τοὺς πολλοὺς καὶ βαρυτάτους φόρους, εἰς τοὺς ὁποίους ὑπεβάλετε τὸν τόπον τοῦτον. Μέγα δὲ τὸ θάῤῥος ὑμῶν, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι, τολμώντων τὰ ὅλως ἀντίθετα τῶν προηγουμένως τολμηθέντων παρ’ ὑμῶν, καὶ τολμώντων αὐτὰ μετὰ τῆς αὐτῆς αὐτοπεποιθήσεως καὶ ἐλαφρᾶς συνειδήσεως, μετὰ τῆς ὁποίας ἐτολμήσατε ἐκεῖνα, καὶ ἀπετύχετε οἰκτρῶς. Κύριε Πρωθυπουργέ, εὔχομαι νὰ ἐπιτύχητε εἰς τὰ νέα τολμήματα, σώζοντες τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐξασφαλίζοντες τὴν εὐημερίαν καὶ τὴν πρόοδον αὐτῆς. Ἐκτιμῶ τὴν ἰδέαν, ἡ ὁποία σᾶς ἐμπνέει, τοῦ νὰ κρατήσητε ὑψηλὰ τὴν ὑπόληψιν τῆς Ἑλλάδος, τοῦ νὰ σώσητε, ἂν ὄχι τὴν τιμήν, νὰ σώσητε ὅμως τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἀδικεῖ, ὅτι ἡ Ἑλλάς, ὅταν θέλῃ, δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ καὶ εἰς αὐτὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ἀνώτερα τῶν δυνάμεών της· ἐκτιμῶ τὴν ἰδέαν σας αὐτὴν, καὶ βεβαίως ἤθελον, ἐὰν ἦτο ἀνάγκη,—ἀλλ’ ἀνάγκη δὲν εἶναι,—συντρέξει ὑμᾶς παντὶ σθένει, ὅλαις δυνάμεσιν, ἐὰν ἔβλεπον, ὅτι ἐβαδίζετε τὴν ὁδὸν, ἡ ὁποία δύναται ἀσφαλῶς νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὸ ποθούμενον καὶ παρ’ ὑμῶν καὶ παρ’ ὅλων ἡμῶν ἀποτέλεσμα. Ἀλλὰ βαδίζετε τὴν πεπατημένην ὁδὸν, βαδίζετε τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ἐβαδίζετε ἐπὶ δεκαετίαν. Καθ’ ὅλην τὴν δεκαετίαν φόρους ἐπὶ φόρων, ἰσοζύγια, περίσσευμα. Ποῦ εἶναι τὸ περίσσευμα; ποῦ εἶναι τὸ ἰσοζύγιον; Δάνεια ἐπὶ δανείων! Περιεφρονήσατε, ἐπαναλαμβάνω, τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔπλασαν, τολμῶ εἰπεῖν, τὴν Ἑλλάδα. Σᾶς εἶπον φωνῇ στεντορείᾳ: ἀπέχετε ἀπὸ δάνεια, διότι τὸ δάνειον δὲν εἶναι ἰσοζύγιον, τὸ δάνειον συντελεῖ, ἵνα καταστήσῃ τὸ χρέος πάγιον, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἰσοζύγιον· σᾶς εἶπον, ὅτι αὐτὸ εἶναι πλάνη ἐπικίνδυνος, καὶ ὅμως ἐβαδίζετε κατὰ τὴν πλάνην ταύτην, καὶ ἐφέρετε τὸν τόπον εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ὡμολογήσατε καὶ σεῖς ὁ ἴδιος, οὖσαν λίαν κρίσιμον. Δὲν βλέπω ἐξ ὅλων τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλετε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως σώσητε τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, οὐδὲν μέτρον γενναῖον, ἀνδρικόν, τελεσιουργὸν πρὸς ὃν σκοπὸν ζητεῖται. Ἡμεῖς ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει ἐσώσαμεν τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος κινδυνεύουσαν. Ἀλλ’ ὅταν ἤρχοντο καὶ ἐζήτουν ἀποζημιώσεις δι’ ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας εἶχον προσφέρει, ἐξηγέρθημεν ὡς λέοντες, καὶ ἐπνίξαμεν τὰς φωνὰς ἐκείνας, καὶ ἐφάνημεν ὅτι ἠδικοῦμεν τότε, καὶ τὰ ἄτομα ἠδικοῦντο, ἀλλὰ δὲν ἐνομίσαμεν, διότι ἐκινδύνευεν ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἦτο ἐποχὴ νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὰς δικαίας ἀξιώσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπεβλήθησαν εἰς θυσίας χάριν μιᾶς ἰδέας. Ἀλλ’ ὑμεῖς προέβητε εἰς δάνεια ἐπὶ δανείων, καὶ μέγα μέρος ἐκ τῶν δανείων αὐτῶν κατεδαπανήσατε, ἵνα ἱκανοποιήσητε τὰς ἀξιώσεις τοῦ κόμματος, καὶ τοιουτοτρόπως συγκρατηθῆτε εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ δὲν ἐνεθυμήθητε καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ στάδιον τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, τίποτε δὲν ἐπράξατε, ὅπως σώσητε τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν ἐξετίθετο εἰς κίνδυνον, καὶ ἤδη, ἐπιστάντος τοῦ κινδύνου, ὅν, ὡς μὴ ὤφειλε, δὲν προελάβετε, παρουσιάζεσθε μὲ τὴν ὑπὲρ αὐτῆς σημαίαν, καὶ ζητεῖτε τὴν συνδρομὴν ὅλων ἡμῶν, ἵνα σώσητε τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἐὰν σπουδαίως ἐσκέπτεσθε περὶ τούτου, καὶ τοῦ κινδύνου ἐπιστάντος, ἔπρεπε νὰ παρουσιάσητε γενναίας οἰκονομίας, ἔπρεπεν,— εἶπον ὑμῖν τοῦτο καὶ εἰς μίαν προηγουμένην ἀγόρευσιν,— νὰ ἐπαναφέρητε τὴν δεκάτην. Ναί, πρέπει νὰ καταφύγητε, προκειμένου περὶ ἀποσοβήσεως τηλικούτου κινδύνου, εἰς τὴν πηγὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀποτελοῦσα τὴν πατρίδα, νὰ ζητήσητε τὴν συνδρομὴν αὐτῆς, ἵνα δυνηθῆτε νὰ σώσητε, ὡς λέγετε, τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν προεβαίνετε εἰς γενναίας οἰκονομίας,—ἀπὸ τῶν ἄνω πρὸς τὰ κάτω,— θὰ ἐσώζετο! Τοιουτοτρόπως οἱ ἄνδρες σώζουν τὴν τιμήν των καὶ τὴν τιμὴν τοῦ τόπου, ὅταν θέλουν νὰ τὴν σώσουν. Αἱ γενναῖαι οἰκονομίαι καὶ ἡ ἐπαναφορὰ τῆς δεκάτης ἦσαν ἀρκετὰ, διὰ νὰ ἐπαναφέρουν τὴν πίστιν εἰς τὴν Ἑλλάδα· διότι τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἢ ἡ πίστις. Ἐπαναφέρετε τὴν πίστιν, καὶ τότε ἀμέσως εὑρίσκετε τὸ χρῆμα· δὲν ἔχετε ἀνάγκην τότε δανείου· ἀλλὰ καὶ δάνεια ἐὰν θέλητε, τὰ εὑρίσκετε. Μόνον διὰ τῶν γενναίων μέτρων ὅμως ἐπαναφέρεται ἡ πίστις, καὶ ὄχι δι’ αὐτῶν τῶν νομοθετημάτων μετὰ τῶν ὁποίων μᾶς ἀπησχολήσατε ἐπὶ τοσοῦτον καιρὸν, ἐπιβάλλοντες φόρους ἐπὶ φόρων, ἀφοῦ βλέπετε, ὅτι αὐτοὶ οἱ φόροι, ἀντὶ νὰ αὐξήσουν τὰς προσόδους, τὰς ἐλαττόνουν. Ἐπαναλαμβάνω, εὔχομαι ἐξ ὅλης ψυχῆς καὶ καρδίας, ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ὑποκρίσεως, νὰ ἐπιτύχητε εἰς τὰ νέα σας τολμήματα, ἀλλὰ δεῖ δὴ χρημάτων, καὶ δεῖ δὴ ἑκατομμυρίων ἐπὶ ἑκατομμυρίων. Ποῦ, πόθεν τὰ ἑκατομμύρια ἐπὶ τῶν ἑκατομμυρίων; Τὰ ταμεῖά σας κενὰ, πίστιν δὲν ἔχομεν, ὁ λαὸς καταπεπονημένος, διότι ἡ κρίσις αὕτη δὲν εἶναι σημερινὴ, χρονολογεῖται πρὸ καιροῦ. Πόθεν λοιπὸν τὰ ἑκατομμύρια; Αὐτὸς ὁ προϋπολογισμός σας ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἔχετε τὰ μέσα· κλείει καθ’ ὑμᾶς μὲ ἔλλειμμα 6 ἑκατομμυρίων, κατὰ τὸν κ. Καραπάνον μὲ ἔλλειμμα 25 ἑκατομμυρίων, κατὰ τὸν ἐκ Λοκρίδος ἀξιότιμον Βουλευτὴν μὲ ἔλλειμμα 20 ἑκατομμυρίων· λοιπὸν ποῦ εἶναι τὸ χρῆμα, διὰ νὰ σώσητε, βαδίζοντες τὴν πεπατημένην ὁδὸν, τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος. Δάνεια! Κρούετε τὰς θύρας ὅλων τῶν ἀγορῶν, ζητοῦντες δάνεια, ἀλλ’ ἡ πεῖρα αὐτῶν τῶν ἐτῶν δὲν σᾶς ἔπεισεν, ὅτι διὰ τῶν δανείων δὲν δύνασθε νὰ σώσητε τὸν τόπον ἀπὸ τὰς δυσχερείας τὰς οἰκονομικάς; Ἐκεῖνοι, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀποτείνεσθε καὶ ζητεῖτε παρ’ αὐτῶν τὴν πίστιν, διὰ νὰ ἀνορθώσητε τὰ οἰκονομικά σας, δὲν κρίνουν καὶ αὐτοί, ὅπως ἔκριναν οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, ὅπως ἔκριναν ὅλοι οἱ λογικοὶ ἄνθρωποι, ὅτι διὰ τῶν δανείων δὲν δύνασθε νὰ ἀνορθώσητε τὰ οἰκονομικὰ εἰς ἕνα τόπον, ὁ ὁποῖος πιέζεται ἀπὸ τόσας ἀνάγκας, εἰς ἕνα τόπον, ὁ ὁποῖος ὑπέστη τόσας ζημίας, εἰς ἕνα τόπον, ὁ ὁποῖος καὶ προεγράφη ἤδη ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν οἰκονομικὴν ἀπὸ τὴν Εὐρώπην; Δὲν δύνασθε νὰ κάμητε δάνειον, ἀλλὰ καὶ ἂν κάμητε, ὀλέθριον θὰ ἦναι, καταστροφὴ τοῦ Κράτους. Κύριε Πρωθυπουργὲ, πλανῶσιν ὑμᾶς οἱ περὶ ὑμᾶς χρηματισταί. Ἐπέσατε θῦμα αὐτῶν κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τὸ πολιτικόν σας, θὰ πέσητε καὶ σήμερον, ἐὰν, παρακολουθοῦντες αὐτοὺς, βαδίσητε τὴν αὐτὴν ὁδὸν, καὶ διὰ τῶν τεχνασμάτων αὐτῶν, διὰ τῶν λεγομένων συνδυασμῶν οἰκονομικῶν, ἐπιζητήσητε τὴν λύσιν τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος. Ἀπεγύμνωσαν οἱ χρηματισταὶ τὴν Ἑλλάδα! Δὲν ἀρκοῦνται εἰς τοῦτο, θέλουν νὰ τὴν καταστήσουν αἰχμάλωτον, δουλεύουσαν αὐτοῖς δίκην γῆς Κάφρων. Ἄ! μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ, κύριε Πρωθυπουργὲ, δὲν πρέπει νὰ σᾶς παρασύρουν οἱ χρηματισταί. Ἐν ὀνόματι τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος, τὴν σήμερον ζητοῦν νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὴν τύχην αὐτὴν, καὶ πλέον νὰ διαγράψωμεν τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὴν χορείαν τῶν ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα ἔχουν ὕπαρξιν ἀνεξάρτητον, καὶ, καθὼς εἶπον, νὰ ἦναι αἰχμάλωτος αὐτῶν, καὶ τὸ ζητοῦν αὐτὸ, ἐπαναλαμβάνω, ἐν ὀνόματι τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος! Κύριε Πρωθυπουργὲ, ἔχω ἐν ἐμοὶ τὸ αἴσθημα καὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς τιμῆς ἀρκούντως ἀνεπτυγμένα. Ἐν ὀνόματι τῆς δικαιοσύνης οἱ δανεισταὶ τῆς Ἑλλάδος δικαιοῦνται νὰ ζητήσουν τὴν ἀπόδοσιν τοῦ κατὰ δίκαιον ἀνήκοντος εἰς αὐτοὺς, ὄχι ὅμως καὶ τὴν ἐκτέλεσιν ἀβούλου ῥήτρας, ἡ ὁποία συνεπάγεται τὴν ἀπογύμνωσιν τῆς Ἑλλάδος πρὸς καταστροφὴν τῶν συμφερόντων καὶ αὐτῶν τῶν δανειστῶν, τῶν μὴ μετερχομένων τὸν χρηματιστήν, διότι τὴν σήμερον τί ὀφείλομεν, εἶναι ἄγνωστον. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπηρεάσωμεν σήμερον τὸν χρηματιστικὸν αὐτὸν κόσμον, εἴμεθα μηδὲν ἀπέναντι τῆς ἰσχύος τῶν τεχνασμάτων τῶν χρηματιστῶν. Κατὰ πᾶσαν στιγμὴν τὸ συνάλλαγμα ἀνέρχεται εἰς 150, 160, 200· πῶς θὰ σώσωμεν τὴν τιμήν μας, ὅταν τὴν παραδώσωμεν εἰς αὐτούς; Δὲν ἔχομεν τιμήν, ὅταν παραδώσωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν τιμήν μας, τὴν ὕπαρξίν μας. Ἐν ὀνόματι τῆς δικαιοσύνης δὲν δύνανται νὰ ζητήσουν τοιαῦτα πράγματα! Ἐν ὀνόματι τῆς τιμῆς δικαιοῦνται σήμερον νὰ ζητήσουν ἀπὸ ἡμᾶς νὰ μὴ καταδολιευθῶμεν τὰ κατὰ τὸ δίκαιον συμφέροντα αὐτῶν, καὶ νὰ τὰ ἐξασφαλίσωμεν δι’ ὅλων τῶν μέσων· ἀλλὰ νὰ δεχθῶμεν νὰ γείνωμεν καὶ αἰχμάλωτοι καὶ ὑποχείριοι τῶν χρηματιστῶν, τῆς μεγάλης αὐτῆς πληγῆς τῶν νεωτάτων χρόνων, ἃ! ἡ τιμὴ δὲν μᾶς ἐπιβάλλει βεβαίως τοιαύτην θυσίαν. Τί τὸ πρακτέον; θὰ μοὶ εἴπητε. Κατὰ τοῦτο συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἐκ Γόρτυνος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ὅτι δὲν εἶναι ἐμὸν καθῆκον, οὔτε ἐπιτρέπεται νὰ ὑποδείξω τί πρέπει νὰ πράξητε; Σᾶς εἶπον μόνον περὶ οἰκονομίας, περὶ τῶν φόρων, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ ἐπαναφέρωσι τὴν πίστιν ἀμέσως, διότι θὰ ἐφαίνετο, ὅτι σπουδάζομεν, ὅτι θέλομεν νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς πᾶσαν θυσίαν, ἵνα σώσωμεν τὴν τιμήν μας. Ἐπανήρχετο ἡ πίστις τότε. Ἀλλὰ δι’ αὐτῶν τῶν συνδυασμῶν καὶ δι’ αὐτῶν τῶν φόρων, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν ἀποδίδω κἀμμίαν σπουδαιότητα, ἐὰν δυνηθῆτε νὰ σώσητε τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, θὰ σᾶς χειροκροτήσω πρῶτος, καὶ ἡ Ἑλλὰς βεβαίως θὰ μακαρίζῃ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἀνήλθετε εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, δὲν δύναμαι νὰ σχηματίσω τοιαύτην πεποίθησιν, καὶ τὰ πράγματα δυστυχῶς ἀποδεικνύουν, ὅτι ἔχω δίκαιον· διότι εἶσθε εἰς τὴν ἐξουσίαν πρὸ τόσων μηνῶν καὶ δὲν ἠδυνήθητε νὰ ἐπαναφέρητε τὴν πίστιν. Συνετάξατε τὸν πρῶτον προϋπολογισμὸν τοῦ 1892, ἐπιστεύσατε καὶ προσεπαθήσατε νὰ μᾶς μεταδώσητε τὴν πεποίθησίν σας, ὅτι θέλουσιν ἀνορθωθῆ τὰ οἰκονομικὰ, καὶ, ἀντὶ νὰ τὰ ἀνορθώσητε, τὰ ἐχειροτερεύσατε. Ἔχομεν τώρα δύο μῆνας, ἀφ’ ὅτου ἀγωνιζόμεθα, ὑμῶν ζητούντων τὴν ψήφισιν μέτρων οἰκονομικῶν, διὰ τῶν ὁποίων δύνασθε δῆθεν νὰ ἀνορθώσητε τὰ οἰκονομικὰ, ἡμῶν δὲ περιοριζομένων εἰς ἀντίῤῥησιν μόνον καὶ μόνον, διότι βεβαίως καθῆκόν μας εἶναι νὰ ὑποβάλλωμεν πάντοτε τὰς παραστάσεις μας, ὅταν βλέπωμεν, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον. Ἀλλ’ ἡ πλειοψηφία σᾶς ἠκολούθησεν, ὅλα ἐγένοντο δεκτὰ, καὶ ὁ προϋπολογισμός σας θὰ γείνῃ δεκτός. Ἀλλὰ βλέπετε φῶς; Καὶ χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐξέλιπεν (ἱλαρότης). Φῶς δὲν ὑπάρχει, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ἡ ὁδὸς, τὴν ὁποίαν βαδίζετε, ἡ πεπατημένη, βεβαίως δὲν εἶναι ἡ ὁδὸς, ἡ ὁποία δύναται νὰ σώσῃ τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, ἐν ὀνόματι τῆς ὁποίας τὴν σήμερον ζητεῖτε νὰ ὑποβληθῇ καὶ ὑποβάλλεται ὁ τόπος εἰς τόσας θυσίας. Βαδίσατε τὸν δρόμον σας, κύριε Πρωθυπουργὲ, καὶ ὑμεῖς μὲν ζητεῖτε τὰς θυσίας αὐτὰς διὰ νὰ σώσητε τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, ἐγὼ δὲ ἐν ὀνόματι τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς πολιτείας σας, διότι ἡ πολιτεία σας εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δύναται νὰ καταστρέψῃ τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος.
§25ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὴν παρατήρησιν τοῦ ἐξ Αἰγιαλείας γηραιοῦ συναδέλφου, ὅτι βλέπει τοὺς οἰκονομικοὺς κινδύνους παρακολουθουμένους ὑπὸ κινδύνων πολιτικῶν, ἀναγνωρίζομεν πάντες. Ἀφ’ ὅτου τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα λειτουργεῖ ἐν Ἑλλάδι, δυσχέρειαι οὕτω κρίσιμοι καὶ τοσούτῳ σοβαραὶ, ὅσον αἱ νῦν περιστοιχίζουσαι ἡμᾶς, ἐλαχίστας ἴσως, ἂν μὴ οὐδεμίαν, προὐκάλεσαν συζητήσεις τοσοῦτον τὸ μέλλον τοῦ τόπου διαφερούσας. Ἡ κυβερνῶσα χώραν τινὰ ἀρχὴ, οἱανδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ τὴν ἱστορικὴν αὑτῆς καταγωγὴν, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ φιλοσοφικῶς ὀρθὴν τὴν δικαιολογικὴν αὑτῆς βάσιν, καὶ ὅσον νομικῶς στερεὰν ἂν ἔχῃ τῆς συστάσεώς της τὴν δύναμιν, ὅμως, ἵνα ἑδραιώσῃ τὴν αὐθεντίαν αὑτῆς ἐν τῷ πνεύματι τοῦ κυβερνωμένου λαοῦ, ἔχει ἀνάγκην ὄχι μόνον εἰς τὰς κανονικὰς περιστάσεις ν’ ἀποδεικνύῃ ἑαυτὴν ἱκανὴν, ὅπως διεξάγῃ τῆς Κυβερνήσεως τὰ καθήκοντα, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἔχει ἀνάγκην κατὰ τὰς κρισίμους στιγμὰς νὰ δείξῃ, ὅτι συναισθάνεται μὲν τὴν σοβαρότητα αὐτῶν, ἔχει δὲ καὶ τὴν δύναμιν ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς αὐτάς. Κυβερνῶσα ἀρχὴ τὴν Ἑλλάδα εἶναι τὸ Κοινοβούλιον· τὸ Κοινοβούλιον μετὰ τοῦ Στέμματος, τὸ Κοινοβούλιον ἔχον τοῦ Βασιλέως τὴν ἐποπτείαν καὶ τὴν κύρωσιν. Τὸ Κοινοβούλιον ἐκλήθη διὰ τοῦ εἰσαγωγικοῦ λόγου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν θέσιν τῶν πραγμάτων ἐκθέσαντος διὰ τεύχους πολυσελίδου, παραδοθέντος ἡμῖν, καὶ περιέχοντος πίνακας, καταστάσεις, πληροφορίας, διαφωτιζούσας τὴν οἰκονομικὴν τοῦ Κράτους θέσιν, καὶ ἀριθμητικῶς τὴν κατάστασιν παριστῶντος, προεκλήθη νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων δυνάμεθα ν’ ἀποσοβήσωμεν τὰ δυσάρεστα, ἅτινα καταστροφὴν ὠνόμασαν καὶ σκότος οἱ προαγορεύσαντες. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπὶ πλέον ἐξέθετο τὰ μέτρα, δι’ ὧν ὑπεσχέθη τὴν ἀποσόβησιν τοῦ κακοῦ. Τὰς ἐπὶ τῆς καταστάσεως ταύτης παρατηρήσεις καὶ σκέψεις μου θέλω ἐνδείξει ὑμῖν, ὅπως συμπεράνω, ὅτι πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 γινομένη ἀπόπειρα πρὸς σωτηρίαν ἀπὸ τοῦ κινδύνου. Ὅπως διαγνώσωμεν καλῶς τὰ πράγματα, θέλω ῥίψει ταχὺ καὶ περιληπτικὸν βλέμμα ἐπὶ τῆς μέχρι τοῦ 1881 δανειακῆς ἡμῶν ἱστορίας, ἐξ ἧς θέλομεν μάθει, ὅτι τὸ σύστημα τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν ἦτο κατάστασις ἐπικρατοῦσα πρὸ τοῦ 1882, τὴν ὁποίαν εὑροῦσα ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1882 ἐξηκολούθησε, τὴν ὁποίαν εἶχε διορθώσει τότε διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ ὁποία ὅμως ἐπανῆλθε μετὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1885 καὶ ἔκτοτε ἐχειροτέρευσε, κατ’ ἔτος ἐπαυξανομένη. Πρῶτον περὶ δανείου νόμον ἀπαντῶμεν τὸν τοῦ 1853, ὅστις ἔδιδεν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δανεισθῇ ποσὸν μέχρι πέντε ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἄδειαν, τῆς ὁποίας ἐγένετο χρῆσις πολὺ κατόπιν. Τὸ πρῶτον πραγματοποιηθὲν δάνειον εἶναι τὸ διὰ ψηφίσματος τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1862 θεσπισθὲν τῶν ἓξ ἑκατομμυρίων. Μετὰ τοῦτο ἐν ἔτει 1864 δίδεται τῇ Κυβερνήσει ἄδεια διὰ νόμου νὰ δανεισθῇ δι’ ἐντόκων γραμματίων ποσὸν μέχρι τριῶν ἑκατομμυρίων. Τὸ 1865 δεύτερος νόμος αὐξάνει τὸ ποσὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων εἰς ἓξ ἑκατομμύρια. Τὸ 1866 ἄλλος νόμος ἐπιτρέπει δάνειον δεκαπέντε ἑκατομμυρίων δραχμῶν, σκοπὸν ἔχον, ὡς λέγει ὁ νόμος, «τὴν ἐξόφλησιν κινητῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου, συνωμολογημένων ἤδη», ἤτοι τὴν ἐξόφλησιν δανείων καλυψάντων ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸ δάνειον τοῦτο πραγματοποιεῖται ὀλίγον βραδύτερον. Τὸ 1867 δάνειον ἄλλο ψηφίζεται εἴκοσι πέντε ἑκατομμυρίων φράγκων, ἢ εἴκοσι ὀκτὼ ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Τοῦ δανείου τούτου τὰ δύο τρίτα προορίζονται κατὰ τὸν περὶ αὐτοῦ νόμον εἰς ἀγορὰν ὑλικοῦ τοῦ πολέμου τῶν δύο Ὑπουργείων, Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, τὸ δ’ ἕτερον τρίτον ὁρίζεται, ὅτι θέλει διατεθῆ εἰς τὰς κοινὰς ἀνάγκας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἤτοι εἰς κάλυψιν ἐλλειμμάτων. Δάνειον προστίθεται ἄλλο τὸ 1868 ἐκ δραχμῶν 4,500,000 διὰ τὸ πρὸς τοὺς κληρονόμους τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως Ὄθωνος χρέος. Τὸ 1871 ἄδεια παρέχεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δανεισθῇ τέσσαρα ἑκατομμύρια φράγκων ἢ δραχμὰς παλαιὰς 4,800,000, ὁ δὲ περὶ αὐτοῦ νόμος λέγει, ὅτι «σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι ἡ τακτοποίησις καθυστερουσῶν δαπανῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἀνερχομένων εἰς δραχμὰς παλαιὰς 3,227, 943», ἤτοι πάλιν πληρωμὴ χρέους ἐκ νέων ἐλλειμμάτων τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸ 1874 δάνειον 26 ἑκατομμυρίων νέων, ἤτοι δραχμῶν παλαιῶν 29,120,000 ψηφίζεται, σκοπὸν καὶ τοῦτο ἔχον, ἵνα δι’ αὐτοῦ ἐξοφληθῶσι τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ νόμου ἀναφερόμενα χρέη, τὰ ἐκ τακτικῶν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ προερχόμενα καὶ εἰς δραχμὰς 16,130,000 ἀναβιβασθέντα. Δάνειον ἄλλο τὸ 1876 ψηφίζεται δέκα ἑκατομμυρίων ἀποκλειστικῶς διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς ὑπηρεσίας. Τὸ 1877 αὐξάνει διὰ νόμου τὸ ποσὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων ἀπὸ ἓξ εἰς ἐννέα ἑκατομμύρια. Τὸ αὐτὸ ἔτος 1877 ἐπιβάλλεται διὰ Β. Διατάγματος τῆς 19 Ἰουνίου ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ διὰ νόμου κυροῦται ἡ τὸ 1877 συναφθεῖσα μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης σύμβασις, ὅπως αὐξήσῃ τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος ἀπὸ δέκα τεσσάρων εἰς εἴκοσι ἓν ἑκατομμύρια. Τὸ 1877 αὐξάνει διὰ νόμου τὸ ποσὸν (τὸ τέταρτον ἤδη) τοῦ δανείου τῶν ἐντόκων γραμματίων ἀπὸ ἐννέα εἰς δώδεκα ἑκατομμύρια. Αἱ τοιαῦται αὐξήσεις ἐσκόπουν τὴν ἐξομάλισιν δυσχερειῶν τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, ἤτοι τὴν κάλυψιν ἐλλειμμάτων. Τὸ 1877 ἐπιτρέπεται τῇ Κυβερνήσει ν’ ἀναγνωρίσῃ τὸ χρέος, τὸ λεγόμενον τῆς Ἀνεξαρτησίας, τοῦ 1824 καὶ 1825. Σκοπὸς τῆς ἀναγνωρίσεως ἦν ἡ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀνάκτησις ἢ ἡ κτῆσις τῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος. Τὸ δάνειον τοῦτο σύναμα ἦτο καὶ ἡ ἀρχὴ τῶν ἐξωτερικῶν δανείων. Ἐφρόνουν τότε, ὅτι, διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Ἑλλὰς νὰ προκαλέσῃ τὰ κεφάλαια εἰς ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἔπρεπε κατὰ πρῶτον νὰ πληρωθῇ τὸ χρέος ἐκεῖνο, ἕνεκα τῆς μὴ πληρωμῆς τοῦ ὁποίου, ἔλεγον, μέχρι τοῦ 1878 ἐχαρακτηρίζετο ἡ Ἑλλὰς ὡς ἀναξία πίστεως καὶ ἀνίκανος νὰ δανεισθῇ, δι’ ὅπερ καὶ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δάνειον ἐξωτερικὸν δὲν συνωμολογήθη. Ἡ Ἑλλὰς, ἀναγνωρίσασα τὸ δάνειον τοῦ 1824 καὶ 1825, ἀνεδέχθη χρέος 1,200,000 λιρῶν στερλινῶν ἢ φράγκων χρυσῶν 30 ἑκατομμυρίων. Ἅμα τῇ ἀναγνωρίσει τοῦ χρέους τούτου, τὸ 1879, ψηφίζεται δάνειον 60,000,000. Τοῦ δανείου τούτου μέγα ποσὸν ἔδει νὰ χρησιμεύσῃ: 1) εἰς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, 2) ἵνα δοθῇ δάνειον ὀκτὼ ἑκατομμυρίων εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, καὶ 3) τὸ ὑπόλοιπον διὰ τὰς λοιπὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἤτοι διὰ κάλυψιν πάλιν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸ 1880 ἄλλο δάνειον ἐξ 23,510,000 δραχμῶν παλαιῶν ἢ φράγκων 21,000,000 πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1881· ἀλλὰ τὸ αὐτὸ ἔτος νόμος κυροῖ συμβάσεις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης περὶ ἐξακολουθήσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ συνομολογήσεως δανείου 25,000,000 παλαιῶν δραχμῶν εἰς μέταλλον καὶ 27,000,000 εἰς γραμμάτια. Τὸ αὐτὸ ἔτος 1880 ἄλλος νόμος ἐπιτρέπει δάνειον 120,000,000 φράγκων χρυσῶν. Νόμος δ’ ἄλλος τῆς 30 Δεκεμβρίου 1880 κυροῖ σύμβασιν μετὰ τῆς Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως, καθ’ ἣν αὕτη ἀπέναντι τοῦ δανείου τούτου τῶν 120,000,000 δίδωσι προκαταβολὴν 25,000,000 εἰς μεταλλικὸν καὶ 5 ἕως 10 ἑκατομμυρίων εἰς γραμμάτια τοῦ δανείου τῶν 15,000,000. Ἄλλη σύμβασις τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1881 ἐκτίθησι τὸ δάνειον εἰς ἐγγραφὴν καὶ παρέχει ἐξ αὐτοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν πίστωσιν προκαταβολικῶς 10,000,000. Ταῦτα μαρτυροῦσιν, ὅτι τὰ δάνεια ἀπὸ τοῦ 1863 ἐπολλαπλασιάζοντο καὶ ηὔξανον κατ’ ἔτος, ὅτι ἐδαπανήθησαν ἐν μεγάλῳ μέρει εἰς στρατιωτικὰς ἀνάγκας καὶ εἰς τὰς δύο ἐπιστρατείας, τὴν τοῦ 1877 καὶ τὴν τοῦ 1880, ὅτι αἱ ἐθνικαὶ ἀνάγκαι ἐν Κρήτῃ καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ ἀπῄτησαν οὐσιῶδες αὐτῶν μέρος, ὅτι δὲ πολὺ ποσὸν ἐξ αὐτῶν ἐχρησίμευσεν εἰς κάλυψιν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅτι εἰς ἔργα ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς ἐδαπανήθησαν ὀλίγα τινὰ, καὶ ἐπὶ πᾶσιν, ὅτι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1862, ἤτοι εἴκοσιν ἔτη πρὸ τοῦ 1882, ἐπεκράτει τὸ σύστημα, ἵνα διὰ δανείων καλύπτωνται τὰ κατ’ ἔτος ἐλλείμματα, πληρόνωνται δὲ καὶ οἱ τόκοι τῶν συνωμολογημένων δανείων. Περιττὸν νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ τότε φορολογία ἦτο ἐν ἀσυμμετρίᾳ πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ πρὸς τὸ βάρος τοῦ δημοσίου χρέους, ἕνεκα δὲ τούτου εἴχαμεν μεγάλα ἐλλείμματα, διότι αἱ γενόμεναι τότε αὐξήσεις τῶν φόρων ἦσαν ἀσήμαντοι, ἡ δὲ ἄλλη φορολογικὴ νομοθεσία ἀτελεστάτη περί τε τὴν βεβαίωσιν καὶ περὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων. Τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις τὸ 1882. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ὑπελόγισε τὸ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1882 ἐκ χρεῶν βάρος τοῦ Κράτους εἰς δρ. 412,707,000, εἶπε δὲ, ὅτι κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1890 τὸ βάρος τοῦτο ἀνέβη εἰς δραχμὰς 779,841,639, καὶ συνεφώνησεν, ὅτι ἐν τῷ ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου 1882 μέχρι Δεκεμβρίου 1890 ὀκταετεῖ διαστήματι 367,133,830 δραχ. προσετέθησαν εἰς τὸ χρέος τοῦ Δημοσίου. Τοὺς ἀριθμοὺς τούτους ἂν δεχθῇ τις ὡς βάσιν σκέψεως, θέλει εὕρει συμπεράσματα διάφορα ἐκείνων, εἰς ἃ ἔφθασεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος περὶ τῆς διαθέσεως τῶν 367,000,000. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὑπελόγισεν ἔτι τὰ εἰς κατασκευὴν σιδηροδρόμων καὶ ἀποζημιώσεις γαιῶν ἐκ τῶν δανείων τούτων πληρωθέντα ἐν τῷ αὐτῷ χρόνου διαστήματι (ἀπὸ Δεκεμβρίου 1882 ἕως Δεκεμβρίου 1890) ποσὰ εἰς δραχμὰς 81,311,848, τὰ εἰς τὴν διώρυγα τῆς Κορίνθου πληρωθέντα εἰς δρ. 192,369, τὰ εἰς θωρηκτὰ καταβληθέντα εἰς δραχμὰς 27,000,000, καὶ τὰ εἰς ἀπόσβεσιν προγενεστέρων χρεῶν χρησιμοποιηθέντα εἰς δραχμὰς 98,196,178, ἤτοι ἐν ὅλῳ ὑπελόγισεν, ὅτι ἐκ τοῦ προστεθέντος βάρους δανείων ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου 1882 μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου 1890 ἐκ δραχμῶν 367,133,830 ἐδαπανήθησαν, ὡς εἴρηται, 206,704,230, ἑπομένως συνήγαγεν, ὅτι τὸ ὑπόλοιπον ἐκ δρ. 160,429,600 ἐδαπάνησεν ἡ Κυβέρνησις, ἵνα καλύψῃ τὰ ἐτήσια ἐλλείμματα τῆς διαχειρίσεώς της. Ἠδυνάμην ἐνδεικτικῶς νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὑπολογίζων τὰς δαπάνας, ὅσαι ἐγένοντο διὰ χρεωγράφων, διὰ τῆς πραγματικῆς αὐτῶν ἀξίας καὶ ὄχι διὰ τῆς ὀνομαστικῆς τιμῆς τῶν χρεωγράφων, ὑποβιβάζει αὐτὰς ἀδίκως. Οὕτως ὑπολογίζει τὴν ἀξίαν τῶν θωρηκτῶν εἰς 27,000,000 φράγκα πραγματικῆς ἀξίας, ἐνῷ ὁ ἴδιος σᾶς εἶπεν, ὅτι ταῦτα ἐπληρώθησαν διὰ χρεωγράφων ἐχόντων ὀνομαστικὴν ἀξίαν 38,000,000. Ἀλλ’ ἀντὶ τῆς τοιαύτης μεθόδου πρὸς εὕρεσιν τῆς διαθέσεως τῶν δανείων, ἀκολουθῶ ἄλλην. Ὅτε τὸν ὑπολογισμὸν τοῦτον ἐποιεῖτο, ὑπελόγισε τὸ ὀνομαστικὸν ποσὸν τῶν δανείων, καὶ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῆς ὀνομαστικῆς τοῦ δανείου ἀξίας ὑπελόγισεν εἰς χρέωσιν τῶν διαχειρίσεων τῶν ἐτῶν ἐκείνων, 1882, 1883, 1884, 1885, 1887, 1888, 1889 καὶ 1890. Ἀλλ’ ἔδει ἐκ τοῦ ποσοῦ τῆς ὀνομαστικῆς τοῦ δανείου ποσότητος νὰ ἐκπέσῃ τὸ μὴ εἰσπραχθὲν, διὰ νὰ εὕρῃ τὸ πράγματι ἐκ τῶν δραχμῶν 367,133,830 εἰσαχθὲν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ τὸ ἐξ αὐτοῦ δαπανηθὲν εἰς ἐκτάκτους δαπάνας καὶ εἰς κάλυψιν ἐλλειμάτων. Ἀντὶ νὰ ζητήσω πόσα εἰσέπραξε πράγματι τὸ Κράτος ἐκ τῶν 367 ἑκατομμυρίων, θὰ δείξω πόσα δὲν εἰσέπραξεν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου, διότι τὸ μὴ εἰσπραχθὲν ποσὸν θ’ ἀφαιρεθῇ ἐκ τοῦ ὀνομαστικοῦ τῶν δανείων βάρους. Ἰδοὺ ὁ πίναξ τῶν ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου 1882 μέχρι Δεκεμβρίου 1890 συνομολογηθέντων δανείων καὶ ἡ τιμὴ τῆς ἐκδόσεως αὐτῶν, καὶ τὸ ποσὸν τὸ μὴ ἐξ αὐτῶν εἰσπραχθέν: Τῷ 1883 συνωμολογήθη δάνειον 12,000,000 δραχμῶν, ἐκδοθὲν πρὸς 75%, τουτέστιν εἰσεπράχθη ποσὸν μόνον ἐννέα ἑκατομμυρίων, καὶ ἔμεινε μὴ εἰσπραχθὲν ποσὸν δραχ. 3,000,000. Τῷ 1884 δάνειον 170,000,000, ἐξ οὗ ἐπραγματοποιήθησαν 100,000,000 μόνον, ἐκ τῶν ὁποίων εἰσεπράχθησαν 66,353,759, ἑπομένως δὲν εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ δανείου τούτου δρ. 33,646,259. Τῷ 1886 δάνειον 25,000,000, ἐκδοθὲν πρὸς 86%, ἑπομένως ἐξ αὐτοῦ δὲν εἰσεπράχθησαν 3,500,000. Τῷ 1887 τὸ δάνειον τῶν 135,000,000, ἐκδοθὲν πρὸς 67,60%, ἀπέφερε πραγματικὸν ποσὸν δραχ. 90,990,000, καὶ ἔμεινε μὴ εἰσπραχθὲν ποσὸν δραχμῶν 44,010,000. Τῷ 1888 δάνειον 15,000,000, ἐκδοθὲν πρὸς 66,60%, ἐκ τοῦ ὁποίου ἑπομένως δὲν εἰσεπράχθη ποσὸν 5,010,000. Τῷ 1889 δάνειον 1,200,000 λιρῶν στερλινῶν, ἐκδοθὲν πρὸς 68⅛%, τὸ ὁποῖον (μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ εἰσπραχθέντος ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ, ἤτοι δραχ. 204,375) ἀφῆκε μὴ εἰσπραχθὲν ποσὸν 9,348,125. Τὸ δάνειον τῶν 5,000,000 λιρῶν στερλινῶν, ἐκδοθὲν πρὸς 72,75%, ἀφῆκε μετὰ τὴν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου εἴσπραξιν τῆς διαφορᾶς τῆς ὑπερτιμήσεως τῆς λίρας ἐξ 909,375, ἀφῆκε, λέγω, μὴ εἰσπραχθὲν ποσὸν δρ. 33,153,000. Τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης ἀφῆκε μὴ εἰσπραχθὲν ποσὸν περίπου 6,526,500. Οὕτως ἀθροίζοντες τὰ μὴ εἰσπραχθέντα ἐκ τῶν δανείων, εὑρίσκομεν ποσὸν 138,187,990, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τῶν 367,133,830 καὶ οὕτως ἀπομένει πράγματι εἰσπραχθὲν ποσὸν δρ. 228,945,840. Ἀφοῦ δ’ ἐξ αὐτοῦ ἐκπέσωμεν ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ὑπελόγισεν ὡς δαπανηθέντα κατὰ τ’ ἀνωτέρω εἰς ἔκτακτα ἔξοδα (πλοῖα, σιδηροδρόμους, ἐξόφλησιν χρεῶν καὶ Ἰσθμὸν Κορίνθου) δραχ. 206,704,230, μένουσι βαρύνοντα τὰς διαχειρίσεις ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1890 δρ. 22,241,610, καὶ πλὴν τούτου τὰ ἐξ αὐξήσεως τῶν ἐσόδων εἰσπραχθέντα ἐπὶ πλέον. Ἀλλὰ ὑπολογίσας τὴν αὔξησιν τοῦ δημοσίου χρέους ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1890 κατὰ 367 ἑκατομμύρια, δὲν πιστεύω νὰ παρέλειψε τὸ κατὰ τὰς διαχειρίσεις τῶν 1885 καὶ 1886 προστεθὲν καὶ δαπανηθὲν κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν, ὅπερ ἀνεβίβαζεν εἰς 52 ἑκατομμύρια ἢ πραγματικὰ 27, ἀλλ’ ὅπερ εἶναι μεῖζον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἐρωτήσας, τί ἐκ τῶν δανείων τούτων ἀπεκτήσαμεν, ἀπήντησε: «τὸν χωλὸν σιδηρόδρομον Μεσολογγίου–Ἀγρινίου, τοὺς ἀτελεῖς σιδηροδρόμους Μύλων–Καλαμῶν καὶ Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων καὶ τὴν ἔναρξιν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς– Λαρίσσης». Ἀλλὰ παρέλειψε τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Ναυπλίου–Πατρῶν–Πύργου, ὑπὲρ τὰ 350 χιλιόμετρα ἀποτελοῦντα, παρέλειψε τὰ δανεισθέντα εἰς τὴν ἐθνικὴν ὁδοποιΐαν καὶ παρ’ αὐτῆς χρησιμοποιηθέντα εἰς ὁδοὺς καὶ γεφύρας, ἴσως ὄχι σκοπίμως ἐκλεγείσας, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε εἶναι ἔργα συγκοινωνίας, παρέλειψε τὰ εἰς γεωδαιτικὰς μελέτας, τὰ εἰς τὴν τομὴν τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου, τὰ εἰς εὔρυνσιν τοῦ Εὐρίπου, τὰ διὰ τὰ πλοῖα δαπανηθέντα καὶ ἄλλα τινά. Αἱ πληροφορίαι, αἵτινες κατὰ τὸ πλεῖστόν εἰσιν ἤδη δεδημοσιευμέναι, δεικνύουσιν, ὅτι τὸ 1882 εἴχομεν ὀκτὼ καὶ ἥμισυ μόνον χιλιόμετρα σιδηροδρόμων, καὶ τὸ 1892 εἴχομεν 852½ χιλιόμετρα, ἤτοι προσετέθησαν 844, ὅτι τὸ 1882 εἴχομεν ἁμαξιτὰς ὁδοὺς 1,053,526 μέτρων, καὶ σήμερον ἔχομεν τοιαύτας 3,286,727, τουτέστιν, ὅτι ἔκτοτε προσετέθησαν 2,232 χιλιόμετρα ὁδῶν καὶ 67 γέφυραι σιδηραῖ, ὅτι ἡ τηλεγραφικὴ συγκοινωνία ηὔξησε κατὰ 1513 χιλιόμετρα σύρματος καὶ 60 σταθμοὺς τηλεγραφικούς, ἡ δὲ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία, ἥτις τὸ 1882 διήμειψεν ἀντικείμενα 12,427,291, καὶ ἀπέφερεν ἔσοδον δραχ. 903,563 καὶ 56/10, τὸ 1892 διήμειψεν ἀντικείμενα 19,348,947, καὶ ἔφερεν ἔσοδον 1,564,642 δρ. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι κατὰ τὸ δεκαετὲς διάστημα εἰσεπράχθη μέγα ποσὸν ἐκ τῶν αὐξηθέντων φόρων οὐσιωδῶς, ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται. Ἦτο δίκαιον νὰ εὕρωμεν, τί ἐκ τῶν δανείων καὶ ποῦ ἐδαπανήθη, διότι πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ὁποῖαι ἀληθῶς εἰσιν αἱ ὑποχρεώσεις ἡμῶν πρὸς τοὺς δανειστάς μας, καὶ νὰ μὴ ἐξευτελίζωμεν αὐτὰς, ὅπως ἐζήτησαν νὰ πράξωσί τινες ἀδίκως. Ἐκ τῶν μέχρι τέλους τοῦ 1882 δανείων, ἅτινα ὑπολογίζονται, ὡς εἶπον, εἰς 412,707,000, διετέθησαν, ὡς δύναταί τις νὰ κρίνῃ ἐκ τῶν ἄνω παρατεθέντων νόμων, ἐν σχέσει αὐτῶν πρὸς τὰ πολιτικὰ γεγονότα, τὰ κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν νόμων τούτων συνταράξαντα τὴν πατρίδα ἡμῶν, διετέθη, λέγω, διὰ στρατιωτικὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἀνάγκας τὰς ἐθνικὰς τὸ ἥμισυ ποσὸν, τὸ δὲ ἄλλο ἥμισυ εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν τακτικῶν προϋπολογισμῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν μετὰ τὸ 1882 δανείων διετέθη διὰ τὴν τρίτην ἐπιστράτευσιν, τὴν τοῦ 1885, ποσὸν ἀρκετὸν, καὶ διὰ τὰ θωρηκτὰ ἐπίσης ἓν μέρος σπουδαῖον. Ἐξέθηκα ταῦτα ἐν γενικαῖς γραμμαῖς καὶ ἐξ ἀφετηριῶν τεθεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι πρέπει πᾶς Ἕλλην νὰ κατανοήσῃ τὴν ἱστορίαν, τὴν χρησιμοποίησιν, τὴν ἀποστολὴν τῶν δανείων, καὶ νὰ συντελέσῃ τὸ ἐπ’ αὐτῷ εἰς τὴν γενομένην ἤδη ἐσχάτην προσπάθειαν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἐκ τῶν δανείων τούτων ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους. Καθ’ ὅλας τὰς γενομένας συζητήσεις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν προϋπολογισμοῦ καὶ τὰς ἀναπτυχθείσας θεωρίας, ἐκείνων μάλιστα, ὅσοι ἤθελον νὰ συναγάγωσι συμπέρασμα ἀποκλεῖον πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς ὁλοσχερῆ ἐκπλήρωσιν τῶν ἐκ τῶν δανείων ὑποχρεώσεων τῆς Ἑλλάδος, παρετήρησα, ὅτι ἐπεκράτει πνεῦμα παραγνωρίζον τὴν δεδηλωμένην θέλησιν τοῦ τόπου, τὴν γνωστὴν γενομένην κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς, καθ’ ἃς, διὰ παμψηφίας, ὡς εἰπεῖν, ὁ τόπος ἐνετείλατο, ὅπως διὰ παντὸς τρόπου προσπαθήσωμεν ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ἀθέτησιν ἢ τὴν μείωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῆς χώρας. Παρεγνωρίσθη δὲ ὁποίας καὶ ὁπόσας ἡ τοιαύτη ἀθέτησις ἤθελεν ἐπαγάγει εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου ἐν τῷ μέλλοντι δυσχερείας δυσυπερβλήτους καὶ καταστροφὰς, ὁπόσον δὲ μεγάλας ἀπωλείας καὶ βλάβας καὶ εἰς τοῦ Ἑλληνισμοῦ τὴν σταδιοδρομίαν θὰ ἐπροξένει, καὶ τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα μὲν νὰ ὁρίσωμεν, ὅμως κατανοοῦμεν ὡς ὀλέθρια ἀποτελέσματα ἀπειλούσας. Πάντες οἱ ὁμιλήσαντες κατέγειναν εἰς ἀνεύρεσιν ἐλλείμματος διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἀφαιρέσεως τῶν ἐσόδων, καὶ προσθήκης εἰς τὰ ἔξοδα. Μετὰ τὴν εὕρεσιν τοιούτου ἐλλείμματος κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ποῦ μὲν φαινόμενον φυσικὸν, ποῦ δὲ καταφανῶς βεβιασμένον, πάντες ἐπίσης κατέγειναν ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ σημερινὴ δυσχέρεια τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ἐκ τῆς ἐκπτώσεως τῆς ἀξίας τοῦ νομισματικοῦ ὀργάνου, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν χρυσὸν, καὶ ἡ ἐξ αὐτῆς καχεξία τοῦ τόπου δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν πληθώραν τοῦ ὡς νομισματικοῦ ὀργάνου χρησιμεύοντος πιστωτικοῦ γραμματίου, ἀλλ’ ὀφείλεται εἰς ἄλλα αἴτια. Κατέληξαν δὲ νὰ συμπεράνωσι, τινὲς μὲν (οἱ ὀλιγώτεροι), ὅτι κατ’ ἀκολουθίαν τούτου ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα ἀπολύτως νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν ὑποχρεώσεις, τινὲς δὲ, ὅτι δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο, ἀλλὰ διὰ γενναιοτάτων (κατ’ αὐτοὺς), πιθανῶς ὅμως ὀλεθριωτάτων, (ὡς προτείνονται ἀθρόαι) οἰκονομιῶν καὶ διὰ φόρων προσθέτων διὰ μιᾶς καὶ ἀθρόως προστιθεμένων. Ἀλλὰ τοιαύτη νέων φόρων ἀθρόα προσθήκη βεβαίως ἤθελε φέρει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐξάντλησιν τῶν φορολογουμένων. Τὰς οἰκονομίας ὑπέδειξαν ἢ δι’ ἀνοργανώσεων, ἃς θέλομεν ἐξετάσει, ἢ διὰ καταργήσεως δαπανῶν, ὧν τὸ ἀπαραίτητον εἶναι καὶ τοῖς ἁπλουστέροις καταφανές. Δὲν θὰ προβῶ εἰς τὸν ἔλεγχον μιᾶς ἑκάστης τούτων, διότι πολλὰς τοῦτο ἀπαιτεῖ ὥρας. Θέλω περιορισθῆ νὰ ἐνδείξω ἐκ πάντων τῶν προταθέντων ἢ τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτῶν, πόσα ἐλέχθησαν ἢ πρὸς τὰ πράγματα ἀσύμφωνα ἢ πρὸς τὸν σκοπὸν ἀλυσιτελῆ. Ἐνταῦθα μοὶ φαίνεται εὔκαιρον νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ χαλεπότης τῶν περιστάσεων ἐπέβαλλεν εἰς τὰ μέλη τῆς Βουλῆς, εἰς οἱανδήποτε πολιτικὴν τάξιν καὶ ἂν εὑρίσκοντο, νὰ συζητήσωσι διὰ μεμετρημένης μὲν γλώσσης, δι’ ἀποφυγῆς δὲ παντὸς, ὅ,τι ἠδύνατο ν’ ἀποβῇ εἰς τὸν τόπον ἐπιβλαβές. Τὸ ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ῥηθὲν, ὅτι αἱ ἐν τῇ Βουλῇ ἀγορεύσεις κατὰ τὸ 1891 ἐκλόνισαν τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν ἦτο τότε ἀληθὲς, εἶναι πολὺ πλειότερον ἀληθὲς ἤδη, ὅτε διετυπώθησαν ἐπισήμως ἐν τῇ Βουλῇ γνῶμαι περὶ ἀδυναμίας καὶ ἀπελπισίας. Τὴν σοβαρότητα καὶ προσοχὴν ταύτην δὲν κατεδήλωσαν ὅλοι οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ῥήτορες· διότι πρὶν ἔτι ἄρξηται ἡ συζήτησις, ἐνθυμοῦμαι ὅτι τινὲς, ἀπαντήσαντες προφανεῖς, ἀλλ’ ἀσημάντους ἀριθμητικὰς παραδρομὰς ἐν ἑνὶ ἢ ἐν δυσὶ τῶν συναφθέντων εἰς τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ πινάκων, παραδρομὰς διορθωθείσας ἀμέσως καὶ προελθούσας ἐξ ἀπροσεξίας τοῦ συντάξαντος αὐτοὺς ὑπαλλήλου, ἐτόνισαν ἀποστροφὰς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δεινὰς, καὶ ἔλεγον, ὅτι παραχαράττει αὕτη τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Κράτους, καὶ ἄφινον νὰ ὑπονοῆται, ὅτι πράττει τοῦτο ἵνα ἐξαπατήσῃ τοὺς δανειστὰς, καὶ ἐπανελάμβανον τὰ περὶ παραχαράξεως, ἅτινα ἡ Βουλὴ, εὐτυχῶς μὴ ἀποδοκιμάσασα, ἔδειξεν ὅτι ἦσαν καὶ ἀποδοκιμασίας ἀνάξια. Λυποῦμαι, ὅτι δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ συνάδελφος ἐκεῖνος· ἡ ἀπουσία του ἀφαιρεῖ τὴν δικαιολογίαν τῶν παρατηρήσεων, ὅσας ἠδυνάμην νὰ κάμω. Ἐνθυμοῦμαι ἐπίσης τὸ ἐπινόημα τοῦ ἐκ Λοκρίδος ἀντιπροσώπου, τοῦ νὰ προτείνῃ οἰκονομίας διὰ παραβολῆς τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1883 πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893, καὶ νὰ ἀξιώσῃ νὰ εὕρῃ ἐκ τῆς παραβολῆς ταύτης ὑπερβάσεις ἀδικαιολογήτους δῆθεν ἐξόδων κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐν τῇ καθ’ Ὑπουργεῖα συγκρίσει, καὶ νὰ προτείνῃ ἐπάνοδον εἰς τὰς δαπάνας τοῦ 1883. Διορθῶν κατόπιν τὴν παραβολὴν, σᾶς εἶπεν, ὅτι τὰς διαφορὰς εὗρεν οὐχὶ εἰς τὸ σύνολον τῶν δαπανῶν ἑκάστου Ὑπουργείου, ἀλλ’ εἰς ὡρισμένα κονδύλια. Ἡ διόρθωσις δὲν τὸν σώζει ἀπὸ τὴν κατάκρισιν μεθόδου οὕτως ἀτόπου καὶ διαστρεφούσης τὰ πράγματα. Ὁ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰσηγητὴς σᾶς ὑπέδειξε διαφορὰν, ἣν ὁ ἐκ Λοκρίδος ἀντιπρόσωπος ἢ ἠγνόει ἐκ τέχνης, ἢ ἄνευ τύχης παρεῖδε, τὴν διαφορὰν δηλαδὴ, ὅτι ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1883 εἶναι εἰς δραχμὰς παλαιὰς, ἐνῷ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893 εἶναι εἰς νέας, διαφορὰν, ἥτις, ὑπολογιζομένη ἐπὶ τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν πληρωθέντων κατὰ τὸ 1883 ἐξόδων, ἅτινα ἀνῆλθον εἰς δρ. 67,795,868, εἶναι πρὸς 10% 6,779,568 δραχμαί. Εἰ μὲν ἦτο τύχης προϊὸν ἡ τοιαύτη λησμοσύνη του, ἡ τύχη αὕτη τῷ καταλογίζει ἀβλεψίαν λυπηρὰν, εἰ δὲ ἦτο τέχνης ῥητορικῆς ἔμπνευσις ἡ παραβολὴ πρὸς οὕτω διάφορον κατὰ τὴν ἀριθμητικὴν βάσιν ποσὸν, ἡ ἔμπνευσις αὕτη παραβιάζει τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ συζητητοῦ ἐν παντὶ θέματι καὶ κύκλῳ, πολὺ δὲ πλειότερον ἐν θέματι, ὁποῖον τὸ ὑποκείμενον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ἀλλ’ ὁ εἰσηγητὴς σᾶς ἀπέδειξε προσέτι, ὅτι, ἐνῷ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος εὕρισκε διαφορὰν τὸ 1883 ἐπὶ ἔλαττον τῶν νῦν προϋπολογιζομένων, ὑπῆρχον τοιαῦται ἐπὶ πλέον· διότι ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ 1883 δὲν ὑπῆρχον αἱ δαπάναι διὰ τὴν ὁδοποιίαν, ὡς ὄντος τότε εἰδικοῦ ταμείου, χωριστὸν ἔχοντος προϋπολογισμὸν, ἐνῷ νῦν καὶ τῆς ὁδοποιίας αἱ δαπάναι περιλαμβάνονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καθὸ καταργηθέντος τοῦ εἰδικοῦ ἐκείνου ταμείου. Εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης δὲν περιελαμβάνοντο τὸ 1883 αἱ δαπάναι τινῶν φυλακῶν, αἵτινες τότε ἦσαν δραχ. 794,196, ἢ κατὰ τὸν κ. εἰσηγητὴν δραχ. 811,000, αἵτινες περιλαμβάνονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893, καθὸ τῶν φυλακῶν ὑπαχθεισῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης μετὰ τὸ 1883. Αἱ δαπάναι, ἃς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ὑπελόγιζεν ὡς οὔσας τὸ 1893 κατὰ 3,925,000 δραχ. μείζονας τῶν τοῦ 1883, τοὐναντίον ἦσαν μείζονες τὸ 1883 κατὰ 1,093,000, καὶ οὕτως ἡ ὁλικὴ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ὑπολογισμῶν τοῦ ἐκ Λοκρίδος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ πρὸς τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων ἀνήρχετο εἰς πέντε σχεδὸν ἑκατομμύρια. Συνετέλει τοιαύτη ἀνακρίβεια εἰς τὴν διαφώτισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ὑπέδειξεν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη οἰκονομιῶν, χωρὶς νὰ ὁρίσῃ αὐτάς. Ὑπέδειξε δὲ καὶ τὰ ἐκ τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐσόδων μὴ πραγματοποιηθησόμενα κατ’ αὐτόν. Τὴν ἐργασίαν ταύτην ἐπανέλαβεν ὁ ἐκ Λοκρίδος κ. ἀντιπρόσωπος λεπτομερέστερον, καὶ μετ’ αὐτὸν ἔτι λεπτομερέστερον, ἀλλὰ κατ’ ἄλλο σύστημα, ὁ ἐξ Ἄρτης. Ἡ μεταξὺ αὐτῶν διαφορὰ περὶ τοὺς ἀριθμοὺς εἶναι κολοσσιαία, δεικνύουσα ὅτι ὅλων αἱ βάσεις εἶναι σφαλεραί. Ὁ δεύτερος εὗρεν ἔλλειμμα 28,000,000, ὁ τελευταῖος εὗρε τοιοῦτον ἐκ 18 ἑκατομμυρίων. Ἐν τοῖς πλείστοις ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὁ τὰ 18,000,000 ἐλλείμματος ὑπολογίσας, ἀνεῦρεν ὑπερβολὴν ἐσόδων εἰς κονδύλια ἄλλα, παρὰ τὰ κονδύλια, τὰ ὁποῖα εὗρεν ὡς μεγάλα ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτής· ἐὰν δὲ ἠθέλομεν ἀθροίσει τὰς διαφορὰς ἀμφοτέρων, θὰ ἐβλέπετε, ὅτι εἰς 25 ἑκατομμύρια ἠδύνατο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος νὰ ἀναβιβάσῃ τὸ ἔλλειμμα, ἂν δὲν ἔσπευδε νὰ ὁμιλήσῃ πρὸ τοῦ ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ. Αἱ τοιαῦται διαφοραὶ καθ’ ἑαυτὰς καὶ ἄνευ προσθέτων σκέψεων ἐνδεικνύουσιν, ὅτι δὲν ἐπεζητήθη τόσον νὰ ῥιφθῇ πλῆρες φῶς εἰς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅσον νὰ ὑποστηριχθῇ παρ’ ἑκάστου τὸ ἴδιον αὐτοῦ θέμα, παρ’ ὅλων δὲ νὰ δειχθῇ, ὅτι πρέπει χωρὶς ἄλλης προσπαθείας νὰ παύσωμεν ἢ νὰ μειώσωμεν τὰς πληρωμὰς τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δανειστάς του. Ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς παρέβαλε τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1891 πρὸς τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1892, ἵνα ἀποδείξῃ τὸν προϊόντα κάματον τῶν φορολογουμένων. Ἀλλ’ οἱ ὅροι τῆς συγκρίσεως δὲν ὑπάρχουσιν ἐν ταῖς δυσὶ ταύταις περιόδοις· διότι τὸ 1892 εἶχε δύο ὑπουργικὰς μεταβολὰς καὶ βουλευτικὰς ἐκλογάς· διότι τὸ 1892 ἐπὶ ὀκτὼ ἐκ τῶν δώδεκα μηνῶν ἐξηκολούθει ἐφαρμοζόμενος προϋπολογισμὸς θεωρηθεὶς πολλαχῶς ἀνεπαρκής, ὁ προϋπολογισμὸς, ὃν εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις, ἧς τότε προήδρευεν ὁ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτής· διότι τὸ 1891 ἦτο εὔφορον εἰς ἔλαιον, ἐνῷ τὸ 1892 ἦτο ἄφορον, ἐκ τούτου δὲ μόνη ἡ διαφορὰ τοῦ ἐν τοῖς τελωνείοις εἰσπραττομένου φόρου τῶν προϊόντων τῆς Ἑπτανήσου εἶναι δραχμῶν 1,219,000, (καθότι τὸ 1891 εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 3,326,000, ἐνῷ τὸ 1892 μόνον δραχμαὶ 2,107,000) ὅπερ δὲν δύναται ν’ ἀποδοθῇ εἰς κάματον τῶν φορολογουμένων. Τὸ 1891 ὑπελόγιζεν ὡς ἔσοδον ἐκ διαφορᾶς νομισματικῆς ποσὸν δραχμῶν 3,906,000, μὴ ὑπάρχον τὸ 1892, καὶ ἐν τοῖς βεβαιωθεῖσιν ἐσόδοις τὸ 1891 περιελάμβανε κατ’ ἀρχὰς τὸ ἐκ προστίμου τῆς Ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος βεβαιωθὲν ἐκ δραχμῶν 1,550,000, ὅπερ δὲν εἰσεπράχθη, ἅτε ἀνακληθείσης τῆς ἐπιβαλούσης αὐτὸ ἀποφάσεως. Ἀλλὰ παραδόξως εὕρισκεν, ὅτι καὶ αὐταὶ αἱ ἐκ τῶν μονοπωλίων εἰσπράξεις τὸ 1892 ἠλαττώθησαν, ἐνῷ τοὐναντίον συνάγεται ἐκ τῶν ἤδη συμπληρωθεισῶν εἰσπράξεων τοῦ 1892· καθότι, ἐνῷ τὸ 1891 εἰσεπράχθησαν δραχ. 8,256,000, τὸ 1892 εἰσεπράχθησαν 9,085,000. Τὸ ἐκ τοιούτων λοιπὸν σφαλερῶν ἐπιχειρημάτων συμπέρασμα τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος ἀντιπροσώπου περὶ καμάτου προϊόντος τῶν φορολογουμένων, ἐλέγχεται ὅλως ἐσφαλμένον. Ὡς πρὸς τὰς γενομένας παρατηρήσεις κατὰ τῶν προϋπολογιζομένων ἐκ φόρων τινῶν ἐσόδων ὡς ἐξωγκωμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, θὰ ἴδητε ἐν τῇ εἰσηγητικῇ τοῦ Ὑπουργείου ἐκθέσει, πῶς τοῦτο δικαιολογεῖ τὸ προϋπολογιζόμενον δι’ ἕκαστον φόρον ποσόν. Θὰ ἴδητε, ὅτι ἐκ τοῦ μέσου ὅρου τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τὰ τρία ἔτη 1889, 1890 καὶ 1891 προτιμᾶται τὸ βεβαιωθὲν κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος, ἂν ἦναι μικρότερον τοῦ μέσου ὅρου, ὅτι δὲ προτιμᾶται ὁ μέσος ὅρος, ἂν οὗτος ἦναι μικρότερος τοῦ κατὰ τὸ 1891 βεβαιωθέντος. Ὁ ἐκ Λοκρίδος κ. Βουλευτὴς, ἰδὼν ὅτι, ἂν ἐλάμβανεν ὡς βάσιν τὰς βεβαιώσεις, ἐφ’ ὧν ὅλοι οἱ προϋπολογισμοὶ ὅλων τῶν Κρατῶν στηρίζονται, δὲν ἤθελεν εὕρει ἔλλειμμα, κατήρτισεν ὑπολογισμὸν ἐσόδων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπραχθέντων, ὅπερ ὅμως δὲν εἶναι ὀρθὸν, εἰμὴ ὡς πρὸς τοὺς φόρους τοὺς ἐν τῇ βεβαιώσει εἰσπραττομένους, ὡς σᾶς ἀπέδειξεν ὁ ἐξ Ἄρτης Βουλευτής. Κατὰ τοιοῦτον σύστημα ἐθεώρησαν τὸ ἐκ τοῦ καπνοῦ προϋπολογιζόμενον ἔσοδον ὅτι πρέπει νὰ μειωθῇ κατὰ 1,600,000, ἵνα γείνῃ ἴσον πρὸς τὸ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰσπρηχθὲν ποσόν. Ἐλησμόνησαν ὅμως τὰς βελτιώσεις, ἃς εἶχε προτείνει τὸ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου Δηλιγιάννη ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, καὶ ἃς ἐτελειοποίησεν ὁ ἤδη ψηφισθεὶς νόμος, ὃν εἰσήγαγε τὸ νῦν Ὑπουργεῖον, ἤτοι τοὺς νόμους περὶ δηλώσεως τοῦ παραχθέντος καπνοῦ καὶ τῆς ἐπὶ ἐγγυήσει μεταφορᾶς τοῦ εἰς φύλλα μετακομιζομένου, δι’ ὧν τίθεται, οὕτως εἰπεῖν, τὸ Δημόσιον ἐν κατοχῇ τοῦ εἰς φύλλα καπνοῦ, ὅπως προλαμβάνῃ τὰς καταχρήσεις. Ὁ νόμος οὗτος καὶ ὁ ἕτερος, δι’ οὗ ἠλαττώθη ἡ δαπάνη τῆς κοπῆς, ἔφερον τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπερ ἐπεδιώκετο· διότι, ἐνῷ πρὸ τῶν μέτρων τούτων αἱ μηνιαῖαι εἰσπράξεις μόλις φθάνουσι τὰς 50,000 ὀκάδας καπνοῦ, ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου ἡ αὔξησις ἐφάνη προϊοῦσα· διότι τὸν Σεπτέμβριον ἐκόπησαν 77,000, τὸν Ὀκτώβριον 84,000, τὸν Νοέμβριον 80,000, καὶ τὸν Δεκέμβριον 83,000 ὀκάδες· πολλαὶ δ’ ἐλπίδες ὑπάρχουσιν, ὅτι, ἀφοῦ ἅμα τῇ ἐφαρμογῇ τῶν νέων μέτρων ἔφθασε τὰς 80,000 ὀκάδας κατὰ μῆνα ὁ κοπτόμενος καπνὸς, ἤτοι 960,000 ὀκάδας τὸ ἔτος, θὰ ὑπερβῇ προϊόντος τοῦ χρόνου τὸ 1,000,000, ὃ μόνον θεωρεῖ ὡς ποσὸν φορολογητέον ὁ προϋπολογισμός. Ἀδικαιολόγητος λοιπὸν εἶναι ἡ ἐλάττωσις κατὰ 1,600,000, ἐκ τοῦ καπνοῦ. Ἐζήτησαν ἐπίσης ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ προϋπολογιζομένου ὡς εἰσπραχθησομένου ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, καὶ εὗρον ἐλάττωσιν ἐκ τούτου 200 ἢ 300 χιλιάδων δραχμῶν. Ἡ ἔκθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐστηρίχθη εἰς τὰ μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1892 δεδομένα, ἐνῷ κατόπιν ἐγένοντο καὶ ἄλλαι ἐγγραφαί· διότι κατὰ τὰς δοθείσας μοι ἐκ τοῦ Ὑπουργείου σημειώσεις οἱ τὸ 1892 ἐγγραφέντες μαθηταὶ Γυμνασίων εἶναι 5,883 καὶ ὄχι 4,500, ὡς ὑπολογίζει ἡ ἔκθεσις, οἱ δὲ μαθηταὶ Ἑλληνικῶν Σχολείων εἰς πάσας τὰς τάξεις 14,302, καὶ ὄχι 14,250, ὡς ἡ ἔκθεσις ὑπολογίζει, οἱ δὲ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, οἱ μὲν ἐγγραφέντες εἶναι 628, οἱ δὲ ἀνανεώσαντες 1618, ἤτοι ἐν ὅλῳ 2,246, ἐνῷ ἡ ἔκθεσις ὑπολογίζει ἐπὶ τῇ βάσει 2,100 μόνον· ὅτι δὲ φοιτηταὶ πολλοὶ ἕνεκα τῶν ὑποκινηθεισῶν ταραχῶν δὲν ἐνεγράφησαν, ἢ δὲν ἀνενέωσαν τὰς ἐγγραφάς των, γνωρίζετε καὶ ἐκ τῆς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορᾶς αὐτῶν. Οἱ φοιτηταὶ οὗτοι θὰ ἐγγραφῶσι βεβαίως τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν. Ἂν λοιπὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀριθμῶν τούτων ὑπολογίσωμεν, δεχόμενοι, ὅτι τὸ 1893 θὰ ἐξετασθῶσι φοιτηταὶ ὅσοι καὶ τὸ 1892, ὅτε ἐξητάσθησαν 535, εὔλογον εἶναι νὰ ἐλπίζωμεν τὸ ποσὸν, ὅπερ προϋπελόγισε τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἐκ μαθητῶν καὶ φοιτητῶν θὰ εἰσπραχθῇ ποσὸν 1,403,000 δραχμῶν.
§26ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιον;
§27ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀπὸ τὸ ὅλον· ἀλλ’ ἄνευ τῶν μὴ ἐγγραφέντων φοιτητῶν, οἵτινες ἐζήτησαν νὰ ἐγγραφῶσι βραδύτερον, καὶ θὰ ἐγγραφῶσιν ἐφέτος, καὶ ἄνευ τῶν ἀπολυτηρίων καὶ τῶν μεταγραφῶν τῶν φοιτητῶν εἰς ἄλλας Σχολὰς καὶ τῶν μαθητῶν εἰς ἄλλα Γυμνάσια καὶ Ἑλληνικὰ Σχολεῖα. Ἐπίσης ὁ ἐξ Ἄρτης ἀντιπρόσωπος ἀφαιρεῖ ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν, τοῦ εἰσπραττομένου εἰς τὰ τελωνεῖα, 300,000 δραχμάς...
§28ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 200,000.
§29ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἔστω· δὲν σᾶς ἤκουσα· ἡ σημείωσις δὲ, ἡ ὁποία μοὶ ἐδόθη, θὰ ἦναι κατὰ τοῦτο ἀνακριβής... Ἐζήτει τὴν ἐλάττωσιν, διότι ἕνεκα τῆς ἀσθενείας τῶν σταφιδαμπέλων θὰ ἦναι ἐλάσσων ἡ παραγωγή· ἀλλ’ ἡ ἀσθένεια τοῦ περονοσπόρου δὲν εἶναι ἐκ τῶν καταστρεφουσῶν τὸ κλῆμα καὶ ἀπειλουσῶν τὴν ὕπαρξιν τῆς σταφιδαμπέλου, καὶ οὐδὲ πέρυσιν ἠλάττωσε τὴν φυσικῶς μικρὰν παραγωγὴν, οὔτε ἐφέτος θὰ ἐλαττώσῃ αὐτήν. Στηρίζονται δὲ εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι θὰ ὑπάρχῃ καὶ τὸ 1893 κίνδυνος, ὅπερ δὲν εἶναι βέβαιον. Ἡ ἀσθένεια αὕτη ἐπέφερε βλάβην οὐχὶ τόσον εἰς τὰς σταφιδαμπέλους, ὅσον εἰς τὰς ἀμπέλους.
§30ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἐλάττωσις ὅμως ἤρξατο ἀπὸ τῆς ἐσοδείας.
§31ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893 ἀφορᾷ τὴν ἐσοδείαν τοῦ 1893 τὸ πλεῖστον, ὄχι τὴν τοῦ 1892· ἄλλως ἐγὼ ἐξετάζω τὸν λόγον, ὃν ἔφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης. Ἐλησμόνησε δὲ, ὅτι αἱ σταφιδάμπελοι διὰ τῶν ἐνηλικιουμένων φυτειῶν αὐξάνουσι κατ’ ἔκτασιν καὶ κατὰ ποσὸν παραγωγῆς, ἑπομένως δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ ὑπολογίσῃ τοιαύτην ἐλάττωσιν διὰ τοιοῦτον λόγον. Ἴσως ἠδύνατο νὰ τὸ κάμῃ δι’ ἐλάττωσιν τῆς καταναλώσεως.
§32ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔφερα καὶ τὸν λόγον τῆς δυσκολίας τῆς καταναλώσεως.
§33ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πιθανὸν εἶναι νὰ συμβῇ αὕτη· ἀλλὰ θετικὸν δεδομένον ποῖον ἔχετε; καὶ διατὶ ἐπὶ τοιαύτης πιθανότητος στηρίζετε τὴν ἐλάττωσιν καὶ ὄχι ἐπὶ ἐναντίας αὔξησιν, ἀφοῦ δύναται νὰ δικαιολογηθῇ καὶ ἐλπὶς αὐξήσεως, ἂν ἐν Ἀμερικῇ ἐπιτευχθῇ διάδοσις τοῦ προϊόντος; Ἐκ τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων ὁ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτὴς ἀφῄρεσε ποσὸν 1,455,000...
§34ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 1,755,000.
§35ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἔστω... Ἐστήριξε δὲ τὴν ἐλάττωσιν ταύτην εἰς σειρὰν συλλογισμῶν οὐχὶ πάντων ὀρθῶν. Ἔλαβε π. χ. ὡς δεδομένον τὸ εἰσπραχθὲν κατὰ τὸ 1892 καὶ τὰς ψηφισθείσας ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Δηλιγιάννη αὐξήσεις κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος 1892, ὑπελόγισεν ὅσα εἰσεπράχθησαν μετὰ τὸ 1892, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ αὐξήσεις, ἃς ἐπέβαλε τὸ Ὑπουργεῖον Δηλιγιάννη, δὲν ἐλειτούργησαν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1892, διότι ἤρξαντό τινες μὲν ἀπὸ Μαρτίου καὶ ἄλλαι πολὺ βραδύτερον. Ἀλλὰ τὸ 1893 θὰ λειτουργήσωσιν ὅλαι αἱ αὐξήσεις καθ’ ὅλον τὸ ἔτος. Λαβὼν τὰς εἰσπράξεις τοῦ ἔτους 1892, ὡς ἔχουσι κατὰ τὸ τέλος αὐτοῦ, καὶ χαριστικῶς προσθέσας δι’ ὅλας τὰς γενομένας αὐξήσεις ἓν μόνον ἑκατομμύριον, κάμνει ὑποθετικὸν ὑπολογισμόν. Ἀλλὰ παρέλειψεν ἀκόμη νὰ ὑπολογίσῃ καὶ τὰ ἐκ τῆς ἐπιβολῆς τελῶν εἰσαγωγῆς ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ἐκ τῆς μεθορίου γραμμῆς εἰσπραχθησόμενα, καὶ μολονότι τὸ μέχρι τέλους τοῦ ἔτους εἰσπραχθὲν ἔφθασε τὸ ποσὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους, πάλιν ἀφαιρεῖ 800,000 δραχμάς. Οὕτως ὅμως ἠδύνατο νὰ ἐλαττώσῃ τὸ ποσὸν καὶ κατὰ τρία ἑκατομμύρια. Τὸ στάδιον τῶν ὑποθέσεων εἶναι τόσον εὐρύ! ... Ὅλοι ἠλάττωσαν τὸ ἐκ τοῦ πετρελαίου ἔσοδον, καὶ ἐνῷ ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ἐβεβαίου τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ὅτι ἐκ τῆς Διευθύνσεως τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων εἶχε σημείωσιν, μαρτυροῦσαν, ὅτι ἐπωλήθησαν τὸ 1892 186,000 κιβώτια, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξηκολούθει ὑπολογίζων μόνον 180,000, ὅπως ὑποστηρίξῃ ἔλλειμμα 6,000 κιβωτίων ἢ δραχ. 200,000. Δὲν κουράζω ὑμᾶς, ἐξακολουθῶν τὸν ἔλεγχον τῶν ἐλαττώσεων τῶν ἐσόδων. Τὸ ποσὸν ἄλλως τὸ ἀνεβίβασαν ὁ μὲν εἰς 4,000,000, ὁ δὲ εἰς 5,000,000. Δι’ ὅσων ὅμως εἶπον, σᾶς ἔδειξα, ὅτι τὰ δύο τρίτα τῶν ἐλαττώσεων τούτων εἰσὶν αὐθαίρετοι καὶ ἥκιστα δεδικαιολογημέναι. Πλὴν τῆς μειώσεως τῶν ἐσόδων αὐξάνουσι τὰ ἔξοδα καὶ αὐξάνουσιν αὐτὰ κατὰ τὸν τρόπον τῶν αὐθαιρέτων ὑποθέσεων. Ὁ μὲν ἀξιότιμος εἰσηγητὴς καὶ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἤλεγξεν ἤδη τὸ πλεῖστον τῶν παρατηρήσεων ἐκείνων, ἐν ἑκάστῃ δὲ ἐκθέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων καθ’ Ὑπουργεῖον δικαιολογεῖται ἡ προτεινομένη ἐλάττωσις δαπάνης. Ἀνομολογῶ, ὅτι διὰ τὰ μὴ καταργούμενα Πρωτοδικεῖα δέον νὰ προστεθῇ πίστωσις δραχ. 97,000. Προτείνουσι προσθήκην δραχ. 300,000 δι’ ἔξοδα διατροφῆς καὶ συντηρήσεως καταδίκων, ἤτοι ποσὸν, ὅσον ἐδόθη δι’ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως κατὰ τὸ 1892. Ἀλλὰ τὴν προσθήκην ταύτην νομίζω, ἂν ὄχι κατὰ τὸ ὅλον, κατὰ τὸ ἥμισυ ὅμως ἀδικαιολόγητον, διότι καὶ ἐκ τοῦ ἄρτου καὶ ἐκ τῶν ἐνοικίων ἐβεβαιώθη ἐλάττωσις κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ὡς καὶ ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν θέσεων ἰατρῶν τῶν φυλακῶν καὶ ἐκ τῆς μικροτέρας δαπάνης διὰ φάρμακα, ἅτινα τοὐντεῦθεν θὰ λαμβάνωνται ἐκ τῶν στρατιωτικῶν φαρμακείων. Ἠρνήθησαν νὰ δεχθῶσιν, ὅτι τὸ ὑπὸ τῶν δήμων εἰσφερόμενον διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν θὰ καταβληθῇ ὁλόκληρον ὅσον προϋπολογίζεται. Δὲν ἔλαβον ὅμως ὑπ’ ὄψιν τὰ μέτρα, δι’ ὧν ἐπιζητεῖται νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ παρὰ τῶν δημοσίων ταμιῶν παρακράτησις τοῦ ποσοῦ τούτου ἐκ τῶν εἰσπραττομένων διὰ λογαριασμὸν τῶν δήμων, καὶ τὴν διαταγὴν, ὅπως οἱ ταμίαι ἀποδίδωσι τὸ μετὰ τὴν παρακράτησιν τῆς εἰσφορᾶς ὑπόλοιπον εἰς τοὺς δήμους.
§36ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ ἐγίνετο καὶ ἄλλοτε.
§37ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν ἐγίνετο ἄλλοτε, ἀλλ’ ἐλέγετο μόνον, ἐνῷ ἤδη ἐλπίζομεν νὰ γίνηται. Ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἠξίωσαν νὰ προστεθῇ ὁλόκληρον τὸ ἀπαιτούμενον διὰ κατακυρωθείσας πρὸς κατασκευὴν ἢ ἀνακαίνισιν ὁδοὺς ποσὸν ἐκ δραχ. 4,525,000· ἀλλ’ ὅλαι αἱ διὰ κατακυρώσεων τοιούτων ἀναδεχθεῖσαι ὑποχρεώσεις δὲν θὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐντὸς τοῦ 1893· θὰ ἐκτελεσθῶσι μόνον κατὰ τὸ ἓν ἕκτον, καὶ προϋπολογίζεται πλέον τούτου, ἤτοι δραχ. 970,000. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπέμενε νὰ αὐξήσῃ τὰ ἔξοδα κατὰ 1,200,000. Ἠδύνατο νὰ τὰ αὐξήσῃ, τοιοῦτον ἀκολουθῶν σύστημα, κατὰ δρ. 4,525,000, ἤτοι νὰ θεωρήσῃ ὡς δαπάνην τοῦ 1893 ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 4,525,000. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας ἠθέλησε προσθήκην διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν 90,000 δραχμῶν, λόγῳ ὅτι κατὰ τὸν νέον νόμον θὰ προστεθῶσι σχολεῖα, ἐνῷ ὁ μὲν προϋπολογισμὸς συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου νόμου, κατ’ αὐτὸν δὲ ἱδρύθησαν μὲν σχολεῖα θηλέων 57, ἀλλὰ κατηργήθησαν σχολεῖα θηλέων ἐπίσης 50, ὥστε προσετέθησαν 7 μόνον· ἀντὶ τούτου ὅμως 341 σχολεῖα ἀῤῥένων μετετράπησαν εἰς γραμματοδιδασκαλεῖα, ὅπερ ἠλάττωσε τὴν δαπάνην κατὰ τὸ ἥμισυ, προσετέθησαν δὲ μόνον 55 σχολεῖα ἀῤῥένων. Ἀλλ’ ἐπρότεινε καὶ προσθήκην 428,000 δραχμῶν, ἀξιῶν, ὅτι τὰ ἐν τῷ παροπλισμῷ πλοῖα δέονται μείζονος δαπάνης πρὸς συντήρησιν, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν, ὅτι αἱ τῆς συντηρήσεως τῶν παρωπλισμένων πλοίων δαπάναι εἶναι μικραί. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης διὰ διαφορὰν μεταξὺ τῶν βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων θέλει 9,500,000 δραχμὰς, καὶ ἀφαιρεῖ τοσοῦτο ποσὸν, ἐνῷ ὁ προϋπολογισμὸς ὁρίζει μόνον ἓξ ἑκατομμύρια διὰ τὴν τοιαύτην διαφοράν. Ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου μοὶ φαίνεται ὀρθότερος, διότι, ἂν κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη ἔφθασε τὸ καθυστέρημα εἰς 8½ ἢ 9½ ἑκατομμύρια, ἐφέτος ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ᾖ ἡ διαφορὰ ἐλάσσων, διότι ὁ νέος νόμος περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων ἐβελτίωσε τὰς τῆς βεβαιώσεως εἰσπράξεις, καὶ διότι ἐγένοντο αὐξήσεις εἰς φόρους μὴ ἀφίνοντας καθυστέρημα, καὶ διότι ἐλήφθησαν μέτρα πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς εἰσπράξεως, ὡς τὸ περὶ παρακρατήσεως καὶ εἰσφορᾶς τῶν δήμων, καὶ διότι ὅσον τὸ ἔτος εἶναι ἡσυχώτερον, τόσον ἡ διαφορὰ ἐλαττοῦται, οὐδένα δὲ λόγον ἔχομεν νὰ μὴ θεωρῶμεν τὸ 1893 ἡσυχώτερον τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, τελευταῖον δὲ διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι κατ’ ἔτος παρατηρεῖται ἐλάττωσις τοῦ καθυστερήματος τούτου. Ἡ ταχεῖα αὕτη ἐπιθεώρησις τῶν ὑπολογισμῶν, δι’ ὧν μειοῦσι τὰ ἔσοδα καὶ αὐξάνουσι τὰ ἔξοδα, ἐλπίζω νὰ πείθῃ, ὅτι τοὐλάχιστον ὑπερβολικοί εἰσιν οἱ ὑπολογισμοὶ ἐκείνων, ὅσοι ἐζήτησαν νὰ εὕρωσι μέγα ἔλλειμμα. Ποῖα δὲ εἶναι τὰ προταθέντα μέτρα, δι’ ὧν ἐπηγγέλθησαν ἡ αὔξησιν ἐσόδων ἢ ἐλάττωσιν δαπανῶν; Εἶναι πρώτη ἡ σύστασις 24 Διοικήσεων. Ἡ ἱστορία τῆς διοικητικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, ἧς τὴν μελέτην φαίνεται ὅτι ὅλως παρεῖδεν ὁ προτείνας, μᾶς διδάσκει, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ, δοκιμασθὲν ἄλλοτε, ἀπέτυχε. Κατὰ τὸ 1836 εἰσήχθησαν αἱ Διοικήσεις, ὡρίσθησαν δὲ τριάκοντα Διοικήσεις καὶ δέκα ἑπτὰ Ὑποδιοικήσεις. Τὸ 1838 ἠλαττώθη ὁ ἀριθμὸς τῶν Διοικήσεων ἀπὸ τριάκοντα εἰς εἴκοσι τέσσαρας, καὶ τῶν Ὑποδιοικήσεων ἀπὸ δεκαεπτὰ εἰς ἑπτὰ μόνον, δι’ ἔλλειψιν, ὡς λέγει ἡ δικαιολογία τοῦ νόμου, ἐπαρκοῦς προσωπικοῦ, ἀνταποκρινομένου εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν θέσεων. Κατὰ τὸ 1842 καταργοῦνται αἱ Ὑποδιοικήσεις καὶ διατηροῦνται μόνον δύο, λόγῳ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἡ τῶν Μεγάρων καὶ ἡ τῶν Θηβῶν, ὅπου ὑπῆρχε λῃστεία. Ἀλλὰ τὸ 1845 ἐπαναφέρεται τὸ Νομαρχιακὸν σύστημα, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος τῶν Διοικήσεων οὔτε εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου ἀνταπεκρίνετο, οὔτε εἰς τὰς δυνάμεις αὐτοῦ. Σήμερον διατὶ θὰ εὐδοκιμήσῃ τοιοῦτον σύστημα; Δὲν μᾶς εἶπον ποῖοι λόγοι δικαιολογοῦσι τοιαύτην μεταβολὴν, ἵνα ἐξελέγξωμεν αὐτούς. Οἰκονομία βεβαίως δὲν θὰ προσγείνῃ. Τότε κατηργήθησαν αἱ Διοικήσεις δι’ ἔλλειψιν ἐπαρκῶν διοικητῶν. Ἂν σήμερον ζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰκοσιτέσσαρας διοικητὰς ἀνταποκρινομένους εἰς τὴν θέσιν, θὰ εὕρῃ αὐτούς; Σεῖς κρίνατε τοῦτο ἐκ τῶν προσώπων, ἅτινα αἱ διαδοχικῶς ἐρχόμεναι μερίδες διαθέτουν πρὸς διοίκησιν τῶν Νομαρχιῶν, πρὸς ἃς θὰ ἐξομοιωθῶσιν αἱ Διοικήσεις. Ὁπωσδήποτε ἀντὶ ἐλαττώσεως θὰ ἐπέλθῃ αὔξησις δαπάνης. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας τοὐναντίον ἠξίωσε νὰ ἐπαναφέρῃ καὶ τοὺς ἐπάρχους. Περὶ τοῦ προσωπικοῦ τούτων περιττὸν νὰ εἴπω τι. Ἀρκοῦμαι νὰ σημειώσω, ὅτι δι’ αὐτὸ οὐδὲ προσόντα ἠδυνήθη ἢ ἠθέλησε νὰ θέσῃ τὸ ἐπαναγαγὸν τοὺς ἐπάρχους Ὑπουργεῖον τῆς 14 Ὀκτωβρίου 1890. Διατί; Διότι μόνον ἄνευ προσόντος τινὸς ἀνθρώπους ἤθελεν εὕρῃ δι’ ἐπάρχους. Καὶ ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἤθελε τὴν ἀνασύστασιν τῶν Ἐπαρχείων ὑπὸ ἐπάρχους ἱκανοὺς, χρηστοὺς, νοήμονας, μεμορφωμένους, εὐπρεπεῖς, φιλοπάτριδας, ὑψηλόφρονας καὶ δὲν ἠξεύρω ποίων ἀκόμη προσόντων, διαφευγόντων ὅμως τὴν πραγματικὴν βεβαίωσιν. Εὐνόητον ὅτι διοικητικὴ μεταῤῥύθμισις τοιαύτη ἤθελεν ἐπιφέρει καὶ τὴν κατ’ ἴσον ἀριθμὸν αὔξησιν τῶν δικαστηρίων, ἀφοῦ ἤθελον Διοικήσεις μὲ ὁμοιόμορφον καὶ δικαστικὴν καὶ οἰκονομικὴν καὶ στρατιωτικὴν διαίρεσιν· ἔπρεπε λοιπὸν ν’ αὐξήσωμεν τὰ Πρωτοδικεῖα· ἀλλ’ ἡ ἐκ τούτου δαπάνη ἤθελεν εἶναι πολὺ μείζων τῆς σήμερον γινομένης. Ἔκαμα ὑπολογισμόν τινα περὶ τούτου· ἀλλ’ ἀφοῦ κατέκρινα τοὺς λογαριασμοὺς τῶν ἀπὸ ἰδίας φαντασίας δημιουργούντων συστήματα, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ μιμηθῶ αὐτοὺς, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο ἤθελεν ἀπαιτηθῆ προσθήκη δαπάνης μείζονος τῶν 2,500,000 δραχμῶν. Ἄν θὰ ἐλαττοῦντο αἱ Ἐφορίαι καὶ τὰ Ταμεῖα κατά τι, ὅμως θὰ ἔπασχεν ἐκ τούτου ἥ τε βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων πολὺ πλειότερον· ἂν θὰ ἠλαττοῦντο αἱ Ὑπομοιραρχίαι, θὰ ηὔξανον ὅμως αἱ Μοιραρχίαι, θὰ ἔπασχε δὲ ἡ δημοσία ἀσφάλεια. Τοιαύτη ἡ διοικητικὴ αὐτῶν μεταῤῥύθμισις, ὡς τὴν ἐπρότειναν. Ἐζήτησεν ὁ ἐκ Λοκρίδος κ. Βουλευτὴς, ὅπως ἀνοργανωθῇ ὁ στρατὸς ἡμῶν, οὕτως ὥστε νὰ ἔχωμεν στρατὸν ἐκ 10,000 ἐκπαιδευομένων ἐν στρατοπέδοις. Ἄγνωστον δὲ, ἂν τὰ στρατόπεδα ἤθελε μόνιμα ἢ ὄχι, ἀλλὰ τὰ θέλει πάντοτε εἰς τὰς παρὰ τὰ ὅρια ἐπαρχίας. Ἐλησμόνησεν ὅτι διὰ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ τόπου ἔπρεπε νὰ προβλέψῃ καὶ περὶ στρατιωτικῆς δυνάμεως ἴσης τοὐλάχιστον πρὸς τὴν ἐν στρατοπέδοις, ἢ μᾶλλον πολὺ μείζονος αὐτῆς. Κατὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν ἡμῖν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κατάστασιν τῶν ἀνδρῶν, οἵτινες ἀπαιτοῦνται διὰ φρούρησιν φυλακῶν καὶ νυκτοφρουρὰς, ἀπαιτοῦνται τοιοῦτοι 1784 ἡμερησίως, ἄρα τὸ τριπλάσιον ποσὸν, τοὐτέστι 5,352 ἄνδρες χρειάζονται διὰ τὴν φρούρησιν φυλακῶν, ταμείων κλπ. καὶ τὰς νυκτοφρουρὰς αὐτῶν· πλὴν ὅμως τούτων ἡ κατάστασις μᾶς πληροφορεῖ, ὅτι διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων καὶ τὰ γραφεῖα ἀπαιτοῦνται 2,933 καὶ εἰς τὰ γραφεῖα 202· ὥστε ἐν ὅλῳ θέλομεν διὰ τὰς ὑπηρεσίας ταύτας ἄνδρας 8,487. Ἀλλὰ διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν διαθέσιμον δύναμιν; Ἡ κατάστασις τῆς ἀσφαλείας ἐν Θεσσαλίᾳ ἰδίως μᾶς δεικνύει, ὅτι ἀπαιτεῖται ἐκεῖ δύναμις, ἀπασχολουμένη εἰς αὐτὴν, τοὐλάχιστον 1000 ἀνδρῶν. Ἄν λοιπὸν θέλωμεν διὰ τὰς ὑπηρεσίας ταύτας 10,500 καὶ προσέτι ἑτέρας δέκα χιλιάδας ἐν στρατοπέδοις, γίνονται 20,500, ἐνῷ κατὰ τὴν ἰδίαν κατάστασιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τὸ ὅλον τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ (ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν) ἀνέρχεται εἰς 19,546. Ἄν ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημά των, θὰ ἔχωμεν αὔξησιν δαπάνης δύο σχεδὸν ἑκατομμυρίων ἐτησίως, ἐνῷ καὶ ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων θὰ βλαβῇ καὶ ἡ δημοσία ἀσφάλεια.
§38ΡΑΛΛΗΣ. Διατὶ ἀσχολοῦνται 19,000; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.
§39ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Διότι ἡ ἀκριβῶς ἀπαιτουμένη καθ’ ἑκάστην δύναμις δὲν ἀρκεῖ, διότι παρουσιάζονται ἔκτακτοι περιστάσεις, ἀποσπῶσαι τῶν τάξεων καὶ ἀπασχολοῦσαι πολλοὺς ἄνδρας· διότι δὲν ὑπελόγισα τοὺς ἐν ἀδείᾳ, τοὺς νοσοῦντας, τοὺς δι’ οἱονδήποτε λόγον ἀσχολουμένους ἀλλαχοῦ. Ἄν καὶ τούτους προσθέσητε, εὑρίσκετε ὅτι κατὰ τὸ σύστημα τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος ἔπρεπε νὰ προσθέσωμεν 5,000 ἀκόμη ἄνδρας, ἵνα ἔχωμεν τὰς 10,000 ἐν στρατοπέδῳ καὶ τὴν ὑπόλοιπον δύναμιν πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν κανονικὴν τοῦ Κράτους. Ἕτερον μέτρον, ἐκ τοῦ ὁποίου προβλέπουσιν οἰκονομίαν 5,500,000 δραχμῶν, εἶναι τὸ τῆς κεφαλαιοποιήσεως τῶν συντάξεων, ὡς εἶπον, ἤτοι ἡ εἰς ἑταιρίαν ἀνάθεσις τῆς πληρωμῆς τῶν συντάξεων ἐπὶ καταβολῇ πρὸς αὐτὴν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους τοῦ τόκου. Τὸ σύστημα εἶναι ἁπλούστατα δάνειον, τὸ μὲν πρῶτον ἔτος 5,500,000 δραχμῶν, τὸ δεύτερον ἑτέρων 5,500,000, προστιθεμένων εἰς τὰ προηγούμενα, καὶ οὕτως ἐφεξῆς. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι τοιοῦτον σύστημα ἐφηρμόσθη ἐν Ἰταλίᾳ. Δὲν δύναταί τις ὅμως τὸ γιγνόμενον ἔν τινι Κράτει νὰ ἐφαρμόσῃ εἰς ἄλλο Κράτος, ὅταν οἱ ὅροι, οἱ τὸ μέτρον ἐκεῖ ὑπαγορεύσαντες, δὲν συμπίπτωσι καὶ ἐδῶ. Ὁ πρῶτος νόμος περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, ῥυθμίσας παρ’ ἡμῖν τὰ περὶ τῆς ὕλης ταύτης (διότι νομοθεσία ἀόριστος περὶ ἀμοιβῆς καὶ συντάξεως ὑπῆρχε προηγουμένη ἄλλη) εἶναι ὁ περὶ συντάξεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων νόμος τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1861. Ἡ ἕως τότε νομοθεσία προέβλεπε περὶ τῶν στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων καὶ περὶ τῶν εἰς τὸν ἀγῶνα ὑπηρετησάντων, ἀλλὰ περὶ τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων δὲν εἶχε λάβει πρόνοιαν ἡ νομοθεσία. Ὁ νόμος τοῦ 1834 περὶ ἀμοιβῆς τῶν κατὰ τὸν ἀγῶνα ἐκδουλεύσεων τῶν στρατιωτικῶν καὶ περὶ σχηματισμοῦ τῆς Φάλαγγος, ὁ τοῦ 1835 περὶ συντάξεως χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν ἀγωνιστῶν, ὁ τοῦ 1852 περὶ συντάξεως τῶν ἀνδρῶν τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, ἀπαιτῶν τριακονταετῆ ὑπηρεσίαν, ἣν ὁ νόμος τοῦ 1864 ἠλάττωσεν εἰς εἰκοσιπενταετῆ, ὁ διὰ τὰς χήρας νόμος τοῦ 1859, ἐλαττώσας εἰς δεκαπενταετῆ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ὁ νόμος τοῦ 1860, περιλαβὼν πρὸς ὑπολογισμὸν τοῦ χρόνου καὶ τὰς ἐν πολιτικαῖς θέσεσιν ὑπηρεσίας, ἀφορῶσιν εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ εἰς τοὺς ἀγωνιστάς. Ὁ νόμος τοῦ 1861 περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων συνετάχθη ἐπὶ βάσεων, αἵτινες προϋπέθετον, ὅτι ἤθελεν ἀκριβῶς λειτουργεῖ τὸ ὑπαλληλικὸν προσωπικόν, ἀλλὰ καὶ αἱ βάσεις ἐκεῖναι ἐξηλέγχθησαν ἀτελεῖς, διότι δὲν ἔτασσον ὅρον ἡλικίας, οὐδὲ ὑπῆρχε νόμος κανονίζων τὰ προσόντα καὶ τὴν ἀποχώρησιν τῶν ὑπαλλήλων· ἦσαν δὲ πολὺ εὐρύτεραι αἱ βάσεις ἐκεῖναι τῶν βάσεων τοῦ Ἰταλικοῦ νόμου, ὅστις καὶ ὅριον ἡλικίας αὐστηρῶς τίθησι, καὶ βεβαίωσιν ταύτης ἐκ ληξιαρχικῶν πράξεων ἔχει, καὶ τρόπον κανονίζει ἀποχωρήσεως, ἅπερ παρ’ ἡμῖν ὑπάρχουσι μόνον διὰ τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους. Ἀλλ’ ἐνᾧ ὁ νόμος τοῦ 1861 ἦτο ἱκανῶς ἐπιεικής, ἐπῆλθεν ὁ τοῦ 1866, ὅστις τὴν εἰκοσιπενταετῆ ὑπηρεσίαν ὑπεβίβασιν εἰς εἰκοσαετῆ. Πρὸς τῷ κακῷ τούτῳ τὰ κανονίζοντα τὰς ἀποδείξεις τῶν ὑπηρεσιῶν διατάγματα προσέθηκαν διατάξεις εὐκολυνούσας τὴν βεβαίωσιν ὑπηρεσιῶν τοῦ ἀγῶνος διὰ τρόπου ἀσφαλίζοντος προσθήκην ὑπηρεσιῶν, ἃς ὁ νόμος τοῦ 1861 ὑπελόγιζε μὲ διπλοῦν χρόνον, καθιστῶν τὰ ἑπτὰ ἔτη τοῦ ἀγῶνος δεκατέσσαρα ὑπηρεσίας, οὕτως ὥστε μὲ ἓξ ἐτῶν ὑπηρεσίαν ἀπεκτᾶτο σύνταξις. Προσθέσατε εἰς τοῦτο καὶ τὸν ἕνεκα τῆς εὐκολίας τῶν διορισμῶν καὶ παύσεων πολλαπλασιασμὸν τῶν ἐν συντάξει ὑπαλλήλων, καὶ θὰ ἴδητε διατὶ τοσοῦτον ηὔξησε τὸ κονδύλιον τοῦτο τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ μάλιστα προσετέθησαν καὶ οἱ τῆς Ἑπταννήσου συνταξιοῦχοι, ἐξασφαλισθέντες διὰ τῆς μετὰ τῆς Ἀγγλίας συνθήκης περὶ παραδόσεως τῶν Ἰονίων νήσων. Οὕτως, ἐνᾧ τὸ 1860 εἴχομεν 1,400,000 δρ. δαπάνην διὰ συντάξεις, τὸ 1875 τὸ ποσὸν ἔφθασεν εἰς δρ. 3,179,000, καὶ τὸ 1893 εἰς 4,911,000, πλὴν τῶν ναυτικῶν χορηγημάτων. Ἄν διὰ τοῦ νόμου τούτου, ὡς μάλιστα ἐφηρμόζετο μέχρι τοῦδε, θελήσῃ τις νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ σύστημα τὸ ἐν Ἰταλίᾳ ἐφαρμοσθὲν, θὰ φθάσῃ εἰς οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα μᾶλλον ἐπιβλαβῆ. Δὲν λέγω, ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι δὲν δύναται νὰ γείνῃ τοιοῦτος συνδυασμός· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ νομοθεσία περὶ ὑπαλλήλων δὲν μᾶς ἐξασφαλίζῃ περὶ τῆς μὴ ἐπαναλήψεως τῶν ἐν τῷ παρελθόντι ὑπερβασιῶν καὶ περὶ τῆς κατ’ ἔτος ἐλαττώσεως τοῦ ποσοῦ τῶν συντάξεων, καὶ ἐφ’ ὅσον παρ’ ἡμῖν τὸ σύστημα τῶν ἀσφαλιστικῶν καὶ πιστωτικῶν ἑταιριῶν δὲν λάβῃ τὴν ἀλλαχοῦ ἀνάπτυξιν, ὥστε νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν διὰ τοιούτου συνδυασμοῦ μεταβίβασιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου εἰς τὰς ἑταιρίας, δὲν πρέπει νὰ γείνῃ τὸ προταθέν. Ὄταν τοιοῦτοι ὅροι συντρέξωσι, τότε δύναται τὸ ἄλλοτε ταμεῖον τῶν συντάξεων, ὅπερ κύριον πόρον εἶχε τὰς εἰσφορὰς τῶν ὑπαλλήλων, καὶ ὅπερ κακῶς ἀνέλαβε τὸ Δημόσιον, ἀνασυνιστώμενον, νὰ τελέσῃ τὴν οἰκονομίαν, ἣν ἠκούσαμεν προτεινομένην. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἔλαβε πρόνοιαν διὰ τῶν περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων νόμων, οἵτινες εἶναι ἀρχὴ καὶ βάσις τοῦ διακανονισμοῦ, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ ἐν τῷ μέλλοντι ἀναθεώρησις τοῦ περὶ συντάξεων νόμου, γινομένη ἄνευ βλάβης τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων, ὡς καὶ ἡ εἰσαγωγὴ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας καὶ περὶ ἀποχωρήσεως, δύνανται νὰ φέρωσιν ἀποτέλεσμα τὴν μείωσιν τοῦ εἰς συντάξεις χρησιμεύοντος ποσοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ μέγεθος ἔχει ἱστορικῶν ὑποχρεώσεων αἰτίαν, ὑποχρεώσεων ὑπενθυμιζουσῶν ἡμῖν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, ἡ ἐξελθοῦσα ἐκ τοῦ χάους, ἡ μήτε πόλεις, μήτε χωρία, μήτε ὁδοὺς, μήτε γεφύρας, μήτε ἄλλο οὐδὲν τῶν χαρακτηριζόντων τόπον τινὰ ὡς πεπολιτισμένον παραλαβοῦσα καὶ διὰ τοῦτο χρεωστοῦσα ὅλα ἀπ’ ἀρχῆς νὰ δημιουργήσῃ, εἶχε καὶ τὴν πρόσθετον ὑποχρέωσιν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν ἀγωνισθέντων. Καὶ τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης, τῆς ἀτελέστατα ἐκπληρωθείσης, ἡ ὀπωσδήποτε ἐκτέλεσις προὐκάλεσε βάρος, τὸ ὁποῖον εὑρίσκομεν εἰς ὀλίγα Κράτη ἐκ τῶν ἀναγεννηθέντων καὶ πρὸς ἡμᾶς συγκρινομένων. Ἅμα τῇ ἀποκαταστάσει τῆς ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε νὰ παράσχῃ πρὸς τοὺς ἄνδρας τοῦ ἀγῶνος τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως...
§40ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐλάχιστα ἔπραξε.
§41ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ τὸ ἐλάχιστον τοῦτο ἔφερεν αὔξησιν δαπανῶν. Μεταξὺ τῶν προταθεισῶν οἰκονομιῶν εἶναι καὶ καταργήσεις θέσεων καὶ ὑπηρεσιῶν ὅλων πολλαὶ καὶ ἀθρόαι. Ἡ προτεινομένη κατάργησις τῆς Ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας ἀπορῶ πῶς ἐγεννήθη, ἀφοῦ καὶ τοῖς ἁπλουστάτοις εἶναι δῆλον, ὅτι διὰ τὴν Ἑλλάδα ἡ περὶ αὐτῆς δαπάνη εἶναι δαπάνη ἀναγκαία καὶ προσοδοφόρος, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἱστορικοῦ καθήκοντος καὶ τῆς ἠθικῆς ὠφελείας, αἵτινες ἐπιβάλλουσι τὴν συντήρησιν αὐτῆς. Ἐπρότειναν κατάργησιν τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς. Τοιαύτη κατάργησις καταδικάζει τὸν στρατὸν εἰς ταχεῖαν στέρησιν στελεχῶν καὶ ἀποσύνθεσιν. Ἡ τοιαύτη δὲ πρότασις ἐγκλείει καταδίκην πάσης περὶ τοῦ μέλλοντος μερίμνης, καὶ λησμοσύνην τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς ζῶμεν πρὸς τὰ γείτονα καὶ τὰ παρ’ αὐτὰ Κράτη. Ἐπρότειναν, ἀλλὰ δὲν ὑπεστήριξαν διὰ λόγων, τὴν κατάργησιν τοῦ Ὁπλοστασίου. Ἠδύναντο μᾶλλον νὰ ζητήσωσι τὴν κατάργησιν τῆς Διευθύνσεως τοῦ ὑλικοῦ πολέμου καὶ τῶν ἐδῶ συνεργείων, ἅτινα συνεστήθησαν πρό τινων ἐτῶν οὐχὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς ὑπηρεσίας, ὡς ἄλλοτε θ’ ἀποδείξω, εἰδικῶς τὸ περὶ Ὁπλοστασίου θέμα φέρων εἰς συζήτησιν. Ἐπρότειναν μονομελῆ Πρωτοδικεῖα. Καίτοι διδάκτωρ τοῦ δικαίου, ὁ συνάδελφος ἐλησμόνησε, φαίνεται, ἔκτοτε τὰς ἀρχὰς τὰς διεπούσας τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων καὶ τὴν δικονομικὴν νομοθεσίαν καὶ ἡμῶν καὶ τῶν ἄλλων Κρατῶν. Δὲν ἐπρόσεξεν ὅτι τοιοῦτον σύστημα ἤθελε φέρει ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀντὶ τῆς ὁποίας φρονεῖ ἐλαφρύνσεως. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο ἠθέλομεν ἔχει διὰ τὰς ἑξήκοντα τρεῖς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους ἰσάριθμα Πρωτοδικεῖα. Λέγω δὲ 63 ἐπαρχίας, διότι εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν ἐκ Μαντινείας κ. Βουλευτὴν, ὅστις ζητεῖ τὴν ἐπάνοδον τῶν ἐπάρχων καὶ τῶν ἐπαρχιακῶν περιφερειῶν. Θὰ ἔχωμεν λοιπὸν 63 μονομελῆ Πρωτοδικεῖα, δικάζοντα τὰς πολιτικὰς ὑποθέσεις· ἀλλ’ ἐπειδὴ ταῦτα δὲν δύνανται νὰ ἦναι καὶ Πλημμελειοδικεῖα μονομελῆ, θὰ ἔχωμεν καὶ τριμελῆ Πλημμελειοδικεῖα μετὰ προέδρου, τουτέστι θὰ ἔχωμεν τέσσαρας δικαστὰς καὶ ἕνα πρόεδρον, ἢ τέσσαρας μετὰ τοῦ προέδρου, ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ· ἀλλὰ τὰ τριμελῆ ταῦτα Πλημμελειοδικεῖα δὲν θὰ δικάζωσιν ἀνεκκλήτως, διότι αἱ ἀποφάσεις αὐτῶν αἱ ποινικαὶ, αἱ ὑπερβαίνουσαι ὡρισμένον τινὰ χρόνον φυλακίσεως, πρέπει νὰ ὑπόκηνται εἰς ἔκκλησιν. Τότε θὰ εἴχομεν ἀνάγκην ν’ αὐξήσωμεν τοὺς ἐφέτας, ἵνα δικάζωσι τὰς ἐφέσεις κατ’ ἀποφάσεων πλημμελειοδικῶν. Οὕτω, ἀντὶ 160–169 πρωτοδικῶν καὶ προέδρων, θὰ εἴχομεν 252–315 τοιούτους, ἀντὶ 21 εἰσαγγελέων θὰ εἴχομεν 63, ἀντὶ 21 γραμματέων θὰ ἐχρειαζόμεθα 63 τοιούτους, καὶ εἰς τοὺς ὑπάρχοντας ἐφέτας θὰ προσεθέτομεν ἀκόμη τοὐλάχιστον 25 ἄλλους. Κατὰ τοιοῦτον ὑπολογισμὸν, τὸ ἡμιόλιον τοῦ νῦν δαπανωμένου, ἐὰν προστεθῇ εἰς τὸ σήμερον δαπανώμενον, δὲν ἤθελεν ἀρκέσει διὰ τὸ προτεινόμενον σύστημά των. Ἐζήτησαν τὴν ἐνίσχυσιν τῶν ἑλληνικῶν σχολείων...
§42ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν ἐνίσχυσιν τῶν δημοτικῶν σχολείων πρὸς ἐλάττωσιν τῶν ἑλληνικῶν, καὶ τὴν ἐνίσχυσιν τῶν ἑλληνικῶν σχολείων πρὸς ἐλάττωσιν τῶν Γυμνασίων.
§43ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἔστω καὶ τοῦτο. Ἀλλὰ δὲν καθωρίσατε τίνι τρόπῳ ταῦτα ἠδύναντο νὰ γείνωσιν. Εὑρισκόμεθα λοιπὸν ἐνώπιον τοῦ ἀγνώστου. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε τοιαύτη ἐνίσχυσις τῶν δημοτικῶν σχολείων συνίσταται βεβαίως εἰς αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν σχολείων, τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ, καὶ τῶν ὀργάνων καὶ μέσων τῆς διδασκαλίας, ὧν ἡ δαπάνη εἶναι πολὺ μείζων τῆς οἰκονομίας, ἣν θὰ φέρῃ ἡ ἐλάττωσις τῶν διδακτηρίων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ἐπειδὴ διὰ μὲν τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα ἀπαιτοῦνται δραχ. 1,485,000, διὰ δὲ τὰ δημοτικὰ 3,970,000, ἤτοι τὸ ὅλον δραχ. 5,455,000, καὶ ἂν ἐκ τῶν πρώτων οἰκονομήσωμεν καὶ τὸ ⅓, ἤτοι 500,000, εἰς δὲ τὰ δεύτερα προσεθέτομεν μόνον τὸ ¼ ἢ τὸ ⅕ τῆς νῦν δαπάνης, θὰ ἠθέλομεν διὰ ταῦτα ἓν ἑκατομμύριον ἢ ὀκτακοσίας χιλιάδας δραχμῶν, ἤτοι θὰ ἐχρειαζόμεθα πάντοτε αὔξησιν. Ὡς πρὸς τὰ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τὰ περὶ διοικήσεως καὶ ἀνοργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀορίστως λεχθέντα, δὲν διατρίβω, διότι ἐν τῇ ἀοριστίᾳ των μένουσιν ἔχοντα τὴν ἀξίαν ῥητορικῶν σχημάτων. Ἐζήτησαν καὶ τὴν μεταῤῥύθμισιν τὴν οἰκονομικὴν, εἰς ἣν δὲν διέτριψαν, ὥστε νὰ εὑρισκόμεθα πρὸ ἀρτίου συστήματος. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι πᾶσα οἰκονομικὴ μεταῤῥύθμισις ἐπάγεται παραλυσίαν καὶ ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων ἐν ἀρχῇ· τούτου δὲ ἀναμφισβητήτου ὄντος, ἤθελον ἐρωτήσει, τοιαύτην δοκιμασίαν δύναται σήμερον νὰ ὑπομείνῃ ἡ Ἑλλάς; Τοιαῦτα προγράμματα, ἐν ὥρᾳ τοιαύτης οἰκονομικῆς κρίσεως, ἔχουσιν ἀξίαν οὐσιαστικὴν καὶ συζητήσεως δεκτικήν; Ἀλλὰ ἔκαμαν καὶ πρότασιν περὶ ἐπαναφορᾶς τῆς δεκάτης. Ἂν δαπανῶμεν εἰς εἰσαγωγὴν σίτου περὶ τὰ 30,000,000 δραχμῶν, ἂν κύριος καὶ μόνος πόρος τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου ἦναι ἡ γεωργία ἡμῶν, ἴσως πρώτιστον καθῆκον πάσης Κυβερνήσεως ἦτο ἡ ἐνίσχυσις τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς. Δὲν δύνανται δὲ αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις νὰ καυχηθῶσιν, ὅτι τὸ πρώτιστον τοῦτο καθῆκον των ἀνεγνώρισαν ἢ ἐξετέλεσαν, ἔστω καὶ ἐν μέρει μόνον. Ὁ φόρος τῆς δεκάτης ἦτο ὄχι τόσον διὰ τὸ ποσὸν ἐξαντλητικός, ὅσον διὰ τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως ἐκτάκτως βαρὺς εἰς τοὺς γεωργούς. Ἀφοῦ ἄλλο τι ὑπὲρ τῆς γεωργίας δὲν ἐγένετο παρὰ τῶν Κυβερνήσεων, ὤφειλαν αὗται ν’ ἀνακουφίσωσι τοὺς γεωργοὺς, καὶ ἀνακούφισις ἦτο ἡ ἀντικατάστασις φόρου κατὰ τὴν εἴσπραξιν ἐπαχθοῦς καὶ παρακωλυτικοῦ τῆς ἐργασίας των, ἀφοῦ δὲν ἐσκέφθησαν νὰ βελτιώσωσιν αὐτήν. Τὰ ὠφελήματα, τὰ ἀπὸ τῆς μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς ἐγγείου ἐκείνης φορολογίας, δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν καλῶς, ἐλλείψει ἀτυχῶς στατιστικῶν πληροφοριῶν, δεικνυουσῶν ὁποία ἦτο ἡ πρὶν κατάστασις καὶ ὁποία ἡ μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νέου συστήματος βαθμιαία ἔκτοτε πρόοδος τῆς γεωργίας. Ἐὰν εἴχομεν τοιαύτην στατιστικὴν, ἠθέλομεν, νομίζω, δυνηθῆ νὰ κρίνωμεν, ἂν ὀρθὸν ἦτο τὸ μέτρον τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν γεωργῶν ἀπὸ τοῦ τόσον πιεστικοῦ ἐκείνου φόρου τῆς δεκάτης, τοὐλάχιστον διὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Τὸ νῦν ἰσχῦον σύστημα...
§44ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἄκαιρον καὶ ἄθλιον.
§45ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. .. εἶναι κακὸν, διότι φέρει μικρὰν εἰς τὸ ταμεῖον πρόσοδον, ἴσως διότι εἶναι ἄνισον, ἀλλὰ δὲν εἶναι πιεστικόν. Πιθανὸν νὰ πρέπῃ νὰ προσφύγωμεν εἰς ἄλλο σύστημα, ἀλλὰ πρὸ πάντων πρέπει νὰ μὴ σπεύδωμεν. Ἐπίσης ἐπρότειναν τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ. Ὁ νόμος τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, ὡς ἐβελτιώθη διὰ τοῦ τελευταίου νόμου, καθ’ ὃν ὁ εἰς φύλλα καπνὸς διατελεῖ διὰ τῶν ἐγγυήσεων ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τὴν ἔμμεσον φύλαξιν τοῦ Δημοσίου, οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ μονοπώλιον, μὴ κωλῦον μὲν τὴν παραγωγὴν, ἐξασφαλίζον δὲ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως ἐν τῇ μεταποιήσει τοῦ καπνοῦ ἀπὸ φύλλων εἰς κεκομμένον, ἀφοῦ μόνον ὁ κοπτόμενος καταναλίσκεται ἐν τῷ Κράτει. Φρονῶ, ὅτι τὸ μονοπώλιον, ἵνα αὐξήσῃ τὸ εἰσόδημα, ἀπαιτοῦνται ὅροι, περὶ ὧν δὲν προέβλεψαν οἱ τὸ μονοπώλιον ὑποστηρίζοντες. Ὅταν ἔν τινι τόπῳ παράγηται τόσον ἄφθονος καπνὸς, ὅσος ἐν Ἑλλάδι, ἀμφίβολον, ἂν τὸ μονοπώλιον εὐδοκιμῇ, ἂν δὲν περιορισθῇ ἡ παραγωγή του, ἢ ἂν δὲν ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐλευθέρα ἐξαγωγή. Ἂν δὲ ἐκ τῆς καπνοπαραγωγῆς ἔχῃ καὶ πόρον τινὰ τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα διὰ τῆς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πωλήσεως καπνοῦ, διὰ τοῦ μονοπωλίου πρέπει νὰ προσέξωμεν, μὴ τὸ εἰσόδημα τοῦτο ἐκλείψῃ, ἢ μὴ περιορισθῇ μεγάλως. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι αἱ ἐπαγγελίαι, καθ’ ἃς μονονοὺ τὸν χρυσοῦν αἰῶνα διὰ τὸν τόπον θὰ φέρῃ τὸ μονοπώλιον, εἶναι συζητήσεως σοβαρᾶς ἀντικείμενα. Ἂν τὰ ξένα μονοπώλια θελήσωσιν Ἑλληνικὸν καπνὸν, εὑρίσκουσιν αὐτὸν, εἴτε ἔχομεν μονοπώλιον, εἴτε ὄχι. Ἀλλὰ τὸ μονοπώλιον ἢ θέλει ἐκμισθωθῆ εἰς ἑταιρίαν, ἥτις οὐδὲν ἄλλο ἢ τὴν αὔξησιν τοῦ ἰδίου αὑτῆς κέρδους ἤθελε ζητήσει, ἢ θὰ ἐνεργῆται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ὁπότε ἡ δαπάνη τῆς φυλάξεως τοῦ παραγομένου καπνοῦ καὶ ἡ ἀποφυγὴ τῶν καταχρήσεων ἤθελεν ἀπαιτήσει τοσαύτην δαπάνην, ὥστε ταχέως ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ προσφύγῃ εἰς περιορισμὸν τῆς καλλιεργείας τοῦ καπνοῦ. Πολὺς ἐγένετο λόγος καὶ διὰ τὴν ἔλευσιν τῶν οἰκονομικῶν ἀκολούθων τῶν Πρεσβειῶν Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου ἠρνήθη τὴν πρόσκλησιν αὐτῶν ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ ἔχῃ ἡ ἔλευσις αὐτῶν σκοπὸν διεθνοῦς ἐλέγχου. Οἱ ἀκόλουθοι οὗτοι γνωρίζουν πόθεν θὰ ἀρυσθῶσι τὰς πληροφορίας των, καὶ ἂν ἀστοχήσωσιν εἰς τὰς ἐρεύνας των ἢ εἰς τὰς κρίσεις των, ἡ Κυβέρνησις δὲν πταίει. Ἀγνοῶ διατὶ ἐγένετο τόσος δι’ αὐτοὺς λόγος. Φρονῶ ὅτι οὗτοι ὁπωσδήποτε δὲν θὰ βλάψωσι, τὴν ἀλήθειαν ἐκθέτοντες. Ἀφοῦ ἐξήτασα τὰ περὶ ἐσόδων καὶ ἐξόδων ῥηθέντα, μένει νὰ ἴδωμεν, τί οἱ ἀντιλέγοντες εἶπον περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐν τῇ ἐρεύνη, ἂν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893 παρέχῃ τὰ μέσα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δανειστὰς, παρετήρησαν, ὅτι τὸ μέγιστον μέρος τοῦ ἐλλείμματος παράγει τὸ ἐκ τῆς ἐπικαταλλαγῆς προστιθέμενον ποσὸν εἰς τὸ ποσὸν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Ὑπεστήριξαν δὲ, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ ποσοῦ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων δὲν αὐξάνει καὶ τὴν διαφορὰν τῆς ἐπικαταλλαγῆς, ἤτοι δὲν καθιστᾷ ἥσσονα τὴν ἀξίαν τοῦ γραμματίου. Ὅτι κυριώτατον πρόσκομμα πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τούτων εἶναι ἡ πληρωμὴ τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων εἰς χρυσὸν, εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἂν δὲν εἴχομεν τὴν ἐπικαταλλακτικὴν διαφορὰν, δὲν θὰ ἠμφισβητεῖτο ἡ ἐπάρκεια τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀπέδωκαν τὴν νομισματικὴν ταύτην διαφορὰν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἔλλειψιν πίστεως τοῦ Κράτους, ἰσχυρισθέντες ὅτι ἡ πίστις τοῦ Κράτους ἀποτελεῖ τὸ κῦρος καὶ τὴν ἀξίαν τῶν γραμματίων· ἀλλ’ ὁ ἐξ Ἄρτης συνάδελφος, μὴ ἀποδεχθεὶς τὴν θεωρίαν ταύτην τῆς κυβερνητικῆς πίστεως, διεμαρτυρήθη καὶ κατὰ τῆς θεωρίας, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ ποσοῦ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων δύναται νὰ φέρῃ τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος. Εἶπε μάλιστα, ὅτι δὲν πιστεύει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν θεωρίαν ταύτην...
§46ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει πληθώρα, εἶπον.
§47ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. .. καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιαύτη, ἀλλὰ κυρίως, ὅτι αὕτη δὲν ἐπηρεάζει τὴν ὕψωσιν.
§48ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔφερε παράδειγμα μάλιστα, διὰ νὰ ἀποδείξῃ τοῦτο.
§49ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μάλιστα. Μοὶ ἐνθυμίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἐπεκαλέσθητε σημειώσεις, ἵνα ἀποδείξητε, ὅτι, καίτοι κατὰ διαφόρους μῆνας ηὔξησε κατὰ 18,000,000 τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ γραμμάτιον, ὅμως τοῦτο δὲν ἐπήγαγεν αὔξησιν τοῦ συναλλάγματος.
§50ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἠλαττώθη μάλιστα.
§51ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δι’ ἐμὲ εἶναι ἀδιάφορον, εἴτε ηὔξησεν, εἴτε ἠλαττώθη κατὰ τὰς περιόδους ἐκείνας ἕνεκα τοιούτων αὐξήσεων.
§52ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἀντέκρυσα τὴν θεωρίαν. Εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ πληθώρα.
§53ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἶναι πασίγνωστος ἡ ἀρχὴ ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἐπιστήμῃ.
§54ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τῆς ζητήσεως καὶ τῆς προσφορᾶς.
§55ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐβιάσθητε. Ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ θέμα μου. Ἡ ἀρχὴ ὅτι τὸ ἀνταλλακτήριον ἢ ἀπαλλακτικὸν ὑποχρεώσεως νόμισμα εἶναι καὶ πρέπει νὰ ἦναι ἐν πλήρει ἀναλογίᾳ πρὸς τὸ ποσὸν τῶν συναλλαγῶν χώρας τινός. Τὴν θεωρίαν ταύτην τὴν εὑρίσκει πᾶς τις ἀπὸ τοῦ Ἀδὰμ Σμὶθ καὶ τοῦ ἐγχειριδίου τοῦ μακαρίτου Σούτσου μέχρι τῆς τελευταίας ἐκδόσεως τοῦ Λεξικοῦ τοῦ Λέοντος Σαίϋ. Συνεπείᾳ τῆς ἀρχῆς ταύτης καὶ κατ’ ἐπιχείρημα ἐξ ἀντιδιαστολῆς, ἂν τὸ ἀνταλλακτήριον ὄργανον ἦναι ἐν χώρᾳ τινὶ μεῖζον κατὰ ποσὸν τοῦ χρειώδους, τότε τοῦτο, εἰ μὲν δύναται νὰ ἐξαχθῇ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, φεύγει, ζητοῦν ἀσχολίαν εἰς συναλλαγὴν καὶ κέρδος ἐκτὸς τῆς χώρας ἐκείνης, εἰ δὲ δὲν δύναται νὰ ἐξαχθῇ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἐκπίπτει. Διὰ τοῦτο κακῶς λέγουσι κοινῶς, ὅτι ὑψώθη ὁ χρυσός. Ἡ ἀξία τοῦ χρυσοῦ οὔτε ὑψοῦται, οὔτε καταβιβάζεται. Τοῦτο ἔχει ἐσωτερικὴν ἀξίαν ἴσην τουλάχιστον τῇ ὀνοματικῇ καὶ διεθνῶς ἀμετάβλητον. Ὀρθότερον εἶναι νὰ λέγηται, ὅτι ἠλαττώθη ἡ τιμὴ τοῦ ἀνταλλακτηρίου ὀργάνου, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐν τῷ τόπῳ. Ἄν τὸ ἀνταλλακτήριον τοῦτο ὄργανον ἦναι γραμμάτιον πιστωτικῶν Τραπεζῶν ἐξαργυρούμενον ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει, τότε, ἅμα τοῦτο πλεονάσῃ, ἀμέσως ἀνταλλάσσεται ἐν τῇ ἐκδούσῃ αὐτὸ Τραπέζῃ, μεταβάλλεται εἰς ἐξαγώγιμον νόμισμα καὶ φεύγει ἐκ τῆς χώρας, ἵνα χρησιμοποιηθῇ εἰς ἄλλην παραγωγικὴν ἐργασίαν. Ἄν ὅμως τοῦτο δὲν ἦναι ἐξαγώγιμον, τότε ἐκπίπτει. Τοῦτο ὅμως ἠμφισβήτησάν τινες...
§56ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδείς.
§57ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἄν δὲν εἶχεν ἀμφισβητηθῇ τοῦτο, θὰ ἔμενε νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ποσόν.
§58ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ ἠμφισβητήσαμεν.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Καραπᾶνε, κατέστητε ταραξίας! Ἄλλοτε, ὅταν ἀγορεύητε, θ’ ἀφίνω ὅλους νὰ σᾶς κάμνουν διακοπάς.
§60ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐδέχθη ὁ ἀγορεύων, κύριε Πρόεδρε.
§61ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐδέχθην ἐν μέτρῳ...Ἄν δὲν ἠμφισβητήσατε σεῖς τοῦτο, τὸ ἠμφισβήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, θέλων ὡς αἰτίαν τῆς ἐκπτώσεως τὸν κλονισμὸν τῆς πίστεως τοῦ Κράτους. Ὅθεν, διὰ ν’ ἀναιρεθῇ ἡ θεωρία αὕτη, ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην συγγραφέως, οὗ ἡ αὐθεντία δὲν δύναται νὰ τεθῇ ἐν ἀμφισβητήσει, τὴν γνώμην τοῦ Λέοντος Σαίϋ. Ἰδοὺ τί λέγει οὗτος (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καθιστᾷ τὰ γραμμάτια ἀληθὲς χαρτονόμισμα (papier monnaie)· τὸ φυσικὸν δὲ ἀποτέλεσμα αὐτῆς εἶναι νὰ φέρῃ τὴν μείωσιν τῆς ἀξίας τοῦ γραμματίου. Ὅταν εἰς χώραν τινὰ ὑπάρχῃ νόμισμα πραγματικὸν μετρητὸν ποσοῦ μείζονος ἢ ὅσον αἱ ἀνάγκαι αὐτῆς ἀπαιτοῦσιν, ἡ ἰσοῤῥοπία μεταξὺ νομίσματος καὶ συναλλαγῶν ἀποκαθίσταται αὐτομάτως διὰ τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ περισσεύματος. Ὅταν τὰ ὄργανα τῆς συναλλαγῆς, ὄντα πολὺ ἄφθονα, συνίστανται εἰς γραμμάτια Τραπεζῶν ἐξαργυρωτὰ, ἡ ἰσοῤῥοπία δύναται ἐπίσης ν’ ἀποκατασταθῇ. Τὰ ἐξαργυρώσιμα ταῦτα γραμμάτια τῶν Τραπεζῶν μεταβάλλονται εἰς νόμισμα ἐξαγώγιμον, καὶ οὕτως ἡ ἐξαγωγὴ αὐτοῦ ἐξισόνει τὰς ἐν κυκλοφορίᾳ ἀξίας πρὸς τὰς ἀνάγκας τῶν συναλλαγῶν...»
§62ΡΑΛΛΗΣ. Ἅμα ἦναι ἐξαργυρωτέα.
§63ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἔχετε ὑπομονήν. Βλέπετε, ὅτι δὲν ἐτελείωσα, καὶ σᾶς ἐκθέτω συγγραφέως γνώμην.
§64ΡΑΛΛΗΣ. Ἀντιπροσωπεύετε γνώμην.
§65ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι ἀντιπροσωπεύω γνώμην, ἀλλ’ ὅτι ἀναγινώσκω γνώμην συγγραφέως. Μὴ εἶσθε ἀνυπόμονος. Θέλω ν’ ἀποδείξω, ὅτι τὸ νόμισμα κατ’ ἀνάγκην πάντοτε εὑρίσκεται ἐν ἰσοῤῥοπίᾳ πρὸς τὰς συναλλαγάς. Εἴδατε, ὅτι, ἂν τοῦτο πλεονάζῃ καὶ συνίσταται εἰς ἐξαργυρωτέον γραμμάτιον, μεταβάλλεται τὸ πλεονάζον γραμμάτιον εἰς νόμισμα ἐξαγώγιμον, καὶ φεύγει ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν τῆς χώρας, ἥτις ἔχει αὐτό. Ἀναμείνατε ν’ ἀκούσητε. Ἐπαναλαμβάνω (ἀναγινώσκει): «Ὅταν τὰ μέσα τῆς συναλλαγῆς, ὄντα πολὺ ἄφθονα, συνίστανται εἰς γραμμάτια Τραπεζῶν ἐξαργυρώσιμα, ἡ ἰσοῤῥοπία δύναται ἐπίσης νὰ ἀποκατασταθῇ· τὰ ἐξαργυρώσιμα ταῦτα γραμμάτια μεταβάλλονται εἰς νόμισμα ἐξαγώγιμον, καὶ οὕτως ἡ ἐξαγωγὴ αὐτοῦ ἐξισόνει τὰς ἐν κυκλοφορίᾳ ἀξίας πρὸς τὰς ἀνάγκας τῶν συναλλαγῶν. Ἀλλ’ ὅταν ἡ ὑπερβάλλουσα κυκλοφορία συνίσταται εἰς χάρτην μὴ ἐξαργυρωτέον, εἰς γραμμάτια Τραπεζῶν ἔχοντα ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, εἰς νόμισμα μὴ ἐξαγώγιμον ...» (εἶναι, βλέπετε, ἡ περίστασις ’ποῦ θέλετε).
§66ΡΑΛΛΗΣ. Ἐδῶ τὴν ὑπόθεσιν τὴν λαμβάνετε ὡς δεδομένον.
§67ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἶναι δεδομένον, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν ἀνταλλακτήριον μέσον τὸν χάρτην ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦντα ὡς νόμισμα.
§68ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐξαργυροῦται· δίδεται εἰς τὴν Τράπεζαν ὀπίσω ἀμέσως (γέλωτες).
§69ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, αὐτὸ ποῦ λέγετε, εἶναι σόλοικον.
§70ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἡ μόνη ἀλήθεια. Ὅταν δὲν ἔχω ἐγὼ ἀνάγκην, πληρόνω εἰς τὴν Τράπεζαν ὅ,τι ὀφείλω.
§71ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πληρόνετε χρέος, ἀπαλλάττεσθε ὑποχρεώσεως, ἐκπληροῦτε συναλλαγὴν ἀναγκαίαν.
§72ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐπιστρέφω διὰ τὸ χρέος μου.
§73ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὑποθέτετε, ὅτι ἔχετε χρέος. Ὅταν δὲν ἔχητε χρέος;
§74ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί; Ἡ Τράπεζα τὰ δίδει δωρεὰν τὰ χαρτιά της;
§75ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὰ δανείζει. Ὑπερβάλλον νόμισμα δὲν εἶναι τὸ χρήσιμον πρὸς πληρωμὴν, πρὸς ἐξόφλησιν χρέους, πρὸς ἀγορὰν πράγματος. Τὸ ὑπερβάλλον δὲν τὸ κατέχει ὁ ὀφείλων, τὸ ἔχει ὁ μὴ ὀφείλων· τὸ ὑπερβάλλον περιέρχεται εἰς χεῖρας τῶν μὴ ἐχόντων χρέη, ἀφοῦ περισσεύει.
§76ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ δὲν τὸ χρειάζεται κἀνείς.
§77ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Λοιπὸν, ἀφοῦ δὲν τὸ χρειάζεται κἀνεὶς, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐξαχθῇ, τί γίνεται; Αὐτὸ λέγομεν· καὶ ἐπαναλαμβάνω τὴν ἀνάγνωσιν, ἵνα ἴδητε (ἀναγινώσκει). «Ὅταν ἡ ὑπερβάλλουσα κυκλοφορία συνίσταται εἰς χαρτίον μὴ ἐξαργυρωτέον, εἰς γραμμάτια Τραπεζῶν ἔχοντα ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, εἰς νόμισμα μὴ ἐξαγώγιμον, ἡ ἰσοῤῥοπία ἀποκαθίσταται κατ’ ἄλλον τρόπον, διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῆς ἀξίας τοῦ χάρτου...» Κύριε συνάδελφε, βλέπετε, ὅτι λύει τὴν ἀπορίαν ὁ Λέων Σαΐϋ, καὶ ν’ ἀκούσητε τὴν συνέχειαν.
§78ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαρίστως.
§79ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἡ μείωσις τῆς ἀξίας τοῦ συναλλακτηρίου ὀργάνου παράγει τὴν γενικὴν ὕψωσιν τῶν ἀξιῶν· ἡ ὕψωσις αὕτη προκαλεῖ μετ’ ὀλίγον νέαν ὕψωσιν, ὅταν δὲ αἱ ἀξίαι ὅλων τῶν πραγμάτων ὑψωθῶσιν ἐπὶ πλέον, ζητοῦνται μέσα συναλλαγῆς πολυαριθμότερα, προσφεύγουσιν εἰς νέαν ἔκδοσιν γραμματίων, ἥτις καθιστᾷ τὴν ἔκπτωσιν τῆς ἀξίας τοῦ χαρτίου μεγαλειτέραν, ἡ δὲ τοιαύτη ἔκπτωσις τελεῖται δι’ ἀνυψώσεως τῶν ἀξιῶν μετ’ ἀποτόμων ὑποστροφῶν, ἡ δὲ διαφορὰ τοῦ χρυσοῦ, ἥτις εἶναι τὸ ἀντιστάθμισμα τῆς μειώσεως τῆς τιμῆς τοῦ χαρτίου, φθάνει ἐνίοτε εἰς ποσὸν ὑπέρογκον.» Λοιπὸν ἡ ὕψωσις τῶς ἀξιῶν, καὶ δὴ τοῦ χρυσοῦ, κρίνεται ὡς συνέπεια τῆς ἐκπτώσεως τοῦ γραμματίου, ἡ δὲ ἔκπτωσίς των ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἀφθονίας αὐτοῦ ὡς ἀνταλλακτηρίου ὀργάνου. Οὕτως, ὅταν ἐπέλθῃ ἀνισοῤῥοπία συναλλαγῶν καὶ συναλλακτηρίου ὀργάνου, τὴν ζημίαν ὑπομένει τοῦτο. Ὅ,τι δὲ γίνεται ἐν τῷ φυσικῷ τῆς ἰσοῤῥοπίας νόμῳ, γίνεται καὶ ἐνταῦθα. Ὅταν παύσῃ ἅπαξ ἡ ἰσοῤῥοπία μεταξὺ τοῦ ἀνταλλακτηρίου μέσου καὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς κυκλοφορίας, τότε πᾶσα μικρὰ αἰτία δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἀπότομον κίνησιν πρὸς τὸ ἀσθενέστερον μέρος, ἤτοι πρὸς τὴν ἔκπτωσιν τῆς ἀξίας τοῦ χάρτου· ἡ κερδοσκοπία, αἱ διαδόσεις, ἐλπίδες ἄρσεως ἢ εἰσαγωγῆς χρυσοῦ, αἱ πολιτικαὶ προβλέψεις, ἡ τυχὸν δυσπιστία, καὶ ἄλλα πολλά. Εἶναι δὲ πασίγνωστον, ὅτι πρῶτον ἀποτέλεσμα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναι, ὅτι ὁ ἐν τῇ χώρᾳ, ἐν ᾗ αὕτη ἐτέθη, χρυσὸς κρύπτεται ἢ φεύγει, καὶ ζητεῖ κέρδος ἐκ πάσης ὠφελουμένος, καὶ τῆς παραμικροτέρας, ἀφορμῆς, ἐπὶ βλάβῃ τοῦ γραμματίου. Ἡ διακύμανσις ἕνεκα τούτων δὲν τελεῖται κατ’ ἀριθμητικὸν ἢ γεωμετρικὸν λόγον, ἀλλὰ κατ’ ἀνωμάλους σπασμούς. Καθίσταται ὅμως ἡ ἔκπτωσις τοῦ γραμματίου καταφανής, ἂν ἐν μεγάλοις χρονικοῖς διαστήμασι μετ’ αὐξήσεως οὐσιώδους τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ ἀναζητηθῇ τὸ ἀποτέλεσμα καὶ εὑρεθῇ ἡ ἐπελθοῦσα ἐκ τῆς τοιαύτης αὐξήσεως μείωσις τῆς ἀξίας τοῦ γραμματίου ἢ ὕψωσις τοῦ χρυσοῦ ἢ τῆς ἐπικαταλλαγῆς. Διὰ τοῦτο ἡ παραβολὴ μικρῶν χρονικῶν διαστημάτων καὶ ἡ κρίσις ἐκ μικρῶν ποσῶν αὐξήσεως ἢ ἐλαττώσεως τοῦ χαρτίου δὲν φέρουσιν εἰς ἀσφαλὲς συμπέρασμα. Τετράκις εἰσήχθη παρ’ ἡμῖν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία· τὸ πρῶτον τὸ 1848, ὅτε διήρκεσε δεκαοκτὼ, νομίζω, μῆνας, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔθηκε δυνάμει αὐτῆς καὶ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν γραμματίων εἰς κυκλοφορίαν ποσὸν μεῖζον τοῦ ὑπάρχοντος τότε. Ἐπανελήφθη ἡ τοιαύτη ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία κατὰ τὸ 1868, διαρκέσασα ὀλίγον χρόνον, περὶ τοὺς δέκα ὀκτὼ ἐπίσης μῆνας, καὶ παρατηρήσεις δὲν δύνανται νὰ γείνωσι, διὰ τὸ βραχὺ τοῦ χρόνου καὶ τὸ μικρὸν τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰς κυκλοφορίαν τεθέντος γραμματίου. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν τὸ τρίτον κατὰ τὸ 1877 διὰ τοῦ νόμου ΧΛΑʹ τῆς 29 Ἰουνίου, καὶ ἤρθη τὴν 31 Δεκεμβρίου 1884. Τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀσφαλεῖς σημειώσεις δὲν ἠδυνήθην νὰ πορισθῶ, διότι καὶ τὸ Χρηματιστήριον ἐλειτούργει ἀνωμάλως. Ἐπανελήφθη τὸ τέταρτον κατὰ τὸ 1885, ὁπότε ηὐξήθη τὸ εἰς κυκλοφορίαν ὑπάρχον τραπεζογραμμάτιον. Ἔκτοτε δύναταί τις νὰ εὕρῃ σημεῖα κρίσεως ὑποστηρίζοντα τὴν ἀναπτυχθεῖσαν θεωρίαν. Τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1885 ἦσαν ἐν κυκλοφορίᾳ 88 ἑκατομμύρια καὶ ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ ἦτο 121, τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1886 ἦσαν 122,600,000, καὶ ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ ἦτο 126½, τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1887 ἦσαν ἐν κυκλοφορίᾳ περίπου 126,270,000, καὶ ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ ἦτο 128½, τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1888 τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ ποσὸν ἦτο 110,300,000, καὶ ἡ ἐπικαταλλαγὴ ἦτο 124½. Ἐγὼ δὲν ἀποδίδω εἰς τοῦτο σημασίαν, διότι, ὡς εἶπον, αἱ διαφοραὶ παρατηροῦνται εἰς μέγιστα ποσὰ αὐξήσεως ἢ ἐλαττώσεως τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίου· ἄλλως δὲ τὰ ἀποτελέσματα δὲν γίνονται ἀμέσως καταφανῆ μετὰ τὴν προσθήκην ἢ τὴν ἀφαίρεσιν τοιούτων ποσῶν, ἀλλὰ βραδύτερον, καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι κατὰ τὸ 1877, ὅτε κατὰ πρῶτον ἐπεβλήθη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, θὰ ἴδητε, ὅτι αἱ τιμαὶ τοῦ συναλλάγματος ἐπὶ δέκα καὶ δεκαπέντε ἡμέρας δὲν ηὔξησαν. Τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1889 ἦσαν ἐν κυκλοφορίᾳ 112,000,000, καὶ ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος ἦτο 123· τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1890 ἦσαν 127,000,000, καὶ ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος 125...
§80ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ 1890 ποῖον μῆνα;
§81ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸν Δεκέμβριον.
§82ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι.
§83ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ἔχετε δίκαιον... Τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1891 ἦσαν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμμάτια δραχ. 144,004,000, καὶ ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος ἦτο 135. Τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1892 τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων ἦτο 135,000,000 περίπου, καὶ ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος 142. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ εὕρῃ, ἂν τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων παρ’ ἡμῖν ἦναι πολὺ, καὶ εὗρε τοῦτο οὐχὶ ἄφθονον. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὸ 1877, πρὶν τεθῇ τὸ τρίτον ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἦσαν ἐν τῇ συναλλαγῇ γραμμάτια τῶν Τραπεζῶν 45,000,000 δρ. Ἔκτοτε ηὔξησεν ἡ χώρα διὰ τῆς προσκτήσεως τῆς Θεσσαλίας καὶ τοῦ τμήματος τῆς Ἠπείρου, ἐπετάθησαν δὲ καὶ αἱ συναλλαγαί. Εἰς πόσον θέλετε νὰ αὐξήσωμεν τὸ πρὸς τὰς συναλλαγὰς ἀναγκαιοῦν χρῆμα; Ἂν δεχθῶμεν, ὅτι αὗται ἐδιπλασιάσθησαν, πρέπει τότε νὰ παραδεχθῶμεν κατ’ ἴσον λόγον, ὅτι ἕνεκα τῆς προόδου τῶν συναλλαγῶν ἐν τῷ τόπῳ ἡ συναλλαγὴ, ἥτις τελεῖται, ὡς γνωστὸν, οὐχὶ πάντοτε διὰ νομίσματος, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ συμψηφισμοῦ, ὅτι κατ’ ἀναλογίαν καὶ ἡ διὰ συμψηφισμοῦ συναλλαγὴ ηὔξησε. Τὴν θεωρίαν ταύτην δὲν νομίζω, ὅτι θέλει ἀρνηθῆ τις ἐξ ἡμῶν. Ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι ἔκτοτε τὸ ποσὸν τῶν συναλλαγῶν ἐδιπλασιάσθη, τοῦθ’ ὅπερ νομίζω, ὅτι δὲν θέλει θεωρηθῆ ὡς μέτριον, καὶ ἂν δεχθῶμεν, ὅτι ἀντὶ τῶν 45,000,000 ἀπῃτεῖτο ποσὸν γραμματίων 90,000,000, καὶ πρὸς χάριν τῶν ἀμφιβολίας ἐχόντων αὐξήσωμεν ἔτι μᾶλλον τοῦτο, ὑπολογίζοντες 100,000,000, θὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ πλέον τῶν 100,000,000, εἶναι πλειότερον τῶν ἀναγκῶν τῆς συναλλαγῆς;
§84ΡΑΛΛΗΣ. Ποῦ τὸ εὕρετε;
§85ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὅτι κατὰ τὸ 1877 ἦτο ἐν κυκλοφορίᾳ 45,000,000 χαρτί;
§86ΡΑΛΛΗΣ. Ναί· περιλαμβάνετε καὶ τὰ κερματικά;
§87ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὄχι. Τότε κέρματα δὲν ὑπῆρχον.
§88Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Παλαιαὶ δραχμαί.
§89ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μάλιστα. Τότε, ἤτοι κατὰ τὸ 1877, ἦσαν ἐν κυκλοφορίᾳ 45 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἀλλὰ παλαιῶν, ἤτοι ποσοῦ κατὰ 10% τοὐλάχιστον μικροτέρας ἀξίας.
§90ΡΑΛΛΗΣ. Ἅμα λέγετε νόμισμα, ἐννοεῖτε τὴν μονάδα.
§91ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Παντάπασι· διότι ἡ μονὰς εἶναι μέτρον ἐσωτερικῆς ἀξίας σχετικῶς πρὸς τὴν ἀξίαν τῶν πραγμάτων καὶ δὴ τοῦ χρυσοῦ· ὑπάρχουσι δὲ τὰ ἐμπορεύματα, τῶν ὁποίων ἡ ἀξία δὲν εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὴν ὀνοματικὴν τιμὴν, ἀλλὰ πρὸς τὴν πραγματικὴν ἀξίαν τοῦ νομίσματος· οὕτω, ἂν ἀναγάγητε τὰς παλαιὰς δραχμὰς εἰς νέας, θὰ ὑποβιβάσητε τὰ 45 ἑκατομμύρια εἰς 40, τὸ ὅλον εἰς 80, καὶ δεχθέντες διὰ τὴν σήμερον νόμισμα ποσοῦ 10,000,000 δραχμῶν νέων, οὐχὶ μόνον ἐδιπλασιάσαμεν, ἀλλὰ καὶ ἔτι μᾶλλον ηὐξήσαμεν κατὰ 20 ἑκατομμύρια τὸ ποσὸν τοῦτο, διὰ νὰ εὕρωμεν τὸ ποσὸν τῶν ἀναγκῶν τῆς σημερινῆς συναλλαγῆς καὶ κατ’ ἀκολουθίαν τὸ ποσὸν τοῦ νομίσματος, ὅπερ ἀπαιτεῖται διὰ νὰ καλύψῃ αὐτάς. Ἵνα ἐξηγηθῶ δὲ σαφέστερον, προσθέτω ὅτι, ἂν αἱ συναλλακτικαὶ ἀνάγκαι τὸ 1877 ἀπῄτουν 45 ἑκατομμύρια παλαιῶν δραχμῶν, θ’ ἀπῄτουν 40,000,000 νέων. Ἂν λοιπὸν δεχθῆτε, ὅτι ἔκτοτε ἐδιπλασιάσθησαν, πρέπει νὰ παραδεχθῆτε 80,000,000· ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς ἐδέχθην 100,000,000, προσθέσας, ὡς εἶπον, πρὸς τῷ διπλασιασμῷ καὶ τὸ ἥμισυ τοῦ ὅλου, ἤτοι καὶ 20,000,000 ἀκόμη· ἀφοῦ δὲ δεχθῶμεν 100,000,000, ἂν ἀφαιρέσωμεν τὰ κερματικὰ γραμμάτια ἐκ 14,000,000, καὶ δεχθῶμεν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμμάτια 148,000,000 χωρὶς τῶν κερμάτων, εὑρίσκομεν 48 ἑκατομμύρια πλεόνασμα, ἤτοι ὡς πρὸς τὴν διαφορὰν ταύτην εὑρίσκομεν διαφορὰν συναλλάγματος ἢ ἐπικαταλλαγὴν 45–50%. Δὲν κάμνω διὰ τούτου τολμηρὰν ἀναλογίαν ἰσότητος πλεονάζοντος ποσοῦ καὶ διαφορᾶς ἐπικαταλλαγῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἔκαμε καὶ ἄλλην σύγκρισιν καὶ ἐκ ταύτης ὑπολογισμὸν, μὴ ἀκριβῆ ὅμως πάλιν, διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν ὅρων τῆς συγκρίσεως· παρέβαλεν, ὡς ἔμαθον, τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ γραμμάτιον ἐν Ἑλλάδι πρὸς τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ γραμμάτιον ἐν ἄλλοις Κράτεσιν. Ἡ γενικὴ παραβολὴ τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικοῦ γραμματίου τῶν διαφόρων Κρατῶν ἄγει εἰς συμπεράσματα ἐσφαλμένα· διότι, ὅπου τὸ γραμμάτιον εἶναι ἐξαργυρώσιμον, ὅπου δύναται νὰ μεταβληθῇ εἰς νόμισμα μεταλλικὸν ἐξαγώγιμον, σύγκρισις δὲν δύναται νὰ γείνῃ· δὲν δύνασθε δὲ βεβαίως νὰ ἐξακολουθῆτε τὸ παράδειγμα τῆς Γαλλίας· καὶ ἂν ἐπράξετε τοῦτο, βεβαίως...
§92ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἦσθε ἀπὼν, ἀλλὰ σᾶς ἔδωκαν ἀρκετὰς πληροφορίας.
§93ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μήπως παρεβάλετε πρὸς τὴν Γαλλίαν; Ἂν συνεκρίνετε πρὸς τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὡς ἡ Ἑλλάς, —καὶ τοιαῦτα δύο δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν, τὴν Ἱσπανίαν καὶ τὴν Αὐστρίαν, μολονότι αὕτη ἔχει τὸν ἄργυρον ἐν κυκλοφορίᾳ, —τότε ἡ σύγκρισις ἦτο κάπως συγγνωστή.
§94ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐν Ἀμερικῇ.
§95ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐν Αὐστρίᾳ πρό τινων ἐτῶν.
§96ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὅθεν καὶ πρὸς τὰ Κράτη τὰ ἔχοντα τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν παραβαλλομένη ἡ Ἑλλὰς, καταφαίνεται ἔχουσα ὑπερβάλλον ποσὸν γραμματίων ἐν κυκλοφορίᾳ. Ἔχω ἐνώπιόν μου οἰκονομολογικὴν ἐφημερίδα, τὸν «Moniteur des intérêts matériels», δεικνύουσαν τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ ποσὸν γραμματίων. Κατὰ τὸν Ἰανουάριον ἐ. ἔ. —καὶ θέλω μεταχειρισθῆ τοὺς ἐμπορικοὺς ὅρους, οὓς ἀπὸ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βήματος δυστυχῶς ἀπὸ πολλοῦ εἰσήγαγον, ἐγὼ δὲ νῦν τὸ πρῶτον μεταχειρίζομαι...
§97ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Καὶ μὲ πολλὴν ἐπιτυχίαν.
§98ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. .. ἐν Αὐστρουγγαρίᾳ, ἡ ὁποία, ὡς γνωρίζετε, ἔχει πληθυσμὸν 41,284,000, εἶναι ἐν κυκλοφορίᾳ,—ὑπολογίζω δὲ, διὰ τὸ ὁμοιόμορφον, ὄχι εἰς φιορίνια, ἀλλὰ εἰς φράγκα—1,150,000,000 φράγκα, ἢ φιορίνια 463,648,000.
§99ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πόσος χρυσὸς καὶ ἄργυρος;
§100ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐξετάζω τὴν σύγκρισιν, τὴν ὁποίαν ἐκάμετε, ἂν ἐκάμετε αὐτήν....
§101ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι.
§102ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν τὴν ἐκάμετε;
§103ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι.
§104ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τότε μὲ τίνα συνεκρίνατε;
§105ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ τὴν Γαλλίαν.
§106ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μήτε μὲ τὴν Γαλλίαν, μήτε ...
§107ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι πολύτιμοι αἱ πληροφορίαι αὐταὶ, τὰς ὁποίας ἔχετε.
§108ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μὲ τὴν Γαλλίαν τὴν ἀποτελοῦσαν μάλιστα σήμερον οἰκονομικῶς καὶ νομισματικῶς φαινόμενον ἐξαίρετον, ὅπερ μελετᾶται, ἡ σύγκρισις δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ· ὡς πρὸς τὴν Αὐστρίαν παρατηρῶ, ὅτι ἀναλογοῦσιν 23 φράγκα καὶ 27/00 κατὰ κεφαλὴν, ἐν Ἱσπανίᾳ δὲ, ἐχούσῃ πληθυσμὸν, ὡς γνωστὸν, κατὰ τὴν τελευταίαν ἀπογραφὴν 17,565,000, καὶ τῆς ὁποίας τὰ οἰκονομικὰ ἔχουσιν ἥκιστα κακῶς, εἶναι ἐν κυκλοφορίᾳ 897,000,000, τοῦθ’ ὅπερ ἐν...
§109ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παλαιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ἐφημερίς;
§110ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τοῦ Ἰανουρίου τοῦ 1893, σᾶς εἶπον.
§111ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχετε λάθος.
§112ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀρέσκεσθε, φαίνεται, νὰ λανθάνωμαι, ἀφοῦ βλέπετε, ὅτι κρατῶ τὸ φύλλον εἰς χεῖράς μου καὶ δύνασθε νὰ τὸ ἴδητε. Λοιπὸν τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1893 ἐν Ἱσπανίᾳ ἦσαν ἐν κυκλοφορίᾳ 897,019,000 πεσέται, ἰσοδυναμοῦσαι πρὸς τὸ φράγκον.
§113ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1893 τί ποσὸν ἔχει παρακαταθήκης ἀργύρου καὶ χρυσοῦ;
§114ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ βλέπετε εἰς τὸν ἐν τῇ ἐφημερίδι ταύτῃ πίνακα.
§115ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βλέπετε, ὅτι δὲν εἶναι πλήρης ἡ μελέτη.
§116ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εὐκόλως τὸ βλέπετε. Ἔχει τὸν Ἰανουάριον εἰς χρυσὸν 190,289,000, καὶ εἰς ἄργυρον 129,995,000, καθ’ ἃ τὸ ἐνεργητικὸν δεικνύει· εἰς δὲ τὸ παθητικόν...
§117ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ Γαλλία ἔχει περισσότερον χρυσὸν ἀπὸ ὅ,τι ἔχει χαρτί.
§118ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ συγκρίνητε μὲ αὐτήν. Ἡ Γαλλία ἰδοὺ ἔχει ἐνεργητικὸν εἰς χρυσὸν φρ. 1,584,298,000, καὶ εἰς ἄργυρον 1,248,178,000. Ἡ κατάστασις τῆς Ἱσπανίας εἶναι αὕτη (ἀναγινώσκει): «ἐνεργητικὸν χρυσὸς καὶ ἄργυρος ὡς σᾶς εἶπον, χαρτοφυλάκιον 960,865,000· παθητικὸν (capital en reserve) 165,000, 000· γραμμάτια εἰς κυκλοφορίαν (ἂς μεταφράζω) 877,010,000, ἀπόθεμα καὶ τρεχούμενοι λογαριασμοὶ 383,854, 000». Ἐκ τούτων βλέπομεν, ὅτι ἀναλογοῦσιν ἐν Ἱσπανίᾳ, ἄνευ τῆς Κούβας, τῶν Φιλιππίνων νήσων καὶ τοῦ Πορτορίκου, 51 φράγκα καὶ 58/00 κατὰ κεφαλὴν, καθ’ ἡμᾶς δὲ ὑπερβαίνει τὰ 68, νομίζω, ἡ διαφορὰ δὲ ἡ συναλλαγματικὴ εἶναι ἐκεῖ 18,40 περίπου, εὑρισκομένη ἐκ τῆς τιμῆς τῆς λίρας στερλίνας μὲ συνάλλαγμα ὄψεως. Σᾶς ἀκολουθῶ, ὡς βλέπετε, ἐν ἐμπορικῇ γλώσσῃ, ἵνα ἐλέγχω, ὅπου σᾶς εὕρω...
§119ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν Εὐρώπῃ τὸ μόνον Κράτος, ὅπερ ἐχρησίμευσε διὰ τὴν σύγκρισιν, εἶναι ἡ Ρωσσία.
§120ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἂν θέλητε νὰ μάθητε τῆς Ρωσσίας τὸ ποσόν...
§121ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν τὸ ἠξεύρει ἡ ἰδία ἡ Ρωσσία (γέλωτες).
§122ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Βεβαίως, καὶ διὰ τοῦτο οὔτε ἐγὼ δύναμαι νὰ σᾶς τὸ δώσω. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν γνωρίζετε τὸ ποσὸν, πῶς σᾶς χρησιμεύει εἰς σύγκρισιν; Μὴ δέχεσθε, ὅτι καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τόσον πολὺ, ὥστε ἐχάσαμεν τὸν λογαριασμόν; Ἐν Γαλλίᾳ τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικὸν γραμμάτιον εἶναι ὑπέρπολυ, διότι προτιμᾶται τοῦ χρυσοῦ καὶ ἐξαργυροῦται εὐκόλως ἕνεκα τοῦ μεγίστου ἀποθέματος μεταλλικοῦ. Ἐν Ὁλλανδίᾳ ἀναλογοῦσι 45 φράγκα κατὰ κεφαλὴν, ἐν Ρωμουνίᾳ 42 καὶ 28/00, ἐν Ἰταλίᾳ 18 καὶ 45/00. Ὡς πρὸς τὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους δαπανώμενον ποσοστὸν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι σχεδὸν βέβαιον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὕρηται μεταξὺ τῶν Κρατῶν τῶν μᾶλλον βεβαρημένων· ἀλλὰ τὸ βάρος τοῦτο (μὴ ὑπολογιζομένης τῆς ἐπικαταλλακτικῆς διαφορᾶς) δὲν εἶναι μεγαλείτερον οὔτε τοῦ τῆς Ἰταλίας, ἥτις πληρόνει 33% τοῦ εἰσοδήματός της εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, οὔτε τοῦ τῆς Ἱσπανίας, ἥτις πληρόνει 36,95% ἄνευ τῆς ἐπικαταλλακτικῆς διαφορᾶς καὶ 14 κατὰ κεφαλήν. Παραλείπω τὴν Γαλλίαν, τὴν θέτω ἐκτὸς τῶν ὅρων τῆς συγκρίσεως, διότι καὶ οἱ νομισματικοὶ καὶ οἱ οἰκονομικοὶ αὐτῆς ὅροι βεβαίως δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ παραβληθῇ μετ’ αὐτῆς. Ἐκεῖ εἶναι 35,50% κατὰ κεφαλὴν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐν Αὐστρίᾳ 26,75% τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος καὶ 16,80 κατὰ κεφαλήν, ἐν Βελγίῳ 24% καὶ πλέον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος καὶ 13½ κατὰ κεφαλήν. Ἄν δὲ ὑποθέσωμεν, ὅτι παρ’ ἡμῖν ἐκλείπει ἡ ἐπικαταλλαγὴ καὶ φθάνομεν εἰς τὸ ἄρτιον, κατ’ ἀκολουθίαν, ὅτι χρειαζόμεθα μόνον 34,500,000, τότε θέλομεν 29–31 τοῖς ἑκατὸν ἐκ τοῦ δημοσίου εἰσοδήματος εἰς ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ὁπότε δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν μίαν ἐλπίδα, ὅτι διὰ προϊούσης αὐξήσεως τῶν πόρων τοῦ Κράτους καὶ διὰ βελτιώσεως τῶν δαπανῶν θὰ ἑδραιωθῇ ἡ πίστις ἡμῶν, θὰ ἐλαττωθῇ τὸ βάρος τοῦ εἰς ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἀπαιτουμένου ποσοῦ, καὶ θ’ ἀναλάβωμεν πλήρη τὴν ἐνέργειαν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν δυνάμεων. Ἐνθυμοῦμαι τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας συναδέλφου, οὗτινος αἱ προβλέψεις εἶχον τὸν τύπον πλήρους ἀπαισιότητος. Εἶπεν ὅτι θεωρεῖ τὸν προϋπολογισμὸν ἀνεπαρκῆ καὶ διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν, διότι ηὔξησεν ἡ ἐγκληματικότης, καὶ διὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, διότι ηὔξησεν ἡ ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐργασία καὶ αἱ ἐνώπιον τῶν ἀνακριτικῶν ὑπαλλήλων ποινικαὶ δικογραφίαι. Περὶ τῆς ἐγκληματικότητος πολλάκις ἐγένετο λόγος. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν φρονῶ, ὅτι ηὔξησεν αὕτη τόσον πολὺ, ὅσον εἶπόν τινες. Ἀλλὰ κατὰ τί ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἐπαρκεῖ ὡς πρὸς τοῦτο; Μὴ δὲν διατηρεῖ τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν; μὴ διαλύει τὴν χωροφυλακήν; μὴ παραλύει τὴν ἀστυνομίαν; Ἄν θέλῃ αὔξησιν τοῦ στρατοῦ, τότε βεβαίως ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἀρκεῖ. Ἀλλὰ δὲν θέλει τοιαύτην. Περιορισμὸς ὅμως τῶν πρὸς τοὺς δανειστὰς ὑποχρεώσεών μας καὶ αὔξησις στρατοῦ σήμερον εἶναί τι μηδόλως συγχωρούμενον. Κακῶς ἔχουσαν εὑρίσκει τὴν δικαιοσύνην, διότι ὁ Ἄρειος Πάγος ὑπολείπεται κατὰ ὀκτὼ ἔτη τῆς ἐνημερότητος καὶ διότι εἶναι ἐκκρεμεῖς 100,000 ποινικαὶ δικογραφίαι ἐνώπιον τῶν ἀνακριτικῶν ὑπαλλήλων. Ἡ μὴ ἐνημερότης τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ὀφείλεται οὔτε εἰς τὴν ἀπροθυμίαν ἢ ἀνεπάρκειαν τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, οὔτε εἰς τὸ μικρὸν τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν, ἀλλ’ εἰς τὸ πλημμελὲς τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ καὶ τῆς ἐνώπιον αὐτοῦ διαδικασίας. Εἶπεν ἄλλοτε, ὅτι τὸ 1852, ὅτε ἦσαν 9 ἢ 10 Ἀρεοπαγῖται, ἐξεδόθησαν 519 ἀποφάσεις, ἀφ’ ὅτου δὲ ἐδιπλασιάσθη ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκδιδομένων ἀποφάσεων ἠλαττώθη εἰς τὸ ἥμισυ σχεδόν. Βεβαίως ὁ μισθὸς τῶν δικαστῶν εἶναι γλισχρότατος, ἀλλὰ καὶ ἡ φιλοτιμία καὶ ὁ πατριωσμὸς αὐτῶν εἶναι ἰσοδύναμοι πρὸς τὸ κρίσιμον τῶν περιστάσεων, καὶ εὐχαρίστως ὑπομένουν ἀκόμη τὰς ἐκ τούτου στερήσεις, ἵνα σωθῇ ἡ πατρὶς ἀπὸ τῆς καταστρεπτικῆς πτωχεύσεως. Ὡς πρὸς τὰς ἐνώπιον τῶν ἀνακριτικῶν ὑπαλλήλων ἐκκρεμεῖς 100,000 ποινικὰς δικογραφίας, παρατηρῶ ὅτι κατὰ τὸ φυλλάδιον τῶν ἐργασιῶν τῶν δικαστηρίων τῆς Γʹ τριμηνίας τοῦ 1891 εἴχομεν ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν ἀνακριτῶν 5,668 δικογραφίας...
§123ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κατάστασις, περὶ ἧς ὁμιλεῖτε, δὲν εἶναι τὸ σύνολον τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων, αἵτινες ὑπάρχουσιν ἐνώπιον τῶν ἀνακριτῶν καὶ τῶν εἰσαγγελικῶν γραφείων.
§124ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μὴ ἀνυπομονεῖτε. Τὴν τρίτην τριμηνίαν τοῦ 1891 ἦσαν πλὴν τῶν εἰρημένων 5,668 καὶ ἕτεραι 8,972 ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν εἰσαγγελέων. Ὡς πρὸς τὰς ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν εἰρηνοδικῶν, πταισματοδικῶν καὶ δημοσίων κατηγόρων, αὗταί εἰσι σχεδὸν ὅλαι ἐλαχίστης ἢ μηδεμιᾶς ἀξίας, μήτε εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν μήτε εἰς τὴν τάξιν οὐσιωδῶς ἐπιδρῶσαι.
§125ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς τὸ γνωρίζετε;
§126ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Διότι αἱ μικραὶ ἢ ἀσημάντου ἀξίας καταγγελίαι, στελλόμεναι εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας, χρονίζουσιν ἐκεῖ, αἱ οὐσιώδεις δὲ ἢ στέλλονται εἰς τοὺς ἀνακριτὰς, ἢ ἐπιστρέφονται ταχέως ὑπὸ τῶν εἰρηνοδικῶν. Αἱ τοιαῦται λοιπὸν μικρᾶς ἀξίας δικογραφίαι ἦσαν τὴν τρίτην τριμηνίαν τοῦ 1891 53,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ 70,000 περίπου.
§127ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς παρουσιάσω αὔριον τὸν κατάλογον, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι εἶναι περισσότεραι.
§128ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Σᾶς παρατηρῶ, ὅτι ἔχω τὴν κατάστασιν τῆς τρίτης τριμηνίας τοῦ 1891, καὶ κατ’ αὐτὴν ἐπερατώθησαν ὑπὸ τῶν ἀνακριτῶν 1626 καὶ ἔμειναν ἐκκρεμεῖς 8,695, ὑπὸ δὲ τῶν ἀνακριτικῶν ὑπαλλήλων ἐπερατώθησαν 12,608 καὶ ἔμειναν ἐκκρεμεῖς παρ’ αὐτοῖς 53,700. Οἱ εἰπόντες ὅτι θέλουσι χάριν τῶν ἐθνικῶν πόθων καὶ καθηκόντων νὰ περιορίσωμεν τὸ πρὸς τοὺς δανειστάς μας πληρονόμενον ποσὸν, δὲν ἀναλογίζονται, ὅτι τοιαύτη πρὸς τοὺς δανειστὰς συμπεριφορὰ ἡμῶν καταδικάζει τοὺς πόθους ἐκείνους εἰς τὴν ἀντιπάθειαν τῶν βλαπτομένων ξένων, ἀντιπάθειαν ἰσοδυναμοῦσαν πρὸς πολλοὺς ἐχθροὺς, καταδικάζει δὲ καὶ τὴν Ἑλλάδα, ἀνίκανον δειχθεῖσαν νὰ κυβερνήσῃ ἑαυτὴν, ὡς πολὺ πλέον ἀνίκανον νὰ κυβερνήσῃ καὶ τοὺς μὴ ἐλευθερωθέντας ἔτι ἀδελφούς; Ἡ πρώτη φωνὴ ἀπελπισίας ἠκούσθη ἐν τῇ Βουλῇ τὸ 1887. Δὲν μεταχειρίζομαι ἐπὶ τούτου τὴν ποιητικὴν γλῶσσαν πολλῶν ἐκ τῶν ὁμιλησάντων, καὶ δὴ καὶ τοῦ ἐκ Μαντινείας συναδέλφου, ὅστις ἐπέδειξεν ἀσυνήθη τρυφερότητα διὰ τὴν εἰσαγγελικὴν του αὐστηρότητα πρὸς πάντας τοὺς φορολογουμένους, χωρὶς ὅμως νὰ τολμᾷ νὰ συστήσῃ ἢ νὰ ὑποσχεθῇ κατάργησιν φόρων. Ἡ λύπη αὕτη καὶ ἡ τρυφερότης του δὲν ἐμπόδισεν ἐν τούτοις αὐτὸν νὰ γράψῃ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Ἑλλάδος, πρὸς θέαν τῶν δανειστῶν της, τὸ ὑπὸ τοῦ Δάντου ἐπὶ τῆς πύλης τοῦ ᾅδου γραφέν: «Ἄφετε πᾶσαν ἐλπίδα!» Τὸ πρόγραμμα τοῦ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτοῦ, ὅπερ κατ’ οὐσίαν, ἂν μὴ κατὰ τύπους, υἱοθετεῖ καὶ ὁ ἐκ Μαντινείας, εἶναι πλήρης πτώχευσις, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Θέλει πλῆρες τὸ διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν ὑπηρεσιῶν ποσόν. Τὸ ὑπολειπόμενον ἀφίνει διὰ τοὺς δανειστάς. Θέλει δύο προϋπολογισμούς, ἕνα τῆς διοικήσεως εὐρύχωρον, προβλέποντα περί τε τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς καὶ περὶ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, καὶ κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας καὶ περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν, θέλουν καὶ ἕνα ἄλλον προϋπολογισμὸν, οὗ ἡ στήλη τῶν ἐσόδων θὰ γράφῃ τὸ περίσσευμα τοῦ ἄλλου προϋπολογισμοῦ.
§129ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό.
§130ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἶναι περίεργον τοῦτο, ὅτι, ἂν ἠθέλατε νὰ εἴπητε ἄλλο τι, ἐξεφράσατε τοῦτο κακῶς· διότι τέσσαρες μοὶ ἐδόθησαν σημειώσεις (καθότι ἀπουσίαζα ὅτε ὡμιλήσατε) καὶ αἱ τέσσαρες παρὰ προσώπων συμπαθῶς πρὸς ὑμᾶς ἐχόντων, καὶ αἱ τέσσαρες συμφωνοῦσιν εἰς τοῦτο.
§131ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σᾶς ἐπλάνησαν.
§132ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εὔχομαι νὰ ἐπλανήθησαν, διότι δὲν πιστεύω ὅτι ὀῤῥωδεῖτε, ἀκούοντες ἤδη τὴν ἰδέαν σας καὶ ἀναγνωρίζοντες τὸ σφαλερὸν αὐτῆς. Ὡς ἐν ἀρχῇ εἶπον, ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ προβλέψῃ, ὅπως τὸ Κράτος διαφύγῃ τὸν κίνδυνον, ὃν καὶ καταστροφὴν καὶ σκότος ὠνόμασαν, τὸν κίνδυνον τῆς πτωχεύσεως καὶ ἀτιμώσεως, συνάμα δὲ ἔχει καθῆκον νὰ μὴ ἀποκρύψῃ ἀπὸ τὸν τόπον τὸ κρίσιμον τῶν καιρῶν. Τὴν ἰδέαν τῆς «καταστροφῆς» καὶ τοῦ «σκότους» πρέπει πάσῃ δυνάμει νὰ πολεμήσωμεν, καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ βία αὐτῆς δὲν φαίνεται ἀναπόδραστος, πρέπει ν’ ἀγωνισθῶμεν πρὸς ἀποσόβησιν τοῦ κακοῦ. Οἱ ἀξιώσαντες ἐν ὀνόματι τῆς καλῆς πίστεως νὰ παύσωμεν ἀπὸ τοῦδε τὰς πληρωμὰς πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, ἢ νὰ περιορίσωμεν αὐτάς, ἔδει νὰ σκεφθῶσιν, ὅτι χάριν τῆς καλῆς πίστεως, ὀφείλομεν, πρὶν εἰς ἐκεῖνο φθάσωμεν τῆς ἀνάγκης, νὰ ἐξαντλήσωμεν πάντα τὰ μέσα, ὅσα διατίθεμεν, ὅπως ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν. Οὕτως ἐνόησε καὶ ὁ λαὸς τὴν καλὴν πίστιν καὶ διὰ τοῦτο προθύμως ὑπέκυψεν εἰς ὅλας τὰς φορολογικὰς τῆς Βουλῆς προσκλήσεις, καὶ ἐξακολουθεῖ ἀγογγύστως ὑποβαλλόμενος καὶ εἰς αὐτὰ τὰ ἐσχάτως ψηφισθέντα τέλη ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως, οὐδὲ ἠκούοντο διαμαρτυρίαι διὰ τὰ ψηφισθέντα καὶ εἰς χρυσὸν πληρωτέα τέλη.
§133Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ποῦ τὸ ἠξεύρετε σεῖς;
§134ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ ἠξεύρω, διότι βλέπω σᾶς, ἐκ σταφιδοφόρου ἐπαρχίας ἐκλεγόμενον, καὶ ψηφίσαντα καὶ μηδὲν ἀντειπόντα. Τὸ ἠξεύρω, διότι πολλοὶ ἐκλογεῖς ἡμῶν ἐδήλωσαν, ὅτι εὐχαρίστως ὑπομένουν τὰ βάρη, ἂν σωθῇ ἡ πατρὶς τῆς ἀτιμωτικῆς πτωχεύσεως. Περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ ἔχομεν διάφορον γνώμην τῆς ὑπὸ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος ἐκφρασθείσης. Φρονῶ ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος πιθανὸν νὰ μὴ ἦναι ὁ ὁριστικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, πιθανὸν νὰ μὴ ἦναι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ μέλλοντος, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ παρελθόντος. Εἶναι προϋπολογισμὸς δοκιμάζων τὰς φορολογικὰς τοῦ τόπου δυνάμεις καὶ διαφωτίζων τὸ μέλλον καὶ τὴν ἐλπίδα τῆς ἐν προσεχεῖ μέλλοντι ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ποιεῖται ἔκκλησιν εἰς τὰς φορολογικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, καὶ εἶναι ἀρχῶν πραγματικῶν οἰκονομιῶν, οὐσιωδῶν καὶ εὐλόγων καὶ μὴ παραλυουσῶν τὴν διοίκησιν. Ἂν ἐφαρμοσθῇ οὗτος ὁλοσχερῶς καὶ εἰλικρινῶς, θέλει διαφωτίσει καὶ ἡμᾶς καὶ τοὺς δανειστάς μας. Ἐὰν δὲν κάμωμεν καὶ τὴν δοκιμασίαν ταύτην, δὲν δικαιούμεθα οὐδὲ κατὰ κεραίαν νὰ ζητήσωμεν νὰ μειώσωσιν οἱ δανεισταί μας τὰ δικαιώματά των. Ἡ πολιτική σας εἶναι πολιτικὴ ἀπελπισίας καὶ καταστροφῆς, ἡ ἰδική μας εἶναι πολιτικὴ ἐλπίδος καὶ διασώσεως, στηριζομένη εἰς δεδομένα καταφανῆ· διότι, ἐνῷ ἀπὸ δεκαετίας τὸ ἐκ φόρων εἰσόδημα τοῦ Κράτους ἐδιπλασιάσθη, οὐδεμία καταπόνησις ἐφάνη. Ἡ πολιτικὴ ἡμῶν δὲν εἶναι δημοτική, ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως εἶναι πολιτικὴ ἐθνική, πολιτικὴ τιμῆς καὶ ἀξία τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἐθνικῶν προσδοκιῶν. Δὲν ἐπικαλούμεθα τὸν πάσχοντα φορολογούμενον διὰ νὰ ἀρνηθῶμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας, ἀλλ’ ἐπικαλούμεθα τὸν πατριώτην φορολογούμενον, διὰ νὰ σώσωμεν τὴν τιμὴν τοῦ τόπου, ἐκπληροῦντες τὰς ὑποχρεώσεις μας. Ὅσοι ἐν ὀνόματι τοῦ μέλλοντος τοῦ ἔθνους ζητοῦσι τὴν ἀθέτησιν τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς μὴ ἐπικαλῶνται τὰ παραδείγματα τῆς Ὁλλανδίας ἢ τῆς Πορτογαλίας ἢ τῶν Κρατῶν τῶν πληρωσάντων τὸ στάδιον τῆς σταδιοδρομίας των. Ἂς μὴ λησμονῶσιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς περιστοιχίζεται ὑπὸ ἐχθρῶν κατασυκοφαντούντων αὐτὴν, καὶ ὅτι οἱ λαοὶ τῆς Ἀνατολῆς δοκιμάζονται, ἐὰν δύνανται ν’ αὐτοδιοικηθῶσι καὶ ἂν ἦναι ἱκανοὶ νὰ διοικήσωσι καὶ ἄλλους. Ὁποία εἶναι ἡ ἀπώλεια, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ἡ ἀθέτησις ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας χθὲς ἔτι ἀνελάβομεν, τὸ γνωρίζετε. Ὅταν λέγητε, ὅτι οὐδὲν ἔπαθον τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα προέβησαν εἰς τοιοῦτον διάβημα, διατὶ λησμονεῖτε, ὅτι τὸ πρῶτον τραῦμα, τὸ ὁποῖον κατηνέχθη κατὰ τῆς Τουρκίας, ὅπως καταπέσῃ ἠθικῶς, καὶ νικηθῇ ἔπειτα πολεμικῶς, ἦτο ἡ χρεωκοπία; Ἡ χρεωκοπία, τὴν ὁποίαν τῇ ἐνέπνευσεν ὁ θελήσας νὰ κτυπήσῃ αὐτὴν καὶ ἡ ὁποία ἀπεστέρησεν αὐτὴν πάσης συμπαθείας καὶ τὴν ἀφῆκεν ἕρμαιον εἰς τὸν ἐμπνευστὴν, καὶ ἔφερε τὸν διαμελισμὸν καὶ τὰς συνθήκας τοῦ Ἁγίου Στεφάνου καὶ τοῦ Βερολίνου; Ἡ ἀδημονία τῶν ῥηγνυόντων τοσοῦτον ἀπελπιστικὰς φωνὰς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ δύναται νὰ ἔχῃ συνεπείας κακὰς εἰς ὅ,τι ἀκριβῶς ἀναγνωρίζετε ὡς τὸ ὕψιστον ἀγαθὸν, εἰς τὴν καλὴν πίστιν καὶ τὴν τιμὴν τοῦ τόπου. Τὸ θάῤῥος μας ἐμπνέεται ἐκ τῆς πεποιθήσεως πρὸς τὴν φιλοπατρίαν καὶ τὴν ὑπερηφάνειαν τοῦ λαοῦ, ἐπιθυμοῦντος ν’ ἀγωνισθῇ τὸν ἔσχατον ἀγῶνα περὶ τῆς οἰκονομικῆς τοῦ Κράτους σωτηρίας. Θεωροῦμεν ὡς ἐφαρμοζόμενον ἐπὶ τῶν Κρατῶν καὶ τῶν λαῶν πολὺ πλέον ἢ ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων τὸ ῥητὸν τῆς γραφῆς «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος». Ἐὰν ἢ ἀπὸ δειλίαν πρόωρον, ἢ ἀπὸ προτίμησιν τῆς εὐμαρείας τῶν πολιτῶν ἀπέναντι τῆς ἐθνικῆς τιμῆς ὑποστηρίζητε τὰ ἐναντία, τοὐλάχιστον μὴ δεικνύετε σπουδὴν μεγάλην. Ἔδει νὰ μὴ κρούσητε ἀπὸ τοῦδε ἐν τῇ Βουλῇ τὸν πένθιμον κώδωνα, οὗτινος ὁ θλιβερὸς ἦχος ἀντήχησε βαθέως εἰς τὰς ψυχὰς τοῦ λαοῦ. Κακῶς ἐπράξατε ὀρθολογίζοντες ὅπου ἔδει νὰ δείξητε ἔξαρσιν πατριωτικὴν καὶ νὰ ζητήσητε τοιαύτην. Οἱ λαοὶ δὲν κυβερνῶνται πάντοτε δι’ ὀρθολογισμοῦ καὶ μάλιστα αὐθαιρέτου, οὐδὲ διὰ θωπειῶν δημαγωγικῶν. Λαοὶ φιλότιμοι θύουσι πολλὰ εἰς τὴν φιλοπατρίαν, ὡς ἀποδεικνύει ἡ Γαλλία· ἡμεῖς ἐδῶ εἴχομεν καθῆκον πρῶτοι νὰ ἐξεγείρωμεν καὶ νὰ ζωπυρῶμεν τὴν πολλὴν τοῦ λαοῦ φιλοπατρίαν, ἢ τοὐλάχιστον νὰ μὴ ἀποθαῤῥύνωμεν καὶ μαραίνωμεν αὐτὴν, χάριν κομματικῶν βλέψεων, τοσοῦτον καταστρεπτικὰ ἐχουσῶν ἀποτελέσματα. Τὴν δύναμιν τοῦ ἐθνικοῦ ἐνθουσιασμοῦ ἀποδεικνύει ἡ ἱστορία ἡμῶν, ὡς καὶ ἡ τῆς Γαλλίας, ἥτις ἐξακολουθεῖ ζητοῦσα παρὰ τοῦ λαοῦ θυσίας οἰκονομικὰς ὑψίστας, οὐχὶ διὰ τοῦ λογισμοῦ, ἀλλὰ διὰ τοῦ πατριωτισμοῦ τῶν Γάλλων, οἵτινες γνωρίζουσι καὶ ἀκούουσι τὴν φωνὴν ταύτην καὶ ὑποτάσσονται εἰς αὐτὴν, οὐχὶ μόνον τὰς πολεμικὰς ὑποχρεώσεις πάσας ἀποτίσαντες, ἀλλὰ καὶ τὰς καταστροφὰς ἀνορθώσαντες καὶ τὴν πατρίδα των ὑψώσαντες ὑπὲρ τὴν πρὶν ὑπόληψιν καὶ τιμὴν καὶ δύναμιν. Παρατηρήσατε τὰς φορολογικὰς θυσίας τῶν Γάλλων καὶ τὴν αὔξησιν αὐτῶν ἀπὸ τοῦ 1871 καὶ ἐντεῦθεν, καὶ εἴπετέ μοι, ἂν δικαιοῦμαι νὰ ἐλπίζω, ὅτι ἀγογγύστως ὁ λαὸς θὰ δεχθῇ τὰ νέα μικρὰ βάρη, καὶ ἂν δὲν ἦναι προτιμότερα ταῦτα τῶν καταστροφῶν, ἃς θὰ φέρῃ πτώχευσις πρόωρος, ἀλόγιστος καὶ ἀδικαιολόγητος, καταστροφῶν πολὺ ἀνωτέρων παντὸς φορολογικοῦ βάρους. Καὶ ὁμιλεῖτε περὶ πτωχεύσεως ἐξ ὀνόματος τῶν ἐλπίδων τοῦ Ἑλληνισμοῦ! Καὶ λησμονεῖτε τὰς περὶ Ἑλληνισμοῦ ἢ μᾶλλον κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἰδέας τοῦ ἔξω κόσμου! Ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος συνάδελφος σᾶς ἀνέφερε τὰ γραφέντα ὑπὸ τοῦ Berard μετὰ τὴν ἐν Βουλγαρίᾳ περιήγησίν του. Ἴσως καὶ αὐτὸς ἐνεπνεύσθη ἀπὸ τὰς πλημμυρούσας τὰ ἐντεῦθεν τοῦ Αἵμου καὶ τῆς Ροδόπης μέρη προπαγάνδας, ὧν οἱ πράκτορες καὶ αἱ ἐνέργειαι ἔφθασαν καὶ ὑπερέβησαν καὶ τὰ νῦν ὅρια τῆς Ἑλλάδος. Ὁ ἀνταγωνισμὸς αὐτῶν ἐξηπλώθη πανταχοῦ. Καὶ ἐὰν εἴπητε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει σήμερον, χωρὶς νὰ ἐξαντλήσῃ καὶ τὴν τελευταίαν ἀπόπειραν ταύτην, ἣν ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ἀποτελεῖ, ὅτι πρέπει νὰ ἀθετήσῃ τὰς πρὸς τοὺς δανειστάς της ὑποχρεώσεις αὐτῆς, χωρὶς τὴν τελευταίαν ταύτην βάσανον, ἠξεύρετέ το, προσφέρετε τὴν μεγίστην συνδρομὴν εἰς τὰς ἀμειλίκτως τὸν Ἑλληνισμὸ. πολεμούσας προπαγάνδας ἐκείνας. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στάης ἔχει τὸν λόγον.
§136ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον.
§137ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι.
§138ΣΤΑΗΣ. Ἀληθῶς, Κύριοι, εἶναι προκεχωρημένη ἡ ὥρα, ἀλλὰ θὰ ἦμαι βραχὺς, βραχύτατος, διότι ἡ γλῶσσα τῶν ἀριθμῶν εἶναι βραχεῖα, καὶ δι’ ἀριθμῶν θ’ ἀνασκευάσω τὴν γνώμην τοῦ ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ καὶ τῆς πολιτικῆς μερίδος, ἣν ἀντιπροσωπεύει, περὶ φορολογικῆς ἀφομοιώσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος. Ἠκούσατε πάντες τοῦ Βουλευτοῦ Λοκρίδος, ὅτι ἡμεῖς οἱ Ἑπτανήσιοι ψηφίζομεν τοὺς ἀμέσους φόρους ἄνευ βασάνου, ἄνευ δυσκολίας, καὶ σχεδὸν εἰπεῖν μετ’ εὐχαριστήσεως, διότι οἱ τοιοῦτοι φόροι δὲν ἐπιβαρύνουσι τὸν Ἑπτανησιακὸν λαὸν, καὶ πλὴν τούτων, ὅτι φορολογούμεθα ἀνίσως, ὅτι σχεδὸν εἴμεθα ἀσύδοτοι, καὶ ἐκινδυνεύσαμεν νὰ ἀκούσωμεν αὐτοῦ, αἰτοῦντος τὴν ἀποπομπὴν ἡμῶν ἐκ τοῦ ἀσύλου τούτου, ἐκ τοῦ ὁποίου μόνον ἡ παντοκράτειρα τοῦ λαοῦ δύναμις δύναται νὰ μᾶς ἀπομακρύνῃ. Καὶ ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν ἐξέγερσιν τῶν φυλετικῶν παθῶν ἡμῶν, ἅτινα δυστυχῶς πρὸ αἰώνων ὑπῆρχον καὶ νῦν ἔτι δὲν ἐξηλείφθησαν. Καὶ ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς διπλοῦν κέρδος ἐκ τῆς ἀγορεύσεώς του ἐκείνης, τῆς ἀφορώσης τὴν φορολογικὴν ἀφομοίωσιν τῆς Ἑπτανήσου, τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ τὴν ἀρχὴν τῆς φορολογικῆς ἰσότητος, ἣν δῆθεν θέλει νὰ ἐφαρμόσῃ, καὶ τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους διὰ τῆς παραδοχῆς τοῦ πολιτικοῦ καὶ οἰκονομικοῦ αὐτοῦ προγράμματος. Ἐν τῇ ἐπιτυχίᾳ δὲ τοῦ δευτέρου ἐνυπάρχει καὶ ἡ τοῦ πρώτου. Ἐξετάσωμεν λοιπὸν τὴν αὔξησιν, τὴν ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, τῶν δημοσίων προσόδων, τὴν προϋπολογιζομένην ἐκ τῆς φορολογικῆς ἀφομοιώσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος. Κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν, οἱ ἄμεσοι φόροι, τοὺς ὁποίους θὰ ἐπλήρονον οἱ Ἑπτανήσιοι, ἀφομοιούμενοι κατὰ τὸ φορολογικὸν σύστημα, εἶναι οἱ ἑξῆς: Φόρος οἰκοδομῶν δραχ. 409,000, φόρος ἐπιτηδευμάτων 714,000, φόρος οἴνου δρ. 618,000, φόρος ἐλαίου 645,000, φόρος σταφίδος 867,000, φόρος ἀροτριώντων κτηνῶν 240,000, φόρος περιβολίων καὶ βοσκῶν 25,000, φόρος ἐπὶ τῶν ζώων 150,000, δικαίωμα καταναλώσεως λιανικῶς πωλουμένου οἴνου 40,000. Ἤτοι ἐν ὅλῳ 5,708,000, ἢ 3,600,000, μετά τινα ἀφαίρεσιν, τὴν ὁποίαν ἐπέφερε συνεπείᾳ παρατηρήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Εὐτυχῶς δι’ ἡμᾶς τοὺς Ἑπτανησίους, Κύριοι, καὶ δυστυχῶς διὰ τὸν ἐκ Λοκρίδος κ. συνάδελφον, κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ 1885 διετάχθη, λόγῳ εἰσφορᾶς, ἡ εἴσπραξις ἐκ τῶν ἀμέσων τούτων φόρων τοῦ τῶν οἰκοδομῶν καὶ τοῦ τῶν ἐπιτηδευμάτων, τῶν λοιπῶν μὴ θεωρηθέντων ἱκανῶν, ἵνα χορηγήσωσι τῷ Δημοσίῳ σπουδαῖα ἔσοδα. Καὶ ἡ εἰσφορὰ αὕτη εἰσεπράχθη τελείως πρὸ ὀλίγου μόνον χρόνου, ἤτοι μετὰ ὅλα ἓξ ἔτη. Καὶ ἑπομένως ἔρχομαι, ἔχων ἀνὰ χεῖρας αὐτὰ ταῦτα τὰ ἐπίσημα κείμενα, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἠγνόει ὁ κ. Βουλευτὴς, ἵνα ἀνατρέψω τὸ ἀβάσιμον αὐτοῦ οἰκοδόμημα. Δὲν θέλω ἐξετάσει, πῶς κατώρθωσε νὰ ἐξογκώσῃ τὰ εἰσπρακτέα, ὥστε νὰ θεωρῇ βεβαιωθησόμενα 3,700,000 ἢ 3,600,000 ἐκ τῶν ἀμέσων τούτων φόρων. Δὲν θέλω ἐξετάσει, πῶς ὑπολογίζει 240,000 δραχμὰς ἐκ φόρου ἀροτριώντων κτηνῶν, 150,000 δρ. ἐκ φόρου ζώων, διότι εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσι, πλὴν τῷ ἐκ Λοκρίδος κυρίῳ συναδέλφῳ, ὅτι ἐν Ἑπτανήσῳ δὲν ὑπάρχουσιν ἐκ τούτων τόσα, ὅσα ὑπάρχουσι μόνον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ αὐτοῦ. Θέλω μόνον ἐξετάσει τοὺς φόρους τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τῶν οἰκοδομῶν, οὓς χορηγεῖ ἡμῖν ἡ ἐπίσημος ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Κατὰ τὰ ἐπίσημα ταῦτα, εἰσεπράχθησαν ἐκ φόρου οἰκοδομῶν ἁπάσης τῆς Ἑπτανήσου δραχ. 287,893 καὶ ἐκ φόρου ἐπιτηδευμάτων δραχ. 434,643, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 722,536. Κατὰ δὲ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ ἐκ Λοκρίδος κ. Βουλευτοῦ, θὰ εἰσπραχθῶσιν ἐκ φόρου οἰκοδομῶν 409,000 καὶ ἐξ ἐπιτηδευμάτων δραχ. 714,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ 1,123,000. Ἔχομεν ἄρα διαφορὰν ἐπὶ πλέον 400,464 δραχμῶν ἐπὶ τῶν πραγματικῶν εἰσπράξεων (ὅρα πίνακα ἀμέσων φόρων κλπ. Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν 1880–1887) ἐν τοῖς προϋπολογισθεῖσι παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἐὰν δ’ ἐπὶ τῶν δύο τούτων φόρων ὑπάρχῃ ἡ διαφορὰ αὕτη, βεβαίως ἐπὶ τῶν λοιπῶν ὑπάρχει μείζων, διότι ἀροτριῶντα κτήνη, ὡς εἶπον, καὶ ζῶα καὶ βοσκαὶ καὶ περιβόλια ἐλάχιστα ὑπάρχουσιν ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἀλλ’ ἐγὼ δέχομαι τὴν αὐτὴν κατ’ ἀναλογίαν διαφοράν. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν ἐπὶ 1,123,000 δραχ. ὑπάρχῃ διαφορὰ ἐπὶ πλέον 400,000 (παραλειπομένων τῶν ἑκατοστῶν) ἐπὶ 3,600,000 θὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ ἐπὶ πλέον 1,100,000. Ἑπομένως, Κύριοι, κατ’ αὐτοὺς τούτους τοὺς ἐπισήμους πίνακας, ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων 3,600,000 δέον ν’ ἀφαιρεθῶσιν 1,100,000, ὅτε ἐναπομένει ὡς εἰσπράξιμον ποσὸν 2,500,000, ἤτοι ἀκριβῶς τὸ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ προβλεπόμενον. Ἀλλ’ ἵνα εἰσπραχθῶσι τὰ 2,500,000 διὰ τοῦ νέου φορολογικοῦ συστήματος, διὰ τοῦ ἐφόρου καὶ τοῦ εἰσπράκτορος καὶ τοῦ χωροφύλακος καὶ τῆς ἄλλης ὅλης σωρείας τῶν ὑπαλλήλων, ἀπαιτεῖται δαπάνη χιλιάδων δραχμῶν. Καὶ ἐὰν εἰς τὴν δαπάνην ταύτην προσθέσητε καὶ τὴν διαφορὰν τῶν προϋπολογιζομένων, βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων, βεβαίως δὲν θέλετε ἔχει οὔτε τὸ ἥμισυ τῶν νῦν εἰσπραττομένων ἄνευ πιέσεων, ἄνευ παραπόνων, ἄνευ καταχρήσεων καὶ ἄνευ καθυστερουμένων. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν ἐξηντλήθη, νομίζω, Κύριοι, διότι εἶναι ἐπάναγκες νὰ πεισθῶσι πάντες, καὶ ὑμεῖς καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι ἡμεῖς οἱ Ἑπτανήσιοι δὲν φορολογούμεθα ἐν ἥσσονι μοίρᾳ τῶν λοιπῶν τοῦ βασιλείου κατοίκων, καὶ διὰ τοῦτο θὰ ἐξετάσω αὐτὸ καὶ ὑπὸ δύο ἄλλας ἐπόψεις. Θέλω λάβει πρῶτον τὸ σύνολον τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων εἰσαγωγῆς τῆς Ἑπτανήσου καὶ τὸ σύνολον τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων εἰσαγωγῆς τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐκ τῆς συγκρίσεως αὐτῶν θέλω εὕρει τὴν φορολογικὴν μονάδα, δι’ ἧς θὰ συγκρίνω τοὺς καταβαλλομένους ἀμέσους φόρους τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος καὶ τοὺς ἐξαγωγικοὺς δασμοὺς τῆς Ἑπτανήσου, τοὺς ἀντιστοιχοῦντας πρὸς τοὺς ἀμέσους φόρους. Καὶ ἵνα μὴ νομίσητε, Κύριοι, ὅτι θέλω νὰ παραστήσω ὑμῖν ὡς ὑπερβολικὰ τὰ ὑπὸ τῶν Ἑπτανησίων καταβαλλόμενα τέλη ἐξαγωγῆς, θέλω λάβει ἔτος πρὸς σύγκρισιν ἐκ τῶν μὴ εὐφόρων. Τὸ 1890, κατὰ τὸ ὁποῖον εἰσεπράχθησαν ἐξαγωγικὰ τέλη ἐν Ἑπτανήσῳ 1,807,674, ἤτοι κατώτερα καὶ τῶν τοῦ 1891 καὶ τῶν τοῦ 1889 καὶ τῶν τοῦ 1888 καὶ τῶν τοῦ 1887 καὶ τῶν τοῦ 1883, καθ’ ἃ εἰσεπράχθησαν:
| 1891 | δρ. | 4,010,030 |
| 1889 | » | 2,555,043 |
| 1888 | » | 1,721,253 |
| 1887 | » | 2,190,176 |
| 1883 | » | 2,022,175 |
καὶ κατώτερα τέλος καὶ αὐτοῦ τοῦ μέσου ὅρου τῶν εἰσπράξεων δέκα ὅλων ἐτῶν, ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1891, τοῦ μέσου τούτου ὅρου ἀνερχομένου εἰς 2,106,000. Αἱ εἰσπράξεις αὗται, αἱ δημοσιευθεῖσαι ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» τοῦ 1890, εἶναι τοῦ μὲν συνόλου ἐν τοῖς τελωνείοις τῆς Ἑπτανήσου 5,235,014, τῆς δὲ ἐξαγωγῆς 1,801,565, ἑπομένως τῆς εἰσαγωγῆς 3,433,449. Ἐν δὲ τοῖς λοιποῖς τελωνείοις τοῦ Κράτους τοῦ μὲν συνόλου εἶναι 31,875,198, τῆς δὲ ἐξαγωγῆς 1,826,233, ἑπομένως τῆς εἰσαγωγῆς εἶναι 29,848,965. Ἄρα, ἐὰν ἐπὶ 3,433,000 φόρων εἰσαγωγῆς Ἑπτανήσου ἡ λοιπὴ Ἑλλὰς καταβάλλῃ 29,849,000, ἐπὶ ἀμέσων φόρων Ἑπτανήσου —ἤτοι ἐξαγωγῆς—1,801,565, πρέπει ἡ λοιπὴ Ἑλλὰς νὰ καταβάλλῃ φόρους ἀμέσους 15,659,000. Τί δὲ κατέβαλεν ἡ λοιπὴ Ἑλλὰς ἐξ ἀμέσων φόρων τὸ 1890; Ὁ ἀπολογισμὸς αὐτοῦ λέγει, ὅτι κατέβαλε μόνον 14,355,507, εἰς ἃ καὶ ἂν προστεθῇ ὁ καθυστερούμενος ἔτι φόρος οἰκοδομῶν τοῦ δήμου Ἀθηναίων τοῦ ἔτους ἐκείνου, προϋπολογιζόμενος εἰς 800,000 δραχμὰς, πάλιν ἡ Ἑπτάνησος κατέβαλε τῷ δημοσίῳ ταμείῳ πλείονα τῶν ἀναλογούντων αὐτῇ. Δεύτερον θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ πληθυσμοῦ, διότι ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι σπουδαία ἡ διαφορὰ τῆς οἰκονομικῆς δυνάμεως ἑκάστου κατοίκου τῶν διαφόρων μερῶν τῆς χώρας ἡμῶν ἐν τῷ συνόλῳ· ἀλλὰ καὶ ἂν τοιαύτη ὑπάρχῃ, εἶναι ὑπὲρ τῶν Ἑπτανησίων, διότι ἐν τῷ λοιπῷ βασιλείῳ περιλαμβάνονται αἱ Ἀθῆναι, αἱ Πάτραι, ὁ Πειραιεὺς, ἡ Σῦρος, ὁ Βῶλος κτλ., ὧν οἱ κάτοικοι εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον εὐπόρων. Ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1890 αἱ εἰσπράξεις ἔν τε τοῖς ταμείοις καὶ τοῖς τελωνείοις τῆς Ἑπτανήσου ἀνῆλθον εἰς 7,778,391, καὶ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος εἰς 69,588,210. Ἑπομένως ἡ μὲν Ἑπτάνησος κατέβαλεν ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1890 τὰ 1,1, ἡ δὲ λοιπὴ Ἑλλὰς τὰ 8,9, ἤτοι καὶ πάλιν ἐπὶ πλέον ἡ Ἑπτάνησος, ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς, ἀνερχομένου εἰς τὸ δέκατον περίπου τῶν κατοίκων τῆς ὅλης Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἐὰν τέλος λάβωμεν ἀνὰ χεῖρας τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ, θέλομεν εὕρει, ὅτι οἱ ἄμεσοι φόροι προϋπολογίζονται διὰ τὸ 1893 εἰς δρ. 19,600,736, ἐξ ὧν ἀφαιρουμένης τῆς διαφορᾶς τῶν βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων, ὑπολογιζομένης κατ’ ἐπιεικῆ ἐκτίμησιν εἰς 6%, ὑπολείπονται 18,424,692, τὸ δὲ δέκατον τούτων, ὅπερ κατ’ ἀναλογίαν τοῦ πληθυσμοῦ πρέπει νὰ καταβάλῃ ἡ Ἑπτάνησος, εἶναι 1,824,169, καὶ ἀντὶ τούτου θέλομεν συνεισφέρει κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893 2,509,898, ἤτοι 667,429 δρ. ἐπὶ πλέον. Ἐκ πάντων τούτων καταδεικνύεται, Κύριοι, ὅτι οἱ Ἑπτανήσιοι καὶ νῦν ἔτι συνεισφέρουσιν ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου ἀναλόγως πλείω τῶν λοιπῶν κατοίκων τοῦ βασιλείου. Καὶ ἐὰν σήμερον συμβαίνῃ τοῦτο, φαντάσθητε ὁποία διαφορὰ ὑπῆρχε πρὸ δέκα καὶ πλέον χρόνων, ὅτε οἱ μὲν ἐξαγωγικοὶ δασμοὶ τῆς Ἑπτανήσου ἦσαν πάντοτε οἱ αὐτοί, οἱ δὲ ἄμεσοι φόροι τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος δὲν ἀνήρχοντο εἰς τὸ ἥμισυ τῶν σήμερον καταβαλλομένων! Καὶ ὅμως, Κύριοι, οὐδέποτε θέλομεν συναινέσει ἡμεῖς οἱ ἐξ Ἑπτανήσου Βουλευταὶ εἰς τὴν φορολογικὴν ταύτην ἀφομοίωσιν, εἰς τὴν παραδοχὴν τοῦ φορολογικοῦ τούτου συστήματος, δι’ οὗ καταβασανίζεται κυρίως ὁ πτωχὸς λαός. Τὴν δὲ λευκὴν ψῆφον, ἣν μετὰ μικρὸν θέλω δώσει ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ, ἀρκούντως δικαιολογεῖ ἡ εὔγλωττος καὶ πειστικὴ ἀνάπτυξις τῆς ἀρτιότητος καὶ τῶν ὑγιῶν ἀρχῶν αὐτοῦ ὑπὸ τῶν ῥητόρων τῆς δεξιᾶς. Ἔναυλα δὲ ἔτι τῶν δεινῶν ἀγορητῶν τὰ ῥήματα τῆς 26 Φεβρουαρίου καὶ 7 Μαρτίου, τὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπὲρ τοῦ αὐτοῦ συστήματος λεχθέντα, καταπείθουσι τὸν νοῦν καὶ τὴν συνείδησιν ἡμῶν, καὶ περιττὸν καθιστῶσι τὸν περαιτέρω ἔλεγχον τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ἐχούσης πάντοτε τὸ αὐτὸ πρόγραμμα: τὴν ἀνόρθωσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, τὴν ἀνάπτυξιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων αὐτῆς, καὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἱερῶν πόθων τοῦ ἔθνους. Ἀλλὰ τὰ τρία ταῦτα, Κύριοι, δὲν ἐπιτυγχάνονται ἐν μιᾷ στιγμῇ, μία δὲ στιγμὴ εἶναι ὁ χρόνος ἓξ ἐτῶν ἐν τῷ βίῳ τῶν ἐθνῶν. Διὸ μίαν εὐχὴν πᾶσα ἑλληνικὴ καρδία πρέπει ν’ ἀποτείνῃ πρὸς τὸν Ὕψιστον: νὰ διατηρήσῃ ἐπὶ μήκιστον ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοινῶν τὸν καινὸν ἰθύνοντα αὐτά. Καὶ συνῳδὰ τῇ εὐχῇ ταύτῃ, λυποῦμαι, ὅτι ἔχω νὰ διαθέσω μίαν μόνον λευκὴν ψῆφον καὶ οὐχὶ ἑκατόν.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττω περατωμένην τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§140Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὰ καθ’ ἕκαστον τοῦ προϋπολογισμοῦ, παρακαλῶ νὰ ψηφίσωμεν ὅσα νομοσχέδια ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει σχετίζονται πρὸς τὸν προϋπολογισμόν. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) Περὶ ἀπαλλαγῆς φόρων καὶ τελῶν τῶν ἀποστελλομένων εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Σικάγου ἢ τῶν προερχομένων ἐξ αὐτῆς ἀντικειμένων. 2) Περὶ ἱδρύσεως ἐργαστηρίου καὶ μουσείου ἐκμαγείων. 3) Περὶ χορηγίας πιστώσεως ἀναπληρωτικῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως 1892 ἐκ δραχ. 27,670).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαχειρίσεως καὶ διοικήσεως τῶν δασῶν.
§142Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ τροπολογίαι τῆς ἐπιτροπῆς, ἃς ἀποδέχομαι καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἄν ὑπάρξῃ συζήτησις, ἂς ἀναβληθῇ εἰς αὔριον.
§143ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως.
§145ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναβληθῇ καὶ αὐτό.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν νόμου. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου 1890 ᾼΩΟΕʹ νόμου, τοῦ καταργήσαντος τὸν ἀπὸ 27 Μαρτίου 1889 ᾼΨΛΔʹ νόμον περὶ παραρτημάτων τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων).
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς βʹ συζητήσεως κατ’ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς διατάξεών τινων τοῦ κανονισμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων καὶ Γυμνασίων.
§148ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῆς ὑποβρυχίου ἀμύνης. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀφομοιώσεως κατὰ τὸ ποσὸν τῶν εἰσπραττομένων φόρων εἰς τὸ τελωνεῖον Καλαμῶν πρὸς τοὺς τοῦ ὑποτελωνείου Μεσσήνης πρὸς ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῇ κοιλάδι Παμίσου.
§151ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ δῆμος Οἰχαλίας, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχει συμπεριληφθῆ εἰς τὸν νόμον.
§152Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο δὲν σχετίζεται πρὸς τὸ νομοσχέδιον.
§153Α. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι μονομερὴς ὁ νόμος, κύριε Πρόεδρε.
§154Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἐὰν παρεδεχόμεθα τὴν ἀνάγκην νομοθετικῆς περὶ τούτου προνοίας, ἔπρεπε νὰ ὑποβάλωμεν νέον νομοσχέδιον, διότι δὲν δυνάμεθα ἐπὶ νομοσχεδίου ἐν δευτέρᾳ ἀναγνώσει νὰ ἐπιληφθῶμεν τροπολογίας ἀσχέτου πρὸς τὸ θέμα αὐτοῦ. Ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπέκτασιν εἰς τὰς Καλάμας τοῦ φόρου, ὅστις πληρόνεται ἐν Μεσσήνῃ, ὁ δ’ ἀξιότιμος Βουλευτὴς προτείνει ἄλλο τι, ὅπως τὰ ἔργα μὴ περιορίζωνται εἰς μόνην τὴν περίμετρον, περὶ ἧς γίνεται λόγος ἐν τῷ νόμῳ, ἀλλὰ περιλαμβάνωσι καὶ ἄλλας ἐκτάσεις. Πιθανὸν νὰ ἦναι πρέπουσα ἡ ἐπέκτασις, ἀλλὰ καὶ ἂν ἀποκλείηται αὕτη ὑπὸ τοῦ νόμου, ὅπερ δὲν συμβαίνει, πάντως δὲν δύναται νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, περὶ οὗ ἤδη πρόκειται, ἡ προτεινομένη διάταξις.
§155ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ νόμος τοῦ 1887, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται ἤδη, εἶναι ὁμολογουμένης μονομερής, καὶ ἀφορᾷ τὴν ἐπαρχίαν Καλαμῶν, οὐχὶ τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης, διότι οἱ δῆμοι Θουρίας, Ἄριος καὶ Καλαμῶν, ἐφ’ ὧν κεῖνται οἱ βάλτοι Ἅγιος Φλῶρος, Ἀσλάναγα, Μακαρία καὶ Ἀσπρόχωμα, ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαμῶν, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης, οἱ δὲ δῆμοι, τοὺς ὁποίους ἐπικαλεῖται ὁ κ. Φλέσσας, δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὴν φορολογίαν ὑπὸ τοῦ νόμου αὐτοῦ· ὁ δὲ δῆμος Εὔας, ἀνήκων εἰς τὴν Μεσσήνην, δὲν ἔχει οὐδὲ σπιθαμὴν βάλτου· ὁ δὲ δῆμος Οἰχαλίας, τοῦ ὁποίου ἓν μόνον χωρίον, τὸ χωρίον Σκάλα, ἔχει περὶ τὰ 500 στρέμματα, συμπεριελήφθη εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τῶν ὑδραυλικῶν Παμίσου, ἐνῷ τὰ ὑδραυλικὰ αὐτοῦ δὲν συμπεριελήφθησαν, καὶ οἱ διερχόμενοι δι’ αὐτοῦ ποταμοὶ Κατσαρέϊκον, Βάϊα, Ντουράκου, Τσακώνα, Τζαμὶ, Κωνσταντινέϊκον, Ξάστερον καὶ Διβάρι, ἐκβάλλοντες εἰς τὴν Μπωροζούμενα, καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὸν Πάμισον, περιῤῥέουσιν ἀκανονίστως, καὶ μάλιστα ὅταν ὑπερχειλίζωσι, διέρχονται διὰ μέσου τῶν κτημάτων, σταφιδώνων, ἀμπελώνων, ἐλαιώνων καὶ λοιπῶν προσοδοφόρων δένδρων καὶ καταστρέφουσιν αὐτὰ, χωρὶς νὰ ληφθῇ οὐδεμία πρόνοια παρὰ τοῦ νόμου τούτου. Πρὸς αὔξησιν τῆς πλημμύρας καὶ καταστροφῆς τῶν πλείστων χωρίων τῆς Οἰχαλίας καί τινων τῆς Ἀνδανίας συνετέλεσε καὶ ὁ σιδηρόδρομος Μύλων–Καλαμῶν, ὁ ὁποῖος διέσχισεν αὐτοὺς ἐν τῷ μέσῳ καὶ ὕψωσε τὰ χώματα ἐπὶ 1½ περίπου μέτρον, καὶ τὰ ὕδατα δὲν δύνανται νὰ ἐξέλθωσι, καὶ ἕνεκα τούτου πλημμυροῦσιν ὅλα τὰ χωρία, τὰ κείμενα ἄνω τοῦ σιδηροδρόμου τοῦ ἀνατολικοῦ μέρους, τῶν ὁποίων ὄχι μόνον τὰ κτήματα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐν ταῖς οἰκίαις προϊόντα, πράγματα καὶ ζῶα, κατὰ τὴν τελευταίαν πλημμύραν παρέσυρε καὶ κατέστρεψεν, ἐνῷ ὁ δῆμος Οἰχαλίας συνεισφέρει τὸ πλεῖστον χρῆμα διὰ τὰ ὑδραυλικὰ, καὶ δὲν ἀπολαμβάνει σχεδὸν τίποτε, ἑπομένως εἶναι ἄδικον νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὸ κοινὸν αὐτὸ ταμεῖον κατὰ τὸ ἥμισυ σχεδὸν τοῦ ὅλου φόρου, καὶ οἱ ποταμοὶ τοῦ δήμου Οἰχαλίας νὰ μὴ ἔχωσι συμπεριληφθῆ ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ· διότι ὁρίζεται δι’ αὐτοῦ, ποῖοι ποταμοὶ ὑπάγονται εἰς τὰ ὑδραυλικὰ τοῦ Παμίσου, περὶ τῶν ποταμῶν ὅμως τῆς Οἰχαλίας δὲν γίνεται λόγος, ὅπως κανονισθῶσι καὶ διοχετευθῶσι. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ συμπεριλάβῃ καὶ τοὺς ποταμοὺς τῆς Οἰχαλίας εἰς τὰ ὑδραυλικὰ τῆς Μεσσήνης, ἄλλως νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν δῆμον αὐτὸν ἀπὸ τὴν φορολογίαν τοῦ ταμείου, διότι οὗτος οὐδεμίαν ἔχει ὠφέλειαν. Ἐκ τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης μόνον ὁ Πάμισος ἔχει ὀλίγα στρέμματα γαιῶν, καὶ προσδοκᾷ ὠφελείας, ἐνῷ οἱ ἄλλοι δῆμοι τῆς Μεσσήνης οὐδεμίαν ἔχουσιν ὠφέλειαν, καθόσον οὐδὲ σπιθαμὴν γαιῶν ἔχουσιν, αἱ ὁποῖαι πρόκειται ν’ ἀποξηρανθῶσιν. Εἶναι ἄδικον λοιπὸν νὰ πληρώνωμεν φόρον, καὶ τὰ ὑδραυλικὰ τοῦ δήμου τούτου νὰ μὴ ἔχωσι συμπεριληφθῆ εἰς τὸν νόμον. Ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις εἴτε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, εἴτε ἐν ἄλλῳ, πρέπει νὰ συμπεριλάβῃ καὶ τοὺς ποταμοὺς τοῦ δήμου Οἰχαλίας, διότι εἶναι ἄδικον, ἐπαναλαμβάνω, νὰ πληρόνῃ ὁ δῆμος οὗτος δι’ ἄλλους δήμους τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν, τῶν ὁποίων οἱ βάλτοι πρόκειται ν’ ἀποξηρανθῶσιν· ἄλλως δικαιοῦται ν’ ἀπαλλαγῇ τῆς φορολογίας ταύτης.
§156Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς δὲν ἔχει δίκαιον, φρονῶν, ὅτι κατὰ τὸν νόμον, δὲν λαμβάνεται πρόνοια περὶ τῶν ὑδραυλικῶν Οἰχαλίας, διότι ὁ νόμος φαίνεται ἐκφραζόμενος διὰ τρόπου ἐπιτρέποντος τὴν συμπερίληψιν παντὸς ἔργου, δυναμένου νὰ σχετισθῇ πρὸς τὰ τῆς κοιλάδος τοῦ Παμίσου, ἀφοῦ δὲ ἀπαριθμεῖ πάντα τὰ ἔργα ταῦτα λίαν εὐρέως, νομίζω ὅτι καὶ ῥητῶς περιλαμβάνει τὰ πλεῖστα τῶν εἰδικῶς ἐνδειχθέντων· ἀλλὰ καὶ ἂν τυχὸν μὴ περιλαμβάνῃ ταῦτα, πάλιν διὰ γενικῆς διατάξεως ἐπιτρέπει, ὅπως καὶ περὶ αὐτῶν ληφθῇ πρόνοια· διότι, ἀφοῦ ἀναγράφει ἐν ἐννέα ἐδαφίοις τὰ ἔργα, ἅτινα θὰ ἐκτελεσθῶσι διὰ τῶν προσόδων τούτων, ἐν δεκάτῳ ἐδαφίῳ προσθέτει «παντὸς ἔργου σχετικοῦ, ὁρισθησομένου διὰ Β. Διατάγματος». Ἑπομένως εἰς τὸ Β. Διάταγμα ἀνήκει ἡ συμπερίληψις τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐνδειχθέντων, ἐὰν θεωρηθῇ πρέπον νὰ ἐπεκταθῇ τὸ ἔργον καὶ ἐπὶ ταῦτα. Δὲν πρόκειται περὶ νομοθετικῆς προνοίας, πρόκειται περὶ προνοίας διὰ Β. Διατάγματος.
§157ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ποῖον ποσὸν ἔχει εἰσπραχθῆ μέχρι τοῦδε καὶ εἰς τί ἐχρησίμευσεν, ἢ ποῦ εἶναι κατατεθειμένον καὶ πῶς εἶναι διατεθειμένον τὸ ποσὸν τοῦτο. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, εἰς βʹ μὲν συζήτησιν, τὸ νομοσχέδιον «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1893», εἰς αʹ δὲ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ 1893» καὶ τὸ «περὶ συντάξεως δημοδιδασκάλων μισθοδοτουμένων ὑπὸ κοινοτήτων ἢ ἐκ κληροδοτημάτων).
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Μαιευτικοῦ Σχολείου καὶ Μαιευτηρίου.
§159Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐπιτροπὴν, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ σχολείων.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
§161ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τῶν λοιπῶν νομοσχεδίων ἔχω ἀντιῤῥήσεις, καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῶσι.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 μ. μ.