1893.01.23
1.499 στίχοι · 11.505 λέξεις · 46 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47
τῆς 23 Ἰανουαρίου 1893.
(Σάββατον).
Ὥρα 5 καὶ 15′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦντα τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως 1892 ἐκ δραχμῶν 27,670, καὶ προτείνει τὴν παραδοχὴν αὐτῆς. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 145). Ὁ Κωνσταντῖνος Μπλαστάκης καταγγέλλει διαφόρους ἐμπόρους Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ὡς καταχραστὰς τῶν τελωνειακῶν τελῶν. Θέλει ἀποσταλῆ ἡ ἀναφορά του εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Τηλεγράφημα ἐκ Δούκα τοῦ δήμου Λαμπείας, τοῦ Δημητρίου Χρονοπούλου, καταγγέλλοντος ἐπὶ διαφόροις πράξεσι τὸν ἀποσπασματάρχην δεκανέα Σταυρουλόπουλον καὶ τοὺς ὑπ’ αὐτὸν στρατιώτας. Θέλει ἀποσταλῆ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§2ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ, διότι ἐνδιαφέρει τὴν Βουλήν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνωσθῇ αὐτὸ τὸ μακροσκελὲς τηλεγράφημα; (ἐπιδεικνύει αὐτό.)
§4ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Εἶναι ἀπάντησις τῆς ἐπερωτήσεώς μου, κύριε Πρόεδρε.
§5ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ἀναγνωσθῇ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ ὀρνίθων καὶ ἄλλων παραπλησίων. (Ἀναγινώσκεται τὸ τηλεγράφημα).
§7ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἀπεστάλη καὶ πρὸς ἐμὲ ὅμοιον τηλεγράφημα, καὶ πρὸ τῶν παθημάτων τῶν συμπολιτῶν μου δὲν δύναμαι, κύριε Πρόεδρε, νὰ σιγήσω. Οἱ συμπολῖταί μου, ἐξηντλημένοι ἐκ τῆς βαρείας φορολογίας, τὴν ὁποίαν τοῖς ἐπεβάλομεν, μαστίζονται ἤδη καὶ ἐξ ἄλλου κακοῦ ὀλεθριωτέρου. Συμμορία λῃστῶν καὶ κακούργων ὑπὸ τὸν μανδύαν τῆς ἐξουσίας μαίνεται κατ’ αὐτῶν. Οἱ ἀποσπασματάρχαι Σταυρουλόπουλος καὶ Σταυρόπουλος, ἔχοντες συνεργὸν καὶ τὸν ἐκ τοῦ χωρίου Κούμανι τοῦ αὐτοῦ δήμου στρατιώτην Ν. Δρούβαν, διώκουσι λυσσωδῶς τοὺς πολίτας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ ἦναι πολιτικῶς ἀντίθετοι τοῦ κ. Στεφανοπούλου. Οἱ ἄνθρωποι τῶν χωρῶν ἐκείνων εὑρίσκονται εἰς ἀπόγνωσιν περὶ τοῦ πρακτέου, καὶ σκέπτονται ἂν πρέπῃ νὰ ἐκπατρισθῶσιν, ἢ νὰ λάβωσι τὰ ὅπλα. Εἰς τὸ χωρίον Κούμανι τοῦ δήμου Λαμπείας πεντήκοντα οἰκογένειαι φιλικαί μοι ἐδοκίμασαν τὴν λύσσαν τοῦ φατριασμοῦ τῶν ἀποσπασματαρχῶν τούτων καὶ ὑπέστησαν φοβερὰν ζημίαν τῆς περιουσίας των. Καὶ ταῦτα, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς ἀπάντησιν τῆς πρό τινων ἡμερῶν ἐπερωτήσεώς μου περὶ τῶν ἀναξίων τούτων στρατιωτῶν. Ἐν τούτοις καὶ πάλιν παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ, εὐελπιστῶν ὅτι ἤδη τοὐλάχιστον θέλετε ἐνεργήσει ἀμέσως τὴν μετάθεσίν των καὶ τὴν παραδειγματικὴν αὐτῶν τιμωρίαν. Πρὸς τούτοις παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, ὅπως διατάξῃ τὸν εἰσαγγελέα Ἠλείας νὰ ἐνεργήσῃ συντόμως τὰς ἐπιδοθείσας πρὸς αὐτὸν μηνύσεις κατὰ τῶν διαφόρων ἀποσπασματαρχῶν Ἠλείας, πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀδικηθέντων πολιτῶν. Μετὰ ταῦτα πληροφορῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Λαμπείας ὑπηρετεῖ ὡς εἰρηνοδίκης ὁ Νικόλαος Ἀντύπας, τοῦ ὁποίου παράνυμφος τυγχάνει ὁ κ. Χρ. Στεφανόπουλος. Ὁ εἰρηνοδίκης οὗτος ἔχει λάβει σύζυγον ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας, ὑπηρετεῖ δὲ, ὡς βλέπετε, ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ πατρίδι τοῦ κ. Στεφανοπούλου, καίτοι κατὰ τὸν νόμον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπηρετῇ τις ἐν τῇ περιφερείᾳ, ἐξ ἧς ἔχει λάβει σύζυγον. Διὰ τοῦτο φρονῶ, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ μετατεθῇ ὁ εἰρημένος εἰρηνοδίκης ἐξ Ἠλείας, καθόσον ἄλλως τε ἔχω πληροφορίας ἀκριβεῖς, ὅτι φατριάζει σκανδαλωδῶς, γινόμενος εὐτελὲς νευρόσπαστον τοῦ κ. Στεφανοπούλου, καὶ ἐξευτελίζει τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην.
§8ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐστάλη καταγγελία περὶ τούτου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἔδωκα ἐντολὴν νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κωνσταντῖνος Παναγιωτόπουλος, κάτοικος Βαλτεσινίκου, ζητεῖ τὴν πληρωμὴν τῶν ἡμερομισθίων τῶν ἐργατῶν τῶν διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς συγκοινωνίας ἐν ἔτει 1891 ἐργασθέντων ἐν τῷ δήμῳ Κλείτορος. Τίνα σχέσιν ἔχει ἡ Βουλὴ μὲ τὰ ἡμερομίσθια τῶν ἐργατῶν, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω. Ἐν τούτοις θέλει ἀποσταλῆ ἡ αἴτησίς του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ βουλευτὴς Πυλίας κ. Σάκκης ὑποβάλλει δύο ἐγγράφους ἐπερωτήσεις, τὴν μὲν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν δὲ πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§10ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῶσι.
§11ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν κατὰ τὸ ἄρθρον 34 τοῦ ͵ΒΡΕʹ περὶ καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων νόμου ἐπιτρέπηται μετάθεσις οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων ἐξ ἑνὸς κλάδου εἰς ἕτερον· καὶ, ἐὰν μὴ, διατὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει προήγαγε τὸν τελωνειακὸν ταμίαν κ. Παντολέοντα εἰς ἐπιστάτην διαμετακομίσεως. «Ὡσαύτως παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ δὲν ἐνεργήθησαν νέαι ἀνακρίσεις κατὰ τοῦ πρώην δημάρχου Σολυγίας Γκίκα Μερτίκα καὶ λοιπῶν, συνεπείᾳ νέων καταγγελιῶν, δοθεισῶν κατ’ αὐτοῦ μετὰ τὴν ἐξαφάνισιν ὁλοκλήρου τῆς σχετικῆς δικογραφίας, καὶ δι’ ὧν κατηγγέλλετο διὰ διαφόρους ἀξιοποίνους πράξεις».
§12ΧΟΪΔΑΣ. Μέχρι τοῦδε, Κύριοι, ἐκτὸς τῶν φυλακῶν Ῥίου, ἐχρησίμευον διὰ φυλακὰς καὶ δύο ἰδιωτικαὶ οἰκίαι ἐν Πάτραις. Δὲν ἠξεύρω, διατὶ ἡ μία τούτων κατηργήθη καὶ οἱ φυλακισμένοι συνεσωρεύθησαν εἰς βαθμὸν ἀπίστευτον εἰς μίαν καὶ μόνην μικρὰν οἰκίαν. Ὁ συνωστισμὸς τῶν φυλακισμένων εἶναι μέγας. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, εἰς δωμάτιον πολὺ μικρὸν διαιτῶνται 130, ἐν οἰκτρᾷ καταστάσει ἀναμεμιγμένοι, ὑπόδικοι, κατάδικοι καὶ ὀφειλέται δημοσίων καὶ ἰδιωτικῶν χρεῶν. Τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἄτοπον, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ταχέως πρόνοιαν πρὸς θεραπείαν τοῦ ἀτόπου τούτου, ὅπερ θ’ αὐξήσῃ ἤδη ἐκ τῆς μεταφορᾶς καταδίκων ἐκ τῶν φυλακῶν Ζακύνθου. Ἐφιστῶ ἐπίσης τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τῶν σκηνῶν, αἱ ὁποῖαι διεδραματίσθησαν πρό τινων ἡμερῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Πατρῶν, ἕνεκα τῆς ἐπιθέσεως τοῦ στρατιωτικοῦ ἐπόπτου κατὰ τῶν ἐν τῇ ἀνωτέρῳ φυλακῇ κρατουμένων, οἵτινες, εἰς ἐπίμετρον τῶν βασάνων, ἅτινα ὑφίστανται ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως, ἣν ἀνωτέρω ἀνέφερον, ἐδάρησαν καὶ ὑπὸ τοῦ ἐπόπτου.
§13ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ οἰκία Μαργαρίτη, εἰς τὴν ὁποίαν ἔμενον οἱ πολιτικῶς κρατούμενοι, ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἑτοιμόῤῥοπος ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, βεβαιωσασῶν τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι, ἂν παρετείνετο ἡ ἐν τῇ οἰκίᾳ ταύτῃ διαμονὴ τῶν διὰ χρέη ἢ δι’ ἄλλην αἰτίαν κρατουμένων, διέτρεχον οὗτοι τὸν κίνδυνον νὰ πάθωσι. Κατ’ ἀκολουθίαν διέταξα νὰ κενωθῇ αὕτη. Μέχρι τοῦδε δὲν εὑρέθη ἄλλη οἰκία κατάλληλος, ἀναγκαίως δὲ μετηνέχθησαν οἱ ἐν τῇ οἰκίᾳ Μαργαρίτη κρατούμενοι εἰς ἄλλας φυλακὰς, καὶ ἰδίᾳ εἰς τὰς ἐν τῷ φρουρίῳ φυλακάς. Περὶ τῆς τελευταίας καταγγελίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι ἐγένοντο σκηναὶ ἐν ταῖς φυλακαῖς, καὶ ὅτι ἀξιωματικός τις ἐκτύπησε καταδίκους, οὐδεμίαν ἔχω πληροφορίαν ἐπίσημον. Θὰ ζητήσω ἀμέσως τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας καὶ θὰ παραγγείλω τὰ δέοντα, διὰ νὰ τιμωρηθῇ ὁ τυχὸν παραίτιος πράξεως ἐπιμέμπτου.
§14Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἤμην ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ χθὲς, ὅτε ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν περί τινων ἀναγραφῶν ἐν τῷ πίνακι τῷ ὑποβληθέντι περὶ προσωρινῶν δανείων. Παρετήρησεν, ὅτι ἐν τῷ πίνακι τούτῳ δὲν ἦσαν ἀναγεγραμμένα διάφορα δάνεια, ἅτινα εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ πίνακι τῷ περιλαμβανομένῳ ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὰ δάνεια ταῦτα, κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν, εἶναι, τὸ ἐξ 60,000 λιρῶν πρὸς 5¾%, ἕτερον ἐξ 60,000 πρὸς 5%, ἕτερον ἐκ 40,000 λιρῶν πρὸς 5¾% καὶ ἕτερον ἐξ 64,000 λιρῶν πρὸς 5¾%. Ἄν ἤμην παρὼν καθ’ ἣν ὥραν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐποιεῖτο τὴν ἐπερώτησιν, ἤθελον διευκρινήσει, ὅτι τὰ τρία ἐκ τῶν τεσσάρων δανείων ἀναγράφονται ἐν τῷ πίνακι, ἐν ᾧ δὲν τὰ ἀνεῦρε, διότι ἐν τῷ πίνακι ἀναγράφεται δάνειον Ἀβέρωφ καὶ Ἀντωνιάδου, ὅπερ εἶναι δάνειον 60,000 λιρῶν, ἐν τῷ ἑτέρῳ τῶν πινάκων ἀναγράφεται δάνειον 60,000 λιρῶν, ἐν τῷ ἄλλῳ ἀναγράφεται δάνειον Ἀβέρωφ καὶ Ἀντωνιάδου, παρατίθενται ὅμως 60,000 λίραι, ὥστε εἶναι αὐτό τοῦτο τὸ δάνειον· δάνειον ἐξ 64,000 λιρῶν καὶ ἐκ 40,000 λιρῶν περιλαμβάνονται καὶ ταῦτα ὁμοῦ ἐν τῷ πίνακι ὡς δάνειον 104,000 λιρῶν. Ἰδού: «Γενικὴ Πιστωτικὴ Τράπεζα καὶ Ἠπειροθεσσαλικὴ δάνειον λιρῶν 104,000». Ὥστε ἐν τούτῳ περιλαμβάνονται.
§15ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεχωνεύθησαν;
§16Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ ἔχομεν ἀναγεγραμμένα ὁμοῦ, ἐπειδὴ εἶναι συνωμολογημένα πρὸς τὰ αὐτὰ καταστήματα, συμποσούμενα εἰς λίρας 104,000, ἐνῷ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔχομεν δάνειον πρὸς 5¾% 40,000 λιρῶν καὶ πρὸς 5¾% 64,000· 64 χιλιάδες καὶ 40 χιλιάδες φέρουσιν 104,000, ὅσα εἶναι τ’ ἀναγεγραμμένα ἐδῶ. Ὥστε οὕτως ἔχομεν τὰ τρία δάνεια, τὸ δὲ ἄλλο ἐξωφλήθη τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἔληγεν ἡ διορία αὐτοῦ, ἤτοι τὴν 10 Δεκεμβρίου 1892. Οὐδεμία πρᾶξις ὑπάρχει περὶ ἐξοφλήσεως δεδημοσιευμένη, διότι ἡ ἐξόφλησις ἐγένετο κανονικῶς· δὲν ἐγένετο δι’ ἑτέρας πράξεως, ἀλλ’ ἐγένετο διὰ καταβολῆς τοῦ χρήματος, ὥστε δὲν ὑπῆρχεν ἀφορμὴ, ἵνα ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» δημοσιευθῇ τι περὶ τῆς ἐξοφλήσεως. Τοῦτο τὸ δάνειον εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διότι τότε ὑφίστατο, δὲν εἶναι δὲ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ πίνακι, διότι ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθεν ἡ 10 Δεκεμβρίου, ἡμέρα τῆς λήξεως τῆς διορίας, καὶ ἐξωφλήθη.
§17ΣΑΚΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοὶ ἐστάλη ἐπιστολὴ ἐκ Σμύρνης, διὰ τῆς ὁποίας καταγγέλλουσι τὸν διερμηνέα τοῦ Προξενείου Μακρῆν, καὶ ἀναφέρουσιν ὅτι ἐστάλη ἀναφορὰ περὶ τούτου πρὸς τὴν Βουλήν...
§18ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Διερμηνεὺς Μακρῆς ἐν Σμύρνῃ δὲν ὑπάρχει.
§19ΣΑΚΚΗΣ. .. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω, ἂν ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἐστάλη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἢ ὄχι,
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔλαβον καμμίαν ἀναφορὰν τοιαύτην.
§21ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑπάρχει διερμηνεὺς Μακρῆς ἐν Ἰωαννίνοις ἀπὸ τριακονταετίας, ἀλλ’ ἐν Σμύρνῃ δὲν ὑπάρχει.
§22ΣΑΚΚΗΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὴν ἐπερώτησιν ἄλλων συναδέλφων διὰ τὸν διερμηνέα τοῦ ἐν Ἀργυροκάστρῳ Προξενείου Ἠλιόπουλον. Ἔχω εἰς χεῖράς μου ἀντίγραφον ἐγγράφου, διὰ τοῦ ὁποίου καταγγέλλονται σοβαραὶ πράξεις αὐτοῦ· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐζητήθησαν τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, δὲν ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τίποτε, ἀναμένων τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων. Ἂν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν θέλῃ νὰ ἀνακοινώσῃ τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν κ. Ἠλιόπουλον, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγνώσω τὸ εἰς χεῖράς μου, ὅπερ εἶναι ἀντίγραφον τῆς ἐκθέσεως τοῦ προξένου κ. Βιδάλη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπὸ τοῦ 1890.
§23ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πόθεν ἐλήφθη αὕτη;
§24ΣΑΚΚΗΣ. Δὲν ἠξεύρω πόθεν ἐλήφθη. Μοὶ ἐδόθη ἀπὸ πρόσωπον ἐξ Ἀργυροκάστρου (ἀναγινώσκει): «Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω συνημμένως ὧδε πρωτόκολλον παραλαβῆς καὶ παραδόσεως τῶν ἀρχείων τοῦ Προξενείου, ἐξ οὗ θέλει παρατηρήσει τὸ Σεβ. Ὑπουργεῖον, ὅτι ἐκ τῶν ἀρχείων λείπουσι συμβόλαια καὶ ἀπόῤῥητα ἔγγραφα, ὡς σημειοῦται ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ. Βιβλίον ἀποθήκης χαρτοσήμου δὲν ὑπάρχει, ὅπως γείνῃ τακτικὴ ἡ ἐξέλεγξις τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἐνσήμου. Ἐν τούτοις ὁ ἀναπληρωτὴς εἶπεν, ὅτι ἐκ τοῦ ἐνσήμου τῶν 70 δραχμῶν λείπουσιν ἓξ τεμάχια, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 420. «Τὸ ἀρχεῖον εὑρίσκετο εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν· ἠδύνατο κάλλιστα νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὰ μικρότερα παντοπωλεῖα, διότι βιβλία δὲν ὑπῆρχον, ἀλλὰ ῥυπαρὰ κατάστιχα. «Βεβαίως καλλιτέραν κατάστασιν δὲν ἠδύνατο νὰ περιμένῃ τις ἀπὸ χρυσοχόον ἀναπληρωτὴν (Β. Στάμος ἤδη τοιοῦτος) καὶ ἀπὸ ἀχρεῖον διερμηνέα Ἠλιόπουλον, οἵτινες, τὰ ἴδια αὑτῶν συμφέροντα ἐπιδιώκοντες, ἐξηυτέλισαν καὶ κατέστρεψαν τὸ γόητρον τοῦ Προξενείου. «Εὐπειθέστατος. «Ὁ Πρόξενος «Δ. Βιδάλης».
§25ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ νὰ τὸ καταθέσητε, διὰ νὰ τὸ παραβάλω πρὸς τὴν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἔκθεσιν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1893. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§27ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, κύριοι Βουλευταί, ἐπιχειρήσας σύντομον ἔρευναν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως τοῦ 1891, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπισήμων στοιχείων, τὰ ὁποῖα περὶ τούτου κατήρτισεν ἡ λογιστικὴ ἡμῶν ὑπηρεσία, κατέληξα, ὡς ἐνθυμεῖσθε, εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πλὴν τῶν δημοσίων ἡμῶν ἐσόδων, πλὴν τῶν παγίων καὶ χρεωλυτικῶν ἡμῶν δανείων, πλὴν τοῦ κυμαίνοντος χρέους, ἀνερχομένου τότε εἰς 118,702,107, εἴχομεν δαπανήσει ἀκόμη πρὸς ἐξόφλησιν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους δραχμὰς 22,265,839, ληφθέντα βεβαίως ἐκ τῶν ἰδιωτικῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα κατατίθενται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἄν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο προσθέσωμεν καὶ τὸ εἰκαζόμενον ἔλλειμμα τοῦ 1892, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ὑπελόγισα εἰς 15 ἑκατομμύρια, ἔχομεν τοιουτοτρόπως, πλὴν τῶν φανερῶν καὶ ἀνεγνωρισμένων δανείων, καὶ ἕτερον δάνειον ὑπολανθάνον, ἀνερχόμενον εἰς 37 καὶ πλέον ἑκατομμύρια. Αὐτὸ, κύριοι Βουλευταί, εἶναι τὸ βαρὺ φορτίον, τὸ ὁποῖον ἐκληροδότησαν ἡμῖν αἱ χρήσεις τοῦ παρελθόντος, καὶ μὲ τὸ φορτίον τοῦτο βεβαρημένοι πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους. Τὸ φορτίον τοῦτο ἐπιβάλλει ἡμῖν μεγάλας ὑποχρεώσεις, περὶ ὧν ὀφείλομεν νὰ μεριμνήσωμεν ἐγκαίρως. Ὀφείλομεν πρὸ πάντων νὰ πορισθῶμεν τὰ 15 ἑκατομμύρια, ὧν ἔχομεν ἀνάγκην πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1892. Ὀφείλομεν νὰ ἀποδώσωμεν τὰ 22 ἑκατομμύρια, ἅτινα ἐλάβομεν ἐξ ἰδιωτικῶν χρημάτων, διότι, ἂν ὄχι ὅλον τὸ ποσὸν, μέγα μέρος τοῦ ποσοῦ τούτου δύναται ν’ ἀναζητηθῇ ὑπὸ τῶν δικαιούχων. Ὀφείλομεν τέλος νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ τῆς πληρωμῆς μέρους τοῦ κυμαίνοντος χρέους, δηλ. τοῦ ἀποτελουμένου ἐξ ἐντόκων γραμματίων εἰς χρυσὸν ἢ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, διότι, ὡς ἔχουσι τὰ ἡμέτερα, ἀπίθανον εἶναι, ὅτι θὰ συναινέσωσιν οἱ δανεισταὶ εἰς ἀνανέωσιν τῶν δανείων, ἢ ὅτι θὰ εὑρεθῶσιν ἕτεροι δανεισταὶ νὰ ἀντικαταστήσωσιν αὐτούς. Τὸ κυμαῖνον τοῦτο χρέος κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου λήξαντος ἔτους, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν ἄρτι διανεμηθέντων ἡμῖν πινάκων, ἀνήρχετο εἰς 33,195,000. Εἶναι ἀνάγκη, λέγω, νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ πασῶν τῶν ἀναγκῶν τούτων, ἵνα μὴ τὸ δημόσιον καθυστερήσῃ εἰς τὴν ἔγκαιρον αὐτῶν ἱκανοποίησιν. Ἀλλ’ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια περὶ ἱκανοποιήσεως τῶν ἀναγκῶν τούτων. Ἑπομένως δύναμαι νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, πῶς θέλουσιν ἱκανοποιηθῆ αἱ ἀνάγκαι αὗται; Τί θὰ συμβῇ, ἂν τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν ἔχῃ τὰ χρήματα, ἵνα πληρώσῃ τὰ ἔξοδα τοῦ 1892, ἢ δὲν ἔχῃ χρήματα, ἵνα πληρώσῃ λήξαντα ἔντοκα γραμμάτια; Διὰ τί πᾶσαν τὴν πρόνοιαν ἡμῶν, πᾶσαν τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἀπευθύνομεν εἰς τὰς ἰδιαιτέρας ἀνάγκας τοῦ 1893, οὐδεμίαν δὲ λαμβάνομεν πρόνοιαν περὶ τῶν μεγάλων τούτων ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας κατέλιπεν ἡμῖν τὸ παρελθόν; Ἄν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐν πληρεστάτῳ ἰσοζυγίῳ θέλει ἐκτελεσθῆ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους, δυνάμεθα ἐντεῦθεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας ἐκείνας; Καὶ ἂν δὲν ἐπαρκέσωμεν εἰς αὐτὰς, δὲν ἐπέρχεται τότε ὁ κίνδυνος τῆς παύσεως τῶν πληρωμῶν τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν διὰ τόσων μέσων ἐπιζητοῦμεν νὰ ἀποσοβήσωμεν; Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τέλος, Κύριοι, καὶ αὐτὸν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους. Λαμβάνει ἆρά γε ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος πρόνοιαν περὶ ὅλων τῶν ἀναγκῶν, περὶ τῶν ὁποίων ὀφείλει νὰ μεριμνήσῃ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἡμετέρου Κράτους; Ὄχι, Κύριοι. Δὲν λαμβάνει πρόνοιαν τοιαύτην. Πρώτιστον καθῆκον παντὸς Κράτους εἶναι ἡ συντήρησις τῆς δημοσίας τάξεως, ἡ ἐξασφάλισις τῆς ζωῆς, τῆς περιουσίας, τῆς τιμῆς τῶν πολιτῶν. Ἐρωτῶ, Κύριοι, πάντας ὑμᾶς, ἐκπληροῖ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος τὴν στοιχειώδη ταύτην ὑποχρέωσιν, τὸ στοιχειῶδες τοῦτο καθῆκον; Οὐδεὶς, φρονῶ, δύναται ν’ ἀπαντήσῃ καταφατικῶς. Ὅταν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ κοινωνίᾳ τοιαύτας ἔλαβε διαστάσεις ὁ ἀριθμὸς πάντων τῶν τελουμένων ἐγκλημάτων, καὶ ἰδίως τῶν ἐγκλημάτων κατὰ τῆς ζωῆς, ὅταν ὁ ἀριθμὸς τῶν φυγοδίκων ηὔξησεν εἰς χιλιάδας, ὅταν ληστρικαὶ συμμορίαι, ἐνεδρεύουσαι εἰς πλείστας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ἀναμένουσιν εὔθετον καιρὸν, ἵνα ἐπιδοθῶσι πάλιν εἰς τὰ ἀπαίσια αὐτῶν ἔργα, δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἐν τῷ Κράτει τούτῳ ὑπάρχει ἀσφάλεια ζωῆς, τιμῆς καὶ περιουσίας; Δὲν ἐπεβάλλετο λοιπὸν εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ἰδιαιτάτην πρόνοιαν περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἡσυχίας; Πρὸς τοῦτο ἔπρεπε νὰ αὐξηθῇ ἡ στρατιωτικὴ δύναμις, διότι ἐκ πείρας γινώσκω, ὅτι πάντες οἱ ἐπιφορτισμένοι τὴν φρούρησιν τῆς τάξεως καὶ τὴν σύλληψιν τῶν φυγοδίκων ἀδιακόπως δύναμιν ζητοῦσιν, ἵνα ἐκπληρώσωσι δεόντως τὰ καθήκοντά των. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον τῆς συντηρήσεως τῆς δημοσίας τάξεως εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ διοργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, τῆς ὁποίας τὸ κατώτερον προσωπικὸν ἀπεδείχθη ἀνίκανον, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὰ μεγάλα καὶ ὑψηλὰ καθήκοντα, ἅτινα ἐπιβάλλονται εἰς τὸ σῶμα τοῦτο. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν ἀνασύστασιν τῶν ἐπαρχείων, ὑπὸ ἐπάρχους ἐντίμους καὶ ἐναρέτους, ἵνα χρησιμεύσωσιν ὡς κέντρον τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐν πάσῃ ἐπαρχίᾳ πρὸς συντήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως. Ἀλλὰ περὶ τῶν ἀναγκῶν τούτων οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἡ στρατιωτικὴ δύναμις ἐλαττοῦται, αὐτὴ δὲ ἡ Κυβέρνησις κατήργησε τὰ ἐπαρχεῖα, αὐτὴ κατέστρεψε, δύναμαι εἰπεῖν, τὸν ὀργανισμὸν τῆς χωροφυλακῆς. Ἕτερον στοιχειῶδες καθῆκον πάσης Κυβερνήσεως εἶναι ἡ ὀρθὴ καὶ ταχεῖα ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλὰ καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο δὲν ἐκπληροῖ δεόντως τὸ ἡμέτερον Κράτος. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας περὶ τῆς ἀπονομῆς παρ’ ἡμῖν τῆς δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἐρωτῶ, δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι τὸ ἀνώτατον ἡμῶν δικαστήριον ἐπὶ ὅλα ἔτη καθυστερεῖ εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης; Ποῖα μέτρα ἐλήφθησαν πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ τούτου; Δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ ποινικὴ ἡμῶν δικαιοσύνη ἰδίως περιῆλθε, δύναμαι εἰπεῖν, εἰς πλῆρες δικαιοστάσιον; Δὲν γνωρίζει ἡ Βουλὴ, ὅτι ἑκατὸν χιλιάδες καὶ πλέον ποινικῶν δικογραφιῶν σήπονται εἰς τὰ γραφεῖα τῶν ἀνακρίσεων καὶ τῶν εἰσαγγελιῶν, προκαλοῦσαι οὕτω τὴν κατ’ ἐκλογὴν ἐνέργειαν ἐκ μέρους τῶν εἰσαγγελέων, ἣν ἐκλογὴν προσδιορίζει τὸ κομματικὸν συμφέρον καὶ ὁ φατριασμός; Τίς δὲ δύναται νὰ ὑπολογίσῃ τὰ ἐντεῦθεν προερχόμενα ὡς πρός τε τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὴν κοινὴν ἠθικὴν ὀλέθρια ἀποτελέσματα; Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ προνοήσῃ περὶ βελτιώσεως τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης; Δὲν ἔπρεπε νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ τοὺς μισθοὺς τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐν μέτρῳ ν’ αὐξήσῃ, καὶ περὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ λάβῃ φροντίδα, ἵνα ἐπέλθῃ ἐνημερότης τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ, καὶ νέα ἀνακριτικὰ ὄργανα νὰ συστήσῃ πρὸς ταχεῖαν διεξαγωγὴν τῶν ἐκκρεμῶν ἀνακρίσεων, καὶ συντελέσῃ οὕτω πρὸς θεραπείαν τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἥτις ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι ἑκατὸν χιλιάδες Ἑλλήνων διατελοῦσιν ὑπόδικοι ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων; Καὶ ὅμως οὐδεμία περὶ τῶν ἀναγκῶν τούτων λαμβάνεται πρόνοια ἐν τῷ προκειμένῳ προϋπολογισμῷ. Καὶ μὴ ἀντιτάξῃ τις, ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις ἀποκρούουσι τοιαύτας δαπάνας, διότι ἡ προσήκουσα ἐκτέλεσις τῶν μνησθέντων καθηκόντων ἤθελεν ἔχει καὶ οἰκονομικὰς συνεπείας, πολὺ μείζονος ἀξίας τῶν οἰκτρῶν αὐτῶν οἰκονομιῶν, εἰς ἃς νομίζομεν ἀναγκαῖον νὰ προβῶμεν. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι χιλιάδες ἐργατικῶν ἀνθρώπων ἀπέρχονται τοῦ κόσμου τούτου, καὶ παύει ἡ παραγωγική των ἐργασία, καὶ ὅτι πλείονες χιλιάδες φυγοδίκων ἀναγκάζονται νὰ παραιτῶσι τὰς ἐργασίας των. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους πρὸς σύλληψιν τῶν φυγοδίκων, πρὸς ἐκδίκασιν τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων, πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ποινῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς. Προσθέσατε εἰς ταύτας τὰς ζημίας, αἵτινες ἐπέρχονται εἰς τὴν παραγωγὴν ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως πάσης ἀσφαλείας, καὶ εἰς τὰς συναλλαγὰς καὶ τὸ ἐμπόριον, εἰς τὴν πίστιν ἐν γένει, ὡς ἐκ τῆς μὴ ταχείας ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, καὶ θὰ πεισθῆτε ἀδιστάκτως, ὅτι αἱ ἐκ τῆς ἐλλείψεως ἀσφαλείας καὶ δικαιοσύνης ζημίαι εἶναι ἑκατονταπλάσιαι τῶν δαπανῶν, ἃς νομίζομεν, ὅτι θέλομεν οἰκονομήσει. Ἕτερον, Κύριοι, καθῆκον ἱερὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἶναι νὰ μὴ παύσῃ ποτὲ μεριμνῶν, νὰ μὴ παύσῃ παρασκευαζόμενον πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἐθνικῆς αὐτοῦ ἀποστολῆς, πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἑνότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Πᾶσα διακοπὴ τῆς ἐργασίας ταύτης εἶναι προδοσία τῶν μεγίστων ἐθνικῶν συμφερόντων, εἶναι ἄρνησις ἱερωτάτων ὑποχρεώσεων πρὸς τοὺς ὁμοφύλους ἡμῶν, εἶναι αὐτοκτονία, δύναμαι εἰπεῖν, τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν ἐὰν ἐξετάσωμεν τὴν διακοπὴν ταύτην, θέλομεν ἀνεύρει αὐτὴν ἐπιβλαβῆ, διότι ἐν περιπτώσει συνεχίσεως τοῦ ἔργου θὰ χρειασθῶσι δαπάναι πολλαπλάσιαι ἐκείνων, ἃς ἐπὶ τοῦ παρόντος οἰκονομοῦμεν. Ὅταν δὲ ἡ αὔξησις τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως ἦναι ἀναγκαία καὶ εἰς τὴν παγίωσιν τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους, ἐκτὸς τοῦ γενικοῦ σκοποῦ, εἰς ὃν κυρίως ἀποβλέπει, νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡμῖν, ἀφοῦ κατηργήσαμεν ἐμμέσως τὸν θεσμὸν τῆς γενικῆς στρατολογίας, νὰ προσκαλῶμεν κατ’ ἔτος ὅσον ἔνεστι πλείονας ἄνδρας, καὶ νὰ καλῶμεν τακτικῶς εἰς γυμνάσια τὰς ἡμετέρας ἐφεδρείας, ἵνα ἔχωμεν οὕτω δύναμίν τινα ἱκανὴν νὰ ἐπιτελέσῃ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον. Καὶ περὶ τῶν ἀναγκῶν ὅμως τούτων οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια, τοὐναντίον κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἐλαττοῦται ὁ στρατὸς καὶ ὁ στόλος εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι δύναμιν στρατιωτικὴν καὶ ναυτικὴν δὲν ἔχομεν πλέον. Ὡς πρὸς τὴν ναυτικὴν μάλιστα δύναμιν αἱ ἐπιφερόμεναι οἰκονομίαι κίνδυνος εἶναι νὰ καταστήσωσιν ἀχρήστους καὶ αὐτὰς τὰς μεγάλας θυσίας, ἃς ὑπέστημεν μέχρι τοῦδε. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων τούτων ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Πυλίας ἀντέταξε χθὲς τὰ δικαιώματα τῶν δανειστῶν τοῦ Κράτους, καὶ μὲ ἠρώτησε μάλιστα, τί θὰ εἴπω περὶ τοῦ πτωχεύσαντος ἐμπόρου, ὅστις ἤθελεν ἀξιώσει νὰ τῷ παράσχωσιν οἱ δανεισταί του ἐπαρκῆ τὰ πρὸς συντήρησιν μέσα; Προθύμως τῷ ἀπαντῶ, ὅτι κατ’ ἐμὴν γνώμην καθῆκον ἔχουσιν οἱ δανεισταὶ πρὸς ἔντιμον ἔμπορον πτωχεύσαντα νὰ παράσχωσιν οὐ μόνον τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως, ἀλλὰ καὶ τὰ μέσα τῆς ἀναπτύξεως, συνομολογοῦντες μετ’ αὐτοῦ ἐπιεικῆ συμβιβασμόν. Ἀλλ’ ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐρωτήσω καὶ ἐγὼ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, τίς σύγκρισις δύναται νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ ἰδιώτου καὶ Κράτους; Δὲν γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι κατὰ τὴν νομοθεσίαν πάντων τῶν ἐθνῶν τὰ Κράτη δὲν ὑπόκεινται εἰς ἐκβιαστικὰ μέσα πρὸς πληρωμὴν τῶν χρηματικῶν ὑποχρεώσεών των διὰ τοῦτον κυρίως τὸν λόγον, ἵνα μή ποτε παρακωλυθῶσι τὰ ἔθνη εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑψηλῶν καθηκόντων, ἅτινα εἶναι περιβεβλημένα;
§28ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Διότι τὸ Δημόσιον οὐδέποτε ὑπόκειται εἰς πτώχευσιν.
§29ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πρῶτον βιβλίον ἄν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, θὰ ἴδητε, ὅτι ὁ κύριος λόγος εἶναι, ἵνα μὴ παρακωλυθῶσιν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς των ἕνεκα χρηματικῶν στενοχωριῶν. Καὶ νομίζετε, ὅτι ἓν ἔθνος ὀφείλει νὰ παρίδῃ τὴν ἀποστολὴν, εἰς ἣν προωρίσθη ὑπὸ τῆς Θείας Προνοίας, ἵνα μεριμνήσῃ περὶ χρηματικῶν ἀξιώσεων; Ἀλλὰ τότε διατὶ δὲν καταργεῖτε καὶ πᾶσαν ἄλλην δαπάνην τοῦ Κράτους; διατὶ δὲν καταργεῖτε πάσας τὰς δαπάνας τὰς καταβαλλομένας διὰ τὴν παιδείαν, τὴν δικαιοσύνην, τὸν στρατὸν καὶ τὸν στόλον, ἵνα συγκεντρώσωμεν ἅπασαν τὴν πρόσοδον, καὶ πληρώσωμεν δι’ αὐτῆς τὰ τοκομερίδια τῶν δανειστῶν μας; Δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893 δὲν λαμβάνει πρόνοιαν περὶ τῶν πρωτίστων καὶ ἱερωτάτων καθηκόντων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, καὶ ἑπομένως θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν δείνωσιν τῆς ὑφισταμένης κακοδαιμονίας. Ἀλλ’ ἆρά γε λαμβάνει ἐπαρκῆ τοὐλάχιστον πρόνοιαν περὶ ἐκείνων τῶν ἀναγκῶν, περὶ ὧν εὐηρεστήθη νὰ προνοήσῃ; Ἠκούσατε, ὅτι τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους ὑπολογίζει εἰς 96 σχεδὸν ἑκατομμύρια, ἀλλ’ ἐκ τῶν γενομένων ἀγορεύσεων, ἰδίως ἐκ τῆς τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἄρτης συναδέλφου, ἀριδήλως κατεδείχθη, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ, ὅτι ἕτερα 6 ἑκατομμύρια περίπου ἀναποφεύκτως θέλουσι χρειασθῆ. Εἰς πόσα δὲ ὁ προϋπολογισμὸς ὑπολογίζει τὰ ἐνδεχόμενα ἔσοδα τοῦ Κράτους; Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν θὰ βεβαιωθῶσιν εἰς βάρος τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ 110 ἑκατομμύρια, καὶ ἐξ αὐτῶν θέλουσιν εἰσπραχθῆ ἐντὸς τῆς χρήσεως 104 ἑκατομμύρια, καὶ οὕτως ὁ ἑλληνικὸς λαὸς, ὅστις κατὰ τὸ 1882 καὶ 1883 ἐπλήρονε περὶ τὰ 58 ἑκατομμύρια μόνον, κατὰ δὲ τὸ 1885 καὶ 1886 περὶ τὰ 60 ἑκατομμύρια, καλεῖται μετὰ παρέλευσιν 6 ἐτῶν νὰ πληρώσῃ 104 ὁλόκληρα ἑκατομμύρια. Καὶ ἂν μάλιστα ὑπολογίσωμεν, ὅτι μεταξὺ τῶν ἑκατομμυρίων τούτων 7,500,000 θὰ πληρωθῶσιν εἰς χρυσὸν, δι’ ὅν ἀπαιτεῖται ἐπὶ τοῦ παρόντος συναλλαγματικὴ διαφορὰ περὶ τὰ 4 ἑκατομμύρια, λάβωμεν δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀφῃρέθησαν ἐφέτος τὰ ἐπιβαλλόμενα ὑπὲρ τῶν δήμων ποσοστὰ, ἀνερχόμενα εἰς ἓν σχεδὸν ἑκατομμύριον, θέλομεν συμπεράνει, ὅτι 109 ἑκατομμύρια ὑποχρεοῦται κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν νὰ πληρώσῃ ὁ ἑλληνικὸς λαός. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, δὲν ἔχει τάχα δίκαιον ὁ λαὸς αὐτὸς νὰ ἐρωτήσῃ τέλος ἡμᾶς, ἕως πότε θὰ καταχρώμεθα τῆς ὑπομονῆς του; ἕως πότε θὰ ἐπιβαρύνωμεν αὐτὸν μὲ θυσίας ἐπὶ θυσιῶν; ἕως πότε θὰ διαβουκολῶμεν αὐτὸν μὲ κενὰς ἐλπίδας καὶ ὑποσχέσεις ἀείποτε διαψευδομένας; Πότε τέλος πάντων θέλει κληθῆ ὁριστικῶς ὁ ἑλληνικὸς λαὸς, ἵνα δρέψῃ τοὺς καρποὺς τοσούτων θυσιῶν καὶ ἀγώνων; Πρέπει ἆρά γε νὰ θεωρήσῃ ὡς διαρκεῖς καρποὺς τῶν θυσιῶν τούτων τὴν κατάστασιν αὐτὴν τῆς δημοσίας τάξεως, τῆς δικαιοσύνης, τῆς διοικήσεως, τὴν διαρκῆ ἐξάντλησιν, τὴν στέρησιν καὶ τὴν πενίαν; Ἀλλὰ θὰ δυνηθῇ ἆρά γε ὁ λαὸς νὰ καταβάλῃ τὰ 109 ταῦτα ἑκατομμύρια; Εἶναι ἀρχὴ ἀνεγνωρισμένη ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πείρας, ὅτι καὶ ἡ φορολογία ἔχει ὅριον, οὗ ἡ ὑπέρβασις συνεπάγεται οὐχὶ τὴν αὔξησιν, ἀλλὰ τὴν ἐλάττωσιν τῶν προσόδων, τὴν παραλυσίαν καὶ τὴν ἀναρχίαν. Διάσημος οἰκονομολόγος, τὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου πολλάκις ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ῥητῶς διδάσκει: «Ἀλλ’ ὑπάρχει ἓν ὅριον, ἔνθα τὸ ὑπερβολικὸν βάρος τῶν φόρων ἐπιφέρει εἴτε ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, εἴτε πτώχευσιν τοῦ τόπου, εἴτε ὑλικὰς διαταραχὰς καὶ ἐπαναστάσεις.» Δὲν νομίζετε, Κύριοι, ὅτι οὐ μόνον περιήλθομεν, ἀλλ’ ὑπερέβημεν ἀκόμη καὶ τὸ ὅριον τοῦτο; Αὐτὰ τὰ ἐν τῇ κοινωνίᾳ συμβαίνοντα σήμερον, αὐταὶ αἱ γοεραὶ κραυγαί, αἵτινες ἀκούονται ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, δὲν ἀποδεικνύουσιν ἀριδήλως, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς δὲ δύναται πλέον νὰ ἀνθέξῃ εἰς τοιαύτην φορολογίαν, καὶ ὅτι ὀφείλομεν ἐν τάχει νὰ ὑποχωρήσωμεν, ἵνα προλάβωμεν τὴν πλήρη αὐτοῦ ἐξάντλησιν καὶ τὴν πενίαν; Πῶς δὲ ὑπὸ τὸ κράτος τοιούτων περιστάσεων ὑπολογίζετε, ὅτι ἐκ τοῦ μεγάλου τούτου ποσοῦ τῶν βεβαιωθησομένων φόρων θὰ μείνωσι καθυστερήματα μόνον ἓξ ἑκατομμύρια; Κατὰ τὸ ἔτος 1891, ἔτος λίαν εὔφορον, οὗ τὴν εὐφορίαν αὐτοὶ οἱ νῦν κυβερνῶντες ἐπεκαλέσθησαν, ἵνα ἀποδώσωσι τὴν τότε μείζονα ἀπόδοσιν τῶν φόρων, οὐχὶ εἰς τὴν ἱκανότητα τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἰς τὰς καιρικὰς περιστάσεις, κατ’ αὐτὸ, λέγω, τὸ 1891 εἰς ποῖον ποσὸν ἀνῆλθον τὰ καθυστερήματα τοῦ προϋπολογισμοῦ; εἰς δέκα ἑκατομμύρια ἐπὶ ποσοῦ βεβαιώσεων ἐξ 96 ἑκατομμυρίων. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξωσιν, ὅτι ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις, καὶ ἐπὶ βεβαιώσεων ἑκατὸν δέκα ἑκατομμυρίων θὰ μείνῃ καθυστέρημα ἐξ ἑκατομμυρίων μόνον; Καὶ δὲν εἶναι ὀρθότερον νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι καὶ μέχρι τῶν 15 ἑκατομμυρίων θὰ φθάσῃ τὸ καθυστέρημα τοῦτο; Δὲν θέλω νὰ καταχρασθῶ τῆς ὑπομονῆς σας, προβαίνων ἐντεῦθεν εἰς ὑπολογισμοὺς, καθ’ οὓς τὰ μὲν ἔσοδα θὰ μειωθῶσιν οὐσιωδῶς, τὰ δὲ ἔξοδα θέλουσιν αὐξηθῆ ὑπερβαλλόντως. Ἀναφέρομαι εἰς τοὺς μέχρι τοῦδε γενομένους ὑπολογισμοὺς, ἰδίως τοὺς τοῦ κ. Καραπάνου, ὅστις ἀριδήλως κατέδειξεν ὡς ἀναπόφευκτα τὰ τοιαῦτα ἀποτελέσματα. Περιορίζομαι μόνον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, αὐτὸς ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει πρόνοιάν τινα τοὐλάχιστον περὶ τῆς φοβερᾶς αὐτῆς οἰκονομικῆς πληγῆς, ἥτις λέγεται σιδηρόδρομος Λαρίσσης; Πόθεν θέλει δυνηθῆ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ σιδηροδρόμου τούτου; Ἤρκει τάχα νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἔλλειψιν ταύτην ἡ προσδοκία τῆς ἐκχωρήσεως τοῦ ἔργου, προσδοκία, ἣν καθιστᾷ ὅλως ἀπίθανον τὸ γνωστὸν γεγονὸς, ὅτι ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου ἔχει παραχωρηθῆ ὑποθήκη ὑπὲρ τῶν παρασχόντων τὸ δάνειον πρὸς κατασκευὴν αὐτοῦ; Ὑπὸ πᾶσαν λοιπὸν ἔποψιν, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893 εἶναι ἀνεπαρκής· οὐ μόνον δὲν λαμβάνει οὐδεμίαν πρόνοιαν, ἐπαναλαμβάνω, περὶ τῶν μεγάλων ἐκείνων ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας κατέλιπεν ἡμῖν τὸ παρελθὸν, ἀλλ’ οὔτε καὶ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ μέλλοντος δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ. Ἀλλὰ καὶ ἂν πρὸς στιγμὴν ὑποθέσωμεν, ὅτι πραγματοποιοῦνται πάντες οἱ ἐν αὐτῷ ὑπολογισμοὶ, καὶ ἐπέρχονται πάντα τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προβλέπει, καὶ πάλιν ἐρωτῶ, δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐπαρκής; Ὄχι βεβαίως. Διατί; Διότι ἐν αὐτῷ δὲν ἐλήφθη ἐπαρκὴς πρόνοια περὶ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος. Ἄν ἐκ τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν ἐξόδων, τῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν εἰς χρυσὸν δανείων ἀπαιτουμένων, ἀφαιρέσωμεν τὰ ὑπολογιζόμενα 7,500,000 ὡς εἰσπραχθησόμενα εἰς χρυσὸν, ποίαν χρηματικὴν διαφορὰν ἀπαιτοῦσι τὰ ὑπολειπόμενα 24 ἑκατομμύρια; Ἔχομεν ἤδη τιμὰς τοῦ συναλλάγματος ὑψηλὰς, ἀγνοοῦμεν δὲ εἰς ποῖον ὕψος δύνανται νὰ φθάσωσιν ἐν καιρῷ τῆς πληρωμῆς. Ἄν τὰς παρούσας τιμὰς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην 15 ἑκατομμυρίων πρὸς συμπλήρωσιν τῆς πληρωμῆς αὐτῶν, ἐνῷ ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει διὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην 8 ἑκατομμύρια, καὶ οὕτω προκύπτει διαφορὰ 7 ἑκατομμυρίων, περὶ τῆς ὁποίας δὲν λαμβάνεται οὐδεμία πρόνοια. Ἀνομολογεῖται λοιπὸν ὑπ’ αὐτῶν τῶν εἰσαγαγόντων τὸν προϋπολογισμὸν ἡ πλήρης αὐτοῦ ἀνεπάρκεια πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἡμετέρων ὑποχρεώσεων. Εἰς μίαν δὲ καὶ μόνην ἐλπίδα, ἀμυδρὰν καὶ σαθρὰν, στηρίζονται, προσδοκῶντες ἀκόμη τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν, εἰς τὴν ἐλπίδα τῆς ἀνευρέσεως δανείου· καὶ ἠκούσατε τοὺς ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας καὶ τοὺς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πυλίας συναδέλφου γενομένους ὑπολογισμοὺς τῶν πιθανοτήτων τῆς ἀνευρέσεως ἢ μὴ τοῦ δανείου. Βεβαίως, Κύριοι, ὑπάρχουσι κεφάλαια ἐπιθυμοῦντα νὰ διατεθῶσιν ἐπωφελῶς, καὶ μίαν μόνον ἔχοντα ἀξίωσιν, νὰ ἐξασφαλισθῶσι κατὰ παντὸς ἐνδεχομένου κινδύνου. Ἄν ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ παράσχῃ τοιαύτας ἐγγυήσεις, ἐξασφαλιζούσας τὴν κατὰ προτίμησιν πληρωμὴν τῶν τοιούτων κεφαλαίων, εὐχερέστατα ἠδύνατο νὰ εὕρῃ δάνειον· ἀλλ’ αἱ ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων παρεχόμεναι ἐγγυήσεις δὲν ἔχουσιν ἰσχὺν καὶ σημασίαν, εἰμὴ ἐφ’ ὅσον δύναται τὸ Κράτος νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ· ἀποβάλλουσιν ὅμως πᾶσαν τοιαύτην σημασίαν ἐν τῇ ὀδυνηρᾷ περιπτώσει, καθ’ ἣν τὸ Κράτος ἤθελε φθάσει εἰς ἀνεπάρκειαν. Τὰ Κράτη δὲν ὑπάγονται εἰς ἐκβιαστικὰ μέσα, καὶ ὅταν ἤθελεν ἐπέλθει τοιαύτη περίπτωσις, ἔχουσι τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον, δύναμαι εἰπεῖν, νὰ κανονίσωσι τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῶν πρὸς τοὺς δανειστάς των οὐχὶ κατὰ τὰς ἐγγυήσεις, ἃς παρέσχον ἑκάστῳ, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀπόλυτον ἰσότητα καὶ δικαιοσύνην. Ὡς πρὸς τοῦτο, ἀδιάφορον, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ὁποῖαί τινες ἦσαν αἱ παρασχεθεῖσαι ἐγγυήσεις· ἐν τούτοις ἀμφιβολία δύναται νὰ ἐγερθῇ, ὁσάκις ὡς ἐγγυήσεις παραχωρῶνται αὐτὰ τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους, αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοῦ φορολογεῖν, ὅταν τὸ προϊὸν τοῦ φόρου ἐκποιῆται ἐκ τῶν προτέρων πρὸς ἄμεσον εἴσπραξιν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῶν δανειστῶν. Μόνον τοιαῦται ἐγγυήσεις δύνανται νὰ γεννήσωσιν ἀμφιβολίας, ἐφ’ ὧν ἐνδέχεται νὰ στηριχθῶσι διπλωματικαὶ ἐπεμβάσεις. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι τοιαύτας παραχωρήσεις, ἀντικειμένας εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἔθνους, ἀναιρούσας τὴν κυριαρχίαν αὐτοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραχωρήσῃ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Παραχώρησις τοιαύτη δὲν δύναται ἢ νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς προδοσία τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, καὶ νὰ ἐπισύρῃ βαρεῖαν εὐθύνην κατ’ ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον τολμήσει νὰ προβῶσιν εἰς αὐτὴν. Οὐδέποτε δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις δύναται νὰ προβῇ εἰς τοιαύτας παραχωρήσεις. Ἀλλὰ τότε ἐκλείπουσιν αἱ πιθανότητες πρὸς ἀνεύρεσιν τοιούτου δανείου. Ἀλλ’ ἔστω, Κύριοι, τὸ δάνειον ἀνευρέθη· ποῖα τὰ ἐξ αὐτοῦ δυνάμενα νὰ προκύψωσιν ἀποτελέσματα; Κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διὰ τοῦ δανείου νὰ πληρωθῶσιν αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, τὸ δι’ αὐτὰς προωρισμένον μέρος τῶν ἐσόδων θὰ δοθῇ εἰς τὴν Τράπεζαν πρὸς μείωσιν τοῦ κυκλοφοροῦντος τραπεζικοῦ γραμματίου, θὰ ἐπέλθῃ ἰσοῤῥοπία χρυσοῦ καὶ τραπεζικοῦ γραμματίου, καὶ τὸ Κράτος θὰ δυνηθῇ κατόπιν, κατερχόμενον εἰς τὴν ἀγορὰν, νὰ εὕρῃ τὸν χρυσὸν εἰς εὔλογον τιμὴν, καὶ μίαν τινὰ μόνον ἐνδέχεται νὰ προξενήσῃ στενοχωρίαν, τὴν στενοχωρίαν τῶν ἀπολαυστικῶν μέσων, τῶν ἀντικειμένων τῆς πολυτελείας καὶ ἀπολαύσεως. Ἰδοὺ, Κύριοι, τὸ σύστημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται πᾶσα ἐλπὶς τῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων! Ἀλλ’ ἂν τὸ ἁπλούστατον καὶ ὡραῖον αὐτὸ σύστημα ἦτο ἀληθῶς ἱκανὸν νὰ ἐπιφέρῃ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσδοκᾷ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, τότε βαρυτάτην ἀληθῶς ὑπέχει εὐθύνην, διότι παρέλιπε μέχρι τοῦδε ἐπὶ τόσα ἔτη νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ σύστημα τοῦτο. Διατὶ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1887, ἀφ’ ὅτου τόσα συνωμολόγησε δάνεια, δὲν διέθετε 50 ἑκατομμύρια, ἵνα ἀποσύρῃ τὰ 70 ἑκατομμύρια τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ ἀπαλλάξῃ οὕτω καὶ τὸ Κράτος καὶ τὴν κοινωνίαν τῆς φοβερᾶς αὐτῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, καὶ μόνον νῦν, ἐν τῇ ἐσχάτῃ ὥρᾳ καὶ ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ, διενοήθη περὶ τούτου; Ἀλλ’ ἐγὼ, Κύριοι, δὲν θὰ ζητήσω τοιαύτην εὐθύνην ἀπὸ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, διότι πιστεύω, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο οὐδένα τῶν προσδοκωμένων καρπῶν δύναται νὰ παραγάγῃ, στηρίζεται δὲ ἐπὶ τῆς πεπλανημένης γνώμης, ὅτι ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν πληθώρα τραπεζικῶν γραμματίων. Ἀλλὰ μετὰ τὰ λεχθέντα καὶ παρ’ ἐμοῦ καὶ παρὰ τοῦ κυρίου Καραπάνου πρὸς ἀναίρεσιν τῆς γνώμης ταύτης, εἶναι ἀπώλεια χρόνου ἡ περαιτέρω ἀνάπτυξις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Βεβαίως διὰ τοῦ δανείου θὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος ἕνεκα τῆς ἐλαττώσεως τῆς ζητήσεως, ἀλλ’ ἡ βελτίωσις αὕτη, ὑπαρχούσης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν δύναται νὰ ᾖναι σπουδαία· ἡ δὲ μείωσις τοῦ κυκλοφοροῦντος τραπεζικοῦ γραμματίου οὐδεμίαν ἄλλην θέλει ἔχει συνέπειαν, εἰμὴ κρίσιν οἰκονομικὴν, ἕνεκεν ἐλλείψεως τῶν διὰ τὰς συναλλαγὰς ἀναγκαίων μέσων. Ὅταν δὲ ἐπὶ τέλους ἐξαντληθῶσι τὰ χρήματα τοῦ δανείου, καὶ εὑρεθῇ πάλιν εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις, ἵνα κατέλθῃ εἰς τὴν ἀγορὰν πρὸς πορισμὸν τοῦ χρυσοῦ, τί θέλει τότε συμβῆ; Θὰ εὑρεθῶμεν εἰς θέσιν πολὺ χείρονα τῆς παρούσης, διότι ἡ μὲν Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ ἀνάγκην μείζονος ποσοῦ χρυσοῦ, ἕνεκα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ νέου δανείου, ὁ δὲ ἑλληνικὸς λαὸς θὰ περιέλθῃ ἐν τῷ μεταξὺ εἰς πλήρη ἐξάντλησιν, ἕνεκα τῆς βαρυτάτης φορολογίας. Τὰ ἔθνη, Κύριοι, εὐποροῦσιν, ἢ μᾶλλον φαίνονται εὐποροῦντα, ἐφ’ ὅσον συνάπτουσι δάνεια ἐξωτερικὰ, ἀλλ’ ἅμα τὰ δάνεια ταῦτα ἐκλείψωσι, τότε φαίνεται ὁ βαθμὸς τῆς ἀθλιότητος, τὴν ὁποίαν ταῦτα παράγουσι. Καὶ δὲν λέγω γνώμην ἀτομικὴν πρὸς ὑμᾶς· τὴν γνώμην ταύτην διδάσκει ὁ αὐτὸς διάσημος οἰκονομολόγος, ὃν πρὸ ὀλίγου ἐμνημόνευσα. Ἰδοὺ τί λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ δάνεια ἀποτελοῦσι βαρὺ φορτίον τοῦ Κράτους, ὅπερ καθιστᾷ ὀδυνηρὸν ἡ ὕπαρξις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τὰ συνετὰ Κράτη πρέπει νὰ δεικνύωσι μετριότητα εἰς τὴν ἔκδοσιν ἐξωτερικῶν δανείων. Κατ’ ἀρχὰς μάλιστα δὲν κατανοοῦσι τὸ μέγεθος τοῦ φορτίου. Προσφεύγοντα εἰς τοιαῦτα ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, δύνανται νὰ πληρόνωσι τοὺς τόκους τῶν πρώτων ἐν μέρει διὰ τοῦ προϊόντος τῶν δευτέρων. Μόνον ὅταν τὰ ἐξωτερικὰ δάνεια παύσωσι, κατανοοῦσι τὴν ὀλεθρίαν αὐτῶν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος καὶ εἰς τὴν νομισματικὴν κυκλοφορίαν. Ἐπί τινα χρόνον τὰ δάνεια ταῦτα παράγουσι καὶ τεχνητήν τινα εὐπορίαν εἰς τὸν τόπον, καὶ μόνον ὅταν ἡ ἐξακολούθησις αὐτῶν καθίσταται ἀδύνατος, αἰσθάνονται τὴν ἐπελθοῦσαν ζημίαν.» Δὲν νομίζει τις, Κύριοι, ὅτι ὁ διάσημος οὗτος συγγραφεὺς ἐπροφήτευσε περὶ τῶν παρ’ ἡμῖν συμβαινόντων; Ἐφ’ ὅσον ἠδυνάμεθα νὰ συνάπτωμεν δάνεια ἐπὶ δανείων, καὶ ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος συνεκρατεῖτο ἐντὸς μετρίων ὁπωσδήποτε ὁρίων, καὶ εὐπορία καὶ πρόοδος ἐφαίνετο εἰς τὴν κοινωνίαν. Μόλις ὅμως ἐξηντλήθησαν τὰ δάνεια ταῦτα, ἀνυψώθη ῥαγδαίως ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος, καὶ ἡ οἰκονομικὴ δυσφορία ἀνεφάνη εἰς τὴν κοινωνίαν. Εἰς χεῖρον σημεῖον θέλομεν ἀφεύκτως περιέλθει μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ τυχὸν συναφθησομένου νέου δανείου. Ἐκλείπει λοιπόν, φρονῶ, καὶ ἡ τελευταία ἐλπίς, ἡ τελευταία σανὶς σωτηρίας, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθησαν οἱ ἐπιζητοῦντες τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, καὶ φοβερὸν ἐγείρεται τὸ ζήτημα περὶ τοῦ πρακτέου. Ἤκουσα περὶ τούτου τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος συνάδελφον μετὰ μεγίστης προσοχῆς. Ἀνωμολόγησε καὶ ἀπέδειξε τὴν ἐλεεινὴν τῶν οἰκονομικῶν κατάστασιν, ἰσχυρίσθη, ὅτι καὶ δάνειον 100,000,000, πρὸς 90 ἐκδιδόμενον, δὲν ἤθελεν ἔχει καμμίαν ἀποτελεσματικὴν σημασίαν, καὶ ὅμως δὲν ἠθέλησε νὰ ἐκδηλώσῃ γνώμην περὶ τοῦ πρακτέου, φρονῶν ὅτι δὲν εἶναι ὑπόχρεως πρὸς τοῦτο. Ἀλλὰ τοιαύτην παριστῶντες τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, καὶ οὐδὲν διαβλέποντες μέσον σωτηρίας, τί ἄλλο προτείνουσιν, εἰμὴ τὸ ἀνέφικτον τῆς περαιτέρω κανονικῆς πορείας τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους; Ἠκροάσθην ἐπίσης μετὰ προσοχῆς ἑτέρου Βουλευτοῦ, ὁμιλοῦντος ἐξ ὀνόματος ἄλλης μερίδος ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀνωμολόγησε καὶ οὗτος τὴν ἐλεεινὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, ὑπελόγισε μάλιστα τὸ ἔλλειμμα τοῦ τρέχοντος ἔτους εἰς 28 ἑκατομμύρια, καὶ ὅμως ὑπεστήριξεν, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, ἦτο δυνατὸν νὰ σωθῶμεν ἀπὸ τοῦ ἀπειλουμένου κινδύνου. Ἀλλὰ νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο δικαίως ἐξήγειρε τὸ μειδίαμα καὶ τὴν ἱλαρότητα καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κοινωνίας. Ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης ἐξετάσεως, τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ ἤθελον ἐπέλθει τοσοῦτον βραδέως, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀναγνωρίσῃ τις ὡς μέσον συντελεστικὸν πρὸς θεραπείαν δεινῆς καὶ ἐπειγούσης ἀνάγκης. Προέτρεπε ποτέ τις τὸν ἐν καιρῷ χειμῶνος ἐκ πείνης θνήσκοντα μέλανα ἵππον του νὰ ζήσῃ μέχρι τοῦ ἔαρος, ὅτε φύεται τὸ νέον χόρτον. Δὲν φρονεῖτε, ὅτι τοιαύτη ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νέου συστήματος, ὅπερ προτείνεται ἡμῖν πρὸς σωτηρίαν; Ὑπολείπεται λοιπὸν καὶ μετὰ τὴν ἀγόρευσιν ταύτην ἀκέραιον τὸ φοβερὸν ἐρώτημα, τί ποιητέον; Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δύναμαι πρότερον νὰ ἀπευθύνω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐρώτησιν, τί ἤθελε πράξει, ἂν ἡ μόνη ἐλπὶς, ἐφ’ ἧς ἐστήριξε τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, ἤτοι ἡ συνομολόγησις δανείου, ἤθελεν ἀποτύχει; Καὶ νὰ εἴπω πρὸς αὐτήν: τοῦτο αὐτὸ πρᾶξον ἀπὸ τοῦδε, καὶ πρὶν ἢ προβῇς εἰς διαπραγματεύσεις δανείων, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ βελτιώσωσιν, ἀλλὰ θὰ δεινώσωσι τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Καὶ τί ἄλλο δύναται νὰ πράξῃ τὸ Κράτος, τὸ ἔχον μεγάλας ὑποχρεώσεις, καὶ μὴ ἔχον, οὐδὲ δυνάμενον νὰ πορισθῇ τὰ μέσα πρὸς ἱκανοποίησιν αὐτῶν; τί ἄλλο, λέγω, ἢ νὰ δηλώσῃ τὴν ἀδυναμίαν αὐτὴν εἰς τοὺς δανειστάς του καὶ νὰ κανονίσῃ τὰς πρὸς αὐτοὺς ὑποχρεώσεις του ἐπ’ τρόπον, ὥστε τὸ μὲν Κράτος νὰ ἔχῃ τὰ ἀναγκαῖα μέσα πρὸς συντήρησιν καὶ προαγωγήν του, οἱ δὲ δανεισταὶ νὰ ὑποστῶσιν ὅσον ἔνεστιν ἥττονα ζημίαν ἐπὶ τοῦ παρόντος, νὰ μορφώσωσι δὲ βασίμους ἐλπίδας περὶ βελτιώσεως τῆς θέσεώς των ἐν προσεχεῖ μέλλοντι; Τοιοῦτον εἶναι, φρονῶ, Κύριοι, τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ καταλήξῃ ὁ ἀμερολήπτως καὶ ἐμβριθῶς ἐξετάζων τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν. Τὸ συμπέρασμα τοῦτο ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ βαθυτάτου ἄλγους τῆς ψυχῆς μου. Τίς, Κύριοι, ἀγνοεῖ τὰς ἠθικὰς καὶ ὑλικὰς ζημίας, τὰς ὁποίας τοιαύτη καταστροφὴ πάντοτε ἐπιφέρει; Τίς Ἕλλην δύναται νὰ μὴ λυπηθῇ, ἀναλογιζόμενος, ὅτι μετὰ 60 ἐτῶν ἀνεξάρτητον βίον, καὶ 30 ἐτῶν ἐφαρμογὴν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, περιήλθομεν εἰς τὴν θέσιν...
§30ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πεντήκοντα ἐτῶν.
§31ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπολογίζω ὡς καθαρῶς κοινοβουλευτικὸν τὸ πρὸ τοῦ 1862 πολίτευμα... Περιήλθομεν, λέγω, εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς πρὸς τοὺς δανειστὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν; Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου, κύριοι Βουλευταί, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπερτιμῶμεν τὴν ἠθικὴν βαρύτητα τῆς συμφορᾶς ταύτης, δὲν πρέπει νὰ χαρακτηρίζωμεν αὐτὴν ὡς ἀπώλειαν τῆς ἐθνικῆς τιμῆς. Τί κοινὸν, κύριοι Βουλευταί, μεταξὺ τῆς τιμῆς τῶν ἀτόμων ἢ τῶν ἐθνῶν καὶ τῆς ἀνεπαρκείας πρὸς πληρωμὴν χρηματικῶν ὑποχρεώσεων; Δύναταί τις νὰ περιέλθῃ εἰς ἀνικανότητα νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς χρηματικὰς αὐτοῦ ὑποχρεώσεις, χωρὶς οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον νὰ μειωθῇ ἡ ἠθικὴ αὐτοῦ τιμὴ καὶ ἀξία. Τοσαῦτα ἔθνη μεγάλα καὶ ἰσχυρὰ εὑρέθησαν εἰς τὴν ὀδυνηρὰν ταύτην ἀνάγκην, ἡ Γαλλία, ἡ Αὐστρία, ἡ Ὁλλανδία, ἡ Ἱσπανία, ἡ Πορτογαλία, καὶ ὅμως οὐδεὶς διενοήθη νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς ἄτιμα τὰ ἔθνη ταῦτα. Καὶ διὰ τοῦτο οὐδόλως ἐπιδοκιμάζω τὴν γλῶσσαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πυλίας συναδέλφου, ὅστις, ἀντὶ νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωμεν τοῦ λοιποῦ εἰς ἱκανοποίησιν τῶν ὑποχρεώσεών μας, ἔλεγε χθὲς ἐντεῦθεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ κρατήσωμεν ὑψηλὰ τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν παρέδωκαν ἡμῖν οἱ πρόγονοί μας. Τοιαῦται αἰσθηματικαὶ συζητήσεις, δὲν νομίζω, ὅτι συμβάλλουσι πρὸς ὤριμον σκέψιν καὶ ἀπόφασιν ἐπὶ οἰκονομικῶν πραγμάτων. Ἐρωτῶ μάλιστα τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, περὶ ποίας σημαίας ὡμίλησε χθὲς τὸ ἑσπέρας; Ἀγνοεῖ, λοιπὸν, ὅτι οἱ πατέρες ἡμῶν, ἐν αὐτοῖς τοῖς φοβεροῖς καιροῖς τοῦ μεγάλου ἀγῶνος τοῦ 1821, συνωμολόγησαν δάνειον, τὸ ὁποῖον οὐσιωδῶς ἐχρησίμευσεν ὑπὲρ τῆς αἰσίας ἐκβάσεως τοῦ ἀγῶνος τούτου, καὶ ὅμως δὲν ἠδυνήθησαν νὰ πληρώσωσιν αὐτὸ, καὶ μόνον μετὰ παρέλευσιν τοσούτων ἐτῶν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος διὰ συμβιβασμοῦ ἀνεδέχθη νὰ πληρώσῃ ἐλάχιστον αὐτοῦ μέρος; Ἀγνοεῖ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι οἱ πατέρες ἡμῶν συνωμολόγησαν ἕτερον δάνειον, τὸ τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῶν τριῶν Δυνάμεων, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ πληρώσωσιν αὐτὸ, καὶ τὸ ἐπλήρωσαν αἱ Δυνάμεις, τὸ δὲ Ἑλληνικὸν Κράτος ἦλθεν εἰς ἐπιεικῆ συμβιβασμὸν μετὰ τῶν Δυνάμεων, καὶ πληρόνει κατ’ ἔτος πρὸς ἐξόφλησιν ἐλάχιστον μέρος; Ποίαν λοιπὸν σημαίαν ἐπεδείκνυε χθὲς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος; Καὶ οὐ μόνον, κύριοι Βουλευταὶ, τὰ παραδείγματα τόσων μεγάλων ἐθνῶν, ἀλλὰ καὶ αἱ γνῶμαι τῶν μεγάγων δημοσιολόγων καὶ οἰκονομολόγων, αὐτὴν ταύτην τὴν πορείαν συνιστῶσιν εἰς τὰ ἔθνη, τὰ περιελθόντα, εἰς ἣν ἡμεῖς περιήλθομεν θέσιν, ἣν ἐγὼ συνιστῶ ὑμῖν. Ἰδοὺ τί διδάσκει ὁ αὐτὸς οἰκονομολόγος Beaulieu (ἀναγινώσκει): «Δὲν πρέπει ἓν Κράτος νὰ κρίνῃ ὑπερβολικῶς τὸ ζήτημα τῆς τιμῆς. Εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ νὰ λέγῃ τις, ὅτι ἓν Κράτος πρέπει πάντοτε νὰ πληρώσῃ τακτικῶς τοὺς τόκους τῶν δανείων του· ἀληθὲς εἶναι τοῦτο, ἀλλὰ πολλὰ Κράτη ἀπήλλαξαν ἑαυτὰ τῆς ἠθικῆς ταύτης ὑποχρεώσεως, ἥτις δὲν ἔχει κύρωσιν νόμιμον ἢ διεθνῆ. Καί τινα μὲν, ὑπερβολικὰς ποιήσαντα προσπαθείας, ὅπως ἐκπληρώσωσι μέχρι κεραίας τὰς ὑποχρεώσεις των, ἐπεβάρυναν τὴν θέσιν αὐτῶν, καὶ τὴν τῶν δανειστῶν των. Ἄλλα δὲ τοὐναντίον, ἐγκαίρως λαβόντα κατάλληλα μέτρα, καὶ ἐπιτυχόντα ἀναστολὴν, ἀποκατέστησαν τὴν οἰκονομικὴν αὐτῶν θέσιν, καὶ ἔσωσαν ἐπὶ τέλους τὴν πίστιν αὐτῶν. Ἡ πολιτικὴ ἐπιστήμη καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη ἔχουσιν ἤδη τοσοῦτον προοδεύσει, ὥστε νὰ δύνανται μετὰ πεποιθήσεως νὰ βεβαιώσωσιν, ὅτι ὑπάρχει ἓν ὅριον εἰς τὸ ποσὸν τῶν φόρων, ὅπερ δύναται νὰ βαστάσῃ εἷς τόπος, χωρὶς νὰ καταστραφῇ, ἢ χωρὶς νὰ περιπέσῃ εἰς ἀναρχίαν. Ὅταν τὸ Κράτος φθάσῃ εἰς τὸ ὅριον τοῦτο, συμβιβασμὸς πρέπει νὰ ἐπέλθῃ μεταξὺ τοῦ ὀφειλέτου Κράτους καὶ τῶν κατόχων ὁμολογιῶν τῶν δανείων του. Οὐδὲν ἐπιβλαβέστερον εἰς τοὺς κατόχους ὁμολογιῶν ἢ αἱ προσπάθειαι, αἱ γενόμεναι ὑπὸ Κράτους περιελθόντος εἰς τὰ ἔσχατα, ὅπως πληρόνῃ τακτικῶς καὶ ἀκεραίως τὰ τοκομερίδια τῶν δανείων του.» Καὶ πάλιν, Κύριοι, ἐρωτῶ, δὲν περιέχουσιν αἱ φράσεις αὗται, αἱ πρὸ ἐτῶν δημοσιευθεῖσαι, προφητείαν περὶ τῆς θέσεως, εἰς ἣν ἡμεῖς περιήλθομεν ἤδη, καὶ πολύτιμον περὶ τοῦ πρακτέου διδασκαλίαν καὶ ὁδηγίαν; Τοιοῦτον εἶναι τὸ πόρισμα τῆς ἐμῆς περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων μελέτης. Ἀνεκοίνωσα τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, οὐχὶ ἵνα προκαλέσω ζητήματα περὶ εὐθύνης, διότι ὡς οἰκτρὰν εἰρωνείαν θεωρῶ οἱανδήποτε εὐθύνην ἀπέναντι τηλικαύτης ἐθνικῆς συμφορᾶς. Τὰ ἀνεκοίνωσα, οὐχὶ ἵνα ἐπιδιώξω πολιτικόν τι συμφέρον. Συνέπεσε νὰ γνωρίσω αὐτὴν τὴν τόσον περιζήτητον διά τινας ἐξουσίαν, καὶ πιστεύσατε, ὅτι διατηρῶ ἀκόμη ζωηρὰν περὶ αὐτῆς ἀνάμνησιν, ὡς περὶ ἀληθοῦς μαρτυρίου, τοῦ ὁποίου μάλιστα ἀσθενὴς ἀπήχησις μὲ παρακολουθεῖ μέχρι τοῦ περιβόλου τούτου, καὶ ἤθελον ἀπόσχει ὅλως τοῦ πολιτικοῦ βίου, ἐὰν δὲν ἐφρόνουν, ὅτι καθῆκον ἱερὸν παντὸς πολίτου εἶναι νὰ ἐμμένῃ σταθερὸς εἰς τὴν τάξιν, εἰς ἣν ἔταξεν αὐτὸν ἡ ἐντολὴ τῶν συμπολιτῶν του, καὶ ἡ φωνὴ τῆς Πατρίδος. Προέβην εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν ταύτην, ἵνα γνωρίσῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔθνος πλήρη τὴν ἀλήθειαν περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, καὶ μεριμνήσωσιν ἐγκαίρως πρὸς κανονισμὸν τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας ἡ ἀλήθεια αὕτη ἐπιβάλλει. Εἶχον, Κύριοι, καὶ ἕτερον σκοπὸν ἀκόμη, νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸ ἔθνος, ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῶσιν ὡρίμως, ἐὰν δύναται τοῦ λοιποῦ νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ πολιτικὸς ἡμῶν βίος ὑπὸ τοὺς ὅρους, οἵτινες ἐπήγαγον τοιαύτην καταστροφήν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§33ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττω περαιωμένην...
§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε, Πρόεδρε, παρακαλῶ.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔκρινα, ὅτι ὤφειλον νὰ σπεύσω νὰ λάβω καὶ ἐκ δευτέρου τὸν λόγον, κατὰ τὴν γενικὴν ταύτην συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ὑπελάμβανον, ὅτι ἐνδεχόμενον ἦτο καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν συναδέλφων νὰ προτίθενται νὰ ἀνέλθωσιν ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα ἀνακοινώσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις αὐτῶν· προσῆκε δὲ νὰ μὴ καταχρασθῶ τῆς ἀνοχῆς τῆς Βουλῆς, συντελῶν εἰς τὴν μακροτέραν παράτασιν τῆς γενικῆς ταύτης συζητήσεως, ἐὰν ἄλλοι ἐσκόπουν νὰ κρατήσωσιν ἐπὶ πολλὰς ὥρας τὸ βῆμα. Ἀλλ’ ἀφοῦ οὐδεὶς ἕτερος ἐζήτησε τὸν λόγον, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔσπευδε ν’ ἀπαγγείλῃ τὸ τέρμα τῆς συζητήσεως, δὲν μοὶ ἐπετρέπετο νὰ ἀφήσω ἄνευ ἀντιῤῥήσεως πολλὰ τῶν λεχθέντων, ἵνα μὴ ὑποληφθῶσιν ὡς ὀρθαὶ γνῶμαί τινες καὶ κρίσεις, ἐξενεχθεῖσαι κατὰ τὴν μέχρι τοῦδε συζήτησιν ὑπό τινων ἐκ τῶν ἀγορευσάντων. Ἤκουσα πάντας τοὺς μετασχόντας τῆς συζητήσεως ταύτης μετὰ προσοχῆς, καὶ αὐτοὺς τοὺς δύο συναδέλφους, τῶν ὁποίων οἱ λόγοι ἀπετέλεσαν ἐπεισόδια, διὰ τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν χάριν εἰς αὐτοὺς, διότι ἐχρησίμευσαν πρὸς μικρὰν ἀνακούφισιν ἀπὸ τοῦ καμάτου, τὸν ὁποῖον ἡ ἀτενὴς προσοχὴ παράγει εἰς τοὺς ἀκούοντας (ἱλαρότης). Ἀντὶ νὰ ἀναιρέσω μάλιστα τὰ λεχθέντα ὑπ’ αὐτῶν, ὁμολογῶ δημοσίᾳ χάριν· χάριν ὅμως δὲν δύναμαι νὰ ὁμολογήσω διὰ τὰς ἐπικρίσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυναν εἰς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα ἄλλοι τῶν ῥητόρων, ὅσοι, ἐξετάσαντες μετὰ σοβαρότητος τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, ἔκριναν ὅτι συνετέλουν εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτῆς, προτείνοντες μέτρα ἢ ἀνακοινόντες εἰς τὴν Βουλὴν προγράμματα, διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ὁποίων ὑπισχνοῦντο νὰ ἀνορθώσωσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἰδίως ὀφείλω νὰ ἀνασκευάσω καὶ τὰς αἰτιολογίας καὶ τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ὁ τελευταῖος τῶν ἀγορευσάντων ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, διότι τινὰ μὲν τούτων εἰσὶν ἐστερημένα ἀκριβείας καὶ βάσεως, ὅσα δὲ καταστρέφων τὸν λόγον αὐτοῦ ὑπῃνίξατο, εἰσὶ τὰ μάλιστα σοβαρὰ, προσεδόκων δὲ, ὅτι, οἱονδήποτε καὶ ἂν εἶχε φρόνημα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, δὲν ἤθελεν ὠφεληθῆ ἐκ τῆς ἐπισκηψάσης εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους δυστυχίας, ἵνα συμβουλεύσῃ ὅσα συνεβούλευσεν. Ἐὰν ὁ τριακονταετὴς κοινοβουλευτικὸς βίος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους προβάλληται ὑπό τινων ὡς αἰτία τῆς οἰκονομικῆς ἀμηχανίας, εἰς τὴν ὁποίαν περιήλθομεν, οἱ οὕτω κρίνοντες ἀδικοῦσι τὴν πατρίδα αὐτῶν. Ἐὰν περιήχθημεν εἰς οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν, περιήχθημεν ἕνεκα σφαλμάτων ἀτόμων ἢ πολιτικῶν κομμάτων. Λέγων ταῦτα, δὲν σκοπῶ νὰ καταγγείλω τοὺς ἐργάτας τῶν σφαλμάτων τούτων, σκοπῶ μόνον νὰ καταδείξω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας, ὅτι τὰ σφάλματα τῶν ἀτόμων, ἢ τὰ σφάλματα ἑνὸς ἢ πλειόνων κομμάτων, δὲν πρέπει νὰ παριστῶνται ὡς σφάλματα τοῦ Κράτους, οὐδὲ νὰ προβάλλωνται, ἵνα καταγγείλωσι τὴν ἀνικανότητα αὐτοῦ, ὅπως διαχειρίζηται τὰ πολιτικὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἡ χώρα δι’ ἐπαναστάσεως ἀνέκτησε, καὶ νὰ προβάλλωνται μάλιστα ὑπ’ ἀνδρὸς, ὅστις ἦτο καὶ οὗτος εἷς ἐκ τῶν ἐργατῶν τῆς ἐπαναστάσεως ἐκείνης, τυγχάνων τότε εἰσαγγελεὺς ἐν Πάτραις, καὶ ἐπαναστατήσας κατὰ τοῦ καθεστῶτος, ἵνα συμπράξῃ εἰς τὴν ἀνατροπὴν τῆς τότε Βασιλείας. Μὲ ἐπέκριναν οἱ ἀγορεύσαντες, καί τινες μάλιστα αὐτῶν μὲ ἤλεγξαν, προβάλλοντες ὅτι κατέτριψα μάτην τὸν χρόνον, ἀναφυλλίζων τὰς δέλτους τοῦ παρελθόντος, καὶ διερευνῶν τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ἐπὶ τὰ ὀκτὼ ἢ ἐννέα παρελθόντα ἔτη· ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὁ ὁποῖος δὲν ἀσχάλλει ὡς ὁ δωδέκατος Κάρολος, ὅστις ἐδυσφόρει, διότι οὐδὲν ἔτι εἶχε πράξει διὰ τὴν αἰωνιότητα, ἐνῷ εἶχε συμπληρώσει τὸ εἰκοστὸν πρῶτον ἔτος τῆς ἡλικίας του, δὲν ἐδίστασε νὰ ἐπαναλάβῃ, ὡς ἂν ἔκρινεν ἄξιον εἰρωνείας, ὅ,τι εἶχον εἰπεῖ ἄλλοτε περὶ τῆς ὑστεροφημίας τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν. Ὑστεροφημία δὲν ἐπέρχεται μετὰ θάνατον, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ζωῇ. Ὑστεροφημία δὲ εἶναι ἡ συνείδησις τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς, τοῦ διαχειριζομένου τὰ κοινὰ, ὅτι ὑπηρετεῖ τὴν πατρίδα του, εἶναι ἡ πεποίθησις, τὴν ὁποίαν αἱ πράξεις αὐτοῦ μεταδίδουσιν εἰς τοὺς συμπολίτας του, ὅτι δὲν καταχρᾶται τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἐνεπιστεύθησαν εἰς χεῖρας αὐτοῦ, ὅτι μεριμνᾷ εὐσυνειδήτως περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων, καὶ ὅτι ὑπὸ τοιούτων ὠθεῖται εὐγενῶν ἐλατηρίων, καὶ οὐχὶ ὑπὸ τοῦ πάθους τῆς φιλαρχίας, προσπαθῶν πάσῃ δυνάμει καὶ μετερχόμενος πᾶν μέσον, ἵνα εἰσδύσῃ εἰς τὴν ἀρχήν. Καὶ ἔκρινεν ἄξιον εἰρωνείας τὸ λεχθὲν ὑπ’ ἐμοῦ, ὅτι τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν σκοπὸς πρέπει νὰ ἦναι ἡ ὑστεροφημία!
§38ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἰρωνεύθην ποσῶς. Τὴν ἱστορίαν ἀνέφερα.
§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν ἱστορίαν τῆς δεκαετίας ταύτης τὴν οἰκονομικὴν, τὴν ἱστορίαν τῆς δεκαετοῦς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους βεβαίως ἠρεύνησα, ἀγορεύων πρὸς τὴν Βουλὴν, διότι ἡ ἱστορία αὕτη δὲν παριστᾷ μόνον τοὺς ἐργάτας, ἀλλὰ παριστᾷ καὶ τὰς αἰτίας τῆς ἀμηχανίας, τὴν ὁποίαν σεῖς ἠγέρθητε σήμερον νὰ καταγγείλητε, σήμερον, ὅτε αὕτη ἐπέστη, ἐνῷ ἀπὸ δέκα καὶ ἤδη ἐτῶν κατηγγέλλετο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἔμελλε νὰ ἐπέλθῃ. Καὶ ἀφοῦ δὲν εὑρέθη τις, ἵνα παρακωλύσῃ αὐτὴν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπισκήψῃ, σήμερον, ὅτε αὕτη ἐπέσκηψε, παρέστητε ὑμεῖς, συμβουλεύοντες νὰ σκεφθῶμεν, ἂν πρέπῃ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τηροῦντες τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα.
§40ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διόλου δὲν εἶπον αὐτό. Τὴν ἱστορίαν τοῦ ἔθνους θεωρῶ ἱερὰν, ἀφοῦ καὶ ἐγὼ συνειργάσθην.
§41ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ εἶπες.
§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἠπόρησα μάλιστα, πῶς ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας δὲν ἔσπευσε νὰ ἀναβῇ αὐτὸς ἐπὶ τὸ βῆμα, καὶ ν’ ἀποτείνῃ αὐτὸς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἀναγκάζομαι νὰ ἀπευθύνω ἐγὼ τὴν στιγμὴν ταύτην. Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἐπεκαλεῖτο χθὲς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐδήλου πρὸς τὴν Βουλὴν ἣν ᾐσθάνετο εὐχαρίστησιν, ἰδὼν ὅτι ἔστερξα τέλος πάντων νὰ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην αὐτοῦ ὡς ὀρθὴν, τὴν γνώμην, ὅτι εἶναι ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τοῦ Ἡγεμόνος νὰ διορίζῃ καὶ νὰ παύῃ τοὺς Ὑπουργούς. Ὑπέλαβεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὅτι εἶχον ἀνάγκην τῆς γνώμης αὐτοῦ, ἵνα διδαχθῶ ποῖά τινα τὸ Σύνταγμα διατάσσει. Ἐγὼ ἐγνώριζον τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, πρὶν ἢ ἐκκολαφθῇ ἐκ τοῦ ὠοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας (ἱλαρότης)· τοῦ μέρους μάλιστα τούτου τοῦ Συντάγματος, τοῦ πραγματευομένου περὶ τῆς συντάξεως τῆς Πολιτείας, ἤμην εἷς ἐξ ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις τοῦ 1862 εἶχεν ἀναθέσει τὴν συγγραφήν. Καὶ πότε ἡμεῖς ἠμφισβητήσαμεν τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ Ἡγεμόνος νὰ παύῃ καὶ νὰ διορίζῃ τοὺς Ὑπουργούς; Ἡ ἐπιστολὴ, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς εὐλαβῶς ὑπεβάλομεν πρὸς τὴν Α. Μεγαλειότητα κατὰ τὴν 17 Φεβρουαρίου, τί ἄλλο ἀνέγραφεν, εἰμὴ τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ Ἡγεμόνος νὰ ἀποπέμψῃ ἡμᾶς ἐκ τῆς ἐξουσίας, ἐὰν ἔκρινε τοῦτο σύμφωνον πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, διότι ἡμεῖς δὲν ἐκρίνομεν, ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ παραιτηθῶμεν; Ἀλλ’ ἂν ἡμεῖς δὲν ἠμφισβητήσαμεν τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ Ἡγεμόνος νὰ διορίζῃ καὶ νὰ παύῃ τοὺς Ὑπουργοὺς, ἠμφισβητήσαμεν ὅμως, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας εἶχε καθῆκον νὰ δεχθῇ ἐν πάσῃ περιπτώσει τὴν προσφερομένην αὐτῷ ἐξουσίαν, διότι φρονοῦμεν, ὅτι ἐκεῖνοι, εἰς οὓς προσφέρεται ἡ ἀρχὴ, δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῶσιν αὐτὴν ὅπως–κιόπως, ἀλλ’ ὀφείλουσι, πρὶν ἢ δεχθῶσιν αὐτὴν προσφερομένην, νὰ ἐξετάσωσιν, ἐὰν δύνανται νὰ προσφέρωσιν ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα, ἐὰν ἀναλαμβάνοντες τὴν ἐξουσίαν συντελῶσιν εἰς τὴν βελτίωσιν ἢ εἰς τὴν χειροτέρευσιν τῶν κοινῶν, τῶν ὁποίων τὴν διαχείρισιν πρόκειται νὰ ἀναλάβωσι. Τοῦτο διατάσσει τὸ Σύνταγμα, διότι καθιεροῖ τὸν κανόνα, ὅτι εἰς πᾶσαν πρᾶξιν τοῦ Βασιλέως ἀπαιτεῖται ἡ προσυπογραφὴ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, διότι εἰς πᾶσαν πρᾶξιν τοῦ Βασιλέως ὑπάρχει εὐθύνη, καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὁ πολίτης Ἕλλην, ὅστις ἀναλαμβάνει αὐτήν. Ναὶ, τὸ Σύνταγμα τοῦτο ἀνέγραψεν ὡς κανόνα, ὅτι εὐθύνη ὑπάρχει, καὶ πρέπει νὰ ἀναζητῆται παρὰ τοῦ ὑπευθύνου, καὶ διὰ τὴν ἄσκησιν τῶν ἡγεμονικῶν προνομίων, καὶ διὰ τοῦτο ἀπῄτησε νὰ προσυπογράφωνται καὶ τὰ περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν Ὑπουργῶν Β. Διατάγματα, διὰ νὰ ὑπάρχωσιν οἱ εὐθυνόμενοι καὶ διὰ τὰς παύσεις καὶ τοὺς διορισμοὺς τῶν Ὑπουργῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐγὼ, ἀγορεύων πρό τινων ἡμερῶν, ὑπεδείκνυον εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας τὴν εὐθύνην, ἣν ἀνέλαβε, σπεύσας νὰ ἀναλάβῃ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ συντελέσας διὰ τούτου εἰς τὴν χειροτέρευσιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ἀντὶ νὰ ἀπολογηθῇ, προσέφευγεν ὑπὸ τὴν πορφύραν τοῦ Θρόνου, ἵνα μοὶ ἀπαντήσῃ εἰς τοὺς λόγους μου ἐκείνους, ἐλέγχων ἐμὲ, ὅτι ἀμφισβητῶ τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ Ἡγεμόνος τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργούς. Ἀναγκάζομαι νὰ μὴ παραλίπω νὰ ἀναμνησθῶ τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας παρέστη προχθὲς, λέγων εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι προσήνεγκεν, ἀναλαβὼν τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας κατὰ μῆνα Φεβρουάριον. Ἀνέγραψεν ὡς ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν προσήνεγκεν εἰς τὴν χώραν, ὅτι ἐπλήρωσε τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν δανείων κατὰ τὰς προθεσμίας, αἵτινες συνέπεσε νὰ λήξωσι κατὰ τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκυβέρνα, ὡς ἂν εἶχε κατορθώσει νὰ ἀποτίσῃ τὰς ὀφειλὰς ταύτας ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ἐνῷ ἡ «Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως» μᾶς ἀνήγγειλε τὰ διάφορα δάνεια τὰ ὁποῖα συνωμολόγησεν ὑπὸ ὅρους ἀσυνήθεις, ἵνα πορισθῇ τὰ ἀναγκαιοῦντα χρήματα, καὶ πληρώσῃ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια κατὰ τὰς παρεμπεσούσας λήξεις αὐτῶν. Νὰ ἀναμνησθῶ ἑτέρας ὑπηρεσίας αὐτοῦ, ἣν ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι προσήνεγκεν εἰς τὴν χώραν, τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι συνέταξε τὸν τελειότερον γενικὸν λογαριασμὸν, τὸν τοῦ ἔτους 1878; Τὸ πρᾶγμα μοὶ φαίνεται ἀνάξιον προσοχῆς, ἂν δ’ ἄλλος τις ἀνέφερε τοῦτο, ἤθελε κριθῆ, ὅτι εἰρωνεύετο τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας. Καὶ ἀληθῶς, πῶς, ἀφοῦ ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν διετέλεσεν ἐν τῇ Κυβερνήσει, εἰμὴ τρεῖς μόνον μῆνας, πῶς ἠξίωσεν, ὅτι ἐν διαστήματι τριῶν μηνῶν ἠδυνήθη νὰ συντάξῃ τὸν γενικὸν λογαριασμὸν τοῦ 1878, καὶ ἀναγκαίως τὸν μετ’ αὐτοῦ δημοσιευθέντα ἀπολογισμὸν τοῦ 1877, καὶ ἀνέγραψε τοῦτο ὡς ὑπηρεσίαν, ἣν προσήνεγκε, καὶ παρέστησε μάλιστα, ὅτι τὸ ἔργον τοῦτο αὐτοῦ τυγχάνει τὸ τελειότερον τῶν μέχρι τοῦδε συνταχθέντων καὶ δημοσιευθέντων; Τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1877 καὶ τοῦ γενικοῦ λογαριασμοῦ τοῦ 1878, οἱ ὁποῖοι ἐδημοσιεύθησαν καθ’ ὃν χρόνον ἐτύγχανεν ἐν τῇ ἀρχῇ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ἡ σύνταξις εἶχεν ἀρχίσει ἀπὸ τῶν ἡμερῶν ἔτι, καθ’ ἃς ἐτύγχανεν ἐν τῇ Κυβερνήσει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Μετὰ τὰ μέσα τοῦ 1890 εἶχεν ἀρχίσει ἡ ἐργασία τῆς ἐγγραφῆς τῶν ἐσόδων καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν ἐξόδων τῶν εἰρημένων ἐτῶν, τῆς ἐξελέγξεως καὶ τῆς καταστιχώσεως αὐτῶν. Ὅτε κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890 παρελάβομεν τὴν ἀρχὴν, ἐξηκολούθησεν ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ ἡ ἐργασία αὕτη, καὶ καθ’ ὃν χρόνον διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἐγὼ διηύθυνα τὸ εἰρημένον Ὑπουργεῖον. Συνέπεσε νὰ τελειώσῃ ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν πτῶσιν ἡμῶν καὶ νὰ ἐκτυπωθῇ καὶ δημοσιευθῇ καθ’ ὃν χρόνον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἐτύγχανεν ἐν τῇ Κυβερνήσει, δὲν ἐδίστασε δὲ νὰ ἀναφέρῃ χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν αὐτοῦ ἐτελέσθη τὸ ἔργον, καὶ νὰ ἰσχυρισθῇ μάλιστα, ὅτι κατώρθωσε νὰ καταρτίσῃ αὐτὸ τελειότατον. Ἐὰν ἀναμνησθῶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας εἶπε περὶ ἑνὸς γενικοῦ λογαριασμοῦ τῆς Γαλλίας, ὁ ὁποῖος περιέπεσεν εἰς χεῖρας αὐτοῦ, ὅτι ἦτο τελειότατος, διότι περιεῖχε χιλίας σελίδας, ἐὰν κρίνω τὴν τελειότητα τῶν ἀπολογισμῶν καὶ γενικῶν λογαριασμῶν ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν σελίδων, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἀποτελοῦνται, πρέπει νὰ ποιήσωμαι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ γενικὸς λογαριασμὸς τοῦ 1878 μικρὸν διαφέρει τῶν μέχρι τοῦδε δημοσιευθέντων ἄλλων γενικῶν λογαριασμῶν κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν σελίδων. Ἂν δ’ αὐτὸς ἀποτελῆται ἀπὸ 188 σελίδας, οἱ δὲ γενικοὶ λογαριασμοὶ τῶν ἐτῶν 1871 καὶ 1872 ἐκ σελ. 169, ἡ διαφορὰ τῶν 19 σελίδων δὲν μαρτυρεῖ τὴν τελειότητα τοῦ γενικοῦ λογαριασμοῦ τοῦ 1878, ὡς οὐδ’ οἱ γενικοὶ λογαριασμοὶ τῶν ἐτῶν 1875 καὶ 1874, ὧν ὁ μὲν περιέχει σελίδας 174, ὁ δὲ 175, εἰσὶ τελειότεροι τῶν γενικῶν λογαριασμῶν τῶν ἐτῶν 1871 καὶ 1872, διότι ὑπερβαίνουσιν ἐκείνους κατὰ σελίδας 4 ἢ 5. Οἱ γενικοὶ λογαριασμοὶ, ὅσῳ ἀνάγονται εἰς ἔτη προηγούμενα τοῦ 1878, ἀναγκαίως θέλουσιν ἀποτελεῖσθαι ἀπὸ σελίδας ὀλιγωτέρας τῶν σελίδων τοῦ γενικοῦ λογαριασμοῦ τοῦ 1878, διότι περιλαμβάνουσι καταστάσεις εἰσπράξεων ὀλιγωτέρων ἐτῶν ἢ ὅσων ἐτῶν καταστάσεις εἰσπράξεων περιέλαβεν ὁ τοῦ μεταγενεστέρου ἔτους γενικὸς λογαριασμὸς τοῦ 1878· ἄλλως τὸν ἀριθμὸν τῶν σελίδων ἐπηρεάζει καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰδῶν τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖά εἰσι νενομοθετημένα, ὅσῳ δὲ ταῦτά εἰσι πλειοτέρων εἰδῶν, τόσῳ διάφοροι ἐγγραφαὶ πρέπει νὰ γένωνται ἐν τῷ γενικῷ λογαριασμῷ. Ὁ γενικὸς λογαριασμὸς τοῦ 1878 ἔχει ἀληθῶς τὸ προτέρημα, ὅτι εἶναι ἀναμφισβητήτου ἀκριβείας· ἀλλὰ τὸ προτέρημα τοῦτο δὲν ὀφείλεται οὔτε εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ὁποίου ἤρξατο ἡ ἐργασία, οὔτε εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ὅστις δέκα μῆνας διηύθυνε τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον, οὐδ’ εἰς ἐμὲ, ὅστις διεδέχθην αὐτὸν, πολλῷ δ’ ἧσσον εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας, κατὰ τὸ διάστημα τῆς τριμήνου Κυβερνήσεως τοῦ ὁποίου συνέπεσε νὰ δοθῇ πρὸς ἐκτύπωσιν καὶ νὰ δημοσιευθῇ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1877, μεθ’ οὗ τυγχάνει συνδεδεμένος καὶ ὁ γενικὸς λογαριασμὸς τοῦ 1878. Τὸ προτέρημα τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἀκρίβειαν καὶ τὴν φιλοπονίαν ὑπαλλήλου διακεκριμένου ἀληθῶς, ἐκείνου, ὅστις εἶχε ταχθῆ παρ’ ἡμῶν νὰ διευθύνῃ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, καθ’ ὃν χρόνον ἐτυγχάνομεν ἐν τῇ Κυβερνήσει, τοῦ κ. Τσακωνοπούλου. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας καὶ διὰ τρίτην ὑπηρεσίαν, ἣν προσήνεγκεν εἰς τὸ Κράτος, ἐκαυχήθη, προκαλῶν ἡμᾶς νὰ ὁμολογήσωμεν αὐτῷ χάριτας· συνίσταται δ’ ἡ τρίτη αὕτη ὑπηρεσία αὐτοῦ εἰς τὸ ὅτι κατεδίωξε τὸ λαθρεμπόριον τοῦ καπνοῦ, καὶ ἐβελτίωσε τὰς εἰσπράξεις, αὐξήσας τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Δὲν πρέπει νὰ ἐπαναλάβω ὅσα περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ πολλάκις ἐξέθηκα εἰς τὴν Βουλὴν. Τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ διὰ τῶν κοπτηρίων εἶχε τεθῆ ἐν ἐφαρμογῇ ὑπὸ τοῦ καὶ νῦν Πρωθυπουργοῦ τὸ 1884, ἐπανήχθη δὲ αὖθις ἐν ἰσχύϊ τὸ 1887, δύο δ’ ἀπὸ τοῦ 1887 ἔτη ἐφαρμογῆς ἤρκεσαν διὰ ν’ ἀποκαλύψωσιν εἰς ἐκείνους, οἵτινες ὑποβάλλονται εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην, τὰ τρωτὰ μέρη τοῦ συστήματος, οὗτοι δὲ, ὠφελούμενοι ἐξ αὐτοῦ, νὰ ὀργανώσωσι τὴν λαθρεμπορίαν τοῦ καπνοῦ, ἥτις προέβαινεν ἐντεινομένη καθ’ ἑκάστην, ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπῆλθεν εἰς τὴν ἀρχήν. Ποῖα δὲ ἦσαν τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ἐπελθόντα ἐκ τῶν πρὸς καταστολὴν τοῦ λαθρεμπορίου τοῦ καπνοῦ προσπαθειῶν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας; Κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1892 εἶχον ὑποβληθῆ εἰς φορολογίαν 42,635 ὀκάδες καπνοῦ, τὸν Ἀπρίλιον δὲ, καθ’ ὃν ἦτο ἐν τῇ Κυβερνήσει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν 43,345, ἤτοι κατώρθωσε νὰ φορολογηθῶσιν 710 ὀκάδες καπνοῦ περισσότεραι τῶν ὑποβληθεισῶν εἰς φορολογίαν κατὰ Φεβρουάριον, καὶ νὰ εἰσπραχθῶσιν ἐκ τοῦ φόρου τῶν 5 δρ. καὶ 20 λεπ. κατ’ ὀκᾶν περισσότεραι 3,692 δραχμαί. Καὶ τοῦτο ἀνέφερε, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι κατετρόπωσε τὸ λαθρεμπόριον τοῦ καπνοῦ καὶ ηὔξησε τὰ δημόσια ἔσοδα! Ἀλλ’ ἐὰν παραβάλητε τὰ ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς μῆνας τοῦ 1892, τὸν Μάρτιον, τὸν Ἀπρίλιον καὶ τὸν Μάϊον, καθ’ οὓς διετέλεσεν ἐν τῇ Κυβερνήσει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀντιστοιχούντων τριῶν μηνῶν τοῦ ἀμέσως προηγουμένου ἔτους 1891, θέλετε συναγάγει ἀντίθετον ἀποτέλεσμα. Κατὰ τοὺς μῆνας Μάρτιον, Ἀπρίλιον καὶ Μάϊον τοῦ 1892 ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν 146,084 ὀκάδες καπνοῦ, κατὰ δὲ τοὺς μῆνας Μάρτιον, Ἀπρίλιον καὶ Μάϊον τοῦ 1891, καθ’ οὓς ἐτυγχάνομεν ἡμεῖς ἐν τῇ Κυβερνήσει, εἶχον ὑποβληθῆ εἰς φορολογίαν 167,954, ἤτοι περισσότεραι 21,870 ὀκάδες καπνοῦ, τῶν ὁποίων ὁ φόρος, ὑπολογιζόμενος πρὸς δραχμὰς 5 καὶ 20 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, ἀνήρχετο εἰς δραχμὰς 113,724. Καὶ δὲν λέγω ταῦτα, ἵνα μεμφθῶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, ὅτι δῆθεν ἐξ ἀκηδίας αὐτοῦ, ἐξ ἀμελείας αὐτοῦ, ἢ ἐκ προαιρέσεως αὐτοῦ πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ λαθρεμπορίου, συνετελέσθη τοῦτο, ἐξ ἐναντίας εἰμὶ βέβαιος, ὅτι κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν, ἵνα ἐμποδίσῃ τὸ λαθρεμπόριον, ἀλλὰ λέγω ταῦτα, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι οὐδεμίαν ἐπήνεγκε βελτίωσιν, διότι οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπενέγκῃ βελτίωσιν, ἐν ὅσῳ ὁ τότε ἰσχύων νόμος ἐλειτούργει ὡς εἶχεν· ὡς δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν δραστηριότητα τῆς διοικήσεως, ἣν ἐγκατέστησεν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, ὁ μετὰ τὸν μῆνα Αὔγουστον τοῦ τρέχοντος ἔτους ἐπιτευχθεὶς περιορισμὸς τοῦ λαθρεμπορίου τοῦ καπνοῦ, ἀλλ’ ὀφείλεται εἰς τὰς ἀστυνομικὰς διατάξεις, αἵτινες ἐνομοθετήθησαν τελευταῖον, κατὰ τὰς ὁποίας ἐνασκεῖται ἄγρυπνος ἐπιτήρησις ἐπὶ τοῦ προϊόντος τούτου, ἀφ’ ἧς συγκομίζεται μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν εἰσάγεται ἐν τοῖς κοπτηρίοις, διατάξεις, τὰς ὁποίας ἀδυσωπήτως ἐπολέμει ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας καὶ οἱ φίλοι τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, ὅτε, περιειλημμέναι ἐν τῷ περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ ἐμῷ νομοσχεδίῳ, συνεζητοῦντο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀλλὰ ποία ἦτο ἡ ἄλλη βελτίωσις τῶν εἰσπράξεων, καὶ ἡ ἕνεκα ταύτης ἐπελθοῦσα αὔξησις τῶν ἐσόδων, διὰ τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἐπεθύμησε νὰ ὁμολογήσωμεν αὐτῷ χάριτας; Καθ’ ἕκαστον ἔτος εἰσπράττονται ἔσοδα δύο χρήσεων, τῆς χρήσεως τῆς τρεχούσης καὶ τῆς χρήσεως τῆς προηγηθείσης· ἦτο δὲ τρέχουσα χρῆσις, καθ’ ὃν χρόνον ἦτο ἐν τῇ Κυβερνήσει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ἡ χρῆσις τοῦ 1892, προηγουμένη δὲ ἡ τοῦ 1891. Καὶ περὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1892 κατὰ τοὺς μῆνας Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον καὶ Μάϊον καὶ Ἰούνιον τοῦ 1892 δὲν προσήκει νὰ γένηται ἐξέτασίς τις, διότι ἡ χρῆσις μόλις πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων μηνῶν εἶχεν ἀρχίσει, οὐδ’ εἶχον προβῆ, πολλῷ δ’ ἧσσον περαιωθῆ τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως ἐκείνης αἱ βεβαιώσεις. Διὰ τοῦτο παραλείπω τὴν ἐξέτασιν τῆς βελτιώσεως τῶν εἰσπράξεων τῆς χρήσεως τοῦ 1892, τὴν ὁποίαν κατώρθωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, καὶ περιορίζομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τῆς προηγουμένης χρήσεως, τῆς τοῦ 1891, ἐν παραβολῇ πρὸς τὴν κατὰ τὸ 1891 ἐπιτευχθεῖσαν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων τῆς προηγηθείσης αὐτῇ χρήσεως τοῦ 1890, κατὰ τοὺς μῆνας, τοὺς ἀντιστοιχοῦντας πρὸς τοὺς μῆνας, καθ’ οὓς ἐτύγχανεν ἐν τῇ Κυβερνήσει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, καὶ προσέτι ἐν παραβολῇ πρὸς τὴν κατὰ τὸ 1890 ἐπιτευχθεῖσαν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1889, ἥτις προηγεῖτο αὐτῆς, κατὰ τοὺς μῆνας ὡσαύτως, τοὺς ἀντιστοιχοῦντας πρὸς τοὺς μῆνας, καθ’ οὓς ἐτύγχανεν, ὡς εἶπον, ἐν τῇ Κυβερνήσει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας. Ἔχω δὲ πίνακα, δηλοῦντα τῆς ἐξετάσεως ταύτης τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀναγινώσκω ὑμῖν. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, κατὰ τοὺς μῆνας ἀπὸ 1 Μαρτίου μέχρι τέλους Ἰουνίου 1890 εἰσεπράχθησαν ἔσοδα τῆς προηγουμένης χρήσεως τοῦ 1889 δρ. 4,125,184.19. Κατὰ τὸ εἰρημένον χρονικὸν διάστημα, τὸ ἀπὸ 1 Μαρτίου μέχρι τέλους Ἰουνίου 1890, ἐτύγχανεν ἐν τῇ Κυβερνήσει ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, αὐτὸς δ’ οὗτος ἐτύγχανεν ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως τοῦ 1889, τῆς ὁποίας τὰ ἔσοδα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ ἀπὸ 1 Μαρτίου μέχρι τέλους Ἰουνίου διάστημα τοῦ 1890. Ὡσαύτως κατὰ τὸ ἀπὸ 1 Μαρτίου μέχρι τέλους Ἰουνίου τοῦ 1881 τετράμηνον διάστημα, καθ’ ὃ διετελοῦμεν ἡμεῖς ἐν τῇ Κυβερνήσει, εἰσεπράχθησαν ἔσοδα τῆς προηγηθείσης χρήσεως τοῦ 1890, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὁποίας ἐτύγχανεν ἐν τῇ Κυβερνήσει ὁ καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς, δραχμαὶ 4,557,960.96, ἤτοι περισσότερα κατὰ 432,776.77 ἢ ὅσα αὐτὸς οὗτος, ὁ καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς, εἶχε κατορθώσει κατὰ τὸ 1890 νὰ εἰσπράξῃ ἐκ τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1889, καθ’ ἣν αὐτὸς διεχειρίζετο τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἀπὸ 1 Μαρτίου μέχρι τέλους Ἰουνίου τοῦ 1892 τετράμηνον διάστημα, καθ’ ὃ ἐτύγχανεν ἐν τῇ Κυβερνήσει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, πόσα ἠδυνήθη νὰ εἰσπράξῃ ἐκ τῶν ἐσόδων τῆς προηγουμένης χρήσεως, τῆς χρήσεως τοῦ 1891, καθ’ ἣν ἡμεῖς ἐτυγχάνομεν ἐν τῇ Κυβερνήσει; Μόνον 2,931,293.44· ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν ὑπὸ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1890 ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1889 κατὰ δραχμὰς 1,193,890.75, ὀλιγώτερα δὲ τῶν κατὰ τὸ 1891 εἰσπραχθέντων παρ’ ἡμῶν ἐσόδων τῆς προηγουμένης χρήσεως, τῆς τοῦ 1890, καθ’ ἣν δὲν διεχειριζόμεθα ἡμεῖς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ διεχειρίζετο αὐτὰ ὁ καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς, κατὰ δραχμὰς 1,626,667.52. Καὶ ἐγὼ δὲν παρεπονέθην διὰ τὴν ἐγκατάλειψιν, εἰς ἣν ὁ διαδεχθείς με ἐν τῇ Κυβερνήσει κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας παρῄτησε τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων τοῦ 1891, καθ’ ὃ διετέλουν ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἐγκατάλειψιν, ἧς ἕνεκεν ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1891 εἰσεπράχθησαν οὐχὶ ὅσα ἡμεῖς εἴχομεν ὑπολογίσει, ὅτι ἠθέλομεν εἰσπράξει, ἀλλὰ πολλῷ ὀλιγώτερα αὐτῶν· ἀλλὰ πῶς νὰ σιωπήσω, ὅταν παρέστη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, καυχώμενος, ὅτι εἰσεπράχθησαν κατὰ τοὺς 4 μῆνας τοῦ ἔτους, καθ’ οὓς ἐτύγχανεν ἐν τῇ Κυβερνήσεις, περισσότερα ἢ ὅσα μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου εἰσεπράττοντο; Ὁμολογῶ ὅτι ἤκουσα μετὰ προσοχῆς πάντα τὰ λεχθέντα περὶ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ὡς δὲ ὅτε κατὰ πρῶτον ἔλαβον τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην παρέστησα, συνέβη καὶ παρ’ ἡμῖν ὅ,τι συνήθως συμβαίνει κατὰ τὰς περιόδους, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπισκήπτουσι δυστυχίαι. Πάντες τότε ἁμιλλῶνται, ἵνα δώσωσι γνώμην, παραπλησίως, ὡς ὅταν ἀσθενὴς νοσηλεύηται ἐπὶ πολὺν χρόνον, ἡ δὲ κατάστασις αὐτοῦ ὁσημέραι δεινοῦται, πολλοὶ αὐτεπαγγέλτως προσέρχονται συμβουλεύοντες, καὶ ἁμιλλώμενοι ἵνα εἰσαχθῶσι νὰ θεραπεύσωσιν αὐτόν. Κατὰ τὴν ἐπισκήψασαν καὶ ἐφ’ ἡμᾶς δυστυχῶς ταύτην περίοδον δὲν ἔκρινα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ προσέλθω καὶ ἐγὼ ἰατρός, συμβουλεύων φάρμακα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐπενόησα καὶ προβάλλω, προσεδόκων δ’ ὅτι δὲν ἤθελον μὲ ἐπικρίνει ἐκεῖνοι, ὅσοι ἐνόμιζον, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ προβάλωσι φάρμακα καὶ σπεύδοντες ἡμιλλῶντο, τίς πρῶτος νὰ καταδείξῃ τὸν χαρακτῆρα τῆς νόσου, ἥτις κατατρώγει τὸ σῶμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὅπως κληθῇ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἴασιν αὐτοῦ. Ἐγὼ μάλιστα οὐδ’ ὑπέλαβον, ὅτι εἶχον καθῆκον, οὐδὲ κἂν νὰ ἐξετάσω τὰς διαγνώσεις αὐτῶν καὶ τὰ φάρμακα, τὰ ὁποῖα ἐπρότειναν, οὐδὲ νὰ ἀναλύσω τὰς γνώμας καὶ τὰ προγράμματα αὐτῶν. Πρὸς τίνα σκοπὸν νὰ ἀποσχολήσω τὴν Βουλήν, ἔλεγον κατ’ ἐμαυτόν, ἀντιλέγων εἰς τὰ προτεινόμενα μέτρα, ἢ ἀνασκευάζων τὰ προγράμματα ἢ τὰς γνώμας αὐτῶν; Ἐὰν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἐτύγχανεν ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ προσήρχετο εἰς τὴν Βουλὴν προβάλλων ὅσα πρὸ ἡμερῶν ἀπήγγειλεν ὡς πρόγραμμα αὐτοῦ, εἶχον καθῆκον νὰ συζητήσω ἐπὶ τῶν γνωμῶν αὐτοῦ, νὰ ἀνακοινώσω τὴν ἐμὴν γνώμην ἐπὶ τῶν μερῶν ἐκείνων τοῦ προγράμματος αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα ἔκρινον ἀνεφάρμοστα, ἢ μηδόλως συντελοῦντα εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν κοινῶν, εἴτε ἄγοντα εἰς ζημίαν καὶ χειροτέρευσιν αὐτῶν, ὅπως ἀποτρέψω τὴν Βουλὴν ἀπὸ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ προγράμματος αὐτοῦ, ἢ νὰ διαφωτίσω αὐτὸν, ὅπως ἀποδεχθῇ μεταβολὰς αὐτοῦ. Ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ἐπὶ ἄλλου θέματος ἀγορεύων, ἔσπευδε νὰ ἐκδηλώσῃ πρῶτος τὴν γνώμην, ἣν ἀνεκοίνωσεν, ὡς ἂν ὑπῆρχε κίνδυνος μὴ προλάβῃ αὐτὸν ἄλλος, καὶ τότε παρέλιπον νὰ ἐπικρίνω αὐτὸν, οὐδὲ κἂν ἀντεῖπον εἰς τὴν γνώμην αὐτοῦ. Πρὸς τίνα σκοπὸν νὰ ἀντείπω ἢ νὰ ἀντιλέξω; Νὰ ἀντείπω ἵνα φωτίσω τὴν πλειονοψηφίαν, ὅπως μεταβάλῃ γνώμην; Δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι ἤθελον ὑποληφθῆ σπουδάζων, ἐὰν ἐδήλουν προσδοκίαν, ὅτι ἤθελον φωτίσει τὴν πλειονοψηφίαν καὶ πείσει αὐτὴν νὰ μεταβάλῃ γνώμην. Ἢ νὰ ἀντείπω ἵνα φωτίσω τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Δέκα ἤδη ἔτη ἀκούει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰς ἐμὰς κρίσεις περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους. Δέκα ἤδη ἔτη ἀκούει προβλέψεις καὶ προῤῥήσεις, δικαίως δὲ πρέπει νὰ ὑποθέσω, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην ὥραν νὰ ἀκούσῃ αὖθις λόγους, οὓς πολλάκις ἤκουσεν, ἵνα φωτισθῇ περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τυγχάνει πεφωτισμένος, διὰ τοῦτο ἐσιώπησα καὶ ἐπὶ τῶν προγραμμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπηγγέλθησαν, καὶ ἐπὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐπροτάθησαν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων ὅτι ἀναιρεῖ τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, ἢ ὅτι ἐκθέτει αὐτὴν εἰς κίνδυνον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀνομάζουσί τινες χρεωκοπίαν, ἄλλοι δὲ πτώχευσιν, ἄλλοι δὲ συμβιβασμὸν, καὶ φίλοι τινὲς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καθ’ ὑπερβάλλοντα εὐφημισμόν, διακανόνισιν. Αὐτὸ, οἱονδήποτε καὶ ἂν δώσωσιν αὐτῷ ὄνομα, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀποτέλεσμα ἀνικανότητος τοῦ Κράτους νὰ ἐκπληρώσῃ ἐμπροθέσμως ἀκεραίας τὰς ὑποχρεώσεις του, οὐδόλως συνδέεται μετὰ τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος, ἥτις τυγχάνει ὅλως κεχωρισμένη ἀπὸ τοῦ συμβεβηκότος τούτου. Ἀλλ’ ἄν τὸ συμβεβηκὸς δὲν ἐκθέτῃ εἰς κίνδυνον τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, ἀποτελεῖ ὅμως ὁμολογίαν τῆς ἀκρισίας τῆς Ἑλλάδος, τῆς ἀφροσύνης τῆς Ἑλλάδος, τῆς ἐλαφρότητος τοὐλάχιστον αὐτῆς, καὶ τοιοῦτον χαρακτηρισμὸν βεβαίως θέλομεν ἀκούσει μετὰ θλίψεως, ὅτι πάντες θέλουσιν ἀποδώσει εἰς αὐτήν. Ἀλλὰ διατὶ ἐγὼ νὰ ὑπολάβω, ὅτι ἔχω καθῆκον τοιαύτην νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν γνώμην ἢ συμβουλήν, καὶ μὲ ἐπέκρινεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὡς μὴ εἰπόντα τὴν ἐμὴν γνώμην; Ἔχω ἐγὼ τόσα στοιχεῖα, ὅπως καταρτίσω εὐσυνειδήτως γνώμην τοιαύτην, θετικὴν καὶ ὡρισμένην, ὅσα ἔχει ἡ Κυβέρνησις; Καὶ ἀφοῦ ἐκείνη οὐδὲν τοιοῦτον ἐπρότεινε, φρονοῦσα βεβαίως, ὅτι δὲν εἶναι ἔτι ὁ κίνδυνος ἐπικείμενος καὶ ἀναπόφευκτος, πῶς ἤθελεν ἐπιτραπῆ εἰς ἐμὲ νὰ κηρύξω ἐγὼ τὸν κίνδυνον ἐπελθόντα, καὶ τὴν καταστροφὴν ἐπισκήψασαν; Ἐκλήθην νὰ ἐξετάσω τὸν εἰσαχθέντα προϋπολογισμὸν τοῦ 1893, καὶ ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀποδέχομαι καθ’ ὅλα τὴν ἐπ’ αὐτοῦ γνώμην τῆς μειοψηφίας τῆς ἐξελεγξάσης αὐτὸν ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς. Συνεβούλευσα λοιπὸν καὶ ἐγὼ νὰ κηρύξῃ αὐτὸν ἡ Βουλὴ ἀνεπαρκῆ, ὡς μὴ στηριζόμενον ἐπὶ δεδομένων πιθανῶν, ὡς μὴ ἄγοντα εἰς τὸ ἰσοζύγιον, ὡς μὴ προβλέποντα περὶ τῆς πληρώσεως πασῶν τῶν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, προεκάλεσα δ’ οὕτω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναθεωρήσωσι τὸν προϋπολογισμόν των. Ἄν ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐξετάζοντες τὰ πράγματα, πείθωνται, ὅτι τὸ Κράτος περιῆλθεν εἰς ἀνικανότητα νὰ ἐκπληρώσῃ ἐμπροθέσμως τὰς ὑποχρεώσεις αὑτοῦ ἀκεραίας, ποῖος κωλύει αὐτοὺς νὰ τὸ εἴπωσιν εὐκρινῶς; Τότε δ’ ἄρχεται ἡ ὑποχρέωσις ἐμοῦ νὰ ἐξετάσω, ἄν ὀρθῶς κρίνωσι, καὶ νὰ ἐκφέρω γνώμην. Ἀλλὰ κατὰ τί συντελοῦμεν, σπεύδοντες ἡμεῖς νὰ προβάλωμεν τοιαύτην γνώμην; Μήπως ἡ ἀνακοίνωσις, ἢ ἡ δημοσίευσις γνώμης οἱασδήποτε, ἰδίως δὲ ταύτης, τῆς δηλούσης τὴν ἀνικανότητα τοῦ Κράτους, δὲν ἦναι ἐνδεχόμενον νὰ βλάψῃ; Καὶ ἄν ἐφρόνουν, ὅτι οὐδεμία πλέον ὑπῆρχεν ἄλλη λύσις, εἰμὴ μόνη αὕτη, καὶ τότε ἔπρεπε νὰ ἀποφύγω νὰ ποιήσωμαι τοῦτο γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ μὴ συντελέσῃ εἰς βλάβην, ἢ εἰς παράλυσιν τῶν προσπαθειῶν, τὰς ὁποίας οἱ κυβερνῶντες ὀφείλουσι νὰ καταβάλωσι. Διὰ τοῦτο οὐδὲ λέξιν κἄν εἶπον πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, ὅτε κατὰ Ἰούλιον συνεζητεῖτο, πολιτευόμενος οὐχὶ καθ’ ὃν τρόπον ἐπολιτεύετο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτε ἐγὼ ἤμην ἐν τῇ Κυβερνήσει, ὅπως παράσχω εἰς τὴν Κυβέρνησιν πᾶσαν εὐκολίαν, καὶ ἑπομένως πλήρη ἐλευθερίαν νὰ βελτιώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα αὐτὴ εἶχε καταποντίσει, ἀφήσω δὲ αὐτὴν καὶ ὑπὸ πλήρη τὴν εὐθύνην, ἐὰν δὲν ἤθελε δυνηθῆ νὰ βελτιώσῃ ταῦτα. Οὕτω κρίνω περὶ τούτων, οὐδ’ ἀνομολογῶ ὡς ἀκριβῆ ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας εἶπε περὶ τῆς σημαίας, τὴν ὁποίαν ἐκράτουν οἱ πατέρες ἡμῶν. Ἐξ ἐναντίας κρίνω, ὅτι ἐσφάλετο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας, καὶ ἐσφάλετο σφάλμα βαρύ. Δὲν θέλω νὰ πικράνω αὐτὸν διὰ παρατηρήσεώς τινος, διότι γνωρίζω τὸν χαρακτῆρα αὐτοῦ καὶ γνωρίζω τὸν ἄνδρα, καταληφθέντα ὑπὸ ποιήσεως, ὅτε ἀνεμιμνήσκετο τῆς σημαίας τῶν πατέρων ἡμῶν. Ἡ σημαία ἐκείνων οὐδὲν ἔχει κοινὸν μὲ τὸν βίον ἡμῶν τοῦτον, τὸν μικρὸν καὶ ἐλεεινόν. Ἄφετε αὐτὴν εἰς τὴν ἱστορίαν, καὶ μὴ ἐπικαλεῖσθε, ἐν τῷ μέσῳ τοιαύτης ἀβουλίας, τὴν τιμὴν καὶ τὴν δόξαν τῆς σημαίας τῶν πατέρων. Οἱ πατέρες ἡμῶν δὲν ἠτίμασαν τὴν σημαίαν, ὅταν ἠρνοῦντο νὰ πληρώσωσι τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα εἶχον συνομολογηθῆ κατὰ 1824 καὶ 1825, ὡς δὲν ἠτίμασε τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐκεῖνος, ὅστις ἀντέταξε τὴν ἄρνησιν τῆς πληρωμῆς τῶν χρεῶν τούτων. Ἦτο ἐκεῖνος ἀνὴρ καὶ φειδόμενος τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἀγαπῶν τὴν πατρίδα. Αὐτὸς ἔλεγε τότε εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι κατὰ τὰ 1824 καὶ 1825, ὅτε συνωμολογήθησαν τὰ δάνεια, περὶ ὧν ὁ λόγος, δὲν ὑπῆρχε τὸ Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ πᾶσα ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ, ἥτις συνωμολόγησεν αὐτά. Δὲν ἐδανείσθησαν, ἔλεγε, μόνον οἱ κάτοικοι τοῦ ἐλευθερωθέντος κατὰ τὸ 1830 μέρους τῆς Ἑλλάδος, ἐδανείσθησαν οἱ κάτοικοι τῆς ὅλης Ἑλλάδος, οἱ κάτοικοι τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θρᾴκης καὶ τῆς Μακεδονίας, οἱ κάτοικοι τῆς Κρήτης καὶ τῆς Χίου, τῆς Μυτιλήνης καὶ τῆς Σάμου, οἱ κάτοικοι πασῶν τῶν Σποράδων· ἀλλ’ οἱ ἐλευθερωθέντες διὰ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἦσαν οἱ κατοικοῦντες τὴν ἄκραν ταύτην τοῦ Ἑλληνικοῦ. Πῶς ζητεῖτε, ἠρώτα ἐκεῖνος, νὰ ἐπιβάλητε εἰς τὴν ἄκραν ταύτην τὰ χρέη ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Ἐλευθερώσατε ἅπαν τὸ Ἑλληνικὸν, προθύμως δὲ τότε θέλει πληρώσει αὐτὸ τὰ χρέη του. Οὐδ’ ἠτίμασαν τὴν Ἑλλάδα οἱ πατέρες ἡμῶν, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπαρκέσωσι καὶ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τοῦ κατὰ τὰ 1833 συνομολογηθέντος δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Τὸ δάνειον τοῦτο διεχειρίσθη κατὰ τὴν πρώτην περίοδον τῆς πρώτης Βασιλείας ἡ Ἀντιβασιλεία, διότι κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην ὁ Βασιλεὺς ἦτο ἀνήλικος, οἱ ἀντιβασιλεῖς δὲ διεχειρίζοντο τὰ κοινά. Ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν κατόπιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἰσχυρίζοντο, ὅτι ἡ διαχείρισις δὲν ἦτο σκόπιμος, οὐδὲ τοῦ δανείου ἡ διάθεσις ἐγένετο πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας, ὅτι ἐσπαταλήθησαν τὰ χρήματα, καὶ ὅτι ἕνεκα τῆς σπατάλης ταύτης οὐδεμία ἐγένετο δαπάνη παραγωγική. Καὶ ἐνθυμοῦμαι μέγαν πολιτικὸν τῆς Ἑλλάδος, τὸν Ἰωάννην Κωλέτην, λέγοντα κατὰ τὰ 1844 πρὸς τὰς ἐγγυητρίας τοῦ δανείου τούτου Δυνάμεις: «Ἀπαλλάξατε ἡμᾶς τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων τοῦ δανείου τούτου, τοὐλάχιστον ἐπί τινα ἔτη, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ οἰκονομήσωμεν μικρά τινα μέσα ἐκ τῶν ὄντως πενιχρῶν ἐσόδων μας καὶ διαθέσωμεν ταῦτα πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς γεωργίας καὶ τῆς βιομηχανίας τῆς χώρας, ὅπως καταστῇ ἡμέραν τινὰ ἡ Ἑλλὰς ἐπαρκὴς πρὸς ἐκπλήρωσιν καὶ τῶν ὑποχρεώσεών της τούτων.» Ἐὰν οἱ θέλοντες νὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ γράφωσιν ἀσυνειδήτως ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα συνωμολόγησε κατὰ τελευταῖα τέσσαρα ἔτη, κατὰ 1887, 1888, 1889 καὶ 1890, ἐδαπανήθησαν διὰ νὰ φυτευθῶσιν αἱ πεδιάδες τῆς Πελοποννήσου καὶ μετατραπῶσιν εἰς τοὺς ὑπάρχοντας νῦν σταφιδῶνας, παύσατε καὶ σεῖς οἱ ἄλλοι ἰσχυριζόμενοι, ὅτι καὶ τὸ δάνειον τοῦ 1833 ἐδαπανήθη εἰς ἀνάπτυξιν καὶ ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ συμβεβηκὸς, τὸ ὁποῖον δι’ ὅρων τοσούτῳ ποικίλων προσπαθοῦσι νὰ περικαλύψωσιν, οἱ μὲν φρονοῦντες καὶ κρίνοντες τοῦτο ἀναγκαῖον ὀνομάζοντες αὐτὸ κατ’ εὐφημισμὸν διακανόνισιν ἢ συμβιβασμὸν, οἱ δὲ ζητοῦντες νὰ παραστήσωσι τοῦτο ὡς ἀπαίσιον καὶ ἀποτρόπαιον ὀνομάζοντες τοῦτο χρεωκοπίαν ἢ πτώχευσιν, τὸ πρᾶγμα, τὸ συμβεβηκὸς εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ, οὐδὲ μεταβάλλεται. Εἶναι ἀνικανότης τῆς Ἑλλάδος, ἵνα ἐκπληρώσῃ ἐμπροθέσμως ἀκεραίας τὰς ὑποχρεώσεις της. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐνέχηται εἰς τὸ συμβεβηκός, τὸ συμβεβηκὸς ὅμως εἶναι μέγα καὶ βαρὺ, ἐπάγει δὲ συνεπείας, τὰς ὁποίας οὐδεὶς δύναται νὰ προσδιορίσῃ. Ὅταν λέγωμεν περὶ πτωχεύσεως, ὅταν λέγωμεν περὶ ἀνικανότητος τοῦ Κράτους εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του, ἀντικρύζομεν πρὸς τὸ σκότος, οὐδὲ δύναταί τις ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σκότους αὐτοῦ νὰ διΐδῃ, τί δύναται νὰ ἀπαντήσῃ. Τὸ πρᾶγμα εἶναι τὰ μάλιστα σοβαρὸν, ὅσῳ δὲ σοβαρὸν εἶναι, τοσοῦτον πρέπει μετὰ δειλίας νὰ στρέφῃ τις τὸν νοῦν του πρὸς αὐτό. Ἐγὼ ἐξέθηκα μετὰ πάσης εἰλικρινείας τὴν ἱστορίαν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους. Τὴν ἐξέθηκα ἵνα μὴ τὴν λησμονήσῃ ἡ Βουλὴ, τὴν ἐξέθηκα ἵνα σταθμίσῃ αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις· ἀλλ’ ἀφῆκα ἐλευθερίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς βελτιώσεως αὐτῶν, οὐδ’ ἐτόλμησα νὰ ἐκφέρω γνώμην τινὰ, οὐδ’ ἔκρινα, ὅτι ἔπρεπε νὰ προσέλθω καὶ ἐγὼ εἴτε χορηγητὴς φαρμάκων, εἴτε αὐτόκλητος ἰατρὸς, τὴν θεραπείαν τοῦ νοσοῦντος ἐπαγγελλόμενος. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε κρίνει μέτρον τι λυσιτελὲς ἢ ἀναπόφευκτον αὐτῇ, ἀπέκειτο νὰ τὸ προτείνῃ, ὅπως καὶ ἡμεῖς, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, κρίνωμεν, ἐὰν ἦναι λυσιτελὲς, ἢ ἐὰν κατεστάθη ἀναπόφευκτον. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε κρίνει μέτρον τι καλλίτερον, ἀντὶ τοῦ δανείου, μὲ τὸ ὁποῖον συνώδευσε τὸν προϋπολογισμόν της, ἄφετε αὐτὴν νὰ ἐξεύρῃ τὸ μέτρον τοῦτο, καὶ νὰ τὸ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα κρίνωμεν. Τό γε νῦν ἔχον, ἓν μέτρον ἐπρότεινε μέχρι τοῦδε, δάνειον, ἀλλὰ τοῦτο καὶ ἐπεκρίναμεν καὶ ἀπεδείξαμεν ὅτι δὲν συντείνει εἰς βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἰς τὴν περαιτέρω χειροτέρευσιν καὶ εἰς καταστροφὴν αὐτῶν. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπόκειται ἡ ἐλευθερία νὰ κρίνῃ, ἀλλὰ μετὰ τῆς ἐλευθερίας ἀπόκειται εἰς αὐτὴν καὶ ἡ εὐθύνη, βαρεῖα δὲ εὐθύνη διὰ τὸ παρελθὸν, βαρεῖα εὐθύνη καὶ διὰ τὸ ἐνεστὼς, διὰ τὴν κρίσιμον ταύτην στιγμήν.
§43ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Οἱ τολμήσαντες τὸ μέγα τῆς 10 πρὸς τὴν 11 Ὀκτωβρίου τόλμημα, ἐξαναγκασθέντες ἴσως, τολμήσαντες δ’ αὐτὸ χάριν τῆς ἐν τῇ κοιτίδι αὐτῶν παγιώσεως τῆς ἐννόμου ἐλευθερίας, ἧς ἀπόλυτον ἔχει ἀνάγκην ὁ Ἑλληνισμὸς, ὅπως ὑπάρξῃ καὶ δράσῃ ὡς τοιοῦτος, ἀναπτύσων τὴν ἔξοχον αὐτοῦ ἐκπολιτιστικὴν ἱκανότητα, οὐ μόνον ἤγαγον εἰς αἴσιον πέρας τὸ ὁποῖον ἐπεχείρησαν μέγα ἔργον, σωφρόνως πολιτευθέντες, οὐ μόνον ἀντικατέστησαν τὴν καταλυθεῖσαν τάξιν πραγμάτων διὰ νέας, προικισθείσης, χάρις εἰς τὸν ἀπαράμιλλον πατριωτισμὸν τῶν ἐξ Ἑπτανήσου ἀδελφῶν, διὰ τῆς πρωτεύουσαν κατεχούσης θέσιν ἐν τῷ ἐκλάμπρῳ ἔργῳ τῆς ἀναγεννήσεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ Ἑπτανησιακῆς πλειάδος, οὐ μόνον κατήρτισαν, ἐπεψήφισαν καὶ ἐπέβαλον πολίτευμα χωλὸν μὲν, διότι εἰργάσθησαν, ὅπως καταστήσωσιν αὐτὸ τοιοῦτον, ἐρειδόμενον ὅμως ἐπὶ τοῦ μόνου κατὰ φύσιν ὀρθοῦ πολιτικοῦ δόγματος, ὅτι πᾶσα ἐξουσία ἀποῤῥέει ἀπὸ τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ, προνοοῦντες περὶ τῆς εὐημερίας τῆς φίλης αὐτοῖς πατρίδος, καὶ ὡς ἔδει μεριμνῶντες περὶ τῆς τιμῆς αὐτῆς, ἐδίδαξαν ἡμᾶς λόγοις τε καὶ ἔργοις, πῶς πρέπει νὰ διοικῆται ὁ τόπος, καὶ ἰδίως τίνι τρόπῳ καὶ πρὸς ποῖον σκοπὸν πρέπει νὰ γίνηται ἡ χρῆσις τῶν διαφόρων πόρων τοῦ Κράτους. Καὶ δὲν κατεδίκασαν διὰ τοῦ ἐπισημοτέρου τρόπου τὸ σύστημα τοῦ κλείειν τοὺς ἀπολογισμοὺς μὲ ἐλλείμματα, ἤγουν μὲ δάνεια· καὶ τοῦτο, διότι, ὡς ὀρθῶς παρατηρεῖ ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1864 ἐπιτροπὴ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ὁ ὀρθὸς λόγος συμφωνεῖ μὲ τὰ διδάγματα τῆς ἐπιστήμης, ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ἰσοζυγίζεται εἷς προϋπολογισμὸ μὲ δάνεια, διότι τὸ ἰσοζυγίζειν τὸν προϋπολογισμὸν διὰ μιᾶς πιστώσεως εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ μὴ τὸν ἰσοζυγίσῃ τις παντάπασι, καθόσον μεταξὺ ἑνὸς ἀπολογισμοῦ κλειομένου διὰ δανείου καὶ ἑνὸς κλειομένου μὲ ἔλλειμμα δὲν ὑπάρχει ἄλλη διαφορὰ, εἰμὴ τοῦ ἀπαιτητοῦ χρέους πρὸς τὸ πάγιον, ἢ, μὲ ἄλλας λέξεις, τοῦ βραχυπροθέσμου χρέους πρὸς τὸ μακροπρόθεσμον. Ἡ κατάστασις αὕτη, προσθέτει ἡ εἰρημένη ἐπιτροπὴ, ὡς πᾶς τις θέλει ὁμολογήσει, εἶναι ἡ πλέον ἐπικίνδυνος πλάνη, ἐκ τῆς ὁποίας ἐκ παντὸς τρόπου πρέπει ὅσον τάχος νὰ ἐξέλθωμεν. Συνεζήτησε δὲ τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν μετ’ ἐκτάκτου ἐμβριθείας καὶ ὅπως οὐδέποτε συνεζητήθη προϋπολογισμὸς ἐνώπιον Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, καὶ περιώρισε τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους εἰς 22,233,118, καὶ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον ἐδιοικήθημεν κατὰ τὸ 1864.... (Ἐνταῦθα σβεσθέντος αἰφνιδίως τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς, ὁ ῥήτωρ διακόπτει τὴν ἀγόρευσίν του).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις δι’ ὀλίγα λεπτά.
§45ΡΑΛΛΗΣ. Λύσατε τὴν συνεδρίασιν κάλλιον, κύριε Πρόεδρε. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Μετὰ παρέλευσιν 10 περίπου λεπτῶν τῆς ὥρας). Κύριοι Βουλευταὶ, ἐπειδὴ παρατείνεται ἡ κατάστασις αὕτη τοῦ φωτισμοῦ, ἐπελθούσης βλάβης τινὸς, ὡς φαίνεται, εἰς τὸν μηχανισμὸν τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς, λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 15′ μ. μ.