Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΓ · Session Β› Sitting 46

1893.01.22

2,255 rows · 16,979 words · 2 tables · 62 turns

Date
1893.01.22
Presidency
Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗ
Period
ΙΓ
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1893)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 46

τῆς 22 Ἰανουαρίου 1893.

(Παρασκευή).

Ὥρα 5 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Μαυρομματίου τῆς Καρδίτσης παραπονοῦνται τηλεγραφικῶς κατὰ τῆς εἰσαγγελικῆς καὶ στρατιωτικῆς ἀρχῆς, ὡς ἐπεμβαινουσῶν ἀναρμοδίως εἰς δικαστικὴν καθαρῶς διαφορὰν μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ χωρίου Χρηστάκη Ζωγράφου, καὶ ἐξαναγκαζουσῶν διακοσίας οἰκογενείας νὰ ἐκπατρισθῶσι. Θέλει ἀποσταλῆ τὸ τηλεγράφημα εἰς τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα. Ὁ Κωνσταντῖνος Παντῆς διὰ τηλεγραφήματός του ἀναφέρει, ὅτι ὁ συμβολαιογράφος Τριπόλεως Ἰωάννης Παλαμήδης ἐγκατέλειψε τὴν θέσιν του ἄνευ ἀδείας. Θέλει ἀποσταλῆ τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ Σεβαστὴ Καλλισπέρη δι’ ἀναφορᾶς της πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ ἀπόφασις τοῦ τέως Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου περὶ χορηγίας εἰς αὐτὴν δραχμῶν 250 κατὰ μῆνα ἐπὶ ἓν ἔτος πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἀνωτέρων σπουδῶν της ἐν Γαλλίᾳ.

§2ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν αἴτησιν ταύτην, γνωρίζω ὅτι ἡ ἀναφερομένη ἀπεπεράτωσεν ἤδη τὰς σπουδάς της καὶ ἐφοδιασθεῖσα μὲ δίπλωμα ἀληθῶς ἐπίζηλον, ἐπανῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Νομίζω, ὅτι δίκαιον εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ πρόσωπον αὐτὸ, διὰ τὰς ἰδικιτέρας περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ, καθόσον ἡ δεσποινὶς Καλλισπέρη εἶναι ἡ μόνη Ἑλληνὶς, ἡ ὁποία κατώρθωσε ν’ ἀποπερατώσῃ τοιαύτας σπουδὰς καὶ ἐφοδιασθῇ μὲ τοιοῦτον δίπλωμα, ὥστε εἰς τὴν Ἑλλάδα δύναται νὰ ἦναι πολὺ χρήσιμος, καθόσον στερούμεθα ἐντελῶς τῆς τοιαύτης ἐκπαιδεύσεως. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἰδιαιτέρως τὴν αἴτησιν τῆς ἀναφερομένης καὶ φροντίσῃ, ὄχι πλέον περὶ συνδρομῆς αὐτῆς, ἀλλὰ περὶ χρησιμοποιήσεώς της.

§3ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ θερμῶς τὴν αἴτησιν τῆς διαπρεποῦς ὄντως Ἑλληνίδος, ἡ ὁποία ἐτίμησε τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα, καὶ εἶναι ἐκ τῶν ὀλίγων γυναικῶν, αἵτινες διεκρίθησαν ἐπιστημονικῶς, δύναται δὲ ἡ χρησιμοποίησις αὐτῆς νὰ παράσχῃ μεγάλας ὠφελείας εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ θήλεως πληθυσμοῦ παρ’ ἡμῖν.

§4ΠΑΧΥΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ νὰ συστηθῇ ἰδιαιτέρως ἡ ἀναφορὰ αὕτη.

§5ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ περιεχόμενον ἐν τῇ ἀναφορᾷ, οὐδένα ἔχω λόγον νὰ ἀμφιβάλλω, ὅτι τὰ ἐν αὐτῇ ἐκτιθέμενα εἶναι ἀληθῆ, καὶ ὅτι ἡ Πολιτεία, ἀφοῦ ἅπαξ ὑπεσχέθη καὶ διὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως νὰ χορηγήσῃ βοήθημα χρηματικὸν εἰς τὴν ἀναφερομένην, ὅπως τελειοποιήσῃ αὕτη τὰς σπουδὰς της ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ πρακτικῶς, ἔχει, ἂν ὄχι νομικὴν, τοὐλάχιστον ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ παράσχῃ ταύτην. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, ἐφ’ οὗ καὶ ὁ ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμος Βουλευτής. Εἶναι γνωστὸν, πόσον ἡ παρ’ ἡμῖν κοινωνία ἐκτιμᾷ τὴν ἀναφερομένην, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ ἐπίσημος ἔκθεσις τῆς Ἀκαδημίας τῶν Παρισίων πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἰδιαιτέρως συνιστᾷ τὴν δεσποινίδα Καλλισπέρη. (Ἀναγινώσκει τὸ σχετικὸν μέρος). Προκειμένου λοιπὸν περὶ τοιαύτης γυναικὸς, ἄριστα καταρτισθείσης ἐν ταῖς σπουδαῖς αὐτῆς, φρονῶ ὅτι εἶναι εὔλογον νὰ χρησιμοποιηθῇ αὕτη, καὶ νὰ μὴ μείνῃ ἐγκαταλελειμμένη γυνὴ, ἡ ὁποία δύναται πολλὰς ὑπηρεσίας νὰ προσφέρῃ εἰς τὴν διδασκαλίαν τοῦ θήλεος γένους, διὰ τὸ ὁποῖον δυστυχῶς δὲν ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν καλῶς κατηρτισμέναι διδάσκαλοι.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει συστηθῆ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, συμφώνως πρὸς τὰς συστάσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν, μὲ τὴν παράκλησιν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.

§7ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐχὶ πρὸς χάριν τῶν κυρίων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἤδη ὕψωσαν φωνὴν ὑπὲρ τῆς ἀναφερομένης, οὔτε πρὸς χάριν καὶ ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἑνώσω τὴν φωνήν μου μετ’ αὐτῶν, πρέπει νὰ συστηθῇ ἰδιαιτέρως ἡ περὶ ἧς πρόκειται ἀναφορά, ἀλλὰ πρὸς χάριν τῆς σπουδαζούσης θηλείας νεολαίας ἐν Ἑλλάδι· διότι ἡ ἀναφορὰ τῆς δεσποινίδος Καλλισπέρη πρὸς τὴν Βουλὴν δὲν εἶναι αἴτησις πρὸς χορήγησιν συνδρομῆς, ἀλλ’ εἶναι, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, προσφορὰ τῶν ἐκδουλεύσεών της, τὰς ὁποίας ἔρχεται νὰ θέσῃ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ χρησιμοποιηθῇ ὑπὲρ τῆς διδασκαλίας τοῦ θήλεος γένους παρ’ ἡμῖν.

§8Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ δεσποινὶς Καλλισπέρη εἶναι περιβεβλημένη δύο σπουδαῖα πλεονεκτήματα· τὸ πλεονέκτημα τῆς πατραγαθίας, καθόσον ὁ ἀείμνηστος πατὴρ αὐτῆς ὑπηρέτησε τὴν πατρίδα πολυτρόπως, τουτέστι στρατιωτικῶς καὶ πολιτικῶς, ἐπὶ πολλὰ ἔτη, καὶ ὅμως οἱ ἀγῶνες αὐτοῦ, ἕνεκεν ἀνωμάλου διοικήσεως, δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἀπέθανε χωρὶς νὰ δυνηθῇ νὰ συμπληρώσῃ τὰ ἔτη τῆς συντάξεως, καὶ τοιαύτην εἰς τὰ τέκνα αὐτοῦ ὡς παραμυθίαν ν’ ἀφήσῃ, καὶ τὸ πλεονέκτημα τῆς ἀρίστης καὶ ἐξαιρετικῆς παιδεύσεως, διότι μεταβᾶσα εἰς Γαλλίαν καὶ ἐπὶ ἓξ ἔτη ἐκπαιδευθεῖσα ἐν διακεκριμένῳ ἐκπαιδευτηρίῳ, ἔλαβεν ἐπίζηλον δίπλωμα, δι’ οὗ ἐκίνησε τὸν θαυμασμὸν καὶ τὴν συμπάθειαν τῶν διευθυνόντων τὴν Σχολὴν ἐκείνην· ἀφοῦ δ’ ἐδαπάνησε πᾶν ὅ,τι εἶχε πρὸς ἐκπαίδευσίν της, ἐπανῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶχεν ἀνάγκην καὶ πρακτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐζήτησε τὴν πρὸς τοῦτο συνδρομὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις, γνωρίζουσα τὴν διακεκριμένην ἐπίδοσιν τῆς δεσποινίδος Καλλισπέρη, καὶ ἐπιθυμοῦσα νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν τελείαν ἐκπαίδευσιν αὐτῆς, ὑπεσχέθη νὰ τῇ χορηγήσῃ κατὰ μῆνα 250 φράγκα. Ἡ δεσποινὶς Καλλισπέρη, λαβοῦσα τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην, ἐπορεύθη εἰς Γαλλίαν ἐπὶ τούτῳ, καὶ διαμείνασα ἐν εἰδικῇ Σχολῇ ἐπὶ ἓν ἔτος, προὐκάλεσε τὰς ἐπευφημίας τῶν καθηγητῶν της κατὰ τὴν δοκιμασίαν· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δυστυχῶς δὲν ἐπραγματοποίησε τὴν πρὸς αὐτὴν ὑπόσχεσίν της. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσέλθῃ ἀρωγὸς, ἱκανοποιοῦσα οὕτω τοὺς μεγάλους κόπους καὶ τὰς δαπάνας τῆς δεσποινίδος Καλλισπέρη, καὶ τὴν σκιὰν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ζῶν δὲν ἠμείφθη. Ἄλλως τε ἡ δεσποινὶς αὕτη, καταλαμβάνουσα ἐν Ἑλλάδι θέσιν αὐτῇ ἁρμόζουσαν, θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν μόρφωσιν τοῦ ἑαυτῆς φύλου, ὅπερ ἤδη σπουδαίαν ἀνάγκην ἔχει.

§9ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον, κύριε Πρόεδρε, διενεμήθη πρὸς ἡμᾶς ὁ πρὸ ἡμερῶν ζητηθεὶς πίναξ τῶν κυμαινομένων χρεῶν κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὸν πίνακα τοῦτον, καὶ παρέβαλον αὐτὸν πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρεται τὸ κυμαῖνον χρέος μέχρι τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ· παρετήρησα δὲ, ὅτι, ἐνῷ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὑπὸ κεφ. Αʹ ἄρθρον 2 ἀναφέρεται τὸ κυμαῖνον χρέος ὑπὸ 9 διάφορα ἐδάφια, ἐν τῷ πίνακι τῶν κυμαινόντων χρεῶν τέσσαρα τῶν ἐδαφίων τούτων ἐντελῶς ἐλλείπουσι· τὸ ἐδάφιον βʹ, πραγματευόμενον περὶ δανείου 60,000 λιρῶν, τὸ ἐδάφιον εʹ, πραγματευόμενον ἐπίσης περὶ δανείου 60,000 λιρῶν, τὸ ἐδάφιον ζʹ, πραγματευόμενον περὶ δανείου 40,000 πρὸς 5 καὶ ¾%, καὶ τὸ κεφάλαιον ηʹ, πραγματευόμενον περὶ 64,000 λιρῶν ὑπὸ τὸν αὐτὸν τόκον. Συνεπῶς δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ἂν αὐτὰ τὰ δάνεια ἐπρόκειτο τόσον ταχέως νὰ ἐξοφληθῶσι, διὰ τίνα λόγον περιελήφθησαν εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ῥητῶς, ἐὰν τὰ προσωρινὰ ταῦτα δάνεια ἐξωφλήθησαν, καὶ πότε. Ὑποβάλλω δὲ καὶ ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην.

§10ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀφοῦ ὑπεβάλετε ἔγγραφον ἐπερώτησιν, θέλει σᾶς ἀπαντήσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἀπουσιάζει ἐκ τῆς Βουλῆς ταύτην τὴν στιγμήν· ἀλλ’ ἐκ προοιμίων δύνασθε νὰ ἔχητε τὴν πληροφορίαν, ὅτι δι’ αὐτὸ χαρακτηρίζεται καὶ κυμαῖνον, διότι ὑποβάλλεται εἰς κυμάνσεις, καὶ τὸ μὲν ἐξοφλεῖται, τὸ δὲ ἀνανεοῦται· αὐτὰ δὲ, τὰ ὁποῖα ἀνεφέρατε, εἶναι ἐξωφλημένα.

§11ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε, ὅτε ὑπεβλήθη ὁ προϋπολογισμὸς, ἦτο ἐν γνώσει ἡ ὑπηρεσία, ὅτι τὸ χρέος αὐτὸ ἐπρόκειτο μετὰ ἕνα μῆνα νὰ ἐξοφληθῇ· δὲν ἦτο λοιπὸν λόγος νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ τόκου τοῦ δανείου.

§12ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὑπηρεσία ἦτο ὑπόχρεως νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὸ κυμαῖνον χρέος, ὡς ἀνεγράφετο ἐν τοῖς δημοσίοις βιβλίοις· λοιπὸν εἰς τὰ δημόσια βιβλία αὐτὰ τὰ ποσὰ ὑπῆρχον.

§13ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ἴδωμεν τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.

§14ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Πρὸ ὀλίγου ἔλαβον τηλεγράφημα συμπολίτου μού τινος, τοῦ Χρήστου Τσιμπούρη, ὅστις μοὶ καταγγέλλει τὰ ἑπόμενα (ἀναγινώσκει): «7 εὔζωνοι, ἐπὶ κεφαλῆς ταμίου καὶ τελώνου Κορινθίας, εἰσήλασαν εἰς τὴν ἐν Παλαιᾷ Κορίνθῳ οἰκίαν μου, ζητοῦντες ἀμνοὺς, ἰσχυριζόμενοι ὅτι ἐνεργοῦσιν ἀνασκαφάς.» Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ ἐξηγήσουν, ποίαν σχέσιν ἔχουσιν αἱ ἀνασκαφαὶ πρὸς τοὺς ἀμνοὺς καὶ πρὸς τὸν τελώνην καὶ ταμίαν.

§15ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ ὑπηρεσία ἔλαβεν ὅμοιον τηλεγράφημα, συνεπείᾳ δ’ αὐτοῦ διετάχθη ἀνάκρισις, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας θέλω σᾶς ἀνακοινώσει.

§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.

§17ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀνέπτυξα χθὲς πρὸς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους θεωρῶ ἀδύνατον σχεδὸν τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἰδέας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ εὕρῃ ἐν τῷ τόπῳ μέρος μὲν ἀμέσως, τὸ ὅλον δὲ ἐν προσεχεῖ μέλλοντι τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, οὗτινος ἔχει ἀνάγκην τὸ Κράτος. Πλανᾶται δ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, πιστεύων ὅτι ἡ νομισματικὴ ἡμῶν κατάστασις καὶ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ καὶ τῶν δι’ αὐτοῦ παριστωμένων διαφόρων ἀξιῶν εἶναι ἀποτέλεσμα πληθώρας τῶν ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων. Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς γνώμας μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἤδη νομίζω ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἐπ’ αὐτοῦ. Ἡ δύναμις τῆς καταμετρήσεως ἀξιῶν, δηλ. ἡ ἀνταλλακτικὴ ἀξία τοῦ ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦντος τραπεζικοῦ γραμματίου, ἐπηρεάζεται ὑπὸ λόγων διττῆς φύσεως. Ὑπάρχουσι λόγοι ἀμέσως ἐπηρεάζοντες αὐτὴν καὶ ἕτεροι ἐμμέσως. Κυριώτεροι δὲ λόγοι ἀμέσως ἐπηρεάζοντες αὐτὴν εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων γραμματίων καὶ ἡ πίστις τοῦ ἐκδιδόντος αὐτὰ Κράτους. Κυριώτερος δὲ λόγος ἐμμέσως ἐπηρεάζων τὴν ἀξίαν τῶν γραμματίων τούτων εἶναι ἡ σχέσις μεταξὺ τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, ὅπερ διαθέτει ὁ τόπος, καὶ τῶν ἀναγκῶν τοιούτου νομίσματος. Ἡ πληθώρα τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ὑποτιμᾷ ἀπ’ εὐθείας τὴν ἀξίαν αὐτῶν, ὅπως ὑποτιμᾷ αὐτὴν καὶ ἡ ἀπόλυτος κατάπτωσις τῆς πίστεως τοῦ Κράτους· ἡ ζήτησις δὲ μεταλλικοῦ νομίσματος πλειοτέρου ἐκείνου, ὅπερ δύναται νὰ διαθέσῃ ἡ χώρα, ὑπερτιμᾷ τὴν ἀξίαν τοῦ νομίσματος τούτου καὶ κατ’ ἀντανάκλασιν φυσικῶς συνεπιφέρει καὶ τὴν ὑποτίμησιν τῆς ἀξίας τῶν ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων γραμματίων. Τίς ἐκ τῶν λόγων τούτων εἶναι ὁ κυρίως ἐπηρεάζων τὴν νομισματικὴν ἡμῶν κυκλοφορίαν καὶ συντελῶν εἰς τὴν ὕψωσιν τῆς τιμῆς τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος καὶ εἰς τὴν ὑποτίμησιν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων; Δὲν νομίζω ὅτι ἡ πληθώρα τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων εἶναι ὁ λόγος οὗτος. Ἐκ τῆς ἀμέσου ἀντιλήψεως ἡμῶν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς κοινωνίας καὶ τῶν ἀγορῶν ἡμῶν πειθόμεθα, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοσαύτη ἀφθονία διαθεσίμου νομίσματος, εἴτε παρὰ ταῖς Τραπέζαις, εἴτε παρὰ τῇ ἄλλῃ κοινωνίᾳ, ὥστε νὰ θεωρήσωμεν ὡς πληθωρικὴν τὴν κυκλοφορίαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Τὸ ποσὸν δὲ τῶν 65 περίπου δραχμῶν κατ’ ἄτομον, ὅπερ κυκλοφορεῖ παρ’ ἡμῖν, δὲν παρουσιάζει τι τὸ ὑπερβολικόν. Συγκρίνοντες τὸ ποσὸν τοῦ κυκλοφοροῦντος νομίμου νομίσματος, ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἀνταλλακτικὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ ἐμπορίου, καὶ πρὸς τὰ μέσα τῆς ἐξυπηρετήσεως αὐτῶν παρ’ ἡμῖν καὶ παρ’ ἄλλοις ἔθνεσι, δὲν δυνάμεθα νὰ χαρακτηρίσωμεν ὡς πληθωρικὴν τὴν παρ’ ἡμῖν κυκλοφορίαν 140–150 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχῃ ἐν αὐτῇ ποσόν τι, ὅπερ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτιμήσωμεν, ὑπερβαῖνον τὸ διὰ τὰς ἀνταλλακτικὰς ἡμῶν ἀνάγκας ἀπολύτως ἀναγκαῖον νόμιμον νόμισμα· ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο βεβαίως εἶναι μικρόν. Τὴν μὴ ὕπαρξιν πληθωρικῆς κυκλοφορίας παρ’ ἡμῖν ἀποδεικνύει, ἐκτὸς τῶν λόγων τούτων, καὶ αὐτὴ ἡ πορεία τῶν τιμῶν τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος καὶ τοῦ συναλλάγματος. Ἐὰν πληθωρικὴ κυκλοφορία ἦναι ἡ συντελοῦσα εἰς τὴν ὕψωσιν τῆς τιμῆς τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος καὶ τὴν ἐλάττωσιν τῆς ἀξίας τοῦ νομίμου ἡμῶν νομίσματος, ἡ ἐπήρεια αὐτῆς δὲν ἤθελεν εἶσθαι μόνον σημερινή, ἀλλ’ ἤθελεν ὑπάρχει καὶ εἰς πᾶσαν ἐποχήν, καθ’ ἣν ἐκυκλοφόρει ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων ἴσον μὲ τὸ σήμερον κυκλοφοροῦν. Ἐὰν ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος καὶ τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος ἀνέρχηται σήμερον εἰς δρ. 1,57 καὶ 1,60 κατὰ φράγκον, μὲ κυκλοφορίαν 145 περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν διὰ λογαριασμὸν τοῦ τε Δημοσίου καὶ τῶν Τραπεζῶν, ἡ αὐτὴ τιμὴ ἢ καὶ ἀνωτέρα ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ καὶ εἰς ἄλλας ἐποχὰς, καθ’ ἃς ἐκυκλοφόρει ποσὸν γραμματίων ἴσον ἢ καὶ μεγαλείτερον. Δὲν εὑρίσκομεν ὅμως τοῦτο ἐν ταῖς πληροφορίαις, ἃς συνέλεξε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων καὶ τῶν τιμῶν τοῦ συναλλάγματος. Κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1891 ἐκυκλοφόρουν τραπεζικὰ γραμμάτια δρ. 149,600,000 καὶ κατὰ τὸν Σεπτέμβριον δρ. 149,500,000, τὸ συνάλλαγμα δὲ ἐτιμᾶτο πρὸς δρ. 1,28 μέχρι 1,29 τὸ φράγκον, τὸν Νοέμβριον δὲ τοῦ 1891 τὸ ποσὸν τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων κατῆλθεν εἰς δρ. 145,000,000, ἀντὶ δὲ νὰ ἐκπέσῃ ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος, ἀπ’ ἐναντίας τὸ φράγκον ἐτιμᾶτο πρὸς δρ. 1,34. Κατὰ Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον τοῦ 1892 ἐκυκλοφόρουν γραμμάτια δραχμῶν 148,650,000, δηλ. κατὰ 1,000,000 ὀλιγώτερα τῶν κυκλοφορούντων τοὺς αὐτοὺς μῆνας τοῦ 1891, τὸ συνάλλαγμα δὲ ἐτιμᾶτο πρὸς δρ. 1,42 μέχρι 1,45 ἀντὶ τῶν δρ. 1,28 μέχρι 1,29, εἰς ἃς ἐτιμᾶτο κατὰ τὸ 1891. Σήμερον ἔχομεν κυκλοφορίαν ἐλάσσονα τῶν 148 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, καὶ ὅμως ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος εἶναι πολὺ ἀνωτέρα τῆς τοῦ 1891, ὅτε ἐκυκλοφόρει μεγαλύτερος καὶ τῆς τοῦ 1892, ὅτε ἐκυκλοφόρει ἴσος περίπου ἀριθμὸς γραμματίων. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν εἶναι ἡ πληθώρα τῶν κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων ἡ ὑποτιμῶσα τὴν ἀξίαν αὐτῶν καὶ ἐπηρεάζουσα ἐμμέσως τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος καὶ τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ πίστις τοῦ Κράτους εἶναι ἡ φέρουσα τὸ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα; Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ πίστις τοῦ Κράτους περιῆλθεν εἰς θέσιν δυναμένην νὰ γεννήσῃ εἰς τοὺς κατόχους τοῦ νομίμου ἡμῶν νομίσματος τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι τὸ νόμισμα τοῦτο δύναται ποτὲ νὰ ἀπολέσῃ τὴν πραγματικὴν αὐτοῦ ἀξίαν, ἥτις εἶναι ἡ ἀνταλλακτικὴ αὐτοῦ δύναμις ἐντὸς τοῦ Κράτους. Τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, τὸ ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦν, δὲν εἶναι κυρίως πιστωτική τις ἀξία ἀντιπροσωπεύουσα νόμισμα ἔχον πραγματικὴν ἀξίαν, ὡς εἶναι τὸ ἐλευθέρως κυκλοφοροῦν τραπεζικὸν γραμμάτιον, ὅπερ ἡ ἐκδίδουσα αὐτὸ Τράπεζα ὑποχρεοῦται ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει νὰ τὸ ἀνταλλάξῃ μὲ μεταλλικὸν νόμισμα. Τὸ ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦν γραμμάτιον εἶναι νόμιμον νόμισμα, ὅπερ τὸ Κράτος ἐν τῷ κυριαρχικῷ αὐτοῦ δικαιώματι κατασκευάζει καὶ ἐπιβάλλει εἰς τὴν κοινωνίαν, ἵνα χρησιμεύῃ διὰ τὴν κατὰ τὰς ἀνταλλαγὰς καταμέτρησιν τῶν διαφόρων ἀξιῶν. Ὡς τοιοῦτον δὲ, τὸ γραμμάτιον τότε μόνον δύναται νὰ ἐπηρεασθῇ ἀμέσως ἐκ τῆς πίστεως τοῦ ἐκδίδοντος αὐτὸ Κράτους, ὅταν ἡ κοινωνία ὑποπτεύσῃ, ὅτι τοῦτο θὰ ἀναγκασθῇ νὰ περιστείλῃ ἢ νὰ καταργήσῃ τὴν ἀνταλλακτικὴν αὐτοῦ δύναμιν καὶ τὸ μεταβάλῃ εἰς καϊμέδες, ἢ νὰ καταστήσῃ ἀπεριόριστον τὸ ποσὸν τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ καὶ τὸ μεταβάλῃ εἰς τὰ assignats τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ κοινωνία ἡμῶν συνέλαβέ ποτε τοιαύτην ὑπόνοιαν. Ἡ πίστις τοῦ Κράτους συνετέλεσεν ἴσως κατά τι εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος διὰ τῆς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ πωλήσεως χρεωγράφων καὶ τῆς ἐξαγωγῆς χρυσοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἐπήρεια αὕτη εἶναι προσωρινὴ, συμπίπτει δὲ μὲ τὸν ἐμμέσως ἐπηρεάζοντα λόγον τὴν ἀξίαν τῶν γραμματίων, τὴν ἔλλειψιν δηλ. καὶ τὴν ζήτησιν τοῦ χρυσοῦ. Ὄτι δὲ ἡ πίστις τοῦ Κράτους δὲν εἶναι ἐκ τῶν κυρίων λόγων, τῶν ἐπηρεασάντων τὰς τιμὰς τοῦ νομίσματος καὶ τὴν ἀξίαν τῶν γραμματίων, ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῆς συγκρίσεως τῶν τιμῶν τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων πρὸς τὰς τοῦ συναλλάγματος. Κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1890, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἑλληνικὸν δάνειον τοῦ 1881 ἐτιμᾶτο πρὸς 465 φράγκα ἑκάστη ὁμολογία τῶν 500 φράγκων, τὸ δὲ συνάλλαγμα ἐτιμᾶτο πρὸς δρ. 1,22½ τὸ φράγκον. Τὸν Δεκέμβριον τοῦ αὐτοῦ ἔτους αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τούτου ἐτιμῶντο πρὸς 471 φράγκα, τὸ δὲ συνάλλαγμα ἀντὶ νὰ ἐκπέσῃ ὑψώθη εἰς δρ. 1,25 τὸ φράγκον. Τὸν Ἰούλιον τοῦ 1891 αἱ ὁμολογίαι τοῦ αὐτοῦ δανείου ἐτιμῶντο πρὸς 390 φρ. ἑκάστη, τὸ δὲ συνάλλαγμα ἐτιμᾶτο πρὸς δρ. 1,28· ἐνῷ δὲ τὸν Νοέμβριον τοῦ αὐτοῦ ἔτους καὶ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1892 αἱ ὁμολογίαι αὗται διετηροῦντο εἰς τὰς αὐτὰς περίπου τιμὰς, τὸ συνάλλαγμα ἀνῆλθεν εἰς δρ. 1,34 κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1891, καὶ εἰς δρ. 1,40 κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1892. Ἡ σύγκρισις αὕτη, ἣν νομίζω περιττὸν νὰ παρατείνω, δεικνύει, ὅτι ἡ τιμὴ τῶν χρεωγράφων ἡμῶν, ἡ ἐνδεικνύουσα τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, δὲν ἐπηρέασεν ἀμέσως τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος καὶ τὴν ἀξίαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἀλλ’ ὅτι ἀπ’ ἐναντίας ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος, ἐνδεικνύουσα τὴν νομισματικὴν καὶ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, ἐξήσκησε καὶ ἐξασκεῖ ἄμεσον ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν τιμῶν τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν αὐτὰ ὑποτιμώμενα, ὁσάκις ὑψοῦται τὸ συνάλλαγμα, ὑπερτιμώμενα δὲ, ὁσάκις τοῦτο ἐκπίπτῃ. Ἡ κυρία αἰτία, ἡ ἐπηρεάζουσα τὴν νομισματικὴν ἡμῶν κυκλοφορίαν, εἶναι ἡ ἐμμέσως ἐπηρεάζουσα τὴν ἀξίαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων διὰ τῆς ἐπιῤῥοῆς, ἣν αὐτὴ ἐξασκεῖ ἀμέσως ἐπὶ τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος καὶ τοῦ συναλλάγματος. Ἡ αἰτία δὲ αὕτη εἶναι ἡ ἀνάγκη, ἣν ἔχει ἡ κοινωνία καὶ τὸ Κράτος ποσοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος καὶ συναλλάγματος ἀνωτέρου ἐκείνου, ὅπερ ὁ τόπος δύναται νὰ δώσῃ. Ἐν ταῖς χώραις, ὅπου ἰσχύει ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, τὸ μεταλλικὸν νόμισμα δὲν εἶναι κυρίως νόμιμον νόμισμα. Ἔχει βεβαίως τοῦτο πᾶσαν τὴν ἀνταλλακτικὴν δύναμιν τοῦ νομίμου νομίσματος καὶ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν καταμέτρησιν τῶν ἀξιῶν. Κέκτηται ὅμως πλεονεκτήματα ἀνώτερα τοῦ ἁπλοῦ νομίμου νομίσματος, διότι ἔχει ἀνταλλακτικὴν ἀξίαν καὶ δύναμιν καὶ ἐκτὸς τοῦ Κράτους, ἣν δὲν ἔχει τὸ νόμιμον νόμισμα τῶν ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ διότι ἔχει προσέτι καὶ ἐσωτερικὴν ἀξίαν ὡς μέταλλον χρήσιμον εἰς διαφόρους τοῦ ἀνθρώπου ἀνάγκας. Ὡς τοιοῦτον δὲ, τὸ μεταλλικὸν νόμισμα εἶναί τι ἀνώτερον τοῦ νομίμου νομίσματος, καὶ ἀποβαίνει εἶδος ἐμπορεύσιμον, ὅπερ ἵνα προμηθευθῇ τις, ὀφείλει νὰ τὸ πληρώσῃ συμφώνως μὲ τὸν ἀναμφισβήτητον οἰκονομικὸν νόμον τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως. Ἂν ἑπομένως τὸ ἐμπορεύσιμον τοῦτο εἶδος ἦναι ἄφθονον, καὶ ἡ προσφορὰ αὐτοῦ δὲν ὑπολείπεται τῆς ζητήσεως, ἡ ἀξία του δὲν ἀπομακρύνεται τῆς τοῦ νομίμου νομίσματος, ὡς συνέβη πολλαχοῦ, καὶ ἰδίως πρὸ εἰκοσαετίας περίπου ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου, καίτοι ὑπαρχούσης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ἦτο ἐν ἰσοτιμίᾳ πρὸς τὸ μεταλλικὸν νόμισμα. Ἐκεῖ ὅμως, ὅπου τὸ μεταλλικὸν νόμισμα σπανίζει καὶ ἡ ζήτησις αὐτοῦ ὑπερβαίνει τὴν προσφορὰν, ἡ τιμὴ αὐτοῦ ὑψοῦται καὶ ἐπιφέρει κατ’ ἀντανάκλασιν καὶ τὴν ὑποτίμησιν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Τοῦτο δ’ ἀκριβῶς συμβαίνει παρ’ ἡμῖν. Εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας, ἃς αὕτη ἤθελε δυνηθῆ νὰ θεραπεύσῃ διὰ τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, ὅπερ διαθέτει, ἐπιπροστίθενται αἱ ἀλεπάλληλοι τοιαῦται τοῦ Δημοσίου, αἵτινες καθιστῶσι τὴν ζήτησιν πολὺ ἀνωτέραν τῆς προσφορᾶς καὶ μονιμοποιοῦσι τὴν ἐξακολουθητικὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος. Ἡ κυρία ἑπομένως αἰτία, ἡ γεννῶσα παρ’ ἡμῖν τὴν ὑφισταμένην νομισματικὴν ἀνωμαλίαν, ἥτις διαταράττει καὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους καὶ τὰ τῆς κοινωνίας, εἶναι ἡ ἀνάγκη, ἣν ἔχει τὸ Δημόσιον, νὰ εὕρῃ τὸν χρυσὸν, τὸν ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν δημοσίου χρέους. Ἡ ἐξέτασις τῆς νομισματικῆς τοῦ τόπου καταστάσεως πείθει περὶ τούτου πάντα ἀμερολήπτως μελετῶντα αὐτήν. Δυσκόλως δὲ δύναταί τις νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τοῦ κυκλοφοροῦντος τραπεζικοῦ γραμματίου θὰ ἐπιφέρῃ τοιαύτην ἐλάττωσιν τῆς ζητήσεως χρυσοῦ παρὰ τῆς κοινωνίας, ὥστε νὰ δυνηθῇ τὸ Κράτος νὰ εὕρῃ ἐν τῷ τόπῳ τὸ εἰς αὐτὸ ἀναγκαῖον μεταλλικὸν νόμισμα. Διστάζω δὲ νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετὰ πεποιθήσεως προσδοκᾷ τὴν θεραπείαν τῆς νομισματικῆς ἡμῶν νόσου ἐκ τῆς βαθμιαίας ἄρσεως τῶν διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου κυκλοφορούντων γραμματίων δρ. 74,000,000, καὶ διὰ τῆς ἐκ ταύτης στενοχωρίας τῆς κοινωνίας. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ θεωρία αὕτη δὲν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ, ὅπως δὲν ἐφηρμόσθη καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην αὐτοῦ πρωθυπουργίαν, ὅτε ἐπηγγέλλετο τὴν ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος, ὅπερ ὥριζεν εἰς τετραετίαν, ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλὰ πρόκειται ἁπλῶς νὰ χρησιμεύσῃ ὡς δικαιολογία συνομολογήσεως νέου δανείου. Δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ δικαιολογηθῇ ἡ ἐπιδίωξις δανείου διὰ τῆς κατασκευῆς τῶν δημοσίων ἔργων, ὡς ἐγένετο πρότερον, διότι ταῦτα ἐπικρίνονται ἐν Εὐρώπῃ, ὡς συντελέσαντα εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν οἰκονομικῶν τῶν μικρῶν καὶ ἀσθενῶν Κρατῶν. Εἰς ἣν δ’ εὑρίσκονται σήμερον θέσιν τὰ χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης, δὲν εἶναι ὡσαύτως δυνατὸν νὰ στηριχθῇ ἡ συνομολόγησις νέου δανείου εἰς τὴν τροπὴν προηγουμένων χρεῶν, καὶ διὰ τοῦτο ὡς εὔσχημος δικαιολογία προτείνεται ἡ ἄρσις τῶν διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων γραμματίων. Ὡς εἶπον λοιπὸν ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, καὶ σήμερον, ὡς καὶ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, σκοπὸς τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν πρὸς ὑποστήριξιν αὐτοῦ ἀναπτυχθεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ θεωριῶν εἶναι τὸ δάνειον. Τὸ δάνειον κατήντησε δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν πόρος τακτικὸς καὶ ἀναπόφευκτος, καὶ ἀπέβη τὸ ἰδανικὸν τῆς κοινωνίας καὶ τῆς Πολιτείας. Αἱ περὶ αὐτοῦ διαπραγματεύσεις καὶ ἡ ἐπιτυχία ἢ μὴ αὐτοῦ συγκινοῦσι καὶ συνταράττουσι τὴν Πολιτείαν καὶ τὴν κοινωνίαν. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὴ σήμερον ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου, ὅπερ ἐπιδιώκει ὁ κ. Πρωθυπουγός, καὶ ὑπὸ τίνας ὅρους ἔσται δυνατὴ αὕτη; Πρὸ τοῦ 1890 ἡ ἐν γένει οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Εὐρώπης καὶ αἱ εὐνοϊκαὶ διαθέσεις τῶν κεφαλαίων πρὸς τὰ χρεώγραφα τῶν μικρῶν καὶ οἰκονομικῶς ἀσθενῶν Κρατῶν, τῶν διδόντων μεγάλους τόκους, καθίστων εὔκολον τὴν παρ’ αὐτῶν συνομολόγησιν δανείων. Σήμερον ὅμως αἱ περιστάσεις αὗται μετεβλήθησαν. Γεγονότα γνωστὰ εἰς πάντας μετέβαλον τὸ φρόνημα καὶ τὰς διαθέσεις τῶν ἐν Εὐρώπῃ κεφαλαιούχων περὶ τῶν δανείων τῶν μικρῶν καὶ οἰκονομικῶς ἀσθενῶν Κρατῶν. Ἡ κατάχρησις, ἧς διάφορα τοιαῦτα Κράτη ἐποιήσαντο τῆς πίστεως αὐτῶν, συνετέλεσεν, ὅπως ἡ πρὸς αὐτὰ ἐμπιστοσύνη τῶν κεφαλαίων μεταβληθῇ εἰς πλήρη δυσπιστίαν. Δυσχερὴς ἑπομένως ἀποβαίνει ἡ παρ’ ἡμῶν συνομολόγησις νέου δανείου. Ἠκούσαμεν πάντες, ὅτι διεξάγονται διαπραγματεύσεις περὶ συνομολογήσεως δανείου, οὐδὲν ὅμως θετικὸν γνωρίζομεν μήτε περὶ τοῦ εἴδους τοῦ δανείου, μήτε περὶ τῶν ὅρων, ἐφ’ ὧν στηρίζονται αἱ περὶ αὐτοῦ διαπραγματεύσεις, ἂν πράγματι διεξάγωνται τοιαῦται. Ἐξετάζοντες ἑπομένως τὸ ζήτημα τοῦ δανείου, δὲν δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ τῶν ἀορίστων τούτων διαδόσεων, ὅπως κρίνωμεν τοὺς ὅρους αὐτοῦ. Ὀφείλομεν δὲ νὰ κρίνωμεν αὐτοὺς ἐκ τῶν γνωστῶν περὶ αὐτῶν δεδομένων καὶ ἐκ τῆς ἐν γένει καταστάσεως τῶν ἀγορῶν τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς πίστεως ἡμῶν. Γνωρίζομεν πάντες, ὅτι ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα οἰκονομικοὶ ἀπεσταλμένοι δύο μεγάλων Κρατῶν καὶ ὅτι σκοπὸς τῆς ἐλεύσεως αὐτῶν εἶναι ἡ ἐξέτασις τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, καὶ ἡ περὶ αὐτῶν διαφώτισις τῶν Κυβερνήσεών των. Ἐπὶ τῶν γνωμῶν δὲ καὶ τῶν ἐκθέσεων τῶν ἀπεσταλμένων τούτων στηρίζεται ἡ κυριωτέρα ἐλπὶς ἐπιτυχίας δανείου. Ὑπάρχουσι μάλιστα καὶ οἱ ἰσχυριζόμενοι, ὅτι πρόκειται καὶ περὶ συνομολογήσεως δανείου τῇ ἐγγυήσει τῶν Δυνάμεων, ὧν οἱ ἀπεσταλμένοι ἐξετάζουσι τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Οὐδὲν ὅμως ἔχομεν θετικὸν διδόμενον, ὑποστηρίζον τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον. Ἀλλὰ καὶ ἄνευ τῆς ἐγγυήσεως ξένων Δυνάμεων καὶ ἐπὶ τῇ συστάσει αὐτῶν, στηριζομένῃ εἰς τὰς πληροφορίας, ἃς ἤθελον δώσει αὐταῖς οἱ οἰκονομικοὶ αὐτῶν ἀπεσταλμένοι, ἂν πρόκηται νὰ ἐπιτύχωμεν δάνειον, ὁ ὅρος οὗτος τῆς συνομολογήσεως αὐτοῦ εἶναι ἐκ τῶν βαρυτέρων. Ἡ ἐπίσημος διαβεβαίωσις ξένων Κυβερνήσεων περὶ τῆς καλῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν δύναται νὰ γεννήσῃ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ διαβεβαιώσει δανείσοντας κεφαλαιούχους, ὅπως ζητήσωσι τὴν ἐπέμβασιν τῶν Κυβερνήσεων τούτων πρὸς ὑποστήριξιν τῶν συμφερόντων αὐτῶν ἐν περιστάσει, καθ’ ἣν, ἕνεκα οἱουδήποτε λόγου, ἤθελε παρουσιασθῆ ἀνεπάρκεια ἢ δυσκολία τις εἰς τὴν πλήρη ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς αὐτοὺς ἀναληφθεισῶν ὑποχρεώσεων. Καὶ ἕτερον ὅρον, ὅστις φαίνεται ἐπιβαλλόμενος ὑπὸ τῶν σημερινῶν περιστάσεων, καὶ ὃν πάντες ἀκούομεν ὡς ἀποτελοῦντα τὴν βάσιν τῶν πρὸς συνομολόγησιν δανείου ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως, θεωρῶ ὡσαύτως βαρύτατον. Ὁ ὅρος οὗτος εἶναι ἡ ἐκχώρησις ὡρισμένων προσόδων, καὶ δὴ σήμερον τῶν εἰς χρυσὸν πληρωθησομένων τελῶν ἐξαγωγῆς, οὐχὶ ὅπως αὗται χρησιμεύσωσιν ἁπλῶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπιδιωκομένου δανείου, ἀλλ’ ὅπως συνάμα εἰσπραχθῶσι καὶ διαχειρισθῶσι παρὰ τῶν δανειστῶν.

§18ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἕνα νόμον περὶ δανείου, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον δικαίωμα.

§19ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον, δίδει εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐνυποθηκευθησομένων ἐσόδων. Ἂν πρόκηται νὰ γείνῃ τοιοῦτόν τι, τοῦτο βεβαίως ἔσται βαρύτατος ὅρος.

§20ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑποθέτετε σεῖς.

§21ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ὑποθέτω στηριζόμενος εἰς ἐπανειλημμένας διαδόσεις, οὐδέποτε διαψευσθείσας, καὶ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον ψηφισθέντος νόμου.

§22ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος ὅρος ἐν τῷ νόμῳ.

§23ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χαίρω διὰ τὴν τοιαύτην ὑμῶν γνώμην. Ἀλλ’ ὑπάρχει. Πάντες δὲ γνωρίζομεν, ὅτι ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον ἐπιδιώκεται ἡ συνομολόγησις δανείου ἠγγυημένου διὰ τῶν εἰς χρυσὸν τελῶν ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων προϊόντων. Θεωρῶ δὲ τὸν ὅρον τοῦτον βαρύτατον καὶ ὑπὸ ἠθικὴν καὶ ὑπὸ ὑλικὴν ἔποψιν, διότι συνεπάγει τὴν ἀπαλλοτρίωσιν προσόδων ἀνηκουσῶν εἰς τὰ γενικὰ τοῦ Κράτους ἔσοδα καὶ ἀναγκαίων διὰ τὴν διοίκησιν αὐτοῦ καὶ διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν σημερινῶν δανειστῶν του. Ἀνεξαρτήτως δὲ τῶν δύο τούτων βαρέων ὅρων, ἡ σημερινὴ κατάστασις τῶν ἀγορῶν τῆς Εὐρώπης δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἐλπίσωμεν ἐπωφελεῖς καὶ τοὺς ἄλλους ὅρους, ὑφ’ οὓς δύναται νὰ θεωρηθῇ δυνατὴ ἡ συνομολόγησις δανείου. Ἀλλ’ ἐξετάσωμεν πρῶτον, τίνος δανείου ἔχει σήμερον τὸ Δημόσιον ἀνάγκην πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν σκοπῶν, οὓς ἐπιδιώκει ὁ κ. Πρωθυπουργός; Θέλει νὰ ἀποσύρῃ τὰ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου κυκλοφοροῦντα γραμμάτια δραχ. 74,000,000· ὀφείλονται περὶ τὰ 24 ἑκατομμύρια διὰ κεφάλαιον καὶ τόκους τῶν προκαταβολῶν, αἵτινες προσεχῶς ἀποβαίνουσιν ἀπαιτηταί· εἴμεθα δὲ ἠναγκασμένοι νὰ περαιώσωμεν διάφορα ἀρξάμενα ἔργα, ὡς π. χ. τοὺς σιδηροδρόμους Μύλων–Καλαμῶν καὶ Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων καὶ ἰδίως τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσσης, ὧν ἡ δαπάνη ὑπερβαίνει τὰ 30 ἑκατομμύρια, καὶ ἔχομεν νὰ καλύψωμεν τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1892, οὗτινος δὲν δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν τὸ ποσόν. Διὰ τὰς ἀνάγκας ταύτας ἀπαιτοῦνται περὶ τὰ 140,000,000 φράγκα πραγματικὰ, ἅτινα πρέπει νὰ δανεισθῶμεν ἐντὸς τοῦ 1893 καὶ 1894. Ἐὰν δὲ θέλωμεν νὰ περιορίσωμεν τὸ δάνειον εἰς τὰς ἀνάγκας μόνον τοῦ 1893, τὸ ποσὸν αὐτοῦ θὰ ἀνέλθῃ εἰς 80 μέχρις 90 ἑκατομμυρίων φρ. πραγματικῶν, δηλ. 31,500,000 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους, ἐκτὸς τῶν τόκων τοῦ συνομολογηθησομένου δανείου, οἵτινες δύνανται νὰ καλυφθῶσιν ἐκ τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου, 2¼ ἑκατομμύρια διὰ τὰς προκαταβολὰς, καὶ πλέον τῶν 30 ἑκατομμυρίων διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσσης καὶ τὰ ἄλλα ἐκκρεμῆ δημόσια ἔργα καὶ διὰ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1892. Οἱ ὅροι δὲ, ὑφ’ οὓς ἔσται δυνατὴ σήμερον ἡ συνομολόγησις δανείου 90 περίπου ἢ 140 ἑκατομμυρίων φράγκων πραγματικῶν, ἐνδεικνύονται ἐκ τῆς τιμῆς τῶν χρεωγράφων ἡμῶν καὶ ἐκ τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἠδυνήθη ἡ Κυβέρνησις νὰ δανεισθῇ τὰ ἀναγκαῖα χρήματα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους τῆς 1ης Ἰανουαρίου. Οὗτοι δ’ εἰσὶν ἡ πληρωμὴ τόκου, προμηθειῶν κλπ. ἀναβιβαζουσῶν τὴν ἐτησίαν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου εἰς 8% καὶ πλέον ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου. Θὰ προστεθῶσι δ’ οὕτω, διὰ μόνας τὰς ἀνάγκας τοῦ 1893, εἰς τὸ διὰ τὸ δημόσιον χρέος ἐτησίως πληρονόμενον ποσὸν εἰς χρυσὸν ἕτερα φρ. 7,200,000 ἀπαιτούμενα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν δανείου 90,000,000 φρ. πραγματικῶν. Θὰ ἐλαττωθῇ δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ φρ. 1,500,000 περίπου ἐκ τῶν τόκων τῶν προκαταβολῶν, αἵτινες θὰ ἐξοφληθῶσιν. Οὕτω δὲ ἡ εἰς χρυσὸν ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους θέλει ἀνέλθει ἀπὸ 31½ ἑκατομμυρίων εἰς 37 ἑκατομμύρια φρ. καὶ πλέον. Εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐντὸς τοῦ 1893 θὰ ἐπέλθῃ τοιαύτη βελτίωσις εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Ἔθνους, ὥστε ἡ κοινωνία, ἥτις σήμερον ἀδυνατεῖ νὰ δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον 31½ ἑκατομμύριον φρ. εἰς χρυσὸν, θὰ δυνηθῇ νὰ παράσχῃ εἰς αὐτὸ, κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1893 ἢ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1894, φρ. 37 καὶ πλέον ἑκατομμύρια; Οὐδεὶς βεβαίως δύναται νὰ πιστεύσῃ τοῦτο. Τί δὲ θέλει συμβῇ εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 1894; Θὰ εὑρεθῶμεν καὶ πάλιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν συνομολόγησιν καὶ ἑτέρου δανείου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν δημοσίου χρέους καὶ διὰ τὰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἀπὸ 37 ἑκατομμυρίων ἡ εἰς χρυσὸν ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους θ’ ἀνέλθῃ κατὰ τὰ 1894 εἰς 40 ἑκατομμύρια καὶ πλέον. Ἐὰν δ’ οὕτω βαδίσωμεν καὶ ἐπὶ ἑτέραν 6 ἢ 7 ἐτῶν περίοδον, δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν διὰ τῆς πολιτικῆς, ἣν ζητοῦμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν, εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡμῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους εἰς χρυσὸν ποσὸν ἀνερχόμενον εἰς τὸ σύνολον ἴσως τῶν εἰσπράξεων τοῦ Κράτους. Θὰ φέρωμεν δ’ οὕτω τὸν τόπον εἰς τὴν πικρὰν θέσιν τῆς ἀπολύτου ἀδυναμίας νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του καὶ νὰ σώσῃ τὴν τιμὴν καὶ τὸ μέλλον αὐτοῦ. Ὅτι δ’ εἰς τοιοῦτο κινδυνεύομεν νὰ φθάσωμεν ἀποτέλεσμα, τὸ δεικνύει ἡ ἱστορία ἡμῶν τῶν τελευταίων δέκα πέντε ἐτῶν. Ὡς ἀνέφερον ἤδη, κατὰ τὸ 1878 ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους εἰς μεταλλικὸν ἀνήρχετο εἰς 1½ ἑκατομμύριον περίπου φράγκων· κατὰ τὸ 1883 ἀνῆλθεν αὕτη εἰς 14 περίπου ἑκατομμύρια φράγκα, κατὰ τὸ 1886 εἰς 22½ ἑκατομμύρια, κατὰ τὸ 1890 εἰς 29 περίπου ἑκατομμύρια, κατὰ τὸ 1892 εἰς 31½ ἑκατομμύρια, καὶ κατὰ τὸ 1894 θὰ ἀνέλθῃ ἴσως εἰς 37 ἑκατομμύρια καὶ πλέον. Ἡ ἐξακολούθησις τοιαύτης πολιτικῆς, ἧς ἡ κορωνὶς εἶναι ἡ ἀλλεπάλληλος καὶ ἀδιάκοπος συνομολόγησις ἐξωτερικῶν δανείων, θέλει φέρει μοιραίως ὀλέθρια διὰ τὸν τόπον ἀποτελέσματα καὶ ὑπὸ ἠθικὴν καὶ ὑπὸ ὑλικὴν ἔποψιν, καὶ θέλει μεταβάλει τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἀπὸ ἔθνους πλήρους ἐλπίδων καὶ μέλλοντος εἰς ἔθνος στενοχωριῶν καὶ πικριῶν. Ὅταν δὲ τοιαῦτα παρίστανται ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης πολιτικῆς, ἥτις διὰ μὲν τοῦ εἴδους τῶν εἰσαγομένων οἰκονομιῶν παραλύει καὶ μαραίνει τὴν διοίκησιν, διὰ τοῦ τρόπου δὲ, καθ’ ὃν αὐξάνει τὴν φορολογίαν, πιέζει τὴν συντήρησιν καὶ τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας, διὰ τῶν μέτρων δὲ τῆς εὑρέσεως τοῦ εἰς τὸ Δημόσιον ἀναγκαίου μεταλλικοῦ νομίσματος ἐξαντλεῖ τὴν κοινωνίαν καὶ αὐξάνει ἐπ’ ἄπειρον τὸ ἐπαχθέστερον βάρος τοῦ Δημοσίου, ἐκεῖνοι οἵτινες ἢ δὲν δύνανται ἢ δὲν θέλουσι νὰ μελετήσωσι τὰ πράγματα, καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν θέλουσιν ἢ δὲν δύνανται νὰ ἐννοήσωσιν ἢ νὰ αἰσθανθῶσι τὴν διαφορὰν, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ δόλου καὶ ἀτυχήματος, μεταξὺ κακῆς καὶ καλῆς πίστεως, μορφόνουσι τὸ ἐρώτημα: Τί λοιπὸν νὰ πράξωμεν; νὰ χρεωκοπήσωμεν; νὰ πτωχεύσωμεν; Ὄχι, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ χρεωκοπήσωμεν, ἀλλὰ δὲν πρέπει καὶ νὰ πτωχεύσωμεν καὶ νὰ ἐξαντληθῶμεν. Δὲν πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν πολιτικὴν, ἧς τὰ ἀποτελέσματα προείδομεν πρὸ ἑξαετίας, καὶ ἥτις μετὰ βεβαιότητος ἄγει εἰς τὴν χρεωκοπίαν καὶ τὴν πτώχευσιν τῆς χώρας. Οὐδεὶς δύναται νὰ παραδεχθῇ, ὅτι διὰ πορείας παραλυούσης τὴν διοίκησιν, ἐξαντλούσης τὴν χώραν καὶ αὐξανούσης τὰ βάρη αὐτῆς, δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν τῶν δυσχερειῶν, ἐν αἷς εὑρισκόμεθα. Ἡ πορεία δὲ αὕτη δὲν θέτει μόνον εἰς κίνδυνον τὸ οἰκονομικὸν καὶ πολιτικὸν μέλλον τῆς χώρας, ἀλλὰ καθιστᾷ ἐπισφαλῆ καὶ τὰ συμφέροντα τῶν δανειστῶν αὐτῆς, οἵτινες μᾶς ἐνεπιστεύθησαν τὰ κεφάλαιά των ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι τοὺς πόρους καὶ τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς Ἑλλάδος, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν αὗται, δὲν θὰ ἔχωμεν τὴν ἀπόνοιαν νὰ τὰς διαχειρισθῶμεν οὕτως, ὥστε καὶ αὐτὴν νὰ πτωχεύσωμεν καὶ τὰς ἀσφαλείας αὐτῶν νὰ καταστήσωμεν προβληματικάς. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος δὲ τούτου τὸ συμφέρον τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας συμπίπτει καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ τὸ συμφέρον τῶν δανειστῶν αὐτῆς. Ἐπιβάλλεται δ’ οὕτως εἰς ἡμᾶς διττὸν καθῆκον, τὸ πρὸς τὸν τόπον ἡμῶν καὶ τὸ πρὸς τοὺς δανειστὰς, οἵτινες ἐνεπιστεύθησαν εἰς αὐτὸν τὸ χρῆμά των. Τὴν ἐκπλήρωσιν δὲ τοῦ καθήκοντος τούτου ὀφείλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν καὶ κατορθώσωμεν, χωρὶς ν’ ἀπαρνηθῶμεν οὐδεμίαν ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ χωρὶς νὰ καταστήσωμεν ἀδύνατον τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Δὲν εἶναι μόνον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ὅπερ περιῆλθεν εἰς τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, ἐν αἷς εὑρισκόμεθα σήμερον. Πάντα σχεδὸν τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη ἐντὸς τοῦ αἰῶνος τούτου περιῆλθον καὶ ἅπαξ καὶ πολλάκις εἰς ὁμοίας δυσχερείας. Ὅσα δ’ ἐξ αὐτῶν διεξῆλθον τὰς δυσχερείας ταύτας μετὰ φρονήσεως καὶ μετὰ κήδους τῶν τε ἰδίων συμφερόντων καὶ τῶν τῶν δανειστῶν αὐτῶν, ἔσωσαν τὸ μέλλον αὐτῶν, προεφύλαξαν τὰ συμφέροντα τῶν δανειστῶν των καὶ ἀνώρθωσαν τὰ οἰκονομικά των καὶ τὴν πίστιν των. Ὅσα ὅμως παρατόλμως καὶ ἄνευ προβλέψεως διεχειρίσθησαν τὰς τοιαύτας δυσχερείας, ἐν γνώσει ἢ ἐξ ἀσυγγνώστου ἀμελείας προβλέψαντα τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, σκεπτόμενα ἴσως, ὅτι, ἂν πρόκηται νὰ πτωχεύσωσιν, ἔχουσι πάντοτε τὸν καιρὸν νὰ πράξωσι τοῦτο, τὰ Κράτη ταῦτα ἔβλαψαν οὐ μόνον τὰ συμφέροντα τῶν δανειστῶν των, ἀλλὰ καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὸ μέλλον αὐτῶν. Τὰ Κράτη δὲ ταῦτα ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἀνορθώσωσι μήτε τὰ οἰκονομικά των, μήτε τὴν πίστιν των. Πλεῖστα εὑρίσκομεν παραδείγματα καλῆς καὶ κακῆς διεξαγωγῆς τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν. Καὶ ἡ Αὐστρία καὶ πλεῖστα Γερμανικὰ Κράτη καὶ ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ἱσπανία καὶ ἡ Τουρκία καὶ αὐτὴ ἡ Ἰταλία διῆλθον τοιαύτας δυσχερείας. Σημαντικὸν δὲ παράδειγμα συγκρίσεως παρέχει εἰς ἡμᾶς ἀφ’ ἑνὸς ἡ Ὁλλανδία καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ Πορτογαλία καὶ ἡ Αἴγυπτος. Ἡ Ὁλλανδία, ἥτις χαίρει σήμερον πρώτης τάξεως πίστιν καὶ ἧς πλεῖστοι ἴσως ἀγνοοῦσι τὰς οἰκονομικὰς περιπετείας, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρόντος αἰῶνος καὶ πρὸ 60 ἀκόμη ἐτῶν εὑρέθη ἀπέναντι δυσχερειῶν ἀναλόγων πρὸς τὰς ἰδικάς μας. Διεῖδεν ὅτι, ἂν ἐξηκολούθει τὴν ἀνελλιπῆ ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου αὐτῆς χρέους, ἤθελεν ἐξαντλήσει τὴν χώραν καὶ βλάψει οὐ μόνον τοὺς ὑπάρχοντας δανειστάς της, ἀλλὰ καὶ ἐκείνους, οἵτινες πλανώμενοι ἤθελον ἐξακολουθήσει νὰ δανείζωσιν αὐτήν. Δὲν ἐδίστασε δὲ νὰ ἀναβάλῃ τὴν πληρωμὴν μεγάλου μέρους τοῦ χρέους της καὶ διὰ διαφόρων οἰκονομικῶν πράξεων καὶ συνδυασμῶν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ συμφέροντα τῆς τε χώρας καὶ τῶν δανειστῶν αὐτῆς. Τοιούτῳ τρόπῳ δὲ ἐν πλήρει καλῇ πίστει διεξελθοῦσα τὰς δυσχερείας αὐτῆς, ἡ Ὁλλανδία οὐ μόνον δὲν ἔβλαψε τὴν ὑπόληψιν καὶ τὴν πίστιν της, ἀλλὰ 3 ἢ 4 ἔτη μετὰ τὴν πρᾶξίν της ταύτην, λαβοῦσα ἀνάγκην δανείου, ἕνεκα τῶν ἀποικιῶν της, εὗρε τοὺς κεφαλαιούχους προθύμους νὰ προσφέρωσιν εἰς αὐτὴν ποσὰ ἀνώτερα ἐκείνων, ἅτινα ἐζήτει. Οὐδέποτε δὲ ἡ πίστις τῆς Ὁλλανδίας κατέπεσε. Πάντες δ’ οἱ ἐν Εὐρώπῃ κεφαλαιοῦχοι, οἱ καταμετροῦντες τὴν πίστιν τῶν ἐθνῶν, οὐ μόνον ἀναλόγως τῶν οἰκονομικῶν αὐτῶν δυνάμεων, ἀλλὰ καὶ κατὰ λόγον συνάμα τῆς καλῆς πίστεως καὶ τῆς φρονήσεως, μεθ’ ἧς διαχειρίζονται ταύτας, ἐθεώρησαν πάντοτε τὴν Ὁλλανδίαν, ὡς Κράτος κεκτημένον πρώτης τάξεως πίστιν. Ἡ Πορτογαλία, πρὸ πεντηκονταετίας περίπου, περιελθοῦσα εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, ἐξηκολούθησε δανειζομένη καὶ δαπανῶσα, περιῆλθε δὲ εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀδυναμίαν τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς. Οὐδεμίαν δείξασα πρόνοιαν, ἀπώλεσε τὴν πίστιν αὐτῆς, ἐπὶ τριάκοντα δὲ περίπου ἔτη δὲν κατώρθωσε ν’ ἀνορθώσῃ αὐτήν. Ἱκανοποίησε μετὰ ταῦτα τοὺς δανειστὰς καὶ ἤρχισεν ἐπανακτῶσα τὴν πίστιν της, ἀλλὰ πάλιν ἐπανέλαβε τὴν πολιτικὴν τῶν μεγάλων ἔργων καὶ τῶν δυσαναλόγων πρὸς τὰς δυνάμεις αὐτῆς δαπανῶν διὰ συνομολογήσεως δανείων. Πρὸ πενταετίας δ’ εὑρισκομένη ἐν δυσχερείαις, δὲν ἠθέλησε νὰ μεταβάλῃ τὴν τοιαύτην πολιτικὴν αὐτῆς. Πρὸ ἑνὸς δὲ καὶ ἡμίσεως περίπου ἔτους εὑρέθη πάλιν ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεών της. Οἱουδήποτε κεφαλαιούχου ἐν Εὐρώπῃ ἂν ζητήσητε τὴν γνώμην περὶ Πορτογαλίας, θ’ ἀκούσητε ὅτι ἡ πρὸς αὐτὴν ἀπόλυτος δυσπιστία δὲν στηρίζεται τόσον εἰς τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς δυνάμεων, ὅσον εἰς τὴν ἔλλειψιν καλῆς πίστεως καὶ εἰλικρινείας τῶν διοικούντων αὐτάς. Ἡ Αἴγυπτος, ὅτε ἀνῆλθεν εἰς τὸν Χεδιβικὸν θρόνον ὁ Ἰσμαὴλ πασσᾶς, ἐπεχείρησεν ἔργα ἀπαιτοῦντα δαπάνας δυσαναλόγους πρὸς τὰς δυνάμεις αὐτῆς. Ὁ Ἰσμαὴλ πασσᾶς ἤθελε διὰ σιδηροδρόμων νὰ φθάσῃ τὸ κέντρον τῆς Ἀφρικῆς, ἤθελε διὰ μεγίστων φυτειῶν καὶ ἐργοστασίων νὰ παραγάγῃ τὸ ζάκχαρι ὁλόκληρον, τὸ καταναλισκόμενον ὑπὸ τῶν ἐθνῶν τῆς Μεσογείου, ἤθελε διὰ μεγάλων δωρεῶν νὰ ἐλαττώσῃ τὴν ἐπὶ τῆς Αἰγύπτου ἐξουσίαν τοῦ Σουλτάνου. Πρὸ 20 ἐτῶν πολλοὶ συνεβούλευον τὸν τότε Χεδίβην νὰ μεταβάλῃ πολιτικὴν, νὰ παύσῃ πᾶσαν τοιαύτην δαπάνην καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μὲ τοὺς δανειστὰς τῆς Αἰγύπτου, οὗτος δ’ ἀπήντα, ὅτι ἡ Αἴγυπτος δὲν πτωχεύει, ἂν δὲ πτωχεύσῃ, θὰ πτωχεύσῃ μὲ δισεκατομμύρια καὶ ὄχι μὲ ἑκατομμύρια. Ἐπτώχευσε πράγματι μὲ δισεκατομμύρια, ἀλλ’ ἀπώλεσε κατ’ ἀρχὰς τὴν οἰκονομικήν της αὐτοτέλειαν, ἀργότερον δὲ καὶ τὴν πολιτικὴν αὐτῆς ἀνεξαρτησίαν. Τὰ παραδείγματα τῶν ἄλλων ἐθνῶν, ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἥτις δι’ οὐδένα σήμερον εἶναι μυστήριον, καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμοζομένης πολιτικῆς ὀφείλουσι νὰ μᾶς καθοδηγήσωσιν εἰς τὴν πορείαν, ἣν πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν. Δὲν πρέπει, ὡς εἶπον, νὰ χρεωκοπήσωμεν ἐν γνώσει ἢ ἐξ ἀμελείας, πλανώμενοι περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου. Δὲν πρέπει κατ’ οὐδένα τρόπον νὰ παρασταθῶμεν εἰς τὸν ἔξω κόσμον καὶ εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς ὡς ἔνοχοι δόλου ἢ ἀσυγγνώστου ἀμελείας καὶ ὡς κακῆς πίστεως ὀφειλέται. Τοιοῦτος χαρακτηρισμὸς ἤθελεν ἀφαιρέσει ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος τὴν ἠθικὴν βάσιν, ἐφ’ ἧς στηριζομένη θὰ δυνηθῇ ν’ ἀνορθώσῃ τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς καὶ τὴν πίστιν της. Ὀφείλομεν νὰ σώσωμεν τὴν βάσιν ταύτην, πείθοντες πάντας, ὅτι εἴμεθα καλῆς πίστεως ὀφειλέται. Ἀλλ’ ὀφείλομεν συνάμα νὰ σώσωμεν καὶ τὴν ἑτέραν βάσιν, τὴν ὑλικὴν, ἐφ’ ἧς πρέπει ὡσαύτως νὰ στηριχθῇ πᾶσα ὑγιὴς οἰκονομικὴ πολιτική. Ὀφείλομεν νὰ μὴ ἐξαντλήσωμεν τὰς δυνάμεις τῆς χώρας, ἀλλὰ νὰ διατηρήσωμεν αὐτὰς εἰς κατάστασιν ἐπιτρέπουσαν τὴν ἀναγκαίαν δρᾶσιν τῆς κοινωνίας πρὸς ἐπίτευξιν τῆς πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ἀπαιτουμένης προόδου. Μόνον διατηροῦντες τὰς δύο ταύτας βάσεις, τήν τε ἠθικὴν καὶ τὴν ὑλικὴν, θὰ δυνηθῶμεν νὰ μορφώσωμεν καὶ ἐφαρμόσωμεν πολιτικὴν ἐγγυωμένην τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ τὴν ἀνάκτησιν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς δημοσίας πίστεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ἐκθέσῃ τις τὰς λεπτομερείας συστήματος, ὅπερ, στηριζόμενον ἐπὶ τοιούτων βάσεων, νὰ ὑπόσχηται τὴν ἐπωφελεστέραν διέξοδον τοῦ τόπου ἐκ τῶν δυσχερειῶν, ἐν αἷς εὑρίσκεται οὗτος. Ὑπῆρξεν ἐποχὴ πρὸ ἑξαετίας, λίαν εὔθετος, καθ’ ἣν, ἐν τῇ ἐνάρξει τῶν δυσχερειῶν τούτων εὑρισκόμενοι, θὰ ἠδυνάμεθα εὐκολώτερον νὰ διεξέλθωμεν αὐτὰς καὶ ν’ ἀποκτήσωμεν σήμερον ὁμαλὰ οἰκονομικὰ καὶ ἀληθῆ δημοσίαν πίστιν. Σήμερον αἱ περιστάσεις εἰσὶ δυσχερέστεραι, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ὀφείλομεν νὰ ἐπιζητήσωμεν καὶ εὕρωμεν τὴν ὁδὸν καὶ τὴν μέθοδον, δι’ ἧς ἔσεται δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ οἰκονομικοῦ συστήματος δυναμένου νὰ σώσῃ τὴν χώραν. Ὡς πρώτην ἀφετηρίαν ἐφαρμογῆς τοιούτου συστήματος πρέπει νὰ λάβωμεν τὴν διαίρεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ ἑνότης τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ἀρετὴ αὐτοῦ, καὶ ταύτην ἀπαιτεῖ καὶ ἡ νομοθεσία ἡμῶν. Ὑπάρχουσιν ὅμως περιστάσεις, καθ’ ἃς ἡ διαίρεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀποβαίνει ἀνάγκη καὶ συνάμα πλεονέκτημα αὐτοῦ. Τοιαύτη δὲ ἔκτακτος καὶ ἐξαιρετικὴ περίστασις εἶναι καὶ ἐκείνη, ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα σήμερον, ὅτε τὸ δημόσιον χρέος πιέζει καὶ τὸ Κράτος καὶ τὴν κοινωνίαν καὶ καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν ὁμαλὴν αὐτῶν δρᾶσιν καὶ ἀνάπτυξιν. Πρέπει νὰ διαιρέσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν ἡμῶν εἰς δύο διακεκριμένα καὶ ἀνεξάρτητα τμήματα· εἰς προϋπολογισμὸν τῆς ἐν γένει διοικήσεως τοῦ Κράτους, καὶ εἰς προϋπολογισμὸν τοῦ δημοσίου χρέους. Δι’ ἑκάτερον αὐτῶν πρέπει νὰ προσδιορίσωμεν ὡρισμένα καὶ διακεκριμένα ἔσοδα καὶ ἔξοδα. Καὶ ὁ μὲν προϋπολογισμὸς τῆς ἐν γένει διοικήσεως τοῦ Κράτους θέλει συνταχθῆ ἐπὶ τῇ βάσει πλήρους καὶ ἀναμφισβητήτου ἰσοζυγίου. Πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ ἀναγκαῖα ἔσοδα, τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν ὁμαλὴν τοῦ Κράτους διοίκησιν, κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα τὴν λειτουργίαν τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ. Ἤθελεν εἶσθαι ὡσαύτως δυνατὴ καὶ ἡ ἄμεσος ἰσοζύγισις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ δημοσίου χρέους, ἂν ἐπρόκειτο αἱ πληρωμαὶ αὐτοῦ νὰ ἐκτελεσθῶσι διὰ τοῦ νομίμου νομίσματος, ὅπερ ἔχομεν καὶ δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν. Ἀλλὰ τῶν πλείστων πληρωμῶν αὐτοῦ οὐσῶν εἰς χρυσὸν, ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος θὰ παρουσιάσῃ ἔλλειμμα τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ νομίσματος, ὅπερ ἔχομεν, καὶ ἐκείνου, ὅπερ ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν. Εἰς τὴν ἐξάλειψιν δὲ τοῦ ἐλλείμματος τούτου ὀφείλομεν νὰ στρέψωμεν πᾶσαν τὴν προσοχὴν ἡμῶν. Τὴν ἐξάλειψιν δ’ αὐτοῦ δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν βεβαίως μήτε εἰς τὴν ἀθρόαν αὔξησιν τῆς ἰσχυούσης φορολογίας, μήτε εἰς τὰς οἰκονομίας ἐν ταῖς σήμερον λειτουργούσαις ὑπηρεσίαις. Θὰ εὕρωμεν αὐτὴν καὶ θὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἐν προσεχεῖ μέλλοντι ἰσοζύγισιν καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου δι’ ἄλλων μέτρων. Πρῶτον δὲ τοιοῦτον, ὅπερ τάχιστα ὀφείλομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν, εἶναι ἡ ἀναδιοργάνωσις καὶ ἡ ἐνίσχυσις τῶν ἐθνικῶν Τραπεζῶν. Πανταχοῦ αἱ Ἐθνικαὶ Τράπεζαι, γνωσταὶ ὑπὸ τὸν τίτλον Τράπεζαι τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας, κύριον ἔχουσι σκοπὸν τὴν διεύθυνσιν καὶ τὴν ὑποστήριξιν τῆς κυκλοφορίας ταύτης. Παρ’ ἡμῖν ὅμως ὁ σκοπὸς οὗτος ἀπέβη ὅλως πάρεργος ἐργασία τῶν ἐθνικῶν Τραπεζῶν, ἄλλαι δὲ ἐπιχειρήσεις εἰσὶν αἱ κυρίως ἀπασχολοῦσαι αὐτάς. Ἀναδιοργανοῦντες καὶ ἐνισχύοντες τὰς Τραπέζας ταύτας, θέλομεν εὕρει ἐν αὐταῖς τὴν πρώτην βάσιν τῆς βελτιώσεως τῆς νομισματικῆς ἡμῶν κυκλοφορίας. Ἕτερον θεμελιῶδες μέτρον ἔσται ἡ σύντομος φροντὶς πρὸς ὑποστήριξιν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ἡ ἰδέα αὕτη εἶναι πλέον κοινὴ καὶ γενικῶς παραδεδεγμένη. Δὲν πρόκειται ἑπομένως περὶ αὐτῆς, ἀλλὰ πῶς καὶ διὰ τίνων μέσων θὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ ὑποστήριξις καὶ ἡ ἀνάπτυξις τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν παραγωγῆς. Ἀνεξαρτήτως τῆς ὑποστηρίξεως, ἣν ὁμαλωτέρα διοίκησις θὰ παρέξῃ εἰς αὐτὴν, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς ἐν γένει διοικήσεως τοῦ Κράτους ὀφείλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν τὰς ἐνδεικνυομένας ῥιζικὰς μεταῤῥυθμίσεις τῶν διαφόρων κλάδων τῆς διοικήσεως, ὅπως εὕρωμεν ἐν αὐτοῖς, ἄνευ βλάβης, ἀλλὰ καὶ μετ’ ὀφέλους τῆς ὑπηρεσίας, τὰς δυνατὰς οἰκονομίας· ὀφείλομεν δὲ συνάμα νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐπωφελῆ μεταῤῥύθμισιν διαφόρων φόρων. Θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν οὕτως ἐντὸς τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς ἐν γένει διοικήσεως ἐξ οἰκονομιῶν καὶ ἐξ αὐξήσεως ἐσόδων περισσεύματα, ἅτινα θὰ χρησιμοποιήσωμεν ἐν μέρει πρὸς θετικὴν ὑποστήριξιν τῶν κλάδων τῆς παραγωγῆς ἡμῶν, τῶν ἐχόντων ἀνάγκην τοιαύτης ὑποστηρίξεως, ἐν μέρει δὲ πρὸς κάλυψιν παντὸς ὑπάρχοντος ἐλλείμματος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ δημοσίου χρέους καὶ πρὸς βαθμιαίαν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, κατὰ λόγον τῆς ἀναπτύξεως τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς προόδου τῆς χώρας. Τὸ σύστημα τοῦτο δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ὁμαλὴν πορείαν τῆς διοικήσεως, νὰ θέση τέρμα εἰς τὴν ἀδιάκοπον αὔξησιν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ εἰς τὴν ἐξάντλησιν τῆς χώρας καὶ, προλαμβάνον τὴν χρεωκοπίαν καὶ τὴν ἀληθῆ πτώχευσιν, νὰ ἐξασφαλίσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὰ συμφέροντα τῶν δανειστῶν μας, ἐγγυώμενον, ὅτι ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος θέλουσιν οὗτοι λαμβάνει, οὐ μόνον πᾶν ὅ,τι ὀφείλεται εἰς αὐτοὺς κατ’ ἔτος, ἀλλὰ καὶ πᾶν ὅ,τι τυχὸν ἤθελε τοῖς καθυστερήσει κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη. Ὑπολείπονται ὅμως καὶ ἕτεραι ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, δι’ ἃς ὀφείλομεν νὰ μεριμνήσωμεν ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τοιαῦται δ’ εἰσὶ τὸ κυμαῖνον χρέος, καὶ ἰδίως αἱ προκαταβολαὶ, αἵτινες ταχέως ἀποβαίνουσιν ἀπαιτηταὶ, καὶ ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης καὶ τῶν ἄλλων ἀρξαμένων δημοσίων ἔργων.

§24ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ ἕτερον ἥμισυ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν τὸ ἀνεπτύξατε.

§25ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἀρκούντως τὸ ἀνέπτυξα. Θὰ τὸ ἀναπτύξω δὲ πλειότερον, ἂν τοῦτο ἀποβῇ ἀναγκαῖον καὶ χρήσιμον. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι πιθανὴ, ἀλλ’ οὔτε καὶ δυνατὴ ἡ πραγματοποίησις τοῦ συνδυασμοῦ, ὃν ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τῆς ἐκχωρήσεως τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης εἰς ἑταιρίαν ἀναλαμβάνουσαν καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτοῦ. Μήτε τὰ ἔσοδα, ἅτινα ὁ σιδηρόδρομος οὗτος, ἀπολήγων εἰς τὴν Λάρισσαν καὶ μὴ συνδεόμενος μὲ τοὺς τουρκικοὺς, ἤθελε φέρει, δύνανται νὰ παράσχωσιν εἰς τοιαύτην ἑταιρίαν ὠφελείας ἀρκούσας, ὅπως αὕτη ἀναδεχθῇ τὰς πρὸς περάτωσιν τῆς κατασκευῆς αὐτοῦ ἀπαιτουμένας δαπάνας, μήτε ἂν ὑπάρξωσιν ὠφέλειαι ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως αὐτοῦ, αἱ ὠφέλειαι αὗται δύνανται νὰ διατεθῶσιν ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας ταύτης, διότι αὗται ἀνήκουσιν ὡς ἐγγύησις εἰς τοὺς κατόχους τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης. Δὲν νομίζω ἑπομένως, ὅτι σπουδαίως δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς διὰ τοιούτου συνδυασμοῦ ἀποπερατώσεως τοῦ σιδηροδρόμου τούτου. Δι’ ἄλλου συνδυασμοῦ ὀφείλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου καὶ τῶν ἄλλων ἐκκρεμῶν ἔργων, ὡς καὶ τὸν κανονισμὸν τῶν προκαταβολῶν. Τοιοῦτον δὲ συνδυασμὸν θὰ δυνηθῶμεν νὰ στηρίξωμεν ἐπὶ τῆς διαθέσεως τῶν ὑπολειπομένων ὁμολογιῶν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης καὶ ἐπὶ δανείου οὐχὶ ἐξωτερικοῦ, ἀλλ’ ἐσωτερικοῦ, συμπληροῦντος τὸ ποσὸν, ὅπερ θ’ ἀποφέρωσιν αἱ ὁμολογίαι αὗται. Δὲν νομίζω ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ τοιούτου συστήματος. Ἡ ἀνάπτυξις τῶν λεπτομερειῶν τούτων, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμά τι λυσιτελές· δύναται δ’ ἴσως καὶ νὰ βλάψῃ. Ἄν ἡ Βουλὴ πιστεύῃ, ὅτι ὁ τόπος δὲ πάσχει ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς πολιτικῆς παραλυούσης τὴν διοίκησιν, πιεζούσης τὴν δρᾶσιν τῆς κοινωνίας καὶ τὴν παραγωγὴν καὶ αὐξανούσης τὰ ἐπαχθῆ βάρη τοῦ Δημοσίου, ἂν παραδέχηται ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης πολιτικῆς δύνανται ν’ ἀποσοβηθῶσιν οἱ ἐν τῷ μέλλοντι ἐπαπειλοῦντες ἡμᾶς πολυειδεῖς κίνδυνοι, ἂς ἀκολουθήσῃ ὑποστηρίζουσα αὐτήν. Ἄν ὅμως, πειθομένη ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς τοιαύτης πολιτικῆς, καὶ ἐκ τῆς κρισίμου καταστάσεως, εἰς ἣν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀμφισβητήσεως, εὑρίσκεται ἡ κοινωνία, ἡ Βουλὴ ἐννοῇ, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ἡ πολιτικὴ αὕτη, ὀφείλει τότε νὰ παραδεχθῇ, οὐχὶ ὅτι τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα δὲν εἶναι πολιτικόν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ἀπεναντίας, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι τὸ ἐξόχως πολιτικὸν καὶ ἐθνικὸν ζήτημα, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἐκλείψῃ πᾶν αἴσθημα ἐγωϊστικὸν ἢ φατριαστικόν. Ὀφείλει νὰ δείξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἀπέναντι τῆς ἐξόχου σημασίας, ἣν παρουσιάζει σήμερον τὸ ζήτημα τοῦτο, διά τε τὸ παρὸν καὶ διὰ τὸ μέλλον τῆς χώρας, πρώτη αὐτὴ πρέπει νὰ θυσιάσῃ τὰς φατριαστικὰς καὶ κομματικὰς αὐτῆς θεωρίας καὶ πράξεις. Ἐκ τοιούτων δ’ αἰσθημάτων ὁρμώμενοι καὶ οὐχὶ φιλαρχοῦντες, ἀλλὰ φιλοδοξοῦντες πῶς νὰ ὑπηρετήσωμεν τὴν πατρίδα ἡμῶν, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ζητήσωμεν τὰ μέτρα, ὁθενδήποτε καὶ ἂν προτείνωνται ταῦτα, διὰ τῶν ὁποίων ἔσται δυνατὸν νὰ διεξέλθωμεν τὰς σημερινὰς δυσχερείας, νὰ ἀποσοβήσωμεν τοὺς ἐπαπειλοῦντας ἡμᾶς κινδύνους καὶ νὰ ἀνορθώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν. Μόνον τοιαύτη πορεία δύναται ν’ ἀπολήξῃ εἰς λυσιτελῆ ἀποτελέσματα καὶ καταστήσῃ εἰς ἡμᾶς δυνατὴν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων, ἅτινα ἐπιβάλλουσιν ἡμῖν αἱ σημεριναὶ περιστάσεις τῆς πατρίδος, ἣν οἱ πατέρες ἡμῶν διὰ μεγίστων θυσιῶν ἀνέστησαν, καὶ ἧς τὸ μέλλον καὶ τὴν πρόοδον δὲν ἔχομεν ἡμεῖς δικαίωμα νὰ θυσιάσωμεν.

§26ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἔχομεν καθῆκον, Κύριοι, νὰ λαλήσωμεν εὐθὺς, ὅσοι δὲν συμμεριζόμεθα τὰς ὀλεθρίας ἀρχὰς, αἵτινες τέως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνεπτύχθησαν, ἔχομεν ἀνάγκην ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων ἡμῶν καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ὅπερ ἀναμένει ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης νὰ μάθῃ τὸ οἰκονομικὸν αὑτοῦ μέλλον, ἔχομεν καθῆκον ν’ ἀποκρούσωμεν εὐθὺς ἰδέας, αἵτινες καταβιβάζουσι τὴν ἐθνικὴν τιμὴν, αἵτινες προσβάλλουσι καὶ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον τοῦ τόπου. Ἐπὶ ἡμέρας ἡ πλειοψηφία προσεκτικῶς ἠκροάσθη διαπρεπεῖς ῥήτορας ὅλων τῶν μερίδων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐζήτησε ν’ ἀκούσῃ παρ’ αὐτῶν σανίδα σωτηρίας, ἐλπίδα τοῦ μέλλοντος. Δύο προεβλήθησαν συστήματα ἐνώπιον ἡμῶν· τὸ ἓν—ὅπως θέλουσι καὶ νὰ τὸ χαρακτηρίσωσιν — εἶναι πλήρης ἐθνικὴ χρεωκοπία, τὸ ἕτερον εἶναι σύστημα, ὅπερ ἔχει μέχρι τοῦδε, τοὐλάχιστον ὡς ἀνεπτύχθη, τὰ ἐλαττώματα τοῦ ἀπραγματοποιήτου καὶ τοῦ μὴ ἐπικαίρου. Θὰ ὁμιλήσωμεν καὶ περὶ τοῦ ἑνὸς καὶ περὶ τοῦ ἑτέρου, καὶ θὰ δικαιολογήσωμεν τὴν ψῆφόν μας, διατὶ καὶ μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν ἀμφοτέρων τῶν συστημάτων ἐμμένομεν εἰς τὰς πεποιθήσεις ἡμῶν, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὡς ἔχει, ἐμμένομεν εἰς τὰ μέτρα, ἅτινα αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις προέβαλεν. Ἠκούσαμεν ἑκατομμύρια ἐπὶ ἑκατομμυρίων, ἠκούσαμεν ἐλλείμματα ἐπὶ ἐλλειμμάτων, καὶ τὸ ὅλον δὲ κρωγμοὺς ἀπελπισίας, ἱερεμιάδας. Ἀλλ’ ἆρά γε, Κύριοι, εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν τοιαύτας ἱερεμιάδας ἀκούομεν; Δὲν εἶναι ὁ Βουλευτὴς Ἄρτης ἐκεῖνος, ὅστις κατὰ τὸ 1887 ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰς αὐτὰς ἱερεμιάδας μᾶς εἶπεν; Ὅσοι ηὐτυχήσαμεν, Κύριοι, νὰ ἤμεθα Βουλευταὶ καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1887, ἐπίσης καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἂς ἀναπολήσωμεν τί ἔλεγεν· ὅσοι δὲν τὸν ἠκροάσθησαν, ἂς λάβουν ὑπ’ ὄψιν των τὰ πρακτικὰ τῆς συνόδου ἐκείνης. «Ἡ οἰκονομικὴ πίστις τῆς Ἑλλάδος, ἔλεγεν ὁ κ. Καραπάνος, κατεστράφη!» Τὴν παρίστα χειροτέραν παρ’ ὅ,τι σήμερον. «Τὰ χρεώγραφα ἡμῶν, ἔλεγε, διεγράφησαν ἀπὸ τοῦ χρηματιστηρίου τοῦ Λονδίνου, καὶ ζητεῖτε πάλιν δάνεια; ἐλπίζετε δάνεια; Ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος ἐξέλιπεν, ἔλεγεν, ἡ παραγωγὴ κατεπονήθη, τὰ ἑκατομμύρια, ἅτινα ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς νέους φόρους, εἶναι ἀδύνατον νὰ πληρωθῶσιν, ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ δώσῃ πλέον τῶν 60,000,000 ἐτησίως φόρους.» Καὶ δὲν τὰ ἔλεγε μόνον ὁ κ. Καραπάνος, ἀλλὰ καὶ διαπρεπεῖς ἄλλοι ῥήτορες. Ἐνθυμοῦμαι ἕτερον, ἀπόντα δυστυχῶς σήμερον ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου, συνάδελφον, τότε πατριάρχην τῶν οἰκονομολόγων· καὶ αὐτὸς τὰ αὐτὰ προέβλεπεν. Ἐν τούτοις, ἐνῷ τοιαύτη παρίστατο ἡ κατάστασις τὸ 1887, ἐνῷ καὶ οἰκονομικῶς ἡ Ἑλλὰς καὶ ἠθικῶς ἦτο εἰς χείρονα τῆς σημερινῆς θέσιν, ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς ἀντεμετώπισε τὰς περιστάσεις. Πῶς ἦτο ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὸ 1886, ὅτε ἀνέλαβε τὰς ἡνίας τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής; Ἐπιστρατεία ἀτυχὴς, ἧς τὰς ἀγαθὰς προθέσεις καὶ τοὺς εὐγενεῖς πόθους δὲν ἀμφισβητῶ, εἶχεν ἐξαντλήσει κατὰ μέγα μέρος τὸν τόπον· ἠθικὴ καταδίκη εἶχεν ἐπέλθει ἐκ μέρους τῆς Εὐρώπης κατὰ τῆς Ἑλλάδος, οἱ στόλοι τῶν Δυνάμεων μᾶς εἶχον ἀποκλείσει, καὶ ἐπέβαλλον τὴν θέλησίν των ἐπὶ τοῦ τόπου. Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις οἰκτρά· οὔτε δεκάδων χιλιάδων δραχμῶν κεφάλαιον δὲν εἶχεν εὑρεθῆ εἰς τὰ ταμεῖα. Τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις, ὅτε ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής. Ἐνθυμοῦμαι, τὸν συνήντησα τὸ πρῶτον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐργαζόμενον· ἤμην τῷ ὄντι ἄπελπις, τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος ἐφαίνετο ζοφερόν. Μὲ ἐνίσχυσεν εὐθύς· «καθ’ ὅσον ἐργάζομαι, μοὶ εἶπε, καθ’ ὅσον προσπαθῶ νὰ ἐξεύρω πόρους, κατὰ τοσοῦτον πείθομαι, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς περιστάσεις». Καὶ ἦλθεν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἔφερε τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον τοῦ 1887, ὅστις ἐπέβαλλε νέους φόρους δεκάδων ἑκατομμυρίων· καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατέβαλε τοὺς φόρους αὐτοὺς ἀγογγύστως, ἵνα σώσῃ τὴν τιμὴν τοῦ τόπου. Ἡ Ἑλλὰς ἔκτοτε ἔζησε καὶ ἔζησεν ἐντίμως.

§27ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔζησε δανειζομένη.

§28ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δανειζομένη καὶ ἐκπληροῦσα τὰς ὑποχρεώσεις της.

§29ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν ὅσῳ ἐδανείζετο.

§30ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ τότε ἐλέγετε, ὅτι δὲν θὰ εὕρωμεν νὰ δανεισθῶμεν, καὶ τότε συνεβουλεύετε τοὺς συμβιβασμούς. Καὶ τότε ὁ Βουλευτὴς Ἄρτης, θέλων νὰ καλύψῃ τὴν ἰδέαν τῆς χρεωκοπίας, ἔλεγε: δὲν προτείνω χρεωκοπίαν, ἀλλὰ συμβιβασμὸν εἰς τοὺς δανειστὰς διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ χρεωλυσίου, καὶ κατὰ τὸ ἥμισυ περιορισμὸν τοῦ τόκου. Καὶ ὅταν τῷ ἀντετάξαμεν, τί εἴδους συμβιβασμὸς εἶναι, ὅταν οἱ δανεισταὶ δὲν συναινῶσιν; ἀπήντα: «τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπουσι πλειότερον νὰ δώσωμεν». Καὶ τότε ἦσαν αἱ αὐταὶ περιστάσεις· καὶ ὅμως αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι ἀντεμετωπίσθησαν, καὶ ἡ Ἑλλὰς ἔζησε καὶ ζῇ. Μήπως σήμερον ἤλλαξαν τὰ πράγματα; Τὰς αὐτὰς ἱερεμιάδας ἀκούομεν, τοὺς αὐτοὺς κρωγμούς. Κατέγειναν πολὺ οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὴν διαχείρισιν τὴν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1883 μέχρι σήμερον· ἡ διαχείρισις ἐκείνη ἀνήκει εἰς τὸ παρελθὸν, δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς αὐτήν· ἐλέχθησαν οὐχὶ ἅπαξ, οὐχὶ δὶς, οὐχὶ δεκάκις, ἐλέχθησαν τριακοντάκις τὰ αὐτὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἀπὸ τοῦ ἔτους 1883 ἐξακολουθοῦμεν νὰ ἀκούωμεν, ὅτι ὁ αἴτιος τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως εἶναι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Τριακοντάκις ἔλαβον ἀπάντησιν· τὰ αὐτά! Ἐπὶ τέλους ὅμως, Κύριοι, τὸ πρᾶγμα ἔχει ὅρια· ἀπὸ τοῦ ἔτους 1883 ἦλθεν οὐχὶ ἅπαξ, οὐχὶ δὶς, ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία· εἰς τόσας βουλευτικὰς συνόδους ἦλθε, καὶ εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς συνόδους τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον ἀτάσθαλον ἠθελήσατε νὰ χαρακτηρίσητε, ἐπεκυρώθη ὑπὸ τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους. Ἐπὶ τέλους ὅμως, Κύριοι, ἐπῆλθε πρὸ πάντων ἡ ψηφοφορία τοῦ Μαΐου παρελθόντος ἔτους· τί εἶπε τὸ ἔθνος κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1892; Ἀπεμακρύνετο τῶν κοινῶν Κυβέρνησις διευθυνομένη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος· καὶ διατί ἀπεμακρύνετο; Οὐδεμία ἄλλη αἰτία ὑπῆρχεν ἢ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα· ἐν τούτοις τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, καλούμενον ν’ ἀποφανθῇ περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος τοῦ οἰκονομικοῦ, πάσας τὰς ψήφους αὐτοῦ ἔδωκεν εἰς τοὺς φίλους τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. Τί καταδεικνύει ἡ ψῆφος τοῦ Μαΐου, παρὰ ἔγκρισιν πλήρη, πληρεστάτην τῆς μέχρι τοῦδε διοικήσεως τῆς οἰκονομικῆς; Καὶ πάλιν δὲ εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ἐνεπιστεύθη καὶ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τοῦ τόπου. Ἀλλὰ δύο, εἶπον, συστήματα ἀνεπτύχθησαν ἐνώπιον ἡμῶν, τὸ σύστημα τῆς ἀρνήσεως τῶν ὑποχρεώσεών μας καὶ τὸ σύστημα τὸ ἕτερον, τὸ ἀναπτυχθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Λοκρίδος. Περὶ τοῦ πρώτου οὐδὲ λόγος δύναται νὰ γείνῃ. Ὅπως καὶ ἂν θελήσῃ, ἂς χαρακτηρίσῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος, τὸ σύστημα αὐτοῦ· τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι σύστημα πτωχεύσεως. Εἴτε ἕνα προϋπολογισμὸν ἔχετε, εἴτε δύο, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι δὲν θὰ πληρώσητε τὰς ὑποχρεώσεις σας. Τί σᾶς εἶπε; «Διαιρέσατε τὸν προϋπολογισμὸν σας εἰς δύο· φροντίσατε ὁ εἷς νὰ ἦναι πλήρης, καὶ ἔπειτα ὅ,τι μένει νὰ δώσητε εἰς τοὺς δανειστάς σας.» Καὶ ἠρώτα αὐτὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τί ἐνόει, μὲ τοὺς δύο προϋπολογισμούς· πρόχειρος ἡ ἀπάντησις, ἀλλὰ δὲν ἐτόλμα νὰ τὴν εἴπῃ· «Θὰ δώσωμεν εἰς τοὺς δανειστάς μας ὅ,τι ἀπομένει ἐκ τοῦ πρώτου.» Καὶ ἔπειτα, λέγει, δὲν εἶναι χρεωκοπία, δὲν εἶναι ἄρνησις πληρωμῶν τὸ σύστημά του, δὲν εἶναι ἡ χειροτέρα χρεωκοπία, ἀφοῦ εἰς τοὺς δανειστάς μας λέγει, ὅτι θὰ λάβωσιν ὅ,τι περισσεύει ἀπὸ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Πῶς ἤθελε χαρακτηρίσει, ἐὰν ἦτο εἰς ἄλλο βῆμα, —τὸ ὁποῖον ἐπαξίως κατεῖχεν ἐπὶ πολλὰ ἔτη,— ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μαντινείας τὸν ἔμπορον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔλεγε: «δὲν πτωχεύω, ἔχω ἀνάγκας, καὶ τὰς ἀνάγκας μου πληρῶ διὰ τῶν ὑπαρχόντων μου· διὰ τοὺς δανειστάς μου δὲν μὲ μέλει»; Καὶ ποίαν, ἐρωτῶ, ἔχετε δικαιολογίαν νὰ ἀρνηθῆτε εἰς τοὺς δανειστάς σας τὰς ὑποχρεώσεις σας; Μήπως σᾶς ἐπῆλθεν ἀπρόοπτόν τι ἀτύχημα; μήπως ἐπῆλθεν ἀκρωτηριασμὸς τοῦ τόπου; μήπως ἐπῆλθε συμφορὰ πολέμου; Οὐδὲν τούτων. Ἀφοῦ ἐλάβομεν τὰ χρήματα τῶν δανειστῶν, ἀφοῦ κατηναλώσαμεν εἴτε οὕτως εἴτε ἄλλως αὐτὰ, μὲ πλῆρες θάῤῥος ἀρνούμεθα τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών μας! Καὶ τοῦτο εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον σᾶς προέβαλον. Καὶ λαλοῦσι παραδόξως περὶ τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος τῆς Ἑλλάδος ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑποβάλλουσι σύστημα τοιοῦτον, καὶ δὲν ἐννοοῦσιν, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι ἡ νεκρικὴ σινδόνη, τὸ σάβανον τῆς Ἑλλάδος! Ἀλλὰ μᾶς παρέβαλον, Κύριοι, μὲ τὴν Ὁλλανδίαν, ἥτις δὲν ἔχει μέλλον, παρέβαλον τὸν τόπον ἡμῶν, ὅστις ἔχει διαρκεῖς πόθους μέλλοντος, παρέβαλον τὴν Ἑλλάδα, ἥτις ἔχει ἀνάγκην ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τῆς πίστεως τῆς Εὐρώπης, πρὸς τὴν Ὁλλανδίαν τοῦ 1700! Διατί δὲν ἐπαραδειγματίζοντο ἀπὸ ἕτερον ἔθνος γεῖτον, ἔχον ἐπίσης πόθους μέλλοντος, τὴν Ἰταλίαν, ἥτις, εὑρεθεῖσα εἰς τὰς αὐτὰς περιστάσεις, δὲν ἠρνήθη τὰς ὑποχρεώσεις της, ἀλλὰ δι’ αὐστηρῶν οἰκονομιῶν καὶ ἐπαχθεστάτων φόρων ἔσωσε τὴν τιμήν της; Φρονῶ, Κύριοι, ἀδιστάκτως, ὅτι ὅλαι αἱ ἄλλαι μερίδες, αἱ ἐκπροσωποῦσαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, μετ’ ἀγανακτήσεως θέλουσιν ἀποῤῥίψει τὴν πρότασιν ταύτην, ἥτις πρόκειται νὰ ἐπιθέσῃ, ὡς ἐλέχθη, τὸ στίγμα τῆς ἀτιμίας ἐπὶ τοῦ μετώπου τῆς Πατρίδος ἡμῶν, τὴν ὁποίαν οἱ πατέρες ἡμῶν παρέδωκαν ἡμῖν ἄσπιλον. Ὄχι, Κύριοι, θὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας, καὶ θὰ πληρώσωμεν, ὅπως δυνηθῶμεν· διότι ἡ ἄρνησις τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους θὰ συνεπιφέρῃ γενικὴν πανωλεθρίαν· τὰ πιστωτικὰ ἡμῶν καταστήματα, τὰ εὐεργετικὰ ταμεῖα, αἱ πλεῖσται περιουσίαι, θὰ καταστραφῶσιν· οὐδεὶς δύναται νὰ προβλέψῃ τὰς συμφοράς, αἵτινες θὰ ἐπέλθουν. Ἡ πίστις θὰ ἐκλείψῃ ἐν τέλει, καὶ μετ’ αὐτῆς πᾶσα ἐλπὶς τοῦ μέλλοντος. Ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν ἐνώπιον ἡμῶν προϋπολογισμὸν κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῆς αὐτάρκη, ἡ Κυβέρνησις προεῖδε περὶ τῆς διαφορᾶς τῆς ἐπικαταλλαγῆς, καὶ ἐπὶ τέλους πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν ὅλοι, ὅτι ἡ βάσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ σύναψις δανείου. Τί προεβλήθη ἀπέναντι τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπὸ μιᾶς τῶν μερίδων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Σύστημα ἕτερον, σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσι μείζονες οἰκονομίαι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ν’ αὐξήσωσι τὰ ἔσοδα αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο, ὡς εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, εἶναι σύστημα δυσπραγματοποίητον καὶ οὐχὶ ἐπίκαιρον, εἶναι σύστημα ἀπραγματοποίητον, διότι αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, δὲν εἶναι ἰδέαι κατὰ τὸ πλεῖστον πρώτην φορὰν ἀκουόμεναι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τὸ σύστημα τῆς διαιρέσεως τοῦ στρατοῦ εἰς στρατὸν ἐκπαιδεύσεως καὶ στρατὸν δημοσίας τάξεως εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον, ὅπως ἐνθυμοῦμαι καὶ θὰ ἐνθυμεῖται κάλλιον ἐμοῦ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, —διότι τότε συνέπραττεν, —εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἀπὸ τοῦ 1883· τότε ἐζήτει οὗτος 10,000 στρατὸν ἐκπαιδεύσεως καὶ στρατὸν δημοσίας τάξεως.

§31ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπραγματοποίησε.

§32ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὸ σύστημα αὐτὸ ἀνεπτύχθη, ἀλλὰ σύσσωμος ἡ Ἀντιπολίτευσις τὸ ἐπολέμησε· παρέστησε τὸ ἀπραγματοποίητον αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ τέλους καὶ ὁ ἴδιος ἐπείσθη, ὅτι τὸ σύστημα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ, διότι ἐπιφέρει πολὺ μείζονας δαπάνας. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἰδέα νέα, δὲν εἶναι σύστημα τὸ πρῶτον προτεινόμενον· ἔγεινε φροντὶς νὰ πραγματοποιηθῇ καὶ δὲν ἐστάθη δυνατόν. Τὸ σύστημα τῶν διοικήσεων δὲν εἶναι σύστημα νέον· ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος πολλάκις ἐσκέφθη τὸ σύστημα αὐτὸ, ἀλλ’ ἐσταμάτησεν ἀπέναντι τῶν τοπικῶν συμφερόντων. Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἑνώσῃ ἐπαρχίας, νὰ ἑνώσῃ δήμους, ἐσταμάτα ἀπέναντι τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου· δὲν εἶναι εὔκολος ἡ πραγματοποίησις τοῦ συστήματος αὐτοῦ, καὶ ὅσοι ἔσχον τὴν εὐτυχίαν ἢ τὴν ἀτυχίαν νὰ διευθύνωσι τὰ κοινὰ τοῦ τόπου τούτου, πολλάκις ἐσκέφθησαν περὶ τοῦ συστήματος αὐτοῦ. Τὸ σύστημα τῆς διατηρήσεως τῶν δημοσίων ὁδῶν δι’ ἐργολαβίας ἐδοκιμάσθη καὶ ἔφερε χείρονα ἀποτελέσματα. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι αἱ προταθεῖσαι ἰδέαι εἶναι δυσπραγματοποίητοι. Δὲν γνωρίζω, πότε θὰ ἔλθῃ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ἡ μερὶς, τὴν ὁποίαν ἐξεπροσώπει ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, ἔχω ὅμως τὴν πεποίθησιν καὶ παρακαλῶ νὰ μ’ ἐνθυμηθῶσιν, ἐὰν καὶ ὅταν ἔλθωσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὅτι θ’ ἀπαντήσωσι δυσχερείας ἀνυπερβλήτους εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ προγράμματός των τούτου. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος κ. Βουλευτὴς, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῆς καταργήσεως Πρωτοδικείων, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῆς καταργήσεως Γυμνασίων ἐπαρχιακῶν. Συμμερίζομαι ἐντελῶς τὴν ἰδέαν του, τὴν ὑπεστήριξα ἐνθέρμως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ, Κύριοι, ὅταν ἡ Κυβέρησις ἐπρότεινε τὴν κατάργησιν τριῶν μόνον Πρωτοδικείων, ὤ! ἡ Βουλὴ σύσσωμος ἀντέστη. Εἶναι δημιουργημένα τοιαῦτα τοπικὰ συμφέροντα, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ πραγματοποιήσητε ἀπέναντι τῶν συμφερόντων τούτων καὶ τὰς καλλιτέρας τῶν ἰδεῶν. Ὅταν πρόκηται νὰ καταργήσητε τὸ Γυμνάσιον τῆς Λευκάδος, θὰ ἴδητε τὸν φίλον σας ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Λευκάδος διαμαρτυρόμενον· ὅταν πρόκηται νὰ καταργήσητε τὸ Γυμνάσιον Κορίνθου, θὰ ἴδητε τὸν παρακαθήμενον φίλον σας διαμαρτυρόμενον. Βλέπετε, ὅτι αἱ ἰδέαι εἶναι λαμπραί, ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ σύστημα τὸ κοινοβουλευτικὸν εἶναι, ὡς ἔλεγεν ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος, σύστημα ὑποχωρήσεων· δὲν εἶναι δυνατὰ ὅσα φανταζόμεθα ὡς ὀρθά. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι τὸ σύστημα καὶ αἱ ἰδέαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος δὲν εἶναι πραγματοποιήσιμα. Ἀλλὰ μήπως ἦναι ἐπίκαιρα; Καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι εἶναι πραγματοποιήσιμα, ἀπαιτοῦσι χρόνον, καὶ ἡμεῖς καλούμεθα ν’ ἀπαντήσωμεν ἐπὶ ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἔχομεν μετ’ ὀλίγον, καλούμεθα νὰ εἴπωμεν, πῶς θὰ καταβάλωμεν τὰ τοκομερίδια τοῦ Ἀπριλίου, πῶς θὰ καταβάλωμεν τὰ τοκομερίδια τοῦ Ἰουνίου. Ἀφίνω, ὡς μὴ ἀξίαν μεγάλης ἀντικρούσεως, τὴν ἰδέαν, ὅτι δυνάμεθα ἐκ τῶν ἐνόντων νὰ πληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας, εὑρίσκοντες τὰ μέσα ἐν τῇ ἀγορᾷ τῇ ἑλληνικῇ. Ἤκουσα νὰ ὑπολογίζωσι τὴν διαφορὰν πρὸς 50%· «31,000,000 θέλετε διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων εἰς χρυσὸν, λέγουσι 50% εἶναι ἡ ἐπικαταλλαγή, λοιπὸν πρέπει νὰ προσθέσητε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 16,000,000· καὶ ὅμως ἔχετε ἀνάγκην ὄχι 16,000,000». Ἀλλὰ καὶ 32,000,000 ἂν προσθέσητε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ὁ χρυσὸς ἐν Ἑλλάδι. Ἂς γείνῃ γνωστὸν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ δάνειον, καὶ θὰ ἴδητε εἰς ποῖα δυσθεώρητα ὕψη θ’ αὐξήσῃ αὐτὴ ἡ ἐπικαταλλαγή. Ἡ σημαία, ἣν ἀνεπέτασεν ὁ Βουλευτὴς Λοκρίδος, εἶναι ἐπαγωγός, διότι ἔχει ἔμβλημα τὴν ἄνευ δανείου ἢ αὐξήσεως φόρων ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, ἐφιλοτεχνήθη μὲ ἀρκετὴν νοημοσύνην, ἀλλ’ ἀτυχῶς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ στηριχθῇ. Λοιπὸν ποῖον εἶναι τὸ σύστημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τοὐλάχιστον παρέχει ἡμῖν τὴν ἐλπίδα τῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν; Διὰ τῆς συνάψεως δανείου μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἡ σωτηρία. Θὰ γείνῃ ὅμως ἢ δὲν θὰ γείνῃ τὸ δάνειον; Σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἔχει πιθανότητας ἐπιτυχίας, ἔχει καὶ πιθανότητας ἀποτυχίας, καὶ ἀπήντησεν ὁ κ. Ράλλης, ὀρθῶς, ὅτι ἀνεγνώριζεν, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ καὶ δύναται νὰ μὴ γείνῃ· ἐν τούτοις ἡμεῖς ἐλπίζομεν, ὅτι θὰ γείνῃ.

§33ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν δὲν γείνῃ;

§34ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μοὶ λέγουσιν «ἂν δὲν γείνῃ», ὑπενθυμίζω τὴν κατάστασιν τοῦ 1887. Καὶ τότε ἔλεγον «δὲν θὰ γείνῃ», καὶ ὅμως ἐγένετο τὸ δάνειον τὸ πρῶτον, τὸ τῶν Μονοπωλίων, καὶ τὸ δάνειον ἐκεῖνο τὸ παρηκολούθησαν τὰ κάλλιστα τῶν δανείων, καὶ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἐβελτιώθη. Τὸ δάνειον λοιπὸν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θ’ ἀνακουφίσῃ τὰς ἀγορὰς εὐθὺς ἀμέσως, τὸ δάνειον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων ἐπὶ ἔτη. Δὲν συμμερίζομαι δὲ τὴν ἰδέαν τῶν εἰπόντων, ὅτι δὲν δύναται καὶ ἡ Ἑλλὰς νὰ καταβάλλῃ 36,000,000 εἰς χρυσὸν ἐτησίως. Ἡ Ἑλλὰς ἐν ὁμαλῇ οἰκονομικῇ καταστάσει δύναται νὰ τὰ καταβάλῃ καὶ θὰ τὰ καταβάλῃ. Ὅταν ἡ ἀγορὰ ἀνακουφισθῇ, ὅταν δοθῇ χρόνος εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἑνὸς, δύο ἢ τριῶν ἐτῶν, ἵνα λάβῃ καὶ ἐφαρμόσῃ τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς πίστεως, δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ ἀγορὰ θὰ ἔλθῃ εἰς ὁμαλὴν κατάστασιν· ἀλλ’ ὅπως ἔχει σήμερον ἡ ἀγορὰ, εἶναι ἀδύνατον νὰ καταβάλῃ 30,000,000 εἰς χρυσὸν, διότι δὲν εἶναι ἡ γενομένη προσωρινὴ ἀφαίρεσις τῶν 10,000,000 εἰς χρυσὸν, ἥτις ἐπέφερε τὴν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν, ταύτην ἐπέφερεν ὁ πανικὸς, τὸν ὁποῖον ἀπὸ τοῦ ἔτους 1890 ἐνέσπειρεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ Βουλευτοῦ Ἄρτης καὶ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὅταν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1890, Κύριοι, ἔχητε βεβαιωμένον, ὅτι 100,000 τίτλων ἦλθον ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ ἐπωλήθησαν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἀφῃρέθη χρυσὸς, ἐννοεῖτε εὐκόλως τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἤδη εὑρίσκεται ἡ ἀγορά μας. Ὅταν ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι χιλιάδες μετοχῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τοῦ πρώτου πιστωτικοῦ ἱδρύματος, καὶ τῶν ἄλλων Τραπεζῶν, ἐπωλήθησαν ἐν Ἑλλάδι, πληθὺς δὲ χρεωγράφων ἔκτοτε ἀπὸ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐπωλήθη ἐν Ἑλλάδι, ὅτι ὅλαι αἱ ὑποχρεώσεις τῶν ἐμπόρων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐπληρώθησαν εἰς χρυσὸν, θὰ λάβητε ἰδέαν πόσος χρυσὸς ἐξῆλθεν ἐκ τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Ἑλλὰς λοιπὸν δύναται ἐν ὁμαλῇ οἰκονομικῇ καταστάσει νὰ πληρώσῃ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεώλυτρα εἰς χρυσόν· ἀλλὰ δὲν δύναται ἤδη, ὡς ἔχει ἡ ἀγορά. Συνεπῶς ἡ σύναψις δανείου εἶναι ἀπαραίτητος, ἵνα δι’ αὐτοῦ ἐξασφαλισθῇ ἡ πληρωμὴ τῶν τοκομεριδίων διά τινα ἔτη, πληρωθῶσι τὰ κυμαινόμενα χρέη, καὶ ἀνακουφισθῇ ἡ ἀγορά. Διὰ τοῦ δανείου θὰ περισσεύσῃ τὸ προωρισμένον διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ποσὸν τῶν τραπεζογραμματίων διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων, καὶ θὰ ἐλαττωθῇ δι’ αὐτῶν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, θὰ ὑπερτιμηθῶσι τὰ χρεώγραφα ἡμῶν, ἀφοῦ θὰ ἦναι ἐξησφαλισμένη ἡ πληρωμὴ τῶν τοκομεριδίων καὶ συνεπῶς καὶ αἱ πιστωτικαὶ ἡμῶν ἀξίαι, καὶ θὰ δειχθοῦν τὰ συστήματα, ἅτινα ἐπαρουσίασεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι τὸ μὲν εἶναι ἀπραγματοποίητον καὶ μὴ ἐπίκαιρον, τὸ δὲ πλήρης χρεωκοπία. Ἰδοὺ διατὶ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποχωρισθῶμεν τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος, πεποίθαμεν δὲ, ὅτι, ὅπως καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1887 ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ζηλωτὴς τοῦ παρελθόντος αὐτοῦ, ὑπεβλήθη εἰς θυσίας, καὶ ἤδη θὰ συνεισφέρῃ ὅ,τι τῷ ἐπιβάλλεται πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς πίστεως τῆς ἐθνικῆς· πεποίθαμεν ὅτι καὶ οἱ δανεισταὶ ἡμῶν καὶ ὁ χρηματιστικὸς κόσμος τῆς Εὐρώπης, βλέποντες τὴν καλὴν ἡμῶν πίστιν, θέλουσι μᾶς παρέξει τὰ μέσα, ὅπως δυνηθῶμεν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς περιστάσεις, καὶ ὅτι θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀσφαλίσωμεν τὸ μέλλον καὶ κρατήσωμεν τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν ἐκ τοῦ παρελθόντος, οὐχὶ ἠτιμασμένην, ἀλλ’ ἔντιμον καὶ ἔνδοξον, ὁποίαν παρέδωκαν ἡμῖν οἱ πατέρες ἡμῶν.

§35ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε! εὖγε!

§36ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§37ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐὰν ἤμην μόνος ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἔλεγεν αὐτὰ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἠδυνάμην ἴσως νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἐγὼ κακῶς ἤκουσα, ἢ κακῶς ἀντελήφθην, καὶ σήμερον, ὅτε τὸ ζητεῖ, νὰ εἴπω, ὅτι δὲν τὰ ἤκουσα. Δυστυχῶς ἢ εὐτυχῶς, ἐν τῇ Βουλῇ ἤμεθα ἐν πλήρει συνεδριάσει, καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐγὼ κακῶς ἐνόησα, ἐπικαλοῦμαι τὴν μνήμην ὅλων τῶν Βουλευτῶν, ὅσοι ἦσαν παρόντες.

§38ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐρωτήσατε τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, μὲ τὸν ὁποῖον συνεζήτησα.

§39ΣΚΟΥΖΕΣ. Λοιπὸν ἐπικαλοῦμαι τὴν μνήμην ὅλων τῶν Βουλευτῶν, ὅσοι ἤκουσαν. Ἂν ὅμως ἡ μνήμη δὲν βοηθῇ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας ἐκράτουν, ὅτε ὡμίλει, σχεδὸν στενογραφικῶς. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀφοῦ ἐξήτασε τὰ τοῦ ἐλλείμματος κατ’ αὐτόν, ἔφθασεν εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα (ἀναγινώσκει): «Νομίζω, εἶπεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα διορθοῦται πρῶτον δι’ οἰκονομιῶν διὰ μεταβολῆς τοῦ κρατοῦντος συστήματος. Προτείνω νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ὃ σημεῖον ἤμεθα καὶ μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς Θεσσαλίας τὸ 1883 ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀπολογισμοῦ δι’ ἐκεῖνο τὸ ἔτος». Ἐξετάζει λοιπὸν τὰς οἰκονομίας, αἵτινες δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κρατοῦντος συστήματος. Ἤρξατο τῆς ἐξετάσεως τῶν Ὑπουργείων ἑνὸς πρὸς ἕν, εἰσελθὼν καὶ εἰς τὰ καθέκαστα· δὲν ἀμφισβητῶ τοῦτο. Ἀφοῦ ἐξήτασε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀρχόμενος τῆς ἐπικρίσεως διὰ τοὺς οἰκονομικοὺς ἐπιθεωρητὰς, ἔφθασεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπερ ἐξήτασε κονδύλιον πρὸς κονδύλιον, καὶ εἶπε: «Παρατηρῶ ἐν ὅλῳ διαφορὰν 533 χιλιάδων ἢ 535» (διότι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἐσημείονα, δὲν ἐπρόφθανον βεβαίως ὅλους τοὺς ἀριθμούς, καὶ ἔχω σημειώσει 533, ἀλλ’ εἰς τὸ σύνολον εἶπε 535), καὶ τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπε: «Πῶς; Ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπῆλθε τοιαύτη αὔξησις, διότι ἡ ὑπηρεσία δὲν ἐξετάθη· πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ τοιοῦτον;» Ἀφοῦ ὁ κ. συνάδελφος διέτρεξε τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα ἀνεκεφαλαίωσε καὶ εἶπεν (ἀναγινώσκει): «Λοιπὸν ἔχομεν διαφορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν 535,000, Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης 769,000, Ἐσωτερικῶν 611,000, Ἐκκλησιαστικῶν 906,000, Στρατιωτικῶν 817,000, Οἰκονομικῶν 288,000, ἤτοι διαφορὰν πρὸς τὸ 1883 οἰκονομίας, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κρατοῦντος συστήματος, 3,925,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰδικοῦ μας συστήματος (προσέθηκεν ὁ κ. συνάδελφος) δύναται νὰ ἐπέλθῃ καὶ μείζων οἰκονομία, διαιρουμένου τοῦ Κράτους εἰς 24 διαιρέσεις διοικητικὰς, ὅπου θὰ συνεκεντροῦντο ὅλαι αἱ ἀρχαὶ κτλ. κτλ.» Τώρα ὁ κύριος συνάδελφος λέγει, ὅτι δὲν εἶπεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐν τῷ λόγῳ μου χθὲς ὑπέδειξα, καὶ τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον ἤκουσα, ἀλλὰ καὶ ἐσημείωσα. Ἐπικαλοῦμαι, λέγω, τὴν μνήμην ὅλων τῶν Βουλευτῶν, ὅσοι ἦσαν ἐδῶ καὶ τὸν ἤκουσαν, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν πλησίον μου καθημένων, τοῦ κ. Μαυρομμάτη, τοῦ κ. Φιλαρέτου καὶ τοῦ κ. Βαλαωρίτου, οἱ ὁποῖοι καὶ μὲ ἐβοήθουν, ὅτε ἐσημείονα τὰ παρὰ τοῦ κ. Εὐταξίου ἀναφερόμενα ποσὰ, διότι δὲν ἐπρόφθανον ὅλα νὰ τὰ σημειώσω...

§40ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἄλλα εἴπετε σήμερον καὶ ἄλλα προχθές.

§41ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν εἶπον ποτὲ ἄλλα. Τὰ αὐτὰ εἶπον, οὐδεὶς δὲ ἠμφισβήτησεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγω ἐγὼ, καὶ διάφοροι μὲ ἐβοήθουν, ἐσημείωσα δὲ τὰ ποσὰ 533 ἢ 535, διότι δὲν ἐπρόφθανον βεβαίως... Λοιπὸν αὐτὸ καὶ μόνον τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀρνηθῇ καὶ σήμερον, ὅτι συνέκρινε τὸ 1893 πρὸς τὸ 1883, ἀποδεικνύει τὸ ἀκριβὲς τῶν ἰσχυρισμῶν μου.

§42ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν ἐξόδων.

§43ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ δὲν σᾶς διέκοψα.

§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡμιλήσατε καὶ δὲν σᾶς διέκοψαν· λοιπὸν μὴ διακόπτετε.

§45ΣΚΟΥΖΕΣ. Αὐτὸ λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε,—καὶ πάντες οἱ Βουλευταὶ θὰ τὸ ἀντελήφθησαν, — τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι συνέκρινε τὸ 1883 πρὸς τὸ 1893, ἀποδεικνύει τὸ βάσιμον τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου, ὅτι καὶ καλῶς ἀντελήφθην, καὶ καλῶς ἐσημείωσα, καὶ καλῶς εἶπον, ὅσα εἶπον· διότι, ἂν εἶχε μόνον νὰ προτείνῃ οἰκονομίας, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ ἀναφέρῃ αὐτὰς ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1883; Διατί δὲν τὰς ἀνέφερε καὶ πρὸς τὸ 1881 ἢ 1885, ἢ οἱονδήποτε ἄλλο ἔτος; Ἀλλ’ ἀνέφερε τὸ 1883, διότι ἐνόμιζεν, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔπρεπε νὰ στηριχθῇ, καὶ ὡς πρὸς αὐτὸ οὔτε τὸν κατηγόρησα, οὔτε τὸν ἐμέμφθην. Ἐνόμισα ὅμως, ὅτι ἔσφαλε, λαβὼν ὡς βάσιν τὸ 1883, διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα χθές, καὶ τοὺς ὁποίους κρίνω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω· ἄλλως δὲ, οὐ μόνον ἐπικαλοῦμαι τὴν μνήμην ὅλων τῶν συναδέλφων, ἀλλ’ ἀναφέρομαι καὶ εἰς τὰ τότε ἐστενογραφημένα πρακτικὰ, αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἔχει πρὸ ὀφθαλμῶν του ὁ κ. συνάδελφος. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἂν θέλῃ, ἂς τὰ ἀναγνώσῃ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τοῦ πρώτου αὐτοῦ μέρους ἐπὶ τῶν οἰκονομιῶν, ἃς ἐπρότεινεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κρατοῦντος συστήματος καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι εἶναι κατὰ λέξιν, κατὰ γράμμα, ἀκριβῆ ὅσα εἶπον.

§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον, Κύριοι; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Ἂν δὲν ἔχῃ ἄλλος τις τὸν λόγον, θὰ κηρύξω περαιωμένην τὴν συζήτησιν.

§47ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διανύομεν ὁμολογουμένως, κύριοι Βουλευταί, ἡμέρας ὀδυνηράς. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κάμπτεται καὶ γογγύζει ὑπὸ τὸ βάρος ἀπηνοῦς φορολογίας, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐπιτείνομεν ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν. Πανταχόθεν τοῦ Κράτους ἀντηχοῦσι κραυγαὶ ἀγωνίας, ἕνεκα τῆς καθ’ ἑκάστην προϊούσης ὑπερτιμήσεως τῶν πρὸς τὸ ζῇν ἀναγκαίων. Ἀβίωτος ἀληθῶς κατέστη ὁ βίος πλείστων οἰκογενειῶν. Καὶ ὅμως τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ ἐκ τῶν ἰδίων του ἐσόδων εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν χρηματικῶν αὐτοῦ ὑποχρεώσεων. Μόνον διὰ δανείων ἠδυνήθη νὰ πράξῃ τοῦτο μέχρι τοῦδε, καὶ μόνον εἰς δάνειον στηρίζει πᾶσαν ἐλπίδα, ἵνα ἐπαρκέσῃ προσεχῶς! Ἕνεκα τούτου ἡ πίστις τοῦ Κράτους, ἡ ἐθνικὴ φιλοτιμία, τὸ μέλλον ἴσως αὐτὸ τῆς πατρίδος, περιῆλθον ἐν κινδύνῳ. Καθῆκον ἑπομένως πάντων ἡμῶν, εἰς τοιαύτην περιελθόντων θέσιν, εἶναι νὰ ἐγκύψωμεν εἴπερ ποτὲ ἐπισταμένως καὶ συντόνως εἰς τὴν μελέτην τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἵνα ἐκ τῆς ἀκριβοῦς αὐτῶν γνώσεως ὁδηγηθῶμεν εἰς τὴν λῆψιν πάντων τῶν ἀναγκαίων καὶ ἐξ αὐτῶν ἐπιβαλλομένων μέτρων. Ἐπιχειρῶ νὰ ἐκπληρώσω καὶ ἐγὼ τὸ καθῆκον τοῦτο, καίτοι ἡ χθὲς μέχρι σήμερον διαρκέσασα ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ κατέστησεν ἀληθῶς περιττὴν τὴν ἐμὴν μελέτην, διότι μετ’ ἀκριβείας, μετὰ πατριωτισμοῦ ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὁποία εἶναι ἡ ἀληθὴς κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Δὲν φρονῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὴν τοιαύτην μελέτην δύναται νὰ παρακωλύσῃ ἡ ὑπόνοια, ὅτι δύνανται νὰ προκύψωσιν ἐξ αὐτῆς δυσάρεστοι ἐντυπώσεις, παραβλάπτουσαι τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν πίστιν. Ἐνδοιασμοὶ τοιοῦτοι ἠδύναντο νὰ γεννηθῶσιν εἰς τὴν προτέραν σύνοδον τῆς Βουλῆς, ὅτε ἄρτι εἶχεν ἀνέλθει εἰς τὴν ἀρχὴν Κυβέρνησις ὑπὸ κολοσσιαίας ὑποστηριζομένη πλειοψηφίας, καὶ διεβεβαίου καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν χώραν, ὅτι διὰ τῶν μέσων, τῶν ὁποίων τὴν ἐπιψήφισιν ἐπεζήτει, ἤθελεν ἐπέλθει πλήρης ἡ βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Ἐνόμισα τότε, ὅτι οὐδὲν ἔπρεπε νὰ παρεμβληθῇ κώλυμα εἰς τὰς τοιαύτας ἐνεργείας, ὅτι πᾶσα ἔπρεπε νὰ παρασχεθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν συνδρομή, ὅτι οὐδεμία ἔπρεπε ν’ ἀκουσθῇ φωνὴ ἐνδοιασμοῦ περὶ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ δυσχεροῦς ἐκείνου ἔργου. Καὶ διὰ ποῦτο μάλιστα οὐδόλως ἀνεμίχθην εἰς τὴν οἰκονομικὴν συζήτησιν τῆς συνόδου ἐκείνης. Ἀλλὰ πολλοὶ παρῆλθον ἔκτοτε μῆνες, τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως ἐκεῖνα ἐψηφίσθησαν πάντα, καὶ ἐτέθησαν ἐν πλήρει ἐνεργείᾳ, καὶ ἐθεωρήθησαν ἀνεπαρκῆ, ἕτερα δὲ μέτρα ἀνάλογα ὑπεβλήθησαν καὶ ἐψηφίσθησαν ἐν τῇ συνόδῳ ταύτῃ, καὶ ἐτέθησαν πάλιν ἐν ἐνεργείᾳ. Χρόνος ἐπαρκὴς παρεσχέθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μεριμνήσῃ περὶ ἀνορθώσεως τῆς δημοσίας πίστεως, καὶ ὅμως οὐ μόνον οὐδεμία ἐπῆλθε βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων καθ’ ἅπαν τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπῆλθε διαρκὴς καὶ προϊοῦσα δείνωσις αὐτῆς. Τὰ ἡμέτερα χρεώγραφα ὑπέστησαν ὀδυνηρὰς ἐκπτώσεις, ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος ἀνῆλθεν εἰς δυσθεώρητα ὕψη, αἱ προσπάθειαι τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀνεύρεσιν δανείου, καίτοι παρεσχέθη εἰς αὐτὴν πλήρης ἐλευθερία, ἐναυάγησαν πᾶσαι αἱ πληρωμαὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐγένοντο διὰ προσωρινῶν ἐξευτελιστικῶν δανείων. Τίνα δὲ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ψηφισθέντων μέτρων ἐπὶ τῆς κοινωνίας; Ὁ λαὸς πιέζεται καὶ πένεται, τὸ ἐμπόριον πάσχει, ἐμπορικὴ κρίσις ἐπεφάνη ἤδη ἀπαισία καὶ ἀπειλητική, πάντες δὲ μετ’ ἀγωνίας καὶ δέους προσβλέπουσι πρὸς τὸ ἄδηλον μέλλον! Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι μετὰ τοιαῦτα ἀποτελέσματα ἡ σιωπὴ δὲν εἶναι πλέον ἐπιτετραμμένη, καὶ ἤθελεν ἀποτελέσει παράβασιν παντὸς καθήκοντος. Εἶναι πλέον καιρὸς νὰ γνωρίσωμεν πάντες, νὰ γνωρίσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὁποία τις εἶναι τέλος ἡ ἀληθὴς κατάστασις τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν, διότι μόνη ἡ ἀλήθεια δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ἡμῖν ἀσφαλὴς ὁδηγὸς περὶ τοῦ πρακτέου. Ὁμοίαν ἄλλοτε τακτικὴν ἐτήρησαν καὶ οἱ νῦν κυβερνῶντες. Πρὸ ἑνὸς ἀκριβῶς ἔτους, καὶ ὑπὸ περιστάσεις ἀσυγκρίτῳ ἐλάσσονος κρισιμότητος, δὲν ἐδίστασαν νὰ προβῶσιν εἰς τοιαύτην μελέτην, καὶ διεκήρυξαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου κατέλιπεν ἔλλειμμα 26 ὅλων ἑκατομμυρίων, χωρὶς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ ἀποκαλύψεις ἐκεῖναι ἠδύναντο νὰ καταστήσωσιν ἀδύνατον τὴν συνομολόγησιν τοῦ καὶ τότε ἐπιζητουμένου δανείου. Καὶ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν μὴ σύναψιν τοῦ δανείου ἐκείνου ἀποδίδει πᾶσαν τὴν ἐπελθοῦσαν κρίσιν, καὶ αἰτιᾶται ἐπὶ τούτῳ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης! Ἐννοεῖται, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς μελέτης ταύτης δὲν θὰ παρακωλύσωσιν οὔτε αἱ κωμικαὶ ἀληθῶς ἀπειλαὶ ἐκείνων, οἵτινες ἐνόμισαν ἐπιτετραμμένον, ἀγορεύοντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ν’ ἀποκαλέσωσι βεβήλους τοὺς ἔχοντας διάφορον πρὸς αὐτοὺς γνώμην...

§48ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοὺς χρεωκόπους ὠνομάσαμεν βεβήλους.

§49ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. ... οὔτε αἱ ὕβρεις ἐκείνων, οἵτινες ἐφαντάσθησαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ δημιουργήσωσι πολιτικὴν ὕπαρξιν, λοιδοροῦντες καὶ δυσφημοῦντες τοὺς πολιτικοὺς αὐτῶν ἀντιπάλους· διότι αἱ τοιαῦται ἀπειλαὶ καὶ αἱ τοιαῦται λοιδορίαι τὸν οἶκτον μόνον καὶ τὴν περιφρόνησιν ἐγείρουσι πάντων τῶν τιμίων ἀνθρώπων. Παρατηρῶ μόνον, ὅτι βεβήλωσιν κατὰ τῶν θεσμῶν τῆς πατρίδος διαπράττουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπέλαβον, ὅτι ἠδύναντο νὰ μειώσωσι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐθνικοῦ τούτου βήματος, τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ἡ ὁποία εἶναι ἡ κρηπὶς καὶ τὸ θεμέλιον πάσης πολιτικῆς ἐλευθερίας, καὶ τὴν ὁποίαν ἐξησφάλισαν ῥηταὶ διατάξεις τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν χάρτου. Παρατηρῶ, ὅτι βεβήλωσιν κατὰ τῶν θεσμῶν τῆς πατρίδος διαπράττουσι μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐν ταῖς ἐνταῦθα συζητήσεσι μετέρχονται γλῶσσαν καὶ ὕφος καὶ τρόπον, μὴ προσήκοντα ἐν Κοινοβουλίοις, μειοῦντα δὲ καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὸ γόητρον τοῦ Ἐθνικοῦ τούτου Συνεδρίου. Ἐνδιαφέρονται, βλέπετε, ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς τιμῆς οἱ ἀγαθοὶ αὐτοὶ πατριῶται, οἵτινες δὲν γνωρίζω τίνας καὶ ὁποίας παρέσχον μέχρι τοῦδε ἐκδουλεύσεις εἰς τὴν πατρίδα, καὶ δὲν ἐνδιαφερόμεθα ἡμεῖς οἱ ἄλλοι, οἵτινες βίον ὁλόκληρον κατηναλώσαμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος, καὶ ἠγωνίσθημεν καὶ προεκινδυνεύσαμεν ὑπὲρ τῶν ἐλευθέρων αὐτῆς θεσμῶν! Εἰς τὴν μελέτην τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων δὲν ἐθεώρησα λυσιτελῆ τὴν ἔρευναν περὶ τῶν ὑπευθύνων ἐπὶ τῇ οἰκτρᾷ αὐτῶν καταστάσει. Ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι ὁ ἔλεγχος τῶν πράξεων τῶν κυβερνώντων, ὅταν δύναται ἐντεῦθεν νὰ προκύψῃ πολιτική τις ἢ ποινικὴ εὐθύνη. Ἀλλ’ ὅταν, κατὰ τὴν ὁμολογίαν πάντων, δὲν πρόκηται περὶ τοιαύτης τινὸς εὐθύνης, ὅταν πρόκηται περὶ εὐθύνης ἠθικῆς, περὶ ζητήματος ὑστεροφημίας, νομίζω, ὅτι ἡ περὶ τούτων ἐξέτασις ἀνάγεται μᾶλλον εἰς τὴν σφαῖραν τῆς Ἱστορίας, καὶ δύναται νὰ διεξαχθῇ καὶ πληρέστερον καὶ ἐπιτυχέστερον ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, ἵνα μὴ περισπᾶται τοῦτο ἀπὸ σπουδαιοτάτων καὶ κατεπειγόντων αὐτοῦ καθηκόντων. Ἀλλὰ διάφορον, φαίνεται, εἶχον γνώμην οἱ ἐρίζοντες περὶ τῆς εὐθύνης ταύτης, καὶ ἠκούσατε, ὅτι διεξήχθη πάλιν καὶ ἐν τῇ παρελθούσῃ καὶ ἐν τῇ παρούσῃ συνόδῳ μακρὸς περὶ τῆς εὐθύνης ἀγὼν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐπορίσθημεν πλείστας περὶ τοῦ παρελθόντος πληροφορίας, ἀλλ’ οὐδεμίαν σαφῆ γνώμην περὶ τοῦ μέλλοντος. Οὐδεμίαν ἔχω διάθεσιν νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦτον, ἐπιμένω δὲ εἰς τὴν γνώμην, ἣν καὶ ἄλλοτε ἐδήλωσα περὶ τούτου, ὅτι ἡ εὐθύνη τῶν ἐριζόντων εἶναι ἀκριβῶς ἀνάλογος τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἑκάτερος διετέλεσεν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Ἀλλὰ παραδόξως εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς εὐθύνης ἀνεμίχθη καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἧς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύσω. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος ἰσχυρίσθη, ὅτι ὁ σχηματισμὸς τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἀνέκοψε τὰς σπουδαίας καὶ ἀποτελεσματικὰς αὐτοῦ ἐνεργείας ὑπὲρ τῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ἰσχυρισμὸς τοιοῦτος. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐξετέλεσε πάντα τὰ μέτρα, ὅσα ἐν τῇ ἐσχάτῃ ὥρᾳ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος εἶχε ζητήσει παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἓν δὲν ἐξετέλεσε, τὴν κατάργησιν τῶν κοπτηρίων, καὶ ἀντὶ τούτου ἐπεμελήθη τὴν αὐστηρὰν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου, ὅπερ σκανδαλωδῶς ἐτελεῖτο ἐν μέσαις Ἀθήναις· ἀλλὰ διὰ τῆς πορείας ταύτης οὐ μόνον δὲν ἐζημίωσε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἀλλὰ διέσωσε καὶ πρόσοδον ἑκατομμυρίων, ἣν ἤθελε στερηθῆ τὸ Κράτος ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν κοπτηρίων. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη κατώρθωσε νὰ ἐπαρκέσῃ καὶ εἰς ὅλας τὰς οἰκονομικὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, κατώρθωσε καὶ δάνειον νὰ συνομολογήσῃ, καὶ τὰ τοκομερίδια τοῦ Ἀπριλίου καὶ Ἰουνίου νὰ πληρώσῃ καὶ προκαταβολὰς ἀκόμη νὰ πληρώσῃ, καὶ νέας προκαταβολὰς νὰ συνομολογήσῃ ἐπὶ τόκῳ κατωτέρῳ τῶν 6% καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως. Κατώρθωσε νὰ συγκρατήσῃ καὶ τὴν ὕψωσιν τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ, ἀπαγορεύσασα τὴν περὶ αὐτοῦ κυβείαν ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ, παρέδωκε δὲ τὰ οἰκονομικὰ εἰς τὴν διάδοχον ἐν εὐαρέστῳ καταστάσει, καὶ μὲ τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος, οἵα περίπου ὑπῆρχε κατὰ τὴν ἄνοδόν της εἰς τὴν ἐξουσίαν. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ὑπέχῃ οἰκονομικὴν εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὁ ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος ἰσχυρίσθη, ὀρθῶς, ὅτι καὶ σήμερον ἀκόμη δάνειον 100,000,000, ἐκδιδόμενον ὑπὸ τοὺς μᾶλλον εὐνοϊκοὺς ὅρους, εἰς τὴν τιμὴν τῶν 90, δὲν ἤθελεν ἐπαρκέσει πρὸς οἰκονομικὴν σωτηρίαν· σήμερον, λέγω, μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τόσων φόρων καὶ τὴν περιστολὴν τόσων δαπανῶν. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δάνειον παρ’ αὐτοῦ συνομολογούμενον, ὅτε ὁ προϋπολογισμὸς εἶχεν ἔλλειμμα 26,000,000, ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ εἰς σωτηρίαν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων; Δὲν φρονῶ ἑπομένως, ὅτι ἦτο δικαία ἡ αἰτίασις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ὅτι ὁ σχηματισμὸς τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἐδείνωσε τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐνόμισεν ἐπίκαιρον νὰ ἐξετάσῃ καὶ ὑπὸ πολιτικὴν ἔννοιαν τὰ τότε συμβάντα, ἀλλ’ ἐγὼ, διὰ τοὺς ἐκτεθέντας λόγους, δὲν νομίζω προσῆκον νὰ παρακολουθήσω αὐτὸν εἰς τὴν ἔρευναν ταύτην. Χαίρω μόνον, διότι ἀνεγνώρισεν ὡς ὀρθὴν τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ ἀπολύτου χαρακτῆρος τῶν ἡγεμονικῶν δικαιωμάτων. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι εἰς ἀντίφασιν περιέπεσεν, ὑποδείξας περαιτέρω τινὰς περιορισμοὺς, καθ’ οὓς ὁ ἡγεμὼν ὀφείλει νὰ ἀναζητῇ τοὺς Ὑπουργούς του εἰς τὰς μείζονας ἢ ἐλάσσονας ἐν τῇ Βουλῇ μερίδας. Τοιοῦτοι περιορισμοὶ δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένοι ἐν τῷ Συντάγματι.

§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν τὸ εἶπον ἐγὼ αὐτό.

§51ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτως ἐνόησα ἐγὼ τὸν λόγον σας. Δὲν ἐτυπώθη εἰσέτι. Ἐκ τῶν συζητήσεων τῆς Συνελεύσεως προκύπτει μάλιστα, ὅτι καὶ ἐκτὸς ἀκόμη τῆς Βουλῆς δύναται ὁ Ἡγεμὼν νὰ ἀνεύρῃ τοὺς Ὑπουργούς του. Ἡ παροχὴ ἢ ἡ ἄρνησις τῆς πρὸς αὐτοὺς ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου εἶναι ἡ μόνη, ἀλλ’ ἐπαρκὴς ἐγγύησις κατὰ πάσης πλημμελοῦς ἐξασκήσεως τῶν δικαιωμάτων τούτων. Ἀλλ’ ἐπείγομαι, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν μελέτην τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Τὸ ἔργον τοῦτο κατέστη παρ’ ἡμῖν ἐκ τῶν δυσχερεστάτων, διότι πρὸς εὐχερῆ καὶ ἐπιτυχῆ διεξαγωγὴν αὐτοῦ εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν διάφορα στοιχεῖα, διάφοροι λογαριασμοὶ, καταστάσεις καὶ πληροφορίαι, ἅτινα δυστυχῶς ἐλλείπουσι παρ’ ἡμῖν σχεδὸν καθ’ ὁλοκληρίαν. Καὶ προβλέπουσι μὲν οἱ νόμοι περὶ καταρτισμοῦ τῶν στοιχείων τούτων, ἀλλ’ αἱ διατάξεις αὐτῶν ἢ οὐδόλως ἢ πλημμελῶς ἐκτελοῦνται, τὰ δὲ δυνάμει αὐτῶν καταρτιζόμενα στοιχεῖα συντελοῦσι πολλάκις οὐχὶ εἰς τὴν ἀποκάλυψιν, ἀλλ’ εἰς τὴν περικάλυψιν καὶ ἀπόκρυψιν τῆς ἀληθείας. Καὶ εἶναι, κύριοι Βουλευταὶ, χρήσιμον, νομίζω, νὰ γνωρίζωμεν, τίνες εἰσὶν αἱ πρὸς τὸν ἀκριβῆ ἔλεγχον τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως ἀφορῶσαι διατάξεις τῶν ἡμετέρων νόμων. Πρῶτον, κατὰ τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος καὶ ἄρθρον 2 τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ἐν τῷ ἐτησίῳ προϋπολογισμῷ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγράφωνται πάντα ἀδιακρίτως τὰ ἔσοδα καὶ πάντα τὰ ἔξοδα τοῦ ἔτους, διότι οὐδὲν ἔσοδον δύναται νὰ εἰσπραχθῇ, καὶ οὐδὲν ἔξοδον νὰ πληρωθῇ, ἄνευ τῆς ἐνιαυσίου ἀδείας τοῦ Κοινοβουλίου, ἥτις δίδεται διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ δύναται μὲν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ νὰ διακριθῶσι τὰ διάφορα ταῦτα ἔξοδα εἰς κατηγορίας, καθ’ ὅσον εἶναι ἔκτακτα ἢ συνήθη, ἀναγκαῖα ἢ ἐπωφελῆ, ἀλλὰ πρέπει πάντως νὰ περιληφθῶσιν ἐν αὐτῷ, ἵνα ἦναι ἐν γνώσει οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους τοῦ συνόλου τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὸ ἔθνος, καὶ ἵνα προκύπτῃ ἀμέσως ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ποία εἶναι ἡ ἀληθὴς κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Δεύτερον, κατὰ τὸ ἄρθρον 89 καὶ 95 τοῦ λογιστικοῦ νόμου, οἱ Ὑπουργοὶ ὀφείλουσιν ἐντὸς τῶν τριῶν πρώτων μηνῶν τοῦ ἔτους νὰ ὑποβάλλωσι λογαριασμὸν τῆς διαχειρίσεως τοῦ παρελθόντος ἔτους. Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 92, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὀφείλει προσέτι, ἐντὸς τῶν τεσσάρων πρώτων μηνῶν, νὰ δημοσιεύῃ διὰ τοῦ τύπου τὸν γενικὸν λογαριασμὸν τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ρητῶς δὲ διατάσσει ὁ νόμος, ὅτι ἐν τῷ λογαριασμῷ ἐκείνῳ πρέπει νὰ ἐπισυνάπτωνται οἱ ἑξῆς λογαριασμοί: «Λογαριασμὸς τῶν δημοσίων φόρων καὶ ἐσόδων, λογαριασμοὶ τῶν δημοσίων ἐξόδων, λογαριασμοὶ τῶν χρηματιστικῶν πράξεων, λογαριασμοὶ τῶν προϋπολογισμῶν, λογαριασμοὶ τῶν εἰδικῶν ὑπηρεσιῶν». Τρίτον. Ὁ νομοθέτης δὲν παρέχει πλήρη πίστιν εἰς τοὺς οὕτω συντασσομένους λογαριασμούς. Τουναντίον ὑποβάλλει αὐτοὺς εἰς διπλοῦν ἔλεγχον, ἵνα πιστοποιηθῇ ἡ ἀκρίβεια, ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὸν ἔλεγχον ἐπιτροπῆς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 113 τοῦ λογιστικοῦ νόμου διατάσσει ῥητῶς, ὅτι οἱ λογαριασμοὶ τῶν Ὑπουργῶν καὶ ὁ γενικὸς λογαριασμὸς τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως ὑποβάλλονται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον ἐπιτροπῆς, συγκροτουμένης ὑπὸ Βουλευτῶν, Γερουσιαστῶν καὶ μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τὰ καθήκοντα τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης εἶναι, πρῶτον νὰ παραβάλῃ τοὺς περὶ ὧν πρόκειται λογαριασμοὺς πρὸς τὸ καθημερινὸν καὶ τὸ καθολικὸν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καὶ νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι οἱ λογαριασμοὶ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων συμφωνοῦσι κατὰ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν μὲ τὰς ἐγγραφὰς τοῦ Λογιστηρίου, συντάσσουσα τακτικὴν ἔκθεσιν, ἥτις διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ αὐτὴ ἐπιτροπὴ ὀφείλει, δεύτερον, κατὰ τὸ ἄρθρ. 114, νὰ παραβάλῃ τοὺς λογαριασμοὺς τῶν Ὑπουργείων πρὸς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἢ πρὸς τὰς καταστάσεις τῶν ὑπολόγων, ἂν δὲν ἐξεδόθησαν ἔτι αἱ ἐπ’ αὐτῶν ἀποφάσεις τοῦ Συνεδρίου, καὶ νὰ βεβαιώσῃ δι’ ἐκθέσεως, ὅτι ὑπάρχει πλήρης ἀκρίβεια εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλὰ πλὴν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, τὰ ἄρθρα 219 καὶ ἑπόμενα τοῦ λογιστικοῦ νόμου ὑποβάλλουσι τοὺς μνησθέντας λογαριασμοὺς εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅπερ, παραβάλλον αὐτοὺς πρὸς τὰς ἰδίας του ἀποφάσεις, ἐκδίδει ἐν γενικῇ συνεδριάσει ἐπίσημον διαδήλωσιν ὅτι «ὁ οἰκονομικὸς λογαριασμὸς τῶν οἰκονομικῶν διαχειρίσεων συμφωνεῖ μὲ τὰς ἀποφάσεις του.» Τέταρτον. Ὁ νόμος διατάσσει νὰ συντάσσηται κατ’ ἔτος ἀπολογισμὸς τῶν χρήσεων, καὶ νὰ ὑποβάλληται καὶ οὗτος εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὀφείλοντος καὶ πάλιν, κατὰ τὸ ἄρθρον 222, νὰ ἐκδώσῃ ἑτέραν διαδήλωσιν περὶ τῆς ὀρθότητος αὐτοῦ. Μετὰ τοῦτο ὁ ἀπολογισμὸς εἰσάγεται διὰ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλήν, καὶ κυροῦται ὑπ’ αὐτῆς. Πέμπτον. Ὁ λογιστικὸς νόμος (ἄρθρ. 217) ἐπιβάλλει εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλλῃ ἔκθεσιν πρὸς τὸν Βασιλέα περὶ τῆς ἐν γένει καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, ἥτις δημοσιεύεται καὶ ὑποβάλλεται καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Τοιαῦται, καὶ πλεῖσται ἄλλαι, εἰσὶν αἱ διατάξεις, δι’ ὧν ὁ νομοθέτης ἐπιζητεῖ τὸν ἀκριβῆ καὶ αὐστηρὸν ἔλεγχον τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως. Ἀλλ’ ἐκτελοῦνται παρ’ ἡμῖν αἱ διατάξεις αὗται; Ἄς ἐξετάσωμεν. Ἀπὸ πολλῶν χρόνων συντάσσομεν προϋπολογισμούς, ἐν τοῖς ὁποίοις δὲν καταχωρίζονται ὅλα τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ μόνον ἐκεῖνα, ὅσα ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ἑκάστοτε ὡς τακτικά. Περὶ τῶν ἑτέρων οὐδὲν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναφέρεται, ἀλλὰ ταῦτα ἐπιτρέπονται δι’ ἰδίων πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι χαρακτηρίζονται ὡς ἔκτακτοι, ἐναντίον τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ὡς ἐκτάκτους πιστώσεις χαρακτηρίζει ἐκείνας, αἵτινες δι’ ἀπροβλέπτους ἀνάγκας χορηγοῦνται. Πρὸ ἐτῶν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν παρατηρήσεις ἐπὶ τῇ ἐλλείψει ταύτῃ, ἀλλὰ μόνον ἐφέτος, κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἤκουσα σκέψεις ὑπὲρ τοῦ ἑνιαίου προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Καὶ ὅμως καὶ ἐφέτος ἀκόμη, ἐμμένων εἰς τὴν πεπλανημένην αὐτοῦ γνώμην, δὲν ἐπρονόησεν ἐν αὐτῷ τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, προβάλλων ἐνδεχομένην παραχώρησιν αὐτοῦ. Καὶ ἐνῷ ἐμμένει εἰς τοιαύτας πεπλανημένας ἰδέας, προέβη εἰς ἄλλους νεωτερισμοὺς περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους, οὓς ἐγὼ δὲν ἐγκρίνω. Ἀπεχώρησεν ὅλως ἐξ αὐτοῦ τὰ ὑπὲρ τῶν δήμων ἐπιβαλλόμενα ποσοστὰ ἐκ τῶν φόρων τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων, καὶ διὰ νόμου ἐπέτρεψε τὴν εἴσπραξιν καὶ πληρωμὴν αὐτῶν, ἐν ἀγνοίᾳ πληρεστάτῃ τοῦ Κοινοβουλίου. Κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νόμου ἐκείνου ἐζήτησα τὸν λόγον, ἀλλ’ ἐκωλύθην νὰ ὁμιλήσω ἕνεκα περιστάσεων. Διὰ τοῦτο παρατηρῶ ἤδη, ὅτι διὰ τῆς ἐνεργείας ταύτης ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρεγνώρισε τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου, κατὰ τὰ ὁποῖα μόνον τῇ ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς, κατὰ πᾶν ἔτος χορηγουμένῃ, ἐπιτρέπεται νὰ εἰσπράττωνται φόροι. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ εἰσπράττονται φόροι καὶ ὑπὲρ τῶν νομῶν καὶ ὑπὲρ τῶν δήμων, ἀλλὰ πάντες οὗτοι καταχωροῦνται ἐν ἰδιαιτέρῳ μέρει τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐπιψηφίζονται ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐφέτος ἀκόμη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κ. Ρουβιὲ, ἀπεφάσισε νὰ συγχωνεύσῃ τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ἀφορῶντα εἰς φόρους τῶν νομῶν καὶ τῶν δήμων, μετὰ τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, δὲν διενοήθη ὅμως νὰ παύσῃ ὑποβάλλων τοὺς φόρους ἐκείνους εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου. Συντάσσεται δὲ παρ’ ἡμῖν λογαριασμὸς τῶν διαχειρίσεων τῶν Ὑπουργείων; Οὐδέποτε. Συντάσσεται οἰκονομικὸς λογαριασμὸς τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως; Συντάσσεται μετὰ παρέλευσιν ἐτῶν, καὶ προέβη ἡ σύνταξίς των μέχρι τοῦ ἔτους 1878. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1890 ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, διευθυνόμενον καὶ τότε ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ προσώπου, ὅπερ διευθύνει αὐτὸ καὶ σήμερον, ἐδημοσίευσεν ἐντὸς ὀλίγων σελίδων τοὺς γενικοὺς λογαριασμοὺς τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως ἐξ ὁλοκλήρων ἐτῶν, καὶ ὠνόμασεν αὐτοὺς γενικὴν ληψοδοσίαν τοῦ Κράτους. Ἵνα δὲ κατανοήσητε τὴν σημασίαν τῶν τοιούτων λογαριασμῶν, παρατηρῶ ὅτι ἕκαστος τῶν οἰκονομικῶν λογαριασμῶν τῆς Γαλλίας σύγκειται ἐκ σελίδων πλέον τῶν χιλίων μεγάλου σχήματος, οἱ δὲ ἡμέτεροι ἐξ ὁλόκληρα ἔτη ἀπὸ τοῦ 1882–1887 περιέλαβον ἐντὸς ὀλίγων σελίδων. Ἀλλ’ ὑπεβλήθησάν ποτε παρ’ ἡμῖν οἱ τοιοῦτοι λογαριασμοὶ τῶν Ὑπουργείων εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς νομίμου ἐπιτροπῆς ἢ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου; Οὐδέποτε. Καὶ ὅμως ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ παρέχωμεν πᾶσαν πίστιν εἰς τοὺς ἐν αὐτοῖς ἀριθμούς, θεωροῦντες αὐτοὺς ἀλανθάστους! Διὰ τοῦτο, ὅτε πρό τινων ἡμερῶν ὑπεβλήθη πρότασις σχετικὴ συστάσεως ἐπιτροπῆς πρὸς ἔλεγχον τῶν λογαριασμῶν, ἐψήφισα ὑπὲρ αὐτῆς, οὐχὶ ἵνα προκαλέσω τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συνταγματικῆς περὶ ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν διατάξεως, ἀλλ’ ἵνα προκαλέσω τὴν ἐκτέλεσιν ῥητῆς διατάξεως τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀπολογισμούς, συνετάχθησαν παρ’ ἡμῖν τοιοῦτοι ἀπὸ τοῦ 1883 μέχρι τοῦ 1890, ἀλλ’ οὐδεὶς ὑπεβλήθη εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ οὐδεὶς εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν. Ἂν δὲ ὑπεβλήθη ποτὲ εἰς τὸν Βασιλέα ἔκθεσις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἀγνοῶ ἐντελῶς. Οὕτως ἐκτελοῦνται παρ’ ἡμῖν αἱ διατάξεις τῶν νόμων, αἱ σκοποῦσαι εἰς τὸν ἀκριβῆ καὶ αὐστηρὸν ἔλεγχον τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως, καὶ τοιαῦτα τὰ ἔγγραφα, ἐφ’ ὧν ὀφείλομεν νὰ μελετήσωμεν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Ἐν τούτοις συλλέγοντες ἐξ αὐτῶν ὅσα δυνάμεθα στοιχεῖα, καὶ ὑποβάλλοντες αὐτὰ ὑπὸ ἔλεγχον αὐστηρὸν, ὀφείλομεν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἔργον τοῦτο. Πρὸς ἀκριβῆ μελέτην τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἀναγκαῖον θεωρῶ νὰ ἐξετάσω τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα αὐτοῦ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, καὶ ἰδίως ἀπὸ τοῦ 1882, ὅτε ἡ ἐπικράτεια ἔλαβε τὴν παροῦσαν ἔκτασιν αὐτῆς, καὶ ἀφ’ ὅτου ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις διευθύνει τὰ ἡμέτερα σχεδὸν διαρκῶς. Ἀλλὰ πρὶν ἢ προχωρήσω, ἀνάγκη, νομίζω, νὰ συνεννοηθῶμεν περὶ τῆς ἐννοίας τῶν λέξεων ἔσοδα καὶ ἔξοδα πρὸς ἀποφυγὴν πάσης παρεξηγήσεως. Ἐγὼ ὡς ἔσοδον θεωρῶ πᾶν ὅ,τι εἰσέρχεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ φόρων ἢ ἐξ ἰδίων κτημάτων, ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους· δὲν θεωρῶ δὲ ὡς ἔσοδα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται ἐκ δανείων, διότι ταῦτα ὀφείλει νὰ ἀποδώσῃ θᾶττον ἢ βράδιον τὸ Κράτος. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον ὡς ἔσοδα ἔκτακτα χαρακτηρίζονται καὶ τὰ λαμβανόμενα ἐκ δανείων χρεωλυτικῶν ἢ παγίων. Ὡς ἔξοδα δὲ θεωρῶ πᾶν ὅ,τι τὸ Κράτος δαπανᾷ πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ποικίλων καὶ πολλαπλῶν αὐτοῦ ἀναγκῶν. Δὲν ἐξετάζω, ἂν αἱ ἀνάγκαι ἦναι συνήθεις ἢ ἔκτακτοι, ὠφέλιμοι ἢ ἐπιβλαβεῖς, παραγωγικαὶ ἢ ἄγονοι. Οἱαιδήποτε καὶ ἂν ὦσι, τὸ ὑπὲρ αὐτῶν δαπανώμενον χρῆμα ἀφαιρεῖται ἀπὸ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, καὶ μεταβάλλει τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν. Πρέπει ἑπομένως νὰ γνωρίζωμεν ἅπαντα τὰ τοιαῦτα ἔξοδα, ἵνα ἐκτιμήσωμεν δεόντως τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν. Μόνον τὰ ἐκ δανείων εἰς πληρωμὴν ἄλλων δανείων διατιθέμενα δὲν θεωρῶ ὡς ἔξοδα, διότι ἀποτελοῦσιν ἁπλῆν ἀντικατάστασιν δανείων. Ἂν ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ἐξετάσωμεν τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ 1882, θέλομεν εὕρει, ὅτι κατὰ τὰ μνησθέντα ἔτη εἰσεπράχθησαν καὶ ἐδαπανήθησαν τὰ ἑξῆς ποσά:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἔσοδα Ἔξοδα Ἔλλειμμα
1882δρ. 58,879,495 64,129,529 5,250,034
1883» 58,537,612 67,795,868 9,258,256
1884» 60,744,474 91,346,783 30,602,309
1885» 61,110,375 122,797,767 61,687,392
1886» 63,103,691 129,717,541 66,611,850
1887» 82,859,805 90,792,064 7,942,259
1888» 89,551,395 108,050,858 18,499,463
1889» 83,731,591 100,689,964 16,958,373
1890» 79,824,101 125,856,846 46,032,745
1891» 86,203,511 122,831,022 36,627,511
724,536,0501,024,008,242299,472,192

Βλέπετε, Κύριοι, ἐκ τοῦ λογαριασμοῦ τούτου, ὅτι κατὰ τὰ παρελθόντα ταῦτα δέκα ἔτη, τὰ ἡμέτερα ἔξοδα κατὰ πολὺ ὑπερέβησαν τὰ ἔσοδα ἡμῶν, ἂν καὶ φόροι βαρύτατοι ἐπεβλήθησαν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο. Τὸ ὅλον τῶν κατὰ τὴν δεκαετίαν δαπανηθέντων πλέον τῶν ἐσόδων ἡμῶν ἀνέρχεται εἰς τὸ κολοσσιαῖον ποσὸν τῶν 299,472,192, ἤτοι εἰς 300 σχεδὸν ἑκατομμύρια. Ἰδοὺ τίς εἶναι ἡ ἀκριβὴς ἔννοια τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς παρούσης Κυβερνήσεως· συνίσταται εἰς τὴν δαπάνην 300 ἑκατομμυρίων πλέον τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ πόθεν ἆρά γε ἠδυνήθη τὸ Κράτος νὰ πορισθῇ τὰ 300,000,000 ταῦτα, τὰ ὁποῖα πλέον τῶν ἐσόδων αὑτοῦ ἐδαπάνησε; Βεβαίως κατὰ πρῶτον λόγον τὰ ἐπορίσθη ἐκ παγίων καὶ χρεωλυτικῶν δανείων. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, κύριοι Βουλευταί, τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν αὐτῶν ἐτῶν, τί θέλομεν ἀνεύρει; Ὅτι τὸ Κράτος κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τῆς δεκαετίας εἰσέπραξεν ἐκ μόνων τῶν παγίων καὶ χρεωλυτικῶν δανείων δρ. 336,346,000. Καὶ λέγω κατὰ τοὺς ἀπολογισμοὺς, διότι θὰ ἴδητε κατόπιν, ὅτι καταγγέλλονται οἱ ἀπολογισμοὶ ὡς λελανθασμένοι ὑπ’ αὐτῶν τῶν καταστάσεων, τὰς ὁποίας περιέχει τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἰσεπράχθησον λοιπὸν ἐκ δανείων 336,346,000. Ἀλλ’ ἐκ τῶν χρημάτων τούτων 100,346,000 ἐδαπανήθησαν εἰς πληρωμὴν ἄλλων δανείων, καὶ οὐχὶ εἰς πληρωμὴν τῶν ἐλλειμμάτων, ἑπομένως οὐδόλως δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τούτων τί μένει ἐκ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευσαν εἰς πληρωμὴν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ Κράτους; 235,907,777. Ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα, Κύριοι, τῶν ἐτῶν τῆς δεκαετίας ἀνέρχεται, ὡς εἴδομεν, εἰς 299,472,192, ἑπομένως καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 235,997,000 μένει ὑπόλοιπον ἐλλείμματος 63,474,415. Πόθεν, ἐρωτῶ, ἐπληρώθη τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο; Διότι βεβαίως τὸ ποσὸν τοῦτο τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐξώφλησε καθ’ ὁλοκληρίαν. Πόθεν ὅμως τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐπορίσθη τὰ χρήματα πρὸς ἐξόφλησιν αὐτοῦ; Ἐκ τῆς ἀπορίας, Κύριοι, ταύτης κατανοεῖτε ἀμέσως, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ ἔχῃ ἀκριβῆ γνῶσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν ἕνα μόνον προϋπολογισμὸν, καὶ μάλιστα μὴ ἐκτελεσθέντα ἔτι, ὡς τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἀλλ’ οὐδὲ πλείονες προϋπολογισμοὶ ἢ ἀπολογισμοὶ ἀρκοῦσι πρὸς τοῦτο. Ἵνα δυνηθῇ τις νὰ σχηματίσῃ σαφῆ γνῶσιν περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίσῃ προσέτι ἀκριβῶς καὶ τὴν ταμειακὴν ἡμῶν διαχείρισιν. Βλέπετε, ὅτι γνωρίζομεν ἀκριβῶς τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα δέκα κατὰ συνέχειαν χρήσεων, καὶ φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι 63,474,415 δραχμαὶ ἐπληρώθησαν οὐχὶ ἐκ τῶν ἐσόδων τῶν προϋπολογισμῶν τούτων, τακτικῶν ἢ ἐκτάκτων, ἀλλ’ ἐξ ἄλλης ἀγνώστου πηγῆς. Τί ἐστὶν ὅμως ταμειακὴ διαχείρισις καὶ ἐν ποίᾳ σχέσει εὑρίσκεται αὕτη μὲ τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ ἀπολογισμοὺς τοῦ Κράτους; Νομίζω ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι ἔχω τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι οὐδὲ ὀρθαὶ οὐδὲ σαφεῖς ἰδέαι περὶ αὐτοῦ κρατοῦσιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους σκοπὸν ἔχει νὰ προσδιορίσῃ τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα αὐτοῦ ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος· παρελθόντος δὲ τοῦ χρόνου τούτου, ὁ προϋπολογισμὸς ἐκλείπει, ἀποθνήσκει, καὶ ἕτερος προϋπολογισμὸς τὸν διαδέχεται. Τοὐναντίον, ἔργον τοῦ ταμείου εἶναι νὰ εἰσπράττῃ διαρκῶς οὐ μόνον πάντα τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειούμενα ἔσοδα, τακτικὰ ἢ ἔκτακτα, ἀλλὰ καὶ πάντα ἐν γένει τὰ λοιπὰ χρήματα, ὅσα περιέρχονται εἰς τὴν κυριότητα, ἢ εἰς τὴν ἁπλῆν κατοχὴν τοῦ Κράτους, νὰ πληρόνῃ δὲ οὐ μόνον τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειούμενα ἔξοδα, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν ἄλλην δαπάνην ἐπιβαλλομένην νομίμως εἰς τὸ Κράτος. Ἐκ τούτων βλέπετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὑπάρχουσιν ἔσοδα εἰσερχόμενα εἰς τὸ ταμεῖον, καὶ ἔξοδα ἐξερχόμενα ἐξ αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα δὲν περιέχονται εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ ἀπολογισμοὺς τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τίνα εἰσὶ τὰ χρήματα ταῦτα, ἅτινα, ἐκτὸς τῶν ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς ἀναφερομένων, ὀφείλει νὰ εἰσπράξῃ ἢ νὰ πληρώσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ διατί δὲν ἐγγράφονται καὶ ταῦτα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ; Τοιαῦτα εἶναι πρῶτον ἐκεῖνα, ἅτινα διάφοροι ἰδιῶται καταθέτουσιν εἰς τὸ ταμεῖον προσωρινῶς, διὰ διαφόρους λόγους, ὡς π. χ. ἵνα πληρωθῶσιν εἰς ἕτερον ταμεῖον, ἵνα φυλαχθῶσι, κτλ. Περὶ ὅλων τούτων καὶ ἀδύνατον εἶναι νὰ γείνῃ μνεία ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διότι ἀδύνατον εἶναι νὰ προΐδῃ τις πότε θὰ γείνωσι τοιαῦται καταθέσεις ἢ ἀποδόσεις, καὶ ἀνωφελὲς εἶναι νὰ γείνῃ τοιαύτη μνεία, διότι δὲν πρόκειται περὶ δημοσίων χρημάτων, περὶ ὧν προώρισται νὰ μεριμνήσῃ ὁ προϋπολογισμός. Δευτέρα κατηγορία τοιούτων χρημάτων εἶναι ἐκεῖνα, ἅτινα εἰσέρχονται εἰς τὸ ταμεῖον ἐκ δανείων, τὰ ὁποῖα δυνάμει τῶν νόμων συνομολογεῖ τὸ Κράτος. Ἀλλ’ ἐνταῦθα μία διάκρισις εἶναι ἀναγκαία. Τὰ ἐκ παγίων ἢ χρεωλυτικῶν δανείων εἰσερχόμενα ἀναγράφονται εἰς τὸν ἀπολογισμὸν πάντοτε, καὶ πολλάκις καὶ εἰς αὐτὸν τὸν προϋπολογισμόν, ὡς ἔκτακτα ἔσοδα τῶν χρήσεων. Ταῦτα λοιπὸν εἰσπράττονται δυνάμει τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀποτελοῦσι μέρος τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ. Ἐκτὸς τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰσπράττει τὸ δημόσιον ταμεῖον μόνον τὰ προσωρινὰ δάνεια, ἅτινα ἐπὶ τόκῳ καὶ ἐπὶ προσεχεῖ αὐτῶν ἀποδόσει εἰσέρχονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Περὶ τῶν τοιούτων δανείων οὐδένα ὁ προϋπολογισμὸς ποιεῖται λόγον, διότι ἄγνωστος εἶναι ὁ χρόνος τῆς λήψεως ἢ ἀποδόσεως, αὐτῶν, σημειοῦται δὲ μόνον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὁ δι’ αὐτὰ τυχὸν πληρωθησόμενος τόκος. Τὰ δάνεια ταῦτα περιέχονται μόνον εἰς τὴν ταμειακὴν διαχείρισιν, καὶ εἶναι τοιαύτη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, τὰ ἔντοκα γραμμάτια, αἱ διάφοροι προκαταβολαὶ καὶ τὰ τοιαῦτα. Καὶ ταῦτα ὀνομάζονται, Κύριοι, κυμαῖνον χρέος, καὶ ἠπόρησα ἀκούσας προχθὲς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν ὑποστηρίξαντα, καὶ μὴ ἀντικρουσθέντα, ὅτι ἅπασα ἡ ἐν τῷ ταμείῳ διαχείρισις δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς κυμαῖνον χρέος. Κυμαῖνον χρέος, ὡς καὶ ἐκ τοῦ ὀνόματός του ἐξάγεται, εἶναι μόνον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λόγῳ δανείου λαμβάνει τὸ Κράτος. Τοῦτο δὲ καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀμέσως προκύπτει, ὁ ὁποῖος προβλέπει ἰδιαιτέρως περὶ τοῦ τόκου τοῦ κυμαίνοντος χρέους, καὶ ἰδιαιτέρως περὶ τοῦ τόκου τῶν χρηματικῶν ἐγγυήσεων. Ἐκτὸς, Κύριοι, τῶν χρηματικῶν τούτων ποσῶν ἀνατίθεται εἰς τὸ ταμεῖον ἐνίοτε ὁ λογαριασμὸς τῆς διεξαγωγῆς ὑπηρεσιῶν τινων, αἵτινες ἐκτελοῦνται διὰ πολλῶν πληρωμῶν καὶ εἰσπράξεων, περὶ τῶν ὁποίων καὶ δύσκολον καὶ περίπλοκον εἶναι ἐπίσης νὰ προβλέψῃ ὁ προϋπολογισμός. Ταῦτα εἶναι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα, ἐκτὸς τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναφερομένων, εἰσπράττει τὸ δημόσιον ταμεῖον· ἐννοεῖται δὲ, ὅτι πάντα ταῦτα ἐκεῖ συγκεντροῦνται εἰς ἓν σύνολον, καὶ ἐκ τοῦ συνόλου τούτου γίνονται κατὰ τὸν προσήκοντα χρόνον αἱ διάφοροι πληρωμαὶ τοῦ Κράτους. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ποία τώρα ἡ σχέσις τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸς τὴν ταμειακὴν διαχείρισιν; Τὴν σχέσιν, Κύριοι, ταύτην ἐπιτυχῶς παρέστησαν διὰ τῆς σχέσεως πελάτου πρὸς τραπεζίτην, οἷοι ὑπάρχουσιν ἐν Εὐρώπῃ, πελάτου πρὸς γενικὸν καὶ εἰδικὸν πληρεξούσιον, οἷος δύναται νὰ ὑπάρξῃ παρ’ ἡμῖν. Ὅπως ὁ τραπεζίτης εἰσπράττει ἅπαντα τὰ ἔσοδα τοῦ πελάτου, καὶ πληρόνει ἁπάσας τὰς δαπάνας αὐτοῦ, δύναται δὲ καὶ ἐξ ἰδίων νὰ πράξῃ τοῦτο, δύναται καὶ δάνεια διὰ λογαριασμὸν τοῦ πελάτου νὰ συνομολογήσῃ, οὕτω καὶ τὸ ταμεῖον εἰσπράττει ὅλα τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ, οἷα καὶ τὰ ἐκ παγίων ἢ χρεωλυτικῶν δανείων προερχόμενα, καὶ πληρόνει ὅλα τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ ὅταν μὲν τὰ ἔσοδα ᾖναι πλείονα τῶν ἐξόδων, ἐν τέλει τοῦ λογαριασμοῦ τὸ ταμεῖον χρεοῦται ἀπέναντι τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅταν δὲ τὰ ἔξοδα ᾖναι μείζονα τῶν ἐσόδων, τὸ ταμεῖον πιστοῦται ἀπέναντι τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸ τελικὸν λοιπὸν συμπέρασμα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ἢ ἡ πίστωσις ἢ ἡ χρέωσις τοῦ ταμείου ἀπέναντι τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἂν δὲν ἐπέλθῃ πλῆρες ἰσοζύγιον ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ἐκ τῶν περὶ τῆς σχέσεως μεταξὺ προϋπολογισμοῦ καὶ ταμείου ἐν συντόμῳ ἐκτεθέντων ἐξάγεται, ὅτι, ἵνα γνωρίσῃ τις τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν οἱουδήποτε Κράτους, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ γνωρίζῃ τὰ ἑξῆς: αʹ) Τίνα εἰσὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκτελέσεως πάντων τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ Κράτους, καὶ ποῖον τὸ τελικὸν ἀποτέλεσμα τῆς ἐξ αὐτῶν πιστοχρεώσεως τοῦ δημοσίου ταμείου· βʹ) Πόσα χρήματα εἰσῆλθον εἰς τὸ ταμεῖον ἐκ τῶν διαφόρων ἄλλων ἐκείνων πηγῶν, καὶ πόσα ἐξ αὐτῶν διετέθησαν πρὸς πληρωμὴν νομίμων ὀφειλῶν τοῦ Κράτους· καὶ γʹ) Ἐὰν τὰ ὑπόλοιπα χρήματα εὑρίσκωνται πράγματι εἰς τὸ ταμεῖον, ἢ μήπως ἐξέλιπον ἕνεκεν ἀφερεγγυότητος τῶν ὀφειλετῶν, ἢ ἕνεκα κλοπῶν, καταχρήσεων, ἢ ἄλλων λόγων. Περὶ τούτων πάντων πλήρεις καὶ σαφεῖς χορηγοῦσι πληροφορίας οἱ εἰς τὰ πεπολιτισμένα κράτη συντασσόμενοι γενικοὶ λογαριασμοὶ τῶν οἰκονομικῶν διαχειρίσεων· ἀλλ’ οἱ ἡμέτεροι λογαριασμοὶ δὲν περιέχουσι τοιαύτας ἀσφαλεῖς πληροφορίας, καὶ μάλιστα οἱ ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπισυνημμένοι. Καὶ ὅμως ἐξ αὐτῶν πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐξεύρωμεν καὶ νὰ γνωρίσωμεν ἀσφαλῶς, ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις! Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς χρήσεις ἀπὸ τοῦ 1882–1891, εἶπον ἤδη πρὸς ὑμᾶς, ὁποῖον εἶναι τὸ ἐξαγόμενον τῆς ἐκτελέσεως τῶν προϋπολογισμῶν, ὅτι δηλ. καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐκ δανείων ἐκτάκτων ἐσόδων τὸ ταμεῖον ἔχει λαμβάνειν ἀπὸ τοὺς προϋπολογισμοὺς αὐτοὺς, ἤτοι ὑπάρχει ἔλλειμμα τῶν προϋπολογισμῶν τούτων ἐκ δραχμῶν 63,474,415. Ἀλλ’ οἱ προηγούμενοι τοῦ 1882 προϋπολογισμοὶ τίνα δίδουσιν ἀποτελέσματα; Ἕκαστος γενικὸς λογαριασμὸς παριστᾷ μόνην τὴν διαχείρισιν τοῦ προηγουμένου ἔτους, ἑπομένως δὲν δύναται νὰ παράσχῃ ἡμῖν πληροφορίαν, ὁποία εἶναι ἡ παροῦσα τῶν οἰκονομικῶν κατάστασις. Πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ συνδεθῶσιν οἱ λογαριασμοὶ οὗτοι πρὸς ἀλλήλους οὕτως, ὥστε τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἑνὸς νὰ μεταφέρωνται εἰς τὸν ἄλλον καὶ διαδοχικῶς μέχρι τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἀλλ’ οἱ ἡμέτεροι λογαριασμοὶ εἶχον φθάσει μέχρι τοῦ 1878, ἐξηκολούθησαν δὲ ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1887, καὶ διεκόπησαν ἔκτοτε. Πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ κενοῦ τούτου ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου συνέταξε μίαν καὶ μόνην κατάστασιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ περιέλαβε τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τριῶν ὁλοκλήρων ἐτῶν, 1879, 1880, 1881, συνεδύασε τ’ ἀποτελέσματα αὐτῶν μὲ τοὺς λογαριασμοὺς τῶν ἐτῶν 1888–1887, οὓς εἶχε καὶ ἄλλοτε δημοσιεύσει, προσέθεσεν ἀνὰ μίαν κατάστασιν διὰ τὴν διαχείρισιν ἑκάστου τῶν ἐτῶν 1888–1892, καὶ τοιουτοτρόπως ἐνόμισεν, ὅτι δύναται νὰ παραστήσῃ ἀσφαλῶς τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Ἀλλ’ ὅπως συνετάχθησαν οἱ λογαριασμοὶ οὗτοι, κατεβλήθη τοὐλάχιστον ἡ φροντὶς, ἵνα σαφῶς ἐκτεθῶσι τὰ περιεχόμενα ἐν αὐτοῖς; Πρὸς τοῦτο ἔπρεπε τοὐλάχιστον, μεταφέροντες τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1881 εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ 1882, ν’ ἀκολουθήσωσι τὴν αὐτὴν σειρὰν τῶν λογαριασμῶν τοῦ Κράτους, ὥστε εὐχερῶς νὰ δύναταί τις νὰ παρακολουθήσῃ τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξιν αὐτῶν. Καὶ ὅμως τί βλέπομεν, Κύριοι; Ἄλλη σειρὰ λογαριασμῶν ὑπάρχει εἰς τὴν κατάστασιν, τὴν περιέχουσαν τὴν διαχείρισιν τῶν ἐτῶν 1878 ἕως 1881, καὶ ἄλλη εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ ἔτους 1882, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἔπρεπε νὰ μεταχθῶσι τ’ ἀποτελέσματα τῆς προηγουμένης. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ διῄρεσαν ἐνίοτε αὐθαιρέτως, καὶ ἄνευ λόγου τινὸς, ἕνα λογαριασμὸν τῆς προηγουμένης καταστάσεως, εἰς πλείονας λογαριασμοὺς ἐν τῇ ἑπομένῃ καταστάσει. Οὕτω λ. χ. εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ 1881 ὑπάρχει λογαριασμὸς, ὑπὸ τὸ ὄνομα «διάφοροι λογαριασμοὶ», ὅστις χρεοῦται μὲ 14,860,502. Λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τοῦ 1882, καὶ εὑρίσκετε, ὅτι ὁ λογαριασμὸς οὗτος, ὁ ὑπὸ τὸ ὄνομα «διάφοροι λογαριασμοὶ», χρεοῦται μὲ μόνον 2,282,200. Τὰ 14,860,502 μεταβάλλονται εἰς 2,282,200. Τί θέλει τις ὑποθέσει ἀμέσως; Ὅτι κἄτι λάθος συμβαίνει. Ἀλλ’ ἐδόθησαν ἐξηγήσεις· δὲν εἶναι λάθος· τὰ ὑπόλοιπα 12 περίπου ἑκατομμύρια περιελήφθησαν εἰς δύο ἄλλους λογαριασμούς: «Προμήθειαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν 7,047,305, καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν 5,589,634.» Καὶ οἱ ἐντριβέστεροι, Κύριοι, περὶ τὰ λογιστικὰ δὲν ἤθελον δυνηθῆ νὰ ἐννοήσωσι τὰς ἀλλοκότους αὐτὰς καὶ ἀδικαιολογήτους μεταβολάς. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὀφείλομεν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν λογαριασμῶν νὰ δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν, τί; Τὰ ἀποτελέσματα τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ Κράτους μέχρι τοῦ ἔτους 1882. Τ’ ἀποτελέσματα μέχρι τοῦ ἔτους 1877 περιέχει ὁ γενικὸς οἰκονομικὸς λογαριασμὸς τοῦ 1878, καὶ ἀνέρχονται εἰς περίσσευμα 16,057,432, ὅπερ μεταφέρεται ἀκριβῶς εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ 1881, ὑπὸ τὸ ὄνομα «ἀποτελέσματα ἀπολογισμοῦ», σημειοῦται δὲ καὶ κάτωθι τῆς καταστάσεως τοῦ 1882, μετατρεπόμενον εἰς νέας δραχμὰς 14,336,993. Ἔχομεν λοιπὸν εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως τοῦ 1877 περίσσευμα ἐκ δραχμῶν νέων 14,356,993. Πρέπει λοιπὸν εἰς τὸ περίσσευμα τοῦτο τοῦ ἔτους 1877 νὰ ὑπολογίσωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ 1878, 1879, 1880 καὶ 1881, διότι, ὡς γνωστὸν, τὰ ἀποτελέσματα τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1891 ἀνεύρομεν ἤδη ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ Κράτους. Ὅθεν, ὁποῖον τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1878; Κατὰ τὴν κατάστασιν τοῦ 1881, τὸ 1878 ἀφῆκε περίσσευμα δραχμὰς 925,216. Ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879; Κατὰ τὴν ἰδίαν κατάστασιν, περίσσευμα δραχ. 33,216,820, ἤτοι τὸ ὅλον περίσσευμα μέχρι τοῦ 1879 δραχμαὶ παλαιαὶ 50,199,468. Ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ 1880; Τὸ 1880 κατέλιπεν ἔλλειμμα 39,032,052 κατ’ αὐτὴν τὴν ἰδίαν κατάστασιν. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν, Κύριοι, ἀπὸ τὰ 50,199,468 τοῦ περισσεύματος τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ τῶν 39,032,052, ὑπολείπεται περίσσευμα τῶν προϋπολογισμῶν μέχρι τοῦ 1880 δραχ. 11,167,416, ἤτοι νέαι δραχμαὶ 9,306,018. Καὶ ὅμως, ἄν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐν τῷ τεύχει τοῦ προυπολογισμοῦ κατάστασιν τοῦ 1882, τί θέλετε εὕρει ἐν μιᾷ κάτωθι ὑποσημειώσει; Θέλετε εὕρει, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν μέχρι τοῦ 1880 ἀπολογισμῶν εἶναι χρέωσις ἐκ δρ. 4,366,085. Ἐνῷ δηλ. τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι περίσσευμα 9,306,018, ἡ κατάστασις ἀναφέρει ἔλλειμμα δραχμῶν 4,366.085. Ἐγώ, Κύριοι, ἀγορεύω, σκοπῶν ἵνα παραστήσω ὄχι εὐάρεστον τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, καὶ τὸ λάθος αὐτὸ τῆς καταστάσεως τοῦ Ὑπουργείου μὲ διευκολύνει εἰς τὸ νὰ φθάσω ἀσφαλέστερον εἰς τὸ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα, διότι αἱ χρεώσεις, τὰ ἐλλείμματα, παρίστανται μεγαλείτερα. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ἐπιζητοῦμεν, καὶ πρέπει νὰ ἐπιζητῶμεν, τὴν ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, πῶς τὸ περίσσευμα τῶν προϋπολογισμῶν μέχρι τοῦ 1880, τὸ συνιστάμενον εἰς 9,306,018, πῶς, λέγω, αὐτὸ τὸ περίσσευμα μεταβάλλεται ἐν τῇ καταστάσει τοῦ 1882 εἰς ἔλλειμμα; Καὶ δὲν περιέχει μόνην ταύτην τὴν ἔλλειψιν ἡ κατάστασις αὕτη τοῦ ἔτους 1882. Ἡ κατάστασις αὕτη καταλογίζει εἰς τὰ ἐλλείμματα τῶν πρὸ τοῦ 1882 προϋπολογισμῶν διὰ μὲν στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς δαπάνας χρέωσιν δρ. 45,876,499, διὰ δὲ καταθέσεις Τραπεζῶν χρέωσιν δραχ. 15,306,438. Τίνα σχέσιν ἔχουσιν, ἐρωτῶ, οἱ ὑπολογισμοὶ πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν προϋπολογισμῶν μὲ δαπάνας μὴ ἀναφερομένας ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς; Αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι κατέστησαν ἀνείσπρακτοι καὶ ἀποσβεστέαι, δύνανται βεβαίως νὰ καταλογισθῶσιν εἰς τὰ ἐλλείμματα τῶν προϋπολογισμῶν· ἀλλὰ δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν; Βεβαίως ὄχι.

§52ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι τὸ προϊὸν τοῦ δανείου τῶν 120,000,000.

§53ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἦναι τὸ προϊὸν τοῦ δανείου. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀδιάφορον. Εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν δύναται μόνη ἡ ὑπηρεσία νὰ καταλογίσῃ αὐτὴν εἰς τὰ ἐλλείμματα. Ὁποῖαι δὲ εἶναι, ἐρωτῶ, αἱ δαπάναι αὗται τῶν 45,876,499, καὶ πῶς ἐδαπανήθησαν, καὶ πῶς δὲν ἐτακτοποιήθησαν μέχρι τοῦδε; Ὁποία δὲ ἡ ἄλλη ἐκείνη χρέωσις τῶν Τραπεζῶν ἐκ δραχμῶν 15,306,438 ἐκ καταθέσεων πρὸς πληρωμὴν τῶν δανείων, χωρὶς νὰ φαίνηται ποῦ ἐδαπανήθησαν; Ἀπορία ἀληθῶς καταλαμβάνει ἕκαστον, πῶς, προκειμένου περὶ τοιούτων ποσῶν, ἀναγράφεται ἁπλῶς ἡ χρέωσις, χωρὶς νὰ προκύπτῃ, τί ἐγένοντο τὰ δοθέντα χρήματα. Ἀλλ’ ἔστω, παραδέχομαι, ὅτι καλῶς ἐδαπανήθησαν τὰ χρήματα καὶ ὁ λογαριασμὸς μένει ἐκκρεμὴς ἕνεκα μὴ τακτοποιήσεως αὐτῶν...

§54ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δαπάναι ἐπιστρατείας.

§55ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀδιάφορον τί εἶναι... Δύναται τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ καταλογίσῃ ἡ ὑπηρεσία εἰς τὰ ἐλλείμματα; Ποσῶς, Κύριοι. Ἵνα γείνῃ τοῦτο, εἶναι ἀνάγκη νόμου. Μόνον διὰ νόμου δύναται ἀπαίτησις τοῦ Δημοσίου νὰ θεωρηθῇ ἀποσβεστέα, καὶ νὰ καταλογισθῇ εἰς τὰ ἐλλείμματα τῶν προϋπολογισμῶν. Εὑρίσκομεν μάλιστα καὶ παραδείγματα τοιούτων διὰ νόμου καταλογισμῶν ἐν ἄλλῳ Κράτει. Εἰς τὴν Γαλλίαν κατὰ τὸ 1888 δάνεια, δοθέντα πρὸς ὑποστήριξιν τῆς βιομηχανίας, κατέστη ἀδύνατον νὰ ἐπιστραφῶσι, διότι ἐχρεωκόπησαν οἱ λαβόντες αὐτά. Ἐθεωρήθη περιττὸν νὰ σημειῶται ἡ ἀπαίτησις αὕτη, ἡ ἐντελῶς ἀνύπαρκτος, καὶ συνεπῶς, διὰ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ οἰκονομικοῦ νόμου τοῦ ἔτους ἐκείνου, ἐπετράπη εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταλογίσῃ τὴν ἀπαίτησιν αὐτὴν εἰς τὰ ἐλλείμματα, καὶ τὴν διαγράψῃ ἐκ τοῦ λογαριασμοῦ. Καὶ κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος 1887 τοῦτ’ αὐτὸ ἔλαβε χώραν, προκειμένου περὶ τῆς καθ’ ἡμῶν ἀπαιτήσεως τῆς Γαλλίας, ὡς ἐκ τῆς ἐγγυήσεως τοῦ ἡμετέρου δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Εἶχε νὰ λαμβάνῃ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις 27,000,000 περίπου, διότι ἐπλήρωσε λόγῳ τῆς ἐγγυήσεως, ἀπέναντι δὲ τοῦ ποσοῦ τούτου συνεφωνήθη, ὡς γνωστὸν, νὰ λαμβάνῃ 200,000 φρ. κατ’ ἔτος. Ἐσκέφθησαν, ὅτι μάταιον εἶναι νὰ ἐξακολουθῶσιν ἐγγράφοντες τὴν ἀπαίτησιν ταύτην ἐπὶ 135 περίπου ἔτη μέχρις ἐξοφλήσεως αὐτῆς, δι’ ὃ, διὰ τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ οἰκονομικοῦ νόμου τοῦ ἔτους ἐκείνου ἐπετράπη εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαγράψῃ τὸ κεφάλαιον τοῦτο ἐκ τῶν λογιστικῶν βιβλίων, νὰ ἐγγράψῃ δὲ τὸ ἔσοδον τῶν 200,000 φράγκων εἰς τὸ κεφάλαιον «διάφορα ἔσοδα». Οὕτω πράττουσι τὰ Κράτη, τὰ τηροῦντα ἀκριβῶς τὰς λογιστικὰς διατάξεις. Δὲν ἐπιτρέπεται ἐκεῖ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Λογιστηρίου νὰ καταλογίζῃ αὐθαιρέτως διὰ μιᾶς ἁπλῆς σημειώσεως 50 ἑκατομμύρια εἰς τὰ ἐλλείμματα ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξηγήσεως. Ἄπορον ἰδίως εἶναι, πῶς δὲν ἐτακτοποιήθησαν τὰ 15 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἅτινα ἐδόθησαν εἰς τὴν Τράπεζαν πρὸς πληρωμὴν τῶν ἠγγυημένων δανείων. Τί ἔγειναν τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα; Ἐὰν ἡ Τράπεζα τὰ ἐδαπάνησεν, ἔπρεπε νὰ πιστωθῇ εἰς τὸν λογαριασμὸν, καὶ νὰ ἐξισωθῇ οὗτος. Ἐὰν τὰ ἐδαπάνησε χάριν τῶν δανείων, ἔπρεπεν ἡ δαπάνη νὰ περιληφθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου. Πῶς γίνονται ἀνείσπρακτα τὰ 15 ταῦτα ἑκατομμύρια καὶ διαγράφονται ἐκ τῶν βιβλίων τοῦ Κράτους; Βεβαίως κἄτι τι συμβαίνει. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὀφείλῃ ἡ Τράπεζα 15,306,438 καὶ νὰ μὴ τὰ πληρόνῃ. Ἀλλὰ πῶς ἡ ἀταξία αὐτή; Δυνάμεθα ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων λογαριασμῶν νὰ σχηματίσωμεν ἡμεῖς ὀρθὴν γνώμην περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων; Ἔχομεν λοιπὸν τοιουτοτρόπως περίσσευμα τοῦ προϋπολογισμοῦ μέχρι τοῦ 1880 δρ. 9,306,018. Ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881; Ἀναγράφεται εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ 1882, καὶ ἀνέρχεται εἰς 4,889,483. Ἐὰν προσθέσωμεν τὸ περίσσευμα τοῦτο εἰς ἐκεῖνο, ἔχομεν περίσσευμα τῶν πρὸ τοῦ 1882 προϋπολογισμῶν ἐκ δραχ. 13,795,501. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὸ περίσσευμα τοῦτο ἀπὸ τὸ ἔλλειμμα τῶν δέκα ἑπομένων προϋπολογισμῶν ἐκ δραχμῶν 63,474,415, ποῖον ὑπολείπεται ἔλλειμμα; Ὑπολείπεται ἔλλειμμα ὅλων τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ Κράτους μέχρι τοῦ 1891 δρ. 49,478,914. Ἐὰν τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἦτο πραγματικὸν, ἔπρεπε νὰ ἀπελπισθῶμεν περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ ἡμετέρου Κράτους. Τί ὅμως προκύπτει; Τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα, τὰ ἀριδήλως ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν συναγόμενα, ἀνατρέπονται ἀπὸ τὰς ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς εἶπον, περιληφθείσας καταστάσεις τῆς γενικῆς ληψοδοσίας. Τί ἀνευρίσκομεν ἐν αὐταῖς; Ἀνευρίσκομεν, ὅτι ἐκ παγίων καὶ χρεωλυτικῶν δανείων εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον καὶ ἄλλα ποσὰ, μὴ ἀναφερόμενα εἰς οὐδένα ἀπολογισμὸν, καὶ κατὰ πρῶτον ἤδη παρουσιαζόμενα. Κατὰ τὰς καταστάσεις ταύτας, εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 κατὰ τὸ ἔτος 1882 δρ. 17,965,360, κατὰ τὸ 1883 δρ. 3,790,230 ἐκ τοῦ αὐτοῦ δανείου, κατὰ τὸ 1884 δραχμαὶ 2,809 ἐκ τοῦ αὐτοῦ δανείου, κατὰ τὸ 1889 δραχμαὶ 13,664,670 ἐκ τοῦ δανείου τῶν 125 ἑκατομμυρίων, τέλος κατὰ τὸ 1890 δρ. 5,600,000 ἐκ τοῦ αὐτοῦ δανείου. Τὸ ὅλον δρ. 41,023,069. Ἀλλὰ πῶς αἱ εἰσπράξεις αὗται δὲν ἀνεγράφησαν εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν οἰκείων ἐτῶν; Πῶς ὁ ἐκδοὺς κατὰ τὸ 1890 τὰς καταστάσεις τῆς γενικῆς ληψοδοσίας, ὅστις καὶ ἤδη διευθύνει τὰ τοῦ Λογιστηρίου, πῶς δὲν περιέλαβε τὰς εἰσπράξεις αὐτὰς εἰς τὰς τότε δημοσιευθείσας καταστάσεις τῶν ἐτῶν 1882, 1883 καὶ 1884; Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰς καταστάσεις ταύτας τῆς γενικῆς ληψοδοσίας, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν ἀναγράφονται, καὶ ἤδη τὸ πρῶτον προκύπτουσιν αὗται ἐν μέσῳ. Ἂν λάβητε μάλιστα ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι ἀναφέρεται ἐν αὐτῷ εἴσπραξις ἐκ τοῦ δανείου τῶν 125 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ μόνον δραχ. 65,103,527. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἶχον εἰσπραχθῆ καὶ ἕτερα 13,664,570, ὡς βεβαιοῖ ἡ ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ κατάστασις τοῦ 1889, πῶς δὲν ἐσημειώθησαν καὶ ταῦτα ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ ἔτους ἐκείνου; Πῶς δὲ ἐπίσης δὲν ἐσημειώθη εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890, ὅτι εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ αὐτοῦ δανείου τῶν 125 ἑκατομυρίων 5,600,000, ὡς βεβαιοῖ ἡ σχετικὴ κατάστασις; Εἶναι, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, κατάστασις αὐτὴ λογαριασμῶν;

§56ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ σύστημα ἠκολούθει ὁ κύριος Δεϊμέζης.

§57ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀποβλέπω ἐγὼ εἰς πρόσωπα. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ ἐπικρίνω τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν περιῆλθεν ἡ λογιστικὴ ὑπηρεσία. Ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1889 δὲν συνετάχθη ἀπὸ τὸν κ. Δεϊμέζην, συνετάχθη παρ’ ὑμῶν, καὶ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1890 παρ’ ὑμῶν συνετάχθη.

§58Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι ἐπὶ τέσσαρας μῆνας ὑμεῖς διατελέσαντες ἐν τῷ Ὑπουργείῳ οὐδένα συνετάξατε λογαριασμόν.

§59ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς, οἱ ἐπὶ τρεῖς μόνον μῆνας διατρίψαντες ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, συνετάξαμεν τὸν τελειότερον γενικὸν λογαριασμὸν τοῦ Κράτους, τὸν λογαριασμὸν τοῦ 1878, ὅστις φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κυρίου Δεϊμέζη καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ πρώην ὑποδιευθυντοῦ τοῦ Λογιστηρίου, τοῦ κ. Τσακωνοπούλου· καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμήν των, διότι οὐδέποτε εἶδεν ἡ Ἑλλὰς ἐντελέστερον οἰκονομικὸν ἔγγραφον. Οὕτω λοιπὸν δὲν ἀναφέρονται εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ Κράτους εἰσπράξεις δραχ. 41,023,069, καὶ παρουσιάζονται αἴφνης εἰς τὰς συνημμένας εἰς τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ καταστάσεις. Ἔχουσι τὰ πράγματα ταῦτα καλῶς; ἔχουσιν ἀκριβῶς; Τίς δύναται, Κύριοι, νὰ γνωρίζῃ, καὶ πρὸ πάντων ἐγώ, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχω εἰδικότητά τινα εἰς τὴν σύνταξιν τοιούτων λογαριασμῶν; Ἀλλ’ ἐπιζητῶν νὰ προσδιορίσω τὴν ἀληθῆ οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, ὀφείλω νὰ παραδεχθῶ τέλος πάντων καὶ τὴν τοιαύτην ἐγγραφὴν τῶν ποσῶν τούτων ὡς τακτικήν, ἵνα εὕρω τὸ ἔλλειμμα ὅλων ἐν γένει τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ Κράτους, ἑπομένως πρέπει νὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ τὸ κατὰ τοὺς ἀπολογισμοὺς ἔλλειμμα, ἀνερχόμενον εἰς δραχ. 49,678,914, τὰς μνησθείσας εἰσπράξεις ἐκ δραχ. 41,023,099, διότι αὗται εἶναι ἔσοδον τοῦ Κράτους, καὶ δι’ αὐτῶν ἐπληρώθη τὸ ἔλλειμμα τῶν προϋπολογισμῶν. Τὸ ἔλλειμμα λοιπόν, Κύριοι, τῶν προϋπολογισμῶν ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Κράτους μέχρι τοῦ 1891, ὅπερ πρότερον ἀνήρχετο εἰς 49 ἑκατομμύρια, περιορίζεται ἕνεκα τῶν νέων αὐτῶν ἐγγραφῶν εἰς ἔλλειμμα 8,655,845. Ποῖον τώρα, Κύριοι, τὸ χρῆμα τὸ εἰσελθὸν εἰς τὸ ταμεῖον μέχρι λήξεως τῆς χρήσεως τοῦ 1892 ἐκ τῶν προσωρινῶν δανείων; Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους, παρατηροῦμεν ὅτι τὸ χρῆμα τοῦτο ἀνέρχεται εἰς 118,702,067· δηλ.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1)Ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίαςδρ. 90,609,604
2)Ἔντοκα γραμμάτια εἰς τραπεζικὰ » 12,783,730
3)Ἔντοκα γραμμάτια εἰς χρυσὸν » 45,308,733
Τὸ ὅλον » 118,702,067

Διὰ νὰ φθάσωμεν, Κύριοι, εἰς συμπέρασμα, τί ὑπολείπεται ἀκόμη νὰ γνωρίζωμεν; Ὑπολείπεται νὰ γνωρίζωμεν, πόσα χρήματα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐξέλιπον ἄνευ ἐλπίδος ἐπιστροφῆς. Περὶ τούτου βοηθεῖ ἡμᾶς ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν τὴν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι πλὴν τῶν 45 ἑκατομμυρίων τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν παρασκευῶν, καὶ τῶν 15 ἑκατομμυρίων τῶν Τραπεζῶν, τὰ ὁποῖα αἱ καταστάσεις κατελόγισαν ἀτάκτως εἰς τὰ ἐλλείμματα τῶν προϋπολογισμῶν, πλὴν, λέγω, τούτων, ἀνερχομένων εἰς δραχμὰς 61,182,973, καὶ ἕτερα μεγάλα ποσὰ, ἀνερχόμενα εἰς δραχ. 71,129,164, δὲν ὑπάρχουσι πλέον εἰς τὸ ταμεῖον, ἐξ ὧν τὰ μὲν 35,339,366 ἐξέλιπον πρὸ τοῦ 1882, τὰ δὲ ὑπόλοιπα μετὰ τὸ 1882. Δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὸ ταμεῖον, ὁτὲ μὲν, διότι κατέστησαν ἀναξιόχρεοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὰ ἔλαβον, ὁτὲ δὲ, διότι δὲν ἐτακτοποιήθησαν οἱ λογαριασμοὶ, ὁπωσδήποτε ὅμως τὰ χρήματα ἀφῃρέθησαν ἐκ τοῦ ταμείου ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως. Ἔχομεν λοιπὸν, Κύριοι, ἔλλειμμα τῶν προϋπολογισμῶν, ὡς εἶπον, μέχρι τέλους τῆς χρήσεως 1891 ἐκ δρ. 8,655,845· ἔχομεν ἐλλείψεις ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου 71,129,164, ἔχομεν ἀκόμη τὰ 61,182,937, τὰ καταλογισθέντα ἀτάκτως εἰς τὰ ἐλλείμματα τῶν προϋπολογισμῶν, καὶ ἅτινα ἐνταῦθα πρέπει νὰ ὑπολογισθῶσιν, ἤτοι τὸ ὅλον ἐλλείμματα τοῦ δημοσίου ταμείου ἐκ δραχ. 140,967,946. Πόθεν ἐπληρώθησαν ταῦτα; Πρὸ πάντων ἐκ τῶν προσωρινῶν δανείων καὶ ἐν γένει ἐκ τοῦ κυμαίνοντος χρέους. Πόσον εἶναι τὸ χρέος τοῦτο; Ἀνέρχεται, ὡς εἴδομεν, εἰς 118,702,067. Ὑπολείπεται ὅθεν ἀκόμη ἔλλειμμα 22,265,839, ὅπερ ἐπληρώθη βεβαίως ἐκ τῶν ἰδιωτικῶν χρημάτων, ἅτινα συγκεντροῦνται εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα. Δὲν χρεωστοῦμεν λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, τὰ 697 (δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς) ἑκατομμύρια τῶν παγίων καὶ χρεωλυτικῶν δανείων, δὲν χρεωστοῦμεν μόνον τὰ 118 ἑκατομύρια τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ τὰ 28 περίπου ἑκατομ. τῶν ἐντόκων γραμματίων, χρεωστοῦμεν ἀκόμη 22,265,839, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἐλήφθησαν ἐκ τῶν ἄλλων χρημάτων, τὰ ὁποῖα εἰσέρχονται εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα, ἐκ τῶν ἐγγυήσεων, ἐκ τῶν παρακαταθηκῶν, ἐκ τῶν κληροδοτημάτων, ἐκ τῶν χρημάτων τῶν λιμενικῶν ταμείων καὶ τὰ τοιαῦτα. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ ἀληθὴς καὶ ἀκριβὴς κατάστασις ἡμῶν μέχρι τέλους τῆς χρήσεως τοῦ 1891. Πλὴν τῶν δανείων παγίων, χρεωλυτικῶν καὶ κυμαινόντων, ὀφείλομεν ἀκόμη 22 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ἐκ τῶν ἄλλων χρημάτων τοῦ ταμείου. Ἀλλὰ πρόκειται, Κύριοι, νὰ ἀνεύρωμεν πλήρη τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν νῦν εὑρισκόμεθα, κατὰ τὸ ἔτος 1893, καὶ ἑπομένως νομίζω ἀναγκαῖον, πρὸς πλήρη γνῶσιν τῶν ἀποτελεσμάτων καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ παρελθόντος, νὰ προσθέσωμεν εἰς ταῦτα καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἔτους 1892. Δὲν γνωρίζομεν, ποῖον δύναται νὰ ἦναι τὸ ἔλλειμμα τοῦτο· οἱ νῦν ἐν τῇ Κυβερνήσει τὸ ἀνεβίβαζον ἄλλοτε εἰς 26 ἑκατομμύρια, κατόπιν ὑπεβιβάσθη εἰς 18 ἑκατομμύρια. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν, εἶναι, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1892 εἶναι ὀλιγώτεραι ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἔδωκε τὸ 1891, μὲ ὅλην τὴν ἐπελθοῦσαν αὔξησιν τῶν φόρων. Ἀπέναντι τοῦ ἐλλείμματος τούτου ἐλάβομεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 16 ἑκατομμυρίων 10 ἑκατομμύρια, ἑπομένως κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐλαττοῦται. Ἀλλὰ θὰ ἀρκέσωσι τὰ 10 ταῦτα ἑκατομμύρια εἰς κάλυψιν ὅλου τοῦ ἐλλείμματος; Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ παραδεχθῶμεν ἀκόμη, ἂν ὄχι 10, ἀλλὰ τοὐλάχιστον 5 ἑκατομμυρίων ἔλλειμμα διὰ τὸ 1892; Καὶ πρόκειται περὶ ἐλλείμματος τακτικοῦ· ὅθεν πρέπει νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸ ἔλλειμμα ἐκεῖνο καὶ πλέον τῶν 10 ἑκατομμυρίων ἐλλείμματος ἐκτάκτου διὰ τὰς δαπάνας τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης. Ἔχομεν λοιπὸν ἀκόμη 15 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προσθέσωμεν, διὰ νὰ ἐννοήσωμεν ἀκριβῶς τὴν φοβερὰν οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἰς ἣν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος περιῆλθε. Τὰ 22,265,839 λοιπὸν, τῇ προσθήκῃ τοῦ ἐλλείμματος τούτου, γίνονται 37,265,000. Ὅθεν πλὴν, ἐπαναλαμβάνω, τῶν παγίων καὶ χρεωλυτικῶν ἡμῶν δανείων, πλὴν τῶν 118 ἑκατομμυρίων τοῦ κυμαίνοντος χρέους, ἔχομεν, Κύριοι, ἀκόμη ὑπολανθάνον χρέος, περὶ τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν, 37,265,839... Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ ἀναβληθῇ, εἰ δυνατόν, δι’ αὔριον ἡ συζήτησις, διότι ἐκουράσθην.

§60ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅταν ὁ ἀγορεύων δηλοῖ τοῦτο, βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἄλλως.

§61Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.

§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 46
2τῆς 22 Ἰανουαρίου 1893.
3(Παρασκευή).
4Ὥρα 5 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Μαυ-
8ρομματίου τῆς Καρδίτσης παραπονοῦνται τηλεγραφικῶς
9κατὰ τῆς εἰσαγγελικῆς καὶ στρατιωτικῆς ἀρχῆς, ὡς ἐπεμ-
10βαινουσῶν ἀναρμοδίως εἰς δικαστικὴν καθαρῶς διαφο-
11ρὰν μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ χωρίου Χρη-
12στάκη Ζωγράφου, καὶ ἐξαναγκαζουσῶν διακοσίας οἰκογε-
13νείας νὰ ἐκπατρισθῶσι. Θέλει ἀποσταλῆ τὸ τηλεγράφημα
14εἰς τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα.
15Ὁ Κωνσταντῖνος Παντῆς διὰ τηλεγραφήματός του ἀνα-
16φέρει, ὅτι ὁ συμβολαιογράφος Τριπόλεως Ἰωάννης Παλα-
17μήδης ἐγκατέλειψε τὴν θέσιν του ἄνευ ἀδείας. Θέλει ἀπο-
18σταλῆ τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιο-
19σύνης.
20Ἡ Σεβαστὴ Καλλισπέρη δι’ ἀναφορᾶς της πρὸς τὴν
21Βουλὴν παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ ἀπόφασις τοῦ τέως
22Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου περὶ χορηγίας εἰς αὐτὴν δραχμῶν
23250 κατὰ μῆνα ἐπὶ ἓν ἔτος πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἀνω-
24τέρων σπουδῶν της ἐν Γαλλίᾳ.
25§2ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν αἴτησιν ταύτην, γνω-
26ρίζω ὅτι ἡ ἀναφερομένη ἀπεπεράτωσεν ἤδη τὰς σπουδάς
27της καὶ ἐφοδιασθεῖσα μὲ δίπλωμα ἀληθῶς ἐπίζηλον, ἐπα-
28νῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Νομίζω, ὅτι δίκαιον εἶναι ὁ κ.
29Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ πρό-
30σωπον αὐτὸ, διὰ τὰς ἰδικιτέρας περιστάσεις, ὑπὸ τὰς
31ὁποίας διατελεῖ, καθόσον ἡ δεσποινὶς Καλλισπέρη εἶναι
32ἡ μόνη Ἑλληνὶς, ἡ ὁποία κατώρθωσε ν’ ἀποπερατώσῃ
33τοιαύτας σπουδὰς καὶ ἐφοδιασθῇ μὲ τοιοῦτον δίπλωμα, ὥστε
34εἰς τὴν Ἑλλάδα δύναται νὰ ἦναι πολὺ χρήσιμος, καθόσον
35στερούμεθα ἐντελῶς τῆς τοιαύτης ἐκπαιδεύσεως. Θὰ παρα-
36καλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἰδιαι-
37τέρως τὴν αἴτησιν τῆς ἀναφερομένης καὶ φροντίσῃ, ὄχι πλέον
38περὶ συνδρομῆς αὐτῆς, ἀλλὰ περὶ χρησιμοποιήσεώς της.
39§3ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ θερμῶς τὴν αἴτησιν
40τῆς διαπρεποῦς ὄντως Ἑλληνίδος, ἡ ὁποία ἐτίμησε τὸ Ἑλ-
41ληνικὸν ὄνομα, καὶ εἶναι ἐκ τῶν ὀλίγων γυναικῶν, αἵτινες
42διεκρίθησαν ἐπιστημονικῶς, δύναται δὲ ἡ χρησιμοποίησις
43αὐτῆς νὰ παράσχῃ μεγάλας ὠφελείας εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν
44τοῦ θήλεως πληθυσμοῦ παρ’ ἡμῖν.
45§4ΠΑΧΥΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ νὰ συστηθῇ ἰδιαιτέρως
46ἡ ἀναφορὰ αὕτη.
47§5ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ περιεχόμενον
48ἐν τῇ ἀναφορᾷ, οὐδένα ἔχω λόγον νὰ ἀμφιβάλλω, ὅτι τὰ
49ἐν αὐτῇ ἐκτιθέμενα εἶναι ἀληθῆ, καὶ ὅτι ἡ Πολιτεία, ἀφοῦ
50ἅπαξ ὑπεσχέθη καὶ διὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως νὰ
51χορηγήσῃ βοήθημα χρηματικὸν εἰς τὴν ἀναφερομένην,
52ὅπως τελειοποιήσῃ αὕτη τὰς σπουδὰς της ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ
53πρακτικῶς, ἔχει, ἂν ὄχι νομικὴν, τοὐλάχιστον ἠθικὴν ὑπο-
54χρέωσιν νὰ παράσχῃ ταύτην. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, θὰ ἐπι-
55στήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμέ-
56νου, ἐφ’ οὗ καὶ ὁ ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμος Βουλευτής. Εἶναι
57γνωστὸν, πόσον ἡ παρ’ ἡμῖν κοινωνία ἐκτιμᾷ τὴν ἀναφερο-
58μένην, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ ἐπίσημος ἔκθεσις τῆς Ἀκα-
59δημίας τῶν Παρισίων πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας
60ἰδιαιτέρως συνιστᾷ τὴν δεσποινίδα Καλλισπέρη. (Ἀναγι-
61νώσκει τὸ σχετικὸν μέρος).
62Προκειμένου λοιπὸν περὶ τοιαύτης γυναικὸς, ἄριστα
63καταρτισθείσης ἐν ταῖς σπουδαῖς αὐτῆς, φρονῶ ὅτι εἶναι
64εὔλογον νὰ χρησιμοποιηθῇ αὕτη, καὶ νὰ μὴ μείνῃ ἐγκατα-
65λελειμμένη γυνὴ, ἡ ὁποία δύναται πολλὰς ὑπηρεσίας νὰ
66προσφέρῃ εἰς τὴν διδασκαλίαν τοῦ θήλεος γένους, διὰ τὸ
67ὁποῖον δυστυχῶς δὲν ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν καλῶς κατηρτι-
68σμέναι διδάσκαλοι.
69§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει συστηθῆ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν κ.
70Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, συμφώνως πρὸς τὰς συστά-
71σεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν, μὲ τὴν παράκλησιν νὰ ληφθῇ
72ὑπ’ ὄψιν.
73§7ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐχὶ πρὸς χάριν τῶν κυ-
74ρίων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἤδη ὕψωσαν φωνὴν ὑπὲρ τῆς
75ἀναφερομένης, οὔτε πρὸς χάριν καὶ ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἑνώσω
76τὴν φωνήν μου μετ’ αὐτῶν, πρέπει νὰ συστηθῇ ἰδιαιτέρως
77ἡ περὶ ἧς πρόκειται ἀναφορά, ἀλλὰ πρὸς χάριν τῆς σπου-
78δαζούσης θηλείας νεολαίας ἐν Ἑλλάδι· διότι ἡ ἀναφορὰ
79τῆς δεσποινίδος Καλλισπέρη πρὸς τὴν Βουλὴν δὲν εἶναι αἴ-
80τησις πρὸς χορήγησιν συνδρομῆς, ἀλλ’ εἶναι, κατ’ ἐμὴν κρί-
81σιν, προσφορὰ τῶν ἐκδουλεύσεών της, τὰς ὁποίας ἔρχεται
82νὰ θέσῃ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ χρη-
83σιμοποιηθῇ ὑπὲρ τῆς διδασκαλίας τοῦ θήλεος γένους
84παρ’ ἡμῖν.
85§8Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ δεσποινὶς Καλλι-
86σπέρη εἶναι περιβεβλημένη δύο σπουδαῖα πλεονεκτήματα·
87τὸ πλεονέκτημα τῆς πατραγαθίας, καθόσον ὁ ἀείμνηστος
88πατὴρ αὐτῆς ὑπηρέτησε τὴν πατρίδα πολυτρόπως, τουτέ-
89στι στρατιωτικῶς καὶ πολιτικῶς, ἐπὶ πολλὰ ἔτη, καὶ
90ὅμως οἱ ἀγῶνες αὐτοῦ, ἕνεκεν ἀνωμάλου διοικήσεως, δὲν
91ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἀπέθανε χωρὶς νὰ δυνηθῇ νὰ συμ-
92πληρώσῃ τὰ ἔτη τῆς συντάξεως, καὶ τοιαύτην εἰς τὰ τέκνα
93αὐτοῦ ὡς παραμυθίαν ν’ ἀφήσῃ, καὶ τὸ πλεονέκτημα τῆς
94ἀρίστης καὶ ἐξαιρετικῆς παιδεύσεως, διότι μεταβᾶσα εἰς
95Γαλλίαν καὶ ἐπὶ ἓξ ἔτη ἐκπαιδευθεῖσα ἐν διακεκριμένῳ
96ἐκπαιδευτηρίῳ, ἔλαβεν ἐπίζηλον δίπλωμα, δι’ οὗ ἐκίνησε τὸν
97θαυμασμὸν καὶ τὴν συμπάθειαν τῶν διευθυνόντων τὴν Σχο-
98λὴν ἐκείνην· ἀφοῦ δ’ ἐδαπάνησε πᾶν ὅ,τι εἶχε πρὸς ἐκπαί-
99δευσίν της, ἐπανῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶχεν
100ἀνάγκην καὶ πρακτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐζήτησε τὴν πρὸς
101τοῦτο συνδρομὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρ-
102νησις, γνωρίζουσα τὴν διακεκριμένην ἐπίδοσιν τῆς δεσποινί-
103δος Καλλισπέρη, καὶ ἐπιθυμοῦσα νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν
104τελείαν ἐκπαίδευσιν αὐτῆς, ὑπεσχέθη νὰ τῇ χορηγήσῃ
105κατὰ μῆνα 250 φράγκα. Ἡ δεσποινὶς Καλλισπέρη, λα-
106βοῦσα τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην, ἐπορεύθη εἰς Γαλλίαν ἐπὶ
107τούτῳ, καὶ διαμείνασα ἐν εἰδικῇ Σχολῇ ἐπὶ ἓν ἔτος, προὐ-
108κάλεσε τὰς ἐπευφημίας τῶν καθηγητῶν της κατὰ τὴν δο-
109κιμασίαν· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δυστυχῶς δὲν ἐπραγματο-
110ποίησε τὴν πρὸς αὐτὴν ὑπόσχεσίν της. Μοὶ φαίνεται, ὅτι
111ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσέλθῃ ἀρωγὸς,
112ἱκανοποιοῦσα οὕτω τοὺς μεγάλους κόπους καὶ τὰς δαπά-
113νας τῆς δεσποινίδος Καλλισπέρη, καὶ τὴν σκιὰν ἐκείνου, ὁ
114ὁποῖος ζῶν δὲν ἠμείφθη. Ἄλλως τε ἡ δεσποινὶς αὕτη,
115καταλαμβάνουσα ἐν Ἑλλάδι θέσιν αὐτῇ ἁρμόζουσαν, θὰ
116συντελέσῃ εἰς τὴν μόρφωσιν τοῦ ἑαυτῆς φύλου, ὅπερ ἤδη
117σπουδαίαν ἀνάγκην ἔχει.
118§9ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον, κύριε Πρόεδρε,
119διενεμήθη πρὸς ἡμᾶς ὁ πρὸ ἡμερῶν ζητηθεὶς πίναξ τῶν
120κυμαινομένων χρεῶν κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου τοῦ πα-
121ρελθόντος ἔτους. Ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὸν πίνακα τοῦτον, καὶ
122παρέβαλον αὐτὸν πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, ἐν τῷ ὁποίῳ
123ἀναφέρεται τὸ κυμαῖνον χρέος μέχρι τῆς ὑποβολῆς τοῦ
124προϋπολογισμοῦ· παρετήρησα δὲ, ὅτι, ἐνῷ εἰς τὸν προϋπο-
125λογισμὸν ὑπὸ κεφ. Αʹ ἄρθρον 2 ἀναφέρεται τὸ κυμαῖνον
126χρέος ὑπὸ 9 διάφορα ἐδάφια, ἐν τῷ πίνακι τῶν κυμαινόν-
127των χρεῶν τέσσαρα τῶν ἐδαφίων τούτων ἐντελῶς ἐλλείπουσι·
128τὸ ἐδάφιον βʹ, πραγματευόμενον περὶ δανείου 60,000 λι-
129ρῶν, τὸ ἐδάφιον εʹ, πραγματευόμενον ἐπίσης περὶ δανείου
13060,000 λιρῶν, τὸ ἐδάφιον ζʹ, πραγματευόμενον περὶ δα-
131νείου 40,000 πρὸς 5 καὶ ¾%, καὶ τὸ κεφάλαιον
132ηʹ, πραγματευόμενον περὶ 64,000 λιρῶν ὑπὸ τὸν αὐτὸν τό-
133κον. Συνεπῶς δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ἂν αὐτὰ τὰ δάνεια
134ἐπρόκειτο τόσον ταχέως νὰ ἐξοφληθῶσι, διὰ τίνα λόγον
135περιελήφθησαν εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Διὰ τοῦτο παρα-
136καλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ
137νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ῥητῶς, ἐὰν τὰ προσωρινὰ
138ταῦτα δάνεια ἐξωφλήθησαν, καὶ πότε. Ὑποβάλλω δὲ καὶ
139ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην.
140§10ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀφοῦ
141ὑπεβάλετε ἔγγραφον ἐπερώτησιν, θέλει σᾶς ἀπαντήσει ὁ
142κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἀπουσιάζει ἐκ τῆς Βουλῆς ταύ-
143την τὴν στιγμήν· ἀλλ’ ἐκ προοιμίων δύνασθε νὰ ἔχητε τὴν
144πληροφορίαν, ὅτι δι’ αὐτὸ χαρακτηρίζεται καὶ κυμαῖνον,
145διότι ὑποβάλλεται εἰς κυμάνσεις, καὶ τὸ μὲν ἐξοφλεῖται,
146τὸ δὲ ἀνανεοῦται· αὐτὰ δὲ, τὰ ὁποῖα ἀνεφέρατε, εἶναι
147ἐξωφλημένα.
148§11ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε, ὅτε ὑπεβλήθη ὁ προϋ-
149πολογισμὸς, ἦτο ἐν γνώσει ἡ ὑπηρεσία, ὅτι τὸ χρέος αὐτὸ
150ἐπρόκειτο μετὰ ἕνα μῆνα νὰ ἐξοφληθῇ· δὲν ἦτο λοιπὸν λό-
151γος νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ τόκου τοῦ δανείου.
152§12ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὑπηρεσία ἦτο ὑπόχρεως νὰ ἀνα-
153γράψῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὸ κυμαῖνον χρέος, ὡς ἀνε-
154γράφετο ἐν τοῖς δημοσίοις βιβλίοις· λοιπὸν εἰς τὰ δημόσια
155βιβλία αὐτὰ τὰ ποσὰ ὑπῆρχον.
156§13ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ἴδωμεν τὴν ἀπάντησιν
157τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
158§14ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Πρὸ ὀλίγου ἔλαβον τηλεγράφημα
159συμπολίτου μού τινος, τοῦ Χρήστου Τσιμπούρη, ὅστις μοὶ
160καταγγέλλει τὰ ἑπόμενα (ἀναγινώσκει): «7 εὔζωνοι,
161ἐπὶ κεφαλῆς ταμίου καὶ τελώνου Κορινθίας, εἰσήλασαν εἰς
162τὴν ἐν Παλαιᾷ Κορίνθῳ οἰκίαν μου, ζητοῦντες ἀμνοὺς, ἰσχυ-
163ριζόμενοι ὅτι ἐνεργοῦσιν ἀνασκαφάς.»
164Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας καὶ τὸν
165κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ ἐξηγήσουν, ποίαν
166σχέσιν ἔχουσιν αἱ ἀνασκαφαὶ πρὸς τοὺς ἀμνοὺς καὶ πρὸς
167τὸν τελώνην καὶ ταμίαν.
168§15ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ
169ὑπηρεσία ἔλαβεν ὅμοιον τηλεγράφημα, συνεπείᾳ δ’ αὐτοῦ
170διετάχθη ἀνάκρισις, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας θέλω σᾶς
171ἀνακοινώσει.
172§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
173Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολο-
174γισμοῦ τοῦ Κράτους.
175§17ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀνέπτυξα χθὲς πρὸς τὴν Βουλὴν τοὺς
176λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους θεωρῶ ἀδύνατον σχεδὸν τὴν
177πραγματοποίησιν τῆς ἰδέας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ εὕρῃ
178ἐν τῷ τόπῳ μέρος μὲν ἀμέσως, τὸ ὅλον δὲ ἐν προσεχεῖ
179μέλλοντι τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, οὗτινος ἔχει ἀνάγκην
180τὸ Κράτος. Πλανᾶται δ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, πιστεύων ὅτι
181ἡ νομισματικὴ ἡμῶν κατάστασις καὶ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ
182χρυσοῦ καὶ τῶν δι’ αὐτοῦ παριστωμένων διαφόρων ἀξιῶν
183εἶναι ἀποτέλεσμα πληθώρας τῶν ἀναγκαστικῶς κυκλοφο-
184ρούντων τραπεζικῶν γραμματίων.
185Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βου-
186λὴν τὰς γνώμας μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἤδη
187νομίζω ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἐπ’ αὐτοῦ. Ἡ δύ-
188ναμις τῆς καταμετρήσεως ἀξιῶν, δηλ. ἡ ἀνταλλακτικὴ
189ἀξία τοῦ ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦντος τραπεζικοῦ γραμ-
190ματίου, ἐπηρεάζεται ὑπὸ λόγων διττῆς φύσεως. Ὑπάρχουσι
191λόγοι ἀμέσως ἐπηρεάζοντες αὐτὴν καὶ ἕτεροι ἐμμέσως.
192Κυριώτεροι δὲ λόγοι ἀμέσως ἐπηρεάζοντες αὐτὴν εἶναι ὁ
193ἀριθμὸς τῶν ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων γραμματίων
194καὶ ἡ πίστις τοῦ ἐκδιδόντος αὐτὰ Κράτους. Κυριώτερος δὲ
195λόγος ἐμμέσως ἐπηρεάζων τὴν ἀξίαν τῶν γραμματίων τού-
196των εἶναι ἡ σχέσις μεταξὺ τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος,
197ὅπερ διαθέτει ὁ τόπος, καὶ τῶν ἀναγκῶν τοιούτου νομί-
198σματος. Ἡ πληθώρα τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ὑποτιμᾷ
199ἀπ’ εὐθείας τὴν ἀξίαν αὐτῶν, ὅπως ὑποτιμᾷ αὐτὴν καὶ ἡ
200ἀπόλυτος κατάπτωσις τῆς πίστεως τοῦ Κράτους· ἡ ζή-
201τησις δὲ μεταλλικοῦ νομίσματος πλειοτέρου ἐκείνου, ὅπερ
202δύναται νὰ διαθέσῃ ἡ χώρα, ὑπερτιμᾷ τὴν ἀξίαν τοῦ νο-
203μίσματος τούτου καὶ κατ’ ἀντανάκλασιν φυσικῶς συνεπι-
204φέρει καὶ τὴν ὑποτίμησιν τῆς ἀξίας τῶν ἀναγκαστικῶς
205κυκλοφορούντων γραμματίων.
206Τίς ἐκ τῶν λόγων τούτων εἶναι ὁ κυρίως ἐπηρεάζων
207τὴν νομισματικὴν ἡμῶν κυκλοφορίαν καὶ συντελῶν εἰς τὴν
208ὕψωσιν τῆς τιμῆς τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος καὶ εἰς τὴν
209ὑποτίμησιν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων;
210Δὲν νομίζω ὅτι ἡ πληθώρα τῶν κυκλοφορούντων γραμ-
211ματίων εἶναι ὁ λόγος οὗτος. Ἐκ τῆς ἀμέσου ἀντιλήψεως
212ἡμῶν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς κοινωνίας καὶ τῶν ἀγο-
213ρῶν ἡμῶν πειθόμεθα, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοσαύτη ἀφθονία
214διαθεσίμου νομίσματος, εἴτε παρὰ ταῖς Τραπέζαις, εἴτε
215παρὰ τῇ ἄλλῃ κοινωνίᾳ, ὥστε νὰ θεωρήσωμεν ὡς πληθω-
216ρικὴν τὴν κυκλοφορίαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Τὸ
217ποσὸν δὲ τῶν 65 περίπου δραχμῶν κατ’ ἄτομον, ὅπερ κυ-
218κλοφορεῖ παρ’ ἡμῖν, δὲν παρουσιάζει τι τὸ ὑπερβολικόν.
219Συγκρίνοντες τὸ ποσὸν τοῦ κυκλοφοροῦντος νομίμου νομί-
220σματος, ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἀνταλλακτικὰς ἀνάγκας τῆς
221κοινωνίας καὶ τοῦ ἐμπορίου, καὶ πρὸς τὰ μέσα τῆς ἐξυπη-
222ρετήσεως αὐτῶν παρ’ ἡμῖν καὶ παρ’ ἄλλοις ἔθνεσι, δὲν δυ-
223νάμεθα νὰ χαρακτηρίσωμεν ὡς πληθωρικὴν τὴν παρ’ ἡμῖν
224κυκλοφορίαν 140–150 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἐνδέχεται
225νὰ ὑπάρχῃ ἐν αὐτῇ ποσόν τι, ὅπερ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτι-
226μήσωμεν, ὑπερβαῖνον τὸ διὰ τὰς ἀνταλλακτικὰς ἡμῶν
227ἀνάγκας ἀπολύτως ἀναγκαῖον νόμιμον νόμισμα· ἀλλὰ τὸ
228ποσὸν τοῦτο βεβαίως εἶναι μικρόν. Τὴν μὴ ὕπαρξιν πλη-
229θωρικῆς κυκλοφορίας παρ’ ἡμῖν ἀποδεικνύει, ἐκτὸς τῶν λό-
230γων τούτων, καὶ αὐτὴ ἡ πορεία τῶν τιμῶν τοῦ μεταλλικοῦ
231νομίσματος καὶ τοῦ συναλλάγματος. Ἐὰν πληθωρικὴ κυ-
232κλοφορία ἦναι ἡ συντελοῦσα εἰς τὴν ὕψωσιν τῆς τιμῆς
233τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος καὶ τὴν ἐλάττωσιν τῆς ἀξίας
234τοῦ νομίμου ἡμῶν νομίσματος, ἡ ἐπήρεια αὐτῆς δὲν ἤθελεν
235εἶσθαι μόνον σημερινή, ἀλλ’ ἤθελεν ὑπάρχει καὶ εἰς πᾶσαν
236ἐποχήν, καθ’ ἣν ἐκυκλοφόρει ποσὸν τραπεζικῶν γραμμα-
237τίων ἴσον μὲ τὸ σήμερον κυκλοφοροῦν. Ἐὰν ἡ τιμὴ τοῦ
238συναλλάγματος καὶ τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος ἀνέρχηται
239σήμερον εἰς δρ. 1,57 καὶ 1,60 κατὰ φράγκον, μὲ κυκλο-
240φορίαν 145 περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν διὰ λογαριασμὸν
241τοῦ τε Δημοσίου καὶ τῶν Τραπεζῶν, ἡ αὐτὴ τιμὴ ἢ καὶ ἀνω-
242τέρα ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ καὶ εἰς ἄλλας ἐποχὰς, καθ’ ἃς ἐκυκλο-
243φόρει ποσὸν γραμματίων ἴσον ἢ καὶ μεγαλείτερον. Δὲν εὑ-
244ρίσκομεν ὅμως τοῦτο ἐν ταῖς πληροφορίαις, ἃς συνέλεξε τὸ
245Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῶν κυκλοφορούντων
246γραμματίων καὶ τῶν τιμῶν τοῦ συναλλάγματος.
247Κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1891 ἐκυκλοφόρουν τραπε-
248ζικὰ γραμμάτια δρ. 149,600,000 καὶ κατὰ τὸν Σεπτέμ-
249βριον δρ. 149,500,000, τὸ συνάλλαγμα δὲ ἐτιμᾶτο πρὸς
250δρ. 1,28 μέχρι 1,29 τὸ φράγκον, τὸν Νοέμβριον δὲ τοῦ
2511891 τὸ ποσὸν τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων κατῆλθεν
252εἰς δρ. 145,000,000, ἀντὶ δὲ νὰ ἐκπέσῃ ἡ τιμὴ τοῦ συναλ-
253λάγματος, ἀπ’ ἐναντίας τὸ φράγκον ἐτιμᾶτο πρὸς δρ. 1,34.
254Κατὰ Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον τοῦ 1892 ἐκυκλοφόρουν
255γραμμάτια δραχμῶν 148,650,000, δηλ. κατὰ 1,000,000
256ὀλιγώτερα τῶν κυκλοφορούντων τοὺς αὐτοὺς μῆνας τοῦ
2571891, τὸ συνάλλαγμα δὲ ἐτιμᾶτο πρὸς δρ. 1,42 μέχρι 1,45
258ἀντὶ τῶν δρ. 1,28 μέχρι 1,29, εἰς ἃς ἐτιμᾶτο κατὰ τὸ
2591891. Σήμερον ἔχομεν κυκλοφορίαν ἐλάσσονα τῶν 148
260ἑκατομμυρίων δραχμῶν, καὶ ὅμως ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγμα-
261τος εἶναι πολὺ ἀνωτέρα τῆς τοῦ 1891, ὅτε ἐκυκλοφόρει με-
262γαλύτερος καὶ τῆς τοῦ 1892, ὅτε ἐκυκλοφόρει ἴσος περίπου
263ἀριθμὸς γραμματίων.
264Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν εἶναι ἡ πληθώρα τῶν κυκλοφορούντων
265τραπεζικῶν γραμματίων ἡ ὑποτιμῶσα τὴν ἀξίαν αὐτῶν
266καὶ ἐπηρεάζουσα ἐμμέσως τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος
267καὶ τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶ-
268μεν, ὅτι ἡ πίστις τοῦ Κράτους εἶναι ἡ φέρουσα τὸ τοιοῦτον
269ἀποτέλεσμα; Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ πίστις τοῦ Κρά-
270τους περιῆλθεν εἰς θέσιν δυναμένην νὰ γεννήσῃ εἰς τοὺς κα-
271τόχους τοῦ νομίμου ἡμῶν νομίσματος τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι
272τὸ νόμισμα τοῦτο δύναται ποτὲ νὰ ἀπολέσῃ τὴν πραγμα-
273τικὴν αὐτοῦ ἀξίαν, ἥτις εἶναι ἡ ἀνταλλακτικὴ αὐτοῦ δύ-
274ναμις ἐντὸς τοῦ Κράτους. Τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, τὸ
275ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦν, δὲν εἶναι κυρίως πιστωτική τις
276ἀξία ἀντιπροσωπεύουσα νόμισμα ἔχον πραγματικὴν ἀξίαν,
277ὡς εἶναι τὸ ἐλευθέρως κυκλοφοροῦν τραπεζικὸν γραμμάτιον,
278ὅπερ ἡ ἐκδίδουσα αὐτὸ Τράπεζα ὑποχρεοῦται ἐπὶ τῇ ἐμφα-
279νίσει νὰ τὸ ἀνταλλάξῃ μὲ μεταλλικὸν νόμισμα. Τὸ ἀναγ-
280καστικῶς κυκλοφοροῦν γραμμάτιον εἶναι νόμιμον νόμισμα,
281ὅπερ τὸ Κράτος ἐν τῷ κυριαρχικῷ αὐτοῦ δικαιώματι κατα-
282σκευάζει καὶ ἐπιβάλλει εἰς τὴν κοινωνίαν, ἵνα χρησιμεύῃ
283διὰ τὴν κατὰ τὰς ἀνταλλαγὰς καταμέτρησιν τῶν διαφό-
284ρων ἀξιῶν. Ὡς τοιοῦτον δὲ, τὸ γραμμάτιον τότε μόνον δύ-
285ναται νὰ ἐπηρεασθῇ ἀμέσως ἐκ τῆς πίστεως τοῦ ἐκδίδοντος
286αὐτὸ Κράτους, ὅταν ἡ κοινωνία ὑποπτεύσῃ, ὅτι τοῦτο θὰ
287ἀναγκασθῇ νὰ περιστείλῃ ἢ νὰ καταργήσῃ τὴν ἀνταλλα-
288κτικὴν αὐτοῦ δύναμιν καὶ τὸ μεταβάλῃ εἰς καϊμέδες, ἢ
289νὰ καταστήσῃ ἀπεριόριστον τὸ ποσὸν τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ
290καὶ τὸ μεταβάλῃ εἰς τὰ assignats τῆς Γαλλικῆς ἐπανα-
291στάσεως. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ κοινωνία ἡμῶν συνέλαβέ ποτε
292τοιαύτην ὑπόνοιαν.
293Ἡ πίστις τοῦ Κράτους συνετέλεσεν ἴσως κατά τι εἰς
294τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος διὰ τῆς ἐκ
295τοῦ ἐξωτερικοῦ πωλήσεως χρεωγράφων καὶ τῆς ἐξαγωγῆς
296χρυσοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἐπήρεια αὕτη εἶναι προσωρινὴ, συμπίπτει
297δὲ μὲ τὸν ἐμμέσως ἐπηρεάζοντα λόγον τὴν ἀξίαν τῶν γραμ-
298ματίων, τὴν ἔλλειψιν δηλ. καὶ τὴν ζήτησιν τοῦ χρυσοῦ.
299Ὄτι δὲ ἡ πίστις τοῦ Κράτους δὲν εἶναι ἐκ τῶν κυρίων λό-
300γων, τῶν ἐπηρεασάντων τὰς τιμὰς τοῦ νομίσματος καὶ τὴν
301ἀξίαν τῶν γραμματίων, ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῆς συγκρίσεως
302τῶν τιμῶν τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων πρὸς τὰς τοῦ συναλ-
303λάγματος. Κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1890, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ
304μεταβολὴ τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἑλληνικὸν δάνειον τοῦ 1881
305ἐτιμᾶτο πρὸς 465 φράγκα ἑκάστη ὁμολογία τῶν 500 φράγ-
306κων, τὸ δὲ συνάλλαγμα ἐτιμᾶτο πρὸς δρ. 1,22½ τὸ φράγ-
307κον. Τὸν Δεκέμβριον τοῦ αὐτοῦ ἔτους αἱ ὁμολογίαι τοῦ δα-
308νείου τούτου ἐτιμῶντο πρὸς 471 φράγκα, τὸ δὲ συνάλλαγμα
309ἀντὶ νὰ ἐκπέσῃ ὑψώθη εἰς δρ. 1,25 τὸ φράγκον. Τὸν Ἰού-
310λιον τοῦ 1891 αἱ ὁμολογίαι τοῦ αὐτοῦ δανείου ἐτιμῶντο
311πρὸς 390 φρ. ἑκάστη, τὸ δὲ συνάλλαγμα ἐτιμᾶτο πρὸς δρ.
3121,28· ἐνῷ δὲ τὸν Νοέμβριον τοῦ αὐτοῦ ἔτους καὶ τὸν Ἰα-
313νουάριον τοῦ 1892 αἱ ὁμολογίαι αὗται διετηροῦντο εἰς τὰς
314αὐτὰς περίπου τιμὰς, τὸ συνάλλαγμα ἀνῆλθεν εἰς δρ. 1,34
315κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1891, καὶ εἰς δρ. 1,40 κατὰ τὸν Ἰα-
316νουάριον τοῦ 1892. Ἡ σύγκρισις αὕτη, ἣν νομίζω περιττὸν
317νὰ παρατείνω, δεικνύει, ὅτι ἡ τιμὴ τῶν χρεωγράφων ἡμῶν,
318ἡ ἐνδεικνύουσα τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, δὲν ἐπηρέασεν
319ἀμέσως τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος καὶ τὴν ἀξίαν τῶν
320τραπεζικῶν γραμματίων, ἀλλ’ ὅτι ἀπ’ ἐναντίας ἡ τιμὴ
321τοῦ συναλλάγματος, ἐνδεικνύουσα τὴν νομισματικὴν καὶ
322τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, ἐξήσκησε καὶ ἐξα-
323σκεῖ ἄμεσον ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν τιμῶν τῶν ἑλληνικῶν χρεω-
324γράφων, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν αὐτὰ ὑποτιμώμενα, ὁσά-
325κις ὑψοῦται τὸ συνάλλαγμα, ὑπερτιμώμενα δὲ, ὁσάκις τοῦτο
326ἐκπίπτῃ.
327Ἡ κυρία αἰτία, ἡ ἐπηρεάζουσα τὴν νομισματικὴν ἡμῶν
328κυκλοφορίαν, εἶναι ἡ ἐμμέσως ἐπηρεάζουσα τὴν ἀξίαν τῶν
329τραπεζικῶν γραμματίων διὰ τῆς ἐπιῤῥοῆς, ἣν αὐτὴ ἐξασκεῖ
330ἀμέσως ἐπὶ τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος καὶ τοῦ συναλλάγ-
331ματος. Ἡ αἰτία δὲ αὕτη εἶναι ἡ ἀνάγκη, ἣν ἔχει ἡ κοι-
332νωνία καὶ τὸ Κράτος ποσοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος καὶ
333συναλλάγματος ἀνωτέρου ἐκείνου, ὅπερ ὁ τόπος δύναται
334νὰ δώσῃ. Ἐν ταῖς χώραις, ὅπου ἰσχύει ἡ ἀναγκαστικὴ κυ-
335κλοφορία, τὸ μεταλλικὸν νόμισμα δὲν εἶναι κυρίως νόμιμον
336νόμισμα. Ἔχει βεβαίως τοῦτο πᾶσαν τὴν ἀνταλλακτικὴν
337δύναμιν τοῦ νομίμου νομίσματος καὶ δύναται νὰ χρησι-
338μεύσῃ εἰς τὴν καταμέτρησιν τῶν ἀξιῶν. Κέκτηται ὅμως
339πλεονεκτήματα ἀνώτερα τοῦ ἁπλοῦ νομίμου νομίσματος,
340διότι ἔχει ἀνταλλακτικὴν ἀξίαν καὶ δύναμιν καὶ ἐκτὸς τοῦ
341Κράτους, ἣν δὲν ἔχει τὸ νόμιμον νόμισμα τῶν ἀναγκαστι-
342κῶς κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ διότι ἔχει
343προσέτι καὶ ἐσωτερικὴν ἀξίαν ὡς μέταλλον χρήσιμον εἰς
344διαφόρους τοῦ ἀνθρώπου ἀνάγκας. Ὡς τοιοῦτον δὲ, τὸ με-
345ταλλικὸν νόμισμα εἶναί τι ἀνώτερον τοῦ νομίμου νομίσμα-
346τος, καὶ ἀποβαίνει εἶδος ἐμπορεύσιμον, ὅπερ ἵνα προμηθευθῇ
347τις, ὀφείλει νὰ τὸ πληρώσῃ συμφώνως μὲ τὸν ἀναμφισβή-
348τητον οἰκονομικὸν νόμον τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως.
349Ἂν ἑπομένως τὸ ἐμπορεύσιμον τοῦτο εἶδος ἦναι ἄφθονον,
350καὶ ἡ προσφορὰ αὐτοῦ δὲν ὑπολείπεται τῆς ζητήσεως, ἡ
351ἀξία του δὲν ἀπομακρύνεται τῆς τοῦ νομίμου νομίσματος,
352ὡς συνέβη πολλαχοῦ, καὶ ἰδίως πρὸ εἰκοσαετίας περίπου ἐν
353Γαλλίᾳ, ὅπου, καίτοι ὑπαρχούσης ἀναγκαστικῆς κυκλοφο-
354ρίας, τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ἦτο ἐν ἰσοτιμίᾳ πρὸς τὸ
355μεταλλικὸν νόμισμα. Ἐκεῖ ὅμως, ὅπου τὸ μεταλλικὸν νόμι-
356σμα σπανίζει καὶ ἡ ζήτησις αὐτοῦ ὑπερβαίνει τὴν προσ-
357φορὰν, ἡ τιμὴ αὐτοῦ ὑψοῦται καὶ ἐπιφέρει κατ’ ἀντανά-
358κλασιν καὶ τὴν ὑποτίμησιν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων.
359Τοῦτο δ’ ἀκριβῶς συμβαίνει παρ’ ἡμῖν. Εἰς τὰς ἀνάγκας
360τῆς κοινωνίας, ἃς αὕτη ἤθελε δυνηθῆ νὰ θεραπεύσῃ διὰ
361τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, ὅπερ διαθέτει, ἐπιπροστίθεν-
362ται αἱ ἀλεπάλληλοι τοιαῦται τοῦ Δημοσίου, αἵτινες καθι-
363στῶσι τὴν ζήτησιν πολὺ ἀνωτέραν τῆς προσφορᾶς καὶ μο-
364νιμοποιοῦσι τὴν ἐξακολουθητικὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ
365χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος. Ἡ κυρία ἑπομένως αἰ-
366τία, ἡ γεννῶσα παρ’ ἡμῖν τὴν ὑφισταμένην νομισματικὴν
367ἀνωμαλίαν, ἥτις διαταράττει καὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κρά-
368τους καὶ τὰ τῆς κοινωνίας, εἶναι ἡ ἀνάγκη, ἣν ἔχει τὸ
369Δημόσιον, νὰ εὕρῃ τὸν χρυσὸν, τὸν ἀπαιτούμενον διὰ τὴν
370ὑπηρεσίαν τοῦ πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν δημοσίου χρέους. Ἡ
371ἐξέτασις τῆς νομισματικῆς τοῦ τόπου καταστάσεως πεί-
372θει περὶ τούτου πάντα ἀμερολήπτως μελετῶντα αὐτήν.
373Δυσκόλως δὲ δύναταί τις νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἡ ἐλάττωσις
374τοῦ κυκλοφοροῦντος τραπεζικοῦ γραμματίου θὰ ἐπιφέρῃ
375τοιαύτην ἐλάττωσιν τῆς ζητήσεως χρυσοῦ παρὰ τῆς κοι-
376νωνίας, ὥστε νὰ δυνηθῇ τὸ Κράτος νὰ εὕρῃ ἐν τῷ τόπῳ τὸ
377εἰς αὐτὸ ἀναγκαῖον μεταλλικὸν νόμισμα.
378Διστάζω δὲ νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
379μετὰ πεποιθήσεως προσδοκᾷ τὴν θεραπείαν τῆς νομισμα-
380τικῆς ἡμῶν νόσου ἐκ τῆς βαθμιαίας ἄρσεως τῶν διὰ λο-
381γαριασμὸν τοῦ Δημοσίου κυκλοφορούντων γραμματίων δρ.
38274,000,000, καὶ διὰ τῆς ἐκ ταύτης στενοχωρίας τῆς κοι-
383νωνίας. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ θεωρία αὕτη δὲν πρόκειται νὰ
384ἐφαρμοσθῇ, ὅπως δὲν ἐφηρμόσθη καὶ κατὰ τὴν προηγου-
385μένην αὐτοῦ πρωθυπουργίαν, ὅτε ἐπηγγέλλετο τὴν ἐντὸς
386βραχέος χρονικοῦ διαστήματος, ὅπερ ὥριζεν εἰς τετραε-
387τίαν, ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλὰ πρόκει-
388ται ἁπλῶς νὰ χρησιμεύσῃ ὡς δικαιολογία συνομολογήσεως
389νέου δανείου.
390Δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ δικαιολογηθῇ ἡ ἐπι-
391δίωξις δανείου διὰ τῆς κατασκευῆς τῶν δημοσίων ἔργων,
392ὡς ἐγένετο πρότερον, διότι ταῦτα ἐπικρίνονται ἐν Εὐ-
393ρώπῃ, ὡς συντελέσαντα εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν οἰκονο-
394μικῶν τῶν μικρῶν καὶ ἀσθενῶν Κρατῶν. Εἰς ἣν δ’ εὑρίσκον-
395ται σήμερον θέσιν τὰ χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης, δὲν εἶ-
396ναι ὡσαύτως δυνατὸν νὰ στηριχθῇ ἡ συνομολόγησις νέου
397δανείου εἰς τὴν τροπὴν προηγουμένων χρεῶν, καὶ διὰ
398τοῦτο ὡς εὔσχημος δικαιολογία προτείνεται ἡ ἄρσις τῶν
399διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου ἀναγκαστικῶς κυκλοφο-
400ρούντων γραμματίων. Ὡς εἶπον λοιπὸν ἀρχόμενος τοῦ λό-
401γου μου, καὶ σήμερον, ὡς καὶ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη,
402σκοπὸς τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν πρὸς
403ὑποστήριξιν αὐτοῦ ἀναπτυχθεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
404γοῦ θεωριῶν εἶναι τὸ δάνειον. Τὸ δάνειον κατήντησε δυστυ-
405χῶς παρ’ ἡμῖν πόρος τακτικὸς καὶ ἀναπόφευκτος, καὶ
406ἀπέβη τὸ ἰδανικὸν τῆς κοινωνίας καὶ τῆς Πολιτείας. Αἱ
407περὶ αὐτοῦ διαπραγματεύσεις καὶ ἡ ἐπιτυχία ἢ μὴ αὐτοῦ
408συγκινοῦσι καὶ συνταράττουσι τὴν Πολιτείαν καὶ τὴν κοι-
409νωνίαν. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὴ σήμερον ἡ συνομολόγησις τοῦ
410δανείου, ὅπερ ἐπιδιώκει ὁ κ. Πρωθυπουγός, καὶ ὑπὸ τίνας
411ὅρους ἔσται δυνατὴ αὕτη;
412Πρὸ τοῦ 1890 ἡ ἐν γένει οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς
413Εὐρώπης καὶ αἱ εὐνοϊκαὶ διαθέσεις τῶν κεφαλαίων πρὸς
414τὰ χρεώγραφα τῶν μικρῶν καὶ οἰκονομικῶς ἀσθενῶν Κρα-
415τῶν, τῶν διδόντων μεγάλους τόκους, καθίστων εὔκολον
416τὴν παρ’ αὐτῶν συνομολόγησιν δανείων. Σήμερον ὅμως
417αἱ περιστάσεις αὗται μετεβλήθησαν. Γεγονότα γνωστὰ
418εἰς πάντας μετέβαλον τὸ φρόνημα καὶ τὰς διαθέσεις τῶν
419ἐν Εὐρώπῃ κεφαλαιούχων περὶ τῶν δανείων τῶν μικρῶν
420καὶ οἰκονομικῶς ἀσθενῶν Κρατῶν. Ἡ κατάχρησις, ἧς
421διάφορα τοιαῦτα Κράτη ἐποιήσαντο τῆς πίστεως αὐτῶν,
422συνετέλεσεν, ὅπως ἡ πρὸς αὐτὰ ἐμπιστοσύνη τῶν κεφα-
423λαίων μεταβληθῇ εἰς πλήρη δυσπιστίαν. Δυσχερὴς ἑπομέ-
424νως ἀποβαίνει ἡ παρ’ ἡμῶν συνομολόγησις νέου δανείου.
425Ἠκούσαμεν πάντες, ὅτι διεξάγονται διαπραγματεύσεις
426περὶ συνομολογήσεως δανείου, οὐδὲν ὅμως θετικὸν γνωρίζο-
427μεν μήτε περὶ τοῦ εἴδους τοῦ δανείου, μήτε περὶ τῶν
428ὅρων, ἐφ’ ὧν στηρίζονται αἱ περὶ αὐτοῦ διαπραγματεύ-
429σεις, ἂν πράγματι διεξάγωνται τοιαῦται. Ἐξετάζοντες
430ἑπομένως τὸ ζήτημα τοῦ δανείου, δὲν δυνάμεθα νὰ στη-
431ριχθῶμεν ἐπὶ τῶν ἀορίστων τούτων διαδόσεων, ὅπως κρί-
432νωμεν τοὺς ὅρους αὐτοῦ. Ὀφείλομεν δὲ νὰ κρίνωμεν αὐ-
433τοὺς ἐκ τῶν γνωστῶν περὶ αὐτῶν δεδομένων καὶ ἐκ τῆς
434ἐν γένει καταστάσεως τῶν ἀγορῶν τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς
435πίστεως ἡμῶν.
436Γνωρίζομεν πάντες, ὅτι ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα οἰκο-
437νομικοὶ ἀπεσταλμένοι δύο μεγάλων Κρατῶν καὶ ὅτι σκο-
438πὸς τῆς ἐλεύσεως αὐτῶν εἶναι ἡ ἐξέτασις τῆς καταστά-
439σεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, καὶ ἡ περὶ αὐτῶν διαφώ-
440τισις τῶν Κυβερνήσεών των. Ἐπὶ τῶν γνωμῶν δὲ καὶ τῶν
441ἐκθέσεων τῶν ἀπεσταλμένων τούτων στηρίζεται ἡ κυριω-
442τέρα ἐλπὶς ἐπιτυχίας δανείου. Ὑπάρχουσι μάλιστα καὶ οἱ
443ἰσχυριζόμενοι, ὅτι πρόκειται καὶ περὶ συνομολογήσεως δα-
444νείου τῇ ἐγγυήσει τῶν Δυνάμεων, ὧν οἱ ἀπεσταλμένοι
445ἐξετάζουσι τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Οὐδὲν
446ὅμως ἔχομεν θετικὸν διδόμενον, ὑποστηρίζον τὸν ἰσχυρισμὸν
447τοῦτον. Ἀλλὰ καὶ ἄνευ τῆς ἐγγυήσεως ξένων Δυνάμεων
448καὶ ἐπὶ τῇ συστάσει αὐτῶν, στηριζομένῃ εἰς τὰς πληροφο-
449ρίας, ἃς ἤθελον δώσει αὐταῖς οἱ οἰκονομικοὶ αὐτῶν ἀπε-
450σταλμένοι, ἂν πρόκηται νὰ ἐπιτύχωμεν δάνειον, ὁ ὅρος οὗ-
451τος τῆς συνομολογήσεως αὐτοῦ εἶναι ἐκ τῶν βαρυτέρων.
452Ἡ ἐπίσημος διαβεβαίωσις ξένων Κυβερνήσεων περὶ τῆς
453καλῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν δύναται νὰ
454γεννήσῃ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ διαβεβαιώσει
455δανείσοντας κεφαλαιούχους, ὅπως ζητήσωσι τὴν ἐπέμβα-
456σιν τῶν Κυβερνήσεων τούτων πρὸς ὑποστήριξιν τῶν συμ-
457φερόντων αὐτῶν ἐν περιστάσει, καθ’ ἣν, ἕνεκα οἱουδήποτε
458λόγου, ἤθελε παρουσιασθῆ ἀνεπάρκεια ἢ δυσκολία τις εἰς
459τὴν πλήρη ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς αὐτοὺς ἀναληφθεισῶν
460ὑποχρεώσεων. Καὶ ἕτερον ὅρον, ὅστις φαίνεται ἐπιβαλλό-
461μενος ὑπὸ τῶν σημερινῶν περιστάσεων, καὶ ὃν πάντες
462ἀκούομεν ὡς ἀποτελοῦντα τὴν βάσιν τῶν πρὸς συνομολό-
463γησιν δανείου ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως, θεωρῶ ὡσαύτως
464βαρύτατον. Ὁ ὅρος οὗτος εἶναι ἡ ἐκχώρησις ὡρισμένων
465προσόδων, καὶ δὴ σήμερον τῶν εἰς χρυσὸν πληρωθησο-
466μένων τελῶν ἐξαγωγῆς, οὐχὶ ὅπως αὗται χρησιμεύσωσιν
467ἁπλῶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπιδιωκομένου δανείου, ἀλλ’
468ὅπως συνάμα εἰσπραχθῶσι καὶ διαχειρισθῶσι παρὰ τῶν
469δανειστῶν.
470§18ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ
471Κυβέρνησις ἔχει ἕνα νόμον περὶ δανείου, εἰς τὸν ὁποῖον
472δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον δικαίωμα.
473§19ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἔχει ἡ Κυβέρ-
474νησις, ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον, δίδει
475εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς δια-
476χειρίσεως τῶν ἐνυποθηκευθησομένων ἐσόδων. Ἂν πρόκη-
477ται νὰ γείνῃ τοιοῦτόν τι, τοῦτο βεβαίως ἔσται βαρύτα-
478τος ὅρος.
479§20ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑποθέτετε σεῖς.
480§21ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ὑποθέτω στηριζόμενος εἰς ἐπανει-
481λημμένας διαδόσεις, οὐδέποτε διαψευσθείσας, καὶ εἰς τὰς
482διατάξεις τοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον ψηφισθέντος
483νόμου.
484§22ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος ὅρος ἐν τῷ νόμῳ.
485§23ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χαίρω διὰ τὴν τοιαύτην ὑμῶν γνώ-
486μην. Ἀλλ’ ὑπάρχει. Πάντες δὲ γνωρίζομεν, ὅτι ὑπὸ τοιοῦ-
487τον ὅρον ἐπιδιώκεται ἡ συνομολόγησις δανείου ἠγγυημέ-
488νου διὰ τῶν εἰς χρυσὸν τελῶν ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων προϊόν-
489των. Θεωρῶ δὲ τὸν ὅρον τοῦτον βαρύτατον καὶ ὑπὸ ἠθικὴν
490καὶ ὑπὸ ὑλικὴν ἔποψιν, διότι συνεπάγει τὴν ἀπαλλοτρίω-
491σιν προσόδων ἀνηκουσῶν εἰς τὰ γενικὰ τοῦ Κράτους ἔσοδα
492καὶ ἀναγκαίων διὰ τὴν διοίκησιν αὐτοῦ καὶ διὰ τὴν
493ἐξασφάλισιν τῶν σημερινῶν δανειστῶν του. Ἀνεξαρτήτως
494δὲ τῶν δύο τούτων βαρέων ὅρων, ἡ σημερινὴ κατάστασις
495τῶν ἀγορῶν τῆς Εὐρώπης δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἐλπίσωμεν ἐπω-
496φελεῖς καὶ τοὺς ἄλλους ὅρους, ὑφ’ οὓς δύναται νὰ θεωρηθῇ
497δυνατὴ ἡ συνομολόγησις δανείου.
498Ἀλλ’ ἐξετάσωμεν πρῶτον, τίνος δανείου ἔχει σήμερον
499τὸ Δημόσιον ἀνάγκην πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν σκοπῶν, οὓς ἐπι-
500διώκει ὁ κ. Πρωθυπουργός; Θέλει νὰ ἀποσύρῃ τὰ διὰ λο-
501γαριασμὸν τοῦ Δημοσίου κυκλοφοροῦντα γραμμάτια δραχ.
50274,000,000· ὀφείλονται περὶ τὰ 24 ἑκατομμύρια διὰ κε-
503φάλαιον καὶ τόκους τῶν προκαταβολῶν, αἵτινες προσεχῶς
504ἀποβαίνουσιν ἀπαιτηταί· εἴμεθα δὲ ἠναγκασμένοι νὰ
505περαιώσωμεν διάφορα ἀρξάμενα ἔργα, ὡς π. χ. τοὺς σιδη-
506ροδρόμους Μύλων–Καλαμῶν καὶ Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων
507καὶ ἰδίως τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσσης, ὧν ἡ δα-
508πάνη ὑπερβαίνει τὰ 30 ἑκατομμύρια, καὶ ἔχομεν νὰ καλύ-
509ψωμεν τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1892, οὗτινος
510δὲν δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν τὸ ποσόν. Διὰ τὰς ἀνάγκας
511ταύτας ἀπαιτοῦνται περὶ τὰ 140,000,000 φράγκα πραγ-
512ματικὰ, ἅτινα πρέπει νὰ δανεισθῶμεν ἐντὸς τοῦ 1893 καὶ
5131894. Ἐὰν δὲ θέλωμεν νὰ περιορίσωμεν τὸ δάνειον εἰς
514τὰς ἀνάγκας μόνον τοῦ 1893, τὸ ποσὸν αὐτοῦ θὰ ἀνέλθῃ
515εἰς 80 μέχρις 90 ἑκατομμυρίων φρ. πραγματικῶν, δηλ.
51631,500,000 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους,
517ἐκτὸς τῶν τόκων τοῦ συνομολογηθησομένου δανείου, οἵτινες
518δύνανται νὰ καλυφθῶσιν ἐκ τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπράξεων τοῦ
519Δημοσίου, 2¼ ἑκατομμύρια διὰ τὰς προκαταβολὰς, καὶ
520πλέον τῶν 30 ἑκατομμυρίων διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πει-
521ραιῶς–Λαρίσσης καὶ τὰ ἄλλα ἐκκρεμῆ δημόσια ἔργα καὶ διὰ
522τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1892.
523Οἱ ὅροι δὲ, ὑφ’ οὓς ἔσται δυνατὴ σήμερον ἡ συνομολό-
524γησις δανείου 90 περίπου ἢ 140 ἑκατομμυρίων φράγκων
525πραγματικῶν, ἐνδεικνύονται ἐκ τῆς τιμῆς τῶν χρεωγρά-
526φων ἡμῶν καὶ ἐκ τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν
527ἠδυνήθη ἡ Κυβέρνησις νὰ δανεισθῇ τὰ ἀναγκαῖα χρήματα
528διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους τῆς 1ης Ἰανουα-
529ρίου. Οὗτοι δ’ εἰσὶν ἡ πληρωμὴ τόκου, προμηθειῶν κλπ.
530ἀναβιβαζουσῶν τὴν ἐτησίαν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου εἰς 8%
531καὶ πλέον ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου. Θὰ προστε-
532θῶσι δ’ οὕτω, διὰ μόνας τὰς ἀνάγκας τοῦ 1893, εἰς τὸ
533διὰ τὸ δημόσιον χρέος ἐτησίως πληρονόμενον ποσὸν εἰς
534χρυσὸν ἕτερα φρ. 7,200,000 ἀπαιτούμενα διὰ τὴν ὑπη-
535ρεσίαν δανείου 90,000,000 φρ. πραγματικῶν. Θὰ ἐλατ-
536τωθῇ δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ φρ. 1,500,000 περίπου ἐκ
537τῶν τόκων τῶν προκαταβολῶν, αἵτινες θὰ ἐξοφληθῶσιν.
538Οὕτω δὲ ἡ εἰς χρυσὸν ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους θέλει
539ἀνέλθει ἀπὸ 31½ ἑκατομμυρίων εἰς 37 ἑκατομμύρια
540φρ. καὶ πλέον.
541Εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐντὸς τοῦ 1893
542θὰ ἐπέλθῃ τοιαύτη βελτίωσις εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ
543Ἔθνους, ὥστε ἡ κοινωνία, ἥτις σήμερον ἀδυνατεῖ νὰ
544δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον 31½ ἑκατομμύριον φρ. εἰς χρυ-
545σὸν, θὰ δυνηθῇ νὰ παράσχῃ εἰς αὐτὸ, κατὰ τὸ τέλος τοῦ
5461893 ἢ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1894, φρ. 37 καὶ πλέον ἑκατομ-
547μύρια; Οὐδεὶς βεβαίως δύναται νὰ πιστεύσῃ τοῦτο. Τί δὲ
548θέλει συμβῇ εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 1894; Θὰ εὑρεθῶμεν καὶ
549πάλιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν συνομολόγη-
550σιν καὶ ἑτέρου δανείου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πρὸς τὸ
551ἐξωτερικὸν δημοσίου χρέους καὶ διὰ τὰς ἄλλας ἀνάγκας
552τοῦ Κράτους.
553Ἀπὸ 37 ἑκατομμυρίων ἡ εἰς χρυσὸν ὑπηρεσία τοῦ δη-
554μοσίου χρέους θ’ ἀνέλθῃ κατὰ τὰ 1894 εἰς 40 ἑκατομμύ-
555ρια καὶ πλέον. Ἐὰν δ’ οὕτω βαδίσωμεν καὶ ἐπὶ ἑτέραν
5566 ἢ 7 ἐτῶν περίοδον, δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν διὰ τῆς πολι-
557τικῆς, ἣν ζητοῦμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν, εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ
558νὰ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡμῶν διὰ τὴν ὑπη-
559ρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους εἰς χρυσὸν ποσὸν ἀνερχόμενον
560εἰς τὸ σύνολον ἴσως τῶν εἰσπράξεων τοῦ Κράτους. Θὰ
561φέρωμεν δ’ οὕτω τὸν τόπον εἰς τὴν πικρὰν θέσιν τῆς ἀπο-
562λύτου ἀδυναμίας νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του καὶ
563νὰ σώσῃ τὴν τιμὴν καὶ τὸ μέλλον αὐτοῦ. Ὅτι δ’ εἰς
564τοιοῦτο κινδυνεύομεν νὰ φθάσωμεν ἀποτέλεσμα, τὸ δεικνύει
565ἡ ἱστορία ἡμῶν τῶν τελευταίων δέκα πέντε ἐτῶν. Ὡς
566ἀνέφερον ἤδη, κατὰ τὸ 1878 ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου
567χρέους εἰς μεταλλικὸν ἀνήρχετο εἰς 1½ ἑκατομμύριον περί-
568που φράγκων· κατὰ τὸ 1883 ἀνῆλθεν αὕτη εἰς 14 περί-
569που ἑκατομμύρια φράγκα, κατὰ τὸ 1886 εἰς 22½ ἑκα-
570τομμύρια, κατὰ τὸ 1890 εἰς 29 περίπου ἑκατομμύρια,
571κατὰ τὸ 1892 εἰς 31½ ἑκατομμύρια, καὶ κατὰ τὸ 1894
572θὰ ἀνέλθῃ ἴσως εἰς 37 ἑκατομμύρια καὶ πλέον.
573Ἡ ἐξακολούθησις τοιαύτης πολιτικῆς, ἧς ἡ κορωνὶς
574εἶναι ἡ ἀλλεπάλληλος καὶ ἀδιάκοπος συνομολόγησις ἐξω-
575τερικῶν δανείων, θέλει φέρει μοιραίως ὀλέθρια διὰ τὸν τό-
576πον ἀποτελέσματα καὶ ὑπὸ ἠθικὴν καὶ ὑπὸ ὑλικὴν ἔποψιν,
577καὶ θέλει μεταβάλει τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἀπὸ ἔθνους
578πλήρους ἐλπίδων καὶ μέλλοντος εἰς ἔθνος στενοχωριῶν καὶ
579πικριῶν.
580Ὅταν δὲ τοιαῦτα παρίστανται ἐξ αὐτῶν τῶν πραγ-
581μάτων τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης πολιτικῆς, ἥτις
582διὰ μὲν τοῦ εἴδους τῶν εἰσαγομένων οἰκονομιῶν παραλύει
583καὶ μαραίνει τὴν διοίκησιν, διὰ τοῦ τρόπου δὲ, καθ’ ὃν αὐ-
584ξάνει τὴν φορολογίαν, πιέζει τὴν συντήρησιν καὶ τὴν πα-
585ραγωγὴν τῆς χώρας, διὰ τῶν μέτρων δὲ τῆς εὑρέσεως τοῦ
586εἰς τὸ Δημόσιον ἀναγκαίου μεταλλικοῦ νομίσματος ἐξαν-
587τλεῖ τὴν κοινωνίαν καὶ αὐξάνει ἐπ’ ἄπειρον τὸ ἐπαχθέστε-
588ρον βάρος τοῦ Δημοσίου, ἐκεῖνοι οἵτινες ἢ δὲν δύνανται ἢ
589δὲν θέλουσι νὰ μελετήσωσι τὰ πράγματα, καὶ ἐκεῖνοι, οἵ-
590τινες δὲν θέλουσιν ἢ δὲν δύνανται νὰ ἐννοήσωσιν ἢ νὰ αἰσθαν-
591θῶσι τὴν διαφορὰν, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ δόλου καὶ ἀτυ-
592χήματος, μεταξὺ κακῆς καὶ καλῆς πίστεως, μορφόνουσι
593τὸ ἐρώτημα: Τί λοιπὸν νὰ πράξωμεν; νὰ χρεωκοπήσω-
594μεν; νὰ πτωχεύσωμεν; Ὄχι, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ χρεω-
595κοπήσωμεν, ἀλλὰ δὲν πρέπει καὶ νὰ πτωχεύσωμεν καὶ νὰ
596ἐξαντληθῶμεν. Δὲν πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν πολιτικὴν,
597ἧς τὰ ἀποτελέσματα προείδομεν πρὸ ἑξαετίας, καὶ ἥτις μετὰ
598βεβαιότητος ἄγει εἰς τὴν χρεωκοπίαν καὶ τὴν πτώχευσιν
599τῆς χώρας. Οὐδεὶς δύναται νὰ παραδεχθῇ, ὅτι διὰ πορείας
600παραλυούσης τὴν διοίκησιν, ἐξαντλούσης τὴν χώραν καὶ
601αὐξανούσης τὰ βάρη αὐτῆς, δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν τῶν
602δυσχερειῶν, ἐν αἷς εὑρισκόμεθα. Ἡ πορεία δὲ αὕτη δὲν θέ-
603τει μόνον εἰς κίνδυνον τὸ οἰκονομικὸν καὶ πολιτικὸν μέλ-
604λον τῆς χώρας, ἀλλὰ καθιστᾷ ἐπισφαλῆ καὶ τὰ συμφέροντα
605τῶν δανειστῶν αὐτῆς, οἵτινες μᾶς ἐνεπιστεύθησαν τὰ κε-
606φάλαιά των ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι τοὺς πόρους καὶ τὰς
607οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς Ἑλλάδος, οἱαιδήποτε καὶ ἂν
608ὦσιν αὗται, δὲν θὰ ἔχωμεν τὴν ἀπόνοιαν νὰ τὰς διαχειρι-
609σθῶμεν οὕτως, ὥστε καὶ αὐτὴν νὰ πτωχεύσωμεν καὶ τὰς
610ἀσφαλείας αὐτῶν νὰ καταστήσωμεν προβληματικάς. Ἐπὶ
611τοῦ ζητήματος δὲ τούτου τὸ συμφέρον τῆς Ἑλληνικῆς Πο-
612λιτείας συμπίπτει καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ τὸ συμφέρον τῶν
613δανειστῶν αὐτῆς. Ἐπιβάλλεται δ’ οὕτως εἰς ἡμᾶς διττὸν
614καθῆκον, τὸ πρὸς τὸν τόπον ἡμῶν καὶ τὸ πρὸς τοὺς δανει-
615στὰς, οἵτινες ἐνεπιστεύθησαν εἰς αὐτὸν τὸ χρῆμά των. Τὴν
616ἐκπλήρωσιν δὲ τοῦ καθήκοντος τούτου ὀφείλομεν νὰ ἐπι-
617διώξωμεν καὶ κατορθώσωμεν, χωρὶς ν’ ἀπαρνηθῶμεν οὐδε-
618μίαν ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ χωρὶς νὰ κατα-
619στήσωμεν ἀδύνατον τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν.
620Δὲν εἶναι μόνον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ὅπερ περιῆλθεν
621εἰς τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, ἐν αἷς εὑρισκόμεθα σήμε-
622ρον. Πάντα σχεδὸν τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη ἐντὸς τοῦ αἰῶ-
623νος τούτου περιῆλθον καὶ ἅπαξ καὶ πολλάκις εἰς ὁμοίας
624δυσχερείας. Ὅσα δ’ ἐξ αὐτῶν διεξῆλθον τὰς δυσχερείας
625ταύτας μετὰ φρονήσεως καὶ μετὰ κήδους τῶν τε ἰδίων
626συμφερόντων καὶ τῶν τῶν δανειστῶν αὐτῶν, ἔσωσαν τὸ
627μέλλον αὐτῶν, προεφύλαξαν τὰ συμφέροντα τῶν δανειστῶν
628των καὶ ἀνώρθωσαν τὰ οἰκονομικά των καὶ τὴν πίστιν των.
629Ὅσα ὅμως παρατόλμως καὶ ἄνευ προβλέψεως διεχειρίσθη-
630σαν τὰς τοιαύτας δυσχερείας, ἐν γνώσει ἢ ἐξ ἀσυγγνώστου
631ἀμελείας προβλέψαντα τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, σκε-
632πτόμενα ἴσως, ὅτι, ἂν πρόκηται νὰ πτωχεύσωσιν, ἔχουσι
633πάντοτε τὸν καιρὸν νὰ πράξωσι τοῦτο, τὰ Κράτη ταῦτα
634ἔβλαψαν οὐ μόνον τὰ συμφέροντα τῶν δανειστῶν των, ἀλλὰ
635καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὸ μέλλον αὐτῶν. Τὰ Κράτη δὲ ταῦτα
636ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἀνορθώσωσι
637μήτε τὰ οἰκονομικά των, μήτε τὴν πίστιν των. Πλεῖστα
638εὑρίσκομεν παραδείγματα καλῆς καὶ κακῆς διεξαγωγῆς τῶν
639οἰκονομικῶν δυσχερειῶν ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῶν Εὐρωπαϊκῶν
640Κρατῶν. Καὶ ἡ Αὐστρία καὶ πλεῖστα Γερμανικὰ Κράτη
641καὶ ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ἱσπανία καὶ ἡ Τουρκία καὶ αὐτὴ ἡ
642Ἰταλία διῆλθον τοιαύτας δυσχερείας. Σημαντικὸν δὲ παρά-
643δειγμα συγκρίσεως παρέχει εἰς ἡμᾶς ἀφ’ ἑνὸς ἡ Ὁλλανδία
644καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ Πορτογαλία καὶ ἡ Αἴγυπτος.
645Ἡ Ὁλλανδία, ἥτις χαίρει σήμερον πρώτης τάξεως πί-
646στιν καὶ ἧς πλεῖστοι ἴσως ἀγνοοῦσι τὰς οἰκονομικὰς περι-
647πετείας, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρόντος αἰῶνος καὶ πρὸ 60
648ἀκόμη ἐτῶν εὑρέθη ἀπέναντι δυσχερειῶν ἀναλόγων πρὸς
649τὰς ἰδικάς μας. Διεῖδεν ὅτι, ἂν ἐξηκολούθει τὴν ἀνελλιπῆ
650ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου αὐτῆς χρέους, ἤθελεν ἐξαντλήσει
651τὴν χώραν καὶ βλάψει οὐ μόνον τοὺς ὑπάρχοντας δανει-
652στάς της, ἀλλὰ καὶ ἐκείνους, οἵτινες πλανώμενοι ἤθελον
653ἐξακολουθήσει νὰ δανείζωσιν αὐτήν. Δὲν ἐδίστασε δὲ νὰ
654ἀναβάλῃ τὴν πληρωμὴν μεγάλου μέρους τοῦ χρέους της
655καὶ διὰ διαφόρων οἰκονομικῶν πράξεων καὶ συνδυασμῶν
656νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ συμφέροντα τῆς τε χώρας καὶ τῶν δα-
657νειστῶν αὐτῆς. Τοιούτῳ τρόπῳ δὲ ἐν πλήρει καλῇ πίστει
658διεξελθοῦσα τὰς δυσχερείας αὐτῆς, ἡ Ὁλλανδία οὐ μόνον
659δὲν ἔβλαψε τὴν ὑπόληψιν καὶ τὴν πίστιν της, ἀλλὰ 3 ἢ 4
660ἔτη μετὰ τὴν πρᾶξίν της ταύτην, λαβοῦσα ἀνάγκην δα-
661νείου, ἕνεκα τῶν ἀποικιῶν της, εὗρε τοὺς κεφαλαιούχους
662προθύμους νὰ προσφέρωσιν εἰς αὐτὴν ποσὰ ἀνώτερα ἐκεί-
663νων, ἅτινα ἐζήτει. Οὐδέποτε δὲ ἡ πίστις τῆς Ὁλλανδίας κα-
664τέπεσε. Πάντες δ’ οἱ ἐν Εὐρώπῃ κεφαλαιοῦχοι, οἱ καταμε-
665τροῦντες τὴν πίστιν τῶν ἐθνῶν, οὐ μόνον ἀναλόγως τῶν
666οἰκονομικῶν αὐτῶν δυνάμεων, ἀλλὰ καὶ κατὰ λόγον
667συνάμα τῆς καλῆς πίστεως καὶ τῆς φρονήσεως, μεθ’ ἧς δια-
668χειρίζονται ταύτας, ἐθεώρησαν πάντοτε τὴν Ὁλλανδίαν,
669ὡς Κράτος κεκτημένον πρώτης τάξεως πίστιν.
670Ἡ Πορτογαλία, πρὸ πεντηκονταετίας περίπου, περιελ-
671θοῦσα εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, ἐξηκολούθησε δανειζομένη
672καὶ δαπανῶσα, περιῆλθε δὲ εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀδυναμίαν
673τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς. Οὐδεμίαν δεί-
674ξασα πρόνοιαν, ἀπώλεσε τὴν πίστιν αὐτῆς, ἐπὶ τριάκοντα
675δὲ περίπου ἔτη δὲν κατώρθωσε ν’ ἀνορθώσῃ αὐτήν. Ἱκανο-
676ποίησε μετὰ ταῦτα τοὺς δανειστὰς καὶ ἤρχισεν ἐπανα-
677κτῶσα τὴν πίστιν της, ἀλλὰ πάλιν ἐπανέλαβε τὴν πολι-
678τικὴν τῶν μεγάλων ἔργων καὶ τῶν δυσαναλόγων πρὸς τὰς
679δυνάμεις αὐτῆς δαπανῶν διὰ συνομολογήσεως δανείων. Πρὸ
680πενταετίας δ’ εὑρισκομένη ἐν δυσχερείαις, δὲν ἠθέλησε νὰ
681μεταβάλῃ τὴν τοιαύτην πολιτικὴν αὐτῆς. Πρὸ ἑνὸς δὲ καὶ
682ἡμίσεως περίπου ἔτους εὑρέθη πάλιν ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ τῆς
683ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεών της. Οἱουδήποτε κεφαλαιού-
684χου ἐν Εὐρώπῃ ἂν ζητήσητε τὴν γνώμην περὶ Πορτογα-
685λίας, θ’ ἀκούσητε ὅτι ἡ πρὸς αὐτὴν ἀπόλυτος δυσπιστία
686δὲν στηρίζεται τόσον εἰς τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν
687αὐτῆς δυνάμεων, ὅσον εἰς τὴν ἔλλειψιν καλῆς πίστεως καὶ
688εἰλικρινείας τῶν διοικούντων αὐτάς.
689Ἡ Αἴγυπτος, ὅτε ἀνῆλθεν εἰς τὸν Χεδιβικὸν θρόνον ὁ
690Ἰσμαὴλ πασσᾶς, ἐπεχείρησεν ἔργα ἀπαιτοῦντα δαπάνας
691δυσαναλόγους πρὸς τὰς δυνάμεις αὐτῆς. Ὁ Ἰσμαὴλ πασ-
692σᾶς ἤθελε διὰ σιδηροδρόμων νὰ φθάσῃ τὸ κέντρον τῆς Ἀφρι-
693κῆς, ἤθελε διὰ μεγίστων φυτειῶν καὶ ἐργοστασίων νὰ παρα-
694γάγῃ τὸ ζάκχαρι ὁλόκληρον, τὸ καταναλισκόμενον ὑπὸ
695τῶν ἐθνῶν τῆς Μεσογείου, ἤθελε διὰ μεγάλων δωρεῶν νὰ
696ἐλαττώσῃ τὴν ἐπὶ τῆς Αἰγύπτου ἐξουσίαν τοῦ Σουλτά-
697νου. Πρὸ 20 ἐτῶν πολλοὶ συνεβούλευον τὸν τότε Χε-
698δίβην νὰ μεταβάλῃ πολιτικὴν, νὰ παύσῃ πᾶσαν τοιαύ-
699την δαπάνην καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μὲ τοὺς δανει-
700στὰς τῆς Αἰγύπτου, οὗτος δ’ ἀπήντα, ὅτι ἡ Αἴγυπτος
701δὲν πτωχεύει, ἂν δὲ πτωχεύσῃ, θὰ πτωχεύσῃ μὲ δισεκα-
702τομμύρια καὶ ὄχι μὲ ἑκατομμύρια. Ἐπτώχευσε πράγματι
703μὲ δισεκατομμύρια, ἀλλ’ ἀπώλεσε κατ’ ἀρχὰς τὴν οἰκονο-
704μικήν της αὐτοτέλειαν, ἀργότερον δὲ καὶ τὴν πολιτικὴν
705αὐτῆς ἀνεξαρτησίαν.
706Τὰ παραδείγματα τῶν ἄλλων ἐθνῶν, ἡ κατάστασις τῶν
707οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἥτις δι’ οὐδένα σήμερον εἶναι μυστή-
708ριον, καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμοζομένης πολιτικῆς
709ὀφείλουσι νὰ μᾶς καθοδηγήσωσιν εἰς τὴν πορείαν, ἣν πρέπει
710νὰ ἀκολουθήσωμεν. Δὲν πρέπει, ὡς εἶπον, νὰ χρεωκοπήσω-
711μεν ἐν γνώσει ἢ ἐξ ἀμελείας, πλανώμενοι περὶ τῆς κατα-
712στάσεως τοῦ τόπου. Δὲν πρέπει κατ’ οὐδένα τρόπον νὰ παρα-
713σταθῶμεν εἰς τὸν ἔξω κόσμον καὶ εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς ὡς ἔνο-
714χοι δόλου ἢ ἀσυγγνώστου ἀμελείας καὶ ὡς κακῆς πίστεως
715ὀφειλέται. Τοιοῦτος χαρακτηρισμὸς ἤθελεν ἀφαιρέσει ἀπὸ
716τῆς Ἑλλάδος τὴν ἠθικὴν βάσιν, ἐφ’ ἧς στηριζομένη θὰ
717δυνηθῇ ν’ ἀνορθώσῃ τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς καὶ τὴν πίστιν της.
718Ὀφείλομεν νὰ σώσωμεν τὴν βάσιν ταύτην, πείθοντες πάν-
719τας, ὅτι εἴμεθα καλῆς πίστεως ὀφειλέται. Ἀλλ’ ὀφείλομεν
720συνάμα νὰ σώσωμεν καὶ τὴν ἑτέραν βάσιν, τὴν ὑλικὴν, ἐφ’
721ἧς πρέπει ὡσαύτως νὰ στηριχθῇ πᾶσα ὑγιὴς οἰκονομικὴ
722πολιτική. Ὀφείλομεν νὰ μὴ ἐξαντλήσωμεν τὰς δυνάμεις
723τῆς χώρας, ἀλλὰ νὰ διατηρήσωμεν αὐτὰς εἰς κατάστασιν
724ἐπιτρέπουσαν τὴν ἀναγκαίαν δρᾶσιν τῆς κοινωνίας πρὸς
725ἐπίτευξιν τῆς πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ἀπαι-
726τουμένης προόδου. Μόνον διατηροῦντες τὰς δύο ταύτας βά-
727σεις, τήν τε ἠθικὴν καὶ τὴν ὑλικὴν, θὰ δυνηθῶμεν νὰ μορ-
728φώσωμεν καὶ ἐφαρμόσωμεν πολιτικὴν ἐγγυωμένην τὴν ἀνόρ-
729θωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ τὴν ἀνάκτησιν καὶ ἀνά-
730πτυξιν τῆς δημοσίας πίστεως.
731Δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ἐκθέσῃ τις τὰς
732λεπτομερείας συστήματος, ὅπερ, στηριζόμενον ἐπὶ τοιού-
733των βάσεων, νὰ ὑπόσχηται τὴν ἐπωφελεστέραν διέξοδον
734τοῦ τόπου ἐκ τῶν δυσχερειῶν, ἐν αἷς εὑρίσκεται οὗτος. Ὑπῆρ-
735ξεν ἐποχὴ πρὸ ἑξαετίας, λίαν εὔθετος, καθ’ ἣν, ἐν τῇ ἐνάρ-
736ξει τῶν δυσχερειῶν τούτων εὑρισκόμενοι, θὰ ἠδυνάμεθα εὐ-
737κολώτερον νὰ διεξέλθωμεν αὐτὰς καὶ ν’ ἀποκτήσωμεν σή-
738μερον ὁμαλὰ οἰκονομικὰ καὶ ἀληθῆ δημοσίαν πίστιν. Σή-
739μερον αἱ περιστάσεις εἰσὶ δυσχερέστεραι, ἀλλ’ οὐχ ἧττον
740ὀφείλομεν νὰ ἐπιζητήσωμεν καὶ εὕρωμεν τὴν ὁδὸν καὶ τὴν
741μέθοδον, δι’ ἧς ἔσεται δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ οἰκονομικοῦ συ-
742στήματος δυναμένου νὰ σώσῃ τὴν χώραν.
743Ὡς πρώτην ἀφετηρίαν ἐφαρμογῆς τοιούτου συστήματος
744πρέπει νὰ λάβωμεν τὴν διαίρεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
745Κράτους. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ ἑνότης τοῦ προϋπολογισμοῦ
746εἶναι ἀρετὴ αὐτοῦ, καὶ ταύτην ἀπαιτεῖ καὶ ἡ νομοθεσία
747ἡμῶν. Ὑπάρχουσιν ὅμως περιστάσεις, καθ’ ἃς ἡ διαίρεσις
748τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀποβαίνει ἀνάγκη καὶ συνάμα πλεονέ-
749κτημα αὐτοῦ. Τοιαύτη δὲ ἔκτακτος καὶ ἐξαιρετικὴ περί-
750στασις εἶναι καὶ ἐκείνη, ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα σήμερον, ὅτε τὸ
751δημόσιον χρέος πιέζει καὶ τὸ Κράτος καὶ τὴν κοινωνίαν καὶ
752καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν ὁμαλὴν αὐτῶν δρᾶσιν καὶ ἀνάπτυ-
753ξιν. Πρέπει νὰ διαιρέσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν ἡμῶν εἰς
754δύο διακεκριμένα καὶ ἀνεξάρτητα τμήματα· εἰς προϋπο-
755λογισμὸν τῆς ἐν γένει διοικήσεως τοῦ Κράτους, καὶ εἰς
756προϋπολογισμὸν τοῦ δημοσίου χρέους. Δι’ ἑκάτερον αὐτῶν
757πρέπει νὰ προσδιορίσωμεν ὡρισμένα καὶ διακεκριμένα ἔσοδα
758καὶ ἔξοδα. Καὶ ὁ μὲν προϋπολογισμὸς τῆς ἐν γένει διοική-
759σεως τοῦ Κράτους θέλει συνταχθῆ ἐπὶ τῇ βάσει πλήρους
760καὶ ἀναμφισβητήτου ἰσοζυγίου. Πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ ἀναγ-
761καῖα ἔσοδα, τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν ὁμαλὴν τοῦ Κράτους
762διοίκησιν, κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα τὴν λειτουργίαν τῶν
763ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ. Ἤθελεν εἶσθαι ὡσαύτως δυνατὴ καὶ ἡ
764ἄμεσος ἰσοζύγισις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ προϋπολογι-
765σμοῦ τοῦ δημοσίου χρέους, ἂν ἐπρόκειτο αἱ πληρωμαὶ αὐ-
766τοῦ νὰ ἐκτελεσθῶσι διὰ τοῦ νομίμου νομίσματος, ὅπερ ἔχο-
767μεν καὶ δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν. Ἀλλὰ τῶν πλείστων
768πληρωμῶν αὐτοῦ οὐσῶν εἰς χρυσὸν, ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος
769θὰ παρουσιάσῃ ἔλλειμμα τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ νομί-
770σματος, ὅπερ ἔχομεν, καὶ ἐκείνου, ὅπερ ὀφείλομεν νὰ πληρώ-
771σωμεν. Εἰς τὴν ἐξάλειψιν δὲ τοῦ ἐλλείμματος τούτου ὀφεί-
772λομεν νὰ στρέψωμεν πᾶσαν τὴν προσοχὴν ἡμῶν. Τὴν ἐξά-
773λειψιν δ’ αὐτοῦ δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν βεβαίως
774μήτε εἰς τὴν ἀθρόαν αὔξησιν τῆς ἰσχυούσης φορολογίας,
775μήτε εἰς τὰς οἰκονομίας ἐν ταῖς σήμερον λειτουργούσαις
776ὑπηρεσίαις. Θὰ εὕρωμεν αὐτὴν καὶ θὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἐν
777προσεχεῖ μέλλοντι ἰσοζύγισιν καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τού-
778του δι’ ἄλλων μέτρων.
779Πρῶτον δὲ τοιοῦτον, ὅπερ τάχιστα ὀφείλομεν νὰ ἐφαρμό-
780σωμεν, εἶναι ἡ ἀναδιοργάνωσις καὶ ἡ ἐνίσχυσις τῶν ἐθνι-
781κῶν Τραπεζῶν. Πανταχοῦ αἱ Ἐθνικαὶ Τράπεζαι, γνωσταὶ
782ὑπὸ τὸν τίτλον Τράπεζαι τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας,
783κύριον ἔχουσι σκοπὸν τὴν διεύθυνσιν καὶ τὴν ὑποστήριξιν
784τῆς κυκλοφορίας ταύτης. Παρ’ ἡμῖν ὅμως ὁ σκοπὸς οὗτος
785ἀπέβη ὅλως πάρεργος ἐργασία τῶν ἐθνικῶν Τραπεζῶν,
786ἄλλαι δὲ ἐπιχειρήσεις εἰσὶν αἱ κυρίως ἀπασχολοῦσαι αὐ-
787τάς. Ἀναδιοργανοῦντες καὶ ἐνισχύοντες τὰς Τραπέζας ταύ-
788τας, θέλομεν εὕρει ἐν αὐταῖς τὴν πρώτην βάσιν τῆς βελτιώ-
789σεως τῆς νομισματικῆς ἡμῶν κυκλοφορίας.
790Ἕτερον θεμελιῶδες μέτρον ἔσται ἡ σύντομος φροντὶς
791πρὸς ὑποστήριξιν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς.
792Ἡ ἰδέα αὕτη εἶναι πλέον κοινὴ καὶ γενικῶς παραδεδεγ-
793μένη. Δὲν πρόκειται ἑπομένως περὶ αὐτῆς, ἀλλὰ πῶς καὶ
794διὰ τίνων μέσων θὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ ὑποστήριξις καὶ ἡ ἀνά-
795πτυξις τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν παραγωγῆς. Ἀνεξαρτήτως τῆς
796ὑποστηρίξεως, ἣν ὁμαλωτέρα διοίκησις θὰ παρέξῃ εἰς αὐτὴν,
797ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς ἐν γένει διοικήσεως τοῦ Κράτους
798ὀφείλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν τὰς ἐνδεικνυομένας ῥιζικὰς μεταῤ-
799ῥυθμίσεις τῶν διαφόρων κλάδων τῆς διοικήσεως, ὅπως εὕ-
800ρωμεν ἐν αὐτοῖς, ἄνευ βλάβης, ἀλλὰ καὶ μετ’ ὀφέλους τῆς
801ὑπηρεσίας, τὰς δυνατὰς οἰκονομίας· ὀφείλομεν δὲ συνάμα
802νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐπωφελῆ μεταῤῥύθμισιν διαφόρων φό-
803ρων. Θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν οὕτως ἐντὸς τριῶν ἢ
804τεσσάρων ἐτῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς ἐν γένει διοική-
805σεως ἐξ οἰκονομιῶν καὶ ἐξ αὐξήσεως ἐσόδων περισσεύματα,
806ἅτινα θὰ χρησιμοποιήσωμεν ἐν μέρει πρὸς θετικὴν ὑποστή-
807ριξιν τῶν κλάδων τῆς παραγωγῆς ἡμῶν, τῶν ἐχόντων ἀνάγ-
808κην τοιαύτης ὑποστηρίξεως, ἐν μέρει δὲ πρὸς κάλυψιν παν-
809τὸς ὑπάρχοντος ἐλλείμματος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ
810δημοσίου χρέους καὶ πρὸς βαθμιαίαν ἄρσιν τῆς ἀναγκα-
811στικῆς κυκλοφορίας, κατὰ λόγον τῆς ἀναπτύξεως τῆς παρα-
812γωγῆς καὶ τῆς προόδου τῆς χώρας.
813Τὸ σύστημα τοῦτο δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ὁμαλὴν
814πορείαν τῆς διοικήσεως, νὰ θέση τέρμα εἰς τὴν ἀδιάκοπον
815αὔξησιν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ εἰς τὴν ἐξάντλησιν τῆς
816χώρας καὶ, προλαμβάνον τὴν χρεωκοπίαν καὶ τὴν ἀληθῆ
817πτώχευσιν, νὰ ἐξασφαλίσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὰ συμφέροντα
818τῶν δανειστῶν μας, ἐγγυώμενον, ὅτι ἐντὸς βραχέος χρονι-
819κοῦ διαστήματος θέλουσιν οὗτοι λαμβάνει, οὐ μόνον πᾶν
820ὅ,τι ὀφείλεται εἰς αὐτοὺς κατ’ ἔτος, ἀλλὰ καὶ πᾶν ὅ,τι
821τυχὸν ἤθελε τοῖς καθυστερήσει κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη.
822Ὑπολείπονται ὅμως καὶ ἕτεραι ὑποχρεώσεις τοῦ Κρά-
823τους, δι’ ἃς ὀφείλομεν νὰ μεριμνήσωμεν ἐκτὸς τοῦ προϋπο-
824λογισμοῦ. Τοιαῦται δ’ εἰσὶ τὸ κυμαῖνον χρέος, καὶ ἰδίως
825αἱ προκαταβολαὶ, αἵτινες ταχέως ἀποβαίνουσιν ἀπαιτηταὶ,
826καὶ ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης
827καὶ τῶν ἄλλων ἀρξαμένων δημοσίων ἔργων.
828§24ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ ἕτε-
829ρον ἥμισυ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν τὸ ἀνεπτύξατε.
830§25ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἀρκούντως τὸ ἀνέπτυξα.
831Θὰ τὸ ἀναπτύξω δὲ πλειότερον, ἂν τοῦτο ἀποβῇ ἀναγ-
832καῖον καὶ χρήσιμον.
833Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι πιθανὴ, ἀλλ’ οὔτε καὶ δυνατὴ
834ἡ πραγματοποίησις τοῦ συνδυασμοῦ, ὃν ἀνέφερεν ὁ κ. Πρω-
835θυπουργὸς, τῆς ἐκχωρήσεως τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρό-
836μου Πειραιῶς–Λαρίσσης εἰς ἑταιρίαν ἀναλαμβάνουσαν καὶ
837τὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτοῦ. Μήτε τὰ ἔσοδα, ἅτινα ὁ σιδη-
838ρόδρομος οὗτος, ἀπολήγων εἰς τὴν Λάρισσαν καὶ μὴ συνδεό-
839μενος μὲ τοὺς τουρκικοὺς, ἤθελε φέρει, δύνανται νὰ πα-
840ράσχωσιν εἰς τοιαύτην ἑταιρίαν ὠφελείας ἀρκούσας, ὅπως
841αὕτη ἀναδεχθῇ τὰς πρὸς περάτωσιν τῆς κατασκευῆς αὐ-
842τοῦ ἀπαιτουμένας δαπάνας, μήτε ἂν ὑπάρξωσιν ὠφέλειαι
843ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως αὐτοῦ, αἱ ὠφέλειαι αὗται δύνανται
844νὰ διατεθῶσιν ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας ταύτης, διότι αὗται ἀνή-
845κουσιν ὡς ἐγγύησις εἰς τοὺς κατόχους τῶν ὁμολογιῶν τοῦ
846δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης. Δὲν νομίζω
847ἑπομένως, ὅτι σπουδαίως δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς
848διὰ τοιούτου συνδυασμοῦ ἀποπερατώσεως τοῦ σιδηροδρό-
849μου τούτου. Δι’ ἄλλου συνδυασμοῦ ὀφείλομεν νὰ ἐπιδιώξω-
850μεν τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου καὶ τῶν
851ἄλλων ἐκκρεμῶν ἔργων, ὡς καὶ τὸν κανονισμὸν τῶν προκα-
852ταβολῶν. Τοιοῦτον δὲ συνδυασμὸν θὰ δυνηθῶμεν νὰ στη-
853ρίξωμεν ἐπὶ τῆς διαθέσεως τῶν ὑπολειπομένων ὁμολογιῶν
854τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης καὶ ἐπὶ δανείου
855οὐχὶ ἐξωτερικοῦ, ἀλλ’ ἐσωτερικοῦ, συμπληροῦντος τὸ πο-
856σὸν, ὅπερ θ’ ἀποφέρωσιν αἱ ὁμολογίαι αὗται.
857Δὲν νομίζω ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος εἶναι δυνατὸν νὰ
858εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ τοιούτου
859συστήματος. Ἡ ἀνάπτυξις τῶν λεπτομερειῶν τούτων, ὡς
860ἔχουσι σήμερον τὰ τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν νομίζω ὅτι δύνα-
861ται νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμά τι λυσιτελές· δύναται δ’ ἴσως καὶ
862νὰ βλάψῃ.
863Ἄν ἡ Βουλὴ πιστεύῃ, ὅτι ὁ τόπος δὲ πάσχει ἐκ τῆς
864ἐφαρμογῆς πολιτικῆς παραλυούσης τὴν διοίκησιν, πιεζού-
865σης τὴν δρᾶσιν τῆς κοινωνίας καὶ τὴν παραγωγὴν καὶ αὐ-
866ξανούσης τὰ ἐπαχθῆ βάρη τοῦ Δημοσίου, ἂν παραδέχηται
867ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης πολιτικῆς δύνανται ν’ ἀποσοβηθῶ-
868σιν οἱ ἐν τῷ μέλλοντι ἐπαπειλοῦντες ἡμᾶς πολυειδεῖς
869κίνδυνοι, ἂς ἀκολουθήσῃ ὑποστηρίζουσα αὐτήν. Ἄν ὅμως,
870πειθομένη ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς τοιαύτης πολιτι-
871κῆς, καὶ ἐκ τῆς κρισίμου καταστάσεως, εἰς ἣν, ἄνευ οὐδε-
872μιᾶς ἀμφισβητήσεως, εὑρίσκεται ἡ κοινωνία, ἡ Βουλὴ
873ἐννοῇ, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ἡ πολιτικὴ αὕτη, ὀφείλει τότε
874νὰ παραδεχθῇ, οὐχὶ ὅτι τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα δὲν εἶναι
875πολιτικόν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ἀπεναντίας,
876ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι τὸ ἐξόχως πολιτικὸν καὶ ἐθνι-
877κὸν ζήτημα, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἐκλείψῃ πᾶν
878αἴσθημα ἐγωϊστικὸν ἢ φατριαστικόν. Ὀφείλει νὰ δείξῃ εἰς
879τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἀπέναντι τῆς ἐξόχου σημασίας, ἣν πα-
880ρουσιάζει σήμερον τὸ ζήτημα τοῦτο, διά τε τὸ παρὸν καὶ
881διὰ τὸ μέλλον τῆς χώρας, πρώτη αὐτὴ πρέπει νὰ θυσιάσῃ
882τὰς φατριαστικὰς καὶ κομματικὰς αὐτῆς θεωρίας καὶ πρά-
883ξεις. Ἐκ τοιούτων δ’ αἰσθημάτων ὁρμώμενοι καὶ οὐχὶ φι-
884λαρχοῦντες, ἀλλὰ φιλοδοξοῦντες πῶς νὰ ὑπηρετήσωμεν τὴν
885πατρίδα ἡμῶν, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ζητήσωμεν τὰ μέτρα,
886ὁθενδήποτε καὶ ἂν προτείνωνται ταῦτα, διὰ τῶν ὁποίων
887ἔσται δυνατὸν νὰ διεξέλθωμεν τὰς σημερινὰς δυσχερείας, νὰ
888ἀποσοβήσωμεν τοὺς ἐπαπειλοῦντας ἡμᾶς κινδύνους καὶ νὰ
889ἀνορθώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν.
890Μόνον τοιαύτη πορεία δύναται ν’ ἀπολήξῃ εἰς λυσι-
891τελῆ ἀποτελέσματα καὶ καταστήσῃ εἰς ἡμᾶς δυνατὴν τὴν
892ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων, ἅτινα ἐπιβάλλουσιν ἡμῖν αἱ
893σημεριναὶ περιστάσεις τῆς πατρίδος, ἣν οἱ πατέρες ἡμῶν
894διὰ μεγίστων θυσιῶν ἀνέστησαν, καὶ ἧς τὸ μέλλον καὶ τὴν
895πρόοδον δὲν ἔχομεν ἡμεῖς δικαίωμα νὰ θυσιάσωμεν.
896§26ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἔχομεν καθῆκον, Κύριοι, νὰ λαλή-
897σωμεν εὐθὺς, ὅσοι δὲν συμμεριζόμεθα τὰς ὀλεθρίας ἀρχὰς,
898αἵτινες τέως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνεπτύχθησαν, ἔχο-
899μεν ἀνάγκην ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων ἡμῶν καὶ τοῦ Ἑλλη-
900νικοῦ ἔθνους, ὅπερ ἀναμένει ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης νὰ
901μάθῃ τὸ οἰκονομικὸν αὑτοῦ μέλλον, ἔχομεν καθῆκον ν’ ἀπο-
902κρούσωμεν εὐθὺς ἰδέας, αἵτινες καταβιβάζουσι τὴν ἐθνικὴν
903τιμὴν, αἵτινες προσβάλλουσι καὶ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον
904τοῦ τόπου. Ἐπὶ ἡμέρας ἡ πλειοψηφία προσεκτικῶς ἠκροά-
905σθη διαπρεπεῖς ῥήτορας ὅλων τῶν μερίδων τῆς Ἀντιπο-
906λιτεύσεως καὶ ἐζήτησε ν’ ἀκούσῃ παρ’ αὐτῶν σανίδα σω-
907τηρίας, ἐλπίδα τοῦ μέλλοντος. Δύο προεβλήθησαν συστή-
908ματα ἐνώπιον ἡμῶν· τὸ ἓν—ὅπως θέλουσι καὶ νὰ τὸ χαρα-
909κτηρίσωσιν — εἶναι πλήρης ἐθνικὴ χρεωκοπία, τὸ ἕτερον
910εἶναι σύστημα, ὅπερ ἔχει μέχρι τοῦδε, τοὐλάχιστον ὡς ἀνε-
911πτύχθη, τὰ ἐλαττώματα τοῦ ἀπραγματοποιήτου καὶ τοῦ
912μὴ ἐπικαίρου. Θὰ ὁμιλήσωμεν καὶ περὶ τοῦ ἑνὸς καὶ περὶ
913τοῦ ἑτέρου, καὶ θὰ δικαιολογήσωμεν τὴν ψῆφόν μας, διατὶ
914καὶ μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν ἀμφοτέρων τῶν συστημάτων ἐμμέ-
915νομεν εἰς τὰς πεποιθήσεις ἡμῶν, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ
916προϋπολογισμοῦ ὡς ἔχει, ἐμμένομεν εἰς τὰ μέτρα, ἅτινα
917αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις προέβαλεν. Ἠκούσαμεν ἑκατομμύρια
918ἐπὶ ἑκατομμυρίων, ἠκούσαμεν ἐλλείμματα ἐπὶ ἐλλειμμά-
919των, καὶ τὸ ὅλον δὲ κρωγμοὺς ἀπελπισίας, ἱερεμιάδας.
920Ἀλλ’ ἆρά γε, Κύριοι, εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν τοι-
921αύτας ἱερεμιάδας ἀκούομεν; Δὲν εἶναι ὁ Βουλευτὴς Ἄρτης
922ἐκεῖνος, ὅστις κατὰ τὸ 1887 ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰς
923αὐτὰς ἱερεμιάδας μᾶς εἶπεν; Ὅσοι ηὐτυχήσαμεν, Κύριοι,
924νὰ ἤμεθα Βουλευταὶ καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1887, ἐπίσης καὶ
925κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἂς ἀναπολήσωμεν τί ἔλεγεν· ὅσοι
926δὲν τὸν ἠκροάσθησαν, ἂς λάβουν ὑπ’ ὄψιν των τὰ πρακτικὰ
927τῆς συνόδου ἐκείνης. «Ἡ οἰκονομικὴ πίστις τῆς Ἑλλάδος,
928ἔλεγεν ὁ κ. Καραπάνος, κατεστράφη!» Τὴν παρίστα χειρο-
929τέραν παρ’ ὅ,τι σήμερον. «Τὰ χρεώγραφα ἡμῶν, ἔλεγε, διε-
930γράφησαν ἀπὸ τοῦ χρηματιστηρίου τοῦ Λονδίνου, καὶ ζη-
931τεῖτε πάλιν δάνεια; ἐλπίζετε δάνεια; Ἡ πίστις τῆς Ἑλ-
932λάδος ἐξέλιπεν, ἔλεγεν, ἡ παραγωγὴ κατεπονήθη, τὰ ἑκα-
933τομμύρια, ἅτινα ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς νέους
934φόρους, εἶναι ἀδύνατον νὰ πληρωθῶσιν, ἡ Ἑλλὰς δὲν δύ-
935ναται νὰ δώσῃ πλέον τῶν 60,000,000 ἐτησίως φόρους.»
936Καὶ δὲν τὰ ἔλεγε μόνον ὁ κ. Καραπάνος, ἀλλὰ καὶ δια-
937πρεπεῖς ἄλλοι ῥήτορες. Ἐνθυμοῦμαι ἕτερον, ἀπόντα δυστυ-
938χῶς σήμερον ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου, συνάδελφον, τότε πα-
939τριάρχην τῶν οἰκονομολόγων· καὶ αὐτὸς τὰ αὐτὰ προέβλε-
940πεν. Ἐν τούτοις, ἐνῷ τοιαύτη παρίστατο ἡ κατάστασις τὸ
9411887, ἐνῷ καὶ οἰκονομικῶς ἡ Ἑλλὰς καὶ ἠθικῶς ἦτο εἰς
942χείρονα τῆς σημερινῆς θέσιν, ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς ἀντεμε-
943τώπισε τὰς περιστάσεις. Πῶς ἦτο ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὸ 1886,
944ὅτε ἀνέλαβε τὰς ἡνίας τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἐκ Μεσολογγίου
945Βουλευτής; Ἐπιστρατεία ἀτυχὴς, ἧς τὰς ἀγαθὰς προθέ-
946σεις καὶ τοὺς εὐγενεῖς πόθους δὲν ἀμφισβητῶ, εἶχεν ἐξαν-
947τλήσει κατὰ μέγα μέρος τὸν τόπον· ἠθικὴ καταδίκη εἶχεν
948ἐπέλθει ἐκ μέρους τῆς Εὐρώπης κατὰ τῆς Ἑλλάδος, οἱ
949στόλοι τῶν Δυνάμεων μᾶς εἶχον ἀποκλείσει, καὶ ἐπέβαλλον
950τὴν θέλησίν των ἐπὶ τοῦ τόπου. Ἡ οἰκονομικὴ κατάστα-
951σις οἰκτρά· οὔτε δεκάδων χιλιάδων δραχμῶν κεφάλαιον δὲν
952εἶχεν εὑρεθῆ εἰς τὰ ταμεῖα. Τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις,
953ὅτε ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν ὁ ἐκ Μεσολογγίου
954Βουλευτής. Ἐνθυμοῦμαι, τὸν συνήντησα τὸ πρῶτον ἐν τῷ
955Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐργαζόμενον· ἤμην τῷ ὄντι
956ἄπελπις, τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος ἐφαίνετο ζοφερόν. Μὲ
957ἐνίσχυσεν εὐθύς· «καθ’ ὅσον ἐργάζομαι, μοὶ εἶπε, καθ’ ὅσον
958προσπαθῶ νὰ ἐξεύρω πόρους, κατὰ τοσοῦτον πείθομαι, ὅτι
959δυνάμεθα ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς περιστάσεις». Καὶ ἦλθεν
960ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἔφερε τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον τοῦ
9611887, ὅστις ἐπέβαλλε νέους φόρους δεκάδων ἑκατομμυρίων·
962καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατέβαλε τοὺς φόρους αὐτοὺς ἀγογ-
963γύστως, ἵνα σώσῃ τὴν τιμὴν τοῦ τόπου. Ἡ Ἑλλὰς ἔκτοτε
964ἔζησε καὶ ἔζησεν ἐντίμως.
965§27ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔζησε δανειζομένη.
966§28ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δανειζομένη καὶ ἐκπληροῦσα τὰς
967ὑποχρεώσεις της.
968§29ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν ὅσῳ ἐδανείζετο.
969§30ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ τότε ἐλέγετε, ὅτι δὲν θὰ εὕρω-
970μεν νὰ δανεισθῶμεν, καὶ τότε συνεβουλεύετε τοὺς συμβιβα-
971σμούς. Καὶ τότε ὁ Βουλευτὴς Ἄρτης, θέλων νὰ καλύψῃ
972τὴν ἰδέαν τῆς χρεωκοπίας, ἔλεγε: δὲν προτείνω χρεωκο-
973πίαν, ἀλλὰ συμβιβασμὸν εἰς τοὺς δανειστὰς διὰ τὴν πλη-
974ρωμὴν τοῦ χρεωλυσίου, καὶ κατὰ τὸ ἥμισυ περιορισμὸν τοῦ
975τόκου. Καὶ ὅταν τῷ ἀντετάξαμεν, τί εἴδους συμβιβα-
976σμὸς εἶναι, ὅταν οἱ δανεισταὶ δὲν συναινῶσιν; ἀπήντα: «τὰ
977οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπουσι πλειότερον νὰ δώ-
978σωμεν». Καὶ τότε ἦσαν αἱ αὐταὶ περιστάσεις· καὶ ὅμως
979αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι ἀντεμετωπίσθησαν, καὶ ἡ Ἑλλὰς
980ἔζησε καὶ ζῇ. Μήπως σήμερον ἤλλαξαν τὰ πράγματα;
981Τὰς αὐτὰς ἱερεμιάδας ἀκούομεν, τοὺς αὐτοὺς κρωγμούς.
982Κατέγειναν πολὺ οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς
983τὴν διαχείρισιν τὴν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1883 μέχρι σήμερον·
984ἡ διαχείρισις ἐκείνη ἀνήκει εἰς τὸ παρελθὸν, δὲν θέλω νὰ
985εἰσέλθω εἰς αὐτήν· ἐλέχθησαν οὐχὶ ἅπαξ, οὐχὶ δὶς, οὐχὶ
986δεκάκις, ἐλέχθησαν τριακοντάκις τὰ αὐτὰ ἀπὸ τοῦ βήμα-
987τος τούτου· ἀπὸ τοῦ ἔτους 1883 ἐξακολουθοῦμεν νὰ ἀκούω-
988μεν, ὅτι ὁ αἴτιος τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως εἶναι
989ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Τριακοντάκις ἔλα-
990βον ἀπάντησιν· τὰ αὐτά! Ἐπὶ τέλους ὅμως, Κύριοι, τὸ
991πρᾶγμα ἔχει ὅρια· ἀπὸ τοῦ ἔτους 1883 ἦλθεν οὐχὶ ἅπαξ,
992οὐχὶ δὶς, ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία· εἰς τόσας βουλευτικὰς
993συνόδους ἦλθε, καὶ εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς συνόδους τὸ πα-
994ρελθὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον ἀτάσθαλον ἠθελήσατε
995νὰ χαρακτηρίσητε, ἐπεκυρώθη ὑπὸ τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ
996ἔθνους. Ἐπὶ τέλους ὅμως, Κύριοι, ἐπῆλθε πρὸ πάντων ἡ
997ψηφοφορία τοῦ Μαΐου παρελθόντος ἔτους· τί εἶπε τὸ ἔθνος
998κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1892; Ἀπεμακρύνετο τῶν κοινῶν
999Κυβέρνησις διευθυνομένη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ
1000Γόρτυνος· καὶ διατί ἀπεμακρύνετο; Οὐδεμία ἄλλη αἰτία
1001ὑπῆρχεν ἢ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα· ἐν τούτοις τὸ Ἑλληνι-
1002κὸν ἔθνος, καλούμενον ν’ ἀποφανθῇ περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητή-
1003ματος τοῦ οἰκονομικοῦ, πάσας τὰς ψήφους αὐτοῦ ἔδωκεν
1004εἰς τοὺς φίλους τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου.
1005Τί καταδεικνύει ἡ ψῆφος τοῦ Μαΐου, παρὰ ἔγκρισιν πλήρη,
1006πληρεστάτην τῆς μέχρι τοῦδε διοικήσεως τῆς οἰκονομικῆς;
1007Καὶ πάλιν δὲ εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ἐνεπιστεύθη
1008καὶ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τοῦ τόπου.
1009Ἀλλὰ δύο, εἶπον, συστήματα ἀνεπτύχθησαν ἐνώπιον
1010ἡμῶν, τὸ σύστημα τῆς ἀρνήσεως τῶν ὑποχρεώσεών μας καὶ
1011τὸ σύστημα τὸ ἕτερον, τὸ ἀναπτυχθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου
1012Βουλευτοῦ Λοκρίδος. Περὶ τοῦ πρώτου οὐδὲ λόγος δύναται
1013νὰ γείνῃ. Ὅπως καὶ ἂν θελήσῃ, ἂς χαρακτηρίσῃ ὁ ἀξιότι-
1014μος Βουλευτὴς, ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος, τὸ σύστημα
1015αὐτοῦ· τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι σύστημα πτωχεύσεως.
1016Εἴτε ἕνα προϋπολογισμὸν ἔχετε, εἴτε δύο, τὸ ἀποτέλεσμα
1017εἶναι, ὅτι δὲν θὰ πληρώσητε τὰς ὑποχρεώσεις σας. Τί σᾶς
1018εἶπε; «Διαιρέσατε τὸν προϋπολογισμὸν σας εἰς δύο· φρον-
1019τίσατε ὁ εἷς νὰ ἦναι πλήρης, καὶ ἔπειτα ὅ,τι μένει νὰ δώ-
1020σητε εἰς τοὺς δανειστάς σας.» Καὶ ἠρώτα αὐτὸν ὁ κ. Ὑπουρ-
1021γὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τί ἐνόει, μὲ τοὺς δύο προϋπολο-
1022γισμούς· πρόχειρος ἡ ἀπάντησις, ἀλλὰ δὲν ἐτόλμα νὰ τὴν
1023εἴπῃ· «Θὰ δώσωμεν εἰς τοὺς δανειστάς μας ὅ,τι ἀπομένει
1024ἐκ τοῦ πρώτου.» Καὶ ἔπειτα, λέγει, δὲν εἶναι χρεωκοπία,
1025δὲν εἶναι ἄρνησις πληρωμῶν τὸ σύστημά του, δὲν εἶναι ἡ
1026χειροτέρα χρεωκοπία, ἀφοῦ εἰς τοὺς δανειστάς μας λέγει,
1027ὅτι θὰ λάβωσιν ὅ,τι περισσεύει ἀπὸ τοῦ τακτικοῦ προϋπολο-
1028γισμοῦ τοῦ Κράτους. Πῶς ἤθελε χαρακτηρίσει, ἐὰν ἦτο εἰς
1029ἄλλο βῆμα, —τὸ ὁποῖον ἐπαξίως κατεῖχεν ἐπὶ πολλὰ ἔτη,—
1030ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μαντινείας τὸν ἔμπορον ἐκεῖνον, ὁ
1031ὁποῖος ἔλεγε: «δὲν πτωχεύω, ἔχω ἀνάγκας, καὶ τὰς ἀνάγ-
1032κας μου πληρῶ διὰ τῶν ὑπαρχόντων μου· διὰ τοὺς δανει-
1033στάς μου δὲν μὲ μέλει»; Καὶ ποίαν, ἐρωτῶ, ἔχετε δικαιο-
1034λογίαν νὰ ἀρνηθῆτε εἰς τοὺς δανειστάς σας τὰς ὑποχρεώ-
1035σεις σας; Μήπως σᾶς ἐπῆλθεν ἀπρόοπτόν τι ἀτύχημα; μή-
1036πως ἐπῆλθεν ἀκρωτηριασμὸς τοῦ τόπου; μήπως ἐπῆλθε συμ-
1037φορὰ πολέμου; Οὐδὲν τούτων. Ἀφοῦ ἐλάβομεν τὰ χρή-
1038ματα τῶν δανειστῶν, ἀφοῦ κατηναλώσαμεν εἴτε οὕτως
1039εἴτε ἄλλως αὐτὰ, μὲ πλῆρες θάῤῥος ἀρνούμεθα τὴν ἐκπλή-
1040ρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών μας! Καὶ τοῦτο εἶναι τὸ σύστημα,
1041τὸ ὁποῖον σᾶς προέβαλον. Καὶ λαλοῦσι παραδόξως περὶ
1042τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος τῆς Ἑλλάδος ἐκεῖνοι, οἱ
1043ὁποῖοι ὑποβάλλουσι σύστημα τοιοῦτον, καὶ δὲν ἐννοοῦσιν,
1044ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι ἡ νεκρικὴ σινδόνη, τὸ σάβανον
1045τῆς Ἑλλάδος! Ἀλλὰ μᾶς παρέβαλον, Κύριοι, μὲ τὴν
1046Ὁλλανδίαν, ἥτις δὲν ἔχει μέλλον, παρέβαλον τὸν τόπον
1047ἡμῶν, ὅστις ἔχει διαρκεῖς πόθους μέλλοντος, παρέβαλον τὴν
1048Ἑλλάδα, ἥτις ἔχει ἀνάγκην ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τῆς πί-
1049στεως τῆς Εὐρώπης, πρὸς τὴν Ὁλλανδίαν τοῦ 1700! Διατί
1050δὲν ἐπαραδειγματίζοντο ἀπὸ ἕτερον ἔθνος γεῖτον, ἔχον ἐπί-
1051σης πόθους μέλλοντος, τὴν Ἰταλίαν, ἥτις, εὑρεθεῖσα εἰς τὰς
1052αὐτὰς περιστάσεις, δὲν ἠρνήθη τὰς ὑποχρεώσεις της, ἀλλὰ
1053δι’ αὐστηρῶν οἰκονομιῶν καὶ ἐπαχθεστάτων φόρων ἔσωσε
1054τὴν τιμήν της; Φρονῶ, Κύριοι, ἀδιστάκτως, ὅτι ὅλαι αἱ
1055ἄλλαι μερίδες, αἱ ἐκπροσωποῦσαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὴν
1056Ἀντιπολίτευσιν, μετ’ ἀγανακτήσεως θέλουσιν ἀποῤῥίψει τὴν
1057πρότασιν ταύτην, ἥτις πρόκειται νὰ ἐπιθέσῃ, ὡς ἐλέχθη,
1058τὸ στίγμα τῆς ἀτιμίας ἐπὶ τοῦ μετώπου τῆς Πατρίδος
1059ἡμῶν, τὴν ὁποίαν οἱ πατέρες ἡμῶν παρέδωκαν ἡμῖν ἄσπι-
1060λον. Ὄχι, Κύριοι, θὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας,
1061καὶ θὰ πληρώσωμεν, ὅπως δυνηθῶμεν· διότι ἡ ἄρνησις
1062τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους θὰ συνεπιφέρῃ γενικὴν
1063πανωλεθρίαν· τὰ πιστωτικὰ ἡμῶν καταστήματα, τὰ εὐερ-
1064γετικὰ ταμεῖα, αἱ πλεῖσται περιουσίαι, θὰ καταστρα-
1065φῶσιν· οὐδεὶς δύναται νὰ προβλέψῃ τὰς συμφοράς, αἵτινες
1066θὰ ἐπέλθουν. Ἡ πίστις θὰ ἐκλείψῃ ἐν τέλει, καὶ μετ’ αὐτῆς
1067πᾶσα ἐλπὶς τοῦ μέλλοντος. Ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν ἐνώ-
1068πιον ἡμῶν προϋπολογισμὸν κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῆς αὐτάρκη,
1069ἡ Κυβέρνησις προεῖδε περὶ τῆς διαφορᾶς τῆς ἐπικαταλλα-
1070γῆς, καὶ ἐπὶ τέλους πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν ὅλοι, ὅτι ἡ βά-
1071σις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ σύναψις
1072δανείου.
1073Τί προεβλήθη ἀπέναντι τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπὸ μιᾶς
1074τῶν μερίδων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Σύστημα ἕτερον, σύ-
1075στημα, κατὰ τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσι μείζονες
1076οἰκονομίαι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ν’ αὐξήσωσι τὰ ἔσοδα
1077αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο, ὡς εἶπον ἀρχόμενος τοῦ
1078λόγου μου, εἶναι σύστημα δυσπραγματοποίητον καὶ οὐχὶ
1079ἐπίκαιρον, εἶναι σύστημα ἀπραγματοποίητον, διότι αἱ ἰδέαι,
1080τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος,
1081δὲν εἶναι ἰδέαι κατὰ τὸ πλεῖστον πρώτην φορὰν ἀκουόμε-
1082ναι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τὸ σύστημα τῆς διαιρέσεως τοῦ
1083στρατοῦ εἰς στρατὸν ἐκπαιδεύσεως καὶ στρατὸν δημοσίας
1084τάξεως εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον, ὅπως ἐνθυμοῦμαι καὶ θὰ
1085ἐνθυμεῖται κάλλιον ἐμοῦ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττι-
1086κῆς, —διότι τότε συνέπραττεν, —εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον
1087ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἀπὸ τοῦ
10881883· τότε ἐζήτει οὗτος 10,000 στρατὸν ἐκπαιδεύσεως καὶ
1089στρατὸν δημοσίας τάξεως.
1090§31ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπραγματοποίησε.
1091§32ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὸ σύστημα αὐτὸ ἀνεπτύχθη, ἀλλὰ
1092σύσσωμος ἡ Ἀντιπολίτευσις τὸ ἐπολέμησε· παρέστησε τὸ
1093ἀπραγματοποίητον αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ τέλους καὶ ὁ ἴδιος ἐπεί-
1094σθη, ὅτι τὸ σύστημα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ,
1095διότι ἐπιφέρει πολὺ μείζονας δαπάνας. Δὲν εἶναι λοιπὸν
1096ἰδέα νέα, δὲν εἶναι σύστημα τὸ πρῶτον προτεινόμενον·
1097ἔγεινε φροντὶς νὰ πραγματοποιηθῇ καὶ δὲν ἐστάθη δυνατόν.
1098Τὸ σύστημα τῶν διοικήσεων δὲν εἶναι σύστημα νέον·
1099ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος πολλάκις ἐσκέφθη τὸ σύστημα
1100αὐτὸ, ἀλλ’ ἐσταμάτησεν ἀπέναντι τῶν τοπικῶν συμφερόν-
1101των. Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἑνώσῃ ἐπαρχίας, νὰ ἑνώσῃ δή-
1102μους, ἐσταμάτα ἀπέναντι τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου· δὲν
1103εἶναι εὔκολος ἡ πραγματοποίησις τοῦ συστήματος αὐτοῦ,
1104καὶ ὅσοι ἔσχον τὴν εὐτυχίαν ἢ τὴν ἀτυχίαν νὰ διευθύνωσι
1105τὰ κοινὰ τοῦ τόπου τούτου, πολλάκις ἐσκέφθησαν περὶ τοῦ
1106συστήματος αὐτοῦ. Τὸ σύστημα τῆς διατηρήσεως τῶν δη-
1107μοσίων ὁδῶν δι’ ἐργολαβίας ἐδοκιμάσθη καὶ ἔφερε χείρονα
1108ἀποτελέσματα. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι αἱ προταθεῖσαι ἰδέαι
1109εἶναι δυσπραγματοποίητοι. Δὲν γνωρίζω, πότε θὰ ἔλθῃ ἐν
1110τῇ ἐξουσίᾳ ἡ μερὶς, τὴν ὁποίαν ἐξεπροσώπει ἀπὸ τοῦ βή-
1111ματος ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, ἔχω ὅμως τὴν
1112πεποίθησιν καὶ παρακαλῶ νὰ μ’ ἐνθυμηθῶσιν, ἐὰν καὶ ὅταν
1113ἔλθωσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὅτι θ’ ἀπαντήσωσι δυσχερείας
1114ἀνυπερβλήτους εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ προγράμμα-
1115τός των τούτου.
1116Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος κ. Βουλευτὴς, ὅτι εἶναι
1117ὑπὲρ τῆς καταργήσεως Πρωτοδικείων, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῆς
1118καταργήσεως Γυμνασίων ἐπαρχιακῶν. Συμμερίζομαι ἐντε-
1119λῶς τὴν ἰδέαν του, τὴν ὑπεστήριξα ἐνθέρμως ἐν τῇ ἐπι-
1120τροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ, Κύριοι, ὅταν ἡ Κυβέρ-
1121ησις ἐπρότεινε τὴν κατάργησιν τριῶν μόνον Πρωτοδικείων,
1122ὤ! ἡ Βουλὴ σύσσωμος ἀντέστη. Εἶναι δημιουργημένα
1123τοιαῦτα τοπικὰ συμφέροντα, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ
1124πραγματοποιήσητε ἀπέναντι τῶν συμφερόντων τούτων καὶ
1125τὰς καλλιτέρας τῶν ἰδεῶν.
1126Ὅταν πρόκηται νὰ καταργήσητε τὸ Γυμνάσιον τῆς
1127Λευκάδος, θὰ ἴδητε τὸν φίλον σας ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ
1128Λευκάδος διαμαρτυρόμενον· ὅταν πρόκηται νὰ καταργήσητε
1129τὸ Γυμνάσιον Κορίνθου, θὰ ἴδητε τὸν παρακαθήμενον
1130φίλον σας διαμαρτυρόμενον. Βλέπετε, ὅτι αἱ ἰδέαι εἶναι
1131λαμπραί, ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ σύστημα τὸ κοινοβουλευτικὸν
1132εἶναι, ὡς ἔλεγεν ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος, σύστημα ὑπο-
1133χωρήσεων· δὲν εἶναι δυνατὰ ὅσα φανταζόμεθα ὡς ὀρθά.
1134Βλέπετε λοιπόν, ὅτι τὸ σύστημα καὶ αἱ ἰδέαι τοῦ κ. Βου-
1135λευτοῦ ἐκ Λοκρίδος δὲν εἶναι πραγματοποιήσιμα. Ἀλλὰ
1136μήπως ἦναι ἐπίκαιρα; Καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι εἶναι
1137πραγματοποιήσιμα, ἀπαιτοῦσι χρόνον, καὶ ἡμεῖς καλού-
1138μεθα ν’ ἀπαντήσωμεν ἐπὶ ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἔχομεν μετ’
1139ὀλίγον, καλούμεθα νὰ εἴπωμεν, πῶς θὰ καταβάλωμεν τὰ
1140τοκομερίδια τοῦ Ἀπριλίου, πῶς θὰ καταβάλωμεν τὰ το-
1141κομερίδια τοῦ Ἰουνίου. Ἀφίνω, ὡς μὴ ἀξίαν μεγάλης
1142ἀντικρούσεως, τὴν ἰδέαν, ὅτι δυνάμεθα ἐκ τῶν ἐνόντων νὰ
1143πληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας, εὑρίσκοντες τὰ μέσα ἐν
1144τῇ ἀγορᾷ τῇ ἑλληνικῇ. Ἤκουσα νὰ ὑπολογίζωσι τὴν δια-
1145φορὰν πρὸς 50%· «31,000,000 θέλετε διὰ τὴν πληρω-
1146μὴν τῶν τοκομεριδίων εἰς χρυσὸν, λέγουσι 50% εἶναι ἡ
1147ἐπικαταλλαγή, λοιπὸν πρέπει νὰ προσθέσητε εἰς τὸν προϋ-
1148πολογισμὸν 16,000,000· καὶ ὅμως ἔχετε ἀνάγκην ὄχι
114916,000,000». Ἀλλὰ καὶ 32,000,000 ἂν προσθέσητε, δὲν
1150εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ὁ χρυσὸς ἐν Ἑλλάδι. Ἂς γείνῃ γνω-
1151στὸν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ δάνειον, καὶ θὰ ἴδητε εἰς
1152ποῖα δυσθεώρητα ὕψη θ’ αὐξήσῃ αὐτὴ ἡ ἐπικαταλλαγή. Ἡ
1153σημαία, ἣν ἀνεπέτασεν ὁ Βουλευτὴς Λοκρίδος, εἶναι ἐπα-
1154γωγός, διότι ἔχει ἔμβλημα τὴν ἄνευ δανείου ἢ αὐξήσεως
1155φόρων ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, ἐφιλο-
1156τεχνήθη μὲ ἀρκετὴν νοημοσύνην, ἀλλ’ ἀτυχῶς δὲν ἦτο δυ-
1157νατὸν νὰ στηριχθῇ.
1158Λοιπὸν ποῖον εἶναι τὸ σύστημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τοὐ-
1159λάχιστον παρέχει ἡμῖν τὴν ἐλπίδα τῆς ἀνορθώσεως τῶν
1160οἰκονομικῶν; Διὰ τῆς συνάψεως δανείου μόνον εἶναι δυνα-
1161τὸν νὰ ἐπέλθῃ ἡ σωτηρία. Θὰ γείνῃ ὅμως ἢ δὲν θὰ γείνῃ
1162τὸ δάνειον; Σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς Βουλευτὴς
1163ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἔχει πιθανότητας ἐπιτυχίας, ἔχει καὶ πι-
1164θανότητας ἀποτυχίας, καὶ ἀπήντησεν ὁ κ. Ράλλης, ὀρθῶς,
1165ὅτι ἀνεγνώριζεν, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ καὶ δύναται νὰ μὴ
1166γείνῃ· ἐν τούτοις ἡμεῖς ἐλπίζομεν, ὅτι θὰ γείνῃ.
1167§33ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν δὲν γείνῃ;
1168§34ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μοὶ λέγουσιν
1169«ἂν δὲν γείνῃ», ὑπενθυμίζω τὴν κατάστασιν τοῦ 1887. Καὶ
1170τότε ἔλεγον «δὲν θὰ γείνῃ», καὶ ὅμως ἐγένετο τὸ δάνειον
1171τὸ πρῶτον, τὸ τῶν Μονοπωλίων, καὶ τὸ δάνειον ἐκεῖνο τὸ
1172παρηκολούθησαν τὰ κάλλιστα τῶν δανείων, καὶ ἡ οἰκονο-
1173μικὴ κατάστασις ἐβελτιώθη. Τὸ δάνειον λοιπὸν εἶναι ἐκεῖνο,
1174τὸ ὁποῖον θ’ ἀνακουφίσῃ τὰς ἀγορὰς εὐθὺς ἀμέσως, τὸ
1175δάνειον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν πληρω-
1176μὴν τῶν τοκομεριδίων ἐπὶ ἔτη. Δὲν συμμερίζομαι δὲ τὴν
1177ἰδέαν τῶν εἰπόντων, ὅτι δὲν δύναται καὶ ἡ Ἑλλὰς νὰ
1178καταβάλλῃ 36,000,000 εἰς χρυσὸν ἐτησίως. Ἡ Ἑλλὰς
1179ἐν ὁμαλῇ οἰκονομικῇ καταστάσει δύναται νὰ τὰ κατα-
1180βάλῃ καὶ θὰ τὰ καταβάλῃ.
1181Ὅταν ἡ ἀγορὰ ἀνακουφισθῇ, ὅταν δοθῇ χρόνος εἰς τὴν
1182Κυβέρνησιν ἑνὸς, δύο ἢ τριῶν ἐτῶν, ἵνα λάβῃ καὶ ἐφαρ-
1183μόσῃ τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς πίστεως,
1184δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ ἀγορὰ θὰ ἔλθῃ εἰς
1185ὁμαλὴν κατάστασιν· ἀλλ’ ὅπως ἔχει σήμερον ἡ ἀγορὰ,
1186εἶναι ἀδύνατον νὰ καταβάλῃ 30,000,000 εἰς χρυσὸν, διότι
1187δὲν εἶναι ἡ γενομένη προσωρινὴ ἀφαίρεσις τῶν 10,000,000
1188εἰς χρυσὸν, ἥτις ἐπέφερε τὴν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν, ταύ-
1189την ἐπέφερεν ὁ πανικὸς, τὸν ὁποῖον ἀπὸ τοῦ ἔτους 1890
1190ἐνέσπειρεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ Βουλευτοῦ Ἄρτης καὶ τότε
1191Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὅταν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1890,
1192Κύριοι, ἔχητε βεβαιωμένον, ὅτι 100,000 τίτλων ἦλθον ἐκ
1193τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ ἐπωλήθησαν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἀφῃρέθη
1194χρυσὸς, ἐννοεῖτε εὐκόλως τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν
1195ἤδη εὑρίσκεται ἡ ἀγορά μας. Ὅταν ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι
1196χιλιάδες μετοχῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τοῦ πρώτου πι-
1197στωτικοῦ ἱδρύματος, καὶ τῶν ἄλλων Τραπεζῶν, ἐπωλήθη-
1198σαν ἐν Ἑλλάδι, πληθὺς δὲ χρεωγράφων ἔκτοτε ἀπὸ τοῦ
1199ἐξωτερικοῦ ἐπωλήθη ἐν Ἑλλάδι, ὅτι ὅλαι αἱ ὑποχρεώσεις
1200τῶν ἐμπόρων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐπληρώθησαν εἰς χρυσὸν, θὰ
1201λάβητε ἰδέαν πόσος χρυσὸς ἐξῆλθεν ἐκ τῆς Ἑλλάδος.
1202Ἡ Ἑλλὰς λοιπὸν δύναται ἐν ὁμαλῇ οἰκονομικῇ κατα-
1203στάσει νὰ πληρώσῃ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεώλυτρα εἰς
1204χρυσόν· ἀλλὰ δὲν δύναται ἤδη, ὡς ἔχει ἡ ἀγορά. Συνεπῶς
1205ἡ σύναψις δανείου εἶναι ἀπαραίτητος, ἵνα δι’ αὐτοῦ ἐξα-
1206σφαλισθῇ ἡ πληρωμὴ τῶν τοκομεριδίων διά τινα ἔτη,
1207πληρωθῶσι τὰ κυμαινόμενα χρέη, καὶ ἀνακουφισθῇ ἡ ἀγορά.
1208Διὰ τοῦ δανείου θὰ περισσεύσῃ τὸ προωρισμένον διὰ τοῦ
1209προϋπολογισμοῦ ποσὸν τῶν τραπεζογραμματίων διὰ τὴν
1210πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων, καὶ θὰ ἐλαττωθῇ δι’ αὐτῶν
1211ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, θὰ ὑπερτιμηθῶσι τὰ χρεώ-
1212γραφα ἡμῶν, ἀφοῦ θὰ ἦναι ἐξησφαλισμένη ἡ πληρωμὴ τῶν
1213τοκομεριδίων καὶ συνεπῶς καὶ αἱ πιστωτικαὶ ἡμῶν ἀξίαι,
1214καὶ θὰ δειχθοῦν τὰ συστήματα, ἅτινα ἐπαρουσίασεν ἡ
1215Ἀντιπολίτευσις, ὅτι τὸ μὲν εἶναι ἀπραγματοποίητον καὶ
1216μὴ ἐπίκαιρον, τὸ δὲ πλήρης χρεωκοπία. Ἰδοὺ διατὶ δὲν
1217δυνάμεθα ν’ ἀποχωρισθῶμεν τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμμα-
1218τος, πεποίθαμεν δὲ, ὅτι, ὅπως καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1887 ὁ
1219Ἑλληνικὸς λαὸς, ζηλωτὴς τοῦ παρελθόντος αὐτοῦ, ὑπε-
1220βλήθη εἰς θυσίας, καὶ ἤδη θὰ συνεισφέρῃ ὅ,τι τῷ ἐπιβάλ-
1221λεται πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς πίστεως τῆς ἐθνικῆς· πεποίθαμεν
1222ὅτι καὶ οἱ δανεισταὶ ἡμῶν καὶ ὁ χρηματιστικὸς κόσμος
1223τῆς Εὐρώπης, βλέποντες τὴν καλὴν ἡμῶν πίστιν, θέλουσι
1224μᾶς παρέξει τὰ μέσα, ὅπως δυνηθῶμεν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν
1225τὰς περιστάσεις, καὶ ὅτι θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀσφαλίσωμεν τὸ
1226μέλλον καὶ κρατήσωμεν τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν
1227ἐκ τοῦ παρελθόντος, οὐχὶ ἠτιμασμένην, ἀλλ’ ἔντιμον καὶ
1228ἔνδοξον, ὁποίαν παρέδωκαν ἡμῖν οἱ πατέρες ἡμῶν.
1229§35ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε! εὖγε!
1230§36ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1231§37ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐὰν ἤμην μόνος ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἔλεγεν
1232αὐτὰ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἠδυνάμην ἴσως νὰ ὑποθέσω,
1233ὅτι ἐγὼ κακῶς ἤκουσα, ἢ κακῶς ἀντελήφθην, καὶ σήμε-
1234ρον, ὅτε τὸ ζητεῖ, νὰ εἴπω, ὅτι δὲν τὰ ἤκουσα. Δυστυχῶς
1235ἢ εὐτυχῶς, ἐν τῇ Βουλῇ ἤμεθα ἐν πλήρει συνεδριάσει, καὶ
1236ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐγὼ κακῶς ἐνόησα, ἐπι-
1237καλοῦμαι τὴν μνήμην ὅλων τῶν Βουλευτῶν, ὅσοι ἦσαν
1238παρόντες.
1239§38ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐρωτήσατε τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
1240Στρατιωτικῶν, μὲ τὸν ὁποῖον συνεζήτησα.
1241§39ΣΚΟΥΖΕΣ. Λοιπὸν ἐπικαλοῦμαι τὴν μνήμην ὅλων
1242τῶν Βουλευτῶν, ὅσοι ἤκουσαν. Ἂν ὅμως ἡ μνήμη δὲν βοηθῇ
1243τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς σημειώ-
1244σεις, τὰς ὁποίας ἐκράτουν, ὅτε ὡμίλει, σχεδὸν στενογραφι-
1245κῶς. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀφοῦ ἐξήτασε τὰ τοῦ ἐλ-
1246λείμματος κατ’ αὐτόν, ἔφθασεν εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα
1247(ἀναγινώσκει): «Νομίζω, εἶπεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα διορθοῦ-
1248ται πρῶτον δι’ οἰκονομιῶν διὰ μεταβολῆς τοῦ κρατοῦντος
1249συστήματος. Προτείνω νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ὃ σημεῖον ἤμεθα
1250καὶ μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς Θεσσαλίας τὸ 1883 ἐπὶ τῇ
1251βάσει τοῦ ἀπολογισμοῦ δι’ ἐκεῖνο τὸ ἔτος». Ἐξετάζει λοι-
1252πὸν τὰς οἰκονομίας, αἵτινες δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν ἐπὶ τῇ
1253βάσει τοῦ κρατοῦντος συστήματος. Ἤρξατο τῆς ἐξετάσεως
1254τῶν Ὑπουργείων ἑνὸς πρὸς ἕν, εἰσελθὼν καὶ εἰς τὰ καθέ-
1255καστα· δὲν ἀμφισβητῶ τοῦτο. Ἀφοῦ ἐξήτασε τὸ Ὑπουρ-
1256γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀρχόμενος τῆς ἐπικρίσεως διὰ τοὺς
1257οἰκονομικοὺς ἐπιθεωρητὰς, ἔφθασεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1258Ἐξωτερικῶν, ὅπερ ἐξήτασε κονδύλιον πρὸς κονδύλιον, καὶ
1259εἶπε: «Παρατηρῶ ἐν ὅλῳ διαφορὰν 533 χιλιάδων ἢ 535»
1260(διότι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἐσημείονα, δὲν ἐπρόφθανον βε-
1261βαίως ὅλους τοὺς ἀριθμούς, καὶ ἔχω σημειώσει 533, ἀλλ’
1262εἰς τὸ σύνολον εἶπε 535), καὶ τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1263Ἐξωτερικῶν εἶπε: «Πῶς; Ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξω-
1264τερικῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπῆλθε τοιαύτη αὔξησις,
1265διότι ἡ ὑπηρεσία δὲν ἐξετάθη· πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ τοιοῦτον;»
1266Ἀφοῦ ὁ κ. συνάδελφος διέτρεξε τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα
1267ἀνεκεφαλαίωσε καὶ εἶπεν (ἀναγινώσκει): «Λοιπὸν ἔχομεν
1268διαφορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν 535,000,
1269Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης 769,000, Ἐσωτερικῶν 611,000,
1270Ἐκκλησιαστικῶν 906,000, Στρατιωτικῶν 817,000, Οἰ-
1271κονομικῶν 288,000, ἤτοι διαφορὰν πρὸς τὸ 1883 οἰκονο-
1272μίας, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν ἐπὶ τῇ βάσει
1273τοῦ κρατοῦντος συστήματος, 3,925,000 δραχμῶν. Ἀλλ’
1274ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰδικοῦ μας συστήματος (προσέθηκεν ὁ κ.
1275συνάδελφος) δύναται νὰ ἐπέλθῃ καὶ μείζων οἰκονομία, διαι-
1276ρουμένου τοῦ Κράτους εἰς 24 διαιρέσεις διοικητικὰς, ὅπου
1277θὰ συνεκεντροῦντο ὅλαι αἱ ἀρχαὶ κτλ. κτλ.» Τώρα ὁ κύριος
1278συνάδελφος λέγει, ὅτι δὲν εἶπεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐν τῷ
1279λόγῳ μου χθὲς ὑπέδειξα, καὶ τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον ἤκουσα,
1280ἀλλὰ καὶ ἐσημείωσα. Ἐπικαλοῦμαι, λέγω, τὴν μνήμην ὅλων
1281τῶν Βουλευτῶν, ὅσοι ἦσαν ἐδῶ καὶ τὸν ἤκουσαν, ἐπικαλοῦμαι
1282τὴν μαρτυρίαν τῶν πλησίον μου καθημένων, τοῦ κ. Μαυρομ-
1283μάτη, τοῦ κ. Φιλαρέτου καὶ τοῦ κ. Βαλαωρίτου, οἱ ὁποῖοι
1284καὶ μὲ ἐβοήθουν, ὅτε ἐσημείονα τὰ παρὰ τοῦ κ. Εὐταξίου
1285ἀναφερόμενα ποσὰ, διότι δὲν ἐπρόφθανον ὅλα νὰ τὰ ση-
1286μειώσω...
1287§40ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἄλλα εἴπετε σήμερον καὶ ἄλλα προχθές.
1288§41ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν εἶπον ποτὲ ἄλλα. Τὰ αὐτὰ εἶπον,
1289οὐδεὶς δὲ ἠμφισβήτησεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγω ἐγὼ, καὶ
1290διάφοροι μὲ ἐβοήθουν, ἐσημείωσα δὲ τὰ ποσὰ 533 ἢ 535,
1291διότι δὲν ἐπρόφθανον βεβαίως... Λοιπὸν αὐτὸ καὶ μόνον
1292τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀρνηθῇ καὶ σή-
1293μερον, ὅτι συνέκρινε τὸ 1893 πρὸς τὸ 1883, ἀποδεικνύει
1294τὸ ἀκριβὲς τῶν ἰσχυρισμῶν μου.
1295§42ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν ἐξόδων.
1296§43ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ δὲν σᾶς διέκοψα.
1297§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡμιλήσατε καὶ δὲν σᾶς διέκοψαν· λοι-
1298πὸν μὴ διακόπτετε.
1299§45ΣΚΟΥΖΕΣ. Αὐτὸ λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε,—καὶ πάν-
1300τες οἱ Βουλευταὶ θὰ τὸ ἀντελήφθησαν, — τὸ ἐπιχείρημα,
1301ὅτι συνέκρινε τὸ 1883 πρὸς τὸ 1893, ἀποδεικνύει τὸ βά-
1302σιμον τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου, ὅτι καὶ καλῶς ἀντελήφθην, καὶ
1303καλῶς ἐσημείωσα, καὶ καλῶς εἶπον, ὅσα εἶπον· διότι, ἂν
1304εἶχε μόνον νὰ προτείνῃ οἰκονομίας, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ ἀνα-
1305φέρῃ αὐτὰς ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1883; Διατί δὲν τὰς
1306ἀνέφερε καὶ πρὸς τὸ 1881 ἢ 1885, ἢ οἱονδήποτε ἄλλο ἔτος;
1307Ἀλλ’ ἀνέφερε τὸ 1883, διότι ἐνόμιζεν, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἡ
1308βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔπρεπε νὰ στηριχθῇ, καὶ ὡς πρὸς
1309αὐτὸ οὔτε τὸν κατηγόρησα, οὔτε τὸν ἐμέμφθην. Ἐνόμισα
1310ὅμως, ὅτι ἔσφαλε, λαβὼν ὡς βάσιν τὸ 1883, διὰ τοὺς λό-
1311γους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα χθές, καὶ τοὺς ὁποίους κρίνω
1312περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω· ἄλλως δὲ, οὐ μόνον ἐπικαλοῦμαι
1313τὴν μνήμην ὅλων τῶν συναδέλφων, ἀλλ’ ἀναφέρομαι καὶ εἰς
1314τὰ τότε ἐστενογραφημένα πρακτικὰ, αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἔχει
1315πρὸ ὀφθαλμῶν του ὁ κ. συνάδελφος. Παρακαλῶ τὴν Βου-
1316λὴν, ἂν θέλῃ, ἂς τὰ ἀναγνώσῃ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους
1317τοῦ πρώτου αὐτοῦ μέρους ἐπὶ τῶν οἰκονομιῶν, ἃς ἐπρότεινεν
1318ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κρατοῦντος συστήματος καὶ θὰ ἴδητε,
1319ὅτι εἶναι κατὰ λέξιν, κατὰ γράμμα, ἀκριβῆ ὅσα εἶπον.
1320§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον, Κύριοι; (Οὐ-
1321δεὶς ἀπαντᾷ).
1322Ἂν δὲν ἔχῃ ἄλλος τις τὸν λόγον, θὰ κηρύξω περαιω-
1323μένην τὴν συζήτησιν.
1324§47ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διανύομεν ὁμολογουμένως,
1325κύριοι Βουλευταί, ἡμέρας ὀδυνηράς. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς
1326κάμπτεται καὶ γογγύζει ὑπὸ τὸ βάρος ἀπηνοῦς φορολο-
1327γίας, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐπιτείνομεν ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν.
1328Πανταχόθεν τοῦ Κράτους ἀντηχοῦσι κραυγαὶ ἀγωνίας,
1329ἕνεκα τῆς καθ’ ἑκάστην προϊούσης ὑπερτιμήσεως τῶν πρὸς
1330τὸ ζῇν ἀναγκαίων. Ἀβίωτος ἀληθῶς κατέστη ὁ βίος πλεί-
1331στων οἰκογενειῶν. Καὶ ὅμως τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ
1332ἐπαρκέσῃ ἐκ τῶν ἰδίων του ἐσόδων εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν
1333χρηματικῶν αὐτοῦ ὑποχρεώσεων. Μόνον διὰ δανείων ἠδυ-
1334νήθη νὰ πράξῃ τοῦτο μέχρι τοῦδε, καὶ μόνον εἰς δάνειον
1335στηρίζει πᾶσαν ἐλπίδα, ἵνα ἐπαρκέσῃ προσεχῶς! Ἕνεκα
1336τούτου ἡ πίστις τοῦ Κράτους, ἡ ἐθνικὴ φιλοτιμία, τὸ μέλ-
1337λον ἴσως αὐτὸ τῆς πατρίδος, περιῆλθον ἐν κινδύνῳ. Καθῆ-
1338κον ἑπομένως πάντων ἡμῶν, εἰς τοιαύτην περιελθόντων θέ-
1339σιν, εἶναι νὰ ἐγκύψωμεν εἴπερ ποτὲ ἐπισταμένως καὶ συν-
1340τόνως εἰς τὴν μελέτην τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων,
1341ἵνα ἐκ τῆς ἀκριβοῦς αὐτῶν γνώσεως ὁδηγηθῶμεν εἰς τὴν
1342λῆψιν πάντων τῶν ἀναγκαίων καὶ ἐξ αὐτῶν ἐπιβαλλομέ-
1343νων μέτρων. Ἐπιχειρῶ νὰ ἐκπληρώσω καὶ ἐγὼ τὸ καθῆ-
1344κον τοῦτο, καίτοι ἡ χθὲς μέχρι σήμερον διαρκέσασα ἀγόρευ-
1345σις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ κατέστησεν ἀλη-
1346θῶς περιττὴν τὴν ἐμὴν μελέτην, διότι μετ’ ἀκριβείας, μετὰ
1347πατριωτισμοῦ ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὁποία εἶναι ἡ ἀλη-
1348θὴς κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων.
1349Δὲν φρονῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὴν τοιαύτην μελέ-
1350την δύναται νὰ παρακωλύσῃ ἡ ὑπόνοια, ὅτι δύνανται νὰ
1351προκύψωσιν ἐξ αὐτῆς δυσάρεστοι ἐντυπώσεις, παραβλά-
1352πτουσαι τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν πίστιν. Ἐνδοιασμοὶ τοιοῦτοι
1353ἠδύναντο νὰ γεννηθῶσιν εἰς τὴν προτέραν σύνοδον τῆς Βου-
1354λῆς, ὅτε ἄρτι εἶχεν ἀνέλθει εἰς τὴν ἀρχὴν Κυβέρνησις
1355ὑπὸ κολοσσιαίας ὑποστηριζομένη πλειοψηφίας, καὶ διε-
1356βεβαίου καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν χώραν, ὅτι διὰ τῶν μέ-
1357σων, τῶν ὁποίων τὴν ἐπιψήφισιν ἐπεζήτει, ἤθελεν ἐπέλ-
1358θει πλήρης ἡ βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμά-
1359των. Ἐνόμισα τότε, ὅτι οὐδὲν ἔπρεπε νὰ παρεμβληθῇ κώ-
1360λυμα εἰς τὰς τοιαύτας ἐνεργείας, ὅτι πᾶσα ἔπρεπε νὰ
1361παρασχεθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν συνδρομή, ὅτι οὐδεμία
1362ἔπρεπε ν’ ἀκουσθῇ φωνὴ ἐνδοιασμοῦ περὶ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ
1363δυσχεροῦς ἐκείνου ἔργου. Καὶ διὰ ποῦτο μάλιστα οὐδό-
1364λως ἀνεμίχθην εἰς τὴν οἰκονομικὴν συζήτησιν τῆς συνόδου
1365ἐκείνης.
1366Ἀλλὰ πολλοὶ παρῆλθον ἔκτοτε μῆνες, τὰ μέτρα τῆς
1367Κυβερνήσεως ἐκεῖνα ἐψηφίσθησαν πάντα, καὶ ἐτέθησαν ἐν
1368πλήρει ἐνεργείᾳ, καὶ ἐθεωρήθησαν ἀνεπαρκῆ, ἕτερα δὲ μέτρα
1369ἀνάλογα ὑπεβλήθησαν καὶ ἐψηφίσθησαν ἐν τῇ συνόδῳ
1370ταύτῃ, καὶ ἐτέθησαν πάλιν ἐν ἐνεργείᾳ. Χρόνος ἐπαρκὴς
1371παρεσχέθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μεριμνήσῃ περὶ ἀνορ-
1372θώσεως τῆς δημοσίας πίστεως, καὶ ὅμως οὐ μόνον οὐδεμία
1373ἐπῆλθε βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων καθ’
1374ἅπαν τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα, ἀλλὰ τοὐναντίον
1375ἐπῆλθε διαρκὴς καὶ προϊοῦσα δείνωσις αὐτῆς. Τὰ ἡμέ-
1376τερα χρεώγραφα ὑπέστησαν ὀδυνηρὰς ἐκπτώσεις, ἡ τιμὴ
1377τοῦ συναλλάγματος ἀνῆλθεν εἰς δυσθεώρητα ὕψη, αἱ προσ-
1378πάθειαι τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀνεύρεσιν δανείου, καίτοι
1379παρεσχέθη εἰς αὐτὴν πλήρης ἐλευθερία, ἐναυάγησαν πᾶσαι
1380αἱ πληρωμαὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους κατὰ τὸ δεύ-
1381τερον ἑξάμηνον τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐγένοντο διὰ προ-
1382σωρινῶν ἐξευτελιστικῶν δανείων. Τίνα δὲ τὰ ἀποτελέσματα
1383τῶν ψηφισθέντων μέτρων ἐπὶ τῆς κοινωνίας; Ὁ λαὸς πιέ-
1384ζεται καὶ πένεται, τὸ ἐμπόριον πάσχει, ἐμπορικὴ κρίσις
1385ἐπεφάνη ἤδη ἀπαισία καὶ ἀπειλητική, πάντες δὲ μετ’
1386ἀγωνίας καὶ δέους προσβλέπουσι πρὸς τὸ ἄδηλον μέλλον!
1387Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι μετὰ τοιαῦτα ἀποτε-
1388λέσματα ἡ σιωπὴ δὲν εἶναι πλέον ἐπιτετραμμένη, καὶ ἤθε-
1389λεν ἀποτελέσει παράβασιν παντὸς καθήκοντος. Εἶναι
1390πλέον καιρὸς νὰ γνωρίσωμεν πάντες, νὰ γνωρίσῃ ὁ Ἑλλη-
1391νικὸς λαὸς, ὁποία τις εἶναι τέλος ἡ ἀληθὴς κατάστασις
1392τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν, διότι μόνη ἡ ἀλήθεια
1393δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ἡμῖν ἀσφαλὴς ὁδηγὸς περὶ τοῦ
1394πρακτέου.
1395Ὁμοίαν ἄλλοτε τακτικὴν ἐτήρησαν καὶ οἱ νῦν κυβερ-
1396νῶντες. Πρὸ ἑνὸς ἀκριβῶς ἔτους, καὶ ὑπὸ περιστάσεις ἀσυγ-
1397κρίτῳ ἐλάσσονος κρισιμότητος, δὲν ἐδίστασαν νὰ προβῶσιν
1398εἰς τοιαύτην μελέτην, καὶ διεκήρυξαν ἀπὸ τοῦ βήματος
1399τούτου, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου κατέλιπεν
1400ἔλλειμμα 26 ὅλων ἑκατομμυρίων, χωρὶς νὰ λάβωσιν ὑπ’
1401ὄψιν, ὅτι αἱ ἀποκαλύψεις ἐκεῖναι ἠδύναντο νὰ καταστή-
1402σωσιν ἀδύνατον τὴν συνομολόγησιν τοῦ καὶ τότε ἐπιζητου-
1403μένου δανείου. Καὶ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν μὴ
1404σύναψιν τοῦ δανείου ἐκείνου ἀποδίδει πᾶσαν τὴν ἐπελθοῦσαν
1405κρίσιν, καὶ αἰτιᾶται ἐπὶ τούτῳ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐπο-
1406χῆς ἐκείνης!
1407Ἐννοεῖται, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς
1408μελέτης ταύτης δὲν θὰ παρακωλύσωσιν οὔτε αἱ κωμικαὶ
1409ἀληθῶς ἀπειλαὶ ἐκείνων, οἵτινες ἐνόμισαν ἐπιτετραμμένον,
1410ἀγορεύοντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ν’ ἀποκαλέσωσι βε-
1411βήλους τοὺς ἔχοντας διάφορον πρὸς αὐτοὺς γνώμην...
1412§48ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοὺς χρεωκόπους ὠνομάσαμεν βεβήλους.
1413§49ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ.... οὔτε αἱ ὕβρεις ἐκεί-
1414νων, οἵτινες ἐφαντάσθησαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ δημιουργή-
1415σωσι πολιτικὴν ὕπαρξιν, λοιδοροῦντες καὶ δυσφημοῦντες
1416τοὺς πολιτικοὺς αὐτῶν ἀντιπάλους· διότι αἱ τοιαῦται
1417ἀπειλαὶ καὶ αἱ τοιαῦται λοιδορίαι τὸν οἶκτον μόνον καὶ
1418τὴν περιφρόνησιν ἐγείρουσι πάντων τῶν τιμίων ἀνθρώ-
1419πων. Παρατηρῶ μόνον, ὅτι βεβήλωσιν κατὰ τῶν θεσμῶν
1420τῆς πατρίδος διαπράττουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπέλαβον, ὅτι
1421ἠδύναντο νὰ μειώσωσι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐθνικοῦ τούτου
1422βήματος, τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ἡ ὁποία εἶναι ἡ κρη-
1423πὶς καὶ τὸ θεμέλιον πάσης πολιτικῆς ἐλευθερίας, καὶ τὴν
1424ὁποίαν ἐξησφάλισαν ῥηταὶ διατάξεις τοῦ συνταγματικοῦ
1425ἡμῶν χάρτου. Παρατηρῶ, ὅτι βεβήλωσιν κατὰ τῶν θεσμῶν
1426τῆς πατρίδος διαπράττουσι μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐν ταῖς
1427ἐνταῦθα συζητήσεσι μετέρχονται γλῶσσαν καὶ ὕφος καὶ
1428τρόπον, μὴ προσήκοντα ἐν Κοινοβουλίοις, μειοῦντα δὲ καὶ
1429τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὸ γόητρον τοῦ Ἐθνικοῦ τούτου Συ-
1430νεδρίου. Ἐνδιαφέρονται, βλέπετε, ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς τιμῆς
1431οἱ ἀγαθοὶ αὐτοὶ πατριῶται, οἵτινες δὲν γνωρίζω τίνας καὶ
1432ὁποίας παρέσχον μέχρι τοῦδε ἐκδουλεύσεις εἰς τὴν πατρίδα,
1433καὶ δὲν ἐνδιαφερόμεθα ἡμεῖς οἱ ἄλλοι, οἵτινες βίον ὁλόκλη-
1434ρον κατηναλώσαμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος, καὶ
1435ἠγωνίσθημεν καὶ προεκινδυνεύσαμεν ὑπὲρ τῶν ἐλευθέρων
1436αὐτῆς θεσμῶν!
1437Εἰς τὴν μελέτην τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων δὲν ἐθεώ-
1438ρησα λυσιτελῆ τὴν ἔρευναν περὶ τῶν ὑπευθύνων ἐπὶ τῇ
1439οἰκτρᾷ αὐτῶν καταστάσει. Ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι
1440ὁ ἔλεγχος τῶν πράξεων τῶν κυβερνώντων, ὅταν δύναται
1441ἐντεῦθεν νὰ προκύψῃ πολιτική τις ἢ ποινικὴ εὐθύνη. Ἀλλ’
1442ὅταν, κατὰ τὴν ὁμολογίαν πάντων, δὲν πρόκηται περὶ
1443τοιαύτης τινὸς εὐθύνης, ὅταν πρόκηται περὶ εὐθύνης ἠθι-
1444κῆς, περὶ ζητήματος ὑστεροφημίας, νομίζω, ὅτι ἡ περὶ
1445τούτων ἐξέτασις ἀνάγεται μᾶλλον εἰς τὴν σφαῖραν τῆς
1446Ἱστορίας, καὶ δύναται νὰ διεξαχθῇ καὶ πληρέστερον καὶ
1447ἐπιτυχέστερον ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, ἵνα μὴ περισπᾶται
1448τοῦτο ἀπὸ σπουδαιοτάτων καὶ κατεπειγόντων αὐτοῦ καθη-
1449κόντων. Ἀλλὰ διάφορον, φαίνεται, εἶχον γνώμην οἱ ἐρί-
1450ζοντες περὶ τῆς εὐθύνης ταύτης, καὶ ἠκούσατε, ὅτι διεξή-
1451χθη πάλιν καὶ ἐν τῇ παρελθούσῃ καὶ ἐν τῇ παρούσῃ συ-
1452νόδῳ μακρὸς περὶ τῆς εὐθύνης ἀγὼν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐπο-
1453ρίσθημεν πλείστας περὶ τοῦ παρελθόντος πληροφορίας,
1454ἀλλ’ οὐδεμίαν σαφῆ γνώμην περὶ τοῦ μέλλοντος.
1455Οὐδεμίαν ἔχω διάθεσιν νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὸν ἀγῶνα
1456τοῦτον, ἐπιμένω δὲ εἰς τὴν γνώμην, ἣν καὶ ἄλλοτε ἐδή-
1457λωσα περὶ τούτου, ὅτι ἡ εὐθύνη τῶν ἐριζόντων εἶναι ἀκρι-
1458βῶς ἀνάλογος τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἑκάτερος διετέλεσεν ἐν
1459τῇ ἐξουσίᾳ. Ἀλλὰ παραδόξως εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς εὐθύνης
1460ἀνεμίχθη καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἧς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προε-
1461δρεύσω. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος ἰσχυρίσθη,
1462ὅτι ὁ σχηματισμὸς τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἀνέκοψε τὰς
1463σπουδαίας καὶ ἀποτελεσματικὰς αὐτοῦ ἐνεργείας ὑπὲρ τῆς
1464ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων. Δὲν δύναμαι νὰ
1465ἐννοήσω, πῶς δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ἰσχυρισμὸς τοιοῦ-
1466τος. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐξετέλεσε πάντα τὰ μέτρα, ὅσα
1467ἐν τῇ ἐσχάτῃ ὥρᾳ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος
1468εἶχε ζητήσει παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἓν δὲν ἐξετέλεσε, τὴν
1469κατάργησιν τῶν κοπτηρίων, καὶ ἀντὶ τούτου ἐπεμελήθη
1470τὴν αὐστηρὰν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου, ὅπερ σκαν-
1471δαλωδῶς ἐτελεῖτο ἐν μέσαις Ἀθήναις· ἀλλὰ διὰ τῆς πο-
1472ρείας ταύτης οὐ μόνον δὲν ἐζημίωσε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ
1473Κράτους ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἀλλὰ διέσωσε καὶ πρόσοδον
1474ἑκατομμυρίων, ἣν ἤθελε στερηθῆ τὸ Κράτος ἐκ τῆς καταρ-
1475γήσεως τῶν κοπτηρίων. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη κατώρθωσε
1476νὰ ἐπαρκέσῃ καὶ εἰς ὅλας τὰς οἰκονομικὰς ὑποχρεώσεις
1477τοῦ Κράτους, κατώρθωσε καὶ δάνειον νὰ συνομολογήσῃ,
1478καὶ τὰ τοκομερίδια τοῦ Ἀπριλίου καὶ Ἰουνίου νὰ πληρώσῃ
1479καὶ προκαταβολὰς ἀκόμη νὰ πληρώσῃ, καὶ νέας προκατα-
1480βολὰς νὰ συνομολογήσῃ ἐπὶ τόκῳ κατωτέρῳ τῶν 6%
1481καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως. Κατώρθωσε νὰ συγ-
1482κρατήσῃ καὶ τὴν ὕψωσιν τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ, ἀπαγο-
1483ρεύσασα τὴν περὶ αὐτοῦ κυβείαν ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ,
1484παρέδωκε δὲ τὰ οἰκονομικὰ εἰς τὴν διάδοχον ἐν εὐαρέστῳ
1485καταστάσει, καὶ μὲ τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος, οἵα περί-
1486που ὑπῆρχε κατὰ τὴν ἄνοδόν της εἰς τὴν ἐξουσίαν. Πῶς
1487εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ὑπέχῃ οἰκονομικὴν εὐθύνην ἡ Κυ-
1488βέρνησις ἐκείνη; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὁ ἐκ Γόρτυνος συνάδελ-
1489φος ἰσχυρίσθη, ὀρθῶς, ὅτι καὶ σήμερον ἀκόμη δάνειον
1490100,000,000, ἐκδιδόμενον ὑπὸ τοὺς μᾶλλον εὐνοϊκοὺς ὅρους,
1491εἰς τὴν τιμὴν τῶν 90, δὲν ἤθελεν ἐπαρκέσει πρὸς οἰκονο-
1492μικὴν σωτηρίαν· σήμερον, λέγω, μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τόσων
1493φόρων καὶ τὴν περιστολὴν τόσων δαπανῶν. Πῶς εἶναι λοι-
1494πὸν δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκεί-
1495νην δάνειον παρ’ αὐτοῦ συνομολογούμενον, ὅτε ὁ προϋπολο-
1496γισμὸς εἶχεν ἔλλειμμα 26,000,000, ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ
1497εἰς σωτηρίαν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων; Δὲν φρονῶ
1498ἑπομένως, ὅτι ἦτο δικαία ἡ αἰτίασις τοῦ ἀξιοτίμου Βου-
1499λευτοῦ, ὅτι ὁ σχηματισμὸς τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἐδεί-
1500νωσε τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους.
1501Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐνόμισεν ἐπίκαιρον νὰ ἐξετάσῃ
1502καὶ ὑπὸ πολιτικὴν ἔννοιαν τὰ τότε συμβάντα, ἀλλ’ ἐγὼ,
1503διὰ τοὺς ἐκτεθέντας λόγους, δὲν νομίζω προσῆκον νὰ παρα-
1504κολουθήσω αὐτὸν εἰς τὴν ἔρευναν ταύτην. Χαίρω μόνον,
1505διότι ἀνεγνώρισεν ὡς ὀρθὴν τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ ἀπο-
1506λύτου χαρακτῆρος τῶν ἡγεμονικῶν δικαιωμάτων. Ἀλλὰ
1507φρονῶ, ὅτι εἰς ἀντίφασιν περιέπεσεν, ὑποδείξας περαιτέρω
1508τινὰς περιορισμοὺς, καθ’ οὓς ὁ ἡγεμὼν ὀφείλει νὰ ἀναζητῇ
1509τοὺς Ὑπουργούς του εἰς τὰς μείζονας ἢ ἐλάσσονας ἐν τῇ
1510Βουλῇ μερίδας. Τοιοῦτοι περιορισμοὶ δὲν εἶναι ἐγγεγραμμέ-
1511νοι ἐν τῷ Συντάγματι.
1512§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν τὸ εἶπον ἐγὼ αὐτό.
1513§51ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτως ἐνόησα ἐγὼ τὸν λόγον
1514σας. Δὲν ἐτυπώθη εἰσέτι. Ἐκ τῶν συζητήσεων τῆς Συνελεύ-
1515σεως προκύπτει μάλιστα, ὅτι καὶ ἐκτὸς ἀκόμη τῆς Βουλῆς
1516δύναται ὁ Ἡγεμὼν νὰ ἀνεύρῃ τοὺς Ὑπουργούς του. Ἡ
1517παροχὴ ἢ ἡ ἄρνησις τῆς πρὸς αὐτοὺς ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοι-
1518νοβουλίου εἶναι ἡ μόνη, ἀλλ’ ἐπαρκὴς ἐγγύησις κατὰ πάσης
1519πλημμελοῦς ἐξασκήσεως τῶν δικαιωμάτων τούτων.
1520Ἀλλ’ ἐπείγομαι, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν
1521μελέτην τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Τὸ ἔργον τοῦτο
1522κατέστη παρ’ ἡμῖν ἐκ τῶν δυσχερεστάτων, διότι πρὸς εὐ-
1523χερῆ καὶ ἐπιτυχῆ διεξαγωγὴν αὐτοῦ εἶναι ἀνάγκη νὰ λη-
1524φθῶσιν ὑπ’ ὄψιν διάφορα στοιχεῖα, διάφοροι λογαριασμοὶ,
1525καταστάσεις καὶ πληροφορίαι, ἅτινα δυστυχῶς ἐλλείπουσι
1526παρ’ ἡμῖν σχεδὸν καθ’ ὁλοκληρίαν. Καὶ προβλέπουσι μὲν οἱ
1527νόμοι περὶ καταρτισμοῦ τῶν στοιχείων τούτων, ἀλλ’ αἱ
1528διατάξεις αὐτῶν ἢ οὐδόλως ἢ πλημμελῶς ἐκτελοῦνται,
1529τὰ δὲ δυνάμει αὐτῶν καταρτιζόμενα στοιχεῖα συντελοῦσι
1530πολλάκις οὐχὶ εἰς τὴν ἀποκάλυψιν, ἀλλ’ εἰς τὴν περικάλυ-
1531ψιν καὶ ἀπόκρυψιν τῆς ἀληθείας.
1532Καὶ εἶναι, κύριοι Βουλευταὶ, χρήσιμον, νομίζω, νὰ γνω-
1533ρίζωμεν, τίνες εἰσὶν αἱ πρὸς τὸν ἀκριβῆ ἔλεγχον τῆς οἰκο-
1534νομικῆς διαχειρίσεως ἀφορῶσαι διατάξεις τῶν ἡμετέρων
1535νόμων.
1536Πρῶτον, κατὰ τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος καὶ ἄρ-
1537θρον 2 τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ἐν τῷ ἐτησίῳ προϋπολογι-
1538σμῷ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγράφωνται πάντα ἀδιακρίτως τὰ
1539ἔσοδα καὶ πάντα τὰ ἔξοδα τοῦ ἔτους, διότι οὐδὲν ἔσοδον
1540δύναται νὰ εἰσπραχθῇ, καὶ οὐδὲν ἔξοδον νὰ πληρωθῇ, ἄνευ
1541τῆς ἐνιαυσίου ἀδείας τοῦ Κοινοβουλίου, ἥτις δίδεται διὰ
1542τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ δύναται μὲν ἐν
1543τῷ προϋπολογισμῷ νὰ διακριθῶσι τὰ διάφορα ταῦτα ἔξοδα
1544εἰς κατηγορίας, καθ’ ὅσον εἶναι ἔκτακτα ἢ συνήθη, ἀναγ-
1545καῖα ἢ ἐπωφελῆ, ἀλλὰ πρέπει πάντως νὰ περιληφθῶσιν
1546ἐν αὐτῷ, ἵνα ἦναι ἐν γνώσει οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους
1547τοῦ συνόλου τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐπιβάλω-
1548σιν εἰς τὸ ἔθνος, καὶ ἵνα προκύπτῃ ἀμέσως ἐκ τοῦ προϋ-
1549πολογισμοῦ, ποία εἶναι ἡ ἀληθὴς κατάστασις τῶν οἰκονο-
1550μικῶν τοῦ Κράτους.
1551Δεύτερον, κατὰ τὸ ἄρθρον 89 καὶ 95 τοῦ λογιστικοῦ
1552νόμου, οἱ Ὑπουργοὶ ὀφείλουσιν ἐντὸς τῶν τριῶν πρώτων
1553μηνῶν τοῦ ἔτους νὰ ὑποβάλλωσι λογαριασμὸν τῆς διαχει-
1554ρίσεως τοῦ παρελθόντος ἔτους. Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 92, ὁ
1555Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὀφείλει προσέτι, ἐντὸς τῶν τεσ-
1556σάρων πρώτων μηνῶν, νὰ δημοσιεύῃ διὰ τοῦ τύπου τὸν
1557γενικὸν λογαριασμὸν τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ
1558παρελθόντος ἔτους. Ρητῶς δὲ διατάσσει ὁ νόμος, ὅτι ἐν τῷ
1559λογαριασμῷ ἐκείνῳ πρέπει νὰ ἐπισυνάπτωνται οἱ ἑξῆς λο-
1560γαριασμοί: «Λογαριασμὸς τῶν δημοσίων φόρων καὶ ἐσό-
1561δων, λογαριασμοὶ τῶν δημοσίων ἐξόδων, λογαριασμοὶ τῶν
1562χρηματιστικῶν πράξεων, λογαριασμοὶ τῶν προϋπολογισμῶν,
1563λογαριασμοὶ τῶν εἰδικῶν ὑπηρεσιῶν».
1564Τρίτον. Ὁ νομοθέτης δὲν παρέχει πλήρη πίστιν εἰς τοὺς
1565οὕτω συντασσομένους λογαριασμούς. Τουναντίον ὑποβάλ-
1566λει αὐτοὺς εἰς διπλοῦν ἔλεγχον, ἵνα πιστοποιηθῇ ἡ ἀκρί-
1567βεια, ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὸν ἔλεγχον ἐπιτροπῆς, καὶ ἀφ’ ἑτέ-
1568ρου εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἡ διάτα-
1569ξις τοῦ ἄρθρου 113 τοῦ λογιστικοῦ νόμου διατάσσει ῥη-
1570τῶς, ὅτι οἱ λογαριασμοὶ τῶν Ὑπουργῶν καὶ ὁ γενικὸς λο-
1571γαριασμὸς τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως ὑποβάλλονται ὑπὸ
1572τὸν ἔλεγχον ἐπιτροπῆς, συγκροτουμένης ὑπὸ Βουλευτῶν,
1573Γερουσιαστῶν καὶ μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τὰ
1574καθήκοντα τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης εἶναι, πρῶτον νὰ παρα-
1575βάλῃ τοὺς περὶ ὧν πρόκειται λογαριασμοὺς πρὸς τὸ κα-
1576θημερινὸν καὶ τὸ καθολικὸν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καὶ
1577νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι οἱ λογαριασμοὶ τῶν διαφόρων Ὑπουρ-
1578γείων συμφωνοῦσι κατὰ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν μὲ τὰς
1579ἐγγραφὰς τοῦ Λογιστηρίου, συντάσσουσα τακτικὴν ἔκθε-
1580σιν, ἥτις διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλεται
1581εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ αὐτὴ ἐπιτροπὴ ὀφείλει, δεύτερον, κατὰ
1582τὸ ἄρθρ. 114, νὰ παραβάλῃ τοὺς λογαριασμοὺς τῶν Ὑπουρ-
1583γείων πρὸς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἢ
1584πρὸς τὰς καταστάσεις τῶν ὑπολόγων, ἂν δὲν ἐξεδόθησαν
1585ἔτι αἱ ἐπ’ αὐτῶν ἀποφάσεις τοῦ Συνεδρίου, καὶ νὰ βεβαιώσῃ
1586δι’ ἐκθέσεως, ὅτι ὑπάρχει πλήρης ἀκρίβεια εἰς τοὺς λογα-
1587ριασμοὺς τοῦ Ὑπουργείου.
1588Ἀλλὰ πλὴν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, τὰ ἄρθρα 219
1589καὶ ἑπόμενα τοῦ λογιστικοῦ νόμου ὑποβάλλουσι τοὺς μνη-
1590σθέντας λογαριασμοὺς εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ
1591Συνεδρίου, ὅπερ, παραβάλλον αὐτοὺς πρὸς τὰς ἰδίας του
1592ἀποφάσεις, ἐκδίδει ἐν γενικῇ συνεδριάσει ἐπίσημον διαδήλω-
1593σιν ὅτι «ὁ οἰκονομικὸς λογαριασμὸς τῶν οἰκονομικῶν δια-
1594χειρίσεων συμφωνεῖ μὲ τὰς ἀποφάσεις του.»
1595Τέταρτον. Ὁ νόμος διατάσσει νὰ συντάσσηται κατ’
1596ἔτος ἀπολογισμὸς τῶν χρήσεων, καὶ νὰ ὑποβάλληται καὶ
1597οὗτος εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὀφείλον-
1598τος καὶ πάλιν, κατὰ τὸ ἄρθρον 222, νὰ ἐκδώσῃ ἑτέραν
1599διαδήλωσιν περὶ τῆς ὀρθότητος αὐτοῦ. Μετὰ τοῦτο ὁ ἀπο-
1600λογισμὸς εἰσάγεται διὰ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλήν, καὶ
1601κυροῦται ὑπ’ αὐτῆς.
1602Πέμπτον. Ὁ λογιστικὸς νόμος (ἄρθρ. 217) ἐπιβάλλει
1603εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλλῃ
1604ἔκθεσιν πρὸς τὸν Βασιλέα περὶ τῆς ἐν γένει καταστάσεως
1605τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, ἥτις δημοσιεύεται καὶ ὑπο-
1606βάλλεται καὶ εἰς τὴν Βουλήν.
1607Τοιαῦται, καὶ πλεῖσται ἄλλαι, εἰσὶν αἱ διατάξεις, δι’
1608ὧν ὁ νομοθέτης ἐπιζητεῖ τὸν ἀκριβῆ καὶ αὐστηρὸν ἔλεγχον
1609τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως. Ἀλλ’ ἐκτελοῦνται παρ’ ἡμῖν
1610αἱ διατάξεις αὗται; Ἄς ἐξετάσωμεν.
1611Ἀπὸ πολλῶν χρόνων συντάσσομεν προϋπολογισμούς,
1612ἐν τοῖς ὁποίοις δὲν καταχωρίζονται ὅλα τὰ ἔξοδα τοῦ Κρά-
1613τους, ἀλλὰ μόνον ἐκεῖνα, ὅσα ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ἑκά-
1614στοτε ὡς τακτικά. Περὶ τῶν ἑτέρων οὐδὲν ἐν τῷ προϋ-
1615πολογισμῷ ἀναφέρεται, ἀλλὰ ταῦτα ἐπιτρέπονται δι’ ἰδίων
1616πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι χαρακτηρίζονται ὡς ἔκτακτοι, ἐναν-
1617τίον τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ὡς ἐκτάκτους πιστώ-
1618σεις χαρακτηρίζει ἐκείνας, αἵτινες δι’ ἀπροβλέπτους ἀνάγ-
1619κας χορηγοῦνται. Πρὸ ἐτῶν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Πρω-
1620θυπουργὸν παρατηρήσεις ἐπὶ τῇ ἐλλείψει ταύτῃ, ἀλλὰ
1621μόνον ἐφέτος, κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ τοῦ
1622προϋπολογισμοῦ, ἤκουσα σκέψεις ὑπὲρ τοῦ ἑνιαίου προϋ-
1623πολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Καὶ ὅμως καὶ ἐφέτος ἀκόμη,
1624ἐμμένων εἰς τὴν πεπλανημένην αὐτοῦ γνώμην, δὲν ἐπρο-
1625νόησεν ἐν αὐτῷ τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ περὶ τοῦ
1626σιδηροδρόμου Λαρίσσης, προβάλλων ἐνδεχομένην παραχώ-
1627ρησιν αὐτοῦ. Καὶ ἐνῷ ἐμμένει εἰς τοιαύτας πεπλανημένας
1628ἰδέας, προέβη εἰς ἄλλους νεωτερισμοὺς περὶ τοῦ προϋπο-
1629λογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους, οὓς ἐγὼ δὲν ἐγκρίνω. Ἀπε-
1630χώρησεν ὅλως ἐξ αὐτοῦ τὰ ὑπὲρ τῶν δήμων ἐπιβαλλό-
1631μενα ποσοστὰ ἐκ τῶν φόρων τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευ-
1632μάτων, καὶ διὰ νόμου ἐπέτρεψε τὴν εἴσπραξιν καὶ πληρω-
1633μὴν αὐτῶν, ἐν ἀγνοίᾳ πληρεστάτῃ τοῦ Κοινοβουλίου. Κατὰ
1634τὴν ὑποβολὴν τοῦ νόμου ἐκείνου ἐζήτησα τὸν λόγον, ἀλλ’
1635ἐκωλύθην νὰ ὁμιλήσω ἕνεκα περιστάσεων. Διὰ τοῦτο
1636παρατηρῶ ἤδη, ὅτι διὰ τῆς ἐνεργείας ταύτης ὁ κ. Πρωθυ-
1637πουργὸς παρεγνώρισε τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου,
1638κατὰ τὰ ὁποῖα μόνον τῇ ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς, κατὰ πᾶν
1639ἔτος χορηγουμένῃ, ἐπιτρέπεται νὰ εἰσπράττωνται φόροι.
1640Καὶ ἐν Γαλλίᾳ εἰσπράττονται φόροι καὶ ὑπὲρ τῶν νομῶν
1641καὶ ὑπὲρ τῶν δήμων, ἀλλὰ πάντες οὗτοι καταχωροῦνται
1642ἐν ἰδιαιτέρῳ μέρει τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐπιψηφίζονται
1643ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐφέτος ἀκόμη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
1644κονομικῶν, ὁ κ. Ρουβιὲ, ἀπεφάσισε νὰ συγχωνεύσῃ τὸν προϋ-
1645πολογισμὸν, τὸν ἀφορῶντα εἰς φόρους τῶν νομῶν καὶ τῶν
1646δήμων, μετὰ τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, δὲν
1647διενοήθη ὅμως νὰ παύσῃ ὑποβάλλων τοὺς φόρους ἐκείνους
1648εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου.
1649Συντάσσεται δὲ παρ’ ἡμῖν λογαριασμὸς τῶν διαχειρί-
1650σεων τῶν Ὑπουργείων; Οὐδέποτε. Συντάσσεται οἰκονομικὸς
1651λογαριασμὸς τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως; Συντάσσεται
1652μετὰ παρέλευσιν ἐτῶν, καὶ προέβη ἡ σύνταξίς των μέχρι
1653τοῦ ἔτους 1878. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1890 ἡ ὑπηρεσία τοῦ
1654Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ Γενικὸν Λογιστήριον,
1655διευθυνόμενον καὶ τότε ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ προσώπου, ὅπερ διευ-
1656θύνει αὐτὸ καὶ σήμερον, ἐδημοσίευσεν ἐντὸς ὀλίγων σελίδων
1657τοὺς γενικοὺς λογαριασμοὺς τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως ἐξ
1658ὁλοκλήρων ἐτῶν, καὶ ὠνόμασεν αὐτοὺς γενικὴν ληψοδοσίαν
1659τοῦ Κράτους. Ἵνα δὲ κατανοήσητε τὴν σημασίαν τῶν
1660τοιούτων λογαριασμῶν, παρατηρῶ ὅτι ἕκαστος τῶν οἰκονο-
1661μικῶν λογαριασμῶν τῆς Γαλλίας σύγκειται ἐκ σελίδων
1662πλέον τῶν χιλίων μεγάλου σχήματος, οἱ δὲ ἡμέτεροι ἐξ
1663ὁλόκληρα ἔτη ἀπὸ τοῦ 1882–1887 περιέλαβον ἐντὸς
1664ὀλίγων σελίδων.
1665Ἀλλ’ ὑπεβλήθησάν ποτε παρ’ ἡμῖν οἱ τοιοῦτοι λογα-
1666ριασμοὶ τῶν Ὑπουργείων εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς νομίμου ἐπι-
1667τροπῆς ἢ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου; Οὐδέποτε. Καὶ ὅμως
1668ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ παρέχωμεν πᾶ-
1669σαν πίστιν εἰς τοὺς ἐν αὐτοῖς ἀριθμούς, θεωροῦντες αὐτοὺς
1670ἀλανθάστους! Διὰ τοῦτο, ὅτε πρό τινων ἡμερῶν ὑπεβλήθη
1671πρότασις σχετικὴ συστάσεως ἐπιτροπῆς πρὸς ἔλεγχον τῶν
1672λογαριασμῶν, ἐψήφισα ὑπὲρ αὐτῆς, οὐχὶ ἵνα προκαλέσω
1673τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συνταγματικῆς περὶ ἐξεταστικῶν ἐπι-
1674τροπῶν διατάξεως, ἀλλ’ ἵνα προκαλέσω τὴν ἐκτέλεσιν ῥη-
1675τῆς διατάξεως τοῦ λογιστικοῦ νόμου.
1676Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀπολογισμούς, συνετάχθησαν παρ’
1677ἡμῖν τοιοῦτοι ἀπὸ τοῦ 1883 μέχρι τοῦ 1890, ἀλλ’ οὐδεὶς
1678ὑπεβλήθη εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ
1679οὐδεὶς εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν. Ἂν δὲ
1680ὑπεβλήθη ποτὲ εἰς τὸν Βασιλέα ἔκθεσις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ
1681Συνεδρίου περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἀγνοῶ
1682ἐντελῶς.
1683Οὕτως ἐκτελοῦνται παρ’ ἡμῖν αἱ διατάξεις τῶν νόμων,
1684αἱ σκοποῦσαι εἰς τὸν ἀκριβῆ καὶ αὐστηρὸν ἔλεγχον τῆς
1685οἰκονομικῆς διαχειρίσεως, καὶ τοιαῦτα τὰ ἔγγραφα, ἐφ’ ὧν
1686ὀφείλομεν νὰ μελετήσωμεν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν
1687τοῦ τόπου. Ἐν τούτοις συλλέγοντες ἐξ αὐτῶν ὅσα δυνά-
1688μεθα στοιχεῖα, καὶ ὑποβάλλοντες αὐτὰ ὑπὸ ἔλεγχον
1689αὐστηρὸν, ὀφείλομεν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἔργον
1690τοῦτο.
1691Πρὸς ἀκριβῆ μελέτην τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους
1692ἀναγκαῖον θεωρῶ νὰ ἐξετάσω τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα αὐτοῦ
1693κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, καὶ ἰδίως ἀπὸ τοῦ 1882, ὅτε ἡ
1694ἐπικράτεια ἔλαβε τὴν παροῦσαν ἔκτασιν αὐτῆς, καὶ ἀφ’
1695ὅτου ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις διευθύνει τὰ ἡμέτερα σχε-
1696δὸν διαρκῶς. Ἀλλὰ πρὶν ἢ προχωρήσω, ἀνάγκη, νομίζω,
1697νὰ συνεννοηθῶμεν περὶ τῆς ἐννοίας τῶν λέξεων ἔσοδα καὶ
1698ἔξοδα πρὸς ἀποφυγὴν πάσης παρεξηγήσεως. Ἐγὼ ὡς ἔσοδον
1699θεωρῶ πᾶν ὅ,τι εἰσέρχεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ φό-
1700ρων ἢ ἐξ ἰδίων κτημάτων, ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς τὰς ἀνάγ-
1701κας τοῦ Κράτους· δὲν θεωρῶ δὲ ὡς ἔσοδα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
1702λαμβάνονται ἐκ δανείων, διότι ταῦτα ὀφείλει νὰ ἀπο-
1703δώσῃ θᾶττον ἢ βράδιον τὸ Κράτος. Καὶ λέγω τοῦτο,
1704διότι κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον ὡς ἔσοδα ἔκτακτα χα-
1705ρακτηρίζονται καὶ τὰ λαμβανόμενα ἐκ δανείων χρεωλυτι-
1706κῶν ἢ παγίων. Ὡς ἔξοδα δὲ θεωρῶ πᾶν ὅ,τι τὸ Κράτος
1707δαπανᾷ πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ποικίλων καὶ πολλαπλῶν
1708αὐτοῦ ἀναγκῶν. Δὲν ἐξετάζω, ἂν αἱ ἀνάγκαι ἦναι συνή-
1709θεις ἢ ἔκτακτοι, ὠφέλιμοι ἢ ἐπιβλαβεῖς, παραγωγικαὶ ἢ
1710ἄγονοι. Οἱαιδήποτε καὶ ἂν ὦσι, τὸ ὑπὲρ αὐτῶν δαπανώ-
1711μενον χρῆμα ἀφαιρεῖται ἀπὸ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, καὶ
1712μεταβάλλει τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν. Πρέπει ἑπομέ-
1713νως νὰ γνωρίζωμεν ἅπαντα τὰ τοιαῦτα ἔξοδα, ἵνα ἐκτιμή-
1714σωμεν δεόντως τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν. Μόνον τὰ ἐκ
1715δανείων εἰς πληρωμὴν ἄλλων δανείων διατιθέμενα δὲν
1716θεωρῶ ὡς ἔξοδα, διότι ἀποτελοῦσιν ἁπλῆν ἀντικατάστασιν
1717δανείων.
1718Ἂν ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ἐξετάσωμεν τὰ ἔσοδα καὶ
1719ἔξοδα τοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ 1882, θέλομεν εὕρει, ὅτι
1720κατὰ τὰ μνησθέντα ἔτη εἰσεπράχθησαν καὶ ἐδαπανήθησαν
1721τὰ ἑξῆς ποσά:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1722 Ἔσοδα Ἔξοδα Ἔλλειμμα
1723
17241882δρ. 58,879,495 64,129,529 5,250,034
17251883» 58,537,612 67,795,868 9,258,256
17261884» 60,744,474 91,346,783 30,602,309
17271885» 61,110,375 122,797,767 61,687,392
17281886» 63,103,691 129,717,541 66,611,850
17291887» 82,859,805 90,792,064 7,942,259
17301888» 89,551,395 108,050,858 18,499,463
17311889» 83,731,591 100,689,964 16,958,373
17321890» 79,824,101 125,856,846 46,032,745
17331891» 86,203,511 122,831,022 36,627,511
1734 724,536,0501,024,008,242299,472,192
1735Βλέπετε, Κύριοι, ἐκ τοῦ λογαριασμοῦ τούτου, ὅτι κατὰ
1736τὰ παρελθόντα ταῦτα δέκα ἔτη, τὰ ἡμέτερα ἔξοδα κατὰ
1737πολὺ ὑπερέβησαν τὰ ἔσοδα ἡμῶν, ἂν καὶ φόροι βαρύτα-
1738τοι ἐπεβλήθησαν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο. Τὸ ὅλον τῶν
1739κατὰ τὴν δεκαετίαν δαπανηθέντων πλέον τῶν ἐσόδων ἡμῶν
1740ἀνέρχεται εἰς τὸ κολοσσιαῖον ποσὸν τῶν 299,472,192,
1741ἤτοι εἰς 300 σχεδὸν ἑκατομμύρια. Ἰδοὺ τίς εἶναι ἡ ἀκρι-
1742βὴς ἔννοια τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς παρούσης Κυ-
1743βερνήσεως· συνίσταται εἰς τὴν δαπάνην 300 ἑκατομμυ-
1744ρίων πλέον τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους.
1745Ἀλλὰ πόθεν ἆρά γε ἠδυνήθη τὸ Κράτος νὰ πορισθῇ τὰ
1746300,000,000 ταῦτα, τὰ ὁποῖα πλέον τῶν ἐσόδων αὑτοῦ
1747ἐδαπάνησε; Βεβαίως κατὰ πρῶτον λόγον τὰ ἐπορίσθη ἐκ
1748παγίων καὶ χρεωλυτικῶν δανείων. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν,
1749κύριοι Βουλευταί, τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν αὐτῶν ἐτῶν, τί
1750θέλομεν ἀνεύρει; Ὅτι τὸ Κράτος κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο
1751τῆς δεκαετίας εἰσέπραξεν ἐκ μόνων τῶν παγίων καὶ χρεω-
1752λυτικῶν δανείων δρ. 336,346,000. Καὶ λέγω κατὰ τοὺς
1753ἀπολογισμοὺς, διότι θὰ ἴδητε κατόπιν, ὅτι καταγγέλλον-
1754ται οἱ ἀπολογισμοὶ ὡς λελανθασμένοι ὑπ’ αὐτῶν τῶν κατα-
1755στάσεων, τὰς ὁποίας περιέχει τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολο-
1756γισμοῦ. Εἰσεπράχθησον λοιπὸν ἐκ δανείων 336,346,000.
1757Ἀλλ’ ἐκ τῶν χρημάτων τούτων 100,346,000 ἐδαπανή-
1758θησαν εἰς πληρωμὴν ἄλλων δανείων, καὶ οὐχὶ εἰς πληρω-
1759μὴν τῶν ἐλλειμμάτων, ἑπομένως οὐδόλως δύνανται νὰ
1760ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τούτων τί μένει
1761ἐκ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευσαν εἰς πληρωμὴν
1762τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ Κράτους; 235,907,777. Ἀλλὰ
1763τὸ ἔλλειμμα, Κύριοι, τῶν ἐτῶν τῆς δεκαετίας ἀνέρχεται,
1764ὡς εἴδομεν, εἰς 299,472,192, ἑπομένως καὶ μετὰ τὴν ἀφαί-
1765ρεσιν τῶν 235,997,000 μένει ὑπόλοιπον ἐλλείμματος
176663,474,415. Πόθεν, ἐρωτῶ, ἐπληρώθη τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο;
1767Διότι βεβαίως τὸ ποσὸν τοῦτο τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐξώ-
1768φλησε καθ’ ὁλοκληρίαν. Πόθεν ὅμως τὸ δημόσιον ταμεῖον
1769ἐπορίσθη τὰ χρήματα πρὸς ἐξόφλησιν αὐτοῦ;
1770Ἐκ τῆς ἀπορίας, Κύριοι, ταύτης κατανοεῖτε ἀμέσως,
1771ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ ἔχῃ ἀκριβῆ γνῶσιν τῆς οἰκονομι-
1772κῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν ἕνα
1773μόνον προϋπολογισμὸν, καὶ μάλιστα μὴ ἐκτελεσθέντα ἔτι,
1774ὡς τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἀλλ’ οὐδὲ πλείονες προϋπολογι-
1775σμοὶ ἢ ἀπολογισμοὶ ἀρκοῦσι πρὸς τοῦτο. Ἵνα δυνηθῇ τις
1776νὰ σχηματίσῃ σαφῆ γνῶσιν περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν
1777πραγμάτων, εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίσῃ προσέτι ἀκριβῶς καὶ
1778τὴν ταμειακὴν ἡμῶν διαχείρισιν. Βλέπετε, ὅτι γνωρίζο-
1779μεν ἀκριβῶς τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα δέκα κατὰ συνέ-
1780χειαν χρήσεων, καὶ φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι
178163,474,415 δραχμαὶ ἐπληρώθησαν οὐχὶ ἐκ τῶν ἐσόδων
1782τῶν προϋπολογισμῶν τούτων, τακτικῶν ἢ ἐκτάκτων, ἀλλ’
1783ἐξ ἄλλης ἀγνώστου πηγῆς. Τί ἐστὶν ὅμως ταμειακὴ δια-
1784χείρισις καὶ ἐν ποίᾳ σχέσει εὑρίσκεται αὕτη μὲ τοὺς προϋ-
1785πολογισμοὺς καὶ ἀπολογισμοὺς τοῦ Κράτους; Νομίζω
1786ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τοῦ ἀντικειμέ-
1787νου τούτου, διότι ἔχω τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι οὐδὲ ὀρθαὶ
1788οὐδὲ σαφεῖς ἰδέαι περὶ αὐτοῦ κρατοῦσιν ἐν τῷ Κοινοβου-
1789λίῳ τούτῳ.
1790Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους σκοπὸν ἔχει νὰ προσ-
1791διορίσῃ τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα αὐτοῦ ἐντὸς ὡρισμένου χρονι-
1792κοῦ διαστήματος· παρελθόντος δὲ τοῦ χρόνου τούτου, ὁ
1793προϋπολογισμὸς ἐκλείπει, ἀποθνήσκει, καὶ ἕτερος προϋπο-
1794λογισμὸς τὸν διαδέχεται. Τοὐναντίον, ἔργον τοῦ ταμείου
1795εἶναι νὰ εἰσπράττῃ διαρκῶς οὐ μόνον πάντα τὰ ἐν τῷ
1796προϋπολογισμῷ σημειούμενα ἔσοδα, τακτικὰ ἢ ἔκτακτα,
1797ἀλλὰ καὶ πάντα ἐν γένει τὰ λοιπὰ χρήματα, ὅσα περιέρ-
1798χονται εἰς τὴν κυριότητα, ἢ εἰς τὴν ἁπλῆν κατοχὴν τοῦ
1799Κράτους, νὰ πληρόνῃ δὲ οὐ μόνον τὰ ἐν τῷ προϋπολογι-
1800σμῷ σημειούμενα ἔξοδα, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν ἄλλην δαπάνην
1801ἐπιβαλλομένην νομίμως εἰς τὸ Κράτος. Ἐκ τούτων βλέ-
1802πετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὑπάρχουσιν ἔσοδα εἰσερχόμενα
1803εἰς τὸ ταμεῖον, καὶ ἔξοδα ἐξερχόμενα ἐξ αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα
1804δὲν περιέχονται εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ ἀπολογι-
1805σμοὺς τοῦ Κράτους.
1806Ἀλλὰ τίνα εἰσὶ τὰ χρήματα ταῦτα, ἅτινα, ἐκτὸς τῶν
1807ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς ἀναφερομένων, ὀφείλει νὰ εἰσ-
1808πράξῃ ἢ νὰ πληρώσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ διατί δὲν
1809ἐγγράφονται καὶ ταῦτα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ; Τοιαῦτα
1810εἶναι πρῶτον ἐκεῖνα, ἅτινα διάφοροι ἰδιῶται καταθέτουσιν
1811εἰς τὸ ταμεῖον προσωρινῶς, διὰ διαφόρους λόγους, ὡς π. χ.
1812ἵνα πληρωθῶσιν εἰς ἕτερον ταμεῖον, ἵνα φυλαχθῶσι, κτλ.
1813Περὶ ὅλων τούτων καὶ ἀδύνατον εἶναι νὰ γείνῃ μνεία
1814ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διότι ἀδύνατον εἶναι νὰ προΐδῃ τις
1815πότε θὰ γείνωσι τοιαῦται καταθέσεις ἢ ἀποδόσεις, καὶ
1816ἀνωφελὲς εἶναι νὰ γείνῃ τοιαύτη μνεία, διότι δὲν πρό-
1817κειται περὶ δημοσίων χρημάτων, περὶ ὧν προώρισται νὰ
1818μεριμνήσῃ ὁ προϋπολογισμός.
1819Δευτέρα κατηγορία τοιούτων χρημάτων εἶναι ἐκεῖνα,
1820ἅτινα εἰσέρχονται εἰς τὸ ταμεῖον ἐκ δανείων, τὰ ὁποῖα δυ-
1821νάμει τῶν νόμων συνομολογεῖ τὸ Κράτος. Ἀλλ’ ἐνταῦθα
1822μία διάκρισις εἶναι ἀναγκαία. Τὰ ἐκ παγίων ἢ χρεω-
1823λυτικῶν δανείων εἰσερχόμενα ἀναγράφονται εἰς τὸν ἀπο-
1824λογισμὸν πάντοτε, καὶ πολλάκις καὶ εἰς αὐτὸν τὸν προϋ-
1825πολογισμόν, ὡς ἔκτακτα ἔσοδα τῶν χρήσεων. Ταῦτα
1826λοιπὸν εἰσπράττονται δυνάμει τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ
1827ἀποτελοῦσι μέρος τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ. Ἐκτὸς τῆς ἐκτε-
1828λέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰσπράττει τὸ δημόσιον τα-
1829μεῖον μόνον τὰ προσωρινὰ δάνεια, ἅτινα ἐπὶ τόκῳ καὶ ἐπὶ
1830προσεχεῖ αὐτῶν ἀποδόσει εἰσέρχονται εἰς τὸ δημόσιον
1831ταμεῖον. Περὶ τῶν τοιούτων δανείων οὐδένα ὁ προϋπολο-
1832γισμὸς ποιεῖται λόγον, διότι ἄγνωστος εἶναι ὁ χρόνος
1833τῆς λήψεως ἢ ἀποδόσεως, αὐτῶν, σημειοῦται δὲ μόνον ἐν
1834τῷ προϋπολογισμῷ ὁ δι’ αὐτὰ τυχὸν πληρωθησόμενος
1835τόκος. Τὰ δάνεια ταῦτα περιέχονται μόνον εἰς τὴν τα-
1836μειακὴν διαχείρισιν, καὶ εἶναι τοιαύτη ἡ ἀναγκαστικὴ κυ-
1837κλοφορία, τὰ ἔντοκα γραμμάτια, αἱ διάφοροι προκατα-
1838βολαὶ καὶ τὰ τοιαῦτα. Καὶ ταῦτα ὀνομάζονται, Κύριοι,
1839κυμαῖνον χρέος, καὶ ἠπόρησα ἀκούσας προχθὲς τὸν κύριον
1840Πρωθυπουργὸν ὑποστηρίξαντα, καὶ μὴ ἀντικρουσθέντα, ὅτι
1841ἅπασα ἡ ἐν τῷ ταμείῳ διαχείρισις δύναται νὰ χαρακτη-
1842ρισθῇ ὡς κυμαῖνον χρέος. Κυμαῖνον χρέος, ὡς καὶ ἐκ τοῦ
1843ὀνόματός του ἐξάγεται, εἶναι μόνον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λόγῳ
1844δανείου λαμβάνει τὸ Κράτος. Τοῦτο δὲ καὶ ἐξ αὐτοῦ
1845τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀμέσως προκύπτει, ὁ ὁποῖος προ-
1846βλέπει ἰδιαιτέρως περὶ τοῦ τόκου τοῦ κυμαίνοντος χρέους,
1847καὶ ἰδιαιτέρως περὶ τοῦ τόκου τῶν χρηματικῶν ἐγ-
1848γυήσεων.
1849Ἐκτὸς, Κύριοι, τῶν χρηματικῶν τούτων ποσῶν ἀνα-
1850τίθεται εἰς τὸ ταμεῖον ἐνίοτε ὁ λογαριασμὸς τῆς διεξαγω-
1851γῆς ὑπηρεσιῶν τινων, αἵτινες ἐκτελοῦνται διὰ πολλῶν
1852πληρωμῶν καὶ εἰσπράξεων, περὶ τῶν ὁποίων καὶ δύσκολον
1853καὶ περίπλοκον εἶναι ἐπίσης νὰ προβλέψῃ ὁ προϋπολογι-
1854σμός. Ταῦτα εἶναι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα, ἐκτὸς τῶν ἐν
1855τῷ προϋπολογισμῷ ἀναφερομένων, εἰσπράττει τὸ δημό-
1856σιον ταμεῖον· ἐννοεῖται δὲ, ὅτι πάντα ταῦτα ἐκεῖ συγκεν-
1857τροῦνται εἰς ἓν σύνολον, καὶ ἐκ τοῦ συνόλου τούτου γίνον-
1858ται κατὰ τὸν προσήκοντα χρόνον αἱ διάφοροι πληρωμαὶ
1859τοῦ Κράτους.
1860Τούτων οὕτως ἐχόντων, ποία τώρα ἡ σχέσις τοῦ προϋ-
1861πολογισμοῦ πρὸς τὴν ταμειακὴν διαχείρισιν; Τὴν σχέσιν,
1862Κύριοι, ταύτην ἐπιτυχῶς παρέστησαν διὰ τῆς σχέσεως
1863πελάτου πρὸς τραπεζίτην, οἷοι ὑπάρχουσιν ἐν Εὐρώπῃ, πε-
1864λάτου πρὸς γενικὸν καὶ εἰδικὸν πληρεξούσιον, οἷος δύνα-
1865ται νὰ ὑπάρξῃ παρ’ ἡμῖν. Ὅπως ὁ τραπεζίτης εἰσπράττει
1866ἅπαντα τὰ ἔσοδα τοῦ πελάτου, καὶ πληρόνει ἁπάσας τὰς
1867δαπάνας αὐτοῦ, δύναται δὲ καὶ ἐξ ἰδίων νὰ πράξῃ τοῦτο,
1868δύναται καὶ δάνεια διὰ λογαριασμὸν τοῦ πελάτου νὰ συνομολο-
1869γήσῃ, οὕτω καὶ τὸ ταμεῖον εἰσπράττει ὅλα τὰ ἔσοδα τοῦ
1870προϋπολογισμοῦ, οἷα καὶ τὰ ἐκ παγίων ἢ χρεωλυτικῶν δα-
1871νείων προερχόμενα, καὶ πληρόνει ὅλα τὰ ἔξοδα τοῦ προϋ-
1872πολογισμοῦ. Καὶ ὅταν μὲν τὰ ἔσοδα ᾖναι πλείονα τῶν
1873ἐξόδων, ἐν τέλει τοῦ λογαριασμοῦ τὸ ταμεῖον χρεοῦται ἀπέναντι
1874τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅταν δὲ τὰ ἔξοδα ᾖναι μείζονα τῶν
1875ἐσόδων, τὸ ταμεῖον πιστοῦται ἀπέναντι τοῦ προϋπολογι-
1876σμοῦ. Τὸ τελικὸν λοιπὸν συμπέρασμα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ
1877προϋπολογισμοῦ εἶναι ἢ ἡ πίστωσις ἢ ἡ χρέωσις τοῦ τα-
1878μείου ἀπέναντι τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἂν δὲν ἐπέλθῃ πλῆ-
1879ρες ἰσοζύγιον ἐσόδων καὶ ἐξόδων.
1880Ἐκ τῶν περὶ τῆς σχέσεως μεταξὺ προϋπολογισμοῦ καὶ
1881ταμείου ἐν συντόμῳ ἐκτεθέντων ἐξάγεται, ὅτι, ἵνα γνω-
1882ρίσῃ τις τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν οἱουδήποτε Κράτους,
1883εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ γνωρίζῃ τὰ ἑξῆς: αʹ) Τίνα εἰσὶ
1884τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκτελέσεως πάντων τῶν προϋπολο-
1885γισμῶν τοῦ Κράτους, καὶ ποῖον τὸ τελικὸν ἀποτέλεσμα
1886τῆς ἐξ αὐτῶν πιστοχρεώσεως τοῦ δημοσίου ταμείου· βʹ)
1887Πόσα χρήματα εἰσῆλθον εἰς τὸ ταμεῖον ἐκ τῶν διαφόρων
1888ἄλλων ἐκείνων πηγῶν, καὶ πόσα ἐξ αὐτῶν διετέθησαν πρὸς
1889πληρωμὴν νομίμων ὀφειλῶν τοῦ Κράτους· καὶ γʹ) Ἐὰν τὰ
1890ὑπόλοιπα χρήματα εὑρίσκωνται πράγματι εἰς τὸ ταμεῖον,
1891ἢ μήπως ἐξέλιπον ἕνεκεν ἀφερεγγυότητος τῶν ὀφειλετῶν, ἢ
1892ἕνεκα κλοπῶν, καταχρήσεων, ἢ ἄλλων λόγων. Περὶ τού-
1893των πάντων πλήρεις καὶ σαφεῖς χορηγοῦσι πληροφορίας
1894οἱ εἰς τὰ πεπολιτισμένα κράτη συντασσόμενοι γενικοὶ λο-
1895γαριασμοὶ τῶν οἰκονομικῶν διαχειρίσεων· ἀλλ’ οἱ ἡμέτε-
1896ροι λογαριασμοὶ δὲν περιέχουσι τοιαύτας ἀσφαλεῖς πλη-
1897ροφορίας, καὶ μάλιστα οἱ ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ
1898ἐπισυνημμένοι. Καὶ ὅμως ἐξ αὐτῶν πρέπει νὰ προσπαθή-
1899σωμεν νὰ ἐξεύρωμεν καὶ νὰ γνωρίσωμεν ἀσφαλῶς, ποία
1900εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις!
1901Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς χρήσεις ἀπὸ τοῦ 1882–1891,
1902εἶπον ἤδη πρὸς ὑμᾶς, ὁποῖον εἶναι τὸ ἐξαγόμενον τῆς ἐκτε-
1903λέσεως τῶν προϋπολογισμῶν, ὅτι δηλ. καὶ μετὰ τὴν ἀφαί-
1904ρεσιν τῶν ἐκ δανείων ἐκτάκτων ἐσόδων τὸ ταμεῖον ἔχει
1905λαμβάνειν ἀπὸ τοὺς προϋπολογισμοὺς αὐτοὺς, ἤτοι ὑπάρ-
1906χει ἔλλειμμα τῶν προϋπολογισμῶν τούτων ἐκ δραχμῶν
190763,474,415. Ἀλλ’ οἱ προηγούμενοι τοῦ 1882 προϋπο-
1908λογισμοὶ τίνα δίδουσιν ἀποτελέσματα;
1909Ἕκαστος γενικὸς λογαριασμὸς παριστᾷ μόνην τὴν δια-
1910χείρισιν τοῦ προηγουμένου ἔτους, ἑπομένως δὲν δύναται
1911νὰ παράσχῃ ἡμῖν πληροφορίαν, ὁποία εἶναι ἡ παροῦσα
1912τῶν οἰκονομικῶν κατάστασις. Πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ συνδε-
1913θῶσιν οἱ λογαριασμοὶ οὗτοι πρὸς ἀλλήλους οὕτως, ὥστε τὰ ἀπο-
1914τελέσματα τοῦ ἑνὸς νὰ μεταφέρωνται εἰς τὸν ἄλλον καὶ
1915διαδοχικῶς μέχρι τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἀλλ’ οἱ ἡμέτεροι
1916λογαριασμοὶ εἶχον φθάσει μέχρι τοῦ 1878, ἐξηκολούθησαν δὲ
1917ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1887, καὶ διεκόπησαν ἔκτοτε.
1918Πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ κενοῦ τούτου ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουρ-
1919γείου συνέταξε μίαν καὶ μόνην κατάστασιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ
1920περιέλαβε τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τριῶν ὁλοκλήρων
1921ἐτῶν, 1879, 1880, 1881, συνεδύασε τ’ ἀποτελέσματα αὐ-
1922τῶν μὲ τοὺς λογαριασμοὺς τῶν ἐτῶν 1888–1887, οὓς εἶχε καὶ
1923ἄλλοτε δημοσιεύσει, προσέθεσεν ἀνὰ μίαν κατάστασιν διὰ
1924τὴν διαχείρισιν ἑκάστου τῶν ἐτῶν 1888–1892, καὶ
1925τοιουτοτρόπως ἐνόμισεν, ὅτι δύναται νὰ παραστήσῃ ἀσφα-
1926λῶς τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν
1927πραγμάτων.
1928Ἀλλ’ ὅπως συνετάχθησαν οἱ λογαριασμοὶ οὗτοι, κατεβλήθη
1929τοὐλάχιστον ἡ φροντὶς, ἵνα σαφῶς ἐκτεθῶσι τὰ περιεχό-
1930μενα ἐν αὐτοῖς; Πρὸς τοῦτο ἔπρεπε τοὐλάχιστον, μεταφέ-
1931ροντες τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1881 εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ
19321882, ν’ ἀκολουθήσωσι τὴν αὐτὴν σειρὰν τῶν λογαριασμῶν τοῦ
1933Κράτους, ὥστε εὐχερῶς νὰ δύναταί τις νὰ παρακολουθήσῃ
1934τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξιν αὐτῶν. Καὶ ὅμως τί βλέπομεν,
1935Κύριοι; Ἄλλη σειρὰ λογαριασμῶν ὑπάρχει εἰς τὴν κατά-
1936στασιν, τὴν περιέχουσαν τὴν διαχείρισιν τῶν ἐτῶν 1878 ἕως
19371881, καὶ ἄλλη εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ ἔτους 1882, ἐν
1938τῇ ὁποίᾳ ἔπρεπε νὰ μεταχθῶσι τ’ ἀποτελέσματα τῆς προη-
1939γουμένης. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ διῄρεσαν ἐνίοτε
1940αὐθαιρέτως, καὶ ἄνευ λόγου τινὸς, ἕνα λογαριασμὸν τῆς
1941προηγουμένης καταστάσεως, εἰς πλείονας λογαριασμοὺς ἐν
1942τῇ ἑπομένῃ καταστάσει. Οὕτω λ. χ. εἰς τὴν κατάστασιν
1943τοῦ 1881 ὑπάρχει λογαριασμὸς, ὑπὸ τὸ ὄνομα «διάφοροι
1944λογαριασμοὶ», ὅστις χρεοῦται μὲ 14,860,502. Λαμβάνετε ὑπ’
1945ὄψιν τὴν κατάστασιν τοῦ 1882, καὶ εὑρίσκετε, ὅτι ὁ λο-
1946γαριασμὸς οὗτος, ὁ ὑπὸ τὸ ὄνομα «διάφοροι λογαριασμοὶ», χρε-
1947οῦται μὲ μόνον 2,282,200. Τὰ 14,860,502 μεταβάλλον-
1948ται εἰς 2,282,200. Τί θέλει τις ὑποθέσει ἀμέσως; Ὅτι
1949κἄτι λάθος συμβαίνει. Ἀλλ’ ἐδόθησαν ἐξηγήσεις· δὲν εἶναι
1950λάθος· τὰ ὑπόλοιπα 12 περίπου ἑκατομμύρια περιελήφθη-
1951σαν εἰς δύο ἄλλους λογαριασμούς: «Προμήθειαι τοῦ Ὑπουρ-
1952γείου τῶν Στρατιωτικῶν 7,047,305, καὶ τοῦ Ὑπουργείου
1953τῶν Ναυτικῶν 5,589,634.» Καὶ οἱ ἐντριβέστεροι, Κύριοι,
1954περὶ τὰ λογιστικὰ δὲν ἤθελον δυνηθῆ νὰ ἐννοήσωσι τὰς
1955ἀλλοκότους αὐτὰς καὶ ἀδικαιολογήτους μεταβολάς.
1956Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὀφείλομεν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν
1957τῶν λογαριασμῶν νὰ δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν, τί; Τὰ ἀπο-
1958τελέσματα τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ Κράτους μέχρι τοῦ
1959ἔτους 1882. Τ’ ἀποτελέσματα μέχρι τοῦ ἔτους 1877 περιέ-
1960χει ὁ γενικὸς οἰκονομικὸς λογαριασμὸς τοῦ 1878, καὶ ἀνέρχον-
1961ται εἰς περίσσευμα 16,057,432, ὅπερ μεταφέρεται ἀκρι-
1962βῶς εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ 1881, ὑπὸ τὸ ὄνομα «ἀποτε-
1963λέσματα ἀπολογισμοῦ», σημειοῦται δὲ καὶ κάτωθι τῆς
1964καταστάσεως τοῦ 1882, μετατρεπόμενον εἰς νέας δραχμὰς
196514,336,993. Ἔχομεν λοιπὸν εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως τοῦ
19661877 περίσσευμα ἐκ δραχμῶν νέων 14,356,993. Πρέπει
1967λοιπὸν εἰς τὸ περίσσευμα τοῦτο τοῦ ἔτους 1877 νὰ ὑπο-
1968λογίσωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ
19691878, 1879, 1880 καὶ 1881, διότι, ὡς γνωστὸν, τὰ ἀπο-
1970τελέσματα τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1891
1971ἀνεύρομεν ἤδη ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ Κράτους.
1972Ὅθεν, ὁποῖον τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
19731878; Κατὰ τὴν κατάστασιν τοῦ 1881, τὸ 1878 ἀφῆκε
1974περίσσευμα δραχμὰς 925,216. Ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα
1975τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879; Κατὰ τὴν ἰδίαν κατάστα-
1976σιν, περίσσευμα δραχ. 33,216,820, ἤτοι τὸ ὅλον περίσ-
1977σευμα μέχρι τοῦ 1879 δραχμαὶ παλαιαὶ 50,199,468.
1978Ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ 1880; Τὸ 1880 κατέλιπεν ἔλ-
1979λειμμα 39,032,052 κατ’ αὐτὴν τὴν ἰδίαν κατάστασιν.
1980Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν, Κύριοι, ἀπὸ τὰ 50,199,468 τοῦ περισ-
1981σεύματος τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ τῶν 39,032,052, ὑπολείπε-
1982ται περίσσευμα τῶν προϋπολογισμῶν μέχρι τοῦ 1880 δραχ.
198311,167,416, ἤτοι νέαι δραχμαὶ 9,306,018. Καὶ ὅμως, ἄν
1984λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐν τῷ τεύχει τοῦ προυπολογισμοῦ
1985κατάστασιν τοῦ 1882, τί θέλετε εὕρει ἐν μιᾷ κάτωθι ὑπο-
1986σημειώσει; Θέλετε εὕρει, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν μέχρι
1987τοῦ 1880 ἀπολογισμῶν εἶναι χρέωσις ἐκ δρ. 4,366,085.
1988Ἐνῷ δηλ. τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι περίσσευμα 9,306,018,
1989ἡ κατάστασις ἀναφέρει ἔλλειμμα δραχμῶν 4,366.085.
1990Ἐγώ, Κύριοι, ἀγορεύω, σκοπῶν ἵνα παραστήσω ὄχι εὐάρε-
1991στον τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, καὶ τὸ λάθος αὐτὸ
1992τῆς καταστάσεως τοῦ Ὑπουργείου μὲ διευκολύνει εἰς τὸ νὰ
1993φθάσω ἀσφαλέστερον εἰς τὸ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα, διότι
1994αἱ χρεώσεις, τὰ ἐλλείμματα, παρίστανται μεγαλείτερα.
1995Ἀλλ’ ἐνταῦθα ἐπιζητοῦμεν, καὶ πρέπει νὰ ἐπιζητῶμεν, τὴν
1996ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυ-
1997πουργὸν, πῶς τὸ περίσσευμα τῶν προϋπολογισμῶν μέχρι
1998τοῦ 1880, τὸ συνιστάμενον εἰς 9,306,018, πῶς, λέγω, αὐτὸ
1999τὸ περίσσευμα μεταβάλλεται ἐν τῇ καταστάσει τοῦ 1882
2000εἰς ἔλλειμμα;
2001Καὶ δὲν περιέχει μόνην ταύτην τὴν ἔλλειψιν ἡ κατά-
2002στασις αὕτη τοῦ ἔτους 1882. Ἡ κατάστασις αὕτη κατα-
2003λογίζει εἰς τὰ ἐλλείμματα τῶν πρὸ τοῦ 1882 προϋπολο-
2004γισμῶν διὰ μὲν στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς δαπάνας χρέω-
2005σιν δρ. 45,876,499, διὰ δὲ καταθέσεις Τραπεζῶν χρέωσιν
2006δραχ. 15,306,438. Τίνα σχέσιν ἔχουσιν, ἐρωτῶ, οἱ ὑπο-
2007λογισμοὶ πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν προϋπο-
2008λογισμῶν μὲ δαπάνας μὴ ἀναφερομένας ἐν τοῖς προϋπο-
2009λογισμοῖς; Αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι κατέστησαν ἀνείσπρακτοι
2010καὶ ἀποσβεστέαι, δύνανται βεβαίως νὰ καταλογισθῶσιν εἰς
2011τὰ ἐλλείμματα τῶν προϋπολογισμῶν· ἀλλὰ δύναται νὰ
2012πράξῃ τοῦτο ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομι-
2013κῶν; Βεβαίως ὄχι.
2014§52ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι
2015τὸ προϊὸν τοῦ δανείου τῶν 120,000,000.
2016§53ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἦναι τὸ
2017προϊὸν τοῦ δανείου. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀδιάφορον. Εἰς οὐ-
2018δεμίαν περίπτωσιν δύναται μόνη ἡ ὑπηρεσία νὰ καταλο-
2019γίσῃ αὐτὴν εἰς τὰ ἐλλείμματα. Ὁποῖαι δὲ εἶναι, ἐρωτῶ,
2020αἱ δαπάναι αὗται τῶν 45,876,499, καὶ πῶς ἐδαπανήθη-
2021σαν, καὶ πῶς δὲν ἐτακτοποιήθησαν μέχρι τοῦδε; Ὁποία
2022δὲ ἡ ἄλλη ἐκείνη χρέωσις τῶν Τραπεζῶν ἐκ δραχμῶν
202315,306,438 ἐκ καταθέσεων πρὸς πληρωμὴν τῶν δανείων,
2024χωρὶς νὰ φαίνηται ποῦ ἐδαπανήθησαν; Ἀπορία ἀληθῶς
2025καταλαμβάνει ἕκαστον, πῶς, προκειμένου περὶ τοιούτων
2026ποσῶν, ἀναγράφεται ἁπλῶς ἡ χρέωσις, χωρὶς νὰ προκύ-
2027πτῃ, τί ἐγένοντο τὰ δοθέντα χρήματα. Ἀλλ’ ἔστω, παρα-
2028δέχομαι, ὅτι καλῶς ἐδαπανήθησαν τὰ χρήματα καὶ ὁ
2029λογαριασμὸς μένει ἐκκρεμὴς ἕνεκα μὴ τακτοποιήσεως
2030αὐτῶν...
2031§54ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δαπάναι ἐπιστρατείας.
2032§55ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀδιάφορον τί εἶναι... Δύνα-
2033ται τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ καταλογίσῃ ἡ ὑπηρεσία εἰς τὰ ἐλ-
2034λείμματα; Ποσῶς, Κύριοι. Ἵνα γείνῃ τοῦτο, εἶναι ἀνάγκη
2035νόμου. Μόνον διὰ νόμου δύναται ἀπαίτησις τοῦ Δημοσίου
2036νὰ θεωρηθῇ ἀποσβεστέα, καὶ νὰ καταλογισθῇ εἰς τὰ ἐλ-
2037λείμματα τῶν προϋπολογισμῶν. Εὑρίσκομεν μάλιστα καὶ
2038παραδείγματα τοιούτων διὰ νόμου καταλογισμῶν ἐν ἄλλῳ
2039Κράτει. Εἰς τὴν Γαλλίαν κατὰ τὸ 1888 δάνεια, δοθέντα
2040πρὸς ὑποστήριξιν τῆς βιομηχανίας, κατέστη ἀδύνατον νὰ
2041ἐπιστραφῶσι, διότι ἐχρεωκόπησαν οἱ λαβόντες αὐτά.
2042Ἐθεωρήθη περιττὸν νὰ σημειῶται ἡ ἀπαίτησις αὕτη, ἡ
2043ἐντελῶς ἀνύπαρκτος, καὶ συνεπῶς, διὰ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ
2044οἰκονομικοῦ νόμου τοῦ ἔτους ἐκείνου, ἐπετράπη εἰς τὴν
2045Κυβέρνησιν νὰ καταλογίσῃ τὴν ἀπαίτησιν αὐτὴν εἰς τὰ
2046ἐλλείμματα, καὶ τὴν διαγράψῃ ἐκ τοῦ λογαριασμοῦ.
2047Καὶ κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος 1887 τοῦτ’ αὐτὸ ἔλαβε
2048χώραν, προκειμένου περὶ τῆς καθ’ ἡμῶν ἀπαιτήσεως τῆς
2049Γαλλίας, ὡς ἐκ τῆς ἐγγυήσεως τοῦ ἡμετέρου δανείου τῶν
205060 ἑκατομμυρίων. Εἶχε νὰ λαμβάνῃ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρ-
2051νησις 27,000,000 περίπου, διότι ἐπλήρωσε λόγῳ τῆς ἐγ-
2052γυήσεως, ἀπέναντι δὲ τοῦ ποσοῦ τούτου συνεφωνήθη, ὡς
2053γνωστὸν, νὰ λαμβάνῃ 200,000 φρ. κατ’ ἔτος. Ἐσκέφθησαν,
2054ὅτι μάταιον εἶναι νὰ ἐξακολουθῶσιν ἐγγράφοντες τὴν ἀπαί-
2055τησιν ταύτην ἐπὶ 135 περίπου ἔτη μέχρις ἐξοφλήσεως αὐτῆς,
2056δι’ ὃ, διὰ τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ οἰκονομικοῦ νόμου τοῦ ἔτους
2057ἐκείνου ἐπετράπη εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαγράψῃ τὸ
2058κεφάλαιον τοῦτο ἐκ τῶν λογιστικῶν βιβλίων, νὰ ἐγγράψῃ
2059δὲ τὸ ἔσοδον τῶν 200,000 φράγκων εἰς τὸ κεφάλαιον «διά-
2060φορα ἔσοδα».
2061Οὕτω πράττουσι τὰ Κράτη, τὰ τηροῦντα ἀκριβῶς τὰς
2062λογιστικὰς διατάξεις. Δὲν ἐπιτρέπεται ἐκεῖ εἰς τὴν ὑπη-
2063ρεσίαν τοῦ Λογιστηρίου νὰ καταλογίζῃ αὐθαιρέτως διὰ
2064μιᾶς ἁπλῆς σημειώσεως 50 ἑκατομμύρια εἰς τὰ ἐλλείμ-
2065ματα ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξηγήσεως. Ἄπορον ἰδίως εἶναι, πῶς
2066δὲν ἐτακτοποιήθησαν τὰ 15 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἅτινα
2067ἐδόθησαν εἰς τὴν Τράπεζαν πρὸς πληρωμὴν τῶν ἠγγυημένων
2068δανείων. Τί ἔγειναν τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα; Ἐὰν ἡ Τράπεζα
2069τὰ ἐδαπάνησεν, ἔπρεπε νὰ πιστωθῇ εἰς τὸν λογαριασμὸν, καὶ
2070νὰ ἐξισωθῇ οὗτος. Ἐὰν τὰ ἐδαπάνησε χάριν τῶν δανείων,
2071ἔπρεπεν ἡ δαπάνη νὰ περιληφθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν
2072καὶ ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου. Πῶς γίνονται ἀνείσ-
2073πρακτα τὰ 15 ταῦτα ἑκατομμύρια καὶ διαγράφονται ἐκ
2074τῶν βιβλίων τοῦ Κράτους; Βεβαίως κἄτι τι συμβαίνει.
2075Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὀφείλῃ ἡ Τράπεζα 15,306,438 καὶ
2076νὰ μὴ τὰ πληρόνῃ. Ἀλλὰ πῶς ἡ ἀταξία αὐτή; Δυνά-
2077μεθα ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων λογαριασμῶν νὰ σχηματί-
2078σωμεν ἡμεῖς ὀρθὴν γνώμην περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν
2079πραγμάτων;
2080Ἔχομεν λοιπὸν τοιουτοτρόπως περίσσευμα τοῦ προϋ-
2081πολογισμοῦ μέχρι τοῦ 1880 δρ. 9,306,018. Ποῖον εἶναι
2082τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881; Ἀναγρά-
2083φεται εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ 1882, καὶ ἀνέρχεται εἰς
20844,889,483. Ἐὰν προσθέσωμεν τὸ περίσσευμα τοῦτο εἰς
2085ἐκεῖνο, ἔχομεν περίσσευμα τῶν πρὸ τοῦ 1882 προϋπολο-
2086γισμῶν ἐκ δραχ. 13,795,501. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὸ περίσ-
2087σευμα τοῦτο ἀπὸ τὸ ἔλλειμμα τῶν δέκα ἑπομένων προϋπο-
2088λογισμῶν ἐκ δραχμῶν 63,474,415, ποῖον ὑπολείπεται ἔλ-
2089λειμμα; Ὑπολείπεται ἔλλειμμα ὅλων τῶν προϋπολογι-
2090σμῶν τοῦ Κράτους μέχρι τοῦ 1891 δρ. 49,478,914.
2091Ἐὰν τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἦτο πραγματικὸν, ἔπρεπε νὰ
2092ἀπελπισθῶμεν περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ ἡμετέρου Κρά-
2093τους. Τί ὅμως προκύπτει; Τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα, τὰ
2094ἀριδήλως ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν συναγόμενα, ἀνατρέπονται
2095ἀπὸ τὰς ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς εἶπον, περι-
2096ληφθείσας καταστάσεις τῆς γενικῆς ληψοδοσίας. Τί ἀνευ-
2097ρίσκομεν ἐν αὐταῖς; Ἀνευρίσκομεν, ὅτι ἐκ παγίων καὶ
2098χρεωλυτικῶν δανείων εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον καὶ ἄλλα
2099ποσὰ, μὴ ἀναφερόμενα εἰς οὐδένα ἀπολογισμὸν, καὶ κατὰ
2100πρῶτον ἤδη παρουσιαζόμενα. Κατὰ τὰς καταστάσεις ταύ-
2101τας, εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000
2102κατὰ τὸ ἔτος 1882 δρ. 17,965,360, κατὰ τὸ 1883 δρ.
21033,790,230 ἐκ τοῦ αὐτοῦ δανείου, κατὰ τὸ 1884 δραχμαὶ
21042,809 ἐκ τοῦ αὐτοῦ δανείου, κατὰ τὸ 1889 δραχμαὶ
210513,664,670 ἐκ τοῦ δανείου τῶν 125 ἑκατομμυρίων, τέλος
2106κατὰ τὸ 1890 δρ. 5,600,000 ἐκ τοῦ αὐτοῦ δανείου. Τὸ
2107ὅλον δρ. 41,023,069.
2108Ἀλλὰ πῶς αἱ εἰσπράξεις αὗται δὲν ἀνεγράφησαν εἰς
2109τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν οἰκείων ἐτῶν; Πῶς ὁ ἐκδοὺς κατὰ
2110τὸ 1890 τὰς καταστάσεις τῆς γενικῆς ληψοδοσίας, ὅστις
2111καὶ ἤδη διευθύνει τὰ τοῦ Λογιστηρίου, πῶς δὲν περιέλαβε
2112τὰς εἰσπράξεις αὐτὰς εἰς τὰς τότε δημοσιευθείσας καταστά-
2113σεις τῶν ἐτῶν 1882, 1883 καὶ 1884; Λάβετε ὑπ’ ὄψιν
2114τὰς καταστάσεις ταύτας τῆς γενικῆς ληψοδοσίας, καὶ θὰ
2115ἴδητε, ὅτι δὲν ἀναγράφονται, καὶ ἤδη τὸ πρῶτον προκύ-
2116πτουσιν αὗται ἐν μέσῳ. Ἂν λάβητε μάλιστα ὑπ’ ὄψιν τὸν
2117ἀπολογισμὸν τοῦ 1889, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι ἀναφέρεται
2118ἐν αὐτῷ εἴσπραξις ἐκ τοῦ δανείου τῶν 125 ἑκατομμυρίων,
2119ἀλλὰ μόνον δραχ. 65,103,527. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἶχον εἰσπρα-
2120χθῆ καὶ ἕτερα 13,664,570, ὡς βεβαιοῖ ἡ ἐν τῷ τεύχει τοῦ
2121προϋπολογισμοῦ κατάστασις τοῦ 1889, πῶς δὲν ἐσημειώ-
2122θησαν καὶ ταῦτα ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ ἔτους ἐκείνου; Πῶς
2123δὲ ἐπίσης δὲν ἐσημειώθη εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890,
2124ὅτι εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ αὐτοῦ δανείου τῶν 125 ἑκα-
2125τομυρίων 5,600,000, ὡς βεβαιοῖ ἡ σχετικὴ κατάστασις;
2126Εἶναι, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, κατάστασις αὐτὴ λογαριασμῶν;
2127§56ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ σύστημα ἠκολούθει ὁ κύριος
2128Δεϊμέζης.
2129§57ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀποβλέπω ἐγὼ εἰς πρό-
2130σωπα. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ ἐπικρίνω τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν
2131περιῆλθεν ἡ λογιστικὴ ὑπηρεσία. Ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1889
2132δὲν συνετάχθη ἀπὸ τὸν κ. Δεϊμέζην, συνετάχθη παρ’ ὑμῶν,
2133καὶ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1890 παρ’ ὑμῶν συνετάχθη.
2134§58Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι ἐπὶ τέσσαρας
2135μῆνας ὑμεῖς διατελέσαντες ἐν τῷ Ὑπουργείῳ οὐδένα συνε-
2136τάξατε λογαριασμόν.
2137§59ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς, οἱ ἐπὶ τρεῖς μόνον
2138μῆνας διατρίψαντες ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, συνετάξαμεν τὸν τε-
2139λειότερον γενικὸν λογαριασμὸν τοῦ Κράτους, τὸν λογαρια-
2140σμὸν τοῦ 1878, ὅστις φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κυρίου
2141Δεϊμέζη καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ πρώην ὑποδιευθυντοῦ τοῦ
2142Λογιστηρίου, τοῦ κ. Τσακωνοπούλου· καὶ τὸ λέγω πρὸς τι-
2143μήν των, διότι οὐδέποτε εἶδεν ἡ Ἑλλὰς ἐντελέστερον οἰ-
2144κονομικὸν ἔγγραφον.
2145Οὕτω λοιπὸν δὲν ἀναφέρονται εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς
2146τοῦ Κράτους εἰσπράξεις δραχ. 41,023,069, καὶ παρουσιά-
2147ζονται αἴφνης εἰς τὰς συνημμένας εἰς τὸ τεῦχος τοῦ προϋ-
2148πολογισμοῦ καταστάσεις. Ἔχουσι τὰ πράγματα ταῦτα
2149καλῶς; ἔχουσιν ἀκριβῶς; Τίς δύναται, Κύριοι, νὰ γνωρίζῃ,
2150καὶ πρὸ πάντων ἐγώ, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχω εἰδικότητά τινα
2151εἰς τὴν σύνταξιν τοιούτων λογαριασμῶν; Ἀλλ’ ἐπιζητῶν
2152νὰ προσδιορίσω τὴν ἀληθῆ οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν,
2153ὀφείλω νὰ παραδεχθῶ τέλος πάντων καὶ τὴν τοιαύτην
2154ἐγγραφὴν τῶν ποσῶν τούτων ὡς τακτικήν, ἵνα εὕρω τὸ
2155ἔλλειμμα ὅλων ἐν γένει τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ Κράτους,
2156ἑπομένως πρέπει νὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ τὸ κατὰ τοὺς ἀπολογι-
2157σμοὺς ἔλλειμμα, ἀνερχόμενον εἰς δραχ. 49,678,914, τὰς
2158μνησθείσας εἰσπράξεις ἐκ δραχ. 41,023,099, διότι αὗται
2159εἶναι ἔσοδον τοῦ Κράτους, καὶ δι’ αὐτῶν ἐπληρώθη τὸ
2160ἔλλειμμα τῶν προϋπολογισμῶν. Τὸ ἔλλειμμα λοιπόν, Κύ-
2161ριοι, τῶν προϋπολογισμῶν ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Κρά-
2162τους μέχρι τοῦ 1891, ὅπερ πρότερον ἀνήρχετο εἰς 49 ἑκα-
2163τομμύρια, περιορίζεται ἕνεκα τῶν νέων αὐτῶν ἐγγραφῶν
2164εἰς ἔλλειμμα 8,655,845.
2165Ποῖον τώρα, Κύριοι, τὸ χρῆμα τὸ εἰσελθὸν εἰς τὸ τα-
2166μεῖον μέχρι λήξεως τῆς χρήσεως τοῦ 1892 ἐκ τῶν προσω-
2167ρινῶν δανείων; Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν προϋπολογισμὸν
2168τοῦ τρέχοντος ἔτους, παρατηροῦμεν ὅτι τὸ χρῆμα τοῦτο
2169ἀνέρχεται εἰς 118,702,067· δηλ.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
21701)Ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίαςδρ. 90,609,604
21712)Ἔντοκα γραμμάτια εἰς τραπεζικὰ » 12,783,730
21723)Ἔντοκα γραμμάτια εἰς χρυσὸν » 45,308,733
2173 Τὸ ὅλον » 118,702,067
2174Διὰ νὰ φθάσωμεν, Κύριοι, εἰς συμπέρασμα, τί ὑπολεί-
2175πεται ἀκόμη νὰ γνωρίζωμεν; Ὑπολείπεται νὰ γνωρίζωμεν,
2176πόσα χρήματα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐξέλιπον ἄνευ
2177ἐλπίδος ἐπιστροφῆς. Περὶ τούτου βοηθεῖ ἡμᾶς ἡ εἰσηγη-
2178τικὴ ἔκθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ.
2179Ἐὰν τὴν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι πλὴν
2180τῶν 45 ἑκατομμυρίων τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν
2181παρασκευῶν, καὶ τῶν 15 ἑκατομμυρίων τῶν Τραπεζῶν,
2182τὰ ὁποῖα αἱ καταστάσεις κατελόγισαν ἀτάκτως εἰς τὰ ἐλ-
2183λείμματα τῶν προϋπολογισμῶν, πλὴν, λέγω, τούτων, ἀνερ-
2184χομένων εἰς δραχμὰς 61,182,973, καὶ ἕτερα μεγάλα
2185ποσὰ, ἀνερχόμενα εἰς δραχ. 71,129,164, δὲν ὑπάρχουσι
2186πλέον εἰς τὸ ταμεῖον, ἐξ ὧν τὰ μὲν 35,339,366 ἐξέλιπον
2187πρὸ τοῦ 1882, τὰ δὲ ὑπόλοιπα μετὰ τὸ 1882. Δὲν ὑπάρ-
2188χουσιν εἰς τὸ ταμεῖον, ὁτὲ μὲν, διότι κατέστησαν ἀναξιό-
2189χρεοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὰ ἔλαβον, ὁτὲ δὲ, διότι δὲν ἐτα-
2190κτοποιήθησαν οἱ λογαριασμοὶ, ὁπωσδήποτε ὅμως τὰ χρή-
2191ματα ἀφῃρέθησαν ἐκ τοῦ ταμείου ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλή-
2192τως. Ἔχομεν λοιπὸν, Κύριοι, ἔλλειμμα τῶν προϋπολογισμῶν,
2193ὡς εἶπον, μέχρι τέλους τῆς χρήσεως 1891 ἐκ δρ. 8,655,845·
2194ἔχομεν ἐλλείψεις ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου 71,129,164,
2195ἔχομεν ἀκόμη τὰ 61,182,937, τὰ καταλογισθέντα ἀτά-
2196κτως εἰς τὰ ἐλλείμματα τῶν προϋπολογισμῶν, καὶ ἅτινα
2197ἐνταῦθα πρέπει νὰ ὑπολογισθῶσιν, ἤτοι τὸ ὅλον ἐλλείμ-
2198ματα τοῦ δημοσίου ταμείου ἐκ δραχ. 140,967,946. Πόθεν
2199ἐπληρώθησαν ταῦτα; Πρὸ πάντων ἐκ τῶν προσωρινῶν δα-
2200νείων καὶ ἐν γένει ἐκ τοῦ κυμαίνοντος χρέους. Πόσον εἶναι
2201τὸ χρέος τοῦτο; Ἀνέρχεται, ὡς εἴδομεν, εἰς 118,702,067.
2202Ὑπολείπεται ὅθεν ἀκόμη ἔλλειμμα 22,265,839, ὅπερ
2203ἐπληρώθη βεβαίως ἐκ τῶν ἰδιωτικῶν χρημάτων, ἅτινα
2204συγκεντροῦνται εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα.
2205Δὲν χρεωστοῦμεν λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, τὰ 697
2206(δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς) ἑκατομμύρια τῶν παγίων καὶ
2207χρεωλυτικῶν δανείων, δὲν χρεωστοῦμεν μόνον τὰ 118 ἑκα-
2208τομύρια τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ τὰ 28 περί-
2209που ἑκατομ. τῶν ἐντόκων γραμματίων, χρεωστοῦμεν ἀκόμη
221022,265,839, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἐλήφθησαν ἐκ τῶν ἄλλων
2211χρημάτων, τὰ ὁποῖα εἰσέρχονται εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα,
2212ἐκ τῶν ἐγγυήσεων, ἐκ τῶν παρακαταθηκῶν, ἐκ τῶν κλη-
2213ροδοτημάτων, ἐκ τῶν χρημάτων τῶν λιμενικῶν ταμείων
2214καὶ τὰ τοιαῦτα. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ ἀληθὴς καὶ ἀκριβὴς
2215κατάστασις ἡμῶν μέχρι τέλους τῆς χρήσεως τοῦ 1891.
2216Πλὴν τῶν δανείων παγίων, χρεωλυτικῶν καὶ κυμαινόν-
2217των, ὀφείλομεν ἀκόμη 22 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐλήφθη-
2218σαν ἐκ τῶν ἄλλων χρημάτων τοῦ ταμείου.
2219Ἀλλὰ πρόκειται, Κύριοι, νὰ ἀνεύρωμεν πλήρη τὴν
2220κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν νῦν εὑρισκόμεθα, κατὰ τὸ ἔτος
22211893, καὶ ἑπομένως νομίζω ἀναγκαῖον, πρὸς πλήρη γνῶ-
2222σιν τῶν ἀποτελεσμάτων καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ παρελ-
2223θόντος, νὰ προσθέσωμεν εἰς ταῦτα καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦ
2224ἔτους 1892. Δὲν γνωρίζομεν, ποῖον δύναται νὰ ἦναι τὸ
2225ἔλλειμμα τοῦτο· οἱ νῦν ἐν τῇ Κυβερνήσει τὸ ἀνεβίβαζον
2226ἄλλοτε εἰς 26 ἑκατομμύρια, κατόπιν ὑπεβιβάσθη εἰς 18
2227ἑκατομμύρια. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν, εἶναι, ὅτι αἱ
2228εἰσπράξεις τοῦ 1892 εἶναι ὀλιγώτεραι ἐκείνων, τὰς ὁποίας
2229ἔδωκε τὸ 1891, μὲ ὅλην τὴν ἐπελθοῦσαν αὔξησιν τῶν
2230φόρων. Ἀπέναντι τοῦ ἐλλείμματος τούτου ἐλάβομεν ἐκ
2231τοῦ δανείου τῶν 16 ἑκατομμυρίων 10 ἑκατομμύρια, ἑπο-
2232μένως κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐλαττοῦται. Ἀλλὰ θὰ ἀρκέ-
2233σωσι τὰ 10 ταῦτα ἑκατομμύρια εἰς κάλυψιν ὅλου τοῦ
2234ἐλλείμματος; Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ παραδεχθῶμεν ἀκόμη,
2235ἂν ὄχι 10, ἀλλὰ τοὐλάχιστον 5 ἑκατομμυρίων ἔλλειμμα
2236διὰ τὸ 1892; Καὶ πρόκειται περὶ ἐλλείμματος τακτι-
2237κοῦ· ὅθεν πρέπει νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸ ἔλλειμμα ἐκεῖνο
2238καὶ πλέον τῶν 10 ἑκατομμυρίων ἐλλείμματος ἐκτάκτου
2239διὰ τὰς δαπάνας τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Λα-
2240ρίσσης. Ἔχομεν λοιπὸν ἀκόμη 15 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα
2241πρέπει νὰ προσθέσωμεν, διὰ νὰ ἐννοήσωμεν ἀκριβῶς τὴν
2242φοβερὰν οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἰς ἣν τὸ Ἑλληνικὸν Κρά-
2243τος περιῆλθε. Τὰ 22,265,839 λοιπὸν, τῇ προσθήκῃ τοῦ
2244ἐλλείμματος τούτου, γίνονται 37,265,000. Ὅθεν πλὴν,
2245ἐπαναλαμβάνω, τῶν παγίων καὶ χρεωλυτικῶν ἡμῶν δα-
2246νείων, πλὴν τῶν 118 ἑκατομμυρίων τοῦ κυμαίνοντος
2247χρέους, ἔχομεν, Κύριοι, ἀκόμη ὑπολανθάνον χρέος, περὶ
2248τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν, 37,265,839...
2249Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ ἀναβληθῇ, εἰ δυνατόν, δι’ αὔ-
2250ριον ἡ συζήτησις, διότι ἐκουράσθην.
2251§60ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅταν ὁ ἀγορεύων δηλοῖ τοῦτο,
2252βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἄλλως.
2253§61Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
2254§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2255Ὥρα 9 μ. μ.