1893.01.21
2.070 στίχοι · 15.668 λέξεις · 62 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 45
τῆς 21 Ἰανουαρίου 1893.
(Πέμπτη).
Ὥρα 5 καὶ 20′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, Κύριοι, βλέπω ὅτι ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν προτέραν ἀταξίαν. Εἶναι ἤδη 5½ ἡ ὥρα, τὴν 8½ ἀπερχόμεθα, ἑπομένως ἀρκετὴ ἐργασία δὲν γίνεται. Πρέπει νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις. Δὲν μένουσι παρὰ ὀλίγαι ἡμέραι μέχρι τῶν ἀπόκρεων, ὅτε οἱ Βουλευταὶ θ’ ἀπέλθωσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει πολλὰ νομοσχέδια, σχετιζόμενα μὲ τὸν προϋπολογισμόν, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ψηφίσωμεν. Παρακαλῶ λοιπόν, τὰς ἡμέρας αὐτὰς νὰ παραμένωσιν οἱ Βουλευταὶ ὀλίγῳ περισσότερον ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ἵνα προχωρήσωμεν εἰς τὰς ἐργασίας μας. Διὰ τοῦτο δὲ πρέπει νὰ συνερχώμεθα τὴν τετάρτην ὥραν.
§2ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κωνσταντῖνος Φατοῦρος Παπανικολάου, κάτοικος τοῦ χωρίου Μακροχῶρι τοῦ δήμου Εὐγήρου τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος, παραπονεῖται κατὰ τοῦ ἀποσπασματάρχου ἀνθυπολοχαγοῦ Καραμήτσου, ὡς ἀδίκως κακοποιήσαντος αὐτὸν καὶ τὴν οἰκογένειάν του. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Πολλοὶ κάτοικοι Στεμνίτσης παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως διὰ νόμου εἰδικοῦ ὁρίσῃ διαχειριστικὴν ἐπιτροπὴν τῶν κοινοτικῶν χρημάτων, καθορίζουσα καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐκμισθώσεως τῶν κοινοτικῶν λειβαδίων. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ Μ. Κατσίμπαλης, πιλοποιός, καταγγέλλει τὸν ἀστυνόμον Βεντῖκον καὶ τὸν ὑπαστυνόμον Οἰκονομάκην διὰ διαφόρους πράξεις. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Φλέσσας.
§4Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, συνεπείᾳ ἐπερωτήσεώς μου, ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἔλαβε τὴν καλωσύνην νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν παῦσιν τοῦ ὑποθηκοφύλακος Θουρίας. Ταῦτα σύγκεινται ἐκ μιᾶς ἀναφορᾶς, συνταχθείσης ἐν Ἀθήναις καὶ ὑπογραφείσης ὑπὸ ἑπταετοῦς παιδὸς, καὶ τῆς χρηστῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. εἰσαγγελέως. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς δι’ ἡμιεπισήμου ἐγγράφου ἀπέστειλεν εἰς τὸν εἰσαγγελέα τῶν ἐν Καλάμαις πρωτοδικῶν, τὴν ὁποίαν ἅμα λαβὼν οὗτος, ἐπορεύθη εἰς Θουρίαν καὶ εἰσελθὼν εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ ὑποθηκοφύλακος, ἐφέρθη ὡς ἄλλος Ἀλῆ πασσᾶς, ἀπειλῶν καὶ ὑβρίζων. Καὶ προβαίνων εἰς τὴν ἐξέλεγξιν, ἐκράτει ἐν χερσὶ τὴν ἀναφορὰν καὶ τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐνέγραψε δὲ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐξελέγξεως πράξεις, αἵτινες ἀνεφέροντο ἐν τῇ ἀναφορᾷ, καὶ αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν κατὰ τὸ 1870–1875, ἐνῷ ὁ ὑποθηκοφύλαξ Θουρίας Ἰωάννης Κολοκοτρώνης διωρίσθη τὸν Μάϊον τοῦ 1891. Τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ἐπανελθὼν ἐν Καλάμαις, ἀπέστειλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐν ταύτῃ δὲ τῇ ἐκθέσει ἀναφέρονται τέσσαρες παραλείψεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν κατὰ τὰ 1871, 1872, 1873 καὶ μία παράλειψις, λαβοῦσα χώραν τὸ 1885, ἐπὶ τοῦ προκατόχου τοῦ τέως ὑποθηκοφύλακος, αἵτινες δὲν ἔβλαψαν δικαιώματα τρίτου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀφοῦ ἔλαβε τὰ ἔγγραφα ταῦτα, δὲν ἐζήτησεν ἀπολογίαν παρὰ τοῦ ὑποθηκοφύλακος ἁρμοδίως καὶ ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ, ἡ ὁποία ἐδόθη κατ’ αὐτοῦ τοῦ ὑποθηκοφύλακος, ἀλλὰ προέβη εἰς τὴν παῦσίν του, ἐνῷ ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂν δὲν εἶχεν ἕτερον λόγον, ὅπως προβῇ εἰς τὴν παῦσίν του, νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπολογίαν αὐτοῦ κατὰ νόμον, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ προβῇ εἰς τὴν παῦσιν, ἂν ἡ ἀπολογία δὲν ἦτο ἰσχυρά· ἀλλ’ ὁ ὑποθηκοφύλαξ μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν προέβη εἰς τὴν ἀπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔστειλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀφ’ ἑαυτοῦ, ἥτις δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, ἢ ἐῤῥίφθη εἰς τὸ χρονοντούλαπον. Ἔχω δὲ ἐν χερσὶν ἀντίγραφον τῆς ἀπολογίας ταύτης, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐκθέτει, ὅτι εἰς αὐτὸν ἀπεδόθησαν παραλείψεις τῶν ἐτῶν, καθ’ ἃ δὲν εὑρίσκετο ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Βεβαίως δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸν παθόντα,—διότι ἡ παῦσίς του εἶναι τετελεσμένον γεγονὸς,—ἀλλ’ ὅπως ἀποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τόσον φείδεται τοῦ καθήκοντός του, ὥστε ἀπέλυσεν ὑπάλληλον, διορισθέντα τὸ 1891, διὰ παραλείψεις, αἱ ὁποῖαι ἐτελέσθησαν τὸ 1870, 1871 καὶ 1872, καὶ δὲν προῆλθεν ἐξ αὐτῶν βλάβη πρὸς τρίτον. Γνωρίζω κάλλιστα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠδύνατο εὐχερῶς νὰ ἀνακαλύψῃ τὴν ὑπόστασιν τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἀνέγραψεν ἐν τῇ ἐκθέσει του ὁ κ. εἰσαγγελεὺς, ὑπακούσας εἰς ἀπειλὰς, ἢ θελήσας νὰ ὑπηρετήσῃ τὸ κόμμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἂν ἐπεθύμει τὴν ὕπαρξιν τῆς δικαιοσύνης. Κατὰ συνέπειαν οἱ λόγοι τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. εἰσαγγελέως δὲν ἀφεώρων εἰς παραλείψεις τοῦ τέως ὑποθηκοφύλακος, ἀλλ’ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις πολιτικοῦ ἀνδρός· καὶ ἐπαύθη ὁ ὑποθηκοφύλαξ, ἵνα ἱκανοποιηθῇ ὁ ἀθλητὴς τοῦ κόμματος, τουτέστιν ὁ εἰρηνοδίκης Θουρίας, ὅστις πρὸ πέντε μηνῶν μετατεθεὶς εἰς Θουρίαν, εἰσέτι δὲν μετέβη, ἀλλὰ καθήμενος ἐν Καλάμαις, μεταβαίνει εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Θουρίας κατὰ πᾶσαν δικάσιμον ποινικῶν καὶ πολιτικῶν ὑποθέσεων, καὶ μετὰ τὴν ἐκδίκασιν αὐτῶν ἐπιστρέφει εἰς Καλάμας. Ἡ κατάστατις αὕτη ἐξήγειρε κατ’ αὐτοῦ καὶ τῆς ἐν γένει διοικήσεως τοὺς κατοίκους, καὶ ἰδίως ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἑκάστην λαμβάνουν ἀνάγκην τοῦ εἰρηνοδίκου, ὁ ὁποῖος, καίτοι ἔλαβεν αὐτὸ τὸ ῥουσφέτι παρανόμως,—διότι ὁ ὑποθηκοφύλαξ ἐπαύθη, ὡς εἶπον, παρανόμως, χάριν τοῦ εἰρηνοδίκου,—ἐξακολουθεῖ νὰ διαμένῃ, χάριν τοῦ κόμματος, ἐν Καλάμαις. Τὰ πταίσματα εἰσάγονται μονομερῶς εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον, καὶ δικάζονται ἐναντίον δεδικαιολογημένων καὶ νομίμων ἐνστάσεων, τὰς ὁποίας προτείνουσιν οἱ κατηγορούμενοι, ζητοῦντες νὰ βεβαιωθῇ τὸ περιεχόμενον τῶν πρωτοκόλλων ἐνόρκως ὑπὸ τῶν ἐκδόντων αὐτὰ, καὶ τὰς ὁποίας ὁ εἰρηνοδίκης, θέλων νὰ περιποιηθῇ τὴν ἀντίθετον φατρίαν, ἀποῤῥίπτει, καὶ αὐστηρῶς καταδικάζει τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν πολιτικήν μου. Ὅλα ταῦτα βεβαίως συντελοῦσιν εἰς τὴν κακὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, καὶ σχεδὸν πάντες οἱ ἐν Μεσσηνίᾳ ὑπάλληλοι εὑρίσκονται εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε καθ’ ἑκάστην συντελοῦσιν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐγκλήματος καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἐλάττωσιν. Ὁ εἰρηνοδίκης Θουρίας, καθήμενος ἐν Καλάμαις, θεᾶται ἀπαθῶς τὰ ἐν Θουρίᾳ συμβαίνοντα...
§5ΡΙΚΑΚΗΣ. Πόσον ἀπέχει ἡ Θουρία;
§6ΦΛΕΣΣΑΣ. Μίαν ὥραν. Ἀλλ’ ἔστω καὶ ἔλαττον· τί σημαίνει;... Συμβαίνουσιν ἀναιρέσεις ἐν τῇ πρωτευούσῃ Θουρίας, καταφεύγουσιν εἰς τὸν εἰρηνοδίκην οἱ συγγενεῖς τῶν παθόντων, ἵνα λάβῃ τὴν τελευταίαν κατάθεσιν τοῦ παθόντος, καὶ δὲν εὑρίσκουσιν αὐτόν· φαντασθῆτε δὲ τὴν θέσιν των. Λαμβάνουσι χώραν ἀπόπειραι ἀναιρέσεων καὶ ἕτεροι διαπληκτισμοί, καὶ ὅμως ὁ εἰρηνοδίκης δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν του, ἀλλὰ διασκεδάζει ἐν Καλάμαις. Σκεφθῆτε λοιπὸν τί γίνεται εἰς αὐτὸν τὸν τόπον. Καθ’ ἑκάστην οἱ πολῖται ἔχουσιν ἀνάγκην τοῦ εἰρηνοδίκου διὰ διαφόρους αὐτῶν ὑποθέσεις, καὶ ὅμως αὐτὸς ἀναπαύεται, ὡς εἶπον, ἐν Καλάμαις. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ἀποστολῆς τοῦ εἰρηνοδίκου; οὕτως εἰρηνοποιεῖ; Δὲν ἐννοῶ, πῶς ὁ εἰσαγγελεὺς, ὁ ὁποῖος προέβη εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν καὶ καυχᾶται ἐπὶ ἀνεξαρτησίᾳ, ἣν ὅμως δὲν βλέπει ὁ λαὸς, ἀνέχεται αὐτὸν, καθήμενον ἐν Καλάμαις. Ὅλα ταῦτα εἶναι γνωστὰ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, διότι ἐγὼ ἰδίαις χερσὶν ἔγραψα περὶ ὅλων τούτων ἀναφορὰν, ἥτις ὑπεβλήθη εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρὸ τεσσάρων μηνῶν. Ἔχω ἐπιστολὰς ἐκεῖθεν, αἱ ὁποῖαι διεκτραγῳδοῦσι τὴν λυπηρὰν ταύτην κατάστασιν, καὶ ἂν δὲν ἐπέλθῃ θεραπεία, θὰ ἐνθαῤῥυνθῇ τὸ ἔγκλημα καὶ θὰ ὠθήσῃ τοὺς κατοίκους νὰ προβοῦν εἰς αὐτοδικίας. Ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Καλάμαις πρωτοδικῶν ἔλαβεν ἄλλην καὶ ἐξαιρετικὴν ὁδόν· φρονεῖ ὅτι θὰ περιστείλῃ τὴν φυγοδικίαν, ἐκδίδων ἐντάλματα καὶ προφυλακίζων πάντα κατηγορούμενον καὶ δι’ ἁπλοῦν ἔτι πλημμέλημα, ἐνῷ οὕτω μᾶλλον θ’ ἀναπτυχθῇ ἡ φυγοδικία. Ἐὰν, κατὰ τὴν κρίσιν μου, κατηργεῖτο ἡ προφυλάκισις καὶ διὰ τὰ ἐγκλήματα καὶ ἔμενεν ἰσχυρὰ μόνον διὰ τοὺς ἐπὶ φόνῳ καὶ ἐπὶ ἀποπείρᾳ φόνου, καὶ μάλιστα καὶ μετὰ ἐξέτασιν τῶν μαρτύρων τῆς ὑπερασπίσεως, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ φυγοδικία ἤθελε περισταλῆ. Βλέπετε, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι καθ’ ἑκάστην συμβαίνουν ἐγκλήματα ἐν Μεσσηνίᾳ, ἀλλὰ ταῦτα συμβαίνουσι, πιστεύσατε, διότι ἡ διοίκησις εὑρίσκεται ἐν χερσὶ δύο ἢ τριῶν ἀνθρώπων, οἵτινες, ἀγνοοῦντες τὸ ἑαυτῶν καθῆκον, ὠθοῦσι τὸν λαὸν εἰς τὸ ἔγκλημα. Καὶ παράδειγμα φέρω ὑμῖν τὴν παῦσιν τοῦ ὑποθηκοφύλακος Θουρίας, περὶ ἧς ὡμίλησα. Ἡ διοίκησις αὕτη ἀπελπίζει πάντα ἄνθρωπον. Τολμῶ νὰ εἴπω, ὅτι, ὅτε ἐνηργοῦντο αἱ ἐξελέγξεις τοῦ ὑποθηκοφύλακος Θουρίας, ἐὰν ἤμην ἐν Καλάμαις, δὲν ἠξεύρω εἰς ποίαν θέσιν ἤθελον εὑρεθῆ ἀπέναντι συμπεριφορᾶς ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος βαναυσότατα καὶ ἀσεβέστατα ἐξύβρισεν ὑπάλληλον καὶ ἄνδρα ἐντίμου οἰκογενείας. Διαπράττοντες οἱ εἰρηνοδίκαι ἀδικήματα, δὲν τιμωροῦνται, διότι οἱ εἰσαγγελεῖς ἀδιαφοροῦσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης γνωρίζει τὴν κατάστασιν ταύτην, καὶ δὲν δύναται νὰ τὴν ἀρνηθῇ, ὡς εἶπον, ἀλλ’ οὐδὲν ἐνεργεῖ πρὸς βελτίωσιν αὐτῆς. Ταῦτα ἠθέλησα νὰ ἐκθέσω, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς παύσῃ ἀμελῶν, καὶ ἐπισπεύσῃ τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως καὶ τὴν χάριν αὐτῆς μετάθεσιν τοῦ εἰρηνοδίκου Θουρίας· ἄλλως θὰ ἔχωμεν δυσαρέστους συνεπείας, διὰ τὰς ὁποίας αὐτὸς οὗτος θὰ μεταμεληθῇ, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ ὑπεύθυνος.
§7Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ προηγουμένων αἰτήσεων πιστώσεων, ὅτι ἡ ἑταιρία Havas εἶχεν ἀξιώσεις κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, στηριζομένας εἰς συμφωνίας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἄλλην ἑταιρίαν, περὶ τηλεγραφημάτων. Περὶ τῶν συμφωνιῶν τούτων οὐδεμία ὑπῆρχε νομοθετικὴ ἄδεια. Ἐπὶ τῇ ἀναλήψει τῆς διοικήσεως παρ’ ἡμῶν ἐφροντίσαμεν περὶ διακανονισμοῦ τοῦ ζητήματος, καὶ πρὸς μὲν τὴν κυρίαν ἑταιρίαν, πρὸς ἣν εἶχε συναλλαχθῆ ἡ Κυβέρνησις, ἀνεγνωρίσθη παρὰ τῶν ἁρμοδίων, ὅτι οὐδεμία ὑποχρέωσις ὑπάρχει, διότι οὐδεμία εἶχε χορηγηθῆ νομοθετικὴ ἄδεια, ἀλλὰ περὶ τῆς ἑταιρίας Havas, ἥτις συνηλλάχθη πρὸς τὴν ἄλλην ἑταιρίαν, ἐπειδὴ διετέλει ἐν καλῇ πίστει, οἱ ἁρμόδιοι ἐγνωμοδότησαν, ὅτι εἶχε δικαίωμα πρὸς ἀποζημίωσιν, ἥτις μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν κατηγγέλθη ἡ συμφωνία, ὡρίσθη εἰς ποσὸν 17,293 δραχμῶν εἰς χρυσόν. Ταύτην ἵνα καταβάλῃ τὸ Δημόσιον, ἀπαιτεῖται πίστωσις, καὶ διὰ τοῦτο ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως ἐκ δραχμῶν οὐχὶ πλέον 17,293, αἵτινες εἶναι εἰς χρυσόν, ἀλλὰ 27,670 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια.
§8ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τίνα θὰ καταβληθῶσι;
§9Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὴν ἑταιρίαν Havas.
§10ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ καταθέσητε καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
§11ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Μάλιστα. Εἶναι ὀγκωδέστατος φάκελλος.
§12ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ χορηγήσῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας περὶ τῆς ἀρνήσεως τοῦ Δημάρχου πρὸς παραδοχὴν τῶν ἐνστάσεων, τῶν γενομένων ὑπὸ διαφόρων πολιτῶν πρὸς ἐγγραφὴν αὐτῶν ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ. Πρὸς δὲ θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ καταθέσῃ καὶ τὴν ἔκθεσιν περὶ τοῦ ὑπογείου σιδηροδρόμου, ἐὰν ἀνευρέθη αὕτη ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ προσέτι τὰ ἔγγραφα περὶ τοῦ ὕδατος Κοροβέση, διότι πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς μου, καὶ δὲν πρέπει νὰ δεικνύῃ τοιαύτην ἀμέλειαν.
§13ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ζήτημα, παρεκάλεσα τὸν Νομάρχην νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὸν Δήμαρχον, ὅτι εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἐγγράψῃ τὸν ζητοῦντα τὴν μεταφορὰν τῶν δημοτικῶν του δικαιωμάτων ἐξ ἄλλου δήμου, καὶ ὅτι ὀφείλει μετὰ τὴν ἐγγραφὴν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὸν Δήμαρχον τοῦ δήμου, εἰς ὃν ἀνῆκεν ὁ ζητήσας τὴν μεταφορὰν, ὅτι ἐγένετο ἡ ἐγγραφὴ, ὅπως προβῇ οὗτος εἰς τὴν διαγραφήν. Αἱ αἰτήσεις πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς χαρτόσημον, καθόσον πρόκειται περὶ προσκτήσεως δημοτικῶν δικαιωμάτων. Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν αἴτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, παρατηρῶ ὅτι ἔλαβον τὴν ἔκθεσιν, καὶ θέλω τὴν καταθέσει. Ὡς πρὸς τὴν τρίτην, παρατηρῶ ὅτι ἀνεζήτησα τὰ ἔγγραφα, ἀλλὰ δὲν τὰ εὗρον· ἔστειλα εἰς τὴν Νομαρχίαν ἐπίσης καὶ ἐζήτησα, μοὶ ἔστειλαν δὲ μόνον τέσσαρα, τὰ ὁποῖα θέλω ὑποβάλει.
§14ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο μόνον παρατηρῶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐγγραφῆς ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς καταλόγοις καὶ τῆς μεταφορᾶς τῶν δημοτικῶν δικαιωμάτων, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος τοῦ Νομάρχου πρὸς τοὺς Δημάρχους ἄλλα λέγει.
§15ΡΑΛΛΗΣ. Αἱ ἐνστάσεις περὶ ἐγγραφῆς ἀπευθύνονται πρὸς τὸν εἰρηνοδίκην. Ἐδῶ εἶναι δύο ζητήματα, τὸ τῆς μεταφορᾶς τῶν δημοτικῶν δικαιωμάτων καὶ τὸ τῆς ἐγγραφῆς. Ἡ μεταφορὰ τῶν δημοτικῶν δικαιωμάτων γίνεται δι’ ἁπλῆς αἰτήσεως πρὸς τὸν Δήμαρχον, τὴν ὁποίαν ὁ Δήμαρχος δὲν δύναται ν’ ἀποφύγῃ, διότι τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ ἀτόμου· ἀνάγκη ὅμως ἡ αἴτησις περὶ ἐγγραφῆς νὰ γραφῇ ἐπὶ χαρτοσήμου.
§16ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λέγετε ὅ,τι εἶπον ἐγώ· δηλαδὴ εἴμεθα σύμφωνοι.
§17ΧΟΪΔΑΣ. Διὰ νὰ ἐγγραφῇ ὅμως ὁ αἰτῶν ἑτεροδημότης, πρέπει νὰ ἔχῃ δύο πιστοποιητικά· ἓν ὅτι εἶναι δημότης τοῦ δήμου, εἰς τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον τοῦ ὁποίου θέλει νὰ ἐγγραφῇ, καὶ ἕτερον, ὅτι διεγράφη ἐκ τοῦ δημοτολογίου τοῦ δήμου, εἰς τὸν ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐξήσκει τὰ ἐκλογικά του δικαιώματα.
§18ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι, ὄχι.
§19ΧΟΪΔΑΣ. Αὐτὸ ἐπερίμενα ν’ ἀκούσω· διότι εἶναι ὀρθὸν, καὶ ἐπίτηδες τὸ εἶπον, ἵνα γείνῃ γνωστὴ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς περὶ τούτου· διότι τελευταίως τὰ δικαστήρια ἀπαιτοῦσι τρία πιστοποιητικὰ, ἵνα δεχθῶσιν ἔνστασιν περὶ ἐγγραφῆς εἰς τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον. Ἓν περὶ δηλώσεως ἐν τῷ μητρῴῳ τῶν ἀῤῥένων, καὶ τὰ ἕτερα δύο περὶ ὧν εἶπον. Τὸ πρῶτον βεβαίως εἶναι ἀναγκαῖον, ἀλλὰ τὸ περὶ ἐγγραφῆς ἐν τῷ δημοτολογίῳ ἐσφαλμένως ἐκρίθη ὡς ἀπαραίτητον, ἵνα γείνῃ δεκτὴ ἡ περὶ ἐγγραφῆς ἔνστασις, διότι ἡ ἐν τῷ δημοτολογίῳ ἐγγραφὴ δὲν ἀποδεικνύει τὴν ὕπαρξιν τῆς δημοτικότητος, οὐδὲ ἡ μὴ ἐγγραφὴ τὴν ἔλλειψιν αὐτῆς. Ἐν τούτοις ἄνευ τῶν πιστοποιητικῶν αὐτῶν δὲν γίνεται δεκτὴ ἔνστασις περὶ ἐγγραφῆς τοῦ αἰτοῦντος μεταφορὰν δικαιωμάτων, καὶ οἱ Δήμαρχοι ἀναμένουσι πρῶτον τὴν εἰδοποίησιν τῆς διαγραφῆς, ἵνα ἐγγράψωσι τὸν δηλοῦντα ἐν τῷ δημοτολογίῳ του, μὴ ἀρκούμενοι εἰς τὴν ἁπλῆν θέλησιν τοῦ ἀτόμου, ὡς εἶναι ὀρθόν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§21ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁμιλῶν χθὲς, ἐπειράθη νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τινα μέρη τῆς ἀγορεύσεώς μου, ἰδίως εἰς τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰς οἰκονομίας, αἵτινες ἠδύναντο νὰ ἐπενεχθῶσιν εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα, ἐνόμισε δ’ ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀνατρέψῃ πάντας τοὺς ἰσχυρισμούς μου, ἀποδίδων εἰς ἐμὲ πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶπον. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ἐπὶ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, ἐφ’ ὧν ἐγὼ ὑπέδειξα τὰς ἐπενεκτέας οἰκονομίας, ἠθέλησε νὰ συγκρίνῃ ὡς πρὸς τὸ σύνολον τῶν δαπανῶν ἑκάστου αὐτῶν τοὺς ἀπολογισμούς....
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ἐγὼ ἐζήτησα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, σεῖς δὲ ὁμιλεῖτε ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως· ἀλλὰ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Καραπάνος.
§23ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁμιλῶ ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλετε μετὰ τὸν κ. Καραπάνον, διότι βλέπω, ὅτι ὁμιλεῖτε ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν ἐννοῶ νὰ σᾶς ἐμποδίσω, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ ἀναβάλητε, ὡς εἶναι τὸ τακτικόν.
§25ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πολὺ καλά· ὁμιλῶ κατόπιν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον, ἵνα ἐξακολουθήσῃ τὴν χθὲς διακοπεῖσαν ἀγόρευσίν του ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§27ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θεωρήσας ἀναγκαίαν τὴν ἐξέτασιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς τῶν προηγουμένων προϋπολογισμῶν, ὑπελόγισα κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν τὰ πράγματι βεβαιωθέντα καὶ εἰσπραχθέντα τακτικὰ ἔσοδα τῶν χρήσεων 1887, 1888, 1889 καὶ 1890. Θέλω ἐξετάσει ἤδη τὰ ἐκκαθαρισθέντα ἔξοδα τῶν χρήσεων τούτων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀπολογισμῶν αὐτῶν, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐν αὐτοῖς ἀναγραφομένων ἐκτάκτων ἐξόδων καὶ τὴν προσθήκην τῶν μὴ ἀναγραφομένων ἐν αὐτοῖς τακτικῶν τοιούτων. Διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 προϋπελογίσθησαν τακτικὰ ἔξοδα δραχ. 93,270,000, προσετέθησαν δ’ ἀκολούθως ἔκτακτοι καὶ ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις, καὶ τὰ προϋπολογισθέντα ἀνεβιβάσθησαν εἰς δραχμὰς 122,551,000. Ἐκαθαρίσθησαν δὲ ὡς πληρωτέα ἔξοδα 107,336,000 δραχ. Μεταξὺ ὅμως τούτων ὑπάρχουσιν ἔκτακτα ἔξοδα διὰ σιδηροδρομικὴν συγκοινωνίαν 2,418,000, διὰ ναυπήγησιν τῶν θωρηκτῶν 5,683,000 καὶ δι’ ἐξόφλησιν τῶν δανείων τῶν 25 καὶ 4 ἑκατομμυρίων 15,891,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 23,992,000, αἵτινες πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσι. Δὲν περιελήφθησαν ὅμως ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ἔξοδα τακτικὰ βαρύνοντα τὴν χρῆσιν τοῦ 1887, πληρωθέντα ἐντὸς αὐτῆς, καὶ δι’ ἃ εἶχον ἀναγραφῆ πιστώσεις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Τὰ ἔξοδα ταῦτά εἰσι τόκοι τῶν ἐξοφληθέντων δανείων καὶ νομισματικὴ διαφορὰ τῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους πληρωθέντων χρημάτων, τῶν ληφθέντων ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 φρ. καὶ καταλογισθέντων εἰς βάρος αὐτοῦ, ἀντὶ νὰ καταλογισθῶσιν εἰς βάρος τῶν τακτικῶν τοῦ Κράτους ἐξόδων. Τὰ ἔξοδα ταῦτα, ἀνερχόμενα εἰς 8,449,000 δραχ., πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν ἀναγνωρισθέντα ἔξοδα, ἅτινα μετὰ τὴν προσθήκην αὐτῶν καὶ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν προμνησθέντων ἐκτάκτων συμποσοῦνται εἰς δρ. 91,793,000. Διὰ τὸ 1888 προϋπελογίσθησαν ἔξοδα δρ. 92,509,000. Εἰς ταῦτα προσετέθησαν ἀναπληρωματικαὶ καὶ ἔκτακτοι πιστώσεις, αἵτινες ἀνεβίβασαν αὐτὰ εἰς δρ. 121,983,000. Ἐκ τούτων ἐξεκαθαρίσθησαν ὡς ἔξοδα πληρωτέα δραχ. 109,289,000. Μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουσιν ὡσαύτως ἔκτακτα ἔξοδα, μὴ ἀνήκοντα εἰς τὰς τακτικὰς τοῦ Κράτους δαπάνας καὶ ἅτινα πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσι, δρ. 14,212,000, ἤτοι 1,591,000 διὰ τὴν σιδηροδρομικὴν συγκοινωνίαν, 9,621,000 διὰ τὴν ναυπήγησιν τῶν θωρηκτῶν καὶ 3,000,000 διὰ τὴν ἐξόφλησιν κερματικῶν γραμματίων. Ὑπάρχουσι δ’ ἀφ’ ἑτέρου καὶ τακτικὰ ἔξοδα ἐκ δραχ. 1,093,090, προερχόμενα ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς καὶ ἐκ τόκων δανείων, μὴ συμπεριληφθέντα ἐν τῷ ἀπολογισμῷ, καὶ ἅτινα πρέπει νὰ προστεθῶσιν. Οὕτω δὲ τὸ ὅλον τῶν ἐκκαθαρισθέντων τακτικῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1888 ἀνέρχεται εἰς δρ. 96,170,000. Διὰ τὸ 1889 προϋπελογίσθησαν ἔξοδα δρ. 96,410,000. Διὰ τῶν ἐκτάκτων δὲ καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἀνεβιβάσθησαν εἰς δρ. 186,499,000· ἐξ αὐτῶν ἐξεκαθαρίσθησαν δρ. 169,299,000 ὡς ἔξοδα πληρωτέα. Μεταξὺ ὅμως τούτων ὑπάρχουσι δραχ. 81,801,000 ἔκτακτα ἔξοδα, ἤτοι 9,424,000 διὰ τὴν σιδηροδρομικὴν συγκοινωνίαν, 688,000 διὰ τὸ Ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον, 3,136,000 διὰ τὴν ναυπήγησιν τῶν θωρηκτῶν, 503,000 διὰ τὴν οἰκοδομὴν τοῦ Στρατοδικείου καὶ τοῦ καπνοκοπτηρίου καὶ 68,049,000 διὰ τὴν ἀπόσβεσιν τῶν δανείων τῶν 60, 26, 6 καὶ 10 ἑκατομμυρίων. Ταῦτα πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσι. Πρέπει δὲ νὰ προστεθῶσι τὰ πραγματοποιηθέντα καὶ βαρύνοντα τὴν χρῆσιν ταύτην τακτικὰ ἔξοδα, ἤτοι 8,472,000 δραχ. ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς τῶν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν στερλινῶν πληρωθέντων χρημάτων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ δρ. 3,093,000 προερχόμεναι ἐξ εἰσπράξεων διὰ λογαριασμὸν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ ἄλλων εἰδικῶν ταμείων καὶ μὴ ἀποδοθεῖσαι εἰς αὐτά. Οὕτω δὲ τὰ πράγματι ἐκκαθαρισθέντα διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1889 τακτικὰ ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς δραχ. 99,064,000. Διὰ τὸ 1890 προϋπελογίσθησαν ἔξοδα 91,081,000. Ὡς δ’ εἶπον χθὲς, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1890 δὲν ἀνεγράφη ἡ νομισματικὴ διαφορά. Διὰ τῶν ἀναπληρωματικῶν δὲ καὶ τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων τὰ ἔξοδα τοῦ ἔτους τούτου ἀνεβιβάσθησαν εἰς δρ. 159,905,000. Ἐξεκαθαρίσθησαν δὲ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ δρ. 144,496,000 ὡς πληρωτέα ἔξοδα. Μεταξὺ τούτων ὑπάρχουσι 45,727,000 ἔκτακτα ἔξοδα, ἤτοι 23,922,008 διὰ σιδηροδρομικὴν συγκοινωνίαν, 196,000 διὰ τὴν οἰκοδομὴν τοῦ ἀνακτόρου τοῦ Διαδόχου, τῶν λουτρῶν Ὑπάτης καὶ τοῦ ναοῦ Δαφνίου, 5,770,000 διὰ τὴν ναυπήγησιν τῶν θωρηκτῶν, 308,000 δι’ ἔκτακτα ἔργα τοῦ ναυστάθμου καὶ 15,531,000 διὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν τραπέντων δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825. Κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἀνεγράφη μεταξὺ τῶν δαπανῶν τῆς χρήσεως αὐτοῦ καὶ τὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν διαφόρων δανείων πληρωθὲν ποσὸν κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν, ὅπερ ἀτάκτως ἀνεγράφετο εἰς βάρος τῆς ἑπομένης χρήσεως. Οὕτω δὲ ἡ χρῆσις τοῦ 1890, εἰς βάρος τῆς ὁποίας εἶχεν ἀναγραφῆ ἤδη τὸ πληρωθὲν ποσὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν αὐτῶν δανείων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1889, ἐπεφορτίσθη δὶς διὰ τῆς αὐτῆς ἀναγραφῆς. Δὲν ἀνεγράφησαν ὅμως εἰς βάρος αὐτῆς ἡ νομισματικὴ διαφορά διὰ μέγα μέρος τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τόκοι τῶν ἐξοφληθέντων δανείων, συμπεριληφθέντες ἐντὸς τοῦ κεφαλαίου τῶν δανείων τούτων. Τὰ μὴ ἀναγραφέντα δὲ ταῦτα ποσὰ ὑπερβαίνουσι τὸ δὶς ἀναγραφὲν εἰς βάρος αὐτῆς ποσὸν κατὰ δρ. 345,000, αἵτινες πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ἀναγραφόμενα ὡς ἐκκαθαρισθέντα ἔξοδα, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προστεθῇ ὡσαύτως ποσὸν δρ. 66,000 διὰ χορηγήματα μὴ πληρωθέντα καὶ ἕτερον δρ. 204,000 ἐξ εἰσπράξεων μὴ ἀποδοθεισῶν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Οὕτω δὲ τὸ πραγματικὸν ποσὸν τῶν ἐκκαθαρισθέντων τακτικῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1890 ἀνέρχεται εἰς δρ. 99,385,000. Τοιαῦτά εἰσι τὰ ταμιευτικὰ ἀποτελέσματα τῶν τεσσάρων τούτων χρήσεων, καθ’ ἃς ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐφηρμόσθη τὸ οἰκονομικὸν αὐτοῦ σύστημα καὶ ἐλειτούργησεν ἡ ἰσχύουσα φορολογία, ἥτις, ἐπαυξηθεῖσα τὸ 1887 κατὰ 24 ἑκατομμύρια, ἔπρεπε ν’ ἀποφέρῃ ἔσοδα τοὐλάχιστον 87 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Κατὰ τὸ 1887 εἰσεπράχθησαν 80,774,000. Κατὰ δὲ τὸ 1888 αἱ εἰσπράξεις, ἀνελθοῦσαι εἰς 86,417,000, ἐπλησίασαν τὰς προβλέψεις τοῦ 1887. Ἀπὸ τοῦ 1889 ὅμως ἤρχισαν αὗται νὰ καταπίπτωσιν. Ἡ χρῆσις τοῦ 1889 ἔδωκεν εἰσπράξεις δρ. 83,431,000, ἡ δὲ τοῦ 1890 δρ. 78,806,000. Ἀπέναντι δὲ τῶν ἐκ τακτικῶν ἐσόδων εἰσπράξεων τούτων ἐξεκαθαρίσθησαν τακτικὰ ἔξοδα διὰ μὲν τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 δραχ. 91,793,000, διὰ δὲ τὴν τοῦ 1888 δρ. 96,170,000, διὰ τὴν τοῦ 1889 δρ. 99,064,000 καὶ διὰ τὴν τοῦ 1890 δρ. 99,385,000. Προέκυψε δ’ οὕτω μεταξὺ τῶν ἀληθῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν πραγματικῶν αὐτοῦ δαπανῶν διαφορά, ἤτοι ἔλλειμμα, κατὰ μὲν τὸ 1887 ἐκ δρ. 11,018,000, κατὰ δὲ τὸ 1885 ἐκ δρ. 9,753,000, κατὰ τὸ 1889 ἐκ δρ. 15,632,000 καὶ κατὰ τὸ 1890 ἐκ δρ. 20,578,000. Ἐκτὸς δὲ τῶν τακτικῶν τούτων ἐλλειμμάτων, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύει ἡ ἀνάλυσις καὶ ἡ συμπλήρωσις τῶν ἀπολογισμῶν τῶν τεσσάρων χρήσεων, ὑπάρχουσιν, ὡς πάντες γνωρίζετε, καὶ ἕτερα ὑπολανθάνοντα ἐλλείμματα, προερχόμενα ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἀνεπιστρεπτεὶ πληρωθέντων ποσῶν εἰς διαφόρους ὑπηρεσίας, καὶ ἰδίως εἰς τὰ ταμεῖα τῆς ὁδοποιΐας καὶ εἰς τὸ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, πρὸς κάλυψιν τῶν διαφορῶν τῶν μεταξὺ τῶν εἰσπράξεων καὶ τῶν δαπανῶν αὐτῶν παρουσιαζομένων. Ἀλλ’ ἐὰν μόνον τὰ ἐλλείμματα ταῦτα ἦσαν τ’ ἀποτελέσματα τῶν τεσσάρων χρήσεων, τὸ κακὸν δὲν ἤθελεν ἴσως εἶσθαι τόσῳ μέγα. Κατὰ τὴν διάρκειαν ὅμως τῶν χρήσεων τούτων ἐφηρμόσθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἡ θεωρία αὐτοῦ, ἡ τῆς αὐξήσεως τοῦ δημοσίου πλούτου διὰ τῆς ἐκτελέσεως μετὰ σπουδῆς καὶ βίας μεγάλων ἔργων καὶ ἰδίως σιδηροδρομικῶν, ὑπερβαινόντων τὰς δυνάμεις τῆς χώρας καὶ ἐπιβαλλόντων ἐπ’ αὐτῆς διὰ τῶν συνομολογουμένων δανείων βάρη ὅλως δυσανάλογα πρὸς τὴν πρόοδον αὐτῆς. Αἱ διαθέσεις τῶν κεφαλαιούχων καὶ τῶν εὐρωπαϊκῶν χρηματιστηρίων κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα κατέστησαν εὔκολον τὴν ἀνεύρεσιν δανείων. Ἡ ἐλάττωσις τῶν μεγάλων καὶ ἐπικερδῶν ἐπιχειρήσεων ἐν Εὐρώπῃ ὤθησε κατ’ ἀρχὰς τὰ κεφάλαια πρὸς τὰ χρεώγραφα τῶν πλουσίων Κρατῶν· ἡ ἔκπτωσις δὲ τοῦ ἐκ τῶν χρεωγράφων τούτων τόκου ὤθησεν αὐτά, κυρίως ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι τοῦ 1890, πρὸς τὰ οἰκονομικῶς ἀσθενέστερα Κράτη, ὧν τὰ χρεώγραφα ἀπέδιδον ἀνωτέρους τόκους. Τῆς περιστάσεως ταύτης ὠφεληθεὶς ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐφήρμοσε τὴν δανειστικὴν αὑτοῦ πολιτικήν, δικαιολογῶν αὐτὴν διὰ τῆς ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων, τῆς τροπῆς δανείων καὶ αὐτῆς τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, σκοπῶν ὅμως κυρίως τὴν εὕρεσιν τοῦ εἰς τὸ Δημόσιον ἀναγκαίου μεταλλικοῦ, τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἐλλειμμάτων, καὶ τὴν κάλυψιν αὐτῶν διὰ τοῦ εἰς βάρος τῶν δανείων καταλογισμοῦ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς καὶ διαφόρων ἄλλων τακτικῶν ἐξόδων, ὡς π. χ. τόκων δανείων καὶ ἔργων ἀνηκόντων εἰς τὰς τακτικὰς τοῦ Κράτους δαπάνας. Συνωμολόγησε δ’ οὕτως, ὡς πάντες γνωρίζομεν, διάφορα δάνεια, ὧν τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι σπουδαία αὔξησις τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ὀφείλομεν νὰ πληρώνωμεν κατ’ ἔτος εἰς χρυσὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἐνῷ δὲ τὸ σύνολον τοῦ ποσοῦ τούτου κατὰ τὸ 1886 ἀνήρχετο εἰς 22,500,000 φράγκα, κατὰ τὸ 1890 ἀνῆλθεν εἰς 28,950,000, ηὔξησε δηλ. κατὰ 6,500,000 φράγκα περίπου. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ἐνῷ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν εἰς χρυσὸν δανείων, τῇ ἀπαιτούσῃ κατὰ τὸ 1886 φρ. 22,500,000, περιελαμβάνοντο καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν δανείων τῶν 60,000,000 καὶ τῶν τοῦ 1824 καὶ 1825, ἀνερχόμενα περίπου εἰς 1,700,000, ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ταύτῃ, τῇ ἀπαιτούσῃ κατὰ τὰ 1890 φρ. 28,950,000, τὰ χρεωλύσια ταῦτα δὲν ὑπάρχουσι πλέον, ἕνεκα τῆς τροπῆς τῶν δύο τούτων δανείων. Τὸ σύνολον ἑπομένως τῶν εἰς χρυσὸν πληρωμῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ηὔξησε μὲν ἀφ’ ἑνὸς κατὰ 6,500,000 φρ., ἐστερήθη δὲ ἀφ’ ἑτέρου σπουδαίου ποσοῦ χρεωλυσίων, ἤτοι πληρωμῶν πρὸς βαθμιαίαν ἐξόφλησιν αὐτοῦ. Τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν χρεωλυσίων τῶν μὴ ὑπαρχόντων κατὰ τὸ 1886, δηλ. τῶν δανείων τῶν 135 ἑκατομμυρίων καὶ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, ἀπὸ τῶν μὴ ὑπαρχόντων κατὰ τὸ 1890, ἀνέρχεται εἰς 1,340,000 φρ. περίπου. Ὥστε κατὰ τὸ τετραετὲς διάστημα τὸ ἀπὸ τοῦ 1887 μέχρι τοῦ 1890 ηὐξήσαμεν κατὰ 7,800,000 φρ. τὸ διὰ τόκον εἰς χρυσὸν πληρονόμενον ποσὸν πρὸς ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Τοιαῦτά εἰσι τὰ κύρια ἀποτελέσματα τῶν τεσσάρων χρήσεων, ἃς ἐξητάσαμεν. Εἶναι δὲ, Κύριοι, πικρὰ, ἀλλὰ καὶ διδακτικὴ συνάμα ἡ ἐξέτασις τῆς πορείας, ἣν ἠκολουθήσαμεν κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῶν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν χρεῶν τοῦ Δημοσίου. Ὁ μελετῶν αὐτὴν δὲν δύναται ν’ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι κυρία αἰτία τῶν δυσχερειῶν, καθ’ ὧν σήμερον παλαίει ὁ τόπος, εἶναι ἀκριβῶς ἡ πορεία αὕτη. Κατὰ τὸ 1878 ἡ ὑπηρεσία τοῦ πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν εἰς μεταλλικὸν χρέους τοῦ Δημοσίου ἀνήρχετο εἰς 1,500,000 φράγκων περίπου, ἤτοι 900,000 διὰ τὰς προκαταβολὰς τῶν τριῶν Δυνάμεων καὶ 600,000 περίπου διὰ τὸ μέρος τῶν δανείων τῶν 26, 25 καὶ 4 ἑκατομμυρίων, τὸ εὑρισκόμενον εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Κατὰ τὸ 1883 τὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ἀναγκαῖον ποσὸν ἀνῆλθεν εἰς 14,000,000 φρ. περίπου, ἀπὸ τοῦ 1883 δὲ μέχρι τοῦ 1886 ἐπηδήσαμεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 22,500,000 φράγκων, τῶν ἀναγκαίων διὰ τὴν τότε ὑπηρεσίαν τῶν παγίων καὶ χρεωλυτικῶν δανείων καὶ τῶν διαφόρων προκαταβολῶν· κατὰ δὲ τὸ 1890 ἀνήλθομεν εἰς τὰ 29,000,000 περίπου, καὶ σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς τὰ 31½ περίπου ἑκατομμύρια. Οὐδεὶς, νομίζω, δύναται ν’ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ἐν τῇ πορείᾳ ταύτῃ κεῖται ἡ κυρία ἀφορμὴ τῶν σημερινῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν δυσχερειῶν. Ἰσχυρίζονται πολλοὶ, — καὶ τοιαύτη ἴσως εἶναι καὶ ἡ ἰδέα τῆς Κυβερνήσεως, — ὅτι διὰ τῶν συνομολογηθέντων δανείων ἀνεπτύξαμεν τὴν χώραν. Ἀλλὰ τί ἀπεκτήσαμεν δι’ αὐτῶν; Τὸν χωλὸν σιδηρόδρομον Μεσολογγίου–Ἀγρινίου, τοὺς ἀτελεῖς σιδηροδρόμους Μύλων–Καλαμῶν καὶ Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων, ὧν ἡ συμπλήρωσις ἀποτελεῖ ἓν ἐκ τῶν βαρῶν τοῦ Δημοσίου, τὴν ἔναρξιν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, ἥτις ἀποτελεῖ μίαν τῶν κυριωτέρων δυσχερειῶν τοῦ Δημοσίου, καὶ τὰ τρία θωρηκτὰ, ὧν ἡ διατήρησις διαρκὲς ἐπιβάλλει βάρος ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν. Ἐπληρώσαμεν δὲ καὶ 35 ἑκατομμύρια δρ. περίπου πρὸς ἐξόφλησιν ἐσωτερικῶν δανείων, ὧν ἡ ὑπηρεσία ἐξετελεῖτο διὰ τοῦ νομίσματος, ὅπερ δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι τὰ ὀφέλη ταῦτα δύνανται νὰ συγκριθῶσι πρὸς τὰ βάρη, ἅτινα ἐπέβαλεν εἰς τὴν χώραν ἡ δι’ ἁλμάτων αὔξησις τοῦ ἐξωτερικοῦ ἡμῶν χρέους. Ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, ἡ ἐπενεγκοῦσα τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα, δὲν διεκόπη κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1890. Ἐπῆλθε μεταβολὴ Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἡ διαδεχθεῖσα τὴν τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ, δὲν ἠδύνατο νὰ διακόψῃ ἀποτόμως τὴν πολιτικὴν, ἣν οὗτος εἶχεν ἐφαρμόσει ἐπὶ τόσα ἔτη. Αἱ ὑποχρεώσεις, ἃς ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ εὗρεν ἐνώπιον αὐτῆς, ἅμα ἀναλαβοῦσα τὴν ἀρχὴν, ἡ κρίσις, ἥτις ὀλίγον πρὸ τῆς κυβερνητικῆς μεταβολῆς εἶχεν ἐκραγῆ ἐν Εὐρώπῃ εἰς βάρος τῶν μικρῶν καὶ οἰκονομικῶς ἀσθενῶν Κρατῶν, ἡ ἐλπὶς ὅτι ἡ ἐκ τῆς κρίσεως ταύτης δυσμένεια τῶν κεφαλαίων πρὸς τὰ τοιαῦτα Κράτη δὲν ἤθελεν ἐπὶ τοσοῦτον παραταθῆ, ἐπέβαλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1890 τὸ καθῆκον νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἄμεσον μεταβολὴν τοῦ λειτουργοῦντος οἰκονομικοῦ συστήματος δι’ ἐσπευσμένων καὶ ῥιζικῶν μεταβολῶν ἔν τε τῇ φορολογικῇ νομοθεσίᾳ καὶ ἐν ταῖς διαφόροις ὑπηρεσίαις τοῦ Κράτους. Δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ὅπως προβῇ εἰς τοιαύτας μεταβολὰς, αἵτινες ἠδύναντο νὰ φέρωσιν εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν προσωρινὸν κλονισμὸν, ὃν ἡ ἐν Εὐρώπῃ ἐπικρατοῦσα κρίσις ἠδύνατο νὰ καταστήσῃ ὀλέθριον. Ὁ προϋπολογισμὸς ἑπομένως τοῦ 1891, ὁ συνταχθεὶς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ὀκτωβρίου, συνετάχθη κατ’ ἀνάγκην ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος, δηλ. τῆς φορολογικῆς νομοθεσίας καὶ τῶν ὀργανικῶν νόμων τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, ἐφ’ ὧν ἐστηρίζοντο καὶ οἱ πρὸ αὐτοῦ προϋπολογισμοὶ, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι εἰσήχθησαν ἐν αὐτῷ πᾶσαι αἱ δυναταὶ οἰκονομίαι καὶ ἐπεδιώχθη ἡ βελτίωσις φόρων τινῶν. Καθῆκον δ’ ἐθεώρησεν ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ μὴ κρύψῃ τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Τοῦτο ἀπῄτει καὶ τὸ ἔθνος καὶ οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑπὲρ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ἐνδιαφερόμενοι, οἵτινες τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὴν καλὴν πίστιν ἐθεώρουν ὡς μίαν ἐκ τῶν βάσεων τῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ ὡς ὅρον τῆς πρὸς ἐπίτευξιν ταύτης ἀρωγῆς αὐτῶν. Ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τοιούτων σκέψεων, ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891, ἐν ᾧ ἀνεγράφοντο ἔσοδα μὲν δραχ. 96,541,000, ἔξοδα δὲ 99,256,000, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, καὶ ἔλλειμμα 2,715,000. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο διὰ διαφόρων προσθηκῶν εἰς τὰς δαπάνας, γενομένων κατὰ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀνεβιβάσθη εἰς τρία καὶ ἥμισυ περίπου ἑκατομμύρια. Εἰσηγούμενος δὲ τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶπον πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τῶν 3,500,000 θὰ τριπλασιάσωσι καὶ τετραπλασιάσωσιν ἴσως αἱ καθυστερήσεις μεταξὺ τῶν βεβαιωθησομένων καὶ εἰσπραχθησομένων ἐσόδων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς ἀρχηγὸς τότε τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ, συζητοῦντες τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891, ὥριζον τὸ προβλεπόμενον αὐτοῦ ἔλλειμμα εἰς 17 καὶ 20 ἑκατομμύρια. Ὁ προσωρινὸς ὅμως ἀπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1891 δεικνύει τὴν ἀκρίβειαν τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτῆς. Κατ’ αὐτὸν, τὰ βεβαιωθέντα τακτικὰ ἔσοδα ἀνέρχονται εἰς δρ. 100,352,000, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσι δραχ. 1,550,000, τὸ πρόστιμον τὸ ἐπιβληθὲν ἐπὶ τῆς ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος, δρ. 4,048,000 ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς καὶ 187,000 ἐξ ἐκποιήσεως ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ, ἤτοι 5,785,000 δραχμαὶ, αἵτινές εἰσιν ἔκτακτον ἔσοδον, μένουσι δ’ οὕτω βεβαιωθέντα πράγματι τακτικὰ ἔσοδα δρ. 94,566,000. Τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ὁ ἀνώτερος ὅρος βεβαιώσεων, εἰς ὃν μέχρι σήμερον ἐφθάσαμεν. Εἰσεπράχθη δ’ ἐξ αὐτῶν, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἐκ τῶν ἐν τῷ προσωρινῷ ἀπολογισμῷ ἀναγραφομένων εἰσπράξεων ἐκ δρ. 90,272,000 τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς καὶ τῆς ἀξίας τοῦ ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ, πραγματικὸν ποσὸν δρ. 86,036,000. Τὰ ἔξοδα δὲ τῆς χρήσεως ταύτης μετὰ τῶν ἐκτάκτων ἐξεκαθαρίσθησαν κατὰ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν εἰς δρ. 122,831,000. Ἐξ αὐτῶν ὅμως πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσιν 20,888,000 διὰ σιδηροδρομικὴν συγκοινωνίαν, 3,824,000 διὰ ναυπήγησιν τῶν θωρηκτῶν καὶ 184,000 διὰ πληρωμὰς ὑπολοίπων ἐξοφληθέντων δανείων, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 24,896,000. Ὑπολείπονται δὲ τακτικὰ ἔξοδα 97,931,000 καὶ προκύπτει ἔλλειμμα τοῦ 1891 δρ. 11,895,000, δηλ. περίπου ὅσον ἐδηλώθη εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως αὐτοῦ καὶ οὐχὶ ὅσον προέλεγον τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ. Δὲν ἀνεκόπη ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διεχειρίσθη δὲ ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ ὑπὸ τῆς διαδεχθείσης αὐτὸν Κυβερνήσεως μετὰ πλείονος κήδους καὶ ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι ἡ παρεμπόδισις τῆς καταπτώσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἅτινα ἀπὸ 86,417,000 κατὰ τὸ 1888 κατῆλθον εἰς 78,806,000 κατὰ τὸ 1890, ἀνῆλθον δὲ πάλιν εἰς 86,036,000 κατὰ τὸ 1891, καὶ ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐξόδων, ἅτινα ἀπὸ 99,385,000 κατὰ τὸ 1890 κατῆλθον εἰς 97,931,000 κατὰ τὸ 1891. Βεβαίως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891, ὅστις ἐκ τῶν προτέρων παρίστα ἔλλειμμα 12 περίπου ἑκατομμυρίων, ἔπρεπε νὰ μεταῤῥυθμισθῇ· οὐχὶ ὅμως καθ’ ὃν τρόπον συνεβούλευεν ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου, δηλ. διὰ τῆς μετατοπίσεως τῶν ἀριθμῶν, ἤτοι διὰ τῆς μὴ ἀναγραφῆς τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς καὶ διὰ τῆς μεταβιβάσεως εἰς βάρος τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας διαφόρων ἐξόδων καὶ ἄλλων τοιούτων ἀναγραφῶν, ἀλλὰ διὰ ῥιζικωτέρων καὶ σπουδαιοτέρων μέτρων. Εἰς τοιαῦτα δὲ μέτρα, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἠσχολήθην ἅμα ἔληξεν ἡ βουλευτικὴ σύνοδος τοῦ 1890. Τὰ τοιαῦτα μέτρα, ἅτινα ἐθεώρησα ἀναγκαῖα πρὸς διόρθωσιν τῶν ἐλλείψεων τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, δὲν ἠσπάσθησαν οἱ τότε συνάδελφοί μου, καὶ ἠναγκάσθην νὰ ἀποχωρήσω τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ προϋπολογισμὸς δὲ τοῦ 1892 ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν στηριζόμενος ἐπὶ ταῖς αὐταῖς βάσεσιν, ἐφ’ αἷς ἐστηρίζοντο καὶ οἱ προηγούμενοι προϋπολογισμοί. Ἡ μόνη οὐσιώδης φορολογικὴ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν ὁ Πρόεδρος τότε τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπρότεινεν, ἦτο ἡ μεταβολὴ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, ἥτις ἐψηφίσθη μὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν ἐφηρμόσθη. Ἡ ἐξακολούθησις ἑπομένως τῆς αὐτῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς ἐθεωρήθη ὡς ἐπιβαλλομένη ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου καὶ κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, καὶ δὲν διεκόπη αὕτη. Ὁ ἀρχηγὸς δὲ τότε τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ, συζητοῦντες τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν, εὕρισκον αὐτὸν ὡς ἀπολήγοντα εἰς ἔλλειμμα 26 μέχρι 30 ἑκατομμυρίων, καὶ συνίστων τὴν κάλυψιν αὐτοῦ διὰ διαφόρων μέτρων, θετικῶν τε καὶ λογιστικῶν. Ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐδείχθη τρανώτερον κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1892, ὅτε καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος, ὡς Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατέφυγεν εἰς ῥιζικώτερα μέτρα, τείνοντα εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἀλλ’ ἐπῆλθον αἱ ἀλλεπάλληλοι κυβερνητικαὶ μεταβολαὶ, ἔλαχε δὲ πάλιν εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου ἡ ὑποβολὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892. Ὁ ὑποβληθεὶς δὲ παρ’ αὐτοῦ προϋπολογισμὸς κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1892 πολλὴν ἔχει τὴν ἀναλογίαν πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1887. Τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἐφαρμοσθέντος οἰκονομικοῦ συστήματος ἤρχισαν ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ 1892 νὰ ἀποβαίνωσιν ἀναμφισβήτητα καὶ οὕτως εἰπεῖν ἁπτά. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἡ φορολογία, ἡ ψηφισθεῖσα κατὰ τὸ 1887 καὶ ἔκτοτε λειτουργοῦσα, δὲν ἠδύνατο νὰ θεραπεύσῃ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἐφαρμοσθέντος οἰκονομικοῦ συστήματος. Ἐθεώρησεν ἑπομένως ἀναγκαίαν τὴν ἐπίτασιν τῆς φορολογίας ταύτης καὶ τὴν εἰσαγωγὴν οἰκονομιῶν εἰς τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους. Παρεδέχθη τὰς αὐξήσεις φόρων, ἃς ἡ Βουλὴ τῇ προτάσει τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Γόρτυνος εἶχε ψηφίσει, ἤτοι τὴν κατὰ 4 δραχμὰς κατὰ κιβώτιον αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ πετρελαίου, ἐξ ἧς προϋπελογίζετο εἴσπραξις 740,000 δραχμῶν, καὶ τὴν προσθήκην 15% ἐπὶ τῶν μὴ συμβατικῶν τελωνειακῶν τελῶν εἰσαγωγῆς, ἐξ ἧς προϋπελογίζετο εἴσπραξις δραχ. 3,689,000· κατέφυγε δὲ καὶ εἰς νέας αὐξήσεις· ἐπεξέτεινε τὴν ἐπὶ τῶν τελωνειακῶν τελῶν αὔξησιν τῶν 15% καὶ ἐπὶ τῶν εἰδῶν τῶν ὑπαγομένων εἰς τὸ συμβατικὸν δασμολόγιον, ἐξ ὧν προϋπελόγισεν ἔσοδον δρ. 2,463,000, ἐπανέφερε τὰ κατὰ τὸ 1890 καταργηθέντα 2 δεκατημόρια ἐπὶ τῶν φόρων τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τοῦ οἴνου, προϋπολογίσας ἐξ αὐτῶν ἔσοδον 850,000 δρ., ἐπεξέτεινε τὰς στρατιωτικὰς ἀπαλλαγὰς, ἐξ ὧν προϋπελόγισεν αὔξησιν 500,000 δρ. καὶ ἐπέβαλε τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη, ὑπολογίσας τὴν ἀπόδοσιν αὐτῶν εἰς 1,500,000 δρ. Οὕτω δὲ ἐν τῷ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντι νέῳ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892 ἀνέγραψεν ἀνάλογον τοῦ ἀπομένοντος χρόνου αὔξησιν ἐσόδων ἐκ τῆς ψηφισθείσης νέας φορολογίας, ἧς τὸ σύνολον τῆς ἐτησίας ἀποδόσεως ὑπελογίζετο εἰς δραχμὰς 9,750,000 περίπου. Διὰ τῆς αὐξήσεως δὲ ταύτης τῶν φόρων καὶ δι’ οἰκονομιῶν, ὧν τὸ ἐτήσιον ποσὸν ἀνεβίβαζεν, εἰσηγούμενος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, εἰς 7 περίπου ἑκατομμύρια, ἐπαρουσίασεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον οὐ μόνον ἐν ἰσοζυγίῳ, ἀλλὰ καὶ μὲ περίσσευμα 2,762,000 δρ. Δὲν δυνάμεθα βεβαίως νὰ κρίνωμεν σήμερον τὰ ὁριστικὰ ἀποτελέσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσηγούμενος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἐν τῷ τοῦ 1892 ἀνεγράφησαν ἔσοδα μὴ τακτικὰ, καὶ ὅτι δὲν ἀνεγράφησαν ἐν αὐτῷ δαπάναι τακτικαὶ ἐκτελεσθεῖσαι, ὡς π. χ. αἱ τῶν καταργηθέντων ταμείων τῆς ὁδοποιίας καὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐποίει πλήρη τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν πλημμελῶς ἀναγραφέντων ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ὡς π. χ. τῶν μὴ ἀναγραφεισῶν διαφόρων δαπανῶν ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τῆς ἀναγραφῆς ὡς τακτικοῦ ἐσόδου τοῦ ἐξ εἰκονικοῦ δανείου τῆς ὁδοποιίας, ἤθελε βεβαίως φθάσει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅπερ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, συζητοῦντες τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892, ἐξηγάγομεν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτοῦ, δείξαντες ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1892 θέλει ἀπολήξει εἰς ἔλλειμμα 20,000,000 περίπου. Εἰς τὸν ἐρευνῶντα τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ ἀπολογισμοὺς τοῦ Δημοσίου ἀπὸ τοῦ 1880, ἰδίᾳ δὲ ἀπὸ τοῦ 1884 καὶ ἐντεῦθεν, γεννᾶται ἡ ἐντύπωσις, ὅτι εὑρίσκεται ἐνώπιον ἐργασίας ἀναλόγου ἐκείνης, ἣν ἐξετέλουν ἐν τῷ Ἅδῃ αἱ Δαναΐδες. Κατεδικάσθησαν ἐκεῖναι νὰ πληρώσωσι πίθον διεῤῥωγότα, μεταφέρουσαι ὕδωρ ἐξ ὡρισμένης πηγῆς. Τὸ ὕδωρ διέῤῥεε διὰ τῶν ὀπῶν τοῦ πίθου, ὁ δὲ πίθος ἔμενε πάντοτε κενός. Οὕτω καὶ αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις φαίνονται καταδικασθεῖσαι νὰ πληρώσωσι τὸ κενὸν τῶν ἡμετέρων προϋπολογισμῶν διὰ μέτρων παριστώντων ἀναλογίαν τινὰ πρὸς τὸ ὕδωρ τῶν Δαναΐδων, ἤτοι δι’ οἰκονομιῶν ἐν τοῖς ἐξόδοις καὶ δι’ αὐξήσεως τῶν φόρων. Ὅπως δ’ εἰς ἐκείνας δὲν ἐπετρέπετο νὰ δώσωσι τὴν δέουσαν σημασίαν εἰς τὰς ὀπὰς τοῦ πίθου, οὕτω, φαίνεται, καὶ αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις δὲν θέλουσι νὰ δώσωσι τὴν ἀληθῆ σημασίαν εἰς τὰ ῥήγματα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, ἅτινα ματαιοῦσι τὰ ἀποτελέσματα τῆς δι’ ἀντλήσεως οἰκονομιῶν καὶ διὰ περισυλλογῆς φόρων πληρώσεως τοῦ ἐν αὐτῷ κενοῦ, καὶ ἅτινά εἰσιν αἱ πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου καὶ ἡ κατάστασις τῆς νομισματικῆς ἡμῶν κυκλοφορίας. Ἐφ’ ὅσον ὑφίστανται τὰ ῥήγματα ταῦτα, καὶ ἐφ’ ὅσον μάλιστα ἐπιτείνονται, πᾶς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀτυχῶς καταδεδικασμένος εἰς τὸ ἔργον τῶν Δαναΐδων. Ὅσα ποσὰ καὶ ἂν ἀντλήσῃ ἐξ οἰκονομιῶν, ὅσα καὶ ἂν συλλέξῃ ἐκ φόρων, θὰ διέλθωσι ταῦτα διὰ τῶν ῥηγμάτων καὶ δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ πληρώσῃ ἀποτελεσματικῶς τὸ κενὸν τῶν προϋπολογισμῶν ἡμῶν. Ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι, ὅτι ηὐξήσαμεν τὴν φορολογίαν κατὰ 24,000,000 τὸ 1887 καὶ κατὰ 10,000,000 περίπου τὸ 1892, ἀνεγράψαμεν δὲ καὶ τότε καὶ τώρα οἰκονομίας, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα τὸ κενὸν μένει πάντοτε τοιοῦτον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναγνωρίζει μὲν τὰ κύρια ταῦτα αἴτια τῆς ἀσθενείας τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, δὲν δίδει ὅμως εἰς αὐτὰ πᾶσαν τὴν σημασίαν καὶ τὴν βαρύτητα, ἣν ἔχουσι ταῦτα. Διὰ τοῦτο συνέταξε καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893—ὡς εἶπον καὶ χθές, ἀρχόμενος τοῦ λόγου,—διὰ τῆς αὐτῆς μεθόδου, δι’ ἧς εἶχε συντάξει καὶ τοὺς προηγουμένους αὑτοῦ προϋπολογισμούς, καὶ πρὸς τοὺς αὐτοὺς σκοπούς. Μολονότι αἱ περιστάσεις τοῦ 1893, καὶ αἱ ἐσωτερικαὶ καὶ αἱ ἐξωτερικαί, εἰσὶν ὅλως διάφοροι τῶν τοῦ 1887, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐπαναλαμβάνει τὸ αὐτὸ πείραμα. Συμπληρῶν τὰς διὰ τὸ 1892 ψηφισθείσας αὐξήσεις φορολογίας ἐκ δρ. 9,750,000 διὰ τῆς προσθήκης ἑτέρων ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων προϊόντων, ἐπὶ τῶν τελῶν τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τοῦ χαρτοσήμου, ἐπὶ τῶν τηλεγραφικῶν καὶ ταχυδρομικῶν τελῶν, ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ τῶν ποτῶν, ἐπὶ τῶν δασικῶν προϊόντων καὶ ἐπὶ τῆς ἀγκυροβολίας, ὧν ἡ ἀπόδοσις ὑπολογίζεται εἰς 5,300,000 περίπου, ἀναβιβάζει αὐτὴν εἰς ποσὸν ὑπερβαῖνον τὰ 15,000,000 δραχμῶν καὶ εἰσάγων οἰκονομίας, ἃς ὑπερβολικῶς ὑπολογίζει εἰς 20 περίπου ἑκατομμύρια, φθάνει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893 θέλει ἀπολήξει εἰς βεβαιωθησόμενα τακτικὰ ἔσοδα δραχμῶν 110,491,000, εἰς ἀναγνωρισθησόμενα τακτικὰ ἔξοδα 95,800,000 καὶ εἰς περίσσευμα 14,690,000 δραχμῶν. Ἐκ τοῦ περισσεύματος δὲ τούτου προσδιορίζει 8,690,000 δραχμῶν δι’ ἔξοδα τοῦ δημοσίου χρέους, δηλ. διὰ τὴν νομισματικὴν διαφορὰν, διὰ τόκους συνομολογηθησομένων δανείων καὶ δι’ ἐξόφλησιν ἀκόμη χρεῶν τοῦ Δημοσίου· τὸ δὲ ὑπόλοιπον ἐκ δραχ. 6,000,000 διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῶν βεβαιωθησομένων καὶ εἰσπραχθησομένων ἐσόδων. Εἰς τὸ ἀποτέλεσμα δὲ τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φθάνει, ὡς εἶπον ἤδη, ὑπερτιμῶν τὰ βεβαιωθησόμενα ἔσοδα καὶ ὑποτιμῶν τὰ ἀναγνωρισθησόμενα ἔξοδα τοῦ Δημοσίου. Εὑρίσκω δὲ, ὅτι τὰ βεβαιωθησόμενα ἔσοδα ὑπερτιμᾷ σχεδὸν κατὰ 6,000,000, τὰ δὲ ἀναγνωρισθησόμενα ἔξοδα ὑποτιμᾷ κατὰ 10,200,000 περίπου. Τὴν σύγκρισιν μεταξὺ τῶν ἐσόδων, ἅτινα θεωρῶ ὡς πιθανὰ, καὶ τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ νομίζω ὅτι ὀφείλομεν νὰ ποιήσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βεβαιώσεων καὶ οὐχὶ τῶν εἰσπράξεων. Ἀναντιῤῥήτως τὰ εἰσπραχθησόμενα ἔσοδά εἰσιν ἐκεῖνα, ἅτινα θὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐξόδων τοῦ Δημοσίου· ἀλλὰ τὰ βεβαιωθησόμενα περιλαμβάνουσι τὸ ὅλον τῶν δικαιωμάτων, ἅτινα διὰ τῆς φορολογίας κτᾶται τὸ Δημόσιον ἐπὶ τῶν φορολογουμένων, καὶ ἅτινα σύγκεινται οὐ μόνον ἐκ τῶν ἐντὸς τῆς χρήσεως εἰσπραττομένων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν καθυστερούντων καὶ εἰσπραττομένων μετὰ τὴν παρέλευσιν αὐτῆς. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ἀκριβεστέραν τὴν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βεβαιώσεων σύνταξιν τῶν προϋπολογισμῶν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως τοῦ ν’ ἀναγράφηται μεταξὺ τῶν δαπανῶν καὶ κεφάλαιον περιλαμβάνον τὰς καθυστερήσεις καὶ χρησιμεῦον εἰς ἐξίσωσιν τῶν βεβαιώσεων πρὸς τὰς εἰσπράξεις, καὶ τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰς δαπάνας. Τοιοῦτον εἶναι τὸ λογιστικὸν σύστημα, ὅπερ τὰ πλεῖστα τῶν Κρατῶν ἐφαρμόζουσιν, ἀναγράφοντα ἐν μὲν τοῖς ἐσόδοις πάντα τὰ βεβαιούμενα δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, μεταξὺ δὲ τῶν ἐξόδων καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων, οὗτινος προβλέπεται ἡ καθυστέρησις. Προτιμῶ δὲ τὸ σύστημα τοῦτο, διότι οὐσιαστικῶς μὲν ἀπολήγει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπράξεων, λογιστικῶς ὅμως θέτει ἐνώπιον ἡμῶν καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ, ὅστις εἶναι συμπλήρωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ, πάντα τὰ δικαιώματα, ἅτινα ἀποκτᾷ τὸ Δημόσιον, ἑπομένως καὶ τὰ καθυστερούμενα, τὰ ὁποῖα παρ’ ἡμῖν εἰσι πολλοῦ λόγου ἄξια, διότι ἐξ αὐτῶν τὸ Δημόσιον εἰσπράττει 4 καὶ πλέον ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος. Ἔχω ἐνώπιόν μου πίνακα, ὃν συνέταξα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ παρελθόντος καὶ τῶν περιστάσεων, ὑφ’ ἃς θὰ λειτουργήσῃ ἕκαστος τῶν ἰσχυόντων φόρων καὶ λοιπῶν πόρων τοῦ Δημοσίου κατὰ τὸ 1893, καὶ ἐξ οὗ προκύπτει ὑπερτίμησις τῶν προϋπολογιζομένων ἐσόδων κατὰ 5,000,000 δραχ. Ἡ ἀνάλυσις ὁλοκλήρου τοῦ πίνακος τούτου ἤθελεν εἶσθαι ὀχληρὰ καὶ διὰ τὴν Βουλὴν καὶ δι’ ἐμέ. Διὰ τοῦτο θὰ περιορισθῶ νὰ ἀνακοινώσω τὰ κυριώτερα ἐκ τῶν ἐσόδων, ὧν εὑρίσκω ὑπερτιμωμένην τὴν βεβαίωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν ὑπολογίζεται εἰς δραχμὰς ἔσοδον 4,786,000, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τὰ ἔτη 1889, 1890 καὶ 1891. Ἡ ἐπελθοῦσα ὅμως ἐλάττωσις τῆς παραγωγῆς τῆς σταφίδος κατὰ τὸ 1892 ἐκ τῶν ἀσθενειῶν, αἵτινες δυστυχῶς ἔβλαψαν σπουδαίως τὸ πολύτιμον τοῦτο προϊὸν ἡμῶν, μᾶς ὑποχρεοῖ νὰ μὴ ὑπολογίσωμεν, ὅτι κατὰ τὸ 1893 θὰ παραχθῇ σταφὶς ἴση μὲ τὸν μέσον ὅρον τῶν ἐτῶν 1889, 1890 καὶ 1891. Καὶ ἡ ἐξαγωγὴ δὲ καὶ ἡ κατανάλωσις αὐτῆς κατὰ τὸ 1892 εἶναι σχετικῶς πολὺ κατωτέρα τοῦ μέσου ὅρου τῶν ἐτῶν τούτων. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι ἀντὶ τῶν 4,786,000 δραχμῶν, αἵτινες λαμβάνονται ὡς βάσις, πρέπει νὰ λάβωμεν τοιαύτην μόνον 4,350,000. Ἀφαιροῦντες δ’ ἐξ αὐτῶν τὸ ⅓, συμφώνως μὲ τὸν νεωστὶ ψηφισθέντα νόμον περὶ τῆς εἰς χρυσὸν εἰσπράξεως τοῦ φόρου τούτου, εὑρίσκομεν φρ. 3,625,000, ἀντὶ τῶν 3,804,000, ἅτινα ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἤτοι φρ. 180,000 ἐπὶ ἔλαττον. Ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς Ἑπτανήσου, τῶν φορολογουμένων ἐν τοῖς τελωνείοις, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς στηρίζει τὸ ἔσοδον τοῦ 1893, ὡς ἔτους περιττοῦ, ἐπὶ τοῦ μέσου ὅρου τῶν ὁμοίων ἐτῶν 1891 καὶ 1889. Ἀλλὰ γνωρίζομεν ἤδη, ὅτι ἡ ἐλαιοπαραγωγὴ τοῦ 1892, ἥτις θέλει ἐξαχθῆ κατὰ τὸ 1893, εἶναι ἀσυγκρίτως κατωτέρα τῶν τοῦ 1888 καὶ 1890, τῶν ἐξαχθεισῶν κατὰ τὸ 1889 καὶ 1891. Καὶ ἡ σταφὶς δ’ ὡσαύτως ὑπέστη βλάβην καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ ἀνάλογον μὲ τὴν ἐπελθοῦσαν εἰς τὰς ἄλλας σταφιδοφόρους ἐπαρχίας. Οἱ λόγοι οὗτοι μᾶς ἐπιβάλλουσιν, ὅσον καὶ ἂν αἰσιοδοξῶμεν, νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπολογισμῶν τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως εἰς χρυσὸν τῶν ἐξαγωγικῶν τελῶν προϋπολογιζόμενον ποσὸν τῶν δραχ. 2,509,000 εἰς 2,300,000, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ δραχ. 209,000. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων ἀπὸ τοῦ 1889 δὲν παρουσιάζει εὐάρεστα ἀποτελέσματα. Ἐν μέρει καὶ ἕνεκα τῆς προσθήκης τῶν δύο δεκατημορίων, κυριώτερον δ’ ἕνεκα καιρικῶν περιστάσεων, καταπίπτει κατ’ ἔτος. Ἀντὶ τῶν 3,350,000 δρ., ἃς ἀπέδωκε τὸ 1889, κατὰ τὸ 1890 ἐβεβαιώθησαν 3,160,000, καὶ κατὰ τὸ 1891 δρ. 2,782,000. Ἀντὶ δὲ τῶν 6,460,000 ζώων, ἅτινα ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν τὸ 1889, κατὰ τὸ 1890 ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν 5,690,000, καὶ τὸ 1891 μόνον 4,381,000, ἤτοι ἐπῆλθε διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον τῶν δηλωθέντων ζώων κατὰ 25% ἀπὸ τοῦ 1889 μέχρι τοῦ 1891. Εἶναι ἐνδεχόμενον, ἡ μεταβολὴ τοῦ συστήματος τῆς δηλώσεως τῶν ζώων, ἡ ψηφισθεῖσα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, νὰ συνετελέσῃ κατά τι εἰς τὴν πρόληψιν καταχρήσεων, αἵτινες συνέβησαν ἴσως ἕνεκα τοῦ καταργηθέντος συστήματος. Βεβαίως ὅμως ἡ μεταβολὴ αὕτη δὲν θὰ φέρῃ αὔξησιν κατὰ 25% ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν φορολογηθέντων ζώων κατὰ τὸ 1891. Λαμβάνοντες δ’ ὡς βάσιν τὸ 1891, ὀφείλομεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενον ποσὸν ἐκ δρ. 3,040,000 κατὰ δρ. 140,000. Διὰ τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων ὡς βάσιν ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν τὸ 1889, διότι κατὰ τὸ 1890 καὶ 1891 ὁ φόρος οὗτος ἐβεβαιώθη διὰ τοῦ συστήματος τῶν ἐπιτροπῶν τῶν συντεχνιῶν, ὅπερ κατηργήθη διὰ νόμου ψηφισθέντος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, καὶ ὅστις ἐπανέφερεν ἐν ἰσχύϊ τὸ σύστημα τῆς κατὰ τριετίαν βεβαιώσεως, ὅπερ ἴσχυε καὶ κατὰ τὸ 1889. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς βεβαιώσεως τοῦ 1889, ἥτις ἀνέρχεται εἰς δραχ. 2,980,000, δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν διὰ τὸ 1893 τὴν βεβαίωσιν 3,307,000, ἣν ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμός. Ἡ ἐν γένει κατάστασις τῆς κοινωνίας ἡμῶν δὲν δικαιολογεῖ τοιαύτην αὔξησιν. Καὶ ἂν δὲ αἰσιοδοξοῦντες θέλωμεν νὰ ἐλπίσωμεν βεβαίωσιν κατά τι ἀνωτέραν τῆς τοῦ 1889, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τοιαύτην κατὰ 327,000 δρ. Ὅθεν νομίζω, ὅτι, ὅπως ὦμεν ἀκριβέστεροι, ὀφείλομεν νὰ ἐλαττώσωμεν κατὰ 207,000 δρ. τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενον ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων. Εἰς τὸν τελωνειακὸν δασμὸν εἰσαγωγῆς ἐγένοντο κατὰ τὸ 1892 αὐξήσεις, ὧν ἡ ἀπόδοσις ὑπελογίσθη εἰς δραχμὰς 6,152,000 περίπου. Ἐὰν αἱ αὐξήσεις αὗται ἠδύναντο νὰ ὦσιν ἀποτελεσματικαί, τὰ τέλη ταῦτα, ἅτινα ἀπέδωκαν κατὰ τὸ 1891 δρ. 25,962,000, ἔπρεπε νὰ φέρωσι διὰ τὸ 1892 ἔσοδα 32 ἑκατομμυρίων καὶ ἐπέκεινα, ἂν ἅπασαι αἱ αὐξήσεις ἤθελον λειτουργήσει καθ’ ὅλον τὸ ἔτος. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἥμισυ περίπου αὐτῶν ἐλειτούργησε καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ ἐπὶ 4 ἢ 5 μῆνας, ἡ ἀπόδοσις τῶν τελωνειακῶν τελῶν εἰσαγωγῆς ἔπρεπε νὰ ἀνέλθῃ διὰ τὸ 1892 εἰς 30 ἑκατομμύρια περίπου. Καὶ ὅμως μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1892, δηλ. κατὰ τοὺς 10 πρώτους μῆνας τοῦ ἔτους, ὧν γνωρίζομεν ἐπισήμως τὰ ἀποτελέσματα, τὰ τέλη ταῦτα, μὲ ὅλην τὴν ψηφισθεῖσαν αὔξησιν αὐτῶν, ὑπολείπονται τῶν τῶν ἀντιστοίχων 10 μηνῶν τοῦ 1891 κατὰ 800,000 δρ. Ἠκούσαμεν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι κατὰ τοὺς δύο τελευταίους μῆνας, δηλ. τὸν Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον τοῦ 1892, ἐκ τῶν τελῶν τούτων εἰσεπράχθη ποσὸν ἀνώτερον τοῦ εἰσπραχθέντος κατὰ τοὺς αὐτοὺς μῆνας τοῦ 1891, καὶ ὅτι οὐ μόνον ἀνεπληρώθη τὸ ἔλλειμμα τῶν 10 πρώτων μηνῶν, ἀλλ’ ἐπῆλθε καὶ πλεόνασμα εἰς τὸ σύνολον τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1892 ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς τοῦ 1891. Νομίζω ὅμως, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ὁ τελωνισμὸς τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαχθέντων εἰδῶν κατὰ τὸν Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον δὲν ἦτο ὁμαλὸς, διότι ὀφείλεται εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ τελευταίου νομοσχεδίου, τοῦ αὐξάνοντος καὶ πάλιν τὰ τέλη ἐπὶ διαφόρων εἰδῶν. Οἱ ἔμποροι, ὅπως ἀποφύγωσι τὰ νέα τέλη, ὧν ἡ ἐπιβολὴ ἤρξατο ἀπὸ τῆς τρέχοντος μηνὸς Ἰανουαρίου, ἔσπευσαν νὰ τελωνίσωσιν ἐντὸς τῶν μηνῶν Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου πολλὰ ἐμπορεύματα, ἅτινα ἄνευ τῆς αἰτίας ταύτης δὲν ἤθελον τελωνισθῆ ἐντὸς τῶν μηνῶν τούτων. Ἀπόδειξιν δὲ τούτου ἔχομεν καὶ τὴν σπουδαίαν ἐλάττωσιν τῶν τελωνειακῶν τελῶν, ἥτις ἐπῆλθε κατὰ τὸ πρῶτον δεκαήμερον τοῦ τρέχοντος μηνός. Ὅθεν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1892 βλέπομεν καθαρῶς, ὅτι αἱ γενόμεναι αὐξήσεις τῶν τελωνειακῶν τελῶν εἰσαγωγῆς, δὲν ἐπέφερον καὶ ἀνάλογον αὔξησιν τοῦ ἐξ αὐτῶν ἐσόδου. Δὲν δικαιούμεθα ἑπομένως, προϋπολογίζοντες τὰ ἔσοδα τῶν τελῶν εἰσαγωγῆς διὰ τὸ 1893, νὰ λάβωμεν βάσιν τὸν μέσον ὅρον τῆς κατὰ τὸ παρελθὸν ἀποδόσεως αὐτῶν καὶ νὰ προσθέσωμεν εἰς αὐτὸν τὰς ψηφισθείσας αὐξήσεις ἐπὶ διαφόρων εἰδῶν, ὡς πράττει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁρίζων τὸ ἐξ αὐτῶν ἔσοδον εἰς δραχμὰς 29,437,000. Ἡ δικαιολογουμένη βάσις πρὸς προσδιορισμὸν τοῦ ἐσόδου τούτου εἶναι τὸ συμφώνως μὲ τὰς προχθὲς ἀνακοινωθείσας πληροφορίας εἰσπραχθὲν ποσὸν κατὰ τὸ 1892 σὺν τῇ προσθήκῃ ἑνὸς ἑκατομμυρίου διὰ τὰς τελευταῖον ψηφισθείσας μεταῤῥυθμίσεις τοῦ δασμολογίου. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ ταύτῃ ἡ πιθανὴ ἀπόδοσις τῶν τελῶν τούτων κατὰ τὸ 1893 ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 27,737,000 περίπου, καὶ οὐχὶ εἰς 29,437,000, ὡς ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 1,700,000 δραχμάς. Καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ εὑρίσκω μὴ δικαιολογουμένην τὴν ἀναγραφὴν ἐσόδου δρ. 5,716,000. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τοὺς τρεῖς τελευταίους μῆνας τοῦ 1892, ἕνεκα τῆς ἐφαρμογῆς τῶν αὐστηρῶν μέτρων, ἅτινα ἐλήφθησαν καὶ τῇ προτάσει τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ καὶ τῇ προτάσει τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐφορολογήθησαν 80,000 ὀκάδες περίπου καπνοῦ κατὰ μῆνα. Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῶν τριῶν τούτων μηνῶν πρέπει νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς μόνη βάσις τῶν ὑπολογισμῶν ἡμῶν. Θὰ ἐξακολουθήσωσι βεβαίως λειτουργοῦντα τὰ ληφθέντα αὐστηρὰ μέτρα, ἀλλὰ δὲν πρέπει ν’ ἀμφιβάλλωμεν, ὅτι, ὅπως καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν, οὕτω καὶ διὰ τὸ μέλλον τὸ λαθρεμπόριον θὰ ἐξεύρῃ τρόπους ὑπεκφυγῆς τοῦ φόρου. Ἡ ὀρθοτέρα βάσις, ἐφ’ ἧς δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν, εἶναι τὸ ἔσοδον οὐχὶ τῶν τριῶν, ἀλλὰ τῶν τελευταίων ἓξ μηνῶν τοῦ 1892, κατὰ τοὺς ὁποίους διαχειρίζεται τὰ κοινὰ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ καθ’ οὓς ἐλειτούργησαν ὡσαύτως τὰ πλεῖστα τῶν ληφθέντων νέων μέτρων. Κατὰ τοὺς ἓξ τελευταίους μῆνας ἐφορολογήθησαν περίπου 430,000 ὀκάδες. Ἡ βάσις δὲ αὕτη πιστεύω ὅτι ἐλήφθη καὶ παρὰ τοῦ συντάξαντος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου ἐσόδου, ὅστις αἰσιοδοξῶν στηρίζει αὐτὴν ἐπὶ καταναλώσεως κατά τι ἀνωτέρας τῆς ἐκ τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1892 ἐνδεικνυομένης, δηλ. ἐπὶ 900,000 ὀκάδων καπνοῦ, οὐχὶ ὅμως ἐπὶ 1,000,000 ὀκάδων, ὡς πράττει ὁ προϋπολογίσας τὸ ἐκ τοῦ καπνοῦ ἔσοδον.
§28ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἶναι καὶ τὸ τουμπεκί.
§29ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ τουμπεκὶ ἀνέρχεται εἰς 25,000 ἢ 30,000 ὀκάδας. Ὥστε, ἂν παραδεχθῶμεν τὴν βάσιν, ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου ἐσόδου, καὶ προσθέσωμεν καὶ ἑτέρας 30,000 ὀκάδας διὰ τὸ τουμπεκί, φθάνομεν εἰς τὸ ποσὸν 930,000 ὀκάδων καπνοῦ φορολογηθησομένου, ἤτοι 70,000 ὀκ. ὀλιγώτερον τοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειουμένου, καὶ κατὰ συνέπειαν εἰς ἔσοδον κατὰ 360,000 δραχμῶν ἐπὶ ἔλαττον. Ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν εἰσεπράχθησαν 240,000 δραχμαὶ κατὰ τὸ 1891. Κατὰ τὸν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ψηφισθέντα νόμον, οἱ ὅροι τοῦ φόρου τούτου ηὔξησαν πολύ. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ μεγάλη αὐτῶν αὔξησις γεννᾷ τὴν βάσιμον ὑπόνοιαν, ὅτι πολλοὶ λέβητες, οἵτινες εἰργάζοντο ἐπὶ τῇ ἐλαφρᾷ φορολογίᾳ, θὰ παύσωσιν ἐργαζόμενοι ἐπὶ τῇ βαρείᾳ. Δὲν νομίζω ἑπομένως, ὅτι, στηριζόμενοι ἐπὶ τῆς ψηφισθείσης αὐξήσεως τοῦ φόρου, δικαιούμεθα νὰ αὐξήσωμεν κατὰ 260,000 δραχμὰς τὸ ἐξ αὐτοῦ ἔσοδον. Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς δυσκολίας τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ φόρου τούτου, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὴν αὔξησιν εἰς δρ. 160,000 καὶ ἀναγράψωμεν τὸ ἐξ αὐτοῦ ἔσοδον κατὰ δρ. 100,000 ἐπὶ ἔλαττον. Διὰ τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου λαμβάνεται ὡς βάσις τὸ 1891, καθ’ ὃ ἐβεβαιώθησαν 9,901,000. Εὑρίσκω τὴν βάσιν ταύτην ὀρθήν, διότι τὸ ἐκ τῶν τελῶν τούτων ἔσοδον προοδεύει ὁμαλῶς. Εἰς τὸ ποσὸν ὅμως τοῦτο προστίθενται δρ. 1,500,000 διὰ τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑποθέτει, ὅτι αἱ 20,850 μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι ἐφοίτων εἰς τὰ σχολεῖα πρὸ τῆς ἐπιβολῆς τῶν νέων ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, θὰ ἐξακολουθήσωσι φοιτῶντες καὶ εἰς τὸ μέλλον ἄνευ ἐλαττώσεως. Δὲν θεωρῶ τοῦτο πιθανόν.
§30ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑπάρχουσιν ἀποτελέσματα.
§31ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα βλέπομεν ἀναγραφόμενα ἐν τῇ δημοσιευθείσῃ καταστάσει τοῦ Ὀκτωβρίου τῆς χρήσεως τοῦ 1892, δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς προβλέψεις τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§32ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Μέχρι σήμερον εἰσεπράχθησαν 750,000 δραχμαί.
§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὴ γνωρίζων τὰ καθέκαστα τῆς τοιαύτης εἰσπράξεως, δὲν δύναμαι νὰ ἐξαγάγω ἐξ αὐτῆς συμπεράσματα. Πάντες ὅμως γνωρίζομεν, ὅτι τὰ ψηφισθέντα ἐκπαιδευτικὰ τέλη ἔφερον ἤδη καὶ θὰ φέρωσι κατὰ τὸ 1893 πλειοτέραν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν, διὰ τῆς μὴ φοιτήσεως εἰς τὰ σχολεῖα ἐκείνων, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ πληρώσωσιν αὐτά. Στηριζόμενοι δὲ ἐπὶ μικροτέρου ἀριθμοῦ μαθητῶν, ὀφείλομεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ἔσοδον ἀπὸ 1,500,000, ὡς ὁρίζεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, εἰς 1,300,000, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 200,000 δραχμάς. Αἱ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ψηφισθεῖσαι μεταβολαὶ διαφόρων τελῶν χαρτοσήμου καὶ ἰδίως δικαστικῶν τελῶν, δὲν γνωρίζομεν τίνα θὰ φέρωσιν ἀποτελέσματα· βεβαίως ὅμως θὰ φέρωσιν ἐλάττωσιν τῶν δικαστικῶν πράξεων, αἵτινες θὰ φορολογηθῶσι βαρύτερον. Καὶ ἐκ τούτων, ἑπομένως, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν ἔσοδον κατὰ 100,000 δραχ. ἐπὶ ἔλαττον τοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένου. Οὕτω δὲ τὸ σύνολον τοῦ ἐκ τελῶν χαρτοσήμου προϋπολογιζομένου ἐσόδου ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 12,039,000 ἀντὶ τῶν δραχ. 12,339,000, ἃς ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμός, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 300,000 δραχ. Ἐκ τοῦ πετρελαίου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπολογίζει ἔσοδον δραχ. 5,653,000 ἐπὶ τῇ βάσει καταναλώσεως 188,450 κιβωτίων. Δὲν ἔχομεν ἐπίσημα διδόμενα περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ καταναλωθέντος κατὰ τὸ 1892 μετὰ τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς κατὰ δραχ. 4 κατὰ κιβώτιον. Ἡ πληροφορία, ὅτι κατηναλώθησαν 183,000 κιβώτια, δηλαδὴ ποσὸν ἀνώτερον τοῦ κατὰ τὸ 1891 καταναλωθέντος, δὲν μοὶ φαίνεται ὁριστικὴ, διότι νομίζω, ὅτι οἱ λογαριασμοὶ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξεκαθαρίσθησαν μέχρι σήμερον. Ἐὰν λάβωμεν ὡς βάσιν τὸ 1891, τὸ ποσὸν τῆς καταναλώσεως τοῦ 1893 δύναται νὰ ὁρισθῇ εἰς 182,000 κιβώτια, ἤτοι κατὰ 6,450 κιβώτια ὀλιγώτερα τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναφερομένων, ἅτινα ἐλαττοῦσι κατὰ 200,000 δραχμὰς περίπου τὸ ἐν αὐτῷ ἀναγραφόμενον ἔσοδον. Κατὰ 400,000 δραχ. περίπου πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ προϋπολογιζόμενον ἔσοδον ἐκ καθυστερούντων ἐσόδων παρελθουσῶν χρήσεων. Ἐκ τῶν ἐσόδων τούτων κατὰ τὸ 1891 εἰσεπράχθησαν, 4,012,000. Εἰσεπράχθη δὲ καὶ ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου ὡς καὶ ἐντὸς τοῦ 1892 τὸ κυριώτερον μέρος τοῦ καθυστερήσαντος φόρου, ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν τῆς πόλεως Ἀθηνῶν. Κατὰ τὸ 1893 θὰ εἰσπραχθῇ ὑπόλοιπόν τι τοῦ τοιούτου φόρου, θὰ εἰσπραχθῇ δὲ καὶ ὁ καθυστερήσας φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων τῆς πόλεως Ἀθηνῶν. Ἕνεκα τούτου δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸ κατὰ τὸ 1891 εἰσπραχθὲν ποσὸν ἐκ δραχμῶν 4,012,000 ἑτέρας δραχμὰς 358,000 διὰ τὸ 1893, οὐχὶ ὅμως δρ. 758,000, ὡς ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἐκ τῶν εἰσφορῶν τῶν δήμων διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν κατὰ τὸ 1893 προϋπολογίζεται ἔσοδον δραχμῶν 3,400,000, ἐνῷ ὁ μέσος ὅρος τῶν βεβαιωθέντων, συμφώνως μὲ τὴν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑποβληθεῖσαν σημείωσιν, ἀνέρχεται διὰ τὰ ἔτη 1890, 1891 καὶ 1892 εἰς δραχμὰς 2,800,000, ἤτοι κατὰ 600,000 δρ. ἐπὶ ἔλαττον. Δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ προΐδωμεν κατὰ πόσον θὰ ἐλαττωθῇ καὶ τὸ διὰ τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν ἐξ εἰσφορῶν τῶν δήμων προϋπολογιζόμενον ποσὸν ἐκ δρ. 1,800,000. Τὸ ἐπὶ πλέον ἀναγραφόμενον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσὸν ἐκ τῶν φόρων, οὓς ἀνέφερον, ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 4,400,000 περίπου. Ἐκ διαφόρων δὲ ἄλλων πόρων τοῦ Δημοσίου, ὡς π. χ. τῶν φόρων ἐπὶ τῶν περιβολίων καὶ βοσκῶν, τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν τελῶν, τοῦ προσθέτου τέλους ἐπὶ τῶν καθυστερούντων δημοσίων ἐσόδων κτλ. ὑπολογίζω 600,000 δρ. περίπου ἐπὶ ἔλαττον τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων ποσῶν. Ἐκτὸς δὲ τῆς ὑπερτιμήσεως ταύτης τῶν φόρων ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ἔσοδον, ὅλως ἀνύπαρκτον καὶ ἰδανικὸν, ἐξ 1,000,000 δραχμῶν, πληρωθησομένων εἰς τὸ Δημόσιον ἀπέναντι τῶν εἰς αὐτὸ ὀφειλομένων ὑπὸ τοῦ ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας διὰ δανείου, ὅπερ θὰ συνομολογήσῃ τὸ ταμεῖον τοῦτο. Τὸ ταμεῖον τῆς Ὁδοποιΐας δὲν ὑφίσταται πλέον, οὐδένα δ’ ἔχει πόρον, ὅπως συνομολογήσῃ δάνειον. Ἐὰν ἑπομένως πρόκηται διὰ δανείου νὰ προσπορισθῇ τὸ Κράτος 1,000,000 δραχμῶν, τὸ δάνειον τοῦτο θὰ βαρύνῃ ἀποκλειστικῶς τὸ Δημόσιον, καὶ ἔσται ἔκτακτον, καὶ οὐχὶ τακτικὸν ἔσοδον. Σὺν τῷ ἐκτάκτῳ δὲ τούτῳ ἐσόδῳ συμπληροῦται τὸ ποσὸν τῶν 6,000,000, καθ’ ὃ ὑπερτιμῶνται τὰ ἔσοδα τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Κατὰ 10,200,000 περίπου εὑρίσκω, ὡς εἶπον, ὑποτιμώμενα τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Δημοσίου κατὰ τὸ 1893. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγράφεται δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων ποσὸν 452,000 δραχμῶν, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον τοῦ ἀναγραφέντος κατὰ τὸ 1892 κατὰ 3,259,000 δραχμάς. Ἀλλ’ ὅπως κατὰ τὸ 1892 ὑπῆρχον ὑπόλοιπα ὀφειλόμενα εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ὁδοποιΐας ἐξ εἰσπράξεων μὴ ἀποδοθεισῶν εἰς αὐτὸ, οὕτω καὶ κατὰ τὸ 1892 μένουσι παρόμοια ὑπόλοιπα, ἅτινα πρέπει νὰ κανονισθῶσι. Κατὰ τὸ 1892 ἐκανονίσθησαν τοιαῦτα ὑπόλοιπα ἐκ δραχ. 3,004,000, προερχόμενα ἐκ μόνης τῆς χρήσεως τοῦ 1889. Ἀλλ’ ἡ χρῆσις τοῦ 1890, κατὰ τὸν δημοσιευθέντα ἀπολογισμὸν αὐτῆς, ἀφίνει ὅμοια ὑπόλοιπα ὀφειλόμενα ἐκ δρ. 1,121,000 εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ἐκ δρ. 194,000 εἰς τοὺς δήμους. Τὰ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ὀφειλόμενα ταῦτα ὑπόλοιπα ὀφείλομεν νὰ κανονίσωμεν λογιστικῶς καὶ κατὰ τὸ 1893, ὅπως ἐπράξαμεν καὶ κατὰ τὸ 1892. Ἄν δὲ κανονίσωμεν μόνον τὰ ὑπόλοιπα τοῦ 1890, πρέπει νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων δρ. 1,316,000. Πλὴν τούτων αἱ ψηφισθεῖσαι τροποποιήσεις εἰς τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου ἀπαιτοῦσι τὴν ἐκτύπωσιν νέου χαρτοσήμου καὶ αὔξησιν δαπάνης ἐν τῷ ἐθνικῷ σφραγιστηρίῳ. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὅμως ἀναγράφεται ἐλάττωσις δαπάνης κατὰ δρ. 52,000. Δὲν νομίζω, ὅτι ἔσεται δυνατὴ ἡ πραγματοποίησις τοῦ ὅλου τῆς οἰκονομίας ταύτης ἕνεκα τῆς ὑπάρξεως παλαιοῦ ὑλικοῦ· ἀνεγράφη δὲ αὕτη, διότι ἐπιτρέπεται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις διὰ τὰς δαπάνας τοῦ σφραγιστηρίου, νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν οἰκονομίαν ταύτην κατὰ 30,000, προσθέτοντες τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὰς δαπάνας ταύτας. Προσέτι δι’ ἔξοδα διατροφῆς φυλακιζομένων ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου προϋπολογίζονται δραχ. 3,000 μόνον. Ἡ διατροφὴ αὐτῶν ὑπολογίζεται εἰς 15 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἤτοι 50 λεπτὰ καθ’ ἡμέραν. Ἐπὶ τῷ ὑπολογισμῷ τούτῳ ὑποτίθεται ὅτι δὲν θὰ ἦναι ἐν ταῖς φυλακαῖς τοῦ Δημοσίου ἢ μόνον 17. Δὲν εἶναι πιστευτὸν τοῦτο.
§34ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν καταβάλλει τὸ Δημόσιον διὰ νὰ τοὺς θρέψῃ.
§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῖος καταβάλλει;
§36ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μόνον διὰ τοὺς μὴ ἔχοντας πόρους καταβάλλει.
§37ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 17 μόνον ἔσονται οἱ ἄποροι; Μέχρι τοῦδε ἀνήρχοντο εἰς ἑκατοντάδας, δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι κατὰ τὸ 1893 οἱ διὰ χρέη τοῦ Δημοσίου κρατηθησόμενοι ἔσονται εὔποροι, καὶ νομίζω, ὅτι διὰ τὴν διατροφὴν αὐτῶν πρέπει νὰ προσθέσωμεν ἑτέρας 15,000 δραχμάς. Οὕτω δὲ τὸ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν προσθετέον ποσὸν ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 1,360,000. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνόμισε καλὸν νὰ διαγράψῃ πᾶσαν πίστωσιν διὰ κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις. Ἡ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθεῖσα κατάστασις ὑπὸ τοῦ Γεν. Λογιστηρίου δεικνύει, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ τοιαύτη δαπάνη· νομίζω ἑπομένως, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ τοιαύτη ἴση περίπου μὲ τὴν ἀναγραφεῖσαν κατὰ τὸ 1892 ἐκ δραχμῶν 21,000. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ οἰκονομία διὰ τῆς καταργήσεως τριῶν Πρωτοδικείων ἐκ δρ. 92,540, ἀλλ’ ἐπρόκειτο συνάμα, χάριν τῆς οἰκονομίας ταύτης, νὰ γείνῃ καὶ αὔξησις δαπάνης ἐκ δραχ. 14,400 ἐν τοῖς Ἐφετείοις διὰ τοῦ διορισμοῦ ὡς ἐφετῶν τριῶν προέδρων Πρωτοδικείων, περιστέλλουσα τὴν οἰκονομίαν εἰς δραχμὰς 78,000. Ἐξ ὑλικοῦ δὲ τῶν τριῶν Πρωτοδικείων ἀναγράφεται ἑτέρα οἰκονομία ἐκ δρ. 17,000· ἀμφότερα τὰ ποσὰ ταῦτα πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, διότι τὰ 3 Πρωτοδικεῖα δὲν καταργοῦνται. Πρέπει δὲ νὰ προστεθῶσιν ὡσαύτως καὶ αἱ 43,900 δραχμαὶ, ἃς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐλπίζει νὰ οἰκονομήσῃ ἐκ τῶν ἐξόδων τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Διὰ τὴν μὴ ἀναγραφὴν τοῦ ποσοῦ τούτου δὲν εὑρίσκω ἄλλην δικαιολογίαν, ἐκτὸς τῆς στηριζομένης εἰς τὸ ὅτι ἐν τῷ οἰκονομικῷ νόμῳ προσετέθη ἐφέτος καὶ ἑτέρα περίπτωσις ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων, τὰ ἔξοδα δηλ. γραφείων καὶ ἀποσκευῆς Κακουργιοδικείων, διὰ τὰ ὁποῖα, χρώμενος τῆς παρὰ τοῦ νόμου τούτου χορηγουμένης ἀδείας, δύναται νὰ λάβῃ ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν πρὸς πληρωμὴν τοῦ ποσοῦ, ὅπερ φαίνεται οἰκονομούμενον ἐν τοῖς ἐξόδοις τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἐν τοῖς ἐξόδοις συντηρήσεως ὑποδίκων καὶ καταδίκων ἀναγράφεται οἰκονομία ἐκ 300,000 δραχμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐν ἄλλῃ συζητήσει, ἐστήριξε τὴν οἰκονομίαν ταύτην εἰς τὸ ὅτι ἐν ταῖς φυλακαῖς θὰ διορισθῶσι στρατιωτικοὶ ἰατροί, τὰ φάρμακα θὰ λαμβάνωνται ἐκ τῶν στρατιωτικῶν φαρμακείων καὶ τὰ τρόφιμα θ’ ἀγορασθῶσιν εἰς τιμὰς εὐθηνοτέρας ἢ πρότερον. Δυσκόλως δύναταί τις νὰ πεισθῇ, ὅτι ἐκ τῶν μέτρων τούτων θὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία 300,000 δραχμῶν καὶ ὅτι δὲν θὰ γείνῃ χρῆσις τῶν ἐπιτρεπομένων ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων πρὸς ἐκτέλεσιν καὶ τῆς μὴ ἀναγραφομένης ταύτης δαπάνης. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὦμεν εὐχαριστημένοι, ἂν ἐκ τῶν μέτρων τούτων ἐπέλθῃ οἰκονομία ἐκ δραχμῶν 150,000· πρέπει ἑπομένως διὰ τὴν συντήρησιν ὑποδίκων καὶ καταδίκων νὰ προσθέσωμεν ἑτέρας 150,000 δραχμάς. Οὕτω δὲ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νὰ προστεθῶσιν ἐν ὅλῳ 289,000 δραχμαί. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπέναντι τῆς ἐν τοῖς ἐσόδοις προϋπολογιζομένης εἰσφορᾶς τῶν δήμων διὰ τὰς διοικητικὰς ἀστυνομίας τοῦ Κράτους ἐκ δραχμῶν 1,800,000, ἀναγράφεται ἔξοδον διὰ τὰς ἀστυνομίας ταύτας ποσὸν δραχμῶν 1,734,680· δηλ. ὑποθέτει ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἡ ἐπιχείρησις, τὴν ὁποίαν ποιεῖται τὸ Δημόσιον, ἀναλαμβάνον αὐτὸ παρὰ τῶν δήμων τὴν ἀστυνομίαν, θέλει ἀφήσει εἰς αὐτὸ κέρδος 65,000 δραχμῶν. Ἐκτὸς δὲ τοῦ κέρδους τούτου, ὑπολογίζεται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν οἰκονομία ἐκ δραχμῶν 292,000, προερχομένη ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ἑτέρα ἐκ δραχμῶν 24,960 ἐκ τοῦ ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, οὗτινος αἱ δαπάναι μεταβιβάζονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Οὕτω δὲ τὸ σύνολον τῶν ἀστυνομικῶν οἰκονομιῶν ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 382,000. Δὲν γνωρίζομεν, ἂν θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ διοικητικῶν ἀστυνομιῶν. Καὶ ἂν μὲν δὲν ἐφαρμοσθῇ, οὐδεμία θέλει προκύψει ἐξ αὐτῶν οἰκονομία. Ἐὰν δὲ ἐφαρμοσθῇ, δικαιούμεθα νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι αἱ διοικητικαὶ ἀστυνομίαι θὰ λειτουργήσωσιν ἀποτελεσματικώτερον καὶ τελειότερον τῶν δημοτικῶν. Ἐὰν πρόκηται νὰ λειτουργήσωσι κατὰ τρόπον ἀτελέστερον τούτων, τότε βεβαίως ἡ κατάργησις τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν, ἥτις παραβλάπτει θεμελιώδη θεσμὸν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος, οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ δικαιολογίαν. Ἐκ τῆς σκέψεως δὲ ταύτης ὁρμώμενος, δὲν πιστεύω ὅτι ἔσεται δυνατὴ ἡ πραγματοποίησις τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν οἰκονομιῶν, ὅπερ ἀναγράφεται χάριν τῶν διοικητικῶν ἀστυνομιῶν. Καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ, οἵτινες θ’ ἀντικαταστήσωσι τοὺς ἀστυνόμους, θὰ μισθοδοτῶνται καὶ θὰ λαμβάνωσι συνάμα καὶ ἐπιμίσθιον, καὶ ἡ ἀστυφυλακὴ θ’ ἀπαιτήσῃ ἴσην περίπου δαπάνην μὲ τοὺς νῦν ἀστυνομικοὺς κλητῆρας, καὶ τὰ ἄλλα ἔξοδα ἐν γένει τῶν ἀστυνομιῶν δὲν θὰ ὦσι κατώτερα τῶν σήμερον ἐνεργουμένων. Ὅθεν, καὶ ἂν θέλωμεν νὰ παραδεχθῶμεν οἰκονομίαν τινὰ ἐκ τῶν διοικητικῶν ἀστυνομιῶν, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὸ ὅλον τοῦ ἀναγραφομένου ποσοῦ, καὶ ὀφείλομεν νὰ περιορίσωμεν αὐτὸ εἰς τὸ ἥμισυ, προσθέτοντες εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δρ. 191,000. Διὰ τὴν κατασκευὴν δὲ ἐθνικῶν ὁδῶν ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τούτου δραχμαὶ 470,000, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἕτεραι 500,000 δραχμαί, ὡς ἀπόδοσις εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ δημοτικὴν ὁδοποιΐαν, ἣν θέλει ἐξακολουθεῖ διαχειριζόμενος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τοὺς νόμους, οἵτινες διεῖπον τὸ καταργηθὲν ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Τὸ ὅλον ἑπομένως ποσὸν, τὸ προσδιοριζόμενον διὰ κατασκευὴν ὁδῶν ἐθνικῶν, ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν, ἀνέρχεται εἰς δραχ. 970,000. Ἀλλὰ κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπῆρχον κατὰ τὴν 21 Δεκεμβρίου 1892 ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους πρὸς ἐργολάβους, ἀναδεχθέντας τὴν κατασκευὴν ὁδῶν, 3,477,000 δρ. διὰ τὴν ἐθνικὴν ὁδοποιΐαν, 687,000 διὰ τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ 360,000 διὰ τὴν δημοτικήν, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 4,525,000. Δὲν μοὶ φαίνεται πιθανὸν, ὅτι ἐντὸς τοῦ 1893 θ’ ἀποβῇ ἀπαιτητὸν μόνον τὸ πεμπτημόριον τῶν 4,525,000 δραχμῶν τούτων διὰ τῆς ἐκτελέσεως μόνον τοῦ ἑνὸς πέμπτου τῶν ἐκχωρηθέντων ἔργων, καὶ ὅτι οὐδεμία ἄλλη θὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη κατασκευῆς ὁδοῦ.
§38ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ ἐκτελεσθῶσι κατὰ τὸ ἑκτημόριον.
§39ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δύσκολον μοὶ φαίνεται, ὅτι αἱ ὁδοὶ, καὶ ἰδίως αἱ ἐθνικαὶ, δι’ ἃς τὸ Κράτος ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις πρὸς ἐργολάβους, πρόκειται, συμφώνως μὲ τὰ περὶ αὐτῶν συμβόλαια, νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐντὸς ὀκταετίας ἢ καὶ δεκαετίας ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως αὐτῶν.
§40ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Σεῖς γινώσκετε, ὅτι κατ’ ἔτος ὁρίζονται αἱ πιστώσεις διὰ τὰς διαφόρους ὁδοὺς, κατ’ ἔτος ὑπάρχουν πιστώσεις, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἐκτελοῦνται τὰ ἔργα· ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι, ἐνῷ ἄλλοτε ὑπῆρχον ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου ἀνερχόμεναι εἰς 9 καὶ 10 ἑκατομμύρια, αἱ πιστώσεις δὲν ἀνήρχοντο εἰς 9 ἑκατομμύρια. Ἀπόδειξις δὲ, ὅτι δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ τὸ ποσὸν τὸ προϋπολογισθὲν, ἔστω ὅτι, ἐνῷ διὰ τοὺς ἓξ μῆνας τοῦ ἔτους 1892 αἱ πιστώσεις ἦσαν κατώτεραι, ἠδυνήθημεν νὰ ἐπαρκέσωμεν. Προσθέτω, ὅτι διὰ πολλὰ τῶν ἔργων προέβημεν εἰς διάλυσιν τῶν ἐργολαβιῶν, δι’ ἕτερα ὅμως εἴπομεν εἰς τοὺς ἐργολάβους, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ Κράτος εἶναι ἠναγκασμένον νὰ περιορίσῃ τὰς δαπάνας του, πρέπει καὶ αὐτοὶ νὰ περιορίσουν τὰ ἔργα των, καὶ οἱ ἐργολάβοι, ὅπως ἀποφύγουν τὴν διάλυσιν τῶν συμβολαίων, ἔστερξαν νὰ περιορίσουν τὸ ἔργον των· δὲν λέγω ὅτι προτιμητέον δὲν θὰ ἦτο νὰ μὴ περιορίσωμεν τὰ ἔργα, ἀλλ’ ὅταν ἐπιβάλληται ἐκ τῶν περιστάσεων, τί θὰ κάμωμεν;
§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν βεβαιοῖ, ὅτι οἱ ἐργολάβοι θὰ παραδεχθῶσι παράτασιν τῶν προθεσμιῶν διὰ ν’ ἀποφύγωσι τὴν διάλυσιν. Δὲν ἠξεύρω ὅμως, ἐὰν δὲν ὑπάρχωσι καὶ ἐργολάβοι, οἵτινες δὲν θὰ εὕρωσι συμφέρον νὰ παραδεχθῶσι παράτασιν ἄνευ ἀποζημιώσεων, αἵτινες θ’ αὐξήσωσι τὰ βάρη τοῦ Δημοσίου. Μοὶ φαίνεται ἀπίθανον, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἐπαρκέσῃ μὲ πίστωσιν μόνον 970,000 δραχμῶν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων ἀξίας 4,525,000 δραχμῶν κατ’ ἐλάχιστον ὅρον. Θ’ ἀναγκασθῇ βεβαίως νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας του δι’ ἀναπληρωματικῶν καὶ δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων. Εἰς τὴν δαπάνην ταύτην θεωρῶ ἑπομένως καὶ χρήσιμον καὶ ἀναγκαίαν τὴν προσθήκην ἑνὸς ἔτι ἑκατομμυρίου δραχμῶν. Οὕτω δὲ τὸ ὅλον τοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν προσθετέου ποσοῦ ἀνέρχεται εἰς 1,200,000 δραχμὰς περίπου. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τὸ ὅλον τῶν ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπολογίζεται εἰς δραχμὰς 3,976,000, δηλ. κατὰ δραχμὰς 98,500 ὀλιγώτερον τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος διὰ τὰς δαπάνας αὐτῆς, τὰς ἐνεργουμένας ὑπὸ τοῦ ἰδιαιτέρου αὐτῆς ταμείου καὶ ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἐκ τῆς οἰκονομίας ταύτης 42,000 δραχ. ἀναφέρονται εἰς τὰ Διδασκαλεῖα, τὰ ὑπὸ τοῦ Κράτους συντηρούμενα, καὶ τὸ ὑπόλοιπον εἰς δαπάνας ἐνεργουμένας προηγουμένως ὑπὸ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Γνωρίζομεν πάντες, ὅτι τὸ ταμεῖον τοῦτο ὑπερέβαινε πάντοτε τὰς προϋπολογιζομένας δαπάνας αὐτοῦ. Δυσκόλως ἑπομένως δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι διὰ τῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως μεταβιβάσεως τῶν δαπανῶν αὐτοῦ οὐ μόνον θέλουσι παρεμποδισθῆ αἱ ὑπερβάσεις αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ θὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις τῶν προϋπολογιζομένων δαπανῶν του. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον δυσκόλως δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τοῦτο, καθόσον, διὰ τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον νόμου περὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἐξ ἀνάγκης θέλει αὐξήσει ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ τῶν γραμματοδιδασκαλείων. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι ἡ οἰκονομία αὕτη τῶν 98,500 δραχμῶν δὲν θέλει πραγματοποιηθῆ. Δὲν θέλει πραγματοποιηθῆ ὡσαύτως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ καὶ ἡ οἰκονομία δραχμῶν 364,000 ἐξ ἐξόδων κεκλεισμένων χρήσεων, ἧς τὴν ἀναγραφὴν προτείνει μὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ, δὲν ἀνέγραψε δὲ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· οὕτω δὲ τὸ ὅλον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 462,000. Ἐνῷ κατὰ τὸ 1892 ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ ὑπελογίζετο εἰς 28,114 ἄνδρας, κατὰ δὲ τὸ 1893 εἰς 22,607, ἤτοι κατὰ τὸ ⅕ περίπου μικροτέρα, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἡ διὰ τροφὰς αὐτῶν ἀναγκαία δαπάνη ὑπολογίζεται κατὰ 4/9, ἤτοι κατὰ τὸ ½ περίπου μικροτέρα, δηλ. εἰς 1,000,000 δρ. διὰ τὸ 1893, ἀντὶ τῶν δρ. 1,820,000, αἵτινες ὑπελογίσθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ διὰ τὸ 1892. Κατ’ ἀναλογίαν τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἀνδρῶν ὑπολογιζομένη ἡ δαπάνη, ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 1,456,000. Παραδέχομαι, ὅτι δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ καὶ οἰκονομία τις ἐξ ἐλαττώσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἄρτου, καὶ ὁρίζοντες καὶ ταύτην εἰς 100,000, ὀφείλομεν νὰ προσθέσωμεν εἰς τὴν διὰ τροφὰς δαπάνην ἑτέρας δρ. 356,000, αἵτινες βεβαίως θὰ δαπανηθῶσι δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, ἐπιτρεπομένων ὑπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ νόμου.
§42ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ Στρατιωτικῶν). Ἡ δύναμις τῶν 28,000 ἦτο ἐπὶ ἓν ἔτος;
§43ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, τοῦ ὑποβληθέντος παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, προϋπολογίζεται δι’ ἓν ἔτος ἡ τροφὴ τοῦ στρατοῦ, ἔχοντος δύναμιν 28,000 ἀνδρῶν.
§44ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν εἶναι 28,000 ἡ πραγματικὴ δύναμις, διότι εἶναι οἱ διαθέσιμοι, οἱ τρίμηνοι.
§45ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο ὑποστηρίζει τὸν συλλογισμόν μου, διότι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892 ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν οἱ διαθέσιμοι καὶ οἱ τρίμηνοι, οἵτινες φυσικῶς κατηνάλισκον ὀλιγωτέραν τροφὴν τῶν διερχομένων ὁλόκληρον ἔτος ἐν τῷ στρατῷ. Σήμερον δὲ ὑμεῖς ὑπολογίζετε δύναμιν 22,000 ἀνδρῶν ἄνευ τριμήνων, ὅπερ αὐξάνει τὴν διὰ τὸ 1893 ἀναλογίαν τῶν τροφῶν. Διὰ τὰς μετακινήσεις καὶ ὁδοιπορίας τοῦ στρατοῦ, διὰ τὰς ὁποίας ἐπιτρέπεται ὡσαύτως ἀναπληρωματικὴ πίστωσις, ἀναγράφεται ἐλάττωσις δαπάνης 114,000 δραχμῶν. Νομίζω, ὅτι δυσκόλως θὰ πραγματοποιηθῇ αὕτη.
§46ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διατί;
§47ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διότι εἰς ὅλους τοὺς ἀπολογισμοὺς εὑρίσκομεν, ὅτι ἡ δαπάνη διὰ μετακινήσεις καὶ ὁδοιπορίας τοῦ στρατοῦ ἀνέρχεται εἰς 370,000 δρ. κατὰ μέσον ὅρον.
§48ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐνδέχεται νὰ μὴ κάμωμεν μετακινήσεις.
§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅλα εἶναι ἐνδεχόμενα, καθημερινῶς ὅμως γίνονται τοιαῦται, καὶ θὰ ἐξακολουθοῦν βεβαίως καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἡ ὑποτίμησις τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ μόνων τῶν δύο τούτων κονδυλίων ἀνέρχεται εἰς 470,000 δραχμὰς, ἃς ὀφείλομεν νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν αὐτοῦ. Καὶ ἐπὶ τῆς δαπάνης τροφῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ὑπάρχει ἡ αὐτὴ, οἵα καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν δυσαναλογία. Ἐνῷ ἡ ναυτικὴ ἡμῶν δύναμις ὑπολογίζεται εἰς 3,044 ἄνδρας διὰ τὸ 1893, ἤτοι κατὰ τὸ ἓν ἕβδομον περίπου μικροτέρα τῆς τοῦ 1892, ὑπολογισθείσης εἰς 3,504 ἄνδρας, ἡ διὰ τὰς τροφὰς δαπάνη ὑπολογίζεται κατὰ ⅓ μικροτέρα, ἤτοι ἀναγράφεται οἰκονομία 430,000 δρ. ἀντὶ τῶν 176,000, ἥτις προκύπτει ἐκ τῆς ἀναλογίας τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι διὰ νόμου μετεῤῥυθμίσθη τὸ συσσίτιον τῶν ναυτῶν καὶ ἐκ τούτου θὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις δαπάνης. Ἀλλ’ ἡ ἐκ τούτου καὶ ἡ ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς τοῦ σίτου ἐλάττωσις δυσκόλως θὰ ὑπερβῇ τὰς δρ. 100,000, μένει δ’ οὕτως ἀναγραφομένη ἐλάττωσις δαπάνης, ἥτις δὲν θὰ πραγματοποιηθῇ, ἀλλὰ θὰ ἐκτελεσθῇ δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, ἐκ δραχμῶν 154,000. Ὑπολογίζεται ὡσαύτως οἰκονομία δρ. 428,000 ἐκ τῆς συντηρήσεως τῶν πλοίων. Τὸ πλεῖστον μέρος τῶν πλοίων ἡμῶν τίθεται εἰς παροπλισμόν· ἑπομένως, ὅπως προληφθῇ ἡ καταστροφὴ αὐτῶν, θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη τελειοτέρας συντηρήσεώς των. Ἐκτὸς δὲ τούτου ἀνάγκην σπουδαίαν συντηρήσεως, ὡς καὶ πολλῶν ἐπιδιορθώσεων, ἔχουσι καὶ τὰ τρία θωρηκτά. Δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θ’ ἀδιαφορήσῃ ἐνώπιον τῆς ἀνάγκης ταύτης, καὶ ὑποθέτω ὅτι τὸ ποσὸν τὸ μὴ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ θέλει δαπανήσει δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, ἐπιτρεπομένων ὑπὸ τοῦ νόμου. Τὸ αὐτὸ πιστεύω ὡσαύτως καὶ διὰ τὴν ἀναγραφομένην οἰκονομίαν 80,000 δραχ. εἰς τὴν διὰ γαιάνθρακας δαπάνην. Ἐνδέχεται νὰ καταναλωθῶσι κατά τι ὀλιγώτεροι γαιάνθρακες, ἀλλ’ ἡ μεγαλειτέρα διαφορὰ τοῦ νομίσματος θὰ ἐξουδετερώσῃ τὴν ἐκ τούτου οἰκονομίαν. Ἐκ τῶν τριῶν τούτων κονδυλίων προκύπτει διαφορὰ δρ. 660,000, αἵτινες πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους εἰς χρυσὸν ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσὸν 30,989,000 φράγκων. Κατὰ τὸν ψηφισθέντα νόμον περὶ καταβολῆς τῶν ἐξαγωγικῶν τελῶν εἰς χρυσὸν, τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράξῃ περίπου 6,500,000 φράγκα, ὑπολείπεται ἑπομένως ποσὸν ἐκ φρ. 24,439,000, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προμηθευθῇ ἀλλαχόθεν. Ὑπολογίζοντες δὲ τὴν τιμὴν τοῦ φράγκου πρὸς δραχ. 1,55, εὑρίσκομεν νομισματικὴν διαφορὰν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου δραχ. 13,441,000. Ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ τούτου εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ τοὺς τόκους τοῦ τελευταῖον συνομολογηθέντος δανείου ἐκ φρ. 7,300,000, τοὺς τόκους τῶν νεωστὶ ὡσαύτως ἐκδοθέντων ἐντόκων γραμματίων, ἐξ ὧν 2,000,000, ὡς γνωρίζομεν, ἐδόθησαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ ποσόν τι διὰ τόκους χρηματικῶν ἐγγυήσεων δι’ ἐκτέλεσιν ἔργων, διὰ τοὺς ὁποίους ἀναγράφονται 150,000 δρ. ἐνῷ εἰς μόνον τοὺς ἐργολάβους τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης ὀφείλεται κἄτι τι πλέον τοῦ ποσοῦ τούτου. Ὑπολογίζοντες ὅλους τοὺς τόκους τούτους εἰς 1,000,000 δραχμῶν, εὑρίσκομεν ὅτι τὸ εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους προσθετέον ποσὸν διὰ νομισματικὴν διαφορὰν καὶ τόκους ἀνέρχεται εἰς δρ. 14,440,000. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δι’ ἔξοδα τοῦ δημοσίου χρέους ἀνέγραψεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δραχ. 8,690,000. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἀφαιροῦντες ἐκ τῶν 14,400,000 δραχμῶν, εὑρίσκομεν ὑπόλοιπον, ὅπερ πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, δραχ. 5,750,000. Οὕτω δὲ τὸ ποσὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον ὑποτιμῶνται τὰ ἔξοδα ἔν τε τοῖς διαφόροις Ὑπουργείοις καὶ ἐν τῷ δημοσίῳ χρέει, ἀνέρχεται εἰς 10,200,000 δραχ. περίπου. Ἐὰν ἐκ τῶν 110,491,000 δραχμῶν, εἰς ἃς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναβιβάζει τὰς βεβαιώσεις τῆς χρήσεως τοῦ 1893, ἀφαιρέσωμεν τὴν ὑπερτίμησιν ἐσόδων, ἣν ἀνέπτυξα, ἀνερχομένην εἰς 6,000,000, ὑπολείπονται βεβαιωθησόμενα ἔσοδα δρ. 104,491,000. Ἐξ αὐτῶν δὲ πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰς μεταξὺ βεβαιώσεων καὶ εἰσπράξεων καθυστερήσεις. Ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως, τὰς καθυστερήσεις ταύτας ἤθελεν εἶσθαι λογιστικῶς τακτικώτερον νὰ τὰς ἀναγράψωμεν μεταξὺ τῶν ἐξόδων, ἐν ἰδιαιτέρῳ κεφαλαίῳ, ὑπὸ τὸν τίτλον καθυστερούμενα. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ παρεννόησίς τις ἕνεκα τῶν μέχρι τοῦδε ἰσχυόντων, ἀφαιρῶ αὐτὰς ἐκ τῶν βεβαιωθησομένων ἐσόδων. Ἔχω ἐνώπιόν μου πίνακα, ἐν τῷ ὁποίῳ καταφαίνονται τὰ καθυστερήσαντα ποσὰ κατὰ τὸ 1889, 1890 καὶ 1891 ἐκ τῶν βεβαιώσεων τῶν φόρων ἐκείνων, οἵτινες κυρίως ἀφίνουσι τὰς μεγαλειτέρας καθυστερήσεις. Τοιοῦτοι δ’ εἰσὶν οἱ φόροι ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τῶν περιβολίων καὶ βοσκῶν, τοῦ οἴνου, τῶν ζώων, τῶν ἐπιτηδευμάτων, τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, τὰ δι’ ἀποφάσεων βεβαιούμενα κληρονομικὰ τέλη, τὰ ποινικὰ τέλη, ἔξοδα καὶ πρόστιμα, αἱ ποιναὶ ἐκ λαθρεμπορίου καὶ ἐπὶ παραβάσεων φορολογικῶν νόμων, ἡ ἐπικαρπία ἀκινήτων ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν, ὁ στρεμματικὸς φόρος μεταλλείων, ἐνοίκιον ἐθνικῶν λατομείων, ἔξοδα φρενοβλαβῶν, ἐνοίκια λουτρῶν, δασικὰ προϊόντα, ἐνοίκια ἰχθυοτροφείων, ἐκποιήσεις δημοσίων κτημάτων, ἀπόληψις προκαταβληθέντων ἐξόδων, ἐλλείμματα ὑπολόγων καὶ ἐτησία δόσις ἀνανεωθέντων χρεῶν. Ἐκ τῶν φόρων τούτων κατὰ τὸ 1889 ἐπὶ βεβαιώσεων 20,276,000 δρ. εἰσεπράχθησαν 13,042,000, ἔμειναν ἑπομένως καθυστερούμενα 7,234,000, ἤτοι 35,68%. Κατὰ τὸ 1890 ἐπὶ βεβαιώσεων δρ. 17,706,000 εἰσεπράχθησαν δραχ. 11,262,009, καὶ ἔμειναν καθυστερούμενα δραχ. 6,444,000, ἤτοι 36,39%. Κατὰ τὸ 1891 μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1892 ἐπὶ βεβαιώσεων δραχ. 19,366,000 εἰσεπράχθησαν δραχ. 12,326,000, καὶ ἔμειναν καθυστερούμενα δραχ. 7,040,000, ἤτοι 36,38%. Ὥστε οἱ φόροι οὗτοι, κατὰ τὰς ἐνδείξεις τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν, ἀφίνουσι καθυστερήσεις ὑπερβαινούσας τὰ 35%. Ἐκ τῶν φόρων δὲ τούτων προϋπολογίζεται ἔσοδον, κατὰ μὲν τὸν ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμὸν δραχ. 20,868,000, κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν δὲ, ὃν ἐποιησάμην, θεωρῶν ὡς ὑπερτιμώμενα τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενα ἔσοδα δραχ. 20,036,000. Ταῦτα θέλουσιν ἀφήσει καθυστερήσεις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, τοὐλάχιστον 35%, ἤτοι δραχ. 7,012,000. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔσοδα, ὧν αἱ καθυστερήσεις παρουσιάζονται ἀνώτεραι τῶν 35%. Τοιαῦτα δ’ εἰσὶ τὰ ἐξ εἰσφορᾶς τῶν δήμων διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ διὰ τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν. Ἐκ τοιούτων ἐσόδων διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν εἰσεπράχθησαν κατὰ μὲν τὸ 1890 δρ. 1,504,500 ἐπὶ βεβαιώσεων ἐκ δρ. 2,527,000, κατὰ δὲ τὸ 1891 δρ. 1,759,000 ἐπὶ βεβαιώσεων δρ. 2,882,000. Αἱ καθυστερήσεις αὐτῶν ἑπομένως ὑπερβαίνουσι τὰ 35%. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τούτων, ἀνερχομένων κατὰ μὲν τὸν προϋπολογισμὸν εἰς δραχ. 5,000,000, κατὰ τὸν ἐμὸν δὲ ὑπολογισμὸν εἰς δραχ. 4,400,000, ἐὰν παραδεχθῶμεν καθυστέρησιν μόνον 35%, εὑρίσκομεν καθυστερούμενα δρ. 1,540,000. Ἐκ διαφόρων δ’ ἄλλων φόρων, ὡς π. χ. τῶν φόρων τοῦ ἐλαίου, τῶν δασῶν, τῶν ὀρυκτῶν, τῶν μεταλλείων κτλ., ὑπολογίζω καθυστερήσεις ἐκ δρ. 950,000 περίπου. Οὕτω δὲ τὸ ὅλον τῶν καθυστερουμένων, τὰ ὁποῖα ὑπολογίζω αἰσιοδοξῶν, ἀνέρχεται εἰς 9,500,000. Εἶναι δὲ αἰσιόδοξος ὁ τοιοῦτος ὑπολογισμὸς ἐπὶ βεβαιώσεων 104,491,000, ὡς ὑπελόγισα τὰς τοῦ 1893, διότι κατὰ τὸ 1889 ἐπὶ βεβαιώσεων 92,600,000 εἴχομεν καθυστερούμενα δρ. 8,651,000, κατὰ τὸ 1890 ἐπὶ βεβαιώσεων 89,387,000 εἴχομεν 9,563,000, καὶ κατὰ τὸ 1891 ἐπὶ βεβαιώσεων 100,352,264 δρ. εἴχομεν καθυστερούμενα δρ. 10,080,000. Ἐν τοῖς ἔτεσι δὲ τούτοις δὲν ἀνεγράφετο τὸ ἐκ τῶν εἰσφορῶν τῶν δήμων ἔσοδον, ὅπερ μεγάλας ὡσαύτως παρουσιάζει καθυστερήσεις. Ἀφαιροῦντες τὰς καθυστερήσεις ἐκ δρ. 9,500,000 ἐκ τῶν βεβαιωθησομένων 104,491,000, εὑρίσκομεν διὰ τὸ 1893 εἰσπράξεις δραχ. 94,991,000, ἤτοι περίπου 95 ἑκατομμύρια. Οὐδέποτε τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον εἰσέπραξε πλειότερα τῶν 86,500,000. Παραδεχόμενοι ἑπομένως διὰ τὸ 1893 εἰσπράξεις 95,000,000 δρ., κρίνομεν τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐσόδων τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ μετὰ πάσης τῆς δυνατῆς ἐπιεικείας. Εὔχομαι νὰ ἐπαληθεύσῃ ἡ τοιαύτη ἡμῶν κρίσις καὶ νὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον ἐκ τακτικῶν ἐσόδων δραχ. 95,000,000. Εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρ. 104,491,000, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ προϋπολογισμὸς ἀναβιβάζει τὰ τακτικὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1893, πρέπει νὰ προσθέσωμεν τὰ μὴ ἀναγραφέντα τοιαῦτα, ἅτινα, ὡς ἀνέπτυξα, ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 10,200,000. Οὕτω δὲ ἀνέρχονται ταῦτα εἰς δραχμὰς 114,691,000. Ἐὰν δὲ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ζητήσῃ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, ὑπερβαινούσας τὰς παρ’ ἐμοῦ ὑποδειχθείσας, καὶ θ’ ἀφήσῃ καὶ ἀδιαθέτους πιστώσεις ἑνὸς ἑκατομμυρίου, τὰ πραγματικὰ τακτικὰ ἔξοδα θέλουσι κατέλθει εἰς δρ. 113,691,000. Ἀφαιροῦντες δ’ ἐξ αὐτῶν τὰ εἰσπραχθησόμενα ἔσοδα ἐκ δρ. 95,000,000, εὑρίσκομεν διαφορὰν μεταξὺ ἐσόδων καὶ δαπανῶν, ἤτοι ἔλλειμμα ἐκ δρ. 18,691,000. Ἀλλὰ καὶ ἄλλως ἂν θελήσωμεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν ἡμῶν, εἰς τὰ αὐτὰ φθάνομεν περίπου ἀποτελέσματα. Ἐν αὐτῷ ἀναγράφονται δαπάναι ἀνεπίδεκτοι ἐλαττώσεως καὶ ἀμφισβητήσεως ἀνερχόμεναι εἰς 70 ἑκατομμύρια περίπου. Τοιαῦται δ’ εἰσίν: ἡ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους εἰς χρυσὸν, σὺν τῇ νομισματικῇ διαφορᾷ ἐπὶ τοῦ μὴ εἰσπραχθησομένου ποσοῦ ἐκ τελῶν ἐξαγωγῆς, ἀνερχομένη εἰς δρ. 44,600,000· ἡ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐκ δρ. 4,528,000· ἡ τῶν δανείων τῶν συνομολογηθέντων μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὸ ἐλλεῖπον τῶν τόκων τῶν χρηματικῶν ἐγγυήσεων ἐκ δρ. 1,000,000 περίπου· ἡ τῶν χορηγημάτων, τῶν συντάξεων, τῶν βασιλικῶν χορηγιῶν καὶ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς, ἀνερχομένη εἰς δραχ. 6,854,000· ἡ τῆς προμηθείας πετρελαίου, πυρείων, παιγνιοχάρτων καὶ χάρτου διὰ χαρτόσημον, γραμματόσημον καὶ φυλλαδίων σιγαροχάρτου ἐκ δρ. 1,892,000· ἡ τῆς κατασκευῆς τοῦ ἅλατος, τῆς ἐξορύξεως ὀρυκτῶν, τῶν ἀποζημιώσεων καὶ τῶν ἀποδόσεων εἰς τὸ ταμεῖον τῶν φάρων καὶ εἰς ξένας τηλεγραφικὰς ἑταιρίας καὶ διευθύνσεις, ἀνερχομένη εἰς δρ. 2,000,000· ἡ τῶν ἀμοιβῶν καὶ ποσοστῶν εἰσπράξεων τοῦ χαρτοσήμου, τοῦ γραμματοσήμου, τῶν εἰδῶν τῶν μονοπωλίων, τῶν ἀμέσων φόρων κλπ. καὶ ἡ τῶν προμηθειῶν τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν, τῶν Ναυτικῶν κλπ., ἀνερχόμεναι εἰς δρ. 9 ἑκατομμύρια περίπου. Ἐὰν τὰ 70 ταῦτα ἑκατομμύρια δραχμῶν ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν δραχ. 95 ἑκατομμυρίων, εἰς τὸ ὁποῖον αἰσιοδοξοῦντες δυνάμεθα, ὡς ἀνέπτυξα, ν’ ἀναβιβάσωμεν τὰ εἰσπραχθησόμενα τακτικὰ ἔσοδα, ὑπολείπονται 25,000,000 δρ. διὰ τὰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου. Αἱ ἄλλαι δὲ αὗται ἀνάγκαι εἰσὶν οἱ μισθοὶ καὶ λοιπαὶ δαπάναι τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους καὶ τῆς διοικήσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, μεῖον τῶν διαφόρων προμηθειῶν, ἃς συμπεριέλαβον μετὰ τῶν ἀνεπιδέκτων ἐλαττώσεως δαπανῶν. Διὰ τὰς ἀνάγκας ταύτας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγράφονται δαπάναι δραχμῶν 39,000,000 περίπου, αἵτινες μετὰ τῶν ἐπιβαλλομένων προσθηκῶν, ἃς ἀνέπτυξα, ἐξετάζων τὰ ἔξοδα τοῦ Δημοσίου, ἀναβιβάζονται εἰς δραχμὰς 44,000,000 περίπου. Ἐὰν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀφαιρέσωμεν τὰ ὑπολειπόμενα 25,000,000, εὑρίσκομεν πάλιν ἔλλειμμα ἀνερχόμενον εἰς 19,000,000 δραχ. περίπου. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε διακοπὴν ὀλίγων λεπτῶν.
§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ γείνῃ διακοπὴ, κύριε Πρόεδρε, μιᾶς ὥρας. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 8 καὶ 10′ μ. μ. ἐπαναλαμβάνεται δὲ ὥρᾳ 9 καὶ 20′).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
§52ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἀχιλλέως Χοϊδᾶ· μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες Βουλευταὶ 109.
§54ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν νεωτέρων εἰδήσεων, τὰς ὁποίας ἔχει ὡς πρὸς τὰς ἐν Ζακύνθῳ καταστροφάς.
§55Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ εἰδήσεις δυστυχῶς εἶναι, ὅτι ἐξακολουθοῦσιν οἱ σεισμοί, ὅτι τὴν 5¼ μ.μ. τῆς σήμερον νέος σεισμός, ἴσης δυνάμεως πρὸς τὸν πρῶτον, συνεπλήρωσε τὴν καταστροφήν, ὅτι καὶ βροχὴ ἐπῆλθε καὶ χάλαζα, καὶ ἐκ τούτου μένουσι πολλοὶ ἐκτεθειμένοι, καὶ ὅτι τὰ μέτρα, τὰ λαμβανόμενα ἐντεῦθεν, ἀναμένονται ἐκεῖ ἀνυπομόνως, διότι ἐστάλησαν σκηναί, καὶ ἐπειδὴ αἱ πρῶται ἀπεδείχθησαν ἀνεπαρκεῖς, διετάχθη ν’ ἀποσταλῶσι καὶ ἄλλαι. Εὐχαρίστως δὲ πληροφορῶ, ὅτι καὶ ὁ ἐν Μελίτῃ ἀγγλικὸς στόλος ἀπέστειλε βοηθήματα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναχωρεῖ ταύτῃ τῇ στιγμῇ εἰς Πάτρας, θὰ ᾖναι δὲ αὔριον πρωῒ ἐν Ζακύνθῳ, ὅπως διευθύνῃ ἐπὶ τόπου τὰ λαμβανόμενα μέτρα.
§56Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς μέρος τι τῆς Πελοποννήσου συνέβη τι;
§57Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμία ἄλλοθεν ἐλήφθη πληροφορία δυσάρεστος.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος παρακαλεῖται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀνέπτυξα τὰ ἀποτελέσματα τῶν χρήσεων τῶν τελευταίων ἓξ ἐτῶν· ἀνέπτυξα ὡσαύτως τοὺς ὑπολογισμούς, ἐφ’ ὧν στηριζόμενος ὑποπτεύω παρόμοια καὶ τ’ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1893 μετὰ τὴν ψήφισιν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτῆς, ὃν συζητοῦμεν. Τὰ ἐκ τῶν πραγμάτων ἀποδεικνυόμενα τοιαῦτα ἀποτελέσματα γεννῶσι τὴν ἀπορίαν, διατὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θέλει νὰ παραδειγματισθῇ ἐκ τῶν πασιφανῶν συνεπειῶν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἥτις ἐφαρμόζεται ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἰδίως δὲ ἀπὸ τοῦ 1887 καὶ ἐντεῦθεν, ἀλλ’ ἐλπίζει ὅτι διὰ τῆς ἐπιμονῆς εἰς τὴν τοιαύτην πολιτικὴν θὰ δυνηθῇ ὁ τόπος νὰ διεξέλθῃ τῶν μεγάλων δυσχερειῶν, ἐν αἷς εὑρίσκεται σήμερον; Νομίζω, ὅτι ἐνώπιον τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, ἥτις, συνέπεια οὖσα τῆς ἐφαρμοσθείσης πολιτικῆς, ὑποπίπτει εἰς τὰς αἰσθήσεις οὐ μόνον τῶν εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἀσχολουμένων, ἀλλὰ καὶ παντὸς πολίτου, ἤθελεν ἀδικήσει τὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν πεῖραν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πᾶς, ὅστις ἤθελε παραδεχθῆ, ὅτι πείθεται οὗτος ὅτι τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ἐπενεγκὸν τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα κατὰ τὸ πρόσφατον παρελθόν, θὰ φέρῃ ἐν προσεχεῖ μέλλοντι ἀποτελέσματα διάφορα, καὶ τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐξαγάγῃ τὴν χώραν ἡμῶν ἐκ τῶν δυσχερειῶν, ἐν αἷς εὑρίσκεται, καὶ ν’ ἀποσοβήσῃ τὸν κίνδυνον, ὅστις ἀπειλεῖ αὐτήν. Δὲν δύναταί τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἀνὴρ δυνάμενος νὰ ἐννοήσῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἰς ἣν περιῆλθεν ὁ τόπος, πείθεται ὅτι διὰ μόνων τῶν οἰκονομιῶν καὶ τῆς αὐξήσεως φόρων ἔσεται δυνατὸν νὰ διορθώσωμεν τὴν κατάστασιν ταύτην καὶ νὰ πληρώσωμεν τὰ κενὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Πιστεύω ἑπομένως, ὅτι ἡ εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς πολιτικῆς ταύτης ἐπιμονὴ ἕτερον ἔχει σκοπὸν, καὶ ὡς τοιοῦτον θεωρῶ τὸ κέρδος καιροῦ, τὴν ἐπιθυμίαν δηλαδὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ κερδήσῃ καιρὸν ἀπέναντι τοῦ ἐπαπειλοῦντος κακοῦ. Διατὶ δ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ζητεῖ νὰ κερδήσῃ καιρόν; Ὑπάρχουσι πολλοὶ οἱ πιστεύοντες, ὅτι ἡ ἀξία τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν μετρεῖται οὐχὶ τόσον διὰ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς δράσεως αὐτῶν καὶ τῶν πρὸς τὴν πατρίδα αὐτῶν ὑπηρεσιῶν των, ἀλλὰ διὰ τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, καθ’ ὃ κατέχουσι τὴν ἐξουσίαν. Τοιαύτη ἆρά γε εἶναι ἡ ἰδέα καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Οὐδεὶς βεβαίως δύναται νὰ βεβαιώσῃ τοιοῦτόν τι. Ἡ ἐξήγησις ὅμως, ἣν εἰσηγούμενος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 ἔδωκε περὶ τοῦ πόθεν ἀποῤῥέει ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ ἡ ἐφαρμοσθησομένη καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, δύναται νὰ γεννήσῃ τοιαύτην ὑπόνοιαν. Εἰσηγούμενος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπαιρόμενος ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ ἰδία αὐτοῦ οἰκονομικὴ πολιτικὴ ἦτο ἡ ἐπιδοκιμασθεῖσα παρὰ τοῦ ἔθνους· ὅπερ χάριν τῆς πολιτικῆς ταύτης καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῆς ἐξελέξατο τοὺς Βουλευτὰς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν ὑπ’ αὐτοῦ διευθυνομένην πλειοψηφίαν. Τὴν ἰδέαν ταύτην φαίνεται ἐγκαταλιμπάνων κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, καθ’ ἣν ἐχαρακτήρισε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον καὶ τὴν πολιτικὴν, ἐφ’ ἧς στηρίζεται, ὡς ἐπιβαλλομένην εἰς αὐτὸν παρὰ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, καὶ οὐχὶ ὡς ἀποῤῥέουσαν ἐκ τῆς ἰδίας αὐτοῦ πρωτοβουλίας. Ἐὰν ἡ ἔκφρασις αὕτη ἔχῃ ἔννοιάν τινα, αὕτη ἤθελεν εἶσθαι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι ἕτοιμος νὰ παραδεχθῇ πᾶσαν ἄλλην οἰκονομικὴν πολιτικὴν καὶ πορείαν, ἀρκεῖ νὰ παρίσταται αὕτη ὡς συμβιβαζομένη μὲ τὴν θέλησιν τῆς πλειοψηφίας. Ἄν τοῦτο ἦναι ἀκριβὲς, τότε ἠδύνατό τις νὰ πιστεύσῃ, ὅτι χάριν τῆς ἐξουσίας ἐπιθυμεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ κέρδος τοῦ καιροῦ. Δὲν θέλω ὅμως νὰ πιστεύσω τοιοῦτόν τι, διότι τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ὑπερμέτρως δεινὸν εἰς τὰ συμφέροντα καὶ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς χώρας. Διὰ τοῦτο προτιμῶ νὰ πιστεύσω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅσον καὶ ἂν φιλαρχῇ, ἐπιθυμεῖ νὰ κερδήσῃ καιρὸν, φιλοδοξῶν καὶ πειθόμενος, ὅτι διὰ τοῦ κερδιζομένου καιροῦ θὰ δυνηθῇ νὰ διεξέλθῃ τὰς ὑφισταμένας δυσχερείας, καὶ ἀποσοβήσῃ τὸ ἐπικείμενον κακόν. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν δὲ ταύτην τὸ ζήτημα εἶναι ἄξιον καὶ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ καὶ νὰ ἑλκύσῃ πᾶσαν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἔθνους. Τὸ κερδίζειν καιρὸν τότε εἶναι πραγματικὸν κέρδος καὶ ὠφέλεια, ὅταν ὁ καιρὸς οὗτος δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ καὶ χρησιμοποιῆται πρὸς θεραπείαν καὶ ἀποσόβησιν τοῦ ἐπαπειλοῦντος κακοῦ. Ὅταν ὅμως ὁ κερδιζόμενος καιρὸς δὲν συντελῇ εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας συντείνει εἰς τὴν δείνωσιν καὶ τὴν ἐπαύξησιν τοῦ κακοῦ, τὸ ἐξ αὐτοῦ κέρδος ἀποβαίνει τότε βλάβη καὶ ζημία συνήθως ἀνεπανόρθωτος. Καὶ ἂν μὲν ὁ καιρὸς, ὃν ζητεῖ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ κερδήσῃ, πρόκηται νὰ θεραπεύσῃ τὴν κατέχουσαν ἡμᾶς οἰκονομικὴν νόσον καὶ ἀποσοβήσῃ τὸν ἀπειλοῦντα κίνδυνον, οὐδεὶς Ἕλλην πρέπει νὰ ἀρνηθῇ τὴν ὑποστήριξιν τῆς τοιαύτης πολιτικῆς, πάντες δὲ ὀφείλομεν νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς πᾶσαν, οἱανδήποτε καὶ ἂν ᾖ αὕτη, θυσίαν. Ἂν ὅμως ἡ πολιτικὴ αὕτη καὶ ὁ καιρὸς, ὃν ζητεῖ νὰ κερδήσῃ, πρόκηται ν’ αὐξήσωσι τὸ ὑφιστάμενον κακὸν καὶ δεινώσωσι τὰς ἐξ αὐτοῦ συνεπείας, ὀφείλομεν τότε νὰ σταματήσωμεν αὐτὴν καὶ σκεφθῶμεν περὶ τῶν μέσων, δι’ ὧν ἔσεται δυνατὴ ἡ περιστολὴ τῶν συνεπειῶν τούτων. Πρὸς ἐξεύρεσιν τούτων ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, τίνα ἔσονται τὰ ἀποτελέσματα τῶν διαφόρων μέτρων, ἅτινα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ζητεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ πρὸς θεραπείαν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Τὰ μέτρα ταῦτα δυνάμεθα νὰ κατατάξωμεν εἰς τέσσαρας κατηγορίας. Εἰσὶ δέ: αἱ οἰκονομίαι εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, ἡ αὔξησις τῆς φορολογίας, ἡ βαθμιαία μὲν, ἀλλὰ ταχεῖα εὕρεσις τοῦ ἀναγκαίου εἰς τὸ Δημόσιον χρυσοῦ, διὰ τῆς στενοχωρίας τῆς κοινωνίας, καὶ τὸ δάνειον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπολογίζει, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893 εἰσήγαγεν οἰκονομίας 20 περίπου ἑκατομμυρίων. Τοιοῦτον ἀναφέρει ποσὸν ἐν τῷ τέλει τῆς ἀτελοῦς καὶ κεκολοβωμένης εἰσηγητικῆς αὐτοῦ ἐκθέσεως. Βεβαίως αἱ εἰσαχθεῖσαι οἰκονομίαι δὲν ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο. Δὲν γνωρίζω, πῶς ὑπολογίζων, εὗρε τὸ ποσὸν αὐτὸ, διότι εἰς τὸ τέλος τῆς ἐκθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ λείπουσιν ὁλόκληροι αἱ σελίδες αἱ ἀφορῶσαι τὰ ἔξοδα. Ἀλλὰ καὶ εἰς 4 ἢ 5 ἑκατομμύρια ἂν ὑπολογίσωμεν τὰς εἰσαγομένας πραγματικὰς οἰκονομίας, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, τίνα ἔσονται τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν ἐπὶ τῆς διοικήσεως τῆς χώρας. Σπουδαῖαι καὶ θετικαὶ καὶ ἐπωφελεῖς συνάμα οἰκονομίαι δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσιν, ἀλλὰ μόνον δι’ ὀργανικῶν μεταῤῥυθμίσεων διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τοιαύτας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης διὰ ῥιζικῶν μεταῤῥυθμίσεων. Οὐχὶ ἐν τῇ καταργήσει δικαστηρίων, ἥτις δὲν εἶναι μήτε εὔκολος, μήτε ἐπωφελὴς, ἀλλὰ π. χ. ἐν τῇ ἐλαττώσει τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν, ἥτις δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον διὰ τῆς παραδοχῆς τοῦ συστήματος, ὅπερ πλεῖστοι παραδέχονται σήμερον ἐν Εὐρώπῃ, καὶ ἰδίως ἐν Ἰταλίᾳ, τῶν μονοπροσώπων ἢ μονομελῶν Πρωτοδικείων. Βελτιοῦντες τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, δυνάμεθα νὰ καταστήσωμεν δυνατὴν τὴν κατάργησιν πλείστων ἑλληνικῶν σχολείων, βελτιοῦντες δὲ τὰ διατηρηθησόμενα τοιαῦτα νὰ καταστήσωμεν δυνατὴν τὴν κατάργησιν διαφόρων Γυμνασίων καὶ εὕρωμεν οὕτω σπουδαίαν οἰκονομίαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ δ’ ὡσαύτως δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν οἰκονομίας, πραγματοποιοῦντες τὸν ἀρχικὸν σκοπὸν τῆς συστάσεως αὐτοῦ τῆς διὰ τῶν ἰδίων αὐτοῦ πόρων, καὶ ἐν ἀνάγκῃ καὶ ἐπιχορηγήματός τινος τοῦ Δημοσίου, συντηρήσεώς του. Δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν οἰκονομίας καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐν τῷ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τελειοτέρας τινὸς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, κατὰ τὰς γνώμας, αἵτινες ἀνεπτύχθησαν κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἐν τῇ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν ἐπαρχείων, καὶ ἃς ἐπανέλαβε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος. Δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν πραγματικὰς καὶ ἐπωφελεῖς οἰκονομίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀντικαθιστῶντες δι’ ἑτέρου, ἁπλουστέρου καὶ συμφωνοτέρου πρὸς τὰ μέσα καὶ τὴν ἰδιοφυΐαν τῆς χώρας, τὸν πολυτελῆ ὀργανισμόν, ὃν παρελάβομεν ἐκ τῶν μεγάλων καὶ πλουσίων Κρατῶν καὶ ὃν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκτελέσωμεν. Ἀλλὰ τὰς τοιαύτας διὰ ῥιζικῶν μεταῤῥυθμίσεων οἰκονομίας, αἵτινες δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσιν ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας, δὲν δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν, εἰμὴ μετὰ παρέλευσιν μακροῦ χρόνου, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας τὰ σήμερον ὑπηρετοῦντα πρόσωπα, ἔν τε τῷ δικαστικῷ καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις κλάδοις αὐτῆς. Αἱ ἀνάγκαι δὲ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν εἶναι ἐπείγουσαι καὶ δὲν δύνανται ν’ ἀναμείνωσι τὴν πραγματοποίησιν τοιούτων οἰκονομιῶν. Διὰ τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ζητεῖ νὰ πραγματοποιήσῃ σπουδαίας οἰκονομίας εἰς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας, ἄνευ ῥιζικῆς μεταβολῆς τῶν ἰσχυόντων ὀργανισμῶν αὐτῶν. Ἀλλὰ τίς ἀγνοεῖ, ὅτι πᾶσαι αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Κράτους, ὅπως λειτουργήσωσιν ἐπωφελῶς, κατὰ τοὺς ἰσχύοντας ὀργανισμοὺς αὐτῶν, καὶ ἐξυπηρετήσωσι τοὺς σκοποὺς, δι’ οὓς συνέστησαν, ἔχουσιν ἀνάγκην, οὐχὶ ἐλαττώσεως, ἀλλ’ ἐνισχύσεως καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ποιότητος τῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν; Ἂν θέλωμεν νὰ λειτουργήσωσι καλῶς τὰ δικαστήρια κατὰ τὸν σημερινὸν ὀργανισμόν των, ἂν θέλωμεν νὰ ἴδωμεν βελτιουμένην τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν, τὴν ἐκπαίδευσιν, τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἐν γένει διοίκησιν τῆς χώρας κατὰ τοὺς λειτουργοῦντας ὀργανισμοὺς, ὀφείλομεν νὰ συμπληρώσωμεν καὶ ἐνισχύσωμεν τὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν. Διὰ τῶν ἀθρόων δὲ οἰκονομιῶν, ἃς ζητοῦμεν ἐν αὐταῖς, φθάνομεν ἀπ’ ἐναντίας εἰς τὴν ἐξασθένησιν καὶ τὴν παραλυσίαν τῶν πλείστων ἐξ αὐτῶν. Πράττομεν δὲ τοῦτο ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν πάντες οἱ κλάδοι τῆς διοικήσεως ἀτελέστατα λειτουργοῦσιν. Ἐξασθενίζοντες διὰ τοῦ εἴδους τῶν οἰκονομιῶν, ἃς ζητοῦμεν νὰ ἐπιτύχωμεν, τὰς ὑπηρεσίας ταύτας, παραλύομεν τὴν διοίκησιν, ἐμποδίζομεν τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν πρόοδον τῆς χώρας καὶ δεινοῦμεν ἔτι μᾶλλον τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν. Ἀποτεινόμενος πρὸς ἄνδρας γνωρίζοντας καλῶς τὴν κατάστασιν τῆς ἐν γένει διοικήσεως ἡμῶν, νομίζω περιττὸν νὰ εἰσέλθω εἰς πλείονας λεπτομερείας. Θεωρῶ ὅμως ἀναγκαῖον νὰ προθέσω τινὰ περὶ τῶν κλάδων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἐν οἷς ζητεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ πλεῖστον μέρος τῶν οἰκονομιῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, τῆς στρατιωτικῆς δηλ. ὑπηρεσίας καὶ τῆς τῶν δημοσίων ἔργων. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν τὰ ἔξοδα ἀπὸ 18 περίπου ἑκατομμυρίων ὑποβιβάζονται εἰς 14, ἐπιτυγχάνεται δὲ τοῦτο διὰ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν ⅗ τῶν ἐτησίων κληρωτῶν. Ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, ὁ συνταχθεὶς, ὡς εἶπον ἤδη, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὀργανισμῶν τῶν μεγάλων καὶ πλουσίων Κρατῶν, ἀπαιτεῖ, ὅπως πράγματι ἐφαρμοσθῇ, δαπάνην πολὺ ἀνωτέραν τῶν 18 ἑκατομμυρίων. Διὰ τὴν ἐκγύμνασιν τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν στελεχῶν αὐτοῦ, ἀπαιτεῖται δαπάνη 25 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος. Ἐρχόμεθα δὲ σήμερον νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ 18 ἑκατομμύρια εἰς 14. Εἶναι δυνατὸν ἡ ἐλάττωσις αὕτη νὰ μὴ καταστήσῃ ἔτι ἀτελεστέραν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἰσχύοντος ὀργανισμοῦ καὶ νὰ μὴ συντελέσῃ εἰς πληρεστέραν παραλυσίαν τοῦ στρατοῦ; Τὰ ⅖ τῶν κληρωτῶν, ἅτινα καλοῦνται εἰς τὸν στρατὸν, μόλις θέλουσιν ἀρκέσει διὰ τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας καὶ εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Ἐλάχιστοι δὲ ἔσονται οἱ εἰς τὴν ἐκγύμνασιν πράγματι ἀσχοληθησόμενοι. Οὐδὲ ἰδέα δὲ κἂν δύναται νὰ ὑπάρξῃ περὶ τῆς τελειοτέρας ἐκγυμνάσεως, τῆς διὰ συγκεντρώσεως σπουδαίου ἀριθμοῦ στρατοῦ ἐπιτυγχανομένης. Τὸ αὐτὸ παρατηροῦμεν ὡσαύτως καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Χάριν οἰκονομίας περιορίζομεν τὰ ἐν ἐνεργείᾳ πλοῖα εἰς τὰ τρία θωρηκτὰ καὶ εἰς δύο ἕτερα τῆς ναυτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀφίνομεν δύο ἐν ἐφεδρείᾳ, πάντα δὲ τὰ ἄλλα τὰ θέτομεν ἐν παροπλισμῷ. Ἡ ἐκγύμνασις τοῦ ναυτικοῦ τότε μόνον δύναται νὰ θεωρηθῇ πραγματικὴ, ὅταν οἱ ναῦται καὶ τὰ στελέχη διέρχωνται τὸ πλεῖστον τοῦ χρόνου ἐν θαλάσσῃ· ἀλλὰ παροπλίζοντες τὰ πλεῖστα τῶν πλοίων ἡμῶν, πῶς θὰ ἐπιτύχωμεν τοιοῦτον ἀποτέλεσμα; Οὔτε τὴν ἀκτοπλοϊκὴν ἀστυνομίαν, οὔτε τὴν καταδίωξιν ἢ τοὐλάχιστον τὴν ἐκφόβισιν τοῦ λαθρεμπορίου, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐκτελέσωμεν. Διὰ τῶν θωρηκτῶν καὶ τῶν δύο πλοίων τῆς ἐκπαιδευτικῆς μοίρας δὲν δυνάμεθα μήτε τὸ προσωπικὸν ν’ ἀσχολήσωμεν εἰς θαλασσίαν ὑπηρεσίαν, μήτε τὴν ἀκτοπλοϊκὴν ἀστυνομίαν καὶ τὴν καταδίωξιν τῆς λαθρεμπορίας νὰ ἐπιτύχωμεν. Ἐνῷ δὲ σπουδαῖαι ὑπάρχουσιν ἀνάγκαι ἐπισκευῶν καὶ συντηρήσεως τῶν τριῶν θωρηκτῶν καὶ τῶν λοιπῶν πλοίων, ἰδίᾳ δὲ τῶν εἰς παροπλισμὸν κατατασσομένων, ζητοῦμεν καὶ εἰς τὰς δαπάνας τῆς συντηρήσεως τοῦ στόλου ἡμῶν οἰκονομίας, αἵτινες, ἂν πραγματοποιηθῶσι, θὰ καταστήσωσι μετ’ οὐ πολὺ τὰ πλοῖα ἡμῶν ἀνίκανα νὰ πλεύσωσιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπηρεαζόμενος ἐκ τῶν ἐπικρίσεων, αἵτινες πανταχόθεν ἐν Εὐρώπῃ ἀποτείνονται πρὸς τὰ μικρὰ Κράτη, ἅτινα κατέστρεψαν τὰ οἰκονομικὰ αὐτῶν διὰ τῆς ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων ὑπερβολικῶν καὶ δυσαναλόγων πρὸς τὰς δυνάμεις αὐτῶν, ἐζήτησε καὶ ἐν αὐτοῖς σπουδαίας οἰκονομίας. Ἀλλὰ τὰ πανταχοῦ ἐπικρινόμενα δημόσια ἔργα δὲν εἶναι βεβαίως ἡ κοινὴ ὁδοποιΐα, ἡ κατασκευὴ βατῶν καὶ ἁμαξιτῶν ὁδῶν, ὧν ἀπόλυτον ἀνάγκην ἔχει ἡ χώρα ἡμῶν. Ἐπικρίνονται τὰ πολυτελῆ ἔργα, τὰ δυσανάλογα πρὸς τοὺς πόρους καὶ τὴν πρόοδον τῶν μικρῶν Κρατῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν τοιούτων ἔργων δὲν δυνάμεθα δυστυχῶς νὰ ἐπιζητήσωμεν σπουδαίας οἰκονομίας. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν, δι’ ὃν ἐδαπανήσαμεν πολλὰ ἑκατομμύρια, μήτε τὸν τοῦ Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων. Δὲν δυνάμεθα δυστυχῶς νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, διότι ἔχομεν ὑποχρεώσεις πρὸς τοὺς ἀναλαβόντας τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ. Μὴ δυνάμενοι δὲ ἐν τοῖς τοιούτοις ἔργοις νὰ εὕρωμεν οἰκονομίας, ζητοῦμεν τοιαύτας ἐν τῇ ὁδοποιΐᾳ, καὶ τὸ ποσὸν τῶν 3,250,000 δραχμῶν, ὅπερ ἐδαπανᾶτο κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη διὰ κατασκευὴν ὁδῶν, θέλομεν νὰ περιορίσωμεν εἰς μόνον 970,000 δρ. Οὕτω δὲ ὁλοκλήρους ἐπαρχίας, στερουμένας οὐ μόνον ἁμαξιτῶν, ἀλλὰ καὶ βατῶν ὁδῶν, ἐγκαταλιμπάνομεν εἰς ἀγρίαν σχεδὸν κατάστασιν. Ἀδυνατοῦντες νὰ εὕρωμεν οἰκονομίας εἰς τὰ πολυτελῆ ἔργα, οἰκονομοῦμεν εἰς ἐκεῖνα, ἅτινά εἰσιν ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς καὶ τῆς κινήσεως τῆς κοινωνίας. Τοιαῦτα, Κύριοι, ἔσονται ἐν γένει τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐπιζητουμένων ἀθρόων οἰκονομιῶν, ἡ παραλυσία δηλ. τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν καὶ ὁ μαρασμὸς τῆς διοικήσεως. Διάφορα μὲν, ἀλλ’ ἀνάλογα τούτων, ἔσονται τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιβαλλομένης φορολογίας. Δυνάμεθα νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν διαφόρους ἡμῶν φόρους καὶ ἐκ τῶν ἀμέσων καὶ ἐκ τῶν ἐμμέσων καὶ διὰ τῆς ἐπιτεύξεως δικαιοτέρας φορολογίας νὰ ἐπιτύχωμεν αὔξησιν τῶν ἐσόδων, ἄνευ ἐξαντλήσεως τῆς χώρας. Δυνάμεθα νὰ καταργήσωμεν τοὺς ἀδίκους καὶ ἐπαχθεῖς ἀμέσους φόρους ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἐπὶ τοῦ οἴνου, καὶ ν’ ἀντικαταστήσωμεν αὐτοὺς διὰ στρεμματικῆς φορολογίας, οὐχὶ στενῆς καὶ περιωρισμένης, ἀλλὰ γενικῆς ἐπὶ τῶν καλλιεργουμένων γαιῶν. Δυνάμεθα νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ κατὰ σύστημα ἐπιτυχέστερον καὶ ἐπωφελέστερον, ὡς ἔσχον ἀφορμὴν νὰ ἀναπτύξω ἐν τῇ προηγουμένῃ περιόδῳ τῆς Βουλῆς. Δυνάμεθα καὶ πολλὰς ἄλλας νὰ εἰσαγάγωμεν ῥιζικὰς μεταῤῥυθμίσεις εἰς τὴν φορολογίαν ἡμῶν. Ἀλλ’ ὅπως κατορθώσωμεν τοῦτο, ἀπαιτεῖται μακρὸς χρόνος. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν ἐντὸς ἑνὸς ἔτους νὰ πραγματοποιήσωμεν πάσας τὰς μεταῤῥυθμίσεις ταύτας. Αἱ ἀνάγκαι δὲ τοῦ Δημοσίου εἰσὶν ἐπείγουσαι. Αἱ ἀνάγκαι δὲ αὗται, αἵτινες, ὑφιστάμεναι ἀπὸ ἐτῶν, παρωρῶντο, παρίστανται σήμερον ἐπιβαλλόμεναι. Τοῦτο δ’ ἀναγκάζει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ καταφύγῃ, ὅπως καὶ κατὰ τὸ 1887, εἰς τὴν ἀθρόαν ἐπιβολὴν αὐξήσεων ἐπὶ πάντων σχεδὸν τῶν φόρων, καὶ τῶν ἐπαχθῶν καὶ ἀδίκων, καὶ νὰ ἐπιβάλῃ ἐσπευσμένως καὶ νέους φόρους. Ποῖα δ’ εἰσὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης φορολογίας; Οἱ ἄμεσοι φόροι διὰ τῆς αὐξήσεως αὐτῶν πιέζουσι τὴν παραγωγήν· αὐξάνοντες π. χ. τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τοῦ πτωχοῦ γεωργοῦ μέρος τῶν μέσων, δι’ ὧν ἤθελε δυνηθῆ νὰ προμηθευθῇ τὰ ὄργανα τῆς ἐξακολουθήσεως καὶ τῆς βελτιώσεως τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ· αὐξάνοντες ὡσαύτως τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων προϊόντων, ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τῶν παραγωγῶν μέρος τῶν χρημάτων, ἅτινα ἤθελον χρησιμεύσει εἰς αὐτοὺς, ὅπως ἀρκέσωσιν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς των. Διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐμμέσων φόρων πιέζομεν ἐν γένει πᾶσαν τὴν κοινωνίαν, ἰδιαιτέρως δὲ διαφόρους αὐτῆς τάξεις· διὰ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν περιορίζομεν τὴν ἐκπαίδευσιν, διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν δικαστικῶν τελῶν δυσκολεύομεν τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, διὰ τῆς αὐξήσεως δὲ τῶν τελωνειακῶν τελῶν καθιστῶμεν παρ’ ἡμῖν δυσχερέστατον τὸν βίον. Ἡ αὔξησις δὲ τῶν ἐμμέσων φόρων, συνδυαζομένη μὲ τὴν νομισματικὴν τῆς χώρας κατάστασιν, κατέστησε τὸν βίον ἐν Ἑλλάδι τοσοῦτο πολυδάπανον, ὥστε ἡ πρόσοδος πάντων σχεδὸν τῶν κατοίκων τοῦ βασιλείου δὲν παρέχει εἰς αὐτοὺς, οὐ μόνον τὰ μέσα ἀπολαύσεων ἢ οἰκονομιῶν πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν ἔργων καὶ τῆς παραγωγῆς αὐτῶν, ἀλλ’ οὔτε τὰ ἀναγκαῖα πρὸς βίον ὁπωσοῦν ἄνετον. Ἐκτὸς δ’ ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ὁ βίος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ κατέστη βίος στενοχωριῶν καὶ στερήσεων. Τίνα δ’ εἰσὶ τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα ἐπιτυγχάνομεν διὰ τῆς τοιαύτης αὐξήσεως τῶν φόρων; Ἐπιτυγχάνομεν τὰ ἔσοδα, ἅτινα δι’ αὐτῆς ἐπιζητοῦμεν; Ἂν ῥίψωμεν ἓν βλέμμα ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν αὐξηθέντων φόρων, θέλομεν πεισθῆ, ὅτι ὁ τόπος ἀδυνατεῖ νὰ δώσῃ ὅσα ζητοῦμεν παρ’ αὐτοῦ. Ἐκ τοῦ ἀμέσου φόρου π. χ. ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐβεβαιώθησαν κατὰ τὸ 1885 δραχ. 2,535,000· διὰ τῆς γενομένης ἐπ’ αὐτοῦ προσθήκης τῶν δύο δεκατημορίων ἔπρεπε νὰ φέρῃ οὗτος κατὰ τὸ 1887 πλέον τῶν 3,000,000 δρ., καὶ ὅμως κατὰ τὸ 1888 ἀπέδωκε δρ. 2,889,000· ἔκτοτε δὲ αἱ ἐξ αὐτοῦ βεβαιώσεις ἤρχισαν νὰ καταπίπτωσι, περιορισθεῖσαι κατὰ μὲν τὸ 1889 εἰς δραχ. 2,741,000, κατὰ δὲ τὸ 1890 εἰς δρ. 2,107,000 καὶ κατὰ τὸ 1891 εἰς δρ. 2,126,000.
§60ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κατηργήθησαν τὰ δεκατημόρια τότε.
§61ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατηργήθησαν κατὰ τὸ 1890, ἀλλὰ πάλιν ὑπολείπεται τοῦ 1885, ὅτε δὲν ὑπῆρχον ταῦτα. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων, εἰς ὃν προσετέθησαν ὡσαύτως 2 δεκατημόρια κατὰ τὸ 1887, ἔφερεν ἔσοδον κατὰ τὸ 1885 δρ. 3,000,000 περίπου, κατὰ δὲ τὸ 1888 μετὰ τῶν δεκατημορίων 3,520,000· ἔκτοτε δὲ ἤρχισεν ἐλαττουμένη ἡ ἐξ αὐτοῦ ἀπόδοσις, κατελθοῦσα τὸ μὲν 1889 εἰς δραχ. 3,848,000, τὸ 1890 εἰς δρ. 3,160,000 καὶ τὸ 1891 εἰς δρ. 2,785,000. Τὰ τελωνειακὰ τέλη εἰσαγωγῆς ἀπέδωκαν κατὰ τὸ 1883, 1884 καὶ 1885 κατὰ μέσον ὅρον δρ. 20,000,000 περίπου· αἱ κατὰ τὸ 1886 καὶ 1887 γενόμεναι αὐξήσεις αὐτῶν ὑπελογίσθησαν εἰς 10,000,000 περίπου. Ἀλλ’ ἀντὶ τῶν 30 ἑκατομμυρίων, ἅτινα ἔπρεπε νὰ δώσωσι κατόπιν τῶν αὐξήσεων τούτων τὰ τέλη ταῦτα, ἔδωκαν τὸ μὲν 1887 δρ. 27,000,000 περίπου, τὸ 1888 δρ. 26,000,000 περίπου τὸ 1889 δρ. 24,010,000, τὸ 1890 δρ. 24,910,000, καὶ τὸ 1891 δρ. 25,961,000. Διὰ τὸ 1892 ἐγένοντο ἐπ’ αὐτῶν προσθῆκαι ὑπολογιζόμεναι εἰς δρ. 6,000,000 περίπου δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος καὶ εἰς δρ. 4,000,000 περίπου διὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ ἐλειτούργησαν. Τί δ’ εἰσεπράχθησαν ἐκ τῶν αὐξήσεων τούτων κατὰ τὸ 1892; Οὐδὲν σχεδόν· καὶ ἂν δὲν ἐπήρχετο ἡ τεχνητὴ εἰσαγωγὴ τῶν μηνῶν Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου, ἡ προκληθεῖσα ἐκ τῶν ψηφισθεισῶν νέων αὐξήσεων, τὰ ἐκ τῶν τελῶν τούτων ἔσοδα τοῦ 1892 ἤθελον εἶσθαι κατώτερα τῶν τοῦ 1891. Τοιαῦτά εἰσι, Κύριοι, καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀθρόων αὐξήσεων τῆς φορολογίας, ἡ στενοχωρία τουτέστι τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς κοινωνίας ἐν γένει καὶ τὸ ἄγονον τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῶν. Οὐχ ἧττον ἐπιβλαβῆ, ἴσως δὲ καὶ ἐπιβλαβέστερα ἔσονται τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἄλλων μέτρων, δι’ ὧν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ζητεῖ νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου, καὶ ἰδίως τὰς πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ. Ἐλπίζει ὅτι ἐντὸς μικροῦ διαστήματος θὰ δυνηθῇ νὰ εὕρῃ ἐν τῷ τόπῳ τὸν χρυσὸν, οὗτινος τὸ Κράτος ἔχει ἀνάγκην. Κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1890 ἡ τότε Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ προμηθευθῇ ἐν τῷ τόπῳ μικρὸν ποσὸν χρυσοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατεβόα καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἰσχυριζόμενος ὅτι τοῦτο ἦτο ἡ ἀφορμὴ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν δυσχερειῶν καὶ τῆς ἐξασθενήσεως τῆς πίστεως τοῦ Κράτους. Ὅτε δὲ ἐγένετο ἡ προμήθεια αὕτη τοῦ χρυσοῦ, ὁ τόπος, κατὰ τὰς ἰδέας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εὑρίσκετο ἐν ἀνθηρᾷ καταστάσει, διότι ἀπελάμβανε τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς τετραετοῦς αὐτοῦ διοικήσεως. Ἐνῷ δὲ τότε κατέκρινε τὴν προμήθειαν δύο ἢ τριῶν ἑκατομμυρίων φρ. ἐν τῷ τόπῳ, καὶ ἐπανέλαβε τὴν τοιαύτην κατάκρισιν καὶ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, πιστεύει ὅτι θὰ δυνηθῇ τὸ Δημόσιον νὰ εὕρῃ ἐν τῷ τόπῳ τὰ 3½ ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν, τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους. Τὸ ἀδύνατον τῆς ἐν τῷ τόπῳ εὑρέσεως τοσούτου ποσοῦ χρυσοῦ τὸ ἀναγνωρίζουσι πάντες, καὶ δυνάμεθα νὰ τὸ θεωρήσωμεν ὡς πανθομολογούμενον. Τίς ἀγνοεῖ τὴν συγκίνησιν, ἣν αἰσθάνεται οὐ μόνον ὁ χρηματιστικὸς κόσμος, ἀλλὰ καὶ πᾶσα ἡ κοινωνία, ὅταν τὸ Δημόσιον ἀμέσως ἢ ἐμμέσως κατέρχηται εἰς τὴν ἀγορὰν πρὸς ἀγορὰν χρυσοῦ; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως δὲν παραδέχεται τὴν πανθομολογουμένην ταύτην ἀλήθειαν. Νομίζει ὅτι ὑπάρχει ἐν τῇ κοινωνίᾳ νόθος τις εὐεξία, προερχομένη ἐκ πληθώρας τοῦ ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦντος τραπεζικοῦ γραμματίου. Πιστεύει δὲ, ὅτι στενοχωρῶν τὴν κοινωνίαν διὰ τῆς βαθμιαίας ἀφαιρέσεως τοῦ κατ’ αὐτὸν πληθωρικῶς κυκλοφοροῦντος γραμματίου, θ’ ἀναγκάσῃ αὐτὴν νὰ ἐλαττώσῃ τὰς δαπάνας της καὶ νὰ δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὸν χρυσὸν, ἢ τὰς χρυσὸν ἀντιπροσωπευούσας ἀξίας, ὧν τοῦτο ἔχει ἀνάγκην. Ὄπως δὲ στηρίξῃ τὴν γνώμην του ταύτην, καταφεύγει καὶ εἰς στατιστικὰς πληροφορίας, ὑπολογίζων, ὅτι εἰσέρχονται εἰς τὸ Κράτος 150 ἑκατομμύρια φράγκων εἰς χρυσὸν, ἤτοι 110 ἑκατομμύρια ἐκ τῶν ἐξαγομένων προϊόντων τῆς χώρας, καὶ 40 ἑκατομμύρια ἐκ τῆς ναυτιλίας, ἐκ τῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐρχομένων ξένων, ἐκ τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ περιουσιῶν Ἑλλήνων καὶ ἐξ ἄλλων ἀδήλων πόρων. Νομίζει δὲ, ὅτι, λαμβάνων ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους ἀναγκαῖα 31½ ἑκατομμύρια φράγκων, καὶ ἀφίνων εἰς τὴν κοινωνίαν τὰ ἕτερα 118½, ἱκανοποιεῖ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, καὶ ἀφίνει εἰς αὐτὴν ποσὸν μεταλλικοῦ νομίσματος ἀρκοῦν πρὸς θεραπείαν τῶν ἰδίων αὑτῆς ἀναγκῶν. Πλανᾶται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του καὶ εἰς τὰ ἐξ αὐτῶν συμπεράσματά του. Μολονότι αἱ στατιστικαὶ ἡμῶν εἰσιν ὅλως ἀτελεῖς, οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ αἱ ἐλλείψεις καὶ αἱ ἀτέλειαι αὐτῶν ἀναφέρονται εἴς τε τὴν εἰσαγωγὴν καὶ τὴν ἐξαγωγὴν, δυνάμεθα νὰ λάβωμεν αὐτὰς ὡς ἀφετηρίαν καὶ ἐξαγάγωμεν κατὰ προσέγγισιν συμπέρασμά τι περὶ τῆς διὰ τοῦ ἐμπορίου εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς τῆς χώρας. Κατ’ αὐτὰς ἡ ἐκ τῶν προϊόντων τῆς χώρας εἰσαγωγὴ νομίσματος ἀνέρχεται εἰς 100 μέχρις 105 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Εἰσάγεται ὡσαύτως χρυσὸς διὰ τῆς ναυτιλίας, διὰ τῶν παρεπιδημούντων ξένων καὶ παρὰ τῶν Ἑλλήνων τῶν ἐχόντων περιουσίας ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἀλλὰ ἐξάγεται συνάμα χρυσὸς ὑπὸ τῆς ξένης ναυτιλίας, ὑπὸ τῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἀποδημούντων Ἑλλήνων καὶ δι’ ἄλλων ὁδῶν, οἷαί εἰσιν αἱ τῶν ἐν Ἑλλάδι ξένων περιουσίαι, τὰ χρέη διαφόρων ἑταιριῶν, ὡς π. χ. τῶν τῆς ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, αἱ ξέναι ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρίαι κτλ. Κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ἐκ τῶν διαφόρων τούτων πόρων εἰσέρχεται χρυσὸς πλειότερος τοῦ ἐξερχομένου· ἂν ὑπολογίσωμεν δὲ τὸ περιπλέον εἰσερχόμενον ποσὸν εἰς 25,000,000 περίπου, εὑρίσκομεν ὅτι τὸ ὅλον τοῦ ἐν Ἑλλάδι εἰσερχομένου χρυσοῦ ἀνέρχεται εἰς 125–130 ἑκατομμύρια δρ. Ἐὰν ἐξ αὐτοῦ ἀφαιρέσωμεν 31½ ἑκατομμύρια, θέλομεν ἀφήσει εἰς τὴν κοινωνίαν πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν της 93 μέχρις 98 ἑκατομμυρίων δρ. Ἀλλὰ γνωρίζομεν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἡ εἰσαγωγὴ ξένων ἐμπορευμάτων ἀντιπροσωπεύει ἀξίαν 125–130 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἤτοι ἴσον ποσὸν πρὸς τὸν εἰσερχόμενον χρυσὸν, καὶ ὅτι οὕτως ἔχομεν τὸ εἰς πᾶν ἔθνος ἐπιβαλλόμενον ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον, ὅπερ διαταράττουσι παρ’ ἡμῖν αἱ ἀνάγκαι τοῦ Δημοσίου. Τίνα δέ εἰσι τὰ εἴδη, ἅτινα εἰσέρχονται ἐν Ἑλλάδι ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ ὧν πρέπει νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν εἰσαγωγήν, ὅπως ἡ κοινωνία δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὸ εἰς αὐτὸ ἀναγκαῖον μεταλλικὸν νόμισμα; Ἔχω ἐνώπιόν μου πίνακα τῆς εἰσαγωγῆς, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ ἑξῆς εἴδη, ἤτοι δημητριακοὶ καρποὶ, ζῶα, τυρὸς, βούτυρον, ἰχθῦς παρεσκευασμένοι, ὄρυζα, ὄσπρια, καφὲς, ζάκχαρις, δέρματα κατειργασμένα καὶ ἀκατέργαστα, ξυλεία οἰκοδομῶν, δασικὰ προϊόντα, μέταλλα κατειργασμένα καὶ ἀκατέργαστα, κοινὰ ὑφάσματα βαμβακερὰ καὶ μάλλινα, νήματα, χάρτης, προϊόντα ὑελουργίας καὶ φαρμακευτικῆς, γαιάνθρακες, θεῖον καὶ πετρέλαιον, δηλ. εἴδη ἀναγκαῖα διὰ τὴν τροφὴν καὶ συντήρησιν τῆς κοινωνίας καὶ διὰ τὴν ἐργασίαν τῶν διαφόρων τεχνῶν καὶ τῆς μικρᾶς ἡμῶν βιομηχανίας, εἰσήχθησαν κατὰ μὲν τὸ 1889 ἀξίας περίπου δρ. 116,000,000, κατὰ δὲ τὸ 1890 δρ. 108,000,000, καὶ κατὰ τὸ 1891 δραχ. 123,000,000. Εἴδη δὲ πολυτελείας, δηλ. ὑφάσματα μεταξωτὰ, ἔπιπλα κτλ. εἰσήχθησαν ἀξίας περίπου κατὰ μὲν τὸ 1889 δραχ. 16,500,000, κατὰ δὲ τὸ 1890 δραχ. 13,000,000, καὶ κατὰ τὸ 1891 δρ. 17,000,000. Τίνων ἐκ τῶν εἰδῶν τούτων δύναται, ἄνευ βλάβης τῆς συντηρήσεως αὐτῆς καὶ τῆς παραγωγῆς, νὰ στερηθῇ ἡ κοινωνία, ὅπως δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὸ διὰ τὰς ἀνάγκας του ἀπαιτούμενον μεταλλικὸν νόμισμα; Τῶν εἰδῶν τῆς πολυτελείας; Ἀλλὰ ταῦτα καταναλίσκουσιν αἱ εὔποροι τάξεις, αἵτινες, ἔχουσαι τὰ μέσα, δυσκολώτερον θὰ συγκατατεθῶσι νὰ στερηθῶσιν αὐτῶν. Μικρὰ ἑπομένως ἔσεται ἡ ἐλάττωσις τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῶν. Ἐὰν δὲ θελήσωμεν νὰ δυσκολεύσωμεν πολὺ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν εἰδῶν, ἅτινα ἀπηρίθμησα καὶ ὧν ἔχει ἀνάγκην ἡ κοινωνία πρὸς συντήρησιν καὶ ἐργασίαν, τίνες ἔσονται αἱ ἐκ τούτου συνέπειαι; Ἡ στενοχωρία ἀφ’ ἑνὸς τῆς κοινωνίας, καὶ ἡ ἐλάττωσις ἀφ’ ἑτέρου τῆς καταναλώσεως καὶ τῆς παραγωγῆς. Ἀλλ’ ἡ κοινωνία βεβαίως θὰ ἀντιδράσῃ εἰς τὴν παρὰ τοῦ Δημοσίου ἀφαίρεσιν τοῦ εἰς αὐτὴν ἀναγκαίου ὀργάνου, ὅπως προμηθευθῇ τὰ πρὸς συντήρησιν καὶ ἐργασίαν αὐτῆς ἀναγκαιοῦντα αὐτῇ εἴδει. Ἀντιδρῶσα δὲ, θὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὸ Δημόσιον ἐν τῇ ἀγορᾷ τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, ὁ δὲ συναγωνισμὸς οὗτος θὰ φέρῃ κολοσσιαίαν ὕψωσιν τῆς τιμῆς τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος καὶ τῶν δι’ αὐτοῦ καταμετρουμένων ἀξιῶν καὶ πάσας τὰς εἰς τοιαύτην ὕψωσιν παρομαρτούσας συνεπείας. Ἐνδέχεται δὲ τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ ὁμοφρονοῦντες αὐτῷ καὶ θεωροῦντες τὴν κοινωνίαν εὐδαίμονα, διότι δὲν εἶδον εἰσέτι πίπτοντα τὰ τραπεζικὰ, ἐμπορικὰ καὶ βιομηχανικὰ καταστήματα, νὰ ἴδωσι τοιαῦτα πίπτοντα. Ἀπεύχομαι δὲ, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ κρύψω, ὅτι ἐν τῇ τοιαύτῃ στενοχωρίᾳ τῆς χώρας ὑπάρχει φόβος, μήπως εὑρεθῶμεν ἐνώπιον οὐ μόνον οἰκονομικῆς, ἀλλὰ καὶ κοινωνικῆς κρίσεως, καὶ ἴδωμεν πίπτοντα πολλὰ καταστήματα καὶ ἱδρύματα.... Κύριε Πρόεδρε, μικρὰν διακοπὴν, παρακαλῶ, ἢ μᾶλλον ἂς ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, διότι αἰσθάνομαι ἀδυναμίαν νὰ ἐξακολουθήσω ἀπόψε.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 11 καὶ 40′ μ. μ.