Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΓ · Session Β› Sitting 44

1893.01.20

1,874 rows · 14,302 words · 2 tables · 111 turns

Date
1893.01.20
Presidency
Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗ
Period
ΙΓ
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1893)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 44.

τῆς 20 Ἰανουαρίου 1893.

(Τετάρτη)

Ὥρᾳ 5 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ κάτοικοι τῆς πόλεως Καλαμῶν παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς κοίτης τοῦ ποταμοῦ Νέδοντος. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ Δήμαρχος Αὐλῶνος τῆς Τριφυλίας παραπονεῖται ὅτι τὰ σχολεῖα τοῦ δήμου του ἀργοῦσι, καὶ παρακαλεῖ νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ἀποστολῆς διδασκάλων.

§2Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω τοὺς ζητηθέντας πίνακας περὶ τῶν κυμαινόντων χρεῶν τοῦ Δημοσίου, κατὰ μὲν τὴν 31 Νοεμβρίου 1892 ἐκ δανείων, κατὰ δὲ τὴν 30 Σεπτεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους δι’ ὅλα ἐν γένει, περιλαμβανομένων καὶ τῶν δανείων. Εἶχε ζητηθῆ πίναξ τῶν ἐτησίων εἰσπράξεων ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1892, κατ’ ἀντιπαραβολὴν πρὸς τὰς κατὰ τὴν αὐτὴν χρονολογίαν τοῦ 1891. Ὡς παρετήρησα χθές, ἡ κακοκαιρία εἶχεν ἐμποδίσει τὸν τηλέγραφον νὰ λειτουργήσῃ, ἀλλὰ δὲν ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀναβάλω τὴν ὑποβολὴν τῶν πληροφοριῶν, διότι αἱ ἐλλείπουσαι πληροφορίαι ἀνάγονται εἰς ὑποτελωνεῖα, ὧν αἱ ἀντίστοιχοι εἰσπράξεις ἀνῆλθον κατὰ τὸ παρελθὸν μόνον εἰς 1055 δραχμάς. Ὑποβάλλω ἄρα τὰ συγκεντρωθέντα ἀποτελέσματα, ἐπίσης καὶ πίνακα αὐτῶν διακεκριμένως κατὰ τελωνεῖον καὶ συγκριτικῶς πρὸς τὸ ἔτος 1891· ἐπίσης διακεκριμένως τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη τῶν μηνῶν Σεπτεμβρίου, Ὀκτωβρίου, Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου τοῦ 1892.

§3ΣΤΑΗΣ. Μετὰ λύπης ἀναγκάζομαι νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν λυπηρὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν τὸ παρελθὸν Σάββατον. Ἀξιωματικὸς τοῦ πυροβολικοῦ διήρχετο ἔφιππος πρὸ τοῦ Γυμνασίου Νεαπόλεως, ἀκολουθούμενος παρ’ ἐφίππου ὑπηρέτου, τοῦ ὁποίου ὁ ἵππος ὠλίσθησε, καὶ κατέπεσεν ὁ στρατιώτης· οἱ μαθηταί, εὑρισκόμενοι ἐν διαλείμματι πρὸ τοῦ Γυμνασίου, ἐκινήθησαν εἰς γέλωτας· τοῦτο ἐξήγειρε τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ ἐφίππου ἀξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος ἀφίππευσε καὶ διέταξε παρατυχόντα ἐκεῖ κλητῆρα νὰ συλλάβῃ τινὰς τῶν μαθητῶν. Ὁ κλητὴρ ὅμως δὲν ὑπήκουσεν εἰς τὴν διαταγήν, καὶ ἠναγκάσθη μόνος του ὁ ἀξιωματικὸς νὰ συλλάβῃ τινὰς καὶ κτυπήσῃ αὐτούς, ὡς λέγει ἡ ἐπιδοθεῖσα καταγγελία παρὰ τοῦ Γυμνασιάρχου καὶ τοῦ συλλόγου τῶν καθηγητῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν ἠρκέσθη δὲ εἰς τὰς κατὰ τῶν μαθητῶν αἰκίας ὁ κ. ἀξιωματικός, ἀλλ’ ὡδήγησεν αὐτοὺς εἰς τὸ Γυμνασιαρχεῖον, ἔνθα παρίστατο σύμπας ὁ σύλλογος τῶν καθηγητῶν, πρὸς τὸν ὁποῖον, ὡς λέγει ἡ αὐτὴ καταγγελία, προσεφέρθη διὰ συμπεριφορᾶς ἥκιστα ἁρμοζούσης εἰς πάντα ἄνθρωπον, πολὺ δὲ μᾶλλον εἰς ἀξιωματικόν, ἀπρεπῶς ἐξυβρίσας τὸν σύλλογον. Κατερχόμενος δὲ, παντοίας ὕβρεις ἐξέφερε κατὰ τοῦ συλλόγου καὶ τῶν καθηγητῶν. Κατὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου ἐπεδόθη μήνυσις καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα οὐ μόνον παρὰ τοῦ Γυμνασιάρχου, ἀλλὰ καὶ παρὰ τῶν γονέων, ὧν οἱ υἱοὶ ἐξυβρίσθησαν καὶ ἐδάρησαν διὰ τοῦ μαστιγίου τοῦ κ. ἀξιωματικοῦ. Αἱ τοιαῦται πράξεις αἱ βανδαλικαὶ, ὁπουδήποτε λαμβάνουσαι χώραν, μάλιστα δὲ ἐν μέσαις Ἀθήναις, ἀποδεικνύουσιν ἀξιοθρήνητον τὴν κατάστασιν τῆς κοινωνίας ἡμῶν. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τί ἐνήργησεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου.

§4ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐγένοντο ἀταξίαι ἐκ μέρους ἀξιωματικοῦ, ὡς διηγήθη τὸ συμβὰν ὁ κ. Βουλευτής· ἀλλὰ δὲν συνέβη τοῦτο ὑπὸ τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτής· διότι πράγματι τὰ παιδία ἠτάκτησαν, διότι ἐσύριζον τὸν ἀξιωματικὸν, ὅστις ἕνεκα τούτου κατῆλθε τοῦ ἵππου καὶ τὰ ὡδήγησεν εἰς τὸν Γυμνασιάρχην. Ἐν τούτοις μετὰ τὴν μήνυσιν, τὴν ὁποίαν ἐπέδωκεν ὁ κ. Γυμνασιάρχης, διέταξα νὰ ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις, τῆς ὁποίας τὸ ἀποτέλεσμα βεβαίως θὰ ἦναι ὑπὲρ τῆς τάξεως.

§5ΑΛΚΙΒ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν Μελιγαλᾷ ὁ ἐνωμοτάρχης Π. Πανουτσόπουλος λυμαίνεται τὸν τόπον. Ἐδόθησαν πλεῖσται καταγγελίαι κατ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἅμα ὡς ἔμαθεν αὐτὰς, ἔτι ἀγριώτερον φέρεται· κατέστη ἡ μάστιξ τοῦ τόπου! Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τί ἐνηργήθη κατ’ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου;

§6ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καταγγελίας ἔλαβον καὶ ἔπεμψα αὐτὰς εἰς τὴν ἀνάκρισιν.

§7ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ ἀνακρίσεις δὲν εἶναι ἀρκεταὶ, διότι ὁ ἐνωμοτάρχης οὗτος, μαθὼν τοὺς καταγγείλαντας αὐτὸν, φέρεται βανδαλικώτερον πρὸς αὐτοὺς, ἐνῷ μᾶλλον ἔπρεπε νὰ φροντίζῃ διὰ τὴν σύλληψιν τῶν φυγοδίκων καὶ οὐχὶ νὰ καταβασανίζῃ ἀθώους πολίτας ἄνευ λόγου.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις τοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Αʹ συνόδου τῆς ΙΓʹ περιόδου τῆς Βουλῆς. Κύριοι Βουλευταὶ, ὀφείλω νὰ γνωρίσω ὑμῖν, ὅτι εἰς τὰς πιστώσεις τὰς δοθείσας παρὰ τῆς Βουλῆς δὲν ἐγένοντο ὑπερβάσεις· ἀπ’ ἐναντίας εἰς τὰ πλεῖστα τῶν κονδυλίων ἐγένοντο οἰκονομίαι, ὡς ἐπὶ τοῦ κονδυλίου τῶν ἐκτάκτων κλητήρων, ἐπὶ τοῦ τῶν ἐκτάκτων ἀντιγραφέων κλπ. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸς κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ὁ ἀπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς Αʹ Συνόδου τῆς ΙΓʹ Περιόδου).

§9ΣΑΚΚΗΣ. Διατὶ δὲν ὑπεβλήθησαν καὶ οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν δύο συνόδων τῆς ΙΒʹ περιόδου;

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔλαβε καὶ αὐτοὺς ὑπ’ ὄψιν· ἐλπίζω δὲ, ὅτι μέχρι τῆς αὔριον θὰ ὑποβάλῃ τὰς σχετικὰς ἐκθέσεις. Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1893. Ὁ κ. Σκουζὲς ἔχει τὸν λόγον.

§11ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, καθὼς καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας. Ἠκούσατε ἤδη δύο ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἐπραγματεύθησαν τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν ἐκτάσει· ὥστε νομίζω, ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἀρκούντως προητοιμασμένον, καὶ δὲν ἔχω νὰ εἰσέλθω εἰς πολλὰς λεπτομερείας. Δὲν θὰ βαδίσω τὸ σύστημα, ὅπερ συνάδελφοι ἀπό τινος ἐφήρμοσαν, τῆς ἀναδρομικῆς ἐπισκοπήσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους κατὰ περιόδους 5 ἐτῶν, 10 ἐτῶν, 20 ἐτῶν, φθάνοντες καὶ μέχρι τῆς συστάσεως τοῦ βασιλείου. Ἐγὼ θὰ περιορισθῶ καθαρῶς εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα· δὲν θὰ κάμω ἐκδρομὰς μέχρι καὶ πέραν τῶν συνόρων τοῦ Κράτους, αἵτινες, ὅσον καὶ ἂν εἶχον τὸ ἐπαγωγὸν, ἕνεκα τῆς γλαφυρότητος τοῦ χαράξαντος τὰς ζωηρὰς αὐτὰς εἰκόνας, δὲν βλέπω ποίαν πρακτικὴν χρησιμότητα δύνανται νὰ ἔχωσιν εἰς ἐπίλυσιν τοῦ πάντας ἡμᾶς ἀπασχολοῦντος ζητήματος τῆς βελτιώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους· θὰ περιορισθῶ ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὰ δύο κυριώτερα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα καὶ οἱ δύο προλαλήσαντες ἀξιότιμοι συνάδελφοι προέτειναν, εἶναι, ὅτι τὰ μὲν ἔσοδα τοῦ Κράτους ἐπὶ ἐσφαλμένων βάσεων προϋπολογίζονται, καὶ ἑπομένως δὲν θ’ ἀποδώσουν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις προβλέπει, τὰ δὲ ἔξοδα ἐλλιπῶς προϋπελογίσθησαν, ὥστε θὰ ὑπερβῶσι τὰ δι’ αὐτὰ προβλεπόμενα ποσά. Εἰς τὸ πρῶτον ἰδίως, τὰ αὐτὰ ἐπιχειρήματα προέταξαν καὶ οἱ δύο προλαλήσαντες, ὅτι ἐσφαλμένως ἡ Κυβέρνησις προϋπολογίζει τὰ ἔσοδα ἐπὶ τῶν βεβαιώσεων καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν εἰσπραττομένων. Ἡ θεωρία αὕτη ἔχει τι ἴσως τὸ βάσιμον, ἀλλὰ θὰ παρατηρήσω ἰδίως εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ἐπανειλημμένως ἦτο Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀκόμη δὲ συχνότερον Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, συντάξας πολλοὺς προϋπολογισμούς, πῶς δὲν ἐσκέφθη τότε νὰ φέρῃ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ βασιλείου ἐπεκράτησεν εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ τελευταῖον ἀκόμη τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892, ὡς ὡμολόγησεν ὁ ἴδιος, ὑπέβαλεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συστήματος τῶν βεβαιώσεων; Πῶς τώρα ἐπείσθη, κατὰ τὸ ὀλιγοχρόνιον διάστημα, τὸ ὁποῖον μᾶς χωρίζει ἀπὸ τοῦ 1892, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι τόσον ἐσφαλμένον; Δὲν εἶμαι τῆς ἀρχῆς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀλλάσσῃ τις γνώμην, ὅταν πεισθῇ, ὅτι αὕτη δὲν εἶναι ἡ ἀπολύτως ὀρθή· τοῦτο καὶ χρήσιμον εἶναι, καὶ πρακτικόν, καὶ οὐ μόνον ἐπὶ τοιούτων θεμάτων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ γενικωτέρων, ὅταν πεισθῇ ὅτι ἡ πορεία, ἣν μέχρι τοῦδε ἠκολούθει, ἦτο ἐσφαλμένη· ἀλλ’ ὅπως καὶ ἐγὼ πιστεύσω καὶ πᾶς τις πεισθῇ, ὅτι ἡ μεταβολὴ τῆς γνώμης εἶναι ὀρθὴ, πρέπει νὰ ἦναι ἐπίωρος, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Προτείνει λοιπὸν, ὅτι τὰ ἔσοδα, ἐπὶ ἐσφαλμένης βάσεως προϋπολογιζόμενα, δὲν θέλουσιν ἐπαρκέσει· καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι δι’ ἀγορεύσεώς του πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁ ἐκ Λοκρίδος ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ἀναλυτικῶς ἐξετάζων, ἐπὶ τῇ ἀπαντήσει τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὰς 101 ἐπερωτήσεις του, ὑπέδειξε τὰς διαφορὰς, τὰς ὁποίας κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς του εὕρισκεν εἰς τὰ ἀποτελέσματα τὰ μέλλοντα νὰ ἐπέλθωσιν εἰς τὰς εἰσπράξεις, πρὸς τὰ προϋπολογιζόμενα ἔσοδα.

§12ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι. Μοὶ ἀποδίδετε ἰσχυρισμὸν, ὃν δὲν ἔκαμα. Ἐγὼ ἐξήλεγξα ἀνακριβείας ἀριθμῶν.

§13ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐκράτουν σημειώσεις, ὅτε ἠγορεύετε. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, σᾶς εἶπεν, ὅτι τὰ ἔξοδα ὑπελογίσθησαν οὐχὶ ἀρκετὰ καὶ θὰ δείξωσιν ὑπερβάσεις τὰ πραγματικῶς γενησόμενα. Ἡ ἔκθεσις τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἀναγράφει, ὅτι ἐκ τοιαύτης αἰτίας θὰ χρειασθῶμεν 18,000,000 διὰ μόνην τὴν νομισματικὴν διαφορὰν, ἐὰν ἀγοράσωμεν ὅλον τὸν χρυσὸν, ὅστις θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως εἰς τοὺς ὑπολογισμούς της καθαρῶς ὑπολογίζει τὰ ἔσοδα εἰς 110 ἑκατομμύρια, ἐξ ὧν ὑπολογίζει κεφάλαιον οἱονεὶ ἀποθεματικὸν, μέλλον νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν καθυστέρησιν τὴν πιθανὴν τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰς βεβαιώσεις, 6,000,000. Καὶ θὰ ἐνθυμῆσθε ὅσοι ἐτύχετε εἰς τὴν συνεδρίασιν τοῦ προπαρελθόντος Σαββάτου, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος, ἐνῷ κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν εἶχεν εἴπει, ὅτι ἡ διαφορὰ τῶν ἐσόδων θὰ ἦναι 7,000,000 ἐπὶ ἔλαττον, ἔπειτα εἶπεν, ὅτι ἔχει ὑπολογίσει ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ πλέον μὲν 4,800,000, ἐπὶ ἔλαττον δὲ 900,000, ὥστε εὑρίσκει, ὅτι θὰ ἦναι ἡ καθυστέρησις τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰς βεβαιώσεις 3,900,000· προσέθηκε δὲ, ὅτι ἡ καθυστέρησις θὰ ἦναι πολὺ πλέον, καθὼς ἤθελε δείξει κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅτι θὰ ἔφθανεν εἰς 7,000,000. Ἀλλὰ συνέταξα καὶ ἐγὼ πίνακα τῶν καθυστερήσεων, τὰς ὁποίας κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη ἀπεδείκνυον αἱ εἰσπράξεις πρὸς τὰς βεβαιώσεις. Μοὶ ἐχρησίμευσαν δὲ διὰ μὲν τὰ ἔτη 1889 καὶ 1890 οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν αὐτῶν, διὰ δὲ τὸ 1891 ἡ μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1892 δημοσιευθεῖσα κατάστασις. Τὸ 1889 λοιπὸν ἡ καθυστέρησις τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰς βεβαιώσεις ἀνῆλθεν εἰς 8,753,000, τὸ 1890 εἰς 9,603,000, τὸ δὲ 1891 εἰς 9,489,000. Σημειώσατε ὅμως ὅτι εἰς τὰ ποσὰ ταῦτα, κατὰ σύστημα πλημμελῶς ἴσως ἰσχῦον, περιλαμβάνονται καὶ κονδύλια, ἅτινα δὲν ἔπρεπε νὰ φαίνωνται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, διότι μεταξὺ τῶν καθυστερουμένων 8,753,000 τοῦ 1889 ἔχομεν τὰς ἐγγραφὰς τὰς λεγομένας διὰ τὴν τάξιν, ἤτοι λογαριασμοὺς ἐπιστροφῶν χρημάτων καὶ διάφορα ἄλλα κονδύλια, τὰ ὁποῖα, ἐφαρμοζομένου ἀκριβεστέρου λογιστικοῦ συστήματος, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναγράφωνται εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Τοιαῦτα κονδύλια διὰ τὸ 1889 φαίνονται ὡς βεβαιωθέντα διὰ 1,836,000. Ἐπειδὴ δὲ εἰσεπράχθησαν ἐξ αὐτῶν 679,000, μένουν δραχ. 1,157,000· ὥστε ἐκπιπτομένων αὐτῶν ἀπὸ τῶν καθυστερουμένων 8,753,000, ἔχομεν πραγματικὴν καθυστέρησιν τοῦ 1889 δρ. 7,596,000. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἔχομεν διὰ τὸ 1890 καθυστέρησιν 6,951,000 καὶ διὰ τὸ 1891 δραχ. 7,283,000. Ἵνα σᾶς δείξω ὅμως ποίας φύσεως εἶναι αὐτὰ τὰ κονδύλια, τὰ ὁποῖα ἐξογκόνουν τὰς βεβαιώσεις, θὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι εἰς τὰ 1891 ἐκ τῶν 2,460,000, εἰς ἃ φθάνουν αἱ καθυστερήσεις, εἶναι καὶ τὸ ἀπρόβλεπτον ἔσοδον 1,555,000, τὸ ἐπιβληθὲν εἰς τὴν ἑταιρίαν τῆς Κωπαΐδος πρόστιμον, ὅπερ δὲν εἰσεπράχθη. Καὶ νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ ὡς ἔσοδον τοῦ Κράτους πρὶν ἢ εἰσπραχθῇ, διότι ἁπλῶς μόνον ἐξώγκωσε τὴν βεβαίωσιν. Βλέπετε ὅτι ἡ καθυστέρησις ἀνῆλθε κατὰ μέσον ὅρον εἰς 7,000,000, ἡ δὲ Κυβέρνησις ὑπολογίζει σήμερον καθυστερήσεις τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰς βεβαιώσεις 6,000,000. Νομίζετε λοιπὸν, ὅτι, ἐφαρμοζομένου αὐστηρότερον τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, καὶ ὑπισχνουμένης τῆς καλῆς διοικήσεως τὴν πραγματοποίησιν περισσοτέρων εἰσπράξεων καὶ ἐγκαίρως, νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι λογικὴ ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἐστήριξε τὸν ὑπολογισμόν της, περιορίσασα τὰς πιθανὰς καθυστερήσεις τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰς βεβαιώσεις εἰς 6,000,000; Εἶπον, ὅτι καὶ κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, διὰ τὰς βεβαιώσεις ὁ μέσος ὅρος, τὸν ὁποῖον ἔλαβεν ὡς βάσιν ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἦτο πάντοτε ἀκριβὴς, καὶ ὅτι ὑπερβολικαὶ εἶναι αἱ ἐκτιμήσεις τῶν πιθανῶς βεβαιωθησομένων ἐσόδων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι πάντοτε ὁ μέσος ὅρος μόνον, ὁ ὁποῖος ἐχρησίμευσεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων τοῦ 1893. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἴς τινα ἔσοδα ὑπελόγισεν ὑπὲρ τὸν μέσον ὅρον· ἀλλὰ ποῖα εἶναι αὐτά; Εἶναι ἐκεῖνα τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἀναντιῤῥήτως κατ’ ἔτος δεικνύουσιν αὔξησιν, καὶ ἑπομένως ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ὡς ὅρον τὰ ἔσοδα τοῦ τελευταίου ἔτους 1891, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐβάσισε τὸν ὑπολογισμόν της διὰ τὰ προϋπολογιζόμενα διὰ τὸ 1893. Καὶ τοιαῦτα εἶναι τὸ σιγαρόχαρτον, τὰ παιγνιόχαρτα, τὰ πυρεῖα, ὁ καπνὸς, τὰ πνευματώδη ποτὰ, τὸ χαρτόσημον, τὰ ταχυδρομικὰ, τὰ τηλεγραφικὰ, τὸ ἀντάλλαγμα τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, τὸ ἅλας, τὰ δάση καὶ ἓν ἢ δύο ἄλλα ἥσσονος σημασίας. Καὶ διατὶ ἐπ’ αὐτῶν ἔλαβε τὸν ὅρον τοῦ 1891; Εἶναι εὔκολον νὰ τὸ ἐννοήσῃ τις· διότι τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν, κατ’ ἔτος, καθὼς εἶναι τὰ ἀποβλέποντα εἰς τὰ μονοπώλια, δεικνύουσι τακτικὴν καὶ ἀδιάκοπον αὔξησιν. Ἑπομένως λαβοῦσα ἡ Κυβέρνησις ὡς βάσιν τὰ τοῦ τελευταίου ἔτους 1891, δὲν εἶναι πιθανὸν, ὅτι θὰ διαψευσθῇ, εἰμὴ καθότι θὰ δείξωσι τὰ ἔσοδα αὐτὰ ἀνωτέρας ἀκόμη εἰσπράξεις παρ’ ὅ,τι ὑπελόγισεν. Ὑπελόγισε καὶ εἰς ἄλλα ἔσοδα περισσότερα τοῦ μέσου ὅρου· π. χ. ὑπελόγισε τὴν αὔξησιν τοῦ χαρτοσήμου, διότι ἐπεβλήθησαν νέοι φόροι, καθὼς γνωρίζετε, οἱ ὁποῖοι ἤρξαντο ἐν μέρει ἤδη νὰ ἀποφέρωσι, καὶ νὰ δικαιολογῶσι πληρέστατα τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον παρ’ αὐτῶν προσδοκᾶται. Τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τοῦ καπνοῦ, ἂν καὶ τοῦτο ἐν λεπτομερείᾳ κατωτέρω θέλω τὸ διαπραγματευθῆ, καὶ τοῦτο πληρέστατα δικαιολογεῖ τὸ ἐπὶ πλέον ὑπολογιζόμενον ἔσοδον. Τὰ ταχυδρομικὰ ηὐξήθησαν, διότι ηὐξήθη διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ τέλος τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν στελλομένων ἐπιστολῶν καὶ δεμάτων· ἐπίσης τὰ τηλεγραφικὰ, ἐπίσης τὸ ἀντάλλαγμα τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, διότι εἴδομεν ἀπὸ τὸν πίνακα τὸν κατατεθέντα, ὅτι ὄχι μόνον τὸ προβλεπόμενον ποσὸν, ἀλλὰ καὶ ἀνώτερον ποσὸν εἰσεπράχθη. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις εἰς πολλὰ ἀντικείμενα ὑπελόγισε κάτω τοῦ μέσου ὅρου τῶν τριῶν ἐτῶν. Ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ὑπελόγισεν ἐπὶ ἔλαττον τῶν βεβαιώσεων 10,131. Ἐπὶ τῆς σταφίδος ὑπελόγισεν ἔλαττον κατὰ 107 χιλιάδας, διὰ τὰ προϊόντα τῆς Ἑπταννήσου κατὰ 102,000 ὀλιγώτερα, διὰ τὸν δασμὸν τῆς εἰσαγωγῆς 1,929,000 κάτω τοῦ μέσου ὅρου τῶν τριῶν ἐτῶν. Διὰ τὴν ἐπιστροφὴν χρημάτων, τὸ κονδύλιον, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐπραγματεύθημεν, ὑπελόγισεν 920,000 ὀλιγώτερον. Διὰ τὴν ἐκποίησιν δημοσίων κτημάτων 337,000 ἐπὶ ἔλαττον καὶ διάφορα ἄλλα ποσά. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἡ παρατήρησις, ὅτι ὁ μέσος ὅρος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐβάσισεν ἡ Κυβέρνησις τοὺς ὑπολογισμούς της διὰ τὰ ἔσοδα τοῦ 1893, δὲν εἶναι καθόλου ἀκριβής. Ἐγένετο ὅμως καὶ ἄλλη παρατήρησις, ὅτι ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν 9 μηνῶν τοῦ 1892 εἰσεπράχθησαν 2,700,000 δρ. ὀλιγώτερα ἢ κατὰ τοὺς 9 μῆνας τοῦ 1891, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους βαθμηδὸν μειοῦνται, καὶ δὲν εἶναι πιθανὸν, ὅτι τὸ 1893 θέλομεν πλησιάσει πρὸς τὰ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ προβλεπόμενα ἔσοδα. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ ὑποβαλὼν τὴν παρατήρησιν ταύτην δὲν ἐσκέφθη καλῶς, δὲν ἐβάσισεν ἐπὶ ἑδραίων βάσεων τὸν ὑπολογισμόν του· διότι, ἐρωτῶ, κατὰ τοὺς ἐννέα πρώτους μῆνας τοῦ 1892 ἦτο ὁμαλὴ ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, καὶ ἑπομένως ἠδύνατό τις νὰ ἀναμείνῃ ὁμαλὴν τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων; Δὲν εἴδομεν δύο ἀλλαγὰς Κυβερνήσεων τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ 1892; δὲν εἴδομεν γενικὰς ἐκλογὰς, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων πᾶς τις γνωρίζει, ὅτι καὶ κατὰ τὸν νόμον ἀκόμη ἡμῶν πρὸ καὶ μετὰ τὰς ἐκλογὰς παύει ἡ ἐνέργεια τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων καὶ ταμιῶν; Ἑπομένως, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἤμεθα ἀκριβεῖς, δὲν πρέπει νὰ συγκρίνωμεν τοὺς 9 πρώτους μῆνας τοῦ 1892, ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβωμεν ἢ τοὺς 6 πρώτους, ἢ τοὺς 6 δευτέρους, ἢ καὶ ὅλους τοὺς μῆνας τοῦ ἔτους, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν βάσιν σταθερὰν συγκρίσεως· ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατόπιν καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τὴν παρατήρησιν αὐτὴν, καταστρέφων τὸν λόγον του, ὡμολόγησεν, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ καὶ ἡ ἀλλαγὴ Κυβερνήσεων συνέτειναν εἰς τὸ νὰ χειροτερεύσῃ οἰκονομικῶς ἡ κατάστασις τοῦ 1892, καὶ δὲν ἔπρεπε ν’ ἀποδοθῇ εἴς τινα προσωπικῶς. Ἀλλ’ ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ προσωπικῶν ζητημάτων, δὲν πρόκειται ἐὰν ἕνεκα τοῦ μὲν ἢ τοῦ δὲ κυβερνῶντος ὠλιγόστευσαν αἱ εἰσπράξεις. Τὰ πράγματα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, μοὶ φαίνεται, πρὸ παντὸς ἄλλου πρέπει νὰ ὁμιλοῦν· ὁ ἴδιος ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἡ ἀλλαγὴ τῶν Κυβερνήσεων καὶ αἱ ἐκλογαὶ, αἵτινες θέτουσιν εἰς ἀναστάτωσιν τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, καὶ παύουσι προσωρινῶς λειτουργοῦσαι αἱ οἰκονομικαὶ ἀρχαὶ, αὐτὸς ὁ ἴδιος μᾶς ἔδωκε τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν εἶναι βάσιμος ὁ ὑπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ἔκαμεν, ἡ σύγκρισις τῶν 9 πρώτων μηνῶν τοῦ 1892 πρὸς τοὺς τοῦ 1891· διότι, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς εἰσπράξεις τῶν ἑπομένων μηνῶν εἰδῶν τινων, τῶν τελωνείων καὶ ἄλλων ἀμέσων φόρων, θὰ ἴδητε, ὅτι οἱ δεύτεροι 6 μῆνες τοῦ 1892 ἐνδεικνύουσιν ὄχι μόνον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προϋπελογίζοντο, ἀλλὰ καὶ ἕτερα πλείονα, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα τῶν φόρων. Καὶ ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ ὁμιλῶν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος, ἀνέφερεν ὅτι κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ 1892 εἰσεπράχθησαν 200,000 δραχ. ὀλιγώτερον ἢ τὸ 1891, καὶ μᾶς ἀνέγνωσε καταστάσεις, ἐξ ὧν ἀπεδεικνύετο τοῦτο· εἶπε δὲ, καθὼς ἐνθυμεῖσθε ὅλοι, ὅτι ἦτο κατὰ τοῦ φόρου τοῦ διὰ τῶν καπνοκοπτηρίων, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶχε τὸ ἐλάττωμα τὸ σύστημα αὐτὸ νὰ ἦναι πολυδάπανον διὰ τὴν εἴσπραξιν, ὥστε μέγα μέρος τοῦ φόρου, ὃν ἐπλήρονον οἱ φορολογούμενοι, δὲν εἰσήρχετο εἰς τὸ ταμεῖον, εἶχε καὶ τὸ ἄλλο ἐλάττωμα, νὰ δίδῃ ἀφορμὴν εἰς τοὺς ἑκάστοτε διοικοῦντας νὰ αὐξάνωσι τὸ προσωπικὸν, εἰσάγοντες εἰς τὰ ἐργοστάσια ἀνθρώπους ἀλλοτρίους τῆς ἐργασίας, ὥστε νὰ ἐπιβαρύνηται ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου μέχρι 30, 40 καὶ 50% ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν μομφὴν, ὅτι τὸ σύστημα τῶν καπνοκοπτηρίων δίδει ἀφορμὴν εἰς αὔξησιν ὑπερβολικὴν τοῦ προσωπικοῦ, θὰ ἀναφέρω εἰς τὸν ἐκ Γορτυνίας ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι, ὅτε κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1891 ἐμέμφετο τοῦ συστήματος καὶ ἐζήτησε νὰ εἰσαγάγῃ τὴν μεταβολὴν αὐτοῦ διὰ τῶν δηλώσεων, καὶ ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἐπιχείρημα τὸ πολυδάπανον τῆς εἰσπράξεως, τῷ ἐγένετο παρατήρησις, καὶ θὰ τῷ ὑπενθυμίσω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ αὐτὸς τῷ ἀνέφερον (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ, καθ’ ἃ διατείνεται ὁ κ. Ὑπουργὸς, τὰ ἔξοδα εἶναι 850,000 δραχμαὶ, καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὸ 1890 ἐκόπησαν περίπου 800,000 ὀκάδες, ἀναλογεῖ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ἔξοδον πρὸς 1 δραχμὴν τὴν ὀκᾶν». Τῷ ἀνέφερον, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν μοὶ ὑπέδειξαν πολλοὶ καπνοπῶλαι, οἱ μᾶλλον κατάλληλοι ἵνα γνωρίζωσι τὸ εἶδος τοῦτο, ἐπρότειναν νὰ ἀναθέσῃ τὴν κοπὴν τοῦ καπνοῦ εἰς τοὺς ἰδίους καπνεμπόρους ἢ καπνοπώλας, ὥστε ν’ ἀπαλλαχθῇ τὸ Δημόσιον τῆς τοιαύτης δαπάνης· ἀλλὰ τότε τὴν πρότασιν αὐτὴν δὲν εὕρισκεν οὐδὲ λογικὴν, οὐδὲ συμφέρουσαν· νῦν ὅμως, ὅτε ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐφήρμοσε, καὶ ἔδωκε τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀκούσητε τώρα, ἠναγκάσθη ὁ ἴδιος νὰ ὁμολογήσῃ (ἀναγινώσκει): «Καὶ ἄλλην εἰσήγαγε βελτίωσιν εἰς τὸ σύστημα τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὴν διοίκησιν τὴν εὐκαιρίαν νὰ διορίζῃ ἐργάτας καὶ κόπτας ἄνευ ἀνάγκης, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ δημοσίου ταμείου κλπ.» Τοῦτο, λέγω ἐγὼ, ὅτι εἶναι πρὸς ἔπαινον ἀκριβῶς τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἐσκέφθη, ἐπειδὴ ἓν μέρος τοῦ συστήματος εἶχέ τι τὸ πλημμελὲς, νὰ τὸ κατστρέψῃ ἐκ βάθρων, ἀλλ’ ἐσκέφθη πῶς δύναται νὰ διορθώσῃ τὸ πλημμελὲς τοῦτο, ὥστε νὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ δαπάναι. Καὶ ἀντὶ τῶν 800,000 δραχμῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἐβεβαίου ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, ὅτι διὰ τὸ ἔτος 1890 ἀνῆλθον αἱ δαπάναι τῶν καπνοκοπτηρίων, ἰδοὺ εἰς ποῖον ἀποτέλεσμα ἔφθασεν ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας μέμφονται ὅτι δὲν ψηφίζει φόρους καὶ νόμους, παρὰ διὰ προσωπικὰς δαπάνας. Κατὰ τὸ ἐφαρμοσθὲν ἤδη σύστημα, καθ’ ὃ ἡ κοπὴ τοῦ καπνοῦ ἀφῃρέθη ἀπὸ τὴν διοίκησιν καὶ ἀνετέθη εἰς αὐτοὺς τοὺς ἰδίους καπνοπώλας, τὸ διὰ τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ προβλεπόμενον ἔξοδον ἀνήρχετο εἰς 299,000 δραχμὰς, κατὰ δὲ τὰ κεκανονισμένα ἤδη, περιορίζεται εἰς 259,000 μόνον, ἐπὶ ποσοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ὀκάδων, τὰς ὁποίας ὑπολογίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι μέλλουσι νὰ κοπῶσι κατὰ τὸ 1893. Καὶ εἰς ποῖον, νομίζετε, ποσὸν ἀνέρχεται ἡ ἀναλογία τῆς δαπάνης ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς; Κατὰ μὲν τὸν προϋπολογισμὸν, εἰς 27½ λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, κατὰ δὲ τὴν πράγματι μέχρι τοῦδε δαπάνην, εἰς 24. Ἠξεύρετε δὲ, ὅτι ὁ καπνὸς πληρόνει φόρον μὲ τὰς ταινίας περίπου 5,70 κατ’ ὀκᾶν· ὥστε βλέπετε, ὅτι δὲν φθάνει οὔτε 5% ἡ δαπάνη διὰ τὴν εἴσπραξιν τοῦ πληρονομένου φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Αὕτη, νομίζω, εἶναι πραγματικὴ ὑπηρεσία εἰς τὸν τόπον, διὰ τῆς ὁποίας ἐλαττοῦνται σημαντικῶς τὰ ἔξοδα. Ἀλλ’ ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διὰ τῶν ἐξόδων τούτων γίνεται καὶ ἄλλη εἴσπραξις, ἡ τοῦ σιγαροχάρτου, ἡ ὁποία καὶ αὕτη ὑπερβαίνει τὰ 2,000,000, διότι ἐλάχιστον μέρος σιγαροχάρτου πωλεῖται διὰ τῶν ταμείων, ἡ ὁλικὴ εἴσπραξις ἀνέρχεται περὶ τὰ 8,000,000· ὥστε δὲν φθάνει παρὰ εἰς 3 καὶ ἓν ἐλάχιστον μόριον τοῖς ἑκατὸν ἡ δαπάνη, ἀντὶ τῶν 40 ἢ 50%, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ 1890 ὑπελόγιζεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος. Καὶ νομίζετε ὅτι αὐτὸ εἶναι σύστημα αὐξήσεως τῶν προσωπικῶν δαπανῶν; Ἀλλὰ μήπως καὶ εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων διὰ τῆς περιστολῆς τῶν εἰς τοὺς ταμίας πληρωτέων ποσοστῶν ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων δὲν ἐπέφερεν ἐσχάτως ἐλάττωσιν περὶ τὰς 200,000 δραχμῶν; Ἐπεθύμουν, οἱαδήποτε Κυβέρνησις, εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως, νὰ δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τοιαῦτα ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ παρετήρησεν, ὅτι ἡ προβλεπομένη ποσότης 1,000,000 ὀκάδων διὰ τὸ 1893, καὶ συνεπῶς τὸ ἐκ 5,716,000 ἔσοδον εἶναι ὑπερβολικὸν, διότι τὰ ἀποτελέσματα τῶν παρελθόντων ἐτῶν καὶ τῶν μηνῶν τοῦ 1892 δὲν ἐδικαιολόγουν τοιοῦτον ποσόν. Ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος, ὅτι τὸ ἔτος 1890, ὅτε ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ καὶ νῦν Ὑπουργὸς καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἔσοδον τοῦ καπνοῦ κατέπεσεν, ἀλλὰ ἐλησμόνησεν, ὅτι ναὶ μὲν τὸν Ἰανουάριον εἶχον κοπῆ ὀκάδες 86,000, ἐνῷ τὸν Φεβρουάριον κατέπεσε τὸ ποσὸν εἰς 45,000, τὸν Μάρτιον εἰς 67,000, ἐλησμόνησε, λέγω, ὅτι τὴν 20 Ἰανουαρίου ηὐξήθη ὁ φόρος ἀπὸ 4 δραχμῶν εἰς 5,20, δηλ. 30 ὁλόκληρα τοῖς ἑκατὸν, καὶ ὅλοι οἱ καπνοπῶλαι καὶ οἱ καπνέμποροι, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως ταύτης, ἔτρεξαν νὰ κόψωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς αὐξήσεως. Ἀλλ’ οἱ ἄλλοι μῆνες ἀνῆλθον ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου, καθ’ ὃν ἐκόπησαν 45,000, τὸν Μάρτιον εἰς 67,000, Ἀπρίλιον 62,000, Μάϊον 69,000, Ἰούνιον 63,000, καὶ οὕτω καθεξῆς, ὥστε τὸ ποσὸν τὸ κοπὲν κατὰ τὸ 1890 ἔφθασεν εἰς τὰς 803,000 ὀκάδας μόνον, ἐνῷ τὸ 1880 εἶχε φθάσει εἰς 1,007,000. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ 1892, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου ἠλαττώθη κατὰ 30 λεπτὰ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, διότι τὸ ἔσοδον τῆς κοπῆς ἔπαυσε καὶ ἀφέθη εἰς τοὺς καπνοπώλας. Ἰδοὺ ποῖαι εἶναι αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1892. Ὁ Ἰανουάριος ἀπέδωκε 38,000 ὀκάδας ἀπὸ καπνὸν καὶ τουμπεκὶ ὁμοῦ, ὁ Φεβρουάριος 42,000, ὁ Μάρτιος 47,000, ὁ Ἀπρίλιος 43,000, ὁ Μάϊος 54,000 καὶ ὁ Ἰούνιος 50,000. Κατόπιν ἐρχόμεθα εἰς τὴν βʹ περίοδον τοῦ 1892. Ὁ Ἰούλιος 52,000, ὁ Αὔγουστος 63,000, ὁ Σεπτέμβριος 77,000, ὁ Ὀκτώβριος 84,000, ὁ Νοέμβριος 80,000 καὶ ὁ Δεκέμβριος 83,000. Τὸ ὅλον ἔχομεν κατὰ τὸ 1892 ὀκάδας 719,000. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ ῥίψωμεν ἓν βλέμμα εἰς τοὺς διαφόρους μῆνας, τί βλέπομεν; Ἀπὸ τὸν Ἰανουάριον οἱ πρῶτοι ἓξ μῆνες ἕως τὰς 30 Ἰουνίου ἔδωκαν 278,000, οἱ δὲ ἕτεροι 6 μῆνες, ἀπὸ 1 Ἰουλίου ἕως 31 Δεκεμβρίου, ἔδωκαν 441,000, δηλαδὴ σχεδὸν ἐδιπλασιάσθη τὸ ποσόν· καὶ νομίζετε ὅτι δὲν εἶναι ἔνδειξις τοῦτο, ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ, τοὺς ὁποίους ἔλαβεν ὡς βάσιν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ ἐσόδου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ διὰ τὸ 1893, εἶναι δικαιολογημένοι; Ἐὰν καὶ οἱ πρῶτοι 6 μῆνες τοῦ ἔτους ἔδιδον αὐτὰ τὰ ποσὰ, ἠθέλομεν ἴσως ὑπερβῆ καὶ τὸ ἑκατομμύριον. Ἐὰν δὲ θέλητε νὰ συγκρίνωμεν τὴν βʹ ἑξαμηνίαν κατὰ τμήματα, βλέπετε ὅτι ἡ αʹ τριμηνία, ἀπὸ 1 Ἰουλίου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου, ἔδωκεν 193,000 ὀκάδας, ἡ δὲ βʹ τριμηνία ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου ἕως 31 Δεκεμβρίου, ἔδωκεν ὀκάδ. 247,000. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ ἔσοδον αὐτὸ ὄχι μόνον δὲν ἐλαττοῦται, ἀλλ’ ὁλονὲν αὐξάνει, καὶ πληρέστατα δικαιολογεῖ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι κατὰ τὸ 1893 θὰ ἔχωμεν 1,000,000 ὀκ. φορολογούμενον ἐν τοῖς καπνοκοπτηρίοις, ὅπως ἄλλοτε ἀπέδωκε τὸ ἔτος 1889 ὀκάδας 1,007,000, καὶ τὸ 1888 ὀκάδας 1,059,000. Παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος, ὅτι θὰ τελειοποιηθῇ καὶ τὸ λαθρεμπόριον, καὶ ὅτι θὰ ἐφεύρουν ἄλλα μέσα, ὅπως ἀποφύγουν τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν καταδίωξιν. Ἀλλ’ ὁ νέος νόμος, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις, ἤρχισεν ἐφαρμοζόμενος ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου, δὲν εἶναι δὲ νόμος, ὁ ὁποῖος μόνον κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐφαρμογῆς του δύναται νὰ δώσῃ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα εἴδομεν, ἀπ’ ἐναντίας εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος, ὅσον προχωρεῖ ἡ ἐφαρμογή του, θὰ ἐξασφαλίζῃ ἔτι μᾶλλον τὴν εἴσπραξιν, διότι παρακολουθεῖ τὸν εἰς φύλλα καπνὸν, καὶ ἑπομένως θὰ ἦναι δυσκολώτερον νὰ διαφύγῃ ὁ λαθρέμπορος τὴν ἐπίβλεψιν τῆς ἐξουσίας. Ὥστε, μοὶ φαίνεται, δὲν ἐπιδέχεται ἀμφιβολίαν, ὅτι τὸ ἐκ τοῦ καπνοῦ προβλεπόμενον ἔσοδον οὔτε ὑπερβολικὸν εἶναι, οὔτε θὰ δείξῃ μείωσιν ὡς πρὸς τὸ ὑπολογιζόμενον ποσόν. Παρετήρησεν, ὅτι τὸ συναφὲς πρὸς τὸν καπνὸν σιγαρόχαρτον δεικνύει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων ἐλάττωσιν κατὰ 100,000 δραχμὰς, καὶ εἶπε, πῶς δικαιολογεῖται τοῦτο; Τοῦτο δικαιολογεῖται ἐκ δύο λόγων· πρῶτον ἐκ τῆς διαφορᾶς περὶ τὴν συσκευὴν, διότι, ἐπειδὴ ἐσχάτως παρετηρήθη, ὅτι ἀντὶ πακέτων 10 δραμίων καπνοῦ, συμφέρει νὰ γείνωσι καὶ μικρότερα, ἤτοι τῶν 5 δραμίων, καὶ συνεπῶς ἀντὶ φυλλαδίων 50 φύλλων νὰ γείνωσιν 25 μόνον, ἐδέησε νὰ τροποποιηθῇ τὸ σύστημα τῶν φυλλαδίων, καὶ ἐπειδὴ ἐγένετο μεγαλειτέρα ἡ ποσότης τῶν φυλλαδίων, τὰ ὁποῖα τὸ ἀναλαβὸν τὴν ἐργασίαν αὐτὴν ἐργοστάσιον ἀνέλαβε, συνήνεσε νὰ κάμῃ καὶ μείωσιν τῆς τιμῆς, ὥστε ἀπ’ αὐτὴν μόνον τὴν μείωσιν, ἡ ὁποία στηρίζεται ἐπὶ συμβάσεως μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς 24 Αὐγούστου 1892, ἐπέρχεται μείωσις 20,000 δραχ. κατ’ ἔτος. Ἐκτὸς τούτου, ὑπάρχει καὶ παρακαταταθήκη σιγαροχάρτου, τὸ ὁποῖον, καίτοι προβλεφθὲν καὶ ἐναποθηκευμένον ἀπὸ τοῦ 1891, δὲν κατηναλώθη ὅλον, διότι ἐγένετο μικροτέρα ἡ κατανάλωσις τοῦ καπνοῦ, καὶ συνεπῶς καὶ τοῦ σιγαροχάρτου, καὶ σήμερον ἔρχεται εἰς κατανάλωσιν αὐτὸ τὸ σιγαρόχαρτον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ προκύψῃ οἰκονομία 80,000, καὶ οὕτω συμποσοῦται τὸ ποσὸν τῶν 100,000, καθ’ ἃς φαίνεται ἐλαττούμενον τὸ δι’ αὐτὸ ἔξοδον. Ἐγένετο ὅμως παρ’ ἄλλου συναδέλφου ἡ παρατήρησις, ὅτι ἐπὶ τῶν ἐκ τῶν τελωνείων εἰσπράξεων προβλέπει ἐλάττωσιν, καὶ συνεπῶς νομίζει, ὅτι τὸ προβλεπόμενον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσὸν θέλει καθυστερήσει. Καὶ αὐτὴ ἡ παρατήρησις μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἔχει πολλὴν βασιμότητα, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Τὸ 1892 ἔχομεν εἴσπραξιν γνωστὴν, διότι ἔχομεν καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Δεκεμβρίου, ἔχομεν ἐν ὅλῳ 26,740,000, ἐν ᾧ προεβλέποντο κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892 25,921,000· ὥστε ἔχομεν περίπου 750,000 ἐπὶ πλέον τοῦ προβλεπομένου ποσοῦ, ὁ δὲ ὑπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον, καθὼς θὰ εἴδετε εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, ἔκαμε, τοῦ ἐσόδου τοῦ 1893, εἶναι διὰ τοὺς δασμοὺς τοὺς πρὸ τῆς αὐξήσεως τῶν τελωνειακῶν, ἐπὶ τῇ βάσει εἰσπράξεως, 1,920,000 ὀλιγώτερον ἢ τὸ 1891, αἱ δὲ ἐπελθοῦσαι αὐξήσεις ἔδωκαν ἀποτέλεσμα ἐπὶ πλέον, διότι, ἐν ᾧ αἱ αὐξήσεις τῶν δασμῶν κατὰ μέσον ὅρον ἀνέρχονται εἰς 14½ ἢ 15%, ἡ αὔξησις, τὴν ὁποίαν ἔδειξαν οἱ μῆνες Ὀκτώβριος καὶ Νοέμβριος, ἀνῆλθεν ἀπὸ 22 ἕως 28%. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὑπελόγισεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὰς εἰσπράξεις τῶν τελωνείων, ἄνευ τῶν αὐξήσεων, εἶναι κατὰ 1,920,000 ἐλάσσων τῆς τοῦ 1891, δικαιολογεῖται, νομίζω, ἀρκούντως ἡ διὰ τὸ 1893 προβλεπομένη εἴσπραξις, ἀφοῦ μάλιστα τὰ ἀποτελέσματα τῶν μηνῶν Ὀκτωβρίου, Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου ἀπέδειξαν διὰ τῶν πραγμάτων, ὅτι ἡ ἐπελθοῦσα αὔξησις τῶν δασμῶν δὲν ἠλάττωσε καὶ τὴν εἰσαγωγήν. Θὰ μοὶ παρατηρήσωσιν ἴσως, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ πρώτου δεκαημέρου τοῦ Ἰανουαρίου ἔδειξαν ἐλάττωσιν. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἐπιχείρημα, ὅπερ δὲν ἔχει καὶ τὸν ἀντίθετον λόγον. Ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὸν μῆνα Νοέμβριον ἢ Δεκέμβριον ἐπῆλθε μεγαλειτέρα ἡ εἰσαγωγὴ ἕνεκα τῶν αὐξηθέντων δασμῶν, ἡ εἰσαγωγὴ αὕτη δὲν δύναται νὰ ἐπακολουθήσῃ δι’ ὅλον τὸ ἔτος· θὰ μειωθῇ κατὰ τὰς πρώτας εἰσπράξεις τοῦ Ἰανουαρίου, ἀλλὰ θὰ ἐπανέλθουν τὰ πράγματα εἰς τὴν φυσικὴν αὐτῶν τροχιὰν, καὶ ἑπομένως αἱ εἰσπράξεις θὰ ἐπανέλθουν εἰς τὸ πρῶτον αὐτῶν σημεῖον. Ἀλλὰ παρετήρησε πρὸς τούτοις, ὅτι καὶ εἰς τὰ μονοπώλια αὐτὰ εὑρίσκει ἐλάττωσιν. Δὲν γνωρίζω ἐπὶ τίνος βάσεως ὁ συνάδελφος εὗρε τὴν ἐλάττωσιν τῶν μονοπωλίων· κατὰ σημείωσιν, ἣν ἔχω πρὸ ὀφθαλμῶν, καὶ ἐφ’ ἧς, νομίζω, δύναταί τις μὲ πᾶσαν πεποίθησιν νὰ βασισθῇ, βλέπω τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα. Ἀπὸ τοῦ 1888, καθ’ ὃ ἔτος ἐφηρμόσθη ὁ νόμος τῶν μονοπωλίων, ἡ αὔξησις εἶναι τακτικὴ καὶ ἀδιάκοπος, διότι τὸ 1888 ἐξ ὅλων τῶν μονοπωλίων εἰσεπράξαμεν 6,680,000, τὸ 1889 7,445,000, τὸ 1890 7,700,000, τὸ 1891 8,256,000, καὶ τὸ 1892 9,085,000. Ἂν δ’ ἐξετάσωμεν καὶ τὰ καθ’ ἕκαστον εἶδος, κατὰ ποσὰ καταναλωθέντα, βλέπομεν προϊοῦσαν ἀδιάκοπον καὶ συνεχῆ αὔξησιν. Οὕτως ἐξ ἅλατος τὸ 1888 κατηναλώθη ποσὸν ὀκάδων 13,000,000, τὸ 1889 ὀκάδες 15,000,000, τὸ 1890 14,600,000, τὸ 1891 15,420,000 καὶ τὸ 1892 16,890,000. Ὥστε βλέπετε συνεχῆ καὶ ἀδιάκοπον αὔξησιν...

§14ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐδεὶς ἠμφισβήτησε τοῦτο.

§15ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὄχι, τὸ ἠμφισβητήσατε... Πετρελαίου κατηναλώθησαν τὸ 1888 147,000 κιβώτια, τὸ 1889 159,000 κιβώτια, τὸ 1890 169,000, τὸ 1891 182,000 καὶ τὸ 1892 183,800 κιβώτια. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν καὶ ἐπὶ τῶν μονοπωλίων ἔλαβεν ὡς βάσιν ἁπλῶς τὸ κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος καταναλωθὲν ποσόν. Ἀπορῶ λοιπὸν, πῶς εὑρίσκετε ὑπερβολικὸν τὸ ἐκ τῶν μονοπωλίων ὑπολογιζόμενον ἔσοδον.

§16ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχετε ἐπίσημον πληροφορίαν, ὅτι τὸ 1892 κατηναλώθησαν 183,000 κιβώτια;

§17ΣΚΟΥΖΕΣ. Μάλιστα· ἔχω σημείωσιν τῶν καταναλωθέντων παρὰ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων. Ἐγένετο παρατήρησις, ὅτι εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης σημειοῦται ὀλιγώτερον, καὶ σᾶς ἀνέφεραν, πῶς τὰ ἐνοίκια φυλακῶν σημειοῦνται κατὰ 10,000 ὀλιγώτερον, καὶ πῶς εἰς τὸ κεφάλαιον Γʹ ἄρθρον 4, «συντήρησις τῶν καταδίκων», ὑπολογίζεται μόνον τὸ ποσὸν, ὅπερ ὑπελογίσθη διὰ τὸ 1892, καθ’ ὃ δὲν ἐξήρκεσε, καὶ ἐχρειάσθη νὰ ζητηθῇ ἀναπληρωτικὴ πίστωσις 300,000. Τὰ ἐνοίκια τῶν φυλακῶν ἐμειώθησαν, διότι ἐν Πάτραις μὲν μία οἰκία, δι’ ἣν ἐπλήρονε τὸ Δημόσιον 3,000 δραχμὰς ἐτησίως, ἐγκατελείφθη, τοποθετηθέντων τῶν ἐν αὐτῇ κρατουμένων εἰς ἄλλας φυλακάς. Καὶ εἰς ἄλλας δὲ φυλακὰς ἐπῆλθε μείωσις τοῦ τιμήματος. Ἂν δὲ δὲν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν διὰ τῆς προτεινομένης καταργήσεως τῶν Πρωτοδικείων κατάργησιν φυλακῶν, καὶ περιορισθῶμεν εἰς μόνην τὴν ἤδη τετελεσμένην, θὰ ἔχωμεν ἐλάττωσιν 6,914 δρ. Ἀλλ’ εἰς τὸ σπουδαιότερον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ζήτημα τῆς συντηρήσεως τῶν καταδίκων, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀρκεῖ, καθότι ἐπέρχεται οἰκονομία πρῶτον, διότι ἀντὶ πολιτικῶν ἰατρῶν διωρίσθησαν εἰς ὅλας τὰς φυλακὰς στρατιωτικοὶ ἰατροὶ, οἵτινες δὲν πληρόνονται ὅσον οἱ πολιτικοὶ, τὰ φάρμακα θὰ τὰ προμηθεύωνται ἀπὸ στρατιωτικὰ φαρμακεῖα, ὅθεν θὰ λαμβάνωνται καὶ εὐθηνότερα καὶ καλλίτερα, καὶ τρίτον ἡ προμήθεια τοῦ ἄρτου ἐδόθη ἐπὶ μικροτέρᾳ τιμῇ. Δὲν δύναταί τις ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸν λόγον τοῦτον, διότι ἔχομεν τὰ ἀποτελέσματα· ἐν ταῖς φυλακαῖς Ἀθηνῶν π. χ. ἐνῷ ἡ μερὶς κατὰ τὸ 1892 εἶχε συμφωνηθῆ ἐπὶ ἐργολαβίᾳ 36 λεπτὰ κατὰ μερίδα, διὰ τὸ 1893 συνεφωνήθη πρὸς 31½, τῆς Σύρου ἀντὶ 30 ἐδόθη πρὸς 22, τῆς Χαλκίδος ἀντὶ 29 ἐδόθη πρὸς 23, τοῦ Ναυπλίου ἀντὶ 36 πρὸς 29, τῆς Τριπόλεως ἀντὶ 28 πρὸς 24, τοῦ Μεσολογγίου ἀντὶ 34 πρὸς 25, τῆς Ζακύνθου ἀντὶ 38 πρὸς 32, καὶ μένουσι καὶ ἄλλα ἀποτελέσματα, δεικνύοντα ἐλάττωσιν τοῦ 1893 πρὸς τὸ 1892 δραχμῶν 71,000 ἐπὶ ἔλαττον ἐπὶ μόνου τοῦ ἄρτου. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ὁ περιορισμὸς τοῦ διὰ τὸ 1893 ποσοῦ εἰς τὸ ποσὸν, ὅπερ ὑπελογίσθη διὰ τὸ 1892, εἶναι πληρέστατα δεδικαιολογημένος καὶ πείθει πάντα, ὅτι τὸ ποσὸν θέλει ἐξαρκέσει. Ἄλλην σπουδαιοτέραν διαφορὰν εὗρεν ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος συνάδελφος εἰς τὸ ἔξοδον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ παρετήρησεν, ὅτι κατὰ τὸ 1892 συνεστήθησαν 58 νέα σχολεῖα ἀῤῥένων καὶ 58 νέα σχολεῖα θηλέων πλέον τοῦ ἀριθμοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Πῶς σημειοῦμεν τὸ ποσὸν, ὅπερ σημειοῦται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ πῶς θέλει τοῦτο ἐξαρκέσει, ἀφοῦ συνεστήθησαν 116 σχολεῖα ἐπὶ πλέον; Κατὰ τὸ 1892 συνεστήθησαν πράγματι 57 σχολεῖα ἀῤῥένων καὶ 60 θηλέων, ἀλλὰ κατηργήθησαν διὰ πράξεων ὑπουργικῶν 2 τῶν ἀῤῥένων καὶ 5 τῶν θηλέων, διὰ δὲ τοῦ νόμου τοῦ τελευταῖον ψηφισθέντος, κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1892, κατηργήθησαν 45 θηλέων καὶ 341 ἀῤῥένων, καὶ ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον τὸν ἔχοντα ὡς βάσιν τὸν πληθυσμὸν, ἠδύναντο νὰ ἱδρυθῶσι 52 θηλέων καὶ 128 ἀῤῥένων, ὅ ἐστὶν 180 ἐν ὅλῳ, ἡ νῦν Κυβέρνησις ἐκ τῶν 180 συνέστησε μόνον 103, καὶ εὑρίσκετε ὅτι ἔκαμε κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας της, ἐνῷ εἶχε δικαίωμα 180 νὰ συστήσῃ, συνέστησε δὲ μόνον 103, μετέτρεψε δὲ ἀπὸ δημοτικῶν σχολείων 289 εἰς γραμματοσχολεῖα! Ἐκ ταύτης δὲ τῆς μετατροπῆς ἐπῆλθεν οἰκονομία προσωρινῶς μὲν 228,000, διαρκῶς δὲ 168,000, διότι διὰ τῆς μετατροπῆς δυνάμει τοῦ παρόντος νόμου 289 δημοτικὰ σχολεῖα μετετράπησαν προσωρινῶς, καὶ διαρκῶς 213, ἅτινα γραμματοδιδασκαλεῖα ἐπιφέρουσι δαπάνην κατὰ 66 δραχμὰς ἕκαστον κατὰ μῆνα ὀλιγωτέραν ἀπὸ τὸ δημοτικὸν σχολεῖον· ἔχομεν δηλ. οἰκονομίαν 228,000 προσωρινῶς, ἥτις μονίμως θὰ περιορισθῇ εἰς 168,000. Ἠρώτησε δὲ, πῶς ἀνεγράφη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ποσὸν μόνον 3,200,000 διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν, ἐνῷ τὰ προηγούμενα ἔτη, τὸ 1890 ἐδαπανήθησαν 3,545,000, τὸ δὲ 1891 3,596,000 περίπου; Ἀλλὰ τὸ 1893 πῶς ὑπολογίζει τὰ ἔξοδα 3,200,000, ἀφοῦ μάλιστα συνεστήθησαν νέα σχολεῖα; Ἐδῶ συμβαίνει βεβαίως παρεννόησις· ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Δημοσίου, εἰς τὸ κεφάλαιον Δʹ, «δημοτικὴ ἐκπαίδευσις», τὸ μὲν ἄρθρον 1 φέρει 3,285,000, ἀλλ’ ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου φέρεται τὸ ποσὸν 551,000 ὡς ἔξοδα τῶν σχολείων αὐτῶν, ὥστε ἡ ὁλικὴ δαπάνη ὑπολογίζεται εἰς 3,836,000 καὶ ὄχι εἰς 3,200,000. Ὑπελογίσθη δὲ ὡς ἔσοδον τὸ ποσὸν τῶν 3,200,000 ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσοδημάτων τῶν δήμων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου νόμου ͵ΒΠΕʹ, ὅστις νόμος ἀφίνει εἰς ἕκαστον δῆμον ποσὸν δρ. 2000 ἄθικτον, καὶ προβλέπει, ὅτι τὰ διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν δὲν δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὰ 50% ἐπὶ τῶν εἰσοδημάτων· ὁρίζει τὰ εἴδη τῶν σχολείων καὶ τοὺς βαθμοὺς τῶν εἰς αὐτὰ διδασκάλων, διότι μέχρι τοῦδε δυστυχῶς τὰ εἰσπραττόμενα ἐκ τῶν δήμων ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν ὑπολογιζομένων, διότι δήμαρχοι εἰσέπραττον μὲν ἀπὸ τοὺς ταμίας, τὰ διὰ τοὺς δήμους εἰσπραττόμενα ποσὰ, ἀλλὰ κατόπιν δὲν τὰ ἐπέστρεφον εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἐνῷ διὰ τοῦ τελευταίου νόμου ὁ ταμίας δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ, παρὰ τὸ ἥμισυ μόνον, ἀναλόγως τῶν εἰσπράξεων, ἃς ἔκαμε διὰ τὸν δῆμον, καὶ ἀφοῦ συμπληρωθῇ τὸ διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν προβλεπόμενον ποσὸν, τότε μόνον δίδει τὰ ἐπίλοιπα. Ὁ ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος, ἐπικρίνων καὶ αὐτὸς, τὸν ὑπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ἔφθασε καὶ εἰς ἀποτέλεσμα νὰ προτείνῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ὅ σημεῖον ἤμεθα καὶ μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς Θεσσαλίας τοῦ 1883, νὰ λάβωμεν ὡς βάσιν τὸν ἀπολογισμὸν 1883, καὶ κατ’ αὐτὸν νὰ κανονίσωμεν τὰς δαπάνας μας, ὥστε νὰ ἔχωμεν βάσιν σταθερὰν, καὶ βάσιν ἐξόδων, ἣν νὰ δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν· ἀναφέρων δὲ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1883, παρετήρησεν ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893 δεικνύει πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1883 αὔξησιν 3,925,000, διότι τὸ μὲν Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δεικνύει αὔξησιν 535,000, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης 769,000, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν 616,000, τῶν Στρατιωτικῶν 817,000, τῶν Οἰκονομικῶν 288,000 καὶ οὕτω καθεξῆς. Εἶμαι ὑπὲρ πάντα ἄλλον ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τῶν οἰκονομιῶν, δὲν ἔλλειψε δὲ περίστασις, καθ’ ἣν νὰ μὴ ἐκφράσω τοῦτο καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ὁσάκις ἔτυχε νὰ συζητήσωμεν ἢ νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τῶν οἰκονομικῶν, καὶ ἤθελον ἀποδεχθῆ τὴν πρότασιν τοῦ ἐκ Λοκρίδος συναδέλφου. Εἶχον τὴν περιέργειαν νὰ ἴδω καὶ ἐγὼ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1883 καὶ ἔλεγον κατ’ ἐμαυτὸν, πῶς εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, φέρ’ εἰπεῖν, νὰ ὑπάρχῃ τηλικαύτη διαφορὰ ἐκ 535,000 δραχμῶν, διότι γνωρίζω ὅτι ἡ ὑπηρεσία εἶναι περιωρισμένη, καὶ δὲν ἐγνώριζον πόθεν ἐπῆλθε τοιαύτη αὔξησις. Ἐν πρώτοις, διὰ νὰ ἐννοήσητε καλλίτερον τὴν σύγκρισιν τῶν ἀριθμῶν, οὓς θὰ ἀκούσητε, πρέπει νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰ ἑξῆς. Ὑποθέτω ὅτι ὅλως τυχαίως ἡ ἐκλογὴ τοῦ συναδέλφου ἔπεσεν ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1883· δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ὁ συνάδελφος ἐσυλλογίσθη ὅτι τὸ 1883, εἶναι ἔτος, καθ’ ὃ εἰς ὅλας τὰς δαπάνας τῶν Ὑπουργείων ἐπῆλθεν ἐλάττωσις κατὰ 10%, εἶναι δὲ ἁπλούστατος ὁ λόγος, διότι ἐνθυμεῖσθε ὅλοι, ὅτι κατὰ Ὀκτώβριον ἢ Νοέμβριον τοῦ 1882, ἐπῆλθεν ἡ μετατροπὴ τοῦ νομίσματος τῶν παλαιῶν δραχμῶν εἰς νέας, καὶ συνεπῶς ὅλοι οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων ἀνήχθησαν εἰς νέας δραχμάς· δηλαδὴ ὁ μισθὸς τοῦ Ὑπουργοῦ μέχρι τοῦ 1882 ἦτο 800 δραχμαὶ, τὸ 1883 ἔγεινεν 720, καὶ οὕτω καθεξῆς. Λοιπὸν κατὰ φυσικὴν συνέπειαν, ἐπειδὴ μεγάλη μερὶς, σχεδὸν τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι μισθοὶ, τὸ ὅλον τοῦ 1883 παρουσιάζει ἐλάττωσιν κατὰ 10% πρὸς τὸ 1882, κατόπιν ὅμως, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἐπείσθη, ὅτι ἡ ἐλάττωσις αὕτη τῶν μισθῶν δὲν ἦτο δικαία, ηὐξήθησαν πάλιν οἱ μισθοὶ ἀπὸ παλαιῶν εἰς νέας δραχμὰς διὰ τοῦ νόμου ᾼΡΛΑʹ τῆς 11 Φεβρουαρίου 1884, καὶ οἱ μισθοὶ ἐπανῆλθον εἰς ἣν ἦσαν πρότερον κατάστασιν. Ὑποθέτω, ἐπαναλέγω, ὅτι ὅλως τυχαίως ἐλήφθη τὸ 1883 ὑπὸ τοῦ συναδέλφου, ἔτος, καθ’ ὃ ἐγένετο ἡ ἐλάττωσις· δὲν πιστεύω ποτὲ ὁ συνάδελφος νὰ εἶχε πλάγιον σκοπὸν, κατὰ τύχην δ’ ἔπεσεν ἡ ἐκλογή του εἰς τὸ 1882 ἢ εἰς τὸ 1884.

§18ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βέβαια κατὰ τύχην.

§19ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὑποθέτω ὅτι ποτὲ ὁ συνάδελφος δὲν εἶχε τοιοῦτον σκοπόν.

§20ΤΙΝΕΣ. Ποτέ! ποτέ!

§21ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν θὰ ἐπάθαινον τίποτε οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ἂν καὶ σήμερον ἐλάμβανον τὸν μισθὸν, ὃν καὶ τὸ ἔτος 1883 ἐλάμβανον.

§22ΣΚΟΥΖΕΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα.

§23ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ προτείνω νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς μισθοδοσίας τοῦ 1883.

§24ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐγὼ θέλω, ἐκεῖνο ὅπερ φρονοῦμεν, νὰ ἔχωμεν τὴν τόλμην νὰ τὸ λέγωμεν καθαρά. Θέλετε νὰ κόψωμεν τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων κατὰ 10%;

§25ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως· προκειμένου νὰ χρεωκοπήσῃ ἡ Ἑλλὰς, καὶ αὐτὴν καὶ πᾶσαν ἄλλην οἰκονομίαν.

§26ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν αὐτὸ, ὅπερ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι κατὰ τύχην ἐξέλεξεν ὁ συνάδελφος, καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὰ πράγματα. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐδῶ δὲν πιστεύω νὰ εἴπῃ, ὅτι σφάλλομαι, διότι μετὰ πολλῆς προσοχῆς ἠκροώμην αὐτοῦ, καὶ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἀνέφερε τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ἐσημείωνα. Εἶπεν ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπάρχει διὰ τὸ 1893 δαπάνη περισσοτέρα ἐκ 535,000 παρὰ εἰς τὸ 1883. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ ἀπολογισμὸς (ἀναγινώσκει):

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
«Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν προϋπολογισθέντα2,195,613
Πιστώσεις ψηφισθεῖσαι δι’ εἰδικῶν νόμων 75,000
Τὸ ὅλον 2,270,613
Πληρωθέντα 2,041,171
Ὑπόλοιπα πληρωτέα κατὰ τὴν λῆξιν τῆς
χρήσεως, ἅτινα εἶναι βέβαια ἔξοδα 20,102
Τὸ ὅλον δρ. 2,061,273

Λοιπὸν τί θέλετε νὰ λάβωμεν; θέλετε τὰ προϋπολογισθέντα ἢ τὰ πληρωθέντα; Ἐγὼ νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ τὰ μὲν καὶ τὰ δέ.

§27ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ σύγκρισις γίνεται πρὸς ὅμοια πάντοτε.

§28ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀλλ’ ὁ κ. Εὐταξίας συνέκρινεν ἀπολογισμὸν πρὸς προϋπολογισμόν.

§29ΣΚΟΥΖΕΣ. Δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ δύναμαι νὰ συγκρίνω καὶ τὰ δύο· βεβαίως συνεπέστερον εἶναι νὰ συγκρίνῃ τις ὅμοια πρὸς ὅμοια, δηλ. προϋπολογισμὸν πρὸς προϋπολογισμόν.

§30ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖτε σεῖς. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ προϋπολογίζωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀπολογισμῶν τῶν τελευταίων τριῶν ἐτῶν.

§31ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἄν, καθὼς εὔχομαι, ζήσωμεν ὅλοι μας, καὶ εὑρεθῶμεν εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1893, τότε θὰ δυνηθῶμεν νὰ συγκρίνωμεν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1893 πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1883· πρὸς τὸ παρὸν ἐγὼ συγκρίνω τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1883 πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893. Ἀκούσατε λοιπὸν τοὺς ἀριθμούς. Εἴπομεν ὅτι τὸ μὲν 1883 προϋπελογίσθησαν 2,195,000,— δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὰς δι’ εἰδικῶν νόμων πιστώσεις, διότι δύναται νὰ μοὶ παρατηρήσῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι καὶ τὸ 1893 δυνατὸν νὰ δοθῶσιν εἰδικαὶ πιστώσεις, καὶ ἑπομένως δὲν τὰς λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν.—Τί προτείνει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893; 1,916,000. Ἡ διαφορὰ ποία εἶναι; 144,000, ὄχι ὅμως ὑπεράνω, ἀλλ’ ἐπὶ ἔλαττον.

§32ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λάβετε τὰ κονδύλια, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἀντιπαρέβαλα. Ἐγὼ ὡρισμένα κονδύλια ἀντιπαρέβαλα, καὶ οὐχὶ ὁλόκληρα τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου.

§33ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὰ εἶπες αὐτά.

§34ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν οἱουδήποτε, αὐτοῦ τοῦ ἰδίου συναδέλφου,—ἔχω πεποίθησιν εἰς τὴν εὐθύτητά του,—ἐὰν δὲν εἶπε τὸν ἀριθμὸν, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχομεν ὑπέρβασιν πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1883 ἐκ δρ. 535,000.

§35ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§36ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἀνέφερα ὡρισμένα κονδύλια.

§37ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριε συνάδελφε, ἀναφέρομαι εἰς τὴν εὐθύτητά σας· δὲν εἴπετε αὐτὸν τὸν ἀριθμόν;

§38ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τώρα, ἀλλὰ ἀνέφερα ὡρισμένα κονδύλια, καὶ ἂν θέλητε ν’ ἀπαντήσητε, ν’ ἀπαντήσητε ἐπὶ τῶν ὡρισμένων ἐκείνων κονδυλίων· ἀνέφερα τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου.

§39ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Καὶ ἐκεῖ ἀνακριβείας εἴπετε.

§40ΣΚΟΥΖΕΣ. Λοιπὸν αἱ 535,000 ὑπερβάσεις τοῦ 1893 πρὸς τὸ 1883 τί φαίνονται; ἐλάττωσις τοῦ 1893 πρὸς τὸ 1883 κατὰ 144,000 εἰς τὰ πληρωθέντα. Ἐὰν θέλητε δὲ, τὰ προϋπολογισθέντα εἶναι 279,000· διότι, ἀφαιρουμένων τῶν 1,916,000 ἀπὸ τῶν 2,195,000, μένουσιν ἀκριβῶς 279,000.

§41ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διότι προσποιεῖσθε, ὅτι ἀγνοεῖτε ὅτι ἔχουσι καταργηθῆ τώρα αἱ Πρεσβεῖαι.

§42ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἰσχυρίσθητε προχθὲς, ὅτι ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1883 περιείχοντο διὰ διπλωματικὴν ὑπηρεσίαν μόνον 200 χιλιάδες δραχμῶν, καὶ ἐπεμείνατε εἰς τοῦτο, χαρακτηρίζοντες ὡς σπατάλην διὰ μισθοὺς ἀργομίσθων τὴν διαφορὰν τὴν ἐπὶ πλέον τὴν σημερινὴν, ἀλλ’ ὁ ἀπολογισμὸς καὶ ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον δὲν ἐγνωρίσατε ν’ ἀναγνώσητε ὡς πρέπει, δεικνύει, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἡ διπλωματικὴ ὑπηρεσία εἶχεν ἀναγεγραμμένον ποσὸν 606,000 δραχμῶν· διότι ὑμεῖς δὲν παρετηρήσατε, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ὁ σημερινὸς συντάσσεται ἄλλως ἢ ὁ προϋπολογισμὸς ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Εἴδετε ἐκεῖ διπλωματικὴν ὑπηρεσίαν, δηλαδὴ τὴν πίστωσιν μόνην τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας καὶ τοῦ παρ’ αὐτῇ Γραφείου, καὶ ἠρκέσθητε εἰς τοῦτο· ἀλλ’ ἐὰν ἀνετρέχετε εἰς τὸ 6ον κεφάλαιον, ἐν ᾧ ἀναγράφονται αἱ ἀποστολαὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἠθέλετε εὕρει τὴν διαφορὰν, ἡ ὁποία, προστιθεμένη εἰς τὰς 246 χιλιάδας, φέρει 606 χιλιάδας δραχμῶν. Σήμερον δὲ δὲν φθάνομεν εἰς τὰς 606,000.

§43ΕΥΤΑΞΙΑΣ.....

§44ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ ἐπιτρέπετε διακοπὰς, κύριε Σκουζέ.

§45ΣΚΟΥΖΕΣ.....

§46ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀφοῦ ἐπετρέψατε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ σᾶς διακόψῃ, θὰ ἐπιτρέψητε καὶ εἰς ἐμὲ ν’ ἀπαντήσω εἰς αὐτόν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς λαμβάνει τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου τῆς σημερινῆς ἐποχῆς, καὶ ἀνευρίσκει, ὅτι τὴν σήμερον ἔχομεν ὀλιγωτέρας δαπάνας ἐν σχέσει πρὸς τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας εἴχομεν τότε. Βεβαίως εἶναι φυσικὸν νὰ ἔχωμεν ὀλιγωτέρας δαπάνας σήμερον, διότι τὴν σήμερον ἔχουσι καταργηθῆ αἱ Πρεσβεῖαι. Εἶναι δυνατὸν παρόμοιόν τι νὰ συμβῇ καὶ εἰς ἄλλα Ὑπουργεῖα καὶ εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας· διότι ἔκτοτε, κύριε Πρόεδρε, ἔχουσιν ἐπέλθει διάφοροι μεταβολαὶ ὀργανικαί. Λόγου χάριν, δύναται νὰ καυχηθῇ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἔχομεν οἰκονομίαν ἕνεκα τῆς καταργήσεως τῶν ἐπαρχείων· ὅλοι τὸ ἠξεύρομεν, ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη οἰκονομία. Ἀλλ’ ἡμεῖς ὑποδεικνύομεν καὶ ἄλλας οἰκονομίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσι· διὰ τοῦτο δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τὰ κονδύλια ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον ἤδη οἰκονομίαι, ἀλλὰ τὰ ἄλλα κονδύλια, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἐπέλθει τοιαῦται.

§47ΣΚΟΥΖΕΣ. Θὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτό. Καὶ ἐὰν, κύριε συνάδελφε, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893 ἀνασυστήσωμεν τὰς Πρεσβείας, ἡ δαπάνη δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰς 200,000 δραχμὰς, θὰ ἦναι πολὺ ὀλιγωτέρα· ἐπειδὴ δὲ ἡ διαφορὰ τοῦ 1893 πρὸς τὸ 1883 εἶναι 144,000 ἐπὶ ἔλαττον, καὶ ἐὰν πάλιν ἀνασυστήσωμεν τὰς Πρεσβείας καὶ συγκριθῇ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ 1893 πρὸς τὸ τοῦ 1883, ποῦ εἶναι αἱ 535,000 δραχμαὶ, τὰς ὁποίας σεῖς εἴπετε; καὶ πιστεύω, ὅτι σᾶς ἤκουσαν ὅλοι. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δεικνύει τὸ 1893 ὑπέρβασιν 769,000 δραχμῶν, συγκρινόμενον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ 1883. Τί λέγει ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1883; (ἀναγινώσκει):

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
«Πιστώσεις ψηφισθεῖσαι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ6,551,453
δι’ εἰδικῶν νόμων 6,366,864

ἐξ ὧν 4,600,000 διὰ σιδηροδρόμους, 1,000,000 δι’ ἀποζημιώσεις γαιῶν, τὸ ὅλον 5,600,000.» Βεβαίως αὐτὰ δὲν εἶναι τακτικὰ ἔξοδα, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν. Ἀφαιρῶ λοιπὸν ἀπὸ τὰ 6,366,000 τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις, καὶ εἶναι 7,318,000 αἱ προϋπολογιζόμεναι πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλὰ, καθὼς γνωρίζετε, τὸ 1883 ὑπήγοντο αἱ φυλακαὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν...

§48ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἀνέφερα αὐτὸ δεκάκις, καὶ ἀφήρεσα τὸ δι’ αὐτὰς ποσὸν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης.

§49ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἔχετε ὑπομονήν... Λοιπὸν ἀφαιρῶ ἀπὸ τὰ 7,318,000 τὰ διὰ τὰς φυλακὰς προϋπολογιζόμενα τοῦ 1883 ἐκ δρ. 811,000, καὶ μένει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ 1883 δρ. 6,507,000. Τώρα τὸ 1893 ζητεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν 8,904,758.

§50ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἢ ὁ ἀπολογισμός;

§51ΣΚΟΥΖΕΣ. Αὐτὸς εἶναι ἀπολογισμὸς, συγκρίνω ὅμως προϋπολογισμὸν πρὸς προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ ἔχω πρόχειρον νὰ σᾶς εἴπω καὶ τὰ πληρωθέντα. Τὰ πληρωθέντα εἶναι ἐπὶ 6,729,245, παρὰ 923 δραχμὰς, 6 ἑκατομμύρια. Λοιπὸν τὸ 1893 ζητοῦνται 8,904,000· ἀλλὰ πρέπει βεβαίως νὰ κάμωμεν μίαν δικαίαν παρατήρησιν. Τὰ διὰ τὸ 1893 ζητούμενα 8,904,000 περιλαμβάνουσι τὰ ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, τὰ ὁποῖα τὸ 1883 ἀπήρτιζον ἰδιαίτερον ταμεῖον, καὶ ἅτινα φθάνουν εἰς 3,700,000 περίπου. Αὐτὰ σήμερον, διὰ τὸ 1893 δηλαδή, ἀναγράφονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ 2,239,860. Ἀνεγράφη ἡ δαπάνη τῶν ἀστυνομιῶν τοῦ Κράτους ἐκ δρ. 1,282,000, «ἀποζημιώσεις ἀξιωματικῶν τῆς ἀστυνομίας 150,000, ἔξοδα ὑπηρεσίας, ἀστυνομιῶν 280,000»· ἤτοι ἐν ὅλῳ δι’ ἀστυνομίας δρ. 1,712,680, αἵτινες δὲν περιελαμβάνοντο τὸ 1883. Λοιπὸν τὰ 2,239,000 τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ τὸ 1,712,000 τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τὰ ὁποῖα ὁμοῦ ἀπαρτίζουν 3,952,000, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰ 8,904,000, τί μένουν καθαρὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν; 4,952,000, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συγκριθοῦν πρὸς τὰ προϋπολογιζόμενα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὸ 1883 ἐκ δρ. 6,551,000. Ἐὰν ὅμως ἀφαιρέσω ἀπὸ τὰ 6,551,000 τὰ διὰ τὰς φυλακὰς ζητούμενα, 811,000, μένουν 5,739,000. Συγκρίνοντες δὲ τὰ 4,952,000 πρὸς τὰ 5,739,000, τί ἔχομεν; Βλέπομεν ὅτι τὸ 1893 ἔχομεν ἐλάττωσιν ἀπὸ τὸ 1883 ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν 787,000, σεῖς δὲ ἀνεφέρετε, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δεικνύει τὸ 1893 769,000 δραχ. ὑπέρβασιν.

§52ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἀναφέρετε σεῖς αὐτό· δὲν τὸ εἶπον ἐγώ· ἐγὼ εἶπον, ὁποῖαι οἰκονομίαι δύνανται νὰ γείνουν εἰς ὡρισμένα κονδύλια.

§53ΣΚΟΥΖΕΣ. Πρὸ ὀλίγου ἀνεφέρθην εἰς τὴν εὐθύτητά σας, καὶ δὲν ἐτολμήσατε νὰ μὲ διαψεύσητε.

§54ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν θέλητε, λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ, καὶ θὰ ἴδητε, τί εἶπον.

§55ΣΚΟΥΖΕΣ. Εὐτυχῶς ἐν τῇ Βουλῇ εἶναι καὶ ἄλλοι ἐκτὸς ὑμῶν καὶ ἐμοῦ.

§56ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μόνον ἐπὶ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ὑπέδειξα οἰκονομίας καὶ ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου.

§57ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐνῷ σεῖς τὰ ἐλέγετε, ἐγὼ τὰ ἔγραφον, καὶ νομίζω, ὅτι καὶ σεῖς ὁ ἴδιος μὲ ἐβλέπετε, ὅτι τὰ ἐσημείωνα.

§58ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κρατοῦντος συστήματος, καὶ κατόπιν ὡμίλησεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰδικοῦ του.

§59ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν διακοπὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐγὼ δὲν παρέβαλον τὰ ἔξοδα ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπέδειξα ὡρισμένα κονδύλια, εἰς τὰ ὁποῖα δύναται νὰ γείνῃ ἐλάττωσις, καὶ ὑπέδειξα ἐν συγκρίσει ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, πόσα ἐδαπανῶντο εἰς τὰ 1883, καὶ πόσα τὴν σήμερον· ἀκολούθως ὑπέδειξα ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν δημοσίων ἔργων, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, πόσα δαπανῶνται νῦν, πόσα τότε, καὶ ὑπέδειξα, ὁποῖαι οἰκονομίαι δύνανται νὰ γείνωσι.

§60ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἰδού, ἔχω τὰς σημειώσεις μου προχείρους, τὰς ὁποίας ἐκράτουν, ὅτε ὡμιλεῖτε (ἀναγινώσκει): «Λοιπὸν (εἴπετε) ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κρατοῦντος συστήματος δύναται νὰ ἐπέλθωσιν ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν 535,000 κτλ. καθ’ ἕκαστον Ὑπουργεῖον· ἐν ὅλῳ οἰκονομίαι δραχ. 3,925,000. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰδικοῦ μας συστήματος δύναται νὰ ἐπέλθῃ καὶ μείζων οἰκονομία.» Δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ τὸ διαφιλονεικήσητε σεῖς ὁ ἴδιος πρὸς τὸν ἑαυτόν σας,—καὶ ἀναφέρομαι εἰς τὴν εὐθύτητά σας.

§61ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἡ εὐθύτης μου λέγει, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαντᾶτε εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον.

§62ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1883,—καὶ ἰδοὺ σᾶς φέρω καὶ ἓν παράδειγμα ἐπὶ τῶν πληρωθέντων,—φέρει πληρωθέντα 3,372,000, ἀλλὰ σημειώσατε, ὅτι εἰς αὐτὰ περιλαμβάνεται ἡ ἐλάττωσις κατὰ 10% διὰ τὴν ἀναγωγὴν τῶν παλαιῶν εἰς νέας δραχμὰς, ἡ ὁποία πρὸς 10% ἀνέρχεται εἰς 360,000 σχεδὸν, ἤτοι ἔχομεν 3,732,000· προστίθενται ἐπίσης αἱ δαπάναι τῶν φυλακῶν τῶν καταδίκων, αἵτινες τὸ 1883 ἀνῆλθον εἰς 708,000, προστίθενται 10% καὶ εἰς αὐτὰς, ἤτοι 70,000 περίπου, ἔχομεν δὲ οὕτω 786,000, αἵτινες προστιθέμεναι εἰς τὰ 3,372,000, μᾶς δίδουν 4,518,000. Πόσος εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893; 4,589,000. Ἄρα τὸ 1893 δεικνύει πράγματι ἐπὶ πλέον ἀπὸ τὸ 1883 δραχ. 71,000. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1883 ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν αἱ σωφρονιστικαὶ φυλακαὶ τοῦ Συγγροῦ, αἱ ὁποῖαι πρῶτον δὲν ὑπῆρχον, ἑπομένως ηὐξήθη ἡ δαπάνη· ηὐξήθη ὡσαύτως καὶ ἔγεινε φυλακὴ, ἐνῷ πρότερον σχεδὸν δὲν ὑπῆρχε, τὸ κατάστημα τῆς Αἰγίνης, καὶ διάφοροι ἄλλαι μικρότεραι ἐπιχορηγήσεις γραφείων, τὰς ὁποίας δὲν ἀναφέρω...

§63ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ κατάστημα τῆς Αἰγίνης ἦτο τότε φυλακή. Ἐρωτήσατε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, μετὰ τοῦ ὁποίου ἐπεθεωρήσαμεν τὴν φυλακήν.

§64ΣΚΟΥΖΕΣ. Τότε ἔγεινεν, εἰς τὸ 1883... Ἐρχόμεθα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο, εἶπεν ὁ συνάδελφος, ὅτι δεικνύει διαφορὰν 288,000 δραχμῶν ἐπὶ πλέον τὸ 1893 πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1883. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1883, δεικνύει πληρωθέντα 1,676,000· ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν πρέπει νὰ ἐκπέσωμεν πρῶτον τὰ ποσοστὰ εἰσπράξεων, τὰ ὁποῖα μετεβιβάσθησαν εἰς τὰ ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας, καὶ εἶναι περίπου 250,000, τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἀνῆλθον τότε εἰς 105,000, τὸ προσωπικὸν τῶν ἐφοριῶν, τὸ ὁποῖον μετεβιβάσθη εἰς τὰ ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας, 302,000, καὶ οὕτως ἀπαρτίζεται τὸ ποσὸν 658,000 δραχμῶν, ἤτοι μένουν καθαρὰ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν 1,017,000. Ἐὰν προσθέσωμεν τὴν αὔξησιν ἐκ τῆς ἀναγωγῆς τῶν παλαιῶν εἰς νέας δραχμὰς, ἤτοι 110,000, ἀνέρχεται τὸ διὰ τὸ 1883 κονδύλιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἰς 1,129,000. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893 τί ζητεῖ; 1,776,000. Ἀλλ’ ἐπίσης πρέπει νὰ ἐκπέσωμεν, καθὼς καὶ εἰς τὸ 1883, ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων 452,000, ἔξοδα Τυπογραφείου, τὸ ὁποῖον νῦν μετεφέρθη εἰς τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως, 119,000, καὶ ἀπαρτίζουν ὁμοῦ 572,000· ἐκπιπτομένων δ’ αὐτῶν ἀπὸ τὸ 1,776,000, μένουν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὸ 1893 δραχ. 1,204,000. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ 1893 ἔχομεν 1,204,000, τὸ δὲ 1883 εἴχομεν 1,129,000, τί ἔχομεν ἐπὶ πλέον διὰ τὸ 1893; 75,000. Καὶ ποῦ εἶναι αἱ 288,000, τὰς ὁποίας ὑμεῖς ἀνεφέρατε; Ἔρχομαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Τὸ 1883, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ἦσαν τὰ ἔξοδα κατὰ 906,000 ἐλάσσονα τῶν τοῦ 1893, ἐνῷ τί βλέπομεν; Προϋπολογισθέντα κατὰ τὸ 1883 δραχ. 3,477,000, τὸ 1893 προϋπολογιζόμενα 6,924,000· ὥστε ἔχομεν διαφορὰν 3,447,000 ἐπὶ πλέον. Ἀλλ’ ἀπὸ τὰ 3,477,000 τοῦ 1883 πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1883 διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν προϋπολογισθέντα ἐκ δρ.808,000· ὥστε μένουν 2,669,000 καθαρὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἀπὸ τὰ προϋπολογιζόμενα ὅμως διὰ τὸ 1893 πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν ἐπίσης τὰ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 3,976,000· ἔχομεν λοιπὸν ἔξοδα 2,947,000. Ἐὰν συγκρίνωμεν τὰ 2,669,000 πρὸς τὰ 2,947,000, τὸ 1893 ἔχει ὑπὲρ τὸ 1883 δρ. 278,000. Ἀλλ’ ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν πάλιν, ὅτι ἐπῆλθεν ἐλάττωσις τὸ 1883 κατὰ 10%, ἡ ὁποία ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1884 ἐπανῆλθεν εἰς τὸ πρώην καθεστὼς, ἔχομεν 293,000 ἐξ αὐτοῦ· ὥστε συμποσοῦνται εἰς 2,962,000 τὸ 1883, ἀπέναντι 2,947,000 τὸ 1893· ἄρα ἔχομεν ἐλάττωσιν δραχ. 15,000. Ποῦ εἶναι λοιπὸν αἱ 906,000, ἡ ὑπέρβασις, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτής; Ὡς τελευταῖον πάντων ἔχομεν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐδῶ οἱ λογαριασμοὶ εἶναι εὐκολώτεροι, διότι οὔτε ἀφῃρέθησαν κονδύλια ἀπὸ ἑτέρου Ὑπουργείου, οὔτε ἄλλη τοιαύτη μεταβολὴ ἐπῆλθεν· ὥστε οἱ ἀριθμοὶ εἶναι ἁπλούστεροι. Μᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ζητοῦνται διὰ τὸ 1893 δρ. 817,000 ἐπὶ πλέον τῶν ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1883 ἀναγεγραμμένων.

§65ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ὅλως διόλου ἰδικόν σας. Προκειμένου περὶ τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων, οὐδεμίαν σύγκρισιν ἔκαμα· ὑπέδειξα μόνον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νῦν καθεστῶτος, ὁποῖαι οἰκονομίαι δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν. Εἶναι μωρία νὰ κάμῃ τις σύγκρισιν εἰς τὰ δύο αὐτὰ Ὑπουργεῖα.

§66ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν ἤμην μόνος ἐν τῇ Βουλῇ, διὰ νὰ τὰ ἀντιληφθῶ οὕτω. Καὶ ἂν ὑποθέσητε, ὅτι εἶμαι κωφὸς ἢ καὶ δύσνους, ἦσαν καὶ ἄλλοι πολλοὶ παρόντες, καὶ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι εἶναι ὅλοι ἐπίσης κωφοὶ, ὡς σεῖς δύνασθε ἴσως νὰ μὲ θεωρῆτε.

§67ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶπον αὐτό· εἶπον ὅτι εἶναι μωρία νὰ φανταζηταί τις, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ σύγκρισις τοιαύτη.

§68ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἴπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δεικνύει 817,000 ἐπὶ πλέον διὰ τὸ 1893. Ἀλλὰ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1883 ἔχομεν προϋπολογισθέντα διὰ τὸ 1883 δρ. 16,560,175, κατὰ δὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893 ἔχομεν προϋπολογισθέντα δραχ. 14,364,230, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον 2,195,945. Μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι τόσον ἁπλοῦν τὸ πρᾶγμα, ὥστε ἀπορῶ, πῶς ἄνθρωπος ὁμολογουμένως ἐργατικὸς καὶ εὐφυὴς περιέπεσεν εἰς τοιοῦτον λάθος, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ χονδρὸν, κ. συνάδελφε. Ἀλλ’ ἴσως μοὶ εἴπητε: «διατὶ λαμβάνετε τὰ προϋπολογισθέντα τοῦ 1883;» Θέλετε νὰ λάβω τὰ πληρωθέντα; Ἰδού. Ἐπὶ 16,560,000 προϋπολογισθέντων κατὰ τὸ ἔτος 1883, τί ἔχομεν πληρωθέντα; 15,341,000· μένουν δὲ πληρωτέα 27,000, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὰ βεβαίως ἀνήκουν εἰς τὰ πληρωθέντα, καὶ οὕτως ἀνέρχονται τὰ πληρωθέντα τὸ 1883 εἰς 15,368,000. Τί ζητεῖ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893; 14,364,000. Τί ἔχομεν ἐπὶ ἔλαττον; 1 περίπου ἑκατομμύριον· σεῖς ποῦ εὕρετε τὰς 817,000 ἐπὶ πλέον;... Νὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι, τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον σαφὲς, ὥστε ἐγὼ δὲν θέλω ν’ ἀναθέσω εἰς τὸν κ. συνάδελφον νὰ τὸ χαρακτηρίσῃ αὐτὸς, διότι φοβοῦμαι, ὅτι χρώμενος ὄχι δύο μέτρα καὶ δύο σταθμὰ, ἀλλὰ τὸ αὐτὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον αὐτὸς μετεχειρίσθη, διὰ νὰ χαρακτηρίσῃ τοὺς λογαριασμοὺς καὶ τὰς καταστάσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἤθελεν ἴσως περὶ τοῦ ἑαυτοῦ του ἐπιφέρει κρίσιν, δι’ ἣν ἐγὼ πρῶτος ἤθελον λυπηθῆ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἁπλούστατα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ νὰ ἐπικρίνῃ, καὶ δικαίως ἴσως, παρενόησε τοὺς ἀριθμοὺς καὶ μᾶς παρέστησε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουσιν. Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει πρόβλεψιν ἀρκετὴν διὰ τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν θέλει ἀναγκασθῆ ν’ ἀγοράσῃ ὅλον τὸν χρυσὸν, τὸν χρησιμεύοντα διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων, διότι, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἔπρεπε νὰ ὑπολογίσῃ τοὐλάχιστον 18 ἑκατομμύρια. Ἐν πρώτοις, ἡ Κυβέρνησις ἀκολουθεῖ ἓν ἄλλο σύστημα· νομίζει, ὅτι συμφέρει νὰ μὴ ἐπιβαρύνῃ τὸν τόπον διὰ τῆς διαφορᾶς τῆς προμηθείας συναλλάγματος, ἀλλὰ νὰ προμηθευθῇ δάνειον ἐξωτερικὸν, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ πληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της. Οὕτω πως δὲ πράττουσα, ἐπιδιώκει δύο σκοπούς: νὰ μὴ συντείνῃ αὕτη διὰ τῆς μεγάλης ἀγορᾶς χρυσοῦ εἰς τὴν ὕψωσιν αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος, ὅσον περισσότερον ἐπιζητεῖται, τόσον περισσότερον ὑπερτιμᾶται, καὶ δεύτερον νὰ συντείνῃ εἰς τὴν μείωσιν τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ, ἥτις ὁμολογουμένως εἶναι πρόσθετος φορολογία, βαρύνουσα ἐπὶ ὅλου τοῦ πληθυσμοῦ. Διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τούτου ἡ Κυβέρνησις, ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ, καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς μέτρα, τὰ ὁποῖα ἤδη ἐγένοντο νόμοι, ὅπως πρῶτον πληρώνωνται εἰς χρυσὸν εἴδη τινὰ φόρων, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῶν ἀντικειμένων, ἐφ’ ὧν ἐπιβάλλονται, διότι καθ’ ὁλοκληρίαν ταῦτα ἐξάγονται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ πληρόνονται εἰς χρυσὸν, δὲν θὰ ἦναι τόσον ἐπαχθεῖς εἰς τοὺς ἐξάγοντας τὰ ἀντικείμενα ταῦτα. Διὰ τῶν μέτρων αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις προβλέπει, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ περίπου 7,500,000 εἰς χρυσὸν, ὥστε δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ τοὺς δυναμένους νὰ χορηγήσωσιν εἰς αὐτὴν δάνειον. Σᾶς παρέστησαν, ὅτι δάνειον δὲν εὗρεν ἀκόμη ἡ Κυβέρνησις, καὶ δὲν δύναται νὰ εὕρῃ· ἀλλὰ τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγουν, εἶναι μία ὑπόθεσις, ὅπως εἶναι ὑπόθεσις, στηριζομένη ἴσως εἰς διδόμενα θετικώτερα, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγουσιν ἄλλοι, ὅτι δύναται νὰ εὕρῃ δάνειον. Ἀλλ’ ἂς μὴ λάβω ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, πιστεύουσα ὅτι ἠμπορεῖ νὰ εὕρῃ δάνειον, βασίζεται οὐ μόνον εἰς πληροφορίας, ἀλλὰ καὶ εἰς διαπραγματεύσεις, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἔχω ἀφορμὴν νὰ ὑποθέσω, ὅτι δὲν θ’ ἀπολήξουν εἰς ἀποτέλεσμα, ὅταν γνωρίζωμεν ὅτι 7½ ἑκατομμυρίων εἰσόδημα εἰς χρυσὸν εἶναι βεβαιωμένον, ὅπως ἀνταποκριθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ζητεῖ. Διὰ ποῖον λόγον θέλετε νὰ πιστεύσωμεν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι δὲν θὰ εὕρῃ δάνειον, καὶ ὄχι ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι θὰ εὕρῃ; Ἀλλ’ ἂς παραδεχθῶμεν μίαν στιγμὴν, ὅτι αἱ προῤῥήσεις τῶν ἀπαισιοδόξων εὑρίσκονται ἀληθεῖς· θὰ εὑρεθῇ τότε ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀγοράσῃ τὸ χρυσὸν εἰς τὸν τόπον. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893, τὸ διὰ τὸ δημόσιον χρέος ἀπαιτούμενον ποσὸν εἰς χρυσὸν ἀνέρχεται διὰ τόκους μὲν εἰς 26,000,000 καὶ κἄτι, διὰ χρεωλύσια δὲ εἰς 4,800,000 περίπου, ὥστε φθάνει παρὰ μερικὰς χιλιάδας εἰς 31,000,000. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὰ 7½ ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσπραχθοῦν, ἀπὸ τὰ 31,000,000, θὰ μένῃ ποσὸν 23,400,000 εἰς χρυσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ πρέπῃ νὰ ἐξεύρῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἕως τότε δὲν θὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, δὲν θὰ ἐπέλθῃ ὑποτίμησις εἰς τὴν σημερινὴν τιμὴν τοῦ χρυσοῦ, καὶ ὅτι θ’ ἀναγκασθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ ἀγοράσῃ πρὸς 1,50, θὰ χρειασθῇ ἡ Κυβέρνησις 11,700,000 ἐπὶ πλέον διὰ τὴν ὑπερτίμησιν αὐτήν...

§69ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἄλλας ὑποχρεώσεις εἰς χρυσὸν δὲν ἔχει;

§70ΣΚΟΥΖΕΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα, δὲν εἶναι εἰς χρυσόν... Ἀλλὰ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὑπάρχει πρόβλεψις δι’ ὑπηρεσίαν δημοσίου χρέους, ὑπερτίμησιν συναλλάγματος, ἢ τόκους συνομολογηθησομένου δανείου 8,690,000· ὥστε τὰ 11,700,000, καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν εὕρῃ ἡ Κυβέρνησις δάνειον εἰς χρυσὸν, καλύπτονται κατὰ 8,690,000 διὰ τοῦ προβλεπομένου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσοῦ, καὶ μένουν μόνον 3,000,000. Ἀλλὰ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἐὰν φθάσωμεν εἰς τοιαύτην δυσάρεστον θέσιν, τὴν ὁποίαν πάντες βεβαίως πρέπει νὰ ἀπευχηθῶμεν, νομίζετε ὅτι ἓν ἔξοδον ἀπρόβλεπτον 3 ἑκατομμυρίων εἶναι ποσὸν, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ ἡ Κυβέρνησις ἄλλως πως νὰ ἐξεύρῃ, καὶ ἠμποροῦμεν νὰ λέγωμεν λογικῶς, ὅτι διὰ 3,000,000 εἶναι ἀπελπιστικὴ ἡ κατάστασις ἡμῶν;

§71ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ τούτου, ἐπρόκειτο περὶ δαπάνης μὴ ἀναγραφείσης.

§72ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἡ Κυβέρνησις, κύριε συνάδελφε, ἔχει ἄλλο σύστημα. Ὅτι δὲ τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι καὶ τόσον κακὸν, τόσον ἀποῤῥιπτέον, θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν ὑμῶν τῶν ἰδίων. Ὁ ἐκ Λοκρίδος ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀναπτύσσων τὸ ἰδικόν σας σύστημα, δὲν εἶπεν ὅτι διὰ τὰς συντάξεις καὶ διὰ τὰ χρεωλύσια προτείνει νὰ ἀπαλλαγῇ ὁ ἐτήσιος προϋπολογισμὸς διὰ κεφαλαιοποιήσεως, ἤτοι διὰ δανείων; Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι καὶ σεῖς παραδέχεσθε καὶ βασίζετε τὸ σύστημά σας ἐπὶ δανείων.

§73ΡΑΛΛΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε δύο λέξεις;... Τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως ἐὰν ἦναι κακὸν ἢ καλὸν, τὸ εἴδομεν· ἀλλ’ ἐκεῖνο, περὶ οὗ πρόκειται ἤδη, εἶναι τὸ ἑξῆς: ἐὰν ἀπαιτῆται πρὸς τὴν ἐκ δραχμῶν 8,690,000 πίστωσιν, τὴν ἀναγραφεῖσαν διὰ τὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν, καὶ ἕτερον ποσόν. Εἴπετε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐλπίζει, ὅτι θὰ πραγματοποιήσῃ δάνειον. Ἀλλ’ ἐὰν εἶχε πεποίθησιν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου, ἦτο περιττὸν νὰ ἐπιγράψῃ τὴν σχετικὴν πίστωσιν, τὴν δι’ ὑπηρεσίαν συνομολογηθησομένου δανείου, «διὰ συναλλαγματικὴν διαφοράν». Αὐτὸ καὶ μόνον φέρει εἰς τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ὑπολογίζει, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ πραγματοποιηθῶσιν. Ἐὰν δὲ τὰ περὶ δανείου δὲν πραγματοποιηθῶσι, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ἡ πίστωσις τῶν 8,690,600 ἦναι ἐπαρκὴς διὰ συναλλαγματικὴν διαφοράν. Καθ’ ὅσον δὲ ἡ πίστωσις αὕτη ἀποδεικνύεται μὴ ἐπαρκὴς, ἕπεται ὅτι κατὰ τοσοῦτον παρίσταται ἠλαττωμένον ἔξοδον, ὅπερ ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ ἀκέραιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.

§74ΣΚΟΥΖΕΣ. Σᾶς ἐνόησα. Ἀλλ’ ἠκούσατε τί εἶπον. Εἶπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀκολουθεῖ ἓν ἄλλο σύστημα, ἡ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι δύναται νὰ εὕρῃ δάνειον, καὶ δὲν ὑπολογίζει νομισματικὴν διαφοράν· καὶ μέχρι τοῦδε, ἂν καὶ πολλάκις εὑρέθη εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, καὶ ἔλεγον ὅτι δὲν θὰ ἐπιτύχῃ, τὰ πράγματα ἦλθον καὶ ἐπεβεβαίωσαν τὰς προσδοκίας της. Ἐγὼ σᾶς ὡμίλησα διὰ τὴν περίπτωσιν, ἡ ὁποία εὔχομαι νὰ μὴ ἐπέλθῃ· ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἔλθουν τὰ πράγματα ὅλως ἀνάποδα, νομίζετε ὅτι τὰ τρία αὐτὰ ἑκατομμύρια εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐξευρεθοῦν, εἴτε διὰ μειώσεως δαπανῶν, εἴτε κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ ὅτι θὰ ἔλθῃ ἀπελπισία; Ἐγὼ θὰ ηὐχόμην νὰ ἤμεθα εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ὥστε μόνον περὶ τριῶν ἑκατομμυρίων νὰ πρόκηται.

§75ΡΑΛΛΗΣ. Μήτε περὶ εὐχῶν, μήτε περὶ εὐλογιῶν πρόκειται· πρόκειται περὶ πιστώσεων.

§76ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἶπον ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893 δὲν δεικνύει τὰ τρωτὰ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐπικρίνουν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893, κατ’ ἐμὲ, ὅπως δήποτε δεικνύει μίαν πρόοδον, διότι εἰς αὐτὸν συνεκεφαλαιώθησαν ὅλαι αἱ δαπάναι, καὶ δύναται νὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ κοινὸν, ποῖα εἶναι τὰ ἔξοδά μας, καὶ νὰ κρίνῃ ποῖα μέτρα πρέπει νὰ ληφθῶσιν, ἢ ἐὰν τὰ προτεινόμενα ἀρκῶσιν, ὅπως ἐπέλθῃ βελτίωσις τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως. Ὁ προϋπολογισμὸς ἔκλεισε μίαν θύραν μεγάλων ἀτόπων, μεγάλων ὑπερβάσεων. Ἐννοῶ τὰ δύο ταμεῖα, τὸ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τὸ τῆς ὁδοποιΐας, ἐκ τῶν ὁποίων κατ’ ἔτος εἴχομεν ὑπερβάσεις, καὶ ἐπὶ τέλους τὰ ἐλλείμματα αὐτῶν ἐπεβάρυνον τὸν προϋπολογισμόν. Μὴ νομίσετε δὲ, ὅτι αἱ μεταβολαὶ αὗται εἶναι ἐπουσιώδεις. Καὶ εἰς Κράτος ἄλλο, πολὺ σημαντικώτερον ἡμῶν, εἰς Κράτος τοῦ ὁποίου ὄχι μόνον τὰ οἰκονομικὰ εἶναι εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν, ἀλλὰ τοῦ ὁποίου ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει ἐλαστικότητα, ὅσην εἰς οὐδὲν ἄλλο Κράτος ἐν τῷ κόσμῳ, ἐν αὐτῇ τῇ Γαλλίᾳ, εἶχον περιπέσει καὶ ἐκεῖ εἰς τὸ ἄτοπον αὐτὸ τῶν ἰδιαιτέρων ταμείων, καὶ κατὰ περίεργον σύμπτωσιν, εἶχον καὶ ἐκεῖ ἰδιαίτερον ταμεῖον, «ταμεῖον τῶν σχολείων» λεγόμενον. Καὶ ἐκεῖ ἐφέτος χαρακτηρίζεται ἡ συγχώνευσις τοῦ ταμείου τῶν σχολείων εἰς τὸν γενικὸν προϋπολογισμὸν ὡς εὐχῆς ἔργον, διότι ὑπολανθάνει, λέγει καὶ ἐκεῖ ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, πηγὴ νέων δανείων καὶ δαπανῶν, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξελέγξωμεν. Τελευτῶν, Κύριοι, ἵνα μὴ ἐπὶ πλέον σᾶς ἀπασχολήσω, ὀφείλω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Δὲν ἔχω οὔτε τὴν ἐκ τῆς πολυχρονίου πείρας αὐθεντείαν, οὔτε λευκὰς τρίχας, ὥστε νὰ δώσω ὑμῖν συμβουλὰς, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἐκφέρω τὴν παρατήρησιν, ὅτι εἶναι ἴσως χρήσιμον νὰ ἐπικρίνωμεν σύστημά τι καὶ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ παρ’ οἱασδήποτε Κυβερνήσεως, ἀλλὰ νὰ ἐπικρίνωμεν αὐτὸ μὲ τρόπον παριστῶντα ἀπελπιστικὴν τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, δὲν εὑρίσκω ὅτι εἶναι πρακτικόν. Τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους δὲν εἶναι οἰκονομικὰ οὔτε σήμερον τοῦ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ καὶ Πρωθυπουργοῦ, οὔτε αὔριον τοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἢ δὲν ἠξεύρω τίνος ἄλλου. Τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εἶναι οἰκονομικὰ τῆς πατρίδος ἡμῶν, καὶ πάντες περὶ αὐτῶν ἐνδιαφερόμεθα· δὲν πρέπει δὲ ἐν τῇ κομματικῇ διαπάλῃ νὰ συγχέωμεν καὶ νὰ δυσφημῶμεν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, διότι γνωρίζετε ὅτι, ἐὰν ἦναι εὔκολον νὰ δυσφημῇ τις καὶ νὰ καταστήσῃ ὕποπτα τὰ οἰκονομικὰ Κράτους τινὸς, εἶναι πολὺ πλέον δύσκολον, καὶ ἀληθὲς ἀκόμη ὅταν ἦναι, νὰ παραστήσῃ τὴν καλὴν αὐτῶν κατάστασιν. (Εὖγε! ἐκ δεξιῶν).

§77ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἀμφότεροι οἱ πρὸ τοῦ ἤδη κατελθόντος τοῦ βήματος ἀγορεύσαντες κατέγειναν εἰς τὸ νὰ δείξωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δεινὸν τῶν οἰκονομικῶν περιστάσεων, εἰς ἃς περιέστη ἡ χώρα, καὶ νὰ ἐπιῤῥίψωσιν ἅπασαν τὴν μομφὴν τοῦ δεινοῦ τούτου εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως. Ἀνέδραμον διὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας εἰς τὴν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἄνοδον τοῦ ἡγέτου τῆς πλειονοψηφίας εἰς τὰ πράγματα, καὶ μάλιστα ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ὁ διευθύνων καὶ νῦν τὰ τοῦ Κράτους ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας καὶ νέον ἐφήρμοσεν οἰκονομικὸν σύστημα, συνᾷδον τελέως πρὸς τὰς ὑπὸ τῶν περιστάσεων ἐπιβαλλομένας ἀνάγκας καὶ ἐπιδιῶκον τὴν ὅσον ἔνεστιν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ὁμολογουμένως ὁ ἀναλαβὼν τὴν διεύθυνσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας πρὸ δέκα ἐτῶν εὗρε τὸ Κράτος ἐξερχόμενον ἐκ τῶν δεινῶν τῆς διετοῦς ἐπιστρατείας τοῦ 1880, εὗρε τὸ Κράτος βεβαρημένον μὲ χρέη πλείονα τῶν 400,000,000 δραχμῶν, εὗρε τὸ Κράτος μὲ ἐτήσιον προϋπολογισμὸν λίαν περιωρισμένον, καὶ ἐλλείμματα μεγάλα ἐγκαταλελειμμένα, εὗρε τὰς προσόδους τοῦ Κράτους λίαν περιωρισμένας ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς συγκοινωνίας, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀναπτύξεως τῶν πλουτολογικῶν ἐν γένει πηγῶν αὐτοῦ, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου. Διτταὶ ἦσαν αἱ οἰκονομικαὶ δυσχέρειαι, καθ’ ὧν εἶχε νὰ παλαίσῃ ἡ τότε Κυβέρνησις· ἀφ’ ἑνὸς ἡ ἀπόκτησις δημοσίου ἰσοζυγίου, ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἀπόκτησις κοινωνικοῦ ἰσοζυγίου. Τὰς δυσχερείας δὲ ταύτας καθίστα μείζονας ἡ ἀπὸ τοῦ 1877 μέχρι τοῦ 1884 ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τούτου προέκυψαν καὶ ἔκτακτα ὅλως γεγονότα. Καὶ ὅπως, κύριοι Βουλευταί, δυνηθῶμεν νὰ ἀντιληφθῶμεν ἐπακριβῶς τῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα ἐπήνεγκε τὸ οἰκονομικὸν τοῦτο σύστημα, ὀφείλομεν νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰ ἀποτελέσματα τούτου ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα ἐπήνεγκον τὰ ἔκτακτα ταῦτα γεγονότα. Ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ οἰκονομικοῦ τούτου συστήματος ἔπασχεν ἐκ πλήρους ἐλλείψεως συγκοινωνίας, ἐξ ἐντελοῦς σχεδὸν ἐλλείψεως κεφαλαίων, ἀναγκαίων διὰ τὴν ἀνάπτυξιν καὶ ἐνίσχυσιν τῶν παραγωγικῶν της δυνάμεων. Ἐπὶ τῶν ἐλλείψεων τούτων ἐρείδεται τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, τουτέστι, πῶς νὰ ἐξεύρῃ πόρους, ὅπως καὶ τὴν συγκοινωνίαν ἀναπτύξῃ καὶ τὰς παραγωγικὰς αὐτῆς δυνάμεις ἐνισχύσῃ. Διὰ τῶν ὑπαρχόντων τότε φόρων βεβαίως ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀναλάβῃ τοιαύτην δαπανηρὰν ἐπιχείρησιν, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν διὰ προσθέτου φορολογίας νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην, καθόσον ἐν ἐπιγνώσει ἤθελε προσδράμει εἰς τὴν ταχεῖαν ἐξάντλησιν τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Ὅθεν ἔδει, ὡς εἰς πάντα τὰ ἀρτιγενῆ ἔθνη συμβαίνει, νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῆς πίστεως αὐτῆς, καθόσον διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς πίστεως τὰ κεφάλαια εὑρίσκονται ἐκεῖ, ὅπου ἐκτοκίζονται μὲ μικρὸν τόκον, μένοντα ἀδρανῆ καὶ μὴ χρησιμεύοντα πρὸς παραγωγὴν, νὰ ἐπιβαρύνῃ δὲ τὴν παραγωγὴν μόνον διὰ τοῦ πρὸς ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τούτων ἀναγκαίου ποσοῦ. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἤρξατο ἡ Κυβέρνησις ἐργαζομένη πυρετωδῶς διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας, ἤρξατο τῆς κατασκευῆς ὁδῶν καὶ σιδηροδρόμων, ἐπιτυγχάνουσα διὰ τῶν ἔργων τούτων τὴν ῥοὴν ἐν τῷ τόπῳ χρήματος καὶ ἔντασιν τῆς ἐργασίας. Ἡ εὔκολος καὶ εὐχερὴς συγκοινωνία εἶναι ἡ βάσις καὶ τὸ θεμέλιον, ἐφ’ ὧν δέον νὰ ἐρείδηται πρωτίστως πᾶσα ἐνίσχυσις τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων παντὸς ἔθνους. Ἀλλὰ τὴν ἐνίσχυσιν ταύτην δὲν ἐπεδίωκεν ἡ Κυβέρνησις διὰ μόνων τῶν διὰ τὰς δαπάνας ταύτας ἀπαιτουμένων κεφαλαίων, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ οἰκονομικοῦ της συστήματος ἔκρινε λυσιτελὲς νὰ μὴ ἀφαιρῇ ἐκ τῆς χώρας τὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων ἀπαιτούμενον κεφάλαιον, ἐλπίζουσα οὕτως, ὅτι ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ ὅλου σχεδίου της ἤθελε κατορθώσει νὰ δύναται ἡ χώρα διὰ τῆς ἐκμεταλλεύσεως ὅλων τῶν παραγωγικῶν της πηγῶν ν’ ἀνταποκρίνηται εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας ἄνευ δανείων, καὶ τὴν καθόλου βιομηχανίαν νὰ ἱδρύσῃ ἐπὶ τοῦ σταθεροῦ καὶ ἀσφαλοῦς ἐπιπέδου τοῦ ἐλευθέρου συναγωνισμοῦ. Ὅπως δὲ κρίνωμεν τὰ ἐκ τοῦ οἰκονομικοῦ τούτου συστήματος ἐπιτευχθέντα ἀποτελέσματα, ὀφείλομεν νὰ συγκρίνωμεν τὴν κατάστασιν τῆς χώρας κατὰ τὸ 1880 πρὸς τὴν κατὰ τὸ 1890. Ἐὰν εἴχομεν στατιστικὴν, βεβαίως, Κύριοι, θὰ ἦτο εὔκολος ἡ τοιαύτη σύγκρισις, οὐχ ἧττον καὶ ἄνευ αὐτῆς, ἐὰν συγκρίνωμεν τὰ ἐπίπεδα, εἰς ἃ εὑρίσκοντο ἡ βιομηχανία, ἡ συγκοινωνία, τὰ κεφάλαια, τὸ ἐμπόριον, ἡ γεωργία κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ 1880, πρὸς τὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ 1890, θέλομεν κατίδει, ὅτι δὲν ἐπῆλθε στασιμότης, δὲν ἐπῆλθεν ἐπιβράδυνσις εἰς τὴν καθόλου ἀνάπτυξιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου. Ἅπαντες, Κύριοι, γνωρίζετε εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκετο ἡ βιομηχανία κατὰ τὸ 1880, ἅπαντες γνωρίζετε ὡσαύτως, ὅτι σήμερον, μολονότι ἐν Ἑλλάδι ἐλλείπουσιν οἱ δύο πρώτιστοι ὅροι διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς μεγάλης λεγομένης βιομηχανίας, ἐν τούτοις ἡ Ἑλλὰς εἶναι κάτοχος βιομηχανικῶν καταστημάτων ἀξίας 40,000,000 δραχμῶν καὶ ἀντιπροσωπευόντων 10,000 ἵππων κινητήριον δύναμιν. Ὑμεῖς, Κύριοι, γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ὁποία εἶναι ἡ ποσότης τῶν κεφαλαίων ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις μεγάλαις πόλεσι τοῦ Κράτους· οἱ κάτοχοι περιουσίας πλείονος τοῦ ἑκατομμυρίου ἦσαν τότε εὐάριθμοι ἐν αὐτῇ τε τῇ πρωτευούσῃ καὶ ἐν ταῖς μεγαλοπόλεσι, σήμερον δὲ, Κύριοι, δύνασθε νὰ εὕρητε τοιούτους καὶ ἐν αὐταῖς ἔτι ταῖς κωμοπόλεσι.

§78ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν κάμνετε καλὴν ἐκτίμησιν.

§79ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναφέρομαι εἰς τὴν ἐπαρχίαν σας, κύριε συνάδελφε. Ἀλλὰ καὶ ἄνευ αὐτῆς, τοὐλάχιστον εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου τοιοῦτον γεγονὸς παρετήρησα. Ὡσαύτως, ἐὰν ἀναμνησθῆτε, Κύριοι, τὴν ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας κατὰ τὸ 1880, ὅτε μόλις ἡ Ἑλλὰς ἠρίθμει ἑκατοστύων μόνον τινῶν χιλιομέτρων ἁμαξιτὰς ὁδοὺς, καὶ συγκρίνητε ταύτην πρὸς τὴν ἔκτοτε μέχρι σήμερον ἐπιτευχθεῖσαν συγκοινωνίαν, ὅτε εἴμεθα κάτοχοι πλειόνων τῶν 23,000 χιλιομέτρων ἁμαξιτῶν ὁδῶν, ὅτε εἴμεθα κάτοχοι πλειόνων τῶν 830 χιλιομέτρων σιδηροδρόμων, θέλετε βεβαίως ἀνομολογήσει, ὅτι τὰ τῆς συγκοινωνίας σπουδαίως ἐβελτιώθησαν παρ’ ἡμῖν. Ἡ βελτίωσις αὕτη τῆς συγκοινωνίας συνετέλεσεν, ὅπως τὰ οἰκονομικὰ δεινὰ, ἅτινα ἐπήνεγκον ἔκτακτοι λόγοι εἰς τὴν χώραν, μειωθῶσι. Τὴν αὐτὴν βεβαίως ἐνίσχυσιν ἔλαβε καὶ ἡ γεωργία παρ’ ἡμῖν. Τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως τῆς γεωργίας ἀποδεικνύουσι τὰ μέτρα, ἅτινα ἔλαβε, πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ εἰς τὰ διάφορα μέρη τῆς καταναλώσεως, τὰ μέτρα, ἅτινα ἔλαβε διὰ τὴν μελέτην διαφόρων ὑδραυλικῶν ἔργων καὶ τὴν ἵδρυσιν γεωργικῶν σχολῶν. Ἐκτὸς δὲ τούτων, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις καταγίνεται εἰς τὴν λῆψιν καὶ ἑτέρων σπουδαιοτέρων μέτρων, συντελεσόντων εἰς τὴν μείζονα ἀνάπτυξιν καὶ ἐνίσχυσιν τῆς γεωργίας. Καὶ τὸ ἐμπόριον δὲ, Κύριοι, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ συμπαρομαρτῇ εἰς τὴν αὔξουσαν ταύτην παραγωγὴν καὶ κατανάλωσιν. Καὶ βεβαίως, ἐάν τις παρατηρήσῃ τὸ ἀνταλλακτικὸν μόνον ἐμπόριον τὸ κατὰ τὸ 1880, καὶ συγκρίνῃ αὐτὸ πρὸς τὸ κατὰ τὸ 1890, θέλει πεισθῆ περὶ τῆς μείζονος ἀναπτύξεως καὶ δράσεως αὐτοῦ. Οὐδεὶς βεβαίως, Κύριοι, δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι τὴν παραγωγὴν καὶ ἀνάπτυξιν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου δὲν ἐπεβράδυναν σπουδαίως αἱ δύο ἐπιστρατεῖαι τοῦ 1880 καὶ 1886, καὶ κατὰ συνέπειαν, ἂν μὴ ἐπήρχετο ἐπικαίρως χάρις εἰς τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἐνίσχυσις τῶν παραγωγικῶν τῆς χώρας δυνάμεων διὰ τῶν εἰσαχθέντων κεφαλαίων καὶ διὰ τῶν μὴ ἐξαχθέντων, βεβαίως ἡ ἀνάπτυξις αὕτη τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου δὲν ἤθελεν ἐπέλθει διὰ μόνης τῆς ἰδιωτικῆς φιλοπονίας. Τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαχθέντα κεφάλαια ἐνέτειναν τὴν ἐργασίαν καὶ κατέστησαν αὐτὴν ἰσχυροτέραν, ζωηροτέραν καὶ δραστηριωτέραν. Καὶ ἦτο δυνατόν, Κύριοι, ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου, ὅτε εἴχομεν ἀνάγκην νὰ ποιησώμεθα ἔκκλησιν πρὸς ὅλας τὰς συντελεστικὰς εἰς ταύτην πηγὰς, νὰ ἀποκρούσωμεν τὴν συντελεστικωτάτην τῶν πηγῶν, τὰ κεφάλαια; ἦτο δυνατὸν νὰ στερηθῶμεν τῶν πλεονεκτημάτων, ἅτινα πανταχοῦ ἡ πίστις τοῦ Κράτους παρέχει, ἐκ τοῦ φόβου ὅτι ἡ ἐξάντλησις ταύτης ἤθελεν ἐπέλθει, ὡς ἐνίοτε τοῦτο συμβαίνει; Ἡ ἐξάντλησις τῆς πίστεως παντὸς Κράτους εἶναι ἓν οἰκονομικὸν φαινόμενον, ταχέως παρερχόμενον, καὶ ὅπως τὰ ἐκ τῆς ἐξαντλήσεως τῆς πίστεως τοῦ Κράτους καλὰ ὦσι κατώτερα τῶν ἐξ αὐτῆς ἐπερχομένων δεινῶν, πρέπει, ἅμα τῇ ἐκλείψει τῆς πίστεως, νὰ συναπόλλυνται καὶ τὰ ἐκ ταύτης ἀγαθὰ, τοῦθ’ ὅπερ ἀδύνατον. Κατὰ συνέπειαν φρονῶ, ὅτι οἱ ἀποκρούοντες τὴν χρησιμοποίησιν τῆς πίστεως χάριν τῶν ἐπιδιωκομένων γενικῆς χρησιμότητος ἔργων σφάλλονται. Καὶ ἡ γνώμη αὕτη, Κύριοι, δὲν εἶναι γνώμη ἐμοῦ, εἶναι γνώμη ἁπάντων τῶν σπουδαιοτέρων τῆς Ἑσπερίας οἰκονομολόγων. Ἀντὶ ἡ ἐξάντλησις τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς πίστεως ἑνὸς Κράτους νὰ ἦναι τὸ ἐπιχείρημα κατὰ τῆς χρήσεως τῆς πίστεως, τοὐναντίον παρέχει ὁλόκληρον τὸ θετικὸν μέτρον, δι’ οὗ προσμετρεῖται ἡ ἔκτασις τῶν εὐεργετημάτων, τὰ ὁποῖα αὕτη παρέχει εἰς τὴν κοινωνίαν, ὁπόταν ὑπάρχῃ. Μόνη ἡ κατάχρησις τῆς πίστεως δύναται νὰ ἐπενέγκῃ τὰ δεινὰ, ἅτινα οἱ ἀξιότιμοι ἐκ τῆς ἐκεῖθεν πτέρυγος κατακρίνουσιν· ἄλλως, ὅπως ὑπάρξῃ κατάχρησις τῆς πίστεως, δέον τὰ ἐκ τῶν δανείων καὶ τῶν μεγάλων δι’ αὐτὰ θυσιῶν καὶ φόρων τοῦ λαοῦ ἐπιτευχθέντα ἔργα νὰ μὴ χορηγῶσιν ἀνάλογα ἀνταλλάγματα τῷ λαῷ. Εὐτυχῶς ὅμως ἡ πλουτολογικὴ ἀνάπτυξις τῆς χώρας μᾶς ἀποδεικνύει, ὅτι οὐ μόνον ἐξάντλησιν δὲν ὑπέστη ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν δανείων, ἀλλὰ τοὐναντίον ἡ κατάστασις αὐτῆς ἐβελτιώθη ἐπαισθητῶς τῇ συνδρομῇ τῶν δανείων. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν μερικώτερον κατέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῆς χρήσεως τῶν δανείων, θέλετε πεισθῆ, Κύριοι, ὅτι, μολονότι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἤγειρεν ἀκατάσχετον ἀγῶνα κατὰ τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν δανείων τούτων, θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἐκ τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν συνομολογηθέντων δανείων μόνον ἐλάχιστον ποσὸν διετέθη παρὰ τῆς νῦν Κυβερνήσεως εἰς κάλυψιν τῶν ἐκ τῆς διαχειρίσεως ταύτης ἐλλειμμάτων. Βεβαίως δὲν θ’ ἀκολουθήσω τὴν συνομολόγησιν τῶν δανείων ἐπὶ τῆς πρώτης κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν πρωθυπουργίας τοῦ κ. Τρικούπη· θέλω μόνον διαπραγματευθῆ τὴν συνομολόγησιν τῶν τελευταίων δανείων κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν καὶ τὴν διαχείρισιν αὐτῶν, καθόσον μέγας πάταγος ἐγένετο περὶ τῶν τελευταίων τούτων δανείων. Κατὰ τὸ 1887 συνωμολογήθη τὸ δάνειον ἐπὶ ἐγγυήσει τῶν Μονοπωλίων ἐξ 135,000,000, κατὰ τὸ 1888 τὸ ἐκ 15,000,0000, κατὰ τὸ 1889 τὸ ἐξ 1,200,000 λιρῶν, ἤτοι δραχ. 30,000,000, τὸ 1889 συνωμολογήθη ὡσαύτως τὸ ἐκ 5,000,000 λιρῶν, ἤτοι 125 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Τὸ 1890 συνωμολογήθη τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης ἐκ 45,000,000 φρ. Διὰ τὰ δὲ δάνεια τὰ συνομολογηθέντα μετὰ τὸ 1890 δὲν εἶναι ὑπεύθυνος ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις. Τὸ ὅλον ποσὸν τῶν κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν τῆς διαχειρίσεως τοῦ κ. Τρικούπη συνομολογηθέντων δανείων ἀνέρχεται εἰς 350 ἑκατομμύρια ὀνομαστικά, ἐξ ὧν εἰσεπράχθησαν 252,735,327 πραγματικά. Ἐκ τούτων ἐδαπανήθησαν ἐπὶ ἔργων κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν τῆς Κυβερνήσεως Τρικούπη: εἰς σιδηροδρόμους (ὑπολογίζω μόνον τὰ κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν τοῦ κ. Τρικούπη δαπανηθέντα διότι κατόπιν ἐγένοντο καὶ ἄλλαι δαπάναι, τὰς ὁποίας δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν,) 40,446,000, διὰ τὰ θωρηκτὰ 26,000,000, εἰς στρατιωτικὰ καὶ δημόσια κτίρια 1,119,446, διὰ τὴν προίκισιν τῆς βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας καὶ διὰ τὴν ὑπόθεσιν Σπάρταλη 700,000, καὶ ἄλλα τινά, ἐν ὅλῳ 71,306,000· εἰς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ 1888 δρ. 6,688,000, εἰς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ 1889 δρ. 2,197,000. Ἤτοι ἐν ὅλῳ 80,371,041. Ἔμεινεν ὑπόλοιπον, Κύριοι, 172,000,000. Τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο τῶν 172,000,000 κατηναλώθη ὁλόκληρον εἰς τὴν ἐξόφλησιν προγενεστέρων δανείων, ἅτινα εἶχον συνομολογηθῆ ἐπὶ τόκῳ σχεδὸν διπλασίῳ τοῦ τῶν ἤδη συνομολογηθέντων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη.

§80ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπελογίσατε σωστά.

§81ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω.

§82ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μὴ δέχεσθε διακοπάς.

§83ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ εἶπεν, ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι δὲν ὑπελόγισα καλά· ὑπελόγισα κατὰ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς εἶχεν ὑποβάλει (γέλωτες). Τοῦτο, Κύριοι, ἦτο τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς νῦν Κυβερνήσεως, τοῦ νὰ δανείζηται ἐπὶ μικροτέρῳ τόκῳ πρὸς ἐξόφλησιν παλαιῶν δανείων, χρησιμοποιοῦσα τὴν ἐπὶ πλέον διαφορὰν τοῦ ποσοῦ τῶν κεφαλαίων χάριν ἔργων γενικῆς χρησιμότητος. Καὶ ὅτι, Κύριοι, ἐκ τοῦ οἰκονομικοῦ τούτου συστήματος προέκυψεν ἡ εὐρωστία τῆς χώρας, τοῦτο ὁλόκληρος ἡ κοινωνία γνωρίζει, ὡς ἐκ τῆς μείζονος ἐνεργητικότητος ὅλων τῶν κλάδων τῆς τε βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου, ἥτις ἐπεκράτει κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ οἰκονομικοῦ ἐκείνου συστήματος ἐν τῇ χώρᾳ. Κατέκριναν ὅμως τὸ οἰκονομικὸν ἐκεῖνο σύστημα, καθόσον δὲν κατώρθωσεν ἡ Κυβέρνησις, ἢ μᾶλλον δὲν ἐπεδίωξε τὴν σύνταξιν ἀρτίου προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ περιωρίζετο εἰς τὸ στενὸν καλούμενον ἰσοζύγιον. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, ἐξετάσητε, πῶς εἶχον τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ 1877 μέχρι τοῦ 1886, θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐπίτευξιν σταθεροῦ καὶ ἀρτίου ἰσοζυγίου ἐπὶ προϋπολογισμοῦ καταλείποντος τοσοῦτον κολοσσιαῖα ἐλλείμματα, καὶ δὴ εἰς Κράτος ἐπιδιῶκον μεγάλους ἐθνικοὺς σκοποὺς καὶ ὑπόχρεον νὰ ὑφίσταται τηλικαύτας θυσίας χάριν αὐτῶν. Δὲν ἦτο δυνατόν, Κύριοι, νὰ κατορθωθῇ ἡ ἐπίτευξις τοῦ ἐτησίου οἰκονομικοῦ ἰσοζυγίου ἄνευ προηγουμένης ἐνισχύσεως τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Τὰ ἐλλείμματα, Κύριοι, τοῦ Κράτους κατὰ τοὺς τελευταίους ἀπολογισμούς, τοὺς δημοσιευθέντας ἀπὸ τοῦ 1877–1890, ἀνέρχονται ἀπὸ τοῦ 1877 μέχρι τοῦ 1890 ἐν ὅλῳ εἰς 296 ἑκατομμύρια. Οὕτω τὸ 1877 ἔχομεν 20,000,000.... Ἀλλ’ ἵνα μὴ κουράσω τὴν Βουλὴν διὰ τῶν ἀριθμῶν, παραλείπω τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν καθ’ ἕκαστον ἔτος ἐλλειμμάτων. Ἐπὶ τῶν ἐλλειμμάτων τούτων, Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς καὶ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπήνεγκε παρατηρήσεις λογιστικάς. Ἡμεῖς ὅμως, Κύριοι, ὡς Βουλευταί, οἵτινες ὀφείλομεν νὰ ποιησώμεθα τὸν ἔλεγχον τῶν Κυβερνήσεων, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ τῶν δημοσίων κειμένων, ἅτινα ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἐχορήγησε, καὶ ἂν οἱ ἀπολογισμοὶ ἦναι ἀνακριβεῖς, βεβαίως ὑπάρχουσι δικαστήρια, καὶ οἱ παραχαράσσοντες ἢ πλαστογραφοῦντες τοὺς ἀριθμοὺς δύνανται νὰ καταγγελθῶσιν· ἡμεῖς ὅμως δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ ἀποδεχθῶμεν πᾶν ὅ,τι ἡ Κυβέρνησις μᾶς χορηγεῖ, διότι αὐτὸ φέρει τὸ νόμιμον κῦρος, ἐφ’ ὅσον δὲν καταγγέλλεται εἰς τὴν Δικαιοσύνην...

§84ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὅταν ἦσθε κυβερνητικός.

§85ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὡς ἀντιπολιτευόμενος.... Κατὰ συνέπειαν τὰ τακτικὰ ἐλλείμματα, τὰ ἐπιβαρύνοντα τὴν διαχείρισιν τῆς Κυβερνήσεως τῆς νῦν, ἀνέρχονται κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν μόλις εἰς 8,900,000...

§86ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Μόνον;

§87ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· διότι τὸ 1887 ἀφῆκε πλεόνασμα ἐκ χιλιάδων τινῶν, τὸ δὲ 1888 εἶχεν ἔλλειμμα 6,888,000, τὸ δὲ 1889 2,177,000. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον μᾶς δίδουσιν οἱ ἀπολογισμοί.

§88ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λάθος κάμνετε. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι εἶναι περίσσευμα.

§89ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐκ τῶν ἐπισήμων ἀπολογισμῶν.

§90ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὴν πίστιν.

§91ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω τὴν πίστιν, κύριε πρώην Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν· πείθομαι εἰς τὰ ἐπίσημα βιβλία.

§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὁ κ. Παυλόπουλος δὲν εἶναι οἰκονομολόγος. Λοιπὸν μὴ τὸν διακόπτετε οἱ οἰκονομολόγοι (γέλωτες).

§93ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἀρυσθῶ ἀλλαχόθεν πληροφορίας, παρὰ ἐκ τῶν ἐπισήμων κειμένων, τὰ ὁποῖα μᾶς χορηγεῖ ἡ Κυβέρνησις.

§94ΚΑΝΑΡΗΣ. Πρόκειται περὶ τῶν τακτικῶν ἐξόδων.

§95ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ δὲ ἐλλείμματα, τὰ καλύπτοντα τὴν διαχείρισιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἤτοι τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1885 καὶ 1886, τακτικὰ καὶ ἔκτακτα, ἀνέρχονται εἰς 130,000,000 περίπου, δαπανηθέντα ἀγόνως. Βεβαίως, Κύριοι, δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι, καταλιπὼν τὴν ἀρχὴν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, συναπεκόμισεν εἰς τὰ θυλάκιά του τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα, ὡς ὁ Μαζαρῖνος, οὔτε ὅτι κατέστη πλουσιώτερος διὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν κοινῶν. Ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι αἱ ἔκτακτοι αὗται περιστάσεις, ὅτι αἱ ἔκτακτοι αὗται δαπάναι δὲν ἔσχον σπουδαιοτάτην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας (θόρυβος καὶ διάλογοι).

§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, παρακαλῶ, Κύριοι.

§97Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι εὐφυολογίαι.

§98ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐξακολουθεῖτε, κύριε Παυλόπουλε.

§99ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ συνέπειαν, Κύριοι, ἡ ὅλη εὐθύνη, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκουσιν ὅ τε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος νὰ ἐπιῤῥίψωσιν εἰς τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς νῦν Κυβερνήσεως, φρονῶ, ὅτι δύναται νὰ ἐπιῤῥιφθῇ κατὰ μέγα μέρος ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος (τοῦ ἐπιβληθέντος βεβαίως ἐξ ἐκτάκτων καὶ ὑπερτάτης θελήσεως λόγων) τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Ἀλλ’ ἂν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας, ἡ ἐπελθοῦσα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς δύο διαφόρων συστημάτων, ἠδύνατο νὰ κριθῇ κεχωρισμένως, τουτέστιν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐπελθόντων συνεπείᾳ τῶν οἰκονομικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα ἐπήνεγκον τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως Δηλιγιάννη, βεβαίως σήμερον ἡ χώρα δὲν ἤθελεν εὑρίσκεσθαι ἐν τῇ οἰκονομικῇ δυσχερείᾳ, περὶ ἧς τόσος ἐγένετο λόγος, ἐκ μόνης τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τοῦ κ. Τρικούπη. Τουναντίον, θὰ ἦτο ἱκανὴ ἡ χώρα νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας της διὰ μόνων τῶν τακτικῶν της προσόδων. Ἄν ἀφαιρέσητε τὴν ἐπιβολὴν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα σήμερον, ἂν ἀφαιρέσητε τὰ ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως δάνεια καὶ τὴν βραδύτητα, ἣν αὕτη ἐπήνεγκεν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, βεβαίως δὲν θέλετε ἀρνηθῆ, ὅτι ἡ χώρα θὰ ἦτο σήμερον εἰς κατάστασιν νὰ ἐκπληρώσῃ ἀρτίας ἁπάσας τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ σήμερον δυσχερῆ τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, ἔγκειται εἰς τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος, ἔγκειται εἰς τὴν διαφοράν, ἣν ἔχει τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον πρὸς τὸν χρυσὸν, εἰς τὴν διαφοράν, ἣν ἔχουσιν αἱ εἰσπράξεις τοῦ Κράτους, αἱ γενόμεναι εἰς τραπεζογραμμάτια ἀπέναντι ἑνὸς μέρους τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἔχει τὸ Κράτος εἰς χρυσόν. Βεβαίως ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δὲν ἔχει παρά τισι Κράτεσι τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, οἷα ἔσχε παρ’ ἡμῖν· καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς χθὲς ὑπέμνησεν, ἐπεβλήθη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἀπὸ τοῦ 1870 μέχρι τοῦ 1877, ἐν τούτοις ἡ ἀρτιότης τῆς πίστεως τοῦ Κράτους καὶ ἡ μὴ ὑπέρβασις τοῦ ποσοῦ, τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν συναλλαγῶν τῆς χώρας, οὐδεμίαν ἐκεῖ ἐπήνεγκεν ὑποτίμησιν. Παρ’ ἡμῖν ὅμως ἡ ὑποτίμησις αὕτη ὀφείλεται εἰς ἀμφοτέρας τὰς δύο ταύτας αἰτίας, καὶ ἰδίως εἰς τὸν πλεονασμὸν τοῦ κυκλοφοροῦντος τραπεζικοῦ γραμματίου, σχετικῶς πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς συναλλαγῆς, διότι ἐὰν εἰς μίαν χώραν ἔχουσαν ἀνάγκην διὰ τὰς διαφόρους συναλλαγάς της, ὑποτεθείσθω, 57–70 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, χορηγήσητε διπλάσιον ποσὸν, ἀναπόφευκτος συνεπεία θέλει εἶσθαι ἡ ὑποτίμησις κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ κυκλοφοροῦντος νομίσματος, ἢ ἡ ὑπερτίμησις κατὰ διπλάσιον τῶν διαφόρων ἀντικειμένων τῆς καταναλώσεως. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν τὴν ὑποτίμησιν ταύτην ἐνέτεινεν ἔτι περισσότερον ἡ κατάπτωσις τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, ταύτην δὲ δυσχεραίνει ὡσαύτως ἡ ὑφισταμένη νομισματικὴ κρίσις, ἥτις βεβαίως ἀπειλεῖ νὰ καταλήξῃ εἰς χρεωκοπίαν, ἂν μὴ ἐγκαίρως προληφθῇ. Κατὰ συνέπειαν, Κύριοι, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπέδειξεν, ἡμεῖς ἀποδεχόμεθα πλήρη καὶ ἄρτιον τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἀποδεχόμεθα αὐτὸν προνοοῦντα ὑπὲρ ὅλων ἐν γένει τῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας, καὶ πεπείσμεθα, ὅτι θέλει παράσχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα, ὅπως ἐξαγάγῃ τὴν χώραν ἐκ τῆς κρισίμου ταύτης περιστάσεως, χωρὶς νὰ ὑποστῇ οὐδεμίαν ταπείνωσιν. Ἐνταῦθα ὀφείλω, Κύριοι, νὰ ποιήσωμαι μνείαν τινὰ περὶ τοῦ προγράμματος τοῦ τε ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς καὶ τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ τρίτου κόμματος ἀξιοτίμου ἐκ Λοκρίδος συναδέλφου. Ἐν ᾗ ἀγωνίᾳ εὑρίσκεται ἡ χώρα ἡμῶν, βεβαίως ἀνεμένομεν παρὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων νὰ ἀκούσωμεν τὰς σθεναρὰς φωνάς των ὑπὲρ τῶν μέτρων ἢ κατὰ τῶν μέτρων, ἅτινα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ τὰ μέτρα, ἅτινα οὗτοι ἤθελον κρίνει ἀπολύτως ἀναγκαῖα πρὸς βελτίωσιν τῶν τῆς χώρας. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς περιωρίσθη εἰς τὸ νὰ ἐπιδείξῃ ἡμῖν τὸ παρελθόν του. Πάντα λόγον ἔχω, ὅπως σέβωμαι καὶ ἰδιαιτέρως εὐγνωμονῶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν· ἀλλ’ ἄν θελήσῃ νὰ ποιήσηται ἔκκλησιν πρὸς τὸν λαὸν, ἐπιδεικνύων πρὸς αὐτὸν τὸ παρελθόν του, βεβαίως τοῦτο δὲν θέλει εἶναι ὑπὲρ τοῦ πολιτικοῦ του συμφέροντος. Ὅτε κατὰ τὸ 1890 ἀνῆλθε (διότι ἐτύγχανον φίλος του) εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Κράτους, πολλὰ εἶχεν ἐπαγγελθῆ ὁ ἀξιότιμος πρώην Πρωθυπουργὸς πρὸς τὴν χώραν, πλείστας ὅσας οἰκονομίας καὶ βελτιώσεις εἶχεν ὑποσχεθῆ ὅτι θὰ ἐπιφέρῃ. Ἀνελθὼν ὅμως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲν τῶν ἐπαγγελθέντων ἐπραγματοποίησε....

§100ΛΑΠΠΑΣ. Θὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ πολλὴν ὥραν, κύριε Παυλόπουλε;

§101ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι... Ἐνῷ εἶχε τὸν καιρὸν, ὁλόκληρον τὴν τετραετίαν, καθ’ ἣν ἐτύγχανεν ἀντιπολιτευόμενος, νὰ συντάξῃ ἴδιον σύστημα καὶ ἐφαρμόσῃ αὐτὸ ἅμα ἐρχόμενος εἰς τὴν ἀρχὴν, δυστυχῶς καὶ παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν καὶ πρὸς ἀπελπισίαν τοῦ Κράτους, πρὸς ἀπελπισίαν αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, ὅστις πανηγυρικῶς τὸν ἔφερεν εἰς τὴν ἀρχὴν, ἐξηκολούθησεν ἐφαρμόζων τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τοῦ προκατόχου του. Ἐδικαιολογήθη κατ’ ἀρχὰς, ὅτι δὲν ὑπελείπετο αὐτῷ ὁ ἀπαιτούμενος πρὸς σύνταξιν τοῦ κατὰ τὸ οἰκονομικόν του σύστημα προϋπολογισμοῦ χρόνος, καθόσον ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα πάσης Κυβερνήσεως. Ἐν τούτοις ὅμως καὶ κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος δὲν κατώρθωσε νὰ ὑποβάλῃ ἴδιον προϋπολογισμὸν, πάντες δὲ, ὅσοι ἐτύχετε κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν νὰ ἦσθε Βουλευταὶ, ἐνθυμεῖσθε τὴν ἀστάθειαν τῶν μέτρων, ἅτινα εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν· ἡ ἀστάθεια δ’ αὕτη προὐκάλεσε τὴν ἐκ τῆς ἀρχῆς ἔξωσίν του. Κατὰ συνέπειαν, ἂν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς φρονῇ, ὅτι τὸ παρελθόν του εἶναι ἱκανὸν, ὅπως πείσῃ τὸν λαὸν περὶ τῆς μελλούσης ἀρτιότητός του, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ φρονῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι τὸ παρελθὸν δὲν μᾶς πείθει περὶ τῆς ἀρτιότητός του.

§102ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἀπὸ πότε ἐπαύσατε ὢν φίλος τοῦ κ. Δηλιγιάννη;

§103ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε ἔπαυσα νὰ ἦμαι φίλος τοῦ κ. Δηλιγιάννη, οὐδέποτε! (γέλωτες). Πάντοτε ἐξετίμησα καὶ ἐκτιμῶ τὸν κ. Δηλιγιάννην· πάντοτε τὸν σέβομαι, καὶ θὰ τὸν σέβωμαι, διότι ὀφείλω νὰ σέβωμαι τοὺς ἀνωτέρους μου· ἐν τούτοις ὡς πολίτης, ὡς Βουλευτὴς, ἔχω τὸ καθῆκον νὰ ἀξιῶ παρὰ τῶν κυβερνώντων, παρὰ τῶν ἰθυνόντων τὰς τύχας τῆς χώρας, πρόγραμμα, καὶ πρόγραμμα, περὶ τοῦ ὁποίου νὰ ἦμαι πεπεισμένος, ὅτι ἐξ αὐτοῦ θὰ ἐπέλθῃ ἡ σωτηρία τῆς πατρίδος. Ὡσαύτως ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ποιήσωμαι μικρὰν παρατήρησιν ὡς πρὸς τὸ πρόγραμμα τὸ ἀναπτυχθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ. Τῇ ἀληθείᾳ, κύριοι Βουλευταὶ, ἂν αἱ ἀρχαὶ, αἱ βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐρείδεται τὸ πρόγραμμα τοῦτο, ἦναι ἀληθεῖς, καὶ ἂν πρὸς τὰς ἀρχὰς, πρὸς τὰς βάσεις ταύτας ἦσαν σύμφωνα καὶ τὰ ὑποδεικνυόμενα κατὰ τὴν πραγματοποίησιν αὐτοῦ μέτρα, βεβαίως οὐδὲν ἄριστον, οὐδὲν λαμπρότερον τοῦ προγράμματος τούτου. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος κ. Βουλευτὴς ἠσπάσθη τὰς ἀρχὰς ἑνὸς Τουργγὼ, οἰκονομολόγου καὶ Ὑπουργοῦ ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ 1774, καὶ ἀνέγραψεν εἰς τὴν σημαίαν τοῦ προγράμματός του ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέγραψεν ὁ Τουργγὼ κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, τουτέστι νὰ διοικῆται τὸ Κράτος ἄνευ φόρων, ἄνευ δανείων, ἄνευ χρεωκοπίας! (γέλωτες παρατεταμένοι ἐν τῇ αἰθούσῃ). Ἀλλὰ μολονότι, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, αἱ ἀρχαὶ τοῦ προγράμματος τούτου εἶναι ἄρισται, ἐν τούτοις τὰ μέτρα, δι’ ὧν θέλουσιν ἐπιδιώξει τὴν ἐφαρμογὴν καὶ τὴν πραγμάτωσιν τοῦ οἰκονομικοῦ τούτου συστήματος, κατ’ ἐμὲ, φαίνονται ὅλως ἕωλα. Καὶ λέγω, Κύριοι, ὅτι εἶναι ὅλως ἕωλα, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς, ἐν πρώτοις, δὲν ἀγνοεῖ, ὅτι πᾶσα οἰκονομικὴ μεταῤῥύθμισις πάντως ἀπαιτεῖ προηγουμένην παρασκευὴν τῆς χώρας, ὅπως ᾖ ἱκανὴ αὕτη ν’ ἀποδεχθῇ τὴν οἰκονομικὴν ταύτην μεταῤῥύθμισιν. Δεύτερον δὲν ἀγνοεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος, ὅτι ἐν τῇ οἰκονομικῇ πᾶν μέτρον ἔχει καὶ ἔμμεσα ἀποτελέσματα, πολλάκις πολλῷ βαρύτερα τῶν ἐπιδιωκομένων ἀμέσως, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ πρόγραμμά του ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ ἐν τῇ χώρᾳ, βεβαίως τὸ ἔλλειμμα θὰ ἦναι τόσον μέγα, ὥστε θὰ μᾶς φέρῃ τάχιστα εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ ἴδιος ἐκάλεσεν ἄλλους βεβήλους καὶ ἀνοσίους. Ἐγὼ βεβαίως δὲν θέλω νὰ μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν. Εἶπον, ὅτι θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο, καθόσον ἡ μεταβολὴ οἱουδήποτε συστήματος καὶ ἡ ἀντικατάστασις αὐτοῦ δι’ ἄλλου, ἔστω καὶ βελτίονος, δὲν δύναται ν’ ἀποδώσῃ ἀμέσως τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα δύναται ν’ ἀποδώσῃ μετὰ τὴν παγίωσίν του, καὶ ὡς ὁ ἴδιος ἀνωμολόγησεν, αἱ νῦν περιστάσεις εἰσὶν ἐπείγουσαι. Κατὰ συνέπειαν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ οἰκονομικοῦ των συστήματος — τὸ κατ’ ἐμὲ, εἶμαι πληρέστατα πεπεισμένος — θὰ προκύψῃ ἔλλειμμα, καὶ ἔλλειμμα τόσον μέγα, ὥστε θὰ ἐπισπεύσῃ τὴν καταστροφὴν τῆς χώρας. Βεβαίως τὸ συντάσσειν προγράμματα διὰ λόγων καὶ ἐν τῷ χάρτῃ εἶναι λίαν εὔκολον, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτῶν ἐκεῖ οἱ ἄνδρες καταδείκνυνται. Ἂν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος ἐποιήσατο πρόχειρον παρατήρησιν κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, ὡς ὑποστηρίζοντος δῆθεν ἰδέας τινὰς περὶ ἑτέρου οἰκονομικοῦ προγράμματος, βεβαίως τὴν παρατήρησιν ταύτην ὀφείλει πρωτίστως νὰ ποιήσηται πρὸς ἑαυτὸν, διότι τὸ σύστημα τὸ ἰδικόν των θὰ ἐπιφέρῃ ταχύτερον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν θέλει νὰ φέρῃ ὁ ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμος Βουλευτής. Ἐγὼ, Κύριοι, ἀσπαζόμενος τὰς ἀρχὰς τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐννοῶ νὰ ὑποδείξω, ἂν ὑπάρχωσιν ἄλλα μέτρα ἰδιαίτερα, ὅπως ἐξαγάγωσι τὴν χώραν ἐκ τῆς ἀληθοῦς οἰκονομικῆς δυσχερείας. Ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας εἶπεν, ἡ Κυβέρνησις ἔχει προνοήσει, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελεν ἐπιτύχει τὴν διὰ τῶν κεφαλαίων συνδρομὴν, ὅπως ἐξέλθῃ τῆς δυσχεροῦς ταύτης καταστάσεως, ἔχει, λέγω, προνοήσει, ὅπως διὰ τῶν ἰδίων της πόρων ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν πλήρη καὶ ἀρτίαν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους. (Εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς, χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).

§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕτερός τις ἔχει τὸν λόγον;

§105ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προτείνω, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἀναβολὴν δι’ αὔριον.

§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν περὶ ἀναβολῆς πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.

§107ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξετάζηται ἀνεπιφυλάκτως καὶ εἰλικρινῶς καὶ νὰ ἐπικρίνηται ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ ἡ ἐφαρμοζομένη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπ’ ἐναντίας νομίζω, ὅτι αἱ περιστάσεις, εἰς ἃς σήμερον εὑρισκόμεθα, ἐπιβάλλουσι τὴν ἐπίκρισιν καὶ τὴν ἐξέλεγξιν αὐτῆς μετὰ πάσης εἰλικρινείας. Ἀπορῶ δὲ, πῶς ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἀκολουθῶν καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν περίοδον καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν τὴν πολιτικὴν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοιαύτην ἐξέφερε γνώμην, λησμονήσας, ὅτι ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς καὶ τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μεθ’ ὑπερβολῆς ἐπέκρινε τὴν πολιτικὴν τῆς διαδεχθείσης αὐτὸν Κυβερνήσεως, ἰσχυρισθεὶς ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ 1891 καὶ 1892, οἱ στηριζόμενοι ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων, ἐφ’ ὧν εἶχον στηριχθῆ καὶ οἱ ἴδιοι αὐτοῦ προϋπολογισμοὶ, ἐνεῖχον ἐλλείμματα 20 καὶ 30 ἑκατομμυρίων. Ἡ σημασία, ἣν ἔχει παρ’ ἡμῖν σήμερον τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, ἐπιβάλλει τὴν πλήρη ἐξέτασιν καὶ τὴν μετὰ πάσης εἰλικρινείας ἔρευναν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος, ἐφ’ οὗ οὗτος στηρίζεται. Τοιαύτην δ’ ἔχων γνώμην, ἐζήτησα τὸν λόγον. Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1893, ὃν ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν, συνετάχθη κατὰ τὸ αὐτὸ σύστημα καὶ διὰ τῆς αὐτῆς μεθόδου, καὶ ἐπιδιώκει τὸν αὐτὸν σκοπὸν, ὃν καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ οἱ συνταχθέντες καὶ ἐκτελεσθέντες παρὰ τοῦ νῦν καὶ τότε Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὴν προηγουμένην αὐτοῦ πρωθυπουργίαν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετέβαλε μίαν τῶν θεμελιωδῶν θεωριῶν, ἐφ’ ὧν ἐστήριζε τοὺς προϋπολογισμοὺς ἐκείνους. Ἐπρέσβευε τότε, ὅτι ὁ τόπος ἠδύνατο νὰ σωθῇ ἐκ τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, ἐν αἷς εὑρίσκετο, ἀναπτυσσόμενος διὰ τῆς ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων καὶ ἰδίως μεγάλων ἔργων συγκοινωνίας, δυσαναλόγων πρὸς τὰς δυνάμεις καὶ τοὺς πόρους αὐτοῦ, καὶ ὧν τὰ βάρη ὑπερβαίνουσι τὰς ἐξ αὐτῶν ὠφελείας. Διὰ τῶν ἔργων τούτων ἤλπιζεν, ὅτι ἤθελεν ἐπέλθει εἰς τὸν τόπον ἀνάπτυξις τοσοῦτον ταχεῖα, ὥστε νὰ καταστήσῃ αὐτὸν ἱκανὸν νὰ δώσῃ εἰς τὸ Κράτος τὰ μέσα, ὧν ἄμεσον ἔχει τοῦτο ἀνάγκην πρὸς ἐκτέλεσιν πασῶν τῶν ὑποχρεώσεών του. Τὴν θεωρίαν ταύτην ἐγκατέλιπε σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ζητεῖ τὴν ἀνεύρεσιν τῶν μέσων τούτων ἐν τῇ στενοχωρίᾳ τῆς κοινωνίας, καὶ ἐν τῷ περιορισμῷ τῶν δαπανῶν καὶ τῶν ἀπολαύσεων αὐτῆς. Καίτοι ὅμως ἐγκαταλιπὼν τὴν πρώτην αὐτοῦ θεωρίαν καὶ ἀντικαταστήσας αὐτὴν δι’ ἑτέρας ὅλως ἀντιθέτου, οὐχ ἧττον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893 συνέταξεν, ὡς εἶπον, κατὰ τὴν αὐτὴν μέθοδον, καθ’ ἣν καὶ τοὺς προηγουμένους αὐτοῦ προϋπολογισμοὺς καὶ πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Ἡ μέθοδος αὕτη εἶναι ἡ ὑπερτίμησις τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου καὶ ἡ ὑποτίμησις τῶν ἐξόδων αὐτοῦ, ὁ σκοπὸς δὲ ἡ ἐπίδειξις ἰσοζυγίου καὶ ἡ συνομολόγησις δανείου. Πρὸς πληρεστέραν διάγνωσιν τῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα θέλει φέρει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893, ψηφιζόμενος καὶ ἐκτελούμενος, ὀφείλομεν νὰ ῥίψωμεν ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ παρελθόντος καὶ ἰδίως ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα ἔφερον οἱ προϋπολογισμοὶ οἱ κατὰ τὴν αὐτὴν μέθοδον συνταχθέντες καὶ ἐκτελεσθέντες ἤδη. Κατὰ τὸ 1887 ὁ τόπος εὑρίσκετο εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, ἐλάσσονας μὲν τῶν σήμερον, οὐχ ἧττον ὅμως σπουδαίας καὶ σοβαράς. Τὸ Κράτος εἶχεν ἀνάγκην πρὸς ἐκτέλεσιν πασῶν αὐτοῦ τῶν ὑποχρεώσεων ἐπέκεινα τῶν 93 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Τὰ ἀποτελέσματα δὲ τῶν ἀμέσως προηγουμένων ἐτῶν ἐνεδείκνυον, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰσχυούσης φορολογίας τὰ βεβαιωθησόμενα ἔσοδα δὲν ἠδύναντο νὰ ὑπερβῶσι τὰ 70,000,000, τὰ δὲ εἰσπραχθησόμενα τὰ 63 περίπου ἑκατομμύρια· ἀνάγκη ἑπομένως ὑφίστατο τῆς ἐξευρέσεως 30 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπίστευσεν, ὅτι εὐκόλως θέλει εὕρει ταῦτα διὰ μικρῶν τινων οἰκονομιῶν καὶ διὰ βαρείας αὐξήσεως τῆς φορολογίας. Προσέθηκε δύο δεκατημόρια εἰς πάντας τοὺς ἀμέσους φόρους καὶ εἰς τοὺς ἐπὶ τῆς ἐξαγομένης σταφίδος καὶ λοιπῶν προϊόντων, ηὔξησε τοὺς φόρους ἐπὶ τοῦ οἴνου, τῶν ποτῶν, τοῦ καπνοῦ, τοῦ σιγαροχάρτου, τῶν δασῶν, τοῦ χαρτοσήμου, τῶν τελωνειακῶν τελῶν εἰσαγωγῆς καὶ τῶν ἐκ τῆς Ἑπτανήσου ἐξαγομένων προϊόντων, καὶ ἐπέβαλε καὶ ἄλλους τινὰς φόρους, ὡς τὰ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν στρατευσίμων καὶ τὸ πρόσθετον τέλος ἐπὶ τῶν καθυστερουμένων δημοσίων ἐσόδων. Τὸ σύνολον δὲ τῆς ἀποδόσεως τῆς νέας ταύτης φορολογίας ὑπελόγισεν εἰς 24 περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἐπαρουσίασε δ’ οὕτω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1887 μὲ ἔσοδα μὲν ἐκ δρ. 94,656,000, μὲ ἔξοδα δὲ ἐκ δρ. 93,276,000 καὶ ἑπομένως καὶ μὲ περίσσευμα 1,386,000. Τίνα δ’ ἦσαν τ’ ἀποτελέσματα τῶν βεβαιώσεων καὶ τῶν εἰσπράξεων τῆς χρήσεως τοῦ 1887; Ἐβεβαιώθησαν ἀντὶ τῶν προϋπολογισθέντων ἐσόδων ἐκ δρ. 94,656,000 μόνον 89,064,000. Ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τῆς χρήσεως ἀναγράφονται βεβαιωθέντα ἐκ τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους 91,139,000, ἀλλὰ μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχει ποσὸν δραχ. 1,323,000, προερχόμενον ἐξ ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ δρ. 752,000 ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς, ἤτοι δραχ. 2,075,000, μὴ δυνάμεναι νὰ θεωρηθῶσιν ὡς τακτικὸν ἔσοδον. Εἰσεπράχθησαν δὲ καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 δραχμαὶ 80,774,000, διότι ἐκ τῶν ἐν τῷ ἀπολογισμῷ αὐτῆς ἀναγραφομένων εἰσπράξεων ἐκ δρ. 82,849,000 πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ ἐξ ἐκτάκτων ἐσόδων, δηλαδὴ τὸ ἐκ τοῦ ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς εἰσπραχθὲν ποσὸν τῶν δραχ. 2,075,000. Ἡ αὐτὴ οἰκονομικὴ πολιτικὴ ἐφηρμόσθη καὶ κατὰ τὴν σύνταξιν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1888. Δὲν ἐπεβλήθησαν νέοι φόροι, ἐλειτούργησαν ὅμως τελειότερον οἱ ἐπιβληθέντες κατὰ τὸ 1887. Προϋπελογίσθησαν ἔσοδα 95,306,000, ἔξοδα δὲ 92,509,000 καὶ περίσσευμα 2,796,000. Καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ 1888 ἐβεβαιώθησαν τακτικὰ ἔσοδα δραχ. 94,014,000. Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως ταύτης ἐβεβαιώθησαν ἔσοδα ἐκ δραχμῶν 106,202,000, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσι 2,864,000 ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς ἀναγραφείσης εἰς τὰς ἐπιστροφὰς χρημάτων καὶ εἰς τὰ τυχηρὰ ἔσοδα, 270,000 ἐξ ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ 9,054,000 ἐξ ἐλλειμμάτων διαχειρίσεως ὑπολόγων, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 12,188,000· εἰσεπράχθησαν δὲ 86,417,000, διότι ἐκ τῶν ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ἀναγραφομένων εἰσπράξεων ἐκ δρ. 89,551,000 πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσι τὸ ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς καὶ ἐξ ὑλικοῦ στρατοῦ εἰσπραχθὲν ποσὸν τῶν δρ. 3,134,000. Κατὰ τὸ 1889 ἡ αὐτὴ ὡσαύτως ἐξηκολούθησε πολιτική· προϋπελογίσθησαν δὲ, ἔσοδα μὲν 96,449,000, ἔξοδα δὲ 96,410,000, καὶ περίσσευμα 39,000 δραχμῶν. Ἐβεβαιώθησαν δὲ 92,235,000 καὶ εἰσεπράχθησαν 83,431,000 δραχ., ἤτοι ὀλιγώτεραι τῶν ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους τούτου ἀναγραφομένων βεβαιώσεων καὶ εἰσπράξεων κατὰ 300,000 δραχμὰς, προερχομένας ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς. Κατὰ τὸ 1890 ἐπῆλθον νέαι τροποποιήσεις τῆς φορολογίας ἡμῶν. Ἕνεκα τῶν προσεγγιζουσῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν παρεστάθη τότε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἐφικτὴ ἡ ἐλάττωσις φόρων τινῶν. Κατηργήθησαν ἑπομένως τὰ κατὰ τὸ 1887 ἐπιβληθέντα δύο δεκατημόρια ἐπὶ τῶν φόρων, ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, μετεβλήθη ἡ κλίμαξ τῆς φορολογίας τῶν κτηνῶν τούτων, καὶ κατηργήθη ὁ ἄμεσος φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ἡ ἐκ τῆς φορολογικῆς ταύτης τροποποιήσεως ἐλάττωσις τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου ὑπελογίσθη εἰς δραχμὰς 1,307,000, πρὸς κάλυψιν δὲ ταύτης προσετέθη δραχ. 1,20 κατ’ ὀκᾶν εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ, καὶ ὑπελογίσθη ἐκ τῆς προσθήκης ταύτης μεγαλειτέρα αὐτοῦ ἀπόδοσις ἐκ δραχμῶν 1,104,000. Προϋπελογίσθησαν δ’ οὕτως ἔσοδα μὲν ἐκ δραχ. 93,543,000, ἔξοδα δὲ ἐκ δραχ. 91,081,000 καὶ περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 2,462,000. Παρεστάθησαν δὲ τὰ ἔξοδα οὕτως ἠλαττωμένα ἐκ συγκρίσει πρὸς τὰ τῶν προηγουμένων ἐτῶν, διότι κατὰ πρῶτον τὸ ἔτος τοῦτο δὲν ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡ ἐκ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς δαπάνη, ἥτις ἀνεγράφετο ἐν τοῖς προηγουμένοις προϋπολογισμοῖς, δὲν περιελαμβάνετο δὲ ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς. Ἐβεβαιώθησαν δὲ ὡς ἔσοδα τῆς χρήσεως ταύτης δρ. 88,413,000, καὶ εἰσεπράχθησαν δραχ. 78,806,040. Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν ἐβεβαιώθησαν δρ. 89,538,080 καὶ εἰσεπράχθησαν δρ. 79,931,000, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν ἔκ τε τῶν βεβαιώσεων καὶ ἐκ τῶν εἰσπράξεων δραχ. 1,125,000, προερχομένας ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς καὶ μὴ ἀνηκούσας εἰς τὰ τακτικὰ τοῦ Δημοσίου ἔσοδα...

§108ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ παραμείνῃ ἐνταῦθα.

§109ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Καραπάνος θ’ ἀγορεύσῃ ἐπὶ πολύ. Ὥστε ἂς ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.

§110ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἂς ἀναβάλωμεν, κύριε Πρόεδρε, καλλίτερον δι’ αὔριον.

§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλομεν δι’ αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 καὶ 30′ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 44.
2τῆς 20 Ἰανουαρίου 1893.
3(Τετάρτη)
4Ὥρᾳ 5 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ κάτοικοι τῆς πόλεως Καλαμῶν
8παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς κοί-
9της τοῦ ποταμοῦ Νέδοντος. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των
10εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
11Ὁ Δήμαρχος Αὐλῶνος τῆς Τριφυλίας παραπονεῖται
12ὅτι τὰ σχολεῖα τοῦ δήμου του ἀργοῦσι, καὶ παρακαλεῖ νὰ
13ληφθῇ πρόνοια περὶ ἀποστολῆς διδασκάλων.
14§2Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω τοὺς
15ζητηθέντας πίνακας περὶ τῶν κυμαινόντων χρεῶν τοῦ Δη-
16μοσίου, κατὰ μὲν τὴν 31 Νοεμβρίου 1892 ἐκ δανείων,
17κατὰ δὲ τὴν 30 Σεπτεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους δι’ ὅλα ἐν
18γένει, περιλαμβανομένων καὶ τῶν δανείων. Εἶχε ζητηθῆ
19πίναξ τῶν ἐτησίων εἰσπράξεων ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ
20τὴν 31 Δεκεμβρίου 1892, κατ’ ἀντιπαραβολὴν πρὸς τὰς
21κατὰ τὴν αὐτὴν χρονολογίαν τοῦ 1891. Ὡς παρετήρησα
22χθές, ἡ κακοκαιρία εἶχεν ἐμποδίσει τὸν τηλέγραφον νὰ λει-
23τουργήσῃ, ἀλλὰ δὲν ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀναβάλω τὴν
24ὑποβολὴν τῶν πληροφοριῶν, διότι αἱ ἐλλείπουσαι πληρο-
25φορίαι ἀνάγονται εἰς ὑποτελωνεῖα, ὧν αἱ ἀντίστοιχοι εἰσ-
26πράξεις ἀνῆλθον κατὰ τὸ παρελθὸν μόνον εἰς 1055
27δραχμάς. Ὑποβάλλω ἄρα τὰ συγκεντρωθέντα ἀποτελέ-
28σματα, ἐπίσης καὶ πίνακα αὐτῶν διακεκριμένως κατὰ τε-
29λωνεῖον καὶ συγκριτικῶς πρὸς τὸ ἔτος 1891· ἐπίσης δια-
30κεκριμένως τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη τῶν μηνῶν Σεπτεμβρίου,
31Ὀκτωβρίου, Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου τοῦ 1892.
32§3ΣΤΑΗΣ. Μετὰ λύπης ἀναγκάζομαι νὰ γνωρίσω εἰς
33τὴν Βουλὴν λυπηρὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν τὸ
34παρελθὸν Σάββατον. Ἀξιωματικὸς τοῦ πυροβολικοῦ διήρ-
35χετο ἔφιππος πρὸ τοῦ Γυμνασίου Νεαπόλεως, ἀκολουθού-
36μενος παρ’ ἐφίππου ὑπηρέτου, τοῦ ὁποίου ὁ ἵππος ὠλίσθησε,
37καὶ κατέπεσεν ὁ στρατιώτης· οἱ μαθηταί, εὑρισκόμενοι ἐν
38διαλείμματι πρὸ τοῦ Γυμνασίου, ἐκινήθησαν εἰς γέλωτας·
39τοῦτο ἐξήγειρε τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ ἐφίππου ἀξιωματι-
40κοῦ, ὁ ὁποῖος ἀφίππευσε καὶ διέταξε παρατυχόντα ἐκεῖ
41κλητῆρα νὰ συλλάβῃ τινὰς τῶν μαθητῶν. Ὁ κλητὴρ ὅμως
42δὲν ὑπήκουσεν εἰς τὴν διαταγήν, καὶ ἠναγκάσθη μόνος του
43ὁ ἀξιωματικὸς νὰ συλλάβῃ τινὰς καὶ κτυπήσῃ αὐτούς, ὡς
44λέγει ἡ ἐπιδοθεῖσα καταγγελία παρὰ τοῦ Γυμνασιάρχου
45καὶ τοῦ συλλόγου τῶν καθηγητῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
46Στρατιωτικῶν. Δὲν ἠρκέσθη δὲ εἰς τὰς κατὰ τῶν μαθητῶν
47αἰκίας ὁ κ. ἀξιωματικός, ἀλλ’ ὡδήγησεν αὐτοὺς εἰς τὸ Γυ-
48μνασιαρχεῖον, ἔνθα παρίστατο σύμπας ὁ σύλλογος τῶν κα-
49θηγητῶν, πρὸς τὸν ὁποῖον, ὡς λέγει ἡ αὐτὴ καταγγελία,
50προσεφέρθη διὰ συμπεριφορᾶς ἥκιστα ἁρμοζούσης εἰς πάντα
51ἄνθρωπον, πολὺ δὲ μᾶλλον εἰς ἀξιωματικόν, ἀπρεπῶς ἐξυ-
52βρίσας τὸν σύλλογον. Κατερχόμενος δὲ, παντοίας ὕβρεις
53ἐξέφερε κατὰ τοῦ συλλόγου καὶ τῶν καθηγητῶν. Κατὰ
54τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου ἐπεδόθη μήνυσις καὶ πρὸς τὸ
55Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα
56οὐ μόνον παρὰ τοῦ Γυμνασιάρχου, ἀλλὰ καὶ παρὰ τῶν
57γονέων, ὧν οἱ υἱοὶ ἐξυβρίσθησαν καὶ ἐδάρησαν διὰ τοῦ μα-
58στιγίου τοῦ κ. ἀξιωματικοῦ.
59Αἱ τοιαῦται πράξεις αἱ βανδαλικαὶ, ὁπουδήποτε λαμ-
60βάνουσαι χώραν, μάλιστα δὲ ἐν μέσαις Ἀθήναις, ἀποδει-
61κνύουσιν ἀξιοθρήνητον τὴν κατάστασιν τῆς κοινωνίας ἡμῶν.
62Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πλη-
63ροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τί ἐνήργησεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
64§4ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶναι
65ἀληθὲς, ὅτι ἐγένοντο ἀταξίαι ἐκ μέρους ἀξιωματικοῦ, ὡς
66διηγήθη τὸ συμβὰν ὁ κ. Βουλευτής· ἀλλὰ δὲν συνέβη
67τοῦτο ὑπὸ τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας παρέστησεν ὁ κ.
68Βουλευτής· διότι πράγματι τὰ παιδία ἠτάκτησαν, διότι
69ἐσύριζον τὸν ἀξιωματικὸν, ὅστις ἕνεκα τούτου κατῆλθε
70τοῦ ἵππου καὶ τὰ ὡδήγησεν εἰς τὸν Γυμνασιάρχην. Ἐν
71τούτοις μετὰ τὴν μήνυσιν, τὴν ὁποίαν ἐπέδωκεν ὁ κ. Γυ-
72μνασιάρχης, διέταξα νὰ ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις, τῆς ὁποίας τὸ
73ἀποτέλεσμα βεβαίως θὰ ἦναι ὑπὲρ τῆς τάξεως.
74§5ΑΛΚΙΒ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν Μελιγαλᾷ ὁ ἐνωμο-
75τάρχης Π. Πανουτσόπουλος λυμαίνεται τὸν τόπον. Ἐδόθη-
76σαν πλεῖσται καταγγελίαι κατ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἅμα ὡς ἔμα-
77θεν αὐτὰς, ἔτι ἀγριώτερον φέρεται· κατέστη ἡ μάστιξ τοῦ
78τόπου! Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τί
79ἐνηργήθη κατ’ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου;
80§6ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κα-
81ταγγελίας ἔλαβον καὶ ἔπεμψα αὐτὰς εἰς τὴν ἀνάκρισιν.
82§7ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ ἀνακρίσεις δὲν εἶναι ἀρκε-
83ταὶ, διότι ὁ ἐνωμοτάρχης οὗτος, μαθὼν τοὺς καταγγείλαν-
84τας αὐτὸν, φέρεται βανδαλικώτερον πρὸς αὐτοὺς, ἐνῷ μᾶλ-
85λον ἔπρεπε νὰ φροντίζῃ διὰ τὴν σύλληψιν τῶν φυγοδίκων
86καὶ οὐχὶ νὰ καταβασανίζῃ ἀθώους πολίτας ἄνευ λόγου.
87§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
88Συζήτησις τοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Αʹ συνόδου
89τῆς ΙΓʹ περιόδου τῆς Βουλῆς.
90Κύριοι Βουλευταὶ, ὀφείλω νὰ γνωρίσω ὑμῖν, ὅτι εἰς τὰς
91πιστώσεις τὰς δοθείσας παρὰ τῆς Βουλῆς δὲν ἐγένοντο
92ὑπερβάσεις· ἀπ’ ἐναντίας εἰς τὰ πλεῖστα τῶν κονδυλίων ἐγέ-
93νοντο οἰκονομίαι, ὡς ἐπὶ τοῦ κονδυλίου τῶν ἐκτάκτων
94κλητήρων, ἐπὶ τοῦ τῶν ἐκτάκτων ἀντιγραφέων κλπ.
95(Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸς κατὰ κεφά-
96λαιον καὶ ἄρθρον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ὁ ἀπολογισμὸς
97τῶν ἐξόδων τῆς Αʹ Συνόδου τῆς ΙΓʹ Περιόδου).
98§9ΣΑΚΚΗΣ. Διατὶ δὲν ὑπεβλήθησαν καὶ οἱ ἀπολογισμοὶ
99τῶν δύο συνόδων τῆς ΙΒʹ περιόδου;
100§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔλαβε καὶ αὐτοὺς ὑπ’ ὄψιν·
101ἐλπίζω δὲ, ὅτι μέχρι τῆς αὔριον θὰ ὑποβάλῃ τὰς σχετικὰς
102ἐκθέσεις.
103Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋ-
104πολογισμοῦ τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1893.
105Ὁ κ. Σκουζὲς ἔχει τὸν λόγον.
106§11ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν
107τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, καθὼς καὶ τὴν
108ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας. Ἠκούσατε ἤδη δύο ἀξιοτίμων συνα-
109δέλφων, οἱ ὁποῖοι ἐπραγματεύθησαν τὰ τοῦ προϋπολογι-
110σμοῦ ἐν ἐκτάσει· ὥστε νομίζω, ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἀρκούντως
111προητοιμασμένον, καὶ δὲν ἔχω νὰ εἰσέλθω εἰς πολλὰς λε-
112πτομερείας. Δὲν θὰ βαδίσω τὸ σύστημα, ὅπερ συνάδελφοι
113ἀπό τινος ἐφήρμοσαν, τῆς ἀναδρομικῆς ἐπισκοπήσεως τῶν
114οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους κατὰ περιόδους 5 ἐτῶν, 10 ἐτῶν,
11520 ἐτῶν, φθάνοντες καὶ μέχρι τῆς συστάσεως τοῦ βασι-
116λείου. Ἐγὼ θὰ περιορισθῶ καθαρῶς εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν
117θέμα· δὲν θὰ κάμω ἐκδρομὰς μέχρι καὶ πέραν τῶν συνόρων
118τοῦ Κράτους, αἵτινες, ὅσον καὶ ἂν εἶχον τὸ ἐπαγωγὸν,
119ἕνεκα τῆς γλαφυρότητος τοῦ χαράξαντος τὰς ζωηρὰς αὐτὰς
120εἰκόνας, δὲν βλέπω ποίαν πρακτικὴν χρησιμότητα δύναν-
121ται νὰ ἔχωσιν εἰς ἐπίλυσιν τοῦ πάντας ἡμᾶς ἀπασχολοῦν-
122τος ζητήματος τῆς βελτιώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κρά-
123τους· θὰ περιορισθῶ ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ προϋπολογισμοῦ.
124Τὰ δύο κυριώτερα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα καὶ οἱ δύο
125προλαλήσαντες ἀξιότιμοι συνάδελφοι προέτειναν, εἶναι, ὅτι
126τὰ μὲν ἔσοδα τοῦ Κράτους ἐπὶ ἐσφαλμένων βάσεων προϋ-
127πολογίζονται, καὶ ἑπομένως δὲν θ’ ἀποδώσουν τὰ ποσὰ, τὰ
128ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις προβλέπει, τὰ δὲ ἔξοδα ἐλλιπῶς προϋ-
129πελογίσθησαν, ὥστε θὰ ὑπερβῶσι τὰ δι’ αὐτὰ προβλεπό-
130μενα ποσά. Εἰς τὸ πρῶτον ἰδίως, τὰ αὐτὰ ἐπιχειρήματα
131προέταξαν καὶ οἱ δύο προλαλήσαντες, ὅτι ἐσφαλμένως ἡ
132Κυβέρνησις προϋπολογίζει τὰ ἔσοδα ἐπὶ τῶν βεβαιώσεων
133καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν εἰσπραττομένων. Ἡ θεωρία αὕτη ἔχει τι
134ἴσως τὸ βάσιμον, ἀλλὰ θὰ παρατηρήσω ἰδίως εἰς τὸν ἀξιό-
135τιμον ἐκ Γόρτυνος συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ἐπανειλημμένως ἦτο
136Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀκόμη δὲ συχνότερον Ὑπουρ-
137γὸς τῶν Οἰκονομικῶν, συντάξας πολλοὺς προϋπολογισμούς,
138πῶς δὲν ἐσκέφθη τότε νὰ φέρῃ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν εἰς
139τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ βασιλείου
140ἐπεκράτησεν εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ τελευταῖον
141ἀκόμη τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892, ὡς ὡμολόγησεν ὁ
142ἴδιος, ὑπέβαλεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συστήματος τῶν βεβαιώ-
143σεων; Πῶς τώρα ἐπείσθη, κατὰ τὸ ὀλιγοχρόνιον διάστημα,
144τὸ ὁποῖον μᾶς χωρίζει ἀπὸ τοῦ 1892, ὅτι τὸ σύστημα
145τοῦτο εἶναι τόσον ἐσφαλμένον; Δὲν εἶμαι τῆς ἀρχῆς, ὅτι
146δὲν πρέπει νὰ ἀλλάσσῃ τις γνώμην, ὅταν πεισθῇ, ὅτι αὕτη
147δὲν εἶναι ἡ ἀπολύτως ὀρθή· τοῦτο καὶ χρήσιμον εἶναι, καὶ
148πρακτικόν, καὶ οὐ μόνον ἐπὶ τοιούτων θεμάτων, ἀλλὰ καὶ
149ἐπὶ γενικωτέρων, ὅταν πεισθῇ ὅτι ἡ πορεία, ἣν μέχρι τοῦδε
150ἠκολούθει, ἦτο ἐσφαλμένη· ἀλλ’ ὅπως καὶ ἐγὼ πιστεύσω
151καὶ πᾶς τις πεισθῇ, ὅτι ἡ μεταβολὴ τῆς γνώμης εἶναι ὀρθὴ,
152πρέπει νὰ ἦναι ἐπίωρος, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ ἀξιοτίμου
153ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Προτείνει λοιπὸν, ὅτι τὰ ἔσοδα, ἐπὶ
154ἐσφαλμένης βάσεως προϋπολογιζόμενα, δὲν θέλουσιν ἐπαρ-
155κέσει· καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι δι’ ἀγορεύσεώς του πρὸ τῆς συ-
156ζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁ ἐκ Λοκρίδος ἀξιότιμος
157Βουλευτὴς, ἀναλυτικῶς ἐξετάζων, ἐπὶ τῇ ἀπαντήσει τῆς
158ὑπηρεσίας εἰς τὰς 101 ἐπερωτήσεις του, ὑπέδειξε τὰς δια-
159φορὰς, τὰς ὁποίας κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς του εὕρισκεν
160εἰς τὰ ἀποτελέσματα τὰ μέλλοντα νὰ ἐπέλθωσιν εἰς τὰς
161εἰσπράξεις, πρὸς τὰ προϋπολογιζόμενα ἔσοδα.
162§12ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι. Μοὶ ἀποδίδετε ἰσχυρισμὸν, ὃν δὲν
163ἔκαμα. Ἐγὼ ἐξήλεγξα ἀνακριβείας ἀριθμῶν.
164§13ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐκράτουν σημειώσεις, ὅτε ἠγορεύετε.
165Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, σᾶς εἶπεν, ὅτι τὰ ἔξοδα ὑπελογί-
166σθησαν οὐχὶ ἀρκετὰ καὶ θὰ δείξωσιν ὑπερβάσεις τὰ πραγ-
167ματικῶς γενησόμενα. Ἡ ἔκθεσις τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπι-
168τροπῆς ἀναγράφει, ὅτι ἐκ τοιαύτης αἰτίας θὰ χρειασθῶμεν
16918,000,000 διὰ μόνην τὴν νομισματικὴν διαφορὰν, ἐὰν
170ἀγοράσωμεν ὅλον τὸν χρυσὸν, ὅστις θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν
171πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως εἰς τοὺς
172ὑπολογισμούς της καθαρῶς ὑπολογίζει τὰ ἔσοδα εἰς 110
173ἑκατομμύρια, ἐξ ὧν ὑπολογίζει κεφάλαιον οἱονεὶ ἀποθεματι-
174κὸν, μέλλον νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν καθυστέρησιν τὴν πιθα-
175νὴν τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰς βεβαιώσεις, 6,000,000. Καὶ
176θὰ ἐνθυμῆσθε ὅσοι ἐτύχετε εἰς τὴν συνεδρίασιν τοῦ προπα-
177ρελθόντος Σαββάτου, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος συνά-
178δελφος, ἐνῷ κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν εἶχεν εἴπει, ὅτι
179ἡ διαφορὰ τῶν ἐσόδων θὰ ἦναι 7,000,000 ἐπὶ ἔλαττον,
180ἔπειτα εἶπεν, ὅτι ἔχει ὑπολογίσει ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ πλέον
181μὲν 4,800,000, ἐπὶ ἔλαττον δὲ 900,000, ὥστε εὑρίσκει, ὅτι
182θὰ ἦναι ἡ καθυστέρησις τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰς βεβαιώ-
183σεις 3,900,000· προσέθηκε δὲ, ὅτι ἡ καθυστέρησις θὰ ἦναι
184πολὺ πλέον, καθὼς ἤθελε δείξει κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ
185προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅτι θὰ ἔφθανεν εἰς 7,000,000. Ἀλλὰ
186συνέταξα καὶ ἐγὼ πίνακα τῶν καθυστερήσεων, τὰς ὁποίας
187κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη ἀπεδείκνυον αἱ εἰσπράξεις πρὸς
188τὰς βεβαιώσεις. Μοὶ ἐχρησίμευσαν δὲ διὰ μὲν τὰ ἔτη 1889
189καὶ 1890 οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν αὐτῶν, διὰ δὲ τὸ 1891
190ἡ μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1892 δημοσιευθεῖσα κατά-
191στασις. Τὸ 1889 λοιπὸν ἡ καθυστέρησις τῶν εἰσπράξεων
192πρὸς τὰς βεβαιώσεις ἀνῆλθεν εἰς 8,753,000, τὸ 1890 εἰς
1939,603,000, τὸ δὲ 1891 εἰς 9,489,000. Σημειώσατε ὅμως
194ὅτι εἰς τὰ ποσὰ ταῦτα, κατὰ σύστημα πλημμελῶς ἴσως
195ἰσχῦον, περιλαμβάνονται καὶ κονδύλια, ἅτινα δὲν ἔπρεπε νὰ
196φαίνωνται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, διότι μεταξὺ τῶν καθυ-
197στερουμένων 8,753,000 τοῦ 1889 ἔχομεν τὰς ἐγγραφὰς
198τὰς λεγομένας διὰ τὴν τάξιν, ἤτοι λογαριασμοὺς ἐπιστρο-
199φῶν χρημάτων καὶ διάφορα ἄλλα κονδύλια, τὰ ὁποῖα, ἐφαρ-
200μοζομένου ἀκριβεστέρου λογιστικοῦ συστήματος, δὲν ἔπρεπε
201νὰ ἀναγράφωνται εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Τοιαῦτα κονδύ-
202λια διὰ τὸ 1889 φαίνονται ὡς βεβαιωθέντα διὰ 1,836,000.
203Ἐπειδὴ δὲ εἰσεπράχθησαν ἐξ αὐτῶν 679,000, μένουν δραχ.
2041,157,000· ὥστε ἐκπιπτομένων αὐτῶν ἀπὸ τῶν καθυστε-
205ρουμένων 8,753,000, ἔχομεν πραγματικὴν καθυστέρησιν
206τοῦ 1889 δρ. 7,596,000. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἔχομεν
207διὰ τὸ 1890 καθυστέρησιν 6,951,000 καὶ διὰ τὸ 1891
208δραχ. 7,283,000.
209Ἵνα σᾶς δείξω ὅμως ποίας φύσεως εἶναι αὐτὰ τὰ κον-
210δύλια, τὰ ὁποῖα ἐξογκόνουν τὰς βεβαιώσεις, θὰ σᾶς ἀνα-
211φέρω, ὅτι εἰς τὰ 1891 ἐκ τῶν 2,460,000, εἰς ἃ φθάνουν αἱ
212καθυστερήσεις, εἶναι καὶ τὸ ἀπρόβλεπτον ἔσοδον 1,555,000,
213τὸ ἐπιβληθὲν εἰς τὴν ἑταιρίαν τῆς Κωπαΐδος πρόστιμον,
214ὅπερ δὲν εἰσεπράχθη. Καὶ νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀνα-
215γραφῇ ὡς ἔσοδον τοῦ Κράτους πρὶν ἢ εἰσπραχθῇ, διότι
216ἁπλῶς μόνον ἐξώγκωσε τὴν βεβαίωσιν. Βλέπετε ὅτι ἡ καθυ-
217στέρησις ἀνῆλθε κατὰ μέσον ὅρον εἰς 7,000,000, ἡ δὲ Κυ-
218βέρνησις ὑπολογίζει σήμερον καθυστερήσεις τῶν εἰσπράξεων
219πρὸς τὰς βεβαιώσεις 6,000,000.
220Νομίζετε λοιπὸν, ὅτι, ἐφαρμοζομένου αὐστηρότερον τοῦ
221νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, καὶ ὑπισχνου-
222μένης τῆς καλῆς διοικήσεως τὴν πραγματοποίησιν περισ-
223σοτέρων εἰσπράξεων καὶ ἐγκαίρως, νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι
224λογικὴ ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἐστήριξε τὸν
225ὑπολογισμόν της, περιορίσασα τὰς πιθανὰς καθυστερήσεις
226τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰς βεβαιώσεις εἰς 6,000,000; Εἶ-
227πον, ὅτι καὶ κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, διὰ τὰς
228βεβαιώσεις ὁ μέσος ὅρος, τὸν ὁποῖον ἔλαβεν ὡς βάσιν ἡ
229Κυβέρνησις, δὲν ἦτο πάντοτε ἀκριβὴς, καὶ ὅτι ὑπερβολι-
230καὶ εἶναι αἱ ἐκτιμήσεις τῶν πιθανῶς βεβαιωθησομένων ἐσό-
231δων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι πάντοτε ὁ μέσος ὅρος μόνον, ὁ ὁποῖος
232ἐχρησίμευσεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸν προϋπολογισμὸν
233τῶν ἐσόδων τοῦ 1893. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἴς τινα ἔσοδα
234ὑπελόγισεν ὑπὲρ τὸν μέσον ὅρον· ἀλλὰ ποῖα εἶναι αὐτά;
235Εἶναι ἐκεῖνα τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἀναντιῤῥήτως κατ’ ἔτος
236δεικνύουσιν αὔξησιν, καὶ ἑπομένως ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ὡς
237ὅρον τὰ ἔσοδα τοῦ τελευταίου ἔτους 1891, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ
238ἐβάσισε τὸν ὑπολογισμόν της διὰ τὰ προϋπολογιζόμενα διὰ
239τὸ 1893. Καὶ τοιαῦτα εἶναι τὸ σιγαρόχαρτον, τὰ παιγνιό-
240χαρτα, τὰ πυρεῖα, ὁ καπνὸς, τὰ πνευματώδη ποτὰ, τὸ
241χαρτόσημον, τὰ ταχυδρομικὰ, τὰ τηλεγραφικὰ, τὸ ἀντάλ-
242λαγμα τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, τὸ ἅλας, τὰ δάση
243καὶ ἓν ἢ δύο ἄλλα ἥσσονος σημασίας. Καὶ διατὶ ἐπ’ αὐτῶν
244ἔλαβε τὸν ὅρον τοῦ 1891; Εἶναι εὔκολον νὰ τὸ ἐννοήσῃ
245τις· διότι τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν, κατ’ ἔτος, καθὼς εἶναι τὰ
246ἀποβλέποντα εἰς τὰ μονοπώλια, δεικνύουσι τακτικὴν καὶ
247ἀδιάκοπον αὔξησιν. Ἑπομένως λαβοῦσα ἡ Κυβέρνησις ὡς
248βάσιν τὰ τοῦ τελευταίου ἔτους 1891, δὲν εἶναι πιθανὸν, ὅτι
249θὰ διαψευσθῇ, εἰμὴ καθότι θὰ δείξωσι τὰ ἔσοδα αὐτὰ ἀνω-
250τέρας ἀκόμη εἰσπράξεις παρ’ ὅ,τι ὑπελόγισεν. Ὑπελόγισε
251καὶ εἰς ἄλλα ἔσοδα περισσότερα τοῦ μέσου ὅρου· π. χ. ὑπε-
252λόγισε τὴν αὔξησιν τοῦ χαρτοσήμου, διότι ἐπεβλήθησαν
253νέοι φόροι, καθὼς γνωρίζετε, οἱ ὁποῖοι ἤρξαντο ἐν μέρει ἤδη
254νὰ ἀποφέρωσι, καὶ νὰ δικαιολογῶσι πληρέστατα τὸ ποσὸν,
255τὸ ὁποῖον παρ’ αὐτῶν προσδοκᾶται. Τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τοῦ
256καπνοῦ, ἂν καὶ τοῦτο ἐν λεπτομερείᾳ κατωτέρω θέλω τὸ
257διαπραγματευθῆ, καὶ τοῦτο πληρέστατα δικαιολογεῖ τὸ
258ἐπὶ πλέον ὑπολογιζόμενον ἔσοδον.
259Τὰ ταχυδρομικὰ ηὐξήθησαν, διότι ηὐξήθη διὰ τοῦ νο-
260μοσχεδίου τὸ τέλος τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν στελλομένων ἐπι-
261στολῶν καὶ δεμάτων· ἐπίσης τὰ τηλεγραφικὰ, ἐπίσης τὸ
262ἀντάλλαγμα τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, διότι εἴδομεν ἀπὸ
263τὸν πίνακα τὸν κατατεθέντα, ὅτι ὄχι μόνον τὸ προβλεπό-
264μενον ποσὸν, ἀλλὰ καὶ ἀνώτερον ποσὸν εἰσεπράχθη. Ἀλλ’
265ἡ Κυβέρνησις εἰς πολλὰ ἀντικείμενα ὑπελόγισε κάτω τοῦ
266μέσου ὅρου τῶν τριῶν ἐτῶν. Ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριών-
267των κτηνῶν ὑπελόγισεν ἐπὶ ἔλαττον τῶν βεβαιώσεων 10,131.
268Ἐπὶ τῆς σταφίδος ὑπελόγισεν ἔλαττον κατὰ 107 χιλιάδας,
269διὰ τὰ προϊόντα τῆς Ἑπταννήσου κατὰ 102,000 ὀλιγώ-
270τερα, διὰ τὸν δασμὸν τῆς εἰσαγωγῆς 1,929,000 κάτω
271τοῦ μέσου ὅρου τῶν τριῶν ἐτῶν. Διὰ τὴν ἐπιστροφὴν χρη-
272μάτων, τὸ κονδύλιον, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐπραγματεύθη-
273μεν, ὑπελόγισεν 920,000 ὀλιγώτερον. Διὰ τὴν ἐκποίησιν
274δημοσίων κτημάτων 337,000 ἐπὶ ἔλαττον καὶ διάφορα
275ἄλλα ποσά. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἡ παρατήρησις, ὅτι ὁ μέ-
276σος ὅρος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐβάσισεν ἡ Κυβέρνησις τοὺς ὑπο-
277λογισμούς της διὰ τὰ ἔσοδα τοῦ 1893, δὲν εἶναι καθόλου
278ἀκριβής. Ἐγένετο ὅμως καὶ ἄλλη παρατήρησις, ὅτι ἐκ τῶν
279ἀποτελεσμάτων τῶν 9 μηνῶν τοῦ 1892 εἰσεπράχθησαν
2802,700,000 δρ. ὀλιγώτερα ἢ κατὰ τοὺς 9 μῆνας τοῦ 1891,
281τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους βαθμη-
282δὸν μειοῦνται, καὶ δὲν εἶναι πιθανὸν, ὅτι τὸ 1893 θέλομεν
283πλησιάσει πρὸς τὰ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ προβλεπόμενα
284ἔσοδα. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ ὑποβαλὼν τὴν παρατή-
285ρησιν ταύτην δὲν ἐσκέφθη καλῶς, δὲν ἐβάσισεν ἐπὶ ἑδραίων
286βάσεων τὸν ὑπολογισμόν του· διότι, ἐρωτῶ, κατὰ τοὺς
287ἐννέα πρώτους μῆνας τοῦ 1892 ἦτο ὁμαλὴ ἡ κατά-
288στασις τῶν πραγμάτων, καὶ ἑπομένως ἠδύνατό τις νὰ
289ἀναμείνῃ ὁμαλὴν τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων;
290Δὲν εἴδομεν δύο ἀλλαγὰς Κυβερνήσεων τοὺς πρώτους
291μῆνας τοῦ 1892; δὲν εἴδομεν γενικὰς ἐκλογὰς, ὡς ἐκ τῶν
292ὁποίων πᾶς τις γνωρίζει, ὅτι καὶ κατὰ τὸν νόμον ἀκόμη
293ἡμῶν πρὸ καὶ μετὰ τὰς ἐκλογὰς παύει ἡ ἐνέργεια τῶν δη-
294μοσίων εἰσπρακτόρων καὶ ταμιῶν; Ἑπομένως, ἐὰν θέλωμεν
295νὰ ἤμεθα ἀκριβεῖς, δὲν πρέπει νὰ συγκρίνωμεν τοὺς 9
296πρώτους μῆνας τοῦ 1892, ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβωμεν ἢ τοὺς
2976 πρώτους, ἢ τοὺς 6 δευτέρους, ἢ καὶ ὅλους τοὺς μῆνας
298τοῦ ἔτους, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν βάσιν σταθερὰν
299συγκρίσεως· ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατόπιν καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιό-
300τιμος ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τὴν παρα-
301τήρησιν αὐτὴν, καταστρέφων τὸν λόγον του, ὡμολόγησεν,
302ὅτι αἱ ἐκλογαὶ καὶ ἡ ἀλλαγὴ Κυβερνήσεων συνέτειναν εἰς
303τὸ νὰ χειροτερεύσῃ οἰκονομικῶς ἡ κατάστασις τοῦ 1892,
304καὶ δὲν ἔπρεπε ν’ ἀποδοθῇ εἴς τινα προσωπικῶς. Ἀλλ’
305ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ προσωπικῶν ζητημάτων, δὲν πρό-
306κειται ἐὰν ἕνεκα τοῦ μὲν ἢ τοῦ δὲ κυβερνῶντος ὠλιγόστευ-
307σαν αἱ εἰσπράξεις. Τὰ πράγματα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα,
308μοὶ φαίνεται, πρὸ παντὸς ἄλλου πρέπει νὰ ὁμιλοῦν· ὁ ἴδιος
309ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἡ ἀλλαγὴ τῶν Κυβερνήσεων καὶ αἱ ἐκλο-
310γαὶ, αἵτινες θέτουσιν εἰς ἀναστάτωσιν τὴν δημοσίαν ὑπη-
311ρεσίαν, καὶ παύουσι προσωρινῶς λειτουργοῦσαι αἱ οἰκονομι-
312καὶ ἀρχαὶ, αὐτὸς ὁ ἴδιος μᾶς ἔδωκε τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν εἶναι
313βάσιμος ὁ ὑπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ἔκαμεν, ἡ σύγκρισις τῶν 9
314πρώτων μηνῶν τοῦ 1892 πρὸς τοὺς τοῦ 1891· διότι, ἂν λάβω-
315μεν ὑπ’ ὄψιν τὰς εἰσπράξεις τῶν ἑπομένων μηνῶν εἰδῶν τινων,
316τῶν τελωνείων καὶ ἄλλων ἀμέσων φόρων, θὰ ἴδητε, ὅτι οἱ δεύ-
317τεροι 6 μῆνες τοῦ 1892 ἐνδεικνύουσιν ὄχι μόνον ἐκεῖνα, τὰ
318ὁποῖα προϋπελογίζοντο, ἀλλὰ καὶ ἕτερα πλείονα, ὅταν ἔλθω-
319μεν εἰς τὰ καθέκαστα τῶν φόρων. Καὶ ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ φόρου
320τοῦ καπνοῦ ὁμιλῶν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος,
321ἀνέφερεν ὅτι κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ 1892 εἰσε-
322πράχθησαν 200,000 δραχ. ὀλιγώτερον ἢ τὸ 1891, καὶ μᾶς
323ἀνέγνωσε καταστάσεις, ἐξ ὧν ἀπεδεικνύετο τοῦτο· εἶπε δὲ,
324καθὼς ἐνθυμεῖσθε ὅλοι, ὅτι ἦτο κατὰ τοῦ φόρου τοῦ διὰ τῶν
325καπνοκοπτηρίων, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶχε τὸ ἐλάττωμα τὸ
326σύστημα αὐτὸ νὰ ἦναι πολυδάπανον διὰ τὴν εἴσπραξιν,
327ὥστε μέγα μέρος τοῦ φόρου, ὃν ἐπλήρονον οἱ φορολογούμε-
328νοι, δὲν εἰσήρχετο εἰς τὸ ταμεῖον, εἶχε καὶ τὸ ἄλλο ἐλάτ-
329τωμα, νὰ δίδῃ ἀφορμὴν εἰς τοὺς ἑκάστοτε διοικοῦντας νὰ
330αὐξάνωσι τὸ προσωπικὸν, εἰσάγοντες εἰς τὰ ἐργοστάσια
331ἀνθρώπους ἀλλοτρίους τῆς ἐργασίας, ὥστε νὰ ἐπιβαρύνη-
332ται ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου μέχρι 30, 40 καὶ 50% ἐπὶ
333τῶν εἰσπράξεων. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν μομφὴν, ὅτι τὸ σύ-
334στημα τῶν καπνοκοπτηρίων δίδει ἀφορμὴν εἰς αὔξησιν
335ὑπερβολικὴν τοῦ προσωπικοῦ, θὰ ἀναφέρω εἰς τὸν ἐκ Γορτυ-
336νίας ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι, ὅτε κατὰ τὸν Νοέμβριον
337τοῦ 1891 ἐμέμφετο τοῦ συστήματος καὶ ἐζήτησε νὰ εἰσα-
338γάγῃ τὴν μεταβολὴν αὐτοῦ διὰ τῶν δηλώσεων, καὶ ἔφερεν
339εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἐπιχείρημα τὸ πολυδάπανον τῆς εἰσπρά-
340ξεως, τῷ ἐγένετο παρατήρησις, καὶ θὰ τῷ ὑπενθυμίσω ἐκεῖ-
341να, τὰ ὁποῖα ἐγὼ αὐτὸς τῷ ἀνέφερον (ἀναγινώσκει):
342«Ἐπειδὴ, καθ’ ἃ διατείνεται ὁ κ. Ὑπουργὸς, τὰ ἔξοδα
343εἶναι 850,000 δραχμαὶ, καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὸ 1890 ἐκόπη-
344σαν περίπου 800,000 ὀκάδες, ἀναλογεῖ εἰς τὴν Κυβέρνη-
345σιν τὸ ἔξοδον πρὸς 1 δραχμὴν τὴν ὀκᾶν». Τῷ ἀνέφερον,
346ὅτι κατὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν μοὶ ὑπέδειξαν πολλοὶ
347καπνοπῶλαι, οἱ μᾶλλον κατάλληλοι ἵνα γνωρίζωσι τὸ εἶδος
348τοῦτο, ἐπρότειναν νὰ ἀναθέσῃ τὴν κοπὴν τοῦ καπνοῦ εἰς
349τοὺς ἰδίους καπνεμπόρους ἢ καπνοπώλας, ὥστε ν’ ἀπαλ-
350λαχθῇ τὸ Δημόσιον τῆς τοιαύτης δαπάνης· ἀλλὰ τότε τὴν
351πρότασιν αὐτὴν δὲν εὕρισκεν οὐδὲ λογικὴν, οὐδὲ συμφέρου-
352σαν· νῦν ὅμως, ὅτε ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐφήρμοσε, καὶ ἔδωκε
353τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀκούσητε τώρα, ἠναγκάσθη
354ὁ ἴδιος νὰ ὁμολογήσῃ (ἀναγινώσκει): «Καὶ ἄλλην εἰσή-
355γαγε βελτίωσιν εἰς τὸ σύστημα τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων
356φορολογίας τοῦ καπνοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἀφῄρεσεν
357ἀπὸ τὴν διοίκησιν τὴν εὐκαιρίαν νὰ διορίζῃ ἐργάτας καὶ
358κόπτας ἄνευ ἀνάγκης, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ δημοσίου ταμείου κλπ.»
359Τοῦτο, λέγω ἐγὼ, ὅτι εἶναι πρὸς ἔπαινον ἀκριβῶς τῆς Κυ-
360βερνήσεως, ὅτι δὲν ἐσκέφθη, ἐπειδὴ ἓν μέρος τοῦ συστήμα-
361τος εἶχέ τι τὸ πλημμελὲς, νὰ τὸ κατστρέψῃ ἐκ βάθρων, ἀλλ’
362ἐσκέφθη πῶς δύναται νὰ διορθώσῃ τὸ πλημμελὲς τοῦτο,
363ὥστε νὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ δαπάναι.
364Καὶ ἀντὶ τῶν 800,000 δραχμῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἐβε-
365βαίου ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, ὅτι διὰ τὸ ἔτος 1890 ἀνῆλθον
366αἱ δαπάναι τῶν καπνοκοπτηρίων, ἰδοὺ εἰς ποῖον ἀποτέ-
367λεσμα ἔφθασεν ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας μέμφονται ὅτι δὲν
368ψηφίζει φόρους καὶ νόμους, παρὰ διὰ προσωπικὰς δαπά-
369νας. Κατὰ τὸ ἐφαρμοσθὲν ἤδη σύστημα, καθ’ ὃ ἡ κοπὴ
370τοῦ καπνοῦ ἀφῃρέθη ἀπὸ τὴν διοίκησιν καὶ ἀνετέθη εἰς
371αὐτοὺς τοὺς ἰδίους καπνοπώλας, τὸ διὰ τοῦ ὑποβληθέντος
372προϋπολογισμοῦ προβλεπόμενον ἔξοδον ἀνήρχετο εἰς 299,000
373δραχμὰς, κατὰ δὲ τὰ κεκανονισμένα ἤδη, περιορίζεται εἰς
374259,000 μόνον, ἐπὶ ποσοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ὀκάδων, τὰς
375ὁποίας ὑπολογίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι μέλλουσι νὰ κοπῶσι
376κατὰ τὸ 1893. Καὶ εἰς ποῖον, νομίζετε, ποσὸν ἀνέρχεται ἡ
377ἀναλογία τῆς δαπάνης ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς; Κατὰ μὲν τὸν
378προϋπολογισμὸν, εἰς 27½ λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, κατὰ δὲ τὴν
379πράγματι μέχρι τοῦδε δαπάνην, εἰς 24. Ἠξεύρετε δὲ, ὅτι
380ὁ καπνὸς πληρόνει φόρον μὲ τὰς ταινίας περίπου 5,70
381κατ’ ὀκᾶν· ὥστε βλέπετε, ὅτι δὲν φθάνει οὔτε 5% ἡ δα-
382πάνη διὰ τὴν εἴσπραξιν τοῦ πληρονομένου φόρου ἐπὶ τοῦ
383καπνοῦ. Αὕτη, νομίζω, εἶναι πραγματικὴ ὑπηρεσία εἰς τὸν
384τόπον, διὰ τῆς ὁποίας ἐλαττοῦνται σημαντικῶς τὰ ἔξοδα.
385Ἀλλ’ ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διὰ τῶν ἐξόδων τού-
386των γίνεται καὶ ἄλλη εἴσπραξις, ἡ τοῦ σιγαροχάρτου, ἡ
387ὁποία καὶ αὕτη ὑπερβαίνει τὰ 2,000,000, διότι ἐλάχιστον
388μέρος σιγαροχάρτου πωλεῖται διὰ τῶν ταμείων, ἡ ὁλικὴ
389εἴσπραξις ἀνέρχεται περὶ τὰ 8,000,000· ὥστε δὲν φθάνει
390παρὰ εἰς 3 καὶ ἓν ἐλάχιστον μόριον τοῖς ἑκατὸν ἡ δα-
391πάνη, ἀντὶ τῶν 40 ἢ 50%, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ 1890 ὑπε-
392λόγιζεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος. Καὶ νομίζετε
393ὅτι αὐτὸ εἶναι σύστημα αὐξήσεως τῶν προσωπικῶν δαπα-
394νῶν; Ἀλλὰ μήπως καὶ εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων
395ἐσόδων διὰ τῆς περιστολῆς τῶν εἰς τοὺς ταμίας πληρω-
396τέων ποσοστῶν ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων δὲν ἐπέφερεν ἐσχάτως
397ἐλάττωσιν περὶ τὰς 200,000 δραχμῶν; Ἐπεθύμουν, οἱαδή-
398ποτε Κυβέρνησις, εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως,
399νὰ δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τοιαῦτα ἀποτελέσματα.
400Ἀλλὰ παρετήρησεν, ὅτι ἡ προβλεπομένη ποσότης
4011,000,000 ὀκάδων διὰ τὸ 1893, καὶ συνεπῶς τὸ ἐκ
4025,716,000 ἔσοδον εἶναι ὑπερβολικὸν, διότι τὰ ἀποτελέ-
403σματα τῶν παρελθόντων ἐτῶν καὶ τῶν μηνῶν τοῦ 1892
404δὲν ἐδικαιολόγουν τοιοῦτον ποσόν. Ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος
405ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος, ὅτι τὸ ἔτος 1890, ὅτε ἦτο Ὑπουρ-
406γὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ καὶ νῦν Ὑπουργὸς καὶ Πρόεδρος
407τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἔσοδον τοῦ καπνοῦ κατέπεσεν, ἀλλὰ
408ἐλησμόνησεν, ὅτι ναὶ μὲν τὸν Ἰανουάριον εἶχον κοπῆ ὀκά-
409δες 86,000, ἐνῷ τὸν Φεβρουάριον κατέπεσε τὸ ποσὸν εἰς
41045,000, τὸν Μάρτιον εἰς 67,000, ἐλησμόνησε, λέγω, ὅτι
411τὴν 20 Ἰανουαρίου ηὐξήθη ὁ φόρος ἀπὸ 4 δραχμῶν εἰς
4125,20, δηλ. 30 ὁλόκληρα τοῖς ἑκατὸν, καὶ ὅλοι οἱ καπνο-
413πῶλαι καὶ οἱ καπνέμποροι, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως ταύτης,
414ἔτρεξαν νὰ κόψωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον πρὸ τῆς
415ἐφαρμογῆς τῆς αὐξήσεως. Ἀλλ’ οἱ ἄλλοι μῆνες ἀνῆλθον
416ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου, καθ’ ὃν ἐκόπησαν 45,000, τὸν Μάρ-
417τιον εἰς 67,000, Ἀπρίλιον 62,000, Μάϊον 69,000, Ἰού-
418νιον 63,000, καὶ οὕτω καθεξῆς, ὥστε τὸ ποσὸν τὸ κοπὲν
419κατὰ τὸ 1890 ἔφθασεν εἰς τὰς 803,000 ὀκάδας μόνον, ἐνῷ
420τὸ 1880 εἶχε φθάσει εἰς 1,007,000.
421Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ 1892, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀπὸ
422τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου ἠλαττώθη κατὰ 30 λεπτὰ ὁ φό-
423ρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, διότι τὸ ἔσοδον τῆς κοπῆς ἔπαυσε καὶ
424ἀφέθη εἰς τοὺς καπνοπώλας. Ἰδοὺ ποῖαι εἶναι αἱ εἰσπρά-
425ξεις τοῦ 1892. Ὁ Ἰανουάριος ἀπέδωκε 38,000 ὀκάδας
426ἀπὸ καπνὸν καὶ τουμπεκὶ ὁμοῦ, ὁ Φεβρουάριος 42,000,
427ὁ Μάρτιος 47,000, ὁ Ἀπρίλιος 43,000, ὁ Μάϊος 54,000
428καὶ ὁ Ἰούνιος 50,000. Κατόπιν ἐρχόμεθα εἰς τὴν βʹ πε-
429ρίοδον τοῦ 1892. Ὁ Ἰούλιος 52,000, ὁ Αὔγουστος 63,000,
430ὁ Σεπτέμβριος 77,000, ὁ Ὀκτώβριος 84,000, ὁ Νοέμβριος
43180,000 καὶ ὁ Δεκέμβριος 83,000. Τὸ ὅλον ἔχομεν κατὰ
432τὸ 1892 ὀκάδας 719,000. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ ῥίψωμεν ἓν
433βλέμμα εἰς τοὺς διαφόρους μῆνας, τί βλέπομεν; Ἀπὸ τὸν
434Ἰανουάριον οἱ πρῶτοι ἓξ μῆνες ἕως τὰς 30 Ἰουνίου ἔδωκαν
435278,000, οἱ δὲ ἕτεροι 6 μῆνες, ἀπὸ 1 Ἰουλίου ἕως 31 Δε-
436κεμβρίου, ἔδωκαν 441,000, δηλαδὴ σχεδὸν ἐδιπλασιάσθη
437τὸ ποσόν· καὶ νομίζετε ὅτι δὲν εἶναι ἔνδειξις τοῦτο, ὅτι οἱ
438ὑπολογισμοὶ, τοὺς ὁποίους ἔλαβεν ὡς βάσιν ἡ Κυβέρνησις
439εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ ἐσόδου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ διὰ τὸ
4401893, εἶναι δικαιολογημένοι; Ἐὰν καὶ οἱ πρῶτοι 6 μῆνες
441τοῦ ἔτους ἔδιδον αὐτὰ τὰ ποσὰ, ἠθέλομεν ἴσως ὑπερβῆ καὶ
442τὸ ἑκατομμύριον.
443Ἐὰν δὲ θέλητε νὰ συγκρίνωμεν τὴν βʹ ἑξαμηνίαν κατὰ
444τμήματα, βλέπετε ὅτι ἡ αʹ τριμηνία, ἀπὸ 1 Ἰουλίου μέ-
445χρι 30 Σεπτεμβρίου, ἔδωκεν 193,000 ὀκάδας, ἡ δὲ βʹ τρι-
446μηνία ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου ἕως 31 Δεκεμβρίου, ἔδωκεν ὀκάδ.
447247,000. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ ἔσοδον αὐτὸ ὄχι μόνον
448δὲν ἐλαττοῦται, ἀλλ’ ὁλονὲν αὐξάνει, καὶ πληρέστατα δι-
449καιολογεῖ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκο-
450νομικῶν, ὅτι κατὰ τὸ 1893 θὰ ἔχωμεν 1,000,000 ὀκ. φο-
451ρολογούμενον ἐν τοῖς καπνοκοπτηρίοις, ὅπως ἄλλοτε ἀπέ-
452δωκε τὸ ἔτος 1889 ὀκάδας 1,007,000, καὶ τὸ 1888 ὀκά-
453δας 1,059,000.
454Παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος, ὅτι
455θὰ τελειοποιηθῇ καὶ τὸ λαθρεμπόριον, καὶ ὅτι θὰ ἐφεύρουν
456ἄλλα μέσα, ὅπως ἀποφύγουν τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν κατα-
457δίωξιν. Ἀλλ’ ὁ νέος νόμος, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρ-
458νησις, ἤρχισεν ἐφαρμοζόμενος ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου, δὲν
459εἶναι δὲ νόμος, ὁ ὁποῖος μόνον κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐφαρ-
460μογῆς του δύναται νὰ δώσῃ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα
461εἴδομεν, ἀπ’ ἐναντίας εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος, ὅσον προχωρεῖ ἡ
462ἐφαρμογή του, θὰ ἐξασφαλίζῃ ἔτι μᾶλλον τὴν εἴσπραξιν,
463διότι παρακολουθεῖ τὸν εἰς φύλλα καπνὸν, καὶ ἑπομένως
464θὰ ἦναι δυσκολώτερον νὰ διαφύγῃ ὁ λαθρέμπορος τὴν ἐπί-
465βλεψιν τῆς ἐξουσίας. Ὥστε, μοὶ φαίνεται, δὲν ἐπιδέχεται
466ἀμφιβολίαν, ὅτι τὸ ἐκ τοῦ καπνοῦ προβλεπόμενον ἔσοδον
467οὔτε ὑπερβολικὸν εἶναι, οὔτε θὰ δείξῃ μείωσιν ὡς πρὸς τὸ
468ὑπολογιζόμενον ποσόν.
469Παρετήρησεν, ὅτι τὸ συναφὲς πρὸς τὸν καπνὸν σιγα-
470ρόχαρτον δεικνύει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων ἐλάτ-
471τωσιν κατὰ 100,000 δραχμὰς, καὶ εἶπε, πῶς δικαιολογεῖ-
472ται τοῦτο; Τοῦτο δικαιολογεῖται ἐκ δύο λόγων· πρῶτον ἐκ
473τῆς διαφορᾶς περὶ τὴν συσκευὴν, διότι, ἐπειδὴ ἐσχάτως πα-
474ρετηρήθη, ὅτι ἀντὶ πακέτων 10 δραμίων καπνοῦ, συμφέρει
475νὰ γείνωσι καὶ μικρότερα, ἤτοι τῶν 5 δραμίων, καὶ συνεπῶς
476ἀντὶ φυλλαδίων 50 φύλλων νὰ γείνωσιν 25 μόνον, ἐδέησε νὰ
477τροποποιηθῇ τὸ σύστημα τῶν φυλλαδίων, καὶ ἐπειδὴ ἐγέ-
478νετο μεγαλειτέρα ἡ ποσότης τῶν φυλλαδίων, τὰ ὁποῖα τὸ
479ἀναλαβὸν τὴν ἐργασίαν αὐτὴν ἐργοστάσιον ἀνέλαβε, συνή-
480νεσε νὰ κάμῃ καὶ μείωσιν τῆς τιμῆς, ὥστε ἀπ’ αὐτὴν μό-
481νον τὴν μείωσιν, ἡ ὁποία στηρίζεται ἐπὶ συμβάσεως μετὰ
482τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς 24 Αὐγούστου 1892,
483ἐπέρχεται μείωσις 20,000 δραχ. κατ’ ἔτος. Ἐκτὸς τούτου,
484ὑπάρχει καὶ παρακαταταθήκη σιγαροχάρτου, τὸ ὁποῖον,
485καίτοι προβλεφθὲν καὶ ἐναποθηκευμένον ἀπὸ τοῦ 1891, δὲν
486κατηναλώθη ὅλον, διότι ἐγένετο μικροτέρα ἡ κατανάλω-
487σις τοῦ καπνοῦ, καὶ συνεπῶς καὶ τοῦ σιγαροχάρτου, καὶ
488σήμερον ἔρχεται εἰς κατανάλωσιν αὐτὸ τὸ σιγαρόχαρτον,
489ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ προκύψῃ οἰκονομία 80,000, καὶ οὕτω
490συμποσοῦται τὸ ποσὸν τῶν 100,000, καθ’ ἃς φαίνεται ἐλατ-
491τούμενον τὸ δι’ αὐτὸ ἔξοδον.
492Ἐγένετο ὅμως παρ’ ἄλλου συναδέλφου ἡ παρατήρησις,
493ὅτι ἐπὶ τῶν ἐκ τῶν τελωνείων εἰσπράξεων προβλέπει ἐλάτ-
494τωσιν, καὶ συνεπῶς νομίζει, ὅτι τὸ προβλεπόμενον ἐν τῷ
495προϋπολογισμῷ ποσὸν θέλει καθυστερήσει. Καὶ αὐτὴ ἡ
496παρατήρησις μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἔχει πολλὴν βασιμό-
497τητα, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Τὸ 1892 ἔχομεν εἴσπραξιν
498γνωστὴν, διότι ἔχομεν καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Δεκεμ-
499βρίου, ἔχομεν ἐν ὅλῳ 26,740,000, ἐν ᾧ προεβλέποντο κατὰ
500τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892 25,921,000· ὥστε ἔχομεν
501περίπου 750,000 ἐπὶ πλέον τοῦ προβλεπομένου ποσοῦ, ὁ
502δὲ ὑπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον, καθὼς θὰ εἴδετε εἰς τὴν εἰ-
503σηγητικὴν ἔκθεσιν, ἔκαμε, τοῦ ἐσόδου τοῦ 1893, εἶναι διὰ
504τοὺς δασμοὺς τοὺς πρὸ τῆς αὐξήσεως τῶν τελωνειακῶν, ἐπὶ
505τῇ βάσει εἰσπράξεως, 1,920,000 ὀλιγώτερον ἢ τὸ 1891,
506αἱ δὲ ἐπελθοῦσαι αὐξήσεις ἔδωκαν ἀποτέλεσμα ἐπὶ πλέον,
507διότι, ἐν ᾧ αἱ αὐξήσεις τῶν δασμῶν κατὰ μέσον ὅρον ἀνέρ-
508χονται εἰς 14½ ἢ 15%, ἡ αὔξησις, τὴν ὁποίαν ἔδειξαν
509οἱ μῆνες Ὀκτώβριος καὶ Νοέμβριος, ἀνῆλθεν ἀπὸ 22 ἕως
51028%. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὑπελόγισεν ὁ
511Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὰς εἰσπράξεις τῶν τελωνείων,
512ἄνευ τῶν αὐξήσεων, εἶναι κατὰ 1,920,000 ἐλάσσων τῆς
513τοῦ 1891, δικαιολογεῖται, νομίζω, ἀρκούντως ἡ διὰ τὸ
5141893 προβλεπομένη εἴσπραξις, ἀφοῦ μάλιστα τὰ ἀποτε-
515λέσματα τῶν μηνῶν Ὀκτωβρίου, Νοεμβρίου καὶ Δεκεμ-
516βρίου ἀπέδειξαν διὰ τῶν πραγμάτων, ὅτι ἡ ἐπελθοῦσα αὔ-
517ξησις τῶν δασμῶν δὲν ἠλάττωσε καὶ τὴν εἰσαγωγήν.
518Θὰ μοὶ παρατηρήσωσιν ἴσως, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ πρώτου
519δεκαημέρου τοῦ Ἰανουαρίου ἔδειξαν ἐλάττωσιν. Ἀλλ’ αὐτὸ
520δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἐπιχείρημα, ὅπερ δὲν ἔχει καὶ τὸν
521ἀντίθετον λόγον. Ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὸν μῆνα
522Νοέμβριον ἢ Δεκέμβριον ἐπῆλθε μεγαλειτέρα ἡ εἰσαγωγὴ
523ἕνεκα τῶν αὐξηθέντων δασμῶν, ἡ εἰσαγωγὴ αὕτη δὲν δύ-
524ναται νὰ ἐπακολουθήσῃ δι’ ὅλον τὸ ἔτος· θὰ μειωθῇ κατὰ
525τὰς πρώτας εἰσπράξεις τοῦ Ἰανουαρίου, ἀλλὰ θὰ ἐπανέλ-
526θουν τὰ πράγματα εἰς τὴν φυσικὴν αὐτῶν τροχιὰν, καὶ
527ἑπομένως αἱ εἰσπράξεις θὰ ἐπανέλθουν εἰς τὸ πρῶτον αὐ-
528τῶν σημεῖον. Ἀλλὰ παρετήρησε πρὸς τούτοις, ὅτι καὶ εἰς
529τὰ μονοπώλια αὐτὰ εὑρίσκει ἐλάττωσιν. Δὲν γνωρίζω ἐπὶ
530τίνος βάσεως ὁ συνάδελφος εὗρε τὴν ἐλάττωσιν τῶν μονο-
531πωλίων· κατὰ σημείωσιν, ἣν ἔχω πρὸ ὀφθαλμῶν, καὶ ἐφ’
532ἧς, νομίζω, δύναταί τις μὲ πᾶσαν πεποίθησιν νὰ βασισθῇ,
533βλέπω τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα. Ἀπὸ τοῦ 1888, καθ’ ὃ
534ἔτος ἐφηρμόσθη ὁ νόμος τῶν μονοπωλίων, ἡ αὔξησις εἶναι
535τακτικὴ καὶ ἀδιάκοπος, διότι τὸ 1888 ἐξ ὅλων τῶν μο-
536νοπωλίων εἰσεπράξαμεν 6,680,000, τὸ 1889 7,445,000,
537τὸ 1890 7,700,000, τὸ 1891 8,256,000, καὶ τὸ 1892
5389,085,000. Ἂν δ’ ἐξετάσωμεν καὶ τὰ καθ’ ἕκαστον εἶδος,
539κατὰ ποσὰ καταναλωθέντα, βλέπομεν προϊοῦσαν ἀδιάκο-
540πον καὶ συνεχῆ αὔξησιν. Οὕτως ἐξ ἅλατος τὸ 1888 κατη-
541ναλώθη ποσὸν ὀκάδων 13,000,000, τὸ 1889 ὀκάδες
54215,000,000, τὸ 1890 14,600,000, τὸ 1891 15,420,000
543καὶ τὸ 1892 16,890,000. Ὥστε βλέπετε συνεχῆ καὶ
544ἀδιάκοπον αὔξησιν...
545§14ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐδεὶς ἠμφισβήτησε τοῦτο.
546§15ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὄχι, τὸ ἠμφισβητήσατε... Πετρελαίου
547κατηναλώθησαν τὸ 1888 147,000 κιβώτια, τὸ 1889
548159,000 κιβώτια, τὸ 1890 169,000, τὸ 1891 182,000
549καὶ τὸ 1892 183,800 κιβώτια. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν
550καὶ ἐπὶ τῶν μονοπωλίων ἔλαβεν ὡς βάσιν ἁπλῶς τὸ κατὰ
551τὸ τελευταῖον ἔτος καταναλωθὲν ποσόν. Ἀπορῶ λοιπὸν,
552πῶς εὑρίσκετε ὑπερβολικὸν τὸ ἐκ τῶν μονοπωλίων ὑπο-
553λογιζόμενον ἔσοδον.
554§16ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχετε ἐπίσημον πληροφορίαν, ὅτι τὸ
5551892 κατηναλώθησαν 183,000 κιβώτια;
556§17ΣΚΟΥΖΕΣ. Μάλιστα· ἔχω σημείωσιν τῶν κατανα-
557λωθέντων παρὰ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων.
558Ἐγένετο παρατήρησις, ὅτι εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουρ-
559γείου τῆς Δικαιοσύνης σημειοῦται ὀλιγώτερον, καὶ σᾶς ἀνέ-
560φεραν, πῶς τὰ ἐνοίκια φυλακῶν σημειοῦνται κατὰ 10,000
561ὀλιγώτερον, καὶ πῶς εἰς τὸ κεφάλαιον Γʹ ἄρθρον 4, «συντή-
562ρησις τῶν καταδίκων», ὑπολογίζεται μόνον τὸ ποσὸν, ὅπερ
563ὑπελογίσθη διὰ τὸ 1892, καθ’ ὃ δὲν ἐξήρκεσε, καὶ ἐχρειά-
564σθη νὰ ζητηθῇ ἀναπληρωτικὴ πίστωσις 300,000.
565Τὰ ἐνοίκια τῶν φυλακῶν ἐμειώθησαν, διότι ἐν Πά-
566τραις μὲν μία οἰκία, δι’ ἣν ἐπλήρονε τὸ Δημόσιον 3,000
567δραχμὰς ἐτησίως, ἐγκατελείφθη, τοποθετηθέντων τῶν ἐν
568αὐτῇ κρατουμένων εἰς ἄλλας φυλακάς. Καὶ εἰς ἄλλας δὲ
569φυλακὰς ἐπῆλθε μείωσις τοῦ τιμήματος. Ἂν δὲ δὲν λάβω-
570μεν ὑπ’ ὄψιν τὴν διὰ τῆς προτεινομένης καταργήσεως τῶν
571Πρωτοδικείων κατάργησιν φυλακῶν, καὶ περιορισθῶμεν εἰς
572μόνην τὴν ἤδη τετελεσμένην, θὰ ἔχωμεν ἐλάττωσιν 6,914
573δρ. Ἀλλ’ εἰς τὸ σπουδαιότερον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιο-
574σύνης, τὸ ζήτημα τῆς συντηρήσεως τῶν καταδίκων, ὁ κ.
575Ὑπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀρκεῖ, καθότι ἐπέρ-
576χεται οἰκονομία πρῶτον, διότι ἀντὶ πολιτικῶν ἰατρῶν διω-
577ρίσθησαν εἰς ὅλας τὰς φυλακὰς στρατιωτικοὶ ἰατροὶ, οἵτι-
578νες δὲν πληρόνονται ὅσον οἱ πολιτικοὶ, τὰ φάρμακα θὰ τὰ
579προμηθεύωνται ἀπὸ στρατιωτικὰ φαρμακεῖα, ὅθεν θὰ λαμ-
580βάνωνται καὶ εὐθηνότερα καὶ καλλίτερα, καὶ τρίτον ἡ
581προμήθεια τοῦ ἄρτου ἐδόθη ἐπὶ μικροτέρᾳ τιμῇ. Δὲν δύνα-
582ταί τις ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸν λόγον τοῦτον, διότι ἔχομεν τὰ
583ἀποτελέσματα· ἐν ταῖς φυλακαῖς Ἀθηνῶν π. χ. ἐνῷ ἡ με-
584ρὶς κατὰ τὸ 1892 εἶχε συμφωνηθῆ ἐπὶ ἐργολαβίᾳ 36 λε-
585πτὰ κατὰ μερίδα, διὰ τὸ 1893 συνεφωνήθη πρὸς 31½,
586τῆς Σύρου ἀντὶ 30 ἐδόθη πρὸς 22, τῆς Χαλκίδος ἀντὶ
58729 ἐδόθη πρὸς 23, τοῦ Ναυπλίου ἀντὶ 36 πρὸς 29, τῆς
588Τριπόλεως ἀντὶ 28 πρὸς 24, τοῦ Μεσολογγίου ἀντὶ 34
589πρὸς 25, τῆς Ζακύνθου ἀντὶ 38 πρὸς 32, καὶ μένουσι καὶ
590ἄλλα ἀποτελέσματα, δεικνύοντα ἐλάττωσιν τοῦ 1893 πρὸς
591τὸ 1892 δραχμῶν 71,000 ἐπὶ ἔλαττον ἐπὶ μόνου τοῦ ἄρ-
592του. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ὁ περιορισμὸς τοῦ διὰ τὸ 1893
593ποσοῦ εἰς τὸ ποσὸν, ὅπερ ὑπελογίσθη διὰ τὸ 1892, εἶναι
594πληρέστατα δεδικαιολογημένος καὶ πείθει πάντα, ὅτι τὸ
595ποσὸν θέλει ἐξαρκέσει.
596Ἄλλην σπουδαιοτέραν διαφορὰν εὗρεν ὁ ἐκ Γόρτυνος
597ἀξιότιμος συνάδελφος εἰς τὸ ἔξοδον τῆς δημοτικῆς ἐκπαι-
598δεύσεως, καὶ παρετήρησεν, ὅτι κατὰ τὸ 1892 συνεστήθη-
599σαν 58 νέα σχολεῖα ἀῤῥένων καὶ 58 νέα σχολεῖα θηλέων
600πλέον τοῦ ἀριθμοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκεί-
601νης. Πῶς σημειοῦμεν τὸ ποσὸν, ὅπερ σημειοῦται ἐν τῷ
602προϋπολογισμῷ, καὶ πῶς θέλει τοῦτο ἐξαρκέσει, ἀφοῦ συνε-
603στήθησαν 116 σχολεῖα ἐπὶ πλέον; Κατὰ τὸ 1892 συνε-
604στήθησαν πράγματι 57 σχολεῖα ἀῤῥένων καὶ 60 θηλέων,
605ἀλλὰ κατηργήθησαν διὰ πράξεων ὑπουργικῶν 2 τῶν ἀῤ-
606ῥένων καὶ 5 τῶν θηλέων, διὰ δὲ τοῦ νόμου τοῦ τελευταῖον
607ψηφισθέντος, κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1892, κατηργήθησαν 45
608θηλέων καὶ 341 ἀῤῥένων, καὶ ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον τὸν
609ἔχοντα ὡς βάσιν τὸν πληθυσμὸν, ἠδύναντο νὰ ἱδρυθῶσι
61052 θηλέων καὶ 128 ἀῤῥένων, ὅ ἐστὶν 180 ἐν ὅλῳ, ἡ νῦν
611Κυβέρνησις ἐκ τῶν 180 συνέστησε μόνον 103, καὶ εὑρίσκετε
612ὅτι ἔκαμε κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας της, ἐνῷ εἶχε δι-
613καίωμα 180 νὰ συστήσῃ, συνέστησε δὲ μόνον 103, μετέ-
614τρεψε δὲ ἀπὸ δημοτικῶν σχολείων 289 εἰς γραμματοσχο-
615λεῖα! Ἐκ ταύτης δὲ τῆς μετατροπῆς ἐπῆλθεν οἰκονομία
616προσωρινῶς μὲν 228,000, διαρκῶς δὲ 168,000, διότι διὰ
617τῆς μετατροπῆς δυνάμει τοῦ παρόντος νόμου 289 δημο-
618τικὰ σχολεῖα μετετράπησαν προσωρινῶς, καὶ διαρκῶς 213,
619ἅτινα γραμματοδιδασκαλεῖα ἐπιφέρουσι δαπάνην κατὰ 66
620δραχμὰς ἕκαστον κατὰ μῆνα ὀλιγωτέραν ἀπὸ τὸ δημοτι-
621κὸν σχολεῖον· ἔχομεν δηλ. οἰκονομίαν 228,000 προσωρινῶς,
622ἥτις μονίμως θὰ περιορισθῇ εἰς 168,000. Ἠρώτησε δὲ, πῶς
623ἀνεγράφη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ποσὸν μόνον 3,200,000
624διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν, ἐνῷ τὰ προηγούμενα ἔτη, τὸ 1890 ἐδα-
625πανήθησαν 3,545,000, τὸ δὲ 1891 3,596,000 περίπου;
626Ἀλλὰ τὸ 1893 πῶς ὑπολογίζει τὰ ἔξοδα 3,200,000, ἀφοῦ
627μάλιστα συνεστήθησαν νέα σχολεῖα; Ἐδῶ συμβαίνει βε-
628βαίως παρεννόησις· ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Δημοσίου, εἰς
629τὸ κεφάλαιον Δʹ, «δημοτικὴ ἐκπαίδευσις», τὸ μὲν ἄρθρον 1
630φέρει 3,285,000, ἀλλ’ ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τοῦ αὐτοῦ κεφα-
631λαίου φέρεται τὸ ποσὸν 551,000 ὡς ἔξοδα τῶν σχολείων
632αὐτῶν, ὥστε ἡ ὁλικὴ δαπάνη ὑπολογίζεται εἰς 3,836,000
633καὶ ὄχι εἰς 3,200,000. Ὑπελογίσθη δὲ ὡς ἔσοδον τὸ ποσὸν
634τῶν 3,200,000 ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσοδημάτων τῶν δήμων
635καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου νόμου ͵ΒΠΕʹ, ὅστις νόμος ἀφί-
636νει εἰς ἕκαστον δῆμον ποσὸν δρ. 2000 ἄθικτον, καὶ προ-
637βλέπει, ὅτι τὰ διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν δὲν δύναν-
638ται νὰ ὑπερβῶσι τὰ 50% ἐπὶ τῶν εἰσοδημάτων· ὁρίζει
639τὰ εἴδη τῶν σχολείων καὶ τοὺς βαθμοὺς τῶν εἰς αὐτὰ δι-
640δασκάλων, διότι μέχρι τοῦδε δυστυχῶς τὰ εἰσπραττόμενα
641ἐκ τῶν δήμων ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν ὑπολογιζομένων, διότι
642δήμαρχοι εἰσέπραττον μὲν ἀπὸ τοὺς ταμίας, τὰ διὰ τοὺς
643δήμους εἰσπραττόμενα ποσὰ, ἀλλὰ κατόπιν δὲν τὰ ἐπέστρε-
644φον εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἐνῷ διὰ τοῦ τελευταίου
645νόμου ὁ ταμίας δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ, παρὰ τὸ ἥμισυ
646μόνον, ἀναλόγως τῶν εἰσπράξεων, ἃς ἔκαμε διὰ τὸν δῆμον,
647καὶ ἀφοῦ συμπληρωθῇ τὸ διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν
648προβλεπόμενον ποσὸν, τότε μόνον δίδει τὰ ἐπίλοιπα.
649Ὁ ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος, ἐπικρίνων καὶ αὐτὸς, τὸν
650ὑπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ἔφθασε καὶ εἰς ἀπο-
651τέλεσμα νὰ προτείνῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ὅ ση-
652μεῖον ἤμεθα καὶ μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς Θεσσαλίας τοῦ
6531883, νὰ λάβωμεν ὡς βάσιν τὸν ἀπολογισμὸν 1883, καὶ
654κατ’ αὐτὸν νὰ κανονίσωμεν τὰς δαπάνας μας, ὥστε νὰ ἔχω-
655μεν βάσιν σταθερὰν, καὶ βάσιν ἐξόδων, ἣν νὰ δυνάμεθα νὰ
656πραγματοποιήσωμεν· ἀναφέρων δὲ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ
6571883, παρετήρησεν ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893 δει-
658κνύει πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1883 αὔξησιν 3,925,000,
659διότι τὸ μὲν Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δεικνύει αὔξη-
660σιν 535,000, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης 769,000,
661τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν 616,000, τῶν Στρατιω-
662τικῶν 817,000, τῶν Οἰκονομικῶν 288,000 καὶ οὕτω καθε-
663ξῆς. Εἶμαι ὑπὲρ πάντα ἄλλον ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τῶν οἰκο-
664νομιῶν, δὲν ἔλλειψε δὲ περίστασις, καθ’ ἣν νὰ μὴ ἐκφράσω
665τοῦτο καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ὁσάκις ἔτυχε
666νὰ συζητήσωμεν ἢ νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τῶν οἰκονομικῶν, καὶ
667ἤθελον ἀποδεχθῆ τὴν πρότασιν τοῦ ἐκ Λοκρίδος συναδέλ-
668φου. Εἶχον τὴν περιέργειαν νὰ ἴδω καὶ ἐγὼ τὸν ἀπολογι-
669σμὸν τοῦ 1883 καὶ ἔλεγον κατ’ ἐμαυτὸν, πῶς εἶναι δυνατὸν
670εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, φέρ’ εἰπεῖν, νὰ ὑπάρχῃ
671τηλικαύτη διαφορὰ ἐκ 535,000 δραχμῶν, διότι γνωρίζω
672ὅτι ἡ ὑπηρεσία εἶναι περιωρισμένη, καὶ δὲν ἐγνώριζον πόθεν
673ἐπῆλθε τοιαύτη αὔξησις. Ἐν πρώτοις, διὰ νὰ ἐννοήσητε
674καλλίτερον τὴν σύγκρισιν τῶν ἀριθμῶν, οὓς θὰ ἀκούσητε,
675πρέπει νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰ ἑξῆς. Ὑποθέτω ὅτι ὅλως τυ-
676χαίως ἡ ἐκλογὴ τοῦ συναδέλφου ἔπεσεν ἐπὶ τοῦ ἀπολογι-
677σμοῦ τοῦ 1883· δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ὁ συνάδελφος ἐσυλλογίσθη
678ὅτι τὸ 1883, εἶναι ἔτος, καθ’ ὃ εἰς ὅλας τὰς δαπάνας τῶν
679Ὑπουργείων ἐπῆλθεν ἐλάττωσις κατὰ 10%, εἶναι δὲ
680ἁπλούστατος ὁ λόγος, διότι ἐνθυμεῖσθε ὅλοι, ὅτι κατὰ
681Ὀκτώβριον ἢ Νοέμβριον τοῦ 1882, ἐπῆλθεν ἡ μετατροπὴ
682τοῦ νομίσματος τῶν παλαιῶν δραχμῶν εἰς νέας, καὶ συνε-
683πῶς ὅλοι οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων ἀνήχθησαν εἰς νέας
684δραχμάς· δηλαδὴ ὁ μισθὸς τοῦ Ὑπουργοῦ μέχρι τοῦ 1882
685ἦτο 800 δραχμαὶ, τὸ 1883 ἔγεινεν 720, καὶ οὕτω καθε-
686ξῆς. Λοιπὸν κατὰ φυσικὴν συνέπειαν, ἐπειδὴ μεγάλη μερὶς,
687σχεδὸν τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι μισθοὶ, τὸ ὅλον
688τοῦ 1883 παρουσιάζει ἐλάττωσιν κατὰ 10% πρὸς τὸ 1882,
689κατόπιν ὅμως, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἐπείσθη, ὅτι ἡ ἐλάττωσις
690αὕτη τῶν μισθῶν δὲν ἦτο δικαία, ηὐξήθησαν πάλιν οἱ μι-
691σθοὶ ἀπὸ παλαιῶν εἰς νέας δραχμὰς διὰ τοῦ νόμου ᾼΡΛΑʹ
692τῆς 11 Φεβρουαρίου 1884, καὶ οἱ μισθοὶ ἐπανῆλθον εἰς ἣν
693ἦσαν πρότερον κατάστασιν. Ὑποθέτω, ἐπαναλέγω, ὅτι ὅλως
694τυχαίως ἐλήφθη τὸ 1883 ὑπὸ τοῦ συναδέλφου, ἔτος, καθ’ ὃ
695ἐγένετο ἡ ἐλάττωσις· δὲν πιστεύω ποτὲ ὁ συνάδελφος νὰ
696εἶχε πλάγιον σκοπὸν, κατὰ τύχην δ’ ἔπεσεν ἡ ἐκλογή του
697εἰς τὸ 1882 ἢ εἰς τὸ 1884.
698§18ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βέβαια κατὰ τύχην.
699§19ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὑποθέτω ὅτι ποτὲ ὁ συνάδελφος δὲν εἶχε
700τοιοῦτον σκοπόν.
701§20ΤΙΝΕΣ. Ποτέ! ποτέ!
702§21ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν θὰ ἐπάθαινον τίποτε οἱ κύριοι Ὑπουρ-
703γοὶ, ἂν καὶ σήμερον ἐλάμβανον τὸν μισθὸν, ὃν καὶ τὸ ἔτος
7041883 ἐλάμβανον.
705§22ΣΚΟΥΖΕΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα.
706§23ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ προτείνω νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς
707μισθοδοσίας τοῦ 1883.
708§24ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐγὼ θέλω, ἐκεῖνο ὅπερ φρονοῦμεν, νὰ ἔχω-
709μεν τὴν τόλμην νὰ τὸ λέγωμεν καθαρά. Θέλετε νὰ κόψω-
710μεν τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων κατὰ 10%;
711§25ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως· προκειμένου νὰ χρεωκοπήσῃ ἡ
712Ἑλλὰς, καὶ αὐτὴν καὶ πᾶσαν ἄλλην οἰκονομίαν.
713§26ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν αὐτὸ, ὅπερ ἔχω τὴν
714πεποίθησιν, ὅτι κατὰ τύχην ἐξέλεξεν ὁ συνάδελφος, καὶ ἂς
715ἔλθωμεν εἰς τὰ πράγματα. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐδῶ
716δὲν πιστεύω νὰ εἴπῃ, ὅτι σφάλλομαι, διότι μετὰ πολλῆς
717προσοχῆς ἠκροώμην αὐτοῦ, καὶ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἀνέ-
718φερε τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ἐσημείωνα. Εἶπεν ὅτι εἰς τὸ Ὑπουρ-
719γεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπάρχει διὰ τὸ 1893 δαπάνη πε-
720ρισσοτέρα ἐκ 535,000 παρὰ εἰς τὸ 1883. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ
721ἀπολογισμὸς (ἀναγινώσκει):
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
722«Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν προϋπολογισθέντα2,195,613
723Πιστώσεις ψηφισθεῖσαι δι’ εἰδικῶν νόμων 75,000
724Τὸ ὅλον 2,270,613
725Πληρωθέντα 2,041,171
726Ὑπόλοιπα πληρωτέα κατὰ τὴν λῆξιν τῆς
727χρήσεως, ἅτινα εἶναι βέβαια ἔξοδα 20,102
728Τὸ ὅλον δρ. 2,061,273
729Λοιπὸν τί θέλετε νὰ λάβωμεν; θέλετε τὰ προϋπολο-
730γισθέντα ἢ τὰ πληρωθέντα; Ἐγὼ νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ τὰ
731μὲν καὶ τὰ δέ.
732§27ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ σύγ-
733κρισις γίνεται πρὸς ὅμοια πάντοτε.
734§28ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀλλ’ ὁ
735κ. Εὐταξίας συνέκρινεν ἀπολογισμὸν πρὸς προϋπολογισμόν.
736§29ΣΚΟΥΖΕΣ. Δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ δύναμαι νὰ συγκρίνω καὶ
737τὰ δύο· βεβαίως συνεπέστερον εἶναι νὰ συγκρίνῃ τις ὅμοια
738πρὸς ὅμοια, δηλ. προϋπολογισμὸν πρὸς προϋπολογισμόν.
739§30ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖτε
740σεῖς. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ προϋπολογίζωμεν ἐπὶ τῇ
741βάσει τῶν ἀπολογισμῶν τῶν τελευταίων τριῶν ἐτῶν.
742§31ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἄν, καθὼς εὔχομαι, ζήσωμεν ὅλοι μας,
743καὶ εὑρεθῶμεν εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1893, τότε θὰ δυ-
744νηθῶμεν νὰ συγκρίνωμεν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1893 πρὸς
745τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1883· πρὸς τὸ παρὸν ἐγὼ συγκρίνω
746τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1883 πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
7471893. Ἀκούσατε λοιπὸν τοὺς ἀριθμούς. Εἴπομεν ὅτι τὸ
748μὲν 1883 προϋπελογίσθησαν 2,195,000,— δὲν λαμβάνω
749ὑπ’ ὄψιν τὰς δι’ εἰδικῶν νόμων πιστώσεις, διότι δύναται νὰ
750μοὶ παρατηρήσῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι καὶ τὸ 1893 δυ-
751νατὸν νὰ δοθῶσιν εἰδικαὶ πιστώσεις, καὶ ἑπομένως δὲν τὰς
752λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν.—Τί προτείνει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ
7531893; 1,916,000. Ἡ διαφορὰ ποία εἶναι; 144,000, ὄχι
754ὅμως ὑπεράνω, ἀλλ’ ἐπὶ ἔλαττον.
755§32ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λάβετε τὰ κονδύλια, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἀντι-
756παρέβαλα. Ἐγὼ ὡρισμένα κονδύλια ἀντιπαρέβαλα, καὶ
757οὐχὶ ὁλόκληρα τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου.
758§33ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὰ εἶπες αὐτά.
759§34ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν οἱουδήποτε,
760αὐτοῦ τοῦ ἰδίου συναδέλφου,—ἔχω πεποίθησιν εἰς τὴν εὐ-
761θύτητά του,—ἐὰν δὲν εἶπε τὸν ἀριθμὸν, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουρ-
762γεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχομεν ὑπέρβασιν πρὸς τὸν ἀπολο-
763γισμὸν τοῦ 1883 ἐκ δρ. 535,000.
764§35ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
765§36ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἀνέφερα ὡρισμένα κονδύλια.
766§37ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριε συνάδελφε, ἀναφέρομαι εἰς τὴν εὐ-
767θύτητά σας· δὲν εἴπετε αὐτὸν τὸν ἀριθμόν;
768§38ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τώρα, ἀλλὰ ἀνέφερα ὡρι-
769σμένα κονδύλια, καὶ ἂν θέλητε ν’ ἀπαντήσητε, ν’ ἀπαν-
770τήσητε ἐπὶ τῶν ὡρισμένων ἐκείνων κονδυλίων· ἀνέφερα τὸ
771προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου.
772§39ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Καὶ ἐκεῖ
773ἀνακριβείας εἴπετε.
774§40ΣΚΟΥΖΕΣ. Λοιπὸν αἱ 535,000 ὑπερβάσεις τοῦ 1893
775πρὸς τὸ 1883 τί φαίνονται; ἐλάττωσις τοῦ 1893 πρὸς τὸ
7761883 κατὰ 144,000 εἰς τὰ πληρωθέντα. Ἐὰν θέλητε δὲ,
777τὰ προϋπολογισθέντα εἶναι 279,000· διότι, ἀφαιρουμένων
778τῶν 1,916,000 ἀπὸ τῶν 2,195,000, μένουσιν ἀκριβῶς
779279,000.
780§41ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διότι προσποιεῖσθε, ὅτι ἀγνοεῖτε ὅτι ἔχουσι
781καταργηθῆ τώρα αἱ Πρεσβεῖαι.
782§42ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἰσχυ-
783ρίσθητε προχθὲς, ὅτι ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1883 περιεί-
784χοντο διὰ διπλωματικὴν ὑπηρεσίαν μόνον 200 χιλιάδες
785δραχμῶν, καὶ ἐπεμείνατε εἰς τοῦτο, χαρακτηρίζοντες ὡς
786σπατάλην διὰ μισθοὺς ἀργομίσθων τὴν διαφορὰν τὴν ἐπὶ
787πλέον τὴν σημερινὴν, ἀλλ’ ὁ ἀπολογισμὸς καὶ ὁ προϋπο-
788λογισμὸς, τὸν ὁποῖον δὲν ἐγνωρίσατε ν’ ἀναγνώσητε ὡς
789πρέπει, δεικνύει, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἡ διπλωματικὴ
790ὑπηρεσία εἶχεν ἀναγεγραμμένον ποσὸν 606,000 δραχμῶν·
791διότι ὑμεῖς δὲν παρετηρήσατε, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ὁ ση-
792μερινὸς συντάσσεται ἄλλως ἢ ὁ προϋπολογισμὸς ἐκείνης τῆς
793ἐποχῆς. Εἴδετε ἐκεῖ διπλωματικὴν ὑπηρεσίαν, δηλαδὴ τὴν
794πίστωσιν μόνην τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας καὶ
795τοῦ παρ’ αὐτῇ Γραφείου, καὶ ἠρκέσθητε εἰς τοῦτο· ἀλλ’ ἐὰν
796ἀνετρέχετε εἰς τὸ 6ον κεφάλαιον, ἐν ᾧ ἀναγράφονται αἱ
797ἀποστολαὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἠθέλετε εὕρει τὴν διαφορὰν,
798ἡ ὁποία, προστιθεμένη εἰς τὰς 246 χιλιάδας, φέρει 606 χι-
799λιάδας δραχμῶν. Σήμερον δὲ δὲν φθάνομεν εἰς τὰς 606,000.
800§43ΕΥΤΑΞΙΑΣ.....
801§44ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ ἐπιτρέπετε διακοπὰς, κύριε
802Σκουζέ.
803§45ΣΚΟΥΖΕΣ.....
804§46ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀφοῦ ἐπετρέψατε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν
805τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ σᾶς διακόψῃ, θὰ ἐπιτρέψητε καὶ εἰς
806ἐμὲ ν’ ἀπαντήσω εἰς αὐτόν.
807Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς λαμβάνει τὸ σύνολον τοῦ
808προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς
809ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
810αὐτοῦ Ὑπουργείου τῆς σημερινῆς ἐποχῆς, καὶ ἀνευρίσκει,
811ὅτι τὴν σήμερον ἔχομεν ὀλιγωτέρας δαπάνας ἐν σχέσει πρὸς
812τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας εἴχομεν τότε. Βεβαίως εἶναι φυ-
813σικὸν νὰ ἔχωμεν ὀλιγωτέρας δαπάνας σήμερον, διότι τὴν
814σήμερον ἔχουσι καταργηθῆ αἱ Πρεσβεῖαι. Εἶναι δυνατὸν
815παρόμοιόν τι νὰ συμβῇ καὶ εἰς ἄλλα Ὑπουργεῖα καὶ εἰς
816ἄλλας ὑπηρεσίας· διότι ἔκτοτε, κύριε Πρόεδρε, ἔχουσιν
817ἐπέλθει διάφοροι μεταβολαὶ ὀργανικαί. Λόγου χάριν, δύ-
818ναται νὰ καυχηθῇ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ ὁ κ.
819Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἔχομεν οἰκονομίαν ἕνεκα
820τῆς καταργήσεως τῶν ἐπαρχείων· ὅλοι τὸ ἠξεύρομεν, ὅτι
821ὑπάρχει τοιαύτη οἰκονομία. Ἀλλ’ ἡμεῖς ὑποδεικνύομεν καὶ
822ἄλλας οἰκονομίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσι·
823διὰ τοῦτο δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τὰ κονδύλια ἐκεῖνα, εἰς
824τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον ἤδη οἰκονομίαι, ἀλλὰ τὰ ἄλλα κονδύ-
825λια, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἐπέλθει τοιαῦται.
826§47ΣΚΟΥΖΕΣ. Θὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτό. Καὶ ἐὰν, κύριε
827συνάδελφε, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893 ἀνασυστή-
828σωμεν τὰς Πρεσβείας, ἡ δαπάνη δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰς
829200,000 δραχμὰς, θὰ ἦναι πολὺ ὀλιγωτέρα· ἐπειδὴ δὲ ἡ
830διαφορὰ τοῦ 1893 πρὸς τὸ 1883 εἶναι 144,000 ἐπὶ
831ἔλαττον, καὶ ἐὰν πάλιν ἀνασυστήσωμεν τὰς Πρεσβείας
832καὶ συγκριθῇ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ 1893
833πρὸς τὸ τοῦ 1883, ποῦ εἶναι αἱ 535,000 δραχμαὶ, τὰς
834ὁποίας σεῖς εἴπετε; καὶ πιστεύω, ὅτι σᾶς ἤκουσαν ὅλοι.
835Ἐρχόμεθα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ
836κ. συνάδελφος εἶπεν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν
837δεικνύει τὸ 1893 ὑπέρβασιν 769,000 δραχμῶν, συγκρινό-
838μενον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ 1883.
839Τί λέγει ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1883; (ἀναγινώσκει):
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
840«Πιστώσεις ψηφισθεῖσαι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ6,551,453
841δι’ εἰδικῶν νόμων 6,366,864
842ἐξ ὧν 4,600,000 διὰ σιδηροδρόμους, 1,000,000 δι’ ἀπο-
843ζημιώσεις γαιῶν, τὸ ὅλον 5,600,000.» Βεβαίως αὐτὰ δὲν
844εἶναι τακτικὰ ἔξοδα, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν.
845Ἀφαιρῶ λοιπὸν ἀπὸ τὰ 6,366,000 τὰς ἐκτάκτους πιστώ-
846σεις, καὶ εἶναι 7,318,000 αἱ προϋπολογιζόμεναι πιστώσεις
847τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλὰ, καθὼς γνωρί-
848ζετε, τὸ 1883 ὑπήγοντο αἱ φυλακαὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
849τῶν Ἐσωτερικῶν...
850§48ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἀνέφερα αὐτὸ δεκάκις, καὶ ἀφήρεσα
851τὸ δι’ αὐτὰς ποσὸν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης.
852§49ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἔχετε ὑπομονήν... Λοιπὸν ἀφαιρῶ ἀπὸ τὰ
8537,318,000 τὰ διὰ τὰς φυλακὰς προϋπολογιζόμενα τοῦ 1883
854ἐκ δρ. 811,000, καὶ μένει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου
855τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ 1883 δρ. 6,507,000. Τώρα τὸ 1893
856ζητεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν 8,904,758.
857§50ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἢ ὁ ἀπολο-
858γισμός;
859§51ΣΚΟΥΖΕΣ. Αὐτὸς εἶναι ἀπολογισμὸς, συγκρίνω ὅμως
860προϋπολογισμὸν πρὸς προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ ἔχω πρόχει-
861ρον νὰ σᾶς εἴπω καὶ τὰ πληρωθέντα. Τὰ πληρωθέντα εἶναι
862ἐπὶ 6,729,245, παρὰ 923 δραχμὰς, 6 ἑκατομμύρια. Λοι-
863πὸν τὸ 1893 ζητοῦνται 8,904,000· ἀλλὰ πρέπει βεβαίως
864νὰ κάμωμεν μίαν δικαίαν παρατήρησιν. Τὰ διὰ τὸ 1893
865ζητούμενα 8,904,000 περιλαμβάνουσι τὰ ἐκ τῆς καταργή-
866σεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, τὰ ὁποῖα τὸ 1883 ἀπήρ-
867τιζον ἰδιαίτερον ταμεῖον, καὶ ἅτινα φθάνουν εἰς 3,700,000
868περίπου. Αὐτὰ σήμερον, διὰ τὸ 1893 δηλαδή, ἀναγράφον-
869ται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ 2,239,860.
870Ἀνεγράφη ἡ δαπάνη τῶν ἀστυνομιῶν τοῦ Κράτους ἐκ δρ.
8711,282,000, «ἀποζημιώσεις ἀξιωματικῶν τῆς ἀστυνομίας
872150,000, ἔξοδα ὑπηρεσίας, ἀστυνομιῶν 280,000»· ἤτοι ἐν
873ὅλῳ δι’ ἀστυνομίας δρ. 1,712,680, αἵτινες δὲν περιελαμβά-
874νοντο τὸ 1883.
875Λοιπὸν τὰ 2,239,000 τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ
876τὸ 1,712,000 τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τὰ ὁποῖα
877ὁμοῦ ἀπαρτίζουν 3,952,000, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰ
8788,904,000, τί μένουν καθαρὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν
879Ἐσωτερικῶν; 4,952,000, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συγκρι-
880θοῦν πρὸς τὰ προϋπολογιζόμενα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσω-
881τερικῶν διὰ τὸ 1883 ἐκ δρ. 6,551,000. Ἐὰν ὅμως ἀφαι-
882ρέσω ἀπὸ τὰ 6,551,000 τὰ διὰ τὰς φυλακὰς ζητούμενα,
883811,000, μένουν 5,739,000. Συγκρίνοντες δὲ τὰ 4,952,000
884πρὸς τὰ 5,739,000, τί ἔχομεν; Βλέπομεν ὅτι τὸ 1893
885ἔχομεν ἐλάττωσιν ἀπὸ τὸ 1883 ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
886Ἐσωτερικῶν 787,000, σεῖς δὲ ἀνεφέρετε, ὅτι τὸ Ὑπουρ-
887γεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δεικνύει τὸ 1893 769,000 δραχ.
888ὑπέρβασιν.
889§52ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἀναφέρετε σεῖς αὐτό· δὲν τὸ εἶπον
890ἐγώ· ἐγὼ εἶπον, ὁποῖαι οἰκονομίαι δύνανται νὰ γείνουν εἰς
891ὡρισμένα κονδύλια.
892§53ΣΚΟΥΖΕΣ. Πρὸ ὀλίγου ἀνεφέρθην εἰς τὴν εὐθύτητά
893σας, καὶ δὲν ἐτολμήσατε νὰ μὲ διαψεύσητε.
894§54ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν θέλητε, λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τὰ
895ἐστενογραφημένα πρακτικὰ, καὶ θὰ ἴδητε, τί εἶπον.
896§55ΣΚΟΥΖΕΣ. Εὐτυχῶς ἐν τῇ Βουλῇ εἶναι καὶ ἄλλοι
897ἐκτὸς ὑμῶν καὶ ἐμοῦ.
898§56ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μόνον ἐπὶ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας
899ὑπέδειξα οἰκονομίας καὶ ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουρ-
900γείου.
901§57ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐνῷ σεῖς τὰ ἐλέγετε, ἐγὼ τὰ ἔγρα-
902φον, καὶ νομίζω, ὅτι καὶ σεῖς ὁ ἴδιος μὲ ἐβλέπετε, ὅτι τὰ
903ἐσημείωνα.
904§58ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν).
905Ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κρατοῦντος
906συστήματος, καὶ κατόπιν ὡμίλησεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰδι-
907κοῦ του.
908§59ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν διακοπὴν τοῦ κ.
909Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐγὼ δὲν παρέβαλον τὰ ἔξοδα
910ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπέδειξα
911ὡρισμένα κονδύλια, εἰς τὰ ὁποῖα δύναται νὰ γείνῃ ἐλάτ-
912τωσις, καὶ ὑπέδειξα ἐν συγκρίσει ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ
913Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, πόσα ἐδαπανῶντο εἰς τὰ
9141883, καὶ πόσα τὴν σήμερον· ἀκολούθως ὑπέδειξα ἐπὶ τοῦ
915προσωπικοῦ τῶν δημοσίων ἔργων, συμπεριλαμβανομένου καὶ
916τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, πόσα δαπανῶνται νῦν, πόσα
917τότε, καὶ ὑπέδειξα, ὁποῖαι οἰκονομίαι δύνανται νὰ γείνωσι.
918§60ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἰδού, ἔχω τὰς σημειώσεις μου προχείρους,
919τὰς ὁποίας ἐκράτουν, ὅτε ὡμιλεῖτε (ἀναγινώσκει): «Λοι-
920πὸν (εἴπετε) ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κρατοῦντος συστήματος δύ-
921ναται νὰ ἐπέλθωσιν ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν
922535,000 κτλ. καθ’ ἕκαστον Ὑπουργεῖον· ἐν ὅλῳ οἰκονο-
923μίαι δραχ. 3,925,000. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰδικοῦ
924μας συστήματος δύναται νὰ ἐπέλθῃ καὶ μείζων οἰκονομία.»
925Δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ τὸ διαφιλονεικήσητε σεῖς ὁ ἴδιος πρὸς
926τὸν ἑαυτόν σας,—καὶ ἀναφέρομαι εἰς τὴν εὐθύτητά σας.
927§61ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἡ εὐθύτης μου λέγει, ὅτι πρέπει νὰ
928ἀπαντᾶτε εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον.
929§62ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
930τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ
931τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1883,—καὶ ἰδοὺ σᾶς φέρω καὶ
932ἓν παράδειγμα ἐπὶ τῶν πληρωθέντων,—φέρει πληρω-
933θέντα 3,372,000, ἀλλὰ σημειώσατε, ὅτι εἰς αὐτὰ περι-
934λαμβάνεται ἡ ἐλάττωσις κατὰ 10% διὰ τὴν ἀναγω-
935γὴν τῶν παλαιῶν εἰς νέας δραχμὰς, ἡ ὁποία πρὸς 10%
936ἀνέρχεται εἰς 360,000 σχεδὸν, ἤτοι ἔχομεν 3,732,000·
937προστίθενται ἐπίσης αἱ δαπάναι τῶν φυλακῶν τῶν κατα-
938δίκων, αἵτινες τὸ 1883 ἀνῆλθον εἰς 708,000, προστίθεν-
939ται 10% καὶ εἰς αὐτὰς, ἤτοι 70,000 περίπου, ἔχομεν δὲ
940οὕτω 786,000, αἵτινες προστιθέμεναι εἰς τὰ 3,372,000, μᾶς
941δίδουν 4,518,000.
942Πόσος εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893; 4,589,000.
943Ἄρα τὸ 1893 δεικνύει πράγματι ἐπὶ πλέον ἀπὸ τὸ 1883
944δραχ. 71,000. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἀπὸ τοῦ
9451883 ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν αἱ σωφρονιστικαὶ φυλακαὶ τοῦ
946Συγγροῦ, αἱ ὁποῖαι πρῶτον δὲν ὑπῆρχον, ἑπομένως ηὐξήθη
947ἡ δαπάνη· ηὐξήθη ὡσαύτως καὶ ἔγεινε φυλακὴ, ἐνῷ πρό-
948τερον σχεδὸν δὲν ὑπῆρχε, τὸ κατάστημα τῆς Αἰγίνης, καὶ
949διάφοροι ἄλλαι μικρότεραι ἐπιχορηγήσεις γραφείων, τὰς
950ὁποίας δὲν ἀναφέρω...
951§63ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ κατάστημα τῆς Αἰγίνης ἦτο τότε φυ-
952λακή. Ἐρωτήσατε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, μετὰ τοῦ ὁποίου
953ἐπεθεωρήσαμεν τὴν φυλακήν.
954§64ΣΚΟΥΖΕΣ. Τότε ἔγεινεν, εἰς τὸ 1883... Ἐρχόμεθα εἰς
955τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο, εἶπεν
956ὁ συνάδελφος, ὅτι δεικνύει διαφορὰν 288,000 δραχμῶν ἐπὶ
957πλέον τὸ 1893 πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1883. Τὸ
958Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ
9591883, δεικνύει πληρωθέντα 1,676,000· ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν
960πρέπει νὰ ἐκπέσωμεν πρῶτον τὰ ποσοστὰ εἰσπράξεων, τὰ
961ὁποῖα μετεβιβάσθησαν εἰς τὰ ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπι-
962στασίας, καὶ εἶναι περίπου 250,000, τὰ ἔξοδα τῶν κεκλει-
963σμένων χρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἀνῆλθον τότε εἰς 105,000, τὸ
964προσωπικὸν τῶν ἐφοριῶν, τὸ ὁποῖον μετεβιβάσθη εἰς τὰ
965ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας, 302,000, καὶ οὕτως ἀπαρ-
966τίζεται τὸ ποσὸν 658,000 δραχμῶν, ἤτοι μένουν καθαρὰ
967διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν 1,017,000. Ἐὰν
968προσθέσωμεν τὴν αὔξησιν ἐκ τῆς ἀναγωγῆς τῶν παλαιῶν
969εἰς νέας δραχμὰς, ἤτοι 110,000, ἀνέρχεται τὸ διὰ τὸ 1883
970κονδύλιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἰς 1,129,000.
971Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893 τί ζητεῖ; 1,776,000.
972Ἀλλ’ ἐπίσης πρέπει νὰ ἐκπέσωμεν, καθὼς καὶ εἰς τὸ
9731883, ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων 452,000, ἔξοδα Τυ-
974πογραφείου, τὸ ὁποῖον νῦν μετεφέρθη εἰς τὰ ἔξοδα τῆς
975διοικήσεως, 119,000, καὶ ἀπαρτίζουν ὁμοῦ 572,000· ἐκ-
976πιπτομένων δ’ αὐτῶν ἀπὸ τὸ 1,776,000, μένουν διὰ τὸ
977Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὸ 1893 δραχ. 1,204,000.
978Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ 1893 ἔχομεν 1,204,000, τὸ δὲ 1883
979εἴχομεν 1,129,000, τί ἔχομεν ἐπὶ πλέον διὰ τὸ 1893;
98075,000. Καὶ ποῦ εἶναι αἱ 288,000, τὰς ὁποίας ὑμεῖς ἀνε-
981φέρατε;
982Ἔρχομαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Τὸ
9831883, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ἦσαν τὰ ἔξοδα
984κατὰ 906,000 ἐλάσσονα τῶν τοῦ 1893, ἐνῷ τί βλέπομεν;
985Προϋπολογισθέντα κατὰ τὸ 1883 δραχ. 3,477,000, τὸ
9861893 προϋπολογιζόμενα 6,924,000· ὥστε ἔχομεν διαφο-
987ρὰν 3,447,000 ἐπὶ πλέον.
988Ἀλλ’ ἀπὸ τὰ 3,477,000 τοῦ 1883 πρέπει νὰ ἀφαιρέ-
989σωμεν τὰ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1883 διὰ τὴν δη-
990μοτικὴν ἐκπαίδευσιν προϋπολογισθέντα ἐκ δρ.808,000· ὥστε
991μένουν 2,669,000 καθαρὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκ-
992κλησιαστικῶν. Ἀπὸ τὰ προϋπολογιζόμενα ὅμως διὰ τὸ
9931893 πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν ἐπίσης τὰ τῆς στοιχειώδους ἐκπαι-
994δεύσεως, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 3,976,000· ἔχομεν λοιπὸν
995ἔξοδα 2,947,000. Ἐὰν συγκρίνωμεν τὰ 2,669,000 πρὸς τὰ
9962,947,000, τὸ 1893 ἔχει ὑπὲρ τὸ 1883 δρ. 278,000. Ἀλλ’
997ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν πάλιν, ὅτι ἐπῆλθεν ἐλάττωσις τὸ
9981883 κατὰ 10%, ἡ ὁποία ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1884
999ἐπανῆλθεν εἰς τὸ πρώην καθεστὼς, ἔχομεν 293,000 ἐξ αὐ-
1000τοῦ· ὥστε συμποσοῦνται εἰς 2,962,000 τὸ 1883, ἀπέ-
1001ναντι 2,947,000 τὸ 1893· ἄρα ἔχομεν ἐλάττωσιν δραχ.
100215,000. Ποῦ εἶναι λοιπὸν αἱ 906,000, ἡ ὑπέρβασις, τὴν
1003ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτής;
1004Ὡς τελευταῖον πάντων ἔχομεν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1005Στρατιωτικῶν. Ἐδῶ οἱ λογαριασμοὶ εἶναι εὐκολώτεροι,
1006διότι οὔτε ἀφῃρέθησαν κονδύλια ἀπὸ ἑτέρου Ὑπουργείου,
1007οὔτε ἄλλη τοιαύτη μεταβολὴ ἐπῆλθεν· ὥστε οἱ ἀριθμοὶ
1008εἶναι ἁπλούστεροι. Μᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι εἰς
1009τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ζητοῦνται διὰ τὸ
10101893 δρ. 817,000 ἐπὶ πλέον τῶν ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ
10111883 ἀναγεγραμμένων.
1012§65ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ὅλως διόλου ἰδικόν σας. Προ-
1013κειμένου περὶ τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων, οὐδεμίαν
1014σύγκρισιν ἔκαμα· ὑπέδειξα μόνον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νῦν
1015καθεστῶτος, ὁποῖαι οἰκονομίαι δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν. Εἶ-
1016ναι μωρία νὰ κάμῃ τις σύγκρισιν εἰς τὰ δύο αὐτὰ Ὑπουρ-
1017γεῖα.
1018§66ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν ἤμην μόνος ἐν τῇ Βουλῇ, διὰ νὰ τὰ
1019ἀντιληφθῶ οὕτω. Καὶ ἂν ὑποθέσητε, ὅτι εἶμαι κωφὸς ἢ καὶ
1020δύσνους, ἦσαν καὶ ἄλλοι πολλοὶ παρόντες, καὶ δὲν δύναμαι
1021νὰ παραδεχθῶ, ὅτι εἶναι ὅλοι ἐπίσης κωφοὶ, ὡς σεῖς δύνα-
1022σθε ἴσως νὰ μὲ θεωρῆτε.
1023§67ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶπον αὐτό· εἶπον ὅτι εἶναι μωρία
1024νὰ φανταζηταί τις, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ σύγκρισις τοιαύτη.
1025§68ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἴπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1026Στρατιωτικῶν δεικνύει 817,000 ἐπὶ πλέον διὰ τὸ 1893.
1027Ἀλλὰ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1883 ἔχομεν προϋ-
1028πολογισθέντα διὰ τὸ 1883 δρ. 16,560,175, κατὰ δὲ τὸν
1029προϋπολογισμὸν τοῦ 1893 ἔχομεν προϋπολογισθέντα δραχ.
103014,364,230, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον 2,195,945. Μοὶ φαίνεται,
1031ὅτι εἶναι τόσον ἁπλοῦν τὸ πρᾶγμα, ὥστε ἀπορῶ, πῶς ἄν-
1032θρωπος ὁμολογουμένως ἐργατικὸς καὶ εὐφυὴς περιέπεσεν
1033εἰς τοιοῦτον λάθος, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ χονδρὸν, κ. συνά-
1034δελφε. Ἀλλ’ ἴσως μοὶ εἴπητε: «διατὶ λαμβάνετε τὰ προϋπο-
1035λογισθέντα τοῦ 1883;» Θέλετε νὰ λάβω τὰ πληρωθέντα;
1036Ἰδού. Ἐπὶ 16,560,000 προϋπολογισθέντων κατὰ τὸ ἔτος
10371883, τί ἔχομεν πληρωθέντα; 15,341,000· μένουν δὲ
1038πληρωτέα 27,000, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὰ βεβαίως ἀνή-
1039κουν εἰς τὰ πληρωθέντα, καὶ οὕτως ἀνέρχονται τὰ πλη-
1040ρωθέντα τὸ 1883 εἰς 15,368,000. Τί ζητεῖ ὁ προϋπο-
1041λογισμὸς τοῦ 1893; 14,364,000. Τί ἔχομεν ἐπὶ ἔλαττον;
10421 περίπου ἑκατομμύριον· σεῖς ποῦ εὕρετε τὰς 817,000 ἐπὶ
1043πλέον;... Νὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι, τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον
1044σαφὲς, ὥστε ἐγὼ δὲν θέλω ν’ ἀναθέσω εἰς τὸν κ. συνάδελφον
1045νὰ τὸ χαρακτηρίσῃ αὐτὸς, διότι φοβοῦμαι, ὅτι χρώμενος
1046ὄχι δύο μέτρα καὶ δύο σταθμὰ, ἀλλὰ τὸ αὐτὸ μέτρον, τὸ
1047ὁποῖον αὐτὸς μετεχειρίσθη, διὰ νὰ χαρακτηρίσῃ τοὺς λο-
1048γαριασμοὺς καὶ τὰς καταστάσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ
1049κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἤθελεν ἴσως περὶ τοῦ ἑαυ-
1050τοῦ του ἐπιφέρει κρίσιν, δι’ ἣν ἐγὼ πρῶτος ἤθελον λυπηθῆ.
1051Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἁπλούστατα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐν
1052τῇ ἐπιθυμίᾳ νὰ ἐπικρίνῃ, καὶ δικαίως ἴσως, παρενόησε
1053τοὺς ἀριθμοὺς καὶ μᾶς παρέστησε πράγματα, τὰ ὁποῖα
1054δὲν ὑπάρχουσιν.
1055Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
1056δὲν ἔχει πρόβλεψιν ἀρκετὴν διὰ τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν
1057θέλει ἀναγκασθῆ ν’ ἀγοράσῃ ὅλον τὸν χρυσὸν, τὸν χρησι-
1058μεύοντα διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων, διότι, κατὰ
1059τὴν ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἔπρεπε νὰ ὑπο-
1060λογίσῃ τοὐλάχιστον 18 ἑκατομμύρια.
1061Ἐν πρώτοις, ἡ Κυβέρνησις ἀκολουθεῖ ἓν ἄλλο σύ-
1062στημα· νομίζει, ὅτι συμφέρει νὰ μὴ ἐπιβαρύνῃ τὸν τόπον
1063διὰ τῆς διαφορᾶς τῆς προμηθείας συναλλάγματος, ἀλλὰ νὰ
1064προμηθευθῇ δάνειον ἐξωτερικὸν, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ πλη-
1065ρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της. Οὕτω πως δὲ πράττουσα, ἐπι-
1066διώκει δύο σκοπούς: νὰ μὴ συντείνῃ αὕτη διὰ τῆς μεγά-
1067λης ἀγορᾶς χρυσοῦ εἰς τὴν ὕψωσιν αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος, ὅσον
1068περισσότερον ἐπιζητεῖται, τόσον περισσότερον ὑπερτιμᾶται,
1069καὶ δεύτερον νὰ συντείνῃ εἰς τὴν μείωσιν τῆς ὑπερτιμή-
1070σεως τοῦ χρυσοῦ, ἥτις ὁμολογουμένως εἶναι πρόσθετος φο-
1071ρολογία, βαρύνουσα ἐπὶ ὅλου τοῦ πληθυσμοῦ.
1072Διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τούτου ἡ Κυβέρνησις, ἐνόμισεν ὅτι
1073ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ, καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βου-
1074λῆς μέτρα, τὰ ὁποῖα ἤδη ἐγένοντο νόμοι, ὅπως πρῶτον
1075πληρώνωνται εἰς χρυσὸν εἴδη τινὰ φόρων, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ
1076τῆς φύσεως τῶν ἀντικειμένων, ἐφ’ ὧν ἐπιβάλλονται, διότι
1077καθ’ ὁλοκληρίαν ταῦτα ἐξάγονται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ
1078πληρόνονται εἰς χρυσὸν, δὲν θὰ ἦναι τόσον ἐπαχθεῖς εἰς
1079τοὺς ἐξάγοντας τὰ ἀντικείμενα ταῦτα. Διὰ τῶν μέτρων
1080αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις προβλέπει, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ περίπου
10817,500,000 εἰς χρυσὸν, ὥστε δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ τοὺς
1082δυναμένους νὰ χορηγήσωσιν εἰς αὐτὴν δάνειον. Σᾶς παρέ-
1083στησαν, ὅτι δάνειον δὲν εὗρεν ἀκόμη ἡ Κυβέρνησις, καὶ δὲν
1084δύναται νὰ εὕρῃ· ἀλλὰ τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγουν, εἶναι μία
1085ὑπόθεσις, ὅπως εἶναι ὑπόθεσις, στηριζομένη ἴσως εἰς διδό-
1086μενα θετικώτερα, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγουσιν ἄλλοι, ὅτι
1087δύναται νὰ εὕρῃ δάνειον.
1088Ἀλλ’ ἂς μὴ λάβω ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, πιστεύ-
1089ουσα ὅτι ἠμπορεῖ νὰ εὕρῃ δάνειον, βασίζεται οὐ μόνον εἰς
1090πληροφορίας, ἀλλὰ καὶ εἰς διαπραγματεύσεις, διὰ τὰς ὁποίας
1091δὲν ἔχω ἀφορμὴν νὰ ὑποθέσω, ὅτι δὲν θ’ ἀπολήξουν εἰς ἀπο-
1092τέλεσμα, ὅταν γνωρίζωμεν ὅτι 7½ ἑκατομμυρίων εἰσό-
1093δημα εἰς χρυσὸν εἶναι βεβαιωμένον, ὅπως ἀνταποκριθῇ ἡ
1094Κυβέρνησις εἰς τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ζητεῖ. Διὰ ποῖον λό-
1095γον θέλετε νὰ πιστεύσωμεν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι δὲν
1096θὰ εὕρῃ δάνειον, καὶ ὄχι ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι θὰ
1097εὕρῃ; Ἀλλ’ ἂς παραδεχθῶμεν μίαν στιγμὴν, ὅτι αἱ προῤῥή-
1098σεις τῶν ἀπαισιοδόξων εὑρίσκονται ἀληθεῖς· θὰ εὑρεθῇ τότε
1099ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀγοράσῃ τὸ χρυσὸν εἰς
1100τὸν τόπον.
1101Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893, τὸ διὰ τὸ δημό-
1102σιον χρέος ἀπαιτούμενον ποσὸν εἰς χρυσὸν ἀνέρχεται διὰ
1103τόκους μὲν εἰς 26,000,000 καὶ κἄτι, διὰ χρεωλύσια δὲ εἰς
11044,800,000 περίπου, ὥστε φθάνει παρὰ μερικὰς χιλιάδας εἰς
110531,000,000. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὰ 7½ ἑκατομμύρια εἰς
1106χρυσὸν, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσπραχθοῦν, ἀπὸ τὰ 31,000,000, θὰ
1107μένῃ ποσὸν 23,400,000 εἰς χρυσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ πρέπῃ νὰ
1108ἐξεύρῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, ἐὰν ὑπο-
1109θέσωμεν, ὅτι ἕως τότε δὲν θὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις τῶν
1110πραγμάτων, δὲν θὰ ἐπέλθῃ ὑποτίμησις εἰς τὴν σημερινὴν
1111τιμὴν τοῦ χρυσοῦ, καὶ ὅτι θ’ ἀναγκασθῇ ἡ Κυβέρνησις
1112νὰ τὸ ἀγοράσῃ πρὸς 1,50, θὰ χρειασθῇ ἡ Κυβέρνησις
111311,700,000 ἐπὶ πλέον διὰ τὴν ὑπερτίμησιν αὐτήν...
1114§69ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἄλλας ὑποχρεώσεις εἰς χρυσὸν δὲν
1115ἔχει;
1116§70ΣΚΟΥΖΕΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα, δὲν εἶναι εἰς
1117χρυσόν... Ἀλλὰ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὑπάρχει πρόβλεψις
1118δι’ ὑπηρεσίαν δημοσίου χρέους, ὑπερτίμησιν συναλλάγματος,
1119ἢ τόκους συνομολογηθησομένου δανείου 8,690,000· ὥστε
1120τὰ 11,700,000, καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν εὕρῃ ἡ Κυβέρνησις
1121δάνειον εἰς χρυσὸν, καλύπτονται κατὰ 8,690,000 διὰ τοῦ
1122προβλεπομένου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσοῦ, καὶ μένουν
1123μόνον 3,000,000.
1124Ἀλλὰ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἐὰν φθάσωμεν εἰς τοιαύτην
1125δυσάρεστον θέσιν, τὴν ὁποίαν πάντες βεβαίως πρέπει νὰ
1126ἀπευχηθῶμεν, νομίζετε ὅτι ἓν ἔξοδον ἀπρόβλεπτον 3 ἑκατομ-
1127μυρίων εἶναι ποσὸν, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ ἡ Κυβέρνησις ἄλ-
1128λως πως νὰ ἐξεύρῃ, καὶ ἠμποροῦμεν νὰ λέγωμεν λογικῶς,
1129ὅτι διὰ 3,000,000 εἶναι ἀπελπιστικὴ ἡ κατάστασις ἡμῶν;
1130§71ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ τούτου, ἐπρόκειτο περὶ
1131δαπάνης μὴ ἀναγραφείσης.
1132§72ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἡ Κυβέρνησις, κύριε συνάδελφε, ἔχει ἄλλο
1133σύστημα. Ὅτι δὲ τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι
1134καὶ τόσον κακὸν, τόσον ἀποῤῥιπτέον, θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν
1135μαρτυρίαν ὑμῶν τῶν ἰδίων. Ὁ ἐκ Λοκρίδος ἀξιότιμος
1136συνάδελφος, ἀναπτύσσων τὸ ἰδικόν σας σύστημα, δὲν εἶπεν
1137ὅτι διὰ τὰς συντάξεις καὶ διὰ τὰ χρεωλύσια προτείνει νὰ
1138ἀπαλλαγῇ ὁ ἐτήσιος προϋπολογισμὸς διὰ κεφαλαιοποιή-
1139σεως, ἤτοι διὰ δανείων; Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι καὶ σεῖς παραδέ-
1140χεσθε καὶ βασίζετε τὸ σύστημά σας ἐπὶ δανείων.
1141§73ΡΑΛΛΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε δύο λέξεις;... Τὸ σύστημα
1142τῆς Κυβερνήσεως ἐὰν ἦναι κακὸν ἢ καλὸν, τὸ εἴδομεν·
1143ἀλλ’ ἐκεῖνο, περὶ οὗ πρόκειται ἤδη, εἶναι τὸ ἑξῆς: ἐὰν
1144ἀπαιτῆται πρὸς τὴν ἐκ δραχμῶν 8,690,000 πίστωσιν, τὴν
1145ἀναγραφεῖσαν διὰ τὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν, καὶ
1146ἕτερον ποσόν. Εἴπετε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐλπίζει, ὅτι θὰ πραγ-
1147ματοποιήσῃ δάνειον. Ἀλλ’ ἐὰν εἶχε πεποίθησιν εἰς τὴν
1148πραγματοποίησιν τοῦ δανείου, ἦτο περιττὸν νὰ ἐπιγράψῃ
1149τὴν σχετικὴν πίστωσιν, τὴν δι’ ὑπηρεσίαν συνομολογηθησο-
1150μένου δανείου, «διὰ συναλλαγματικὴν διαφοράν». Αὐτὸ καὶ
1151μόνον φέρει εἰς τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυ-
1152βέρνησις ὑπολογίζει, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ πραγματοποιη-
1153θῶσιν. Ἐὰν δὲ τὰ περὶ δανείου δὲν πραγματοποιηθῶσι,
1154πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ἡ πίστωσις τῶν 8,690,600 ἦναι
1155ἐπαρκὴς διὰ συναλλαγματικὴν διαφοράν. Καθ’ ὅσον δὲ ἡ
1156πίστωσις αὕτη ἀποδεικνύεται μὴ ἐπαρκὴς, ἕπεται ὅτι κατὰ
1157τοσοῦτον παρίσταται ἠλαττωμένον ἔξοδον, ὅπερ ἔπρεπε νὰ
1158ἀναγραφῇ ἀκέραιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.
1159§74ΣΚΟΥΖΕΣ. Σᾶς ἐνόησα. Ἀλλ’ ἠκούσατε τί εἶπον. Εἶπον
1160ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀκολουθεῖ ἓν ἄλλο σύστημα, ἡ Κυβέρνησις
1161νομίζει, ὅτι δύναται νὰ εὕρῃ δάνειον, καὶ δὲν ὑπολογίζει
1162νομισματικὴν διαφοράν· καὶ μέχρι τοῦδε, ἂν καὶ πολλάκις
1163εὑρέθη εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, καὶ ἔλεγον ὅτι δὲν θὰ ἐπιτύχῃ,
1164τὰ πράγματα ἦλθον καὶ ἐπεβεβαίωσαν τὰς προσδοκίας
1165της. Ἐγὼ σᾶς ὡμίλησα διὰ τὴν περίπτωσιν, ἡ ὁποία
1166εὔχομαι νὰ μὴ ἐπέλθῃ· ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἔλθουν τὰ πράγματα
1167ὅλως ἀνάποδα, νομίζετε ὅτι τὰ τρία αὐτὰ ἑκατομμύρια
1168εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐξευρεθοῦν, εἴτε διὰ μειώσεως δαπα-
1169νῶν, εἴτε κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ ὅτι θὰ ἔλθῃ ἀπελπισία;
1170Ἐγὼ θὰ ηὐχόμην νὰ ἤμεθα εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ὥστε μό-
1171νον περὶ τριῶν ἑκατομμυρίων νὰ πρόκηται.
1172§75ΡΑΛΛΗΣ. Μήτε περὶ εὐχῶν, μήτε περὶ εὐλογιῶν πρό-
1173κειται· πρόκειται περὶ πιστώσεων.
1174§76ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἶπον ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893
1175δὲν δεικνύει τὰ τρωτὰ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐπικρίνουν. Ὁ προϋ-
1176πολογισμὸς τοῦ 1893, κατ’ ἐμὲ, ὅπως δήποτε δεικνύει μίαν
1177πρόοδον, διότι εἰς αὐτὸν συνεκεφαλαιώθησαν ὅλαι αἱ δα-
1178πάναι, καὶ δύναται νὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ κοινὸν, ποῖα
1179εἶναι τὰ ἔξοδά μας, καὶ νὰ κρίνῃ ποῖα μέτρα πρέπει νὰ
1180ληφθῶσιν, ἢ ἐὰν τὰ προτεινόμενα ἀρκῶσιν, ὅπως ἐπέλθῃ
1181βελτίωσις τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως. Ὁ προϋπο-
1182λογισμὸς ἔκλεισε μίαν θύραν μεγάλων ἀτόπων, μεγάλων
1183ὑπερβάσεων. Ἐννοῶ τὰ δύο ταμεῖα, τὸ τῆς δημοτικῆς ἐκ-
1184παιδεύσεως καὶ τὸ τῆς ὁδοποιΐας, ἐκ τῶν ὁποίων κατ’ ἔτος
1185εἴχομεν ὑπερβάσεις, καὶ ἐπὶ τέλους τὰ ἐλλείμματα αὐτῶν
1186ἐπεβάρυνον τὸν προϋπολογισμόν. Μὴ νομίσετε δὲ, ὅτι αἱ
1187μεταβολαὶ αὗται εἶναι ἐπουσιώδεις. Καὶ εἰς Κράτος ἄλλο,
1188πολὺ σημαντικώτερον ἡμῶν, εἰς Κράτος τοῦ ὁποίου ὄχι
1189μόνον τὰ οἰκονομικὰ εἶναι εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν, ἀλλὰ
1190τοῦ ὁποίου ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει ἐλαστικότητα, ὅσην εἰς
1191οὐδὲν ἄλλο Κράτος ἐν τῷ κόσμῳ, ἐν αὐτῇ τῇ Γαλλίᾳ,
1192εἶχον περιπέσει καὶ ἐκεῖ εἰς τὸ ἄτοπον αὐτὸ τῶν ἰδιαιτέ-
1193ρων ταμείων, καὶ κατὰ περίεργον σύμπτωσιν, εἶχον καὶ ἐκεῖ
1194ἰδιαίτερον ταμεῖον, «ταμεῖον τῶν σχολείων» λεγόμενον.
1195Καὶ ἐκεῖ ἐφέτος χαρακτηρίζεται ἡ συγχώνευσις τοῦ
1196ταμείου τῶν σχολείων εἰς τὸν γενικὸν προϋπολογισμὸν ὡς
1197εὐχῆς ἔργον, διότι ὑπολανθάνει, λέγει καὶ ἐκεῖ ὁ εἰσηγη-
1198τὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, πηγὴ νέων δα-
1199νείων καὶ δαπανῶν, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξελέγ-
1200ξωμεν.
1201Τελευτῶν, Κύριοι, ἵνα μὴ ἐπὶ πλέον σᾶς ἀπασχολήσω,
1202ὀφείλω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Δὲν ἔχω οὔτε τὴν ἐκ
1203τῆς πολυχρονίου πείρας αὐθεντείαν, οὔτε λευκὰς τρίχας,
1204ὥστε νὰ δώσω ὑμῖν συμβουλὰς, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ μὴ
1205ἐκφέρω τὴν παρατήρησιν, ὅτι εἶναι ἴσως χρήσιμον νὰ ἐπι-
1206κρίνωμεν σύστημά τι καὶ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ παρ’ οἱασδή-
1207ποτε Κυβερνήσεως, ἀλλὰ νὰ ἐπικρίνωμεν αὐτὸ μὲ τρόπον
1208παριστῶντα ἀπελπιστικὴν τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν
1209τοῦ Κράτους, δὲν εὑρίσκω ὅτι εἶναι πρακτικόν. Τὰ οἰκο-
1210νομικὰ τοῦ Κράτους δὲν εἶναι οἰκονομικὰ οὔτε σήμερον
1211τοῦ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ καὶ Πρωθυπουργοῦ, οὔτε
1212αὔριον τοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἢ δὲν ἠξεύρω τίνος
1213ἄλλου. Τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εἶναι οἰκονομικὰ τῆς
1214πατρίδος ἡμῶν, καὶ πάντες περὶ αὐτῶν ἐνδιαφερόμεθα· δὲν
1215πρέπει δὲ ἐν τῇ κομματικῇ διαπάλῃ νὰ συγχέωμεν καὶ νὰ
1216δυσφημῶμεν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, διότι γνωρίζετε
1217ὅτι, ἐὰν ἦναι εὔκολον νὰ δυσφημῇ τις καὶ νὰ καταστήσῃ
1218ὕποπτα τὰ οἰκονομικὰ Κράτους τινὸς, εἶναι πολὺ πλέον
1219δύσκολον, καὶ ἀληθὲς ἀκόμη ὅταν ἦναι, νὰ παραστήσῃ τὴν
1220καλὴν αὐτῶν κατάστασιν. (Εὖγε! ἐκ δεξιῶν).
1221§77ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἀμφότεροι οἱ
1222πρὸ τοῦ ἤδη κατελθόντος τοῦ βήματος ἀγορεύσαντες κατέ-
1223γειναν εἰς τὸ νὰ δείξωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δεινὸν τῶν
1224οἰκονομικῶν περιστάσεων, εἰς ἃς περιέστη ἡ χώρα, καὶ νὰ
1225ἐπιῤῥίψωσιν ἅπασαν τὴν μομφὴν τοῦ δεινοῦ τούτου εἰς τὸ
1226πρόγραμμα τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως. Ἀνέδραμον διὰ
1227τὴν ἐξέλεγξιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας εἰς τὴν εὐθὺς
1228ἐξ ἀρχῆς ἄνοδον τοῦ ἡγέτου τῆς πλειονοψηφίας εἰς τὰ
1229πράγματα, καὶ μάλιστα ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ὁ διευθύνων καὶ
1230νῦν τὰ τοῦ Κράτους ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῶν οἰκονο-
1231μικῶν τῆς χώρας καὶ νέον ἐφήρμοσεν οἰκονομικὸν σύστημα,
1232συνᾷδον τελέως πρὸς τὰς ὑπὸ τῶν περιστάσεων ἐπιβαλ-
1233λομένας ἀνάγκας καὶ ἐπιδιῶκον τὴν ὅσον ἔνεστιν ἀνόρθω-
1234σιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ὁμολογουμένως ὁ ἀνα-
1235λαβὼν τὴν διεύθυνσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας πρὸ
1236δέκα ἐτῶν εὗρε τὸ Κράτος ἐξερχόμενον ἐκ τῶν δεινῶν τῆς
1237διετοῦς ἐπιστρατείας τοῦ 1880, εὗρε τὸ Κράτος βεβαρη-
1238μένον μὲ χρέη πλείονα τῶν 400,000,000 δραχμῶν, εὗρε
1239τὸ Κράτος μὲ ἐτήσιον προϋπολογισμὸν λίαν περιωρισμένον,
1240καὶ ἐλλείμματα μεγάλα ἐγκαταλελειμμένα, εὗρε τὰς προ-
1241σόδους τοῦ Κράτους λίαν περιωρισμένας ὑπὸ τὴν ἔποψιν
1242τῆς συγκοινωνίας, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀναπτύξεως τῶν
1243πλουτολογικῶν ἐν γένει πηγῶν αὐτοῦ, ὑπὸ τὴν ἔποψιν
1244τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου. Διτταὶ ἦσαν αἱ οἰκο-
1245νομικαὶ δυσχέρειαι, καθ’ ὧν εἶχε νὰ παλαίσῃ ἡ τότε Κυ-
1246βέρνησις· ἀφ’ ἑνὸς ἡ ἀπόκτησις δημοσίου ἰσοζυγίου, ἀφ’
1247ἑτέρου ἡ ἀπόκτησις κοινωνικοῦ ἰσοζυγίου. Τὰς δυσχερείας
1248δὲ ταύτας καθίστα μείζονας ἡ ἀπὸ τοῦ 1877 μέχρι τοῦ
12491884 ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐφαρ-
1250μογὴν τοῦ συστήματος τούτου προέκυψαν καὶ ἔκτακτα
1251ὅλως γεγονότα. Καὶ ὅπως, κύριοι Βουλευταί, δυνηθῶμεν
1252νὰ ἀντιληφθῶμεν ἐπακριβῶς τῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα
1253ἐπήνεγκε τὸ οἰκονομικὸν τοῦτο σύστημα, ὀφείλομεν νὰ
1254ἀφαιρέσωμεν τὰ ἀποτελέσματα τούτου ἐκ τῶν ἀποτελε-
1255σμάτων, ἅτινα ἐπήνεγκον τὰ ἔκτακτα ταῦτα γεγονότα.
1256Ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ οἰκονομικοῦ τούτου
1257συστήματος ἔπασχεν ἐκ πλήρους ἐλλείψεως συγκοινωνίας,
1258ἐξ ἐντελοῦς σχεδὸν ἐλλείψεως κεφαλαίων, ἀναγκαίων διὰ
1259τὴν ἀνάπτυξιν καὶ ἐνίσχυσιν τῶν παραγωγικῶν της δυ-
1260νάμεων. Ἐπὶ τῶν ἐλλείψεων τούτων ἐρείδεται τὸ οἰκονο-
1261μικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, τουτέστι, πῶς νὰ ἐξεύρῃ
1262πόρους, ὅπως καὶ τὴν συγκοινωνίαν ἀναπτύξῃ καὶ τὰς
1263παραγωγικὰς αὐτῆς δυνάμεις ἐνισχύσῃ. Διὰ τῶν ὑπαρχόν-
1264των τότε φόρων βεβαίως ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον, ὅπως
1265ἡ Κυβέρνησις ἀναλάβῃ τοιαύτην δαπανηρὰν ἐπιχείρησιν,
1266οὐδ’ ἦτο δυνατὸν διὰ προσθέτου φορολογίας νὰ ἐπιδιώξῃ
1267τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην, καθόσον ἐν ἐπιγνώσει ἤθελε προσ-
1268δράμει εἰς τὴν ταχεῖαν ἐξάντλησιν τῶν οἰκονομικῶν δυνά-
1269μεων τῆς χώρας. Ὅθεν ἔδει, ὡς εἰς πάντα τὰ ἀρτιγενῆ
1270ἔθνη συμβαίνει, νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῆς πίστεως αὐτῆς,
1271καθόσον διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς πίστεως τὰ κεφά-
1272λαια εὑρίσκονται ἐκεῖ, ὅπου ἐκτοκίζονται μὲ μικρὸν τό-
1273κον, μένοντα ἀδρανῆ καὶ μὴ χρησιμεύοντα πρὸς παραγω-
1274γὴν, νὰ ἐπιβαρύνῃ δὲ τὴν παραγωγὴν μόνον διὰ τοῦ πρὸς
1275ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τούτων ἀναγκαίου ποσοῦ. Ἀπὸ
1276τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἤρξατο ἡ Κυβέρνησις ἐργαζομένη
1277πυρετωδῶς διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας, ἤρξατο
1278τῆς κατασκευῆς ὁδῶν καὶ σιδηροδρόμων, ἐπιτυγχάνουσα
1279διὰ τῶν ἔργων τούτων τὴν ῥοὴν ἐν τῷ τόπῳ χρήματος καὶ
1280ἔντασιν τῆς ἐργασίας. Ἡ εὔκολος καὶ εὐχερὴς συγκοινωνία
1281εἶναι ἡ βάσις καὶ τὸ θεμέλιον, ἐφ’ ὧν δέον νὰ ἐρείδηται
1282πρωτίστως πᾶσα ἐνίσχυσις τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων
1283παντὸς ἔθνους. Ἀλλὰ τὴν ἐνίσχυσιν ταύτην δὲν ἐπεδίωκεν
1284ἡ Κυβέρνησις διὰ μόνων τῶν διὰ τὰς δαπάνας ταύτας
1285ἀπαιτουμένων κεφαλαίων, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ οἰκονομικοῦ
1286της συστήματος ἔκρινε λυσιτελὲς νὰ μὴ ἀφαιρῇ ἐκ τῆς
1287χώρας τὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων ἀπαιτούμενον
1288κεφάλαιον, ἐλπίζουσα οὕτως, ὅτι ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ
1289ὅλου σχεδίου της ἤθελε κατορθώσει νὰ δύναται ἡ χώρα
1290διὰ τῆς ἐκμεταλλεύσεως ὅλων τῶν παραγωγικῶν της πηγῶν
1291ν’ ἀνταποκρίνηται εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας ἄνευ δανείων,
1292καὶ τὴν καθόλου βιομηχανίαν νὰ ἱδρύσῃ ἐπὶ τοῦ σταθεροῦ
1293καὶ ἀσφαλοῦς ἐπιπέδου τοῦ ἐλευθέρου συναγωνισμοῦ.
1294Ὅπως δὲ κρίνωμεν τὰ ἐκ τοῦ οἰκονομικοῦ τούτου συ-
1295στήματος ἐπιτευχθέντα ἀποτελέσματα, ὀφείλομεν νὰ συγ-
1296κρίνωμεν τὴν κατάστασιν τῆς χώρας κατὰ τὸ 1880 πρὸς
1297τὴν κατὰ τὸ 1890. Ἐὰν εἴχομεν στατιστικὴν, βεβαίως,
1298Κύριοι, θὰ ἦτο εὔκολος ἡ τοιαύτη σύγκρισις, οὐχ ἧττον
1299καὶ ἄνευ αὐτῆς, ἐὰν συγκρίνωμεν τὰ ἐπίπεδα, εἰς ἃ εὑρί-
1300σκοντο ἡ βιομηχανία, ἡ συγκοινωνία, τὰ κεφάλαια, τὸ
1301ἐμπόριον, ἡ γεωργία κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ 1880, πρὸς τὰ
1302κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ 1890, θέλομεν κατίδει, ὅτι δὲν
1303ἐπῆλθε στασιμότης, δὲν ἐπῆλθεν ἐπιβράδυνσις εἰς τὴν κα-
1304θόλου ἀνάπτυξιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου. Ἅπαντες, Κύριοι,
1305γνωρίζετε εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκετο ἡ βιομηχανία
1306κατὰ τὸ 1880, ἅπαντες γνωρίζετε ὡσαύτως, ὅτι σήμε-
1307ρον, μολονότι ἐν Ἑλλάδι ἐλλείπουσιν οἱ δύο πρώτιστοι
1308ὅροι διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς μεγάλης λεγομένης βιομη-
1309χανίας, ἐν τούτοις ἡ Ἑλλὰς εἶναι κάτοχος βιομηχα-
1310νικῶν καταστημάτων ἀξίας 40,000,000 δραχμῶν καὶ
1311ἀντιπροσωπευόντων 10,000 ἵππων κινητήριον δύναμιν.
1312Ὑμεῖς, Κύριοι, γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ὁποία εἶναι ἡ πο-
1313σότης τῶν κεφαλαίων ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ ἐν ταῖς ἄλ-
1314λαις μεγάλαις πόλεσι τοῦ Κράτους· οἱ κάτοχοι περιουσίας
1315πλείονος τοῦ ἑκατομμυρίου ἦσαν τότε εὐάριθμοι ἐν αὐτῇ τε
1316τῇ πρωτευούσῃ καὶ ἐν ταῖς μεγαλοπόλεσι, σήμερον δὲ, Κύ-
1317ριοι, δύνασθε νὰ εὕρητε τοιούτους καὶ ἐν αὐταῖς ἔτι ταῖς
1318κωμοπόλεσι.
1319§78ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν κάμνετε καλὴν
1320ἐκτίμησιν.
1321§79ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναφέρομαι εἰς τὴν ἐπαρχίαν σας,
1322κύριε συνάδελφε. Ἀλλὰ καὶ ἄνευ αὐτῆς, τοὐλάχιστον εἰς
1323τὴν ἐπαρχίαν μου τοιοῦτον γεγονὸς παρετήρησα.
1324Ὡσαύτως, ἐὰν ἀναμνησθῆτε, Κύριοι, τὴν ἀνάπτυξιν τῆς
1325συγκοινωνίας κατὰ τὸ 1880, ὅτε μόλις ἡ Ἑλλὰς ἠρίθμει
1326ἑκατοστύων μόνον τινῶν χιλιομέτρων ἁμαξιτὰς ὁδοὺς, καὶ
1327συγκρίνητε ταύτην πρὸς τὴν ἔκτοτε μέχρι σήμερον ἐπιτευ-
1328χθεῖσαν συγκοινωνίαν, ὅτε εἴμεθα κάτοχοι πλειόνων τῶν
132923,000 χιλιομέτρων ἁμαξιτῶν ὁδῶν, ὅτε εἴμεθα κάτοχοι
1330πλειόνων τῶν 830 χιλιομέτρων σιδηροδρόμων, θέλετε βε-
1331βαίως ἀνομολογήσει, ὅτι τὰ τῆς συγκοινωνίας σπουδαίως
1332ἐβελτιώθησαν παρ’ ἡμῖν. Ἡ βελτίωσις αὕτη τῆς συγκοι-
1333νωνίας συνετέλεσεν, ὅπως τὰ οἰκονομικὰ δεινὰ, ἅτινα ἐπή-
1334νεγκον ἔκτακτοι λόγοι εἰς τὴν χώραν, μειωθῶσι. Τὴν αὐ-
1335τὴν βεβαίως ἐνίσχυσιν ἔλαβε καὶ ἡ γεωργία παρ’ ἡμῖν.
1336Τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῆς ἐνι-
1337σχύσεως τῆς γεωργίας ἀποδεικνύουσι τὰ μέτρα, ἅτινα ἔλαβε,
1338πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου εἰσαγω-
1339γικοῦ δασμοῦ εἰς τὰ διάφορα μέρη τῆς καταναλώσεως, τὰ
1340μέτρα, ἅτινα ἔλαβε διὰ τὴν μελέτην διαφόρων ὑδραυλι-
1341κῶν ἔργων καὶ τὴν ἵδρυσιν γεωργικῶν σχολῶν. Ἐκτὸς δὲ
1342τούτων, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις καταγίνεται εἰς τὴν λῆψιν καὶ
1343ἑτέρων σπουδαιοτέρων μέτρων, συντελεσόντων εἰς τὴν μείζονα
1344ἀνάπτυξιν καὶ ἐνίσχυσιν τῆς γεωργίας. Καὶ τὸ ἐμπόριον δὲ,
1345Κύριοι, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ συμπαρομαρτῇ εἰς τὴν αὔξουσαν
1346ταύτην παραγωγὴν καὶ κατανάλωσιν. Καὶ βεβαίως, ἐάν
1347τις παρατηρήσῃ τὸ ἀνταλλακτικὸν μόνον ἐμπόριον τὸ
1348κατὰ τὸ 1880, καὶ συγκρίνῃ αὐτὸ πρὸς τὸ κατὰ τὸ 1890,
1349θέλει πεισθῆ περὶ τῆς μείζονος ἀναπτύξεως καὶ δράσεως
1350αὐτοῦ.
1351Οὐδεὶς βεβαίως, Κύριοι, δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι τὴν
1352παραγωγὴν καὶ ἀνάπτυξιν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου δὲν
1353ἐπεβράδυναν σπουδαίως αἱ δύο ἐπιστρατεῖαι τοῦ 1880 καὶ
13541886, καὶ κατὰ συνέπειαν, ἂν μὴ ἐπήρχετο ἐπικαίρως χά-
1355ρις εἰς τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἐνίσχυ-
1356σις τῶν παραγωγικῶν τῆς χώρας δυνάμεων διὰ τῶν εἰσα-
1357χθέντων κεφαλαίων καὶ διὰ τῶν μὴ ἐξαχθέντων, βεβαίως ἡ
1358ἀνάπτυξις αὕτη τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου δὲν ἤθελεν ἐπέλθει
1359διὰ μόνης τῆς ἰδιωτικῆς φιλοπονίας. Τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ
1360εἰσαχθέντα κεφάλαια ἐνέτειναν τὴν ἐργασίαν καὶ κατέ-
1361στησαν αὐτὴν ἰσχυροτέραν, ζωηροτέραν καὶ δραστηριωτέ-
1362ραν. Καὶ ἦτο δυνατόν, Κύριοι, ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς ἀναπτύ-
1363ξεως τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου, ὅτε εἴχομεν ἀνάγκην νὰ
1364ποιησώμεθα ἔκκλησιν πρὸς ὅλας τὰς συντελεστικὰς εἰς
1365ταύτην πηγὰς, νὰ ἀποκρούσωμεν τὴν συντελεστικωτάτην
1366τῶν πηγῶν, τὰ κεφάλαια; ἦτο δυνατὸν νὰ στερηθῶμεν
1367τῶν πλεονεκτημάτων, ἅτινα πανταχοῦ ἡ πίστις τοῦ Κρά-
1368τους παρέχει, ἐκ τοῦ φόβου ὅτι ἡ ἐξάντλησις ταύτης ἤθελεν
1369ἐπέλθει, ὡς ἐνίοτε τοῦτο συμβαίνει; Ἡ ἐξάντλησις τῆς
1370πίστεως παντὸς Κράτους εἶναι ἓν οἰκονομικὸν φαινόμενον,
1371ταχέως παρερχόμενον, καὶ ὅπως τὰ ἐκ τῆς ἐξαντλήσεως
1372τῆς πίστεως τοῦ Κράτους καλὰ ὦσι κατώτερα τῶν ἐξ αὐ-
1373τῆς ἐπερχομένων δεινῶν, πρέπει, ἅμα τῇ ἐκλείψει τῆς πί-
1374στεως, νὰ συναπόλλυνται καὶ τὰ ἐκ ταύτης ἀγαθὰ, τοῦθ’
1375ὅπερ ἀδύνατον. Κατὰ συνέπειαν φρονῶ, ὅτι οἱ ἀποκρούον-
1376τες τὴν χρησιμοποίησιν τῆς πίστεως χάριν τῶν ἐπιδιωκο-
1377μένων γενικῆς χρησιμότητος ἔργων σφάλλονται. Καὶ ἡ
1378γνώμη αὕτη, Κύριοι, δὲν εἶναι γνώμη ἐμοῦ, εἶναι γνώμη
1379ἁπάντων τῶν σπουδαιοτέρων τῆς Ἑσπερίας οἰκονομολό-
1380γων. Ἀντὶ ἡ ἐξάντλησις τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς πίστεως
1381ἑνὸς Κράτους νὰ ἦναι τὸ ἐπιχείρημα κατὰ τῆς χρήσεως
1382τῆς πίστεως, τοὐναντίον παρέχει ὁλόκληρον τὸ θετικὸν
1383μέτρον, δι’ οὗ προσμετρεῖται ἡ ἔκτασις τῶν εὐεργετημά-
1384των, τὰ ὁποῖα αὕτη παρέχει εἰς τὴν κοινωνίαν, ὁπόταν
1385ὑπάρχῃ. Μόνη ἡ κατάχρησις τῆς πίστεως δύναται νὰ ἐπε-
1386νέγκῃ τὰ δεινὰ, ἅτινα οἱ ἀξιότιμοι ἐκ τῆς ἐκεῖθεν πτέ-
1387ρυγος κατακρίνουσιν· ἄλλως, ὅπως ὑπάρξῃ κατάχρησις τῆς
1388πίστεως, δέον τὰ ἐκ τῶν δανείων καὶ τῶν μεγάλων δι’
1389αὐτὰ θυσιῶν καὶ φόρων τοῦ λαοῦ ἐπιτευχθέντα ἔργα νὰ
1390μὴ χορηγῶσιν ἀνάλογα ἀνταλλάγματα τῷ λαῷ. Εὐτυχῶς
1391ὅμως ἡ πλουτολογικὴ ἀνάπτυξις τῆς χώρας μᾶς ἀποδει-
1392κνύει, ὅτι οὐ μόνον ἐξάντλησιν δὲν ὑπέστη ἐξ ὑπαιτιότη-
1393τος τῶν δανείων, ἀλλὰ τοὐναντίον ἡ κατάστασις αὐτῆς
1394ἐβελτιώθη ἐπαισθητῶς τῇ συνδρομῇ τῶν δανείων.
1395Ἀλλὰ καὶ ἐὰν μερικώτερον κατέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέλεγ-
1396ξιν τῆς χρήσεως τῶν δανείων, θέλετε πεισθῆ, Κύριοι, ὅτι,
1397μολονότι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἤγειρεν ἀκατάσχετον ἀγῶνα
1398κατὰ τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν δανείων τούτων, θέλετε
1399πεισθῆ, ὅτι ἐκ τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν συνομολογηθέντων δα-
1400νείων μόνον ἐλάχιστον ποσὸν διετέθη παρὰ τῆς νῦν Κυβερ-
1401νήσεως εἰς κάλυψιν τῶν ἐκ τῆς διαχειρίσεως ταύτης ἐλλειμ-
1402μάτων. Βεβαίως δὲν θ’ ἀκολουθήσω τὴν συνομολόγησιν
1403τῶν δανείων ἐπὶ τῆς πρώτης κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαε-
1404τίαν πρωθυπουργίας τοῦ κ. Τρικούπη· θέλω μόνον δια-
1405πραγματευθῆ τὴν συνομολόγησιν τῶν τελευταίων δανείων
1406κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν καὶ τὴν διαχείρισιν αὐ-
1407τῶν, καθόσον μέγας πάταγος ἐγένετο περὶ τῶν τελευταίων
1408τούτων δανείων. Κατὰ τὸ 1887 συνωμολογήθη τὸ δά-
1409νειον ἐπὶ ἐγγυήσει τῶν Μονοπωλίων ἐξ 135,000,000, κατὰ
1410τὸ 1888 τὸ ἐκ 15,000,0000, κατὰ τὸ 1889 τὸ ἐξ
14111,200,000 λιρῶν, ἤτοι δραχ. 30,000,000, τὸ 1889 συνω-
1412μολογήθη ὡσαύτως τὸ ἐκ 5,000,000 λιρῶν, ἤτοι 125 ἑκα-
1413τομμυρίων δραχμῶν. Τὸ 1890 συνωμολογήθη τὸ δάνειον
1414τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης ἐκ 45,000,000 φρ.
1415Διὰ τὰ δὲ δάνεια τὰ συνομολογηθέντα μετὰ τὸ 1890 δὲν
1416εἶναι ὑπεύθυνος ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις. Τὸ ὅλον ποσὸν τῶν
1417κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν τῆς διαχειρίσεως τοῦ κ.
1418Τρικούπη συνομολογηθέντων δανείων ἀνέρχεται εἰς 350
1419ἑκατομμύρια ὀνομαστικά, ἐξ ὧν εἰσεπράχθησαν 252,735,327
1420πραγματικά. Ἐκ τούτων ἐδαπανήθησαν ἐπὶ ἔργων κατὰ
1421τὴν τελευταίαν τετραετίαν τῆς Κυβερνήσεως Τρικούπη: εἰς
1422σιδηροδρόμους (ὑπολογίζω μόνον τὰ κατὰ τὴν τελευταίαν
1423τετραετίαν τοῦ κ. Τρικούπη δαπανηθέντα διότι κατόπιν ἐγέ-
1424νοντο καὶ ἄλλαι δαπάναι, τὰς ὁποίας δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν,)
142540,446,000, διὰ τὰ θωρηκτὰ 26,000,000, εἰς στρατιωτικὰ
1426καὶ δημόσια κτίρια 1,119,446, διὰ τὴν προίκισιν τῆς
1427βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας καὶ διὰ τὴν ὑπόθεσιν Σπάρ-
1428ταλη 700,000, καὶ ἄλλα τινά, ἐν ὅλῳ 71,306,000· εἰς
1429κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ 1888 δρ. 6,688,000, εἰς κά-
1430λυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ 1889 δρ. 2,197,000. Ἤτοι ἐν
1431ὅλῳ 80,371,041. Ἔμεινεν ὑπόλοιπον, Κύριοι, 172,000,000.
1432Τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο τῶν 172,000,000 κατηναλώθη ὁλόκλη-
1433ρον εἰς τὴν ἐξόφλησιν προγενεστέρων δανείων, ἅτινα εἶχον
1434συνομολογηθῆ ἐπὶ τόκῳ σχεδὸν διπλασίῳ τοῦ τῶν ἤδη
1435συνομολογηθέντων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη.
1436§80ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπελογίσατε σωστά.
1437§81ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω.
1438§82ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μὴ δέ-
1439χεσθε διακοπάς.
1440§83ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ εἶπεν, ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι δὲν
1441ὑπελόγισα καλά· ὑπελόγισα κατὰ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον
1442ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς εἶχεν ὑποβάλει (γέλωτες).
1443Τοῦτο, Κύριοι, ἦτο τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς νῦν
1444Κυβερνήσεως, τοῦ νὰ δανείζηται ἐπὶ μικροτέρῳ τόκῳ πρὸς
1445ἐξόφλησιν παλαιῶν δανείων, χρησιμοποιοῦσα τὴν ἐπὶ πλέον
1446διαφορὰν τοῦ ποσοῦ τῶν κεφαλαίων χάριν ἔργων γενικῆς
1447χρησιμότητος. Καὶ ὅτι, Κύριοι, ἐκ τοῦ οἰκονομικοῦ τούτου
1448συστήματος προέκυψεν ἡ εὐρωστία τῆς χώρας, τοῦτο ὁλό-
1449κληρος ἡ κοινωνία γνωρίζει, ὡς ἐκ τῆς μείζονος ἐνεργητι-
1450κότητος ὅλων τῶν κλάδων τῆς τε βιομηχανίας καὶ τοῦ
1451ἐμπορίου, ἥτις ἐπεκράτει κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐφαρμο-
1452γῆς τοῦ οἰκονομικοῦ ἐκείνου συστήματος ἐν τῇ χώρᾳ. Κα-
1453τέκριναν ὅμως τὸ οἰκονομικὸν ἐκεῖνο σύστημα, καθόσον δὲν
1454κατώρθωσεν ἡ Κυβέρνησις, ἢ μᾶλλον δὲν ἐπεδίωξε τὴν
1455σύνταξιν ἀρτίου προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ περιωρίζετο εἰς τὸ
1456στενὸν καλούμενον ἰσοζύγιον. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, ἐξετάσητε,
1457πῶς εἶχον τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ
14581877 μέχρι τοῦ 1886, θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἦτο ἀπολύτως
1459ἀδύνατον εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐπί-
1460τευξιν σταθεροῦ καὶ ἀρτίου ἰσοζυγίου ἐπὶ προϋπολογισμοῦ
1461καταλείποντος τοσοῦτον κολοσσιαῖα ἐλλείμματα, καὶ δὴ
1462εἰς Κράτος ἐπιδιῶκον μεγάλους ἐθνικοὺς σκοποὺς καὶ ὑπό-
1463χρεον νὰ ὑφίσταται τηλικαύτας θυσίας χάριν αὐτῶν. Δὲν
1464ἦτο δυνατόν, Κύριοι, νὰ κατορθωθῇ ἡ ἐπίτευξις τοῦ ἐτη-
1465σίου οἰκονομικοῦ ἰσοζυγίου ἄνευ προηγουμένης ἐνισχύσεως
1466τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Τὰ ἐλλείμματα,
1467Κύριοι, τοῦ Κράτους κατὰ τοὺς τελευταίους ἀπολογισμούς,
1468τοὺς δημοσιευθέντας ἀπὸ τοῦ 1877–1890, ἀνέρχονται
1469ἀπὸ τοῦ 1877 μέχρι τοῦ 1890 ἐν ὅλῳ εἰς 296 ἑκατομ-
1470μύρια. Οὕτω τὸ 1877 ἔχομεν 20,000,000.... Ἀλλ’
1471ἵνα μὴ κουράσω τὴν Βουλὴν διὰ τῶν ἀριθμῶν, παραλείπω
1472τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν καθ’ ἕκαστον ἔτος ἐλλειμμάτων. Ἐπὶ
1473τῶν ἐλλειμμάτων τούτων, Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος
1474Βουλευτὴς καὶ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπήνεγκε
1475παρατηρήσεις λογιστικάς. Ἡμεῖς ὅμως, Κύριοι, ὡς Βου-
1476λευταί, οἵτινες ὀφείλομεν νὰ ποιησώμεθα τὸν ἔλεγχον τῶν
1477Κυβερνήσεων, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ τῶν δη-
1478μοσίων κειμένων, ἅτινα ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἐχορήγησε, καὶ
1479ἂν οἱ ἀπολογισμοὶ ἦναι ἀνακριβεῖς, βεβαίως ὑπάρχουσι
1480δικαστήρια, καὶ οἱ παραχαράσσοντες ἢ πλαστογραφοῦντες
1481τοὺς ἀριθμοὺς δύνανται νὰ καταγγελθῶσιν· ἡμεῖς ὅμως
1482δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ ἀποδεχθῶμεν πᾶν ὅ,τι ἡ Κυβέρνησις μᾶς
1483χορηγεῖ, διότι αὐτὸ φέρει τὸ νόμιμον κῦρος, ἐφ’ ὅσον δὲν
1484καταγγέλλεται εἰς τὴν Δικαιοσύνην...
1485§84ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὅταν ἦσθε κυβερνητικός.
1486§85ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὡς ἀντιπολιτευόμενος....
1487Κατὰ συνέπειαν τὰ τακτικὰ ἐλλείμματα, τὰ ἐπιβαρύνοντα
1488τὴν διαχείρισιν τῆς Κυβερνήσεως τῆς νῦν, ἀνέρχονται κατὰ
1489τὴν τελευταίαν τετραετίαν μόλις εἰς 8,900,000...
1490§86ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Μόνον;
1491§87ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· διότι τὸ 1887 ἀφῆκε
1492πλεόνασμα ἐκ χιλιάδων τινῶν, τὸ δὲ 1888 εἶχεν ἔλλειμμα
14936,888,000, τὸ δὲ 1889 2,177,000. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔλ-
1494λειμμα, τὸ ὁποῖον μᾶς δίδουσιν οἱ ἀπολογισμοί.
1495§88ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λάθος κάμνετε. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι εἶναι
1496περίσσευμα.
1497§89ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐκ τῶν ἐπισήμων ἀπολο-
1498γισμῶν.
1499§90ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὴν πίστιν.
1500§91ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω τὴν πίστιν, κύριε πρώην
1501Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν· πείθομαι εἰς τὰ ἐπίσημα βιβλία.
1502§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὁ κ. Παυλόπουλος δὲν εἶναι οἰκο-
1503νομολόγος. Λοιπὸν μὴ τὸν διακόπτετε οἱ οἰκονομολόγοι
1504(γέλωτες).
1505§93ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἀρυσθῶ ἀλλα-
1506χόθεν πληροφορίας, παρὰ ἐκ τῶν ἐπισήμων κειμένων, τὰ
1507ὁποῖα μᾶς χορηγεῖ ἡ Κυβέρνησις.
1508§94ΚΑΝΑΡΗΣ. Πρόκειται περὶ τῶν τακτικῶν ἐξόδων.
1509§95ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ δὲ ἐλλείμματα, τὰ καλύπτοντα
1510τὴν διαχείρισιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἤτοι
1511τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1885 καὶ 1886, τακτικὰ καὶ ἔκτακτα,
1512ἀνέρχονται εἰς 130,000,000 περίπου, δαπανηθέντα ἀγό-
1513νως. Βεβαίως, Κύριοι, δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι, καταλιπὼν
1514τὴν ἀρχὴν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, συναπεκό-
1515μισεν εἰς τὰ θυλάκιά του τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα, ὡς ὁ
1516Μαζαρῖνος, οὔτε ὅτι κατέστη πλουσιώτερος διὰ τῆς δια-
1517χειρίσεως τῶν κοινῶν. Ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι
1518αἱ ἔκτακτοι αὗται περιστάσεις, ὅτι αἱ ἔκτακτοι αὗται
1519δαπάναι δὲν ἔσχον σπουδαιοτάτην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς οἰκονο-
1520μικῆς καταστάσεως τῆς χώρας (θόρυβος καὶ διάλογοι).
1521§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, παρακαλῶ, Κύριοι.
1522§97Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι εὐφυολογίαι.
1523§98ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐξακολουθεῖτε, κύριε Παυλόπουλε.
1524§99ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ συνέπειαν, Κύριοι, ἡ ὅλη
1525εὐθύνη, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκουσιν ὅ τε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρ-
1526τυνος Βουλευτὴς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος νὰ ἐπιῤῥίψω-
1527σιν εἰς τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς νῦν Κυβερνήσεως, φρονῶ,
1528ὅτι δύναται νὰ ἐπιῤῥιφθῇ κατὰ μέγα μέρος ἐπὶ τοῦ οἰκο-
1529νομικοῦ συστήματος (τοῦ ἐπιβληθέντος βεβαίως ἐξ ἐκτά-
1530κτων καὶ ὑπερτάτης θελήσεως λόγων) τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ
1531Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Ἀλλ’ ἂν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις
1532τῆς χώρας, ἡ ἐπελθοῦσα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς δύο διαφόρων
1533συστημάτων, ἠδύνατο νὰ κριθῇ κεχωρισμένως, τουτέστιν
1534ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐπελθόντων συνεπείᾳ τῶν οἰκο-
1535νομικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ ἐκ
1536τῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα ἐπήνεγκον τὰ οἰκονομικὰ μέτρα
1537τῆς Κυβερνήσεως Δηλιγιάννη, βεβαίως σήμερον ἡ χώρα δὲν
1538ἤθελεν εὑρίσκεσθαι ἐν τῇ οἰκονομικῇ δυσχερείᾳ, περὶ ἧς
1539τόσος ἐγένετο λόγος, ἐκ μόνης τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ οἰκονο-
1540μικοῦ συστήματος τοῦ κ. Τρικούπη. Τουναντίον, θὰ ἦτο
1541ἱκανὴ ἡ χώρα νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας της διὰ μόνων
1542τῶν τακτικῶν της προσόδων. Ἄν ἀφαιρέσητε τὴν ἐπιβο-
1543λὴν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς
1544ὁποίας εὑρισκόμεθα σήμερον, ἂν ἀφαιρέσητε τὰ ἐκ τῆς ἐπι-
1545στρατεύσεως δάνεια καὶ τὴν βραδύτητα, ἣν αὕτη ἐπή-
1546νεγκεν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, βεβαίως
1547δὲν θέλετε ἀρνηθῆ, ὅτι ἡ χώρα θὰ ἦτο σήμερον εἰς κατά-
1548στασιν νὰ ἐκπληρώσῃ ἀρτίας ἁπάσας τὰς ὑποχρεώσεις
1549αὐτῆς. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ σήμερον δυσχερῆ τὴν
1550οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, ἔγκειται εἰς τὴν διαφορὰν
1551τοῦ συναλλάγματος, ἔγκειται εἰς τὴν διαφοράν, ἣν ἔχει τὸ
1552τραπεζικὸν γραμμάτιον πρὸς τὸν χρυσὸν, εἰς τὴν διαφοράν,
1553ἣν ἔχουσιν αἱ εἰσπράξεις τοῦ Κράτους, αἱ γενόμεναι εἰς
1554τραπεζογραμμάτια ἀπέναντι ἑνὸς μέρους τῶν ὑποχρεώ-
1555σεων, ἃς ἔχει τὸ Κράτος εἰς χρυσόν. Βεβαίως ἡ ἀναγκα-
1556στικὴ κυκλοφορία δὲν ἔχει παρά τισι Κράτεσι τὰ αὐτὰ
1557ἀποτελέσματα, οἷα ἔσχε παρ’ ἡμῖν· καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ὡς ὁ
1558ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς χθὲς ὑπέμνησεν, ἐπεβλήθη
1559ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἀπὸ τοῦ 1870 μέχρι τοῦ 1877,
1560ἐν τούτοις ἡ ἀρτιότης τῆς πίστεως τοῦ Κράτους καὶ ἡ
1561μὴ ὑπέρβασις τοῦ ποσοῦ, τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν ἐκπλή-
1562ρωσιν τῶν συναλλαγῶν τῆς χώρας, οὐδεμίαν ἐκεῖ ἐπήνεγκεν
1563ὑποτίμησιν. Παρ’ ἡμῖν ὅμως ἡ ὑποτίμησις αὕτη ὀφείλε-
1564ται εἰς ἀμφοτέρας τὰς δύο ταύτας αἰτίας, καὶ ἰδίως εἰς
1565τὸν πλεονασμὸν τοῦ κυκλοφοροῦντος τραπεζικοῦ γραμμα-
1566τίου, σχετικῶς πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς συναλλαγῆς, διότι
1567ἐὰν εἰς μίαν χώραν ἔχουσαν ἀνάγκην διὰ τὰς διαφόρους
1568συναλλαγάς της, ὑποτεθείσθω, 57–70 ἑκατομμυρίων δραχμῶν,
1569χορηγήσητε διπλάσιον ποσὸν, ἀναπόφευκτος συνεπεία θέ-
1570λει εἶσθαι ἡ ὑποτίμησις κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ κυκλοφοροῦντος
1571νομίσματος, ἢ ἡ ὑπερτίμησις κατὰ διπλάσιον τῶν διαφό-
1572ρων ἀντικειμένων τῆς καταναλώσεως. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν
1573τὴν ὑποτίμησιν ταύτην ἐνέτεινεν ἔτι περισσότερον ἡ κατά-
1574πτωσις τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, ταύτην δὲ δυσχεραίνει
1575ὡσαύτως ἡ ὑφισταμένη νομισματικὴ κρίσις, ἥτις βεβαίως
1576ἀπειλεῖ νὰ καταλήξῃ εἰς χρεωκοπίαν, ἂν μὴ ἐγκαίρως
1577προληφθῇ.
1578Κατὰ συνέπειαν, Κύριοι, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς
1579τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπέδειξεν, ἡμεῖς ἀπο-
1580δεχόμεθα πλήρη καὶ ἄρτιον τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Κυ-
1581βερνήσεως, ἀποδεχόμεθα αὐτὸν προνοοῦντα ὑπὲρ ὅλων ἐν
1582γένει τῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας, καὶ πεπείσμεθα, ὅτι θέλει
1583παράσχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα, ὅπως ἐξαγάγῃ τὴν
1584χώραν ἐκ τῆς κρισίμου ταύτης περιστάσεως, χωρὶς νὰ
1585ὑποστῇ οὐδεμίαν ταπείνωσιν.
1586Ἐνταῦθα ὀφείλω, Κύριοι, νὰ ποιήσωμαι μνείαν τινὰ
1587περὶ τοῦ προγράμματος τοῦ τε ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς
1588Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς καὶ τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ τρίτου κόμ-
1589ματος ἀξιοτίμου ἐκ Λοκρίδος συναδέλφου. Ἐν ᾗ ἀγωνίᾳ
1590εὑρίσκεται ἡ χώρα ἡμῶν, βεβαίως ἀνεμένομεν παρὰ τῶν
1591ἀξιοτίμων συναδέλφων νὰ ἀκούσωμεν τὰς σθεναρὰς φωνάς
1592των ὑπὲρ τῶν μέτρων ἢ κατὰ τῶν μέτρων, ἅτινα ἔλαβεν
1593ἡ Κυβέρνησις, καὶ τὰ μέτρα, ἅτινα οὗτοι ἤθελον κρίνει
1594ἀπολύτως ἀναγκαῖα πρὸς βελτίωσιν τῶν τῆς χώρας. Ὁ
1595ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς περιωρίσθη εἰς τὸ νὰ
1596ἐπιδείξῃ ἡμῖν τὸ παρελθόν του. Πάντα λόγον ἔχω, ὅπως
1597σέβωμαι καὶ ἰδιαιτέρως εὐγνωμονῶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρ-
1598τυνος Βουλευτήν· ἀλλ’ ἄν θελήσῃ νὰ ποιήσηται ἔκκλησιν
1599πρὸς τὸν λαὸν, ἐπιδεικνύων πρὸς αὐτὸν τὸ παρελθόν του,
1600βεβαίως τοῦτο δὲν θέλει εἶναι ὑπὲρ τοῦ πολιτικοῦ του
1601συμφέροντος. Ὅτε κατὰ τὸ 1890 ἀνῆλθε (διότι ἐτύγχανον
1602φίλος του) εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Κράτους, πολλὰ εἶχεν
1603ἐπαγγελθῆ ὁ ἀξιότιμος πρώην Πρωθυπουργὸς πρὸς τὴν
1604χώραν, πλείστας ὅσας οἰκονομίας καὶ βελτιώσεις εἶχεν ὑπο-
1605σχεθῆ ὅτι θὰ ἐπιφέρῃ. Ἀνελθὼν ὅμως εἰς τὴν Κυβέρνησιν,
1606οὐδὲν τῶν ἐπαγγελθέντων ἐπραγματοποίησε....
1607§100ΛΑΠΠΑΣ. Θὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ πολλὴν ὥραν, κύριε
1608Παυλόπουλε;
1609§101ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι... Ἐνῷ εἶχε τὸν καιρὸν,
1610ὁλόκληρον τὴν τετραετίαν, καθ’ ἣν ἐτύγχανεν ἀντιπολι-
1611τευόμενος, νὰ συντάξῃ ἴδιον σύστημα καὶ ἐφαρμόσῃ αὐτὸ
1612ἅμα ἐρχόμενος εἰς τὴν ἀρχὴν, δυστυχῶς καὶ παρὰ πᾶσαν
1613προσδοκίαν καὶ πρὸς ἀπελπισίαν τοῦ Κράτους, πρὸς ἀπελ-
1614πισίαν αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, ὅστις πανηγυρικῶς τὸν ἔφερεν εἰς
1615τὴν ἀρχὴν, ἐξηκολούθησεν ἐφαρμόζων τὸ οἰκονομικὸν πρό-
1616γραμμα τοῦ προκατόχου του. Ἐδικαιολογήθη κατ’ ἀρχὰς,
1617ὅτι δὲν ὑπελείπετο αὐτῷ ὁ ἀπαιτούμενος πρὸς σύνταξιν
1618τοῦ κατὰ τὸ οἰκονομικόν του σύστημα προϋπολογισμοῦ
1619χρόνος, καθόσον ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι τὸ οἰκονομικὸν
1620πρόγραμμα πάσης Κυβερνήσεως. Ἐν τούτοις ὅμως καὶ κατὰ
1621τὸ δεύτερον ἔτος δὲν κατώρθωσε νὰ ὑποβάλῃ ἴδιον προϋπο-
1622λογισμὸν, πάντες δὲ, ὅσοι ἐτύχετε κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν
1623νὰ ἦσθε Βουλευταὶ, ἐνθυμεῖσθε τὴν ἀστάθειαν τῶν μέτρων,
1624ἅτινα εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν· ἡ ἀστάθεια δ’ αὕτη
1625προὐκάλεσε τὴν ἐκ τῆς ἀρχῆς ἔξωσίν του. Κατὰ συνέπειαν,
1626ἂν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς φρονῇ, ὅτι τὸ παρελθόν του
1627εἶναι ἱκανὸν, ὅπως πείσῃ τὸν λαὸν περὶ τῆς μελλούσης ἀρ-
1628τιότητός του, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ φρονῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι τὸ
1629παρελθὸν δὲν μᾶς πείθει περὶ τῆς ἀρτιότητός του.
1630§102ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἀπὸ πότε ἐπαύσατε ὢν φίλος τοῦ κ.
1631Δηλιγιάννη;
1632§103ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε ἔπαυσα νὰ ἦμαι φίλος
1633τοῦ κ. Δηλιγιάννη, οὐδέποτε! (γέλωτες). Πάντοτε ἐξετί-
1634μησα καὶ ἐκτιμῶ τὸν κ. Δηλιγιάννην· πάντοτε τὸν σέ-
1635βομαι, καὶ θὰ τὸν σέβωμαι, διότι ὀφείλω νὰ σέβωμαι τοὺς
1636ἀνωτέρους μου· ἐν τούτοις ὡς πολίτης, ὡς Βουλευτὴς, ἔχω
1637τὸ καθῆκον νὰ ἀξιῶ παρὰ τῶν κυβερνώντων, παρὰ τῶν
1638ἰθυνόντων τὰς τύχας τῆς χώρας, πρόγραμμα, καὶ πρό-
1639γραμμα, περὶ τοῦ ὁποίου νὰ ἦμαι πεπεισμένος, ὅτι ἐξ αὐτοῦ
1640θὰ ἐπέλθῃ ἡ σωτηρία τῆς πατρίδος.
1641Ὡσαύτως ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ποιή-
1642σωμαι μικρὰν παρατήρησιν ὡς πρὸς τὸ πρόγραμμα τὸ
1643ἀναπτυχθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ. Τῇ
1644ἀληθείᾳ, κύριοι Βουλευταὶ, ἂν αἱ ἀρχαὶ, αἱ βάσεις, ἐπὶ
1645τῶν ὁποίων ἐρείδεται τὸ πρόγραμμα τοῦτο, ἦναι ἀληθεῖς,
1646καὶ ἂν πρὸς τὰς ἀρχὰς, πρὸς τὰς βάσεις ταύτας ἦσαν σύμ-
1647φωνα καὶ τὰ ὑποδεικνυόμενα κατὰ τὴν πραγματοποίησιν
1648αὐτοῦ μέτρα, βεβαίως οὐδὲν ἄριστον, οὐδὲν λαμπρότερον
1649τοῦ προγράμματος τούτου. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος κ.
1650Βουλευτὴς ἠσπάσθη τὰς ἀρχὰς ἑνὸς Τουργγὼ, οἰκονομολό-
1651γου καὶ Ὑπουργοῦ ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ 1774, καὶ ἀνέγρα-
1652ψεν εἰς τὴν σημαίαν τοῦ προγράμματός του ἐκεῖνο, τὸ
1653ὁποῖον ἀνέγραψεν ὁ Τουργγὼ κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν,
1654τουτέστι νὰ διοικῆται τὸ Κράτος ἄνευ φόρων, ἄνευ δα-
1655νείων, ἄνευ χρεωκοπίας! (γέλωτες παρατεταμένοι ἐν
1656τῇ αἰθούσῃ). Ἀλλὰ μολονότι, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, αἱ
1657ἀρχαὶ τοῦ προγράμματος τούτου εἶναι ἄρισται, ἐν τούτοις
1658τὰ μέτρα, δι’ ὧν θέλουσιν ἐπιδιώξει τὴν ἐφαρμογὴν καὶ τὴν
1659πραγμάτωσιν τοῦ οἰκονομικοῦ τούτου συστήματος, κατ’
1660ἐμὲ, φαίνονται ὅλως ἕωλα. Καὶ λέγω, Κύριοι, ὅτι εἶναι ὅλως
1661ἕωλα, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς, ἐν πρώ-
1662τοις, δὲν ἀγνοεῖ, ὅτι πᾶσα οἰκονομικὴ μεταῤῥύθμισις πάν-
1663τως ἀπαιτεῖ προηγουμένην παρασκευὴν τῆς χώρας, ὅπως
1664ᾖ ἱκανὴ αὕτη ν’ ἀποδεχθῇ τὴν οἰκονομικὴν ταύτην μεταῤ-
1665ῥύθμισιν. Δεύτερον δὲν ἀγνοεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος συνά-
1666δελφος, ὅτι ἐν τῇ οἰκονομικῇ πᾶν μέτρον ἔχει καὶ ἔμμεσα
1667ἀποτελέσματα, πολλάκις πολλῷ βαρύτερα τῶν ἐπιδιωκο-
1668μένων ἀμέσως, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ πρόγραμμά του
1669ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ ἐν τῇ χώρᾳ, βεβαίως τὸ ἔλλειμμα θὰ
1670ἦναι τόσον μέγα, ὥστε θὰ μᾶς φέρῃ τάχιστα εἰς τὸ ση-
1671μεῖον ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ ἴδιος ἐκάλεσεν ἄλλους βε-
1672βήλους καὶ ἀνοσίους. Ἐγὼ βεβαίως δὲν θέλω νὰ μεταχει-
1673ρισθῶ τὴν λέξιν. Εἶπον, ὅτι θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὸ ἀποτέλε-
1674σμα ἐκεῖνο, καθόσον ἡ μεταβολὴ οἱουδήποτε συστήματος
1675καὶ ἡ ἀντικατάστασις αὐτοῦ δι’ ἄλλου, ἔστω καὶ βελτίο-
1676νος, δὲν δύναται ν’ ἀποδώσῃ ἀμέσως τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέ-
1677σματα, ἅτινα δύναται ν’ ἀποδώσῃ μετὰ τὴν παγίωσίν του,
1678καὶ ὡς ὁ ἴδιος ἀνωμολόγησεν, αἱ νῦν περιστάσεις εἰσὶν ἐπεί-
1679γουσαι. Κατὰ συνέπειαν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ οἰκονομι-
1680κοῦ των συστήματος — τὸ κατ’ ἐμὲ, εἶμαι πληρέστατα
1681πεπεισμένος — θὰ προκύψῃ ἔλλειμμα, καὶ ἔλλειμμα τόσον
1682μέγα, ὥστε θὰ ἐπισπεύσῃ τὴν καταστροφὴν τῆς χώρας.
1683Βεβαίως τὸ συντάσσειν προγράμματα διὰ λόγων καὶ ἐν τῷ
1684χάρτῃ εἶναι λίαν εὔκολον, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτῶν ἐκεῖ
1685οἱ ἄνδρες καταδείκνυνται.
1686Ἂν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος ἐποιήσατο
1687πρόχειρον παρατήρησιν κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας
1688Βουλευτοῦ, ὡς ὑποστηρίζοντος δῆθεν ἰδέας τινὰς περὶ ἑτέ-
1689ρου οἰκονομικοῦ προγράμματος, βεβαίως τὴν παρατήρησιν
1690ταύτην ὀφείλει πρωτίστως νὰ ποιήσηται πρὸς ἑαυτὸν, διότι
1691τὸ σύστημα τὸ ἰδικόν των θὰ ἐπιφέρῃ ταχύτερον ἐκεῖνο,
1692τὸ ὁποῖον δὲν θέλει νὰ φέρῃ ὁ ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμος
1693Βουλευτής.
1694Ἐγὼ, Κύριοι, ἀσπαζόμενος τὰς ἀρχὰς τῆς Κυβερνή-
1695σεως, δὲν ἐννοῶ νὰ ὑποδείξω, ἂν ὑπάρχωσιν ἄλλα μέτρα
1696ἰδιαίτερα, ὅπως ἐξαγάγωσι τὴν χώραν ἐκ τῆς ἀληθοῦς
1697οἰκονομικῆς δυσχερείας. Ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς
1698πλειοψηφίας εἶπεν, ἡ Κυβέρνησις ἔχει προνοήσει, καὶ ἐν ᾗ
1699περιπτώσει δὲν ἤθελεν ἐπιτύχει τὴν διὰ τῶν κεφαλαίων
1700συνδρομὴν, ὅπως ἐξέλθῃ τῆς δυσχεροῦς ταύτης κατα-
1701στάσεως, ἔχει, λέγω, προνοήσει, ὅπως διὰ τῶν ἰδίων της
1702πόρων ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν πλήρη καὶ ἀρτίαν ἐκπλήρωσιν τῶν
1703ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους. (Εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς, χει-
1704ροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
1705§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕτερός τις ἔχει τὸν λόγον;
1706§105ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προτείνω, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἀναβο-
1707λὴν δι’ αὔριον.
1708§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν περὶ ἀναβολῆς
1709πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης παρακαλοῦνται νὰ
1710ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρε-
1711δέχθη.
1712Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
1713§107ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιο-
1714τίμου εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ
1715προϋπολογισμοῦ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξετάζηται ἀνεπιφυ-
1716λάκτως καὶ εἰλικρινῶς καὶ νὰ ἐπικρίνηται ἡ οἰκονομικὴ
1717πολιτικὴ ἡ ἐφαρμοζομένη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπ’
1718ἐναντίας νομίζω, ὅτι αἱ περιστάσεις, εἰς ἃς σήμερον εὑ-
1719ρισκόμεθα, ἐπιβάλλουσι τὴν ἐπίκρισιν καὶ τὴν ἐξέλεγξιν
1720αὐτῆς μετὰ πάσης εἰλικρινείας. Ἀπορῶ δὲ, πῶς ὁ ἀξιότι-
1721μος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἀκολουθῶν
1722καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν περίοδον καὶ κατὰ
1723τὴν παροῦσαν τὴν πολιτικὴν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς
1724Κυβερνήσεως, τοιαύτην ἐξέφερε γνώμην, λησμονήσας, ὅτι
1725ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς καὶ τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύ-
1726σεως μεθ’ ὑπερβολῆς ἐπέκρινε τὴν πολιτικὴν τῆς διαδεχθεί-
1727σης αὐτὸν Κυβερνήσεως, ἰσχυρισθεὶς ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ
1728τοῦ 1891 καὶ 1892, οἱ στηριζόμενοι ἐπὶ τῶν αὐτῶν βά-
1729σεων, ἐφ’ ὧν εἶχον στηριχθῆ καὶ οἱ ἴδιοι αὐτοῦ προϋπολο-
1730γισμοὶ, ἐνεῖχον ἐλλείμματα 20 καὶ 30 ἑκατομμυρίων. Ἡ
1731σημασία, ἣν ἔχει παρ’ ἡμῖν σήμερον τὸ οἰκονομικὸν ζή-
1732τημα, ἐπιβάλλει τὴν πλήρη ἐξέτασιν καὶ τὴν μετὰ πάσης
1733εἰλικρινείας ἔρευναν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ οἰκονομι-
1734κοῦ συστήματος, ἐφ’ οὗ οὗτος στηρίζεται. Τοιαύτην δ’ ἔχων
1735γνώμην, ἐζήτησα τὸν λόγον.
1736Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1893, ὃν ἔχομεν
1737ἐνώπιον ἡμῶν, συνετάχθη κατὰ τὸ αὐτὸ σύστημα καὶ διὰ
1738τῆς αὐτῆς μεθόδου, καὶ ἐπιδιώκει τὸν αὐτὸν σκοπὸν, ὃν
1739καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ οἱ συνταχθέντες καὶ ἐκτελεσθέντες
1740παρὰ τοῦ νῦν καὶ τότε Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὴν προηγου-
1741μένην αὐτοῦ πρωθυπουργίαν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Πρω-
1742θυπουργὸς μετέβαλε μίαν τῶν θεμελιωδῶν θεωριῶν, ἐφ’ ὧν
1743ἐστήριζε τοὺς προϋπολογισμοὺς ἐκείνους. Ἐπρέσβευε τότε,
1744ὅτι ὁ τόπος ἠδύνατο νὰ σωθῇ ἐκ τῶν οἰκονομικῶν δυσ-
1745χερειῶν, ἐν αἷς εὑρίσκετο, ἀναπτυσσόμενος διὰ τῆς ἐκτελέ-
1746σεως δημοσίων ἔργων καὶ ἰδίως μεγάλων ἔργων συγκοινω-
1747νίας, δυσαναλόγων πρὸς τὰς δυνάμεις καὶ τοὺς πόρους
1748αὐτοῦ, καὶ ὧν τὰ βάρη ὑπερβαίνουσι τὰς ἐξ αὐτῶν ὠφε-
1749λείας. Διὰ τῶν ἔργων τούτων ἤλπιζεν, ὅτι ἤθελεν ἐπέλθει
1750εἰς τὸν τόπον ἀνάπτυξις τοσοῦτον ταχεῖα, ὥστε νὰ κατα-
1751στήσῃ αὐτὸν ἱκανὸν νὰ δώσῃ εἰς τὸ Κράτος τὰ μέσα, ὧν
1752ἄμεσον ἔχει τοῦτο ἀνάγκην πρὸς ἐκτέλεσιν πασῶν τῶν ὑπο-
1753χρεώσεών του. Τὴν θεωρίαν ταύτην ἐγκατέλιπε σήμερον ὁ
1754κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ζητεῖ τὴν ἀνεύρεσιν τῶν μέσων τού-
1755των ἐν τῇ στενοχωρίᾳ τῆς κοινωνίας, καὶ ἐν τῷ περιορισμῷ
1756τῶν δαπανῶν καὶ τῶν ἀπολαύσεων αὐτῆς. Καίτοι ὅμως
1757ἐγκαταλιπὼν τὴν πρώτην αὐτοῦ θεωρίαν καὶ ἀντικατα-
1758στήσας αὐτὴν δι’ ἑτέρας ὅλως ἀντιθέτου, οὐχ ἧττον τὸν
1759προϋπολογισμὸν τοῦ 1893 συνέταξεν, ὡς εἶπον, κατὰ τὴν
1760αὐτὴν μέθοδον, καθ’ ἣν καὶ τοὺς προηγουμένους αὐτοῦ προϋ-
1761πολογισμοὺς καὶ πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Ἡ μέθοδος αὕτη
1762εἶναι ἡ ὑπερτίμησις τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου καὶ ἡ ὑπο-
1763τίμησις τῶν ἐξόδων αὐτοῦ, ὁ σκοπὸς δὲ ἡ ἐπίδειξις ἰσοζυ-
1764γίου καὶ ἡ συνομολόγησις δανείου.
1765Πρὸς πληρεστέραν διάγνωσιν τῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα
1766θέλει φέρει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893, ψηφιζόμενος καὶ
1767ἐκτελούμενος, ὀφείλομεν νὰ ῥίψωμεν ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ
1768παρελθόντος καὶ ἰδίως ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα ἔφε-
1769ρον οἱ προϋπολογισμοὶ οἱ κατὰ τὴν αὐτὴν μέθοδον συντα-
1770χθέντες καὶ ἐκτελεσθέντες ἤδη.
1771Κατὰ τὸ 1887 ὁ τόπος εὑρίσκετο εἰς οἰκονομικὰς δυσ-
1772χερείας, ἐλάσσονας μὲν τῶν σήμερον, οὐχ ἧττον ὅμως σπου-
1773δαίας καὶ σοβαράς. Τὸ Κράτος εἶχεν ἀνάγκην πρὸς ἐκτέ-
1774λεσιν πασῶν αὐτοῦ τῶν ὑποχρεώσεων ἐπέκεινα τῶν 93 ἑκα-
1775τομμυρίων δραχμῶν. Τὰ ἀποτελέσματα δὲ τῶν ἀμέσως
1776προηγουμένων ἐτῶν ἐνεδείκνυον, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰσχυ-
1777ούσης φορολογίας τὰ βεβαιωθησόμενα ἔσοδα δὲν ἠδύναντο
1778νὰ ὑπερβῶσι τὰ 70,000,000, τὰ δὲ εἰσπραχθησόμενα τὰ
177963 περίπου ἑκατομμύρια· ἀνάγκη ἑπομένως ὑφίστατο τῆς
1780ἐξευρέσεως 30 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων. Ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1781γὸς ἐπίστευσεν, ὅτι εὐκόλως θέλει εὕρει ταῦτα διὰ μικρῶν
1782τινων οἰκονομιῶν καὶ διὰ βαρείας αὐξήσεως τῆς φορολο-
1783γίας. Προσέθηκε δύο δεκατημόρια εἰς πάντας τοὺς ἀμέσους
1784φόρους καὶ εἰς τοὺς ἐπὶ τῆς ἐξαγομένης σταφίδος καὶ λοι-
1785πῶν προϊόντων, ηὔξησε τοὺς φόρους ἐπὶ τοῦ οἴνου, τῶν πο-
1786τῶν, τοῦ καπνοῦ, τοῦ σιγαροχάρτου, τῶν δασῶν, τοῦ χαρ-
1787τοσήμου, τῶν τελωνειακῶν τελῶν εἰσαγωγῆς καὶ τῶν ἐκ
1788τῆς Ἑπτανήσου ἐξαγομένων προϊόντων, καὶ ἐπέβαλε καὶ
1789ἄλλους τινὰς φόρους, ὡς τὰ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν στρα-
1790τευσίμων καὶ τὸ πρόσθετον τέλος ἐπὶ τῶν καθυστερουμένων
1791δημοσίων ἐσόδων. Τὸ σύνολον δὲ τῆς ἀποδόσεως τῆς νέας
1792ταύτης φορολογίας ὑπελόγισεν εἰς 24 περίπου ἑκατομμύρια
1793δραχμῶν. Ἐπαρουσίασε δ’ οὕτω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
17941887 μὲ ἔσοδα μὲν ἐκ δρ. 94,656,000, μὲ ἔξοδα δὲ ἐκ δρ.
179593,276,000 καὶ ἑπομένως καὶ μὲ περίσσευμα 1,386,000.
1796Τίνα δ’ ἦσαν τ’ ἀποτελέσματα τῶν βεβαιώσεων καὶ τῶν
1797εἰσπράξεων τῆς χρήσεως τοῦ 1887; Ἐβεβαιώθησαν ἀντὶ
1798τῶν προϋπολογισθέντων ἐσόδων ἐκ δρ. 94,656,000 μόνον
179989,064,000. Ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τῆς χρήσεως ἀναγρά-
1800φονται βεβαιωθέντα ἐκ τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους
180191,139,000, ἀλλὰ μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχει ποσὸν δραχ.
18021,323,000, προερχόμενον ἐξ ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ δρ.
1803752,000 ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς, ἤτοι δραχ. 2,075,000,
1804μὴ δυνάμεναι νὰ θεωρηθῶσιν ὡς τακτικὸν ἔσοδον. Εἰσε-
1805πράχθησαν δὲ καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 δραχμαὶ
180680,774,000, διότι ἐκ τῶν ἐν τῷ ἀπολογισμῷ αὐτῆς ἀνα-
1807γραφομένων εἰσπράξεων ἐκ δρ. 82,849,000 πρέπει ν’ ἀφαι-
1808ρεθῇ τὸ ἐξ ἐκτάκτων ἐσόδων, δηλαδὴ τὸ ἐκ τοῦ ὑλικοῦ τοῦ
1809στρατοῦ καὶ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς εἰσπραχθὲν ποσὸν
1810τῶν δραχ. 2,075,000.
1811Ἡ αὐτὴ οἰκονομικὴ πολιτικὴ ἐφηρμόσθη καὶ κατὰ τὴν
1812σύνταξιν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρή-
1813σεως τοῦ 1888. Δὲν ἐπεβλήθησαν νέοι φόροι, ἐλειτούρ-
1814γησαν ὅμως τελειότερον οἱ ἐπιβληθέντες κατὰ τὸ 1887.
1815Προϋπελογίσθησαν ἔσοδα 95,306,000, ἔξοδα δὲ 92,509,000
1816καὶ περίσσευμα 2,796,000. Καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ
18171888 ἐβεβαιώθησαν τακτικὰ ἔσοδα δραχ. 94,014,000.
1818Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως ταύτης ἐβεβαιώ-
1819θησαν ἔσοδα ἐκ δραχμῶν 106,202,000, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν
1820πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσι 2,864,000 ἐκ νομισματικῆς δια-
1821φορᾶς ἀναγραφείσης εἰς τὰς ἐπιστροφὰς χρημάτων καὶ εἰς
1822τὰ τυχηρὰ ἔσοδα, 270,000 ἐξ ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ
18239,054,000 ἐξ ἐλλειμμάτων διαχειρίσεως ὑπολόγων, ἤτοι
1824ἐν ὅλῳ δρ. 12,188,000· εἰσεπράχθησαν δὲ 86,417,000,
1825διότι ἐκ τῶν ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ἀναγραφομένων εἰσπρά-
1826ξεων ἐκ δρ. 89,551,000 πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσι τὸ ἐκ νο-
1827μισματικῆς διαφορᾶς καὶ ἐξ ὑλικοῦ στρατοῦ εἰσπραχθὲν
1828ποσὸν τῶν δρ. 3,134,000.
1829Κατὰ τὸ 1889 ἡ αὐτὴ ὡσαύτως ἐξηκολούθησε πολι-
1830τική· προϋπελογίσθησαν δὲ, ἔσοδα μὲν 96,449,000, ἔξοδα
1831δὲ 96,410,000, καὶ περίσσευμα 39,000 δραχμῶν. Ἐβε-
1832βαιώθησαν δὲ 92,235,000 καὶ εἰσεπράχθησαν 83,431,000
1833δραχ., ἤτοι ὀλιγώτεραι τῶν ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τῆς χρή-
1834σεως τοῦ ἔτους τούτου ἀναγραφομένων βεβαιώσεων καὶ
1835εἰσπράξεων κατὰ 300,000 δραχμὰς, προερχομένας ἐκ νομι-
1836σματικῆς διαφορᾶς.
1837Κατὰ τὸ 1890 ἐπῆλθον νέαι τροποποιήσεις τῆς φο-
1838ρολογίας ἡμῶν. Ἕνεκα τῶν προσεγγιζουσῶν βουλευτικῶν
1839ἐκλογῶν παρεστάθη τότε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἐφικτὴ
1840ἡ ἐλάττωσις φόρων τινῶν. Κατηργήθησαν ἑπομένως τὰ
1841κατὰ τὸ 1887 ἐπιβληθέντα δύο δεκατημόρια ἐπὶ τῶν
1842φόρων, ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν,
1843μετεβλήθη ἡ κλίμαξ τῆς φορολογίας τῶν κτηνῶν τού-
1844των, καὶ κατηργήθη ὁ ἄμεσος φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ἡ
1845ἐκ τῆς φορολογικῆς ταύτης τροποποιήσεως ἐλάττωσις τῶν
1846ἐσόδων τοῦ Δημοσίου ὑπελογίσθη εἰς δραχμὰς 1,307,000,
1847πρὸς κάλυψιν δὲ ταύτης προσετέθη δραχ. 1,20 κατ’ ὀκᾶν
1848εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ, καὶ ὑπελογίσθη
1849ἐκ τῆς προσθήκης ταύτης μεγαλειτέρα αὐτοῦ ἀπόδοσις
1850ἐκ δραχμῶν 1,104,000. Προϋπελογίσθησαν δ’ οὕτως ἔσοδα
1851μὲν ἐκ δραχ. 93,543,000, ἔξοδα δὲ ἐκ δραχ. 91,081,000
1852καὶ περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 2,462,000. Παρεστάθησαν
1853δὲ τὰ ἔξοδα οὕτως ἠλαττωμένα ἐκ συγκρίσει πρὸς τὰ
1854τῶν προηγουμένων ἐτῶν, διότι κατὰ πρῶτον τὸ ἔτος
1855τοῦτο δὲν ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡ ἐκ τῆς νο-
1856μισματικῆς διαφορᾶς δαπάνη, ἥτις ἀνεγράφετο ἐν τοῖς
1857προηγουμένοις προϋπολογισμοῖς, δὲν περιελαμβάνετο δὲ ἐν
1858τοῖς ἀπολογισμοῖς. Ἐβεβαιώθησαν δὲ ὡς ἔσοδα τῆς χρή-
1859σεως ταύτης δρ. 88,413,000, καὶ εἰσεπράχθησαν δραχ.
186078,806,040.
1861Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν ἐβεβαιώθησαν δρ. 89,538,080
1862καὶ εἰσεπράχθησαν δρ. 79,931,000, ἀλλὰ πρέπει νὰ
1863ἀφαιρέσωμεν ἔκ τε τῶν βεβαιώσεων καὶ ἐκ τῶν εἰσπράξεων
1864δραχ. 1,125,000, προερχομένας ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς
1865καὶ μὴ ἀνηκούσας εἰς τὰ τακτικὰ τοῦ Δημοσίου ἔσοδα...
1866§108ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ κατ’ αὐτὴν τὴν
1867ὥραν δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ παραμείνῃ ἐνταῦθα.
1868§109ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Καραπάνος θ’ ἀγορεύσῃ ἐπὶ πολύ.
1869Ὥστε ἂς ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
1870§110ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἂς ἀναβάλωμεν, κύριε Πρόεδρε,
1871καλλίτερον δι’ αὔριον.
1872§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλομεν δι’ αὔριον.
1873Λύεται ἡ συνεδρίασις.
1874Ὥρα 8 καὶ 30′ μ. μ.