Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΓ · Session Β› Sitting 41

1893.01.16

1,960 rows · 14,539 words · 1 table · 162 turns

Date
1893.01.16
Presidency
Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗ
Period
ΙΓ
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1893)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41

τῆς 16 Ἰανουαρίου 1893.

(Σάββατον).

Ὥρα 5 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ παύσεως τοῦ χορηγουμένου ἐπιμισθίου εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ἀνθυπασπιστὰς τῆς ὑγείας, οἰκονομίας καὶ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 135). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ἀπολογισμὸν τῆς Αʹ Συνόδου τῆς ΙΓʹ Περιόδου. Ἐπίσης εἰσάγω τὸν ὑποβληθέντα μοι ἀπολογισμὸν τῆς Βʹ Συνόδου τῆς ΙΒʹ Περιόδου. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ ἀμφότεροι οἱ ἀπολογισμοὶ οὗτοι. Παρακαλῶ δὲ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ νὰ συνέλθωσι τὴν Δευτέραν πρὸς ἐξέλεγξιν αὐτῶν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 136).

§2Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας εἶχε ζητήσει τὴν κατάθεσιν τοῦ φακέλλου, τοῦ ἀναγομένου εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῶν ῥωσσικῶν πετρελαίων. Εἶχον καταθέσει τινὰ τῶν ἐγγράφων, εἰπὼν ὅτι δὲν δύναμαι νὰ καταθέσω πλείονα, διότι διετέλει ὁ φάκελλος εἰς χεῖρας τοῦ εἰσηγητοῦ παρὰ τῷ Ἐφετείῳ. Ἤδη ἐπεστράφη ὁ φάκελλος, καὶ συμφώνως πρὸς ἣν ἔδωκα ὑπόσχεσιν, καταθέτω αὐτόν. Τὸ Κράτος ἡμῶν ἔχει πολλὰς πρὸς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας ὑποχρεώσεις, ἰδίως δὲ διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐπολιτεύθησαν εἰς τὰ τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος, ὅτε, γενομένης αὐξήσεως ἐπὶ δασμῶν πολλῶν ἄλλων εἰδῶν, καὶ ἰδίως ἐπὶ τοῦ δασμοῦ τῆς σταφίδος ἐν γένει, ἐψηφίσθη χάριν τῆς Ἑλλάδος ἡ κατάργησις τοῦ δασμοῦ ἐπὶ μόνης τῆς Κορινθιακῆς σταφίδος. Εἰς τοῦτο ἀποβλέπουσα ἡ Κυβέρνησις, πάντοτε ἐδείχθη πρόθυμος, ἵνα εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ ἦναι ἀρεστὸν πρὸς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας. Οὕτω καὶ τὴν κατασκευὴν καὶ ἀποστολὴν ἐκμαγείων τῶν ἀρχαίων γλυπτῶν εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Σικάγου, περὶ ἧς λίαν ἐνδιαφέρονται αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι, ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις, διότι εἶχεν ἐνδειχθῆ ἐκ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν ἐπιθυμία, ὅπως διὰ τοῦ τρόπου τούτου συντρέξῃ καὶ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸν κόσμον τῆς ἐκθέσεως καὶ εἰς τὴν πλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ αὐτῆς. Ἤδη ἐξεφράσθη καὶ ἄλλη εὐχὴ παρὰ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν· ἐξεφράσθη ἡ εὐχή, ὅπως ἐνδείξῃ ἡ Ἑλλὰς τὸ ἐνδιαφέρον αὐτῆς ὑπὲρ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Σικάγου, ἐπιτρέπουσα, ὅπως ἀτελῶς ἐξέρχωνται ἐντεῦθεν πάντα τὰ εἴδη, τὰ εἰς τὴν ἔκθεσιν ἐκείνην προωρισμένα· ἐπίσης δέ, ὅπως εἰσάγωνται ἀτελῶς εἴδη, ἀγοραζόμενα ἐν τῇ ἐκθέσει καὶ ἀποστελλόμενα ἐνταῦθα πρὸς τὸν σκοπόν, ὅπως καταστῶσι γνωστὰ τὰ τῆς ἐκθέσεως, καὶ οὐχὶ πρὸς ἐμπορίαν. Τὴν πλήρωσιν τῆς εὐχῆς ταύτης ἔρχομαι νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νομοσχεδίου, ἐπιτρέποντος τὴν ἀτελῆ ἐξαγωγὴν ἁπάντων τῶν διὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Σικάγου προωρισμένων, ἐπίσης δὲ καὶ τὴν ἀτελῆ εἰσαγωγὴν τῶν ἀγορασθέντων ἐντὸς τῶν καταστημάτων τῆς ἐκθέσεως τοῦ Σικάγου, ὅταν ἡ τοιαύτη ἀγορὰ ἀποδεικνύηται διὰ πιστοποιητικῶν καταλλήλων καὶ ἐκ τοῦ χρόνου τῆς ἐξαγωγῆς, ἤτοι ἐπὶ τρίμηνον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται ἡ ἄρσις τῶν ἀντικειμένων ἐκ τῆς ἐκθέσεως, καὶ ὅταν δὲν εἰσάγωνται τ’ ἀγορασθέντα πρὸς σκοποὺς ἐμπορικούς, ἀλλὰ μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς διαδόσεως τῶν εἰδῶν, ἅτινα ἐν Σικάγῳ ἐξετέθησαν, ἵνα γείνωσι γνωστά.

§3ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πάντων τῶν εἰδῶν, ἢ μόνον τινῶν;

§4Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πάντων τῶν εἰδῶν· καὶ τοῦτο χάριν τῆς ἐκθέσεως τοῦ Σικάγου, ἧς τὸ ἔργον ἀνέλαβον αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι νὰ προαγάγωσιν.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 137).

§6Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ χθὲς λαβόντα χώραν ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις καὶ ἐν τοῖς διαδρόμοις τοῦ Βουλευτηρίου εἶναι ἄξια τῆς προσοχῆς ἡμῶν· διότι ἐνδεχόμενον ἐν τῷ μέλλοντι νὰ συμβῶσιν ἀπευκταῖα. Κατὰ τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως, ἐπειδή τινες τῶν ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις ἐχειροκρότησαν, ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ ἐνόμισε καθῆκόν της νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῶν πολιτῶν, καὶ εἷς στρατιώτης μάλιστα, ἀντὶ νὰ κτυπήσῃ πολίτην, ἐκτύπησεν αὐτὸς ἑαυτόν. Ἐν ἀκαρεὶ τότε διεδόθη, ὅτι πολῖται κτυποῦσι δῆθεν τοὺς στρατιώτας· ἐντεῦθεν κλείονται ἐπὶ παρουσίᾳ μου αἱ θύραι τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ ἀδιακρίτως οἱ στρατιῶται ἐπετέθησαν διὰ τῶν ὅπλων καὶ ἐκτύπουν πάντα πολίτην. Δὲν γνωρίζω πῶς συνέβη τὸ σκάνδαλον τοῦτο· ἐδόθη διαταγὴ ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς; ἢ αὐτοβούλως ὁ φρούραρχος τῆς Βουλῆς ἐνόμιζεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ τοιαῦτα μέτρα; Ἠρωτήθη ὁ φρούραρχος διατὶ κλείει τὰς θύρας τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι τοιαύτην ἔχει διαταγήν. Ἐπικαλοῦμαι τότε τὴν συνδρομὴν τοῦ ἐφόρου καὶ τοῦ διευθυντοῦ τῆς Βουλῆς, καὶ μετὰ μέγαν ἀγῶνα ἐξεβιάσθησαν ὅ τε κ. ἔφορος καὶ ὁ διευθυντὴς τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐμφανισθῶσιν μὲν ἐν τῷ πεδίῳ τῆς ἀληθοῦς μάχης, ἀλλ’ οὐδόλως συνετάραξεν αὐτοὺς τὸ λυπηρὸν ἐκεῖνο θέαμα, ἐδέησεν ὅμως νὰ ἔλθῃ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁ λοχαγὸς κ. Χατζηπέτρος, ὅστις ἐτέθη ἐν τῷ μέσῳ τῶν πολιτῶν καὶ στρατιωτῶν, καὶ ἠδυνήθη νὰ διαλύσῃ τὴν μάχην ταύτην ἄνευ σπουδαίων ἀποτελεσμάτων. Τὸ πρᾶγμα, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ὄντως ἄξιον λόγου· διότι ἐνδεχόμενον ἐν μέλλοντι νὰ συμβῶσι χειρότερα καὶ λίαν δυσάρεστα. Ἐὰν χειροκροτῶσιν ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις, ὁ Πρόεδρος ἓν δικαίωμα ἔχει, νὰ κενώσῃ τὰ ἀκροατήρια κατὰ τὸν Κανονισμὸν, οἱ δὲ στρατιῶται, ἐὰν ἠτάκτησεν εἷς τῶν πολιτῶν, δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτίθηνται καὶ νὰ κτυπῶσιν ἀδιακρίτως τοὺς πολίτας. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἄξιον μεγίστης προσοχῆς, καὶ συνιστῶ, ὅπως τὸ Προεδρεῖον φροντίσῃ νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν ἀλήθειαν πρὸς τιμωρίαν τῶν παρεκτραπέντων καὶ πρόληψιν ἐν τῷ μέλλοντι τοιούτων ἀσχημιῶν, διότι οὐ μόνον θὰ συμβῶσιν, ἐπαναλαμβάνω, δυσάρεστα, ἀλλὰ καὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα διὰ τῆς τοιαύτης διαγωγῆς τῆς φρουρᾶς καταπολεμεῖται καὶ συντρίβεται.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Γόρτυνος ἠκούσθησαν χειροκροτήματα ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις. Πρὸς ἀποφυγὴν πάσης παρεξηγήσεως ἐκ μέρους τῶν φίλων τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐδεμίαν ἔκαμα παρατήρησιν, ἀφῆκα δὲ τοὺς κυρίους αὐτοὺς μὲ τὴν εὐχαρίστησιν τῶν χειροκροτημάτων, καὶ ἔλυσα τὴν συνεδρίασιν. Οἱ φρουροὶ ἐν τούτοις ἔχουν αὐστηρὰν διαταγὴν νὰ μὴ ἐπιτρέπωσιν οὔτε χειροκροτήματα οὔτε ποδοκροτήματα, οὐδ’ ἄλλην τινὰ ἀταξίαν. Ὁ φρουρὸς τοῦ θεωρείου, εἰς ὃ ἐχειροκρότησαν, ἔκαμε τὰς δεούσας παρατηρήσεις εἰς δύο, οἱ ὁποῖοι ἐφωράθησαν ὡς οἱ ἀρξάμενοι τῶν ἀταξιῶν, εἰς ἀπάντησιν δ’ οὗτοι ὤθησαν βιαίως τὸν φρουρὸν, ὅστις ἔπεσεν εἰς τὰ θρανία καὶ ἔθραυσε τὸν πόδα του. Ὁ παθὼν μετεκομίσθη εἰς τὸ νοσοκομεῖον, ὅπου ἤδη εὑρίσκεται. Ὁ δ’ ἕτερος φρουρὸς, ὅστις ἦτο πλησίον ἐκεῖ, βλέπων τὸν συνάδελφόν του οὕτω κατακείμενον, ἦτο ἑπόμενον νὰ λάβῃ μέρος ὑπὲρ αὐτοῦ. Διέταξα τὸν φρούραρχον τῆς Βουλῆς νὰ συλλάβῃ τοὺς ἀντιστάντας τοιουτοτρόπως πρὸς τὴν ἀρχήν. Ὁ φρούραρχος μετέβη πρὸς τοῦτο, ἐπειδὴ ὅμως ἡτοιμάζοντο νὰ δραπετεύσωσι, διέταξε καὶ ἔκλεισαν τὰς θύρας. Ὅτε ἐνηργεῖτο ἡ σύλληψις αὐτῶν, ἄλλοι πολῖται ἠθέλησαν νὰ ἐπέμβουν. Ὁ κ. φρούραρχος ἐννοεῖται ὅτι ἠθέλησε νὰ ἐκτελέσῃ κατὰ γράμμα τὴν δοθεῖσαν διαταγήν. Δυστυχῶς τότε συνάδελφοί τινες ἐνόμισαν ὅτι ἠδύναντο νὰ ἀναλάβωσι καθήκοντα Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἢ νὰ δώσωσι διαταγὰς εἰς τὸν φρούραρχον, τὰς ὁποίας οὗτος δὲν ἠθέλησε νὰ ἐκτελέσῃ, διότι θὰ παρέβαινε τὸ καθῆκόν του. Ὁ φρούραρχος λοιπὸν ἐξετέλεσε τὰς διαταγάς μου, χωρὶς νὰ παρεκτραπῇ, συλλαβὼν τοὺς ἀτακτήσαντας πολίτας. Ἐγὼ δὲν ἔχω λόγον νὰ μεμφθῶ τὸν φρούραρχον διὰ τὴν διαγωγήν του, ἀπ’ ἐναντίας ἐκφράζω τὴν εὐχαρίστησίν μου, διότι ἐξετέλεσεν ἀκριβῶς τὴν διαταγήν μου.

§8ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν σᾶς συγχαίρω...

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην τῶν συγχαρητηρίων σας.

§10ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν σᾶς συγχαίρω διὰ τὴν εὐχαρίστησιν, τὴν ὁποίαν ἐκφράζετε, διότι, φαίνεται, κακῶς καὶ ψευδῶς παρέστησαν ὑμῖν τὰ γενόμενα, ὑπ’ εὐθύνην δὲ ὑμῶν ἀναλαμβάνετε πράξεις παρανόμους καὶ ἀγροίκους, αἵτινες δὲν ἔπρεπε νὰ τελῶνται ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Βουλευτηρίῳ. Ὅτε ἐγένοντο τὰ χειροκροτήματα καὶ εἷς τῶν στρατιωτῶν ἠθέλησε νὰ κτυπήσῃ ἕνα πολίτην, αὐτὸς οὗτος ὁ στρατιώτης ἀφ’ ἑαυτοῦ ὠλίσθησε καὶ ἐκτύπησε τὸν πόδα του. Ταῦτα ἐπληροφορήθην παρ’ ἀνθρώπων αὐτοπτῶν. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἐὰν εἷς στρατιώτης ἔπαθε, καὶ ἐὰν σεῖς ὀρθῶς καὶ ἐν τῷ δικαιώματί σας διετάξατε νὰ συλληφθῇ ὁ ἀτακτήσας. Οὐδεὶς ὁ ψέγων ὑμᾶς διὰ τοῦτο· ἀλλὰ ὅσα συνέβησαν εἰς τοὺς ὀπισθίους διαδρόμους τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι γνωστὰ εἰς ὑμᾶς, ἢ δὲν παρεστάθησαν ὑμῖν ἀκριβῶς. Ἐγὼ ἐξηρχόμην μετὰ τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Λεβαδείας κ. Λάππα, κατὰ τὸ σύνηθες, ἀπὸ τὴν ὀπισθίαν θύραν, διότι οἱ οἶκοι ἡμῶν τυγχάνουσιν εἰς τὴν συνοικίαν ταύτην. Ὅτε ἠθελήσαμεν νὰ ἐξέλθωμεν, εἴδομεν τὸ πλῆθος ὅλων τῶν ἀκροατῶν, οἵτινες δὲν ἠδύναντο νὰ ἐξέλθωσι, καὶ ἐφώναζον, τοὺς δὲ στρατιώτας διὰ τῶν λογχῶν καὶ τῶν κοντακίων τύπτοντας τοὺς πολίτας· προσῆλθεν εἰς ἡμᾶς εἷς πολίτης καὶ διεμαρτύρετο, βεβαιῶν ὅτι τὸν ἐκτύπησεν αὐτὸς οὗτος ὁ φρούραρχος τῆς Βουλῆς κ. Γενήσαρλης διὰ ῥοπάλου. Ὁ πολίτης ὠνομάζετο Ἰωάννης Κίτσος, νομίζω.

§11ΡΟΥΚΗΣ. Ὁ φρούραρχος ποτὲ δὲν φέρει ῥόπαλον.

§12ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰσῆλθεν ὁ ἀξιότιμος λοχαγὸς τοῦ πυροβολικοῦ κ. Χατζηπέτρος καὶ εὐλόγως καὶ αὐτὸς ἐν ἀγανακτήσει ἀπέτεινε παρατηρήσεις εἰς τοὺς στρατιώτας καὶ τὸν ὑπαξιωματικὸν, διατὶ ἔκλεισαν τὰς θύρας καὶ ἔτυπτον διὰ τῶν κοντακίων καὶ τῶν λογχῶν τοὺς πολίτας· καὶ ὁμολογῶ, ὅτι καὶ οἱ στρατιῶται καὶ ὁ ὑπαξιωματικὸς εὐλαβῶς ἤκουσαν τὰς παρατηρήσεις καὶ ἡτοιμάζοντο νὰ ἀνοίξουν τὰς θύρας, ὅπως ἐξέλθῃ ὁ λαὸς καὶ παύσῃ αὐτὴ ἡ ὀχλαγωγία καὶ ἡ παρανομία ἡ γιγνομένη ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου. Τότε παρέστη ὁ ἀξιόλογος κ. φρούραρχος. Παρέστησα εἰς αὐτὸν, ὅτι τὸ θέαμα εἶναι ἀπρεπὲς, ὅτι τὰ συμβαίνοντα εἶναι ἔκτροπα καὶ παράνομα· ἀλλ’ οὗτος μετὰ τρόπου ἥκιστα εὐλαβοῦς — καὶ νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν σεῖς νὰ ἐννοῆτε, ὅτι πρέπει οἱοσδήποτε ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ νὰ φέρηται ἀπρεπῶς εἰς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους,— παρετήρησεν, ὅτι δὲν ἀκούει κἀνένα, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει κἀνένα. Τῷ εἶπον ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχῃ διαταγὰς παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς νὰ δέρῃ τοὺς πολίτας, διότι μόνον ὁ Πρόεδρος εἶναι ἐπιφορτισμένος τὴν εὐταξίαν τῆς Βουλῆς, καὶ μόνος αὐτὸς εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ διαταγὰς, καὶ ταύτας συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, αἱ ὁποῖαι ἐπιτάττουσιν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τηρεῖ τὴν τάξιν διὰ τοῦ εὐταξίου τῆς Βουλῆς, καὶ ἔχει ὡρισμένον εὐταξίαν μισθοδοτούμενον ἐδῶ· τὸν προσεκάλεσα δὲ νὰ ἔλθῃ μετ’ ἐμοῦ εἰς ἀναζήτησιν τοῦ Προέδρου. Ἀτυχῶς ὁ κ. Γενήσαρλης ἠρνήθη νὰ μὲ ἀκολουθήσῃ, καὶ ἐξηκολούθησεν ἡ ἐξ ἐνέδρας ἐπίθεσις κατὰ τῶν ἀκροατῶν ἀδιακρίτως. Ὁμολογῶ ὅτι ἔχω συμπάθειαν πρὸς αὐτὸν, τὸν ἐκτιμῶ δὲ καὶ ὡς στρατιώτην, ἀλλὰ δυστυχῶς εἶναι παράφορος καὶ ἔχει καὶ τὴν ἰδιοτροπίαν νὰ ἐπιδεικνύηται ὡς παλληκαρᾶς· αὐτὸ τὸν βλάπτει καὶ τὸν ὠθεῖ εἰς παρεκτροπὰς καθ’ ἑκάστην. Κύριε Πρόεδρε, πρό τινος χρόνου ὁ φρούραρχος οὗτος ἦλθεν εἰς διαπληκτισμοὺς πρὸς ἕνα ἀξιότιμον συνάδελφόν μας Βουλευτὴν καὶ ἐκοπιάσαμεν διὰ νὰ συμβιβάσωμεν τὴν ὑπόθεσιν· πρὸ ὀλίγων ἔτι ἡμερῶν πρὸς ἄλλον ἀξιότιμον συνάδελφον ἐπίσης ἦλθεν εἰς ἔριδας, καὶ λυποῦμαι, λέγω, ὅτι δὲν δεικνύει καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς στρατιώτης ἀπέναντι τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους τὴν εὐλάβειαν καὶ τὸν σεβασμὸν, τὸν ὀφειλόμενον πρὸς αὐτοὺς κατὰ καθῆκον. Ἠρνήθη λοιπὸν ὁ κ. φρούραρχος νὰ ἔλθωμεν ἐνώπιον τοῦ κ. Προέδρου, ὅπως ἴδωμεν, ἐὰν ἦτο δυνατὸν ποτὲ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ δώσῃ τοιαύτην παράνομον διαταγήν. Μετέβην μόνος εἰς τὸ δωμάτιον τοῦ Προέδρου, ἀλλὰ δὲν ἦσθε ἐκεῖ, κύριε Πρόεδρε· μοὶ εἶπε δὲ ὑπάλληλός τις, ὅτι ἀπήλθετε. Ὅτε ἐπανῆλθον εἰς τὴν προτέραν θέσιν, ὅπως ἐξέλθω, εἶχεν ἀνοιχθῆ ἡ θύρα καὶ εἶχεν ἐξέλθει ὁ λαὸς, ἤλπιζον δὲ, ὅτι δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ ἐξακολουθήσω οἱανδήποτε ἐνέργειαν. Ἀλλὰ τότε ἀντελήφθην ἑτέρας σκηνῆς, χείρονος τῆς πρώτης. Ἔπαυσε πλέον ὁ ἀγὼν κατὰ τῶν πολιτῶν, καὶ ἠγέρθη ἀγὼν — αἰσχύνομαι νὰ τὸ εἴπω — μεταξὺ τοῦ κ. φρουράρχου καὶ τῶν στρατιωτῶν ἀφ’ ἑνὸς καί τινων ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀφ’ ἑτέρου. Ὁ κ. φρούραρχος δὲν ἐφέρθη εὐπρεπῶς πρὸς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, πρὸς τὸν κ. Ἀλεξάκην, πρὸς τὸν κ. Σάκκην καὶ πρὸς τὸν κ. Ἰωάννην Ἀντωνόπουλον, νομίζω, καὶ πρὸς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἐκεῖ, διαπυνθανόμενοι τὰ συμβαίνοντα καὶ ἐπιτιμῶντες τὸν φρούραρχον διὰ τὰ γενόμενα. Ὁ κ. φρούραρχος δὲν ἠθέλησε νὰ συνέλθῃ· ὢν φύσει παράφορος, παρεξετράπη καὶ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά. Δὲν πιστεύω, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴχετε δώσει διαταγὴν, ὅπως οἱ φρουροὶ τῆς Βουλῆς λογχίζουν τοὺς πολίτας ἐν μέσῃ ὁδῷ! Εἰς τὴν ὁδὸν ὁλόκληρος ἡ φρουρὰ μὲ τὸν ἀξιωματικὸν ἐπὶ κεφαλῆς ἐπετέθη κατὰ τῶν πολιτῶν. Ταῦτα διὰ τῶν ἰδίων ὀφθαλμῶν ἀντελήφθημεν πάντες οἱ παρόντες Βουλευταὶ, ἐγὼ δὲ εἶδον εἰς τὰς χεῖρας τοῦ κ. φρουράρχου ῥάβδον, τὴν ὁποίαν ἐκράτει,— καὶ βεβαίως, ἐπειδὴ εἶναι ἔντιμος στρατιώτης, δὲν θ’ ἀρνηθῇ τοῦτο,— καὶ διὰ τῆς ὁποίας, μὲ ἐβεβαίωσε πολίτης τις, ὃν σᾶς ὠνόμασα ἐν ἀρχῇ, ὅτι τὸν ἐκτύπησε. Τοιαῦται σκηναὶ εἶναι πρωτοφανεῖς, κύριε Πρόεδρε, καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν μανθάνετε ταῦτα,— καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν ἀμφιβάλλετε περὶ τῆς ἀληθείας αὐτῶν,— δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκφράσητε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν προηγουμένως ἐξεφράσατε, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος — δὲν διστάζω νὰ τὸ εἴπω — μέχρι τοῦδε ἔδωκε δείγματα ποιᾶς τινος ἀμεροληψίας, δὲν εἶναι δυνατὸν, λέγω, νὰ ἀναδεχθῇ, οὔτε νὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ὅσα ἐγένοντο ἐγένοντο τῇ διαταγῇ αὐτοῦ. Ἐγὼ φρονῶ καὶ γνωρίζω, ὅτι ἐγένοντο παρὰ τὰς διαταγὰς τοῦ Προέδρου, καὶ πρέπει νὰ ἐκφράσωμεν τὴν λύπην μας ἐπὶ τούτοις· νὰ ἐξετάσητε δὲ ἐν λεπτομερείᾳ τὰ συμβάντα, καὶ νὰ ζητήσητε τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν τοῦ παρεκτραπέντος ἀξιωματικοῦ. Ἂς εὐχηθῶμεν δὲ πάντες ὑμεῖς νὰ μὴ ἐπαναληφθῶσι τοιαῦται σκηναὶ, ἐξευτελίζουσαι τὸ Κοινοβούλιον καὶ τὸ ἀξίωμα, δι’ οὗ μᾶς περιέβαλεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός.

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ κ. φρούραρχος ἐνήργησε συμφώνως μὲ τὴν ἰδικήν μου διαταγήν. Ἐγὼ δὲν εἶχον ἀπέλθει τοῦ Βουλευτηρίου, μετέβην μάλιστα καὶ ἐκάλεσα τὴν ἔξωθι αὐτοῦ παραμένουσαν φρουρὰν, ὅπως ἐνισχύσῃ τοὺς ἐντὸς φρουροῦντας στρατιώτας, διὰ νὰ προλάβω ἀτακτήματα. Ὁ κ. φρούραρχος λοιπὸν, συλλαβὼν τοὺς δύο ἀτακτήσαντας, ἐνήργησε κατὰ τὰς διαταγάς μου. Ἐὰν ὁ κ. φρούραρχος ἀφίνετο ἐλεύθερος εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς ὑπηρεσίας του καὶ τῶν διαταγῶν μου, καὶ δὲν προσήρχοντό τινες τῶν κυρίων Βουλευτῶν νὰ ἀναλάβωσι τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ δῆθεν καταδιωκομένου ἑλληνικοῦ λαοῦ,—διότι ἐπὶ δύο ἤδη συνόδους, καθ’ ἃς ἐγὼ προεδρεύω, νομίζω ὅτι ὁ λαὸς ἐνταῦθα ἔχει πλήρη ἐλευθερίαν καὶ οὐδόλως ἠνωχλήθη παρά τινος,—δὲν θὰ συνέβαινε τίποτε. Ἐγὼ ἀπαιτῶ ἀπὸ τὰ ἀκροατήρια ἡσυχίαν καὶ τάξιν, σέβομαι δὲ αὐτὰ, ὅταν ἡσυχάζωσιν· ὅταν ὅμως παρεκτρέπωνται, βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἀνεχθῶ. Ἐὰν, ἐπαναλαμβάνω, οἱ κύριοι Βουλευταὶ, οἱ διαμαρτυρόμενοι διὰ τὰ συμβάντα, δὲν ἐλάμβανον μέρος ὅπου δὲν ὤφειλον νὰ λάβωσι, καὶ δὲν ἐνίσχυον διὰ τῆς παρουσίας των τοὺς παρεκτραπέντας ἀκροατὰς, δὲν θὰ συνέβαινε τὸ δυσάρεστον, τὸ ὁποῖον συνέβη.

§14ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετέβημεν ἐκεῖ, ἀφοῦ ἐπληροφορήθημεν, ὅτι πολῖται ἐδέροντο. Ἐγὼ αὐτὸς ἀντελήφθην, ὅτι ἐδέροντο, καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. φρούραρχον νὰ μὴ κτυποῦν τοὺς πολίτας, ἀλλ’ ὁ κ. φρούραρχος, ἀντὶ νὰ ἀποτρέψῃ, διέταξε τοὺς στρατιώτας νὰ θέσωσιν ἐφ’ ὅπλου λόγχην.

§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. φρούραρχος, ἐκτελῶν τὸ καθῆκόν του, ἔκαμε πολὺ καλὰ νὰ μὴ ἀκούσῃ κἀνένα.

§16ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔκαμε πολὺ κακά! (θόρυβος).

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν δὲν ἦσθε Πρόεδρος, δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ διατάξητε τίποτε.

§18ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μίαν ἑσπέραν τοῦ τρέχοντος μηνὸς ἐτραυμάτισεν ὑπαξιωματικόν τινα τῆς φρουρᾶς ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ Βουλευτηρίου.

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄσχετον.

§20ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νὰ ἐγκαταλείψητε τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου, διότι εἶσθε ἐνδιαφερόμενος.

§21ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἤθελον νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε· ἔχετε καθήκοντα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνασθε νὰ παραβῆτε.

§22Α. ΡΟΥΚΗΣ (πρὸς τὸν Χριστόπουλον). Κάθησε κάτω! (θόρυβος).

§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ... (θόρυβος).

§24ΗΛΙΑΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι θέατρον, Κύριοι, νὰ χειροκροτοῦν (θόρυβος).

§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ... Κατηγορεῖτε τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς;

§26ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι.

§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ κατέλθω τῆς ἕδρας τοῦ Προέδρου.

§28ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἔχετε τὴν ἀπάθειαν τοῦ Προέδρου.

§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν γείνητε Πρόεδρος, τότε ἠμπορεῖτε νὰ δώσητε διαταγάς.

§30ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἐνήργησε κατὰ τοῦ φρουράρχου τῆς Βουλῆς λοχαγοῦ Γενήσαρλη διὰ τὸν ὑπ’ αὐτοῦ τραυματισμὸν κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς 10 τρέχοντος μηνὸς τοῦ φρουροῦντος ὑποδεκανέως τοῦ μηχανικοῦ σώματος, ὁ ὁποῖος αἱμόφυρτος ἐπὶ φορείου μετεφέρθη εἰς τὸ νοσοκομεῖον. Αὐταὶ εἶναι πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας ὁ κ. φρούραρχος τυγχάνει ἄξιος συγχαρητηρίων παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς! Διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην ὁ ἀξιωματικὸς τῆς φρουρᾶς κατήγγειλε τὸν λοχαγὸν Γενήσαρλην εἰς τὸ Φρουραρχεῖον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς καταγγελίας ταύτης.

§31ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καταγγελία δὲν ἐδόθη διὰ τοιαύτην πρᾶξιν, οὐδὲ γνωρίζει τι ἡ ὑπηρεσία περὶ αὐτῆς. Παρακαλῶ, τὴν ἐπερώτησίν σας νὰ δώσητε ἐγγράφως, καὶ θέλω ἐνεργήσει τὰ δέοντα.

§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χριστόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§33ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, δὲν θὰ ἀναμιχθῶ βεβαίως εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος, διότι δὲν ἤμην παρών. Περὶ τούτου λοιπὸν δὲν ἐζήτησα τὸν λόγον, ἐζήτησα ὅμως τὸν λόγον, ὅπως ἀπευθύνω παρατήρησιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅστις, καταχρώμενος τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἡ πλειοψηφία μετέδωκε πρὸς αὐτὸν, συμπεριφέρεται ἀπὸ τῆς ἕδρας του πρὸς τοὺς Βουλευτὰς κατὰ τρόπον, ὅστις νομίζω, ὅτι δὲν ἁρμόζει οὔτε πρὸς αὐτὸν, οὔτε πρὸς τοὺς ἄλλους...

§34ΡΟΥΚΗΣ. Ὅπως τοὺς πρέπει συμπεριφέρεται.

§35ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (πρὸς τὸν Ρούκην). Ὅπως σᾶς πρέπει.

§36Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω ἀφορμὴν, ἵνα ἀπευθύνω τὴν παρατήρησιν ταύτην καὶ ἐκ τῆς σημερινῆς συμπεριφορᾶς τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς συμπεριφορᾶς αὐτοῦ κατὰ μίαν τῶν προλαβουσῶν συνεδριάσεων, τὴν ὁποίαν πρὸς ἐμὲ αὐτὸν ἐτήρησεν ὁ κ. Πρόεδρος. Καὶ δὲν ἐνόμισα μὲν πρέπον, συμφώνως πρὸς τὴν κρατοῦσαν κοινοβουλευτικὴν τάξιν, ν’ ἀπευθύνω τότε παρατήρησιν, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ὅμως, ἐπαναλέγω, τοῦ σημερινοῦ ἐπεισοδίου, ποιοῦμαι τὸ παράπονον, διότι μοὶ ἐφάνη, ὅτι καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, καὶ πάντες οἱ κύριοι Βουλευταί, οἵτινες παρευρέθησαν τὴν στιγμὴν ταύτην, ἀντελήφθησαν τοῦ τρόπου τοῦ Προέδρου. Πρόκειται περὶ τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐψηφοφορεῖτο τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Κακουργιοδικείου ἐν Ἀλεξανδρείᾳ. Εἶχον κουρασθῆ καὶ μετέβην εἰς τὸ καπνιστήριον ἐπὶ μίαν στιγμήν, ὁπόταν ἔρχωνται καὶ μοὶ ἀναγγέλλουσιν, ὅτι τὸ ὄνομά μου ἐξεφωνήθη. Ὁ κατάλογος τῆς ἑσπέρας ἐκείνης, παρὰ τὰ εἰωθότα, ἀνεγνώσθη μετὰ σιδηροδρομικῆς τῷ ὄντι ταχύτητος· ἔσπευσα λοιπὸν νὰ προσέλθω, καὶ τότε εἷς τῶν κυρίων Γραμματέων ἐξεφώνησε τὸ ὄνομά μου, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος μετ’ ἀποστροφῆς, ἥτις νομίζω, ὅτι δὲν προσήκει οὐδὲ εἰς τὸ ἀξίωμά του, ἀλλὰ πρὸ πάντων δὲν προσήκει εἰς ἐμὲ, εἶπεν: «ἤρχισεν ἡ διαλογή!»

§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν εἶχον κηρύξει.

§38Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι πραγματικὸν ζήτημα, ἂν εἴχετε κηρύξει τὴν διαλογήν. Ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ ἀντιτάξω τι πρὸς τοῦτο· ἀλλὰ λέγω, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἀπηυθύνθητε πρὸς ἐμὲ, δὲν προσῆκεν οὐδ’ εἰς ὑμᾶς, οὐδ’ εἰς ἐμέ.

§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, σᾶς διαβεβαιῶ ἐν τιμῇ, ὅτι εἶχον κηρύξει τὴν λῆξιν τῆς ψηφοφορίας· ἐπέπληξα δὲ τὸν Γραμματέα, ὁ ὁποῖος ἐξεφώνησε τὸ ὄνομά σας.

§40Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ἀλλ’ ἔλαβον ἀφορμὴν σήμερον, ἵνα ἀναμνησθῶ τοῦ γεγονότος ἐκείνου καὶ νὰ παραπονεθῶ. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτου, ἀφοῦ σεῖς ὁμολογεῖτε, ὅτι ὅ,τι ἐγένετο δὲν ἀφορᾷ εἰς ἐμὲ, ἀποδέχομαι τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ δίδετε.

§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ μέχρι τοῦδε διαγωγή μου ἀποδεικνύει, νομίζω, ὅτι λίαν ἀμερολήπτως διεξάγω τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς...

§42ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. .. Ἐφ’ ὅσον δ’ εἶμαι Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐννοῶ ὁ κ. φρούραρχος νὰ ἐκτελῇ τὰς ἰδικάς μου διαταγὰς καὶ οὐχὶ διαταγὰς ἄλλων.

§44ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ διορθώσῃ τὴν κατάστασιν αὐτὴν, ἵνα μὴ καθιερωθῇ κακὸν προηγούμενον, διότι πάντοτε τὰ τοιαῦτα γεγονότα τίθενται εἰς χρέωσιν καὶ εἰς πίστωσιν...

§45ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὤ! ὤ!

§46ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ καγχάζετε! Θὰ ἔλθῃ καιρὸς, καθ’ ὃν θὰ ἴδητε τὸν τοιοῦτον ἀνοικτὸν λογαριασμόν. Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ν’ ἀνακαλέσῃ τὰ συγχαρητήριά του πρὸς τὸν κ. φρούραρχον, ἐκ τοῦ ἑξῆς γεγονότος. Πρὸ μιᾶς καὶ ἡμισείας ὥρας πρὶν ἢ συμβῶσιν αἱ σκηναὶ, αἱ καταγγελθεῖσαι ὑπὸ τῶν συναδέλφων, ὑπέστην ἐγὼ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν οἱ κύριοι Βουλευταὶ κατόπιν. Ἠθέλησα νὰ ἐξέλθω μὲ τὸν βουλευτὴν κ. Σακελλαριάδην καὶ μέ τινα ἄλλον ἐκ τῆς ὀπισθίας θύρας. Ἐκεῖ εἴδομεν τοὺς στρατιώτας μὲ ἐφ’ ὅπλου λόγχην παρακωλύοντας τὴν ἔξοδον· ἐζητήσαμεν νὰ ἐξέλθωμεν, ἀλλὰ μᾶς παρεκώλυσαν· τότε ἦλθεν εἷς κλητὴρ τῆς Βουλῆς καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς: «Τί κάμνετε! εἶναι Βουλευταί.» Οἱ δὲ στρατιῶται ἀπήντησαν: «Ἔχομεν διαταγὰς. Ἐὰν ἦναι ἔτσι, παραιτοῦμεν τὰ ὅπλα μας καὶ φεύγομεν.» Ταῦτα συνέβησαν μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν, κύριε Πρόεδρε, πρὶν ἢ σεῖς δώσητε διαταγὴν, ὅπως συλλάβωσιν, ὡς εἴπετε, τοὺς ἀτακτήσαντας. Ὥστε εἶχον προαποφασισθῆ ὅσα κατόπιν ἔλαβον χώραν. Λοιπὸν ἡ κατάστασις αὕτη πρέπει νὰ διορθωθῇ ἀπὸ τὸν φέροντα τὴν εὐθύνην κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἀπὸ σᾶς δὲν περιμένω τοιαύτην διόρθωσιν.

§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἴσως ἓν παράπονον δύνασθε νὰ ἔχητε, ὅτι ὁ κλητὴρ δὲν ἦτο τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰς τὴν θέσιν του· καὶ θὰ ἐξετάσω ποῖος ἦτο ὁ κλητὴρ οὗτος. Οἱ στρατιῶται, οἱ φρουροῦντες ἑκάστοτε ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, δὲν γνωρίζουσι τοὺς Βουλευτάς. Καὶ ἐμὲ τὸν ἴδιον ὁ σκοπὸς ἠμπόδιζε πρὸ ἡμερῶν νὰ εἰσέλθω, διότι δὲν μὲ ἐγνώριζε· δὲν ἔχομεν κἀνὲν μετάλλιον οἱ Βουλευταὶ, κἀνὲν διακριτικὸν σημεῖον.

§48ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ ὑπῆρξα μάρτυς τῆς ἑξῆς σκηνῆς. Διευθυνθεὶς πρὸς τὴν ὀπισθίαν θύραν, ὁπόθεν συνήθως ἐξέρχομαι, εὑρέθην ἀπέναντι στρατιωτῶν κατεχόντων τὴν τὴν θύραν· τὴν ἤνοιξα καὶ προχωρήσας εὑρέθην ἀπέναντι ἄλλων στρατιωτῶν, οἱ ὁποῖοι διεπληκτίζοντο μετὰ πολιτῶν. Πλησιάζω καὶ βλέπω ἕνα τῶν στρατιωτῶν κρατοῦντα ἀπὸ τῆς χειρὸς ἕνα νέον καὶ σύροντα αὐτὸν δίκην ἐριφίου ὁδηγουμένου εἰς τὴν σφαγήν. Πλησιάζω· ὁ στρατιώτης ἦτο οἰνοβαρὴς ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε βεβαίως ἐπετράπη εἰς αὐτὸν νὰ κάμῃ χρῆσιν πέραν τοῦ δέοντος οἴνου...

§49Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐντροπή! Σεβασθῆτε τὴν ἡλικίαν σας!

§50Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. .. νὰ κάμῃ, λέγω, χρῆσιν οἴνου πέραν τοῦ δέοντος, ἵνα διαδραματίσῃ τοιαύτην σκηνήν· διότι δὲν εἶχε τὸ σύνηθες ἤρεμον. Ὄχι! Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἔχωσι τὰς θύρας κεκλεισμένας καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπωσι τὴν ἔξοδον. Ἐγὼ ἐφώναζον: «Κάμετέ μοι τόπον, κύριε Γενήσαρλη· τί κατάστασις εἶναι αὐτή!» ἀλλ’ οὐδεὶς μὲ ἤκουεν. Ἔβλεπον τὸν νέον, ὁ ὁποῖος ἔτρεμε κρατούμενος ἀπὸ τὸν οἰνοβαρῆ στρατιώτην, ἀποπνέοντα ἀνυπόφορον ὀσμὴν οἴνου. «Μὰ τί κάμνετε, παιδιά! Ἀφῆστε τὸ παιδί. Τί σᾶς ἔκαμε;» Ποῦ νὰ μὲ ἀκούσουν!...

§51ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο κατὰ διαταγὴν τοῦ Προέδρου.

§52ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. .. Τότε ἐδέησε νὰ ὀπισθοδρομήσω καὶ ἐξέλθω ἀπὸ τὴν θύραν τοῦ προαυλίου, τῆς κυρίας εἰσόδου· διότι ἐγὼ βεβαίως δὲν ἤθελον ν’ ἀναμιχθῶ εἰς πράγματα, τὰ ὁποῖα θεωρῶ εἰς τὰς περιστάσεις τὰς σημερινὰς ἀπαίσια, διότι πολλὰ ὑπάρχουσι, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐπισύρωσι τὴν προσοχήν μας καὶ νὰ προσέξωμεν, μὴ τυχὸν προετοιμάζωνται πράγματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως θὰ ὁδηγήσωσι τὸν τόπον αὐτὸν εἰς αἱματηρὰς σκηνὰς καὶ εἰς τὴν καταστροφήν...

§53Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Συγκίνησις!

§54ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Συγκίνησις, νεανία! Μὴ ὁμιλεῖτε μὲ τὸν τρόπον τοῦτον! Δὲν εἶσθε εἰς θέσιν, διότι θέλετε νὰ ὑπηρετήσητε τὸν θεόν σας, νὰ κάμνητε τοιαύτας παρατηρήσεις... Ὅταν, ἀντὶ νὰ διαβλέπωμεν τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, κάμνωμεν παρατηρήσεις ἐπὶ τοιούτων γεγονότων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τυχαῖα· ὅταν εἷς τῶν Βουλευτῶν λέγῃ, ὅτι αἱ θύραι ἦσαν κεκλεισμέναι πρὸ μιᾶς καὶ ἡμισείας ὥρας καὶ δὲν ἐπετρέπετο ἡ ἔξοδος, ὅταν οἱ στρατιῶται ἦσαν οἰνοβαρεῖς, ὥστε νὰ τολμήσωσι τὰ πάντα, τοῦτο σημαίνει, ὅτι τὰ πράγματα ἦσαν προπαρεσκευασμένα.

§55ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐνόμιζον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἔκθεσις τῶν γεγονότων ἐν πλήρει εἰλικρινείᾳ ἤθελεν ἐγείρει τὴν ἀγανάκτησιν καὶ ὑμῶν καὶ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ ἐξέθηκα τὰ γεγονότα οὕτως, ὥστε νὰ μὴ δώσω τὴν ἐλαχίστην χροιὰν κομματικότητος· δὲν εἶναι ζήτημα ὑπουργικὸν ἢ κομματικόν, ἐὰν ὁ φρούραρχος τῆς Βουλῆς παρεξετράπη κατὰ Βουλευτῶν καὶ πολιτῶν, καὶ ἐὰν οἱ φρουροὶ παρεξετράπησαν κατὰ τῶν πολιτῶν μετὰ τοῦ φρουράρχου, τύπτοντος τοὺς πολίτας διὰ τῆς ῥάβδου. Λυποῦμαι, διότι ἡ πλειοψηφία παρεξήγησε τὴν πρόθεσιν ἡμῶν, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι ἡμεῖς ἤλθομεν ἐνταῦθα, ὅπως ὠφεληθῶμεν κομματικῶς, ὅπως προκαλέσωμεν ζήτημα κομματικόν, ἢ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἔχω πεποίθησιν ἐπὶ τὴν ὀρθοφροσύνην τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡγέτου τῆς πλειοψηφίας, καὶ ἐπειδὴ ἐπὶ πολλὰ ἔτη τυγχάνει Βουλευτὴς καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους, ἐλπίζω ὅτι ἔχει τὴν συναίσθησιν τῆς φιλοτιμίας τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Ἔθνους, καὶ ὅτι δὲν θέλει σκεφθῆ ὅπως ἐσκέφθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ἡ πλειοψηφία, ψυχρῶς σκεπτομένη, θὰ ἴδῃ, ὅτι εἶναι κάκιστον προηγούμενον, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ, εἴτε ἡ πλειοψηφία εἶναι ἐντεῦθεν, εἴτε ἡ πλειοψηφία εἶναι εἰς τὴν ἄλλην πλευράν. Ἀλλοίμονον, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν καταντήσωμεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ νὰ πυγμαχῶμεν, νὰ διαπληκτιζώμεθα μὲ τοὺς στρατιώτας, τοὺς φρουροῦντας τὸ Κοινοβούλιον! ἀλλοίμονον καὶ τρὶς ἀλλοίμονον! Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, διότι ἠμφισβητήσατε γεγονότα παρ’ ἐμοῦ βεβαιωθέντα. Ἐγὼ σᾶς ἐζήτησα, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ δωμάτιον τὸ ὡρισμένον ὡς Προεδρεῖον, εἰσῆλθον εἰς τὸ δωμάτιον, καὶ εὗρον αὐτὸ σκοτεινὸν, ἐπληροφορήθην δὲ παρ’ ὑπαλλήλου τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ Πρόεδρος δὲν ἦτο ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ. Ἀλλ’ ἡ διαβεβαίωσίς σας, ὅτι ἦσθε ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, μοὶ ἐγείρει ἀπορίαν εὔλογον.

§56ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἤμεθα μαζή.

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤμην ἐδῶ, καὶ ἔσπευσα καὶ εἰς τὸν τόπον τῆς συμπλοκῆς.

§58ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος, ἀφοῦ ἦτο ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ὡς λέγει, ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐκεῖ, εἰς τὸν τόπον τῶν διαπληκτισμῶν, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἀντίθετον πλευράν.

§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἦλθον ἐκεῖ· ἀλλ’ ὑμεῖς εἴχετε ἤδη σώσει τὸν λαὸν, καὶ ἀνεχωρήσατε.

§60ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Πρόεδρε. Σᾶς λέγω καὶ πάλιν, ὅτι πρέπει νὰ ἐνθυμῆσθε, ὅτι εἶσθε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐκ τῆς θέσεως ὑμῶν σᾶς ἐπιβάλλεται ἀμεροληψία καὶ μετροέπεια, καὶ οὐχὶ ἀμετροέπεια. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐγὼ καθ’ ἑκάστην εἰσέρχομαι εἰς τὸ Κοινοβούλιον ἐκ τῆς ὀπισθίας θύρας, καὶ ἐξέρχομαι ἀπ’ αὐτήν. Τίς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητήσῃ τοῦτο; Ἠθέλετε χθὲς ἐκτάκτως νὰ φαντασθῶ, ὅτι εἴχετε διατάξει σεῖς τὸν κ. Φρούραρχον νὰ κρατῇ ῥόπαλον, καὶ τοὺς στρατιώτας μετὰ τῶν λογχῶν νὰ ἐπιτεθῶσι κατὰ τῶν ἀνθρώπων τῶν ἀκροωμένων τῶν συζητήσεων δυνάμει τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὥστε ν’ ἀλλάξω πορείαν καὶ ἐξέλθω ἐκ τῆς ἄλλης θύρας; Ἐὰν μὲ εἰδοποιεῖτε περὶ τούτου, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ διατάξητε τὴν νυκτερινὴν ταύτην ἐπίθεσιν, τότε ἤθελον συμμορφωθῆ μὲ τὰς διαταγάς σας, ὅπως μὴ λογχισθῶ καὶ ἐγώ. Ἐλπίζω ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη θὰ φέρῃ καλὸν ἀποτέλεσμα, ἐπιβάλουσα τὴν παρέμβασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἔχωμεν τοιαύτας σκηνὰς ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ.

§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ σᾶς ὑπόσχομαι, κύριε Βουλευτὰ, ὅτι ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ θὰ τηρήσω πλήρη τάξιν, ὅπως ἐτήρησα μέχρι τοῦδε· καὶ ἤθελε διατηρηθῆ καὶ χθὲς ἡ τάξις, ἂν σεῖς δὲν ἀνελαμβάνετε τὴν σωτηρίαν τοῦ λαοῦ.

§62ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αὐταὶ εἶναι ἀπρεπεῖς φράσεις, λεγόμεναι παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς.

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν.

§64ΑΛΕΞΑΚΗΣ (πρὸς τὸν Πρόεδρον). Ὑβρίζετε τοὺς Βουλευτάς! (θόρυβος).

§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν Ἀλεξάκην). Κάθησε κάτω! (θόρυβος). Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτὰ Ἀττικῆς, νὰ ἀνακαλέσητε τὴν λέξιν, τὴν ὁποίαν εἴπετε.

§66ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐξεφράσατε, κύριε Πρόεδρε, ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, φράσιν ἐναντίον μου, ἡ ὁποία, ἐὰν δὲν ἦσθε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ ἦτο ἀπρεπὴς, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶσθε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀπρεπής.

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν, τὴν λέξιν «ἀπρεπῆ» νὰ τὴν ἀνακαλέσητε... Δὲν τὴν ἀνακαλεῖτε; Σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν, καὶ διατάσσω νὰ σημειωθῇ τοῦτο εἰς τὰ πρακτικά.

§68ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ διατάξητε τὴν ἀναγραφὴν εἰς τὰ πρακτικὰ, παρὰ μόνον δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Νὰ ἀνακαλέσητε εἰς τὴν τάξιν, μάλιστα’ ἀλλ’ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς δὲν ἔχετε δικαίωμα ν’ ἀναγράψητε τοῦτο, παρὰ τῇ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς. Οὕτω λέγει ὁ Κανονισμός.

§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐξέφερε φράσιν ἀπρεπῆ κατ’ ἐμοῦ...

§70ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὄχι δά! τὸ ἐναντίον.

§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. .. Τὸν ἀνεκάλεσα εἰς τὴν τάξιν καὶ διέταξα νὰ σημειωθῇ τοῦτο εἰς τὰ πρακτικὰ. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς θέλει ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, παρακαλῶ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν...

§72ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§73ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι πράγματα αὐτὰ, κύριε Πρόεδρε!

§74Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι δεκαπέντε οἱ ζητοῦντες τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν.

§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ ἀνάκλησις εἰς τὴν τάξιν τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Ζυγομαλᾶ λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.

§76ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου.

§77ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸ ἄρθρον 31 τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ προκαλέσητε ψηφοφορίαν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος· διότι τὸ ἄρθρον 31 λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Πᾶς Βουλευτὴς, ταράττων τὴν τάξιν, ἀνακαλεῖται ὀνομαστὶ παρὰ τοῦ Προέδρου· ἂν δὲ ἐπιμένῃ, ἐγγράφεται ἡ ἀνάκλησις εἰς τὰ πρακτικά. Ἀπειθοῦντος δ’ αὐτοῦ καὶ περαιτέρω, ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει ἅμα τὴν εἰς τὰ πρακτικὰ καταχώρησιν τῆς τε παρεκτροπῆς καὶ τῆς ἀποδοκιμασίας.»

§78ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἰς τὴν περίστασιν ταύτην δὲν ἐφαρμόζεται τὸ ἄρθρον 31, ἀφορῶν εἰς τοὺς ταραξίας, ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 27, τὸ ἀφορῶν εἰς προσβλητικὴν φράσιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι αὐτὸς ἐνδιαφερόμενος, ἀφοῦ θεωρεῖ ἑαυτὸν προσβεβλημένον, καὶ ἑπομένως ἀναρμόδιος νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ (θόρυβος). Ἐγὼ ἐμερίμνησα περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας, τοῦ Σώματος· αὐτὸ ἂς πράξῃ ἤδη ὅτι ἂν ἐγκρίνῃ.

§79ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς, κύριε Πρόεδρε· εἰς τὰ πρακτικὰ ἀναγράφεται πᾶν ὅ,τι συμβαίνει ἐν τῇ Βουλῇ. Λοιπὸν οἱ γραμματεῖς θ’ ἀναγράψωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη ἐν τῇ Βουλῇ,

§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 31 τοῦ Κανονισμοῦ ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, καὶ διατάσσω νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ ἀνάκλησις. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;... Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως διὰ τὰς δαπάνας τοῦ Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. ἴσης τῷ δωδεκατημορίῳ τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως 1893. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1893. (Ἐνταῦθα ὁ Πρόεδρος παραχωρεῖ τὴν ἕδραν εἰς τὸν ἀντιπρόεδρον κ. Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλον).

§82ΚΑΪΡΗΣ. Ἔντιμοι κύριοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους! Ὅτε κατὰ Μάρτιον τοῦ 1887 διεξήγετο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτη ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους ἐκείνου, καὶ ἐπεβάλλετο τῷ ὄντι βαρεῖα φορολογία εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐνδεικνυμένου ἐλλείμματος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐκείνῳ ἐξ 23 ὡς ἔγγιστα ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἔλλειμμα δὲν ἠδύνατο νὰ καλυφθῇ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δι’ ἐξευρέσεως δανείου, ὡς ἐκ τῆς ἐντελοῦς ἐλλείψεως τῆς ἐξωτερικῆς ἡμῶν πίστεως, οὐδὲ ἠδύνατο νὰ ἐξαφανισθῇ διὰ πραγματικῶν οἰκονομιῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀνῆλθον κἀγὼ τὸ βῆμα τοῦτο, ὡπλισμένος μὲ τὸ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐνέπνεε τότε οὐχὶ ἡ ἄγνοια τῶν οἰκονομικῶν θεμάτων, ἀλλ’ ἡ συνείδησις τοῦ κινδύνου τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, καὶ διὰ γενικῶν γραμμῶν ὑπεστήριξα τὸ ὅλον οἰκονομικὸν σύστημα τῆς τότε Κυβερνήσεως, προεδρευομένης καὶ σήμερον παρὰ τοῦ ἐντίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, καὶ ἐψήφισα πάντας τοὺς ὁμολογουμένως βαρεῖς φόρους, κατεχόμενος ὑπὸ μόνης τῆς ἰδέας, ὅπως τὸ Κράτος δυνηθῇ ἀφ’ ἑνὸς νὰ διατηρήσῃ ἀκεραίαν τὴν πίστιν αὑτοῦ, πολύτιμον τότε καὶ νῦν καὶ διὰ τὸ παρὸν καὶ διὰ τὸ μέλλον, καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ὅπως δυνηθῇ νὰ τηρήσῃ ἀπαρασάλευτον τὴν ἐν τῷ τόπῳ δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ζωηρῶς ἀκόμη μετὰ πόσης δριμύτητος ἡ Ἀντιπολίτευσις τοῦ χρόνου ἐκείνου ἐπολέμησε τὸ ὅλον οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, ἰσχυρισθεῖσα, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ἀνθέξῃ εἰς τοσοῦτον βαρεῖαν φορολογίαν, ὅτι, καὶ ἂν ἀντεῖχεν ἐπί τινα καιρὸν, ἤθελε συντριβῆ ὑπὸ τὸ βάρος τῆς φορολογίας ἐκείνης, ὅτι ἡ φορολογία ἐκείνη ἔμελλε νὰ καταπονήσῃ πάντως τὴν παραγωγὴν τοῦ τόπου, νὰ ἀτονήσῃ τὴν κατανάλωσιν, ἓν δὲ μέσον σωτηρίας ὑπεδείκνυε τότε, λόγῳ μὲν, οἰκονομίας ἀπραγματοποιήτους καὶ μικρὰν φορολογίαν, ἔργῳ δὲ, τὴν ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς τῶν χρεωλυσίων τῶν δανείων ἡμῶν. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ τῆς περιόδου ἐκείνης, ἄλλως σκεπτομένη καὶ πεποίθησιν ἔχουσα εἰς τὸ ὅτι τὰ τότε οἰκονομικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως ἔμελλον ν’ ἀποκαταστήσωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἰσοζύγιον σταθερὸν καὶ πραγματικὸν, ἀνταποκρινόμενον πρὸς πάσας τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, ἡ Βουλή, λέγω, τῆς περιόδου ἐκείνης διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας ἐψήφισεν ὁλόκληρον τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς τότε Κυβερνήσεως, καὶ εἴδομεν εὐτυχῶς, ὅτι ἡ ἀντοχὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν ὑστέρησεν, ἡ παραγωγὴ τοῦ τόπου δὲν κατεπονήθη, ἡ κατανάλωσις δὲν ἠτόνησε, ὡς ἦτο δ’ ἑπόμενον ἡ Ἀντιπολίτευσις τοῦ χρόνου ἐκείνου, Κυβέρνησις βραδύτερον γενομένη καὶ ψηλαφοῦσα τὰ πρὸ αὑτῆς πράγματα, ἠσθάνθη τὴν ἀνάγκην αὐτῶν τῶν πραγμάτων καὶ ἀπεδέχθη ὁλόκληρον τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς προκατόχου της διὰ τῆς εἰσηγήσεως ἐπιπροσθέτων φορολογικῶν βαρῶν ἐν τῇ Βουλῇ, ἅτινα βάρη ἐκρίθησαν ἀνεπαρκῆ, καὶ ἡ ἀνεπάρκεια τῶν βαρῶν αὐτῶν ἔφερε τὴν μεταβολὴν τῆς 17 Φεβρουαρίου· ὅτε δὲ ἡ διάδοχος Κυβέρνησις, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἐντίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, ἐποιήσατο ἔκκλησιν εἰς τὴν ψῆφον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ ψῆφος αὕτη ἔφερεν ἡμᾶς ἐνταῦθα, διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς πάσας τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, τῇ ψήφῳ τῆς Βουλῆς ὑποδειχθεῖσα τῷ ἄρχοντι, μετὰ μελέτην καὶ ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων, ἀπῄτησε παρὰ τῆς Βουλῆς νέα βάρη. Καὶ τὰ νέα ταῦτα βάρη ἐν τῇ παρελθούσῃ συνόδῳ ἐψήφισεν ἡ Βουλή· ἀλλὰ καὶ τὰ νέα ταῦτα βάρη ἐκρίθησαν ἀνεπαρκῆ, καὶ ἐν τῇ παρούσῃ συνόδῳ ἐκλήθημεν εἰς ἐπιψήφισιν ὑπερδιπλασίων τοιούτων, ἅτινα ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ χάριν αὐτοῦ τοῦ ὁριστικοῦ, τοῦ πραγματικοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὡς τὸν Μάρτιον τοῦ 1887, οὕτω καὶ νῦν, ἀνῆλθον ἐνταῦθα, ἵνα ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, τὴν ὁποίαν ἐμόρφωσα, παρακολουθῶν ἔκτοτε μέχρι σήμερον τὴν πορείαν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων· καὶ θὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου ἐν καθαρῷ συνειδότι, καὶ δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ δὲν θὰ ἀναπτύξω θεωρίας περὶ φόρων καὶ περὶ ἐπικαταλλαγῆς, ἀλλὰ θὰ εἴπω τὰ πράγματα ὅπως ἐγὼ τὰ αἰσθάνομαι, διότι τὰ πράγματα φρονῶ, ὅτι ἀποτελοῦσι τὴν δύναμιν, καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων ἐμορφώθη ἡ θεωρία. Μελετῶν τις τὰς διὰ τοῦ ὀγκώδους τεύχους τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑποβληθείσας τὸ πρῶτον νῦν ἐπισήμους πληροφορίας περὶ τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως, παρατηρεῖ μετὰ λύπης, ὅτι ἡ διαχείρισις ἑκάστου οἰκονομικοῦ ἔτους ἀπέληξεν εἰς ἔλλειμμα καὶ ἔλλειμμα σημαντικὸν, τὸ ὁποῖον ἐκαλύφθη διὰ τῆς πληρωμῆς μέρους ἐκ τῶν συνομολογηθέντων δανείων διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τοῦ Κράτους· ὥστε δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, μὲ ὅλα τὰ ἑκάστοτε ἐπιβληθέντα πρόσθετα φορολογικὰ βάρη, μέχρι σήμερον δὲν ἀπέφερε τοὺς προσδοκωμένους ἀγαθοὺς καρποὺς πραγματικοῦ ἰσοζυγίου ἐσόδων καὶ ἐξόδων, διότι, ὡς εἶπον, ἡ διαχείρισις ἑκάστου οἰκονομικοῦ ἔτους ἀπέληξεν εἰς ἔλλειμμα. Καὶ ἡ νόσος αὕτη τῶν τακτικῶν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀτυχῶς δὲν εἶναι τωρινή· ἀνάγεται εἰς ἐποχὴν πολὺ προγενεστέραν, καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἄρχεται ἀπὸ τῆς Μεταπολιτεύσεως καὶ ἐντεῦθεν, διηνεκῶς προαγομένη, ὅτε συγχρόνως ἄρχεται καὶ ἡ συνομολόγησις τῶν δανείων, μικρῶν καὶ μεγάλων, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευσαν διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν τῶν ἐλλειμμάτων, διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν καὶ ἀκολουθοῦμεν, διὰ τὰ δημόσια ἔργα, τὰ ὁποῖα ἠρχίσαμεν καὶ ἐξακολουθοῦμεν. Καὶ πᾶσα ἡ δαπάνη, ἡ διὰ τὰ δημόσια ἔργα γινομένη, ὡς δαπάνη παραγωγικὴ, ὡς μέλλουσα νὰ ἀποφέρῃ τοὺς ἀγαθοὺς αὐτῆς καρποὺς, εἶναι δαπάνη εὐλογημένη, εἶναι δαπάνη ἐπαινετὴ, ἂν καὶ ἀτυχῶς καὶ τὰ δημόσια ἔργα καὶ ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ ἐχρησίμευσαν ἐν μέρει ὡς πηγὴ πολλῶν καταχρήσεων. Ὥστε ἡ νόσος τῶν ἐλλειμμάτων, τοιαύτην ἀρχὴν καὶ πηγὴν ἔχουσα, εἶναι νόσος χρονία, ὡς χρονία δὲ, εἶναι καὶ δυσθεράπευτος. Ὁ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους πρόκειται ἆρά γε νὰ θεραπεύσῃ τὴν νόσον ταύτην, ὅπως μὴ τὴν ἐπανίδωμεν ἀπὸ σήμερον καὶ ἐφεξῆς; Τοῦτο διὰ βραχέων θέλω ἐξετάσει. Διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ μὲν βεβαιωθησόμενα ἔσοδα ὑπολογίζονται εἰς 110,491,453, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 104,491,453· ἐν τῷ ποσῷ δὲ τῶν ἐξόδων συμπεριλαμβάνεται ποσὸν 8,690,656 δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας δημοσίου χρέους, ἤτοι δι’ ὑπηρεσίαν συνομολογηθησομένου δανείου, ἢ, ἐν ἀποτυχίᾳ, διὰ τὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῶν ὅσων ὀφείλομεν εἰς χρυσὸν δανείων ἡμῶν. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὰ ἔσοδα, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν ταῖς προβλέψεσιν αὑτῆς περὶ ὑπολογισμοῦ τῶν βεβαιωθησομένων ἐσόδων ἔλαβε κατὰ γενικὸν κανόνα ὑπ’ ὄψιν τὸ μικρότερον ποσὸν τοῦ μέσου ὅρου τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν 1889, 1890 καὶ 1891, καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν ταῖς προβλέψεσιν αὐτῆς θέλει δυνηθῆ νὰ προσεγγίσῃ εἰς τὴν πραγματικότητα, μ’ ὅλας τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔφερεν ὁ ἔντιμος ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Λέγω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει προσεγγίσει εἰς τὴν πραγματικότητα, ἀλλ’ ἐννοῶ, ὡς πρὸς τοὺς φόρους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐλειτούργησαν κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν, ἂν καὶ πολλοὶ τῶν φόρων τούτων, κύριοι Βουλευταὶ, ἀτυχῶς βεβαιοῦνται αὐθαίρετοι καὶ πλημμελεῖς· π. χ. οἱ φόροι τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων βεβαιοῦνται αὐθαίρετοι καὶ πλημμελεῖς, διότι πολλαὶ οἰκοδομαὶ, ἀναλόγως τῆς προσόδου αὐτῶν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ φορολογῶνται πλειότερον, εἰς τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους φέρονται μὲ φόρον ὀλιγώτερον, καὶ τοῦτο, ἀναλόγως τῶν συμπαθειῶν καὶ τῶν μέσων, τῶν ὁποίων γίνεται χρῆσις παρὰ τοῖς ἐπιτετραμμένοις τὴν ἐφαρμογὴν τῶν φόρων αὐτῶν· τοῦτ’ αὐτὸ ῥητέον καὶ διὰ τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων, ὅπου αἱ καταχρήσεις εἶναι πολὺ μεγαλείτεραι καὶ ὅπου τὰ παράπονα τῶν φορολογουμένων πολιτῶν καὶ πάμπολλα καὶ δίκαια εἶναι. Ἐπίσης ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τῶν ζώων, τοῦ οἴνου, καὶ ἄλλων ἡ βεβαίωσις πλημμελεστάτη εἶναι, διότι οἱ κύριοι οἰκονομικοὶ ἔφοροι οὐδέποτε φροντίζουσι νὰ συλλέγωσι τὰς ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ τῶν φορολογητέων ἀντικειμένων, ἀλλ’ ἀρκοῦνται νὰ παραβάλλωσι τὰς δηλώσεις τῶν φορολογουμένων πρὸς τὰς τῶν προηγουμένων ἐτῶν, νὰ προκαλῶσιν ἐνοικιάσεις φόρων, ἀπαριθμήσεις, καταμετρήσεις, αἵτινες ἐπὶ τέλους ζημίαν φέρουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, παρὰ ὠφέλειαν, καὶ αἱ ὁποῖαι εἶναι πηγὴ καταχρήσεων καὶ καταπιέσεων τῶν φορολογουμένων πολιτῶν· διὰ τοῦτο παρατηρεῖται εἰς τοὺς ἀμέσους αὐτοὺς φόρους καὶ ἡ μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως, διαφορὰ ἀνερχομένη εἰς πολλοὺς φόρους ἐξ αὐτῶν εἰς 20 καὶ 22 καὶ 25%. Ἀλλ’ ἐπαναλέγω, ὅτι θέλει προσεγγίσει ἡ Κυβέρνησις ἐν ταῖς προβλέψεσι τῆς βεβαιώσεως τῶν ἐσόδων εἰς ὃ ὁρίζει ποσόν· ἀλλὰ θέλει προσεγγίσει καὶ ὡς πρὸς τοὺς νέους φόρους, οἱ ὁποῖοι ἐπεβλήθησαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν καὶ παροῦσαν Σύνοδον, ὧν ἡ ἐφαρμογὴ μόλις ἤρξατο, τῶν πολλῶν δὲ εἶναι μέλλουσα, καὶ ἑπομένως ἐλλείπει ὁ ὅρος τῆς συγκρίσεως; Συνεβουλεύθην τὸ παρελθὸν, τὸ παρελθὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ καλλίτερος διδάσκαλος, διὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον. Τὸ παρελθὸν λέγει, ὅτι αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι προέβησαν εἰς αὐξήσεις καὶ εἰς προσθήκας νέων φόρων, ἠπατήθησαν εἰς τὰς προβλέψεις αὐτῶν· τὰ ἀποτελέσματα τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων δὲν ἀνταπεκρίθησαν, καὶ ἂν λάβωμεν τὸ παρελθὸν, τὸ οὐχὶ πολὺ ἀπωτέρω, ἀλλὰ τὸ ἐγγύτερον παρελθὸν, θέλομεν ἴδει, ὅτι εἰς τὰ 1883 καὶ 1884 ἐπεβλήθησαν διάφοροι φόροι καταναλώσεως, ὁ φόρος τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, τοῦ ζύθου, τοῦ οἴνου, τοῦ καπνοῦ, τοῦ σιγαροχάρτου, τῶν παιγνιοχάρτων, τοῦ πετρελαίου, τῶν πυρείων καὶ ἄλλοι· ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1883 προϋπολόγισε νὰ βεβαιώσῃ καὶ νὰ εἰσπράξῃ φόρους 10,940,000 δραχμῶν κατὰ τὸ 1883, τί δὲ λέγουσιν οἱ ἀπολογισμοὶ, ὅτι ἐβεβαίωσε καὶ εἰσέπραξε; Μόλις 3 ἑκατομμύρια δραχμῶν· ἄρα ἐν ταῖς προβλέψεσιν αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις ὡς πρὸς τοὺς νέους φόρους οὔτε 30% δὲν κατώρθωσε νὰ πραγματοποιήσῃ. Εἰς τὰ 1884 ἀπὸ πνευματώδη ποτὰ, ἀπὸ οἶνον, ἀπὸ καπνὸν, ἀπὸ σιγαρόχαρτον, ἀπὸ παιγνιόχαρτα, ἀπὸ πυρεῖα 19 ἑκατομμύρια ὑπελόγισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ βεβαιώσῃ καὶ εἰσπράξῃ, τί εἶναι δὲ τὸ ἀποτέλεσμα κατὰ τοὺς ἀπολογισμούς; 5,983,134 δραχμαί. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ τῆς 7 Ἀπριλίου 1885, καὶ ἡ μεταβολὴ ἐκείνη ἔφερε τὴν χαλάρωσιν τῶν νόμων αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἐπήρχετο τὸ πολιτικὸν ἐκεῖνο γεγονὸς, ἡ βεβαίωσις τῶν φόρων, δὲν θὰ ἔδιδε ποτὲ ὅσα ποσὰ προϋπελόγιζεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἤθελε λάβει ἐκ τῶν φόρων αὐτῶν· θὰ ἔδιδεν αὔξησιν, ἀλλὰ μετὰ πάροδον χρόνου ἴσως ἐπραγματοποιοῦντο ὅλαι αἱ προβλέψεις τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα εἶναι ταῦτα ἀτυχῶς. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1885 καὶ 1886, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἐκ Γόρτυνος κυρίου Βουλευτοῦ, ἕνεκα τῶν γνωστῶν τότε οἰκονομικῶν ἀναγκῶν, καὶ αὕτη προέβη εἰς αὔξησιν τῶν φόρων τοῦ χαρτοσήμου, τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος, ἔφερε νέον σύστημα φορολογίας καπνοῦ, νέον σύστημα φορολογίας οἴνου, καὶ προϋπελόγισε καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη πολλὰ πράγματα, προϋπελόγισεν ἀπὸ τὸ νέον σύστημα τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον ἔφερε, νὰ εἰσπράξῃ 3,500,000 δραχμῶν κατὰ τὸ 1885, καὶ εἰσέπραξε μόνον 2,821,871, ἀπὸ τὸ χαρτόσημον ὑπελόγισε 7,500,000 δραχ. καὶ μόλις ἐβεβαίωσε καὶ εἰσέπραξεν 6,311,475, ἀπὸ τὸ πετρέλαιον ὑπελόγισε 3 ἑκατομμύρια καὶ εἰσέπραξε 2,978,380, ἀπὸ τὸν οἶνον κατὰ τὸ νέον σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν, ὑπελόγισε 2,500,000, καὶ εἰσέπραξε 546,772. Εἰς τὰ 1886 ἀπὸ τὸ χαρτόσημον ὑπελόγισεν 9,200,000, καὶ εἰσέπραξεν 7,367,267, ἀπὸ τὸν καπνὸν ὑπελόγισε 5 ἑκατομμύρια, καὶ εἰσέπραξε 2,248,479, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἡ Κυβέρνησις πάλιν ἡ ἐλθοῦσα εἰς τὰ 1887, ἡ ὁποία ἐπέβαλεν, ἕνεκα πράγματι τῆς οἰκονομικῆς ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη τὸ Κράτος, τὴν μεγαλειτέραν φορολογίαν, περὶ τὰ 20 ἑκατομμύρια ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, διότι ηὔξησεν ὅλους τοὺς ἀμέσους φόρους κατὰ δύο δεκατημόρια, ηὔξησε τὰ τελωνειακὰ τέλη, ἐπανέφερε τὸ μονοπώλιον τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ, προσέθηκε τὸ 15% εἰς τὰ τελωνειακὰ, ἐξ ὅλων δὲ τῶν προστεθέντων ἀμέσων καὶ ἐμμέσων τούτων φόρων τῶν ἐξ 20 ἑκατομμυρίων, τί εἰσέπραξε τὸ 1887 ἡ Κυβέρνησις; Ἀπὸ τὰ τελωνειακὰ τέλη ὑπελόγισεν 27,575,680, εἰσέπραξε δὲ 25,799,938· ἀπὸ καπνὸν ὑπελόγισε 4,800,000, καὶ εἰσέπραξε 2,432,583· ἀπὸ πνευματώδη ποτὰ ὑπελόγισεν 1,200,000, καὶ εἰσέπραξε 509,462· ἀπὸ σιγαρόχαρτον ὑπελόγισε 2,460,000, καὶ εἰσέπραξεν 1,205,665. Καὶ ταῦτα λέγω, Κύριοι, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν ὑφισταμένων φόρων καὶ ἡ ἐπιβολὴ νέων φόρων εἶναι ἀδύνατον εἰς τὴν πρώτην αὐτῆς ἐφαρμογὴν νὰ δώσῃ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐλπίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δύνανται νὰ φθάσωσι τὰ ἀποτελέσματα αὐτὰ τὰς προβλέψεις καὶ τὰς προϋποθέσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ μόνον μετὰ πάροδον χρόνου ἐφαρμογῆς, μετὰ βελτίωσιν τῶν ἐλλείψεων, τὰς ὁποίας καταδεικνύουσι τὰ συστήματα αὐτὰ τὰ φορολογικὰ, οἱ νόμοι αὐτοὶ, τότε μόνον δύνανται νὰ δώσωσι προϊοῦσαν αὔξησιν καὶ νὰ φθάσωσι τὰ ἀποτελέσματα τὰ ἀπ’ ἀρχῆς προβλεφθέντα. Ἡ πιθανότης ἄρα, κατὰ τὰ ἀλάνθαστα διδάγματα τοῦ παρελθόντος, δεικνύει, ὅτι οἱ νέοι φόροι δὲν θέλουσιν ἀποφέρει τὰ προϋπολογιζόμενα ἔσοδα, θὰ ἦναι δ’ εὐτύχημα, ἂν κατὰ τὸ ἥμισυ πραγματοποιηθοῦν αἱ προβλέψεις τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τοὺς νέους φόρους· ἄρα τὸ ποσὸν τῶν βεβαιωθησομένων ἐσόδων κατὰ τοὺς εὐνοϊκωτέρους ὑπολογισμοὺς δύναται νὰ φθάσῃ τὰ 104 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ 104 ἑκατομμύρια, ἐξεταστέον, εἶναι καὶ εἰσπρακτέα; Εἰς τὸ παρελθὸν, ὡς οἱ ὑποβληθέντες πίνακες ἀποδεικνύουσι, μεταξὺ τῶν βεβαιώσεων καὶ εἰσπράξεων ἐν γένει ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων ὑπάρχει μία διαφορὰ κατὰ μέσον ὅρον 7½ ἕως 8%· ὥστε τί θὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον ἀπὸ 104 ἑκατομμύρια βεβαιωθησομένων ἐσόδων; Περὶ τὰ 96 ἑκατομμύρια. Λοιπὸν λέγω, ὅτι αἱ εἰσπράξεις μόλις θὰ φθάσωσι τὸ ποσὸν τῶν 96,000,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ εἰς χρυσὸν, κατὰ τὸν ἄρτι ψηφισθέντα νόμον περὶ ἐξαγωγικῶν τελῶν. Σημειώσατε δὲ Κύριοι, ὅτι μέχρι σήμερον τὸ Κράτος δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀποδώσῃ εἰσπράξεις πλέον τῶν 90,000,000.

§83ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. 86,000,000.

§84ΚΑΪΡΗΣ. Ἀλλὰ τὰ 96 αὐτὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον, ἤτοι 88½ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ 7½ εἰς χρυσὸν, ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ προϋπολογισμός; Τίνα εἶναι τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ;

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Διὰ δημόσιον χρέος πάγιον χρεωλυτικὸν
κυμαινόμενον: εἰς χρυσὸν 30,939,761
εἰς τραπεζογραμμάτια 4,528,834
Διὰ χορηγήματα, συντάξεις ἐν γένει,
ἐπιχορήγησιν Διαδόχου, ἔξοδα Βουλῆς 6,853,899
γενικὴ ὑπηρεσία 43,510,031
ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστατίας 8,105,011
διάφοροι πληρωμαὶ 1,863,000
95,800,536
Διὰ συναλλαγματικὴν διαφορὰν δημοσίου
εἰς χρυσὸν χρέους 1,50 15,500,000
111,300,536
Μεῖον συναλλαγματικ. διαφορᾶς 7,500,000
φόρου εἰς χρυσὸν εἰσπρακτέων ἐσόδων 3,750,000
Δαπάναι 107,550,536

Ὥστε κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893 ὑπάρχει ἔλλειμμα δραχμῶν 11,550,536· ἀλλ’ εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦτο δέον νὰ προστεθῇ καὶ ἡ δαπάνη διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Λαρίσσης, Μύλων–Καλαμῶν, Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων, καὶ ἡ ὁποία δαπάνη δὲν γνωρίζω πόση εἶναι, ὑποθέτω ὅμως νὰ ἦναι σημαντικὸν ποσὸν, ὑπερβαῖνον τὰ 12 ἑκατομμύρια ἐτησίως, καὶ ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι δὲν ἔχομεν τώρα ἐκτάκτους προϋπολογισμοὺς, ἀλλὰ μόνον ἑνιαῖον προϋπολογισμὸν τακτικόν. Τώρα, Κύριοι, ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 εἶναι ἀποδεδειγμένη. Ἡ Κυβέρνησις, Κύριοι, πιστεύει ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ βεβαιώσῃ τὰ 110,490,000 καὶ θὰ εἰσπράξῃ τὰ 104 ταῦτα ἑκατομμύρια· δὲν ὑπολογίζει συναλλαγματικὴν διαφορὰν, δὲν ὑπολογίζει εἰς τὰ ἔξοδα τὰ ἔξοδα τῆς κατασκευῆς τῶν σιδηροδρόμων, καὶ οὕτω λέγει, ὅτι ἔχει 8,690,000 πρὸς ὑπηρεσίαν νέου δανείου· μὲ τὸ ποσὸν τοῦτο πιστεύει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ συνομολογήσῃ δάνειον, διὰ νὰ ἐξοικονομήσῃ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν δανείων, ὅτι θὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς δαπάνας τῶν σιδηροδρόμων, καὶ θὰ δυνηθῇ νὰ ἀποσύρῃ μέρος τῶν κυκλοφορούντων κατὰ πλεονασμὸν τραπεζικῶν γραμματίων, ὁ ὁποῖος πλεονασμὸς ἔφερε τὴν μεγάλην ὑποτίμησιν αὐτῶν καὶ τὴν νομισματικὴν κρίσιν, ἐκ τῆς ὁποίας πάσχομεν. Κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, παρατηρεῖται ὅτι ἡ βάσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 στηρίζεται εἰς τὸ δάνειον. Ἐὰν συνομολογηθῇ δάνειον, δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ παρακάμψῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος τὰς δυσχερείας· ἀλλ’ ἐὰν δὲν συνομολογηθῇ δάνειον, ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι αὐταπόδεικτος. Ἀλλ’ ἐὰν δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις —εὔχομαι νὰ δυνηθῇ—νὰ συνομολογήσῃ δάνειον δι’ ὅλας αὐτὰς τὰς ἀνάγκας, μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ δανείου τί γενήσεται, παρακαλῶ; Αἱ πρόσοδοι τοῦ Κράτους, ὅπως ἔχουσι σήμερον διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, θὰ ἐπαρκέσωσι διὰ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους ἐν τῷ μέλλοντι; Ἐγὼ τοῦτο γνωρίζω ὅτι τὸ συνομολογηθησόμενον δάνειον θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Κράτος. Δὲν γνωρίζω πόσον θὰ ᾖναι καὶ ὁποίαν ὑπηρεσίαν θὰ θέλῃ, ἀλλὰ καὶ 3 καὶ 4 καὶ 5 καὶ 6 καὶ 7 ἑκατομμύρια ἐὰν θέλῃ, ἀναλόγως τοῦ δανείου, θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους μὲ τὴν δαπάνην τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ τοῦ δανείου, καὶ θὰ θέλωμεν τότε εἰς χρυσὸν ὄχι πλέον 31 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θέλομεν τώρα, ἀλλὰ 35, 36, 37 ἑκατομμύρια· δύναται τὸ Κράτος (ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα) νὰ παρέχῃ αὐτὰ τὰ 35 ἑκατομμύρια, τὰ 36 τὰ 37 εἰς χρυσόν; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσηγούμενος τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶπεν, ὅτι τὸ Κράτος θὰ συνεισφέρῃ τὰ ποσὰ ταῦτα καὶ δύναται νὰ τὰ συνεισφέρῃ διὰ τῆς στενοχωρίας τοῦ ἐμπορίου, διὰ τῆς στενοχωρίας τῆς κοινωνίας, καὶ πρέπει νὰ στενοχωρηθῶσιν, εἶπεν. Ὑπελόγισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, χωρὶς νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν ἔχῃ θετικὰς στατιστικὰς πληροφορίας, ὅτι τὸ Κράτος ἐκ τῶν διαφόρων αὐτοῦ ἐξαγωγικῶν προϊόντων εἰσάγει περὶ τὰ 110 ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν, ὅτι καὶ ἐξ ἄλλων πόρων εἰσάγει περὶ τὰ 40 ἑκατομμύρια, ἤτοι ἐκ τῆς ναυτιλίας, ἐξ εἰσοδημάτων περιουσιῶν εὑρισκομένων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἐκ τῆς εἰσροῆς πολλῶν ξένων ἐνταῦθα καὶ ἐξ ἄλλων ἐργασιῶν καὶ ἄλλων ἀδήλων πόρων. Ἀλλὰ καὶ ἂν αὐτὰ τὰ 150 ἑκατομμύρια εἰσάγωνται, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι βέβαιον, ἀλλ’ εἶναι ὑπόθεσις, διότι ἐλλείπουσι τὰ ἐπίσημα στοιχεῖα, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πολὺ ὀλίγον μέρος ἐκ τῶν ποσῶν αὐτῶν παραμένει ἐν τῷ Κράτει ὡς κεφάλαιον διαθέσιμον, προωρισμένον διὰ τὴν ἀνάπτυξιν καὶ προαγωγὴν τοῦ τόπου, τὸ δ’ ἄλλο ἐξέρχεται πάλιν διὰ τὰς ἀνάγκας αὐτῆς τῆς κοινωνίας, διότι τῶν πάντων ἔχομεν ἀνάγκην, ἵνα εἰσάγωμεν ἐνταῦθα πρὸς ἐπάρκειαν. Ἐὰν λοιπὸν αὐτὸ τὸ διαθέσιμον κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον μένει διὰ τὴν προαγωγὴν καὶ ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου, τὸ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις, τί θὰ συμβῇ; τὸ ἑξῆς· θὰ σταματήσῃ ἡ ἀνάπτυξις τοῦ τόπου, συνεπῶς θὰ σταματήσῃ ἡ ἀνάλογος αὔξησις τῆς εἰσφορᾶς τῶν πολιτῶν πρὸς τὸ Κράτος διὰ τῶν φόρων· περιορίζοντες δὲ καὶ στενοχωροῦντες τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν κοινωνίαν, θὰ περιορίσωμεν τὴν εἰσαγωγὴν, θὰ ἐλαττώσωμεν κατὰ συνέπειαν τὰς τελωνειακὰς εἰσπράξεις, ἄρα διπλῆ ἡ ζημία· ἀφ’ ἑνὸς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔξοδα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, ἀφ’ ἑτέρου μείωσις τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τί θὰ συμβῇ; Τὸ ἀποτέλεσμα: νέοι φόροι, νέα βάρη, νέα δάνεια. Ἀλλὰ τὸ Κράτος δύναται νὰ ἐπιτείνῃ κατ’ ἔτος τὴν φορολογίαν αὐτοῦ καὶ δύναται νὰ συνομολογῇ διαρκῶς δάνεια; Δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ἀπαντήσω, τὰ πράγματα ὅμως θὰ ἀπαντήσωσιν. Καὶ λοιπὸν δὲν ὑπάρχει θεραπεία αὐτῆς τῆς καταστάσεως; Βεβαίως ὑπάρχει. Ἀλλ’ ἡ θεραπεία, κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, θέλει καὶ καιρὸν, ἔχει καὶ τὰς δυσκολίας της. Ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθοῦμεν νὰ αὐξάνωμεν κατ’ ἔτος τὰς δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπὸ διαφόρους αἰτίας, κρείττονος βελτιώσεως τῶν κλάδων τῆς διοικήσεως καὶ αὐξήσεως τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον δὲν προβῶμεν εἰς οἰκονομίας μεγίστας εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως, καὶ εἶναι ἐπιδεκτικοὶ τοιούτων οἰκονομιῶν, καὶ δὲν παύουν νὰ παραπέμπωνται εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν συντάξεων ἄνδρες δυνάμενοι ὠφελιμώτερον νὰ προσφέρωσι τὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν εἰς τὸ Κράτος, ἐφ’ ὅσον δὲν καλεῖται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῶν προσόδων του, διὰ μεταῤῥυθμίσεως τῶν φορολογικῶν νόμων, μεταῤῥυθμίσεως ἐγγυωμένης τὴν ὅσῳ τὸ δυνατὸν δικαίαν καὶ ἴσην συμμετοχὴν εἰς τὰ βάρη, ἐφ’ ὅσον, ὡς καὶ ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος μᾶς εἶπεν, δὲν γείνῃ φροντὶς νὰ ἐνισχυθῇ ἡ γεωργικὴ παραγωγὴ καὶ ἡ βιομηχανία, ἰδίως δὲ νὰ ἀναπτυχθῇ ἡ ναυτιλία, ἡ ὁποία ἀνεγέννησε τὴν Ἑλλάδα, εἰσεκόμισεν ἄπειρα πλούτη διὰ τῆς ἱδρύσεως πιστωτικῶν ἱδρυμάτων, παρεχόντων τὰ ἀπαιτούμενα μέσα διὰ τὴν πρόοδον καὶ ἀνάπτυξιν, ἐφ’ ὅσον δὲν παύσωμεν νὰ δανειζώμεθα, διότι τὰ δάνεια αὐξάνουσι τὰς δαπάνας καὶ ἐπιφέρουσι φόρους, βεβαίως ἡ νόσος ἡ κυρία, ἡ ὁποία μᾶς κατατρύχει, ἡ νόσος τῶν ἐλλειμμάτων θὰ ὑφίσταται καὶ θὰ δεινοῦται· ἡ δὲ νόσος ἡ νομισματικὴ φρονῶ ὅτι εἶναι συνέπεια τῆς νόσου τῶν ἐλλειμμάτων. Καὶ θὰ ὑφίσταται αὕτη, ὅσον ὑφίσταται καὶ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ἡ θεραπεία ἀπαιτεῖ χρόνον καὶ ἔχει τὰς δυσχερείας της. Βεβαίως ἀπαιτεῖ χρόνον, διότι αἱ οἰκονομικαὶ μεταῤῥυθμίσεις καὶ ἡ βελτίωσις καὶ προαγωγὴ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, τῆς βιομηχανίας, τῆς ναυτιλίας, ἀπαιτοῦσι χρόνον καὶ δαπάνας. Ἀλλὰ τὸν χρόνον αὐτὸν αἱ ἀνάγκαι αἱ οἰκονομικαὶ τοῦ Κράτους μᾶς τὸν παρέχουσιν; Ὅταν ἡ μία τρικυμία διαδέχηται τὴν ἄλλην, ὀφείλομεν νὰ πληρώνωμεν τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια; Διὰ τοῦτο, Κύριοι, εἶπον ὅτι ὑπάρχουσι δυσκολίαι. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ὅταν τραπῶμεν τὴν ὁδὸν αὐτὴν τῶν γενναίων οἰκονομιῶν, τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων, τὴν ὁδὸν τῆς ἐνισχύσεως τῶν παραγωγικῶν ἡμῶν δυνάμεων, νομίζω ὅτι θὰ ἐμπνεύσωμεν τὴν πεποίθησιν εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ τοῦτο θὰ μᾶς δώσῃ τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν διὰ νὰ ἀνορθωθῶμεν καὶ ἀντιπαρέλθωμεν τοὺς παρόντας κινδύνους. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, πρόκηται νὰ μὴ μᾶς δοθῇ ἡ εὐνοϊκὴ αὕτη περίστασις, ἐν ᾗ θὰ ἐμμείνωμεν, ἐὰν πρόκηται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ σύστημα τῶν φόρων καὶ δανείων, ὅπερ ἤγαγεν ἡμᾶς εἰς τὴν σημερινὴν οἰκονομικὴν ἀνεπάρκειαν καὶ αὔριον θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν ἐντελῆ ἀδυναμίαν, δὲν βλέπω διατὶ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἐξέφερε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐξαγωγικῶν τελῶν, διατὶ εἶναι ἀξία κατακρίσεως καὶ ἐκ μέρους τῆς πολιτικῆς καὶ ἐκ μέρους τῆς δημοσιογραφίας. Ἡ γνώμη τοῦ ἐντίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ προνοήσῃ περὶ ἑαυτοῦ καὶ τῶν ὑποχρεώσεων πρὸς τοὺς δανειστάς του, ἡ γνώμη αὕτη ἐνέχει ἰδέαν ὑψηλὴν, ἰδέαν πατριωτικωτάτην. Βεβαίως τὸ Κράτος οὐδέποτε θὰ δεχθῇ νὰ ζημιώσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τῷ παρέσχον τὰ μέσα τῆς θεραπείας τῶν ἀναγκῶν του· ἀλλὰ τὸ Κράτος, ἔχει ἀνάγκην ἀναψυχῆς τινος, ἔχομεν ἀνάγκην, ἐπαναλέγω, νὰ μεταῤῥυθμισθῶμεν οἰκονομικῶς, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ζήσωμεν ἐκ τῶν πόρων ἡμῶν καὶ ἀνταποκριθῶμεν πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις μας. Τὸ Κράτος ἔχει ἀνάγκην νὰ παγιώσῃ τὴν δημοσίαν αὑτοῦ τάξιν, ἡ ὁποία τοσοῦτον ἐχαλαρώθη, διὰ νὰ περιφρουρῇ πᾶν πολύτιμον ἀγαθὸν, τὸ ὁποῖον ἔχομεν. Οὕτω, Κύριοι, νομίζω, πολιτευόμενον, θέλει δυνηθῆ ν’ ἀνταποκριθῇ τὸ Κράτος εἰς τὸν προρισμόν του, καὶ θέλει ἐπαληθεύσει καὶ τὸ ἔξοχον λόγιον, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπήγγειλεν ἄλλοτε, ὅτι ἡ «Ἑλλὰς προώρισται νὰ ζήσῃ καὶ θὰ ζήσῃ». (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει αὖθις τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Πρόεδρος κ. Β. Βουδούρης).

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον;

§86ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ἐξακολουθήσῃ, κύριε Πρόεδρε, ἐπ’ ἄπειρον αὐτὸς ὁ τρόπος ἐκ μέρους τῆς Συμπολιτεύσεως; Δὲν νομίζουσιν, ὅτι πρέπει τις ἐξ αὐτῶν ν’ ἀπαντήσῃ; Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ φρονεῖ ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον αὑτοῦ διὰ μόνης τῆς ἁπλῆς ὑποβολῆς τῆς ἐκθέσεώς του;

§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ οὐδένα δύναμαι νὰ ἐξαναγκάσω, ἵνα ὁμιλήσῃ. Ἐάν τις θέλῃ τὸν λόγον, καλῶς· ἄλλως θὰ κηρύξω περατωμένην τὴν γενικὴν συζήτησιν, καὶ θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§88ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ θὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλὰ θὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν· νομίζω ὅμως ὅτι ἡ ὥρα ἔχει παρέλθει ἤδη.

§89ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διακόπτετε ἐν τῷ μεταξὺ.

§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν συνεδρίασιν θὰ λύσω τὴν ὀγδόην ὥραν.

§91ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶναι, Κύριοι, ἔργον πατριωτικὸν, πατριωτικώτατον, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου Βουλευτής, ἀλλ’ εἶναι ἔργον ἀντιπατριωτικὸν, ἀντιπατριωτικώτατον νὰ κηρύττηταί τις ὑπὲρ τῆς χρεωκοπίας τῆς πατρίδος του καὶ νὰ θεωρῇ ταύτην ὡς ἀρχὴν πολιτικὴν καὶ νὰ τὴν ἐκστομίζῃ μάλιστα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοῦ βουλευτικοῦ. Ὅτε τὸ πρῶτον ἀντήχησεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὸ ἀπαίσιον κήρυγμα τῆς ἐθνικῆς ἀτιμώσεως, πάντες οἱ ἀκούσαντες αὐτὸ δὲν ἀπεδώκαμεν τὴν προσήκουσαν σημασίαν εἰς τὸν ἐξαγγείλαντα αὐτὸ Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀπέδιδε τότε σπουδαιότητά τινα εἰς τοὺς λόγους του, θὰ ἐξηγείρετο βεβαίως σύσσωμος καὶ θὰ τῷ ἐπέβαλλε σιγήν. Ἀλλ’ ὁ οἶκτος, ὃν ἠσθάνθημεν τότε πάντες πρὸς αὐτὸν, ἐνεθάῤῥυνεν ἴσως καὶ τὸν ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴν, ἵνα ἐπαναλάβῃ σήμερον τὸ ἀπαίσιον ἐκεῖνο κήρυγμα καὶ νὰ τὸ χαρακτηρίσῃ μάλιστα ὡς πατριωτικὸν, πατριωτικώτατον. Νομίζω ὅτι διερμηνεύω τὸ φρόνημα οὐ μόνον τῆς πολιτικῆς μερίδος, εἰς ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καταλέγωμαι, ἀλλὰ καὶ πάσης ἄλλης πολιτικῆς μερίδος ἐνταῦθα, ἀξίας τοῦ ὀνόματος τούτου, διαμαρτυρόμενος πάσῃ δυνάμει κατὰ τοῦ τοιούτου ἀληθοῦς αἴσχους τῆς πατρίδος ἡμῶν. Ἀνταγωνιζόμεθα, Κύριοι, κατὰ τὰ ἄλλα πρὸς ἀλλήλους, ἀλλ’ εἰς ἓν εἴμεθα σύμφωνοι πάντες, ὅτι πρέπει δηλαδὴ ἀντὶ πάσης θυσίας νὰ κρατήσωμεν ὑψηλὰ τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, ἥν τινες τόσον ἀστόργως, τόσον ἀσπλάγχνως ζητοῦσι νὰ καταῤῥυπάνωσιν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅστις εἶναι ἕτοιμος πάντοτε τὰ πάντα νὰ προσφέρῃ ὁλοκαύτωμα εἰς τὸν βωμὸν τῆς ἐθνικῆς τιμῆς του, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι μετ’ ἀποστροφῆς καὶ βδελυγμίας θὰ μάθῃ ὅτι εὑρέθησαν ἀντιπρόσωποί του, οἵτινες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐτόλμησαν νὰ γείνωσι διερμηνεῖς τόσον ταπεινωτικῶν, τόσον ἐξευτελιστικῶν δι’ αὐτὸν ἐνστίκτων. Εἰς τὴν χρεωκοπίαν, Κύριοι, περιέπεσον μέχρι τοῦδε ἔθνη ἄνευ ἐθνικῶν παραδόσεων, ἄνευ ἐθνικῆς ἀποστολῆς, ἄνευ μέλλοντος εὐρυτέρου. Ἐχρεωκόπησαν μέχρι τοῦδε ἡ Πορτογαλία, ἡ Βραζιλία, ἡ Ἀργεντινὴ Δημοκρατία, ἡ Αἴγυπτος καὶ ἡ Τουρκία. Ἀλλ’ αἱ χῶραι αὗται εἶναι ἤδη καταδεδικασμέναι εἰς μαρασμὸν πολιτικόν. Καὶ θέλετε νὰ συνεξομοιωθῇ πρὸς αὐτὰς καὶ ἡ Ἑλλὰς, ἡ ἔχουσα τόσον εὐκλεεῖς ἐθνικὰς παραδόσεις, τόσον ὑψηλὴν ἐθνικὴν ἀποστολὴν καὶ βλέπουσα ἐνώπιόν της διανοιγόμενον τόσον εὐρὺ ἐθνικὸν μέλλον; Πρέπει τῇ ἀληθείᾳ νὰ τυφλώττῃ τις, πρέπει νὰ ἔχῃ ἐκστῆ τέλεον τὰς φρένας, ἵνα μὴ δύναται νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, χρεωκοποῦσα, θ’ ἀπεδεικνύετο ἀναξία τοῦ παρελθόντος της, θὰ ἐξώφλει μὲ τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον της καὶ θὰ κατεδικάζετο εἰς πολιτικὸν μαρασμὸν, ὅστις θὰ ἦτο χείρων καὶ αὐτοῦ τοῦ πολιτικοῦ θανάτου. Ἀλλὰ δὲν ἐξετάζω, Κύριοι, τὸ ζήτημα ὑπὸ μόνην τὴν ὑψηλοτέραν καὶ εὐγενεστέραν ταύτην ἔποψίν του. Τὸ ἐξετάζω καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ταπεινοτέραν καὶ εὐτελεστέραν του ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν καθαρῶς οἰκονομικήν. Ἐρωτῶ δὲ τοὺς ὀπαδοὺς τῆς χρεωκοπίας: Καὶ νομίζουσιν ὅτι δι’ αὐτῆς θὰ βελτιώσωσι τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν καὶ θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ὑποτίμησιν τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος, ὥς τινες νομίζουσι, καὶ εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ πιστωτικοῦ ἡμῶν νομίσματος, τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου; Ὁπόσον νήπιοι εἶναι! Ἀκριβῶς διὰ τῆς χρεωκοπίας θὰ ἐπιδεινώσωσι τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν. Καὶ ἀγνοοῦσιν, ὅτι ὁ ἀρνούμενος τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του πρὸ παντὸς ἐξευτελίζει τὴν πίστιν του καὶ τὸ ἐκπροσωποῦν αὐτὴν πιστωτικὸν γραμμάτιον; Ἀλλ’ ἂν ἀγνοῶσι τοῦτο, δὲν ἐρωτῶσι τοὐλάχιστον νὰ μάθωσι, τί συνέβη ἐν ἄλλαις χώραις, αἵτινες ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὡς ἡ ἡμετέρα, ἀνέστειλαν τὰς πληρωμάς των; Ἅμα τῇ ἀναστολῇ τῶν πληρωμῶν ἐκεῖ, τὸ πιστωτικὸν νόμισμα ὑπετιμήθη κατὰ 100% καὶ ἐπέκεινα. Τὸ ἴδιον δὲ θὰ συνέβαινε καὶ παρ’ ἡμῖν, ἐὰν, ὃ μὴ γένοιτο, ἡ Ἑλλὰς περιήρχετο ποτὲ εἰς τὴν θλιβερὰν ἀνάγκην, ἵνα ἀναστείλῃ τὰς πληρωμάς της. Ἐστὲ βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι τότε τὸ χρυσοῦν φράγκον δὲν θὰ ἐτιμᾶτο 1,59–1,60, ἀλλὰ δύο καὶ ἐπέκεινα δραχμὰς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Καὶ δὲν θὰ ἦτο μόνη αὕτη ἡ ἐπιδείνωσις τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως. Τὰ ἑλληνικὰ χρεώγραφα, Κύριοι, δὲν εὑρίσκονται μόνον εἰς χεῖρας ξένων, ἀλλὰ καὶ εἰς χεῖρας Ἑλλήνων, εἰς χεῖρας τῶν διαφόρων πιστωτικῶν καὶ φιλανθρωπικῶν ἡμῶν ἱδρυμάτων. Ἡ χρεωκοπία λοιπὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους θὰ ἐσήμαινε τὴν πτώχευσιν πολλῶν Ἑλλήνων, οἵτινες τὰ ἐναποταμιεύματά των ἔχουσι διαθέσει ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως, θὰ συμπαρέσυρε δὲ εἰς τὴν πτῶσιν καὶ καταστροφὴν πλεῖστα τῶν πιστωτικῶν καὶ φιλανθρωπικῶν ἡμῶν ἱδρυμάτων. Ἡ χρεωκοπία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους θὰ ἔκλειεν ἑρμητικῶς ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἂν ὄχι διὰ πάντα, τὴν θύραν τῶν ξένων κεφαλαίων εἰς τὴν δημοσίαν καὶ τὴν ἰδιωτικὴν ἡμῶν πίστιν καὶ θὰ κατεδίκαζεν ἡμᾶς εἰς οἰκονομικὸν ἀποκλεισμόν. Ἡ χρεωκοπία τοῦ Κράτους θὰ συνεπήγετο τὴν πτώχευσιν τῆς χώρας, ἧς ἀναγκαῖον ἐπακόλουθον θὰ ἦτο ἡ κοινωνικὴ κρίσις, περὶ ἧς ἀδύνατον νὰ προΐδῃ τις, ὁποίας διαστάσεις δύναται μέχρι τέλους νὰ προσλάβῃ. Φρικιᾷ τις, Κύριοι, ἀναλογιζόμενος, ὅτι ἐπέπρωτο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ἡμῶν ν’ ἀναπετάσωσί τινες τὴν χρεωκοπίαν ὡς σημαίαν πολιτικήν, καὶ νὰ θελήσωσι ν’ ἀναστηλώσωσι ταύτην ἐν αὐτῷ τῷ ἐθνικῷ ἡμῶν Κοινοβουλίῳ. Ἡ χρεωκοπία εἶναι αἶσχος, εἶναι ἀτιμία ἐθνικὴ, ἥτις δύναται νὰ ἐπέλθῃ ποτὲ ὡς καταστροφὴ ἀναπότρεπτος, ἀλλ’ εἶναι ἡ ἐσχάτη ἀποτύφλωσις, ἡ ἐσχάτη ἀπόνοια νὰ θέλῃ τις νὰ ἀνακηρύξῃ αὐτὴν ὡς πρόγραμμα πολιτικόν. Ἐλπίζω, Κύριοι, καὶ ἐλπίζω τοῦτο πρὸς τιμὴν πάντων ἡμῶν, ὅτι, ἂν τολμήσῃ τις πάλιν νὰ προβάλῃ ἐνταῦθα μὲ τὸ ἀπαίσιον τοῦτο πράγραμμα, ἡ Βουλὴ σύσσωμος θὰ ἐξεγερθῇ καὶ θ’ ἀποστομώσῃ τὸν ἀσεβῆ, τὸν βέβηλον ἐκεῖνον, ὅστις θὰ ἐξέφερεν ἐκ νέου τὴν τοιαύτην κατὰ τῆς Πατρίδος ὕβριν.

§92ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὰ εἶναι ἐναντία τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Δυνάμεθα ν’ ἀποκρούωμεν τὰς ἰδέας τῶν ἄλλων, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὰς στιγματίζωμεν. Οὕτω πως δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν.

§93ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἀπέναντι τῆς ἐξενεχθείσης ὕβρεως κατὰ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν τιμῆς αἰσθάνομαι τὴν συνείδησίν μου ἐξεγειρομένην, ἔχω δὲ πεποίθησιν, ὅτι καὶ πᾶς ἄλλος γνήσιος τοῦ Ἔθνους ἀντιπρόσωπος αἰσθάνεται ἐν ἑαυτῷ τὴν συνείδησίν του ἐξεγειρομένην κατ’ ἐκείνων, οἵτινες, ταπεινοὶ καὶ ἀνίκανοι νὰ διακριθῶσιν ἐν τῷ εὐγενεῖ καὶ ὑψηλόφρονι πολιτικῷ ἀνταγωνισμῷ, ἀνίκανοι νὰ ἐπιβληθῶσι δι’ ὀρθῆς καὶ ὑγιοῦς τινος γνώμης, ζητοῦσι ν’ ἀναῤῥιχηθῶσιν εἰς τὴν ἀρχὴν ἐπὶ τῆς ἀτιμώσεως καὶ τῶν ἐρειπίων τῆς Πατρίδος.

§94ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ συνείδησίς σας δύναται νὰ ἐξεγείρηται, ὅταν ὑπάρχῃ εὔλογος πρὸς τοῦτο ἀφορμή. Ἀλλ’ ἡ ἀντίθεσις τῶν γνωμῶν ἐν Κοινοβουλίῳ, προκειμένου μάλιστα περὶ ὑψίστων συμφερόντων, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς τοιαύτη. Ἑλληνοκοποῦντες δε,—καὶ ἑλληνοκοποῦμεν ὑποστηρίζοντες κατὰ τρόπον, μὴ ἐπιτρέποντα τὴν ἀντίῤῥησιν,—δὲν ὑπηρετοῦμεν τ’ ἀληθῆ τοῦ τόπου συμφέροντα, καὶ μὴ νομίζετε, ὅτι ὁ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἑλληνοκοπῶν ἐκπληροῖ καθήκοντα ἀκραιφνοῦς καὶ πεφωτισμένης φιλοπατρίας. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται τὸ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀντικρούειν τὴν γνώμην αὐτοῦ.

§95ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἑλληνοκοπία, καὶ ἑλληνοκοπία τοῦ χειρίστου εἴδους εἶναι, ὅταν ἔρχηταί τις καὶ θέλῃ νὰ ἐξεγείρῃ καὶ ὑποθάλψῃ τὰ ταπεινότατα καὶ ἀγενέστατα τῶν ἐνστίκτων τοῦ λαοῦ, ὅταν λέγῃ πρὸς αὐτόν: Ἐδανείσθης τὰ χρήματα τῶν ἄλλων; Καταχράσθητι αὐτὰ, γενοῦ ἐπιλήσμων τῶν ὑποχρεώσεών σου πρὸς τοὺς δανειστάς σου, γενοῦ ἐπιλήσμων τοῦ καθήκοντος τῆς τιμῆς.

§96ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἐπαιτεῖ μάλιστα ἀκόμη σήμερον νέον δάνειον! Προσθέσατε καὶ αὐτὸ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκφέρουσι τοιαύτας βεβήλους ἰδέας.

§97ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπαιτοῦσι τὸ δάνειον, δὲν ἔχουσι τοιαύτας ἰδέας.

§98ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὰς ἐκφέρουσι, καὶ σεῖς, οἱ ὁποῖοι τοὺς ὑποστηρίζετε.

§99ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὑποστηρίζω τοιαύτας ἰδέας, ἀλλὰ λέγω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται κατὰ τὴν συζήτησιν ν’ ἀποτεινώμεθα κατὰ τοιοῦτον τρόπον πρὸς συναδέλφους καὶ οὕτω νὰ ὁμιλῶμεν περὶ τῶν γνωμῶν αὐτῶν.

§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παύσατε, παρακαλῶ, πλέον τὰς διακοπάς.

§101ΡΑΛΛΗΣ. Ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, ὅτε ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπηύθυνε τὴν ὕβριν πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι εἶχεν ὡς πρόγραμμα τὴν χρεωκοπίαν, ὁλόκληρος δὲ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἠγέρθη ὡς ἓν σῶμα καὶ ἐζήτησε ν’ ἀναιρέσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ὕβριν ἐκείνην, ἢ ἄλλως νὰ κατέλθῃ τοῦ βήματος, ἠναγκάσθη ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κ. Τρικούπης, νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι δὲν ἦτο τοιαύτη ἡ ἔννοια τοῦ λόγου αὐτοῦ.

§102Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδέποτε ὡμολόγησα τοῦτο.

§103ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦτο ἠναγκάσθητε νὰ διακόψητε τὴν ἀγόρευσιν σας καὶ κατέλθητε τοῦ βήματος ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἀποδοκιμασιῶν τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, χωρὶς νὰ τολμήσητε νὰ ἐκστομίσητε πλέον τὴν ὕβριν ἐκείνην.

§104ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς ἐνταῦθα ἔχει σημαίαν χρεωκοπίας. Ἡ χρεωκοπία, ἐὰν ἔλθῃ, θὰ ἔλθῃ μοιραίως, καὶ τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν δυνάμεθα νὰ τὴν ἀποφύγωμεν.

§105ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν ὑπάρχῃ ὕβρις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ δικαίωμα τοῦ Προέδρου εἶναι ν’ ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν τάξιν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τὴν ἐκφέρει, εἶναι ἡ ὕβρις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐξέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, διὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ σύσσωμος νὰ πετάξῃ αὐτὸν ἔξω ἀπὸ τοῦ βήματος.

§106ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ καφενεῖα μόνον δύνανται νὰ πετῶσιν ἔξω· ἐνταῦθα εὑρισκόμεθα ἐν τῇ Βουλῇ, ἔνθα μᾶς ἀπέστειλεν ὁ λαὸς, καὶ εἶναι ἐντροπὴ νὰ ὁμιλῆτε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον!

§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παύσατε, Κύριοι, τὰς διακοπάς.

§108ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν, Κύριε Πρόεδρε, ἔχωσι τοιοῦτο θράσος, νὰ μᾶς ἀποδίδωσι πράγματα, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε εἴπομεν, πρέπει νὰ μᾶς ἐπιτρέπητε τὰς διακοπάς.

§109ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ δὲν εἶναι θράσος δι’ ὑμᾶς νὰ ἀρνῆσθε τώρα τόσον ἀσυστόλως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τόσον ἀπροκαλύπτως καὶ εἰς ἐπήκοον πάντων ἡμῶν πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν εἴπετε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Ἀλλ’ ἐπιμαρτύρομαι, Κύριοι, πάντας ὑμᾶς, ὅσοι ἠκούσατε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας ἀγορεύοντα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσπράξεως εἰς χρυσόν. Σεῖς δύνασθε νὰ μαρτυρήσητε, ἐὰν εἶπε τῷ ὄντι ὅσα τῷ ἀποδίδω, ἢ ὄχι.

§110ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Βουλευτὴς νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του;

§111ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσῃ γνώμην, ὄχι ὅμως νὰ ἐκφέρῃ τοιαύτην ὕβριν.

§112ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Εὐταξία, μὴ ὁμιλεῖτε πλέον περὶ αὐτοῦ· τὸ ἀνεκάλεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὅπως τὸ ἀνεκάλεσεν ὁ κ. Καραπάνος κατὰ τὸ 1887.

§113ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδέποτε ἀνεκάλεσα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον. Τὸ εἶπον τότε καὶ τὸ ἐξήγησα, περιμένω δὲ νὰ ἴδω, τί θὰ εἴπητε σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπαγγέλλεσθε, ὅτι θὰ σώσητε τὸν τόπον.

§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς παύσωσιν αἱ διακοπαί.

§115ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡμεῖς καὶ ἄλλοτε, προκειμένου περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, εἴπομεν σαφῶς καὶ ἀπροκαλύπτως τὴν γνώμην ἡμῶν, καὶ νῦν δὲν θὰ ἀποκρύψωμεν αὐτήν. Χαίρω ὅμως, ὅτι οἱ λόγοι μου ἔγειναν τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀφορμὴ, ὅπως αἰσχυνόμενοι ἀνακαλέσωσιν ὅσα ἤδη εἶπον περὶ χρεωκοπίας οἱ πρῶτοι αὐτῆς εἰσηγηταὶ θεωρούμενοι ἐν ἡμῖν. Ἐλπίζων δὲ, ὅτι δὲν θὰ δοθῇ πλέον εἰς ἡμᾶς ἀφορμὴ ν’ ἀσχοληθῶμεν μὲ τὴν τοιαύτην ὕβριν καὶ βλασφημίαν ἐνταῦθα, ἔρχομαι νῦν νὰ συζητήσω ἐξ ὀνόματος τῆς πολιτικῆς μερίδος, εἰς ἣν ἀνήκω, πρὸς τὰς ἄλλας πολιτικὰς μερίδας τοῦ Κοινοβουλίου, πρὸς ἃς, ὅσον καὶ ἂν διϊστάμεθα ὡς πρὸς τὰ μέσα τῆς οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως τῆς Πατρίδος ἡμῶν, ἔχομεν ὅμως πάντοτε κοινὴν τὴν πεποίθησιν εἰς αὐτήν. Εἶναι δεινὴ, Κύριοι, ἡ οἰκονομικὴ τοῦ Κράτους κατάστασις. Τὴν κατάστασιν ταύτην δὲν ἠρνήθη ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε, εἰσηγούμενος εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμὸν, προέτεινε νέα βάρη διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πρὸς βελτίωσιν αὐτῆς. Ἀνωμολόγησε δὲ αὐτὴν χθὲς καὶ προχθὲς ἀγορεύων καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Ἐνῷ δὲ κατὰ τοῦτο ἦσαν σύμφωνοι οἱ δύο ἄνδρες, οἱ ἐκ περιτροπῆς ἤδη ἐπὶ δεκαετίαν κυβερνήσαντες τὴν χώραν, διεφώνησαν ὅμως ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς εὐθύνης, ἣν ἕκαστος ὑπέχει διὰ τὴν παροῦσαν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν. Δὲν θὰ θελήσω νὰ παρακολουθήσω ἐγὼ αὐτοὺς εἰς τὴν τοιαύτην διαφωνίαν. Ἐγὼ θὰ ὑποβάλω εἰς ἔλεγχον τὰς γνώμας, ἃς αὐτοὶ ἐξήνεγκον τόσον περὶ τῆς κατατρυχούσης ἡμᾶς νόσου, ὅσον καὶ περὶ τῶν μέσων τῆς θεραπείας αὐτῆς, εἰς τὰς γνώμας δ’ αὐτῶν θ’ ἀντιτάξω ἣν ἡ μερὶς ἡμῶν ἔχει γνώμην καὶ θ’ ἀφήσω ἡμᾶς νὰ κρίνητε, τίς εὕρηται ἐν τῷ δικαίῳ. Ἡ γνώμη, Κύριοι, τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ δὲν θὰ μὲ ἀπασχολήσῃ ἐπὶ πολύ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι αὐτὸς ἀπησχόλησε διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του καὶ κατεπόνησε τὴν Βουλὴν ἐπὶ δύο ὁλοκλήρους συνεδριάσεις. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἀγορεύσει του ταύτῃ πολλὰ μὲν εἶπε περὶ πολλῶν ἄλλων, ἐλάχιστα δὲ περὶ τοῦ ζητήματος, ὅπερ εἶναι νῦν τὸ κύριον ἡμῶν μέλημα. Καὶ ἐγὼ, ὡς καὶ πᾶς τις ἄλλος ἴσως, ἀνέμενον παρ’ αὐτοῦ ν’ ἀναπληρώσῃ τὸ κενὸν, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐγκαταλίπει ἡ ἔκθεσις τῆς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ διερμηνευούσης τὰς γνώμας του μειονοψηφίας. Ἐν τῇ ἐκθέσει ἐκείνῃ ἀνεφέρετο ἀποφθεγματικῶς πως μόνον, ὅτι ὁ προκείμενος προϋπολογισμὸς ἐνέχει ἔλλειμμα, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ διαῤῥυθμίσεως τοῦ νομισματικοῦ ζητήματος. Ἀνέμενον λοιπὸν νὰ ἀκούσω τὸν κ. Δηλιγιάννην ἐξηγοῦντα ἐμπεριστατωμένως τὸ ἔλλειμμα καὶ ὑπολογίζοντα αὐτὸ ἐν συνόλῳ κατὰ προσέγγισιν. Ἀνέμενον ν’ ἀκούσω αὐτὸν ὑποδεικνύοντα τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θ’ ἀνεπληροῦτο τὸ ἔλλειμμα, τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ ἐξηρχόμεθα ἐκ τῆς νῦν δεινῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως καὶ θ’ ἀπεσοβοῦμεν τὸν ἐπικρεμάμενον κίνδυνον. Ἀντὶ τούτων ὅλων, τί μᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής; Μᾶς εἶπε καὶ αὐτὸς ἀποφθεγματικώτερον καὶ βραχυλογώτερον μάλιστα καὶ αὐτῆς τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ μειονοψηφίας του, ὅτι ὁ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμὸς θὰ ἔχῃ ἔλλειμμα, χωρὶς ὅμως νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν καθέκαστα αὐτοῦ, χωρὶς νὰ καταδείξῃ, πόθεν θὰ προέλθῃ κυρίως καὶ εἰς πόσα θὰ ἀνέλθῃ αὐτό. Δὲν ἠξεύρω δὲ, Κύριοι, ὁποίαν ἐντύπωσιν ἔκαμεν εἰς ὑμᾶς ὁ τοιοῦτος ἰσχυρισμὸς τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Εἰς ἐμὲ ὁμολογῶ, ὅτι ἐφάνη πικρὰ εἰρωνεία νὰ θεωρῇ ἀνεπαρκῆ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893, τὸν ἀναγράφοντα ὡς ἔσοδα 110 ὅλα ἑκατομμύρια δραχμῶν, αὐτὸς, ὅστις πρὸ ἑνὸς περίπου ἔτους ὑποβάλλων, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, προϋπολογισμὸν διὰ τὸ ἔτος 1892 μὲ ἔσοδα 98 μόλις ἑκατομμυρίων, ἐθεώρει αὐτὸν ἐπαρκῆ, καὶ διεμαρτύρετο κατὰ τῶν ἀνευρισκόντων ἐν αὐτῷ ἔλλειμμα, ὡς συκοφαντούντων δῆθεν οὕτω τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν! Εἶπέ τινα καὶ περὶ νομισματικοῦ ζητήματος, πλὴν καὶ ταῦτα τόσον γενικὰ καὶ ἀόριστα, ὥστε οὐδεὶς, νομίζω, ἐγένετο σοφώτερος ἑαυτοῦ. Ἀφοῦ δὲ οὕτω καθώρισε τὰ αἴτια τοῦ κακοῦ, συνέστησε καὶ τὰ μέσα τῆς θεραπείας καὶ ὑπέδειξεν ὡς τοιαῦτα τὴν ἐλάττωσιν τῶν δημοσίων ἐξόδων καὶ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς. Νομίσας δὲ, ὅτι τοιουτοτρόπως ἔλυσε τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς ζήτημα, δὲν ἐδίστασεν ἐν τέλει τοῦ μακροῦ καὶ ἀτελευτήτου λόγου του νὰ δηλώσῃ, ὅτι εἶναι καὶ πάλιν ἕτοιμος, ἂν τὸν καλέσῃ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Στέμματος ἢ ἡ ψῆφος τοῦ λαοῦ, νὰ ἀναλάβῃ ἐκ νέου τὸ βάρος τῆς Κυβερνήσεως! Ἀλλὰ, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Γόρτυνος, παρῆλθε πλέον ἀνεπιστρεπτεὶ ὁ καιρὸς, καθ’ ὃν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διεβουκολεῖτο διὰ τοιούτων γενικῶν καὶ ἀορίστων φράσεων. Παρῆλθεν ὁ καιρὸς, καθ’ ὃν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἠρκεῖτο εἰς τὰς κενὰς πάσης ἐννοίας ἐπαγγελίας σας, ὅτι ἐρχόμενος εἰς τὴν Κυβέρνησιν θὰ ἐπράττετε τὰ ἀντίθετα τῶν ὅσα ἔπραττεν ὁ κ. Τρικούπης. Δυστυχῶς ἐκ τῆς πείρας, ἣν ἔλαβεν ἤδη παρ’ ὑμῶν, ἐδιδάχθη, ὅτι δὶς ἐλθὼν εἰς τὰ πράγματα ἐκάμετε ἀκριβῶς ὅ,τι καὶ ὁ κ. Τρικούπης. Μόνον δάνεια μεγάλα ἐξωτερικὰ δὲν συνωμολογήσητε ὑμεῖς, ἀλλ’ ὡς εἴχετε τὴν ἀφέλειαν νὰ τὸ ὁμολογήσητε χθὲς ἀγορεύων, οὐχὶ διότι δὲν ἠθελήσατε, ἀλλὰ διότι δὲν ἠδυνήθητε, διότι τὰ ξένα κεφάλαια ἔμειναν ἀπρόσιτα εἰς ὑμᾶς. Δὲν ἔχετε λοιπὸν κἀνὲν δικαίωμα νὰ ἐπιδεικνύητε τὸ παρελθόν σας ὡς συστατικὸν διὰ τὸ μέλλον. Ἔπρεπε νῦν τοὐλάχιστον ν’ ἀποδείξητε, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἡμεῖς παρεμένομεν ἐνταῦθα πιστοὶ εἰς τὸ καθῆκον, καὶ βῆμα πρὸς βῆμα ἀγωνιζόμενοι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, σεῖς, ποιούμενος τὰς διατριβὰς ἐν Κηφισίᾳ, ἠσχολεῖσθε περὶ τὴν μελέτην τῆς καταστάσεως ἡμῶν καὶ ἐξεύρετε τὰ μέσα τῆς βελτιώσεως αὐτῆς. Ἔπρεπε νὰ ἔλθητε νῦν καὶ νὰ καταδείξητε ἐν ἀκριβείᾳ ἔνθεν μὲν τὸ ἔλλειμμα, ὅπερ ἐνέχει ὁ προκείμενος προϋπολογισμὸς, ἔνθεν δὲ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θ’ ἀνεπληροῦτο αὐτό. Ἔπρεπε νὰ μὴ ἀρκεσθῆτε μόνον εἰς τὸ νὰ δηλώσητε, ὅτι ἀνάγκη νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι ἐν τοῖς ἐξόδοις, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποδείξητε, ποῦ πρέπει νὰ γείνωσι καὶ εἰς πόσον νὰ ἀνέλθωσιν αὗται. Ἔπρεπε νὰ ὑποδείξητε τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ ἐξηρχόμεθα ἐκ τῆς νῦν δυσχεροῦς θέσεως. Ἔπρεπε ν’ ἀποδείξητε, πῶς ἐννοεῖτε ὑμεῖς τὴν λύσιν τοῦ νομισματικοῦ ζητήματος, πῶς δὲ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς. Διότι ἄνευ ἀποδείξεως πάντες οἱ ἰσχυρισμοί σας οὗτοι οὐδεμίαν σημασίαν ἔχουσιν, οὐδεμίαν ἐντύπωσιν δύνανται νὰ ἐμποιήσωσι πλέον. Τοσαῦτα μόνον, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω περὶ τῶν γνωμῶν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἀποσχολοῦν ἡμᾶς οἰκονομικὸν ζήτημα. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι αὐτὸς ἐν τέλει τῆς ἀγορεύσεώς του εἶπε πολλὰ καὶ περὶ κομμάτων καὶ περὶ Βασιλείας καὶ περὶ λαοῦ. Ἀλλ’ ὡς πρὸς ταῦτα ἴσως παρατηρήσω τινὰ καὶ ἐγὼ ἐν τέλει τῆς ἀγορεύσεώς μου. Νῦν σπεύδω νὰ ἐπιληφθῶ τοῦ ἐλέγχου τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν γνωμῶν, ἃς ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως. Θὰ εἰσέλθω εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ, θ’ ἀναζητήσω τὸ ἔλλειμμα καὶ ἐν τοῖς ἐσόδοις καὶ ἐν τοῖς ἐξόδοις αὐτοῦ, καὶ ἀφοῦ καθορίσω τοῦτο, θὰ ὑποδείξω τὸν τρόπον, καθ’ ὃν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναπληρωθῇ αὐτὸ καὶ ν’ ἀποκατασταθῇ πλῆρες καὶ εὐρὺ ἰσοζύγιον, ἰσοζύγιον ἐξασφαλίγον τὴν ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως καὶ διευκολῦνον τὸ ἔργον τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν ἀνορθώσεως. Ἰσχυριζόμεθα, Κύριοι, καὶ ἡμεῖς, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὅτι ὁ προκείμενος προϋπολογισμὸς ἐνέχει ἔλλειμμα καὶ ἔλλειμμα μέγα, ἀλλὰ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον ἐρχόμεθα νῦν ν’ ἀποδείξωμεν, ἐλέγχοντες τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος προϋπολογισμὸν καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα αὐτοῦ καὶ καταδεικνύοντες κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον, πόσον θὰ ὑπολειφθῶσιν αἱ πραγματοποιηθησόμεναι εἰσπράξεις τῶν προϋπολογιζομένων ἐσόδων, πόσον δὲ αἱ πραγματοποιηθησόμεναι δαπάναι θὰ ὑπερβῶσι τὰ προϋπολογιζόμενα ἔξοδα. Καὶ ἐν πρώτοις ἰσχυριζόμεθα, ὅτι αἱ πραγματοποιηθησόμεναι εἰσπράξεις κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1893 θὰ ὑστερήσωσι καθ’ ἑκατομμύρια πολλὰ τῶν προϋπολογιζομένων ἐσόδων. Εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου, Κύριοι, θὰ εἰσέλθω εἰς πολλὰς λεπτομερείας, θ’ ἀναφέρω πολλοὺς ἀριθμοὺς, ἐξετάζων κεφάλαιον πρὸς κεφάλαιον καὶ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον τὰ διάφορα ἔσοδα. Ἂν ἀναφέρω ἀριθμόν τινα ἀνακριβῆ, προκαλῶ καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ πάντα ἄλλον ἐκ τῶν φίλων αὐτοῦ, εἰδικώτερον ἀσχοληθέντα περὶ τὰ τοιαῦτα θέματα, νὰ μὲ διαψεύσῃ πάραυτα, καταδεικνύων τὴν δῆθεν ἀνακρίβειαν τῶν ἀριθμῶν, τὸ δῆθεν ἀβάσιμον τῶν ὑπολογισμῶν μου. Ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠκολούθησεν ἀκριβῶς τὴν αὐτὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν καθ’ ὅλα τὰ προηγούμενα ἔτη, ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν, ἠκολούθησε καὶ αὐτὸς καὶ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, εἰς προγενεστέρας δὲ ἐποχὰς εἶχον ἀκολουθήσει καὶ ἄλλοι κυβερνῆται τῆς χώρας. Δηλαδὴ καὶ ταύτην τὴν φορὰν ἔθεσεν ὡς βάσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τὰ βεβαιούμενα καὶ ὄχι τὰ πράγματι εἰσπραττόμενα. Καὶ ὅμως εἶναι ἀλήθεια πλέον, τὴν ὁποίαν πάντες ὁμολογοῦμεν τὴν σήμερον καὶ καθ’ ἣν, ἂν εἴχομεν μέχρι τοῦδε τὰ μεγάλα ἐλλείμματα, ὑφ’ ἃ τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικὰ περιέστησαν εἰς ὃ σημεῖον εὑρίσκονται νῦν, τὰ ἐλλείμματα ταῦτα ὀφείλονται ἀκριβῶς εἰς τοῦτο, ὅτι ὑπολογίζομεν πάντοτε ἐπὶ τῇ βάσει ἐσόδων βεβαιουμένων, καὶ ὄχι εἰσπραττομένων, ἀφ’ ἑνὸς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐπὶ τῇ βάσει ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ πραγματοποιήσει ἀποδεικνύονται συνήθως πολὺ ἀνώτερα, καὶ καλύπτονται εἶτα δι’ ἀναπληρωτικῶν καὶ συμπληρωτικῶν πιστώσεων. Τοῦτο κατεῖδε καὶ ἀνωμολόγησε καὶ αὐτὴ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει οὖσα, ὅτε δηλαδὴ ἐπετίθετο ὡς Ἀντιπολίτευσις κατὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, τὸν ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλει ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, πρῶτον καὶ κύριον θέμα κατηγορίας ἔχουσα τοῦτο, ὅτι κακῶς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐκείνῳ τὰ ἔσοδα ὑπελογίζοντο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βεβαιώσεων καὶ ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπράξεων, κακῶς δὲν ἀνεγράφοντο πάντα τὰ ἔξοδα, τὰ πραγματοποιηθησόμενα. Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ὁ τότε εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, νῦν δὲ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Σιμόπουλος (ἀναγινώσκει): «Εἰς ὃ σημεῖον εὑρισκόμεθα σήμερον, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὡς ἀφετηρίαν οὐχὶ τὰς βεβαιώσεις τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἀλλὰ τὰς πραγματικὰς εἰσπράξεις. Οὕτως ὀφείλομεν νῦν νὰ κανονίσωμεν τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, διότι οὕτω καὶ μόνον δυνάμεθα νὰ ἐμπνεύσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς πάντα, παρὰ τοῦ ὁποίου θὰ ζητήσωμεν συνδρομὴν, εἰς πάντας, ὅσοι ἐτοποθέτησαν τὴν ἑαυτῶν περιουσίαν εἰς τὰ ἡμέτερα χρεώγραφα. Ἀφοῦ τὸ ὑφιστάμενον νῦν οἰκονομικὸν σύστημα, ὡς ἐκ τῆς κυβερνητικῆς ἀνεπαρκείας, ἐπεσώρευσε λάθη ἐπὶ λαθῶν, πρέπει νὰ ἐγκαινίσωμεν σύστημα νέον οἰκονομικῆς διαχειρίσεως. Πρέπει λοιπὸν ὁ προϋπολογισμὸς νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῶν πράγματι εἰσπραττομένων ἐσόδων καὶ ἐπὶ τῶν πραγματικῶν δαπανῶν.» (Ἀγόρευσις Α. Ν. Σιμοπούλου, συζητουμένου ἐν τῇ Βουλῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, σελ. 148–149). Καὶ εἶναι αὐτὸ, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, τὸ νέον σύστημα τῆς διαχειρίσεως, τὸ ὁποῖον ἐνεκαινίσατε ὑμεῖς διὰ τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ 1892 καὶ 1893; Ἐκαυχήθη ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶχεν ὡρισμένον οἰκονομικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ὁ λαὸς ἐψήφισε τὴν 3 Μαΐου, ἐξαποστείλας ἐνταῦθα τὴν μεγάλην αὐτὴν πλειονοψηφίαν, ἥτις τὸν περιστοιχίζει νῦν. Ἀλλ’ ἂν βάσις τοῦ προγράμματος αὐτοῦ ἐκείνου ἦναι ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Σιμοπούλου ὑποδειχθεῖσα, διατὶ δὲν ἐτήρησεν αὐτὴν, κληθεὶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας; Τὴν αὐτὴν παρατήρησιν, Κύριοι, εἶχον ἀπευθύνει καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892. Καὶ τότε ὑπέδειξα, ὅτι ἠθέτουν τὰς ἐπαγγελίας των, μὴ ὑπολογίζοντες τὰ ἔσοδα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπράξεων καὶ τὰ ἔξοδα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πραγματοποιουμένων δαπανῶν, μοὶ ἀπήντησαν δὲ, ὅτι δὲν εἶχον τὸν καιρὸν τότε, ἵνα προβῶσιν εἰς τοιαύτας ῥιζικὰς μεταῤῥυθμίσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ ἐγὼ καὶ πᾶς τις ἄλλος ἐπίστευσε τότε, ὅτι, προκειμένου νὰ συντάξωσι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893, δι’ ὃν εἶχον μῆνας πολλοὺς, ἵνα προβῶσιν εἰς πᾶσαν μεταῤῥύθμισιν, θὰ ἐπλήρουν τὰς ἐπαγγελίας των ἐκείνας· ἀλλὰ καὶ νῦν διέψευσαν αὐτὰς οἰκτρῶς, καὶ νῦν μᾶς ὑπέβαλον προϋπολογισμὸν εἰκονικόν· διότι δὲν θὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι εἶναι πραγματικὸς καὶ ὄχι εἰκονικὸς ὁ προϋπολογισμὸς, ὁ ἐπερειδόμενος εἰς τὰς βεβαιώσεις. Δὲν ἠξεύρω, ἂν θὰ θελήσῃ νὰ πληρώσῃ μεθαύριον εἴτε τοὺς πιστωτὰς εἴτε τοὺς δικαιούχους τοῦ Κράτους διὰ βεβαιώσεων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἕκαστος γινώσκει κάλλιστα, εἶναι, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι καὶ οὗτοι θ’ ἀπαιτήσωσι καὶ θὰ πληρωθῶσι τοῖς μετρητοῖς, δι’ εἰσπράξεων. Ἂν θέλωμεν, Κύριοι, νὰ ἴδωμεν, ποῦ εὑρισκόμεθα, ἂν θέλωμεν νὰ λάβωμεν ἔννοιάν τινα τοῦ τί εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξῃ τὸ Κράτος ἡμῶν, πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τέλος πάντων κατὰ μέρος τὰς βεβαιώσεις, καὶ μάλιστα βεβαιώσεις ὅλως ἀβασίμους, καθ’ οὓς ὑπολογισμοὺς κάμνει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρέπει δὲ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πράγματι μέχρι τοῦδε εἰσεπράχθησαν, ἐκ τῶν οὕτω δὲ πραγματοποιηθέντων ἐσόδων κατὰ τὰ τελευταῖα τρία ἔτη νὰ λάβωμεν τὸν μέσον ὅρον καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ νὰ προϋπολογίσωμεν καὶ τὰ ἐν ἔτει 1893 εἰσπραχθησόμενα ἔσοδα. Οὕτω πράττουσιν ὅλα τὰ Κράτη, οὕτω πρέπει νὰ πράξωμεν καὶ ἡμεῖς. Ἀρκετὰ μέχρι τοῦδε ἐπλανήθημεν μὲ τοιούτους σφαλεροὺς ὑπολογισμοὺς, καὶ ἐπεσωρεύσαμεν οὕτως ἐλλείμματα ἐπὶ ἐλλειμμάτων καὶ ἐδημιουργήσαμεν τὴν νῦν ἔκρυθμον κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Εἶναι καιρὸς πλέον νὰ προβῶμεν εἰς ὑπολογισμὸν τῶν ἐσόδων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πράγματι εἰσπραττομένων· εἶναι καιρὸς νὰ πράξωμεν τοῦτο ἀπὸ τοῦδε, τοῦτο δὲ πράττοντες νῦν, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀκριβῆ ἔννοιαν, κατὰ πόσον θὰ ὑπολειφθῶσι καὶ τὰ κατὰ τὸ ἔτος 1893 πραγματοποιηθησόμενα ἔσοδα τῶν νῦν προϋπολογιζομένων. Συνέταξα, Κύριοι, ἀκριβῆ πίνακα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὰ ἔτη 1889, 1890 καὶ 1891, ἐξ αὐτῶν δὲ τῶν εἰσπραχθέντων λαμβάνων τὸν μέσον ὅρον, ἀποδεικνύω ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ, πόσα εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι καὶ κατὰ τὸ παρὸν ἔτος, κατὰ πόσον ἄρα αἱ εἰσπράξεις θὰ ὑπολειφθῶσι τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων ἐσόδων. Ἄρχομαι κατὰ σειρὰν ἀπὸ τοῦ πρώτου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένου ἐσόδου ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ὡς πρὸς τοῦτο, τὸ 1889 δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν· διότι τότε εἴχομεν καὶ κατωτέρας τινὰς κλάσεις, καταργηθείσας ἀπὸ τοῦ 1890 καὶ ἐντεῦθεν. Θὰ λάβω λοιπὸν δι’ αὐτὸ τὸ ἔσοδον ὑπ’ ὄψιν μόνα τὰ δύο τελευταῖα ἔτη, τὸ 1890 καὶ 1891. Κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ πρώτου τῶν ἐτῶν τούτων εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος φόρου ὁμοῦ μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας 1,560,215· κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ δευτέρου 1,651,819 δρ. Ὁ μέσος ὅρος εἶναι 1,606,017, τῇ προσθήκῃ δὲ τῶν δύο δεκατημορίων, ἅτινα ἐπεβλήθησαν νῦν ἐκ νέου, ἀνέρχεται εἰς 1,944,220. Ὁ προϋπολογισμὸς ὅμως ἀναγράφει ὡς ἔσοδον 2,572,000, ὅ ἐστὶν ἐμφαίνει ἐπὶ πλέον ἀδικαιολόγητον ὅλως διαφορὰν ἐξ 628,780.

§116ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν παρατήρησιν;

§117ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρατηρήσεις ἐπιτρέπω εἰς μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοὺς φίλους του, τοὺς θέλοντας νὰ διαμφισβητήσωσι τὴν ἀκρίβειαν οἱουδήποτε ἀριθμοῦ ἢ ὑπολογισμοῦ μου.

§118ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀφοῦ ἐπετρέψατε εἰς τὸν ἀρχηγόν σας κ. Ράλλην...

§119ΡΑΛΛΗΣ. Ἡμεῖς εἴμεθα συνάδελφοι, ἀρχηγοὺς δὲν ἔχομεν.

§120ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σὺ ἔλεγες, ὅτι ἦσο ἀρχηγὸς ἰδικός μου, καὶ τώρα ἀρνεῖσαι ὅτι εἶσαι ἀρχηγός! (γέλωτες).

§121ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι δά· ἦσο σὺ ὁ ἀρχηγός!

§122ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐκ τοῦ φόρου τῶν περιβολίων καὶ βοσκῶν τὸ 1889 εἰσεπράχθησαν ὁμοῦ μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας 97,686, τὸ 1890 δὲ 96,311, καὶ τὸ 1891 μόλις 80,561. Ὁ μέσος ὅρος εἶναι 91,517 δραχμαί, αἵτινες ὁμοῦ μετὰ τοῦ νῦν ἐπιβληθέντος φόρου ἐπὶ τῶν ἑσπεριδοειδῶν, ἐξ οὗ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐλπίζει νὰ εἰσπράξῃ 35,000, ἀνέρχεται εἰς 131,517. Εἰ καὶ βαίνει δὲ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἔσοδον ἐλαττούμενον, ὡς παρατηρεῖτε, οὐδὲν ἧττον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893 ἐξογκοῦται αὐτὸ παραδόξως πως εἰς 285,620, ἤτοι ἐμφαίνει ἐπὶ πλέον διαφορὰν τοῦ πράγματι εἰσπραχθησομένου ποσοῦ κατὰ 154,620. Ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου τὸ 1889 εἰσεπράχθησαν ὁμοῦ μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας δραχ. 1,119,940, τὸ 1890 δὲ 1,117,170, καὶ τὸ 1891 μόλις 1,058,193. Καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου τούτου, εἰ καὶ αἱ εἰσπράξεις βαίνουσι μειούμεναι, οὐδὲν ἧττον ἐγὼ ἀποδέχομαι τὸν μέσον ὅρον τῶν 1,098,408, ὡς εἰσπρακτέον ποσὸν κατὰ τὸ 1893. Ὁ προϋπολογισμὸς ὅμως ἀναγράφει 1,101,000, ἤτοι ἐνέχει ἐπὶ πλέον διαφορὰν ἐκ 2,592. Ἐκ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου τὸ 1889 εἰσεπράχθησαν 1,688,582, ἐννοεῖται ὁμοῦ μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας· τὸ 1890...

§123ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν περιορίζεσθε εἰς μόνον τὸν μέσον ὅρον τῶν εἰσπράξεων τῶν τελευταίων τριῶν χρήσεων, συντομίας χάριν;

§124ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εὐχαρίστως· ἀρκεῖ μόνον νὰ μὴ ἔχητε ἀμφιβολίαν τινὰ περὶ τῶν ὑπολογισμῶν μου ὡς πρὸς τὸν μέσον ὅρον. Ἐγὼ ἠναγκάσθην νὰ συμπαραλάβω καὶ ἔχω ἐνταῦθα προχείρους τοὺς ἀπολογισμοὺς καὶ τῶν τριῶν τελευταίων χρήσεων, ὅπως, ἂν ἐγερθῇ ἀμφιβολία τις, ἐπιδείξω αὐτοὺς τοὺς ἐπισήμους ἀριθμούς. Ἀφοῦ νῦν θέλετε τὴν συντομίαν, ἀρκοῦμαι εἰς μόνους τοὺς μέσους ὅρους· ἀλλὰ παρακαλῶ, ἂν ἔχητε ἐνδοιασμὸν περί τινος ἐξ αὐτῶν, νὰ μοὶ ἀναφέρητε τοῦτον, ὅπως ἐξελεγχθῇ πάραυτα ἡ ἀκρίβεια... Ἐπὶ τοῦ φόρου λοιπὸν τοῦ οἴνου ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων τῶν τριῶν τελευταίων χρήσεων εἶναι 1,466,999 δραχμαί, αἵτινες μὲ τὴν προσθήκην τῶν νῦν ἐκ νέου ἐπιβληθέντων δύο δεκατημορίων ἀνέρχονται εἰς δραχ. 1,790,350, Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὅμως ἀναγράφεται ὡς ἔσοδον 2,393,480, ἤτοι ἔχομεν ἐπὶ πλέον διαφορὰν ἐκ δρ. 603,130. Ἐπὶ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος καὶ τῶν σύκων οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω. Ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν διαφόρων προϊόντων, τοῦ εἰσπραττομένου ἐν τοῖς τελωνείοις, ὁ μέσος ὅρος, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν καὶ τῆς φορολογικῆς μεταῤῥυθμίσεως, τῆς ἐπενεχθείσης τὸ προηγούμενον ἔτος, ἀνέρχεται εἰς 101,686, ἀπέναντι δὲ τῶν προϋπολογιζομένων 201,955 ἔχομεν ἐπὶ πλέον διαφορὰν ἐξ 90,269. Ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἑπτανησιακῶν προϊόντων ὁ μέσος ὅρος εἶναι, κατ’ αὐτὴν τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ μὲν τῶν λοιπῶν προϊόντων δρ. 1,547,725, ἐπὶ δὲ τοῦ ἐλαίου 1,064,512, τὸ ὅλον δραχ. 2,612,327. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου, κατὰ τὸν σχετικὸν νόμον περὶ εἰσπράξεως εἰς χρυσὸν, τὰ ⅖ θὰ εἰσπραχθῶσιν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀνερχόμενα εἰς 1,044,890· ἐκ τῶν ὑπολοίπων ⅗, ἤτοι 1,567,347, πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ ⅙, ὅπερ ἀφίεται εἰς τοὺς φορολογουμένους, καὶ ἔχομεν οὕτως ὑπόλοιπον 1,306,123, εἰσπραχθησόμενον εἰς χρυσὸν, ὅπερ ὁμοῦ μετὰ τοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια εἰσπραχθησομένου ποσοῦ ἀνέρχεται εἰς 2,351,013, ἀπέναντι δὲ τῶν προϋπολογιζομένων 2,509,898, ἔχομεν ἐπὶ πλέον διαφορὰν ἐξ 158,885. Ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν ἔχω. Καὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν ὁ μέσος ὅρος εἶναι 1,598,985, ἀπέναντι δὲ τῶν προϋπολογιζομένων 2,321,973 ἔχομεν διαφορὰν ἐπὶ πλέον ἐξ 722,988.

§125ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν καθυστέρησιν τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν ἐν Ἀθήναις;

§126ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τῆς καθυστερήσεως ταύτης λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν, δυνατὸν ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ νὰ περιορισθῇ εἰς 400,000. Μεταβαίνω νῦν εἰς τοὺς φόρους καταναλώσεως. Ἐκ τελωνειακοῦ δασμοῦ εἰσαγωγῆς προϋπολογίζονται κατ’ ἀκολουθίαν αὐξήσεως διαφόρων δασμῶν εἰσπράξεις ἐξ 29,437,000 δραχμῶν, ἀπέναντι τῶν ἐν ἔτει 1891 εἰσπραχθέντων 25,921,000, ὅ ἐστὶν ὑπολογίζεται νὰ εἰσπραχθῶσιν ἐπὶ πλέον νῦν ὑπὲρ τὰ 3,500,000. Ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι ἡ ἐπὶ πλέον αὕτη διαφορὰ εἶναι ὑπερβολική πως. Ἔχομεν ἤδη τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1892, ἐξ ὧν ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν εἶναι ἡ αὔξησις τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων σχετικὴ πρὸς τὴν αὔξησιν τῶν τελωνειακῶν δασμῶν. Ἔχομεν ὡς ἐκ περισσοῦ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν 10 πρώτων ἡμερῶν τοῦ Ἰανουαρίου μηνὸς τοῦ 1893, καθ’ ὅσον τοὐλάχιστον αὐτὸ ἐγένετο ἤδη γνωστὸν, ἐντεῦθεν δὲ πληροφορούμεθα, ὅτι ἀντὶ αὐξήσεως ἐλάττωσις ἐπῆλθεν ἤδη εἰς τὰς τελωνειακὰς εἰσπράξεις, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ αʹ δεκαήμερον τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1892, εἰ καὶ ἐπῆλθεν ἔκτοτε ἡ γνωστὴ ἐπιβάρυνσις τῶν δασμῶν.

§127ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ ἐλάττωσις ἐπῆλθεν ἕνεκα τῶν ἑορτῶν.

§128ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὴν δικαιολογίαν ταύτην προέβαλεν ἤδη ἐφημερίς τις, ἀλλὰ πιστεύω μᾶλλον χάριν ἀστεϊσμοῦ, ἀφοῦ, ὡς γνωστὸν, καθ’ ὅλα τὰ ἔτη τὸ πρῶτον δεκαήμερον τοῦ Ἰανουαρίου ἔχει τὰς αὐτὰς ἑορτάς. Λοιπὸν ἐφέτος ἐπῆλθεν ἤδη πράγματι ἐλάττωσις τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων.

§129ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐν παραλληλισμῷ πάντοτε.

§130ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως ἐν παραλληλισμῷ πρὸς τὸ παρελθὸν ἔτος. Ἐγὼ δὲ νομίζω, ὅτι ἀκριβῶς διὰ τὸ 1893 δὲν πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν μεγάλην αὔξησιν ἐν σχέσει πρὸς τὸ 1891· διότι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο εἴχομεν ἐσοδείαν ἔκτακτον σχετικῶς ἐν Ἑλλάδι, ἐξ οὗ εὐπορήσας ὁ λαὸς ἠδύνατο τότε νὰ δαπανήσῃ πλείονα. Ἀλλ’ ἐφέτος δὲν προοιωνιζόμεθα τὴν εὐτυχίαν τοῦ 1891, ἐφέτος δὲ ὡς ἐκ περισσοῦ ἔχομεν ὕψωσιν μεγάλην καὶ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, κατ’ ἀκολουθίαν τῆς ὁποίας ἀδύνατον νὰ μὴ ἐλαττωθῇ καὶ ἡ εἰσαγωγὴ καὶ αἱ ἐξ αὐτῆς εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου· διὸ τὸ ποσὸν τὸ προϋπολογιζόμενον θεωρῶ ὑπερβολικὸν, καὶ ἀποδέχομαι μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ πράγματι εἰσπραχθησομένου ἐπὶ πλέον διαφορὰν ἐξ 1,500,000 δρ. Ὡς πρὸς τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, διότι ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι, κατ’ ἀκολουθίαν τοῦ νέου νόμου, δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ εἰσπραχθῇ τὸ προϋπολογιζόμενον ποσὸν, ἀρκεῖ μόνον ἡ διοίκησις νὰ ἦναι πάντοτε αὐστηρά. Ὡς πρὸς τὰ οἰνοπνευματώδη ποτὰ, ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ἔσοδον ἐκ δρ. 500,000 ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, ὡς εἶχεν αὐτὸ ἐν ἀρχῇ. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὡς γνωστὸν, ἐτροποποιήθη ἀκολούθως, καὶ ἐτροποποιήθη χάριν τῶν παραγωγῶν ἐπὶ ἐλαττώσει τῆς ἐντεῦθεν προσδοκωμένης προσόδου, διὸ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῇ τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενον ἔσοδον ὡς ἐνέχον ἐπὶ πλέον διαφορὰν τοῦ πράγματι εἰσπραχθησομένου ἐκ 50,000. Ἐπὶ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου ἀποδέχομαι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμός· ἀλλ’ ἐπὶ τῶν προξενικῶν τελῶν, τῶν προϋπολογιζομένων εἰς δρ. 560,000, ὑπάρχει ἐπὶ πλέον διαφορὰ ἐν σχέσει πρὸς τὸν μέσον ὅρον τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη, τὸν ὑπολογιζόμενον εἰς 535,000, ἐξ 25,000.

§131ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὰ περὶ χαρτοσήμου προϋπολογίζονται καὶ διὰ τὸ ἐξωτερικὸν διπλᾶ.

§132ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε ἐκπίπτω αὐτὴν τὴν ἐπὶ πλέον διαφοράν. Ὡς πρὸς τὰ ταχυδρομικὰ τέλη, ὁ μέσος ὅρος εἶναι 1,384,949, ὅστις ὁμοῦ μετὰ τῆς ψηφισθείσης τελευταῖον αὐξήσεως τῶν ταχυδρομικῶν τελῶν διὰ τὴν ἀλλοδαπὴν ἐκ δραχ. 60,000 ἀνέρχεται εἰς 1,444,949, καὶ ἐμφαίνει οὕτω τὸ προϋπολογιζόμενον ποσὸν ἐξ 1,675,000 ἐπὶ πλέον διαφορὰν ἐκ 230,051. Ὡς πρὸς τὰ τηλεγραφικὰ τέλη, ἀποδέχομαι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμός. Ὡς πρὸς τὰ ποινικὰ τέλη καὶ πρόστιμα, ἔχομεν μέσον ὅρον εἰσπράξεως τῶν τελευταίων τριῶν ἐτῶν δραχ. 491,565. Ἀποδέχομαι αὔξησιν μέχρι 500,000, ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ὡς ἔσοδον 1,100,000. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ πολὺ καλὴν ἰδέαν περὶ τῆς διοικήσεώς του ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἂν νομίζῃ, ὅτι ὑπ’ αὐτὸν θὰ ἐπιδώσωσιν ἐπὶ τοσοῦτον τὰ ἐγκλήματα, ὥστε νὰ ὑπερδιπλασιασθῶσι τὰ ἐντεῦθεν εἰσπραχθησόμενα τέλη καὶ πρόστιμα.

§133ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀναγράφεται πάντοτε οὕτως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.

§134ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ οὐδέποτε μέχρι τοῦδε εἰσεπράχθη, ἀφοῦ δὲ ὑμεῖς ἐπαγγέλλεσθε σὺν ἄλλοις καὶ τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως καὶ τὸν περιορισμὸν τοῦ ἐγκλήματος, ἔπρεπε νὰ μὴ ἀναγράψητε ποσὸν, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε μέχρι τοῦδε εἰσεπράχθη. Ἐπὶ τῶν ποινῶν ἐκ λαθρεμπορίας ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν εἶναι 88,022· ἐν τούτοις ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὡς ἔσοδον ἐξ αὐτῶν 120,000, ὅ ἐστὶν ἐπὶ πλέον διαφορὰ 31,978. Καὶ ἐνταῦθα νομίζω, ὅτι δὲν συνιστᾷ τὴν διοίκησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἂν νομίζῃ ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν της θὰ ἐπιδώσῃ ἐπὶ τοσοῦτον τὸ λαθρεμπόριον, ὥστε ν’ αὐξήσωσι τὰ ἐκ τῶν ποινῶν αὐτοῦ τέλη. Ἐπὶ τῶν ποινῶν ἐκ παραβάσεως φορολογικῶν νόμων ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων τῆς τελευταίας τριετίας εἶναι 51,700, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὅμως ἀναγράφονται 250,000, ὅ ἐστὶν ἐπὶ πλέον 198,300. Ἐπὶ τῶν ἐσόδων ἐκ καθυστερήσεως δημοσίων ἐσόδων ὁ μέσος ὅρος τῆς εἰσπράξεως τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν εἶναι 769,593, ἐν ᾧ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγράφονται 790,000, ὅ ἐστὶν ἐπὶ πλέον 20,407. Ἐπὶ τελῶν ἀγκυροβολίας ἀναγράφονται ὡς ἔσοδα 350,000, ἀλλὰ μετὰ τὴν μεταῤῥύθμισιν, ἣν ἐπήνεγκεν αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ σχετικόν νομοσχέδιον, θὰ ἐπέλθῃ βεβαίως ἐλάττωσις, ἀπέναντι τῆς ὁποίας δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν ἐπὶ τοῦ ἀναγραφομένου ἐσόδου ἐπὶ πλέον διαφορὰν ἐξ 100,000.

§135ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πολὺ μεγαλείτερον τὸ πρόσθετον.

§136ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ποῖον πρόσθετον;

§137Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ προϋπολογισμὸς ἐστηρίχθη ἐπὶ σχεδίου νόμου προηγουμένου.

§138ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἐστηρίζετο ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλήν, τὸ ὁποῖον ἀκολούθως ἐτροποποιήσατε, μετριάζοντες τὰ τέλη. Ἀλλ’ ὅπως σᾶς ἀφαιρέσω ἀπὸ τοῦδε πᾶσαν ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ ἐλλείμματος τῶν ἐσόδων, ἐκπίπτω τὴν ἐπὶ πλέον διαφορὰν τῶν τελῶν ἀγκυροβολίας. Μεταβαίνω νῦν, Κύριοι, εἰς τὰ μονοπώλια. Ἐπὶ τοῦ ἀντιτίμου παιγνιοχάρτων, ἐνῷ ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων εἶναι 328,080, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγράφεται ἔσοδον ἐκ 357,080, ὅ ἐστὶν ἐπὶ πλέον 29,420.

§139Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκεῖνα ἠλαττώθησαν.

§140ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἂν παραδέχησθε τὸν καπνόν, παραδέχεσθε καὶ τὸ σιγαρόχαρτον.

§141ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἡνώθη μετὰ τοῦ καπνοῦ.

§142ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ παιγνιοχάρτων καὶ οὐχὶ περὶ σιγαροχάρτου. Ἐπὶ τῶν πυρείων ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων τῶν τελευταίων ἐτῶν εἶναι 795,684· ἀναγράφονται ἐν τούτοις 880,000, ὅ ἐστὶν ἐπὶ πλέον 84,376.

§143ΣΚΟΥΖΕΣ. Διότι κατ’ ἔτος προβαίνει ἡ αὔξησις.

§144ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐδέποτε ὅμως παρετηρήθησαν τοιαῦτα ἅλματα. Ἐπὶ τοῦ πετρελαίου ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων εἶναι 4,438,330.

§145Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν προσεθέσατε τὴν ἐπελθοῦσαν ἤδη αὔξησιν τοῦ δασμοῦ.

§146ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ τὴν προσθέσω, κύριε Πρωθυπουργέ· μὴ βιάζεσθε. Ὁ μέσος ὅρος εἶναι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πρὸ τοῦ 1892 ἰσχύοντος δασμοῦ. Μετὰ τὴν ἐπιγενομένην τὸ παρελθὸν ἔτος αὔξησιν πρέπει εἰς τὸν μέσον ὅρον τῶν ἄλλων ἐτῶν νὰ προσθέσωμεν 753,000. Οὕτω δὲ θὰ ἔχωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου καὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ ἐν ὅλῳ ἔσοδα εἰσπρακτέα 5,192,270. Ἀλλ’ ὑμεῖς ἀναγράφετε ὡς εἰσπραχθησόμενα 5,633,410, ὅ ἐστὶν ἀναγράφετε ἐπὶ πλέον, ἀδικαιολογήτως κατ’ ἐμέ, 465,200. Ἐπὶ τοῦ ἅλατος ἔχομεν μέσον ὅρον μέχρι τοῦδε εἰσπράξεως 2,231,646, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὅμως ἀναγράφονται ὡς εἰσπραχθησόμενα 2,291,896, ὅ ἐστὶν ἐπὶ πλέον 60,250. Ἐπὶ τῆς ἐπικαρπίας ἀκινήτων ἐθνικῶν κτημάτων ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν εἶναι 165,934· ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὅμως ἀναγράφεται ὡς ἔσοδον 237,000, ὅ ἐστὶν ἐπὶ πλέον 61,600. Ἐξ ἐπικαρπίας ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων ὁ μέσος ὅρος εἶναι 231,980, ἀλλ’ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγράφονται 247,000, ὅ ἐστὶν ἐπὶ πλέον διαφορὰ 15,020. Ἐπὶ τῆς προσόδου τῶν μεταλλείων, λατομείων καὶ ὀρυχείων, τὸ 1889 μετὰ τῆς σμύριδος εἰσεπράχθησαν 525,285, τὸ δὲ 1890 ἄνευ τῆς σμύριδος μόνον δραχ. 100,536, καὶ τὸ 1891 ἐπίσης ἄνευ τῆς σμύριδος 312,257· νῦν ὑπολογίζεται ὡς ἔσοδον ἐκ τῆς σμύριδος 800,000 καὶ 428,000 ἐκ τῶν λοιπῶν. Ἐγὼ ἀποδέχομαι πρὸς στιγμὴν, ὅτι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν, ὅπερ προϋπολογίζεται ἐκ τῆς σμύριδος, μολονότι πολλοὺς ἔχω λόγους νὰ ἀμφιβάλλω περὶ τούτου· ἀδυνατῶ ὅμως νὰ πιστεύσω, ὅτι θὰ εἰσπραχθῇ τὸ ἕτερον ποσὸν τῶν 428,000, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν εἰσπράξεων τῶν τελευταίων τριῶν ἐτῶν ἐκ τῶν λοιπῶν ἐσόδων τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσὸν ἐμφαίνει ἐπὶ πλέον διαφορὰν ἐκ 228,160. Ἐπὶ τῶν ἐσόδων καταστημάτων καὶ ἔργων συντηρουμένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου παρατηρεῖται διαφορὰ ἐπὶ πλέον ἐκ 4,000, ἐπὶ δὲ τοῦ ἐνυικίου λουτρῶν ἀναγράφεται ποσὸν ἐπὶ πλέον ἐξ 9,000. Ἐπὶ τῶν δασῶν ἀναγράφεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου νομοσχεδίου αὔξησις προσόδων. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἠξεύρω κατὰ πόσον καὶ πότε θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ περὶ δασῶν νομοσχέδιον. Παραδέχομαι ὅμως τὸ ἀναγραφόμενον ποσόν. Ἐπὶ τῶν δεκαετῶν πιστώσεων ἐκ φθαρτῶν κτημάτων ὁ μέσος ὅρος τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν εἶναι 146,180· ἐν τούτοις ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 200,000, ἤτοι ἐπὶ πλέον 53,820. Ἐπὶ τῶν ἐσόδων ἐκ παγίων καὶ προσωρινῶν δόσεων ἐκ γαιῶν καὶ φυτειῶν ὁ μέσος ὅρος, ὁμοῦ μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας πάντοτε, διότι τώρα συνυπολογίζονται αὐτὰ, εἶναι 961,403· ἐν τούτοις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγράφονται 2,500,000, ὅ ἐστὶν ὅλως ἀνεξήγητος ἐπὶ πλέον διαφορὰ ἐξ 1,538,597. Ἐπὶ τῶν ἐπιστροφῶν χρημάτων ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων εἶναι 127,000, ἐνῷ ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 500,000, ἤτοι ἐπὶ πλέον 372,303. Ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων ἐκ καθυστερούντων ἐσόδων παρελθουσῶν χρήσεων ὁμοῦ μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας, ὁ μέσος ὅρος εἶναι 3,246,669. Προσθέτω εἰς αὐτὰ διὰ καθυστεροῦντα φόρον ἐπιτηδεύματος Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς 1,000,000, καὶ ἔχομεν ἐν συνόλῳ 4,226,669, ἐνῷ ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει 4,990,000, ἤτοι ἐνέχει ἐπὶ πλέον διαφορὰν 743,331. Ἔσοδα ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἀπὸ τοῦ 1888 μέχρι τοῦ 1891 εἰσεπράχθησαν ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων καὶ μονῶν 6,860,089, τῶν ὁποίων ὁ μέσος ὅρος ἐτησίως εἶναι 1,715,020, τούτων δὲ ἀφαιρουμένων ἐκ μόνης τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν εἰσφορὰν τῶν μονῶν, ἔχομεν καὶ πάλιν ἐπὶ πλέον ποσὸν ἀναγραφόμενον ἐν τῷ σχετικῷ ἐσόδῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ 1,484,980. Ἀναγράφεται ὡς ἔσοδον ἀκολούθως ἐξ εἰσφορῶν διοικητικῆς ἀστυνομίας ποσὸν ἐξ 1,800,000. Εἰσήλθομεν ἤδη, Κύριοι, ἀπὸ ἡμερῶν εἰς τὸ νέον ἔτος 1893, καὶ ἐν τούτοις ὁ νόμος οὗτος οὔτε ἐφηρμόσθη, οὔτε πρόκειται, καθ’ ὅλα τὰ φαινόμενα, νὰ ἐφαρμοσθῇ τόσον ταχέως. Ὡς φαίνεται, καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπίστευεν, ὅτι θὰ ἐφήρμοζεν αὐτὸν ἐν ἔτει 1893· διότι, ἂν ἐπίστευε τοῦτο, ἤθελεν ἐπιβάλει ἐγκαίρως εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους δήμους τὴν ἀναγραφὴν ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς αὐτῶν τῆς ἀναγκαίας δαπάνης, ἐξ ἧς ἐλπίζει νὰ εἰσπράξῃ 1,800,000. Καθ’ ἃς ὅμως ἔχω πληροφορίας, οὐδὲ εἰς συνεννόησιν κἂν ἦλθε πρὸς τοὺς δήμους περὶ τούτου...

§147ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπ’ ἐναντίας, ἐγένετο ἐγκύκλιος πρὸς τοὺς νομάρχας, δι’ ἧς παραγγέλλονται οἱ νομάρχαι νὰ ὑπομνήσωσι...

§148ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Προχθὲς σᾶς ἀπηύθυναν ἐπερώτησιν, προκειμένου περὶ τοῦ ἀστυνόμου Καρπενησίου. Ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως ἐκείνης ἐπληροφορήθημεν ὅτι, ἐνῷ πρὶν ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος δῆμος εἶχε δαπάνην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένην, ἐφέτος τὴν διέγραψεν, ὁ δὲ νομάρχης ἐνέκρινε τὸν τοιοῦτον προϋπολογισμὸν τοῦ δήμου Καρπενησίου, ἄνευ τῆς σχετικῆς πιστώσεως διὰ τὴν ἀστυνομίαν. Ἠξεύρω πολὺ καλὰ, ὅτι συνέβη παρόμοιον καὶ εἰς ἄλλους δήμους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκαλοῦντο νῦν τὸ πρῶτον ν’ ἀναγράψωσι τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν διὰ τὴν ὑπὲρ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας εἰσφοράν. Λοιπὸν, ἀφοῦ ἤδη ἐψηφίσθησαν οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν δήμων καὶ ἐνεκρίθησαν, διέθεσαν δηλ. τὰ ἔσοδά των διὰ τὰς διαφόρους ἀνάγκας των, εἶναι ἀδύνατον ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους 1893 νὰ ἀναγκάσητε αὐτοὺς, ὅπως συντάξωσι νέον προϋπολογισμὸν καὶ διατάξωσι νῦν ἄλλως πως τὰ ἔξοδά των καὶ ἀναγράψωσι πίστωσιν διὰ τὴν ἀστυνομίαν. Εἰ καὶ ἔχω δὲ τοιούτους λόγους, οὐδὲν ἧττον, ὅπως μὴ ἐγκαταλίπω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ὑπολογισμῶν μου, ἀποδέχομαι ὡς πραγματικὴν τὴν εἴσπραξιν τῶν 1,800,000 δραχμῶν.

§149ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς δώσω ἐξήγησιν περὶ τούτου, διὰ νὰ ἔχητε πληροφορίαν;

§150ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀφοῦ παραδέχομαι πρὸς χάριν σας τὸ ἀναγραφόμενον ἔσοδον, τί ἄλλο ἐπιθυμεῖτε;

§151ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καλῶς· ἀλλὰ μένει ἡ ἐπίκρισις ἡ ἄδικος.

§152ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, ἡ πεποίθησίς μου.

§153ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἥτις ἀντιστρατεύεται πρὸς τὰ πράγματα. Ταῦτα ἔχουσιν ὡς ἑξῆς: Παρηγγέλθησαν οἱ νομάρχαι, ὅπως ἐπιστήσωσι τὴν προσοχὴν τῶν δημάρχων, ὅτι πρέπει ν’ ἀναγράψωσιν εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δήμων τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὸ Δημόσιον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ψηφισθέντος νόμου. Μοὶ ἀντιτάσσετε τὸ γεγονὸς τοῦ Καρπενησίου. Ἐκεῖ δὲ ὑπάρχει πίστωσις ἐγγεγραμμένη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, διότι κατὰ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν δοθεῖσαν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου, δὲν θὰ ὠφείλετο ὑπὸ δήμου ποσόν τι καὶ δὲν θ’ ἀνεγράφετο πίστωσις ἢ ὅταν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς συνεισφορᾶς διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν ἤθελε μείνει ἀρκετὸν ποσὸν, ὅπως ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, ἐν τῷ δήμῳ δ’ ἐκείνῳ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοῦ, τοῦ ἀναγκαιοῦντος διὰ συνεισφορὰν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, δὲν ἔμενε ποσὸν ἀρκετὸν, ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, βασιζόμενος δὲ ὁ Δήμαρχος ἐπὶ τῆς μὴ ἀναγραφῆς τοῦ ποσοῦ καὶ ἐπὶ τῆς διατάξεως νόμου ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1890, δυνάμει τῆς ὁποίας ἐλλείψει πιστώσεως παύεται ὁ ἀστυνόμος, προέβη εἰς τὴν παῦσιν τοῦ ἀστυνόμου, λόγῳ ἐλλείψεως πιστώσεως. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, εἶναι, ὅτι οἱ δῆμοι ὅλοι ἀνέγραψαν εἰς τοὺς προϋπολογισμούς των τὰ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ψηφισθέντος νόμου κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον χρεωστούμενα ποσὰ, ἑπομένως καλῶς ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὸ ποσὸν, τὸ ὑπὸ τῶν δήμων καταβληθησόμενον διὰ τὴν ἀστυνομίαν.

§154ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ δῆμοι δευτέρας τάξεως, ὡς ὁ τοῦ Καρπενησίου, ἀδυνατοῦσι νὰ ψηφίσωσι τὴν ἐπιβαλλομένην εἰς αὐτοὺς εἰσφορὰν ὑπὲρ τῆς ἀστυνομίας, τί θέλετε νὰ πράξωσιν ἄλλοι δῆμοι τρίτης τάξεως; Ἢ ἀγνοεῖτε, κ. Ὑπουργὲ, ὅτι τῶν πλείστων δήμων ἐν Ἑλλάδι, καὶ αὐτῶν τῶν πρώτης τάξεως, ἡ κατάστασις εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἀδυνατοῦσι νὰ εἰσφέρωσί τι ὑπὲρ τῆς ἀστυνομίας;

§155ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἂν δὲν εἰσπραχθῶσιν αἱ εἰσφοραὶ τῶν δήμων, δὲν θὰ γείνωσι καὶ αἱ σχετικαὶ δαπάναι τῆς ἀστυνομίας, αἱ ἀναγραφόμεναι ἐν τοῖς ἐξόδοις.

§156ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ἔχητε ὅμως τότε, κύριε Ὑπουργέ, ἔλλειμμα ἐκ 255,600 δρ. ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐνῷ νῦν ἀναγράφετε οἰκονομίαν τοῦ ποσοῦ τούτου ὡς ἐκ τῆς μισθοδοσίας, ἣν θὰ λάβωσιν ἐκ τῶν εἰσφορῶν τῶν δήμων ὑπὲρ τῆς ἀστυνομίας οἱ δι’ αὐτὴν προωρισμένοι ἀξιωματικοί. Ἐξ ὑπερτιμήσεως καὶ νομισματικῆς διαφορᾶς μεταλλικοῦ καὶ συναλλάγματος προϋπολογίζεται ἔσοδον 120,000. Ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἀναγραφῇ ἡ ὑπερτίμησις καὶ διαφορὰ αὕτη, ἀφοῦ δὲν ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ἡ ὑπερτίμησις καὶ διαφορὰ τοῦ μεταλλικοῦ καὶ συναλλάγματος, τοῦ εἰσπραχθησομένου ἐκ τῆς ἐπιβολῆς τῆς εἰς χρυσὸν εἰσπράξεως ἐσόδων τινῶν.

§157Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναγράφομεν ὅσην ἔχομεν διὰ συναλλάγματος.

§158ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μήπως καὶ ἐπὶ τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπράξεων δὲν ἔχετε τοιαύτην διαφοράν; Ἀτοπώτατα, νομίζω, καὶ διὰ τὸ 1893 ἀναγράφεται ἔσοδον ἐκ δανείου ὁδοποιΐας. Ἐν πρώτοις δὲν πρέπει νὰ ἀναγράφηται, ὡς ἔσοδον τακτικόν, ὅλως διόλου ἔκτακτον ἔσοδον, ὁποῖον εἶναι τὸ ἐκ δανείου. Εἶτα δὲ, ἀφοῦ δὲν ἔχετε πραγματοποιήσει ἀκόμη τὸ δάνειον τοῦτο, δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται ν’ ἀναγράψητε τὸ ἐξ αὐτοῦ ἔσοδον. Τοῦτο τὸ ἀνέπτυξα καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, καὶ ἄλλοι ἀγορεύσαντες ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τότε ἀπέδειξαν, ὅτι κακῶς, κάκιστα ἀνεγράφη τὸ αὐτὸ ἔσοδον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἀπορῶ δὲ, πῶς ὑποπίπτετε νῦν, ὅλως ἀδικαιολογήτως, εἰς τὸ αὐτὸ ἄτοπον, ἀναγκάζοντες καὶ νῦν ἡμᾶς νὰ διαγράψωμεν, ὡς ἐπὶ πλέον, ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ ἐκ δανείου ὁδοποιΐας 1,000,000. Ὅταν, Κύριοι, ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ ὅλας αὐτὰς τὰς ἀδικαιολογήτους ἐπὶ πλέον διαφορὰς, θὰ ἴδωμεν, ὅτι τὸ σύνολον αὐτῶν ἐξ 110,491,553 περιορίζεται εἰς μόνον 98,829,546, ἅτινα, εὐτυχεῖς πρέπει νὰ λογίζωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ἂν εἰσπραχθῶσι πράγματι καὶ αὐτά. Οὕτω μέλλει νὰ προκύψῃ ἐκ μόνων τῶν ἐσόδων ἔλλειμμα περὶ τὰ 11,600,030...

§159ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι εἰς τὰς 8 θὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.

§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν κ. Εὐταξίαν). Κύριε Βουλευτὰ, καθὼς γνωρίζετε, ἀπόψε εἶναι ὁ ἀνακτορικὸς χορὸς, καὶ κατὰ συνέπειαν λάβετε τὴν καλωσύνην νὰ ἀναβάλητε διὰ τὴν Δευτέραν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἀγορεύσεώς σας.

§161ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν ἔχω, κύριε Πρόεδρε.

§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41
2τῆς 16 Ἰανουαρίου 1893.
3(Σάββατον).
4Ὥρα 5 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦν-
6ται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτροπὴ ὑπέ-
8βαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ παύσεως
9τοῦ χορηγουμένου ἐπιμισθίου εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ἀν-
10θυπασπιστὰς τῆς ὑγείας, οἰκονομίας καὶ ὑλικοῦ πυροβολι-
11κοῦ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα,
12ἀριθ. 135).
13Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ἀπολογισμὸν τῆς Αʹ
14Συνόδου τῆς ΙΓʹ Περιόδου.
15Ἐπίσης εἰσάγω τὸν ὑποβληθέντα μοι ἀπολογισμὸν τῆς
16Βʹ Συνόδου τῆς ΙΒʹ Περιόδου.
17Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ ἀμφότεροι οἱ ἀπολο-
18γισμοὶ οὗτοι. Παρακαλῶ δὲ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ
19τοῦ Λογιστικοῦ νὰ συνέλθωσι τὴν Δευτέραν πρὸς ἐξέλεγξιν
20αὐτῶν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 136).
21§2Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
22Μαντινείας εἶχε ζητήσει τὴν κατάθεσιν τοῦ φακέλλου, τοῦ
23ἀναγομένου εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῶν ῥωσσικῶν πετρελαίων.
24Εἶχον καταθέσει τινὰ τῶν ἐγγράφων, εἰπὼν ὅτι δὲν δύνα-
25μαι νὰ καταθέσω πλείονα, διότι διετέλει ὁ φάκελλος εἰς
26χεῖρας τοῦ εἰσηγητοῦ παρὰ τῷ Ἐφετείῳ. Ἤδη ἐπεστράφη
27ὁ φάκελλος, καὶ συμφώνως πρὸς ἣν ἔδωκα ὑπόσχεσιν, κατα-
28θέτω αὐτόν.
29Τὸ Κράτος ἡμῶν ἔχει πολλὰς πρὸς τὰς Ἡνωμένας Πο-
30λιτείας ὑποχρεώσεις, ἰδίως δὲ διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐπο-
31λιτεύθησαν εἰς τὰ τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος, ὅτε, γενο-
32μένης αὐξήσεως ἐπὶ δασμῶν πολλῶν ἄλλων εἰδῶν, καὶ
33ἰδίως ἐπὶ τοῦ δασμοῦ τῆς σταφίδος ἐν γένει, ἐψηφίσθη χά-
34ριν τῆς Ἑλλάδος ἡ κατάργησις τοῦ δασμοῦ ἐπὶ μόνης τῆς
35Κορινθιακῆς σταφίδος. Εἰς τοῦτο ἀποβλέπουσα ἡ Κυβέρ-
36νησις, πάντοτε ἐδείχθη πρόθυμος, ἵνα εἰσαγάγῃ εἰς τὴν
37Βουλὴν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ ἦναι ἀρεστὸν πρὸς τὰς Ἡνωμέ-
38νας Πολιτείας. Οὕτω καὶ τὴν κατασκευὴν καὶ ἀποστολὴν
39ἐκμαγείων τῶν ἀρχαίων γλυπτῶν εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Σι-
40κάγου, περὶ ἧς λίαν ἐνδιαφέρονται αἱ Ἡνωμέναι Πολι-
41τεῖαι, ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις, διότι εἶχεν ἐνδειχθῆ ἐκ
42τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν ἐπιθυμία, ὅπως διὰ τοῦ τρόπου
43τούτου συντρέξῃ καὶ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸν κόσμον τῆς ἐκθέ-
44σεως καὶ εἰς τὴν πλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ αὐτῆς.
45Ἤδη ἐξεφράσθη καὶ ἄλλη εὐχὴ παρὰ τῶν Ἡνωμένων
46Πολιτειῶν· ἐξεφράσθη ἡ εὐχή, ὅπως ἐνδείξῃ ἡ Ἑλλὰς τὸ
47ἐνδιαφέρον αὐτῆς ὑπὲρ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Σικάγου, ἐπιτρέ-
48πουσα, ὅπως ἀτελῶς ἐξέρχωνται ἐντεῦθεν πάντα τὰ εἴδη,
49τὰ εἰς τὴν ἔκθεσιν ἐκείνην προωρισμένα· ἐπίσης δέ, ὅπως
50εἰσάγωνται ἀτελῶς εἴδη, ἀγοραζόμενα ἐν τῇ ἐκθέσει καὶ
51ἀποστελλόμενα ἐνταῦθα πρὸς τὸν σκοπόν, ὅπως καταστῶσι
52γνωστὰ τὰ τῆς ἐκθέσεως, καὶ οὐχὶ πρὸς ἐμπορίαν. Τὴν
53πλήρωσιν τῆς εὐχῆς ταύτης ἔρχομαι νὰ προτείνω εἰς τὴν
54Βουλὴν διὰ νομοσχεδίου, ἐπιτρέποντος τὴν ἀτελῆ ἐξαγω-
55γὴν ἁπάντων τῶν διὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Σικάγου προωρισμέ-
56νων, ἐπίσης δὲ καὶ τὴν ἀτελῆ εἰσαγωγὴν τῶν ἀγορα-
57σθέντων ἐντὸς τῶν καταστημάτων τῆς ἐκθέσεως τοῦ Σικά-
58γου, ὅταν ἡ τοιαύτη ἀγορὰ ἀποδεικνύηται διὰ πιστοποιη-
59τικῶν καταλλήλων καὶ ἐκ τοῦ χρόνου τῆς ἐξαγωγῆς, ἤτοι
60ἐπὶ τρίμηνον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται ἡ ἄρσις
61τῶν ἀντικειμένων ἐκ τῆς ἐκθέσεως, καὶ ὅταν δὲν εἰσάγωνται
62τ’ ἀγορασθέντα πρὸς σκοποὺς ἐμπορικούς, ἀλλὰ μόνον πρὸς
63τὸν σκοπὸν τῆς διαδόσεως τῶν εἰδῶν, ἅτινα ἐν Σικάγῳ ἐξε-
64τέθησαν, ἵνα γείνωσι γνωστά.
65§3ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πάντων τῶν εἰδῶν, ἢ μόνον τινῶν;
66§4Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πάντων τῶν εἰδῶν· καὶ τοῦτο χάριν
67τῆς ἐκθέσεως τοῦ Σικάγου, ἧς τὸ ἔργον ἀνέλαβον αἱ Ἡνω-
68μέναι Πολιτεῖαι νὰ προαγάγωσιν.
69§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνή-
70σεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθὲν νομο-
71σχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα,
72ἀριθ. 137).
73§6Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ χθὲς λα-
74βόντα χώραν ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις καὶ ἐν τοῖς διαδρόμοις
75τοῦ Βουλευτηρίου εἶναι ἄξια τῆς προσοχῆς ἡμῶν· διότι
76ἐνδεχόμενον ἐν τῷ μέλλοντι νὰ συμβῶσιν ἀπευκταῖα. Κατὰ
77τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως, ἐπειδή τινες τῶν ἐν τοῖς ἀκροα-
78τηρίοις ἐχειροκρότησαν, ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ ἐνόμισε καθῆ-
79κόν της νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῶν πολιτῶν, καὶ εἷς στρατιώ-
80της μάλιστα, ἀντὶ νὰ κτυπήσῃ πολίτην, ἐκτύπησεν αὐτὸς
81ἑαυτόν. Ἐν ἀκαρεὶ τότε διεδόθη, ὅτι πολῖται κτυποῦσι
82δῆθεν τοὺς στρατιώτας· ἐντεῦθεν κλείονται ἐπὶ παρουσίᾳ
83μου αἱ θύραι τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ ἀδιακρίτως οἱ στρα-
84τιῶται ἐπετέθησαν διὰ τῶν ὅπλων καὶ ἐκτύπουν πάντα
85πολίτην. Δὲν γνωρίζω πῶς συνέβη τὸ σκάνδαλον τοῦτο·
86ἐδόθη διαταγὴ ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς; ἢ αὐτο-
87βούλως ὁ φρούραρχος τῆς Βουλῆς ἐνόμιζεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ
88λάβῃ τοιαῦτα μέτρα; Ἠρωτήθη ὁ φρούραρχος διατὶ κλείει
89τὰς θύρας τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι τοιαύτην
90ἔχει διαταγήν. Ἐπικαλοῦμαι τότε τὴν συνδρομὴν τοῦ
91ἐφόρου καὶ τοῦ διευθυντοῦ τῆς Βουλῆς, καὶ μετὰ μέγαν
92ἀγῶνα ἐξεβιάσθησαν ὅ τε κ. ἔφορος καὶ ὁ διευθυντὴς τῆς
93Βουλῆς, ἵνα ἐμφανισθῶσιν μὲν ἐν τῷ πεδίῳ τῆς ἀληθοῦς
94μάχης, ἀλλ’ οὐδόλως συνετάραξεν αὐτοὺς τὸ λυπηρὸν ἐκεῖνο
95θέαμα, ἐδέησεν ὅμως νὰ ἔλθῃ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁ λο-
96χαγὸς κ. Χατζηπέτρος, ὅστις ἐτέθη ἐν τῷ μέσῳ τῶν πο-
97λιτῶν καὶ στρατιωτῶν, καὶ ἠδυνήθη νὰ διαλύσῃ τὴν μά-
98χην ταύτην ἄνευ σπουδαίων ἀποτελεσμάτων.
99Τὸ πρᾶγμα, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ὄντως ἄξιον λόγου·
100διότι ἐνδεχόμενον ἐν μέλλοντι νὰ συμβῶσι χειρότερα καὶ
101λίαν δυσάρεστα. Ἐὰν χειροκροτῶσιν ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις,
102ὁ Πρόεδρος ἓν δικαίωμα ἔχει, νὰ κενώσῃ τὰ ἀκροατήρια
103κατὰ τὸν Κανονισμὸν, οἱ δὲ στρατιῶται, ἐὰν ἠτάκτησεν εἷς
104τῶν πολιτῶν, δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτίθηνται καὶ
105νὰ κτυπῶσιν ἀδιακρίτως τοὺς πολίτας. Νομίζω ὅτι τὸ ζή-
106τημα εἶναι ἄξιον μεγίστης προσοχῆς, καὶ συνιστῶ, ὅπως τὸ
107Προεδρεῖον φροντίσῃ νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν ἀλήθειαν πρὸς τι-
108μωρίαν τῶν παρεκτραπέντων καὶ πρόληψιν ἐν τῷ μέλλοντι
109τοιούτων ἀσχημιῶν, διότι οὐ μόνον θὰ συμβῶσιν, ἐπανα-
110λαμβάνω, δυσάρεστα, ἀλλὰ καὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν πο-
111λίτευμα διὰ τῆς τοιαύτης διαγωγῆς τῆς φρουρᾶς καταπο-
112λεμεῖται καὶ συντρίβεται.
113§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀγορεύσεως τοῦ
114ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Γόρτυνος ἠκούσθησαν χειροκροτήματα
115ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις. Πρὸς ἀποφυγὴν πάσης παρεξηγήσεως
116ἐκ μέρους τῶν φίλων τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύ-
117σεως, οὐδεμίαν ἔκαμα παρατήρησιν, ἀφῆκα δὲ τοὺς κυ-
118ρίους αὐτοὺς μὲ τὴν εὐχαρίστησιν τῶν χειροκροτημάτων,
119καὶ ἔλυσα τὴν συνεδρίασιν. Οἱ φρουροὶ ἐν τούτοις ἔχουν
120αὐστηρὰν διαταγὴν νὰ μὴ ἐπιτρέπωσιν οὔτε χειροκροτή-
121ματα οὔτε ποδοκροτήματα, οὐδ’ ἄλλην τινὰ ἀταξίαν. Ὁ
122φρουρὸς τοῦ θεωρείου, εἰς ὃ ἐχειροκρότησαν, ἔκαμε τὰς
123δεούσας παρατηρήσεις εἰς δύο, οἱ ὁποῖοι ἐφωράθησαν ὡς οἱ
124ἀρξάμενοι τῶν ἀταξιῶν, εἰς ἀπάντησιν δ’ οὗτοι ὤθησαν
125βιαίως τὸν φρουρὸν, ὅστις ἔπεσεν εἰς τὰ θρανία καὶ ἔθραυσε
126τὸν πόδα του. Ὁ παθὼν μετεκομίσθη εἰς τὸ νοσοκομεῖον,
127ὅπου ἤδη εὑρίσκεται. Ὁ δ’ ἕτερος φρουρὸς, ὅστις ἦτο πλη-
128σίον ἐκεῖ, βλέπων τὸν συνάδελφόν του οὕτω κατακείμενον,
129ἦτο ἑπόμενον νὰ λάβῃ μέρος ὑπὲρ αὐτοῦ. Διέταξα τὸν
130φρούραρχον τῆς Βουλῆς νὰ συλλάβῃ τοὺς ἀντιστάντας τοιου-
131τοτρόπως πρὸς τὴν ἀρχήν. Ὁ φρούραρχος μετέβη πρὸς
132τοῦτο, ἐπειδὴ ὅμως ἡτοιμάζοντο νὰ δραπετεύσωσι, διέταξε
133καὶ ἔκλεισαν τὰς θύρας. Ὅτε ἐνηργεῖτο ἡ σύλληψις αὐτῶν,
134ἄλλοι πολῖται ἠθέλησαν νὰ ἐπέμβουν. Ὁ κ. φρούραρχος
135ἐννοεῖται ὅτι ἠθέλησε νὰ ἐκτελέσῃ κατὰ γράμμα τὴν δο-
136θεῖσαν διαταγήν. Δυστυχῶς τότε συνάδελφοί τινες ἐνόμισαν
137ὅτι ἠδύναντο νὰ ἀναλάβωσι καθήκοντα Προέδρου τῆς Βου-
138λῆς, ἢ νὰ δώσωσι διαταγὰς εἰς τὸν φρούραρχον, τὰς ὁποίας
139οὗτος δὲν ἠθέλησε νὰ ἐκτελέσῃ, διότι θὰ παρέβαινε τὸ κα-
140θῆκόν του. Ὁ φρούραρχος λοιπὸν ἐξετέλεσε τὰς διαταγάς
141μου, χωρὶς νὰ παρεκτραπῇ, συλλαβὼν τοὺς ἀτακτήσαν-
142τας πολίτας. Ἐγὼ δὲν ἔχω λόγον νὰ μεμφθῶ τὸν φρού-
143ραρχον διὰ τὴν διαγωγήν του, ἀπ’ ἐναντίας ἐκφράζω τὴν εὐ-
144χαρίστησίν μου, διότι ἐξετέλεσεν ἀκριβῶς τὴν διαταγήν μου.
145§8ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν σᾶς συγχαίρω...
146§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην τῶν συγχαρητη-
147ρίων σας.
148§10ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν σᾶς συγχαίρω διὰ τὴν εὐχαρί-
149στησιν, τὴν ὁποίαν ἐκφράζετε, διότι, φαίνεται, κακῶς καὶ
150ψευδῶς παρέστησαν ὑμῖν τὰ γενόμενα, ὑπ’ εὐθύνην δὲ ὑμῶν
151ἀναλαμβάνετε πράξεις παρανόμους καὶ ἀγροίκους, αἵτινες
152δὲν ἔπρεπε νὰ τελῶνται ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Βουλευτηρίῳ.
153Ὅτε ἐγένοντο τὰ χειροκροτήματα καὶ εἷς τῶν στρατιω-
154τῶν ἠθέλησε νὰ κτυπήσῃ ἕνα πολίτην, αὐτὸς οὗτος ὁ στρα-
155τιώτης ἀφ’ ἑαυτοῦ ὠλίσθησε καὶ ἐκτύπησε τὸν πόδα του.
156Ταῦτα ἐπληροφορήθην παρ’ ἀνθρώπων αὐτοπτῶν. Ἀλλὰ,
157κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἐὰν εἷς στρατιώτης
158ἔπαθε, καὶ ἐὰν σεῖς ὀρθῶς καὶ ἐν τῷ δικαιώματί σας διετά-
159ξατε νὰ συλληφθῇ ὁ ἀτακτήσας. Οὐδεὶς ὁ ψέγων ὑμᾶς διὰ
160τοῦτο· ἀλλὰ ὅσα συνέβησαν εἰς τοὺς ὀπισθίους διαδρόμους
161τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι γνωστὰ εἰς ὑμᾶς, ἢ δὲν παρεστάθη-
162σαν ὑμῖν ἀκριβῶς. Ἐγὼ ἐξηρχόμην μετὰ τὴν λύσιν τῆς
163συνεδριάσεως μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Λεβαδείας
164κ. Λάππα, κατὰ τὸ σύνηθες, ἀπὸ τὴν ὀπισθίαν θύραν, διότι
165οἱ οἶκοι ἡμῶν τυγχάνουσιν εἰς τὴν συνοικίαν ταύτην. Ὅτε
166ἠθελήσαμεν νὰ ἐξέλθωμεν, εἴδομεν τὸ πλῆθος ὅλων τῶν
167ἀκροατῶν, οἵτινες δὲν ἠδύναντο νὰ ἐξέλθωσι, καὶ ἐφώναζον,
168τοὺς δὲ στρατιώτας διὰ τῶν λογχῶν καὶ τῶν κοντακίων
169τύπτοντας τοὺς πολίτας· προσῆλθεν εἰς ἡμᾶς εἷς πολίτης
170καὶ διεμαρτύρετο, βεβαιῶν ὅτι τὸν ἐκτύπησεν αὐτὸς οὗτος
171ὁ φρούραρχος τῆς Βουλῆς κ. Γενήσαρλης διὰ ῥοπάλου. Ὁ
172πολίτης ὠνομάζετο Ἰωάννης Κίτσος, νομίζω.
173§11ΡΟΥΚΗΣ. Ὁ φρούραρχος ποτὲ δὲν φέρει ῥόπαλον.
174§12ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰσῆλθεν ὁ ἀξιό-
175τιμος λοχαγὸς τοῦ πυροβολικοῦ κ. Χατζηπέτρος καὶ εὐλό-
176γως καὶ αὐτὸς ἐν ἀγανακτήσει ἀπέτεινε παρατηρήσεις εἰς
177τοὺς στρατιώτας καὶ τὸν ὑπαξιωματικὸν, διατὶ ἔκλεισαν
178τὰς θύρας καὶ ἔτυπτον διὰ τῶν κοντακίων καὶ τῶν λογ-
179χῶν τοὺς πολίτας· καὶ ὁμολογῶ, ὅτι καὶ οἱ στρατιῶται καὶ
180ὁ ὑπαξιωματικὸς εὐλαβῶς ἤκουσαν τὰς παρατηρήσεις καὶ
181ἡτοιμάζοντο νὰ ἀνοίξουν τὰς θύρας, ὅπως ἐξέλθῃ ὁ λαὸς
182καὶ παύσῃ αὐτὴ ἡ ὀχλαγωγία καὶ ἡ παρανομία ἡ γιγνο-
183μένη ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου. Τότε παρέστη ὁ ἀξιόλογος
184κ. φρούραρχος. Παρέστησα εἰς αὐτὸν, ὅτι τὸ θέαμα εἶναι
185ἀπρεπὲς, ὅτι τὰ συμβαίνοντα εἶναι ἔκτροπα καὶ παρά-
186νομα· ἀλλ’ οὗτος μετὰ τρόπου ἥκιστα εὐλαβοῦς — καὶ νο-
187μίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν σεῖς νὰ ἐννοῆτε,
188ὅτι πρέπει οἱοσδήποτε ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ νὰ φέρηται
189ἀπρεπῶς εἰς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους,— παρετήρησεν, ὅτι
190δὲν ἀκούει κἀνένα, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει κἀνένα. Τῷ εἶπον
191ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχῃ διαταγὰς παρὰ τοῦ Προέδρου
192τῆς Βουλῆς νὰ δέρῃ τοὺς πολίτας, διότι μόνον ὁ Πρόεδρος
193εἶναι ἐπιφορτισμένος τὴν εὐταξίαν τῆς Βουλῆς, καὶ μόνος
194αὐτὸς εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ διαταγὰς, καὶ ταύτας συμ-
195φώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, αἱ ὁποῖαι ἐπι-
196τάττουσιν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τηρεῖ τὴν τάξιν διὰ τοῦ εὐτα-
197ξίου τῆς Βουλῆς, καὶ ἔχει ὡρισμένον εὐταξίαν μισθοδο-
198τούμενον ἐδῶ· τὸν προσεκάλεσα δὲ νὰ ἔλθῃ μετ’ ἐμοῦ εἰς
199ἀναζήτησιν τοῦ Προέδρου. Ἀτυχῶς ὁ κ. Γενήσαρλης ἠρ-
200νήθη νὰ μὲ ἀκολουθήσῃ, καὶ ἐξηκολούθησεν ἡ ἐξ ἐνέδρας
201ἐπίθεσις κατὰ τῶν ἀκροατῶν ἀδιακρίτως. Ὁμολογῶ ὅτι
202ἔχω συμπάθειαν πρὸς αὐτὸν, τὸν ἐκτιμῶ δὲ καὶ ὡς στρα-
203τιώτην, ἀλλὰ δυστυχῶς εἶναι παράφορος καὶ ἔχει καὶ τὴν
204ἰδιοτροπίαν νὰ ἐπιδεικνύηται ὡς παλληκαρᾶς· αὐτὸ τὸν
205βλάπτει καὶ τὸν ὠθεῖ εἰς παρεκτροπὰς καθ’ ἑκάστην.
206Κύριε Πρόεδρε, πρό τινος χρόνου ὁ φρούραρχος οὗτος
207ἦλθεν εἰς διαπληκτισμοὺς πρὸς ἕνα ἀξιότιμον συνάδελφόν
208μας Βουλευτὴν καὶ ἐκοπιάσαμεν διὰ νὰ συμβιβάσωμεν τὴν
209ὑπόθεσιν· πρὸ ὀλίγων ἔτι ἡμερῶν πρὸς ἄλλον ἀξιότιμον
210συνάδελφον ἐπίσης ἦλθεν εἰς ἔριδας, καὶ λυποῦμαι, λέγω,
211ὅτι δὲν δεικνύει καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς στρατιώτης ἀπέ-
212ναντι τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους τὴν εὐλάβειαν καὶ
213τὸν σεβασμὸν, τὸν ὀφειλόμενον πρὸς αὐτοὺς κατὰ καθῆκον.
214Ἠρνήθη λοιπὸν ὁ κ. φρούραρχος νὰ ἔλθωμεν ἐνώπιον τοῦ κ.
215Προέδρου, ὅπως ἴδωμεν, ἐὰν ἦτο δυνατὸν ποτὲ ὁ Πρόεδρος
216τῆς Βουλῆς νὰ δώσῃ τοιαύτην παράνομον διαταγήν. Μετέβην
217μόνος εἰς τὸ δωμάτιον τοῦ Προέδρου, ἀλλὰ δὲν ἦσθε ἐκεῖ,
218κύριε Πρόεδρε· μοὶ εἶπε δὲ ὑπάλληλός τις, ὅτι ἀπήλθετε.
219Ὅτε ἐπανῆλθον εἰς τὴν προτέραν θέσιν, ὅπως ἐξέλθω, εἶχεν
220ἀνοιχθῆ ἡ θύρα καὶ εἶχεν ἐξέλθει ὁ λαὸς, ἤλπιζον δὲ, ὅτι
221δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ ἐξακολουθήσω οἱανδήποτε ἐνέργειαν.
222Ἀλλὰ τότε ἀντελήφθην ἑτέρας σκηνῆς, χείρονος τῆς πρώ-
223της. Ἔπαυσε πλέον ὁ ἀγὼν κατὰ τῶν πολιτῶν, καὶ ἠγέρθη
224ἀγὼν — αἰσχύνομαι νὰ τὸ εἴπω — μεταξὺ τοῦ κ. φρουράρχου
225καὶ τῶν στρατιωτῶν ἀφ’ ἑνὸς καί τινων ἀντιπροσώπων τοῦ
226Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀφ’ ἑτέρου. Ὁ κ. φρούραρχος δὲν ἐφέρθη
227εὐπρεπῶς πρὸς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, πρὸς τὸν κ.
228Ἀλεξάκην, πρὸς τὸν κ. Σάκκην καὶ πρὸς τὸν κ. Ἰωάννην
229Ἀντωνόπουλον, νομίζω, καὶ πρὸς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἦλθον
230ἐκεῖ, διαπυνθανόμενοι τὰ συμβαίνοντα καὶ ἐπιτιμῶντες τὸν
231φρούραρχον διὰ τὰ γενόμενα. Ὁ κ. φρούραρχος δὲν ἠθέ-
232λησε νὰ συνέλθῃ· ὢν φύσει παράφορος, παρεξετράπη καὶ
233δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά. Δὲν πιστεύω, κύριε Πρόεδρε, νὰ
234εἴχετε δώσει διαταγὴν, ὅπως οἱ φρουροὶ τῆς Βουλῆς λογ-
235χίζουν τοὺς πολίτας ἐν μέσῃ ὁδῷ! Εἰς τὴν ὁδὸν ὁλόκληρος
236ἡ φρουρὰ μὲ τὸν ἀξιωματικὸν ἐπὶ κεφαλῆς ἐπετέθη κατὰ
237τῶν πολιτῶν. Ταῦτα διὰ τῶν ἰδίων ὀφθαλμῶν ἀντελήφθη-
238μεν πάντες οἱ παρόντες Βουλευταὶ, ἐγὼ δὲ εἶδον εἰς τὰς
239χεῖρας τοῦ κ. φρουράρχου ῥάβδον, τὴν ὁποίαν ἐκράτει,—
240καὶ βεβαίως, ἐπειδὴ εἶναι ἔντιμος στρατιώτης, δὲν θ’ ἀρ-
241νηθῇ τοῦτο,— καὶ διὰ τῆς ὁποίας, μὲ ἐβεβαίωσε πολίτης
242τις, ὃν σᾶς ὠνόμασα ἐν ἀρχῇ, ὅτι τὸν ἐκτύπησε.
243Τοιαῦται σκηναὶ εἶναι πρωτοφανεῖς, κύριε Πρόεδρε, καὶ
244ταύτην τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν μανθάνετε ταῦτα,— καὶ εἶμαι
245βέβαιος ὅτι δὲν ἀμφιβάλλετε περὶ τῆς ἀληθείας αὐτῶν,—
246δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκφράσητε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν
247προηγουμένως ἐξεφράσατε, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Πρόεδρος
248τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος — δὲν διστάζω νὰ τὸ εἴπω — μέ-
249χρι τοῦδε ἔδωκε δείγματα ποιᾶς τινος ἀμεροληψίας, δὲν
250εἶναι δυνατὸν, λέγω, νὰ ἀναδεχθῇ, οὔτε νὰ ἀναγνωρίσῃ,
251ὅτι ὅσα ἐγένοντο ἐγένοντο τῇ διαταγῇ αὐτοῦ. Ἐγὼ φρονῶ
252καὶ γνωρίζω, ὅτι ἐγένοντο παρὰ τὰς διαταγὰς τοῦ Προέ-
253δρου, καὶ πρέπει νὰ ἐκφράσωμεν τὴν λύπην μας ἐπὶ τού-
254τοις· νὰ ἐξετάσητε δὲ ἐν λεπτομερείᾳ τὰ συμβάντα, καὶ νὰ
255ζητήσητε τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν τοῦ παρεκτραπέντος
256ἀξιωματικοῦ. Ἂς εὐχηθῶμεν δὲ πάντες ὑμεῖς νὰ μὴ ἐπα-
257ναληφθῶσι τοιαῦται σκηναὶ, ἐξευτελίζουσαι τὸ Κοινοβού-
258λιον καὶ τὸ ἀξίωμα, δι’ οὗ μᾶς περιέβαλεν ὁ Ἑλληνικὸς
259λαός.
260§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ κ. φρούραρχος
261ἐνήργησε συμφώνως μὲ τὴν ἰδικήν μου διαταγήν. Ἐγὼ δὲν
262εἶχον ἀπέλθει τοῦ Βουλευτηρίου, μετέβην μάλιστα καὶ ἐκά-
263λεσα τὴν ἔξωθι αὐτοῦ παραμένουσαν φρουρὰν, ὅπως ἐνι-
264σχύσῃ τοὺς ἐντὸς φρουροῦντας στρατιώτας, διὰ νὰ προλάβω
265ἀτακτήματα. Ὁ κ. φρούραρχος λοιπὸν, συλλαβὼν τοὺς δύο
266ἀτακτήσαντας, ἐνήργησε κατὰ τὰς διαταγάς μου. Ἐὰν ὁ
267κ. φρούραρχος ἀφίνετο ἐλεύθερος εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς ὑπη-
268ρεσίας του καὶ τῶν διαταγῶν μου, καὶ δὲν προσήρχοντό
269τινες τῶν κυρίων Βουλευτῶν νὰ ἀναλάβωσι τὴν ὑπεράσπι-
270σιν τοῦ δῆθεν καταδιωκομένου ἑλληνικοῦ λαοῦ,—διότι ἐπὶ
271δύο ἤδη συνόδους, καθ’ ἃς ἐγὼ προεδρεύω, νομίζω ὅτι ὁ λαὸς
272ἐνταῦθα ἔχει πλήρη ἐλευθερίαν καὶ οὐδόλως ἠνωχλήθη παρά
273τινος,—δὲν θὰ συνέβαινε τίποτε. Ἐγὼ ἀπαιτῶ ἀπὸ τὰ ἀκροα-
274τήρια ἡσυχίαν καὶ τάξιν, σέβομαι δὲ αὐτὰ, ὅταν ἡσυχά-
275ζωσιν· ὅταν ὅμως παρεκτρέπωνται, βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ
276τὸ ἀνεχθῶ. Ἐὰν, ἐπαναλαμβάνω, οἱ κύριοι Βουλευταὶ, οἱ
277διαμαρτυρόμενοι διὰ τὰ συμβάντα, δὲν ἐλάμβανον μέρος
278ὅπου δὲν ὤφειλον νὰ λάβωσι, καὶ δὲν ἐνίσχυον διὰ τῆς πα-
279ρουσίας των τοὺς παρεκτραπέντας ἀκροατὰς, δὲν θὰ συνέ-
280βαινε τὸ δυσάρεστον, τὸ ὁποῖον συνέβη.
281§14ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετέβημεν ἐκεῖ, ἀφοῦ
282ἐπληροφορήθημεν, ὅτι πολῖται ἐδέροντο. Ἐγὼ αὐτὸς ἀντε-
283λήφθην, ὅτι ἐδέροντο, καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. φρούραρχον νὰ
284μὴ κτυποῦν τοὺς πολίτας, ἀλλ’ ὁ κ. φρούραρχος, ἀντὶ νὰ
285ἀποτρέψῃ, διέταξε τοὺς στρατιώτας νὰ θέσωσιν ἐφ’ ὅπλου
286λόγχην.
287§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. φρούραρχος, ἐκτελῶν τὸ καθῆκόν
288του, ἔκαμε πολὺ καλὰ νὰ μὴ ἀκούσῃ κἀνένα.
289§16ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔκαμε πολὺ κακά! (θόρυβος).
290§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν δὲν ἦσθε Πρόεδρος, δὲν ἔχετε δι-
291καίωμα νὰ διατάξητε τίποτε.
292§18ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μίαν ἑσπέραν τοῦ τρέχοντος μηνὸς ἐτραυ-
293μάτισεν ὑπαξιωματικόν τινα τῆς φρουρᾶς ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ
294Βουλευτηρίου.
295§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄσχετον.
296§20ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νὰ ἐγκαταλείψητε τὴν ἕδραν τοῦ Προέ-
297δρου, διότι εἶσθε ἐνδιαφερόμενος.
298§21ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἤθελον νὰ εἴπω καὶ
299ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε· ἔχετε καθήκοντα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνα-
300σθε νὰ παραβῆτε.
301§22Α. ΡΟΥΚΗΣ (πρὸς τὸν Χριστόπουλον). Κάθησε
302κάτω! (θόρυβος).
303§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ... (θόρυβος).
304§24ΗΛΙΑΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι θέα-
305τρον, Κύριοι, νὰ χειροκροτοῦν (θόρυβος).
306§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ... Κατηγορεῖτε τὸν Πρόε-
307δρον τῆς Βουλῆς;
308§26ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι.
309§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ κατέλθω τῆς ἕδρας
310τοῦ Προέδρου.
311§28ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἔχετε τὴν ἀπάθειαν τοῦ Προέδρου.
312§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν γείνητε Πρόεδρος, τότε ἠμπορεῖτε
313νὰ δώσητε διαταγάς.
314§30ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρα-
315τιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἐνήργησε κατὰ
316τοῦ φρουράρχου τῆς Βουλῆς λοχαγοῦ Γενήσαρλη διὰ τὸν
317ὑπ’ αὐτοῦ τραυματισμὸν κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς 10 τρέχοντος
318μηνὸς τοῦ φρουροῦντος ὑποδεκανέως τοῦ μηχανικοῦ σώ-
319ματος, ὁ ὁποῖος αἱμόφυρτος ἐπὶ φορείου μετεφέρθη εἰς τὸ
320νοσοκομεῖον. Αὐταὶ εἶναι πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας ὁ κ.
321φρούραρχος τυγχάνει ἄξιος συγχαρητηρίων παρὰ τοῦ κ.
322Προέδρου τῆς Βουλῆς! Διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην ὁ ἀξιω-
323ματικὸς τῆς φρουρᾶς κατήγγειλε τὸν λοχαγὸν Γενήσαρλην
324εἰς τὸ Φρουραρχεῖον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
325Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἐνήργησεν
326ἐπὶ τῆς καταγγελίας ταύτης.
327§31ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κα-
328ταγγελία δὲν ἐδόθη διὰ τοιαύτην πρᾶξιν, οὐδὲ γνωρίζει τι ἡ
329ὑπηρεσία περὶ αὐτῆς. Παρακαλῶ, τὴν ἐπερώτησίν σας
330νὰ δώσητε ἐγγράφως, καὶ θέλω ἐνεργήσει τὰ δέοντα.
331§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χριστόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
332§33ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί,
333δὲν θὰ ἀναμιχθῶ βεβαίως εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήμα-
334τος, διότι δὲν ἤμην παρών. Περὶ τούτου λοιπὸν δὲν ἐζή-
335τησα τὸν λόγον, ἐζήτησα ὅμως τὸν λόγον, ὅπως ἀπευθύνω
336παρατήρησιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅστις, κατα-
337χρώμενος τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἡ πλειοψηφία μετέδωκε
338πρὸς αὐτὸν, συμπεριφέρεται ἀπὸ τῆς ἕδρας του πρὸς τοὺς
339Βουλευτὰς κατὰ τρόπον, ὅστις νομίζω, ὅτι δὲν ἁρμόζει
340οὔτε πρὸς αὐτὸν, οὔτε πρὸς τοὺς ἄλλους...
341§34ΡΟΥΚΗΣ. Ὅπως τοὺς πρέπει συμπεριφέρεται.
342§35ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (πρὸς τὸν Ρούκην). Ὅπως σᾶς πρέπει.
343§36Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω ἀφορμὴν, ἵνα ἀπευ-
344θύνω τὴν παρατήρησιν ταύτην καὶ ἐκ τῆς σημερινῆς συμ-
345περιφορᾶς τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς
346συμπεριφορᾶς αὐτοῦ κατὰ μίαν τῶν προλαβουσῶν συνε-
347δριάσεων, τὴν ὁποίαν πρὸς ἐμὲ αὐτὸν ἐτήρησεν ὁ κ. Πρόε-
348δρος. Καὶ δὲν ἐνόμισα μὲν πρέπον, συμφώνως πρὸς τὴν
349κρατοῦσαν κοινοβουλευτικὴν τάξιν, ν’ ἀπευθύνω τότε παρα-
350τήρησιν, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ὅμως, ἐπαναλέγω, τοῦ σημερι-
351νοῦ ἐπεισοδίου, ποιοῦμαι τὸ παράπονον, διότι μοὶ ἐφάνη,
352ὅτι καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, καὶ πάντες οἱ κύριοι Βουλευ-
353ταί, οἵτινες παρευρέθησαν τὴν στιγμὴν ταύτην, ἀντελή-
354φθησαν τοῦ τρόπου τοῦ Προέδρου. Πρόκειται περὶ τῆς
355συνεδριάσεως ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐψηφοφορεῖτο τὸ
356σύνολον τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Κακουργιοδικείου
357ἐν Ἀλεξανδρείᾳ. Εἶχον κουρασθῆ καὶ μετέβην εἰς τὸ κα-
358πνιστήριον ἐπὶ μίαν στιγμήν, ὁπόταν ἔρχωνται καὶ μοὶ
359ἀναγγέλλουσιν, ὅτι τὸ ὄνομά μου ἐξεφωνήθη. Ὁ κατάλο-
360γος τῆς ἑσπέρας ἐκείνης, παρὰ τὰ εἰωθότα, ἀνεγνώσθη μετὰ
361σιδηροδρομικῆς τῷ ὄντι ταχύτητος· ἔσπευσα λοιπὸν νὰ
362προσέλθω, καὶ τότε εἷς τῶν κυρίων Γραμματέων ἐξεφώνησε
363τὸ ὄνομά μου, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος μετ’ ἀποστροφῆς, ἥτις
364νομίζω, ὅτι δὲν προσήκει οὐδὲ εἰς τὸ ἀξίωμά του, ἀλλὰ
365πρὸ πάντων δὲν προσήκει εἰς ἐμὲ, εἶπεν: «ἤρχισεν ἡ
366διαλογή!»
367§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν εἶχον κηρύξει.
368§38Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι πραγματικὸν ζή-
369τημα, ἂν εἴχετε κηρύξει τὴν διαλογήν. Ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ
370ἀντιτάξω τι πρὸς τοῦτο· ἀλλὰ λέγω, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’
371ὃν ἀπηυθύνθητε πρὸς ἐμὲ, δὲν προσῆκεν οὐδ’ εἰς ὑμᾶς, οὐδ’
372εἰς ἐμέ.
373§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, σᾶς διαβεβαιῶ ἐν τιμῇ,
374ὅτι εἶχον κηρύξει τὴν λῆξιν τῆς ψηφοφορίας· ἐπέπληξα
375δὲ τὸν Γραμματέα, ὁ ὁποῖος ἐξεφώνησε τὸ ὄνομά σας.
376§40Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι τοῦτο, κύ-
377ριε Πρόεδρε, ἀλλ’ ἔλαβον ἀφορμὴν σήμερον, ἵνα ἀναμνησθῶ
378τοῦ γεγονότος ἐκείνου καὶ νὰ παραπονεθῶ. Ἀνεξαρτήτως
379ὅμως τούτου, ἀφοῦ σεῖς ὁμολογεῖτε, ὅτι ὅ,τι ἐγένετο δὲν
380ἀφορᾷ εἰς ἐμὲ, ἀποδέχομαι τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ
381δίδετε.
382§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ μέχρι τοῦδε διαγωγή μου ἀποδει-
383κνύει, νομίζω, ὅτι λίαν ἀμερολήπτως διεξάγω τὰς ἐργα-
384σίας τῆς Βουλῆς...
385§42ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
386§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ... Ἐφ’ ὅσον δ’ εἶμαι Πρόεδρος τῆς Βου-
387λῆς, ἐννοῶ ὁ κ. φρούραρχος νὰ ἐκτελῇ τὰς ἰδικάς μου δια-
388ταγὰς καὶ οὐχὶ διαταγὰς ἄλλων.
389§44ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ.
390Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ διορθώσῃ τὴν κατάστασιν
391αὐτὴν, ἵνα μὴ καθιερωθῇ κακὸν προηγούμενον, διότι πάν-
392τοτε τὰ τοιαῦτα γεγονότα τίθενται εἰς χρέωσιν καὶ εἰς
393πίστωσιν...
394§45ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὤ! ὤ!
395§46ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ καγχάζετε! Θὰ ἔλθῃ και-
396ρὸς, καθ’ ὃν θὰ ἴδητε τὸν τοιοῦτον ἀνοικτὸν λογαριασμόν.
397Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς
398ν’ ἀνακαλέσῃ τὰ συγχαρητήριά του πρὸς τὸν κ. φρούραρ-
399χον, ἐκ τοῦ ἑξῆς γεγονότος. Πρὸ μιᾶς καὶ ἡμισείας ὥρας
400πρὶν ἢ συμβῶσιν αἱ σκηναὶ, αἱ καταγγελθεῖσαι ὑπὸ τῶν
401συναδέλφων, ὑπέστην ἐγὼ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν οἱ
402κύριοι Βουλευταὶ κατόπιν. Ἠθέλησα νὰ ἐξέλθω μὲ τὸν
403βουλευτὴν κ. Σακελλαριάδην καὶ μέ τινα ἄλλον ἐκ τῆς
404ὀπισθίας θύρας. Ἐκεῖ εἴδομεν τοὺς στρατιώτας μὲ ἐφ’
405ὅπλου λόγχην παρακωλύοντας τὴν ἔξοδον· ἐζητήσαμεν νὰ
406ἐξέλθωμεν, ἀλλὰ μᾶς παρεκώλυσαν· τότε ἦλθεν εἷς κλητὴρ
407τῆς Βουλῆς καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς: «Τί κάμνετε! εἶναι Βου-
408λευταί.» Οἱ δὲ στρατιῶται ἀπήντησαν: «Ἔχομεν διατα-
409γὰς. Ἐὰν ἦναι ἔτσι, παραιτοῦμεν τὰ ὅπλα μας καὶ φεύ-
410γομεν.» Ταῦτα συνέβησαν μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν, κύριε
411Πρόεδρε, πρὶν ἢ σεῖς δώσητε διαταγὴν, ὅπως συλλάβωσιν,
412ὡς εἴπετε, τοὺς ἀτακτήσαντας. Ὥστε εἶχον προαποφασι-
413σθῆ ὅσα κατόπιν ἔλαβον χώραν.
414Λοιπὸν ἡ κατάστασις αὕτη πρέπει νὰ διορθωθῇ ἀπὸ τὸν
415φέροντα τὴν εὐθύνην κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι
416ἀπὸ σᾶς δὲν περιμένω τοιαύτην διόρθωσιν.
417§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἴσως ἓν παράπονον δύνασθε νὰ ἔχητε,
418ὅτι ὁ κλητὴρ δὲν ἦτο τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰς τὴν θέσιν
419του· καὶ θὰ ἐξετάσω ποῖος ἦτο ὁ κλητὴρ οὗτος. Οἱ στρα-
420τιῶται, οἱ φρουροῦντες ἑκάστοτε ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, δὲν
421γνωρίζουσι τοὺς Βουλευτάς. Καὶ ἐμὲ τὸν ἴδιον ὁ σκοπὸς ἠμ-
422πόδιζε πρὸ ἡμερῶν νὰ εἰσέλθω, διότι δὲν μὲ ἐγνώριζε· δὲν
423ἔχομεν κἀνὲν μετάλλιον οἱ Βουλευταὶ, κἀνὲν διακριτικὸν
424σημεῖον.
425§48ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ ὑπῆρξα μάρτυς τῆς ἑξῆς σκη-
426νῆς. Διευθυνθεὶς πρὸς τὴν ὀπισθίαν θύραν, ὁπόθεν συνήθως
427ἐξέρχομαι, εὑρέθην ἀπέναντι στρατιωτῶν κατεχόντων τὴν
428τὴν θύραν· τὴν ἤνοιξα καὶ προχωρήσας εὑρέθην ἀπέναντι
429ἄλλων στρατιωτῶν, οἱ ὁποῖοι διεπληκτίζοντο μετὰ πολι-
430τῶν. Πλησιάζω καὶ βλέπω ἕνα τῶν στρατιωτῶν κρατοῦντα
431ἀπὸ τῆς χειρὸς ἕνα νέον καὶ σύροντα αὐτὸν δίκην ἐριφίου
432ὁδηγουμένου εἰς τὴν σφαγήν. Πλησιάζω· ὁ στρατιώτης ἦτο
433οἰνοβαρὴς ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε βεβαίως ἐπετράπη εἰς αὐτὸν
434νὰ κάμῃ χρῆσιν πέραν τοῦ δέοντος οἴνου...
435§49Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐντροπή! Σεβασθῆτε τὴν ἡλικίαν σας!
436§50Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ... νὰ κάμῃ, λέγω, χρῆσιν οἴνου
437πέραν τοῦ δέοντος, ἵνα διαδραματίσῃ τοιαύτην σκηνήν·
438διότι δὲν εἶχε τὸ σύνηθες ἤρεμον. Ὄχι! Δὲν εἶναι ἐπιτε-
439τραμμένον νὰ ἔχωσι τὰς θύρας κεκλεισμένας καὶ νὰ μὴ
440ἐπιτρέπωσι τὴν ἔξοδον. Ἐγὼ ἐφώναζον: «Κάμετέ μοι τό-
441πον, κύριε Γενήσαρλη· τί κατάστασις εἶναι αὐτή!» ἀλλ’
442οὐδεὶς μὲ ἤκουεν. Ἔβλεπον τὸν νέον, ὁ ὁποῖος ἔτρεμε κρα-
443τούμενος ἀπὸ τὸν οἰνοβαρῆ στρατιώτην, ἀποπνέοντα ἀνυ-
444πόφορον ὀσμὴν οἴνου. «Μὰ τί κάμνετε, παιδιά! Ἀφῆστε
445τὸ παιδί. Τί σᾶς ἔκαμε;» Ποῦ νὰ μὲ ἀκούσουν!...
446§51ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο κατὰ διαταγὴν τοῦ Προέδρου.
447§52ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ... Τότε ἐδέησε νὰ ὀπισθοδρομήσω
448καὶ ἐξέλθω ἀπὸ τὴν θύραν τοῦ προαυλίου, τῆς κυρίας εἰσό-
449δου· διότι ἐγὼ βεβαίως δὲν ἤθελον ν’ ἀναμιχθῶ εἰς πράγ-
450ματα, τὰ ὁποῖα θεωρῶ εἰς τὰς περιστάσεις τὰς σημερινὰς
451ἀπαίσια, διότι πολλὰ ὑπάρχουσι, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐπι-
452σύρωσι τὴν προσοχήν μας καὶ νὰ προσέξωμεν, μὴ τυχὸν
453προετοιμάζωνται πράγματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως θὰ ὁδηγή-
454σωσι τὸν τόπον αὐτὸν εἰς αἱματηρὰς σκηνὰς καὶ εἰς τὴν
455καταστροφήν...
456§53Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Συγκίνησις!
457§54ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Συγκίνησις, νεανία! Μὴ ὁμιλεῖτε
458μὲ τὸν τρόπον τοῦτον! Δὲν εἶσθε εἰς θέσιν, διότι θέλετε νὰ
459ὑπηρετήσητε τὸν θεόν σας, νὰ κάμνητε τοιαύτας παρατη-
460ρήσεις... Ὅταν, ἀντὶ νὰ διαβλέπωμεν τὴν κατάστασιν τῶν
461πραγμάτων, κάμνωμεν παρατηρήσεις ἐπὶ τοιούτων γεγονό-
462των, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τυχαῖα· ὅταν εἷς τῶν Βουλευτῶν
463λέγῃ, ὅτι αἱ θύραι ἦσαν κεκλεισμέναι πρὸ μιᾶς καὶ ἡμι-
464σείας ὥρας καὶ δὲν ἐπετρέπετο ἡ ἔξοδος, ὅταν οἱ στρατιῶ-
465ται ἦσαν οἰνοβαρεῖς, ὥστε νὰ τολμήσωσι τὰ πάντα, τοῦτο
466σημαίνει, ὅτι τὰ πράγματα ἦσαν προπαρεσκευασμένα.
467§55ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐνόμιζον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἔκθε-
468σις τῶν γεγονότων ἐν πλήρει εἰλικρινείᾳ ἤθελεν ἐγείρει τὴν
469ἀγανάκτησιν καὶ ὑμῶν καὶ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ
470ἐξέθηκα τὰ γεγονότα οὕτως, ὥστε νὰ μὴ δώσω τὴν ἐλα-
471χίστην χροιὰν κομματικότητος· δὲν εἶναι ζήτημα ὑπουρ-
472γικὸν ἢ κομματικόν, ἐὰν ὁ φρούραρχος τῆς Βουλῆς παρεξε-
473τράπη κατὰ Βουλευτῶν καὶ πολιτῶν, καὶ ἐὰν οἱ φρουροὶ
474παρεξετράπησαν κατὰ τῶν πολιτῶν μετὰ τοῦ φρουράρχου,
475τύπτοντος τοὺς πολίτας διὰ τῆς ῥάβδου. Λυποῦμαι, διότι
476ἡ πλειοψηφία παρεξήγησε τὴν πρόθεσιν ἡμῶν, καὶ ἐνόμισεν,
477ὅτι ἡμεῖς ἤλθομεν ἐνταῦθα, ὅπως ὠφεληθῶμεν κομματικῶς,
478ὅπως προκαλέσωμεν ζήτημα κομματικόν, ἢ ζήτημα ἐμπι-
479στοσύνης. Ἔχω πεποίθησιν ἐπὶ τὴν ὀρθοφροσύνην τοῦ Προέ-
480δρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡγέτου τῆς πλειοψηφίας, καὶ
481ἐπειδὴ ἐπὶ πολλὰ ἔτη τυγχάνει Βουλευτὴς καὶ ἀντιπρό-
482σωπος τοῦ Ἔθνους, ἐλπίζω ὅτι ἔχει τὴν συναίσθησιν τῆς
483φιλοτιμίας τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Ἔθνους, καὶ ὅτι δὲν θέ-
484λει σκεφθῆ ὅπως ἐσκέφθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ἔχω
485πεποίθησιν, ὅτι ἡ πλειοψηφία, ψυχρῶς σκεπτομένη, θὰ ἴδῃ,
486ὅτι εἶναι κάκιστον προηγούμενον, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ
487ἐπαναληφθῇ, εἴτε ἡ πλειοψηφία εἶναι ἐντεῦθεν, εἴτε ἡ πλειο-
488ψηφία εἶναι εἰς τὴν ἄλλην πλευράν. Ἀλλοίμονον, κύριε
489Πρόεδρε, ἐὰν καταντήσωμεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ νὰ
490πυγμαχῶμεν, νὰ διαπληκτιζώμεθα μὲ τοὺς στρατιώτας,
491τοὺς φρουροῦντας τὸ Κοινοβούλιον! ἀλλοίμονον καὶ τρὶς ἀλ-
492λοίμονον! Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, διότι ἠμφισβητήσατε
493γεγονότα παρ’ ἐμοῦ βεβαιωθέντα. Ἐγὼ σᾶς ἐζήτησα, κύριε
494Πρόεδρε, εἰς τὸ δωμάτιον τὸ ὡρισμένον ὡς Προεδρεῖον, εἰσ-
495ῆλθον εἰς τὸ δωμάτιον, καὶ εὗρον αὐτὸ σκοτεινὸν, ἐπληρο-
496φορήθην δὲ παρ’ ὑπαλλήλου τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ Πρόεδρος
497δὲν ἦτο ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ. Ἀλλ’ ἡ διαβεβαίωσίς σας,
498ὅτι ἦσθε ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, μοὶ ἐγείρει ἀπορίαν εὔλογον.
499§56ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἤμεθα μαζή.
500§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤμην ἐδῶ, καὶ ἔσπευσα καὶ εἰς τὸν τό-
501πον τῆς συμπλοκῆς.
502§58ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος, ἀφοῦ ἦτο ἐν τῷ Βου-
503λευτηρίῳ, ὡς λέγει, ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐκεῖ, εἰς τὸν τόπον τῶν
504διαπληκτισμῶν, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἀντίθετον πλευράν.
505§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἦλθον ἐκεῖ· ἀλλ’ ὑμεῖς εἴχετε ἤδη σώ-
506σει τὸν λαὸν, καὶ ἀνεχωρήσατε.
507§60ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Πρόεδρε. Σᾶς
508λέγω καὶ πάλιν, ὅτι πρέπει νὰ ἐνθυμῆσθε, ὅτι εἶσθε Πρόε-
509δρος τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐκ τῆς θέσεως ὑμῶν σᾶς ἐπιβάλλεται
510ἀμεροληψία καὶ μετροέπεια, καὶ οὐχὶ ἀμετροέπεια. Σᾶς
511ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐγὼ καθ’ ἑκάστην εἰσέρχομαι εἰς τὸ
512Κοινοβούλιον ἐκ τῆς ὀπισθίας θύρας, καὶ ἐξέρχομαι ἀπ’
513αὐτήν. Τίς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητήσῃ τοῦτο; Ἠθέλετε
514χθὲς ἐκτάκτως νὰ φαντασθῶ, ὅτι εἴχετε διατάξει σεῖς τὸν
515κ. Φρούραρχον νὰ κρατῇ ῥόπαλον, καὶ τοὺς στρατιώτας
516μετὰ τῶν λογχῶν νὰ ἐπιτεθῶσι κατὰ τῶν ἀνθρώπων τῶν
517ἀκροωμένων τῶν συζητήσεων δυνάμει τοῦ Συντάγματος
518καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὥστε ν’ ἀλλάξω πορείαν
519καὶ ἐξέλθω ἐκ τῆς ἄλλης θύρας; Ἐὰν μὲ εἰδοποιεῖτε περὶ
520τούτου, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ διατάξητε τὴν νυκτερινὴν ταύτην
521ἐπίθεσιν, τότε ἤθελον συμμορφωθῆ μὲ τὰς διαταγάς σας,
522ὅπως μὴ λογχισθῶ καὶ ἐγώ.
523Ἐλπίζω ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη θὰ φέρῃ καλὸν ἀποτέ-
524λεσμα, ἐπιβάλουσα τὴν παρέμβασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς
525Κυβερνήσεως, διότι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἔχωμεν τοιαύτας
526σκηνὰς ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ.
527§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ σᾶς ὑπόσχομαι, κύριε Βουλευτὰ,
528ὅτι ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ θὰ τηρήσω πλήρη τάξιν, ὅπως
529ἐτήρησα μέχρι τοῦδε· καὶ ἤθελε διατηρηθῆ καὶ χθὲς ἡ τά-
530ξις, ἂν σεῖς δὲν ἀνελαμβάνετε τὴν σωτηρίαν τοῦ λαοῦ.
531§62ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αὐταὶ εἶναι ἀπρεπεῖς φράσεις, λεγόμε-
532ναι παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς.
533§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν.
534§64ΑΛΕΞΑΚΗΣ (πρὸς τὸν Πρόεδρον). Ὑβρίζετε τοὺς
535Βουλευτάς! (θόρυβος).
536§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν Ἀλεξάκην). Κάθησε κάτω!
537(θόρυβος).
538Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτὰ Ἀττικῆς, νὰ ἀνακαλέσητε
539τὴν λέξιν, τὴν ὁποίαν εἴπετε.
540§66ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐξεφράσατε, κύριε Πρόεδρε, ὡς Πρόε-
541δρος τῆς Βουλῆς, φράσιν ἐναντίον μου, ἡ ὁποία, ἐὰν δὲν
542ἦσθε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ ἦτο ἀπρεπὴς, ἀλλ’
543ἐπειδὴ εἶσθε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀπρεπής.
544§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν, τὴν λέξιν «ἀπρε-
545πῆ» νὰ τὴν ἀνακαλέσητε... Δὲν τὴν ἀνακαλεῖτε; Σᾶς
546ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν, καὶ διατάσσω νὰ σημειωθῇ τοῦτο
547εἰς τὰ πρακτικά.
548§68ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ
549διατάξητε τὴν ἀναγραφὴν εἰς τὰ πρακτικὰ, παρὰ μόνον
550δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Νὰ ἀνακαλέσητε εἰς τὴν τάξιν,
551μάλιστα’ ἀλλ’ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς δὲν ἔχετε δι-
552καίωμα ν’ ἀναγράψητε τοῦτο, παρὰ τῇ ἀποφάσει τῆς Βου-
553λῆς. Οὕτω λέγει ὁ Κανονισμός.
554§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ
555Ἀττικῆς ἐξέφερε φράσιν ἀπρεπῆ κατ’ ἐμοῦ...
556§70ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὄχι δά! τὸ ἐναντίον.
557§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ... Τὸν ἀνεκάλεσα εἰς τὴν τάξιν καὶ
558διέταξα νὰ σημειωθῇ τοῦτο εἰς τὰ πρακτικὰ. Ἐπειδὴ
559ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς θέλει ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, παρα-
560καλῶ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλῶ
561νὰ ἐγερθῶσιν...
562§72ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
563§73ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι πράγματα αὐτὰ, κύριε Πρόεδρε!
564§74Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι δεκαπέντε οἱ ζητοῦντες
565τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
566§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὰ
567πρακτικὰ ἡ ἀνάκλησις εἰς τὴν τάξιν τοῦ βουλευτοῦ ἐξ
568Ἀττικῆς κ. Ζυγομαλᾶ λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι
569λέγουσιν Ὄχι.
570§76ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα, κύριε Πρόε-
571δρε, ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου.
572§77ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸ ἄρθρον 31 τοῦ
573Κανονισμοῦ, δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ προκαλέσητε ψηφοφορίαν
574ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος· διότι τὸ ἄρθρον 31 λέγει τὰ ἑξῆς
575(ἀναγινώσκει): «Πᾶς Βουλευτὴς, ταράττων τὴν τάξιν,
576ἀνακαλεῖται ὀνομαστὶ παρὰ τοῦ Προέδρου· ἂν δὲ ἐπιμένῃ,
577ἐγγράφεται ἡ ἀνάκλησις εἰς τὰ πρακτικά. Ἀπειθοῦντος δ’
578αὐτοῦ καὶ περαιτέρω, ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει ἅμα τὴν εἰς τὰ
579πρακτικὰ καταχώρησιν τῆς τε παρεκτροπῆς καὶ τῆς ἀπο-
580δοκιμασίας.»
581§78ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἰς τὴν περίστασιν ταύτην δὲν ἐφαρ-
582μόζεται τὸ ἄρθρον 31, ἀφορῶν εἰς τοὺς ταραξίας, ἀλλὰ
583τὸ ἄρθρον 27, τὸ ἀφορῶν εἰς προσβλητικὴν φράσιν. Ἀλλ’ ὁ
584κ. Πρόεδρος ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι αὐτὸς ἐνδιαφερό-
585μενος, ἀφοῦ θεωρεῖ ἑαυτὸν προσβεβλημένον, καὶ ἑπομένως
586ἀναρμόδιος νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Κανονι-
587σμοῦ (θόρυβος). Ἐγὼ ἐμερίμνησα περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας,
588τοῦ Σώματος· αὐτὸ ἂς πράξῃ ἤδη ὅτι ἂν ἐγκρίνῃ.
589§79ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην τῆς ἀδείας τῆς
590Βουλῆς, κύριε Πρόεδρε· εἰς τὰ πρακτικὰ ἀναγράφεται πᾶν
591ὅ,τι συμβαίνει ἐν τῇ Βουλῇ. Λοιπὸν οἱ γραμματεῖς θ’ ἀνα-
592γράψωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη ἐν τῇ Βουλῇ,
593§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 31 τοῦ Κα-
594νονισμοῦ ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀτ-
595τικῆς, καὶ διατάσσω νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ
596ἀνάκλησις.
597Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;...
598Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
599Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πι-
600στώσεως διὰ τὰς δαπάνας τοῦ Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. ἴσης τῷ
601δωδεκατημορίῳ τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων τῆς χρή-
602σεως 1893.
603(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν,
604ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤ-
605ῥήσεως).
606§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως
607ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1893.
608(Ἐνταῦθα ὁ Πρόεδρος παραχωρεῖ τὴν ἕδραν
609εἰς τὸν ἀντιπρόεδρον κ. Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλον).
610§82ΚΑΪΡΗΣ. Ἔντιμοι κύριοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους!
611Ὅτε κατὰ Μάρτιον τοῦ 1887 διεξήγετο ἐν τῇ αἰθούσῃ
612ταύτη ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους
613ἐκείνου, καὶ ἐπεβάλλετο τῷ ὄντι βαρεῖα φορολογία εἰς τὸν
614Ἑλληνικὸν λαὸν πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐνδεικνυμένου ἐλλείμ-
615ματος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐκείνῳ ἐξ 23 ὡς ἔγγιστα
616ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἔλλειμμα δὲν ἠδύνατο νὰ καλυ-
617φθῇ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δι’ ἐξευρέσεως δανείου, ὡς ἐκ τῆς
618ἐντελοῦς ἐλλείψεως τῆς ἐξωτερικῆς ἡμῶν πίστεως, οὐδὲ
619ἠδύνατο νὰ ἐξαφανισθῇ διὰ πραγματικῶν οἰκονομιῶν ἐν
620τῷ προϋπολογισμῷ, ἀνῆλθον κἀγὼ τὸ βῆμα τοῦτο, ὡπλι-
621σμένος μὲ τὸ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐνέπνεε τότε οὐχὶ ἡ
622ἄγνοια τῶν οἰκονομικῶν θεμάτων, ἀλλ’ ἡ συνείδησις τοῦ
623κινδύνου τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, καὶ διὰ γε-
624νικῶν γραμμῶν ὑπεστήριξα τὸ ὅλον οἰκονομικὸν σύστημα
625τῆς τότε Κυβερνήσεως, προεδρευομένης καὶ σήμερον παρὰ
626τοῦ ἐντίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, καὶ ἐψήφισα πάν-
627τας τοὺς ὁμολογουμένως βαρεῖς φόρους, κατεχόμενος ὑπὸ
628μόνης τῆς ἰδέας, ὅπως τὸ Κράτος δυνηθῇ ἀφ’ ἑνὸς νὰ δια-
629τηρήσῃ ἀκεραίαν τὴν πίστιν αὑτοῦ, πολύτιμον τότε καὶ
630νῦν καὶ διὰ τὸ παρὸν καὶ διὰ τὸ μέλλον, καὶ ἀφ’ ἑτέρου,
631ὅπως δυνηθῇ νὰ τηρήσῃ ἀπαρασάλευτον τὴν ἐν τῷ τόπῳ
632δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ζωηρῶς
633ἀκόμη μετὰ πόσης δριμύτητος ἡ Ἀντιπολίτευσις τοῦ χρό-
634νου ἐκείνου ἐπολέμησε τὸ ὅλον οἰκονομικὸν σύστημα τῆς
635Κυβερνήσεως, ἰσχυρισθεῖσα, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἠδύ-
636νατο νὰ ἀνθέξῃ εἰς τοσοῦτον βαρεῖαν φορολογίαν, ὅτι, καὶ
637ἂν ἀντεῖχεν ἐπί τινα καιρὸν, ἤθελε συντριβῆ ὑπὸ τὸ βάρος
638τῆς φορολογίας ἐκείνης, ὅτι ἡ φορολογία ἐκείνη ἔμελλε νὰ
639καταπονήσῃ πάντως τὴν παραγωγὴν τοῦ τόπου, νὰ ἀτο-
640νήσῃ τὴν κατανάλωσιν, ἓν δὲ μέσον σωτηρίας ὑπεδείκνυε
641τότε, λόγῳ μὲν, οἰκονομίας ἀπραγματοποιήτους καὶ μι-
642κρὰν φορολογίαν, ἔργῳ δὲ, τὴν ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς
643τῶν χρεωλυσίων τῶν δανείων ἡμῶν.
644Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ τῆς περιόδου ἐκείνης, ἄλλως σκεπτο-
645μένη καὶ πεποίθησιν ἔχουσα εἰς τὸ ὅτι τὰ τότε οἰκονομικὰ
646μέτρα τῆς Κυβερνήσεως ἔμελλον ν’ ἀποκαταστήσωσιν ἐν
647τῷ προϋπολογισμῷ ἰσοζύγιον σταθερὸν καὶ πραγματικὸν,
648ἀνταποκρινόμενον πρὸς πάσας τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κρά-
649τους, ἡ Βουλή, λέγω, τῆς περιόδου ἐκείνης διὰ μεγάλης
650πλειονοψηφίας ἐψήφισεν ὁλόκληρον τὸ οἰκονομικὸν σύστημα
651τῆς τότε Κυβερνήσεως, καὶ εἴδομεν εὐτυχῶς, ὅτι ἡ ἀντοχὴ
652τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν ὑστέρησεν, ἡ παραγωγὴ τοῦ τό-
653που δὲν κατεπονήθη, ἡ κατανάλωσις δὲν ἠτόνησε, ὡς ἦτο
654δ’ ἑπόμενον ἡ Ἀντιπολίτευσις τοῦ χρόνου ἐκείνου, Κυβέρ-
655νησις βραδύτερον γενομένη καὶ ψηλαφοῦσα τὰ πρὸ αὑτῆς
656πράγματα, ἠσθάνθη τὴν ἀνάγκην αὐτῶν τῶν πραγμάτων
657καὶ ἀπεδέχθη ὁλόκληρον τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς
658προκατόχου της διὰ τῆς εἰσηγήσεως ἐπιπροσθέτων φορο-
659λογικῶν βαρῶν ἐν τῇ Βουλῇ, ἅτινα βάρη ἐκρίθησαν ἀνε-
660παρκῆ, καὶ ἡ ἀνεπάρκεια τῶν βαρῶν αὐτῶν ἔφερε τὴν
661μεταβολὴν τῆς 17 Φεβρουαρίου· ὅτε δὲ ἡ διάδοχος Κυβέρ-
662νησις, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἐντίμου ἐκ Μαντινείας Βου-
663λευτοῦ, ἐποιήσατο ἔκκλησιν εἰς τὴν ψῆφον τοῦ Ἑλληνικοῦ
664λαοῦ, ἡ ψῆφος αὕτη ἔφερεν ἡμᾶς ἐνταῦθα, διὰ νὰ ἐπαρκέ-
665σωμεν εἰς πάσας τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, καὶ ἡ πα-
666ροῦσα Κυβέρνησις, τῇ ψήφῳ τῆς Βουλῆς ὑποδειχθεῖσα τῷ
667ἄρχοντι, μετὰ μελέτην καὶ ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων, ἀπῄ-
668τησε παρὰ τῆς Βουλῆς νέα βάρη. Καὶ τὰ νέα ταῦτα βάρη
669ἐν τῇ παρελθούσῃ συνόδῳ ἐψήφισεν ἡ Βουλή· ἀλλὰ καὶ τὰ
670νέα ταῦτα βάρη ἐκρίθησαν ἀνεπαρκῆ, καὶ ἐν τῇ παρούσῃ
671συνόδῳ ἐκλήθημεν εἰς ἐπιψήφισιν ὑπερδιπλασίων τοιούτων,
672ἅτινα ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ χάριν αὐτοῦ τοῦ ὁριστικοῦ, τοῦ
673πραγματικοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ.
674Ὡς τὸν Μάρτιον τοῦ 1887, οὕτω καὶ νῦν, ἀνῆλθον
675ἐνταῦθα, ἵνα ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, τὴν ὁποίαν ἐμόρ-
676φωσα, παρακολουθῶν ἔκτοτε μέχρι σήμερον τὴν πορείαν
677τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων· καὶ θὰ ἐκφράσω τὴν
678γνώμην μου ἐν καθαρῷ συνειδότι, καὶ δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς
679τὰς λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ δὲν θὰ ἀνα-
680πτύξω θεωρίας περὶ φόρων καὶ περὶ ἐπικαταλλαγῆς, ἀλλὰ
681θὰ εἴπω τὰ πράγματα ὅπως ἐγὼ τὰ αἰσθάνομαι, διότι
682τὰ πράγματα φρονῶ, ὅτι ἀποτελοῦσι τὴν δύναμιν, καὶ ἐκ
683τῶν πραγμάτων ἐμορφώθη ἡ θεωρία.
684Μελετῶν τις τὰς διὰ τοῦ ὀγκώδους τεύχους τοῦ προϋ-
685πολογισμοῦ ὑποβληθείσας τὸ πρῶτον νῦν ἐπισήμους πληρο-
686φορίας περὶ τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως,
687παρατηρεῖ μετὰ λύπης, ὅτι ἡ διαχείρισις ἑκάστου οἰκονο-
688μικοῦ ἔτους ἀπέληξεν εἰς ἔλλειμμα καὶ ἔλλειμμα σημαντι-
689κὸν, τὸ ὁποῖον ἐκαλύφθη διὰ τῆς πληρωμῆς μέρους ἐκ τῶν
690συνομολογηθέντων δανείων διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τοῦ
691Κράτους· ὥστε δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ πο-
692λιτικὴ, μὲ ὅλα τὰ ἑκάστοτε ἐπιβληθέντα πρόσθετα φορο-
693λογικὰ βάρη, μέχρι σήμερον δὲν ἀπέφερε τοὺς προσδοκω-
694μένους ἀγαθοὺς καρποὺς πραγματικοῦ ἰσοζυγίου ἐσόδων καὶ
695ἐξόδων, διότι, ὡς εἶπον, ἡ διαχείρισις ἑκάστου οἰκονομι-
696κοῦ ἔτους ἀπέληξεν εἰς ἔλλειμμα. Καὶ ἡ νόσος αὕτη τῶν
697τακτικῶν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀτυχῶς δὲν
698εἶναι τωρινή· ἀνάγεται εἰς ἐποχὴν πολὺ προγενεστέραν,
699καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἄρχεται ἀπὸ τῆς Μεταπολι-
700τεύσεως καὶ ἐντεῦθεν, διηνεκῶς προαγομένη, ὅτε συγχρόνως
701ἄρχεται καὶ ἡ συνομολόγησις τῶν δανείων, μικρῶν καὶ με-
702γάλων, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευσαν διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν
703τῶν ἐλλειμμάτων, διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐθνικῆς πολιτι-
704κῆς, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν καὶ ἀκολουθοῦμεν, διὰ τὰ
705δημόσια ἔργα, τὰ ὁποῖα ἠρχίσαμεν καὶ ἐξακολουθοῦμεν.
706Καὶ πᾶσα ἡ δαπάνη, ἡ διὰ τὰ δημόσια ἔργα γινομένη, ὡς
707δαπάνη παραγωγικὴ, ὡς μέλλουσα νὰ ἀποφέρῃ τοὺς ἀγα-
708θοὺς αὐτῆς καρποὺς, εἶναι δαπάνη εὐλογημένη, εἶναι δα-
709πάνη ἐπαινετὴ, ἂν καὶ ἀτυχῶς καὶ τὰ δημόσια ἔργα καὶ ἡ
710ἐθνικὴ πολιτικὴ ἐχρησίμευσαν ἐν μέρει ὡς πηγὴ πολλῶν
711καταχρήσεων. Ὥστε ἡ νόσος τῶν ἐλλειμμάτων, τοιαύτην
712ἀρχὴν καὶ πηγὴν ἔχουσα, εἶναι νόσος χρονία, ὡς χρονία δὲ,
713εἶναι καὶ δυσθεράπευτος.
714Ὁ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους
715πρόκειται ἆρά γε νὰ θεραπεύσῃ τὴν νόσον ταύτην, ὅπως
716μὴ τὴν ἐπανίδωμεν ἀπὸ σήμερον καὶ ἐφεξῆς; Τοῦτο διὰ
717βραχέων θέλω ἐξετάσει.
718Διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ μὲν βεβαιωθησόμενα
719ἔσοδα ὑπολογίζονται εἰς 110,491,453, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς
720104,491,453· ἐν τῷ ποσῷ δὲ τῶν ἐξόδων συμπεριλαμβάνε-
721ται ποσὸν 8,690,656 δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας δημοσίου χρέους,
722ἤτοι δι’ ὑπηρεσίαν συνομολογηθησομένου δανείου, ἢ, ἐν ἀπο-
723τυχίᾳ, διὰ τὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν τῶν τόκων καὶ
724χρεωλυσίων τῶν ὅσων ὀφείλομεν εἰς χρυσὸν δανείων ἡμῶν.
725Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὰ ἔσοδα, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Κυ-
726βέρνησις ἐν ταῖς προβλέψεσιν αὑτῆς περὶ ὑπολογισμοῦ τῶν
727βεβαιωθησομένων ἐσόδων ἔλαβε κατὰ γενικὸν κανόνα ὑπ’
728ὄψιν τὸ μικρότερον ποσὸν τοῦ μέσου ὅρου τῶν τριῶν τελευ-
729ταίων ἐτῶν 1889, 1890 καὶ 1891, καὶ δύναταί τις νὰ
730εἴπῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν ταῖς προβλέψεσιν αὐτῆς θέλει
731δυνηθῆ νὰ προσεγγίσῃ εἰς τὴν πραγματικότητα, μ’ ὅλας
732τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔφερεν ὁ ἔντιμος ἐκ Λοκρί-
733δος Βουλευτὴς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Λέγω ὅτι ἡ
734Κυβέρνησις θέλει προσεγγίσει εἰς τὴν πραγματικότητα,
735ἀλλ’ ἐννοῶ, ὡς πρὸς τοὺς φόρους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐλει-
736τούργησαν κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν, ἂν καὶ πολλοὶ
737τῶν φόρων τούτων, κύριοι Βουλευταὶ, ἀτυχῶς βεβαιοῦνται
738αὐθαίρετοι καὶ πλημμελεῖς· π. χ. οἱ φόροι τῶν οἰκοδομῶν
739καὶ ἐπιτηδευμάτων βεβαιοῦνται αὐθαίρετοι καὶ πλημμε-
740λεῖς, διότι πολλαὶ οἰκοδομαὶ, ἀναλόγως τῆς προσόδου αὐτῶν,
741ἐνῷ ἔπρεπε νὰ φορολογῶνται πλειότερον, εἰς τοὺς φορολο-
742γικοὺς καταλόγους φέρονται μὲ φόρον ὀλιγώτερον, καὶ
743τοῦτο, ἀναλόγως τῶν συμπαθειῶν καὶ τῶν μέσων, τῶν
744ὁποίων γίνεται χρῆσις παρὰ τοῖς ἐπιτετραμμένοις τὴν
745ἐφαρμογὴν τῶν φόρων αὐτῶν· τοῦτ’ αὐτὸ ῥητέον καὶ διὰ
746τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων, ὅπου αἱ καταχρήσεις εἶναι
747πολὺ μεγαλείτεραι καὶ ὅπου τὰ παράπονα τῶν φορολογου-
748μένων πολιτῶν καὶ πάμπολλα καὶ δίκαια εἶναι.
749Ἐπίσης ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν,
750τῶν ζώων, τοῦ οἴνου, καὶ ἄλλων ἡ βεβαίωσις πλημμελε-
751στάτη εἶναι, διότι οἱ κύριοι οἰκονομικοὶ ἔφοροι οὐδέποτε
752φροντίζουσι νὰ συλλέγωσι τὰς ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ
753τῶν φορολογητέων ἀντικειμένων, ἀλλ’ ἀρκοῦνται νὰ παρα-
754βάλλωσι τὰς δηλώσεις τῶν φορολογουμένων πρὸς τὰς τῶν
755προηγουμένων ἐτῶν, νὰ προκαλῶσιν ἐνοικιάσεις φόρων, ἀπα-
756ριθμήσεις, καταμετρήσεις, αἵτινες ἐπὶ τέλους ζημίαν φέ-
757ρουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, παρὰ ὠφέλειαν, καὶ αἱ ὁποῖαι εἶναι
758πηγὴ καταχρήσεων καὶ καταπιέσεων τῶν φορολογουμένων
759πολιτῶν· διὰ τοῦτο παρατηρεῖται εἰς τοὺς ἀμέσους αὐτοὺς
760φόρους καὶ ἡ μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῆς βεβαιώσεως καὶ
761τῆς εἰσπράξεως, διαφορὰ ἀνερχομένη εἰς πολλοὺς φόρους
762ἐξ αὐτῶν εἰς 20 καὶ 22 καὶ 25%. Ἀλλ’ ἐπαναλέγω,
763ὅτι θέλει προσεγγίσει ἡ Κυβέρνησις ἐν ταῖς προβλέψεσι τῆς
764βεβαιώσεως τῶν ἐσόδων εἰς ὃ ὁρίζει ποσόν· ἀλλὰ θέλει
765προσεγγίσει καὶ ὡς πρὸς τοὺς νέους φόρους, οἱ ὁποῖοι ἐπε-
766βλήθησαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν καὶ παροῦσαν Σύνοδον,
767ὧν ἡ ἐφαρμογὴ μόλις ἤρξατο, τῶν πολλῶν δὲ εἶναι μέλ-
768λουσα, καὶ ἑπομένως ἐλλείπει ὁ ὅρος τῆς συγκρίσεως; Συνε-
769βουλεύθην τὸ παρελθὸν, τὸ παρελθὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ
770καλλίτερος διδάσκαλος, διὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὸ παρὸν
771καὶ τὸ μέλλον. Τὸ παρελθὸν λέγει, ὅτι αἱ ἑκάστοτε Κυβερ-
772νήσεις, αἱ ὁποῖαι προέβησαν εἰς αὐξήσεις καὶ εἰς προσθή-
773κας νέων φόρων, ἠπατήθησαν εἰς τὰς προβλέψεις αὐτῶν·
774τὰ ἀποτελέσματα τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν
775φόρων δὲν ἀνταπεκρίθησαν, καὶ ἂν λάβωμεν τὸ παρελθὸν,
776τὸ οὐχὶ πολὺ ἀπωτέρω, ἀλλὰ τὸ ἐγγύτερον παρελθὸν, θέ-
777λομεν ἴδει, ὅτι εἰς τὰ 1883 καὶ 1884 ἐπεβλήθησαν διά-
778φοροι φόροι καταναλώσεως, ὁ φόρος τῶν πνευματωδῶν πο-
779τῶν, τοῦ ζύθου, τοῦ οἴνου, τοῦ καπνοῦ, τοῦ σιγαροχάρτου,
780τῶν παιγνιοχάρτων, τοῦ πετρελαίου, τῶν πυρείων καὶ ἄλ-
781λοι· ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1883 προϋπολόγισε νὰ βεβαιώσῃ
782καὶ νὰ εἰσπράξῃ φόρους 10,940,000 δραχμῶν κατὰ τὸ
7831883, τί δὲ λέγουσιν οἱ ἀπολογισμοὶ, ὅτι ἐβεβαίωσε καὶ
784εἰσέπραξε; Μόλις 3 ἑκατομμύρια δραχμῶν· ἄρα ἐν ταῖς
785προβλέψεσιν αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις ὡς πρὸς τοὺς νέους φόρους
786οὔτε 30% δὲν κατώρθωσε νὰ πραγματοποιήσῃ. Εἰς
787τὰ 1884 ἀπὸ πνευματώδη ποτὰ, ἀπὸ οἶνον, ἀπὸ καπνὸν,
788ἀπὸ σιγαρόχαρτον, ἀπὸ παιγνιόχαρτα, ἀπὸ πυρεῖα 19 ἑκα-
789τομμύρια ὑπελόγισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ βεβαιώσῃ καὶ εἰσ-
790πράξῃ, τί εἶναι δὲ τὸ ἀποτέλεσμα κατὰ τοὺς ἀπολογι-
791σμούς; 5,983,134 δραχμαί. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, Κύ-
792ριοι, ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ τῆς 7 Ἀπρι-
793λίου 1885, καὶ ἡ μεταβολὴ ἐκείνη ἔφερε τὴν χαλάρωσιν
794τῶν νόμων αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἐπήρχετο τὸ πολιτι-
795κὸν ἐκεῖνο γεγονὸς, ἡ βεβαίωσις τῶν φόρων, δὲν θὰ ἔδιδε
796ποτὲ ὅσα ποσὰ προϋπελόγιζεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἤθελε
797λάβει ἐκ τῶν φόρων αὐτῶν· θὰ ἔδιδεν αὔξησιν, ἀλλὰ μετὰ
798πάροδον χρόνου ἴσως ἐπραγματοποιοῦντο ὅλαι αἱ προβλέ-
799ψεις τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα εἶναι ταῦτα
800ἀτυχῶς.
801Ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1885 καὶ 1886, ὑπὸ τὴν προε-
802δρίαν τοῦ ἐκ Γόρτυνος κυρίου Βουλευτοῦ, ἕνεκα τῶν γνω-
803στῶν τότε οἰκονομικῶν ἀναγκῶν, καὶ αὕτη προέβη εἰς αὔ-
804ξησιν τῶν φόρων τοῦ χαρτοσήμου, τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ
805ἅλατος, ἔφερε νέον σύστημα φορολογίας καπνοῦ, νέον σύ-
806στημα φορολογίας οἴνου, καὶ προϋπελόγισε καὶ ἡ Κυβέρ-
807νησις ἐκείνη πολλὰ πράγματα, προϋπελόγισεν ἀπὸ τὸ νέον
808σύστημα τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον ἔφερε, νὰ εἰσπράξῃ
8093,500,000 δραχμῶν κατὰ τὸ 1885, καὶ εἰσέπραξε μόνον
8102,821,871, ἀπὸ τὸ χαρτόσημον ὑπελόγισε 7,500,000
811δραχ. καὶ μόλις ἐβεβαίωσε καὶ εἰσέπραξεν 6,311,475,
812ἀπὸ τὸ πετρέλαιον ὑπελόγισε 3 ἑκατομμύρια καὶ εἰσέ-
813πραξε 2,978,380, ἀπὸ τὸν οἶνον κατὰ τὸ νέον σύστημα,
814τὸ ὁποῖον ἔφερεν, ὑπελόγισε 2,500,000, καὶ εἰσέπραξε
815546,772. Εἰς τὰ 1886 ἀπὸ τὸ χαρτόσημον ὑπελόγισεν
8169,200,000, καὶ εἰσέπραξεν 7,367,267, ἀπὸ τὸν καπνὸν
817ὑπελόγισε 5 ἑκατομμύρια, καὶ εἰσέπραξε 2,248,479, καὶ
818οὕτω καθεξῆς.
819Ἡ Κυβέρνησις πάλιν ἡ ἐλθοῦσα εἰς τὰ 1887, ἡ
820ὁποία ἐπέβαλεν, ἕνεκα πράγματι τῆς οἰκονομικῆς ἀνάγ-
821κης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη τὸ Κράτος, τὴν μεγαλειτέραν
822φορολογίαν, περὶ τὰ 20 ἑκατομμύρια ἀμέσων καὶ ἐμμέσων
823φόρων, διότι ηὔξησεν ὅλους τοὺς ἀμέσους φόρους κατὰ δύο
824δεκατημόρια, ηὔξησε τὰ τελωνειακὰ τέλη, ἐπανέφερε τὸ
825μονοπώλιον τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ, προσέθηκε τὸ 15%
826εἰς τὰ τελωνειακὰ, ἐξ ὅλων δὲ τῶν προστεθέντων ἀμέ-
827σων καὶ ἐμμέσων τούτων φόρων τῶν ἐξ 20 ἑκατομμυρίων,
828τί εἰσέπραξε τὸ 1887 ἡ Κυβέρνησις; Ἀπὸ τὰ τελωνειακὰ
829τέλη ὑπελόγισεν 27,575,680, εἰσέπραξε δὲ 25,799,938·
830ἀπὸ καπνὸν ὑπελόγισε 4,800,000, καὶ εἰσέπραξε 2,432,583·
831ἀπὸ πνευματώδη ποτὰ ὑπελόγισεν 1,200,000, καὶ εἰσέ-
832πραξε 509,462· ἀπὸ σιγαρόχαρτον ὑπελόγισε 2,460,000,
833καὶ εἰσέπραξεν 1,205,665.
834Καὶ ταῦτα λέγω, Κύριοι, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ἡ αὔξη-
835σις τῶν ὑφισταμένων φόρων καὶ ἡ ἐπιβολὴ νέων φόρων εἶ-
836ναι ἀδύνατον εἰς τὴν πρώτην αὐτῆς ἐφαρμογὴν νὰ δώσῃ
837τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐλπίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δύ-
838νανται νὰ φθάσωσι τὰ ἀποτελέσματα αὐτὰ τὰς προβλέ-
839ψεις καὶ τὰς προϋποθέσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ μόνον
840μετὰ πάροδον χρόνου ἐφαρμογῆς, μετὰ βελτίωσιν τῶν ἐλ-
841λείψεων, τὰς ὁποίας καταδεικνύουσι τὰ συστήματα αὐτὰ
842τὰ φορολογικὰ, οἱ νόμοι αὐτοὶ, τότε μόνον δύνανται νὰ δώ-
843σωσι προϊοῦσαν αὔξησιν καὶ νὰ φθάσωσι τὰ ἀποτελέσματα
844τὰ ἀπ’ ἀρχῆς προβλεφθέντα.
845Ἡ πιθανότης ἄρα, κατὰ τὰ ἀλάνθαστα διδάγματα
846τοῦ παρελθόντος, δεικνύει, ὅτι οἱ νέοι φόροι δὲν θέλουσιν
847ἀποφέρει τὰ προϋπολογιζόμενα ἔσοδα, θὰ ἦναι δ’ εὐτύχημα,
848ἂν κατὰ τὸ ἥμισυ πραγματοποιηθοῦν αἱ προβλέψεις τοῦ
849προϋπολογισμοῦ διὰ τοὺς νέους φόρους· ἄρα τὸ ποσὸν τῶν
850βεβαιωθησομένων ἐσόδων κατὰ τοὺς εὐνοϊκωτέρους ὑπολο-
851γισμοὺς δύναται νὰ φθάσῃ τὰ 104 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’
852αὐτὰ τὰ 104 ἑκατομμύρια, ἐξεταστέον, εἶναι καὶ εἰσπρα-
853κτέα; Εἰς τὸ παρελθὸν, ὡς οἱ ὑποβληθέντες πίνακες ἀπο-
854δεικνύουσι, μεταξὺ τῶν βεβαιώσεων καὶ εἰσπράξεων ἐν
855γένει ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων ὑπάρχει μία διαφορὰ
856κατὰ μέσον ὅρον 7½ ἕως 8%· ὥστε τί θὰ εἰσ-
857πράξῃ τὸ Δημόσιον ἀπὸ 104 ἑκατομμύρια βεβαιωθησομέ-
858νων ἐσόδων; Περὶ τὰ 96 ἑκατομμύρια. Λοιπὸν λέγω, ὅτι
859αἱ εἰσπράξεις μόλις θὰ φθάσωσι τὸ ποσὸν τῶν 96,000,000
860εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ εἰς χρυσὸν, κατὰ τὸν ἄρτι
861ψηφισθέντα νόμον περὶ ἐξαγωγικῶν τελῶν. Σημειώσατε
862δὲ Κύριοι, ὅτι μέχρι σήμερον τὸ Κράτος δὲν ἠδυνήθη νὰ
863ἀποδώσῃ εἰσπράξεις πλέον τῶν 90,000,000.
864§83ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. 86,000,000.
865§84ΚΑΪΡΗΣ. Ἀλλὰ τὰ 96 αὐτὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα
866θὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον, ἤτοι 88½ εἰς τραπεζικὰ γραμ-
867μάτια καὶ 7½ εἰς χρυσὸν, ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰ ἔξοδα
868τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ προϋπολογισμός; Τίνα εἶναι
869τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ;
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
870Διὰ δημόσιον χρέος πάγιον χρεωλυτικὸν
871κυμαινόμενον: εἰς χρυσὸν 30,939,761
872εἰς τραπεζογραμμάτια 4,528,834
873Διὰ χορηγήματα, συντάξεις ἐν γένει,
874ἐπιχορήγησιν Διαδόχου, ἔξοδα Βουλῆς 6,853,899
875γενικὴ ὑπηρεσία 43,510,031
876ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστατίας 8,105,011
877διάφοροι πληρωμαὶ 1,863,000
878 95,800,536
879Διὰ συναλλαγματικὴν διαφορὰν δημοσίου
880εἰς χρυσὸν χρέους 1,50 15,500,000
881 111,300,536
882Μεῖον συναλλαγματικ. διαφορᾶς 7,500,000
883φόρου εἰς χρυσὸν εἰσπρακτέων ἐσόδων 3,750,000
884Δαπάναι 107,550,536
885Ὥστε κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893 ὑπάρχει
886ἔλλειμμα δραχμῶν 11,550,536· ἀλλ’ εἰς τὸ ἔλλειμμα
887τοῦτο δέον νὰ προστεθῇ καὶ ἡ δαπάνη διὰ τὴν κατασκευὴν
888τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Λαρίσσης, Μύλων–Καλαμῶν,
889Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων, καὶ ἡ ὁποία δαπάνη δὲν γνω-
890ρίζω πόση εἶναι, ὑποθέτω ὅμως νὰ ἦναι σημαντικὸν πο-
891σὸν, ὑπερβαῖνον τὰ 12 ἑκατομμύρια ἐτησίως, καὶ ἡ ὁποία
892πρέπει νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ,
893διότι δὲν ἔχομεν τώρα ἐκτάκτους προϋπολογισμοὺς, ἀλλὰ
894μόνον ἑνιαῖον προϋπολογισμὸν τακτικόν.
895Τώρα, Κύριοι, ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
8961893 εἶναι ἀποδεδειγμένη. Ἡ Κυβέρνησις, Κύριοι, πι-
897στεύει ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ βεβαιώσῃ τὰ 110,490,000 καὶ θὰ
898εἰσπράξῃ τὰ 104 ταῦτα ἑκατομμύρια· δὲν ὑπολογίζει
899συναλλαγματικὴν διαφορὰν, δὲν ὑπολογίζει εἰς τὰ ἔξοδα
900τὰ ἔξοδα τῆς κατασκευῆς τῶν σιδηροδρόμων, καὶ οὕτω
901λέγει, ὅτι ἔχει 8,690,000 πρὸς ὑπηρεσίαν νέου δανείου·
902μὲ τὸ ποσὸν τοῦτο πιστεύει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ συνομο-
903λογήσῃ δάνειον, διὰ νὰ ἐξοικονομήσῃ τοὺς τόκους καὶ τὰ
904χρεωλύσια τῶν δανείων, ὅτι θὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς δαπάνας
905τῶν σιδηροδρόμων, καὶ θὰ δυνηθῇ νὰ ἀποσύρῃ μέρος τῶν
906κυκλοφορούντων κατὰ πλεονασμὸν τραπεζικῶν γραμματίων,
907ὁ ὁποῖος πλεονασμὸς ἔφερε τὴν μεγάλην ὑποτίμησιν αὐτῶν
908καὶ τὴν νομισματικὴν κρίσιν, ἐκ τῆς ὁποίας πάσχομεν.
909Κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, παρατηρεῖται ὅτι
910ἡ βάσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 στηρίζεται εἰς τὸ
911δάνειον. Ἐὰν συνομολογηθῇ δάνειον, δύναται ἡ Κυβέρνησις
912νὰ παρακάμψῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος τὰς δυσχερείας· ἀλλ’ ἐὰν
913δὲν συνομολογηθῇ δάνειον, ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ προϋπολογι-
914σμοῦ εἶναι αὐταπόδεικτος. Ἀλλ’ ἐὰν δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις
915—εὔχομαι νὰ δυνηθῇ—νὰ συνομολογήσῃ δάνειον δι’ ὅλας
916αὐτὰς τὰς ἀνάγκας, μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ δανείου τί
917γενήσεται, παρακαλῶ; Αἱ πρόσοδοι τοῦ Κράτους, ὅπως
918ἔχουσι σήμερον διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, θὰ ἐπαρ-
919κέσωσι διὰ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους ἐν τῷ μέλλοντι;
920Ἐγὼ τοῦτο γνωρίζω ὅτι τὸ συνομολογηθησόμενον δά-
921νειον θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Κράτος. Δὲν γνωρίζω πόσον θὰ ᾖναι
922καὶ ὁποίαν ὑπηρεσίαν θὰ θέλῃ, ἀλλὰ καὶ 3 καὶ 4 καὶ 5
923καὶ 6 καὶ 7 ἑκατομμύρια ἐὰν θέλῃ, ἀναλόγως τοῦ δανείου,
924θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους μὲ τὴν δα-
925πάνην τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ τοῦ δανείου, καὶ θὰ θέλωμεν
926τότε εἰς χρυσὸν ὄχι πλέον 31 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θέ-
927λομεν τώρα, ἀλλὰ 35, 36, 37 ἑκατομμύρια· δύναται τὸ
928Κράτος (ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα) νὰ παρέχῃ αὐτὰ τὰ 35 ἑκα-
929τομμύρια, τὰ 36 τὰ 37 εἰς χρυσόν;
930Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσηγούμενος τοῦ προϋπολογισμοῦ,
931εἶπεν, ὅτι τὸ Κράτος θὰ συνεισφέρῃ τὰ ποσὰ ταῦτα καὶ
932δύναται νὰ τὰ συνεισφέρῃ διὰ τῆς στενοχωρίας τοῦ ἐμπο-
933ρίου, διὰ τῆς στενοχωρίας τῆς κοινωνίας, καὶ πρέπει νὰ στε-
934νοχωρηθῶσιν, εἶπεν. Ὑπελόγισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, χωρὶς
935νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν ἔχῃ θετικὰς στατιστικὰς πληροφορίας,
936ὅτι τὸ Κράτος ἐκ τῶν διαφόρων αὐτοῦ ἐξαγωγικῶν προϊόν-
937των εἰσάγει περὶ τὰ 110 ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν, ὅτι καὶ
938ἐξ ἄλλων πόρων εἰσάγει περὶ τὰ 40 ἑκατομμύρια, ἤτοι ἐκ
939τῆς ναυτιλίας, ἐξ εἰσοδημάτων περιουσιῶν εὑρισκομένων ἐν
940τῇ ἀλλοδαπῇ, ἐκ τῆς εἰσροῆς πολλῶν ξένων ἐνταῦθα καὶ
941ἐξ ἄλλων ἐργασιῶν καὶ ἄλλων ἀδήλων πόρων.
942Ἀλλὰ καὶ ἂν αὐτὰ τὰ 150 ἑκατομμύρια εἰσάγωνται,
943τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι βέβαιον, ἀλλ’ εἶναι ὑπόθεσις, διότι ἐλ-
944λείπουσι τὰ ἐπίσημα στοιχεῖα, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πολὺ ὀλίγον
945μέρος ἐκ τῶν ποσῶν αὐτῶν παραμένει ἐν τῷ Κράτει ὡς κε-
946φάλαιον διαθέσιμον, προωρισμένον διὰ τὴν ἀνάπτυξιν καὶ
947προαγωγὴν τοῦ τόπου, τὸ δ’ ἄλλο ἐξέρχεται πάλιν διὰ
948τὰς ἀνάγκας αὐτῆς τῆς κοινωνίας, διότι τῶν πάντων
949ἔχομεν ἀνάγκην, ἵνα εἰσάγωμεν ἐνταῦθα πρὸς ἐπάρκειαν.
950Ἐὰν λοιπὸν αὐτὸ τὸ διαθέσιμον κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον μένει
951διὰ τὴν προαγωγὴν καὶ ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου, τὸ λάβῃ ἡ
952Κυβέρνησις, τί θὰ συμβῇ; τὸ ἑξῆς· θὰ σταματήσῃ ἡ ἀνά-
953πτυξις τοῦ τόπου, συνεπῶς θὰ σταματήσῃ ἡ ἀνάλογος αὔ-
954ξησις τῆς εἰσφορᾶς τῶν πολιτῶν πρὸς τὸ Κράτος διὰ τῶν
955φόρων· περιορίζοντες δὲ καὶ στενοχωροῦντες τὸ ἐμπόριον
956καὶ τὴν κοινωνίαν, θὰ περιορίσωμεν τὴν εἰσαγωγὴν, θὰ
957ἐλαττώσωμεν κατὰ συνέπειαν τὰς τελωνειακὰς εἰσπράξεις,
958ἄρα διπλῆ ἡ ζημία· ἀφ’ ἑνὸς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔξοδα
959διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, ἀφ’ ἑτέρου μείωσις τῶν ἐσό-
960δων τοῦ Κράτους· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τί θὰ συμβῇ; Τὸ
961ἀποτέλεσμα: νέοι φόροι, νέα βάρη, νέα δάνεια. Ἀλλὰ τὸ
962Κράτος δύναται νὰ ἐπιτείνῃ κατ’ ἔτος τὴν φορολογίαν αὐτοῦ
963καὶ δύναται νὰ συνομολογῇ διαρκῶς δάνεια; Δὲν εἶμαι ἁρ-
964μόδιος νὰ ἀπαντήσω, τὰ πράγματα ὅμως θὰ ἀπαντήσωσιν.
965Καὶ λοιπὸν δὲν ὑπάρχει θεραπεία αὐτῆς τῆς καταστά-
966σεως; Βεβαίως ὑπάρχει. Ἀλλ’ ἡ θεραπεία, κατὰ τὴν τα-
967πεινήν μου γνώμην, θέλει καὶ καιρὸν, ἔχει καὶ τὰς δυσκο-
968λίας της. Ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθοῦμεν νὰ αὐξάνωμεν κατ’ ἔτος
969τὰς δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπὸ διαφόρους αἰτίας,
970κρείττονος βελτιώσεως τῶν κλάδων τῆς διοικήσεως καὶ
971αὐξήσεως τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον δὲν προβῶμεν εἰς
972οἰκονομίας μεγίστας εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοική-
973σεως, καὶ εἶναι ἐπιδεκτικοὶ τοιούτων οἰκονομιῶν, καὶ δὲν
974παύουν νὰ παραπέμπωνται εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν συντά-
975ξεων ἄνδρες δυνάμενοι ὠφελιμώτερον νὰ προσφέρωσι τὰς
976ὑπηρεσίας αὐτῶν εἰς τὸ Κράτος, ἐφ’ ὅσον δὲν καλεῖται ὁ
977Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀνα-
978λόγως τῶν προσόδων του, διὰ μεταῤῥυθμίσεως τῶν φορο-
979λογικῶν νόμων, μεταῤῥυθμίσεως ἐγγυωμένης τὴν ὅσῳ τὸ
980δυνατὸν δικαίαν καὶ ἴσην συμμετοχὴν εἰς τὰ βάρη, ἐφ’ ὅσον,
981ὡς καὶ ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος μᾶς εἶπεν, δὲν
982γείνῃ φροντὶς νὰ ἐνισχυθῇ ἡ γεωργικὴ παραγωγὴ καὶ ἡ
983βιομηχανία, ἰδίως δὲ νὰ ἀναπτυχθῇ ἡ ναυτιλία, ἡ ὁποία
984ἀνεγέννησε τὴν Ἑλλάδα, εἰσεκόμισεν ἄπειρα πλούτη διὰ
985τῆς ἱδρύσεως πιστωτικῶν ἱδρυμάτων, παρεχόντων τὰ ἀπαι-
986τούμενα μέσα διὰ τὴν πρόοδον καὶ ἀνάπτυξιν, ἐφ’ ὅσον δὲν
987παύσωμεν νὰ δανειζώμεθα, διότι τὰ δάνεια αὐξάνουσι τὰς
988δαπάνας καὶ ἐπιφέρουσι φόρους, βεβαίως ἡ νόσος ἡ κυρία,
989ἡ ὁποία μᾶς κατατρύχει, ἡ νόσος τῶν ἐλλειμμάτων θὰ
990ὑφίσταται καὶ θὰ δεινοῦται· ἡ δὲ νόσος ἡ νομισματικὴ
991φρονῶ ὅτι εἶναι συνέπεια τῆς νόσου τῶν ἐλλειμμάτων.
992Καὶ θὰ ὑφίσταται αὕτη, ὅσον ὑφίσταται καὶ ἡ ἀναγ-
993καστικὴ κυκλοφορία. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ἡ θεραπεία ἀπαιτεῖ
994χρόνον καὶ ἔχει τὰς δυσχερείας της. Βεβαίως ἀπαιτεῖ
995χρόνον, διότι αἱ οἰκονομικαὶ μεταῤῥυθμίσεις καὶ ἡ βελ-
996τίωσις καὶ προαγωγὴ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, τῆς
997βιομηχανίας, τῆς ναυτιλίας, ἀπαιτοῦσι χρόνον καὶ δαπά-
998νας. Ἀλλὰ τὸν χρόνον αὐτὸν αἱ ἀνάγκαι αἱ οἰκονομικαὶ
999τοῦ Κράτους μᾶς τὸν παρέχουσιν; Ὅταν ἡ μία τρικυμία
1000διαδέχηται τὴν ἄλλην, ὀφείλομεν νὰ πληρώνωμεν τοὺς
1001τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια; Διὰ τοῦτο, Κύριοι, εἶπον ὅτι
1002ὑπάρχουσι δυσκολίαι. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ὅταν τραπῶμεν τὴν
1003ὁδὸν αὐτὴν τῶν γενναίων οἰκονομιῶν, τῆς ἐλαττώσεως τῶν
1004ἐξόδων, τὴν ὁδὸν τῆς ἐνισχύσεως τῶν παραγωγικῶν ἡμῶν
1005δυνάμεων, νομίζω ὅτι θὰ ἐμπνεύσωμεν τὴν πεποίθησιν εἰς
1006τὴν κοινωνίαν, καὶ τοῦτο θὰ μᾶς δώσῃ τὸν ἀπαιτούμενον
1007καιρὸν διὰ νὰ ἀνορθωθῶμεν καὶ ἀντιπαρέλθωμεν τοὺς πα-
1008ρόντας κινδύνους.
1009Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, πρόκηται νὰ μὴ μᾶς δοθῇ ἡ εὐνοϊκὴ
1010αὕτη περίστασις, ἐν ᾗ θὰ ἐμμείνωμεν, ἐὰν πρόκηται νὰ ἐξα-
1011κολουθήσῃ τὸ σύστημα τῶν φόρων καὶ δανείων, ὅπερ ἤγα-
1012γεν ἡμᾶς εἰς τὴν σημερινὴν οἰκονομικὴν ἀνεπάρκειαν καὶ
1013αὔριον θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν ἐντελῆ ἀδυναμίαν, δὲν βλέπω
1014διατὶ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Μαν-
1015τινείας ἐξέφερε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ
1016ἐξαγωγικῶν τελῶν, διατὶ εἶναι ἀξία κατακρίσεως καὶ ἐκ
1017μέρους τῆς πολιτικῆς καὶ ἐκ μέρους τῆς δημοσιογραφίας.
1018Ἡ γνώμη τοῦ ἐντίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, ὅτι
1019τὸ Κράτος πρέπει νὰ προνοήσῃ περὶ ἑαυτοῦ καὶ τῶν ὑπο-
1020χρεώσεων πρὸς τοὺς δανειστάς του, ἡ γνώμη αὕτη ἐνέχει
1021ἰδέαν ὑψηλὴν, ἰδέαν πατριωτικωτάτην.
1022Βεβαίως τὸ Κράτος οὐδέποτε θὰ δεχθῇ νὰ ζημιώσῃ
1023ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τῷ παρέσχον τὰ μέσα τῆς θεραπείας
1024τῶν ἀναγκῶν του· ἀλλὰ τὸ Κράτος, ἔχει ἀνάγκην ἀναψυ-
1025χῆς τινος, ἔχομεν ἀνάγκην, ἐπαναλέγω, νὰ μεταῤῥυθμι-
1026σθῶμεν οἰκονομικῶς, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ζήσωμεν ἐκ τῶν
1027πόρων ἡμῶν καὶ ἀνταποκριθῶμεν πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις
1028μας. Τὸ Κράτος ἔχει ἀνάγκην νὰ παγιώσῃ τὴν δημοσίαν
1029αὑτοῦ τάξιν, ἡ ὁποία τοσοῦτον ἐχαλαρώθη, διὰ νὰ περι-
1030φρουρῇ πᾶν πολύτιμον ἀγαθὸν, τὸ ὁποῖον ἔχομεν. Οὕτω,
1031Κύριοι, νομίζω, πολιτευόμενον, θέλει δυνηθῆ ν’ ἀνταποκριθῇ
1032τὸ Κράτος εἰς τὸν προρισμόν του, καὶ θέλει ἐπαληθεύσει
1033καὶ τὸ ἔξοχον λόγιον, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τῆς Κυ-
1034βερνήσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπήγγειλεν ἄλλοτε,
1035ὅτι ἡ «Ἑλλὰς προώρισται νὰ ζήσῃ καὶ θὰ ζήσῃ».
1036(Ἐνταῦθα καταλαμβάνει αὖθις τὴν ἕδραν τοῦ
1037Προέδρου ὁ Πρόεδρος κ. Β. Βουδούρης).
1038§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον;
1039§86ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ἐξακολουθήσῃ, κύριε Πρόεδρε, ἐπ’
1040ἄπειρον αὐτὸς ὁ τρόπος ἐκ μέρους τῆς Συμπολιτεύσεως;
1041Δὲν νομίζουσιν, ὅτι πρέπει τις ἐξ αὐτῶν ν’ ἀπαντήσῃ; Ὁ
1042κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋ-
1043πολογισμοῦ φρονεῖ ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον αὑτοῦ διὰ
1044μόνης τῆς ἁπλῆς ὑποβολῆς τῆς ἐκθέσεώς του;
1045§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ οὐδένα δύναμαι νὰ ἐξαναγκάσω,
1046ἵνα ὁμιλήσῃ. Ἐάν τις θέλῃ τὸν λόγον, καλῶς· ἄλλως θὰ
1047κηρύξω περατωμένην τὴν γενικὴν συζήτησιν, καὶ θὰ εἰσέλ-
1048θωμεν εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ.
1049§88ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ θὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλὰ θὰ
1050ὁμιλήσω διὰ μακρῶν· νομίζω ὅμως ὅτι ἡ ὥρα ἔχει παρέλ-
1051θει ἤδη.
1052§89ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διακόπτετε ἐν τῷ μεταξὺ.
1053§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν συνεδρίασιν θὰ λύσω τὴν ὀγδόην
1054ὥραν.
1055§91ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶναι, Κύριοι, ἔργον πατριωτικὸν,
1056πατριωτικώτατον, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου Βου-
1057λευτής, ἀλλ’ εἶναι ἔργον ἀντιπατριωτικὸν, ἀντιπατριω-
1058τικώτατον νὰ κηρύττηταί τις ὑπὲρ τῆς χρεωκοπίας τῆς
1059πατρίδος του καὶ νὰ θεωρῇ ταύτην ὡς ἀρχὴν πολιτικὴν καὶ
1060νὰ τὴν ἐκστομίζῃ μάλιστα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοῦ
1061βουλευτικοῦ. Ὅτε τὸ πρῶτον ἀντήχησεν ἐν τῇ αἰθούσῃ
1062ταύτῃ τὸ ἀπαίσιον κήρυγμα τῆς ἐθνικῆς ἀτιμώσεως, πάντες
1063οἱ ἀκούσαντες αὐτὸ δὲν ἀπεδώκαμεν τὴν προσήκουσαν ση-
1064μασίαν εἰς τὸν ἐξαγγείλαντα αὐτὸ Βουλευτὴν ἐκ Μαντι-
1065νείας. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀπέδιδε τότε σπουδαιότητά τινα εἰς
1066τοὺς λόγους του, θὰ ἐξηγείρετο βεβαίως σύσσωμος καὶ θὰ
1067τῷ ἐπέβαλλε σιγήν. Ἀλλ’ ὁ οἶκτος, ὃν ἠσθάνθημεν τότε
1068πάντες πρὸς αὐτὸν, ἐνεθάῤῥυνεν ἴσως καὶ τὸν ἐξ Ἄνδρου
1069Βουλευτὴν, ἵνα ἐπαναλάβῃ σήμερον τὸ ἀπαίσιον ἐκεῖνο
1070κήρυγμα καὶ νὰ τὸ χαρακτηρίσῃ μάλιστα ὡς πατριωτι-
1071κὸν, πατριωτικώτατον. Νομίζω ὅτι διερμηνεύω τὸ φρόνη-
1072μα οὐ μόνον τῆς πολιτικῆς μερίδος, εἰς ἣν ἔχω τὴν τιμὴν
1073νὰ καταλέγωμαι, ἀλλὰ καὶ πάσης ἄλλης πολιτικῆς μερί-
1074δος ἐνταῦθα, ἀξίας τοῦ ὀνόματος τούτου, διαμαρτυρόμενος
1075πάσῃ δυνάμει κατὰ τοῦ τοιούτου ἀληθοῦς αἴσχους τῆς πα-
1076τρίδος ἡμῶν. Ἀνταγωνιζόμεθα, Κύριοι, κατὰ τὰ ἄλλα
1077πρὸς ἀλλήλους, ἀλλ’ εἰς ἓν εἴμεθα σύμφωνοι πάντες, ὅτι
1078πρέπει δηλαδὴ ἀντὶ πάσης θυσίας νὰ κρατήσωμεν ὑψηλὰ
1079τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, ἥν τινες τόσον ἀστόργως, τόσον
1080ἀσπλάγχνως ζητοῦσι νὰ καταῤῥυπάνωσιν. Ὁ Ἑλληνικὸς
1081λαὸς, ὅστις εἶναι ἕτοιμος πάντοτε τὰ πάντα νὰ προσφέρῃ
1082ὁλοκαύτωμα εἰς τὸν βωμὸν τῆς ἐθνικῆς τιμῆς του, δὲν
1083ἀμφιβάλλω ὅτι μετ’ ἀποστροφῆς καὶ βδελυγμίας θὰ μάθῃ
1084ὅτι εὑρέθησαν ἀντιπρόσωποί του, οἵτινες ἐν τῇ αἰθούσῃ
1085ταύτῃ ἐτόλμησαν νὰ γείνωσι διερμηνεῖς τόσον ταπεινωτι-
1086κῶν, τόσον ἐξευτελιστικῶν δι’ αὐτὸν ἐνστίκτων.
1087Εἰς τὴν χρεωκοπίαν, Κύριοι, περιέπεσον μέχρι τοῦδε
1088ἔθνη ἄνευ ἐθνικῶν παραδόσεων, ἄνευ ἐθνικῆς ἀποστολῆς,
1089ἄνευ μέλλοντος εὐρυτέρου. Ἐχρεωκόπησαν μέχρι τοῦδε ἡ
1090Πορτογαλία, ἡ Βραζιλία, ἡ Ἀργεντινὴ Δημοκρατία, ἡ
1091Αἴγυπτος καὶ ἡ Τουρκία. Ἀλλ’ αἱ χῶραι αὗται εἶναι ἤδη
1092καταδεδικασμέναι εἰς μαρασμὸν πολιτικόν. Καὶ θέλετε νὰ
1093συνεξομοιωθῇ πρὸς αὐτὰς καὶ ἡ Ἑλλὰς, ἡ ἔχουσα τόσον
1094εὐκλεεῖς ἐθνικὰς παραδόσεις, τόσον ὑψηλὴν ἐθνικὴν ἀπο-
1095στολὴν καὶ βλέπουσα ἐνώπιόν της διανοιγόμενον τόσον
1096εὐρὺ ἐθνικὸν μέλλον; Πρέπει τῇ ἀληθείᾳ νὰ τυφλώττῃ τις,
1097πρέπει νὰ ἔχῃ ἐκστῆ τέλεον τὰς φρένας, ἵνα μὴ δύναται
1098νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, χρεωκοποῦσα, θ’ ἀπεδεικνύετο
1099ἀναξία τοῦ παρελθόντος της, θὰ ἐξώφλει μὲ τὸ ἐνεστὼς
1100καὶ τὸ μέλλον της καὶ θὰ κατεδικάζετο εἰς πολιτικὸν
1101μαρασμὸν, ὅστις θὰ ἦτο χείρων καὶ αὐτοῦ τοῦ πολιτικοῦ
1102θανάτου.
1103Ἀλλὰ δὲν ἐξετάζω, Κύριοι, τὸ ζήτημα ὑπὸ μόνην τὴν
1104ὑψηλοτέραν καὶ εὐγενεστέραν ταύτην ἔποψίν του. Τὸ ἐξε-
1105τάζω καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ταπεινοτέραν καὶ εὐτελεστέραν
1106του ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν καθαρῶς οἰκονομικήν.
1107Ἐρωτῶ δὲ τοὺς ὀπαδοὺς τῆς χρεωκοπίας: Καὶ νομίζουσιν
1108ὅτι δι’ αὐτῆς θὰ βελτιώσωσι τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατά-
1109στασιν καὶ θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ὑποτίμησιν τοῦ χρυ-
1110σοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος, ὥς τινες νομίζουσι, καὶ εἰς τὴν
1111ὑπερτίμησιν τοῦ πιστωτικοῦ ἡμῶν νομίσματος, τοῦ τρα-
1112πεζικοῦ γραμματίου; Ὁπόσον νήπιοι εἶναι! Ἀκριβῶς διὰ
1113τῆς χρεωκοπίας θὰ ἐπιδεινώσωσι τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν
1114κατάστασιν. Καὶ ἀγνοοῦσιν, ὅτι ὁ ἀρνούμενος τὴν ἐκπλή-
1115ρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του πρὸ παντὸς ἐξευτελίζει τὴν
1116πίστιν του καὶ τὸ ἐκπροσωποῦν αὐτὴν πιστωτικὸν γραμ-
1117μάτιον; Ἀλλ’ ἂν ἀγνοῶσι τοῦτο, δὲν ἐρωτῶσι τοὐλάχι-
1118στον νὰ μάθωσι, τί συνέβη ἐν ἄλλαις χώραις, αἵτινες ὑπὸ
1119τὸ κράτος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὡς ἡ ἡμετέρα,
1120ἀνέστειλαν τὰς πληρωμάς των; Ἅμα τῇ ἀναστολῇ τῶν
1121πληρωμῶν ἐκεῖ, τὸ πιστωτικὸν νόμισμα ὑπετιμήθη κατὰ
1122100% καὶ ἐπέκεινα. Τὸ ἴδιον δὲ θὰ συνέβαινε καὶ παρ’
1123ἡμῖν, ἐὰν, ὃ μὴ γένοιτο, ἡ Ἑλλὰς περιήρχετο ποτὲ εἰς τὴν
1124θλιβερὰν ἀνάγκην, ἵνα ἀναστείλῃ τὰς πληρωμάς της. Ἐστὲ
1125βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι τότε τὸ χρυσοῦν φράγκον δὲν θὰ ἐτι-
1126μᾶτο 1,59–1,60, ἀλλὰ δύο καὶ ἐπέκεινα δραχμὰς εἰς
1127τραπεζικὰ γραμμάτια. Καὶ δὲν θὰ ἦτο μόνη αὕτη ἡ ἐπι-
1128δείνωσις τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως.
1129Τὰ ἑλληνικὰ χρεώγραφα, Κύριοι, δὲν εὑρίσκονται μόνον
1130εἰς χεῖρας ξένων, ἀλλὰ καὶ εἰς χεῖρας Ἑλλήνων, εἰς χεῖρας
1131τῶν διαφόρων πιστωτικῶν καὶ φιλανθρωπικῶν ἡμῶν ἱδρυ-
1132μάτων. Ἡ χρεωκοπία λοιπὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους θὰ
1133ἐσήμαινε τὴν πτώχευσιν πολλῶν Ἑλλήνων, οἵτινες τὰ
1134ἐναποταμιεύματά των ἔχουσι διαθέσει ὑπὲρ τῆς δημοσίας
1135ἡμῶν πίστεως, θὰ συμπαρέσυρε δὲ εἰς τὴν πτῶσιν καὶ κατα-
1136στροφὴν πλεῖστα τῶν πιστωτικῶν καὶ φιλανθρωπικῶν ἡμῶν
1137ἱδρυμάτων. Ἡ χρεωκοπία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους θὰ
1138ἔκλειεν ἑρμητικῶς ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἂν ὄχι διὰ πάντα, τὴν
1139θύραν τῶν ξένων κεφαλαίων εἰς τὴν δημοσίαν καὶ τὴν ἰδιω-
1140τικὴν ἡμῶν πίστιν καὶ θὰ κατεδίκαζεν ἡμᾶς εἰς οἰκονομι-
1141κὸν ἀποκλεισμόν. Ἡ χρεωκοπία τοῦ Κράτους θὰ συνεπή-
1142γετο τὴν πτώχευσιν τῆς χώρας, ἧς ἀναγκαῖον ἐπακόλου-
1143θον θὰ ἦτο ἡ κοινωνικὴ κρίσις, περὶ ἧς ἀδύνατον νὰ προΐδῃ
1144τις, ὁποίας διαστάσεις δύναται μέχρι τέλους νὰ προσ-
1145λάβῃ.
1146Φρικιᾷ τις, Κύριοι, ἀναλογιζόμενος, ὅτι ἐπέπρωτο ἐπὶ
1147τῶν ἡμερῶν ἡμῶν ν’ ἀναπετάσωσί τινες τὴν χρεωκοπίαν
1148ὡς σημαίαν πολιτικήν, καὶ νὰ θελήσωσι ν’ ἀναστηλώσωσι
1149ταύτην ἐν αὐτῷ τῷ ἐθνικῷ ἡμῶν Κοινοβουλίῳ. Ἡ χρεω-
1150κοπία εἶναι αἶσχος, εἶναι ἀτιμία ἐθνικὴ, ἥτις δύναται νὰ
1151ἐπέλθῃ ποτὲ ὡς καταστροφὴ ἀναπότρεπτος, ἀλλ’ εἶναι ἡ
1152ἐσχάτη ἀποτύφλωσις, ἡ ἐσχάτη ἀπόνοια νὰ θέλῃ τις
1153νὰ ἀνακηρύξῃ αὐτὴν ὡς πρόγραμμα πολιτικόν. Ἐλπίζω,
1154Κύριοι, καὶ ἐλπίζω τοῦτο πρὸς τιμὴν πάντων ἡμῶν, ὅτι,
1155ἂν τολμήσῃ τις πάλιν νὰ προβάλῃ ἐνταῦθα μὲ τὸ ἀπαίσιον
1156τοῦτο πράγραμμα, ἡ Βουλὴ σύσσωμος θὰ ἐξεγερθῇ καὶ
1157θ’ ἀποστομώσῃ τὸν ἀσεβῆ, τὸν βέβηλον ἐκεῖνον, ὅστις
1158θὰ ἐξέφερεν ἐκ νέου τὴν τοιαύτην κατὰ τῆς Πατρίδος
1159ὕβριν.
1160§92ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὰ εἶναι ἐναντία
1161τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Δυνάμεθα ν’ ἀποκρούωμεν τὰς
1162ἰδέας τῶν ἄλλων, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὰς στιγματί-
1163ζωμεν. Οὕτω πως δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν.
1164§93ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἀπέναντι τῆς ἐξενεχθείσης
1165ὕβρεως κατὰ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν τιμῆς αἰσθάνομαι τὴν συνεί-
1166δησίν μου ἐξεγειρομένην, ἔχω δὲ πεποίθησιν, ὅτι καὶ πᾶς
1167ἄλλος γνήσιος τοῦ Ἔθνους ἀντιπρόσωπος αἰσθάνεται ἐν
1168ἑαυτῷ τὴν συνείδησίν του ἐξεγειρομένην κατ’ ἐκείνων, οἵτι-
1169νες, ταπεινοὶ καὶ ἀνίκανοι νὰ διακριθῶσιν ἐν τῷ εὐγενεῖ καὶ
1170ὑψηλόφρονι πολιτικῷ ἀνταγωνισμῷ, ἀνίκανοι νὰ ἐπιβλη-
1171θῶσι δι’ ὀρθῆς καὶ ὑγιοῦς τινος γνώμης, ζητοῦσι ν’ ἀναῤ-
1172ῥιχηθῶσιν εἰς τὴν ἀρχὴν ἐπὶ τῆς ἀτιμώσεως καὶ τῶν ἐρει-
1173πίων τῆς Πατρίδος.
1174§94ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ συνείδησίς σας δύναται νὰ ἐξε-
1175γείρηται, ὅταν ὑπάρχῃ εὔλογος πρὸς τοῦτο ἀφορμή. Ἀλλ’
1176ἡ ἀντίθεσις τῶν γνωμῶν ἐν Κοινοβουλίῳ, προκειμένου μά-
1177λιστα περὶ ὑψίστων συμφερόντων, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ
1178ὡς τοιαύτη. Ἑλληνοκοποῦντες δε,—καὶ ἑλληνοκοποῦμεν
1179ὑποστηρίζοντες κατὰ τρόπον, μὴ ἐπιτρέποντα τὴν ἀντίῤ-
1180ῥησιν,—δὲν ὑπηρετοῦμεν τ’ ἀληθῆ τοῦ τόπου συμφέροντα,
1181καὶ μὴ νομίζετε, ὅτι ὁ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἑλληνοκοπῶν
1182ἐκπληροῖ καθήκοντα ἀκραιφνοῦς καὶ πεφωτισμένης φιλο-
1183πατρίας. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ ἐκ Μαντι-
1184νείας Βουλευτοῦ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται τὸ
1185κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀντικρούειν τὴν γνώμην αὐτοῦ.
1186§95ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἑλληνοκοπία, καὶ ἑλληνοκοπία τοῦ
1187χειρίστου εἴδους εἶναι, ὅταν ἔρχηταί τις καὶ θέλῃ νὰ ἐξε-
1188γείρῃ καὶ ὑποθάλψῃ τὰ ταπεινότατα καὶ ἀγενέστατα τῶν
1189ἐνστίκτων τοῦ λαοῦ, ὅταν λέγῃ πρὸς αὐτόν: Ἐδανείσθης
1190τὰ χρήματα τῶν ἄλλων; Καταχράσθητι αὐτὰ, γενοῦ ἐπι-
1191λήσμων τῶν ὑποχρεώσεών σου πρὸς τοὺς δανειστάς σου,
1192γενοῦ ἐπιλήσμων τοῦ καθήκοντος τῆς τιμῆς.
1193§96ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἐπαιτεῖ μάλιστα ἀκόμη σήμερον νέον
1194δάνειον! Προσθέσατε καὶ αὐτὸ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκφέ-
1195ρουσι τοιαύτας βεβήλους ἰδέας.
1196§97ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπαιτοῦσι τὸ δά-
1197νειον, δὲν ἔχουσι τοιαύτας ἰδέας.
1198§98ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὰς ἐκφέρουσι,
1199καὶ σεῖς, οἱ ὁποῖοι τοὺς ὑποστηρίζετε.
1200§99ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὑποστηρίζω τοιαύτας
1201ἰδέας, ἀλλὰ λέγω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται κατὰ τὴν συζήτη-
1202σιν ν’ ἀποτεινώμεθα κατὰ τοιοῦτον τρόπον πρὸς συναδέλ-
1203φους καὶ οὕτω νὰ ὁμιλῶμεν περὶ τῶν γνωμῶν αὐτῶν.
1204§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παύσατε, παρακαλῶ, πλέον τὰς δια-
1205κοπάς.
1206§101ΡΑΛΛΗΣ. Ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι,
1207ὅτε ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπηύθυνε τὴν ὕβριν
1208πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι εἶχεν ὡς πρόγραμμα τὴν
1209χρεωκοπίαν, ὁλόκληρος δὲ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἠγέρθη ὡς ἓν
1210σῶμα καὶ ἐζήτησε ν’ ἀναιρέσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν
1211ὕβριν ἐκείνην, ἢ ἄλλως νὰ κατέλθῃ τοῦ βήματος, ἠναγκά-
1212σθη ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κ. Τρικούπης, νὰ ὁμο-
1213λογήσῃ, ὅτι δὲν ἦτο τοιαύτη ἡ ἔννοια τοῦ λόγου αὐτοῦ.
1214§102Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδέποτε ὡμολό-
1215γησα τοῦτο.
1216§103ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦτο ἠναγκάσθητε νὰ
1217διακόψητε τὴν ἀγόρευσιν σας καὶ κατέλθητε τοῦ βήμα-
1218τος ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἀποδοκιμασιῶν τῆς τότε Ἀντιπολι-
1219τεύσεως, χωρὶς νὰ τολμήσητε νὰ ἐκστομίσητε πλέον τὴν
1220ὕβριν ἐκείνην.
1221§104ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς ἐνταῦθα ἔχει ση-
1222μαίαν χρεωκοπίας. Ἡ χρεωκοπία, ἐὰν ἔλθῃ, θὰ ἔλθῃ μοι-
1223ραίως, καὶ τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν δυνάμεθα νὰ τὴν ἀπο-
1224φύγωμεν.
1225§105ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν ὑπάρχῃ ὕβρις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ
1226δικαίωμα τοῦ Προέδρου εἶναι ν’ ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν τάξιν
1227ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τὴν ἐκφέρει, εἶναι ἡ ὕβρις ἐκείνη, τὴν
1228ὁποίαν ἐξέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, διὰ τὴν
1229ὁποίαν ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ σύσσωμος νὰ πετάξῃ αὐτὸν ἔξω
1230ἀπὸ τοῦ βήματος.
1231§106ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ καφενεῖα μόνον δύ-
1232νανται νὰ πετῶσιν ἔξω· ἐνταῦθα εὑρισκόμεθα ἐν τῇ Βουλῇ,
1233ἔνθα μᾶς ἀπέστειλεν ὁ λαὸς, καὶ εἶναι ἐντροπὴ νὰ ὁμιλῆτε
1234κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον!
1235§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παύσατε, Κύριοι, τὰς διακοπάς.
1236§108ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν, Κύριε Πρόεδρε, ἔχωσι
1237τοιοῦτο θράσος, νὰ μᾶς ἀποδίδωσι πράγματα, τὰ ὁποῖα
1238οὐδέποτε εἴπομεν, πρέπει νὰ μᾶς ἐπιτρέπητε τὰς δια-
1239κοπάς.
1240§109ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ δὲν εἶναι θράσος δι’ ὑμᾶς νὰ ἀρνῆ-
1241σθε τώρα τόσον ἀσυστόλως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τόσον ἀπρο-
1242καλύπτως καὶ εἰς ἐπήκοον πάντων ἡμῶν πρὸ ὀλίγων μό-
1243λις ἡμερῶν εἴπετε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Ἀλλ’ ἐπι-
1244μαρτύρομαι, Κύριοι, πάντας ὑμᾶς, ὅσοι ἠκούσατε τὸν κ.
1245Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας ἀγορεύοντα κατὰ τὴν συζήτησιν
1246τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσπράξεως εἰς χρυσόν. Σεῖς δύ-
1247νασθε νὰ μαρτυρήσητε, ἐὰν εἶπε τῷ ὄντι ὅσα τῷ ἀποδί-
1248δω, ἢ ὄχι.
1249§110ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Βουλευτὴς
1250νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του;
1251§111ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσῃ γνώμην,
1252ὄχι ὅμως νὰ ἐκφέρῃ τοιαύτην ὕβριν.
1253§112ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Εὐταξία, μὴ ὁμιλεῖτε πλέον περὶ
1254αὐτοῦ· τὸ ἀνεκάλεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὅπως
1255τὸ ἀνεκάλεσεν ὁ κ. Καραπάνος κατὰ τὸ 1887.
1256§113ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδέποτε ἀνεκάλεσα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
1257εἶπον. Τὸ εἶπον τότε καὶ τὸ ἐξήγησα, περιμένω δὲ νὰ ἴδω,
1258τί θὰ εἴπητε σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπαγγέλλεσθε, ὅτι θὰ σώσητε
1259τὸν τόπον.
1260§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς παύσωσιν αἱ διακοπαί.
1261§115ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡμεῖς καὶ ἄλλοτε, προκειμένου περὶ τοῦ
1262προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, εἴπομεν σαφῶς καὶ ἀπροκα-
1263λύπτως τὴν γνώμην ἡμῶν, καὶ νῦν δὲν θὰ ἀποκρύψωμεν
1264αὐτήν. Χαίρω ὅμως, ὅτι οἱ λόγοι μου ἔγειναν τὴν ἑσπέραν
1265ταύτην ἀφορμὴ, ὅπως αἰσχυνόμενοι ἀνακαλέσωσιν ὅσα ἤδη
1266εἶπον περὶ χρεωκοπίας οἱ πρῶτοι αὐτῆς εἰσηγηταὶ θεωρού-
1267μενοι ἐν ἡμῖν. Ἐλπίζων δὲ, ὅτι δὲν θὰ δοθῇ πλέον εἰς ἡμᾶς
1268ἀφορμὴ ν’ ἀσχοληθῶμεν μὲ τὴν τοιαύτην ὕβριν καὶ βλα-
1269σφημίαν ἐνταῦθα, ἔρχομαι νῦν νὰ συζητήσω ἐξ ὀνόματος
1270τῆς πολιτικῆς μερίδος, εἰς ἣν ἀνήκω, πρὸς τὰς ἄλλας
1271πολιτικὰς μερίδας τοῦ Κοινοβουλίου, πρὸς ἃς, ὅσον καὶ ἂν
1272διϊστάμεθα ὡς πρὸς τὰ μέσα τῆς οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως
1273τῆς Πατρίδος ἡμῶν, ἔχομεν ὅμως πάντοτε κοινὴν τὴν πε-
1274ποίθησιν εἰς αὐτήν.
1275Εἶναι δεινὴ, Κύριοι, ἡ οἰκονομικὴ τοῦ Κράτους κατά-
1276στασις. Τὴν κατάστασιν ταύτην δὲν ἠρνήθη ὁ ἀξιότιμος
1277Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε, εἰσηγούμενος εἰς τὴν Βου-
1278λὴν τὸν ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμὸν, προέτεινε νέα βάρη
1279διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πρὸς βελτίωσιν αὐτῆς. Ἀνωμο-
1280λόγησε δὲ αὐτὴν χθὲς καὶ προχθὲς ἀγορεύων καὶ ὁ ἀξιότι-
1281μος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Ἐνῷ δὲ κατὰ τοῦτο ἦσαν σύμ-
1282φωνοι οἱ δύο ἄνδρες, οἱ ἐκ περιτροπῆς ἤδη ἐπὶ δεκαετίαν
1283κυβερνήσαντες τὴν χώραν, διεφώνησαν ὅμως ὑπὸ τὴν ἔπο-
1284ψιν τῆς εὐθύνης, ἣν ἕκαστος ὑπέχει διὰ τὴν παροῦσαν
1285οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν. Δὲν θὰ θελήσω νὰ παρα-
1286κολουθήσω ἐγὼ αὐτοὺς εἰς τὴν τοιαύτην διαφωνίαν. Ἐγὼ
1287θὰ ὑποβάλω εἰς ἔλεγχον τὰς γνώμας, ἃς αὐτοὶ ἐξήνεγκον
1288τόσον περὶ τῆς κατατρυχούσης ἡμᾶς νόσου, ὅσον καὶ περὶ
1289τῶν μέσων τῆς θεραπείας αὐτῆς, εἰς τὰς γνώμας δ’ αὐτῶν
1290θ’ ἀντιτάξω ἣν ἡ μερὶς ἡμῶν ἔχει γνώμην καὶ θ’ ἀφήσω
1291ἡμᾶς νὰ κρίνητε, τίς εὕρηται ἐν τῷ δικαίῳ.
1292Ἡ γνώμη, Κύριοι, τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βου-
1293λευτοῦ δὲν θὰ μὲ ἀπασχολήσῃ ἐπὶ πολύ. Εἶναι ἀληθὲς,
1294ὅτι αὐτὸς ἀπησχόλησε διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του καὶ κατε-
1295πόνησε τὴν Βουλὴν ἐπὶ δύο ὁλοκλήρους συνεδριάσεις. Ἀλλ’
1296ἐν τῇ ἀγορεύσει του ταύτῃ πολλὰ μὲν εἶπε περὶ πολλῶν
1297ἄλλων, ἐλάχιστα δὲ περὶ τοῦ ζητήματος, ὅπερ εἶναι νῦν
1298τὸ κύριον ἡμῶν μέλημα. Καὶ ἐγὼ, ὡς καὶ πᾶς τις ἄλλος
1299ἴσως, ἀνέμενον παρ’ αὐτοῦ ν’ ἀναπληρώσῃ τὸ κενὸν, τὸ
1300ὁποῖον εἶχεν ἐγκαταλίπει ἡ ἔκθεσις τῆς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ
1301τοῦ προϋπολογισμοῦ διερμηνευούσης τὰς γνώμας του μειο-
1302νοψηφίας. Ἐν τῇ ἐκθέσει ἐκείνῃ ἀνεφέρετο ἀποφθεγματι-
1303κῶς πως μόνον, ὅτι ὁ προκείμενος προϋπολογισμὸς ἐνέχει
1304ἔλλειμμα, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ διαῤῥυθ-
1305μίσεως τοῦ νομισματικοῦ ζητήματος. Ἀνέμενον λοιπὸν νὰ
1306ἀκούσω τὸν κ. Δηλιγιάννην ἐξηγοῦντα ἐμπεριστατωμένως
1307τὸ ἔλλειμμα καὶ ὑπολογίζοντα αὐτὸ ἐν συνόλῳ κατὰ
1308προσέγγισιν. Ἀνέμενον ν’ ἀκούσω αὐτὸν ὑποδεικνύοντα τὸν
1309τρόπον, καθ’ ὃν θ’ ἀνεπληροῦτο τὸ ἔλλειμμα, τὸν τρόπον,
1310καθ’ ὃν θὰ ἐξηρχόμεθα ἐκ τῆς νῦν δεινῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν
1311καταστάσεως καὶ θ’ ἀπεσοβοῦμεν τὸν ἐπικρεμάμενον κίν-
1312δυνον. Ἀντὶ τούτων ὅλων, τί μᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρ-
1313τυνος Βουλευτής;
1314Μᾶς εἶπε καὶ αὐτὸς ἀποφθεγματικώτερον καὶ βραχυ-
1315λογώτερον μάλιστα καὶ αὐτῆς τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐν τῇ
1316ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ μειονοψηφίας του, ὅτι ὁ ὑπὸ
1317συζήτησιν προϋπολογισμὸς θὰ ἔχῃ ἔλλειμμα, χωρὶς ὅμως
1318νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν καθέκαστα αὐτοῦ, χωρὶς
1319νὰ καταδείξῃ, πόθεν θὰ προέλθῃ κυρίως καὶ εἰς πόσα θὰ
1320ἀνέλθῃ αὐτό. Δὲν ἠξεύρω δὲ, Κύριοι, ὁποίαν ἐντύπωσιν ἔκα-
1321μεν εἰς ὑμᾶς ὁ τοιοῦτος ἰσχυρισμὸς τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρ-
1322τυνος Βουλευτοῦ. Εἰς ἐμὲ ὁμολογῶ, ὅτι ἐφάνη πικρὰ εἰρω-
1323νεία νὰ θεωρῇ ἀνεπαρκῆ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893,
1324τὸν ἀναγράφοντα ὡς ἔσοδα 110 ὅλα ἑκατομμύρια δραχμῶν,
1325αὐτὸς, ὅστις πρὸ ἑνὸς περίπου ἔτους ὑποβάλλων, ὡς Ὑπουρ-
1326γὸς τῶν Οἰκονομικῶν, προϋπολογισμὸν διὰ τὸ ἔτος 1892
1327μὲ ἔσοδα 98 μόλις ἑκατομμυρίων, ἐθεώρει αὐτὸν ἐπαρκῆ,
1328καὶ διεμαρτύρετο κατὰ τῶν ἀνευρισκόντων ἐν αὐτῷ ἔλλειμ-
1329μα, ὡς συκοφαντούντων δῆθεν οὕτω τὴν δημοσίαν ἡμῶν
1330πίστιν! Εἶπέ τινα καὶ περὶ νομισματικοῦ ζητήματος,
1331πλὴν καὶ ταῦτα τόσον γενικὰ καὶ ἀόριστα, ὥστε οὐδεὶς,
1332νομίζω, ἐγένετο σοφώτερος ἑαυτοῦ. Ἀφοῦ δὲ οὕτω καθώ-
1333ρισε τὰ αἴτια τοῦ κακοῦ, συνέστησε καὶ τὰ μέσα τῆς θε-
1334ραπείας καὶ ὑπέδειξεν ὡς τοιαῦτα τὴν ἐλάττωσιν τῶν δη-
1335μοσίων ἐξόδων καὶ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐγχωρίας παραγω-
1336γῆς. Νομίσας δὲ, ὅτι τοιουτοτρόπως ἔλυσε τὸ ἀπασχολοῦν
1337ἡμᾶς ζήτημα, δὲν ἐδίστασεν ἐν τέλει τοῦ μακροῦ καὶ ἀτε-
1338λευτήτου λόγου του νὰ δηλώσῃ, ὅτι εἶναι καὶ πάλιν ἕτοι-
1339μος, ἂν τὸν καλέσῃ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Στέμματος ἢ ἡ
1340ψῆφος τοῦ λαοῦ, νὰ ἀναλάβῃ ἐκ νέου τὸ βάρος τῆς Κυ-
1341βερνήσεως!
1342Ἀλλὰ, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Γόρτυνος, παρῆλθε πλέον
1343ἀνεπιστρεπτεὶ ὁ καιρὸς, καθ’ ὃν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διεβουκο-
1344λεῖτο διὰ τοιούτων γενικῶν καὶ ἀορίστων φράσεων. Πα-
1345ρῆλθεν ὁ καιρὸς, καθ’ ὃν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἠρκεῖτο εἰς τὰς
1346κενὰς πάσης ἐννοίας ἐπαγγελίας σας, ὅτι ἐρχόμενος εἰς τὴν
1347Κυβέρνησιν θὰ ἐπράττετε τὰ ἀντίθετα τῶν ὅσα ἔπραττεν
1348ὁ κ. Τρικούπης. Δυστυχῶς ἐκ τῆς πείρας, ἣν ἔλαβεν ἤδη
1349παρ’ ὑμῶν, ἐδιδάχθη, ὅτι δὶς ἐλθὼν εἰς τὰ πράγματα ἐκά-
1350μετε ἀκριβῶς ὅ,τι καὶ ὁ κ. Τρικούπης. Μόνον δάνεια με-
1351γάλα ἐξωτερικὰ δὲν συνωμολογήσητε ὑμεῖς, ἀλλ’ ὡς εἴχετε
1352τὴν ἀφέλειαν νὰ τὸ ὁμολογήσητε χθὲς ἀγορεύων, οὐχὶ διότι
1353δὲν ἠθελήσατε, ἀλλὰ διότι δὲν ἠδυνήθητε, διότι τὰ ξένα
1354κεφάλαια ἔμειναν ἀπρόσιτα εἰς ὑμᾶς. Δὲν ἔχετε λοιπὸν
1355κἀνὲν δικαίωμα νὰ ἐπιδεικνύητε τὸ παρελθόν σας ὡς συστα-
1356τικὸν διὰ τὸ μέλλον. Ἔπρεπε νῦν τοὐλάχιστον ν’ ἀπο-
1357δείξητε, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἡμεῖς παρεμένομεν ἐνταῦθα
1358πιστοὶ εἰς τὸ καθῆκον, καὶ βῆμα πρὸς βῆμα ἀγωνιζόμενοι
1359πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, σεῖς, ποιούμενος τὰς διατριβὰς ἐν Κη-
1360φισίᾳ, ἠσχολεῖσθε περὶ τὴν μελέτην τῆς καταστάσεως ἡμῶν
1361καὶ ἐξεύρετε τὰ μέσα τῆς βελτιώσεως αὐτῆς. Ἔπρεπε νὰ
1362ἔλθητε νῦν καὶ νὰ καταδείξητε ἐν ἀκριβείᾳ ἔνθεν μὲν τὸ
1363ἔλλειμμα, ὅπερ ἐνέχει ὁ προκείμενος προϋπολογισμὸς, ἔνθεν
1364δὲ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θ’ ἀνεπληροῦτο αὐτό. Ἔπρεπε νὰ
1365μὴ ἀρκεσθῆτε μόνον εἰς τὸ νὰ δηλώσητε, ὅτι ἀνάγκη νὰ
1366γείνωσιν οἰκονομίαι ἐν τοῖς ἐξόδοις, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποδεί-
1367ξητε, ποῦ πρέπει νὰ γείνωσι καὶ εἰς πόσον νὰ ἀνέλθωσιν
1368αὗται. Ἔπρεπε νὰ ὑποδείξητε τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ
1369ἐξηρχόμεθα ἐκ τῆς νῦν δυσχεροῦς θέσεως. Ἔπρεπε ν’ ἀπο-
1370δείξητε, πῶς ἐννοεῖτε ὑμεῖς τὴν λύσιν τοῦ νομισματικοῦ
1371ζητήματος, πῶς δὲ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς. Διότι
1372ἄνευ ἀποδείξεως πάντες οἱ ἰσχυρισμοί σας οὗτοι οὐδεμίαν
1373σημασίαν ἔχουσιν, οὐδεμίαν ἐντύπωσιν δύνανται νὰ ἐμποιή-
1374σωσι πλέον.
1375Τοσαῦτα μόνον, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω περὶ τῶν γνω-
1376μῶν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ἐν σχέσει πρὸς
1377τὸ ἀποσχολοῦν ἡμᾶς οἰκονομικὸν ζήτημα. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι
1378αὐτὸς ἐν τέλει τῆς ἀγορεύσεώς του εἶπε πολλὰ καὶ περὶ
1379κομμάτων καὶ περὶ Βασιλείας καὶ περὶ λαοῦ. Ἀλλ’ ὡς
1380πρὸς ταῦτα ἴσως παρατηρήσω τινὰ καὶ ἐγὼ ἐν τέλει τῆς
1381ἀγορεύσεώς μου. Νῦν σπεύδω νὰ ἐπιληφθῶ τοῦ ἐλέγχου
1382τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν γνωμῶν, ἃς ἔχει
1383ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστά-
1384σεως. Θὰ εἰσέλθω εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας τοῦ προϋπο-
1385λογισμοῦ, θ’ ἀναζητήσω τὸ ἔλλειμμα καὶ ἐν τοῖς ἐσόδοις
1386καὶ ἐν τοῖς ἐξόδοις αὐτοῦ, καὶ ἀφοῦ καθορίσω τοῦτο, θὰ ὑπο-
1387δείξω τὸν τρόπον, καθ’ ὃν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναπληρωθῇ
1388αὐτὸ καὶ ν’ ἀποκατασταθῇ πλῆρες καὶ εὐρὺ ἰσοζύγιον, ἰσο-
1389ζύγιον ἐξασφαλίγον τὴν ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίας ἡμῶν
1390πίστεως καὶ διευκολῦνον τὸ ἔργον τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν
1391ἀνορθώσεως.
1392Ἰσχυριζόμεθα, Κύριοι, καὶ ἡμεῖς, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐκ
1393Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὅτι ὁ προκείμενος προϋπολογισμὸς
1394ἐνέχει ἔλλειμμα καὶ ἔλλειμμα μέγα, ἀλλὰ τὸν ἰσχυρισμὸν
1395τοῦτον ἐρχόμεθα νῦν ν’ ἀποδείξωμεν, ἐλέγχοντες τὸν περὶ οὗ
1396ὁ λόγος προϋπολογισμὸν καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ ὡς
1397πρὸς τὰ ἔξοδα αὐτοῦ καὶ καταδεικνύοντες κατὰ τρόπον
1398ἀναμφισβήτητον, πόσον θὰ ὑπολειφθῶσιν αἱ πραγματο-
1399ποιηθησόμεναι εἰσπράξεις τῶν προϋπολογιζομένων ἐσόδων,
1400πόσον δὲ αἱ πραγματοποιηθησόμεναι δαπάναι θὰ ὑπερβῶσι
1401τὰ προϋπολογιζόμενα ἔξοδα. Καὶ ἐν πρώτοις ἰσχυριζόμεθα,
1402ὅτι αἱ πραγματοποιηθησόμεναι εἰσπράξεις κατὰ τὴν χρῆ-
1403σιν τοῦ 1893 θὰ ὑστερήσωσι καθ’ ἑκατομμύρια πολλὰ τῶν
1404προϋπολογιζομένων ἐσόδων. Εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ
1405τούτου, Κύριοι, θὰ εἰσέλθω εἰς πολλὰς λεπτομερείας, θ’ ἀνα-
1406φέρω πολλοὺς ἀριθμοὺς, ἐξετάζων κεφάλαιον πρὸς κεφά-
1407λαιον καὶ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον τὰ διάφορα ἔσοδα. Ἂν ἀνα-
1408φέρω ἀριθμόν τινα ἀνακριβῆ, προκαλῶ καὶ τὸν κ. Πρω-
1409θυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ πάντα
1410ἄλλον ἐκ τῶν φίλων αὐτοῦ, εἰδικώτερον ἀσχοληθέντα περὶ
1411τὰ τοιαῦτα θέματα, νὰ μὲ διαψεύσῃ πάραυτα, καταδεικνύων
1412τὴν δῆθεν ἀνακρίβειαν τῶν ἀριθμῶν, τὸ δῆθεν ἀβάσιμον
1413τῶν ὑπολογισμῶν μου.
1414Ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, Κύριοι, ὁ
1415ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠκολούθησεν ἀκριβῶς
1416τὴν αὐτὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν καθ’ ὅλα τὰ προηγού-
1417μενα ἔτη, ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν, ἠκολούθησε καὶ
1418αὐτὸς καὶ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, εἰς προγενεστέρας δὲ
1419ἐποχὰς εἶχον ἀκολουθήσει καὶ ἄλλοι κυβερνῆται τῆς χώ-
1420ρας. Δηλαδὴ καὶ ταύτην τὴν φορὰν ἔθεσεν ὡς βάσιν τοῦ
1421προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τὰ βεβαιούμενα καὶ ὄχι τὰ
1422πράγματι εἰσπραττόμενα. Καὶ ὅμως εἶναι ἀλήθεια πλέον,
1423τὴν ὁποίαν πάντες ὁμολογοῦμεν τὴν σήμερον καὶ καθ’ ἣν,
1424ἂν εἴχομεν μέχρι τοῦδε τὰ μεγάλα ἐλλείμματα, ὑφ’ ἃ τὰ
1425δημόσια ἡμῶν οἰκονομικὰ περιέστησαν εἰς ὃ σημεῖον εὑ-
1426ρίσκονται νῦν, τὰ ἐλλείμματα ταῦτα ὀφείλονται ἀκριβῶς
1427εἰς τοῦτο, ὅτι ὑπολογίζομεν πάντοτε ἐπὶ τῇ βάσει ἐσόδων
1428βεβαιουμένων, καὶ ὄχι εἰσπραττομένων, ἀφ’ ἑνὸς, ἀφ’ ἑτέρου
1429δὲ ἐπὶ τῇ βάσει ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ πραγματοποιήσει
1430ἀποδεικνύονται συνήθως πολὺ ἀνώτερα, καὶ καλύπτονται
1431εἶτα δι’ ἀναπληρωτικῶν καὶ συμπληρωτικῶν πιστώσεων.
1432Τοῦτο κατεῖδε καὶ ἀνωμολόγησε καὶ αὐτὴ ἡ παροῦσα Κυ-
1433βέρνησις, ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει οὖσα, ὅτε δηλαδὴ ἐπετίθετο
1434ὡς Ἀντιπολίτευσις κατὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892,
1435τὸν ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλει ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
1436μικῶν Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, πρῶτον καὶ κύριον θέμα κα-
1437τηγορίας ἔχουσα τοῦτο, ὅτι κακῶς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
1438ἐκείνῳ τὰ ἔσοδα ὑπελογίζοντο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βεβαιώ-
1439σεων καὶ ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπράξεων, κακῶς δὲν
1440ἀνεγράφοντο πάντα τὰ ἔξοδα, τὰ πραγματοποιηθησόμενα.
1441Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ὁ τότε εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας ἐν τῇ
1442ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, νῦν δὲ Ὑπουργὸς τῆς Δι-
1443καιοσύνης κ. Σιμόπουλος (ἀναγινώσκει):
1444«Εἰς ὃ σημεῖον εὑρισκόμεθα σήμερον, ὅταν ὁμιλῶμεν
1445περὶ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὡς
1446ἀφετηρίαν οὐχὶ τὰς βεβαιώσεις τῶν δημοσίων ἐσόδων,
1447ἀλλὰ τὰς πραγματικὰς εἰσπράξεις. Οὕτως ὀφείλομεν νῦν
1448νὰ κανονίσωμεν τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, διότι οὕτω
1449καὶ μόνον δυνάμεθα νὰ ἐμπνεύσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς
1450πάντα, παρὰ τοῦ ὁποίου θὰ ζητήσωμεν συνδρομὴν, εἰς
1451πάντας, ὅσοι ἐτοποθέτησαν τὴν ἑαυτῶν περιουσίαν εἰς τὰ
1452ἡμέτερα χρεώγραφα. Ἀφοῦ τὸ ὑφιστάμενον νῦν οἰκονομικὸν
1453σύστημα, ὡς ἐκ τῆς κυβερνητικῆς ἀνεπαρκείας, ἐπεσώρευσε
1454λάθη ἐπὶ λαθῶν, πρέπει νὰ ἐγκαινίσωμεν σύστημα νέον οἰ-
1455κονομικῆς διαχειρίσεως. Πρέπει λοιπὸν ὁ προϋπολογισμὸς
1456νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῶν πράγματι εἰσπραττομένων
1457ἐσόδων καὶ ἐπὶ τῶν πραγματικῶν δαπανῶν.» (Ἀγό-
1458ρευσις Α. Ν. Σιμοπούλου, συζητουμένου ἐν τῇ Βουλῇ τοῦ
1459προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, σελ. 148–149).
1460Καὶ εἶναι αὐτὸ, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, τὸ
1461νέον σύστημα τῆς διαχειρίσεως, τὸ ὁποῖον ἐνεκαινίσατε
1462ὑμεῖς διὰ τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ 1892 καὶ 1893;
1463Ἐκαυχήθη ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι
1464εἶχεν ὡρισμένον οἰκονομικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ὁ λαὸς
1465ἐψήφισε τὴν 3 Μαΐου, ἐξαποστείλας ἐνταῦθα τὴν μεγάλην
1466αὐτὴν πλειονοψηφίαν, ἥτις τὸν περιστοιχίζει νῦν. Ἀλλ’ ἂν
1467βάσις τοῦ προγράμματος αὐτοῦ ἐκείνου ἦναι ἡ ὑπὸ τοῦ
1468κ. Σιμοπούλου ὑποδειχθεῖσα, διατὶ δὲν ἐτήρησεν αὐτὴν,
1469κληθεὶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας; Τὴν αὐτὴν παρα-
1470τήρησιν, Κύριοι, εἶχον ἀπευθύνει καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν
1471τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892. Καὶ τότε ὑπέδειξα, ὅτι ἠθέ-
1472τουν τὰς ἐπαγγελίας των, μὴ ὑπολογίζοντες τὰ ἔσοδα ἐπὶ
1473τῇ βάσει τῶν εἰσπράξεων καὶ τὰ ἔξοδα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν
1474πραγματοποιουμένων δαπανῶν, μοὶ ἀπήντησαν δὲ, ὅτι δὲν
1475εἶχον τὸν καιρὸν τότε, ἵνα προβῶσιν εἰς τοιαύτας ῥιζικὰς
1476μεταῤῥυθμίσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ ἐγὼ καὶ πᾶς τις
1477ἄλλος ἐπίστευσε τότε, ὅτι, προκειμένου νὰ συντάξωσι τὸν
1478προϋπολογισμὸν τοῦ 1893, δι’ ὃν εἶχον μῆνας πολλοὺς,
1479ἵνα προβῶσιν εἰς πᾶσαν μεταῤῥύθμισιν, θὰ ἐπλήρουν τὰς
1480ἐπαγγελίας των ἐκείνας· ἀλλὰ καὶ νῦν διέψευσαν αὐτὰς
1481οἰκτρῶς, καὶ νῦν μᾶς ὑπέβαλον προϋπολογισμὸν εἰκονικόν·
1482διότι δὲν θὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
1483νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι εἶναι πραγματικὸς καὶ ὄχι εἰκονικὸς ὁ
1484προϋπολογισμὸς, ὁ ἐπερειδόμενος εἰς τὰς βεβαιώσεις. Δὲν
1485ἠξεύρω, ἂν θὰ θελήσῃ νὰ πληρώσῃ μεθαύριον εἴτε τοὺς
1486πιστωτὰς εἴτε τοὺς δικαιούχους τοῦ Κράτους διὰ βεβαιώ-
1487σεων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἕκαστος γινώσκει κάλλιστα, εἶναι,
1488ὅτι καὶ ἐκεῖνοι καὶ οὗτοι θ’ ἀπαιτήσωσι καὶ θὰ πληρω-
1489θῶσι τοῖς μετρητοῖς, δι’ εἰσπράξεων. Ἂν θέλωμεν, Κύριοι,
1490νὰ ἴδωμεν, ποῦ εὑρισκόμεθα, ἂν θέλωμεν νὰ λάβωμεν ἔν-
1491νοιάν τινα τοῦ τί εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξῃ τὸ Κράτος
1492ἡμῶν, πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τέλος πάντων κατὰ μέρος τὰς
1493βεβαιώσεις, καὶ μάλιστα βεβαιώσεις ὅλως ἀβασίμους, καθ’
1494οὓς ὑπολογισμοὺς κάμνει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ προϋ-
1495πολογισμοῦ, πρέπει δὲ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ἐκεῖνα, τὰ
1496ὁποῖα πράγματι μέχρι τοῦδε εἰσεπράχθησαν, ἐκ τῶν οὕτω
1497δὲ πραγματοποιηθέντων ἐσόδων κατὰ τὰ τελευταῖα τρία
1498ἔτη νὰ λάβωμεν τὸν μέσον ὅρον καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ
1499νὰ προϋπολογίσωμεν καὶ τὰ ἐν ἔτει 1893 εἰσπραχθησό-
1500μενα ἔσοδα. Οὕτω πράττουσιν ὅλα τὰ Κράτη, οὕτω πρέπει
1501νὰ πράξωμεν καὶ ἡμεῖς. Ἀρκετὰ μέχρι τοῦδε ἐπλανήθημεν
1502μὲ τοιούτους σφαλεροὺς ὑπολογισμοὺς, καὶ ἐπεσωρεύσαμεν
1503οὕτως ἐλλείμματα ἐπὶ ἐλλειμμάτων καὶ ἐδημιουργήσαμεν
1504τὴν νῦν ἔκρυθμον κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Εἶναι
1505καιρὸς πλέον νὰ προβῶμεν εἰς ὑπολογισμὸν τῶν ἐσόδων
1506ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πράγματι εἰσπραττομένων· εἶναι καιρὸς
1507νὰ πράξωμεν τοῦτο ἀπὸ τοῦδε, τοῦτο δὲ πράττοντες νῦν,
1508δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀκριβῆ ἔννοιαν, κατὰ πόσον θὰ ὑπο-
1509λειφθῶσι καὶ τὰ κατὰ τὸ ἔτος 1893 πραγματοποιηθησό-
1510μενα ἔσοδα τῶν νῦν προϋπολογιζομένων.
1511Συνέταξα, Κύριοι, ἀκριβῆ πίνακα τῶν εἰσπραχθέντων
1512κατὰ τὰ ἔτη 1889, 1890 καὶ 1891, ἐξ αὐτῶν δὲ τῶν
1513εἰσπραχθέντων λαμβάνων τὸν μέσον ὅρον, ἀποδεικνύω ἐπὶ τῇ
1514βάσει αὐτοῦ, πόσα εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι καὶ κατὰ
1515τὸ παρὸν ἔτος, κατὰ πόσον ἄρα αἱ εἰσπράξεις θὰ ὑπο-
1516λειφθῶσι τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων ἐσό-
1517δων. Ἄρχομαι κατὰ σειρὰν ἀπὸ τοῦ πρώτου ἐν τῷ προϋ-
1518πολογισμῷ ἀναγραφομένου ἐσόδου ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀρο-
1519τριώντων κτηνῶν. Ὡς πρὸς τοῦτο, τὸ 1889 δὲν πρέπει
1520νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν· διότι τότε εἴχομεν καὶ κατωτέρας τινὰς
1521κλάσεις, καταργηθείσας ἀπὸ τοῦ 1890 καὶ ἐντεῦθεν. Θὰ
1522λάβω λοιπὸν δι’ αὐτὸ τὸ ἔσοδον ὑπ’ ὄψιν μόνα τὰ δύο τε-
1523λευταῖα ἔτη, τὸ 1890 καὶ 1891. Κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ
1524πρώτου τῶν ἐτῶν τούτων εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ περὶ οὗ ὁ
1525λόγος φόρου ὁμοῦ μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας
15261,560,215· κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ δευτέρου 1,651,819 δρ.
1527Ὁ μέσος ὅρος εἶναι 1,606,017, τῇ προσθήκῃ δὲ τῶν δύο
1528δεκατημορίων, ἅτινα ἐπεβλήθησαν νῦν ἐκ νέου, ἀνέρχεται
1529εἰς 1,944,220. Ὁ προϋπολογισμὸς ὅμως ἀναγράφει ὡς ἔσο-
1530δον 2,572,000, ὅ ἐστὶν ἐμφαίνει ἐπὶ πλέον ἀδικαιολόγητον
1531ὅλως διαφορὰν ἐξ 628,780.
1532§116ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν παρατήρησιν;
1533§117ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρατηρήσεις ἐπιτρέπω εἰς μόνον τὸν
1534κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοὺς φίλους του, τοὺς θέ-
1535λοντας νὰ διαμφισβητήσωσι τὴν ἀκρίβειαν οἱουδήποτε
1536ἀριθμοῦ ἢ ὑπολογισμοῦ μου.
1537§118ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀφοῦ ἐπετρέψατε εἰς τὸν ἀρχηγόν σας
1538κ. Ράλλην...
1539§119ΡΑΛΛΗΣ. Ἡμεῖς εἴμεθα συνάδελφοι, ἀρχηγοὺς δὲν
1540ἔχομεν.
1541§120ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σὺ ἔλεγες, ὅτι ἦσο ἀρχη-
1542γὸς ἰδικός μου, καὶ τώρα ἀρνεῖσαι ὅτι εἶσαι ἀρχηγός!
1543(γέλωτες).
1544§121ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι δά· ἦσο σὺ ὁ ἀρχηγός!
1545§122ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐκ τοῦ φόρου τῶν περιβολίων καὶ
1546βοσκῶν τὸ 1889 εἰσεπράχθησαν ὁμοῦ μετὰ τῶν ποσοστῶν
1547τῆς ὁδοποιΐας 97,686, τὸ 1890 δὲ 96,311, καὶ τὸ 1891
1548μόλις 80,561. Ὁ μέσος ὅρος εἶναι 91,517 δραχμαί, αἵτινες
1549ὁμοῦ μετὰ τοῦ νῦν ἐπιβληθέντος φόρου ἐπὶ τῶν ἑσπεριδοει-
1550δῶν, ἐξ οὗ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐλπίζει νὰ
1551εἰσπράξῃ 35,000, ἀνέρχεται εἰς 131,517. Εἰ καὶ βαίνει
1552δὲ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἔσοδον ἐλαττούμενον, ὡς παρατη-
1553ρεῖτε, οὐδὲν ἧττον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893 ἐξογκοῦ-
1554ται αὐτὸ παραδόξως πως εἰς 285,620, ἤτοι ἐμφαίνει ἐπὶ
1555πλέον διαφορὰν τοῦ πράγματι εἰσπραχθησομένου ποσοῦ κατὰ
1556154,620.
1557Ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου τὸ 1889 εἰσεπράχθησαν
1558ὁμοῦ μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας δραχ. 1,119,940,
1559τὸ 1890 δὲ 1,117,170, καὶ τὸ 1891 μόλις 1,058,193.
1560Καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου τούτου, εἰ καὶ αἱ εἰσπράξεις βαίνουσι
1561μειούμεναι, οὐδὲν ἧττον ἐγὼ ἀποδέχομαι τὸν μέσον ὅρον
1562τῶν 1,098,408, ὡς εἰσπρακτέον ποσὸν κατὰ τὸ 1893. Ὁ
1563προϋπολογισμὸς ὅμως ἀναγράφει 1,101,000, ἤτοι ἐνέχει
1564ἐπὶ πλέον διαφορὰν ἐκ 2,592.
1565Ἐκ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου τὸ 1889 εἰσεπράχθησαν
15661,688,582, ἐννοεῖται ὁμοῦ μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδο-
1567ποιΐας· τὸ 1890...
1568§123ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν
1569περιορίζεσθε εἰς μόνον τὸν μέσον ὅρον τῶν εἰσπράξεων τῶν
1570τελευταίων τριῶν χρήσεων, συντομίας χάριν;
1571§124ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εὐχαρίστως· ἀρκεῖ μόνον νὰ μὴ ἔχητε
1572ἀμφιβολίαν τινὰ περὶ τῶν ὑπολογισμῶν μου ὡς πρὸς τὸν
1573μέσον ὅρον. Ἐγὼ ἠναγκάσθην νὰ συμπαραλάβω καὶ ἔχω
1574ἐνταῦθα προχείρους τοὺς ἀπολογισμοὺς καὶ τῶν τριῶν τε-
1575λευταίων χρήσεων, ὅπως, ἂν ἐγερθῇ ἀμφιβολία τις, ἐπι-
1576δείξω αὐτοὺς τοὺς ἐπισήμους ἀριθμούς. Ἀφοῦ νῦν θέλετε
1577τὴν συντομίαν, ἀρκοῦμαι εἰς μόνους τοὺς μέσους ὅρους·
1578ἀλλὰ παρακαλῶ, ἂν ἔχητε ἐνδοιασμὸν περί τινος ἐξ αὐ-
1579τῶν, νὰ μοὶ ἀναφέρητε τοῦτον, ὅπως ἐξελεγχθῇ πάραυτα ἡ
1580ἀκρίβεια... Ἐπὶ τοῦ φόρου λοιπὸν τοῦ οἴνου ὁ μέσος ὅρος
1581τῶν εἰσπράξεων τῶν τριῶν τελευταίων χρήσεων εἶναι
15821,466,999 δραχμαί, αἵτινες μὲ τὴν προσθήκην τῶν νῦν ἐκ
1583νέου ἐπιβληθέντων δύο δεκατημορίων ἀνέρχονται εἰς δραχ.
15841,790,350, Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὅμως ἀναγράφεται ὡς
1585ἔσοδον 2,393,480, ἤτοι ἔχομεν ἐπὶ πλέον διαφορὰν ἐκ δρ.
1586603,130.
1587Ἐπὶ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος καὶ τῶν σύκων
1588οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω.
1589Ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν διαφόρων προϊόντων, τοῦ
1590εἰσπραττομένου ἐν τοῖς τελωνείοις, ὁ μέσος ὅρος,
1591λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν καὶ τῆς φορολογικῆς μεταῤῥυθμί-
1592σεως, τῆς ἐπενεχθείσης τὸ προηγούμενον ἔτος, ἀνέρχεται
1593εἰς 101,686, ἀπέναντι δὲ τῶν προϋπολογιζομένων 201,955
1594ἔχομεν ἐπὶ πλέον διαφορὰν ἐξ 90,269.
1595Ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἑπτανησιακῶν προϊόντων
1596ὁ μέσος ὅρος εἶναι, κατ’ αὐτὴν τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν
1597τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ μὲν τῶν λοιπῶν προϊόντων δρ.
15981,547,725, ἐπὶ δὲ τοῦ ἐλαίου 1,064,512, τὸ ὅλον δραχ.
15992,612,327. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου, κατὰ τὸν σχετικὸν
1600νόμον περὶ εἰσπράξεως εἰς χρυσὸν, τὰ ⅖ θὰ εἰσπραχθῶσιν
1601εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀνερχόμενα εἰς 1,044,890· ἐκ
1602τῶν ὑπολοίπων ⅗, ἤτοι 1,567,347, πρέπει ν’ ἀφαιρέσω-
1603μεν τὸ ⅙, ὅπερ ἀφίεται εἰς τοὺς φορολογουμένους, καὶ
1604ἔχομεν οὕτως ὑπόλοιπον 1,306,123, εἰσπραχθησόμενον
1605εἰς χρυσὸν, ὅπερ ὁμοῦ μετὰ τοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια
1606εἰσπραχθησομένου ποσοῦ ἀνέρχεται εἰς 2,351,013, ἀπέ-
1607ναντι δὲ τῶν προϋπολογιζομένων 2,509,898, ἔχομεν ἐπὶ
1608πλέον διαφορὰν ἐξ 158,885.
1609Ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων οὐδεμίαν
1610ἀντίῤῥησιν ἔχω.
1611Καὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν ὁ μέσος ὅρος εἶναι
16121,598,985, ἀπέναντι δὲ τῶν προϋπολογιζομένων 2,321,973
1613ἔχομεν διαφορὰν ἐπὶ πλέον ἐξ 722,988.
1614§125ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν καθυστέρησιν
1615τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν ἐν Ἀθήναις;
1616§126ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τῆς καθυστερήσεως ταύτης λαμβανο-
1617μένης ὑπ’ ὄψιν, δυνατὸν ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ νὰ περιορι-
1618σθῇ εἰς 400,000.
1619Μεταβαίνω νῦν εἰς τοὺς φόρους καταναλώσεως. Ἐκ
1620τελωνειακοῦ δασμοῦ εἰσαγωγῆς προϋπολογίζονται
1621κατ’ ἀκολουθίαν αὐξήσεως διαφόρων δασμῶν εἰσπράξεις
1622ἐξ 29,437,000 δραχμῶν, ἀπέναντι τῶν ἐν ἔτει 1891
1623εἰσπραχθέντων 25,921,000, ὅ ἐστὶν ὑπολογίζεται νὰ εἰσ-
1624πραχθῶσιν ἐπὶ πλέον νῦν ὑπὲρ τὰ 3,500,000. Ἐγὼ ὅμως
1625νομίζω, ὅτι ἡ ἐπὶ πλέον αὕτη διαφορὰ εἶναι ὑπερβολική
1626πως. Ἔχομεν ἤδη τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1892, ἐξ ὧν
1627ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν εἶναι ἡ αὔξησις τῶν τελωνειακῶν εἰσ-
1628πράξεων σχετικὴ πρὸς τὴν αὔξησιν τῶν τελωνειακῶν δα-
1629σμῶν. Ἔχομεν ὡς ἐκ περισσοῦ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν 10
1630πρώτων ἡμερῶν τοῦ Ἰανουαρίου μηνὸς τοῦ 1893, καθ’
1631ὅσον τοὐλάχιστον αὐτὸ ἐγένετο ἤδη γνωστὸν, ἐντεῦθεν δὲ
1632πληροφορούμεθα, ὅτι ἀντὶ αὐξήσεως ἐλάττωσις ἐπῆλθεν
1633ἤδη εἰς τὰς τελωνειακὰς εἰσπράξεις, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ
1634αʹ δεκαήμερον τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1892, εἰ καὶ ἐπῆλθεν
1635ἔκτοτε ἡ γνωστὴ ἐπιβάρυνσις τῶν δασμῶν.
1636§127ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ ἐλάτ-
1637τωσις ἐπῆλθεν ἕνεκα τῶν ἑορτῶν.
1638§128ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὴν δικαιολογίαν ταύτην προέβαλεν ἤδη
1639ἐφημερίς τις, ἀλλὰ πιστεύω μᾶλλον χάριν ἀστεϊσμοῦ, ἀφοῦ,
1640ὡς γνωστὸν, καθ’ ὅλα τὰ ἔτη τὸ πρῶτον δεκαήμερον τοῦ
1641Ἰανουαρίου ἔχει τὰς αὐτὰς ἑορτάς. Λοιπὸν ἐφέτος ἐπῆλ-
1642θεν ἤδη πράγματι ἐλάττωσις τῶν τελωνειακῶν εἰσπρά-
1643ξεων.
1644§129ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐν παραλληλισμῷ πάντοτε.
1645§130ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως ἐν παραλληλισμῷ πρὸς τὸ πα-
1646ρελθὸν ἔτος. Ἐγὼ δὲ νομίζω, ὅτι ἀκριβῶς διὰ τὸ 1893 δὲν
1647πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν μεγάλην αὔξησιν ἐν σχέσει πρὸς τὸ
16481891· διότι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο εἴχομεν ἐσοδείαν ἔκτακτον
1649σχετικῶς ἐν Ἑλλάδι, ἐξ οὗ εὐπορήσας ὁ λαὸς ἠδύνατο
1650τότε νὰ δαπανήσῃ πλείονα. Ἀλλ’ ἐφέτος δὲν προοιωνιζό-
1651μεθα τὴν εὐτυχίαν τοῦ 1891, ἐφέτος δὲ ὡς ἐκ περισσοῦ
1652ἔχομεν ὕψωσιν μεγάλην καὶ τῆς συναλλαγματικῆς διαφο-
1653ρᾶς, κατ’ ἀκολουθίαν τῆς ὁποίας ἀδύνατον νὰ μὴ ἐλαττωθῇ
1654καὶ ἡ εἰσαγωγὴ καὶ αἱ ἐξ αὐτῆς εἰσπράξεις τοῦ Δημο-
1655σίου· διὸ τὸ ποσὸν τὸ προϋπολογιζόμενον θεωρῶ ὑπερβο-
1656λικὸν, καὶ ἀποδέχομαι μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ πράγματι
1657εἰσπραχθησομένου ἐπὶ πλέον διαφορὰν ἐξ 1,500,000 δρ.
1658Ὡς πρὸς τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ, δὲν ἔχω ἀντίῤῥη-
1659σιν, διότι ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι, κατ’ ἀκολουθίαν τοῦ
1660νέου νόμου, δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ εἰσπραχθῇ τὸ προϋπο-
1661λογιζόμενον ποσὸν, ἀρκεῖ μόνον ἡ διοίκησις νὰ ἦναι πάν-
1662τοτε αὐστηρά.
1663Ὡς πρὸς τὰ οἰνοπνευματώδη ποτὰ, ὁ προϋπολογι-
1664σμὸς ἀναγράφει ἔσοδον ἐκ δρ. 500,000 ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ
1665σχετικοῦ νομοσχεδίου, ὡς εἶχεν αὐτὸ ἐν ἀρχῇ. Ἀλλὰ τὸ
1666νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὡς γνωστὸν, ἐτροποποιήθη ἀκολούθως,
1667καὶ ἐτροποποιήθη χάριν τῶν παραγωγῶν ἐπὶ ἐλαττώσει
1668τῆς ἐντεῦθεν προσδοκωμένης προσόδου, διὸ νομίζω, ὅτι πρέ-
1669πει νὰ θεωρηθῇ τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενον
1670ἔσοδον ὡς ἐνέχον ἐπὶ πλέον διαφορὰν τοῦ πράγματι εἰσ-
1671πραχθησομένου ἐκ 50,000.
1672Ἐπὶ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου ἀποδέχομαι τὸ
1673ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμός· ἀλλ’ ἐπὶ
1674τῶν προξενικῶν τελῶν, τῶν προϋπολογιζομένων εἰς δρ.
1675560,000, ὑπάρχει ἐπὶ πλέον διαφορὰ ἐν σχέσει πρὸς τὸν
1676μέσον ὅρον τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὰ τρία τελευταῖα
1677ἔτη, τὸν ὑπολογιζόμενον εἰς 535,000, ἐξ 25,000.
1678§131ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὰ περὶ
1679χαρτοσήμου προϋπολογίζονται καὶ διὰ τὸ ἐξωτερικὸν
1680διπλᾶ.
1681§132ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε ἐκπίπτω αὐτὴν τὴν ἐπὶ πλέον δια-
1682φοράν.
1683Ὡς πρὸς τὰ ταχυδρομικὰ τέλη, ὁ μέσος ὅρος
1684εἶναι 1,384,949, ὅστις ὁμοῦ μετὰ τῆς ψηφισθείσης τελευ-
1685ταῖον αὐξήσεως τῶν ταχυδρομικῶν τελῶν διὰ τὴν ἀλλο-
1686δαπὴν ἐκ δραχ. 60,000 ἀνέρχεται εἰς 1,444,949, καὶ ἐμ-
1687φαίνει οὕτω τὸ προϋπολογιζόμενον ποσὸν ἐξ 1,675,000
1688ἐπὶ πλέον διαφορὰν ἐκ 230,051.
1689Ὡς πρὸς τὰ τηλεγραφικὰ τέλη, ἀποδέχομαι τὸ πο-
1690σὸν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμός.
1691Ὡς πρὸς τὰ ποινικὰ τέλη καὶ πρόστιμα, ἔχομεν
1692μέσον ὅρον εἰσπράξεως τῶν τελευταίων τριῶν ἐτῶν δραχ.
1693491,565. Ἀποδέχομαι αὔξησιν μέχρι 500,000, ἀλλ’ ὁ
1694προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ὡς ἔσοδον 1,100,000. Ἐγὼ νο-
1695μίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ πολὺ καλὴν ἰδέαν περὶ τῆς
1696διοικήσεώς του ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἂν
1697νομίζῃ, ὅτι ὑπ’ αὐτὸν θὰ ἐπιδώσωσιν ἐπὶ τοσοῦτον τὰ ἐγ-
1698κλήματα, ὥστε νὰ ὑπερδιπλασιασθῶσι τὰ ἐντεῦθεν εἰσπρα-
1699χθησόμενα τέλη καὶ πρόστιμα.
1700§133ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀναγράφεται πάν-
1701τοτε οὕτως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.
1702§134ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ οὐδέποτε μέχρι τοῦδε εἰσε-
1703πράχθη, ἀφοῦ δὲ ὑμεῖς ἐπαγγέλλεσθε σὺν ἄλλοις καὶ τὴν
1704βελτίωσιν τῆς διοικήσεως καὶ τὸν περιορισμὸν τοῦ ἐγκλή-
1705ματος, ἔπρεπε νὰ μὴ ἀναγράψητε ποσὸν, τὸ ὁποῖον οὐδέ-
1706ποτε μέχρι τοῦδε εἰσεπράχθη.
1707Ἐπὶ τῶν ποινῶν ἐκ λαθρεμπορίας ὁ μέσος ὅρος τῶν
1708εἰσπράξεων τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν εἶναι 88,022· ἐν
1709τούτοις ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὡς ἔσοδον ἐξ
1710αὐτῶν 120,000, ὅ ἐστὶν ἐπὶ πλέον διαφορὰ 31,978. Καὶ
1711ἐνταῦθα νομίζω, ὅτι δὲν συνιστᾷ τὴν διοίκησιν τῆς Κυ-
1712βερνήσεως, ἂν νομίζῃ ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν της θὰ ἐπι-
1713δώσῃ ἐπὶ τοσοῦτον τὸ λαθρεμπόριον, ὥστε ν’ αὐξήσωσι τὰ
1714ἐκ τῶν ποινῶν αὐτοῦ τέλη.
1715Ἐπὶ τῶν ποινῶν ἐκ παραβάσεως φορολογικῶν
1716νόμων ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων τῆς τελευταίας τριε-
1717τίας εἶναι 51,700, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὅμως ἀναγρά-
1718φονται 250,000, ὅ ἐστὶν ἐπὶ πλέον 198,300.
1719Ἐπὶ τῶν ἐσόδων ἐκ καθυστερήσεως δημοσίων
1720ἐσόδων ὁ μέσος ὅρος τῆς εἰσπράξεως τῶν τριῶν τελευ-
1721ταίων ἐτῶν εἶναι 769,593, ἐν ᾧ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀνα-
1722γράφονται 790,000, ὅ ἐστὶν ἐπὶ πλέον 20,407.
1723Ἐπὶ τελῶν ἀγκυροβολίας ἀναγράφονται ὡς ἔσοδα
1724350,000, ἀλλὰ μετὰ τὴν μεταῤῥύθμισιν, ἣν ἐπήνεγκεν
1725αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ σχε-
1726τικόν νομοσχέδιον, θὰ ἐπέλθῃ βεβαίως ἐλάττωσις, ἀπέ-
1727ναντι τῆς ὁποίας δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν ἐπὶ τοῦ ἀνα-
1728γραφομένου ἐσόδου ἐπὶ πλέον διαφορὰν ἐξ 100,000.
1729§135ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πολὺ μεγαλείτερον τὸ πρόσ-
1730θετον.
1731§136ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ποῖον πρόσθετον;
1732§137Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ προϋπολογισμὸς
1733ἐστηρίχθη ἐπὶ σχεδίου νόμου προηγουμένου.
1734§138ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἐστηρίζετο ἐπὶ τοῦ ὑποβλη-
1735θέντος εἰς τὴν Βουλήν, τὸ ὁποῖον ἀκολούθως ἐτροποποιή-
1736σατε, μετριάζοντες τὰ τέλη. Ἀλλ’ ὅπως σᾶς ἀφαιρέσω ἀπὸ
1737τοῦδε πᾶσαν ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ ἐλλείμματος
1738τῶν ἐσόδων, ἐκπίπτω τὴν ἐπὶ πλέον διαφορὰν τῶν τελῶν
1739ἀγκυροβολίας.
1740Μεταβαίνω νῦν, Κύριοι, εἰς τὰ μονοπώλια. Ἐπὶ τοῦ
1741ἀντιτίμου παιγνιοχάρτων, ἐνῷ ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσ-
1742πράξεων εἶναι 328,080, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγρά-
1743φεται ἔσοδον ἐκ 357,080, ὅ ἐστὶν ἐπὶ πλέον 29,420.
1744§139Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκεῖνα ἠλαττώ-
1745θησαν.
1746§140ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἂν παραδέχησθε τὸν καπνόν, παρα-
1747δέχεσθε καὶ τὸ σιγαρόχαρτον.
1748§141ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἡνώθη μετὰ τοῦ καπνοῦ.
1749§142ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ παιγνιοχάρτων καὶ
1750οὐχὶ περὶ σιγαροχάρτου.
1751Ἐπὶ τῶν πυρείων ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων τῶν
1752τελευταίων ἐτῶν εἶναι 795,684· ἀναγράφονται ἐν τούτοις
1753880,000, ὅ ἐστὶν ἐπὶ πλέον 84,376.
1754§143ΣΚΟΥΖΕΣ. Διότι κατ’ ἔτος προβαίνει ἡ αὔξησις.
1755§144ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐδέποτε ὅμως παρετηρήθησαν τοιαῦτα
1756ἅλματα.
1757Ἐπὶ τοῦ πετρελαίου ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων
1758εἶναι 4,438,330.
1759§145Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν προσεθέσατε τὴν ἐπελθοῦσαν
1760ἤδη αὔξησιν τοῦ δασμοῦ.
1761§146ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ τὴν προσθέσω, κύριε Πρωθυπουργέ·
1762μὴ βιάζεσθε. Ὁ μέσος ὅρος εἶναι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πρὸ τοῦ
17631892 ἰσχύοντος δασμοῦ. Μετὰ τὴν ἐπιγενομένην τὸ πα-
1764ρελθὸν ἔτος αὔξησιν πρέπει εἰς τὸν μέσον ὅρον τῶν ἄλλων
1765ἐτῶν νὰ προσθέσωμεν 753,000. Οὕτω δὲ θὰ ἔχωμεν ἐπὶ
1766τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου καὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ ἐν
1767ὅλῳ ἔσοδα εἰσπρακτέα 5,192,270. Ἀλλ’ ὑμεῖς ἀναγράφετε
1768ὡς εἰσπραχθησόμενα 5,633,410, ὅ ἐστὶν ἀναγράφετε ἐπὶ
1769πλέον, ἀδικαιολογήτως κατ’ ἐμέ, 465,200.
1770Ἐπὶ τοῦ ἅλατος ἔχομεν μέσον ὅρον μέχρι τοῦδε εἰσ-
1771πράξεως 2,231,646, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὅμως ἀναγρά-
1772φονται ὡς εἰσπραχθησόμενα 2,291,896, ὅ ἐστὶν ἐπὶ πλέον
177360,250.
1774Ἐπὶ τῆς ἐπικαρπίας ἀκινήτων ἐθνικῶν κτημά-
1775των ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων τῶν τριῶν τελευταίων
1776ἐτῶν εἶναι 165,934· ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὅμως ἀναγρά-
1777φεται ὡς ἔσοδον 237,000, ὅ ἐστὶν ἐπὶ πλέον 61,600.
1778Ἐξ ἐπικαρπίας ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων ὁ μέ-
1779σος ὅρος εἶναι 231,980, ἀλλ’ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀνα-
1780γράφονται 247,000, ὅ ἐστὶν ἐπὶ πλέον διαφορὰ 15,020.
1781Ἐπὶ τῆς προσόδου τῶν μεταλλείων, λατομείων
1782καὶ ὀρυχείων, τὸ 1889 μετὰ τῆς σμύριδος εἰσεπράχθη-
1783σαν 525,285, τὸ δὲ 1890 ἄνευ τῆς σμύριδος μόνον δραχ.
1784100,536, καὶ τὸ 1891 ἐπίσης ἄνευ τῆς σμύριδος 312,257·
1785νῦν ὑπολογίζεται ὡς ἔσοδον ἐκ τῆς σμύριδος 800,000 καὶ
1786428,000 ἐκ τῶν λοιπῶν. Ἐγὼ ἀποδέχομαι πρὸς στιγ-
1787μὴν, ὅτι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν, ὅπερ προϋπολο-
1788γίζεται ἐκ τῆς σμύριδος, μολονότι πολλοὺς ἔχω λόγους νὰ
1789ἀμφιβάλλω περὶ τούτου· ἀδυνατῶ ὅμως νὰ πιστεύσω, ὅτι
1790θὰ εἰσπραχθῇ τὸ ἕτερον ποσὸν τῶν 428,000, διότι ἐπὶ τῇ
1791βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν εἰσπράξεων τῶν τελευταίων
1792τριῶν ἐτῶν ἐκ τῶν λοιπῶν ἐσόδων τὸ ἀναγραφόμενον ἐν
1793τῷ προϋπολογισμῷ ποσὸν ἐμφαίνει ἐπὶ πλέον διαφορὰν ἐκ
1794228,160.
1795Ἐπὶ τῶν ἐσόδων καταστημάτων καὶ ἔργων συν-
1796τηρουμένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου παρατηρεῖται διαφορὰ
1797ἐπὶ πλέον ἐκ 4,000, ἐπὶ δὲ τοῦ ἐνυικίου λουτρῶν ἀνα-
1798γράφεται ποσὸν ἐπὶ πλέον ἐξ 9,000. Ἐπὶ τῶν δασῶν
1799ἀναγράφεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου νομοσχεδίου αὔξησις
1800προσόδων. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἠξεύρω κατὰ πόσον καὶ
1801πότε θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ περὶ δασῶν νομοσχέδιον. Παραδέχο-
1802μαι ὅμως τὸ ἀναγραφόμενον ποσόν.
1803Ἐπὶ τῶν δεκαετῶν πιστώσεων ἐκ φθαρτῶν κτη-
1804μάτων ὁ μέσος ὅρος τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν εἶναι
1805146,180· ἐν τούτοις ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
1806200,000, ἤτοι ἐπὶ πλέον 53,820.
1807Ἐπὶ τῶν ἐσόδων ἐκ παγίων καὶ προσωρινῶν δό-
1808σεων ἐκ γαιῶν καὶ φυτειῶν ὁ μέσος ὅρος, ὁμοῦ μετὰ
1809τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας πάντοτε, διότι τώρα συνυπο-
1810λογίζονται αὐτὰ, εἶναι 961,403· ἐν τούτοις ἐν τῷ προϋπο-
1811λογισμῷ ἀναγράφονται 2,500,000, ὅ ἐστὶν ὅλως ἀνεξή-
1812γητος ἐπὶ πλέον διαφορὰ ἐξ 1,538,597.
1813Ἐπὶ τῶν ἐπιστροφῶν χρημάτων ὁ μέσος ὅρος τῶν
1814εἰσπράξεων εἶναι 127,000, ἐνῷ ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋ-
1815πολογισμῷ 500,000, ἤτοι ἐπὶ πλέον 372,303.
1816Ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων ἐκ καθυστερούντων ἐσόδων
1817παρελθουσῶν χρήσεων ὁμοῦ μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς
1818ὁδοποιΐας, ὁ μέσος ὅρος εἶναι 3,246,669. Προσθέτω εἰς αὐτὰ
1819διὰ καθυστεροῦντα φόρον ἐπιτηδεύματος Ἀθηνῶν καὶ Πει-
1820ραιῶς 1,000,000, καὶ ἔχομεν ἐν συνόλῳ 4,226,669, ἐνῷ ὁ
1821προϋπολογισμὸς ἀναγράφει 4,990,000, ἤτοι ἐνέχει ἐπὶ
1822πλέον διαφορὰν 743,331.
1823Ἔσοδα ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως
1824ἀπὸ τοῦ 1888 μέχρι τοῦ 1891 εἰσεπράχθησαν ἐκ τῆς εἰσ-
1825φορᾶς τῶν δήμων καὶ μονῶν 6,860,089, τῶν ὁποίων ὁ
1826μέσος ὅρος ἐτησίως εἶναι 1,715,020, τούτων δὲ ἀφαιρου-
1827μένων ἐκ μόνης τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων, χωρὶς νὰ λάβω-
1828μεν ὑπ’ ὄψιν τὴν εἰσφορὰν τῶν μονῶν, ἔχομεν καὶ πάλιν
1829ἐπὶ πλέον ποσὸν ἀναγραφόμενον ἐν τῷ σχετικῷ ἐσόδῳ τοῦ
1830προϋπολογισμοῦ 1,484,980.
1831Ἀναγράφεται ὡς ἔσοδον ἀκολούθως ἐξ εἰσφορῶν διοι-
1832κητικῆς ἀστυνομίας ποσὸν ἐξ 1,800,000. Εἰσήλθομεν
1833ἤδη, Κύριοι, ἀπὸ ἡμερῶν εἰς τὸ νέον ἔτος 1893, καὶ ἐν
1834τούτοις ὁ νόμος οὗτος οὔτε ἐφηρμόσθη, οὔτε πρόκειται, καθ’
1835ὅλα τὰ φαινόμενα, νὰ ἐφαρμοσθῇ τόσον ταχέως. Ὡς φαί-
1836νεται, καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπίστευεν, ὅτι θὰ ἐφήρ-
1837μοζεν αὐτὸν ἐν ἔτει 1893· διότι, ἂν ἐπίστευε τοῦτο, ἤθε-
1838λεν ἐπιβάλει ἐγκαίρως εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους δήμους τὴν
1839ἀναγραφὴν ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς αὐτῶν τῆς ἀναγκαίας
1840δαπάνης, ἐξ ἧς ἐλπίζει νὰ εἰσπράξῃ 1,800,000. Καθ’ ἃς
1841ὅμως ἔχω πληροφορίας, οὐδὲ εἰς συνεννόησιν κἂν ἦλθε πρὸς
1842τοὺς δήμους περὶ τούτου...
1843§147ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπ’
1844ἐναντίας, ἐγένετο ἐγκύκλιος πρὸς τοὺς νομάρχας, δι’ ἧς
1845παραγγέλλονται οἱ νομάρχαι νὰ ὑπομνήσωσι...
1846§148ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Προχθὲς σᾶς ἀπηύθυναν ἐπερώτησιν, προ-
1847κειμένου περὶ τοῦ ἀστυνόμου Καρπενησίου. Ἐκ τῆς ἐπε-
1848ρωτήσεως ἐκείνης ἐπληροφορήθημεν ὅτι, ἐνῷ πρὶν ὁ περὶ οὗ
1849ὁ λόγος δῆμος εἶχε δαπάνην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀνα-
1850γεγραμμένην, ἐφέτος τὴν διέγραψεν, ὁ δὲ νομάρχης ἐνέ-
1851κρινε τὸν τοιοῦτον προϋπολογισμὸν τοῦ δήμου Καρπενη-
1852σίου, ἄνευ τῆς σχετικῆς πιστώσεως διὰ τὴν ἀστυνομίαν.
1853Ἠξεύρω πολὺ καλὰ, ὅτι συνέβη παρόμοιον καὶ εἰς ἄλλους
1854δήμους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκαλοῦντο νῦν τὸ πρῶτον ν’ ἀναγρά-
1855ψωσι τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν διὰ τὴν ὑπὲρ τῆς διοικητικῆς
1856ἀστυνομίας εἰσφοράν. Λοιπὸν, ἀφοῦ ἤδη ἐψηφίσθησαν οἱ
1857προϋπολογισμοὶ τῶν δήμων καὶ ἐνεκρίθησαν, διέθεσαν δηλ.
1858τὰ ἔσοδά των διὰ τὰς διαφόρους ἀνάγκας των, εἶναι ἀδύ-
1859νατον ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους 1893 νὰ ἀναγκάσητε αὐτοὺς,
1860ὅπως συντάξωσι νέον προϋπολογισμὸν καὶ διατάξωσι νῦν
1861ἄλλως πως τὰ ἔξοδά των καὶ ἀναγράψωσι πίστωσιν διὰ
1862τὴν ἀστυνομίαν. Εἰ καὶ ἔχω δὲ τοιούτους λόγους, οὐδὲν
1863ἧττον, ὅπως μὴ ἐγκαταλίπω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐλα-
1864χίστην ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ὑπολογισμῶν
1865μου, ἀποδέχομαι ὡς πραγματικὴν τὴν εἴσπραξιν τῶν
18661,800,000 δραχμῶν.
1867§149ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μοὶ
1868ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς δώσω ἐξήγησιν περὶ τούτου, διὰ νὰ ἔχητε
1869πληροφορίαν;
1870§150ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀφοῦ παραδέχομαι πρὸς χάριν σας τὸ
1871ἀναγραφόμενον ἔσοδον, τί ἄλλο ἐπιθυμεῖτε;
1872§151ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καλῶς· ἀλλὰ μένει ἡ ἐπίκρισις ἡ
1873ἄδικος.
1874§152ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, ἡ πεποίθη-
1875σίς μου.
1876§153ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἥτις ἀντιστρατεύεται πρὸς τὰ πράγ-
1877ματα. Ταῦτα ἔχουσιν ὡς ἑξῆς: Παρηγγέλθησαν οἱ νο-
1878μάρχαι, ὅπως ἐπιστήσωσι τὴν προσοχὴν τῶν δημάρχων,
1879ὅτι πρέπει ν’ ἀναγράψωσιν εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν
1880δήμων τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὸ Δημόσιον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ
1881ψηφισθέντος νόμου. Μοὶ ἀντιτάσσετε τὸ γεγονὸς τοῦ Καρ-
1882πενησίου. Ἐκεῖ δὲ ὑπάρχει πίστωσις ἐγγεγραμμένη εἰς τὸν
1883προϋπολογισμὸν, διότι κατὰ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν δοθεῖσαν
1884κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου, δὲν θὰ ὠφείλετο ὑπὸ δή-
1885μου ποσόν τι καὶ δὲν θ’ ἀνεγράφετο πίστωσις ἢ ὅταν
1886μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς συνεισφορᾶς διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν
1887ἤθελε μείνει ἀρκετὸν ποσὸν, ὅπως ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, ἐν
1888τῷ δήμῳ δ’ ἐκείνῳ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοῦ, τοῦ
1889ἀναγκαιοῦντος διὰ συνεισφορὰν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαί-
1890δευσιν, δὲν ἔμενε ποσὸν ἀρκετὸν, ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τῷ
1891προϋπολογισμῷ, βασιζόμενος δὲ ὁ Δήμαρχος ἐπὶ τῆς μὴ
1892ἀναγραφῆς τοῦ ποσοῦ καὶ ἐπὶ τῆς διατάξεως νόμου ψηφι-
1893σθέντος κατὰ τὸ 1890, δυνάμει τῆς ὁποίας ἐλλείψει πι-
1894στώσεως παύεται ὁ ἀστυνόμος, προέβη εἰς τὴν παῦσιν τοῦ
1895ἀστυνόμου, λόγῳ ἐλλείψεως πιστώσεως. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι
1896ἄλλο ζήτημα· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω,
1897εἶναι, ὅτι οἱ δῆμοι ὅλοι ἀνέγραψαν εἰς τοὺς προϋπολογι-
1898σμούς των τὰ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ψηφισθέντος νόμου κατὰ
1899τὴν πρώτην σύνοδον χρεωστούμενα ποσὰ, ἑπομένως καλῶς
1900ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὸ ποσὸν, τὸ ὑπὸ τῶν
1901δήμων καταβληθησόμενον διὰ τὴν ἀστυνομίαν.
1902§154ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ δῆμοι δευτέρας τάξεως, ὡς ὁ
1903τοῦ Καρπενησίου, ἀδυνατοῦσι νὰ ψηφίσωσι τὴν ἐπιβαλλο-
1904μένην εἰς αὐτοὺς εἰσφορὰν ὑπὲρ τῆς ἀστυνομίας, τί θέλετε
1905νὰ πράξωσιν ἄλλοι δῆμοι τρίτης τάξεως; Ἢ ἀγνοεῖτε, κ.
1906Ὑπουργὲ, ὅτι τῶν πλείστων δήμων ἐν Ἑλλάδι, καὶ αὐτῶν
1907τῶν πρώτης τάξεως, ἡ κατάστασις εἶναι τοιαύτη, ὥστε
1908ἀδυνατοῦσι νὰ εἰσφέρωσί τι ὑπὲρ τῆς ἀστυνομίας;
1909§155ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἂν δὲν
1910εἰσπραχθῶσιν αἱ εἰσφοραὶ τῶν δήμων, δὲν θὰ γείνωσι καὶ
1911αἱ σχετικαὶ δαπάναι τῆς ἀστυνομίας, αἱ ἀναγραφόμεναι
1912ἐν τοῖς ἐξόδοις.
1913§156ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ἔχητε ὅμως τότε, κύριε Ὑπουργέ, ἔλ-
1914λειμμα ἐκ 255,600 δρ. ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτι-
1915κῶν, ἐνῷ νῦν ἀναγράφετε οἰκονομίαν τοῦ ποσοῦ τούτου ὡς ἐκ
1916τῆς μισθοδοσίας, ἣν θὰ λάβωσιν ἐκ τῶν εἰσφορῶν τῶν δή-
1917μων ὑπὲρ τῆς ἀστυνομίας οἱ δι’ αὐτὴν προωρισμένοι ἀξιω-
1918ματικοί.
1919Ἐξ ὑπερτιμήσεως καὶ νομισματικῆς διαφορᾶς
1920μεταλλικοῦ καὶ συναλλάγματος προϋπολογίζεται ἔσο-
1921δον 120,000. Ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ
1922ἀναγραφῇ ἡ ὑπερτίμησις καὶ διαφορὰ αὕτη, ἀφοῦ δὲν ἀνα-
1923γράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ἡ ὑπερτίμησις καὶ
1924διαφορὰ τοῦ μεταλλικοῦ καὶ συναλλάγματος, τοῦ εἰσπρα-
1925χθησομένου ἐκ τῆς ἐπιβολῆς τῆς εἰς χρυσὸν εἰσπράξεως
1926ἐσόδων τινῶν.
1927§157Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναγράφομεν ὅσην
1928ἔχομεν διὰ συναλλάγματος.
1929§158ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μήπως καὶ ἐπὶ τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπρά-
1930ξεων δὲν ἔχετε τοιαύτην διαφοράν;
1931Ἀτοπώτατα, νομίζω, καὶ διὰ τὸ 1893 ἀναγράφεται
1932ἔσοδον ἐκ δανείου ὁδοποιΐας. Ἐν πρώτοις δὲν πρέπει νὰ
1933ἀναγράφηται, ὡς ἔσοδον τακτικόν, ὅλως διόλου ἔκτακτον
1934ἔσοδον, ὁποῖον εἶναι τὸ ἐκ δανείου. Εἶτα δὲ, ἀφοῦ δὲν
1935ἔχετε πραγματοποιήσει ἀκόμη τὸ δάνειον τοῦτο, δὲν σᾶς
1936ἐπιτρέπεται ν’ ἀναγράψητε τὸ ἐξ αὐτοῦ ἔσοδον. Τοῦτο τὸ
1937ἀνέπτυξα καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ
1938τοῦ 1892, καὶ ἄλλοι ἀγορεύσαντες ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύ-
1939σεως τότε ἀπέδειξαν, ὅτι κακῶς, κάκιστα ἀνεγράφη τὸ
1940αὐτὸ ἔσοδον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἀπορῶ δὲ, πῶς ὑπο-
1941πίπτετε νῦν, ὅλως ἀδικαιολογήτως, εἰς τὸ αὐτὸ ἄτοπον,
1942ἀναγκάζοντες καὶ νῦν ἡμᾶς νὰ διαγράψωμεν, ὡς ἐπὶ πλέον,
1943ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ ἐκ δανείου ὁδο-
1944ποιΐας 1,000,000.
1945Ὅταν, Κύριοι, ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ προϋ-
1946πολογισμοῦ ὅλας αὐτὰς τὰς ἀδικαιολογήτους ἐπὶ πλέον
1947διαφορὰς, θὰ ἴδωμεν, ὅτι τὸ σύνολον αὐτῶν ἐξ 110,491,553
1948περιορίζεται εἰς μόνον 98,829,546, ἅτινα, εὐτυχεῖς πρέπει
1949νὰ λογίζωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ἂν εἰσπραχθῶσι πράγματι καὶ
1950αὐτά. Οὕτω μέλλει νὰ προκύψῃ ἐκ μόνων τῶν ἐσόδων ἔλ-
1951λειμμα περὶ τὰ 11,600,030...
1952§159ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι εἰς τὰς
19538 θὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
1954§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν κ. Εὐταξίαν). Κύριε Βου-
1955λευτὰ, καθὼς γνωρίζετε, ἀπόψε εἶναι ὁ ἀνακτορικὸς χορὸς,
1956καὶ κατὰ συνέπειαν λάβετε τὴν καλωσύνην νὰ ἀναβάλητε
1957διὰ τὴν Δευτέραν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἀγορεύσεώς σας.
1958§161ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν ἔχω, κύριε Πρόεδρε.
1959§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
1960Ὥρα 8 μ. μ.