1893.01.14
2,082 rows · 16,096 words · 28 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39
τῆς 14 Ἰανουαρίου 1893.
(Πέμπτη).
Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ μετά τινα διόρθωσιν ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως διὰ τὰς δαπάνας τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. ἴσης τῷ δωδεκατημορίῳ τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως 1893. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 135). Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Γεωργαντᾶς.
§2ΑΓΓ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπαντῶν χθὲς εἰς προηγουμένην ἐπερώτησίν μου, ὑπέβαλε κατάστασιν τῆς δυνάμεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ κατὰ τὴν παραβολὴν, ἣν ἐποιησάμην, τῆς καταστάσεως ταύτης πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, ἤτοι πρὸς τὸν γενικὸν πίνακα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅστις ἐμφαίνει τὴν ὅλην δύναμιν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, εὗρον μεγάλην διαφοράν, καὶ τὴν ἀπορίαν μου ταύτην παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λύσῃ, διότι δὲν γνωρίζω, πῶς τοῦτο ἔλαβε χώραν. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ ἐλλείμματα τῆς ἐφετεινῆς χρήσεως, δὲν ἔχω τίποτε νὰ εἴπω, διότι εἴμεθα ἐν τῷ μέσῳ τῆς χρήσεως ἀτυχῶς. Ταῦτα δὲ λέγω διὰ τοὺς νέους περὶ τὰ στρατιωτικὰ λογάδας, ἵνα μὴ περιπλέξωσι πάλιν τὸν Ὑπουργὸν διὰ τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην. Ὁ πίναξ ὁ γενικὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν φέρει δύναμιν ἀξιωματικῶν 1855, ἡ δὲ ἐπίσημος κατάστασις τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου, ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑποβληθεῖσα, ἀναβιβάζει τὴν ὅλην δύναμιν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ μέχρι 1 Ὀκτωβρίου καὶ μέχρι τέλους Ἰανουαρίου εἰς 1945. Προφανῶς ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο τούτων ἀριθμῶν· μὴ γνωρίζων δὲ ποῖον ἐκ τῶν δύο νὰ παραδεχθῶ ὡς ἀκριβῆ, ἐπεφυλάχθην νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως μὴ δοθῇ, ἐπαναλαμβάνω, ἀφορμὴ κατ’ αὐτοῦ εἰς τοὺς νέους περὶ τὰ στρατιωτικὰ λογάδας τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριε Ὑπουργὲ, παρετήρησα καὶ ἄλλην τινὰ διαφοράν. Εἰς τὸ κεφάλαιον 26 ἔχομεν ἀξιωματικοὺς ἀλλοδαποὺς, τοὺς ὁποίους βεβαίως μισθοδοτεῖ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ κάτωθεν τῆς αὐτῆς στήλης φέρονται ἀναγεγραμμένοι καὶ ἀξιωματικοὶ ἡμεδαποί. Ἀπέναντι δὲ καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δὲ εἶναι σημειωμένη ἡ δαπάνη, ἐκ δραχμῶν 645,000. Ταῦτα λέγω, οὐχὶ ὅπως ἐλέγξω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ὅπως ἐξευρεθῇ ἡ ἀλήθεια, διότι πιθανὸν ἐκ λάθους τυπογραφικοῦ ἢ ἄλλου νὰ ἐπῆλθεν ἡ διαφορὰ, καθόσον φρονῶ, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι οἱ ἀναφερόμενοι ἡμεδαποὶ ἀξιωματικοὶ εἶναι ἀπεσπασμένοι εἰς τὴν γεωδαιτικὴν ἐπιτροπὴν, ἑπομένως μισθοδοτοῦνται ἐκ τῶν σχετικῶν αὐτῶν σωμάτων. Πιθανὸν νὰ ἐγένετο τὸ λάθος καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε ἀπεστάλη εἰς αὐτὸ ὁ εἰδικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὅπου ἴσως μετεβλήθησαν οἱ ἀριθμοὶ, καὶ ἂς προσέξῃ, ἐπαναλαμβάνω, ὁ κ. Ὑπουργὸς, μήπως δώσῃ ἀφορμὴν πάλιν εἰς τοὺς κυρίους λογάδας, νὰ ἐλέγξωσιν αὐτὸν ἐπὶ ἀντισυνταγματικότητι κλπ. Διὰ τὰς τοιαύτας διαφορὰς καὶ τὰ ἄλλα πολαπλᾶ βάρη τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐρωτήσῃ ἰδίως τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις, ἐπὶ δεκαετίαν ὁλόκληρον κυβερνῶν τὸν τόπον, εἶχε τὴν μεγαλοφροσύνην νὰ χρεώσῃ τὸ ἔθνος μὲ δάνεια 600 περίπου ἑκατομμυρίων, καὶ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν φορολογούμενον λαὸν καὶ ἄλλους φόρους βαρυτάτους κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Ἡ Βουλὴ ἅπασα, ἄνευ διακρίσεως κόμματος, ὀφείλει νὰ ἐρωτήσῃ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν, τί ἔχει νὰ παρουσιάσῃ ἀπέναντι αὐτῶν τῶν ἑκατομμυρίων; τί καλὸν ἔκαμεν εἰς τὸν τόπον; ὁποίαν ἔφερεν ἀνάπτυξιν, εἴτε οἰκονομικὴν, εἴτε πολιτικὴν, εἴτε βιομηχανικὴν, εἴτε ἐμπορικήν; Τὸ συνάλλαγμα σήμερον ἔχει 1 καὶ 60, τὸ εἰκοσάφραγκον 32 καὶ 60· ποῦ θὰ φθάσωμεν; ποῦ θὰ προχωρήσωμεν; Δάνεια θὰ κάμωμεν πάλιν; Ἀλλ’ ἂς παρουσιάσῃ, λέγω, τοὐλάχιστον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἔκαμεν ἀπέναντι τῶν ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐδανείσθη, πλὴν τῶν τελευταίων φόρων, τοὺς ὁποίους ἐπέβαλεν εἰς τὸν ἀτυχῆ, φορολογούμενον λαὸν τῆς Ἑλλάδος. Τί ἔχει νὰ παρουσιάσῃ; Τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν; εἶναι ἀτελής· τὸν σιδηρόδρομον Διακοφτοῦ, διὰ νὰ μεταβαίνωσιν οἱ προσκυνηταὶ εἰς τὴν Παναγίαν; Καὶ αὐτὸς εἶναι ἐλλιπὴς καὶ ἀτελὴς, καὶ Κύριος οἶδε πότε θὰ τελειώσῃ. Δὲν ἔχει τίποτε νὰ μᾶς παρουσιάσῃ. Τὸ κυβερνητικὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον νομίζει καθῆκον νὰ ἀκολουθῇ τὸν ἀρχηγόν του εἰς ὅλα, νομίζω ὅτι ἔχει ὡσαύτως καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν νὰ ἐρωτήσῃ αὐτὸν, τί ἔπραξεν ἐπὶ δέκα ὁλόκληρα ἔτη. Δὲν εἶμαι οἰκονομολόγος, ἀλλὰ δὲν βλέπω καὶ τί ἔκαμε. Μὲ ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων ἐπεβάρυνε τὸ ἔθνος, ἀλλ’ οὐδὲν σπουδαῖον ἔργον δύναται νὰ παρουσιάσῃ, εἴτε ἐθνικὸν, εἴτε τοπικόν. Ἐν τέλει παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του καὶ ἐξετάσῃ τὰ τῆς διαφορᾶς τῶν ἀριθμῶν ὡς πρὸς τὴν δύναμιν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ καὶ τὴν δι’ αὐτοὺς δαπάνην, καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τούτων.
§3ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν θέλω ἀπαντήσει.
§4Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς ἔλαβον ἀφορμὴν ἀπὸ μίαν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν οἱ κάτοικοι τῆς Μπίσσας τοῦ δήμου Περαχώρας ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, ἀξιοῦντες ἵνα καταργηθῇ ἡ αὐθαίρετος ἐγκύκλιος τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ξυλεύσεως καὶ ἀνθρακεύσεως ἄνευ προηγουμένης προκαταβολῆς ὡρισμένου ποσοῦ ἐπιτηδεύματος, ἐναντίον τῶν νόμων, ἔλαβον, λέγω, ἀφορμὴν νὰ ζητήσω πληροφορίας σχετικὰς πρὸς τὴν παρανομίαν ταύτην. Ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἦλθεν ἀγορεύσας νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τὴν ἐγκύκλιον ταύτην ἐξέδωκεν ἐκ προνοίας εὐλαβοῦς πρὸς τὴν διατήρησιν τῶν δασῶν κατὰ τῆς καταστροφῆς. Ἐνεθυμήθην τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ὅτι, διατρίβων ἐν Κορίνθῳ, ἤκουσα κυκλοφοροῦσαν τὴν φήμην, ὅτι ὁ κ. Καραπάνος, γενόμενος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατέστη μέγας ἰδιοκτήτης τοῦ πλείστου μέρους τοῦ Ἰσθμοῦ, ὅτι ἔθεσε φύλακας, οἵτινες ἐμποδίζουσι καὶ τὴν ξύλευσιν εἰς τὰ δάση καὶ εἰς τοὺς θάμνους, καὶ ἀπηγόρευσε τὴν συλλογὴν ξηρῶν καυσοξύλων πρὸς θέρμανσιν τῶν πτωχῶν ἀνθρώπων κατὰ τοῦ ἀδυσωπήτου χειμῶνος καὶ τὴν ἀνθράκευσιν τῶν γεωργῶν πρὸς διόρθωσιν τῶν γεωργικῶν αὐτῶν ἐργαλείων. Ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι ἔχει ἰδιοκτησίαν, ὅσην ἀντιποιοῦνται οἱ πράκτορές του ἐν τῷ Ἰσθμῷ ἐν ὀνόματί του, ἄλλοι μὲν ὁρίζοντες αὐτὴν εἰς 20,000, ἄλλοι δὲ εἰς 30,000 στρέμματα, καὶ ἀποκαλοῦντες αὐτὸν λόρδον ἐπὶ τῆς Ἰσθμίας. Μοὶ προσέθηκαν δὲ ἕτεροι, ὅτι κατώρθωσε νὰ ἀγοράσῃ τὰς γαίας, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ τοῦ 1879 καὶ 1880 εἶχον ἀπαλλοτριωθῆ, διὰ νὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν διώρυγα τοῦ Ἰσθμοῦ ἀπὸ Καλαμακίου μέχρι Κορίνθου, καὶ τῶν ὁποίων ἡ πρὸ τοῦ 1882 ἀξία δὲν ὑπερέβαινε κατὰ στρέμμα τὰς 5–10 δραχμὰς, καὶ ὅτι ἀπὸ τοῦ 1883 καὶ ἐφεξῆς ἀνεῦρεν ὑποβολιμαίους κατόχους καὶ ὑποβολιμαῖα συνέταξε συμβόλαια ἀγορᾶς μεταξὺ αὐτῶν. Συνέταξε δὲ τὰ συμβόλαια μετὰ διαφόρων χωρικῶν, οἵτινες δὲν εἶχον κἀνὲν δικαίωμα οὔτε κατοχῆς οὔτε κυριότητος, οὔτε ἠδύναντο νὰ κατέχωσι τοιαύτας γαίας, (καὶ σημειώσατε, ἐκτάσεις ἀπεράντους) καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἐλατήριον τῆς ἐγκυκλίου του ἦτο ἡ προστασία τῶν ἀνευλαβῶν κτήσεών του, καὶ ἐζήτησα νὰ ὑποβληθῶσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς κτήσεις αὐτοῦ καὶ τὰς συνεπείᾳ τούτων ἀξιώσεις του κατὰ τοῦ Δημοσίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέθηκεν ἔγγραφά τινα, ἐξ ὧν προκύπτουσι τὰ ἑξῆς· ὅτι ὁ κ. Καραπάνος κατώρθωσε κατὰ τὸ 1890 νὰ ἐκτιμηθῶσιν ἐκ τῶν λεγομένων κτήσεών του, τὰς ὁποίας ἀνέφερον ὅτι κατέλαβεν ἡ διῶρυξ, περὶ τὰ 200 στρέμματα, ὄχι εἰς 10,000, ὄχι εἰς 20,000, ἀλλ’ εἰς 38,000 δραχ., ἀντὶ 15,000, δι’ ὧν λέγει, ὅτι ἠγόρασε δισχίλια στρέμματα μετὰ τὴν σύστασιν τῆς διώρυγος. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ τοῦ 1890, μαθὸν ὅτι ὑπάρχουσι κάτοχοι, ζητοῦντες νὰ λάβωσιν ἀποζημίωσιν διὰ γαίας ἐθνικὰς, γαίας δασῶν, ἢ δάση ὁλόκληρα, ἠρνήθη ν’ ἀναγνωρίσῃ τοιαύτας αἰτήσεις ἀποζημιώσεως. Καὶ λέγεται μὲν, ὅτι ὁ κ. Καραπάνος εἶχε κοινοποιήσει αἴτησιν, ζητῶν νὰ πληρωθῇ ἐλάχιστον ποσὸν, ἐπικαλούμενος συμβόλαια, τὰ ὁποῖα συνέταξε μετὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν γαιῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον προσδιορισθῆ διὰ τὴν διώρυγα· δὲν ἠθέλησεν ὅμως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὸν πληρώσῃ, μέχρις ὅτου ἦλθεν οὗτος ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Πρώτη δὲ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, ἦτο, νὰ ἐρωτήσῃ τὸν νομικὸν σύμβουλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἂν ὁ ἔχων τὴν κατοχὴν γαιῶν, καίτοι τῆς κυριότητος ἐλλειπούσης καὶ ἀμφισβητουμένης ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, δύναται ν’ ἀποζημιωθῇ. Ἡ ἀπάντησις περιείχετο εἰς τὴν ἐρώτησιν· ἐδόθη γνώμη καταφατικὴ, καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Καραπάνος ἐξέδωκε διαταγὴν κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1890, διὰ τῆς ὁποίας κοινοποιεῖ πρὸς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον Κορινθίας καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι κατὰ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ τὴν ἀξίαν τῶν κτημάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσι διὰ τὴν διώρυγα τοῦ Ἰσθμοῦ, καὶ δύναται τὸ Δημόσιον νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν κατ’ αὐτοῦ, ἂν τῷ ὄντι δύναται νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὑπῆρξε κύριον. Συνεπῶς ἐγένετο ἐκτίμησις 200 στρεμμάτων ἀντὶ δραχμῶν 38,500, ἀποδοτέων τῷ κ. Καραπάνῳ, ἐξ ὧν ἔλαβε, κατὰ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐδῶ, 17,000, καὶ δι’ ἔλλειψιν πιστώσεως δὲν ἐπληρώθη τὸ ὑπόλοιπον, τὸ ὁποῖον περιμένει προσεχῶς, ἅμα δοθῇ πίστωσις, νὰ τὸ λάβῃ. Ὅλα αὐτὰ ἀποδεικνύονται ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων, ἤτοι ἐκ τῆς ἀλληλογραφίας, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῷ φακέλλῳ τῶν ὑποβληθέντων ἐγγράφων, καὶ τὴν ὁποίαν κρίνω περιττὸν νὰ ἀναπτύξω. Ὅστις τῶν κυρίων Βουλευτῶν θέλῃ, δύναται νὰ τὴν ἀναγνώσῃ, καὶ εἷς ἕκαστος ἂς κρίνῃ ὅπως θέλει. Τώρα τί ζητοῦμεν ἡμεῖς διὰ τῆς ἐπερωτήσεως αὐτῆς; Ζητοῦμεν νὰ βεβαιωθῇ ἡ Βουλή, τὸ Ἔθνος, ἡ Δικαιοσύνη, ὅτι ὑπῆρξε κατὰ τὸ ἔτος 1890 Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις παρεβίασε τὰ κοινότερα καθήκοντα αὑτοῦ. Ποῖα τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1833, τὸν διαγράφοντα τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; Πρῶτον καθῆκον εἶναι νὰ ὑπερασπίζῃ τὴν ἐθνικὴν ἰδιοκτησίαν κατὰ πάσης ἐπιδρομῆς, κατὰ πάσης δουλείας, καὶ νὰ ὑπερασπίζῃ τὰ δάση, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὰ νομήματα τῆς Ἐπικρατείας καὶ δὲν δύνανται νὰ γείνωσιν ἀντικείμενον ἰδιοκτησίας, ἂν δὲν ἀναγνωρισθῶσι προηγουμένως διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Εἶχε καθῆκον νὰ σεβασθῇ τὰς γαίας τὰς δασώδεις, διότι ὁ νόμος περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς ῥητῶς ἀπαγορεύει τὴν δήλωσιν τῶν γαιῶν αὐτῶν πρὸς ἰδιοκτησίαν, διότι ἐπιθυμεῖ τὰ δάση αὐτὰ νὰ τὰ νέμηται τὸ Κράτος. Ὀφείλει νὰ προστατεύσῃ τὴν ἐθνικὴν περιουσίαν, τὴν ἐθνικὴν γῆν, ἥτις εἶναι τοιαύτη, ὅταν ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ καλλιεργητὴς ἐπλήρωσε φόρον ἐπικαρπίας μέχρι τοῦ 1843, καὶ δυνάμει τῶν νόμων τῶν φορολογικῶν, τῶν ἐτησίως ἐπαναλαμβανομένων, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατέχουσιν ἐθνικὰς γαίας ἢ ἐπλήρωσαν φόρον ἐπικαρπίας μέχρι τοῦ 1843, δὲν ἀποκτῶσι ποτὲ τὴν νομικὴν κατοχήν. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ποῖον λόγον ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἴπῃ πρὸς δικαιολόγησιν τῆς παραβάσεως τῶν τριῶν αὐτῶν καθηκόντων του, τῆς ἀφαιρέσεως δηλ. τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ Δημοσίου, τῆς πληρωμῆς αὐτῷ ἀποζημιώσεως καὶ τῆς καταλήψεως τῆς διώρυγος; Εἶναι, Κύριοι, τὸ φοβερώτερον πάντων, νὰ ἦναί τις Ὑπουργὸς ὡς ὁ κ. Καραπάνος, καὶ — ἀδιάφορον ἂν δύναται νὰ κατηγορηθῇ ἐπὶ ἀδιαφορίᾳ — νὰ ἔρχηται ὁ ἴδιος μὲ τὴν ὑπογραφήν του καὶ νὰ ἀποφασίζῃ, ὅτι αἱ γαῖαι, τὰς ὁποίας κατέχει ὁ Κωνσταντῖνος Καραπάνος, ἀνήκουσιν εἰς τὸν Κωνσταντῖνον Καραπάνον, διότι τὰς ἠγόρασεν ἀπὸ τὸν μὲν καὶ ἀπὸ τὸν δὲ, μὴ ἀποδεικνυομένους κατόχους. Τί θὰ εἴπητε, Κύριοι, ταῦτα μανθάνοντες; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον, ὅτι ἐλέγετο κατὰ τὸ 1826 καὶ 1827 ἐν Ναυπλίῳ, ὅτι οἱ Βουλευταὶ εἶναι καὶ ἐκτελεσταὶ, εἶναι καὶ πωληταὶ, εἶναι καὶ ἀγορασταί. Ἀναγνωρίζει ὁ Καραπάνος τὴν ἰδιοκτησίαν εἰς τὸν Καραπάνον! Τί θέλετε περιπλέον, Κύριοι; Φωνάζομεν: «ἐπτωχύναμεν, δὲν ἔχομεν χρήματα, δὲν ἔχομεν πίστιν, δὲν ἔχομεν ἐγγύησιν, δὲν ἔχομεν τίποτε!» Ἀλλὰ πῶς θὰ ἔχωμεν, Κύριοι, ἀφοῦ ἐρχόμεθα καὶ κατηγοροῦμεν τὸν ἑαυτόν μας, τὸν τόπον ὁλόκληρον, καὶ ὕστερον πέρνομεν τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ Ἔθνους διὰ τὸν ἑαυτόν μας; Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν μέμφομαι τὸν κ. Καραπάνον, μέμφομαι ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐβοήθησαν καὶ ἐπῆρε τὰ κτήματα, μέμφομαι τὴν ἀδιαφορίαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία τὸν πληρόνει, μέμφομαι τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία δὲν τὸν ἀποδιώκει, ὑπερασπίζουσα τὴν ἐθνικὴν περιουσίαν, μέμφομαι τοὺς νομικοὺς συμβούλους, οἱ ὁποῖοι συμβουλεύουσιν οὕτω, νὰ ἐγείρῃ τὸ Δημόσιον ἀγωγὴν, ἐνῷ τὴν νομικὴν κατοχὴν τὴν ἔχει τὸ Δημόσιον· μέμφομαι, Κύριοι, ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἀφίνει νὰ νέμηται αὐτὸς, νὰ ἐμποδίζῃ δὲ, νὰ μὴ ἀφίνῃ τοὺς γεωργοὺς ἐλευθέρους οὔτε πρὸς προμήθειαν ξυλείας, διὰ νὰ θερμάνωσιν ἐν καιρῷ χειμῶνος τὴν οἰκογένειάν των, ἀντεπεξερχόμενοι κατὰ τοῦ ἀδυσωπήτου χειμῶνος. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Καραπάνον νὰ μὲ διαψεύσῃ, ἄν δυνηθῇ.
§5ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως θὰ σὲ διαψεύσω.
§6Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Θὰ μὲ διαψεύσητε, ὅτι τεμάχιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε πρότερον κάτοχός τις, τὸ ἐμοίρασε μὲ τοὺς ἀδελφούς του, καὶ τὸ ἐξετίμησαν 700 δραχμὰς, καὶ τὸ πωλεῖ αὐτὸς 12,000 ὕστερον, καὶ σεῖς δῆθεν τὸ ἐπληρώσατε;
§7ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἐπλήρωσα.
§8Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὰ ἠμπορεῖ νὰ τὰ λέγητε, ἀλλὰ δὲν πείθουν· διότι ἐνεργήθησαν ἀνακρίσεις καὶ ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐκεῖνο τὸ τεμάχιον, τὸ ὁποῖον ἠγόρασεν ὁ Τρίπος Θεοφάνης ἀντὶ δῆθεν 5,000 δραχμῶν, τὸ ἐπλήρωσεν 165 δραχμὰς, καὶ λέγει ὅτι ἔδωσε 5 χιλιάδας· 50 δραχμὰς ἔλαβεν ἕτερος, καὶ γράφει τὸ συμβόλαιον, ὅτι ἐπλήρωσε, 5,000· καὶ τί γίνεται; Πλὴν τῶν 4–5 χιλιάδων καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ χαρτοσήμου καὶ τῆς μεσιτείας, ἐγένοντο ὕστερον τρία συμβόλαια. Διατὶ αὐτὰ ἔγειναν, Κύριοι; Ἵνα ἀποδείξῃ ὁ κ. Καραπάνος, ὅτι αἱ γαῖαι αὐταὶ δὲν εἶναι ἐθνικαί, ἐνῷ αὗται εἶναι ἐθνικαί, εἶναι δασώδεις, εἶναι δάση, καὶ ὡς τοιαῦτα δὲν ἠδύναντο νὰ γείνωσιν ἀντικείμενον ἰδιοκτησίας· ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ καλύψῃ δόλον, καὶ ἀνεδέχθη νὰ γείνῃ ἓν συμβόλαιον πράγματι ὑπὸ τοῦ ἑνὸς, καὶ ὕστερον ἀπὸ ὀλίγον αὐτὸς νὰ τὸ ἐκχωρήσῃ εἰς ἕτερον, καὶ ὁ ἄλλος εἰς ἄλλον, καὶ ὁ ἄλλος εἰς τὸν κ. Καραπάνον, διὰ νὰ φανῇ, ὅτι αὐτὸς νομίμως ἠγόρασε, διατελῶν ἐν καλῇ πίστει. Ἀλλ’ αὐτὰ, Κύριοι, δὲν ἀποδεικνύονται. Ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ἐνήργησεν ἀνακρίσεις, ἐξητάσθησαν οἱ πωληταὶ, καὶ διέψευσαν τὸν κ. Καραπάνον· ἄλλοι προσεκλήθησαν νὰ ὑποδείξωσι τοὺς τίτλους τῆς κυριότητός των, καὶ ὡμολόγησαν, ὅτι δὲν ἔχουσι τοιούτους. Ὁ δὲ Δήμαρχος Περαχώρας βεβαιοῖ, ὅτι ὁ πωλητὴς Σακελλάριος, ὁ πωλήσας ἀντὶ 5,000 δραχμῶν μεγάλην ἔκτασιν, δὲν κατεῖχεν οὐδὲ σπιθαμήν. Διὰ τὰ δάση ὁ νόμος τοῦ 1836 ὁρίζει, ὅτι τὰ δάση, ἂν δὲν ἀναγνωρισθῶσιν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, ὑποβαλλόντων τῶν ἰδιοκτητῶν ἐγκαίρως τοὺς τίτλους των, ἢ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως, ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον. Λοιπὸν δὲν ἤξευρεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αἱ ἐθνικαὶ γαῖαι, αἱ ὁποῖαι ἐπλήρονον φόρον ἐπικαρπίας μέχρι τοῦ 1843, δὲν γίνονται ἀντικείμενον ἰδιωτικῆς κτήσεως; Δὲν ἐγνώριζεν ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι αἱ δασώδεις γαῖαι ἀπαγορεύεται νὰ γείνωσιν ἰδιοκτησία διὰ δηλώσεως, κατὰ τὸν νόμον περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς; Δὲν ἐγνώριζεν ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι τὰ δάση δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἰδιωτικὴν κτῆσιν; Πῶς τὰ ἠγόρασεν; Ἡ πρᾶξις αὕτη ἐμπεριέχει ὁλόκληρον τὸν δόλον, καὶ ἑπομένως εἶναι πρᾶξις ἀνίσχυρος, καὶ κακῶς ἐγένετο ἡ πληρωμὴ, κακῶς ζητεῖται ἑτέρα πληρωμή. Ἀλλὰ τί ἄλλο θέλετε, Κύριοι; Ἐλησμόνησα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν, ὡς εἶπον, δὲν ἦσαν κύριοι οἱ πωλήσαντες, εἶχον αἱ γαῖαι αὗται προσδιορισθῆ διὰ τὴν διώρυγα. Συνεπῶς ἡ πραγματικὴ ἀγωγὴ εἶχεν ἀναλυθῆ εἰς προσωπικήν. Τί ἐπώλησαν ἐκεῖνοι; τί ἠγόρασεν αὐτός; Τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως διὰ τὴν διώρυγα; Εἶχον ἰδιοκτησίαν; Καὶ εἶχον τὸ δικαίωμα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπώλησαν, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἦσαν κάτοχοι, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ πωλήσωσι κτῆμα, τὸ ὁποῖον προσδιωρίσθη, ἀπαλλοτριωθὲν, ὑπὲρ τῆς διώρυγος; Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, καὶ ἀπόκειται νὰ τὰ δικαιολογήσῃ ὁ κ. Καραπάνος. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μέτρα, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐθνικὴν περιουσίαν κατὰ τοῦ σφετερισμοῦ ἀσεβοῦς καὶ πλεονέκτου Ὑπουργοῦ.
§9ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὸ 1883 καὶ 1884 ἠγόρασα γαίας ἐπὶ τοῦ ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου, μὲ τὸν σκοπὸν νὰ οἰκοδομήσω ἐν αὐταῖς ἐξοχικὴν οἰκίαν, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ Ἰσθμία, ἡ κειμένη ἐπὶ τῆς ἀνατολικῆς ἐξόδου τῆς διώρυγος, ἤθελε συνοικισθῆ, ὡς ἐθεωρεῖτο τότε πιθανόν. Ἡ ἔκτασις τῶν γαιῶν τούτων δὲν εἶναι 20–30 χιλιάδων στρεμμάτων, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀλλὰ 1500 μέχρι 2000. Τὴν ἀγορὰν αὐτῶν ἐνήργησα, τινῶν μὲν διὰ τοῦ κ. Τρίπου, ἄλλων δὲ διὰ τοῦ κ. Βαλτινοῦ, χρηματίσαντος πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐφόρου Κορινθίας καὶ γνωρίζοντος τὸν τόπον. Ἐκ τῶν γαιῶν τούτων μικρὸν μέρος κατελαμβάνετο πράγματι ὑπὸ τῆς διώρυγος καὶ τῶν προσαρτημάτων αὐτῆς, ὅτε ἠγόραζον αὐτάς· τὸ πλεῖστον ὅμως αὐτῶν μέρος κατελήφθη ἀργότερον, ὅτε ἐγένετο νέος καὶ ὁριστικὸς διακανονισμὸς τῶν ὁρίων τῶν εἰς τὴν διώρυγα καὶ τὰ προσαρτήματα αὐτῆς παραχωρηθεισῶν γαιῶν. Τὴν τακτοποίησιν τῆς ἀποζημιώσεως διὰ τὰς οὕτω καταληφθείσας γαίας μου ἐζήτησα κατὰ τὸ 1885 ἢ 1886, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Βουλευτής. Κατὰ τὰς ἀρχὰς δὲ τοῦ 1890, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ἠρωτήθην, ἐὰν δέχωμαι τὴν ἐκτίμησιν, ἣν ἐποιήσατο τότε ἁρμοδίως ἡ Κυβέρνησις, τῶν γαιῶν τούτων, καὶ ἀπήντησα, ὅτι, ὅπως ἀποφανθῶ ἐπὶ τούτου, πρέπει νὰ μοὶ κοινοποιηθῇ ἐπισήμως ἡ γενομένη ἐκτίμησις.
§10ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 1890;
§11ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα.
§12ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦσθε Ὑπουργὸς τότε;
§13ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι, δὲν ἤμην Ὑπουργός. Μετὰ ταῦτα ἔμαθον, ὅτι τίθεται εἰς ἀμφισβήτησιν τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας μου παρὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὅτε μετά τινα καιρὸν ἐκλήθην εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὑπηρεσία μετὰ πολλῶν ἄλλων ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων μοὶ ἔφερε καὶ ταύτην, καὶ μοὶ ἐζήτησε τί πρέπει νὰ πράξῃ. Ἐπεφόρτισα τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον νὰ μελετήσῃ ἄνευ οὐδενὸς ἐπηρεασμοῦ τὴν ὑπόθεσιν καὶ μοὶ ὑποβάλῃ τὴν γνώμην του. Ἡ γνώμη, ἣν οὗτος μοὶ ὑπέβαλεν, ἦτο, ὅτι τὸ ζήτημα ἦτο λελυμένον οὐ μόνον διοικητικῶς, ἀλλὰ καὶ νομοθετικῶς, καὶ ὅτι πᾶσαι αἱ γαῖαι, αἱ καταληφθεῖσαι ὑπὸ τῆς διώρυγος, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως, δὲν ἦσαν ἐθνικαὶ, ἀλλὰ ἰδιωτικαὶ ἰδιοκτησίαι. Τὸ ζήτημα οὕτως ἐλύθη διὰ νόμου ψηφισθέντος παρὰ τῆς Βουλῆς τὸ 1886, κατὰ πρότασιν τοῦ μακαρίτου Παπαμιχαλοπούλου, τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ζητήσαντος τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν πρὸς πληρωμὴν τῶν καταληφθεισῶν γαιῶν. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ ἀναγνώσω τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, ἣν δύναται πᾶς τις νὰ εὕρῃ ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς ἐκτάκτου Συνόδου τῆς Ιʹ Βουλευτικῆς Περιόδου, καὶ τὸν νόμον τὸν μετ’ αὐτῆς ὑποβληθέντα καὶ ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς (ἀναγινώσκει): «Ἔκθεσις πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ πίστωσιν 200,000 δραχμῶν πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ὑπὸ τῆς διώρυγος τοῦ Ἰσθμοῦ καταλαμβανομένων κτημάτων. «Κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 6 καὶ 7 τοῦ νόμου ΤΜϚʹ τῆς 19 Νοεμβρίου 1869 περὶ τῆς τομῆς τοῦ ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου, τὸ Δημόσιον ὑποχρεοῦται νὰ χορηγήσῃ δωρεὰν τῇ ἀναλαβούσῃ τὸ ἔργον ἑταιρίᾳ τὰ ἐδάφη, ἅτινα ἤθελον καταληφθῆ ὑπ’ αὐτοῦ ἢ ἕνεκεν αὐτοῦ. «Ἅμα τῇ ἐνάρξει τοῦ ἔργου, πολλοὶ τῶν ἰδιοκτητῶν, ὧν τὰ κτήματα κεῖνται ἐν τῇ ἐκτάσει, ἥτις καταλαμβάνεται ὑπ’ αὐτοῦ, κατὰ τὸ περὶ τούτου συνταχθὲν διάγραμμα, ᾐτήσαντο κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ ἔτους 1883 τὴν πληρωμὴν ἀποζημιώσεων, αἵτινες δὲν κατέστησαν μὲν εἰσέτι ὁριστικαὶ ἁρμοδίως, ἀλλὰ καὶ τοιαῦται ἂν ἦσαν, δὲν ἠδύναντο νὰ χορηγηθῶσιν αὐτοῖς, τὸ μὲν ἕνεκεν ἐλλείψεως πιστώσεως, μὴ προβλεφθείσης ἐν τοῖς ὑποβληθεῖσιν ἔκτοτε εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοῖς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, τὸ δὲ, καὶ διὰ τοῦτο κυρίως, ἕνεκεν ἀξιώσεων, ἃς εἶχεν ἐγείρει ἐπὶ τῶν κτημάτων αὐτῶν τὸ Δημόσιον, ὡς δῆθεν ἐθνικῶν, κατὰ τὰς παραστάσεις τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου Κορινθίας περὶ τούτου. «Μετὰ τὰς γενομένας περὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ ἐρεύνας ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου, ἡ ὑπόθεσις ἐμελετήθη ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων παρ’ αὐτῷ νομικῶν συμβούλων, οἵτινες ἀπεφήναντο ἀρτίως, ὅτι, τοῦ Δημοσίου μὴ δυναμένου νὰ ὑποστηρίξῃ δικαίωμα κατοχῆς ἢ κυριότητος εἰς τὰς περὶ ὧν πρόκειται γαίας, δὲν ὑπάρχει κώλυμά τι πρὸς πληρωμὴν ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς ἀξιοῦντας τοιαύτην. «Κατὰ συνέπειαν τούτων, διαταχθέντος τοῦ ἐπάρχου Κορινθίας νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἀρξάμενον τότε ἔργον τῆς εὑρέσεως τῶν πληρωτέων ἀποζημιώσεων, τόσον εἰς τοὺς αἰτησαμένους ἤδη τοιαύτας, αἵτινες ὑπερβαίνουσι τὰς δραχμὰς 100,000 κατὰ τὰ ὑπ’ ὄψιν τῆς ὑπηρεσίας σχετικὰ ἔγγραφα, ὅσον καὶ εἰς τοὺς μήπω αἰτησαμένους μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ προτιθεμένους βεβαίως νὰ αἰτήσωνται, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς τὸ ἔγκλειστον νομοσχέδιον, καθ’ ὃ χορηγεῖται πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἡ ἀναγκαία καθ’ ὑπολογισμὸν ἔκτακτος πίστωσις ἐκ δραχ. 200,000, καταλογιστέα εἰς εἰδικὸν κεφάλαιον 16, ὑπὸ τὸν τίτλον «ἀποζημιώσεις κτημάτων καταληφθέντων ὑπὸ τῆς διώρυγος τοῦ ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου» τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἐ. ἔ. τοῦ ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν μου Ὑπουργείου. «Ἐν Ἀθήναις τῇ 21 Μαρτίου 1886 «Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς «Ν. Παπαμιχαλόπουλος.» «Νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως δραχ. 200,000 διὰ τὰς ἀποζημιώσεις κτημάτων καταληφθέντων ὑπὸ τῆς τομῆς τοῦ ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου. «Ἄρθρον μόνον. Πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ὑπὸ τῆς διώρυγος τοῦ ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου καταλαμβανομένων κτημάτων χορηγεῖται ἔκτακτος πίστωσις ἐκ δραχμῶν διακοσίων χιλιάδων (ἀριθ. 200,000), καταλογιζομένη ὑπὸ εἰδικὸν Κεφάλαιον 16 καὶ ὑπὸ τὸν τίτλον «ἀποζημιώσεις κτημάτων καταλαμβανομένων ὑπὸ τῆς διώρυγος τοῦ Κορινθιακοῦ ἰσθμοῦ» τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1886 τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου. «Οἱ Ὑπουργοὶ Ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος Θ. Π. Δηλιγιάννης. Ἐπὶ τῶν Ἐσωτερ. καὶ Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Ν. Παπαμιχαλόπουλος.» Ἡ ὑπηρεσία μοὶ ὑπέβαλε συγχρόνως καὶ τὸ τελευταῖον ἔγγραφον τῆς Ἐφορίας Κορινθίας, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνεν αὕτη πρὸς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν κ. Τρικούπην, εἰς ἀπάντησιν τῶν ἐπανειλημμένων διαταγῶν, τῶν δοθεισῶν εἰς αὐτήν, ὅπως διὰ τακτικῶν καὶ ἐπιτοπίων ἐρευνῶν συλλέξῃ καὶ πέμψῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πάσας τὰς ἀποδείξεις καὶ πάντα τὰ στοιχεῖα, ἐφ’ ὧν τὸ Δημόσιον θὰ ἠδύνατο νὰ στηρίξῃ δικαιώματα διεκδικήσεως ἐπὶ τῶν παρ’ ἐμοῦ κατεχομένων γαιῶν. Ἰδοὺ δὲ τὸ ἔγγραφον τῆς Ἐφορίας Κορινθίας, φέρον χρονολογίαν 10 Ἰουλίου 1890 (ἀναγινώσκει): Πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον (Τμῆμα Αʹ). Περὶ ἀποζημιώσεως καταληφθεισῶν γαιῶν Κ. Καραπάνου ἐν τῇ διώρυγι τοῦ Ἰσθμοῦ. «Ἅμα ὡς ἔλαβον τὴν ὑπ’ ἀριθ. 24830 ἀπὸ 8 Ἰουνίου ἐ. ἔ. διαταγήν του, παραλαβὼν τὸν γεωμέτρην Ἰάκωβον Ἐλευθερίου μετὰ τῶν δοκίμων δύο γεωμετρῶν, μετέβην ἐν Ἰσθμίᾳ καὶ Καλαμακίῳ, καὶ ἐκάλεσα διαφόρους δυναμένους νὰ γνωρίζωσι περὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, πρὸς δὲ καὶ τὸν κ. Δήμαρχον Περαχώρας, χορηγήσαντα ἡμῖν κατάλληλον ὁριοδείκτην, καὶ προέβημεν εἰς τὴν καταμέτρησιν τῆς ὅλης ἐκτάσεως τῆς παρὰ τοῦ Κ. Καραπάνου ἤδη κατεχομένης, συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς διαταγῆς του, ἥτις χθὲς μόλις ἐτελείωσεν, ὑπολειπομένων τῶν διαγραμμάτων. Πρὸς δὲ ὑπέβαλον εἰς ἐξέτασιν διαφόρους, ὅπως δυνηθῶ καὶ φθάσω εἰς ἀποτέλεσμα πρὸς ἀντίκρουσιν τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ Κ. Καραπάνου. Ἀλλ’ ἐξ ὅσων μέχρι τοῦδε ἐνόησα ἐκ τῶν προφορικῶν καὶ ἐγγράφων ἐξετάσεων, ἠρύσθην τὰ ἑξῆς: «Ὅτι ὁ Κ. Καραπάνος ἠγόρασε παρὰ διαφόρων κατοίκων Καλαμακίου καὶ Περαχώρας τὰς περὶ ὧν πρόκειται ἐκτάσεις διὰ συμβολαίων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 217 ἀναφορᾶς μας, ἥτις ἐπεστράφη μετ’ αὐτῶν διὰ τῆς ἄνω ῥηθείσης διαταγῆς του, διαταττούσης τὴν καταμέτρησιν κλπ. τῆς ὅλης ἐκτάσεως. «Ὅτι πολλαὶ ἐκτάσεις, πωληθεῖσαι εἰς τὸν Κ. Καραπάνον, διεκδικοῦνται ἐκ μέρους τῆς κοινότητος Περαχώρας, διεκδικούσης τὴν ὅλην περιφέρειαν τοῦ δήμου ὡς ἰδιόκτητον καὶ ἀδιανέμητον, καὶ συνεπῶς ἀνήκουσαν αὐτῇ, ἀλλ’ οὐχ ἧττον δὲν παρενέβη εἰσέτι κατ’ αὐτοῦ, κατέχοντος καὶ νεμομένου τὴν ὑπόλοιπον καὶ μὴ καταληφθεῖσαν ἔκτασιν. «Ὅτι παραλαβόντες τοὺς ἀδελφοὺς Δοσαρᾶ, ὧν αἱ καταθέσεις εἶχον ληφθῆ ἔγγραφοι καὶ δι’ ὧν οὗτοι ἐβεβαίουν, ὅτι μόνον περὶ τὰ ἑκατὸν στρέμματα εἶχον ἰδιοκτήτους γαίας, εἷς τῶν ὁποίων ἐπώλησε τὸ μερίδιόν του πρός τινα Β. Πέπαν, οὗτος δὲ εἰς τὸν Κ. Καραπάνον, μετέβημεν ἐπὶ τόπου, ἵνα μᾶς ὑποδείξῃ τὰ ὅρια τῆς παρ’ αὐτοῦ πωληθείσης ἐκτάσεως πρὸς τὸν ῥηθέντα Πέπαν, καὶ ὑπέδειξεν ἡμῖν ἔκτασιν περὶ τὰ 400 στρέμματα, ἤτοι ἀκριβῶς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐπώλησε πρὸς τὸν Κ. Καραπάνον οὗτος, ἑπομένως καὶ αἱ καταθέσεις αὐτῶν τῶν ἰδίων καταστρέφονται ὑπ’ αὐτῶν. «Ὅτι θέλουσι μὲν οὗτοι, ὡς ἐνοήσαμεν, νὰ παρεμβάλλωσι προσκόμματα εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῆς τοῦ Κ. Καραπάνου ἀποζημιώσεως, ἀλλ’ ἐξ ἄλλου ἀποδίδουσι τὴν κατοχὴν καὶ κυριότητα εἰς τὴν κοινότητα Περαχώρας, ὁμολογοῦντες πάντες, ὅσοι παρ’ ἡμῶν ἐκλήθησαν καὶ προφορικῶς ἐξητάσθησαν, ὅτι αἱ ἐν λόγῳ ἐκτάσεις εἶναι ἰδιόκτητοι, ἀνήκουσαι τῇ κοινότητι Περαχώρας· ἑπομένως φρονοῦμεν, ὅτι αἱ τοιαῦται καταθέσεις εἰς οὐδὲν ὠφελοῦσι τὸ Δημόσιον ἀπέναντι τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ Κ. Καραπάνου, εἰμὴ μόνον τὴν κοινότητα Περαχώρας, ἄλλους δὲ μάρτυρας, ὅπου καὶ ἂν ἐζητήσαμεν, μεταβάντες καὶ εἰς Λουτράκιον καὶ εἰς Περαχώραν, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἀνεύρωμεν πρὸς ἐπιτυχῆ ὑπεράσπισιν τῶν τοῦ Δημοσίου συμφερόντων, οὔτε ἄλλων χωρίων κάτοικοι γνωρίζουσιν, οὔτε πλησιάζουσιν, ἵνα κατορθώσωμεν δι’ αὐτῶν ν’ ἀντικρούσωμεν ἐπιτυχῶς τὴν ἐν λόγῳ ἀναίρεσιν. «Ἑπομένως φέρω ταῦτα ὑπ’ ὄψιν τοῦ Ὑπουργείου πρὸ πάσης ἄλλης ἐνεργείας, καὶ ἀπεκδέχομαι τὴν ἀπόφασίν του περὶ τῶν περαιτέρω, ἵνα μὴ ὑποβληθῇ τὸ Δημόσιον εἰς δικαστικοὺς ἀγῶνας ματαίους καὶ ἐπιβλαβεῖς. «Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐν γένει ἔκτασιν, τὴν κατεχομένην ἤδη καὶ καταληφθεῖσαν ὑπὸ τῆς διώρυγος, αὕτη θὰ γνωρισθῇ κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν διαγραμμάτων μεθ’ ὅλων τῶν σχετικῶν, καὶ διότι ἡ ἰδιότης τῶν γαιῶν τούτων εἶναι λίαν δύσκολον νὰ γνωρισθῇ καὶ ὑποστηριχθῇ, καθόσον ἐνδιαφέρεται ἅπασα ἡ κοινότης, ἐπιμένουσα ὅτι ἡ περιφέρεια τοῦ δήμου, πλὴν τῆς θέσεως Σουσακίου, εἶναι ἅπασα ἰδιόκτητος. «Ἐν Κορίνθῳ, τῇ 10 Ἰουλίου 1890. «Εὐπειθέστατος «Ὁ ἐφορεύων Κορινθίας.»
§14Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Πῶς ὀνομάζεται ὁ ἔφορος;
§15ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν σημειοῦται τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐν τῷ ἀντιγράφῳ, ὅπερ ἔχω ἐνώπιόν μου. Οἱοσδήποτε ὅμως καὶ ἂν ᾖ οὗτος, εἶναι ὑπάλληλος, διορισθεὶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη καὶ ἴσως κατὰ σύστασιν ὑμῶν αὐτῶν. Οὕτως ἔχουσα ἡ ὑπόθεσις, ἦτο βεβαίως λελυμένη κατὰ τοῦ Δημοσίου, ὅπερ οὐδεμίαν ἐκέκτητο βάσιν, μήτε τίτλον διεκδικήσεως. Ἐπειδὴ ὅμως ἐπρόκειτο περὶ συμφερόντων, ἔστω καὶ ἀβασίμων, τοῦ Δημοσίου, ἐν ἀντιθέσει πρὸς ἀναμφισβήτητα δικαιώματα ἐμοῦ αὐτοῦ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἠθέλησα νὰ παραδεχθῶ ὡς ὁριστικὴν τὴν ὑπὲρ ἐμοῦ λύσιν, ὅπως ἤθελε πράξει τοῦτο πᾶς ἀμερόληπτος Ὑπουργός· ἐσκέφθην ὅμως, ὅτι τὸ Δημόσιον, ὡς ἠθικὸν πρόσωπον, ἔχει δικαιώματα, ἅτινα ὀφείλει νὰ ὑπερασπίζηται, καὶ ὑποχρεώσεις πρὸς ἄλλους, ἃς ὀφείλει νὰ ἐκτελῇ, οὐχὶ ὅμως καὶ ἀνάγκην βοηθημάτων καὶ δωρεῶν ἐκ μέρους ἰδιωτῶν, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν οὗτοι. Δικαίωμα ἑπομένως τοῦ Δημοσίου, ὅπερ ὤφειλον νὰ ἐπιφυλάξω, ἦτο τὸ νὰ μὴ πράξω ἐγὼ ἐκεῖνο, ὅπερ πᾶς ἄλλος ἀμερόληπτος Ὑπουργὸς ἤθελε πράξει, δηλαδὴ νὰ μὴ θεωρήσω τὸ ζήτημα ὡς ὁριστικῶς λελυμένον καθ’ ὃν τρόπον ἔλυσεν αὐτὸ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία κατὰ τὸ 1886, ἀναγνωρίσασα ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ δικαίωμα κατοχῆς ἢ κυριότητος εἰς τὰς ἐπὶ τοῦ Ἰσθμοῦ γαίας. Μὴ θέλων νὰ ἐπικαλεσθῶ ὑπὲρ ἐμαυτοῦ τὴν ὁριστικὴν ταύτην λύσιν, καὶ θέτων οὕτω τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ὑπεράνω τῶν ἰδίων μου δικαιωμάτων, παρήγγειλα τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τοῦ νομικοῦ συμβούλου περὶ τῆς ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ συμφερωτέρας τῷ Δημοσίῳ διεξαγωγῆς τῆς ὑποθέσεως. Ἰδοὺ δὲ ἡ ἐρώτησις τοῦ ἁρμοδίου τμήματος καὶ ἡ ἀπάντησις τοῦ τότε διευθύνοντος τὸ δικαστικὸν τμῆμα νομικοῦ συμβούλου κ. Καλογεροπούλου, καλλίστου νομικοῦ, μὲ τὸν ὁποῖον ὅμως οὐδεὶς νομίζω, δύναται νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι μὲ συνδέει ἰδιαιτέρα τις σχέσις, διότι οὗτος ἦτο καὶ εἶναι φίλος καὶ συγγενὴς τοῦ καὶ πρώην καὶ νῦν Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν (ἀναγινώσκει): «Διὰ τοῦ ἀρχείου πρὸς τὸ Δικαστικόν. (λίαν ἐπεῖγον) «Ἡ διορυγὴ τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου κατέλαβε γαίας ἐφ’ ὧν τὸ Δημόσιον φρονεῖ ὅτι ἔχει τὴν κυριότητα, διεξάγει δὲ τὰ πρὸς ἀπόδειξιν αὐτῆς μέσα, ἵνα κινηθῇ δικαστικῶς. Ἐκ τῶν γαιῶν ὅμως τούτων τινὲς ἐπώλησαν πρὸς ἄλλους, μεταβιβάσαντες καὶ τὴν κατοχὴν πρὸς αὐτοὺς, καθ’ ἃς τὸ Τμῆμα ἔχει πληροφορίας. «Πραγματοποιουμένων ἤδη τῶν ἐπὶ τῇ καταλήψει αὐτῶν ὀφειλομένων ἀποζημιώσεων, ὧν τὰς πλείστας καὶ ἔλαβον οἱ κάτοχοι τῶν καταληφθεισῶν γαιῶν, ἐρωτᾶται τὸ Δικαστικόν, τίς πρέπει κατὰ νόμον νὰ λάβῃ ταύτας; τὸ Δημόσιον ὡς κύριον, ἀλλὰ μὴ κατέχον, ἢ οἱ κάτοχοι; «Ἀθῆναι, τῇ 4 Δεκεμβρίου 1890. Ὁ τμηματάρχης «Α. Γεωργαντόπουλος.» «Διὰ τοῦ ἀρχείου εἰς τὸ Αʹ. «Οἱ διανοίᾳ κυρίου νομεῖς τῶν λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης καταλαμβανομένων κτημάτων δικαιοῦνται νὰ λάβωσι τὴν τούτῳ τῷ λόγῳ ὀφειλομένην ἀποζημίωσιν. «Ἀθῆναι, 11 Δεκεμβρίου 1890. «Ὁ διευθύνων τὸ Δικαστ. τμῆμα Ν. Σύμβουλος.» Τὴν γνώμην ταύτην διαβιβάζων εἰς τὴν Ἐφορίαν Κορινθίας, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀπὸ 10 Ἰουλίου 1890 ἐγγράφου της πρὸς τὸν πρώην καὶ νῦν Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως συμμορφωθῇ πρὸς αὐτήν, διέταξα συνάμα ταύτην νὰ ἐπιφυλάξῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, καὶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς διεκδίκησιν αὐτῶν στοιχεῖα. Ἐὰν ἡ τοιαύτη ἐνέργειά μου, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κ. Βουλευτής, ἀξία τῆς μομφῆς αὐτοῦ, δὲν γνωρίζω, τίς ἤθελεν εἶσθαι ἡ ἐνέργεια, ἣν ἤθελε θεωρήσει οὗτος ἀξίαν τῆς ἐπιδοκιμασίας του. Ἐὰν ὑπάρχωσι δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, τοῦτο δύναται πάντοτε νὰ διεκδικήσῃ ταῦτα. Ἐὰν τὸ Δημόσιον ἔχῃ τίτλους, ἀποδεικνύοντας τὴν κυριότητα αὐτοῦ ἐπὶ τῶν γαιῶν τοῦ Ἰσθμοῦ, τῶν κατεχομένων ὑπ’ ἐμοῦ, ὑπὸ τῶν κατοίκων Περαχώρας καὶ ὑπὸ ἄλλων, θὰ ὑποχρεωθῶ καὶ ἐγὼ καὶ πᾶς ἄλλος κατέχων τοιαύτας γαίας νὰ ἐγκαταλείψωμεν αὐτὰς εἰς τὸ Δημόσιον. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ νομίσῃ τις, ὅτι θὰ μοὶ προξενήσῃ σπουδαίαν τινὰ στενοχωρίαν ἡ ἀπώλεια γαιῶν ἀξίας 50 ἢ 60 χιλιάδων δραχμῶν. Οὐδόλως θὰ στενοχωρηθῶ ἐκ τούτου· ἀπ’ ἐναντίας θὰ εὐχαριστηθῶ, βλέπων τὸ Δημόσιον ἀναγνωριζόμενον κύριον πασῶν τῶν γαιῶν τούτων. Δὲν εἶναι δὲ ἀληθὲς τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κορινθίας εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅτι πρόκειται νὰ χαρίσω εἰς τὴν πόλιν τῆς Κορίνθου τὰς ἐπὶ τοῦ Ἰσθμοῦ γαίας μου, ὅπως ἐν μελλούσαις ἐκλογαῖς ἀμφισβητήσω τὴν θέσιν τοῦ Βουλευτοῦ Κορινθίας, ἣν οὗτος κατέχει σήμερον.
§16ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅτε ἠγοράσατε τὰς γαίας, δὲν ἐξητάσατε, ἐὰν ἀνήκωσιν εἰς τὸ Δημόσιον;
§17ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅτε ἠγόρασα αὐτάς, πάντες ἐκεῖ, οὓς ἠρώτησα, μὲ ἐβεβαίωσαν, ὅτι αἱ γαῖαι αἱ ἀνήκουσαι εἰς τὴν οἰκογένειαν Δοσαρᾶ, ἥτις ἦτο ἡ πρώτη δικαιοπάροχος αὐτῶν, οὐδέποτε ἠμφισβητήθησαν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, μήτε ὑπὸ ἄλλου τινός.
§18ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὰ δάση τὰ μὴ δηλωθέντα μέχρι τοῦ 1837 ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον· ἐζητήσατε νὰ ἴδητε, ἐὰν οἱ πωληταὶ τὰ εἶχον δηλώσει;
§19ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἠγόρασα πολλάκις γαίας, οὐχὶ μόνον ἐν Κορίνθῳ, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ, δὲν ἐζήτησα δὲ τοιαύτας πληροφορίας. Ἂν ἠπατήθην, ἐγώ, καὶ οὐδεὶς ἄλλος, τρέχω τὸν κίνδυνον νὰ χάσω τὰ δικαιώματά μου.
§20Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ἀγωγὴν παρὰ τοῦ Δημοσίου;
§21ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδεμίαν τοιαύτην γνωρίζω. Ἔχω ἀγωγὰς παρὰ ἰδιωτῶν, καὶ ἔχω ἐκκρεμεῖς τοιαύτας εἰς Ναύπλιον κατὰ διαφόρων προσώπων, παρανόμως καταλαβόντων τεμάχια τῶν ὑπ’ ἐμοῦ ἀγορασθεισῶν γαιῶν. Ταῦτα νομίζω ἀρκετὰ εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσων ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας εἶπε σχετικῶς μὲ ἐνέργειάν μου ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐλπίζω, ὅτι ἀρκοῦσι νὰ πείσωσι τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἐνέργειά μου αὕτη οὐ μόνον δὲν ἐσκόπει νὰ παραβλάψῃ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ἐσκόπει νὰ προφυλάξῃ ταῦτα, κατὰ τρόπον δικαιότερον καὶ θετικώτερον ἀφ’ ὅ,τι ἤθελε πράξει ἡ ἔκνομος ἐνέργεια παντὸς ἄλλου Ὑπουργοῦ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ πῶς ἠγόρασα τὰς γαίας ταύτας, καὶ τὰ ἄλλα, ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπε, νομίζω ὅτι περὶ τούτων δὲν ἔχω ὑποχρέωσίν τινα νὰ δώσω ἐξηγήσεις, μήτε δικαίωμα ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν περὶ πράξεων ἰδιωτικῶν, ὅσον καὶ ἂν διαστρέφωνται αὗται.
§22Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγνωσθῶσι μερικὰ ἔγγραφα, διότι ὁ κ. Καραπάνος ἀνέγνωσεν ἓν ἔγγραφον ἑνὸς δυστυχοῦς γραμματέως τῆς Ἐφορίας, ὁ ὁποῖος ἐξελιπάρει τὴν προστασίαν ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ τῷ χρησιμεύσωσι, καὶ ὅστις ἔλαβε τὸ σχέδιον, καὶ ὅσα ἔγραψε τὰ ἔγραψε κατ’ αὐτό. Ἀλλ’ ἀκούσατε, τί γράφει ὁ ἔφορος, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 30 ἔτη ὑπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Σᾶς ἀναγινώσκω τὸ ἔγγραφόν του ἀπὸ 14 Μαρτίου τοῦ 1890 (ἀναγινώσκει): «Περὶ τῆς αἰτουμένης ἀποζημιώσεως παρὰ τοῦ Κωνσταντίνου Καραπάνου. «Πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἔναντι διαταγῆς γνωρίζω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι κατὰ τὸ ἀπὸ 8 Αὐγούστου 1889 διάγραμμα τοῦ ἐνταῦθα Μηχανικοῦ, ὁ ἐν περιλήψει Κ. Καραπάνος κέκτηται κατὰ τὴν περιφέρειαν Καλαμακίου, τοῦ δήμου Περαχώρας, δυνάμει πωλητηρίων συμβολαίων, ἔκτασιν ἐκ στρεμμάτων 602,186, ἐκ τῆς ὁποίας περὶ τὰ 190 στρέμματα καλύπτονται ἀπὸ δάση, κατὰ τὴν ἁπλῆν σημείωσιν τοῦ ἐνταῦθα Μηχανικοῦ. Τὴν ἀνωτέρω ἔκτασιν, πλὴν μικρῶν ἐξαιρέσεων, κατέλαβεν ὁ Κ. Καραπάνος, ὡς μὲ ἐπληροφόρησαν. Ἤδη ἐξεταστέον, πόθεν περιῆλθεν εἰς τὸν Κ. Καραπάνον ἡ ἀνωτέρω ἔκτασις, καὶ ἂν ἦναι ἐθνικὴ ἢ ἰδιόκτητος. Ἡ περιφέρεια Καλαμακίου εἶναι ἐθνικὴ, καὶ οὐδεὶς τοῦτο ἀμφισβητεῖ, ὡς πάντες μοὶ ἔδωσαν πληροφορίας· πλὴν κατὰ τὴν περιφέρειαν ταύτην ἐκέκτητο ἰδιοκτησίαν τινὰ καὶ ἐπὶ τουρκοκρατίας ὁ Νικόλαος Δοσαρᾶς, ἐκ στρεμμάτων 80–100, κειμένην εἰς τὴν θέσιν Γκιάστα, δυνάμει ὅμως τίνος τίτλου, οὐδεὶς ἠδυνήθη νὰ μοὶ δώσῃ πληροφορίας, ἀλλ’ οὔτε καὶ αὐτοὶ οἱ υἱοί του. Τὴν ἀνωτέρω ἔκτασιν διένειμον οἱ κληρονόμοι τοῦ ἀνωτέρω Ν. Δοσαρᾶ, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 20,425 συμβολαίου τοῦ συμβολαιογράφου Κορίνθου Α. Χ. Σάββα τοῦ ἔτους 1873, Δημήτριος Κυριάκος καὶ Γεώργιος, λαβόντες ἕκαστος περὶ τὰ 25–30 στρέμματα, ἡ ὅλη δὲ ἀξία τῆς ἐκτιμηθείσης γῆς ὑπελογίσθη εἰς δραχμὰς 700. Παρατηρητέον δὲ, ὅτι ἐν τῷ ἀνωτέρω διανεμητηρίῳ συμβολαίῳ δὲν ἀναφέρονται δάση, εἰμὴ μόνον γαῖαι· ἐξετάσας δὲ τοὺς διανείμαντας τὴν πατρικήν των περιουσίαν ἀδελφοὺς Δοσαραίους, κατὰ τὰς συνημμένας καταθέσεις των ἐν τῷ διανεμητηρίῳ, ἐπείσθην ὅτι ὁ μὲν πρῶτος καὶ μεγαλείτερος, Δημήτριος, εἶπε σχετικῶς τὴν πραγματικὴν ἀλήθειαν, ὅτι μόνον περὶ τὰ 100 στρέμματα ἰδιοκτήτους γαίας ἀφῆκεν ὁ πατήρ του, δυνάμει ὅμως τίνος τίτλου, ἀγνοεῖ, ἃς διένειμον μεταξύ των οἱ τρεῖς ἀδελφοί, λαβόντες ἕκαστος περὶ τὰ 25 ἕως 30 στρέμματα, οἱ δὲ ἕτεροι δύο, Κυριάκος καὶ Γεώργιος, κατέθεσαν τὰ αὐτὰ, μὲ μεγαλειτέραν ἔκτασιν ἰδιοκτησίας. «Ἐκ τῆς ὡς ἀνωτέρω διανεμηθείσης ἐκτάσεως, ὁ μὲν Δημήτριος καὶ Γεώργιος Δοσαραῖοι ἐπώλησαν εἰς τὸν Ἀναστάσιον Ἐλένην, ὁ μὲν πρῶτος δυνάμει τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 27765 τοῦ ἔτους 1880 συμβολαίου τοῦ συμβολαιογράφου Κορίνθου Α. Χ. Σάββα, 415 πευκόδενδρα, ὁ δὲ δεύτερος διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 22862 τοῦ ἔτους 1873 συμβολαίου τοῦ αὐτοῦ συμβολαιογράφου 450 πευκόδενδρα μετὰ τῆς γῆς των ἀντὶ δραχ. 400 ἐν ὅλῳ, ἐνῷ τοιαύτην ἰδιοκτησίαν δὲν ἐκέκτηντο. Τὰ ἀνωτέρω ἐθνικὰ πευκόδενδρα ἐπώλησεν ὁ ἐκδοχεὺς Ἀναστάσιος Ἐλένης πρὸς τὸν Παῦλον Τρίπον, καὶ οὗτος διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 29641 συμβολαίου ἀγοραπωλησίας τοῦ συμβολαιογράφου Κορίνθου Α. Χ. Σάββα τοῦ ἔτους 1883 πρὸς τὸν Κ. Καραπάνον ἀντὶ δραχ. 6,000. «Ὁμοίως οἱ ἀδελφοὶ Δημήτριος καὶ Γεώργιος Δοσαραῖοι ἐπώλησαν πρὸς τὸν Παῦλον Τρίπον, ὁ μὲν πρῶτος διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 20996 τοῦ ἔτους 1873 συμβολαίου τοῦ συμβολαιογράφου Κορίνθου Α. Χ. Σάββα 30 στρέμματα ἀντὶ δραχ. 50, κείμενα εἰς τὴν θέσιν Γκιάστα, ὁ δὲ δεύτερος διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 20435 τοῦ ἔτους 1873 ὁλόκληρον τὸ μερίδιόν του ἀντὶ δραχμῶν 350, ὁ δὲ ἐκδοχεὺς οὗτος Π. Τρίπος ἐπώλησε τὴν ἀνωτέρω ἀγορασθεῖσαν ἀντὶ δραχ. 400 ἔκτασιν, ἐκ στρεμμάτων 60 ὡς ἔγγιστα, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6262 συμβολαίου τοῦ συμβολαιογράφου Κορίνθου Ι. Δασίου τοῦ ἔτους 1882 ἀντὶ δραχμῶν 5,000 εἰς τὸν Κ. Καραπάνον. «Ὁμοίως ὁ Χαρ. Δημητριάδης ἐκ τοῦ χωρίου Μπίσσα τοῦ δήμου Περαχώρας ἐπώλησε πρὸς τὸν Ἀθανάσιον Ἐλένην διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5575 συμβολαίου τοῦ συμβολαιογράφου Κορίνθου Α. Ἀθανασιάδου, τοῦ ἔτους 1873, 60 στρέμματα γαιῶν ἀντὶ δραχμῶν 1000 (εἰκονικῶς βεβαίως), τὰς ἀνωτέρω δὲ γαίας οἱ Ἀθαν. Ἐλένης καὶ λοιποὶ ἐπώλησαν πρὸς τὸν Φώτην Κανελλόπουλον διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6640 συμβολαίου τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Δ. Διογενείδου τοῦ ἔτους 1883 ἀντὶ δραχμῶν 12,000 (εἰκονικῶς βεβαίως καὶ οὗτοι), οὗτος δὲ, ὁ Φ. Κανελλόπουλος, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6707 συμβολαίου τοῦ ἰδίου ἔτους καὶ συμβολαιογράφου πρὸς τὸν Κ. Καραπάνον τὸ ἥμισυ ἀντὶ δραχμῶν 6,000, τὸ δὲ ἕτερον ⅓ πρὸς τὸν Χαλκοκονδύλην ἀντὶ δραχ. 3,000. «Ὁμοίως ὁ Μιχαὴλ Σακελλαρίου, κάτοικος Λουτρακίου, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 29476 τοῦ ἔτους 1883 συμβολαίου τοῦ συμβολαιογράφου Κορίνθου Α. Χ. Σάββα ἐπώλησεν (εἰκονικῶς βεβαίως) πρὸς τὸν Παῦλον Τρίπον ἓν ἰδιόκτητον τεμάχιον εἰς θέσιν «Κυρᾶς Βρύσι» ἀντὶ δραχμῶν 5,000, ἐνῷ κατὰ τὴν ἐν τῷ συμβολαίῳ κατάθεσιν τοῦ πωλητοῦ ἔλαβε δραχμὰς 150, τὸ τεμάχιον δὲ τοῦτο ἐπώλησεν ὁ Τρίπος πρὸς τὸν Κ. Καραπάνον διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 29642 συμβολαίου τοῦ ἔτους 1883 τοῦ συμβολαιογράφου Κορίνθου Α. Χ. Σάββα ἀντὶ δραχ. 5,000. «Τοιαύτης οὔσης τῆς ἱστορίας τῶν περιελθουσῶν εἰς τὸν Καραπάνον ἰδιοκτησιῶν, ἁπασῶν καθαρῶς ἐθνικῶν καὶ μεταβιβασθεισῶν αὐτῷ δι’ εἰκονικῶν συμβολαίων,—διότι καὶ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν συμβολαίων ἀγοραπωλησιῶν καὶ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως αὐτῶν ἀποδεικνύεται τὸ συγκεχυμένον καὶ ἐπινοούμενον βούλευμά τινων ἀνθρώπων πρὸς νόσφισιν τῶν δημοσίων κτημάτων, καθόσον καὶ οἱ ἐξετασθέντες ὁμολογοῦσιν, ὅτι δὲν εἶχον ἰδιοκτησίαν, καὶ ὁ Δήμαρχος Περαχώρας διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 220 τῆς 27 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. ἐγγράφου του ὁμολογεῖ, ὅτι ὁ Μιχαὴλ Σακελλαρίου δὲν ἐκέκτητο ἰδιοκτησίαν κατὰ τὴν θέσιν «Κυρᾶς Βρύσι». «Τούτων οὕτως ἐχόντων, καλὸν ἤθελεν εἶσθαι ν’ ἀνατεθῇ ἡ ἐξέτασις εἰς τακτικὸν ἀνακριτὴν, ὅπως ἀνακαλυφθῇ ἡ σύνταξις τῆς εἰκονικότητος τῶν συμβολαίων ἀγοραπωλησιῶν, δυνάμει τῶν ὁποίων ὁ κ. Καραπάνος προέβη εἰς τὴν ἀγορὰν ἰδιοκτησίας, ἢ ἄλλως νὰ ἐνεργηθῶσιν ἔνορκοι καταθέσεις πρὸς βεβαίωσιν τῆς τῶν συμβολαίων εἰκονικότητος. «Ταῦτα κατὰ καθῆκον φέρων ὑπ’ ὄψιν τοῦ Ὑπουργείου, ἀπεκδέχομαι τὰς περὶ τοῦ πρακτέου διαταγάς του. «Εὐπειθέστατος «Ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος Κορινθίας «Δ. Χ. Γετίμης.» Ὁ κ. Καραπάνος ἐπικαλεῖται τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ 1885 περὶ χορηγήσεως πιστώσεως πρὸς πληρωμὴν τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἰδιοκτητῶν Περαχώρας, ὡς τίτλον ἀναγνωρίσεως καὶ τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ πίστωσις ἐζητήθη διὰ τὰς γαίας τὰς κειμένας πρὸς τὸ δυτικὸν μέρος τοῦ Ἰσθμοῦ κατὰ τὸ τεῖχος καὶ τὸ Λειβαδάκι· διότι τὰ μέρη αὐτὰ, ἤτοι ἡ Περαχώρα, τὸ Λουτράκι καὶ τὸ Λειβαδάκι, ἦσαν ἀνέκαθεν ἰδιόκτητα. Τοῦρκος ἐκεῖ δὲν ἐπάτησεν’ ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ Περαχωρῖται δὲν ὑπέβαλον ἐγκαίρως τοὺς τίτλους των διὰ τὰ δάση, ἐκηρύχθησαν ἔκπτωτοι· ἀλλὰ τὰ δικαστήρια καὶ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἀνεγνώρισαν, ὅτι ἔχουσι δουλείαν ξυλείας καὶ καλλιέργειαν διὰ τὴν ῥητίνην ὡς πρὸς τὰ δάση, πληρόνοντες τὸν φόρον τῆς δεκάτης. Κατὰ δὲ τὸ 1885 αἱ ἀρχαὶ ἠμφισβήτησαν τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως, καὶ ἠθέλησαν νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὸ τοιοῦτον οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς 7 Ἀπριλίου, ἀρνηθέντες νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν πληρωμὴν τῶν κατοίκων τῆς Περαχώρας καὶ Μπίσσας, καὶ τότε ἀπεκρύβησαν τὰ συντεταγμένα πρωτόκολλα ἐπὶ σκοπῷ ἐκλογικῷ, καί τις μάλιστα συνάδελφος, ὡς ἄλλος τοποτηρητὴς τοῦ Σουλτάνου, ἐκδίδων παραχωρητήρια, Σελήμ–ἐφένδης ἐκλήθη. Ὁ νόμος ὁ περὶ χορηγήσεως πωλήσεων πρὸς ἀποζημίωσιν, ὃν ἐπικαλεῖται ὁ κ. Καραπάνος ὡς τίτλον, δὲν προϋποθέτει τοιοῦτόν τι, διότι ὁ μακαρίτης Παπαμιχαλόπουλος ἐσύχναζεν εἰς Λουτράκι καὶ ἐγνώριζε τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου παρὰ πάντα ἄλλον, καὶ ἔφερε νόμον, διὰ νὰ πληρωθοῦν αἱ ἀποζημιώσεις εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τοῦ Λουτρακίου, τῆς Περαχώρας καὶ τοῦ Λειβαδακίου μέχρι Κορίνθου· ὥστε ὁ κ. Καραπάνος δὲν δύναται νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ μακαρίτου Παπαμιχαλοπούλου, διότι δὲν συμπεριελαμβάνετο εἰς τὸν κατάλογον τῆς πιστώσεως ἐκείνης, ἅτε τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ βεβαιωθέντος, κατ’ αὐτὸν, κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1890.
§23ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Περὶ τούτου ἁρμόδια ν’ ἀποφασίσουν εἶναι τὰ δικαστήρια.
§24ΛΑΠΠΑΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι δουλιὰ ’δική μας, τί ἠγόρασεν ὁ ἄνθρωπος.
§25ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς γνώμης ἡμῶν, τὴν ὁποίαν μεταβιβάζομεν εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ συστήσῃ τὴν ἀποβολὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐσφετερίσθησαν ξένην περιουσίαν, καὶ νὰ ἀρνηθῇ τὸ ἀντίτιμον, ὅπερ ζητεῖ, πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ σφετερισμοῦ τῆς δημοσίας περιουσίας, ὁ κ. Καραπάνος.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Γενικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1893. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις καὶ νῦν τυγχάνει Πρωθυπουργὸς, συνέταξε τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1882,1883 καὶ 1884, καὶ εἰσήγαγεν αὐτοὺς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐπειδὴ ἐπεψηφίσθησαν καὶ ἐκυρώθησαν, ἐξετέλεσεν αὐτοὺς καθ’ ὅλον τὸν χρόνον τῆς χρήσεως ἑκάστου τῶν ἐτῶν τούτων. Καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 εἶχε συντάξει ὡσαύτως καὶ εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν· ἐπειδὴ δ’ ἐπῆλθεν ἡ ἀνατροπὴ τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου προΐστατο, ἕνεκα τῶν ἐκλογῶν τῆς ἑβδόμης Ἀπριλίου, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 δὲν συνεζητήθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἄλλως δὲ ἀντ’ αὐτοῦ εἰσήχθη καὶ ἐπεψηφίσθη. Ἀλλὰ συνέταξε καὶ ἐξετέλεσεν ὡσαύτως τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1887, 1888 καὶ 1889, ὡς καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1890, τὸν ὁποῖον διεχειρίσθη μέχρι τοῦ τέλους τοῦ δεκάτου μηνὸς τῆς χρήσεως ἐκείνης, ὅτε καὶ αὖθις ἀνετράπη ἕνεκα τῶν ἐκλογῶν τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1890. Συνέπεσε δὲ νὰ ἀναθεωρήσῃ καὶ νὰ μεταβάλῃ καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892, τὸν ὁποῖον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς 14 Ὀκτωβρίου 1890 εἶχεν εἰσαγάγει, διότι κατωρθώθη, ὅπως ἀνατραπῇ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο τὸν δεύτερον μῆνα τοῦ 1892, καὶ διαδεχθῇ αὐτὸ, μετά τινα περίοδον διάμεσον, αὐτὸς αὖθις ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις ἔκτοτε ἐκτελεῖ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892. Καὶ σήμερον συζητοῦμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893, τὸν ὁποῖον καὶ τοῦτον συνέταξε καὶ εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ δημοσίου βίου τῆς Ἑλλάδος δὲν ἀναφέρεται παράδειγμα παραπλήσιον μονιμότητος καὶ διαρκείας Κυβερνήσεως. Οὐδέποτε οὐδεὶς πολιτικὸς ἀνὴρ τῆς χώρας ἠξιώθη τοιαύτης εὐτυχοῦς ὄντως εὐκαιρίας, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς συστάσεως τοῦ βασιλείου, καὶ ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἐκυβερνᾶτο ὑπὸ ἀπολύτου Μοναρχίας, καὶ ὅτε τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἐγκατεστάθη καὶ ἐλειτούργει ἐπὶ τῆς πρώτης Βασιλείας, καὶ κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους, τοὺς ὁποίους διανύομεν, ἀπὸ τοῦ 1862 μέχρι τοῦδε. Εὔνοια τύχης, ἐμπιστοσύνη ἀπεριόριστος τῆς βασιλικῆς ἀρχῆς, συνδρομὴ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, διετήρησαν τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου ἐν τῇ ἀρχῇ ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν. Εὐνοϊκωτάτη δὲ καὶ προσφορωτάτη παρετέθη αὐτῷ εὐκαιρία, ἵνα δυνηθῇ νὰ χειραγωγήσῃ τὴν πατρίδα πρὸς τοὺς σκοπούς, πρὸς τοὺς ὁποίους ἡ Θεία Πρόνοια προώρισεν αὐτήν. Κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1892 εἰσήγαγε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893. Ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτῷ ὁ Πρωθυπουργὸς τὴν αὐτὴν ἐτήρησεν οἰκονομικὴν πολιτικήν, διότι καὶ αὐτὸν ἐστήριξεν ἐπ’ αὐτῶν ἐκείνων τῶν βάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶχε στηρίξει καὶ ἕκαστον τῶν προϋπολογισμῶν τῶν δέκα ἐτῶν, τοὺς ὁποίους εἶχε συντάξει καὶ ἐκτελέσει κατὰ τὸ πλεῖστον. Τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου δὲν παρήλλαξε παντάπασιν, οὐδ’ ἐχρησίμευσεν ἡ δεκαετία αὕτη, ἡ τοσοῦτον ὀδυνηρὰ ἀποτελέσματα παραγαγοῦσα, ἵνα πείσῃ αὐτὸν νὰ ἐγκαταλίπῃ ἢ μεταβάλῃ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα αὐτοῦ. Αὔξησις ἐξόδων, διαρκῶς προβαίνουσα ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, προσπάθεια ἵνα διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόντων φόρων ἢ δι’ ἐπιβολῆς νέων φόρων ἐπαρκῇ εἰς τὰ οὕτω κατ’ ἔτος αὐξανόμενα ἔξοδα, δάνεια πρὸς πλήρωσιν τῶν κενῶν, τὰ ὁποῖα οὐδὲ τῶν φόρων ἡ αὔξησις ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ. Τὸ σύστημα τοῦτο ἀκολουθεῖ καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893. Ἡ τελευταία ἄγκυρα τοῦ οἰκονομικοῦ σκάφους, ἡ ὑστάτη ἐλπίς, ἥτις θερμαίνει ἀκόμη τοὺς ἐπιτετραμμένους νὰ ἐκτελέσωσιν αὐτὸν, εἶναι ἡ εὕρεσις δανείου. Καὶ ἂν δάνειον δὲν εὑρεθῇ, ἄγνωστον ποῦ θέλουσι περιαχθῆ πλέον τὰ πράγματα. Ἔλεγον κατὰ τὸ 1888 ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πρὸς τὸν καὶ τότε ὡς καὶ νῦν κυβερνῶντα Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου. Ἐψηφίζοντο τότε νόμοι, διὰ τῶν ὁποίων ἐπετρέπετο εἰς αὐτὸν νὰ συνομολογῇ δάνεια πάγια καὶ χρεωλυτικὰ, νὰ συνομολογῇ δάνεια προσωρινὰ, ὅσα ἤθελεν, ὑπὸ δύο μόνον ὅρους, ὑπὸ τὸν ὅρον, ἵνα τὸ προϊὸν τῶν δανείων τούτων διατίθηται πρὸς ἀπόσβεσιν χρεῶν ὑπαρχόντων, καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον ἵνα ὁ τόκος τῶν δανείων τούτων μὴ ὑπερβαίνῃ τὰ ἕξ τοῖς ἑκατόν. Πᾶσαι ὅμως αἱ ἄδειαι αὗται δὲν ἤρκουν τότε εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ἀλλ’ ἐζήτησε καὶ ἑτέραν ἄδειαν, νὰ συστήσῃ δάνειον λαχειοφόρον, ὑπὸ τὸ πρόσχημα, δυνάμενον νὰ ἐκληφθῇ ὡς εὔλογον, ὅτι ἤθελε χορηγεῖ ἐξ αὐτοῦ εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν διακοσίας χιλιάδας δραχμῶν κατ’ ἔτος. Τοῦ δανείου ὅμως ὁ πραγματικὸς σκοπὸς ἦτο νὰ πορίσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν 5,000,000, προοριζόμενα ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Ἔλεγον λοιπὸν τότε εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ σταματήσῃ εἰς τὰ δάνεια, διότι, ἐὰν ἀνατείλῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν δὲν θέλει εὑρίσκει νὰ δανεισθῇ, θέλει καταδηλωθῆ τότε ἡ ἀμηχανία, εἰς ἣν περιάγει τὸ Κράτος. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ἡμέραν ταύτην, γνωρίζω ὅμως, ὅτι δὲν ἐπραγματοποιήθη τότε εὐτυχῶς τοῦ δανείου ἐκείνου ἡ ἵδρυσις, καὶ ἀπηλλάγημεν ἀπὸ τοῦ βάρους, τὸ ὁποῖον καὶ τοῦ δανείου τούτου ἡ πραγματοποίησις ἤθελε προσθέσει εἰς τὰ ἄλλα ἐκ δανείων βάρη τοῦ δημοσίου ταμείου. Οἰκονομικὸν παραπλήσιον συνδυασμὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε διασκευάσει καὶ κατὰ τὸ 1882 ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς παροχῆς χρημάτων ἀφθόνων εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ὁδοποιΐας. Τὸ ταμεῖον τῆς Ὁδοποιΐας εἶχεν ἀνάγκην χρημάτων πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν. Καὶ ἐπήρκουν μὲν τὰ ἔσοδα αὐτοῦ, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἵνα βαθμηδὸν προβῶμεν εἰς τὴν κατασκευὴν ὁδῶν, ἀρχόμενοι τὸ πρῶτον ἀπὸ τῶν μεγάλων ἀρτηριῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελον συγκοινωνήσει τὰ μεσόγεια μετὰ τῶν παραλίων, καὶ ἀπὸ τῆς διατομῆς τῆς χώρας ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου μέχρι τοῦ ἄλλου, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεθύμει δάνειον, καὶ ἐξύφανε συνδυασμὸν, παρέχοντα καὶ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ὁδοποιΐας τὸ δάνειον, καὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον προσθήκην ἐσόδων. Διὰ τοῦ συνδυασμοῦ τούτου ἐπέβαλε προσθήκην ἑνὸς δεκατημορίου εἰς τὰ εἰσπραττόμενα ἐν τοῖς τελωνείοις εἰσαγωγικὰ τέλη, ὑπεχρέωσε δὲ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου, τὸ ὁποῖον ἀνήρχετο εἰς δύο περίπου ἑκατομμύρια, νὰ πληρόνῃ τοὺς τόκους τοῦ δανείου. Καὶ οὕτω συνωμολόγησε μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δάνειον τοῦ ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας 20 ἑκατομμυρίων παλαιῶν δραχμῶν, τὸ ὁποῖον κατεσπαταλήθη πρὶν ἢ θεραπευθῶσιν αἱ ἀληθεῖς ἀνάγκαι τῆς συγκοινωνίας, τοῦ ὁποίου ὅμως οἱ τόκοι δὲν ἐπληρόνοντο ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν τῶν κεφαλαίων τοῦ δανείου· ἐπῆλθε δ’ ἕνεκα τούτου ἡ ἀνάγκη νὰ μετατραπῇ καὶ νὰ ἐπιπέσῃ τὸ ἐκ τῆς μετατροπῆς σχηματισθὲν δάνειον εἰς βάρος καὶ αὐτὸ τοῦ δημοσίου ταμείου. Αὐτὸ τοῦτο ἤθελε συμβῆ, ἐὰν ἐπραγματοποιεῖτο καὶ τὸ διὰ τοῦ συνδυασμοῦ μετὰ τῆς συνδρομῆς τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας λαχειοφόρον δάνειον· ἤθελε καὶ τὸ κεφάλαιον αὐτοῦ κατασπαταληθῆ, καὶ τὰς 200 χιλιάδας δραχμῶν νὰ ὀφείλῃ τὸ ταμεῖον νὰ ἀποδίδῃ κατ’ ἔτος εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν. Εἶπον ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ κατὰ τὸ 1893 ἐφαρμόζει τὸ αὐτὸ οἰκονομικὸν σύστημα. Ψευδὲς ἰσοζύγιον, ψευδέστερον δὲ περίσσευμα. Ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893 διὰ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ἀνέγραψεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, κατώρθωσε νὰ παρασκευάσῃ περίσσευμα 6,000,000, ὥστε νὰ μὴ ἐμφιλοχωρῇ πλέον ἡ ἐλαχίστη ὑποψία ἐλλείμματος. Προϋπελόγισε τὰ ἔσοδα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν βεβαιωθέντων, ἐὰν ὁ ὅρος οὗτος δὲν ἀνήρχετο εἰς ποσὸν ὑπέρτερον τοῦ κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος βεβαιωθέντος, ὅτε τοῦτο, τὸ κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος βεβαιωθὲν, ἀνεγράφη ὡς πιθανὸν ἔσοδον. Τὸ σύστημα τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν ἀναγραπτέων ποσῶν ὡς πιθανῶν ἐσόδων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ποσῶν τῶν βεβαιωθέντων ἐσόδων τῶν τελευταίων ἐτῶν, καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων, ἐπεκράτησε πάντοτε· αὐτὸς ἐγὼ, συντάσσων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892, ἠκολούθησα τὸ αὐτὸ σύστημα, καὶ ἀνέγραψα ὡς ἔσοδα τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἡ ἐξέτασις τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ἐνεδείκνυεν ὡς πιθανά. Ἀλλὰ κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1891, ὅτε συνέτασσον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892, ἐνισχυόμην ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα παρίστα τότε ἡ εἴσπραξις τῶν δημοσίων ἐσόδων. Εἰσεπράττοντο τότε ἔσοδα περισσότερα ἢ ὅσα εἶχον ποτὲ εἰσπραχθῆ· προσεδόκων δ’ ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1892 ἤθελον κατορθώσει, ἐὰν ἔμενον ἐν τῇ Κυβερνήσει, νὰ ἐπιτηρήσω τὰς ἐργασίας τῆς εἰσπράξεως, ὅπως ἐξασφαλίσω τὴν εἴσπραξιν τῶν προϋπολογισθέντων ἐσόδων. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου μέχρι τοῦδε τὰ πράγματα μετεβλήθησαν, αἱ δὲ μεγάλαι δυσχέρειαι, πρὸ τῶν ὁποίων διατελοῦμεν, ἔπρεπε νὰ διδάξωσιν ἡμᾶς, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποδεχθῶμεν κατὰ τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφὴν τῶν ἐσόδων τὴν μέθοδον, ἥτις ἐξησφάλιζεν ἡμᾶς, ὅτι τὰ ἀναγραφόμενα ποσὰ ἤθελον εἰσπραχθῆ ἀμείωτα· ἦτο δὲ πλέον καιρὸς νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ σύστημα τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν ἐσόδων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βεβαιουμένων, καὶ νὰ ζητήσωμεν τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη ποσὰ, ἵνα ἐξ αὐτῶν ὁδηγηθῶμεν νὰ ἀνεύρωμεν τὰ πιθανῶς εἰσπραχθησόμενα, καὶ ταῦτα ἀναγράψωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων. Ὅτι δὲ τοῦτο ἐπιφαίνεται ἀναγκαῖον, καὶ ὅτι ἐπέστη ὁ χρόνος, ἵνα μεταβάλωμεν τὸ εἰθισμένον σύστημα, ἀποδεικνύει ἅπαξ ὁ διαῤῥεύσας μέχρι τοῦδε χρόνος, καθ’ ὃν ἡ μὴ πραγματοποίησις τῶν περὶ τῶν εἰσπραχθησομένων ποσῶν προβλέψεων τῶν συντασσόντων τοὺς προϋπολογισμούς, ἤγαγεν ἡμᾶς κατὰ πᾶν ἔτος εἰς ἐλλείμματα, ἦτο δ’ ἀπολύτως ἀναγκαῖον ν’ ἀποφύγωμεν νὰ παρασκευάσωμεν ἔλλειμμα καὶ κατὰ τὸ 1893. Καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ φαίνεται μὲν ἀναγεγραμμένον περίσσευμα, 6,000,000, τὸ ὁποῖον, εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι παρεσκεύασεν ἐκ προνοίας, ἵνα δι’ αὐτοῦ ἀναπληρώσῃ τὴν ἐνδεχομένην ἀποτυχίαν τῶν περὶ τῶν εἰσπραχθησομένων ποσῶν προβλέψεών του· ἀλλὰ, κατὰ τὰς ἐμὰς μελέτας, δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ φθάσῃ οὐδ’ εἰς τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον ἀνέγραψεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, οὐδὲ κἂν εἰς ἐξίσωσιν. Καὶ μὲ ἄγουσιν εἰς τὴν κρίσιν ταύτην τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπετεύχθησαν, οὐχὶ δὲ μελέτη σκοποῦσα τὴν παραλλαγὴν τῆς ἀληθείας, ἢ τὴν διαστροφὴν τῶν πραγμάτων· τὰ ἀποτελέσματα δὲ ταῦτα προβαίνω νὰ ἐκθέσω εἰς ὑμᾶς. Περὶ τῶν ἐσόδων τοῦ 1892 δὲν γνωρίζομεν τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς τελευταίους τρεῖς μῆνας τοῦ ἔτους τούτου, διότι μόνον τὰ μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1892 περιέλαβεν ἡ τελευταία προσωρινὴ κατάστασις, ἡ διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» δημοσιευθεῖσα· ἀλλὰ ταῦτα, τὰ κατὰ τοὺς ἐννέα πρώτους μῆνας τοῦ 1892 εἰσπραχθέντα, κατὰ τὴν δημοσιευθεῖσαν, ὡς εἴρηται, προσωρινὴν κατάστασιν, παρέβαλον πρὸς τὰ κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας ἐννέα μῆνας τοῦ 1891 εἰσπραχθέντα, καθ’ ἕκαστον τῶν ἄρθρων τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, ἐκ τῆς παραβολῆς δὲ ταύτης προέκυψεν, ὅτι, ἂν καὶ πολλὰς ἐνομοθετήσαμεν αὐξήσεις ἐσόδων κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, εἴτε διὰ δημιουργίας νέων φόρων, εἴτε δι’ αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόντων, τὰ κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας τοῦ 1892 εἰσπραχθέντα ἔσοδά εἰσιν ὀλιγώτερα τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1891. Τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους θέλω ἀναφέρει, ἐπορίσθην ἐκ τῶν ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» δημοσιευθεισῶν καταστάσεων, πᾶσα δὲ τυχὸν ἀνακρίβεια ἢ πᾶν περὶ τούτων λάθος δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνῃ ἐμέ. Οὕτω κατὰ τοὺς μῆνας ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1892 εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δραχ. 239,031, ἐνῷ κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1891 εἶχον εἰσπραχθῆ δραχ. 285,849· ἤτοι κατὰ τὸ 1892 εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα 46,818. Κατὰ τοὺς εἰρημένους μῆνας τοῦ 1892 εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ εἰσπραττομένου ἐν τοῖς τελωνείοις φόρου τῆς σταφίδος δραχ. 2,333,269, ἐνῷ κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας τοῦ 1891 εἶχον ἐξ αὐτοῦ εἰσπραχθῆ 2,713,375· ἤτοι κατὰ τὸ 1892 εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα 380,106. Ἐκ τοῦ ἐν τοῖς τελωνείοις εἰσπραττομένου φόρου ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς Ἑπτανήσου εἰσεπράχθησαν κατὰ τοὺς περὶ ὧν εἴρηται μῆνας τοῦ 1892 δραχ. 1,213,549, ἐνῷ κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας τοῦ 1891 εἶχον εἰσπραχθῆ 3,320,977· ἤτοι κατὰ τὸ 1892 εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα 2,107,428. Ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν εἰσεπράχθησαν κατὰ τοὺς μῆνας τοῦ 1892 δραχ. 72,378, ἐνῷ κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας τοῦ 1891 εἶχον εἰσπραχθῆ 323,243· ἤτοι κατὰ τὸ 1892 εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα 250,865. Ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1892 δρ. 118,268, ἐνῷ κατὰ τὸ 1891 εἶχον εἰσπραχθῆ 138,378· ἤτοι κατὰ τὸ 1892 εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα δραχ. 20,110. Ἐκ τῶν ἐν τοῖς τελωνείοις εἰσπραττομένων εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ τοὺς ἐννέα πρώτους μῆνας τοῦ 1892 εἰσεπράχθησαν 17,487,164, ἐνῷ κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1891 εἶχον εἰσπραχθῆ 18,638,829· ἤτοι εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1892 ὀλιγώτερα 1,151,665. Ἐκ τοῦ δικαιώματος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ εἰσεπράχθησαν κατὰ τοὺς μνημονευθέντας μῆνας τοῦ 1892 δραχ. 2,659,913, ἐνῷ κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας τοῦ 1891 εἶχον εἰσπραχθῆ 2,872,896· ἤτοι εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα 212,983. Καὶ ἐκ τοῦ δικαιώματος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τῶν πνευματωδῶν ποτῶν εἰσεπράχθησαν κατὰ τοὺς εἰρημένους μῆνας τοῦ 1892 δραχ. 95,425, ἐνῷ κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας τοῦ 1891 εἶχον εἰσπραχθῆ 107,311· ἤτοι τὰ κατὰ τὸ 1892 εἰσπραχθέντα ἦσαν ὀλιγώτερα κατὰ 11,886. Ἀλλ’ ὀλιγώτερα ἦσαν καὶ τὰ ἐκ τελῶν ἐπὶ τῶν ἀποδείξεων μερισμάτων ἀνωνύμων ἑταιριῶν εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1892, καὶ τὰ ἐκ τελῶν ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων ἀτμοπλοίων, καὶ τὰ ἐκ προξενικῶν τελῶν, καὶ τὰ ἐκ τελωνειακοῦ δασμοῦ ἐξαγωγῆς, καὶ τὰ ἐκ τόκων ὑπερημερίας ἐκκλησιαστικῶν ἐσόδων, καὶ τὰ ἐκ σιγαροχάρτου, καὶ τὰ ἐκ παιγνιοχάρτων, καὶ τὰ ἐκ πυρείων, καὶ τὰ ἐκ τοῦ ἅλατος, καὶ τὰ ἐξ ἄλλων ἐσόδων· πρέπει δὲ νὰ μὴ καταχρασθῶ τῆς ἀνοχῆς ὑμῶν, ἐξακολουθῶν νὰ ἀναφέρω μέχρι τέλους ἕκαστον εἶδος ἐσόδου, καὶ τὸ ποσὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον ἦσαν ὀλιγώτερα τὰ κατὰ τοὺς πρώτους ἐννέα μῆνας τοῦ 1892 εἰσπραχθέντα ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1891. Διὰ τοῦτο προβαίνω εἰς τὸ ὅλον τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων κατὰ τοὺς εἰρημένους μῆνας τοῦ 1892, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ ὅλον τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1891. Κατὰ τοὺς ἐννέα πρώτους μῆνας τοῦ 1891 ἐβεβαιώθησαν ἐν ὅλῳ 65,192,393, ἐνῷ κατὰ τοὺς ἐννέα πρώτους μῆνας τοῦ 1892 ἐβεβαιώθησαν 61,913,379. Κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας τοῦ 1891 εἰσεπράχθησαν 53,401,157, ἐνῷ κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1892 εἰσεπράχθησαν 50,485,950. Τοὺς ἀριθμοὺς ὅμως τούτους πρέπει νὰ ἀναλύσωμεν περαιτέρω, διότι ὑπάρχει διαφορὰ περιστάσεων κατὰ τὸ 1891 πρὸς τὰς περιστάσεις τοῦ 1892. Μεταξὺ τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τὸ 1891 ἐκ δρ. 65,192,393 καὶ μεταξὺ τῶν κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος εἰσπραχθέντων 53,401,157 ὑπάρχουσι καὶ ποσὰ, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι καθαρῶς ἔσοδα, τὰ ὁποῖα οὐδ’ εἰσέπραξεν ἐκ φορολογίας τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τοιαῦτα μεταξὺ τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τὸ 1891 εἶναι· αʹ) τὸ ἐπιβληθὲν εἰς τὴν ἑταιρίαν τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος λίμνης πρόστιμον ἐκ δραχ. 1,550,000· βʹ) τὸ ἐκ δραχ. 68,388 βεβαιωθὲν ἀντίτιμον ἐκποιουμένου ὑλικοῦ, ὡς ἀναγόμενον εἰς τὰ τυχηρὰ λεγόμενα ἔσοδα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι μόνιμα καὶ περιοδικὰ κατ’ ἔτος· γʹ) τὸ ἐκ δραχ. 3,906,762 βεβαιωθὲν ἐξ ὑπερτιμήσεως καὶ νομισματικῆς διαφορᾶς. Ἄν ἀφαιρέσω τὰ ποσὰ ταῦτα, ἀνερχόμενα εἰς 5,525,150, ὡς μὴ προερχόμενα ἐκ φόρων καὶ δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου, τακτικῶς κατ’ ἔτος βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων, ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας τοῦ 1891 βεβαιωθέντων 65,192,393, θέλει ὑπολειφθῆ ποσὸν 59,667,243, παριστῶν τὰ κατὰ τοὺς εἰρημένους μῆνας βεβαιωθέντα τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Ὡσαύτως μεταξὺ τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τοὺς μῆνας τούτους τοῦ 1891 ἐκ δραχ. 53,401,157 ὑπάρχουσι τοιαῦτα ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἐπίσης πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσι. Καὶ δὲν εἶχεν εἰσπραχθῆ τὸ ἄνω μνημονευθὲν πρόστιμον τῆς ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος, ἑπομένως δὲν περιλαμβάνεται ἐν τῷ ποσῷ τῶν εἰσπραχθέντων, τὸ ὁποῖον ἀνωτέρω ἀνέφερα· πρέπει ὅμως νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἀπ’ αὐτοῦ αʹ) δραχ. 67,649, εἰσπραχθεῖσαι ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ ἐκποιηθέντος ἀχρήστου ὑλικοῦ, καὶ βʹ) δραχ. 3,906,762 ἐξ ὑπερτιμήσεως καὶ νομισματικῆς διαφορᾶς, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 3,974,411· τότε δὲ τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας τοῦ 1891 περιορίζονται εἰς δραχ. 49,426,746. Ἐκ τῶν κατὰ τὸ 1892 βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων πρέπει ὡσαύτως νὰ ἀφαιρέσω τὰ ἐκ τῶν νομοθετηθέντων νέων φόρων, ὡς καὶ τὰ ἐκ τῶν γενομένων αὐξήσεων φόρων προερχόμενα. Οὕτως ἐκ τελῶν χαρτοσήμου, τῶν λεγομένων ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, ἐβεβαιώθησαν καὶ εἰσεπράχθησαν δραχ. 750,000· ὡσαύτως συνεπείᾳ τοῦ τῇ ἐμῇ εἰσηγήσει ψηφισθέντος καὶ ἐκδοθέντος νόμου, ὁ ὁποῖος ἐκανόνισε τὰ ἐκκρεμῆ ζητήματα τῶν ἐπὶ φυγοστρατείᾳ καταδιωκομένων ἐπιστράτων τῶν δύο ἐπιστρατειῶν τοῦ 1880 καὶ 1885, ἐβεβαιώθησαν καὶ εἰσεπράχθησαν 950,000· καὶ ἐκ τῆς ἐξαγορᾶς τῆς συμμετοχῆς τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν κερδῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τῶν ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων προερχομένων, ἐβεβαιώθησαν καὶ εἰσεπράχθησαν 2,560,000. Καὶ ἐκ τῆς ὑπὲρ τοῦ θείου κηρύγματος εἰσφορᾶς τῶν ἱερῶν Μονῶν ἐβεβαιώθησαν μὲν δραχ. 2,973, εἰσεπράχθησαν δὲ μόνον δραχ. 20. Καὶ ἐκ τῶν προκαταβαλλομένων ἐξόδων ὑπὲρ τῶν προσωποκρατουμένων ὀφειλετῶν ἐβεβαιώθησαν δρ. 36,784, εἰσεπράχθησαν δὲ μόνον δραχ. 121· τὰ ἔσοδα ταῦτα προέκυψαν ἐκ τοῦ νόμου, ὅστις τῇ ἐμῇ προτάσει ἐψηφίσθη καὶ ἐκυρώθη, δι’ οὗ ἐκανονίσθη ὁ τρόπος τῆς ἀπολήψεως τῶν προκαταβαλλομένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐξόδων διατροφῆς τῶν προσωποκρατουμένων. Καὶ ὡς ἔξοδα ἐπιτηρήσεως σιδηροδρόμων ἐβεβαιώθησαν καὶ εἰσεπράχθησαν 9,000 δραχμῶν. Καὶ ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐβεβαιώθησαν 1,823,072, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν μόνον 180,639. Καὶ ἐκ τῆς ὑπὲρ τοῦ αὐτοῦ σκοποῦ εἰσφορᾶς τῶν Μονῶν ἐβεβαιώθησαν 78,603, εἰσεπράχθησαν δὲ 25,126. Καὶ ἐξ ἀντιτίμου ἐκποιουμένου ὑλικοῦ ἐβεβαιώθησαν 233,781, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν 209,571. Καὶ ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως καὶ νομισματικῆς διαφορᾶς ἐβεβαιώθησαν 114,883, εἰσεπράχθησαν δὲ 114,770. Τὸ ὅλον τῶν βεβαιωθέντων τοιούτων ἐσόδων ἀνέρχεται εἰς 6,558,916· ἂν δ’ ἀφαιρέσωμεν ταῦτα ἀπὸ τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν βεβαιωθέντων 61,913,379, ὑπολείπονται τακτικὰ ἐκ φόρων καὶ δικαιωμάτων ἔσοδα βεβαιωθέντα 55,354,463. Ὡσαύτως, ἂν ἀφαιρέσω τὰ τῆς αὐτῆς κατηγορίας εἰσπραχθέντα ἔσοδα, τὰ ἀνωτέρω ἀπαριθμηθέντα, ἀνερχόμενα εἰς 4,799,247, ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τοῦ ὅλου τῶν εἰσπραχθέντων 50,485,950, περιορίζονται τὰ κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας τοῦ 1892 εἰσπραχθέντα ἐκ φόρων καὶ δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου ἔσοδα εἰς 45,686,703. Ἂς ἀνακεφαλαιώσω. Τὰ βεβαιωθέντα κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας τοῦ 1892 πάντα, ἤτοι τά τε ἐκ νέων φόρων ἢ ἐξ αὐξήσεως φόρων καὶ τὰ ἐκ τῶν ὑπαρχόντων φόρων καὶ δικαιωμάτων καὶ τὰ ἐξ ἐκτάκτων πόρων ἀνῆλθον εἰς δραχ. 61,913,379, ἐνῷ τὰ κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1891 ἀνῆλθον εἰς 65,192,393, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ δρ. 3,279,014. Καὶ τὰ εἰσπραχθέντα δὲ κατὰ τὸ 1892 πάντα, τά τε ἐκ τῶν κατὰ τὸ 1891 ἐσόδων καὶ τὰ ἐκ τῶν προστεθέντων κατὰ τὸ 1892, ἀνῆλθον εἰς 50,485,950, ἐνῷ τὰ κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1891 ἀνῆλθον εἰς 53,401,157, ἤτοι ἦσαν ὀλιγώτερα τὰ τοῦ 1892 κατὰ 2,915,207. Ἀλλ’ ἂν περιορίσω τὴν παραβολὴν, καὶ ἀποχωρίσω τὰ ἐκ προστεθέντων φόρων ἢ πόρων καὶ δικαιωμάτων, ὡς καὶ τὰ ἐξ αὐξήσεως φόρων βεβαιωθέντα καὶ εἰσπραχθέντα, παραβάλω δὲ μόνα τὰ κατὰ τοὺς μῆνας τοῦ 1892 βεβαιωθέντα καὶ εἰσπραχθέντα συνήθη ἔσοδα πρὸς τὰ κατὰ τοὺς μῆνας τοῦ 1891 βεβαιωθέντα καὶ εἰσπραχθέντα τοιαῦτα, συνάγω πάλιν, ὅτι τὰ κατὰ τὸ 1892 βεβαιωθέντα ἦσαν 55,354,463, ἐνῷ τὰ κατὰ τὸ 1891 ἦσαν 59,667,243, ἤτοι τὰ κατὰ τὸ 1892 βεβαιωθέντα ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τὸ 1891 κατὰ 4,312,780, καὶ ὅτι τὰ κατὰ τὸ 1892 εἰσπραχθέντα ἦσαν 45,686,703, ἐνῷ τὰ κατὰ τὸ 1891 εἶχον ἀνέλθει εἰς 49,426,746· ἤτοι τὰ κατὰ τὸ 1892 εἰσπραχθέντα ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τὸ 1891 κατὰ 3,740,043. Ἐκ τούτου δ’ ἀποδείκνυται, ὅτι μὲ ὅλους τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους προσεθήκαμεν, καὶ τὰς αὐξήσεις, τὰς ὁποίας ἐνομοθετήσαμεν, δὲν κατωρθώσαμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐβεβαιώθη ἢ εἰσεπράχθη κατὰ τὸ 1891, διότι καὶ τὰ βεβαιωθέντα καὶ τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας τοῦ 1892 καθυστέρησαν τῶν κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1891 βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων κατὰ ἑκατομμύρια· ἂν δ’ αἱ αὐταὶ ἀναλογίαι ἐξακολουθήσωσι καὶ ἐπὶ τοὺς ὑπολοίπους μῆνας τῆς χρήσεως, τὰ 6,000,000, τὰ ὁποῖα ἐπεφύλαξεν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893, δὲν θέλουσιν ἐπαρκέσει πρὸς ἰσοζύγισιν τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα. Κατὰ τὴν μελέτην ταύτην, τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1891 μὲ ἐβοήθησαν νὰ εἰκάσω τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1892· ἀλλ’ ἂν ἐκ τούτων ὁδηγηθῶ, ἵνα εἰκάσω ποῖα ἔσονται τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, κρατύνομαι, ἵνα ἀποδεχθῶ, ὅτι τὰ εἰσπραχθησόμενα κατὰ τὸ 1893 ἔσοδα θέλουσι καθυστερήσει περισσότερον ἢ κατὰ 6,000,000, ὅσα ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διὰ νὰ καλύψωσι τὰς ἀποτυχίας τῶν προβλέψεων. Τὸ 1893, ὡς ἔχουσιν αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τοῦ τόπου, δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἐτῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ μεταδώσωσι πεποίθησιν διὰ τὰ οἰκονομικὰ αὐτῶν ἀποτελέσματα εἰς τοὺς διαχειριζομένους τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἐὰν δὲ ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἀληθὴς ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅπερ ἐγὼ ἀμφισβητῶ, οὐδὲ ἀπεδέχθην ποτὲ, ἐὰν ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι εὐλόγως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσδοκᾷ τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἐκ τῆς συνομολογήσεως δανείου, ἡ ἀνεπάρκεια τῶν ἐσόδων τοῦ 1893, ἡ ἕνεκα ταύτης ἀνισοῤῥοπία τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων τῶν ἀναγραφέντων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893, ἔσται πολλῷ μείζων πληγὴ ἐκείνης, ἣν θέλει ἀνοίξει ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσδοκᾷ. Καὶ τὸ 1892, ὡς πρὸς τὰ χρηματικὰ ἀποτελέσματα, ἦτο πολὺ καλλίτερον τοῦ 1893, διότι κατὰ τὸ 1892 ἔχομεν ἔσοδα, τὰ ὁποῖα δὲν θέλομεν ἔχει κατὰ τὸ 1893. Ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν κατὰ τὸ 1892 θέλουσιν εἰσπραχθῆ 1,050,000, ἔσοδον, τὸ ὁποῖον δὲν θέλει ὑπάρχει κατὰ τὸ 1893· ἤτοι ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τοῦ 1886 δραχ. 200,000, ἐκ τῶν δύο δόσεων τοῦ 1889 δραχ. 500,000, καὶ ἐκ τῆς πρώτης δόσεως τοῦ 1890 δραχμαὶ 350,000. Καὶ ἐκ τοῦ φόρου δὲ τῶν ἐπιτηδευμάτων τοῦ 1890 θέλουσιν εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ 1892 δραχ. 600,000, ὡς καὶ ἐξ ἐσόδων τῶν δύο μηνῶν τοῦ ἔτους 1892, καὶ ἐξ ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1890, καὶ ἐξ ἐσόδων τῶν πρὸ τοῦ 1890 χρήσεων θέλουσιν εἰσπραχθῆ ἐντὸς τοῦ 1892 δραχ. 2,450,000. Ταῦτα δὲ συγκεφαλαιοῦνται εἰς 4,100,000, ἐνῷ τοιαῦτα ἔσοδα δὲν θέλομεν ἔχει κατὰ τὸ 1893. Τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ παρεσκευάσθησαν, καὶ τυπωθέντες διενεμήθησαν, πίνακες, παριστῶντες τὰ τῶν ἐσόδων καθ’ ἕκαστον τῶν ἀπὸ τοῦ 1883 μέχρι τοῦ 1890 ἐτῶν, ἐν τοῖς πίναξι δὲ τούτοις εὑρίσκομεν τά τε καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τούτων προϋπολογισθέντα καὶ τὰ βεβαιωθέντα καὶ τὰ εἰσπραχθέντα ἔσοδα. Ἐπειδὴ περὶ τῶν δημοσιεύσεων, αἵτινες περιελήφθησαν ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, τὸ ὁποῖον διενεμήθη, σκοπῶ νὰ διαλάβω κατόπιν, περιορίζομαι ἐπὶ τῶν πινάκων τούτων νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ μέθοδος, ἥτις ἐτηρήθη ἐν τοῖς πίναξι τούτοις, δὲν εἶναι μέθοδος, ἥτις δύναται νὰ μᾶς ἀγάγῃ εἰς τὴν ἀκρίβειαν. Ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῶν δημοσιεύσεων τούτων ἐσκόπει νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ διαφορὰ τῶν βεβαιωθέντων πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα καθ’ ἕκαστον τῶν παρελθόντων ἐτῶν δὲν ὑπερέβη ὅρον τινὰ, τῶν 6% φέρ’ εἰπεῖν, ἢ τῶν 7%, ὅπως δι’ αὐτοῦ ἐνισχύσῃ τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι διὰ τῶν 6,000,000, τὰ ὁποῖα ἐπιφυλάσσει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἵνα ἀναπληρώσῃ τὰς ἀποτυχίας περὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων, θέλει δυνηθῆ ν’ ἀναπληρώσῃ αὐτὰς, ὁ σκοπὸς οὗτος ἐπιτυγχάνεται διὰ τῶν ἀναλογιῶν, τὰς ὁποίας παρέστησαν οἱ εἰρημένοι πίνακες· ἀλλ’ αἱ ἀναλογίαι αὗται δὲν δύνανται νὰ ὁδηγήσωσιν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἐνεργειῶν τῆς διοικήσεως, διότι αἱ διαφοραὶ τῶν προϋπολογιζομένων ἐσόδων πρὸς τὰ εἰσπραττόμενα, αἱ διαφοραὶ τῶν βεβαιουμένων ἐσόδων πρὸς τὰ εἰσπραττόμενα, εἰσὶ πολλῷ ἀνώτεραι τῶν ὅρων τῶν 6% ἢ 7%. Καὶ ὄντως λάβετε οὐχὶ συλλήβδην, ὡς ἔπραξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὸ ὅλον τῶν βεβαιωθέντων καὶ τὸ ὅλον τῶν εἰσπραχθέντων, διότι μεταξὺ τοῦ ὅλου τούτων ὑπάρχουσιν ἔσοδα, τὰ ὁποῖα βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται συγχρόνως, οὐδὲν δ’ ἀφίνουσι καθυστέρημα, ἀλλὰ λάβετε ἕκαστον τῶν ἐσόδων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν εἰσπράττονται καὶ δὲν βεβαιοῦνται συγχρόνως, ἀφίνουσι δὲ καθυστερήσεις, καὶ ἡ παραβολὴ τοῦ βεβαιωθέντος πρὸς τὸ εἰσπραχθὲν ποσὸν, θέλετε εὕρει, ὅτι ἀνέρχεται εἰς πολλῷ ἀνωτέρους ὅρους τῶν 6 καὶ 7%. Ἡ μεταξὺ τῶν βεβαιωθέντων καὶ τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων διαφορὰ κατὰ τὸ 1889 π. χ. ἐπὶ τοῦ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἀνῆλθεν εἰς 20,40%, κατὰ τὸ 1890 ἀνῆλθεν εἰς 25,29%, κατὰ τὸ 1888 ἀνῆλθεν εἰς 13,48%, κατὰ τὸ 1887 ἀνῆλθεν εἰς 13,85%. Ἀναφέρω μόνον τὸν ὅρον, ὅστις παράγεται ἐκ τῆς παραβολῆς τῶν βεβαιουμένων πρὸς τὰ εἰσπραττόμενα ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἐὰν προβῶ καὶ εἰς τοὺς ἄλλους φόρους, παραπλήσια θέλω συναγάγει καθ’ ἕκαστον τούτων ἀποτελέσματα. Ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου π. χ. κατὰ τὸ 1889 μεταξὺ βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων ἡ διαφορὰ ἀνῆλθεν εἰς 24%, κατὰ τὸ 1890 εἰς 25%, κατὰ τὸ 1888 εἰς 15 καὶ 92%, κατὰ τὸ 1887 εἰς 16%, κατὰ τὸ 1886 εἰς 32,70%. Ἡ ἀναλογία αὕτη τοιούτους παρήγαγεν ὅρους ἐκ τῆς παραβολῆς τῶν βεβαιωθέντων πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα τῶν ἐσόδων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν βεβαιοῦνται καὶ δὲν εἰσπράττονται συγχρόνως, καὶ τὰ ὁποῖα ἀφίνουσι καὶ καθυστερήσεις, διότι, ἐφ’ ὅσον μεταξὺ τῶν βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων ὑπάρχουσιν ἔσοδα, τὰ ὁποῖα, βεβαιούμενα καὶ εἰσπραττόμενα συγχρόνως, δὲν ἀφίνουσι καθυστερήσεις, ἐπὶ τοσοῦτον μειοῦνται οἱ ὅροι τῆς μεταξὺ τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων διαφορᾶς. Αἱ ἀνωτέρω δὲ ἀναλογίαι ἀποδεικνύουσι δυοῖν θάτερον: ἢ τὴν ἐλεεινότητα τῆς διοικήσεως, ἢ τὸν κάματον τῶν φορολογουμένων. Λέγων δὲ περὶ ἐλεεινότητος διοικήσεως, δὲν ἐννοῶ τὴν διοίκησιν τὴν λειτουργοῦσαν ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ἐν γένει τὴν διοίκησιν· πιθανώτερον δὲ, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, αἱ ἀναλογίαι αὗται ἐνδεικνύουσι τὸν κάματον τῶν φορολογουμένων. Ἀλλὰ καὶ περαιτέρω ἀποδείξεις δύναμαι νὰ φέρω. Ἀνεῦρον ἰδίως τὸ μέρος τοῦ λόγου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸν ὁποῖον ἀπήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε εἰσήγαγε τὸν προϋπολογισμὸν, τὸ μέρος τοῦ λόγου αὐτοῦ τὸ πραγματευόμενον περὶ τοῦ ἐσόδου τοῦ καπνοῦ. Ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μετὰ τοῦ διπλοῦ σκοποῦ, καὶ διὰ νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ προβλέψεις αὑτοῦ περὶ τοῦ ἀναγραφέντος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐσόδου εἶναι περιβεβλημέναι διὰ πάσης πιθανότητος, καὶ διὰ νὰ καταγγείλῃ ἐμμέσως, διὰ τρόπου πλαγίου καὶ ὑπούλου, τὴν διοίκησιν, ἥτις ἐλειτούργει κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν προϊστάμην ἐγὼ τοῦ Ὑπουργείου. Ἔλεγε τότε ὁ Πρωθυπουργὸς (ἀναγινώσκει): «Τῷ ὄντι, ἐνῷ ἡ συνήθης ἀπόδοσις τοῦ φόρου ἐκ τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου ἐκανονίζετο κατὰ τὰ δύο πρῶτα ἔτη τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος ἐπὶ τῇ βάσει κοπῆς 75 ἢ 80 χιλιάδων ὀκάδων κατὰ μῆνα, κατέπιπτεν ὁ ὅρος τῆς κοπῆς ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τούτου μέχρι 37 χιλιάδων ὀκάδων κατὰ μῆνα. Τοῦτο δ’ ἐπεκαλοῦντο οἱ τότε κυβερνῶντες εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι τὸ σύστημα ἦτο πλημμελὲς, καὶ ὅτι ἦτο ἀδύνατον, ὁσηδήποτε καὶ ἂν κατεβάλλετο ἐπιμέλεια,—ἐβεβαίουν δ’ ὅτι κατεβάλλετο πᾶσα ἐπιμέλεια,— ὅτι ἦτο ἀδύνατον τὸ σύστημα ν’ ἀποφέρῃ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, ὅτι ἡ πρὸς τὰ κάτω φορὰ ἀδύνατον ἦτο νὰ ἀνασταλῇ, καὶ ὅτι θὰ καθίστατο ὁσημέραι ἐπὶ μᾶλλον ἐπαισθητή. Καὶ ὅμως τί βλέπομεν σήμερον; Ὅτι ἀπὸ τῶν 36 χιλιάδων ὀκάδων κοπῆς καπνοῦ κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1891, ἐν διαστήματι τριῶν μηνῶν ἐφθάσαμεν οὐ μόνον εἰς κοπὴν τοῦ ποσοῦ τῶν 75 ἢ 80 χιλιάδων ὀκάδων, εἰς ὃ ἀνήρχετο αὕτη πρὶν, ἀλλ’ εἰς ποσὸν κοπῆς 84 χιλιάδων ὀκάδων κατὰ τὸν Ὀκτώβριον, κατὰ δὲ τὸ πρῶτον δεκαήμερον τοῦ Νοεμβρίου εἰς κοπὴν ἀναλογοῦσαν μηνιαίως εἰς ποσὸν ἀνώτερον.» Τὸ σύστημα τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ διὰ τῶν καπνοκοπτηρίων ἐπέκρινα πάντοτε, ἀνεξαρτήτως τῶν ταμιευτικῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα παράγονται ἐξ αὐτοῦ· ἐπέκρινα τὸ σύστημα τοῦτο, διότι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον καταβάλλει ἕκαστος τῶν ὑποκειμένων εἰς τὸν φόρον, δὲν εἰσάγεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἢ κατὰ μικρὸν ποσοστὸν αὐτοῦ, μέγα δὲ μέρος τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου, τοῦ πληρονομένου ὑπὸ τοῦ καταναλίσκοντος τὸν καπνὸν, δαπανᾶται εἰς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπιτετραμμένα τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου. Ἀρετὴ τῶν φόρων εἶναι νὰ ὦσιν οὕτως ὠργανωμένοι, ὥστε τὰ ὑπὸ τῶν φορολογουμένων ἀποδιδόμενα νὰ εἰσάγωνται, ὅσον εἶναι δυνατὸν, ἀμείωτα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἤτοι τὰ ἔξοδα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ φόρου νὰ ἦναι ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερα· δὲν θεωρεῖται δὲ ἀρετὴ, ἀλλὰ πλημμέλεια τοῦ φόρου, ὅταν, ἵνα ἐκτελεσθῇ, ἵνα εἰσπράξῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει διὰ τοῦ νόμου, ἀναγκάζηται νὰ δαπανᾷ τὸ τρίτον ἢ τὰ 40%, ἢ τὰ 50% τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσπράττει. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἀπεφηνάμην ἀρχῆθεν κατὰ τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ διὰ τῶν καπνοκοπτηρίων. Ἀλλ’ εἶμαι κατὰ τοῦ συστήματος καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διὰ τὸν λόγον, ὅτι παρέχει εὐκαιρίαν εἰς τοὺς ἐκτελοῦντας τὸν νόμον, εἰς τοὺς διοικοῦντας, νὰ ποιῶνται παροχὰς, εἰσάγοντες εἰς τὰ ἐργοστάσια ἀνθρώπους ἀλλοτρίους τῆς ἐργασίας, εἴτε ἀτελῆ ἢ καὶ οὐδεμίαν παρέχοντας ὑπηρεσίαν· διότι, ἐφ’ ὅσον παρέχεται ὑπὸ τῶν νόμων εὐκολία τοιαύτη εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ἐπὶ τοσοῦτον ἐνισχύονται ἐκεῖνοι, οἵτινες περικυκλοῦσι καὶ ἐνοχλοῦσι τοὺς Ὑπουργοὺς, τοιαύτας πρὸς αὐτοὺς προβάλλοντες αἰτήσεις. Ἀρετὴ τῶν νόμων, καὶ πολλῷ σημαντικωτέρα τῆς ἄλλης, εἶναι νὰ περιορίζωσι τὴν ὑπουργικὴν ἐξουσίαν ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα διαγράφει τὸ συμφέρον τῆς ἐκτελέσεως αὐτῶν, πέραν δὲ τούτων νὰ μὴ δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ πράξῃ τι, χαριζόμενος εἰς πρόσωπα, ἢ ὑπηρετῶν πολιτικὰ συμφέροντα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, τὸ σύστημα τῶν κοπτηρίων εἶχε περιπέσει καὶ εἰς περίοδον ἀτυχῆ· διότι οἱ εἰς τὸν φόρον τοῦτον ὑποκείμενοι, καὶ οἱ μετερχόμενοι τὴν ἐμπορίαν τοῦ καπνοῦ εἴτε ἐν μεγάλῳ ποσῷ εἴτε ἐν μικρῷ, εἶχον κατορθώσει ν’ ἀνακαλύψωσι τὰ τρωτὰ μέρη τοῦ συστήματος, καὶ ἐδημιούργησαν σύστημα λαθρεμπορίου, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπεξέφευγον, ἀλλαχοῦ μὲν ἐν μεγάλαις ἀναλογίαις, ἀλλαχοῦ δὲ καὶ τελείως, τοῦ φόρου τὴν πληρωμήν· ὅσῳ δὲ προέβαινεν ὁ χρόνος, ἐπὶ τοσοῦτον τὸ σύστημα τοῦτο ἐτελειοποιεῖτο καὶ ἐπλουτίζετο, ἐπὶ τοσοῦτον τὸ θάῤῥος τῶν διαπραττόντων τὸ λαθρεμπόριον ηὔξανε, καὶ αἱ ἐπιχειρήσεις αὐτῶν ἐξετείνοντο. Ὅτε κατὰ τὸ 1890 διῴκει ἔτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις μάλιστα ἐτύγχανεν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνῷ κατὰ Ἰανουάριον μῆνα εἶχον ὑποβληθῆ εἰς τὴν φορολογίαν 83,064 ὀκάδες καπνοῦ, εἰσεπράχθησαν δὲ δρ. 411,793, κατὰ Φεβρουάριον ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν μόνον 40,782 ὀκάδες, καὶ εἰσεπράχθησαν μόνον δρ. 247,850. Κατὰ Μάρτιον ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν ὀκάδες 61,091, εἰσπραχθεισῶν δρ. 371,159, καὶ κατὰ Ἀπρίλιον ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν μόνον ὀκάδες 56,326, καὶ εἰσεπράχθησαν δρ. 342,051, καὶ κατὰ Μάϊον ἐφορολογήθησαν μόνον 64,676 ὀκάδες, καὶ κατὰ Ἰούνιον μόνον 59,060, καὶ κατὰ Ἰούλιον μόνον 62,075 ὀκάδες. Οὕτω δὲ, ἐνῷ κατὰ τὸ 1889 ἐφορολογήθησαν 927,667 ὀκάδες καπνοῦ, κατὰ τὸ 1890 ἐφορολογήθησαν μόνον ὀκάδες 738,814, ἤτοι ὀλιγώτερον 188,853. Ἡ μείωσις λοιπὸν τοῦ ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἐσόδου, ἤτοι ἡ μείωσις τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰς φορολογίαν ὑποβαλλομένου, τοῦ φορολογητέου ἀντικειμένου, εἶχεν ἀρχίσει ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου 1890, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἦτο Πρωθυπουργὸς καὶ κατὰ Φεβρουάριον καὶ κατὰ Μάρτιον καὶ κατὰ Ἀπρίλιον καὶ μέχρι τῆς 25 Ὀκτωβρίου 1890, ἤτοι καθ’ ὅλον τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἀπὸ μηνὸς εἰς μῆνα προέβαινε καλπάζουσα ἡ πρὸς τὰ κάτω φορὰ, ἐφ’ ὅσον, ὡς εἶπον, προέβαινε τελειοποιούμενον τὸ σύστημα τῆς λαθρεμπορίας καὶ κατὰ συνέπειαν ηὔξανε τὸ θάῤῥος τῶν λαθρεμπόρων καὶ ἐνετείνοντο αἱ προσπάθειαι καὶ αἱ ἐργασίαι αὐτῶν. Κατὰ τὸ 1890 ὁ ἐμὸς συνάδελφος τότε κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπέλαβεν, ὅτι ἤθελε δυνηθῆ νὰ συντηρήσῃ τὸ σύστημα τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ καὶ βελτιώσῃ αὐτὸ, περιστελλομένης τῆς συντελουμένης λαθρεμπορίας. Τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης δὲν ἐπεψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐγὼ δὲ, ὁ ὁποῖος ἤμην πάντοτε κατὰ τοῦ συστήματος, ὅτε μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Καραπάνου ἀνέλαβον τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον, ὤφειλον εἴτε διὰ τροπολογιῶν καὶ προσθηκῶν νὰ προσπαθήσω νὰ συμπληρώσω καὶ βελτιώσω τὸ σύστημα, εἴτε ν’ ἀντικαταστήσω αὐτὸ διὰ συστήματος ἄλλου, ἐπὶ τὸ ὁποῖον εἶχον καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἔχω ἔτι πεποίθησιν. Ὅθεν ἐπρότεινα τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ ἐν τοῖς κοπτηρίοις, καὶ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ διὰ τοῦ συστήματος τῶν δηλώσεων. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν διετηρήθην ἐν τῇ ἀρχῇ, εἰμὴ μέχρι τῆς 17 Φεβρουαρίου τοῦ 1892, μὲ διεδέχθη δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὁ ὁποῖος διῴκησε μέχρι τῶν μέσων τοῦ Ἰουνίου 1892. Ἂς ἐξετάσω ποῖα παρήχθησαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου κατὰ τοὺς μῆνας, κατὰ τοὺς ὁποίους διῴκησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας. Τὸν Μάρτιον τοῦ 1892 ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν 47,948 ὀκάδες καπνοῦ, καὶ εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 290,866. Τὸν Ἀπρίλιον ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν 43,345 ὀκάδες, καὶ εἰσεπράχθησαν δρ. 263,046. Κατὰ Μάϊον ἐφορολογήθησαν ὀκ. 54,791, καὶ εἰσεπράχθησαν δρ. 332,316. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας παρῄτησε τὴν ἀρχὴν, καὶ ἐπανῆλθεν ἐπ’ αὐτὴν αὖθις ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁ δημιουργήσας τὸ σύστημα τῶν καπνοκοπτηρίων καὶ ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἐνδιαφερόμενος ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐνῷ κατὰ Μάϊον, τυγχάνοντος ἐν τῇ Κυβερνήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, ἐφορολογήθησαν 54,791 ὀκάδες, κατὰ Ἰούνιον ἐφορολογήθησαν 50,633, καὶ κατὰ Ἰούλιον 52,740 ὀκάδες. Τί δ’ ἀποδεικνύει τοῦτο, εἰμὴ ὅτι εἶναι ψευδὴς ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι ἐν τῇ διοικήσει, καθ’ ὃν χρόνον διεχειριζόμην αὐτὴν ἐγὼ, ἐξετέλουν τὸν νόμον μετὰ προαιρέσεως πονηρᾶς, ὅτι ἐπολέμουν ἐγὼ αὐτὸς καὶ ὑπενόμευον τὸ σύστημα τῶν κοπτηρίων; Ἀληθῶς ἡ αἰτίασις εἶναι ἐστερημένη πάσης βάσεως, εἶναι δὲ ἀξιοκατάκριτος, ὡς δυσφημοῦσα τὴν ἀγαθοπιστίαν ἡμῶν· ἀλλ’ οὔτε ἡ πρώτη, οὔτε ἡ μόνη δυστυχῶς τυγχάνει, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου οὐδὲν ἄλλο πράττει, ὁσάκις ἐπικρίνηται, ἢ νὰ συκοφαντῇ ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἔχουσι τὰς γνώμας καὶ τὰ φρονήματα αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ὑπερορῶ τὴν τακτικὴν ταύτην αὐτοῦ, ἀπήγγειλα δὲ τὰς παρατηρήσεις ταύτας, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἡ πρὸς τὰ κάτω φορὰ τῶν ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἐσόδων δὲν προήρχετο ἐξ ἐλλείψεως τῆς διοικήσεως, ἀλλ’ ἦτο ἀποτέλεσμα τοῦ δημιουργηθέντος καὶ τελειοποιηθέντος συστήματος λαθρεμπορίας. Ἐρωτῶ δὲ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλήν, ἀπὸ τίνος χρόνου ἤρχισαν νὰ μεταβάλλωνται τὰ ἀποτελέσματα τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ; Μόνον ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδανείσθη ἐκ τοῦ ἐμοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπιψηφισθέντος κατὰ τὸ 1891, τὰς ἀστυνομικὰς διατάξεις, καὶ εἰσήγαγε διὰ τοῦ νόμου τῆς 28 Ἰουλίου 1892 τὴν ἄγρυπνον ἀστυνομικὴν ἐπίβλεψιν ἐπὶ τοῦ καπνοῦ ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν παράγεται, μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν εἰσάγονται τὰ φύλλα αὐτοῦ ἐν τοῖς κοπτηρίοις. Ἀλλ’ ἡ ἀστυνομικὴ αὕτη ἐπίβλεψις ἦτο καὶ ἡ βάσις τοῦ ἐμοῦ συστήματος, καὶ κατ’ αὐτῆς ἐξανίσταντο οἱ φίλοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτε συνεζητεῖτο κατὰ τὸ 1891 τὸ ἐμὸν νομοσχέδιον. Καὶ ἄλλην εἰσήγαγε βελτίωσιν εἰς τὸ σύστημα τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὴν διοίκησιν τὴν εὐκαιρίαν νὰ διορίζῃ ἐργάτας καὶ κόπτας ἄνευ ἀνάγκης, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐπὶ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τῆς διοικήσεως, καὶ ἐπὶ διαφθορᾷ τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ἐὰν τὰ ταμιευτικὰ ἀποτελέσματα μετεβλήθησαν ἀπὸ τοῦ τελευταίου Σεπτεμβρίου, δὲν εἶναι σεμνὸν νὰ προβάλλωσι τοῦτο πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι ἡμεῖς ἐπεβουλευόμεθα τὸ σύστημα τῶν κοπτηρίων, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσωσιν, ὅτι τοῦτο ἐπετεύχθη διὰ τῶν διατάξεων τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ προταθέντος κατὰ τὸ 1891 νομοσχεδίου, τὰς ὁποίας ἐδανείσθη ἐξ αὐτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἐνομοθέτησε διὰ τοῦ νόμου τῆς 28 Ἰουλίου 1892. Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο ὀφείλεται ἀληθῶς εἰς τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 1–6 τοῦ νόμου ͵ΒΝΕʹ τῆς 28 Ἰουλίου 1892, τὰς ὁποίας ἐπορίσθη ἐκ τῶν ἄρθρων 2–17 τοῦ νόμου τῆς 11 Ἰανουαρίου 1892, τοῦ ψηφισθέντος καὶ κυρωθέντος ἐπὶ τῇ ἐμῇ προτάσει. Ἀλλ’ ἐὰν κρίνω περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον προϋπελόγισεν ὡς πιθανὸν ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, κατὰ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παρεῖχε τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ ἐν τοῖς κοπτηρίοις κατὰ τὰ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶχεν ἀναπτυχθῆ ἡ λαθρεμπορία, θέλω εὕρει, ὅτι τὰ προϋπολογιζόμενα ὑπερβαίνουσι τὸ πιθανῶς εἰσπραχθησόμενον ποσόν. Κατὰ τὸ 1888 ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν 928,500 ὀκάδες καπνοῦ, κατὰ τὸ 1889 ὑπεβλήθη εἰς φορολογίαν ἴσον σχεδὸν ποσὸν καπνοῦ, ἤτοι 927,667 ὀκάδες, κατὰ τὸ 1890 ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν 738,814 ὀκάδες, καὶ κατὰ τὸ 1891 ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν 620,890 ὀκάδες· ὁ μέσος δ’ ὅρος τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἐφορολογήθησαν κατὰ τὰ τέσσαρα ταῦτα ἔτη, συνίσταται εἰς ὀκάδας 803,968. Ἀλλὰ καὶ ἄν, λόγῳ τοῦ λαθρεμπορίου, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτησε κατὰ τὸ 1890 καὶ 1891, δὲν περιλάβω πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ μέσου ὅρου καὶ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὰ δύο ταῦτα ἔτη, περιορισθῶ δὲ εἰς μόνον τὸν μέσον ὅρον τῶν φορολογηθέντων κατὰ τὰ ἔτη 1888 καὶ 1889, πάλιν ὁ μέσος ὅρος δὲν ὑπερβαίνει τὰς 928,084 ὀκάδας. Ὁ. κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως προϋπελόγισε κατὰ τὸ 1893 ἔσοδον ἐκ τοῦ καπνοῦ 5,616,000 δραχμῶν, ἐνῷ ἡ ἀκαθάριστος ἐκ τοῦ φόρου τούτου πρόσοδος δὲν συνίστατο, εἰμὴ εἰς δραχμὰς 4,604,464 κατὰ τὸ 1888, κατὰ δὲ τὸ 1889 εἰς δραχμὰς 4,570,449, ἵνα μὴ ἀναφέρω τὸ ποσὸν τῶν 4,427,000, ὅπερ εἰσεπράχθη κατὰ τὸ 1890, οὐδὲ τὸ ποσὸν τῶν 3,811,913, τὸ ὁποῖον εἰσεπράχθη κατὰ τὸ 1891. Ἤτοι τὸ προϋπολογισθὲν διὰ τὸ 1893 ποσὸν ὑπερβαίνει τὸ κατὰ τὸ 1888 εἰσπραχθὲν κατὰ δραχ. 1,011,536, καὶ τὸ εἰσπραχθὲν κατὰ τὸ 1889 κατὰ δρ. 1,045,551. Συνιστῶ δὲ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν αἱ περιστάσεις τοῦ τόπου ἐπιτρέψωσιν αὐτῷ νὰ ἐξακολουθῇ διαχειριζόμενος τὴν ἐξουσίαν, νὰ μὴ μένῃ ἀμέριμνος, διότι ταχέως θέλει πάλιν ἐξυφανθῆ ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ νόμου τούτου, συμπληρωθῆ δὲ μετ’ οὐ πολὺ καὶ τελειοποιηθῆ σύστημα λαθρεμπορίας, τὸ ὁποῖον καὶ αὖθις θέλει ἀφαιρέσει τὰ ἔσοδα τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ διαψεύσει τὰς προσδοκίας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅστις περιέλαβε 5 ἑκατομμύρια καὶ 600 χιλιάδας δραχμῶν ὡς ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου τούτου. Ἐὰν δὲ μεταβῶ ἀπὸ τῶν ἐσόδων εἰς τὰ ἔξοδα, θέλω ἀναγκασθῆ νὰ σταματήσω πρὸ πολλῶν ἀποριῶν, τὰς ὁποίας μοὶ παράγει ἡ ἔρευνα ὡρισμένων τινῶν ἐξόδων. Μοὶ ἐγεννήθη ἡ ἀπορία, διατὶ ἠλαττώθη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893 κατὰ 100,000 δραχμῶν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναγραφῆ εἰς τὸν προηγούμενον προϋπολογισμὸν δι’ ἀγορὰν σιγαροχάρτου καὶ δι’ ἄλλα ἔξοδα; Ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον προσδοκᾷ, ὅτι διὰ τῆς ἀποσοβήσεως ἢ τῆς περιστολῆς τοῦ λαθρεμπορίου θέλει ὑποβληθῆ εἰς φορολογίαν μεγαλείτερον ποσὸν καπνοῦ καὶ ἑπομένως μεγαλείτερον ποσὸν σιγαροχάρτου, πῶς προσδοκᾷ συγχρόνως, ὅτι θέλει ἀγοράσει ὀλιγώτερον σιγαρόχαρτον, καὶ ὅτι θέλει πληρόνει ὀλιγώτερα ποσοστά; Διατὶ ἠλαττώθη ἡ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένη πίστωσις πρὸς ἀγορὰν παιγνιοχάρτων κατὰ 6,000 δραχμῶν; Διατὶ ἠλαττώθη ἡ πίστωσις δι’ ἐνοικιάσεις φυλακῶν, ἐνῷ, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἐν πολλαῖς τῶν πόλεων, ἐν αἷς ὑπάρχουσιν ἱδρυμέναι φυλακαί, ἐζητήθη συνήθως αὔξησις τοῦ μηνιαίου μισθώματος αὐτῶν, ὅταν ἔληγεν ἡ διάρκεια τῆς ἐνοικιάσεως; Διατὶ ἠλαττώθη ἡ πίστωσις πρὸς ἀποζημίωσιν μαρτύρων; Διατὶ ἠλαττώθη ἡ πίστωσις πρὸς ἀποξήρανσιν ἑλῶν καὶ τελμάτων; Κατὰ τὴν δυστυχῆ μάλιστα ταύτην περίοδον πρέπει, ὡς κατωτέρω θέλω ἐκθέσει, νὰ σπεύσωμεν πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν, ἡ δὲ τῶν τελμάτων καὶ τῶν ἑλῶν ἀποξήρανσις τὰ μάλιστα εἰς τοῦτο συντελεῖ. Διατὶ ἠλαττώθη ἡ πίστωσις δι’ ἔξοδα κηδειῶν, ὡς ἂν ἔχωμεν ἀσφαλίσει τὴν ζωὴν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους τὸ Κράτος θάπτει δημοσίᾳ δαπάνῃ; Διατὶ ἠλαττώθη ἡ πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ 2,257,287 δραχμὰς, ἐν ᾧ ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἀστυνομικὴν αὔξησις μόνον δρ. 1,852,327; Ἂν ἀποκριθῶσιν, ὅτι θέλουσιν εἰσφέρει οἱ δῆμοι εἰς τὰ ἀστυνομικὰ ἔξοδα, καὶ διὰ τῆς εἰσφορᾶς ταύτης αὐτῶν θέλει συμπληρωθῆ τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσὸν, συνιστῶ αὐτοῖς νὰ περιορίσωσι τὰς προσδοκίας των ταύτας, διότι τὰ ταμεῖα τῶν δήμων δὲν θέλουσι δυνηθῆ νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰ ἀλλεπάλληλα βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπιτίθενται εἰς αὐτούς. Γνωρίζω καλῶς τοὺς δήμους τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν δ’ ἀποφεύγω νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν δήμων ἐκείνων, οἵτινες ἀπεδέχθησαν καὶ εἰσήγαγον ἐν τῇ διοικήσει τῶν οἰκονομικῶν αὐτῶν τὴν αὐτὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐφήρμοσεν ἐν τῇ διοικήσει τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους· ἐὰν παραλείπω νὰ ἀναφέρω, ὅτι ὁ δῆμος τῶν Ἀθηνῶν, ὅστις καὶ πρότερον δὲν διέκειτο ἐν καλῇ καταστάσει, περιήχθη διὰ τῶν δανείων εἰς χείρονα ἐκείνης, εἰς ἣν πρότερον διετέλει· ἐὰν παραλείπω νὰ ἀναφέρω, ὅτι ὁ δῆμος Πατρῶν, ὁ δῆμος, τοῦ ὁποίου πρωτεύουσα εἶναι ἡ ἀρίστη τῶν πόλεων τοῦ βασιλείου, περιήχθη καὶ οὗτος διὰ τῶν δανείων εἰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας, οἱ δὲ διοικοῦντες αὐτὸν στεροῦνται τῶν μέσων, ὅπως συντελέσωσι δι’ αὐτῶν εἰς ἀναγκαίας βελτιώσεις τῆς μεγαλοπόλεως ἐκείνης καὶ εἰς τὴν πλήρωσιν ἄλλων ἀληθῶν ἀναγκῶν τοῦ δήμου· ἐὰν παραλείπω νὰ ἀναφέρω τὸν ὄντως εὔπορον δῆμον τῶν Λετρίνων, ὅστις κατεστράφη σχεδὸν οἰκονομικῶς, καὶ περιήχθη σχεδὸν ἐν πτωχεύσει· ἐὰν παραλείπω νὰ ἀναφέρω τοὺς δήμους τούτους, τῶν ὁποίων τοιαύτη κατήντησεν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, διότι καὶ ἐν αὐτοῖς ἐφήρμοσαν τὴν δανειστικὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ μήπως καὶ οἱ ἄλλοι δῆμοι, οἵτινες διεσώθησαν ἀπὸ τὴν ἐπιδημίαν τῶν δανείων, δύνανται νὰ πορίζωνται ὅσα παρ’ αὐτῶν ζητεῖτε; Πενιχρὰ εἶναι τὰ μέσα αὐτῶν καὶ πολλὰς ἔχουσιν ἀνάγκας, ἀμφιβάλλω δὲ, ἐὰν θέλωσι δυνηθῆ νὰ εἰσφέρωσι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ζητεῖτε παρ’ αὐτῶν, διὰ νὰ συμπληρώσητε τὰς δαπάνας διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, τὴν ὁποίαν ἐπιμένετε νὰ εἰσαγάγητε. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐλάττωσις κατὰ 428,000 δραχμὰς τῆς πιστώσεως, τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δι’ ἐπισκευὴν πλοίων, πῶς ἐκρίθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου δυνατὴ, ἀφοῦ γνωστὸν εἶναι εἰς πλείστους τῶν συναδέλφων, βεβαίως δὲ καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι πολλὰ τῶν καλλιτέρων πλοίων τοῦ στόλου δέονται ταχείας ἐπισκευῆς; Ἡμεῖς αὐτοὶ, μὲ ὅλας τὰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθημεν, ἠναγκάσθημεν νὰ μεριμνήσωμεν διὰ τὰς ἐπισκευὰς, τῶν ὁποίων ἐδέοντο τὰ πλοῖα ταῦτα, ἵνα μὴ ἀπολέσωμεν πλοῖα, διὰ τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος ἐδαπάνησεν ὀγκώδη ποσά. Διατὶ τέλος πάντων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, ἐν κεφαλαίῳ Γʹ, ἄρθρῳ 4, περιελήφθη πίστωσις 970,000 δραχμῶν μόνον, ἤτοι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀναγεγραμμένον καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἐνῷ πρὸ μικροῦ ἐδόθη πίστωσις ἀναπληρωματικὴ 300,000, διότι αἱ 970,000 δραχμῶν δὲν εἶχον ἐπαρκέσει δι’ ἔξοδα τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης; Ἐνθυμοῦμαι ὅτι πρωΐαν τινὰ μοὶ μετέδωκαν τὴν εἴδησιν, ὅτι ἀπειλὴ ἐδημοσιεύετο καθ’ ἡμῶν νὰ ἀχθῶμεν ἐνώπιον εἰδικοῦ δικαστηρίου, διότι ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐμὸς συνάδελφος εἶχεν ἐγκρίνει ὑπερβάσεις ἐξόδων εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἠρώτησα, ὑπὸ τίνων ἐγένετο ἡ ἀπειλὴ αὕτη καὶ διὰ τίνος μέσου διεδόθη, μοὶ ἐκόμισαν δὲ ὑπουργικὴν ἐφημερίδα, ἥτις ὄντως εἶχε δημοσιεύσει ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ὅσῳ ἐν τοῖς Ὑπουργείοις προχωρεῖ ἡ ἐξελεγκτικὴ ἐργασία πρὸς τακτοποίησιν τῶν ὑπερβασιῶν τοῦ Ὑπουργείου Δηλιγιάννη, τόσῳ ἀνακαλύπτονται ἀληθῆ ὄργια καθ’ ὅλους τοὺς κλάδους. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον πραγματικῶς διεγείρει τὴν κοινὴν ἀγανάκτησιν, εἶναι τὸ σκανδαλῶδες ζήτημα τῶν δημοδιδασκάλων». Μετὰ πολλὰ δὲ ἄλλα κατέληγε τὸ ὑπουργικὸν φύλλον οὕτω (ἀναγινώσκει): «Δὲν φρονεῖτε ὅτι ἀνατέλλει εἰδικὸν δικαστήριον;» Ἐγνώριζον, ὅτι οἱ ὅροι, οἵτινες ὑπὸ τῶν νόμων διεγράφησαν εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὑπῆρχον ἀναγεγραμμένοι ἐν νόμῳ τινὶ τῆς 9 Ἰανουαρίου 1888 καὶ ἐν ἑτέρῳ νόμῳ τῆς 19 Αὐγούστου 1892. Ἀνεζήτησα τὰς διατάξεις ταύτας, καὶ ὅτε ἀνέγνων αὐτὰς, κατεσίγασα τὸ δέος, τὸ ὁποῖον τοιαύτη ἀπειλὴ μοὶ ἐνέβαλε, διότι οὐ μόνον αἱ πράξεις τοῦ ἐμοῦ συναδέλφου ἦσαν σύμφωνοι πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ μνημονευθέντος νόμου τῆς 12 Αὐγούστου 1892, ἀλλὰ καὶ ἂν εἶχεν ὑπερβῆ τὸν ὑπ’ αὐτῆς ἐνδεδειγμένον ἀριθμὸν, τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ ἀγάγῃ ἡμᾶς ἐνώπιον εἰδικοῦ δικαστηρίου. Ἀλλ’ ὅταν ἀνεφύλλισα τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως» καὶ εὗρον, ὅτι κατὰ τὸ 1892, τὸ ἔτος τῆς οἰκονομικῆς ἀμηχανίας καὶ τῶν ἄκρων οἰκονομιῶν, συνεστήθησαν 58 νέα σχολεῖα ἀῤῥένων καὶ 58 νέα σχολεῖα θηλέων, πλέον τοῦ ἀριθμοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐθαύμαζον τὸ θάῤῥος τῶν κυβερνώντων, οἵτινες, περιφρονοῦντες τὸν νόμον τῆς 9 Ἰανουαρίου 1888, καθ’ ὃν «οὐδέποτε συνιστῶνται νέα ἢ διατηροῦνται σχολεῖα καθ’ ὑπέρβασιν τῶν πραγματοποιουμένων ἐτησίων ἐσόδων τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως», ἔσπευδον μετὰ τοσαύτης δαψιλείας νὰ ἐνισχύσωσι τὴν διάδοσιν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, εἰς οὐδὲν λογιζόμενοι τὸ μέγεθος τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργουν ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν περιέτρεχον τὰς διαφόρους Τραπέζας, ἵνα ἐξοικονομήσωσι τὰ πρὸς πληρωμὴν τοῦ τοκομεριδίου τοῦ Ἀπριλίου καὶ Ὀκτωβρίου ἀναγκαιοῦντα αὐτοῖς χρήματα. Εἰς μείζονα δὲ ἀπορίαν μὲ ἐνέβαλεν ἡ μελέτη τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ ἐξ Ἄρτης ἀξιοτίμου βουλευτοῦ, τοῦ κ. Καραπάνου. Ὁ κ. Καραπάνος ἠρώτησε νὰ μάθῃ, πόσα ἐκ τῶν προϋπολογιζομένων ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐσόδων ἐβεβαιώθησαν καὶ εἰσεπράχθησαν καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν 1890, 1891 καὶ 1892, πόσα δὲ ἐξωδεύθησαν. Κατὰ τὰς πληροφορίας δ’ αἵτινες ἐδόθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, κατὰ τὸ 1890 ἐκ 2,481,604 δρ., αἵτινες εἶχον προϋπολογισθῆ, ἐβεβαιώθησαν 2,527,737, εἰσεπράχθησαν δὲ μόνον 1,504,639· κατὰ τὸ 1891, ἐκ 3,541,200, αἵτινες εἶχον προϋπολογισθῆ ὡς ἔσοδον ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐβεβαιώθησαν 2,882,622, καὶ εἰσεπράχθησαν 1,759,127, καὶ κατὰ τὸ 1892, ἤτοι κατὰ τοὺς ἑπτὰ πρώτους μῆνας,—διότι κατὰ τὸν ὄγδοον ἐπῆλθεν ἡ κατάργησις τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, — εἶχον βεβαιωθῆ 2,990,000, ἀλλ’ εἶχον εἰσπραχθῆ μόνον 1,341,526. Ὅτε δ’ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893 εὗρον, ὅτι προϋπελογίσθησαν 3,200,000, ἠπόρουν πῶς, ἀφοῦ κατὰ τὸ 1890 εἰσεπράχθησαν 1,504,639, καὶ κατὰ τὸ 1891 εἰσεπράχθησαν 1,759,127, ἵνα μὴ ἀναφέρω τὸ 1892, ἀφοῦ μόνον ἑπτὰ μηνῶν ἔχομεν ἀποτελέσματα, πῶς κατὰ τὸ 1893 ἐπιστεύθη, ὅτι ἠδύναντο νὰ εἰσπράξωσι 3,200,000; Ἐπειδὴ πρόκειται νὰ μεταβῶ εἰς ἄλλην ὕλην, ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ ποιήσωμαι μίαν ἀναδρομὴν, καὶ νὰ ῥίψω ἓν βλέμμα ἐπὶ τῆς δεκαετίας ταύτης. Ὅτε εἰσηρχόμεθα πρὸ δεκαετίας καὶ πλέον εἰς τὸ 1882, ἤμεθα μὲν τεθλιμμένοι, διότι δὲν εἶχον περιληφθῆ ἐν τοῖς ὁρίοις τοῦ Βασιλείου χῶραι ἑλληνικαὶ, τὰς ὁποίας αὐτὴ ἡ Εὐρώπη εἶχε κρίνει ἀξίας τῆς τύχης ταύτης, εἰσηρχόμεθα ὅμως εἰς τὸ ἔτος ἐκεῖνο εὐσταλεῖς καὶ ἀκμαῖοι, πλήρεις θάῤῥους κατὰ τὸ ἐνεστὼς, πλήρεις δ’ ἐλπίδων διὰ τὸ μέλλον. Αἱ Θεσσαλικαὶ ἐπαρχίαι καὶ ἡ Ἠπειρωτικὴ λωρὶς ἐγένοντο ἐπαρχίαι ἑλληνικαὶ, τὸ δὲ συμβεβηκὸς τοῦτο δὲν εἶχεν εὐφράνει μόνον τὰς ψυχὰς ἡμῶν, ἀλλ’ εἶχε θερμάνει καὶ ἅπαν τὸ Ἑλληνικὸν, καὶ μεταδώσει εἰς αὐτὸ καὶ θάῤῥος καὶ ἐλπίδας. Ἐπλήρου ἀληθῶς τοὺς ὑπὸ δουλείαν ἔτι δυστυχεῖς ἀδελφοὺς ἡμῶν διὰ τῆς ἐλπίδος, ὅτι, ἀφοῦ ἐγένετο δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ ἡ τύχη τῶν Θεσσαλῶν καὶ Ἠπειρωτῶν, δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπέλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλει βελτιωθῆ καὶ ἡ τύχη αὐτῶν. Ἡ ἑλληνικωτάτη Κρήτη, διὰ συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπὸ τὸ κῦρος τῆς Εὐρώπης ἀπέκτησε διὰ ποταμῶν αἱμάτων, εἶχεν ἀποκτήσει πολίτευμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον δὲν ἐξησφαλίζοντο εἰς τοὺς Κρῆτας μόνον τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ παρεχωροῦντο καὶ πολιτικὰ δικαιώματα, ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν ὁποίων οἱ ἥρωες τῆς μεγαλονήσου ἐκείνης ἠδύναντο νὰ συμπληρώσωσι καὶ τὴν κοινωνικὴν καὶ τὴν πολιτικὴν ἀποκατάστασίν των. Οἱ δὲ μεγάθυμοι νησιῶται τῶν Σποράδων, τῶν ὁποίων τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα πρὸ αἰώνων εἶχον ἀποκτήσει, ἠπειλοῦντο ἑκάστοτε, ἐνεθαῤῥύνοντο νὰ ἀτενίζωσι μεθ’ ὑπερηφανείας τοὺς κινδύνους τούτους ἐν τῷ μέλλοντι. Κατὰ τὸ 1882 ἡ οἰκονομικὴ πίστις τοῦ Κράτους ἦτο ἀκμαία, καὶ μετέδιδεν εἰς ἡμᾶς τὸ θάῤῥος νὰ ἐργασθῶμεν οὐ μόνον ἵνα συντηρήσωμεν, ἀλλ’ ἵνα ἐντείνωμεν τὴν οἰκονομικὴν ἀκμὴν τοῦ Κράτους, προσερχόμενοι ἐπίκουροι εἰς τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν, καὶ αὐξάνοντες τὰ προϊόντα καὶ τῆς τέχνης καὶ τῆς φύσεως, ἐλαττόνοντες τὸ μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου καθ’ ἕκαστον ἔτος ἐξαγόμενον ποσὸν τοῦ χρυσοῦ, ἀποκαθιστῶντες τὴν ἰσοῤῥοπίαν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ εἰσαγομένου, καὶ κρατύνοντες τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας καὶ τὸ οἰκονομικὸν μέλλον αὐτῆς, ἐκ τοῦ ὁποίου μέλλοντος δὲν ἐξαρτᾶται μόνον ἡ εὐημερία τοῦ ἐνεστῶτος, ἀλλ’ ἐξαρτᾶται καὶ ἡ τύχη τοῦ μέλλοντος. Κατὰ τὸ 1882 τὸ ἑλληνικὸν ἐμπόριον ἤκμαζεν ἐπὶ πλούτῳ καὶ ἐπὶ προκοπῇ καὶ ἐν τῇ Μικρᾷ Ἀσίᾳ, καὶ ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς χώραις τῆς Δύσεως. Ἐν τῇ φυλετικῇ πάλῃ οἱ Ἕλληνες δὲν ἐφαίνοντό που ἡττώμενοι, καὶ τὰ δικαιώματα αὐτῶν, τὰ ὁποῖα εἶχε ξηράνει ὁ παγετὸς τῶν αἰώνων, ἐπεφαίνοντο ἀναβλαστάνοντα. Τότε ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους ἠκούετο ὁ ἦχος τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, διότι πολλὰ ἐσώζοντο ἔτι ἐν αὐτοῖς ἑκατομμύρια. «Τί στενοχωρεῖσθε, κύριε Κουμουνδοῦρε», ἔλεγε πρὸς τὸν Ἀλέξανδρον Κουμουνδοῦρον, καθήμενον ἐπὶ τοῦ θρανίου ἐκείνου, (δεικνύει τὸ πρὸ τοῦ βήματος θρανίον) ὁ τότε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, πλήρης εὐφροσύνης, «ἡμεῖς ἔχομεν ἑκατομμύρια δεξιά, ἑκατομμύρια ἀριστερά, ἑκατομμύρια ὄπισθεν ἡμῶν, καὶ ἔμπροσθεν ἄλλα ἑκατομμύρια». Πῶς εἰσερχόμεθα νῦν εἰς τὸ ἔτος 1893; Τὰ ἑκατομμύρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐχόρευον ἐν τοῖς ταμείοις καὶ ηὔφραινον τὴν καρδίαν τοῦ τότε κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐχύθησαν εἰς τὴν θάλασσαν. Καὶ οὐ μόνον ταῦτα, ἀλλὰ καθ’ ἕκαστον ἔτος ἐχύνοντο καὶ πάντα τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἕως τότε εἰσέπραττε τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου ἐπλήρονον οἱ πολῖται· ἐχύθησαν δὲ καὶ ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὰ ἕνδεκα ἔκτοτε ἔτη ἐκ νέων φόρων, οἵτινες ἐπεβλήθησαν εἰς αὐτούς, καὶ ἐξ αὐξήσεων φόρων, αἵτινες ἐνομοθετήθησαν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, καὶ ἐκ μονοπωλίων, τὰ ὁποῖα ἔκτοτε ἱδρύθησαν· ἐκ πάντων δὲ τούτων εἰσεπράχθησαν ποσὰ χρηματικά, τῶν ὁποίων τὸ ἄθροισμα, ὅταν σᾶς ἀπαγγείλω μετ’ ὀλίγον, βεβαίως θέλει σᾶς καταπλήξει. Καὶ δὲν ἤρκεσαν οὐδὲ αὐτὰ, καὶ προσφυγὴ ἐγένετο εἰς τὰ δάνεια, καὶ τοσαῦτα συνωμολογήθησαν, εἰσεπράχθησαν δὲ καὶ ἐξ αὐτῶν ποσὰ τοσαῦτα, ὥστε καὶ τούτων ὁ ἀριθμὸς, ὅταν σᾶς ἀνακοινώσω αὐτὸν, θέλει καὶ οὗτος σᾶς καταπλήξει... Καὶ ἰδοὺ ἡμεῖς εἰσερχόμεθα μὲ τρέμοντας πόδας, κατεσκληκότες, ἀσθενεῖς καὶ μόλις ἀναπνέοντες, εἰς τὸ 1893. Καὶ τὸ ἑλληνικὸν ἐμπόριον πανταχοῦ τῆς γῆς κατηρειπώθη κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, καὶ διέῤῥευσε διὰ τῶν δακτύλων τῶν χειρῶν τῶν Ἑλλήνων, μεταῤῥεῦσαν εἰς χεῖρας ἀλλοεθνῶν· ἐν Ἀθήναις δὲ καὶ ἐν ἄλλαις πόλεσι τοῦ βασιλείου καὶ πρωτευούσαις τῆς Εὐρώπης, κατ’ αὐτὸ τὸ τελευταῖον δυστυχὲς ἔτος, τὸ ὁποῖον πρὸ δεκαπέντε ἡμερῶν ἀπεχαιρετίσαμεν, ἐξήχθησαν ἀπὸ τὰ ταμεῖα τῶν Ἑλλήνων τραπεζιτῶν καὶ ἐμπόρων ἑκατοστύες ἑκατομμυρίων, ναὶ ἑκατοστύες ἑκατομμυρίων, δι’ ὧν συνετηρεῖτο ἡ ἀκμὴ τοῦ ἑλληνικοῦ ἐμπορίου καὶ ἡ ὑπερηφάνεια τοῦ ἑλληνικοῦ ὀνόματος ἐν ταῖς μεγάλαις πρωτευούσαις τῆς Εὐρώπης καὶ ἐν ταῖς μεγαλοπόλεσι τῆς Ἀνατολῆς. Ἔχετε ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπω τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦσι καὶ αὐτοὺς τοὺς ἔτι ἱσταμένους ὀρθίους εἰς τοὺς πόδας των τραπεζίτας καὶ ἐμπόρους, συμπολίτας ἢ ὁμοφύλους ἡμῶν; Ἕνδεκα διήλθομεν ἔκτοτε ἔτη, καὶ διήλθομεν αὐτὰ καὶ εἰσερχόμεθα εἰς νέον, μεριμνῶντες πῶς νὰ σταματήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν κατακλυσάντων τὴν διοίκησιν ἐγκλημάτων, καὶ νὰ εὕρωμεν κατ’ αὐτῶν ἄσυλον. Καὶ εὗρε καὶ μᾶς παρεσκεύασεν ἄσυλον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστήριξε τὰς ἐλπίδας αὑτοῦ, τὰς στρατιωτικὰς ἀστυνομίας! Καὶ ἀσχολούμεθα νὰ εὕρωμεν τρόπον, δι’ οὗ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀναστείλωμεν ἢ περιορίσωμεν τὰς ἀνοσίους ἐπιδρομὰς, αἵτινες πολλάκις ἐτολμήθησαν ἐπὶ τὴν Δικαιοσύνην τῆς πατρίδος. Καὶ εἰσερχόμεθα εἰς τὸ 1893 κρίνοντες, ὅτι ἡ συντήρησις τοῦ στρατοῦ εἶναι ἄχθος πλέον, ἀμηχανοῦντες δὲ, πῶς νὰ δυνηθῶμεν νὰ συντηρήσωμεν, ἵνα μὴ σκωριάζωσι καὶ φθαρῶσι, τὰ τρία θωρηκτὰ, τὰ ὁποῖα ἀπεκτήσαμεν δι’ 27 ἑκατομμυρίων φράγκων χρυσῶν. Καὶ ἂν, εἰσερχόμενοι εἰς τὸ 1893, ἐπισκοπήσωμεν ἐκτὸς ἡμῶν τὴν ἑλληνικὴν φυλὴν, θέλομεν εὕρει αὐτὴν ἡττωμένην πανταχοῦ, ὅπου καὶ ἂν ἀγωνίζηται. Οἱ ἐν Ἠπείρῳ Ἕλληνες πνευστιῶντες προσπαθοῦσι νὰ σώζωνται ἀπὸ τῶν καταδιώξεων· ποίαν πλέον νὰ διασώσωσιν ἐλπίδα, καὶ ὑπὸ ποίου νὰ θερμανθῶσι θάῤῥους, ἢ πῶς νὰ διασώσωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνέπνεεν αὐτοὺς πρὸ δεκαετίας; Δὲν ἀναφέρω τὴν δυστυχῆ Κρήτην. Ἡ Κρήτη παρεδόθη ὑπὸ ἑλληνικῆς χειρὸς, καὶ ἀπεγυμνώθη ἀπὸ τὰ πολιτικὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀποκτήσει διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1878, καὶ ἐστερήθη καὶ αὐτὰ τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ἠξεύρετε, ποίαν τὸ πρᾶγμα ἔχει σημασίαν, ποίαν ἐνασκεῖ ἐπιῤῥοὴν, ποῖαι παράγονται ἐντυπώσεις ἐκ τῆς δυστυχίας τῆς μεγαλονήσου ἐκείνης; Ἂς ἀναγνώσω εἰς ὑμᾶς τί ἐδημοσίευσε τελευταῖον εὐγενὴς δημοσιογράφος εὐγενοῦς ἔθνους, ὅστις εἶχε περιέλθει τὴν Μακεδονίαν καὶ διαμείνει ἐκεῖ, ἠδυνήθη δὲ νὰ σπουδάσῃ τὴν κατάστασιν τῆς χώρας ἐκείνης. Ὑπαινίσσομαι τὸ τελευταῖον ἐκδοθὲν σύγγραμα τοῦ Victor Berard, ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «La Turquie et l’ Hellénisme Contemporain». Θέλω σᾶς ἀναγνώσει χωρία τινὰ ἔκ τινος κεφαλαίου αὐτοῦ, φέροντος τὴν ἐπιγραφὴν «Ἡ Μακεδονία, Ἕλληνες, Βούλγαροι, Βλάχοι, Ἀλβανοὶ, Αὐστριακοὶ καὶ Σέρβοι», ἐν σελίσι 236 καὶ 240 αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «Ἡ τελευταία Κρητικὴ ἐπανάστασις ἐπῆλθεν, ἵνα δικαιολογήσῃ τὰς ὑποψίας τῶν Τούρκων, καὶ περιήγαγεν αὐτοὺς εἰς λαθραίαν τινὰ λύσσαν. Ὁ Ἑλληνισμὸς ἐπὶ μακρὰ ἔτη θέλει αἰσθάνεσθαι τὰ ἀποτελέσματα. Ὁ Τοῦρκος νικητὴς τῆς Κρήτης ἀπώλεσε πᾶσαν πρὸς τὴν Ἑλλάδα μετριότητα, διότι θεωρεῖ ἔκτοτε αὐτὴν ἐγκαταλειφθεῖσαν ὑπὸ τῆς Εὐρώπης. Ἡ δυστυχία τῶν Κρητῶν πρῶτον εἶχεν ἀποτέλεσμα νὰ ἀνορύξῃ τάφρον μεταξὺ τῶν δύο τμημάτων τοῦ ἐν Μακεδονίᾳ Ἑλληνισμοῦ. Οἱ Βλαχόφωνοι Ἕλληνες ἀμφιβάλλουσι πλέον περὶ τῆς Μεγάλης ἰδέας, καὶ ἀφίνοντες τὸν Ἑλληνισμὸν ζητοῦσι ποῦ ἀλλαχοῦ νὰ προσφέρωσι τὴν πίστιν των. Αὐτὴν τὴν πρωίαν συνήντησα ἐν τῷ μεγάρῳ τῶν Γάλλων Λαζαριστῶν τὸν Ἀπόστολον Μαργαρίτην...» Ἐκτείνει δὲ τὸν λόγον, ὁμιλῶν περὶ τῶν ἐνεργειῶν αὐτοῦ. Ἀλλὰ πλὴν τούτων τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα ἐδημιουργήσαμεν κατὰ τὴν δεκαετίαν ταύτην, ἐδημιουργήσαμεν καὶ ἄλλα μέγιστα κακὰ, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὸ 1893, ἀφοῦ τὸ φρόνημα τῶν πολιτῶν ἐταπείνωσεν ὁ χρηματισμὸς, καὶ τοὺς χαρακτῆρας ἤμβλυναν καὶ διέφθειραν αἱ ὑπερμέτρως αὐξηθεῖσαι ἀνάγκαι τοῦ βίου, ἀφοῦ ἡ Μεγάλη ἰδέα ἀπεῤῥοφήθη ὑπὸ ἄλλης μερίμνης, πῶς νὰ εὕρωμεν δάνειον, ἥτις κατέχει καὶ τὰς ἐξουσίας τῆς Πολιτείας καὶ τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας, καὶ οἱ ἐθνικοὶ πόθοι περιεστάλησαν ὑπὸ ἄλλης θερμοτάτης εὐχῆς, τῆς εὐχῆς νὰ καταβιβασθῇ κατά τινα ἑκατοστὰ ἡ τιμὴ τοῦ φράγκου. Τοιαῦτα δρέπομεν ἀποτελέσματα μετὰ τὴν δεκαετίαν, ἀποτελέσματα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἀποτελέσματα τῆς νομοθεσίας, τῆς διοικήσεως, τῶν ὁποίων ἠξιώθη ἡ χώρα κατὰ τὰ δέκα ταῦτα διαῤῥεύσαντα ἔτη. Καὶ διατὶ αὐταὶ αἱ οἰκονομικαὶ στενοχωρίαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν; Πόθεν ἐπῆλθεν αὐτὴ ἡ ἀγωνία;—διότι ἀγωνιώδης ὄντως κατέστη κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους ὁ βίος ἡμῶν.—Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλυσε πᾶσαν τοιαύτην ἀπορίαν, ὅτε εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893. «Σήμερον ἡ Ἑλλὰς (ἔλεγεν) ἐξ οὐδενὸς ἄλλου πάσχει ἢ ἐκ τούτου, ὅτι τὰ κεφάλαια δυσπιστοῦντα δὲν τῇ παρέχουσι τὰ μέσα πρὸς τὴν διευθέτησιν τῶν τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας». Ἀλλὰ πόθεν προῆλθε τοῦτο; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς ἐξήγησεν αὐτὸ, ὅτε εἰσηγήσατο τὸν προϋπολογισμόν. «Ἐὰν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἐνέσκηψεν ἡ κρίσις εἰς τὰς ἐκτὸς ἡμῶν ἀγορὰς», ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, «ἡ Ἑλλὰς ἐσπευσμένως ἔβαινεν ἐπὶ τὸ ἔργον, οὗτινος εἶχεν ἐπιληφθῆ ἡ Πολιτεία πρὸ χρόνων, τῆς ἀφαιρέσεως ἀπὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τοῦ διαταράττοντος τὰς συναλλαγὰς παρ’ ἡμῖν πλεονάζοντος γραμματίου,—ὑφισταμένης δὲ τότε τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, εὔκολος ἦτο ἡ ἀπόκτησις συνδρομῆς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ πρὸς τὴν τοιαύτην οἰκονομικὴν ἐργασίαν,—ἐὰν εἰς τὴν διεκπεραίωσιν τοῦ τοιούτου ἔργου ἐτρέπετο τότε ἡ Πολιτεία, θὰ διετήρει ἐν τῇ ἐνσκηψάσῃ γενικῇ οἰκονομικῇ κρίσει ἡ Ἑλλὰς ἀμείωτον τὸ παράστημα αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν ἐνοήθη ἡ σημασία τῶν τότε πραγμάτων. Τοὐναντίον», ἐξηκολούθησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, «κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχεν ἐπέλθει τροπὴ τῆς πολιτικῆς παρ’ ἡμῖν, καὶ ἐθεωρήθη πρόσφορος ἡ ὥρα ἐκείνη εἰς ἐπίδειξιν οἰκονομικῆς εὐρωστίας τῆς χώρας, διὰ τοῦ περιορισμοῦ εἰς μόνας τὰς ἰδίας δυνάμεις πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν μεταλλικῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου». Πάντα λοιπὸν τὰ οἰκονομικὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ σᾶς ἀνεκοίνωσα, πάντα ταῦτα ἐπῆλθον, διότι ἡμεῖς δὲν ἐσπεύσαμεν νὰ δανεισθῶμεν, ὅτε ἀνήλθομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν μείωσιν τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ὑπάρχοντος ἐν τῇ ἀγορᾷ ποσοῦ τραπεζικῶν γραμματίων· ἔργον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀρχίσει πρὸ χρόνων ὁ κ. Πρωθυπουργός! Ἡμεῖς μάλιστα ἐπράξαμεν τοὐναντίον, ἀφῃρέσαμεν ἀπὸ τὸν τόπον τὸ μεταλλικὸν, ἵνα πληρώσωμεν κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1891 τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν δανείων. Ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Πολιτεία πρὸ πολλοῦ χρόνου «ἔβαινεν ἐπὶ τὸ ἔργον τῆς ἀφαιρέσεως ἀπὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τοῦ διαταράττοντος τὰς συναλλαγὰς παρ’ ἡμῖν πλεονάζοντος γραμματίου», ὡς ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ Πρωθυπουργός; Ἐγὼ οὐδ’ ἀφαιρεθὲν οὐδὲ κἂν μειωθὲν εὗρόν που τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ οὐ μόνον δὲν εἶδον ἔναρξιν ἔργου τοιούτου πρὸ πολλοῦ χρόνου, ὡς εἶπεν οὗτος, ἀλλὰ καθ’ ὅλα τὰ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐκυβέρνα, οὐδὲ κατὰ λεπτὸν εἶχε μειώσει τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων· ἐξ ἐναντίας ἐν ταῖς καταστάσεσι τῶν Τραπεζῶν καὶ ἐν ταῖς ἐπισήμοις ἐκθέσεσιν εὗρον, ὅτι πάντοτε εἶχεν αὐξήσει τὸ ποσὸν τῶν τοιούτων τραπεζικῶν γραμματίων. Ὅτε κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1887 συνωμολόγησε προσωρινὸν δάνειον 10,200,000 φράγκων εἰς χρυσὸν, ἵνα δι’ αὐτοῦ πληρώσῃ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1887, συνεφώνησεν ἀληθῶς μετὰ τῶν δανειστῶν καὶ ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ ἰσότιμον τοῦ ποσοῦ τούτου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ὑπολογιζομένης τῆς τιμῆς τοῦ φράγκου εἰς 125 λεπτὰ, ἤθελεν ἀποδώσει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅπως μειώσῃ ἀναλόγως τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια χρέος τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ δὲν ἐπλήρωσεν εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ ἰσότιμον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀνήρχετο εἰς δραχμὰς 13,515,000. Φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε δαπανήσει εἰς ἄλλας συνήθεις ἀνάγκας τὰς ὑπεγγύους εἰσπράξεις, αἵτινες κατὰ τοὺς περὶ δανείων νόμους ἔμελλον νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἀγορὰν τοῦ πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων ἀναγκαίου συναλλάγματος, καὶ αἱ ὁποῖαι, ἀφοῦ οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεωλύσια ταῦτα ἐπληρόνοντο διὰ τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος προκαταβολῆς τῶν 10,200,000 φράγκων εἰς χρυσὸν, ἔμενον ἀδιάθετοι, καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ διαθέσῃ ταύτας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς μείωσιν τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέους· ἑπομένως δὲν εἶχε 13,515,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἵνα διαθέσῃ πρὸς τοῦτο καὶ ἐκπληρώσῃ τὰς πρὸς τοὺς προκαταβαλόντας ἡμῖν τὰ 10,200,000 φράγκα ὑποσχέσεις, ἀπέδωκε δὲ ἀντὶ 13,515,000 μόνον 399,999.35. Ὅθεν ἠναγκάσθη νὰ συνομολογήσῃ δεύτερον δάνειον, τὸ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν δάνειον τῶν 15 ἑκατομμυρίων, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐπορίσθη 6,080,536.95, καὶ ἀπέδωκεν αὐτὰς εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, εἰς λογαριασμὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Οὕτω δὲ, ἵνα δυνηθῇ νὰ πληρώσῃ εἰς τόκους καὶ χρεωλύσια τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1887 φράγκα 10,200,000 εἰς χρυσὸν, δὲν ἐχρέωσε τὸ δημόσιον ταμεῖον μόνον διὰ τῆς προκαταβολῆς τῶν 10,200,000, ἣν ἐδανείσθη κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1887 ἐπὶ τόκῳ 6%, ἀλλ’ ἐχρέωσεν αὐτὸ καὶ διὰ 6,080,536.95 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 15 ἑκατομμυρίων, καὶ τούτου συνομολογηθέντος ἐπὶ τόκῳ 6%. Ἑπομένως διπλοῦν ἐπλήρωσεν ἔκτοτε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ πληρόνῃ τόκον τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο· τόκον 6% διὰ τὴν προκαταβολὴν τῶν 10,200,000 χρυσῶν φράγκων, ἤτοι ἐτησίως 612 χιλιάδας φράγκων χρυσῶν, καὶ διὰ τὸ ποσὸν τῶν 6,080,536.95 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια πρὸς 6% καὶ ταῦτα, ἤτοι δραχμὰς 364,832.21. Οὕτω δὲ διπλοῦς πληρόνομεν τόκους διὰ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εὗρε τότε ὁ Πρωθυπουργὸς, ἵνα πληρώσῃ τοὺς τόκους τῆς βʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1887. Τοὺς ἀριθμοὺς δὲ τούτους δὲν διεσκεύασα ἐγὼ, ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἐν ταῖς μηνιαίαις καταστάσεσι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς 31 Ὀκτωβρίου 1887, τῆς 30 Νοεμβρίου 1887, καὶ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1887, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐντὸς τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου εἶχον πληρωθῆ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν μόνον 9,903,096.87, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ 6,080,536.95 εἶχον ληφθῆ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 15 ἑκατομμυρίων, αἱ δὲ 3,822,559.92 εἶχον συμψηφισθῆ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 4 ἑκατομμυρίων, κατὰ τὸ ὁποῖον ἠλάττωσε τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ κυκλοφοροῦν ποσὸν τῶν κερματικῶν γραμματίων, καὶ ηὔξησε τὸ εἰς ἀνοικτὸν λογαριασμὸν ποσὸν τῶν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων. Καὶ εἶχε μὲν περιορισθῆ κατὰ τὴν 30 Ἀπριλίου 1888 τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων εἰς 51,935,000, διότι ἐπῆλθεν ἐντὸς τοῦ Ἀπριλίου τὸ εὐτυχὲς συμβεβηκὸς τῆς ἀνευρέσεως ἐντὸς τοῦ Κεντρικοῦ ταμείου ἐκείνων τῶν ἓξ ἑκατομμυρίων, διὰ τὴν εὕρεσιν τῶν ὁποίων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠσχολήθη νὰ συγκινήσῃ τὴν Ἑλλάδα, ἐπειράθη δὲ νὰ ἐκπλήξῃ καὶ τὴν Μεγάλην Βρεττανίαν, καὶ ἠδυνήθη ἐκ τῶν ἓξ τούτων ἑκατομμυρίων νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 3,550,000, καὶ νὰ συμπληρώσῃ τέλος πάντων τὸ ποσὸν τῶν 13,515,000, τὸ ὁποῖον ἔμελλεν, ὡς εἴπομεν, νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ὡς ἰσότιμον τῶν 10,200,000 φράγκων κατὰ τὰς πρὸς τοὺς καταβαλόντας τὴν προκαταβολὴν ταύτην συμφωνίας του· ἀλλ’ ἡ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐπιτευχθεῖσα μείωσις τοῦ ποσοῦ τῶν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ γραμματίων δὲν διήρκεσεν, εἰμὴ ἐπί τινας μόνον ἑβδομάδας, διότι ἐντὸς τοῦ μηνὸς Μαΐου τοῦ 1888 ἀνελήφθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐκ τοῦ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ λογαριασμοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δραχ. 3,283,972.75, καὶ ἀνεβιβάσθη αὖθις μέχρι τῆς 31 Μαΐου τὸ χρέος τοῦτο τοῦ Κράτους εἰς 55,218,972.75. Ἐπειδὴ δὲ αὐτὸ τοῦτο συνέβη καὶ κατὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1888, διότι καὶ τότε πρὸς πληρωμὴν αὐτῶν ἐδανείσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ προκαταβολῆς παρὰ τοῦ κ. Γὶψ 400 χιλιάδας λιρῶν, καὶ τότε συνεφώνησε μετ’ αὐτοῦ νὰ ἀποδώσῃ τὸ ἰσότιμον αὐτῶν εἰς τὰς Τραπέζας πρὸς μείωσιν τοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ποσοῦ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ ἀνεκοίνωσε μάλιστα τοῦτο καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ τότε δὲν ἐξετέλεσε τὴν συμφωνίαν ταύτην μετὰ τοῦ προκαταβαλόντος τὰς 400 χιλιάδας λιρῶν, καὶ τὴν πρὸς τὴν Βουλὴν ὑπόσχεσίν του· διὰ τοῦτο τοὺς τόκους τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1887 καὶ τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1888 ἐπλήρωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐχὶ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων, ἀλλὰ διὰ δανείων· αʹ) ἐκ φράγκων 10,200,000, τὰ ὁποῖα μετὰ τοῦ τόκου των διὰ τὸ πρῶτον ἔτος ἐγένοντο 10,812,000· βʹ) ἐκ φράγκων 10,269,166, ἤτοι τῶν 400 χιλιάδων λιρῶν τοῦ κ. Γίψ, αἵτινες καὶ αὗται εἶχον μετὰ τοῦ τόκου των συγκεφαλαιωθῆ εἰς 410,766 λίρας καὶ σελίνια 13 καὶ πέννας 4· γʹ) ἐκ δραχμῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια 6,080,536.95, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἐκ τοῦ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν δανείου τῶν 15 ἑκατομμυρίων· διὰ δὲ τὰ ποσὰ ταῦτα, δι’ ὧν ἐχρεώθη τὸ Κράτος χάριν τῶν τόκων δύο μόνον ἑξαμηνιῶν, ἐπεβαρύνθη ἔκτοτε τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τόκων: αʹ) 1,264,869.96 εἰς χρυσᾶ φράγκα, διὰ τὸ κατὰ τὰ ἀνωτέρω συγκεφαλαιωθὲν κεφάλαιον 21,081,166 χρυσῶν φράγκων, βʹ) 364,832.21 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, διὰ τὸ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 15 ἑκατομμυρίων διατεθὲν ἕνεκα τῆς πληρωμῆς τῶν εἰρημένων τόκων ποσὸν ἐκ τοῦ συνομολογηθέντος δανείου τῶν 15 ἑκατομμυρίων. Καὶ δὲν προσετέθησαν μόνον τὰ βάρη ταῦτα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἠθετήθησαν προσέτι καὶ δὲν ἐξετελέσθησαν αἱ διὰ τῶν συμβάσεων περὶ τῆς προκαταβολῆς τῶν 10,200,000 χρυσῶν φράγκων καὶ περὶ τῆς προκαταβολῆς τῶν λιρῶν 400,000 ἀναληφθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑποχρεώσεις, καὶ αἱ πρὸς τὴν Βουλὴν γενόμεναι ὑπ’ αὐτοῦ ἐπὶ μειώσει καὶ κλονισμῷ τῆς οἰκονομικῆς πίστεως τοῦ Κράτους. Πῶς λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγε προχθὲς πρὸς τὴν Βουλήν, εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893, ὅτι «ἔβαινεν εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ διαταράσσοντος τὰς συναλλαγὰς τραπεζικοῦ γραμματίου;» Ἀντὶ τούτου ἔβαινεν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος εἰς τὴν διατάραξιν τῆς οἰκονομικῆς πίστεως τοῦ Κράτους, συνομολογῶν συμβάσεις καὶ ἀθετῶν αὐτάς, ἀναλαμβάνων ὑποχρεώσεις καὶ μὴ ἐκτελῶν αὐτάς, ὑπισχνούμενος ἐν συμφωνίαις καὶ ἀθετῶν καὶ συμφωνίας καὶ ὑποσχέσεις. Καὶ δὲν ἦτο μόνον τὸ τραῦμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶχε κατενεχθῆ ἐπὶ τῆς πίστεως τοῦ Κράτους· πρὸ τοῦ τραύματος τούτου ἄλλο εἶχε κατενεχθῆ κατὰ τὸ 1884, ὅτε εἶχε συνομολογήσει τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, τὸ ὁποῖον ἡ ἱστορία θέλει βεβαίως χαρακτηρίσει ἀπαίσιον, διότι τοῦτο ὑπῆρξεν ἡ ἀρχὴ τῶν οἰκονομικῶν δεινῶν, τὰ ὁποῖα ἐπέσκηψαν ἐπὶ τὴν χώραν. Τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων, κατὰ τὰς πρὸς τοὺς δανειστὰς συμφωνίας, αἵτινες εἶχον ἀναγραφῆ καὶ ἐν τῷ νόμῳ, προωρίζετο διὰ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἐξοφλῶν τὰ πρὸς τὰς Τραπέζας ὀφειλόμενα ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, διὰ νὰ δαπανήσῃ δὲ προσέτι ἐξ αὐτοῦ εἰς κατασκευὴν σιδηροδρόμων καὶ εἰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς. Ἀλλὰ διὰ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τούτου δὲν ἐξεπλήρωσε τὰς ἀνάγκας ταύτας, διότι διέθεσεν ἐξ αὐτῶν εἰς τὰς συνήθεις ἀνάγκας τοῦ Κράτους 19,250,280.11· οὕτω δὲ δὲν ἐπήρκεσε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσέπραξεν ὡς ἀντίτιμον τῶν ἐκποιηθεισῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου, ἵνα ἐξοφλήσῃ δι’ αὐτοῦ τὰ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέη τοῦ Δημοσίου· ἐπειδὴ δ’ ἔπρεπεν ἐκ παντὸς τρόπου νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἠναγκάσθη νὰ συνομολογήσῃ προσωρινὰ δάνεια διὰ προκαταβολῶν, νὰ δώσῃ εἰς ἐγγύησιν ὁμολογίας τοῦ δανείου, νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν δυσφήμησιν τοῦ δανείου τούτου, καί, ἕνεκα τῆς κυκλοφορίας τῶν ἐπὶ ἐνεχύρῳ ὁμολογιῶν, ὄχι μόνον νὰ ἐπενέγκῃ δείνωσιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ νὰ μειωθῇ ἡ οἰκονομικὴ πίστις τοῦ Κράτους. Μήπως τοῦτο δὲν συνέβη κατὰ τὴν διάθεσιν τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 1,200,000 λιρῶν, κατὰ τὴν διάθεσιν τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 5,000,000 λιρῶν; Μήπως αὐτὸ τοῦτο δὲν συνέβη κατὰ τὴν διάθεσιν τοῦ προϊόντος τοῦ πραγματοποιηθέντος μέρους τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης; Ἐκ τῶν 40,050,000, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ δανείου τούτου εἶχον εἰσπραχθῆ, εἶχον μὲν ὑπολειφθῆ εἰς ἡμᾶς τοὺς διαδόχους αὐτοῦ 7,694,650, εἶχον δὲ διατεθῆ εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους 12,803,094 φράγκα χρυσᾶ. Ἀλλὰ πράγματι τὰς συναλλαγὰς συνταράσσει ἡ περίσσεια τοῦ κυκλοφοροῦντος ποσοῦ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων; Αὕτη μόνη ἡ αἰτία παρήγαγε τὴν ἀνωμαλίαν, ὡς ὠνόμασεν αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἢ τὴν δείνωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ὁποίαν ἀποτελεῖ ἡ κρατοῦσα νῦν κατάστασις; Κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1891 ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶχεν εἰς κυκλοφορίαν δι’ ἴδιον αὐτῆς λογαριασμὸν 59,097,734.82, διὰ λογαριασμὸν δὲ τοῦ Κράτους 61,807,717.34, ἤτοι 120,905,452.16. Κατὰ Δεκέμβριον δὲ τοῦ 1891 ἐκυκλοφόρουν εἰς λογαριασμὸν τοῦ Κράτους καὶ εἰς λογαριασμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μόνον 115,454,134.01, ἤτοι τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων διὰ λογαριασμὸν τῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Κράτους εἶχεν ἐλαττωθῆ μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου κατὰ 5,451,318.15. Τὸ συνάλλαγμα ὅμως κατὰ τὸν Σεπτέμβριον ἐτιμᾶτο ἀπὸ λεπτῶν 125 ἕως 128, ἐνῷ κατὰ Δεκέμβριον, ὅτε εἶχεν ἐλαττωθῆ τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων κατὰ πέντε καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια, ἐτιμᾶτο ἀπὸ λεπτῶν 134 ἕως 135, ἔφθασε δὲ εἰς τὰ 136 μόνον τὴν 5, τὴν 7, τὴν 9 καὶ τὴν 27 Δεκεμβρίου. Τὴν μείωσιν λοιπὸν τῆς ἀγοραίας τιμῆς τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου δὲν παράγει ἀποκλειστικῶς ἡ περίσσεια τοῦ κυκλοφοροῦντος τραπεζογραμματίου. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπαντῶν ἡμέραν τινὰ εἴς τινα, ἔλεγεν ὅτι ἐλάττωσις κατὰ μικρὰ ποσὰ τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ἀγοραίαν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος, καὶ ὅτι, διὰ νὰ αἰσθανθῇ τὴν διαφορὰν ἡ ἀγορὰ, πρέπει νὰ ἀποσυρθῶσιν 70 ἑκατομμύρια, τότε δὲ βεβαίως θέλει ἐπέλθει ἡ ἰσοτιμία μεταξὺ γραμματίου καὶ μεταλλικοῦ. Ἡ ὑπόθεσις μοὶ φαίνεται ἀδύνατος, πλὴν ἂν κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν τοιαύτην περίσσειαν ἐν Ἑλλάδι χρυσοῦ, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν ἀπόλυτον ἀνάγκην τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου ὡς μέσου συναλλακτικοῦ. Ἐν ὅσῳ ὅμως δὲν ἔχομεν περίσσειαν χρυσοῦ καὶ συναλλαττόμεθα διὰ τραπεζογραμματίων, ἂν ἐλαττωθῇ κατὰ 70 ἑκατομμύρια τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ ποσὸν τῶν τραπεζογραμματίων, θέλει παρασκευασθῆ οἰκονομικὴ καταστροφή. Ἀλλ’ ἂν, ὡς ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργὸς, κατὰ τὴν ὥραν, καθ’ ἣν ἐπῆλθον πτωχεύσεις οἴκων τραπεζικῶν ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐγένοντο περιδεῆ τὰ κεφάλαια, ἂν κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην, ὅτε ἀκόμη ὑπῆρχεν ἀκμαία ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος, ἔπρεπε νὰ σπεύσωμεν νὰ συνομολογήσωμεν δάνεια, διατὶ δὲν ἔπραξε τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἐτύγχανεν ἐν τῇ Κυβερνήσει;—διότι μόνον κατὰ τὴν 25 Ὀκτωβρίου 1890 κατέλιπε τὴν ἀρχήν. Ἀλλ’ οὐ μόνον δὲν εἶχε μεριμνήσει, ἵνα κρατύνῃ τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος, αὐξάνων τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους καὶ ἐλαττόνων τὰ ἔξοδα αὐτοῦ, ἀλλ’ ἔπραττε τοὐναντίον, ἤτοι ἠλάττονε τὰ ἔσοδα, καὶ ηὔξανε τὰ ἔξοδα. Δὲν εἶχε σπεύσει τότε, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1890, ἀποβλέπων ὄχι εἰς τὴν διατήρησιν τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἰς τὴν παρασκευὴν τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος, δὲν εἶχε σπεύσει νὰ προτείνῃ ἐλαττώσεις τῶν φόρων; Δὲν ἔσπευδε τότε νὰ ζητῇ νὰ αὐξήσῃ τὰ ἔξοδα, προτείνων νομοσχέδιον πιστώσεως πέντε καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίων περίπου, ἵνα οἰκοδομήσῃ στρατιωτικὰ κτίρια ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν μέγιστον παρεσκευάζετο κατὰ τὴν χρῆσιν ἐκείνην ἔλλειμμα, ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν ἠλάττονε τὰ ἔσοδα κατὰ 1,195,970.99, μεταβάλλων τὴν κλίμακα τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καταργῶν δύο δεκατημόρια τοῦ φόρου τούτου καὶ ἕτερα δύο δεκατημόρια τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, καταργῶν τὸν ἔγγειον φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, καταργῶν τὴν ἐνοικίασιν τῶν ἀδηλώτων, καὶ ζητῶν νὰ εὕρῃ ἀντισήκωμα, ὅπως καλύψῃ τὸ κενὸν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ δικαιώματος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, αὔξησιν, ἥτις ἐθέρμανε καὶ ἤνδρωσε τὸ λαθρεμπόριον τοῦ καπνοῦ κατὰ τὰ 1890 καὶ 1891;... Τώρα ἂν θέλητε, δύναμαι νὰ διακόψω.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 μ. μ.