1893.01.02
2,608 rows · 20,363 words · 154 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31
Τῆς 2 Ἰανουαρίου 1893.
(Σάββατον).
Ὥρᾳ 6 καὶ 10′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ παρεκάλουν ν’ ἀναγραφῇ ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς ἡ φράσις ἐκείνη, δι’ ἣν ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, κατ’ ἀπαίτησιν τῆς πλειονοψηφίας, μὲ ἀνεκαλέσατε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν εἰς τὴν τάξιν. Δὲν εἶναι τυχαῖον τὸ γεγονὸς δι’ ἕνα Βουλευτὴν, δὲν πρέπει δὲ νὰ μείνωσι τὰ πρακτικὰ ὡς ἔχουσι, καὶ νὰ φαίνηται, ὅτι ἁπλῶς διὰ φράσιν προσβλητικὴν ἀνεκλήθην ἐγὼ εἰς τὴν τάξιν. Πρέπει νὰ δηλωθῇ καὶ ὁποία τις ὑπῆρξεν ἡ φράσις αὕτη. Ἐγὼ ἀπέδωκα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς τοιοῦτον, παράβασιν ἀσύστολον τοῦ νόμου, ἔχων τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδόλως ἐξῆλθον οὕτω τῶν ὑπὸ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων διαγεγραμμένων ὁρίων. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μένῃ ἀόριστος ἡ φράσις, διότι τίς οἶδεν ἐν τῷ μέλλοντι, τί δύνανται νὰ νομίσωσιν, ὅτι ἐγὼ εἶπον ἐναντίον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὥστε ν’ ἀνακληθῶ εἰς τὴν τάξιν. Δὲν ἐπιθυμῶ πάντως νὰ ὑποτεθῇ ὅτι καὶ ἐγὼ ἐξεστόμισα παρεμφερῆ ὕβριν πρὸς ἐκείνην, ἣν ἄλλος ἐν παλαιοτέρᾳ ἐποχῇ ἐξετόξευσε κατὰ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, διϊσχυρισθεὶς περὶ αὐτοῦ, ὅτι ὕβριζε βαναύσως. Κατὰ τοῦ ὑβριστοῦ ἐκείνου ἐξηγέρθη τότε ὁλόκληρος ἡ Βουλή, καὶ ἀπεδοκίμασεν αὐτὸν, ἡ δὲ ὕβρις καὶ ἡ ἀποδοκιμασία ἐκείνη ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς, ὅπως χρησιμεύσωσιν εἰς παραδειγματισμόν. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀναγραφῇ καὶ τώρα αὐτολεξεὶ ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς ἡ φράσις, δι’ ἣν ἐγὼ ἀνεκλήθην εἰς τὴν τάξιν, εἰ μὴ δι’ ἄλλο τι, τοὐλάχιστον ὅπως ἀποδειχθῇ, ὁποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῆς ὕβρεως ἐκείνης, δι’ ἣν προεκλήθη ἡ ἀποδοκιμασία τῆς Βουλῆς ἀκριβῶς κατ’ ἐκείνου, ὅστις νῦν, ἡγούμενος τῆς πλειονοψηφίας, ἐπέβαλεν εἰς αὐτήν, ἵνα ἀπαιτήσῃ παρ’ ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἀνάκλησίν μου εἰς τὴν τάξιν διὰ φράσιν, καθ’ ἣν ἐγὼ ἔχω γνώμην, οὐδόλως ἀπάδουσαν πρὸς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπιθυμεῖτε ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ λέξις;
§3ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἀναγράφεται: «ἐξήνεγκε περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ λέξιν, τῆς ὁποίας οὗτος ἐζήτησε τὴν ἀνάκλησιν». Ἀντὶ τούτου ἐπιθυμῶ νὰ γραφῇ: «Ἀπέδωκεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἀσύστολον παράβασιν τοῦ νόμου, τῆς ὁποίας φράσεως ὁ Ὑπουργὸς ἐζήτησε τὴν ἀνάκλησιν».
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ λέξις, καθ’ ὃν τρόπον τὴν εἴπατε καὶ ὅπως εἶναι ἀναγεγραμμένη εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά.
§5ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ εἶπον αὐτολεξεί: «Ἀσυστόλως παραβαίνουσι τοὺς νόμους». Λοιπὸν ἂς ἀναγραφῇ τότε ἡ φράσις αὕτη.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ θὰ διορθωθῶσιν ὡς ἐπρότεινεν ὁ κ. Βουλευτής. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίῤῥησις;
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. (Τὰ πρακτικά, διορθωθέντα συμφώνως ταῖς παρατηρήσεσι τοῦ κ. Εὐταξία, ἐπικυροῦνται).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δι’ ἐγγράφου του ἀναγγέλλει εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 47 ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δημοσιευθείσης ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 456 ἀπὸ 23 Δεκεμβρίου π. ἔ. φύλλῳ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», ἐνεκρίθη ὁ διὰ τὸ ἔτος 1893 προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων καὶ κληροδοτημάτων, ὡς καὶ τῶν διαγωνισμάτων Κωνσταντίνου Ζάππα. Πολλοὶ γεωργοὶ τοῦ δήμου Φαλάρων τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ προσθέτου φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὡς μὴ δηλώσαντες ἐμπροθέσμως τοῦτον, καθόσον τοῦτο συνέβη ἕνεκα παρατυπίας τῆς Δημαρχίας. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§9ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ταύτῃ τῇ στιγμῇ, κ. Πρόεδρε, εἰσερχόμενος εἰς τὴν Βουλήν, ἔλαβον ἔντυπον τὴν ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὰς 101 ἐπερωτήσεις μου. Ἠδυνάμην ν’ ἀνταπαντήσω πρὸς αὐτὰς νῦν ἀμέσως· ἀλλ’ ὀφείλω ν’ ἀναβάλω τοῦτο μέχρι τῆς προσεχοῦς συνεδριάσεως, ἰδίως διὰ τὸν ἑξῆς λόγον: Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὑποβάλω εἰς αὐστηρὸν ἔλεγχον ὅλην αὐτὴν τὴν ἀπειρίαν τῶν ἀριθμῶν, ἣν ἐγκλείει ἡ παροῦσα ἀπάντησις, ὅπως δὲ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι δυνηθῶσι νὰ μὲ παρακολουθήσωσιν εἰς τὸν τοιοῦτον ἔλεγχον, πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν των, πρὸς τῇ ἀπαντήσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, ὅπερ διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν αὐτοὺς νὰ προσκομίσωσιν ἐνταῦθα κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν ὁμοῦ μετὰ τῆς προκειμένης ἀπαντήσεως. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ τότε ν’ ἀποκαλύψω καὶ νέας ἀνακριβείας ἐν τοῖς ἀριθμοῖς, οὓς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπικαλεῖται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, ἀνακριβείας, ἐνεχούσας διαφορὰς, ἀνερχομένας οὐχὶ εἰς 4 ἢ 5 χιλιάδας, ὡς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ αὐτὸς, ἀλλ’ εἰς 4, 5 καὶ ἐπέκεινα δεκάδας ἑκατομμυρίων δραχμῶν!
§10ΣΑΚΚΗΣ. Ἀνεκοινώθη τηλεγραφικῶς ἐκ Πύλου, ὅτι οἱ στρατιῶται τῆς ἐκεῖ φρουρᾶς, στασιάσαντες, ἐπετέθησαν κατὰ τῶν πολιτῶν καὶ ἐπυροβόλησαν κατὰ τῶν οἰκιῶν. Δὲν γνωρίζω ποία εἶναι ἡ ἀφορμή, ἡ ὁποία προεκάλεσε τὴν στάσιν ταύτην τῶν στρατιωτῶν, γνωρίζω ὅμως, ὅτι ἡ ἐκεῖ φρουρὰ πολλάκις προβαίνει εἰς τοιαύτας παρεκτροπὰς, φονεύσασα μάλιστα ἄλλοτε καὶ πολίτας. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν, ἂν ἔχωσι γνῶσιν τῆς τοιαύτης πράξεως, ἢ, ἂν δὲν ἔχωσι, νὰ φροντίσωσι νὰ πληροφορηθῶσι τάχιστα παρὰ τῶν ἐκεῖ ἀρχῶν, ἐὰν πράγματι τὰ καταγγελλόμενα τηλεγραφικῶς ἔχωνται ἀληθείας, καὶ διατάξωσι τὰ δέοντα.
§11ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐπὶ τοῦ νέου νόμου περὶ χαρτοσήμου, ὅστις ἐψηφίσθη πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν καὶ ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», ἠγέρθη ἀπορία μεταξὺ τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου διὰ τὰ ἐμπορικὰ βιβλία. Ἔμποροι πολλοὶ, ἔχοντες χαρτοσημασμένα ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου ἰσχύοντος νόμου τὰ βιβλία των, ἠρώτησαν, ἂν δύνανται νὰ ἐξακολουθῶσι τὴν ἐν αὐτοῖς ἐγγραφὴν τῶν διαφόρων πράξεων αὐτῶν. Ὁμιλῶν δὲ περὶ βιβλίων, ἐννοῶ τὰ βιβλία ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ ἄρθρου 54, ὅπως ἐτροποποιήθη, τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου ὑποχρεοῦνται νὰ τηρῶσι χαρτοσημασμένα, ἐπὶ ἀπειλῇ προστίμου. Οἱ ἔμποροι ἐθεώρησαν, ὅτι δικαιοῦνται νὰ ἐξακολουθῶσι τὰς γραφὰς ἐν τοῖς βιβλίοις αὐτοῖς, ἀλλ’ οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου ἠξίωσαν, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς νέαν χαρτοσήμανσιν τὰ ἤδη χαρτοσημασμένα βιβλία, ὅπως ἡ ἐν αὐτοῖς ἐργασία τῶν ἐμπόρων ἐξακολουθήσῃ. Φρονῶ ὅτι ἡ ταμιευτικὴ αὕτη τάσις τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων δὲν εἶναι νόμιμος· θεωρῶ ὅτι τὸ βιβλίον ἑνὸς ἐμπόρου ἀποτελεῖ ἓν σύνολον, ἀντιπροσωπεῦον τὰς διαφόρους αὐτοῦ πράξεις, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποχωρίσωμεν τὰς πράξεις αὐτὰς καὶ νὰ κηρύξωμεν ἄκυρον τὸ βιβλίον, τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς προτεραίας ἦτο ἔγκυρον καὶ εἶχεν ὑποστῆ τὸ τέλος τὸ νόμιμον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, καθ’ ἣν ἡμέραν ἐμονογραφήθη ὑπὸ τοῦ προέδρου ἢ τοῦ εἰρηνοδίκου. Ἀγνοῶ ποίαν περὶ τούτου γνώμην ἔχουσιν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν ἀξιότιμοι κύριοι Ὑπουργοί. Ἐπιθυμῶ ν’ ἀκούσω τὴν γνώμην αὐτῶν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, διστάζω νὰ πιστεύσω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τις, ὅτι τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου, τὸ πληρονόμενον ὑπὸ τὸ κράτος κειμένου νόμου καὶ καταβληθὲν νομίμως πρὸς ἐξόφλησιν παντὸς δικαιώματος τοῦ Δημοσίου, δύναται διὰ μεταγενεστέρας πράξεως νὰ θεωρηθῇ ἀνεπαρκὲς δι’ ἔγγραφα, τῶν ὁποίων ἤδη ἤρξατο ἡ χρῆσις, καὶ ν’ ἀπαιτηθῇ νὰ πληρωθῇ διὰ τὰ αὐτὰ ἔγγραφα νέον τέλος. Παρακαλῶ ὅμως τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξηγηθῇ ἐπὶ τούτου, διότι δύνανται νὰ προκύψωσι βραδύτερον δυσχέρειαι, ἕνεκα τοῦ ἀπειλουμένου προστίμου, δυνάμεναι νὰ ἔχωσι βαρείας συνεπείας διὰ τοὺς ὑποχρέους.
§12ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Χαλκίδος Βουλευτὴς ἐξέφρασεν ἀπορίαν, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ ἔμπορος, ὁ ἔχων ἤδη ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ παλαιοῦ νόμου βιβλίον καθημερινὸν ἢ ἀπογραφῶν, νὰ ζητῆται εἰς πληρωμὴν χαρτοσήμου, ὁποῖον ἐκανονίσθη διὰ τοῦ νέου νόμου. Ὁμολογῶ, ὅτι ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς, νομομαθὴς ὢν, ἐδήλωσεν ἀπορίαν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Κατὰ τὸν νόμον τὸν νῦν ἐν ἰσχύϊ περὶ χαρτοσήμου, ὁ ἔμπορος ὀφείλει νὰ τηρῇ τὸ καθημερινόν του, ὡς καὶ τὸ βιβλίον τῶν ἀπογραφῶν, ἐπὶ χαρτοσήμου ἀξίας 20 λεπτῶν κατὰ πᾶν ἀκέραιον φύλλον τεσσάρων σελίδων, μὴ ὑπερβαῖνον τὸ διπλάσιον τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου, 40 δὲ λεπτῶν διὰ πᾶν μεῖζον φύλλον· δὲν δύναται ἑπομένως νὰ τὰ ἔχῃ παρὰ ἐπὶ τοιούτου χαρτοσήμου. Ἐὰν ὅμως συμβῇ, ἔμπορός τις νὰ ἔχῃ τὸ ἥμισυ ἢ μέρος τοῦ καθημερινοῦ του κατειλημμένον καὶ θέλῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ μεταχειριζόμενος αὐτὸ, δύναται, προσθέτων τὴν διαφορὰν τοῦ χαρτοσήμου, νὰ μεταχειρισθῇ καὶ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ βιβλίου· ἐπλήρωσε 10 λεπτά; θὰ πληρώσῃ καὶ ἄλλα 10 λεπτὰ ἐφ’ ἑκάστου φύλλου, καὶ οὕτω δύναται νὰ ἐξακολουθῇ μεταχειριζόμενος τὸ βιβλίον αὐτό. Ἄνευ τούτου εἶναι ἐκτὸς τοῦ νόμου. Ἄλλως τε ἁρμόδιοι εἰσιν οἱ ὑπάλληλοι, εἰς οὓς ἀνατίθεται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου. Γίνεται εἰς τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου ὅ,τι γίνεται εἰς πᾶσαν τὴν φορολογίαν ἐν γένει. Δὲν δύναται ποτὲ ἡ φορολογία τοῦ 1892, ὅταν μεταβληθῇ, νὰ ἐξακολουθήσῃ ἰσχύουσα καὶ διὰ τὸ 1893. Ἐάν τις συνέπεσε νὰ συντάξῃ μίαν ἀγωγὴν κατὰ τὸ 1892 ἐπὶ χαρτοσήμου π. χ. δραχμῆς, μετεβλήθη δὲ τὸ χαρτόσημον αὐτὸ καὶ θέλῃ νὰ κοινοποιήσῃ κατὰ τὸ 1893, ἐννοεῖται, ὅτι θὰ τὴν κοινοποιήσῃ ἐπὶ χαρτοσήμου ἀναλόγου. Δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἄλλως. Εἶναι λογικὸν, καὶ τοιαῦται τουλάχιστον ἔχουσι δοθῆ ὁδηγίαι εἰς τοὺς ἐπιτετραμμένους τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου.
§13ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐκοινοποίησε τὴν ἀγωγήν;
§14ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τὴν ἐκοινοποίησεν, εἶναι ἔγκυρος. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου σήμερον· πρόκειται ὁ ἔμπορος νὰ γράψῃ τὸ καθημερινόν του ἐπὶ χαρτοσήμου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὸν σήμερον ἰσχύοντα νόμον. Ποῖον εἶναι τὸ χαρτόσημον τὸ σήμερον κρατοῦν ὡς πρὸς τὰ ἐμπορικὰ βιβλία; Εἶναι τὸ εἰκοσάλεπτον· ὀφείλει λοιπὸν ἐπὶ εἰκοσαλέπτου χαρτοσήμου νὰ γράψῃ αὐτό. Ἐπειδὴ ὅμως αὐτὸς ὑπεβλήθη ἤδη εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ δεκαλέπτου, δὲν θὰ πληρώσῃ 20 λεπτὰ, ἀλλὰ 10 μόνον· θὰ τὸ προσαγάγῃ εἰς τὸν ἁρμόδιον Πρόεδρον καὶ δὲν θὰ πληρώσῃ τὸ ὅλον τοῦ τέλους, ἀλλὰ τὴν ἐπὶ πλέον μόνον διαφοράν.
§15ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι παρουσιάζεται μία πρακτικὴ δυσκολία εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἰδέας ταύτης, διότι τὸ ἡμερολόγιον ὡς καὶ τὰ ἄλλα βιβλία τῶν ἐμπόρων ἀποτελοῦσιν ἓν ὅλον πλῆρες. Ἐν τῷ ἡμερολογίῳ, τὸ ὁποῖον ἐφορολογήθη κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν, ὁ ἔμπορος ἐνέγραψεν ἴσως πράξεις ὁλοκλήρου ἔτους. Τὰς πράξεις ταύτας δὲν δύναται, ἐννοεῖται, νὰ τὰς ἐμπιστευθῇ σήμερον εἰς ἕνα ὑπάλληλον τοῦ Δημοσίου, ὅπως κάμῃ οἱανδήποτε αὐτοῦ χρῆσιν καὶ λάβῃ γνῶσιν τῶν πράξεων καὶ τῶν ἐργασιῶν τοῦ ἐμπόρου. Βεβαίως εἶναι λογικὴ ἡ βάσις, ὅτι σήμερον ὀφείλει τις νὰ γράψῃ ἐπὶ χαρτοσήμου ὁριζομένου ὑπὸ τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Τοῦτο εἶναι ἀναντίῤῥητον· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἔπρεπεν ἢ νὰ προΐδῃ ἡ Κυβέρνησις, ἢ συντάξασα τὸν νόμον, ἢ ἀφοῦ δὲν προεῖδε τοῦτο, νὰ φροντίσῃ, ὅπως δι’ ἑτέρου νόμου ἀποφύγῃ τὸ πρακτικὸν τοῦτο ἄτοπον. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποχρεώσητε ὅλους τοὺς ἐμπόρους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι βιβλία κατὰ τὸ ἥμισυ γεγραμμένα, νὰ καταθέσωσι τὰ βιβλία ταῦτα εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, καὶ νὰ ἐμπιστευθῶσιν ἄνευ εὐλόγου ἀνάγκης, ἄνευ δικαστικῆς τινος ὑποχρεώσεως, ἥτις νὰ δικαιολογῇ τὴν ἐπέμβασιν τῆς ἀρχῆς καὶ τὴν ἔρευναν τῶν πράξεων τοῦ ἐμπόρου, νὰ ἐμπιστευθῶσι τὰς πράξεις αὐτῶν ὁλοκλήρου ἔτους εἰς ἕνα ὑπάλληλον; Πάντες γνωρίζομεν, ὅτι τὸ μυστικὸν τῶν πράξεων ἑνὸς ἐμπόρου εἶναι ἓν κεφάλαιον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις, ὅπως ἡ δικαιολογητικὴ αὕτη ἐφαρμογὴ τοῦ νέου νόμου λάβῃ χώραν κατὰ τρόπον μὴ βλάπτοντα τὰ συμφέροντα τῶν ἐμπόρων. Δόσατε, ἂν ἡ νομοθεσία τὸ ἐπιτρέπῃ, τὸ δικαίωμα, ὅπως διὰ κινητοῦ χαρτοσήμου συμπληρῶσι τὸ ποσὸν, ἢ, ἂν ἡ νομοθεσία δὲν ἐπιτρέπῃ τοῦτο, φέρετε νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀποφυγὴν τοῦ πρακτικοῦ τούτου ἀτόπου.
§16ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἠδίκησε τὴν νοημοσύνην του, προβάλλων τοιαύτην ἀπορίαν, λόγῳ πρακτικῶν δυσκολιῶν, διότι δὲν ὑπάρχει κἀμμία πρακτικὴ δυσκολία. Ὁ ἔμπορος, ἂν τῷ ὄντι αὐτὸς θελήσῃ, δύναται νὰ κρατήσῃ μυστικὸν ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ δικαστηρίου τὸ περιεχόμενον τοῦ μέχρι τοῦδε ἐν χρήσει βιβλίου του· ἄριστα δύναται αὐτὸς νὰ τὰ κλείσῃ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον θέλει, νὰ ἀφήσῃ δὲ ἐκεῖνα μόνον τὰ φύλλα, τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ κάμῃ χρῆσιν ἐν τῷ μέλλοντι, ἵνα τεθῇ ἐπ’ αὐτῶν τὸ χαρτόσημον.
§17ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος, καίπερ κατακριθεῖσα πικρῶς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἶναι ὀρθοτάτη. Ὡμολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι, ἂν ἔχῃ κοινοποιηθῆ πρὸ τοῦ νόμου μία ἀγωγὴ, δὲν ἕπεται, ὅτι πρέπει νὰ περιβληθῇ καὶ νέον χαρτόσημον βαρύτερον, ἂν ἤθελεν εἰσαχθῆ τοιοῦτον· ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ βιβλίον τοῦ ἐμπόρου, ἔλαβε πληρεστάτην νόμιμον ὕπαρξιν, καθ’ ὃν χρόνον τοῦτο, ὑποβληθὲν εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον, ἐμονογραφήθη παρ’ αὐτοῦ. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁλόκληρον τὸ βιβλίον ἔχει νόμιμον ὕπαρξιν, καὶ δὲν δύναται τὴν ὕπαρξιν αὐτὴν νὰ τὴν καταστήσῃ ἀμφισβητήσιμον ἡ κατόπιν ἐπελθοῦσα αὔξησις τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι τοιαύτη ἑρμηνεία πρέπει νὰ δοθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ αὐτὴν ἐπιβάλλει συγχρόνως καὶ ἡ ἐπιείκεια πρὸς τὸ ἐμπόριον, τὸ ὁποῖον πράγματι ἀνεστατώθη καθ’ ὁλοκληρίαν, ἕνεκα τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγον οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, χωρὶς νὰ λάβωσι τὴν πρόνοιαν νὰ κανονίσωσι ῥητῶς καὶ τὴν περίπτωσιν αὐτήν.
§18ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἰς τὸν ἐκ Χαλκίδος ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκφράζω τὴν ἔκπληξίν μου διὰ τὴν ἐπερώτησίν του· ἀλλ’ ἐξεπλάγην ἀκριβῶς διὰ τὸν ἀντίθετον λόγον, δι’ ὃν ἐξεπλάγη καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι ἐνόμισα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ νομικὸς ἄνθρωπος, καὶ νομικὸς, οἷος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος, ὅστις νὰ ἐκφράσῃ ἀπορίαν ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιδέχεται κἀμμίαν ἀμφιβολίαν. Ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου ὁ νέος πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1893· ὁ ἔχων κατὰ τὰς νομίμους διατυπώσεις χαρτοσημασμένα ἐκ τῶν προηγουμένων ἐτῶν τὰ ἐμπορικά του βιβλία ἔχει μίαν πρᾶξιν νόμιμον εἰς χεῖράς του πλήρη, διότι τὸ βιβλίον τοῦτο θεωρεῖται ἓν ὅλον, ἀποτελεῖ, οὕτως εἰπεῖν, ἓν χαρτόσημον, τοῦ ὁποίου ἤρξατο ἤδη ἡ χρῆσις καὶ οὗτινος δύναται νὰ γείνῃ χρῆσις, μέχρις οὗ ἐξαντληθῇ τὸ βιβλίον τοῦτο. Δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον προεκάλεσε τὴν συζήτησιν ταύτην. Ἵνα προκληθῇ νομοθετικὴ ἑρμηνεία; Δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος χρόνος ἤδη, οὔτε ὁ τρόπος, ὅπως γένηται τοιαύτη νομοθετικὴ ἑρμηνεία. Ἂν ἤμην Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν καὶ προσῆγον πρὸς ἐμὲ τοιαῦτα βιβλία ἐπὶ χαρτοσήμου, ὅπως θεωρήσω ἐκ νέου ταῦτα, πρὸς ἐπιβολὴν συμπληρωτικοῦ τέλους, ὡς ὑποδεικνύει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἤθελον ἀποδιώξει τοὺς ἐμπόρους, τοὺς ζητοῦντας νὰ προστεθῇ τέλος εἰς τὰ ὑπολειπόμενα φύλλα, διότι θὰ ἔλεγον εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἔχουσιν εἰς χεῖράς των μίαν ἔγκυρον καὶ νόμιμον πρᾶξιν, τῆς ὁποίας δύνανται νὰ ποιήσωνται χρῆσιν, μέχρις ὅτου ἐξαντληθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ βιβλίον. Ἑπομένως τὸ ζήτημα δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης κρίσεως τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων φόρων. Ἕκαστος ἔμπορος, ἂν ἔχῃ ἀντίληψιν τοῦ νόμου, θέλει συμμορφωθῆ πρὸς τὸν νόμον, δὲν θέλει δηλ. ἐπιζητήσει νὰ προστεθῇ τέλος οὔτε εἰς τὰ ὑπολειπόμενα φύλλα, οὔτε νὰ ποιήσηται χρῆσιν νέων βιβλίων, ἀλλὰ θὰ ἐξακολουθήσῃ ἔχων ἐν χρήσει τὰ παλαιά. Εἶμαι δὲ βέβαιος, βεβαιότατος, δὲν ἔχω κἀμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἄν ποτε γεννηθῇ ζήτημα ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων περὶ τούτου, εἶναι ἀδύνατον τὰ δικαστήρια νὰ δώσωσιν ἀλλοίαν λύσιν. Ἑπομένως θεωρῶ ἄσκοπον ἐντελῶς καὶ ματαίαν τὴν συζήτησιν· δὲν θεωρῶ δὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὀρθήν, καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα μὴ τυχὸν θεωρηθῇ, ὅτι ἡ προκειμένη συζήτησις ἔχει σχέσιν τινὰ, ἔστω καὶ μεμακρυσμένην, πρὸς τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο καθ’ ὃν χρόνον ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου. Εἶναι ἡ παροῦσα συζήτησις μία ἐντελῶς ἄσχετος συζήτησις ἐπὶ ἄλλου θέματος, οὐδεμίαν ἔχουσα σχέσιν πρὸς τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, καὶ ἑπομένως μὴ δυναμένη νὰ προσδώσῃ χαρακτῆρα ἑρμηνευτικὸν εἰς τὴν διάταξιν τὴν σχετικὴν τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου. Οἱ ἔμποροι, οἱ ἔχοντες βιβλία χαρτοσημασμένα νομίμως ἐκ προηγουμένης ἐποχῆς, δύνανται νὰ ποιῶνται χρῆσιν τούτων μέχρις ἐξαντλήσεως αὐτῶν, διότι ταῦτα εἶναι ὅλα πρᾶξις ἔγκυρος, ἥτις ἔλαβε νόμιμον ὕπαρξιν πολὺ πρὶν ἢ ψηφισθῇ ἢ ἰσχύσῃ ὁ νέος νόμος περὶ χαρτοσήμου· περὶ τούτου δὲ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία τις εἰς τὸ μέλλον.
§19ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα. Ὁ ἐμπορικὸς νόμος διατάσσει, ὅπως οἱ ἔμποροι χαρτοσημαίνωσι τὰ ἡμερολόγια καὶ τὰ βιβλία τῶν ἀπογραφῶν αὐτῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ διάταξις ἐκείνη τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου δὲν ἐφηρμόσθη κατὰ τὸ παρελθὸν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον παρὰ τοῖς ἐμπόροις, ἡ Κυβέρνησις ἔφερε νόμον, τὸν ἐσχάτως ψηφισθέντα παρὰ τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦ ὁποίου ὑποχρεοῖ τοὺς ἐμπόρους ἀπὸ σήμερον καὶ ἐφεξῆς νὰ ἔχωσιν ὑποχρεωτικῶς βιβλία χαρτοσημασμένα. Ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου ἐκείνου δὲν ἐγεννήθη κἂν ἡ ὑπόνοια, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα ἔχουσι χαρτοσημανθῆ δυνάμει τοῦ πρὶν ἰσχύοντος νόμου, νὰ μὴ ἦναι ἔγκυρα καὶ ν’ ἀπαιτήσωσι νέαν χαρτοσήμανσιν. Ὅτι δὲ οὐδεμία τοιαύτη ὑπόνοια ὑπῆρξε τότε, ἀπόδειξις, ὅτι ὁ νόμος δὲν προέβλεψε τοῦτο. Ἐφηρμόσθη δὲ, κύριε Πρόεδρε, ὁ νόμος ἐκεῖνος κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου, διότι ὅλοι οἱ ἔμποροι Πειραιῶς, ὡς ἐγὼ ἀντελήφθην, ἔσπευσαν νὰ χαρτοσημάνωσι τὰ βιβλία των δυνάμει τοῦ παλαιοῦ νόμου, καὶ ὁ εἰρηνοδίκης Πειραιῶς τοιαύτην ἑρμηνείαν ἔδωκεν εἰς τὸν νόμον, ὅτι, ἂν τὰ βιβλία των ἦναι χαρτοσημασμένα μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου, τότε δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην τοῦ νέου νόμου. Τοιαῦται δὲ χαρτοσημάνσεις ἐγένοντο ὑπὲρ τὰς 500, καὶ τοιαύτην ἑρμηνείαν ἔδωκεν ἐκεῖ ὁ εἰρηνοδίκης· ἀπορῶ δὲ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔρχεται καὶ λέγει σήμερον, ὅτι τὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα φέρουσι τὸ χαρτόσημον δυνάμει τοῦ παλαιοῦ νόμου, δὲν ἰσχύουσιν, ἂν δὲν τεθῇ ἐπ’ αὐτῶν τὸ ἐπὶ πλέον. Ἀλλὰ ποία διάταξις τοῦ νέου νόμου λέγει νὰ θέσωσι τὸ ἐπὶ πλέον χαρτόσημον; Οὐδεμία τοιαύτη διάταξις τοῦ νέου νόμου δίδει τοιοῦτον δικαίωμα. Ἂν αὔριον παρουσιάσω τὸ βιβλίον, τὸ ὁποῖον εἶναι κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον χαρτοσημασμένον, εἰς τὸν ταμίαν πρὸς συμπλήρωσιν, καὶ μοὶ εἴπῃ ὁ ταμίας, ὅτι ὁ νέος νόμος ἀπαιτεῖ νὰ θέσω χαρτόσημον 20 ἢ 40 λεπτῶν, οὐδέποτε θέλω παραδεχθῆ νὰ προσθέσω τὸ ἐπὶ πλέον δεκάλεπτον ἢ εἰκοσάλεπτον χαρτόσημον ἐπὶ τοῦ βιβλίου. Διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ μία νέα ἑρμηνεία, ἡ ὁποία δὲν ἀναφέρεται ἐν τῷ νέῳ νόμῳ; Ἡμεῖς ὅλοι ἐνταῦθα, ψηφίζοντες προχθὲς, εἴχομεν τὴν συνείδησιν, ὅτι ἐψηφίζομεν νόμον, ὅστις πρόκειται νὰ ἰσχύσῃ ἀπὸ τοῦ 1893, χωρὶς νὰ προσβάλῃ τὰ κεκτημένα δικαιώματα καὶ χωρὶς νὰ προσβάλῃ ἐκεῖνα τὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀποκτήσει τὸ δικαίωμα αὐτὸ δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος μέχρι τοῦδε νόμου. Πραγματικῶς δὲ ἀντίθετος ἑρμηνεία εἶναι παράδοξος καὶ παράλογος, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην.
§20ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος λίαν ὀρθῶς εἶπεν, ὅτι τὰ βιβλία τῶν ἐμπόρων, τὰ κρατηθέντα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τότε νόμου ἐπὶ λεπτῶν 10, ἰσχύουσι καὶ ἐξακολουθοῦσιν ἰσχύοντα καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νέου νόμου· διότι ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἀντὶ νὰ ὁρίσῃ, ὡς ὥρισεν, εἰς 2½ λεπτὰ τὸ τέλος χαρτοσήμου ἐπὶ ἑκάστης σελίδος, ἠδύνατο νὰ εἴπῃ «διατάσσω δεκαπεντάλεπτον χαρτόσημον νὰ τίθηται εἰς τὸ βιβλίον», ἢ «διατάσσω, ἀντὶ τῆς τοιαύτης χαρτοσημάνσεως νὰ τίθηται χαρτόσημον 2½ λεπτῶν εἰς ἕκαστον φύλλον». Ὁ ἔμπορος, συμμορφούμενος τῷ νόμῳ, ἐχαρτοσήμανε τὰ κατάστιχά του συμφώνως πρὸς τὸν νόμον αὐτὸν, θέσας αὐτὸ τὸ χαρτόσημον ἐν ὅλῳ, ἢ θέσας ἀνὰ 2½ λεπτὰ εἰς ἑκάστην σελίδα, ἡ δὲ χαρτοσήμανσις αὕτη ἐβεβαιώθη διὰ πράξεως τοῦ ἁρμοδίου Προέδρου, καὶ οὕτως ὁ ἔμπορος ἀπέκτησε δικαίωμα νομίμως κατηρτισμένον. Δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὸ τὸ βιβλίον εἶναι ἐν μέρει ἔγκυρον καὶ ἐν μέρει ἄκυρον; δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι αἱ σελίδες αἱ χαρτοσημασμέναι καὶ ἐπικεκυρωμέναι κατὰ τὸ κράτος τοῦ τότε νόμου ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, σήμερον κηρύσσονται ἀνίσχυροι, ἄνευ ῥητῆς διατάξεως τοῦ νέου περὶ χαρτοσήμου νόμου; Ὁ νόμος εἶναι φορολογικὸς, καὶ ἐν ὅσῳ δὲν περιέχει τοιαύτην διάταξιν, δὲν δύναται κατ’ ἀναλογίαν νὰ ἐφαρμοσθῇ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· πρέπει νὰ ἤμεθα καὶ πρακτικοί. Τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀποφανθέντος νῦν γνώμην ἐναντίαν, τί θὰ κάμωσιν οἱ ἔμποροι, οἱ ὁποῖοι ἕως χθὲς ἦσαν ἐν ἀναστατώσει, ὅπως συντάξωσι τὰ βιβλία των κατὰ τοὺς νόμους, τοὺς ἰσχύοντας τότε; Θὰ ἐπέλθῃ τοιαύτη κατάστασις, ἥτις θὰ σηκώσῃ τὸν κόσμον εἰς ἐπανάστασιν. Καὶ ἂν κριθῇ δικαία ἢ νόμιμος ἡ κατάστασις αὕτη, βεβαίως τὸ ἐννοῶ νὰ ὑποστῶσι τὰ βάρη τοῦ νόμου, ἀλλὰ δι’ ἑρμηνείας τοιαύτης, ἐκτὸς τοῦ νόμου, ἐκτὸς τῆς λογικῆς, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι κακὸν νὰ προβαίνωμεν εἰς τοιαύτην φοροδοσίαν. Λοιπὸν καρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον σήμερον, δι’ οὗ νὰ δώσῃ ἑρμηνείαν εἰς τὸν νόμον.
§21ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην.
§22ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀνάγκη μεγάλη. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι οἱ Πρόεδροι τῶν δικαστηρίων ἑρμηνεύσωσι τὸν νόμον ὅπως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λεβαδείας τὸν ἐννοεῖ, καὶ ἀποφανθῶσιν οὕτως, οὐχ ἧττον οἱ ἔμποροι, ἐν ἀδήλῳ διατελοῦντες, δὲν δύνανται ἢ νὰ ἀναστατωθῶσιν, ὅπως συμπληρώσωσι τὰς χαρτοσημάνσεις, διὰ ν’ ἀποφύγωσι τὴν καταδίωξιν τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων καὶ τὸ διπλοῦν ἐπιτήδευμα, ὅπερ ἐπιβάλλεται ὡς πρόστιμον. Τί γνωρίζει ὁ ἔμπορος; Γνωρίζει ὁ Πρόεδρος, ἀλλὰ ὁ ἔμπορος δὲν γνωρίζει, τί νὰ πράξῃ ἀπέναντι αὐτῆς τῆς δηλώσεως τοῦ Ὑπουργοῦ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον, πρὸς καθησύχασιν τοῦ τόπου, καὶ ἐκ τοῦ νόμου παραγομένη, νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ἀποφαινόμενον ὅτι τὰ βιβλία τὰ χαρτοσημανθέντα ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ παλαιοῦ νόμου καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτου νόμου, αὐτὰ εἶναι ἰσχυρὰ μέχρις ἐξαντλήσεώς των.
§23Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἑρμηνείας, ἡ Κυβέρνησις βεβαίως δὲν ἤθελε δώσει αὐτὴν ἐν συζητήσει, ὁποία ἡ νῦν προκαλουμένη, ἀλλ’ ἤθελεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως δὲν θὰ ἦτο τοιοῦτον, ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ὑποθέτει· διότι, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, ἡ ὀρθὴ λύσις τοῦ ζητήματος, ἀσχέτως πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ψηφισθέντος νόμου, εἶναι, ὅτι πρέπει τὸ χαρτόσημον νὰ πληρόνηται κατὰ τὰ κείμενα, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, συνεπείᾳ ἀρχῆς τινος, ὅτι τὸ βιβλίον ἀποτελεῖ ἑνιαῖον καὶ ἀδιαίρετον ὅλον, νὰ παραβιάζηται κείμενος νόμος, καὶ ἄλλοι μὲν νὰ πληρώνωσι χαρτόσημον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διπλασίου, ἄλλοι δὲ νὰ πληρώνωσι χαρτόσημον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἡμίσεως. Ἠκούσατε δὲ πρὸ ὀλίγου τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, εἰπόντος, ἐκ πληροφοριῶν, ἃς ἔχει ἐκ Πειραιῶς, νομίζω, καὶ αἵτινες εἶναι βεβαίως αὐθεντικαὶ, ὅτι καταδολίευσις ἤδη ἐγένετο, ὅτι μέγας ἀριθμὸς ἐμπόρων ἐν Πειραιεῖ ἔσπευσαν, ἵνα χαρτοσημάνωσι τὰ βιβλία των. Διατί; Ὅπως, ἀσχέτως πρὸς τὸν νέον νόμον, φορολογῶνται αὐτοὶ, χάρις εἰς τὴν νοημοσύνην των καὶ εἰς τὴν ἐπιμέλειάν των, ἐλαφρότερον τῶν ὀλιγώτερον νοημόνων ἢ ὀλιγώτερον ἐπιτηδείων. Ἡ τοιαύτη κατάστασις δὲν θὰ ἦτο ἡ πρέπουσα. Ἂν δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ παρὰ τοῖς δικαστηρίοις ἀμφισβήτησίς τις,—ἐγὼ δὲ νομίζω, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις,—φρονῶ, συμφωνῶν κατὰ τοῦτο ἐντελῶς μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λεβαδείας Βουλευτοῦ, ὅτι ταῦτα, τὰ νῦν παρ’ ἡμῶν λεγόμενα ἐνταῦθα, οὐδόλως θέλουσιν ἐπηρεάσει τὰ δικαστήρια. Τὰ δικαστήρια θέλουσιν ἀποφασίσει κατὰ τὴν ἰδίαν αὑτῶν πεποίθησιν περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου καὶ περὶ τῆς ἐννοίας αὐτοῦ. Καὶ ἐν ἐκείνῃ ἔτι τῇ συζητήσει, καθ’ ἣν ἐψηφίζετο ὁ νόμος, ἂν ἐλέγοντο πολλὰ ἐκ τῶν νῦν λεχθέντων, ἀμφίβολον εἶναι, ἂν θὰ ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψει εἰς ἑρμηνείαν τοῦ νόμου, βεβαίως ὅμως δὲν δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει τὰ σήμερον λεγόμενα ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτε πλέον πρόκειται περὶ νόμου, καὶ οὐχὶ περὶ νομοσχεδίου. Ἡ Βουλὴ συζητοῦσα οὐδὲν ἔχει ἀνώτερον δικαίωμα, οὐδεμίαν ἐξουσίαν πρὸς ἑρμηνείαν τοῦ νόμου, διότι ἑρμηνείαν τοῦ νόμου δύναται νὰ δώσῃ ὁ νόμος, δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἡ Βουλὴ ἐν συζητήσεσι προκαλουμέναις ἐπὶ ἐπερωτήσεσι. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη θὰ ἦτο καλὸν νὰ παύσῃ. Ἐξακολουθοῦσα, εἰς οὐδὲν ἄλλο δύναται νὰ καταλήξῃ, εἰμὴ εἰς παραπλάνησίν τινων, ὅτι ἐδόθη δῆθεν ἑρμηνεία αὐθεντικὴ, πείθουσα αὐτοὺς, ὅπως πράξωσιν ἢ μὴ πράξωσί τι, δυνάμενον νὰ τοὺς ζημιώσῃ. Δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἀναλαμβάνωμεν τὴν εὐθύνην τῶν συνεπειῶν συζητήσεων μὴ κανονικῶν. Κανονικαὶ θὰ ἦσαν τοιαῦται συζητήσεις ἐξ ἀφορμῆς ψηφιζομένου νομοσχεδίου, περιλαμβάνοντος διάταξιν ἑρμηνευομένην ὑπὸ τῆς συζητήσεως· κανονικὴ ἐπίσης θὰ ἦτο συζήτησις, σκοποῦσα τὴν πρόκλησιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ὑποβάλῃ νομοσχέδιον· ἀλλὰ συζήτησις ἀφορῶσα εἰς ἑρμηνείαν τοῦ ψηφισθέντος νόμου δὲν χωρεῖ. Διὰ τοῦτο, ἂν πρόκηται ἁπλῶς νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς ἀνάγκης, ὅπως ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν συζητοῦντες ὠφελίμως. Ἂν ὅμως πρόκηται περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ κειμένου νόμου, νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις.
§24ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀπορία, ἥτις ἐγεννήθη ἐν ἡμῖν, μ’ ὅλην τὴν πρός με φιλόφρονα δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν προέρχεται ἐξ ἰδιοτρόπου κρίσεως, προέρχεται ἐκ τῶν ἄρθρων 19 καὶ 67 τοῦ κειμένου περὶ χαρτοσήμου νόμου, ὁ ὁποῖος δὲν κατηργήθη διὰ τοῦ τελευταίως ψηφισθέντος, ἀλλ’ ἁπλῶς μόνον ἐτροποποιήθη. Ὡς πάντες γινώσκετε, ἔμεινεν ἀναλλοίωτος ὁ γενικὸς νόμος εἰς τὴν τελευταίαν αὐτοῦ διάταξιν. Τὸ ἄρθρον 67 ἰδοὺ τί λέγει (ἀναγινώσκει: «Τὰ ἔγγραφα τὰ πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου γεγραμμένα ἐπὶ τοῦ νομίμου σφραγιστοῦ χάρτου, ὅπως προσαχθῶσιν ἐν καιρῷ ἐνώπιον τῆς ἀρχῆς, ἐπιτρέπεται νὰ προσαχθῶσι καὶ μετὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου, ὅπως χρησιμεύσωσιν εἰς ὃν ἦσαν ἀνέκαθεν προωρισμένα σκοπόν». Παρατηρεῖτε ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅτι διὰ πᾶν χαρτόσημον, τοῦ ὁποίου ἐγένετο χρῆσις, προὐνόησεν ὁ νόμος νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἰσχὺν τοῦ ἐγγράφου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπληρώθη τέλος πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ἐκείνου, καὶ ἐπέτρεψεν εἰς τὸν πολίτην τὸ προκείμενον ἄρθρον νὰ παρουσιάζηται ἐνώπιον πάσης ἀρχῆς. Τώρα ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἔρχεται καὶ λέγει: «Ἔχετε βιβλίον, διὰ τὸ ὁποῖον κατεβάλετε τὸ πρὸς χαρτοσήμανσιν ἀπαιτούμενον τέλος κατὰ τὸν κείμενον νόμον, καὶ ἠρχίσατε νὰ ἐγγράφητε ἐν αὐτῷ τὰς διαφόρους ἐμπορικὰς πράξεις σας· ἐγὼ ἔρχομαι καὶ χωρίζω τὰ φύλλα, καὶ τὰ μὲν 100 πρῶτα, τὰ γεγραμμένα, εἶναι ἔγκυρα καὶ ἐπαρκῶς χαρτοσημασμένα, ἀλλὰ τὰ 10 ἢ 20 φύλλα, τὰ ὁποῖα ἔμειναν ἄγραφα, ἐγὼ τὰ ἀποσπῶ ἀπὸ τὴν νόμιμον χαρτοσήμανσιν, ἡ ὁποία ἤδη ἐγένετο, καὶ ἐπιβάλλω συμπληρωτικῶς δευτέραν χαρτοσήμανσιν· ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει δὲν προβῇ ὁ ἔμπορος εἰς αὐτήν, ἔχω τὸ ἄρθρον 54, ὡς ἐτροποποιήθη, ἵνα ἀπολύσω τοὺς οἰκονομικούς μου ὑπαλλήλους καὶ τοὺς κρίνοντας κατὰ πρῶτον βαθμὸν ἄλλους οἰκονομικούς μου ὑπαλλήλους, ὅπως ἐπιβάλλωσιν ἐπὶ τῆς ῥάχεως τοῦ ἐμπόρου δεύτερον φόρον ἐπιτηδεύματος διὰ τὸ αὐτὸ ἔτος, ἢ πρόστιμον, ἂν ὁ ἔμπορος δὲν ἦναι ἐγγεγραμμένος εἰς τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους τῶν ἐπιτηδευμάτων.» Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται τὴν τελείαν αὐτῶν συνδρομὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐπιβάλῃ ἅπαντας τοὺς φόρους, οἵτινες κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῆς θέλουσι συντελέσει πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως ἡμῶν· ἐν τῷ σταδίῳ τούτῳ θέλω ἐξακολουθήσει μέχρι τέλους ὑποστηρίζων τὴν ὄντως πατριωτικὴν προσπάθειαν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ἔργον τοῦτο· ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ διὰ τοῦτο καὶ ἑρμηνείας, αἱ ὁποῖαι ἐνταῦθα ἐκφέρονται, καὶ αἵτινες οὔτε πρὸς τὸ γράμμα οὔτε πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου συμφωνοῦσιν. Εἶναι ἀρκούντως βαρὺς ὁ τελευταῖον ψηφισθεὶς νόμος, καὶ ἐψηφίσαμεν αὐτὸν ἐν ἐπιγνώσει τῶν διατάξεων αὐτοῦ· ἀλλὰ δὲν θεωρῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτείνωμεν τὴν φορολογικὴν δύναμιν τοῦ νέου νόμου, ὅπως ἀποδειχθῇ ἀφόρητος καὶ δώσωμεν ὅπλα εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους, ἵνα καταστήσωσι τὸ ἔργον ἡμῶν τὸ νομοθετικὸν ἐπαχθὲς διὰ τὸν λαόν. Ἄλλως πρόκειται, Κύριοι, περὶ ποσοῦ οὐχὶ τόσον σημαντικοῦ, περὶ δύο, τριῶν ἢ πέντε χιλιάδων δραχμῶν, ἐνῷ θὰ εἰσπραχθῇ ποσὸν ἑκατονταπλάσιον ἴσως ἐκ τοῦ ἐπιβαλλομένου τέλους διὰ τῆς λογικῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἐσχάτως ψηφισθεισῶν διατάξεων. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα μὴ καταστήσωμεν βαρυτέρας διὰ τῆς ἑρμηνείας ταύτης διατάξεις, αἵτινες οἴκοθεν ἤδη εἶναι ἀρκούντως βαρεῖαι.
§25ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν ἐξομολόγησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέλιπε πλέον ἡ ἰδέα ἡ πρακτικὴ τοῦ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτοῦ, ὅτι οἱ Πρόεδροι θέλουσιν ἀκολουθήσει τὴν διάταξιν τοῦ νόμου. Ἀλλὰ καὶ ἂν παραδεχθῶμεν τοῦτο, τίς ἔφορος θὰ παραβιάσῃ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν; Ἢ νομίζετε, ὅτι ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος, ἢ ἄλλος οἰκονομικὸς ὑπάλληλος, θὰ σεβασθῇ τίνα γνώμην ἔχουσι τὰ δικαστήρια; Ἄλλως ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα ἀναφαίνονται ἐν τῇ διοικήσει, καὶ ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ σαφῆ ἑρμηνείαν περὶ τούτου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προκαλέσῃ νόμον ἑρμηνευτικὸν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διὰ νὰ γνωρίζῃ ὁ δυστυχὴς ἔμπορος, τί πρέπει νὰ πράξῃ, διότι ἤδη ἅπαντες εὑρίσκονται ἐν ἀμφιβολίᾳ.
§26Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰπόντος ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ πέρας εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην· διότι μετὰ τὰ λεχθέντα ἐν τῇ Βουλῇ, ἰδίως παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπῆλθε σύγχυσις, ἡ ὁποία θὰ θέσῃ ἐν ἀμφιβολίᾳ ὄχι μόνον τὴν κοινωνίαν, ἀλλὰ καὶ τὰ δικαστήρια. Ἐγὼ κατ’ οὐσίαν συμφωνῶ μὲ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς σήμερον, διότι τὸ κακὸν δὲν ἔγκειται ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ ταύτῃ, ἀλλ’ ἔγκειται ἐν τῷ νόμῳ, τὴν ἑρμηνείαν δὲ ταύτην, ὅτι μετὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ νέου νόμου δὲν ἰσχύουσιν αἱ πράξεις αἱ γραφόμεναι εἰς φύλλα χαρτοσημανθέντα ὑπὸ τὸ κράτος παλαιοτέρου νόμου, θὰ δώσωσι καὶ τὰ δικαστήρια. Διὰ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ νόμου, νὰ ἐπιμεληθῇ, ὥστε ἐντὸς τῆς συνόδου ταύτης νὰ εἰσαχθῇ καὶ ψηφισθῇ νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐλέχθη ὅτι ἐγένετο κατάχρησις· οἱ ἔμποροι βεβαίως ἔσπευσαν νὰ αὐξήσωσι τὸν ἀριθμὸν τῶν φύλλων καὶ νὰ χαρτοσημάνωσιν αὐτὰ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ παλαιοῦ νόμου. Τοῦτο τί ἄλλο εἶναι ἢ καταδολίευσις τοῦ νόμου; Ἑπομένως πῶς θὰ δυνηθῶσι τὰ δικαστήρια νὰ εἴπωσιν, ὅτι τοιαῦται πράξεις δύνανται νὰ ἰσχύωσιν; Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι ἄλλο· τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν ἐν τῷ τελευταίῳ νόμῳ ὑπάρχῃ διάταξις, κανονίζουσα τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ τίθηται τὸ χαρτόσημον· διότι ἄλλως ὑπάρχει κίνδυνος νὰ εἴπῃ ὁ Πρόεδρος πρὸς τὸν προσερχόμενον εἰς αὐτὸν ἔμπορον, ὅτι δὲν ἔχει κἀμμίαν ἁρμοδιότητα νὰ κανονίσῃ τὸ τέλος. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἔχῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ τὸ καταβληθησόμενον συμπληρωτικὸν τέλος, ἢ οὔ, ὀφείλει νὰ τὸ ὁρίσῃ διὰ νόμου.
§27ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ μετὰ τοῦ προλαλήσαντος κ. Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ προκειμένη συζήτησις δὲν πρέπει νὰ λήξῃ ταχέως, ὅπως ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην δὲν πρόκειται νὰ προβῶμεν εἰς ἑρμηνείαν ὑπάρχοντος νόμου, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἐλέγξωμεν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς ὑπάρχοντα νόμον, ὅπως δυνάμεθα νὰ ἐλέγξωμεν αὐτὴν διὰ πᾶσαν κακὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἤθελε δώσει εἰς πάντα νόμον. Φρονῶ δὲ, ὅτι ἔχομεν δίκαιον εἰς τὴν ἐπίκρισιν τῆς ἑρμηνείας ταύτης. Ὅταν ἔγγραφόν τι λάβῃ νομικὴν ὕπαρξιν ὑπὸ τὸ κράτος ἰσχύοντος περὶ χαρτοσήμου νόμου, δὲν δύναται τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο νὰ θεωρηθῇ μὴ ἔγκυρον, διότι νέος νόμος ἐπῆλθεν, ἀπαιτῶν τὴν καταβολὴν ἀνωτέρου τέλους. Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου δύναται ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή; Ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδέχηται, ὅτι κακῶς ἑρμηνεύει ἡ Κυβέρνησις τὸν νόμον τοῦτον, δύναται νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην αὐτῆς, ἡ γνώμη δ’ αὕτη δὲν εἶναι ἐπίσημος ἑρμηνεία τοῦ νόμου, ἀλλὰ πάντοτε γνώμη, ἡ ὁποία δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους. Τὰ ῥηθέντα περὶ καταδολιεύσεως, ἣν ὑπέστη μέχρι τοῦδε ὁ νόμος, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχουσι κἀμμίαν ἀξίαν, διότι πάντοτε, ὅταν πρόκηται νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐκτέλεσις νόμου φορολογικοῦ, βαρυτέρας ἔχοντος διατάξεις, προβαίνουσιν οἱ φορολογούμενοι ἐν σπουδῇ εἰς πληρωμὴν τοῦ ὑπάρχοντος μικροτέρου τέλους, πολλάκις δὲ ἡ σπουδὴ αὕτη ἀποβαίνει εἰς ὄφελος τοῦ Δημοσίου. Τοῦτο εἴδομεν, ὅτι ἔλαβε χώραν καὶ τελευταῖον, ὅτε διεδόθη, ὅτι ἐπέκειτο ἡ αὔξησις τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ διαφόρων εἰδῶν, συνεπεία τῆς ὁποίας διαδόσεως πολλοὶ ἔμποροι ἔσπευσαν νὰ τελωνίσωσιν εἰς ποσότητας μεγάλας εἴδη τοιαῦτα. Συνοψίζων λοιπὸν τὴν πρότασίν μου, λέγω ὅτι ἔγκειται εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς, ἐπικρινούσης τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ ὀρθοῦ ἢ μὴ τῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διδομένης ἑρμηνείας νόμου τινός.
§28ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι ὑπάρχει λόγος νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις αὕτη. Ἤθελον συμφωνήσει πρὸς τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἐὰν ὑπέβαλλε πρότασιν νόμου ἑρμηνευτικοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρότασις τοιαύτη δὲν ὑποβάλλεται, νομίζω ὅτι, ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἶναι ὀρθὸν, καὶ ὅτι οὐδένα λόγον ἔχει ἡ παράτασις τῆς συζητήσεως ταύτης. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας παρετήρησεν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει λόγον νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν ἁπλῶς ἣν ἔχει γνώμην, καὶ οὐδὲν πλέον. Ἀλλὰ δηλώσασα τὴν γνώμην ταύτην, δὲν ἐννοεῖ νὰ παρακωλύσῃ τὴν λειτουργίαν τῶν νόμων, οὐδὲ νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς ἐπιτετραμμένους τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν. Εἶναι ὅμως πιθανὸν Πρόεδρός τις νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐπικύρωσιν τοιούτων βιβλίων, ὅταν ἐτέθη χαρτόσημον δυνάμει τοῦ παλαιοῦ νόμου, ἀλλὰ τοιοῦτον δὲν ἐπαρουσιάσθη. Ὁ Πρόεδρος δύναται νὰ προσθέσῃ, βεβαιῶν διὰ τῆς ὑπογραφῆς του, ὅτι τόσα φύλλα ἠριθμήθησαν, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἐτέθη τόσον χαρτόσημον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος παρετήρησεν, ὅτι τὸ ἄρθρον 67 τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου λύει τὸ ζήτημα, διότι τὸ ἄρθρον τοῦτο λέγει, ὅτι πάντα τὰ ἔγγραφα, ὅσα ἔλαβον νόμιμον ὕπαρξιν, ἐὰν ἐκ νέου παρουσιασθῶσι, βεβαίως οὐδεμία ἀρχὴ δύναται ποτὲ νὰ ἀρνηθῇ τὸ κῦρος αὐτῶν. Δὲν πρόκειται ὅμως σήμερον περὶ τούτου· σήμερον πρόκειται περὶ βιβλίου καθημερινοῦ ἐμπορικοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἐτέθη τὸ ἐκ τοῦ νόμου, τοῦ κρατοῦντος σήμερον, χαρτόσημον.
§29ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι τεθειμένον τὸ χαρτόσημον.
§30ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰσχύει ὅμως, καθ’ ὅσον ἐγένετο χρῆσις τοῦ βιβλίου, δι’ ὃν χρόνον ἐγένετο, ἐπὶ ἐκείνου δὲ, τοῦ ὁποίου δὲν ἐγένετο χρῆσις, θὰ τεθῇ ἡ ἐπὶ πλέον διαφορά· διότι, ὅπως ὡμίλει ὁ Βουλευτὴς Χαλκίδος, ὡμίλει πάντοτε περὶ βιβλίου, τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἐν μέρει χρῆσις, ἀκριβῶς δὲ ἦτο ἐναντία ἡ γνώμη αὐτοῦ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐκ Θήρας Βουλευτοῦ. Οὗτος εἶπεν, ὅτι, ἄν τις ἔμπορος θέλων νὰ δολιευθῇ τὸν νόμον, προλάβῃ νὰ συντάξῃ βιβλίον καὶ προκαλέσῃ τὴν παρὰ τοῦ Προέδρου μονογράφησιν, τὸ βιβλίον τοῦτο εἶναι ἔγκυρον; Ὁ Βουλευτὴς Χαλκίδος εἶπεν, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἐχρησιμοποιήθη τὸ βιβλίον τοῦτο, δὲν δύναται νὰ ἦναι ἔγκυρον. Ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Βουλευτὴς Χαλκίδος ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ ὀρθοτέρα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον καὶ διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν ἄλλος ἔμπορος νὰ ὑποβάλληται εἰς βαρυτέραν φορολογίαν, καὶ ἄλλος εἰς ἐλαφροτέραν· ὁ νόμος εἶναι διὰ πάντας ὁ αὐτός· ὁ νόμος ἐπιβάλλει ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1893 20 λεπτῶν χαρτόσημον ἐπὶ ἑκάστου φύλλου καθημερινοῦ βιβλίου, οὐδεὶς δὲ δύναται ν’ ἀποφύγῃ τὸ χαρτόσημον τοῦτο. Ἄλλως, ὅταν οἱ ἁρμόδιοι κληθῶσι ν’ ἀποφασίσωσι, δὲν θὰ ἐπηρεασθῶσιν ὑπὸ τῆς γνώμης ἡμῶν. Δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νομοσχεδίου ἑρμηνευτικοῦ, διότι τὸ πρᾶγμα εἶναι σαφέστατον.
§31ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§32ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ὑπὸ συζήτησιν, διότι ἐν πεποιθήσει φρονῶ, ὅτι τὰ λεχθέντα μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων δὲν εἶναι ὀρθά. Οἱ φορολογικοὶ νόμοι εἶναι ἀφ’ ἑαυτῶν μισητοί, καὶ ἑπομένως, φυσικῷ τῷ λόγῳ, γεννῶσι παράπονα, πολλῷ μᾶλλον ὁ νόμος ὁ περὶ χαρτοσήμου, ὅστις μετεῤῥυθμίσθη ἐσχάτως ἐπὶ τὸ ἐπαχθέστερον. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἐνταῦθα πρέπει νὰ χωρίσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἐπιεικείας ἀπὸ τὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων ὑπάρχουσι κανόνες ἀπαράβατοι· ἐπὶ φορολογικῶν νόμων κεκτημένα δικαιώματα δὲν ὑπάρχουσι. Τοῦτο εἶναι γνωστόν. Ὁ φόρος τοῦ χαρτοσήμου εἶναι φόρος ἔμμεσος· ὁ θέλων λοιπὸν νὰ ἐκτελέσῃ πρᾶξιν ὑπαγομένην εἰς τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος καθ’ ἣν στιγμὴν ἐκτελεῖ τὴν πρᾶξιν. Ὁ φόρος ὁ περὶ χαρτοσήμου, προκειμένου περὶ ἐμπορικῶν βιβλίων, τί φορολογεῖ; Φορολογεῖ ἆρά γε τὸ βιβλίον ὡς βιβλίον ἑνιαῖον, ἢ φορολογεῖ τὰ φύλλα τοῦ βιβλίου; Φρονῶ, ὅτι φορολογεῖ τὰ φύλλα τοῦ βιβλίου. Ἑπομένως, ἂν χρῆσις τῶν φύλλων τοῦ βιβλίου θὰ γείνῃ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νέου νόμου, τὰ φύλλα αὐτὰ ὑπάγονται εἰς τὸν φόρον τοῦ νέου νόμου. Οὐδαμοῦ τοῦ νόμου κανονίζεται τὸ ἑνιαῖον τοῦτο τοῦ καθημερινοῦ βιβλίου τῶν ἐμπόρων ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς φορολογίας. Καὶ ἂν θέλητε, Κύριοι, νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐστηρῶς ὁ νόμος, τὰ βιβλία τὰ χαρτοσημανθέντα ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ καταργηθέντος νόμου εἶναι ἄχρηστα· ἐξ ἐπιεικείας δύναται νὰ ἐπιτραπῇ, ἵνα τεθῇ τὸ πρόσθετον χαρτόσημον. Ὑποθέσατε, ὅτι ἠγόρασέ τις, ἰσχύοντος νόμου περὶ χαρτοσήμου ἐλαφροτέρου, ποσόν τι φύλλων χαρτοσήμου, καὶ ὅτι ἤρχετο ἕτερος νόμος καὶ μετέβαλλε τὸ χαρτόσημον, χωρὶς ὁ κάτοχος νὰ προλάβῃ νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ ἀγορασθέντος χαρτοσήμου· δὲν θὰ ἦτο ὁ φόρος ὁ ἐκ τῶν προτέρων πληρωθεὶς ἀπολωλός; Ἀλλὰ συνήθως ἐξ ἐπιεικείας τίθεται ἐν τοῖς νόμοις προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας τὸ Κράτος δέχεται ὀπίσω τὰ χαρτόσημα, ὧν δὲν ἐγένετο χρῆσις, ὅπως ἐσχάτως συνέβη ἐπὶ τοῦ γραμματοσήμου· ἐτέθη προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἐπετράπη ἡ ἀνταλλαγὴ τῶν παλαιῶν πρὸς νέα γραμματόσημα. Ἂν λοιπὸν τοιοῦτος ἦναι ὁ χαρακτὴρ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων, τί δύνανται νὰ ἐπικαλεσθῶσι σήμερον οἱ ἔχοντες βιβλία μονογραφηθέντα καὶ σεσημασμένα κατὰ τὸν προϊσχύοντα νόμον; Κεκτημένον δικαίωμα; Βεβαίως δὲν δύνανται νὰ ἐπικαλεσθῶσι κεκτημένον δικαίωμα. Ἄλλως θὰ ὑπάρξῃ ἡ ἀνωμαλία ἐκείνη, ἣν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὸ μικροῦ ὑπέδειξαν, ὅτι τότε θὰ ἔχωμεν δύο τάξεις φορολογουμένων, τῶν ἧττον καὶ τῶν μᾶλλον φορολογουμένων, καθ’ ὅσον δηλ. ἐπρόφθασαν οἱ μὲν νὰ χαρτοσημάνωσιν, οἱ δὲ νὰ μὴ χαρτοσημάνωσι τὰ βιβλία των, ἢ καθ’ ὅσον εὑρέθη ἐκ τύχης ὁ ἔμπορος ἐν τῷ μέσῳ τῶν βιβλίων αὐτοῦ καὶ δὲν τὰ εἶχε τελειώσει. Οὕτω δὲ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου θὰ γείνῃ ἀνομοία καὶ ἄνισος, ἑπομένως δὲν θὰ ὑποβληθῶσιν ἅπαντες ἐξ ἴσου εἰς τὴν φορολογίαν αὐτὴν ἀπὸ τῆς ἡμέρας, ἀφ’ ἧς ἴσχυσεν ὁ νόμος. Τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι προέταξαν, ὅλα στηρίζονται εἴτε εἰς τὸ ἑνιαῖον τοῦ βιβλίου, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος οὐδαμῶς λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν, εἴτε εἰς τὸ βαρὺ τοῦ φόρου. Ἀλλὰ τὸ μὲν ἑνιαῖον τοῦ βιβλίου, ὡς προεῖπον, οὐδαμοῦ τοῦ νόμου τὸ εὑρίσκω καθιερωμένον, διότι τὴν φορολογίαν τὴν εὑρίσκω ἐπὶ τῶν φύλλων ἐπιβαλλομένην, ὡς πρὸς δὲ τὸ βαρὺ τοῦ φόρου, τὸ ὁμολογῶ, βαρὺς καὶ σκληρὸς ὁ νόμος, ἀλλ’ εἶναι νόμος, εἰς τὸν ὁποῖον πάντες πρέπει νὰ ὑποταχθῶμεν.
§33ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§34ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀπολήξωμεν εἰς ἓν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι δίδει τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε, θὰ ἐκτελεσθῇ ὁ νόμος ὅπως ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ἐπειδὴ εἶναι φορολογικὸς νόμος, καὶ, ὅπως ἠκούσατε προηγουμένως, συμφώνως μὲ τὸν νόμον, οἱ οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι θὰ ζητήσουν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ποινῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας ὁ νόμος ἀπειλεῖ κατὰ τῶν μὴ συμμορφουμένων μὲ τὰς διατάξεις αὐτοῦ. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει τοιαύτην ἰδέαν, τὴν ὁποίαν οἱ πλεῖστοι ἴσως ἐκ τῶν μὴ λαβόντων μέρος εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νόμου καὶ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ δὲν εἶχον, πρέπει νὰ σκεφθῇ καὶ περὶ τῶν πολιτῶν ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων ὁ νόμος προέβλεψε, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν ὑποχρεωμένοι, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσδύσουν εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ συντάξαντος τὸ νομοσχέδιον, καὶ νὰ συμμορφωθῶσιν ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν, δύο πράγματα πρέπει νὰ γείνουν· πρῶτον, πρέπει νὰ συμπληρωθῇ ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀτελής, διότι, ὡς παρατηρεῖτε, ὁ νόμος, προβλέπων γενικὰς διατάξεις, ἀπεσιώπησε νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ παρελθόντος. Ἐγνώριζεν ὁ νομοθέτης, ὅτι πολλὰ βιβλία ἐμπορικὰ θὰ εὑρεθῶσιν ἡμιτελῆ, ὅτι τὰ βιβλία αὐτὰ εἶναι ἐπιθεωρημένα καὶ χαρτοσημασμένα, καὶ ὤφειλε νὰ ὁμιλήσῃ ῥητῶς περὶ αὐτῶν, ὅπερ δὲν ἔπραξεν· ὀφείλει λοιπὸν σήμερον διὰ νέου νομοσχεδίου νὰ προβλέψῃ περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ἐκείνου, νὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν, καὶ ἡ Βουλὴ τότε θ’ ἀποφασίσῃ τί ὁρίζει περὶ τῶν βιβλίων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν μίαν ἰδιαιτέραν κατηγορίαν τῆς γενικῆς κατηγορίας, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον προβλέπει· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, πρέπει νὰ δοθῇ καὶ προθεσμία νέα εἰς τοὺς ἐμπόρους, διότι ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου εἶναι ἐκπρόθεσμοι, καὶ οὕτως οἱ ἔμποροι θέλουσι συμμορφωθῇ μὲ τὸν νέον νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ ψηφισθῇ.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς διατάξεών τινων τοῦ κανονισμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων καὶ Γυμνασίων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 115).
§36ΣΕΡΒΟΣ. Μεταξὺ τῶν πρώτων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, εἶναι καὶ τὸ περὶ τῶν Γυμνασίων, τὰ ὁποῖα διατηροῦνται ἀπὸ τοὺς δήμους. Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ὑποβάλλω ἐγγράφως τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κ. Ὑπουργὸν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν, πρὸ τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τῶν διατηρουμένων παρὰ τῶν δήμων Γυμνασίων, κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα ἑκάστου τῶν Γυμνασίων αὐτῶν κατὰ τὸ ἤδη λῆξαν ἔτος, ἢ τοὐλάχιστον κατὰ τοὺς ἕνδεκα μῆνας αὐτοῦ.» Ὡσαύτως ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν διέταξε τὴν μετάβασιν εἰς Λευκάδα τοῦ Προέδρου τοῦ Δικαστηρίου, καὶ τί περὶ τούτου ἐγένετο. Ὑπενθυμίζω δὲ, ὅτι ἤδη διατρέχομεν τὸν πέμπτον μῆνα τοῦ διορισμοῦ αὐτοῦ, καὶ τὴν ἀπαραίτητον ἀνάγκην νὰ γείνῃ ἄρτιον τὸ ἐκεῖσε Πρωτοδικεῖον.»
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προστασίας τῶν βιομηχανικῶν καὶ ἐμπορικῶν σημάτων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§39ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εἰς τὴν ἔκθεσιν δέχεσθε, ὅτι ἐν τῷ ὁρισμῷ σας δὲν περιλαμβάνονται τὰ προσόντα τῆς δασονομίας καὶ τῆς μεταλλευτικῆς. Προτείνω λοιπὸν, ἀντὶ «τῶν προϊόντων τῆς βιομηχανίας, τῆς γεωργίας καὶ τῆς κτηνοτροφίας», νὰ τεθῇ «τῶν προϊόντων γῆς ἢ τέχνης», ὅπερ καὶ ἁπλούστερον καὶ περιληπτικώτερον εἶναι.
§40ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ τὸ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§42ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ἀρχὴ, ἡ ὁποία καθιεροῦται διὰ τοῦ ἄρθρου 2, τὸ νὰ εἰσπράττωνται εἰς χρυσὸν τὰ τέλη, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιβλαβεῖς συνεπείας. Ἐψηφίσαμεν, εἶναι ἀληθὲς, νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ὡρισμένα τέλη ἐπιβάλλονται εἰς χρυσὸν, ἀλλ’ ὅτε ἐψηφίζομεν τὰ ὡρισμένα ἐκεῖνα τέλη, νομίζω ὅτι εἰς οὐδενὸς τὴν διάνοιαν ἐπῆλθεν, ὅτι πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσωμεν ψηφίζοντες τὴν ἀρχὴν ταύτην ἐπὶ πολλῶν ἄλλων τελῶν, οὕτως ὥστε νὰ ἐξευτελίσωμεν τὸ νόμιμον νόμισμα, τὸ παρ’ ἡμῖν ἰσχῦον. Ἐνταῦθα ἀκριβῶς πρόκειται περὶ ἀσημάντου ποσοῦ, διότι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δυνάμει τοῦ νόμου τούτου θὰ εἰσπράξῃ τὸ Κράτος, δὲν εἶναι ἄξιον λόγου, ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι δὲν εἶναι ἄξιον λόγου, νὰ θέλωμεν νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι θεωροῦμεν ὡς νόμισμα νόμιμον τὸν χρυσὸν, ἐνῷ ἐν τῇ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ παρ’ ἡμῖν ὑπάρχει μὲν ὁ νόμιμος χαρακτὴρ τοῦ χρυσοῦ νομίσματος, ἀλλ’ οὐδεὶς, πρακτικῶς σκεπτόμενος, δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ ὅτι τὸ χρυσοῦν νόμισμα δὲν εἶναι πλέον νόμισμα παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ἐμπόρευμα, νὰ θέλωμεν, λέγω, νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν τῆς εἰς χρυσὸν πληρωμῆς τελῶν, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλομεν, εἶναι κακὸν, καὶ δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιβλαβεῖς συνεπείας διὰ τὴν ἀξίαν τοῦ νομίμου νομίσματος ἡμῶν, τῶν τραπεζικῶν δηλ. γραμματίων τῶν ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων. Πρόκειται, ὡς εἶπον, περὶ ἐλαχίστου ποσοῦ· ἐὰν νομίζωμεν, ὅτι αἱ 60 δραχμαὶ, τὰς ὁποίας ἕκαστος ζητῶν τὰς προνομίας καὶ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα παρέχει ὁ νόμος οὗτος, θὰ καταβάλῃ, εἶναι ὀλίγαι, ἂς τὰς αὐξήσωμεν, ἂς ὁρίσωμεν 80, 100 ἢ καὶ 200 δραχμὰς, —τὸ ποσὸν, ὡς εἶπον, δὲν εἶναι σπουδαῖον, —ἀλλ’ ἂς μὴ νομίσωμεν, ὅτι, καθιεροῦντες τὴν ἀρχὴν τοῦ νὰ ἐπιβάλωμεν τέλη πληρωτέα εἰς νόμισμα, τὸ ὁποῖον παρ’ ἡμῖν ἔχει χαρακτῆρα μᾶλλον ἐμπορεύματος, πράττομέν τι ὠφέλιμον διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους· ἰδίως σήμερον, ὅτε εὑρισκόμεθα εἰς οἰκονομικὰς καὶ ἰδιαιτέρως εἰς νομισματικὰς δυσχερείας, δὲν ὠφελοῦμεν τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας τὸ βλάπτομεν, ἐξευτελίζοντες τὸ νόμισμα ἡμῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ αὐξήσωμεν μήτε κατὰ ἓν λεπτὸν τὸ ἐν τῷ τόπῳ ὑπάρχον χρυσοῦν μεταλλικὸν νόμισμα, ἐὰν τὸ εἰσπράττωμεν διὰ τῆς φορολογίας ἢ τὸ ἀγοράζωμεν διὰ τοῦ νομίμου νομίσματος, τὸ ὁποῖον διαθέτει τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ πράττομεν κακῶς, ἐξευτελίζοντες τὸ νόμισμα ἡμῶν, καὶ περιορίζοντες τὴν κυκλοφορίαν καὶ τὴν ἀνταλλακτικὴν αὐτοῦ δύναμιν διὰ σειρᾶς νομοθετημάτων. Ἐπράξαμεν κἄτι τι· ἀνάγκη ἦτο· εἴπομεν τὴν γνώμην μας τότε διατὶ καὶ ἐκεῖνο ἦτο κακὸν, ἀλλ’ ἐγένετο· νὰ ἐξακολουθῶμεν ὅμως κατὰ σειρὰν ἔχοντες ἐν τῷ νῷ ἡμῶν τὴν ἐξευτέλισιν τοῦ νομίσματος ἡμῶν, νομίζω ὅτι βλάπτομεν τὸ Κράτος. Ἐὰν νομίζωμεν, ὅτι θὰ προκύψῃ ὠφέλειά τις, πλανώμεθα· ὁ ξένος, ὅστις τυχὸν ἤθελε ζητήσει τὴν προστασίαν τῶν σημάτων αὐτοῦ, θὰ φέρῃ πάντοτε τὸν χρυσὸν τὸν εἰς αὐτὸν ἀναγκαῖον διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου ἐν τῷ τόπῳ· εἴτε πρόκειται νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον τοῦτον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, εἴτε νὰ τὸν πληρώσῃ εἰς χρυσὸν, θὰ φέρῃ ἔξωθεν τὸν χρυσόν· καὶ ἐὰν μὲν πρόκηται νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, θὰ πωλήσῃ τὸν χρυσὸν ἐνταῦθα καὶ θὰ λάβῃ τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐὰν δὲ πρόκηται εἰς χρυσὸν, θὰ πληρώσῃ τοῦτον ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ὡς εἶπον, οὐδεμίαν ἐπαύξησιν χρυσοῦ ἐπιτυγχάνομεν. Ἂς αὐξήσωμεν τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου, ἂν θεωρῶμεν τοῦτο ἀναγκαῖον, ἀλλ’ ἂς μὴ φαινώμεθα ὅτι ἐξευτελίζομεν τὴν ἀξίαν τοῦ νομίσματος ἡμῶν.
§43Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ περὶ ἐξευτελισμοῦ τοῦ νομίμου νομίσματος τοῦ Κράτους ἐκ τῶν μέτρων τῶν ληφθέντων καὶ τῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου λαμβανομένων λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ νομίζω, ὅτι στηρίζονται ἐπὶ ἐσφαλμένης ἐκτιμήσεως τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν χρυσὸν καὶ εἰς τὸ νόμισμα. Ὁ ἐξευτελισμὸς τοῦ νομίσματος προέρχεται ἐκ τῆς ἀνάγκης τοῦ Κράτους, ὅπως δι’ αὐτοῦ ἀποκτήσῃ χρυσόν. Εἴτε ἀποκτήσῃ τὸν χρυσὸν κατερχόμενον τὸ Δημόσιον εἰς τὴν ἀγορὰν, εἴτε ἀποκτήσῃ τὸν χρυσὸν διὰ νομοθετημάτων, ἐπιβαλλόντων τὴν πληρωμὴν τῶν τελῶν εἰς χρυσὸν, ἡ ἐπίδρασις τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ χρυσοῦ ἐκ τῆς χώρας θὰ διαφέρῃ κατὰ τὰς δύο περιπτώσεις ἐν τούτῳ μόνον, ὅτι ὁ ἐξευτελισμὸς τοῦ νομίσματος θὰ ᾖναι κατά τι μεγαλείτερος, ἐὰν ζητῆται ὁ χρυσὸς διὰ τρόπου μὴ διευκολύνοντος τὴν προμήθειαν αὐτοῦ, οὐσιαστικῶς ὅμως ἡ ἐπίδρασις θὰ ᾖναι ἡ αὐτὴ ἐν ἀμφοτέραις ταῖς περιπτώσεσι, διότι ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι ἡ προμήθεια τοῦ χρυσοῦ διὰ φορολογίας εἶναι ἡ ἐπαγομένη τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦ νομίσματος, οὐδεμίαν ἔχει ὑπόστασιν. Δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν τὰ πράγματα. Ἡ ὑποχρέωσις τῆς Πολιτείας, ὅπως διὰ νομίσματος ἀποκτήσῃ χρυσὸν, ὑφίσταται, εἶναι ἀνάγκη ἐκ τῶν πραγμάτων, καὶ εἰς τὴν πλήρωσιν αὐτῆς πρέπει νὰ προέλθωμεν διὰ μέτρων, ἅτινα πάντως ἐξευτελίζουσι τὸ νόμισμα. Νομίζομεν ὅτι ὀλιγώτερον ἐξευτελίζεται τὸ νόμισμα, ὅταν ὁ χρυσὸς ἀποκτᾶται διὰ μέτρων, ὁποῖα τὰ ἐσχάτως ψηφισθέντα καὶ ὁποῖον τὸ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τουτέστι διὰ τῆς εἰσπράξεως χρυσοῦ ἀντὶ νομίσματος ἐν φορολογίᾳ προσώπων τυγχανόντων ἐν κατοχῇ χρυσοῦ, ὅτε ζητεῖται παρ’ αὐτῶν φόρος σχετιζόμενος πρὸς ἀποκτηθέντα παρ’ αὐτῶν χρυσόν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐφαρμόζει ἀρχὴν, ἣν ἐνομίσαμεν συντελεστικὴν οὐχὶ πρὸς αὔξησιν ἢ πρὸς μείωσιν τοῦ ἀποκτηθησομένου χρυσοῦ, ἀλλὰ πρὸς τὴν ἀπόκτησιν τοῦ χρυσοῦ εὐχερέστερον· ἐνομίσαμεν δ’ ὅτι, ὅπου εὑρίσκομεν τὸν χρυσὸν πρόχειρον παρὰ τοῖς φορολογουμένοις, ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ ζητήσωμεν τὸν φόρον ὄχι ἐν νομίσματι, ἀλλ’ ἐν χρυσῷ. Ταύτην τὴν ἀρχὴν ἐφηρμόσαμεν εἰς τὰ ψηφισθέντα ἤδη μέτρα· προκειμένου δὲ ἤδη νὰ ψηφισθῇ νέος φόρος, ἀνήκων εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν κανονισθέντων ἤδη εἰς χρυσὸν, ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν αὐτὴν ἀρχήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι, ἐὰν θέλωμεν φορολογίαν βαρυτέραν, ἂς αὐξήσωμεν τὸν φόρον. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ταύτην τὴν φορολογίαν τῶν 60 φράγκων ἐθέσαμεν, διότι ταύτην εὕρομεν ἐν ξέναις νομοθεσίαις, κατὰ μέσον ὅρον· ἄλλως θὰ ἦτο ἴσως καὶ περιττὸν νὰ τεθῇ φορολογία τις, διότι ἐξ αὐτῆς ἐλαχίστη θὰ ᾖναι ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου. Ὅ,τι ὅμως νομίζω, ὅτι πρέπει καὶ ἐνταῦθα νὰ πράξωμεν, ὅπως τὸ ἐπράξαμεν καὶ πρὸ ὀλίγου, εἶναι νὰ ὦμεν συνεπεῖς πρὸς ἀρχήν, ἣν παρεδέχθημεν. Ὁ φόρος οὗτος ἐπιβάλλεται κυρίως ἐπὶ τῆς ξένης παραγωγῆς, διότι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἔτι οὔτε γεωργίαν ἀνεπτυγμένην, οὔτε βιομηχανίαν ἀνεπτυγμένην ἐπαρκῶς, ἵνα μεγάλη γένηται ἐφαρμογὴ ἐπὶ ἐγχωρίων προϊόντων τῶν ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ· τὸ νομοσχέδιον μάλιστα, ὅπερ ὑποβάλλεται, καὶ ἐπειγόντως μάλιστα, ὡς παρατηρεῖτε, προκαλεῖται ἐκ λόγων διεθνῶν μᾶλλον ἢ ἐκ λόγων ἐγχωρίων. Ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ προστασία, ἣν διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου τούτου παρέχομεν εἰς τὴν ξένην βιομηχανίαν καὶ εἰς τὴν ξένην παραγωγήν, θὰ ὑπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας ὑπὸ ἄλλον τύπον, τουτέστιν, ὅτι θὰ διευκολύνῃ τὰς διαπραγματεύσεις πρὸς ξένα Κράτη περὶ συμβάσεων δασμολογικῶν ἢ ἄλλων. Πρὸς τοῦτο κυρίως ζητοῦμεν τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὴν ψήφισιν, διότι ἡ ἰδία ἡμῶν παραγωγὴ δὲν περιῆλθεν ἔτι εἰς ἀνάπτυξιν, παρέχουσαν αὐτῇ τὸ ἐνδόσιμον, ὅπως ἀπαιτῇ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Ἀπαίτησιν ἐν τῇ χώρᾳ περὶ ψηφίσεως νομοσχεδίου ἐξασφαλίζοντος τὰ βιομηχανικὰ καὶ ἐμπορικὰ καὶ τὰ γεωργικὰ σήματα, βεβαίως δὲν ἔχομεν, ἀλλ’ ἔχομεν ἀπαίτησιν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ δυνάμενοι νὰ προσφέρωμεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τὸ παρ’ αὐτοῦ ζητούμενον, δυνάμεθα ἴσως ν’ ἀποκτήσωμεν ἀνταλλάγματα, καὶ ἐν τούτῳ ἔγκειται ἡ σημασία τοῦ νομοσχεδίου. Πρόκειται ἄρα περὶ προστασίας τῆς ξένης βιομηχανίας κυρίως, καὶ ὄχι περὶ προστασίας τῆς ἡμετέρας βιομηχανίας διὰ τῆς ἀμέσου ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἐμμέσως πρόκειται περὶ τῆς προστασίας τῶν γεωργικῶν ἡμῶν προϊόντων, ἀλλ’ ἡ ἄμεσος ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἀφορᾷ εἰς τὴν ξένην βιομηχανίαν, ἐπειδὴ δὲ ἡ ξένη βιομηχανία, ἡ ξένη ἐμπορία, ἡ ξένη παραγωγὴ ἐν γένει διαθέτει χρυσόν, πρέπει νὰ ζητήσωμεν τὰς κατὰ τὸ νομοσχέδιον καταβολὰς ἐν χρυσῷ. Ἀφορᾷ κυρίως τὸ νομοσχέδιον εἰς φορολογούμενον φέροντα χρυσόν· τὸ καταβαλλόμενον ἄρα παρ’ αὐτοῦ τέλος, ἔστω καὶ μηδαμινὸν, πρέπει νὰ ζητηθῇ παρ’ αὐτοῦ ἐν χρυσῷ.
§44ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠμφισβήτησα τοὺς λόγους καὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἀπ’ ἐναντίας εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος, διότι εἶναι νομοσχέδιον χρήσιμον, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν διὰ τὰς ἐμπορικάς της σχέσεις μὲ τὰ ξένα Κράτη. Τὸ ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἠθέλησα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι τὸ ζήτημα τῆς εἰσπράξεως χρυσοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι τὸ ζήτημα τὸ νομισματικὸν, ἐκεῖ δὲ διαβλέπω ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα φρονεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Νομίζω ὅτι, περιορίζοντες τὴν κυκλοφορίαν τοῦ νομίσματος ἡμῶν, ὑποχρεοῦντες διαφόρους τάξεις καὶ διάφορα ἄτομα, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ πλεῖστα ἴσως δὲν θὰ ἔχωσι τὴν ἀπαιτουμένην ἱκανότητα, μήτε τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις, ὅπως προμηθευθῶσι τὸν χρυσὸν εἰς συμφερωτέρας τιμὰς, συντελοῦμεν νὰ καθιστῶμεν τὴν ζήτησιν τοῦ χρυσοῦ παρ’ ἡμῖν, ἥτις εἶναι βεβαίως ἡ μεγαλειτέρα οἰκονομικὴ ἡμῶν ἀσθένεια, συντελοῦμεν, λέγω, τὴν ζήτησιν ταύτην νὰ τὴν καθιστῶμεν ἐντονωτέραν καὶ ἐπιβλαβεστέραν διὰ τὸν τόπον. Ἐὰν πρόκηται νὰ προμηθευθῇ τὸ Δημόσιον χρυσὸν ἐν τῷ τόπῳ, βεβαίως τὸ Δημόσιον εὑρίσκεται εἰς καλλιτέραν θέσιν, ἀφ’ ὅ,τι τὰ ¾ τῶν ἰδιωτῶν θέλουσιν εὑρεθῆ, ὅπως τὸν χρυσὸν τοῦτον τὸν προμηθευθῇ ἄνευ θορύβου, ἄνευ ἐπιτάσεως τοῦ συναγωνισμοῦ, ὅστις ὑφίσταται παρ’ ἡμῖν πρὸς προμήθειαν τοῦ χρυσοῦ· τὸ Δημόσιον διευθύνεται πάντοτε παρὰ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις καὶ τὰ μέσα ἔχει πλειότερα καὶ τὴν πεῖραν ἴσως τῶν τραπεζιτικῶν πράξεων τελειοτέραν ἀφ’ ὅ,τι τὰ 9/10 τῶν ὑποχρεουμένων νὰ πληρώσωσιν εἰς χρυσὸν ἔχουσι. Τοῦτο ἀκριβῶς ἠθέλησα νὰ παραστήσω, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἐπράξαμεν κἄτι τι· ἀπεφασίσαμεν νὰ εἰσπράξωμεν ἕνα μέγαν ὄγκον χρυσοῦ ἐκ τῆς φορολογίας ἡμῶν, διότι κακῶς, κατ’ ἐμὲ, καὶ ὄχι ἐπωφελῶς διὰ τὸ Δημόσιον ἐπιστεύσαμεν, ὅτι ἐπωφελέστερον καὶ καλλίτερον θέλει δυνηθῆ τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράξῃ ἐκεῖθεν τὸν χρυσόν· ἀλλὰ πράξαντες τοῦτο ἐπὶ σπουδαίου ἐσόδου, ὀφείλομεν νὰ μὴ καθιερώσωμεν ὡς γενικὴν ἀρχὴν τὴν τοιαύτην προμήθειαν τοῦ χρυσοῦ παρὰ τοῦ Δημοσίου, διότι, καθιεροῦντες ταύτην ὡς γενικὴν ἀρχὴν, ὄχι μόνον θὰ ὑφιστάμεθα τὰ ἐλαττώματα τῆς ὑψώσεως τοῦ χρυσοῦ, ἥτις θέλει παρουσιασθῆ παρὰ τῶν ἰδιωτῶν, ἀλλὰ σύναμα καὶ τὰ ἐλαττώματα τῆς ἐξευτελίσεως τοῦ γραμματίου παρ’ ἡμῶν· διότι, ἐὰν κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον θελήσωμεν νὰ βαδίσωμεν ἐπί τινα καιρὸν, ὀλίγοι εἶναι οἱ φόροι ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν θὰ παρουσιασθῶσιν ὡς δυνάμενοι νὰ πληρωθῶσιν εἰς χρυσόν. Λάβετε π. χ. ὅλους τοὺς ἀμέσους φόρους· πολλοὶ ἐκ τῶν παραγόντων σῖτον ἐξάγουσιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν· βεβαίως ἡ Θεσσαλία ἐξάγει ποσὸν σίτου εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἡ Θεσσαλία πέμπει σῖτον εἰς τὴν Ἰταλίαν· λοιπὸν, ἐὰν θελήσητε νὰ βασισθῆτε ἐπὶ τῆς ἰδέας τοῦ ὅτι ἡ Θεσσαλία ἐξάγει σῖτον καὶ πέμπει εἰς τὴν Ἰταλίαν,—ἑπομένως σᾶς παρέχεται πρόφασίς τις δικαιολογητικὴ, διότι συνήθως προφάσεις λαμβάνετε ὡς βάσιν πολλῶν νομοσχεδίων,—διατὶ δὲν θὰ φορολογήσητε εἰς χρυσὸν καὶ τοὺς παράγοντας π. χ. σῖτον; Θέλετε τὰ οἰνοπνεύματα; Μήπως δὲν ἐξάγωνται οἰνοπνεύματα; Μήπως καπνὸς δὲν ἐξάγηται; Δὲν θέλω νὰ κάμω ἐπιθεώρησιν γενικὴν τῆς φορολογίας μας, ἀλλὰ πᾶσα ἡ φορολογία θὰ σᾶς δώσῃ ἐπιχείρημά τι ἐκ τῶν συνήθων, τῶν παρουσιαζομένων ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, διὰ νὰ ἐπεκτείνητε τὴν ἀρχήν σας. Λάβετε δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐπεκτείνοντες τὴν φορολογίαν ἡμῶν μέχρι τῆς εἰσπράξεως τοῦ ποσοῦ, οὗτινος ἔχει ἀνάγκην τὸ Δημόσιον εἰς χρυσὸν, δὲν ἠξεύρω, ἐὰν δὲν συμπεριλάβητε τὸ ἥμισυ ἴσως τῶν ἐξόδων τοῦ Δημοσίου. Τοῦτο δ’ ἔσται βεβαίως περιστολὴ μεγίστη τοῦ κύκλου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου λειτουργεῖ καὶ δρᾷ τὸ νόμιμον παρ’ ἡμῖν νόμισμα. Λέγω τοῦτο, διὰ νὰ σᾶς δείξω μέχρι τίνος κακοῦ δύναται νὰ φθάσῃ ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ καθιερώσητε, ἐὰν τὴν καθιερώσητε μεθ’ ὅλων αὐτῆς τῶν συνεπειῶν· ἀλλὰ δὲν θὰ τὴν καθιερώσητε, διότι τὰ πράγματα θὰ σᾶς ἀποδείξωσι, πόσον ἐσφαλμένη εἶναι ἡ ἀρχὴ αὕτη, καὶ θὰ ὀπισθοχωρήσητε, ὅπως ὠπισθοχωρήσατε καὶ εἰς ἄλλα μέτρα ὑμῶν. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἁπλῆ παραδοχὴ τῆς ἀρχῆς ταύτης θὰ βλάψῃ τὸ Δημόσιον· θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ὕψωσιν τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος, θὰ συντελέσῃ δὲ ἔτι μᾶλλον, ἐὰν γένηται παραδεκτὴ παρὰ πάντων ὡς ἀρχὴ γενική. Τοῦτο ἠθέλησα νὰ δείξω, οὐδεμίαν δ’ ἔχω ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον παρέχει πρόοδον εἰς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, καὶ τὸ ὁποῖον ὑπόσχεται ὠφελείας εἰς τὰς σχέσεις τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῶν ξένων Κρατῶν.
§45ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος τῆς εἰσπράξεως εἰς χρυσὸν οἱουδήποτε φόρου ἢ τέλους, διότι νομίζω ὅτι τοιουτοτρόπως κυρίως ἐξευτελίζεται τὸ πιστωτικὸν ἡμῶν νόμισμα, καὶ συντελεῖ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἐπιβάλλουσα τὴν τοιαύτην εἴσπραξιν, εἰς τὴν ὕψωσιν τῆς ἐπικαταλλαγῆς, ἀντὶ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἔκπτωσιν αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ κατάλληλος ὥρα αὕτη, καθ’ ἣν δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ τούτου. Ὁ χρυσὸς, ὁ ὁποῖος ζητεῖται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου νὰ εἰσπραχθῇ ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, εἶναι ἀνάξιος λόγου. Πολλοῦ λόγου ἄξιος ἦτο ὁ χρυσὸς, ὃν ἐζήτησε νὰ εἰσπράξῃ αὐτὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσπράξεως εἰς χρυσὸν τῶν ἐξαγωγικῶν δασμῶν, τῶν ἀνερχομένων εἰς ἑκατομμύρια πολλά. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἦτο βεβαίως ἡ κατάλληλος ὥρα, ἵνα ἐξετασθῇ τὸ πρᾶγμα, ὑφ’ ἣν μόλις τώρα ἐσκέφθη νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸ ἔποψιν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος. Ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νῦν δὲν πρόκειται νὰ φορολογήσωμεν κυρίως Ἕλληνας, διότι εὐάριθμοι πάνυ εἶναι οἱ Ἕλληνες ἔμποροι καὶ βιομήχανοι, οἱ ὁποῖοι θὰ θελήσωσι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ἡ βιομηχανία παρ’ ἡμῖν δυστυχῶς δὲν εἶναι τόσον προωδευμένη, δὲν εἶναι τόσον γνωστὴ καὶ διαδεδομένη, ὥστε νὰ θέλῃ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ προϊόντα της δι’ ἰδίων σημάτων. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ κάμωσι χρῆσιν τοῦ νόμου τούτου, εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ξένοι βιομήχανοι, εἰς τούτους δὲ δὲν ἀποβαίνει δύσκολος ἡ ἐξεύρεσις τοῦ χρυσοῦ πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἑξηκονταδράχμου τέλους. Ἀλλ’ ἐγείρεται νῦν ἓν ἄλλο ζήτημα, τὸ ἑξῆς: Πιθανὸν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὸ παρὸν νομοσχέδιον νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις, ὅπως ζητήσωμεν ἀνταλλάγματα, προκειμένου περὶ συνομολογήσεως ἐμπορικῶν συμβάσεων μετὰ ξένων Κρατῶν. Ἐγὼ ὅμως καὶ οὕτως ἔχω ἐνδοιασμοὺς, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον θ’ ἀποβῇ τῷ ὄντι ἐπ’ ἀγαθῷ ἢ ἐπὶ ζημίᾳ τῆς χώρας. Τὰ σήματα, τὰ ἐμπορικὰ καὶ τὰ βιομηχανικὰ, ἔχουσι διὰ νόμου καθιερωθῆ ἐν ἄλλαις χώραις, ὅπου ὑπάρχει ἀνεπτυγμένη βιομηχανία καὶ ὅπου ζητεῖται τῷ ὄντι νὰ προστατευθῇ κατὰ πρῶτον λόγου ἡ ἐγχωρία καὶ κατὰ δεύτερον ἡ ξένη βιομηχανία. Παρ’ ἡμῖν ὅμως, ἔνθα δὲν ἔχομεν ἀξίαν λόγου ἐγχωρίαν βιομηχανίαν, ἔνθα ἡ μικρά μας βιομηχανία, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἀκόμη ἐν τοῖς σπαργάνοις, ἀποζῇ συνήθως ἐκ τῆς ἀπομιμήσεως ξένων προϊόντων, πολὺ φοβοῦμαι, μήπως διὰ τοῦ νόμου τούτου συντελέσωμεν μᾶλλον εἰς τὸν περιορισμὸν ἢ τὴν ἀνάπτυξίν της. Ἐν Γερμανίᾳ, ὅπου ἡ βιομηχανία ἦτο ἐν ἀρχῇ μᾶλλον προηγμένη ἢ παρ’ ἡμῖν, ὅτε τὸ πρῶτον ἐφηρμόσθη νόμος τοιοῦτος, παρετηρήθη ὅτι ἡ ἐγχωρία βιομηχανία ἐλαχίστην ἔκαμε χρῆσιν αὐτοῦ, μᾶλλον δ’ ἐπωφελήθησαν αὐτοῦ οἱ ξένοι βιομήχανοι, ὅπως καταστείλωσι πᾶσαν ἀπομίμησιν τῶν προϊόντων των ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ. Βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ προστατευθῇ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἡ ξένη βιομηχανία κατὰ τῆς ξένης ἀπομιμήσεως· αἱ χῶραι, ἐν αἷς ὑπάρχει ἀνεπτυγμένη βιομηχανία, κέκτηνται τοιούτους νόμους καὶ προστατεύουσιν ἀμοιβαίως τὰ βιομηχανικά των προϊόντα διὰ διεθνῶν συμβάσεων. Δὲν θὰ ζητήσῃ λ. χ. νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ βιομηχανία τῆς Ἀγγλίας ἐν Ἑλλάδι ἀπέναντι τῆς Γερμανικῆς.
§46ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Αὐτὸ ζητεῖται.
§47ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅταν οἱ βιομήχανοι χώρας τινὸς ἐν Εὐρώπῃ ἴδωσι τὸ προϊόν των ἀπομιμούμενον ἐν ἄλλῃ χώρᾳ, δύνανται ἐκεῖ ἐν τῷ τόπῳ τῆς παραγωγῆς νὰ ζητήσωσι τὴν προστασίαν των καὶ οὐχὶ ἐν τῷ τόπῳ τῆς καταναλώσεως, ἐν Ἑλλάδι. Ὅταν ἐπὶ παραδείγματι Αὐστριακὸς βιομήχανος θελήσῃ ν’ ἀπομιμηθῇ προϊόντα ἀγγλικῆς βιομηχανίας, θὰ θέσῃ τὸ σῆμα ταύτης ἐπὶ τῶν προϊόντων του ἐν αὐτῇ τῇ Αὐστρίᾳ· ἀλλ’ ὁ Ἄγγλος βιομήχανος εἶναι ἐξησφαλισμένος διὰ τῆς σχετικῆς συμβάσεως, καὶ δύναται νὰ καταδιώξῃ ἐν αὐτῇ τῇ Αὐστρίᾳ τὸν ἀπομιμητήν του. Δὲν ζητεῖται νῦν ἄλλο τι κυρίως ἢ ἡ ἐξασφάλισις τῶν ξένων βιομηχάνων ἀπέναντι τῆς μικρᾶς ἐγχωρίας βιομηχανίας, ἥτις εἰς διαφόρους κλάδους ἀπομιμεῖται ξένα προϊόντα. Ἰδοὺ διατὶ ἔχω ἐνδοιασμοὺς περὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου.
§48Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐνόμισεν, ὅτι σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ παροχὴ προστασίας πρὸς ξένους χάριν ἀνταλλάγματος κατὰ μόνης τῆς ἐν Ἑλλάδι νοθείας. Ἐὰν προέκειτο περὶ προστασίας κατὰ μόνης τῆς ἐν Ἑλλάδι νοθείας, ἐπειδὴ ἡ Ἑλλὰς εἶναι Κράτος 2,300,000 κατοίκων, ἐννοεῖται, ὅτι ἡ παρεχομένη προστασία θὰ ἦτο πραγματική, ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο μεγάλης σημασίας. Καὶ ὅμως μεγίστην ἀποδίδει σημασίαν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοθετήματος τούτου παρ’ ἡμῖν ἡ ξένη παραγωγή, διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ προστασίας κατὰ τῆς νοθείας ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ πρόκειται καὶ περὶ προστασίας κατὰ τῆς νοθείας ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἐν γένει ὀρθὰ εἶναι ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς περὶ προστασίας παρεχομένης ἀμοιβαίως ὑπὸ ξένων Κρατῶν πρὸς τὴν βιομηχανίαν κατὰ τῆς ἀλληλεθνοῦς νοθείας. Ἡ νοθεία ἡ ἐν Ἰταλίᾳ κατὰ τῆς βιομηχανίας τῆς Γαλλικῆς καὶ ἡ ἐν Γερμανίᾳ κατὰ τῆς Γαλλικῆς καὶ τῆς Ἰταλικῆς πολεμεῖται ἐκ τῶν ἐγχωρίων νόμων καὶ ἐκ τῶν συμβάσεων τῶν Κρατῶν ἐκείνων. Ἀλλ’ ἐν Ἀνατολῇ δὲν ὑπάρχουσι τοιοῦτοι ἐγχώριοι νόμοι. Κατὰ πᾶσαν τὴν Ἀνατολὴν γίνεται χρῆσις νόθων σημάτων ξένων ἐμπορευμάτων, καὶ τοῦτο κυριωδέστερον θέλουσι νὰ προλάβωσι διὰ τῆς παρ’ ἡμῶν ψηφίσεως νόμου κατὰ τῆς νοθείας τὰ ξένα Κράτη· θέλουσι νὰ δύνανται νὰ ἐμποδίζωσιν εἰς τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους, τοὺς ἐν τῇ Ἀνατολῇ, τοὺς ἀπολαύοντας τοῦ δικαιώματος τῆς ἑτεροδικίας, ὅπως θέτωσι νόθα σήματα ξένων χωρῶν ἐπὶ προϊόντων αὐτῶν. Ἡ ἑτεροδικία εἶναι ἡ κυριώδης ἀφορμὴ τῆς σημασίας, ἣν ἀποδίδουσιν εἰς τὸ προτεινόμενον νομοθέτημα τὰ ξένα Κράτη, διότι ἕνεκα ταύτης τοῦ νομοθετήματος ἡμῶν ἡ ἐφαρμογὴ ἐπεκτείνεται ἐπὶ πάσας τὰς χώρας, ἐφ’ ἃς ἐκτείνεται καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ἑλληνικῶν νόμων διὰ τοῦ δικαιώματος τῆς ἑτεροδικίας.
§49ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν εἶναι κατὰ ὑπηκόων Ἑλλήνων.
§50Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ ὑπηκόων ξένων, οἵτινες δι’ ὑπηκόων Ἑλλήνων μετέρχονται τὸ ἔργον τοῦτο. Ὑπήκοοι Ἕλληνες δὲν μετέρχονται αὐτοτελῶς τὸ ἔργον τοῦτο, οὔτε τὰ ἐργαλεῖα, οὔτε τἆλλα ἀπαιτούμενα ἔχουσιν, ὅπως ἐργασθῶσιν εἰς τὴν νοθείαν, ὡς οἱ συμπολῖται τῶν παραγωγῶν, καθ’ ὧν ἐνεργεῖται αὕτη. Οὗτοι δανείζονται τὸ ὄνομα οἱουδήποτε ὑπηκόου Ἕλληνος, ὅπως ἔχωσι τὸ δικαίωμα τῆς προστασίας τῶν Ἑλληνικῶν δικαστηρίων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, διότι τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια παρέχουσιν ἄσυλον εἰς τὸν παραβιάζοντα τοὺς νόμους τῶν ξένων Κρατῶν περὶ τὰ τῶν σημάτων. Δὲν εἶναι ἑλληνικὴ ἡ παραγωγὴ ἡ ὑπὸ νόθον σῆμα εἰσαγομένη εἰς κατανάλωσιν ἐν ταῖς ἀνατολικαῖς χώραις. Τὰ ὑπὸ νόθον σῆμα προσφερόμενα εἰς πώλησιν προϊόντα εἰς οὐδένα παρέχουσι τὸ ἐνδιαφέρον ἐν Ἑλλάδι, εἰμὴ μόνον εἰς τὸν δανείζοντα τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἕλληνα ὑπήκοον πρὸς διάπραξιν τῆς νοθείας ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς ἑτεροδικίας, λειτουργούσης διὰ τῶν προξενικῶν τῆς Ἑλλάδος δικαστηρίων. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει συμφέρον, ἵνα παρέχῃ τὴν προστασίαν αὐτῆς εἰς τὸν ὑπήκοον αὐτῆς τοῦτον, καὶ ἐὰν εἶχε τὸ συμφέρον, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐξ αὐτοῦ ὠφέλειαν, διότι σήμερον μεταξὺ τῶν Κρατῶν ὑπάρχει οἰκογενειακὸς δεσμὸς ἀμοιβαίας προστασίας. Ἡ ἀνάπτυξις τῆς βιομηχανίας δὲν εἶναι ἀντικείμενον ἀποκλειστικοῦ ἐνδιαφέροντος Κρατῶν τινων, εἶναι ἀντικείμενον γενικοῦ ἐνδιαφέροντος τῆς πεπολιτισμένης ἀνθρωπότητος, καὶ ὁ ἀνήκων εἰς τὴν οἰκογένειαν τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν ὀφείλει νὰ παρέχῃ συνδρομὴν εἰς προστασίαν τῶν δικαιωμάτων τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας καὶ τῆς ἐμπορίας. Δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ δυστροπήσωμεν πρὸς τὴν παροχὴν τοιαύτης συνδρομῆς, ἔχομεν ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ παραστήσωμεν πρὸς πάντα, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἄμεσον συμφέρον ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, ἀφοῦ ὅμως προκαλούμεθα νὰ παράσχωμεν διὰ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ τὴν συνδρομὴν ἡμῶν πρὸς τὰς ξένας χώρας, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῶν, ὅπως καὶ ἐκεῖνοι δίδωσι προσοχὴν εἰς τὰ νόμιμα ἡμῶν συμφέροντα καὶ μὴ λέγωσιν, ὅτι δὲν ἔχουσι λόγον, ἵνα λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀπαιτήσεις ἡμῶν ἐν τούτῳ ἢ ἐκείνῳ τῷ θέματι, διότι οὐδὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ὑπὲρ αὐτῶν. Δυνάμεθα νὰ πράξωμέν τι ὑπὲρ αὐτῶν, ὑπαγορευόμενον ὑπὸ τῆς ἠθικῆς καὶ τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τοῦ νόμου τῆς προόδου, τοῦ διέποντος τὰ τῶν ἐθνῶν. Τοῦτο πράττοντες ὑπὲρ αὐτῶν διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, παρασκευάζομεν ἔδαφος πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τῆς χώρας ἐν ταῖς διεθνέσι τοῦ Κράτους σχέσεσι.
§51ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπῆρχε παρ’ ἡμῖν μέχρι τοῦδε οὐδεμία προστασία τῶν σημάτων, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζεται τὸ ἐμπόριον εἴτε ἡ βιομηχανία. Πρώτην φορὰν εἰσάγεται τοιοῦτος νόμος προστατευτικὸς τῶν σημάτων· παρ’ ἡμῖν πᾶς τις ἠδύνατο ν’ ἀπομιμηθῇ σῆμα ἐμπορικὸν, τὸ ὁποῖον ἄλλως εἶχεν ἐν χρήσει, χωρὶς νὰ ὑπόκηται εἰς οὐδεμίαν εὐθύνην. Πρόκειται σήμερον νὰ κανονισθῶσι τὰ τῆς προστασίας ταύτης, προστασίας παρεχομένης εἰς ἐκείνους, οἵτινες θὰ καταθέσωσι κατὰ τρόπον ἀναφερόμενον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀντίτυπον τοῦ σήματος μετὰ τῆς στερεοτύπου πλακός. Οὗτοι ἔχουσι δικαίωμα οὐ μόνον νὰ μεταχειρίζωνται τὸ σῆμα τοῦτο, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ τιμωρῆται πᾶς ἄλλος, ὅστις ἤθελε τυχὸν προβῆ εἰς τοιαύτην ἀπομίμησιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι μετὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ σήματος χορηγοῦμεν πλήρη προστασίαν εἰς τὸν καταθέσαντα, διότι τὸ ἄρθρον 2 ἐν τῷ ἐδαφ. γʹ χορηγεῖ προστασίαν καὶ εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν συμμορφοῦται μὲ τὸν νόμον καὶ δὲν καταθέτει τὸ σῆμα εἰς τὸν γραμματέα τοῦ δικαστηρίου, διότι χορηγεῖ εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην κατάθεσιν, ἀρκεῖ νὰ μὴ διακόψῃ τὴν χρῆσιν ἐπὶ ἔτη. Τοῦτο, Κύριοι, θεωρῶ οὐχὶ ὀρθὸν καὶ δυνάμενον νὰ ἔχῃ ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα, διότι παρεμποδίζεται πᾶς ἄλλος, ὁ ὁποῖος εἶναι διατεθειμένος νὰ καταθέσῃ τὸ ἴδιον σῆμα. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐπαρκὴς προστασία εἶναι, ἂν χορηγηθῶσι προθεσμίαι, ἐντὸς τῶν ὁποίων, ἂν θέλῃ, δύναται νὰ καταθέσῃ τὸ σῆμα, παρελθούσης ὅμως τῆς προθεσμίας ταύτης, θεωρῶ ὀρθὸν νὰ στερῆται τοῦ τίτλου τῆς ἰδιοκτησίας καὶ κύριος τοῦ σήματος νὰ καθίσταται ὁ καταθέσας. Νομίζω, ὅτι ἡ τοιαύτη διασκευὴ τοῦ νομοσχεδίου θέλει, ἐπαναλαμβάνω, ἔχει ἀποτέλεσμα μᾶλλον ὠφέλιμον, διότι, Κύριοι, τώρα ἰδοὺ τί δύναται νὰ συμβῇ. Εἷς ἔχει τὴν χρῆσιν ἑνὸς σήματος, δὲν θέλει ὅμως νὰ τὸ καταθέσῃ· ἐγὼ πηγαίνω καὶ καταθέτω τὸ ἴδιον σῆμα· ἀλλὰ τὸ σῆμα δύναται νὰ μὴ ἦναι ἐντελῶς ὅμοιον, δύναται νὰ ἔχῃ καὶ διαφοράν τινα, δύναμαι δὲ νὰ διϊσχυρίζωμαι, ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὸ καταθέσω, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ὁ πρῶτος ἐπὶ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα δὲν ἔκαμε χρῆσιν τοῦ σήματος. Ἐντεῦθεν θὰ προέλθωσιν ἀμφισβητήσεις μεταξὺ τοῦ ἔχοντος τὴν χρῆσιν τοῦ σήματος καὶ τοῦ καταθέσαντος τὸ σῆμα, αἱ ὁποῖαι ἀμφισβητήσεις θὰ ἔχωσι ποίαν λύσιν; Θὰ ἀκολουθήσωσι τὴν δικαστικὴν ὁδὸν, καὶ ἀμφίβολον εἶναι, ὁποία ἔσται ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν θὰ δώσωσι τὰ δικαστήρια, ἐὰν δηλ. ὀρθῶς ἢ μὴ ὀρθῶς κατέθεσε τὸ σῆμα, τοῦ ὁποίου ὅμως ἄλλος ἔκαμε χρῆσιν. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος ἐνδέχεται νὰ δίδωσιν ἐμπορεύματα, ἔχοντα τὸ σῆμα τοῦτο πρὸς κατανάλωσιν· ὅταν λοιπὸν μετὰ καιρὸν ἐπέλθῃ ἡ λύσις, δὲν γνωρίζομεν πῶς θὰ κανονισθῶσι τὰ ἐν τῷ μεταξὺ συμβάντα, διότι δυνατὸν νὰ ἀγοράζωσι καὶ τρίτοι καὶ ἄλλοι καταναλωταὶ τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ὑπάρχῃ μία κατάστασις ἐκκρεμότητος τῶν δικαιωμάτων ἑκάστου. Ἐὰν ἐλέγομεν, ὅτι μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς ἔτους οὐδὲν ἔχει τις δικαίωμα ἐπὶ τοῦ σήματος, τοῦ ὁποίου κάμνει χρῆσιν, ἐὰν δὲν τὸ καταθέσῃ, τότε πᾶς ὁ θέλων νὰ μείνῃ ἰδιοκτήτης τοῦ σήματός του θέλει τὸ καταθέσει, ὁ δὲ μὴ καταθέτων αὐτὸ ἀπόλλυσι τὸ δικαίωμα, καὶ μετὰ ἓν ἔτος μόνον τὸ βιβλίον τῶν καταθέσεων θὰ ἦναι ἡ ἀπόδειξις τῆς κυριότητος τῶν σημάτων, ὡς ἐπὶ τῶν ἀκινήτων κτημάτων μόνον τὸ βιβλίον τῶν μεταγραφῶν ἐνδεικνύει, ποῖος εἶναι ὁ κύριος τοῦ ἀκινήτου. Τὴν ἰδέαν ταύτην ἤθελον νὰ ὑποβάλω· τὴν ὑποβάλλω λοιπόν, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἦναι διατεθειμένη νὰ τὴν δεχθῇ, δύναμαι νὰ τὴν διατυπώσω.
§52ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἰδέα, ἡ ὁποία ἀναπτύσσεται σήμερον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, ἀνεπτύχθη καὶ ἄλλοτε ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέρος μετ’ αὐτοῦ. Καὶ τότε ἡ ἰδέα αὕτη δὲν ἐγένετο δεκτή, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ δεκτή. Ἅπασαι αἱ νομοθεσίαι τῶν ξένων ἐθνῶν, αἱ ὁποῖαι περὶ τοῦ θέματος τούτου προβλέπουσι καὶ διατάσσουσι, παραδέχονται τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τότε καὶ νῦν ἡ Κυβέρνησις ἀπεδέξατο καὶ ἀνέγραψεν ἐν τῷ ἄρθρῳ 2. Ἡ ἐπιτροπή, ἀπομιμουμένη ἁπάσας σχεδὸν τὰς νομοθεσίας τῶν ἄλλων ἐθνῶν, δὲν ἠθέλησε νὰ παραδεχθῇ τὸ σύστημα τῆς προτεραιότητος τῆς καταθέσεως, ἵνα ἀπονείμῃ εἰς τὸν πρῶτον καταθέσαντα τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, οὐδὲ νὰ τάξῃ προθεσμίας ἀνατρεπτικάς, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἐὰν δὲν καταθέσῃ τις τὸ σῆμά του, νὰ μὴ ἔχῃ δικαίωμα, ὅπως ἀντείπῃ εἰς προγενέστερον καταθέτην. Αὐτὴ ἡ οὐσία τοῦ πράγματος ἦτο, ἡ ὁποία ἠμπόδιζε τὴν ἐπιτροπήν, ἵνα δεχθῇ τὸ σύστημα τοῦ ἐντίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, διότι ἀκριβῶς οὐδὲν ἄλλο θὰ ἦτο τὸ σύστημα ἐκεῖνο, παρὰ μία ἐφαρμογὴ οὐχὶ εὔλογος τῶν ἰδεῶν τοῦ περὶ μεταγραφῆς νόμου, γινομένη καὶ εἰς τὰ σήματα, ἐνῷ τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ὁ περὶ μεταγραφῆς νόμος προώρισται νὰ προστατεύσῃ, εἶναι ὅλως διάφορα τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει ἀναπτύσσονται. Ἐν τῷ νόμῳ περὶ μεταγραφῆς, προκειμένου περὶ ἰδιοκτησίας παραγώγου, ὑπάρχει μέγα ἀληθῶς συμφέρον τοῦ νὰ ἐγγυᾶται ὁ νόμος τὴν προτεραιότητα, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προτεραιότητος νὰ ἀναγνωρίζῃ τὰ δικαιώματα, ὑπάρχει δὲ τὸ συμφέρον τοῦτο, διότι δύνανται παρὰ τοῦ αὐτοῦ δικαιοπαρόχου πλείονες τοῦ ἑνὸς νὰ ἀποκτήσωσι δικαιώματα, καὶ δέον ὁ νόμος νὰ ἐπέλθῃ, ὅπως τάξῃ σύστημα προστατεῦον ἀποτελεσματικῶς τὸν πρῶτον μεταγράψαντα τὸν τίτλον του. Ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ὅμως τῶν σημάτων οὐδὲν τοιοῦτον ὑπάρχει. Τὸ σῆμα εἶναι μία ἰδιοκτησία ἀρχέτυπος, ἡ ὁποία διὰ καταλήψεως δημιουργεῖται. Ὁ πρῶτος συλλαβὼν τὴν ἰδέαν καὶ διαπλάσας τὸ σῆμα αὐτοῦ μὲ τὰ διακριτικὰ σημεῖα, τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀναγνωριζόμενα, ἐκεῖνος γίνεται κύριος αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἔρχεται ὁ ἐκ Μαντινείας ἔντιμος συνάδελφος καὶ λέγει: «Πῶς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν, τὸν μὴ καταθέσαντα τὸ σῆμά του, ἔρχεσθε σεῖς καὶ τὸν προστατεύετε; Διότι, ἐν ὅσῳ αὐτὸς δὲν ἔχει καταθέσει τὸ σῆμά του, πᾶς ἄλλος θὰ τολμήσῃ νὰ καταθέσῃ τὸ σῆμα αὐτὸ, καὶ ἂν ἄλλος καταθέσῃ, ἐπέλθῃ δὲ κατόπιν κατάθεσις τοῦ πρώτου χρησαμένου τῷ σήματι, θὰ προτιμηθῇ ὁ πρῶτος δημοσίᾳ χρησάμενος τῷ σήματι, καίτοι βραδύτερον καταθέσας.» Ἀλλ’ εἶναι, Κύριοι, ἄξιος ἐνδιαφέροντος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀπομιμεῖται τὸ σῆμα τοῦ ἄλλου, οὗ ἐγένετο ἤδη δημοσίᾳ χρῆσις, καὶ προλαμβάνει νὰ καταθέσῃ αὐτό; Βεβαίως ὁ δεύτερος ποιούμενος χρῆσιν τοῦ σήματος, καὶ ἂν μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάθεσιν, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι ἄνθρωπος καλῆς πίστεως. Οὗτος ζητεῖ νὰ ἀπομιμηθῇ σῆμα, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς φιλοπονίας του, διὰ τῶν κόπων του, διὰ τῶν δαπανῶν του ἐδημιούργησεν εἷς ἔμπορος, τὸ ὁποῖον διέδωκεν ἴσως διὰ θυσιῶν μεγάλων, κατώρθωσε νὰ τὸ περιβάλῃ μὲ ὑπόληψιν. Εἰς τὸ σῆμα τοῦτο ἔρχεται κατόπιν εἷς εὐφυής,— ἂς τὸν χαρακτηρίσωμεν οὕτω,— καὶ δι’ ἀπομιμήσεως καὶ καταθέσεως αὐτοῦ θέλει νὰ τὸ οἰκειοποιηθῇ, καὶ τὸ οἰκειοποιεῖται, ἐπὶ βλάβῃ τοῦ θυσιάσαντος τόσα κεφάλαια. Ἀλλὰ, λέγει ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὁ οὕτω σπεύσας νὰ καταθέσῃ τὸ σῆμα δύναται νὰ ὑποστῇ ζημίαν ἐκ τῆς ἀμελείας τοῦ ἐπινοήσαντος τὸ σῆμα, καὶ δύνανται νὰ ἐγερθῶσι δίκαι πρὸς ἀπόδειξιν, τίς ὁ πρῶτος δημοσίᾳ μεταχειρισθεὶς τὸ σῆμα. Καὶ ποία εἶναι ἡ περίπτωσις τοῦ διακανονισμοῦ ἰδιωτικῶν συμφερόντων, καθ’ ἣν ἡ καλὴ πίστις δὲν τίθεται ἐν ἀμφιβόλῳ καὶ δὲν ὑφίσταται ἡ ἀνάγκη τῆς παρεμβάσεως τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἵνα κανονίσῃ τὰ τοιαῦτα συμφέροντα; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατανοήσητε περίστασιν τοιαύτην· εὐθὺς ὡς ἡ κακὴ πίστις παρέμβῃ, πάντοτε εἶναι ἀνάγκη τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἵνα ἀποφανθῇ εἰς τίνα ἀνήκει τὸ δίκαιον. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, δὲν εὑρίσκω ὅτι ἡ πρότασις, ἣν διατυποῖ ὁ ἔντιμος συνάδελφος, εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτὴ κατὰ τροπολογίαν τοῦ νόμου, ὅστις εἶναι σύμφωνος μὲ ὅλας σχεδὸν τὰς περὶ τοῦ θέματος κρατούσας νομοθεσίας, τὰς νομοθεσίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι λαμβάνουσι τὴν φύσιν τοῦ δικαιώματος ὡς ἀρχέτυπον, οὕτως εἰπεῖν, κτῆσιν ἰδιοκτησίας, χωρὶς νὰ θεωρήσωσιν αὐτὴν ὡς παράλογον, ἵνα ἐπέλθῃ ἀνάγκη διακανονισμοῦ, ὅπως ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐννοεῖ. Προστασίαν εἰς τὸν τοιοῦτον βιομήχανον ἢ ἔμπορον, τὸν δημοσίᾳ ποιούμενον χρῆσιν τοῦ σήματος ἄνευ καταθέσεως, προστασία τοιαύτη δὲν ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ νόμῳ πρὸ τοῦ γεγονότος τῆς καταθέσεως· διότι ποία εἶναι ἡ νόμιμος προστασία; Ἡ νόμιμος προστασία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει ποινὰς καὶ καταδίωξιν ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν γείνῃ παρ’ ἄλλου χρῆσις ἢ ἀπομίμησις τοῦ σήματος μετὰ τὴν κατάθεσιν. Ὁ πρῶτος ποιούμενος χρῆσιν δημοσίᾳ τοῦ σήματος δὲν κατέθεσεν αὐτὸ νομίμως, κατὰ τὴν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ κύριος Βουλευτής. Ἐν ὅσῳ δὲν καταθέσῃ, δὲν ἔχῃ νὰ παραπονεθῇ τι κατὰ τοῦ ὁπωσδήποτε ποιουμένου χρῆσιν τοῦ σήματος. Οὐδεμίαν ζημίαν ὑπὸ τοῦ νόμου ἀναγνωριζομένην ὑφίσταται. Ἀλλ’ ἔρχεται βραδύτερον καὶ καταθέτει, σᾶς λέγει ὁ κύριος Βουλευτὴς, καὶ διὰ τῆς καταθέσεως ἐκείνης ἀκυροῦται ἡ προγενεστέρα κατάθεσις, ἡ γενομένη ὑπὸ τοῦ ἀπομιμηθέντος τὸ σῆμα, δύνανται δὲ ἐκ τούτου νὰ προκύψωσι δυσχέρειαι διὰ τοὺς τρίτους. Δὲν πιστεύω νὰ ἦναι αἱ δυσχέρειαι μεγάλαι· διότι, εὐθὺς ὡς περὶ τῆς καταθέσεως τοῦ τοιούτου σήματος λάβωσι γνῶσιν, δὲν ἔχουσιν ἢ νὰ ἀπόσχωσι τῶν φερόντων παραπεποιημένον σῆμα ἐμπορευμάτων ἢ βιομηχανικῶν προϊόντων, ὁ δὲ ἀπομιμηθεὶς τὸ σῆμα, καίπερ προηγουμένως καταθέσας, ἂν θέλῃ νὰ ζήσῃ ἐν ἀσφαλείᾳ ἀπέναντι τοῦ νόμου, καὶ νὰ μὴ ὑποστῇ τὰς ποινὰς, καὶ περαιτέρω τὰς ἀποζημιώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐν ταῖς διατάξεσι τοῦ νόμου ἀναγράφονται, δὲν ἔχει ἐν τῇ ἐξακολουθήσει τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτοῦ ἢ νὰ παύσῃ ζητῶν διὰ τῆς ἀπομιμήσεως τῶν ἔργων τοῦ ἄλλου νὰ προσπορίζηται κέρδη ἄδικα. Δὲν βλέπω λοιπὸν, ὅτι τὰ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μαντινείας ἀναπτυχθέντα δύνανται τὸ παράπαν νὰ ἐπηρεάσωσι τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ μᾶς ἀναγκάσωσιν εἰς ἀναγραφὴν διατάξεως κατ’ ἐξαίρεσιν ἀπὸ τῆς ὁμοφώνου σχεδὸν ἐν τῷ προκειμένῳ ζητήματι γνώμης ἁπασῶν τῶν Εὐρωπαϊκῶν καὶ Ἀμερικανικῶν ἀκόμη νομοθεσιῶν. Φρονῶ δὲ, Κύριοι, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας γένηται δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, θὰ προκύψῃ δυσάρεστόν τι εὐθὺς ἅμα ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον νῦν ψηφίζομεν, ἐπεκταθῇ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη διὰ συνθηκῶν· διότι θὰ ἔχωμεν ζητήματα μεταξὺ Ἑλλήνων, ἀπομιμουμένων ξένα σήματα ἐντὸς τῆς προθεσμίας, ἣν ἐννοεῖ νὰ τάξῃ ὁ κύριος Βουλευτὴς διὰ τὴν κατάθεσιν καὶ τῶν ξένων σημάτων, καὶ τῶν Εὐρωπαίων, οἵτινες θὰ ἐπέλθωσι κατόπιν τῆς κυρώσεως τῆς συνθήκης μετὰ χρονικόν τι διάστημα, ἵνα ἐνεργήσωσι παρ’ ἡμῖν τὴν κατάθεσιν. Ποῖον θὰ προτιμήσητε ὑπὸ τοιούτους ὅρους; Θέλετε προτιμήσει τὸν Ἕλληνα, τὸν μετὰ τὴν προθεσμίαν ἀπὸ τῆς δημιουργίας ξένου σήματος καταθέσαντα ὡς σῆμα αὐτοῦ, ἀλλὰ κατ’ ἀπομίμησιν χρησάμενον τῷ σήματι τῷ ἐξωτερικῷ ἐν Ἑλλάδι, ἢ τὸν καλῇ τῇ πίστει ἐρχόμενον ξένον ἔμπορον ἢ βιομήχανον, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τῇ βάσει συνθήκης, συνομολογηθείσης μεταξὺ τοῦ ἡμετέρου ἔθνους καὶ τοῦ ἔθνους, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει αὐτὸς, θὰ ἔλθῃ, συμμορφούμενος μὲ τὸν νόμον, νὰ καταθέσῃ τὸ σῆμα αὐτοῦ; Ἰδοὺ, Κύριοι, ἓν ἄτοπον πρόδηλον, τὸ ὁποῖον ἤθελε προκύψει, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνδυάσωμεν τὰς προθεσμίας, τὰς ὁποίας ἐπιθυμεῖ ὁ κύριος Βουλευτὴς, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν σήμερον, δὲν εἶναι προωρισμένος νὰ λειτουργήσῃ μόνον διὰ τὰ Ἑλληνικὰ σήματα, ἀλλ’ εἶναι, Κύριοι, —ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν—ἐφ’ ὅσον ἡ βιομηχανία καὶ τὸ ἐμπόριον ἡμῶν δὲν ἔχουσι λάβει τὰς διαστάσεις, τὰς ὁποίας βλέπομεν ἀλλαχοῦ, ἀλλ’ εἶναι προωρισμένος νὰ λειτουργήσῃ ὡς πρὸς τὰ ἐξωτερικὰ σήματα, τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ προστασία, καὶ θὰ λειτουργήσῃ, Κύριοι, ὡς ἔχω λόγους νὰ πιστεύω, μετά τινος δραστηριότητος κατὰ τὰ πρῶτα στάδια τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, μὲ ὅλην τὴν ἐξωτερικὴν λογικὴν, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, νὰ μὴ δεχθῇ τὸ προτεινόμενον ὑπ’ αὐτοῦ σύστημα, καὶ νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον τὸ κυβερνητικὸν νομοσχέδιον ὑποβάλλει σήμερον εἰς τὴν ψῆφον ὑμῶν.
§53ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ παράδειγμα, Κύριοι, τῶν εὐρωπαϊκῶν νομοθεσιῶν, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, δὲν εἶναι ἰσχυρὸν, ἵνα ἀποκρούσῃ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν· διότι εἰς ὅλα τὰ Κράτη ἐκεῖνα, περὶ τῶν νομοθεσιῶν τῶν ὁποίων πρόκειται, ὑπῆρχον ἤδη δικαιώματα ἐπὶ τοῦ σήματος πρὶν ἢ ψηφισθῶσιν αἱ ἰδιαίτεραι διατάξεις περὶ καταθέσεως αὐτῶν. Ἐκεῖ λοιπὸν, ἔνθα ὑπῆρχε μία ἀνεγνωρισμένη ἰδιοκτησία, δὲν ἦτο βεβαίως τακτικὸν νὰ καταργηθῇ τὸ ἀνεγνωρισμένον αὐτὸ δικαίωμα ὑπὸ τῆς νομοθεσίας. Ἰδοὺ διὰ ποῖον λόγον ἡ τακτικὴ τῶν ἄλλων νομοθεσιῶν εἶναι ἀντίθετος πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ λέγω. Νομίζω μάλιστα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι,—διότι παρῆλθε πολὺς καιρὸς, ἀφ’ ὅτου τὰ ζητήματα ταῦτα συνεζητήσαμεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος,—νομίζω, ὅτι τότε παρετηρήσαμεν, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ νομοθεσία εἶχε διάταξίν τινα τοιαύτην, ὁποίαν ἐγὼ προτείνω νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὁρίζουσαν προθεσμίαν πρὸς κατάθεσιν, ἐπὶ ποινῇ ἀπωλείας τοῦ δικαιώματος. Ὁ κύριος προλαλήσας ἐξετάθη πολύ, ἵνα κανονίσῃ τὴν σχέσιν μεταξὺ τοῦ πρώτου χρησαμένου καὶ τοῦ πρώτου καταθέσαντος, καὶ ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἄξιος προστασίας εἶναι ὁ πρῶτος καὶ οὐχὶ ὁ δεύτερος. Ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει πρὸ πάντων νὰ ἀποβλέψωμεν, δὲν εἶναι, τίς ἐκ τῶν δύο, τῶν διαφιλονεικούντων, δύναται νὰ ἔχῃ μεῖζον δικαίωμα, ἀλλὰ πῶς δυνάμεθα νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν κοινωνίαν ὁλόκληρον, διότι ὁλόκληρος ἡ κοινωνία καὶ τὸ ἐμπόριον καὶ οἱ καταναλωταὶ δύνανται νὰ λάβωσιν εἰς τὴν κυριότητα αὐτῶν τὰ προϊόντα καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου. Ἐὰν δὲ μετὰ τὸ τέλος μιᾶς δίκης ἤθελεν εἷς ἐξ αὐτῶν ἡττηθῆ, οἱ κάτοχοι τῶν προϊόντων, τὰ ὁποῖα ὁ ἡττηθεὶς παρήγαγε, δὲν θὰ τιμωρηθῶσι μὲν, ἀλλὰ τὰ προϊόντα ταῦτα θὰ κατασχεθῶσι καὶ θ’ ἀφαιρεθῶσιν ἀπ’ αὐτῶν, ὡς μὴ νόμιμα προϊόντα, ὡς ἀποτελοῦντα κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἕτερος εἶχεν. Ἰδοὺ λοιπὸν τὸ κύριον ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν, κατὰ τίνα τρόπον δυνάμεθα ν’ ἀσφαλίσωμεν τὴν κοινωνίαν, τὸ ἐμπόριον, τοὺς τρίτους, καὶ τοιοῦτόν τινα σκοπὸν ἔχει καὶ ὁ νόμος περὶ μεταγραφῆς. Δὲν φροντίζει ὁ νόμος περὶ μεταγραφῆς νὰ προστατεύσῃ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος μετὰ μίαν ἀγορὰν δὲν ἔσπευσεν, ἵνα μεταγράψῃ τὸ συμβόλαιον τῆς ἀγοροπωλησίας· σκοπεῖ νὰ προστατεύσῃ τοὺς τρίτους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἔχωσιν ἀσφαλῆ γνῶσιν, τίς εἶναι ὁ κύριος τοῦ ἀκινήτου, ἵνα ἀποκτήσωσιν ἐπ’ αὐτοῦ δικαίωμα. Ἑπομένως, ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, οὐδὲν ἀντέταξεν ὁ προλαλήσας, τὸ ὁποῖον νὰ κλονήσῃ τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ἰδικά μου. Ὥστε διὰ τοῦ τρόπου, ὃν ἐγὼ ὑποστηρίζω, ἐξασφαλίζονται ἐντελῶς τὰ δικαιώματα τῆς κοινωνίας, καὶ ἕκαστος δύναται νὰ γνωρίζῃ ἀσφαλῶς, ἐὰν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀγοράζει, ἐὰν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐμπορευθῇ, ἦναι πράγματι γνήσιον προϊόν, ἢ ἦναι προϊόν ἀπομιμήσεως, καὶ νὰ μὴ ἀναγκάζηται, ὅταν ἤθελε τῷ ἀφαιρεθῇ τὸ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἠγόρασε, νὰ τρέχῃ νὰ ζητῇ τὸν ὑπεύθυνον, διὰ νὰ τὸν ἀποζημιώσῃ. Ἀλλὰ καὶ ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μόνον τοὺς δύο, τοὺς περὶ τοῦ σήματος ἀμφισβητοῦντας, διὰ τίνα λόγον ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εὗρε τόσον ἄξιον προστασίας τὸν πρῶτον χρησάμενον, καὶ οὐχὶ τὸν δεύτερον; Ὁ πρῶτος χρησάμενος λαμβάνει προθεσμίαν ἀρκετὴν, ἵνα καταθέσῃ, ἐὰν θέλῃ, τὸ σῆμα· διατὶ τάχα ὁ δεύτερος καταθέσας δύναται νὰ θεωρηθῇ εὑρισκόμενος ἐν ἥττονι θέσει τοῦ πρώτου; Ἀλλὰ, λέγει ὁ κύριος προλαλήσας, ἐνδεχόμενον καὶ διὰ συνθηκῶν νὰ κανονισθῶσι τὰ πράγματα κατὰ τρόπον ἄγνωστον· ἀπὸ τοῦδε πῶς νὰ ὁρίσωμεν τὰς προθεσμίας; Ἀπαντῶ ὅτι ἡ προθεσμία θὰ ἀρχίζῃ πάντοτε, ἀφ’ ἧς ἀποκτᾷ τις τὸ δικαίωμα τῆς καταθέσεως· δύνανται δὲ νὰ ὁρισθῶσιν ἄλλως τὰ πράγματα ἐν τῇ συνθήκῃ. Αὐτὸ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον χορηγεῖ καὶ εἰς τοὺς ἀλλοδαποὺς τὸ δικαίωμα νὰ καταθέσωσι παρ’ ἡμῖν τὸ σῆμα αὐτῶν, ἵνα ἔχωσιν οὕτω προστασίαν. Θεωρῶ λοιπὸν, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προτείνω, εἶναι καταλληλότερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον περιέχεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§54ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰμὶ καὶ ἐγὼ τῆς γνώμης, ὅτι ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ τεθῇ προθεσμία· διότι, ἐὰν μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, ὁ νόμος θέλει προστατεύει ἀκριβῶς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν θέλει νὰ συμμορφωθῇ πρὸς αὐτόν. Καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φέρω ἓν παράδειγμα, τὸ ἑξῆς: Ὑποθέσατε, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι δύο βιομήχανοι, οἱ ὁποῖοι ποιοῦνται τὴν σήμερον χρῆσιν ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ σήματος· ὁ πρῶτος, ἐξησφαλισμένος, ὅτι ἔχει τὴν προτεραιότητα, δὲν θέλει νὰ κάμῃ τὴν κατάθεσιν, ἐρχόμενος δὲ ὁ δεύτερος καὶ ποιούμενος τὴν κατάθεσιν, δύναται ν’ ἀποκλείσῃ τὸν ἔχοντα τὴν προτεραιότητα.
§55ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω, ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ στερεῖται πάσης βάσεως, διότι τὸ σῆμα καθιεροῖ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸν βιομήχανον ἢ τὸν γεωργὸν καὶ προστατεύει τὴν ἰδιοκτησίαν του. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς λέγει, ὅτι, ἐὰν ὁ χρώμενος τῷ σήματι καταθέσῃ τὸ σῆμα, μηδενίζει τὴν κατάθεσιν τοῦ ἄλλου· ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ὁ ἄλλος αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἰδιοποιήθη τὸ σῆμα τοῦ πρώτου. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, ὅπως καὶ ἂν ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, ἄξιος προστασίας εἶναι ὁ κύριος τοῦ σήματος, καὶ οὐχὶ βεβαίως ὁ παραποιῶν, συμφέρον δὲ θὰ ἔχῃ ὁ κύριος τοῦ σήματος νὰ κάμῃ τὴν κατάθεσιν. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς, ὅτι δὲν ἔκαμε τὴν κατάθεσιν, δὲν δύναται νὰ δώσῃ εἰς τὸν ἕτερον τὸ δικαίωμα νὰ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ ξένου σήματος. Ἀλλ’ ὑποθέσατε, ὅτι δεχόμεθα τὸ σύστημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ παρέρχονται ἓν ἢ δύο ἔτη, καὶ ἔμπορός τις ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε κάμει τὴν κατάθεσιν, ἔρχεται καὶ προβαίνει εἰς τὴν κατάθεσιν ἐν Ἑλλάδι· θὰ τῷ ἀντιτάξητε, ὅτι δὲν δύναται νὰ καταθέσῃ τὸ σῆμά του, ἐπειδὴ ὁ παραποιήσας αὐτὸ πρὸ ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν τὸν προέλαβε καὶ ἔκαμε τὴν κατάθεσιν; Ὁ δὲ παραλληλισμὸς μεταξὺ μεταγραφῶν καὶ σήματος, κατ’ ἐμὲ, στερεῖται πάσης ὑποστάσεως, διότι ἄλλον σκοπὸν ἔχει ἡ μεταγραφή, ἄλλην προστασίαν χορηγεῖ εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος προβαίνει εἰς ταύτην, καὶ ἄλλον σκοπὸν ἔχει τὸ σῆμα, ἄλλην προστασίαν παρέχει εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος προβαίνει εἰς τὴν κατάθεσιν. Πρόκειται νὰ δώσωμεν προστασίαν εἰς τὴν βιομηχανικὴν ἰδιοκτησίαν, πρόκειται ν’ ἀναγνωρίσωμεν τὴν προστασίαν αὐτὴν, καὶ πρόκειται ἀκριβῶς νὰ μὴ ἀσχοληθῶμεν περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διὰ παραποιήσεως καταστρέφουσι τὴν ἰδιοκτησίαν ταύτην.
§56ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ παραποιήσεως, ἀλλὰ περὶ χρήσεως συγχρόνου ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ σήματος παρὰ δύο ἢ πλειόνων βιομηχάνων· διότι ὑπάρχουσι βιομηχανήματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν μεταχειρίζονται τὸ αὐτὸ ὄνομα, ἀλλὰ συμπίπτει νὰ ἔχωσι τὸ αὐτὸ σῆμα ἄνευ ὀνόματος.
§57ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος λέγει: «Ὁ πρῶτος δημοσίᾳ ποιησάμενος χρῆσιν ὡρισμένου σήματος καὶ μὴ διακόψας ταύτην πλέον τοῦ ἔτους δικαιοῦται αὐτὸς καὶ μόνος νὰ ἐνεργήσῃ τὴν κατάθεσιν αὐτοῦ». Δύναται εἷς βιομήχανος, νομίζων, ὅτι ὁ ἕτερος, ὁ ποιούμενος χρῆσιν τοῦ σήματος, διέκοψε τὴν χρῆσιν αὐτοῦ ἐπὶ ἓν ἔτος καί τινας ἡμέρας, νὰ ποιήσηται αὐτὸς χρῆσιν αὐτοῦ καὶ τὸ καταθέσῃ· ἔρχεται τότε ὁ ἕτερος καὶ ἀποδεικνύει, ὅτι τοῦ σήματος τὴν χρῆσιν διέκοψεν οὐχὶ ἐπὶ ἓν ἔτος, ἀλλὰ κατά τι ὀλιγώτερον.
§58ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι ὀρθὴ ἡ καταχώρησις καὶ τῆς διατάξεως ταύτης ἐν τῷ νόμῳ, διότι βεβαίως, ἂν ἐπρόκειτο περὶ διακοπῆς παρατεινομένης ἐπὶ πλειότερον χρόνον, θὰ ἠδύνατο καὶ ὁ τρίτος νὰ ἀγνοῇ τὴν παρ’ ἄλλου χρησιμοποίησιν τοῦ αὐτοῦ σήματος. Λέγω ὅμως, ὅτι, μὴ διακοπτομένης τῆς χρήσεως πέραν τοῦ ἔτους, εἶναι ἀδύνατον ὁ βιομήχανος, ὁ μετερχόμενος βιομηχανίαν τινὰ, νὰ μὴ γνωρίζῃ τὰ διάφορα σήματα, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζεται ἡ βιομηχανία αὕτη, ὥστε νὰ ὑποπέσῃ εἰς τὴν πλάνην. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§60ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τὸ ἄρθρον 5 νομίζω, ὅτι ἔρχεται εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὸ ἄρθρον 11· ἀφοῦ ἡ ἀγωγὴ ἐνασκεῖται μόνον ἐπὶ τῇ ἐγκλήσει τοῦ ζημιωθέντος, πῶς κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται ἡ μεταβίβασις;
§61ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ εὑρίσκετε τὴν ἀντίφασιν;
§62ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐπιβάλλετε ὡς ὅρον νὰ μεταβιβασθῇ τὸ σῆμα μαζῇ μὲ τὴν βιομηχανίαν. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 11 σᾶς ἐπιτρέπει νὰ μεταχειρίζωνται τῇ ἀνοχῇ σας τὸ σῆμα καὶ ἄλλοι. Ἐκεῖ εὑρίσκω τὴν ἀντίφασιν. Δὲν εἶναι μεταβίβασις αὐτό;
§63ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναται ὅμως πᾶς τις, ἀγοράσας τὰ προϊόντα, τὰ φέροντα τὸ σῆμα καὶ μὴ ἐρχόμενα ἐκ τοῦ καταστήματος, δι’ ὃ ἐδόθη τὸ σῆμα, νὰ μηνύσῃ τὴν παράβασιν τοῦ νόμου· διότι, ὡς θέλετε παρατηρήσει ἐκ τοῦ ἄρθρου 11, δὲν εὐθύνεται ὁ οὕτω πωλῶν ἀπέναντι τοῦ νομίμου δικαιούχου τοῦ σήματος μόνον, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι τοῦ ἀγοράζοντος προϊόντα κακῶς φέροντα γνήσιον σῆμα.
§64ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐπὶ τῇ ἐγκλήσει τοῦ ζημιωθέντος.
§65ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις λέγει, ὅτι καὶ ὁ νόμιμος δικαιοῦχος τοῦ σήματος καὶ ὁ καταναλωτὴς δύναται νὰ ἦναι ζημιωθείς.
§66ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἢ θὰ δεχθῆτε τὴν μεταβίβασιν τοῦ σήματος ἁπλῶς, ἢ θὰ ἐξαλείψητε αὐτὴν τὴν ἀντίφασιν. Σκεφθῆτέ το μόνοι σας, καὶ θὰ τὸ εὕρητε. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§68ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἄρθρου προκύπτει, ἡ ποινικὴ καταδίωξις δὲν ἐπιτρέπεται, εἰμὴ μετὰ παρέλευσιν προθεσμίας τινὸς, δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» καὶ διὰ πρᾶξιν μεταγενεστέραν τῆς δημοσιεύσεως ταύτης. Ἀληθῶς ἦτο ἀνάγκη νὰ τεθῇ προθεσμία τις, ἵνα λάβῃ γνῶσιν τὸ κοινὸν, καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν αὐτῆς, ἂν ἤθελέ τις παραβιάσει τὰ δικαιώματα τοῦ καταθέσαντος, τότε καὶ μόνον νὰ ἐπέρχηται ἡ τιμωρία· ἀλλὰ τοῦ κανόνος τούτου γίνεται ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου μία τις ἐξαίρεσις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ θεωρῶ οὐχὶ ὀρθήν· κατὰ ταύτην, ἂν ὁ καταθέσας ἐγείρῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ μεταχειριζομένου τὸ σῆμα τοῦτο, διεκδικῶν τὸ σῆμα, τὸ ὁποῖον κατέθεσεν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, λέγει, δὲν θὰ περιμένωμεν πλέον τὰς 10 ἡμέρας, διὰ νὰ τιμωρήσωμεν τὸν πολίτην, ἀλλὰ θὰ τὸν τιμωρήσωμεν ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν τῷ ἐκοινοποιήθη ἡ ἀγωγή. Τοῦτο φρονῶ, ὅτι εἶναι ἄτοπον. Διατὶ τάχα νὰ μὴ παραδεχθῶμεν ἐν γένει αὐτὴν τὴν προθεσμίαν τῶν 10 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως; Διατὶ αὐτὸν τὸν μεταχειριζόμενον μέχρι τοῦδε τὸ σῆμα νὰ τιμωρήσωμεν ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως τῆς ἀγωγῆς περὶ διεκδικήσεως τοῦ σήματος;...
§69ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Διότι εἶναι κακῆς πίστεως αὐτός.
§70ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ... Ἐνδέχεται ὁ ἐγείρων τὴν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ ἀνθρώπου τούτου νὰ ἡττηθῇ καὶ δικαστικῶς, διότι ἐνδέχεται ὁ καταθέσας, ὅπως ἔλεγον πρότερον οἱ ἀξιότιμοι κύριοι Ὑπουργοί, νὰ εὑρίσκηται ἐν τῷ ἀδίκῳ τῆς καταθέσεως. Εἶναι λοιπὸν περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας μεταξὺ τοῦ καταθέσαντος καὶ τοῦ χρησαμένου δύνανται νὰ ἐγερθῶσιν ἀμφιβολίαι περὶ τοῦ τίς ἔχει δίκαιον, καὶ αἱ ἀμφιβολίαι νὰ λυθῶσιν εἴτε ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς εἴτε ὑπὲρ τοῦ ἄλλου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, αὐτὸς ὁ μὴ καταθέσας, ἐν καλῇ πίστει εὑρισκόμενος, κάμνει χρῆσιν τῶν σημάτων καὶ μετὰ τὴν ἀγωγήν, ὑποθέτων, ἐν καλῇ πίστει, ὅτι θέλει ἀποῤῥιφθῆ αὕτη. Δύναται οὗτος νὰ καταδικασθῇ εἰς ἀποζημιώσεις· ἀλλ’ εἶναι δίκαιον νὰ ὑποβληθῇ καὶ εἰς ποινικὴν καταδίωξιν; Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ προθεσμία τῶν 10 ἡμερῶν εἶναι ἀναγκαία, ἵνα καὶ αὐτὸς, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐγείρεται ἡ ἀγωγή, σκεφθῇ καὶ μελετήσῃ τὰ πράγματα, ἂν ὑπάρχῃ περίπτωσις νὰ σταματήσῃ ἢ νὰ ἐξακολουθήσῃ. Ἡ προθεσμία εἶναι πολὺ μικρά.
§71ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν ἀνεξαιρέτως τὴν προθεσμίαν τῶν 10 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», δὲν ἔχει σοβαράν τινα σημασίαν ἐνταῦθα, διότι ὁ δυνάμενος ν’ ἀπαντήσῃ ἀμέσως, ἅμα τῇ εἰς αὐτὸν κοινοποιήσει τῆς ἀγωγῆς περὶ ἀναγνωρίσεως σήματος, ὅτι δὲν γνωρίζει τὴν κατάθεσιν, ἢ ὅτι ἔχει αὐτὸς δικαίωμα ἐπικρατέστερον, δύναται ν’ ἀπαντήσῃ αὐτὸ τοῦτο τὸ πρᾶγμα καὶ μετὰ 10 ἡμέρας, καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ λέγων: «Ναὶ, κατέθεσας σὺ, ὁ μηνυτὴς ἐμοῦ, τὸ σῆμά σου, καὶ ἔρχεσαι σήμερον, μετὰ τὴν πάροδον τῆς δεκαημέρου προθεσμίας, νὰ ὑποστηρίξῃς τὰ δικαιώματά σου, ἐγείρων τὴν δημοσίαν ἀγωγήν, ἀλλ’ εἶναι ἡ ποινικὴ ἀγωγή σου ἀπαράδεκτος, διότι ἡ γενομένη παρὰ σοῦ κατάθεσις εἶναι ἄκυρος· εἶναι ἄκυρος διὰ λόγους τυπικούς, ἢ εἶναι ἄκυρος διὰ λόγους οὐσιαστικούς, καθόσον ἐγὼ, ὁ μηνυόμενος, ἔκαμα χρῆσιν πρῶτος τοῦ σήματος δημοσίᾳ, καὶ συνεπῶς, καταθέσας αὐτὸ, ἔχω ἐπικρατέστερον δικαίωμα». Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο πίπτει. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ προθεσμία εἶναι συντομωτάτη, πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἐνάγοντος, ἂς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἐνταῦθα πρόκειται περὶ εἰδικῆς γνωστοποιήσεως, μὴ γενομένης διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τεκμηρίου, ὅτι πάντες οἱ πολῖται Ἕλληνες ἀναγινώσκουσι τὰ ἐν τῇ ἐφημερίδι ταύτῃ, ἀλλὰ διὰ δικογράφου ἀγωγῆς, δι’ οὗ γίνεται εἰδικὴ κοινοποίησις εἰς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ ἐνάγοντος, λέγοντος, ὅτι εἶναι δικαιοῦχος τοῦ σήματος καὶ ἐννοεῖ κατ’ αὐτοῦ νὰ ἐπιδιώξῃ εἰς τὸ μέλλον τὰς συνεπείας καταδολιεύσεως, γενομένης ἐναντίον τοῦ δικαιώματός του. Ἂν ἔχῃ πεποίθησιν ἐπὶ τὸ δίκαιόν του ὁ καθ’ οὗ ἡ ἀγωγή, ἂς ἐξακολουθήσῃ μεταχειριζόμενος τοιοῦτον σῆμα, ἀλλ’ ἂν δὲν ἔχῃ πεποίθησιν, καὶ ἦναι ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς παραποιήσεως ἢ τῆς ἀπομιμήσεως, πρέπει νὰ γινώσκῃ, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου μέλλουσι νὰ ἔχωσι δι’ αὐτὸν ἐφεξῆς δυσαρέστους συνεπείας, ὅτι ἐπὶ τέλους ὁ νόμος δὲν ἀνέχεται πλέον τὴν τοιαύτην ὑπ’ αὐτοῦ διαπραττομένην κατάχρησιν μετὰ τὴν εἰδικὴν γνωστοποίησιν, ἣν διαγράφει τὸ συζητούμενον ἄρθρον. Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι ὀρθότατον καὶ δικαιότατον, εἶναι δὲ, ὡς γινώσκει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας κ. Βουλευτής, εἰλημμένον ἐκ τοῦ ἐκτενοῦς καὶ τὰ μάλιστα μεμελετημένου νομοσχεδίου τῆς Γαλλικῆς Γερουσίας, φρονῶ δὲ, ὅτι εἶναι μία τῶν ἐπιτυχεστέρων διατάξεων, τὰς ὁποίας θὰ περιέχῃ ἡ νομοθεσία ἡμῶν περὶ τῶν σημάτων.
§72ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντέταξα τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἐκεῖ ὑπῆρχε καὶ προηγούμενον δικαίωμα ἐπὶ τοῦ σήματος τὸ ὁποῖον παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχει. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν χορηγίαν τῆς προθεσμίας, ἀπορῶ, πῶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δὲν ἐννοεῖ τὴν ἀνάγκην ταύτην. Μοῦ κοινοποιεῖται μία ἀγωγὴ σήμερον, ὅτι τὸ σῆμα δὲν πρέπει νὰ τὸ μεταχειρίζωμαι πλέον, διότι ἕτερος τὸ κατέθεσεν· ἔχω ἀνάγκην νὰ ἴδω, ποῖον εἶναι τὸ σῆμα τὸ κατατεθὲν, διότι τὸ ἀγνοῶ ἐντελῶς· ἔχω ἀνάγκην νὰ μάθω πληροφορίας· αὐτὰ ποῦ θὰ τὰ ἴδω; Εἰς τὴν Ἐφημ. τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ εἶναι καὶ τὸ σῆμα τετυπωμένον καὶ ὑπάρχει καὶ ἡ περιγραφὴ τοῦ σήματος. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι καὶ ἐγὼ, ἐν καλῇ πίστει εὑρισκόμενος, ἔχω ἀνάγκην χρόνου τινὸς, μιᾶς σκέψεως ἢ μελέτης, διὰ νὰ ἴδω, ἂν τὰ ἰδικά μου δίκαια ἦναι ἐπικρατέστερα. Πῶς θὰ μὲ τιμωρήσητε μὲ ποινάς; Νομίζω, ὅτι ἡ προθεσμία εἶναι λογικὴ, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται εἰς πᾶσαν περίπτωσιν.
§73ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιφυλάσσομαι δὲ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ ὁμιλήσω· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι τὸ ἄρθρον 6, ὅπως εἶναι συντεταγμένον, βεβαίως θὰ φέρῃ τὴν καταστροφὴν τοῦ ἐμπορίου ἡμῶν ἐν Ἀνατολῇ, τὸ ὁποῖον κυρίως ἐπιδιώκει τὴν ἀποφυγὴν τῶν δυσχερειῶν, διότι τὸ πλεῖστον τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων, τὰ ὁποῖα ἐμπορεύεται εἰς τὴν Ἀνατολὴν τὸ ἐμπόριον τὸ ἑλληνικὸν, — καὶ δὲν εἶναι μικρὰ, εἶναι μέγιστα, ἴσως ἀποτελοῦσιν ὁλόκληρον τὸ δίκτυον τοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἐμπορίου, — τὸ πλεῖστον, λέγω, τῶν ἐμπορευμάτων τούτων, τὰ ὁποῖα ἐμπορεύεται τὸ ἑλληνικὸν ἐμπόριον, δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι παραποίησις τοῦ σήματος· ἐὰν δ’ ἀφήσωμεν τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἔχει, θέλομεν φθάσει εἰς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ δώσωμεν εἰς τὸν νόμον ὀπισθενεργὸν δύναμιν· διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν εἰς τὰ καταστήματά των καὶ ἐμπορεύονται ἤδη τὰ ἐμπορεύματα τὰ σεσημασμένα, θὰ εὑρεθῶσι πρὸ τοῦ διλήμματος, ἢ νὰ ὑποστῶσι τὴν καταδίωξιν, ἅμα ὡς τὸ σῆμα τοῦ βιομηχάνου ἤθελε κατατεθῆ παρὰ τῷ γραμματεῖ τῶν Πρωτοδικῶν, ἢ νὰ καταστρέψωσι πάντα τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησαν καὶ ἐμπορεύονται ἤδη. Τὸ ἄρθρον 6, πραγματευόμενον περὶ τῶν ποινῶν, ἀναφέρεται εἰς τὸ παρελθὸν (ἀναγινώσκει): «Τιμωροῦνται μὲ φυλάκισιν μέχρις ἓξ μηνῶν καὶ μὲ χρηματικὴν ποινὴν μὴ ὑπερβαίνουσαν τὰς χιλίας δραχμὰς, ἢ μὲ μίαν ἐκ τῶν ποινῶν τούτων: αʹ) Ὁ παραποιήσας σῆμα ἢ δολίως ποιησάμενος χρῆσιν παραπεποιημένου σήματος. βʹ) Ὁ δολίως θεὶς ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς βιομηχανίας του ἢ ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων τοῦ ἐμπορίου του ἀλλότριον σῆμα. γʹ) Ὁ ἄνευ παραποιήσεως ἀπομιμηθεὶς, πρὸς ἐξαπάτησιν τῶν ἀγοραστῶν, ἀλλότριον σῆμα, ἢ δολίως ποιησάμενος χρῆσιν τοιούτου σήματος. δʹ) Ὁ ἐν γνώσει πωλήσας ἢ ἐκθεὶς πρὸς πώλησιν ἢ κυκλοφορίαν ἐμπόρευμά τι μὲ σῆμα παραπεποιημένον ἢ δολίως ἀπομιμηθέν.» Σχεδὸν ἡ παράγραφος, ἡ ὁποία θὰ λειτουργήσῃ, εἶναι κατὰ τοῦ ἐμπορίου, διότι λέγει «μὲ σῆμα παραπεποιημένον ἢ δολίως ἀπομιμηθέν». Τὴν ἐπιοῦσαν τῆς παρελεύσεως τῆς προθεσμίας, τὴν ὁποίαν τάσσει τὸ ἄρθρον 6, θέλουσι καταδιωχθῆ ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐμπορεύονται εἴδη παραπεποιημένα καὶ, ὡς εἶπον, ἐν ἀρχῇ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου θέλουσιν εὑρεθῆ πρὸ τοῦ διλήμματος, ἢ νὰ ὑποστῶσι τὴν καταδίωξιν, ἢ νὰ καταστρέψωσι πάντα τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα ἐμπορεύονται ἐν γνώσει, ὅτι δὲν προέρχονται ἐκ τῆς πηγῆς τῆς γνησίας. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ σκέψις, ἂν ὄχι περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τοὐλάχιστον περὶ συντάξεως τῶν ἄρθρων αὐτοῦ· διότι, ἐὰν ἀφήσωμεν τὸ ἄρθρον 6 ὅπως ἔχει, καὶ μάλιστα τὸν περιορισμὸν, τὸν ὁποῖον περιλαμβάνει ἡ δευτέρα παράγραφος αὐτοῦ, ἡ ὁποία ὁρίζει, ὅτι «ἡ λόγῳ τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ προβλεπομένων πλημμελημάτων ἔγερσις τῆς δημοσίας ἀγωγῆς ἐπιτρέπεται μόνον μετὰ παρέλευσιν δέκα ἡμῶν ἀπὸ τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 4 δημοσιεύσεως ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» καὶ διὰ πρᾶξιν μεταγενεστέραν τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας ταύτης», θέλομεν ἀναμφισβητήτως φθάσει εἰς καταστροφὴν ὁλοκλήρου τοῦ ἐμπορίου τοῦ ἑλληνικοῦ ἐν Ἀνατολῇ, διότι ἡ πρᾶξις θὰ ἦναι μεταγενεστέρα ἐκ μέρους πάντων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἤδη ἀποταμιεύσει εἰς τὰ καταστήματά των εἴδη παραπεποιημένα. Δὲν δύνασθε βεβαίως νὰ ὑποχρεώσητε αὐτοὺς,—καὶ τοῦτο εἶναι τὸ κύριον ἐλάττωμα ὅλων τῶν τοιούτων νομοθετημάτων,— νὰ πετάξωσιν οἱ κάτοχοι τὸ ἐμπόρευμα, τὸ ὁποῖον ἔχουσι, τὴν ἐπιοῦσαν δὲ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν θέλει κατατεθῆ τὸ σῆμα καὶ θέλουσιν ἀποδειχθῆ αὐτοὶ μὴ διατελοῦντες ἐν γνώσει τοῦ ὅτι τὸ σῆμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον μεταχειρίζονται εἰς ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα ἐπιχειροῦσι, δὲν εἶναι γνήσιον, νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς καταδιώξεις καὶ εἰς τελείαν καταστροφήν. Εἶπον ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ κύριον ἐλάττωμα ὅλων τῶν νομοθετημάτων τῶν τοιούτου εἴδους, καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ τοῦ 1882, ὅτε ἐπαρουσιάσθη ὁμοία περίπτωσις, ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, οὐδέποτε συνήνεσα εἰς τὸ νὰ νομοθετηθῇ τοιοῦτον μέτρον, διότι ἐγνώριζον, ὅτι τὸ τοιοῦτον μέτρον θέλει φέρει τελείαν καταστροφήν. Ἀναμφισβητήτως σήμερον θέλομεν ἐκθέσει ὅλον τὸ ἑλληνικὸν ἐμπόριον τὸ ἐν τῇ Ἀνατολῇ, τὸ ἐκποιοῦν παρὰ τοὺς λιμένας ἐμπορεύματα καὶ προϊόντα βιομηχανικὰ, θέλομεν, λέγω, ἐκθέσει τοὺς Ἕλληνας ἐμπόρους εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ καταστρέψωσιν ὅλα τὰ εἴδη τὰ παραπεποιημένα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν εἰς τὰ καταστήματά των, ἢ ἅμα τῇ πωλήσει ἑνὸς καὶ μόνου ἀντικειμένου ἐκ τῶν εἰδῶν αὐτῶν, ἑνὸς φιαλιδίου λ. χ. ὕδατος τῆς Κολωνίας, νὰ ὑποστῶσι τὴν ποινικὴν καταδίωξιν καὶ τὰς ἀποζημιώσεις. Ἀκριβῶς δὲ διὰ τῶν τοιούτων νομοθετημάτων τίθεται τὸ Κράτος εἰς τοιοῦτον δίλημμα. Ἀπέφευγον πάντοτε αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις ἀπὸ τοῦ νὰ παραδεχθῶσι τὰς παρακελεύσεις καὶ τῶν ξένων Δυνάμεων καὶ τῶν ξένων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα προβλέπουσι περὶ τῆς ἰδίας βιομηχανίας, χωρὶς νὰ ἔχωσι καθῆκον νὰ φροντίζωσι μήτε περὶ τῆς ἰδικῆς μας βιομηχανίας, μήτε περὶ τοῦ ἐμπορίου ἡμῶν. Ὀφείλομεν περὶ αὐτῶν ἡμεῖς αὐτοὶ νὰ μεριμνήσωμεν’ δυστυχῶς, ἀντὶ νὰ μεριμνῶμεν ὑπὲρ αὐτῶν, μεριμνῶμεν κατ’ αὐτῶν, θὰ φθάσωμεν δὲ εἰς τελείαν καταστροφὴν τοῦ ἑλληνικοῦ ἐμπορίου ἐν τῇ Ἀνατολῇ, κλονισθέντος ἐκ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ.
§74ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου καθωρίσθη τόσον, ὥστε εἶναι περιττὸν νὰ προσθέσω τι ἐπ’ αὐτοῦ· ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς λέγει, ὅτι εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ πολεμήσῃ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Βεβαίως, ἂν πρόκηται περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, θέλομεν συζητήσει, καὶ θέλομεν ἴδει τότε, ἂν συμφέρῃ νὰ δώσωμεν προστασίαν εἰς τοὺς ἐν γνώσει χρωμένους σήμασι παραπεποιημένοις· εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ συζητηθῇ. Ὡς πρὸς τὴν ἑτέραν αὐτοῦ ἰδέαν, ὅτι διὰ τῆς παραδοχῆς τοῦ ἄρθρου 6 θέλομεν καταστρέψει τοὺς ἔχοντας εἴδη καὶ ἐν γνώσει διατελοῦντας, ὅτι αὐτὰ τὰ εἴδη φέρουσι σήματα παραπεποιημένα, νομίζω, ὅτι δὲν συνεπλήρωσε τὴν ἰδέαν του, διότι περιωρίσθη εἰς τὴν ἐπίκρισιν τοῦ ἄρθρου, χωρὶς νὰ προτείνῃ τι πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ κακοῦ αὐτοῦ. Τί ἐννοεῖ ὁ κ. Βουλευτής; νὰ δοθῇ προθεσμίας μέχρις οὗ πωλήσωσι τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα κατέχουσι σήμερον; Δὲν ἐνόησα ποία ἦτο ἡ ἰδέα του. Ἐνόησα ὅτι ἔκαμεν ἐπίκρισιν τοῦ ἄρθρου, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, τί προτείνει πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ κινδύνου.
§75ΡΑΛΛΗΣ. Προτείνω νὰ ἀπόσχητε, ὡς ἀπέσχε καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1882. Καθ’ ὅσον ἡ ἀρχὴ συνδέεται μὲ τοιαύτην καταστροφὴν, καθ’ ὅσον δίδεται διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἀναδρομικὴ δύναμις, θὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, καὶ σεῖς ὀφείλετε νὰ σκεφθῆτε πολὺ, ἂν πρέπῃ νὰ τὸ ψηφίσητε, διότι ἀντὶ πινακίου φακῆς παραδίδετε τὸ ἑλληνικὸν ἐμπόριον εἰς χεῖρας τῶν ξένων.
§76Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ὀνομάζει πινάκιον φακῆς τὰ ἀνταλλάγματα ὑπὲρ τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας, ὑπὲρ τῆς σταφίδος, ἣν περὶ ἐλαχίστου ποιεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς, ἥτις ὅμως εἶναι ἡ κρηπὶς τοῦ πλούτου τῆς χώρας. Περὶ τούτου θέλομεν συζητήσει, ὅταν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν ὁ κ. Βουλευτὴς φέρῃ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος γενικώτερον. Ἤδη παρέστησεν, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ καταστροφὴ ἐκ τοῦ μέτρου τούτου, διότι τὸ ἐμπόριον παρ’ ἡμῖν, κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ, κυρίως ἐμπορεύεται νόθα εἴδη. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ τοῦτο ἀληθὲς, μήπως τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς τὴν γνησιότητα τῶν ἐμπορευμάτων; μήπως ἀφορᾷ εἰς αὐτὰ ταῦτα τὰ ἐμπορεύματα; Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀπαγορεύει τὴν νοθείαν τῶν ἐμπορευμάτων, ἀλλὰ τὴν νοθείαν τοῦ σήματος. Ὁ ἔμπορος, ἀφαιρῶν τὸ σῆμα, δύναται νὰ πωλῇ τὸ νόθον ἐμπόρευμα. Οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει πρὸς τὸ ἐμπόρευμα τὸ νομοσχέδιον, ἔχει μόνον σχέσιν πρὸς τὸ σῆμα τὸ ἐπὶ τοῦ ἐμπορεύματος. Δὲν ἀπαγορεύεται δὲ ἡ ἀφαίρεσις τοῦ σήματος, διότι εἶναι καὶ τοῦτο ἓν τῶν ἀνακινηθέντων ζητημάτων, ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν ἐδόθη εἰς αὐτὸ λύσις μὴ ἐπιτρέπουσα τὴν ἀφαίρεσιν καὶ καταστροφὴν μόνου τοῦ σήματος. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐδίδετο ἡ ἀντίθετος, ἡ αὐστηροτάτη λύσις, καθ’ ἣν ἡ χρῆσις τοῦ παραπεποιημένου σήματος ἐπάγεται τὴν καταστροφὴν τοῦ ἐμπορεύματος, καὶ πάλιν θὰ προελάμβανον οἱ ἔμποροι νὰ ἀφαιρέσωσι τὸ παραπεποιημένον σῆμα, πρὶν ἢ ἀποκτήσωσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι τὰ ἐκ τοῦ νόμου δικαιώματα.
§77ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐδεμίαν ζημίαν θὰ ὑποστῇ, λέγει, διότι θὰ ἀφαιρέσῃ ὁ ἔμπορος τὸ σῆμα, καὶ τὸ ἐμπόρευμα δὲν θὰ καταστραφῇ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι μόνος ὁ μὴ ἔχων ἔννοιάν τινα τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐνεργεῖται τὸ ἐμπόριον ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, δύναται νὰ ὁμιλῇ οὕτως. Ὁ καταναλωτὴς γινώσκει τὸ ἐμπόρευμα συνήθως μόνον ὑπὸ τὸ σῆμα, ὅταν δὲ ἀφαιρέσῃς τὸ σῆμα, καταστρέφεις τὸ ἐμπόρευμα, διότι δὲν εἶναι αὐτὸ πλέον περιζήτητον ὑπὸ τῶν καταναλωτῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἔχομεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 9, καθ’ ἣν τὸ Πλημμελειοδικεῖον πάντοτε καὶ ἐν περιπτώσει ἀθωώσεως διατάσσει τὴν καταστροφὴν τῶν δολίως παραπεποιημένων σημάτων κτλ. Κατὰ ταύτην λοιπὸν τὴν διάταξιν δύναται νὰ διαταχθῇ καὶ τοῦ ἐμπορεύματος ἡ καταστροφὴ, διότι πλεῖστα ὅσα ἐμπορεύματα φέρουσι τὸ σῆμα ἐφ’ ἑαυτῶν ἄνευ ἐπικαλύμματος...
§78ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς καταναλωτὰς δὲν τοὺς σκέπτεσθε;
§79ΕΥΤΑΞΙΑΣ. .. Διότι ἡμεῖς ἐφθάσαμεν μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου τῆς ἀκμῆς, ὥστε νὰ σκεπτώμεθα πλέον πῶς θὰ εἰσαγάγωμεν τὴν τάξιν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν· δι’ ἑτέρου νομοσχεδίου παραδίδομεν ἀσπλάγχνως 65 χιλιάδας Ἑλλήνων ἐν Αἰγύπτῳ εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἐκεῖ Ἄγγλων, διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου σκεπτόμεθα, πῶς νὰ καταστρέψωμεν τὸ Ἑλληνικὸν ἐμπόριον χάριν τῆς προστασίας ξενικῶν συμφερόντων.
§80ΡΑΛΛΗΣ. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὄχι ἀντὶ πινακίου φακῆς, ἀλλὰ χάριν ἀνταλλάγματος τῆς σταφίδος. Ἐν ἄρθρῳ 13 ἀναγράφεται τὸ ἀντάλλαγμα, ὅπερ εἶναι ἡ προστασία τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀντάλλαγμα, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἀντὶ πινακίου φακῆς παραδίδετε ὁλόκληρον τὸ ἑλληνικὸν ἐμπόριον εἰς χεῖρας τῶν ξένων. Λέγετε ὅτι διόλου δὲν θὰ τεθῇ εἰς τὸ δίλημμα, διότι δὲν ἔχει παρὰ νὰ ἀπαλείψῃ τὸ σῆμα. Ἀλλὰ λησμονεῖτε, ὅτι τὸ ἑλληνικὸν ἐμπόριον ἠγόρασεν ἤδη τὸ σῆμα αὐτὸ, καὶ δὲν γνωρίζετε ὅτι, ὅταν ἠγόραζε μὲ σῆμα παραπεποιημένον, οὐδὲν ἀθέμιτον διέπραττε, διότι δὲν ὑπῆρχε παρ’ ἡμῖν διάταξις, ἡ ὁποία νὰ τὸ χαρακτηρίζῃ ὡς ἀθέμιτον. Ἐν τούτοις λέγετε, ὅτι λίαν εὐκόλως δύναται νὰ διορθωθῇ, διότι θὰ ξύσῃ τὸ σῆμα. Ἀλλ’ ἐὰν ξύσῃ τὸ σῆμα, θὰ ἀπολέσῃ καὶ τὸ ἐμπόρευμα, τὸ ὁποῖον ἠγόρασε· τῷ εἶναι ἄχρηστον, πρέπει νὰ τὸ πετάξῃ, ἄλλως ἐπίκεινται κατ’ αὐτοῦ μὲ τὴν πρώτην πώλησιν, ἣν ἤθελε κάμει, αἱ ποιναὶ, τὰς ὁποίας διαγράφει τὸ νομοσχέδιον. Ὁσάκις ἐγένετο παράκλησις πρὸς ὑποβολὴν τοιούτου νομοσχεδίου, πάντοτε μέχρι σήμερον ἀπεκρούσθη. Κατὰ τὸ 1882 τὸ αὐτὸ νομοσχέδιον ἐζητεῖτο ἐπανειλημμένως καὶ ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ἀπέῤῥιψα.
§81Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ κατὰ τὸ 1882 παρεδέχθημεν ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσι πρὸς τὴν Γαλλίαν τὴν ἀρχὴν τῆς ψηφίσεως νομοσχεδίου περὶ βιομηχανικῶν σημάτων, παρεδέχθημεν δὲ αὐτὴν ἐν γενικῇ συμβάσει, ἥτις ἦτο ἀντάλλαγμα τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ. Τὰ ἀνταλλάγματα ἀνεζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, μελετήσας τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶπεν, ἀλλὰ δὲν τὰ εὗρεν ἐν αὐτῷ. Ἐπεφυλάχθη νὰ μελετήσῃ αὐτὸ γενικώτερον πρὸ τῆς τρίτης συζητήσεως· ὅταν δὲ τὸ μελετήσῃ γενικώτερον, θέλει ἴσως διακρίνει διατάξεις τινας ἐν αὐτῷ, αἵτινες ἤδη τὸν διέφυγον· θέλει ἴσως ἴδει ἐν αὐτῷ, ὅτι τὰ πλεονεκτήματα τοῦ νομοσχεδίου παρέχονται εἰς τὰ Κράτη τὰ συνομολογοῦντα σύμβασιν πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Συντελοῦν τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν συνομολόγησιν συμβάσεων, παρέχει διὰ ταύτης τὸ ἐπιδιωκόμενον ἀντάλλαγμα, ὅπερ ἀναζητεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐν ταῖς διατάξεσι τοῦ νομοσχεδίου· ἀντάλλαγμα δὲ κατ’ αὐτὸν εἶναι ἡ προστασία τῶν ἑλληνικῶν σημάτων ἐν ταῖς χώραις, ὧν θὰ προστατεύωμεν τὰ σήματα. Βεβαίως ἡ προστασία αὕτη ἐλάχιστον ἐνδιαφέρει εἰς ἡμᾶς, ἀλλ’ ὅ,τι ἐνδιαφέρει εἰς ἡμᾶς, εἶναι ἡ πρὸς ξένα Κράτη συνομολόγησις συμβάσεων γενικωτέρων, ἐν αἷς ἡμεῖς προσφέρομεν ὡς ἀντάλλαγμα πρὸς τὰ Κράτη ταῦτα τὴν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου προστασίαν. Ἡ προστασία αὕτη καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου δὲν θέλει ἐφαρμόζεσθαι, εἰμὴ ὑπὲρ τῶν χωρῶν, αἵτινες συνδέονται πρὸς ἡμᾶς διὰ συμβάσεως περὶ ἀμοιβαιότητος. Θὰ διευκολύνῃ ἄρα τὸ νομοσχέδιον ψηφιζόμενον τὴν σύναψιν τοιούτων συμβάσεων ἐπὶ ὅροις ἀποτελοῦσιν ἐπαρκὲς ἀντισήκωμα τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ. Ἀλλὰ ὁ κύριος Βουλευτὴς οὐ μόνον τοῦτο ἐμαρτύρησεν ἐν τῇ ὁμιλίᾳ αὐτοῦ, ὅτι δὲν εἶχεν ἔτι παρασκευασθῆ εἰς τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ, εἰλικρινέστερος τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος, διότι ἦτο ὀλιγώτερον μεμελετημένος, καὶ ἑπομένως ὀλιγώτερον ἐπιφυλακτικὸς ἐν τῇ ἀναπτύξει τῶν ἰδεῶν του, ὡμολόγησε τίς ἦτο ἡ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ζημία, ἣν παρέστησε πρότερον ὡς ὑπέρμετρον. Ἡ ζημία, εἰς ἧς τὴν ἀποσόβησιν ἐνδιαφέρεται ὁ κύριος Βουλευτὴς, εἶναι ἡ ἐκ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἐξαπατήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ κοινοῦ διὰ νόθων σημάτων, ἡ ἀφαίρεσις ἀπ’ αὐτοῦ τῆς ἐλευθερίας, ὅπως ἀγοράζῃ ὡς γνήσιον τὸ νόθον. «Οἱ ἔμποροι, λέγει πρὸς ἡμᾶς ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκμεταλλεύωνται τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ ἔρχεσθε ὑμεῖς, μὴ σκεπτόμενοι περὶ τῶν συνεπειῶν τῶν νομοθετημάτων ἡμῶν, προτείνοντες, ὅπως εἰς τὸν ἔμπορον τὸν συναλλαχθέντα ἐπὶ σκοπῷ ἵνα ἐξαπατήσῃ τὸν Ἕλληνα καταναλωτὴν, μὴ ἐπιτρέπηται νὰ ἐξαπατήσῃ αὐτόν!» Ναὶ, θέλομεν νὰ προστατεύσωμεν καὶ τὸν Ἕλληνα καταναλωτὴν, διότι, καίτοι ὁ Ἕλλην καταναλωτὴς θέλει ἐνίοτε νὰ ἀγοράζῃ προϊὸν νόθον, ἂν ἦναι ἀναλόγως εὐθηνότερον, θέλει ὅμως νὰ γινώσκῃ τί ἀγοράζει. Ὁ ἔμπορος, προμηθευόμενος εἴδη νενοθευμένα, γινώσκει ὅτι φέρουσι παραπεποιημένον σῆμα, ἀλλ’ ἐπλήρωσεν ὀλιγώτερα, ἐλπίζει δὲ διὰ τοῦ σήματος νὰ σαγηνεύσῃ ἀγοραστὴν ἐπὶ τῷ τιμήματι τοῦ γνησίου προϊόντος. Τοῦτο θέλομεν νὰ παύσῃ ἐν τῷ μέλλοντι· περὶ δὲ τῶν προμηθευθέντων πρὸ τῆς ἀπαγορεύσεως, ἐὰν θὰ κατεστρέφετο τὸ ἐμπόρευμα μετὰ τοῦ σήματος, θὰ ἦσαν ὀρθαὶ αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ· ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέγνωσε τὸ ἄρθρον, τὸ ὁρίζον, ὅτι δύναται τὸ δικαστήριον νὰ διατάξῃ τὴν καταστροφὴν τοῦ ἐμπορεύματος, ἐνῷ ἄλλαι νομοθεσίαι ὁρίζουσιν, ὅτι ὀφείλει νὰ καταστραφῇ καὶ τὸ ἐμπόρευμα μετὰ τοῦ σήματος. Ἡμεῖς παρεδέχθημεν ἐν τῷ νόμῳ τὴν ἀρχὴν, ὅτι μόνον ἐὰν τὸ δικαστήριον κρίνῃ, ὅτι ὑπάρχει πρὸς τοῦτο λόγος ἐξαιρετικὸς, θέλει διατάξει καὶ τὴν καταστροφὴν τοῦ ἐμπορεύματος. Ἀλλὰ καὶ ταῦτα ἂν μὴ εἶχον οὕτω, προκειμένου περὶ τῶν ἡμετέρων ἐμπόρων, οὗτοι δύνανται, ὡς παρέστησα, νὰ ἀφαιρέσωσι τὸ σῆμα, πρὶν ἢ ὁ νόμος καταστῇ ἐνεργός. Ἑπομένως περὶ οὐδενὸς ἄλλου πρόκειται, ἢ ὅπως στερηθῶσι τῆς ἐλευθερίας οἱ παρ’ ἡμῖν πωλοῦντες εἴδη νενοθευμένα νὰ παριστῶσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, εἰς τὸν καταναλωτὴν, ὅτι πωλοῦσιν εἴδη γνήσια. Τοῦτο εἶναι πλεονέκτημα πρόσθετον ἐκ τοῦ νομοσχεδίου· ἡμεῖς δὲν ἐπεδιώξαμεν αὐτὸ, ἡμεῖς ἐπεδιώξαμεν ἐκεῖνα, ἅτινα ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἀνεῦρεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἡμεῖς ἐπεδιώξαμεν τὸ μέσον, ὅπως δυνάμεθα νὰ συναλλαχθῶμεν πρὸς ξένα Κράτη περὶ γενικῆς συμβάσεως ἐπιτυχῶς, τὸ δὲ νομοσχέδιον ψηφιζόμενον θὰ ἦναι μέσον, ἵνα ἐπιτύχωμεν τὴν συνομολόγησιν τῶν συμβάσεων ὑπὸ ὅρους συμφέροντας εἰς τὴν παραγωγὴν ἡμῶν· ἀλλ’ ἐπιδιώξαντες ταῦτα, ἀπεκτήσαμεν καὶ ἄλλο: προστατεύομεν καὶ τὴν ἡμετέραν βιομηχανίαν, προστατεύομεν καὶ τοὺς ἡμετέρους καταναλωτὰς, διότι οὐδὲν ἔχομεν συμφέρον, ἵνα ἐξαπατᾶται ὁ καταναλωτὴς ὑπὸ τοῦ ἐμπόρου. Ἕλλην ὁ ἔμπορος, καὶ ὁ καταναλωτὴς Ἕλλην· ἐλευθερίαν ἐν τῇ ἐξασκήσει τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτοῦ ὀφείλομεν εἰς ἐκεῖνον, προστασίαν ὅμως εἰς τοῦτον κατὰ τῆς καταχρήσεως τῆς παρεχομένης εἰς τὸν ἔμπορον ἐλευθερίας εἰς ἐξαπάτησιν αὐτοῦ, καὶ κατὰ τοῦτο ὁ κύριος Βουλευτὴς ὑστερεῖ περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν ὑποχρεώσεως, ὅπως ὑπερασπίζῃ ἐν τῷ δικαίῳ τὰ συμφέροντα τῶν καταναλωτῶν, ὅταν ταῦτα συνάδωσι πρὸς τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας καὶ πρὸς τὴν ἀγαθὴν αὐτῆς φήμην. Αἱ ἀρχαὶ, ἃς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξέθηκεν, ἐὰν ἤθελον ἐπικρατήσει παρ’ ἡμῖν, θὰ ἐμείουν τὴν χώραν ἐν τῇ γνώμῃ τῶν ἐκτὸς τοῦ Κράτους καὶ ἐν τῇ συνειδήσει ἡμῶν αὐτῶν.
§82ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ τέλος τοῦ λόγου του ἠναγκάσθη νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἐγὼ ἀνέγνωσα ὀρθῶς τὸν νόμον ἐκεῖνον, αὐτὸς δὲ ὄχι, διότι δὲν εὑρίσκω διάταξιν, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ προκύπτῃ, ὅτι ἐπεφυλάχθη ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον νὰ ζητήσῃ ἄλλο ἀντάλλαγμα, ἐκτὸς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 13, ὅπερ ἰδοὺ τί λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἀλλοδαποὶ ἢ Ἕλληνες, ἐνασκοῦντες ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος βιομηχανίαν ἢ ἐμπορίαν, ἀπολαύουσι τῶν πλεονεκτημάτων τοῦ παρόντος νόμου, ἐὰν ἐν τοῖς Κράτεσιν, ἐν οἷς κεῖνται τὰ καταστήματα αὐτῶν, ὑφίσταται νομοθεσία προστατεύουσα τὰ ἐμπορικὰ καὶ βιομηχανικὰ σήματα, καὶ συνθήκη ἀμοιβαιότητος περιλαμβάνουσα τὰ ἑλληνικὰ σήματα». Ἡ συνθήκη αὕτη τῆς ἀμοιβαιότητος βεβαίως δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν σταφίδα, εἰς τὰ ἀνταλλάγματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠθελήσατε νὰ ὑπονοήσητε.
§83Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ φράσις περὶ συνθήκης ἀφορώσης εἰς τὰ ἑλληνικὰ σήματα ἐτέθη ἐπίτηδες ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἵνα μὴ παρέχηται ἡ προστασία ἢ εἰς τὸν κεκτημένον τὸ δικαίωμα ἐκ συνθήκης παρεχούσης ἀπέναντι τῆς προτάσεως ταύτης τὰ ἀνταλλάγματα, τὰ παρ’ ἡμῶν θεωρούμενα ἐπαρκῆ.
§84ΡΑΛΛΗΣ. Ὑφίσταται νομοθεσία, προστατεύουσα τὰ βιομηχανικὰ σήματα.
§85Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ συνθήκη.
§86ΡΑΛΛΗΣ. Ἐννοεῖτε νὰ συνάψητε νέας συμβάσεις;
§87Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν αἱ ὑφιστάμεναι μὴ ὦσιν ἐπαρκεῖς.
§88ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δὲν εἶναι αὕτη ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου· διότι τότε δὲν εἴχετε ἀνάγκην νὰ πράξητε αὐτὸ, ἀλλ’ ἠδύνασθε νὰ ἔλθητε εἰς συνεννόησιν περὶ συνομολογήσεως συμβάσεως, τὴν ὁποίαν νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς.
§89ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἴχομεν νόμον.
§90ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ σύμβασις θὰ ἦτο νόμος.
§91ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου εἶναι καθαρά· εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ κάμωμεν τὴν σύμβασιν ἀμοιβαιότητος, ναὶ ἢ ὄχι;
§92ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ δήλωσις αὕτη, παρακαλῶ, νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§93Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει.
§94ΡΑΛΛΗΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν ταύτην ἔμεινε κατὰ μέρος τὸ ἓν ζήτημα· ὑπολείπεται δὲ τὸ ἕτερον, τὸ τῆς καταστροφῆς τοῦ ἑλληνικοῦ ἐμπορίου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ὡμολόγησεν, ὅτι τὸ σῆμα θέλει χρησιμεύσει ὡς ὅπλον τῶν Ἑλλήνων εἰς τὴν Ἀνατολὴν, ἠθέλησε νὰ μοὶ ἀποδώσῃ τὴν αἰτίασιν, ὅτι ἐγὼ συνηγορῶ ὑπὲρ τῶν παραποιούντων τὰ ξένα σήματα. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἓν ἐλάττωμα, ὅτι παραδίδει εἰς τοὺς ξένους δέσμιον τὸν Ἕλληνα ἔμπορον ἐν τῇ Ἀνατολῇ, διότι σήμερον, μὴ ὑπαρχούσης κυρώσεως νομοθετικῆς, διὰ τῆς ὁποίας νὰ θεωρῆται ὡς ἀθέμιτος ἡ ἐμπορία τῶν παραπεποιημένων εἰδῶν, εἶναι ἐλεύθερος ὁ Ἕλλην νὰ ἀσκήσῃ τὴν ἐμπορίαν ταύτην· ἀλλ’ ὅταν ψηφίζητε τὰς ποινάς, τὰς ὁποίας διαγράφει τὸ ἄρθρον 6, ἡ εὔκολος ἀφαίρεσις τῶν σημάτων δὲν τὸν ἱκανοποιεῖ, διότι θὰ ὑποστῇ τὴν καταστροφὴν, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται, μὴ ἔχων ἴδιον σῆμα, μὴ δυνάμενος νὰ τὸ ἀντικαταστήσῃ.
§95ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἂς μὴ ἔχῃ σῆμα.
§96ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι εὔκολον τοῦτο· ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἤθελεν ἀγοράσει ὕδωρ τῆς Κολωνίας ἄνευ σήματος.
§97ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ μήπως ἦναί τις βέβαιος, ὅτι εἶναι γνήσια τὰ φέροντα τὸ σῆμα;
§98ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤγειρεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, χρήζει περισσοτέρας προσοχῆς. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν ἔχω τοὺς φόβους τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὅτι τὸ ἑλληνικὸν ἐμπόριον θὰ πάθῃ· ἀπ’ ἐναντίας ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ ὠφεληθῇ, ὠθούμενον εἰς ἐντιμοτέραν δρᾶσιν. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τοῦ ζητήματος τούτου, ὑπάρχει τὸ ζήτημα τῶν ἀποθηκῶν, τὰς ὁποίας Ἕλληνες ἔμποροι κατέχουσιν εἴτε ἐν Ἑλλάδι, εἴτε ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Δὲν συμφωνῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει σκοπὸν νὰ προστατεύσῃ τοὺς καταναλωτὰς κατὰ τῆς χρήσεως οὐχὶ νενοθευμένων ἐμπορευμάτων, ἀλλ’ ἐμπορευμάτων φερόντων σήματα ψευδῆ· ἀδιάφορον ἐὰν τὸ ἐμπόρευμα ἦναι νενοθευμένον, ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου δὲν εἶναι οὗτος, ἀλλ’ ἡ προστασία τοῦ σήματος. Ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι, ὅτι δίδει ὅπλον ἀρκετὰ ἰσχυρὸν, τὸ ὁποῖον, ὅταν γνωρίζῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ μεταχειρισθῇ, δύναται νὰ προσπορίζῃ οὐσιώδεις ὠφελείας εἰς τὴν ἐξαγωγὴν καὶ κατανάλωσιν τῶν ἐγχωρίων ἡμῶν προϊόντων· δὲν δύναμαι ὅμως νὰ παραδεχθῶ, ὅτι πρόκειται νὰ προστατεύσῃ τὸ νομοσχέδιον τοὺς καταναλωτὰς ἐν τῇ Ἀνατολῇ, δὲν ἔχομεν δὲ καὶ δικαίωμα πρὸς τοῦτο· διότι, ἐὰν ἠθέλομεν νὰ παράσχωμεν τοιαύτην προστασίαν, ὠφείλαμεν, χάριν τοῦ σκοποῦ τούτου, νὰ γνωστοποιήσωμεν τοῦτο ἐγκαίρως, ὅπως μὴ ἐνθαῤῥύνωμεν τὸν ἔμπορον νὰ κάμῃ ἀποθήκας οὐχὶ νενοθευμένων προϊόντων κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ φερόντων σήματα πλαστά· ἀφοῦ ἐπετρέψαμεν νὰ ἀγοράσῃ τοιαῦτα ἐμπορεύματα, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν εἰς αὐτόν: «σὲ καταδικάζομεν νὰ μὴ πωλήσῃς τὰ ἐμπορεύματά σου»· διότι αὐτὸς, ὅταν τὰ ἠγόραζεν, εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδένα νόμον παρεβίαζεν. Ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν περίπτωσιν ταύτην, καὶ νὰ εὕρωμεν διέξοδον, χωρὶς νὰ ἀδικήσωμεν τὸν τίμιον ἔμπορον· ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸν τὸ μέσον, ὅπως ἀπαλλαγῇ τῶν ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα καλῇ τῇ πίστει ἠγόρασε. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ χωρίσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ προστατεύσωμεν καὶ τὰ συμφέροντα τῶν ἐμπόρων, τῶν σήμερον εὑρισκομένων ἐν κατοχῇ ἐμπορευμάτων φερόντων μὴ γνήσια σήματα. Κατ’ οὐδὲν θὰ ἐλαττωθῇ ἡ ἀξία τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ δυνηθῇ νὰ ἔλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς ξένα Κράτη, καὶ νὰ προστατεύσῃ ἐν τῷ μέλλοντι τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν παραγωγὴν αὐτῶν. Δύναται, παρέχουσα προθεσμίαν ὡρισμένην, ἢ ὁρίζουσα ἄλλον τρόπον ἐκποιήσεως τῶν ἐμπορευμάτων τούτων, νὰ μὴ διαπράξῃ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον θὰ χαρακτηρίσῃ καὶ τὸ νομοθέτημα τοῦτο τόσον ἄδικον καὶ τόσον κακὸν, ὥστε νὰ παραβλάψῃ ἴσως καὶ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ παρατήρησις περὶ ἀποχωρισμοῦ τῶν νῦν εἰς χεῖρας τῶν ἐμπόρων εὑρισκομένων ἐμπορευμάτων, χωρὶς τοῦτο νὰ θίξῃ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου.
§99ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν συνήθη αὐτῷ τακτικὴν, ζητεῖ νὰ ὑπεκφύγῃ τὸ ἐγερθὲν ἐν τῇ συζητήσει τοῦ προκειμένου ἄρθρου ζήτημα. Τὸ ζήτημα, τὸ ἀνακινηθὲν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, εἶναι, ἐὰν διὰ τῶν προκειμένων διατάξεων μέλλῃ νὰ κατενεχθῇ καίριον τραῦμα κατὰ τοῦ ἐμπορίου τοῦ ἑλληνικοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἔπρεπε δὲ νὰ προβῇ εἰς τὴν σκέψιν ταύτην ὁ ἐξ Ἀττικῆς συναδελφός μου, μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προηγουμένου ἄρθρου, καθ’ ἣν πρόκειται περὶ παραποιήσεως διαφόρων ξένων σημάτων, γινομένης ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἔνθα τὴν τοιαύτην παραποίησιν μετέρχονται πολλοὶ Ἕλληνες ἔμποροι, διατελοῦντες ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς ἐν Τουρκίᾳ ἑτεροδοκίας. Ἐντεῦθεν λαβὼν ἀφορμὴν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, παρετήρησεν, ὅτι καὶ διὰ τῶν διατάξεων τοῦ προκειμένου ἄρθρου πρόκειται κυρίως νὰ πληγῇ τὸ ἀνὰ τὴν Ἀνατολὴν ἑλληνικὸν ἐμπόριον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι θὰ καθίστα ἀναπολόγητον τὸν κ. Βουλευτήν, ἀντιπροβάλλων τὸ ἐρώτημα: καὶ ἠθέλετε τότε ν’ ἀφήσωμεν ἀπροστατεύτους τοὺς Ἕλληνας καταναλωτὰς κατὰ τῆς νοθείας, ἣν μετέρχονται οἱ ἔμποροι ὑπὸ τὴν παραποίησιν τῶν σημάτων; Ἀλλ’ οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι καταναλωταί, κύριε Πρωθυπουργέ, εἶναι ἐλάχιστοι ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἀπέναντι τῶν ἄλλων καταναλωτῶν, τῶν Τούρκων, Χριστιανῶν, Ἑβραίων, κλπ. Θέλετε λοιπὸν πάντας τούτους τοὺς ξένους νὰ προστατεύσητε, καταστρέφοντες τὸ ἐκεῖ εἰς χεῖρας Ἑλλήνων ἀκμάζον ἐμπόριον. Ἀλλ’ ἐὰν κατὰ τόσον παράδοξον τρόπον ἐπιδεικνύητε τώρα τοιοῦτον ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῶν ξένων καταναλωτῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, διατὶ δὲν ἐσκέφθητε νὰ ἐπιδείξητε αὐτὸ μέχρι τοῦδε ὑπὲρ τῶν ἐν Ἑλλάδι καταναλωτῶν; Ἢ μήπως εἴχετε ἀνάγκην τῶν ὑπὸ συζήτησιν διατάξεων, ὅπως πατάξητε παρ’ ἡμῖν τὴν νοθείαν; Ἀλλὰ δὲν σᾶς παρέχει ἡ ἐν ἰσχύϊ νομοθεσία ἐπαρκῆ τὰ μέσα, ἵνα πατάξητε τὴν νοθείαν καὶ ἐν τοῖς φαρμάκοις, ὡς ἐν τῇ κινίνῃ, καὶ ἐν τοῖς τροφίμοις. Διατὶ λοιπὸν δὲν ἐπράξατε τοῦτο μέχρι τοῦδε; Δὲν πρόκειται λοιπὸν νὰ προστατεύσητε διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου τοὺς Ἕλληνας καταναλωτάς, ἀλλὰ τοὺς ξένους βιομηχάνους καὶ παραγωγούς, ἐπὶ ζημίᾳ ἀνυπολογίστῳ τοῦ ἀνὰ τὴν Εὐρωπαϊκὴν καὶ Ἀσιατικὴν Τουρκίαν διαδεδομένου ἑλληνικοῦ ἐμπορίου. Καὶ τὴν ζημίαν ταύτην, Κύριοι, δύναμαι νὰ σᾶς καταδείξω δι’ ἑνὸς μόνου παραδείγματος. Μυθώδεις ποσότητες κινίνης καταναλίσκονται εἰς τὰς χώρας τῆς γείτονος ἐπικρατείας, καταναλίσκεται δὲ κατὰ προτίμησιν ἡ κινίνη, ἡ γνωστὴ ὑπὸ τὰ σήματα τῶν μεγάλων τῆς Ἑσπερίας ἐργοστασίων κινίνης. Πολλοὶ λοιπόν, παραποιοῦντες ἐν τῇ Ἀνατολῇ τὰ σήματα τῶν ἐργοστασίων τούτων, πωλοῦσιν ὑπ’ αὐτὰ κινίνην κατωτέρας ποιότητος, καὶ τὴν πωλοῦσι συνήθως δι’ Ἑλλήνων ἐμπόρων, οἵτινες οὐκ ὀλίγα κέρδη ἔχουσιν ἐντεῦθεν. Τὰ κέρδη ταῦτα, ὡς καὶ πολλὰ ἄλλα ἐκ παραπλησίων εἰδῶν ἐμπορίας, μέλλουσι νὰ στερηθῶσι τώρα αὐτοὶ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου.
§100ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς;
§101ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὴν σήμερον, ὅταν ἀνακαλύψῃ ὁ εὐρωπαῖος ἐργοστασιάρχης τὴν παραποίησιν τῶν σημάτων του, οὐδεμίαν δύναται νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν περὶ ἀποζημιώσεως ἐν Τουρκίᾳ κατὰ τοῦ Ἕλληνος ἐμπόρου· διότι, χάρις εἰς τὴν ἐκεῖ κρατοῦσαν ἑτεροδικίαν, ὀφείλει νὰ τὸν ἐναγάγῃ ἐνώπιον τῶν προξενικῶν ἡμῶν δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα, ἐλλείψει σχετικῆς νομοθεσίας, δὲν δύνανται νὰ καταδικάσωσι τὸν ἡμέτερον ὑπήκοον. Δυνάμει ὅμως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου δύναται νὰ καταδιωχθῇ ὁ Ἕλλην ἔμπορος καὶ ἐν Τουρκίᾳ, ἐνώπιον τῶν προξενικῶν δικαστηρίων, καὶ ἐδῶ. Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ὁ κύριος σκοπός, ὃν ἐπιδιώκει τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ἡ προαγωγὴ δηλαδὴ τῶν ξενικῶν ἐπὶ ζημίᾳ ἀνυπολογίστῳ τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων, καὶ τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἀποκαλυφθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, μάτην ζητεῖ νὰ συγκαλύψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῶν συνήθων ὑπεκφυγῶν του. Ἀλλὰ προεβλήθη καὶ ἕτερος λόγος ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι δι’ αὐτοῦ θὰ ὦμεν εἰς θέσιν νὰ παράσχωμεν εἰς ξένας χώρας ἀντάλλαγμά τι, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου θὰ ἔχωμεν σπουδαῖα ἀποκτήματα. Τὸ μόνον, Κύριοι, ἀπόκτημα, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἐπιδιώξωμεν, εἶναι ἡ ἐλάττωσις τοῦ δασμοῦ τῆς σταφίδος εἰς τὰς χώρας τῆς μεγάλης καταναλώσεώς της, εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ τὴν Ἀγγλίαν. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν Γαλλίαν, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπεδίωκεν ἐνταῦθα ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας της, εἶναι ἀνάξια λόγου, ἀντιπαραβαλλόμενα πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς ἐγχωρίας οἰνοπαραγωγῆς της, ἅτινα ζητεῖ κυρίως νὰ προστατεύσῃ διὰ τῆς ἐπιβολῆς βαρέων δασμῶν ἐπὶ τῆς σταφίδος. Ὡς πρὸς δὲ τὴν Ἀγγλίαν, ἀρκοῦμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ τοὺς λόγους αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις μόλις πρὸ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διεκήρυξε μὲ τὸν κατηγορηματικώτερον τρόπον, ὅτι ἡ Ἀγγλία οὐδέποτε ῥυθμίζει τὸ δασμολόγιόν της ἐπὶ τῇ βάσει ἀνταλλαγμάτων, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδίων οἰκονομικῶν της καὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ λαοῦ της. Ὥστε καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο καταῤῥέει, καὶ μένει ὡς μόνος κύριος λόγος, διήκων διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἐκεῖνος, καθ’ ὃν ἐπιδιώκεται ἡ προστασία τῶν ξένων βιομηχάνων, ἐπὶ ζημίᾳ μεγάλῃ τοῦ ἡμετέρου ἀνὰ τὴν Ἀνατολὴν ἐμπορίου.
§102Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐθαύμασεν, ὅτι ἐντὸς περιβόλου, ἐν ᾧ παρακάθηνται ἄνδρες γινώσκοντες τὰ συμβαίνοντα καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, εἴπομεν ὑμῖν περὶ τῶν ἐλπίδων ἡμῶν ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσιν ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὅσα πρὸ ὀλίγου ἀνεκοινώσαμεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ τῷ ὄντι εἶναι θαυμαστὸν, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμίλησε περὶ σταφίδος ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἀγγλίᾳ, καθ’ ὃν τρόπον ὡμίλησεν ἐνώπιον Βουλῆς, ἐν ᾗ παρακάθηνται ἀντιπρόσωποι τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν. Οἱ ἀντιπρόσωποι οὗτοι γινώσκουσιν, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ μεγίστη σημασία ἀποδίδοται εἰς τὴν βαρεῖαν φορολογίαν ἐπὶ τῆς σταφίδος, διότι αὕτη ὑποστηρίζει τὴν ἐκεῖ οἰνοποιίαν, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως γινώσκουσιν, ὅτι ἔχει δύο δασμοὺς νενομοθετημένους ἐπὶ τῆς σταφίδος ἡ Γαλλία, δασμὸν βαρύτερον καὶ δασμὸν ἐλαφρότερον, καὶ ὅτι εἰς τὴν σταφίδα ἐπιβάλλεται ὁ ἐλαφρότερος δασμὸς τῶν 15 φράγκων, καὶ οὐχὶ ὁ δασμὸς τῶν 25 φράγκων, δυνάμει συμβάσεως, ἥτις προχθὲς ἀνενεώθη προσωρινῶς. Καὶ δὲν ἀγνοεῖ ὁ κ. Βουλευτής, ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἀγνοοῦσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἐνώπιον τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ, ὅτι, ἂν ἡμεῖς δὲν ἐπολιτευόμεθα ἐσκεμμένως ἐν τοῖς ζητήμασι τούτοις, διετρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν ἐν Γαλλίᾳ ἐφαρμοζόμενον εἰς τὴν σταφίδα τὸ βαρύτερον τέλος, ἀντὶ τοῦ ἐλαφροτέρου, οὗτινος ἀπολαμβάνει σήμερον τὸ πλεονέκτημα...
§103ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἄνευ τοῦ ἀνταλλάγματος ἀπολαμβάνομεν;
§104Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπολαμβάνομεν αὐτοῦ προσωρινῶς...
§105ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπὶ ὑποσχέσει.
§106Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. .. Ἀπολαμβάνομεν αὐτοῦ προσωρινῶς καὶ ἐπὶ ἐπαγγελίαις, αἵτινες ἐγένοντο οὐ μόνον πρὸς τὴν Γαλλίαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν Ἀγγλίαν· διότι καὶ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ὅτε διεπραγματεύετο πρὸς τὴν Ἑλλάδα τὴν σύμβασιν περὶ τῆς σταφίδος, ἐζήτησε καὶ αὐτὴ τὴν ψήφισιν νόμου περὶ σημάτων.
§107ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἄλλα ἐλέγετε ὅμως εἰς τὰ 1892.
§108Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐζήτησε τοῦτο παρ’ ἡμῶν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, καὶ ἐγὼ ταῦτα ἔλεγον τότε, ἔλεγον δὲ καὶ ἄλλα, ἅτινα ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἐνόησεν. Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις τῷ ὄντι εἰς τὰ περὶ δασμῶν δὲν ποιεῖται κατὰ κανόνα παραχωρήσεις ἐπὶ ἀνταλλάγμασιν, ἐξαίρεσιν δὲ τοῦ κανόνος ἐποιήσατο ἐν τῇ συμβάσει πρὸς τὴν Γαλλίαν κατὰ τὸ 1862, κατόπιν δὲ καὶ χάριν ἡμῶν. Πρὶν δ’ ἢ ἐπιτευχθῇ ἡ χάριν ἡμῶν ἐξαίρεσις αὕτη, ὁμιλῶν εἰδικῶς περὶ τῆς ἐξαιρέσεως ὑπὲρ τῆς Γαλλίας, εἶπον, ὅτι μεγάλα ἦσαν τὰ συμφέροντα τὰ παρακινήσαντα τὴν Ἀγγλίαν, ἵνα χάριν τῶν πρὸς τὴν Γαλλίαν ἐμπορικῶν αὐτῆς σχέσεων παραιτήσῃ ἀρχὴν, ἐπικρατοῦσαν παρ’ αὐτῇ κατὰ γενικὸν κανόνα, καὶ ὅτι ἔπρεπε καὶ ἡμεῖς νὰ ἐπιζητήσωμεν παντὶ σθένει καὶ ὑπὲρ ἡμῶν τοιαύτην τινὰ ἐξαίρεσιν, καίτοι δύσκολον. Τὸ δύσκολον τοῦτο ἐπετεύχθη, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς καταγγέλλει ἡμᾶς ὡς ἀντιφάσκοντας πρὸς ἡμᾶς αὐτούς. Εὔχομαι ὑπὲρ πληθύνσεως τοιούτων ἀντιφάσεων ἐκ τῆς κατανικήσεως δυσχερειῶν, χαρακτηριζομένων σχεδὸν ὡς ἀνυπερβλήτων. Ἡ ἐξαίρεσις, ἣν ἐποιήσατο ἡ Ἀγγλία ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἦτο ἐκ τῶν εὐχερῶς ἀποκτωμένων. Ἐποιήσατο ἡ Ἀγγλία παραχώρησιν πρὸς τὴν Ἑλλάδα ὑπὲρ τῆς σταφίδος τῆς ἑλληνικῆς, τουτέστι τῆς Κορινθιακῆς, ἐνῷ οὐδεμίαν παραχώρησιν ἐποιήσατο πρὸς ἄλλα Κράτη, παράγοντα σταφίδα ἄλλης ποιότητος. Οὐδεὶς ὑπῆρχε λόγος, ἵνα γένηται ἐξαίρεσις ὑπὲρ τῆς Κορινθιακῆς σταφίδος, εἰμὴ μόνον ὅτι εὗρεν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐν τῇ διαπραγματεύσει τῇ πρὸς ἡμᾶς ὅ,τι ἐπεδίωκε καὶ ὅ,τι δὲν εὗρεν ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσι πρὸς ἄλλους.
§109ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διότι ἦτο ἀντικείμενον πρώτης καταναλώσεως.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§111Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι ὑπάρχει εἰδικὸς λόγος, ὅτι ἦτο ἀντικείμενον πρώτης καταναλώσεως, διαψεύδων δι’ ὅσων λέγει τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἀγγλίας, ὅστις προέτεινε τὸ αὐτὸ εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μὴ τεθῇ ἐν ἥσσονι μοίρᾳ τὸ προϊὸν τῆς Τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας. Ἀλλ’ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, μὴ ἐνδιαφερομένη ὡς ἡμεῖς ἐν τῷ θέματι, ἀπήντησεν, ὅτι θυσίας περὶ σταφίδος δὲν ποιεῖται. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκτιμᾷ τὰ τῆς σταφίδος ὅπως καὶ ἡ Τουρκία. Ἡμεῖς ὅμως, ἀπὸ τῆς ἀντιθέτου ἀπόψεως ἀφορῶντες εἰς τὰ τῆς σταφίδος, ἐπιδιώκομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὴν προστασίαν αὐτῆς. Εἴπομεν πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον παρέχει μόνον τὸ μέσον πρὸς τὸν σκοπόν. Τὸ μέσον τοῦτο, ἡ ἐπαγγελία περὶ ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, συνετέλεσεν εἰς τὸν προσωρινὸν κανονισμὸν πρὸς τὴν Γαλλίαν τῶν κατὰ τὴν δασμολόγησιν τῆς σταφίδος· ψηφιζόμενον δὲ τὸ νομοσχέδιον, πεποίθαμεν, ὅτι θέλει συντελέσει εἰς τὸν ὁριστικὸν κανονισμόν. Προχθὲς ἀπελήξαμεν εἰς προσωρινὴν ἀνανέωσιν τῆς μετὰ τῆς Γαλλίας ἐμπορικῆς συμβάσεως, ἐξ ἧς ἀποῤῥέει ἡ εἰσαγωγὴ τῆς σταφίδος ἐπὶ τῷ κατωτέρῳ δασμῷ, ἀλλὰ πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν πρὸς διαρκῆ ἀνανέωσιν αὐτῆς, καὶ βεβαίως παράγκων σπουδαῖος ἐν τῇ περὶ τούτου διαπραγματεύσει θὰ ἦναι ὁ προκείμενος νόμος. Ἐκ τῆς διαπραγματεύσεως δὲ ταύτης, πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἐξήρτηται, ἂν θὰ ἐξακολουθῇ τελοῦσα ἡ σταφὶς ἡμῶν δασμὸν 15 φράγκων κατὰ χιλιόγραμμον, κατὰ τὰ ἐν τῇ προσωρινῇ συμβάσει, ἢ ἂν θὰ τελῇ τὸν ἀνώτερον δασμὸν τῶν 25 φράγκων. Ἐὰν δὲ σήμερον ἔχωμεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι πᾶσα ἡ ἀπώλητος ἔτι σταφὶς τῆς ἐφετεινῆς ἐσοδείας θέλει ζητηθῆ ἐπὶ ὅροις συμφέρουσι, τὴν ἐλπίδα ταύτην στηρίζομεν εἰς τὸν δασμὸν τῶν 15 φράγκων κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς Γαλλίαν, ἐνῷ ἐπὶ δασμῷ 25 φράγκων ἐλαχίστη ἤθελεν εἶσθαι ἡ εἰσαγωγή. Ἔχομεν μέγα συμφέρον, ἵνα παγιώσωμεν ὑπὲρ ἡμῶν τὸν δασμὸν τῶν 15 φράγκων, ἐνῷ διατρέχομεν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν αὐτὸν ὑποχωροῦντα πρὸ τοῦ δασμοῦ τῶν 25 φράγκων, διότι ἡ Γαλλία δι’ αὐτὸ τοῦτο ἔχει ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ δασμολογίῳ αὐτῆς διπλοῦν τέλος, ἵνα χειρίζηται τὸ ὅπλον τοῦτο ἐν ταῖς διεθνέσιν αὐτῆς διαπραγματεύσεσιν εἰς προστασίαν τῶν συμφερόντων τῆς χώρας καὶ τῆς παραγωγῆς αὐτῆς. Ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ἀνάγκην ἐφοδίων ἐν ταῖς διεθνέσι τοῦ Κράτους διαπραγματεύσεσι πρὸς ὑποστήριξιν τῶν εὐλόγων ἀξιώσεων τῆς χώρας, τελεσφόρον δ’ ἐφόδιον εἶναι ὁ ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν νόμος. Οἱ ἀντιστρατευόμενοι πρὸς τὸ νομοσχέδιον ἀξιότιμοι κύριοι Βουλευταὶ, ἂν ἔπειθον ὑμᾶς, ὅπως μὴ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον, σπουδαίως θὰ ἐζημίουν τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας. Ἡ ὑπόθεσις, ὅτι θὰ ζημιωθῶσιν οἱ ἐγχώριοι ἔμποροι ἐκ τῆς θεμελιώδους τοῦ νομοσχεδίου διατάξεως, τῆς ὑποχρεούσης αὐτοὺς, ὅπως μὴ μεταπωλῶσιν ἐμπορεύματα φέροντα σήματα νόθα, δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν ὑγιᾶ, εἰς τὴν εἰλικρινῆ ἐμπορίαν. Ἡ ἐμπορία παρ’ ἡμῖν δὲν ἔχει ἀνάγκην ὑποστηρίξεως ἐκ συναλλαγῆς ἐκθέσμου, καίτοι ταύτην παρέστησε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ὡς ἀποτελοῦσαν δικαίωμα ὑπὲρ τῆς ἑλληνικῆς ἐμπορίας. Ἀφοῦ εἰς τὸν ἔμπορον δὲν ἀπαγορεύεται ἡ πώλησις τοῦ ἐμπορεύματος, ἐπιβάλλεται δὲ μόνον εἰς αὐτὸν ἡ ὑποχρέωσις νὰ μὴ νοθεύῃ τὴν παράστασιν τῆς προελεύσεως αὐτοῦ, δὲν δύναται οὗτος νὰ θεωρήσῃ ἑαυτὸν ἠδικημένον. Ἐὰν ὁ ἔμπορος εἶχεν ἀγοράσει τὸ εἶδος ὡς γνήσιον, τῷ ἐπιβάλλεται δὲ ἤδη, πωλῶν αὐτὸ, νὰ ὁμολογῇ τὴν νοθείαν, θὰ ὑφίστατο ἐκ τούτου ζημίαν· ἀλλ’ αὐτὸς ἠγόρασε τὸ εἶδος ἐν τῷ τόπῳ τῆς παραγωγῆς ὡς νόθον, ὑπὸ τὴν ἐλπίδα νὰ τὸ πωλήσῃ ὡς γνήσιον ἐνταῦθα. (Ὁ καταναλωτὴς ἐξαπατᾶται περὶ τῆς γνησιότητος, οὐχὶ δ’ ὁ ἔμπορος· ἀγοράσας δ’ οὗτος τὴν πραγματείαν ἐν τῷ τόπῳ τῆς παραγωγῆς, δὲν ἐπλήρωσεν αὐτὴν ἐπὶ τῷ τιμήματι τῶν γνησίως σεσημασμένων, ἀλλ’ ἐπλήρωσεν αὐτὴν ἐπὶ τιμήματι ἀπαντῶντι εἰς τὸ νόθον τοῦ σήματος· ὑποχρεούμενος ἄρα ἵνα τὴν πωλήσῃ ἄνευ τοῦ σήματος, στερεῖται μόνον τοῦ παρ’ αὐτοῦ ἐπιδιωχθέντος ἐκθέσμου κέρδους. Ταύτην μόνην τὴν θυσίαν ἐπάγεται εἰς κλάδον ἐμπορίας ἀσήμαντον καὶ ἀνάξιον προστασίας ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν ἀρχῆς, ἐξ ἧς ἀπεκδεχόμεθα σπουδαῖα ἀποτελέσματα ὑπὲρ τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 7–9).
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§113ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου ἀντιστρατεύεται πρὸς ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὁρίζει, ὅτι δύνανται νὰ ἐπιδικασθῶσιν αὐτούσια ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου εἰς τὸν ζημιωθέντα...»
§114Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον λέγει, «ἐν περιπτώσει καταδίκης δύνανται», ἡ δὲ λέξις δύνανται λύει ἀκριβῶς τὸ ζήτημα ἀντιθέτως· διότι ὑπάρχουσι νομοθεσίαι, καθ’ ἃς εἶναι τοῦτο συνέπεια ὑποχρεωτικὴ, ἐνταῦθα δὲ λύομεν τὸ ζήτημα ἀντιθέτως, ὁρίζοντες, ὅτι τὸ δικαστήριον θ’ ἀποφαίνηται.
§115ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ ἔννοια αὕτη. Τὸ δύνανται ὑποτάσσεται εἰς τὴν ἀμέσως κατόπιν περίοδον: «ἐὰν ὁ κύριος αὐτῶν ἦναι ὁ καταδικασθεὶς, καὶ ἐὰν ὁ ζημιωθεὶς ἤγειρεν ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου ἀγωγὴν περὶ ἀποζημιώσεως κλπ.» Αὐτὸ εἶναι τὸ δύνανται. Τὸ δύνανται δὲν ἀφίνει τὴν ἐκτίμησιν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ἀλλ’ ἐξαρτᾷ αὐτὴν ἐκ τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους ἀναγράφει τὸ ἄρθρον.
§116ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἄλλας νομοθεσίας ὑπάρχει ἡ ποινὴ τῆς δημεύσεως· τὴν ποινὴν ταύτην, ὡς ἀντικειμένην εἰς τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, καὶ μόνον εἰς ὡρισμένας περιστάσεις ἐπιτρεπομένην, ἠθελήσαμεν ν’ ἀποφύγωμεν, διὰ τοῦτο δὲ ἐτέθη, ὅτι εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις ἐπιτρέπεται ἡ καταστροφὴ τῶν φερόντων μὴ γνήσιον σῆμα ἐμπορευμάτων, καὶ ἡ ὑπὸ τῶν δικαστῶν ἐπιδίκασις αὐτῶν εἰς τὸν ζημιωθέντα ὑπὸ τὰς συνθήκας, ἃς λεπτομερῶς διαγράφει τὸ νομοσχέδιον. Ὥστε δὲν εὑρίσκω, ποία ἀντίφασις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ὅλου τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου τούτου.
§117ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀντιφάσεως ἐν ταῖς διατάξεσι τοῦ ἄρθρου. Ἐὰν ἔκαμα τὴν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10, ἔκαμα αὐτὴν, ἵνα ἀποδείξω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀντιφάσκοντα πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλεγε πρὸ ὀλίγου, διότι ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ ἐμπόρευμα ὄχι μόνον θέλει καταστραφῆ, ἀλλὰ καὶ θέλει ἐπιδικασθῆ ἀντὶ τῆς εὐτελεστάτης τιμῆς, ἣν θὰ ἔχῃ, ὅταν ἀποξέσητε τὸ σῆμα.
§118Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἐναντίον ἀκριβῶς τοῦ ἀποδιδομένου μοι ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶπον ἐγώ· διότι ἐγὼ εἶπον, ὅτι δύναται πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ν’ ἀποξέσῃ τὸ σῆμα ὁ ἔμπορος, ὁ ἔχων ἤδη παρακαταθήκην. Ἡ ἄλλη ὑπόθεσις, ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπηνίξατο, δὲν παρουσιάζεται, διότι ὁ ἔμπορος, ἀποξέσας τὸ σῆμα, δὲν ἐκτίθεται εἰς τὴν ποινὴν τοῦ ἄρθρου τούτου. Τὸ σῆμα θὰ ἐκλείψῃ πρὸ τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ ἂν μὴ ἐκλείψῃ, πάλιν κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου ἔχουσι τὰ πράγματα ὡς ἐγὼ λέγω, διότι κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου δύναται τὸ δικαστήριον νὰ δώσῃ ἀντὶ ἀποζημιώσεως τὸ εἶδος αὐτούσιον· ἀλλὰ τὸ δικαστήριον δὲν ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ ἀποζημίωσιν, ἂν μὴ ὑπάρχωσιν ἀποχρῶντες λόγοι. Ταῦτα ὅμως τὰ ἐν τῷ νόμῳ δὲν ἔχουσι κἂν ἐφαρμογὴν ἐν τῇ περιστάσει, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἤτοι τῆς παρακαταθήκης, ἥτις ὑποτίθεται ὑπάρχουσα ἐκ προμηθειῶν πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, διότι περὶ ταύτης ἀρκεῖ εἰς πρόληψιν πάσης ἀμφισβητήσεως ἡ πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἀφαίρεσις τῶν σημάτων.
§119ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ εἶναι δύσκολον ὀλίγον διὰ τοὺς Ἕλληνας ἐμπόρους, τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ εὑρισκομένους, νὰ γνωρίζωσιν, ἂν τὸ ἄρθρον 10 ἔχῃ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ὑπέδειξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν θὰ τεθῇ ἡ νομοθεσία αὕτη εἰς ἐνέργειαν· διότι δὲν πρόκειται κἂν περὶ νομοθετήματος ψηφιζομένου, τοῦ ὁποίου ἡ ἰσχὺς θ’ ἀρχίζῃ ἀπὸ ὡρισμένης προθεσμίας, ἀπὸ τῆς καταχωρήσεως αὐτοῦ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ νομοθετήματος, τοῦ ὁποίου ἡ ἰσχὺς θὰ ἐξαρτηθῇ ἀπὸ τῆς συνομολογήσεως οἱασδήποτε συμβάσεως, καὶ ἡ ἐμπορία τῶν παραπεποιημένων εἰδῶν θὰ ἐπιτρέπηται μέχρι τῆς συνομολογήσεως συμβάσεως, μέχρι τῆς ἀνταλλαγῆς αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πρέπει νὰ ὁρισθῇ εἰς τὸν Ἕλληνα ἔμπορον, τὸν παραποιοῦντα ξένα εἴδη, ἡ ἐποχὴ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου. Τοῦτο δὲ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ, ἀπὸ πότε θ’ ἀρχίσῃ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου.
§120Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δέκα ἡμέρας μετὰ τὴν δημοσίευσιν, ὡς πρὸς τὰ Κράτη τὰ ἔχοντα συμβάσεις περιλαμβανούσας τὰ σήματα. Ὡς πρὸς τὰ Κράτη δὲ τὰ μὴ ἔχοντα σύμβασιν, ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως τῆς μετ’ αὐτῶν συμβάσεως. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ Κράτη τὰ ἔχοντα σύμβασιν, θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου μετὰ παρέλευσιν δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς καταχωρήσεως τοῦ νόμου ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως».
§121ΡΑΛΛΗΣ. Ὥστε ἀναγνωρίζετε, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη εἰδικῆς συμβάσεως περὶ τῶν σημάτων.
§122Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ εἰδικῆς συμβάσεως· ἐγὼ ὡμίλησα περὶ συμβάσεως περιλαμβανούσης καὶ τὰ σήματα, καὶ τοιαύτας συμβάσεις ἔχομεν· διότι, ὡς εἶπον πρότερον, ἐδώκαμεν ὑποσχέσεις περὶ σημάτων, καὶ ὑποσχέσεις διεθνεῖς, τὰς ὁποίας νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τηρήσωμεν, καὶ διότι ἐδώκαμεν τὰς ὑποσχέσεις, ἀλλὰ καὶ διότι ἔχομεν συμφέρον, ἵνα τὰς τηρήσωμεν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 11 καὶ 12 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
§124ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐνταῦθα ἁρμόζει ἡ συζήτησις ἀκριβῶς ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἤγειρα, περὶ τῆς ἐννοίας τῆς περιλαμβανούσης τὰ ἑλληνικὰ σήματα φράσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ παρέπεμψεν εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν συνοδεύουσαν τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ τὴν ἔννοιαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν εἰς τὴν σχετικὴν φράσιν, δὲν τὴν εὑρίσκω ἐν τῇ ἐκθέσει. Ἐν τῇ ἐκθέσει εὑρίσκω τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ νεώτεραι νομοθεσίαι ὑποδεικνύουσι τάσιν πρὸς παραδοχὴν συστήματος ἁπλῆς νομοθετικῆς ἀμοιβαιότητος, γινομένων δεκτῶν εἰς τὴν προστασίαν τοῦ νόμου τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ βιομηχάνων καὶ ἐμπόρων, ἐὰν ἡ νομοθεσία τοῦ Κράτους, ἐν ᾧ κεῖνται τὰ καταστήματα τούτων, ἐξασφαλίζῃ καὶ ἄνευ συνθήκης τὰ προϊόντα τῶν ὑπηκόων τοῦ ἔθνους, παρ’ ᾧ ζητεῖται ἡ προστασία, τῆς ἀμοιβαιότητος ἁπλῶς ἀναγραφομένης ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐν αὐτῷ τῷ περὶ σημάτων νόμῳ... Ἐντεῦθεν ἐγένετο δεκτὴ ἡ περὶ διπλωματικῆς ἀμοιβαιότητος ἀρχή, κατηρτίσθη δὲ τὸ ἄρθρον 13 συμφώνως πρὸς τὰς ὑποδείξεις τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ νομοσχεδίου τῆς Γαλλικῆς Γερουσίας διὰ τὰς περαιτέρω λεπτομερείας αὐτοῦ, θεωρηθέντος, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐγκατεστημένοι δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐν Ἑλλάδι διὰ τὰ ἐμπορικὰ ἢ βιομηχανικὰ αὐτῶν σήματα πλείονα δικαιώματα ἢ ὅσα κέκτηνται ἐν τῷ Κράτει, ἔνθα τὰ καταστήματα αὐτῶν...» Ἐδῶ ἀποδίδεται ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 13.
§125Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τὰς περαιτέρω λεπτομερείας· ἀλλὰ τὸ κυριῶδες εἶναι τοῦτο, ὅτι ἐλήφθη φροντὶς, ὅπως ἐν τῷ ἡμετέρῳ νόμῳ ἡ συνθήκη ᾖ ἡ ἀφετηρία τῆς χορηγήσεως τοῦ δικαιώματος εἰς ξένους, ὅτι ἄνευ συνθήκης δὲν ὑπάρχει δικαίωμα.
§126ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν καὶ πρὸς ἐκεῖνα τὰ Κράτη, μεθ’ ὧν συνδεόμεθα διὰ συνθήκης, οὐδὲν ἕτερον δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν δυνάμει τῆς διατάξεως ταύτης.
§127Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἡ συνθήκη οὐδένα λόγον ποιῆται περὶ σημάτων, εἴτε ἀμέσως, εἴτε ἐμμέσως, ἐννοεῖται, ὅτι πρέπει νὰ συνομολογηθῇ εἰδικὴ σύμβασις περὶ σημάτων. Δύνανται ὅμως ὑπὸ γενικὴν φράσιν περὶ ἀμοιβαιότητος νὰ περιλαμβάνωνται καὶ τὰ σήματα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, βεβαίως δὲν θὰ ζητήσωμεν νὰ ἦναι ἀναγεγραμμένη καὶ ἡ λέξις «σήματα»· ἀλλ’ ὅταν ἡ ἔννοια τῆς συμβάσεως δὲν περιλαμβάνῃ τὰ σήματα, ἐννοεῖται, ὅτι πρέπει νὰ συνομολογηθῇ νέα σύμβασις, ἐν δὲ τῇ διαπραγματεύσει περὶ τῆς νέας συμβάσεως ὀφείλει πᾶσα Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ μὴ περιορισθῇ εἰς τὰ τῶν σημάτων, ἀλλὰ νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων ἐν γένει.
§128ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ὅμως ἐν τῇ συνθήκῃ ὑπάρχῃ οἱαδήποτε ἔκφρασις, ἀφορῶσα εἰς τὰ σήματα τὰ ἑλληνικὰ καὶ ἀναγνωρίζουσα τὸ δικαίωμα τῆς ἀμοιβαιότητος, ὀφείλομεν ἀναγκαίως νὰ παραχωρήσωμεν τὴν προστασίαν τὴν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὰ σήματα τοῦ ἄλλου Κράτους.
§129Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§130ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἄνευ οὐδενὸς ἀνταλλάγματος.
§131ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐλήφθη ἤδη τὸ ἀντάλλαγμα.
§132ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν δὲν πρόκειται ἤδη περὶ νέου ἀνταλλάγματος.
§133ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περὶ παγιώσεως ἀνταλλάγματος.
§134Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν π. χ. ἡ Γαλλικὴ σύμβασις, ἥτις εἶναι προσωρινή, γένηται διαρκὴς, δύναται ἴσως τοῦτο νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπαρκὲς ἀντάλλαγμα, ἴσως δὲ καὶ σπουδαιότατον. Ἡ σημασία τοῦ ἀνταλλάγματος δὲν δύναται νὰ ἐκτιμηθῇ, ἂν μὴ παρακολουθήσῃ τις τὴν ὅλην διαπραγμάτευσιν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι μία τῶν σπουδαιοτέρων συμβάσεων σήμερον εἶναι καὶ ἡ Γαλλική, καὶ ὅτι μετὰ τῆς Γαλλίας δὲν ἔχομεν σχεδὸν σύμβασιν, ἔχομεν καθεστὼς, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν σύμβασιν περὶ τοῦ ὀλίγον ἀπωτέρου μέλλοντος, πρέπει δὲ νὰ ἐπιμεληθῶμεν συντόνως τὰ τῆς συνομολογήσεως περὶ τοῦ μέλλοντος τούτου συμβάσεως, ἐξασφαλιζούσης τοὐλάχιστον τὸ καθεστώς. Ἐὰν εἰς τὴν ἐξασφάλισιν ταύτην τοῦ καθεστῶτος συνετέλει ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ἐπαρκὲς τὸ ἀντάλλαγμα.
§135ΡΑΛΛΗΣ. Διατὶ δὲν θ’ ἀποκτηθῇ ἄνευ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ ἐξασφάλισις τοῦ καθεστῶτος, ἀφοῦ διὰ τὸ παρελθὸν ἀπεκτήθη τοῦτο, καὶ ἀπεκτήθη ἄνευ οὐδενὸς ἀνταλλάγματος;
§136ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπὶ τῇ ὑποσχέσει ὅμως τοιούτου ἀνταλλάγματος.
§137ΡΑΛΛΗΣ. Ἄνευ οὐδενὸς ἀνταλλάγματος, διότι ἡ τελευταία σύμβασις μετὰ τῆς Γαλλίας συνωμολογήθη ἐπὶ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία οὐδέποτε ὑπεσχέθη τοῦτο.
§138ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ῥητῶς ἀναφέρεται ἐν τῇ συμβάσει.
§139ΡΑΛΛΗΣ. Παρὰ τῆς ἄλλης Κυβερνήσεως οὐδέποτε.
§140ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πλανᾶσθε. Ἡ σύμβασις συνωμολογήθη ἐπὶ τῆς προτέρας ὑπουργίας τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, τοὺς δὲ ὅρους τῆς συμβάσεως ἐκείνης περιέλαβεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ διαδόχου Πρωθυπουργοῦ ἐν ἐπιστολῇ, τὴν ὁποίαν ἀντήλλαξε πρὸς ἐπιστολὴν σταλεῖσαν πρὸς αὐτὴν ὑπὸ τοῦ ἐνταῦθα ἀντιπροσώπου τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως· ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς ἀνταλλαγῆς ταύτης ἐγένετο κατόπιν ἡ δευτέρα σύμβασις περὶ παρατάσεως, δι’ ἀνταλλαγῆς καὶ αὕτη ἐπιστολῶν, παρατάσεως, τῆς ὁποίας ἡ διάρκεια ἦτο ὡρισμένη μέχρις Ἰουλίου· τότε δὲ, ληγούσης τῆς ἰσχύος τῆς συμβάσεως καὶ ἄνευ καταγγελίας, ἔπρεπε νὰ ληφθῇ, ὡς καὶ ἐλήφθη, πρόνοια περὶ νέας παρατάσεως ἀπὸ Ἰουλίου μέχρι Δεκεμβρίου. Μετὰ δὲ τὸν Δεκέμβριον παρετείναμεν ἀορίστως.
§141ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τίνος Κυβερνήσεως ἐγένετο ἡ σύμβασις, τῆς ὁποίας τὸ κῦρος ἦτο ὡρισμένον μέχρι τοῦ Ἰουλίου;
§142ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγένετο πρώτη σύμβασις ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου Τρικούπη. Τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως ταύτης πάντας περιλαμβάνει ἡ σύμβασις, ἡ καταρτισθεῖσα ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, περιλαμβάνει δὲ ῥητῶς ἡ σύμβασις ἐκείνη τὴν ὑπόσχεσιν τῆς προστασίας τῶν σημάτων, τῆς παρεχομένης ὑπὸ τοῦ νόμου τούτου. Πλανᾶσθε, διότι ἔχετε ὑπ’ ὄψιν μόνην τὴν τελευταίαν πρᾶξιν· ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ προγενεστέρα ἐκείνης πρᾶξις, δεδημοσιευμένη καὶ αὕτη ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», ἐν ἀρχῇ τοῦ ἔτους 1891.
§143ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψιν τὴν πρᾶξιν ἐκείνην τὴν διπλωματικήν, ἥτις ἔλαβε χώραν ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία οὐδὲν διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἰσχύος τῆς συμβάσεως μεταξὺ Γαλλίας καὶ Ἑλλάδος, οὐδὲν τοιοῦτον ἀντάλλαγμα ὑπεσχέθη. Τοῦτο ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, καὶ παρακαλῶ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ εὐαρεστηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ καταθέσῃ τὰ σχετικά.
§144ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑπάρχει νόμος τῆς 7 Φεβρουαρίου 1891, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐπέμφθη ἡ ἐπιστολή, τῆς ὁποίας ἐμνημόνευσα πρὸ ὀλίγου, καὶ ὁ ὁποῖος ἐν ἄρθρῳ 2 λέγει τὰ ἑπόμενα (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ παραχωρήσεις πρὸς τὴν Γαλλίαν θέλουσι γείνῃ ἐπ’ ἀνταλλάγματι μέχρι τῆς 1 Φεβρουαρίου 1892 ἐκ μέρους τοῦ Γαλλικοῦ Κράτους πρὸς τοὺς πολίτας, τὰ πλοῖα καὶ τὰ ἐμπορεύματα τῆς Ἑλλάδος ὅλων ἐκείνων τῶν παραχωρήσεων, ὧν ἀπολαύει ἐν Γαλλίᾳ τὸ μᾶλλον εὐνοούμενον ἔθνος, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὸ τελευταῖον δασμολόγιον, τὴν βιομηχανικὴν ἰδιοκτησίαν καὶ τὰ λοιπά.» Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀδείας ταύτης ἐγένετο κατόπιν, ὡς προεῖπον, ἡ συνομολόγησις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται).
§146ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον αὐτὸ νὰ τροποποιηθῇ. Ἀντὶ «Καταργοῦνται αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 585 καὶ 586 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, καθ’ ὅσον ἐφαρμόζονται κτλ.», νὰ γραφῇ: «Αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 585 καὶ 586 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου δὲν ἐφαρμόζονται εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ παρόντος νόμου προβλεπόμενα σήματα».
§147ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως· ἀλλὰ δὲν εἶναι αἱ διατάξεις αὗται, εἶναι αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 531 καὶ 533, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν παραποίησιν.
§148ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὡς πρὸς τοὺς ἀριθμούς, βλέπομεν κατόπιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 15, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 16, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς βʹ συζήτησιν).
§149ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, πρὸ τῆς τρίτης ἀναγνώσεως, νὰ μᾶς προσαγάγῃ τὴν πληροφορίαν, ἐὰν νόμος τοιοῦτος περὶ σημάτων ἰσχύῃ ἐν τῇ Ὀθωμανικῇ Αὐτοκρατορίᾳ, ἐν τῇ Ἡγεμονίᾳ τῆς Βουλγαρίας, ἐν Σερβίᾳ καὶ ἐν Ῥωμουνίᾳ.
§150ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δύναμαι, κύριε συνάδελφε, νὰ σᾶς πληροφορήσω, χωρὶς νὰ ἔχω τὴν ἐπίσημον ἰδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτι ὑπάρχει ἐν Τουρκίᾳ καὶ Ῥωμουνίᾳ. Διὰ τὰ ἄλλα Κράτη δὲν γνωρίζω. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: αʹ) Περὶ ὑπὸ τῶν δήμων διατηρουμένων καὶ τῶν ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτηρίων καὶ περὶ τοῦ ἐν Ἀμφίσσῃ Ἑλληνικοῦ Σχολείου, καὶ βʹ) Περὶ μεταβολῆς διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ διδακτικῶν βιβλίων τῆς μέσης καὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως).
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν ἐν τῇ Ἡγεμονίᾳ τῆς Αἰγύπτου.
§152ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν, διὰ νὰ τὸ συζητήσωμεν ἐν πάσῃ εὐρύτητι, καθόσον τώρα ἡ ὥρα παρῆλθε. Περιλαβὼν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ δύο οὐσιώδεις τροποποιήσεις διὰ μερικῆς ἀποδοχῆς τῶν προταθεισῶν ὑπὸ ἐντίμων συναδέλφων τροπολογιῶν, ἐφρόντισα ν’ ἀνατυπωθῇ μετὰ τῶν τροποποιήσεων τούτων συγκεχωνευμένον καί τινων ἄλλων μικρῶν διορθώσεων, ὅπως διευκολυνθῇ οὕτως ἡ τρίτη συζήτησις.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀναβάλλεται. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 100,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1892. 2) Περὶ κανονισμοῦ τῆς τροφοδοσίας τῶν πληρωμάτων τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. 3) Περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων ΩΞΓʹ «περὶ συστάσεως σώματος μηχανικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ» καὶ ᾼΡΟϚ’ «περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ διὰ τοῦ νόμου ΩΞΓʹ συσταθέντος σώματος μηχανικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ». 4) Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ᾼΦΕ’ «περὶ ὀργανισμοῦ τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου»).
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 μ. μ.