Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΓ · Session Β› Sitting 24

1892.12.19

2,212 rows · 16,386 words · 1 table · 86 turns

Date
1892.12.19
Presidency
Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗ
Period
ΙΓ
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1893)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24

τῆς 19 Δεκεμβρίου 1892.

(Σάββατον).

Ὥρα 5 καὶ 30′ μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δι’ ἐγγράφου της ἀναφέρεται κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ πληρωμῆς ἐσόδων τινῶν εἰς χρυσόν, ὡς παραβιάζοντος συμφωνίας τοῦ Δημοσίου μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, κυρωθείσας διὰ νόμου.

§2ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ. (Ἀναγινώσκεται).

§3ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ποίαν γνώμην ἔχει ἡ Κυβέρνησις;

§4Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν τοῦ νομοσχεδίου.

§5ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, εὐθὺς ἅμ’ ἀναγνωσθείσης τῆς διαμαρτυρίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἡ διαμαρτυρία αὕτη καταγγέλλει τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἀθετοῦσαν ῥητὰς καὶ ἀναμφισβητήτους ὑποχρεώσεις, ἃς τὸ Κράτος ἀνέλαβεν ἀπέναντι τοῦ πρώτου πιστωτικοῦ ἡμῶν καθιδρύματος ἐπὶ τῇ βάσει δανειστικῆς συμβάσεως. Ἡ καταγγελία, ὡς παρατηρεῖτε, εἶναι βαρεῖα καὶ δὲν ἐπιδέχεται οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἀναβολὴν ἡ εἰς αὐτὴν ἀπολογία τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο ἀπαιτεῖ ἡ τιμὴ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἀπαιτεῖ ἡ τιμὴ τοῦ Κοινοβουλίου, πρὸς τὸ ὁποῖον ἀπευθύνεται ἡ καταγγελία, ἀπαιτεῖ ἡ τιμὴ ὁλοκλήρου τῆς χώρας. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἐξεπλάγην σήμερον τὴν πρωΐαν, ἅμ’ ἀναγνοὺς τὴν διαμαρτυρίαν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν τῇ «Ἀκροπόλει». Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἡ μερὶς, εἰς ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καταλέγωμαι, ἤμεθα ἀνέκαθεν τῆς γνώμης, ὅτι ἡ ὑφισταμένη σύμβασις περὶ τοῦ δανείου ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορία τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἡ ἐπιβάλλουσα εἰς τὸ Κράτος τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δέχηται εἰς πληρωμὴν τὰ γραμμάτια, κωλύει ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ νὰ ψηφίσωμεν νόμον, ἀπαγορεύοντα τὴν εἰς γραμμάτια πληρωμήν, ἔστω καὶ ἐπὶ ὡρισμένων εἰσπράξεων. Τὴν γνώμην ταύτην ἐξεδήλωσεν ἤδη πρὸ μηνῶν τὸ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ὄργανον τῆς μερίδος ἡμῶν, ἡ «Ἐφημερὶς», γράψασα, ὅτε εἶχε γνωσθῆ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον Κωνσταντοπούλου ἐσκέπτετο νὰ ἐπιβάλῃ τὴν εἰς χρυσὸν εἴσπραξιν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, ἐπὶ λέξει τάδε (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἰσχύει παρ’ ἡμῖν ἄνευ ἐξαιρέσεων. Τὸ ζήτημα ἀκριβῶς εἶναι τώρα, ἐὰν ἐπιτρέπηται ἄνευ νόμου καὶ ἄνευ νεωτέρας συμβάσεως μετὰ τῶν προνομιούχων Τραπεζῶν νὰ ἐπιβληθῇ τῷ κοινῷ, καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τῶν Τραπεζῶν, μία ἐξαίρεσις ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἀπαλαττομένου ἐν μέρει τῶν ὑποχρεώσεων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Εἶναι τοῦτο δυνατόν; Μόνον οἱ κύριοι Δεϊμέζης καὶ Κωνσταντόπουλος, φωτιζόμενοι ὑπὸ τοῦ κ. Συγγροῦ, εἶναι ἱκανοὶ νὰ φαντασθῶσιν, ὅτι ἀρκεῖ ἓν Β, Διάταγμα, ἵνα μεταβάλῃ τὸ νομισματικὸν καθεστώς, καταπατουμένων συμβάσεων καὶ νόμων.» («Ἐφημερὶς» τῆς 4 Μαρτίου 1892). Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡμεῖς, ἀγορεύοντες ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσπράξεως εἰς χρυσὸν ἐσόδων τινῶν, κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ ἀνάγνωσιν, οὐδένα λόγον ἐποιησάμεθα περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι οὐδέποτε ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῶμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἄνευ προηγουμένης συμφωνίας, ἄνευ τοὐλάχιστον προσυνεννοήσεως πρὸς τὰς προνομιούχους Τραπέζας, θὰ ὑπέβαλλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον. Καὶ πῶς νὰ φαντασθῶμεν ποτὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐλησμόνει τόσον εὐκόλως τὸ ἄρθρον 3 τῆς ἀπὸ 19 Σεπτεμβρίου 1885 συμβάσεως, καθ’ ὃ «ἀπὸ τῆς πρωΐας τῆς 20 τοῦ παρόντος μηνὸς Σεπτεμβρίου ἀναστέλλεται ἡ ἐξαργύρωσις τῶν γραμματίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, θέλουν δὲ κυκλοφορεῖ ταῦτα ὑποχρεωτικῶς ὡς νόμιμον νόμισμα καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ἐκτὸς τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας, ὡς τοιαῦτα δὲ θέλουν δίδεσθαι καὶ λαμβάνεσθαι εἰς πάσας ἀνεξαιρέτως τὰς παρὰ τοῦ Δημοσίου ταμείου πραγματοποιουμένας πληρωμὰς καὶ εἰσπράξεις, καθὼς ἐπίσης καὶ μεταξὺ ἰδιωτῶν, Τραπεζῶν καὶ σωματείων πάσης φύσεως καὶ οἱῳδήποτε τίτλῳ, μὴ λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν ἄλλης συμφωνίας προϋπαρχούσης»; Πῶς νὰ φαντασθῶμεν, ὅτι αὐτὴ θὰ ἐλησμόνει τόσον εὐκόλως τὸ ἄρθρον 5 τῆς αὐτῆς συμβάσεως, καθ’ ὃ «ἡ ἀναστολὴ τῆς ἐξαργυρώσεως καὶ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3 τῆς παρούσης συμβάσεως, διαρκοῦν ἕως οὗ ἡ Κυβέρνησις ἀποδώσῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὁλοσχερῶς τὸ παρ’ αὐτῆς γενόμενον διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως δάνειον»; Ἰδοὺ διατὶ ἐξεπλάγην, ἅμα πληροφορηθεὶς σήμερον ἐκ τῆς δημοσιευθείσης διαμαρτυρίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μονομερῶς καὶ αὐθαιρέτως προέβη εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσπράξεως εἰς χρυσὸν ἐσόδων τινῶν, ἐπὶ ἀθετήσει τόσον σαφῶν καὶ κατηγορηματικῶν διατάξεων τῆς σχετικῆς συμβάσεως. Ἡ ἔκπληξίς μου αὕτη ἔπρεπε βεβαίως νὰ ἐπιταθῇ ἔτι μᾶλλον νῦν, ὅτε βλέπω τὴν Κυβέρνησιν ὑπεκφεύγουσαν τὴν ἀπολογίαν ἐπὶ τῇ ἐγειρομένῃ κατ’ αὐτῆς καταγγελίᾳ ὑπὸ τοῦ πρώτου πιστωτικοῦ καθιδρύματος τῆς χώρας. Τί θὰ ὑποθέσῃ ἆρά γε ὁ κόσμος ὅλος, ὅταν γνωσθῇ τοῦτο; Εἶναι φοβερὸν, κύριε Πρόεδρε, καὶ νὰ τὸ φαντασθῇ τις! Ἀλλ’ ἐν τούτοις εἶναι ἀληθές. Πᾶς τις δικαιοῦται νὰ πιστεύσῃ νῦν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ κάμῃ τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς ἀθέτησιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς πιστωτάς του, τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς τὴν χρεωκοπίαν.

§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κατὰ τὴν κρίσιν σας.

§7ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ τὴν κρίσιν, Κύριοι, τὴν ὑπαγορευομένην ὑπ’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων· διότι τί δικαιοῦται ἕκαστος νὰ πιστεύσῃ, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἀρνῆται μονομερῶς νὰ δεχθῇ εἰς πληρωμὴν τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐναντίον σαφοῦς καὶ κατηγορηματικῆς διατάξεως τῆς συμβάσεως περὶ δανείου ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ; Ἴσως μοὶ ἀντείπῃ τις, ὅτι τοιοῦτόν τι ἔχει συμβῆ ἤδη καὶ εἰς ἄλλας χώρας. Πλὴν εἰς ἄλλας χώρας προέκειτο ἴσως περὶ πιστωτικοῦ νομίσματος, ἐκδεδομένου ἀπ’ εὐθείας ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Κράτους, ἢ περὶ μερικοῦ περιορισμοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, κατ’ ἀκολουθίαν συμφωνίας πρὸς τὴν ἐκδοῦσαν αὐτὰ Τράπεζαν· ἐνῷ παρ’ ἡμῖν δὲν πρόκειται περὶ πιστωτικοῦ νομίσματος τοῦ Κράτους, ἀλλὰ περὶ τραπεζικῶν γραμματίων ἐν ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἅτινα τὸ Κράτος ζητεῖ νὰ περιορίσῃ ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς ἐκδούσης αὐτὰ Τραπέζης. Καὶ δὲν εἶναι τοῦτο προφανὴς ἀθέτησις τῶν ὑπ’ αὐτοῦ ἀναληφθεισῶν ὑποχρεώσεων ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς δανειστικῆς συμβάσεως; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς ὑπέδειξε προχθὲς, ὅτι ἔχει ἀνάγκην τῆς εἰς χρυσὸν εἰσπράξεως ἐσόδων τινῶν, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ προβῇ εἰς τὴν συνομολόγησιν δανείου εἰς χρυσὸν, δι’ οὗ μέλλει νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀληθὲς, τίς ἡ ἀνάγκη τῆς ἀπὸ τοῦδε ἐπιβολῆς τῆς εἰς χρυσὸν εἰσπράξεως ἐσόδων τινῶν μόνον, ἀφοῦ μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας πάντα τὰ ἔσοδα θὰ εἰσπράττωνται εἰς χρυσόν;

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ ὅλα, κύριε Βουλευτὰ, ἔχουν τὸν τόπον των εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.

§9ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχουν τὸν τόπον των καὶ τώρα, κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ ἔλαβον τὸν λόγον νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς διαμαρτυρίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· πᾶν δ’ ὅ,τι λέγω ἔχει ἄμεσον πρὸς αὐτὴν σχέσιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ σκέπτηται περὶ συνομολογήσεως δανείου καὶ περὶ ἄρσεως δι’ αὐτοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐὰν πράγματι ἐσκέπτετο τοιοῦτόν τι, δὲν θὰ ἠθέτει τόσον ἀπροκαλύπτως τὰς πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, δὲν θὰ ἠνάγκαζεν αὐτὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν προκειμένην διαμαρτυρίαν, ἥτις προώρισται πάντως νὰ κατενέγκῃ τὸ καίριον τραῦμα κατὰ τῆς ἤδη κλονισθείσης δημοσίας ἡμῶν πίστεως, καὶ νὰ ἐξαλείψῃ πᾶσαν ἐλπίδα περὶ συνομολογήσεως δανείου. Διότι τίς πλέον θὰ ἐμπιστευθῇ εἰς ἡμᾶς τὰ κεφάλαιά του, μανθάνων νῦν, ὅτι ἀθετοῦμεν τόσον ἀπροκαλύπτως τὰς δανειστικάς μας ὑποχρεώσεις πρὸς αὐτὸ τὸ πρῶτον πιστωτικόν μας καθίδρυμα; Καὶ ἐνῷ τοιαῦται εἶναι αἱ συνέπειαι τῆς εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς εἰς χρυσὸν εἰσπράξεως ἐσόδων τινῶν, καὶ τῆς ἐπ’ αὐτοῦ προκληθείσης διαμαρτυρίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, νομίζετε ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νῦν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ προέλθῃ, προκαλουμένη, εἰς ἐξηγήσεις; Ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι ἐπιτρέπει τοῦτο ἡ τιμή της, τὸ ἐπιτρέπει ἆρά γε καὶ ἡ τιμὴ τῆς Βουλῆς, πρὸς ἣν ἀπευθύνεται ἡ διαμαρτυρία τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; τὸ ἐπιτρέπει καὶ ἡ τιμὴ τῆς χώρας, ἥτις βλέπει οὕτως ἀνοιγομένην εἰς αὐτὴν τὴν θύραν τῆς χρεωκοπίας;

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;

§11ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω τροπολογίας τινὰς ἐπί τινων ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου περὶ τελῶν ἀγκυροβολίας καὶ φαρικῶν.

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 83).

§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ζητήσω πληροφορίας τινὰς ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Χθὲς κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890. Ἀντίτυπον τοῦ ἀπολογισμοῦ τούτου μοὶ ἐστάλη ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἀνεφύλλησα δ’ αὐτὸ καὶ εὗρον, ὅτι, ἐνῷ ἀναγράφει ἐν τῷ πίνακι τῶν ἐξόδων τοῦ 1890 ποσὸν 15,531,314, πληρωθὲν πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τῆς Ἀνεξαρτησίας τοῦ 1824 καὶ 1825, δὲν περιέλαβεν ἐν τῷ πίνακι τῶν ἐσόδων προσωρινῶν δάνειον 600 χιλιάδων λιρῶν, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις δι’ ἐντόκων γραμματίων, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐξώφλησε τὰ δάνεια ἐκεῖνα. Ἂν τοῦτο ἦναι παράλειψις τῶν γραφείων τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἀπευθύνω τὴν παρατήρησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως δώσῃ παραγγελίαν νὰ διαῤῥυθμισθῇ ὁ ἀπολογισμὸς κατὰ τοῦτο.

§14ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ ἐκ Πυλίας βουλευτὴς κ. Σάκκης ἐπηρώτησε προχθὲς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν περὶ ὑποθέσεώς τινος πλοίου ναυαγήσαντος ἐν Βαρίῳ τῆς Ἰταλίας, τοῦ Βασιλείου Ἐξαρχάκου, λαβὼν ἐκ τούτου ἀφορμὴν πολλὰ νὰ εἴπῃ κατὰ τοῦ ἐκεῖ προξένου, τὸν ὁποῖον μάλιστα κατηγόρησεν ὡς καταφαγόντα ὁλόκληρον τὴν ἀξίαν τοῦ πλοίου, αὐτὸ τὸ πλοῖον. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν ἦτο γνωστὴ εἰς ἐμὲ, καθόσον, ὅτε εἰσῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἦτο ἤδη περατωμένη καὶ τεθειμένος ὁ φάκελλος εἰς τὰ ἀρχεῖα. Τὸ πέρας τῆς ὑποθέσεως στηρίζεται ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ἐγγράφου τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κ. Κουμουνδούρου, ὅστις ἀναγνωρίζει, μετὰ ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ προξένου ὑπῆρξεν ἐν γένει κανονικὴ, ὅτι ὅμως ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἀποστολῆς λογαριασμοῦ τινος, ὃν καὶ ζητηθέντα ἀπέστειλεν ὁ πρόξενος, εὑρίσκεται δὲ νῦν ὁ λογαριασμὸς οὗτος εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἰδοὺ τί γράφει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν (ἀναγινώσκει): «Ἐπιστρέφομεν ἐγκλείστως τὸ ὑπ’ ἀριθ. 11083 ἐπισημειωτικὸν ὑμῶν ἔγγραφον καὶ ἅπασαν τὴν ἀποσταλεῖσαν ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4969–4999 ὑμετέρου ἐγγράφου ἀλληλογραφίαν. «Κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην, ἐπὶ τῆς περὶ ἧς πρόκειται ὑποθέσεως ὁ ἐν Βαρίῳ πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐνήργησε καλῶς, παρέλειψε δὲ μόνον νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργεῖον, ὡς ὤφειλε, καταστάσεις μετὰ τῶν ἀπαιτουμένων δικαιολογητικῶν περὶ τῆς διατροφῆς καὶ τῶν ἐξόδων τῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀποστολῆς τῶν ναυτῶν τοῦ πληρώματος τοῦ ναυαγήσαντος πλοίου, ὅπερ καὶ ἤδη δύναται νὰ πράξῃ.» Μετὰ τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔγραψε πρὸς τὸν πρόξενον, προκαλέσας τὴν ἀποστολὴν τῶν καταστάσεων, προκύπτει δὲ ἐκ τοῦ ἐγγράφου τῆς 19 Δεκεμβρίου 1891, τοῦ ὁποίου τὸ σχέδιον ὑπάρχει ἐνταῦθα, ὅτι ἐλήφθησαν τὰ ἔγγραφα ταῦτα καὶ παρεπέμφθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν (ἀναγινώσκει). «Παραπέμπεται μεθ’ ἁπάντων τῶν συνημμένων πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργεῖον, κατόπιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 25682 ἐ. ἔ. ἐγγράφου του, παρακαλούμενον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παρὰ τοῦ ἐν Βαρίῳ προξένου τῆς Α. Μ. ἐκτιθέμενα, καὶ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ, ἐὰν ἐγκρίνῃ, τὴν κοινοποίησιν τοῦ περιεχομένου πρὸς τὸν ἀνενεχθέντα.» Ἐνταῦθα τελειώνει ἡ ὑπόθεσις. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ ὁ συνάδελφος ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νέαν ἀναφορὰν τοῦ πλοιάρχου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, θέλω ἐξετάσει ἐκ νέου περὶ τῆς ὑποθέσεως, στηριζόμενος ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, καίτοι, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν συνημμένων ἐνταῦθα ἐγγράφων, τὸ Προξενεῖον ἀναλυτικὰς ἔδωκεν ἐξηγήσεις περὶ τῶν δαπανῶν, αἵτινες ἐγένοντο.

§15ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καταθέτω τὰς ζητηθείσας πληροφορίας παρὰ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Σταυροπούλου, ὡς καὶ τὰς ζητηθείσας παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος, ὅσαι ἐν τῇ προηγουμένῃ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς ἐζητήθησαν.

§16ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσι.

§17ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καταθέτω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ᾐτήσατο πρό τινων ἡμερῶν.

§18ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ κατάστασιν τῶν ἐσχάτως παρασημοφορηθέντων ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, πρὸς δὲ καὶ κατάλογον τῶν μὴ παρασημοφορηθέντων. Σὺν τούτοις δὲ καὶ τὸ βιβλίον ποιότητος, διὰ νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ, ἂν ὁ νόμος περὶ παρασήμου πρέπῃ νὰ καταργηθῇ, ἢ ἂν πρέπῃ νὰ δίδωνται παράσημα εἰς ὡρισμένας περιστάσεις. Πρὸς τούτοις νὰ κομίσῃ τὸν φάκελλον τῆς μισθώσεως τῶν κτημάτων τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Μακρυγιάννη, τὰ μισθωτήρια συμβόλαια, ὡς καὶ τὸ ἐπιδοτήριον, δι’ οὗ ἐκοινοποιήθη δήλωσις, ὅτι λύεται ἡ μίσθωσις· προσέτι τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ τοῦ ἐξοστρακισθέντος ταγματάρχου Δημητριάδου, ἐν ᾗ ἐκτίθενται οἱ λόγοι, δι’ οὓς δὲν χρησιμεύει τὸ οἴκημα ἐκεῖνο εἰς τὸ Δημόσιον. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσάξῃ τὴν ἔκθεσιν καὶ τὸ διάταγμα, δι’ οὗ διεπλατύνθη ἡ λεωφόρος Κηφισσία καὶ ἀφῃρέθη ἡ ἰδιοκτησία τῶν πολιτῶν· διότι, ὡς λέγουν καὶ ὡς πιστεύω, ἀφῃρέθη ἡ ἰδιοκτησία τῶν πολιτῶν πρὸς βλάβην τοῦ Δημοσίου, διὰ νὰ ὑπηρετηθῇ εἷς Βουλευτὴς τῆς πτέρυγος ἐκείνης, ὁ κ. Ρικάκης, πρὸς βλάβην τοῦ Δημοσίου, ἀφοῦ οἱ ἰδιοκτῆται θὰ ἀποζημιωθοῦν. Διὰ τῶν πραγμάτων αὐτῶν θὰ ἀποδειχθῶσι τὰ αἴτια, ἕνεκα τῶν ὁποίων κατορθοῦται ἡ συγκράτησις καὶ ὁ καταρτισμὸς τῆς πλειοψηφίας, διότι ὁ δημόσιος θησαυρὸς χρησιμεύει πρὸς συγκράτησιν τῶν πλείστων, ὄχι πάντων, εἰς τὴν πλειονοψηφίαν (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ πτέρυγι). Δι’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων θὰ ἀποδείξω, ὅτι ὁ δημόσιος θησαυρὸς κατασπαταλᾶται. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ ἔλθουν τὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ πεισθοῦν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι τώρα κραυγάζουν.

§19ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ᾐτήσατο πράγματα, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, διότι ζητεῖ νὰ τῷ παρουσιάσω κατάλογον τῶν παρασημοφορηθέντων ἀξιωματικῶν· ἀλλ’ οὗτος εὕρηται ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως». Λοιπὸν τί νὰ παρουσιάσω ἐνταῦθα; Ζητεῖ δὲ νὰ φέρω καὶ κατάλογον τῶν ἀξιωματικῶν τῶν μὴ παρασημοφορηθέντων· οὗτοι εἶναι τὸ ὑπόλοιπον τῶν ἀξιωματικῶν, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν παρασημοφορηθέντων, εἶναι σχεδὸν ὅλοι οἱ ἀξιωματικοί· ζητεῖ ἄρα τὸν ἔλεγχον τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀλλ’ οὗτος εἶναι τυπωμένος· ἑπομένως δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν, καὶ ἂν θέλῃ, τοῦ στέλλω ἓν ἀντίτυπον εἰς τὴν οἰκίαν του.

§20ΡΟΥΚΗΣ. Θέλει καὶ τὸ φύλλον ποιότητος τῶν ἀξιωματικῶν.

§21ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸ φύλλον ποιότητος τῶν ἀξιωματικῶν βεβαίως δὲν θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἀφορᾷ τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατεύματος, τὴν πειθαρχίαν ἐν αὐτῷ, καὶ ὁπόταν ἔλθῃ εἰς τὴν δημοσιότητα, τότε οὐδὲν ὑπάρχει τὸ συγκρατοῦν τὸ στράτευμα. Τὸν παρακαλῶ νὰ παραιτηθῇ τῆς τοιαύτης αἰτήσεώς του. Ὡς πρὸς τὴν μίσθωσιν τῆς οἰκίας τοῦ κ. Μακρυγιάννη, καὶ ἐκ τοῦ φακέλλου, ὃν θὰ προσαγάγω, θὰ πεισθῇ, ὅτι τὰ ἀντίθετα συμβαίνουσι τῶν ὅσων εἶπεν. Ὁ πρώην διοικητὴς τῆς διλοχίας τῶν νοσοκόμων, ὅτε ἔληξεν ἡ μίσθωσις τῆς οἰκίας, κατὰ μῆνα Αὔγουστον, ᾐτήσατο τὴν ἀναμίσθωσιν τῆς οἰκίας αὐτῆς· ὁ ἴδιος ταγματάρχης, περὶ οὗ ἐγένετο τόσος λόγος, ὅτι ἐγένετο θῦμα τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐξωστρακίσθη, αὐτὸς οὗτος κατόπιν, αὐθαιρέτως, διότι μετετέθη ἐκ τῆς θέσεώς του, ἐνόμισε καλὸν νὰ μετοικίσῃ τὸν ἕνα λόχον τῶν νοσοκόμων καὶ νὰ τὸν μεταθέσῃ εἰς μέρος λίαν ἀκατάλληλον. Τοῦτο δὲ θὰ πιστοποιηθῇ διὰ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Ἀρχηγείου καὶ τῆς ἐκθέσεως αὐτοῦ τούτου τοῦ διοικοῦντος σήμερον τὴν διλοχίαν.

§22ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Σταυρόπουλος δὲν εἶχε ποτέ του καλλιτέρας πληροφορίας, καὶ δι’ αὐτὸ ποτὲ δὲν ὁμιλεῖ μὲ ἀκρίβειαν περὶ τῶν πραγμάτων. Οὕτω ἀποδίδει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς ἐμὲ, ὅτι ἤλθομεν νὰ κλέψωμεν τὸ δημόσιον ταμεῖον...

§23ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.

§24ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ εἴπετε. Τί ἄλλο εἴπετε;... καὶ ὅτι ἐγὼ πωλῶ τὴν συνείδησίν μου διὰ τὴν μίσθωσιν ἑνὸς σπητιοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ οἰκία αὕτη δὲν εἶναι ἰδική μου, ἀνήκει εἰς τὸν ἀδελφόν μου, εἶναι δὲ ἐνωκιασμένη εἰς τὸ Δημόσιον ἀπὸ τοῦ 1886, ὅτε, μετὰ παράκλησιν μάλιστα, ἀπεφάσισεν ὁ ἀδελφός μου νὰ ἐνοικιάσῃ τὸ οἴκημα αὐτὸ εἰς τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀνάγκην νὰ στρατωνίσῃ τοὺς νοσοκόμους, καὶ δὲν εὕρισκεν ἄλλο καταλληλότερον οἴκημα. Ἐδέησε λοιπὸν νὰ μεσιτεύσω ἐγὼ εἰς τὸν ἀδελφόν μου, διὰ νὰ τὸ ἐνοικιάσῃ εἰς τὸ Δημόσιον. Ἔκτοτε ἐξακολουθεῖ ἡ ἐνοικίασις, καὶ ἐπῆλθον ἀλλεπάλληλοι ἀνανεώσεις τοῦ συμβολαίου· ἐσχάτως δ’ ἀνενεώθη πάλιν, διότι δὲν εἶχον ποῦ ἀλλοῦ νὰ στρατωνισθοῦν οἱ νοσοκόμοι, ἀφοῦ μάλιστα ὁ εἷς λόχος μετετέθη ὑπὸ τοῦ «ἐξοστρακισθέντος» πρώην διοικητοῦ τῆς διλοχίας εἰς τόπον, εἰς ὃν δὲν δύνανται νὰ κατοικήσουν οὐδὲ κτήνη. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν τὸν λόγον, δι’ ὃν ἔρχεται νὰ διασύρῃ τὴν ὑπόληψιν τῶν συναδέλφων του ἐνταῦθα ὁ κ. Σταυρόπουλος, καὶ νὰ μᾶς παραστήσῃ ὡς ὁμάδα ἀνθρώπων ἀνταλλασσόντων συμφέροντα καὶ πωλούντων τὰς συνειδήσεις των. Κρίνω περιττὸν νὰ προσθέσω ἄλλο τι.

§25ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ἐθεώρησε πολὺ ἁπλοῦν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Βεβαίως τοὺς παρασημοφορηθέντας εὑρίσκει τις ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῇ, Κυβερνήσεως», ἀλλὰ τοὺς μὴ παρασημοφορηθέντας ποῦ θὰ τοὺς εὕρῃ; Θέλω τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τὰ ὀνόματα καὶ τὴν ποιότητα, καὶ θὰ ἴδωσιν, ὅτι ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ δὲν ἐπαρασημοφορήθησαν, διότι δὲν ἀνῆκον εἰς τὴν φατρίαν. Ὡς πρὸς τὸν κ. Μακρυγιάννην, λέγω τὸ ἑξῆς. Ὑπάρχει εἷς ὅρος εἰς τὸ συμβόλαιον, καθ’ ὃν, ἅμα μειωθῇ ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ ἐπὶ ὡρισμένον ἀριθμὸν, δικαιοῦται ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἀπόσχῃ τῆς μισθώσεως. Συνεπείᾳ λοιπὸν τοῦ ἐπελθόντος γεγονότος τῆς μειώσεως τῆς δυνάμεως, ὁ σωματάρχης ἐδήλωσεν εἰς τὸν ἐκμισθωτὴν, ὅτι δὲν τῷ χρησιμεύει πλέον τὸ οἴκημα...

§26ΠΑΧΥΣ. Δὲν τῷ ἦτο ἐπιτετραμμένον αὐτό.

§27ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. .. Εἰδοποιεῖ λοιπὸν ὁ Διοικητὴς, —διότι εἶχε τοιαύτην ἐντολὴν ἐκ τοῦ συναλλάγματος τῆς μισθώσεως,—ὅτι τὸ οἴκημα τὸ μισθωθὲν δὲν τῷ ἀναγκαιοῖ πλέον, καὶ τὸ ἐγκαταλείπει ἀπὸ σήμερον· καὶ οὕτω πως τὸ Δημόσιον ἀπηλλάγη τοῦ μισθώματος. Μετὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ, κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπαντᾷ εἰς τὸν Διοικητήν: «Εἶσαι ἀναρμόδιος! δὲν ἔπρεπε νὰ ἀκυρώσῃς»· καὶ ἐπειδὴ, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, χρειάζεται τὸ μισθωθὲν, διατάσσει νὰ πληρόνηται τὸ μίσθωμα! Καὶ τὸ σπῆτι εἶναι κενὸν ἀκόμη, καὶ τὸ Δημόσιον πληρόνει τὸ μίσθωμα! Αὐτὰ, Κύριοι, θὰ ἀποδειχθοῦν ἐκ τῶν ἐγγράφων.

§28ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς βαρεῖαν μομφὴν ἐξήνεγκε κατὰ πάντων τῶν καθημένων εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν δεξιάν). Ὁ κύριος Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι πάντες, σχεδὸν πάντες οἱ παρακαθήμενοι ἐν τῇ δεξιᾷ, παρακάθηνται λόγῳ συμφερόντων προσωπικῶν, ἤ, κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ φράσιν, χάριν ῥουσφετολογικῶν. Κρίνει ἐκ τῶν ἰδίων τὰ ἀλλότρια· νομίζει, ὅτι ἡμεῖς παρακαθήμεθα ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ... (διακοπαί).

§29ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ....

§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν κ. Σταυρόπουλον). Μὴ διακόπτετε! Σᾶς δὲν σᾶς διέκοψε κἀνείς.

§31ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ διέκοψαν 50.

§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεσθε καὶ ὑβρίζετε ἑκατὸν Βουλευτάς!

§33ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ....

§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε κάτω!

§35ΣΤΑΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐνόμισεν, ὅτι παρασυρόμεθα ἡμεῖς, ὡς ἐκεῖνος παρεσύρθη ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης πρὸς ἐκείνην ὑπὸ τῶν Κοροβεσείων ὑδάτων· ἐνόμισεν ὅτι καὶ ἡμεῖς ἠδυνάμεθα νὰ ἀγώμεθα ἐκ τῶν συμφερόντων ἡμῶν καὶ νὰ παρακαθήμεθα εἰς ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν πτέρυγα, ὡς ἐκεῖνος. (Θόρυβος).

§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τὰ προσωπικά.

§37ΣΤΑΗΣ. Διὰ προσωπικῶν ἀπαντῶ εἰς τὰ προσωπικά· Δὲν ἀπεστάλημεν ὑπὸ τῆς πατρίδος ἡμῶν, ἵνα ἐξυπηρετήσωμεν συμφέροντα εἰς τὴν κρίσιμον ταύτην περίστασιν, ἤλθομεν ἵνα ἀρχὰς μόνον ὑπηρετήσωμεν· ἀλλ’ ἀτυχῶς ἐκεῖνοι, παρὰ τῶν ὁποίων ἀνεμένομεν τὸ παράδειγμα, ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον μᾶς διδάσκουσι· καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου μόνον τὸ ἴδιον αὐτῶν συμφέρον ὁδηγεῖ αὐτοὺς εἰς τὰς πράξεις καὶ τὰς κατ’ ἰδίαν καὶ τὰς κοινάς.

§38ΧΟΪΔΑΣ. Τηλεγράφημα ὑπογεγραμμένον ὑπὸ πολλῶν πολιτῶν Ἀχαΐας καὶ ἀπευθυνθὲν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν, ἀπηυθύνθη καὶ πρὸς ἡμᾶς χθὲς τὴν νύκτα. Οἱ τηλεγραφοῦντες παραπονοῦνται, ὅτι συνεδριάζοντος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Δύμης, προκειμένου ν’ ἀποφασισθῇ ἡ διαίρεσις τοῦ δήμου, πολλοὶ πολῖται συνῆλθον ἡσύχως ὑπὸ τὸ δημοτικὸν κατάστημα, ἐνδιαφερόμενοι περὶ τῆς διαιρέσεως τοῦ δήμου, καὶ δι’ ἐπιτροπῆς παρέστησαν πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, — ὅστις, ἄγνωστον πῶς, παρευρίσκετο κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, — τὴν ζημίαν, ἥτις θὰ γείνῃ ἐκ τῆς διαιρέσεως. Τὴν εἰρηνικὴν ταύτην καὶ νόμιμον συνάθροισιν ὁ ἐνωμοτάρχης Ράντος, ἄνευ διαταγῆς, ἠθέλησε νὰ διαλύσῃ, καὶ προχειρότερον τρόπον πρὸς τοῦτο εὗρε τὸ μέσον τῆς ἐπιθέσεως κατὰ τῶν ἡσύχως συναθροισθέντων πολιτῶν. Τὸ ζήτημα τῆς διαιρέσεως τοῦ δήμου ἢ ὄχι βεβαίως δὲν ἐξαρτᾶται μόνον ἐκ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ μετ’ αὐτὴν ἐξ ἀνωτέρας ἀρχῆς, ἥτις θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ὅλα, πρὶν ἢ ἀποφασίσῃ τὴν διαίρεσιν. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου λαμβάνω ἀφορμὴν κυρίως νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ δήμου ἐκείνου, καὶ μέτρα ἀνάλογα κατὰ τῆς στάσεως τῶν ἀρχῶν τοῦ τόπου, αἵτινες ἀπό τινος χρόνου εὑρίσκονται ἐντελῶς ἐκτὸς τοῦ νόμου. Δὲν εἶναι πολλαὶ ἡμέραι, καὶ ὁ εἰρηνοδίκης ἐκεῖ ἐκδίδει διαταγὴν πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ἀρχὴν, ὑπὸ τὸν τύπον Β. Διατάγματος, καὶ διατάσσει τὸν ἀποσπασματάρχην νὰ ἐπιτεθῇ. Ἕνεκα τούτου μάλιστα, ὡς ἔμαθον, ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐπρότεινε τὴν ἀπόλυσιν τοῦ δικαστικοῦ τούτου ὑπαλλήλου, καὶ ἐπεθύμουν νὰ μάθω, τί ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς προτάσεως. Εἰς τὴν ὑπόθεσιν, περὶ ἧς παρεπονέθη διὰ τηλεγραφήματος ὁ Ζερδεβᾶς, ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ διέταξεν αὐθαιρέτως τὴν κατεδάφισιν τῆς οἰκοδομῆς ἐπὶ τοῦ ὑπολοίπου ἐκ τοῦ ἀποζημιωθέντος οἰκοπέδου του. Εἰς τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔγγραφα τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ὑπάρχει ἔγγραφον τοῦ νομομηχανικοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Ζερδεβᾶς προσεκλήθη ἐντὸς προθεσμίας νὰ καταστήσῃ ἄρτιον τὸ ὑπολειφθὲν αὐτῷ οἰκόπεδον· ἀλλὰ πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς προθεσμίας, βιαίως καὶ αὐθαιρέτως κατεδαφίζεται τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ἐγερθὲν οἰκοδόμημα. Παρατηρεῖτε λοιπὸν, ὅτι σειρὰ περιστατικῶν ἀποδεικνύει τὴν κατάστασιν τῆς κωμοπόλεως ἐκείνης, καὶ ὅτι ἕκαστος ἐκεῖ κάμνει ὅ,τι θέλῃ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τοιαύτην ἔκρυθμον κατάστασιν.

§39ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ ζητήσω πληροφορίας περὶ τοῦ εἰρηνοδίκου, καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσω.

§40Θ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρωτόκολλον ἐκτιμήσεως καὶ καταμετρήσεως τοῦ οἰκοπέδου, ἐξ οὗ θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ὁ Ζερδεβᾶς, ὢν γραμματεὺς τῆς Ἀστυνομίας, ἐπλαστογράφησε τὸ πρωτόκολλον· διότι τὸ ὅλον οἰκόπεδον συνέκειτο ἐκ πήχεων 350, ἀπέμειναν δὲ μόνον πήχεις 70, καὶ ἐξετιμήθη ἀντὶ 8,000 δραχμῶν, εἰς τιμὴν δηλαδὴ, εἰς ἣν οὔτε εἰς τὸ Boulevard des Italiens ἐν Παρισίοις δὲν πωλοῦνται τὰ οἰκόπεδα (ἱλαρότης). Αἱ ἀπομένουσαι λοιπὸν 70 πήχεις ἀνήκουσιν εἰς τὸν δῆμον.

§41ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν ἐνθυμεῖται ἢ δὲν ἦτο παρὼν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἄλλως θὰ ἐγνώριζεν, ὅτι ἐγὼ ἐζήτησα ἐκτὸς τοῦ πρωτοκόλλου καὶ σχεδιάγραμμα ἀκόμη, ἵνα ἀποδειχθῇ, ἐὰν τὸ ἀπομένον ἦναι τεμάχιον.

§42ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἀνήκει εἰς τὸν δῆμον.

§43ΧΟΪΔΑΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν γνωρίζω διάταξιν τοῦ νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κύριος μὴ ἀρτίου οἰκοπέδου ἀπόλλυσι τοῦτο ὑπὲρ τοῦ δήμου, καὶ οὔτε δύναμαι νὰ εὐχαριστήσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον διὰ τὴν ἀνακάλυψιν. Κατὰ τὸν νόμον, ὁ κύριος τεμαχίου προσκαλεῖται ἐντὸς προθεσμίας νὰ καταστήσῃ τοῦτο ἄρτιον, ἄλλως προσκτᾶται τοῦτο ὁ γείτων. Ὁ Ζερδεδᾶς παραπονεῖται, ὅτι πρὶν ἢ καταστήσῃ ἄρτιον τὸ ὑπολειφθὲν αὐτῷ οἰκόπεδον, τοῦ ἀφαιρεῖται· καὶ περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Θὰ κατατεθῇ καὶ τὸ σχεδιάγραμμα, καὶ θ’ ἀποδειχθῇ ἀκριβῶς τί συμβαίνει.

§44ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατέθεσα χθὲς ἔγγραφά τινα διὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἐκ τῶν ὁποίων ἐπείσθην, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ οἰκίας ἀγορασθείσης ὑπὸ τοῦ δήμου καὶ διαταγῇ τῆς ἀρχῆς κατεδαφισθείσης. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε συμπληρωματικά τινα ἔγγραφα, ὑπεσχέθην δὲ ὅτι ἀμέσως ἤθελον διατάξει, ὅπως μοὶ ὑποβληθῶσι. Τοῦτο ἔπραξα, καὶ μόλις τὰ λάβω, θέλω τὰ καταθέσει, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ δυνηθῶσιν οἱ δύο κύριοι Βουλευταὶ νὰ λύσωσι τὸ ζήτημα, τὸ χωρίζον αὐτοὺς (ἱλαρότης). Ὅσον ἀφορᾷ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ὑπέβαλε σχετικῶς πρὸς τὰ συμβάντα ἐν τῷ δήμῳ Δύμης, πλεῖστα τηλεγραφήματα ἐλάβομεν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, τῆς διαιρέσεως δηλ. τοῦ δήμου. Ἡ μόνη ἐνέργεια, ἡ ὁποία ἐγένετο, ἦτο νὰ προκληθῇ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἵνα ἐκφέρῃ γνώμην περὶ τῆς διαιρέσεως. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἠδύνατο νὰ ἐκφέρῃ οἱανδήποτε ἤθελε γνώμην, δὲν ἠδύνατο ὅμως ἡ γνώμη αὕτη νὰ ἐπιτύχῃ τὴν διαίρεσιν τοῦ δήμου· τοῦτο ἀνήκει εἰς ἄλλην ἀρχὴν, ὡς γινώσκετε. Ἀλλὰ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον προσεκαλεῖτο οὐ μόνον ὅπως ἐκφράσῃ γνώμην, περὶ διαιρέσεως τοῦ δήμου, ἀλλὰ καὶ ὅπως ἀσχοληθῇ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· διότι τὸ Δημοτικὸν ἐκεῖνο Συμβούλιον δὲν ἠσχολήθη εἰσέτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἡ δὲ διοικητικὴ ἀρχὴ ἐπέμενεν, ὅπως συνεδριάσῃ πρὸς ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπληροφορήθην δὲ διὰ τηλεγραφήματος, παρὰ πολιτῶν τινων τοῦ δήμου Δύμης ἀποσταλέντος, ὅτι ὁ Νομάρχης ἐσκόπει νὰ μεταβῇ εἰς τὸν δῆμον Δύμης καὶ παραστῇ εἰς τὴν συνεδρίασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ὑπέμνησα τότε εἰς τὸν Νομάρχην, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ δημοτικοῦ νόμου δὲν ἐπιτρέπουσι τοῦτο, ἔλαβον δ’ ἀργότερον ἕτερον τηλεγράφημα, δι’ οὗ ἀνεκοινοῦτο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἀντιπρόσωπός τις τοῦ Νομάρχου εὑρίσκετο εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου. Ἐζήτησα πληροφορίας περὶ τούτου, καὶ ὁ Νομάρχης μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ἔλαβε μέρος εἰς τὴν συνεδρίασιν ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτοῦ, καὶ ὅτι παρεμορφώθησαν τὰ γεγονότα· προσθέτει δὲ διὰ τοῦ τηλεγραφήματος, ὅτι δι’ ἐγγράφου του ἐκτενοῦς θέλει ἀναφέρῃ τὰ συμβάντα. Μόλις λάβω τὸ ἔγγραφον, θέλω ἴδει, ποία θὰ ᾖναι ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἂν ἐπιθυμῆτε, θέλω ἀνακοινώσει ταύτην εἰς τὴν Βουλήν.

§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: αʹ) Περὶ ἐκποιήσεως κινητῶν καὶ ἀκινήτων ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων κειμένων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, καὶ βʹ) Περὶ παραχωρήσεως δωρεὰν ἐθνικοῦ οἰκοπέδου εἰς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἐπέκτασιν τοῦ περιβόλου τοῦ καταστήματος τῆς Γαλλικῆς Σχολῆς).

§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ πληρωμῆς εἰς χρυσὸν ἐσόδων τινῶν. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.

§47ΣΠΥΡ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί. Μετὰ τὴν ψηφοφορίαν τῆς προχθὲς οὐδενὶ ἐπιτρέπεται ἤδη νὰ φέρῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς πολιτικῆς, ἣν ὑποδεικνύει ἡ Κυβέρνησις ὡς τὴν μόνην ὀρθὴν πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ ἐπανάκτησιν τῆς ἐπιζήλου θέσεως, ἣν ἡ Ἑλλὰς κατεῖχε πρὸ δεκαετίας ἐν τῇ χώρᾳ τῶν ἀνατολικῶν Κρατῶν τῆς Εὐρώπης. Ἐπ’ αὐτῆς γενήσεται εὐρεῖα συζήτησις, μετὰ τὰς συζητήσεις ἐπὶ τῶν διαφόρων περὶ τὰ καθέκαστα νομοσχεδίων, ὁπότε ἡ Βουλὴ, κρίνουσα τὴν προτεινομένην παρὰ τῆς Κυβερνήσεως πολιτικὴν πρὸς τὰ ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑποβαλλόμενα μέτρα, θέλει ἀποφασίσει συμφώνως πρὸς τὰ συμφέροντα καὶ τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος ἡμῶν· διότι κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἄνευ ἀντιπροσώπων τιθεμένων τὸ γενικὸν συμφέρον ὑπεράνω τοῦ ἀτομικοῦ εἶναι ἐπιβλαβὲς εἰς τὸν τόπον· καὶ τοιοῦτο βεβαίως δὲν θὰ καταστήσωσι τὸ πολίτευμα ἡμῶν τὰ νῦν τοῦ Κοινοβουλίου μέλη, ποδοπατοῦντα ὁλόκληρον ἐθνικὴν ἱστορίαν καὶ τὰ αἵματα τῶν προγόνων αὐτῶν. Ὁ πολιτικὸς ἡμῶν σύνδεσμος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς ἀλλήλους σφυρηλατεῖται ὑπὸ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, τῆς εὐημερίας τῶν πολιτῶν καὶ τοῦ μεγαλείου τῆς πατρίδος μας. Ὑπὸ τοιούτων αἰσθημάτων καὶ ἰδεῶν, πέπεισμαι, Κύριοι, ὅτι κατέχονται πάντα τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου ἡμῶν, καὶ αὐτὰ καὶ μόνα ῥυθμίζουσι τὴν θέσιν ἑκάστου ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Ὑπὸ τοιούτων δ’ ἰδεῶν ἐμφορούμενος καὶ ἐγὼ, Κύριοι, εἰσῆλθον ἁγνὸς πάσης προσωπικῆς προκαταλήψεως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ζητῶν ἐδῶ νὰ εὕρω τὸ ἑδώλιον ἐκεῖνο, ὃ ἡ πατρὶς μοὶ ἐπιτάττει. Καὶ διὰ τοῦτο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὑπερεψήφισα μόνον τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, ἅτινα λυσιτελῆ εὕρισκον, καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν θέλετε μὲ εὕρει ἀκόλουθον τῶν ἰδεῶν τούτων, ἀδιάφορον πόθεν προβάλλονται αὗται. Ἐπεδοκίμασα τότε τὴν γενικὴν τῆς Κυβερνήσεως πολιτικὴν, οὐχὶ ὅμως καὶ ὅλα τὰ προτεινόμενα αὐτῆς μέτρα, ὡς ἐν παραδείγματι τὸ περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, διότι οὐδεμία ἑτέρα θετικὴ πολιτικὴ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὑπεδείχθη. Εἶχον τότε ἐνώπιόν μου Πρωθυπουργὸν λαοπρόβλητον, ὑπισχνούμενον ἀντὶ 7,000,000 ν’ ἀποσοβήσῃ τὴν ἐπαπειλοῦσαν τὸν τόπον καταστροφήν· οὐδαμόθεν δ’ ἑτέρα σανὶς σωτηρίας ἐφαίνετο. Κατεψήφισα δὲ τελευταῖον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἔχω πρὸ ἐμοῦ Πρωθυπουργὸν, ὁμολογοῦντα τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν μέσων ἐκείνων, καὶ παριστῶντα οὕτω τὴν τότε ὑπόσχεσίν του—ἐπιτρέψατέ μοι τὴν φράσιν—ὡς ἀνειλικρινῆ, ζητοῦντα δὲ σὺν τούτῳ καὶ ἐπαύξησιν φόρων περὶ τὰ 10,000,000 ὀνομαστικὰ, πραγματικὰ δὲ πολλῷ πλείονα· καὶ ἐπαύξησιν οὐ μόνον καταστρεπτικωτάτην εἰς τὴν παραγωγὴν τοῦ τόπου, ἀλλὰ καὶ ἀνωφελῆ καὶ ἄσκοπον, ὡς καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐντέχνως πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐκ τῆς θέσεως ταύτης ὑπέδειξεν, ἰσχυρισθεὶς τὸ δύσκολον, ἵνα μὴ εἴπω τὸ ἀδύνατον, τῆς ἀποσοβήσεως τοῦ ἐπαπειλοῦντος ὑμᾶς κινδύνου. Τὸ συμφέρον λοιπὸν, Κύριοι, τῆς Πολιτείας καὶ ἡ εὐδαιμονία τῶν πολιτῶν ὡδήγησαν μέχρι τοῦδε τὰς πολιτικὰς σκέψεις καὶ ἀποφάσεις μου· καὶ ταῦτα μὲ φέρουσι καὶ σήμερον ἐπὶ τοῦ βήματος, προκειμένου νὰ συζητηθῇ τὸ περὶ πληρωμῆς εἰς χρυσὸν ἐσόδων τινῶν νομοσχέδιον, ὃ θέλω ἐξετάσει μόνον ἐφ’ ὅσον παραβλάπτονται τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους· διότι δὲν πρόκειται περὶ τῆς Ἑπτανήσου, οὐδὲ παραπονεῖται ἡ Πελοπόννησος, ἂν ἡ ἐπ’ αὐτῆς φορολογία ἐπαχθεστέρα ᾖναι, οὐδὲ σκέπτεται κἂν ἡ ὑπερήφανος Μάνη νὰ ἐγκολάψῃ εἰς τὸ πρόσωπον ὑμῶν τὸν τίτλον τοῦ ἀγνώμονος. Ἀμφότεραι ἐθυσίασαν καὶ αὐτοδιοίκησιν καὶ περιουσίας καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν ὑπὲρ τῆς ὅλης Ἑλλάδος εἰς τὸν βωμὸν τῆς πατρίδος ἡμῶν. Ἂν δὲ ὑπῆρξάν ποτε ἡ ἀκρόπολις τοῦ Ἑλληνισμοῦ, μετὰ χαρᾶς δέχονται σήμερον νὰ ἦναι τὸ κρηπίδωμα, ἐφ’ οὗ ὁλόκληρος φορολογία τοῦ τόπου νὰ στηρίζηται. Ἀλλ’ ὡς ἀντιπρόσωπος τῶν μερῶν ἐκείνων, σταλεὶς ἐνταῦθα νὰ σκεφθῶ μεθ’ ὑμῶν περὶ τῶν γενικῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὀφείλω νὰ ὑποδείξω ἡμῖν τοὺς κινδύνους, εἰς οὓς τὸ Κράτος αὐτὸ ἡ προτεινομένη φορολογία θέλει ῥίψει. Ἡ διαφορὰ τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια παρουσιάζεται σήμερον ὡς ὁ μόνος κίνδυνος, καὶ τοῦτον ζητοῦμεν δι’ ὅλων αὐτῶν τῶν μέτρων ν’ ἀποσοβήσωμεν. Δυστυχῶς ὅμως διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἡ διαφορὰ κατασταθήσεται πολλῷ μεγαλειτέρα καὶ ὁ κίνδυνος μᾶλλον ἐπικείμενος, καὶ τοῦτο ὄχι τόσον ἕνεκα τοῦ νόμου, περὶ προσφορᾶς καὶ ζητήσεως, ὅσον ἐκ τοῦ φόβου, ὅστις καθιστᾷ πολλάκις τὴν ἐπικαταλλαγὴν πολὺ ἐπικινδυνωδεστέραν. Ὁ φόβος δ’ οὗτος κατὰ τὴν παροῦσαν περίστασιν καὶ διαρκέστερος καὶ μεγαλείτερος ἔσεται διὰ τὸν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τὰ προϊόντα ἡμῶν ἐμπορευόμενον· διότι, ἐνῷ ἀγοράζει οὗτος παρὰ τῶν παραγωγῶν τὸ προϊὸν εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν καὶ τὸ ἀντίτιμον τούτου τῷ εἶναι ἄγνωστον, καθ’ ὃ ποικίλλει ἀπὸ τὴν στιγμὴν τῆς ἀγορᾶς μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς πωλήσεως, ὡς καὶ τὸ ἀντίτιμον τοῦ φόρου, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει φορολογικὸς ὅρος, ὑποχρεοῦται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου νὰ ἔχῃ ἐκ τῶν προτέρων τὸν ἀναγκαιοῦντα χρυσὸν καὶ διὰ τὰς ἐμπορικὰς συναλλαγάς του καὶ διὰ τὸν ἀπαιτούμενον φόρον. Ὑποχρεούμενος ὅμως εἰς ταῦτα, ἀναγκάζεται ἐκ φόβου καὶ ἐπιφυλακτικὸς λίαν νὰ ἦναι εἰς τὰς ἐμπορικὰς αὐτοῦ συναλλαγάς, ἵνα μὴ εὑρεθῇ ἐκτεθειμένος ἀπέναντι ὑποχρεώσεων, αἵτινες δύνανται νὰ φέρωσι τὴν πλήρη αὐτοῦ καταστροφὴν, καὶ ν’ ἀποταμιεύῃ κατὰ περιόδους τὸν ἀναγκαιοῦντα αὐτῷ χρυσὸν, ὡς μὴ γνωρίζων εἰς ποῖον ὕψος δύναται νὰ εὕρῃ τοῦτο κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἀνάγκης του· καὶ οὕτως αὐξάνει τὴν ἐν τῇ ἀγορᾷ σπάνιν αὐτοῦ, καὶ δὴ καθιστᾷ μεγαλειτέραν τὴν νομισματικὴν διαφοράν. Ἀποταμιευόμενος ἑπομένως ὁ ἀναγκαιῶν χρυσὸς, καθιστᾷ τὴν νομισματικὴν διαφοράν μεγαλειτέραν καὶ πλέον ἐπαισθητὴν, ἂν καὶ τοῦτο καὶ ἄνευ τῆς ἀποταμιεύσεως θὰ συνέβαινε, διότι ἡ σύγχρονος παρὰ πολλῶν ζήτησις χρυσοῦ ἐν ἀγορᾷ, οἵα ἡ ἡμετέρα, ἀναγκαίως τὴν ὑπερτίμησιν αὐτοῦ θὰ φέρῃ. Ὅθεν περιοριζομένης ἐκ φόβου τῆς ἐμπορικῆς συναλλαγῆς, περιορίζεται σύναμα καὶ ἡ παραγωγὴ, διότι καθίστανται αἱ τιμαὶ, ἕνεκα τῆς μὴ ὑπάρξεως ζητήσεως τοῦ προϊόντος, εὐτελέστεραι καὶ μὴ δυνάμεναι νὰ γαλβανίσωσι πρὸς παραγωγὴν καὶ βελτίωσιν τὸν παραγωγόν. Καὶ ὄντως δὲν ἔχομεν μόνον ἐκ τοῦ φόβου τοῦ ἐμπορευομένου ὑπερτίμησιν χρυσοῦ καὶ περιορισμὸν τῆς ἐμπορικῆς ἐργασίας, ἀλλὰ καὶ ὑποτίμησιν τῆς τιμῆς τοῦ προϊόντος ἥτις δυστυχῶς δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς ζητήσεως, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς διαφορᾶς τοῦ νομίσματος· καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ τῆς προχθὲς, τὴν διαφορὰν ταύτην κατέταξεν εἰς ὄφελος τοῦ ἐμπορευομένου, ἐνῷ ἡ κυρίως τιμὴ σήμερον τῶν ἐξερχομένων προϊόντων ἡμῶν ἡ διαφορὰ αὕτη εἶναι, ἄνευ τῆς ὁποίας ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀγωνισθῶσι ταῦτα μὲ τόσους ἀντιπάλους ἰσχυροὺς καὶ μὲ τόσα συμφέροντα μεγάλων Κρατῶν. Ἡ ὑποτίμησις δ’ αὕτη τῆς ἀξίας τῶν προϊόντων ἔσεται ἀναπόφευκτος, διότι ὁ ἐμπορευόμενος, καιροφυλακτῶν τὴν κατάλληλον πρὸς ἀγορὰν χρυσοῦ στιγμὴν, δὲν θὰ ἦναι ἐλεύθερος νὰ κάμῃ τὴν ἐμπορικὴν αὐτοῦ συναλλαγὴν μετὰ τοῦ παραγωγοῦ ἐν παντὶ χρόνῳ, καὶ ἑπομένως ὁ παραγωγὸς ὑποχρεοῦται ἐκ τῶν μεγάλων ἀναγκῶν, αἵτινες περιβάλλουσιν αὐτὸν, νὰ πωλῇ τὸ προϊὸν αὐτοῦ εἰς τὴν τιμὴν τῆς ἀνάγκης, καὶ τότε ἡ νομισματικὴ διαφορὰ βεβαίως ἔσεται ὑπὲρ τοῦ κερδοσκοποῦντος ἐμπορευομένου, καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τῆς παραγωγῆς, καὶ οὕτω σὺν τῇ ὑποτιμήσει τῆς ἀξίας τοῦ προϊόντος καὶ τῇ ὑπερτιμήσει τοῦ χρυσοῦ θὰ ἔχωμεν καὶ τὴν ἐμπορικὴν κερδοσκοπίαν, ἥτις θὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ εἰς τὴν γεωργίαν τὰς αὐτὰς καταστροφὰς, ἃς καθ’ ἑκάστην ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις βλέπομεν. Κατὰ τοσοῦτον δὲ θὰ ἀποῤῥοφήσῃ τὸ ἐμπόριον ἡ κερδοσκοπία, καθ’ ὅσον τὸ ἐμπορικὸν κέρδος, τό γε νῦν ἔχον, δὲν προκύπτει ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς τῆς ἀγορᾶς πρὸς τὴν τῆς πωλήσεως τοῦ προϊόντος, ἀλλ’ ἐκ τῆς ποσότητος τοῦ πωλουμένου ποσοῦ. Καὶ ἀληθῶς ἐν τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου δίδεται ἀναβολή τις, οὕτως εἰπεῖν, τῆς εἰς χρυσὸν πληρωμῆς δι’ ὑποσχετικῶν ἐγγράφων, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι μία χίμαιρα καὶ οὐδὲν πλέον, διότι ἐξαρτᾶται αὕτη ἐκ τῆς θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις δὲν δύναται παρὰ νὰ ἔχῃ πάντοτε ἀπόλυτον ἀνάγκην χρυσοῦ, δι’ ὃ καὶ ὁ παρὼν νόμος ἐγένετο. Θὰ ἦτο δὲ ἄλλως ἀρκετὰ νόστιμον, ἐνῷ αὕτη εὑρίσκεται εἰς τοιαύτας οἰκονομικὰς στενοχωρίας καὶ ἔχει τόσην ἀπόλυτον ἀνάγκην τοῦ χρυσοῦ, νὰ μὴ ἐκπληροῖ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς, ἀλλὰ νὰ δίδῃ αὐτὸν εἰς τρίτον, καὶ νὰ λαμβάνῃ ἀντ’ αὐτοῦ ὑποσχετικὰ ἔγγραφα. Ἐπιθυμῶ μάλιστα νὰ πιστεύσω ἐνταῦθα, ὅτι τὸ δεύτερον ἄρθρον ἐτέθη ἀπροσέκτως μᾶλλον καὶ μετά τινος ἐπιπολαιότητος, διὰ νὰ ἀποφύγω τὴν σκέψιν, ὅτι τοῦτο ἔχει σκοπὸν ὑστεροβουλίας· διότι ὄχι μόνον δὲν δύναται νὰ διευκολύνῃ τὸ Κράτος τοὺς ὀφειλέτας τοῦ φόρου τούτου, ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι θὰ εὑρίσκηται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πιέζῃ αὐτοὺς, διότι ἐν τῇ πιέσει ἐνυπάρχει τὸ συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπερ εἶναι νὰ ᾖ αὕτη ἐμπρόθεσμος εἰς τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς. Ἔχομεν λοιπὸν οὕτω διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου, Κύριοι, αὔξησιν τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, κινδύνους μεγαλειτέρους τοῦ ἐμπορίου τῆς ἐξαγωγῆς, ὑποτίμησιν τῶν τιμῶν τῶν προϊόντων, περιστολὴν τῆς παραγωγῆς, καὶ ὡς κορωνίδα αὐτῶν τὸ ἐμπόριον τῆς ἐξαγωγῆς, τὸν μόνον πλοῦτόν μας, παραδίδομεν ἕρμαιον εἰς τὴν κακοήθη κερδοσκοπίαν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐμπεριέχει καὶ πληθώραν ἀνισοτήτων, διότι ἐκτὸς ἐκείνων, ἃς κατὰ τὴν πρώτην τοῦ νομοσχεδίου συζήτησιν ὑπέδειξεν ἡμῖν τρανότατα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Ράλλης, παρουσιάζει καὶ μίαν περίεργον ἀνισότητα, μίαν, οὕτως εἰπεῖν, ἐσωτερικὴν ἀνισότητα, ἥτις ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ χρόνου τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου, διότι ὁ πληρονόμενος, φέρ’ εἰπεῖν, κατὰ τὸν Αὔγουστον φόρος εἶναι διάφορος τοῦ διδομένου φόρου κατὰ τὸν Σεπτέμβριον, καὶ οὗτος τοῦ κατὰ Ὀκτώβριον, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ὡς ἐπίσης διάφορος εἶναι καὶ ὁ φόρος ὁ ἀποτινόμενος τὴν μίαν ἡμέραν τοῦ τῆς ἄλλης, καὶ ὁ τῆς μιᾶς ὥρας τοῦ τῆς ἑτέρας. Οὕτω δ’ ἔχομεν φόρον κυματώδη, ἴσως ἵνα τὸ σκάφος τῆς Πολιτείας κλυδωνίζηται ἐπαισθητότερον, καὶ οὕτως οἱ ἐπ’ αὐτοῦ δυστυχεῖς θνητοὶ κατακυριεύωνται ὑπὸ δεινοτέρας ζάλης, ὡς νὰ μὴ ἤρκει ἡ κατέχουσα αὐτοὺς ἤδη. Μοὶ φαίνεται μάλιστα, ὅτι ὁ κλύδων οὗτος δὲν ἐπέτρεψεν οὐδ’ εἰς αὐτὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δώσῃ μεγαλειτέραν ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου προσοχὴν, ὥστε τοὐλάχιστον νὰ μὴ παρουσιάζῃ τοῦτο ἐπιπολαιότητας καὶ ἄγνοιαν κοινωνικῶν τοπικῶν συνθηκῶν, μὴ ἐπιτρεπομένων οὐδ’ εἰς τὸν τελευταῖον πολίτην. Ζητεῖ π.χ. χρυσόν· καὶ ἀπὸ ποίους; Ἀπὸ τοὺς δυστυχεῖς Λάκωνας. Καὶ ποῦ; Εἰς Ἁλμυρὸν τοῦ δήμου Ἀβίας, ὅπου τρεῖς μόνον οἶκοι ὑπάρχουσιν, ἐνῷ μεγίστη τούτου σπάνις ὑπάρχει ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Κράτους. Τίς δὲ ἐκεῖ θὰ δώσῃ αὐτὸν τούτῳ; ἢ τίς θὰ πείσῃ τὸν πτωχὸν ἐκεῖνον γεωργὸν, τὸν ἐπὶ τοῦ ἡμιόνου του μεταφέροντα πρὸς πώλησιν τὴν ἐλαχίστην ποσότητα τῶν προϊόντων, ἅτινα μετὰ μεγάλους κόπους καὶ κινδύνους ἡ βραχώδης καὶ ἄγονος γῆ τῆς Μάνης παρῆξεν αὐτῷ, εἰς τὴν τῶν Καλαμῶν ἀγορὰν, ἵνα διὰ τοῦ γλίσχρου ἀντιτίμου, ὃ ἐξ αὐτοῦ θὰ λάβῃ, συντηρήσῃ τὴν λιμώττουσαν οἰκογένειάν του, τίς, λέγω, θὰ πείσῃ αὐτὸν, ὅτι ὁ χρυσὸς, ὃν ὀφείλει νὰ δώσῃ ἐκεῖ ὡς φόρον, τὴν μίαν ἡμέραν ἔχει διάφορον ἀξίαν παρὰ τὴν ἄλλην ἡμέραν, καὶ δὲν γίνεται αὐτῷ κατάχρησις; Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θὰ ἐπρόσεξε πολὺ εἰς τὸ τόσον σπουδαῖον αὐτοῦ φορολογικὸν νομοσχέδιον, ἐκτὸς ἐὰν ἐσκέφθη νὰ καταστήσῃ τὸν Ἁλμυρὸν χρηματιστήριον τῆς Πελοποννήσου, ὡς κατέστησε τὴν Ἑλλάδα χρηματιστήριον τῆς Ἀνατολῆς! Δὲν θέλω, Κύριοι νὰ κουράσω ὑμᾶς, ἐπαναλαμβάνων ὅσα, πειστικώτατα καὶ λίαν εὐφραδῶς ἀγορεύσαντα κατὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἐπιβλαβοῦς τούτου νομοσχεδίου, ἐξέχοντα μέλη τοῦ ἡμετέρου Κοινοβουλίου σᾶς εἶπον περὶ τῆς ἀνισότητος αὐτοῦ, διότι θὰ ἐπιβαρύνηται δι’ αὐτοῦ μᾶλλον ὁ πτωχὸς λαὸς τοῦ πλουσίου, καὶ περὶ τῆς ἀλυσιτελείας αὐτοῦ, καὶ περὶ τοῦ συναγωνισμοῦ τῆς Πολιτείας πρὸς τοὺς πολίτας, καὶ περὶ τοῦ ἐγωϊστικοῦ τῆς Πολιτείας τρόπου, ἢ περὶ τοῦ ἐξευτελισμοῦ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, τοῦ μόνου νομίσματος αὐτῆς. Οὐδὲ τὴν παράβασιν ὑπομιμνήσκω ὑμῖν ῥητῶν συμφωνιῶν τοῦ Δημοσίου πρὸς τρίτους, ἣν ἐπισήμως καταγγέλλει ἡ Ἐθνικὴ ἡμῶν Τράπεζα, οὐδ’ ὅτι τὸ οὕτως εἰσπραττόμενον ποσὸν εἶναι ἀσήμαντον ἐντελῶς ἀπέναντι τοῦ ὅσου ἀνάγκην ἔχομεν, ὅπερ καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίωσεν’ οὐδὲ νὰ ἀναμίξω ζητήματα, ἅτινα ἀνήκουσιν εἰς τὴν περὶ τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους συζήτησιν. Παρατρέχων ὅμως αὐτὰ ὡς παρ’ ἄλλων κρειττόνων ἐμοῦ καλῶς διϋλισθέντα, δὲν δύναμαι, περαίνων τὰς ἐμὰς σκέψεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἰμὴ νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ φόρου ἐμπειρικοῦ, ἀνίσου, βλαβεροῦ, καὶ νὰ ἐπιστήσω ἐπὶ τούτου τὴν προσοχὴν ὑμῶν, ἐπικαλούμενος πρὸς τοῦτο τὴν φιλοπατρίαν ὑμῶν, τὸν ὅρκον, ὃν ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου ἐδώκατε, καὶ τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τὸν λαὸν καθῆκόν σας.

§48ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀντηχοῦσιν ἀκόμη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οἱ σοβαροὶ λόγοι, οἵτινες ἐλέχθησαν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης κατὰ τὴν αʹ καὶ κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ πληρωμῆς εἰς χρυσὸν τῶν ἐξαγωγικῶν τελῶν τῶν ἐγχωρίων προϊόντων, ἀντηχοῦσιν ἀκόμη αἱ διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὡς φορολογικὸν, δὲν ἔπρεπε νὰ χωρισθῇ καὶ ἀπομονωθῇ ἀπὸ τοῦ ὅλου οἰκονομικοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ κατὰ τὰς ὁποίας ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου ὤφειλε νὰ προσαρτηθῇ εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, διότι, καθ’ ἃ διεβεβαίου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀναπτύσσων τὰς ἰδίας αὑτοῦ σκέψεις, τὰ φορολογικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως μεμονωμένα δὲν ἀποτελοῦσιν αὐτοτελές τι ὅλον, ἀλλ’ εἶναι μέρη ἀναπόσπαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ, μέρη τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται μονομερῶς νὰ συζητηθῶσι καὶ ἐξελεγχθῶσι. Φαίνεται δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ συμμερίζεται τὴν γνώμην ταύτην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐν μέρει, καὶ ἀναβάλλει τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων καθ’ ἣν ἐποχὴν θέλει εἰσαχθῆ καὶ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Μ’ ὅλον τοῦτο ἐγὼ, λαμβάνων τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐκ δύο ὁρμῶμαι αἰτιῶν. Πρῶτον φρονῶ, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λέγων, ὅτι τὸ φορολογικὸν νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου πρόκειται σήμερον ἡ ἐπιψήφισις, δὲν πρέπει νὰ συζητηθῇ ἐν μονομερείᾳ, ἀλλὰ νὰ προσαρτηθῇ ἡ συζήτησις αὐτοῦ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· διότι φρονῶ, ὅτι, ἀναβαλλομένης τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν κατὰ μέρος φορολογικῶν νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως, παραβιάζονται αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, καὶ ἀναιρεῖται τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔχει ἡ Βουλὴ, ὅπως ψηφίζῃ τὰ εἰς αὐτὴν ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια μετὰ τὴν πεφωτισμένην κρίσιν, ἣν ἤθελε σχηματίσει ἐκ τῆς ἐπ’ αὐτῶν συζητήσεως, ἀφοῦ προτάσσονται τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ πρὸς αὐτὸν συνδεόμενα νομοσχέδια, καὶ ἡ Βουλὴ θὰ εὑρεθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ ἀπέναντι ἐψηφισμένων ἤδη νόμων, ἐφ’ ὧν δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ. Καὶ δὲν λέγω μὲν ἀπολύτως, ὅτι ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν δύναται νὰ γείνῃ γενικὴ συζήτησις, περιλαμβάνουσα καὶ πάντα τὰ λοιπὰ φορολογικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι γενικώτερον σκοπὸν ἔχει ἡ συζήτησις ἐκείνη περὶ τῆς ὅλης οἰκονομικῆς καὶ πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι ἓν ἕκαστον νομοσχέδιον ἰδιαιτέρως καὶ κατὰ μέρος δύναται νὰ ἐξετασθῇ, καὶ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συζητήσῃ αὐτὸ καὶ νὰ ἐξετάσῃ ἐκ τῶν προτέρων τὸ δίκαιον, τὴν βασιμότητα καὶ τὰς συνεπείας, ἃς θὰ ἔχῃ. Ἀλλὰ καὶ ἕνεκα ἑτέρου λόγου κύριοι Βουλευταί, λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Λαβὼν τὴν ἐντολήν μου ἐξ ἐπαρχίας τὰ μάλιστα σταφιδοφόρου, αἰσθάνομαι ἐν ἐμαυτῷ ἐπιτακτικὴν τὴν ἀνάγκην, ὅπως διαμαρτυρηθῶ κατὰ νομοθετικοῦ μέτρου, οὗ ἡ ἐφαρμογή, πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι θὰ ἔχῃ ὀλεθρίας συνεπείας εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ εἰς τὴν παραγωγὴν τοῦ τόπου, πρὸ πάντων δὲ εἰς τὴν παραγωγὴν τῆς σταφίδος, τοῦ μόνου τούτου ἐθνικοῦ προϊόντος, διὰ τοῦ ὁποίου εἰσάγεται τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ ξένου χρήματος ἐν Ἑλλάδι. Δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἀφεύκτως θὰ προέλθῃ ὑπερβολικὴ ἀνατίμησις τοῦ συναλλάγματος, ἀνατίμησις μάλιστα εἰς βαθμὸν, τὸν ὁποῖον οὐδεὶς ἀπὸ τοῦδε δύναται νὰ προΐδῃ, διότι τὸ θέμα τοῦτο μετὰ περισσῆς ἐναργείας ἐπραγματεύθη προχθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος Βουλευτής, καὶ ἀπέδειξε τοῦτο, προτοῦ ἀκόμη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ποιήσηται τὴν σχετικὴν ὁμολογίαν του πρὸς τὴν Βουλήν. Καὶ δὲν ἠδύνατο βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἢ νὰ συμφωνήσῃ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ, διότι ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ δύο οὐσιώδη καὶ σοβαρὰ αἴτια θὰ συντρέχωσιν ἐν τῷ μέλλοντι, ὅπως τὸ συνάλλαγμα ἀνατιμηθῇ· ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἄρνησις πάσης ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸ κυκλοφοροῦν ἀναγκαστικῶς πιστωτικὸν νόμισμα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ σύγχρονος καὶ ἀθρόα ζήτησις χρυσοῦ ἐκ μέρους τῶν ἐμπόρων, ἰδίως κατὰ τοὺς φθινοπωρινοὺς μῆνας, κατὰ τοὺς ὁποίους γίνεται τὸ πλεῖστον μέρος τῆς ἐξαγωγῆς τῶν ἐγχωρίων προϊόντων, καὶ ἰδίως τῆς σταφίδος καὶ τῶν σύκων. Ἀλλ’ ἀγορεύων προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐδήλωσε πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις αὐτοῦ· εἶπεν ὅτι θεωρεῖ δίκαιον, ἐκεῖνος ὅστις ἐξάγει ἐγχώριον προϊόν καὶ εἰσπράττει τὸ τίμημα αὐτοῦ εἰς χρυσὸν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, νὰ φορολογηθῇ καὶ νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον εἰς χρυσόν· εἶπεν ἐπίσης, ὅτι δὲν βαρύνεται τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ παραγωγή, διότι δὲν ἀφαιροῦμεν μέρος τῶν κεφαλαίων, ἀλλ’ ἀφαιροῦμεν μέρος ἐκ τῶν κερδῶν τοῦ ἐμπόρου. Ἐγὼ ὅμως, Κύριοι, καὶ ἐπὶ τῶν δύο τούτων γνωμῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἔχω διάφορον γνώμην. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ ἔμπορος ὁ ἐξάγων ἐγχώρια προϊόντα εἰσπράττει τὸ χρῆμα αὐτοῦ εἰς χρυσόν· ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης γνωστόν, Κύριοι, ὅτι ὁ ἔμπορος, προβαίνων εἰς τὰς πράξεις τῶν ἀγορῶν καὶ πωλήσεων αὐτοῦ, λαμβάνει πάντοτε ὑπ’ ὄψει τὴν τρέχουσαν ἀξίαν τοῦ συναλλάγματος καὶ τὴν τρέχουσαν ἀξίαν τοῦ χρυσοῦ, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ, καθὼς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν τὸ ἐμπόρευμα, ὅπερ πραγματεύεται, ἔχει ἐν ταῖς εὐρωπαϊκαῖς ἀγοραῖς, ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ, λέγω, κανονίζει τὰς ἀγορὰς καὶ τὰς πωλήσεις του, ὁ δὲ ἔμπορος, ὁσάκις ἴδῃ, ὑπολογίζων τὰς περιστάσεις ταύτας, ὅτι καὶ ἐλάχιστον κέρδος δύναται νὰ προκύψῃ ἐκ τῶν πωλήσεων αὐτῶν, δὲν διστάζει νὰ προβῇ εἰς αὐτὰς, ἀλλ’ ἀγοράζει καὶ μεταπωλεῖ. Ἂν λάβωμεν δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ ἐγχώρια προϊόντα καὶ πρὸ πάντων ἡ σταφὶς εἶναι προϊόν τοιοῦτον, τοῦ ὁποίου ἡ τιμὴ κατ’ ἔτος συμβαίνει ἐν Εὐρώπῃ νὰ πάσχῃ ἀποτόμους, βιαίας καὶ μεγίστας ἐνίοτε ἀνατιμήσεις καὶ ὑποτιμήσεις· ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι παρ’ ἡμῖν τὸ ἀντίστοιχον ἐμπόρευμα, τὸ τοῦ συναλλάγματος, πάσχει τὰς αὐτὰς βιαίας καὶ ἀποτόμους ἀνατιμήσεις καὶ ὑποτιμήσεις, πρέπει νὰ συμπεράνωμεν ἀναγκαίως, ὅτι πολλάκις ὁ ἔμπορος ὑπόκειται εἰς δεινὰς ζημίας καὶ μεγάλας καταστροφὰς, καὶ ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σήμερον εἶναι ἐλάχιστον κέρδος, αὔριον δύναται νὰ ἀποβῇ μεγίστη ζημία διὰ τὸν ἐμπορευόμενον τὸ προϊόν τῆς σταφίδος. Τοῦτο λοιπὸν τὸ κέρδος, τὸ ἐλάχιστον, τὸ ἀβέβαιον, τὸ ἀπροσδιόριστον, τὸ δυνάμενον ν’ ἀποβῇ μεγίστη ζημία, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ φορολογηθῇ εἰς χρυσόν. Εἶπεν ἐπίσης ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν ἐπιβαρύνομεν τὴν παραγωγὴν, οὐδὲ τὸ ἐμπόριον, δι’ ἀφαιρέσεως κεφαλαίων ἐκ τοῦ τόπου· ἐπιβαρύνομεν τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν παραγωγὴν, διότι ἀφαιροῦμεν μέρος μόνον τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον πραγματοποιεῖ ὁ ἔμπορος. Ἀλλὰ τί ἐνόει ἆρά γε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τοιαῦτα λέγων; ἐνόει ὅτι ἡ ὀνομαστικὴ τιμὴ τῶν ἐγχωρίων προϊόντων εἶναι τοιαύτη ἐν ταῖς εὐρωπαϊκαῖς ἀγοραῖς, ὁποία εἶναι καὶ ἐν Ἑλλάδι; Ἐνόει ἆρά γε, ὅτι ὁ ἔμπορος κερδίζει ἀκεραίαν τὴν νομισματικὴν διαφορὰν πωλῶν εἰς χρυσὸν εἰς τὸ ἐξωτερικόν; Βεβαίως ὄχι. Εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὅτι ὁ ἔμπορος ἀγοράζων, ὅπως εἶπον πρὸ ὀλίγου, λαμβάνει πάντοτε ὑπ’ ὄψιν του τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος, ὡς καὶ τὴν τρέχουσαν τιμὴν τῶν προϊόντων, ἃ ἐμπορεύεται ἐν ταῖς εὐρωπαϊκαῖς ἀγοραῖς, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπολογισμῶν τούτων προβαίνει εἰς τὰς πράξεις αὐτοῦ. Ἀλλὰ τότε ποῖον εἶναι τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον λέγετε ὅτι φορολογεῖτε; Γνωρίζετε αὐτό; ἢ δύνασθε νὰ προσδιορίσητε αὐτὸ, ὅταν ἡ ὕπαρξίς του ἐξαρτᾶται ἀπὸ τόσον τυχαίας περιστάσεις; Τοιαῦτα λοιπὸν κέρδη, κέρδη τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων τούτων τοῦ ἐμπορίου εἶναι ὅλως ἀπροσδιόριστα, ὅλως ἀβέβαια, καὶ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς τύχης, τοιαῦτα κέρδη, δι’ ἃ πολλοὶ ἐμπορικοὶ οἶκοι κατεστράφησαν ἐν Ἑλλάδι, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου εἰς χρυσόν. Ἡ ἐπιβολὴ τοῦ φόρου αὐτοῦ ἀναμφισβητήτως, Κύριοι, ἐκ τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσα πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν ἀναγκαίαν καὶ ἀπαραίτητον δεινὰς καταστροφὰς ἐν τῷ ἔθνει. Αἱ δὲ καταστροφαὶ αὗται, κατ’ ἐμὲ, δὲν θὰ περιορισθῶσι μόνον εἰς τὸ ἐμπόριον τῶν ἐγχωρίων προϊόντων, καὶ πρὸ πάντων τῆς σταφίδος· θὰ ἐπεκταθῶσιν ἀναμφισβητήτως καὶ ἐπὶ τῆς παραγωγῆς αὐτῶν, διότι ὁ φόρος, περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι κυρίως φόρος ἔγγειος, φόρος ἐπιβαλλόμενος εἰς τὴν παραγωγὴν καὶ εἰσπραττόμενος ἐπὶ τῇ ἐξαγωγῇ τοῦ προϊόντος. Εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, πόσον ἡ τάξις αὕτη τῶν παραγωγῶν εἶναι δυστυχὴς, τὴν ὁποίαν σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν, τείνομεν νὰ καταστήσωμεν δυστυχεστέραν. Εἶναι ἐπίσης γνωστοὶ οἱ λόγοι, δι’ οὓς πάσχουσι καὶ διατελοῦσιν ἐν δυσπραγίᾳ οἱ παραγωγοί. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ καλλιέργεια παρ’ ἡμῖν εἶναι ὅλως ἀτελὴς, καὶ ἐν τοιαύτῃ καλλιεργείᾳ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν οὐδέποτε αὔξησιν παραγωγῆς, καὶ τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἔλλειψιν μερίμνης καὶ εἰς τὴν ἀδιαφορίαν, τὴν ὁποίαν αἱ ἑκάστοτε Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις ἔδειξαν εἰς προαγωγὴν καὶ βελτίωσιν τῆς καλλιεργείας παρ’ ἡμῖν καὶ εἰς αὔξησιν τῆς παραγωγῆς. Εἶναι ἐπίσης γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ ἔλλειψις δημοσίου ἀσφαλείας εἶναι εἷς ἐκ τῶν λόγων, ἕνεκα τῶν ὁποίων προσκόπτει πᾶσα τάσις πρὸς πᾶσαν περαιτέρω βελτίωσιν τῆς καλλιεργείας καὶ τῆς παραγωγῆς. Εἶναι ἐπίσης γνωστὸν, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὴν παραγωγὴν τῆς σταφίδος, ὅτι καὶ ἄλλοι κίνδυνοι ἐπαπειλοῦσι τὸ προϊόν τοῦτο, αἱ μεταβολαὶ αἱ καιρικαὶ, ὡς καὶ αἱ νόσοι, αἵτινες συχνὰ ἐνσκήπτουσιν εἰς τὰς σταφιδαμπέλους. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι κατὰ πολλὰ ἔτη οἱ καλλιεργηταὶ σταφιδαμπέλων ἀφοῦ ἐπὶ ὅλον τὸ ἔτος ἐν ἱδρῶτι ἐμόχθησαν, ἐκοπίασαν, ὑπέστησαν στερήσεις καὶ αὐτοὶ καὶ αἱ οἰκογένειαί των, ἐναποθέτοντες τὰς ἐλπίδας των εἰς τὸ προϊόν των, ἔξαφνα κατὰ τὴν ὥραν ἀκριβῶς τῆς συγκομιδῆς εἶδον ὅλας ἐκείνας τὰς θυσίας, ὅλους τοὺς κόπους, ὅλας τὰς στερήσεις νὰ διαλύωνται εἰς καπνὸν, καὶ νὰ ματαιῶται πᾶσα ἐλπὶς αὐτῶν περὶ τοῦ προσεχοῦς ἔτους. Ὁμιλῶ πρὸς ἀνθρώπους πλέον παντὸς ἄλλου σχετιζομένους πρὸς τὸν λαὸν καὶ γνωρίζοντας τὸν τρόπον καὶ τὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς ζῇ. Γνωρίζετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι καὶ ἡ ἔλλειψις χρηματικῶν κεφαλαίων καὶ ἡ ἐντεῦθεν τοκογλυφία μαστίζουσιν ἐπὶ πλέον τὴν τάξιν τῶν παραγωγῶν, καὶ ὅτι ὁ τόκος, ἰδίως κατὰ τὴν ἄνοιξιν, ὑπερβαίνει τὸ σύνηθες ὅριον τῶν 24% καὶ φθάνει εἰς τὰ 30 καὶ 40%. Ταύτην λοιπὸν τὴν τάξιν τείνομεν νὰ καταστήσωμεν δυστυχεστέραν. Διότι καὶ μὲ τὸν ἤδη ὑπάρχοντα φόρον δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ τάξις αὕτη εὐημερεῖ. Ἡ καλλιέργεια τῆς σταφίδος ἀπαιτεῖ τοιαύτας δαπάνας, ὥστε, ὅταν ἡ τιμὴ αὐτῆς δὲν ὑπερβαίνῃ τὰς 150 δραχμὰς, ὅπερ δὲν συμβαίνει συχνὰ, ἐλάχιστον κέρδος ἀπομένει εἰς τὸν παραγωγόν. Τὸ δὲ κέρδος τοῦτο τείνομεν ἤδη νὰ ἐκμηδενίσωμεν. Θὰ εἶχε βεβαίως, Κύριοι, τίτλους καὶ δικαιώματα ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ἐπὶ τοῦ προϊόντος τῆς σταφίδος, εἴτε αὐτὴ εἴτε πᾶσαι αἱ ἄλλαι Κυβερνήσεις, αἱ κατὰ διαφόρους ἐποχὰς κυβερνήσασαι τὸν τόπον, ἐὰν εἶχον ἐπιδείξει τὴν πατρικὴν ἐκείνην στοργὴν καὶ μέριμναν, ἣν πράγματι ὤφειλον νὰ ἐπιδείξωσι πρὸς τὸ καλὸν τοῦ τόπου, ἐὰν εἶχον λάβει, λέγω, ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέτρα, εἴτε διοικητικὰ εἴτε νομοθετικὰ, ἐκ τῶν ὁποίων δύναται νὰ προκύψῃ ἡ εὐημερία τοῦ τόπου, εἴτε διὰ τῆς βελτιώσεως καὶ αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς, εἴτε διὰ τῆς ἐξευρέσεως νέων τόπων πρὸς κατανάλωσιν τῶν ἐγχωρίων προϊόντων, εἴτε πρὸς ἐπίτευξιν ἀτελειῶν ἐν τῇ εἰσαγωγῇ αὐτῶν ἐν ἄλλαις χώραις. Δυστυχῶς ὅμως οὐδὲν τοιοῦτο μέχρι τοῦδε ἐπράχθη παρ’ οὐδεμιᾶς Κυβερνήσεως, πολλῷ δ’ ἧττον ὑπὸ τῆς τοῦ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις ἐπὶ μίαν ἤδη δεκαετίαν διευθύνει τὰ κοινά. Προχθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐνόμισεν, ὅτι εἶχε καθῆκον ν’ ἀναλάβῃ τὴν ὑπεράσπισιν τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο, καὶ ἠθέλησε νὰ ἐπιδείξῃ ἡμῖν τοὺς τίτλους καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ προϊόντος τῆς σταφίδος. Καὶ εἶπεν ἡμῖν, ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐνεστῶσαν ὀφείλομεν τὴν συνθήκην, ἣν ἔχομεν μετὰ τῆς Ἀγγλίας, καὶ τὴν ἀτέλειαν ἐν Ἀμερικῇ, τὴν συνθήκην πρὸ πάντων μετὰ τῆς Ἀγγλίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ εἰσαγωγικὸς δασμὸς ἐν Ἀγγλίᾳ τοῦ προϊόντος τῆς σταφίδος ἠλαττώθη ἐσχάτως ἀπὸ 7 σελλινίων εἰς 2. Ἀλλ’ εἰς τοὺς λόγους τούτους τοῦ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐσιώπα, καὶ δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ σιωπήσῃ. Ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς ἐπεδείκνυε τὴν μείωσιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἐν Ἀγγλίᾳ ὡς κατόρθωμα καὶ ὡς θρίαμβον τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐὰν πράγματι ὑπῆρχε θρίαμβος καὶ κατόρθωμα, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θὰ παρέλειπε νὰ ἐπιδείξῃ τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ περὶ τοῦ ὅτι ἡ μείωσις τοῦ δασμοῦ δὲν εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὀφείλεται ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς τοπικοὺς λόγους καὶ ἀποβλέπει εἰς προστασίαν τῶν ἀγγλικῶν συμφερόντων, ἔχομεν, Κύριοι, τὴν ἐπίσημον καὶ ἀναμφισβήτητον ὁμολογίαν αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἰδοὺ τί ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1888 ἐπ’ αὐτοῦ ἀκριβῶς τοῦ ζητήματος τῆς προστασίας τῆς σταφίδος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει): «Ὡς πρὸς τὴν κατάργησιν ἢ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐν Ἀγγλίᾳ τέλους, ἐγένετο παρατήρησις πρὸ ὀλίγου καὶ ἐῤῥήθη, ὅτι θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐπεδίωκε τὴν δι’ ἀνταλλαγμάτων ἐπίτευξιν τῆς ἐλαττώσεως ἢ τῆς καταργήσεως, ἀλλ’ ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Ἀγγλίας δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς συνομολογήσεως ἐμπορικῶν συμβάσεων. Τὴν ἀρχὴν τῆς παραχωρήσεως εἰς ξένα Κράτη δασμολογικῶν ὠφελημάτων ἀντὶ παροχῶν ὁμοίας φύσεως ἀποκρούει κατὰ κανόνα ἡ Ἀγγλία. Εἰς τὴν ἀντίθετον ἀρχὴν, ὑποστηριχθεῖσαν ἰδίως ὑπὸ τῆς σχολῆς τῆς Μαγκεστρίας, ἐποιήσατο ἐξαίρεσιν ἡ Ἀγγλία, διαπραγματευθεῖσα δι’ αὐτοῦ τοῦ ἡγέτου τῆς σχολῆς τῆς Μαγκεστρίας δασμολογικὴν σύμβασιν πρὸς τὴν Γαλλίαν. Ἀλλὰ τὸ μέγεθος τῶν ἀγγλικῶν συμφερόντων ἐν Γαλλίᾳ ἐδικαιολόγει τὴν ἐξαίρεσιν, ἣν ἐπηκολούθησε καὶ ἄλλη πρὸς τὴν Ἱσπανίαν, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι ὁ περιωρισμένος κύκλος τοῦ ἐμπορίου ἡμῶν θέλει πείσει τὴν Ἀγγλίαν νὰ παραδεχθῇ ἐξαίρεσιν καὶ ὑπὲρ ἡμῶν· μάτην ἄρα θὰ ἐπεδιώκομεν δι’ ἀνταλλαγμάτων τὴν ἐλάττωσιν ἢ κατάργησιν τοῦ ἐν Ἀγγλίᾳ δασμοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος. Ἡ ἐλάττωσις τοῦ δασμοῦ, ἢ μᾶλλον ἡ κατάργησις, θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς ταύτης τῆς ἀρχῆς, ἧς ἐμνήσθην, καὶ καθ’ ἣν τὰ Κράτη ἐπιβάλλουσι καὶ καταργοῦσι τοὺς δασμοὺς πρὸς τὸ ἴδιον συμφέρον. Ἄν ἡ Ἀγγλία καταργήσῃ ποτὲ τὸν φόρον ἐπὶ τῆς σταφίδος, ὅπως ἄλλοτε τὸν ἠλάττωσεν ἀπὸ 16 σελλινίων εἰς 7, ἄν, λέγω, καταργήσῃ καὶ τὸν νῦν κείμενον δασμὸν τῶν 7 σελλινίων, δὲν θὰ πράξῃ τοῦτο ἵνα ἀποκτήσῃ ἀνταλλάγματα παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διότι θὰ θεωρήσῃ συμφέρουσαν εἰς ἑαυτὴν τὴν κατάργησιν δασμοῦ, ἐπιβαρύνοντος τὸν Ἄγγλον καταναλωτήν.»

§49ΦΩΤΗΛΑΣ. Καὶ ὅμως συνωμολογήθη σύμβασις ἐπὶ ἀνταλλάγμασι, καὶ ἂν ἐνθυμῆσθε, διότι ἐν μεταφράσει ἀνέγνων τὸ βιβλίον τοῦ Goshen, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἀγγλίας, οὗτος εἶπεν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Βουλὴν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει ἀνταλλαγμάτων, τὰ ὁποῖα ἔδωκεν ἡ Ἑλλὰς, συνωμολόγησε τὴν σύμβασιν, εἶπε δὲ πρὸς τὴν Τουρκίαν, ζητήσασαν νὰ συνομολογήσῃ σύμβασιν ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς ἀνταλλάγμασιν, ὅτι εἶναι πλέον ἀργά.

§50ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποδέχομαι ταῦτα ὡς ἀληθῆ, καθόσον ὑπάρχει ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι τὸ γεγονὸς τοῦτο ἔτι μᾶλλον βαρύνει τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ὡμολόγησε διὰ τοῦ στόματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις οὐδέποτε ἐπὶ ἀνταλλάγμασι συνομολογεῖ σύμβασιν, ἀλλὰ μόνον ὅταν ἐπιβάλλῃ τοῦτο τὸ συμφέρον τῶν Ἄγγλων ὑπηκόων, καὶ ἐδέχθη νὰ συνομολογήσῃ τοιαύτην σύμβασιν ἐπὶ ἀνταλλάγμασι, τὰ ὁποῖα παρεχώρησεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, πρὸς ζημίαν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἦτο διατεθειμένη καὶ ἄνευ τοιούτων ἀνταλλαγμάτων νὰ μειώσῃ τὸν δασμὸν ἐπὶ τῶν ξηρῶν καρπῶν.

§51ΦΩΤΗΛΑΣ. Κατὰ τὸ 1888 ἦτο κρίσις εἰς τὴν σταφίδα, ἐγένετο σφοδρὰ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, ὅλοι δὲ ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ἐφωνάζομεν «ἀνταλλάγματα!», καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς αὐτά.

§52ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως, ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, δὲν προσεδόκα τὴν μείωσιν τῶν δασμῶν ἐξ ἀνταλλαγμάτων, ἀλλ’ ἐὰν κατωρθοῦτο ποτὲ νὰ μειωθῇ ὁ δασμὸς ἐν Ἀγγλίᾳ, τοῦτο θὰ ἐγίνετο χάριν τῶν Ἀγγλικῶν συμφερόντων.

§53ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶπεν ὅτι ἡ αὐτὴ ἐξαίρεσις, ἡ ὁποία ἐγένετο πρὸς τὴν Γαλλίαν, ἐγένετο καὶ πρὸς τὴν Ἑλλάδα· ἐγένετο πρὸς τὴν Γαλλίαν λόγῳ τῆς σπουδαιότητος τῶν συμφερόντων πρὸς τὴν Γαλλίαν, ἐγένετο πρὸς τὴν Ἑλλάδα λόγῳ τῆς σπουδαιότητος τῶν συμφερόντων πρὸς τὴν Ἑλλάδα.

§54ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων ἐπεκαλέσθησαν τὰς ἀναμνήσεις των, θὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ ἐγὼ μίαν ἀνάμνησίν μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ εἶχε δηλωθῆ παρὰ τοῦ Ἄγγλου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει κατωρθοῦτο τὸ ἰσοζύγιον τοῦ ἀγγλικοῦ προϋπολογισμοῦ, κατὰ προτίμησιν ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἀγγλικὴ μειώσει τὸν δασμὸν ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ξηρῶν καρπῶν ἐν Ἀγγλίᾳ, συνεπῶς καὶ τὸν δασμὸν ἐπὶ τῆς σταφίδος ἐξ οἰκείας θελήσεως, ἄνευ συμβάσεως, ἄνευ ἀνταλλαγμάτων καὶ ἀσχέτως πρὸς πᾶσαν ἐπὶ τούτῳ ἐνέργειαν· καὶ πράγματι εἶχεν ἤδη μειώσει τὸν δασμὸν τοῦτον πρὸ τῆς συμβάσεως.

§55ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀφοῦ ἔχετε ἐνώπιόν σας τὴν δήλωσιν τὴν αὐθεντικὴν αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διακηρύξαντος τότε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι ἀφ’ ἡμῶν οὐδόλως ἐξηρτᾶτο, ὅπως ἐπιτύχωμεν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ ὅτι, ἐὰν θὰ προέβαινεν εἰς αὐτὴν ἡ Ἀγγλία, θὰ τὸ ἔκαμνε χάριν τοῦ συμφέροντος τοῦ ἀγγλικοῦ λαοῦ, οὐχὶ δὲ χάριν οἱωνδήποτε ἀνταλλαγμάτων ἐκ μέρους ἡμῶν, οὐδεμίαν σημασίαν ἀπολύτως πρέπει ν’ ἀποδώσητε εἰς ὅσα τώρα κατόπιν ἑορτῆς λέγουσιν οἱ κ. κ. Φωτήλας καὶ Δραγούμης.

§56ΧΟΪΔΑΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει συμβάσεως ἠλαττώθη ὁ δασμὸς τότε;

§57ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ......

§58ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχεν ἤδη μειωθῆ ὅτε συνωμολογήθη ἡ σύμβασις. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀτέλειαν τῆς εἰσαγωγῆς ἐν Ἀμερικῇ...

§59ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν ὑπάρχει σύμβασις.

§60ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. φρονῶ ὅτι ἡ κατάργησις αὕτη εἰς οὐδὲν μᾶς ὠφέλησε, κύριε Φωτήλα, μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον, διότι λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν γενομένην ἐξαγωγὴν κατὰ τὸ 1891, βλέπω, ὅτι ἐν Ἀμερικῇ εἰσήχθη τὸ αὐτὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον καὶ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, τουτέστιν ἡ εἰσαγωγὴ ἐν Ἀμερικῇ δὲν ὑπερέβη τὰς 15,000 τόννων.

§61ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἀπατᾶσθε· ἡ στατιστικὴ ἀποδεικνύει, ὅτι εἰσήχθη τὸ διπλάσιον.

§62ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ταῦτα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, ὅστις δὲν ὤφειλε νὰ λησμονήσῃ τοὺς ἀνωτέρω λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι πρὸ πάντων εἰς αὐτὸν ἀπηυθύνοντο, ἐπαρουσίασε προχθὲς ὡς δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δῆθεν ἡ Κυβέρνησις ἔχει, ὅπως ἐπιβαρύνῃ τὸ προϊὸν τοῦτο, τὸ μόνον ἐγχώριον προϊὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποζῶσιν ὄχι μόνον οἱ καλλιεργοῦντες καὶ παράγοντες αὐτὸ, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ἴδια κτήματα, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς καλλιεργείας τῆς σταφίδος εὑρίσκουσιν ἐργασίαν, τὸ προϊὸν, λέγω, τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει τὸ ἐγχώριον ἐμπόριον, τὸ ὁποῖον εἰσάγει τὸ πλεῖστον χρῆμα ἐν τῷ Κράτει. Πέρυσι, Κύριοι, ἐνέσκηψεν εἰς τὰς σταφιδαμπέλους νόσος, ἐκ τῆς ὁποίας κυρίως ἐζημιώθησαν αἱ ἐπαρχίαι τῆς Πυλίας, τῆς Τριφυλίας καὶ τῆς Ἠλείας, ἰδίως δὲ ἡ τελευταία αὕτη ἐπαρχία, ἥτις, δύναμαι νὰ εἴπω, ἔπαθεν ὁλικὴν καταστροφὴν τοῦ προϊόντος αὐτῆς. Ἀλλὰ τί ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, κατὰ τὴν θεομηνίαν ἐκείνην, εἰργάσθη ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ τοῦ προϊόντος, τὸ ὁποῖον σήμερον ζητεῖ νὰ ἐπιβαρύνῃ; ἢ τί ἐν γένει εἰργάσθη ὑπὲρ τοῦ προϊόντος τῆς σταφίδος, ὅπως ἢ βελτιώσῃ τὴν καλλιέργειαν καὶ αὐξήσῃ τὴν παραγωγὴν αὐτοῦ, ἢ κατορθώσῃ νὰ εὕρῃ νέους τόπους καταναλώσεως αὐτοῦ, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἐπιτύχῃ ἀτελείας τινὰς εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϊόντος τούτου ἐν τῷ ἐξωτερικῷ; Νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εἴπωμεν, οὐδὲν ἢ σχεδὸν οὐδὲν, ἐξ ὅσων θὰ ἔπραττε πᾶσα ἄλλη πεφωτισμένη Κυβέρνησις. Εἶναι μ’ ὅλα ταῦτα γνωστὸν, Κύριοι, πόσον ἐν ἄλλοις Κράτεσιν αἱ Κυβερνήσεις ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν ἐγχωρίαν παραγωγήν· εἶναι γνωστὸν, ὁποῖον ἐνδιαφέρον ἔδειξε πάντοτε ἡ Γαλλία διὰ τὴν οἰνοπαραγωγὴν αὐτῆς, καὶ ποῖα μέτρα λαμβάνει εἰς προστασίαν τοῦ προϊόντος της· εἶναι γνωστὸν ἐπίσης ποῖα μέτρα ἔλαβεν ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις, ὅτε πρό τινων ἐτῶν, μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς Τριπλῆς συμμαχίας, ἐκλείσθησαν ἐντελῶς οἱ γαλλικοὶ λιμένες διὰ τοὺς ἰταλικοὺς οἴνους, καὶ ὑπετιμήθησαν οἱ ἰταλικοὶ οἶνοι, καὶ ἐξεμηδενίσθη σχεδὸν ἡ τιμὴ αὐτῶν. Ἐν τούτοις ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις, πατρικῶς μεριμνῶσα ὑπὲρ τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς, κατώρθωσε, παντὶ σθένει ἐργαζομένη, νὰ εὕρῃ νέους τόπους καταναλώσεως, καὶ νὰ ἐπιτύχῃ ὥστε νὰ ἀνατιμηθῇ ἡ ἀξία τῶν ἰταλικῶν οἴνων. Καὶ κατώρθωσε τοῦτο, διότι εἰργάσθη, καὶ διότι ἠδύνατο νὰ ἐργασθῇ, καὶ διότι δὲν ἐπεβάρυνε τὸ ἐγχώριον ἐκεῖνο προϊόν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ βάσις τοῦ ἰταλικοῦ πλούτου· δὲν τὸ ἐπεβάρυνε διὰ προσθέτου φορολογίας, ὡς πράττομεν ἡμεῖς. Πῶς δὲ, οὕτω πράττοντες, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀποταθῶμεν ἐν τῷ μέλλοντι εἰς ξένας Κυβερνήσεις καὶ νὰ ἐπιτύχωμεν, ὡς ἐλπίζει ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, προνόμια ὑπὲρ τῆς σταφίδος, ἰδίως δ’ ἐν Γαλλίᾳ, ἔνθα βαρύνει τὴν σταφίδα τὸ Γαλλικὸν δασμολόγιον καὶ ἔτι μᾶλλον ὁ νόμος Griffe, ὅταν ἡμεῖς φερώμεθα τόσον ἀστόργως πρὸς τὸ προϊόν μας; Ἀλλὰ τί πράττομεν ἡμεῖς σήμερον; Ἡμεῖς πράττομεν ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα ἐκείνων· ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ μᾶς πληρωθῇ ὁ ἐξαγωγικὸς φόρος τῆς σταφίδος, καθὼς καὶ τῶν λοιπῶν ἐγχωρίων προϊόντων, εἰς χρυσόν. Ἀφίνω κατὰ μέρος, ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τούτου παραβιάζεται στοιχειώδης ἀρχὴ τῆς δημοσιονομίας, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ φόροι πρέπει νὰ ὦσιν ἐκ τῶν προτέρων ὡρισμένοι· ἀφίνω κατὰ μέρος, ὅτι καὶ ἄλλη ἐπίσης σπουδαία ἀρχὴ παραβλέπεται, κατὰ τὴν ὁποίαν δεχόμεθα καὶ ὑποχρεοῦμεν τοὺς ἐμπόρους, ὅπως πληρώσωσιν ἡμῖν τὸν φόρον ὄχι εἰς τὸ κυκλοφοροῦν παρ’ ἡμῖν νόμισμα, ἀλλὰ δι’ ἄλλου ἀντιστοίχου ἐμπορεύματος, διότι τὸ συνάλλαγμα καὶ ὁ χρυσὸς ἔχουσι καταστῆ τέλεια εἴδη ἐμπορεύματος. Ἀλλ’ εἴπατέ μοι, σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, πῶς θέλει εὑρεθῆ ὁ ἀπαιτούμενος χρυσὸς διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τούτου; Ὑμεῖς, ἢ μᾶλλον αἱ Κυβερνήσεις αἱ ἑκάστοτε ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ καὶ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ, ἵνα τελέσωσι τὰ κυβερνητικὰ αὐτῶν χρόνια, ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην, συνωμολόγουν δάνεια ἐπὶ δανείων, τὰ ὁποῖα οὐδένα ἄλλον σκοπὸν εἶχον, οὐδὲν ἄλλο ἀποτέλεσμα, ἢ τὴν ἐξουθένωσιν τῆς ἐθνικῆς πίστεως καὶ τὴν φυγάδευσιν ἐκ τοῦ τόπου τοῦ χρυσοῦ. Σήμερον, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν ἤδη, καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους, δι’ αὐτοῦ δίδομεν τὸ τελευταῖον κτύπημα κατὰ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν πίστεως, δι’ αὐτοῦ φυγαδεύομεν καὶ τὰ ἀπομείναντα τελευταῖα ἴχνη τοῦ χρυσοῦ ἐκ τοῦ τόπου. Ἔχει λοιπὸν δίκαιον ἡ κοινωνία νὰ ἐξεγερθῇ καὶ νὰ ἔχῃ ἤδη καταδικάσει ἐν τῇ συνειδήσει αὐτῆς τὸ νομοσχέδιον.

§63ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ δύο διαφόρους ἐπόψεις δύναται νὰ ἐξετασθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον· ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὡς εἰσάγον τὴν ἀρχὴν τῆς εἰς χρυσὸν πληρωμῆς τῶν τελωνειακῶν δασμῶν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὡς ἐπιβαρύνον τὴν φορολογίαν ταύτην. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην ἔποψιν, ἐγὼ κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγὼ αὐτὸς μάλιστα κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον ὑπέδειξα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὸ μέτρον τῆς εἰς χρυσὸν εἰσπράξεως ὅλων ἐν γένει τῶν τελωνειακῶν δασμῶν τῆς τε εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς, ἄνευ, ἐννοεῖται, ἐπιβαρύνσεως αὐτῶν οἱασδήποτε, ἀλλὰ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέκρουσε τότε τὴν πρότασίν μου. Εὐχαρίστως βλέπω ἤδη, ὅτι ἕτεραι σκέψεις, ἃς θεωρῶ σοφωτέρας, ἐπεκράτησαν παρ’ αὐτῷ, καὶ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου παραδέχεται καὶ ἐκτελεῖ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου ἐκείνου. Εἶναι ἀληθές, ὡς ἀνέγνωσα ἐν ταῖς ἐφημερίσι,—διότι προχθὲς λόγῳ ἀσθενείας δὲν παρέστην εἰς τὴν συζήτησιν,— καὶ ὡς ἤκουσα πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι ἰδιαίτεροι λόγοι δικαιολογοῦσι τὸ περιωρισμένον μέτρον, ὅπερ εἰσάγει διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἀφορῶν εἰς μόνους τοὺς δασμοὺς τῆς ἐξαγωγῆς. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι τοὺς λόγους τούτους δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, διότι τότε ἄνευ τινὸς διακρίσεως καὶ μετά τινος, δύναμαι εἰπεῖν, περιφρονήσεως ἀπέκρουε τὸ ὑπ’ ἐμοῦ προταθὲν μέτρον. Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἆρά γε ἰδιαίτεροι λόγοι, δικαιολογοῦντες τὸ μέτρον τῆς εἰς χρυσὸν πληρωμῆς, μόνον ὅσον ἀφορᾷ τοὺς δασμοὺς τῆς ἐξαγωγῆς; Εἶναι τοιοῦτοι οἱ λόγοι, οὓς ἐπρόβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς πληρωμὴν χρυσοῦ οἱ ἐξάγοντες ἡμεδαπὰ προϊόντα, διότι εἰς χρυσὸν λαμβάνουσι τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οἱ λόγοι οὗτοι οὐδεμιᾶς ἔχονται ὑποστάσεως, διότι εἶναι πασίγνωστον, ὅτι καὶ οἱ παράγοντες τὰ προϊόντα ταῦτα λαμβάνουσι τὸ ἀντίτιμον παρὰ τῶν ἐμπόρων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ οἱ ἀποστέλλοντες αὐτὰ ἔμποροι λαμβάνουσι τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν εἰς τραπεζικὰ, πωλοῦντες ἀπέναντι αὐτοῦ συνάλλαγμα. Ἑπομένως οὔτε οἱ μὲν οὔτε οἱ δὲ κατέχουσι χρυσὸν, ἵνα δώσωσιν αὐτὸν εἰς τὰ τελωνεῖα. Ἠδύνατό τις νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι τὸ ἀντίθετον σύστημα εἶναι τὸ ὀρθότερον, νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς πληρωμὴν χρυσοῦ οἱ εἰσάγοντες ξένα ἐμπορεύματα, διότι οἱ τοιοῦτοι, ὀφείλοντες νὰ πληρώσωσι τὴν ἀξίαν εἰς μεταλλικὸν, δύνανται σὺν τῇ προμηθείᾳ τῆς ἀξίας ταύτης νὰ προμηθευθῶσι κατὰ προσθήκην καὶ τὸ ὀλίγον ποσὸν χρυσοῦ, τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὰ τελωνειακὰ δικαιώματα. Ἀλλ’ ἐγὼ, Κύριοι, δὲν φρονῶ, ὅτι ὑπάρχει ὁ ἐλάχιστος λόγος διακρίσεως μεταξὺ δασμῶν εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς. Ἄλλοι, κατ’ ἐμὲ, εἶναι οἱ λόγοι, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ παραδοχὴ ἢ ἡ ἀπόῤῥιψις τοῦ μέτρου τῆς ἐν γένει εἰς χρυσὸν πληρωμῆς τῶν τελωνειακῶν δασμῶν, καὶ οἱ λόγοι οὗτοι ἀνάγονται εἰς τὴν ἐπιῤῥοὴν, τὴν ὁποίαν τὸ μέτρον τοῦτο δύναται νὰ ἐξασκήσῃ ἐπὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἢ ἀκριβέστερον ἐπὶ τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος. Ἂν διὰ τοῦ μέτρου τούτου ἦναι δυνατὸν νὰ κατασταθῶσιν ἠπιώτερα, ὁμαλώτερα παρ’ ἡμῖν τὰ τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ, συμφέρον εἶναι νὰ ἀποδεχθῇ αὐτὸ ἡ Βουλή. Ἄν τοὐναντίον ὑπάρχῃ κίνδυνος νὰ ἐπιδεινωθῶσι δι’ αὐτοῦ τὰ τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ τὸ ἀποκρούσῃ. Καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω ἐν συντόμῳ τὸ ζήτημα. Πρόκειται, Κύριοι, νὰ πορισθῇ τὸ Κράτος τὸν διὰ τὰς χρηματικὰς ὑποχρεώσεις ἀναγκαιοῦντα αὐτῷ χρυσὸν ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ, εἴτε διότι δὲν δύναται, εἴτε διότι δὲν θέλει νὰ προμηθευθῇ αὐτὸν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ διὰ δανείου, καὶ ἐρωτᾶται, τίνι τρόπῳ δύναται ἡ προμήθεια αὕτη νὰ συντελεσθῇ ἐπωφελέστερον; ἀγοράζοντος τοῦ Κράτους ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τῆς ἀγορᾶς τὸν χρυσὸν, ἢ ἐπιβαλλομένης εἰς τοὺς ἰδιώτας τῆς ὑποχρεώσεως νὰ πληρώνωσιν εἰς χρυσὸν τοὺς τελωνειακοὺς δασμοὺς, καὶ ἀνατιθεμένης οὕτως ἐμμέσως εἰς αὐτοὺς τῆς προμηθείας τοῦ χρυσοῦ ἢ τοῦ συναλλάγματος; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ὅπως πᾶσαν χρηματιστικὴν ἐργασίαν, οὕτω καὶ τὴν ἀγορὰν τοῦ συναλλάγματος ἐπιτηδειότερον καὶ οἰκονομικώτερον δύνανται νὰ διεξαγάγωσιν οἱ ἰδιῶται. Οὗτοι, διεσπαρμένοι καθ’ ὅλην τὴν ἐπικράτειαν, δύνανται βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον νὰ ἀναζητήσωσι καὶ ἀνεύρωσι τὸν χρυσὸν, τοῦ ὁποίου ἔχουσιν ἀνάγκην, δύνανται νὰ προστρέξωσιν ἴσως πρὸς τοῦτο καὶ εἰς ἰδιαίτερα ἀποταμιεύματα, ἀπρόσιτα εἰς τὴν ἀγορὰν, καὶ οὕτω διὰ τῆς ἐργασίας αὐτῶν ἡσύχως καὶ ἀθορύβως θέλει συγκεντρωθῆ εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα ὁ χρυσὸς, οὗ τὸ Κράτος ἔχει ἀνάγκην. Τοὐναντίον, ἂν τὸ Κράτος θελήσῃ νὰ πορισθῇ ἀμέσως τὸν χρυσὸν ἐκ τῆς ἀγορᾶς, θέλει κατέλθει εἰς τὸ Χρηματιστήριον, ἔνθα ἐνεδρεύουσα ἀναμένει αὐτὸ ἡ κερδοσκοπία, καὶ θέλει ἐμπέσει εἰς τὰς πλεκτάνας καὶ τοὺς δόλους αὐτῆς. Ζητοῦν δὲ ἀποτόμως μεγάλην ποσότητα χρυσοῦ, θέλει συντελέσει, ἕνεκα τῶν ἠθικῶν ἐντυπώσεων, εἰς αἰφνιδίαν ὑπερτίμησιν καὶ εἰς ἀποτόμους διακυμάνσεις τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος, ἐξ ὧν, κατὰ τὴν γνώμην πάντων, ἐπέρχονται τὰ μεγάλα δεινὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἰδοὺ διατὶ φρονῶ, ὅτι, ὡς ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ πράγματα, προτιμότερον εἶναι νὰ ἀνατεθῇ ἡ προμήθεια τοῦ χρυσοῦ εἰς ἰδιώτας διὰ τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν νὰ πληρώνωσιν εἰς χρυσὸν τοὺς τελωνειακοὺς δασμούς.

§64ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Καταργήσατε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ τότε τοῦτο γίνεται.

§65ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἀντετάχθη ἡ ἀντίῤῥησις, ὅτι ὁ περιορισμὸς τῆς χρήσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων διὰ τῆς εἰς χρυσὸν πληρωμῆς τῶν τελωνειακῶν δασμῶν θέλει ἔχει ὡς συνέπειαν τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος. Ἐὰν, Κύριοι, παραδεχθῶμεν βεβαίαν τὴν συνέπειαν ταύτην, παύω ἀμέσως ὑποστηρίζων τὴν ἀρχὴν τῆς εἰσπράξεως τῶν τελωνειακῶν δασμῶν εἰς χρυσόν. Καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἐν ἀντιφάσει εὑρίσκεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, παραδεχόμενος τὴν συνέπειαν ταύτην, καὶ ὅμως ἐπιμένων εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοθετήματος. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν φρονῶ, ὅτι θέλει ἐπέλθει τοιαύτη συνέπεια, διότι οὐδεμίαν διαβλέπω διαφορὰν εἰς τὸ ποσὸν τῶν κυκλοφορούντων τραπεζογραμματίων, οἱονδήποτε σύστημα πληρωμῆς τῶν τελωνειακῶν δασμῶν καὶ ἂν παραδεχθῶμεν. Τί διαφέρει, ἂν τὸ Κράτος, συγκεντρόνον τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀγοράζει δι’ αὐτῶν τὸν χρυσὸν ἢ τὸ συνάλλαγμα ἐκ τῆς ἀγορᾶς, ἢ ἂν οἱ ἰδιῶται ἀγοράσωσιν ἀμέσως τὸν χρυσὸν διὰ τῶν εἰς χεῖράς των τραπεζικῶν γραμματίων καὶ παραδώσωσιν αὐτὸν εἰς τὰ τελωνεῖα τοῦ Κράτους; Δὲν εἶναι πρόδηλον, ὅτι τὸ αὐτὸ ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων θέλει δοθῆ εἰς κυκλοφορίαν εἰς ἑκατέραν τῶν περιστάσεων; Ἐνδοιασμοὺς περὶ ὀρθότητος τῆς ἰδέας ταύτης δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες φρονοῦσιν, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων εἶναι ὑπέρτερον τῶν ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας, καὶ εἰς τὸν λόγον τοῦτον ἀποδίδουσι τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ. Οὗτοι δύνανται νὰ ὑποπτεύσωσιν, ὅτι ὁ περιορισμὸς τῆς χρήσεως αὐτῶν διὰ τῆς πληρωμῆς τῶν τελωνειακῶν δασμῶν εἰς χρυσὸν δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς ἐπαύξησιν τῆς πλησμονῆς αὐτῶν καὶ εἰς τὴν ἐπίτασιν τῶν τοῦ χρυσοῦ ὑπερτιμήσεων. Ἀλλ’ ἐγὼ τὴν ἰδέαν αὐτὴν τῆς πληθώρας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων θεωρῶ ὅλως πλημμελῆ καὶ ἐσφαλμένην, ἀπέκρουσα δὲ αὐτὴν καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον, καὶ νομίζω ὅτι τὴν ἀντέκρουσα δι’ ἐπιχειρημάτων ἀκαταμαχήτων. Ὑπὲρ τῆς ἰδέας ταύτης ἓν καὶ μόνον προβάλλεται ἐπιχείρημα, ὅτι ηὐξήθη βαθμηδὸν τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορία τραπεζικῶν γραμματίων· ἀλλ’ ἡ αὔξησις αὕτη ἐκ πολλῶν καὶ ποικίλων δύναται νὰ προῆλθε λόγων, ἐκ τῆς πλήρους ἐξαντλήσεως τοῦ μεταλλικοῦ παρ’ ἡμῖν, ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ, ἡ ὁποία καθιστᾷ ἀναγκαῖον εἰς τὰς συναλλαγὰς μεῖζον ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων, ἐξ αὐτῆς τῆς ἐκ τῆς ἡμεδαπῆς προμηθείας ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ τοῦ χρυσοῦ, τοῦ ἀναγκαίου διὰ τὰς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεις ἡμῶν, ὅπερ ἄλλοτε ἐλαμβάνετο ἔξωθεν διὰ δανείων. Δὲν εἶναι δυνατὸν μόνην τὴν σχετικὴν ἐπαύξησιν τῶν κυκλοφορούντων τραπεζογραμματίων νὰ θεωρήσῃ τις ὡς ἀσφαλῆ ἀπόδειξιν πλησμονῆς αὐτῶν πέραν τῶν ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, τότε μόνον δύναται νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη πληθώρα, ὅταν οἱ κάτοχοι τῶν τραπεζικῶν γραμματίων δὲν ἔχωσι τὰ μέσα νὰ ἀπαλλαχθῶσιν αὐτῶν, διαθέτοντες αὐτὰ ἐπωφελῶς καὶ ἀναγκάζωνται νὰ ὑποστῶσι θυσίας πρὸς τοῦτο. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν δὲν ἀνεφάνη τοιαύτη ἀνάγκη, διότι οἱ κάτοχοι αὐτῶν δύνανται νὰ δώσωσιν αὐτὰ εἰς τὸ Δημόσιον πρὸς πληρωμὴν φόρων, δύνανται νὰ διαθέσωσιν αὐτὰ εἰς ἀσφαλῆ καὶ ἐπωφελῆ δάνεια, δύνανται τέλος, τὸ ἁπλούστερον πάντων, νὰ ἐπιστρέψωσιν αὐτὰ εἰς τὴν Τράπεζαν, παρ’ ἧς κατὰ μέγα μέρος ἑκουσίως καὶ ἐπὶ τόκῳ παρέλαβον ταῦτα. Ἂν δὲν ἐπιστρέφωσιν αὐτὰ, τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἔχουσι διαρκῆ αὐτῶν ἀνάγκην. Ἂν ὑπῆρχεν ἀληθῶς παρ’ ἡμῖν πληθώρα τραπεζικῶν γραμματίων ὑπὲρ τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας, ἡ πεποίθησίς μου εἶναι, ὅτι μέγα μέρος τῶν γραμματίων τῶν διὰ λογαριασμὸν τῶν Τραπεζῶν κυκλοφορούντων ἤθελεν ἐπιστραφῆ εἰς αὐτάς. Ἐνόσῳ δὲν γίνεται τοῦτο, ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ κοινωνία ἔχει ἀνάγκην τῶν γραμματίων τούτων. Ἑτέρα ἀπόδειξις τῆς πληθώρας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἤθελεν εἶσθαι ἡ ἀφθονία τῶν εἰς δάνεια προσφερομένων κεφαλαίων καὶ ἡ ἔκπτωσις τοῦ τόκου. Ἀλλ’ οὐδὲ τὸ φαινόμενον τοῦτο ἀνεφάνη· τοὐναντίον, κατὰ τὰς ἐμὰς πληροφορίας, ἀχρηματία ἐπικρατεῖ πανταχοῦ τοῦ Κράτους, καὶ ὁ τόκος ἀνῆλθεν εἰς σημεῖον, ὅπερ, πρέπει νὰ ἀνατρέξῃ τις πολλὰ ἔτη εἰς τὸ παρελθὸν, ἵνα ἀνεύρῃ. Ἀλλὰ πῶς ἐξηγεῖται, δύναταί τις νὰ ἐρωτήσῃ, ἡ προϊοῦσα αὕτη ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος; Πολλοὶ λόγοι ἐπηρεάζουσι τὴν σχέσιν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου πρὸς τὸν χρυσὸν, ὑπαρχούσης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· τοιοῦτοι εἶναι αἱ πολιτικαὶ περιπλοκαὶ, τὸ ἀξιόχρεων τοῦ Κράτους τοῦ ἐκδόντος τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, αἱ πιθανότητες προσεχοῦς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἀλλὰ σπουδαιότερος πάντων κατ’ ἐμὴν γνώμην εἶναι ὁ αἰώνιος νόμος τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως. Αὐξάνει παρ’ ἡμῖν ἡ τιμὴ τοῦ χρυσοῦ διότι δὲν ὑπάρχει προσφορὰ χρυσοῦ ἀνάλογος πρὸς τὴν ζήτησιν. Καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν ὅτι, ὅταν τὸ Κράτος προμηθεύηται χρυσὸν διὰ δανείων ἐξωτερικῶν, ἡ ἀξία τοῦ χρυσοῦ ἐκπίπτει, ἀνυψοῦται δὲ μεγάλως, ὅταν κατέλθῃ ἀγοραστὴς καὶ τὸ Κράτος. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν παρ’ ἡμῖν ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου ἕνεκεν ἀφθονίας αὐτοῦ, ὡς ὑποστηρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ὑπάρχει ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ ἕνεκα σπάνεως αὐτοῦ. Τοῦτο δὲ καὶ ἐξ ἄλλης σπουδαιοτάτης παρατηρήσεως ἀποδεικνύεται, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀριδήλως. Μέτρον τῆς ἀξίας πάντων τῶν πραγμάτων ἢ ἐμπορευμάτων εἶναι τὸ κυκλοφοροῦν ἐν τῷ Κράτει νόμισμα, ἤτοι παρ’ ἡμῖν τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον. Ἐὰν λοιπὸν ἀληθεύῃ ὅτι τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ὑπετιμήθη ἕνεκα τῆς δῆθεν ὑπερμέτρου ἀφθονίας αὐτοῦ, τίνες αἱ ἐκ τούτου ἀναγκαῖαι συνέπειαι; Ὅτι ὅλων τῶν πραγμάτων ἔπρεπε ἀναλόγως νὰ ὑπερτιμηθῇ ἡ ἀξία. Καὶ ὅμως, Κύριοι, τί βλέπομεν; Ἐνῷ ὑπερτιμᾶται ἡ ἀξία τοῦ χρυσοῦ καὶ τῶν δι’ αὐτοῦ εἰσαγομένων πραγμάτων, ἐκπίπτουσι συγχρόνως αἱ τιμαὶ ὅλων τῶν σχετικῶν ἀξιῶν. Βλέπομεν ὅτι ἡ ἀξία τῶν ἀκινήτων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ σπεύσωσι ν’ ἀγοράσωσιν οἱ ἔχοντες ἄφθονα τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ διαθέσωσιν αὐτὰ, ἡ ἀξία τῶν ἀκινήτων σχεδὸν μένει ἀμετάβλητος· πωλοῦνται ἀκίνητα, καὶ δὲν ὑπάρχουσιν οἱ ἀγοράσοντες αὐτά. Δὲν ὑπάρχει ἀναντιῤῥήτως παρ’ ἡμῖν, κύριοι Βουλευταὶ, πληθώρα τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ φοβώμεθα, ὅτι ἐνδέχεται νὰ ἐπιταθῇ αὕτη καὶ νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος ἕνεκα τῆς παραδοχῆς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἐξετασθῇ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν ἔποψιν, τὴν δι’ αὐτοῦ ἐπιβαλλομένην ἐπαύξησιν τῆς φορολογίας, ἐγὼ βεβαίως κηρύττομαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι φρονῶ, ὅτι βαρέως, βαρύτατα φορολογεῖται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ ὅτι πᾶσα ἐπίτασις τῆς φορολογίας ταύτης θέλει ἀφεύκτως παραβλάψει τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν κατανάλωσιν, χωρὶς κἂν νὰ παραγάγῃ τὰ δι’ αὐτῆς ἐπιδιωκόμενα ταμιευτικὰ ἀποτελέσματα. Ὅταν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, πόσον βαρέως ἐφορολογεῖτο ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μέχρι τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὅταν ὑπολογίσῃ τὰ πολλὰ καὶ μεγάλα καὶ ποικίλα βάρη, τὰ ὁποῖα ἔκτοτε ἀλλεπαλλήλως ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους ἐπεβλήθησαν ἐπὶ τῆς ῥάχεως αὐτοῦ, ὅταν ἀποβλέψῃ εἰς τὰ ἐπελθόντα ἐντεῦθεν μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ τὰς συναλλαγὰς, εἰς τὴν κατάστασιν τῆς κοινωνίας ἐν γένει, εἶναι ἀδύνατον, φρονῶ, νὰ ἀρνηθῇ εὐσυνειδήτως τὴν ἀλήθειαν ταύτην. Ἀντιτάσσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν δεινὴν κρίσιν, εἰς ἣν περιῆλθον τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ τὸ ἱερὸν καθῆκον τῆς προμηθείας τῶν μέσων πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν χρηματικῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, καὶ ὑποστηρίζει, ὅτι διὰ τῶν μέτρων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἀδιακόπως ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τῶν ἀτελευτήτων τούτων θυσιῶν, τὰς ὁποίας ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν κατὰ προσθήκην ζητεῖ παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, θὰ παρέλθῃ ἡ κρίσις καὶ θὰ ἀνευρεθῶσι τὰ μέσα τῆς πληρωμῆς τῶν ἡμετέρων ὑποχρεώσεων. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν φρονῶ, ὅτι τοιοῦτοι λόγοι δύνανται νὰ δικαιολογήσωσι τὴν ἐπιβολὴν φορολογίας πολὺ ἀνωτέρας τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Βεβαίως ἱερὸν εἶναι τὸ καθῆκον τῆς πληρωμῆς τῶν χρηματικῶν ὑποχρεώσεων, καὶ ἐπιβάλλεται εἰς πᾶν Κράτος καὶ ὑπὸ τῆς ἠθικῆς καὶ ὑπὸ τοῦ ἰδίου αὐτοῦ συμφέροντος. Ἀλλὰ τὰ ἔθνη δὲν ἔχουσι μόνον τὸ καθῆκον τοῦτο· ἔχουσι καὶ ἄλλα καθήκοντα, ὑψηλότερα καὶ ἱερώτερα, νὰ ἐκπληρώσωσιν. Ἔχουσι καθῆκον νὰ μεριμνήσωσι περὶ τῆς ἰδίας αὐτῶν συντηρήσεως, τῆς ἀναπτύξεως, τῆς εὐνομίας καὶ τῆς προόδου· ἔχουσι καθῆκον νὰ λάβωσι πρόνοιαν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἐθνικῆς ἀποστολῆς, τῆς ἐπιβαλλομένης ἑκάστοτε ὑπὸ τῆς ἱστορίας καὶ τῶν ἐθνικῶν αὐτῶν παραδόσεων. Καὶ ὅταν δὲν ἦναι δυνατὴ ἡ σύγχρονος ἐκπλήρωσις τῶν καθηκόντων τούτων, δὲν εἶναι βεβαίως τὰ τελευταῖα ταῦτα καθήκοντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὀφείλουσι νὰ ὑποχωρήσωσιν. Ἡ ἐκπλήρωσις τῶν χρηματικῶν ὑποχρεώσεων εἶναι ἐπιβεβλημένη ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον δύναται νὰ συνδυασθῇ μὲ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἄλλων ἐκείνων ὑψηλοτέρων καθηκόντων. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀξιώσῃ εὐλόγως ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἵνα παραλείψῃ πᾶσαν μέριμναν περὶ τῆς ἰδίας αὐτοῦ συντηρήσεως καὶ εὐημερίας. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ καθῆκον νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῆς ἐθνικῆς ἀποστολῆς του. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαιτήσῃ τις παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ παραιτήσῃ πᾶσαν τοιαύτην μέριμναν καὶ πᾶν ἰδανικὸν αὐτοῦ καὶ νὰ ἐργάζηται αἰωνίως, δίκην εἵλωτος, πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τῆς πληρώσεως τῶν βαλαντίων τῶν δανειστῶν τοῦ Κράτους. Ὑπάρχει ὅριον τῆς ἐκπληρώσεως πασῶν τῶν νομίμων ὑποχρεώσεων, τὸ ὅριον τῆς φυσικῆς ἢ ἠθικῆς ἀδυναμίας, καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ, λόγῳ τοῦ καθήκοντος τῆς πληρωμῆς τῶν χρηματικῶν ὑποχρεώσεων, τὴν ὑπέρβασιν τοῦ ὁρίου τούτου. Ἀλλ’ οὐδὲ τὸ συμφέρον αὐτὸ τῶν δανειστῶν τοῦ Κράτους ἐπιτρέπει, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὑπέρβασιν τοιαύτην, διότι μόνον εὐημεροῦν, ἀναπτυσσόμενον, ἐπεκτεῖνον τὰ ὅρια αὐτοῦ, μόνον Κράτος τοιοῦτο δύναται νὰ παράσχῃ ἐπαρκεῖς ἐγγυήσεις διαρκοῦς ἐκπληρώσεως καὶ τῶν χρηματικῶν αὐτοῦ ὑποχρεώσεων. Τοὐναντίον, Κράτος βαῖνον εἰς τὴν ἐξάντλησιν, εἰς τὴν κακοδαιμονίαν, εἰς τὴν παρακμὴν, ἐπὶ βραχὺν μόνον χρόνον θέλει δυνηθῆ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν αὐτῶν. Ζήτημα μόνον, κύριοι Βουλευταὶ, δύναται νὰ ἦναι ὁ ἀκριβὴς προσδιορισμὸς τοῦ ὁρίου τούτου, πέραν τοῦ ὁποίου δὲν ὑφίσταται ὑποχρέωσις πληρωμῆς χρηματικῶν ὑποχρεώσεων. Ἀλλ’ ὡς ὀρθῶς ὑπεβλήθη ἤδη καὶ ὑπεστηρίχθη ἐνώπιον ἡμῶν, τὸ ὅριον τοῦτο δὲν δύναται νὰ ὁρισθῇ ἢ μόνον μετὰ τὴν ἀκριβῆ μελέτην καὶ γνῶσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως. Τότε καὶ μόνον δύναται νὰ σχηματισθῇ περὶ τούτου ὁριστικὴ γνώμη, καὶ νὰ ληφθῇ ὁριστικὴ ἀπόφασις.

§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἰδίως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιθυμοῦμεν, εἶναι νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην του ἐπὶ τοῦ εὐλόγου ἢ μὴ εὐλόγου τῶν παραστάσεων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι κατάστημα ἐθνικὸν, προνομιοῦχον, ἐπειδὴ δὲ παριστᾷ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀδικεῖται, ὅτι ἀθετοῦνται αἱ μετ’ αὐτῆς συνωμολογημέναι συμβάσεις, ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ ἐνδιαφέρον νὰ ἀκούσῃ, ποίαν ἐπὶ τῶν παραστάσεων τούτων ἔχει γνώμην ἡ Κυβέρνησις.

§67Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα φρονεῖ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύῃ ὅπως ἀποδεικνύεται ἑρμηνεύουσα τὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐν τῷ ὑποβαλλομένῳ νομοσχεδίῳ· ὁρίζει δὲ καὶ τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν φρονεῖ, ὅτι κακῶς ἑρμηνεύει ἡ Κυβέρνησις. Ἡ διάταξις αὕτη προὐκάλεσε σπουδαιοτάτας συζητήσεις, ὅτε ἐψηφίσθη· ἀλλὰ τὰς συζητήσεις ταύτας προὐκάλεσεν, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, μετὰ τὴν ψηφοφορίαν, διότι γενομένης τῆς ψηφοφορίας ἠγέρθη ἀμφιβολία περὶ τῆς ἐννοίας τῆς παραγράφου, εἰς ἣν ἀφορῶσιν αἱ παρατηρήσεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὡμίλησαν δὲ πολλοὶ περὶ τούτου, ὡμίλησε καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅστις ἦτο καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς προτάσεως, ἑρμηνεύσας τὴν γνώμην αὐτοῦ, γνώμην σύμφωνον πρὸς ἣν καὶ ἡμεῖς ἔχομεν κατὰ τὰ πλεῖστα, τοὐλάχιστον ἐφ’ ὅσον σχετίζεται ἡ γνώμη αὕτη πρὸς τὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἡρμήνευσαν τὴν γνώμην αὐτῶν ἐκ τῶν παρόντων ἐνταῦθα καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας· ἡρμήνευσα καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου, ἡρμήνευσε τὴν γνώμην του καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἀλλὰ ταύτην δὲν εὑρίσκω ἐν τοῖς πρακτικοῖς, οὐδ’ εἰς τὸ παράρτημα, εἰς ὃ τὰ πρακτικὰ παραπέμπουσι· πάντες ὅμως μιᾷ φωνῇ εἶπον, ὅτι ἡ παράγραφος ἦτο ἀσαφὴς, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξηγηθῇ, διότι ἄλλως ἕκαστος ἠδύνατο νὰ ἑρμηνεύσῃ αὐτὴν κατὰ τὰς ἰδίας πεποιθήσεις. Ἐγένετο δὲ ἡ συζήτησις ἐν τῇ ὑποθέσει, ὅτι δὲν εἶχεν ἔτι ψηφισθῆ τὸ ἄρθρον, ὅτε ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπεν, ὅτι εἶναι ἤδη ἐψηφισμένον τὸ ἄρθρον, καὶ ἑπομένως αἱ παρατηρήσεις, ὁθενδήποτε καὶ ἂν προήρχοντο, δὲν ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἑρμηνεύουσαι τὴν ἔννοιαν, ἐν ᾗ ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον. Οὐχ ἧττον ἐξηκολούθησεν ἡ συζήτησις, καὶ παρεστήθη ὑπὸ τῶν πλείστων, ὅτι θὰ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ψηφισθῇ νέος νόμος, ἑρμηνεύων τὴν διάταξιν, ἀλλὰ νέος νόμος δὲν ἐψηφίσθη, καὶ ἡ διάταξις ἔμεινεν ὡς ἔχει. Ἕκαστος ἑπομένως ἑρμηνεύει αὐτὴν κατὰ τὰς πεποιθήσεις αὐτοῦ. Ἡμεῖς ἑρμηνεύομεν αὐτὴν καθ’ ἣν τότε εἴχομεν ἐκφράσει γνώμην ἐγὼ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος, γνώμην μὴ ἀπέχουσαν πολὺ ἀπὸ τῆς γνώμης τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ. Ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, ἑρμηνεύων τὴν διάταξιν, εἶπεν, ὅτι ἡ ἔννοια αὐτῆς εἶναι ἁπλῶς καὶ μόνον αὕτη· ὅτι ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου ἐκείνου νόμισμα ἐν Ἑλλάδι θὰ ἦναι τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, ὅτι αὕτη ἦτο ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως, καθ’ ἣν θὰ ἦσαν δεκτὰ εἰς πληρωμὴν τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια· ὅτι πᾶσα ἐναντία συμφωνία προϋπάρχουσα δὲν ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψει, τουτέστιν, ὅτι, ἐὰν ἐναντία συμφωνία προϋπῆρχεν, ἐξηκολούθει ὑφισταμένη ἡ ὀφειλὴ κατὰ τὴν συμφωνίαν ἐκείνην, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ γίνηται ἡ πληρωμὴ εἰς τὸ νόμισμα τὸ ἀνεγνωρισμένον ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τουτέστι τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον οὐχὶ ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ἀξίᾳ τοῦ νομίσματος, οὗτινος ἡ κυκλοφορία δὲν ἐπετρέπετο ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου· ὅτι εἰς τοῦτο περιωρίζετο ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου, ὅτι νόμισμα εἰς τὸ ἑξῆς δὲν εἶναι τὸ χρυσοῦν καὶ ἀργυροῦν νόμισμα, ἀλλὰ τὸ νόμισμα τὸ τραπεζικὸν, τὸ πιστωτικὸν, καὶ ὅτι εἰς τοῦτο τὸ νόμισμα ἔδει νὰ πραγματοποιηθῶσι πᾶσαι αἱ πληρωμαί. Πρὸς τοῦτο ἐγένοντο ἀντιῤῥήσεις. Ἐῤῥήθη παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, ὅτι τὸ ἄρθρον θὰ εἶχεν ὡς συνέπειαν, ἂν μὴ ἐδίδετο ἡ ἑρμηνεία, ἣν ἔδωκεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ ἠδύνατο τὸ Κράτος νὰ πληρόνῃ τὰς ὀφειλὰς αὐτοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια· διότι εἰς τοὺς ἔχοντας λαμβάνειν κατόπιν συμφωνίας προϋπαρχούσης παρὰ τοῦ Δημοσίου λόγῳ δανείου πρὸς τὸ Κράτος, καίτοι ἡ συμφωνία ῥητῶς καθώριζεν, ὅτι θὰ γένηται ἡ ἀπότισις εἰς χρυσὸν, ἀφοῦ ὅμως κατὰ τὸν νόμον ἐπεβάλλετο ἡ ἀπότισις εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια θὰ ἠδύνατο καὶ τὸ Κράτος ν’ ἀποδώσῃ τὰ ὀφειλόμενα, καὶ δὲν θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ πιστωτὴς νὰ ἀπαιτήσῃ ἐν ἄλλῳ νομίσματι τὴν πληρωμὴν, οὐδὲ καὶ ὑπερτίμησιν, ἐκτὸς ἐὰν ἴσχυεν ἡ γνώμη τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ἣν, καίπερ ὑπαρχούσης συμφωνίας ἀντιθέτου, οὐχ ἧττον ἔπρεπεν ἐν τῇ πληρωμῇ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψει ἡ διαφορὰ τῆς ἀξίας τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὴν τρέχουσαν ἀξίαν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Ἀπήντησε τότε εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ χρέη τῆς Κυβερνήσεως δὲν περιλαμβάνονται ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ ἄρθρου, διότι ὁμιλεῖ τὸ ἄρθρον περὶ συναλλαγῶν τῶν Τραπεζῶν μετὰ ἰδιωτῶν καὶ καταστημάτων, δὲν ποιεῖται δὲ μνείαν τῆς Κυβερνήσεως. «Ἀλλὰ τότε, εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ἡ Τράπεζα τὸ λαχειοφόρον αὐτῆς δάνειον θὰ ὤφειλε νὰ πληρώσῃ ὄχι εἰς μεταλλικὸν, ἀλλ’ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια». Ἐκ τούτου σύγχυσις ἐν τῇ συζητήσει ἐκείνῃ ἀπεριόριστος, καὶ τὰ πράγματα κατέληξαν εἰς τὸ ἀσαφές. Ἀλλ’ ἐῤῥήθη ὑπὸ τοῦ Προέδρου, ὅτι μάτην ἐγίνετο ἡ συζήτησις, διότι τὸ ἄρθρον ἦτο ἐψηφισμένον. Ἐνώπιον οὕτως ἀσαφοῦς διατάξεως διατελοῦσα σήμερον ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὴν καθ’ ἣν αὐτὴ ἔχει γνώμην περὶ τῆς ἑρμηνείας αὐτῆς· ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἥτις μέχρι τοῦδε ἐφαίνετο ἔχουσα τὴν γνώμην, ἣν ἔχομεν ἡμεῖς καὶ ἣν εἶχεν ἐν καιρῷ τῆς ψηφίσεως τοῦ ἄρθρου ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰπὼν μάλιστα, ὅτι ὡς συντάκτης τῆς παραγράφου ἐξέφραζεν αὐτὴν, ἡ Τράπεζα, λέγω, ἥτις μέχρι τοῦδε ἐφαίνετο συμφωνοῦσα, μετέβαλε γνώμην, καὶ χθὲς, καθ’ ἣν ὥραν ἡτοιμαζόμην νὰ μεταβῶ εἰς τὴν Βουλὴν, μοὶ ἐμήνυσε διά τινος τῶν ὑπαλλήλων αὐτῆς, ὅτι ἐθεώρει τὸ νομοσχέδιον προσκροῦον εἰς τὰ δικαιώματα αὐτῆς, θὰ ἦτο ὅμως διατεθειμένη νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως γένηται ἐξαίρεσις εἰς τὰ ἐν τῇ συμβάσει περὶ τούτου. Εἶπον εἰς τὸν ἀποσταλέντα, ὅτι ἔχω γνῶσιν, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν ἡρμήνευεν οὕτω τὴν σύμβασιν μέχρι τοῦδε, ἀπόδειξις δὲ τούτου ἦτο, ὅτι μέχρι τοῦδε ἡ Κυβέρνησις ἐφήρμοζεν αὐτὴν καὶ ἐν ταῖς συναλλαγαῖς της πρὸς τὴν Τράπεζαν κατ’ ἄλλην ἔννοιαν, τουτέστι τὴν ἔννοιαν τὴν ἐπιτρέπουσαν τὴν εἰς χρυσὸν συναλλαγὴν ἄνευ ἀδείας τῆς Τραπέζης, διότι πάντα τὰ προσωρινὰ δάνεια, ἅτινα εἰς χρυσὸν διέπραξεν ἡ Κυβέρνησις, πάντα ἐγένοντο, εἴτε πρὸς τὴν Τράπεζαν, εἴτε πρὸς ἄλλους, ἐν γνώσει τῆς Τραπέζης, ἄνευ ὅμως τῆς ἐκφράσεως τῆς συναινέσεως αὐτῆς, ἢ τῆς συναινέσεως τῶν δύο ἄλλων Τραπεζῶν, ἐνῷ, ἂν ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου ἦτο ἡ σήμερον ἀποδιδομένη εἰς αὐτὸ ὑπὸ τῆς Τραπέζης, ἔπρεπε νὰ λαμβάνηται ἑκάστοτε ἡ συναίνεσις πρὸς συνομολόγησιν τῶν τοιούτων δανείων τῶν τριῶν Τραπεζῶν. Τοιαύτη συναίνεσις, ὡς παρετήρησα, δὲν ἐζητεῖτο· καὶ αἱ τρεῖς δὲ αὗται Τράπεζαι συνηλλάσσοντο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἄλλοτε πᾶσαι ὁμοῦ, ἄλλοτέ τινες ἐξ αὐτῶν, ἐπὶ δανείοις χρυσοῖς, τουτέστι δανείοις κατ’ ἀναίρεσιν τῆς διατάξεως, ἑρμηνευομένης ὅπως ἑρμηνεύει αὐτὴν σήμερον ἡ Τράπεζα. Εἶπον λοιπὸν, ὅτι, καίτοι ἐγίνωσκον, ὅτι ἄλλως μέχρι τοῦδε ἡρμήνευε τὴν σύμβασιν ἡ Τράπεζα, χαίρων ὅμως ἀκούω, ὅτι εἶναι ὁπωσδήποτε σύμφωνος ἡ Τράπεζα, ἵνα παράσχῃ καὶ αὐτὴ, ἐφ’ ὅσον ἐκ τοῦ νόμου ἦτο ἀνάγκη, τὴν συναίνεσιν αὐτῆς πρὸς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὅτι ἐλάμβανον μὲν σημείωσιν τῆς δηλώσεως ταύτης τῆς Τραπέζης, δὲν ἐνόμιζον ὅμως, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀνακοπῇ ἡ πρόοδος τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου. Μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ ὑπαλλήλου ἔμεινα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ περὶ τὰ δέκα λεπτὰ, ὅτε ἔλαβον ἔγγραφον τῆς Τραπέζης, ὅμοιον τοῦ ἀναγνωσθέντος πρὸ ὀλίγου παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ ὅπερ ἀνέγνων, πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπευθυνόμενον, ἐν ἐφημερίσι πρωϊναῖς τῆς σήμερον. Ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ εὗρον ἐπαναλαμβανομένην τὴν δήλωσιν τῆς Τραπέζης, ὅτι εἶναι διατεθειμένη νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν περὶ παροχῆς τῆς συναινέσεως αὐτῆς, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, οἷον ὑπεβλήθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως· ἀνέγνων ἐν τῷ ἐγγράφῳ καὶ σκέψεις ἀφορώσας εἰς τὸ δικαίωμα αὐτῆς κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1880, ὅπως μὴ ὑποβληθῇ εἰς βαρυτέραν φορολογίαν τῆς τότε ἐπιβαλλομένης εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἐκφράζει ἡ Τράπεζα τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ψηφιζόμενος ὁ νόμος δὲν δύναται νὰ παραβλάψῃ τὰ δικαιώματά της. Καὶ τοῦτο εἶναι βέβαιον, ὅτι τὰ δικαιώματα ταῦτα, ἀποῤῥέοντα ἐκ συμβάσεως, δὲν ἐπηρεάζονται ἐκ μεταγενεστέρων νόμων. Οὕτως ἐψηφίσθη ἄλλοτε νόμος, καθ’ ὃν ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος, ὅστις κατὰ τὸ 1880 ἦτο 3%, ηὐξήθη εἰς 5%, οὐδεμία δ’ ἐγένετο μνεία περὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ὅμως οὐδεὶς ποτε ἐσκέφθη ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, ἵνα ζητήσῃ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πληρωμὴν ἀνωτέραν ἐκείνης, εἰς ἣν ὑπεβάλλετο ἐκ τῆς νομοθεσίας τῆς ὑφισταμένης κατὰ τὸ 1880. Καὶ ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων ἠγέρθησαν ἀμφισβητήσεις πρὸς τὴν Τράπεζαν, ἰδίως ἠγέρθη ἀμφισβήτησις πρὸς τὴν Τράπεζαν περὶ τῶν μερισμάτων τῶν μετόχων, διότι ἡ μὲν Κυβέρνησις ἠξίου, ἢ μᾶλλον οἱ ὑπάλληλοι οἱ ἁρμόδιοι, ὁ ταμίας, ὁ ὁποῖος ἐν τούτῳ ἔχει ἐνέργειαν, ἠξίου, ὅτι ὀφείλεται ἡ πληρωμὴ οὐχὶ παρὰ τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ παρὰ τῶν μετόχων, ἡ δὲ Τράπεζα ἠξίου, ὅτι ὀφείλεται ἡ πληρωμὴ παρὰ τῆς Τραπέζης, ἥτις καὶ προκαταβάλλει τὸ ποσὸν, καὶ οὐχὶ παρὰ τῶν μετόχων, οἱ ὁποῖοι ὑφίστανται ἀναγκαίως τὴν πληρωμὴν ταύτην, καὶ τὰ δικαστήρια, εἰς ἃ ἐξεκλήθη ἡ ὑπόθεσις, ἔλυσαν αὐτὴν, τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ τὸ Ἐφετεῖον κατὰ τῆς Τραπέζης, ἀκούω δὲ, ὅτι πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν ὁ Ἅρειος Πάγος ἐδέχθη τὴν αἴτησιν ἀναιρέσεως τῆς Τραπέζης· ἑπομένως θέλει ἐξακολουθήσει ἡ δίκη. Ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι κεκτημένα δικαιώματα δὲν δύνανται νὰ προσβληθῶσιν ὑπὸ τῶν νομοθετημάτων. Τὰ νομοθετήματα κανονίζουσι τὰ τῶν ὑποχρεώσεων ἐν σεβασμῷ πρὸς τὰς ἐκ συμβάσεων συμφωνίας. Ἐὰν ὑπῆρχε συμφωνία, κανονίζουσα τὰ τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Τραπέζης ἐν σχέσει πρὸς τοὺς φόρους τοὺς διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινομένους, οὕτως ὥστε ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ ἐπέρχηται ἐπιβάρυνσις τῆς κατὰ τὸ 1880 φορολογίας τῆς Τραπέζης, βεβαίως ὁ νόμος δὲν θέλει οὕτως ἐφαρμοσθῆ, ὥστε νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἡ φορολογία τῆς Τραπέζης ἡ κατὰ τὸ 1880· θέλει εὕρει ἡ ἐφαρμογὴ ἐνώπιόν της τὸ ἐμπόδιον, ὅπερ ἀντιτάσσει εἰς αὐτὴν ἡ νομοθεσία τοῦ 1880. Ἀλλὰ θὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη τις ἐπιβάρυνσις τῆς κατὰ τὸ 1880 φορολογίας τῆς Τραπέζης; Περὶ τούτου οὐδόλως δύναταί τις ν’ ἀποφανθῇ, ἀφορῶν μόνον εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Τοῦτο ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ θέλει καταδειχθῆ· καὶ ἐὰν ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ παραβλάπτῃ τὰ κεκτημένα δικαιώματα τῆς Τραπέζης, βεβαίως θέλει σταματήσει ἡ ἐφαρμογὴ ἐκεῖ, ὅπου ἄρχονται τὰ κεκτημένα αὐτῆς δικαιώματα. Περὶ τῆς διατάξεως ἄρα ταύτης δὲν δύναται νὰ γένηται λόγος. Ἐπίσης καὶ περὶ τῆς ἄλλης διατάξεως, ἀφοῦ ἡ Τράπεζα εἶναι σύμφωνος, ὅπως ἐν ταύτῃ τῇ περιστάσει μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ δικαίωμα τὸ παρ’ αὐτῆς ἀξιούμενον, δὲν ὑπάρχει τις δυσχέρεια πρακτική. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ Τράπεζα προσκαλεῖ εἰς ἑρμηνείαν κειμένων νόμων τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνήκει ἡ ἐπίσημος ἑρμηνεία τῶν νόμων. Ἂν ἤθελε κριθῆ παρὰ τῆς Βουλῆς ὀρθὸν, ἵνα δοθῇ ἐπίσημος ἑρμηνεία εἰς τὸν κείμενον νόμον, ὁποίαν ζητεῖ ἡ Τράπεζα, ἡ ἑρμηνεία πρέπει νὰ δοθῇ κατὰ τὰ κείμενα περὶ ἐπισήμων ἑρμηνειῶν, πάντως δὲ δὲν πρέπει νὰ δοθῇ ἐκ συμφωνίας πρὸς ἰδιωτικὸν κατάστημα. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ διάταξις, περὶ ἧς συζητοῦμεν, κακῶς ἀρχῆθεν ἐτέθη ἐν ταῖς συμβάσεσι πρὸς τὴν Τράπεζαν, καὶ δὲν ἐτέθη τὸ πρῶτον κατὰ τὸ 1880, ἐτέθη τὸ πρῶτον κατὰ τὸ 1877. Βεβαίως ὅμως δὲν ἐχώρει ἐν τοιαύτῃ συμβάσει, ἐκ παραδρομῆς δ’ ἐτέθη ἐν τῇ συμβάσει. Ἡ διάταξις ἔπρεπε νὰ τεθῇ σαφέστερον διατυπουμένη ἐπὶ τῇ ἐννοίᾳ, ἣν ἀποδίδομεν καὶ ἡμεῖς σήμερον καὶ ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1885, ἔπρεπεν ἡ διάταξις νὰ τεθῇ οὐχὶ ἐν τῇ συμβάσει, ἀλλ’ ἐν τῷ νόμῳ· περιελήφθη ὅμως ἡ διάταξις ἐν τῇ συμβάσει, καὶ ἀφοῦ περιελήφθη ἐν τῇ συμβάσει, δὲν ἔχομεν σήμερον τὸ δικαίωμα, ἀποφαινόμενοι ὅτι ἐκ παραδρομῆς περιελήφθη ἐν αὐτῇ, νὰ ἀξιῶμεν, ὅτι δὲν παρέχει δικαίωμα εἰς τὴν Τράπεζαν, ἀλλ’ ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν, ἐπειδὴ περιελήφθη ἐν τῇ συμβάσει διάταξις, ἥτις δὲν ἐχώρει ἐν αὐτῇ, λίαν προσεκτικῶς νὰ βαίνωμεν εἰς τὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς, καὶ ἰδίως νὰ μὴ ἀνεχθῶμεν εὐρυτέραν αὐτῆς ἐφαρμογὴν τῆς ὑπὸ τοῦ γράμματος καὶ τοῦ πνεύματος αὐτῆς ἐπιτρεπομένης. Τούτων ἕνεκα, κατόπιν τῶν παρατηρήσεων τῆς Τραπέζης καὶ τῆς δηλώσεως αὐτῆς, ὅτι εἶναι ἑτοίμη, ἵνα συναινέσῃ, ὅπως μὴ παρεμβάλῃ προσκόμματα διὰ τῆς ἐναντιότητος αὐτῆς πρὸς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, μενόντων τῶν πραγμάτων ὡς ἔχουσιν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἑρμηνείας, εἰμὴ τῆς ἀποδεικνυομένης ἐμμέσως ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἥτις οὐδεμίαν ἔχει ὑποχρεωτικὴν πρὸς τὰ δικαστήρια ἰσχύν. Αἱ ἑρμηνεῖαι, αἱ διδόμεναι ἐπὶ ὡρισμένης πράξεως, ἔχουσι περιωρισμένην τὴν ἐφαρμογὴν εἰς μόνην τὴν πρᾶξιν, εἰς ἣν ἀφορῶσι. Γενικὴ δὲ τῶν νόμων ἑρμηνεία δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πολὺ ὀλιγώτερον εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ μάλιστα εἰς τὴν Τράπεζαν ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς Βουλῆς καὶ καὶ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἑρμηνεία γενικὴ ἐπιτρέπεται μόνον καθ’ ὃν τρόπον τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, ὁ τρόπος δὲ δὲν εἶναι ὁ προκαλούμενος παρὰ τῆς Τραπέζης ἐν ταῖς ἀνακοινώσεσιν αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Σήμερον ἑρμηνεία χωρεῖ μόνον ἐφ’ ὅσον αὕτη εἶναι ἀναγκαία εἰς τὸ προβαλλόμενον εἰς ψήφισιν νομοσχέδιον, εἶναι δὲ ἀναγκαία μόνον ἐφ’ ὅσον ἐνδεικνύει μὲν τὴν ἔννοιαν τὴν ἀποδιδομένην εἰς τὸν νόμον, πρὸς ὃν συνδέεται τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν πέραν τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου, καὶ κατ’ οὐδένα λόγον ἐπηρεάζει τὴν ἀπόφασιν τῶν δικαστηρίων ἐν οἷς ἤθελε τυχὸν θεωρηθῆ παραβιάζουσα κεκτημένα δικαιώματα. Τὰ κεκτημένα δικαιώματα εἶναι σεβαστὰ πάντοτε, δὲν δύναται δὲ διὰ νόμου μονομερῶς νὰ ἀκυρωθῇ σύμβασις. Ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ ἀκυρώσεως συμβάσεως, καὶ τοῦτο, ὄχι μόνον διότι συναινεῖ ἡ Τράπεζα εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ψηφιζομένων, ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ Τράπεζα μὴ συνῄνει. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ὑποχρεώσεως τῶν πολιτῶν, καὶ δὲν ἔχει δικαίωμα οἱοσδήποτε ἰδιώτης ἢ ἑταιρία νὰ παρεμβῇ μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ ἀξιώσῃ, ὅτι συνεπείᾳ συμφωνίας αὐτοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀπαλλάσσεται ὁ πολίτης ἀπὸ ὑποχρεώσεων, ἐπιβαλλομένων εἰς αὐτὸν ὑπὸ τῆς νομίμου ἀρχῆς. Αἱ ὑποχρεώσεις τῆς ψηφιζομένης συμβάσεως ἐπιβάλλονται εἰς τὸν πολίτην, καὶ εἰς τὸν πολίτην δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπικαλεσθῇ περὶ τὸν κανονισμὸν τῶν πρὸς τὴν Πολιτείαν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ συμβάσεις μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ ἑταιρίας τραπεζιτικῆς ἢ ἄλλης, ἀλλ’ ἡ συμβληθεῖσα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἑταιρία, ἂν ὁ νόμος ἀθετῇ τὰς πρὸς αὐτὴν ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, παραβλάπτων τὰ συμφέροντα αὐτῆς, ἔχει δικαίωμα, ὅπως προσφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια, ζητοῦσα ἀποζημίωσιν. Ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, καὶ ἂν ἡ Τράπεζα μὴ εἶχεν ἐκφράσει τὴν συναίνεσιν αὐτῆς εἰς τὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ πάλιν προσφεύγουσα εἰς τὰ δικαστήρια καὶ ζητοῦσα ἀποζημίωσιν, οὐδὲν θὰ ἐλάμβανε, διότι οὐδὲν ζημιοῦται ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης, ἥτις, ὡς εἶπον καὶ πρότερον, εἶναι ὅλως ξένη πρὸς τὴν σύμβασιν, καὶ ἐκ παραδρομῆς περιελήφθη ἐν τῇ συμβάσει, διότι οὐδείς ποτε ὑπέθεσεν, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρήσῃ ἡ Τράπεζα, ὅτι ἡ συμπερίληψις τῆς διατάξεως ἐν τῇ συμβάσει ἀντὶ τῆς καταχωρήσεως αὐτῆς ἐν τῷ νόμῳ θὰ ἐδικαιολόγει αὐτὴν πρὸς ἔγερσιν ἀπαιτήσεων. Εἶπον ὅμως, ὅτι, καίτοι ἡ συμπερίληψις τῆς διατάξεως ἐν τῇ συμβάσει ἦτο τυχαία καὶ ἡ διάταξις εἶναι ξένη πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς συμβάσεως, ἀφοῦ ὅμως ὁπωσδήποτε εὑρίσκετο ἐν αὐτῇ, ἔχει δικαίωμα ἡ Τράπεζα νὰ ἐπικαλεσθῇ αὐτήν, ἂν ἐκ τῆς ἀθετήσεως αὐτῆς ζημιοῦται· ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ζημιοῦται, ἀφοῦ ἡ διάταξις εἶναι ξένη πρὸς αὐτήν. Τὸ διαφέρον τῆς Τραπέζης ἐν τῇ συμβάσει εἶναι ἕν, καὶ πρὸς τοῦτο γίνονται αἱ συμβάσεις περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἶναι ἡ ἄρσις τῆς ὑποχρεώσεως τῆς Τραπέζης, ὅπως ἐξαργυρόνῃ τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει· οὗτος εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν συμβάσεων, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν ἐπιβολὴν ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Αἱ ἄλλαι διατάξεις εἶναι συνέπειαι ταύτης, διότι, αἰρομένης τῆς τοιαύτης ὑποχρεώσεως τῆς Τραπέζης, παρεχομένου δηλαδὴ εἰς τὴν Τράπεζαν τοῦ μεγίστου τούτου εὐεργετήματος, ὅπως τὰ ἑκατομμύρια, ἅτινα ὀφείλει ἀπέναντι τραπεζικῶν γραμματίων, μὴ ὑποχρεῶται νὰ ἐξαργυρόνῃ οὐ μόνον ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει, ἀλλ’ οὐδαμῶς, ἦτο ἀνάγκη κατόπιν τούτων νὰ κανονισθῇ τί γενήσεται. Ἀφοῦ τὸ νόμισμα τὸ μεταλλικὸν δὲν εἶναι εἰς τὸ ἑξῆς ὑπόχρεως ἡ Τράπεζα νὰ παρέχῃ εἰς τοὺς πιστωτὰς αὐτῆς, εἰς τοὺς κατόχους τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἔπρεπε νὰ κανονισθῇ, ὅτι τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον εἶναι νόμισμα, καὶ νὰ κανονισθῶσι τὰ τοῦ νομίσματος, ἔπρεπε νὰ ῥηθῇ, ὅτι τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον θὰ ἔχῃ ἀπαλλακτικὴν δύναμιν καὶ ἐν ταῖς συναλλαγαῖς τοῦ Δημοσίου πρὸς ἰδιώτας καὶ τῶν ἰδιωτῶν πρὸς τὸ Δημόσιον, καὶ ἐν ταῖς συναλλαγαῖς τῶν ἰδιωτῶν πρὸς ἀλλήλους. Ἐν ταῖς συναλλαγαῖς ταύταις, ἐκανονίσθη ὑπὸ τῆς προβαλλομένης εἰς ψήφισιν διατάξεως, ὅτι τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ἔσται τὸ νόμισμα, τὰ δὲ δικαστήρια παρ’ ἡμῖν ἐκλήθησαν, ἵνα ἀποφανθῶσιν, ἂν ἡ διάταξις αὕτη ἐπήγετο τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως μόνον ἐν τῷ νομίσματι τούτῳ γίνωνται αἱ συναλλαγαί, ἢ ἂν ἐπιτρέπηται, ἵνα γίνωνται συναλλαγαὶ καὶ ἐν ἑτέρῳ νομίσματι, καὶ ἂν ἡ ἐν ἑτέρῳ νομίσματι συναλλαγὴ κατόπιν τῆς φράσεως τῆς ἐν τῇ συμβάσει, ὅτι θεωρεῖται ὡς μὴ οὖσα πᾶσα ἐναντία σύμβασις προϋπάρχουσα, ἔχῃ κῦρος· καὶ τὰ δικαστήρια πάντα ἀπεφάνθησαν, ὅτι ἔχουσι κῦρος αἱ τοιαῦται συναλλαγαί, ὅτι ἐπετρέποντο αἱ συμφωνίαι εἰς χρυσὸν, καὶ ὅτι δὲν θὰ ἐγίνετο ἡ ἀπότισις τῶν συμπεφωνημένων εἰς χρυσὸν ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀλλὰ θὰ ἐγίνετο ἐπὶ τῇ ἀγοραίᾳ τοῦ χρυσοῦ ἀξίᾳ, διότι, καίτοι περιελαμβάνετο ἐν τῇ συμβάσει, ἥτις εἶναι νόμος, ὡς κυρωθεῖσα διὰ νόμου, καίτοι περιελαμβάνετο ἑπομένως ἐν νόμῳ ἡ διάταξις, καθ’ ἣν σύμβασις ἐναντία προϋπάρχουσα δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει, οὐχ ἧττον λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει ἡ σύμβασις ἡ ἀφορῶσα εἰς πληρωμὴν εἰς χρυσὸν, ὡς ὑποχρεοῦσα οὐχὶ εἰς πληρωμὴν εἰς χρυσὸν, ἀλλ’ εἰς πληρωμὴν τοῦ ἀγοραίου ἀντιτίμου τοῦ χρυσοῦ διὰ τραπεζικῶν γραμματίων, ἤτοι διὰ τοῦ νομίσματος τοῦ Κράτους· διότι ἐν ταῖς συναλλαγαῖς Δημοσίου πρὸς ἰδιώτας καὶ ἰδιωτῶν πρὸς Δημόσιον καὶ ἰδιωτῶν πρὸς ἀλλήλους κατέστη διὰ τοῦ νόμου ὑποχρεωτικὴ ἡ παράδοσις καὶ παραλαβὴ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου ὡς νομίσματος κατὰ τὰ περὶ νομίσματος κεκανονισμένα· τὰ δικαστήρια ἀπεφάνθησαν, καὶ ἐν τῇ βουλευτικῇ συζητήσει τοῦ 1885 ἀπεδείχθη ὑπάρχουσα γενικὴ γνώμη, ὅτι κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, ὑφισταμένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἶναι νόμισμα, καὶ ὅπως, ὑπάρχοντος ἐν κυκλοφορίᾳ νομίσματος χρυσοῦ ἢ ἀργυροῦ, ἐπιτρέπεται συμφωνία ἐν παντὶ ἄλλῳ νομίσματι, οὕτω, ὑπάρχοντος ἐν κυκλοφορίᾳ νομίσματος ἐκ τραπεζικῶν γραμματίων, ἐπιτρέπεται συμφωνία ἐν παντὶ ἄλλῳ νομίσματι, ἑπομένως καὶ συμφωνία εἰς χρυσὸν, ἀφοῦ δ’ ἐπιτρέπεται αὕτη εἰς τοὺς ἰδιώτας πρὸς ἀλλήλους, εἰς τοὺς ἰδιώτας πρὸς τὸ Δημόσιον, ἐπιτρέπεται καὶ εἰς τὸ Δημόσιον πρὸς τοὺς ἰδιώτας, καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν διὰ φορολογίας πρὸς τὸν πολίτην.

§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμολογῶ χάριτας εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι ὑπερηκόντισεν ὄντως τὴν πενιχρὰν ἐπιθυμίαν μου. Ἐγὼ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ μὲ βοηθήσῃ, ἵνα διαπορθμευθῶ μέχρι Κορίνθου, ἀλλ’ οὗτος παρέλαβε τὸ ἀκάτιόν μου, διέπλευσε τὰ ἑλληνικὰ παράλια, μὲ εἰσήγαγεν εἰς τὴν Μεσόγειον, διέπλευσεν αὐτὴν, μὲ διήγαγε διὰ τῶν στενῶν τοῦ Γιβραλτὰρ καὶ μὲ ἔφερεν εἰς τὸν Ὠκεανόν. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν Κόρινθον, καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω τὸ ἐρώτημά του, πρέπει δὲ νὰ ἀποκαθάρω τὰ λεχθέντα, νὰ ἀφαιρέσω τὰ περιττὰ, διὰ νὰ ἀνακαλύψω τὴν ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ δοθεῖσαν εἰς αὐτὸ ἀπάντησιν. Τὰ λεχθέντα περὶ ἑρμηνείας συμβάσεων οὐδένα λόγον εἶχον, δὲν γνωρίζω δὲ οὐδὲ διατὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ὡμίλησε περὶ ἑρμηνείας συμβάσεων, πληροφορήσας ἡμᾶς, ὅτι ἡ μερὶς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει, ἔχει τὴν ἐξαιρετικὴν γνώμην, ὅτι αἱ συμβάσεις πρέπει νὰ ἑρμηνεύωνται ὑπ’ ἀμφοτέρων τῶν συμβαλλομένων μερῶν. Τοῦτο οἱ κανόνες τοῦ δικαίου ἀναγράφουσι, καὶ ἤθελέ τις κριθῇ ἰδιόῤῥυθμος, ἐὰν ἰσχυρίζετο, ὅτι ὁ εἷς τῶν συμβαλλομένων ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύῃ τὴν σύμβασιν. Περὶ νομοθετικῆς ἑρμηνείας πολὺ ἧσσον δύναται νὰ γένηται λόγος. Ἡ νομοθετικὴ ἑρμηνεία γίνεται διὰ νόμου, οὐδὲν δὲ περὶ τούτου νομοσχέδιον εἰσήχθη οὐδ’ ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, οὐδ’ ὑπ’ ἐμοῦ. Πρόκειται μόνον περὶ ἐφαρμογῆς νόμων. Τοὺς νόμους δὲν ἑρμηνεύουσιν οἱ ἐκτελοῦντες αὐτοὺς, ἀλλ’ ἐφαρμόζουσιν αὐτοὺς, δὲν ἑρμηνεύουσι δὲ οὐδὲ τὰ δικαστήρια, διότι καὶ αὐτὰ τοὺς ἐφαρμόζουσιν· ὥστε δὲν πρόκειται παντάπασι περὶ ἑρμηνείας. Ποίαν ἑρμηνείαν ἠξίου ἡ Τράπεζα καὶ ποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν γνωρίζω· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι, ὅτι προετάθη νομοσχέδιον περὶ πληρωμῆς ὡρισμένων ἐσόδων εἰς χρυσὸν, ἐψηφίσθη εἰς δύο ἀναγνώσεις, σήμερον δ’ ἐπρόκειτο εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ τὴν πρωΐαν ἔμαθον, ὅτι ἡ Τράπεζα ἐδημοσίευσε διαμαρτύρησιν κατὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγὼ δὲν ἀναγινώσκω συνήθως τὴν ἐφημερίδα, δι’ ἧς ἐδημοσιεύθη ἡ διαμαρτύρησις, ἔστειλα ἑπομένως καὶ ἐπρομηθεύθην αὐτήν, καὶ ἐν αὐτῇ ἀνέγνων τὴν διαμαρτύρησιν, καὶ ἔμαθον, ὅτι ἡ Τράπεζα παρεπονεῖτο, ὅτι, ἐνῷ ὑπῆρχε σύμβασις αὐτῆς μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια ὦσι δεκτὰ εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα ἀντὶ φόρων καὶ δικαιωμάτων, τὸ Κράτος διὰ τοῦ νομοσχεδίου σκοπεῖ νὰ ποιήσηται ἐξαίρεσιν, καὶ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν πληρωμὴν ἐσόδων τινῶν εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα εἰς χρυσόν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1885, διὰ νὰ κυρώσῃ τὴν σύμβασιν, ἡ ὁποία ἐγένετο τότε μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐπροτάθησαν γνῶμαι, καὶ ὅτι ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τότε ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶχε γνώμην τινὰ, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ εἶχον τότε, ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἀνέγνων τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς σήμερον, ἵνα ἴδω, τί τότε ἐλέχθη· ἀναφέρομαι δὲ μόνον εἰς τὴν δύναμιν τῆς μνήμης μου, ἡ ὁποία δύναται βεβαίως καὶ νὰ σφάλληται. Ὡς ἐνθυμοῦμαι, μοὶ ἐγένετο τότε τὸ ἐρώτημα, ποίαν ἡ σύμβασις, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ κυρωθῇ, ἐνήσκει ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν ὑφισταμένων συμφωνιῶν. Ἐὰν φέρ’ εἰπεῖν ὁ Α εἶχε συμφωνήσει μετὰ τοῦ Β νὰ πληρώσῃ εἰς χρυσὸν ὡρισμένον ποσὸν, ἀπηλλάσσετο ὁ Β νὰ πληρώσῃ εἰς χρυσὸν καὶ ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια; Ἡ ἐρώτησις αὕτη μοὶ ἐφάνη οὐχὶ σπουδαία, μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἐγένετο, ἵνα παρεμβάλῃ πρόσκομμά τι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὡς συνειθίζουσιν ἐνίοτε νὰ προσφεύγωσιν εἰς μικρὰ μέσα, ἵνα παρεμβάλλωσιν εἰς τὰς Κυβερνήσεις προσκόμματα. Ἤθελεν εἶσθαι ἡ ἐρώτησις ἐκείνη σπουδαία, ἐὰν ἡ σύμβασις διέταττεν, ὅτι τὰ μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Τραπέζης συνομολογούμενα κρατοῦσιν ἐπὶ πάσης ἰδιωτικῆς συμφωνίας· ἀλλὰ τοιοῦτόν τι ἡ σύμβασις δὲν περιελάμβανεν. Ὅθεν ἀπήντησα τότε εἰς τὸν ἐρωτήσαντα, ἐὰν δὲν σφάλλωμαι, ὅτι αἱ συμφωνίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἤδη συνωμολογημέναι, θέλουσιν ἐκτελεσθῆ καθ’ ὃν τρόπον συνεφωνήθησαν, καὶ ἄν τις ἀνεδέχθη τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποτίσῃ τὴν ὀφειλὴν αὑτοῦ εἰς χρυσὸν, ὁ μεθ’ οὗ συνηλλάγη δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιώσῃ, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς συμβάσεως, νὰ ἀποτίσῃ αὐτὴν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἂν ἐγένετο λόγος καὶ περὶ συμφωνιῶν, αἵτινες ἔμελλον νὰ γένωνται μετὰ τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου· ἀλλὰ καὶ περὶ αὐτῶν ἂν ἠρωτώμην, ἠδυνάμην νὰ εἴπω τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ τώρα, ὅτι καὶ μετὰ τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεως οἱ ἰδιῶται ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ συναλλάσσωνται καθ’ ὃν τρόπον θέλουσι, καὶ νὰ συνομολογῶσιν οἱασδήποτε ῥήτρας καὶ ἂν θέλωσιν, εἴτε νὰ πληρόνωσιν εἰς χρυσὸν, εἴτε νὰ πληρόνωσιν εἰς ῥούπια ἰνδικὰ, ἢ εἰς δολλάρια ἀμερικανικὰ, ἢ εἰς λίρας στερλίνας. Ἡ σύμβασις ὑπεχρέου τὴν Τράπεζαν καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον, τυγχάνον συνδεδεμένον μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ἑπομένως αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ δημοσίου ταμείου δεσμεύουσι καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ, μήπως διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐτροποποίει, περιορίζουσα ἢ ἀναιροῦσα ἡ Κυβέρνησις τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀναλάβει εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου κατὰ τὸ ἔτος 1885. Ἐπ’ αὐτοῦ ἠρώτησα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀλλ’ ἐπ’ αὐτοῦ μοὶ εἶπεν, ὅτι ἐπεθύμει νὰ μὴ ἐγίνετο ἑρμηνεία, διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐδείχθη εὐδιάθετος νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννοήσεις μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Συμφωνῶ μετὰ τῆς γνώμης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οὐδὲ ζητῶ νὰ γένηται ἑρμηνεία, οὐδ’ ἐπρότεινα τοιοῦτόν τι· ἀλλὰ δὲν ἐμποδίζομαι ὑπ’ οὐδενὸς λόγου νὰ ἀναφέρω τὴν ἐμὴν γνώμην, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔπραξεν, ἐὰν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρεβίασεν ἢ δὲν παρεβίασεν, ἠθέτησεν ἢ δὲν ἠθέτησε τὰς διὰ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Τραπέζης ἀναληφθείσας ὑπὸ τοῦ Κράτους ὑποχρεώσεις πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἡ γνώμη μου εἶναι γνώμη ἁπλοῦ Βουλευτοῦ, ἔχω δὲ καθῆκον νὰ ἐκφέρω αὐτὴν, ἵνα ἑλκύσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Χρεωστῶ δὲ νὰ ἑλκύσω τὴν προσοχὴν αὐτοῦ, διότι διερχόμεθα ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ πίστις τοῦ Κράτους διατελεῖ ἐν εὐπαθεστάτῃ καταστάσει, ἐλάχιστον δὲ συμβεβηκὸς καιρίαν ἐπάγει βλάβην εἰς αὐτήν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ ἐφάνη προχθὲς ὅτι εἶπεν, ὅτι θεωρεῖ αὐτὴν ἐξαντληθεῖσαν· ἀλλὰ καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἔχει ἐξαντληθῆ, καλὸν εἶναι νὰ μὴ τὴν φονεύσωμεν, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ παρασκευασθῇ ἀκτίς τις φωτός. Τὴν πίστιν δὲ βλάπτει ἐν τῇ εὐπαθεῖ ταύτῃ καταστάσει πᾶν γεγονὸς, πᾶσα πρᾶξις, ἥτις ἤθελε βλάπτει ἀναιτίως ἄνευ δικαιώματος τὴν βιομηχανίαν ἢ τὰ πιστωτικὰ καταστήματα. Ἐγὼ γνωρίζω ἐξ ἐπιστολῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἐξ Εὐρώπης, τὴν ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν, ἣν ἐνεποίησαν εἰς τὴν Εὐρώπην τὰ ἐξαναγκαστικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως κατὰ μιᾶς ἑταιρίας ἐνταῦθα. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν, ἐὰν ἦσαν νόμιμα τὰ μέτρα αὐτὰ ἢ ὄχι, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ καλλίτερον, ἵνα μὴ προσφύγῃ εἰς ἐκβιαστικὰ μέτρα καὶ ἐπιφέρῃ κλονισμὸν εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ βιομηχανικοῦ ἐκείνου καταστήματος. Οὕτως ἡ ἀθέτησις τῶν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συνομολογηθέντων ἐπιφέρει τοιαῦτα ἐπιζήμια ἀποτελέσματα· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ μελετηθῇ ἡ σύμβασις, καὶ ἰδίως ἡ διάταξις ἐκείνη αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κρίνει ὡς κακῶς περιληφθεῖσαν. Ἡ διάταξις αὕτη, καὶ ἂν δὲν ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ ἐν τῇ συμβάσει, περιελήφθη ὅμως καὶ ἰσχύει, καὶ ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις καὶ εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ποία εἶναι ἡ διάταξις αὕτη; Ἡ διάταξις, καθ’ ἥν εἰσι δεκτὰ εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα, πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεων τῶν πολιτῶν, τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἐὰν λοιπὸν ἡ διάταξις αὕτη ἰσχύῃ, πῶς τὸ Κράτος διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ζητεῖ νὰ ἐξαιρέσῃ κατηγορίας τινὰς πληρωμῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον φόρων καὶ δικαιωμάτων, καὶ ζητεῖ νὰ πληρόνωνται αὗται εἰς χρυσόν; Ἐπαναλαμβάνω νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὴν ὑπόθεσιν. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὰ λεχθέντα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ 1885· ἐνδέχεται ἡ μνήμη μου νὰ σφάλληται, καὶ ἂν σφάλλωμαι, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἂς ἐπανορθώσῃ ὅσα εἶπον ὅτι ἐνθυμοῦμαι. Ἀλλ’ ἐγώ, ὡς ἐνθυμοῦμαι, δὲν ἠδυνάμην νὰ ἔχω τότε τὴν γνώμην, ἣν εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἤτοι, ὅτι ἡ εἰρημένη διάταξις τῆς συμβάσεως παρεῖχε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς πληρόνοντας εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον εἴδη τινὰ φόρων καὶ δικαιωμάτων νὰ πληρόνωσιν αὐτοὺς εἰς χρυσόν.

§69ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§70ΘΕΜ. Α. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς διαμαρτυρίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐξέφερε γνώμην ὑπὲρ τῆς διαμαρτυρίας, ἐπίσης δὲ καὶ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τοῖς ὑποβάλω τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν. Ἐὰν παρίστατο ἀνάγκη εἰς τὸ Κράτος νὰ φορολογήσῃ εἴτε τὴν σταφίδα εἴτε ἄλλο προϊὸν εἰς εἶδος, ἐκωλυόμεθα ἐκ τῶν συμβάσεων νὰ τὸ πράξωμεν;

§71ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ σταφὶς δὲν εἶναι νόμισμα.

§72ΘΕΜ. Α. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ σταφὶς εἶναι χρυσὸς, καὶ ὁ χρυσὸς καθ’ ὑμᾶς εἶναι ἐμπόρευμα, καὶ οὐχὶ νόμισμα, κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς συμβάσεως περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.

§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα νομίζω, ὅτι ἐν συντόμῳ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τὰς δύο ἐπόψεις· ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν νομικὴν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν νομισματικήν. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν νομικὴν, νομίζω ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν προσβάλλονται μόνον δικαιώματα τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ καὶ τοῦ κοινοῦ, τὸ ὁποῖον ἐγένετο μέτοχος τῶν γραμματίων τῆς Τραπέζης ὑπὸ ὅρους ὡρισμένους. Πᾶς περιορισμὸς εἰς τὴν χρῆσιν τῶν γραμματίων τούτων εἶναι παράβασις τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου οὐ μόνον πρὸς τὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν κοινωνίαν. Πᾶς κάτοχος γραμματίου ἔχει σύμβασιν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν παραδεχθῶμεν περιορισμοὺς, δυνάμεθα νὰ προβῶμεν καὶ μέχρι τῆς καταργήσεως τῆς νομισματικῆς ἀξίας τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Δὲν συμφωνῶ μὲ τοὺς προαγορεύσαντας, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις, ἡ ὁποία παραβιάζεται διὰ τοῦ νόμου τούτου, εἶναι ὑποχρέωσις ἀφορῶσα μόνον τὴν Τράπεζαν· ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι εἶναι ὑποχρέωσις ἀφορῶσα πάντα κάτοχον γραμματίου. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ νομισματικὸν, νομίζω ὅτι, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ προμηθευθῇ τὸ εἰς αὐτὴν ἀναγκαιοῦν νόμισμα εἴτε μέχρι τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἀποβλέπει τὸ νομοσχέδιον, εἴτε καὶ πέραν τούτου, εἴτε ἀγοράζουσα ἡ ἰδία ἐν τῇ ἀγορᾷ, εἴτε προμηθευομένη παρ’ ἄλλων, τὸ αὐτὸ ἔρχεται ἀποτέλεσμα. Οἱ πιστεύοντες ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ τόπῳ νόμισμα, ματαίως κουράζονται νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται εὐκολώτερον νὰ τὸ ἀγοράσῃ. Πάντες ἀντελήφθητε, ποία εἶναι ἡ συγκίνησις τῆς κοινωνίας, ὅταν ἀκούῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει νὰ ἀγοράσῃ συνάλλαγμα. Ἀλλὰ συμφωνῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ, καθ’ ἣν τὸ ζήτημα πρέπει νὰ συζητηθῇ. Τὸ ζήτημα ὅμως τὸ νομικὸν, τὸ ζήτημα τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου παραβιάζεται ὑπὸ τὴν γενικὴν ἔποψιν πρὸς πάντα κάτοχον.

§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου...

§75ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν κ.κ. Σπυρ. Στάη καὶ Ἀχιλέως Χοϊδᾶ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Μιλτ. Δάλλας Ὀδυσ. Μοσχοβίτης Ν
Ἀνδ. Παναγιωτόπουλος Γεώρ. Καρτάλης Ν
Ἰω. Μεσσηνέζης ΟἈργ. Κανταρτζῆς Ν
Σπυρ. Μαρκέλλος ΝΝικ. Κοκωσλῆς Ν
Ἀρ. Ἀργυρόπουλος Νικ. Ἀξελός
Ἐπαν. Ἐμπειρίκος ΝΝικ. Παῤῥησιάδης Ν
Λεων. Καρυστινάκης ΝἸω. Γρίβας Ν
Δημ. Καΐρης Ἐπ. Μαυρομμάτης Ν
Μιχ. Κωτσάκος Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο
Ἄγγ. Γεωργαντάς ΟΝικ. Σπυρακόπουλος Ν
Ἠλ. Κανελλόπουλος ΝΘεμ. Κορομάντζος Ο
Γεώρ. Παχύς ΝΠερ. Ἀλεξάκης Ο
Μιχ. Π. Λάμπρος ΝἸω. Ἀντωνόπουλος Ο
Κων. Καραπάνος ΟΚωνστ. Κοσσονάκος Ν
Κων. Σταυρόπουλος Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ν
Ἀλέξ. Σκουζές ΝἈντ. Οἰκονομίδης Ν
Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Γεώρ. Λιδωρίκης Ν
Ἀλέξ. Ψύλλας Κων. Ἀναγνωστόπουλος Ο
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Γεώρ. Λύρας Ν
Ἀλέξ. Ρετσίνας ΝΚ. Παπαμιχαλόπουλος Ο
Δημ. Ράλλης ΟΣταμάτ. Μήτσας Ν
Α. Ζυγομαλᾶς ΟΔημ. Βουλπιώτης
Ὄθ. Μακρυγιάννης Κων. Ζῶτος Ν
Σ. Ζαχαρίτσας Ἠλ. Μπλατσῆς
Μιλ. Ὀριγώνης ΝΔ. Γρανίτσας
Κώνστ. Βαλτινός ΝΔιον. Στεφάνου Ν
Κων. Ἀργασ. Λομβάρδος ΝἈργ. Διδίκας
Διον. Ζήβας Πλακᾶς ΝἘδίπ Σερέφ Χασὴπ Ν
Γεώργιος Κανδ. Ῥώμας ΝἸω. Λάππας Ο
Γεώργ. Κρεστενίτης ΝΝικ. Μπουφίδης Ν
Χρ. Στεφανόπουλος ΝΠερ. Βαλαωρίτης Ν
Ἀνδρ. Στεφανόπουλος ΝΓερ. Σέρβος Ο
Διον. Παυλόπουλος Κωνστ. Χαλκιόπουλος
Ἀνδρ. Σπηλιάδης ΝἈθαν. Εὐταξίας Ο
Ἄγγ. Πετραλιᾶς ΟΚ. Κωνσταντόπουλος Ο
Ἐπαμ. Δημητρίου ΝΠαν. Μανέτας Ο
Στέφ. Σκουλούδης ΝΝ. Τριανταφυλλάκος Ν
Νικ. Νομικός ΝἩλ. Ζέγγελης Ν
Θωμᾶς Μαρκεζίνης ΝΦίλ. Βάρβογλης Ο
Νικήτας Συνοδινός Ἀθαν. Σακελλαριάδης Ν
Βαρβαῤῥῆγος Πήλικας ΝΛεων. Ζέρβας Ν
Ἀλέξ. Φωτήλας ΝΣτέφ. Δραγούμης Ν
Κων. Σταμπουλόπουλος Νικ. Φιλάρετος
Λεων. Πετιμεζᾶς ΝΧαρ. Τρικούπης Ν
Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος Ἰω. Τρικούπης Ν
Γιαννούσης Τάκης ΝΠαν. Μερλόπουλος Ο
Ἡρ. Καλαμπάκας ΝἈλεξ. Δεληγιάννης Ν
Ἀντ. Π. Μαυρομιχάλης ΝἈντ. Καρατζᾶς Ν
Περ. Πεῤῥωτὴς Ἀθαν. Παπαχελᾶς Ν
Κων. Φλέσσας ΟΧαρίλ. Προβελέγγιος
Ἰωάννης Καζαμπάκας ΝἈντ. Μάτσας Ν
Κων. Ζωγλοπίτης ΝΛορέντζος Δελλαρόκας
Παν. Κουκορίχος ΝἸω. Ναυπλιώτης Ν
Γεώργ. Φραγκίδης ΝΣτυλ. Βάλληνδας Ν
Δημ. Τερτίπης ΝἸω. Ἰντζὲς Ν
Ἀθαν. Κωστάμης ΝΓεώργ. Σισμάνης
Ἀριστ. Χατζηνικολῆς ΟΝικ. Καλαντζόπουλος Ν
Νικ. Μπαλάφας Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν
Νικ. Παπανικολάου Ἡλίας Ποταμιάνος Ν
Παν. Λεβέντης Ἀριστ. Ῥούκης Ν
Βαπτιστὴς Βάτσας ΝΣπ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο
Γεώργ. Θεοτόκης ΝΓιαννοῦχος Μαυρομιχάλης Ν
Ἀλκίνοος Ζερβὸς ΝΞανθὸς Πικουλάκης
Ἡλίας Πολίτης Ἀσημάκης Χριστόπουλος Ο
Γουλλιέλμος Σκάρπας Νικ. Παπαλέξης Ν
Νικ. Μαρκέτης Παν. Λαμπρούλιας
Σπυρ. Λάσκαρης Εὐάγγελος Ἀρδαβάνης
Κων. Θ. Ῥωμαῖος Ἰω. Τυπάλδος Χαριτάτος Ν
Κων. Χρηστόπουλος ΝΣπυρ. Μακρῆς
Σωτ. Κροκιδᾶς Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ν
Σπυρ. Νοταρᾶς Εὐστ. Παπαδάκης Ν
Ἀναστ. Δημητριάδης ΝΠανούρ. Πανουργιᾶς
Γεώργ. Κούστας Θάνος Κανακάρης
Ἰω. Τσιμάρας ΝἈχ. Χοϊδᾶς Ο
Γερ. Μουσούρης ΝἈντ. Ρικάκης
Α. Ἄννινος ΚαβαλλιεράτοςΝἸω. Τσερτίδης Ο
Θεόφραστος Μεταξᾶς ΝΝικ. Κουμανιώτης
Διον. Καλούτσης ΝἌγγ. Ῥοῦφος
Σπυρ. Στάης ΝΝικ. Καράπαυλος
Μιχ. Πολίτης ΝΠαν. Σάκκης Ο
Θεόδ. Θερμογιάννης Σπ. Γρίβας
Ἰω. Καλούτσης ΝἸω. Βρυώνης
Στέφ. Κοπανίτσας ΝΠ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
Κωνστ. Σαλταφέρος Ἰω. Γεωργιάδης
Πέτρ. Βαρβιτσιώτης Γεώργ. Ν. Μπούμπουλης
Μελέτ. Ῥουσόπουλος Γεώργ. Π. Μπούμπουλης
Δημοσθ. Ματάλας Ἀλέξ. Γ. Σοῦτσος Ν
Νικ. Καραστέργιος Ἀνδρ. Γ. Συγγρὸς
Δημ. Βοκοτόπουλος ΝἘμμ. Δημητριάδης Ν
Μ. Μπογιατζόγλους ΝΚωνστ. Σαχτούρης
Ἰω. Γκιὼν ΝἘπαμ. Κριεζῆς
Νικ. Φώσκολος ΝΝικ. Τσαμαδὸς Ν
Σωτήρ. Χατζηγάκης Βησαρ. Χατζηαγγελάκης
Κωνστ. Χατζηπέτρος ΝΝικ. Ζητουνιάτης Ν
Χρ. Βλυτσάκης ΝΔημ. Ζουλούμης Ν
Γ. Κανούτας ΝΝικ. Χατζῖσκος
Εὐστ. Κοκκέβης Κωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ν
Δημ. Παπατσώρης ΝΔημ. Κρίτσας Ν
Χρ. Καραβίτης ΝἩρ. Γαζέπης
Διον. Κατρίτσης ΝΒ. Βουδούρης Ν
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος Νικ. Καλογερόπουλος
Ἀριστ. Μάνεσης Θεσ. Α. Κανάρης Ν
Βασ. Δροσινός ΝΚων. Παπανικολῆς
Νικ. Βαλάσης Ν

§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 136, ἐξ ὧν 110 ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ 26 κατ’ αὐτῆς. Ἑπομένως ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἐγένετο δεκτή. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§78ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προτείνω νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 1 τὸ ἑξῆς ἐδάφιον (ἀναγινώσκει): «Τοῦ παρόντος νόμου ἐξαιροῦνται τὰ εἰς τὰ τελωνεῖα φορολογούμενα λακωνικὰ προϊόντα.»

§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη ἤδη τὸ ἄρθρον.

§80ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂς τεθῇ ὡς ἄρθρον 2.

§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Οἰτύλου προτεινομένην προσθήκην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).

§82ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 2 ἐπιτείνει τὸ ἐλάττωμα τοῦ ὅλου νομοσχεδίου, διότι ὑποκαθιστᾷ πλέον εἰς τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια ἄλλα γραμμάτια πιστωτικά. Θὰ ἔχωμεν λοιπὸν τὸ νόμιμον νόμισμα, τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικὸν γραμμάτιον, θὰ ἔχωμεν τὸ χρυσοῦν, θὰ ἔχωμεν καὶ τὰ ὑποσχετικά. Τὸ ζήτημα τοῦτο συνδέεται τόσον στενῶς μὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἀνεπτύχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὥστε δὲν ἔχει τις ἀνάγκην νὰ ἐπιμείνῃ ἐπ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ περιλαμβάνει καὶ ἕτερον ἐλάττωμα τὸ ἄρθρον 2· τὸ ἐλάττωμα δὲ τοῦτο ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι θὰ ἔλθῃ τὸ Δημόσιον νὰ ἀναγνωρίσῃ ὡρισμένα καταστήματα ὡς δυνάμενα νὰ ἐκδίδουν ὑποσχετικά, καὶ τῶν ὁποίων ὁ χάρτης καὶ τὰ πιστωτικὰ ἔγγραφα θὰ ἦναι ἰσότιμα πρὸς τὸν χρυσόν· εἶναι προνόμιον, τὸ ὁποῖον θὰ χορηγήσῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ Β. Διατάγματος, καθορίζοντος τὰ καταστήματα ἐκεῖνα, ὧν τὰ ὑποσχετικὰ θέλουσι θεωρηθῆ ὡς ἰσότιμα πρὸς τὸν χρυσόν. Νομίζω ὅτι τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἔχει οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Δὲν δύναται νὰ ἀποτιμήσῃ οὔτε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, οὔτε ἡ Κυβέρνησις τὰς ὑποσχετικὰς ἐπιταγὰς οἱουδήποτε καταστήματος· τοῦτο ἐξήρτηται ἐκ τῆς πίστεως τῶν καταστημάτων, τὰ ὁποῖα ἐκδίδουσιν αὐτάς. Νομίζω δέ, ὅτι ὄχι μόνον εἶναί τι ὑπερβάλλον τὰ δικαιώματα καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ὅλως περιττὸν, διότι δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἀνεξαρτήτως τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ζητεῖ διὰ τοῦ ἄρθρου 2, καὶ ἄνευ τῆς ἐκδόσεως Β. Διατάγματος. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε παρουσιασθῆ εἰς τὰς τελωνειακὰς ἀρχὰς χάρτης ἢ ὑποσχετικὸν ἔγγραφον ἰσότιμον πρὸς τὸν χρυσὸν, λόγῳ τῆς πίστεως τῶν καταστημάτων, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἐκδώσει αὐτὰ, δὲν ἔχει ἢ νὰ διατάξῃ νὰ γένηται ἀποδεκτὸν, καθόσον μάλιστα τοιοῦτος χάρτης θεωρεῖται ὑπέρτερος τοῦ χρυσοῦ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ διαγραφῇ ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον 2, καὶ νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὁδηγήσῃ τὰς ἀρχὰς, δι’ ἑκάστοτε ἐκδιδομένης διαταγῆς, πρὸς ἀποδοχὴν ἢ μὴ ἀποδοχὴν οἱασδήποτε ἐπιταγῆς, ἥτις ἤθελεν ἐμφανισθῆ εἰς τὰς τελωνειακὰς ἀρχὰς ἀντὶ χρυσοῦ.

§83Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ τελευταῖον μέρος τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀπήντησεν εἰς τὸ πρῶτον· διότι εἶπεν, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ δεχθῇ καὶ νὰ προτιμήσῃ οἱονδήποτε θέλει ἐκ τῶν ὑποσχετικῶν. Τοῦτο δὲ δύναται νὰ πράξῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ τελωνειακὴ ἀρχή. Ὅ,τι δύναται νὰ πράξῃ ὁ τελώνης, κατὰ τὸ πρῶτον μέρος τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τοῦτο κατ’ αὐτὸν δὲν πρέπει νὰ πράξῃ τὸ Β. Διάταγμα. Ταῦτα ἀλληλαναιροῦνται, καὶ ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὰ τοῦ νομοσχεδίου ἔχουσι καλῶς. Τὰ ὑποσχετικὰ ταῦτα εἶναι συναλλαγματικαὶ, ἐπιταγαὶ, πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὑποκαθιστῶντα τὸν χρυσόν. Ἄνευ τοῦ ἄρθρου δευτέρου, τὸ ἄρθρον πρῶτον θὰ παρεκώλυε τὰς τελωνειακὰς ἀρχὰς, ὅπως δεχθῶσιν οἱονδήποτε ἄλλο εἶδος πληρωμῆς ἢ τὸν εἰς αὐτούσιον χρυσὸν, διότι τὸ ἄρθρον πρῶτον ὁρίζει, ὅτι αἱ πληρωμαὶ γίνονται εἰς χρυσὸν, ἔρχεται ἑπομένως τὸ ἄρθρον 2, ὁρίζον ὅτι δύναται ἡ τελωνειακὴ ἀρχὴ ἀντὶ χρυσοῦ νὰ δεχθῇ καὶ γραμμάτια, γραμμάτια ὑποσχετικὰ, συναλλαγματικὰς, ἐπιταγὰς ἢ ἄλλα ἐκ τῶν συνήθων εἰς τὸ ἐμπόριον, ἢ ἐκ τῶν καθορισθησομένων εἰδικώτερον διὰ διατάγματος. Παρακαλῶ δὲ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ τεθῇ ἀντὶ «διατάγματος» «διαταγμάτων».

§84ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ Βασ. Διατάγματος, ὡς εἶχε πρὶν τὸ ἄρθρον, ἢ διὰ Βασ. Διαταγμάτων, ὡς διώρθωσε νῦν αὐτὸ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπιδιώκεται κυρίως ἡ δημιουργία προνομιούχου τάξεως πιστωτικῶν καταστημάτων, ὧν μόνον τὰ γραμμάτια θὰ ὦσι δεκτὰ πρὸς πληρωμὴν εἰς τὰ τελωνεῖα καὶ ὑποτελωνεῖα τοῦ Κράτους. Τίς μᾶς ἐγγυᾶται ὅμως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ περιλάβῃ εἰς τὴν προνομιοῦχον ταύτην τάξιν ὅλα τὰ φερέγγυα τῳόντι πιστωτικὰ καταστήματα τῆς χώρας καὶ δὲν θὰ κάμῃ εὐνοήτους διακρίσεις μεταξὺ αὐτῶν; Τίς μᾶς ἐγγυᾶται προσέτι, ὅτι ἡ προνομιοῦχος αὕτη τάξις τῶν πιστωτικῶν καταστημάτων, ἥτις θὰ ἔχῃ τὸ μονοπώλιον τῆς ἐκδόσεως τῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα τὰ τελωνεῖα καὶ ὑποτελωνεῖα θὰ δέχωνται εἰς πληρωμὴν ἀντὶ χρυσοῦ, δὲν θὰ κάμωσι κατάχρησιν τοῦ τοιούτου μονοπωλίου, κανονίζοντα αὐτὰ τὴν ἐπικαταλλαγὴν ἑκάστοτε κατὰ τὸ ἴδιον συμφέρον; Ὕστερον ἀπὸ τόσα ἄλλα ἔχει καὶ τοῦτο τὸ ἄτοπον, ὡς παρατηρεῖτε, τὸ νομοσχέδιον.

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προτείνει τὴν ἀντικατάστασιν τῶν λέξεων «Διὰ Β. Διατάγματος» διὰ τῶν λέξεων «Διὰ Β. Διαταγμάτων». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 μετὰ τῆς διορθώσεως ταύτης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 3, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).

§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 10 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24
2τῆς 19 Δεκεμβρίου 1892.
3(Σάββατον).
4Ὥρα 5 καὶ 30′ μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δι’ ἐγγράφου της
8ἀναφέρεται κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ πληρωμῆς ἐσόδων
9τινῶν εἰς χρυσόν, ὡς παραβιάζοντος συμφωνίας τοῦ Δημο-
10σίου μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, κυρωθείσας διὰ νόμου.
11§2ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ. (Ἀναγινώ-
12σκεται).
13§3ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ποίαν γνώμην ἔχει ἡ Κυβέρνησις;
14§4Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν τοῦ νομο-
15σχεδίου.
16§5ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ Κυ-
17βέρνησις ὤφειλε νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, εὐθὺς ἅμ’ ἀναγνωσθεί-
18σης τῆς διαμαρτυρίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἡ διαμαρ-
19τυρία αὕτη καταγγέλλει τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἀθετοῦσαν
20ῥητὰς καὶ ἀναμφισβητήτους ὑποχρεώσεις, ἃς τὸ Κράτος
21ἀνέλαβεν ἀπέναντι τοῦ πρώτου πιστωτικοῦ ἡμῶν καθιδρύ-
22ματος ἐπὶ τῇ βάσει δανειστικῆς συμβάσεως. Ἡ καταγγε-
23λία, ὡς παρατηρεῖτε, εἶναι βαρεῖα καὶ δὲν ἐπιδέχεται οὐδ’
24ἐπὶ στιγμὴν ἀναβολὴν ἡ εἰς αὐτὴν ἀπολογία τῆς Κυβερ-
25νήσεως. Τοῦτο ἀπαιτεῖ ἡ τιμὴ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως,
26ἀπαιτεῖ ἡ τιμὴ τοῦ Κοινοβουλίου, πρὸς τὸ ὁποῖον ἀπευ-
27θύνεται ἡ καταγγελία, ἀπαιτεῖ ἡ τιμὴ ὁλοκλήρου τῆς
28χώρας.
29Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἐξεπλάγην σήμερον τὴν πρωΐαν,
30ἅμ’ ἀναγνοὺς τὴν διαμαρτυρίαν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν
31τῇ «Ἀκροπόλει». Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἡ μερὶς, εἰς
32ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καταλέγωμαι, ἤμεθα ἀνέκαθεν τῆς
33γνώμης, ὅτι ἡ ὑφισταμένη σύμβασις περὶ τοῦ δανείου ἐπ’
34ἀναγκαστικῇ κυκλοφορία τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἡ
35ἐπιβάλλουσα εἰς τὸ Κράτος τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δέχηται εἰς
36πληρωμὴν τὰ γραμμάτια, κωλύει ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ νὰ ψηφί-
37σωμεν νόμον, ἀπαγορεύοντα τὴν εἰς γραμμάτια πληρω-
38μήν, ἔστω καὶ ἐπὶ ὡρισμένων εἰσπράξεων. Τὴν γνώμην
39ταύτην ἐξεδήλωσεν ἤδη πρὸ μηνῶν τὸ ἐν τῇ δημοσιογρα-
40φίᾳ ὄργανον τῆς μερίδος ἡμῶν, ἡ «Ἐφημερὶς», γράψασα,
41ὅτε εἶχε γνωσθῆ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον Κωνσταντοπούλου ἐσκέ-
42πτετο νὰ ἐπιβάλῃ τὴν εἰς χρυσὸν εἴσπραξιν τῶν εἰσαγω-
43γικῶν τελῶν, ἐπὶ λέξει τάδε (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀναγκα-
44»στικὴ κυκλοφορία ἰσχύει παρ’ ἡμῖν ἄνευ ἐξαιρέσεων. Τὸ
45»ζήτημα ἀκριβῶς εἶναι τώρα, ἐὰν ἐπιτρέπηται ἄνευ νόμου
46»καὶ ἄνευ νεωτέρας συμβάσεως μετὰ τῶν προνομιούχων
47»Τραπεζῶν νὰ ἐπιβληθῇ τῷ κοινῷ, καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τῶν
48»Τραπεζῶν, μία ἐξαίρεσις ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἀπαλαττο-
49»μένου ἐν μέρει τῶν ὑποχρεώσεων τῆς ἀναγκαστικῆς κυ-
50»κλοφορίας. Εἶναι τοῦτο δυνατόν; Μόνον οἱ κύριοι Δεϊμέ-
51»ζης καὶ Κωνσταντόπουλος, φωτιζόμενοι ὑπὸ τοῦ κ. Συγ-
52»γροῦ, εἶναι ἱκανοὶ νὰ φαντασθῶσιν, ὅτι ἀρκεῖ ἓν Β, Διά-
53»ταγμα, ἵνα μεταβάλῃ τὸ νομισματικὸν καθεστώς, κατα-
54»πατουμένων συμβάσεων καὶ νόμων.» («Ἐφημερὶς» τῆς 4
55Μαρτίου 1892).
56Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡμεῖς, ἀγορεύοντες ἐπὶ τοῦ νομοσχε-
57δίου περὶ εἰσπράξεως εἰς χρυσὸν ἐσόδων τινῶν, κατὰ τὴν
58πρώτην αὐτοῦ ἀνάγνωσιν, οὐδένα λόγον ἐποιησάμεθα περὶ
59τοῦ ζητήματος τούτου, διότι οὐδέποτε ἦτο δυνατὸν νὰ φαν-
60τασθῶμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἄνευ προηγουμένης συμφω-
61νίας, ἄνευ τοὐλάχιστον προσυνεννοήσεως πρὸς τὰς προνο-
62μιούχους Τραπέζας, θὰ ὑπέβαλλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ περὶ
63οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον.
64Καὶ πῶς νὰ φαντασθῶμεν ποτὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ
65ἐλησμόνει τόσον εὐκόλως τὸ ἄρθρον 3 τῆς ἀπὸ 19 Σεπτεμ-
66βρίου 1885 συμβάσεως, καθ’ ὃ «ἀπὸ τῆς πρωΐας τῆς 20
67»τοῦ παρόντος μηνὸς Σεπτεμβρίου ἀναστέλλεται ἡ ἐξαρ-
68»γύρωσις τῶν γραμματίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, θέλουν
69»δὲ κυκλοφορεῖ ταῦτα ὑποχρεωτικῶς ὡς νόμιμον νόμισμα
70»καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ἐκτὸς τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς Ἠπεί-
71»ρου καὶ Θεσσαλίας, ὡς τοιαῦτα δὲ θέλουν δίδεσθαι καὶ
72»λαμβάνεσθαι εἰς πάσας ἀνεξαιρέτως τὰς παρὰ τοῦ Δημο-
73»σίου ταμείου πραγματοποιουμένας πληρωμὰς καὶ εἰσπρά-
74»ξεις, καθὼς ἐπίσης καὶ μεταξὺ ἰδιωτῶν, Τραπεζῶν καὶ
75»σωματείων πάσης φύσεως καὶ οἱῳδήποτε τίτλῳ, μὴ λαμ-
76»βανομένης ὑπ’ ὄψιν ἄλλης συμφωνίας προϋπαρχούσης»;
77Πῶς νὰ φαντασθῶμεν, ὅτι αὐτὴ θὰ ἐλησμόνει τόσον εὐκό-
78λως τὸ ἄρθρον 5 τῆς αὐτῆς συμβάσεως, καθ’ ὃ «ἡ ἀνα-
79»στολὴ τῆς ἐξαργυρώσεως καὶ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία
80»τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ
81»ἄρθρου 3 τῆς παρούσης συμβάσεως, διαρκοῦν ἕως οὗ ἡ
82»Κυβέρνησις ἀποδώσῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὁλοσχε-
83»ρῶς τὸ παρ’ αὐτῆς γενόμενον διὰ τῆς παρούσης συμβά-
84»σεως δάνειον»;
85Ἰδοὺ διατὶ ἐξεπλάγην, ἅμα πληροφορηθεὶς σήμερον ἐκ
86τῆς δημοσιευθείσης διαμαρτυρίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης,
87ὅτι ἡ Κυβέρνησις μονομερῶς καὶ αὐθαιρέτως προέβη εἰς τὴν
88ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσπράξεως εἰς χρυσὸν ἐσό-
89δων τινῶν, ἐπὶ ἀθετήσει τόσον σαφῶν καὶ κατηγορηματικῶν
90διατάξεων τῆς σχετικῆς συμβάσεως. Ἡ ἔκπληξίς μου αὕτη
91ἔπρεπε βεβαίως νὰ ἐπιταθῇ ἔτι μᾶλλον νῦν, ὅτε βλέπω
92τὴν Κυβέρνησιν ὑπεκφεύγουσαν τὴν ἀπολογίαν ἐπὶ τῇ ἐγει-
93ρομένῃ κατ’ αὐτῆς καταγγελίᾳ ὑπὸ τοῦ πρώτου πιστωτικοῦ
94καθιδρύματος τῆς χώρας. Τί θὰ ὑποθέσῃ ἆρά γε ὁ κόσμος
95ὅλος, ὅταν γνωσθῇ τοῦτο;
96Εἶναι φοβερὸν, κύριε Πρόεδρε, καὶ νὰ τὸ φαντασθῇ τις!
97Ἀλλ’ ἐν τούτοις εἶναι ἀληθές. Πᾶς τις δικαιοῦται νὰ πι-
98στεύσῃ νῦν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ κάμῃ τὸ πρῶ-
99τον βῆμα πρὸς ἀθέτησιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους
100πρὸς τοὺς πιστωτάς του, τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς τὴν χρεω-
101κοπίαν.
102§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κατὰ τὴν κρίσιν σας.
103§7ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ τὴν κρίσιν, Κύριοι, τὴν ὑπαγο-
104ρευομένην ὑπ’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων· διότι τί δικαιοῦται
105ἕκαστος νὰ πιστεύσῃ, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἀρνῆται μονο-
106μερῶς νὰ δεχθῇ εἰς πληρωμὴν τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια,
107ἐναντίον σαφοῦς καὶ κατηγορηματικῆς διατάξεως τῆς συμ-
108βάσεως περὶ δανείου ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ; Ἴσως
109μοὶ ἀντείπῃ τις, ὅτι τοιοῦτόν τι ἔχει συμβῆ ἤδη καὶ εἰς
110ἄλλας χώρας. Πλὴν εἰς ἄλλας χώρας προέκειτο ἴσως περὶ
111πιστωτικοῦ νομίσματος, ἐκδεδομένου ἀπ’ εὐθείας ὑπ’ αὐτοῦ
112τοῦ Κράτους, ἢ περὶ μερικοῦ περιορισμοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς
113κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, κατ’ ἀκολουθίαν
114συμφωνίας πρὸς τὴν ἐκδοῦσαν αὐτὰ Τράπεζαν· ἐνῷ παρ’ ἡμῖν
115δὲν πρόκειται περὶ πιστωτικοῦ νομίσματος τοῦ Κράτους,
116ἀλλὰ περὶ τραπεζικῶν γραμματίων ἐν ἀναγκαστικῇ κυ-
117κλοφορίᾳ, ἅτινα τὸ Κράτος ζητεῖ νὰ περιορίσῃ ἄνευ τῆς
118συγκαταθέσεως τῆς ἐκδούσης αὐτὰ Τραπέζης. Καὶ δὲν εἶναι
119τοῦτο προφανὴς ἀθέτησις τῶν ὑπ’ αὐτοῦ ἀναληφθεισῶν ὑπο-
120χρεώσεων ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς δανειστικῆς συμβάσεως;
121Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς ὑπέδειξε προχθὲς, ὅτι ἔχει
122ἀνάγκην τῆς εἰς χρυσὸν εἰσπράξεως ἐσόδων τινῶν, ὅπως ἐπὶ
123τῇ βάσει ταύτῃ προβῇ εἰς τὴν συνομολόγησιν δανείου εἰς
124χρυσὸν, δι’ οὗ μέλλει νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφο-
125ρίαν. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀληθὲς, τίς ἡ ἀνάγκη τῆς ἀπὸ
126τοῦδε ἐπιβολῆς τῆς εἰς χρυσὸν εἰσπράξεως ἐσόδων τινῶν
127μόνον, ἀφοῦ μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφο-
128ρίας πάντα τὰ ἔσοδα θὰ εἰσπράττωνται εἰς χρυσόν;
129§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ ὅλα, κύριε Βουλευτὰ, ἔχουν τὸν
130τόπον των εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
131§9ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχουν τὸν τόπον των καὶ τώρα, κύριε
132Πρόεδρε, ἀφοῦ ἔλαβον τὸν λόγον νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς δια-
133μαρτυρίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· πᾶν δ’ ὅ,τι λέγω ἔχει
134ἄμεσον πρὸς αὐτὴν σχέσιν.
135Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ σκέπτηται
136περὶ συνομολογήσεως δανείου καὶ περὶ ἄρσεως δι’ αὐτοῦ
137τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐὰν πράγματι ἐσκέπτετο
138τοιοῦτόν τι, δὲν θὰ ἠθέτει τόσον ἀπροκαλύπτως τὰς πρὸς
139τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, δὲν θὰ
140ἠνάγκαζεν αὐτὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν προκειμένην διαμαρτυ-
141ρίαν, ἥτις προώρισται πάντως νὰ κατενέγκῃ τὸ καίριον
142τραῦμα κατὰ τῆς ἤδη κλονισθείσης δημοσίας ἡμῶν πίστεως,
143καὶ νὰ ἐξαλείψῃ πᾶσαν ἐλπίδα περὶ συνομολογήσεως δα-
144νείου. Διότι τίς πλέον θὰ ἐμπιστευθῇ εἰς ἡμᾶς τὰ κεφά-
145λαιά του, μανθάνων νῦν, ὅτι ἀθετοῦμεν τόσον ἀπροκαλύ-
146πτως τὰς δανειστικάς μας ὑποχρεώσεις πρὸς αὐτὸ τὸ πρῶτον
147πιστωτικόν μας καθίδρυμα;
148Καὶ ἐνῷ τοιαῦται εἶναι αἱ συνέπειαι τῆς εἰς τὴν Βου-
149λὴν ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς εἰς χρυσὸν εἰσπρά-
150ξεως ἐσόδων τινῶν, καὶ τῆς ἐπ’ αὐτοῦ προκληθείσης δια-
151μαρτυρίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, νομίζετε ὅτι εἶναι ἐπι-
152τετραμμένον νῦν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ προέλθῃ, προ-
153καλουμένη, εἰς ἐξηγήσεις; Ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις νο-
154μίζῃ, ὅτι ἐπιτρέπει τοῦτο ἡ τιμή της, τὸ ἐπιτρέπει ἆρά γε
155καὶ ἡ τιμὴ τῆς Βουλῆς, πρὸς ἣν ἀπευθύνεται ἡ διαμαρτυ-
156ρία τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; τὸ ἐπιτρέπει καὶ ἡ τιμὴ τῆς
157χώρας, ἥτις βλέπει οὕτως ἀνοιγομένην εἰς αὐτὴν τὴν θύραν
158τῆς χρεωκοπίας;
159§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας
160διατάξεως;
161§11ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω τροπολογίας τινὰς
162ἐπί τινων ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου περὶ τελῶν ἀγκυροβο-
163λίας καὶ φαρικῶν.
164§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
165Παράρτημα, ἀριθ. 83).
166§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ζητήσω πλη-
167ροφορίας τινὰς ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
168Χθὲς κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890.
169Ἀντίτυπον τοῦ ἀπολογισμοῦ τούτου μοὶ ἐστάλη ὑπὸ τοῦ
170Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἀνεφύλλησα δ’ αὐτὸ καὶ εὗρον, ὅτι,
171ἐνῷ ἀναγράφει ἐν τῷ πίνακι τῶν ἐξόδων τοῦ 1890 ποσὸν
17215,531,314, πληρωθὲν πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τῆς
173Ἀνεξαρτησίας τοῦ 1824 καὶ 1825, δὲν περιέλαβεν ἐν τῷ
174πίνακι τῶν ἐσόδων προσωρινῶν δάνειον 600 χιλιάδων λι-
175ρῶν, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις δι’ ἐντόκων γραμμα-
176τίων, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐξώφλησε τὰ δάνεια ἐκεῖνα. Ἂν
177τοῦτο ἦναι παράλειψις τῶν γραφείων τοῦ Γενικοῦ Λογι-
178στηρίου, ἀπευθύνω τὴν παρατήρησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουρ-
179γὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως δώσῃ παραγγελίαν νὰ διαῤ-
180ῥυθμισθῇ ὁ ἀπολογισμὸς κατὰ τοῦτο.
181§14ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ
182ἐκ Πυλίας βουλευτὴς κ. Σάκκης ἐπηρώτησε προχθὲς τὸν
183Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν περὶ ὑποθέσεώς τινος πλοίου
184ναυαγήσαντος ἐν Βαρίῳ τῆς Ἰταλίας, τοῦ Βασιλείου Ἐξαρ-
185χάκου, λαβὼν ἐκ τούτου ἀφορμὴν πολλὰ νὰ εἴπῃ κατὰ
186τοῦ ἐκεῖ προξένου, τὸν ὁποῖον μάλιστα κατηγόρησεν ὡς
187καταφαγόντα ὁλόκληρον τὴν ἀξίαν τοῦ πλοίου, αὐτὸ
188τὸ πλοῖον.
189Ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν ἦτο γνωστὴ εἰς ἐμὲ, καθόσον,
190ὅτε εἰσῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἦτο ἤδη περατωμένη καὶ
191τεθειμένος ὁ φάκελλος εἰς τὰ ἀρχεῖα. Τὸ πέρας τῆς ὑποθέ-
192σεως στηρίζεται ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ἐγγράφου τοῦ πρώην Ὑπουρ-
193γοῦ τῶν Ναυτικῶν κ. Κουμουνδούρου, ὅστις ἀναγνωρίζει,
194μετὰ ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ προξέ-
195νου ὑπῆρξεν ἐν γένει κανονικὴ, ὅτι ὅμως ὑπῆρχεν ἀνάγκη
196ἀποστολῆς λογαριασμοῦ τινος, ὃν καὶ ζητηθέντα ἀπέστει-
197λεν ὁ πρόξενος, εὑρίσκεται δὲ νῦν ὁ λογαριασμὸς οὗτος εἰς
198τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἰδοὺ τί γρά-
199φει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν
200(ἀναγινώσκει):
201«Ἐπιστρέφομεν ἐγκλείστως τὸ ὑπ’ ἀριθ. 11083 ἐπι-
202»σημειωτικὸν ὑμῶν ἔγγραφον καὶ ἅπασαν τὴν ἀποσταλεῖ-
203»σαν ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4969–4999 ὑμετέρου ἐγ-
204»γράφου ἀλληλογραφίαν.
205«Κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην, ἐπὶ τῆς περὶ ἧς πρόκει-
206»ται ὑποθέσεως ὁ ἐν Βαρίῳ πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐνήρ-
207»γησε καλῶς, παρέλειψε δὲ μόνον νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ καθ’
208»ἡμᾶς Ὑπουργεῖον, ὡς ὤφειλε, καταστάσεις μετὰ τῶν
209»ἀπαιτουμένων δικαιολογητικῶν περὶ τῆς διατροφῆς καὶ
210»τῶν ἐξόδων τῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀποστολῆς τῶν ναυτῶν
211»τοῦ πληρώματος τοῦ ναυαγήσαντος πλοίου, ὅπερ καὶ ἤδη
212»δύναται νὰ πράξῃ.»
213Μετὰ τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔγραψε πρὸς
214τὸν πρόξενον, προκαλέσας τὴν ἀποστολὴν τῶν καταστά-
215σεων, προκύπτει δὲ ἐκ τοῦ ἐγγράφου τῆς 19 Δεκεμβρίου
2161891, τοῦ ὁποίου τὸ σχέδιον ὑπάρχει ἐνταῦθα, ὅτι ἐλή-
217φθησαν τὰ ἔγγραφα ταῦτα καὶ παρεπέμφθησαν εἰς τὸ
218Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν (ἀναγινώσκει).
219«Παραπέμπεται μεθ’ ἁπάντων τῶν συνημμένων πρὸς
220»τὸ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργεῖον, κατόπιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ.
221»25682 ἐ. ἔ. ἐγγράφου του, παρακαλούμενον νὰ λάβῃ ὑπ’
222»ὄψιν τὰ παρὰ τοῦ ἐν Βαρίῳ προξένου τῆς Α. Μ. ἐκτι-
223»θέμενα, καὶ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ, ἐὰν ἐγκρίνῃ, τὴν κοι-
224»νοποίησιν τοῦ περιεχομένου πρὸς τὸν ἀνενεχθέντα.»
225Ἐνταῦθα τελειώνει ἡ ὑπόθεσις. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ
226ὁ συνάδελφος ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νέαν ἀναφορὰν τοῦ
227πλοιάρχου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, θέλω ἐξετάσει ἐκ νέου
228περὶ τῆς ὑποθέσεως, στηριζόμενος ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύ-
229της, καίτοι, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν συνημμένων ἐνταῦθα ἐγ-
230γράφων, τὸ Προξενεῖον ἀναλυτικὰς ἔδωκεν ἐξηγήσεις περὶ
231τῶν δαπανῶν, αἵτινες ἐγένοντο.
232§15ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
233Καταθέτω τὰς ζητηθείσας πληροφορίας παρὰ τοῦ βουλευ-
234τοῦ Ἀττικῆς κ. Σταυροπούλου, ὡς καὶ τὰς ζητηθείσας
235παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος, ὅσαι ἐν τῇ προηγου-
236μένῃ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς ἐζητήθησαν.
237§16ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσι.
238§17ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν).
239Καταθέτω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς
240ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ᾐτήσατο πρό τινων ἡμερῶν.
241§18ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
242Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ κατάστασιν τῶν ἐσχάτως
243παρασημοφορηθέντων ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, πρὸς δὲ καὶ
244κατάλογον τῶν μὴ παρασημοφορηθέντων. Σὺν τούτοις δὲ
245καὶ τὸ βιβλίον ποιότητος, διὰ νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ, ἂν ὁ
246νόμος περὶ παρασήμου πρέπῃ νὰ καταργηθῇ, ἢ ἂν πρέπῃ
247νὰ δίδωνται παράσημα εἰς ὡρισμένας περιστάσεις. Πρὸς
248τούτοις νὰ κομίσῃ τὸν φάκελλον τῆς μισθώσεως τῶν κτη-
249μάτων τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Μακρυγιάννη, τὰ μι-
250σθωτήρια συμβόλαια, ὡς καὶ τὸ ἐπιδοτήριον, δι’ οὗ ἐκοινο-
251ποιήθη δήλωσις, ὅτι λύεται ἡ μίσθωσις· προσέτι τὴν ἔκθε-
252σιν αὐτοῦ τοῦ ἐξοστρακισθέντος ταγματάρχου Δημητριά-
253δου, ἐν ᾗ ἐκτίθενται οἱ λόγοι, δι’ οὓς δὲν χρησιμεύει τὸ
254οἴκημα ἐκεῖνο εἰς τὸ Δημόσιον.
255Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ
256προσάξῃ τὴν ἔκθεσιν καὶ τὸ διάταγμα, δι’ οὗ διεπλατύνθη
257ἡ λεωφόρος Κηφισσία καὶ ἀφῃρέθη ἡ ἰδιοκτησία τῶν πο-
258λιτῶν· διότι, ὡς λέγουν καὶ ὡς πιστεύω, ἀφῃρέθη ἡ ἰδιο-
259κτησία τῶν πολιτῶν πρὸς βλάβην τοῦ Δημοσίου, διὰ νὰ
260ὑπηρετηθῇ εἷς Βουλευτὴς τῆς πτέρυγος ἐκείνης, ὁ κ. Ρικά-
261κης, πρὸς βλάβην τοῦ Δημοσίου, ἀφοῦ οἱ ἰδιοκτῆται θὰ
262ἀποζημιωθοῦν. Διὰ τῶν πραγμάτων αὐτῶν θὰ ἀποδει-
263χθῶσι τὰ αἴτια, ἕνεκα τῶν ὁποίων κατορθοῦται ἡ συγ-
264κράτησις καὶ ὁ καταρτισμὸς τῆς πλειοψηφίας, διότι ὁ δη-
265μόσιος θησαυρὸς χρησιμεύει πρὸς συγκράτησιν τῶν πλεί-
266στων, ὄχι πάντων, εἰς τὴν πλειονοψηφίαν (θόρυβος ἐν
267τῇ δεξιᾷ πτέρυγι). Δι’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων θὰ ἀπο-
268δείξω, ὅτι ὁ δημόσιος θησαυρὸς κατασπαταλᾶται. Λοιπὸν
269παρακαλῶ νὰ ἔλθουν τὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ πεισθοῦν οἱ κύριοι
270Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι τώρα κραυγάζουν.
271§19ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ
272Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ᾐτήσατο πράγματα, τὰ ὁποῖα
273ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, διότι ζητεῖ νὰ τῷ παρουσιάσω κατά-
274λογον τῶν παρασημοφορηθέντων ἀξιωματικῶν· ἀλλ’ οὗτος
275εὕρηται ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως». Λοιπὸν τί
276νὰ παρουσιάσω ἐνταῦθα; Ζητεῖ δὲ νὰ φέρω καὶ κατάλογον
277τῶν ἀξιωματικῶν τῶν μὴ παρασημοφορηθέντων· οὗτοι
278εἶναι τὸ ὑπόλοιπον τῶν ἀξιωματικῶν, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν
279τῶν παρασημοφορηθέντων, εἶναι σχεδὸν ὅλοι οἱ ἀξιωματι-
280κοί· ζητεῖ ἄρα τὸν ἔλεγχον τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀλλ’ οὗτος
281εἶναι τυπωμένος· ἑπομένως δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν, καὶ ἂν
282θέλῃ, τοῦ στέλλω ἓν ἀντίτυπον εἰς τὴν οἰκίαν του.
283§20ΡΟΥΚΗΣ. Θέλει καὶ τὸ φύλλον ποιότητος τῶν ἀξιω-
284ματικῶν.
285§21ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸ φύλλον ποιότητος τῶν ἀξιωματι-
286κῶν βεβαίως δὲν θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἀφορᾷ τὴν
287ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατεύματος, τὴν πειθαρχίαν
288ἐν αὐτῷ, καὶ ὁπόταν ἔλθῃ εἰς τὴν δημοσιότητα, τότε οὐδὲν
289ὑπάρχει τὸ συγκρατοῦν τὸ στράτευμα. Τὸν παρακαλῶ νὰ
290παραιτηθῇ τῆς τοιαύτης αἰτήσεώς του.
291Ὡς πρὸς τὴν μίσθωσιν τῆς οἰκίας τοῦ κ. Μακρυγιάννη,
292καὶ ἐκ τοῦ φακέλλου, ὃν θὰ προσαγάγω, θὰ πεισθῇ, ὅτι
293τὰ ἀντίθετα συμβαίνουσι τῶν ὅσων εἶπεν. Ὁ πρώην διοι-
294κητὴς τῆς διλοχίας τῶν νοσοκόμων, ὅτε ἔληξεν ἡ μίσθωσις
295τῆς οἰκίας, κατὰ μῆνα Αὔγουστον, ᾐτήσατο τὴν ἀναμίσθω-
296σιν τῆς οἰκίας αὐτῆς· ὁ ἴδιος ταγματάρχης, περὶ οὗ ἐγέ-
297νετο τόσος λόγος, ὅτι ἐγένετο θῦμα τῆς ὑπηρεσίας καὶ
298ἐξωστρακίσθη, αὐτὸς οὗτος κατόπιν, αὐθαιρέτως, διότι
299μετετέθη ἐκ τῆς θέσεώς του, ἐνόμισε καλὸν νὰ μετοικίσῃ
300τὸν ἕνα λόχον τῶν νοσοκόμων καὶ νὰ τὸν μεταθέσῃ εἰς
301μέρος λίαν ἀκατάλληλον. Τοῦτο δὲ θὰ πιστοποιηθῇ διὰ
302τῆς ἐκθέσεως τοῦ Ἀρχηγείου καὶ τῆς ἐκθέσεως αὐτοῦ τού-
303του τοῦ διοικοῦντος σήμερον τὴν διλοχίαν.
304§22ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Σταυρόπουλος δὲν εἶχε ποτέ
305του καλλιτέρας πληροφορίας, καὶ δι’ αὐτὸ ποτὲ δὲν ὁμιλεῖ
306μὲ ἀκρίβειαν περὶ τῶν πραγμάτων. Οὕτω ἀποδίδει εἰς τὸν
307Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς ἐμὲ, ὅτι ἤλθομεν νὰ
308κλέψωμεν τὸ δημόσιον ταμεῖον...
309§23ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
310§24ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ εἴπετε. Τί ἄλλο εἴπετε;...
311καὶ ὅτι ἐγὼ πωλῶ τὴν συνείδησίν μου διὰ τὴν μίσθωσιν ἑνὸς
312σπητιοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ οἰκία αὕτη
313δὲν εἶναι ἰδική μου, ἀνήκει εἰς τὸν ἀδελφόν μου, εἶναι δὲ
314ἐνωκιασμένη εἰς τὸ Δημόσιον ἀπὸ τοῦ 1886, ὅτε, μετὰ
315παράκλησιν μάλιστα, ἀπεφάσισεν ὁ ἀδελφός μου νὰ ἐνοι-
316κιάσῃ τὸ οἴκημα αὐτὸ εἰς τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν
317ἀνάγκην νὰ στρατωνίσῃ τοὺς νοσοκόμους, καὶ δὲν εὕρισκεν
318ἄλλο καταλληλότερον οἴκημα. Ἐδέησε λοιπὸν νὰ μεσι-
319τεύσω ἐγὼ εἰς τὸν ἀδελφόν μου, διὰ νὰ τὸ ἐνοικιάσῃ εἰς τὸ
320Δημόσιον. Ἔκτοτε ἐξακολουθεῖ ἡ ἐνοικίασις, καὶ ἐπῆλθον
321ἀλλεπάλληλοι ἀνανεώσεις τοῦ συμβολαίου· ἐσχάτως δ’ ἀνε-
322νεώθη πάλιν, διότι δὲν εἶχον ποῦ ἀλλοῦ νὰ στρατωνισθοῦν
323οἱ νοσοκόμοι, ἀφοῦ μάλιστα ὁ εἷς λόχος μετετέθη ὑπὸ τοῦ
324«ἐξοστρακισθέντος» πρώην διοικητοῦ τῆς διλοχίας εἰς τόπον,
325εἰς ὃν δὲν δύνανται νὰ κατοικήσουν οὐδὲ κτήνη.
326Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν τὸν λόγον, δι’ ὃν ἔρχεται νὰ διασύρῃ
327τὴν ὑπόληψιν τῶν συναδέλφων του ἐνταῦθα ὁ κ. Σταυρό-
328πουλος, καὶ νὰ μᾶς παραστήσῃ ὡς ὁμάδα ἀνθρώπων ἀνταλ-
329λασσόντων συμφέροντα καὶ πωλούντων τὰς συνειδήσεις
330των. Κρίνω περιττὸν νὰ προσθέσω ἄλλο τι.
331§25ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ἐθεώρησε πολὺ ἁπλοῦν ὁ κ.
332Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Βεβαίως τοὺς παρασημο-
333φορηθέντας εὑρίσκει τις ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῇ, Κυβερνή-
334σεως», ἀλλὰ τοὺς μὴ παρασημοφορηθέντας ποῦ θὰ τοὺς
335εὕρῃ; Θέλω τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τὰ ὀνόματα καὶ
336τὴν ποιότητα, καὶ θὰ ἴδωσιν, ὅτι ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ
337δὲν ἐπαρασημοφορήθησαν, διότι δὲν ἀνῆκον εἰς τὴν φατρίαν.
338Ὡς πρὸς τὸν κ. Μακρυγιάννην, λέγω τὸ ἑξῆς. Ὑπάρ-
339χει εἷς ὅρος εἰς τὸ συμβόλαιον, καθ’ ὃν, ἅμα μειωθῇ ἡ
340δύναμις τοῦ στρατοῦ ἐπὶ ὡρισμένον ἀριθμὸν, δικαιοῦται ἡ
341ἐπιτροπὴ νὰ ἀπόσχῃ τῆς μισθώσεως. Συνεπείᾳ λοιπὸν τοῦ
342ἐπελθόντος γεγονότος τῆς μειώσεως τῆς δυνάμεως, ὁ σωμα-
343τάρχης ἐδήλωσεν εἰς τὸν ἐκμισθωτὴν, ὅτι δὲν τῷ χρησι-
344μεύει πλέον τὸ οἴκημα...
345§26ΠΑΧΥΣ. Δὲν τῷ ἦτο ἐπιτετραμμένον αὐτό.
346§27ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ... Εἰδοποιεῖ λοιπὸν ὁ Διοικητὴς,
347—διότι εἶχε τοιαύτην ἐντολὴν ἐκ τοῦ συναλλάγματος τῆς
348μισθώσεως,—ὅτι τὸ οἴκημα τὸ μισθωθὲν δὲν τῷ ἀναγκαιοῖ
349πλέον, καὶ τὸ ἐγκαταλείπει ἀπὸ σήμερον· καὶ οὕτω πως
350τὸ Δημόσιον ἀπηλλάγη τοῦ μισθώματος.
351Μετὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ, κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς
352τῶν Στρατιωτικῶν ἀπαντᾷ εἰς τὸν Διοικητήν: «Εἶσαι
353ἀναρμόδιος! δὲν ἔπρεπε νὰ ἀκυρώσῃς»· καὶ ἐπειδὴ, λέγει
354ὁ κ. Ὑπουργὸς, χρειάζεται τὸ μισθωθὲν, διατάσσει νὰ πλη-
355ρόνηται τὸ μίσθωμα! Καὶ τὸ σπῆτι εἶναι κενὸν ἀκόμη,
356καὶ τὸ Δημόσιον πληρόνει τὸ μίσθωμα!
357Αὐτὰ, Κύριοι, θὰ ἀποδειχθοῦν ἐκ τῶν ἐγγράφων.
358§28ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς
359βαρεῖαν μομφὴν ἐξήνεγκε κατὰ πάντων τῶν καθημένων εἰς
360τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν δεξιάν). Ὁ κύριος
361Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι πάντες, σχεδὸν πάντες οἱ παρακαθή-
362μενοι ἐν τῇ δεξιᾷ, παρακάθηνται λόγῳ συμφερόντων προ-
363σωπικῶν, ἤ, κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ φράσιν, χάριν ῥουσφε-
364τολογικῶν. Κρίνει ἐκ τῶν ἰδίων τὰ ἀλλότρια· νομίζει,
365ὅτι ἡμεῖς παρακαθήμεθα ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ... (δια-
366κοπαί).
367§29ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ....
368§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν κ. Σταυρόπουλον). Μὴ
369διακόπτετε! Σᾶς δὲν σᾶς διέκοψε κἀνείς.
370§31ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ διέκοψαν 50.
371§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεσθε καὶ ὑβρίζετε ἑκατὸν Βου-
372λευτάς!
373§33ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ....
374§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε κάτω!
375§35ΣΤΑΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐνόμισεν, ὅτι παρασυρόμεθα
376ἡμεῖς, ὡς ἐκεῖνος παρεσύρθη ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης πρὸς
377ἐκείνην ὑπὸ τῶν Κοροβεσείων ὑδάτων· ἐνόμισεν ὅτι καὶ
378ἡμεῖς ἠδυνάμεθα νὰ ἀγώμεθα ἐκ τῶν συμφερόντων ἡμῶν
379καὶ νὰ παρακαθήμεθα εἰς ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν πτέρυγα,
380ὡς ἐκεῖνος. (Θόρυβος).
381§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τὰ προσωπικά.
382§37ΣΤΑΗΣ. Διὰ προσωπικῶν ἀπαντῶ εἰς τὰ προσωπικά·
383Δὲν ἀπεστάλημεν ὑπὸ τῆς πατρίδος ἡμῶν, ἵνα ἐξυπη-
384ρετήσωμεν συμφέροντα εἰς τὴν κρίσιμον ταύτην περίστασιν,
385ἤλθομεν ἵνα ἀρχὰς μόνον ὑπηρετήσωμεν· ἀλλ’ ἀτυχῶς ἐκεῖ-
386νοι, παρὰ τῶν ὁποίων ἀνεμένομεν τὸ παράδειγμα, ἀκρι-
387βῶς τὸ ἐναντίον μᾶς διδάσκουσι· καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ
388Βουλευτηρίου μόνον τὸ ἴδιον αὐτῶν συμφέρον ὁδηγεῖ αὐτοὺς
389εἰς τὰς πράξεις καὶ τὰς κατ’ ἰδίαν καὶ τὰς κοινάς.
390§38ΧΟΪΔΑΣ. Τηλεγράφημα ὑπογεγραμμένον ὑπὸ πολ-
391λῶν πολιτῶν Ἀχαΐας καὶ ἀπευθυνθὲν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον
392τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν
393καὶ Στρατιωτικῶν, ἀπηυθύνθη καὶ πρὸς ἡμᾶς χθὲς τὴν
394νύκτα. Οἱ τηλεγραφοῦντες παραπονοῦνται, ὅτι συνεδριά-
395ζοντος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Δύμης, προ-
396κειμένου ν’ ἀποφασισθῇ ἡ διαίρεσις τοῦ δήμου, πολλοὶ πολῖ-
397ται συνῆλθον ἡσύχως ὑπὸ τὸ δημοτικὸν κατάστημα, ἐνδια-
398φερόμενοι περὶ τῆς διαιρέσεως τοῦ δήμου, καὶ δι’ ἐπιτρο-
399πῆς παρέστησαν πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς διοικητικῆς
400ἀρχῆς, — ὅστις, ἄγνωστον πῶς, παρευρίσκετο κατὰ τὴν συνε-
401δρίασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, — τὴν ζημίαν, ἥτις θὰ
402γείνῃ ἐκ τῆς διαιρέσεως. Τὴν εἰρηνικὴν ταύτην καὶ νόμι-
403μον συνάθροισιν ὁ ἐνωμοτάρχης Ράντος, ἄνευ διαταγῆς,
404ἠθέλησε νὰ διαλύσῃ, καὶ προχειρότερον τρόπον πρὸς τοῦτο
405εὗρε τὸ μέσον τῆς ἐπιθέσεως κατὰ τῶν ἡσύχως συναθροι-
406σθέντων πολιτῶν. Τὸ ζήτημα τῆς διαιρέσεως τοῦ δήμου ἢ
407ὄχι βεβαίως δὲν ἐξαρτᾶται μόνον ἐκ τῆς ἀποφάσεως τοῦ
408Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ μετ’ αὐτὴν ἐξ ἀνωτέρας
409ἀρχῆς, ἥτις θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ὅλα, πρὶν ἢ ἀποφασίσῃ
410τὴν διαίρεσιν. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου
411λαμβάνω ἀφορμὴν κυρίως νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Κυβέρ-
412νησιν, ὅτι πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ δήμου
413ἐκείνου, καὶ μέτρα ἀνάλογα κατὰ τῆς στάσεως τῶν ἀρχῶν
414τοῦ τόπου, αἵτινες ἀπό τινος χρόνου εὑρίσκονται ἐντελῶς ἐκτὸς
415τοῦ νόμου. Δὲν εἶναι πολλαὶ ἡμέραι, καὶ ὁ εἰρηνοδίκης ἐκεῖ
416ἐκδίδει διαταγὴν πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ἀρχὴν, ὑπὸ τὸν
417τύπον Β. Διατάγματος, καὶ διατάσσει τὸν ἀποσπασματάρχην
418νὰ ἐπιτεθῇ. Ἕνεκα τούτου μάλιστα, ὡς ἔμαθον, ὁ Εἰσαγγε-
419λεὺς ἐπρότεινε τὴν ἀπόλυσιν τοῦ δικαστικοῦ τούτου ὑπαλ-
420λήλου, καὶ ἐπεθύμουν νὰ μάθω, τί ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
421Δικαιοσύνης ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς προτάσεως. Εἰς τὴν ὑπόθε-
422σιν, περὶ ἧς παρεπονέθη διὰ τηλεγραφήματος ὁ Ζερδεβᾶς,
423ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ διέταξεν αὐθαιρέτως τὴν κατεδάφισιν
424τῆς οἰκοδομῆς ἐπὶ τοῦ ὑπολοίπου ἐκ τοῦ ἀποζημιωθέντος
425οἰκοπέδου του. Εἰς τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
426ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔγγραφα τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ὑπάρ-
427χει ἔγγραφον τοῦ νομομηχανικοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Ζερδε-
428βᾶς προσεκλήθη ἐντὸς προθεσμίας νὰ καταστήσῃ ἄρτιον τὸ
429ὑπολειφθὲν αὐτῷ οἰκόπεδον· ἀλλὰ πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς
430προθεσμίας, βιαίως καὶ αὐθαιρέτως κατεδαφίζεται τὸ ὑπ’
431αὐτοῦ ἐγερθὲν οἰκοδόμημα. Παρατηρεῖτε λοιπὸν, ὅτι σειρὰ
432περιστατικῶν ἀποδεικνύει τὴν κατάστασιν τῆς κωμοπόλεως
433ἐκείνης, καὶ ὅτι ἕκαστος ἐκεῖ κάμνει ὅ,τι θέλῃ. Παρακαλῶ
434λοιπὸν νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τοιαύτην ἔκρυθμον κατάστασιν.
435§39ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ
436ζητήσω πληροφορίας περὶ τοῦ εἰρηνοδίκου, καὶ θὰ σᾶς
437ἀπαντήσω.
438§40Θ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ.
439Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ καὶ καταθέσῃ
440εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρωτόκολλον ἐκτιμήσεως καὶ καταμε-
441τρήσεως τοῦ οἰκοπέδου, ἐξ οὗ θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ὁ Ζερ-
442δεβᾶς, ὢν γραμματεὺς τῆς Ἀστυνομίας, ἐπλαστογράφησε
443τὸ πρωτόκολλον· διότι τὸ ὅλον οἰκόπεδον συνέκειτο ἐκ πή-
444χεων 350, ἀπέμειναν δὲ μόνον πήχεις 70, καὶ ἐξετιμήθη
445ἀντὶ 8,000 δραχμῶν, εἰς τιμὴν δηλαδὴ, εἰς ἣν οὔτε εἰς
446τὸ Boulevard des Italiens ἐν Παρισίοις δὲν πωλοῦνται
447τὰ οἰκόπεδα (ἱλαρότης). Αἱ ἀπομένουσαι λοιπὸν 70 πή-
448χεις ἀνήκουσιν εἰς τὸν δῆμον.
449§41ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν ἐνθυμεῖται ἢ δὲν ἦτο παρὼν ὁ ἀξιότι-
450μος συνάδελφος, ἄλλως θὰ ἐγνώριζεν, ὅτι ἐγὼ ἐζήτησα ἐκτὸς
451τοῦ πρωτοκόλλου καὶ σχεδιάγραμμα ἀκόμη, ἵνα ἀποδει-
452χθῇ, ἐὰν τὸ ἀπομένον ἦναι τεμάχιον.
453§42ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἀνήκει εἰς τὸν δῆμον.
454§43ΧΟΪΔΑΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν γνωρίζω διάταξιν τοῦ
455νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κύριος μὴ ἀρτίου οἰκοπέδου ἀπόλ-
456λυσι τοῦτο ὑπὲρ τοῦ δήμου, καὶ οὔτε δύναμαι νὰ εὐχαρι-
457στήσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον διὰ τὴν ἀνακάλυψιν.
458Κατὰ τὸν νόμον, ὁ κύριος τεμαχίου προσκαλεῖται ἐντὸς
459προθεσμίας νὰ καταστήσῃ τοῦτο ἄρτιον, ἄλλως προσκτᾶ-
460ται τοῦτο ὁ γείτων. Ὁ Ζερδεδᾶς παραπονεῖται, ὅτι πρὶν ἢ
461καταστήσῃ ἄρτιον τὸ ὑπολειφθὲν αὐτῷ οἰκόπεδον, τοῦ
462ἀφαιρεῖται· καὶ περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Θὰ κατατεθῇ καὶ
463τὸ σχεδιάγραμμα, καὶ θ’ ἀποδειχθῇ ἀκριβῶς τί συμβαίνει.
464§44ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κα-
465τέθεσα χθὲς ἔγγραφά τινα διὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἐκ
466τῶν ὁποίων ἐπείσθην, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ οἰκίας ἀγορασθεί-
467σης ὑπὸ τοῦ δήμου καὶ διαταγῇ τῆς ἀρχῆς κατεδαφισθεί-
468σης. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε συμπληρωματικά τινα ἔγ-
469γραφα, ὑπεσχέθην δὲ ὅτι ἀμέσως ἤθελον διατάξει, ὅπως
470μοὶ ὑποβληθῶσι. Τοῦτο ἔπραξα, καὶ μόλις τὰ λάβω, θέλω
471τὰ καταθέσει, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ δυνηθῶσιν οἱ δύο κύ-
472ριοι Βουλευταὶ νὰ λύσωσι τὸ ζήτημα, τὸ χωρίζον αὐτοὺς
473(ἱλαρότης).
474Ὅσον ἀφορᾷ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότι-
475μος κ. Βουλευτὴς ὑπέβαλε σχετικῶς πρὸς τὰ συμβάντα
476ἐν τῷ δήμῳ Δύμης, πλεῖστα τηλεγραφήματα ἐλάβομεν
477περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, τῆς διαιρέσεως δηλ. τοῦ δήμου.
478Ἡ μόνη ἐνέργεια, ἡ ὁποία ἐγένετο, ἦτο νὰ προκληθῇ τὸ
479Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἵνα ἐκφέρῃ γνώμην περὶ τῆς διαι-
480ρέσεως. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἠδύνατο νὰ ἐκφέρῃ οἱαν-
481δήποτε ἤθελε γνώμην, δὲν ἠδύνατο ὅμως ἡ γνώμη αὕτη
482νὰ ἐπιτύχῃ τὴν διαίρεσιν τοῦ δήμου· τοῦτο ἀνήκει εἰς
483ἄλλην ἀρχὴν, ὡς γινώσκετε. Ἀλλὰ τὸ Δημοτικὸν Συμ-
484βούλιον προσεκαλεῖτο οὐ μόνον ὅπως ἐκφράσῃ γνώμην,
485περὶ διαιρέσεως τοῦ δήμου, ἀλλὰ καὶ ὅπως ἀσχοληθῇ εἰς
486τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· διότι τὸ
487Δημοτικὸν ἐκεῖνο Συμβούλιον δὲν ἠσχολήθη εἰσέτι εἰς τὸν
488προϋπολογισμὸν, ἡ δὲ διοικητικὴ ἀρχὴ ἐπέμενεν, ὅπως συνε-
489δριάσῃ πρὸς ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπληροφορήθην
490δὲ διὰ τηλεγραφήματος, παρὰ πολιτῶν τινων τοῦ δήμου
491Δύμης ἀποσταλέντος, ὅτι ὁ Νομάρχης ἐσκόπει νὰ μεταβῇ
492εἰς τὸν δῆμον Δύμης καὶ παραστῇ εἰς τὴν συνεδρίασιν τοῦ
493Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ὑπέμνησα τότε εἰς τὸν Νομάρχην,
494ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ δημοτικοῦ νόμου δὲν ἐπιτρέπουσι
495τοῦτο, ἔλαβον δ’ ἀργότερον ἕτερον τηλεγράφημα, δι’ οὗ
496ἀνεκοινοῦτο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἀντιπρόσωπός τις τοῦ
497Νομάρχου εὑρίσκετο εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου. Ἐζή-
498τησα πληροφορίας περὶ τούτου, καὶ ὁ Νομάρχης μοὶ ἀπήν-
499τησεν, ὅτι δὲν ἔλαβε μέρος εἰς τὴν συνεδρίασιν ὁ ἀντιπρό-
500σωπος αὐτοῦ, καὶ ὅτι παρεμορφώθησαν τὰ γεγονότα· προσ-
501θέτει δὲ διὰ τοῦ τηλεγραφήματος, ὅτι δι’ ἐγγράφου του
502ἐκτενοῦς θέλει ἀναφέρῃ τὰ συμβάντα. Μόλις λάβω τὸ ἔγ-
503γραφον, θέλω ἴδει, ποία θὰ ᾖναι ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουρ-
504γείου, καὶ ἂν ἐπιθυμῆτε, θέλω ἀνακοινώσει ταύτην εἰς τὴν
505Βουλήν.
506§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
507(Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ
508συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ
509ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: αʹ) Περὶ ἐκποιήσεως
510κινητῶν καὶ ἀκινήτων ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν
511κτημάτων κειμένων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, καὶ βʹ) Περὶ
512παραχωρήσεως δωρεὰν ἐθνικοῦ οἰκοπέδου εἰς τὴν
513Γαλλικὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἐπέκτασιν τοῦ περιβό-
514λου τοῦ καταστήματος τῆς Γαλλικῆς Σχολῆς).
515§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
516πληρωμῆς εἰς χρυσὸν ἐσόδων τινῶν.
517Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
518§47ΣΠΥΡ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί.
519Μετὰ τὴν ψηφοφορίαν τῆς προχθὲς οὐδενὶ ἐπιτρέπεται ἤδη
520νὰ φέρῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς πολιτικῆς, ἣν ὑποδεικνύει ἡ
521Κυβέρνησις ὡς τὴν μόνην ὀρθὴν πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονο-
522μικῶν τοῦ Κράτους καὶ ἐπανάκτησιν τῆς ἐπιζήλου θέσεως,
523ἣν ἡ Ἑλλὰς κατεῖχε πρὸ δεκαετίας ἐν τῇ χώρᾳ τῶν
524ἀνατολικῶν Κρατῶν τῆς Εὐρώπης. Ἐπ’ αὐτῆς γενήσεται
525εὐρεῖα συζήτησις, μετὰ τὰς συζητήσεις ἐπὶ τῶν διαφόρων
526περὶ τὰ καθέκαστα νομοσχεδίων, ὁπότε ἡ Βουλὴ, κρίνουσα
527τὴν προτεινομένην παρὰ τῆς Κυβερνήσεως πολιτικὴν πρὸς
528τὰ ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑποβαλλόμενα μέτρα, θέλει
529ἀποφασίσει συμφώνως πρὸς τὰ συμφέροντα καὶ τὴν τιμὴν
530τῆς πατρίδος ἡμῶν· διότι κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἄνευ
531ἀντιπροσώπων τιθεμένων τὸ γενικὸν συμφέρον ὑπεράνω τοῦ
532ἀτομικοῦ εἶναι ἐπιβλαβὲς εἰς τὸν τόπον· καὶ τοιοῦτο βεβαίως
533δὲν θὰ καταστήσωσι τὸ πολίτευμα ἡμῶν τὰ νῦν τοῦ Κοινο-
534βουλίου μέλη, ποδοπατοῦντα ὁλόκληρον ἐθνικὴν ἱστορίαν
535καὶ τὰ αἵματα τῶν προγόνων αὐτῶν.
536Ὁ πολιτικὸς ἡμῶν σύνδεσμος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ
537πρὸς ἀλλήλους σφυρηλατεῖται ὑπὸ τῶν συμφερόντων τοῦ
538τόπου, τῆς εὐημερίας τῶν πολιτῶν καὶ τοῦ μεγαλείου τῆς
539πατρίδος μας. Ὑπὸ τοιούτων αἰσθημάτων καὶ ἰδεῶν, πέ-
540πεισμαι, Κύριοι, ὅτι κατέχονται πάντα τὰ μέλη τοῦ Κοι-
541νοβουλίου ἡμῶν, καὶ αὐτὰ καὶ μόνα ῥυθμίζουσι τὴν θέσιν
542ἑκάστου ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Ὑπὸ τοιούτων δ’ ἰδεῶν
543ἐμφορούμενος καὶ ἐγὼ, Κύριοι, εἰσῆλθον ἁγνὸς πάσης προ-
544σωπικῆς προκαταλήψεως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ζητῶν ἐδῶ νὰ
545εὕρω τὸ ἑδώλιον ἐκεῖνο, ὃ ἡ πατρὶς μοὶ ἐπιτάττει. Καὶ διὰ
546τοῦτο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὑπερεψήφισα μόνον
547τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, ἅτινα λυσιτελῆ εὕρισκον, καὶ
548κατὰ τὴν παροῦσαν θέλετε μὲ εὕρει ἀκόλουθον τῶν ἰδεῶν
549τούτων, ἀδιάφορον πόθεν προβάλλονται αὗται.
550Ἐπεδοκίμασα τότε τὴν γενικὴν τῆς Κυβερνήσεως πο-
551λιτικὴν, οὐχὶ ὅμως καὶ ὅλα τὰ προτεινόμενα αὐτῆς μέτρα,
552ὡς ἐν παραδείγματι τὸ περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, διότι
553οὐδεμία ἑτέρα θετικὴ πολιτικὴ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν
554σύνοδον ὑπεδείχθη. Εἶχον τότε ἐνώπιόν μου Πρωθυπουργὸν
555λαοπρόβλητον, ὑπισχνούμενον ἀντὶ 7,000,000 ν’ ἀποσο-
556βήσῃ τὴν ἐπαπειλοῦσαν τὸν τόπον καταστροφήν· οὐδαμό-
557θεν δ’ ἑτέρα σανὶς σωτηρίας ἐφαίνετο. Κατεψήφισα δὲ τε-
558λευταῖον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἔχω πρὸ ἐμοῦ Πρωθυπουρ-
559γὸν, ὁμολογοῦντα τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν μέσων ἐκείνων, καὶ
560παριστῶντα οὕτω τὴν τότε ὑπόσχεσίν του—ἐπιτρέψατέ
561μοι τὴν φράσιν—ὡς ἀνειλικρινῆ, ζητοῦντα δὲ σὺν τούτῳ
562καὶ ἐπαύξησιν φόρων περὶ τὰ 10,000,000 ὀνομαστικὰ,
563πραγματικὰ δὲ πολλῷ πλείονα· καὶ ἐπαύξησιν οὐ μόνον
564καταστρεπτικωτάτην εἰς τὴν παραγωγὴν τοῦ τόπου, ἀλλὰ
565καὶ ἀνωφελῆ καὶ ἄσκοπον, ὡς καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουρ-
566γὸς ἐντέχνως πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐκ τῆς θέσεως ταύτης
567ὑπέδειξεν, ἰσχυρισθεὶς τὸ δύσκολον, ἵνα μὴ εἴπω τὸ ἀδύνα-
568τον, τῆς ἀποσοβήσεως τοῦ ἐπαπειλοῦντος ὑμᾶς κινδύνου.
569Τὸ συμφέρον λοιπὸν, Κύριοι, τῆς Πολιτείας καὶ ἡ εὐ-
570δαιμονία τῶν πολιτῶν ὡδήγησαν μέχρι τοῦδε τὰς πολιτι-
571κὰς σκέψεις καὶ ἀποφάσεις μου· καὶ ταῦτα μὲ φέρουσι
572καὶ σήμερον ἐπὶ τοῦ βήματος, προκειμένου νὰ συζητηθῇ
573τὸ περὶ πληρωμῆς εἰς χρυσὸν ἐσόδων τινῶν νομοσχέδιον, ὃ
574θέλω ἐξετάσει μόνον ἐφ’ ὅσον παραβλάπτονται τὰ γενικὰ
575συμφέροντα τοῦ Κράτους· διότι δὲν πρόκειται περὶ τῆς
576Ἑπτανήσου, οὐδὲ παραπονεῖται ἡ Πελοπόννησος, ἂν ἡ ἐπ’
577αὐτῆς φορολογία ἐπαχθεστέρα ᾖναι, οὐδὲ σκέπτεται κἂν ἡ
578ὑπερήφανος Μάνη νὰ ἐγκολάψῃ εἰς τὸ πρόσωπον ὑμῶν τὸν
579τίτλον τοῦ ἀγνώμονος. Ἀμφότεραι ἐθυσίασαν καὶ αὐτο-
580διοίκησιν καὶ περιουσίας καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν ὑπὲρ τῆς
581ὅλης Ἑλλάδος εἰς τὸν βωμὸν τῆς πατρίδος ἡμῶν. Ἂν δὲ
582ὑπῆρξάν ποτε ἡ ἀκρόπολις τοῦ Ἑλληνισμοῦ, μετὰ χαρᾶς
583δέχονται σήμερον νὰ ἦναι τὸ κρηπίδωμα, ἐφ’ οὗ ὁλόκληρος
584φορολογία τοῦ τόπου νὰ στηρίζηται. Ἀλλ’ ὡς ἀντιπρόσω-
585πος τῶν μερῶν ἐκείνων, σταλεὶς ἐνταῦθα νὰ σκεφθῶ μεθ’
586ὑμῶν περὶ τῶν γενικῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ,
587ὀφείλω νὰ ὑποδείξω ἡμῖν τοὺς κινδύνους, εἰς οὓς τὸ Κράτος
588αὐτὸ ἡ προτεινομένη φορολογία θέλει ῥίψει.
589Ἡ διαφορὰ τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια
590παρουσιάζεται σήμερον ὡς ὁ μόνος κίνδυνος, καὶ τοῦτον
591ζητοῦμεν δι’ ὅλων αὐτῶν τῶν μέτρων ν’ ἀποσοβήσωμεν.
592Δυστυχῶς ὅμως διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου
593ἡ διαφορὰ κατασταθήσεται πολλῷ μεγαλειτέρα καὶ ὁ
594κίνδυνος μᾶλλον ἐπικείμενος, καὶ τοῦτο ὄχι τόσον ἕνεκα τοῦ
595νόμου, περὶ προσφορᾶς καὶ ζητήσεως, ὅσον ἐκ τοῦ φόβου,
596ὅστις καθιστᾷ πολλάκις τὴν ἐπικαταλλαγὴν πολὺ ἐπικιν-
597δυνωδεστέραν. Ὁ φόβος δ’ οὗτος κατὰ τὴν παροῦσαν περί-
598στασιν καὶ διαρκέστερος καὶ μεγαλείτερος ἔσεται διὰ τὸν ἐν
599τῷ ἐξωτερικῷ τὰ προϊόντα ἡμῶν ἐμπορευόμενον· διότι, ἐνῷ
600ἀγοράζει οὗτος παρὰ τῶν παραγωγῶν τὸ προϊὸν εἰς ἐπο-
601χήν, καθ’ ἣν καὶ τὸ ἀντίτιμον τούτου τῷ εἶναι ἄγνωστον,
602καθ’ ὃ ποικίλλει ἀπὸ τὴν στιγμὴν τῆς ἀγορᾶς μέχρι τῆς
603στιγμῆς τῆς πωλήσεως, ὡς καὶ τὸ ἀντίτιμον τοῦ φόρου,
604ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει φορολογικὸς ὅρος, ὑποχρεοῦται διὰ τοῦ
605παρόντος νομοσχεδίου νὰ ἔχῃ ἐκ τῶν προτέρων τὸν ἀναγ-
606καιοῦντα χρυσὸν καὶ διὰ τὰς ἐμπορικὰς συναλλαγάς του
607καὶ διὰ τὸν ἀπαιτούμενον φόρον. Ὑποχρεούμενος ὅμως εἰς
608ταῦτα, ἀναγκάζεται ἐκ φόβου καὶ ἐπιφυλακτικὸς λίαν νὰ
609ἦναι εἰς τὰς ἐμπορικὰς αὐτοῦ συναλλαγάς, ἵνα μὴ εὑρεθῇ
610ἐκτεθειμένος ἀπέναντι ὑποχρεώσεων, αἵτινες δύνανται νὰ
611φέρωσι τὴν πλήρη αὐτοῦ καταστροφὴν, καὶ ν’ ἀποταμιεύῃ
612κατὰ περιόδους τὸν ἀναγκαιοῦντα αὐτῷ χρυσὸν, ὡς μὴ
613γνωρίζων εἰς ποῖον ὕψος δύναται νὰ εὕρῃ τοῦτο κατὰ τὴν
614στιγμὴν τῆς ἀνάγκης του· καὶ οὕτως αὐξάνει τὴν ἐν τῇ
615ἀγορᾷ σπάνιν αὐτοῦ, καὶ δὴ καθιστᾷ μεγαλειτέραν τὴν
616νομισματικὴν διαφοράν. Ἀποταμιευόμενος ἑπομένως ὁ ἀναγ-
617καιῶν χρυσὸς, καθιστᾷ τὴν νομισματικὴν διαφοράν μεγα-
618λειτέραν καὶ πλέον ἐπαισθητὴν, ἂν καὶ τοῦτο καὶ ἄνευ
619τῆς ἀποταμιεύσεως θὰ συνέβαινε, διότι ἡ σύγχρονος παρὰ
620πολλῶν ζήτησις χρυσοῦ ἐν ἀγορᾷ, οἵα ἡ ἡμετέρα, ἀναγ-
621καίως τὴν ὑπερτίμησιν αὐτοῦ θὰ φέρῃ. Ὅθεν περιοριζομένης
622ἐκ φόβου τῆς ἐμπορικῆς συναλλαγῆς, περιορίζεται σύναμα
623καὶ ἡ παραγωγὴ, διότι καθίστανται αἱ τιμαὶ, ἕνεκα τῆς
624μὴ ὑπάρξεως ζητήσεως τοῦ προϊόντος, εὐτελέστεραι καὶ μὴ
625δυνάμεναι νὰ γαλβανίσωσι πρὸς παραγωγὴν καὶ βελτίωσιν
626τὸν παραγωγόν. Καὶ ὄντως δὲν ἔχομεν μόνον ἐκ τοῦ φόβου
627τοῦ ἐμπορευομένου ὑπερτίμησιν χρυσοῦ καὶ περιορισμὸν
628τῆς ἐμπορικῆς ἐργασίας, ἀλλὰ καὶ ὑποτίμησιν τῆς τι-
629μῆς τοῦ προϊόντος ἥτις δυστυχῶς δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς
630ζητήσεως, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς διαφορᾶς τοῦ νομίσματος· καὶ
631ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ τῆς
632προχθὲς, τὴν διαφορὰν ταύτην κατέταξεν εἰς ὄφελος τοῦ
633ἐμπορευομένου, ἐνῷ ἡ κυρίως τιμὴ σήμερον τῶν ἐξερχομέ-
634νων προϊόντων ἡμῶν ἡ διαφορὰ αὕτη εἶναι, ἄνευ τῆς ὁποίας
635ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀγωνισθῶσι ταῦτα μὲ τόσους ἀντιπά-
636λους ἰσχυροὺς καὶ μὲ τόσα συμφέροντα μεγάλων Κρατῶν.
637Ἡ ὑποτίμησις δ’ αὕτη τῆς ἀξίας τῶν προϊόντων ἔσεται
638ἀναπόφευκτος, διότι ὁ ἐμπορευόμενος, καιροφυλακτῶν τὴν κα-
639τάλληλον πρὸς ἀγορὰν χρυσοῦ στιγμὴν, δὲν θὰ ἦναι ἐλεύθερος
640νὰ κάμῃ τὴν ἐμπορικὴν αὐτοῦ συναλλαγὴν μετὰ τοῦ παρα-
641γωγοῦ ἐν παντὶ χρόνῳ, καὶ ἑπομένως ὁ παραγωγὸς ὑπο-
642χρεοῦται ἐκ τῶν μεγάλων ἀναγκῶν, αἵτινες περιβάλλου-
643σιν αὐτὸν, νὰ πωλῇ τὸ προϊὸν αὐτοῦ εἰς τὴν τιμὴν τῆς
644ἀνάγκης, καὶ τότε ἡ νομισματικὴ διαφορὰ βεβαίως ἔσεται
645ὑπὲρ τοῦ κερδοσκοποῦντος ἐμπορευομένου, καὶ οὐχὶ ὑπὲρ
646τῆς παραγωγῆς, καὶ οὕτω σὺν τῇ ὑποτιμήσει τῆς ἀξίας
647τοῦ προϊόντος καὶ τῇ ὑπερτιμήσει τοῦ χρυσοῦ θὰ ἔχωμεν
648καὶ τὴν ἐμπορικὴν κερδοσκοπίαν, ἥτις θὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὸ
649ἐμπόριον καὶ εἰς τὴν γεωργίαν τὰς αὐτὰς καταστροφὰς, ἃς
650καθ’ ἑκάστην ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις βλέπομεν. Κατὰ το-
651σοῦτον δὲ θὰ ἀποῤῥοφήσῃ τὸ ἐμπόριον ἡ κερδοσκοπία, καθ’
652ὅσον τὸ ἐμπορικὸν κέρδος, τό γε νῦν ἔχον, δὲν προκύπτει
653ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς τῆς ἀγορᾶς πρὸς τὴν τῆς πω-
654λήσεως τοῦ προϊόντος, ἀλλ’ ἐκ τῆς ποσότητος τοῦ πω-
655λουμένου ποσοῦ.
656Καὶ ἀληθῶς ἐν τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου δί-
657δεται ἀναβολή τις, οὕτως εἰπεῖν, τῆς εἰς χρυσὸν πληρω-
658μῆς δι’ ὑποσχετικῶν ἐγγράφων, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι μία χί-
659μαιρα καὶ οὐδὲν πλέον, διότι ἐξαρτᾶται αὕτη ἐκ τῆς θε-
660λήσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις δὲν δύναται παρὰ νὰ ἔχῃ
661πάντοτε ἀπόλυτον ἀνάγκην χρυσοῦ, δι’ ὃ καὶ ὁ παρὼν νό-
662μος ἐγένετο. Θὰ ἦτο δὲ ἄλλως ἀρκετὰ νόστιμον, ἐνῷ αὕτη
663εὑρίσκεται εἰς τοιαύτας οἰκονομικὰς στενοχωρίας καὶ ἔχει
664τόσην ἀπόλυτον ἀνάγκην τοῦ χρυσοῦ, νὰ μὴ ἐκπληροῖ
665τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς, ἀλλὰ νὰ δίδῃ αὐτὸν εἰς τρίτον,
666καὶ νὰ λαμβάνῃ ἀντ’ αὐτοῦ ὑποσχετικὰ ἔγγραφα. Ἐπι-
667θυμῶ μάλιστα νὰ πιστεύσω ἐνταῦθα, ὅτι τὸ δεύτερον ἄρ-
668θρον ἐτέθη ἀπροσέκτως μᾶλλον καὶ μετά τινος ἐπιπολαιό-
669τητος, διὰ νὰ ἀποφύγω τὴν σκέψιν, ὅτι τοῦτο ἔχει σκο-
670πὸν ὑστεροβουλίας· διότι ὄχι μόνον δὲν δύναται νὰ διευ-
671κολύνῃ τὸ Κράτος τοὺς ὀφειλέτας τοῦ φόρου τούτου, ἀλλὰ
672φοβοῦμαι, ὅτι θὰ εὑρίσκηται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πιέζῃ
673αὐτοὺς, διότι ἐν τῇ πιέσει ἐνυπάρχει τὸ συμφέρον τῆς Κυ-
674βερνήσεως, ὅπερ εἶναι νὰ ᾖ αὕτη ἐμπρόθεσμος εἰς τὰς ὑπο-
675χρεώσεις αὐτῆς.
676Ἔχομεν λοιπὸν οὕτω διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχε-
677δίου, Κύριοι, αὔξησιν τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, κινδύ-
678νους μεγαλειτέρους τοῦ ἐμπορίου τῆς ἐξαγωγῆς, ὑποτίμη-
679σιν τῶν τιμῶν τῶν προϊόντων, περιστολὴν τῆς παραγω-
680γῆς, καὶ ὡς κορωνίδα αὐτῶν τὸ ἐμπόριον τῆς ἐξαγωγῆς,
681τὸν μόνον πλοῦτόν μας, παραδίδομεν ἕρμαιον εἰς τὴν κα-
682κοήθη κερδοσκοπίαν.
683Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐμπεριέχει
684καὶ πληθώραν ἀνισοτήτων, διότι ἐκτὸς ἐκείνων, ἃς κατὰ
685τὴν πρώτην τοῦ νομοσχεδίου συζήτησιν ὑπέδειξεν ἡμῖν
686τρανότατα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Ράλλης,
687παρουσιάζει καὶ μίαν περίεργον ἀνισότητα, μίαν, οὕτως
688εἰπεῖν, ἐσωτερικὴν ἀνισότητα, ἥτις ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ χρό-
689νου τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου, διότι ὁ πληρονόμενος, φέρ’
690εἰπεῖν, κατὰ τὸν Αὔγουστον φόρος εἶναι διάφορος τοῦ διδο-
691μένου φόρου κατὰ τὸν Σεπτέμβριον, καὶ οὗτος τοῦ κατὰ
692Ὀκτώβριον, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ὡς ἐπίσης διάφορος εἶναι
693καὶ ὁ φόρος ὁ ἀποτινόμενος τὴν μίαν ἡμέραν τοῦ τῆς ἄλλης,
694καὶ ὁ τῆς μιᾶς ὥρας τοῦ τῆς ἑτέρας. Οὕτω δ’ ἔχομεν φό-
695ρον κυματώδη, ἴσως ἵνα τὸ σκάφος τῆς Πολιτείας κλυδω-
696νίζηται ἐπαισθητότερον, καὶ οὕτως οἱ ἐπ’ αὐτοῦ δυστυχεῖς
697θνητοὶ κατακυριεύωνται ὑπὸ δεινοτέρας ζάλης, ὡς νὰ μὴ
698ἤρκει ἡ κατέχουσα αὐτοὺς ἤδη. Μοὶ φαίνεται μάλιστα,
699ὅτι ὁ κλύδων οὗτος δὲν ἐπέτρεψεν οὐδ’ εἰς αὐτὸν τὸν κ.
700Πρωθυπουργὸν νὰ δώσῃ μεγαλειτέραν ἐπὶ τῆς συντάξεως
701τοῦ νομοσχεδίου προσοχὴν, ὥστε τοὐλάχιστον νὰ μὴ πα-
702ρουσιάζῃ τοῦτο ἐπιπολαιότητας καὶ ἄγνοιαν κοινωνικῶν
703τοπικῶν συνθηκῶν, μὴ ἐπιτρεπομένων οὐδ’ εἰς τὸν τελευ-
704ταῖον πολίτην. Ζητεῖ π.χ. χρυσόν· καὶ ἀπὸ ποίους; Ἀπὸ
705τοὺς δυστυχεῖς Λάκωνας. Καὶ ποῦ; Εἰς Ἁλμυρὸν τοῦ δή-
706μου Ἀβίας, ὅπου τρεῖς μόνον οἶκοι ὑπάρχουσιν, ἐνῷ με-
707γίστη τούτου σπάνις ὑπάρχει ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ πρω-
708τευούσῃ τοῦ Κράτους. Τίς δὲ ἐκεῖ θὰ δώσῃ αὐτὸν τούτῳ;
709ἢ τίς θὰ πείσῃ τὸν πτωχὸν ἐκεῖνον γεωργὸν, τὸν ἐπὶ
710τοῦ ἡμιόνου του μεταφέροντα πρὸς πώλησιν τὴν ἐλαχίστην
711ποσότητα τῶν προϊόντων, ἅτινα μετὰ μεγάλους κόπους
712καὶ κινδύνους ἡ βραχώδης καὶ ἄγονος γῆ τῆς Μάνης
713παρῆξεν αὐτῷ, εἰς τὴν τῶν Καλαμῶν ἀγορὰν, ἵνα διὰ
714τοῦ γλίσχρου ἀντιτίμου, ὃ ἐξ αὐτοῦ θὰ λάβῃ, συντηρήσῃ
715τὴν λιμώττουσαν οἰκογένειάν του, τίς, λέγω, θὰ πείσῃ
716αὐτὸν, ὅτι ὁ χρυσὸς, ὃν ὀφείλει νὰ δώσῃ ἐκεῖ ὡς φόρον, τὴν
717μίαν ἡμέραν ἔχει διάφορον ἀξίαν παρὰ τὴν ἄλλην ἡμέραν,
718καὶ δὲν γίνεται αὐτῷ κατάχρησις; Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Πρω-
719θυπουργὸς δὲν θὰ ἐπρόσεξε πολὺ εἰς τὸ τόσον σπουδαῖον
720αὐτοῦ φορολογικὸν νομοσχέδιον, ἐκτὸς ἐὰν ἐσκέφθη νὰ κατα-
721στήσῃ τὸν Ἁλμυρὸν χρηματιστήριον τῆς Πελοποννήσου,
722ὡς κατέστησε τὴν Ἑλλάδα χρηματιστήριον τῆς Ἀνατολῆς!
723Δὲν θέλω, Κύριοι νὰ κουράσω ὑμᾶς, ἐπαναλαμβάνων
724ὅσα, πειστικώτατα καὶ λίαν εὐφραδῶς ἀγορεύσαντα κατὰ τῆς
725ἐπιψηφίσεως τοῦ ἐπιβλαβοῦς τούτου νομοσχεδίου, ἐξέχοντα
726μέλη τοῦ ἡμετέρου Κοινοβουλίου σᾶς εἶπον περὶ τῆς ἀνισό-
727τητος αὐτοῦ, διότι θὰ ἐπιβαρύνηται δι’ αὐτοῦ μᾶλλον ὁ πτω-
728χὸς λαὸς τοῦ πλουσίου, καὶ περὶ τῆς ἀλυσιτελείας αὐτοῦ, καὶ
729περὶ τοῦ συναγωνισμοῦ τῆς Πολιτείας πρὸς τοὺς πολίτας, καὶ
730περὶ τοῦ ἐγωϊστικοῦ τῆς Πολιτείας τρόπου, ἢ περὶ τοῦ ἐξευ-
731τελισμοῦ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου,
732τοῦ μόνου νομίσματος αὐτῆς. Οὐδὲ τὴν παράβασιν ὑπομι-
733μνήσκω ὑμῖν ῥητῶν συμφωνιῶν τοῦ Δημοσίου πρὸς τρί-
734τους, ἣν ἐπισήμως καταγγέλλει ἡ Ἐθνικὴ ἡμῶν Τράπεζα,
735οὐδ’ ὅτι τὸ οὕτως εἰσπραττόμενον ποσὸν εἶναι ἀσήμαντον
736ἐντελῶς ἀπέναντι τοῦ ὅσου ἀνάγκην ἔχομεν, ὅπερ καὶ
737αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίωσεν’ οὐδὲ νὰ ἀναμίξω
738ζητήματα, ἅτινα ἀνήκουσιν εἰς τὴν περὶ τῆς ἐν γένει οἰ-
739κονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους συζήτησιν. Παρα-
740τρέχων ὅμως αὐτὰ ὡς παρ’ ἄλλων κρειττόνων ἐμοῦ κα-
741λῶς διϋλισθέντα, δὲν δύναμαι, περαίνων τὰς ἐμὰς σκέψεις
742ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἰμὴ νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ
743φόρου ἐμπειρικοῦ, ἀνίσου, βλαβεροῦ, καὶ νὰ ἐπιστήσω ἐπὶ
744τούτου τὴν προσοχὴν ὑμῶν, ἐπικαλούμενος πρὸς τοῦτο τὴν
745φιλοπατρίαν ὑμῶν, τὸν ὅρκον, ὃν ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου
746ἐδώκατε, καὶ τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τὸν λαὸν καθῆ-
747κόν σας.
748§48ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀντηχοῦσιν ἀκό-
749μη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οἱ σοβαροὶ λόγοι, οἵτινες ἐλέ-
750χθησαν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης καὶ
751ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης κατὰ τὴν αʹ καὶ κατὰ τὴν βʹ
752συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ πληρωμῆς εἰς χρυσὸν τῶν
753ἐξαγωγικῶν τελῶν τῶν ἐγχωρίων προϊόντων, ἀντηχοῦσιν
754ἀκόμη αἱ διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, κατὰ τὰς
755ὁποίας τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὡς φορολογικὸν, δὲν
756ἔπρεπε νὰ χωρισθῇ καὶ ἀπομονωθῇ ἀπὸ τοῦ ὅλου οἰκονο-
757μικοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ κατὰ τὰς ὁποίας ἡ
758συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου ὤφειλε νὰ προσαρτηθῇ εἰς τὴν
759γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους,
760διότι, καθ’ ἃ διεβεβαίου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀναπτύσσων
761τὰς ἰδίας αὑτοῦ σκέψεις, τὰ φορολογικὰ μέτρα τῆς Κυβερ-
762νήσεως μεμονωμένα δὲν ἀποτελοῦσιν αὐτοτελές τι ὅλον,
763ἀλλ’ εἶναι μέρη ἀναπόσπαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ, μέρη
764τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται μονομερῶς νὰ συζητηθῶσι καὶ ἐξε-
765λεγχθῶσι. Φαίνεται δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ συμμερίζεται τὴν
766γνώμην ταύτην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐν μέρει, καὶ ἀνα-
767βάλλει τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων καθ’
768ἣν ἐποχὴν θέλει εἰσαχθῆ καὶ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς
769τοῦ Κράτους. Μ’ ὅλον τοῦτο ἐγὼ, λαμβάνων τὸν λόγον ἐπὶ
770τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐκ δύο ὁρμῶμαι αἰτιῶν.
771Πρῶτον φρονῶ, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
772λέγων, ὅτι τὸ φορολογικὸν νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου πρό-
773κειται σήμερον ἡ ἐπιψήφισις, δὲν πρέπει νὰ συζητηθῇ ἐν
774μονομερείᾳ, ἀλλὰ νὰ προσαρτηθῇ ἡ συζήτησις αὐτοῦ εἰς
775τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· διότι φρονῶ, ὅτι, ἀνα-
776βαλλομένης τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν κατὰ μέρος φορολο-
777γικῶν νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως, παραβιάζονται αἱ
778διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, καὶ ἀναιρεῖται τὸ
779δικαίωμα, ὅπερ ἔχει ἡ Βουλὴ, ὅπως ψηφίζῃ τὰ εἰς αὐτὴν
780ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια μετὰ τὴν πεφωτισμένην κρίσιν,
781ἣν ἤθελε σχηματίσει ἐκ τῆς ἐπ’ αὐτῶν συζητήσεως, ἀφοῦ
782προτάσσονται τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ πρὸς αὐτὸν συνδεό-
783μενα νομοσχέδια, καὶ ἡ Βουλὴ θὰ εὑρεθῇ κατὰ τὴν συζή-
784τησιν αὐτοῦ ἀπέναντι ἐψηφισμένων ἤδη νόμων, ἐφ’ ὧν δὲν
785δύναται νὰ ἐπανέλθῃ. Καὶ δὲν λέγω μὲν ἀπολύτως, ὅτι
786ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν δύναται νὰ γείνῃ γενικὴ συ-
787ζήτησις, περιλαμβάνουσα καὶ πάντα τὰ λοιπὰ φορολογικὰ
788μέτρα τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι γενικώτερον σκο-
789πὸν ἔχει ἡ συζήτησις ἐκείνη περὶ τῆς ὅλης οἰκονομικῆς καὶ
790πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι ἓν ἕκαστον νομοσχέδιον
791ἰδιαιτέρως καὶ κατὰ μέρος δύναται νὰ ἐξετασθῇ, καὶ ἐπι-
792τρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συζητήσῃ αὐτὸ καὶ νὰ ἐξε-
793τάσῃ ἐκ τῶν προτέρων τὸ δίκαιον, τὴν βασιμότητα καὶ
794τὰς συνεπείας, ἃς θὰ ἔχῃ. Ἀλλὰ καὶ ἕνεκα ἑτέρου λόγου
795κύριοι Βουλευταί, λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου
796τούτου. Λαβὼν τὴν ἐντολήν μου ἐξ ἐπαρχίας τὰ μάλιστα
797σταφιδοφόρου, αἰσθάνομαι ἐν ἐμαυτῷ ἐπιτακτικὴν τὴν ἀνάγ-
798κην, ὅπως διαμαρτυρηθῶ κατὰ νομοθετικοῦ μέτρου, οὗ ἡ
799ἐφαρμογή, πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι θὰ ἔχῃ ὀλεθρίας συνεπείας
800εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ εἰς τὴν παραγωγὴν τοῦ τόπου, πρὸ
801πάντων δὲ εἰς τὴν παραγωγὴν τῆς σταφίδος, τοῦ μόνου
802τούτου ἐθνικοῦ προϊόντος, διὰ τοῦ ὁποίου εἰσάγεται τὸ
803πλεῖστον μέρος τοῦ ξένου χρήματος ἐν Ἑλλάδι.
804Δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅτι διὰ τοῦ
805ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἀφεύκτως θὰ προέλθῃ ὑπερβο-
806λικὴ ἀνατίμησις τοῦ συναλλάγματος, ἀνατίμησις μάλιστα
807εἰς βαθμὸν, τὸν ὁποῖον οὐδεὶς ἀπὸ τοῦδε δύναται νὰ προΐδῃ,
808διότι τὸ θέμα τοῦτο μετὰ περισσῆς ἐναργείας ἐπραγμα-
809τεύθη προχθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος Βουλευτής, καὶ
810ἀπέδειξε τοῦτο, προτοῦ ἀκόμη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ποιή-
811σηται τὴν σχετικὴν ὁμολογίαν του πρὸς τὴν Βουλήν. Καὶ
812δὲν ἠδύνατο βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἢ νὰ συμφωνήσῃ
813μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ, διότι ἐν τῇ
814περιστάσει ταύτῃ δύο οὐσιώδη καὶ σοβαρὰ αἴτια θὰ συν-
815τρέχωσιν ἐν τῷ μέλλοντι, ὅπως τὸ συνάλλαγμα ἀνατι-
816μηθῇ· ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἄρνησις πάσης ἐμπιστοσύνης ἐκ μέ-
817ρους τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸ κυκλοφοροῦν ἀναγκαστικῶς πι-
818στωτικὸν νόμισμα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ σύγχρονος καὶ ἀθρόα
819ζήτησις χρυσοῦ ἐκ μέρους τῶν ἐμπόρων, ἰδίως κατὰ τοὺς
820φθινοπωρινοὺς μῆνας, κατὰ τοὺς ὁποίους γίνεται τὸ πλεῖ-
821στον μέρος τῆς ἐξαγωγῆς τῶν ἐγχωρίων προϊόντων, καὶ
822ἰδίως τῆς σταφίδος καὶ τῶν σύκων.
823Ἀλλ’ ἀγορεύων προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐδήλωσε
824πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις αὐτοῦ· εἶπεν ὅτι θεωρεῖ δί-
825καιον, ἐκεῖνος ὅστις ἐξάγει ἐγχώριον προϊόν καὶ εἰσπράττει
826τὸ τίμημα αὐτοῦ εἰς χρυσὸν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, νὰ φορο-
827λογηθῇ καὶ νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον εἰς χρυσόν· εἶπεν ἐπίσης,
828ὅτι δὲν βαρύνεται τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ παραγωγή, διότι δὲν
829ἀφαιροῦμεν μέρος τῶν κεφαλαίων, ἀλλ’ ἀφαιροῦμεν μέρος
830ἐκ τῶν κερδῶν τοῦ ἐμπόρου. Ἐγὼ ὅμως, Κύριοι, καὶ ἐπὶ
831τῶν δύο τούτων γνωμῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἔχω διάφο-
832ρον γνώμην. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ ἔμπορος ὁ ἐξάγων ἐγχώ-
833ρια προϊόντα εἰσπράττει τὸ χρῆμα αὐτοῦ εἰς χρυσόν· ἀλλ’
834εἶναι ἐπίσης γνωστόν, Κύριοι, ὅτι ὁ ἔμπορος, προβαίνων εἰς
835τὰς πράξεις τῶν ἀγορῶν καὶ πωλήσεων αὐτοῦ, λαμβάνει
836πάντοτε ὑπ’ ὄψει τὴν τρέχουσαν ἀξίαν τοῦ συναλλάγμα-
837τος καὶ τὴν τρέχουσαν ἀξίαν τοῦ χρυσοῦ, καὶ ἐπὶ τῇ βά-
838σει ταύτῃ, καθὼς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν
839τὸ ἐμπόρευμα, ὅπερ πραγματεύεται, ἔχει ἐν ταῖς εὐρωπαϊ-
840καῖς ἀγοραῖς, ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ, λέγω, κανονίζει τὰς
841ἀγορὰς καὶ τὰς πωλήσεις του, ὁ δὲ ἔμπορος, ὁσάκις ἴδῃ,
842ὑπολογίζων τὰς περιστάσεις ταύτας, ὅτι καὶ ἐλάχιστον
843κέρδος δύναται νὰ προκύψῃ ἐκ τῶν πωλήσεων αὐτῶν, δὲν
844διστάζει νὰ προβῇ εἰς αὐτὰς, ἀλλ’ ἀγοράζει καὶ μεταπω-
845λεῖ. Ἂν λάβωμεν δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ ἐγχώρια προϊόντα
846καὶ πρὸ πάντων ἡ σταφὶς εἶναι προϊόν τοιοῦτον, τοῦ ὁποίου
847ἡ τιμὴ κατ’ ἔτος συμβαίνει ἐν Εὐρώπῃ νὰ πάσχῃ ἀπο-
848τόμους, βιαίας καὶ μεγίστας ἐνίοτε ἀνατιμήσεις καὶ ὑπο-
849τιμήσεις· ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι παρ’ ἡμῖν τὸ ἀντί-
850στοιχον ἐμπόρευμα, τὸ τοῦ συναλλάγματος, πάσχει τὰς
851αὐτὰς βιαίας καὶ ἀποτόμους ἀνατιμήσεις καὶ ὑποτιμήσεις,
852πρέπει νὰ συμπεράνωμεν ἀναγκαίως, ὅτι πολλάκις ὁ ἔμπο-
853ρος ὑπόκειται εἰς δεινὰς ζημίας καὶ μεγάλας καταστρο-
854φὰς, καὶ ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σήμερον εἶναι ἐλάχιστον
855κέρδος, αὔριον δύναται νὰ ἀποβῇ μεγίστη ζημία διὰ τὸν
856ἐμπορευόμενον τὸ προϊόν τῆς σταφίδος. Τοῦτο λοιπὸν τὸ
857κέρδος, τὸ ἐλάχιστον, τὸ ἀβέβαιον, τὸ ἀπροσδιόριστον,
858τὸ δυνάμενον ν’ ἀποβῇ μεγίστη ζημία, λέγει ὁ κ. Πρωθυ-
859πουργὸς, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ φορολογηθῇ εἰς χρυσόν. Εἶπεν
860ἐπίσης ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν ἐπιβαρύνομεν τὴν παρα-
861γωγὴν, οὐδὲ τὸ ἐμπόριον, δι’ ἀφαιρέσεως κεφαλαίων ἐκ τοῦ
862τόπου· ἐπιβαρύνομεν τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν παραγωγὴν, διό-
863τι ἀφαιροῦμεν μέρος μόνον τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον πραγμα-
864τοποιεῖ ὁ ἔμπορος. Ἀλλὰ τί ἐνόει ἆρά γε ὁ κ. Πρωθυπουρ-
865γὸς, τοιαῦτα λέγων; ἐνόει ὅτι ἡ ὀνομαστικὴ τιμὴ τῶν
866ἐγχωρίων προϊόντων εἶναι τοιαύτη ἐν ταῖς εὐρωπαϊκαῖς
867ἀγοραῖς, ὁποία εἶναι καὶ ἐν Ἑλλάδι; Ἐνόει ἆρά γε, ὅτι ὁ
868ἔμπορος κερδίζει ἀκεραίαν τὴν νομισματικὴν διαφορὰν πω-
869λῶν εἰς χρυσὸν εἰς τὸ ἐξωτερικόν; Βεβαίως ὄχι. Εἶναι γνω-
870στὸν τοῖς πᾶσιν, ὅτι ὁ ἔμπορος ἀγοράζων, ὅπως εἶπον πρὸ
871ὀλίγου, λαμβάνει πάντοτε ὑπ’ ὄψιν του τὴν διαφορὰν τοῦ
872συναλλάγματος, ὡς καὶ τὴν τρέχουσαν τιμὴν τῶν προϊόν-
873των, ἃ ἐμπορεύεται ἐν ταῖς εὐρωπαϊκαῖς ἀγοραῖς, καὶ ἐπὶ
874τῇ βάσει τῶν ὑπολογισμῶν τούτων προβαίνει εἰς τὰς πρά-
875ξεις αὐτοῦ. Ἀλλὰ τότε ποῖον εἶναι τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον
876λέγετε ὅτι φορολογεῖτε; Γνωρίζετε αὐτό; ἢ δύνασθε νὰ
877προσδιορίσητε αὐτὸ, ὅταν ἡ ὕπαρξίς του ἐξαρτᾶται ἀπὸ
878τόσον τυχαίας περιστάσεις; Τοιαῦτα λοιπὸν κέρδη, κέρδη
879τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων τούτων τοῦ ἐμπορίου
880εἶναι ὅλως ἀπροσδιόριστα, ὅλως ἀβέβαια, καὶ δυνάμεθα νὰ
881εἴπωμεν, ὅτι τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς τύ-
882χης, τοιαῦτα κέρδη, δι’ ἃ πολλοὶ ἐμπορικοὶ οἶκοι κατε-
883στράφησαν ἐν Ἑλλάδι, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει νὰ ὑπο-
884βάλῃ εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου εἰς χρυσόν. Ἡ ἐπιβολὴ
885τοῦ φόρου αὐτοῦ ἀναμφισβητήτως, Κύριοι, ἐκ τῶν σκέψεων,
886τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσα πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ ἔχῃ
887ὡς συνέπειαν ἀναγκαίαν καὶ ἀπαραίτητον δεινὰς κατα-
888στροφὰς ἐν τῷ ἔθνει. Αἱ δὲ καταστροφαὶ αὗται, κατ’ ἐμὲ,
889δὲν θὰ περιορισθῶσι μόνον εἰς τὸ ἐμπόριον τῶν ἐγχωρίων
890προϊόντων, καὶ πρὸ πάντων τῆς σταφίδος· θὰ ἐπεκταθῶσιν
891ἀναμφισβητήτως καὶ ἐπὶ τῆς παραγωγῆς αὐτῶν, διότι ὁ
892φόρος, περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι κυρίως φόρος ἔγγειος, φόρος
893ἐπιβαλλόμενος εἰς τὴν παραγωγὴν καὶ εἰσπραττόμενος ἐπὶ
894τῇ ἐξαγωγῇ τοῦ προϊόντος.
895Εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, πόσον ἡ τάξις αὕτη τῶν παρα-
896γωγῶν εἶναι δυστυχὴς, τὴν ὁποίαν σήμερον διὰ τοῦ νομο-
897σχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βου-
898λὴν, τείνομεν νὰ καταστήσωμεν δυστυχεστέραν. Εἶναι ἐπί-
899σης γνωστοὶ οἱ λόγοι, δι’ οὓς πάσχουσι καὶ διατελοῦσιν ἐν
900δυσπραγίᾳ οἱ παραγωγοί. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ καλλιέργεια παρ’
901ἡμῖν εἶναι ὅλως ἀτελὴς, καὶ ἐν τοιαύτῃ καλλιεργείᾳ δὲν
902δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν οὐδέποτε αὔξησιν παραγωγῆς, καὶ
903τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἔλλειψιν μερίμνης καὶ εἰς τὴν
904ἀδιαφορίαν, τὴν ὁποίαν αἱ ἑκάστοτε Ἑλληνικαὶ Κυβερνή-
905σεις ἔδειξαν εἰς προαγωγὴν καὶ βελτίωσιν τῆς καλλιεργείας
906παρ’ ἡμῖν καὶ εἰς αὔξησιν τῆς παραγωγῆς. Εἶναι ἐπίσης
907γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ ἔλλειψις δημοσίου ἀσφαλείας εἶναι
908εἷς ἐκ τῶν λόγων, ἕνεκα τῶν ὁποίων προσκόπτει πᾶσα τά-
909σις πρὸς πᾶσαν περαιτέρω βελτίωσιν τῆς καλλιεργείας καὶ
910τῆς παραγωγῆς. Εἶναι ἐπίσης γνωστὸν, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ
911τὴν παραγωγὴν τῆς σταφίδος, ὅτι καὶ ἄλλοι κίνδυνοι ἐπα-
912πειλοῦσι τὸ προϊόν τοῦτο, αἱ μεταβολαὶ αἱ καιρικαὶ, ὡς
913καὶ αἱ νόσοι, αἵτινες συχνὰ ἐνσκήπτουσιν εἰς τὰς σταφι-
914δαμπέλους. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι κατὰ πολλὰ ἔτη οἱ καλ-
915λιεργηταὶ σταφιδαμπέλων ἀφοῦ ἐπὶ ὅλον τὸ ἔτος ἐν ἱδρῶτι
916ἐμόχθησαν, ἐκοπίασαν, ὑπέστησαν στερήσεις καὶ αὐτοὶ καὶ
917αἱ οἰκογένειαί των, ἐναποθέτοντες τὰς ἐλπίδας των εἰς τὸ
918προϊόν των, ἔξαφνα κατὰ τὴν ὥραν ἀκριβῶς τῆς συγκο-
919μιδῆς εἶδον ὅλας ἐκείνας τὰς θυσίας, ὅλους τοὺς κόπους,
920ὅλας τὰς στερήσεις νὰ διαλύωνται εἰς καπνὸν, καὶ νὰ μα-
921ταιῶται πᾶσα ἐλπὶς αὐτῶν περὶ τοῦ προσεχοῦς ἔτους.
922Ὁμιλῶ πρὸς ἀνθρώπους πλέον παντὸς ἄλλου σχετιζομέ-
923νους πρὸς τὸν λαὸν καὶ γνωρίζοντας τὸν τρόπον καὶ τὰς
924συνθήκας, ὑφ’ ἃς ζῇ. Γνωρίζετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι καὶ ἡ
925ἔλλειψις χρηματικῶν κεφαλαίων καὶ ἡ ἐντεῦθεν τοκογλυ-
926φία μαστίζουσιν ἐπὶ πλέον τὴν τάξιν τῶν παραγωγῶν,
927καὶ ὅτι ὁ τόκος, ἰδίως κατὰ τὴν ἄνοιξιν, ὑπερβαίνει τὸ
928σύνηθες ὅριον τῶν 24% καὶ φθάνει εἰς τὰ 30 καὶ 40%.
929Ταύτην λοιπὸν τὴν τάξιν τείνομεν νὰ καταστήσωμεν
930δυστυχεστέραν. Διότι καὶ μὲ τὸν ἤδη ὑπάρχοντα φόρον δὲν
931δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ τάξις αὕτη εὐημερεῖ. Ἡ καλ-
932λιέργεια τῆς σταφίδος ἀπαιτεῖ τοιαύτας δαπάνας, ὥστε,
933ὅταν ἡ τιμὴ αὐτῆς δὲν ὑπερβαίνῃ τὰς 150 δραχμὰς, ὅπερ
934δὲν συμβαίνει συχνὰ, ἐλάχιστον κέρδος ἀπομένει εἰς τὸν
935παραγωγόν. Τὸ δὲ κέρδος τοῦτο τείνομεν ἤδη νὰ ἐκμηδενί-
936σωμεν.
937Θὰ εἶχε βεβαίως, Κύριοι, τίτλους καὶ δικαιώματα ἡ
938Κυβέρνησις ἡμῶν ἐπὶ τοῦ προϊόντος τῆς σταφίδος, εἴτε αὐτὴ
939εἴτε πᾶσαι αἱ ἄλλαι Κυβερνήσεις, αἱ κατὰ διαφόρους ἐπο-
940χὰς κυβερνήσασαι τὸν τόπον, ἐὰν εἶχον ἐπιδείξει τὴν πατρι-
941κὴν ἐκείνην στοργὴν καὶ μέριμναν, ἣν πράγματι ὤφειλον νὰ
942ἐπιδείξωσι πρὸς τὸ καλὸν τοῦ τόπου, ἐὰν εἶχον λάβει,
943λέγω, ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέτρα, εἴτε διοικητικὰ εἴτε νομοθε-
944τικὰ, ἐκ τῶν ὁποίων δύναται νὰ προκύψῃ ἡ εὐημερία τοῦ
945τόπου, εἴτε διὰ τῆς βελτιώσεως καὶ αὐξήσεως τῆς παρα-
946γωγῆς, εἴτε διὰ τῆς ἐξευρέσεως νέων τόπων πρὸς κατανά-
947λωσιν τῶν ἐγχωρίων προϊόντων, εἴτε πρὸς ἐπίτευξιν ἀτε-
948λειῶν ἐν τῇ εἰσαγωγῇ αὐτῶν ἐν ἄλλαις χώραις. Δυστυχῶς
949ὅμως οὐδὲν τοιοῦτο μέχρι τοῦδε ἐπράχθη παρ’ οὐδεμιᾶς Κυβερ-
950νήσεως, πολλῷ δ’ ἧττον ὑπὸ τῆς τοῦ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ,
951ὅστις ἐπὶ μίαν ἤδη δεκαετίαν διευθύνει τὰ κοινά. Προχθὲς ὁ
952ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βή-
953ματος τούτου, ἐνόμισεν, ὅτι εἶχε καθῆκον ν’ ἀναλάβῃ τὴν
954ὑπεράσπισιν τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο, καὶ
955ἠθέλησε νὰ ἐπιδείξῃ ἡμῖν τοὺς τίτλους καὶ τὰ δικαιώ-
956ματα τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ προϊόντος τῆς σταφίδος.
957Καὶ εἶπεν ἡμῖν, ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐνεστῶσαν ὀφεί-
958λομεν τὴν συνθήκην, ἣν ἔχομεν μετὰ τῆς Ἀγγλίας, καὶ τὴν
959ἀτέλειαν ἐν Ἀμερικῇ, τὴν συνθήκην πρὸ πάντων μετὰ τῆς
960Ἀγγλίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ εἰσαγωγικὸς δασμὸς ἐν Ἀγ-
961γλίᾳ τοῦ προϊόντος τῆς σταφίδος ἠλαττώθη ἐσχάτως ἀπὸ
9627 σελλινίων εἰς 2. Ἀλλ’ εἰς τοὺς λόγους τούτους τοῦ κ. ἐκ
963Καλαβρύτων Βουλευτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐσιώπα, καὶ δὲν
964ἠδύνατο παρὰ νὰ σιωπήσῃ. Ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βου-
965λευτὴς ἐπεδείκνυε τὴν μείωσιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ
966ἐν Ἀγγλίᾳ ὡς κατόρθωμα καὶ ὡς θρίαμβον τῆς Κυβερνή-
967σεως. Ἀλλ’ ἐὰν πράγματι ὑπῆρχε θρίαμβος καὶ κατόρ-
968θωμα, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θὰ παρέλειπε νὰ ἐπιδείξῃ
969τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ περὶ τοῦ ὅτι ἡ μείωσις τοῦ
970δασμοῦ δὲν εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὀφείλεται
971ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς τοπικοὺς λόγους καὶ ἀποβλέπει εἰς
972προστασίαν τῶν ἀγγλικῶν συμφερόντων, ἔχομεν, Κύριοι, τὴν
973ἐπίσημον καὶ ἀναμφισβήτητον ὁμολογίαν αὐτοῦ τοῦ κ.
974Πρωθυπουργοῦ. Ἰδοὺ τί ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1888
975ἐπ’ αὐτοῦ ἀκριβῶς τοῦ ζητήματος τῆς προστασίας τῆς
976σταφίδος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν (ἀνα-
977γινώσκει):
978«Ὡς πρὸς τὴν κατάργησιν ἢ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐν
979Ἀγγλίᾳ τέλους, ἐγένετο παρατήρησις πρὸ ὀλίγου καὶ ἐῤ-
980ῥήθη, ὅτι θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ
981ἐπεδίωκε τὴν δι’ ἀνταλλαγμάτων ἐπίτευξιν τῆς ἐλαττώ-
982σεως ἢ τῆς καταργήσεως, ἀλλ’ ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς
983Ἀγγλίας δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς συνομολογήσεως ἐμπο-
984ρικῶν συμβάσεων. Τὴν ἀρχὴν τῆς παραχωρήσεως εἰς ξένα
985Κράτη δασμολογικῶν ὠφελημάτων ἀντὶ παροχῶν ὁμοίας
986φύσεως ἀποκρούει κατὰ κανόνα ἡ Ἀγγλία. Εἰς τὴν ἀντίθε-
987τον ἀρχὴν, ὑποστηριχθεῖσαν ἰδίως ὑπὸ τῆς σχολῆς τῆς Μαγ-
988κεστρίας, ἐποιήσατο ἐξαίρεσιν ἡ Ἀγγλία, διαπραγματευ-
989θεῖσα δι’ αὐτοῦ τοῦ ἡγέτου τῆς σχολῆς τῆς Μαγκεστρίας
990δασμολογικὴν σύμβασιν πρὸς τὴν Γαλλίαν. Ἀλλὰ τὸ μέ-
991γεθος τῶν ἀγγλικῶν συμφερόντων ἐν Γαλλίᾳ ἐδικαιολόγει
992τὴν ἐξαίρεσιν, ἣν ἐπηκολούθησε καὶ ἄλλη πρὸς τὴν Ἱσπα-
993νίαν, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι ὁ περιω-
994ρισμένος κύκλος τοῦ ἐμπορίου ἡμῶν θέλει πείσει τὴν Ἀγ-
995γλίαν νὰ παραδεχθῇ ἐξαίρεσιν καὶ ὑπὲρ ἡμῶν· μάτην ἄρα
996θὰ ἐπεδιώκομεν δι’ ἀνταλλαγμάτων τὴν ἐλάττωσιν ἢ κα-
997τάργησιν τοῦ ἐν Ἀγγλίᾳ δασμοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος. Ἡ
998ἐλάττωσις τοῦ δασμοῦ, ἢ μᾶλλον ἡ κατάργησις, θὰ ἐπέλθῃ
999ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς ταύτης τῆς ἀρχῆς, ἧς ἐμνήσθην,
1000καὶ καθ’ ἣν τὰ Κράτη ἐπιβάλλουσι καὶ καταργοῦσι τοὺς
1001δασμοὺς πρὸς τὸ ἴδιον συμφέρον. Ἄν ἡ Ἀγγλία καταργήσῃ
1002ποτὲ τὸν φόρον ἐπὶ τῆς σταφίδος, ὅπως ἄλλοτε τὸν ἠλάτ-
1003τωσεν ἀπὸ 16 σελλινίων εἰς 7, ἄν, λέγω, καταργήσῃ καὶ
1004τὸν νῦν κείμενον δασμὸν τῶν 7 σελλινίων, δὲν θὰ πράξῃ
1005τοῦτο ἵνα ἀποκτήσῃ ἀνταλλάγματα παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς
1006Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διότι θὰ θεωρήσῃ συμφέρουσαν εἰς
1007ἑαυτὴν τὴν κατάργησιν δασμοῦ, ἐπιβαρύνοντος τὸν
1008Ἄγγλον καταναλωτήν.»
1009§49ΦΩΤΗΛΑΣ. Καὶ ὅμως συνωμολογήθη σύμβασις ἐπὶ
1010ἀνταλλάγμασι, καὶ ἂν ἐνθυμῆσθε, διότι ἐν μεταφράσει ἀνέ-
1011γνων τὸ βιβλίον τοῦ Goshen, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονο-
1012μικῶν τῆς Ἀγγλίας, οὗτος εἶπεν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Βου-
1013λὴν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει ἀνταλλαγμάτων, τὰ ὁποῖα ἔδωκεν
1014ἡ Ἑλλὰς, συνωμολόγησε τὴν σύμβασιν, εἶπε δὲ πρὸς τὴν
1015Τουρκίαν, ζητήσασαν νὰ συνομολογήσῃ σύμβασιν ἐπὶ τοῖς
1016αὐτοῖς ἀνταλλάγμασιν, ὅτι εἶναι πλέον ἀργά.
1017§50ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποδέχομαι ταῦτα ὡς ἀληθῆ,
1018καθόσον ὑπάρχει ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν λέγει ὁ κ. Βου-
1019λευτὴς ἐκ Καλαβρύτων· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι τὸ γεγονὸς τοῦτο
1020ἔτι μᾶλλον βαρύνει τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ὡμο-
1021λόγησε διὰ τοῦ στόματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ
1022Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις οὐδέποτε ἐπὶ ἀνταλλάγμασι συνομο-
1023λογεῖ σύμβασιν, ἀλλὰ μόνον ὅταν ἐπιβάλλῃ τοῦτο τὸ συμ-
1024φέρον τῶν Ἄγγλων ὑπηκόων, καὶ ἐδέχθη νὰ συνομολογήσῃ
1025τοιαύτην σύμβασιν ἐπὶ ἀνταλλάγμασι, τὰ ὁποῖα παρεχώ-
1026ρησεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, πρὸς ζημίαν τῶν ἐθνικῶν
1027συμφερόντων, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἦτο
1028διατεθειμένη καὶ ἄνευ τοιούτων ἀνταλλαγμάτων νὰ μειώσῃ
1029τὸν δασμὸν ἐπὶ τῶν ξηρῶν καρπῶν.
1030§51ΦΩΤΗΛΑΣ. Κατὰ τὸ 1888 ἦτο κρίσις εἰς τὴν στα-
1031φίδα, ἐγένετο σφοδρὰ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, ὅλοι δὲ ἡμεῖς
1032οἱ Βουλευταὶ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ἐφωνάζομεν
1033«ἀνταλλάγματα!», καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶπεν ὁ κ.
1034Πρωθυπουργὸς αὐτά.
1035§52ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως, ἐπανα-
1036λαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, δὲν προσεδόκα τὴν μείωσιν τῶν δα-
1037σμῶν ἐξ ἀνταλλαγμάτων, ἀλλ’ ἐὰν κατωρθοῦτο ποτὲ νὰ
1038μειωθῇ ὁ δασμὸς ἐν Ἀγγλίᾳ, τοῦτο θὰ ἐγίνετο χάριν τῶν
1039Ἀγγλικῶν συμφερόντων.
1040§53ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶ-
1041πεν ὅτι ἡ αὐτὴ ἐξαίρεσις, ἡ ὁποία ἐγένετο πρὸς τὴν Γαλ-
1042λίαν, ἐγένετο καὶ πρὸς τὴν Ἑλλάδα· ἐγένετο πρὸς τὴν Γαλ-
1043λίαν λόγῳ τῆς σπουδαιότητος τῶν συμφερόντων πρὸς τὴν
1044Γαλλίαν, ἐγένετο πρὸς τὴν Ἑλλάδα λόγῳ τῆς σπουδαιό-
1045τητος τῶν συμφερόντων πρὸς τὴν Ἑλλάδα.
1046§54ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1047Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων ἐπεκα-
1048λέσθησαν τὰς ἀναμνήσεις των, θὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ ἐγὼ μίαν
1049ἀνάμνησίν μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι
1050κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ εἶχε
1051δηλωθῆ παρὰ τοῦ Ἄγγλου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν,
1052ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει κατωρθοῦτο τὸ ἰσοζύγιον τοῦ ἀγγλι-
1053κοῦ προϋπολογισμοῦ, κατὰ προτίμησιν ἤθελεν ἡ Κυβέρνη-
1054σις ἡ Ἀγγλικὴ μειώσει τὸν δασμὸν ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων
1055ξηρῶν καρπῶν ἐν Ἀγγλίᾳ, συνεπῶς καὶ τὸν δασμὸν ἐπὶ
1056τῆς σταφίδος ἐξ οἰκείας θελήσεως, ἄνευ συμβάσεως, ἄνευ
1057ἀνταλλαγμάτων καὶ ἀσχέτως πρὸς πᾶσαν ἐπὶ τούτῳ ἐνέρ-
1058γειαν· καὶ πράγματι εἶχεν ἤδη μειώσει τὸν δασμὸν τοῦτον
1059πρὸ τῆς συμβάσεως.
1060§55ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀφοῦ ἔχετε ἐνώπιόν σας τὴν δήλωσιν
1061τὴν αὐθεντικὴν αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διακηρύξαν-
1062τος τότε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι ἀφ’ ἡμῶν οὐ-
1063δόλως ἐξηρτᾶτο, ὅπως ἐπιτύχωμεν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ
1064εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ ὅτι, ἐὰν θὰ προέβαινεν
1065εἰς αὐτὴν ἡ Ἀγγλία, θὰ τὸ ἔκαμνε χάριν τοῦ συμφέρον-
1066τος τοῦ ἀγγλικοῦ λαοῦ, οὐχὶ δὲ χάριν οἱωνδήποτε ἀνταλ-
1067λαγμάτων ἐκ μέρους ἡμῶν, οὐδεμίαν σημασίαν ἀπολύτως
1068πρέπει ν’ ἀποδώσητε εἰς ὅσα τώρα κατόπιν ἑορτῆς λέγου-
1069σιν οἱ κ. κ. Φωτήλας καὶ Δραγούμης.
1070§56ΧΟΪΔΑΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει συμβάσεως ἠλαττώθη ὁ
1071δασμὸς τότε;
1072§57ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ......
1073§58ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχεν ἤδη μειωθῆ ὅτε συνωμολο-
1074γήθη ἡ σύμβασις. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀτέλειαν τῆς εἰσαγω-
1075γῆς ἐν Ἀμερικῇ...
1076§59ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν ὑπάρχει σύμβασις.
1077§60ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ... φρονῶ ὅτι ἡ κατάργησις αὕτη
1078εἰς οὐδὲν μᾶς ὠφέλησε, κύριε Φωτήλα, μέχρι τοῦδε τοὐ-
1079λάχιστον, διότι λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν γενομένην ἐξα-
1080γωγὴν κατὰ τὸ 1891, βλέπω, ὅτι ἐν Ἀμερικῇ εἰσήχθη τὸ
1081αὐτὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον καὶ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, του-
1082τέστιν ἡ εἰσαγωγὴ ἐν Ἀμερικῇ δὲν ὑπερέβη τὰς 15,000
1083τόννων.
1084§61ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἀπατᾶσθε· ἡ στατιστικὴ ἀποδεικνύει,
1085ὅτι εἰσήχθη τὸ διπλάσιον.
1086§62ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ταῦτα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλα-
1087βρύτων, ὅστις δὲν ὤφειλε νὰ λησμονήσῃ τοὺς ἀνωτέρω λό-
1088γους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι πρὸ πάντων εἰς αὐτὸν
1089ἀπηυθύνοντο, ἐπαρουσίασε προχθὲς ὡς δικαιώματα, τὰ ὁποῖα
1090δῆθεν ἡ Κυβέρνησις ἔχει, ὅπως ἐπιβαρύνῃ τὸ προϊὸν τοῦτο,
1091τὸ μόνον ἐγχώριον προϊὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποζῶσιν ὄχι μό-
1092νον οἱ καλλιεργοῦντες καὶ παράγοντες αὐτὸ, ἀλλὰ καὶ
1093ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ἴδια κτήματα, οἱ ὁποῖοι διὰ
1094τῆς καλλιεργείας τῆς σταφίδος εὑρίσκουσιν ἐργασίαν, τὸ
1095προϊὸν, λέγω, τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει τὸ ἐγχώριον
1096ἐμπόριον, τὸ ὁποῖον εἰσάγει τὸ πλεῖστον χρῆμα ἐν τῷ Κράτει.
1097Πέρυσι, Κύριοι, ἐνέσκηψεν εἰς τὰς σταφιδαμπέλους νόσος,
1098ἐκ τῆς ὁποίας κυρίως ἐζημιώθησαν αἱ ἐπαρχίαι τῆς Πυ-
1099λίας, τῆς Τριφυλίας καὶ τῆς Ἠλείας, ἰδίως δὲ ἡ τελευ-
1100ταία αὕτη ἐπαρχία, ἥτις, δύναμαι νὰ εἴπω, ἔπαθεν ὁλικὴν
1101καταστροφὴν τοῦ προϊόντος αὐτῆς. Ἀλλὰ τί ἐν τῇ περι-
1102στάσει ταύτῃ, κατὰ τὴν θεομηνίαν ἐκείνην, εἰργάσθη ἡ
1103Κυβέρνησις ὑπὲρ τοῦ προϊόντος, τὸ ὁποῖον σήμερον ζητεῖ
1104νὰ ἐπιβαρύνῃ; ἢ τί ἐν γένει εἰργάσθη ὑπὲρ τοῦ προϊόντος
1105τῆς σταφίδος, ὅπως ἢ βελτιώσῃ τὴν καλλιέργειαν καὶ αὐ-
1106ξήσῃ τὴν παραγωγὴν αὐτοῦ, ἢ κατορθώσῃ νὰ εὕρῃ νέους τό-
1107πους καταναλώσεως αὐτοῦ, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἐπιτύχῃ ἀτε-
1108λείας τινὰς εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϊόντος τούτου ἐν τῷ
1109ἐξωτερικῷ; Νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εἴπωμεν,
1110οὐδὲν ἢ σχεδὸν οὐδὲν, ἐξ ὅσων θὰ ἔπραττε πᾶσα ἄλλη
1111πεφωτισμένη Κυβέρνησις. Εἶναι μ’ ὅλα ταῦτα γνωστὸν,
1112Κύριοι, πόσον ἐν ἄλλοις Κράτεσιν αἱ Κυβερνήσεις ἐνδιαφέ-
1113ρονται διὰ τὴν ἐγχωρίαν παραγωγήν· εἶναι γνωστὸν, ὁποῖον
1114ἐνδιαφέρον ἔδειξε πάντοτε ἡ Γαλλία διὰ τὴν οἰνοπαραγω-
1115γὴν αὐτῆς, καὶ ποῖα μέτρα λαμβάνει εἰς προστασίαν τοῦ
1116προϊόντος της· εἶναι γνωστὸν ἐπίσης ποῖα μέτρα ἔλαβεν ἡ
1117Ἰταλικὴ Κυβέρνησις, ὅτε πρό τινων ἐτῶν, μετὰ τὴν συνο-
1118μολόγησιν τῆς Τριπλῆς συμμαχίας, ἐκλείσθησαν ἐντελῶς οἱ
1119γαλλικοὶ λιμένες διὰ τοὺς ἰταλικοὺς οἴνους, καὶ ὑπετιμή-
1120θησαν οἱ ἰταλικοὶ οἶνοι, καὶ ἐξεμηδενίσθη σχεδὸν ἡ τιμὴ
1121αὐτῶν. Ἐν τούτοις ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις, πατρικῶς μερι-
1122μνῶσα ὑπὲρ τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς, κατώρθωσε, παντὶ
1123σθένει ἐργαζομένη, νὰ εὕρῃ νέους τόπους καταναλώσεως, καὶ
1124νὰ ἐπιτύχῃ ὥστε νὰ ἀνατιμηθῇ ἡ ἀξία τῶν ἰταλικῶν οἴ-
1125νων. Καὶ κατώρθωσε τοῦτο, διότι εἰργάσθη, καὶ διότι ἠδύ-
1126νατο νὰ ἐργασθῇ, καὶ διότι δὲν ἐπεβάρυνε τὸ ἐγχώριον
1127ἐκεῖνο προϊόν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ βάσις τοῦ ἰταλικοῦ πλού-
1128του· δὲν τὸ ἐπεβάρυνε διὰ προσθέτου φορολογίας, ὡς πράτ-
1129τομεν ἡμεῖς. Πῶς δὲ, οὕτω πράττοντες, θὰ δυνηθῶμεν νὰ
1130ἀποταθῶμεν ἐν τῷ μέλλοντι εἰς ξένας Κυβερνήσεις καὶ νὰ
1131ἐπιτύχωμεν, ὡς ἐλπίζει ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς,
1132προνόμια ὑπὲρ τῆς σταφίδος, ἰδίως δ’ ἐν Γαλλίᾳ, ἔνθα βα-
1133ρύνει τὴν σταφίδα τὸ Γαλλικὸν δασμολόγιον καὶ ἔτι μᾶλ-
1134λον ὁ νόμος Griffe, ὅταν ἡμεῖς φερώμεθα τόσον ἀστόργως
1135πρὸς τὸ προϊόν μας;
1136Ἀλλὰ τί πράττομεν ἡμεῖς σήμερον; Ἡμεῖς πράττο-
1137μεν ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα ἐκείνων· ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ μᾶς
1138πληρωθῇ ὁ ἐξαγωγικὸς φόρος τῆς σταφίδος, καθὼς καὶ τῶν
1139λοιπῶν ἐγχωρίων προϊόντων, εἰς χρυσόν. Ἀφίνω κατὰ μέ-
1140ρος, ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τούτου παραβιάζεται στοιχειώδης
1141ἀρχὴ τῆς δημοσιονομίας, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ φόροι πρέπει
1142νὰ ὦσιν ἐκ τῶν προτέρων ὡρισμένοι· ἀφίνω κατὰ μέρος,
1143ὅτι καὶ ἄλλη ἐπίσης σπουδαία ἀρχὴ παραβλέπεται, κατὰ
1144τὴν ὁποίαν δεχόμεθα καὶ ὑποχρεοῦμεν τοὺς ἐμπόρους, ὅπως
1145πληρώσωσιν ἡμῖν τὸν φόρον ὄχι εἰς τὸ κυκλοφοροῦν παρ’
1146ἡμῖν νόμισμα, ἀλλὰ δι’ ἄλλου ἀντιστοίχου ἐμπορεύματος,
1147διότι τὸ συνάλλαγμα καὶ ὁ χρυσὸς ἔχουσι καταστῆ τέλεια
1148εἴδη ἐμπορεύματος. Ἀλλ’ εἴπατέ μοι, σᾶς παρακαλῶ, Κύ-
1149ριοι, πῶς θέλει εὑρεθῆ ὁ ἀπαιτούμενος χρυσὸς διὰ τὴν πλη-
1150ρωμὴν τοῦ φόρου τούτου; Ὑμεῖς, ἢ μᾶλλον αἱ Κυβερνή-
1151σεις αἱ ἑκάστοτε ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ καὶ νῦν κ. Πρω-
1152θυπουργοῦ, ἵνα τελέσωσι τὰ κυβερνητικὰ αὐτῶν χρόνια,
1153ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην, συνωμολό-
1154γουν δάνεια ἐπὶ δανείων, τὰ ὁποῖα οὐδένα ἄλλον σκοπὸν
1155εἶχον, οὐδὲν ἄλλο ἀποτέλεσμα, ἢ τὴν ἐξουθένωσιν τῆς ἐθνι-
1156κῆς πίστεως καὶ τὴν φυγάδευσιν ἐκ τοῦ τόπου τοῦ χρυσοῦ.
1157Σήμερον, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν ἤδη,
1158καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους, δι’ αὐτοῦ δίδομεν τὸ τελευ-
1159ταῖον κτύπημα κατὰ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν πίστεως, δι’ αὐτοῦ
1160φυγαδεύομεν καὶ τὰ ἀπομείναντα τελευταῖα ἴχνη τοῦ χρυ-
1161σοῦ ἐκ τοῦ τόπου. Ἔχει λοιπὸν δίκαιον ἡ κοινωνία νὰ
1162ἐξεγερθῇ καὶ νὰ ἔχῃ ἤδη καταδικάσει ἐν τῇ συνειδήσει
1163αὐτῆς τὸ νομοσχέδιον.
1164§63ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ δύο διαφόρους ἐπόψεις
1165δύναται νὰ ἐξετασθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον· ἀφ’
1166ἑνὸς μὲν ὡς εἰσάγον τὴν ἀρχὴν τῆς εἰς χρυσὸν πληρωμῆς
1167τῶν τελωνειακῶν δασμῶν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὡς ἐπιβαρύνον
1168τὴν φορολογίαν ταύτην.
1169Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην ἔποψιν, ἐγὼ κηρύσσομαι
1170ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγὼ αὐτὸς μάλιστα
1171κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον ὑπέδειξα εἰς τὸν κ. Πρω-
1172θυπουργὸν τὸ μέτρον τῆς εἰς χρυσὸν εἰσπράξεως ὅλων ἐν
1173γένει τῶν τελωνειακῶν δασμῶν τῆς τε εἰσαγωγῆς καὶ ἐξα-
1174γωγῆς, ἄνευ, ἐννοεῖται, ἐπιβαρύνσεως αὐτῶν οἱασδήποτε,
1175ἀλλὰ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέκρουσε τότε τὴν πρότασίν
1176μου. Εὐχαρίστως βλέπω ἤδη, ὅτι ἕτεραι σκέψεις, ἃς θεωρῶ
1177σοφωτέρας, ἐπεκράτησαν παρ’ αὐτῷ, καὶ διὰ τοῦ προκει-
1178μένου νομοσχεδίου παραδέχεται καὶ ἐκτελεῖ τὴν ἐφαρμο-
1179γὴν τοῦ μέτρου ἐκείνου.
1180Εἶναι ἀληθές, ὡς ἀνέγνωσα ἐν ταῖς ἐφημερίσι,—διότι
1181προχθὲς λόγῳ ἀσθενείας δὲν παρέστην εἰς τὴν συζήτησιν,—
1182καὶ ὡς ἤκουσα πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον προαγορεύ-
1183σαντα, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι ἰδιαίτεροι λόγοι
1184δικαιολογοῦσι τὸ περιωρισμένον μέτρον, ὅπερ εἰσάγει διὰ
1185τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἀφορῶν εἰς μόνους τοὺς δασμοὺς τῆς
1186ἐξαγωγῆς. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι τοὺς λόγους τούτους δὲν
1187εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν
1188σύνοδον, διότι τότε ἄνευ τινὸς διακρίσεως καὶ μετά τινος,
1189δύναμαι εἰπεῖν, περιφρονήσεως ἀπέκρουε τὸ ὑπ’ ἐμοῦ προ-
1190ταθὲν μέτρον.
1191Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἆρά γε ἰδιαίτεροι λόγοι, δικαιολο-
1192γοῦντες τὸ μέτρον τῆς εἰς χρυσὸν πληρωμῆς, μόνον ὅσον
1193ἀφορᾷ τοὺς δασμοὺς τῆς ἐξαγωγῆς; Εἶναι τοιοῦτοι οἱ λό-
1194γοι, οὓς ἐπρόβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ
1195ὑποβληθῶσιν εἰς πληρωμὴν χρυσοῦ οἱ ἐξάγοντες ἡμεδαπὰ
1196προϊόντα, διότι εἰς χρυσὸν λαμβάνουσι τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν;
1197Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οἱ λόγοι οὗτοι οὐδεμιᾶς ἔχονται ὑποστά-
1198σεως, διότι εἶναι πασίγνωστον, ὅτι καὶ οἱ παράγοντες τὰ
1199προϊόντα ταῦτα λαμβάνουσι τὸ ἀντίτιμον παρὰ τῶν ἐμ-
1200πόρων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ οἱ ἀποστέλλοντες
1201αὐτὰ ἔμποροι λαμβάνουσι τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν εἰς τραπε-
1202ζικὰ, πωλοῦντες ἀπέναντι αὐτοῦ συνάλλαγμα. Ἑπομένως
1203οὔτε οἱ μὲν οὔτε οἱ δὲ κατέχουσι χρυσὸν, ἵνα δώσωσιν αὐτὸν
1204εἰς τὰ τελωνεῖα. Ἠδύνατό τις νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι τὸ
1205ἀντίθετον σύστημα εἶναι τὸ ὀρθότερον, νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς
1206πληρωμὴν χρυσοῦ οἱ εἰσάγοντες ξένα ἐμπορεύματα, διότι
1207οἱ τοιοῦτοι, ὀφείλοντες νὰ πληρώσωσι τὴν ἀξίαν εἰς μεταλ-
1208λικὸν, δύνανται σὺν τῇ προμηθείᾳ τῆς ἀξίας ταύτης νὰ
1209προμηθευθῶσι κατὰ προσθήκην καὶ τὸ ὀλίγον ποσὸν χρυ-
1210σοῦ, τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὰ τελωνειακὰ δικαιώματα.
1211Ἀλλ’ ἐγὼ, Κύριοι, δὲν φρονῶ, ὅτι ὑπάρχει ὁ ἐλάχιστος
1212λόγος διακρίσεως μεταξὺ δασμῶν εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς.
1213Ἄλλοι, κατ’ ἐμὲ, εἶναι οἱ λόγοι, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται
1214ἡ παραδοχὴ ἢ ἡ ἀπόῤῥιψις τοῦ μέτρου τῆς ἐν γένει εἰς χρυ-
1215σὸν πληρωμῆς τῶν τελωνειακῶν δασμῶν, καὶ οἱ λόγοι
1216οὗτοι ἀνάγονται εἰς τὴν ἐπιῤῥοὴν, τὴν ὁποίαν τὸ μέτρον
1217τοῦτο δύναται νὰ ἐξασκήσῃ ἐπὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλο-
1218φορίας, ἢ ἀκριβέστερον ἐπὶ τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος.
1219Ἂν διὰ τοῦ μέτρου τούτου ἦναι δυνατὸν νὰ κατασταθῶ-
1220σιν ἠπιώτερα, ὁμαλώτερα παρ’ ἡμῖν τὰ τῆς τιμῆς τοῦ
1221χρυσοῦ, συμφέρον εἶναι νὰ ἀποδεχθῇ αὐτὸ ἡ Βουλή. Ἄν
1222τοὐναντίον ὑπάρχῃ κίνδυνος νὰ ἐπιδεινωθῶσι δι’ αὐτοῦ τὰ
1223τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ τὸ ἀποκρούσῃ.
1224Καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω ἐν συντόμῳ
1225τὸ ζήτημα.
1226Πρόκειται, Κύριοι, νὰ πορισθῇ τὸ Κράτος τὸν διὰ τὰς
1227χρηματικὰς ὑποχρεώσεις ἀναγκαιοῦντα αὐτῷ χρυσὸν ἐκ τοῦ
1228ἐσωτερικοῦ, εἴτε διότι δὲν δύναται, εἴτε διότι δὲν θέλει νὰ
1229προμηθευθῇ αὐτὸν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ διὰ δανείου, καὶ ἐρω-
1230τᾶται, τίνι τρόπῳ δύναται ἡ προμήθεια αὕτη νὰ συντελεσθῇ
1231ἐπωφελέστερον; ἀγοράζοντος τοῦ Κράτους ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ
1232τῆς ἀγορᾶς τὸν χρυσὸν, ἢ ἐπιβαλλομένης εἰς τοὺς ἰδιώτας
1233τῆς ὑποχρεώσεως νὰ πληρώνωσιν εἰς χρυσὸν τοὺς τελωνεια-
1234κοὺς δασμοὺς, καὶ ἀνατιθεμένης οὕτως ἐμμέσως εἰς αὐτοὺς
1235τῆς προμηθείας τοῦ χρυσοῦ ἢ τοῦ συναλλάγματος;
1236Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ὅπως πᾶσαν χρηματιστικὴν ἐργασίαν,
1237οὕτω καὶ τὴν ἀγορὰν τοῦ συναλλάγματος ἐπιτηδειότερον
1238καὶ οἰκονομικώτερον δύνανται νὰ διεξαγάγωσιν οἱ ἰδιῶται.
1239Οὗτοι, διεσπαρμένοι καθ’ ὅλην τὴν ἐπικράτειαν, δύνανται
1240βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον νὰ ἀναζητήσωσι καὶ ἀνεύρωσι
1241τὸν χρυσὸν, τοῦ ὁποίου ἔχουσιν ἀνάγκην, δύνανται νὰ προσ-
1242τρέξωσιν ἴσως πρὸς τοῦτο καὶ εἰς ἰδιαίτερα ἀποταμιεύ-
1243ματα, ἀπρόσιτα εἰς τὴν ἀγορὰν, καὶ οὕτω διὰ τῆς ἐργα-
1244σίας αὐτῶν ἡσύχως καὶ ἀθορύβως θέλει συγκεντρωθῆ εἰς τὰ
1245δημόσια ταμεῖα ὁ χρυσὸς, οὗ τὸ Κράτος ἔχει ἀνάγκην.
1246Τοὐναντίον, ἂν τὸ Κράτος θελήσῃ νὰ πορισθῇ ἀμέσως τὸν
1247χρυσὸν ἐκ τῆς ἀγορᾶς, θέλει κατέλθει εἰς τὸ Χρηματιστή-
1248ριον, ἔνθα ἐνεδρεύουσα ἀναμένει αὐτὸ ἡ κερδοσκοπία, καὶ
1249θέλει ἐμπέσει εἰς τὰς πλεκτάνας καὶ τοὺς δόλους αὐτῆς.
1250Ζητοῦν δὲ ἀποτόμως μεγάλην ποσότητα χρυσοῦ, θέλει συν-
1251τελέσει, ἕνεκα τῶν ἠθικῶν ἐντυπώσεων, εἰς αἰφνιδίαν ὑπερ-
1252τίμησιν καὶ εἰς ἀποτόμους διακυμάνσεις τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ
1253συναλλάγματος, ἐξ ὧν, κατὰ τὴν γνώμην πάντων, ἐπέρχον-
1254ται τὰ μεγάλα δεινὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἰδοὺ
1255διατὶ φρονῶ, ὅτι, ὡς ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ πράγματα, προ-
1256τιμότερον εἶναι νὰ ἀνατεθῇ ἡ προμήθεια τοῦ χρυσοῦ εἰς
1257ἰδιώτας διὰ τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν νὰ πληρώνωσιν εἰς
1258χρυσὸν τοὺς τελωνειακοὺς δασμούς.
1259§64ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Καταργήσατε τὴν ἀναγκαστικὴν κυ-
1260κλοφορίαν, καὶ τότε τοῦτο γίνεται.
1261§65ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἀντετάχθη ἡ ἀντίῤῥη-
1262σις, ὅτι ὁ περιορισμὸς τῆς χρήσεως τῶν τραπεζικῶν γραμ-
1263ματίων διὰ τῆς εἰς χρυσὸν πληρωμῆς τῶν τελωνειακῶν δα-
1264σμῶν θέλει ἔχει ὡς συνέπειαν τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ συναλ-
1265λάγματος. Ἐὰν, Κύριοι, παραδεχθῶμεν βεβαίαν τὴν συνέ-
1266πειαν ταύτην, παύω ἀμέσως ὑποστηρίζων τὴν ἀρχὴν τῆς
1267εἰσπράξεως τῶν τελωνειακῶν δασμῶν εἰς χρυσόν. Καὶ διὰ
1268τοῦτο νομίζω, ὅτι ἐν ἀντιφάσει εὑρίσκεται ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1269γὸς, παραδεχόμενος τὴν συνέπειαν ταύτην, καὶ ὅμως ἐπιμέ-
1270νων εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοθετήματος.
1271Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν φρονῶ, ὅτι θέλει ἐπέλθει τοιαύτη συνέπεια,
1272διότι οὐδεμίαν διαβλέπω διαφορὰν εἰς τὸ ποσὸν τῶν κυκλο-
1273φορούντων τραπεζογραμματίων, οἱονδήποτε σύστημα πλη-
1274ρωμῆς τῶν τελωνειακῶν δασμῶν καὶ ἂν παραδεχθῶμεν.
1275Τί διαφέρει, ἂν τὸ Κράτος, συγκεντρόνον τὰ τραπεζικὰ
1276γραμμάτια, ἀγοράζει δι’ αὐτῶν τὸν χρυσὸν ἢ τὸ συνάλ-
1277λαγμα ἐκ τῆς ἀγορᾶς, ἢ ἂν οἱ ἰδιῶται ἀγοράσωσιν ἀμέσως
1278τὸν χρυσὸν διὰ τῶν εἰς χεῖράς των τραπεζικῶν γραμματίων
1279καὶ παραδώσωσιν αὐτὸν εἰς τὰ τελωνεῖα τοῦ Κράτους; Δὲν
1280εἶναι πρόδηλον, ὅτι τὸ αὐτὸ ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων
1281θέλει δοθῆ εἰς κυκλοφορίαν εἰς ἑκατέραν τῶν περιστάσεων;
1282Ἐνδοιασμοὺς περὶ ὀρθότητος τῆς ἰδέας ταύτης δύνανται
1283νὰ ἔχωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες φρονοῦσιν, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν κυ-
1284κλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων εἶναι ὑπέρτερον τῶν
1285ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας, καὶ εἰς τὸν λόγον τοῦτον ἀποδί-
1286δουσι τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ. Οὗτοι δύνανται νὰ ὑπο-
1287πτεύσωσιν, ὅτι ὁ περιορισμὸς τῆς χρήσεως αὐτῶν διὰ τῆς
1288πληρωμῆς τῶν τελωνειακῶν δασμῶν εἰς χρυσὸν δύναται νὰ
1289συντελέσῃ εἰς ἐπαύξησιν τῆς πλησμονῆς αὐτῶν καὶ εἰς τὴν
1290ἐπίτασιν τῶν τοῦ χρυσοῦ ὑπερτιμήσεων. Ἀλλ’ ἐγὼ τὴν
1291ἰδέαν αὐτὴν τῆς πληθώρας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων
1292θεωρῶ ὅλως πλημμελῆ καὶ ἐσφαλμένην, ἀπέκρουσα δὲ αὐτὴν
1293καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον, καὶ νομίζω ὅτι τὴν
1294ἀντέκρουσα δι’ ἐπιχειρημάτων ἀκαταμαχήτων.
1295Ὑπὲρ τῆς ἰδέας ταύτης ἓν καὶ μόνον προβάλλεται ἐπι-
1296χείρημα, ὅτι ηὐξήθη βαθμηδὸν τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορία
1297τραπεζικῶν γραμματίων· ἀλλ’ ἡ αὔξησις αὕτη ἐκ πολλῶν
1298καὶ ποικίλων δύναται νὰ προῆλθε λόγων, ἐκ τῆς πλήρους
1299ἐξαντλήσεως τοῦ μεταλλικοῦ παρ’ ἡμῖν, ἐκ τῆς ὑπερτιμή-
1300σεως τοῦ χρυσοῦ, ἡ ὁποία καθιστᾷ ἀναγκαῖον εἰς τὰς συναλ-
1301λαγὰς μεῖζον ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων, ἐξ αὐτῆς τῆς
1302ἐκ τῆς ἡμεδαπῆς προμηθείας ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ τοῦ χρυ-
1303σοῦ, τοῦ ἀναγκαίου διὰ τὰς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεις
1304ἡμῶν, ὅπερ ἄλλοτε ἐλαμβάνετο ἔξωθεν διὰ δανείων. Δὲν
1305εἶναι δυνατὸν μόνην τὴν σχετικὴν ἐπαύξησιν τῶν κυκλο-
1306φορούντων τραπεζογραμματίων νὰ θεωρήσῃ τις ὡς ἀσφαλῆ
1307ἀπόδειξιν πλησμονῆς αὐτῶν πέραν τῶν ἀναγκῶν τῆς κοι-
1308νωνίας.
1309Κατ’ ἐμὴν γνώμην, τότε μόνον δύναται νὰ ὑπάρξῃ
1310τοιαύτη πληθώρα, ὅταν οἱ κάτοχοι τῶν τραπεζικῶν
1311γραμματίων δὲν ἔχωσι τὰ μέσα νὰ ἀπαλλαχθῶσιν αὐτῶν,
1312διαθέτοντες αὐτὰ ἐπωφελῶς καὶ ἀναγκάζωνται νὰ ὑπο-
1313στῶσι θυσίας πρὸς τοῦτο. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν δὲν ἀνεφάνη
1314τοιαύτη ἀνάγκη, διότι οἱ κάτοχοι αὐτῶν δύνανται νὰ
1315δώσωσιν αὐτὰ εἰς τὸ Δημόσιον πρὸς πληρωμὴν φόρων, δύ-
1316νανται νὰ διαθέσωσιν αὐτὰ εἰς ἀσφαλῆ καὶ ἐπωφελῆ δά-
1317νεια, δύνανται τέλος, τὸ ἁπλούστερον πάντων, νὰ ἐπιστρέ-
1318ψωσιν αὐτὰ εἰς τὴν Τράπεζαν, παρ’ ἧς κατὰ μέγα μέρος
1319ἑκουσίως καὶ ἐπὶ τόκῳ παρέλαβον ταῦτα. Ἂν δὲν ἐπιστρέ-
1320φωσιν αὐτὰ, τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἔχουσι διαρκῆ αὐτῶν
1321ἀνάγκην. Ἂν ὑπῆρχεν ἀληθῶς παρ’ ἡμῖν πληθώρα τραπε-
1322ζικῶν γραμματίων ὑπὲρ τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας, ἡ
1323πεποίθησίς μου εἶναι, ὅτι μέγα μέρος τῶν γραμματίων τῶν
1324διὰ λογαριασμὸν τῶν Τραπεζῶν κυκλοφορούντων ἤθελεν
1325ἐπιστραφῆ εἰς αὐτάς. Ἐνόσῳ δὲν γίνεται τοῦτο, ὀφείλομεν
1326νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ κοινωνία ἔχει ἀνάγκην τῶν γραμ-
1327ματίων τούτων.
1328Ἑτέρα ἀπόδειξις τῆς πληθώρας τῶν τραπεζικῶν γραμ-
1329ματίων ἤθελεν εἶσθαι ἡ ἀφθονία τῶν εἰς δάνεια προσφερο-
1330μένων κεφαλαίων καὶ ἡ ἔκπτωσις τοῦ τόκου. Ἀλλ’ οὐδὲ
1331τὸ φαινόμενον τοῦτο ἀνεφάνη· τοὐναντίον, κατὰ τὰς ἐμὰς
1332πληροφορίας, ἀχρηματία ἐπικρατεῖ πανταχοῦ τοῦ Κράτους,
1333καὶ ὁ τόκος ἀνῆλθεν εἰς σημεῖον, ὅπερ, πρέπει νὰ ἀνατρέξῃ
1334τις πολλὰ ἔτη εἰς τὸ παρελθὸν, ἵνα ἀνεύρῃ.
1335Ἀλλὰ πῶς ἐξηγεῖται, δύναταί τις νὰ ἐρωτήσῃ, ἡ
1336προϊοῦσα αὕτη ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγ-
1337ματος; Πολλοὶ λόγοι ἐπηρεάζουσι τὴν σχέσιν τοῦ τραπε-
1338ζικοῦ γραμματίου πρὸς τὸν χρυσὸν, ὑπαρχούσης ἀναγκα-
1339στικῆς κυκλοφορίας· τοιοῦτοι εἶναι αἱ πολιτικαὶ περιπλο-
1340καὶ, τὸ ἀξιόχρεων τοῦ Κράτους τοῦ ἐκδόντος τὰ τραπεζικὰ
1341γραμμάτια, αἱ πιθανότητες προσεχοῦς ἄρσεως τῆς ἀναγκα-
1342στικῆς κυκλοφορίας· ἀλλὰ σπουδαιότερος πάντων κατ’ ἐμὴν
1343γνώμην εἶναι ὁ αἰώνιος νόμος τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζη-
1344τήσεως. Αὐξάνει παρ’ ἡμῖν ἡ τιμὴ τοῦ χρυσοῦ διότι δὲν
1345ὑπάρχει προσφορὰ χρυσοῦ ἀνάλογος πρὸς τὴν ζήτησιν.
1346Καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν ὅτι, ὅταν τὸ Κράτος προμηθεύη-
1347ται χρυσὸν διὰ δανείων ἐξωτερικῶν, ἡ ἀξία τοῦ χρυσοῦ
1348ἐκπίπτει, ἀνυψοῦται δὲ μεγάλως, ὅταν κατέλθῃ ἀγοραστὴς
1349καὶ τὸ Κράτος. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν παρ’ ἡμῖν ὑποτίμησις
1350τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου ἕνεκεν ἀφθονίας αὐτοῦ, ὡς ὑπο-
1351στηρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ὑπάρχει ὑπερτίμησις
1352τοῦ χρυσοῦ ἕνεκα σπάνεως αὐτοῦ.
1353Τοῦτο δὲ καὶ ἐξ ἄλλης σπουδαιοτάτης παρατηρήσεως
1354ἀποδεικνύεται, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀριδήλως. Μέτρον
1355τῆς ἀξίας πάντων τῶν πραγμάτων ἢ ἐμπορευμάτων εἶναι
1356τὸ κυκλοφοροῦν ἐν τῷ Κράτει νόμισμα, ἤτοι παρ’ ἡμῖν τὸ
1357τραπεζικὸν γραμμάτιον. Ἐὰν λοιπὸν ἀληθεύῃ ὅτι τὸ τρα-
1358πεζικὸν γραμμάτιον ὑπετιμήθη ἕνεκα τῆς δῆθεν ὑπερμέτρου
1359ἀφθονίας αὐτοῦ, τίνες αἱ ἐκ τούτου ἀναγκαῖαι συνέπειαι;
1360Ὅτι ὅλων τῶν πραγμάτων ἔπρεπε ἀναλόγως νὰ ὑπερτι-
1361μηθῇ ἡ ἀξία. Καὶ ὅμως, Κύριοι, τί βλέπομεν; Ἐνῷ ὑπερ-
1362τιμᾶται ἡ ἀξία τοῦ χρυσοῦ καὶ τῶν δι’ αὐτοῦ εἰσαγομένων
1363πραγμάτων, ἐκπίπτουσι συγχρόνως αἱ τιμαὶ ὅλων τῶν
1364σχετικῶν ἀξιῶν. Βλέπομεν ὅτι ἡ ἀξία τῶν ἀκινήτων, τὰ
1365ὁποῖα ἔπρεπε νὰ σπεύσωσι ν’ ἀγοράσωσιν οἱ ἔχοντες ἄφθονα
1366τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ διαθέσωσιν
1367αὐτὰ, ἡ ἀξία τῶν ἀκινήτων σχεδὸν μένει ἀμετάβλητος·
1368πωλοῦνται ἀκίνητα, καὶ δὲν ὑπάρχουσιν οἱ ἀγοράσοντες
1369αὐτά.
1370Δὲν ὑπάρχει ἀναντιῤῥήτως παρ’ ἡμῖν, κύριοι Βουλευταὶ,
1371πληθώρα τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρ-
1372χει λόγος νὰ φοβώμεθα, ὅτι ἐνδέχεται νὰ ἐπιταθῇ αὕτη
1373καὶ νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος ἕνεκα
1374τῆς παραδοχῆς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου.
1375Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώ-
1376την ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἐξετασθῇ τὸ προ-
1377κείμενον νομοσχέδιον. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν ἔποψιν,
1378τὴν δι’ αὐτοῦ ἐπιβαλλομένην ἐπαύξησιν τῆς φορολογίας,
1379ἐγὼ βεβαίως κηρύττομαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου,
1380διότι φρονῶ, ὅτι βαρέως, βαρύτατα φορολογεῖται ὁ Ἑλ-
1381ληνικὸς λαὸς, καὶ ὅτι πᾶσα ἐπίτασις τῆς φορολογίας ταύτης
1382θέλει ἀφεύκτως παραβλάψει τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν κα-
1383τανάλωσιν, χωρὶς κἂν νὰ παραγάγῃ τὰ δι’ αὐτῆς ἐπιδιω-
1384κόμενα ταμιευτικὰ ἀποτελέσματα. Ὅταν λάβῃ τις ὑπ’
1385ὄψιν, πόσον βαρέως ἐφορολογεῖτο ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μέχρι
1386τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὅταν ὑπολογίσῃ τὰ πολλὰ καὶ
1387μεγάλα καὶ ποικίλα βάρη, τὰ ὁποῖα ἔκτοτε ἀλλεπαλλή-
1388λως ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους ἐπεβλήθησαν ἐπὶ τῆς ῥά-
1389χεως αὐτοῦ, ὅταν ἀποβλέψῃ εἰς τὰ ἐπελθόντα ἐντεῦθεν
1390μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ τὰς συναλ-
1391λαγὰς, εἰς τὴν κατάστασιν τῆς κοινωνίας ἐν γένει, εἶναι
1392ἀδύνατον, φρονῶ, νὰ ἀρνηθῇ εὐσυνειδήτως τὴν ἀλήθειαν
1393ταύτην.
1394Ἀντιτάσσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν δεινὴν κρίσιν, εἰς
1395ἣν περιῆλθον τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ τὸ ἱερὸν
1396καθῆκον τῆς προμηθείας τῶν μέσων πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν
1397χρηματικῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, καὶ ὑποστηρίζει,
1398ὅτι διὰ τῶν μέτρων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἀδιακόπως ὑποβάλ-
1399λει εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τῶν ἀτελευτήτων τούτων θυσιῶν,
1400τὰς ὁποίας ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν κατὰ προσθήκην ζητεῖ
1401παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, θὰ παρέλθῃ ἡ κρίσις καὶ θὰ
1402ἀνευρεθῶσι τὰ μέσα τῆς πληρωμῆς τῶν ἡμετέρων ὑποχρεώ-
1403σεων. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν φρονῶ, ὅτι τοιοῦτοι λόγοι δύνανται
1404νὰ δικαιολογήσωσι τὴν ἐπιβολὴν φορολογίας πολὺ ἀνωτέ-
1405ρας τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Βεβαίως ἱερὸν
1406εἶναι τὸ καθῆκον τῆς πληρωμῆς τῶν χρηματικῶν ὑπο-
1407χρεώσεων, καὶ ἐπιβάλλεται εἰς πᾶν Κράτος καὶ ὑπὸ τῆς
1408ἠθικῆς καὶ ὑπὸ τοῦ ἰδίου αὐτοῦ συμφέροντος. Ἀλλὰ τὰ
1409ἔθνη δὲν ἔχουσι μόνον τὸ καθῆκον τοῦτο· ἔχουσι καὶ ἄλλα
1410καθήκοντα, ὑψηλότερα καὶ ἱερώτερα, νὰ ἐκπληρώσωσιν.
1411Ἔχουσι καθῆκον νὰ μεριμνήσωσι περὶ τῆς ἰδίας αὐτῶν
1412συντηρήσεως, τῆς ἀναπτύξεως, τῆς εὐνομίας καὶ τῆς προό-
1413δου· ἔχουσι καθῆκον νὰ λάβωσι πρόνοιαν πρὸς ἐκπλήρω-
1414σιν τῆς ἐθνικῆς ἀποστολῆς, τῆς ἐπιβαλλομένης ἑκάστοτε
1415ὑπὸ τῆς ἱστορίας καὶ τῶν ἐθνικῶν αὐτῶν παραδόσεων. Καὶ
1416ὅταν δὲν ἦναι δυνατὴ ἡ σύγχρονος ἐκπλήρωσις τῶν καθη-
1417κόντων τούτων, δὲν εἶναι βεβαίως τὰ τελευταῖα ταῦτα
1418καθήκοντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὀφείλουσι νὰ ὑποχωρήσωσιν.
1419Ἡ ἐκπλήρωσις τῶν χρηματικῶν ὑποχρεώσεων εἶναι ἐπιβε-
1420βλημένη ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον δύναται νὰ συνδυασθῇ μὲ
1421τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἄλλων ἐκείνων ὑψηλοτέρων καθηκόν-
1422των. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀξιώσῃ εὐλόγως ἀπὸ τοῦ Ἑλληνι-
1423κοῦ λαοῦ, ἵνα παραλείψῃ πᾶσαν μέριμναν περὶ τῆς ἰδίας
1424αὐτοῦ συντηρήσεως καὶ εὐημερίας. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρ-
1425νηθῇ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ καθῆκον νὰ μεριμνήσῃ περὶ
1426τῆς ἐκπληρώσεως τῆς ἐθνικῆς ἀποστολῆς του. Δὲν εἶναι δυ-
1427νατὸν ν’ ἀπαιτήσῃ τις παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ παραι-
1428τήσῃ πᾶσαν τοιαύτην μέριμναν καὶ πᾶν ἰδανικὸν αὐτοῦ
1429καὶ νὰ ἐργάζηται αἰωνίως, δίκην εἵλωτος, πρὸς μόνον τὸν
1430σκοπὸν τῆς πληρώσεως τῶν βαλαντίων τῶν δανειστῶν τοῦ
1431Κράτους. Ὑπάρχει ὅριον τῆς ἐκπληρώσεως πασῶν τῶν νο-
1432μίμων ὑποχρεώσεων, τὸ ὅριον τῆς φυσικῆς ἢ ἠθικῆς ἀδυνα-
1433μίας, καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ, λόγῳ τοῦ καθήκοντος
1434τῆς πληρωμῆς τῶν χρηματικῶν ὑποχρεώσεων, τὴν ὑπέρβα-
1435σιν τοῦ ὁρίου τούτου.
1436Ἀλλ’ οὐδὲ τὸ συμφέρον αὐτὸ τῶν δανειστῶν τοῦ Κρά-
1437τους ἐπιτρέπει, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὑπέρβασιν τοιαύτην,
1438διότι μόνον εὐημεροῦν, ἀναπτυσσόμενον, ἐπεκτεῖνον τὰ ὅρια
1439αὐτοῦ, μόνον Κράτος τοιοῦτο δύναται νὰ παράσχῃ ἐπαρ-
1440κεῖς ἐγγυήσεις διαρκοῦς ἐκπληρώσεως καὶ τῶν χρηματι-
1441κῶν αὐτοῦ ὑποχρεώσεων. Τοὐναντίον, Κράτος βαῖνον εἰς
1442τὴν ἐξάντλησιν, εἰς τὴν κακοδαιμονίαν, εἰς τὴν παρακμὴν,
1443ἐπὶ βραχὺν μόνον χρόνον θέλει δυνηθῆ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν
1444ἐκπλήρωσιν αὐτῶν. Ζήτημα μόνον, κύριοι Βουλευταὶ, δύναται
1445νὰ ἦναι ὁ ἀκριβὴς προσδιορισμὸς τοῦ ὁρίου τούτου, πέραν
1446τοῦ ὁποίου δὲν ὑφίσταται ὑποχρέωσις πληρωμῆς χρηματι-
1447κῶν ὑποχρεώσεων. Ἀλλ’ ὡς ὀρθῶς ὑπεβλήθη ἤδη καὶ ὑπε-
1448στηρίχθη ἐνώπιον ἡμῶν, τὸ ὅριον τοῦτο δὲν δύναται νὰ ὁρι-
1449σθῇ ἢ μόνον μετὰ τὴν ἀκριβῆ μελέτην καὶ γνῶσιν τῆς
1450οἰκονομικῆς καταστάσεως. Τότε καὶ μόνον δύναται νὰ
1451σχηματισθῇ περὶ τούτου ὁριστικὴ γνώμη, καὶ νὰ ληφθῇ
1452ὁριστικὴ ἀπόφασις.
1453§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἰδίως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπι-
1454θυμοῦμεν, εἶναι νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
1455νομικῶν ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην του
1456ἐπὶ τοῦ εὐλόγου ἢ μὴ εὐλόγου τῶν παραστάσεων τῆς Ἐθνι-
1457κῆς Τραπέζης. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι κατάστημα ἐθνι-
1458κὸν, προνομιοῦχον, ἐπειδὴ δὲ παριστᾷ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι
1459ἀδικεῖται, ὅτι ἀθετοῦνται αἱ μετ’ αὐτῆς συνωμολογημέναι
1460συμβάσεις, ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ ἐνδιαφέρον νὰ ἀκούσῃ, ποίαν
1461ἐπὶ τῶν παραστάσεων τούτων ἔχει γνώμην ἡ Κυβέρνησις.
1462§67Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Ἐθνικὴ Τρά-
1463πεζα φρονεῖ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ
1464ἑρμηνεύῃ ὅπως ἀποδεικνύεται ἑρμηνεύουσα τὰ τῆς ἀναγ-
1465καστικῆς κυκλοφορίας ἐν τῷ ὑποβαλλομένῳ νομοσχεδίῳ·
1466ὁρίζει δὲ καὶ τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν φρονεῖ, ὅτι κακῶς
1467ἑρμηνεύει ἡ Κυβέρνησις. Ἡ διάταξις αὕτη προὐκάλεσε
1468σπουδαιοτάτας συζητήσεις, ὅτε ἐψηφίσθη· ἀλλὰ τὰς συζη-
1469τήσεις ταύτας προὐκάλεσεν, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐστε-
1470νογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, μετὰ τὴν ψηφοφο-
1471ρίαν, διότι γενομένης τῆς ψηφοφορίας ἠγέρθη ἀμφιβολία
1472περὶ τῆς ἐννοίας τῆς παραγράφου, εἰς ἣν ἀφορῶσιν αἱ
1473παρατηρήσεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὡμίλησαν δὲ πολ-
1474λοὶ περὶ τούτου, ὡμίλησε καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ
1475Γόρτυνος, ὅστις ἦτο καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς προτάσεως, ἑρ-
1476μηνεύσας τὴν γνώμην αὐτοῦ, γνώμην σύμφωνον πρὸς ἣν
1477καὶ ἡμεῖς ἔχομεν κατὰ τὰ πλεῖστα, τοὐλάχιστον ἐφ’ ὅσον
1478σχετίζεται ἡ γνώμη αὕτη πρὸς τὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἡρ-
1479μήνευσαν τὴν γνώμην αὐτῶν ἐκ τῶν παρόντων ἐνταῦθα
1480καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
1481Μαντινείας· ἡρμήνευσα καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου, ἡρμή-
1482νευσε τὴν γνώμην του καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς,
1483ἀλλὰ ταύτην δὲν εὑρίσκω ἐν τοῖς πρακτικοῖς, οὐδ’ εἰς τὸ
1484παράρτημα, εἰς ὃ τὰ πρακτικὰ παραπέμπουσι· πάντες
1485ὅμως μιᾷ φωνῇ εἶπον, ὅτι ἡ παράγραφος ἦτο ἀσαφὴς, ὅτι
1486ἔπρεπε νὰ ἐξηγηθῇ, διότι ἄλλως ἕκαστος ἠδύνατο νὰ ἑρμη-
1487νεύσῃ αὐτὴν κατὰ τὰς ἰδίας πεποιθήσεις. Ἐγένετο δὲ ἡ
1488συζήτησις ἐν τῇ ὑποθέσει, ὅτι δὲν εἶχεν ἔτι ψηφισθῆ τὸ
1489ἄρθρον, ὅτε ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπεν, ὅτι εἶναι ἤδη
1490ἐψηφισμένον τὸ ἄρθρον, καὶ ἑπομένως αἱ παρατηρήσεις,
1491ὁθενδήποτε καὶ ἂν προήρχοντο, δὲν ἠδύναντο νὰ θεωρη-
1492θῶσιν ὡς ἑρμηνεύουσαι τὴν ἔννοιαν, ἐν ᾗ ἐψηφίσθη τὸ νομο-
1493σχέδιον. Οὐχ ἧττον ἐξηκολούθησεν ἡ συζήτησις, καὶ παρε-
1494στήθη ὑπὸ τῶν πλείστων, ὅτι θὰ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ψη-
1495φισθῇ νέος νόμος, ἑρμηνεύων τὴν διάταξιν, ἀλλὰ νέος νόμος
1496δὲν ἐψηφίσθη, καὶ ἡ διάταξις ἔμεινεν ὡς ἔχει. Ἕκαστος
1497ἑπομένως ἑρμηνεύει αὐτὴν κατὰ τὰς πεποιθήσεις αὐτοῦ.
1498Ἡμεῖς ἑρμηνεύομεν αὐτὴν καθ’ ἣν τότε εἴχομεν ἐκφράσει
1499γνώμην ἐγὼ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος, γνώμην μὴ
1500ἀπέχουσαν πολὺ ἀπὸ τῆς γνώμης τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ.
1501Ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, ἑρμηνεύων τὴν διάταξιν, εἶπεν,
1502ὅτι ἡ ἔννοια αὐτῆς εἶναι ἁπλῶς καὶ μόνον αὕτη· ὅτι ἀπὸ
1503τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου ἐκείνου νόμισμα ἐν Ἑλλάδι θὰ
1504ἦναι τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, ὅτι αὕτη ἦτο ἡ ἔννοια
1505τῆς διατάξεως, καθ’ ἣν θὰ ἦσαν δεκτὰ εἰς πληρωμὴν τὰ
1506τραπεζικὰ γραμμάτια· ὅτι πᾶσα ἐναντία συμφωνία προϋ-
1507πάρχουσα δὲν ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψει, τουτέστιν, ὅτι, ἐὰν
1508ἐναντία συμφωνία προϋπῆρχεν, ἐξηκολούθει ὑφισταμένη ἡ
1509ὀφειλὴ κατὰ τὴν συμφωνίαν ἐκείνην, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ γίνη-
1510ται ἡ πληρωμὴ εἰς τὸ νόμισμα τὸ ἀνεγνωρισμένον ὑπὸ τῆς
1511νομοθετικῆς ἐξουσίας, τουτέστι τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον
1512οὐχὶ ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ἀξίᾳ τοῦ νομίσματος, οὗ-
1513τινος ἡ κυκλοφορία δὲν ἐπετρέπετο ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου·
1514ὅτι εἰς τοῦτο περιωρίζετο ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου, ὅτι νόμισμα
1515εἰς τὸ ἑξῆς δὲν εἶναι τὸ χρυσοῦν καὶ ἀργυροῦν νόμισμα,
1516ἀλλὰ τὸ νόμισμα τὸ τραπεζικὸν, τὸ πιστωτικὸν, καὶ ὅτι
1517εἰς τοῦτο τὸ νόμισμα ἔδει νὰ πραγματοποιηθῶσι πᾶσαι αἱ
1518πληρωμαί. Πρὸς τοῦτο ἐγένοντο ἀντιῤῥήσεις. Ἐῤῥήθη παρὰ
1519τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, ὅτι τὸ ἄρθρον θὰ εἶχεν
1520ὡς συνέπειαν, ἂν μὴ ἐδίδετο ἡ ἑρμηνεία, ἣν ἔδωκεν ὁ Πρόε-
1521δρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ ἠδύνατο τὸ Κράτος νὰ
1522πληρόνῃ τὰς ὀφειλὰς αὐτοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια·
1523διότι εἰς τοὺς ἔχοντας λαμβάνειν κατόπιν συμφωνίας προϋ-
1524παρχούσης παρὰ τοῦ Δημοσίου λόγῳ δανείου πρὸς τὸ Κρά-
1525τος, καίτοι ἡ συμφωνία ῥητῶς καθώριζεν, ὅτι θὰ γένηται
1526ἡ ἀπότισις εἰς χρυσὸν, ἀφοῦ ὅμως κατὰ τὸν νόμον ἐπεβάλ-
1527λετο ἡ ἀπότισις εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, εἰς τραπε-
1528ζικὰ γραμμάτια θὰ ἠδύνατο καὶ τὸ Κράτος ν’ ἀποδώσῃ
1529τὰ ὀφειλόμενα, καὶ δὲν θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ πιστωτὴς
1530νὰ ἀπαιτήσῃ ἐν ἄλλῳ νομίσματι τὴν πληρωμὴν, οὐδὲ καὶ
1531ὑπερτίμησιν, ἐκτὸς ἐὰν ἴσχυεν ἡ γνώμη τοῦ Προέδρου τῆς
1532Κυβερνήσεως, καθ’ ἣν, καίπερ ὑπαρχούσης συμφωνίας ἀντι-
1533θέτου, οὐχ ἧττον ἔπρεπεν ἐν τῇ πληρωμῇ εἰς τραπεζικὰ
1534γραμμάτια νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψει ἡ διαφορὰ τῆς ἀξίας
1535τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὴν τρέχουσαν ἀξίαν τοῦ τραπεζικοῦ γραμ-
1536ματίου. Ἀπήντησε τότε εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ Βου-
1537λευτοῦ ἐκ Μαντινείας ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ
1538χρέη τῆς Κυβερνήσεως δὲν περιλαμβάνονται ἐν τῇ ἐννοίᾳ
1539τοῦ ἄρθρου, διότι ὁμιλεῖ τὸ ἄρθρον περὶ συναλλαγῶν τῶν
1540Τραπεζῶν μετὰ ἰδιωτῶν καὶ καταστημάτων, δὲν ποιεῖται
1541δὲ μνείαν τῆς Κυβερνήσεως. «Ἀλλὰ τότε, εἶπεν ὁ κ. Βου-
1542λευτής, ἡ Τράπεζα τὸ λαχειοφόρον αὐτῆς δάνειον θὰ ὤφειλε
1543νὰ πληρώσῃ ὄχι εἰς μεταλλικὸν, ἀλλ’ εἰς τραπεζικὰ γραμμά-
1544τια». Ἐκ τούτου σύγχυσις ἐν τῇ συζητήσει ἐκείνῃ ἀπεριόρι-
1545στος, καὶ τὰ πράγματα κατέληξαν εἰς τὸ ἀσαφές. Ἀλλ’
1546ἐῤῥήθη ὑπὸ τοῦ Προέδρου, ὅτι μάτην ἐγίνετο ἡ συζήτησις,
1547διότι τὸ ἄρθρον ἦτο ἐψηφισμένον. Ἐνώπιον οὕτως ἀσαφοῦς
1548διατάξεως διατελοῦσα σήμερον ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἠδύνατο
1549ἢ νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὴν καθ’ ἣν αὐτὴ ἔχει γνώμην περὶ τῆς
1550ἑρμηνείας αὐτῆς· ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἥτις μέχρι τοῦδε
1551ἐφαίνετο ἔχουσα τὴν γνώμην, ἣν ἔχομεν ἡμεῖς καὶ ἣν εἶχεν
1552ἐν καιρῷ τῆς ψηφίσεως τοῦ ἄρθρου ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
1553νήσεως, εἰπὼν μάλιστα, ὅτι ὡς συντάκτης τῆς παραγράφου
1554ἐξέφραζεν αὐτὴν, ἡ Τράπεζα, λέγω, ἥτις μέχρι τοῦδε ἐφαί-
1555νετο συμφωνοῦσα, μετέβαλε γνώμην, καὶ χθὲς, καθ’ ἣν ὥραν
1556ἡτοιμαζόμην νὰ μεταβῶ εἰς τὴν Βουλὴν, μοὶ ἐμήνυσε διά
1557τινος τῶν ὑπαλλήλων αὐτῆς, ὅτι ἐθεώρει τὸ νομοσχέδιον
1558προσκροῦον εἰς τὰ δικαιώματα αὐτῆς, θὰ ἦτο ὅμως διατε-
1559θειμένη νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως
1560γένηται ἐξαίρεσις εἰς τὰ ἐν τῇ συμβάσει περὶ τούτου. Εἶπον
1561εἰς τὸν ἀποσταλέντα, ὅτι ἔχω γνῶσιν, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν
1562ἡρμήνευεν οὕτω τὴν σύμβασιν μέχρι τοῦδε, ἀπόδειξις δὲ
1563τούτου ἦτο, ὅτι μέχρι τοῦδε ἡ Κυβέρνησις ἐφήρμοζεν αὐτὴν
1564καὶ ἐν ταῖς συναλλαγαῖς της πρὸς τὴν Τράπεζαν κατ’ ἄλλην
1565ἔννοιαν, τουτέστι τὴν ἔννοιαν τὴν ἐπιτρέπουσαν τὴν εἰς
1566χρυσὸν συναλλαγὴν ἄνευ ἀδείας τῆς Τραπέζης, διότι πάντα
1567τὰ προσωρινὰ δάνεια, ἅτινα εἰς χρυσὸν διέπραξεν ἡ Κυβέρ-
1568νησις, πάντα ἐγένοντο, εἴτε πρὸς τὴν Τράπεζαν, εἴτε πρὸς
1569ἄλλους, ἐν γνώσει τῆς Τραπέζης, ἄνευ ὅμως τῆς ἐκφράσεως
1570τῆς συναινέσεως αὐτῆς, ἢ τῆς συναινέσεως τῶν δύο ἄλλων
1571Τραπεζῶν, ἐνῷ, ἂν ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου ἦτο ἡ σήμερον ἀπο-
1572διδομένη εἰς αὐτὸ ὑπὸ τῆς Τραπέζης, ἔπρεπε νὰ λαμβά-
1573νηται ἑκάστοτε ἡ συναίνεσις πρὸς συνομολόγησιν τῶν τοι-
1574ούτων δανείων τῶν τριῶν Τραπεζῶν. Τοιαύτη συναίνεσις,
1575ὡς παρετήρησα, δὲν ἐζητεῖτο· καὶ αἱ τρεῖς δὲ αὗται Τρά-
1576πεζαι συνηλλάσσοντο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἄλλοτε πᾶσαι
1577ὁμοῦ, ἄλλοτέ τινες ἐξ αὐτῶν, ἐπὶ δανείοις χρυσοῖς, τουτέστι
1578δανείοις κατ’ ἀναίρεσιν τῆς διατάξεως, ἑρμηνευομένης ὅπως
1579ἑρμηνεύει αὐτὴν σήμερον ἡ Τράπεζα. Εἶπον λοιπὸν, ὅτι,
1580καίτοι ἐγίνωσκον, ὅτι ἄλλως μέχρι τοῦδε ἡρμήνευε τὴν σύμ-
1581βασιν ἡ Τράπεζα, χαίρων ὅμως ἀκούω, ὅτι εἶναι ὁπωσδή-
1582ποτε σύμφωνος ἡ Τράπεζα, ἵνα παράσχῃ καὶ αὐτὴ, ἐφ’ ὅσον
1583ἐκ τοῦ νόμου ἦτο ἀνάγκη, τὴν συναίνεσιν αὐτῆς πρὸς τὴν
1584ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὅτι ἐλάμβανον μὲν σημείωσιν
1585τῆς δηλώσεως ταύτης τῆς Τραπέζης, δὲν ἐνόμιζον ὅμως,
1586ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀνακοπῇ ἡ πρόοδος τῆς συζητήσεως
1587καὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου. Μετὰ τὴν ἀναχώρησιν
1588τοῦ ὑπαλλήλου ἔμεινα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ περὶ τὰ δέκα
1589λεπτὰ, ὅτε ἔλαβον ἔγγραφον τῆς Τραπέζης, ὅμοιον τοῦ
1590ἀναγνωσθέντος πρὸ ὀλίγου παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς,
1591καὶ ὅπερ ἀνέγνων, πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπευθυνόμενον, ἐν ἐφη-
1592μερίσι πρωϊναῖς τῆς σήμερον. Ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ εὗρον
1593ἐπαναλαμβανομένην τὴν δήλωσιν τῆς Τραπέζης, ὅτι εἶναι
1594διατεθειμένη νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν
1595περὶ παροχῆς τῆς συναινέσεως αὐτῆς, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νο-
1596μοσχέδιον, οἷον ὑπεβλήθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως· ἀνέγνων
1597ἐν τῷ ἐγγράφῳ καὶ σκέψεις ἀφορώσας εἰς τὸ δικαίωμα αὐτῆς
1598κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1880, ὅπως μὴ ὑποβληθῇ εἰς βα-
1599ρυτέραν φορολογίαν τῆς τότε ἐπιβαλλομένης εἰς τὴν Τρά-
1600πεζαν, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἐκφράζει ἡ Τράπεζα τὴν πεποί-
1601θησιν, ὅτι καὶ ψηφιζόμενος ὁ νόμος δὲν δύναται νὰ παρα-
1602βλάψῃ τὰ δικαιώματά της. Καὶ τοῦτο εἶναι βέβαιον, ὅτι
1603τὰ δικαιώματα ταῦτα, ἀποῤῥέοντα ἐκ συμβάσεως, δὲν
1604ἐπηρεάζονται ἐκ μεταγενεστέρων νόμων. Οὕτως ἐψηφίσθη
1605ἄλλοτε νόμος, καθ’ ὃν ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήμα-
1606τος, ὅστις κατὰ τὸ 1880 ἦτο 3%, ηὐξήθη εἰς 5%,
1607οὐδεμία δ’ ἐγένετο μνεία περὶ τῶν δικαιωμάτων
1608τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ὅμως οὐδεὶς ποτε ἐσκέφθη ἐν
1609τῇ ἐφαρμογῇ, ἵνα ζητήσῃ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
1610πληρωμὴν ἀνωτέραν ἐκείνης, εἰς ἣν ὑπεβάλλετο ἐκ τῆς νο-
1611μοθεσίας τῆς ὑφισταμένης κατὰ τὸ 1880. Καὶ ἐπὶ ἄλλων
1612ζητημάτων ἠγέρθησαν ἀμφισβητήσεις πρὸς τὴν Τράπεζαν,
1613ἰδίως ἠγέρθη ἀμφισβήτησις πρὸς τὴν Τράπεζαν περὶ τῶν
1614μερισμάτων τῶν μετόχων, διότι ἡ μὲν Κυβέρνησις ἠξίου, ἢ
1615μᾶλλον οἱ ὑπάλληλοι οἱ ἁρμόδιοι, ὁ ταμίας, ὁ ὁποῖος ἐν
1616τούτῳ ἔχει ἐνέργειαν, ἠξίου, ὅτι ὀφείλεται ἡ πληρωμὴ οὐχὶ
1617παρὰ τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ παρὰ τῶν μετόχων, ἡ δὲ Τρά-
1618πεζα ἠξίου, ὅτι ὀφείλεται ἡ πληρωμὴ παρὰ τῆς Τραπέζης,
1619ἥτις καὶ προκαταβάλλει τὸ ποσὸν, καὶ οὐχὶ παρὰ τῶν με-
1620τόχων, οἱ ὁποῖοι ὑφίστανται ἀναγκαίως τὴν πληρωμὴν
1621ταύτην, καὶ τὰ δικαστήρια, εἰς ἃ ἐξεκλήθη ἡ ὑπόθεσις,
1622ἔλυσαν αὐτὴν, τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ τὸ Ἐφετεῖον κατὰ
1623τῆς Τραπέζης, ἀκούω δὲ, ὅτι πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν ὁ
1624Ἅρειος Πάγος ἐδέχθη τὴν αἴτησιν ἀναιρέσεως τῆς Τραπέ-
1625ζης· ἑπομένως θέλει ἐξακολουθήσει ἡ δίκη.
1626Ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι κεκτημένα δικαιώματα δὲν
1627δύνανται νὰ προσβληθῶσιν ὑπὸ τῶν νομοθετημάτων. Τὰ
1628νομοθετήματα κανονίζουσι τὰ τῶν ὑποχρεώσεων ἐν σεβα-
1629σμῷ πρὸς τὰς ἐκ συμβάσεων συμφωνίας. Ἐὰν ὑπῆρχε συμ-
1630φωνία, κανονίζουσα τὰ τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Τραπέζης ἐν
1631σχέσει πρὸς τοὺς φόρους τοὺς διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτει-
1632νομένους, οὕτως ὥστε ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ ἐπέρ-
1633χηται ἐπιβάρυνσις τῆς κατὰ τὸ 1880 φορολογίας τῆς Τρα-
1634πέζης, βεβαίως ὁ νόμος δὲν θέλει οὕτως ἐφαρμοσθῆ, ὥστε
1635νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἡ φορολογία τῆς Τραπέζης ἡ κατὰ τὸ 1880·
1636θέλει εὕρει ἡ ἐφαρμογὴ ἐνώπιόν της τὸ ἐμπόδιον, ὅπερ
1637ἀντιτάσσει εἰς αὐτὴν ἡ νομοθεσία τοῦ 1880. Ἀλλὰ θὰ
1638ὑπάρξῃ τοιαύτη τις ἐπιβάρυνσις τῆς κατὰ τὸ 1880 φορο-
1639λογίας τῆς Τραπέζης; Περὶ τούτου οὐδόλως δύναταί τις
1640ν’ ἀποφανθῇ, ἀφορῶν μόνον εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχε-
1641δίου. Τοῦτο ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ θέλει καταδειχθῆ·
1642καὶ ἐὰν ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ παραβλάπτῃ τὰ κεκτημένα
1643δικαιώματα τῆς Τραπέζης, βεβαίως θέλει σταματήσει ἡ
1644ἐφαρμογὴ ἐκεῖ, ὅπου ἄρχονται τὰ κεκτημένα αὐτῆς δι-
1645καιώματα. Περὶ τῆς διατάξεως ἄρα ταύτης δὲν δύναται νὰ
1646γένηται λόγος. Ἐπίσης καὶ περὶ τῆς ἄλλης διατάξεως,
1647ἀφοῦ ἡ Τράπεζα εἶναι σύμφωνος, ὅπως ἐν ταύτῃ τῇ περι-
1648στάσει μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ δικαίωμα τὸ παρ’ αὐτῆς ἀξιού-
1649μενον, δὲν ὑπάρχει τις δυσχέρεια πρακτική. Ἀλλὰ πρέπει
1650νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ Τράπεζα προσκαλεῖ εἰς ἑρμη-
1651νείαν κειμένων νόμων τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ
1652ὅτι οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνήκει
1653ἡ ἐπίσημος ἑρμηνεία τῶν νόμων. Ἂν ἤθελε κριθῆ παρὰ τῆς
1654Βουλῆς ὀρθὸν, ἵνα δοθῇ ἐπίσημος ἑρμηνεία εἰς τὸν κείμενον
1655νόμον, ὁποίαν ζητεῖ ἡ Τράπεζα, ἡ ἑρμηνεία πρέπει νὰ δοθῇ
1656κατὰ τὰ κείμενα περὶ ἐπισήμων ἑρμηνειῶν, πάντως δὲ δὲν πρέ-
1657πει νὰ δοθῇ ἐκ συμφωνίας πρὸς ἰδιωτικὸν κατάστημα. Εἶναι
1658βέβαιον, ὅτι ἡ διάταξις, περὶ ἧς συζητοῦμεν, κακῶς ἀρχῆ-
1659θεν ἐτέθη ἐν ταῖς συμβάσεσι πρὸς τὴν Τράπεζαν, καὶ δὲν
1660ἐτέθη τὸ πρῶτον κατὰ τὸ 1880, ἐτέθη τὸ πρῶτον κατὰ τὸ
16611877. Βεβαίως ὅμως δὲν ἐχώρει ἐν τοιαύτῃ συμβάσει, ἐκ
1662παραδρομῆς δ’ ἐτέθη ἐν τῇ συμβάσει. Ἡ διάταξις ἔπρεπε
1663νὰ τεθῇ σαφέστερον διατυπουμένη ἐπὶ τῇ ἐννοίᾳ, ἣν ἀπο-
1664δίδομεν καὶ ἡμεῖς σήμερον καὶ ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς
1665κατὰ τὸ 1885, ἔπρεπεν ἡ διάταξις νὰ τεθῇ οὐχὶ ἐν τῇ
1666συμβάσει, ἀλλ’ ἐν τῷ νόμῳ· περιελήφθη ὅμως ἡ διάταξις
1667ἐν τῇ συμβάσει, καὶ ἀφοῦ περιελήφθη ἐν τῇ συμβάσει, δὲν
1668ἔχομεν σήμερον τὸ δικαίωμα, ἀποφαινόμενοι ὅτι ἐκ παρα-
1669δρομῆς περιελήφθη ἐν αὐτῇ, νὰ ἀξιῶμεν, ὅτι δὲν παρέχει
1670δικαίωμα εἰς τὴν Τράπεζαν, ἀλλ’ ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν,
1671ἐπειδὴ περιελήφθη ἐν τῇ συμβάσει διάταξις, ἥτις δὲν ἐχώ-
1672ρει ἐν αὐτῇ, λίαν προσεκτικῶς νὰ βαίνωμεν εἰς τὰ τῆς ἐφαρ-
1673μογῆς αὐτῆς, καὶ ἰδίως νὰ μὴ ἀνεχθῶμεν εὐρυτέραν αὐτῆς
1674ἐφαρμογὴν τῆς ὑπὸ τοῦ γράμματος καὶ τοῦ πνεύματος αὐ-
1675τῆς ἐπιτρεπομένης.
1676Τούτων ἕνεκα, κατόπιν τῶν παρατηρήσεων τῆς Τρα-
1677πέζης καὶ τῆς δηλώσεως αὐτῆς, ὅτι εἶναι ἑτοίμη, ἵνα
1678συναινέσῃ, ὅπως μὴ παρεμβάλῃ προσκόμματα διὰ τῆς
1679ἐναντιότητος αὐτῆς πρὸς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου,
1680φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, μενόντων
1681τῶν πραγμάτων ὡς ἔχουσιν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἑρμηνείας, εἰμὴ
1682τῆς ἀποδεικνυομένης ἐμμέσως ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομο-
1683σχεδίου, καὶ ἥτις οὐδεμίαν ἔχει ὑποχρεωτικὴν πρὸς τὰ δι-
1684καστήρια ἰσχύν. Αἱ ἑρμηνεῖαι, αἱ διδόμεναι ἐπὶ ὡρισμένης
1685πράξεως, ἔχουσι περιωρισμένην τὴν ἐφαρμογὴν εἰς μόνην
1686τὴν πρᾶξιν, εἰς ἣν ἀφορῶσι. Γενικὴ δὲ τῶν νόμων ἑρμηνεία
1687δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν οὔτε εἰς τὴν Κυβέρ-
1688νησιν, πολὺ ὀλιγώτερον εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ μάλιστα
1689εἰς τὴν Τράπεζαν ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς Βουλῆς καὶ
1690καὶ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἑρμηνεία γενικὴ ἐπιτρέ-
1691πεται μόνον καθ’ ὃν τρόπον τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, ὁ τρό-
1692πος δὲ δὲν εἶναι ὁ προκαλούμενος παρὰ τῆς Τραπέζης
1693ἐν ταῖς ἀνακοινώσεσιν αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Σή-
1694μερον ἑρμηνεία χωρεῖ μόνον ἐφ’ ὅσον αὕτη εἶναι ἀναγ-
1695καία εἰς τὸ προβαλλόμενον εἰς ψήφισιν νομοσχέδιον, εἶναι
1696δὲ ἀναγκαία μόνον ἐφ’ ὅσον ἐνδεικνύει μὲν τὴν ἔννοιαν τὴν
1697ἀποδιδομένην εἰς τὸν νόμον, πρὸς ὃν συνδέεται τὸ νομο-
1698σχέδιον, ἀλλὰ δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν πέραν τοῦ ψηφιζομένου
1699νομοσχεδίου, καὶ κατ’ οὐδένα λόγον ἐπηρεάζει τὴν ἀπόφα-
1700σιν τῶν δικαστηρίων ἐν οἷς ἤθελε τυχὸν θεωρηθῆ παρα-
1701βιάζουσα κεκτημένα δικαιώματα. Τὰ κεκτημένα δικαιώ-
1702ματα εἶναι σεβαστὰ πάντοτε, δὲν δύναται δὲ διὰ νόμου
1703μονομερῶς νὰ ἀκυρωθῇ σύμβασις. Ἐνταῦθα δὲν πρόκειται
1704περὶ ἀκυρώσεως συμβάσεως, καὶ τοῦτο, ὄχι μόνον διότι
1705συναινεῖ ἡ Τράπεζα εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ψηφιζομένων,
1706ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ Τράπεζα μὴ συνῄνει. Ἐνταῦθα πρόκειται
1707περὶ ὑποχρεώσεως τῶν πολιτῶν, καὶ δὲν ἔχει δικαίωμα
1708οἱοσδήποτε ἰδιώτης ἢ ἑταιρία νὰ παρεμβῇ μεταξὺ αὐτῶν
1709καὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ ἀξιώσῃ, ὅτι συνεπείᾳ συμ-
1710φωνίας αὐτοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀπαλλάσσεται ὁ πολί-
1711της ἀπὸ ὑποχρεώσεων, ἐπιβαλλομένων εἰς αὐτὸν ὑπὸ τῆς
1712νομίμου ἀρχῆς. Αἱ ὑποχρεώσεις τῆς ψηφιζομένης συμβάσεως
1713ἐπιβάλλονται εἰς τὸν πολίτην, καὶ εἰς τὸν πολίτην δὲν
1714ἐπιτρέπεται νὰ ἐπικαλεσθῇ περὶ τὸν κανονισμὸν τῶν πρὸς
1715τὴν Πολιτείαν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ συμβάσεις μεταξὺ Κυ-
1716βερνήσεως καὶ ἑταιρίας τραπεζιτικῆς ἢ ἄλλης, ἀλλ’ ἡ
1717συμβληθεῖσα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἑταιρία, ἂν ὁ νόμος
1718ἀθετῇ τὰς πρὸς αὐτὴν ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, παρα-
1719βλάπτων τὰ συμφέροντα αὐτῆς, ἔχει δικαίωμα, ὅπως προσ-
1720φύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια, ζητοῦσα ἀποζημίωσιν. Ἐν τῇ
1721περιστάσει ταύτῃ, καὶ ἂν ἡ Τράπεζα μὴ εἶχεν ἐκφράσει
1722τὴν συναίνεσιν αὐτῆς εἰς τὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ πάλιν
1723προσφεύγουσα εἰς τὰ δικαστήρια καὶ ζητοῦσα ἀποζημίω-
1724σιν, οὐδὲν θὰ ἐλάμβανε, διότι οὐδὲν ζημιοῦται ἐκ τῆς δια-
1725τάξεως ταύτης, ἥτις, ὡς εἶπον καὶ πρότερον, εἶναι ὅλως
1726ξένη πρὸς τὴν σύμβασιν, καὶ ἐκ παραδρομῆς περιελήφθη
1727ἐν τῇ συμβάσει, διότι οὐδείς ποτε ὑπέθεσεν, ὅτι θὰ ἦτο
1728δυνατὸν νὰ θεωρήσῃ ἡ Τράπεζα, ὅτι ἡ συμπερίληψις τῆς
1729διατάξεως ἐν τῇ συμβάσει ἀντὶ τῆς καταχωρήσεως αὐτῆς
1730ἐν τῷ νόμῳ θὰ ἐδικαιολόγει αὐτὴν πρὸς ἔγερσιν ἀπαιτή-
1731σεων. Εἶπον ὅμως, ὅτι, καίτοι ἡ συμπερίληψις τῆς διατάξεως
1732ἐν τῇ συμβάσει ἦτο τυχαία καὶ ἡ διάταξις εἶναι ξένη πρὸς τὸν
1733σκοπὸν τῆς συμβάσεως, ἀφοῦ ὅμως ὁπωσδήποτε εὑρίσκετο ἐν
1734αὐτῇ, ἔχει δικαίωμα ἡ Τράπεζα νὰ ἐπικαλεσθῇ αὐτήν,
1735ἂν ἐκ τῆς ἀθετήσεως αὐτῆς ζημιοῦται· ἀλλὰ δὲν δύνα-
1736ται νὰ ζημιοῦται, ἀφοῦ ἡ διάταξις εἶναι ξένη πρὸς αὐτήν.
1737Τὸ διαφέρον τῆς Τραπέζης ἐν τῇ συμβάσει εἶναι ἕν, καὶ
1738πρὸς τοῦτο γίνονται αἱ συμβάσεις περὶ ἀναγκαστικῆς κυ-
1739κλοφορίας, εἶναι ἡ ἄρσις τῆς ὑποχρεώσεως τῆς Τραπέζης,
1740ὅπως ἐξαργυρόνῃ τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ τῇ ἐμφα-
1741νίσει· οὗτος εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν συμβάσεων, τῶν ἀφορω-
1742σῶν εἰς τὴν ἐπιβολὴν ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Αἱ ἄλ-
1743λαι διατάξεις εἶναι συνέπειαι ταύτης, διότι, αἰρομένης τῆς
1744τοιαύτης ὑποχρεώσεως τῆς Τραπέζης, παρεχομένου δηλαδὴ
1745εἰς τὴν Τράπεζαν τοῦ μεγίστου τούτου εὐεργετήματος,
1746ὅπως τὰ ἑκατομμύρια, ἅτινα ὀφείλει ἀπέναντι τραπεζικῶν
1747γραμματίων, μὴ ὑποχρεῶται νὰ ἐξαργυρόνῃ οὐ μόνον ἐπὶ
1748τῇ ἐμφανίσει, ἀλλ’ οὐδαμῶς, ἦτο ἀνάγκη κατόπιν τούτων
1749νὰ κανονισθῇ τί γενήσεται. Ἀφοῦ τὸ νόμισμα τὸ μεταλ-
1750λικὸν δὲν εἶναι εἰς τὸ ἑξῆς ὑπόχρεως ἡ Τράπεζα νὰ παρέχῃ
1751εἰς τοὺς πιστωτὰς αὐτῆς, εἰς τοὺς κατόχους τῶν τραπεζι-
1752κῶν γραμματίων ἔπρεπε νὰ κανονισθῇ, ὅτι τὸ τραπεζικὸν
1753γραμμάτιον εἶναι νόμισμα, καὶ νὰ κανονισθῶσι τὰ τοῦ νο-
1754μίσματος, ἔπρεπε νὰ ῥηθῇ, ὅτι τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον
1755θὰ ἔχῃ ἀπαλλακτικὴν δύναμιν καὶ ἐν ταῖς συναλλαγαῖς
1756τοῦ Δημοσίου πρὸς ἰδιώτας καὶ τῶν ἰδιωτῶν πρὸς τὸ Δη-
1757μόσιον, καὶ ἐν ταῖς συναλλαγαῖς τῶν ἰδιωτῶν πρὸς ἀλλή-
1758λους. Ἐν ταῖς συναλλαγαῖς ταύταις, ἐκανονίσθη ὑπὸ τῆς
1759προβαλλομένης εἰς ψήφισιν διατάξεως, ὅτι τὸ τραπεζικὸν
1760γραμμάτιον ἔσται τὸ νόμισμα, τὰ δὲ δικαστήρια παρ’ ἡμῖν
1761ἐκλήθησαν, ἵνα ἀποφανθῶσιν, ἂν ἡ διάταξις αὕτη ἐπήγετο
1762τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως μόνον ἐν τῷ νομίσματι τούτῳ γί-
1763νωνται αἱ συναλλαγαί, ἢ ἂν ἐπιτρέπηται, ἵνα γίνωνται
1764συναλλαγαὶ καὶ ἐν ἑτέρῳ νομίσματι, καὶ ἂν ἡ ἐν ἑτέρῳ
1765νομίσματι συναλλαγὴ κατόπιν τῆς φράσεως τῆς ἐν τῇ συμ-
1766βάσει, ὅτι θεωρεῖται ὡς μὴ οὖσα πᾶσα ἐναντία σύμβασις
1767προϋπάρχουσα, ἔχῃ κῦρος· καὶ τὰ δικαστήρια πάντα ἀπε-
1768φάνθησαν, ὅτι ἔχουσι κῦρος αἱ τοιαῦται συναλλαγαί, ὅτι
1769ἐπετρέποντο αἱ συμφωνίαι εἰς χρυσὸν, καὶ ὅτι δὲν θὰ ἐγί-
1770νετο ἡ ἀπότισις τῶν συμπεφωνημένων εἰς χρυσὸν ἐπὶ τῷ
1771ἀρτίῳ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀλλὰ θὰ ἐγίνετο ἐπὶ τῇ
1772ἀγοραίᾳ τοῦ χρυσοῦ ἀξίᾳ, διότι, καίτοι περιελαμβάνετο ἐν
1773τῇ συμβάσει, ἥτις εἶναι νόμος, ὡς κυρωθεῖσα διὰ νόμου,
1774καίτοι περιελαμβάνετο ἑπομένως ἐν νόμῳ ἡ διάταξις, καθ’
1775ἣν σύμβασις ἐναντία προϋπάρχουσα δὲν λαμβάνεται ὑπ’
1776ὄψει, οὐχ ἧττον λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει ἡ σύμβασις ἡ ἀφο-
1777ρῶσα εἰς πληρωμὴν εἰς χρυσὸν, ὡς ὑποχρεοῦσα οὐχὶ εἰς πλη-
1778ρωμὴν εἰς χρυσὸν, ἀλλ’ εἰς πληρωμὴν τοῦ ἀγοραίου ἀντι-
1779τίμου τοῦ χρυσοῦ διὰ τραπεζικῶν γραμματίων, ἤτοι διὰ
1780τοῦ νομίσματος τοῦ Κράτους· διότι ἐν ταῖς συναλλαγαῖς
1781Δημοσίου πρὸς ἰδιώτας καὶ ἰδιωτῶν πρὸς Δημόσιον καὶ ἰδιω-
1782τῶν πρὸς ἀλλήλους κατέστη διὰ τοῦ νόμου ὑποχρεωτικὴ
1783ἡ παράδοσις καὶ παραλαβὴ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου
1784ὡς νομίσματος κατὰ τὰ περὶ νομίσματος κεκανονισμένα·
1785τὰ δικαστήρια ἀπεφάνθησαν, καὶ ἐν τῇ βουλευτικῇ συζη-
1786τήσει τοῦ 1885 ἀπεδείχθη ὑπάρχουσα γενικὴ γνώμη, ὅτι
1787κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον,
1788ὑφισταμένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἶναι νόμισμα,
1789καὶ ὅπως, ὑπάρχοντος ἐν κυκλοφορίᾳ νομίσματος χρυσοῦ ἢ
1790ἀργυροῦ, ἐπιτρέπεται συμφωνία ἐν παντὶ ἄλλῳ νομίσματι,
1791οὕτω, ὑπάρχοντος ἐν κυκλοφορίᾳ νομίσματος ἐκ τραπεζι-
1792κῶν γραμματίων, ἐπιτρέπεται συμφωνία ἐν παντὶ ἄλλῳ νο-
1793μίσματι, ἑπομένως καὶ συμφωνία εἰς χρυσὸν, ἀφοῦ δ’ ἐπιτρέ-
1794πεται αὕτη εἰς τοὺς ἰδιώτας πρὸς ἀλλήλους, εἰς τοὺς ἰδιώ-
1795τας πρὸς τὸ Δημόσιον, ἐπιτρέπεται καὶ εἰς τὸ Δημόσιον πρὸς
1796τοὺς ἰδιώτας, καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν διὰ φορολογίας πρὸς
1797τὸν πολίτην.
1798§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμολογῶ χάριτας εἰς τὸν κ.
1799Πρωθυπουργὸν, διότι ὑπερηκόντισεν ὄντως τὴν πενιχρὰν
1800ἐπιθυμίαν μου. Ἐγὼ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ μὲ βοηθήσῃ,
1801ἵνα διαπορθμευθῶ μέχρι Κορίνθου, ἀλλ’ οὗτος παρέλαβε τὸ
1802ἀκάτιόν μου, διέπλευσε τὰ ἑλληνικὰ παράλια, μὲ εἰσήγα-
1803γεν εἰς τὴν Μεσόγειον, διέπλευσεν αὐτὴν, μὲ διήγαγε διὰ
1804τῶν στενῶν τοῦ Γιβραλτὰρ καὶ μὲ ἔφερεν εἰς τὸν Ὠκεανόν.
1805Ἀλλ’ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν Κόρινθον, καὶ διὰ
1806τοῦτο ἐπαναλαμβάνω τὸ ἐρώτημά του, πρέπει δὲ νὰ ἀπο-
1807καθάρω τὰ λεχθέντα, νὰ ἀφαιρέσω τὰ περιττὰ, διὰ νὰ
1808ἀνακαλύψω τὴν ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ δοθεῖσαν εἰς αὐτὸ
1809ἀπάντησιν.
1810Τὰ λεχθέντα περὶ ἑρμηνείας συμβάσεων οὐδένα λόγον
1811εἶχον, δὲν γνωρίζω δὲ οὐδὲ διατὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λο-
1812κρίδος ὡμίλησε περὶ ἑρμηνείας συμβάσεων, πληροφορήσας
1813ἡμᾶς, ὅτι ἡ μερὶς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει, ἔχει τὴν ἐξαι-
1814ρετικὴν γνώμην, ὅτι αἱ συμβάσεις πρέπει νὰ ἑρμηνεύωνται
1815ὑπ’ ἀμφοτέρων τῶν συμβαλλομένων μερῶν. Τοῦτο οἱ κανό-
1816νες τοῦ δικαίου ἀναγράφουσι, καὶ ἤθελέ τις κριθῇ ἰδιόῤ-
1817ῥυθμος, ἐὰν ἰσχυρίζετο, ὅτι ὁ εἷς τῶν συμβαλλομένων ἔχει
1818τὸ δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύῃ τὴν σύμβασιν. Περὶ νομοθετικῆς
1819ἑρμηνείας πολὺ ἧσσον δύναται νὰ γένηται λόγος. Ἡ νομο-
1820θετικὴ ἑρμηνεία γίνεται διὰ νόμου, οὐδὲν δὲ περὶ τούτου
1821νομοσχέδιον εἰσήχθη οὐδ’ ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, οὐδ’
1822ὑπ’ ἐμοῦ. Πρόκειται μόνον περὶ ἐφαρμογῆς νόμων. Τοὺς
1823νόμους δὲν ἑρμηνεύουσιν οἱ ἐκτελοῦντες αὐτοὺς, ἀλλ’ ἐφαρ-
1824μόζουσιν αὐτοὺς, δὲν ἑρμηνεύουσι δὲ οὐδὲ τὰ δικαστήρια,
1825διότι καὶ αὐτὰ τοὺς ἐφαρμόζουσιν· ὥστε δὲν πρόκειται
1826παντάπασι περὶ ἑρμηνείας. Ποίαν ἑρμηνείαν ἠξίου ἡ Τρά-
1827πεζα καὶ ποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν γνωρίζω· ἐκεῖνο,
1828τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι, ὅτι προετάθη νομοσχέδιον περὶ
1829πληρωμῆς ὡρισμένων ἐσόδων εἰς χρυσὸν, ἐψηφίσθη εἰς δύο
1830ἀναγνώσεις, σήμερον δ’ ἐπρόκειτο εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνω-
1831σιν, ἀλλὰ τὴν πρωΐαν ἔμαθον, ὅτι ἡ Τράπεζα ἐδημοσίευσε
1832διαμαρτύρησιν κατὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγὼ
1833δὲν ἀναγινώσκω συνήθως τὴν ἐφημερίδα, δι’ ἧς ἐδημοσιεύθη
1834ἡ διαμαρτύρησις, ἔστειλα ἑπομένως καὶ ἐπρομηθεύθην αὐ-
1835τήν, καὶ ἐν αὐτῇ ἀνέγνων τὴν διαμαρτύρησιν, καὶ ἔμαθον,
1836ὅτι ἡ Τράπεζα παρεπονεῖτο, ὅτι, ἐνῷ ὑπῆρχε σύμβασις
1837αὐτῆς μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα τὰ τραπεζικὰ γραμμά-
1838τια ὦσι δεκτὰ εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα ἀντὶ φόρων καὶ δι-
1839καιωμάτων, τὸ Κράτος διὰ τοῦ νομοσχεδίου σκοπεῖ νὰ
1840ποιήσηται ἐξαίρεσιν, καὶ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν πληρωμὴν ἐσό-
1841δων τινῶν εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα εἰς χρυσόν. Ὁ κ. Πρω-
1842θυπουργὸς εἶπεν, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου,
1843τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1885, διὰ νὰ κυρώσῃ τὴν
1844σύμβασιν, ἡ ὁποία ἐγένετο τότε μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως
1845καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐπροτάθησαν γνῶμαι, καὶ ὅτι
1846ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τότε ἡγέτης τῆς
1847Ἀντιπολιτεύσεως εἶχε γνώμην τινὰ, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ
1848εἶχον τότε, ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰσηγητὴς
1849τοῦ νόμου. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἀνέγνων τὰ ἐστενογραφημένα
1850πρακτικὰ τῆς Βουλῆς σήμερον, ἵνα ἴδω, τί τότε ἐλέχθη·
1851ἀναφέρομαι δὲ μόνον εἰς τὴν δύναμιν τῆς μνήμης μου, ἡ
1852ὁποία δύναται βεβαίως καὶ νὰ σφάλληται. Ὡς ἐνθυμοῦμαι,
1853μοὶ ἐγένετο τότε τὸ ἐρώτημα, ποίαν ἡ σύμβασις, ἡ ὁποία
1854ἐπρόκειτο νὰ κυρωθῇ, ἐνήσκει ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν ὑφιστα-
1855μένων συμφωνιῶν. Ἐὰν φέρ’ εἰπεῖν ὁ Α εἶχε συμφωνήσει
1856μετὰ τοῦ Β νὰ πληρώσῃ εἰς χρυσὸν ὡρισμένον ποσὸν, ἀπηλ-
1857λάσσετο ὁ Β νὰ πληρώσῃ εἰς χρυσὸν καὶ ἠδύνατο νὰ πλη-
1858ρώσῃ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια; Ἡ ἐρώτησις αὕτη μοὶ
1859ἐφάνη οὐχὶ σπουδαία, μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἐγένετο, ἵνα παρεμ-
1860βάλῃ πρόσκομμά τι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὡς συνειθίζουσιν
1861ἐνίοτε νὰ προσφεύγωσιν εἰς μικρὰ μέσα, ἵνα παρεμβάλ-
1862λωσιν εἰς τὰς Κυβερνήσεις προσκόμματα. Ἤθελεν εἶσθαι ἡ
1863ἐρώτησις ἐκείνη σπουδαία, ἐὰν ἡ σύμβασις διέταττεν, ὅτι
1864τὰ μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Τραπέζης συνομολο-
1865γούμενα κρατοῦσιν ἐπὶ πάσης ἰδιωτικῆς συμφωνίας· ἀλλὰ
1866τοιοῦτόν τι ἡ σύμβασις δὲν περιελάμβανεν. Ὅθεν ἀπήν-
1867τησα τότε εἰς τὸν ἐρωτήσαντα, ἐὰν δὲν σφάλλωμαι, ὅτι
1868αἱ συμφωνίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἤδη συνωμολογημέ-
1869ναι, θέλουσιν ἐκτελεσθῆ καθ’ ὃν τρόπον συνεφωνήθησαν,
1870καὶ ἄν τις ἀνεδέχθη τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποτίσῃ τὴν ὀφει-
1871λὴν αὑτοῦ εἰς χρυσὸν, ὁ μεθ’ οὗ συνηλλάγη δὲν ἔχει τὸ
1872δικαίωμα νὰ ἀξιώσῃ, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς συμβάσεως, νὰ
1873ἀποτίσῃ αὐτὴν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Δὲν ἐνθυμοῦμαι,
1874ἂν ἐγένετο λόγος καὶ περὶ συμφωνιῶν, αἵτινες ἔμελλον νὰ
1875γένωνται μετὰ τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου· ἀλλὰ καὶ περὶ
1876αὐτῶν ἂν ἠρωτώμην, ἠδυνάμην νὰ εἴπω τὴν αὐτὴν γνώμην,
1877τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ τώρα, ὅτι καὶ μετὰ τὴν κύρωσιν τῆς
1878συμβάσεως οἱ ἰδιῶται ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ συναλλάσ-
1879σωνται καθ’ ὃν τρόπον θέλουσι, καὶ νὰ συνομολογῶσιν
1880οἱασδήποτε ῥήτρας καὶ ἂν θέλωσιν, εἴτε νὰ πληρόνωσιν εἰς
1881χρυσὸν, εἴτε νὰ πληρόνωσιν εἰς ῥούπια ἰνδικὰ, ἢ εἰς δολ-
1882λάρια ἀμερικανικὰ, ἢ εἰς λίρας στερλίνας. Ἡ σύμβασις
1883ὑπεχρέου τὴν Τράπεζαν καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον, τυγχάνον
1884συνδεδεμένον μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ἑπομένως αἱ ὑποχρεώσεις
1885τοῦ δημοσίου ταμείου δεσμεύουσι καὶ τὴν Κυβέρνησιν.
1886Κατὰ τὴν γνώμην μου, ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ, μήπως
1887διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐτροποποίει, περιορίζουσα ἢ ἀναιροῦσα
1888ἡ Κυβέρνησις τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀναλάβει
1889εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου κατὰ τὸ ἔτος 1885. Ἐπ’
1890αὐτοῦ ἠρώτησα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀλλ’ ἐπ’ αὐτοῦ μοὶ
1891εἶπεν, ὅτι ἐπεθύμει νὰ μὴ ἐγίνετο ἑρμηνεία, διότι ἡ Ἐθνικὴ
1892Τράπεζα ἐδείχθη εὐδιάθετος νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννοήσεις μετὰ
1893τῆς Κυβερνήσεως. Συμφωνῶ μετὰ τῆς γνώμης τοῦ κ. Πρω-
1894θυπουργοῦ, οὐδὲ ζητῶ νὰ γένηται ἑρμηνεία, οὐδ’ ἐπρότεινα
1895τοιοῦτόν τι· ἀλλὰ δὲν ἐμποδίζομαι ὑπ’ οὐδενὸς λόγου νὰ
1896ἀναφέρω τὴν ἐμὴν γνώμην, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ὁ κ. Πρω-
1897θυπουργὸς ἔπραξεν, ἐὰν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσή-
1898γαγεν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρεβίασεν ἢ δὲν παρεβίασεν,
1899ἠθέτησεν ἢ δὲν ἠθέτησε τὰς διὰ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς
1900Τραπέζης ἀναληφθείσας ὑπὸ τοῦ Κράτους ὑποχρεώσεις
1901πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἡ γνώμη μου εἶναι γνώμη
1902ἁπλοῦ Βουλευτοῦ, ἔχω δὲ καθῆκον νὰ ἐκφέρω αὐτὴν, ἵνα
1903ἑλκύσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Χρεωστῶ δὲ
1904νὰ ἑλκύσω τὴν προσοχὴν αὐτοῦ, διότι διερχόμεθα ἡμέρας,
1905κατὰ τὰς ὁποίας ἡ πίστις τοῦ Κράτους διατελεῖ ἐν εὐπα-
1906θεστάτῃ καταστάσει, ἐλάχιστον δὲ συμβεβηκὸς καιρίαν
1907ἐπάγει βλάβην εἰς αὐτήν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ ἐφάνη
1908προχθὲς ὅτι εἶπεν, ὅτι θεωρεῖ αὐτὴν ἐξαντληθεῖσαν· ἀλλὰ
1909καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἔχει ἐξαντληθῆ, καλὸν εἶναι νὰ μὴ
1910τὴν φονεύσωμεν, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ παρασκευασθῇ
1911ἀκτίς τις φωτός. Τὴν πίστιν δὲ βλάπτει ἐν τῇ εὐπαθεῖ
1912ταύτῃ καταστάσει πᾶν γεγονὸς, πᾶσα πρᾶξις, ἥτις ἤθελε
1913βλάπτει ἀναιτίως ἄνευ δικαιώματος τὴν βιομηχανίαν ἢ τὰ
1914πιστωτικὰ καταστήματα. Ἐγὼ γνωρίζω ἐξ ἐπιστολῶν,
1915τὰς ὁποίας ἔλαβον ἐξ Εὐρώπης, τὴν ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν,
1916ἣν ἐνεποίησαν εἰς τὴν Εὐρώπην τὰ ἐξαναγκαστικὰ μέτρα
1917τῆς Κυβερνήσεως κατὰ μιᾶς ἑταιρίας ἐνταῦθα. Δὲν εἰσέρ-
1918χομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν, ἐὰν ἦσαν νόμιμα τὰ μέτρα αὐτὰ ἢ
1919ὄχι, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ καλ-
1920λίτερον, ἵνα μὴ προσφύγῃ εἰς ἐκβιαστικὰ μέτρα καὶ ἐπι-
1921φέρῃ κλονισμὸν εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ βιομηχανικοῦ ἐκεί-
1922νου καταστήματος. Οὕτως ἡ ἀθέτησις τῶν μετὰ τῆς Ἐθνι-
1923κῆς Τραπέζης συνομολογηθέντων ἐπιφέρει τοιαῦτα ἐπιζή-
1924μια ἀποτελέσματα· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ μελετηθῇ ἡ σύμ-
1925βασις, καὶ ἰδίως ἡ διάταξις ἐκείνη αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ὁ κ.
1926Πρωθυπουργὸς κρίνει ὡς κακῶς περιληφθεῖσαν. Ἡ διάταξις
1927αὕτη, καὶ ἂν δὲν ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ ἐν τῇ συμβάσει,
1928περιελήφθη ὅμως καὶ ἰσχύει, καὶ ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις
1929καὶ εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ποία
1930εἶναι ἡ διάταξις αὕτη; Ἡ διάταξις, καθ’ ἥν εἰσι δεκτὰ εἰς
1931τὰ δημόσια ταμεῖα, πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς τὸ Κράτος
1932ὑποχρεώσεων τῶν πολιτῶν, τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια.
1933Ἐὰν λοιπὸν ἡ διάταξις αὕτη ἰσχύῃ, πῶς τὸ Κράτος διὰ
1934τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ζητεῖ νὰ ἐξαιρέσῃ κατηγο-
1935ρίας τινὰς πληρωμῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον φόρων
1936καὶ δικαιωμάτων, καὶ ζητεῖ νὰ πληρόνωνται αὗται εἰς
1937χρυσόν;
1938Ἐπαναλαμβάνω νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν
1939τὴν ὑπόθεσιν. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὰ λεχθέντα κατὰ
1940τὴν συζήτησιν τοῦ 1885· ἐνδέχεται ἡ μνήμη μου νὰ σφάλ-
1941ληται, καὶ ἂν σφάλλωμαι, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἂς ἐπανορ-
1942θώσῃ ὅσα εἶπον ὅτι ἐνθυμοῦμαι. Ἀλλ’ ἐγώ, ὡς ἐνθυ-
1943μοῦμαι, δὲν ἠδυνάμην νὰ ἔχω τότε τὴν γνώμην, ἣν εἶπεν
1944ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἤτοι, ὅτι ἡ εἰρημένη διάταξις τῆς συμ-
1945βάσεως παρεῖχε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπι-
1946βάλῃ εἰς τοὺς πληρόνοντας εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον εἴδη
1947τινὰ φόρων καὶ δικαιωμάτων νὰ πληρόνωσιν αὐτοὺς εἰς
1948χρυσόν.
1949§69ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1950§70ΘΕΜ. Α. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς διαμαρ-
1951τυρίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυ-
1952νος Βουλευτὴς ἐξέφερε γνώμην ὑπὲρ τῆς διαμαρτυρίας, ἐπίσης
1953δὲ καὶ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ
1954τοῖς ὑποβάλω τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν. Ἐὰν παρίστατο ἀνάγκη
1955εἰς τὸ Κράτος νὰ φορολογήσῃ εἴτε τὴν σταφίδα εἴτε ἄλλο
1956προϊὸν εἰς εἶδος, ἐκωλυόμεθα ἐκ τῶν συμβάσεων νὰ τὸ
1957πράξωμεν;
1958§71ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ σταφὶς δὲν εἶναι νόμισμα.
1959§72ΘΕΜ. Α. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ σταφὶς εἶναι
1960χρυσὸς, καὶ ὁ χρυσὸς καθ’ ὑμᾶς εἶναι ἐμπόρευμα, καὶ οὐχὶ
1961νόμισμα, κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς συμβάσεως περὶ ἀναγκαστι-
1962κῆς κυκλοφορίας.
1963§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα νομίζω, ὅτι ἐν συντόμῳ
1964πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τὰς δύο ἐπόψεις· ὑπὸ τὴν ἔποψιν
1965τὴν νομικὴν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν νομισματικήν. Ὑπὸ
1966τὴν ἔποψιν τὴν νομικὴν, νομίζω ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου
1967δὲν προσβάλλονται μόνον δικαιώματα τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ
1968καὶ τοῦ κοινοῦ, τὸ ὁποῖον ἐγένετο μέτοχος τῶν γραμμα-
1969τίων τῆς Τραπέζης ὑπὸ ὅρους ὡρισμένους. Πᾶς περιορισμὸς
1970εἰς τὴν χρῆσιν τῶν γραμματίων τούτων εἶναι παράβασις
1971τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου οὐ μόνον πρὸς τὴν Τράπε-
1972ζαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν κοινωνίαν. Πᾶς κάτοχος γραμ-
1973ματίου ἔχει σύμβασιν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν παρα-
1974δεχθῶμεν περιορισμοὺς, δυνάμεθα νὰ προβῶμεν καὶ μέχρι
1975τῆς καταργήσεως τῆς νομισματικῆς ἀξίας τοῦ τραπεζικοῦ
1976γραμματίου. Δὲν συμφωνῶ μὲ τοὺς προαγορεύσαντας, ὅτι
1977ἡ ὑποχρέωσις, ἡ ὁποία παραβιάζεται διὰ τοῦ νόμου τού-
1978του, εἶναι ὑποχρέωσις ἀφορῶσα μόνον τὴν Τράπεζαν· ἐγὼ
1979θεωρῶ, ὅτι εἶναι ὑποχρέωσις ἀφορῶσα πάντα κάτοχον
1980γραμματίου.
1981Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ νομισματικὸν, νομίζω ὅτι, καὶ
1982ἂν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ προμηθευθῇ τὸ εἰς αὐτὴν ἀναγ-
1983καιοῦν νόμισμα εἴτε μέχρι τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἀποβλέπει τὸ
1984νομοσχέδιον, εἴτε καὶ πέραν τούτου, εἴτε ἀγοράζουσα ἡ ἰδία
1985ἐν τῇ ἀγορᾷ, εἴτε προμηθευομένη παρ’ ἄλλων, τὸ αὐτὸ ἔρ-
1986χεται ἀποτέλεσμα. Οἱ πιστεύοντες ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ τόπῳ
1987νόμισμα, ματαίως κουράζονται νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ Κυ-
1988βέρνησις δύναται εὐκολώτερον νὰ τὸ ἀγοράσῃ. Πάντες
1989ἀντελήφθητε, ποία εἶναι ἡ συγκίνησις τῆς κοινωνίας, ὅταν
1990ἀκούῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει νὰ ἀγοράσῃ συνάλλαγμα.
1991Ἀλλὰ συμφωνῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ, καθ’
1992ἣν τὸ ζήτημα πρέπει νὰ συζητηθῇ. Τὸ ζήτημα ὅμως τὸ
1993νομικὸν, τὸ ζήτημα τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου διὰ
1994τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου παραβιάζεται ὑπὸ τὴν γε-
1995νικὴν ἔποψιν πρὸς πάντα κάτοχον.
1996§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομο-
1997σχεδίου...
1998§75ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δι’ ὀνομα-
1999στικῆς κλήσεως.
2000§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομο-
2001σχεδίου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2002(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως,
2003ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευ-
2004τῶν κ.κ. Σπυρ. Στάη καὶ Ἀχιλέως Χοϊδᾶ, κατὰ τὸ
2005ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2006Μιλτ. Δάλλας Ὀδυσ. Μοσχοβίτης Ν
2007Ἀνδ. Παναγιωτόπουλος Γεώρ. Καρτάλης Ν
2008Ἰω. Μεσσηνέζης ΟἈργ. Κανταρτζῆς Ν
2009Σπυρ. Μαρκέλλος ΝΝικ. Κοκωσλῆς Ν
2010Ἀρ. Ἀργυρόπουλος Νικ. Ἀξελός
2011Ἐπαν. Ἐμπειρίκος ΝΝικ. Παῤῥησιάδης Ν
2012Λεων. Καρυστινάκης ΝἸω. Γρίβας Ν
2013Δημ. Καΐρης Ἐπ. Μαυρομμάτης Ν
2014Μιχ. Κωτσάκος Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο
2015Ἄγγ. Γεωργαντάς ΟΝικ. Σπυρακόπουλος Ν
2016Ἠλ. Κανελλόπουλος ΝΘεμ. Κορομάντζος Ο
2017Γεώρ. Παχύς ΝΠερ. Ἀλεξάκης Ο
2018Μιχ. Π. Λάμπρος ΝἸω. Ἀντωνόπουλος Ο
2019Κων. Καραπάνος ΟΚωνστ. Κοσσονάκος Ν
2020Κων. Σταυρόπουλος Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ν
2021Ἀλέξ. Σκουζές ΝἈντ. Οἰκονομίδης Ν
2022Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Γεώρ. Λιδωρίκης Ν
2023Ἀλέξ. Ψύλλας Κων. Ἀναγνωστόπουλος Ο
2024Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Γεώρ. Λύρας Ν
2025Ἀλέξ. Ρετσίνας ΝΚ. Παπαμιχαλόπουλος Ο
2026Δημ. Ράλλης ΟΣταμάτ. Μήτσας Ν
2027Α. Ζυγομαλᾶς ΟΔημ. Βουλπιώτης
2028Ὄθ. Μακρυγιάννης Κων. Ζῶτος Ν
2029Σ. Ζαχαρίτσας Ἠλ. Μπλατσῆς
2030Μιλ. Ὀριγώνης ΝΔ. Γρανίτσας
2031Κώνστ. Βαλτινός ΝΔιον. Στεφάνου Ν
2032Κων. Ἀργασ. Λομβάρδος ΝἈργ. Διδίκας
2033Διον. Ζήβας Πλακᾶς ΝἘδίπ Σερέφ Χασὴπ Ν
2034Γεώργιος Κανδ. Ῥώμας ΝἸω. Λάππας Ο
2035Γεώργ. Κρεστενίτης ΝΝικ. Μπουφίδης Ν
2036Χρ. Στεφανόπουλος ΝΠερ. Βαλαωρίτης Ν
2037Ἀνδρ. Στεφανόπουλος ΝΓερ. Σέρβος Ο
2038Διον. Παυλόπουλος Κωνστ. Χαλκιόπουλος
2039Ἀνδρ. Σπηλιάδης ΝἈθαν. Εὐταξίας Ο
2040Ἄγγ. Πετραλιᾶς ΟΚ. Κωνσταντόπουλος Ο
2041Ἐπαμ. Δημητρίου ΝΠαν. Μανέτας Ο
2042Στέφ. Σκουλούδης ΝΝ. Τριανταφυλλάκος Ν
2043Νικ. Νομικός ΝἩλ. Ζέγγελης Ν
2044Θωμᾶς Μαρκεζίνης ΝΦίλ. Βάρβογλης Ο
2045Νικήτας Συνοδινός Ἀθαν. Σακελλαριάδης Ν
2046Βαρβαῤῥῆγος Πήλικας ΝΛεων. Ζέρβας Ν
2047Ἀλέξ. Φωτήλας ΝΣτέφ. Δραγούμης Ν
2048Κων. Σταμπουλόπουλος Νικ. Φιλάρετος
2049Λεων. Πετιμεζᾶς ΝΧαρ. Τρικούπης Ν
2050Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος Ἰω. Τρικούπης Ν
2051Γιαννούσης Τάκης ΝΠαν. Μερλόπουλος Ο
2052Ἡρ. Καλαμπάκας ΝἈλεξ. Δεληγιάννης Ν
2053Ἀντ. Π. Μαυρομιχάλης ΝἈντ. Καρατζᾶς Ν
2054Περ. Πεῤῥωτὴς Ἀθαν. Παπαχελᾶς Ν
2055Κων. Φλέσσας ΟΧαρίλ. Προβελέγγιος
2056Ἰωάννης Καζαμπάκας ΝἈντ. Μάτσας Ν
2057Κων. Ζωγλοπίτης ΝΛορέντζος Δελλαρόκας
2058Παν. Κουκορίχος ΝἸω. Ναυπλιώτης Ν
2059Γεώργ. Φραγκίδης ΝΣτυλ. Βάλληνδας Ν
2060Δημ. Τερτίπης ΝἸω. Ἰντζὲς Ν
2061Ἀθαν. Κωστάμης ΝΓεώργ. Σισμάνης
2062Ἀριστ. Χατζηνικολῆς ΟΝικ. Καλαντζόπουλος Ν
2063Νικ. Μπαλάφας Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν
2064Νικ. Παπανικολάου Ἡλίας Ποταμιάνος Ν
2065Παν. Λεβέντης Ἀριστ. Ῥούκης Ν
2066Βαπτιστὴς Βάτσας ΝΣπ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο
2067Γεώργ. Θεοτόκης ΝΓιαννοῦχος Μαυρομιχάλης Ν
2068Ἀλκίνοος Ζερβὸς ΝΞανθὸς Πικουλάκης
2069Ἡλίας Πολίτης Ἀσημάκης Χριστόπουλος Ο
2070Γουλλιέλμος Σκάρπας Νικ. Παπαλέξης Ν
2071Νικ. Μαρκέτης Παν. Λαμπρούλιας
2072Σπυρ. Λάσκαρης Εὐάγγελος Ἀρδαβάνης
2073Κων. Θ. Ῥωμαῖος Ἰω. Τυπάλδος Χαριτάτος Ν
2074Κων. Χρηστόπουλος ΝΣπυρ. Μακρῆς
2075Σωτ. Κροκιδᾶς Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ν
2076Σπυρ. Νοταρᾶς Εὐστ. Παπαδάκης Ν
2077Ἀναστ. Δημητριάδης ΝΠανούρ. Πανουργιᾶς
2078Γεώργ. Κούστας Θάνος Κανακάρης
2079Ἰω. Τσιμάρας ΝἈχ. Χοϊδᾶς Ο
2080Γερ. Μουσούρης ΝἈντ. Ρικάκης
2081Α. Ἄννινος ΚαβαλλιεράτοςΝἸω. Τσερτίδης Ο
2082Θεόφραστος Μεταξᾶς ΝΝικ. Κουμανιώτης
2083Διον. Καλούτσης ΝἌγγ. Ῥοῦφος
2084Σπυρ. Στάης ΝΝικ. Καράπαυλος
2085Μιχ. Πολίτης ΝΠαν. Σάκκης Ο
2086Θεόδ. Θερμογιάννης Σπ. Γρίβας
2087Ἰω. Καλούτσης ΝἸω. Βρυώνης
2088Στέφ. Κοπανίτσας ΝΠ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
2089Κωνστ. Σαλταφέρος Ἰω. Γεωργιάδης
2090Πέτρ. Βαρβιτσιώτης Γεώργ. Ν. Μπούμπουλης
2091Μελέτ. Ῥουσόπουλος Γεώργ. Π. Μπούμπουλης
2092Δημοσθ. Ματάλας Ἀλέξ. Γ. Σοῦτσος Ν
2093Νικ. Καραστέργιος Ἀνδρ. Γ. Συγγρὸς
2094Δημ. Βοκοτόπουλος ΝἘμμ. Δημητριάδης Ν
2095Μ. Μπογιατζόγλους ΝΚωνστ. Σαχτούρης
2096Ἰω. Γκιὼν ΝἘπαμ. Κριεζῆς
2097Νικ. Φώσκολος ΝΝικ. Τσαμαδὸς Ν
2098Σωτήρ. Χατζηγάκης Βησαρ. Χατζηαγγελάκης
2099Κωνστ. Χατζηπέτρος ΝΝικ. Ζητουνιάτης Ν
2100Χρ. Βλυτσάκης ΝΔημ. Ζουλούμης Ν
2101Γ. Κανούτας ΝΝικ. Χατζῖσκος
2102Εὐστ. Κοκκέβης Κωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ν
2103Δημ. Παπατσώρης ΝΔημ. Κρίτσας Ν
2104Χρ. Καραβίτης ΝἩρ. Γαζέπης
2105Διον. Κατρίτσης ΝΒ. Βουδούρης Ν
2106Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος Νικ. Καλογερόπουλος
2107Ἀριστ. Μάνεσης Θεσ. Α. Κανάρης Ν
2108Βασ. Δροσινός ΝΚων. Παπανικολῆς
2109Νικ. Βαλάσης Ν
2110§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 136, ἐξ ὧν 110
2111ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ 26 κατ’ αὐτῆς. Ἑπο-
2112μένως ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἐγένετο δεκτή.
2113(Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρ-
2114θρον 1 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
2115§78ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προτείνω νὰ προστεθῇ
2116εἰς τὸ ἄρθρον 1 τὸ ἑξῆς ἐδάφιον (ἀναγινώσκει):
2117«Τοῦ παρόντος νόμου ἐξαιροῦνται τὰ εἰς τὰ τελωνεῖα
2118φορολογούμενα λακωνικὰ προϊόντα.»
2119§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη ἤδη τὸ ἄρθρον.
2120§80ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂς τεθῇ ὡς ἄρθρον 2.
2121§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Βου-
2122λευτοῦ Οἰτύλου προτεινομένην προσθήκην παρακαλοῦνται
2123νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρε-
2124δέχθη.
2125Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
2126§82ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 2 ἐπιτείνει τὸ ἐλάττωμα τοῦ
2127ὅλου νομοσχεδίου, διότι ὑποκαθιστᾷ πλέον εἰς τὰ τραπε-
2128ζικὰ γραμμάτια ἄλλα γραμμάτια πιστωτικά. Θὰ ἔχωμεν
2129λοιπὸν τὸ νόμιμον νόμισμα, τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικὸν
2130γραμμάτιον, θὰ ἔχωμεν τὸ χρυσοῦν, θὰ ἔχωμεν καὶ τὰ
2131ὑποσχετικά. Τὸ ζήτημα τοῦτο συνδέεται τόσον στενῶς μὲ
2132τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἀνεπτύχθη ἐνώπιον τῆς
2133Βουλῆς, ὥστε δὲν ἔχει τις ἀνάγκην νὰ ἐπιμείνῃ ἐπ’ αὐτοῦ.
2134Ἀλλὰ περιλαμβάνει καὶ ἕτερον ἐλάττωμα τὸ ἄρθρον 2·
2135τὸ ἐλάττωμα δὲ τοῦτο ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι θὰ ἔλθῃ τὸ
2136Δημόσιον νὰ ἀναγνωρίσῃ ὡρισμένα καταστήματα ὡς δυ-
2137νάμενα νὰ ἐκδίδουν ὑποσχετικά, καὶ τῶν ὁποίων ὁ χάρ-
2138της καὶ τὰ πιστωτικὰ ἔγγραφα θὰ ἦναι ἰσότιμα πρὸς τὸν
2139χρυσόν· εἶναι προνόμιον, τὸ ὁποῖον θὰ χορηγήσῃ ἡ Κυβέρ-
2140νησις διὰ Β. Διατάγματος, καθορίζοντος τὰ καταστήματα
2141ἐκεῖνα, ὧν τὰ ὑποσχετικὰ θέλουσι θεωρηθῆ ὡς ἰσότιμα
2142πρὸς τὸν χρυσόν. Νομίζω ὅτι τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἔχει
2143οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Δὲν δύναται
2144νὰ ἀποτιμήσῃ οὔτε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, οὔτε ἡ Κυβέρ-
2145νησις τὰς ὑποσχετικὰς ἐπιταγὰς οἱουδήποτε καταστήμα-
2146τος· τοῦτο ἐξήρτηται ἐκ τῆς πίστεως τῶν καταστημάτων,
2147τὰ ὁποῖα ἐκδίδουσιν αὐτάς. Νομίζω δέ, ὅτι ὄχι μόνον εἶναί
2148τι ὑπερβάλλον τὰ δικαιώματα καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς
2149Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ὅλως περιττὸν, διότι δύναται νὰ
2150πράξῃ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἀνεξαρτήτως τῆς ἐντολῆς, τὴν
2151ὁποίαν ζητεῖ διὰ τοῦ ἄρθρου 2, καὶ ἄνευ τῆς ἐκδόσεως Β.
2152Διατάγματος. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε παρουσιασθῆ
2153εἰς τὰς τελωνειακὰς ἀρχὰς χάρτης ἢ ὑποσχετικὸν ἔγγρα-
2154φον ἰσότιμον πρὸς τὸν χρυσὸν, λόγῳ τῆς πίστεως τῶν
2155καταστημάτων, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἐκδώσει αὐτὰ, δὲν ἔχει ἢ
2156νὰ διατάξῃ νὰ γένηται ἀποδεκτὸν, καθόσον μάλιστα τοι-
2157οῦτος χάρτης θεωρεῖται ὑπέρτερος τοῦ χρυσοῦ. Διὰ τοῦτο
2158φρονῶ, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ διαγραφῇ ὁλόκληρον τὸ ἄρ-
2159θρον 2, καὶ νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὁδηγήσῃ τὰς
2160ἀρχὰς, δι’ ἑκάστοτε ἐκδιδομένης διαταγῆς, πρὸς ἀποδοχὴν
2161ἢ μὴ ἀποδοχὴν οἱασδήποτε ἐπιταγῆς, ἥτις ἤθελεν ἐμφανι-
2162σθῆ εἰς τὰς τελωνειακὰς ἀρχὰς ἀντὶ χρυσοῦ.
2163§83Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ τελευταῖον μέ-
2164ρος τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀπήντησεν εἰς τὸ πρῶ-
2165τον· διότι εἶπεν, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ δεχθῇ καὶ
2166νὰ προτιμήσῃ οἱονδήποτε θέλει ἐκ τῶν ὑποσχετικῶν.
2167Τοῦτο δὲ δύναται νὰ πράξῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ τελω-
2168νειακὴ ἀρχή. Ὅ,τι δύναται νὰ πράξῃ ὁ τελώνης, κατὰ
2169τὸ πρῶτον μέρος τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τοῦτο κατ’
2170αὐτὸν δὲν πρέπει νὰ πράξῃ τὸ Β. Διάταγμα. Ταῦτα ἀλ-
2171ληλαναιροῦνται, καὶ ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὰ τοῦ νομοσχε-
2172δίου ἔχουσι καλῶς. Τὰ ὑποσχετικὰ ταῦτα εἶναι συναλλαγ-
2173ματικαὶ, ἐπιταγαὶ, πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὑποκαθιστῶντα
2174τὸν χρυσόν. Ἄνευ τοῦ ἄρθρου δευτέρου, τὸ ἄρθρον πρῶτον
2175θὰ παρεκώλυε τὰς τελωνειακὰς ἀρχὰς, ὅπως δεχθῶσιν οἱον-
2176δήποτε ἄλλο εἶδος πληρωμῆς ἢ τὸν εἰς αὐτούσιον χρυσὸν, διότι
2177τὸ ἄρθρον πρῶτον ὁρίζει, ὅτι αἱ πληρωμαὶ γίνονται εἰς
2178χρυσὸν, ἔρχεται ἑπομένως τὸ ἄρθρον 2, ὁρίζον ὅτι δύναται
2179ἡ τελωνειακὴ ἀρχὴ ἀντὶ χρυσοῦ νὰ δεχθῇ καὶ γραμμάτια,
2180γραμμάτια ὑποσχετικὰ, συναλλαγματικὰς, ἐπιταγὰς ἢ
2181ἄλλα ἐκ τῶν συνήθων εἰς τὸ ἐμπόριον, ἢ ἐκ τῶν καθορισθη-
2182σομένων εἰδικώτερον διὰ διατάγματος. Παρακαλῶ δὲ ἐν τῷ
2183νομοσχεδίῳ νὰ τεθῇ ἀντὶ «διατάγματος» «διαταγμάτων».
2184§84ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ Βασ. Διατάγματος, ὡς εἶχε πρὶν τὸ
2185ἄρθρον, ἢ διὰ Βασ. Διαταγμάτων, ὡς διώρθωσε νῦν αὐτὸ
2186ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπιδιώκεται κυρίως ἡ δημιουργία προ-
2187νομιούχου τάξεως πιστωτικῶν καταστημάτων, ὧν μόνον τὰ
2188γραμμάτια θὰ ὦσι δεκτὰ πρὸς πληρωμὴν εἰς τὰ τελωνεῖα
2189καὶ ὑποτελωνεῖα τοῦ Κράτους. Τίς μᾶς ἐγγυᾶται ὅμως,
2190ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ περιλάβῃ εἰς τὴν προνομιοῦχον ταύ-
2191την τάξιν ὅλα τὰ φερέγγυα τῳόντι πιστωτικὰ καταστή-
2192ματα τῆς χώρας καὶ δὲν θὰ κάμῃ εὐνοήτους διακρίσεις
2193μεταξὺ αὐτῶν; Τίς μᾶς ἐγγυᾶται προσέτι, ὅτι ἡ προνο-
2194μιοῦχος αὕτη τάξις τῶν πιστωτικῶν καταστημάτων, ἥτις
2195θὰ ἔχῃ τὸ μονοπώλιον τῆς ἐκδόσεως τῶν γραμματίων, τὰ
2196ὁποῖα τὰ τελωνεῖα καὶ ὑποτελωνεῖα θὰ δέχωνται εἰς πλη-
2197ρωμὴν ἀντὶ χρυσοῦ, δὲν θὰ κάμωσι κατάχρησιν τοῦ τοιού-
2198του μονοπωλίου, κανονίζοντα αὐτὰ τὴν ἐπικαταλλαγὴν
2199ἑκάστοτε κατὰ τὸ ἴδιον συμφέρον; Ὕστερον ἀπὸ τόσα ἄλλα
2200ἔχει καὶ τοῦτο τὸ ἄτοπον, ὡς παρατηρεῖτε, τὸ νομοσχέ-
2201διον.
2202§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προτεί-
2203νει τὴν ἀντικατάστασιν τῶν λέξεων «Διὰ Β. Διατάγμα-
2204τος» διὰ τῶν λέξεων «Διὰ Β. Διαταγμάτων».
2205Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 μετὰ τῆς διορθώσεως
2206ταύτης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πε-
2207ρισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
2208(Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ
2209ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 3, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ
2210νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
2211§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2212Ὥρα 10 μ. μ.