Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΓ · Σύνοδος Β› Συνεδρίαση 22

1892.12.17

2.651 στίχοι · 19.890 λέξεις · 1 πίνακας · 80 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1892.12.17
Προεδρεία
Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗ
Περίοδος
ΙΓ
Σύνοδος
Β
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1893)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 22

τῆς 17 Δεκεμβρίου 1892.

(Πέμπτη).

Ὥρᾳ 5 καὶ 45′ μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ μετά τινας παρατηρήσεις ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ σεβασμιώτατος ἀρχιεπίσκοπος Σύρου καὶ Τήνου δι’ ἐγγράφου του ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην του περὶ διαιρέσεως τῆς ἀρχιεπισκοπῆς Σύρου καὶ Τήνου καὶ ἱδρύσεως νέας ἐπισκοπῆς ἐν Τήνῳ.

§2ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ παρεκάλουν νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἡ αἴτησις αὕτη τοῦ σεβασμιωτάτου ἀρχιεπισκόπου, καὶ δι’ αὐτοῦ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, τὴν ὁποίαν τὸ ῥηθὲν Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔλαβε πρόνοιαν νὰ συστήσῃ πρό τινων ἡμερῶν. Θὰ συνίστων δὲ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ αἴτησις αὕτη.

§3ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἶναι διάφοροι αἱ γνῶμαι περὶ ἀρχιεπισκοπῶν καὶ ἐπισκοπῶν. Διαδίδεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκοπεῖ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ διαῤῥυθμίσεως τῶν ἀρχιεπισκοπῶν καὶ ἐπεκτάσεως τῆς δικαιοδοσίας αὐτῶν καὶ τῶν ἐπισκοπῶν. Μοὶ φαίνεται ὅθεν ὀλίγον τολμηρὰ ἡ πρότασις τοῦ σεβασμιωτάτου ἐπισκόπου Σύρου καὶ Τήνου, προτείνοντος νὰ ἀποσπασθῇ ἡ Τῆνος εἰς ἰδιαιτέραν ἐπισκοπήν. Τὸ ζήτημα τοῦτο προβάλλεται καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων, ἡ ὁποία εἶναι ἐπισκοπὴ ἀρχαιοτάτη, περιώνυμος καὶ ἔνδοξος, διότι ἐκ τῆς ἐπισκοπῆς Καλαβρύτων πρωτηγωνίστησαν οἱ μεγαλείτεροι ἀρχιερεῖς κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα, τὴν δὲ σημαίαν τῆς ἐπαναστάσεως ὕψωσε πρῶτος ἐν Ἁγίᾳ Λαύρᾳ ὁ ἀείμνηστος Γερμανός. Ἐπειδὴ λοιπὸν γίνεται ἤδη σκέψις, ὅπως ἡ ἐπισκοπὴ Καλαβρύτων, ἡ ὁποία ἔχει ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν της τὰς μεγαλειτέρας Μονὰς τοῦ Κράτους, συγχωνευθῇ μετὰ τῆς ἀρχιεπισκοπῆς Πατρῶν, ὑποβάλλω ἀπὸ τοῦδε τὴν γνώμην μου καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν Βουλλήν, ὅτι εἶναι λίαν τολμηρὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι δύναται νὰ συγχωνευθῇ μία ἐπισκοπὴ ἀρχαία, ἱστορική, ἔνδοξος, εἰς ἑτέραν ἀρχιεπισκοπήν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἅγιος Σύρου καὶ Τήνου ὑπέβαλε τὴν προκειμένην αἴτησιν, ἔλαβον τὸ ἐνδόσιμον νὰ ὑποδείξω καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλλήν, ὅτι σπουδαίως πρέπει νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐπεκτάσεως τῆς δικαιοσίας τῶν ἐπισκοπῶν, εἴτε τῆς συγχωνεύσεως αὐτῶν μετ’ ἄλλων. Δὲν γνωρίζω ποίους λόγους ἔχει ὁ Σύρου καὶ Τήνου πρὸς ὑποστήριξιν τῆς αἰτήσεώς του, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι, ἂν δὲν ὑφίστατο ἐπισκοπὴ Τήνου ἀπ’ ἀρχῆς, εἶναι τολμηρὸν ἤδη ν’ ἀποσπασθῇ ἡ Τῆνος ἀπὸ τῆς Σύρου. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ περὶ συμπληρώσεως τῆς ἐπισκοπικῆς ἕδρας Καλαβρύτων, ἡ ὁποία χηρεύει ἀπὸ ἐτῶν, καὶ ὅμως οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη περὶ συμπληρώσεώς της, ἐνῷ ἄλλαι ἐπισκοπαί, ὡς ἡ τῶν Πατρῶν καὶ τῆς Σπάρτης, συνεπληρώθησαν ἤδη, καίτοι πρὸ ὀλίγου χρόνου ἐχήρευσαν.

§4ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω, τίνα ἰδέαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις περὶ διαιρέσεως ἐκκλησιαστικῆς νέας· ὅ,τι ὅμως θεωρῶ ἀπαραίτητον, εἶναι, ὅτι πρέπει, ἐὰν δὲν ληφθῇ πρόνοια ἄμεσος περὶ συμπληρώσεως τῶν κενῶν θέσεων ἀρχιεπισκόπων, νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια περὶ τῶν ἐπισκοπικῶν ἐπιτροπῶν. Δὲν εἶναι ἡ ὥρα κατάλληλος, ἵνα ποιήσωμαι λόγον περὶ τῶν γιγνομένων σκανδάλων ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς ταύταις, ἀλλ’ ἀφεύκτως πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια νομοθετικὴ ἄμεσος περὶ διοικήσεως τῶν χηρευουσῶν ἐπισκοπῶν.

§5ΦΩΤΗΛΑΣ. Οἱ ἀρχαῖοι κανόνες ὁρίζουσιν, ὅτι, ὅταν κενωθῇ ἕδρα ἐπισκοπική, ἀποστέλλεται εἷς ἔξαρχος πρὸς διοίκησιν τῆς ἐπισκοπῆς μέχρι συμπληρώσεώς της. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ὅπως ληφθῇ πρόνοια νομοθετικὴ περὶ ἀποστολῆς ἐξάρχων πρὸς διοίκησιν τῶν ἐπισκοπῶν. Ἐφ’ ὅσον αὗται δὲν συμπληροῦνται, δὲν θὰ παύσωσι τὰ συμβαίνοντα σκάνδαλα καὶ τὰ ὄργια, τὰ ὁποῖα, χάριν τῆς Ἐκκλησίας καὶ χάριν αὐτῶν τῶν ἐπισκοπικῶν ἐπιτροπῶν, δὲν πρέπει νὰ τὰ ἐκθέσωμεν ἐν τῇ Βουλῇ.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀποσταλῇ ἡ αἴτησις τοῦ ἀρχιεπισκόπου Σύρου καὶ Τήνου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ὁ Δημήτριος Οἰκονομόπουλος, ἐξ Ἄργους, συνιστᾷ εἰς τὴν Βουλὴν δι’ ἀναφορᾶς του τὴν κατάργησιν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύλου κρατούμενοι κατάδικοι παραπονοῦνται δι’ ἀναφορᾶς των κατὰ τοῦ τροφοδότου τῶν φυλακῶν. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Τηλεγράφημα ἐκ Χαλκίδος πρὸς τὴν Α. Μεγαλειότητα τὸν Βασιλέα, πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων, πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, πρὸς τὰς ἐφημερίδας «Πρωΐαν», «Καιροὺς», «Νέαν Ἐφημερίδα» καὶ «Παλιγγενεσίαν» καὶ πρὸς τὸν βουλευτὴν κ. Ζυγομαλᾶν. Παρακαλῶ νὰ τὸ ἀναγνώσῃ ὁ κ. Γραμματεύς.

§7ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Διοίκησις ἐπαρχίας Χαλκίδος ἀγρία. Χαλκὶς δὲν ἀποτελεῖ μέρος Ἑλληνικοῦ Κράτους, τυγχάνει πασσαλίκι Προέδρου Βουδούρη. Ἱερεὺς χωρίου Στροφυλιᾶς, μὴ στέργων προσκυνῆσαι ἐπιστάτην Βουδούρη, ἀπειλεῖται, κακοποιεῖται, συλλαμβάνεται καὶ ἀποστέλλεται Χαλκίδα ὑπὸ ἐνωμοτάρχου Σμυρλῆ, σταθμάρχου Μαντουδίου. Χωρικοὶ Στροφυλιᾶς, συζητοῦντες καὶ κατακρίνοντες Βουδούρην, διεσκορπίσθησαν καὶ κατεδάρησαν ὑπὸ ἐνωμοτάρχου Σμυρλῆ καὶ χωροφυλάκων. Ἀδελφοὶ Κατσούλη ἐκ Μετοχίου συνελήφθησαν ὑπὸ ἰδίου ἐνωμοτάρχου καὶ κατεκρατήθησαν παρανόμως. Φυλακαὶ Χαλκίδος περιλαμβάνουσι χωρικούς, συλληφθέντας ἀναιτίως πρὸ ἑξαμηνίας. Ἀνακριτικὴ ἀρχὴ δὲν περαιοῖ ἀνακρίσεις. Λῃστοφυγόδικοι Ἀγραφιώτης, Μοσχονᾶς καὶ Λαγὸς, διαπράξαντες φοβερὰν ληστείαν μετὰ φόνου, περιφέρονται ἀκαταδίωκτοι δάση Μαντουδίου, ἐμποιοῦντες τρόμον πᾶσι. Τηλεγραφεῖον ἀρνεῖται διαβιβάσαι τηλεγραφήματά μας. Ὁμόθυμος ὁ τόπος ἐξηγέρθη κατὰ δικαστηρίου Χαλκίδος. Οὐδὲν ἐγένετο πρὸς βελτίωσιν. Παρ’ ἡμῶν ἐξαιτούμεθα ταπεινῶς βελτίωσιν διοικήσεως, οὐδέποτε περιελθούσης τοσοῦτον οἰκτρὸν σημεῖον. «Ν. Ἀντωνόπουλος».

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἀντιπρόεδρον νὰ καταλάβῃ τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου. (Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ πρῶτος ἀντιπρόεδρος κ. Ἀλέξανδρος Ἀντωνόπουλος).

§9ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐλήφθη τηλεγράφημα τοῦ νομάρχου Εὐβοίας, ὅστις, λαβὼν γνῶσιν διὰ τηλεγραφήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν ἐν τῷ ἀναγνωσθέντι τηλεγραφήματι, ἀπαντᾷ, ὅτι ἅπαντα ταῦτα εἶναι ψευδῆ.

§10Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, οὐχὶ διὰ νὰ δικαιολογηθῶ, ἀλλὰ διὰ νὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ ἅπαξ ἔτι, ὁποίαν ἀξίαν ἔχουσι τὰ ἀποστελλόμενα ταῦτα τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα κατακλύζουσι καθ’ ἑκάστην τὸ Κοινοβούλιον. Ὁ τηλεγραφῶν ὀνομάζεται Ν. Ἀντωνόπουλος, πάντες δὲ οἱ ἐν Ἀθήναις μένοντες θὰ τὸν ἐνθυμοῦνται, ὄντα πάντοτε ἐπὶ κεφαλῆς ὅλων τῶν ἐξ ἀγυιοπαίδων διαδηλώσεων. Οὗτος εἶναι καὶ ἀνεψιὸς τοῦ πρώην προέδρου τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς κ. Φλογαΐτου, διατρίβοντος νῦν ἐν Χαλκίδι. Ἀλλὰ τί λέγει ἐν τῷ τηλεγραφήματι; Ὅτι ἡ ἐπαρχία Χαλκίδος διοικεῖται ἀγρίως, ὅτι ἔγεινε πασσαλίκι τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Διατί; Διότι ὁ ἐνωμοτάρχης Σμυρλῆς συνέλαβε τὸν ἱερέα τοῦ χωρίου Στροφυλίας, καὶ τὸν ἔστειλεν εἰς τὰς φυλακάς. Δὲν λέγει ὅμως καὶ διατὶ τὸν συνέλαβεν. Ὁ ἱερεὺς οὗτος κατηγγέλθη εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον πρὸ δύο ἢ τριῶν μηνῶν, καὶ τὸ ἐκκλησιαστικὸν δικαστήριον τὸν κατεδίκασεν εἰς τρίμηνον φυλάκισιν μὲ ὑπερορίαν εἴς τινα μονὴν τῶν Μετεώρων. Βασιλικὸν διάταγμα ἐνετείλατο τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον ἀπέστειλε τὸ διάταγμα εἰς τὸν νομάρχην πρὸς ἐκτέλεσιν, οὗτος δὲ πρὸς τὸν μοίραρχον, καὶ ὁ μοίραρχος πρὸς τὸν ἐνωμοτάρχην, ὅστις προέβη εἰς τὴν σύλληψιν τοῦ ἱερέως. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐν τῷ τηλεγραφήματι ἀναφέρεται, ὅτι οἱ ἀδελφοὶ Κατσούλη, ἐκ τοῦ χωρίου Μαντουδίου, συνελήφθησαν παρὰ τοῦ ἰδίου ἐνωμοτάρχου, καὶ κατεκρατήθησαν εἰς τὰς φυλακὰς παρανόμως. Τοῦτο συνδέεται πρὸς τὴν ἀναγραφεῖσαν ψευδῆ εἴδησιν πρό τινων μηνῶν, καθ’ ἣν δῆθεν ἐνεφανίσθη ὁ λήσταρχος Δράκος ἐν Εὐβοίᾳ μετὰ 20 ἄλλων, ἐγένετο συμπλοκή, φόνοι, τραυματισμοὶ κλπ. πάντα ψευδέστατα. Τί δὲ εἶχε συμβῆ; Αὐτοὶ οἱ ἀδελφοὶ Κατσούλη ἐξήρχοντο τὴν νύκτα ὁπλοφοροῦντες καὶ ἐφόβιζον τοὺς συγχωρικούς των, λέγοντες ὅτι ἀνήκουσιν εἰς ληστοσυμμορίαν, ἡ ὁποία θὰ δείξῃ καὶ θὰ κάμῃ. Νύκτα τινὰ ὅμως, ἐνεδρεῦσαν τὸ ἀπόσπασμα, τοὺς συνέλαβε μὲ τὰ ὅπλα εἰς χεῖρας, καὶ τοὺς ὡδήγησεν εἰς τὸν ἀνακριτήν. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἡ Χαλκὶς εἶναι πασσαλίκι τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς; Ὁ δὲ ἀνταποκριτὴς τῆς ἐφημερίδος, ὅστις ἐτηλεγράφησε τὰ περὶ ληστοσυμμοριῶν, καταγγελθεὶς, κατεδικάσθη, νομίζω, εἰς 15 ἡμερῶν φυλάκισιν.

§11ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τίνος ἐφημερίδος;

§12ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τῶν «Καιρῶν». Εἶναι ἀληθές, ὅτι πρὸ ἡμερῶν συνέβη μία ληστρικὴ πρᾶξις. Δύο φυγόδικοι, ὀνόματι Ἀγραφιώτης καὶ Κοκονᾶς, συνέλαβον καθ’ ὁδὸν καὶ ληστεύσαντες ἐφόνευσαν ἕνα ταχυδρόμον ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παραλαμβάνουσι τὰ χρήματα τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐργαζομένων Μακεδόνων καὶ τὰ ἀποστέλλουσιν εἰς τὰς οἰκογενείας αὐτῶν. Ἐπὶ τῇ εἰδήσει ταύτῃ ἐγὼ πρῶτος ἐταράχθην, καὶ σπεύσας ἀμέσως εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, τὸν παρεκάλεσα νὰ διατάξῃ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποσταλῇ δ’ ἐκεῖ ἀποσπασματάρχης δραστήριος καὶ ἱκανὸς,—καὶ ὡς τοιοῦτον ὑπέδειξα τὸν ἀνθυπομοίραρχον Ζυμβρακάκην,—ἵνα καταδιώξῃ τοὺς ληστάς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνενοήθη μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ διετάχθη ἀμέσως ὁ κ. Ζυμβρακάκης νὰ μεταβῇ· ἀλλ’ ἐπειδὴ παρῆλθον ἔκτοτε 15 ἡμέραι, καὶ, καθ’ ἃς ἔλαβον πληροφορίας, δὲν εἶχε μεταβῆ ὁ κ. Ζυμβρακάκης, παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν πρὸ τριῶν ἡμερῶν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀμέσως τηλεγραφικῶς ἐζήτησε λόγον, διατὶ ὁ κ. Ζυμβρακάκης δὲν ἀνεχώρησεν. Αὐτὴν τὴν ἐνέργειαν ἔκαμον ἐγὼ, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ τηλεγράφημα προστατεύω δῆθεν τοὺς ληστὰς, διότι περιφέρονται εἰς τὰ δάση Μαντουδίου. Αὕτη εἶναι ἡ ἀξία αὐτῶν τῶν τηλεγραφημάτων. Ἕκαστος δύναται ν’ ἀποστέλλῃ τηλεγραφήματα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ συκοφαντῇ ὅντινα θέλῃ. Ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν δίδω σημασίαν εἰς αὐτὰ, καὶ ὅτι ἀρκεῖ τὸ ὄνομα μόνον τοῦ τηλεγραφοῦντος πρὸς περιφρόνησιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ πρέπει ἡ Βουλὴ ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ ἐννοήσῃ τὴν ἀξίαν τῶν τοιούτων καταγγελιῶν, παρὰ τοιούτων μάλιστα ἀνθρώπων προερχομένων. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν ἱερέα, περὶ οὗ ἐγένετο τόσος λόγος, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ φέρῃ ἐνταῦθα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ, ἐὰν πράγματι κατεδικάσθη εἰς τριῶν μηνῶν φυλάκισιν.

§13ΠΑΧΥΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι πρέπει ν’ ἀποσταλῇ τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸν Εἰσσαγγελέα, ἵνα διδάξῃ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, ὅτι δὲν δύνανται ἀτιμωρητεὶ νὰ συκοφαντῶσι.

§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, νὰ σταλῇ.

§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης πρὸς ἐνέργειαν τῶν δεόντων κατὰ τοῦ τηλεγραφοῦντος. (Ἐπαναλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Πρόεδρος κ. Β. Βουδούρης).

§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Διευθυντὴς τῆς ἐνταῦθα Γαλλικῆς Σχολῆς κ. Ὠμὸλ ἀπέστειλε πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τὴν ἑξῆς ἐπιστολήν.

§17ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Κύριε Πρόεδρε. «Αἱ ἐφημερίδες τῆς πρωΐας μοὶ δίδουσι τὴν εἴδησιν, καθ’ ἣν ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἐψήφισε τὴν παραχώρησιν εἰς τὴν Γαλλικὴν Σχολὴν Ἀθηνῶν οἰκοπέδου, ὅπερ κανονίζει καὶ συμπληροῖ τὴν ἰδιοκτησίαν, ἣν κέκτηται ἐκ προτέρας ἐλευθεριότητος τῆς Ἑλλάδος. «Γινώσκω ὅλην τὴν ἀξίαν τῆς γενναίας ταύτης παραχωρήσεως, ὡς ἐπίσης καὶ τὴν συμπάθειαν, ἣν ἐνέχει διὰ τὴν Γαλλικὴν Σχολὴν τῶν Ἀθηνῶν. Αἰσθάνομαι βαθύτατα ὅλην τὴν εὐγνωμοσύνην, ἣν ὀφείλομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν. Ἡ πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἀγάπη οὐ μόνον ἐν τῷ παρόντι αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ παρελθόντι, εἶναι μία τῶν σταθερῶν ἡμῶν παραδόσεων, διὰ νὰ μὴ εἴπω, ὅτι αὕτη ἀποτελεῖ τὸν λόγον τῆς ὑπάρξεως ἡμῶν. Ἐμείναμεν πάντοτε ἐν τούτῳ πιστοὶ, καὶ ἐκ τούτου νομίζομεν, ὅτι ἠξιώθημεν πάντοτε τῆς εὐμενείας τῶν δημοσίων ἀρχῶν. Τὰ νέα καθήκοντα εὐγνωμοσύνης, τὰ ὁποῖα ἡ εὐμένεια αὕτη γεννᾷ παρ’ ἡμῖν, εἶναι εὐπρόσδεκτα εἰς τὸν ἡμέτερον φιλελληνισμὸν, ὡς νέοι δεσμοὶ, συνδέοντες ἡμᾶς πρὸς τὴν χώραν ταύτην. «Παρακαλῶ, ὅπως διαβιβάσητε πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων τὰ εὐχαριστήριά μου, τὰ ὁποῖα προσεχῶς, ἐλπίζω, θὰ ἀκολουθήσωσι τὰ εὐχαριστήρια τοῦ κόμητος Μοντολὼν καὶ τὰ τοῦ Προέδρου τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας, καὶ δέξασθε τὴν διαβεβαίωσιν τῆς πρὸς ὑμᾶς βαθείας μου ὑπολήψεως. Θ. Ὠμώλ.»

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;

§19ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Καταθέτω συντομωτάτην πληροφορίαν ἐπὶ ἐρωτήματος ὁμοίως συντόμου τοῦ ἐκ Μεσσήνης ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ. Παράπονα κατὰ τῶν κατὰ τόπους ἐπισκοπικῶν ἐπιτροπῶν ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον συνέστησε πρό τινος ἐπιτροπήν τινα ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν, ἡ ὁποία ἀκαμάτως καὶ δραστηρίως ἐργάζεται ἐπὶ σοβαρῶν καὶ σπουδαιοτάτων ἀντικειμένων, ὑπαγομένων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην ὑποβάλλεται καὶ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ὅπως ληφθῇ συντόνως προσωρινόν τι μέτρον, θέτον τέρμα εἰς τὰς διαφόρους ἀτοπίας, αἱ ὁποῖαι συμβαίνουσιν εἰς τὰς χηρευούσας ἐπισκοπάς, ὧν ἡ πλήρωσις δὲν εἶναι εὐχερὴς σήμερον.

§20Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀνήγγειλα πρὸ ἡμερῶν, ὅτι ὁ ἀπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1890 εἶχε παρασκευασθῆ καὶ παραδοθῆ εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον. Ἤδη ἐξετυπώθη καὶ ὑποβάλλω αὐτὸν ἔντυπον εἰς τὴν Βουλήν.

§21ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τοῦ τύπου τῶν διαθηκῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνοδεύεται ὑπὸ ἐκτενοῦς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως· πρὸς διευκόλυνσιν δὲ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐν τῇ μελέτῃ νομοσχεδίου τόσης σπουδαιότητος, ἔκρινα χρήσιμον νὰ τυπωθῶσι μετὰ τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου, αʹ) τὸ ψήφισμα τοῦ Κυβερνήτου, τὸ κανονίζον τὰ τῶν διαθηκῶν παρ’ ἡμῖν, ἐκτὸς τῆς Ἑπτανήσου· βʹ) ἀπόσπασμα τοῦ Ἰονίου κώδικος, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς διαθήκας, καὶ γʹ) ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε παρασκευάσει κατὰ τὸ 1884 ἡ ἐκ νομομαθῶν ἐπιτροπή. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἢ μᾶλλον ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὰς διαθήκας, ἀνάγεται, ὡς γινώσκετε, εἰς τὸ κληρονομικὸν δίκαιον, καὶ παρεσκευάσθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν διὰ βασιλικοῦ διατάγματος εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ἀναθεώρησις τοῦ ἀστικοῦ κώδικος· ἐπειδὴ ὅμως, ὅσον ἀφορᾷ τὰς διαθήκας, ἀποτελεῖ τι τὸ αὐτοτελές, καὶ τοῦτο αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ἀστικοῦ κώδικος ὡμολόγησεν, ὑπάρχει δὲ ὡμολογημένη ἡ ἀνάγκη, αἱ διατάξεις περὶ διαθηκῶν νὰ μεταῤῥυθμισθῶσιν οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ὑφίστανται οἱ συμπολῖται ἡμῶν ὅσας σήμερον περιπετείας ἐκ τῆς πολυτελείας τῶν διατυπώσεων, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ συστήσω εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ παρασκευάσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἵνα τὸ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, διότι νομίζω, ὅτι θὰ πληρώσω ἓν κενόν, ὑφιστάμενον ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης.

§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 75).

§23ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ ἐργάζεται ἐπὶ τοῦ ἀστικοῦ κώδικος, καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐπεξειργάσθη μέχρι τοῦδε τὸ οἰκογενειακὸν δίκαιον, εὑρίσκεται δὲ ἤδη εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ κληρονομικοῦ δικαίου, προκειμένου περὶ διαθηκῶν, αἵτινες ὑπάγονται εἰς τὸ κληρονομικὸν δίκαιον, νὰ μᾶς εἴπῃ, ποῖος ὁ λόγος ὁ κατεπείγων νὰ ἀποσπασθῇ τὸ μέρος αὐτὸ τοῦ κληρονομικοῦ δικαίου, νὰ μὴ ἀφεθῇ δὲ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ κανονίσῃ ὁλόκληρον τὸ σύστημα, ἀφοῦ μάλιστα οὐδεμία πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ συντάραξις εἰς τὴν κοινωνίαν ἐκ τοῦ ἐν ἰσχύϊ ψηφίσματος τοῦ Κυβερνήτου.

§24ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι προκεχωρημέναι αἱ ἐργασίαι τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἀστικοῦ κώδικος ὅσον ὑπολαμβάνετε, καὶ ἐπειδὴ θὰ βραδύνωσιν ἐπὶ πολὺν χρόνον, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ συστήσω εἰς αὐτήν, ὅπως παρασκευάσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ διαθηκῶν καὶ τὸ ὑποβάλω. Περὶ κληρονομικοῦ δὲ δικαίου ἀκόμη ἀρχὴ δὲν ἐγένετο εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν παρεσκεύασε παρὰ μόνον τὸ γενικὸν μέρος, τὸ ὁποῖον τώρα, τυπωθὲν, ἐπεξεργάζεται πάλιν, καὶ εἶναι πιθανὸν ἐν τῇ συνόδῳ ταύτῃ νὰ ὑποβληθῇ. Δὲν παρεσκεύασε δὲ ἀκόμη ἡ ἐπιτροπὴ τὸ οἰκογενειακὸν δίκαιον· τὸ ἐμπράγματον δὲ δίκαιον καὶ τὰ λοιπὰ μέρη τοῦ ἀστικοῦ κώδικος εἶναι ἀκόμη ἐκκρεμῆ ἐνώπιον αὐτῆς.

§25ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἷς τῶν κυρίων Βουλευτῶν Κορινθίας ἀπηύθυνεν ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ἐπερώτησιν, σχετιζομένην πρὸς γέφυράν τινα ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Συκιᾶς τῆς Κορινθίας. Ἀληθῶς ἐπερατώθησαν ἀπό τινος τὰ βάθρα τῆς γεφύρας, πρὸ πολλοῦ δὲ παρηγγέλθη τὸ κατάστρωμα αὐτῆς, τὸ ὁποῖον ἤδη καὶ παρελήφθη εἰς Πάτρας, καὶ κατ’ αὐτὰς πρόκειται νὰ τοποθετηθῇ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ καταθέσω τὸ συμβόλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγκατεστάθη ἡ Ἀγγλικὴ ἑταιρία εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Γαλλικῆς ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος. Ἐπίσης ἐζήτησε νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ποία ἡ ἕδρα τῆς ἑταιρίας ταύτης, καὶ ἐκ τίνων ἀποτελεῖται τὸ Διοικητικὸν αὐτῆς Συμβούλιον. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς εὐαρεστηθῇ νὰ ἐξετάσῃ τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως» τῆς 18 Σεπτεμβρίου 1887, θὰ εὕρῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ζητεῖ. Ἡ ἕδρα τῆς ἑταιρίας εἶναι ἐν Λονδίνῳ· ἐν δὲ τῇ ἐφημερίδι, ἧς ἐμνημόνευσα, θὰ εὕρῃ καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ἀποτελούντων τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον. Ἐπειδὴ ὅμως ἐζήτησε τὴν τύπωσιν τῶν διαφόρων ἐγγράφων, τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν Κωπαΐδα, διέταξα, ὅπως δημοσιευθῶσι μετ’ αὐτῶν καὶ τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἐζήτησε διαφόρους πληροφορίας περὶ τῶν ὁδῶν, αἵτινες συνδέουσι τὰς ἐπαρχίας Τριφυλίας καὶ Ὀλυμπίας· καὶ ἄλλας πολλὰς πληροφορίας ἐζήτησε. Καταθέτω σημείωμα καὶ σχεδιόγραμμα εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης. Ὁ ἐκ Πατρῶν κ. Βουλευτὴς ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν ὡς ἑξῆς: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σχετικὰ τῆς ὑποθέσεως, περὶ ἧς ἀνεφέρθη εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγραφικῶς ὁ Ἰωάννης Ζερδεβᾶς». Καταθέτω ὑπόμνημα περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ τὰ σχετικὰ περὶ αὐτῆς, ἐτηλεγράφησα δὲ μετὰ τὴν ἐπερώτησιν εἰς τὸν Νομάρχην, ὅπως πληροφορήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης· νομίζω ὅμως, ὅτι αἱ πληροφορίαι, αἱ ἐν τοῖς ἐγγράφοις αὐτοῖς περιεχόμεναι, ἡ ἔκθεσις κυρίως τοῦ νομομηχανικοῦ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, εἶναι ἀρκοῦσαι, ὅπως παρέξωσι πᾶσαν πληροφορίαν πρὸς τὸν κ. Βουλευτήν.

§26ΧΟΪΔΑΣ. Σχεδιόγραμμα ὑπάρχει;

§27ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀκριβῶς τὸ σχεδιόγραμμα ἐζήτησα, διότι δὲν ὑπάρχει. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομομηχανικοῦ, πρόκειται περὶ οἰκίας, τὴν ὁποίαν ἠγόρασεν ὁ δῆμος, καὶ εἰς τὴν κατεδάφισιν τῆς ὁποίας προέβη μετὰ τὴν ἀγοράν.

§28ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχω, κύριε Πρόεδρε, ζητήσει μέχρι τοῦδε διαφόρους πληροφορίας παρὰ τῶν ἀξιοτίμων Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν. Πιθανὸν αἱ ἄλλαι πληροφορίαι, ὡς πολύπλοκοί πως, ν’ ἀπαιτῶσι χρόνον μακρὸν πρὸς περισυλλογήν. Μία ὅμως ἐξ αὐτῶν, ἡ ἀναγομένη εἰς τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν, ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἠδύνατο καὶ αὐθημερὸν νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας. Εἰ καὶ ἔχω ὅμως ζητήσει αὐτὴν ἤδη πρὸ τριῶν ἡμερῶν, οὐδὲν ἧττον καθυστερεῖ αὕτη· διὸ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὑπενθυμίσω αὐτὴν τοῖς ἁρμοδίοις ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῖς, καὶ νὰ τοὺς παρακαλέσω, ὅπως ἐπισπεύσωσι τὴν προσαγωγὴν αὐτῆς εἰς τὴν Βουλήν.

§29ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταξὺ τῶν παντοπωλῶν καὶ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων ἠγέρθη ἔρις περὶ ἑρμηνείας τῆς συμβάσεως· ἡ μὲν ἑταιρία ζητεῖ τὰς κάσας τοῦ πετρελαίου, οἱ δὲ παντοπῶλαι ζητοῦσι νὰ λαμβάνουν καὶ τὰς κάσας, διότι λέγουν, ὅτι ἡ σύμβασις ὁρίζει ποσὸν δραχμῶν τριάκοντα διὰ τὸ κιβώτιον τὸ περιέχον δύο τενεκέδες. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι δέον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν.

§30Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐδόθησαν διαταγαὶ, ὅπως παραδίδωνται καὶ τὰ κιβώτια μετὰ τοῦ πωλουμένου πετρελαίου.

§31ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς τὸ ἑσπέρας κατὰ πλάνην ἀνέφερα, ὅτι ὁ προξενικὸς νόμος περὶ τοῦ γραμματέως τοῦ ἐν Παρισίοις Προξενείου εἶναι προσωπικὸς, γενόμενος διὰ τὸν κ. Καλογερόπουλον, τὸν ὁποῖον ἴσως ἐπίκρανα, μολονότι δὲν γνωρίζω τὸν ἄνθρωπον, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ εἴπω, ὅτι ἐγένετο διὰ τὸν κ. Λεβίδην.

§32ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Θὰ σημειωθῇ καὶ αὐτὸ εἰς τὰ πρακτικὰ (ἱλαρότης).

§33ΣΑΚΚΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ προξενικῶν ὑπαλλήλων, λαμβάνω καὶ ἐγὼ ἀφορμὴν, ὅπως παραπονεθῶ πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ πρᾶξιν ἀποδιδομένην εἰς προξενικὸν ὑπάλληλον, ἀντιπροσωπεύοντα τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐν Βάρι τῆς Ἰταλίας. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἀνεκοινώθησαν παράπονα, ἔχοντα βάσιν, ὅτι πρόξενοι ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐνοσφίσθησαν πολλάκις περιουσίας ὁλοκλήρους, αἱ ὁποῖαι περιέπεσαν εἰς χεῖρας αὐτῶν, εἴτε ὡς κληρονομίαι, εἴτε ἐκ ναυαγίων πλοίων, ἢ ἐξ ἄλλων αἰτίων· ἐνθυμοῦμαι ὅτι πρὸ δέκα καὶ πλέον ἐτῶν, ὅτε διετέλουν ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, προξενικός τις ὑπάλληλος ἐσφετερίσθη τὸ ἀντίτιμον ὁλοκλήρου πλοίου ναυαγήσαντος ἐν Ἰταλίᾳ, καὶ ὅμως ὁ ὑπάλληλος οὗτος διέφυγε τῶν χειρῶν τῆς δικαιοσύνης, οὐχὶ ὅμως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι ἀπελύθη τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἔκτοτε δὲν ἐπανῆλθεν εἰς αὐτὴν πλέον. Πλεῖστα ὅμως τοιαῦτα, μὴ τυχόντα τῆς δεούσης προσοχῆς ἐκ μέρους τῶν κατὰ καιροὺς Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐνεθάῤῥυναν πολλοὺς προξενικοὺς ὑπαλλήλους, ὥστε νὰ προβῶσιν εἰς διαφόρους καταχρήσεις καὶ ἐγκλήματα, δύναμαι νὰ εἴπω, εἰς βάρος διαφόρων ὑπηκόων Ἑλλήνων. Ὁ ἐκ Σύρου ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Σοῦτσος, λαβὼν ἀφορμὴν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προξενικοῦ νομοσχεδίου, ἀνέφερε πολλὰ τοιαῦτα, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, ἀναφέρων καὶ ἐγὼ ἄπειρα, τὰ ὁποῖα γνωρίζω. Θέλω περιορισθῆ μόνον εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον μὲ ἠνάγκασε νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα· συνιστῶ δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ δώσῃ τὴν δέουσαν προσοχήν. Πρὸ δύο ἐτῶν περίπου ἐν Βάρι τῆς Ἰταλίας ἐναυάγησε πλοῖον ἑλληνικὸν, τοῦ Βασιλείου Ξαρχάκου ἐκ Πεταλιδίου, πλῆρες φορτίου, ἐντὸς τοῦ λιμένος· ὁ πρόξενος,— ὅστις, νομίζω, εἶναι Ἕλλην τὴν καταγωγὴν, ἐκ Κερκύρας, ἀλλ’ ἀποκατεστημένος πρὸ ἐτῶν ἐν Βάρι, καθολικὸς δὲ τὸ θρήσκευμα,—καιροφυλακτῶν τὰς περιστάσεις, ὅπως πληρώσῃ τὸ ἴδιον βαλάντιον, καὶ ἀδιαφορῶν περὶ τῆς προστασίας τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, εὗρε τότε τὴν εὐκαιρίαν, καὶ ὑπὸ τὸ πρόσχημα δῆθεν, ὅτι θὰ παρέξῃ πᾶσαν προστασίαν εἰς τὸν εἰρημένον πλοίαρχον, ὅπως ἐπιβάλλει αὐτῷ τὸ καθῆκον, κατώρθωσε κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν νὰ μὴ ἀφήσῃ ἢ ἑκατοντάδας μόνον τινὰς δραχμῶν πρὸς ὄφελος τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ πλοίου. Ὁ πλοίαρχος τοῦ πλοίου ἐκείνου ἀπηύθυνεν ἀναφορὰν καὶ πρὸς τὸν προκάτοχον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸν κ. Δεληγεώργην· ὁ κ. Δεληγεώργης, εἰς τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ παρέστησα τὴν ὑπόθεσιν προφορικῶς, εἶπεν ὅτι θὰ ἐνεργήσῃ δεόντως, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔτυχε νὰ λάβῃ γνῶσιν τούτου μόλις εἰς τὸ τέλος τῆς ὑπουργίας του, δὲν ἐπρόφθασε νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἔπρεπε, καὶ ἔκτοτε, εἴτε διότι δὲν ἔλαβον γνῶσιν, εἴτε δι’ ἄλλους λόγους, οἱ διάδοχοι αὐτοῦ δὲν ἐμερίμνησαν ὡς ἔπρεπε περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἤδη ὁ πλοίαρχος οὗτος δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον ζητεῖ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ μεριμνήσῃ, ὅπως τῷ ἀποδοθῇ τοὐλάχιστον ὅ,τι τῷ ἀνήκει. Προσθέτω δὲ, ὅτι ἠναγκάσθη ὁ δυστυχὴς οὗτος νὰ ἀναχωρήσῃ ἐκ Βάρης διὰ συνεισφορᾶς, γενομένης ὑπό τινων ἐκ τῶν κατοίκων τοῦ τόπου ἐκείνου. Ἐπειδὴ ἐγνώριζον ἔκτοτε τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος μεταβαίνων εἰς Ἰταλίαν διῆλθον ἐκ Βάρι, ἐπωφελούμενος δὲ τῆς εὐκαιρίας τῆς ἐκεῖθεν διελεύσεώς μου καὶ τῆς ἐπί τινας ὥρας ἐκεῖ παραμονῆς μου, μετέβην ὅπως ἴδω αὐτοπροσώπως τὸν κ. Πρόξενον, ὃν ὅμως δὲν εὗρον. Ὡς ἐπληροφορήθην ἐκεῖ, ὁ κ. Πρόξενος εἶναι μεσίτης, τὰ δὲ προξενικὰ σήματα εὕρηνται ἐπὶ τῆς θύρας μιᾶς ἀποθήκης, ἐντὸς τῆς ὁποίας εὑρίσκονται διάφορα ἐμπορεύματα. Λέγω δὲ ταῦτα, ἵνα παραστήσω πόσον ἀξιοπρεπῶς ἀντιπροσωπεύεται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐν πόλει σχετικῶς ἐκ τῶν μεγαλειτέρων τῆς Ἰταλίας! Ἐκ τούτου ὅθεν λαμβάνων ἀφορμὴν, δὲν κρίνω ἄσκοπον νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως οἱ Ἕλληνες πρόξενοι, οἱ διοριζόμενοι ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὦσιν εὐπρόσωποι· εἶναι δὲ προτιμότερον νὰ διορίζωνται ξένοι, οἱ ὁποῖοι δέχονται εὐχαρίστως χάριν τιμῆς τὴν θέσιν ταύτην, παρὰ, ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅτι εἰς ἕνα τόπον εὑρίσκεται Ἕλλην τις, νὰ δίδωμεν τοιαύτην θέσιν εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα προσβάλλουσιν ἴσως τὴν ἑλληνικὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὸ ἀξίωμα αὐτῶν.

§34Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἐκ Λοκρίδος κ. Βουλευτὴς ὑπέμνησε πρὸ ὀλίγου ἐπερώτησίν τού τινα· νομίζω ὅτι ἡ ἐπερώτησις, εἰς ἣν ἀνεφέρετο ἡ ὑπόμνησίς του, εἶναι ἡ ἑπομένη (ἀναγινώσκει): «αʹ) Εἰς πόσον ἀνέρχεται τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, τὸ προωρισμένον εἰς ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου, κατὰ τὴν σχετικὴν σύμβασιν πρὸς τὴν ἑταιρίαν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου. βʹ) Ποῦ εἶναι κατατεθειμένον τὸ ὑπόλοιπον αὐτό». Περὶ τούτου ὑποβάλλω πίνακα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως δημοσιευθῇ. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, εἶναι κατατεθειμένα εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ δρ. 1,165,254.75, εἰς χρυσὸν παρὰ τοῖς ἐν Λονδίνῳ Gibbs and Sons χρεώγραφα φράγκα 505,000, μετρητὰ φράγκα 103,956.60. Ἠρώτησε προσέτι ὁ κ. Βουλευτής, διατὶ δὲν ἀνέλαβεν ἡ ἑταιρία τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἔργων τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Ἡ ἑταιρία ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα ἀναλάβῃ τὴν ἐξακολούθησιν. Γινώσκει ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐθεωρήσαμεν καλῶς γενομένην τὴν μεταβίβασιν τῶν τοῦ σιδηροδρόμου εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἀλλ’ ἐγένετο νομίμως καὶ ἐπάγεται τὰς ὑποχρεώσεις ἀκεραίας· ὀφείλει ἄρα ἡ ἑταιρία νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἔργων, καὶ ἡ Κυβέρνησις παρακινεῖ αὐτὴν, ὅπως πράξῃ τοῦτο, ἐλπίζομεν δὲ, ὅτι θέλει τὸ πράξει.

§35ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐκ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ἐννοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐγίνωσκον κάλλιστα, ὅτι ἡ ἑταιρία τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου ἔχει ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐξακολουθήσεως καὶ ἀποπερατώσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν· διὸ δὲν περιέμενον παρ’ αὐτοῦ νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν αὕτη ὀφείλῃ ἢ ὄχι νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεθύμουν νὰ μάθω παρ’ αὐτοῦ, εἶναι, διατὶ ἀναβάλλει μέχρι τοῦδε τὴν ἔναρξιν τοῦ ἔργου. Δὲν πρόκειται δὲ, κύριε Πρόεδρε, περὶ παρωνυχίδος· πρόκειται περὶ ἔργου, δι’ ὃ τὸ Δημόσιον ἐχρεώθη μὲ 30,000,000 φράγκων χρυσῶν περίπου, καὶ δι’ ὃ καταβάλλει νῦν ἐτησίως τόκους 1,440,000 φράγκων χρυσῶν. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν τὸν λόγον, δι’ ὃν δὲν πρέπει νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου, ἐξ οὗ ὁπωςδήποτε ἔχομεν νὰ ἐλπίζωμεν πρόσοδόν τινα, ἐξ ἧς θὰ ἠδυνάμεθα νὰ καλύψωμεν ἔστω καὶ ἓν μέρος τῶν τόκων. Λοιπὸν ἐπὶ τούτου ἐπιθυμῶ νὰ ἔχω ἀπάντησιν σαφῆ καὶ κατηγορηματικὴν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.

§36Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πάντοτε ἤμεθα γνώμης, ὅτι ἡ ἑταιρία δυσκόλως ἤθελεν ἀναλάβει τὴν ἐργασίαν ἤδη, ὡς Κυβέρνησις, προσπαθοῦμεν νὰ κατορθώσωμεν, ὅπως ἀναλάβῃ αὐτὴν, καὶ πᾶν τὸ ἐφ’ ἡμῖν πράττομεν, ἵνα ἐπιτευχθῇ τοῦτο, ἐλπίζω δὲ, ὅτι θέλει ἐπιτευχθῆ.

§37ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἓν πρόσκομμα, ὅτι οἱ ἐργασθέντες εἰς τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν δὲν ἀπεζημιώθησαν, καὶ ἤδη ἡ ἑταιρία δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, διότι αὐτοὶ ἀνθίστανται, ζητοῦντες ὅπως προηγουμένως ἀποζημιωθῶσι.

§38Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ποῖος ἀνθίσταται;

§39ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Οἱ ἔχοντες λαμβάνειν.

§40Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν ἔχωσι λαμβάνειν, ἡ ἑταιρία ὀφείλει νὰ τοὺς πληρώσῃ, ἐὰν δὲν ἔχωσι λαμβάνειν, ὀφείλει ἡ ἑταιρία νὰ ἐργασθῇ, μὴ δυναμένη νὰ παραστήσῃ τὰς ἀπαιτήσεις ὡς πρόσκομμα δικαιολογοῦν τὴν ἀναβολὴν τῆς ἀναλήψεως τῶν ἐργασιῶν. Ὑπάρχουσιν ἀναντιῤῥήτως προσκόμματα, ἐλπίζω ὅμως, ὅτι πάντα θέλουσιν ἀρθῆ.

§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χρηματικῶν καταθέσεων τοῦ Δημοσίου παρὰ ταῖς προνομιούχοις Τραπέζαις. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τελῶν ἀγκυροβολίας καὶ φαρικῶν. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως)

§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΡΚΘʹ νόμου περὶ λιμένων, προκυμαιῶν, φάρων κλπ. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).

§45ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ τρίτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «15% ἐπὶ εἰσαγωγικῶν τελῶν, λογιζόμενα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπραττομένων ἑκάστοτε».

§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ πληρωμῆς εἰς χρυσὸν ἐσόδων τινῶν.

§48ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρό τινων ἡμερῶν, Κύριοι, εἶχον ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς αἰφνιδίας καὶ ἀποτόμου ὑψώσεως τῆς ἐπικαταλλαγῆς καὶ τῆς συγκινήσεως, ἥτις κατ’ ἀκολουθίαν αὐτῆς εἶχε καταλάβει τὴν ἀγορὰν ἡμῶν. Εἶχον καταδείξει τότε, ὅτι ὑπαίτιος τῆς καταστάσεως ταύτης ἦτο ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ, καὶ ἰδίᾳ τὰ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐφαρμοσθέντα οἰκονομικὰ αὐτῆς μέτρα, διὸ παρεκάλεσα αὐτὴν ἐν τέλει νὰ φεισθῇ τῆς χώρας, καὶ νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ἐφαρμόζουσα μέτρα, ὧν τόσον ὀλέθρια ἠλέγχοντο τ’ ἀποτελέσματα ἐν αὐτοῖς τοῖς πράγμασι. Δυστυχῶς δὲν εἰσηκούσθη· ἡ Κυβέρνησις, μὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ τέως ἐφαρμοσθέντα μέτρα της, ἅτινα τὴν ἐπικαταλλαγὴν εἶχον ἀνυψώσει ἤδη εἰς 50–55%, ἠθέλησε νὰ προβῇ ἔτι περαιτέρω καὶ ὑπέβαλε χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ περὶ εἰσπράξεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ εἰς χρυσόν. Μόλις ὅμως τὸ νέον τοῦτο μέτρον ἐγένετο σήμερον γνωστόν, καὶ ἰδοὺ ὅτι ἡ ἐπικαταλλαγὴ ὑπέστη νέαν ὕψωσιν, ὑπερβᾶσα ἤδη τὰ 55%, τὰ χρεώγραφα καὶ αἱ διάφοροι ἀξίαι ἐξέπεσαν, ἡ δὲ κοινωνία διατελεῖ αὐτόχρημα ἀνάστατος, καταληφθεῖσα ὑπὸ πανικοῦ. Οὕτως ἐξήνεγκεν ἤδη ὁριστικὴν καὶ ἀμετάκλητον τὴν καταδικαστικήν της ψῆφον ἡ κοινὴ γνώμη περὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὑπολείπεται δὲ νῦν νὰ ἐξενέγκῃ ψῆφον περὶ αὐτοῦ καὶ ἡ Βουλή. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν ἐπιθυμῶ τὸ παράπαν νὰ ἐπηρεασθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἐκ τῆς τοιᾶσδε ἢ τοιᾶσδε στάσεως τῆς κοινῆς γνώμης ἀπέναντι τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου· θὰ ἐπεθύμουν μᾶλλον ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους νὰ μορφώσῃ γνώμην αὐτοτελῆ καὶ ἀνεπηρέαστον, γνώμην καταρτιζομένην ἐκ τῆς ἐμβριθοῦς μελέτης καὶ βασάνου αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τὰς δύο αὐτοῦ ἐπόψεις, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν δημοσιονομικὴν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν οἰκονομικήν. Ὑπὸ τὰς δύο δὲ ταύτας ἐπόψεις ἀνέλαβον νὰ ἐξετάσω καὶ ἐγὼ τὸ νομοσχέδιον. Ὅτι ὑπὸ ἔποψιν δημοσιονομικὴν οὐδὲν ἀγαθὸν ἔχομεν νὰ προσδοκῶμεν ἐκ τοῦ νέου τούτου οἰκονομικοῦ μέτρου τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τούτου εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ ὑπολείπηται πλέον ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς οὐδ’ εἰς αὐτὸν τὸν εἰσηγητήν του, τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, Κύριοι, νομίζω, ὅτι θὰ προσέκρουον εἰς τὴν ἐγνωσμένην αὐτοῦ ἀντίληψιν καὶ νοημοσύνην, ἐὰν ὑπέθετον καὶ πρὸς στιγμήν, ὅτι αὐτός, τυφλώττων πρὸ τῶν προδήλων καὶ καταφανῶν εἰς πάντας, θὰ ἠρνεῖτο ὅτι, ἐὰν ἡ ἁπλῆ ὑποβολὴ τοῦ μέτρου του εἰς τὴν Βουλὴν συνετέλεσεν εἰς ὕψωσιν καταπληκτικὴν τῆς ἐπικαταλλαγῆς, ἡ ὁριστικὴ ἐπιψήφισις τοῦ τοιούτου μέτρου δὲν θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα μείζονα ἔτι ὕψωσιν αὐτῆς. Καὶ εἶναι φυσικόν, φυσικώτατον τοῦτο. Διὰ τοῦ προκειμένου μέτρου εἶναι, ὡς ἐὰν ἔλεγε τὸ Κράτος: «Ἐπὶ ὡρισμένων εἰσπράξεων δὲν δέχομαι τὸ νόμισμα, ὅπερ ἐγὼ ἐπέβαλον εἰς τὴν χώραν καὶ ὅπερ ἀντιπροσωπεύει τὴν ἰδίαν μου πίστιν· διότι τὴν πίστιν μου ταύτην θεωρῶ πλέον ἀναξιόχρεων, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ καὶ τὸ ἀντιπροσωπεῦον αὐτὴν νόμισμα ἀνίκανον πλέον νὰ πληρώσῃ τὰς χρηματικάς μου ἀνάγκας, τούτου δ’ ἕνεκεν ἀναγκάζομαι νὰ ζητήσω παρ’ ὑμῶν τῶν φορολογουμένων χρυσόν, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἔχω φυγαδεύσει ἤδη ἐκ τῆς χώρας, σεῖς δὲ ὀφείλετε νῦν νὰ μοὶ προμηθεύσητε ὁποθενδήποτε καὶ ὁπωσδήποτε δύνασθε.» Ἀλλ’ ὅταν τὸ Κράτος αὐτὸ ἐννοῇ νὰ ἐξευτελίσῃ οὕτω πως τὸ ἴδιον νόμισμα, τὴν ἰδίαν του πίστιν, τί θέλετε νὰ πράξῃ τότε ἡ κοινωνία; Δὲν εἶναι ἠναγκασμένη νὰ ὑποτιμήσῃ καὶ αὐτὴ τὸ νόμισμα, τὸ ὁποῖον ὑποτιμᾷ οὕτως αὐτὸς ὁ ἐκδότης του, τὸ Κράτος; Τοῦτο δὲν παρατηρεῖται, Κύριοι, νῦν τὸ πρῶτον παρ’ ἡμῖν. Παρετηρήθη πρότερον καὶ ἐν ἄλλαις χώραις, ἐν αἷς ἀσύνετοι Κυβερνήσεις εἶχον προσφύγει εἰς παραπλήσιον μέτρον πρὸς τὸ νῦν προτεινόμενον ἡμῖν. Ὅτε πρὸ δεκαεπταετίας περίπου τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος εἶχεν ἐκδώσει τοὺς περιφήμους καϋμέδες του, ἠρνήθη καὶ αὐτὸ νὰ δεχθῇ εἰς πληρωμὴν ἐπὶ τοῦ δασμοῦ τὸ χαρτονόμισμά του τοῦτο, ἀπαιτῆσαν ἀντ’ αὐτοῦ χρυσόν. Ποῖα ὅμως ἦσαν τ’ ἀποτελέσματα τοῦ τοιούτου μέτρου; Ἡ ὕψωσις τῆς ἐπικαταλλαγῆς κατὰ 50, 100, 200, 300 μέχρι 1000 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ἕως οὗ ἠναγκάσθη ἡ τότε ἐν χρεωκοπίᾳ διατελοῦσα Τουρκία νὰ προβῇ εἰς τὸ χείριστον τῶν χρεωκοπικῶν της διαβημάτων, εἰς τὴν ἄρνησιν τοῦ νὰ δέχηται εἰς οἱανδήποτε πληρωμὴν τοὺς ἰδίους της καϊμέδες. Μικρὸν μετὰ τὴν κατάλυσιν τῆς μοναρχίας ἐν Βραζιλίᾳ προσέφυγεν ἡ νέα δημοκρατικὴ Κυβέρνησίς της εἰς τὸ αὐτὸ μέτρον, εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῆς εἰς χρυσὸν εἰσπράξεως τοῦ δασμοῦ, καθ’ ὃν χρόνον ἐκράτει καὶ ἐν αὐτῇ, ὡς παρ’ ἡμῖν, ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ποῖον δὲ ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ διαβήματός της τούτου; Ἡ ὕψωσις τῆς ἐπικαταλλαγῆς εἰς 80 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Τοῦτ’ αὐτὸ συνέβη ἐσχάτως καὶ ἐν Παραγγουάῃ, πολιτείᾳ τῆς Νοτίου Ἀμερικῆς, τέως ἀγνώστῳ εἰς τοὺς πολλοὺς παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ἣν νῦν μανθάνομεν πάντες, καὶ εἰς τὰς λοιπὰς ἀσημάντους πολιτείας τῆς ἠπείρου ἐκείνης, ἀφοῦ ἡ δεκαετὴς οἰκονομικὴ διαχείρισις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατώρθωσε νὰ συνεξομοιώσῃ ἐν πολλοῖς τὴν Ἑλλάδα πρὸς τὰς πολιτείας ἐκείνας, ὥστε ν’ ἀνευρίσκωμεν νῦν ὅρον συγκρίσεως τῶν καθ’ ἡμᾶς πραγμάτων πρὸς τὰ ἐν αὐταῖς γινόμενα! Καὶ ἐν Παραγγουάῃ, λέγω, ἠθέλησαν τελευταῖον ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας νὰ ἐπιβάλωσι τὴν εἰς χρυσὸν εἴσπραξιν τοῦ δασμοῦ, καὶ εἰς τὸ ἀπονενοημένον τοῦτο διάβημα δὲν ἐβράδυνε νὰ ἐπακολουθήσῃ καταπληκτικὴ ὕψωσις τῆς ἐπικαταλλαγῆς. Τοῦτ’ αὐτὸ ἔπρεπε κατ’ ἀνάγκην νὰ συμβῇ καὶ παρ’ ἡμῖν· διότι καὶ παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ὑποτιμηθῇ καταπληκτικῶς τὸ νόμισμα τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον αὐτὸ τοῦτο ἐξευτελίζει, μὴ δεχόμενον αὐτὸ εἰς πληρωμὴν ἐπὶ ὡρισμένων εἰσπράξεων· καὶ παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ὑπερτιμηθῇ καταπληκτικῶς ὁ χρυσὸς καὶ τὸ συνάλλαγμα, ὅταν τὸ Δημόσιον ἐπιβάλλῃ εἰς τοὺς ἰδιώτας ν’ ἀναζητῶσιν αὐτὸ πρὸς πληρωμήν του, ὅταν ἐντεῦθεν ἀναπτύσσηται ἀνταγωνισμὸς περὶ τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος, ἀνταγωνισμὸς ἔχων ἄφευκτον ἐπακόλουθον τὴν καταπληκτικὴν αὐτῶν ὑπερτίμησιν. Τοῦτο, Κύριοι, μᾶς διδάσκει ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ πεῖρα τῶν ἄλλων χωρῶν. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ πεῖρα εἶναι διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν βιβλίον ἐσφραγισμένον σφραγῖσιν ἑπτά. Αὐτὸς, ὡς ἐν πολλοῖς ἄλλοις, καὶ ἐν τούτῳ ἐννοεῖ νὰ τυφλώττῃ καὶ πρὸς τὴν ἐπιστήμην καὶ πρὸς τὸν ὀρθὸν λόγον καὶ πρὸς αὐτὰ τὰ διδάγματα τῆς πείρας· διὸ, ὡς ἐν πολλοῖς ἄλλοις, καὶ ἐν τούτῳ πλήρης ἀποτυχία ἀναμένει αὐτόν. Ἡ κατάστασις τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν διὰ μέτρου, οἷον τὸ προτεινόμενον, ἀδύνατον πάντη νὰ βελτιωθῇ, τοὐναντίον μάλιστα ἄφευκτος καθίσταται ἡ ἐπιδείνωσις αὐτῆς. Διότι δι’ αὐτοῦ δυνατὸν μὲν ἐν ἀρχῇ ν’ αὐξήσωσι κατά τι αἱ δημόσιαι πρόσοδοι, νὰ προσπορισθῇ δὲ τὸ Κράτος καὶ ἑκατομμύριά τινα εἰς χρυσόν· ἀλλ’ εἰς τί θὰ ὠφελήσῃ τοῦτο; Τὸ Κράτος δὲν ἔχει ἀνάγκην εἰς χρυσὸν τῶν 7 μόνον τούτων ἑκατομμυρίων. Τὸ Κράτος χρειάζεται χάριν τῆς λειτουργίας τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους 31 ἑκατομμύρια καὶ ἕτερα 10 ἑκατομμύρια περίπου χάριν διαφόρων προμηθειῶν του ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Ἐγὼ ἀποδέχομαι πρὸς στιγμὴν, ὅτι κατορθοῖ αὐτὸ οὐχὶ 7, ἀλλὰ 10–11 ἑκατομμύρια νὰ προσπορισθῇ διὰ τοῦ προτεινομένου μέτρου· ὅταν ὅμως ἡ κατ’ ἀκολουθίαν τούτου ὑψουμένη ἐπικαταλλαγὴ ἀναγκάσῃ αὐτὸ πρὸς προμήθειαν τῶν ὑπολοίπων 30 ἑκατομμυρίων νὰ δαπανήσῃ 5 καὶ 10 ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον ἀπὸ ὅ,τι θὰ ἐδαπάνα πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ τοιούτου μέτρου, εἰς τί θὰ τὸ ὠφέλει τότε ἡ ἐξ αὐτοῦ μέλλουσα νὰ προέλθῃ αὔξησις τῶν δημοσίων προσόδων κατὰ 1½–2 ἑκατομμύρια, ἢ ἡ ἀπόκτησις εἰς χρυσὸν 7 μόνον ἑκατομμυρίων; Δὲν ἐννοεῖτε, κ. Πρωθυπουργὲ, ὅτι οὕτω πως εἰσέρχεσθε εἰς διάλληλον κύκλον, εἰς τὸ ἀδιέξοδον, καθ’ ὃ θὰ ἦσθε ἠναγκασμένος νὰ προσφύγητε εἰς νέα βάρη, ὅπως καλύψητε τὸ ἐντεῦθεν ἀναφυησόμενον ἔλλειμμα; Δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι οὕτω πως ὑμεῖς μὲν ἀντλεῖτε εἰς πίθον Δαναΐδων, τὸν δ’ ἀτυχῆ τοῦτον τόπον καταδικάζετε εἰς ἀληθῆ ἐργασίαν Σισύφου; Καὶ πῶς θὰ τολμήσητε πάλιν ν’ ἀποταθῆτε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ζητοῦντες νὰ ἐπιβάλητε εἰς αὐτὸν νέα βάρη, νέας θυσίας; Ἐπὶ δεκαετίαν ἤδη δὲν κάμνετε ἄλλο τι ἢ νὰ ἐπιβάλλητε εἰς αὐτὸν φόρους ἐπὶ φόρων. Καὶ ὅλοι οἱ φόροι οὗτοι, ὅλα αὐτὰ τὰ βάρη, εἰς τί ἤγαγον ἡμᾶς ἐπὶ τέλους; Εἰς τὸ χεῖλος τῆς ἀβύσσου, εἰς ὃ εὑρισκόμεθα ταύτην τὴν στιγμήν. Ὅταν λοιπὸν βλέπῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι διὰ τοῦ ὀβολοῦ του, ὃν ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου του καταβάλλει, δὲν ζητεῖτε νὰ ἐπουλώσητε τὰς πληγὰς τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπαυξάνετε αὐτάς· ὅταν βλέπῃ, ὅτι διὰ τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα σήμερον τῷ ἐπιβάλλετε, παρασκευάζετε νέα τοιαῦτα διὰ τὴν αὔριον, πῶς θέλετε νὰ μὴ ἀποβάλῃ ἐπὶ τέλους τὸ θάῤῥος καὶ νὰ μὴ γονατίσῃ ὑπὸ τὰ τοιαῦτα βάρη; Διότι, Κύριοι, τὸ προτεινόμενον μέτρον δὲν εἶναι μόνον ὑπὸ ἔποψιν δημοσιονομικὴν ἄστοχον καὶ ἐπιζήμιον τὰ μάλιστα εἰς τὸ Κράτος, ὡς μέχρι τοῦδε ἀπέδειξα, εἶναι καὶ ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικὴν οὐχ ἧττον ἄστοχον καὶ ἐπιζήμιον εἰς τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, οὗ τὴν οἰκονομίαν μέλλει νὰ συνταράξῃ ἐκ θεμελίων, ὡς μέλλω νῦν ν’ ἀποδείξω. Πάντες, Κύριοι, ὁμολογοῦμεν, ὅτι πάσχομεν δεινῶς· ἂν δ’ ἐπικρατῇ διαφωνία τις ὡς πρὸς τὴν διάγνωσιν τῆς νόσου, τῶν μὲν ὑπολαμβανόντων νομισματικὸν τὸ κατατρῦχον ἡμᾶς κακὸν, τῶν δὲ θεωρούντων τὴν νομισματικὴν αὐτοῦ ἄποψιν ἁπλοῦν φαινόμενον μόνον βαθυτέρας ὀργανικῆς νόσου, πάντες ὅμως, οἱ σωφρονοῦντες τοὐλάχιστον, συμφωνοῦσιν ὡς πρὸς τὰ μέσα τῆς θεραπείας, ἀναγνωρίζοντες ὡς τοιαῦτα ἔνθεν μὲν τὴν ἀποκατάστασιν πλήρους καὶ εὐρέος ἰσοζυγίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, ἔνθεν δὲ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς, δι’ ἧς ἡ χώρα ἡμῶν θὰ καθίστατο ἱκανὴ, ἵνα ἐπαρκέσῃ καὶ εἰς τὰς ἰδίας καὶ εἰς τὰς τοῦ Κράτους συναλλακτικὰς ἀνάγκας πρὸς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἔργον δὲ πρώτιστον καὶ κύριον πάσης Κυβερνήσεως, ἐχούσης συνείδησιν τῆς ἀποστολῆς αὑτῆς, ἦτο νὰ ἐπιδιώκῃ πάντοτε καὶ ἐκ παντὸς τρόπου τὰ δύο ταῦτα. Τί ἔπραξεν ὅμως πρὸς τοῦτο μέχρι τοῦδε ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις, ἡ ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην διαχειριζομένη τὰ κοινὰ ἐν ἀπεριορίστῳ πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνῃ καὶ τοῦ Στέμματος καὶ τοῦ Κοινοβουλίου; Τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, εἴχομεν κατ’ ἔτος τὰς ὡραίας αὐτῆς ἐπαγγελίας, εἰ καὶ αὗται οὐδέποτε μέχρι τοῦδε ἐπληρώθησαν, εἰ καὶ ἐν τοῖς πράγμασι τὰ ἰσοζύγια, καὶ αὐτὰ ἔτι τὰ περισσεύματα, ἅτινα πολλάκις ἐπηγγέλλετο, μετεβάλλοντο συνήθως εἰς ἐλλείμματα μεγάλα. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς, οὐδ’ ἐπαγγελίαν τινὰ ἔκαμέ ποτε. Τὴν ἐγχωρίαν παραγωγὴν ἐθεώρησεν αὐτὴ πάντοτε ἀγελάδα, ἣν ἐνόμισεν, ὅτι τῇ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἀμέλγῃ ἀφειδῶς, χωρὶς ποτὲ νὰ σκεφθῇ καὶ περὶ τροφῆς της. Εἰσέπραξεν ἤδη ἐξ αὐτῆς τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν ἑκατοντάδας ὅλας ἑκατομμυρίων περιπλέον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰσπράξει αἱ προκάτοχοι αὐτῆς Κυβερνήσεις κατὰ τὴν προηγουμένην δεκαετίαν· εἰσέπραξε καὶ ἐκ δανείων ἄλλας πολλὰς ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων, δι’ ὧν ἐπεβάρυνε τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον τοῦ ἀτυχοῦς τούτου τόπου, τί δ’ ἐδαπάνησε χάριν αὐτοῦ τοῦ τόπου; Δὲν ἐρωτῶ πόσα ἐδαπάνησεν ἐξ αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ναυτιλίας, τῶν πρωτίστων καὶ σπουδαιοτάτων τούτων παραγόντων τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων, ὧν τὴν χώραν προώρισεν αὐτὴ ἡ φύσις διὰ τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν ναυτιλίαν, ὑπὲρ ὧν ἐὰν δεκάδες μόνον ἑκατομμυρίων ἐδαπανῶντο μέχρι τοῦδε, θὰ ηὔξανε κατ’ ἴσον ποσὸν ἴσως ἡ ἐτησία εἰσαγωγὴ χρυσοῦ εἰς τὸν τόπον. Ἐρωτῶ ὅμως ὑμᾶς, κύριε Πρωθυπουργέ, τί ἐδαπανήσατε ἐξ ὅλων ἐκείνων τῶν ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων ὑπὲρ τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς; τίνα ἐνίσχυσιν, τίνα κἂν προστασίαν εἶδεν αὕτη παρ’ ὑμῶν; Ὁμιλῶν δὲ, Κύριοι, περὶ ἐγχωρίας παραγωγῆς, ἐννοῶ κυρίως τὴν μόνην ἀξίαν λόγου, τὴν μόνην πλήρη μέλλοντος παρ’ ἡμῖν, τὴν γεωργικὴν ἐν τῇ εὐρυτάτῃ ἐκδοχῇ λέξεως, τῇ περιλαμβανούσῃ τὴν καλλιεργίαν τῶν δημητριακῶν καρπῶν, τὴν κτηνοτροφίαν καὶ τὴν καλλιεργίαν τῆς ἀμπέλου καὶ σταφίδος. Ἐρωτῶ νῦν καὶ πάλιν, πόσα ἐδαπάνησεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀμέσως ὑπὲρ τῆς τοιαύτης παραγωγῆς; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐμμέσως πως ἐδαπάνησε καὶ ὑπὲρ αὐτῆς δεκάδας τινὰς ἑκατομμυρίων, ἃς διέθεσεν ὑπὲρ τῆς κατασκευῆς ἁμαξιτῶν καὶ σιδηροδρόμων. Δὲν ἐξετάζω νῦν, ἐὰν ταῦτα πάντα διετέθησαν σκοπίμως. Ἀλλ’ ἡ πρώτη καὶ κυρία προστασία τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς ἔγκειται ἐν τῇ ἐνισχύσει τῆς πίστεως αὐτῆς. Τί δ’ ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην; Ἀντὶ νὰ προσελκύσῃ νέα δι’ αὐτὴν πιστωτικὰ κεφάλαια εἰς τὴν χώραν, περιώρισε καὶ τὰ ἤδη ὑπάρχοντα ἐν αὐτῇ, ἀφοῦ μετέβαλε καὶ αὐτὰ τὰ πιστωτικὰ ἡμῶν καθιδρύματα, ἰδίᾳ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, εἰς πιστωτικὰ καθιδρύματα τοῦ Κράτους, καὶ ἠνάγκασεν οὕτως αὐτὰ, κεφάλαια, προωρισμένα κυρίως διὰ τὴν ἐγχωρίαν παραγωγὴν, νὰ διαθέσωσι κατὰ μέγα μέρος ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ποίαν δὲ ἄλλην πρόνοιαν ἔλαβε περὶ τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς; Ἐσκέφθη ποτὲ περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, οὗ ἕνεκεν αἱ γονιμώταται γαῖαι τῆς Θεσσαλίας, τῆς Φθιώτιδος καὶ τῆς Εὐβοίας μένουσι χέρσοι ἐν πολλοῖς, καὶ ἀναγκάζουσιν οὕτω τὴν Ἑλλάδα νὰ ἐξάγῃ 30–35 ἑκατομμύρια φράγκων χρυσῶν ἐτησίως εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν πρὸς προμήθειαν τοῦ ἀναγκαιοῦντος εἰς αὐτὴν σίτου; Καὶ ὅμως μόνη ἡ Θεσσαλία, ἐὰν ἐλύετο προσηκόντως τὸ ἔχον δεσμευμένας τὰς χεῖρας τῶν καλλιεργητῶν της ἀγροτικὸν ζήτημα, μόνη ἡ Θεσσαλία, λέγω, θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ μεταβληθῇ εἰς ἀληθῆ σιτοβολῶνα τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν διατροφὴν τῶν κατοίκων της. Πότε ἐσκέφθη σπουδαίως νὰ λύσῃ καὶ τὰ διάφορα ζητήματα τῆς γεωργικῆς λεγομένης πολιτικῆς, ὡς τὰ τῆς ἀποξηράνσεως ἑλῶν, τὰ τῆς διαῤῥυθμίσεως ποταμῶν καὶ χειμάῤῥων, τὰ τῆς βελτιώσεως τῆς καλλιεργίας, καὶ τόσα ἄλλα παραπλήσια αὐτοῖς; Πότε ἐσκέφθη περὶ οἱασδήποτε ἐνισχύσεως καὶ προστασίας τῆς κτηνοτροφίας καὶ τῆς οἰνοπαραγωγῆς; Ἀλλὰ μεταβαίνω, Κύριοι, εἰς τὸ πολυτιμότατον ἡμῶν προϊὸν, εἰς τὸ προϊὸν ἐκεῖνο, εἰς ὃ κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν ὀφείλει ἡ Ἑλλὰς τὴν οἰκονομικήν της ὕπαρξιν. Εἶναι τοῦτο ἡ σταφίς. Ἐρωτῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ποίαν προστασίαν, ποίαν ἐνίσχυσιν ἐσκέφθη ποτὲ νὰ παράσχῃ εἰς αὐτήν;

§49ΦΩΤΗΛΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§50ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ποῦ εἶναι τὰ πιστωτικὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα προσείλκυσε μέχρι τοῦδε χάριν αὐτῆς εἰς τὴν χώραν; Ποῦ αἱ νέαι χῶραι καὶ ἀγοραὶ καταναλώσεως, ἃς ἐξεῦρε δι’ αὐτήν; Ποῦ αἱ ἐμπορικαί του συμβάσεις, δι’ ὧν κατώρθωσεν αὐτὸς, ἵνα ἐκπέσῃ ὁ δασμὸς τῆς εἰσαγωγῆς τῆς σταφίδος εἰς ἄλλας χώρας, ὅπως καταστῇ αὐτὴ ἐκεῖ εὐωνοτέρα καὶ διαδοθῇ ἐπὶ μᾶλλον ἡ χρῆσίς της; Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐσκέφθη ποτὲ περὶ τοιούτων ζητημάτων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἰδοὺ, ὅτι ἔρχεται σήμερον νὰ μᾶς ἀποδείξῃ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὅτι δὲν ἐνόει ν’ ἀφήσῃ μέχρι τέλους τὴν σταφίδα ἐκτὸς τοῦ κύκλου τῆς κυβερνητικῆς του μερίμνης. Ἰδοὺ ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπέτυχε τῆς ἐν ἄλλαις χώραις ἐλαττώσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ αὐτῆς δασμοῦ, αὐξάνει αὐτὸς τὸν ἐντεῦθεν ἐξαγωγικὸν δασμόν της. Διότι, Κύριοι, τὴν σταφίδα κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν πρόκειται νὰ πλήξῃ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, διὰ τοῦτο δὲ περὶ αὐτὴν πρὸ παντὸς θ’ ἀσχοληθῶ καὶ ἐγὼ, ἐξετάζων ἐν τοῖς καθέκαστα τὸ μέτρον αὐτοῦ. Ἐφιστῶ ἐν πρώτοις τὴν προσοχὴν ὑμῶν εἰς τὰς δυσχερείας, αἵτινες θ’ ἀναφυῶσι κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῆς σταφίδος ἐκ τοῦ προκειμένου μέτρου. Ἡ σταφὶς, Κύριοι, δὲν ἐξάγεται διὰ μόνον τῶν λιμένων ἐκείνων, ἔνθα δύναταί τις προχείρως νὰ προμηθευθῇ καὶ χρυσὸν καὶ συνάλλαγμα πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ της· ἐξάγεται καὶ διὰ λιμένων, ἔνθα μάτην θ’ ἀνεζήτει τις καὶ ἀργυραμοιβὸν πρὸς προμήθειαν χρυσοῦ, καὶ κεντρικὸν κατάστημα καὶ ὑποκατάστημα Τραπέζης τινὸς πρὸς προμήθειαν συναλλάγματος. Τί θὰ συμβῇ λοιπὸν, ὅταν ἦναί τις ἠναγκασμένος νὰ ἐξαγάγῃ τὴν σταφίδα ἐκ λιμένων, ἔνθα δὲν θὰ ἔχῃ οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο πρόχειρον; Ἀφίνω δὲ νὰ ἐννοήσητε μόνοι, τί θὰ συμβῇ μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα καθορίσῃ διὰ Β. Διατάγματος τὰ πιστωτικὰ καθιδρύματα, ὧν τὸ συνάλλαγμα θὰ γίνηται δεκτὸν εἰς πληρωμήν. Δὲν θὰ γείνῃ κατάχρησίς τις περὶ τὴν χρῆσιν τοῦ τοιούτου δικαιώματος ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως; Δὲν θὰ προέλθῃ κατάχρησίς τις ἐκ μέρους τῶν πιστωτικῶν ἐκείνων καθιδρυμάτων, εἰς ἃ θ’ ἀνέθετεν ἡ Κυβέρνησις τὸ μονοπώλιον τῆς ἐκδόσεως τοῦ συναλλάγματος, καὶ ἅτινα θὰ ἠδύναντο οὕτω νὰ ὑψόνωσιν αὐθαιρέτως τὴν ἐπικαταλλαγήν; Ταῦτα ἐν παρόδῳ μόνον ἠθέλησα νὰ ὑπαινιχθῶ· μεταβαίνω δὲ νῦν εἰς τὸ κύριον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τοῦ φορολογικοῦ βάρους τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε προαναγγείλει κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1893, ὅτι ἐπὶ τῇ ἐπιβολῇ τῆς εἰς χρυσὸν εἰσπράξεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ θὰ ἠλάττου τοῦτον κατὰ ⅕· διαψεύδων ὅμως νῦν τὴν τότε ὑπόσχεσίν του ἐλαττοῖ τὸν δασμὸν τοῦτον μόνον κατὰ ⅙. Ποιεῖται δὲ διάκρισιν μεταξὺ τῶν προϊόντων τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῶν προϊόντων τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, ἐπιβαρύνων μᾶλλον ταῦτα νῦν ἢ ἐκεῖνα, καθόσον εἰς τὸν ἐξαγωγικὸν δασμὸν τῶν προϊόντων τῆς Ἑπτανήσου συμπεριλαμβάνονται καὶ ὅλοι οἱ ἄμεσοι φόροι ταύτης. Καὶ ἐπὶ μὲν τῶν προϊόντων τῆς Ἑπτανήσου ἀφίνει τὰ ⅖ εἰς χαρτονόμισμα, ἐκ δὲ τῶν ἑτέρων ⅗ ἀφαιρῶν τὸ ⅙ λόγῳ ἐλαττώσεως τοῦ δασμοῦ, ἐπιβάλλει τὴν εἴσπραξιν τοῦ λοιποῦ ποσοῦ εἰς χρυσόν. Ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος ἐλαττοῖ μόνον τὸν δασμὸν κατὰ ⅙ καὶ τὴν εἴσπραξιν τοῦ ὑπολοίπου ἐπιβάλλει εἰς χρυσόν. Ὅπως ὅμως καταστήσω τὸ πρᾶγμα καταληπτὸν τοῖς πᾶσι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω τὸν ἑξῆς λογαριασμόν. Ὁ ἔχων τὴν σήμερον ἐν Ἑπτανήσῳ νὰ πληρώσῃ 100 δραχμὰς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐξαγωγικὸν δασμὸν, ἐν τῷ μέλλοντι θὰ καταβάλλῃ 40 δραχ. εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ 50, εἰς ὅσον κατέρχονται αἱ ὑπόλοιποι 60 δραχ. μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ἑνὸς ἕκτου, εἰς χρυσὸν, ἃς, ὅπως προμηθευθῇ τις ὑπὸ τὴν σημερινὴν ἐπικαταλλαγὴν πρὸς 1.55½, θὰ καταβάλῃ 77½ δραχμὰς, αἵτινες ὁμοῦ μετὰ τῶν 40 ἀνέρχονται εἰς 117½ δραχμὰς· ὅ ἐστὶ τὸ φορολογικὸν βάρος διὰ τοὺς Ἑπτανησίους αὐξάνει κατὰ 17½%. Πλήττει δὲ καὶ τὸ νέον τοῦτο βάρος, ὡς καὶ ἡ ὅλη φορολογία ἐν Ἑπτανήσῳ, ὡς γνωστὸν, τοὺς παραγωγοὺς μόνους, τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς. Ὅτε πρὸ τινων μηνῶν ἐγὼ ὑπεστήριξα τὴν φορολογικὴν ἀφομοίωσιν τῆς Ἑπτανήσου πρὸς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, τὴν ὑπεστήριξα καὶ ἐν τῷ συμφέροντι αὐτῶν τῶν Ἑπτανησίων παραγωγῶν. Τότε ὅμως ἐξανέστη κατ’ ἐμοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐξανέστη ἐν τῷ δικαίῳ αὐτοῦ· διότι διὰ τῆς φορολογικῆς ἀφομοιώσεως, Κύριοι, πρόκειται ν’ ἀνακουφισθῶσί πως οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ τῆς Ἑπτανήσου, καὶ νὰ ἐπιβαρυνθῶσιν ἀναλόγως οἱ ἀστικοὶ αὐτῆς πληθυσμοὶ, οἵτινες εἶναι νῦν ἀπηλλαγμένοι πάσης φορολογίας. Καὶ πῶς ἠθέλετε νὰ μὴ ἐξαναστῇ ἐναντίον τῆς τοιαύτης προτάσεως ὁ κ. Θεοτόκης, ἀφοῦ ὁ ἴδιος κέκτηται οἰκίας ἐν Κερκύρᾳ, ἐξ ὧν εἰσπράττει μὲν ἐνοίκια, δὲν πληρόνει δὲ φόρον οἰκοδομῶν; ἀφοῦ πάντες οἱ ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ κομματάρχαι του ἔχουσιν οἰκίας καὶ ἐπιτηδεύματα μὲ εἰσοδήματα χιλιάδων καὶ μυριάδων δραχμῶν, χωρὶς νῦν νὰ ὑποβάλλωνται εἰς φόρον τινά; Καὶ νῦν δὲ οἱ Κύριοι οὗτοι μένουσι πάντη ἀφορολόγητοι, ἀντ’ αὐτῶν δὲ προστίθεται εἰς τὸ ὑπάρχον ἤδη καὶ νέον φορολογικὸν βάρος πρὸς 17½ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ πλέον εἰς τοὺς ἀγρότας παραγωγοὺς, πρὸς δόξαν καὶ τιμὴν τοῦ Ὑπουργείου τοῦ κ. Τρικούπη, οὗ μέλος ἔγκριτον εἶναι ὁ κ. Θεοτόκης! Περισσότερον ὅμως αὐξάνει, κατὰ τὸ προκείμενον μέτρον, ὁ ἐξαγωγικὸς δασμὸς διὰ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα. Δι’ αὐτὴν ἐπὶ 100 δρ. πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν, λόγῳ ἐλαττώσεως, τὰς 16½, αἱ δὲ ὑπόλοιποι 83½ δραχμαὶ, ὅπως πληρωθῶσιν εἰς χρυσὸν κατὰ τὴν σημερινὴν ἐπικαταλλαγὴν πρὸς 155½, θ’ ἀπαιτήσωσιν 129.84¼, ἤτοι 30 περίπου τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ πλέον. Ἄξιον ἀπορίας μοὶ ἐφάνη, πῶς τὰ Λακωνικὰ προϊόντα, ἅτινα ἐπίσης ἀντιπροσωπεύουσι τοὺς ἀμέσους φόρους διὰ τὴν Λακωνίαν, δὲν ὑπήχθησαν εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν πρὸς τὰ Ἑπτανησιακὰ, ἀλλ’ ἐπεβαρύνθησαν ἐκεῖνα μὲν πρὸς 30, ταῦτα δὲ πρὸς 17½ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ πλέον. Ἢ μήπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θεωρῇ γονιμωτέραν τὴν Ἑπτάνησον τῆς Λακωνίας; Ἀλλ’ ἐκεῖνο, Κύριοι, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ πολλῷ ἐπαχθεστέραν τὴν αὔξησιν τῆς προσθέτου ταύτης φορολογίας, εἶναι τὸ γεγονὸς, καθ’ ὃ αὕτη ἐξήρτηται ὅλως ἐκ τῆς ἐπικαταλλαγῆς, μέλλουσα νὰ συναυξάνῃ μὲ τὴν ὕψωσιν ταύτης. Ἂν δηλαδὴ ἡ ἐπικαταλλαγὴ ὑψωθῇ μέχρις 60, 70 ἢ καὶ 100 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, θὰ ἐπέλθῃ ἀνάλογος αὔξησις καὶ τοῦ νῦν προσθέτου βάρους τοῦ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ, δύναται δὲ τοιουτοτρόπως τὸ βάρος τοῦτο νὰ ἐξογκωθῇ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ καταστήσῃ προβληματικὴν τὴν περαιτέρω παραγωγὴν τῶν προϊόντων ἐκείνων, ἅτινα ὑποβάλλονται εἰς τὴν προκειμένην αὔξησιν τοῦ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ. Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ὁποῖα ἀποτελέσματα θὰ ἔχῃ ἡ εἰς χρυσὸν εἴσπραξις τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος καὶ τῶν τελῶν ἐπὶ τῶν μερισμάτων τῶν ἄλλων ἀνωνύμων ἑταιριῶν, ἂν καὶ πολλαὶ τούτων διανύουσι τὴν σήμερον κρίσιν μεγάλην, ὡς ἐκ τῆς καθόλου οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως, καθ’ ἃ μαρτυρεῖ ἰδίᾳ ἡ καταπληκτικὴ ἔκπτωσις τῆς τιμῆς τῶν μετοχῶν. Ἠξεύρω ὅμως, ὅτι ἐπὶ μιᾶς ἑταιρίας, τῆς τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου...

§51ΠΑΧΥΣ. Ὄχι δά!

§52ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἐννοῶ, κύριε συνάδελφε, τὴν Γαλλικὴν ἑταιρίαν τοῦ Λαυρίου, τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς ὁποίας εἶσθε μέλος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Πιθανὸν ἡ ἰδική σας ἑταιρία καὶ τὸ πρόσθετον τοῦτο καὶ ἄλλα μεγαλείτερα βάρη νὰ φέρῃ εὐχαρίστως. Δὲν ἠξεύρω ὅμως, ἂν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὴν Ἑλληνικὴν ἑταιρίαν τοῦ Λαυρίου. Αὕτη ἔχει κλονισθῆ ἀπὸ πολλοῦ διὰ παλαιᾶς ἁμαρτίας, ὧν δὲν εἶναι πάντη ἀμέτοχος καὶ ἡ Κυβέρνησις· διότι ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι, ἐὰν αὕτη ἐξήσκει ἐγκαίρως τὸν νόμιμον ἔλεγχον καὶ ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς ἑταιρίας τοῦ Λαυρίου, ὡς καὶ ἐπὶ πολλῶν ἄλλων ἀνωνύμων ἑταιριῶν, δὲν θὰ περιήρχοντο ἴσως αὗται εἰς ἣν τὴν σήμερον εὑρίσκονται θέσιν. Ἀλλ’ ἡ θέσις ἰδίᾳ τῆς Ἑλληνικῆς ἑταιρίας τοῦ Λαυρίου εἶναι νῦν τοιαύτη, ὥστε πολὺ φοβοῦμαι, μήπως δὲν ἀντιστῇ εἰς τὸν κλονισμὸν, ὃν ἐπιφυλάττει δι’ αὐτὴν τὸ προκείμενον μέτρον· πολὺ φοβοῦμαι, μήπως τοῦτο ἦναι τὸ καίριον δι’ αὐτὴν τραῦμα. Εἶναι δὲ φοβερὰ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν τὰ ἐπακόλουθα τῆς πτώσεως ἑταιρίας, οἵα ἡ τοῦ Λαυρίου. Ἡ πτῶσις αὐτῆς θὰ συμπαρέσυρεν εἰς τὴν καταστροφὴν καὶ πολλὰς ἄλλας ἑταιρίας, θὰ ἐξεμηδένιζε τὴν περιουσίαν πολλῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, καὶ θὰ ἔῤῥιπτεν εἰς τοὺς δρόμους χιλιάδας ὑπαλλήλων καὶ ἐργατῶν, ἐξ οὗ ἡ οἰκονομικὴ θὰ ἠπείλει ἴσως νὰ λάβῃ διαστάσεις κοινωνικῆς κρίσεως. Ἀλλὰ καὶ ἂν πάντα ταῦτα παρίδωμεν, ἀδύνατον νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ἄλλην μεγαλειτέραν καταστροφὴν, ἥτις ἀπειλεῖται εἰς ἡμᾶς ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν μέτρου. Δι’ αὐτοῦ κινδυνεύει νὰ πληγῇ εἰς τὰ καίρια ἡ σπουδαιοτάτη ἡμῶν παραγωγὴ, ἐξ ἧς καὶ τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν ὑπάρξεως ἐξήρτηται. Πρόκειται, Κύριοι, νὰ καταστῇ προβληματικὴ ἐφεξῆς αὐτὴ ἡ παραγωγὴ τῆς σταφίδος, ἀπέναντι δὲ τοιούτου κινδύνου ἀνάγκη, καὶ ἀνάγκη ἐπιτακτική, ἐπιβάλλει ἡμῖν ν’ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος πάντα κομματικὸν δεσμὸν, πᾶν κομματικὸν συμφέρον, καὶ νὰ σκεφθῶμεν μόνον περὶ τῆς σωτηρίας τοῦ τόπου. Τὸν οὑτωσὶν ἐπικρεμάμενον κίνδυνον δὲν καλοῦνται μόνοι οἱ ἐκ Πελοποννήσου Βουλευταί, οἱ ἀμέσως ἐνδιαφερόμενοι, καθ’ ὃ ἀντιπροσωπεύοντες ἐνταῦθα τὴν κατ’ ἐξοχὴν σταφιδοφόρον ἐκείνην χώραν, ν’ ἀποσοβήσωσι νῦν διὰ τῆς ψήφου των. Τὸ αὐτὸ καθῆκον ἐπιβάλλεται καὶ εἰς πάντας ἡμᾶς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἄνευ διακρίσεως ἐπαρχίας. Ἡ Πελοπόννησος, Κύριοι, ἀνεδείχθη κατὰ διαφόρους ἐποχὰς ἡ πολιτικὴ ἀκρόπολις τῆς Ἑλλάδος ὅλης. Τὴν σήμερον εἶναι αὐτὴ ἡ ἀκρόπολις καὶ τὸ προπύργιον ἡμῶν ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν. Ἡ οἰκονομικὴ πτῶσις τῆς Πελοποννήσου θὰ ἐσήμαινε νῦν τὴν οἰκονομικὴν πτῶσιν ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος, τὴν οἰκονομικὴν πτῶσιν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους!

§53ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι Βουλευταὶ, τὴν ἀδυναμίαν μου, ὅπως ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ἔχοντα πολλὰς καὶ ποικίλας γνώσεις καὶ προσπαθήσαντα νὰ συγκινήσῃ πάντας τοὺς Βουλευτὰς, καὶ ἰδίᾳ ἡμᾶς τοὺς ἐκ Πελοποννήσου, πρὸς οὓς ἐπιβάλλεται ὁ φόρος οὗτος τῆς σταφίδος. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσω τὰς αἰτίας τῆς παρούσης οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, αἵτινες εἶναι πολλαὶ καὶ ποικίλαι. Εἶναι πολὺς ὁ ἀγὼν καὶ μακρὰ ἡ συζήτησις. Τὴν συζήτησιν ταύτην δύνανται νὰ διεξαγάγωσιν οἱ ἄριστοι ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ ἄριστοι ἐν τῇ Συμπολιτεύσει. Βέβαιον εἶναι ἓν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῶν Κράτους εἶναι κρίσιμος, καὶ ὅτι ἀπαιτοῦνται γενναῖα φάρμακα, ἀπαιτοῦνται θυσίαι. Δὲν θέλω οὔτε δύναμαι νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ μέγα ἐκεῖνο ὕψος, εἰς ὃ ἀνῆλθεν ὁ συνάδελφος, νὰ ἐξετάσω τὰς αἰτίας τῆς καταστάσεως ταύτης. Εἶναι αἱ ἐπιστρατεύσεις; εἶναι αἱ δηλώσεις τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Καραπάνου, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ αἱ δηλώσεις αὐτοῦ ὅτε μετέβη εἰς Εὐρώπην; Δὲν γνωρίζω. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἓν ἐκ τῶν σπουδαίων αἰτίων τῆς θλιβερᾶς αὐτῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως εἶναι ἡ κατάπτωσις τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως. Τίς ἔχει τὴν εὐθύνην διὰ τὴν κατάπτωσιν ταύτην; Ἐπιθυμῶ ὅλοι οἱ Βουλευταὶ νὰ τὸ ἐξετάσουν. Τὸ πόρισμα ὅμως εἶναι, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς δυσχερεῖς οἰκονομικὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας ὅμως πρέπει ν’ ἀντιμετωπίσωμεν. Πῶς θὰ τὰς ἀντιμετωπίσωμεν; Διὰ βαρῶν, διὰ νέων θυσιῶν, ἐπιβαλλομένων εἰς τὸν λαόν. Ἀλλὰ εἰσάγεται ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου, τὸν ἀποκρούομεν· εἰσάγεται ἄλλος φορολογικὸς νόμος, τὸν ἀποκρούομεν· εἰσάγεται ἄλλος, τὸν ἀποκρούομεν. Πῶς λοιπὸν θ’ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς περιστάσεις; πῶς θ’ ἀνυψώσωμεν τὴν πίστιν τοῦ Κράτους; πῶς θὰ ἀνθέξωμεν; Εἰσάγεται σήμερον ὁ φορολογικὸς αὐτὸς νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλονται βάρη, καὶ ἰδίως εἰς τὴν Πελοπόννησον, τὸν ἀποκρούομεν. Ἂν, Κύριοι, ἐπρόκειτο νὰ ἀνορθώσωμεν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν διὰ τῶν ὑπαρχόντων βαρῶν, διὰ τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων αὐτῶν, οὓς τὸ νομοσχέδιον μεταβάλλει, διὰ τῆς πληρωμῆς, λέγω, εἰς χαρτονόμισμα, θὰ τὸ ηὐχόμεθα ὅλοι, καὶ ἰδίᾳ ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ Πελοποννήσου· ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀνθέξωμεν ἄλλως, πρέπει νὰ ὑποστῶμεν θυσίας. Εἶπεν ὁ προλαλήσας: «τί ἔπραξεν ὁ Πρωθυπουργὸς ὑπὲρ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν;» Ἀπορῶ πῶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ γνωρίζων ὁλόκληρον τὴν οἰκονομικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου,—διότι περὶ ὅλων ὡμίλησεν,—ἀπορῶ πῶς λησμονεῖ ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς συνωμολόγησε τὴν μετὰ τῆς Ἀγγλίας σύμβασιν, δι’ ἧς ὁ εἰσαγωγικὸς ἐν Ἀγγλίᾳ δασμὸς τῆς σταφίδος ἀπὸ 7 σελινίων τὸ καντάριον ἠλαττώθη εἰς 2, καὶ ἔκτοτε αἱ τιμαὶ τοῦ σταφιδοκάρπου ἐν Ἀγγλίᾳ ἀνυψώθησαν, καὶ ἡ Πελοπόννησος ἀνέλαβε ζωήν· λησμονεῖ ὁ συνάδελφος, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνωμολόγησεν ἐπίσης σύμβασιν ἐμπορικὴν μετὰ τῆς Γερμανίας, καὶ ἠλαττώθη ὁ εἰσαγωγικὸς δασμὸς ἐν Γερμανίᾳ· λησμονεῖ ἐπίσης ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι, μεθ’ ὅλην τὴν ἀντίδρασιν, ἥτις ἐγεννήθη ἐν Γαλλίᾳ, διότι ἐν Γαλλίᾳ ἠθέλησαν νὰ προστατεύσωσι τὴν ἀμπελουργίαν, ἐν τούτοις κατωρθώθη νὰ συνομολογηθῇ σύμβασις, ὥστε ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀπολαύῃ τῶν πλεονεκτημάτων τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους. Ἠδύνατο βεβαίως ὁ συνάδελφος νὰ κατακρίνῃ τὸ νομοσχέδιον, διότι εἶναι εἷς ἐκ τῶν ἀρίστων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς συνωμολόγησε συμβάσεις, διὰ τῶν ὁποίων σπουδαίως ὠφέλησε τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας τῆς Πελοποννήσου. Αὐτὸ εἶναι γεγονὸς, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὁ συνάδελφος, καὶ τοιοῦτον γεγονὸς ἔχων ὑπ’ ὄψιν, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐρωτᾷ, ποίαν πρόνοιαν ἔλαβεν ὁ Πρωθυπουργὸς ὑπὲρ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν. Αὐτὴ ἡ πρόνοια εἶναι μεγίστη, θὰ ηὐχόμην δὲ, ἡ Κυβέρνησις νὰ κατώρθου διὰ τῶν διαπραγματεύσεων αὐτῆς μετὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως νὰ συνωμολόγει μίαν ἐμπορικὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Γαλλίας, καὶ βεβαιῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, διότι εἶμαι ἐκ Πελοποννήσου καὶ ἔχω κτήματα καὶ ἐγὼ ὀλίγα ἐν Πελοποννήσῳ, ὅτι, ἂν κατωρθοῦτο ἐμπορική τις σύμβασις μετὰ τῆς Γαλλίας διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν σταφίδων ἐν Γαλλίᾳ, ἡ Πελοπόννησος θὰ ἠδιαφόρει διὰ τὸν ἐπιβαλλόμενον φόρον. Δὲν ἐγένετο τοῦτο, δὲν κατωρθώθη, καὶ πάλιν ἡ Πελοπόννησος, ἡ ὁποία, ὡς δικαίως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶναι ἡ Ἀκρόπολις τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὑπὸ ὅλας τὰς ἐπόψεις καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν οἰκονομικὴν, ἡ Πελοπόννησος, λέγω, ἂν ἐξακολουθήσωσιν αἱ αὐταὶ τιμαὶ τῶν σταφίδων, ἂν εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης εὑρίσκῃ κατανάλωσιν τὸ προϊόν, εἶναι ἕτοιμος, χάριν τῆς τιμῆς τῆς πατρίδος, νὰ ὑποβληθῇ εἰς αὐτὴν τὴν θυσίαν. Πῶς ἄλλως νὰ πράξωμεν; Ἂς ὑποδείξῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος διαχειρίζεται τὰ ζητήματα μετὰ μεγίστης ῥητορικῆς τέχνης καὶ μετὰ μεγίστης ἐπιτηδειότητος, ἂς ὑποδείξῃ ἄλλα μέσα, καὶ ἡμεῖς πρῶτοι οἱ ἐκ Πελοποννήσου Βουλευταὶ θέλομεν ἀποδεχθῆ τὰ μέτρα αὐτοῦ ἀντ’ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλει ἡ Κυβέρνησις. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς σταφίδας, ἐγὼ διαβεβαιῶ τὸν συνάδελφον, ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσωσιν αἱ αὐταὶ τιμαὶ, ἂν καταναλίσκωνται ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Γερμανίᾳ, ἂν ἀνοιχθῇ ἡ ὁδὸς πρὸς τὰς ἀγορὰς τῆς Γαλλίας, ἂν κατορθωθῇ, ὥστε ὁ σταφιδόκαρπος νὰ καταναλίσκηται καὶ ἐν Γαλλίᾳ, βεβαιῶ, ὅτι τὸν φόρον τοῦτον δὲν τὸν αἰσθάνεται ἡ Πελοπόννησος.

§54ΡΑΛΛΗΣ. Τὸν γνωρίζετε αὐτὸν τὸν φόρον;

§55ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοῦ σταφιδοκάρπου, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω. Ἄν, Κύριοι, δὲν γίνηται κατανάλωσις τοῦ σταφιδοκάρπου ἐν Ἀγγλίᾳ, ἂν δὲν γίνηται κατανάλωσις ἐν Γερμανίᾳ, ἂν ἀποκλεισθῇ ὁ σταφιδόκαρπός μας ἀπὸ τὰς ἀγορὰς τῆς Γαλλίας, καὶ μὲ τὸν ὑπάρχοντα φόρον, καὶ μὲ τὰς αὐξήσεις τοῦ φόρου εἰς χρυσὸν, καὶ μὲ ὅλα τὰ μέσα δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπάρξωμεν οἰκονομικῶς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἄν ὑποθέσητε, ὅτι ἔχομεν μίαν καταστροφὴν εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη, ἢ ὅτι ἐπιβάλλεται ὁ παλαιὸς δασμὸς ἐν Γερμανίᾳ ἢ ἐν Ἀγγλίᾳ, ἢ αὐξάνεται εἰς τὸ maximum ὁ δασμὸς ἐν Γαλλίᾳ, καὶ αὐτοῦ τοῦ φόρου διατηρουμένου εἰς χάρτινον νόμισμα, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀνθέξωμεν οἰκονομικῶς. Ἡ ζωὴ ἡ οἰκονομικὴ τῆς Ἑλλάδος εἶναι ὁ παραγόμενος, ὁ ἐξαγόμενος καὶ πωλούμενος σταφιδόκαρπος. Ἀλλ’ ἔκαμεν ἕνα ὑπολογισμὸν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, καὶ ἠξεύρετε ποία εἶναι ἡ διαφορὰ τοῦ φόρου; Εἶναι κολοσσιαία. Καὶ πῶς ὁρίζει τὸν φόρον; τὸν ὁρίζει κατὰ τὴν τρέχουσαν, κατὰ τὴν νῦν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος, ἢ, ἐπὶ τὸ Ἑλληνικώτερον, ὅπως ὑμεῖς ὠνομάσατε τὴν λέξιν, τῆς ἐπικαταλλαγῆς. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις αὐτὰ τὰ μέτρα, τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου εἰς χρυσὸν, καὶ διάφορα ἄλλα μέτρα οἰκονομικὰ, διὰ νὰ ἀνορθωθῶμεν οἰκονομικῶς, διὰ νὰ ἐκπέσῃ ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν αὐτὴν τὴν ἐπικαταλλαγήν· ἅμα δὲ ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν αὐτὴν τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος, δὲν ὑπάρχει σχεδὸν αὔξησις, ὡς ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ⅙. Ἄν ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος — καὶ ἐπ’ αὐτῇ τῇ ἐλπίδι ἐργαζόμεθα, ἄλλως πρόκειται βέβαια νὰ καταστραφῶμεν, — ἂν ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος κατέλθῃ ἀντὶ τοῦ 1,55 εἰς τὰ 1,30, δὲν ὑπάρχει κἀμμία διαφορὰ ὡς πρὸς τὸν φόρον. Ἄν, μεθ’ ὅλα τὰ μέτρα αὐτὰ τὰ οἰκονομικὰ, τὰ ὁποία εἰσάγει ἡ Κυβέρνησις, ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος προχωρῇ, δὲν ὑπάρχῃ ἐλπὶς διορθώσεως, βεβαίως τίποτε δὲν μᾶς ὠφελεῖ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια· τίποτε δὲν μᾶς ὠφελεῖ. Ἀλλ’ ἐνῷ εἰσάγονται αὐτὰ τὰ νομοσχέδια, δι’ ὧν ἐλπίζομεν τὴν διόρθωσιν, καὶ θέλομεν ὅλοι τὴν διόρθωσιν, ἐν τούτοις ἀποκρούομεν τὴν διόρθωσιν, διότι οὐδὲν μέτρον ἀποδεχόμεθα. Εἶναι τῇ ἀληθείᾳ περίεργον! Πρέπει νὰ διατηρήσωμεν τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, πρέπει νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεις μας, πρέπει νὰ μὴ πτωχεύσωμεν, χάριν τῆς ὑπολήψεως, χάριν τῆς τιμῆς τοῦ Κράτους, ἀλλὰ πρέπει καὶ ὅλα νὰ τὰ ἀποκρούσωμεν!... Αὐτὴ εἶναι περίεργος καὶ πρωτότυπος λογική. Βεβαίως ἐγὼ ἐθαύμασα καὶ τὴν ῥητορικὴν δεινότητα καὶ τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ. Αὐτὸς εἶναι ὁ κύριος φόρος, ὁ ὁποῖος μεταβάλλεται εἰς χρυσόν. Ἀλλὰ διὰ τὰ μερίσματα τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν ἐγὼ θέλω μεγαλείτερον φόρον, διότι οἱ ἔχοντες μετοχὰς εἰς ἀνωνύμους ἑταιρίας εἶναι πλούσιοι· οἱ περισσότεροι ὅμως τῶν συναδέλφων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι πλούσιοι, δὲν ἔχουσι μετοχάς. Ἴσως ὁ κ. Παχὺς, ὁ κ. Καραπάνος, 4–5 τὸ πολὺ εἶναι οἱ ἔχοντες μετοχὰς εἰς ἀνωνύμους ἑταιρίας. Ἐπίσης καὶ ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων τῶν ἀτμοπλοίων. Οἱ ταξειδεύοντες εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἐκτὸς ἐκτάκτου ἀνάγκης, καὶ αὐτοὶ εἶναι πλούσιοι. Ἂς πληρώσουν εἰς χρυσόν. Ἐπὶ τῶν μεταλλείων, ἐπὶ τῶν ὀρυχείων. Ποῖοι εἶναι οἱ ἔχοντες τὰ μεταλλεῖα καὶ τὰ ὀρυχεῖα; Οἱ πλούσιοι. Ἐρωτῶ, ἄν τις τῶν συναδέλφων ἢ καὶ ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀκούει, ἂν ἔχῃ τις μέρος ἢ μετοχὴν εἰς μεταλλεῖα ἢ ὀρυχεῖα· μόνον οἱ πλούσιοι ἔχουν· αὐτοὶ φορολογοῦνται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, φορολογοῦνται οἱ ἔχοντες μετοχὰς εἰς τὰ μεταλλεῖα, εἰς τὰ ὀρυχεῖα, εἰς τὰς σκωρίας τοῦ Λαυρίου, εἰς τὰς ἀνωνύμους ἑταιρίας. Ὥστε δὲν ἐπιβάλλεται εἰς τὸν πτωχὸν κόσμον φόρος· ἐπιβάλλεται βεβαίως εἷς φόρος εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, ἀλλ’ οἱ κάτοικοι τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ἐννοοῦσι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς αὐτὸν τὸν φόρον, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχῃ ἡ ἐλπὶς καὶ ἡ πεποίθησις, ὅτι θὰ ἀνορθώσωμεν τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, ὅτι θὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς πρὸς τοὺς δανειστάς μας ὑποχρεώσεις μας. Ἓν μόνον θέλω νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρωθυπουργόν· διατὶ αὐτὴ ἡ διαφορὰ ὡς πρὸς τὴν Ἑπτάνησον, ἥτις θὰ πληρόνῃ μόνον τὰ ⅗ τοῦ ἐξαγωγικοῦ τέλους; Ἐνῷ ὁ φόρος ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι, ἐν τῇ Πελοποννήσῳ ἐπιβάλλεται εἰς χρυσὸν, διατὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις; Ἐπὶ τῇ ἐλπίδι λοιπὸν τῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, καὶ ἐγὼ καὶ οἱ λοιποὶ βεβαίως συνάδελφοι, οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν Κυβέρνησιν, θέλομεν ψηφίσει ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Ἄν ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν ἀναλαμβάνει τὸ Κράτος τὴν πίστιν του καὶ δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του, ἂν δὲν συνομολογηθῇ ἓν δάνειον πραγματικὸν, τότε, εἴτε εἰς χαρτονόμισμα εἴτε εἰς χρυσὸν πληρώσωμεν, εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ, διότι τότε ἀναμφιβόλως θέλομεν καταλήξει εἰς χρεωκοπίαν.

§56ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν ἀφοσίωσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Καλαβρύτων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πεποίθησιν αὐτοῦ ἐπὶ τὰ μέτρα αὐτῆς γνωρίζομεν πάντες, καὶ ἦτο περιττὸν νὰ θελήσῃ μίαν ἔτι φορὰν νὰ διατρανώσῃ ταύτην, ἐκδηλῶν τὴν πρὸς αὐτὴν πίστιν του. Ἡμεῖς ἐδικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν, καὶ ἐπεθυμοῦμεν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, κατὰ πόσον τὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰσαγόμενον φόρον εὑρίσκει ἴσον, εὑρίσκει λογικὸν, εὑρίσκει λυσιτελῆ· ἀλλ’ ἀπέφυγε νὰ μᾶς εἴπῃ τι περὶ τῶν ζητημάτων τούτων, τὰ ὁποῖα ἐγείρονται ἀναγκαίως ἐκ τῆς ἐπιβολῆς οιουδήποτε φόρου. Κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διότι ἐπιβάλλει φόρον ἐντελῶς ἄδικον, ἐντελῶς ἀόριστον καὶ ἐντελῶς ἀλυσιτελῆ. Ἡ ἀνισότης τοῦ φόρου τοῦ εἰσαγομένου ὑπὸ δύο ἐπόψεις ἐκδηλοῦται. Ἔχομεν τῷ ὄντι ὡρισμένους παραγωγοὺς, οἵτινες θὰ ὀφείλωσι νὰ καταβάλλωσι τοὺς φόρους των εἰς χρυσὸν, ἡ δὲ τοιαύτη καταβολὴ τοῦ φόρου ἀπετιμήθη μὲν εἰς 25% κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἀναγγελίας τοῦ μέτρου, σήμερον δ’ ἀποτιμᾶται εἰς 27, ἢ 30, ἢ 32, καὶ αὔριον εἰς πολὺ πλέον. Ὡς ἀντισήκωμα τῆς περιπλέον ταύτης φορολογίας, ἥτις ἐπιβάλλεται εἰς ὡρισμένην τάξιν παραγωγῶν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀναγγέλλων τὸ νομοθέτημα, εἶπεν, ὅτι ὑπεβίβασε τὸν μέχρι τοῦδε καταβαλλόμενον φόρον κατὰ 20%, ὥστε, ἀντὶ τῶν 45%, τὰ ὁποῖα θὰ κατέβαλλον περιπλέον διὰ τὴν διαφορὰν τοῦ χρυσοῦ, νὰ καταβάλλωσι μόνον 25% περιπλέον, ὑπολογιζομένης τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς εἰς 45%. Ἐντεῦθεν προκύπτει ἀνισότης τελεία πρὸς τοὺς λοιποὺς φορολογουμένους, διότι ἐπιβάλλεται εἰς ὡρισμένους παραγωγοὺς μία πρόσθετος φορολογία, ἥτις ὑπελογίσθη μὲν τότε εἰς 25%, ἥτις σήμερον ὑπολογίζεται εἰς 33 ἢ 34, καὶ ἥτις αὔριον δὲν ἠξεύρω εἰς ποῖον ποσὸν θὰ ἀνέλθῃ, ἀλλ’ ὑφίσταται ἀνισότης καὶ μεταξὺ τῶν παραγωγῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα ἐξάγονται καὶ τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται εἰς καταβολὴν ἐξαγωγικῶν τελῶν· διότι, ἐνῷ οἱ λοιποὶ φορολογούμενοι, οἱ κάτοικοι τῆς Πελοποννήσου, αἱ μεταλλευτικαὶ ἑταιρίαι, ἔχουσι νὰ καταβάλωσι φόρον 25 ἢ 30 ἢ 33%, οἱ κάτοικοι τῆς Ἑπτανήσου θὰ καταβάλωσι φόρον μόνον 17%. Ἡ ἀνισότης τῆς φορολογίας ὑπὸ τὴν διττὴν ταύτην ἔποψιν ἀποδεικνύεται πληρέστατα. Ἀλλ’ ὁ φόρος, ὅπως εἰσάγεται, ἔχει τι τὸ ἀπαίσιον, διότι οὐ μόνον εἶναι ἄνισος, ἀλλὰ καὶ ἐντελῶς ἀόριστος. Οὐδεὶς τῳόντι σήμερον δύναται νὰ γνωρίζῃ, τίς εἶναι ὁ φορολογικὸς ὅρος, τὸν ὁποῖον θὰ ὑποστῇ ἡ τάξις τῶν παραγωγῶν, εἰς οὓς ἀποβλέπει τὸ νομοσχέδιον. Κατὰ τὴν ἀναγγελίαν τοῦ μέτρου ἀνήρχετο εἰς 25%, σήμερον ἀνῆλθεν εἰς 33% ἢ 34%, αὔριον βεβαίως θὰ ἦναι 38 ἢ 40%, καὶ ἂν ἐξακολουθήσῃ νὰ ἰθύνῃ τὰς τύχας τοῦ Κράτους, ἐπιβάλλων μέτρα τόσον ἀλυσιτελῆ, ὡς θέλω μετ’ ὀλίγον ἀποδείξει, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θέλομεν φθάσει εἰς τὸ νὰ ἐπιβάλωμεν πρόσθετον φόρον 80% ἢ 100% εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγούς. Διὰ νὰ μᾶς παρηγορήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαβρύτων, εἶπεν: ἂν πρόκηται νὰ καταστραφῶμεν, μᾶς εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον, τίς φόρος θὰ ἐπιβληθῇ.

§57ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σεῖς τί λέγετε;

§58ΡΑΛΛΗΣ. Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι, ἵνα μὴ καταστραφῶμεν, πολεμοῦμεν τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως· πολεμοῦμεν δ’ αὐτὰ, ὡς φέροντα εὐθὺ πρὸς τὴν καταστροφήν. Τὸ μέτρον τοῦτο, ὅπερ ἀποδεικνύεται ἀμέσως ἐξ ἀρχῆς ἀόριστον καὶ ἄνισον καὶ ἐπαχθὲς, καὶ ὅπερ θὰ καταστῇ καὶ ἐπαχθέστερον, συντελουμένης τῆς καταστροφῆς, εἶναι καὶ ὅλως ἀλυσιτελές. Καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ μέτρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην. Τί ἐπεδίωξεν ἡ Κυβέρνησις δι’ αὐτοῦ; Ἐπεδίωξε διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῆς καταβολῆς εἰς μεταλλικὸν τῶν ἐξαγωγικῶν τελῶν νὰ ἀνεύρῃ τὸν χρυσὸν ἢ μέρος τοῦ χρυσοῦ τοῦ ἀναγκαιοῦντος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐξωτερικῶν δανείων, νὰ ἐλαττώσῃ δ’ οὕτω τὴν συναλλαγματικὴν διαφοράν. Ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι λίαν ἐπικαίρως ἀνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διότι τοῦτο μὲ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἐψηφίσθη πρὸ ὀλίγου εἰς γʹ ἀνάγνωσιν, περὶ τῆς παρακαταθήκης τῶν ἐνεχυριασθέντων τραπεζικῶν γραμματίων διὰ τὸ τελευταῖον δάνειον, ἀποτελοῦσι τὰ δύο σκέλη τῆς ἐγκαινισθείσης οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἐπὶ τὰ ὁποῖα ἐστήριζε τὰς ἐπαγγελίας της περὶ βελτιώσεως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως ἡ Κυβέρνησις. Εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μᾶς ἔλεγεν ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἠθέλομεν κατορθώσει νὰ περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων, ἠθέλομεν κατορθώσει νὰ ὑποβιβάσωμεν τὴν συναλλαγματικὴν διαφοράν, καὶ ὅπως ἐπιτύχῃ τοῦτο, ἐσφράγισεν 8½ ἑκατομμύρια τραπεζικῶν γραμματίων καὶ τὰ κατέθηκεν εἰς τὸ θησαυροφυλάκιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τὰ 8½ ἐκεῖνα ἑκατομμύρια ἔπαυσαν ἔκτοτε νὰ κυκλοφορῶσιν. Εἰς τὸ μέτρον δ’ ἐκεῖνο, ὅπερ τόσον σωστικὸν ἐθεώρησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπήντησεν ἤδη ἡ ἀγορὰ καὶ τὸ χρηματιστήριον, καὶ ἀπήντησαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἠναγκάσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν θεωρίαν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, καὶ νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ὅτι ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ ὀφείλεται εἰς ἀποκλεισμὸν οὐχὶ πολιτικόν, ἀλλὰ χρηματιστικόν. Τὸ ἓν ἐκ τῶν σκελῶν, ἐφ’ ὧν ἐστηρίζετο ἡ οἰκονομική του πολιτικὴ, ἐξέλιπεν ἀφ’ ἑαυτοῦ· τὸ μέτρον ἀπεδείχθη ἐντελῶς ἀλυσιτελὲς, χωλὸν δὲ καὶ ἀνάπηρον τὸ σύστημα καὶ ἀνίκανον νὰ στηρίξῃ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπελείπετο τὸ ἕτερον σκέλος, τὸ ἕτερον μέτρον, τὸ τῆς εἰσπράξεως εἰς χρυσὸν τῶν ἐξαγωγικῶν τελῶν. Καὶ ἀπεκρίθη ἤδη ἡ ἀγορὰ ἡμῶν καὶ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, ἀπεκρίθη διὰ νέας καταπληκτικῆς ἀληθῶς ὑψώσεως τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, διὰ νέας καταπληκτικῆς ἐκπτώσεως τῶν ἀξιῶν. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ ν’ ἀποκριθῇ συμφώνως μὲ ὅσα ἐδιδάχθη ἡ ἀγορὰ ἡμῶν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, προβαλλομένου τοιούτου μέτρου, ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἦτο λογικὸν ν’ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους τὴν καταβολὴν εἰς χρυσὸν τῶν τελωνειακῶν τελῶν, οὐδ’ ἐκ τούτου νὰ ἐλπίσωμεν τὴν ὑποτίμησιν τοῦ χρυσοῦ, διότι δὲν γεννῶσιν οὗτοι τὸν χρυσόν. Ἀπέκρουε δὲ τότε διαῤῥήδην τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες προέβαλλον ὡς μέτρον σωστικὸν τὴν εἴσπραξιν τῶν τελωνειακῶν τελῶν εἰς χρυσόν. Τοιαῦτα ἐδίδασκε τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ καθ’ ὅσον προβαίνει ὁ χρόνος, νέαι προκύπτουσιν ἰδέαι καὶ νέαν ἀποκτᾷ πεῖραν. Εὗρε δὲ μέσην τινὰ θεωρίαν, δι’ ἧς νομίζει, ὅτι ἱκανοποιεῖται καὶ ἡ τότε διδασκαλία του, καὶ αἱ ἐπαγγελίαι του, καὶ αἱ ἀξιώσεις ἐκείνων, οἵτινες τὸν ὑποστηρίζουσι. Καὶ ἔφθασεν οὕτω εἰς τὴν θεωρίαν, καθ’ ἣν, καθ’ ὅσον ὁ παραγωγὸς εἰσπράττει χρυσὸν, ὀφείλει νὰ καταβάλλῃ εἰς χρυσὸν τὰ τέλη, διότι ἔχων πραγματικὸν νόμισμα δὲν προκαλεῖ τὸν συναγωνισμόν. Ἀλλ’ εὔκολον εἶναι νὰ πεισθῆτε, ὅτι ἡ θεωρία αὕτη δὲν εἶναι ἡ ἀκριβὴς, καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπέλθῃ ἀκριβῶς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ὑπεδείκνυε τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἤθελεν ἐπέλθει ἐκ τῆς ἐπιβολῆς τῆς εἰσπράξεως τῶν τελῶν εἰς χρυσόν. Ὁ συναγωνισμὸς ἀναγκαίως θὰ ἐξαφθῇ μεταξὺ τοῦ Δημοσίου, ἔχοντος ἀνάγκην περιπλέον χρυσοῦ, καὶ τῶν ἰδιωτῶν, τῶν ἐμπόρων· διότι οἱ ἔμποροι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ καταβάλλωσι τὰ τελωνειακὰ τέλη· ὁ παραγωγὸς δὲν καταβάλλει τὰ τελωνειακὰ τέλη, ἢ τοὐλάχιστον ἐλάχιστοι εἶναι ἐκ τῶν παραγωγῶν οἱ καταβάλλοντες τελωνειακὰ τέλη, οὐδὲ διαφέρει ὁ ἔμπορος σταφίδος οἱουδήποτε ἄλλου ἐμπόρου. Ἐκ τοῦ συναγωνισμοῦ δὲ τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς ἐμπόρους, ὅστις εἶναι ἄφευκτος, θὰ προκύψωσιν ἀναγκαίως ἀποτελέσματα ὅμοια πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προέλεγε τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὰ ὁποῖα εἴδομεν ἀπὸ τῆς χθὲς, ἡ ὕψωσις δηλ. τοῦ χρυσοῦ. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος, τὸν ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, ἕτερος λόγος, δι’ ὃν εὐθὺ ἄγει εἰς τὴν ὑποτίμησιν τοῦ τραπεζογραμματίου τὸ μέτρον τῆς εἰσπράξεως εἰς χρυσὸν τῶν ἐξαγωγικῶν τελῶν. Διὰ τῆς εἰσπράξεως εἰς χρυσὸν τῶν τελῶν τί πράττει ἡ Κυβέρνησις; Ζητοῦσα παρὰ τῶν ἐξαγόντων νὰ καταβάλλωσιν εἰς χρυσὸν τὸ τέλος, ἀποκλείει ἀπὸ ὡρισμένην κατανάλωσιν, ἀπὸ ὡρισμένην χρῆσιν τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον· οὕτω τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον δὲν εὑρίσκει μίαν περιπλέον ἔξοδον πρὸς τὴν κυκλοφορίαν· καὶ ποῖον ἐντεῦθεν τὸ ἀποτέλεσμα; Ἀποτέλεσμα ἔσεται νέα ὑποτίμησις τοῦ γραμματίου· καὶ δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀλλοῖον, διότι, καθ’ ὅσον ὁ κύκλος τῆς κυκλοφορίας καθίσταται στενότερος, κατὰ τοσοῦτον ὑποτιμᾶται τὸ τραπεζογραμμάτιον, ἀποδεικνυόμενον μᾶλλον πλεονάζον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πέρυσιν εὑρίσκετο ἐν τῇ ἀληθείᾳ, διδάσκων πάντας ἐκείνους, οἵτινες εἶχον τὴν ἐναντίαν γνώμην, ὅτι ἄφευκτος συνέπεια τῆς καταβολῆς τῶν τελωνειακῶν τελῶν, εἴτε εἰσαγωγικῶν, εἴτε ἐξαγωγικῶν, εἰς χρυσὸν εἶναι ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζογραμματίου, διότι τοῦτο δὲν δύναται νὰ σᾶς χρησιμεύσῃ εἰς τὸ ἑξῆς πρὸς μίαν περιπλέον χρῆσιν, καὶ περιορίζεται ἡ κυκλοφορία αὐτοῦ κατ’ ἴσον ποσὸν πρὸς τὰ εἰσπραττόμενα τελωνειακὰ τέλη. Διὰ τοῦτο δὲ εἶπον, ὅτι πρὸς τὴν ἀνισότητα, πρὸς τὸ ἀόριστον, ἐνέχει καὶ τὸ ἀλυσιτελὲς τὸ μέτρον τοῦτο, διὰ τοῦτο δὲ πολεμοῦμεν καὶ αὐτὸ, ὡς ἐπολεμήσαμεν καὶ τὰ ἄλλα μέτρα τῆς Κυβερνήσεως. Προχθὲς ἀκόμη ἠρώτων τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἐχαρακτήριζε τὸ μέτρον τοῦ δανείου ἀντὶ ἐνεχύρου τραπεζογραμματίων σφραγιζομένων ὡς προσωρινὸν, ποῖα εἶναι τὰ ὁριστικὰ μέτρα της πρὸς ἀποσόβησιν τῆς κρίσεως; Ἰδοὺ τὰ ὁριστικὰ μέτρα της. Πρῶτον τοιοῦτον εἶναι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον· τὴν ἀξίαν αὐτοῦ γνωρίζετε ἤδη, μετ’ ὀλίγον θέλετε λάβει πεῖραν καὶ τῶν ἄλλων.

§59Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ ἀγορεύσαντες κατὰ τοῦ νομοσχεδίου παρέστησαν αὐτὸ ὡς τὸ μέτρον, δι’ οὗ ἡ Κυβέρνησις ἐλπίζει νὰ ἐλαττώσῃ τὴν ἐπικαταλλαγὴν, ὡσανεὶ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ ἠλαττοῦτο ἡ ἐπικαταλλαγὴ ἐκ μέτρου ἐπιβάλλοντος τὴν πρὸς τὸ Δημόσιον καταβολὴν χρυσοῦ παρὰ τῶν κατοίκων τῆς χώρας. Ποῖος ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ καταβολὴ χρυσοῦ πρὸς τὸ Δημόσιον παρὰ τῶν κατοίκων τῆς χώρας θ’ αὐξήσῃ τὴν ἐπικαταλλαγήν; Τὸ πρᾶγμα εἶναι τοσοῦτον καταφανὲς, ὥστε πρέπει νὰ ἐστεροῦντο οἱ κύριοι Βουλευταὶ παντὸς ἐπιχειρήματος, ἵνα ἀγορεύσωσιν ἐπὶ τοιούτου θέματος. Εἶναι βέβαιον, ὅτι, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ πληρωθῶσι τὰ 31 ἑκατομμύρια, τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, εἰς μεταλλικὸν ἄνευ ἐξαγωγῆς μεταλλικοῦ ἐκ τῆς χώρας, τὸ ζήτημα τῆς ἐπικαταλλαγῆς δὲν θὰ ὑφίστατο ὑπὸ ὀξὺν χαρακτῆρα παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ 31 ἑκατομμύρια πρέπει νὰ ἐξέλθωσιν ἐκ τῆς χώρας, ἡ ἐξαγωγὴ δ’ αὕτη τοῦ χρυσοῦ, ἡ ἀπόκτησις τοῦ χρυσοῦ, ὅπως ἐξαχθῇ ἐκ τῆς χώρας, ἐὰν γένηται ἐν τῇ χώρᾳ, δὲν δύναται ἢ νὰ φέρῃ αὔξησιν τῆς ἐπικαταλλαγῆς. Μέτρον ἑπομένως ἀφορῶν εἰς ἀπόκτησιν τοῦ χρυσοῦ ἐν τῇ χώρᾳ, καὶ οὐχὶ εἰς ἀπόκτησιν αὐτοῦ ἐκτὸς τῆς χώρας δι’ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, καθ’ ὧν ἄλλοτε ἐξανίσταντο οἱ κύριοι Βουλευταὶ, δὲν δύναται ἢ νὰ φέρῃ αὔξησιν τῆς ἐπικαταλλαγῆς. Διατὶ δὲν εἴχομεν ἄλλοτε ηὐξημένην τὴν ἐπικαταλλαγὴν; Προδήλως διότι μετηρχόμεθα τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμούς· ἐξέλιπον οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ, ἔχομεν ηὐξημένην τὴν ἐπικαταλλαγήν. Ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον θέλει ἐπέλθει σήμερον ἡ ἐξαφάνισις τῆς ἐπικαταλλαγῆς, ὅτε πλέον οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ, διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον, κατέστησαν ἀνέφικτοι, τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ ἐν τῷ συστήματι τῶν μέτρων, δι’ ὧν ἐπιδιώκεται ἡ παῦσις, ἡ ἐξαφάνισις τῆς ἐπικαταλλαγῆς, κατέχει θέσιν καὶ τὸ μέτρον τοῦτο. Μόνον ἐξεταζόμενον τό μέτρον τοῦτο, αὐξάνει τὴν ἐπικαταλλαγήν· ὡς μέρος τοῦ ὅλου συστήματος, ἐὰν ἦναι τοῦτο ἄρτιον, συντελεῖ εἰς τὴν κατάργησιν αὐτῆς. Καὶ πῶς; Ποῖον εἶναι τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, οὗτινος μέρος ἀποτελεῖ καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο; Τί φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἀπαιτεῖται σήμερον, ἵνα παύσῃ τὸ ἔκρυθμον τῆς καταστάσεως, ἵνα δυνηθῇ τὸ Δημόσιον νὰ ἀποκτᾷ ἐν τῇ χώρᾳ, ἄνευ διαταράξεως τῆς χρηματικῆς ἀγορᾶς, τὸν χρυσὸν, ὅστις εἶναι ἀναγκαῖος πρὸς ἀπότισιν τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν; Τὸ εἴπομεν ἤδη· φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὁ μόνος τρόπος πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ χρυσοῦ ἐν τῇ χώρᾳ εἶναι ἡ διευθέτησις τῶν νομισματικῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπέρχηται διευθέτησις τῶν νομισματικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, εἶναι μάταιον νὰ ἐλπίζωμεν διὰ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ μερικοῦ μέτρου, ὅτι θέλει ἐπιτευχθῆ ἡ παροχὴ ὑπὸ τῆς χώρας τοῦ χρυσοῦ, ὅστις εἶναι ἀναγκαῖος. Ἀλλὰ εἰς τί κυρίως συνίσταται ἡ ἀνωμαλία τῶν νομισματικῶν ἐν τῇ χώρᾳ; Συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι ἔχομεν νόμισμα πλεονάζον, νόμισμα μὴ ἔχον ἐσωτερικὴν ἀξίαν, ἔχον ἀξίαν μόνον ἐκ τοῦ νόμου, καὶ μὴ δυνάμενον νὰ χρησιμοποιηθῇ ἐν τῇ χώρᾳ, ὅπερ, εἰσπραττόμενον ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, προσφέρεται ἐν τῇ ἀγορᾷ παρ’ αὐτοῦ, ζητοῦντος χρυσόν. Ὁ χρυσὸς δὲν προσφέρεται προθύμως εἰς ἀνταλλαγὴν πρὸς νόμισμα πλεονάζον· ὁ χρυσὸς ἔχει ἰδίαν ἀξίαν καὶ ἐπιβάλλει ἐν τῇ ἀνταλλαγῇ τοὺς ἰδίους ὅρους εἰς τὸ νόμισμα τὸ κυκλοφοροῦν καθ’ ὑπέρβασιν τῆς ἀνάγκης καὶ ἐστερημένον ἀξίας ἀνεξαρτήτου ἀπὸ τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου παρεχομένης εἰς αὐτό· ἵνα δὲ δυνάμεθα ν’ ἀνταλλάσσωμεν τὸ νόμισμα τοῦτο, ὅπερ μόνον διαθέτει ἡ Κυβέρνησις, τὸ νόμισμα τὸ χάρτινον πρὸς τὸν χρυσὸν, πρέπει νὰ δώσωμεν ἀξίαν εἰς αὐτὸ, καὶ ἵνα δώσωμεν εἰς αὐτὸ ἀξίαν, πρέπει νὰ τὸ καταστήσωμεν ἀνάλογον πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, διότι τὸ νόμισμα, καὶ μὴ ἔχον ἐσωτερικὴν ἀξίαν, ἀποκτᾷ αὐτὴν ἐκ τῶν ἀναγκῶν, εἰς ἃς ἀπαντᾷ. Εὐθὺς ὡς περισσεύει ἐπὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας, ὑφίσταται μείωσιν ἀξίας, καὶ προσφέρεται εἰς ἀνταλλαγὴν τοῦ χρυσοῦ ἀντὶ μεμειωμένης τιμῆς, ἂν μὴ καὶ ἀντὶ πάσης τιμῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐνόμισεν, ὅτι διὰ μερικῶν μέτρων θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ μείωσις τῆς ἐπικαταλλαγῆς, ὅτι, πλεοναζόντων γραμματίων 70 ἢ 80 ἑκατομμυρίων, ἤλπιζεν ἡ Κυβέρνησις, ἀφαιροῦσα ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας 8 ἢ 9 ἑκατομμύρια, εἰσπράττουσα χρυσοῦ 7 ἢ 8 ἑκατομμύρια, νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀνωμαλίας τῆς χρηματιστικῆς ἡμῶν ἀγορᾶς. Τὸ ζήτημα δὲν περιορίζεται εἰς 8 ἢ 9 ἑκατομμύρια χαρτίου ἐπὶ πλέον τῆς ἀνάγκης κυκλοφοροῦντος ὡς νομίσματος, οὐδ’ εἰς 7 ἢ 8 ἑκατομμύρια ὑστεροῦντος χρυσοῦ· τὸ ζήτημα γεννᾶται ἐκ χαρτίνου νομίσματος, πλεονάζοντος ἐπὶ ποσῷ 70 ἕως 80 ἑκατομμυρίων, καὶ εἰς ζήτησιν παρὰ τοῦ Δημοσίου χρυσοῦ ἀξίας 31 ἑκατομμυρίων ἐτησίως χάριν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Ἀφαίρεσις 8 ἢ 9 ἑκατομμυρίων ἀπὸ τῶν 70 ἕως 80 εἶναί τι ὅλως ἀνεπαίσθητον· ἀνεπαρκὴς ὡσαύτως ἡ πρόνοια περὶ 7 ἢ 8 ἑκατομμυρίων χρυσοῦ ἐπὶ 31 ἑκατομμυρίων. Ἡ ὑπεροχὴ τοῦ χρυσοῦ τοῦ προσφερομένου ἀπέναντι χαρτίνου νομίσματος, πλεονάζοντος εἴτε κατὰ 80 ἑκατομμύρια, εἴτε κατὰ 70 ἑκατομμύρια, εἶναι ἡ αὐτὴ, καὶ ταύτης τῆς ὑπεροχῆς βλέπετε τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα ἀπατῶσι τὸν κ. Βουλευτὴν, νομίζοντα ὅτι σχετίζονται ταῦτα πρὸς τοῦτο ἢ πρὸς ἐκεῖνο τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον. Τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβαλλόμενα εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι καλὰ ἢ κακὰ, ἐὰν τὸ ὅλον σύστημα, τὸ ὑπ’ αὐτῶν ἀπαρτιζόμενον, ἦναι καλὸν ἢ κακὸν, πᾶσαι δὲ αἱ μελέται, ἃς ἠκούσαμεν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος, εἴτε τώρα, εἴτε κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, εἴτε προηγουμένως, στηριζόμεναι εἰς τὰ κατὰ μέρος μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, εἰς οὐδὲν ἄγουσι συμπέρασμα, διότι τὰ μέτρα, αὐτοτελῶς ἐξεταζόμενα, δὲν παρουσιάζουσι τὸ ζήτημα ἄρτιον. Μόνον ἐὰν τὸ σύστημα ἄρτιον δὲν ἄγῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ δι’ αὐτοῦ ἐπιζητούμενον, μόνον τότε πρέπει νὰ παύσωμεν ψηφίζοντες τοιαῦτα νομοσχέδια, ὡς ἐν συνόλῳ μὴ ἀπολήγοντα εἰς τὸν σκοπὸν, οὐχὶ ὡς μὴ ἀπολήγοντα εἰς τὸν σκοπὸν αὐτοτελῶς. Ἐξεταζόμενον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς αὐτοτελὲς, ἀπολήγει εἰς τὸν ἀντίθετον σκοπὸν τοῦ ἐπιδιωκομένου· καὶ ὅμως ἀπολήγει εἰς τὸν σκοπὸν τὸν ἐπιδιωκόμενον, συντελοῦν εἰς τὴν εὐόδωσιν συστήματος ἐγγυωμένου τὴν ἀποκατάστασιν τῆς νομισματικῆς ὁμαλότητος. Εἰς τοῦτο δὲ πρέπει νὰ στραφῇ ἡ συζήτησις, ἀλλὰ περὶ τούτου οὐδὲν ἠκούσαμεν, ἴσως διότι δὲν ἤθελον νὰ ὁμιλήσωσι περὶ τούτου οἱ ἀγορεύσαντες, ἀλλ’ ἴσως καὶ διότι ἐπεφυλάχθησαν νὰ ὁμιλήσωσι περὶ τούτου ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς ἣν πράγματι ἀνήκει τὸ θέμα. Σήμερον συνεζήτησαν περὶ τῶν μέτρων τούτων οἱ ἀγορεύσαντες, ὡς ἐὰν δι’ αὐτῶν, κεχωρισμένων ἀπὸ τῶν ἄλλων, ἐπεδιώκετο ἡ λύσις τοῦ ζητήματος. Ἰδίως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ χθὲς καὶ σήμερον παρέστησε τὴν Κυβέρνησιν παραπλανωμένην, ὅτι διὰ τῆς ἀφαιρέσεως ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας τῶν 8,760,000 δραχμῶν ποιεῖται μέγα βῆμα εἰς τὰ πρόσω, πρὸς τὴν ἐξαφάνισιν τῆς ἐπικαταλλαγῆς· δεικνύων δὲ μὴ ἐξαφανισθεῖσαν τὴν ἐπικαταλλαγὴν, ἰδοὺ, ἔλεγε, τὰ ἀποτελέσματα τῆς πολιτικῆς ὑμῶν. Ἀπαντῶ εἰς ταῦτα ἐρωτῶν: τίνα ἔχει σχέσιν πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τῆς πολιτικῆς ἡμῶν ἡ ἐφαρμογὴ μέτρου ἀφορῶντος εἰς τὴν ἀναπλήρωσιν προσωρινῆς ἀνάγκης, μέτρου ἔχοντος διάρκειαν 6 μηνῶν, καὶ ἀφαιροῦντος 8 ἑκατομμύρια ἐκ πλεονάσματος κυκλοφορίας 80 ἑκατομμυρίων; Τὸ ζήτημα τὸ νομισματικὸν, τὸ ζήτημα τῆς ἀφαιρέσεως ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας νομίσματος περισσεύοντος, καὶ ἑπομένως ἐξευτελίζοντος τὴν ἀξίαν τοῦ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως εὑρισκομένου καὶ ἀνθ’ οὗ ἀποκτᾶται παρὰ τοῦ Δημοσίου ὁ χρυσὸς, τὸ ζήτημα τοῦτο ἔπρεπε νὰ μελετηθῇ, ἵνα ἐξακριβωθῇ κατὰ πόσον ἡ λύσις αὐτοῦ ἐξυπηρετεῖται διὰ τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ πόσον τὰ μέτρα ταῦτα εἶναι ἐπαρκῆ, ἢ τοὐναντίον κατὰ πόσον τὰ ῥηθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ οἱ ὑπολογισμοὶ αὐτοῦ ἔχουσιν ὑπόστασιν, ἂν στηρίζωνται ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ἢ τοὐναντίον ἀποῤῥέωσιν ἐξ ἀνεπαρκοῦς ἀντιλήψεως τῆς αἰτίας τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἦτο τοσοῦτον ἐπαχθὲς τὸ μέτρον, ὅσον παρεστήθη, συνετέλει ὅμως εἰς τὴν ἀφαίρεσιν ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας τοῦ πλεονάζοντος τραπεζικοῦ γραμματίου, παντὸς ὅμως τοῦ πλεονάζοντος,— διότι, ἂν μὴ ἦναι ἀρτία ἡ πολιτικὴ αὕτη, ἐὰν μὴ φέρῃ πλῆρες τὸ ἀποτέλεσμα, εἶναι ματαία ἡ ἐπιδίωξις αὐτῆς— ἐὰν τὰ μέτρα ταῦτα, καίπερ ἐπαχθῆ, συντελοῦσιν ὅμως εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, ἡ Βουλὴ, κατ’ ἐμὴν γνώμην, θέλει πάντως τὰ ψηφίσει. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, τὰ μέτρα δὲν ἔχουσι τὸν χαρακτῆρα, ὃν ἀπέδωκεν εἰς αὐτὰ ὁ κ. Βουλευτὴς, ἔχουσι δὲ τὸν χαρακτῆρα, ὃν ἀποδίδομεν ἡμεῖς εἰς αὐτά. Ἐκ τῶν μέτρων τούτων ἐξήρτηται ἡ πιθανότης τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ὅλου ἡμῶν συστήματος· καὶ λέγω ἡ πιθανότης, διότι ὑπάρχει ἐν τῷ συστήματι καὶ παράγων, ὅστις δὲν ἐξήρτηται ἐξ ἡμῶν. Ἐξ ἡμῶν ἐξήρτητο ν’ ἀποτελέσωμεν προϋπολογισμὸν ἄρτιον, προϋπολογισμὸν ἐπαρκοῦντα πρὸς πάσας τῆς Πολιτείας τὰς ἀνάγκας, προϋπολογισμὸν ἐπιτελοῦντα πάνθ’ ὅσα ἐπαγγέλλεται. Ὁ προϋπολογισμὸς, ὃν ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὃν ἡ Βουλὴ φαίνεται διατεθειμένη, ἵνα ἐπιψηφίσῃ, πληροῖ τοὺς ὅρους τούτους, ἀλλὰ τὸ ἄρτιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ δι’ αὐτοῦ ἐξασφάλισις πάντων, ὅσα ἡ Πολιτεία ὀφείλει νὰ ἐκτελέσῃ, δὲν ἀρκεῖ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν καὶ μόνου νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας ποσὸν 80 ἑκατομμυρίων. Προϋπολογισμὸς ἄρτιος παρέχει τὰ πρὸς ὑπηρεσίαν κεφαλαίου δανειζομένου εἰς τὸ Κράτος πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν, καὶ ταῦτα παρέχει ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς ἐπὶ ποσῷ ὑπερδιπλασίῳ. Ἵνα πραγματοποιηθῇ ὅμως τὸ δάνειον, πρέπει νὰ συναινέσωσι καὶ ἄλλοι· καὶ εἰς τοῦτο τείνουσιν αἱ ἐνέργειαι ἡμῶν, ἵνα πείσωσι τοὺς δυναμένους νὰ παράσχωσιν εἰς τὴν χώραν τὸ κεφάλαιον, ὅτι ἡ χώρα ἀναδέχεται πάσας τὰς ὑποχρεώσεις, αἵτινες εἶναι ἀναγκαῖαι, ἵνα ἐξασφαλισθῇ εἰς τὸν παρέχοντα τὸ κεφάλαιον ἡ ἀπόδοσις αὐτοῦ. Εἰς τοῦτο συντελεῖ καὶ τὸ μέτρον, περὶ οὗ ζητοῦμεν σήμερον τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Δὲν ὑπεβλήθη τὸ μέτρον πρὸς μείωσιν τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ, ὑπεβλήθη τὸ μέτρον, ἵνα συντελέσῃ καὶ τοῦτο, μετὰ τῶν ἄλλων ὑποβληθέντων, εἰς τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἔχει τὸ Κράτος τὴν δύναμιν ἵνα ἐξασφαλίσῃ πρὸς τοὺς χορηγήσοντας τὸ ἀναγκαῖον δάνειον, εἰς διευθέτησιν τῶν νομισματικῶν αὐτοῦ πραγμάτων, τὴν ἀπόδοσιν τῶν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου. Τὸ κεφάλαιον σήμερον δυσκόλως προσφέρεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι, διὰ λόγους, οὓς δὲν καλοῦμαι σήμερον νὰ ἐξετάσω, ἐκλονίσθη ἡ πεποίθησις τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐπιστεύθη, ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ ἡμῶν δὲν εἶναι ἄρτιοι, ἐπιστεύθη ὅτι ἡ χώρα ἡμῶν δὲν ἔχει ἀπόφασιν, ἵνα ἀποτίσῃ ὁλοσχερῶς τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς· καὶ ταῦτα τὰ πιστευθέντα ἐκτὸς τῆς χώρας πρέπει ἡμεῖς νὰ ἀποδείξωμεν ἀνυπόστατα, πρέπει ἡμεῖς νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι τὰ ἐναντία ὑφίστανται παρ’ ἡμῖν, καὶ νὰ προσπαθήσωμεν εἰς αὐτὰ νὰ ἐφελκύσωμεν τὴν προσοχὴν τῶν ἔξω· διότι, ὅταν πιστωθῇ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν εἶναι πράγματι ἄρτιος, ὅτι περιέχει πάντα, ὅσα ἀπαιτοῦνται πρὸς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν κεφαλαίων, ὧν ἔχομεν ἀνάγκην πρὸς διευθέτησιν τῶν νομισματικῶν, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην κεφαλαίων πρὸς ἄλλον σκοπὸν, ἀλλὰ μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς διευθετήσεως τῶν νομισματικῶν, ὑπάρχει ἐλπὶς, ὅτι θέλομεν λάβει καὶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ τὴν μόνην συνδρομὴν, ἣν ζητοῦμεν παρ’ αὐτοῦ, συνδρομὴν οὐχὶ εἰς ἀναπλήρωσιν ἀνεπαρκείας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ συνδρομὴν εἰς κανονισμὸν τῶν νομισματικῶν ἡμῶν πραγμάτων, διατελούντων ἐν ἀνωμάλῳ καταστάσει. Τὸ ἀνώμαλον τῆς καταστάσεως τῶν νομισματικῶν ἡμῶν καταφαίνεται ἐν τῇ ἐπικαταλλαγῇ. Ἐφ’ ὅσον δὲν δυνηθῶμεν, νὰ συνομολογήσωμεν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τὸ δάνειον, ὅπερ θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀφαίρεσιν ἐκ τῆς ἀγορᾶς ἡμῶν τῶν ἀφορμῶν τῆς ἐπικαταλλαγῆς, ἡ συζήτησις περὶ τῶν φαινομένων ἐν τῇ ἀγορᾷ ἐπ’ ἐλάχιστον δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν διευθέτησιν τῶν ἀνωμαλιῶν. Σημασίαν ἔχει μόνον ἡ συζήτησις περὶ τοῦ σκοπίμου τῶν λαμβανομένων μέτρων, ὅπως τύχωμεν τῆς συνδρομῆς τῶν κεφαλαίων πρὸς ἀφαίρεσιν ἀπὸ τῆς ἀγορᾶς τοῦ αἰτίου τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου καὶ τῆς ἀντιστοίχου ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ. Εἰς τοῦτο ἔπρεπε νὰ περιστραφῇ ἡ συζήτησις, ἐὰν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐθεώρουν τινὲς σκόπιμον τὴν ἔγερσιν τοῦ ζητήματος. Τὸ κατ’ ἐμὲ, τὸ κατάλληλον πεδίον, ἵνα ἐγερθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, εἶναι τὸ τῆς γενικῆς συζητήσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, καὶ μόνον ἂν ἴδω ὅτι οἱ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ Βουλῇ θέλουσιν ἐν τούτῳ τῷ θέματι νὰ ἐγείρωσι τὸ γενικὸν ζήτημα, θέλω μετάσχει τῆς συζητήσεως. Ἤδη περιορίζομαι εἰς τὸ εἰδικὸν ζήτημα, ὅπερ προκαλεῖται ἐκ τοῦ νομοσχεδίου· ἐὰν τὰ ἐξ αὐτοῦ βάρη ἦναι τοιαῦτα, ὁποῖα παριστῶνται παρὰ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχῃ τὸν χαρακτῆρα, ὃν παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὡς ἐπιβαρῦνον ἀνίσως τοὺς φορολογουμένους, οὐχὶ ἐν τῇ ἀπολύτῳ τῆς λέξεως ἐννοίᾳ, διότι πάντες οἱ φορολογικοὶ νόμοι ἐπιβαρύνουσιν ἀνίσως τοὺς πολίτας, ἀλλ’ ἐν τῇ συγκεκριμένῃ ἐννοίᾳ, ὑφ’ ἣν ἐπεκρίθη ἐν διακρίσει τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, καὶ ἂν τῷ ὄντι ὑπάρχῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τι ἔκρυθμον, ὡς ἐπιβάλλον εἰς τούτους ὑποχρεώσεις, ἐξ ὧν ἀπαλλάσσονται ἐκεῖνοι. Ἐπίσης καὶ ὁ ἐκ Λοκρίδος κ. Βουλευτὴς ἐπέκρινε τὸ νομοσχέδιον, οὐχὶ μὲν λόγῳ τῆς ἀνίσου ἐπιπτώσεως τοῦ ἐξ αὐτοῦ βάρους, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ ἐπαχθοῦς τοῦ βάρους, ὡς ἐκ τῆς αὐξήσεως, ἥτις ἐξ αὐτοῦ ἐπέρχεται εἰς τὴν φορολογίαν τὴν ἤδη τεθειμένην. Πάντα ταῦτα, ὅπως παρεστήθησαν, οὐδόλως στηρίζονται ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Τὸ νομοσχέδιον, ἐπιβάλλον πληρωμὴν εἰς χρυσὸν, καὶ συνδυάζον τὴν πληρωμὴν ταύτην πρὸς ἐλάττωσιν φόρου, ἐὰν ἐξετασθῇ ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀρχικὴν ἔννοιαν τῶν φορολογικῶν νόμων, οὓς μεταῤῥυθμίζει, θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι οὐδὲν ἐπιβάλλει τὸ αὐξάνον τὴν ἀρχικὴν ἐπιβάρυνσιν, τοὐναντίον ἐλαττόνει αὐτήν. Τί πράττει τὸ νομοσχέδιον ὡς πρὸς τὸ παλαιὸν βασίλειον; Ὡς πρὸς τὸ παλαιὸν βασίλειον μεταβάλλει τὸν ὅρον τοῦ φόρου; Ὁ ὅρος τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος τῆς πλείστης εἶναι 18 καὶ 90/00, ἤτοι εἰς στρογγύλον ἀριθμὸν 19 δραχμαὶ τὴν χιλιάδα· 19 δραχμαὶ τὴν χιλιάδα, ἐνῷ ὁ νόμος ἀρχικῶς ἐψηφίσθη—διότι κατόπιν ἐπῆλθον αἱ αὐξήσεις—ἐπὶ ὅρῳ φόρου 15 δραχμῶν ἀρτίων, τουτέστι χρυσῶν. Ποία δὲ ἦτο ἡ πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ προϊόντος ἀναλογία τῆς τοιαύτης φορολογίας, ὅτε αὕτη ἐπεβλήθη; Ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῶν 15 δραχμῶν ἀρτίων ἡ ἀναλογία ἐπὶ ἀξίας, ἥτις ἦτο τότε κατὰ μέσον ὅρον 150 δραχμῶν, ἦτο 10%, ἡ αὐτὴ δὲ ἀναλογία, ἡ ἀρχικῶς τεθειμένη, ὑφίσταται καὶ σήμερον ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῶν 19 δραχμῶν, ἐὰν γένηται ἡ πληρωμὴ εἰς χρυσὸν, διότι ἡ σημερινὴ κατὰ μέσον ὅρον ἀξία τῆς σταφίδος δὲν εἶναι 150 δραχμῶν, ἀλλ’ ὑπερβαίνει τὰς 190 δραχμάς. Ἐὰν αὔριον ἡ ἐπικαταλλαγὴ ἀπὸ 55% ἀνέλθῃ, ὡς προανήγγειλον καὶ ὡς ἴσως εὔχονταί τινες, εἰς 100 ἢ εἰς 150%, ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ὁ ὅρος τοῦ φόρου, διατηρούμενος ἀναλλοίωτος εἰς χρυσὸν, πρέπει νὰ ὑπολογίζηται ἐπηυξημένος κατὰ λόγον τῆς ὑπερτιμήσεως; Ἡ σταφὶς πωλεῖται ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀντὶ χρυσοῦ, οὗτινος ἡ ἀξία δὲν μετεβλήθη ἀφ’ ἧς ἐπεβλήθη ὁ ἀρχικὸς φόρος, ἡ δὲ ὑποτίμησις τοῦ χαρτονομίσματος, καίτοι ἐκφράζεται ἐνίοτε ὡς ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ, δὲν ἐπαυξάνει τὴν ἀξίαν αὐτοῦ, ἑπομένως οὐδὲ καὶ τὴν ἐπιβάρυνσιν φόρου εἰς χρυσὸν καταβαλλομένου ἐπὶ τῷ αὐτῷ καὶ πρότερον ὅρῳ. Ὁ φόρος ὑπεβλήθη ἀρχῆθεν ἐπὶ ἀρτίῳ νομίσματι, ἤτοι εἰς χρυσὸν, σήμερον δὲ λέγομεν, πληρώσατε πάλιν εἰς χρυσὸν τὸν φόρον, ὅστις ἀρχικῶς εἰς χρυσὸν ἐπεβλήθη, ἐπιπροσθέτοντες μόνον τὰ δύο ἑκατοστὰ, καθορίζοντα αὐτὸν εἰς 19 δραχμὰς, ἀλλὰ πληρώσατε αὐτὸν μεμειωμένον κατὰ τὸ ἑκτημόριον, πληρώσατε τουτέστι 15 δραχμὰς καὶ 75 λεπτά. Εἴτε ἡ ἐπικαταλλαγὴ εἶναι πρὸς 20, ὡς πρό τινος χρόνου, εἴτε εἶναι πρὸς 56, ὡς σήμερον, εἴτε εἶναι πρὸς 100, ὡς ἀγγέλλεται ὑπό τινων, προλεγόντων τὰ τοῦ μέλλοντος, ἡ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὅρου τοῦ φόρου ἐλάττωσις ἀπὸ 19 δραχμῶν εἰς δρ. 15 καὶ 75 λεπτὰ διατηρεῖται ἀναλλοίωτος ἐπὶ καταβολῇ εἰς χρυσόν. Ἀλλ’ ἡ εἰς χρυσὸν καταβολὴ στερεῖ τὸν φορολογούμενον τοῦ κέρδους ἐξ ἐπικαταλλαγῆς, ἂν εἰς χαρτονόμισμα κατεβάλλετο ὁ φόρος. Οἱ πωλοῦντες σταφίδα κερδίζουσιν ἐκ τῆς ἐπικαταλλαγῆς, ἀλλὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ κέρδος τοῦτο, τὸ ἐκ τῆς ἐπικαταλλαγῆς, θέλει γίνεσθαι εἰς τὸ ἑξῆς ἐπὶ τοῦ ὑπολοίπου τῆς ἀξίας τῆς σταφίδος μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ φόρου. Μείωσις ἄρα τοῦ ἐκ τῆς ἐπικαταλλαγῆς κέρδους ἐπὶ τῷ ποσῷ τοῦ φόρου, ἀλλὰ ζημία ἐπὶ τοῦ ἀρχικοῦ ὅρου τοῦ φόρου, ἐπὶ τῆς ἀναλογίας τοῦ φόρου πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ εἴδους τὴν εἰς χρυσὸν, οὐδεμία ὑπάρχει. Θὰ πληρώσῃ ὁ ἐξάγων τὴν σταφίδα εἰς χρυσὸν ὅ,τι ἀρχῆθεν εἰς χρυσὸν εἶχεν ἐπιβληθῆ, καὶ ἐπὶ τῇ αὐτῇ ἀναλογίᾳ πρὸς τὴν μέσην τιμὴν τοῦ προϊόντος. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῆς τιμῆς εἰς χρυσὸν τῆς σταφίδος ἦτο 150 δραχμῶν κατὰ χιλιάδα λιτρῶν, ἔχομεν ἀναλογίαν ἐπὶ 15 δραχμῶν, εἰς ἃς ὡρίσθη ὁ φόρος τότε, 10% περίπου. 10% περίπου ἐπὶ τῇ σημερινῇ μέσῃ τιμῇ θὰ ἦναι πάντοτε ἡ ἀναλογία, ἀλλ’ ἀφαιρουμένου τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου εἰς χρυσὸν, στερεῖται ὁ ἐξαγαγὼν τὴν σταφίδα τοῦ ἐκ τῆς ἐπικαταλλαγῆς κέρδους ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου, ἤτοι περιορίζεται τὸ ἐκ τῆς ἐπικαταλλαγῆς κέρδος ἐπὶ τοῦ ἀντιτίμου τῆς σταφίδος κατὰ 10%, ἀποτελοῦντα τὴν ἀναλογίαν τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ἀρτίας ἀξίας τῆς πωληθείσης σταφίδος. Ὅτε δὲ περὶ τῆς ἀναλογίας ταύτης ὁμιλῶν ὁ κ. Βουλευτὴς, εἶπεν, ὅτι ὑπάρχει περὶ τὴν ἐκ τοῦ μέτρου ἐπιβάρυνσιν δυσαναλογία ὡς πρὸς τὴν Ἑπτάνησον, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει πάντα ταῦτα, ἵνα παρατηρήσῃ, ὅτι ἡ δυσαναλογία ὑπάρχει κατὰ τῆς Ἑπτανήσου, ὅτι ἡ δυσαναλογία δὲν ὑπάρχει, ὡς αὐτὸς παρέστησεν, ὑπὲρ αὐτῆς· δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ φορολογία ἡ κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν εἶναι ἡ ὅλη φορολογία τῆς Ἑπτανήσου, καὶ ἑπομένως ὅτι τὰ ⅗ τῆς ὅλης φορολογίας τοῦ τμήματος ἐκείνου τοῦ Κράτους, ἐφ’ ὧν ἐφαρμόζεται ἡ ἐπιβάρυνσις, εἶναι ἴση, ἂν μὴ ἦναι καὶ ἀνωτέρα τῶν εἰς τὴν ἐπιβάρυνσιν ὑποβαλλομένων ὡρισμένων μόνον φόρων ἐν τῷ ἄλλῳ βασιλείῳ. Προκειμένου περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος τοῦ νομοσχεδίου ἐν Ἑπτανήσῳ, ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος ὁλοκλήρου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται αὕτη ἐπὶ τῷ αὐτῷ καὶ ἐν τῷ λοιπῷ Κράτει μέτρῳ. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἐπιβαρύνει τὴν Ἑπτάνησον πλειότερον ἢ τὸ ἄλλο Κράτος, ἕνεκα τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας, τῆς οὐχὶ ἐπὶ παγίως εἰς χρῆμα ὡρισμένῳ ποσῷ, ἀλλ’ ἐπὶ ποσοστῷ ἐπὶ τῆς ἑβδομαδιαίας ἀξίας τῆς σταφίδος. Ἡ Ἑπτάνησος ἤδη ὑφίσταται ἐν τῇ φορολογίᾳ ἐπιβάρυνσιν ἐκ τῆς ἐπικαταλλαγῆς, διότι, κανονιζομένου τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ ἐξαγομένου προϊόντος, προσαυξανομένης ἐκ τῆς ἐπικαταλλαγῆς, ἡ ἐπικαταλλαγὴ ἐπαυξάνει τὴν βάσιν τοῦ φόρου. Ὑποβαλλομένη ἡ Ἑπτάνησος εἰς φόρον 18% ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ εἴδους κατ’ ἐκτίμησιν, καὶ ἐκτιμωμένης τῆς ἀξίας εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ τῇ ἐπικαταλλαγῇ τῶν 45 ἢ τῶν 50 ἢ τῶν 56%, πληρόνει σήμερον ἡ Ἑπτάνησος πλείονα ὅσων ἐπλήρονε χθὲς, καὶ χθὲς ἐπλήρονε πλείονα ὅσων ἐπλήρονε προχθὲς, κατὰ λόγον τῆς ηὐξημένης ἐπικαταλλαγῆς. Ἡ ἀρχικὴ ἀναλογία τῶν φόρων τῆς Ἑπτανήσου πρὸς τοὺς φόρους τοῦ λοιποῦ βασιλείου ἦτο ἡ τῶν 18% πρὸς 10%, διότι ὁ πάγιος φόρος τοῦ λοιποῦ βασιλείου δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀντιστοιχῶν πρὸς 10% ἐπὶ τῆς ἀξίας, ἂν μὴ καὶ πρὸς 7%. Τὴν ἀρχικὴν ὅμως ἀναλογίαν μεταβάλλει ἡ ἐπικαταλλαγή, ἐπιβαρύνουσα τὸν φόρον τῆς Ἑπτανήσου, ἐφ’ ὅσον ἐπληρόνετο οὗτος εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἡ ἐν τῷ ἄλλῳ Κράτει παγία φορολογία ἐπὶ τῆς σταφίδος ἐκ 15 δραχμῶν κατὰ χιλιάδα λιτρῶν ἀρχικῶς ἐπέπιπτεν ἐλαφροτέρα εἰς τὸν φορολογούμενον, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐπικαταλλαγὴ ἐμείου τὴν ἀξίαν τοῦ νομίσματος, ἐν ᾧ κατεβάλλετο ὁ φόρος· αἱ 150 δραχμαὶ τῆς ἀξίας τῆς σταφίδος εἰς χρυσὸν, καταλογιζόμεναι εἰς τὸ νόμισμα, ἐν ᾧ ἐπληρόνετο ὁ φόρος, εἶχον ἀξίαν 230 δραχμῶν καὶ πλέον, ἑπομένως ἡ ἀναλογία τοῦ φόρου κατήρχετο κάτω τῶν 7%, ἐνῷ ἐν Ἑπτανήσῳ, ὁριζομένου τοῦ φόρου ἐπὶ ποσοστῷ 18% ἐπὶ τῆς ἀξίας, τὸ ποσοστὸν ἔμενεν ἀναλλοίωτον, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἐπήρχετο αὔξησις εἰς τὴν ἀξίαν τῆς σταφίδος, ἔστω καὶ λόγῳ ἐπικαταλλαγῆς. Ἐγὼ εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι κακῶς ὑπολογίζει τὰ τοῦ ἰδίου συμφέροντος ἡ Ἑπτάνησος, θέλουσα νὰ μὴ ὑποταχθῇ εἰς τὰ γενικὰ μέτρα τῆς φορολογίας τοῦ ὅλου Κράτους, εἶμαι ὅμως καὶ ἐκ τῶν φρονούντων ὅτι, ἐφ’ ὅσον τοῦτο θέλει, δὲν πρέπει καὶ νὰ γείνῃ ἡ φορολογικὴ ἀφομοίωσις· ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν θέλει ἀφομοίωσιν, πρέπει ν’ ἀποδέχηται ἀνεξετάστως τὰς τύχας τῆς ἐλλείψεως τῆς ἀφομοιώσεως, ἄλλοτε μὲν ἐπιβαρυνομένη καὶ ἄλλοτε ὠφελουμένη. Ἐν ταύτῃ τῇ περιπτώσει ἐπιβαρύνεται, οὐδὲν δὲ δικαιοῦται ν’ ἀντιτάξῃ κατὰ τῆς ἐπιβαρύνσεως, ἀφοῦ εἶναι αὕτη συνέπεια συστήματος τῆς ἰδίας αὐτῆς ἐκλογῆς. Ἀποδεχόμενοι ὅμως ἐν τούτῳ τὸ καθεστὼς καὶ τὰς συνεπείας αὐτοῦ, δὲν δυνάμεθα, ὅταν γίνηται ἡ παρατήρησις, ὅτι φορολογεῖται ἡ Ἑπτάνησος ἐπὶ μέτρῳ ἀνίσῳ ὑπὲρ αὐτῆς, νὰ μὴ ἀπαντήσωμεν, ὅτι φορολογεῖται ἴσως ἐπὶ μέτρῳ ἀνίσῳ, ἀλλὰ κατ’ αὐτῆς, ἐπειδὴ ὅμως ἡ ἀνισότης προέρχεται ἐκ τῆς ἰδίας αὐτῆς θελήσεως, δὲν ὑπάρχει λόγος μεταῤῥυθμίσεως. Τίς ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου τούτου περὶ τὰ τῆς φορολογίας εἰς χρυσόν; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, συζητήσας κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας δικανικὰ νομοσχέδια, ἐνόμισεν, ὅτι ἐχώρει καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὸ αὐτὸ σύστημα τῆς συζητήσεως, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπικαλεσθῇ λεχθέντα κατὰ προηγουμένας συνόδους περὶ ἄλλης περιπτώσεως, νὰ παραβάλῃ αὐτὰ πρὸς τὰ νῦν προτεινόμενα ἐπὶ ἄλλης περιπτώσεως, καὶ νὰ ἀποδείξῃ ἀντίφασιν· τοῦτο δικονομικῶς ἔχει πολλάκις σημασίαν, ἠμπορεῖ ἐκ τούτου νὰ κερδηθῇ καὶ δίκη ἴσως ἐνώπιον Εἰρηνοδικείου, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ χωροῦσα συζήτησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἰμὴ μόνον ὅταν πρόκηται περὶ δικαστικῶν κλητήρων (ἱλαρότης). Ἐνταῦθα πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν δικαιολογῆται τὸ μέτρον τῆς φορολογίας εἰς χρυσὸν ὡρισμένων μόνον προσόδων. Ἄλλοτε ἀντετάχθημεν κατὰ τῆς φορολογίας εἰς χρυσὸν, οὐχὶ ἐξ εὐκαιρίας εἰσκομιζομένων προσόδων τοῦ φορολογουμένου, ἀλλ’ ἐξ εὐκαιρίας δαπανῶν αὐτοῦ· δὲν ἐπεβάλλετο ἡ προτεινομένη φορολογία, καθ’ ἧς ἀντετάχθημεν, ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τοῦ παραγωγοῦ, ἀλλ’ ἐπεβάλλετο ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς ἐμπορευμάτων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ· προετείνετο, ὅπως ὁ εἰσάγων ἐμπορεύματα καὶ ὑποχρεούμενος νὰ ἀγοράσῃ χρυσὸν διὰ τὴν ἀπότισιν τῆς τιμῆς τῶν ἐμπορευμάτων, ὑποχρεωθῇ νὰ ἀγοράσῃ καὶ ἕτερον χρυσὸν διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ δασμοῦ, ἐλέγομεν δ’ ἡμεῖς: Διατὶ νὰ ἀποταθῇ τὸ Δημόσιον, ὅπως ἀποκτήσῃ τὸν χρυσὸν, πρὸς τὸν ἤδη ἐξηντλημένον, πρὸς τὸν μὴ ἔχοντα χρυσὸν καὶ ἀναγκαζόμενον εἰς προμήθειαν αὐτοῦ ν’ ἀποτείνηται πρὸς τοὺς πωλοῦντας χρυσόν; Διατὶ νὰ μὴ ἀποταθῇ τὸ Δημόσιον εἰς προμήθειαν τοῦ ἀναγκαιοῦντος χρυσοῦ πρὸς τοὺς πωλητὰς αὐτοῦ, ἀλλὰ ν’ ἀποταθῶσι πρὸς αὐτοὺς οἱ ἔμποροι οἱ εἰσάγοντες ἐμπορεύματα; Διατὶ νὰ προκαλέσωμεν συναγωνισμὸν πρὸς ἀλλήλους παρὰ τῷ παρέχοντι τὸν χρυσὸν τῶν ὑποχρεουμένων εἰς ἀπότισιν τῶν δασμῶν εἰς χρυσὸν, καὶ νὰ μὴ προμηθεύηται τὸν χρυσὸν τοῦτον τὸ Δημόσιον ἀμέσως καὶ ἄνευ παρεμβάσεως ἄλλων, ἐκλέγον αὐτὸ τὴν ὥραν καὶ τὸν τρόπον καὶ τὰ ὄργανα τῆς συναλλαγῆς; Ἀλλ’ ἐὰν ταῦτα ἐλέγομεν περὶ προτάσεως πληρωμῆς τῶν δασμῶν εἰς χρυσὸν, ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον ν’ ἀποκτήσῃ ἡ χώρα παρὰ τῶν φορολογουμένων πάντα τὸν χρυσὸν, τὸν δυνάμενον νὰ καταβληθῇ παρ’ αὐτῶν ἄνευ ἐκτάκτου διαταράξεως τῆς ἀγορᾶς; Διατάραξις τῆς ἀγορᾶς πάντως θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς ἀποτίσεως φόρων εἰς χρυσὸν, διότι, ὡς εἶπον, μόνον διὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, τῶν προλαμβανόντων τὴν ἐξαγωγὴν χρυσοῦ ἐκ τῆς χώρας, δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν τὴν διατάραξιν τῆς ἀγορᾶς· εὐθὺς ὡς θ’ ἀποκτήσωμεν ἐν τῇ χώρᾳ τὸν ἐξαχθησόμενον ἐξ αὐτῆς χρυσὸν, εἴτε τὸν ἀποκτήσωμεν κατερχόμενοι ὡς Δημόσιον εἰς τὴν ἀγορὰν, εἴτε τὸν ἀποκτήσωμεν παρὰ τῶν καταβαλλόντων τοὺς δασμοὺς εἰς χρυσὸν, συναγωνιζομένων πρὸς ἄλλους πρὸς τὴν ἀπόκτησιν αὐτοῦ, εἴτε τὸν ἀποκτήσωμεν προαφαιροῦντες αὐτὸν διὰ φορολογίας μὴ ἐπιτρεπούσης αὐτῷ νὰ ἐμφανισθῇ εἰς τὴν ἀγορὰν, πάντοτε ἐπηρεάζομεν τὴν ἀγοραίαν τιμὴν τοῦ χρυσοῦ, καὶ προκαλοῦμεν αὔξησιν τῆς ἐπικαταλλαγῆς. Ἡ αὔξησις τῆς ἐπικαταλλαγῆς δὲν θὰ ἐπήρχετο, μόνον ἐὰν μὴ ἐζητεῖτο ἐν τῇ χώρᾳ χρυσός· ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ζητηθῇ χρυσὸς παρὰ τοῦ Δημοσίου, ὀφείλοντος νὰ πληρόνῃ ἐτησίως, λόγῳ τοῦ δημοσίου χρέους, 31 ἑκατομμύρια εἰς χρυσόν; Δύναται διὰ συνδυασμῶν νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἀπότισιν τοῦ χρυσοῦ, ἀλλὰ δὲν δύναται τελικῶς νὰ τὴν ἀποφύγῃ· ἀφοῦ δὲ ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων ἐπέστη ἡ ὥρα πρὸς ἔναρξιν τῆς ἀποτίσεως εἰς χρυσὸν, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφύγωμεν τὰς ἐπαχθεῖς ἐπὶ τὴν ἀγορὰν συνεπείας τῆς ἀντλήσεως τοῦ χρυσοῦ ἐν τῇ χώρᾳ, ἀλλὰ ὀλιγώτερον θὰ ἦναι ἐπαχθεῖς αἱ συνέπειαι ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ χρυσοῦ, περὶ οὗ προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον, ἂν τὰ περὶ αὐτοῦ κανονισθῶσι κατὰ τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου. Λέγομεν, ζητήσατε τὸν χρυσὸν, οὐχὶ παρ’ ἐκείνου, ὅστις θὰ τὸν προμηθευθῇ ἵνα τὸν καταβάλῃ πρὸς τὸ Δημόσιον ὡς δασμὸν, ἀλλὰ παρ’ ἐκείνου, ὅστις τὸν ἀπέκτησεν ὡς ἀντίτιμον τῶν προϊόντων του καὶ ἔχει πρόχειρον αὐτὸν, ἵνα τὸν καταβάλῃ πρὸς τὸ Δημόσιον λόγῳ τοῦ ἐγγείου φόρου. Ἀντὶ ν’ ἀνταλλάξῃ οὗτος τὸν χρυσὸν ἀντὶ τραπεζικῶν γραμματίων καὶ καταβάλῃ ταῦτα πρὸς τὸ Δημόσιον λόγῳ τοῦ φόρου, ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, ὅπως καταβάλῃ πρὸς τὸ Δημόσιον αὐτούσιον τὸν χρυσὸν, ἀπαλλάττων οὕτω τὸ Δημόσιον ἀπὸ τῆς ἀνάγκης, ὅπως κατέλθῃ εἰς τὴν ἀγορὰν πρὸς προμήθειαν αὐτοῦ. Ὁ συνδυασμὸς οὗτος καθιστᾷ ὀλιγώτερον ἐπαισθητὴν ἐν τῇ ἀγορᾷ τὴν παρὰ τοῦ Δημοσίου ἀπόκτησιν τοῦ χρυσοῦ. Ἀλλὰ καίτοι ὀλιγώτερον ἐπαισθητὴ, εἶναι ὅμως ἐπαχθὴς, ὡς παρέστησαν οἱ κ. Βουλευταὶ, ἡ ἀφαίρεσις ἐκ τῆς χώρας 8 ἑκατομμυρίων χρυσοῦ, περὶ ὧν προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον. Οὐδεὶς ἀρνεῖται ὅτι θὰ ἦναι ἐπαισθητὴ καὶ ἐπαχθὴς ἡ ἀφαίρεσις ἐκ τῆς χώρας τοῦ χρυσοῦ κατὰ τὸ νομοσχέδιον· ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον κανονίζει μόνον τρόπον ἀφαιρέσεως ἧττον ἐπαισθητὸν, δὲν προκαλεῖ αὐτὸ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ χρυσοῦ. Αὕτη εἶναι συνέπεια τῆς ὀφειλῆς· ὅ,τι ὀφείλομεν θὰ τὸ πληρώσωμεν, εἴτε κατὰ τὸ νομοσχέδιον, εἴτε ἄλλως· θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν τὴν πληρωμὴν, ἐὰν ἡ πίστις παρεῖχε τὰ μέσα πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν. Ὅταν δὲν παρέχῃ τὰ μέσα ἡ δημοσία πίστις πρὸς τὴν ἀναβολὴν, φροντίς ἡμῶν πρέπει νὰ ἦναι, πῶς νὰ ἀποκτηθῇ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ὁ χρυσὸς ὀλιγώτερον ἐπαχθῶς· πρὸς τοῦτο, δὲ τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει, ὅπως καταβληθῇ χρυσὸς παρὰ τοῦ φορολογουμένου, ὅστις θὰ κατήρχετο εἰς τὴν ἀγορὰν ὡς πωλητὴς χρυσοῦ· ἐπειδὴ δὲ ἡ καταβολὴ τοῦ φόρου εἰς χρυσὸν θὰ στερήσῃ τὸν φορολογούμενον τοῦ κέρδους, ὅπερ θὰ ἠρύετο ἀνταλλάσσων τὸν χρυσὸν ἀντὶ τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ ἀποτίνων τὸν φόρον διὰ τούτων, μειοῦται κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὁ ὅρος τοῦ φόρου, οὐχὶ πρὸς ἀναπλήρωσιν θετικῆς ζημίας, ἀλλ’ εἰς ἀντισήκωμα τοῦ κέρδους, οὗτινος ἐστερήθη. Πληρόνων ὁ φορολογούμενος ἐπὶ τοιαύτῃ μειώσει τοῦ ὅρου ἐν νομίσματι ἔχοντι ἐσωτερικὴν ἀξίαν ἀντὶ τοῦ ὑποτετιμημένου νομίσματος, ὑπέχει φορολογίαν ἐπὶ τῇ ἀναλογίᾳ τοῦ ἀρχικοῦ φόρου. Οἱ ἄλλοι φόροι, πλὴν τῶν ἐπὶ τῆς σταφίδος καὶ τῶν φόρων τῆς Ἑπτανήσου, μικρὰν σχετικῶς ἔχουσι σημασίαν. Ὑπάρχουσιν ὅμως μεταξὺ τούτων καὶ οἱ ἐπιβαρυνόμενοι διὰ τῆς πληρωμῆς εἰς χρυσόν, ἡ ἐπιβάρυνσις ὅμως θὰ ἐπεβάλλετο ἐκ λόγων φορολογικῶν καὶ ἀσχέτως πρὸς τὰ τῆς πληρωμῆς εἰς χρυσόν· εἶναι οἱ φόροι οὗτοι οἱ τῆς ἀγκυροβολίας καὶ οἱ φαρικοί, οἵτινες ἔδει ὅπως ἐπιβαρυνθῶσιν, ὡς μὴ ἐπιβεβλημένοι τέως ἐπὶ ὅρῳ ἐπαρκεῖ. Πρόκειται περὶ συναλλαγῆς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ κατὰ πολὺ περὶ ξένης σημαίας, δὲν ἦτο δὲ δίκαιον, ἡ ξένη σημαία, ἡ ἐπὶ χρυσῷ συναλλαττομένη, νὰ μὴ φορολογῆται εἰς χρυσὸν, ἀφοῦ καὶ ἡ ἑλληνικὴ σημαία εἰς τὸ ἐξωτερικὸν φορολογεῖται εἰς χρυσόν. Ἐν τούτῳ ἄρα ἐπέρχεται μὲν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβάρυνσις, ἀλλ’ εἶναι δεδικαιολογημένη, ἐν δὲ τοῖς λοιποῖς ἡ ἐπιβάρυνσις ἡ ἐκ τῆς στερήσεως κέρδους δὲν ἐπάγεται αὔξησιν τῆς ἀρχικῆς ἀναλογίας τῶν φόρων. Διὰ τοιούτων δὲ ἐλαφροτάτων ἐπιβαρύνσεων ἐπιδιώκονται ἀποτελέσματα μεγίστης σημασίας. Εἰς τὰ ἐπιδιωκόμενα ταῦτα ἀφορῶσα ἡ Βουλὴ, θέλει ψηφίσει νομοσχέδιον, προωρισμένον, ὅπως διευκολύνῃ τὴν ἐπίτευξιν τοῦ οἰκονομικοῦ μέτρου, δι’ οὗ, ἀφαιρουμένου ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας τοῦ πλεονάζοντος χαρτονομίσματος καὶ ἀποκαθισταμένης τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας ἐν τῷ Κράτει ἐπὶ βάσεως ἀσφαλοῦς, ἀπεκδεχόμεθα τὴν διευθέτησιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων.

§60ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπέδειξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ὤφειλε νὰ ἀπόσχῃ τῶν κατὰ τὰς τελευταίας συνεδριάσεις γενομένων συζητήσεων ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων περὶ τῶν προσόντων τῶν δικαστικῶν κλητήρων καὶ τῶν πινακίων τῶν Εἰρηνοδικείων, καίτοι ὑπολαμβάνει τὰ θέματα ἐκεῖνα ὡς εὐτελῆ, διότι ἀπέδειξεν ἑαυτὸν δικανικώτερον τοῦ συναδέλφου του, ὅν, ἐὰν μετεῖχε τῶν συζητήσεων ἐκείνων, ἤθελε δυνηθῆ νὰ δικαιολογήσῃ διὰ τὰς ἀνακολουθίας τῶν νομοσχεδίων του, ὡς κατώρθωσε νὰ δικαιολογήσῃ τὰς ἰδίας του ἀνακολουθίας ἐν τῇ πρὸ ὀλίγου ὁμιλίᾳ του, ἀνακολουθίας οὐχὶ μόνον εἰς διαφόρους περιόδους τοῦ λόγου του, ἀλλ’ εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτήν. Τὸν ἠκούσατε τῳόντι παραδεχόμενον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου του τὴν θεωρίαν ἡμῶν ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ ἡ εἰς χρυσὸν καταβολὴ τῶν τελωνειακῶν τελῶν, ἀλλὰ λησμονήσας ὅ,τι ἐν ἀρχῇ ἔλεγεν, ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι δὲν θὰ ἐπήρχοντο τὰ τοιαῦτα ἀποτελέσματα, κατόπιν ὅμως πάλιν ἀνεγνώρισεν, ὅτι θὰ ἐπήρχοντο. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς του πολιτικῆς γενικὴν συζήτησιν, ἀλλ’ οὐχ ἧττον μᾶς προκαλεῖ εἰς συζήτησιν εὐρυτάτην. Εἰσῆλθε τῳόντι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν προβλέψεων τοῦ προϋπολογισμοῦ του τοῦ 1893, καὶ ἐξέθηκε τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα προσδοκᾷ ἐξ αὐτοῦ, ἀλλὰ συγχρόνως μᾶς ἀπέκλεισε τοῦ δικαιώματος νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ, θεωρήσας πρόωρον τὴν συζήτησιν, ἠρκέσθη δὲ λέγων λόγους κενοὺς, καὶ βεβαιώσας ἡμᾶς, ἐπὶ λόγῳ τιμῆς, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893, ἐνῷ ἡμεῖς τὸν βεβαιοῦμεν, καὶ θὰ τῷ ἀποδείξωμεν, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα 20,000,000. Ἐνόμισε δ’ ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀποκρούσῃ τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν διετυπώσαμεν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἀλυσιτελοῦς, παρεμβάλλων εἰς τὴν συζήτησιν νέαν θεωρίαν περὶ τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας ἐν τῇ χώρᾳ. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ νομισματικὴ κυκλοφορία ἐν τῇ χώρᾳ ᾖναι ἀνώμαλος, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ἀνώμαλον τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἅμα δ’ ὡς κατορθωθῇ νὰ κατασταθῶσιν ὁμαλὰ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἀναμφισβητήτως ἡ κυκλοφορία θὰ γείνῃ ὁμαλωτάτη. Ἀλλὰ βεβαίως διὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῶν ἐπαγγελιῶν νέων τοιούτων συνδυασμῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ χειροτερεύσῃ ἡ κατάστασις, αἱ δὲ τοιαῦται ἐπαγγελίαι δίδουσιν ἡμῖν ἕνα περιπλέον λόγον, ἵνα πολεμήσωμεν τὸ νομοσχέδιον, διότι πρόκειται, ὡς εἶπε, νὰ στηρίξῃ ἐπ’ αὐτὸ νέον δάνειον. Καὶ θαυμάζω τὴν ἁπλότητα, μὲ τὴν ὁποίαν ὡμίλησεν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Νομίζει τάχα ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ ἑξῆς νὰ πραγματοποιήσῃ δάνειον οὐχὶ ὀγδοήκοντα ἑκατομμυρίων, ὅσα τῷ ἀναγκαιοῦσι διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλὰ καὶ ὀκτὼ ἑκατομμυρίων; Θαυμάζω δὲ μὲ τὴν ἁπλότητα, μὲ τὴν ὁποίαν ὁμιλεῖ περὶ μέλλοντος δανείου, μετὰ τὰς ἀποτυχίας, τὰς ὁποίας ὑπέστη καὶ κατὰ τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον καὶ κατὰ τὸν λήγοντα Δεκέμβριον. Ὡς κύριον σκοπὸν τῆς οἰκονομικῆς του πολιτικῆς ἔθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν συνομολόγησιν δανείου, καὶ ἀπέτυχεν· οὐχ ἧττον νομίζει, ὅτι διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου θέλει δυνηθῆ νὰ ἐπιτύχῃ δάνειον· ἀλλ’ ἐπὶ τίσιν ὅροις; Τάχα τὰ δάνεια ἐκεῖνα τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα σήμερον ὑποτιμῶνται κατὰ 50% καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων γίνονται πράξεις, προεξοφλοῦσαι προφανῶς τὴν παῦσιν τῶν πληρωμῶν τοῦ Κράτους, δὲν περιβάλλονται μὲ ἐγγυήσεις ἐπαρκεστέρας ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἤθελε χορηγήσει μία τοιαύτη πρόσοδος, οἵα ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰσαγομένη; Καὶ ἐὰν ᾖναι τόσον ἐξηυτελισμένη ἡ τιμὴ τῶν ὑφισταμένων δανείων, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ συνομολογηθῇ νέον δάνειον ὑπὸ κρείττονας ὅρους; Καὶ εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ τοιοῦτον δάνειον ἢ εἰς τὴν τελειοτέραν καταστροφὴν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους; Ἡμεῖς, πολεμήσαντες ἀπ’ ἀρχῆς τὴν δανειστικὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δυνάμεθα, ὄντες συνεπεῖς πρὸς ἑαυτοὺς, παρὰ νὰ πολεμήσωμεν πᾶσαν ἐπαγγελίαν, ὁμοίαν ἐκείνης, ἣν πρὸ ὀλίγου ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· ἀκριβῶς δὲ, διότι νομίζει, ὅτι δύναται νὰ στηρίξῃ ἕνα νέον οἰκονομικὸν συνδυασμὸν, ἓν νέον δάνειον ἐπὶ τῆς εἰς χρυσὸν φορολογίας, ὀφείλομεν νὰ πολεμήσωμεν αὐτήν. Τὸ δάνειον, ἔλεγε, θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα τοιούτου δανείου, πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν συνομολογουμένου, τὰ ἔχομεν πρόχειρα. Ἐνθυμεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τί συνέβη κατὰ τὸ 1885, ἐλπίζω δὲ, ὅτι δὲν ἐννοεῖ εἰς τὰς καθημερινὰς καταστροφὰς νὰ σωρεύσῃ νέας, ἐξαντλῶν τὸν τόπον εἰς καταβολὴν συναλλαγματικῆς διαφορᾶς καὶ νέων ἐξωτερικῶν δανείων, ἥτις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκλείψῃ, εἰμὴ ὅταν τὸ Κράτος καταστῇ ἐπαρκές. Ἐνόσῳ ὅμως δὲν ἀποδεικνύεται ἐπαρκὲς εἰς τὰς ἀνάγκας του, ἐνόσῳ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος αὐξάνομεν τὰ βάρη, καὶ αὐξάνομεν αὐτὰ διὰ νέων δανείων καὶ διὰ νέας ἐξαντλούσης τὰς δυνάμεις τοῦ τόπου φορολογίας, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλομεν, δὲν εἶναι δυνατὸν ἤ, ἀποδεικνύοντες τὸ Κράτος ἀνεπαρκὲς πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ, νὰ αὐξάνωμεν τὴν συναλλαγματικὴν διαφοράν. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς παρωχημένας ἐποχὰς, ὅπως ἀντιληφθῶμεν τῆς καταστάσεως ἡμῶν. Ἄς λάβωμεν τὸ ἔτος 1892, τὸ ὁποῖον δὲν ἔληξεν εἰσέτι· ἔχομεν κατ’ αὐτὸ δάνειον φρ. 16,500,000, ἔχομεν ἕτερον δάνειον 3,500,000, ἔχομεν δάνειον 8,500,000, καὶ ἔχομεν τέλος προεξόφλησιν δικαιώματος τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων 3,560,000 δρ. Ταῦτα ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1892. Ἀφ’ ἑτέρου ἔχομεν φόρους 5,700,000, ἐπιβληθέντας παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Γόρτυνος, ἔχομεν φόρους 3,500,000, ἐπιβληθέντας ἤδη παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ φόρους 3,500,000, ζητουμένους πάλιν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἐπίσης μέρος τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1892. Καὶ τί ἔχομεν ὡς τελικὸν ἀποτέλεσμα ὅλων αὐτῶν τῶν νέων βαρῶν; Ἀπὸ προϋπολογισμοῦ ἐξόδων 92 καὶ 94 ἑκατομμυρίων, ἔχομεν ἤδη προϋπολογισμὸν ἐξόδων 104,000,000. Καὶ ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος τῶν 104,000,000 ἀποδεικνύεται ἐκ πρώτης ὄψεως εἰκονικός· διότι ποῦ εἶναι αἱ πιστώσεις αἱ ἀναγκαῖαι διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης; Ποῦ εἶναι ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος, ἥτις σήμερον διὰ τὴν ἐκ 32 ἑκατομμυρίων φράγκων ὑπηρεσίαν τῶν δανείων ἀνέρχεται εἰς 18,000,000; Ποῦ εἶναι ἡ ἐξ 9% διαφορὰ μεταξὺ τῶν βεβαιώσεων καὶ τῶν εἰσπράξεων; Ταῦτα πάντα ἀποδεικνύουσι, Κύριοι, τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καταδεικνύουσιν ἡμῖν καὶ τὸν λόγον, δι’ ὃν ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ καθ’ ἡμέραν αὐξάνει, τὸν λόγον, δι’ ὃν καθ’ ἡμέραν καταπίπτουσι τὰ χρεώγραφα τοῦ Δημοσίου· διότι ἡ τιμὴ τῶν χρεωγράφων τοῦ Δημοσίου ἀποδεικνύει τὴν πίστιν τοῦ Δημοσίου. Καὶ ὅταν τὰ μέτρα ἡμῶν ἦναι τοιαῦτα, ὁποῖα ἐν ὀλίγοις ὑπέδειξα ὑμῖν, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ ἡ πίστις τοῦ Δημοσίου νὰ ἐλαττῶται, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἔχωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχομεν σήμερον, νὰ προεξοφλῆται ἡ χρεωκοπία τοῦ Δημοσίου. Ὅταν δὲ προεξοφλῆται ἤδη εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης ἡ χρεωκοπία τοῦ Δημοσίου, χάρις εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν δάνειον, οὐδὲ μείωσιν τῆς ἐπικαταλλαγῆς, ἀλλ’ ἀναγκαίως αὔξησιν αὐτῆς. Ἐκεῖνοι δὲ, οἵτινες τὴν πρόοδον τοῦ τόπου καὶ τὴν ἀνακούφισίν του ἐλπίζουσιν ἐκ τῆς χρεωκοπίας, ἀποδεικνύονται μωροὶ ἢ βλάκες. Ἡ χρεωκοπία συνεπάγεται ἀμέσως τὴν μείωσιν τῆς ἀξίας τῶν δημοσίων ἀξιῶν, τῶν δημοσίων χρεωγράφων, ἡ χρεωκοπία φέρει ἀναγκαίως εἰς τὴν ὕψωσιν τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, διότι κλονίζει τὴν πίστιν ἐκ βάθρων καὶ ἀποκλείει τὴν εἰσαγωγὴν παντὸς ξένου κεφαλαίου. Ἐὰν δὲ σήμερον τοσοῦτον ἐπαχθὴς κατέστη ἡ ὑπηρεσία τῶν δημοσίων δανείων, τοῦτο βεβαίως ὀφείλεται οὐχὶ εἰς τὸν τόκον, τὸν ἀρχικῶς συνομολογηθέντα, ἀλλ’ εἰς τὴν διαφορὰν τὴν συναλλαγματικὴν, ἥτις ἐπιπροστίθεται εἰς τὸν τόκον. Καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε κατορθωθῆ ὁ εὐφήμως καλούμενος συμβιβασμὸς, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε μειωθῆ ὁ τόκος ὁ καταβαλλόμενος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ, ἥτις ἀναγκαίως θ’ αὐξήσῃ κατὰ λόγον τῆς ὑποτιμήσεως τῶν χρεωγράφων τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ κλονισμοῦ τῆς πίστεως ἡμῶν, ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ θὰ καλύψῃ καὶ θὰ ὑπερβῇ τὸ ὅριον ἐκεῖνο, καθ’ ὃ ἠθέλομεν κατορθώσει νὰ περιορίσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας δι’ ἑνὸς αὐθαιρέτου καὶ ἀτιμωτικοῦ μέτρου. Δὲν πρέπει, Κύριοι, εἰς τὴν ἀκμὴν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, νὰ προσπαθῶμεν νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὤφειλεν ἤδη νὰ προκαλέσῃ γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, αἵτινες μαστίζουσι τὸν τόπον, ἴσως καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἀκόμη καὶ ἐπὶ ὅλων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα σχετίζονται πρὸς τὴν οἰκονομικήν του πολιτικήν· ὤφειλε μάλιστα νὰ πράξῃ ἕτερόν τι ἀπὸ χρόνου μακροῦ, νὰ ἔχῃ ἀναγράψει ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸν προϋπολογισμὸν, ὅπως ἐπ’ αὐτοῦ γείνῃ πλήρης ἡ οἰκονομικὴ συζήτησις, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν κατὰ μέρος ἐπιψήφισιν μέτρων, τὰ ὁποῖα καθ’ ἑαυτὰ ἀναγνωρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἄμεσον ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως. Δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄμεσον ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τὸ μέτρον τῆς αὐξήσεως τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου· δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄμεσον ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τὸ μέτρον τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον κυροῦμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ψηφισθέντος εἰς γʹ ἀνάγνωσιν· δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄμεσον ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τὸ μέτρον τῆς καταβολῆς τῶν ἐξαγωγικῶν τελῶν εἰς χρυσόν. Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ μέτρα ἀποτελοῦσιν ἐν τούτοις τὸ σύνολον τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν μᾶς ἀρνοῦνται τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν συζήτησιν, καὶ ἐν τούτοις μᾶς λέγουσιν, ὅτι σφάλλομεν, μὴ προβάλλοντες τὰς ἰδίας ἡμῶν γνώμας. Ἡ γνώμη μας εἶναι μία, ὅτι τὰ μέτρα, εἴτε καθ’ ἑαυτὰ κρινόμενα καὶ κατ’ ἰδίαν, εἴτε πάντα ὁμοῦ, ἀποδεικνύουσι πλήρη ἀνεπάρκειαν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, ἀπέναντι τῶν ὁποίων εὑρίσκεται ὁ τόπος.

§61Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτε ἀνέγνων, ὅτι ἔμελλε νὰ συζητηθῇ σήμερον τὸ νομοσχέδιον περὶ μετατροπῆς εἰς χρυσὸν δικαιωμάτων καὶ φόρων, πληρονομένων εἰς τὸ Δημόσιον ὑπὸ ὡρισμένων τάξεων παραγωγῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ὑπέλαβον ὅτι διεφωνοῦμεν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ἄλλων θεμάτων καὶ οὐχὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὑπέλαβον ὅτι ἡμεῖς διεφωνοῦμεν, διότι φρονοῦμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξαντλήσωμεν τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν, ἐπιβάλλοντες αὐτῇ νέους φόρους, κατὰ προσθήκην εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὑπεῖχεν αὕτη μέχρι τοῦδε· ὅτι διεφωνοῦμεν ἔτι ὡς πρὸς τὰς αἰτίας τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος καὶ τοῦ χρυσοῦ, διότι ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι δὲν εἶναι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προβάλλει πάντοτε καὶ ἐπιμένει ἰσχυριζόμενος· ὅτι διεφωνοῦμεν ἐπὶ τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς πολιτικῆς αὐτοῦ· ὅτι διεφωνοῦμεν προσέτι πρὸς αὐτὸν ἐπὶ τῆς χρησιμότητος ἢ τῆς λυσιτελείας τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀποκρινόμενος εἰς τὰς αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυναν οἱ κύριοι Βουλευταί, οἱ κατ’ αὐτοῦ ἀγορεύσαντες, ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἐπιβαρύνει τοὺς φορολογουμένους, ἐξ ἐναντίας ὅτι βελτιώνει τὴν θέσιν αὐτῶν, καὶ μειώνει τὰ βάρη αὐτῶν. Ἀλλὰ μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πληροφοροῦμαι, ὅτι διαφωνοῦμεν καὶ εἰς ἄλλο τι. Ἀληθῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζει, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, μειοῦνται τὰ βάρη τῶν φορολογουμένων, καὶ εὐεργετοῦνται οὗτοι ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡμεῖς δὲ φρονοῦμεν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιβαρύνονται οἱ φορολογούμενοι, καὶ ἐξαντλεῖται καὶ ἐξασθενεῖ τάξις παραγωγῶν, ἴσως ἐκείνη, τὴν ὁποίαν πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ἐνισχύσωμεν. Πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέλαβεν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου βελτιόνει τὴν θέσιν τῶν παραγωγῶν, καὶ μειόνει τὰ βάρη αὐτῶν, καὶ ἐλαττόνει τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ἐπλήρονον; Διότι, ὡς διϊσχυρίζεται, ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐπιβληθῆ ἐπὶ τῆς σταφίδος ἐκ δραχμῶν 13 καὶ 15, ὁ ἀρχικὸς οὗτος φόρος ἐψηφίσθη καὶ προσδιωρίσθη εἰς χρυσόν, ἑπομένως δὲν ἐπιβαρύνονται, ἂν κληθῶσι νῦν νὰ πληρώσωσιν αὐτὸν εἰς χρυσὸν, θέλουσι μάλιστα ὠφεληθῆ, διότι θέλουσι πληρώσει εἰς χρυσὸν ποσὸν ὀλιγώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον νῦν πληρόνουσιν εἰς γραμμάτια. Ἀλλὰ σφάλλεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν μνήμην· διότι, ὅταν ὁ φόρος προσδιωρίσθη εἰς δραχμὰς δέκα καὶ πέντε κατὰ χιλιάδα σταφίδος, ὁ περὶ τούτου νόμος ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1880, πρωθυπουργοῦντος καὶ τότε τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, καθ’ ὃν χρόνον ὑπῆρχεν ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ ἑπομένως καθ’ ὃν χρόνον ὑπῆρχεν ὑπερτίμησις συναλλάγματος καὶ ὑπερτίμησις χρυσοῦ, ἤτοι τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς Λοκρίδος ὠνόμασεν ἐπικαταλλαγήν. Λοιπὸν δὲν ἐπεβλήθη ὁ φόρος εἰς χρυσὸν, ἐπεβλήθη εἰς τὸ νόμισμα, τὸ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἀποδεκτὸν ἐν τῷ Κράτει, εἰς τὸ νόμισμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἦτο τότε δεκτὸν εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους, καὶ τὸ νόμισμα τοῦτο ἦτο τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, τὸ ὁποῖον ἦτο δεκτὸν εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους. Ἑπομένως ὁ φόρος δὲν ἐπεβλήθη εἰς χρυσὸν, ἐπεβλήθη εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, εἰς τὸ νόμισμα τὸ κυκλοφοροῦν ἐν τῷ τόπῳ, καὶ τότε ἐκυκλοφόρει τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον. Ἐπίσης καὶ κατὰ τὸ 1887, ὅτε ὁ φόρος τῶν 15 δραχμῶν ηὐξήθη διὰ τῆς προσθήκης τῶν δύο δεκατημορίων, πρωθυπουργοῦντος καὶ τότε τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, διετελοῦμεν αὖθις ἐν ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἐν χρόνῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον διέφερε τὰ μάλιστα ἡ τιμὴ τοῦ χρυσοῦ ἀπὸ τὴν τιμὴν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, καὶ τὸ συνάλλαγμα ὑπερετιμᾶτο, ὅτε ὡσαύτως τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ἦτο ἐπίσης δεκτὸν εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους ἐπὶ τῇ τιμῇ τοῦ ἀρτίου. Ἐὰν ἤθελεν ἰσχυρισθῆ τις, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου βελτιόνει τὴν θέσιν τῶν φορολογουμένων, διότι μειόνει τὰ βάρη αὐτῶν, νομίζω ὅτι καθιστᾷ τὴν συζήτησιν ἱλαρὰν, καὶ νομίζω ὅτι ἡ ἱλαρότης εἶναι ἀπηγορευμένη ἐν χρόνῳ τοσοῦτον κρισίμῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸν ἔσχατον τρέχουσι κίνδυνον τὰ μεγάλα συμφέροντα τοῦ Κράτους. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπιβαρύνει τοὺς φορολογουμένους, καὶ διότι ἐπιβαρύνει αὐτοὺς, οἱ ἀγορεύσαντες μέχρι τοῦδε ἠγόρευσαν κατ’ αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα ἀγορεύσω ὡσαύτως κατ’ αὐτοῦ. Κατὰ τί ἐπιβαρύνει τὴν τάξιν τῶν παραγωγῶν, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται; Τὴν ἐπιβαρύνει πρῶτον διότι αὐξάνει τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου, δεύτερον διότι τὸ αὐξάνει εἰς ὅρον, ὅστις εἶναι ἄγνωστος καὶ διὰ τὸν ἐπιβάλλοντα τοὺς φόρους, τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, καὶ διὰ τὸν παραγωγόν. Ἡ τάξις μάλιστα τῶν καλλιεργητῶν τῆς σταφίδος μοὶ φαίνεται τάξις ἀξία μερίμνης κυβερνητικῆς. Ἐὰν αἱ γνῶμαι ἡμῶν ἦναι αἱ ὀρθαὶ γνῶμαι, ἐὰν ὀρθὸν ἦναι, ὅτι ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος, ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς κυκλοφορίας περισσοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, ἀλλ’ ἀποτέλεσμα τῆς ἀναλόγου ζητήσεως τοῦ χρυσοῦ, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Δύο δ’ εἰσὶν οἱ μεγάλοι κλάδοι τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, εἶναι ἡ καλλιέργεια τῆς γῆς καὶ βιομηχανία, ἡ δὲ τάξις τῶν καλλιεργητῶν τῆς σταφίδος εἶναι ἡ πρωτεύουσα μεταξὺ τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὴν καλλιέργειαν τῆς γῆς, εἶναι ἡ τάξις ἐκείνη, τῆς ὁποίας ἡ ἐργασία καὶ ἡ παραγωγὴ συντηρεῖ τὸ Κράτος, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν κατὰ πρῶτον λόγον πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι θέλει ἐπέλθει ἐπίκουρος εἰς τὰς κρισίμους ὥρας, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἀπειλοῦσι. Καὶ διατὶ προτείνεται ὁ νόμος οὗτος; Προτείνεται διότι θέλει μειώσει τὴν ζήτησιν τοῦ χρυσοῦ; Παντάπασι. Προτείνεται ὑπὸ φρονήματος ἐγωϊστικοῦ· διότι ἐγωϊστικὸν εἶναι νὰ ζητῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπαλλάξῃ ἑαυτὴν ἀπὸ τὴν φροντίδα τῆς εὑρέσεως τοῦ χρυσοῦ, καὶ νὰ μεταφέρῃ τὴν φροντίδα ταύτην εἰς ἄλλους πολίτας, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται, ὅπως συντηρῶσι τὸ Κράτος διὰ τῆς ἐργασίας των. Τοῦτο σκοπεῖ τὸ νομοσχέδιον. Τὰ ἑπτὰ ἑκατομμύρια χρυσοῦ, ὅσα ἐλπίζει νὰ εἰσπράξῃ ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν φορολογουμένων, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, τὰ ἑπτὰ ἑκατομμύρια ταῦτα δὲν θέλει ἔχει πλέον ἡ Κυβέρνησις τὴν φροντίδα νὰ τὰ εὑρίσκῃ, ἀλλὰ θέλουσι φροντίζει νὰ εὑρίσκωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ παράγωσι τὰ προϊόντα, ἐπὶ τῶν ὁποίων κανονίζεται ὁ διὰ χρυσοῦ φόρος διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δηλ. οἱ πολῖται, οἱ παραγωγοί. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐφρόντιζε νὰ ἀγοράσῃ τὸν χρυσὸν, ἡ ζήτησις τοῦ χρυσοῦ ἤθελεν εἶσθαι ἀβλαβεστέρα, διότι τὰ μέσα, τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἤθελε ποιήσει χρῆσιν, ἵνα ἐξεύρῃ τὰ 7 ἑκατομμύρια τοῦ χρυσοῦ, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ πορισθῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, θέλουσιν εἶσθαι μέσα ἐπιτηδειότερα καὶ μᾶλλον κατάλληλα, ὅπως μὴ ἐνταθῇ ἕνεκα τούτου ἡ ὑπερτίμησις, τὴν ὁποίαν ἐπάγει ἡ ζήτησις τοῦ χρυσοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν ἀντὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπιφορτισθῶσιν ἑκατὸν, διακόσιοι, πεντακόσιοι ἢ χίλιοι πράκτορες τῆς Κυβερνήσεως, ὅσοι οἱ φορολογούμενοι, οἱ παράγοντες τὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνονται διὰ τοῦ φόρου εἰς χρυσὸν, αὐτοὶ πάντες θέλουσι ζητεῖ συγχρόνως τὸν χρυσὸν, καὶ θέλει ἕνεκα τούτου παραχθῆ συναγωνισμὸς πρὸς εὕρεσιν τοῦ χρυσοῦ, ἑπομένως ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ, ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος θέλει εἶσθαι πολλῷ μεγαλειτέρα ἢ ἂν τὸν χρυσὸν τοῦτον ἐπορίζετο ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν ἰδίων αὑτῆς προσπαθειῶν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ Κυβέρνησις, κατ’ ἐμὲ, ἐπιβαρύνει τὴν τάξιν τῶν παραγωγῶν, τῶν ὁποίων τὰ προϊόντα θέλουσι φορολογεῖσθαι εἰς χρυσὸν, ἐπιβαρύνει δὲ αὐτοὺς εἰς ποσὸν ἄγνωστον, εἰς ὅριον φορολογίας ἄγνωστον, διότι τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν θέλει ἔχει ὁ χρυσὸς καὶ τὸ συνάλλαγμα κατὰ τὴν ὥραν τῆς φορολογίας. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ χρυσὸς ἔξωθεν, ὅπως ὁ ἐν τῇ χώρᾳ χρυσὸς πλεονάσῃ, ἀλλὰ θέλει ζητηθῆ ὁ χρυσὸς ἐκ τῆς χώρας διὰ πρακτόρων, διὰ τῶν παραγωγῶν, οἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὰς τάξεις τὰς κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐπιβαλλομένας εἰς τὸν φόρον τοῦτον. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπρόβαλε παρατήρησιν, ἡ ὁποία εἶναι ὀρθή. Βεβαίως εἶναι δύσκολον νὰ προσδιορίσῃ τις, ὅταν ἀγορεύῃ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὰ ὅρια τὰ χωρίζοντα τὴν συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ ἀπὸ τὴν συζήτησιν τὴν γενικὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησεν, ἀποτελεῖ μέρος τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς αὐτοῦ. Ἂν θελήσητε νὰ συζητήσητε ἐπ’ αὐτοῦ εὐρύτερον, ἀναγκάζεσθε νὰ ἐπιληφθῆτε τῆς ἐξετάσεως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους καὶ νὰ εἰσέλθητε εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ τὸ λάθος τοῦτο δὲν πρέπει νὰ καταλογισθῇ εἰς βάρος οὐδὲ τῶν προλαλησάντων, οὐδὲ ἐμοῦ, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς ἀναγκάζει νὰ περιπέσωμεν εἰς τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην, ἐγὼ δὲ διὰ τὸν λόγον τοῦτον καὶ προχθὲς ἐζήτησα νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου νομοσχεδίου. Ἐὰν ἐγίνετο ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου συζήτησις μετὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ συζήτησις ἤθελεν εἶσθαι εὐχερὴς, διότι κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀποφήνηται τὴν τελευταίαν αὐτῆς γνώμην ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ Πρωθυπουργοῦ, πάντα δὲ τὰ ἄλλα νομοσχέδια, τὰ συναφῆ μετ’ αὐτῆς, ἤθελον ψηφισθῆ ῥαγδαίως, ὡς συνήθως ἡ πλειονοψηφία ψηφίζει τὰ ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια. Τώρα ὅμως ἀναγκάζει ἡμᾶς νὰ ἀγορεύσωμεν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἕνεκα δὲ τούτου νὰ εἰσέλθωμεν καὶ εἰς τὴν ἔρευναν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, ἐνῷ δὲν σκοποῦμεν νὰ παραιτηθῶμεν τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθ’ ἣν ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ὅλην οἰκονομικὴν πολιτικὴν, ἧς μέρος εἶναι καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Εἶπον ὅτι διαφωνοῦμεν πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν ὡς πρὸς τὰς αἰτίας τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος, ἀλλὰ διαφωνοῦμεν καὶ ὡς πρὸς τὴν λυσιτέλειαν τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, τοὺς ὁποίους ἐφήρμοσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πολλάκις ἤλεγξεν ἐμὲ, καὶ ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ τῇ Ἀντιπολιτεύσει διατελοῦντα, ὅτι δὲν ἠσπαζόμην τὸ σύστημα τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν. Ἀληθῶς οὔτε τότε οὔτε νῦν ἀσπάζομαι τὸ σύστημα τοῦτο, ἐξ ἐναντίας τὴν παροῦσαν οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν κατὰ τὰ 9/10 ἀποδίδω εἰς τὸ σύστημα αὐτό. Οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ κατέστρεψαν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, διότι δι’ αὐτῶν ἐπορίζετο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χρυσὸν, δι’ οὗ δὲν ἐπήρκει μόνον εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων, ἀλλ’ ἐδαπάνα καὶ εἰς τὰς συνήθεις ἀνάγκας τοῦ Κράτους· ὅπως δὲ πορίζηται τὸν χρυσὸν, ὅταν ἐστείρευσαν οἱ ἄλλοι οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ, ἐχρησίμευσεν ἡ μετατροπὴ τῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δανείων εἰς χρυσὸν, ηὔξησε δὲ τεραστίως τὸ ποσὸν τοῦ χρυσοῦ, τοῦ ὁποίου ἔχει νῦν τὸ Κράτος ἀνάγκην. Κατὰ τὸ 1877 τὸ Κράτος ἐπλήρονεν εἰς χρυσὸν εἰς τόκους καὶ χρεωλύσια δανείων 1,276,440 φράγκα, καὶ κατὰ τὸ 1892, ἐντὸς 15 ἐτῶν, τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ πληρώσῃ 31,000,000 εἰς χρυσὸν διὰ τόκους καὶ χρεωλύσια δανείων, δανείων παγίων καὶ χρεωλυτικῶν, δανείων προσωρινῶν καὶ κυμαινομένων. Τριάκοντα καὶ ἓν ἑκατομμύριον! Ἡ διαφορὰ συνίσταται εἰς 30,000,000. Ἀλλ’ ἐὰν κατὰ τριάκοντα ἑκατομμύρια ηὔξησε τὸ ποσὸν τοῦ χρυσοῦ, τοῦ ὁποίου σήμερον ἔχομεν ἀνάγκην, ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ χρυσοῦ, τοῦ ὁποίου εἴχομεν ἀνάγκην πρὸ 15 ἐτῶν, ηὔξησε τάχα κατὰ 30,000,000 καὶ ἡ ἐθνικὴ παραγωγὴ, ἐκείνη, ἥτις παράγει τὰ προϊόντα εἴτε τῆς φύσεως εἴτε τῆς βιομηχανίας, τὰ ὁποῖα ἐξάγομεν καὶ ἀντ’ αὐτῶν εἰσάγομεν χρυσὸν εἰς τὸ Κράτος; Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπιμένει εἰς τὸ σύστημά του. Κατὰ τὸν Πρωθυπουργὸν, τὸ κακὸν ἔγκειται μόνον εἰς τὴν περίσσειαν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, ἑπομένως εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἂν δ’ ἤθελεν εὐτυχήσει νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, εἶναι βέβαιος ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἤθελε φθάσει εἰς τὴν ἰσοτιμίαν τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον. Δὲν ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην, καὶ οὐ μόνον δὲν ἔχω τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ φρονῶ, ὅτι ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ἤθελε κατορθώσῃ νὰ ἄρῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, θέλει δημιουργήσει ἄλλην οἰκονομικὴν νόσον, ἥτις θέλει φέρει πλήρη τὴν παραλυσίαν τῆς οἰκονομικῆς δράσεως τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ποῦ ἠκούσθη, ὅτι 70 ἑκατομμύρια τραπεζικὰ γραμμάτια κυκλοφοροῦσι πλέον τῆς ἀνάγκης τῶν συναλλαγῶν σήμερον; Κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1891 ἐκυκλοφόρουν τραπεζικὰ γραμμάτια εἰς λογαριασμὸν τοῦ Κράτους ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ καὶ εἰς λογαριασμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης 115 ἑκατομμύρια· ἀφαιρέσατε ἐξ αὐτῶν 70 ἑκατομμύρια, ὅσα θεωρεῖ πλεονάζοντα ὁ Πρωθυπουργὸς, θέλουσιν ὑπολειφθῆ 45 ἑκατομμύρια τραπεζικῶν γραμματίων ἐν κυκλοφορίᾳ. Καὶ δύνασθε νὰ συντηρήσητε τὴν δρᾶσιν τῆς κοινωνίας πρὸς τὰς συναλλαγὰς διὰ 45 ἑκατομμυρίων ἀνταλλακτικοῦ νομίσματος; Τὸ ἐπεχειρήσατε κατὰ τὸ 1884, ἀλλ’ ἠγάγετε τὸν τόπον εἰς κρίσιν, ἥτις ἐξεῤῥάγη ἐν Πειραιεῖ, καὶ ὁ Πειραιεὺς κατεστράφη σχεδὸν, ἐπεξετάθη δὲ καὶ ἐπὶ ἄλλας ἐμπορικὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος· ἂν δὲ δὲν ἐπήρχετο ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τοῦ 1885, ἡ ὁποία εἶχε πρόφασιν τὸ ζήτημα τῆς Φιλιππουπόλεως, ἀλλ’ ἡ ὁποία ἐπεβάλλετο ὑπὸ τῆς νομισματικῆς καταστάσεως τῆς χώρας καὶ τῆς σωτηρίας πιστωτικῶν καταστημάτων, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο, λέγω, κατὰ τὸ 1885 ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἠθέλομεν ἔχει ἄλλην μεγίστην οἰκονομικὴν κρίσιν, ἥτις ἤθελεν ἀγάγει τὴν παραγωγικὴν κίνησιν εἰς τὴν παραλυσίαν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἄνευ ἀνάγκης ἀνέδραμεν εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς, διότι ἐπιθυμεῖ νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι αὐτὸς συνετήρησε δι’ αὐτῶν τὴν πίστιν τοῦ Κράτους. Οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ ὑπῆρξαν μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ὁ Πρωθυπουργὸς ἠδύνατο νὰ πορίζηται χρυσὸν, διὰ νὰ πληρόνῃ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια, ἐπὶ τῷ λόγῳ δὲ τούτῳ ἐπορίζετο καὶ χρῆμα, ἵνα ἐπαρκῇ εἰς τὰ ἐλλείμματα τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ ἦσαν τὰ μάλα ἐπιζήμιοι, αὐτοὶ δὲ παρεσκεύασαν τὴν παροῦσαν οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν. Ὅταν ὁ Πρωθυπουργὸς, διὰ νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ἠναγκάζετο νὰ ἀφαιρέσῃ 26,000,000 ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τούτου, διὰ νὰ κατασκευάσῃ τρία θωρηκτὰ πλοῖα, ἔπραττε πρᾶξιν ὠφέλιμον εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα; Κεφάλαιον πραγματικὸν 26 ἑκατομμυρίων, ὑπολογιζόμενον πρὸς 66%, τὴν τιμὴν ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ συνωμολογήθη τὸ δάνειον ἐκεῖνο, ἀνήρχετο εἰς 40 ἑκατομμύρια. Ἐδαπάνησε λοιπὸν 40 ἑκατομμύρια διὰ νὰ κατασκευάσῃ τρία θωρηκτὰ, τὰ δὲ 40 ταῦτα ἑκατομμύρια, πρὸς 4% τόκον, φέρουσι τόκον 1,600,000 φράγκων χρυσῶν, τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνουσι τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τῶν ἐξόδων τῆς συντηρήσεως τῶν θωρηκτῶν· βεβαίως, ἀφοῦ κατασκευάσθησαν, πρέπει νὰ δαπανήσωμεν ὅ,τι καὶ ἂν ἔχωμεν, ἵνα τὰ συντηρήσωμεν, διότι ἄλλως ἠθέλομεν ῥίψει εἰς τὴν θάλασσαν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήσαμεν δι’ αὐτά. Ἕξ μῆνας πρὸ τῆς κατασκευῆς τῶν θωρηκτῶν ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρῃ δάνειον ἑκατὸν χιλιάδων δραχμῶν ἐν Εὐρώπῃ, καὶ μόλις ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ δάνειον, ἡ πρώτη φροντίς του ἦτο νὰ κατασκευάσῃ ἐξ αὐτοῦ καὶ τρία θωρηκτά. Καὶ ἦτο ἀπόλυτος ἀνάγκη αὐτῶν; Ἔπρεπε πρὸ παντὸς νὰ ῥυθμίσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, καὶ εἶτα νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς ἀνάγκης ταύτης. Ἀλλ’ ἐθέρμαινε τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἡ ἰδέα, ὅτι ἤθελεν ἐπιδείξει τὴν κατασκευὴν τῶν τριῶν θωρηκτῶν, ἡ ἐπίδειξις δ’ αὕτη συνεβιβάζετο μὲ τὰς ἀξιώσεις τῶν δανειστῶν, οἵτινες εὕρισκον ἐν τῇ κατασκευῇ τῶν θωρηκτῶν ἄλλα κέρδη. Ἀλλὰ μὴ ἡ τροπὴ τῶν δανείων, ἡ ὁποία ἐγένετο δι’ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, δὲν συνετέλεσεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν; Πῶς ἐτράπησαν τὰ δάνεια; Νομίζει ὅτι εἶναι ἄγνωστον, πῶς ἠγοράσθησαν αἱ ὁμολογίαι τῶν τραπέντων δανείων, πῶς οἱ ἀγοράσαντες αὐτὰς παρεστάθησαν ὡς δανεισταὶ τῶν δανείων, δι’ ὧν μετετράπησαν, καὶ πῶς αἱ ὁμολογίαι τῶν μετατραπέντων δανείων προσηνέχθησαν ἀντὶ μετρητῶν εἰς τὴν τροπήν; Ὅλα ταῦτα ηὔξησαν τὸ κεφάλαιον τῶν δανείων τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ηὔξησαν τεραστίως καὶ τοὺς εἰς χρυσὸν πληρωτέους τόκους καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ χρυσοῦ, καὶ κατηντήσαμεν νὰ ἔχωμεν σήμερον ἀνάγκην 31 ἑκατομμυρίων εἰς χρυσὸν, ἵνα ἐκπληρώνωμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐπετίμησε τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διατὶ καὶ οὗτος παρεπονέθη, ἀποδιδοὺς τὰς ἐπελθούσας οἰκονομικὰς δυσχερείας εἰς ἀποκλεισμὸν χρηματικὸν, ὁ ὁποῖος ἐγένετο κατ’ αὐτοῦ. Ὁ Βουλευτὴς Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἀνυψώθη εἰς τὸ ὕψος τοῦ ἰσχυρισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐγὼ εἶχον προβάλει, ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου. Ἂν ἐγὼ ὡμίλησα κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1892 περὶ χρηματικοῦ ἀποκλεισμοῦ, γενομένου κατὰ τὸν Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον τοῦ 1891 καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1892, ὡμίλησα διότι ἐστηριζόμην εἰς ἐπίσημα ἔγγραφα, εἰς αὐθεντικὰς βεβαιώσεις, εἰς ὁμολογίαν μεγάλου τραπεζίτου τοῦ Βερολίνου, ὁ ὁποῖος διευθύνει τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας ἐκείνης. Οὗτος, ὁμιλῶν πρὸς τὸν πρέσβυν τῆς Ἑλλάδος, ὡμολόγησε πόθεν ἐπῆλθε τότε ἡ ὑποτίμησις τῶν ἑλληνικῶν ἀξιῶν. Εἰς τὸ χαρτοφυλάκιόν μου ὑπάρχουν ἐκθέσεις ἐπίσημοι ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, αἵτινες μοὶ ἔδιδον τὰς πληροφορίας ταύτας, καὶ διὰ τοῦτο εὐλόγως κατήγγειλα τακτικὴν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐνέπνεεν ὁ πατριωτισμὸς, ἀλλ’ ὠδήγει ἡ ἐμπάθεια καὶ ἡ φιλαρχία. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἦναι εἰς παραπλησίαν θέσιν ὁ Πρωθυπουργός· ἐὰν ἦναι, καλῶς παρεπονέθη κατὰ τοῦ χρηματικοῦ ἀποκλεισμοῦ, ἐὰν ὅμως δὲν ἦναι, δὲν εἶχε δίκαιον παραπονεθείς. Ἀλλὰ, καὶ ἂν εἶχε δίκαιον νὰ παραπονεθῇ, ἔπρεπε νὰ ἀναλογισθῇ, ὅτι τὴν τακτικὴν ταύτην εἶχε μετέλθη ὡς Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὸ 1891 καὶ 1892, ἔπρεπε νὰ ἀναλογισθῇ ὅτι εἰς τὸν κλονισμὸν τῆς πίστεως τοῦ Κράτους συνετέλεσε τὰ μάλα τὸ εἶδος τοῦτο τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὸ ὁποῖον εἶχε τότε ὀργανώσει διὰ νὰ πολεμήσῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1891. Ἐγὼ δὲν ὑποστηρίζω τὴν γνώμην τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι πρέπει οἱ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια πληρονόμενοι νῦν φόροι νὰ εἰσπράττωνται τοῦ λοιποῦ εἰς χρυσὸν, δὲν ὑποστηρίζω ὡσαύτως οὐδὲ τὴν ἄλλην γνώμην, ὅπως τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη μετατραπῶσιν εἰς χρυσὸν, ὄχι δι’ ὃν λόγον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγε πρὸ μικροῦ,—διότι τοιουτοτρόπως ἤθελον ζημιωθῆ τὰ ἄτομα, ἅτινα ἤθελον ὑποβληθῆ εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην,—ἀλλὰ δι’ ἄλλον λόγον. Τὴν γνώμην τῆς μεταβολῆς τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν εἰς χρυσὸν μοὶ ἔδωκεν αὐτόκλητος Κύριός τις, τὸν ὁποῖον ἐγὼ δὲν γνωρίζω, ὑποθέτω ὅμως, ὅτι γνωρίζει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὑποθέτω δὲ, ὅτι θὰ γνωρίζῃ ἴσως καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅστις θὰ ὀφείλῃ εἰς αὐτὸν χάριν. Τὴν γνώμην ταύτην μοὶ ἔδωκεν ὁ κ. Τσέστων. Λέγω, ὅτι ὑποθέτω ὅτι γνωρίζει αὐτὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, διότι ὁ κ. Τσέστων ἦτο δικηγόρος ἑταιρίας τινὸς, τῆς ὁποίας ἱδρυτὴς, πατὴρ καὶ κηδεμὼν τυγχάνει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, τῆς ἑταιρίας τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος· ὅτι ὑποθέτω ὅτι τυγχάνει γνωστὸς καὶ εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, διότι ὁ κ. Τσέστων ἐπλήρωσε τὰς ἐφημερίδας τῆς Εὐρώπης δι’ ἐπαίνων καὶ θαυμασμῶν, οἵτινες βεβαίως ἔτερψαν τὴν ψυχὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. Ἀλλ’ ὁ κ. Τσέστων εἶχε φιλελληνισμόν, καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευσε νὰ μὲ συμβουλεύσῃ, ἵνα προτείνω τὴν μετατροπὴν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν εἰς χρυσόν. Τὴν γνώμην ταύτην μοὶ ἔδωκε καὶ ἄλλος, ὁ διευθυντὴς μεγάλης ἐφημερίδος ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐφημερίδος ἀσχολουμένης καὶ περὶ τὰ οἰκονομικά. Ὁ διευθυντὴς οὗτος εἶναι ἄνθρωπος διακεκριμένος, εἶναι γνωστὸς καὶ εἰς τὸν οἰκονομικὸν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον. Δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω αὐτὸν προσωπικῶς, ἀλλ’ αὐτόκλητος καὶ οὗτος μοὶ ἔδωκε τὴν γνώμην ταύτην. Νομίζω ὅτι καὶ ὁ διευθυντὴς τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης καὶ ὁ κ. Τσέστων ἐσφάλλοντο. Εἶχον παρακινηθῆ ἀπὸ τὸ παράδειγμα τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, καὶ τοῦτο μοὶ ἐπρόβαλον εἰς ἀπόδειξιν ὅτι, ὡς ἐκεῖναι διὰ τοῦ μέτρου τούτου ἐβελτίωσαν τὴν ἐν αὐταῖς ἐπισκήψασαν ἄλλοτε νομισματικὴν ἀνωμαλίαν, ἠθέλομεν καὶ ἡμεῖς θεραπεύσει τὴν νόσον ταύτην, ἐπισκήψασαν καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν ἐνόμισα προσῆκον νὰ ἔλθω εἰς συζήτησιν μετ’ αὐτῶν, διὰ νὰ ἀναιρέσω τὴν γνώμην των, ἀλλὰ δὲν ἠσπάσθην αὐτήν, διότι ἡ Ἑλλὰς πολὺ διαφέρει ἀπὸ τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας. Ἐν τῇ Ἑλλάδι ἔχομεν ἀνάγκην χρυσοῦ, ἐνῷ αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι εἶναι χρυσοφόροι, πληροῦνται χρυσοῦ, οὔτε δύνανται νὰ περιέλθωσιν εἰς ἀνησυχίαν δι’ ἔλλειψιν χρυσοῦ ἐν τῷ Κράτει αὐτῶν. Ἄν ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ ἐν τῷ σθένει αὐτῆς τὸ θάῤῥος, ὅπως μὴ συμμορφωθῇ ἐντελῶς μὲ τοὺς πόθους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ νὰ στέρξῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα συζητήσωμεν αὐτὸ καὶ ψηφίσωμεν μετὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ πλειοψηφία θέλει θέσει ἑαυτὴν ἐν δέοντι καὶ ἐν τάξει. Ἄν ὅμως ἤθελεν ἐπιμείνῃ νὰ συζητήσωμεν καὶ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον κεχωρισμένον καὶ πρὸ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡμεῖς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ψηφοφορήσωμεν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ψηφοφοροῦμεν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου μετὰ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι ἀρνούμεθα νὰ συμπράξωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν περαιτέρω ἐξάντλησιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς.

§62ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἔκτασις καὶ ὁ χαρακτὴρ, ὃν ἔλαβεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ πληρωμῆς εἰς χρυσὸν ἐσόδων τινῶν, ἐπιβάλλει καὶ εἰς τὴν πλειοψηφίαν καὶ εἰς τὸν ἡγέτην αὐτῆς τὴν παραδοχὴν τῆς προταθείσης γνώμης, νὰ προταχθῇ ἡ γενικὴ συζήτησις ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ μιᾶς ἐκ τῶν κυρίων βάσεων τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, ἥτις στηρίζεται εἰς τὸ ὅτι ὁ τόπος δύναται νὰ δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὸν χρυσὸν, οὗτινος τοῦτο ἔχει ἀνάγκην, λαμβάνει τὴν πρώτην ἐπίσημον αὐτῆς ἐφαρμογὴν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Εἶναι ἑπομένως ἀνάγκη νὰ ἴδωμεν, ἂν πράγματι τὸ σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀνταποκρίνηται πρὸς τὰς ἐλπίδας καὶ τὰς προσδοκίας αὐτοῦ. Ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἐν πρώτοις, ἂν πράγματι ἐπέτυχε τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπερ ἀποτελεῖ μίαν ἐκ τῶν πρωτίστων βάσεων πολιτικῆς ὑγιοῦς καὶ δυναμένης νὰ σώσῃ τὸν τόπον ἐκ τῆς κρισιμωτάτης θέσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται σήμερον. Ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν πράγματι δύναται νὰ δώσῃ ὁ τόπος τὸν χρυσὸν ἐκεῖνον, οὗτινος ἔχει ἀνάγκην τὸ Δημόσιον, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἐξωτερικὰς αὐτοῦ ὑποχρεώσεις. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν δύναται ὁ τόπος νὰ ὑποστῇ ἐπὶ πλέον βάρη πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν, ἂν δύναται δηλ. νὰ ἐξακολουθήσῃ δανειζόμενος. Καὶ ἂν εὕρωμεν, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ἐξησφαλισμένον, ὅτι ὁ τόπος δύναται νὰ δώσῃ τὸν χρυσὸν, οὗτινος ἔχει ἀνάγκην τὸ Δημόσιον, ἔστω καὶ μετά τινα καιρὸν, ὅτι ἡ χώρα δύναται νὰ ὑποστῇ ἕτερα βάρη καὶ δάνεια, τότε βεβαίως πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· ὀφείλομεν νὰ τὸ ψηφίσωμεν, ὄχι διότι δὲν ἐπιβάλλει βάρη ἐπὶ τοῦ τόπου, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διότι πάντες ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν τὰ ἐπιβαλλόμενα βάρη καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ διὰ παντὸς ἄλλου, ἂν δύνανται ταῦτα πάντα νὰ σώσωσι τὸν τόπον ἐκ τῶν ἐπαπειλούντων αὐτὸν κινδύνων. Ἂν ὅμως πεισθῶμεν ἐκ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι τὰ βάρη ταῦτα δὲν δύνανται νὰ σώσωσι τὸν τόπον, ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν σοβαρώτερον· ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν οὐχὶ μόνον περὶ τοῦ παρόντος, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ τόπου· ὀφείλομεν τότε νὰ θέσωμεν κατὰ μέρος πᾶσαν ἀτομικὴν βλέψιν, πᾶσαν ἀτομικὴν φιλοδοξίαν, καὶ νὰ ἐμφορηθῶμεν ἀποκλειστικῶς ἐκ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκομεν. Ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον, καὶ περὶ τῶν κινδύνων, οἵτινες τὸν ἐπαπειλοῦσιν. Οἱ κίνδυνοι δ’ οὗτοι, Κύριοι, δὲν εἶναι μικροί. Δὲν εἶναι κίνδυνοι ἀπειλοῦντες μόνον τὴν φιλοτιμίαν ἡμῶν, δὲν εἶναι κίνδυνοι στενοχωρίας τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ κίνδυνοι, οἵτινες ἀπειλοῦσι καὶ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τοῦ τόπου, καὶ δύνανται νὰ καταστήσωσιν ἀδύνατον τὴν ἀνόρθωσιν αὐτοῦ ἐν τῷ μέλλοντι. Εἶναι κίνδυνοι, οἵτινες, τολμῶ νὰ τὸ εἴπω, δύνανται νὰ θέσωσιν ἐν ἀμφιβολίᾳ καὶ τὴν ἀκεραιότητα τῶν ἐλευθεριῶν αὐτοῦ. Ἀφοῦ ἅπαξ ἤρξατο ἡ συζήτησις αὕτη, νομίζω, ὅτι καθῆκον ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ παραδεχθῇ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως τῆς οἰκονομικῆς αὑτοῦ πολιτικῆς. Θὰ ἦμαι ὁ πρῶτος, ὅστις θὰ ὑποστηρίξω τὰ βάρη, ἅτινα ἡ πολιτικὴ αὕτη ἐπιβάλλει εἰς τὸν τόπον, ἂν δι’ αὐτῶν δύναται νὰ ἐξέλθῃ οὗτος τῆς θέσεως, εἰς ἣν περιῆλθε σήμερον· καὶ ἂν πεισθῶμεν περὶ τούτου, δὲν πρέπει βεβαίως νὰ ἀντιδράσωμεν εἰς τοῦτο, ἀλλὰ πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὰ μέτρα ταῦτα. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, Κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπιβάλλει βάρη ἐπὶ τοῦ τόπου, καὶ ἐπιβάλλει βάρη πιέζοντα τὴν παραγωγὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ νὰ περιφυλάττωμεν. Πιέζει τὴν παραγωγὴν ἐκείνην, ἥτις ἐξάγει προϊόντα ἑλληνικὰ, καὶ εἰσάγει χρυσὸν ξένον ἐν τῷ τόπῳ. Ἂν ἡ πίεσις αὕτη ἐλαττώσῃ κατὰ τὸ δέκατον μόνον τὴν ἐξαγωγὴν αὐτῶν, δύναται νὰ εἰσπράξῃ τότε καὶ ἐξ καὶ ἑπτὰ ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν τὸ Δημόσιον· ἡ ἐλάττωσις μόνον κατὰ 10% τῆς εἰσαγωγῆς χρυσοῦ ἐν τῷ τόπῳ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἡ ἐλάττωσις αὕτη θὰ καταστήσῃ τὰ ἐξ–ἑπτὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θέλει εἰσπράξει τὸ Δημόσιον, δῶρον ἄδωρον· διότι, ὅταν λείψωσι 10 ἑκατομμύρια εἰσαγομένου χρυσοῦ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, οὐδεμίαν θέλουσι παράσχει ὠφέλειαν μήτε εἰς τὸ Δημόσιον μήτε εἰς τὴν κοινωνίαν αἱ εἰσπράξεις 6–7 ἑκατομμυρίων, αἱ προβλεπόμεναι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβάλλονται βάρη οὐχὶ μόνον ἄμεσα ἐπὶ τῶν παραγωγῶν, ἀλλὰ καὶ ἔμμεσα ἐφ’ ὅλου τοῦ τόπου, ἂν δι’ αὐτοῦ ἐλαττωθῇ ἡ παραγωγὴ καὶ ἡ ἐξαγωγή. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην δυνάμεθα νὰ τὸ συζητήσωμεν, ὡς εἶπον, ἀλλ’ ἡ ἔποψίς του αὕτη εἶναι δευτερεύουσα· πρωτεύουσα εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὸ ζήτημα, ἂν πραγματικῶς τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν, ὅπερ προτείνει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ οὗτινος μίαν τῶν κρηπίδων ἀποτελεῖ καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἂν τὸ σύστημα τοῦτο δύναται νὰ ἀποσοβήσῃ τοὺς ἀπειλοῦντας ἡμᾶς κινδύνους, ἂν δύναται νὰ σώσῃ τὸν τόπον ἐκ τῆς κρίσεως, ἥτις τὸν ἐπαπειλεῖ. Ὅταν λύσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, ὀλίγον θὰ συζητήσω κατ’ οὐσίαν τὸ νομοσχέδιον. Ἂν ὅμως ἡ συζήτησις τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως ἀποδείξῃ αὐτὸ ἐσφαλμένον, ὀφείλει τότε νὰ σκεφθῇ πρῶτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂν πρέπῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Ἴσως δυνηθῶμεν νὰ τὸν πείσωμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν σήμερον ἐφαρμόζει· ἀλλ’ ἂν δὲν θελήσῃ νὰ πεισθῇ, ὅπερ καὶ τὸ πιθανὸν, ὅπως οὐδέποτε ἠθέλησε νὰ πεισθῇ, τότε ὀφείλομεν νὰ τῷ δείξωμεν ποῦ βαδίζει καὶ ποῦ ἄγει τὸν τόπον, καὶ ἂν θέλῃ, ἂς ἐξακολουθήσῃ ἀναλαμβάνων ὅλην τὴν εὐθύνην τῆς πορείας του. Διὰ τοῦτο ἔρχομαι νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, καὶ προτείνω, ἵνα τὴν συζήτησιν τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως προτάξωμεν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Καθόσον ἀφορᾷ ἐμὲ, εἰμὶ πρόθυμος νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην καὶ ἀπὸ αὔριον, ἂν θέλῃ ἡ Βουλή.

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προτείνετε ἀναβολὴν, κύριε Βουλευτά;

§64ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προτείνω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής.

§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ τὸ ἀντιληφθῶ καὶ ἐγώ. Ἠγορεύσατε ἐπὶ μίαν ὥραν. Τί προτείνετε; ποῦ καταλήγετε;

§66ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἕν ἐκ τῶν καθηκόντων τοῦ Προέδρου εἶναι νὰ θέτῃ τὰ ζητήματα.

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν προτείνετε τίποτε, καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου...

§68ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὴν ἀναβολὴν προτείνει.

§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θέσατε ὅ,τι ζήτημα θέλετε, ἀλλ’ ἐνιστάμεθα ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ψηφοφορίας. Νομίζω, ὅτι ἔχομεν καθῆκον...

§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν Κύριον, ὁ ὁποῖος ἐρητόρευσε μετὰ τοσαύτης ζωηρότητος, καὶ δὲν προτείνει τίποτε.

§71ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπρότεινα,— καὶ λυποῦμαι, διότι δὲν θέλετε νὰ τὸ ἐννοήσητε...

§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαιωθῆτε, ὅτι σᾶς ἐννοῶ πολὺ καλά.

§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. προτείνω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐπρότεινε, τὸ νὰ προτάξωμεν τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὴν συζήτησιν τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος.

§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα μάλιστα. Δηλαδὴ προτείνετε τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα συζητηθῇ μετὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§75ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα.

§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατὶ δὲν τὸ λέγετε τόσην ὥραν; Λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, ἠκούσατε τοῦ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτοῦ τὴν πρότασιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...

§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.

§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἐπὶ τῷ τέλει νὰ συζητηθῇ μετὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν κ. κ. Κωνστ. Ἀργασάρη Λομβάρδου καὶ Π. Σάκκη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Μιλτ. Δάλλας Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ο
Ἀνδ. Παναγιωτόπουλος Ἄγγ. Πετραλιᾶς Ν
Ἰω. Μεσηνέζης ΝἘπαμ. Δημητρίου Ο
Σπυρ. Μαρκέλλος ΟΣτέφ. Σκουλούδης Ο
Ἀρ. Ἀργυρόπουλος Νικ. Νομικός Ο
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Θωμᾶς Μαρκεζίνης Ο
Λεων. Καρυστινάκης ΟΝικήτας Συνοδινός
Δημ. Καΐρης ΟΒαρβαῤῥῆγος Πήλικας Ο
Μιχ. Κωτσάκος ΟἈλέξ. Φωτήλας
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΝΚων. Σταμπουλόπουλος Ο
Ἡλ. Κανελλόπουλος ΟΛεων. Πετιμεζᾶς Ο
Γεώρ. Παχὺς Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος
Μιχ. Π. Λάμπρος ΟΓιαννούσης Τάκης Ο
Κων. Καραπάνος ΝἩρ. Καλαμπάκας Ο
Κων. Σταυρόπουλος Ἀντ. Π. Μαυρομιχάλης Ο
Ἀλέξ. Σκουζὲς ΟΠερ. Πεῤῥωτὴς Ο
Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Κων. Φλέσσας Ν
Ἀλέξ. Ψύλλας Ἰωάννης Καζαμπάκας Ο
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΚων. Ζωγλοπίτης
Ἀλέξ. Ρετσίνας Παν. Κουκορῖκος
Δημ. Ράλλης ΝΓεώρ. Φραγκίδης
Α. Ζυγομαλᾶς Δημ. Τερτίπης Ο
Ὀθ. Μακρυγιάννης ΟἈθαν. Κωστάμης
Σ. Ζαχαρίτσας ΟἈριστ. Χατζηνικολῆς Ν
Μιλ. Ὀριγώνης ΟΝικ. Μπαλάφας
Κωνστ. Βαλτινὸς ΟΝικ. Παπανικολάου
Ὀδυσ. Μοσχοβίτης ΟΠαν. Λεβέντης
Γεώρ. Καρτάλης ΟΒαπτιστὴς Βάστα Ο
Ἀργ. Κανταρτζῆς ΟΓεώρ. Θεοτόκης Ο
Νικ. Κοκωσλῆς ΟἈλκίνοος Ζερβὸς Ο
Νικ. Ἀξελὸς Ἡλίας Πολίτης
Νικ. Παῤῥησιάδης ΟΓουλιέλμος Σκάρπας Ο
Ἰω. Γρίβας Νικ. Μαρκέτης Ο
Ἐπ. Μαυρομμάτης ΟΣπυρ. Λάσκαρης
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΚων. Θ. Ρωμαῖος
Νιχ. Σπυρακόπουλος Κων. Χρηστόπουλος Ο
Θερ. Κορομάντζος Σωτ. Κροκιδᾶς
Περ. Ἀλεξάκης ΝΣπυρ. Νοταρᾶς
Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΝἈναστ. Δημητριάδης Ο
Κωνστ. Κοσσονάκος ΟΓεώρ. Κούστας
Ἀριστ. Πετροπουλάκης ΟἸω. Τσιμάρας Ο
Ἀντ. Οἰκονομίδης ΟΓερ. Μουσούρης Ο
Γεώρ. Λιδωρίκης ΟΑ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
Κων. Ἀναγνωστόπουλος ΝΘεόφραστος Μεταξᾶς Ο
Γεώρ. Λύρας ΟΔιον. Καλούτσης Ο
Κ. Παπαμιχαλόπουλος ΝΣπυρ. Στάης Ο
Σταμάτ. Μήτσας Μιχ. Πολίτης
Δημ. Βουλπιώτης Θεόδ. Θερμογιάννης
Κων. Ζῶτος ΟἸω. Καλούτσης Ο
Ἡλ. Μπλατσῆς Στέφ. Κοπανίτσας Ο
Δ. Γρανίτσας Κωνστ. Σαλταφέρος
Διον. Στεφάνου ΟΠέτρ. Βαρβιτσιώτης
Κων. Ἀργασ. Λομβάρδος ΟΜελέτ. Ρουσόπουλος
Διον. Ζήβας Πλακᾶς ΟΔημοσθ. Ματάλας
Γεώργιος Κανδ. Ρῶμας ΟΝιχ. Καραστέργιος
Γεώρ. Κρεστενίτης ΟἈργ. Διδίχας
Χρ. Στεφανόπουλος ΟἘδὶπ Σερέφ Χασὴπ Ο
Ἀνδρ. Στεφανόπουλος ΟἸω. Λάππας
Διον. Παυλόπουλος ΟΝικ. Μπουφίδης Ο
Περ. Βαλαωρίτης ΟἸω. Τσερτίδης Ν
Γερ. Σέρβος ΝΝικ. Κουμανιώτης
Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ἄγγ. Ροῦφος
Ἀθαν. Εὐταξίας ΝΝικ. Καράπαυλος Ο
Κ. Κωνσταντόπουλος Παν. Σάκκης Ν
Παν. Μανέτας ΝΣπ. Γρίβας
Ν. Τριανταφυλλάκος ΟἸω. Βρυώνης
Ἠλ. Ζέγγελης ΟΠ. Ἄννινος ΚαβαλλιεράτοςΟ
Φίλ. Βάρβογλης ΝἸω. Γεωργιάδης
Ἀθαν. Σακελλαριάδης Γεώργ. Ν. Μπούμπουλης
Λεων. Ζέρβας ΟΓεώργ. Π. Μπούμπουλης
Στέφ. Δραγούμης ΟἈλέξ. Γ. Σοῦτσος Ο
Νικ. Φιλάρετος ΟἈνδρ. Γ. Συγγρός
Χαρ. Τρικούπης ΟΔημ. Βοκοτόπουλος Ο
Ἰω. Τρικούπης Μ. Μπογιατζόγλους Ο
Παν. Μερλόπουλος ΝἸω. Γκιὼν Ο
Ἀλκ. Δεληγιάννης ΟΝικ. Φώσκολος Ο
Ἀντ. Καρατζᾶς ΟΣωτήρ. Χατζηγάκης
Ἀθαν. Παπαχελᾶς ΟΚωνστ. Χατζηπέτρος Ο
Χαρίλ. Προβελέγγιος Χρ. Βλυτσάκης
Ἀντ. Μάτσας Γ. Κανούτας
Λορέντζος Δελλαρόκας Εὐστ. Κοκκέβης
Ἰω. Ναυπλιώτης ΟΔημ. Παπατσώρης Ο
Στυλ. Βάλληνδας ΟΧρ. Καραβίτης Ο
Ἰω. Ἰντζὲς ΟΔιον. Κατρίτσης Ο
Γεώργ. Σισμάνης ΟἈνδρ. Σκαλτσοδῆμος
Νικ. Καλαντζόπουλος ΟἈριστ. Μάνεσης
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΟΒασ. Δροσινός
Ἠλίας Ποταμιάνος ΟΝικ. Βαλάσης Ο
Ἀριστ. Ρούκης ΟἘμμ. Δημητριάδης Ο
Σπ. Α. Κουμουνδοῦρος ΝΚωνστ. Σαχτούρης
Γιαννοῦκος ΜαυρομιχάληςΟἘπαμ. Κριεζῆς
Ξανθός Πικουλάκης ΟΝικ. Τσαμαδός Ο
Ἀσημάκης Χριστόπουλος ΝΒησαρ. Χατζηαγγελάκης
Νικ. Παπαλέξης Νικ. Ζητουνιάτης
Παν. Λαμπρούλιας Δημ. Ζουλούμης Ο
Εὐάγγελος Ἀρδαβάνης Νικ. Χατζῖσκος
Ἰω. Τυπάλδος Χαριτάτος ΟΚωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ο
Σπυρ. Μακρῆς ΟΔημ. Κρίτσας Ο
Ἀνάργ. Σιμόπουλος ΟἩρ. Γαζέπης Ν
Εὐστ. Παπαδάκης ΟΒ. Βουδούρης Ο
Πανουρ. Πανουργιᾶς Νικ. Καλογερόπουλος Ο
Θάνος Κανακάρης Θεμ. Α. Κανάρης Ο
Ἀχ. Χοϊδᾶς ΝΚων. Παπανικολῆς Ο
Ἀντ. Ρικάκης

§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 130, ἐξ ὧν 23 ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ ἐξ Ἄρτης βουλευτοῦ κ. Καραπάνου καὶ 107 κατ’ αὐτῆς. Συνεπῶς ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ συζητηθὲν νομοσχέδιον «περὶ πληρωμῆς ἐσόδων τινῶν εἰς χρυσὸν», κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν).

§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 καὶ 40′ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 22
2τῆς 17 Δεκεμβρίου 1892.
3(Πέμπτη).
4Ὥρᾳ 5 καὶ 45′ μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ μετά τινας
6παρατηρήσεις ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγου-
7μένης συνεδριάσεως).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ σεβασμιώτατος ἀρχιεπίσκοπος Σύρου
9καὶ Τήνου δι’ ἐγγράφου του ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν
10γνώμην του περὶ διαιρέσεως τῆς ἀρχιεπισκοπῆς Σύρου καὶ
11Τήνου καὶ ἱδρύσεως νέας ἐπισκοπῆς ἐν Τήνῳ.
12§2ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ παρεκάλουν νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ
13Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἡ αἴτησις αὕτη τοῦ σε-
14βασμιωτάτου ἀρχιεπισκόπου, καὶ δι’ αὐτοῦ εἰς τὴν ἐπιτρο-
15πήν, τὴν ὁποίαν τὸ ῥηθὲν Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
16ἔλαβε πρόνοιαν νὰ συστήσῃ πρό τινων ἡμερῶν. Θὰ συνί-
17στων δὲ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ αἴτησις αὕτη.
18§3ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἶναι διάφοροι αἱ γνῶμαι περὶ ἀρχιεπι-
19σκοπῶν καὶ ἐπισκοπῶν. Διαδίδεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
20σκοπεῖ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ διαῤῥυθμίσεως τῶν
21ἀρχιεπισκοπῶν καὶ ἐπεκτάσεως τῆς δικαιοδοσίας αὐτῶν
22καὶ τῶν ἐπισκοπῶν. Μοὶ φαίνεται ὅθεν ὀλίγον τολμηρὰ ἡ
23πρότασις τοῦ σεβασμιωτάτου ἐπισκόπου Σύρου καὶ Τή-
24νου, προτείνοντος νὰ ἀποσπασθῇ ἡ Τῆνος εἰς ἰδιαιτέραν
25ἐπισκοπήν. Τὸ ζήτημα τοῦτο προβάλλεται καὶ διὰ τὴν
26ἐπαρχίαν Καλαβρύτων, ἡ ὁποία εἶναι ἐπισκοπὴ ἀρχαιο-
27τάτη, περιώνυμος καὶ ἔνδοξος, διότι ἐκ τῆς ἐπισκοπῆς Κα-
28λαβρύτων πρωτηγωνίστησαν οἱ μεγαλείτεροι ἀρχιερεῖς κατὰ
29τὸν ἱερὸν ἀγῶνα, τὴν δὲ σημαίαν τῆς ἐπαναστάσεως ὕψωσε
30πρῶτος ἐν Ἁγίᾳ Λαύρᾳ ὁ ἀείμνηστος Γερμανός. Ἐπειδὴ
31λοιπὸν γίνεται ἤδη σκέψις, ὅπως ἡ ἐπισκοπὴ Καλαβρύτων,
32ἡ ὁποία ἔχει ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν της τὰς μεγαλειτέρας
33Μονὰς τοῦ Κράτους, συγχωνευθῇ μετὰ τῆς ἀρχιεπισκοπῆς
34Πατρῶν, ὑποβάλλω ἀπὸ τοῦδε τὴν γνώμην μου καὶ πρὸς
35τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν Βουλλήν, ὅτι εἶναι λίαν τολ-
36μηρὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι δύναται νὰ συγχωνευθῇ μία ἐπι-
37σκοπὴ ἀρχαία, ἱστορική, ἔνδοξος, εἰς ἑτέραν ἀρχιεπισκοπήν.
38Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἅγιος Σύρου καὶ Τήνου ὑπέβαλε τὴν προκει-
39μένην αἴτησιν, ἔλαβον τὸ ἐνδόσιμον νὰ ὑποδείξω καὶ εἰς
40τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλλήν, ὅτι σπουδαίως πρέπει
41νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐπεκτάσεως τῆς δικαιο-
42σίας τῶν ἐπισκοπῶν, εἴτε τῆς συγχωνεύσεως αὐτῶν μετ’
43ἄλλων.
44Δὲν γνωρίζω ποίους λόγους ἔχει ὁ Σύρου καὶ Τήνου
45πρὸς ὑποστήριξιν τῆς αἰτήσεώς του, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι, ἂν
46δὲν ὑφίστατο ἐπισκοπὴ Τήνου ἀπ’ ἀρχῆς, εἶναι τολμηρὸν
47ἤδη ν’ ἀποσπασθῇ ἡ Τῆνος ἀπὸ τῆς Σύρου.
48Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν
49νὰ σκεφθῇ περὶ συμπληρώσεως τῆς ἐπισκοπικῆς ἕδρας Κα-
50λαβρύτων, ἡ ὁποία χηρεύει ἀπὸ ἐτῶν, καὶ ὅμως οὐδεμία
51πρόνοια ἐλήφθη περὶ συμπληρώσεώς της, ἐνῷ ἄλλαι ἐπι-
52σκοπαί, ὡς ἡ τῶν Πατρῶν καὶ τῆς Σπάρτης, συνεπληρώθη-
53σαν ἤδη, καίτοι πρὸ ὀλίγου χρόνου ἐχήρευσαν.
54§4ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω, τίνα ἰδέαν ἔχει ἡ Κυβέρ-
55νησις περὶ διαιρέσεως ἐκκλησιαστικῆς νέας· ὅ,τι ὅμως θεωρῶ
56ἀπαραίτητον, εἶναι, ὅτι πρέπει, ἐὰν δὲν ληφθῇ πρόνοια
57ἄμεσος περὶ συμπληρώσεως τῶν κενῶν θέσεων ἀρχιεπισκόπων,
58νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια περὶ τῶν ἐπισκοπικῶν ἐπι-
59τροπῶν. Δὲν εἶναι ἡ ὥρα κατάλληλος, ἵνα ποιήσωμαι λόγον
60περὶ τῶν γιγνομένων σκανδάλων ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς ταύ-
61ταις, ἀλλ’ ἀφεύκτως πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια νομοθετικὴ
62ἄμεσος περὶ διοικήσεως τῶν χηρευουσῶν ἐπισκοπῶν.
63§5ΦΩΤΗΛΑΣ. Οἱ ἀρχαῖοι κανόνες ὁρίζουσιν, ὅτι, ὅταν
64κενωθῇ ἕδρα ἐπισκοπική, ἀποστέλλεται εἷς ἔξαρχος πρὸς
65διοίκησιν τῆς ἐπισκοπῆς μέχρι συμπληρώσεώς της. Θὰ παρα-
66καλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
67κῶν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ὅπως ληφθῇ πρόνοια νομοθε-
68τικὴ περὶ ἀποστολῆς ἐξάρχων πρὸς διοίκησιν τῶν ἐπισκο-
69πῶν. Ἐφ’ ὅσον αὗται δὲν συμπληροῦνται, δὲν θὰ παύσωσι
70τὰ συμβαίνοντα σκάνδαλα καὶ τὰ ὄργια, τὰ ὁποῖα, χάριν
71τῆς Ἐκκλησίας καὶ χάριν αὐτῶν τῶν ἐπισκοπικῶν ἐπιτρο-
72πῶν, δὲν πρέπει νὰ τὰ ἐκθέσωμεν ἐν τῇ Βουλῇ.
73§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀποσταλῇ ἡ αἴτησις τοῦ ἀρχιεπι-
74σκόπου Σύρου καὶ Τήνου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλη-
75σιαστικῶν.
76Ὁ Δημήτριος Οἰκονομόπουλος, ἐξ Ἄργους, συνιστᾷ εἰς
77τὴν Βουλὴν δι’ ἀναφορᾶς του τὴν κατάργησιν τῆς προσω-
78πικῆς κρατήσεως.
79Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύλου κρατούμενοι κατάδικοι
80παραπονοῦνται δι’ ἀναφορᾶς των κατὰ τοῦ τροφοδότου τῶν
81φυλακῶν. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ των εἰς τὸ Ὑπουρ-
82γεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
83Τηλεγράφημα ἐκ Χαλκίδος πρὸς τὴν Α. Μεγαλειότητα
84τὸν Βασιλέα, πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων, πρὸς τὸ
85Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, πρὸς τὰς
86ἐφημερίδας «Πρωΐαν», «Καιροὺς», «Νέαν Ἐφημερίδα» καὶ
87«Παλιγγενεσίαν» καὶ πρὸς τὸν βουλευτὴν κ. Ζυγομαλᾶν.
88Παρακαλῶ νὰ τὸ ἀναγνώσῃ ὁ κ. Γραμματεύς.
89§7ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
90«Διοίκησις ἐπαρχίας Χαλκίδος ἀγρία. Χαλκὶς δὲν ἀπο-
91τελεῖ μέρος Ἑλληνικοῦ Κράτους, τυγχάνει πασσαλίκι
92Προέδρου Βουδούρη. Ἱερεὺς χωρίου Στροφυλιᾶς, μὴ στέργων
93προσκυνῆσαι ἐπιστάτην Βουδούρη, ἀπειλεῖται, κακοποιεῖ-
94ται, συλλαμβάνεται καὶ ἀποστέλλεται Χαλκίδα ὑπὸ ἐνω-
95μοτάρχου Σμυρλῆ, σταθμάρχου Μαντουδίου. Χωρικοὶ
96Στροφυλιᾶς, συζητοῦντες καὶ κατακρίνοντες Βουδούρην,
97διεσκορπίσθησαν καὶ κατεδάρησαν ὑπὸ ἐνωμοτάρχου Σμυρ-
98λῆ καὶ χωροφυλάκων. Ἀδελφοὶ Κατσούλη ἐκ Μετοχίου
99συνελήφθησαν ὑπὸ ἰδίου ἐνωμοτάρχου καὶ κατεκρατήθησαν
100παρανόμως. Φυλακαὶ Χαλκίδος περιλαμβάνουσι χωρικούς,
101συλληφθέντας ἀναιτίως πρὸ ἑξαμηνίας. Ἀνακριτικὴ ἀρχὴ
102δὲν περαιοῖ ἀνακρίσεις. Λῃστοφυγόδικοι Ἀγραφιώτης, Μοσχο-
103νᾶς καὶ Λαγὸς, διαπράξαντες φοβερὰν ληστείαν μετὰ φό-
104νου, περιφέρονται ἀκαταδίωκτοι δάση Μαντουδίου, ἐμποι-
105οῦντες τρόμον πᾶσι. Τηλεγραφεῖον ἀρνεῖται διαβιβάσαι
106τηλεγραφήματά μας. Ὁμόθυμος ὁ τόπος ἐξηγέρθη κατὰ
107δικαστηρίου Χαλκίδος. Οὐδὲν ἐγένετο πρὸς βελτίωσιν.
108Παρ’ ἡμῶν ἐξαιτούμεθα ταπεινῶς βελτίωσιν διοικήσεως,
109οὐδέποτε περιελθούσης τοσοῦτον οἰκτρὸν σημεῖον.
110«Ν. Ἀντωνόπουλος».
111§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἀντιπρόεδρον νὰ κατα-
112λάβῃ τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου.
113(Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ πρῶ-
114τος ἀντιπρόεδρος κ. Ἀλέξανδρος Ἀντωνόπουλος).
115§9ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐλή-
116φθη τηλεγράφημα τοῦ νομάρχου Εὐβοίας, ὅστις, λαβὼν
117γνῶσιν διὰ τηλεγραφήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν ἐν τῷ
118ἀναγνωσθέντι τηλεγραφήματι, ἀπαντᾷ, ὅτι ἅπαντα ταῦτα
119εἶναι ψευδῆ.
120§10Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, οὐχὶ διὰ νὰ
121δικαιολογηθῶ, ἀλλὰ διὰ νὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ ἅπαξ ἔτι,
122ὁποίαν ἀξίαν ἔχουσι τὰ ἀποστελλόμενα ταῦτα τηλεγρα-
123φήματα, τὰ ὁποῖα κατακλύζουσι καθ’ ἑκάστην τὸ Κοινο-
124βούλιον. Ὁ τηλεγραφῶν ὀνομάζεται Ν. Ἀντωνόπουλος, πάν-
125τες δὲ οἱ ἐν Ἀθήναις μένοντες θὰ τὸν ἐνθυμοῦνται, ὄντα πάν-
126τοτε ἐπὶ κεφαλῆς ὅλων τῶν ἐξ ἀγυιοπαίδων διαδηλώσεων.
127Οὗτος εἶναι καὶ ἀνεψιὸς τοῦ πρώην προέδρου τῆς ἀνακρι-
128τικῆς ἐπιτροπῆς κ. Φλογαΐτου, διατρίβοντος νῦν ἐν Χαλ-
129κίδι. Ἀλλὰ τί λέγει ἐν τῷ τηλεγραφήματι; Ὅτι ἡ ἐπαρ-
130χία Χαλκίδος διοικεῖται ἀγρίως, ὅτι ἔγεινε πασσαλίκι
131τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Διατί; Διότι ὁ ἐνωμοτάρχης
132Σμυρλῆς συνέλαβε τὸν ἱερέα τοῦ χωρίου Στροφυλίας, καὶ
133τὸν ἔστειλεν εἰς τὰς φυλακάς. Δὲν λέγει ὅμως καὶ διατὶ
134τὸν συνέλαβεν. Ὁ ἱερεὺς οὗτος κατηγγέλθη εἰς τὴν Ἱερὰν
135Σύνοδον πρὸ δύο ἢ τριῶν μηνῶν, καὶ τὸ ἐκκλησιαστικὸν
136δικαστήριον τὸν κατεδίκασεν εἰς τρίμηνον φυλάκισιν μὲ
137ὑπερορίαν εἴς τινα μονὴν τῶν Μετεώρων. Βασιλικὸν διά-
138ταγμα ἐνετείλατο τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως, τὸ δὲ
139Ὑπουργεῖον ἀπέστειλε τὸ διάταγμα εἰς τὸν νομάρχην πρὸς
140ἐκτέλεσιν, οὗτος δὲ πρὸς τὸν μοίραρχον, καὶ ὁ μοίραρχος
141πρὸς τὸν ἐνωμοτάρχην, ὅστις προέβη εἰς τὴν σύλληψιν
142τοῦ ἱερέως.
143Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐν τῷ τηλεγραφήματι ἀναφέρεται,
144ὅτι οἱ ἀδελφοὶ Κατσούλη, ἐκ τοῦ χωρίου Μαντουδίου, συνε-
145λήφθησαν παρὰ τοῦ ἰδίου ἐνωμοτάρχου, καὶ κατεκρατή-
146θησαν εἰς τὰς φυλακὰς παρανόμως. Τοῦτο συνδέεται πρὸς
147τὴν ἀναγραφεῖσαν ψευδῆ εἴδησιν πρό τινων μηνῶν, καθ’ ἣν
148δῆθεν ἐνεφανίσθη ὁ λήσταρχος Δράκος ἐν Εὐβοίᾳ μετὰ 20
149ἄλλων, ἐγένετο συμπλοκή, φόνοι, τραυματισμοὶ κλπ. πάντα
150ψευδέστατα. Τί δὲ εἶχε συμβῆ; Αὐτοὶ οἱ ἀδελφοὶ Κατσούλη
151ἐξήρχοντο τὴν νύκτα ὁπλοφοροῦντες καὶ ἐφόβιζον τοὺς συγ-
152χωρικούς των, λέγοντες ὅτι ἀνήκουσιν εἰς ληστοσυμμορίαν,
153ἡ ὁποία θὰ δείξῃ καὶ θὰ κάμῃ. Νύκτα τινὰ ὅμως, ἐνε-
154δρεῦσαν τὸ ἀπόσπασμα, τοὺς συνέλαβε μὲ τὰ ὅπλα εἰς χεῖ-
155ρας, καὶ τοὺς ὡδήγησεν εἰς τὸν ἀνακριτήν. Τοῦτο σημαί-
156νει, ὅτι ἡ Χαλκὶς εἶναι πασσαλίκι τοῦ Προέδρου τῆς Βου-
157λῆς; Ὁ δὲ ἀνταποκριτὴς τῆς ἐφημερίδος, ὅστις ἐτηλεγρά-
158φησε τὰ περὶ ληστοσυμμοριῶν, καταγγελθεὶς, κατεδικάσθη,
159νομίζω, εἰς 15 ἡμερῶν φυλάκισιν.
160§11ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τίνος ἐφημερίδος;
161§12ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τῶν «Καιρῶν».
162Εἶναι ἀληθές, ὅτι πρὸ ἡμερῶν συνέβη μία ληστρικὴ
163πρᾶξις. Δύο φυγόδικοι, ὀνόματι Ἀγραφιώτης καὶ Κοκονᾶς,
164συνέλαβον καθ’ ὁδὸν καὶ ληστεύσαντες ἐφόνευσαν ἕνα ταχυ-
165δρόμον ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παραλαμβάνουσι τὰ χρήματα
166τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐργαζομένων Μακεδόνων καὶ τὰ ἀποστέλ-
167λουσιν εἰς τὰς οἰκογενείας αὐτῶν. Ἐπὶ τῇ εἰδήσει ταύτῃ
168ἐγὼ πρῶτος ἐταράχθην, καὶ σπεύσας ἀμέσως εἰς τὸν κ.
169Πρωθυπουργόν, τὸν παρεκάλεσα νὰ διατάξῃ ὅ,τι εἶναι δυνα-
170τὸν ν’ ἀποσταλῇ δ’ ἐκεῖ ἀποσπασματάρχης δραστήριος
171καὶ ἱκανὸς,—καὶ ὡς τοιοῦτον ὑπέδειξα τὸν ἀνθυπομοίραρ-
172χον Ζυμβρακάκην,—ἵνα καταδιώξῃ τοὺς ληστάς. Ὁ κ.
173Πρωθυπουργὸς συνενοήθη μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρα-
174τιωτικῶν, καὶ διετάχθη ἀμέσως ὁ κ. Ζυμβρακάκης νὰ
175μεταβῇ· ἀλλ’ ἐπειδὴ παρῆλθον ἔκτοτε 15 ἡμέραι, καὶ,
176καθ’ ἃς ἔλαβον πληροφορίας, δὲν εἶχε μεταβῆ ὁ κ. Ζυμ-
177βρακάκης, παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν πρὸ τριῶν ἡμε-
178ρῶν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀμέσως τηλεγραφικῶς ἐζήτησε
179λόγον, διατὶ ὁ κ. Ζυμβρακάκης δὲν ἀνεχώρησεν. Αὐτὴν
180τὴν ἐνέργειαν ἔκαμον ἐγὼ, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ τηλεγράφημα
181προστατεύω δῆθεν τοὺς ληστὰς, διότι περιφέρονται εἰς τὰ
182δάση Μαντουδίου.
183Αὕτη εἶναι ἡ ἀξία αὐτῶν τῶν τηλεγραφημάτων. Ἕκα-
184στος δύναται ν’ ἀποστέλλῃ τηλεγραφήματα εἰς τὴν Βουλὴν
185καὶ νὰ συκοφαντῇ ὅντινα θέλῃ. Ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ εἴπω,
186ὅτι δὲν δίδω σημασίαν εἰς αὐτὰ, καὶ ὅτι ἀρκεῖ τὸ ὄνομα
187μόνον τοῦ τηλεγραφοῦντος πρὸς περιφρόνησιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ
188πρέπει ἡ Βουλὴ ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ ἐννοήσῃ τὴν ἀξίαν
189τῶν τοιούτων καταγγελιῶν, παρὰ τοιούτων μάλιστα ἀν-
190θρώπων προερχομένων.
191Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν ἱερέα, περὶ οὗ ἐγένετο τόσος λό-
192γος, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ
193φέρῃ ἐνταῦθα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ,
194ἐὰν πράγματι κατεδικάσθη εἰς τριῶν μηνῶν φυλάκισιν.
195§13ΠΑΧΥΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι πρέπει ν’ ἀποσταλῇ τὸ τη-
196λεγράφημα εἰς τὸν Εἰσσαγγελέα, ἵνα διδάξῃ τοὺς ἀνθρώ-
197πους αὐτοὺς, ὅτι δὲν δύνανται ἀτιμωρητεὶ νὰ συκοφαντῶσι.
198§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, νὰ σταλῇ.
199§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς
200Δικαιοσύνης πρὸς ἐνέργειαν τῶν δεόντων κατὰ τοῦ τηλε-
201γραφοῦντος.
202(Ἐπαναλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ
203Πρόεδρος κ. Β. Βουδούρης).
204§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Διευθυντὴς τῆς ἐνταῦθα Γαλλικῆς
205Σχολῆς κ. Ὠμὸλ ἀπέστειλε πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βου-
206λῆς τὴν ἑξῆς ἐπιστολήν.
207§17ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
208«Κύριε Πρόεδρε.
209«Αἱ ἐφημερίδες τῆς πρωΐας μοὶ δίδουσι τὴν εἴδησιν,
210καθ’ ἣν ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἐψήφισε τὴν παραχώρησιν εἰς
211τὴν Γαλλικὴν Σχολὴν Ἀθηνῶν οἰκοπέδου, ὅπερ κανονίζει
212καὶ συμπληροῖ τὴν ἰδιοκτησίαν, ἣν κέκτηται ἐκ προτέρας
213ἐλευθεριότητος τῆς Ἑλλάδος.
214«Γινώσκω ὅλην τὴν ἀξίαν τῆς γενναίας ταύτης παρα-
215χωρήσεως, ὡς ἐπίσης καὶ τὴν συμπάθειαν, ἣν ἐνέχει διὰ τὴν
216Γαλλικὴν Σχολὴν τῶν Ἀθηνῶν. Αἰσθάνομαι βαθύτατα
217ὅλην τὴν εὐγνωμοσύνην, ἣν ὀφείλομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν
218καὶ τὴν Βουλήν. Ἡ πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἀγάπη οὐ μόνον ἐν
219τῷ παρόντι αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ παρελθόντι, εἶναι μία
220τῶν σταθερῶν ἡμῶν παραδόσεων, διὰ νὰ μὴ εἴπω, ὅτι αὕτη
221ἀποτελεῖ τὸν λόγον τῆς ὑπάρξεως ἡμῶν. Ἐμείναμεν πάν-
222τοτε ἐν τούτῳ πιστοὶ, καὶ ἐκ τούτου νομίζομεν, ὅτι ἠξιώ-
223θημεν πάντοτε τῆς εὐμενείας τῶν δημοσίων ἀρχῶν. Τὰ νέα
224καθήκοντα εὐγνωμοσύνης, τὰ ὁποῖα ἡ εὐμένεια αὕτη γεννᾷ
225παρ’ ἡμῖν, εἶναι εὐπρόσδεκτα εἰς τὸν ἡμέτερον φιλελλη-
226νισμὸν, ὡς νέοι δεσμοὶ, συνδέοντες ἡμᾶς πρὸς τὴν χώραν
227ταύτην.
228«Παρακαλῶ, ὅπως διαβιβάσητε πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν
229Ἑλλήνων τὰ εὐχαριστήριά μου, τὰ ὁποῖα προσεχῶς, ἐλ-
230πίζω, θὰ ἀκολουθήσωσι τὰ εὐχαριστήρια τοῦ κόμητος Μον-
231τολὼν καὶ τὰ τοῦ Προέδρου τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας,
232καὶ δέξασθε τὴν διαβεβαίωσιν τῆς πρὸς ὑμᾶς βαθείας μου
233ὑπολήψεως.
234Θ. Ὠμώλ.»
235§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας
236διατάξεως;
237§19ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
238κῶν). Καταθέτω συντομωτάτην πληροφορίαν ἐπὶ ἐρωτήμα-
239τος ὁμοίως συντόμου τοῦ ἐκ Μεσσήνης ἀξιοτίμου Βουλευ-
240τοῦ. Παράπονα κατὰ τῶν κατὰ τόπους ἐπισκοπικῶν ἐπι-
241τροπῶν ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου
242τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον συνέστησε πρό τινος
243ἐπιτροπήν τινα ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν, ἡ ὁποία ἀκαμάτως καὶ
244δραστηρίως ἐργάζεται ἐπὶ σοβαρῶν καὶ σπουδαιοτάτων
245ἀντικειμένων, ὑπαγομένων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουρ-
246γείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην
247ὑποβάλλεται καὶ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ὅπως ληφθῇ συν-
248τόνως προσωρινόν τι μέτρον, θέτον τέρμα εἰς τὰς διαφό-
249ρους ἀτοπίας, αἱ ὁποῖαι συμβαίνουσιν εἰς τὰς χηρευούσας
250ἐπισκοπάς, ὧν ἡ πλήρωσις δὲν εἶναι εὐχερὴς σήμερον.
251§20Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀνήγγειλα πρὸ
252ἡμερῶν, ὅτι ὁ ἀπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ
253Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1890 εἶχε παρασκευασθῆ καὶ
254παραδοθῆ εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον. Ἤδη ἐξετυπώθη
255καὶ ὑποβάλλω αὐτὸν ἔντυπον εἰς τὴν Βουλήν.
256§21ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
257Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τοῦ τύπου
258τῶν διαθηκῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνοδεύεται ὑπὸ ἐκ-
259τενοῦς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως· πρὸς διευκόλυνσιν δὲ τῶν κυ-
260ρίων Βουλευτῶν ἐν τῇ μελέτῃ νομοσχεδίου τόσης σπου-
261δαιότητος, ἔκρινα χρήσιμον νὰ τυπωθῶσι μετὰ τοῦ εἰσα-
262γομένου νομοσχεδίου, αʹ) τὸ ψήφισμα τοῦ Κυβερνήτου, τὸ
263κανονίζον τὰ τῶν διαθηκῶν παρ’ ἡμῖν, ἐκτὸς τῆς Ἑπτα-
264νήσου· βʹ) ἀπόσπασμα τοῦ Ἰονίου κώδικος, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ
265τὰς διαθήκας, καὶ γʹ) ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε
266παρασκευάσει κατὰ τὸ 1884 ἡ ἐκ νομομαθῶν ἐπιτροπή.
267Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἢ μᾶλλον ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὰς δια-
268θήκας, ἀνάγεται, ὡς γινώσκετε, εἰς τὸ κληρονομικὸν δί-
269καιον, καὶ παρεσκευάσθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν
270διὰ βασιλικοῦ διατάγματος εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ἀναθεώ-
271ρησις τοῦ ἀστικοῦ κώδικος· ἐπειδὴ ὅμως, ὅσον ἀφορᾷ
272τὰς διαθήκας, ἀποτελεῖ τι τὸ αὐτοτελές, καὶ τοῦτο αὐτὴ
273ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ἀστικοῦ κώδικος ὡμολόγησεν, ὑπάρχει
274δὲ ὡμολογημένη ἡ ἀνάγκη, αἱ διατάξεις περὶ διαθηκῶν
275νὰ μεταῤῥυθμισθῶσιν οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ὑφίστανται οἱ
276συμπολῖται ἡμῶν ὅσας σήμερον περιπετείας ἐκ τῆς πολυ-
277τελείας τῶν διατυπώσεων, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ συστήσω
278εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ παρασκευάσῃ τὸ νομοσχέδιον
279τοῦτο, ἵνα τὸ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, διότι νομίζω, ὅτι
280θὰ πληρώσω ἓν κενόν, ὑφιστάμενον ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν.
281Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπι-
282τροπὴν τῆς Δικαιοσύνης.
283§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
284Παράρτημα, ἀριθ. 75).
285§23ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν
286τῆς Δικαιοσύνης, ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ ἐργάζεται ἐπὶ τοῦ ἀστι-
287κοῦ κώδικος, καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐπεξειργάσθη μέχρι
288τοῦδε τὸ οἰκογενειακὸν δίκαιον, εὑρίσκεται δὲ ἤδη εἰς τὴν συ-
289ζήτησιν τοῦ κληρονομικοῦ δικαίου, προκειμένου περὶ δια-
290θηκῶν, αἵτινες ὑπάγονται εἰς τὸ κληρονομικὸν δίκαιον, νὰ
291μᾶς εἴπῃ, ποῖος ὁ λόγος ὁ κατεπείγων νὰ ἀποσπασθῇ τὸ
292μέρος αὐτὸ τοῦ κληρονομικοῦ δικαίου, νὰ μὴ ἀφεθῇ δὲ εἰς
293τὴν ἐπιτροπὴν νὰ κανονίσῃ ὁλόκληρον τὸ σύστημα, ἀφοῦ
294μάλιστα οὐδεμία πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ συντάραξις εἰς τὴν
295κοινωνίαν ἐκ τοῦ ἐν ἰσχύϊ ψηφίσματος τοῦ Κυβερνήτου.
296§24ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν
297εἶναι προκεχωρημέναι αἱ ἐργασίαι τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ
298ἀστικοῦ κώδικος ὅσον ὑπολαμβάνετε, καὶ ἐπειδὴ θὰ βρα-
299δύνωσιν ἐπὶ πολὺν χρόνον, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ συστήσω
300εἰς αὐτήν, ὅπως παρασκευάσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ διαθη-
301κῶν καὶ τὸ ὑποβάλω. Περὶ κληρονομικοῦ δὲ δικαίου ἀκόμη
302ἀρχὴ δὲν ἐγένετο εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν
303παρεσκεύασε παρὰ μόνον τὸ γενικὸν μέρος, τὸ ὁποῖον τώρα,
304τυπωθὲν, ἐπεξεργάζεται πάλιν, καὶ εἶναι πιθανὸν ἐν τῇ
305συνόδῳ ταύτῃ νὰ ὑποβληθῇ. Δὲν παρεσκεύασε δὲ ἀκόμη ἡ
306ἐπιτροπὴ τὸ οἰκογενειακὸν δίκαιον· τὸ ἐμπράγματον δὲ
307δίκαιον καὶ τὰ λοιπὰ μέρη τοῦ ἀστικοῦ κώδικος εἶναι
308ἀκόμη ἐκκρεμῆ ἐνώπιον αὐτῆς.
309§25ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἷς
310τῶν κυρίων Βουλευτῶν Κορινθίας ἀπηύθυνεν ἐν προηγουμένῃ
311συνεδριάσει ἐπερώτησιν, σχετιζομένην πρὸς γέφυράν τινα ἐπὶ
312τοῦ ποταμοῦ Συκιᾶς τῆς Κορινθίας. Ἀληθῶς ἐπερατώθη-
313σαν ἀπό τινος τὰ βάθρα τῆς γεφύρας, πρὸ πολλοῦ δὲ πα-
314ρηγγέλθη τὸ κατάστρωμα αὐτῆς, τὸ ὁποῖον ἤδη καὶ πα-
315ρελήφθη εἰς Πάτρας, καὶ κατ’ αὐτὰς πρόκειται νὰ το-
316ποθετηθῇ.
317Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ κατα-
318θέσω τὸ συμβόλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγκατεστάθη ἡ Ἀγ-
319γλικὴ ἑταιρία εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Γαλλικῆς ἑται-
320ρίας τῆς Κωπαΐδος. Ἐπίσης ἐζήτησε νὰ πληροφορήσω τὴν
321Βουλήν, ποία ἡ ἕδρα τῆς ἑταιρίας ταύτης, καὶ ἐκ τίνων ἀπο-
322τελεῖται τὸ Διοικητικὸν αὐτῆς Συμβούλιον. Ἐὰν ὁ κ. Βου-
323λευτὴς εὐαρεστηθῇ νὰ ἐξετάσῃ τὴν «Ἐφημερίδα τῆς
324Κυβερνήσεως» τῆς 18 Σεπτεμβρίου 1887, θὰ εὕρῃ τὰ
325ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ζητεῖ. Ἡ ἕδρα τῆς ἑταιρίας εἶναι ἐν
326Λονδίνῳ· ἐν δὲ τῇ ἐφημερίδι, ἧς ἐμνημόνευσα, θὰ εὕρῃ
327καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ἀποτελούντων τὸ Διοικητικὸν Συμ-
328βούλιον. Ἐπειδὴ ὅμως ἐζήτησε τὴν τύπωσιν τῶν διαφόρων
329ἐγγράφων, τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν Κωπαΐδα, διέταξα,
330ὅπως δημοσιευθῶσι μετ’ αὐτῶν καὶ τὰ ἔγγραφα ταῦτα.
331Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἐζήτησε διαφόρους πλη-
332ροφορίας περὶ τῶν ὁδῶν, αἵτινες συνδέουσι τὰς ἐπαρχίας
333Τριφυλίας καὶ Ὀλυμπίας· καὶ ἄλλας πολλὰς πληροφορίας
334ἐζήτησε. Καταθέτω σημείωμα καὶ σχεδιόγραμμα εἰς ἀπάν-
335τησιν τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης.
336Ὁ ἐκ Πατρῶν κ. Βουλευτὴς ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν ὡς
337ἑξῆς: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ
338καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σχετικὰ τῆς ὑποθέσεως, περὶ
339ἧς ἀνεφέρθη εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγραφικῶς ὁ Ἰωάννης Ζερ-
340δεβᾶς». Καταθέτω ὑπόμνημα περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης
341καὶ τὰ σχετικὰ περὶ αὐτῆς, ἐτηλεγράφησα δὲ μετὰ τὴν
342ἐπερώτησιν εἰς τὸν Νομάρχην, ὅπως πληροφορήσῃ τὸ Ὑπουρ-
343γεῖον περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης· νομίζω ὅμως, ὅτι αἱ πλη-
344ροφορίαι, αἱ ἐν τοῖς ἐγγράφοις αὐτοῖς περιεχόμεναι, ἡ ἔκθε-
345σις κυρίως τοῦ νομομηχανικοῦ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης,
346εἶναι ἀρκοῦσαι, ὅπως παρέξωσι πᾶσαν πληροφορίαν πρὸς
347τὸν κ. Βουλευτήν.
348§26ΧΟΪΔΑΣ. Σχεδιόγραμμα ὑπάρχει;
349§27ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀκριβῶς τὸ σχεδιόγραμμα ἐζήτησα, διότι
350δὲν ὑπάρχει. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομομηχανικοῦ, πρό-
351κειται περὶ οἰκίας, τὴν ὁποίαν ἠγόρασεν ὁ δῆμος, καὶ εἰς
352τὴν κατεδάφισιν τῆς ὁποίας προέβη μετὰ τὴν ἀγοράν.
353§28ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχω, κύριε Πρόεδρε, ζητήσει μέχρι τοῦδε
354διαφόρους πληροφορίας παρὰ τῶν ἀξιοτίμων Ὑπουργῶν ἐπὶ
355τῶν Οἰκονομικῶν, Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν. Πιθα-
356νὸν αἱ ἄλλαι πληροφορίαι, ὡς πολύπλοκοί πως, ν’ ἀπαι-
357τῶσι χρόνον μακρὸν πρὸς περισυλλογήν. Μία ὅμως ἐξ αὐ-
358τῶν, ἡ ἀναγομένη εἰς τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν,
359ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἠδύνατο καὶ αὐθημερὸν νὰ ὑποβληθῇ
360ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας. Εἰ καὶ ἔχω ὅμως ζητήσει αὐτὴν ἤδη
361πρὸ τριῶν ἡμερῶν, οὐδὲν ἧττον καθυστερεῖ αὕτη· διὸ εἶμαι
362ἠναγκασμένος νὰ ὑπενθυμίσω αὐτὴν τοῖς ἁρμοδίοις ἐπὶ τῶν
363Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῖς, καὶ νὰ τοὺς
364παρακαλέσω, ὅπως ἐπισπεύσωσι τὴν προσαγωγὴν αὐτῆς
365εἰς τὴν Βουλήν.
366§29ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταξὺ τῶν παντοπωλῶν καὶ τῆς
367Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων ἠγέρθη ἔρις περὶ ἑρμηνείας τῆς
368συμβάσεως· ἡ μὲν ἑταιρία ζητεῖ τὰς κάσας τοῦ πετρελαίου,
369οἱ δὲ παντοπῶλαι ζητοῦσι νὰ λαμβάνουν καὶ τὰς κάσας,
370διότι λέγουν, ὅτι ἡ σύμβασις ὁρίζει ποσὸν δραχμῶν τριά-
371κοντα διὰ τὸ κιβώτιον τὸ περιέχον δύο τενεκέδες. Θὰ παρα-
372καλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐνεργήσῃ
373ὅ,τι δέον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ νὰ πληροφορήσῃ
374τὴν Βουλήν.
375§30Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
376Ἐδόθησαν διαταγαὶ, ὅπως παραδίδωνται καὶ τὰ κιβώτια μετὰ
377τοῦ πωλουμένου πετρελαίου.
378§31ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς τὸ ἑσπέρας κατὰ πλάνην
379ἀνέφερα, ὅτι ὁ προξενικὸς νόμος περὶ τοῦ γραμματέως τοῦ
380ἐν Παρισίοις Προξενείου εἶναι προσωπικὸς, γενόμενος διὰ
381τὸν κ. Καλογερόπουλον, τὸν ὁποῖον ἴσως ἐπίκρανα, μολονότι
382δὲν γνωρίζω τὸν ἄνθρωπον, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ εἴπω, ὅτι ἐγένετο
383διὰ τὸν κ. Λεβίδην.
384§32ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Θὰ
385σημειωθῇ καὶ αὐτὸ εἰς τὰ πρακτικὰ (ἱλαρότης).
386§33ΣΑΚΚΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ προξενικῶν ὑπαλλή-
387λων, λαμβάνω καὶ ἐγὼ ἀφορμὴν, ὅπως παραπονεθῶ πρὸς
388τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ πρᾶξιν ἀπο-
389διδομένην εἰς προξενικὸν ὑπάλληλον, ἀντιπροσωπεύοντα
390τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐν Βάρι τῆς Ἰταλίας. Δὲν εἶναι
391ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἀνεκοινώθησαν παράπονα, ἔχοντα
392βάσιν, ὅτι πρόξενοι ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐνοσφίσθησαν πολλά-
393κις περιουσίας ὁλοκλήρους, αἱ ὁποῖαι περιέπεσαν εἰς χεῖρας
394αὐτῶν, εἴτε ὡς κληρονομίαι, εἴτε ἐκ ναυαγίων πλοίων, ἢ
395ἐξ ἄλλων αἰτίων· ἐνθυμοῦμαι ὅτι πρὸ δέκα καὶ πλέον ἐτῶν,
396ὅτε διετέλουν ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν,
397προξενικός τις ὑπάλληλος ἐσφετερίσθη τὸ ἀντίτιμον ὁλο-
398κλήρου πλοίου ναυαγήσαντος ἐν Ἰταλίᾳ, καὶ ὅμως ὁ ὑπάλ-
399ληλος οὗτος διέφυγε τῶν χειρῶν τῆς δικαιοσύνης, οὐχὶ ὅμως
400καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι ἀπελύθη τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἔκ-
401τοτε δὲν ἐπανῆλθεν εἰς αὐτὴν πλέον. Πλεῖστα ὅμως τοι-
402αῦτα, μὴ τυχόντα τῆς δεούσης προσοχῆς ἐκ μέρους τῶν
403κατὰ καιροὺς Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐνεθάῤῥυναν
404πολλοὺς προξενικοὺς ὑπαλλήλους, ὥστε νὰ προβῶσιν εἰς
405διαφόρους καταχρήσεις καὶ ἐγκλήματα, δύναμαι νὰ εἴπω,
406εἰς βάρος διαφόρων ὑπηκόων Ἑλλήνων. Ὁ ἐκ Σύρου ἀξιό-
407τιμος συνάδελφος κ. Σοῦτσος, λαβὼν ἀφορμὴν κατὰ τὴν
408συζήτησιν τοῦ προξενικοῦ νομοσχεδίου, ἀνέφερε πολλὰ τοι-
409αῦτα, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἀπασχολήσω τὴν
410Βουλὴν, ἀναφέρων καὶ ἐγὼ ἄπειρα, τὰ ὁποῖα γνωρίζω.
411Θέλω περιορισθῆ μόνον εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον μὲ ἠνάγκασε
412νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα· συνιστῶ δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν
413ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ δώσῃ τὴν δέουσαν προσοχήν.
414Πρὸ δύο ἐτῶν περίπου ἐν Βάρι τῆς Ἰταλίας ἐναυά-
415γησε πλοῖον ἑλληνικὸν, τοῦ Βασιλείου Ξαρχάκου ἐκ Πε-
416ταλιδίου, πλῆρες φορτίου, ἐντὸς τοῦ λιμένος· ὁ πρόξενος,—
417ὅστις, νομίζω, εἶναι Ἕλλην τὴν καταγωγὴν, ἐκ Κερκύρας,
418ἀλλ’ ἀποκατεστημένος πρὸ ἐτῶν ἐν Βάρι, καθολικὸς δὲ τὸ
419θρήσκευμα,—καιροφυλακτῶν τὰς περιστάσεις, ὅπως πλη-
420ρώσῃ τὸ ἴδιον βαλάντιον, καὶ ἀδιαφορῶν περὶ τῆς προστα-
421σίας τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, εὗρε τότε τὴν εὐκαιρίαν, καὶ
422ὑπὸ τὸ πρόσχημα δῆθεν, ὅτι θὰ παρέξῃ πᾶσαν προστασίαν
423εἰς τὸν εἰρημένον πλοίαρχον, ὅπως ἐπιβάλλει αὐτῷ τὸ κα-
424θῆκον, κατώρθωσε κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν
425νὰ μὴ ἀφήσῃ ἢ ἑκατοντάδας μόνον τινὰς δραχμῶν πρὸς
426ὄφελος τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ πλοίου. Ὁ πλοίαρχος τοῦ πλοίου
427ἐκείνου ἀπηύθυνεν ἀναφορὰν καὶ πρὸς τὸν προκάτοχον
428Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸν κ. Δεληγεώργην· ὁ κ.
429Δεληγεώργης, εἰς τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ παρέστησα τὴν ὑπό-
430θεσιν προφορικῶς, εἶπεν ὅτι θὰ ἐνεργήσῃ δεόντως, ἀλλ’ ἐπειδὴ
431ἔτυχε νὰ λάβῃ γνῶσιν τούτου μόλις εἰς τὸ τέλος τῆς
432ὑπουργίας του, δὲν ἐπρόφθασε νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἔπρεπε,
433καὶ ἔκτοτε, εἴτε διότι δὲν ἔλαβον γνῶσιν, εἴτε δι’ ἄλλους
434λόγους, οἱ διάδοχοι αὐτοῦ δὲν ἐμερίμνησαν ὡς ἔπρεπε περὶ
435τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἤδη ὁ πλοίαρχος οὗτος δι’ ἀνα-
436φορᾶς του πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον ζητεῖ
437παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως
438ταύτης, καὶ μεριμνήσῃ, ὅπως τῷ ἀποδοθῇ τοὐλάχιστον ὅ,τι
439τῷ ἀνήκει. Προσθέτω δὲ, ὅτι ἠναγκάσθη ὁ δυστυχὴς οὗτος
440νὰ ἀναχωρήσῃ ἐκ Βάρης διὰ συνεισφορᾶς, γενομένης ὑπό
441τινων ἐκ τῶν κατοίκων τοῦ τόπου ἐκείνου.
442Ἐπειδὴ ἐγνώριζον ἔκτοτε τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης,
443κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος μεταβαίνων εἰς Ἰταλίαν διῆλθον
444ἐκ Βάρι, ἐπωφελούμενος δὲ τῆς εὐκαιρίας τῆς ἐκεῖθεν διε-
445λεύσεώς μου καὶ τῆς ἐπί τινας ὥρας ἐκεῖ παραμονῆς μου,
446μετέβην ὅπως ἴδω αὐτοπροσώπως τὸν κ. Πρόξενον, ὃν ὅμως
447δὲν εὗρον. Ὡς ἐπληροφορήθην ἐκεῖ, ὁ κ. Πρόξενος εἶναι
448μεσίτης, τὰ δὲ προξενικὰ σήματα εὕρηνται ἐπὶ τῆς θύρας
449μιᾶς ἀποθήκης, ἐντὸς τῆς ὁποίας εὑρίσκονται διάφορα ἐμπο-
450ρεύματα. Λέγω δὲ ταῦτα, ἵνα παραστήσω πόσον ἀξιοπρε-
451πῶς ἀντιπροσωπεύεται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐν πόλει
452σχετικῶς ἐκ τῶν μεγαλειτέρων τῆς Ἰταλίας!
453Ἐκ τούτου ὅθεν λαμβάνων ἀφορμὴν, δὲν κρίνω ἄσκοπον
454νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ
455λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως οἱ Ἕλληνες πρόξενοι, οἱ διοριζόμενοι
456ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὦσιν εὐπρόσωποι· εἶναι δὲ προτιμότερον
457νὰ διορίζωνται ξένοι, οἱ ὁποῖοι δέχονται εὐχαρίστως χάριν
458τιμῆς τὴν θέσιν ταύτην, παρὰ, ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅτι εἰς
459ἕνα τόπον εὑρίσκεται Ἕλλην τις, νὰ δίδωμεν τοιαύτην θέσιν
460εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα προσβάλλουσιν ἴσως τὴν ἑλληνι-
461κὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὸ ἀξίωμα αὐτῶν.
462§34Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἐκ Λοκρίδος κ.
463Βουλευτὴς ὑπέμνησε πρὸ ὀλίγου ἐπερώτησίν τού τινα· νομίζω
464ὅτι ἡ ἐπερώτησις, εἰς ἣν ἀνεφέρετο ἡ ὑπόμνησίς του, εἶναι
465ἡ ἑπομένη (ἀναγινώσκει): «αʹ) Εἰς πόσον ἀνέρχεται τὸ
466ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν,
467τὸ προωρισμένον εἰς ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου, κατὰ τὴν
468σχετικὴν σύμβασιν πρὸς τὴν ἑταιρίαν τοῦ σιδηροδρόμου
469Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου. βʹ) Ποῦ εἶναι κατα-
470τεθειμένον τὸ ὑπόλοιπον αὐτό». Περὶ τούτου ὑποβάλλω
471πίνακα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως δημοσιευθῇ. Κατὰ τὸν πίνακα
472τοῦτον, εἶναι κατατεθειμένα εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια παρὰ
473τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ δρ. 1,165,254.75, εἰς χρυσὸν παρὰ
474τοῖς ἐν Λονδίνῳ Gibbs and Sons χρεώγραφα φράγκα
475505,000, μετρητὰ φράγκα 103,956.60.
476Ἠρώτησε προσέτι ὁ κ. Βουλευτής, διατὶ δὲν ἀνέλα-
477βεν ἡ ἑταιρία τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελο-
478ποννήσου τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἔργων τοῦ σιδηροδρόμου
479Μύλων–Καλαμῶν. Ἡ ἑταιρία ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα
480ἀναλάβῃ τὴν ἐξακολούθησιν. Γινώσκει ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡμεῖς
481δὲν ἐθεωρήσαμεν καλῶς γενομένην τὴν μεταβίβασιν τῶν
482τοῦ σιδηροδρόμου εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἀλλ’ ἐγένετο νομίμως
483καὶ ἐπάγεται τὰς ὑποχρεώσεις ἀκεραίας· ὀφείλει ἄρα ἡ
484ἑταιρία νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἔργων, καὶ ἡ
485Κυβέρνησις παρακινεῖ αὐτὴν, ὅπως πράξῃ τοῦτο, ἐλπίζομεν
486δὲ, ὅτι θέλει τὸ πράξει.
487§35ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐκ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ἐννοεῖ ὁ κ.
488Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐγίνωσκον κάλλιστα, ὅτι
489ἡ ἑταιρία τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελο-
490ποννήσου ἔχει ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐξακολουθή-
491σεως καὶ ἀποπερατώσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Κα-
492λαμῶν· διὸ δὲν περιέμενον παρ’ αὐτοῦ νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν
493αὕτη ὀφείλῃ ἢ ὄχι νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
494ἐπεθύμουν νὰ μάθω παρ’ αὐτοῦ, εἶναι, διατὶ ἀναβάλλει
495μέχρι τοῦδε τὴν ἔναρξιν τοῦ ἔργου. Δὲν πρόκειται δὲ, κύριε
496Πρόεδρε, περὶ παρωνυχίδος· πρόκειται περὶ ἔργου, δι’ ὃ τὸ
497Δημόσιον ἐχρεώθη μὲ 30,000,000 φράγκων χρυσῶν περίπου,
498καὶ δι’ ὃ καταβάλλει νῦν ἐτησίως τόκους 1,440,000 φράγ-
499κων χρυσῶν. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν τὸν λόγον, δι’ ὃν δὲν πρέπει
500νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου, ἐξ οὗ ὁπως-
501δήποτε ἔχομεν νὰ ἐλπίζωμεν πρόσοδόν τινα, ἐξ ἧς θὰ ἠδυ-
502νάμεθα νὰ καλύψωμεν ἔστω καὶ ἓν μέρος τῶν τόκων.
503Λοιπὸν ἐπὶ τούτου ἐπιθυμῶ νὰ ἔχω ἀπάντησιν σαφῆ
504καὶ κατηγορηματικὴν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰ-
505κονομικῶν.
506§36Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πάντοτε ἤμεθα
507γνώμης, ὅτι ἡ ἑταιρία δυσκόλως ἤθελεν ἀναλάβει τὴν
508ἐργασίαν ἤδη, ὡς Κυβέρνησις, προσπαθοῦμεν νὰ κατορθώ-
509σωμεν, ὅπως ἀναλάβῃ αὐτὴν, καὶ πᾶν τὸ ἐφ’ ἡμῖν πράτ-
510τομεν, ἵνα ἐπιτευχθῇ τοῦτο, ἐλπίζω δὲ, ὅτι θέλει ἐπιτευχθῆ.
511§37ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἓν πρόσκομμα,
512ὅτι οἱ ἐργασθέντες εἰς τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν δὲν ἀπεζημιώ-
513θησαν, καὶ ἤδη ἡ ἑταιρία δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν
514ἐκτέλεσιν, διότι αὐτοὶ ἀνθίστανται, ζητοῦντες ὅπως προη-
515γουμένως ἀποζημιωθῶσι.
516§38Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ποῖος ἀνθίσταται;
517§39ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Οἱ ἔχοντες λαμβάνειν.
518§40Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν ἔχωσι λαμβάνειν, ἡ ἑταιρία
519ὀφείλει νὰ τοὺς πληρώσῃ, ἐὰν δὲν ἔχωσι λαμβάνειν, ὀφεί-
520λει ἡ ἑταιρία νὰ ἐργασθῇ, μὴ δυναμένη νὰ παραστήσῃ τὰς
521ἀπαιτήσεις ὡς πρόσκομμα δικαιολογοῦν τὴν ἀναβολὴν τῆς
522ἀναλήψεως τῶν ἐργασιῶν. Ὑπάρχουσιν ἀναντιῤῥήτως προσ-
523κόμματα, ἐλπίζω ὅμως, ὅτι πάντα θέλουσιν ἀρθῆ.
524§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
525Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χρηματικῶν
526καταθέσεων τοῦ Δημοσίου παρὰ ταῖς προνομιούχοις Τραπέζαις.
527(Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνο-
528λον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
529§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
530τελῶν ἀγκυροβολίας καὶ φαρικῶν.
531(Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνο-
532λον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως)
533§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
534τροποποιήσεως τοῦ ΡΚΘʹ νόμου περὶ λιμένων, προκυμαιῶν,
535φάρων κλπ.
536(Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
537§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
538§45ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ
539τρίτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ὡς
540ἑξῆς: «15% ἐπὶ εἰσαγωγικῶν τελῶν, λογι-
541ζόμενα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπραττομένων ἑκάστοτε».
542§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ
543νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρα-
544καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
545Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
546(Γίνεται εἶτα δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομο-
547σχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
548§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
549πληρωμῆς εἰς χρυσὸν ἐσόδων τινῶν.
550§48ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρό τινων ἡμερῶν, Κύριοι, εἶχον ἐπιστή-
551σει τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς αἰφνιδίας καὶ
552ἀποτόμου ὑψώσεως τῆς ἐπικαταλλαγῆς καὶ τῆς συγκινή-
553σεως, ἥτις κατ’ ἀκολουθίαν αὐτῆς εἶχε καταλάβει τὴν ἀγο-
554ρὰν ἡμῶν. Εἶχον καταδείξει τότε, ὅτι ὑπαίτιος τῆς κατα-
555στάσεως ταύτης ἦτο ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ, καὶ ἰδίᾳ τὰ μέχρι
556τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐφαρμοσθέντα οἰκονομικὰ αὐτῆς μέ-
557τρα, διὸ παρεκάλεσα αὐτὴν ἐν τέλει νὰ φεισθῇ τῆς
558χώρας, καὶ νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ἐφαρμόζουσα μέτρα, ὧν
559τόσον ὀλέθρια ἠλέγχοντο τ’ ἀποτελέσματα ἐν αὐτοῖς τοῖς
560πράγμασι. Δυστυχῶς δὲν εἰσηκούσθη· ἡ Κυβέρνησις, μὴ ἀρ-
561κεσθεῖσα εἰς τὰ τέως ἐφαρμοσθέντα μέτρα της, ἅτινα τὴν
562ἐπικαταλλαγὴν εἶχον ἀνυψώσει ἤδη εἰς 50–55%, ἠθέ-
563λησε νὰ προβῇ ἔτι περαιτέρω καὶ ὑπέβαλε χθὲς εἰς τὴν
564Βουλὴν καὶ τὸ περὶ εἰσπράξεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ
565εἰς χρυσόν. Μόλις ὅμως τὸ νέον τοῦτο μέτρον ἐγένετο σήμε-
566ρον γνωστόν, καὶ ἰδοὺ ὅτι ἡ ἐπικαταλλαγὴ ὑπέστη νέαν
567ὕψωσιν, ὑπερβᾶσα ἤδη τὰ 55%, τὰ χρεώγραφα καὶ αἱ
568διάφοροι ἀξίαι ἐξέπεσαν, ἡ δὲ κοινωνία διατελεῖ αὐτόχρημα
569ἀνάστατος, καταληφθεῖσα ὑπὸ πανικοῦ. Οὕτως ἐξήνεγκεν
570ἤδη ὁριστικὴν καὶ ἀμετάκλητον τὴν καταδικαστικήν της
571ψῆφον ἡ κοινὴ γνώμη περὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου,
572ὑπολείπεται δὲ νῦν νὰ ἐξενέγκῃ ψῆφον περὶ αὐτοῦ καὶ ἡ
573Βουλή. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν ἐπιθυμῶ τὸ παράπαν νὰ ἐπη-
574ρεασθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἐκ τῆς τοιᾶσδε ἢ τοιᾶσδε
575στάσεως τῆς κοινῆς γνώμης ἀπέναντι τοῦ ὑπὸ συζήτησιν
576νομοσχεδίου· θὰ ἐπεθύμουν μᾶλλον ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ
577ἔθνους νὰ μορφώσῃ γνώμην αὐτοτελῆ καὶ ἀνεπηρέαστον,
578γνώμην καταρτιζομένην ἐκ τῆς ἐμβριθοῦς μελέτης καὶ βα-
579σάνου αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τὰς δύο αὐτοῦ ἐπόψεις,
580ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν δημοσιονομικὴν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν
581τὴν οἰκονομικήν. Ὑπὸ τὰς δύο δὲ ταύτας ἐπόψεις ἀνέλα-
582βον νὰ ἐξετάσω καὶ ἐγὼ τὸ νομοσχέδιον.
583Ὅτι ὑπὸ ἔποψιν δημοσιονομικὴν οὐδὲν ἀγαθὸν ἔχομεν
584νὰ προσδοκῶμεν ἐκ τοῦ νέου τούτου οἰκονομικοῦ μέτρου τῆς
585Κυβερνήσεως, περὶ τούτου εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ ὑπο-
586λείπηται πλέον ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς οὐδ’ εἰς αὐ-
587τὸν τὸν εἰσηγητήν του, τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἐγὼ τοὐ-
588λάχιστον, Κύριοι, νομίζω, ὅτι θὰ προσέκρουον εἰς τὴν ἐγνω-
589σμένην αὐτοῦ ἀντίληψιν καὶ νοημοσύνην, ἐὰν ὑπέθετον καὶ
590πρὸς στιγμήν, ὅτι αὐτός, τυφλώττων πρὸ τῶν προδήλων
591καὶ καταφανῶν εἰς πάντας, θὰ ἠρνεῖτο ὅτι, ἐὰν ἡ ἁπλῆ
592ὑποβολὴ τοῦ μέτρου του εἰς τὴν Βουλὴν συνετέλεσεν εἰς
593ὕψωσιν καταπληκτικὴν τῆς ἐπικαταλλαγῆς, ἡ ὁριστικὴ
594ἐπιψήφισις τοῦ τοιούτου μέτρου δὲν θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλε-
595σμα μείζονα ἔτι ὕψωσιν αὐτῆς. Καὶ εἶναι φυσικόν, φυσι-
596κώτατον τοῦτο. Διὰ τοῦ προκειμένου μέτρου εἶναι, ὡς ἐὰν
597ἔλεγε τὸ Κράτος: «Ἐπὶ ὡρισμένων εἰσπράξεων δὲν δέχο-
598μαι τὸ νόμισμα, ὅπερ ἐγὼ ἐπέβαλον εἰς τὴν χώραν καὶ
599ὅπερ ἀντιπροσωπεύει τὴν ἰδίαν μου πίστιν· διότι τὴν πί-
600στιν μου ταύτην θεωρῶ πλέον ἀναξιόχρεων, κατ’ ἀκολου-
601θίαν δὲ καὶ τὸ ἀντιπροσωπεῦον αὐτὴν νόμισμα ἀνίκανον
602πλέον νὰ πληρώσῃ τὰς χρηματικάς μου ἀνάγκας, τούτου
603δ’ ἕνεκεν ἀναγκάζομαι νὰ ζητήσω παρ’ ὑμῶν τῶν φορο-
604λογουμένων χρυσόν, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἔχω φυγαδεύσει ἤδη
605ἐκ τῆς χώρας, σεῖς δὲ ὀφείλετε νῦν νὰ μοὶ προμηθεύσητε
606ὁποθενδήποτε καὶ ὁπωσδήποτε δύνασθε.» Ἀλλ’ ὅταν τὸ
607Κράτος αὐτὸ ἐννοῇ νὰ ἐξευτελίσῃ οὕτω πως τὸ ἴδιον νό-
608μισμα, τὴν ἰδίαν του πίστιν, τί θέλετε νὰ πράξῃ τότε ἡ
609κοινωνία; Δὲν εἶναι ἠναγκασμένη νὰ ὑποτιμήσῃ καὶ αὐτὴ
610τὸ νόμισμα, τὸ ὁποῖον ὑποτιμᾷ οὕτως αὐτὸς ὁ ἐκδότης του,
611τὸ Κράτος;
612Τοῦτο δὲν παρατηρεῖται, Κύριοι, νῦν τὸ πρῶτον παρ’
613ἡμῖν. Παρετηρήθη πρότερον καὶ ἐν ἄλλαις χώραις, ἐν αἷς
614ἀσύνετοι Κυβερνήσεις εἶχον προσφύγει εἰς παραπλήσιον μέ-
615τρον πρὸς τὸ νῦν προτεινόμενον ἡμῖν. Ὅτε πρὸ δεκαεπταε-
616τίας περίπου τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος εἶχεν ἐκδώσει τοὺς
617περιφήμους καϋμέδες του, ἠρνήθη καὶ αὐτὸ νὰ δεχθῇ εἰς
618πληρωμὴν ἐπὶ τοῦ δασμοῦ τὸ χαρτονόμισμά του τοῦτο,
619ἀπαιτῆσαν ἀντ’ αὐτοῦ χρυσόν. Ποῖα ὅμως ἦσαν τ’ ἀποτε-
620λέσματα τοῦ τοιούτου μέτρου; Ἡ ὕψωσις τῆς ἐπικαταλλα-
621γῆς κατὰ 50, 100, 200, 300 μέχρι 1000 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν,
622ἕως οὗ ἠναγκάσθη ἡ τότε ἐν χρεωκοπίᾳ διατελοῦσα Τουρκία
623νὰ προβῇ εἰς τὸ χείριστον τῶν χρεωκοπικῶν της διαβημά-
624των, εἰς τὴν ἄρνησιν τοῦ νὰ δέχηται εἰς οἱανδήποτε πλη-
625ρωμὴν τοὺς ἰδίους της καϊμέδες. Μικρὸν μετὰ τὴν κατά-
626λυσιν τῆς μοναρχίας ἐν Βραζιλίᾳ προσέφυγεν ἡ νέα δημο-
627κρατικὴ Κυβέρνησίς της εἰς τὸ αὐτὸ μέτρον, εἰς τὴν ἐπι-
628βολὴν τῆς εἰς χρυσὸν εἰσπράξεως τοῦ δασμοῦ, καθ’ ὃν χρό-
629νον ἐκράτει καὶ ἐν αὐτῇ, ὡς παρ’ ἡμῖν, ἡ ἀναγκαστικὴ κυ-
630κλοφορία. Ποῖον δὲ ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ διαβήμα-
631τός της τούτου; Ἡ ὕψωσις τῆς ἐπικαταλλαγῆς εἰς 80 ἐπὶ
632τοῖς ἑκατόν. Τοῦτ’ αὐτὸ συνέβη ἐσχάτως καὶ ἐν Παραγ-
633γουάῃ, πολιτείᾳ τῆς Νοτίου Ἀμερικῆς, τέως ἀγνώστῳ εἰς
634τοὺς πολλοὺς παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ἣν νῦν μανθάνομεν πάντες, καὶ
635εἰς τὰς λοιπὰς ἀσημάντους πολιτείας τῆς ἠπείρου ἐκείνης,
636ἀφοῦ ἡ δεκαετὴς οἰκονομικὴ διαχείρισις τοῦ ἀξιοτίμου
637Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατώρθωσε νὰ συνεξομοιώσῃ ἐν
638πολλοῖς τὴν Ἑλλάδα πρὸς τὰς πολιτείας ἐκείνας, ὥστε
639ν’ ἀνευρίσκωμεν νῦν ὅρον συγκρίσεως τῶν καθ’ ἡμᾶς πραγ-
640μάτων πρὸς τὰ ἐν αὐταῖς γινόμενα! Καὶ ἐν Παραγγουάῃ,
641λέγω, ἠθέλησαν τελευταῖον ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀναγκα-
642στικῆς κυκλοφορίας νὰ ἐπιβάλωσι τὴν εἰς χρυσὸν εἴσπραξιν
643τοῦ δασμοῦ, καὶ εἰς τὸ ἀπονενοημένον τοῦτο διάβημα δὲν
644ἐβράδυνε νὰ ἐπακολουθήσῃ καταπληκτικὴ ὕψωσις τῆς ἐπι-
645καταλλαγῆς. Τοῦτ’ αὐτὸ ἔπρεπε κατ’ ἀνάγκην νὰ συμβῇ
646καὶ παρ’ ἡμῖν· διότι καὶ παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ
647ὑποτιμηθῇ καταπληκτικῶς τὸ νόμισμα τοῦ Κράτους, τὸ
648ὁποῖον αὐτὸ τοῦτο ἐξευτελίζει, μὴ δεχόμενον αὐτὸ εἰς πλη-
649ρωμὴν ἐπὶ ὡρισμένων εἰσπράξεων· καὶ παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι
650δυνατὸν ἢ νὰ ὑπερτιμηθῇ καταπληκτικῶς ὁ χρυσὸς καὶ τὸ
651συνάλλαγμα, ὅταν τὸ Δημόσιον ἐπιβάλλῃ εἰς τοὺς ἰδιώτας
652ν’ ἀναζητῶσιν αὐτὸ πρὸς πληρωμήν του, ὅταν ἐντεῦθεν ἀνα-
653πτύσσηται ἀνταγωνισμὸς περὶ τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ χρυσοῦ καὶ
654τοῦ συναλλάγματος, ἀνταγωνισμὸς ἔχων ἄφευκτον ἐπακό-
655λουθον τὴν καταπληκτικὴν αὐτῶν ὑπερτίμησιν.
656Τοῦτο, Κύριοι, μᾶς διδάσκει ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ πεῖρα
657τῶν ἄλλων χωρῶν. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ πεῖρα
658εἶναι διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν βιβλίον ἐσφραγισμένον
659σφραγῖσιν ἑπτά. Αὐτὸς, ὡς ἐν πολλοῖς ἄλλοις, καὶ ἐν τούτῳ
660ἐννοεῖ νὰ τυφλώττῃ καὶ πρὸς τὴν ἐπιστήμην καὶ πρὸς τὸν
661ὀρθὸν λόγον καὶ πρὸς αὐτὰ τὰ διδάγματα τῆς πείρας· διὸ,
662ὡς ἐν πολλοῖς ἄλλοις, καὶ ἐν τούτῳ πλήρης ἀποτυχία ἀνα-
663μένει αὐτόν. Ἡ κατάστασις τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομι-
664κῶν διὰ μέτρου, οἷον τὸ προτεινόμενον, ἀδύνατον πάντη
665νὰ βελτιωθῇ, τοὐναντίον μάλιστα ἄφευκτος καθίσταται ἡ
666ἐπιδείνωσις αὐτῆς. Διότι δι’ αὐτοῦ δυνατὸν μὲν ἐν ἀρχῇ
667ν’ αὐξήσωσι κατά τι αἱ δημόσιαι πρόσοδοι, νὰ προσπο-
668ρισθῇ δὲ τὸ Κράτος καὶ ἑκατομμύριά τινα εἰς χρυσόν· ἀλλ’
669εἰς τί θὰ ὠφελήσῃ τοῦτο; Τὸ Κράτος δὲν ἔχει ἀνάγκην
670εἰς χρυσὸν τῶν 7 μόνον τούτων ἑκατομμυρίων. Τὸ Κράτος
671χρειάζεται χάριν τῆς λειτουργίας τοῦ δημοσίου ἡμῶν
672χρέους 31 ἑκατομμύρια καὶ ἕτερα 10 ἑκατομμύρια περίπου
673χάριν διαφόρων προμηθειῶν του ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Ἐγὼ
674ἀποδέχομαι πρὸς στιγμὴν, ὅτι κατορθοῖ αὐτὸ οὐχὶ 7,
675ἀλλὰ 10–11 ἑκατομμύρια νὰ προσπορισθῇ διὰ τοῦ προ-
676τεινομένου μέτρου· ὅταν ὅμως ἡ κατ’ ἀκολουθίαν τούτου
677ὑψουμένη ἐπικαταλλαγὴ ἀναγκάσῃ αὐτὸ πρὸς προμήθειαν
678τῶν ὑπολοίπων 30 ἑκατομμυρίων νὰ δαπανήσῃ 5 καὶ 10
679ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον ἀπὸ ὅ,τι θὰ ἐδαπάνα πρὸ τῆς ἐφαρ-
680μογῆς τοῦ τοιούτου μέτρου, εἰς τί θὰ τὸ ὠφέλει τότε ἡ ἐξ
681αὐτοῦ μέλλουσα νὰ προέλθῃ αὔξησις τῶν δημοσίων προσό-
682δων κατὰ 1½–2 ἑκατομμύρια, ἢ ἡ ἀπόκτησις εἰς
683χρυσὸν 7 μόνον ἑκατομμυρίων; Δὲν ἐννοεῖτε, κ. Πρωθυ-
684πουργὲ, ὅτι οὕτω πως εἰσέρχεσθε εἰς διάλληλον κύκλον,
685εἰς τὸ ἀδιέξοδον, καθ’ ὃ θὰ ἦσθε ἠναγκασμένος νὰ προσφύ-
686γητε εἰς νέα βάρη, ὅπως καλύψητε τὸ ἐντεῦθεν ἀναφυησό-
687μενον ἔλλειμμα; Δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι οὕτω πως ὑμεῖς μὲν
688ἀντλεῖτε εἰς πίθον Δαναΐδων, τὸν δ’ ἀτυχῆ τοῦτον τόπον
689καταδικάζετε εἰς ἀληθῆ ἐργασίαν Σισύφου;
690Καὶ πῶς θὰ τολμήσητε πάλιν ν’ ἀποταθῆτε εἰς τὸν
691Ἑλληνικὸν λαὸν, ζητοῦντες νὰ ἐπιβάλητε εἰς αὐτὸν νέα
692βάρη, νέας θυσίας; Ἐπὶ δεκαετίαν ἤδη δὲν κάμνετε ἄλλο
693τι ἢ νὰ ἐπιβάλλητε εἰς αὐτὸν φόρους ἐπὶ φόρων. Καὶ ὅλοι
694οἱ φόροι οὗτοι, ὅλα αὐτὰ τὰ βάρη, εἰς τί ἤγαγον ἡμᾶς
695ἐπὶ τέλους; Εἰς τὸ χεῖλος τῆς ἀβύσσου, εἰς ὃ εὑρισκόμεθα
696ταύτην τὴν στιγμήν. Ὅταν λοιπὸν βλέπῃ ὁ Ἑλληνικὸς
697λαὸς, ὅτι διὰ τοῦ ὀβολοῦ του, ὃν ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου
698του καταβάλλει, δὲν ζητεῖτε νὰ ἐπουλώσητε τὰς πληγὰς
699τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπαυξάνετε αὐτάς· ὅταν
700βλέπῃ, ὅτι διὰ τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα σήμερον τῷ ἐπιβάλ-
701λετε, παρασκευάζετε νέα τοιαῦτα διὰ τὴν αὔριον, πῶς
702θέλετε νὰ μὴ ἀποβάλῃ ἐπὶ τέλους τὸ θάῤῥος καὶ νὰ μὴ
703γονατίσῃ ὑπὸ τὰ τοιαῦτα βάρη; Διότι, Κύριοι, τὸ προτει-
704νόμενον μέτρον δὲν εἶναι μόνον ὑπὸ ἔποψιν δημοσιονομικὴν
705ἄστοχον καὶ ἐπιζήμιον τὰ μάλιστα εἰς τὸ Κράτος, ὡς
706μέχρι τοῦδε ἀπέδειξα, εἶναι καὶ ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικὴν
707οὐχ ἧττον ἄστοχον καὶ ἐπιζήμιον εἰς τὸ ἔθνος ὁλόκλη-
708ρον, οὗ τὴν οἰκονομίαν μέλλει νὰ συνταράξῃ ἐκ θεμελίων,
709ὡς μέλλω νῦν ν’ ἀποδείξω.
710Πάντες, Κύριοι, ὁμολογοῦμεν, ὅτι πάσχομεν δεινῶς· ἂν
711δ’ ἐπικρατῇ διαφωνία τις ὡς πρὸς τὴν διάγνωσιν τῆς
712νόσου, τῶν μὲν ὑπολαμβανόντων νομισματικὸν τὸ κατα-
713τρῦχον ἡμᾶς κακὸν, τῶν δὲ θεωρούντων τὴν νομισματικὴν
714αὐτοῦ ἄποψιν ἁπλοῦν φαινόμενον μόνον βαθυτέρας ὀργα-
715νικῆς νόσου, πάντες ὅμως, οἱ σωφρονοῦντες τοὐλάχιστον,
716συμφωνοῦσιν ὡς πρὸς τὰ μέσα τῆς θεραπείας, ἀναγνωρί-
717ζοντες ὡς τοιαῦτα ἔνθεν μὲν τὴν ἀποκατάστασιν πλήρους
718καὶ εὐρέος ἰσοζυγίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους,
719ἔνθεν δὲ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς, δι’ ἧς ἡ
720χώρα ἡμῶν θὰ καθίστατο ἱκανὴ, ἵνα ἐπαρκέσῃ καὶ εἰς
721τὰς ἰδίας καὶ εἰς τὰς τοῦ Κράτους συναλλακτικὰς ἀνάγκας
722πρὸς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἔργον δὲ πρώτιστον καὶ κύριον πά-
723σης Κυβερνήσεως, ἐχούσης συνείδησιν τῆς ἀποστολῆς αὑτῆς,
724ἦτο νὰ ἐπιδιώκῃ πάντοτε καὶ ἐκ παντὸς τρόπου τὰ δύο
725ταῦτα. Τί ἔπραξεν ὅμως πρὸς τοῦτο μέχρι τοῦδε ἡ ἐνε-
726στῶσα Κυβέρνησις, ἡ ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην διαχειριζομένη
727τὰ κοινὰ ἐν ἀπεριορίστῳ πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνῃ καὶ τοῦ
728Στέμματος καὶ τοῦ Κοινοβουλίου; Τοὐλάχιστον ὡς πρὸς
729τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
730τοῦ Κράτους, εἴχομεν κατ’ ἔτος τὰς ὡραίας αὐτῆς ἐπαγ-
731γελίας, εἰ καὶ αὗται οὐδέποτε μέχρι τοῦδε ἐπληρώθησαν,
732εἰ καὶ ἐν τοῖς πράγμασι τὰ ἰσοζύγια, καὶ αὐτὰ ἔτι τὰ
733περισσεύματα, ἅτινα πολλάκις ἐπηγγέλλετο, μετεβάλ-
734λοντο συνήθως εἰς ἐλλείμματα μεγάλα. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν
735ἐνίσχυσιν τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς, οὐδ’ ἐπαγγελίαν τινὰ
736ἔκαμέ ποτε. Τὴν ἐγχωρίαν παραγωγὴν ἐθεώρησεν αὐτὴ
737πάντοτε ἀγελάδα, ἣν ἐνόμισεν, ὅτι τῇ ἦτο ἐπιτετραμμένον
738νὰ ἀμέλγῃ ἀφειδῶς, χωρὶς ποτὲ νὰ σκεφθῇ καὶ περὶ τροφῆς
739της. Εἰσέπραξεν ἤδη ἐξ αὐτῆς τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς
740κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν ἑκατοντάδας ὅλας ἑκα-
741τομμυρίων περιπλέον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰσπράξει
742αἱ προκάτοχοι αὐτῆς Κυβερνήσεις κατὰ τὴν προηγουμένην
743δεκαετίαν· εἰσέπραξε καὶ ἐκ δανείων ἄλλας πολλὰς ἑκα-
744τοντάδας ἑκατομμυρίων, δι’ ὧν ἐπεβάρυνε τὸ ἐνεστὼς καὶ
745τὸ μέλλον τοῦ ἀτυχοῦς τούτου τόπου, τί δ’ ἐδαπάνησε
746χάριν αὐτοῦ τοῦ τόπου; Δὲν ἐρωτῶ πόσα ἐδαπάνησεν ἐξ
747αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ναυτιλίας, τῶν πρωτί-
748στων καὶ σπουδαιοτάτων τούτων παραγόντων τοῦ ἐθνικοῦ
749πλούτου ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων, ὧν τὴν χώραν προώρισεν
750αὐτὴ ἡ φύσις διὰ τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν ναυτιλίαν, ὑπὲρ ὧν
751ἐὰν δεκάδες μόνον ἑκατομμυρίων ἐδαπανῶντο μέχρι τοῦδε,
752θὰ ηὔξανε κατ’ ἴσον ποσὸν ἴσως ἡ ἐτησία εἰσαγωγὴ χρυ-
753σοῦ εἰς τὸν τόπον. Ἐρωτῶ ὅμως ὑμᾶς, κύριε Πρωθυπουργέ,
754τί ἐδαπανήσατε ἐξ ὅλων ἐκείνων τῶν ἑκατοντάδων ἑκα-
755τομμυρίων ὑπὲρ τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς; τίνα ἐνίσχυσιν,
756τίνα κἂν προστασίαν εἶδεν αὕτη παρ’ ὑμῶν;
757Ὁμιλῶν δὲ, Κύριοι, περὶ ἐγχωρίας παραγωγῆς, ἐννοῶ
758κυρίως τὴν μόνην ἀξίαν λόγου, τὴν μόνην πλήρη μέλλον-
759τος παρ’ ἡμῖν, τὴν γεωργικὴν ἐν τῇ εὐρυτάτῃ ἐκδοχῇ λέ-
760ξεως, τῇ περιλαμβανούσῃ τὴν καλλιεργίαν τῶν δημητρια-
761κῶν καρπῶν, τὴν κτηνοτροφίαν καὶ τὴν καλλιεργίαν τῆς
762ἀμπέλου καὶ σταφίδος. Ἐρωτῶ νῦν καὶ πάλιν, πόσα ἐδα-
763πάνησεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀμέσως
764ὑπὲρ τῆς τοιαύτης παραγωγῆς; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐμμέ-
765σως πως ἐδαπάνησε καὶ ὑπὲρ αὐτῆς δεκάδας τινὰς ἑκα-
766τομμυρίων, ἃς διέθεσεν ὑπὲρ τῆς κατασκευῆς ἁμαξιτῶν καὶ
767σιδηροδρόμων. Δὲν ἐξετάζω νῦν, ἐὰν ταῦτα πάντα διετέ-
768θησαν σκοπίμως. Ἀλλ’ ἡ πρώτη καὶ κυρία προστασία τῆς
769ἐγχωρίας παραγωγῆς ἔγκειται ἐν τῇ ἐνισχύσει τῆς πίστεως
770αὐτῆς. Τί δ’ ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπὸ τὴν ἔποψιν
771ταύτην; Ἀντὶ νὰ προσελκύσῃ νέα δι’ αὐτὴν πιστωτικὰ
772κεφάλαια εἰς τὴν χώραν, περιώρισε καὶ τὰ ἤδη ὑπάρχοντα
773ἐν αὐτῇ, ἀφοῦ μετέβαλε καὶ αὐτὰ τὰ πιστωτικὰ ἡμῶν
774καθιδρύματα, ἰδίᾳ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, εἰς πιστωτικὰ
775καθιδρύματα τοῦ Κράτους, καὶ ἠνάγκασεν οὕτως αὐτὰ, κε-
776φάλαια, προωρισμένα κυρίως διὰ τὴν ἐγχωρίαν παραγω-
777γὴν, νὰ διαθέσωσι κατὰ μέγα μέρος ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου.
778Ποίαν δὲ ἄλλην πρόνοιαν ἔλαβε περὶ τῆς ἐγχωρίας παρα-
779γωγῆς; Ἐσκέφθη ποτὲ περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, οὗ
780ἕνεκεν αἱ γονιμώταται γαῖαι τῆς Θεσσαλίας, τῆς Φθιώ-
781τιδος καὶ τῆς Εὐβοίας μένουσι χέρσοι ἐν πολλοῖς, καὶ ἀναγ-
782κάζουσιν οὕτω τὴν Ἑλλάδα νὰ ἐξάγῃ 30–35 ἑκατομμύρια
783φράγκων χρυσῶν ἐτησίως εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν πρὸς προμή-
784θειαν τοῦ ἀναγκαιοῦντος εἰς αὐτὴν σίτου; Καὶ ὅμως μόνη
785ἡ Θεσσαλία, ἐὰν ἐλύετο προσηκόντως τὸ ἔχον δεσμευμένας
786τὰς χεῖρας τῶν καλλιεργητῶν της ἀγροτικὸν ζήτημα, μόνη
787ἡ Θεσσαλία, λέγω, θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ μεταβληθῇ εἰς ἀληθῆ
788σιτοβολῶνα τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν δια-
789τροφὴν τῶν κατοίκων της. Πότε ἐσκέφθη σπουδαίως νὰ
790λύσῃ καὶ τὰ διάφορα ζητήματα τῆς γεωργικῆς λεγομένης
791πολιτικῆς, ὡς τὰ τῆς ἀποξηράνσεως ἑλῶν, τὰ τῆς διαῤ-
792ῥυθμίσεως ποταμῶν καὶ χειμάῤῥων, τὰ τῆς βελτιώσεως
793τῆς καλλιεργίας, καὶ τόσα ἄλλα παραπλήσια αὐτοῖς;
794Πότε ἐσκέφθη περὶ οἱασδήποτε ἐνισχύσεως καὶ προστασίας
795τῆς κτηνοτροφίας καὶ τῆς οἰνοπαραγωγῆς;
796Ἀλλὰ μεταβαίνω, Κύριοι, εἰς τὸ πολυτιμότατον ἡμῶν
797προϊὸν, εἰς τὸ προϊὸν ἐκεῖνο, εἰς ὃ κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν
798ὀφείλει ἡ Ἑλλὰς τὴν οἰκονομικήν της ὕπαρξιν. Εἶναι
799τοῦτο ἡ σταφίς. Ἐρωτῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς
800Κυβερνήσεως, ποίαν προστασίαν, ποίαν ἐνίσχυσιν ἐσκέφθη
801ποτὲ νὰ παράσχῃ εἰς αὐτήν;
802§49ΦΩΤΗΛΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
803§50ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ποῦ εἶναι τὰ πιστωτικὰ κεφάλαια, τὰ
804ὁποῖα προσείλκυσε μέχρι τοῦδε χάριν αὐτῆς εἰς τὴν χώραν;
805Ποῦ αἱ νέαι χῶραι καὶ ἀγοραὶ καταναλώσεως, ἃς ἐξεῦρε
806δι’ αὐτήν; Ποῦ αἱ ἐμπορικαί του συμβάσεις, δι’ ὧν κατώρ-
807θωσεν αὐτὸς, ἵνα ἐκπέσῃ ὁ δασμὸς τῆς εἰσαγωγῆς τῆς
808σταφίδος εἰς ἄλλας χώρας, ὅπως καταστῇ αὐτὴ ἐκεῖ εὐω-
809νοτέρα καὶ διαδοθῇ ἐπὶ μᾶλλον ἡ χρῆσίς της; Ἀλλ’ ἐὰν
810δὲν ἐσκέφθη ποτὲ περὶ τοιούτων ζητημάτων ὁ κ. Πρωθυ-
811πουργὸς, ἰδοὺ, ὅτι ἔρχεται σήμερον νὰ μᾶς ἀποδείξῃ διὰ
812τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὅτι δὲν ἐνόει ν’ ἀφήσῃ
813μέχρι τέλους τὴν σταφίδα ἐκτὸς τοῦ κύκλου τῆς κυβερνη-
814τικῆς του μερίμνης. Ἰδοὺ ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπέτυχε τῆς ἐν
815ἄλλαις χώραις ἐλαττώσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ αὐτῆς δασμοῦ,
816αὐξάνει αὐτὸς τὸν ἐντεῦθεν ἐξαγωγικὸν δασμόν της. Διότι,
817Κύριοι, τὴν σταφίδα κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν πρόκειται νὰ
818πλήξῃ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ
819προκειμένου νομοσχεδίου, διὰ τοῦτο δὲ περὶ αὐτὴν πρὸ
820παντὸς θ’ ἀσχοληθῶ καὶ ἐγὼ, ἐξετάζων ἐν τοῖς καθέκα-
821στα τὸ μέτρον αὐτοῦ.
822Ἐφιστῶ ἐν πρώτοις τὴν προσοχὴν ὑμῶν εἰς τὰς δυσ-
823χερείας, αἵτινες θ’ ἀναφυῶσι κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῆς στα-
824φίδος ἐκ τοῦ προκειμένου μέτρου. Ἡ σταφὶς, Κύριοι,
825δὲν ἐξάγεται διὰ μόνον τῶν λιμένων ἐκείνων, ἔνθα δύ-
826ναταί τις προχείρως νὰ προμηθευθῇ καὶ χρυσὸν καὶ συνάλ-
827λαγμα πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ της· ἐξάγε-
828ται καὶ διὰ λιμένων, ἔνθα μάτην θ’ ἀνεζήτει τις καὶ ἀρ-
829γυραμοιβὸν πρὸς προμήθειαν χρυσοῦ, καὶ κεντρικὸν κατά-
830στημα καὶ ὑποκατάστημα Τραπέζης τινὸς πρὸς προμήθειαν
831συναλλάγματος. Τί θὰ συμβῇ λοιπὸν, ὅταν ἦναί τις ἠναγ-
832κασμένος νὰ ἐξαγάγῃ τὴν σταφίδα ἐκ λιμένων, ἔνθα δὲν
833θὰ ἔχῃ οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο πρόχειρον; Ἀφίνω δὲ νὰ
834ἐννοήσητε μόνοι, τί θὰ συμβῇ μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς δια-
835τάξεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν ἐπιτρέπε-
836ται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα καθορίσῃ διὰ Β. Διατάγματος
837τὰ πιστωτικὰ καθιδρύματα, ὧν τὸ συνάλλαγμα θὰ γίνη-
838ται δεκτὸν εἰς πληρωμήν. Δὲν θὰ γείνῃ κατάχρησίς τις
839περὶ τὴν χρῆσιν τοῦ τοιούτου δικαιώματος ἐκ μέρους τῆς
840Κυβερνήσεως; Δὲν θὰ προέλθῃ κατάχρησίς τις ἐκ μέρους
841τῶν πιστωτικῶν ἐκείνων καθιδρυμάτων, εἰς ἃ θ’ ἀνέθετεν ἡ
842Κυβέρνησις τὸ μονοπώλιον τῆς ἐκδόσεως τοῦ συναλλάγμα-
843τος, καὶ ἅτινα θὰ ἠδύναντο οὕτω νὰ ὑψόνωσιν αὐθαιρέτως
844τὴν ἐπικαταλλαγήν; Ταῦτα ἐν παρόδῳ μόνον ἠθέλησα νὰ
845ὑπαινιχθῶ· μεταβαίνω δὲ νῦν εἰς τὸ κύριον ζήτημα, τὸ ζή-
846τημα τῆς αὐξήσεως τοῦ φορολογικοῦ βάρους τῶν σταφιδο-
847παραγωγῶν.
848Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε προαναγγείλει κατὰ τὴν εἰσή-
849γησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1893, ὅτι ἐπὶ τῇ
850ἐπιβολῇ τῆς εἰς χρυσὸν εἰσπράξεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ
851θὰ ἠλάττου τοῦτον κατὰ ⅕· διαψεύδων ὅμως νῦν τὴν
852τότε ὑπόσχεσίν του ἐλαττοῖ τὸν δασμὸν τοῦτον μόνον κατὰ
853⅙. Ποιεῖται δὲ διάκρισιν μεταξὺ τῶν προϊόντων τῆς Ἑπτα-
854νήσου καὶ τῶν προϊόντων τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, ἐπιβαρύ-
855νων μᾶλλον ταῦτα νῦν ἢ ἐκεῖνα, καθόσον εἰς τὸν ἐξαγω-
856γικὸν δασμὸν τῶν προϊόντων τῆς Ἑπτανήσου συμπεριλαμ-
857βάνονται καὶ ὅλοι οἱ ἄμεσοι φόροι ταύτης. Καὶ ἐπὶ μὲν
858τῶν προϊόντων τῆς Ἑπτανήσου ἀφίνει τὰ ⅖ εἰς χαρτο-
859νόμισμα, ἐκ δὲ τῶν ἑτέρων ⅗ ἀφαιρῶν τὸ ⅙ λόγῳ ἐλατ-
860τώσεως τοῦ δασμοῦ, ἐπιβάλλει τὴν εἴσπραξιν τοῦ λοιποῦ
861ποσοῦ εἰς χρυσόν. Ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς λοιπῆς Ἑλλά-
862δος ἐλαττοῖ μόνον τὸν δασμὸν κατὰ ⅙ καὶ τὴν εἴσπραξιν
863τοῦ ὑπολοίπου ἐπιβάλλει εἰς χρυσόν.
864Ὅπως ὅμως καταστήσω τὸ πρᾶγμα καταληπτὸν τοῖς
865πᾶσι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω τὸν ἑξῆς λογαριασμόν. Ὁ
866ἔχων τὴν σήμερον ἐν Ἑπτανήσῳ νὰ πληρώσῃ 100 δραχμὰς
867εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐξαγωγικὸν δασμὸν, ἐν τῷ μέλ-
868λοντι θὰ καταβάλλῃ 40 δραχ. εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια,
869καὶ 50, εἰς ὅσον κατέρχονται αἱ ὑπόλοιποι 60 δραχ. μετὰ
870τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ἑνὸς ἕκτου, εἰς χρυσὸν, ἃς, ὅπως προ-
871μηθευθῇ τις ὑπὸ τὴν σημερινὴν ἐπικαταλλαγὴν πρὸς
8721.55½, θὰ καταβάλῃ 77½ δραχμὰς, αἵτινες ὁμοῦ μετὰ
873τῶν 40 ἀνέρχονται εἰς 117½ δραχμὰς· ὅ ἐστὶ τὸ φορολο-
874γικὸν βάρος διὰ τοὺς Ἑπτανησίους αὐξάνει κατὰ 17½%.
875Πλήττει δὲ καὶ τὸ νέον τοῦτο βάρος, ὡς καὶ
876ἡ ὅλη φορολογία ἐν Ἑπτανήσῳ, ὡς γνωστὸν, τοὺς παρα-
877γωγοὺς μόνους, τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς. Ὅτε πρὸ
878τινων μηνῶν ἐγὼ ὑπεστήριξα τὴν φορολογικὴν ἀφομοίωσιν
879τῆς Ἑπτανήσου πρὸς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, τὴν ὑπεστή-
880ριξα καὶ ἐν τῷ συμφέροντι αὐτῶν τῶν Ἑπτανησίων παρα-
881γωγῶν. Τότε ὅμως ἐξανέστη κατ’ ἐμοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
882Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐξανέστη ἐν τῷ δικαίῳ αὐτοῦ· διότι διὰ
883τῆς φορολογικῆς ἀφομοιώσεως, Κύριοι, πρόκειται ν’ ἀνα-
884κουφισθῶσί πως οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ τῆς Ἑπτανήσου,
885καὶ νὰ ἐπιβαρυνθῶσιν ἀναλόγως οἱ ἀστικοὶ αὐτῆς πληθυ-
886σμοὶ, οἵτινες εἶναι νῦν ἀπηλλαγμένοι πάσης φορολογίας.
887Καὶ πῶς ἠθέλετε νὰ μὴ ἐξαναστῇ ἐναντίον τῆς τοιαύτης
888προτάσεως ὁ κ. Θεοτόκης, ἀφοῦ ὁ ἴδιος κέκτηται οἰκίας
889ἐν Κερκύρᾳ, ἐξ ὧν εἰσπράττει μὲν ἐνοίκια, δὲν πληρόνει
890δὲ φόρον οἰκοδομῶν; ἀφοῦ πάντες οἱ ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ
891κομματάρχαι του ἔχουσιν οἰκίας καὶ ἐπιτηδεύματα μὲ
892εἰσοδήματα χιλιάδων καὶ μυριάδων δραχμῶν, χωρὶς νῦν
893νὰ ὑποβάλλωνται εἰς φόρον τινά; Καὶ νῦν δὲ οἱ Κύριοι
894οὗτοι μένουσι πάντη ἀφορολόγητοι, ἀντ’ αὐτῶν δὲ προστί-
895θεται εἰς τὸ ὑπάρχον ἤδη καὶ νέον φορολογικὸν βάρος πρὸς
89617½ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ πλέον εἰς τοὺς ἀγρότας παραγω-
897γοὺς, πρὸς δόξαν καὶ τιμὴν τοῦ Ὑπουργείου τοῦ κ. Τρικούπη,
898οὗ μέλος ἔγκριτον εἶναι ὁ κ. Θεοτόκης!
899Περισσότερον ὅμως αὐξάνει, κατὰ τὸ προκείμενον μέ-
900τρον, ὁ ἐξαγωγικὸς δασμὸς διὰ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα. Δι’
901αὐτὴν ἐπὶ 100 δρ. πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν, λόγῳ ἐλαττώ-
902σεως, τὰς 16½, αἱ δὲ ὑπόλοιποι 83½ δραχμαὶ, ὅπως
903πληρωθῶσιν εἰς χρυσὸν κατὰ τὴν σημερινὴν ἐπικαταλ-
904λαγὴν πρὸς 155½, θ’ ἀπαιτήσωσιν 129.84¼, ἤτοι 30
905περίπου τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ πλέον. Ἄξιον ἀπορίας μοὶ ἐφάνη,
906πῶς τὰ Λακωνικὰ προϊόντα, ἅτινα ἐπίσης ἀντιπροσωπεύ-
907ουσι τοὺς ἀμέσους φόρους διὰ τὴν Λακωνίαν, δὲν ὑπήχθη-
908σαν εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν πρὸς τὰ Ἑπτανησιακὰ, ἀλλ’
909ἐπεβαρύνθησαν ἐκεῖνα μὲν πρὸς 30, ταῦτα δὲ πρὸς 17½
910τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ πλέον. Ἢ μήπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θεωρῇ
911γονιμωτέραν τὴν Ἑπτάνησον τῆς Λακωνίας;
912Ἀλλ’ ἐκεῖνο, Κύριοι, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ πολλῷ ἐπα-
913χθεστέραν τὴν αὔξησιν τῆς προσθέτου ταύτης φορολογίας,
914εἶναι τὸ γεγονὸς, καθ’ ὃ αὕτη ἐξήρτηται ὅλως ἐκ τῆς
915ἐπικαταλλαγῆς, μέλλουσα νὰ συναυξάνῃ μὲ τὴν ὕψωσιν
916ταύτης. Ἂν δηλαδὴ ἡ ἐπικαταλλαγὴ ὑψωθῇ μέχρις 60,
91770 ἢ καὶ 100 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, θὰ ἐπέλθῃ ἀνάλογος αὔ-
918ξησις καὶ τοῦ νῦν προσθέτου βάρους τοῦ ἐξαγωγικοῦ δα-
919σμοῦ, δύναται δὲ τοιουτοτρόπως τὸ βάρος τοῦτο νὰ ἐξογ-
920κωθῇ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ καταστήσῃ προβληματικὴν
921τὴν περαιτέρω παραγωγὴν τῶν προϊόντων ἐκείνων, ἅτινα
922ὑποβάλλονται εἰς τὴν προκειμένην αὔξησιν τοῦ ἐξαγωγικοῦ
923δασμοῦ.
924Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ὁποῖα ἀποτελέσματα θὰ ἔχῃ ἡ εἰς
925χρυσὸν εἴσπραξις τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος
926καὶ τῶν τελῶν ἐπὶ τῶν μερισμάτων τῶν ἄλλων ἀνωνύμων
927ἑταιριῶν, ἂν καὶ πολλαὶ τούτων διανύουσι τὴν σήμερον
928κρίσιν μεγάλην, ὡς ἐκ τῆς καθόλου οἰκονομικῆς ἡμῶν κατα-
929στάσεως, καθ’ ἃ μαρτυρεῖ ἰδίᾳ ἡ καταπληκτικὴ ἔκπτωσις
930τῆς τιμῆς τῶν μετοχῶν. Ἠξεύρω ὅμως, ὅτι ἐπὶ μιᾶς ἑται-
931ρίας, τῆς τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου...
932§51ΠΑΧΥΣ. Ὄχι δά!
933§52ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἐννοῶ, κύριε συνάδελφε, τὴν Γαλλικὴν
934ἑταιρίαν τοῦ Λαυρίου, τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς
935ὁποίας εἶσθε μέλος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Πιθανὸν ἡ ἰδική σας
936ἑταιρία καὶ τὸ πρόσθετον τοῦτο καὶ ἄλλα μεγαλείτερα
937βάρη νὰ φέρῃ εὐχαρίστως. Δὲν ἠξεύρω ὅμως, ἂν δυνάμεθα
938νὰ εἴπωμεν τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὴν Ἑλληνικὴν ἑταιρίαν τοῦ
939Λαυρίου. Αὕτη ἔχει κλονισθῆ ἀπὸ πολλοῦ διὰ παλαιᾶς
940ἁμαρτίας, ὧν δὲν εἶναι πάντη ἀμέτοχος καὶ ἡ Κυβέρνησις·
941διότι ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι, ἐὰν αὕτη ἐξήσκει ἐγκαί-
942ρως τὸν νόμιμον ἔλεγχον καὶ ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς ἑταιρίας
943τοῦ Λαυρίου, ὡς καὶ ἐπὶ πολλῶν ἄλλων ἀνωνύμων ἑται-
944ριῶν, δὲν θὰ περιήρχοντο ἴσως αὗται εἰς ἣν τὴν σήμερον
945εὑρίσκονται θέσιν. Ἀλλ’ ἡ θέσις ἰδίᾳ τῆς Ἑλληνικῆς ἑται-
946ρίας τοῦ Λαυρίου εἶναι νῦν τοιαύτη, ὥστε πολὺ φοβοῦμαι,
947μήπως δὲν ἀντιστῇ εἰς τὸν κλονισμὸν, ὃν ἐπιφυλάττει δι’
948αὐτὴν τὸ προκείμενον μέτρον· πολὺ φοβοῦμαι, μήπως τοῦτο
949ἦναι τὸ καίριον δι’ αὐτὴν τραῦμα. Εἶναι δὲ φοβερὰ ὑπὸ
950πᾶσαν ἔποψιν τὰ ἐπακόλουθα τῆς πτώσεως ἑταιρίας, οἵα
951ἡ τοῦ Λαυρίου. Ἡ πτῶσις αὐτῆς θὰ συμπαρέσυρεν εἰς τὴν
952καταστροφὴν καὶ πολλὰς ἄλλας ἑταιρίας, θὰ ἐξεμηδένιζε
953τὴν περιουσίαν πολλῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, καὶ θὰ ἔῤῥιπτεν
954εἰς τοὺς δρόμους χιλιάδας ὑπαλλήλων καὶ ἐργατῶν, ἐξ οὗ
955ἡ οἰκονομικὴ θὰ ἠπείλει ἴσως νὰ λάβῃ διαστάσεις κοινω-
956νικῆς κρίσεως.
957Ἀλλὰ καὶ ἂν πάντα ταῦτα παρίδωμεν, ἀδύνατον νὰ
958λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ἄλλην μεγαλειτέραν καταστροφὴν, ἥτις
959ἀπειλεῖται εἰς ἡμᾶς ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν μέτρου. Δι’ αὐ-
960τοῦ κινδυνεύει νὰ πληγῇ εἰς τὰ καίρια ἡ σπουδαιοτάτη
961ἡμῶν παραγωγὴ, ἐξ ἧς καὶ τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον τῆς
962οἰκονομικῆς ἡμῶν ὑπάρξεως ἐξήρτηται. Πρόκειται, Κύριοι,
963νὰ καταστῇ προβληματικὴ ἐφεξῆς αὐτὴ ἡ παραγωγὴ τῆς
964σταφίδος, ἀπέναντι δὲ τοιούτου κινδύνου ἀνάγκη, καὶ ἀνάγκη
965ἐπιτακτική, ἐπιβάλλει ἡμῖν ν’ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος πάντα
966κομματικὸν δεσμὸν, πᾶν κομματικὸν συμφέρον, καὶ νὰ σκε-
967φθῶμεν μόνον περὶ τῆς σωτηρίας τοῦ τόπου. Τὸν οὑτωσὶν
968ἐπικρεμάμενον κίνδυνον δὲν καλοῦνται μόνοι οἱ ἐκ Πελοπον-
969νήσου Βουλευταί, οἱ ἀμέσως ἐνδιαφερόμενοι, καθ’ ὃ ἀντι-
970προσωπεύοντες ἐνταῦθα τὴν κατ’ ἐξοχὴν σταφιδοφόρον ἐκεί-
971νην χώραν, ν’ ἀποσοβήσωσι νῦν διὰ τῆς ψήφου των. Τὸ
972αὐτὸ καθῆκον ἐπιβάλλεται καὶ εἰς πάντας ἡμᾶς τοὺς ἀντι-
973προσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἄνευ διακρίσεως ἐπαρ-
974χίας. Ἡ Πελοπόννησος, Κύριοι, ἀνεδείχθη κατὰ διαφόρους
975ἐποχὰς ἡ πολιτικὴ ἀκρόπολις τῆς Ἑλλάδος ὅλης. Τὴν σή-
976μερον εἶναι αὐτὴ ἡ ἀκρόπολις καὶ τὸ προπύργιον ἡμῶν
977ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν. Ἡ οἰκονομικὴ πτῶσις τῆς Πελο-
978ποννήσου θὰ ἐσήμαινε νῦν τὴν οἰκονομικὴν πτῶσιν ὁλοκλή-
979ρου τῆς Ἑλλάδος, τὴν οἰκονομικὴν πτῶσιν ὁλοκλήρου τοῦ
980Ἑλληνικοῦ ἔθνους!
981§53ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι Βουλευταὶ, τὴν ἀδυ-
982ναμίαν μου, ὅπως ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελ-
983φον, ἔχοντα πολλὰς καὶ ποικίλας γνώσεις καὶ προσπαθή-
984σαντα νὰ συγκινήσῃ πάντας τοὺς Βουλευτὰς, καὶ ἰδίᾳ
985ἡμᾶς τοὺς ἐκ Πελοποννήσου, πρὸς οὓς ἐπιβάλλεται ὁ φόρος
986οὗτος τῆς σταφίδος. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσω
987τὰς αἰτίας τῆς παρούσης οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ
988Κράτους, αἵτινες εἶναι πολλαὶ καὶ ποικίλαι. Εἶναι πολὺς
989ὁ ἀγὼν καὶ μακρὰ ἡ συζήτησις. Τὴν συζήτησιν ταύτην
990δύνανται νὰ διεξαγάγωσιν οἱ ἄριστοι ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύ-
991σει, ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ ἄριστοι ἐν τῇ Συμπολιτεύσει.
992Βέβαιον εἶναι ἓν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῶν Κρά-
993τους εἶναι κρίσιμος, καὶ ὅτι ἀπαιτοῦνται γενναῖα φάρμακα,
994ἀπαιτοῦνται θυσίαι. Δὲν θέλω οὔτε δύναμαι νὰ ἀνέλθω εἰς
995τὸ μέγα ἐκεῖνο ὕψος, εἰς ὃ ἀνῆλθεν ὁ συνάδελφος, νὰ ἐξε-
996τάσω τὰς αἰτίας τῆς καταστάσεως ταύτης. Εἶναι αἱ
997ἐπιστρατεύσεις; εἶναι αἱ δηλώσεις τοῦ πρώην Ὑπουρ-
998γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Καραπάνου, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν
999Οἰκονομικῶν, ἢ αἱ δηλώσεις αὐτοῦ ὅτε μετέβη εἰς Εὐρώ-
1000πην; Δὲν γνωρίζω. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἓν ἐκ τῶν
1001σπουδαίων αἰτίων τῆς θλιβερᾶς αὐτῆς οἰκονομικῆς κατα-
1002στάσεως εἶναι ἡ κατάπτωσις τῆς δημοσίας ἡμῶν πί-
1003στεως. Τίς ἔχει τὴν εὐθύνην διὰ τὴν κατάπτωσιν ταύτην;
1004Ἐπιθυμῶ ὅλοι οἱ Βουλευταὶ νὰ τὸ ἐξετάσουν. Τὸ πόρισμα
1005ὅμως εἶναι, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς δυσχερεῖς οἰκονομικὰς πε-
1006ριστάσεις, τὰς ὁποίας ὅμως πρέπει ν’ ἀντιμετωπίσωμεν.
1007Πῶς θὰ τὰς ἀντιμετωπίσωμεν; Διὰ βαρῶν, διὰ νέων θυ-
1008σιῶν, ἐπιβαλλομένων εἰς τὸν λαόν. Ἀλλὰ εἰσάγεται ὁ νό-
1009μος περὶ χαρτοσήμου, τὸν ἀποκρούομεν· εἰσάγεται ἄλλος
1010φορολογικὸς νόμος, τὸν ἀποκρούομεν· εἰσάγεται ἄλλος, τὸν
1011ἀποκρούομεν. Πῶς λοιπὸν θ’ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς περι-
1012στάσεις; πῶς θ’ ἀνυψώσωμεν τὴν πίστιν τοῦ Κράτους;
1013πῶς θὰ ἀνθέξωμεν; Εἰσάγεται σήμερον ὁ φορολογικὸς αὐ-
1014τὸς νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλονται βάρη, καὶ ἰδίως
1015εἰς τὴν Πελοπόννησον, τὸν ἀποκρούομεν. Ἂν, Κύριοι, ἐπρό-
1016κειτο νὰ ἀνορθώσωμεν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν διὰ
1017τῶν ὑπαρχόντων βαρῶν, διὰ τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων αὐ-
1018τῶν, οὓς τὸ νομοσχέδιον μεταβάλλει, διὰ τῆς πληρωμῆς,
1019λέγω, εἰς χαρτονόμισμα, θὰ τὸ ηὐχόμεθα ὅλοι, καὶ ἰδίᾳ
1020ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ Πελοποννήσου· ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ
1021ἀνθέξωμεν ἄλλως, πρέπει νὰ ὑποστῶμεν θυσίας. Εἶπεν ὁ
1022προλαλήσας: «τί ἔπραξεν ὁ Πρωθυπουργὸς ὑπὲρ τῶν στα-
1023φιδοφόρων ἐπαρχιῶν;» Ἀπορῶ πῶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελ-
1024φος, ὁ γνωρίζων ὁλόκληρον τὴν οἰκονομικὴν ἱστορίαν τοῦ
1025τόπου,—διότι περὶ ὅλων ὡμίλησεν,—ἀπορῶ πῶς λησμονεῖ
1026ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς συνωμολόγησε τὴν μετὰ τῆς Ἀγγλίας
1027σύμβασιν, δι’ ἧς ὁ εἰσαγωγικὸς ἐν Ἀγγλίᾳ δασμὸς τῆς
1028σταφίδος ἀπὸ 7 σελινίων τὸ καντάριον ἠλαττώθη εἰς 2,
1029καὶ ἔκτοτε αἱ τιμαὶ τοῦ σταφιδοκάρπου ἐν Ἀγγλίᾳ ἀνυ-
1030ψώθησαν, καὶ ἡ Πελοπόννησος ἀνέλαβε ζωήν· λησμονεῖ ὁ
1031συνάδελφος, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνωμολόγησεν ἐπίσης
1032σύμβασιν ἐμπορικὴν μετὰ τῆς Γερμανίας, καὶ ἠλαττώθη ὁ
1033εἰσαγωγικὸς δασμὸς ἐν Γερμανίᾳ· λησμονεῖ ἐπίσης ὁ ἀξιό-
1034τιμος συνάδελφος, ὅτι, μεθ’ ὅλην τὴν ἀντίδρασιν, ἥτις ἐγεν-
1035νήθη ἐν Γαλλίᾳ, διότι ἐν Γαλλίᾳ ἠθέλησαν νὰ προστα-
1036τεύσωσι τὴν ἀμπελουργίαν, ἐν τούτοις κατωρθώθη νὰ
1037συνομολογηθῇ σύμβασις, ὥστε ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀπολαύῃ τῶν
1038πλεονεκτημάτων τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους. Ἠδύ-
1039νατο βεβαίως ὁ συνάδελφος νὰ κατακρίνῃ τὸ νομοσχέδιον,
1040διότι εἶναι εἷς ἐκ τῶν ἀρίστων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ
1041δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς συνωμολό-
1042γησε συμβάσεις, διὰ τῶν ὁποίων σπουδαίως ὠφέλησε τὰς
1043σταφιδοφόρους ἐπαρχίας τῆς Πελοποννήσου. Αὐτὸ εἶναι
1044γεγονὸς, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὁ συνάδελφος,
1045καὶ τοιοῦτον γεγονὸς ἔχων ὑπ’ ὄψιν, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐρωτᾷ,
1046ποίαν πρόνοιαν ἔλαβεν ὁ Πρωθυπουργὸς ὑπὲρ τῶν σταφιδο-
1047φόρων ἐπαρχιῶν. Αὐτὴ ἡ πρόνοια εἶναι μεγίστη, θὰ ηὐχό-
1048μην δὲ, ἡ Κυβέρνησις νὰ κατώρθου διὰ τῶν διαπραγμα-
1049τεύσεων αὐτῆς μετὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως νὰ συνω-
1050μολόγει μίαν ἐμπορικὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Γαλλίας, καὶ
1051βεβαιῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, διότι εἶμαι ἐκ Πελοπον-
1052νήσου καὶ ἔχω κτήματα καὶ ἐγὼ ὀλίγα ἐν Πελοποννήσῳ,
1053ὅτι, ἂν κατωρθοῦτο ἐμπορική τις σύμβασις μετὰ τῆς
1054Γαλλίας διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν σταφίδων ἐν Γαλλίᾳ, ἡ
1055Πελοπόννησος θὰ ἠδιαφόρει διὰ τὸν ἐπιβαλλόμενον φόρον.
1056Δὲν ἐγένετο τοῦτο, δὲν κατωρθώθη, καὶ πάλιν ἡ Πελοπόν-
1057νησος, ἡ ὁποία, ὡς δικαίως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος,
1058εἶναι ἡ Ἀκρόπολις τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὑπὸ ὅλας τὰς ἐπόψεις
1059καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν οἰκονομικὴν, ἡ Πελοπόννησος, λέγω,
1060ἂν ἐξακολουθήσωσιν αἱ αὐταὶ τιμαὶ τῶν σταφίδων, ἂν
1061εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης εὑρίσκῃ κατανάλωσιν τὸ προϊόν,
1062εἶναι ἕτοιμος, χάριν τῆς τιμῆς τῆς πατρίδος, νὰ ὑποβληθῇ
1063εἰς αὐτὴν τὴν θυσίαν.
1064Πῶς ἄλλως νὰ πράξωμεν; Ἂς ὑποδείξῃ ὁ ἀξιότιμος
1065συνάδελφος, ὁ ὁποῖος διαχειρίζεται τὰ ζητήματα μετὰ
1066μεγίστης ῥητορικῆς τέχνης καὶ μετὰ μεγίστης ἐπιτηδειό-
1067τητος, ἂς ὑποδείξῃ ἄλλα μέσα, καὶ ἡμεῖς πρῶτοι οἱ ἐκ
1068Πελοποννήσου Βουλευταὶ θέλομεν ἀποδεχθῆ τὰ μέτρα αὐ-
1069τοῦ ἀντ’ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλει ἡ Κυβέρνησις.
1070Ὅσον ἀφορᾷ τὰς σταφίδας, ἐγὼ διαβεβαιῶ τὸν συνάδελ-
1071φον, ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσωσιν αἱ αὐταὶ τιμαὶ, ἂν κατανα-
1072λίσκωνται ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Γερμανίᾳ, ἂν ἀνοιχθῇ ἡ
1073ὁδὸς πρὸς τὰς ἀγορὰς τῆς Γαλλίας, ἂν κατορθωθῇ, ὥστε
1074ὁ σταφιδόκαρπος νὰ καταναλίσκηται καὶ ἐν Γαλλίᾳ, βε-
1075βαιῶ, ὅτι τὸν φόρον τοῦτον δὲν τὸν αἰσθάνεται ἡ Πελο-
1076πόννησος.
1077§54ΡΑΛΛΗΣ. Τὸν γνωρίζετε αὐτὸν τὸν φόρον;
1078§55ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοῦ σταφι-
1079δοκάρπου, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω.
1080Ἄν, Κύριοι, δὲν γίνηται κατανάλωσις τοῦ σταφιδο-
1081κάρπου ἐν Ἀγγλίᾳ, ἂν δὲν γίνηται κατανάλωσις ἐν Γερ-
1082μανίᾳ, ἂν ἀποκλεισθῇ ὁ σταφιδόκαρπός μας ἀπὸ τὰς ἀγο-
1083ρὰς τῆς Γαλλίας, καὶ μὲ τὸν ὑπάρχοντα φόρον, καὶ μὲ
1084τὰς αὐξήσεις τοῦ φόρου εἰς χρυσὸν, καὶ μὲ ὅλα τὰ μέσα
1085δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπάρξωμεν οἰκονομικῶς. Αὐτὴ εἶναι ἡ
1086ἀλήθεια. Ἄν ὑποθέσητε, ὅτι ἔχομεν μίαν καταστροφὴν
1087εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη, ἢ ὅτι
1088ἐπιβάλλεται ὁ παλαιὸς δασμὸς ἐν Γερμανίᾳ ἢ ἐν Ἀγγλίᾳ,
1089ἢ αὐξάνεται εἰς τὸ maximum ὁ δασμὸς ἐν Γαλλίᾳ, καὶ
1090αὐτοῦ τοῦ φόρου διατηρουμένου εἰς χάρτινον νόμισμα, δὲν
1091δυνάμεθα νὰ ἀνθέξωμεν οἰκονομικῶς. Ἡ ζωὴ ἡ οἰκονομικὴ
1092τῆς Ἑλλάδος εἶναι ὁ παραγόμενος, ὁ ἐξαγόμενος καὶ πω-
1093λούμενος σταφιδόκαρπος.
1094Ἀλλ’ ἔκαμεν ἕνα ὑπολογισμὸν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος,
1095καὶ ἠξεύρετε ποία εἶναι ἡ διαφορὰ τοῦ φόρου; Εἶναι κο-
1096λοσσιαία. Καὶ πῶς ὁρίζει τὸν φόρον; τὸν ὁρίζει κατὰ τὴν
1097τρέχουσαν, κατὰ τὴν νῦν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος, ἢ, ἐπὶ
1098τὸ Ἑλληνικώτερον, ὅπως ὑμεῖς ὠνομάσατε τὴν λέξιν, τῆς
1099ἐπικαταλλαγῆς. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἔλαβεν ἡ Κυ-
1100βέρνησις αὐτὰ τὰ μέτρα, τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου εἰς
1101χρυσὸν, καὶ διάφορα ἄλλα μέτρα οἰκονομικὰ, διὰ νὰ ἀνορ-
1102θωθῶμεν οἰκονομικῶς, διὰ νὰ ἐκπέσῃ ἡ τιμὴ τοῦ συναλ-
1103λάγματος, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν αὐτὴν τὴν ἐπικαταλλαγήν·
1104ἅμα δὲ ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν αὐτὴν τὴν τιμὴν τοῦ
1105συναλλάγματος, δὲν ὑπάρχει σχεδὸν αὔξησις, ὡς ἐκ τῆς
1106ἐλαττώσεως τοῦ ⅙. Ἄν ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος —
1107καὶ ἐπ’ αὐτῇ τῇ ἐλπίδι ἐργαζόμεθα, ἄλλως πρόκειται βέ-
1108βαια νὰ καταστραφῶμεν, — ἂν ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος
1109κατέλθῃ ἀντὶ τοῦ 1,55 εἰς τὰ 1,30, δὲν ὑπάρχει κἀμμία
1110διαφορὰ ὡς πρὸς τὸν φόρον. Ἄν, μεθ’ ὅλα τὰ μέτρα αὐτὰ
1111τὰ οἰκονομικὰ, τὰ ὁποία εἰσάγει ἡ Κυβέρνησις, ἡ τιμὴ τοῦ
1112συναλλάγματος προχωρῇ, δὲν ὑπάρχῃ ἐλπὶς διορθώσεως,
1113βεβαίως τίποτε δὲν μᾶς ὠφελεῖ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια· τί-
1114ποτε δὲν μᾶς ὠφελεῖ. Ἀλλ’ ἐνῷ εἰσάγονται αὐτὰ τὰ νομο-
1115σχέδια, δι’ ὧν ἐλπίζομεν τὴν διόρθωσιν, καὶ θέλομεν ὅλοι
1116τὴν διόρθωσιν, ἐν τούτοις ἀποκρούομεν τὴν διόρθωσιν, διότι
1117οὐδὲν μέτρον ἀποδεχόμεθα. Εἶναι τῇ ἀληθείᾳ περίεργον!
1118Πρέπει νὰ διατηρήσωμεν τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, πρέπει
1119νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεις
1120μας, πρέπει νὰ μὴ πτωχεύσωμεν, χάριν τῆς ὑπολήψεως,
1121χάριν τῆς τιμῆς τοῦ Κράτους, ἀλλὰ πρέπει καὶ ὅλα νὰ
1122τὰ ἀποκρούσωμεν!... Αὐτὴ εἶναι περίεργος καὶ πρωτό-
1123τυπος λογική. Βεβαίως ἐγὼ ἐθαύμασα καὶ τὴν ῥητορικὴν
1124δεινότητα καὶ τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλ-
1125φου, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ.
1126Αὐτὸς εἶναι ὁ κύριος φόρος, ὁ ὁποῖος μεταβάλλεται εἰς
1127χρυσόν. Ἀλλὰ διὰ τὰ μερίσματα τῶν ἀνωνύμων ἑται-
1128ριῶν ἐγὼ θέλω μεγαλείτερον φόρον, διότι οἱ ἔχοντες μετο-
1129χὰς εἰς ἀνωνύμους ἑταιρίας εἶναι πλούσιοι· οἱ περισσότεροι
1130ὅμως τῶν συναδέλφων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι πλού-
1131σιοι, δὲν ἔχουσι μετοχάς. Ἴσως ὁ κ. Παχὺς, ὁ κ. Καραπά-
1132νος, 4–5 τὸ πολὺ εἶναι οἱ ἔχοντες μετοχὰς εἰς ἀνωνύ-
1133μους ἑταιρίας. Ἐπίσης καὶ ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων τῶν ἀτμο-
1134πλοίων. Οἱ ταξειδεύοντες εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἐκτὸς ἐκτά-
1135κτου ἀνάγκης, καὶ αὐτοὶ εἶναι πλούσιοι. Ἂς πληρώσουν
1136εἰς χρυσόν. Ἐπὶ τῶν μεταλλείων, ἐπὶ τῶν ὀρυχείων. Ποῖοι
1137εἶναι οἱ ἔχοντες τὰ μεταλλεῖα καὶ τὰ ὀρυχεῖα; Οἱ πλού-
1138σιοι. Ἐρωτῶ, ἄν τις τῶν συναδέλφων ἢ καὶ ἀπὸ ὅλον τὸν
1139κόσμον, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀκούει, ἂν ἔχῃ τις μέρος ἢ μετοχὴν
1140εἰς μεταλλεῖα ἢ ὀρυχεῖα· μόνον οἱ πλούσιοι ἔχουν· αὐτοὶ
1141φορολογοῦνται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, φορολο-
1142γοῦνται οἱ ἔχοντες μετοχὰς εἰς τὰ μεταλλεῖα, εἰς τὰ ὀρυ-
1143χεῖα, εἰς τὰς σκωρίας τοῦ Λαυρίου, εἰς τὰς ἀνωνύμους
1144ἑταιρίας. Ὥστε δὲν ἐπιβάλλεται εἰς τὸν πτωχὸν κόσμον
1145φόρος· ἐπιβάλλεται βεβαίως εἷς φόρος εἰς τὰς σταφιδοφό-
1146ρους ἐπαρχίας, ἀλλ’ οἱ κάτοικοι τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρ-
1147χιῶν ἐννοοῦσι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς αὐτὸν τὸν φόρον, ἐφ’ ὅσον
1148ὑπάρχῃ ἡ ἐλπὶς καὶ ἡ πεποίθησις, ὅτι θὰ ἀνορθώσωμεν
1149τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, ὅτι θὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς πρὸς
1150τοὺς δανειστάς μας ὑποχρεώσεις μας.
1151Ἓν μόνον θέλω νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρωθυπουργόν·
1152διατὶ αὐτὴ ἡ διαφορὰ ὡς πρὸς τὴν Ἑπτάνησον, ἥτις θὰ
1153πληρόνῃ μόνον τὰ ⅗ τοῦ ἐξαγωγικοῦ τέλους; Ἐνῷ ὁ φό-
1154ρος ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι, ἐν τῇ Πελοποννήσῳ ἐπιβάλλεται
1155εἰς χρυσὸν, διατὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις;
1156Ἐπὶ τῇ ἐλπίδι λοιπὸν τῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομι-
1157κῶν τοῦ Κράτους, καὶ ἐγὼ καὶ οἱ λοιποὶ βεβαίως συνά-
1158δελφοι, οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν Κυβέρνησιν, θέλομεν ψηφίσει
1159ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Ἄν ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν ἀναλαμβά-
1160νει τὸ Κράτος τὴν πίστιν του καὶ δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ ἐκ-
1161πληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του, ἂν δὲν συνομολογηθῇ ἓν
1162δάνειον πραγματικὸν, τότε, εἴτε εἰς χαρτονόμισμα εἴτε εἰς
1163χρυσὸν πληρώσωμεν, εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ, διότι τότε ἀναμ-
1164φιβόλως θέλομεν καταλήξει εἰς χρεωκοπίαν.
1165§56ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν ἀφοσίωσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Καλα-
1166βρύτων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πεποίθησιν αὐτοῦ
1167ἐπὶ τὰ μέτρα αὐτῆς γνωρίζομεν πάντες, καὶ ἦτο περιτ-
1168τὸν νὰ θελήσῃ μίαν ἔτι φορὰν νὰ διατρανώσῃ ταύτην, ἐκ-
1169δηλῶν τὴν πρὸς αὐτὴν πίστιν του. Ἡμεῖς ἐδικαιούμεθα νὰ
1170ζητήσωμεν, καὶ ἐπεθυμοῦμεν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, κατὰ
1171πόσον τὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰσαγόμενον φόρον εὑρίσκει
1172ἴσον, εὑρίσκει λογικὸν, εὑρίσκει λυσιτελῆ· ἀλλ’ ἀπέφυγε
1173νὰ μᾶς εἴπῃ τι περὶ τῶν ζητημάτων τούτων, τὰ ὁποῖα
1174ἐγείρονται ἀναγκαίως ἐκ τῆς ἐπιβολῆς οιουδήποτε φόρου.
1175Κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ προ-
1176κείμενον νομοσχέδιον, διότι ἐπιβάλλει φόρον ἐντελῶς
1177ἄδικον, ἐντελῶς ἀόριστον καὶ ἐντελῶς ἀλυσιτελῆ. Ἡ
1178ἀνισότης τοῦ φόρου τοῦ εἰσαγομένου ὑπὸ δύο ἐπόψεις
1179ἐκδηλοῦται. Ἔχομεν τῷ ὄντι ὡρισμένους παραγωγοὺς,
1180οἵτινες θὰ ὀφείλωσι νὰ καταβάλλωσι τοὺς φόρους των εἰς
1181χρυσὸν, ἡ δὲ τοιαύτη καταβολὴ τοῦ φόρου ἀπετιμήθη
1182μὲν εἰς 25% κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἀναγγελίας τοῦ μέ-
1183τρου, σήμερον δ’ ἀποτιμᾶται εἰς 27, ἢ 30, ἢ 32, καὶ αὔ-
1184ριον εἰς πολὺ πλέον. Ὡς ἀντισήκωμα τῆς περιπλέον ταύ-
1185της φορολογίας, ἥτις ἐπιβάλλεται εἰς ὡρισμένην τάξιν παρα-
1186γωγῶν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀναγγέλλων τὸ
1187νομοθέτημα, εἶπεν, ὅτι ὑπεβίβασε τὸν μέχρι τοῦδε κατα-
1188βαλλόμενον φόρον κατὰ 20%, ὥστε, ἀντὶ τῶν 45%,
1189τὰ ὁποῖα θὰ κατέβαλλον περιπλέον διὰ τὴν διαφορὰν τοῦ
1190χρυσοῦ, νὰ καταβάλλωσι μόνον 25% περιπλέον, ὑπολο-
1191γιζομένης τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς εἰς 45%.
1192Ἐντεῦθεν προκύπτει ἀνισότης τελεία πρὸς τοὺς λοιποὺς
1193φορολογουμένους, διότι ἐπιβάλλεται εἰς ὡρισμένους παρα-
1194γωγοὺς μία πρόσθετος φορολογία, ἥτις ὑπελογίσθη μὲν τότε
1195εἰς 25%, ἥτις σήμερον ὑπολογίζεται εἰς 33 ἢ 34, καὶ
1196ἥτις αὔριον δὲν ἠξεύρω εἰς ποῖον ποσὸν θὰ ἀνέλθῃ, ἀλλ’
1197ὑφίσταται ἀνισότης καὶ μεταξὺ τῶν παραγωγῶν εἰδῶν, τὰ
1198ὁποῖα ἐξάγονται καὶ τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται εἰς καταβολὴν
1199ἐξαγωγικῶν τελῶν· διότι, ἐνῷ οἱ λοιποὶ φορολογούμενοι, οἱ
1200κάτοικοι τῆς Πελοποννήσου, αἱ μεταλλευτικαὶ ἑταιρίαι,
1201ἔχουσι νὰ καταβάλωσι φόρον 25 ἢ 30 ἢ 33%, οἱ
1202κάτοικοι τῆς Ἑπτανήσου θὰ καταβάλωσι φόρον μόνον 17%.
1203Ἡ ἀνισότης τῆς φορολογίας ὑπὸ τὴν διττὴν ταύτην ἔπο-
1204ψιν ἀποδεικνύεται πληρέστατα. Ἀλλ’ ὁ φόρος, ὅπως εἰσά-
1205γεται, ἔχει τι τὸ ἀπαίσιον, διότι οὐ μόνον εἶναι ἄνισος,
1206ἀλλὰ καὶ ἐντελῶς ἀόριστος. Οὐδεὶς τῳόντι σήμερον δύναται
1207νὰ γνωρίζῃ, τίς εἶναι ὁ φορολογικὸς ὅρος, τὸν ὁποῖον θὰ
1208ὑποστῇ ἡ τάξις τῶν παραγωγῶν, εἰς οὓς ἀποβλέπει τὸ νο-
1209μοσχέδιον. Κατὰ τὴν ἀναγγελίαν τοῦ μέτρου ἀνήρχετο εἰς
121025%, σήμερον ἀνῆλθεν εἰς 33% ἢ 34%, αὔριον βε-
1211βαίως θὰ ἦναι 38 ἢ 40%, καὶ ἂν ἐξακολουθήσῃ νὰ ἰθύνῃ
1212τὰς τύχας τοῦ Κράτους, ἐπιβάλλων μέτρα τόσον ἀλυσιτελῆ,
1213ὡς θέλω μετ’ ὀλίγον ἀποδείξει, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θέλο-
1214μεν φθάσει εἰς τὸ νὰ ἐπιβάλωμεν πρόσθετον φόρον 80%
1215ἢ 100% εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγούς. Διὰ νὰ μᾶς
1216παρηγορήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαβρύτων, εἶπεν: ἂν πρό-
1217κηται νὰ καταστραφῶμεν, μᾶς εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον, τίς
1218φόρος θὰ ἐπιβληθῇ.
1219§57ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σεῖς τί λέγετε;
1220§58ΡΑΛΛΗΣ. Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι, ἵνα μὴ καταστραφῶ-
1221μεν, πολεμοῦμεν τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως· πολεμοῦμεν
1222δ’ αὐτὰ, ὡς φέροντα εὐθὺ πρὸς τὴν καταστροφήν. Τὸ μέ-
1223τρον τοῦτο, ὅπερ ἀποδεικνύεται ἀμέσως ἐξ ἀρχῆς ἀόριστον
1224καὶ ἄνισον καὶ ἐπαχθὲς, καὶ ὅπερ θὰ καταστῇ καὶ ἐπαχθέ-
1225στερον, συντελουμένης τῆς καταστροφῆς, εἶναι καὶ ὅλως
1226ἀλυσιτελές. Καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ μέτρον τῆς
1227Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην. Τί ἐπεδίωξεν ἡ
1228Κυβέρνησις δι’ αὐτοῦ; Ἐπεδίωξε διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῆς
1229καταβολῆς εἰς μεταλλικὸν τῶν ἐξαγωγικῶν τελῶν νὰ ἀνεύρῃ
1230τὸν χρυσὸν ἢ μέρος τοῦ χρυσοῦ τοῦ ἀναγκαιοῦντος εἰς τὴν
1231ὑπηρεσίαν τῶν ἐξωτερικῶν δανείων, νὰ ἐλαττώσῃ δ’ οὕτω
1232τὴν συναλλαγματικὴν διαφοράν. Ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ὁμο-
1233λογήσωμεν, ὅτι λίαν ἐπικαίρως ἀνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ
1234διατάξει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διότι τοῦτο μὲ τὸ νο-
1235μοσχέδιον, ὅπερ ἐψηφίσθη πρὸ ὀλίγου εἰς γʹ ἀνάγνωσιν, περὶ
1236τῆς παρακαταθήκης τῶν ἐνεχυριασθέντων τραπεζικῶν γραμ-
1237ματίων διὰ τὸ τελευταῖον δάνειον, ἀποτελοῦσι τὰ δύο
1238σκέλη τῆς ἐγκαινισθείσης οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἐπὶ τὰ
1239ὁποῖα ἐστήριζε τὰς ἐπαγγελίας της περὶ βελτιώσεως τῆς
1240οἰκονομικῆς καταστάσεως ἡ Κυβέρνησις.
1241Εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
1242βερνήσεως, μᾶς ἔλεγεν ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἠθέλομεν κατορθώσει νὰ
1243περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν κυκλοφορούντων γραμμα-
1244τίων, ἠθέλομεν κατορθώσει νὰ ὑποβιβάσωμεν τὴν συναλ-
1245λαγματικὴν διαφοράν, καὶ ὅπως ἐπιτύχῃ τοῦτο, ἐσφράγισεν
12468½ ἑκατομμύρια τραπεζικῶν γραμματίων καὶ τὰ κατέ-
1247θηκεν εἰς τὸ θησαυροφυλάκιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τὰ
12488½ ἐκεῖνα ἑκατομμύρια ἔπαυσαν ἔκτοτε νὰ κυκλοφορῶσιν.
1249Εἰς τὸ μέτρον δ’ ἐκεῖνο, ὅπερ τόσον σωστικὸν ἐθεώρησεν ὁ
1250κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπήντησεν ἤδη ἡ ἀγορὰ καὶ
1251τὸ χρηματιστήριον, καὶ ἀπήντησαν κατὰ τοιοῦτον τρό-
1252πον, ὥστε ἠναγκάσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ
1253καταφύγῃ εἰς τὴν θεωρίαν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ
1254Γόρτυνος, καὶ νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ὅτι ἡ ὑπερτίμησις τοῦ
1255χρυσοῦ ὀφείλεται εἰς ἀποκλεισμὸν οὐχὶ πολιτικόν, ἀλλὰ
1256χρηματιστικόν.
1257Τὸ ἓν ἐκ τῶν σκελῶν, ἐφ’ ὧν ἐστηρίζετο ἡ οἰκονομική
1258του πολιτικὴ, ἐξέλιπεν ἀφ’ ἑαυτοῦ· τὸ μέτρον ἀπεδείχθη
1259ἐντελῶς ἀλυσιτελὲς, χωλὸν δὲ καὶ ἀνάπηρον τὸ σύστημα
1260καὶ ἀνίκανον νὰ στηρίξῃ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς
1261Κυβερνήσεως. Ὑπελείπετο τὸ ἕτερον σκέλος, τὸ ἕτερον μέ-
1262τρον, τὸ τῆς εἰσπράξεως εἰς χρυσὸν τῶν ἐξαγωγικῶν τελῶν.
1263Καὶ ἀπεκρίθη ἤδη ἡ ἀγορὰ ἡμῶν καὶ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο,
1264ἀπεκρίθη διὰ νέας καταπληκτικῆς ἀληθῶς ὑψώσεως τῆς
1265συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, διὰ νέας καταπληκτικῆς ἐκ-
1266πτώσεως τῶν ἀξιῶν. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ ν’ ἀποκριθῇ
1267συμφώνως μὲ ὅσα ἐδιδάχθη ἡ ἀγορὰ ἡμῶν παρὰ τοῦ κ.
1268Πρωθυπουργοῦ, ὅστις κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, προ-
1269βαλλομένου τοιούτου μέτρου, ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἦτο λογικὸν
1270ν’ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους τὴν καταβολὴν
1271εἰς χρυσὸν τῶν τελωνειακῶν τελῶν, οὐδ’ ἐκ τούτου νὰ ἐλ-
1272πίσωμεν τὴν ὑποτίμησιν τοῦ χρυσοῦ, διότι δὲν γεννῶσιν οὗ-
1273τοι τὸν χρυσόν. Ἀπέκρουε δὲ τότε διαῤῥήδην τὴν γνώμην
1274ἐκείνων, οἵτινες προέβαλλον ὡς μέτρον σωστικὸν τὴν εἴσπρα-
1275ξιν τῶν τελωνειακῶν τελῶν εἰς χρυσόν. Τοιαῦτα ἐδίδασκε
1276τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ καθ’ ὅσον προ-
1277βαίνει ὁ χρόνος, νέαι προκύπτουσιν ἰδέαι καὶ νέαν ἀποκτᾷ
1278πεῖραν. Εὗρε δὲ μέσην τινὰ θεωρίαν, δι’ ἧς νομίζει, ὅτι ἱκα-
1279νοποιεῖται καὶ ἡ τότε διδασκαλία του, καὶ αἱ ἐπαγγελίαι
1280του, καὶ αἱ ἀξιώσεις ἐκείνων, οἵτινες τὸν ὑποστηρίζουσι.
1281Καὶ ἔφθασεν οὕτω εἰς τὴν θεωρίαν, καθ’ ἣν, καθ’ ὅσον ὁ παρα-
1282γωγὸς εἰσπράττει χρυσὸν, ὀφείλει νὰ καταβάλλῃ εἰς χρυ-
1283σὸν τὰ τέλη, διότι ἔχων πραγματικὸν νόμισμα δὲν προ-
1284καλεῖ τὸν συναγωνισμόν. Ἀλλ’ εὔκολον εἶναι νὰ πεισθῆτε,
1285ὅτι ἡ θεωρία αὕτη δὲν εἶναι ἡ ἀκριβὴς, καὶ ὅτι δὲν εἶναι
1286δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπέλθῃ ἀκριβῶς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον
1287ὑπεδείκνυε τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἤθε-
1288λεν ἐπέλθει ἐκ τῆς ἐπιβολῆς τῆς εἰσπράξεως τῶν τελῶν
1289εἰς χρυσόν. Ὁ συναγωνισμὸς ἀναγκαίως θὰ ἐξαφθῇ μεταξὺ
1290τοῦ Δημοσίου, ἔχοντος ἀνάγκην περιπλέον χρυσοῦ, καὶ τῶν
1291ἰδιωτῶν, τῶν ἐμπόρων· διότι οἱ ἔμποροι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες
1292θὰ καταβάλλωσι τὰ τελωνειακὰ τέλη· ὁ παραγωγὸς δὲν
1293καταβάλλει τὰ τελωνειακὰ τέλη, ἢ τοὐλάχιστον ἐλάχιστοι
1294εἶναι ἐκ τῶν παραγωγῶν οἱ καταβάλλοντες τελωνειακὰ
1295τέλη, οὐδὲ διαφέρει ὁ ἔμπορος σταφίδος οἱουδήποτε ἄλλου
1296ἐμπόρου. Ἐκ τοῦ συναγωνισμοῦ δὲ τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς
1297ἐμπόρους, ὅστις εἶναι ἄφευκτος, θὰ προκύψωσιν ἀναγκαίως
1298ἀποτελέσματα ὅμοια πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προέλεγε τότε
1299ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὰ ὁποῖα εἴδομεν ἀπὸ
1300τῆς χθὲς, ἡ ὕψωσις δηλ. τοῦ χρυσοῦ. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕτε-
1301ρος λόγος, τὸν ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Βουλευ-
1302τὴς ἐκ Λοκρίδος, ἕτερος λόγος, δι’ ὃν εὐθὺ ἄγει εἰς τὴν ὑπο-
1303τίμησιν τοῦ τραπεζογραμματίου τὸ μέτρον τῆς εἰσπράξεως
1304εἰς χρυσὸν τῶν ἐξαγωγικῶν τελῶν. Διὰ τῆς εἰσπράξεως εἰς
1305χρυσὸν τῶν τελῶν τί πράττει ἡ Κυβέρνησις; Ζητοῦσα
1306παρὰ τῶν ἐξαγόντων νὰ καταβάλλωσιν εἰς χρυσὸν τὸ τέλος,
1307ἀποκλείει ἀπὸ ὡρισμένην κατανάλωσιν, ἀπὸ ὡρισμένην χρῆ-
1308σιν τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον· οὕτω τὸ τραπεζικὸν γραμ-
1309μάτιον δὲν εὑρίσκει μίαν περιπλέον ἔξοδον πρὸς τὴν κυκλο-
1310φορίαν· καὶ ποῖον ἐντεῦθεν τὸ ἀποτέλεσμα; Ἀποτέλεσμα
1311ἔσεται νέα ὑποτίμησις τοῦ γραμματίου· καὶ δὲν δύναται νὰ
1312ἦναι ἀλλοῖον, διότι, καθ’ ὅσον ὁ κύκλος τῆς κυκλοφορίας
1313καθίσταται στενότερος, κατὰ τοσοῦτον ὑποτιμᾶται τὸ
1314τραπεζογραμμάτιον, ἀποδεικνυόμενον μᾶλλον πλεονάζον.
1315Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πέρυσιν εὑρίσκετο ἐν τῇ
1316ἀληθείᾳ, διδάσκων πάντας ἐκείνους, οἵτινες εἶχον τὴν ἐναν-
1317τίαν γνώμην, ὅτι ἄφευκτος συνέπεια τῆς καταβολῆς τῶν
1318τελωνειακῶν τελῶν, εἴτε εἰσαγωγικῶν, εἴτε ἐξαγωγικῶν,
1319εἰς χρυσὸν εἶναι ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζογραμματίου,
1320διότι τοῦτο δὲν δύναται νὰ σᾶς χρησιμεύσῃ εἰς τὸ ἑξῆς
1321πρὸς μίαν περιπλέον χρῆσιν, καὶ περιορίζεται ἡ κυκλοφο-
1322ρία αὐτοῦ κατ’ ἴσον ποσὸν πρὸς τὰ εἰσπραττόμενα τελω-
1323νειακὰ τέλη. Διὰ τοῦτο δὲ εἶπον, ὅτι πρὸς τὴν ἀνισότητα,
1324πρὸς τὸ ἀόριστον, ἐνέχει καὶ τὸ ἀλυσιτελὲς τὸ μέτρον τοῦτο,
1325διὰ τοῦτο δὲ πολεμοῦμεν καὶ αὐτὸ, ὡς ἐπολεμήσαμεν καὶ
1326τὰ ἄλλα μέτρα τῆς Κυβερνήσεως. Προχθὲς ἀκόμη ἠρώτων
1327τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἐχαρακτήριζε τὸ μέτρον τοῦ δανείου
1328ἀντὶ ἐνεχύρου τραπεζογραμματίων σφραγιζομένων ὡς προ-
1329σωρινὸν, ποῖα εἶναι τὰ ὁριστικὰ μέτρα της πρὸς ἀποσόβη-
1330σιν τῆς κρίσεως; Ἰδοὺ τὰ ὁριστικὰ μέτρα της. Πρῶτον τοι-
1331οῦτον εἶναι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον· τὴν ἀξίαν αὐτοῦ
1332γνωρίζετε ἤδη, μετ’ ὀλίγον θέλετε λάβει πεῖραν καὶ τῶν
1333ἄλλων.
1334§59Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ ἀγορεύσαντες
1335κατὰ τοῦ νομοσχεδίου παρέστησαν αὐτὸ ὡς τὸ μέτρον, δι’
1336οὗ ἡ Κυβέρνησις ἐλπίζει νὰ ἐλαττώσῃ τὴν ἐπικαταλλα-
1337γὴν, ὡσανεὶ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ
1338ἠλαττοῦτο ἡ ἐπικαταλλαγὴ ἐκ μέτρου ἐπιβάλλοντος τὴν
1339πρὸς τὸ Δημόσιον καταβολὴν χρυσοῦ παρὰ τῶν κατοίκων
1340τῆς χώρας. Ποῖος ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ καταβολὴ χρυσοῦ πρὸς τὸ
1341Δημόσιον παρὰ τῶν κατοίκων τῆς χώρας θ’ αὐξήσῃ τὴν
1342ἐπικαταλλαγήν; Τὸ πρᾶγμα εἶναι τοσοῦτον καταφανὲς,
1343ὥστε πρέπει νὰ ἐστεροῦντο οἱ κύριοι Βουλευταὶ παντὸς
1344ἐπιχειρήματος, ἵνα ἀγορεύσωσιν ἐπὶ τοιούτου θέματος. Εἶναι
1345βέβαιον, ὅτι, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ πληρωθῶσι τὰ 31 ἑκα-
1346τομμύρια, τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, εἰς μεταλλικὸν
1347ἄνευ ἐξαγωγῆς μεταλλικοῦ ἐκ τῆς χώρας, τὸ ζήτημα τῆς
1348ἐπικαταλλαγῆς δὲν θὰ ὑφίστατο ὑπὸ ὀξὺν χαρακτῆρα παρ’
1349ἡμῖν, ἀλλὰ 31 ἑκατομμύρια πρέπει νὰ ἐξέλθωσιν ἐκ τῆς
1350χώρας, ἡ ἐξαγωγὴ δ’ αὕτη τοῦ χρυσοῦ, ἡ ἀπόκτησις τοῦ
1351χρυσοῦ, ὅπως ἐξαχθῇ ἐκ τῆς χώρας, ἐὰν γένηται ἐν τῇ
1352χώρᾳ, δὲν δύναται ἢ νὰ φέρῃ αὔξησιν τῆς ἐπικαταλλαγῆς.
1353Μέτρον ἑπομένως ἀφορῶν εἰς ἀπόκτησιν τοῦ χρυσοῦ ἐν τῇ
1354χώρᾳ, καὶ οὐχὶ εἰς ἀπόκτησιν αὐτοῦ ἐκτὸς τῆς χώρας δι’
1355οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, καθ’ ὧν ἄλλοτε ἐξανίσταντο οἱ
1356κύριοι Βουλευταὶ, δὲν δύναται ἢ νὰ φέρῃ αὔξησιν τῆς ἐπι-
1357καταλλαγῆς. Διατὶ δὲν εἴχομεν ἄλλοτε ηὐξημένην τὴν ἐπι-
1358καταλλαγὴν; Προδήλως διότι μετηρχόμεθα τοὺς οἰκονομι-
1359κοὺς συνδυασμούς· ἐξέλιπον οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ,
1360ἔχομεν ηὐξημένην τὴν ἐπικαταλλαγήν. Ἀλλὰ κατὰ τίνα
1361τρόπον θέλει ἐπέλθει σήμερον ἡ ἐξαφάνισις τῆς ἐπικαταλ-
1362λαγῆς, ὅτε πλέον οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ, διὰ τοῦτον ἢ
1363ἐκεῖνον τὸν λόγον, κατέστησαν ἀνέφικτοι, τοῦτο εἶναι τὸ
1364ζήτημα, καὶ ἐν τῷ συστήματι τῶν μέτρων, δι’ ὧν ἐπιδιώ-
1365κεται ἡ παῦσις, ἡ ἐξαφάνισις τῆς ἐπικαταλλαγῆς, κατέ-
1366χει θέσιν καὶ τὸ μέτρον τοῦτο. Μόνον ἐξεταζόμενον τό μέ-
1367τρον τοῦτο, αὐξάνει τὴν ἐπικαταλλαγήν· ὡς μέρος τοῦ ὅλου
1368συστήματος, ἐὰν ἦναι τοῦτο ἄρτιον, συντελεῖ εἰς τὴν κα-
1369τάργησιν αὐτῆς. Καὶ πῶς; Ποῖον εἶναι τὸ σύστημα τῆς
1370Κυβερνήσεως, οὗτινος μέρος ἀποτελεῖ καὶ τὸ νομοσχέδιον
1371τοῦτο; Τί φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἀπαιτεῖται σήμερον,
1372ἵνα παύσῃ τὸ ἔκρυθμον τῆς καταστάσεως, ἵνα δυνηθῇ τὸ
1373Δημόσιον νὰ ἀποκτᾷ ἐν τῇ χώρᾳ, ἄνευ διαταράξεως τῆς
1374χρηματικῆς ἀγορᾶς, τὸν χρυσὸν, ὅστις εἶναι ἀναγκαῖος
1375πρὸς ἀπότισιν τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν; Τὸ εἴπομεν ἤδη·
1376φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὁ μόνος τρόπος πρὸς ἀπόκτησιν
1377τοῦ χρυσοῦ ἐν τῇ χώρᾳ εἶναι ἡ διευθέτησις τῶν νομισμα-
1378τικῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπέρχηται
1379διευθέτησις τῶν νομισματικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, εἶναι
1380μάταιον νὰ ἐλπίζωμεν διὰ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ μερικοῦ
1381μέτρου, ὅτι θέλει ἐπιτευχθῆ ἡ παροχὴ ὑπὸ τῆς χώρας τοῦ
1382χρυσοῦ, ὅστις εἶναι ἀναγκαῖος. Ἀλλὰ εἰς τί κυρίως συνί-
1383σταται ἡ ἀνωμαλία τῶν νομισματικῶν ἐν τῇ χώρᾳ; Συνί-
1384σταται εἰς τοῦτο, ὅτι ἔχομεν νόμισμα πλεονάζον, νόμισμα
1385μὴ ἔχον ἐσωτερικὴν ἀξίαν, ἔχον ἀξίαν μόνον ἐκ τοῦ νόμου,
1386καὶ μὴ δυνάμενον νὰ χρησιμοποιηθῇ ἐν τῇ χώρᾳ, ὅπερ,
1387εἰσπραττόμενον ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, προσφέρεται ἐν τῇ ἀγορᾷ
1388παρ’ αὐτοῦ, ζητοῦντος χρυσόν. Ὁ χρυσὸς δὲν προσφέρεται
1389προθύμως εἰς ἀνταλλαγὴν πρὸς νόμισμα πλεονάζον· ὁ
1390χρυσὸς ἔχει ἰδίαν ἀξίαν καὶ ἐπιβάλλει ἐν τῇ ἀνταλλαγῇ
1391τοὺς ἰδίους ὅρους εἰς τὸ νόμισμα τὸ κυκλοφοροῦν καθ’ ὑπέρ-
1392βασιν τῆς ἀνάγκης καὶ ἐστερημένον ἀξίας ἀνεξαρτήτου
1393ἀπὸ τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου παρεχομένης εἰς αὐτό· ἵνα δὲ δυνά-
1394μεθα ν’ ἀνταλλάσσωμεν τὸ νόμισμα τοῦτο, ὅπερ μόνον δια-
1395θέτει ἡ Κυβέρνησις, τὸ νόμισμα τὸ χάρτινον πρὸς τὸν χρυ-
1396σὸν, πρέπει νὰ δώσωμεν ἀξίαν εἰς αὐτὸ, καὶ ἵνα δώσωμεν
1397εἰς αὐτὸ ἀξίαν, πρέπει νὰ τὸ καταστήσωμεν ἀνάλογον
1398πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, διότι τὸ νόμισμα, καὶ μὴ
1399ἔχον ἐσωτερικὴν ἀξίαν, ἀποκτᾷ αὐτὴν ἐκ τῶν ἀναγκῶν, εἰς
1400ἃς ἀπαντᾷ. Εὐθὺς ὡς περισσεύει ἐπὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς χώ-
1401ρας, ὑφίσταται μείωσιν ἀξίας, καὶ προσφέρεται εἰς ἀνταλ-
1402λαγὴν τοῦ χρυσοῦ ἀντὶ μεμειωμένης τιμῆς, ἂν μὴ καὶ ἀντὶ
1403πάσης τιμῆς.
1404Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐνόμισεν, ὅτι διὰ μερικῶν μέτρων θὰ
1405ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ μείωσις τῆς ἐπικαταλλαγῆς, ὅτι, πλεο-
1406ναζόντων γραμματίων 70 ἢ 80 ἑκατομμυρίων, ἤλπιζεν ἡ
1407Κυβέρνησις, ἀφαιροῦσα ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας 8 ἢ 9 ἑκα-
1408τομμύρια, εἰσπράττουσα χρυσοῦ 7 ἢ 8 ἑκατομμύρια, νὰ
1409λύσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀνωμαλίας τῆς χρηματιστικῆς ἡμῶν
1410ἀγορᾶς. Τὸ ζήτημα δὲν περιορίζεται εἰς 8 ἢ 9 ἑκατομμύρια
1411χαρτίου ἐπὶ πλέον τῆς ἀνάγκης κυκλοφοροῦντος ὡς νομί-
1412σματος, οὐδ’ εἰς 7 ἢ 8 ἑκατομμύρια ὑστεροῦντος χρυσοῦ·
1413τὸ ζήτημα γεννᾶται ἐκ χαρτίνου νομίσματος, πλεονάζοντος
1414ἐπὶ ποσῷ 70 ἕως 80 ἑκατομμυρίων, καὶ εἰς ζήτησιν παρὰ
1415τοῦ Δημοσίου χρυσοῦ ἀξίας 31 ἑκατομμυρίων ἐτησίως χάριν
1416τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Ἀφαίρεσις 8 ἢ 9 ἑκα-
1417τομμυρίων ἀπὸ τῶν 70 ἕως 80 εἶναί τι ὅλως ἀνεπαίσθη-
1418τον· ἀνεπαρκὴς ὡσαύτως ἡ πρόνοια περὶ 7 ἢ 8 ἑκατομμυ-
1419ρίων χρυσοῦ ἐπὶ 31 ἑκατομμυρίων. Ἡ ὑπεροχὴ τοῦ χρυσοῦ
1420τοῦ προσφερομένου ἀπέναντι χαρτίνου νομίσματος, πλεονά-
1421ζοντος εἴτε κατὰ 80 ἑκατομμύρια, εἴτε κατὰ 70 ἑκατομ-
1422μύρια, εἶναι ἡ αὐτὴ, καὶ ταύτης τῆς ὑπεροχῆς βλέπετε τὰ
1423ἀποτελέσματα, ἅτινα ἀπατῶσι τὸν κ. Βουλευτὴν, νομίζοντα
1424ὅτι σχετίζονται ταῦτα πρὸς τοῦτο ἢ πρὸς ἐκεῖνο τὸ ὑποβληθὲν
1425νομοσχέδιον. Τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβαλλόμενα εἰς τὴν Βου-
1426λὴν εἶναι καλὰ ἢ κακὰ, ἐὰν τὸ ὅλον σύστημα, τὸ ὑπ’ αὐτῶν
1427ἀπαρτιζόμενον, ἦναι καλὸν ἢ κακὸν, πᾶσαι δὲ αἱ μελέται, ἃς
1428ἠκούσαμεν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος, εἴτε τώρα,
1429εἴτε κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, εἴτε προηγουμένως,
1430στηριζόμεναι εἰς τὰ κατὰ μέρος μέτρα τῆς Κυβερνήσεως,
1431εἰς οὐδὲν ἄγουσι συμπέρασμα, διότι τὰ μέτρα, αὐτοτελῶς
1432ἐξεταζόμενα, δὲν παρουσιάζουσι τὸ ζήτημα ἄρτιον. Μόνον
1433ἐὰν τὸ σύστημα ἄρτιον δὲν ἄγῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ
1434δι’ αὐτοῦ ἐπιζητούμενον, μόνον τότε πρέπει νὰ παύσωμεν
1435ψηφίζοντες τοιαῦτα νομοσχέδια, ὡς ἐν συνόλῳ μὴ ἀπολή-
1436γοντα εἰς τὸν σκοπὸν, οὐχὶ ὡς μὴ ἀπολήγοντα εἰς τὸν
1437σκοπὸν αὐτοτελῶς. Ἐξεταζόμενον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο
1438ὡς αὐτοτελὲς, ἀπολήγει εἰς τὸν ἀντίθετον σκοπὸν τοῦ
1439ἐπιδιωκομένου· καὶ ὅμως ἀπολήγει εἰς τὸν σκοπὸν τὸν
1440ἐπιδιωκόμενον, συντελοῦν εἰς τὴν εὐόδωσιν συστήματος
1441ἐγγυωμένου τὴν ἀποκατάστασιν τῆς νομισματικῆς ὁμαλό-
1442τητος. Εἰς τοῦτο δὲ πρέπει νὰ στραφῇ ἡ συζήτησις, ἀλλὰ
1443περὶ τούτου οὐδὲν ἠκούσαμεν, ἴσως διότι δὲν ἤθελον νὰ ὁμι-
1444λήσωσι περὶ τούτου οἱ ἀγορεύσαντες, ἀλλ’ ἴσως καὶ διότι
1445ἐπεφυλάχθησαν νὰ ὁμιλήσωσι περὶ τούτου ἐν τῇ γενικῇ
1446συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς ἣν πράγματι ἀνήκει τὸ
1447θέμα. Σήμερον συνεζήτησαν περὶ τῶν μέτρων τούτων οἱ
1448ἀγορεύσαντες, ὡς ἐὰν δι’ αὐτῶν, κεχωρισμένων ἀπὸ τῶν
1449ἄλλων, ἐπεδιώκετο ἡ λύσις τοῦ ζητήματος. Ἰδίως ὁ κ. Βου-
1450λευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ χθὲς καὶ σήμερον παρέστησε τὴν
1451Κυβέρνησιν παραπλανωμένην, ὅτι διὰ τῆς ἀφαιρέσεως ἀπὸ
1452τῆς κυκλοφορίας τῶν 8,760,000 δραχμῶν ποιεῖται μέγα
1453βῆμα εἰς τὰ πρόσω, πρὸς τὴν ἐξαφάνισιν τῆς ἐπικαταλ-
1454λαγῆς· δεικνύων δὲ μὴ ἐξαφανισθεῖσαν τὴν ἐπικαταλλαγὴν,
1455ἰδοὺ, ἔλεγε, τὰ ἀποτελέσματα τῆς πολιτικῆς ὑμῶν. Ἀπαντῶ
1456εἰς ταῦτα ἐρωτῶν: τίνα ἔχει σχέσιν πρὸς τὰ ἀποτελέ-
1457σματα τῆς πολιτικῆς ἡμῶν ἡ ἐφαρμογὴ μέτρου ἀφορῶντος
1458εἰς τὴν ἀναπλήρωσιν προσωρινῆς ἀνάγκης, μέτρου ἔχοντος
1459διάρκειαν 6 μηνῶν, καὶ ἀφαιροῦντος 8 ἑκατομμύρια ἐκ
1460πλεονάσματος κυκλοφορίας 80 ἑκατομμυρίων;
1461Τὸ ζήτημα τὸ νομισματικὸν, τὸ ζήτημα τῆς ἀφαιρέ-
1462σεως ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας νομίσματος περισσεύοντος, καὶ
1463ἑπομένως ἐξευτελίζοντος τὴν ἀξίαν τοῦ εἰς τὴν διάθεσιν
1464τῆς Κυβερνήσεως εὑρισκομένου καὶ ἀνθ’ οὗ ἀποκτᾶται παρὰ
1465τοῦ Δημοσίου ὁ χρυσὸς, τὸ ζήτημα τοῦτο ἔπρεπε νὰ με-
1466λετηθῇ, ἵνα ἐξακριβωθῇ κατὰ πόσον ἡ λύσις αὐτοῦ ἐξυ-
1467πηρετεῖται διὰ τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ πόσον
1468τὰ μέτρα ταῦτα εἶναι ἐπαρκῆ, ἢ τοὐναντίον κατὰ πόσον
1469τὰ ῥηθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ οἱ ὑπολογισμοὶ
1470αὐτοῦ ἔχουσιν ὑπόστασιν, ἂν στηρίζωνται ἐπὶ τῶν πραγ-
1471μάτων, ἢ τοὐναντίον ἀποῤῥέωσιν ἐξ ἀνεπαρκοῦς ἀντιλή-
1472ψεως τῆς αἰτίας τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἦτο τοσοῦ-
1473τον ἐπαχθὲς τὸ μέτρον, ὅσον παρεστήθη, συνετέλει ὅμως
1474εἰς τὴν ἀφαίρεσιν ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας τοῦ πλεονάζοντος
1475τραπεζικοῦ γραμματίου, παντὸς ὅμως τοῦ πλεονάζοντος,—
1476διότι, ἂν μὴ ἦναι ἀρτία ἡ πολιτικὴ αὕτη, ἐὰν μὴ φέρῃ
1477πλῆρες τὸ ἀποτέλεσμα, εἶναι ματαία ἡ ἐπιδίωξις αὐτῆς—
1478ἐὰν τὰ μέτρα ταῦτα, καίπερ ἐπαχθῆ, συντελοῦσιν ὅμως
1479εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, ἡ Βουλὴ, κατ’ ἐμὴν γνώμην,
1480θέλει πάντως τὰ ψηφίσει. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, τὰ μέτρα δὲν
1481ἔχουσι τὸν χαρακτῆρα, ὃν ἀπέδωκεν εἰς αὐτὰ ὁ κ. Βουλευ-
1482τὴς, ἔχουσι δὲ τὸν χαρακτῆρα, ὃν ἀποδίδομεν ἡμεῖς εἰς
1483αὐτά. Ἐκ τῶν μέτρων τούτων ἐξήρτηται ἡ πιθανότης τῆς
1484ἐπιτυχίας τοῦ ὅλου ἡμῶν συστήματος· καὶ λέγω ἡ πιθα-
1485νότης, διότι ὑπάρχει ἐν τῷ συστήματι καὶ παράγων, ὅστις
1486δὲν ἐξήρτηται ἐξ ἡμῶν. Ἐξ ἡμῶν ἐξήρτητο ν’ ἀποτελέ-
1487σωμεν προϋπολογισμὸν ἄρτιον, προϋπολογισμὸν ἐπαρ-
1488κοῦντα πρὸς πάσας τῆς Πολιτείας τὰς ἀνάγκας, προϋπο-
1489λογισμὸν ἐπιτελοῦντα πάνθ’ ὅσα ἐπαγγέλλεται. Ὁ προϋπο-
1490λογισμὸς, ὃν ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὃν ἡ Βουλὴ
1491φαίνεται διατεθειμένη, ἵνα ἐπιψηφίσῃ, πληροῖ τοὺς ὅρους
1492τούτους, ἀλλὰ τὸ ἄρτιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ δι’ αὐτοῦ
1493ἐξασφάλισις πάντων, ὅσα ἡ Πολιτεία ὀφείλει νὰ ἐκτελέσῃ,
1494δὲν ἀρκεῖ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ
1495ἡμῶν καὶ μόνου νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας ποσὸν
149680 ἑκατομμυρίων. Προϋπολογισμὸς ἄρτιος παρέχει τὰ
1497πρὸς ὑπηρεσίαν κεφαλαίου δανειζομένου εἰς τὸ Κράτος πρὸς
1498τοιοῦτον σκοπὸν, καὶ ταῦτα παρέχει ὁ ὑποβληθεὶς προϋπο-
1499λογισμὸς ἐπὶ ποσῷ ὑπερδιπλασίῳ. Ἵνα πραγματοποιηθῇ
1500ὅμως τὸ δάνειον, πρέπει νὰ συναινέσωσι καὶ ἄλλοι· καὶ εἰς
1501τοῦτο τείνουσιν αἱ ἐνέργειαι ἡμῶν, ἵνα πείσωσι τοὺς δυνα-
1502μένους νὰ παράσχωσιν εἰς τὴν χώραν τὸ κεφάλαιον, ὅτι ἡ
1503χώρα ἀναδέχεται πάσας τὰς ὑποχρεώσεις, αἵτινες εἶναι
1504ἀναγκαῖαι, ἵνα ἐξασφαλισθῇ εἰς τὸν παρέχοντα τὸ κεφά-
1505λαιον ἡ ἀπόδοσις αὐτοῦ. Εἰς τοῦτο συντελεῖ καὶ τὸ μέτρον,
1506περὶ οὗ ζητοῦμεν σήμερον τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Δὲν ὑπε-
1507βλήθη τὸ μέτρον πρὸς μείωσιν τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυ-
1508σοῦ, ὑπεβλήθη τὸ μέτρον, ἵνα συντελέσῃ καὶ τοῦτο, μετὰ
1509τῶν ἄλλων ὑποβληθέντων, εἰς τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἔχει τὸ
1510Κράτος τὴν δύναμιν ἵνα ἐξασφαλίσῃ πρὸς τοὺς χορηγήσον-
1511τας τὸ ἀναγκαῖον δάνειον, εἰς διευθέτησιν τῶν νομισματι-
1512κῶν αὐτοῦ πραγμάτων, τὴν ἀπόδοσιν τῶν τῆς ὑπηρεσίας
1513τοῦ δανείου. Τὸ κεφάλαιον σήμερον δυσκόλως προσφέρεται
1514εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι, διὰ λόγους, οὓς δὲν καλοῦμαι σή-
1515μερον νὰ ἐξετάσω, ἐκλονίσθη ἡ πεποίθησις τῶν ἐν τῷ ἐξω-
1516τερικῷ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐπιστεύθη, ὅτι οἱ προϋπολογι-
1517σμοὶ ἡμῶν δὲν εἶναι ἄρτιοι, ἐπιστεύθη ὅτι ἡ χώρα ἡμῶν
1518δὲν ἔχει ἀπόφασιν, ἵνα ἀποτίσῃ ὁλοσχερῶς τὰς ὑποχρεώ-
1519σεις αὐτῆς· καὶ ταῦτα τὰ πιστευθέντα ἐκτὸς τῆς χώρας
1520πρέπει ἡμεῖς νὰ ἀποδείξωμεν ἀνυπόστατα, πρέπει ἡμεῖς νὰ
1521ἀποδείξωμεν, ὅτι τὰ ἐναντία ὑφίστανται παρ’ ἡμῖν, καὶ νὰ
1522προσπαθήσωμεν εἰς αὐτὰ νὰ ἐφελκύσωμεν τὴν προσοχὴν
1523τῶν ἔξω· διότι, ὅταν πιστωθῇ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν
1524εἶναι πράγματι ἄρτιος, ὅτι περιέχει πάντα, ὅσα ἀπαιτοῦν-
1525ται πρὸς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν κεφαλαίων, ὧν ἔχομεν ἀνάγ-
1526κην πρὸς διευθέτησιν τῶν νομισματικῶν, ὅτι δὲν ἔχομεν
1527ἀνάγκην κεφαλαίων πρὸς ἄλλον σκοπὸν, ἀλλὰ μόνον πρὸς
1528τὸν σκοπὸν τῆς διευθετήσεως τῶν νομισματικῶν, ὑπάρχει
1529ἐλπὶς, ὅτι θέλομεν λάβει καὶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ τὴν μόνην
1530συνδρομὴν, ἣν ζητοῦμεν παρ’ αὐτοῦ, συνδρομὴν οὐχὶ εἰς
1531ἀναπλήρωσιν ἀνεπαρκείας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ συν-
1532δρομὴν εἰς κανονισμὸν τῶν νομισματικῶν ἡμῶν πραγμά-
1533των, διατελούντων ἐν ἀνωμάλῳ καταστάσει.
1534Τὸ ἀνώμαλον τῆς καταστάσεως τῶν νομισματικῶν
1535ἡμῶν καταφαίνεται ἐν τῇ ἐπικαταλλαγῇ. Ἐφ’ ὅσον δὲν δυ-
1536νηθῶμεν, νὰ συνομολογήσωμεν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τὸ δάνειον,
1537ὅπερ θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀφαίρεσιν ἐκ τῆς ἀγορᾶς ἡμῶν
1538τῶν ἀφορμῶν τῆς ἐπικαταλλαγῆς, ἡ συζήτησις περὶ τῶν
1539φαινομένων ἐν τῇ ἀγορᾷ ἐπ’ ἐλάχιστον δύναται νὰ συντε-
1540λέσῃ εἰς τὴν διευθέτησιν τῶν ἀνωμαλιῶν. Σημασίαν ἔχει
1541μόνον ἡ συζήτησις περὶ τοῦ σκοπίμου τῶν λαμβανομένων
1542μέτρων, ὅπως τύχωμεν τῆς συνδρομῆς τῶν κεφαλαίων πρὸς
1543ἀφαίρεσιν ἀπὸ τῆς ἀγορᾶς τοῦ αἰτίου τῆς ὑποτιμήσεως
1544τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου καὶ τῆς ἀντιστοίχου ὑπερτι-
1545μήσεως τοῦ χρυσοῦ. Εἰς τοῦτο ἔπρεπε νὰ περιστραφῇ ἡ
1546συζήτησις, ἐὰν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐθεώρουν τινὲς
1547σκόπιμον τὴν ἔγερσιν τοῦ ζητήματος. Τὸ κατ’ ἐμὲ, τὸ
1548κατάλληλον πεδίον, ἵνα ἐγερθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, εἶναι τὸ
1549τῆς γενικῆς συζητήσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, καὶ
1550μόνον ἂν ἴδω ὅτι οἱ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ Βουλῇ
1551θέλουσιν ἐν τούτῳ τῷ θέματι νὰ ἐγείρωσι τὸ γενικὸν ζή-
1552τημα, θέλω μετάσχει τῆς συζητήσεως. Ἤδη περιορίζομαι
1553εἰς τὸ εἰδικὸν ζήτημα, ὅπερ προκαλεῖται ἐκ τοῦ νομοσχε-
1554δίου· ἐὰν τὰ ἐξ αὐτοῦ βάρη ἦναι τοιαῦτα, ὁποῖα παριστῶν-
1555ται παρὰ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ
1556νομοσχέδιον ἔχῃ τὸν χαρακτῆρα, ὃν παρέστησεν ὁ κ. Βου-
1557λευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὡς ἐπιβαρῦνον ἀνίσως τοὺς φορολο-
1558γουμένους, οὐχὶ ἐν τῇ ἀπολύτῳ τῆς λέξεως ἐννοίᾳ, διότι
1559πάντες οἱ φορολογικοὶ νόμοι ἐπιβαρύνουσιν ἀνίσως τοὺς πο-
1560λίτας, ἀλλ’ ἐν τῇ συγκεκριμένῃ ἐννοίᾳ, ὑφ’ ἣν ἐπεκρίθη ἐν
1561διακρίσει τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, καὶ ἂν
1562τῷ ὄντι ὑπάρχῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τι ἔκρυθμον, ὡς ἐπιβάλ-
1563λον εἰς τούτους ὑποχρεώσεις, ἐξ ὧν ἀπαλλάσσονται ἐκεῖνοι.
1564Ἐπίσης καὶ ὁ ἐκ Λοκρίδος κ. Βουλευτὴς ἐπέκρινε τὸ νομο-
1565σχέδιον, οὐχὶ μὲν λόγῳ τῆς ἀνίσου ἐπιπτώσεως τοῦ ἐξ
1566αὐτοῦ βάρους, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ ἐπαχθοῦς τοῦ βάρους, ὡς ἐκ
1567τῆς αὐξήσεως, ἥτις ἐξ αὐτοῦ ἐπέρχεται εἰς τὴν φορολογίαν
1568τὴν ἤδη τεθειμένην. Πάντα ταῦτα, ὅπως παρεστήθησαν,
1569οὐδόλως στηρίζονται ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Τὸ νομοσχέδιον,
1570ἐπιβάλλον πληρωμὴν εἰς χρυσὸν, καὶ συνδυάζον τὴν πλη-
1571ρωμὴν ταύτην πρὸς ἐλάττωσιν φόρου, ἐὰν ἐξετασθῇ ἐν σχέ-
1572σει πρὸς τὴν ἀρχικὴν ἔννοιαν τῶν φορολογικῶν νόμων, οὓς
1573μεταῤῥυθμίζει, θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι οὐδὲν ἐπιβάλλει τὸ
1574αὐξάνον τὴν ἀρχικὴν ἐπιβάρυνσιν, τοὐναντίον ἐλαττόνει
1575αὐτήν. Τί πράττει τὸ νομοσχέδιον ὡς πρὸς τὸ παλαιὸν
1576βασίλειον; Ὡς πρὸς τὸ παλαιὸν βασίλειον μεταβάλλει τὸν
1577ὅρον τοῦ φόρου; Ὁ ὅρος τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος τῆς
1578πλείστης εἶναι 18 καὶ 90/00, ἤτοι εἰς στρογγύλον ἀριθμὸν
157919 δραχμαὶ τὴν χιλιάδα· 19 δραχμαὶ τὴν χιλιάδα, ἐνῷ
1580ὁ νόμος ἀρχικῶς ἐψηφίσθη—διότι κατόπιν ἐπῆλθον αἱ αὐ-
1581ξήσεις—ἐπὶ ὅρῳ φόρου 15 δραχμῶν ἀρτίων, τουτέστι χρυ-
1582σῶν. Ποία δὲ ἦτο ἡ πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ προϊόντος ἀνα-
1583λογία τῆς τοιαύτης φορολογίας, ὅτε αὕτη ἐπεβλήθη; Ἐπὶ
1584τῷ ὅρῳ τῶν 15 δραχμῶν ἀρτίων ἡ ἀναλογία ἐπὶ
1585ἀξίας, ἥτις ἦτο τότε κατὰ μέσον ὅρον 150 δραχμῶν,
1586ἦτο 10%, ἡ αὐτὴ δὲ ἀναλογία, ἡ ἀρχικῶς τεθει-
1587μένη, ὑφίσταται καὶ σήμερον ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῶν 19 δραχμῶν,
1588ἐὰν γένηται ἡ πληρωμὴ εἰς χρυσὸν, διότι ἡ σημερινὴ κατὰ
1589μέσον ὅρον ἀξία τῆς σταφίδος δὲν εἶναι 150 δραχμῶν,
1590ἀλλ’ ὑπερβαίνει τὰς 190 δραχμάς. Ἐὰν αὔριον ἡ ἐπικα-
1591ταλλαγὴ ἀπὸ 55% ἀνέλθῃ, ὡς προανήγγειλον καὶ
1592ὡς ἴσως εὔχονταί τινες, εἰς 100 ἢ εἰς 150%, ἕπεται
1593ἐκ τούτου, ὅτι ὁ ὅρος τοῦ φόρου, διατηρούμενος ἀναλλοίωτος
1594εἰς χρυσὸν, πρέπει νὰ ὑπολογίζηται ἐπηυξημένος κατὰ λό-
1595γον τῆς ὑπερτιμήσεως; Ἡ σταφὶς πωλεῖται ἐν τῷ ἐξω-
1596τερικῷ ἀντὶ χρυσοῦ, οὗτινος ἡ ἀξία δὲν μετεβλήθη ἀφ’ ἧς
1597ἐπεβλήθη ὁ ἀρχικὸς φόρος, ἡ δὲ ὑποτίμησις τοῦ χαρτονο-
1598μίσματος, καίτοι ἐκφράζεται ἐνίοτε ὡς ὑπερτίμησις τοῦ
1599χρυσοῦ, δὲν ἐπαυξάνει τὴν ἀξίαν αὐτοῦ, ἑπομένως οὐδὲ καὶ
1600τὴν ἐπιβάρυνσιν φόρου εἰς χρυσὸν καταβαλλομένου ἐπὶ τῷ
1601αὐτῷ καὶ πρότερον ὅρῳ. Ὁ φόρος ὑπεβλήθη ἀρχῆθεν ἐπὶ
1602ἀρτίῳ νομίσματι, ἤτοι εἰς χρυσὸν, σήμερον δὲ λέγομεν, πλη-
1603ρώσατε πάλιν εἰς χρυσὸν τὸν φόρον, ὅστις ἀρχικῶς εἰς χρυ-
1604σὸν ἐπεβλήθη, ἐπιπροσθέτοντες μόνον τὰ δύο ἑκατοστὰ,
1605καθορίζοντα αὐτὸν εἰς 19 δραχμὰς, ἀλλὰ πληρώσατε αὐτὸν
1606μεμειωμένον κατὰ τὸ ἑκτημόριον, πληρώσατε τουτέστι 15
1607δραχμὰς καὶ 75 λεπτά. Εἴτε ἡ ἐπικαταλλαγὴ εἶναι πρὸς 20,
1608ὡς πρό τινος χρόνου, εἴτε εἶναι πρὸς 56, ὡς σήμερον, εἴτε εἶναι
1609πρὸς 100, ὡς ἀγγέλλεται ὑπό τινων, προλεγόντων τὰ τοῦ
1610μέλλοντος, ἡ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὅρου τοῦ φόρου ἐλάτ-
1611τωσις ἀπὸ 19 δραχμῶν εἰς δρ. 15 καὶ 75 λεπτὰ διατηρεῖται
1612ἀναλλοίωτος ἐπὶ καταβολῇ εἰς χρυσόν. Ἀλλ’ ἡ εἰς χρυσὸν
1613καταβολὴ στερεῖ τὸν φορολογούμενον τοῦ κέρδους ἐξ ἐπι-
1614καταλλαγῆς, ἂν εἰς χαρτονόμισμα κατεβάλλετο ὁ φόρος. Οἱ
1615πωλοῦντες σταφίδα κερδίζουσιν ἐκ τῆς ἐπικαταλλαγῆς,
1616ἀλλὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ κέρδος τοῦτο, τὸ ἐκ τῆς
1617ἐπικαταλλαγῆς, θέλει γίνεσθαι εἰς τὸ ἑξῆς ἐπὶ τοῦ ὑπολοί-
1618που τῆς ἀξίας τῆς σταφίδος μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ φόρου.
1619Μείωσις ἄρα τοῦ ἐκ τῆς ἐπικαταλλαγῆς κέρδους ἐπὶ τῷ
1620ποσῷ τοῦ φόρου, ἀλλὰ ζημία ἐπὶ τοῦ ἀρχικοῦ ὅρου τοῦ
1621φόρου, ἐπὶ τῆς ἀναλογίας τοῦ φόρου πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ
1622εἴδους τὴν εἰς χρυσὸν, οὐδεμία ὑπάρχει. Θὰ πληρώσῃ ὁ
1623ἐξάγων τὴν σταφίδα εἰς χρυσὸν ὅ,τι ἀρχῆθεν εἰς χρυσὸν εἶ-
1624χεν ἐπιβληθῆ, καὶ ἐπὶ τῇ αὐτῇ ἀναλογίᾳ πρὸς τὴν μέσην
1625τιμὴν τοῦ προϊόντος. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῆς
1626τιμῆς εἰς χρυσὸν τῆς σταφίδος ἦτο 150 δραχμῶν κατὰ χι-
1627λιάδα λιτρῶν, ἔχομεν ἀναλογίαν ἐπὶ 15 δραχμῶν, εἰς ἃς
1628ὡρίσθη ὁ φόρος τότε, 10% περίπου. 10% πε-
1629ρίπου ἐπὶ τῇ σημερινῇ μέσῃ τιμῇ θὰ ἦναι πάντοτε ἡ ἀνα-
1630λογία, ἀλλ’ ἀφαιρουμένου τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου εἰς χρυσὸν,
1631στερεῖται ὁ ἐξαγαγὼν τὴν σταφίδα τοῦ ἐκ τῆς ἐπικαταλ-
1632λαγῆς κέρδους ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου, ἤτοι περιορίζεται τὸ
1633ἐκ τῆς ἐπικαταλλαγῆς κέρδος ἐπὶ τοῦ ἀντιτίμου τῆς σταφί-
1634δος κατὰ 10%, ἀποτελοῦντα τὴν ἀναλογίαν τοῦ φό-
1635ρου ἐπὶ τῆς ἀρτίας ἀξίας τῆς πωληθείσης σταφίδος. Ὅτε
1636δὲ περὶ τῆς ἀναλογίας ταύτης ὁμιλῶν ὁ κ. Βουλευτὴς, εἶπεν,
1637ὅτι ὑπάρχει περὶ τὴν ἐκ τοῦ μέτρου ἐπιβάρυνσιν δυσανα-
1638λογία ὡς πρὸς τὴν Ἑπτάνησον, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει πάντα
1639ταῦτα, ἵνα παρατηρήσῃ, ὅτι ἡ δυσαναλογία ὑπάρχει κατὰ
1640τῆς Ἑπτανήσου, ὅτι ἡ δυσαναλογία δὲν ὑπάρχει, ὡς αὐτὸς
1641παρέστησεν, ὑπὲρ αὐτῆς· δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ φορολο-
1642γία ἡ κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν εἶναι ἡ ὅλη φορολογία τῆς
1643Ἑπτανήσου, καὶ ἑπομένως ὅτι τὰ ⅗ τῆς ὅλης φορολογίας
1644τοῦ τμήματος ἐκείνου τοῦ Κράτους, ἐφ’ ὧν ἐφαρμόζεται ἡ
1645ἐπιβάρυνσις, εἶναι ἴση, ἂν μὴ ἦναι καὶ ἀνωτέρα τῶν εἰς τὴν
1646ἐπιβάρυνσιν ὑποβαλλομένων ὡρισμένων μόνον φόρων ἐν τῷ
1647ἄλλῳ βασιλείῳ. Προκειμένου περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ συστή-
1648ματος τοῦ νομοσχεδίου ἐν Ἑπτανήσῳ, ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ
1649συστήματος ὁλοκλήρου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται αὕτη
1650ἐπὶ τῷ αὐτῷ καὶ ἐν τῷ λοιπῷ Κράτει μέτρῳ. Ἀλλὰ τὸ
1651νομοσχέδιον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἐπιβαρύνει τὴν Ἑπτάνησον
1652πλειότερον ἢ τὸ ἄλλο Κράτος, ἕνεκα τοῦ συστήματος τῆς
1653φορολογίας, τῆς οὐχὶ ἐπὶ παγίως εἰς χρῆμα ὡρισμένῳ ποσῷ,
1654ἀλλ’ ἐπὶ ποσοστῷ ἐπὶ τῆς ἑβδομαδιαίας ἀξίας τῆς σταφί-
1655δος. Ἡ Ἑπτάνησος ἤδη ὑφίσταται ἐν τῇ φορολογίᾳ ἐπι-
1656βάρυνσιν ἐκ τῆς ἐπικαταλλαγῆς, διότι, κανονιζομένου τοῦ
1657φόρου ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ ἐξαγομένου προϊόντος, προσαυξα-
1658νομένης ἐκ τῆς ἐπικαταλλαγῆς, ἡ ἐπικαταλλαγὴ ἐπαυξά-
1659νει τὴν βάσιν τοῦ φόρου. Ὑποβαλλομένη ἡ Ἑπτάνησος εἰς
1660φόρον 18% ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ εἴδους κατ’ ἐκτίμησιν,
1661καὶ ἐκτιμωμένης τῆς ἀξίας εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ τῇ
1662ἐπικαταλλαγῇ τῶν 45 ἢ τῶν 50 ἢ τῶν 56%, πλη-
1663ρόνει σήμερον ἡ Ἑπτάνησος πλείονα ὅσων ἐπλήρονε χθὲς,
1664καὶ χθὲς ἐπλήρονε πλείονα ὅσων ἐπλήρονε προχθὲς, κατὰ
1665λόγον τῆς ηὐξημένης ἐπικαταλλαγῆς. Ἡ ἀρχικὴ ἀναλογία
1666τῶν φόρων τῆς Ἑπτανήσου πρὸς τοὺς φόρους τοῦ λοιποῦ
1667βασιλείου ἦτο ἡ τῶν 18% πρὸς 10%, διότι ὁ
1668πάγιος φόρος τοῦ λοιποῦ βασιλείου δύναται νὰ θεωρηθῇ
1669ἀντιστοιχῶν πρὸς 10% ἐπὶ τῆς ἀξίας, ἂν μὴ καὶ πρὸς
16707%. Τὴν ἀρχικὴν ὅμως ἀναλογίαν μεταβάλλει ἡ ἐπι-
1671καταλλαγή, ἐπιβαρύνουσα τὸν φόρον τῆς Ἑπτανήσου,
1672ἐφ’ ὅσον ἐπληρόνετο οὗτος εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια.
1673Ἡ ἐν τῷ ἄλλῳ Κράτει παγία φορολογία ἐπὶ τῆς στα-
1674φίδος ἐκ 15 δραχμῶν κατὰ χιλιάδα λιτρῶν ἀρχικῶς ἐπέπι-
1675πτεν ἐλαφροτέρα εἰς τὸν φορολογούμενον, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐπι-
1676καταλλαγὴ ἐμείου τὴν ἀξίαν τοῦ νομίσματος, ἐν ᾧ κατε-
1677βάλλετο ὁ φόρος· αἱ 150 δραχμαὶ τῆς ἀξίας τῆς σταφίδος
1678εἰς χρυσὸν, καταλογιζόμεναι εἰς τὸ νόμισμα, ἐν ᾧ ἐπλη-
1679ρόνετο ὁ φόρος, εἶχον ἀξίαν 230 δραχμῶν καὶ πλέον, ἑπο-
1680μένως ἡ ἀναλογία τοῦ φόρου κατήρχετο κάτω τῶν 7%,
1681ἐνῷ ἐν Ἑπτανήσῳ, ὁριζομένου τοῦ φόρου ἐπὶ ποσοστῷ
168218% ἐπὶ τῆς ἀξίας, τὸ ποσοστὸν ἔμενεν ἀναλλοίω-
1683τον, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἐπήρχετο αὔξησις εἰς τὴν ἀξίαν τῆς
1684σταφίδος, ἔστω καὶ λόγῳ ἐπικαταλλαγῆς. Ἐγὼ εἶμαι ἐκ
1685τῶν φρονούντων, ὅτι κακῶς ὑπολογίζει τὰ τοῦ ἰδίου συμ-
1686φέροντος ἡ Ἑπτάνησος, θέλουσα νὰ μὴ ὑποταχθῇ εἰς τὰ
1687γενικὰ μέτρα τῆς φορολογίας τοῦ ὅλου Κράτους, εἶμαι ὅμως
1688καὶ ἐκ τῶν φρονούντων ὅτι, ἐφ’ ὅσον τοῦτο θέλει, δὲν πρέπει
1689καὶ νὰ γείνῃ ἡ φορολογικὴ ἀφομοίωσις· ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν θέλει
1690ἀφομοίωσιν, πρέπει ν’ ἀποδέχηται ἀνεξετάστως τὰς τύχας
1691τῆς ἐλλείψεως τῆς ἀφομοιώσεως, ἄλλοτε μὲν ἐπιβαρυνο-
1692μένη καὶ ἄλλοτε ὠφελουμένη. Ἐν ταύτῃ τῇ περιπτώσει
1693ἐπιβαρύνεται, οὐδὲν δὲ δικαιοῦται ν’ ἀντιτάξῃ κατὰ τῆς
1694ἐπιβαρύνσεως, ἀφοῦ εἶναι αὕτη συνέπεια συστήματος τῆς
1695ἰδίας αὐτῆς ἐκλογῆς. Ἀποδεχόμενοι ὅμως ἐν τούτῳ τὸ
1696καθεστὼς καὶ τὰς συνεπείας αὐτοῦ, δὲν δυνάμεθα, ὅταν
1697γίνηται ἡ παρατήρησις, ὅτι φορολογεῖται ἡ Ἑπτάνησος ἐπὶ
1698μέτρῳ ἀνίσῳ ὑπὲρ αὐτῆς, νὰ μὴ ἀπαντήσωμεν, ὅτι φορολο-
1699γεῖται ἴσως ἐπὶ μέτρῳ ἀνίσῳ, ἀλλὰ κατ’ αὐτῆς, ἐπειδὴ ὅμως
1700ἡ ἀνισότης προέρχεται ἐκ τῆς ἰδίας αὐτῆς θελήσεως, δὲν
1701ὑπάρχει λόγος μεταῤῥυθμίσεως.
1702Τίς ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου τούτου περὶ τὰ τῆς φορο-
1703λογίας εἰς χρυσόν; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, συζητήσας
1704κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας δικανικὰ νομοσχέδια, ἐνόμισεν, ὅτι
1705ἐχώρει καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὸ αὐτὸ σύστημα
1706τῆς συζητήσεως, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπικαλεσθῇ λεχθέντα κατὰ
1707προηγουμένας συνόδους περὶ ἄλλης περιπτώσεως, νὰ παρα-
1708βάλῃ αὐτὰ πρὸς τὰ νῦν προτεινόμενα ἐπὶ ἄλλης περι-
1709πτώσεως, καὶ νὰ ἀποδείξῃ ἀντίφασιν· τοῦτο δικονομικῶς
1710ἔχει πολλάκις σημασίαν, ἠμπορεῖ ἐκ τούτου νὰ κερδηθῇ
1711καὶ δίκη ἴσως ἐνώπιον Εἰρηνοδικείου, ἀλλὰ δὲν νομίζω,
1712ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ χωροῦσα συζήτησις ἐνώπιον τῆς Βου-
1713λῆς, εἰμὴ μόνον ὅταν πρόκηται περὶ δικαστικῶν κλητήρων
1714(ἱλαρότης). Ἐνταῦθα πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν δικαιο-
1715λογῆται τὸ μέτρον τῆς φορολογίας εἰς χρυσὸν ὡρισμένων
1716μόνον προσόδων. Ἄλλοτε ἀντετάχθημεν κατὰ τῆς φορολογίας
1717εἰς χρυσὸν, οὐχὶ ἐξ εὐκαιρίας εἰσκομιζομένων προσόδων τοῦ
1718φορολογουμένου, ἀλλ’ ἐξ εὐκαιρίας δαπανῶν αὐτοῦ· δὲν ἐπε-
1719βάλλετο ἡ προτεινομένη φορολογία, καθ’ ἧς ἀντετάχθημεν,
1720ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τοῦ παραγωγοῦ, ἀλλ’ ἐπεβάλλετο ἐπὶ
1721τῆς εἰσαγωγῆς ἐμπορευμάτων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ· προετεί-
1722νετο, ὅπως ὁ εἰσάγων ἐμπορεύματα καὶ ὑποχρεούμενος νὰ
1723ἀγοράσῃ χρυσὸν διὰ τὴν ἀπότισιν τῆς τιμῆς τῶν ἐμπορευ-
1724μάτων, ὑποχρεωθῇ νὰ ἀγοράσῃ καὶ ἕτερον χρυσὸν διὰ τὴν
1725πληρωμὴν τοῦ δασμοῦ, ἐλέγομεν δ’ ἡμεῖς: Διατὶ νὰ ἀπο-
1726ταθῇ τὸ Δημόσιον, ὅπως ἀποκτήσῃ τὸν χρυσὸν, πρὸς τὸν
1727ἤδη ἐξηντλημένον, πρὸς τὸν μὴ ἔχοντα χρυσὸν καὶ ἀναγ-
1728καζόμενον εἰς προμήθειαν αὐτοῦ ν’ ἀποτείνηται πρὸς τοὺς
1729πωλοῦντας χρυσόν; Διατὶ νὰ μὴ ἀποταθῇ τὸ Δημόσιον εἰς
1730προμήθειαν τοῦ ἀναγκαιοῦντος χρυσοῦ πρὸς τοὺς πωλητὰς
1731αὐτοῦ, ἀλλὰ ν’ ἀποταθῶσι πρὸς αὐτοὺς οἱ ἔμποροι οἱ εἰσά-
1732γοντες ἐμπορεύματα; Διατὶ νὰ προκαλέσωμεν συναγωνισμὸν
1733πρὸς ἀλλήλους παρὰ τῷ παρέχοντι τὸν χρυσὸν τῶν ὑπο-
1734χρεουμένων εἰς ἀπότισιν τῶν δασμῶν εἰς χρυσὸν, καὶ νὰ μὴ
1735προμηθεύηται τὸν χρυσὸν τοῦτον τὸ Δημόσιον ἀμέσως καὶ
1736ἄνευ παρεμβάσεως ἄλλων, ἐκλέγον αὐτὸ τὴν ὥραν καὶ τὸν
1737τρόπον καὶ τὰ ὄργανα τῆς συναλλαγῆς;
1738Ἀλλ’ ἐὰν ταῦτα ἐλέγομεν περὶ προτάσεως πληρωμῆς τῶν
1739δασμῶν εἰς χρυσὸν, ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον
1740ν’ ἀποκτήσῃ ἡ χώρα παρὰ τῶν φορολογουμένων πάντα
1741τὸν χρυσὸν, τὸν δυνάμενον νὰ καταβληθῇ παρ’ αὐτῶν ἄνευ
1742ἐκτάκτου διαταράξεως τῆς ἀγορᾶς; Διατάραξις τῆς ἀγο-
1743ρᾶς πάντως θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς ἀποτίσεως φόρων εἰς χρυσὸν,
1744διότι, ὡς εἶπον, μόνον διὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν,
1745τῶν προλαμβανόντων τὴν ἐξαγωγὴν χρυσοῦ ἐκ τῆς χώρας,
1746δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν τὴν διατάραξιν τῆς ἀγορᾶς· εὐθὺς
1747ὡς θ’ ἀποκτήσωμεν ἐν τῇ χώρᾳ τὸν ἐξαχθησόμενον ἐξ αὐ-
1748τῆς χρυσὸν, εἴτε τὸν ἀποκτήσωμεν κατερχόμενοι ὡς Δη-
1749μόσιον εἰς τὴν ἀγορὰν, εἴτε τὸν ἀποκτήσωμεν παρὰ τῶν
1750καταβαλλόντων τοὺς δασμοὺς εἰς χρυσὸν, συναγωνιζομένων
1751πρὸς ἄλλους πρὸς τὴν ἀπόκτησιν αὐτοῦ, εἴτε τὸν ἀποκτή-
1752σωμεν προαφαιροῦντες αὐτὸν διὰ φορολογίας μὴ ἐπιτρεπούσης
1753αὐτῷ νὰ ἐμφανισθῇ εἰς τὴν ἀγορὰν, πάντοτε ἐπηρεάζομεν
1754τὴν ἀγοραίαν τιμὴν τοῦ χρυσοῦ, καὶ προκαλοῦμεν αὔξησιν
1755τῆς ἐπικαταλλαγῆς. Ἡ αὔξησις τῆς ἐπικαταλλαγῆς δὲν θὰ
1756ἐπήρχετο, μόνον ἐὰν μὴ ἐζητεῖτο ἐν τῇ χώρᾳ χρυσός· ἀλλὰ
1757πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ζητηθῇ χρυσὸς παρὰ τοῦ Δημοσίου,
1758ὀφείλοντος νὰ πληρόνῃ ἐτησίως, λόγῳ τοῦ δημοσίου χρέους,
175931 ἑκατομμύρια εἰς χρυσόν; Δύναται διὰ συνδυασμῶν νὰ
1760ἀναβάλῃ τὴν ἀπότισιν τοῦ χρυσοῦ, ἀλλὰ δὲν δύναται
1761τελικῶς νὰ τὴν ἀποφύγῃ· ἀφοῦ δὲ ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων
1762ἐπέστη ἡ ὥρα πρὸς ἔναρξιν τῆς ἀποτίσεως εἰς χρυσὸν, δὲν
1763εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφύγωμεν τὰς ἐπαχθεῖς ἐπὶ τὴν ἀγορὰν
1764συνεπείας τῆς ἀντλήσεως τοῦ χρυσοῦ ἐν τῇ χώρᾳ, ἀλλὰ ὀλι-
1765γώτερον θὰ ἦναι ἐπαχθεῖς αἱ συνέπειαι ὡς πρὸς τὸ ποσὸν
1766τοῦ χρυσοῦ, περὶ οὗ προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον, ἂν τὰ περὶ αὐ-
1767τοῦ κανονισθῶσι κατὰ τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Αὕτη εἶναι ἡ
1768ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου. Λέγομεν, ζητήσατε τὸν χρυσὸν, οὐχὶ
1769παρ’ ἐκείνου, ὅστις θὰ τὸν προμηθευθῇ ἵνα τὸν καταβάλῃ
1770πρὸς τὸ Δημόσιον ὡς δασμὸν, ἀλλὰ παρ’ ἐκείνου, ὅστις τὸν
1771ἀπέκτησεν ὡς ἀντίτιμον τῶν προϊόντων του καὶ ἔχει πρό-
1772χειρον αὐτὸν, ἵνα τὸν καταβάλῃ πρὸς τὸ Δημόσιον λόγῳ
1773τοῦ ἐγγείου φόρου. Ἀντὶ ν’ ἀνταλλάξῃ οὗτος τὸν χρυσὸν
1774ἀντὶ τραπεζικῶν γραμματίων καὶ καταβάλῃ ταῦτα πρὸς
1775τὸ Δημόσιον λόγῳ τοῦ φόρου, ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, ὅπως
1776καταβάλῃ πρὸς τὸ Δημόσιον αὐτούσιον τὸν χρυσὸν, ἀπαλ-
1777λάττων οὕτω τὸ Δημόσιον ἀπὸ τῆς ἀνάγκης, ὅπως κατέλθῃ
1778εἰς τὴν ἀγορὰν πρὸς προμήθειαν αὐτοῦ. Ὁ συνδυασμὸς οὗ-
1779τος καθιστᾷ ὀλιγώτερον ἐπαισθητὴν ἐν τῇ ἀγορᾷ τὴν παρὰ
1780τοῦ Δημοσίου ἀπόκτησιν τοῦ χρυσοῦ. Ἀλλὰ καίτοι ὀλι-
1781γώτερον ἐπαισθητὴ, εἶναι ὅμως ἐπαχθὴς, ὡς παρέστησαν οἱ
1782κ. Βουλευταὶ, ἡ ἀφαίρεσις ἐκ τῆς χώρας 8 ἑκατομμυρίων χρυ-
1783σοῦ, περὶ ὧν προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον. Οὐδεὶς ἀρνεῖται ὅτι θὰ
1784ἦναι ἐπαισθητὴ καὶ ἐπαχθὴς ἡ ἀφαίρεσις ἐκ τῆς χώρας τοῦ
1785χρυσοῦ κατὰ τὸ νομοσχέδιον· ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον κανονίζει
1786μόνον τρόπον ἀφαιρέσεως ἧττον ἐπαισθητὸν, δὲν προκαλεῖ
1787αὐτὸ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ χρυσοῦ. Αὕτη εἶναι συνέπεια τῆς
1788ὀφειλῆς· ὅ,τι ὀφείλομεν θὰ τὸ πληρώσωμεν, εἴτε κατὰ τὸ
1789νομοσχέδιον, εἴτε ἄλλως· θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν τὴν
1790πληρωμὴν, ἐὰν ἡ πίστις παρεῖχε τὰ μέσα πρὸς ἐξακο-
1791λούθησιν τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν. Ὅταν δὲν παρέχῃ
1792τὰ μέσα ἡ δημοσία πίστις πρὸς τὴν ἀναβολὴν, φροντίς
1793ἡμῶν πρέπει νὰ ἦναι, πῶς νὰ ἀποκτηθῇ ὑπὸ τοῦ Δημο-
1794σίου ὁ χρυσὸς ὀλιγώτερον ἐπαχθῶς· πρὸς τοῦτο, δὲ τὸ νο-
1795μοσχέδιον ὁρίζει, ὅπως καταβληθῇ χρυσὸς παρὰ τοῦ φορο-
1796λογουμένου, ὅστις θὰ κατήρχετο εἰς τὴν ἀγορὰν ὡς πωλη-
1797τὴς χρυσοῦ· ἐπειδὴ δὲ ἡ καταβολὴ τοῦ φόρου εἰς χρυσὸν
1798θὰ στερήσῃ τὸν φορολογούμενον τοῦ κέρδους, ὅπερ θὰ
1799ἠρύετο ἀνταλλάσσων τὸν χρυσὸν ἀντὶ τραπεζικῶν γραμ-
1800ματίων, καὶ ἀποτίνων τὸν φόρον διὰ τούτων, μειοῦται
1801κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὁ ὅρος τοῦ φόρου, οὐχὶ πρὸς ἀναπλή-
1802ρωσιν θετικῆς ζημίας, ἀλλ’ εἰς ἀντισήκωμα τοῦ κέρδους,
1803οὗτινος ἐστερήθη. Πληρόνων ὁ φορολογούμενος ἐπὶ τοιαύτῃ
1804μειώσει τοῦ ὅρου ἐν νομίσματι ἔχοντι ἐσωτερικὴν ἀξίαν
1805ἀντὶ τοῦ ὑποτετιμημένου νομίσματος, ὑπέχει φορολογίαν
1806ἐπὶ τῇ ἀναλογίᾳ τοῦ ἀρχικοῦ φόρου.
1807Οἱ ἄλλοι φόροι, πλὴν τῶν ἐπὶ τῆς σταφίδος καὶ τῶν
1808φόρων τῆς Ἑπτανήσου, μικρὰν σχετικῶς ἔχουσι σημασίαν.
1809Ὑπάρχουσιν ὅμως μεταξὺ τούτων καὶ οἱ ἐπιβαρυνόμενοι
1810διὰ τῆς πληρωμῆς εἰς χρυσόν, ἡ ἐπιβάρυνσις ὅμως θὰ ἐπε-
1811βάλλετο ἐκ λόγων φορολογικῶν καὶ ἀσχέτως πρὸς τὰ τῆς
1812πληρωμῆς εἰς χρυσόν· εἶναι οἱ φόροι οὗτοι οἱ τῆς ἀγκυρο-
1813βολίας καὶ οἱ φαρικοί, οἵτινες ἔδει ὅπως ἐπιβαρυνθῶσιν,
1814ὡς μὴ ἐπιβεβλημένοι τέως ἐπὶ ὅρῳ ἐπαρκεῖ. Πρόκειται περὶ
1815συναλλαγῆς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ κατὰ πολὺ περὶ ξένης
1816σημαίας, δὲν ἦτο δὲ δίκαιον, ἡ ξένη σημαία, ἡ ἐπὶ χρυσῷ
1817συναλλαττομένη, νὰ μὴ φορολογῆται εἰς χρυσὸν, ἀφοῦ
1818καὶ ἡ ἑλληνικὴ σημαία εἰς τὸ ἐξωτερικὸν φορολογεῖται
1819εἰς χρυσόν. Ἐν τούτῳ ἄρα ἐπέρχεται μὲν ἐκ τοῦ νομο-
1820σχεδίου ἐπιβάρυνσις, ἀλλ’ εἶναι δεδικαιολογημένη, ἐν δὲ
1821τοῖς λοιποῖς ἡ ἐπιβάρυνσις ἡ ἐκ τῆς στερήσεως κέρδους
1822δὲν ἐπάγεται αὔξησιν τῆς ἀρχικῆς ἀναλογίας τῶν φόρων.
1823Διὰ τοιούτων δὲ ἐλαφροτάτων ἐπιβαρύνσεων ἐπιδιώκονται
1824ἀποτελέσματα μεγίστης σημασίας. Εἰς τὰ ἐπιδιωκόμενα
1825ταῦτα ἀφορῶσα ἡ Βουλὴ, θέλει ψηφίσει νομοσχέδιον, προω-
1826ρισμένον, ὅπως διευκολύνῃ τὴν ἐπίτευξιν τοῦ οἰκονομικοῦ
1827μέτρου, δι’ οὗ, ἀφαιρουμένου ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας τοῦ πλεο-
1828νάζοντος χαρτονομίσματος καὶ ἀποκαθισταμένης τῆς νομι-
1829σματικῆς κυκλοφορίας ἐν τῷ Κράτει ἐπὶ βάσεως ἀσφα-
1830λοῦς, ἀπεκδεχόμεθα τὴν διευθέτησιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν
1831πραγμάτων.
1832§60ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπέδειξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
1833σεως, ὅτι δὲν ὤφειλε νὰ ἀπόσχῃ τῶν κατὰ τὰς τελευταίας
1834συνεδριάσεις γενομένων συζητήσεων ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων
1835περὶ τῶν προσόντων τῶν δικαστικῶν κλητήρων καὶ τῶν
1836πινακίων τῶν Εἰρηνοδικείων, καίτοι ὑπολαμβάνει τὰ θέ-
1837ματα ἐκεῖνα ὡς εὐτελῆ, διότι ἀπέδειξεν ἑαυτὸν δικανικώ-
1838τερον τοῦ συναδέλφου του, ὅν, ἐὰν μετεῖχε τῶν συζητή-
1839σεων ἐκείνων, ἤθελε δυνηθῆ νὰ δικαιολογήσῃ διὰ τὰς ἀνακο-
1840λουθίας τῶν νομοσχεδίων του, ὡς κατώρθωσε νὰ δικαιολο-
1841γήσῃ τὰς ἰδίας του ἀνακολουθίας ἐν τῇ πρὸ ὀλίγου ὁμιλίᾳ
1842του, ἀνακολουθίας οὐχὶ μόνον εἰς διαφόρους περιόδους τοῦ
1843λόγου του, ἀλλ’ εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτήν. Τὸν ἠκούσατε
1844τῳόντι παραδεχόμενον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου του τὴν θεωρίαν
1845ἡμῶν ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ ἡ εἰς
1846χρυσὸν καταβολὴ τῶν τελωνειακῶν τελῶν, ἀλλὰ λησμο-
1847νήσας ὅ,τι ἐν ἀρχῇ ἔλεγεν, ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι δὲν
1848θὰ ἐπήρχοντο τὰ τοιαῦτα ἀποτελέσματα, κατόπιν ὅμως
1849πάλιν ἀνεγνώρισεν, ὅτι θὰ ἐπήρχοντο. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
1850Κυβερνήσεως θέλει ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς
1851του πολιτικῆς γενικὴν συζήτησιν, ἀλλ’ οὐχ ἧττον μᾶς προ-
1852καλεῖ εἰς συζήτησιν εὐρυτάτην. Εἰσῆλθε τῳόντι εἰς τὴν
1853ἐξέτασιν τῶν προβλέψεων τοῦ προϋπολογισμοῦ του τοῦ
18541893, καὶ ἐξέθηκε τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα προσδοκᾷ ἐξ
1855αὐτοῦ, ἀλλὰ συγχρόνως μᾶς ἀπέκλεισε τοῦ δικαιώματος
1856νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ, θεωρήσας πρόωρον τὴν συζήτη-
1857σιν, ἠρκέσθη δὲ λέγων λόγους κενοὺς, καὶ βεβαιώσας ἡμᾶς,
1858ἐπὶ λόγῳ τιμῆς, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολο-
1859γισμῷ τοῦ 1893, ἐνῷ ἡμεῖς τὸν βεβαιοῦμεν, καὶ θὰ τῷ
1860ἀποδείξωμεν, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα 20,000,000.
1861Ἐνόμισε δ’ ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀποκρούσῃ τὴν μομφὴν, τὴν
1862ὁποίαν διετυπώσαμεν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἀλυσιτε-
1863λοῦς, παρεμβάλλων εἰς τὴν συζήτησιν νέαν θεωρίαν περὶ
1864τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας ἐν τῇ χώρᾳ. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ
1865νομισματικὴ κυκλοφορία ἐν τῇ χώρᾳ ᾖναι ἀνώμαλος, τοῦτο
1866ὀφείλεται εἰς τὸ ἀνώμαλον τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους,
1867ἅμα δ’ ὡς κατορθωθῇ νὰ κατασταθῶσιν ὁμαλὰ τὰ οἰκονο-
1868μικὰ τοῦ Κράτους, ἀναμφισβητήτως ἡ κυκλοφορία θὰ γείνῃ
1869ὁμαλωτάτη. Ἀλλὰ βεβαίως διὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυα-
1870σμῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῶν ἐπαγγε-
1871λιῶν νέων τοιούτων συνδυασμῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ
1872χειροτερεύσῃ ἡ κατάστασις, αἱ δὲ τοιαῦται ἐπαγγελίαι
1873δίδουσιν ἡμῖν ἕνα περιπλέον λόγον, ἵνα πολεμήσωμεν τὸ
1874νομοσχέδιον, διότι πρόκειται, ὡς εἶπε, νὰ στηρίξῃ ἐπ’ αὐτὸ
1875νέον δάνειον. Καὶ θαυμάζω τὴν ἁπλότητα, μὲ τὴν ὁποίαν
1876ὡμίλησεν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Νομίζει τάχα ὁ κ.
1877Πρόεδρος, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ ἑξῆς νὰ πραγματοποιήσῃ
1878δάνειον οὐχὶ ὀγδοήκοντα ἑκατομμυρίων, ὅσα τῷ ἀναγ-
1879καιοῦσι διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλὰ
1880καὶ ὀκτὼ ἑκατομμυρίων; Θαυμάζω δὲ μὲ τὴν ἁπλότητα,
1881μὲ τὴν ὁποίαν ὁμιλεῖ περὶ μέλλοντος δανείου, μετὰ τὰς ἀπο-
1882τυχίας, τὰς ὁποίας ὑπέστη καὶ κατὰ τὸν παρελθόντα Ὀκτώ-
1883βριον καὶ κατὰ τὸν λήγοντα Δεκέμβριον. Ὡς κύριον σκο-
1884πὸν τῆς οἰκονομικῆς του πολιτικῆς ἔθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος
1885τῆς Κυβερνήσεως τὴν συνομολόγησιν δανείου, καὶ ἀπέτυχεν·
1886οὐχ ἧττον νομίζει, ὅτι διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχε-
1887δίου τούτου θέλει δυνηθῆ νὰ ἐπιτύχῃ δάνειον· ἀλλ’ ἐπὶ
1888τίσιν ὅροις; Τάχα τὰ δάνεια ἐκεῖνα τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα
1889σήμερον ὑποτιμῶνται κατὰ 50% καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων
1890γίνονται πράξεις, προεξοφλοῦσαι προφανῶς τὴν παῦσιν τῶν
1891πληρωμῶν τοῦ Κράτους, δὲν περιβάλλονται μὲ ἐγγυήσεις
1892ἐπαρκεστέρας ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἤθελε χορηγήσει μία
1893τοιαύτη πρόσοδος, οἵα ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰσαγομένη;
1894Καὶ ἐὰν ᾖναι τόσον ἐξηυτελισμένη ἡ τιμὴ τῶν ὑφι-
1895σταμένων δανείων, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν,
1896ὅτι θὰ συνομολογηθῇ νέον δάνειον ὑπὸ κρείττονας ὅρους;
1897Καὶ εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ τοιοῦτον δάνειον ἢ εἰς τὴν
1898τελειοτέραν καταστροφὴν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους;
1899Ἡμεῖς, πολεμήσαντες ἀπ’ ἀρχῆς τὴν δανειστικὴν πολιτι-
1900κὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δυνάμεθα, ὄντες
1901συνεπεῖς πρὸς ἑαυτοὺς, παρὰ νὰ πολεμήσωμεν πᾶσαν ἐπαγ-
1902γελίαν, ὁμοίαν ἐκείνης, ἣν πρὸ ὀλίγου ἔδωκεν ὁ κ. Πρόε-
1903δρος τῆς Κυβερνήσεως· ἀκριβῶς δὲ, διότι νομίζει, ὅτι δύ-
1904ναται νὰ στηρίξῃ ἕνα νέον οἰκονομικὸν συνδυασμὸν, ἓν
1905νέον δάνειον ἐπὶ τῆς εἰς χρυσὸν φορολογίας, ὀφείλομεν νὰ
1906πολεμήσωμεν αὐτήν. Τὸ δάνειον, ἔλεγε, θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς
1907ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἀλλὰ τὰ ἀποτελέ-
1908σματα τοιούτου δανείου, πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν συνομολο-
1909γουμένου, τὰ ἔχομεν πρόχειρα. Ἐνθυμεῖται ὁ κ. Πρόεδρος
1910τί συνέβη κατὰ τὸ 1885, ἐλπίζω δὲ, ὅτι δὲν ἐννοεῖ εἰς
1911τὰς καθημερινὰς καταστροφὰς νὰ σωρεύσῃ νέας, ἐξαντλῶν
1912τὸν τόπον εἰς καταβολὴν συναλλαγματικῆς διαφορᾶς καὶ
1913νέων ἐξωτερικῶν δανείων, ἥτις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκ-
1914λείψῃ, εἰμὴ ὅταν τὸ Κράτος καταστῇ ἐπαρκές. Ἐνόσῳ ὅμως
1915δὲν ἀποδεικνύεται ἐπαρκὲς εἰς τὰς ἀνάγκας του, ἐνόσῳ ἀπὸ
1916ἔτους εἰς ἔτος αὐξάνομεν τὰ βάρη, καὶ αὐξάνομεν αὐτὰ
1917διὰ νέων δανείων καὶ διὰ νέας ἐξαντλούσης τὰς δυνάμεις
1918τοῦ τόπου φορολογίας, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλομεν, δὲν εἶναι
1919δυνατὸν ἤ, ἀποδεικνύοντες τὸ Κράτος ἀνεπαρκὲς πρὸς ἐκ-
1920πλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ, νὰ αὐξάνωμεν τὴν
1921συναλλαγματικὴν διαφοράν. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ν’ ἀνα-
1922τρέξωμεν εἰς παρωχημένας ἐποχὰς, ὅπως ἀντιληφθῶμεν
1923τῆς καταστάσεως ἡμῶν. Ἄς λάβωμεν τὸ ἔτος 1892, τὸ
1924ὁποῖον δὲν ἔληξεν εἰσέτι· ἔχομεν κατ’ αὐτὸ δάνειον φρ.
192516,500,000, ἔχομεν ἕτερον δάνειον 3,500,000, ἔχομεν
1926δάνειον 8,500,000, καὶ ἔχομεν τέλος προεξόφλησιν δικαιώ-
1927ματος τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων
19283,560,000 δρ. Ταῦτα ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ ἀπολογισμοῦ
1929τοῦ ἔτους 1892. Ἀφ’ ἑτέρου ἔχομεν φόρους 5,700,000, ἐπι-
1930βληθέντας παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Γόρτυνος, ἔχο-
1931μεν φόρους 3,500,000, ἐπιβληθέντας ἤδη παρὰ τοῦ κ.
1932Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ φόρους 3,500,000, ζητου-
1933μένους πάλιν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
1934Τοῦτο ἀποτελεῖ ἐπίσης μέρος τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1892.
1935Καὶ τί ἔχομεν ὡς τελικὸν ἀποτέλεσμα ὅλων αὐτῶν τῶν
1936νέων βαρῶν; Ἀπὸ προϋπολογισμοῦ ἐξόδων 92 καὶ 94 ἑκα-
1937τομμυρίων, ἔχομεν ἤδη προϋπολογισμὸν ἐξόδων 104,000,000.
1938Καὶ ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος τῶν 104,000,000 ἀποδει-
1939κνύεται ἐκ πρώτης ὄψεως εἰκονικός· διότι ποῦ εἶναι αἱ πι-
1940στώσεις αἱ ἀναγκαῖαι διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς κατα-
1941σκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης; Ποῦ εἶναι ἡ
1942διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος, ἥτις σήμερον διὰ τὴν ἐκ
194332 ἑκατομμυρίων φράγκων ὑπηρεσίαν τῶν δανείων ἀνέρ-
1944χεται εἰς 18,000,000; Ποῦ εἶναι ἡ ἐξ 9% δια-
1945φορὰ μεταξὺ τῶν βεβαιώσεων καὶ τῶν εἰσπράξεων;
1946Ταῦτα πάντα ἀποδεικνύουσι, Κύριοι, τὴν ἀνεπάρκειαν
1947τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑπο-
1948χρεώσεων τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καταδεικνύουσιν ἡμῖν καὶ
1949τὸν λόγον, δι’ ὃν ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ καθ’ ἡμέραν
1950αὐξάνει, τὸν λόγον, δι’ ὃν καθ’ ἡμέραν καταπίπτουσι τὰ
1951χρεώγραφα τοῦ Δημοσίου· διότι ἡ τιμὴ τῶν χρεωγράφων
1952τοῦ Δημοσίου ἀποδεικνύει τὴν πίστιν τοῦ Δημοσίου. Καὶ
1953ὅταν τὰ μέτρα ἡμῶν ἦναι τοιαῦτα, ὁποῖα ἐν ὀλίγοις ὑπέ-
1954δειξα ὑμῖν, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ ἡ πίστις τοῦ Δημοσίου
1955νὰ ἐλαττῶται, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἔχωμεν ἐκεῖνο,
1956τὸ ὁποῖον ἔχομεν σήμερον, νὰ προεξοφλῆται ἡ χρεωκοπία
1957τοῦ Δημοσίου. Ὅταν δὲ προεξοφλῆται ἤδη εἰς τὰς ἀγορὰς
1958τῆς Εὐρώπης ἡ χρεωκοπία τοῦ Δημοσίου, χάρις εἰς τὴν ἀνε-
1959πάρκειαν τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως δὲν πρέ-
1960πει νὰ ἐλπίζωμεν δάνειον, οὐδὲ μείωσιν τῆς ἐπικαταλλα-
1961γῆς, ἀλλ’ ἀναγκαίως αὔξησιν αὐτῆς. Ἐκεῖνοι δὲ, οἵτινες
1962τὴν πρόοδον τοῦ τόπου καὶ τὴν ἀνακούφισίν του ἐλπίζου-
1963σιν ἐκ τῆς χρεωκοπίας, ἀποδεικνύονται μωροὶ ἢ βλάκες. Ἡ
1964χρεωκοπία συνεπάγεται ἀμέσως τὴν μείωσιν τῆς ἀξίας
1965τῶν δημοσίων ἀξιῶν, τῶν δημοσίων χρεωγράφων, ἡ χρεω-
1966κοπία φέρει ἀναγκαίως εἰς τὴν ὕψωσιν τῆς συναλλαγματι-
1967κῆς διαφορᾶς, διότι κλονίζει τὴν πίστιν ἐκ βάθρων καὶ
1968ἀποκλείει τὴν εἰσαγωγὴν παντὸς ξένου κεφαλαίου. Ἐὰν
1969δὲ σήμερον τοσοῦτον ἐπαχθὴς κατέστη ἡ ὑπηρεσία τῶν
1970δημοσίων δανείων, τοῦτο βεβαίως ὀφείλεται οὐχὶ εἰς τὸν
1971τόκον, τὸν ἀρχικῶς συνομολογηθέντα, ἀλλ’ εἰς τὴν διαφο-
1972ρὰν τὴν συναλλαγματικὴν, ἥτις ἐπιπροστίθεται εἰς τὸν τό-
1973κον. Καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε κατορθωθῆ ὁ εὐφή-
1974μως καλούμενος συμβιβασμὸς, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν
1975ἤθελε μειωθῆ ὁ τόκος ὁ καταβαλλόμενος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν,
1976ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ, ἥτις ἀναγκαίως θ’ αὐξήσῃ κατὰ
1977λόγον τῆς ὑποτιμήσεως τῶν χρεωγράφων τοῦ Δημοσίου καὶ
1978τοῦ κλονισμοῦ τῆς πίστεως ἡμῶν, ἡ συναλλαγματικὴ δια-
1979φορὰ θὰ καλύψῃ καὶ θὰ ὑπερβῇ τὸ ὅριον ἐκεῖνο, καθ’ ὃ ἠθέ-
1980λομεν κατορθώσει νὰ περιορίσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας
1981δι’ ἑνὸς αὐθαιρέτου καὶ ἀτιμωτικοῦ μέτρου.
1982Δὲν πρέπει, Κύριοι, εἰς τὴν ἀκμὴν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα,
1983νὰ προσπαθῶμεν νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου
1984μας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὤφειλεν ἤδη νὰ προ-
1985καλέσῃ γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν,
1986αἵτινες μαστίζουσι τὸν τόπον, ἴσως καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νομο-
1987σχεδίου ἀκόμη καὶ ἐπὶ ὅλων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα σχετίζον-
1988ται πρὸς τὴν οἰκονομικήν του πολιτικήν· ὤφειλε μάλιστα
1989νὰ πράξῃ ἕτερόν τι ἀπὸ χρόνου μακροῦ, νὰ ἔχῃ ἀνα-
1990γράψει ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸν προϋπολογισμὸν, ὅπως
1991ἐπ’ αὐτοῦ γείνῃ πλήρης ἡ οἰκονομικὴ συζήτησις, πρὶν ἢ
1992προβῶμεν εἰς τὴν κατὰ μέρος ἐπιψήφισιν μέτρων, τὰ ὁποῖα
1993καθ’ ἑαυτὰ ἀναγνωρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
1994ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἄμεσον ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τὴν βελ-
1995τίωσιν τῆς καταστάσεως. Δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄμεσον
1996ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τὸ μέτρον
1997τῆς αὐξήσεως τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου· δὲν δύναται νὰ
1998ἔχῃ ἄμεσον ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως
1999τὸ μέτρον τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον κυροῦμεν διὰ τοῦ νομο-
2000σχεδίου, τοῦ ψηφισθέντος εἰς γʹ ἀνάγνωσιν· δὲν δύναται νὰ
2001ἔχῃ ἄμεσον ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως
2002τὸ μέτρον τῆς καταβολῆς τῶν ἐξαγωγικῶν τελῶν εἰς χρυ-
2003σόν. Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ μέτρα ἀποτελοῦσιν ἐν τούτοις τὸ
2004σύνολον τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως.
2005Κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν μᾶς ἀρνοῦνται τὸ δικαίωμα
2006νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν συζήτησιν, καὶ ἐν τούτοις μᾶς λέγου-
2007σιν, ὅτι σφάλλομεν, μὴ προβάλλοντες τὰς ἰδίας ἡμῶν γνώ-
2008μας. Ἡ γνώμη μας εἶναι μία, ὅτι τὰ μέτρα, εἴτε καθ’ ἑαυτὰ
2009κρινόμενα καὶ κατ’ ἰδίαν, εἴτε πάντα ὁμοῦ, ἀποδεικνύουσι
2010πλήρη ἀνεπάρκειαν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὰς οἰκονομικὰς
2011δυσχερείας, ἀπέναντι τῶν ὁποίων εὑρίσκεται ὁ τόπος.
2012§61Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτε ἀνέγνων, ὅτι ἔμελλε νὰ
2013συζητηθῇ σήμερον τὸ νομοσχέδιον περὶ μετατροπῆς εἰς χρυ-
2014σὸν δικαιωμάτων καὶ φόρων, πληρονομένων εἰς τὸ Δημόσιον
2015ὑπὸ ὡρισμένων τάξεων παραγωγῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμά-
2016τια, ὑπέλαβον ὅτι διεφωνοῦμεν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν
2017καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ἄλλων θεμάτων καὶ οὐχὶ ἐπὶ
2018τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὑπέλαβον ὅτι ἡμεῖς διεφωνοῦμεν,
2019διότι φρονοῦμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξαντλήσωμεν τὴν ἐθνι-
2020κὴν παραγωγὴν, ἐπιβάλλοντες αὐτῇ νέους φόρους, κατὰ
2021προσθήκην εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὑπεῖχεν αὕτη μέχρι
2022τοῦδε· ὅτι διεφωνοῦμεν ἔτι ὡς πρὸς τὰς αἰτίας τῆς ὑπερ-
2023τιμήσεως τοῦ συναλλάγματος καὶ τοῦ χρυσοῦ, διότι ἡμεῖς
2024φρονοῦμεν, ὅτι δὲν εἶναι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουρ-
2025γὸς προβάλλει πάντοτε καὶ ἐπιμένει ἰσχυριζόμενος· ὅτι
2026διεφωνοῦμεν ἐπὶ τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς πολιτικῆς αὐτοῦ·
2027ὅτι διεφωνοῦμεν προσέτι πρὸς αὐτὸν ἐπὶ τῆς χρησιμότητος
2028ἢ τῆς λυσιτελείας τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν. Ἀλλ’ ὁ κ.
2029Πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀποκρινό-
2030μενος εἰς τὰς αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυναν οἱ κύριοι
2031Βουλευταί, οἱ κατ’ αὐτοῦ ἀγορεύσαντες, ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ
2032νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἐπιβαρύνει τοὺς φορολογουμένους, ἐξ
2033ἐναντίας ὅτι βελτιώνει τὴν θέσιν αὐτῶν, καὶ μειώνει τὰ
2034βάρη αὐτῶν. Ἀλλὰ μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυ-
2035πουργοῦ πληροφοροῦμαι, ὅτι διαφωνοῦμεν καὶ εἰς ἄλλο τι.
2036Ἀληθῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζει, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχε-
2037δίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, μειοῦνται τὰ βάρη τῶν φορο-
2038λογουμένων, καὶ εὐεργετοῦνται οὗτοι ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
2039γοῦ, ἡμεῖς δὲ φρονοῦμεν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιβα-
2040ρύνονται οἱ φορολογούμενοι, καὶ ἐξαντλεῖται καὶ ἐξασθενεῖ
2041τάξις παραγωγῶν, ἴσως ἐκείνη, τὴν ὁποίαν πρέπει πρὸ παν-
2042τὸς νὰ ἐνισχύσωμεν.
2043Πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέλαβεν, ὅτι διὰ τοῦ νομο-
2044σχεδίου τούτου βελτιόνει τὴν θέσιν τῶν παραγωγῶν, καὶ
2045μειόνει τὰ βάρη αὐτῶν, καὶ ἐλαττόνει τοὺς φόρους, τοὺς
2046ὁποίους ἐπλήρονον; Διότι, ὡς διϊσχυρίζεται, ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος
2047εἶχεν ἐπιβληθῆ ἐπὶ τῆς σταφίδος ἐκ δραχμῶν 13 καὶ 15,
2048ὁ ἀρχικὸς οὗτος φόρος ἐψηφίσθη καὶ προσδιωρίσθη εἰς χρυ-
2049σόν, ἑπομένως δὲν ἐπιβαρύνονται, ἂν κληθῶσι νῦν νὰ πλη-
2050ρώσωσιν αὐτὸν εἰς χρυσὸν, θέλουσι μάλιστα ὠφεληθῆ, διότι
2051θέλουσι πληρώσει εἰς χρυσὸν ποσὸν ὀλιγώτερον ἐκείνου, τὸ
2052ὁποῖον νῦν πληρόνουσιν εἰς γραμμάτια. Ἀλλὰ σφάλλεται
2053ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν μνήμην· διότι, ὅταν ὁ φόρος προσ-
2054διωρίσθη εἰς δραχμὰς δέκα καὶ πέντε κατὰ χιλιάδα στα-
2055φίδος, ὁ περὶ τούτου νόμος ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1880, πρω-
2056θυπουργοῦντος καὶ τότε τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου,
2057καθ’ ὃν χρόνον ὑπῆρχεν ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ ἑπο-
2058μένως καθ’ ὃν χρόνον ὑπῆρχεν ὑπερτίμησις συναλλάγματος
2059καὶ ὑπερτίμησις χρυσοῦ, ἤτοι τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βου-
2060λευτὴς Λοκρίδος ὠνόμασεν ἐπικαταλλαγήν. Λοιπὸν δὲν ἐπε-
2061βλήθη ὁ φόρος εἰς χρυσὸν, ἐπεβλήθη εἰς τὸ νόμισμα, τὸ κατὰ
2062τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἀποδεκτὸν ἐν τῷ Κράτει, εἰς τὸ νόμισμα
2063ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἦτο τότε δεκτὸν εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κρά-
2064τους, καὶ τὸ νόμισμα τοῦτο ἦτο τὸ τραπεζικὸν γραμμά-
2065τιον, τὸ ὁποῖον ἦτο δεκτὸν εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους.
2066Ἑπομένως ὁ φόρος δὲν ἐπεβλήθη εἰς χρυσὸν, ἐπεβλήθη εἰς
2067τραπεζικὰ γραμμάτια, εἰς τὸ νόμισμα τὸ κυκλοφοροῦν ἐν
2068τῷ τόπῳ, καὶ τότε ἐκυκλοφόρει τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον.
2069Ἐπίσης καὶ κατὰ τὸ 1887, ὅτε ὁ φόρος τῶν 15 δραχ-
2070μῶν ηὐξήθη διὰ τῆς προσθήκης τῶν δύο δεκατημορίων,
2071πρωθυπουργοῦντος καὶ τότε τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσο-
2072λογγίου, διετελοῦμεν αὖθις ἐν ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἐν
2073χρόνῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον διέφερε τὰ μάλιστα ἡ τιμὴ τοῦ
2074χρυσοῦ ἀπὸ τὴν τιμὴν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, καὶ
2075τὸ συνάλλαγμα ὑπερετιμᾶτο, ὅτε ὡσαύτως τὸ τραπεζικὸν
2076γραμμάτιον ἦτο ἐπίσης δεκτὸν εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους
2077ἐπὶ τῇ τιμῇ τοῦ ἀρτίου. Ἐὰν ἤθελεν ἰσχυρισθῆ τις, ὅτι διὰ
2078τοῦ νομοσχεδίου τούτου βελτιόνει τὴν θέσιν τῶν φορολο-
2079γουμένων, διότι μειόνει τὰ βάρη αὐτῶν, νομίζω ὅτι καθι-
2080στᾷ τὴν συζήτησιν ἱλαρὰν, καὶ νομίζω ὅτι ἡ ἱλαρότης εἶναι
2081ἀπηγορευμένη ἐν χρόνῳ τοσοῦτον κρισίμῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον
2082τὸν ἔσχατον τρέχουσι κίνδυνον τὰ μεγάλα συμφέροντα τοῦ
2083Κράτους.
2084Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπιβαρύνει τοὺς φορολογουμέ-
2085νους, καὶ διότι ἐπιβαρύνει αὐτοὺς, οἱ ἀγορεύσαντες μέχρι
2086τοῦδε ἠγόρευσαν κατ’ αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ λαμ-
2087βάνω τὸν λόγον, ἵνα ἀγορεύσω ὡσαύτως κατ’ αὐτοῦ. Κατὰ
2088τί ἐπιβαρύνει τὴν τάξιν τῶν παραγωγῶν, περὶ τῶν ὁποίων
2089πρόκειται; Τὴν ἐπιβαρύνει πρῶτον διότι αὐξάνει τὸ πο-
2090σοστὸν τοῦ φόρου, δεύτερον διότι τὸ αὐξάνει εἰς ὅρον, ὅστις
2091εἶναι ἄγνωστος καὶ διὰ τὸν ἐπιβάλλοντα τοὺς φόρους, τὴν
2092νομοθετικὴν ἐξουσίαν, καὶ διὰ τὸν παραγωγόν. Ἡ τάξις
2093μάλιστα τῶν καλλιεργητῶν τῆς σταφίδος μοὶ φαίνεται τά-
2094ξις ἀξία μερίμνης κυβερνητικῆς. Ἐὰν αἱ γνῶμαι ἡμῶν
2095ἦναι αἱ ὀρθαὶ γνῶμαι, ἐὰν ὀρθὸν ἦναι, ὅτι ἡ ὑπερτί-
2096μησις τοῦ συναλλάγματος, ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ δὲν
2097εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς κυκλοφορίας περισσοῦ τραπεζι-
2098κοῦ γραμματίου, ἀλλ’ ἀποτέλεσμα τῆς ἀναλόγου ζητή-
2099σεως τοῦ χρυσοῦ, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ
2100ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Δύο δ’ εἰσὶν οἱ μεγάλοι
2101κλάδοι τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, εἶναι ἡ καλλιέργεια τῆς
2102γῆς καὶ βιομηχανία, ἡ δὲ τάξις τῶν καλλιεργητῶν τῆς
2103σταφίδος εἶναι ἡ πρωτεύουσα μεταξὺ τῶν ἀσχολουμένων
2104εἰς τὴν καλλιέργειαν τῆς γῆς, εἶναι ἡ τάξις ἐκείνη, τῆς
2105ὁποίας ἡ ἐργασία καὶ ἡ παραγωγὴ συντηρεῖ τὸ Κράτος,
2106καὶ εἰς τὴν ὁποίαν κατὰ πρῶτον λόγον πρέπει νὰ ἐλπίζω-
2107μεν, ὅτι θέλει ἐπέλθει ἐπίκουρος εἰς τὰς κρισίμους ὥρας, αἱ
2108ὁποῖαι μᾶς ἀπειλοῦσι.
2109Καὶ διατὶ προτείνεται ὁ νόμος οὗτος; Προτείνεται διότι
2110θέλει μειώσει τὴν ζήτησιν τοῦ χρυσοῦ; Παντάπασι. Προ-
2111τείνεται ὑπὸ φρονήματος ἐγωϊστικοῦ· διότι ἐγωϊστικὸν εἶναι
2112νὰ ζητῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπαλλάξῃ ἑαυτὴν ἀπὸ τὴν φρον-
2113τίδα τῆς εὑρέσεως τοῦ χρυσοῦ, καὶ νὰ μεταφέρῃ τὴν φρον-
2114τίδα ταύτην εἰς ἄλλους πολίτας, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται, ὅπως
2115συντηρῶσι τὸ Κράτος διὰ τῆς ἐργασίας των. Τοῦτο σκοπεῖ
2116τὸ νομοσχέδιον. Τὰ ἑπτὰ ἑκατομμύρια χρυσοῦ, ὅσα ἐλπίζει
2117νὰ εἰσπράξῃ ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν φορολογουμένων, περὶ τῶν
2118ὁποίων πρόκειται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, τὰ ἑπτὰ ἑκα-
2119τομμύρια ταῦτα δὲν θέλει ἔχει πλέον ἡ Κυβέρνησις τὴν
2120φροντίδα νὰ τὰ εὑρίσκῃ, ἀλλὰ θέλουσι φροντίζει νὰ εὑρί-
2121σκωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ παράγωσι τὰ προϊόντα, ἐπὶ τῶν
2122ὁποίων κανονίζεται ὁ διὰ χρυσοῦ φόρος διὰ τοῦ νομοσχεδίου
2123τούτου, δηλ. οἱ πολῖται, οἱ παραγωγοί. Ἐὰν ἡ Κυβέρνη-
2124σις ἐφρόντιζε νὰ ἀγοράσῃ τὸν χρυσὸν, ἡ ζήτησις τοῦ χρυ-
2125σοῦ ἤθελεν εἶσθαι ἀβλαβεστέρα, διότι τὰ μέσα, τῶν ὁποίων
2126ἡ Κυβέρνησις ἤθελε ποιήσει χρῆσιν, ἵνα ἐξεύρῃ τὰ 7 ἑκα-
2127τομμύρια τοῦ χρυσοῦ, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ πορισθῇ διὰ
2128τοῦ νομοσχεδίου τούτου, θέλουσιν εἶσθαι μέσα ἐπιτηδειότερα
2129καὶ μᾶλλον κατάλληλα, ὅπως μὴ ἐνταθῇ ἕνεκα τούτου ἡ
2130ὑπερτίμησις, τὴν ὁποίαν ἐπάγει ἡ ζήτησις τοῦ χρυσοῦ. Ἀλλ’
2131ἐὰν ἀντὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπιφορτισθῶσιν ἑκατὸν, διακό-
2132σιοι, πεντακόσιοι ἢ χίλιοι πράκτορες τῆς Κυβερνήσεως,
2133ὅσοι οἱ φορολογούμενοι, οἱ παράγοντες τὰ προϊόντα, τὰ
2134ὁποῖα ἐπιβαρύνονται διὰ τοῦ φόρου εἰς χρυσὸν, αὐτοὶ πάν-
2135τες θέλουσι ζητεῖ συγχρόνως τὸν χρυσὸν, καὶ θέλει ἕνεκα
2136τούτου παραχθῆ συναγωνισμὸς πρὸς εὕρεσιν τοῦ χρυσοῦ,
2137ἑπομένως ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ, ἡ ὑπερτίμησις τοῦ
2138συναλλάγματος θέλει εἶσθαι πολλῷ μεγαλειτέρα ἢ ἂν τὸν
2139χρυσὸν τοῦτον ἐπορίζετο ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν ἰδίων αὑ-
2140τῆς προσπαθειῶν.
2141Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ Κυβέρνησις, κατ’ ἐμὲ,
2142ἐπιβαρύνει τὴν τάξιν τῶν παραγωγῶν, τῶν ὁποίων τὰ
2143προϊόντα θέλουσι φορολογεῖσθαι εἰς χρυσὸν, ἐπιβαρύνει δὲ
2144αὐτοὺς εἰς ποσὸν ἄγνωστον, εἰς ὅριον φορολογίας ἄγνωστον,
2145διότι τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν θέλει
2146ἔχει ὁ χρυσὸς καὶ τὸ συνάλλαγμα κατὰ τὴν ὥραν τῆς φο-
2147ρολογίας. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν πρόκειται
2148νὰ εἰσαχθῇ χρυσὸς ἔξωθεν, ὅπως ὁ ἐν τῇ χώρᾳ χρυσὸς πλεο-
2149νάσῃ, ἀλλὰ θέλει ζητηθῆ ὁ χρυσὸς ἐκ τῆς χώρας διὰ πρα-
2150κτόρων, διὰ τῶν παραγωγῶν, οἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὰς τά-
2151ξεις τὰς κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐπιβαλλομένας εἰς τὸν φό-
2152ρον τοῦτον.
2153Ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπρόβαλε παρατήρησιν, ἡ ὁποία εἶ-
2154ναι ὀρθή. Βεβαίως εἶναι δύσκολον νὰ προσδιορίσῃ τις, ὅταν
2155ἀγορεύῃ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὰ ὅρια τὰ χωρί-
2156ζοντα τὴν συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ ἀπὸ τὴν συζήτησιν τὴν γε-
2157νικὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,
2158ὡς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησεν, ἀποτελεῖ μέρος
2159τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς αὐτοῦ. Ἂν θελήσητε νὰ συζη-
2160τήσητε ἐπ’ αὐτοῦ εὐρύτερον, ἀναγκάζεσθε νὰ ἐπιληφθῆτε
2161τῆς ἐξετάσεως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους
2162καὶ νὰ εἰσέλθητε εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπο-
2163λογισμοῦ. Ἀλλὰ τὸ λάθος τοῦτο δὲν πρέπει νὰ καταλο-
2164γισθῇ εἰς βάρος οὐδὲ τῶν προλαλησάντων, οὐδὲ ἐμοῦ, διότι
2165ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς ἀναγκάζει νὰ περιπέσωμεν εἰς τὴν
2166ἀνωμαλίαν ταύτην, ἐγὼ δὲ διὰ τὸν λόγον τοῦτον καὶ προχθὲς
2167ἐζήτησα νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ
2168οἴνου νομοσχεδίου. Ἐὰν ἐγίνετο ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τού-
2169του συζήτησις μετὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολο-
2170γισμοῦ, ἡ συζήτησις ἤθελεν εἶσθαι εὐχερὴς, διότι κατὰ
2171τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ Βουλὴ ἤθε-
2172λεν ἀποφήνηται τὴν τελευταίαν αὐτῆς γνώμην ἐπὶ τῆς οἰ-
2173κονομικῆς πολιτικῆς τοῦ Πρωθυπουργοῦ, πάντα δὲ τὰ ἄλλα
2174νομοσχέδια, τὰ συναφῆ μετ’ αὐτῆς, ἤθελον ψηφισθῆ ῥαγ-
2175δαίως, ὡς συνήθως ἡ πλειονοψηφία ψηφίζει τὰ ὑποβαλλό-
2176μενα νομοσχέδια. Τώρα ὅμως ἀναγκάζει ἡμᾶς νὰ ἀγορεύ-
2177σωμεν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἕνεκα δὲ τούτου νὰ εἰσέλθω-
2178μεν καὶ εἰς τὴν ἔρευναν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, ἐνῷ
2179δὲν σκοποῦμεν νὰ παραιτηθῶμεν τῆς γενικῆς συζητήσεως
2180τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθ’ ἣν ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὴν
2181ὅλην οἰκονομικὴν πολιτικὴν, ἧς μέρος εἶναι καὶ τὸ νομο-
2182σχέδιον τοῦτο.
2183Εἶπον ὅτι διαφωνοῦμεν πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν ὡς πρὸς
2184τὰς αἰτίας τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλ-
2185λάγματος, ἀλλὰ διαφωνοῦμεν καὶ ὡς πρὸς τὴν λυσιτέλειαν
2186τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, τοὺς ὁποίους ἐφήρμοσεν ὁ κ.
2187Πρωθυπουργός.
2188Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πολλάκις ἤλεγξεν ἐμὲ, καὶ ἐν τῇ
2189Κυβερνήσει καὶ τῇ Ἀντιπολιτεύσει διατελοῦντα, ὅτι δὲν
2190ἠσπαζόμην τὸ σύστημα τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν. Ἀλη-
2191θῶς οὔτε τότε οὔτε νῦν ἀσπάζομαι τὸ σύστημα τοῦτο, ἐξ
2192ἐναντίας τὴν παροῦσαν οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν κατὰ τὰ 9/10
2193ἀποδίδω εἰς τὸ σύστημα αὐτό. Οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ
2194κατέστρεψαν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, διότι δι’ αὐτῶν
2195ἐπορίζετο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χρυσὸν, δι’ οὗ δὲν ἐπήρκει
2196μόνον εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων,
2197ἀλλ’ ἐδαπάνα καὶ εἰς τὰς συνήθεις ἀνάγκας τοῦ Κράτους·
2198ὅπως δὲ πορίζηται τὸν χρυσὸν, ὅταν ἐστείρευσαν οἱ ἄλλοι
2199οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ, ἐχρησίμευσεν ἡ μετατροπὴ τῶν εἰς
2200τραπεζικὰ γραμμάτια δανείων εἰς χρυσὸν, ηὔξησε δὲ τερα-
2201στίως τὸ ποσὸν τοῦ χρυσοῦ, τοῦ ὁποίου ἔχει νῦν τὸ Κρά-
2202τος ἀνάγκην. Κατὰ τὸ 1877 τὸ Κράτος ἐπλήρονεν εἰς χρυ-
2203σὸν εἰς τόκους καὶ χρεωλύσια δανείων 1,276,440 φράγκα,
2204καὶ κατὰ τὸ 1892, ἐντὸς 15 ἐτῶν, τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ
2205πληρώσῃ 31,000,000 εἰς χρυσὸν διὰ τόκους καὶ χρεωλύ-
2206σια δανείων, δανείων παγίων καὶ χρεωλυτικῶν, δανείων
2207προσωρινῶν καὶ κυμαινομένων. Τριάκοντα καὶ ἓν ἑκατομ-
2208μύριον! Ἡ διαφορὰ συνίσταται εἰς 30,000,000. Ἀλλ’ ἐὰν
2209κατὰ τριάκοντα ἑκατομμύρια ηὔξησε τὸ ποσὸν τοῦ χρυσοῦ,
2210τοῦ ὁποίου σήμερον ἔχομεν ἀνάγκην, ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ
2211ποσὸν τοῦ χρυσοῦ, τοῦ ὁποίου εἴχομεν ἀνάγκην πρὸ 15 ἐτῶν,
2212ηὔξησε τάχα κατὰ 30,000,000 καὶ ἡ ἐθνικὴ παραγωγὴ,
2213ἐκείνη, ἥτις παράγει τὰ προϊόντα εἴτε τῆς φύσεως εἴτε τῆς
2214βιομηχανίας, τὰ ὁποῖα ἐξάγομεν καὶ ἀντ’ αὐτῶν εἰσάγομεν
2215χρυσὸν εἰς τὸ Κράτος;
2216Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπιμένει εἰς τὸ σύστημά του.
2217Κατὰ τὸν Πρωθυπουργὸν, τὸ κακὸν ἔγκειται μόνον εἰς τὴν
2218περίσσειαν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, ἑπομένως εἰς τὴν
2219ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἂν δ’ ἤθελεν εὐτυχήσει νὰ ἄρῃ
2220τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, εἶναι βέβαιος ὁ Πρωθυ-
2221πουργὸς, ὅτι ἤθελε φθάσει εἰς τὴν ἰσοτιμίαν τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸ
2222τραπεζικὸν γραμμάτιον. Δὲν ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην, καὶ
2223οὐ μόνον δὲν ἔχω τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ φρονῶ, ὅτι
2224ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ἤθελε κατορ-
2225θώσῃ νὰ ἄρῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὴν ἀναγκαστικὴν
2226κυκλοφορίαν, θέλει δημιουργήσει ἄλλην οἰκονομικὴν νόσον,
2227ἥτις θέλει φέρει πλήρη τὴν παραλυσίαν τῆς οἰκονομικῆς
2228δράσεως τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας.
2229Ποῦ ἠκούσθη, ὅτι 70 ἑκατομμύρια τραπεζικὰ γραμμά-
2230τια κυκλοφοροῦσι πλέον τῆς ἀνάγκης τῶν συναλλαγῶν σή-
2231μερον; Κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1891 ἐκυκλοφόρουν τρα-
2232πεζικὰ γραμμάτια εἰς λογαριασμὸν τοῦ Κράτους ἐπὶ ἀναγ-
2233καστικῇ κυκλοφορίᾳ καὶ εἰς λογαριασμὸν τῆς Ἐθνικῆς
2234Τραπέζης 115 ἑκατομμύρια· ἀφαιρέσατε ἐξ αὐτῶν 70 ἑκα-
2235τομμύρια, ὅσα θεωρεῖ πλεονάζοντα ὁ Πρωθυπουργὸς, θέλου-
2236σιν ὑπολειφθῆ 45 ἑκατομμύρια τραπεζικῶν γραμματίων ἐν
2237κυκλοφορίᾳ. Καὶ δύνασθε νὰ συντηρήσητε τὴν δρᾶσιν τῆς
2238κοινωνίας πρὸς τὰς συναλλαγὰς διὰ 45 ἑκατομμυρίων ἀν-
2239ταλλακτικοῦ νομίσματος; Τὸ ἐπεχειρήσατε κατὰ τὸ 1884,
2240ἀλλ’ ἠγάγετε τὸν τόπον εἰς κρίσιν, ἥτις ἐξεῤῥάγη ἐν Πει-
2241ραιεῖ, καὶ ὁ Πειραιεὺς κατεστράφη σχεδὸν, ἐπεξετάθη δὲ
2242καὶ ἐπὶ ἄλλας ἐμπορικὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος· ἂν δὲ δὲν
2243ἐπήρχετο ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τοῦ 1885, ἡ ὁποία
2244εἶχε πρόφασιν τὸ ζήτημα τῆς Φιλιππουπόλεως, ἀλλ’ ἡ
2245ὁποία ἐπεβάλλετο ὑπὸ τῆς νομισματικῆς καταστάσεως τῆς
2246χώρας καὶ τῆς σωτηρίας πιστωτικῶν καταστημάτων, ἐὰν
2247δὲν ἐπήρχετο, λέγω, κατὰ τὸ 1885 ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλο-
2248φορία, ἠθέλομεν ἔχει ἄλλην μεγίστην οἰκονομικὴν κρίσιν,
2249ἥτις ἤθελεν ἀγάγει τὴν παραγωγικὴν κίνησιν εἰς τὴν παρα-
2250λυσίαν.
2251Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἄνευ ἀνάγκης ἀνέδραμεν εἰς τοὺς
2252οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς, διότι ἐπιθυμεῖ νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι
2253αὐτὸς συνετήρησε δι’ αὐτῶν τὴν πίστιν τοῦ Κράτους. Οἱ
2254οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ ὑπῆρξαν μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ὁ
2255Πρωθυπουργὸς ἠδύνατο νὰ πορίζηται χρυσὸν, διὰ νὰ πλη-
2256ρόνῃ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια, ἐπὶ τῷ λόγῳ δὲ
2257τούτῳ ἐπορίζετο καὶ χρῆμα, ἵνα ἐπαρκῇ εἰς τὰ ἐλλείμ-
2258ματα τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ οἱ οἰκονομικοὶ
2259συνδυασμοὶ ἦσαν τὰ μάλα ἐπιζήμιοι, αὐτοὶ δὲ παρεσκεύα-
2260σαν τὴν παροῦσαν οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν. Ὅταν ὁ Πρω-
2261θυπουργὸς, διὰ νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκα-
2262τομμυρίων, ἠναγκάζετο νὰ ἀφαιρέσῃ 26,000,000 ἐκ τοῦ
2263προϊόντος τοῦ δανείου τούτου, διὰ νὰ κατασκευάσῃ τρία
2264θωρηκτὰ πλοῖα, ἔπραττε πρᾶξιν ὠφέλιμον εἰς τὰ ἐθνικὰ
2265συμφέροντα; Κεφάλαιον πραγματικὸν 26 ἑκατομμυρίων,
2266ὑπολογιζόμενον πρὸς 66%, τὴν τιμὴν ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ
2267συνωμολογήθη τὸ δάνειον ἐκεῖνο, ἀνήρχετο εἰς 40 ἑκατομ-
2268μύρια. Ἐδαπάνησε λοιπὸν 40 ἑκατομμύρια διὰ νὰ κατα-
2269σκευάσῃ τρία θωρηκτὰ, τὰ δὲ 40 ταῦτα ἑκατομμύρια, πρὸς
22704% τόκον, φέρουσι τόκον 1,600,000 φράγκων χρυ-
2271σῶν, τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνουσι τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Δὲν
2272ὁμιλῶ περὶ τῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τῶν
2273ἐξόδων τῆς συντηρήσεως τῶν θωρηκτῶν· βεβαίως, ἀφοῦ
2274κατασκευάσθησαν, πρέπει νὰ δαπανήσωμεν ὅ,τι καὶ ἂν ἔχω-
2275μεν, ἵνα τὰ συντηρήσωμεν, διότι ἄλλως ἠθέλομεν ῥίψει εἰς
2276τὴν θάλασσαν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήσαμεν δι’
2277αὐτά. Ἕξ μῆνας πρὸ τῆς κατασκευῆς τῶν θωρηκτῶν ἔλεγε
2278πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρῃ δάνειον ἑκα-
2279τὸν χιλιάδων δραχμῶν ἐν Εὐρώπῃ, καὶ μόλις ἠδυνήθη νὰ
2280εὕρῃ δάνειον, ἡ πρώτη φροντίς του ἦτο νὰ κατασκευάσῃ
2281ἐξ αὐτοῦ καὶ τρία θωρηκτά. Καὶ ἦτο ἀπόλυτος ἀνάγκη
2282αὐτῶν; Ἔπρεπε πρὸ παντὸς νὰ ῥυθμίσωμεν τὰ οἰκονομικὰ
2283ἡμῶν, καὶ εἶτα νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς ἀνάγκης ταύτης.
2284Ἀλλ’ ἐθέρμαινε τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἡ ἰδέα, ὅτι ἤθελεν ἐπι-
2285δείξει τὴν κατασκευὴν τῶν τριῶν θωρηκτῶν, ἡ ἐπίδειξις
2286δ’ αὕτη συνεβιβάζετο μὲ τὰς ἀξιώσεις τῶν δανειστῶν, οἵ-
2287τινες εὕρισκον ἐν τῇ κατασκευῇ τῶν θωρηκτῶν ἄλλα κέρδη.
2288Ἀλλὰ μὴ ἡ τροπὴ τῶν δανείων, ἡ ὁποία ἐγένετο δι’ οἰκο-
2289νομικῶν συνδυασμῶν, δὲν συνετέλεσεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν
2290ἀμηχανίαν; Πῶς ἐτράπησαν τὰ δάνεια; Νομίζει ὅτι εἶναι
2291ἄγνωστον, πῶς ἠγοράσθησαν αἱ ὁμολογίαι τῶν τραπέντων
2292δανείων, πῶς οἱ ἀγοράσαντες αὐτὰς παρεστάθησαν ὡς δα-
2293νεισταὶ τῶν δανείων, δι’ ὧν μετετράπησαν, καὶ πῶς αἱ ὁμο-
2294λογίαι τῶν μετατραπέντων δανείων προσηνέχθησαν ἀντὶ
2295μετρητῶν εἰς τὴν τροπήν; Ὅλα ταῦτα ηὔξησαν τὸ κεφά-
2296λαιον τῶν δανείων τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ηὔξησαν τεραστίως
2297καὶ τοὺς εἰς χρυσὸν πληρωτέους τόκους καὶ τὴν ἀνάγκην
2298τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ χρυσοῦ, καὶ κατηντήσαμεν νὰ ἔχωμεν σή-
2299μερον ἀνάγκην 31 ἑκατομμυρίων εἰς χρυσὸν, ἵνα ἐκπληρώ-
2300νωμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας.
2301Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐπετίμησε τὸν Πρόεδρον
2302τῆς Κυβερνήσεως, διατὶ καὶ οὗτος παρεπονέθη, ἀποδιδοὺς
2303τὰς ἐπελθούσας οἰκονομικὰς δυσχερείας εἰς ἀποκλεισμὸν
2304χρηματικὸν, ὁ ὁποῖος ἐγένετο κατ’ αὐτοῦ. Ὁ Βουλευτὴς
2305Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἀνυψώθη εἰς τὸ ὕψος
2306τοῦ ἰσχυρισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐγὼ εἶχον προβάλει, ἀγορεύων
2307ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου. Ἂν ἐγὼ ὡμίλησα κατὰ Ἰα-
2308νουάριον τοῦ 1892 περὶ χρηματικοῦ ἀποκλεισμοῦ, γενομέ-
2309νου κατὰ τὸν Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον τοῦ 1891 καὶ
2310τὰς ἀρχὰς τοῦ 1892, ὡμίλησα διότι ἐστηριζόμην εἰς ἐπί-
2311σημα ἔγγραφα, εἰς αὐθεντικὰς βεβαιώσεις, εἰς ὁμολογίαν
2312μεγάλου τραπεζίτου τοῦ Βερολίνου, ὁ ὁποῖος διευθύνει τὴν
2313οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας ἐκείνης. Οὗτος, ὁμιλῶν
2314πρὸς τὸν πρέσβυν τῆς Ἑλλάδος, ὡμολόγησε πόθεν ἐπῆλθε
2315τότε ἡ ὑποτίμησις τῶν ἑλληνικῶν ἀξιῶν. Εἰς τὸ χαρτο-
2316φυλάκιόν μου ὑπάρχουν ἐκθέσεις ἐπίσημοι ὑπαλλήλων τοῦ
2317Κράτους, αἵτινες μοὶ ἔδιδον τὰς πληροφορίας ταύτας, καὶ
2318διὰ τοῦτο εὐλόγως κατήγγειλα τακτικὴν, τὴν ὁποίαν δὲν
2319ἐνέπνεεν ὁ πατριωτισμὸς, ἀλλ’ ὠδήγει ἡ ἐμπάθεια καὶ ἡ
2320φιλαρχία. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἦναι εἰς παραπλησίαν θέσιν ὁ
2321Πρωθυπουργός· ἐὰν ἦναι, καλῶς παρεπονέθη κατὰ τοῦ
2322χρηματικοῦ ἀποκλεισμοῦ, ἐὰν ὅμως δὲν ἦναι, δὲν εἶχε δί-
2323καιον παραπονεθείς. Ἀλλὰ, καὶ ἂν εἶχε δίκαιον νὰ παρα-
2324πονεθῇ, ἔπρεπε νὰ ἀναλογισθῇ, ὅτι τὴν τακτικὴν ταύτην
2325εἶχε μετέλθη ὡς Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὸ 1891 καὶ 1892,
2326ἔπρεπε νὰ ἀναλογισθῇ ὅτι εἰς τὸν κλονισμὸν τῆς πίστεως
2327τοῦ Κράτους συνετέλεσε τὰ μάλα τὸ εἶδος τοῦτο τῆς ἀντι-
2328πολιτεύσεως, τὸ ὁποῖον εἶχε τότε ὀργανώσει διὰ νὰ πολε-
2329μήσῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1891.
2330Ἐγὼ δὲν ὑποστηρίζω τὴν γνώμην τοῦ νομοσχεδίου,
2331ὅτι πρέπει οἱ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια πληρονόμενοι νῦν
2332φόροι νὰ εἰσπράττωνται τοῦ λοιποῦ εἰς χρυσὸν, δὲν ὑπο-
2333στηρίζω ὡσαύτως οὐδὲ τὴν ἄλλην γνώμην, ὅπως τὰ εἰσα-
2334γωγικὰ τέλη μετατραπῶσιν εἰς χρυσὸν, ὄχι δι’ ὃν λόγον
2335ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγε πρὸ μικροῦ,—διότι τοιουτοτρό-
2336πως ἤθελον ζημιωθῆ τὰ ἄτομα, ἅτινα ἤθελον ὑποβληθῆ
2337εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην,—ἀλλὰ δι’ ἄλλον λόγον. Τὴν
2338γνώμην τῆς μεταβολῆς τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν εἰς χρυσὸν
2339μοὶ ἔδωκεν αὐτόκλητος Κύριός τις, τὸν ὁποῖον ἐγὼ δὲν
2340γνωρίζω, ὑποθέτω ὅμως, ὅτι γνωρίζει ὁ Ὑπουργὸς τῶν
2341Ναυτικῶν, ὑποθέτω δὲ, ὅτι θὰ γνωρίζῃ ἴσως καὶ ὁ Πρω-
2342θυπουργὸς, ὅστις θὰ ὀφείλῃ εἰς αὐτὸν χάριν. Τὴν γνώμην
2343ταύτην μοὶ ἔδωκεν ὁ κ. Τσέστων. Λέγω, ὅτι ὑποθέτω ὅτι
2344γνωρίζει αὐτὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, διότι ὁ κ.
2345Τσέστων ἦτο δικηγόρος ἑταιρίας τινὸς, τῆς ὁποίας ἱδρυ-
2346τὴς, πατὴρ καὶ κηδεμὼν τυγχάνει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυ-
2347τικῶν, τῆς ἑταιρίας τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος· ὅτι
2348ὑποθέτω ὅτι τυγχάνει γνωστὸς καὶ εἰς τὸν κύριον Πρωθυ-
2349πουργὸν, διότι ὁ κ. Τσέστων ἐπλήρωσε τὰς ἐφημερίδας
2350τῆς Εὐρώπης δι’ ἐπαίνων καὶ θαυμασμῶν, οἵτινες βεβαίως
2351ἔτερψαν τὴν ψυχὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου.
2352Ἀλλ’ ὁ κ. Τσέστων εἶχε φιλελληνισμόν, καὶ διὰ τοῦτο
2353ἔσπευσε νὰ μὲ συμβουλεύσῃ, ἵνα προτείνω τὴν μετατροπὴν
2354τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν εἰς χρυσόν. Τὴν γνώμην ταύτην
2355μοὶ ἔδωκε καὶ ἄλλος, ὁ διευθυντὴς μεγάλης ἐφημερίδος ἐν
2356Ἀγγλίᾳ, ἐφημερίδος ἀσχολουμένης καὶ περὶ τὰ οἰκονο-
2357μικά. Ὁ διευθυντὴς οὗτος εἶναι ἄνθρωπος διακεκριμένος,
2358εἶναι γνωστὸς καὶ εἰς τὸν οἰκονομικὸν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν
2359πολιτικὸν κόσμον. Δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω αὐτὸν
2360προσωπικῶς, ἀλλ’ αὐτόκλητος καὶ οὗτος μοὶ ἔδωκε τὴν
2361γνώμην ταύτην. Νομίζω ὅτι καὶ ὁ διευθυντὴς τῆς ἐφημε-
2362ρίδος ἐκείνης καὶ ὁ κ. Τσέστων ἐσφάλλοντο. Εἶχον παρα-
2363κινηθῆ ἀπὸ τὸ παράδειγμα τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν,
2364καὶ τοῦτο μοὶ ἐπρόβαλον εἰς ἀπόδειξιν ὅτι, ὡς ἐκεῖναι διὰ
2365τοῦ μέτρου τούτου ἐβελτίωσαν τὴν ἐν αὐταῖς ἐπισκήψασαν
2366ἄλλοτε νομισματικὴν ἀνωμαλίαν, ἠθέλομεν καὶ ἡμεῖς θε-
2367ραπεύσει τὴν νόσον ταύτην, ἐπισκήψασαν καὶ εἰς τὴν Ἑλ-
2368λάδα. Δὲν ἐνόμισα προσῆκον νὰ ἔλθω εἰς συζήτησιν μετ’
2369αὐτῶν, διὰ νὰ ἀναιρέσω τὴν γνώμην των, ἀλλὰ δὲν ἠσπά-
2370σθην αὐτήν, διότι ἡ Ἑλλὰς πολὺ διαφέρει ἀπὸ τὰς Ἡνω-
2371μένας Πολιτείας. Ἐν τῇ Ἑλλάδι ἔχομεν ἀνάγκην χρυσοῦ,
2372ἐνῷ αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι εἶναι χρυσοφόροι, πληροῦν-
2373ται χρυσοῦ, οὔτε δύνανται νὰ περιέλθωσιν εἰς ἀνησυχίαν
2374δι’ ἔλλειψιν χρυσοῦ ἐν τῷ Κράτει αὐτῶν.
2375Ἄν ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ ἐν
2376τῷ σθένει αὐτῆς τὸ θάῤῥος, ὅπως μὴ συμμορφωθῇ ἐντε-
2377λῶς μὲ τοὺς πόθους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ νὰ στέρξῃ
2378εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα
2379συζητήσωμεν αὐτὸ καὶ ψηφίσωμεν μετὰ τὴν γενικὴν συζή-
2380τησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ πλειοψηφία θέλει θέσει ἑαυ-
2381τὴν ἐν δέοντι καὶ ἐν τάξει. Ἄν ὅμως ἤθελεν ἐπιμείνῃ νὰ
2382συζητήσωμεν καὶ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον κεχωρισμένον
2383καὶ πρὸ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ,
2384ἡμεῖς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ψηφοφορήσωμεν κατὰ τοῦ
2385νομοσχεδίου, καὶ ψηφοφοροῦμεν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου μετὰ
2386τῆς πεποιθήσεως, ὅτι ἀρνούμεθα νὰ συμπράξωμεν καὶ ἡμεῖς
2387εἰς τὴν περαιτέρω ἐξάντλησιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς.
2388§62ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἔκτασις καὶ ὁ χαρακτὴρ, ὃν ἔλα-
2389βεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ πληρωμῆς εἰς
2390χρυσὸν ἐσόδων τινῶν, ἐπιβάλλει καὶ εἰς τὴν πλειοψηφίαν
2391καὶ εἰς τὸν ἡγέτην αὐτῆς τὴν παραδοχὴν τῆς προταθείσης
2392γνώμης, νὰ προταχθῇ ἡ γενικὴ συζήτησις ἐπὶ τῶν οἰκονο-
2393μικῶν τοῦ Κράτους. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ
2394μιᾶς ἐκ τῶν κυρίων βάσεων τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ
2395κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, ἥτις στηρίζε-
2396ται εἰς τὸ ὅτι ὁ τόπος δύναται νὰ δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον
2397τὸν χρυσὸν, οὗτινος τοῦτο ἔχει ἀνάγκην, λαμβάνει τὴν πρώ-
2398την ἐπίσημον αὐτῆς ἐφαρμογὴν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
2399Εἶναι ἑπομένως ἀνάγκη νὰ ἴδωμεν, ἂν πράγματι τὸ σύστημα
2400τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀνταποκρίνηται πρὸς τὰς ἐλπίδας
2401καὶ τὰς προσδοκίας αὐτοῦ. Ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἐν
2402πρώτοις, ἂν πράγματι ἐπέτυχε τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπο-
2403λογισμοῦ, ὅπερ ἀποτελεῖ μίαν ἐκ τῶν πρωτίστων βάσεων
2404πολιτικῆς ὑγιοῦς καὶ δυναμένης νὰ σώσῃ τὸν τόπον ἐκ τῆς
2405κρισιμωτάτης θέσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται σήμερον. Ὀφείλομεν
2406νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν πράγματι δύναται νὰ δώσῃ ὁ τόπος τὸν
2407χρυσὸν ἐκεῖνον, οὗτινος ἔχει ἀνάγκην τὸ Δημόσιον, ὅπως
2408ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἐξωτερικὰς αὐτοῦ ὑποχρεώσεις. Εἶναι
2409ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν δύναται ὁ τόπος νὰ ὑποστῇ ἐπὶ
2410πλέον βάρη πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν, ἂν δύναται δηλ. νὰ ἐξα-
2411κολουθήσῃ δανειζόμενος. Καὶ ἂν εὕρωμεν, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον
2412τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ἐξησφαλισμένον, ὅτι ὁ τόπος δύ-
2413ναται νὰ δώσῃ τὸν χρυσὸν, οὗτινος ἔχει ἀνάγκην τὸ Δημό-
2414σιον, ἔστω καὶ μετά τινα καιρὸν, ὅτι ἡ χώρα δύναται νὰ
2415ὑποστῇ ἕτερα βάρη καὶ δάνεια, τότε βεβαίως πρέπει
2416νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· ὀφείλομεν νὰ τὸ
2417ψηφίσωμεν, ὄχι διότι δὲν ἐπιβάλλει βάρη ἐπὶ τοῦ τό-
2418που, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ
2419διότι πάντες ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν τὰ ἐπιβαλλό-
2420μενα βάρη καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ διὰ παντὸς
2421ἄλλου, ἂν δύνανται ταῦτα πάντα νὰ σώσωσι τὸν τόπον
2422ἐκ τῶν ἐπαπειλούντων αὐτὸν κινδύνων. Ἂν ὅμως πεισθῶμεν
2423ἐκ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι τὰ
2424βάρη ταῦτα δὲν δύνανται νὰ σώσωσι τὸν τόπον, ὀφείλομεν
2425νὰ σκεφθῶμεν σοβαρώτερον· ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν οὐχὶ
2426μόνον περὶ τοῦ παρόντος, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ
2427τόπου· ὀφείλομεν τότε νὰ θέσωμεν κατὰ μέρος πᾶσαν ἀτο-
2428μικὴν βλέψιν, πᾶσαν ἀτομικὴν φιλοδοξίαν, καὶ νὰ ἐμφορη-
2429θῶμεν ἀποκλειστικῶς ἐκ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, εἰς
2430τὸν ὁποῖον ἀνήκομεν. Ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς
2431θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον, καὶ περὶ τῶν
2432κινδύνων, οἵτινες τὸν ἐπαπειλοῦσιν. Οἱ κίνδυνοι δ’ οὗτοι,
2433Κύριοι, δὲν εἶναι μικροί. Δὲν εἶναι κίνδυνοι ἀπειλοῦντες μό-
2434νον τὴν φιλοτιμίαν ἡμῶν, δὲν εἶναι κίνδυνοι στενοχωρίας
2435τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ κίνδυνοι, οἵτινες ἀπειλοῦσι καὶ τὸ
2436παρὸν καὶ τὸ μέλλον τοῦ τόπου, καὶ δύνανται νὰ κατα-
2437στήσωσιν ἀδύνατον τὴν ἀνόρθωσιν αὐτοῦ ἐν τῷ μέλλοντι.
2438Εἶναι κίνδυνοι, οἵτινες, τολμῶ νὰ τὸ εἴπω, δύνανται νὰ
2439θέσωσιν ἐν ἀμφιβολίᾳ καὶ τὴν ἀκεραιότητα τῶν ἐλευθε-
2440ριῶν αὐτοῦ.
2441Ἀφοῦ ἅπαξ ἤρξατο ἡ συζήτησις αὕτη, νομίζω, ὅτι
2442καθῆκον ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ παρα-
2443δεχθῇ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως τῆς οἰκονομικῆς
2444αὑτοῦ πολιτικῆς. Θὰ ἦμαι ὁ πρῶτος, ὅστις θὰ ὑποστηρίξω
2445τὰ βάρη, ἅτινα ἡ πολιτικὴ αὕτη ἐπιβάλλει εἰς τὸν τόπον,
2446ἂν δι’ αὐτῶν δύναται νὰ ἐξέλθῃ οὗτος τῆς θέσεως, εἰς ἣν
2447περιῆλθε σήμερον· καὶ ἂν πεισθῶμεν περὶ τούτου, δὲν πρέ-
2448πει βεβαίως νὰ ἀντιδράσωμεν εἰς τοῦτο, ἀλλὰ πρέπει νὰ
2449παραδεχθῶμεν τὰ μέτρα ταῦτα. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, Κύ-
2450ριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπιβάλλει βάρη ἐπὶ τοῦ
2451τόπου, καὶ ἐπιβάλλει βάρη πιέζοντα τὴν παραγωγὴν ἐκεί-
2452νην, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ νὰ περιφυ-
2453λάττωμεν. Πιέζει τὴν παραγωγὴν ἐκείνην, ἥτις ἐξάγει
2454προϊόντα ἑλληνικὰ, καὶ εἰσάγει χρυσὸν ξένον ἐν τῷ τόπῳ.
2455Ἂν ἡ πίεσις αὕτη ἐλαττώσῃ κατὰ τὸ δέκατον μόνον τὴν
2456ἐξαγωγὴν αὐτῶν, δύναται νὰ εἰσπράξῃ τότε καὶ ἐξ καὶ
2457ἑπτὰ ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν τὸ Δημόσιον· ἡ ἐλάττωσις
2458μόνον κατὰ 10% τῆς εἰσαγωγῆς χρυσοῦ ἐν τῷ τόπῳ διὰ
2459τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἡ ἐλάττωσις αὕτη
2460θὰ καταστήσῃ τὰ ἐξ–ἑπτὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θέλει
2461εἰσπράξει τὸ Δημόσιον, δῶρον ἄδωρον· διότι, ὅταν λείψωσι
246210 ἑκατομμύρια εἰσαγομένου χρυσοῦ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, οὐδε-
2463μίαν θέλουσι παράσχει ὠφέλειαν μήτε εἰς τὸ Δημόσιον
2464μήτε εἰς τὴν κοινωνίαν αἱ εἰσπράξεις 6–7 ἑκατομμυρίων,
2465αἱ προβλεπόμεναι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζη-
2466τοῦμεν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβάλλονται βάρη οὐχὶ μό-
2467νον ἄμεσα ἐπὶ τῶν παραγωγῶν, ἀλλὰ καὶ ἔμμεσα ἐφ’ ὅλου
2468τοῦ τόπου, ἂν δι’ αὐτοῦ ἐλαττωθῇ ἡ παραγωγὴ καὶ ἡ
2469ἐξαγωγή. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην δυνάμεθα νὰ τὸ συζη-
2470τήσωμεν, ὡς εἶπον, ἀλλ’ ἡ ἔποψίς του αὕτη εἶναι δευτε-
2471ρεύουσα· πρωτεύουσα εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὸ ζήτημα, ἂν πραγ-
2472ματικῶς τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν, ὅπερ προτείνει ὁ κ.
2473Πρωθυπουργὸς, καὶ οὗτινος μίαν τῶν κρηπίδων ἀποτελεῖ
2474καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἂν τὸ σύστημα τοῦτο δύναται
2475νὰ ἀποσοβήσῃ τοὺς ἀπειλοῦντας ἡμᾶς κινδύνους, ἂν δύνα-
2476ται νὰ σώσῃ τὸν τόπον ἐκ τῆς κρίσεως, ἥτις τὸν ἐπαπει-
2477λεῖ. Ὅταν λύσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, ὀλίγον θὰ συζητή-
2478σω κατ’ οὐσίαν τὸ νομοσχέδιον. Ἂν ὅμως ἡ συζήτησις τοῦ
2479οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως ἀποδείξῃ αὐτὸ
2480ἐσφαλμένον, ὀφείλει τότε νὰ σκεφθῇ πρῶτος ὁ κ. Πρωθυ-
2481πουργὸς, ἂν πρέπῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ.
2482Ἴσως δυνηθῶμεν νὰ τὸν πείσωμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξα-
2483κολουθήσῃ τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν σήμερον
2484ἐφαρμόζει· ἀλλ’ ἂν δὲν θελήσῃ νὰ πεισθῇ, ὅπερ καὶ τὸ
2485πιθανὸν, ὅπως οὐδέποτε ἠθέλησε νὰ πεισθῇ, τότε ὀφείλο-
2486μεν νὰ τῷ δείξωμεν ποῦ βαδίζει καὶ ποῦ ἄγει τὸν τόπον,
2487καὶ ἂν θέλῃ, ἂς ἐξακολουθήσῃ ἀναλαμβάνων ὅλην τὴν εὐ-
2488θύνην τῆς πορείας του. Διὰ τοῦτο ἔρχομαι νὰ ὑποστηρίξω
2489τὴν ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, καὶ
2490προτείνω, ἵνα τὴν συζήτησιν τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος
2491τῆς Κυβερνήσεως προτάξωμεν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου.
2492Καθόσον ἀφορᾷ ἐμὲ, εἰμὶ πρόθυμος νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν
2493συζήτησιν ταύτην καὶ ἀπὸ αὔριον, ἂν θέλῃ ἡ Βουλή.
2494§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προτείνετε ἀναβολὴν, κύριε
2495Βουλευτά;
2496§64ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προτείνω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν
2497ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής.
2498§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ τὸ ἀντιληφθῶ καὶ ἐγώ. Ἠγο-
2499ρεύσατε ἐπὶ μίαν ὥραν. Τί προτείνετε; ποῦ καταλήγετε;
2500§66ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἕν ἐκ τῶν καθηκόντων τοῦ Προέδρου
2501εἶναι νὰ θέτῃ τὰ ζητήματα.
2502§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν προτείνετε τίποτε, καὶ κατὰ συνέ-
2503πειαν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομο-
2504σχεδίου...
2505§68ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὴν ἀναβολὴν προτείνει.
2506§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θέσατε ὅ,τι
2507ζήτημα θέλετε, ἀλλ’ ἐνιστάμεθα ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς
2508ψηφοφορίας. Νομίζω, ὅτι ἔχομεν καθῆκον...
2509§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν Κύριον, ὁ
2510ὁποῖος ἐρητόρευσε μετὰ τοσαύτης ζωηρότητος, καὶ δὲν
2511προτείνει τίποτε.
2512§71ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπρότεινα,— καὶ λυποῦμαι, διότι δὲν
2513θέλετε νὰ τὸ ἐννοήσητε...
2514§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαιωθῆτε, ὅτι σᾶς ἐννοῶ πολὺ καλά.
2515§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ... προτείνω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιό-
2516τιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐπρότεινε, τὸ νὰ προτάξωμεν
2517τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὴν συζήτησιν τοῦ οἰκονομικοῦ ζη-
2518τήματος.
2519§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα μάλιστα. Δηλαδὴ προτείνετε τὴν
2520ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα συζητηθῇ μετὰ τὴν γενι-
2521κὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
2522§75ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα.
2523§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατὶ δὲν τὸ λέγετε τόσην ὥραν;
2524Λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, ἠκούσατε τοῦ ἐξ Ἄρτης κ.
2525Βουλευτοῦ τὴν πρότασιν.
2526Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται
2527νὰ ἐγερθῶσι...
2528§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύ-
2529ριε Πρόεδρε.
2530§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς
2531συζητήσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἐπὶ τῷ τέλει νὰ
2532συζητηθῇ μετὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ
2533λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2534(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως,
2535ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευ-
2536τῶν κ. κ. Κωνστ. Ἀργασάρη Λομβάρδου καὶ Π.
2537Σάκκη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφο-
2538ρίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2539Μιλτ. Δάλλας Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ο
2540Ἀνδ. Παναγιωτόπουλος Ἄγγ. Πετραλιᾶς Ν
2541Ἰω. Μεσηνέζης ΝἘπαμ. Δημητρίου Ο
2542Σπυρ. Μαρκέλλος ΟΣτέφ. Σκουλούδης Ο
2543Ἀρ. Ἀργυρόπουλος Νικ. Νομικός Ο
2544Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Θωμᾶς Μαρκεζίνης Ο
2545Λεων. Καρυστινάκης ΟΝικήτας Συνοδινός
2546Δημ. Καΐρης ΟΒαρβαῤῥῆγος Πήλικας Ο
2547Μιχ. Κωτσάκος ΟἈλέξ. Φωτήλας
2548Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΝΚων. Σταμπουλόπουλος Ο
2549Ἡλ. Κανελλόπουλος ΟΛεων. Πετιμεζᾶς Ο
2550Γεώρ. Παχὺς Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος
2551Μιχ. Π. Λάμπρος ΟΓιαννούσης Τάκης Ο
2552Κων. Καραπάνος ΝἩρ. Καλαμπάκας Ο
2553Κων. Σταυρόπουλος Ἀντ. Π. Μαυρομιχάλης Ο
2554Ἀλέξ. Σκουζὲς ΟΠερ. Πεῤῥωτὴς Ο
2555Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Κων. Φλέσσας Ν
2556Ἀλέξ. Ψύλλας Ἰωάννης Καζαμπάκας Ο
2557Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΚων. Ζωγλοπίτης
2558Ἀλέξ. Ρετσίνας Παν. Κουκορῖκος
2559Δημ. Ράλλης ΝΓεώρ. Φραγκίδης
2560Α. Ζυγομαλᾶς Δημ. Τερτίπης Ο
2561Ὀθ. Μακρυγιάννης ΟἈθαν. Κωστάμης
2562Σ. Ζαχαρίτσας ΟἈριστ. Χατζηνικολῆς Ν
2563Μιλ. Ὀριγώνης ΟΝικ. Μπαλάφας
2564Κωνστ. Βαλτινὸς ΟΝικ. Παπανικολάου
2565Ὀδυσ. Μοσχοβίτης ΟΠαν. Λεβέντης
2566Γεώρ. Καρτάλης ΟΒαπτιστὴς Βάστα Ο
2567Ἀργ. Κανταρτζῆς ΟΓεώρ. Θεοτόκης Ο
2568Νικ. Κοκωσλῆς ΟἈλκίνοος Ζερβὸς Ο
2569Νικ. Ἀξελὸς Ἡλίας Πολίτης
2570Νικ. Παῤῥησιάδης ΟΓουλιέλμος Σκάρπας Ο
2571Ἰω. Γρίβας Νικ. Μαρκέτης Ο
2572Ἐπ. Μαυρομμάτης ΟΣπυρ. Λάσκαρης
2573Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΚων. Θ. Ρωμαῖος
2574Νιχ. Σπυρακόπουλος Κων. Χρηστόπουλος Ο
2575Θερ. Κορομάντζος Σωτ. Κροκιδᾶς
2576Περ. Ἀλεξάκης ΝΣπυρ. Νοταρᾶς
2577Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΝἈναστ. Δημητριάδης Ο
2578Κωνστ. Κοσσονάκος ΟΓεώρ. Κούστας
2579Ἀριστ. Πετροπουλάκης ΟἸω. Τσιμάρας Ο
2580Ἀντ. Οἰκονομίδης ΟΓερ. Μουσούρης Ο
2581Γεώρ. Λιδωρίκης ΟΑ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
2582Κων. Ἀναγνωστόπουλος ΝΘεόφραστος Μεταξᾶς Ο
2583Γεώρ. Λύρας ΟΔιον. Καλούτσης Ο
2584Κ. Παπαμιχαλόπουλος ΝΣπυρ. Στάης Ο
2585Σταμάτ. Μήτσας Μιχ. Πολίτης
2586Δημ. Βουλπιώτης Θεόδ. Θερμογιάννης
2587Κων. Ζῶτος ΟἸω. Καλούτσης Ο
2588Ἡλ. Μπλατσῆς Στέφ. Κοπανίτσας Ο
2589Δ. Γρανίτσας Κωνστ. Σαλταφέρος
2590Διον. Στεφάνου ΟΠέτρ. Βαρβιτσιώτης
2591Κων. Ἀργασ. Λομβάρδος ΟΜελέτ. Ρουσόπουλος
2592Διον. Ζήβας Πλακᾶς ΟΔημοσθ. Ματάλας
2593Γεώργιος Κανδ. Ρῶμας ΟΝιχ. Καραστέργιος
2594Γεώρ. Κρεστενίτης ΟἈργ. Διδίχας
2595Χρ. Στεφανόπουλος ΟἘδὶπ Σερέφ Χασὴπ Ο
2596Ἀνδρ. Στεφανόπουλος ΟἸω. Λάππας
2597Διον. Παυλόπουλος ΟΝικ. Μπουφίδης Ο
2598Περ. Βαλαωρίτης ΟἸω. Τσερτίδης Ν
2599Γερ. Σέρβος ΝΝικ. Κουμανιώτης
2600Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ἄγγ. Ροῦφος
2601Ἀθαν. Εὐταξίας ΝΝικ. Καράπαυλος Ο
2602Κ. Κωνσταντόπουλος Παν. Σάκκης Ν
2603Παν. Μανέτας ΝΣπ. Γρίβας
2604Ν. Τριανταφυλλάκος ΟἸω. Βρυώνης
2605Ἠλ. Ζέγγελης ΟΠ. Ἄννινος ΚαβαλλιεράτοςΟ
2606Φίλ. Βάρβογλης ΝἸω. Γεωργιάδης
2607Ἀθαν. Σακελλαριάδης Γεώργ. Ν. Μπούμπουλης
2608Λεων. Ζέρβας ΟΓεώργ. Π. Μπούμπουλης
2609Στέφ. Δραγούμης ΟἈλέξ. Γ. Σοῦτσος Ο
2610Νικ. Φιλάρετος ΟἈνδρ. Γ. Συγγρός
2611Χαρ. Τρικούπης ΟΔημ. Βοκοτόπουλος Ο
2612Ἰω. Τρικούπης Μ. Μπογιατζόγλους Ο
2613Παν. Μερλόπουλος ΝἸω. Γκιὼν Ο
2614Ἀλκ. Δεληγιάννης ΟΝικ. Φώσκολος Ο
2615Ἀντ. Καρατζᾶς ΟΣωτήρ. Χατζηγάκης
2616Ἀθαν. Παπαχελᾶς ΟΚωνστ. Χατζηπέτρος Ο
2617Χαρίλ. Προβελέγγιος Χρ. Βλυτσάκης
2618Ἀντ. Μάτσας Γ. Κανούτας
2619Λορέντζος Δελλαρόκας Εὐστ. Κοκκέβης
2620Ἰω. Ναυπλιώτης ΟΔημ. Παπατσώρης Ο
2621Στυλ. Βάλληνδας ΟΧρ. Καραβίτης Ο
2622Ἰω. Ἰντζὲς ΟΔιον. Κατρίτσης Ο
2623Γεώργ. Σισμάνης ΟἈνδρ. Σκαλτσοδῆμος
2624Νικ. Καλαντζόπουλος ΟἈριστ. Μάνεσης
2625Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΟΒασ. Δροσινός
2626Ἠλίας Ποταμιάνος ΟΝικ. Βαλάσης Ο
2627Ἀριστ. Ρούκης ΟἘμμ. Δημητριάδης Ο
2628Σπ. Α. Κουμουνδοῦρος ΝΚωνστ. Σαχτούρης
2629Γιαννοῦκος ΜαυρομιχάληςΟἘπαμ. Κριεζῆς
2630Ξανθός Πικουλάκης ΟΝικ. Τσαμαδός Ο
2631Ἀσημάκης Χριστόπουλος ΝΒησαρ. Χατζηαγγελάκης
2632Νικ. Παπαλέξης Νικ. Ζητουνιάτης
2633Παν. Λαμπρούλιας Δημ. Ζουλούμης Ο
2634Εὐάγγελος Ἀρδαβάνης Νικ. Χατζῖσκος
2635Ἰω. Τυπάλδος Χαριτάτος ΟΚωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ο
2636Σπυρ. Μακρῆς ΟΔημ. Κρίτσας Ο
2637Ἀνάργ. Σιμόπουλος ΟἩρ. Γαζέπης Ν
2638Εὐστ. Παπαδάκης ΟΒ. Βουδούρης Ο
2639Πανουρ. Πανουργιᾶς Νικ. Καλογερόπουλος Ο
2640Θάνος Κανακάρης Θεμ. Α. Κανάρης Ο
2641Ἀχ. Χοϊδᾶς ΝΚων. Παπανικολῆς Ο
2642Ἀντ. Ρικάκης
2643§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 130, ἐξ ὧν 23
2644ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ ἐξ Ἄρτης βουλευτοῦ κ. Καρα-
2645πάνου καὶ 107 κατ’ αὐτῆς. Συνεπῶς ἡ πρότασις ἀπεῤ-
2646ῥίφθη.
2647(Γίνεται δεκτὸν τὸ συζητηθὲν νομοσχέδιον «περὶ
2648πληρωμῆς ἐσόδων τινῶν εἰς χρυσὸν», κατ’ ἀρχὴν,
2649ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν).
2650§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2651Ὥρα 9 καὶ 40′ μ. μ.