1892.12.05
1,833 rows · 14,109 words · 112 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 12
τῆς 5 Δεκεμβρίου 1892.
(Σάββατον).
Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ταύτην τὴν στιγμὴν μανθάνω, ὅτι ἀνθυπολοχαγός τις ἐῤῥάπισε πρὸ τῆς εἰσόδου τοῦ Βουλευτηρίου τὸν ἐν αὐτῇ κλητῆρα τῆς Βουλῆς, διότι οὗτος, ἐκτελῶν τὸ καθῆκόν του, δὲν τῷ ἐπέτρεψε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τιμωρήσῃ τὸν παρεκτραπέντα ἀξιωματικόν. Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν κλητήρων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 32). Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπὴ, καίπερ ἐπανειλημμένως προσκληθεῖσα, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐργασθῇ, μὴ κατορθωθείσης ἀπαρτίας. Συνεπῶς, κατὰ τὰ προαποφασισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, θὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια, καίτοι δὲν ὑπάρχουσιν αἱ σχετικαὶ ἐκθέσεις τῆς ἐπιτροπῆς.
§2ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τὰ ζητηθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας, τὰ σχετικὰ πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ ἐπιβληθέντος ἄλλοτε προστίμου εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος διὰ πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§3ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγένετο ἡ ἀποξήρανσις;
§4ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Περὶ τῆς ἀποξηράνσεως θὰ εὕρητε ἔγγραφον σχετικὸν καὶ πρωτόκολλον τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις μετέβη, ὅπως παραλάβῃ τὸ ἔργον. Θέλετε μελετήσει τὰ ἔγγραφα καὶ ἂν νομίσητε, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις, θὰ ἦμαι πρόθυμος νὰ λάβω μέρος εἰς αὐτὴν καὶ δώσω πᾶσαν ἐξήγησιν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἁγυιᾶς Βουλευτὴς ἐπηρώτησεν ὡς ἑξῆς: «Παρακαλεῖται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν κατὰ τῶν ἀρουραίων, οἵτινες ἀπειλοῦσι τὴν καταστροφὴν τῶν σιτηρῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὰς σχετικὰς ἐκθέσεις τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν». Ὑποβάλλω τὰ ἔγγραφα καὶ τὴν διαμειφθεῖσαν ἀλληλογραφίαν μεταξὺ Ὑπουργείου καὶ Νομαρχίας Λαρίσσης, καὶ ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς νομίσῃ, ὅτι πρέπει νὰ φέρῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ἐπηρώτησε, διὰ ποῖον λόγον ἀπεῤῥίφθησαν παρὰ τοῦ Ἰατροσυνεδρίου αἰτήσεις τινὲς, παρὰ φαρμακοποιῶν ὑποβληθεῖσαι τῷ Ὑπουργείῳ δυνάμει τοῦ εἰς αὐτοὺς παραχωρουμένου δικαιώματος ὑπὸ τοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ψηφισθέντος νόμου. Καταθέτω κατάλογον τῶν ὑποβληθεισῶν αἰτήσεων, μὲ σημείωσιν ἐκείνων, ἃς τὸ Ἰατροσυνέδριον ἀπεδέχθη, καὶ ἐκείνων, ἃς ἀπέῤῥιψεν. Ἐν τοῖς ἐγγράφοις ἀναφέρονται οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐγένοντο δεκταὶ αἱ μὲν, ἀπεῤῥίφθησαν αἱ δέ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πυλίας Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι προέβημεν εἰς τὴν ἀνάθεσιν τῶν καθηκόντων εἰσπράκτορος εἰς τοὺς ὑποταμίας, ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ΑϠΙϚʹ. Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου ἐκείνου ζήτημα ἐγεννήθη, ἐὰν ἐδικαιοῦτο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναθέσῃ τὰ καθήκοντα ταῦτα εἰς τοὺς ὑποταμίας. Προεκλήθη γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τοῦτο δὲ διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας, ἑνὸς μόνον νομικοῦ συμβούλου διαφωνήσαντος, ἀπεφάνθη, ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου ἐκείνου ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναθέσῃ τὰ καθήκοντα ταῦτα εἰς τοὺς ὑποταμίας. Τὴν γνώμην ταύτην ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφοῦ πρῶτον ἀπεδέξατο, ἐπὶ τέλους ἀπέῤῥιψεν· ἀπέστειλε μάλιστα ἐγκύκλιον, δι’ ἧς παρήγγελλεν εἰς τοὺς Νομάρχας, ὅπως προβῶσιν εἰς τὸν διορισμὸν τῶν εἰσπρακτόρων συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νέου νόμου, ἀποφαινόμενος, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ προγενεστέρου νόμου, μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νεωτέρου, εἶχε καταργηθῆ. Τὴν ἐγκύκλιον ταύτην ἐξέδωκεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μετὰ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Ἐγὼ, φρονῶν ὅτι ἡ γνώμη τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, καὶ ἔχων τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφ. βʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ΑΥΙΔʹ νόμου δὲν κατηργήθη ὑπὸ τοῦ νεωτέρου νόμου, ἐξηκολούθησα ἐφαρμόζων τὸν παλαιὸν νόμον, ὁσάκις τὸ συμφέρον τῶν δήμων ὑπηγόρευε τοῦτο. Ὁ κ. Βουλευτής, ἐξετάζων τὸ ζήτημα, ἐπεκαλέσθη τὸ ἄρθρον 5 τοῦ ΑϠΙϚʹ νόμου, τοῦ ὁποίου ἡ διάταξις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Τὸ δημοτικὸν ταμεῖον διοικεῖται ὑπὸ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος». Ἰσχυρίσθη, δέ, ὅτι, ἀφοῦ τὸ ἄρθρον 5 ὁρίζει, ὅτι τὸ ταμεῖον διοικεῖται ὑπὸ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναθέσῃ τὰ καθήκοντα τοῦ εἰσπράκτορος εἰς τὸν ὑποταμίαν.
§5ΣΑΚΚΗΣ. Ἐπεκαλέσθην καὶ τὸ ἄρθρ. 21.
§6ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀκριβῶς θὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅπως ἀντικρούσω τὴν ὑμετέραν γνώμην. Τὸ ἄρθρον 21 τῷ ὄντι λύει τὸ ζήτημα· διότι ῥητῶς θεσπίζει τὰ ἑξῆς. «Τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ΑΥΙΔʹ τηρεῖται ἐν ἰσχύϊ, καθ’ ὅσον δὲν τροποποιεῖται ὑπὸ τοῦ παρόντος νόμου». Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου ᾼϠΙϚ’ οὐδὲν ἕτερον πράττει ἢ τὴν μεταῤῥύθμισιν τῆς διατάξεως τοῦ περὶ δήμων νόμου, δυνάμει τῆς ὁποίας τὰ δημοτικὰ συμβούλια προτείνουσι τρεῖς ὑποψηφίους διὰ τὴν θέσιν εἰσπράκτορος, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ Βασιλεὺς διώριζεν ἕνα. Τὸ ἄρθρον 5 ὁρίζει, ὅτι τοῦ λοιποῦ οἱ εἰσπράκτορες θέλουσιν ἀπ’ εὐθείας διορίζεσθαι παρὰ τῶν δημοτικῶν συμβουλίων. Προφανῶς δέ, ἐὰν ὁ νόμος σκοπὸν εἶχεν, ἵνα καταργήσῃ τὴν διάταξιν τῆς παραγράφου βʹ τοῦ ἄρθρου 1, δὲν ἤθελεν εἴπει: «τὸ ἐδάφ. βʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἀπὸ 1 Ἀπριλίου 1887 νόμου περὶ ἐπαρχιακῶν ὑποταμείων ἰσχύει, ἐφ’ ὅσον δὲν τροποποιεῖται ὑπὸ τοῦ παρόντος νόμου», ἀλλ’ ἤθελεν εἴπει «καταργεῖται ἡ § βʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου». Ἡ φράσις λοιπὸν «τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου» ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ νομοθέτης ἐνόησεν, ὅτι θέλει ἐξακολουθήσει ἡ ἰσχὺς τῆς § δευτέρας τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου, διότι προφανῶς δὲν ἤθελε μεταχειρισθῆ τὴν ἔκφρασιν ταύτην, ἐὰν σκοπὸν εἶχε νὰ καταργήσῃ τὴν § βʹ τοῦ ἄρθρου 1. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων φρονῶ, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, ἡ δοθεῖσα ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον, καὶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς δὲν εἶχε λόγον, ὅπως ἐπικρίνῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο.
§7ΣΑΚΚΗΣ. Κατὰ πόσον ὁ Ὑπουργὸς καὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, εἰς τὴν γνώμην τοῦ ὁποίου ἐβασίσθη καὶ δὲν ἐφήρμοσε τὴν ἐγκύκλιον τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἔχουσι δίκαιον, θὰ συζητήσω εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν, καὶ ἐλπίζω ὅτι θέλω ἀποδείξει, ὅτι κακῶς ἡρμήνευσαν τὸν νόμον.
§8ΘΕΜ. Α. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ὑποβάλλω μετὰ τοῦ ἐκ Τροιζηνίας ἀξιοτίμου συναδέλφου τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντικαταστάσεως ἄρθρων τινῶν τῶν περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμων. Παρακαλοῦμεν δὲ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 33).
§10ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἐκ Τριφυλίας συνάδελφος κ. Κοκκέβης ᾐτήσατο δι’ ἐπερωτήσεώς του πληροφορίας περὶ τοῦ τί ἀπέγεινε μήνυσις, δοθεῖσα κατὰ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ Πετροπούλου, τοῦ εἰς δημοσίαν ἀσφάλειαν ἀσχολουμένου. Πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι ἀληθῶς ὁ Δήμαρχος Πλαταμώδους ἐπέδωκε μήνυσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, κατηγορῶν αὐτοῦ ἐπὶ διαφόροις ἐγκληματικαῖς πράξεσι. Τὸ δὲ Ὑπουργεῖον ἀπέστειλε ταύτην εἰς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, ὅπως ἐνεργήσῃ τὰ περαιτέρω. Ὁ συνάδελφος ἐκ Καλαμῶν κ. Φλέσσας ᾐτήσατο πληροφορίας περὶ τῆς δυνάμεως τῶν φρουρῶν, τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὴν φύλαξιν τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους. Ἐπειδὴ τὸ ἔργον δὲν εἶναι εὔκολον, διότι ἀπῃτήθη νὰ λάβωμεν πληροφορίας ὡρισμένας παρὰ τῶν ἁρμοδίων, δηλ. παρὰ τῶν σωμάτων, ἅτινα χορηγοῦσι τὰς φρουρὰς ταύτας εἰς τὰς φυλακὰς, πρέπει νὰ ἔχῃ ὀλίγην ὑπομονὴν, ἕως ὅτου δυνηθῶμεν νὰ τῷ δώσωμεν ἀκριβεῖς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἔχωμεν μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας.
§11ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τίνος ἕνεκα τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Καλάμαις Πλημμελειοδικῶν δὲν ἀπεφάνθη εἰσέτι ἐπὶ τῆς κατὰ τοῦ Δημάρχου Παμίσου καταγγελίας. Οὗτος κατηγορεῖται, ὅτι κατὰ τὰς τελευταίας δημοτικὰς ἐκλογὰς καὶ κατὰ τὴν ὥραν τῆς διαλογῆς ἐνόθευσε τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ οὕτως ἀνεδείχθη Δήμαρχος, καίπερ μειονοψηφήσας ἄλλων συναδέλφων του κατὰ πολύ. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι πολὺ σπουδαῖον, καὶ τὸ Συμβούλιον ὤφειλε πρὸ πολλοῦ νὰ ἀποφανθῇ. Ἀπορῶ δὲ, πῶς μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους ἡ ὑπόθεσις μένει εἰσέτι ἐκκρεμής.
§12ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θέλω ζητήσει τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, καὶ θέλω προσκομίσει αὐτὰς εἰς τὴν Βουλήν.
§13ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσαγάγωσι σημείωσιν τῶν μηνύσεων κατὰ στρατιωτικῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἐνταῦθα, καὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν πράξεων αὐτῶν, ἀπὸ τῆς 20 Φεβρουαρίου 1892 καὶ ἐντεῦθεν, καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων δι’ ἀποφάσεων ἢ βουλευμάτων.
§14ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἡ ἀγορὰ καὶ ἡ κοινωνία πᾶσα διατελεῖ σήμερον ἐν συγκινήσει μεγάλῃ. Τὸ συνάλλαγμα ἔκαμε κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας, ἀκριβῶς ἀφ’ ὅτου ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893 ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, ἅλματα μεγάλα, ἅλματα δυνάμενα νὰ ἐμβάλωσι τοὺς πάντας εἰς ἀνησυχίαν, ἰδίᾳ τοὺς ἐκ τοῦ νέου προϋπολογισμοῦ ἐξαρτήσαντας τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως. Καὶ πῶς ἠθέλετε νὰ μὴ ἀνησυχήσωσιν οὗτοι, ὅταν εἶδον αἴφνης, ὅτι ἀντὶ βελτιώσεως ἐπιδείνωσις ἐπέρχεται τῆς καταστάσεως, ὅτι ἀπὸ 1,42 ἕως 1,43, ὅσον ἐτιμᾶτο τὸ συνάλλαγμα πρὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑπερέβη αὐτὸ τὰ 1,45, καὶ ἔφθασε μέχρι τῆς χθὲς εἰς τὰ 1,49; Ἀλλ’ ἡ ἀνησυχία αὕτη ἔπρεπε νὰ μεταβληθῇ εἰς ἀληθῆ συγκίνησιν σήμερον, ὅτε τὸ συνάλλαγμα αἴφνης ὑπερέβη τὰ 1,50, καὶ προσήγγισε τὰ 1,52, μὲ τάσιν ὑπερτιμήσεως, περὶ ἧς οὐδεὶς δύναται νὰ προΐδῃ, ποῦ θὰ καταλήξῃ ἐπὶ τέλους. Τὰ ἐπακόλουθα τῆς τοιαύτης ὑψώσεως τῆς ἐπικαταλλαγῆς εἶναι τοῖς πᾶσι πρόδηλα. Ἤδη ἔχουσιν ἐπέλθει ἐντεῦθεν ζημίαι, ἐπαισθηταὶ εἰς ὅλους. Πάντα τὰ πρὸς τὸ ζῇν ἀναγκαῖα ἔχουσιν ὑπερτιμηθῆ ἤδη, θὰ ὑπερτιμηθῶσι δ’ ἔτι μᾶλλον, καθ’ ὅσον θὰ ὑψωθῇ καὶ ἡ ἐπικαταλλαγή. Μανθάνω μάλιστα, ὅτι προτίθενται νὰ συνέλθωσιν ἐπὶ τὸ αὐτὸ οἱ ἔμποροι Ἀθηνῶν καὶ νὰ ὁρίσωσιν ἀπὸ κοινοῦ ἀνωτέρας τῶν μέχρι τοῦδε τιμὰς ἐφ’ ὅλων τῶν ἐμπορευμάτων. Κινδυνεύει οὕτω κατ’ ἐξοχὴν διὰ τὴν μέσην καὶ κατωτέραν τοῦ λαοῦ τάξιν νὰ καταστῇ αὐτόχρημα ἀβίωτος ὁ ἐν Ἑλλάδι βίος. Ἀλλὰ καὶ ζημίαι ἄλλαι ἔχουσιν ἐπέλθει ἤδη, ὡς ἐκ τῆς ἐκπτώσεως τῶν διαφόρων ἀξιῶν, ἥτις εἶναι καὶ αὐτὴ ἓν ἀναπόδραστον τῆς καταστάσεως τῆς χρηματιστικῆς ἡμῶν ἀγορᾶς, καὶ ἥτις, προβαίνουσα ἐπὶ τὰ χείρω, δύναται νὰ συνεπαγάγῃ καταστροφὰς ἀνεπανορθώτους. Ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως πραγμάτων νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται ἐπιτακτικὸν τὸ καθῆκον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ μάλιστα εἰς τὸν προϊστάμενον αὐτῆς, τὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα παράσχῃ, ἂν δύναται, καθησυχαστικὰς περὶ αὐτῆς ἐξηγήσεις.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἕτερός τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§16ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ κύριε Πρόεδρε. Ἤλπισα ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ παράσχῃ τὰς αἰτηθείσας ἐξηγήσεις, ἀλλ’ ἐπλανήθην. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σιωπᾷ, καὶ σιωπᾷ δικαίως, διότι συναισθάνεται τὴν ἀδυναμίαν, ἵνα παράσχῃ καθησυχαστικὰς περὶ τῆς καταστάσεως ἐξηγήσεις, διότι ἔχει πάντως συνείδησιν, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ κυρίως ὑπαίτιος τῆς τοιαύτης καταστάσεως. Ὅτε τὸ πρῶτον κατὰ Ἰούνιον μῆνα τρέχοντος ἔτους ἐκλήθη ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὸ συνάλλαγμα ἐτιμᾶτο μόλις 1,35. Ἤρκεσε δὲ τότε νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸς εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892, εἰσηγούμενος εἰς αὐτὴν καὶ τὸ δῆθεν νέον οἰκονομικόν του σύστημα, ὅπως ἡ ἐπικαταλλαγὴ ὑψωθῇ πάραυτα εἰς τὰ 1,38 μέχρι 1,40. Καὶ τὸν ὅρον δὲ τοῦτον ὑπερέβη αὐτή, ὅτε ἤρξαντο ἐφαρμοζόμενα τὰ νέα οἰκονομικὰ μέτρα τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἅτινα οὕτως εἰς πᾶν τοὐναντίον συνετέλεσαν ἢ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, ὡς ἐπηγγέλλετο αὐτός. Ἐνόμισε τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι θὰ ἐπετύγχανε τοῦ σκοποῦ του διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1892 εἰς τὴν ἐνεστῶσαν βουλευτικὴν σύνοδον. Ἀλλὰ καὶ νῦν ἠστόχησεν αὐτοῦ τέλεον. Ὡς προεῖπον ἤδη, εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νέου προϋπολογισμοῦ ἐπηκολούθησε νέα ὕψωσις. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν, Κύριοι, ἄλλως γενέσθαι. Τὰς παρούσας οἰκονομικὰς δυσχερείας καὶ διὰ τὸ Κράτος καὶ διὰ τὴν χώραν ἐγέννησαν οἱ εἰκονικοὶ προϋπολογισμοὶ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ἐγκλείοντες πάντοτε ἐλλείμματα. Καὶ ἐνόμισεν ὁ ἀνὴρ, ὅτι τὰς δυσχερείας ταύτας θὰ ἦρε οὐχὶ μεταβάλλων σύστημα, ἀλλ’ ἐξακολουθῶν τὴν αὐτὴν σφαλερὰν ὁδὸν, τὴν ὑποβολὴν δηλαδὴ εἰκονικῶν προϋπολογισμῶν μὲ εἰκονικὰ καὶ ψευδῆ ἰσοζύγια καὶ διὰ τὸ ἔτος 1892 καὶ διὰ τὸ ἔτος 1893. Ἀλλὰ πῶς ἠθέλετε διὰ τοιούτων προϋπολογισμῶν νὰ ἀνορθώσῃ τὴν κατάστασιν, ἣν ἀκριβῶς διὰ παραπλησίων προϋπολογισμῶν ἐδημιούργησεν αὐτὸς ὁ ἴδιος; Πῶς ἠθέλετε νὰ ἐμπνεύσῃ ἐμπιστοσύνην καὶ νὰ προσελκύσῃ πάλιν τὰ κεφάλαια, ἀκριβῶς διὰ τῆς οἰκονομικῆς ἐκείνης πολιτικῆς, δι’ ἧς εἶχε φυγαδεύσει αὐτὰ πρότερον; Ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετὰ δεκαετῆ πεῖραν ἐν τῇ Κυβερνήσει τῆς χώρας καὶ ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, ἐνόμισεν, ὅτι ἔκαμε νῦν τὸ πρῶτον σπουδαίαν τινὰ ἀνακάλυψιν. Ἐνόμισεν ὅτι δὲν διανύομεν οἰκονομικὴν, ἀλλὰ νομισματικὴν κρίσιν. Καὶ σᾶς διεβεβαίωσεν ἤδη, ὅτι, χάρις εἰς τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ μέτρα, καὶ ἰσοζύγιον πλῆρες ἔχομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, καὶ ὁ τόπος οὐδεμίαν ὑπέστη ζημίαν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐξακολουθεῖ πάντοτε ἐπιδίδουσα ἡ οἰκονομικὴ αὐτοῦ εὐεξία. Τὸ ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ἠναγκασμένον νὰ δανείζηται πάντοτε ἐπὶ ὅροις βαρυτάτοις, ὅπως πληρόνῃ τόκους καὶ χρεωλύσια, τὸ ὅτι πᾶσαι αἱ ἀξίαι ὑπέστησαν ἤδη φοβερὰς ἐκπτώσεις, αἵτινες συνεπήγαγον ἀπώλειαν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου κατὰ δεκάδας ἑκατομμυρίων, ταῦτα πάντα οὐδόλως λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸς μίαν καὶ μόνην νόσον διαγινώσκει, κατατρύχουσαν τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικὰ, τὸ νομισματικὸν ζήτημα, τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ ἀναγκαστικὸν γραμμάτιον, ὅπερ εὑρίσκει δυσανάλογον πρὸς τὰς συναλλακτικὰς ἡμῶν ἀνάγκας. Πάσχομεν, λέγει, πληθώραν τραπεζικοῦ γραμματίου, ἡ δὲ πληθώρα αὕτη, κατὰ τὸν στοιχειώδη κανόνα τῆς ζητήσεως καὶ προσφορᾶς, ἐπιφέρει τὴν ὑποτίμησιν αὐτοῦ, καὶ τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ. Ἀφοῦ λοιπὸν οὕτω διέγνω τὴν φύσιν τοῦ κακοῦ, ἐνόμισεν ὅτι ἀνεκάλυψε καὶ τὴν πανάκειαν αὐτοῦ. Καὶ ἡ πανάκεια αὕτη δὲν εἶναι ἡ ὑποκατάστασις τοῦ γραμματίου διὰ τοῦ χρυσοῦ, ὡς ἄλλος τις ἴσως θὰ ἐνόμιζε· πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἔπρεπε νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικὸν γραμμάτιον, ὅπως μειωθῇ ἡ προσφορά του, κατατασταθῇ δὲ μείζων ἡ ζήτησις, καὶ οὕτως ἐπιτευχθῇ ἡ ὑπερτίμησις αὐτοῦ. Αὐτὴ ἦτο ἡ μόνη θεωρία, ἣν ἐκαραδόκει τὴν εὐκαιρίαν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐφαρμόσῃ, καὶ ἴδῃ πάραυτα ἐπερχόμενα τὰ ἀναμενόμενα ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. Ἡμεῖς, Κύριοι, ἀρχῆθεν ἀντετάχθημεν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ κατὰ τῆς τοιαύτης διαγνώσεως καὶ θεραπείας τοῦ κακοῦ, ὡς ἐκ βάθρων σαθρᾶς καὶ ἡμαρτημένης. Ἡμεῖς τὸ νομισματικὸν ζήτημα, τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν δὲν θεωροῦμεν ὡς τὴν κυρίαν νόσον, ἀλλ’ ὡς ἁπλοῦν φαινόμενον αὐτῆς. Τὸ φαινόμενον τοῦτο ἠδύνατό τις κάλλιστα νὰ παραβάλῃ πρὸς ἐξάνθημα, προερχόμενον ἐξ ὀργανικῆς τινος νόσου. Τί θὰ ἐλέγετε λ. χ. περὶ τοῦ ἰατροῦ ἐκείνου, ὅστις ἐπὶ ἐξανθηματικῆς τινος νόσου θ’ ἀνεζήτει τὴν αἰτίαν τοῦ κακοῦ ἐν αὐτῷ τῷ ἐξανθήματι, καὶ θ’ ἀπεπειρᾶτο νὰ θεραπεύσῃ ἢ περιορίσῃ αὐτὸ καὶ μόνον; Δὲν θὰ ἐλέγετε, ὅτι αὐτὸς πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ ἰατρός; Καὶ ἐὰν ἐνεπιστεύεσθε εἰς αὐτὸν τὴν θεραπείαν, δὲν θὰ ἐβλέπετε τὸ κακὸν ἐπιδεινούμενον, ἀντὶ νὰ βελτιωθῇ; Τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει ἀκριβῶς καὶ ἐπὶ τῆς διαγνώσεως τῆς οἰκονομικῆς νόσου, ὑφ’ ἧς κατατρυχόμεθα, καὶ ἐπὶ τῆς θεραπείας, ἣν συνιστᾷ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Συγχέει τὴν νόσον πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν αὐτῆς φαινόμενον, θέλων δὲ τοῦτο νὰ θεραπεύσῃ ἢ περιορίσῃ, γίνεται ἀφορμὴ ἐπιδεινώσεως μᾶλλον τοῦ κακοῦ. Καὶ τὸ νομισματικὸν ζήτημα καὶ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι τὸ φαινόμενον μόνον τῆς ὀργανικῆς ἡμῶν νόσου, τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καχεξίας. Ἐνόσῳ δὲν ἔχομεν ἄρτιον προϋπολογισμὸν, ἐνόσῳ ἔχομεν ἐλλείμματα, ἐνόσῳ οὕτω πως ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις χωλαίνει, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἔχωμεν καὶ νομισματικὸν ζήτημα καὶ ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, οὖσαν τὸ σφυγμόμετρον, οὕτως εἰπεῖν, τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως. Ἡ τοιαύτη δὲ καχεξία τῶν δημοσίων δὲν δύναται ἢ νὰ ἐπιδρᾷ ὀλεθρίως καὶ ἐπὶ τῶν κατ’ ἰδίαν ἡμῶν οἰκονομικῶν, ἀφοῦ τὰ δημόσια καὶ τὰ κατ’ ἰδίαν οἰκονομικὰ εἶναι τόσον στενῶς πρὸς ἄλληλα συνδεδεμένα. Ἡ προσπάθεια, ὅπως, παραγνωρίζων τις τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν καχεξίαν, περιορισθῇ εἰς τὴν ἄρσιν ἢ περιστολὴν τοῦ φαινομένου αὐτῆς μόνον, δὲν δύναται ἢ νὰ ἔχῃ τὰ ἀντίθετα τῶν προσδοκωμένων ἀποτελέσματα. Καὶ ὅπως καταστήσω τὸ πρᾶγμα ἔτι σαφέστερον, ἔτι καταληπτότερον εἰς πάντας, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προσφύγω εἰς τὴν χρῆσιν ἑτέρου παραδείγματος. Τὸ νόμισμα διὰ τὰς συναλλαγὰς εἶναι ὅ,τι ὁ ἐπιούσιος ἄρτος διὰ τὸ ἀνθρώπινον σῶμα. Τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον δὲν εἶναι βεβαίως ἄρτος ἐκ σίτου, ὡς ὁ χρυσὸς, δὲν περιέχει τὰς ἀπαιτουμένας θρεπτικὰς οὐσίας διὰ τὰς συναλλαγὰς, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε πληροῖ τὰς συναλλακτικὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας. Πάντες βεβαίως συναισθανόμεθα, ὅτι προτιμότερος ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν εἶναι ὁ χρυσὸς, καὶ εὐχόμεθα, ὅπως ὑποκαταστήσῃ οὗτος ὡς τάχιστα τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον· πλὴν τοῦτο δὲν εἶναι λόγος ἀποχρῶν, ὅπως ἀρκεσθῶμεν εἰς μόνον τὸν περιορισμὸν αὐτοῦ, χωρὶς συγχρόνως νὰ λάβωμεν πρόνοιαν καὶ περὶ ἀντικαταστάσεώς του διὰ χρυσοῦ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ συνέβαινεν ὅ,τι καὶ ἐπὶ τοῦ περιορίζοντος τὴν τροφήν του διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι αὕτη δὲν ἐνέχει ἱκανὰς θρεπτικὰς οὐσίας. Συνέβη δὲ καὶ νῦν πράγματι ἐπὶ τοῦ μέτρου, δι’ οὗ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισεν, ὅτι θὰ ἐβελτίου τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν. Διὰ τοῦ τελευταίου δανείου, δι’ οὗ ἐξησφάλισε τὰ τοκομερίδια τοῦ τρέχοντος μηνὸς, ἦρεν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας 8,700,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, παραδοὺς αὐτὰ ὡς ἐνέχυρον πρὸς τοὺς χορηγήσαντας τὸ δάνειον. Ἐὰν λοιπὸν ἐπηλήθευε καὶ ἡ διάγνωσις καὶ ἡ θεραπεία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἔπρεπε νὰ ἴδωμεν ἀμέσως τὴν ἐπικαταλλαγὴν ἐκπίπτουσαν καὶ τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ὑπερτιμώμενον. Ἀντὶ τούτου ὅμως τί συνέβη; Ἡ μὲν ἐπικαταλλαγὴ ὑψώθη ἀπὸ 1,46 μέχρις 1,47, ὅσον ἦτο αὕτη πρὶν, εἰς 1,51 μέχρις 1,52, τὸ δὲ τραπεζικὸν γραμμάτιον ὑπετιμήθη κατ’ ἀντίθετον λόγον. Θέλει νῦν καὶ ἄλλην τρανοτέραν ταύτης ἀπόδειξιν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐκ βάθρων σφαλερᾶς καὶ πεπλανημένης διαγνώσεως καὶ θεραπείας του; Καὶ ἀπέναντι τοιούτων ἀποτελεσμάτων θέλετε καὶ σεῖς, Κύριοι, νὰ ἔχῃ νῦν τὸ θάῤῥος, ἵνα παρέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ὁμολογήσῃ τὸ σφάλμα του; Δὲν σᾶς ἀρκεῖ ἡ σιωπηρὰ αὕτη ὁμολογία, ἥτις εἶναι μᾶλλον εὔγλωττος τῶν ἐξηγήσεων, ἃς ἠδύνατο νὰ δώσῃ περὶ καταστάσεως, ἣν αὐτὸς καὶ μόνος ἐδημιούργησεν; Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τὸ πάθημά του τοῦτο, ἵνα τὸν ἀναχαιτίσῃ ἐν τῇ κατωφερείᾳ, καθ’ ἧς φέρεται μέχρι τοῦδε;... Κύριε Πρωθυπουργὲ, καὶ ἡ ἀγορὰ καὶ ἡ κοινωνία ἔλαβον ἤδη ἱκανὴν πεῖραν τῆς βελτιώσεως τῆς καταστάσεως, ἣν ἐπηγγέλθητε. Εἶναι εὐχαριστημένη, ἐὰν ἡ βελτίωσις αὕτη περιορισθῇ ἕως ἐδῶ καὶ μόνον, εἰς τὰ 1,51 μέχρις 1,52 τῆς ἐπικαταλλαγῆς. Πρὸς Θεοῦ! σταθῆτε ἕως ἐδῶ, καὶ μὴ προβῆτε ἔτι περαιτέρω εἰς τὰ ἀτυχῆ πειράματά σας, ἂν δὲν θέλητε νὰ ἐπίδητε ἀνηκέστους συμφορὰς, ἐπερχομένας εἰς τὸν ἀτυχῆ τοῦτον τόπον!
§17ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιθυμῶν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἦμαι εἰλικρινὴς πρὸς πάσας τὰς ἐμὰς σχέσεις, ἑπομένως καὶ πρὸς τὰς τῆς Βουλῆς, κατόπιν τῆς ἀναγγελίας, ἣν ἐκάματε πρὸς αὐτὴν,—διότι δὲν ἤμην κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἐντὸς τῆς αἰθούσης,—ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν, ἧς καὶ ἐγὼ εἶμαι μέλος, περιῆλθεν εἰς ἀδυναμίαν, ὅπως καταρτίσῃ ἀπαρτίαν, δηλῶ, ὅτι τοῦτο ἐγένετο ἐκ συμβεβηκότων, ἐπελθόντων μετὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, καθ’ ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέστησε τὴν ἀνικανότητα αὐτῆς· διότι ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης μέχρι τῆς σήμερον, καθ’ ἣν ἐβεβαιώθη, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται ἀπαρτία, ἐπῆλθεν ἡ ἀσθένεια τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου Δάλλα, καὶ ἡ ἀναχώρησις ἑτέρου συναδέλφου, τοῦ κ. Βρυώνη, ὑπῆρχε δὲ ἀπὼν ἐξ Ἀθηνῶν ὁ κ. Μουσούρης, καὶ σχεδὸν ἀπὼν, ἕνεκα δυστυχήματος προσφάτου, ἐπισυμβάντος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, ὁ κ. Ἀλέξανδρος Γ. Σοῦτσος. Τὴν ἐξήγησιν ταύτην ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ κάμω πρὸς τὴν Βουλὴν, διότι δὲν ἐπεθύμουν, ἡ Βουλὴ νὰ μένῃ ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις τῆς ἀνικανότητος τῆς ἐπιτροπῆς, κατόπιν τῶν ὅσων ἐγὼ εἰς μίαν τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων ἀνέφερον περὶ αὐτῆς εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν εἶναι βεβαίως ἐμὸν ἔργον, καίτοι ὁμιλῶ ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλέσω αὐτὴν, ὅπως ἀναγράφῃ πάντα τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, —τοῦτο εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, —ἔσπευσα μόνον ν’ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν, τί συμβαίνει ὡς πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ πληρωμῆς τῶν φόρων ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων τοῦ δήμου Ἀθηναίων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.)
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται.)
§20ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἔχω μίαν παρατήρησιν. Τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ πληρωθῇ ἐκ καθυστερουμένων φόρων τοῦ 1890 καὶ 1891, ἀνέρχεται περίπου εἰς 1,800,000 δραχμὰς, προστιθεμένου δ’ εἰς τοῦτο καὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ βεβαιωθέντος διὰ τὸ 1893, τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 2,600,000 δρ. περίπου. Νομίζω ὅτι ἡ πληρωμὴ τοῦ ποσοῦ τούτου ἐντὸς ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἔτους παρὰ τῶν ἐπιτηδευματιῶν Ἀθηνῶν εἶναι βαρεῖα, ἔχομεν δὲ προηγούμενον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἑτέρα φορολογία, ἡ φορολογία τῶν οἰκοδομῶν, ἥτις ὡσαύτως εἶχε καθυστερήσει κατὰ τὸ 1891, διὰ δύο, νομίζω, πάλιν ἔτη, ἡ φορολογία αὕτη, ἥτις ἀνήρχετο περίπου εἰς τὸ αὐτὸ ποσὸν, ἢ κατά τι ὀλιγώτερον, ἐνεκρίθη τότε καὶ ὑπὸ διαφόρων Κυβερνήσεων, αἵτινες ὑπέβαλον νομοσχέδια, καὶ παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως διανεμηθῇ οὐχὶ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, ἀλλ’ ἐντὸς δύο ἐτῶν. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν τοῦ 1889 καὶ 1890 διῃρέθη εἰς τέσσαρας δόσεις, ὧν δύο περιελαμβάνοντο ἐντὸς τοῦ 1891 καὶ δύο ἕτεραι ἐντὸς τοῦ 1892. Καλὸν θὰ ἦτο, διὰ νὰ ἀποβῇ ὀλιγώτερον ἐπαχθὴς καὶ ἀσφαλεστέρα ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, νὰ διαιρεθῇ καὶ αὕτη ὡσαύτως εἰς τέσσαρας ἴσας δόσεις, ἀλλ’ αἱ δόσεις νὰ κατανεμηθῶσιν οὕτως, ὥστε τὸ μὲν ἥμισυ νὰ εἰσπραχθῇ ἐντὸς τοῦ 1893 καὶ τῶν δύο καθυστερουμένων ποσῶν, τὸ δ’ ἕτερον ἥμισυ ἐντὸς τοῦ 1894· τοιουτοτρόπως θ’ ἀποβῇ ἀσφαλεστέρα ἡ εἴσπραξις, δὲν θὰ ζημιωθῇ δὲ καὶ τὸ Δημόσιον· διότι εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ καταβάλωσι τὸν φόρον, ὑπάρχει τι τὸ ἐξαναγκάζον αὐτοὺς νὰ τὸ καταβάλωσιν, ὁ τόκος πρὸς 7%, εἰς ἐκείνους δὲ, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ καταβάλωσι, παρέχεται ἡ εὐκολία, ἀλλὰ παρέχεται ἐπωφελῶς διὰ τὸ Δημόσιον, διότι οὗτοι θὰ καταβάλωσι τόκον πρὸς 7%.
§21ΦΩΤΗΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μεγάλη ἐπιείκεια εἶναι ἡ γινομένη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοὺς ἐπιτηδευματίας Ἀθηνῶν. Ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, π. χ. ἐν Πάτραις, καταδιώκονται οἱ ἐπιτηδευματίαι διαφόρων παρελθόντων ἐτῶν, καὶ οὐδεμία εὐκολία παρέχεται εἰς αὐτούς. Δὲν ἐννοῶ τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην.
§22ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐβεβαιώθη ἐγκαίρως ἐκεῖ ὁ φόρος· ἐδῶ ἡ ἀργοπορία τῆς βεβαιώσεως προῆλθεν ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Κυβερνήσεως.
§23ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐβεβαιώθη μετὰ ταῦτα· ἡ χορηγουμένη ἐνταῦθα προθεσμία εἶναι λίαν μακρὰ καὶ λίαν ἐπιεικής.
§24ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐδῶ δὲν ἐβεβαιώθη.
§25ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐβεβαιώθη ἤδη, καὶ πρέπει νὰ πληρώσωσιν. Ἡ χορηγουμένη προθεσμία εἶναι πολὺ ἐπιεικής. Ἐν Πάτραις καὶ ἐν ἄλλαις ἐπαρχίαις καὶ ἐπλήρωσαν καὶ καταδιώκονται νὰ πληρώσωσι. Δὲν ἐννοῶ διατὶ τὸ προνόμιον αὐτὸ νὰ χορηγῆται μόνον εἰς τοὺς ἐπιτηδευματίας Ἀθηνῶν.
§26ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται περὶ προνομίου ὑπὲρ τῶν ἐπιτηδευματιῶν τοῦ δήμου Ἀθηναίων, ὡς ὑπέλαβεν ὁ κ. συνάδελφος· πρόκειται περὶ ἀνορθώσεως ἀδικήματος, ἐπιγενομένου εἰς αὐτοὺς παρὰ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Ἀτυχῶς, πολλάκις ἐλέχθη ἐνταῦθα καὶ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ δημοσία ὑπηρεσία τῆς Ἐφορίας Ἀττικῆς δὲν ἐπαρκεῖ,—καὶ δι’ ἄλλους λόγους, καὶ ἴσως ἕνεκα τοῦ μηχανισμοῦ τοῦ νόμου,—ἵνα βεβαιώσῃ ἐγκαίρως τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τῶν οἰκοδομῶν. Διὰ τοῦτο βλέπομεν τὸ ἄτοπον, ὅτι φόροι τριῶν ἐτῶν παρῳχημένων βεβαιοῦνται μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν ἐτῶν τούτων, καὶ οἱ ἐπιτηδευματίαι καὶ οἱ ἰδιοκτῆται τῶν οἰκοδομῶν τοῦ δήμου Ἀθηναίων ὑποχρεοῦνται νὰ πληρώνωσιν ἐντὸς ἑνὸς καὶ μόνου ἔτους ἀθρόους τοὺς φόρους καὶ τῶν τριῶν τούτων καὶ τεσσάρων καὶ πέντε ἐτῶν. Τούτου ἕνεκεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ καὶ ἄλλοτε, κατὰ τὸ ἔτος 1887, ὑπέβαλε νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ὁποῖον καὶ ἐψηφίσθη, ὅσον ἀφορᾷ τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν, καὶ διένειμε τοῦτον, ὀρθῶς, εἰς δύο δόσεις ἐνιαυσίας, ἀλλ’ οὐχὶ ἐν τῷ αὐτῷ ἔτει πληρωτέας· τοιουτοτρόπως δ’ ἐγένετο ἡ εὐκολία ἐκείνη εἰς τοὺς κτηματίας, ἡ ὁποία ὤφειλε νὰ γείνῃ, διότι δὲν ἦσαν οὗτοι οἱ αἴτιοι τῆς καθυστερήσεως. Ἐπίσης ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δηλιγιάννη, κατὰ τὸ 1891, Ὑπουργοῦ ὄντος τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ κ. Καραπάνου, ὑπέβαλε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου διῄρεσεν ἐπίσης εἰς δόσεις τὸν βραδέως καὶ ἀθρόως βεβαιωθέντα φόρον τῶν οἰκοδομῶν. Ἤδη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποβάλλει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπερ εἶναι δικαιότατον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατανομήν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἐπανορθοῖ δεόντως τὴν γενομένην ἀδικίαν· διότι πρόκειται οἱ ἐπιτηδευματίαι τοῦ δήμου Ἀθηναίων νὰ πληρώσωσιν ἐντὸς ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἀθρόως φόρους τριῶν ἐτῶν, ὀφείλουσι δηλαδὴ νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος τοῦ 1892, θὰ πληρώσωσι δὲ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους 1893 καὶ τὸν φόρον τοῦ 1890 καὶ τοῦ 1891. Εἶναι ἀδύνατον, Κύριοι, ἐκ τῶν καταστηματαρχῶν τῶν Ἀθηνῶν νὰ ζητήσητε ἀθρόως τριῶν ἐτῶν φόρους, ἀνερχομένους εἰς πλέον τῶν 5,000,000. Ἐὰν ἀναλογισθῆτε, ὅτι οἱ αὐτοὶ σχεδὸν φορολογούμενοι θὰ πληρώσωσι καὶ 6,000,000 περίπου διὰ φόρους οἰκοδομῶν τῶν αὐτῶν ἐτῶν, θ’ ἀναγνωρίσητε, ὅτι ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ πληρώσῃ δώδεκα περίπου ἑκατομμύρια ἐντὸς ἔτους· οἱ ἐπιτηδευματίαι καὶ οἱ ἰδιοκτῆται τῶν Ἀθηνῶν θὰ ἐξαντληθῶσι καθ’ ὁλοκληρίαν. Νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ δεχθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν τροπολογίαν, ἣν ἐπρότεινε καὶ τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1887 διὰ τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν. Καθ’ ἑξαμηνίαν νὰ πληρόνηται τὸ ἥμισυ τοῦ καθυστερουμένου φόρου, ἀλλ’ οὐχὶ ἐντὸς ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἔτους νὰ συμπίπτωσιν αἱ πληρωμαὶ τριῶν ὅλων ἐτῶν. Τοιουτοτρόπως θὰ ἔχωσι νὰ πληρώσωσιν οἱ φορολογούμενοι πρῶτον τὸν φόρον τοῦ τρέχοντος ἔτους καὶ ἑνὸς καθυστερουμένου εἰς δύο ἑξαμηνιαίας δόσεις, ὥστε ἐντὸς δύο ἐτῶν νὰ καταστῶσιν ἐνήμεροι εἰς τὰς πληρωμὰς αὐτῶν.
§27ΧΟΪΔΑΣ. Ἀκριβῶς ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκείας τῆς ὑπηρεσίας συνέβη τὸ ἴδιον ἐν Πάτραις. Ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος τῆς τριετίας 1890, 1891 καὶ 1892 ἐγένετο κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1891, συνέβη δὲ τὸ ἄτοπον, νὰ ἐπιδιώκηται ἡ εἴσπραξις δύο ἐτῶν διὰ μιᾶς καὶ ἀμέσως καὶ τοῦ ἔτους 1892· τώρα δὲ συντάσσεται ὁ κατάλογος τῆς τριετίας 1893–1895, θὰ ὑποχρεωθῶσι δὲ ἀμέσως μετὰ τὸ 1892 νὰ πληρώσωσι καὶ τὸ 1893. Δίκαιον λοιπὸν, νομίζω, εἶναι νὰ χορηγηθῇ προθεσμία καὶ εἰς τοὺς ἐπιτηδευματίας Πατρῶν, ἀφοῦ καὶ ἐν Πάτραις συνέβη τὸ αὐτὸ ἄτοπον, νὰ βεβαιωθῇ ὁ φόρος βραδέως ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς ὑπηρεσίας, καὶ οὐχὶ τῶν ἐπιτηδευματιῶν.
§28Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως τὸ αὐτὸ μέτρον πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἁπανταχοῦ, μέτρον ἐπιεικείας, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσον ἐξ ὑπαιτιότητος ἐν μέρει τῆς ὑπηρεσίας προέρχεται ἡ σημερινὴ δυσχέρεια. Τὸ μέτρον ὅμως τοῦτο τῆς ἐπιεικείας δὲν πρέπει νὰ ἐπεκτείνηται πέραν τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης. Ἐὰν καὶ ἀλλαχοῦ ἐπαρουσιάζετο ἡ αὐτὴ καὶ ἐν τῷ δήμῳ Ἀθηναίων περίπτωσις, ἀναντιῤῥήτως ἔπρεπε τὸ αὐτὸ μέτρον νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐκεῖ· ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα ὡς πρὸς τὸν δῆμον Πατρέων, ὡς πρὸς ἄλλους δὲ δήμους, οὐδόλως παρουσιάζεται· διότι, ὡς ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν, ἡ καθυστέρησις ἐν Πάτραις δὲν ἔλαβε χώραν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, οὐδὲ μέχρι τοῦ μηνὸς τούτου, ὡς συμβαίνει ἐν Ἀθήναις, ἀλλ’ ἔλαβε χώραν ἐκεῖ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ἐκεῖ ὁ κατάλογος, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ἦτο πλήρης κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1891, καὶ αἱ πληρωμαὶ ἐξετελέσθησαν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους τούτου. Ὥστε σήμερον δὲν παρουσιάζεται νέον τι ζήτημα· ἀλλὰ καὶ ὅτε ἐπαρουσιάσθη τὸ ζήτημα, ἦτο ὀλιγώτερον ὀξὺ, διότι ἡ καθυστέρησις εἶχε διάρκειαν ἑνὸς ἔτους, ἐνῷ ἡ καθυστέρησις, περὶ ἧς τὸ νομοσχέδιον, ἔσχε διάρκειαν δύο ἐτῶν, συμπίπτει δὲ πρὸς ἐποχὴν, καθ’ ἣν καθίσταται ἀπαιτητὸς καὶ ὁ φόρος τοῦ 1892. Ἐπιβαλλομένης ἄρα ἀποδόσεως φόρου σχεδὸν τριῶν ἐτῶν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ληφθῇ μέτρον τι· ἀλλὰ δὲν θεωρῶ, ὅτι εἶναι καὶ δίκαιον νὰ ὑπερβῶμεν ἐν τούτῳ ὅριά τινα. Ὅ,τι ἐγένετο περὶ τοῦ φόρου οἰκοδομῶν ἄλλοτε εἶχε λόγον, ὅτι τότε ἡ δυσχέρεια ἦτο ἔτι μεγαλειτέρα, διότι ἦτο καὶ τοῦ τρίτου ἔτους ἡ καθυστέρησις πλήρης τότε, ἐνῷ σήμερον τοῦ τρίτου ἔτους δὲν ὑπάρχει καθυστέρησις συμπεπληρωμένη, διότι τοῦ ἔτους 1892 ὁ φόρος θὰ πληρωθῇ ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου, ἐπιβραδυνάσης μόνον τῆς βεβαιώσεως, ἥτις ἔπρεπε νὰ γένηται πρὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους, ἢ νὰ ἦναι συμπεπληρωμένη τοῦ ἔτους ἀρχομένου· ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐγένετο ἡ βεβαίωσις ἤδη, καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1892 θὰ καταβληθῇ ὁ φόρος τοῦ 1892, οὐδεμία ἄρα περὶ αὐτοῦ λαμβάνεται πρόνοια.
§29ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1893.
§30Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὀφείλεται ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1892, πληρόνεται δὲ ἤδη, καθυστερουμένη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἡ ὀφειλὴ αὕτη. Ὥστε περὶ τοῦ 1892 οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια· ἐπίσης καὶ τὰ τοῦ 1893 θὰ μένωσιν ὡς ἔχουσι, τουτέστι θὰ γείνωσιν αἱ πληρωμαὶ τὴν 1 Ἰανουαρίου καὶ τὴν 1 Ἰουλίου, θὰ κανονισθῶσι δὲ εἰδικῶς τὰ τῶν δύο ἐτῶν 1890 καὶ 1891 διὰ καταβολῆς αὐτῶν ἐντὸς τοῦ ἔτους 1893 εἰς τέσσαρας δόσεις, τουτέστι τὸν Φεβρουάριον, τὸν Μάϊον, τὸν Αὔγουστον καὶ τὸν Νοέμβριον. Περαιτέρω ἀναβολὴ νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ὑπερβολική. Πρὶν δὲ ἀποφασίσωμεν τὰ περὶ τούτου, συνεβουλεύθημεν περὶ τῆς ἀνάγκης καὶ αὐτοὺς τοὺς ἐπιτηδευματίας, θεωρήσαντας τὸ λαμβανόμενον μέτρον ὡς ἐπαρκές.
§31ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· δὲν δύναμαι νὰ ἀντείπω εἰς τὴν γνώμην τῶν ἐπιτηδευματιῶν, ἀλλὰ βεβαίως δύναμαι νὰ θέσω ὑπὸ ἀμφισβήτησιν, ἐὰν ὅλοι οἱ ἐπιτηδευματίαι ἐξήνεγκον τοιαύτην γνώμην...
§32Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ ἐπιτροπαὶ αἱ προσελθοῦσαι πρὸς ἐμέ.
§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. Νομίζω ὅτι ἡ περίστασις, ἡ σήμερον παρουσιαζομένη διὰ τὸν καθυστεροῦντα φόρον ἐπιτηδεύματος τοῦ 1890 καὶ 1861, εἶναι ἀκριβῶς ἡ αὐτὴ μὲ τὴν περίστασιν τὴν παρουσιασθεῖσαν διὰ τὸν καθυστεροῦντα φόρον οἰκοδομῶν τοῦ 1889 καὶ 1890. Ἐπρόκειτο καὶ τότε νὰ ἐπιπέσωσιν ἐπὶ τοῦ ἔτους 1891 οἱ φόροι, οἱ βραδέως βεβαιωθέντες, τῶν δύο προηγουμένων ἐτῶν· πρόκειται καὶ σήμερον νὰ ἐπιπέσωσιν ἐπὶ τοῦ 1893 φόροι βεβαιωθέντες δύο προηγουμένων ἐτῶν. Ἡ δὲ περίπτωσις, ὅτι καὶ ὁ φόρος τοῦ 1892 θὰ εἰσπραχθῇ ἐν μέρει ἐντὸς τοῦ 1892 καὶ κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1893...
§34Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι· ἐντὸς τοῦ ἔτους.
§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μέχρις Ἰανουαρίου τοῦ 1893...
§36Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι· ὤφειλε νὰ εἰσπράττηται ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1892· ἀπὸ τότε ὀφείλεται.
§37ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ φόρος ὅμως τῶν ἐπιτηδευμάτων τοῦ 1892 δὲν εἶναι εἰσπεπραγμένος· μένει καὶ οὗτος καθυστερούμενος, καὶ θὰ εἰσπραχθῇ μέχρις Ἰανουαρίου ἓν μέρος, καὶ ἓν μέρος πίπτει ἐπὶ τοῦ 1893, ὥστε καὶ μέρος τοῦ φόρου τοῦ 1892 θὰ πληρωθῇ ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1893.
§38Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι· ὀφείλεται ἐντὸς τοῦ 1892.
§39ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τῷ ἐπιβάλλεται πρόστιμον, ἐὰν ὁ φόρος δὲν πληρωθῇ μέχρι τέλος Ἰανουαρίου τοῦ 1893. Πολλοὶ ἐπιτηδευματίαι, οἱ ὀλιγώτεροι τοὐλάχιστον, θὰ ἐπωφεληθῶσι τῆς διορίας ταύτης, ἵνα πληρώσωσιν ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1893, ὅσον μικρὸν μέρος θέλετε. Ἀλλὰ δὲν ἀναφέρω τοῦτο πρὸς ἐπίῤῥωσιν τῆς γνώμης μου. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι, ἀφοῦ παρουσιάζεται ἡ ἰδία περίπτωσις, πρέπει μᾶλλον νὰ ἐξετάσωμεν τὸν χαρακτῆρα τοῦ φόρου, ἂν ἐπιβάλληται ἡ μακροτέρα προθεσμία εἰς τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων ἢ εἰς τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν. Νομίζω ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων εἶναί τι βαρύτερον διὰ τοὺς πληρόνοντας αὐτὸν ἢ ὅ,τι εἶναι ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν διὰ τοὺς κυρίους τῶν οἰκοδομῶν, ὁ φόρος δ’ οὗτος τῶν ἐπιτηδευμάτων ἀποβαίνει πολὺ βαρύτερος σήμερον, ὅτε, ἕνεκα τῆς γνωστῆς οἰκονομικῆς τοῦ τόπου καταστάσεως, οἱ ἐπιτηδευματίαι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες πάσχουσιν ἴσως πλειότερον τῶν ἄλλων τάξεων τῆς κοινωνίας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ, λαμβάνουσαι ὑπ’ ὄψιν τὸν χαρακτῆρα τοῦ φόρου, τὰς περιστάσεις τοῦ φόρου, πρέπει νὰ παραδεχθῶσιν ἐλάττωσιν τοῦ βάρους τούτου, ἀφοῦ οὐδεμία ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ βάρους τούτου διὰ τῆς παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ ζημία εἰς τὸ Δημόσιον. Τὸ Δημόσιον θὰ πληρωθῇ παρὰ πάντων τῶν ἐπιτηδευματιῶν, οἵτινες δύνανται νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον αὐτὸν ἐγκαίρως, διότι οὗτοι θὰ θελήσωσι ν’ ἀποφύγωσι τὸν τόκον τοῦ 7%· δὲν θὰ πληρωθῇ παρὰ τῶν ἐπιτηδευματιῶν ἐκείνων, οἵτινες εὑρίσκονται ἐν στενοχωρίᾳ καὶ οἵτινες θὰ παραδεχθῶσι τὴν παράτασιν τῆς προθεσμίας, πληρόνοντες τὸ 7%. Διὰ τοῦτο τὸν χαρακτῆρα τοῦ φόρου λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν, τὸ βάρος αὐτοῦ κατὰ ποσὸν, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ βάρος τὸ κατὰ ποσὸν τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν τοῦ 1890 καὶ 1891, τοῦ ὁποίου ἡ πληρωμὴ προσδιωρίσθη ἐντὸς δύο ἐτῶν, διαφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις εἶναι ὁ ἁρμόδιος νὰ παραδεχθῇ ἢ μὴ τὴν προταθεῖσαν παρ’ ἐμοῦ.
§40ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεγνώρισεν, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἰσότης ἐν ὁμοίαις περιστάσεσι, νομίζω ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἐντίμου συμπολίτου μου κ. Χοϊδᾶ πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ, καὶ δίκαιον εἶναι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ὡς πρὸς τοὺς ἐπιτηδευματίας τοῦ δήμου Πατρέων. Ποῖον εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου σήμερον; Νὰ μὴ ὑποχρεωθῶσιν οἱ ἐπιτηδευματίαι ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους νὰ πληρώσωσι φόρον τριῶν ἐτῶν. Ἡ αὐτὴ περίπτωσις παρουσιάζεται καὶ εἰς τὴν πόλιν ἐκείνην. Ὁμολογεῖται, ὅτι κατὰ τὸ 1890 καὶ 1891 δὲν ὑπῆρχε βεβαιωμένος ὁ φόρος, ἀλλὰ τὸ τέλος τοῦ 1891. Κατὰ συνέπειαν ἡ πληρωμὴ τῶν δύο ἐτῶν ἐπέρχεται ἀναγκαίως ἐντὸς τοῦ 1892. Ἐντὸς τοῦ 1892 λοιπὸν πρόκειται νὰ πληρωθῶσιν οἱ φόροι τῶν δύο ἐκείνων ἐτῶν καὶ τοῦ τρέχοντος ἔτους· διότι μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου 1893 πρέπει νὰ πληρωθῇ καὶ ὁ φόρος τοῦ 1892. Συμπίπτει λοιπὸν νὰ ἐπιβαρυνθῶσιν οἱ ἐπιτηδευματίαι μὲ φόρον τριῶν ἐτῶν. Τώρα, ἐὰν θὰ γείνῃ ἡ ἀναλογία τῆς πληρωμῆς κατ’ ἄλλον τρόπον ἢ κατὰ τὸν ἴδιον, τοῦτο δὲν μεταβάλλει τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν μεταβάλλει τὴν ὀρθότητα καὶ τὸ δίκαιον τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ κατὰ τὴν σχετικὴν ἐκείνην περίστασιν, καὶ ἐὰν νομίζῃ ὅτι συμπίπτουσι σχεδὸν αἱ αὐταὶ περιστάσεις, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν γενομένην παρατήρησιν καὶ νὰ ὑποβάλῃ ἐπίσης νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ κανονίσῃ ὁπωσδήποτε ἀνετώτερον καὶ τὴν πληρωμὴν ἐκείνην.
§41ΧΟΪΔΑΣ. Σχετικῶς, Κύριοι, μὲ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία διεξάγεται διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, ὅσον ἀφορᾷ τὰς Πάτρας, εἶναι καὶ ἄλλο ἄτοπον, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τοὺς ἐπιτηδευματίας. Ὁ κατάλογος τῆς παρελθούσης τριετίας συνετάχθη πλημμελῶς, πολλοὶ δὲ ἐπιτηδευματίαι ἀναγράφονται ὡς ἐξασκοῦντες δύο καὶ τρία ἐπιτηδεύματα, καὶ ἐξηναγκάσθησαν εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου καὶ τῶν τριῶν ἐπιτηδευμάτων. Προσέφυγον οἱ ἀδίκως πληρώσαντες εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ μόνον ἁρμόδιον ἵνα ἀπαλλάξῃ τοὺς πληρόνοντας ἐπιτήδευμα, ὅπερ δὲν ἐξασκοῦσι. Τοιοῦτοι εἶναι ἄπειροι. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ σεβαστὸς συμπολίτης μου κ. Ρικάκης γνωρίζει, πόσαι ἀναφοραὶ τοιαῦται εἶναι ἐκκρεμεῖς πρὸ πολλοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, μάλιστα μετὰ τὸν τελευταῖον νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἐκδίκασις τῶν αἰτήσεων τούτων μετεφέρθη ἀπὸ τὸ τμῆμα τὸ ἐφοριακὸν εἰς τὸ δικαστικόν. Τὸ ἴδιον θὰ συμβῇ τώρα εἰς τὸν κατάλογον τοῦ 1893–1895, διότι ὡς βάσις τῆς συντάξεως τοῦ καταλόγου αὐτοῦ λαμβάνεται καὶ ὁ κατάλογος τῆς παρελθούσης τριετίας, κατὰ τοῦ ὁποίου δὲν ἐξεδικάσθησαν αἱ ἐνστάσεις, αἱ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἀπευθυνθεῖσαι. Ἤθελον λοιπὸν νὰ ὑποβάλω μίαν παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα διαταχθῇ καὶ ἓν ἄλλο εἶδος δημοσιεύσεως τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου περὶ ἐπιτηδευμάτων, παρὰ τὴν δημοσίευσιν, ἣν ἀπαιτεῖ ὁ νόμος ὁ ἐν ἰσχύϊ, δηλ. τὴν ἔκθεσιν εἰς τὸ Δημαρχεῖον ἐπὶ 15 ἡμέρας. Νομίζω ὅτι, ἐὰν ἐδημοσιεύετο διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως»—περὶ τούτου δὲ δὲν ἀπαιτεῖται νόμος, δύναται διοικητικῶς νὰ γείνῃ,—θὰ παρείχετο ἓν μέσον, ἵνα λάβωσι πληρεστέραν γνῶσιν ὅλοι οἱ ἐπιτηδευματίαι. Διότι τί συμβαίνει; Ἀναγράφεται ἐπιτηδευματίας τις ὡς ἐξασκῶν τρία ἐπιτηδεύματα, π.χ. ὡς ξυλουργός, ὡς οἰνοπώλης καὶ ὡς παντοπώλης· δὲν ἔχει ἀφορμὴν ὁ ξυλουργὸς νὰ παρατηρήσῃ τὴν κατηγορίαν τῶν οἰνοπωλῶν καὶ παντοπωλῶν, ἵνα ἴδῃ, ἐὰν ᾖναι ἐγγεγραμμένος καὶ εἰς αὐτάς· καθίσταται ὁριστικὸς ὁ κατάλογος, καταδιώκεται ὁ δυστυχής, καὶ ἀναγκάζεται νὰ πληρώσῃ καὶ τὰ τρία ἐπιτηδεύματα.
§42Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δημοσιεύεται ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως».
§43ΧΟΪΔΑΣ. Μέχρι τοῦδε ὄχι.
§44Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πάντοτε· καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ βλέπετε ἀναγεγραμένον «ἀπὸ τῆς ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» δημοσιεύσεως τῆς γενομένης προσκλήσεως.»
§45ΧΟΪΔΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται σήμερον, ἀφορᾷ μόνον τὸν δῆμον Ἀθηναίων, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦτο ἀκόμη μόνον ἡ πρόσκλησις δημοσιεύεται, οὐχὶ καὶ ὁ κατάλογος. Περὶ τούτου λοιπὸν πρόκειται· ἅμα ὁ κατάλογος καταρτισθῇ καὶ ἐκτεθῇ εἰς τὸ Δημαρχεῖον, νὰ δημοσιευθῇ καὶ διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως.» Τοιουτοτρόπως, δὲν λέγω ὅτι θὰ διορθωθῇ ἐντελῶς τὸ πρᾶγμα, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ὀλιγώτερα ἄτοπα θὰ συμβῶσι.
§46Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο εἶναι διοικητικὸν μέτρον, καὶ δύναται βεβαίως νὰ γείνῃ.
§47ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνεκίνησεν ἡ ὁμιλία τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, τουτέστι τὸ ζήτημα ὅτι πολλοὶ πολῖται Ἕλληνες ἀναγράφονται δὶς ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν ἐπιτηδευματιῶν ὑπὸ διάφορα ἐπιτηδεύματα, καὶ συνεπῶς ὑποχρεοῦνται νὰ πληρώσωσι πολλάκις διπλοῦν καὶ τριπλοῦν ἐπιτήδευμα, τὸ ζήτημα τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖον, καὶ τοιοῦτον, ὥστε νὰ δῆται νομοθετικῆς προνοίας· συνιστῶ δὲ τὸ γεγονὸς εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐξ ἰδίας πείρας γνωρίζω, ὅτι συμπολῖταί μου πολλοὶ ἐνεγράφησαν ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν ἐπιτηδευματιῶν ὑπὸ διπλοῦν καὶ τριπλοῦν πολλάκις ἐπιτήδευμα. Βεβαίως δύναται νὰ προταθῇ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἡ ἀντίῤῥησις, ὅτι εἰς τὸν πολίτην, τὸν ἀδικούμενον οὕτως ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐγγραφόμενον δὶς καὶ τρὶς ἐν τῷ καταλόγῳ, ἐπιτρέπεται ἡ προσφυγὴ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, ὅπως ἀπαλλαχθῇ τῶν λοιπῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ ὑποχρεωθῇ εἰς ἕνα καὶ μόνον φόρον ἐπιτηδεύματος, ὡς πᾶς πολίτης ὑποχρεοῦται νὰ πληρόνῃ. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἀντίῤῥησιν ταύτην ἔχω νὰ ἀντιτάξω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν· ὅτι, ἕως ὅτου ὁ ἐπιτηδευματίας λάβῃ γνῶσιν, ὅτι κατετάχθη ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν ἐπιτηδευμάτων ὑπὸ δύο λ.χ. ἐπιτηδεύματα, ἕως ὅτου κάμῃ τὴν προσφυγήν του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἕως ὅτου τὸ Ὑπουργεῖον τὸν ἀπαλλάξῃ τοῦ ἑνὸς ἢ τῶν δύο περιπλέον ἐπιτηδευμάτων, ὁ πολίτης οὗτος στενοχωρεῖται ὑπὸ τοῦ εἰσπράκτορος, καὶ ὁ φόρος ἄκοντος τοῦ πολίτου εἰσπράττεται. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ ἐξέλθῃ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἅπαξ ἐπληρώθη. Ἕνεκα τούτου φρονῶ, ὅτι ὑπάρχει περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὀφείλει νὰ εἰσαγάγῃ πρότασιν νόμου εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως διορθωθῇ τὸ ἄτοπον τοῦτο, τὸ ὁποῖον λαμβάνει χώραν εἰς τὰς ἐπαρχίας.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§50ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 μίαν ἁπλῆν παρατήρησιν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 3, αἱ διατάξεις τῶν προηγουμένων ἄρθρων 1 καὶ 2 δὲν ἐφαρμόζονται ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων τῶν Τραπεζῶν, τραπεζιτῶν κτλ. Οὗτοι δύνανται νὰ πληρώσωσιν ἀτόκως ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου, ἐντόκως δὲ πρὸς 7% μετὰ παρέλευσιν τῆς διορίας ταύτης. Τὸ τελευταῖον τοῦτο ἐδάφιον ἀφίνει ἐλευθέρας τὰς Τραπέζας καὶ τοὺς τραπεζίτας νὰ πληρώσωσιν ὁποτεδήποτε θέλουσι; Δὲν ὁρίζει προθεσμίαν. Νομίζω, ὅτι πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἐννοίας πρέπει νὰ προσδιορισθῇ καὶ προθεσμία τις ἀπωτάτη. Μετὰ παρέλευσιν 15 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐν τοῖς ἄρθροις 1, 2 καὶ 3 ὁριζομένης διορίας, λέλει τὸ ἄρθρον 4· ἀλλ’ ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 δὲν ὁρίζεται διορία· ὁρίζεται διορία πληρωμῆς ἀτόκως, διορία ὅμως πληρωμῆς ἐντόκως διὰ τὰς Τραπέζας κτλ. οὐδεμία προκύπτει.
§51Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλουσι νὰ πληρώσωσιν ἐντὸς δέκα ἡμερῶν.
§52ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀτόκως.
§53Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὀφείλουσι νὰ πληρώσωσιν ἐντὸς 10 ἡμερῶν, καὶ ἂν πληρώσωσιν ἐντὸς 10 ἡμερῶν, δὲν ὑποβάλλονται εἰς καταβολὴν τόκου· ἐὰν δὲν πληρώσωσιν ἐντὸς τῶν 10 ἡμερῶν καὶ πληρώσωσι μετὰ τὰς 10 ἡμέρας, θέλουσιν ὑποβληθῆ καὶ εἰς πληρωμὴν τόκου πρὸς 7%· ἐὰν δὲ καὶ πάλιν δὲν πληρώσωσι μέχρι τῆς εἰκοστῆς πέμπτης ἡμέρας, τουτέστι τῆς δεκάτης πέμπτης καὶ πλέον 10, θὰ πληρώσωσι πλὴν τοῦ τόκου καὶ τὸ πρόστιμον, τουτέστι 20% ἐπὶ πλέον.
§54ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν νομίζω νὰ ἐξάγηται καθαρῶς τοῦτο, ὅτι αἱ Τράπεζαι ὀφείλουσιν ἐντὸς 25 ἡμερῶν νὰ πληρώσωσι τὸ ποσὸν αὐτό.
§55Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐντὸς 10 ἡμερῶν.
§56ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀτόκως.
§57Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀτόκως. Ὀφείλουσι νὰ πληρώσωσιν εὐθύς· καὶ ἂν μὲν δὲν πληρώσωσιν εὐθύς, καὶ ἀναβάλωσιν ἐπὶ 10 ἡμέρας, δὲν τοῖς ἐπιβάλλεται οὐδὲ τόκος, οὐδὲ πρόστιμον· ἐὰν ὅμως ἀναβάλωσιν καὶ πέραν τῶν 10 ἡμερῶν, τοῖς ἐπιβάλλεται τόκος· ἐὰν δὲ ἀναβάλωσι καὶ 15 ἡμέρας ἐπὶ πλέον, τουτέστιν 25 ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ὀφείλουσι νὰ πληρώσωσι, τοῖς ἐπιβάλλεται ἐπὶ πλέον τοῦ τόκου καὶ πρόστιμον 20%.
§58ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου δὲν ἐξάγεται τοῦτο. Ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκει): «... ὑποχρέων εἰς πληρωμὴν τῶν φόρων αὐτῶν ἀτόκως μὲν ἐντὸς 10 ἡμερῶν....»
§59Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ὅρος τῆς ὑποχρεώσεως τὸ «ἀτόκως».
§60ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι μία περίπτωσις... «ἐντὸς 10 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου»,—ἡ περίπτωσις αὕτη ἔχει τὴν δεκαήμερον διορίαν,—«ἐντόκως δὲ—εἶναι ἡ δευτέρα περίπτωσις — πρὸς 7% μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς διορίας ταύτης.» Ἄλλη δευτέρα διορία τοῦ ἐντόκως δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ ἄρθρῳ 3, διορία ὡρισμένη. Τὸ δὲ ἄρθρον 4 ἀναφέρεται εἰς ὡρισμένην διορίαν· διότι λέγει: «μετὰ παρέλευσιν 15 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐν τοῖς ἄρθροις 1, 2 καὶ 3 ὁριζομένης διορίας». Ἐννοεῖ τὴν δεκαήμερον· ἡ δεκαήμερος εἶναι διὰ τὸ «ἀτόκως», ἀλλὰ διὰ τὸ «ἐντόκως» δὲν προσδιορίζεται.
§61Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διορία, τουτέστιν ἐπὶ τοῦ ἐντόκως ἡ προθεσμία, εἶναι μετὰ 10 ἡμέρας· εἰς τὰς 10 ἡμέρας ταύτας, κατὰ τὸ ἄρθρον 4, θὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλαι 15, καὶ οὕτω γίνονται 25, μεθ’ ἃς ἐπιβάλλεται τὸ πρόστιμον· ἀλλ’ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου θὰ ἦναι οἱ εἰς οὓς ἀφορᾷ ὁ νόμος ὑπόχρεοι, τουτέστιν, ἂν μὴ πληρώσωσιν ἑκουσίως, θὰ πληρώσωσιν ἐξαναγκαζόμενοι. Τοῦτο σημαίνει ἡ λέξις «ὑποχρέων».
§62ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἔχω μίαν παρατήρησιν καὶ μίαν σύστασιν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Βεβαίως οὐδεμίαν ἔχω ἀντίῤῥησιν, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς Τραπέζας ἢ τοὺς τραπεζίτας, ἢ τὰς ἑταιρίας ἐν γένει· ἀλλὰ νομίζω δίκαιον νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὸ αὐστηρὸν τοῦτο μέτρον καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, διότι βεβαίως αἱ Τράπεζαι καὶ αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρίαι ἔχουσιν ἄφθονα κεφάλαια, ὅπως δυνηθῶσι νὰ ἀποτίσωσιν ἀθρόους τριῶν ἐτῶν φόρους, ἀλλὰ οἱ ὑπάλληλοι τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, τῶν Τραπεζῶν, τῶν σιδηροδρόμων κλπ. νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μὴ περιληφθῶσι.
§63Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καταβάλλονται ὑπ’ ἐκείνων, παρ’ οἷς ὑπηρετοῦσι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 4).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§65Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἐμνήσθη τοῦ νόμου τῆς 21 Μαρτίου 1891, διὰ τοῦ ὁποίου λαμβάνεται ἐπιεικὲς μέτρον περὶ τῶν ὀφειλόντων τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος τοῦ ἔτους 1890· ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ὑπῆρχε καὶ ἄρθρον 4, τὸ ὁποῖον κανονίζει ἄλλως τὰ τῶν ποσοστῶν τῶν εἰσπραττόντων τοὺς φόρους ταμιῶν καὶ εἰσπρακτόρων, καὶ οὐχὶ ὡς εἶχον ταῦτα κανονισθῆ ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1884 καὶ τοῦ νόμου τοῦ 1887. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1884, προσδιωρίζετο εἰς 3% τὸ ποσοστὸν ἐπὶ τῶν εἰσπραττομένων ἐσόδων τῶν κεκλεισμένων χρήσεων. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1887 προσδιορίζεται εἰς 1%. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου πρόκειται καὶ περὶ ἐσόδων κεκλεισμένων χρήσεων, διὰ τοῦτο ὁ νόμος τοῦ 1891 ἐτροποποίησε τὸν τοῦ 1884, διότι περιεῖχε διάταξιν, καθ’ ἣν ἓν μόνον τοῖς ἑκατὸν εἰσπράττεται ἐξ ἑκατέρου τούτων. Δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον παρελείφθη ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ,
§66Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ὑπάρχει παρεσκευασμένον νομοσχέδιον, ὅπερ ἐλπίζω νὰ ὑποβληθῇ τὴν προσεχῆ Δευτέραν, μειοῦν ἐν γένει τὰ ποσοστὰ τῶν εἰσπραττόντων τοὺς φόρους. Περὶ τοῦ εἰδικοῦ δὲ θέματος, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, λαμβάνεται ἐν τῷ εἰσαχθησομένῳ τούτῳ νομοσχεδίῳ πρόνοια, ἀπαντῶσα εἰς τὴν ἰδέαν αὐτοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει· εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντικαταστάσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ ͵ΒΚΗʹ νόμου τῆς 20 Ἰουλίου ἐ. ἔ. «περὶ δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν.»
§68ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου συζήτησιν, τὴν μάλιστα παραταθεῖσαν, ἀνεπτύχθησαν ἱκαναὶ ἀντιῤῥήσεις, ἰδίως κατὰ τῆς προσθέτου διατάξεως τοῦ ἄρθρου 18, καθ’ ἣν δὲν τίθενται εἰς τὴν κληρωτίδα καὶ τὰ ὀνόματα τῶν στενοτάτων συγγενῶν τοῦ κατηγορουμένου, τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος καὶ τῶν συνηγόρων αὐτῶν κλπ. Καθ’ ὅσον δὲ μοὶ ἦτο δυσχερὲς νὰ ἀπαντήσω εἰς ἁπάσας τὰς ἀντιῤῥήσεις ταύτας ἀμέσως καὶ εἰς τόσον προκεχωρημένην μάλιστα ὥραν τῆς νυκτὸς, ὤφειλον, νομίζω, ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ ἐκπληρώσω ἤδη τὸ τοιοῦτον καθῆκον, ἀφοῦ ἄλλως τε, ὡς ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν τῆς ἐπιμάχου ταύτης διατάξεως εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, (ἀπὸ χρηστοῦ βεβαίως τοῦ συνειδότος, καὶ ἐν τῇ ἑδραίᾳ πεποιθήσει, ὅτι διὰ ταύτης ἐξασφαλίζεται πάντως τὸ ἀνεπηρέαστον τοῦ ὀρκωτοῦ δικαστηρίου,) ἔσχον τὴν τύχην νὰ ὑποστῶ τὰ σκώμματα γηραιοῦ πολιτευτοῦ, τὸν ὁποῖον ἀπὸ πολλοῦ σέβομαι καὶ παρ’ οὗ ἤλπιζον διὰ τοῦτο γενναιοτέραν χρῆσιν τῆς περὶ τὸ λέγειν ἀνεγνωρισμένης δεινότητός του.
§69ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἦσαν σκώμματα, κύριε συνάδελφε.
§70ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως κύριε συνάδελφε· πλὴν σᾶς διέφυγον φράσεις τινὲς, μετέχουσαι καὶ σκωπτικότητος. Κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσίν του ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας βουλευτὴς κ. Κωνσταντόπουλος, ἀποκρούσας ἰδίᾳ τὴν περὶ ἧς πρόκειται διάταξιν, ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν εὗρε πρακτικόν τινα λόγον ὑπὲρ αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο περιωρίσθην νὰ ἀναφέρω ἐντεῦθεν τοὺς συγκεκριμένους καὶ πραγματικοὺς ἐκείνους λόγους, ἐξ ὧν ἔλαβεν ἀφορμὴν ὁ σεβαστὸς ἐκ Πατρῶν συνάδελφος νὰ μὲ θωπεύσῃ ἐπὶ τὸ σκωπτικώτερον, ὡς ἐπικαλεσθέντα περιπτώσεις μεμονωμένας καὶ ὅλως τοπικὰς, (οὐχὶ τουτέστιν ἀναγομένας εἰς τὴν πανελλήνιον περιφέρειαν) ἐνῷ ὤφειλον, κατ’ αὐτὸν, νὰ ἀναπτύξω κυρίως τοὺς θεωρητικοὺς λόγους τῆς τοιαύτης προσθέτου διατάξεως τοῦ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τροποποιουμένου ἄρθρου 18 τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου. Ἀλλ’ ὅταν ὁ ἔντιμος πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης κ. Βουλπιώτης διὰ τῆς διακρινούσης αὐτὸν σοβαρᾶς εὐγλωττίας ἀνέπτυξε καὶ τοὺς πανισχύρους θεωρητικοὺς λόγους, οἵτινες ἐξ ἴσου συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς προτάσεως ταύτης, καὶ τοὺς ὁποίους βεβαίως εἶχε λάβει ὑπ’ ὄψιν της ἰδίᾳ καὶ ἡ ἐπιτροπή, ἐπὶ πλέον δὲ μετὰ ἄκρας λεπτότητος ὑπέδειξε τὸ ἄτοπον τῶν ἐξενεχθέντων μυκτηρισμῶν, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς ἐτράπη, δευτερολογήσας, ἐπὶ τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος εἶχε καταδικάσει ἐν ἀρχῇ, ἐπικαλεσθεὶς ἤδη τὴν δικαστικὴν πεῖραν, καὶ ἰσχυρισθείς, ὅτι δὲν ὑπεβλήθη δῆθεν δικαστική τις γνωμάτευσις περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς τροποποιήσεως τοῦ πρὸ πεντηκονταετίας λειτουργοῦντος θεσμοῦ, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν ἤδη. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Ρικάκης, ἀφοῦ προηγουμένως τὸν βεβαιώσω, ὅτι αἱ σκωπτικαὶ φράσεις, τὰς ὁποίας ἐν στιγμῇ πρεσβυτικῆς ἐξάψεως μᾶς ἐφιλοδώρησε, δὲν ἴσχυσαν νὰ ἐλαττώσουν οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον τὴν πρὸς αὐτὸν ὑπόληψιν καὶ τὸν σεβασμόν μου, οὔτε αἰσθάνομαι μνησικακίαν τινὰ ἐπὶ ταύταις, ἃς μοὶ ἐπιτρέψῃ, λέγω, νὰ τῷ ὑπομνήσω, ὅτι, καθ’ ὅλας τὰς παρελθούσας συνόδους τῆς Βουλῆς προέβημεν εἰς ἀπείρους ἐγχειρίσεις σπουδαιοτάτων ἄρθρων τῆς τε Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, καὶ ἤδη δὲ πρόκειται ἐν τῇ παρούσῃ συνόδῳ νὰ ἐπιψηφίσωμεν τοιαύτας τροπολογίας, καὶ ἰδίως τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπερ κρατῶ ἐν χερσὶ καὶ τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ παρέσχεν εἰς αὐτὸν ἀφορμὴν παρατηρήσεών τινων, ἔχει δ’ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει τὸ περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων νομοσχέδιον τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ), καὶ θὰ προβῶμεν εἰς τὴν τροποποίησιν τόσων ἄρθρων, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κἀμμία δικαστικὴ ἔκθεσις, οὔτε μία δικαστικὴ κἄν γνωμοδότησις περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς τροπολογίας αὐτῶν, (καὶ τοῦτο διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι δικαστικαὶ γνωμοδοτήσεις δὲν ὑποβάλλονται ἐπισήμως, εἰμὴ μόνον ὁσάκις προκληθῶσι τοιαῦται). Ἐν τούτοις ἔχομεν κατ’ ἐξαίρεσιν, καὶ ἴσως μοναδικὴν ἐξαίρεσιν, ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὴν γνωμοδότησιν ἁπάντων τῶν Εἰσαγγελέων τοῦ Κράτους, ἐκ γνωστῶν λόγων προκληθεῖσαν προσφάτως, καὶ ἐκθέσεις ἀπείρων ἄλλων νομομαθῶν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀντικαταστάσεως καὶ τῆς ἐπὶ τὰ κρείττω διαῤῥυθμίσεως τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος, πρὸς τὰς κυριωδεστέρας διατάξεις τοῦ ὁποίου δὲν δύναται βεβαίως νὰ θεωρηθῇ ἄσχετος καὶ ἡ διάταξις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου 18. Ἂς ἐνθυμηθῇ δὲ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ρικάκης, ὅτι, καίτοι δὲν ὑπῆρχε κἀμμία ἔκθεσις γνωμοδοτική, καὶ εἰδικὴ μάλιστα, οἵαν ἀξιοῖ ἤδη, καὶ διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἐνδεικνύηται ἡ ἀνάγκη τῆς καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀνακεφαλαιώσεως, ἡμεῖς οὐχ ἧττον προέβημεν εἰς τὴν κατάργησίν του ὁμοφώνως, παμψηφεί, καὶ τὴν κατηργήσαμεν—ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις—μετὰ πλείστων ἐπαίνων. Ἐγένοντο, Κύριοι, παρατηρήσεις τινὲς καὶ ἐκ μέρους τοῦ οὐχ ἧττον εὐλάλου ἐκ Λεβαδείας βουλευτοῦ κ. Μπουφίδου, προκύψασαι ἰδίως ἐκ τοῦ φόβου τῶν περιπλοκῶν τῆς διαδικασίας, ἕνεκα τῶν ἐνδεχομένων δυσχερειῶν κατὰ τὴν ἐξέτασιν καὶ βεβαίωσιν, ἤτοι τὴν ἀπόδειξιν τοῦ βαθμοῦ τῆς ἀπηγορευμένης συγγενείας. Πλὴν τὸν φόβον τοῦτον κατέδειξεν ἐντελῶς μάταιον ὁ φίλτατός μοι ἐκ Μαντινείας βουλευτὴς κ. Τριανταφυλλάκος ἀμέσως καὶ δι’ ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα κρίνω πάντη ἄσκοπον νὰ ἐπαναλάβω, ἐξεμηδένισε δὲ πάντως τὸν φόβον τοῦτον ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ συγγένεια δύναται ν’ ἀποδεικνύηται παραχρῆμα διὰ τῆς ὁμολογίας αὐτῶν τῶν ἀπαγορευομένων συγγενῶν, ἢ καὶ ἐγγράφως. Μάλιστα, Κύριοι, ἐγὼ τοὐλάχιστον φρονῶ, ὅτι ἡ ἀπαίτησις τῆς ἐγγράφου ἀποδείξεως ἤθελεν εἶναι ἐντελῶς περιττὴ, διότι δὲν δύναμαι οὔτε νὰ φαντασθῶ κἄν, ὅτι ὑπάρχουσι δικηγόροι, ἢ ἔνορκοι, κατὰ τὸ κρατοῦν ἤδη μάλιστα νέον σύστημα, τοσοῦτον κακοήθεις καὶ τοσοῦτον ἀναίσχυντοι, ὥστε νὰ ἀποκρύψωσιν ὑφισταμένην τυχὸν συγγένειαν, νομίζω δὲ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀποκλείσωμεν ἐντελῶς πάντα φόβον, ἐὰν δεχθῶμεν νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 18 καὶ δεύτερον ἐδάφιον, καθ’ ὃ «ὁ βαθμὸς τῆς συγγενείας τῶν ἀνωτέρω ἀποδεικνύεται παραχρῆμα διὰ τῆς ὁμολογίας αὐτῶν», νὰ προσθέσωμεν δὲ, πρὸς κύρωσιν τῆς διατάξεως ταύτης, καὶ τὴν ἑξῆς: «τιμωρουμένων διὰ τῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ νόμου προβλεπομένης χρηματικῆς ποινῆς, ἐὰν ἤθελον ἀποκρύψει τὴν ἀλήθειαν». Τοῦθ’ ὅπερ συμβιβάζεται καὶ πρός τινα σχετικὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ. Σπουδαίαν—τὸ ὁμολογῶ—ἐν ἀρχῇ μοὶ ἐνεποίησεν ἐντύπωσιν ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Ράλλη, εἰπόντος, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης διακυβεύεται ἡ αὐτοτέλεια τοῦ ὁρκωτοῦ δικαστηρίου, ὅπερ δέον νὰ διατελῇ ἀνεξάρτητον ἀπὸ τοῦ τῶν συνέδρων, καὶ ὑποστηρίξαντος τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἐνδέχεται τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων νὰ καταστήσῃ ὑποχείριον τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων ἐκ τῆς ἀποδοχῆς ἢ ἀποῤῥίψεως τῶν σχετικῶν αἰτήσεων καὶ προτάσεων περὶ ἐξαιρέσεως τῶν ἀπαγορευομένων νῦν συγγενῶν. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ διομολογήσω συνάμα, ἢ νὰ ἐκφράσω μᾶλλον τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὡριμώτερον σκέπτεταί τις ἐπὶ τῆς τοιαύτης παρατηρήσεως, ἐπὶ τοσοῦτον ἐνισχύεται ἐν τῇ γνώμῃ, ὅτι ἡ δι’ αὐτῆς ἐκφραζομένη δυσπιστία πρὸς τοὺς τακτικοὺς δικαστὰς εἶναι ἐξόχως ὑπερβολική. Δὲν ἐννοῶ, Κύριοι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δυσπιστῶμεν, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον μάλιστα, πρὸς ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους ὁ νόμος ἐνεπιστεύθη καὶ τὴν σύνταξιν τῶν καταλόγων τῶν ἐνόρκων καὶ τὴν ἐξέλεγξιν αὐτῶν, τὸν καταρτισμόν των, καὶ τὴν διεύθυνσιν τῶν συζητήσεων τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων, καὶ τὴν θέσιν τῶν ζητημάτων καὶ πᾶν ὅ,τι ἐν γένει ἀφορᾷ εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ ὁρκωτικοῦ θεσμοῦ, καὶ ἰδίᾳ, τὸ πάντων σπουδαιότερον, τὴν ἐκμηδένισιν πάσης ἐτυμηγορίας τῶν ἐνόρκων, κηρυττομένης πεπλανημένης κατὰ τὴν κρίσιν των. Δὲν ἐννοῶ δ’ ἄλλως, πῶς εἶναι δυνατὸν, τακτικοὶ δικασταὶ νὰ ἐκτραπῶσιν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει νὰ μὴ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν ἀποδεδειγμένην συγγένειαν, ἢ νὰ παραδεχθῶσι συγγένειαν ὅλως ἀνύπαρκτον, δὲν ἐννοῶ, ἐπαναλέγω, πῶς εἶναι δυνατὸν τόσον πανηγυρικῶς νὰ ἀθετήσωσι τὰ ἑαυτῶν καθήκοντα. Ἀλλὰ, καθόσον ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας βουλευτὴς κ. Κωνσταντόπουλος ὑπέβαλε χθὲς καὶ τὴν παρατήρησιν, ἥτις προὐκάλεσε καὶ διάλογον μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι τουτέστιν ἡ ἐπιψήφισις τοῦ ἄρθρου 32 τοῦ νομοσχεδίου καθίστησιν ἐντελῶς περιττὸν τὸ ἄρθρον 38 τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου...
§71ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀντίφασις, εἶπον, μεταξὺ τῶν δύο ἄρθρων.
§72ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίφασις.
§73ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἰδέα σας.
§74ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ναὶ, ὅπως εἶναι ἰδική σας ἡ ἀντίθετος... Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κωνσταντόπουλος νὰ μὴ θεωρῶ τὴν τοιαύτην ἰδέαν αὐτοῦ ὡς τὴν ὀρθοτέραν, καίτοι ἀναγνωρίζω τὸ κῦρος καὶ τὴν ὑπερτάτην βαρύτητα τῆς γνώμης του ἐπὶ ποινικῶν ἰδίως ζητημάτων. Ἰδοὺ δὲ διὰ τίνα λόγον δὲν κρίνω ὀρθὴν τὴν ἰδέαν του ταύτην. Τὸ ἄρθρον 32 ἀφορᾷ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῶν κενῶν τοῦ καταλόγου τῶν ἐνόρκων, ἐνῷ τὸ ἄρθρον 38 ἀφορᾷ εἰς ἐντελῶς διάφορον ἀντικείμενον, εἰς τὸν καταρτισμὸν τουτέστιν αὐτοῦ τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων. Κατὰ τὸ ἄρθρον 32, «ἐὰν μετὰ τὴν κλήρωσιν παρὰ τοῦ Ἐφετείου ἀποβιώσωσιν, ἢ ἀπολέσωσι τὰ προσόντα τινὲς τῶν ἐνόρκων, γίνεται νέα κλήρωσις», τὴν ὁποίαν ἤδη πρόκειται νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων. Ἂν δὲ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνόδου δὲν ἐμφανισθῶσί τινες ἐκ τῶν τοῦ καταλόγου, τοῦ οὕτω συμπληρωθέντος, τί δύναται, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νὰ ἐνεργηθῇ νομίμως; Περὶ τούτου προνοεῖ τὸ ἄρθρον 38, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι ἐν τῇ ἐνδεχομένῃ ταύτῃ περιπτώσει καλοῦνται οἱ ἀναπληρωτικοί, ὧν τὰ ὀνόματα, τίθενται εἰς τὴν κληρωτίδα, κλπ. Ἐντεῦθεν δὲ συνάγεται προφανῶς, ὅτι οὐ μόνον δὲν εἶναι εἰς ἀντίφασιν τὰ ἄρθρα ταῦτα, ἀλλὰ τοὐναντίον εἶναι εἰς πλήρη ἁρμονίαν καὶ ἐπιβάλλεται ἡ συνύπαρξις ἀμφοτέρων. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ἑτέραν τινὰ ἀντίῤῥησιν, πρὸς ἣν ὤφειλον νὰ ἀπαντήσω. Παύω δὲ, παρακαλῶν τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, νὰ ἐπιψηφίσῃ αὐτό, ὡς ἔχει, ἂν δ’ ἤθελεν ἐγκρίνει αὕτη, νὰ συνεπιψηφίσῃ καὶ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα ὑμῖν ἤδη, καὶ ἣν ἐπὶ τούτῳ κατατίθημι ἔγγραφον εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§75ΡΙΚΑΚΗΣ. Λυποῦμαι, διότι ἡ χθεσινὴ ἀγόρευσίς μου, ἥτις ἔλαβεν ἀφορμὴν ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν καὶ τὰς λέξεις τοῦ ἐντίμου καὶ ἀγαπητοῦ συναδέλφου κ. Ρουσοπούλου, ἔδωκε χώραν εἰς παρεξήγησιν, ἡ ὁποία ἀμέσως καὶ ὁμολογουμένως μὲ ἐλύπησε. Δὲν ἐνόησα διὰ τοῦ παραδείγματος ἐκείνου νὰ σκώψω, ὅπως ἐνόμισεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐξέφερε καὶ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν, ἀλλὰ ἠθέλησα νὰ μεταχειρισθῶ τὰς λέξεις του ἐκείνας ὡς ἐπιχείρημα, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον δὲν εἶναι προϊὸν μιᾶς ἐπιστημονικῆς μελέτης, μιᾶς ἀνάγκης, ἡ ὁποία ὅπως δήποτε κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἀπεδείχθη, ἀλλ’ ὅτι εἶναι προϊὸν ἑνὸς μεμονωμένου γεγονότος, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις ἑνὸς νέου νομοθετήματος. Ἤλπιζον, ὅτι μετὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν, ἥτις ἐξήντλησεν ὁλόκληρον τὴν συνεδρίασιν, ἠθέλομεν σταματήσει εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, περιοριζόμενοι εἰς τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὸ νομοσχέδιον ὑποβάλλει, καθόσον ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι ἡ σημερινὴ συζήτησις εἶναι ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ἐξήλθομεν ὅλως διόλου ἀπ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει. Ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει, ὅτι πᾶσα πρότασις ὑποβάλλεται ὑπὸ Ὑπουργοῦ ἢ Βουλευτοῦ, ἐπὶ δὲ τῆς προτάσεως γίνονται τροπολογίαι, σχετιζόμεναι μὲ τὴν κυρίαν πρότασιν, καὶ ὁ Κανονισμὸς διαγράφει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν κατὰ σειρὰν ψηφοφοροῦνται αἱ διάφοροι τροπολογίαι πρὸ τῆς ψηφοφορίας τῆς κυρίας προτάσεως. Ἐρωτῶ, ὑπεβλήθη ἓν νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τριῶν ἄρθρων τοῦ νόμου ΒΚΗʹ περὶ ἐνόρκων, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἠδυνήθη νὰ φέρῃ τροπολογίαν ἐπὶ τῶν ἄρθρων αὐτῶν; Δύναται ἡ παρείσφρησις τοῦ ἄρθρου 18, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ξένον ἀντικείμενον καὶ ὄχι τὸ ἀντικείμενον τῆς προτάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ θεωρηθῇ ὡς τροπολογία τοῦ νομοσχεδίου, καὶ νὰ προκαλέσῃ μίαν συζήτησιν, ξένην ὅλως διόλου τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ἡ πρότασις διετύπωσε καὶ ἐπροκάλεσε; Δυνατὸν νὰ μοὶ εἴπωσιν, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ αὐτοῦ νόμου. Τότε λοιπὸν, ἂν αὔριον φέρῃ, ὅπως ἔφερεν, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἓν νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τῆς Δικονομίας περὶ ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως, ἐγὼ δύναμαι νὰ φέρω τροπολογίας, παραθέτων ἄρθρα τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας περὶ ἀποδείξεως, ὅταν παραδεχθῶμεν, ὅτι εἰς ἕκαστον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται περὶ ἄρθρου τινὸς, δύναμαι ἐγὼ, ὁ Βουλευτὴς, νὰ προτείνω καὶ νὰ τροποποιήσω ἄλλα ἄρθρα τοῦ αὐτοῦ νόμου, μὴ σχετιζόμενα μὲ τὸ νομοσχέδιον· τότε θέλομεν φθάσει εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον· αὔριον, εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκτελέσεως ἐγὼ θὰ φέρω τροπολογίαν ἐπὶ τῶν περὶ ἀποδείξεως ἄρθρων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, διότι εἷς καὶ ὁ αὐτὸς νόμος εἶναι ἡ Πολιτικὴ Δικονομία. Ἀλλ’ ὅπως σεῖς θέλετε αὔριον ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου νὰ φέρητε νέον ἄρθρον καὶ νὰ ἐγκαινίσητε νέαν συζήτησιν ὡς τροπολογίαν τῆς κυρίας προτάσεως, ἐνῷ δὲν εἶναι τροπολογία, ἀλλ’ εἶναι κυρία πρότασις, οὕτως ἐγὼ δύναμαι αὔριον νὰ προτείνω τὴν τροπολογίαν ἐπὶ ἄρθρων περὶ ἀποδείξεως τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκτελέσεως. Εἶναι λοιπὸν ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις εἶναι ματαία, δύνανται δὲ οἱ κύριοι συνάδελφοι, ἂν θέλωσι, διὰ κυρίας προτάσεως νὰ τὸ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ, ἀκολουθοῦσα τὸν διαγεγραμμένον ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ δρόμον, νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἤλπιζον λοιπὸν, λέγω, ὅτι ἡ τροπολογία τῶν κυρίων συναδέλφων ἐπροτάθη ὡς ἁπλῆ γνώμη, ἀλλὰ δὲν ἐπίστευον, ὅτι ἤθελε προκληθῆ συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς, καὶ ὅτι ἠδύνατο μετὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ τροποποιηθῇ καὶ τὸ ἄρθρον 18, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ ἐπρότειναν. Ἀφοῦ ὅμως προεκλήθη συζήτησις, ἀφοῦ φαίνεται, ὅτι ἔχουσι διάφορον περὶ τῶν προτάσεων γνώμην, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμὸς, καὶ οἱ ἴδιοι συνάδελφοι νὰ τὸ ἐννοήσωσιν, ἀποσύροντες τὴν τροπολογίαν των, καὶ ἐπιφυλαττόμενοι νὰ τὴν ὑποβάλωσιν ὡς ἰδίαν πρότασιν. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν οὐσίαν, ἵνα προσθέσω ὀλίγας λέξεις. Δὲν ἤκουσα σήμερον τίποτε νεώτερον ἀφ’ ὅσα χθὲς ἐλέχθησαν. Χθὲς ἐπροτάθη, ὅτι ὁ θεσμὸς, ὅπως διαγράφεται ἐν τῇ προτάσει τῆς ἐπιτροπῆς, ἀντίκειται εἰς τὸν Ὀργανισμὸν τῶν Δικαστηρίων, ἀντίκειται εἰς τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι μέχρι τοῦδε ἐψηφίσθησαν περὶ ἐνόρκων, ἀντίκειται εἰς τὴν βάσιν αὐτοῦ τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος, μεταβάλλει τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον ἡ μέχρι τοῦδε ἰσχύουσα νομοθεσία διέγραψε, τοῦ νὰ δύναται καὶ ἡ κατηγορία καὶ ἡ ὑπεράσπισις νὰ προφυλάττηται ἀπὸ τὰς προσωπικὰς ἀφορμὰς, αἱ ὁποῖαι ὁπωσδήποτε δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσι τὴν τύχην εἴτε τῆς κατηγορίας εἴτε τῆς ὑπερασπίσεως, ἕνεκα σχέσεων ἢ ἕνεκα ἀντιπαθειῶν πρὸς τὸν κατηγορούμενον ἢ τὸν παθόντα, τὸ μέσον τῆς ἐξαιρέσεως, τὸ ὁποῖον ὅλαι αἱ νομοθεσίαι, αἱ μέχρι τοῦδε ἰσχύουσαι παρ’ ἡμῖν περὶ ἐνόρκων, καθιέρωσαν καὶ ἀνεγνώρισαν· ἔρχεται νὰ μεταβάλῃ λοιπὸν ὁλόκληρον τὸ μέρος τοῦτο, νὰ ἀναγράψῃ μίαν νέαν διαδικασίαν πολύπλοκον, ἐπικίνδυνον, δυναμένην νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς ἀπείρους στρεψοδικίας, εἰς ἄπειρα τεχνάσματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς παγίδες κατὰ τὴν διαδικασίαν, διότι δύναται ὁ κατηγορούμενος ἢ ὁ πολιτικῶς ἐνάγων νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς δίκης, προτείνων συγγένειαν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει τὸ δικαστήριον νὰ τῷ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀποδείξῃ· δύναται ὁ κατηγορούμενος, μετὰ τὸν σχηματισμὸν τοῦ δικαστηρίου, νὰ προσαγάγῃ δικηγόρους ἔχοντας συγγένειαν μετὰ τῶν κληρωθέντων ἐνόρκων. Εἰς πολλὰ λοιπὸν ἄτοπα δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν ἡ παραδοχὴ τοιαύτης μεταβολῆς τοῦ νόμου. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἄνευ ἀνάγκης ὁμολογουμένης, ἄνευ παραστάσεων τῶν ἁρμοδίων, ἄνευ ἐξετάσεων δυναμένων νὰ δικαιολογήσωσι τοιαύτας οὐσιώδεις μεταβολὰς, δὲν πρέπει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ προχωρῇ, καὶ πολὺ περισσότερον, ὅταν ἡ πρότασις αὕτη ἔρχηται ἀμελέτητος· διότι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ζητεῖ τὴν τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ὑπέβαλε τοιαύτην πρότασιν, καὶ ἑπομένως δὲν εὑρέθη εἰς θέσιν οὔτε ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως νὰ γνωρίσῃ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ὑπαγορεύσωσι καὶ δικαιολογήσωσι μίαν τοιαύτην πρότασιν. Ἀνάγκη δὲν ἐπίκειται. Ἤθελεν εἶναι μέγιστον σφάλμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν μόνη αὐτὴ, λαμβάνουσα τὴν πρωτοβουλίαν, προέβαινεν εἰς τοιαύτας μεταβολὰς, τοσοῦτον οὐσιώδεις καὶ τοσοῦτον σπουδαίας. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, τὸ ἐννοῶ, ὅτι, ὅταν πρόκηται νὰ φέρῃ ἓν νομοθέτημα παρόμοιον, τὸ μελετᾷ, ἔχει τὰ στοιχεῖα εἰς χεῖράς της, διὰ νὰ τὸ ἐξετάσῃ καὶ τὸ μελετήσῃ, δύναται νὰ σχηματίσῃ πεποίθησιν ἐκ γεγονότων καὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της, ὅτι ἡ μεταβολὴ αὕτη εἶναι οὐσιώδης καὶ ἀναγκαία. Ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ ἁπλῶς, ἐξ ἰδίων ὁπωσδήποτε σκέψεων καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς γνώσεως τοῦ πράγματος, ἐκ μεμονωμένων παραδειγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν, δὲν εἴμεθα οἱ ἁρμόδιοι νὰ προτείνωμεν τοιαύτας μεταβολὰς, αἵτινες δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀπείρους ἀτοπίας. Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τῷ ὑπομιμνήσκω, ὅτι ἡ θέσις του εἶναι λίαν σπουδαία ἐπὶ τοιαύτης περιστάσεως· ἀναλαμβάνει μεγάλην εὐθύνην, ὑποχωρῶν εἰς τοιαύτας προτάσεις, τὰς ὁποίας οὔτε ἐμελέτησεν, καὶ διὰ τὰς ὁποίας ἔχει ἀπόλυτον εὐθύνην. Ἡ ὑπηρεσία δὲν τὰς ὑπέδειξεν. Ἀναλαμβάνει εὐθύνην, λέγω, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλει περιπλεχθῆ εἰς τὰς σπουδαιοτάτας τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ ἡ τοιαύτη πρότασις, ἀφίνων τὴν Βουλὴν νὰ ὑποπέσῃ εἰς ἓν λάθος,— διότι δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ λάθος διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν.
§76ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἐκ Πατρῶν συναδέλφου μὲ ἀναγκάζει νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς μέλος τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπῆς, παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν. Τῇ ἀληθείᾳ ὑποθέτω, ὅτι, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελεν ὑποπτευθῆ κἄν, ὅτι τὸ ἄδολον ἐκεῖνο καὶ ἄκακον ἄρθρον 18 ἤθελε δώσει ἀφορμὴν εἰς τοιαύτην συζήτησιν, βεβαίως θὰ ἐπροτίμα νὰ κρατήσῃ τὴν τροπολογίαν της διὰ λογαριασμόν της. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ τείνουσιν εἰς οὐδὲν ἄλλο ἢ εἰς τὸ νὰ καταργήσωσι τὸ δικαίωμα τῆς πρωτοβουλίας τῶν Βουλευτῶν. Καὶ μήπως ἕκαστον ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ τὴν τροπολογίαν αὐτήν; Τοὐναντίον αἱ τροπολογίαι αὗται, προτεινόμεναι ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, φέρουσι περισσότερον τὸ κῦρος, διότι συνεφώνησαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἐννέα Βουλευταί. Ἡ δὲ υἱοθέτησις τῆς προτάσεως ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ αἴρει ἐκ τοῦ μέσου καὶ ματαίας ἀποδεικνύει τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἐκ Πατρῶν κυρίου συναδέλφου· διότι τὸ ἄρθρον πλέον αὐτὸ, προταθὲν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ υἱοθετηθὲν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἔρχεται παρ’ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης προτεινόμενον εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐσίαν, Κύριοι, τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐνέχει ἆρά γε ὅλα τὰ ἑπτὰ θανάσιμα ἁμαρτήματα, τὰ ὁποῖα τῷ καταλογίζουσι; Τίς ὁ σκοπὸς τῆς προτεινομένης τροπολογίας; Νὰ ἐξασφαλισθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης. «Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἐν ἄλλῃ νομοθεσίᾳ αὐτὴ ἡ διάταξις.» Καὶ μήπως νομοθετῶμεν ἡμεῖς ἐνταῦθα διὰ τοὺς Κινέζους; Δὲν νομοθετοῦμεν διὰ τοὺς Ἕλληνας, καὶ δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις τοῦ τόπου, ἵνα ὀρθῶς νομοθετῶμεν; Κατεκρίθη πολλάκις ἡ τάσις, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν νὰ ἀντιγράφωμεν ξένα νομοθετήματα, καὶ νῦν, ὅτε ἐκ τῶν πραγμάτων πειθόμενοι προτείνομέν τι, κατακρίνονται τὰ νομοθετήματα, διότι δὲν φέρουσι τὸν ξενικὸν χαρακτῆρα. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, εἶναι, ἐὰν τὸ προτεινόμενον θεραπεύῃ μίαν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται ἡ κοινωνία, καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν πρέπει νὰ κριθῇ ἡ τροπολογία. Ἐὰν παρὰ τοῖς Γάλλοις δὲν ὑπάρχῃ, σημαίνει, ὅτι οἱ Γάλλοι δὲν ᾐσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην τοιαύτης διατάξεως. Ἐὰν παρὰ τοῖς Γερμανοῖς δὲν ὑπάρχῃ, σημαίνει, ὅτι οἱ Γερμανοὶ δὲν ᾐσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην αὐτῆς. Ἐὰν ὅμως ἡμεῖς τὴν αἰσθανώμεθα, καὶ φέρωμεν παραδείγματα, ἐκ τῶν ὁποίων δύναταί τις νὰ πεισθῇ, ὅτι εἶναι διάταξις χρήσιμος, διατὶ νὰ ἀποκρούσωμεν αὐτήν; Ποῦ στηρίζεται δὲ ἡ διάταξις αὕτη; Εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἐξαιρέσεως τοῦ δικαστοῦ, τοῦ μέλλοντος νὰ δικάσῃ, τὴν ὁποίαν ἡ νομοθεσία μας καθιεροῖ, ὁρίζουσα καὶ λόγους ἐξαιρέσεως. Καὶ τάχα οἱ ἔνορκοι δὲν εἶναι δικασταί; Ὀφείλομεν μάλιστα ὑπόπτως νὰ ἔχωμεν πρὸς αὐτοὺς, ἀνεξαρτήτως τῶν παραδειγμάτων, τὰ ὁποῖα παρέχει ἡ λειτουργία τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος παρ’ ἡμῖν, καὶ διὰ τὸν λόγον ὅτι ὁ ἔνορκος δικάζων δὲν αἰτιολογεῖ τὴν ἀπόφασίν του, ἀλλὰ δικάζει κατὰ συνείδησιν διὰ τοῦ Ναὶ καὶ τοῦ Ὄχι, χωρὶς νὰ δίδῃ λόγον εἰς οὐδένα περὶ τῆς ἀποφάσεώς του ταύτης. Δὲν ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ λάβωμεν πάντα τὰ δυνατὰ μέτρα, ὥστε ὁ ἔνορκος, ὁ πολίτης, τὸν ὁποῖον ἔταξεν ὁ νόμος ἵνα δικάζῃ τὸν ὅμοιόν του, νὰ ᾖναι ὅσον τὸ δυνατὸν ἀνεξάρτητος καὶ ἀνεπηρέαστος ἀπὸ τῶν περιστοιχόντων αὐτόν; Ἄλλως τε, ὡς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ πρόεδρος τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπῆς παρετήρησε χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς μὴ θέσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ ἐνόρκου ἐν τῇ κληρωτίδι, τοῦ ἐνόρκου δηλαδὴ τοῦ ὑποκειμένου εἰς τοιαύτην σχέσιν εἴτε πρὸς τὸν κατηγορούμενον, εἴτε πρὸς τὸν παθόντα, εἴτε πρὸς τοὺς δικηγόρους, ἔρχεται εἰς ἐπικουρίαν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Εἰσαγγελεὺς, τῆς ἐξαιρέσεως. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, προλαμβάνει ἔτι καὶ ἑτέραν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ δικαίωμα τοῦ Εἰσαγγελέως δύναται νὰ ἀπεσβέσθη. Καὶ πότε; Ὑποθέσατε, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐξαντλεῖ τὸ δικαίωμά του τῆς ἐξαιρέσεως, μετὰ τὴν ἐξάντλησιν δὲ τούτου ἐξάγεται τὸ ὄνομα ἐνόρκου, ὑποκειμένου εἰς τοιαύτην ἐξαίρεσιν· ὁ Εἰσαγγελεὺς εἶναι ἐν πλήρει ἀδυναμίᾳ νὰ ἐξαιρέσῃ αὐτόν. Ἄλλως τε δὲν ἐννοῶ κατὰ τί θὰ βλάψῃ ἡ εἰσαγωγὴ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ τῆς τοιαύτης διατάξεως· διότι μόνον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν πρόκηται νὰ φέρῃ ζημίαν, δυνάμεθα νὰ τὴν ἀποκρούσωμεν· ἐὰν ὅμως ἡ διάταξις αὕτη ᾖναι ἔστω καὶ ἀνώδυνος, διατὶ νὰ ἐξοβελισθῇ; Πάντως περιττὴ ὅμως βεβαίως δὲν εἶναι, οὐδὲ θὰ δυνηθῶσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες νὰ ὑποστηρίξωσι τὸ περιττὸν τῆς διατάξεως. Ἤκουσα ὅμως, λεχθὲν παρ’ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη καθιερουμένη καθίστησιν ὑποχείριον τὸ ἔνορκον δικαστήριον εἰς τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων, πρὸς τὸ ὁποῖον ὁ νόμος πρέπει νὰ ἔχῃ ὑποψίαν. Καὶ διατὶ τάχα τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων, τὸ ἐξ ἰσοβίων δικαστῶν συγκείμενον, τίθεται ἐν τοιαύτῃ μοίρᾳ; Ἐμπιστευόμεθα τὸν δικαστὴν τὸν ἰσόβιον;...
§77ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι, δὲν τὸν ἐμπιστευόμεθα εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐγκλημάτων· τοῦτο λέγει καὶ τὸ Σύνταγμα.
§78ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἡ κοινὴ δικαιοσύνη ἐκδικάζει τὴν πειρατείαν, ἔχει τὴν ἰδιάζουσαν δικαιοδοσίαν, καταρτίζει δὲ καὶ τοὺς καταλόγους τῶν ἐνόρκων. Ποῦ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εὗρε τὸν τοιοῦτον δισταγμὸν ἐν τῷ νόμῳ πρὸς τὸν ἰσόβιον δικαστήν; Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν γνωρίζω διάταξίν τινα τῆς νομοθεσίας μας, ἐνδεικνύουσαν τοιοῦτον δισταγμὸν πρὸς τὸν δικαστὴν τὸν ἰσόβιον. Ἐὰν δὲ διὰ τῆς διατάξεως ταύτης πρόκηται νὰ καταστῇ τὸ ἔνορκον δικαστήριον ὑποχείριον τοῦ δικαστηρίου τῶν συνέδρων, τότε τί θὰ εἴπωσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες περὶ τῆς ἄλλης περιπτώσεως, καθ’ ἣν τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων ἔχει ὅπλον ἀκαταγώνιστον κατὰ τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων, τὸ ὅτι δύναται νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐτυμηγορίαν τῶν ἐνόρκων, τὸ ὁποῖον εἶναι ἔτι σπουδαιότερον; Καὶ ἀκυροῖ τὴν ἐτυμηγορίαν ἐξ ἐσωτερικῆς ἁπλῶς πεποιθήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ νόμος δίδει πλήρη ἰσχύν. Πῶς λοιπὸν, ἀφοῦ ἔχει τὴν μεγάλην ταύτην ἐξουσίαν τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων ἀπέναντι τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων, πῶς, ἀφοῦ ὁ νόμος παρὰ τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων ἔταξε τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων ποδηγέτην, ἵνα χειραγωγῇ αὐτὸ, πῶς δύναται νὰ δείξῃ πρὸς αὐτὸ δισταγμὸν καὶ δυσπιστίαν; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἐὰν μὴ δι’ ἄλλον τινὰ λόγον, μὴ καθαρῶς ὑπὸ τῶν ἀγορευσάντων καὶ ὑποστηριξάντων τὴν ἀντίθετον γνώμην ἐκπεφρασμένον, δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ ἡ διάταξις αὕτη τοσοῦτον πολεμεῖται καὶ κατακρίνεται. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, καὶ ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ ὡς Βουλευτὴς, φρονῶ ὅτι ἡ διάταξις αὕτη θέλει ἀποβῆ πολὺ ὠφέλιμος, ψηφιζομένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§79ΡΑΛΛΗΣ. Φρονῶ, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἀπέδειξεν, ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ ἴδια τέκνα, ὅπως μὴ υἱοθετῇ τὰ ἔκθετα τῶν ἄλλων, θεωρῶ δὲ ὡς ἔκθετον τὴν τροπολογίαν, τὴν ὑποβληθεῖσαν παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, διότι δὲν εἶχον, ὡς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τὸ δικαίωμα, ὑπὸ τὴν ἰδιότητά των, νὰ ὑποβάλωσι πρόσθετον μεταῤῥύθμισιν ἑτέρου ἄρθρου ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τῆς Βουλῆς παρεπέμφθη ἐνώπιον αὐτῶν. Εἶχον βεβαίως τὴν βουλευτικὴν πρωτοβουλίαν, καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητά των ταύτην ἠδύνατο ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐπὶ τετραετίαν Ὑπουργὸς, ἢ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι, ἐὰν ἐνόμιζον ὅτι ὑπῆρχον ἐλαττώματα εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων καὶ εἰς ἄλλους δικαστικοὺς νόμους, νὰ ὑποβάλωσι τὰς παρατηρήσεις των· ἀλλ’ ὑποβάλλοντες εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν, ἤθελον ὑποστῆ τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον ὑφίστανται αἱ προτάσεις αἱ κοινοβουλευτικαί. Ἐὰν δὲ παρεπονέθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν διὰ τὴν ματαίαν ἀπώλειαν τοῦ χρόνου, δικαίως παρεπονέθη· διότι, ἐὰν οἱ κύριοι δὲν ἀντεποιοῦντο τὴν ἰδιότητα τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, βεβαίως δὲν θὰ ἐματαιοπονοῦμεν, ὅπως ἀνακαλύψωμεν, ὅτι δὲν νομοθετοῦμεν περὶ Κινέζων, ἀλλὰ περὶ Ἑλλήνων,— ὡς ἂν οἱ Κινέζοι δὲν ἔχωσι τέκνα, ἢ δὲν αἰσθάνωνται τὸ αἴσθημα τῆς συγγενείας. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἔπρεπε νὰ ἐννοήσητε σεῖς, ὅτι δὲν ἦτο παράλειψις τοῦ νομοθέτου ἡμῶν ἡ μὴ ἀναγραφὴ τῆς διατάξεως, ἣν μετὰ τεσσαράκοντα ἔτη σήμερον θέλετε ν’ ἀναγράψητε, ἀλλ’ ὑπῆρξεν ἀκριβὴς ἐκτίμησις πάντων τῶν ὅρων, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ διέπωσι τὸ σύστημα τὸ ὁρκωτικόν. Εἶναι ἀδύνατον, ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὴν πτέρυγα τῶν συμπολιτευομένων, νὰ θελήσωσι νὰ νομοθετήσωσι, χωρὶς νὰ ὑπερβῶσι τὸν κύκλον, τὸν ὁποῖον ἔθετο ὁ συνταγματικὸς ἡμῶν χάρτης. Οἱ Κύριοι (δεικνύει τοὺς Ὑπουργοὺς) εἶναι οἱ Ἑπτὰ σοφοὶ, καὶ νομίζουσιν, ὅτι αὐτοὶ δύνανται νὰ θέσωσι χεῖρα ἀσεβῆ καὶ ἐπὶ τὸν συνταγματικὸν χάρτην. Δὲν τοῖς ἀρκεῖ νὰ μεταῤῥυθμίσωσιν ὅλους τοὺς νόμους, τοὺς ἀπὸ πεντηκονταετίας ψηφισθέντας, ἀλλὰ θέλουσιν αὐτοὶ, σοφώτεροι τοῦ νομοθέτου ἡμῶν, νὰ θέσωσι χεῖρα καὶ ἐπὶ τῶν διατάξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι σχετίζονται πρὸς τὸ Σύνταγμα. Καὶ σᾶς λέγουσι: διατὶ δυσπιστεῖτε πρὸς τοὺς τακτικοὺς δικαστάς; Δυσπιστοῦμεν, διότι δυσπιστεῖ πρὸς αὐτοὺς ὁ συνταγματικὸς ἡμῶν χάρτης, καὶ θέλει ἀποδειχθῆ κενὸν γράμμα ἡ διάταξις, ἡ διατηροῦσα τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἠθέλετε ὑποβάλει εἰς ἔλεγχον τακτικῶν δικαστῶν τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων. Εἰς αὐτὸ ἀπέβλεψεν ὁ νομοθέτης ἡμῶν, ὁ ὁποῖος ἦτο σοφώτερος ὑμῶν. Σήμερον, ὅ,τι σᾶς διέλθῃ ἐκ τῆς κεφαλῆς, νομίζετε ὅτι δύνασθε νὰ τὸ φέρητε ἐνταῦθα, καὶ στρεβλώσητε οὕτω τὸν νόμον. Ἡμεῖς ἔχομεν τὸ καθῆκον ν’ ἀποκρούσωμεν αὐτό· ἐὰν δὲ ἡ πλειονοψηφία θέλῃ νὰ τὸ κυρώσῃ διὰ τῆς ψήφου της, τόσον χειρότερον δι’ αὐτήν.
§80ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐκ Ζακύνθου ἠναγκάσθη ἐπὶ τέλους νὰ ἀπολήξῃ εἰς τὴν ἑξῆς παρατήρησίν του· «ἐὰν δὲν ἦναι ἀναγκαία ἡ μεταβολὴ, δὲν εἶναι ὅμως καὶ περιττή». Ἐὰν νομοθετῶμεν σπουδαίως, κύριοι Βουλευταί, διατὶ νὰ δεικνύωμεν τοιαύτην ἐπιμονὴν εἰς τὸ νὰ μεταβάλλωμεν τὰ κείμενα; Ὅταν εἰς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἐνάσκησιν τοῦ μεγαλειτέρου δικαιώματος, τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἐγκλημάτων, ἐρχώμεθα νὰ προτείνωμεν ὡς ἀναγκαίαν μίαν μεταβολὴν οὐσιωδεστάτην, πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ τοὺς λόγους ἀποχρῶντας, ἵνα ὑποστηρίξωμεν, ὅτι ἡ προτεινομένη μεταβολὴ εἶναι ἀναγκαία καὶ ἀπαραίτητος. Εἶναι ἀδιάφορον, λέγουσιν, ἐὰν παρ’ ἄλλοις ἔθνεσι τοιαύτη διάταξις δὲν ὑπάρχει, διότι ἡμεῖς ὀφείλομεν ὡς Ἕλληνες νὰ νομοθετῶμεν, καὶ ὡς Ἕλληνες, νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐνταῦθα γινόμενα. Μέχρι τοῦδε δὲν ἐγνώριζον, ὅτι τὰ αἰσθήματα τῆς συγγενείας, καὶ οἱ δεσμοὶ οἱ συγγενικοὶ εἰσι διάφοροι κατὰ τὰ διάφορα Κράτη, ὅτι ἐν Ἑλλάδι οἱ δεσμοὶ τῆς συγγενείας καὶ τὸ φίλτρον τοῦ πατρὸς πρὸς τὸν υἱὸν εἶναι διάφοροι ἀπὸ τοὺς δεσμοὺς τῆς συγγενείας καὶ τὸ φίλτρον τοῦ πατρὸς πρὸς τὸν υἱὸν ἐν Γερμανίᾳ. Δὲν πιστεύω, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ φρονῇ, ὅτι εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον δύναται ὁ πατὴρ νὰ δικάσῃ καὶ καταδικάσῃ τὸν υἱὸν, καὶ ὁ ἀδελφὸς τὸν ἀδελφὸν, καὶ ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα μόνον ἔχομεν τὸ τρυφερὸν αἴσθημα νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ προβῶμεν μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, καὶ ὅτι ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ ζητήσωμεν, ὅπως ἐξασφαλισθῶμεν κατὰ τοῦ φίλτρου αὐτοῦ. Τοιαῦτα ἐπιχειρήματα δὲν δύνανται νὰ ἰσχύσωσι, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὅπως μᾶς πείσωσι νὰ μεταβάλωμεν νόμον λειτουργοῦντα, τοῦ ὁποίου μέχρι τοῦδε ἀπεδείχθησαν τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. Ὁ νόμος προέβλεψε καὶ ἔδωκεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τὸ μέσον νὰ ἐξαιρέσῃ πάντα συγγενῆ τοῦ κατηγορουμένου, καὶ εἰς τὸν κατηγορούμενον τὸ μέσον νὰ ἐξαιρέσῃ τοὺς συγγενεῖς τοῦ ἰδιώτου κατηγόρου καὶ τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος· ἡ δὲ παρατήρησις, ἡ ὁποία ἐγένετο, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς δύναται νὰ ἐξαντλήσῃ τὸ τῆς ἐξαιρέσεως δικαίωμά του πρὶν ἐξαχθῇ τῆς κληρωτίδος τὸ ὄνομα τοῦ πατρὸς ἢ τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ κατηγορουμένου δὲν δύναται νὰ ἐπιδράσῃ σπουδαίως ἐπὶ τῆς κρίσεως ἡμῶν, διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς πάντοτε πρὸς τῆς ἀσκήσεως τοῦ δικαιώματός του τούτου θέλει ὑπολογίσει τοὺς συγγενεῖς τοῦ κατηγορουμένου, καὶ δὲν θέλει ἐξαντλήσει τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαιρέσεως, εἰμὴ μόνον ἀφοῦ ἐξαιρέσῃ τούτους. Τὴν ἀκρίβειαν δὲ τῶν λόγων μου τὴν ἀπέδειξεν ἡ πεῖρα, ἡ ἐφαρμογὴ ἑξήκοντα σχεδὸν ὁλοκλήρων ἐτῶν. Σᾶς ἐζήτησα ἓν παράδειγμα, πότε πατὴρ ἐπαρουσιάσθη ὡς ἔνορκος, ἵνα δικάσῃ τὸν υἱόν του· ποῖος εἶναι ὁ πατὴρ, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ τὴν σκληρὰν καρδίαν, ἐμφανιζόμενος ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου καὶ βλέπων τὸν υἱόν του εἰς τὴν ἕδραν τοῦ κατηγορουμένου, νὰ καθήσῃ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ δικαστοῦ; Μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἐπαρουσιάσθη τοιοῦτον παράδειγμα. Παρουσιάζεται; Ἔχετε τὸ μέσον τῆς ἐξαιρέσεως. «Εἶναι περιττὴ, λέγουσιν, ἡ γνώμη τῶν ἁρμοδίων, εἶναι μάταιον καὶ περιττὸν νὰ ἐρωτῶμεν, διατὶ οἱ μέχρι τοῦδε ἐφαρμόζοντες τὴν νομοθεσίαν δὲν ἀνέφερον τὸ παραμικρὸν κενὸν τοῦ νόμου, δὲν ἐπεκαλέσθησαν τὴν διόρθωσιν αὐτοῦ· ἡμεῖς ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζομεν, εἴμεθα οἱ ἁρμόδιοι καὶ δυνάμεθα σήμερον ἐξ ἰδίας γνώσεως νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς διαδικασίας τῆς ποινικῆς, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα, χωρὶς νὰ ἤμεθα εἰς θέσιν καὶ εἰς καιρὸν νὰ σκεφθῶμεν, ὁποῖα ἀτοπήματα δύνανται νὰ γεννηθῶσιν ἐκ τοιαύτης μεταβολῆς.» Διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην, ὡς προεῖπον, ἵνα, ἐὰν ἀπεφασίσατε νὰ προβῆτε εἰς ἓν ἀτόπημα, ἐμποδίσω τοῦτο, προτείνων τὴν ἔνστασιν, ὅτι ἡ πρότασις, ὡς ἔρχεται, δὲν ἔρχεται κανονικῶς, ἵνα δώσω καιρὸν καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὴν ὑπέβαλον, καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος ὤφειλε νὰ ἔχῃ γνώμην ἐκκαθαρισμένην περὶ τούτου, καὶ εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς, ὅπως μελετήσωμεν ταύτην, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ πρότασις συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν, νὰ ἤμεθα εἰς καλλιτέραν θέσιν ἀπὸ ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα ἤδη. Θέλετε δὲ νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἓν ἄλλο; Οἱ συζητοῦντες σήμερον ἑκατέρωθεν δὲν εἶναι ἐντελῶς ἐλεύθεροι μιᾶς κακῶς ἐννοουμένης φιλοτιμίας, καὶ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν προσπαθεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξέφρασε. Λοιπὸν ὑπὸ τὸ κράτος τοιούτων αἰσθημάτων καὶ ἰδεῶν δὲν ψηφίζονται καὶ δὲν ἀποφασίζονται τοιοῦτοι νόμοι. Παραδεχθῆτε ἑπομένως τὴν πρότασιν τὴν ὀρθὴν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν, καὶ ἀναβάλετε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, περιοριζόμενοι εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
§81ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ συμφωνήσω μὲ τοὺς λέγοντας ὅτι ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἀντισυνταγματική. Κατ’ οὐδὲν αὕτη θίγει τὸ Σύνταγμα, διότι τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα διατηρεῖται, τὰ καθέκαστα δὲ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ δικαιοῦται νὰ κανονίζῃ ἡ Πολιτεία δι’ ἄλλων νόμων. Ἐπίσης δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον οἱ ἀντιφρονοῦντες δὲν δέχονται τροποποίησιν, ἡ ὁποία εἰς οὐδὲν ἄλλο τείνει ἢ εἰς τὴν πληρεστέραν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Βεβαίως πῶς θὰ δυνηθῇ νὰ δικάσῃ ἀμερολήπτως ὁ ἔχων οἱονδήποτε συμφέρον; ὁ συγγενὴς εἴτε τοῦ κατηγορουμένου, εἴτε τοῦ παθόντος καὶ πολιτικῶς ἐνάγοντος; Μόνον ἓν ἠδυνάμην νὰ δεχθῶ, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι οὐχὶ ἀπὸ ἀγαθοῦ συνειδότος ἡ ἐπιτροπὴ ἐπρότεινεν· τοῦτο εἶναι τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς προτεινόμενον περὶ ἐξαιρέσεως τῶν συγγενῶν τῶν πληρεξουσίων συνηγόρων ἢ δικηγόρων τοῦ κατηγορουμένου. Δυστυχῶς παρετήρησα, ὅτι ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, συγκειμένης ἀτυχῶς ἀπὸ δικηγόρους, ἀείποτε ἐχλεύασε τὸ δικηγορικὸν ἀξίωμα, καὶ πάντα τὰ δικαστικὰ νομοθετήματα καὶ ἐν γένει ἅπαντα τὰ νομοθετήματα πάντοτε κατὰ τῶν δικηγόρων στρέφονται, καὶ τὸν δικηγόρον φέρουσιν εἰς μοῖραν μόνον γραφέως. Ὁ δικηγόρος δὲν εἶναι δημόσιον ὄργανον, δὲν εἶναι Εἰσαγγελεὺς, δὲν ἐκπληροῖ καθήκοντα λειτουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; Διατὶ ζητεῖτε τὴν ἐξαίρεσιν τῶν συγγενῶν του ἐνόρκων; Διατὶ ὑβρίζετε τὸν δικηγόρον,— τοῦ ὁποίου πάντες ἔχετε, μόλις ἐξέλθητε τοῦ Βουλευτηρίου, τὴν ἀνάγκην,— καὶ ἀπὸ σκοποῦ ἐξευτελίζετε τὸ ἀξίωμα αὐτό;... Ἀλλ’ ὑποθέσατε, ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ σκέψις τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐκ τῶν πραγμάτων ἀποδεικνύεται, ὅτι εἰς οὐδὲν δύναται ἡ διάταξις νὰ συντελέσῃ. Ἐγὼ, ὁ δικηγόρος, εἶμαι συγγενὴς δέκα ἐνόρκων, καὶ δὲν μὲ προσλαμβάνει ὁ κατηγορούμενος, ἀφοῦ δὲ συγκροτηθῇ τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων, μὲ καλεῖ ὁ κατηγορούμενος βλέπων συγγενεῖς μου ὁρκωτοὺς, μὲ καλεῖ νὰ τὸν ὑπερασπισθῶ, μὲ διορίζει συνήγορόν του, διότι εἰς τὴν ἕδραν τῶν ἐνόρκων κάθηνται οἱ συγγενεῖς μου, ὁ ἀδελφός μου καὶ ὁ πατήρ μου, ἵνα τὸν δικάσωσιν. Εἰς τί θὰ σᾶς ὠφελήσῃ ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν προτείνετε; Δύναται πλέον τὸ ὁρκωτὸν δικαστήριον νὰ διαλυθῇ; Λοιπὸν φρονῶ, ὅτι οἱ συγγενεῖς τῶν δικηγόρων δὲν πρέπει νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὴν προτεινομένην ἐξαίρεσιν. Θὰ παρακαλέσω δὲ τοὺς κυρίους συναδέλφους, καὶ ἰδίᾳ τοὺς νομικοὺς, νὰ παύσωσιν ἐξευτελίζοντες τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ μᾶλλον σεβαστὸν ἀπὸ πᾶν ἄλλο σωματεῖον, καὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἀντίληψιν πάντες καὶ πάντοτε ἐπικαλοῦνται, καὶ τὸ πλεῖστον δωρεάν.
§82ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Αὐτὸ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἡ εὔγλωττος συζήτησις, ἣν ἐπροκάλεσε τοῦτο, καὶ ἡ ὁποία ἀπέδειξεν, ὅτι ἔχομεν πλείστους ὅσους συναδέλφους, κατέχοντας τὸν λόγον καὶ δυναμένους νὰ ποιήσωνται χρῆσιν αὐτοῦ εἰς τρόπον, ὥστε νὰ πείσωσι καὶ καταπείσωσι, καὶ ἀποδείξωσι τὸ μέλαν λευκὸν καὶ τὸ λευκὸν μέλαν, αὐτὰ πάντα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι κακῶς, κάκιστα πράττομεν, μαχόμενοι εἰς τὴν ἀνατροπὴν ὀργανικῶν νόμων, ὀργανικῶν θεσμῶν, ἐρχόμενοι ἀμελέτητοι καὶ ἄνευ τῆς δεούσης παρασκευῆς. Ἀλλὰ τὸ γενόμενον οὐκ ἀπογίνεται. Καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὸ σύστημα τὸ ὁρκωτικὸν, ἀρκοῦμαι εἰς ταῦτα, καὶ ἔρχομαι εἰς παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐγεννήθησαν ἐκ τῶν ὑποβαλλομένων νεωτερισμῶν. Ἐγὼ πάντα νεωτερισμὸν τὸν ἀποκρούω, προκειμένου λόγου περὶ τοιούτων νομοθετημάτων, περὶ τοιούτων θεσμῶν. Ἀρκοῦσι τὰ γενόμενα· μὴ προχωρῶμεν ἐπὶ πλέον! Μὴ πιστεύετε, ὅτι διὰ τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν θὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις εἰς ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον περιεπλέξαμεν ὡς τὸ περιπλέκομεν. Καθ’ ὅσον δ’ ἀποβλέπει τὴν ἄλλην πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας θέλετε νὰ πληρώσητε τὰς ἐλλείψεις τοῦ νόμου, εἶναι ἔργον οὐχὶ προσηκούσης μελέτης. Ὑπέβαλον τὴν παρατήρησιν, ὅτι κακῶς ποιοῦντες οἱ νομοθέται ἀντέγραψαν τὸν Ὀργανισμὸν τῶν Δικαστηρίων, ὁ ὁποῖος, καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὰ προσόντα τῶν ἐνόρκων, ἐστηρίζετο εἰς σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἰσχύει πλέον, καταργηθὲν διὰ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας. Τὸ σύστημα ἐκεῖνο εἶναι σύστημα προσόντων, στηριζομένων εἰς τὴν φορολογίαν καὶ εἰς τάξεις ἀνωτέρας. Ἀλλὰ σήμερον, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν προσόντα οὔτε διὰ τὸν Βουλευτὴν, οὔτε διὰ κἀμμίαν ἄλλην πολιτειακὴν θέσιν, νὰ ζητῶμεν προσόντα διὰ τοὺς ἐνόρκους, ἀντίκειται εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ ἰσχύοντος πολιτεύματος. Ἀλλὰ λέγει ὁ κ. Ὑπουργός: οἱ ἄνδρες τοῦ πατριωτισμοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ προσφέρωνται προθύμως εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τοῦ ἐνόρκου. Ἀλλ’ ὅταν βαρύνητε τὸν ἄλλον πέραν τοῦ δέοντος, τότε δὲν ἐπιτυγχάνετε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιζητεῖτε. Διὰ τοῦτο προβῆτε τουλάχιστον εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῶν προσόντων τοῦ ὁρκωτοῦ, εὐρύνατε τὸν κύκλον τῶν ἐκλεξίμων, ὅπως οὕτω πορισθῆτε τὸν ἀναγκαῖον ἀριθμὸν, ἵνα λειτουργήσῃ τὸ σύστημά μας, μέχρις ὅτου διὰ τῶν πραγμάτων ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ ἀντιβαίνει εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ ὁρκωτοῦ δικαστηρίου καὶ εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιδιώκωμεν, ἵνα ἠθικοποιήσωμεν τὸν λαὸν, ἀνυψοῦντες τὸν χαρακτῆρα αὐτοῦ, καὶ καθιστῶντες αὐτὸν ἱκανὸν, ἵνα ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν προορισμόν του. Ἀλλὰ μὴ νομίζετε, ὅτι οὕτω προγράφοντες τὸν λαὸν, ἀποκλείοντες αὐτὸν ἀπὸ τὴν ἐξάσκησιν ὑψηλῶν δικαιωμάτων, ὅτι οὕτω φθάνετε εἰς τὴν ἀνύψωσιν τοῦ Ἕλληνος. Ὄχι! ἀπεναντίας τὸν ταπεινοῦτε, τὸν καταβιβάζετε ἀπὸ τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἵσταται ὁ Ἕλλην, ἵνα καθέξῃ τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῷ θέσιν.
§83ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις, διότι πρὸ ὀλίγου ἀντέταξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς, ὅτι δὲν ὑπάρχει διάταξις ἐν τῇ νομοθεσίᾳ μας, διὰ τῆς ὁποίας ἀποδεικνύεται οἱαδήποτε ὑπόνοια κατὰ τῶν δικαστῶν. Ὑπάρχει μία διάταξις, ἐκτὸς πλείστων ἄλλων, τὴν ὁποίαν κατεψήφισεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς, ἡ κατάργησις τοῦ δικαιώματος τῆς ἀνακεφαλαιώσεως τοῦ προέδρου τῶν συνέδρων. Ἀκριβῶς διότι πέρυσιν ἠθελήσαμεν νὰ καταστήσωμεν ἐντελῶς ἀνεξάρτητον τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων ἀπὸ τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων, ἀφῃρέσαμεν καὶ τὸ ὅπλον τῆς ἀνακεφαλαιώσεως, ὡς ἐπιζήμιον, ὡς δυνάμενον νὰ ἐπηρεάσῃ ἐπὶ τὴν ψῆφον τῶν ἐνόρκων. Ἀφ’ ἑνὸς ἔχομεν δικαστήριον ὁρκωτῶν, ἀποφαινόμενον ἐπὶ τῆς ἐνοχῆς,— καὶ ἐπὶ τῶν ἐνοχῶν οὐδεμίαν δύναται νὰ ἐξασκήσῃ ἐπιῤῥοὴν τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων,— ἀφ’ ἑτέρου ἔχομεν δικαστήριον συνέδρων, ἀποφαινόμενον ἐπὶ τοῦ μέτρου τῆς ποινῆς. Ἀλλ’ ἀντέλεξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ζακύνθου, ὅτι τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων ἔχει εἰς χεῖράς του τὸ φοβερὸν ὅπλον τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἐτυμηγορίας. Ναὶ, τὸ ἔχει, ἀλλὰ θὰ τὸ μεταχειρισθῇ ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει καὶ ὁμοψήφως ὑπὲρ τῆς ἀθωώσεως, θὰ ἔλθῃ δὲ μεθαύριον νὰ ἀντιμετωπίσῃ νέον δικαστήριον ἐνόρκων· ἀκριβῶς δὲ τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἠθέλησε νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἐτυμηγορίαν τῶν ἐνόρκων. Ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου εἶπεν, ὅτι βεβαίως δὲν θὰ βλάψῃ τὸ νὰ μὴ λαμβάνουν συγγενεῖς τοῦ κατηγορουμένου, ἢ δὲν ἠξεύρω τίνες ἄλλοι, μέρος εἰς τὸ ὁρκωτὸν δικαστήριον· ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἔδωκεν ὁ νόμος εἰς χεῖρας τῆς κατηγορίας καὶ τῆς ὑπερασπίσεως τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαιρέσεως ὡρισμένου ἀριθμοῦ ἐνόρκων. Νομίζετε ὅτι ὁ ἀριθμὸς οὗτος δὲν εἶναι ἱκανὸς, ἵνα προασπίσῃ τὴν κοινωνίαν; Μεταβάλετέ τον, ἀλλὰ μὴ μεταβάλετε τὸν τρόπον τῆς ἐξαιρέσεως, διότι τοῦτο θὰ γεννήσῃ τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι δύναται νὰ καταστῇ τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων ὑποχείριον τῷ δικαστηρίῳ τῶν συνέδρων, διότι τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων θὰ ἔχῃ ψῆφον ἐπὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐλέχθησαν τοσαῦτα, ὥστε εἶναι ἀδύνατον καὶ τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς νὰ μὴ ἐπείσθησαν, ὅτι ἐκ πολλοῦ ζήλου πρὸς τὴν ἀμερόληπτον ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης προέβησαν εἰς δύστοκον πρότασιν, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν ἀποδεικνύει ὅτι προέβλεψαν ὅλα, ὅσα δύνανται νὰ συμβῶσιν.
§84ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, ὅτι δὲν ἠδύνατο κατὰ τὸν Κανονισμὸν νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς, ἤθελεν εἶσθαι ὄντως βάσιμος, ἐὰν, πρὶν ἢ ἄρξηται ἡ συζήτησις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, δὲν ἐδήλουν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι υἱοθετῶ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς. Κατ’ ἀκολουθίαν δὲν συζητεῖται μόνον ὡς πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ συζητεῖται καὶ ὡς πρότασις τῆς Κυβερνήσεως, ἤτοι ὡς ἀναπόσπαστον μέρος τοῦ νομοσχεδίου. Ἐδήλωσα δὲ, ὅτι ἀποδέχομαι τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ μὲν διότι δὲν παραδέχομαι, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὸ θεμελιῶδες ἡμῶν πολίτευμα, καθόσον τὸ Σύνταγμα μίαν ἀνέγραψεν ἀρχὴν, ὅτι διατηρεῖται τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα, οἷον ὑφίσταται καὶ οἷον δύναται διὰ τῶν νόμων νὰ κατασκευασθῇ· τὸ ὁρκωτικὸν δὲ σύστημα περιλαμβάνει καὶ ἐνόρκους καὶ δικαστήριον συνέδρων. Δὲν κατηργήθη ἡ διάταξις, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν δημοσιότητα τῶν συνεδριάσεων. Κατηργήθη δὲ μόνον τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐχορηγεῖτο εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν συνέδρων, ἤτοι τὸ τῆς ἀνακεφαλαιώσεως, διότι ὑπελήφθη, ἴσως καὶ εὐλόγως, ὅτι ἐκ τῆς τοιαύτης ἀνακεφαλαιώσεως ἠδύνατο νὰ παραβλαφθῇ τὸ συμφέρον τοῦ κατηγορουμένου. Τὴν ἀπεδέχθην δὲ καὶ δι’ ἕτερον λόγον, διότι νομίζω, ὅτι αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ καθιερωθῇ σήμερον, ἐγίνετο διὰ τῆς χρήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξαιρέσεως. Ὁμολογῶ, ὅτι κατ’ οὐδὲν δύναται νὰ διαταράξῃ τὰ κείμενα ἡ ἀναγραφὴ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξαιρέσεως καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς στενοὺς συγγενεῖς τοῦ ἰδιώτου κατηγόρου καὶ τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος. Ἀλλ’ ἡ ἐξαίρεσις συγγενοῦς τοῦ συνηγόρου τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος καὶ τοῦ κατηγόρου, νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτυγχάνουσι τοῦ σκοποῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ ἡ ἐπιτροπὴ, διότι οἱ συνήγοροι δὲν εἶναι πάντοτε γνωστοὶ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων. Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν, ἐὰν ὑπάρχῃ συγγενὴς τοῦ ἐνόρκου συνήγορος τοῦ κατηγορουμένου, νὰ μὴ τὸν παρουσιάσῃ οὗτος πρὶν ἢ διεξαχθῇ τὸ ἔργον τῆς κληρωτίδος, ἀλλ’ ἀφοῦ ἀρχίσῃ ἡ δίκη. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἕτερος κίνδυνος· ὅταν ἔχητε ἕνα πολιτικῶς ἐνάγοντα, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ματαιώσῃ τὴν δίκην, δύναται νὰ διορίσῃ πολλοὺς δικηγόρους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πολλοὺς συγγενεῖς μεταξὺ τῶν ἐνόρκων, οὕτω δὲ νὰ μὴ καταστῇ εὔκολος ἡ κατάρτισις τοῦ δικαστηρίου. Τὴν ἐξαίρεσιν δὲ τῶν συγγενῶν αὐτῶν τὴν παρεδέχθη ἡ νομοθεσία ἡμῶν. Τὴν εὑρίσκομεν ἐν τῷ ἄρθρῳ 36 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, προκειμένου περὶ πολιτικῶν δικῶν. Ἐκεῖ μάλιστα βλέπομεν ἐξαιρέσεις πολὺ μεγαλειτέρας ἀκόμη. Ἐὰν περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὴν ἐξαίρεσιν τῶν συγγενῶν κατ’ εὐθεῖαν γραμμὴν, ἢ ἐκ πλαγίου μέχρι τοῦ τετάρτου βαθμοῦ, ἢ ἐξ ἀγχιστείας μέχρι δευτέρου βαθμοῦ, συγγενῶν μόνον τοῦ ἰδιώτου κατηγόρου, τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος καὶ τοῦ κατηγορουμένου, νομίζω, ὅτι ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπός. Θὰ παρακαλέσω δὲ καὶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον τὴν πρότασιν αὐτὴν, καθὼς καὶ τὴν Βουλὴν, ν’ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν ταύτην, καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι πέραν τοῦ δέοντος ἡ συζήτησις παρετάθη. Ἄλλως ἐπὶ ὅλων αὐτῶν τῶν ἐξαιρέσεων ποτὲ δὲν ἐπαρουσιάσθη ζήτημα.
§85ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διατὶ νὰ μὴ προλάβητε, ἐὰν παρουσιασθῇ τὸ ζήτημα;
§86ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεβλήθη τοιαύτη διάταξις ὑπὸ τοῦ κ. Ῥουσοπούλου, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι πολύπλοκος, διότι θὰ ἦναι δύσκολον νὰ ἀποδειχθῇ, ποῖος εἶναι ὁ ἐξάδελφος ἢ γαμβρὸς ἢ ἀδελφὸς τοῦ κατηγόρου.
§87ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ συνεννοηθῶμεν ἐπὶ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν τροποποιηθῇ ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς ὅπως λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐγὼ νομίζω πλέον, ὅτι ἡ κατηγορία, εἴτε παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως εἴτε παρὰ τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος ἐκπροσωπουμένη, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐπέδρασε μέχρι τοῦδε ἐπὶ τὴν δικαιοσύνην τὴν ποινικήν. Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ κατηγορούμενος νὰ δικάζηται καὶ ὁ πατήρ του νὰ τὸν καταδικάζῃ! Ἀλλὰ σεῖς λέγετε: πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ πολιτικῶς ἐνάγων νὰ παρίσταται καὶ νὰ ζητῇ ἀποζημίωσιν, καὶ ὁ συγγενὴς νὰ δικάζῃ; Δηλαδὴ ἡ κατηγορία μέχρι τοῦδε ἔβλαψε τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο εἴμεθα σύμφωνοι· διότι, ἐὰν ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ἔφθασεν ὅπου ἔφθασε, τοῦτο βεβαίως ὀφείλεται εἰς τὴν στρεβλὴν διεξαγωγὴν τῆς κατηγορίας. Ἐγὼ δὲν πολεμῶ τὴν προσθήκην, ὡς διετυπώθη, διότι εἶμαι σύμφωνος ὡς πρὸς τὴν δικαιολογικὴν βάσιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐννοήσητε, τί συζητεῖτε· ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω. Σήμερον καθιστᾶτε ὕποπτον τὴν ἐνέργειαν τῆς κατηγορίας ἐπὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, εἴτε ἡ κατηγορία διεξάγεται παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς Πολιτείας, εἴτε παρὰ τοῦ ἰδιώτου κατηγόρου ἢ τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος, καὶ αὐτὴ νομίζετε ὅτι ἐπέδρασεν ἐπὶ τὴν δικαιοσύνην τὴν ποινικήν. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ λέγει, ὅτι οἱ κατηγορούμενοι καὶ οἱ συνήγοροι τῶν κατηγορουμένων εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπέδρασαν.
§88ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δύνανται νὰ ἐξαιρεθῶσι μόνον οἱ συγγενεῖς τοῦ ἰδιώτου κατηγόρου, τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος καὶ τοῦ κατηγορουμένου.
§89ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον, μὲ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καθιέρωσεν ὁ ὀργανικὸς νόμος, νὰ ἔχῃ ὁ κατηγορούμενος συγγενεῖς ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ Κακουργιοδικείου, ὅπου θὰ δικασθῇ, διότι δὲν δικάζεται εἰς τὸν τόπον τῆς κατοικίας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπικίνδυνον εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, εἶναι οἱ συγγενεῖς τῶν ὑπερασπιστῶν, καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ ἀγρότης ὁ κατηγορούμενος δὲν ἔχει νὰ διαθέσῃ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἔχω ἐγὼ, ὁ συνήγορος. Λοιπὸν στρεβλόνετε μόνον τὸ σύστημα, διότι ὁ νόμος θέλει τὰς ἀποφάσεις ἄνευ δικαιολογίας, διὰ ν’ ἀποφύγῃ ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν διαδικασίαν. Διὰ τοῦτο φρονιμώτερον εἶναι νὰ περιορισθῶμεν ἐντὸς τοῦ ὑποβληθέντος κειμένου.
§90ΛΕΩΝ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι μετὰ τὸν περιορισμὸν, τὸν ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἡ τροπολογία τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι ἀναγκαία, διότι, κατὰ τὸν νόμον περὶ ἐνόρκων, οὐδενὸς ἡ δίκη δύναται νὰ ἐκδικασθῇ ἐν τῷ Κακουργιοδικείῳ τῷ ἑδρεύοντι εἰς τὴν ἐπαρχίαν του· ἀλλὰ καὶ ἀνεξαρτήτως τούτου, σπανιώτατον εἶναι, ἵνα μὴ εἴπω πάντη ἀδύνατον, νὰ τύχωσι συγγενεῖς τοῦ κατηγορουμένου μεταξὺ τῶν ἐνόρκων. Ὥστε πρόκειται, νομοθετοῦντες μόνον περὶ σπανιωτάτης περιπτώσεως, νὰ φέρωμεν τὴν σύγχυσιν περὶ τὸν καταρτισμὸν τοῦ δικαστηρίου. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀφοῦ περιώρισεν εἰς αὐτὴν τὴν σπανίαν περίπτωσιν τὴν τροπολογίαν, θέλει ἀποσύρει αὐτὴν ἐντελῶς.
§91ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Οἱ ἐκ Καλαβρύτων κατηγορούμενοι, οἱ ὁποῖοι θὰ δικασθῶσιν ἐν Πάτραις, βεβαίως ἔχουσι συγγενεῖς ἐκεῖ. Ἀλλ’ ἡ ἐκτίμησις ἐπαφίεται ἐκ τοῦ νόμου εἰς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν. Κατὰ τὸν νόμον μάλιστα, ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Ἐφετεῖον νὰ ὁρίσῃ τὴν δίκην καὶ ἐν Κακουργιοδικείῳ ἑδρεύοντι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἐξ ἧς κατάγεται ὁ κατηγορούμενος.
§92ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν ἠμπορῶ ἢ νὰ ἀναιρέσω τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὁ παρὼν νόμος δὲν ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἀντιβαίνει, διότι ἀποστερεῖ τοὺς πολίτας τοῦ δικαιώματος αὐτῶν, τοῦ νὰ ἦναι δικασταὶ οἱ συμπολῖταί των. Ὅλοι οἱ κατοικοῦντες εἰς ἐπαρχίας, ὅπου δὲν ἑδρεύουν Κακουργιοδικεῖα, δὲν ἠμποροῦν πλέον νὰ ἔχουν τοὺς φυσικούς των δικαστάς. Ἄρα ἡ ἀποστέρησις τοῦ δικαιώματος τούτου εἶναι παραβίασις τοῦ Συντάγματος.
§93ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται νὰ ὁμιλήσω διὰ τρίτην φορὰν, καὶ πρέπει νὰ μοὶ τὸ ἐπιτρέψητε, διότι ἴσως δυνηθῶ νὰ ἀποτρέψω καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν τροπολογίαν των. Πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἐὰν καθιερώσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην, θὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ διαγραφῇ νέα διαδικασία, διότι κατ’ αἴτησιν ἑνὸς τῶν συντρεχόντων εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης δὲν τίθεται εἰς τὴν κληρωτίδα τὸ ὄνομα τοῦ δεῖνα ἢ δεῖνα, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ κατηγορούμενος δὲν ὀνομάζει κυρίως τοὺς συνηγόρους του, παρὰ μόνον τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν θὰ τελειώσῃ πλέον ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἀφῃρέθη.
§95ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσι καὶ τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος οἱ συγγενεῖς, διότι αὐτὸς δὲν παρίσταται παρὰ μόνον μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ δικαστηρίου. Νομοθετεῖτε ἐπὶ ματαίῳ, πράττετε κἄτι τι, τὸ ὁποῖον στρεβλώνει τὸ ἴδιον ὑμῶν ἔργον, οὕτω πως νομοθετοῦντες.
§96ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ πλανᾶσθαι εἶναι ἀνθρώπινον, ἀλλὰ τὸ ἐμμένειν ἐν τῇ πλάνῃ οὐκ ἔστιν ἀνδρὸς σοφοῦ. Οἱ Κύριοι ἐπλανήθησαν, ὑποβαλόντες τοιαύτην τροπολογίαν. Πρέπει, καλὰ καὶ σώνει, νὰ ψηφισθῇ ἡ τροπολογία αὕτη, διὰ νὰ ματαιωθῇ πᾶν προσδοκώμενον ἀγαθὸν ἐκ τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐνόρκων; Δὲν σκέπτονται ἆρά γε μετὰ πόσου πείσματος διεξάγονται αἱ δίκαι ἐν τοῖς Κακουργιοδικείοις καὶ πόσον ὁ νοῦς τῶν ἐνδιαφερομένων, ἰδίως τῶν πολιτικῶς ἐναγόντων, καταγίνεται νὰ εὕρῃ λόγους, ἵνα ματαιώσῃ τὴν δίκην; Καὶ δίδετε καὶ ἑτέραν ἀφορμὴν εἰς αὐτοὺς πρὸς τοῦτο! Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ! ἐπιβάλλεται λοιπὸν εἰς ἡμᾶς, διότι ἐπρότεινε τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ διότι υἱοθέτησεν αὐτὸ ὁ κ. Ὑπουργὸς, νὰ μὴ ἀναγνωρίζωμεν, ὅτι εἶναι διάταξις ἐπιβλαβής; Ἐὰν θέλητε νὰ νομοθετήσητε τοιαῦτα, συμπληρώσατέ τα δι’ ἄλλων διατάξεων, αἱ ὁποῖαι νὰ καθιστῶσι τὸν τρόπον τῆς ἀποδείξεως ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, ὅπως εἶναι ὁ τρόπος τῆς ἀποδείξεως διὰ τοὺς λαβόντας μέρος κατὰ τὴν ἀνάκρισιν, διὰ νὰ μὴ ματαιωθῇ ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκετε, καὶ νὰ μὴ καταστρατηγῆται ἡ δικαιοσύνη, ἀφοῦ τέλος πάντων κατωρθώθη νὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος περὶ ἐνόρκων ἐπιτυχῶς.
§97ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§98ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά! ἀρκετά!
§99ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν δύναται νὰ ὁμιλήσῃ, κύριε Πρόεδρε, πλέον’ ὡμίλησε δίς.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει, κύριε Ρικάκη, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε τρεῖς φοράς. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐπιτρέπῃ νὰ ὁμιλήσητε πάλιν.
§101ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου· πρόκειται περὶ τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ μάλιστα εἶναι ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ἀπευθύνω τὴν παρατήρησιν πρὸς ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, προκειμένου περὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἰσχυρίσθην, ὅτι δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ αὐτὴ ἡ πρότασις δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ, διότι δὲν εἶναι τροπολογία τοῦ νομοσχεδίου· ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι, ἐπειδὴ τὴν υἱοθέτησεν ὁ Ὑπουργὸς, ἡ ἔνστασις, ἡ ὁποία ἄλλως τε δύναται νὰ ᾖναι ὀρθὴ, δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ· τῷ ἀπαντῶ, ὅτι οὔτε ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ παρεισάξῃ ἀντικείμενα ξένα τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε καὶ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφισθῇ. Ἡ πρότασις αὕτη τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι τροπολογία, εἶναι κυρία πρότασις. Ἡ ἀπάντησις λοιπὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ἐξασθενεῖ παντάπασι τὴν ἔνστασίν μου, καὶ ἀφίνω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον δύναται ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμὸς, νὰ πράξῃ ὅπως ἂν ἐγκρίνῃ. Ἐγὼ δὲν ὑποβάλλω κἀμμίαν πρότασιν.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ τελειώσωμεν;
§103ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 18. Εἶναι τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης προταθὲν καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ υἱοθετηθὲν ἄρθρον, εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ ἰσχύοντος ͵ΒΚΗʹ νόμου. (Ἀναγινώσκεται, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὑπάρχει τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτὴς κ. Ρουσόπουλος, ἔχουσα ὡς ἑξῆς.
§105ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ὁ βαθμὸς τῆς συγγενείας τῶν ἀνωτέρω ἀποδεικνύεται παραχρῆμα διὰ τῆς ὁμολογίας αὐτῶν, τιμωρουμένων διὰ τῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 36 προβλεπομένης χρηματικῆς ποινῆς. ἐὰν ἤθελον ἀποκρύψει τὴν ἀλήθειαν».
§106ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ τροπολογία αὕτη ἀναιρεῖ ἐντελῶς τὰς κειμένας διατάξεις περὶ ἀποδείξεως. Τί θὰ εἴπῃ «ἀποδεικνύεται διὰ τῆς ὁμολογίας;» Ἐγὼ τὸ ἀμφισβητῶ· δύναται νὰ ὁμολογῇ ὅσον θέλει ὁ Κύριος ἐκεῖνος· ἐγὼ ἀμφισβητῶ, ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, ἐναντίον τῆς ὁμολογίας του, ὅτι εἶναι ἢ δὲν εἶναι συγγενής του· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι θ’ ἀποδειχθῇ διὰ τῆς ὁμολογίας ἐκείνου ἰσχυρισμὸς, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ὑποβάλλω; Δὲν εἶναι σπουδαῖα πράγματα αὐτά! Ἀνατρέπονται ἄρδην αἱ κρατοῦσαι παρ’ ἡμῖν ἀρχαὶ περὶ ἀποδείξεως, καθ’ ἃς ἡ ὁμολογία δὲν δύναται νὰ ἀποδείξῃ ὑπὲρ τοῦ ὁμολογοῦντος. Δὲν δύναται οὔτε πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ τοιαύτη τροπολογία.
§107ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ζήτημα γίνεται σύνθετον. Ἀνεγνώσθη ὡς μόνον ἄρθρον ὁλόκληρον τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ διαιρεθῇ εἰς ὅσα ἄρθρα σύγκειται, καὶ ἕκαστον αὐτῶν νὰ ἀναγνωσθῇ χωριστά.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ρουσοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 18, ὅπως ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ἀρκετοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§109ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν παρεδέχθη.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω ἀντιθέτως. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 18 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἄρθρον. Ἄρθρον 30 (ἀναγινώσκεται).
§111ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ, μετὰ τὰς λέξεις «κατὰ τὰς προηγουμένας συνόδους» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «τοῦ αὐτοῦ ἔτους». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 30 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 37 καὶ 38, τὰ ἀντικαθιστῶντα τὰ ἀντίστοιχα ἄρθρα τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀντικαταστάσεως ἄρθρων τινῶν τῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων).
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7 καὶ 20′ μ. μ.