1892.12.04
2.287 στίχοι · 17.742 λέξεις · 76 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11
τῆς 4 Δεκεμβρίου 1892.
(Παρασκευή).
Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἀποχωρισμοῦ ἐκ τῶν δημοσίων ἐσόδων κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν ἀνηκόντων τοῖς δήμοις ποσοστῶν ἐκ φόρων ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν. Περὶ τούτου ἐγένετο λόγος παρ’ ἐμοῦ καὶ ἄλλοτε, τουτέστιν, ὅτι δέον νὰ μὴ ἀναγράφωνται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τὰ βεβαιωτέα ἔσοδα τῶν δήμων, οὐδ’ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τ’ ἀποδοτέα εἰς αὐτοὺς, ἀλλὰ νὰ κανονισθῶσι τὰ περὶ τούτων δι’ ἀμέσου ὑπὸ τῶν δήμων βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως, ἁπλοποιουμένης οὕτω τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας, καὶ καθισταμένης ἐφικτῆς τῆς ἐγκαιροτέρας βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν εἰς τοὺς δήμους ἀνηκόντων ποσοστῶν ἐκ τῶν εἰρημένων προσόδων.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 30). Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§3ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν, περιέχουσαν κατ’ αὔξοντα ἀριθμὸν τὰ ὀνόματα καὶ ἐπώνυμα τῶν ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰουλίου μέχρι σήμερον ἐν τῷ νομῷ Ἀττικοβιωτίας συλληφθέντων ἢ προσελθόντων φυγοποίνων, τὴν κατοικίαν αὐτῶν, τὴν πρᾶξιν, ἐφ’ ᾗ κατηγορήθησαν, τὸν ἀριθμὸν καὶ τὴν χρονολογίαν τῆς ἀποφάσεως, δι’ ἧς κατεδιώκοντο, τὴν ἐπιβληθεῖσαν διὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ποινὴν, ἂν αὕτη εἶχεν ἐκδοθῆ ἐρήμην ἢ κατ’ ἀντιμωλίαν αὐτῶν, ἂν ἐγένετο ἀνακοπὴ μετὰ τὴν σύλληψιν ἢ τὴν προσέλευσιν αὐτῶν, καὶ ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μετ’ ἀνακοπὴν δίκης. Παρακαλῶ δὲ νὰ κατατεθῶσι ταχέως αἱ αἰτούμεναι πληροφορίαι, διότι θὰ μοὶ χρησιμεύσωσι κατὰ τὴν συζήτησιν, ἥτις μέλλει νὰ προκληθῇ κατ’ αὐτὰς, περὶ τῆς διαγωγῆς τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων κατὰ τὸν νομὸν, ὃν ἀνέφερα. Θὰ ἦτο καλὸν ἴσως νὰ εἴχομεν γενικωτέραν σημείωσιν διὰ τοὺς καθ’ ὅλον τὸ Κράτος συλληφθέντας φυγοποίνους ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰουλίου μέχρι τοῦδε, διότι τοῦτο ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸ νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς τοσάκις διαθρυληθείσης ἐντεῦθεν καὶ ἐν τῷ τύπῳ ἐγκληματικότητος παρ’ ἡμῖν· διότι, καθὼς ἐνθυμεῖσθε, ἐγὼ διεφώνησα ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο πρός τινας ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, καὶ θὰ ἦτο καλὸν νὰ ὑπεβάλλετο περὶ τούτου κατάστασις εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα μεταγενεστέρως γείνῃ συζήτησις γενικωτέρα περὶ τούτου· ἀλλ’ ἡ κατάστασις, ἣν σήμερον ἐζήτησα, παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ ταχέως, διότι, ὡς εἶπον, θέλει μοὶ χρησιμεύσει εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τῆς διαγωγῆς τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων.
§4ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ προσαγάγῃ ἔγγραφον τοῦ ὑπομοιράρχου Ἰωάννου Παπανικολάου, τοῦ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν δήμων Μαραθῶνος καὶ Ὠρωπίων, τὸν δὲ κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ προσαγάγῃ τὴν ἀνάκρισιν, τὴν ἐνεργηθεῖσαν κατὰ τοῦ ὑπομοιράρχου τούτου ὑπὸ τοῦ ταγματάρχου Ἰοσαδρόβσκη, διότι καὶ αὐτὸ θὰ συντελέσῃ πολὺ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν γεγονότων, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ συνάδελφος. Εἶναι δὲ τὸ ζητούμενον, ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλεν ὁ ὑπομοίραρχος πρὸς τὸν Δήμαρχον Μαραθῶνος καὶ τὸ ὁποῖον ἄρχεται διὰ τῶν λέξεων «ἄθλιε Δήμαρχε!», ὑπάρχει δὲ εἰς τὰς χεῖρας τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ πρότασις περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§6ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Ἐπειδὴ, Κύριε Πρόεδρε, ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς τῆς Βουλῆς ἀπαλείφει μόνον πιστώσεις, δὲν τροποποιεῖ δὲ τὸν Κανονισμὸν, περιττὸν εἶναι νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεως ταύτης. Διὸ καὶ τὴν ἀποσύρω.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προβαίνομεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς ἐνεστώσης συνόδου. Ὁ κ. Κροκιδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§8ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὅτε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης Βουλευτὴς, ὑποβάλλων τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς, ἀνήγγειλεν ἐν ταὐτῷ, ὅτι ἐγένοντο οἰκονομίαι ἐν αὐτῷ 26 χιλιάδων δραχμῶν, ὁμολογῶ ὅτι ἠσθάνθην ἀληθῆ ἀνακούφισιν, διότι τέλος πάντων εἰσήλθομεν εἰς τὸ στάδιον τῶν οἰκονομιῶν, καὶ ἦτο βεβαίως καιρός. Ὁ τρόπος ὅμως, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἐκ Μεσσήνης συνάδελφος εἰσήγαγε τὸν προϋπολογισμὸν, μοὶ ἐφάνη ἐνέχων κἄτι τι ὕποπτον, διότι δὲ παρετήρησεν, ὅτι ἐπὶ ποσοῦ 125 χιλιάδων δραχμῶν ἐγένετο οἰκονομία περίπου 26 χιλιάδων, ἐνόμισα, ὅτι τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ καὶ Κυβέρνησιν καὶ Ἀντιπολίτευσιν καὶ ὅλους ἐν γένει, ἔχει ἤδη λυθῆ, ἀφοῦ δυνατὸν νὰ γείνῃ οἰκονομία ἐπὶ τῶν ἐξόδων μας 26 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Τοῦτο λοιπὸν μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν, ὥστε νὰ ἐξετάσω λεπτομερέστερον τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπείσθην, ὅτι δυστυχῶς, ὑπὸ ἄλλο ἔνδυμα, μᾶς παρουσιάζεται αὐτὸς οὗτος ὁ προϋπολογισμὸς τῆς παρελθούσης συνόδου, μὲ διαφορὰν 5,000 μόνον δραχμῶν. Διὰ νὰ ἦμαι ἀκριβὴς, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ παρακολουθήσητε ἐντελῶς εἰς τοὺς λογαριασμοὺς, τοὺς ὁποίους μεθ’ ὑμῶν θὰ κάμω κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον. Ἂν λάβητε τὸ πρῶτον κεφάλαιον, θὰ ἴδητε, ὅτι τοῦτο μένει ἐντελῶς ἀμετάβλητον, διότι πρόκειται περὶ βουλευτικῶν ἀποζημιώσεων, αἱ ὁποῖαι, ὡς γνωρίζετε, εἶναι ἀμετάβλητοι. Τὸ δεύτερον κεφάλαιον παρουσιάζει μείωσιν, κατὰ τὸ φαινόμενον μὲν 4 χιλιάδων δραχμῶν, πραγματικὴν ὅμως 1620 δραχμῶν, διότι ἀποκόπτονται δύο μόνον ὑπάλληλοι. Τὸ τρίτον κεφάλαιον οὐδεμίαν παρουσιάζει πραγματικὴν οἰκονομίαν, παρουσιάζει ὅμως φαινομενικὴν μείωσιν κατὰ 1350 δραχμάς. Αἱ 1350 δραχμαὶ εἶναι 1100 δραχ. διὰ στολὰς, καὶ 250 δραχμαὶ διὰ στέφανον, κατατεθέντα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον εἰς τὸν νεκρὸν ἀποθανόντος συναδέλφου. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ τρίτον κεφάλαιον, τὸ Στενογραφικὸν γραφεῖον, ἐνταῦθα δὲν γίνεται οἰκονομία, εἰμὴ ἑνὸς μόνου ὑπαλλήλου. Λοιπὸν ἡ ἀποκοπὴ τῶν ὑπαλλήλων ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς τρεῖς. Τὸ τέταρτον κεφάλαιον εἶναι τὰ ἔξοδα τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βιβλιοθήκης. Ἐνταῦθα ἀποκόπτεται ὁ ὑπάλληλος ὁ δεύτερος καὶ εἷς κλητήρ. Ἀφοῦ ἀπεφασίσαμεν νὰ ἔχωμεν τὸ ἔξοδον τῆς Βιβλιοθήκης, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ψηφίσωμεν καὶ τὴν δαπάνην τὴν ἀναγκαιοῦσαν πρὸς συντήρησιν αὐτῆς, ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ ἴδωμεν τὴν Βιβλιοθήκην μεταβαλλομένην εἰς σωροὺς βιβλίων μυοβρώτων. Τὸ ἄλλο κονδύλιον ἀναφέρεται εἰς τὰ ἔξοδα τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς· ταῦτα μειοῦνται κατὰ 4,100 δραχμὰς τοῦ Πιερώτ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι οἰκονομία, διότι ἐπληρώθη χρέος. Ἐπίσης μειοῦνται κατὰ 6,000 δραχμὰς ἡ ἀγορὰ βιβλίων καὶ τὰ δετικά. Ἂν ἡ Βιβλιοθήκη πρόκηται νὰ λειτουργῇ, βεβαίως ἡ δαπάνη αὕτη ἀναβάλλεται, δὲν ἀπαλείφεται. Ἂν δὲν πρόκηται νὰ λειτουργῇ ἡ Βιβλιοθήκη, θὰ ἐνόουν τὴν οἰκονομίαν. Λοιπὸν οἰκονομία πραγματικὴ γίνεται κατὰ 5,220 δρ. καὶ ἀπεκόπησαν τέσσαρες ὑπάλληλοι. Καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν καλούμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νέα βάρη, καὶ ἀπεκόψαμεν 50 δραχμὰς ἀπὸ τὸν μισθὸν τῶν Ἀρεοπαγιτῶν λόγῳ οἰκονομίας, καλούμεθα νὰ συζητήσωμεν αὐτὸν τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐψηφίζομεν ἄλλοτε, ὅτε δὲν διετελοῦμεν ἐν ἀποκλεισμῷ οἰκονομικῷ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως! Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδεῶν τούτων συνέταξα νομοσχέδιον, καθ’ ὃ περιορίζονται οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων, χωρὶς νὰ ἐλαττῶται ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, ἐντεῦθεν δὲ προκύπτει οἰκονομία παγία ἐκ 10 χιλιάδων δραχμῶν.
§9ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Ὁ προλαλήσας περιέπεσεν εἰς ἀνακριβείας. Διότι πρῶτον ἐκ καταργήσεων θέσεων ἐπέρχεται οἰκονομία ἐξ 9,900 δραχμῶν.
§10ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν τὸ πιστεύω.
§11ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Νὰ τὸ πιστεύσῃς.
§12ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τὰ κονδύλια. Πόθεν;
§13ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Τοῦ βοηθοῦ τοῦ συντάκτου τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, ἑνὸς γραφέως, ἑνὸς βοηθοῦ τοῦ Στενογραφικοῦ γραφείου, εἰς τοὺς ἐκτάκτους κλητῆρας τῆς Βουλῆς...
§14ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Διὰ τοὺς κλητῆρας τῆς Βουλῆς τὸ ἴδιον ποσὸν ἐξωδεύθη καὶ πέρυσι.
§15ΚΑΡΑΤΖΑΣ. .. Δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας 650 δραχμάς. Εἰς ἔξοδα Βιβλιοθήκης,— ἐδῶ ἀπεκόψαμεν 13,200 δραχμάς. Ὁμολογῶ ὅτι ἡ ἀποκοπὴ αὕτη εἶναι πολὺ ὀδυνηρὰ, καὶ διὰ τοῦτο προτίθεμαι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ κεφαλαίου νὰ φέρω μερικὰς τροποποιήσεις. Ἐν συνόλῳ λοιπὸν ὁ περυσινὸς προϋπολογισμὸς ἦτο δραχ. 500,700, καὶ ἐφέτος εἶναι 476,610.
§16ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν πρέπῃ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. συνάδελφον, διότι δὲν νομίζω, ὅτι ἀνῄρεσε τὰ λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ. Ἐγὼ ἐζήτησα κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον λογαριασμὸν, τὸν ὁποῖον δὲν μᾶς ἔδωκε. Λοιπὸν τὸν ἀναπληρῶ ἐγώ. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς παρελθούσης συνόδου, ἔχομεν 40,140, κατὰ τὸν ἐφετεινὸν 36,720· ἀποκόπτομεν 900 δρ. τοῦ βοηθοῦ τοῦ συντάκτου τῶν πρακτικῶν, καὶ οἰκονομοῦμεν οὕτω δρ. 1620. Λέγει ὅτι ἐγένετο οἰκονομία ἐκ 1800 δραχμῶν εἰς 18 κλητῆρας ἐκτάκτους. Κατὰ τὸν περυσινὸν προϋπολογισμὸν εἴχομεν 5,400 δραχμὰς, κατὰ τὸν ἐφετεινὸν ἔχομεν 3,600· ἰδοὺ λοιπὸν, λέγουν, οἰκονομία...
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως εἶναι οἰκονομία.
§18ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὄχι· διότι καὶ ἐφέτος θὰ πληρώσητε τὸ αὐτὸ ποσὸν τῶν 3,600 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἐδαπανήσατε καὶ πέρυσιν. Ἂν μάλιστα διαρκέσῃ πλέον τῶν τεσσάρων μηνῶν ἡ σύνοδος, θὰ χρειασθῆτε περισσότερα τῶν 3,600. Λοιπὸν ποῦ εἶναι ἡ οἰκονομία; Οἰκονομία θὰ εἰπῇ, ἐὰν ἐλέγετε: «θέλομεν ἐφέτος 10 κλητῆρας, καὶ ὄχι 18». Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας, εἶχον ἀναγραφῆ πέρυσι 10,200 δραχμαὶ καὶ ἐφέτος εἶναι 8,850. Γίνεται οἰκονομία; Καμμία· διότι 1050 δραχμαὶ εἶναι αἱ στολαὶ τῶν κλητήρων, τὰς ὁποίας βεβαίως δὲν θὰ ξανακάμουν. Ὡς πρὸς τὴν Βιβλιοθήκην, δέχομαι, ὅτι ἐγένοντο 3,600 οἰκονομίαι. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐννοῶ οἰκονομίας τὸν περιορισμὸν τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς.
§19ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι εὐχερὲς, Κύριοι, νὰ ἐπαγγέλληταί τις τὸν φειδωλόν, καὶ νὰ προτείνῃ οἰκονομίας δι’ ἀποκοπῆς μισθῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι εὐχερὲς συγχρόνως καὶ νὰ ἦναι δίκαιος, προτείνων τὰ τοιαῦτα ἄνευ αἰτιολογίας, ἁπλῶς διότι εὑρισκόμεθα εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας. Ἄν ἐπρόκειτο ἐν γένει δι’ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, θὰ ἐνόουν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀλλὰ διότι ὑπάρχει σήμερον μία οἰκονομικὴ δυσχέρεια, νὰ λέγῃ, ὅτι «πρὸς ἐξοικονόμησιν 10 χιλιάδων δραχμῶν προτείνω, πάντας τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς νὰ τοὺς περιαγάγωμεν εἰς ἀπορίαν», καὶ ἐν τούτοις νὰ ἀπεκδεχώμεθα παρ’ αὐτῶν τὸ αὐτὸ ποσὸν ὑπηρεσίας, οἷον καὶ μέχρι τοῦδε παρέχουσι, τοῦτο δὲν πιστεύω νὰ λέγηται σοβαρῶς καὶ ἐν πνεύματι δικαιοσύνης. Διὰ ποῖον λόγον οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ νὰ μᾶς ὑπηρετοῦν μὲ μισθὸν κατὰ πολὺ ἠλαττωμένον, καὶ νὰ ἐκτελῶσι τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀνέθεσεν εἰς αὐτοὺς ὁ Κανονισμός, καὶ τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦσιν ὁμολογουμένως μετὰ πάσης προθυμίας, λαμβάνοντες νῦν τὸν ἐν τῷ Κανονισμῷ μισθόν, ἐνῷ ὅλοι οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους θὰ ἐξακολουθήσωσι λαμβάνοντες τὸν αὐτὸν καὶ πρότερον μισθόν; Μήπως πρόκηται περὶ ἑκατομμυρίου; Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τοιούτου ποσοῦ, θὰ τὸ ἐνόουν· ἀλλὰ πρόκειται τὸ πολὺ περὶ 10 χιλιάδων δραχμῶν, δὲν πιστεύω δέ, ὅτι εἶναι δίκαιον ἡ οἰκονομία καὶ ἡ λόγῳ ταύτης περικοπὴ νὰ ἐφαρμοσθῇ μόνον εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς, ὅταν ἅπαντες οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι θὰ ἐξακολουθήσωσι κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν λαμβάνοντες τὸν αὐτὸν ὡς τὸ πρὶν μισθόν, ἄνευ μεταβολῆς τινος τῶν ὅρων τῆς ὑπάρξεώς των. Ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Κορινθίας κρατεῖ τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἀναγράψει ὁ Κανονισμὸς, ἐλαττόνων τοὺς μισθούς, ἡ δὲ λογιστικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, βεβαίως ἐμφορουμένη ὑπὸ πνεύματος οἰκονομίας, δὲν ἠθέλησε νὰ χορηγήσῃ πίστωσιν δι’ ὡρισμένας θέσεις, ἐμμέσως καταργοῦσα αὐτάς. Ἀναγνωρίζω τὸ πνεῦμα τῆς οἰκονομίας, τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευσε τὰς προτάσεις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Λογιστικοῦ, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶμαι ἐπιφορτισμένος ὑπὸ τῆς Βουλῆς νὰ διεξάγω εἰδικὴν ἐργασίαν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, καὶ τὴν διεξήγαγον ἐπὶ ἓξ συνόδους κατὰ παρελθοῦσαν βουλευτικὴν περίοδον, τὸ δεύτερον δὲ ἤδη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν καὶ ἐνεστῶσαν βουλευτικὴν σύνοδον, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ παράσχητε τὴν προσοχὴν ὑμῶν ὡς πρὸς κονδύλιά τινα, τὰ ὁποῖα προτείνονται ἠλαττωμένα, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ψήφισις, ὡς προτείνονται, δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ φέρῃ προσκόμματα εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν σχετικῶν ὑπηρεσιῶν. Προτείνεται ἡ ἀπάλειψις ἑνὸς γραφέως ἐκ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς, γραφέως προωρισμένου νὰ ὑπηρετῇ ἐπὶ ἓξ μῆνας, ἐντεῦθεν δὲ θὰ προκύψῃ οἰκονομία 720 δραχμῶν. Προτείνεται συγχρόνως ἡ ἀπάλειψις ἑνὸς κλητῆρος ἐκ τῆς Βιβλιοθήκης καὶ τοῦ βοηθοῦ τοῦ βιβλιοφύλακος. Βεβαίως δύναται, ἐπιφορτιζόμενος μὲ περισσοτέραν ὑπηρεσίαν διαρκούσης τῆς συνόδου, εἷς γραφεὺς νὰ ἐπαρκέσῃ, ἂν καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι ἐργασθῶσι κατά τι πλειότερον· ἀλλ’ ἂν ἀποκοπῇ εἷς κλητὴρ ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ, μείνῃ δὲ ἡ ὑπηρεσία, ὡς σήμερον ἔχει, μὲ ἀποκεκομμένην τὴν πίστωσιν τῶν ἐκτάκτων ὑπαλλήλων τὴν ἐκ τριῶν χιλιάδων, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἄλλοτε ἡ Βιβλιοθήκη, καὶ ἥτις ἀπεκόπη τῇ προτάσει μου κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, θὰ προκύψῃ τοῦτο τὸ γεγονὸς, ὅτι ἡ ἐξακολούθησις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ καταλόγου τῆς Βιβλιοθήκης, ὅστις δὲν εἶναι μὲν τετυπωμένος, ὑπάρχει ὅμως ἐν τοῖς δελτίοις, θὰ ματαιωθῇ τέλεον, δὲν θὰ ἔχωμεν δὲ κατάλογον, ὅπως εὑρίσκωμεν τὰ συγγράμματα, τὰ ὁποῖα ἐξακολουθοῦσι νὰ εἰσάγωνται. Ἐπεθύμουν, εἷς γραφεὺς μόνον νὰ μείνῃ, ἀλλὰ δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος, δυνάμει δὲ εἰδικῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, διαταγῇ τοῦ κ. Προέδρου νὰ ἀνατεθῇ εἰς αὐτὸν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου ἡ ἐξακολούθησις ὡρισμένης ὑπηρεσίας ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ, ἤτοι τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ καταλόγου. Τοιουτοτρόπως θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ λειτουργοῦσα μία ὑπηρεσία, ἀναγκαιοτάτη διὰ τὴν πολύτιμον συλλογὴν τῶν βιβλίων, τὴν ὁποίαν ἔχομεν. Διὰ τὸν κλητῆρα, εἶναι θλιβερὸν, ὅτι ἀφαιρεῖται εἷς ἐργάτης, προωρισμένος νὰ συντρέχῃ εἰς τὴν καθαριότητα τῶν βιβλίων, ἀφοῦ σήμερον ἔχομεν 140,000 τόμους, τοποθετημένους εἰς 15 δωμάτια. Δυστυχῶς οἱ σῆτες εἰσέβαλον εἰς τὴν Βιβλιοθήκην, καθ’ ὅλον δὲ τὸ θέρος ὁ βιβλιοφύλαξ μετὰ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ἀναγνωστηρίου καὶ μετὰ τοῦ βοηθοῦ τοῦ βιβλιοφύλακος οὐδὲν ἄλλο ἔπραττον, πρὸς τῇ κυρίᾳ ἐργασίᾳ αὐτῶν, παρὰ νὰ ἐξετάζουν μετὰ τῶν κλητήρων τὰ βιβλία, ἓν πρὸς ἓν, ἵνα μὴ ἡ καταστροφὴ συντελέσῃ τὸ ἔργον αὐτῆς καὶ θρηνήσωμεν τὴν ἀπώλειαν ἐθνικοῦ πλούτου, ὅστις εἶναι σημαντικός. Εἷς κλητὴρ περιπλέον τῶν προτεινομένων εἶναι ἀναγκαῖος, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, διότι οἱ ὑπάρχοντες, οἵτινες ἀπὸ καιροῦ ὑπηρετοῦσιν, εἶναι γέροντες, καὶ ἐξακολουθοῦσι μὲν ἐργαζόμενοι, δὲν δύνανται δὲ νὰ παράσχωσιν ὅλην τὴν ὑπηρεσίαν, ἥτις ἀπαιτεῖται. Τὸν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Λογιστικοῦ καταργούμενον κλητῆρα θεωρῶ ἀναγκαῖον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, παρακαλῶ δὲ, ἵνα ἡ Βουλὴ μὴ ἐπιμείνῃ, ἐν πνεύματι κακῶς ἐννοουμένης οἰκονομίας, νὰ τὸν ἀποκόψῃ. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ν’ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ νὰ ἀποκοπῇ ὁ βοηθὸς τοῦ βιβλιοφύλακος. Οὗτος ὑπηρετεῖ ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ ἀπὸ 12 ἐτῶν, ὑπηρέτησε δὲ καὶ πρὸ τῆς ἐκλογῆς μου ὡς ἐφόρου ἐπὶ μακρὸν χρόνον, ἀλλ’ ἐμισθοδοτεῖτο ἐκ τοῦ κονδυλίου τῶν ἐκτάκτων ὑπαλλήλων. Ἐζήτησα τὴν τακτοποίησιν τῆς θέσεως, καὶ ἐνεγράφη ἡ θέσις αὐτοῦ ἐν τῷ Κανονισμῷ ὡς ὑπαλλήλου τακτικοῦ, ὅτε ἐζήτησα τὴν ἀποκοπὴν τοῦ κονδυλίου τῶν ἐκτάκτων ὑπαλλήλων, κονδυλίου καὶ δι’ ἐμὲ ὀδυνηροῦ. Ἔργον δ’ ἔχει ὁ ὑπάλληλος οὗτος νὰ βοηθῇ τὸν βιβλιοφύλακα, ὅστις ἐργάζεται ἀπὸ πρωΐας μέχρι νυκτός. Τὸ ἔργον, ὅπερ διεξάγει ὁ βιβλιοφύλαξ, εἶναι τόσον πολύπλοκον, ἕνεκα τῶν πολλῶν τμημάτων τῆς Βιβλιοθήκης, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσῃ μόνος. Ὁ βοηθὸς τοῦ βιβλιοφύλακος χρησιμεύει καὶ ὡς πρόσθετος ἐν τῷ ἀναγνωστηρίῳ βοηθὸς, ὅταν ἡ συῤῥοὴ τῶν ἀναγνωστῶν ἦναι μεγάλη· ὡσαύτως ἔργον ἔχει νὰ παρίσταται εἰς τὰς συνεδριάσεις, ὅπως ὑπηρετῇ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ζητοῦντας βιβλία, καὶ νὰ ἀναπληροῖ, τὸ σπουδαιότερον, τὸν βιβλιοφύλακα ἀσθενοῦντα· διότι ποῖος θὰ διεξάγῃ τὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῇ ἀπουσίᾳ αὐτοῦ, καὶ θὰ κατατάσσῃ τὰ βιβλία εἰς τὰς οἰκείας θυρίδας; Διὰ τὴν ταξινόμησιν ἐδαπανήθησαν 150,000 δραχμαὶ, ἐὰν δὲ ἡ ὑπηρεσία δὲν διεξάγηται ὑπὸ εἰδημόνων, μετά τινας μῆνας ἡ Βιβλιοθήκη θὰ καταστραφῇ καὶ θὰ μεταβληθῇ εἰς ἀποθήκην βιβλίων, δὲν θὰ δύναται δὲ οὐδ’ αὐτὸς ὁ βιβλιοφύλαξ, ὁ τόσον πεπειραμένος, νὰ ἀνευρίσκῃ τὰ βιβλία. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ζητήσῃ οἰκονομίαν 2,400 δραχμῶν, ἥτις δύναται νὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν καταστροφὴν ἐργασίας, δι’ ἣν τὸ Δημόσιον κατέβαλε ποσὰ πεντηκονταπλάσια. Προβαίνων περαιτέρω, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα τῆς Βιβλιοθήκης, νὰ σκεφθῇ, ὅτι ἔχομεν σειρὰς βιβλίων, αἱ ὁποῖαι εἶναι πολύτιμοι καὶ αἱ ὁποῖαι συμπληροῦνται ὁλονὲν διὰ τῶν νέων δημοσιεύσεων ἐν Εὐρώπῃ. Κατὰ τοὺς προχειροτέρους ὑπολογισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἔκαμα, εὗρον, ὅτι 2,000 χρυσᾶ φράγκα εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῶν σειρῶν ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ, δηλαδὴ ἀπαιτοῦνται νῦν δραχμαὶ 3,000. Ὡς πρὸς τὰ δετικά, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὡρισμένον ποσόν, διότι δύναταί τις νὰ δαπανήσῃ καὶ 100 δραχμὰς μόνον καὶ 10,000· ἀλλ’ ἡ μὴ βιβλιοδέτησις τῶν βιβλίων τὰ ἐκθέτει εἰς κινδύνους καταστροφῆς, ἔχομεν δὲ πλεῖστα βιβλία ἐν ταῖς ἀποθήκαις, δι’ ἃ θὰ ἀπαιτηθῶσι δετικὰ 12,000 δραχμῶν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ἀναγραφῇ τοὐλάχιστον ποσὸν 3000 δραχμῶν διὰ δετικά. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσόν, τὸ ἀναγεγραμμένον εἰς τὸν προηγούμενον προϋπολογισμόν, διὰ ξένας ἐφημερίδας καὶ περιοδικά, ἐπειδὴ τὸ ποσὸν τοῦτο χρησιμοποιεῖται πρὸς ἀγορὰν 3150 φράγκων χρυσῶν, μὲ τὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν νῦν δὲν ἐπαρκεῖ, ἀλλὰ πρέπει νὰ αὐξηθῇ εἰς δραχμὰς 4,750. Αἱ συλλογαὶ τῶν ἐφημερίδων καὶ περιοδικῶν τῆς Βιβλιοθήκης ἡμῶν εἶναι σπουδαιόταται, ἐκπροσωποῦσαι ἀξίαν σημαντικήν, πρέπει δὲ νὰ μὴ παραμεληθῶσι, διότι καὶ εἰς ἄλλα μέρη, ὅπου μετέβην καὶ ἐζήτησα νὰ ἐπισκεφθῶ βιβλιοθήκας Κοινοβουλίων καὶ ἄλλας, δὲν εὗρον τοιαύτας συλλογάς, οἵας ἡμεῖς ἔχομεν, καὶ διὰ τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ καυχώμεθα. Εἰς τὰ γραφικὰ ἔξοδα εἶναι ἀναγεγραμμέναι 500 δραχμαὶ, ἀντὶ 600, ὡς ἦσαν πρίν. Παρακαλῶ νὰ γινώσκῃ ἡ Βουλή, ὅτι τὰ γραφικὰ ἔξοδα, ὡς κυρίως γραφικά, δὲν ὑπερβαίνουσι τὰς 50 δραχμάς. Ἀλλ’ εἰς τὰ γραφικὰ περιλαμβάνεται τὸ ἔξοδον τῶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ἐρχομένων βιβλίων, ναῦλοι, μεταφορὰ κλπ. καὶ ἡ ἀγορὰ ἔτι σανίδων προχείρων, ἃς τοποθετοῦμεν ἐν τοῖς ὑπογείοις, ἵνα μὴ ἐπισωρεύονται τὰ βιβλία, προσέτι δὲ καὶ ἡ ἐργασία προσωρινῶν βιβλιοθηκῶν. Ἐάν τις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων θελήσῃ νὰ ἐπισκεφθῇ τὰ ὑπόγεια τοῦ Βουλευτηρίου, θέλει ἴδει ἄλλην κάτω βιβλιοθήκην. Διὰ τῶν γραφικῶν ἐξόδων ἀγοράζονται προσέτι αἱ δηλητηριώδεις οὐσίαι, πρὸς προφύλαξιν τῶν βιβλίων, καὶ ἡ ἐντομοφθόρος κόνις· διότι πᾶν μέσον μετερχόμεθα, καθ’ ὑπόδειξιν τῶν Βιβλιοθηκῶν Παρισίων καὶ Βερολίνου, ἵνα σώσωμεν τὰ βιβλία ἀπὸ τοὺς σῆτας, ἐν κλίματι θερμῷ, οἷον τὸ ἡμέτερον. Διὰ τοῦτο τὴν πίστωσιν τῶν 500 δραχμῶν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ αὐξήσῃ κατὰ 100 δραχμάς. Ἔρχομαι εἰς ἕτερον κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, εἰς τὸ ὁποῖον παρετήρησα, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Λογιστικοῦ ἐπήνεγκεν ἐλάττωσιν ἀπὸ δραχμῶν 2100 εἰς δραχμὰς 1500. Εἶναι τοῦτο τὸ τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων, τελετῶν, ἁμαξῶν πρεσβεύσεων κτλ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ πληρωμῆς ἁμαξαγωγίων διὰ τελετὰς καὶ τὰ τοιαῦτα, δὲν θὰ εἶχον ἀντίῤῥησιν. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ κονδυλίου τούτου πληρόνονται τὰ ἔξοδα τῆς καθαριότητος εἰς δύο γυναῖκας, αἵτινες καθαρίζουσι τὸ κατάστημα τοῦ Βουλευτηρίου δι’ ὅλον τὸ ἔτος· δι’ αὐτοῦ θὰ πληρωθῶσιν αἱ δαπάναι συντηρήσεως ὡρισμένου τινὸς μέρους τοῦ Βουλευτηρίου, ὅπου εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ εἰδικὸς ἄνθρωπος, διότι ἐκεῖ ἐδαπανήθησαν 15,000 δραχμαὶ πρὸς διόρθωσιν, θὰ δαπανηθῶσι δ’ ἄλλαι τόσαι ἐκ νέου, ἂν δὲν συντηρῶνται τὰ μηχανήματα ὑπὸ ἑνὸς εἰδικοῦ ἀνθρώπου. Ταῦτα πάντα, Κύριοι, προτείνω ἐξ ἰδίας πείρας, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησα, ἐκτελῶν τὴν ἀνατεθεῖσάν μοι ἐντολήν. Συνοψίζων λοιπὸν τὰς προτάσεις μου, παρακαλῶ: αʹ) νὰ διατηρηθῇ εἷς γραφεὺς βʹ τάξεως, ἀλλὰ δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος, ἀπεσπασμένος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βιβλιοθήκης πρὸς σύνταξιν τοῦ καταλόγου μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν· βʹ) τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τῶν τελετῶν νὰ αὐξήσωσιν εἰς 2100· γʹ) νὰ ἀναγραφῇ αὖθις ἡ πίστωσις τοῦ βοηθοῦ τοῦ βιβλιοφύλακος, νὰ μείνῃ ὁ τέταρτος κλητήρ, ὅστις βοηθεῖ εἰς τὴν ἐπίβλεψιν τριῶν δωματίων καὶ εἰς τὴν καθαριότητα τῶν βιβλίων, διότι ἄλλως θὰ ἔχωμεν μόνον τοὺς γέροντας κλητῆρας ἐνεργοῦντας καὶ πρόσθετον ὑπηρεσίαν. Παρακαλῶ ἐπίσης νὰ μοὶ δοθῇ πίστωσις 3,000 δραχμῶν, ἵνα ἐξακολουθήσω τὴν ἀγορὰν τῶν σειρῶν τῶν ἔξωθεν ἐρχομένων συγγραμμάτων. Ζητῶ δὲ τὴν αὔξησιν τῆς πιστώσεως τῶν ἐφημερίδων καὶ περιοδικῶν κατὰ 250 δραχμὰς, λόγῳ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς. Ἐπίσης τὰ γραφικὰ ἔξοδα, παρακαλῶ, ἀπὸ 500 δραχμῶν νὰ ἀναβιβασθῶσιν εἰς 600, ὡς ἦσαν καὶ πρότερον. Ταῦτα, Κύριοι, ἔκρινα σκόπιμον νὰ ἐκθέσω ὑμῖν, ὅπως μὴ γίνωνται μάταιαι συζητήσεις ἀφ’ ἑνὸς, οὐδεμία δὲ ὑπολειφθῇ εἰς βάρος μου εὐθύνη διὰ τὴν μὴ κανονικὴν λειτουργίαν τῆς ὑπηρεσίας, ἐὰν μοὶ ἀφαιρεθῶσι τὰ μέσα τῆς ἐνεργείας, ἅτινα ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον μετὰ συζήτησιν ἐκανόνισε.
§20ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐκ τοῦ μέρους τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Καλογεροπούλου μένει μόνον, ὅτι δὲν συμφωνεῖ μὲ τὸν περιορισμὸν τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων. Κατὰ τὰ λοιπὰ, νομίζω ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ἀφοῦ ἔχομεν Βιβλιοθήκην, πρέπει νὰ δώσωμεν καὶ τὰ μέσα πρὸς συντήρησιν αὐτῆς. Ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. Καλογερόπουλος, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν καλούμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν ἄλλους φόρους, πρέπει ν’ ἀφήσωμεν ἀθίκτους τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, τὸ πρᾶγμα διαφέρει. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ ἐδιπλασιάσαμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων, δυνάμεθα νὰ διατηρήσωμεν τὴν ἀρχικὴν δαπάνην αὐτῶν· νομίζω ὅτι ὁ μισθὸς τοῦ ἐφέτου εἶναι ἐπαρκὴς διὰ τὸν ὑπάλληλον τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ ἤθελον μόνον νὰ καταδείξω, ὅτι αἱ προτεινόμεναι οἰκονομίαι εἶναι κατ’ ἐπίφασιν τοιαῦται, καὶ ὅτι πρέπει νὰ κάμωμεν παγίας οἰκονομίας.
§21ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας Βουλευτὴς ἠθέλησε καὶ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς νὰ διαπιστώσῃ ἓν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον παρατηρεῖται καὶ ἐπὶ τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πνεῦμα διήκει καὶ δι’ ἐκείνου καὶ διὰ τούτου. Ἐν ἀμφοτέροις δηλαδὴ ἐπιδιώκονται οἰκονομίαι ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιδιωχθῶσιν αὗται, καὶ δὲν ἐπιδιώκονται ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε νὰ ἐπιδιωχθῶσιν ἐκ παντὸς τρόπου. Καὶ ἐν τῷ προκειμένῳ προϋπολογισμῷ τῆς Βουλῆς, ὅπως καὶ ἐν τῷ γενικῷ τοῦ Κράτους, μένουσιν ἄθικτοι ὅλαι αἱ θέσεις τῶν ἀργομίσθων, διότι αὗται χρησιμεύουσι πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ κόμματος, προτείνεται ὅμως ἡ ἀπάλειψις καὶ περιστολὴ δαπανῶν οὐσιωδῶν, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ὑπηρεσίας ἢ ἄλλων συμφερόντων τοῦ Κράτους. Δὲν ἀπαλείφονται, οὐδὲ περιορίζονται τὸ παράπαν αἱ θέσεις ἐκεῖναι τῶν ἀργομίσθων, αἱ ἐξυπηρετοῦσαι τὰ συμφέροντα τῆς φατρίας. Καὶ ἐνόμισεν ὁ κ. Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου, ὅτι ἤρκει πρὸς δικαιολογίαν τούτου τὸ γεγονὸς, καθ’ ὃ ἐντεῦθεν δὲν θὰ προήρχετο ἀξία τις λόγου οἰκονομία. Σᾶς εἶπεν, ὅτι οὕτω πως θὰ ἐξωκονομοῦντο μόλις 10,000 δραχμαὶ, ὅτι δὲ θὰ ἦτο ἄδικον νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν τοιαύτην οἰκονομίαν οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς, καθ’ ὃν χρόνον οἱ λοιποὶ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους μένουσιν οἱ αὐτοὶ καὶ διατηροῦσι τοὺς μέχρι τοῦδε μισθούς των. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι οὐχὶ 10 χιλιάδων, ἀλλὰ πολὺ μεγαλειτέρου ποσοῦ οἰκονομία θὰ ἐπήρχετο, ἐὰν ἐγίνετο δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κορινθίας. Ἀλλὰ καὶ τὰς 10 χιλιάδας δὲν θεωροῦμεν τόσον εὐκαταφρονήτους, ὅσον ὁ κ. Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου. Ἠξεύρει ἆρά γε οὗτος, πῶς εἰσπράττονται αὐταὶ αἱ 10 χιλιάδες; Ἠξεύρει πόσοι πολῖται Ἕλληνες στενάζουσι ταύτην τὴν στιγμὴν εἰς τὰς φυλακὰς, ἀδυνατοῦντες νὰ πληρώσωσιν αὐτὸ τὸ ποσὸν εἰς τὸ Δημόσιον; Ἐὰν ἤξευρε τοῦτο, βεβαίως δὲν θὰ ὡμίλει μετὰ τοσαύτης περιφρονήσεως περὶ οἰκονομίας 10 χιλιάδων δραχμῶν, ἃς οἱ πολλοὶ τῶν Ἑλλήνων ἀποτίνουσιν ἐκ τοῦ ὑστερήματός των. Δὲν εἶναι δὲ ἀληθές, ὅτι ἡμεῖς προτείνομεν τὴν τοιαύτην οἰκονομίαν ἐξαιρετικῶς ἐπὶ μόνων τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς εἴμεθα κατ’ ἀρχὴν ἐναντίοι πάσης θέσεως ἀργομίσθου, ἐξυπηρετούσης μόνον τὰ συμφέροντα τῆς φατρίας, χωρὶς νὰ παρέχῃ πραγματικήν τινα ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Κράτος. Πολλῶν τοιούτων θέσεων τὴν κατάργησιν ὑπεδείξαμεν ἤδη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, θὰ καταδείξωμεν δ’ ἔτι μᾶλλον κατὰ τὴν προσεχῆ συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, διότι ἡμεῖς εἴμεθα τῆς γνώμης, ὅτι οὕτω πως μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσιν ἀληθεῖς καὶ πραγματικαὶ οἰκονομίαι, καὶ ὅτι μόνον μετὰ τὴν ἐξάντλησιν πάσης οἰκονομίας ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ Κράτους, καὶ καθ’ ὅσον τὸ μέτρον τοῦτο δὲν θὰ ἐπήρκει, εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ προσφύγωμεν εἰς νέα βάρη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν εἶναι ἐπίσης ἀληθές, ὅτι προτείνομεν ἐπὶ μόνων τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς ἐλάττωσιν τοῦ μισθοῦ, οἱονεὶ θέτοντες αὐτοὺς ἐν ἥττονι μοίρᾳ ἀπέναντι τῶν λοιπῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους. Οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς δὲν λαμβάνουσι τὴν σήμερον τοὺς ἀρχικοὺς μισθούς των, τοὺς ἀναγεγραμμένους ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς. Λαμβάνουσι ἀνωτέρους μισθοὺς, κατὰ μεταγενεστέρας τοῦ Κανονισμοῦ τροποποιήσεις. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐκίνησε πάντα λίθον, ὅπως καταργήσῃ τὴν ἐν τῷ μεταξὺ ἐπελθοῦσαν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, τῶν ἀνωτάτων δικαστικῶν λειτουργῶν τοῦ Κράτους, εἰς οὓς τοσαῦτα συμφέροντα εἶναι ἀνατεθειμένα, διατὶ δὲν θέλει νὰ καταργήσῃ καὶ τὴν ἐπελθοῦσαν αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς; Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, Κύριοι, ὅτι ἐνταῦθα πρόκειται κατὰ τὸ πλεῖστον περὶ ἱκανοποιήσεως ἀνθρώπων τοῦ κόμματος, ἐνῷ ὁ Ἄρειος Πάγος οὐδὲν κοινὸν ἔχει πρὸς αὐτό. Οὐδόλως δὲ παράδοξον ἐφάνη εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ προέτεινεν οἰκονομίας ἐπὶ οὐσιωδῶν δαπανῶν τῆς Βουλῆς. Μήπως δὲν συμβαίνῃ τὸ αὐτὸ καὶ ἐπὶ πολλῶν οὐσιωδῶν δαπανῶν τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους; Μήπως καὶ ἐπὶ τούτου δὲν εἰσάγωνται οἰκονομίαι ἐπιζήμιοι τὰ μάλιστα; Μήπως χάριν τοιούτων οἰκονομιῶν δὲν καταδικάζωνται εἰς παράλυσιν ὁ στρατὸς, τὸ ναυτικὸν, ἡ διοίκησις καὶ πᾶς ἄλλος κλάδος τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου; Αἱ θέσεις ὅμως τῶν ἀργομίσθων, τῶν κηφήνων τοῦ κόμματος, οὐ μόνον δὲν ἐλαττοῦνται, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ αὐξάνουσι. Τὰ πάντα πρέπει νὰ προσενεχθῶσιν ὁλοκαύτωμα εἰς τὸν βωμὸν τῆς φατρίας. Τοῦτο ἠθέλησε νὰ διαπιστώσῃ καὶ διεπίστωσε, νομίζω, τρανῶς καὶ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κορινθίας.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν λοιπὸν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν καθέκαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς ἐνεστώσης συνόδου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον Αʹ, ὡς ἔχει, κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον, ἐκ δρ. 375,300).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Κεφάλαιον Βʹ. Γραφεῖον Βουλῆς. Ἄρθρον 1» (ἀναγινώσκεται). Ὁ βουλευτὴς Κορινθίας κ. Κροκιδᾶς διὰ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεώς του προτείνει τὴν ἐλάττωσιν τῶν μισθῶν ὅλου σχεδὸν τοῦ προσωπικοῦ. (Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία). Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὁ κ. Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου, ὡς ἠκούσατε, προτείνει, ἵνα ἡ μισθοδοσία τοῦ γραφέως βʹ τάξεως ἀπὸ ἑξαμήνου γείνῃ ἐτησία, ἤτοι νὰ προστεθῶσι δραχμαὶ 720. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οὕτω δὲ τὸ ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ κεφαλαίου Βʹ ἀναγεγραμμένον ποσὸν ἀνέρχεται εἰς δραχ. 37,440. Ἄρθρον 2. «Ἔξοδα ὑπηρεσίας». (Ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου προτείνει ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου εʹ τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ ἀπὸ δραχ. 1500 εἰς 2100, χάριν τῆς καθαριότητος τοῦ Βουλευτηρίου. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οὕτω δὲ τὸ ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 ἀναγεγραμμένον ποσὸν ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 9,450. Τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου Βʹ δραχ. 46,890. «Κεφάλαιον Γʹ. Στενογραφικὸν γραφεῖον. Ἄρθρον 1» (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Βουλευτὴς Κορινθίας προτείνει καὶ ἐνταῦθα τὴν ἐλάττωσιν τῶν μισθῶν τοῦ προσωπικοῦ. (Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία). Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ Κεφάλαιον Γʹ, ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. «Κεφάλαιον Δʹ. Βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς. Ἄρθρον 1» (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου ἐπρότεινε τὴν ἑξῆς τροποποίησιν. Νὰ ἐγγραφῇ πίστωσις δραχμῶν 2400 διὰ τὴν θέσιν βοηθοῦ τοῦ βιβλιοφύλακος, καὶ νὰ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν κλητήρων τῆς βιβλιοθήκης εἰς 4, ὡς ἔχει μέχρι τοῦδε, αὐξανομένης τῆς σχετικῆς πιστώσεως κατὰ δρ. 1200. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οὕτω δὲ τὸ ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ κεφαλαίου Δʹ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 17,400. «Ἄρθρον 2. Ἔξοδα Βιβλιοθήκης» (ἀναγινώσκεται).
§24ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνταῦθα ἐπρότεινα νὰ προστεθῇ πίστωσις 3000 δραχμῶν δι’ ἀγορὰν βιβλίων, ἐπίσης 1000 εἰσέτι δραχμῶν διὰ δετικά, 250 δραχμῶν διὰ ξένας ἐφημερίδας καὶ περιοδικά, καὶ 100 δραχμῶν διὰ γραφικὰ ἔξοδα· ἐν ὅλῳ προσθήκην δραχμῶν 4,350.
§25ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μίαν παρατήρησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης. Ἡ ἀτομική μου γνώμη εἶναι, ὅτι θὰ ἠδύνατο πᾶσα δαπάνη πρὸς ἀγορὰν βιβλίων, περιοδικῶν κτλ. ν’ ἀναβληθῇ ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη, ἂν ὄχι διότι ὑπάρχει ἐλπίς, ὅτι ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ αὐτοῦ διαστήματος θὰ ἐβελτιοῦτο ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις, οὕτως ὥστε καὶ τὸ συνάλλαγμα νὰ ὑποτιμηθῇ καὶ τῶν πρὸς ἀγορὰν χρημάτων νὰ εὐπορῶμεν, ἀλλὰ διότι καὶ τὰ βιβλία, ὡς γνωστὸν, μετὰ ἓν ἢ δύο ἔτη ἀπὸ τῆς ἐκδόσεώς των ἐκποιοῦνται εἰς εὐθηνοτέρας τιμάς. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ὑπάρχῃ καὶ λόγος, τοσοῦτον ἀποχρῶν πρὸς ταχεῖαν ἀπόκτησιν τῶν βιβλίων. Χάρις εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καθιερώθη ἀπό τινος ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ τῆς Βουλῆς, ἔχει καταντήσει αὕτη ἄχρηστος σχεδὸν εἰς τοὺς Βουλευτὰς, δι’ οὓς κυρίως εἶναι προωρισμένη. Ἀφ’ ὅτου ἰδίᾳ ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις νὰ μὴ δανείζωνται βιβλία, δὲν ἠξεύρω πόσοι ἐκ τῶν Βουλευτῶν εἶναι εἰς θέσιν νὰ προσέρχωνται εἰς τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς κατὰ τὰς τεταγμένας ὥρας, καθ’ ἃς συνήθως περισπῶνται ὑπ’ ἄλλων ἀσχολιῶν των, ὅπως ἀναγινώσκωσι. Πρόκειται ἐν ἄλλαις λέξεσι νὰ ἔχωμεν ἄχρηστα βιβλία ἀντὶ δαπάνης ἀνωτέρας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν ὑποστῆ μετὰ ἓν ἢ δύο ἔτη. Ἰδοὺ διατὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι οὐ μόνον ἡ περὶ αὐξήσεως τῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς Βουλῆς ἀναγεγραμμένης πιστώσεως πρὸς ἀγορὰν βιβλίων πρότασις τοῦ κ. Ἐφόρου τοῦ Βουλευτηρίου πρέπει ν’ ἀποῤῥιφθῇ, ἀλλὰ καὶ πᾶσα πίστωσις πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, τό γε νῦν ἔχον, ν’ ἀπαλειφθῇ.
§26ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως κατανοήσῃ ἡ Βουλὴ τὴν βασιμότητα τῶν προτάσεων τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λοκρίδος συναδέλφου, θὰ ἀναφέρω τὸ ἑξῆς. Πέρυσιν ἡ χορηγηθεῖσα πίστωσις διὰ τὰς ξένας ἐφημερίδας καὶ τὰ περιοδικὰ δὲν ὑπήρκεσε, λόγῳ τῆς ὑψώσεως τοῦ συναλλάγματος, καὶ ὁ προκάτοχός μου δὲν ἠδυνήθη νὰ δώσῃ τὰς παραγγελίας ἐγκαίρως. Κατόπιν ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, καὶ ἐβράδυνεν ἡ παραγγελία μέχρι τοῦ Ἰουνίου, τὴν παραγγελίαν δὲ ἔδωκα ἐγὼ κατὰ τὰ τέλη Ἰουνίου. Ἐν τούτοις μέχρι τῆς σήμερον εἶναι ἀδύνατον αὕτη νὰ ἐκτελεσθῇ διὰ πολλὰ οὐσιώδη περιοδικὰ τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ 1892, διότι πολλοὶ ἀριθμοὶ αὐτῶν εἶναι ἐξηντλημένοι. Ἔχομεν συλλογὰς, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι μεγάλην ἀξίαν, διότι εἶναι πλήρεις· μὴ θέλετε λοιπὸν διὰ τῆς ἀναβολῆς τῆς ἀποκτήσεως αὐτῶν νὰ καταστήσητε σειρὰς, πλήρεις μέχρι τοῦδε καὶ βαρυτίμους, ἀξίας νὰ πωληθῶσι πρὸς χρῆσιν τῶν παντοπωλῶν.
§27ΣΑΚΚΗΣ. Ἀληθῶς, κύριοι Βουλευταὶ, πᾶσα περικοπὴ δαπάνης, γιγνομένη ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται ἢ νὰ ἐπιφέρῃ σπουδαιοτάτην βλάβην. Ὡς ἐκ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησα κατὰ τὸ μικρὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὴν Βιβλιοθήκην, ὡς Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου, γνωρίζω ὅτι, ἐὰν δὲν ἀναγραφῇ πίστωσις ἐπαρκὴς διὰ τὴν ἀγορὰν βιβλίων, θὰ καταστραφῶσι σειραὶ ὁλόκληροι βιβλίων· διότι ἔχομεν τυχὸν τὸν πρῶτον καὶ τὸν δεύτερον τόμον συγγράμματός τινος, καὶ ἐλλείπει ὁ τρίτος. Ἐὰν λοιπὸν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἐξαντληθῇ τὸ σύγγραμμα αὐτὸ, πόθεν θὰ τὸ συμπληρώσητε κατόπιν; Ὡς πρὸς τὰς συνδρομὰς δὲ τῶν ἐφημερίδων καὶ περιοδικῶν, συνέβη ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ νῦν Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου εἶπε, δηλαδὴ καὶ τότε ἐπεκράτησε πνεῦμα οἰκονομίας, ὅπερ παρέσυρε τὴν Βιβλιοθήκην, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἠλαττώθη ἡ πίστωσις, ἡ ἀναγεγραμμένη διὰ τὰς ἀνάγκας αὐτῆς. Τοῦτο ἀκριβῶς ἤρκεσεν, ὅπως μὴ ἀνανεωθῶσιν αἱ συνδρομαὶ δι’ ἐφημερίδας καὶ περιοδικὰ ἐπὶ 6 μῆνας, ὡς μὴ ἐξαρκούσης τῆς πιστώσεως. Εἰς τοῦτο βεβαίως συνετέλεσε καὶ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος. Θὰ συστήσω λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀναγραφῇ πίστωσις ἐπαρκὴς δι’ ἀγορὰν βιβλίων, ὡς ὁ κ. Ἔφορος προτείνει, καὶ νὰ αὐξηθῇ ἡ πίστωσις, διὰ τὰς ἀνανεώσεις τῶν συνδρομῶν ἐφημερίδων καὶ περιοδικῶν. Ἐν γένει δὲ φρονῶ, ὅτι πᾶσα περικοπὴ δαπάνης διὰ τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς θέλει σπουδαίως παραβλάψει αὐτήν.
§28ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου ἐξεδήλωσε φόβους, ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ συμβῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη ἤδη ἐν τῷ παρελθόντι. Σᾶς εἶπεν, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἐξήρκεσεν ἡ πίστωσις πρὸς προμήθειαν τῶν ἀναγκαίων περιοδικῶν καὶ σειρῶν βιβλίων ἐπὶ τοῦ πρώην Ἐφόρου τοῦ Βουλευτηρίου, ἐν τῷ μεταξὺ ἐπελθούσης τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, μᾶς ἐστοίχισαν αὐτὰ περισσότερον. Φοβεῖται δὲ, ὅτι δυνατὸν νὰ συμβῇ τὸ αὐτὸ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, δυνατὸν δηλαδὴ νὰ ἐπέλθῃ μείζων τῆς νῦν ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος, καὶ νὰ στοιχίσωσιν εἰς ἡμᾶς τὰ βιβλία περισσότερον... Ἀλλ’ ἐὰν, κύριε Ἔφορε, ἔχητε τοιούτους φόβους, διατὶ τότε παρακάθησθε εἰς τὴν πτέρυγα τὴν ὑπουργικὴν, ἀφοῦ οὕτω πως ἐκδηλοῦτε δυσπιστίαν πρὸς τὰς ἐπαγγελίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως;
§29ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίους φόβους ἐξεδήλωσα;
§30ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διεκήρυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ οἰκονομική του πολιτικὴ τείνει εἰς τὸ νὰ ὑποτιμήσῃ τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος μέχρι 1,20, ἢ καὶ μέχρι τοῦ ἀρτίου τῆς δραχμῆς. Οὗτος εἶναι, ὡς διακηρύττει πάντοτε, ὁ τελικὸς σκοπὸς τῶν οἰκονομικῶν του μέτρων, εἰς ὃν ἐλπίζει νὰ καταλήξῃ ὡς τάχιστα. Ἂν λοιπὸν ὁ Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου ἔχῃ πεποίθησιν εἰς τὰς ἐπαγγελίας τοῦ ἀρχηγοῦ, τὸν ὁποῖον τόσον πιστῶς ἀκολουθεῖ, πρέπει νὰ πιστεύῃ πᾶν τοὐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶπε πρὸ ὀλίγου· πρέπει νὰ πιστεύῃ, ὅτι δὲν ἀπέχει πολὺ ὁ χρόνος, καθ’ ὃν θὰ ὑποτιμηθῇ τὸ συνάλλαγμα, καὶ θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ἄρτιον τῆς δραχμῆς, καὶ τότε θὰ στοιχίσωσιν εἰς ἡμᾶς τὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα ζητεῖ νὰ ἀγοράσῃ τώρα, κατὰ 48 ἢ 49 τοῖς ἑκατὸν εὐθηνότερα. Ὡς πρὸς τὴν ἄλλην δὲ ἀντίῤῥησιν, ὅτι δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν μετ’ ὀλίγον νὰ ἐξευρεθῶσι τὰ βιβλία καὶ τὰ περιοδικά, τῷ ἀπαντῶ, ὅτι εἶμαι καὶ ἐγὼ φιλόβιβλος, δύναμαι δὲ νὰ καυχηθῶ, ὅτι κατέχω μίαν τῶν πλουσιωτέρων ἰδιωτικῶν βιβλιοθηκῶν ἐν Ἀθήναις καὶ ὅτι παρακολουθῶ πολλὰς σειρὰς συγγραμάτων καὶ περιοδικῶν· οὐδέποτε ὅμως μέχρι τοῦδε μοὶ συνέβη, ὁσάκις ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη μοὶ καθυστέρησε περιοδικόν τι ἢ σειρὰ βιβλίων, νὰ μὴ δύναμαι ὕστερον νὰ προμηθευθῶ αὐτά. Τοὐναντίον μάλιστα, μοὶ συμβαίνει νὰ προμηθεύωμαι αὐτὰ ἀκριβῶς τότε εἰς εὐθηνοτέραν τιμήν. Ἐὰν δέ ποτε τύχῃ ἐντὸς τόσον βραχέος χρονικοῦ διαστήματος νὰ ἐξαντληθῇ βιβλίον τι, ἂς μὴ ἀνησυχῇ ὁ κ. Ἔφορος περὶ τούτου, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπακολουθεῖ ἑτέρα ἔκδοσις αὐτοῦ, τελειοτέρα τῆς πρώτης. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἔχει ἄδικον ὁ κ. Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἔφορος τῆς βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς προτείνει, εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ κεφαλαίου Δʹ νὰ προστεθῇ ποσὸν 3,000 δραχμῶν δι’ ἀγορὰν βιβλίων, ἐπίσης νὰ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν τῶν 2,000 δραχμῶν διὰ δετικὰ βιβλίων εἰς 3,000, νὰ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν τῶν συνδρομῶν ξένων ἐφημερίδων καὶ περιοδικῶν εἰς δραχμὰς 4,750, καὶ τὸ ποσὸν τῶν γραφικῶν ἐξόδων ἀπὸ 500 δραχμῶν εἰς 600, δι’ οὓς λόγους ἠκούσατε. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ἐφόρου τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 τοῦ κεφαλαίου Δʹ, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς ἐνεστώσης συνόδου δραχ. 483,880. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντικαστάσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ ͵ΒΚΗʹ νόμου τῆς 20 Ἰουλίου ἐ. ἔ. περὶ δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§33ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐγὼ ἀντετάχθην κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Κακουργιοδικῶν, τὸ ὁποῖον, ψηφισθὲν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ἰσχύει ἤδη ὡς νόμος τοῦ Κράτους· ἀντετάχθην δὲ κατ’ αὐτοῦ ἐκ διπλῆς ἀπόψεως· πρῶτον ἐξ ἀπόψεως θεωρητικῆς, διότι νομίζω, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὴν θεμελιώδη ἔννοιαν τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι πρὸς ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης καλοῦνται οὐχὶ ὡρισμένοι κάτοικοι ὀλίγων πόλεων, ἀλλ’ ἅπας ὁ Ἑλληνικὸς λαός· ἀντετάχθην κατ’ αὐτοῦ καὶ ἐξ ἀπόψεως πρακτικῆς, ὑποστηρίζων, ὅτι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου οὐ μόνον δὲν ἤθελε βελτιωθῆ ἡ ἀπονομὴ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ τοὐναντίον ἤθελεν ἔτι μᾶλλον δεινωθῆ. Τὸ κυριώτερον ἐπιχείρημα τοῦ τελευταίου τούτου ἰσχυρισμοῦ ἐστηρίζετο εἰς τοῦτο, ὅτι εἰς τὰς πλείστας τῶν πόλεων τοῦ Βασιλείου, ἔνθα συγκροτοῦνται Κακουργιοδικεῖα, δὲν ὑπάρχει ἐπαρκὴς ἀριθμὸς πολιτῶν, δυναμένων νὰ ἐκπληρώσωσι δεόντως τὰ καθήκοντα τοῦ ἐνόρκου. Ἀτυχῶς ταχύτερον ἢ ὅσον προσεδόκων ἀποδεικνύεται ἡ ὀρθότης τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου· καὶ ἰδοὺ, μόλις παρῆλθον ὀλίγοι μῆνες, νέον εἰσάγεται νομοσχέδιον τροποποιήσεως τοῦ ἰσχύοντος νόμου, πρὸς διόρθωσιν οὐ μόνον τῆς ἐλλείψεως ταύτης, ἀλλὰ καὶ ἄλλων τινῶν ἀναγνωρισθεισῶν ἐλλείψεων τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Ἀλλ’ ἐὰν ἦναι, κύριοι Βουλευταί, εὔκολον νὰ πεισθῇ τις ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς περὶ τῶν ἀτελειῶν τῆς νομοθεσίας, δὲν εἶναι ὅμως τόσον εὔκολον καὶ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν θεραπείαν τῶν ἐλλείψεων τούτων. Προκειμένου μάλιστα περὶ νόμων δικαστικῶν, τὸ πρᾶγμα εἶναι ἔτι μᾶλλον δυσχερές· διότι τῶν λοιπῶν νόμων ἡ ἑρμηνεία καὶ ἐφαρμογὴ ἀνατίθεται εἰς τὴν αὐθαίρετον καὶ ἀνεξέλεγκτον κρίσιν τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν, καθ’ ὧν πολλάκις οὐδεμία ἐπιτρέπεται προσφυγὴ ἐκ μέρους τῶν ἐνδιαφερομένων, ἐνῷ τοὐναντίον οἱ δικαστικοὶ νόμοι γίνονται ἀντικείμενον διηνεκοῦς καὶ καθημερινοῦ ἐλέγχου. Ἅπαντες οἱ δικαστικοὶ κύκλοι ἐνασχολοῦνται εἰς τὴν ἑρμηνείαν αὐτῶν, καὶ ἐκδίδουσι πρὸς τοῦτο ἀποφάσεις, αἵτινες ὑποβάλλονται εἰς τὴν ἐπίκρισιν τῶν ἀνωτέρων δικαστηρίων καὶ μέχρι τοῦ Ἀρείου Πάγου· ἕνεκα δὲ τοῦ διηνεκοῦς τούτου ἐλέγχου ἀνευρίσκονται πλεῖσται ἐλλείψεις ἢ ἀσάφειαι τῆς νομοθεσίας, καὶ λύονται πλεῖσται ἀμφιβολίαι περὶ τῆς ἑρμηνείας αὐτῆς, αἵτινες, προκειμένου περὶ τῆς ἐφαρμογῆς ἄλλων νόμων, ἤθελον διαφύγει ἴσως τὴν ἀντίληψιν τῶν ἀρχῶν ἢ τῶν ἐνδιαφερομένων. Διὰ τοῦτο, προκειμένου περὶ διορθώσεως δικαστικῶν νόμων, καὶ πᾶσα ἡ δυνατὴ προσοχὴ δὲν θὰ ἦτο ἴσως ἀρκετή. Ἐν τούτοις ἰδοὺ σήμερον, μόλις ὀλίγους μῆνας, ἐπαναλαμβάνω, μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἰσχύοντος νόμου, καλούμεθα νὰ μεριμνήσωμεν περὶ διορθώσεως ἀτελειῶν αὐτοῦ. Μία τοιαύτη διόρθωσις προτείνεται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης τῆς Βουλῆς, ἐγένετο δὲ ἀποδεκτὴ καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Διὰ τῆς προτάσεως ταύτης δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ διόρθωσις τῆς κειμένης νομοθεσίας, ἀλλὰ μόνον προσθήκη τις εἰς αὐτήν. Κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν, οἱ συμπράξαντες εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ποινικῆς δίκης, ἢ ὡς μάρτυρες ἢ ὡς πραγματογνώμονες παραστάντες κατ’ αὐτὴν, δὲν δύνανται νὰ ἐκπληρώσωσι καθήκοντα ἐνόρκου κατὰ τὴν δίκην ταύτην. Ἡ περὶ τούτου διάταξις τῆς νομοθεσίας εἶναι ἀρχαιοτάτη· εὑρίσκεται εἰς τὸ ἄρθρον 48 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων ἀπὸ τοῦ 1835, ἡ δὲ ἐφαρμογὴ αὐτῆς ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ἀκυρότητας, διότι ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ δικαστηρίου ἔλαβον μέρος εἰς τὴν δίκην ἔνορκοι, συμπράξαντες εἰς τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῆς, ἢ χρησιμεύσαντες ὡς μάρτυρες ἢ ὡς πραγματογνώμονες, καὶ ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἀνῃρέθησαν αἱ καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις, καὶ ὑπεβλήθη τὸ Δημόσιον εἰς δαπάνας. Ἕνεκα τούτου μεταγενέστεροι περὶ ἐνόρκων νόμοι περιώρισαν τὴν ἀκυρότητα μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν γίνεται αἴτησις περὶ ἐξαιρέσεως τῶν τοιούτων ἐνόρκων εἰς τὸ δικαστήριον, καὶ περιέρχεται οὕτως εἰς γνῶσιν τοῦ δικαστηρίου, ἐὰν πράγματι ἔνορκός τις δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀποκλειόμενος τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων αὐτοῦ. Αὕτη εἶναι ἡ διάταξις τῆς κειμένης νομοθεσίας. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ ἀποκλείωνται, ἐκτὸς τῶν μνησθέντων ἐνόρκων, καὶ οἱ μέχρι τετάρτου βαθμοῦ συγγενεῖς τοῦ κατηγορουμένου ἢ τοῦ ζημιωθέντος, προσέτι δὲ καὶ οἱ συγγενεῖς τῶν συνηγόρων τοῦ κατηγορουμένου ἢ τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος. Αὕτη εἶναι ἡ προσθήκη, ἧς τὴν παραδοχὴν συνιστᾷ ἡ ἐπιτροπή, πρὸς συμπλήρωσιν τῆς κειμένης νομοθεσίας. Ἀλλὰ τὸ ἑπόμενον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τί ἀφορᾷ; Ἀφορᾷ εἰς τὴν προμήθειαν, ἵνα εἴπω οὕτω, μείζονος ἀριθμοῦ ἐνόρκων, δυναμένων νὰ λαμβάνωσι μέρος εἰς τὰς ποινικὰς δίκας, πρὸς θεραπείαν τῆς ἀναφανείσης ἐλλείψεως αὐτῶν· καὶ πρὸς τοῦτο, ἐνῷ ὁ ἰσχύων νόμος ἀπαλλάττει καθ’ ὅλον τὸ ἔτος τοὺς εἰς μίαν σύνοδον ἐκπληρώσαντας τὰ καθήκοντα τοῦ ἐνόρκου, τὸ ἑπόμενον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου καταργεῖ τὴν ἀπαλλαγὴν ταύτην, ὡς θὰ ἴδωμεν. Ἐνῷ λοιπὸν διὰ τοῦ ἑπομένου ἄρθρου λαμβάνεται πρόνοια περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐνόρκων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν δίκην, ἡ προκειμένη διάταξις ἐπιφέρει ἕνα σπουδαῖον περιορισμόν. Ὅταν θεωρήσητε ἀνικάνους νὰ ἐκπληρώσωσι καθήκοντα ἐνόρκου οὐ μόνον τοὺς συγγενεῖς μέχρι τετάρτου βαθμοῦ τοῦ κατηγορουμένου καὶ τοῦ παθόντος, ἀλλὰ καὶ τοὺς συγγενεῖς τῶν συνηγόρων αὐτῶν, ὧν πολλοὶ συμπράττουσι συγχρόνως, νομίζω, ὅτι ὁ ἀριθμὸς, τὸν ὁποῖον θὰ ἔχητε διαθέσιμον πρὸς λειτουργίαν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, θὰ ἐλαττωθῇ σπουδαίως, καὶ δύναται νὰ κατασταθῇ ὅλως ἀνεπαρκής· νομίζω δ’ ὅτι μία τοιαύτη ἔποψις ἠδύνατο νὰ ἀρκέσῃ εἰς ἀπόῤῥιψιν τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ πρότασις εἶναι ὀρθή; Δὲν ὑπῆρχε, Κύριοι, μέχρι τοῦδε τοιαύτη ἀνικανότης παρ’ ἡμῖν, καὶ, καθ’ ὅσον γνωρίζω, οὐδ’ ἐν τῇ Γαλλικῇ νομοθεσίᾳ καθιερώθη τοιαύτη· οἱ συγγενεῖς τοῦ κατηγορουμένου ἢ τοῦ παθόντος δὲν χαρακτηρίζονται ὡς ἀνίκανοι νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸ δικαστήριον· δὲν ἕπεται ὅμως ἐντεῦθεν, ὅτι ζημιοῦται ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης· διότι καὶ οἱ ἴδιοι τοιοῦτοι ἔνορκοι προτείνουσι τὴν ἀπαλλαγήν των, καὶ δικαίωμα ἐξαιρέσεως αὐτῶν ἔχει ὅ τε Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ κατηγορούμενος, οὕτω δὲ καὶ οἱ τοιοῦτοι σχετικῶς ἀνίκανοι ἔνορκοι τίθενται ἐκτὸς τῆς δίκης. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν θεωρηθῇ ἀποχρῶσα ἐγγύησις διὰ τὴν δικαιοσύνην ἡ διὰ τῶν ἐξαιρέσεων τούτων ἐπιτυγχανομένη ἀποχὴ τῶν συγγενῶν, θεωρηθῇ δὲ ἀναγκαῖον νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἀνίκανοι οἱ μέχρι τετάρτου βαθμοῦ συγγενεῖς, διατὶ τάχα ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης περιωρίσθη ν’ ἀπομακρύνῃ μόνον τοὺς συγγενεῖς, καὶ δὲν ἔλαβε πρόνοιάν τινα καὶ περὶ τῶν κηδεστῶν; Ὁ γαμβρὸς ἐπὶ θυγατρὶ ἢ ἐπ’ ἀδελφῇ ἔχει καὶ οὗτος συγγένειαν ἀρκετὰ στενὴν, ἡ ὁποία δύναται νὰ τὸν ἐπηρεάσῃ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τοῦ ἐνόρκου. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν, πῶς οἱ ἀκολουθοῦντες αὐτὴν τὴν ὁδὸν ἐσταμάτησαν μέχρι τῶν συγγενῶν, καὶ δὲν ἔλαβον πρόνοιάν τινα καὶ περὶ τῶν κηδεστῶν. Ἀπόκειται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν ἐμμείνωσιν εἰς τὴν ὁδὸν ταύτην τῆς παρεμβολῆς εἰς τὴν νομοθεσίαν καὶ τῶν νέων αὐτῶν διατάξεων, νὰ προνοήσωσι καὶ περὶ τούτου. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς συγγενεῖς τῶν δικηγόρων τῆς κατηγορίας ἢ τῆς ὑπερασπίσεως, δηλ. τοῦ κατηγορουμένου ἢ τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος, εἶναι ὀρθὸν νὰ παραδεχθῶμεν μίαν τοιαύτην ἀνικανότητα; Ἐπειδὴ ὁ δικηγόρος ἔχει ἀδελφὸν ἢ ἐξάδελφον ἔνορκόν τινα, ὁ ἔνορκος οὗτος πρέπει νὰ καταστῇ ἀνίκανος, ἵνα δικάσῃ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ πελάτου, δι’ ὃν ἐνδιαφέρεται ὁ δικηγόρος; Ἐπιτρέπεται νὰ ἐκδηλώσωμεν ἐν τῷ νόμῳ τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι οἱ δικηγόροι δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσι τοὺς συγγενεῖς των ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ κατηγορουμένου; Νομίζω ὅτι ἐνταῦθα ἡ ἀνικανότης ἔλαβεν ὅρια πολὺ μείζονα τοῦ πρέποντος. Ἀφίνετε τὸν κηδεστὴν τοῦ κατηγορουμένου, καὶ ἐξαιρεῖτε τὸν πρῶτον ἐξάδελφον τοῦ δικηγόρου τοῦ κατηγορουμένου ἢ τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος! Καὶ οὐ μόνον ἀτόπους θεωρῶ τὰς διατάξεις περὶ ἀνικανότητος τῶν συγγενῶν τῶν δικηγόρων, ἀλλὰ καὶ ἀνεπιδέκτους ἐφαρμογῆς, καὶ ἑπομένως εἰς μάτην λαμβάνετε τοιαύτην πρόνοιαν. Ἡ ἀνικανότης ὑφίσταται κατὰ τὸν νόμον, μόνον ἐὰν γείνῃ αἴτησις (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ Εἰσαγγελέως, τοῦ ἰδιώτου κατηγόρου, τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος ἢ τοῦ κατηγορουμένου, δὲν τίθενται εἰς τὴν κληρωτίδα μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ὀνόματα τῶν συγγενῶν τῶν δικηγόρων.» Ἐὰν λοιπὸν προηγηθῇ ἡ κλήρωσις τῶν ἐνόρκων ἄνευ αἰτήσεως, ἐννοεῖται ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν βραδύτερον νὰ προταθῇ ἡ ἀνικανότης αὕτη. Τώρα, ἐὰν ἔνορκός τις ἦναι συγγενὴς δικηγόρου τινὸς τῶν διαδίκων, καὶ ὁ διάδικος οὗτος θέλῃ ν’ ἀποφύγῃ τὸν ἀποκλεισμὸν τοῦ ἐνόρκου, δὲν θέλουσι προσλάβει τὸν συγγενῆ αὐτοῦ δικηγόρον, εἰμὴ μετὰ τὴν κλήρωσιν, διότι ἔχουσι δικαίωμα νὰ διορίζωσι τοιοῦτον ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τῆς δίκης. Οὕτω π. χ. οὐδόλως ἐμφανίζεται ὁ πολιτικῶς ἐνάγων πρὸ τῆς κληρώσεως, οὐδόλως ἐμφανίζεται ὁ δικηγόρος ἐκεῖνος, οὗ ὁ συγγενὴς πρόκειται νὰ κληρωθῇ; προβαίνει ἡ κλήρωσις, λαμβάνει μέρος εἰς τὴν δίκην ὁ ἔνορκος ἐκεῖνος, καὶ κατόπιν ὁ κατηγορούμενος δηλώνει, ὅτι προσλαμβάνει καὶ αὐτὸν τὸν δικηγόρον, τὸν συγγενῆ τοῦ ἐνόρκου.
§34ΦΩΤΗΛΑΣ. Λόγος ἀναιρέσεως.
§35ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι; διότι ἐπὶ τῇ αἰτήσει ἐπέρχεται ἡ ἀκυρότης. Νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι, ἀφοῦ μετὰ πεῖραν ἡμίσεως αἰῶνος δὲν κατεδείχθη ἡ ἀνάγκη νὰ εἰσαγάγωμεν τὰς ἄνω διατάξεις εἰς τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν, καὶ ἀφοῦ δὲν ἔχωμεν παράδειγμα καὶ ἄλλης νομοθεσίας τῶν μᾶλλον πεπειραμένων εἰς τὰ τῆς νομοθεσίας ἐθνῶν, ἐνισχῦον ἡμᾶς, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τοιούτους νεωτερισμοὺς εἰς τὴν νομοθεσίαν. Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ μίαν ἄλλην ἀκόμη παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου. Πόθεν θὰ γνωρίσωσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι τὴν συγγένειαν τῶν ἐνόρκων μετὰ τῶν παθόντων, τοῦ κατηγορουμένου, ἢ τῶν δικηγόρων αὐτοῦ; Ἤδη ὁ νομοθέτης ἡμῶν, κατὰ μίμησιν, νομίζω, τῆς γερμανικῆς νομοθεσίας, ἔχει λάβη πρόνοιάν τινα πρὸς ἀνακάλυψιν τῆς ἀνικανότητος τῶν ἐνόρκων, καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 36 τοῦ ἰσχύοντος νόμου λέγει (ἀναγινώσκει): «Οἱ κληρωθέντες ἔνορκοι, ὀφείλουσι νὰ δηλώσωσι πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, καλούμενοι ἐπὶ τούτῳ παρ’ αὐτοῦ, ἐὰν ὑπάγωνται εἴς τινα τῶν περιπτώσεων ἀνικανότητος ἢ ἀπαλλαγῆς, τῶν προβλεπομένων ἀπὸ τὰ ἄρθρα 15–17.» Ἀφοῦ ἐκτὸς τῶν ἀνικανοτήτων, περὶ ὧν προβλέπουσι τὰ ἄρθρα 15–17, ἔρχεσθε νὰ προσθέσητε μίαν νέαν ἀνικανότητα, τὴν τῶν συγγενῶν τῶν δικηγόρων, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ λάβητε τὴν πρόνοιαν, ἥτις λαμβάνεται καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἀνικανοτήτων, καὶ νὰ ὑποχρεώσητε αὐτοὺς νὰ δηλῶσιν, ἐὰν ἔχωσι συγγένειάν τινα μετὰ τῶν δικηγόρων.
§36ΦΩΤΗΛΑΣ. Πῶς θὰ ἠξεύρουν οἱ ἔνορκοι ποῖον θὰ ἔχωσι δικηγόρον οἱ διάδικοι;
§37ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν τοὺς βλέπωσι τέλος πάντων. Αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἡ πρώτη βελτίωσις τῆς νομοθεσίας, ἡ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης ὑποβληθεῖσα καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης γενομένη ἀποδεκτή. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ κύριον θέμα, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, προτείνων τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 30 τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Κατὰ τί ἄρα δὲν εἶχε καλῶς ὁ ἰσχύων νόμος, καὶ ἤδη διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτείνεται ἡ τροποποίησις αὐτοῦ; Κατὰ τὸ ἄρθρον 30 τοῦ ἰσχύοντος νόμου, μεταξὺ τῶν ἐνόρκων, ὧν τὰ ὀνόματα τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν θέτει εἰς τὴν κληρωτίδα, ἵνα ἐνεργήσῃ τὴν κλήρωσιν, δὲν τίθενται, τῇ αἰτήσει αὐτῶν, ποῖοι; οἱ τακτικοὶ ἔνορκοι, οἱ ἐκπληρώσαντες τὰ ἑαυτῶν καθήκοντα ἐπὶ μίαν σύνοδον ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ὡς καὶ οἱ ἀναπληρωτικοὶ ἔνορκοι, οἱ ἐπὶ μίαν ὅλην σύνοδον ἀναπληρώσαντες ἔνορκον τακτικὸν ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους. Κατὰ τὸ ἄρθρον λοιπὸν τοῦτο, τῇ αἰτήσει των δὲν τίθενται εἰς τὴν κληρωτίδα τὰ ὀνόματα τῶν τακτικῶν ἐνόρκων, οἵτινες ἐξεπλήρωσαν τὰ καθήκοντά των ἐπὶ μίαν σύνοδον ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ὡς καὶ τὰ τῶν ἀναπληρωτικῶν ἐνόρκων, οἵτινες ἐπὶ μίαν μόνην σύνοδον ἀνεπλήρωσαν τοὺς τακτικούς. Οὕτως ἔχει ἡ κειμένη νομοθεσία. Ὁποία τις τώρα προτείνεται τροποποίησις; Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, αἴτησις τῶν ἐνόρκων, ἵνα μὴ τεθῶσι τὰ ὀνόματά των εἰς τὴν κληρωτίδα, ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν, δὲν ἀπαιτεῖται. Ποῖοι λοιπὸν δὲν θὰ τίθηνται; Ἀκούσατε· «οἱ τακτικοὶ καὶ ἀναπληρωματικοὶ ἔνορκοι, οἱ ἐκπληρώσαντες τὰ καθήκοντα αὐτῶν κατὰ τὰς προηγουμένας συνόδους.» Ἀλλ’ αἱ προηγούμεναι σύνοδοι ἠμπορεῖ νὰ ἀνέρχωνται εἰς ἓν, δύο, τρία ἔτη· δὲν θὰ τίθηνται λοιπὸν εἰς τὴν κληρωτίδα τὰ ὀνόματα καὶ τῶν εἰς τοιαύτας ἀρχαίας συνόδους ὑπηρετησάντων; Ὁποίαν δὲ ὑπηρεσίαν παρέσχον οἱ τοιοῦτοι ἔνορκοι, μένει κενὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐνῷ ἐν τῷ κειμένῳ νόμῳ προὐνόησεν ὁ νομοθέτης νὰ διασαφήσῃ, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν σύνοδον πρέπει νὰ ἐξεπλήρωσε τὰ καθήκοντά του ὁ τακτικὸς, καὶ καθ’ ὅλην τὴν σύνοδον νὰ ἀνεπλήρωσεν ὁ ἀναπληρωματικὸς, καὶ οὐχὶ ἐπί τινας συνεδριάσεις μόνον· ἄλλως δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀπαλλαχθῶσιν. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅλοι αὐτοὶ οἱ προσδιορισμοὶ ἐθεωρήθησαν περιττοὶ, καὶ ἐνῷ ζητοῦμεν νὰ συμπληρώσωμεν τὴν νομοθεσίαν, ἀφίνομεν ὅλως ἀόριστον, πότε δὲν πρέπει νὰ τίθηνται εἰς τὴν κληρωτίδα τὰ ὀνόματα τῶν προϋπηρετησάντων ἐνόρκων. Ἀλλ’ ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ περιορίσῃ τὰς ἕνεκα προηγουμένης ὑπηρεσίας ἀπαλλαγὰς τῶν ἐνόρκων, καὶ πρὸς τοῦτο διαγράφει περιστάσεις, καθ’ ἃς τίθενται εἰς τὴν κληρωτίδα τὰ ὀνόματα τῶν τοιούτων ἐνόρκων. Ποῖαι εἶναι αὗται; Ὅταν «περιορίζηται ἐντεῦθεν ὁ κατὰ τὸ ἄρθρον 28 ἀπαιτούμενος κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἀριθμὸς τῶν ἐνόρκων». Αὐτὴν τὴν τροποποίησιν ἐσκόπει τὸ νομοσχέδιον νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν κειμένην νομοθεσίαν. Ἄν, λέγει, περιορίζηται ὁ ἐλάχιστος ὅρος τῶν θετέων εἰς τὴν κληρωτίδα ἐνόρκων, τότε αὐτὴ ἡ ἀπαλλαγὴ δὲν λαμβάνει χώραν. Ἀλλὰ ποῖος εἶναι ὁ ἐλάχιστος ὅρος τῶν ἐνόρκων, ὧν τὰ ὀνόματα, κατὰ τὸ ἄρθρον 28, πρέπει νὰ τίθενται εἰς τὴν κληρωτίδα; Δὲν ὑπάρχει ἐλάχιστος ὅρος, Κύριοι. Τὸ ἄρθρον 28 λέγει: «ἂν οἱ ἔνορκοι ἦναι πλέον τῶν ἑκατὸν, θὰ ἐκλέξῃ τὸ Ἐφετεῖον ἑκατὸν, καὶ τούτων τὰ ὀνόματα θὰ θέσῃ εἰς τὴν κληρωτίδα»· ἂν ἦναι ὀλιγώτεροι τῶν ἑκατὸν, ὅλων τὰ ὀνόματα θὰ τὰ θέσῃ εἰς τὴν κληρωτίδα· ἑπομένως καὶ 80 καὶ 70 καὶ 50, θὰ τὰ θέσῃ ὅλα. Ποῖος εἶναι λοιπὸν ὁ ἐλάχιστος ὅρος, ἐν τῇ ὑπάρξει τοῦ ὁποίου νομίζετε, ὅτι πρέπει τὸ Ἐφετεῖον νὰ θέσῃ καὶ τὰ ὀνόματα τῶν προϋπηρετησάντων καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀπαλλασσομένων; Καὶ τοῦτο εἶναι ἀσαφές. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι, ἂν θέλωμεν ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπιδιώκει, νὰ βελτιώσωμεν τὴν νομοθεσίαν τὴν κειμένην, πρέπει μὲν νὰ ἀφήσωμεν ἄθικτον κατὰ τὰ λοιπὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, νὰ ὁρίσωμεν δὲ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐξαιρετικῶς δύναται νὰ ὑποχρεωθῇ εἰς δευτέραν ἐντὸς τοῦ ἔτους ὑπηρεσίαν ὁ ἔνορκος, ὁ ὁποῖος ἐξεπλήρωσε τὰ καθήκοντά του. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τῆς γενικῆς ἀντιῤῥήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον κατὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Τί ἔλεγον ἐγώ; «Δὲν ἐπαρκεῖ εἰς πλείστας πόλεις ὁ ἀριθμὸς, τὸν ὁποῖον ἔχετε, ἐνόρκων, ἵνα ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντά των τακτικῶς ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικῶν.» Μοὶ ἀντέτασσον: «Θὰ δυνηθῶσιν οἱ πολῖται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τοῦ ἐνόρκου, ἀφίνοντες τὰς ἰδιαιτέρας των ὑποθέσεις, διότι πρόκειται περὶ εἴκοσιν ἡμερῶν, περὶ ἑνὸς μικροῦ διαστήματος, καὶ ἐκεῖνοι θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς πᾶσαν θυσίαν, ἵνα μένωσιν ἐντελῶς ἀπηλλαγμένοι κατόπιν». Ἀλλὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὑμῶν, κύριε Ὑπουργὲ, οἱ ἔνορκοι πολλῶν πόλεων θὰ κληρῶνται οὐχὶ εἰς μίαν μόνην σύνοδον, ἀλλὰ διαρκῶς εἰς πάσας τὰς συνόδους. Τότε πῶς θέλομεν ὑποχρεώσει τοὺς πολίτας ν’ ἀφίνωσι καθ’ ἑκάστην τὰς ἐργασίας των, ὁ ἰατρὸς τοὺς πελάτας του, ὁ φαρμακοποιὸς τὰς συνταγάς του, ὁ δικηγόρος τὸ ἐπάγγελμά του, ὁ ἔμπορος ἢ βιομήχανος τὸ κατάστημά του, καὶ νὰ προσέρχωνται καθ’ ἑκάστην εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τοῦ ἐνόρκου;
§38ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ νομοθετῶμεν χωρὶς νὰ γίνηται τίποτε.
§39ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶχον, Κύριοι, νὰ εἴπω, ὅσον ἀφορᾷ τὸ μεταβαλλόμενον ἄρθρον 30 τοῦ νόμου. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προσθέσω τινὰ καὶ διὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα. Τὸ ἄρθρον 32 πραγματεύεται περὶ περιπτώσεως, ἣν πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, ἵνα ἴδωμεν τὰς μεταβολὰς, ὅσαι προτείνονται. Κατὰ τὸν Ὀργανισμὸν τῶν Δικαστηρίων, ἂν μετὰ τὴν κλήρωσιν ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν ἀπέθανον ἔνορκοί τινες, ἢ κατέστησαν ἀνίκανοι, δύναται αὐτὸ τὸ δικαστήριον τῶν Ἐφετῶν νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς ἀναπλήρωσιν τῶν τεθνεώτων καὶ τῶν ἀνικάνων. Αὐτὴ ἡ διάταξις ἐφηρμόσθη σπανίως. Ἐγεννήθησαν δὲ ἐν τῇ πρακτικῇ καὶ ἀμφιβολίαι, μέχρι ποίας ἐποχῆς τὸ Ἐφετεῖον δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναπλήρωσιν, διότι ἐν τῷ μεταξὺ ἀρχίζει τὸ Κακουργιοδικεῖον, ἐκεῖ γίνεται πρόνοια περὶ ἀναπληρώσεως, καὶ ὡς ἐκ τούτου καθίσταται ἀμφίβολος ἡ σχέσις τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ἐφετείου πρὸς τὴν τοῦ δικαστηρίου τῶν συνέδρων, ἡ δὲ νομολογία ἔλυσέ τινα τῶν σχετικῶν ζητημάτων. Ἀλλὰ διατὶ ἐλαμβάνετο, κατὰ τὸν Ὀργανισμὸν τῶν Δικαστηρίων, ἡ πρόνοια αὕτη τῆς ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν ἀναπληρώσεως τῶν τεθνεώτων καὶ ἀνικάνων; Διότι ἡ βάσις τοῦ συστήματος τοῦ ὁρκωτικοῦ ἦτο τότε νὰ λαμβάνωνται οἱ ἔνορκοι ἐξ ὅλης τῆς περιφερείας τοῦ Ἐφετείου, καὶ οὐχὶ ἐκ μόνης τῆς πόλεως, ἔνθα τὸ Κακουργιοδικεῖον, καὶ ἑπομένως δὲν ἔπρεπε νὰ καταφεύγωμεν εἰς τούτους, εἰμὴ μετὰ τὴν ἐξάντλησιν πάσης προνοίας τοῦ νὰ ἔχωμεν ἐνόρκους ἐκ τῆς περεφερείας τῆς ὅλης. Ἡμεῖς αὐτὰ τὰ μετεβάλομεν. Ἡμεῖς τώρα τοὺς ἐνόρκους τοὺς λαμβάνομεν ἀπὸ τὴν πόλιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἑδρεύει τὸ Κακουργιοδικεῖον. Τίς ἡ ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν πλέον τὴν κλήρωσιν ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν; Δὲν πρόκειται οἱ ἔνορκοι νὰ ληφθῶσιν ἐκ τῆς ὅλης περιφερείας, ἀλλ’ ἐκ τοῦ προσωπικοῦ, ὅπερ ἔχει ἐνώπιόν του τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων, καὶ ἐξ οὗ ἐλαμβάνοντο πάντοτε οἱ ἀναπληρωτικοὶ ἔνορκοι. Ἠδύνατό τις λοιπὸν νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη κατέστη ματαία καὶ ἄσκοπος, καὶ ὅτι μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου συστήματος, τοῦ λαμβάνοντος τοὺς ἐνόρκους ἐκ τοῦ τόπου, ἔνθα ἑδρεύει τὸ Κακουργιοδικεῖον, ἔπαυσεν ὁ λόγος τοῦ νὰ ἐπαναλαμβάνηται ἡ κλήρωσις πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν τεθνεώτων καὶ ἀνικάνων. Ἀλλὰ δὲν ἔκρινεν οὕτως ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου. Ἀντὶ νὰ καταργήσῃ ὅλως τὴν κλήρωσιν πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν τεθνεώτων καὶ ἀνικάνων, ἣν δὲν δύναται τώρα νὰ ἐνεργήσῃ τὸ Ἐφετεῖον, διότι τώρα μεταξὺ τῆς πρώτης κληρώσεως καὶ τῆς ἐνάρξεως τοῦ Κακουργιοδικείου ὑφίσταται μικρὰ προθεσμία, δεκαήμερος, ἐνῷ πρότερον ἦτο τεσσάρων ἑβδομάδων, ἀντί, λέγω, νὰ τὴν καταργήσῃ, ἐσκέφθη νὰ τὴν ἀναθέσῃ εἰς τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων, καὶ διὰ τοῦ προτεινομένου τούτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου διατάσσεται, ὅτι, ἐὰν μετὰ τὴν ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου κλήρωσιν ἀπεβίωσαν, ἔγειναν ἀνίκανοι, ἢ ἀπηλλάγησαν ἔνορκοι, τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων ἐνεργεῖ νέαν κλήρωσιν πρὸς ἀναπλήρωσιν αὐτῶν. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο, κύριε Ὑπουργέ, εὑρίσκεται ἐν πλήρει ἀντιφάσει πρὸς ἄλλο ἄρθρον τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος. Ὁ ἰσχύων νόμος ἐν ἄρθρῳ 38 προβλέπει περὶ τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου δὲν ἐμφανισθῶσιν, εἴτε ἀπαλλαχθῶσιν ὡς ἀνίκανοι, οἱ ἔνορκοι, καὶ λέγει: (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνόδου δὲν ἐμφανισθῶσι, δι’ οἱονδήποτε λόγον, οἱ τριάκοντα τακτικοὶ ἔνορκοι, ἢ διαγραφῶσι κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον τινὲς τούτων, ὀφείλουσι νὰ ἐμφανίζωνται κατὰ πᾶσαν συνεδρίασιν, καὶ κατὰ τὴν τάξιν τῆς κληρώσεώς των, ἐκ τῶν ἀναπληρωτικῶν ὅσοι ἀπαιτοῦνται πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τριάκοντα.» Κατὰ τὸ ἄρθρον 32 λοιπὸν, ἅμα δὲν ἐμφανισθῶσιν ἔνορκοι, ἢ ἀπαλλαχθῶσιν ὡς ἀνίκανοι, τὸ δικαστήριον θὰ καλέσῃ τοὺς ἀναπληρωτικούς· κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὅμως γίνεται νέα κλήρωσις πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν μὴ ἐμφανισθέντων ἢ ἀπαλλαγέντων. Ποῖον λοιπὸν ἐκ τῶν δύο συστημάτων θὰ ἐφαρμοσθῇ; Κατὰ τὸ πρῶτον, ἐπαναλαμβάνω, κύριοι Βουλευταί, ἅμα ὑπάρχωσιν ἀνίκανοι ἢ ἀπαλλασσόμενοι, θὰ κληθῶσιν οἱ ἀναπληρωτικοί· κατὰ τὸ ἄλλο, ἅμα ὑπάρχωσιν ἀνίκανοι ἢ ἀπαλλασσόμενοι, θὰ γείνῃ νέα κλήρωσις. Προφανὴς μεταξὺ τῶν δύο ἄρθρων ἀντίφασις. Τί ποιητέον λοιπὸν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Νομίζω ἑπομένως, ὅτι οὐδεμία ἀνάγκη ὑπάρχει τοῦ ἄρθρου τούτου, τοῦ οὕτως εἰς ἀντίφασιν μετὰ τοῦ 38 ἄρθρου ἐρχομένου, καὶ ὅτι τὸ ὀρθότερον εἶναι νὰ καταργήσωμεν αὐτὰς τὰς διατάξεις τῆς ἀναπληρώσεως τῶν ἀποβιωσάντων, ἀφοῦ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἤδη ἐν ἰσχύϊ, δὲν ἀπαιτεῖ τὴν ἐφαρμογήν των. Ἐδέησεν ὅμως νὰ τροποποιήσωμεν καὶ ἄλλο ἄρθρον, τὸ ἄρθρον 37. Ἂν παραβάλητε τὸ ἐν τῷ ἰσχύοντι νόμῳ ἄρθρον 37 πρὸς τὸ τοῦ νομοσχεδίου, θέλετε ἴδει, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀντίγραφον ἐκείνου, μὲ τὰς ἑξῆς προσθήκας. Ἡ προσθήκη ἀφορᾷ τοὺς διαγραφομένους ἐκ τοῦ καταλόγου (ἀναγινώσκει): «Ἐπίσης διαγράφονται ἐκ τοῦ καταλόγου καὶ οἱ ἀποβιώσαντες, οἱ μὴ κατοικοῦντες ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ δικαστηρίου, καὶ ἐκεῖνοι, περὶ ὧν βεβαιωθῇ τὸ δικαστήριον, ὅτι εἶναι ἀγνώστου διαμονῆς.» Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀποβιώσαντας, καὶ ἂν τὰ ὀνόματά των μένωσιν ἐν τῷ καταλόγῳ καὶ ἀναγνωσθῶσιν ἐπὶ δέκα ἢ δεκαπέντε συνεδριάσεις, βεβαίως οὐδεμία βλάβη θέλει ἐπέλθῃ εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης· ἡ διαγραφὴ εἶναι διάταξις κανονιστικὴ, διὰ νὰ καταρτίζηται καλλίτερον ὁ κατάλογος. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, πῶς θὰ βεβαιωθῇ τὸ δικαστήριον, ὅτι εἶναί τις ἀγνώστου διαμονῆς; Δύναταί τις νὰ θεωρηθῇ ἀγνώστου διαμονῆς, διότι δὲν εὑρέθη ἐπί τινας ἡμέρας, καὶ ὅμως νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου, καὶ νὰ ὑποβάλῃ τοὺς λόγους τῆς ἀπουσίας του. Αὐτὸς θεωρεῖται διαγεγραμμένος. Διατὶ νὰ διαγραφῇ αὐτὸς, παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ; Ἄν ἦναι τὸ ὄνομά του ἐν τῷ καταλόγῳ, δὲν βλάπτει τίποτε· ἀλλ’ ἡ διαγραφή του θὰ τὸν καταστήσῃ ἀνίκανον τοῦ νὰ λάβῃ κατόπιν μέρος, τοῦ νὰ προσέλθῃ.
§40ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τιμωρῆται καὶ διὰ πειθαρχικῆς ποινῆς.
§41ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατόπιν ἔρχεται μία ἄλλη προσθήκη, ἐδάφ. βʹ. «Ἐὰν ἐγερθῇ, λέγει, ἀμφισβήτησις περὶ τῆς ταυτότητος τοῦ ἐνόρκου, ἀποφαίνεται περὶ τούτου τὸ δικαστήριον». Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ὅλως περιττὴ, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τῶν συνέδρων δύναται νὰ προταθῇ ἔνστασις περὶ τῆς ταυτότητος τοῦ ἐνόρκου, ὅταν δὲ προταθῇ τοιαύτη ἔνστασις, τὸ δικαστήριον ὀφείλει ν’ ἀποφασίσῃ. Τίς ἡ ἀνάγκη νὰ τεθῇ περὶ τούτου ἰδιαιτέρα διάταξις ἐν τῷ ἄρθρῳ; Ἠδύνατο ἴσως νὰ διαταχθῇ νὰ προβαίνῃ τὸ δικαστήριον εἰς ἐξετάσεις περὶ τὴν ταυτότητα, πρὸς ἀποφυγὴν λαθῶν. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον λέγει: «ἐὰν ἐγερθῇ ἀμφισβήτησις περὶ τῆς ταυτότητος». Βεβαίως, ὅταν ἐγερθῇ ἀμφισβήτησις, θ’ ἀποφασίσῃ τὸ δικαστήριον· δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ. Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον εἶναι ἐπανάληψις τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Αὐτὰς, Κύριοι, τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω, συμμεριζόμενος καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας συνάδελφος ἐξεδήλωσεν, ὅτι οἱ νόμοι, οἱ ἰσχύοντες ἐπὶ πολὺν χρόνον, δὲν πρέπει μετὰ πολλῆς σπουδῆς νὰ μεταῤῥυθμίζωνται. Τοὐναντίον ἡ παρέλευσις τοῦ χρόνου οὐ μόνον δύναται νὰ καταδείξῃ πλήρεις τὰς ἐντελείας αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸν τρόπον ἀκόμη τὸν καταλληλότερον πρὸς θεραπείαν αὐτῶν.
§42ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὰς ἰδέας τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος τὰς γινώσκομεν ἀπὸ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν συνεζητεῖτο ὁ νόμος, τοῦ ὁποίου προβάλλεται νῦν ἡ τροποποίησις. Ἀντετάχθη ὁμολογουμένως τότε καὶ ὑπὸ θεωρητικὴν καὶ ὑπὸ πρακτικὴν ἔποψιν, ὑποστηρίξας τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Δὲν νομίζω νὰ ἦναι ἀναγκαῖον νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τῆς θεωρίας αὐτοῦ, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶναι ἀντισυνταγματικὸς, οὔτε εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητήσω πάσας τὰς ἰδέας, ὅσας τότε ὑπεστήριξεν, ἀποκρούων τὸ νομοσχέδιον· διότι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νόμου ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ προηγούμενον σύστημα ἦτο ἐλαττωματικὸν, τὸ δὲ εἰσαχθὲν διὰ τοῦ νέου νόμου σύστημα λειτουργεῖ εὐδοκιμώτατα. Περιορίζομαι ἑπομένως εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα πείσω πάντας ὑμᾶς, ὅτι τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον ἦτο ἀναγκαῖον πρὸς βελτίωσιν τοῦ ἤδη λειτουργοῦντος συστήματος. Καὶ πρῶτον ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης, τῆς ἀφορώσης εἰς προσθήκην τινὰ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ λειτουργοῦντος νόμου. Βεβαίως καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 18 δὲν εἰσάγεται νῦν, εἶναι καὶ ἐν τῷ Ὀργανισμῷ τῶν Δικαστηρίων, ὅπως πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ προαγορεύσας. Μία μόνον προτείνεται προσθήκη, ὅτι, ἂν τυχὸν ὁ Εἰσαγγελεύς, ὁ ἰδιώτης κατήγορος, ὁ πολιτικῶς ἐνάγων ἢ ὁ κατηγορούμενος ἤθελε τὸ ζητήσει, δὲν τίθενται ἐν τῇ κληρωτίδι, πλὴν τῶν ἄλλων, καὶ τὰ ὀνόματα τῶν συγγενῶν, τῶν ἀπ’ εὐθείας ἢ ἐκ πλαγίου, τοῦ ἰδιώτου κατηγόρου, τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος, τοῦ κατηγορουμένου καὶ τοῦ πληρεξουσίου συνηγόρου αὐτῶν. Νομίζω, ὅτι ὅσοι καὶ πρακτικῶς ἐμελετήσατε τὸν μηχανισμὸν τῶν Κακουργιοδικείων, δύνασθε πάντες νὰ γινώσκητε, ὅτι ἡ ἐξαίρεσις τῶν συγγενῶν εἶναι ἀπαραίτητος πρὸς τὴν πλήρη τῆς δικαιοσύνης τῆς ποινικῆς ἀπονομήν. Ὅταν ἐξαιρῇ ὁ νόμος τὸν μάρτυρα, τὸν πραγματογνώμονα, ὅστις ὁπωσδήποτε ἔλαβε μέρος εἰς τὴν δίκην, ἡ ὁποία δικάζεται ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου, νομίζω, ὅτι δικαιότερον καὶ εὐλογώτερον εἶναι νὰ ἐξαιρῆται καὶ ὁ ἀδελφὸς καὶ ὁ ἐξάδελφος τοῦ κατηγορουμένου ἀπὸ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τοῦ ἐνόρκου. Τοῦτο βεβαίως εἶναι ὑπὲρ τῆς κατηγορίας. Ἴσως δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι προστίθεται μία ἐξαίρεσις ὑπὲρ τοῦ δημοσίου κατηγόρου, ἀλλ’ αὐτὴ ὑπαγορεύεται ὑπὸ πρακτικοῦ λόγου. Ἄν τις ἤθελεν ὑποθέσει, ὅτι πάντες οἱ καλούμενοι νὰ ἐκπληρώσωσι καθήκοντα ἐνόρκου ὁδηγοῦνται ἀπὸ ὑψηλοτέρας ἰδέας καὶ ἀπὸ συνείδησιν λίαν εὐαίσθητον, βεβαίως πᾶσαι αἱ ἐξαιρέσεις, πᾶσαι αἱ ἀπαλλαγαὶ αὗται, πᾶσαι αἱ ἀνικανότητες αὗται δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ καθιερωθῶσιν ἐν τῷ νόμῳ. Ἐπὶ παραδείγματι, ὁ προαγορεύσας παρετήρησε: «Πῶς θέλετε νὰ ἐξαιρεθῇ ὁ ἀδελφὸς καὶ ὁ ἐξάδελφος τοῦ συνηγόρου; Ὁ συνήγορος, ὁ δικηγόρος, ὅστις παρουσιάζεται ὡς συνήγορος εἰς μίαν δίκην ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικῶν, ἐκπληροῖ ἓν καθῆκον, οὐδὲν ἔχει ἐνδιαφέρον ἐκ τῆς ἐκβάσεως τῆς δίκης». Ἡ θεωρία εἶναι ὀρθή, ἀλλ’ ἐν τῇ πράξει δὲν ἔχει οὕτω. Ἴσως ὅσοι ἐξ ὑμῶν παρευρέθητε εἰς δίκας διεξαγομένας ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικῶν, γινώσκετε, ὅτι τινὲς τῶν δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται ὡς συνήγοροι, πολλάκις ἐνδιαφέρονται ὑπὲρ τῆς ἀθωώσεως τοῦ κατηγορουμένου, ἐνδιαφέρονται οὐ μόνον ἠθικῶς, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὑπερήσπισαν τὸν κατηγορούμενον ἐπαρκῶς, ἀλλ’ ἴσως καὶ πολιτικῶς καὶ ὑλικῶς. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ προσθήκη αὕτη προβάλλεται. Ἀλλὰ παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας: «Πῶς θέλετε νὰ γινώσκητε πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι συγγενεῖς τῶν μήπω εἰσέτι γνωστῶν συνηγόρων; Διότι εἶναι μὲν δυνατὸν νὰ προσληφθῶσιν ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως οἱ συνήγοροι, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ προσληφθῶσι καὶ μετὰ ταῦτα.» Δὲν πρόκειται περὶ τῶν μετὰ ταῦτα· πρόκειται ἀκριβῶς περὶ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θέλουσι τεθῇ εἰς τὴν κληρωτίδα τὰ ὀνόματα τῶν ἐνόρκων. Ἄν λοιπὸν τότε καταγγελθῇ ὑπὸ τοῦ ἔχοντος ἐνδιαφέρον εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ὅτι ὁ δεῖνα ἔνορκος εἶναι στενὸς συγγενὴς τοῦ κατηγορουμένου, εἶναι στενὸς συγγενὴς τοῦ συνηγόρου τοῦ κατηγορουμένου, βεβαίως ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ δικαστήριον τὴν ἀνικανότητα αὐτοῦ, καὶ οὕτω δὲν θέλει τεθῇ εἰς τὴν κληρωτίδα τὸ ὄνομά του.
§43ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁ αὐτὸς λόγος εἶναι, κύριε Ὑπουργέ. Ὑποθέσατε, ὅτι μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς δίκης παρουσιάζεται ὁ συγγενὴς τοῦ ἐνόρκου δικηγόρος ὡς συνήγορος τοῦ κατηγορουμένου.
§44ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ πάντα νὰ προληφθῶσι· θὰ προλαμβάνηται κἄτι τι ἐκ τῶν προτέρων γνωστὸν, διότι εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι εἰς τὰς δίκας τὰς τὸ νῦν κρατοῦν, εἰς τὰς δευτερευούσας ταύτας πόλεις, ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ τοιαύτη ἔλλειψις, δὲν θὰ ἦναι, παρὰ δὶς ἢ τρὶς τοῦ ἔτους Κακουργιοδικεῖον, φρονῶ μάλιστα, ὅτι καὶ εἰς τὰς μεγάλας πόλεις τὰ Κακουργιοδικεῖα δὲν θὰ ἐξακολουθῶσι λειτουργοῦντα καὶ κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας· κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω παρὰ σοβαρὰς εἶναι συνήθως γνωστοὶ οἱ συνήγοροι ἐκ τῶν προτέρων. Ἂν μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς δίκης προσληφθῶσί τινες, βεβαίως αὐτὸ εἶναι μία τυχαία σύμπτωσις.
§45ΦΩΤΗΛΑΣ. Δύναται νὰ ἦναι κατὰ κανόνα, καὶ δὲν ἔχει σκοπὸν τὴν ἐξαίρεσιν ἡ διάταξις.
§46ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παραδείγματος χάριν, εἰς τοὺς ἐξ ἐπαγγέλματος συνηγόρους.
§47ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπομένως πάντα ταῦτα συντελοῦσιν εἰς τὴν πλήρη ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, καὶ δὲν πρόκειται νὰ παραβλάψῃ τὸ παράπαν ἡ προσθήκη αὕτη τὸν μηχανισμὸν τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων. Μεταβαίνω εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου. Ὅτε συνεζητεῖτο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὁ νόμος ὁ νῦν λειτουργῶν, ὑπελήφθη, ὅτι τὰ Κακουργιοδικεῖα δὲν πρέπει νὰ συσταθῶσιν, εἰμὴ ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει ἀριθμὸς ἐνόρκων ἐπαρκὴς, ἀριθμὸς ἐνόρκων ὑπερβαίνων τοὺς ἑκατὸν, ἐθεωρήθη δὲ ἀναγκαῖον νὰ προνοηθῇ ὑπὲρ τῶν καλουμένων νὰ ἐκπληρώσωσι χρέη ἐνόρκου μία τις ἐξαίρεσις· ἄν ἤθελον ἐκπληρώσει τὰ καθήκοντα τοῦ ἐνόρκου εἰς τὸ εἰκοσαήμερον διάστημα ἑνὸς μηνὸς, τοῦτο εἶναι λόγος πρὸς ἐξαίρεσιν καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους. Εἰς τὰ πλεῖστα Κακουργιοδικεῖα δὲν παρουσιάζεται ποτὲ ἡ ἀνάγκη αὕτη, διότι ὑπάρχει ἀριθμὸς ἐπαρκὴς, ὥστε εἰς ἑκάστην σύνοδον νὰ ὑπάρχῃ ἀριθμὸς ἐνόρκων ἐκ τῶν μὴ ὑπηρετησάντων κατὰ προηγουμένην σύνοδον τοῦ αὐτοῦ ἔτους, εἴτε ὡς ἐνόρκων τακτικῶν, εἴτε ὡς ἀναπληρωτικῶν. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ Κακουργιοδικεῖα συνεστημένα εἰς τὰς δευτερευούσας πόλεις, ὅπου εἶναι ἀδύνατον νὰ λειτουργῇ τὸ Κακουργιοδικεῖον καθ’ ὅλον τὸ ἔτος. Κατὰ τὰς τρεῖς ταύτας συνόδους οὐδεμία τοιαύτη ἐπαρουσιάσθη ἔλλειψις, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, ὅτε θὰ ἔχωμεν ἀντὶ τριῶν ἐννέα συνόδους, εἶναι δυνατὸν κατὰ τὰς τελευταίας συνόδους νὰ παρουσιασθῇ ἔλλειψις εἰς τὰ δευτερεύοντα Κακουργιοδικεῖα. Ὑπέλαβεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ καλῆτε καθ’ ἑκάστην σύνοδον τὸν ἔχοντα ἐπάγγελμα βιοποριστικὸν, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἐγκαταλείψῃ, νὰ τὸν καλῆτε διαρκῶς, ἵνα ἐκπληροῖ καθήκοντα ἐνόρκου, καὶ παρέβαλε τὸ σύστημα τὸ νῦν κρατοῦν πρὸς τὸ πρότερον, ἐλησμόνησεν ὅμως, ὅτι πρότερον εἴχομεν σύστημα δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν ὅλως διάφορον, εἴχομεν συνόδους, αἱ ὁποῖαι παρετείνοντο ἐπὶ τρεῖς καὶ τέσσαρας μῆνας, εἴχομεν δὲ δύο συνόδους κατ’ ἔτος συνήθως, τώρα δ’ ἔχομεν συνόδους καθ’ ἕκαστον μῆνα, ἤτοι τὰς πρώτας εἴκοσιν ἡμέρας ἑκάστου μηνός. Σημειωτέον δὲ, ὅτι δὲν συνεδριάζει τὸ Κακουργιοδικεῖον καὶ κατὰ τὰς 20 ταύτας ἡμέρας· ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μεσολαβοῦσιν ἑορταὶ, ἀναβολαὶ, ὥστε δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι ἐκ τῶν 20 ἡμερῶν ἑκάστου μηνὸς αἱ συνεδριάσεις τοῦ Κακουργιοδικείου δὲν ὑπερβαίνουσι τὰς 12. Ἄν λοιπὸν ἐξεπλήρωσεν οὗτος κατὰ μῆνα Ἰανουάριον τὰ καθήκοντα τοῦ ἐνόρκου ἐπὶ δώδεκα ἡμέρας, δὲν νομίζω, ὅτι θέλει εἶσθαι λίαν ἐπίμοχθον ἢ ἐπιζήμιον εἰς αὐτὸν, ἂν καὶ κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον ἢ Νοέμβριον ἤθελε κληθῆ ἐκ νέου νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντα τοῦ ἐνόρκου. Πρὸ παντὸς ὅμως δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἕτερόν τι, ὅτι μὲ τὸ σύστημα τὸ νῦν κρατοῦν, εἰς τὰς δευτερευούσας ταύτας πόλεις, ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ τοιαύτη ἔλλειψις, δὲν θὰ ἦναι, παρὰ δὶς ἢ τρὶς τοῦ ἔτους Κακουργιοδικεῖον, φρονῶ μάλιστα, ὅτι καὶ εἰς τὰς μεγάλας πόλεις τὰ Κακουργιοδικεῖα δὲν θὰ ἐξακολουθῶσι λειτουργοῦντα καὶ κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας· κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω παρὰ τῶν ἁρμοδίων Εἰσαγγελέων, μετὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον ἢ κατὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον θέλομεν ἔχει τὰς ἐργασίας τῶν Κακουργιοδικείων ἐνημέρους, οὕτως ὥστε νὰ εἰσάγηται ἀμέσως πᾶσα ὑπόθεσις, εὐθὺς ὡς ἤθελε καταστῆ ἕτοιμος. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ προβαλλομμένου εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς, ζητεῖται τοῦτο: ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἤθελεν ὑπάρχει ὁ ἐλάχιστος ἀριθμὸς τῶν ἐνόρκων, νὰ ἦναι δυνατὸν ἔνορκοι, ἐκπληρώσαντες εἰς προηγουμένας συνόδους τὰ καθήκοντα ταῦτα, νὰ καλῶνται (καὶ ὅπερ θὰ συμβῇ τὸ πολὺ δὶς τοῦ ἔτους, ἤτοι ἐν ὅλῳ ἐτησίως εἰκοσιτέσσαρας ἡμέρας,) ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων τοῦ ἐνόρκου. Δὲν βλέπω ποῦ ὑπάρχει τὸ τόσον ἐπίμοχθον, τὸ τόσον ἐπιβλαβὲς εἰς τοὺς πολίτας, τοὺς καλουμένους νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντα τοῦ ἐνόρκου. Μεταβαίνω εἰς τὸ ἄρθρον 32. Τό γε νῦν ἔχον, εὐθὺς ὡς ἐγίνετο ἡ κλήρωσις ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου τῶν Ἐφετῶν, ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ συνέπιπτε νὰ ὑπάρχωσιν ἔνορκοι εἴτε ἀνίκανοι, εἴτε τεθνεῶτες, ἔπρεπε πάλιν νὰ γίνεται νέα κλήρωσις, καὶ νὰ γίνηται ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου.
§48ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἐπρόφθανεν’ ἂν δὲν ἐπρόφθανε, δὲν ἐπείραζε τίποτε.
§49ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας παρετήρησε: «τί κακὸν θέλει προκύψει ἐκ τοῦ νόμου τούτου, ἀφοῦ ὑπάρχουσιν οἱ ἀναπληρωτικοί;» Ἀλλὰ τότε ἀκριβῶς ὁ θεσμὸς τῶν ἀναπληρωτικῶν ἀναιρεῖται, ὅταν ἐκ τῶν προτέρων γινώσκητε, ὅτι ἔχετε ἐκ τῶν κληθέντων τακτικῶν ἐνόρκων τὸ ἥμισυ ἐντελῶς κατεστραμμένον, ἀνῃρημένον, ἕνεκα τῶν ἀποβιώσεων, ἕνεκα λόγων ἀνικανοτήτων, αἵτινες ἐπῆλθον ἐν τῷ μεταξὺ χρόνῳ. Τὸν θεσμὸν αὐτὸν τῶν ἀναπληρωτικῶν ἐνόρκων τὸν ἀναιρεῖτε ἐκ βάθρων. Τί λέγει τὸ προτεινόμενον σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν ἄρθρον; Ἂν συμβῇ τοιοῦτόν τι, ἂν βεβαιωθῇ, ὅτι μεταξὺ τῶν κληθέντων τακτικῶν ἐνόρκων ἀπεβίωσάν τινες ἢ μετέβαλον κατοικίαν,—διότι πρόκειται περὶ τῶν κατοικούντων ἐν τῇ πόλει, εἰς ἣν ἑδρεύει τὸ Κακουργιοδικεῖον,—καὶ μεταβαίνουσιν εἰς ἄλλην πόλιν, ἢ καὶ εἶναι ἀγνώστου διαμονῆς, οὗτοι διαγράφονται. Εὗρεν ἐν τούτοις ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ὅτι τοῦτο ἔχει τι τὸ ἐλαττωματικόν· διότι πῶς θὰ βεβαιωθῇ, ὅτι εἶναι ἀγνώστου διαμονῆς; Ἀγνώστου διαμονῆς δὲν εἶναι βεβαίως ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀπουσιάζει προσωρινῶς ἐκ τῆς ἕδρας τοῦ Κακουργιοδικείου, ἀγνώστου διαμονῆς εἶναι ἐκεῖνος, περὶ τοῦ ὁποίου ἡ κοινὴ φήμη παραδέχεται, ὅτι ἀπὸ ἐτῶν, ἢ ἀπό τινος τέλος πάντων χρόνου ἐπαισθητῶς μακροῦ, δὲν ἔχει γνωστὴν διαμονήν. Ὅταν λοιπὸν δὲν ἐγένετο ἡ προσήκουσα πρόνοια κατὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ καταλόγου τῶν ἐνόρκων, ὥστε νὰ ἐξαιρεθῇ, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ δώσητε τὸ δικαίωμα εἰς τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων, αὐτὰ τὰ κενά, τὰ ὁποῖα ἤθελον παρουσιασθῆ, νὰ τὰ πληρώσῃ διὰ νέας ἐκλογῆς, διότι δὲν ὑπάρχει τὸ δικαστήριον τῶν Ἐφετῶν, ἵνα κάμῃ νέαν κλήρωσιν; Ἰδοὺ ὁ λόγος ὁ ὑπαγορεύσας τὸ προτεινόμενον ἄρθρον.
§50ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 32 δὲν πραγματεύεται περὶ τῶν ἀγνώστου διαμονῆς.
§51ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πραγματεύεται περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπέβαλον τὰ προσόντα τοῦ ἐνόρκου. Μήπως καὶ οἱ ἀγνώστου διαμονῆς δὲν ἀπώλεσαν ταῦτα; Τὸ ἄρθρον 37 ἔχει ἕνα λόγον, τὸν ὁποῖον ἀπορῶ, πῶς ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας δὲν κατενόησε. Θέλει νὰ προλάβῃ ἕνα λόγον ἀναιρέσεως· διότι πολλάκις παρουσιάζονται ἐνστάσεις κατὰ τῆς ταυτότητος ἑνὸς τῶν ἐνόρκων, τὰς ὁποίας ἦτο δυνατὸν καὶ πρότερον νὰ δικάσῃ τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἦτο ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ νόμῳ, ἕνεκα δὲ τούτου προέκυψαν λόγοι ἀναιρέσεως...
§52ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε.
§53ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως δὲν ἐλάβετε γνῶσιν, διότι ἦσθε ἐνησχολημένος εἰς ἄλλας ἐργασίας· ἀλλ’ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὑπάρχει τοῦτο βεβαιωμένον... Τοσοῦτον ἁπλᾶ εἶναι πάντα ταῦτα, ὥστε ἀπορῶ, πῶς ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ὑπέθεσεν, ὅτι πρόκειται περὶ ἀνατροπῆς τοῦ κρατοῦντος συστήματος, ἢ καὶ τοῦ πρότερον κρατοῦντος.
§54ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὤφειλον νὰ ἀναπτύξω τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη συνέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπιψήφισιν τῶν προτεινομένων τροποποιήσεων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἰς τοῦτο μὲ προέλαβεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, θέλω περιορισθῆ εἰς τὴν πρόσθετον μόνον διάταξιν τοῦ ἄρθρου 18, τὴν ὁποίαν ἄλλως τε ἐγὼ αὐτὸς καθυπέβαλον εἰς τὴν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης. Ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις ἀναφέρει ὡς αἰτιολογίαν τῆς προσθέτου ταύτης διατάξεως τὸν λόγον, ὅτι αὕτη ἐξασφαλίζει ἔτι μᾶλλον τὸ ἀνεπηρέαστον τοῦ δικαστηρίου τῶν Κακουργιοδικῶν· μετὰ τὰς παρατηρήσεις δὲ, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς ἐπὶ τῆς διατάξεως ἰδίως ταύτης, ὀφείλω νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν πρακτικὸν, τὸν συγκεκριμένον λόγον, ἐξ οὗ κυρίως ὡρμήθην εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς διατάξεως ταύτης. Ἔσχον, Κύριοι, τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸ ἐτῶν πολλῶν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ἴδιον νομοσχέδιον περὶ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ εἶχον διατυπώσει παρεμφερῆ διάταξιν, διότι εἶχε συμπέσει τότε νὰ ὑπερασπίσω κατηγορούμενον, τοῦ ὁποίου εἶχε κληρωθῆ ὡς ἔνορκος ὁ ἐπ’ ἀδελφῇ γαμβρὸς καὶ, ὡς μαντεύετε, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δίκης ἐκείνης ἀπέβη τερατωδῶς σκανδαλῶδες ὑπὲρ τοῦ πελάτου μου καὶ κατὰ τῆς δικαιοσύνης. Κατὰ δὲ τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου ἐν ἰσχύϊ συστήματος παρέστην ὡς συνήγορος τριῶν κατηγορουμένων, εἶχον δ’ ἐξαντλήσει τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαιρέσεως, ὅτε ἐξήχθησαν τῆς κληρωτίδος τὰ ὀνόματα τοῦ γυναικαδέλφου μου καὶ τοῦ πενθεροῦ ἑτέρου συνυπερασπιστοῦ, οὓς ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς δὲν ἐνέκρινε νὰ ἐξαιρέσῃ. Ἀμφότεροι δὲ οἱ συγγενεῖς ἡμῶν οὗτοι, εἴτε ἐκ κακῶς ἐννοουμένου ἱπποτισμοῦ, εἴτε ἐξ ἀδυναμίας καὶ πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεων, ἐδείχθησαν ἀνεπιεικεῖς πρὸς τοὺς πελάτας μας, ἐξ οὗ ὡσαύτως μέγα ἐπῆλθεν ἀδίκημα πρὸς τοὺς δικαζομένους καὶ τὴν δικαιοσύνην. Κατὰ τούτων τῶν ἀδικημάτων καὶ ἀτόπων ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δύναται νὰ θέσῃ φραγμὸν, ἐξασφαλίζουσα τὴν συνείδησιν τῶν κυρίων ἐνόρκων κατὰ τῆς ἐπηρείας, ἣν φυσικῶς ἠδύνατο νὰ ἀσκήσῃ ἡ στενοτάτη συγγένεια αὐτῶν πρὸς τοὺς κατηγορουμένους ἢ τοὺς πολιτικῶς ἐνάγοντας καὶ τοὺς συνηγόρους αὐτῶν. Θεωρῶ ὅμως, ὅτι εἶναι ὡσαύτως ὀρθὴ ἡ παρατήρησις ἡ τελευταία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, ὅπως προστεθῇ καὶ ἡ ἐκ κηδεστίας συγγένεια, ἡ ὁποία ἐκ παραδρομῆς παρελείφθη ἐκ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, καίτοι εἶχε καὶ ταύτην λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ ἐπιτροπή.
§55ΦΩΤΗΛΑΣ. Καὶ κατὰ τὰ σήμερον κρατοῦντα, ἐὰν ὁ Εἰσαγγελεὺς λάβῃ γνῶσιν τῆς ὑφισταμένης μεταξὺ τῶν προσώπων αὐτῶν συγγενείας, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς ἐξαίρεσιν· ἐὰν δὲ δὲν λάβῃ γνῶσιν, εἰς οὐδὲν ἡ διάταξις αὕτη θὰ ὠφελήσῃ.
§56ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν προτεινομένην τροποποίησιν, ὅταν λάβῃ γνῶσιν ὁ Εἰσαγγελεὺς ἢ οἱ ἄλλοι, οἱ ἐν τῷ ἄρθρῳ ἀναφερόμενοι, τῆς συγγενείας, θὰ ζητήσῃ νὰ μὴ τεθῇ τὸ ὄνομα τοῦ ἐνόρκου εἰς τὴν κληρωτίδα. Ἄλλο εἶναι τοῦτο, καὶ πολὺ διάφορον ἡ ἐνάσκησις τοῦ τῆς ἐξαιρέσεως δικαιώματος.
§57ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀποδεχόμενος τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 18, ἐπεκαλέσθη πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς γνώμης αὐτοῦ περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς διατάξεως ταύτης τὴν πεῖραν τῶν δυναμένων νὰ ὁδηγήσωσι τὴν Βουλὴν εἰς γνώμην ἀσφαλῆ, ἕνεκα τῆς γνώσεως, ἣν ἔχουσιν ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 18, ἰδίᾳ δὲ ἡ προσθήκη, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ ἔφερεν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην. Ὁ δὲ κ. εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐπιχειρημάτων, σᾶς ἀνέφερε καὶ δύο περιστάσεις, αἵτινες, σᾶς εἶπεν, ἔπεισαν αὐτὸν ἀδιστάκτως, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 18 καὶ ἡ ἀπαγόρευσις, κατ’ αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως, τοῦ ἰδιώτου κατηγόρου, τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος καὶ τοῦ κατηγορουμένου, τοῦ νὰ τεθῇ ἐν τῇ κληρωτίδι τὸ ὄνομα τοῦ ἐνόρκου, ὅστις ἤθελε τυχὸν εἶναι κατ’ εὐθεῖαν γραμμὴν ἢ ἐκ πλαγίου μέχρι τετάρτου βαθμοῦ συγγενὴς τοῦ ἰδιώτου κατηγόρου, τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος, τοῦ κατηγορουμένου ἢ τοῦ πληρεξουσίου συνηγόρου αὐτῶν. Ἡ προσθήκη αὕτη εἶναι οὐ μόνον ἐντελῶς περιττὴ, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβεστάτη, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Αἱ ἐξαιρέσεις, τὰς ὁποίας ἀναγράφει ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων ἐν ταῖς σχετικαῖς διατάξεσιν, εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ δύνανται νὰ βεβαιῶνται ἀμέσως ἐπ’ ἀκροατηρίῳ· οἱ νομοθετήσαντες τὰς διατάξεις ἐκείνας εἶχον μακρὰν, μακροτάτην πεῖραν τοῦ πράγματος, καὶ ἠδύναντο νὰ σκεφθῶσιν, ὁποίου εἴδους ἐξαιρέσεις ὤφειλον νὰ δημιουργήσωσι κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ δημιουργῇ πρόσκομμά τι εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ θεσμοῦ· δὲν περιέλαβον δὲ τὴν περίπτωσιν ταύτην, διότι, τοῦ συνηγόρου τῶν κατηγορουμένων ἔχοντος τὸ δικαίωμα τοῦ ἐξαιρεῖν τοὺς ἐνόρκους τοὺς ἐξαιρετέους, καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως ἔχοντος ἐπίσης τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἐπιτυγχάνεται εὐχερῶς τὸ μὴ λαμβάνειν μέρος εἰς τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων τοὺς τοιούτους. Ἐξηντλήθη, λέγει ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ τὰς περιστάσεις, ὧν ἐμνήσθη ἐν τῇ ἀγορεύσει του, τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαιρέσεως τοῦ κυρίου ὑπερασπιστοῦ, καὶ ὅταν ἐξήχθησαν ἐκ τῆς κληρωτίδος ὀνόματα ἐνόρκων συγγενῶν τῶν κατηγορουμένων, δὲν ἠδυνήθη νὰ τοὺς ἐξαιρέσῃ, καὶ οὕτως ἐπῆλθε βλάβη εἰς τὴν δικαιοσύνην, διότι ἐξ ἱπποτισμοῦ οὗτοι ἐδείχθησαν ἀνεπιεικεῖς. Κακῶς ἔπραξεν ὁ κ. συνήγορος καὶ ἀφῆκε νὰ ἐξαντληθῇ τὸ δικαίωμα αὐτοῦ, κάκιστα δ’ ἔπραξεν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς, ἐὰν ἐγνώριζε τὴν συγγένειαν τῶν ἐνόρκων, νὰ μὴ διαφυλάξῃ, χάριν αὐτῆς, μίαν ἢ δύο ψήφους ἐξαιρέσεως, ἵνα ἐξαιρέσῃ αὐτούς. Ἀλλὰ τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα οὐδόλως μᾶς πείθουσι νὰ ψηφίσωμεν τὴν προσθήκην ταύτην, τὴν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς προτεινομένην, ἡ ὁποία θέλει ἐπιφέρει σκάνδαλα καὶ ἀναβολὰς ἐν τοῖς δικαστηρίοις τῶν ἐνόρκων. Σήμερον διὰ τίνας λόγους γίνεται τοῦτο; Διότι συνέπραξεν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως εἰς τὴν κατὰ τοῦ κατηγορουμένου ἀνάκρισιν, ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, ἢ ὡς μάρτυς ἔδωκε μαρτυρίαν, ἢ ὡς πραγματογνώμων ἐγνωμοδότησεν, ἢ ἔχει συμφέρον ὡς ἀδικηθεὶς ἢ ζημιωθεὶς, — γεγονὸς, τὸ ὁποῖον βεβαιοῦται ἀμέσως ἐκ τῆς δικογραφίας. Θὰ ἠρώτων ἤδη τὸν κ. εἰσηγητὴν τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ ποῖον τρόπον θὰ βεβαιωθῇ ἡ συγγένεια ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου; Διότι μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου διεξάγονται αἱ ὑποθέσεις μετὰ τοσούτου πείσματος καὶ ἐνδιαφέροντος, ὥστε τὰ πάντα δύνανται νὰ μηχανευθῶσι καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ πρὸς τὸν σκοπὸν, ὃν ἐπιδιώκουσιν. Ἐὰν ὁ πληρεξούσιος τοῦ ἰδιώτου κατηγόρου ἢ τοῦ κατηγορουμένου εἴπῃ, ὅτι ὁ Α ἔνορκος εἶναι συγγενὴς τοῦ κατηγορουμένου, τί θὰ συμβῇ; Ὁ ἔνορκος θὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι συγγενὴς, ἀλλ’ ὁ συνήγορος θὰ ἐπιμένῃ· σημειώσατε δὲ, ὅτι δὲν δύναται τοῦτο νὰ προληφθῇ οὔτε διὰ τῆς ἀπειλῆς τῆς πειθαρχικῆς τιμωρίας ἐναντίον τοῦ δικηγόρου, διότι ὁ διάδικος θὰ ἦναι παρὼν καὶ θὰ ὑποβάλῃ αὐτὸς τὴν ἔνστασιν. Φαντασθῆτε ποία διαδικασία θὰ γείνῃ, διὰ νὰ βεβαιωθῇ, ἐὰν ὑπάρχῃ συγγένεια· καὶ ὅταν περατωθῇ αὕτη, καὶ καταλάβῃ τὴν θέσιν του ὁ Α ἔνορκος, θὰ ἔλθῃ ὁ δεύτερος ἔνορκος, κατὰ τοῦ ὁποίου ὁ συνήγορος τοῦ κατηγορουμένου ἢ τοῦ ἰδιώτου κατηγόρου θὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔνστασιν, ὅτι εἶναι δεύτερος ἐξάδελφος τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος· καὶ οὕτω νέα διαδικασία θὰ ἀρχίσῃ, ἥτις τίς οἶδε πόσας ἡμέρας θὰ διαρκέσῃ, καὶ τίνες μαρτυρίαι θὰ διεξαχθῶσι. Μετὰ τοῦτο θὰ ἔλθῃ ἡ σειρὰ τοῦ τρίτου ἐνόρκου, καὶ οὕτως ἐφεξῆς, καὶ ἐννοεῖται ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ νὰ ματαιωθῶσιν ἅπασαι αἱ δίκαι ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικείων, διότι δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ βεβαιῶται ἀμέσως ὁ λόγος τῆς συγγενείας. Ταῦτα δὲ πάντα βεβαίως θέλουσι συμβῆ, καὶ πρὸς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν πεῖραν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μακρὸν παρέστησαν ἐν τοῖς Κακουργιοδικείοις πρὸς ἐκπλήρωσιν καθηκόντων, ἀπορῶ δὲ, πῶς ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, ὅστις μακροτάτην ἔχει πεῖραν, δὲν προεῖδε τὰς δυσχερείας, ἃς δημιουργεῖ ἡ προσθήκη. Ἐὰν τοὐλάχιστον, ἐπαναλαμβάνω, ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπειληθῇ ἡ ἀπειλὴ τῆς πειθαρχικῆς καταδιώξεως ἐναντίον τῶν δικηγόρων, ἴσως ἠδύνατο νὰ προληφθῇ τὸ κακόν· ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν, διότι οἱ πελάται αὐτῶν παρόντες δύνανται νὰ ὑποβάλωσιν αὐτοὶ τὰς ἐνστάσεις, εἴτε ἀμέσως, εἴτε διὰ τῶν συνηγόρων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδεμίαν ὑπέχουσιν εὐθύνην. Ἐὰν ἦναί τις συγγενὴς τοῦ ἰδιώτου κατηγόρου, τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος, τοῦ κατηγορουμένου ἢ τοῦ πληρεξουσίου καὶ συνηγόρου αὐτῶν, καὶ τὸ γνωρίζωσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, θὰ τὸ ἀναγγείλωσιν οὗτοι πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα ἢ τὸν πολιτικῶς ἐνάγοντα ἢ τὸν κατηγορούμενον, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἢ ὁ κατηγορούμενος θὰ τὸν ἐξαιρέσῃ. Ἐὰν δὲ οὐδεὶς τὸ γνωρίζῃ, τότε οὐδὲν δυνάμεθα νὰ ὠφεληθῶμεν ἐκ τῆς προτεινομένης τροποποιήσεως, διότι, καὶ ταύτης ψηφιζομένης, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ αἴτησις, ὅπως μὴ τεθῇ εἰς τὴν κληρωτίδα τὸ ὄνομά του, ἀγνώστου οὔσης τῆς συγγενείας. Διατὶ λοιπὸν νὰ νομοθετήσωμεν διάταξιν, ἡ ὁποία θέλει φέρει μυρίας δυσχερείας εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων, ἄνευ οὐδεμιᾶς ὠφελείας;
§58ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἠσπάσθην καὶ ἐγὼ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σπάρτης Βουλευτὴς, δὲν εὑρίσκω δὲ αὐτὴν τοσοῦτον παράλογον, ὡς ἠθέλησε νὰ τὴν χαρακτηρίσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος, ἀλλὰ τοὐναντίον σκοπιμωτάτην, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Μπουφίδου θὰ εἶχον βεβαίως σπουδαίαν ἀξίαν πρὸ τοῦ τελευταίου νόμου· ἀληθῶς κατὰ τὸν πρότερον ἐν ἰσχύϊ νόμον ἐλαμβάνοντο οἱ ἔνορκοι ἐκ διαφόρων πόλεων καὶ χωρίων τῆς περιφερείας τοῦ Ἐφετείου, καὶ ἑπομένως ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι ἄγνωστος ἡ μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν ἐν τῇ τροπολογίᾳ ἀναφερομένων προσώπων συγγένεια· ὅταν ὅμως, κατὰ τὰς ἐν ἰσχύει διατάξεις, λαμβάνωνται οἱ ἔνορκοι ἐκ μιᾶς πόλεως, τότε θὰ ἦναι μεγάλη θρασύτης νὰ ἀρνηθῇ τις τὴν συγγένειαν ταύτην, ὅταν προταθῇ ὑπό τινος· πρέπει νὰ συμπέσῃ, ὥστε οἱ ἔνορκοι, οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντά των, νὰ ἦναι αὐθαδέστατοι καὶ θρασύτατοι, καὶ οἱ ἐνασκοῦντες τὰ καθήκοντα αὑτῶν συνήγοροι νὰ λησμονήσωσι καθ’ ὁλοκληρίαν πάντα πρὸς τοὺς νόμους σεβασμὸν, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ κίνδυνος νὰ λάβωσι χώραν τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας λεχθέντα. Ἄλλως τε καὶ ἡ ἀπόδειξις εἶναι εὔκολος· ὁ Δήμαρχος τῆς πόλεως εἶναι πλησίον, αὐτὸς εἶναι ληξιάρχης, καὶ δύναται αὐτὸς ἀμέσως προσκαλούμενος νὰ βεβαιώσῃ τὰ πάντα. Ἐπίσης ἀνυπόστατος εἶναι ἡ ἔνστασις, ὅτι θὰ δημιουργῶνται λόγοι ἀναιρέσεως· διότι, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τότε μόνον ὑπάρχουσιν, ὅταν γένηται αἴτησις ὑπό τινος τῶν ἐνδιαφερομένων, καὶ δὲν ἀποφανθῇ ἐπὶ ταύτης τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων· ἀλλ’ ὅταν ὁπωσδήποτε ἀποφανθῇ, δὲν δημιουργεῖται λόγος ἀναιρέσεως. Θεωρῶ λοιπὸν τὴν προτεινομένην τροπολογίαν σπουδαιοτάτην καὶ ἀναγκαιοτάτην.
§59ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ δυστύχημα εἶναι, ὅτι πολλοὶ εἶναι οἱ νομοθέται, καὶ ἑπομένως πολλαὶ αἱ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι προβλέπονται διὰ τῶν εἰσαγομένων νομοσχεδίων. Συνέπεσε νὰ τύχῃ εἰς τὸν κ. Ρουσόπουλον, ὡς ὑπερασπιστὴν, ἓν δυσάρεστον περιστατικὸν, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμεῖ ν’ ἀποφύγῃ εἰς τὸ μέλλον; Ἀνάγκη νὰ νομοθετήσωμεν δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, νὰ μεταβάλωμεν δὲ τὴν νομοθεσίαν τοῦ 1836 καὶ τὸ ἐπικρατοῦν ἀπὸ τότε σύστημα. Δὲν παραδέχομαι, ὅτι ἡμεῖς οἱ νεώτεροι εἴμεθα σοφώτεροι τοῦ Μάουρερ, ὁ ὁποῖος συνέταξε τὴν νομοθεσίαν ἐκείνην· εἶχε καὶ ἐκεῖνος ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ κατηγορούμενοι ἔχουσι συγγενεῖς, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα δὲν προέβλεψε περὶ τῆς προτεινομένης περιπτώσεως. Ἀλλ’ εἴχομεν τὸ ἀτύχημα νὰ συμβῇ εἰς τὴν Σπάρτην, ὥστε δύο ἔνορκοι, συγγενεῖς τοῦ κ. Ρουσοπούλου, νὰ δείξωσιν ἱπποτισμὸν, καταδικάζοντες αὐστηρῶς τὸν πελάτην του, ἑπομένως πρέπει ἀμέσως νὰ μεταβάλωμεν τὴν νομοθεσίαν μας, καὶ νὰ ὑποβληθῶμεν ἐν τῷ μέλλοντι καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸν νόμον, εἰς ὃν ἐδόθη ἀφορμὴ ἐκ τῶν ἱπποτικῶν διαθέσεων τῶν συγγενῶν τοῦ κ. εἰσηγητοῦ. Ἐὰν ἤκουον πειστικοὺς λόγους ἐπιστημονικοὺς, βεβαίως θὰ συνεφώνουν, ἀλλὰ μὲ παραδείγματα τοιαῦτα μεμονωμένα δὲν τροποποιοῦνται οἱ νόμοι. Ἀποτέλεσμα δὲ τῆς σπουδῆς, μεθ’ ἧς προβαίνομεν εἰς τὴν κατάρτισιν τῶν νόμων, εἶναι ἡ καθ’ ἡμέραν παρουσιαζομένη ἀνάγκη διορθώσεων. Θεωρῶ ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐνομοθετήσαμεν πέρυσιν, εἶναι ὠφέλιμον, καὶ ἐπέφερεν εὐχάριστα ἀποτελέσματα, ἀλλὰ μὴ σπεύδομεν νὰ τροποποιήσωμεν ἀμέσως αὐτό. Νὰ διορθωθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 18, βεβαίως εἶναι καλὸν, διότι ἀποφεύγομεν λόγους ἀκυρώσεως· ἀλλὰ νὰ προσθέσωμεν νέους λόγους ἐξαιρέσεως, δὲν τὸ δέχομαι. Ὥστε συμφωνῶ μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προτείνουσι νὰ ἀπαλειφθῇ ἀπὸ τὸ ἄρθρον 18 τὸ μέρος, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν προταθεῖσαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐξαίρεσιν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 30, νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅπως συνετάχθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, συμβιβάζεται μὲ τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου, ἐὰν τὸ ἄρθρον διορθωθῇ μὲ μικράν τινα τροπολογίαν, νὰ διαγραφῶσι δηλαδὴ αἱ λέξεις «κατ’ ἐλάχιστον ὅρον», καὶ οὕτω μένει ἀριθμὸς τῶν 100 ἐνόρκων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἴς τινας πόλεις δὲν εἶναι 100· ἀλλὰ καὶ ὀλιγώτεροι ἐὰν ἦναι, τίθεται ἐν τῇ κάλπῃ τὸ ὄνομα τοῦ ἐνόρκου. Ὅπου ὅμως εἶναι 100 καὶ πρόκειται δι’ ἀπαλλαγῶν νὰ περιορισθῶσι, νὰ μὴ ἀπαλλάσσωνται. Δι’ αὐτῆς τῆς διορθώσεως νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον γίνεται πλῆρες. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 37, ἐπίσης νομίζω, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ διόρθωσις ὀρθοτέρα, ἀντικαθισταμένων τῶν λέξεων «οἱ μὴ κατοικοῦντες» διὰ τῶν λέξεων «οἱ μεταβάλλοντες κατοικίαν»· διότι, ὅπως ἔχει, δύναται δικαίως νὰ ἐρωτήσῃ τις: πῶς θὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὸν κατάλογον, ἐὰν δὲν κατοικῶσιν εἰς τὴν ἕδραν τοῦ δικαστηρίου; Τοιουτοτρόπως νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι πλῆρες, καὶ ἂς ἀφήσωμεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 18 ὡς ἔχει· διότι διὰ τῆς προτεινομένης τροποποιήσεως θὰ δοθῇ ἀφορμὴ εἰς πολλὰ ἀτοπήματα. Ἐλπίζω δὲ νὰ μὴ δοθῇ εἰς τὸ μέλλον ἄλλη ἀφορμή, ὁμοία τῆς δοθείσης εἰς τὸν κύριον εἰσηγητήν.
§60ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐδήλωσεν ἤδη, ὅτι ἐκ τοῦ τροποποιουμένου ἄρθρου 18 κατὰ παραδρομὴν παρελείφθη ἀπὸ τῆς τροπολογίας ἡ προσθήκη περὶ τῆς συγγενείας καὶ τῶν κηδεστῶν ἐκείνων, ὧν τὰ ὀνόματα ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ μὴ τίθηνται ἐν τῇ κληρωτίδι. Ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἀναπτυχθέντων καὶ λεχθέντων πείθομαι, ὅτι ἐπίσης πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ προσδιορισμός τις πληρέστερος, ἐπὶ συμπληρώσει τοῦ ἄρθρου 18, καὶ πρὸς τοῦτο νομίζω, ὅτι μετὰ τὰς λέξεις «μέχρι τετάρτου βαθμοῦ συγγενῶν τοῦ ἰδιώτου κατηγόρου, τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος, τοῦ κατηγορουμένου ἢ τοῦ πληρεξουσίου συνηγόρου αὐτῶν», δέον νὰ προστεθῇ: «ὁσάκις ἡ συγγένεια αὕτη ὁμολογῆται, ἢ σὺν τῇ ὑποβολῇ τῆς αἰτήσεως ἀποδεικνύηται παραχρῆμα». Τοιουτοτρόπως ἐκλείπει πᾶς φόβος παρελκύσεως τῆς ὑποθέσεως, ἢ δημιουργίας ἀφορμῶν ἐρίδων, ὅστις φόβος ὤθησε τὸν ἐκ Λεβαδείας φίλτατον συνάδελφον νὰ ἀφήσῃ ἐλευθερίαν μεγάλην εἰς τὴν φαντασίαν αὐτοῦ, καὶ νὰ ἐπινοήσῃ συμπτώσεων μυριάδας, δυναμένων νὰ καταστήσωσιν ἀδύνατον τὸν καταρτισμὸν τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων. Ἡ προτεινομένη παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοιαύτη συμπλήρωσις τοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν ἀληθῶς ὑπέβαλεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σπάρτης συνάδελφος, καὶ τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξε καὶ διὰ πρακτικῶν παρατηρήσεων, ἐν αἷς ἐμνήσθη καὶ τῶν παραδειγμάτων, τὰ ὁποῖα σήμερον ἀνέφερε πρὸς τὴν Βουλήν, ἐγένετο παμψηφεὶ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς δεκτή, καὶ ὡς θεωρητικῶς ὀρθὴ καὶ ὡς σύμφωνος πρὸς τὴν κειμένην νομοθεσίαν, τὴν κανονίζουσαν τὰ περὶ τῶν μὴ τιθεμένων εἰς τὴν κληρωτίδα ὀνομάτων τῶν ἐνόρκων, καὶ πρὸς τὴν πεῖραν τῶν ἀποτελούντων τὴν ἐπιτροπὴν μελῶν. Πάντες οἱ ἐξεγερθέντες καὶ ἀμειλίκτως ἐπιπεσόντες κατὰ τῆς προσθήκης, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ ἔκαμεν ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος νόμου, ἀνωμολόγησαν, ὅτι τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο δὲν χρῄζει βελτιώσεώς τινος, ὡς ἄριστα ἔχον. Τί δὲ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο κελεύει; ὅτι εἰς τὴν κληρωτίδα δὲν τίθενται τὰ ὀνόματα ἐνόρκων ὡρισμένων κατηγοριῶν, δι’ ἑκάστην ἐκ τῶν ὁποίων ὑπάρχει βεβαίως καὶ λόγος τις, δικαιολογῶν τὴν ἀπαγόρευσιν, καὶ σκοπῶν προδήλως νὰ ἐξασφαλίσῃ πλειότερον τὴν ἀνύποπτον ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, καὶ νὰ προσδώσῃ διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τῶν ὀνομάτων αὐτῶν πλεῖον κῦρος εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου. Τίνων δὲ τὰ ὀνόματα τὸ ἄρθρον αὐτὸ κελεύει νὰ μὴ τίθηνται εἰς τὴν κληρωτίδα; Μεταξὺ ἄλλων ἀπαγορεύει νὰ τίθηται ἐν τῇ κληρωτίδι καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἐνόρκου, ὅστις ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως κατὰ τὴν ἀνάκρισιν αὐτῆς. Κατ’ αὐτὴν λοιπὸν τοῦ κειμένου νόμου τὴν διάταξιν, ἀπαγορεύεται νὰ τίθηται εἰς τὴν κληρωτίδα τὸ ὄνομα τοῦ ὑπογραμματέως π. χ. τῆς ἀνακρίσεως, ὅστις συνέπραξεν εἰς τὴν ἐξέτασιν ἑνὸς μάρτυρος, ἔστω καὶ ἐπουσιωδεστάτου, χωρὶς νὰ ἔχῃ ὁ ὑπογραμματεὺς κἀνένα λόγον, συνδέοντα αὐτὸν πρὸς τὴν ὑπόθεσιν, χωρὶς νὰ ἔδωσε κἀμμίαν γνώμην, ἀλλὰ μόνον καὶ μόνον διότι αὐτὸς, ὢν ὑπογραμματεὺς, ἔγραψε καθ’ ὑπαγόρευσιν τὴν κατάθεσιν ἑνὸς μάρτυρος. Τοῦτο δεικνύει τὸ ὑπερβάλλον τῆς μερίμνης, τὴν ὁποίαν ὁ νομοθέτης κατέβαλεν, ἵνα ὦσιν ἐντελῶς ἀνύποπτοι αἱ γνῶμαι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀπαρτίσωσι τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων. Ὁμοίαν ἀπαγόρευσιν ἀναγράφει ὁ κείμενος νόμος διὰ τὸ ὄνομα τοῦ ἐνόρκου, ὅστις ὡς ἐμπειροτέχνης ἐβεβαίωσεν ἁπλῶς, πόσα π. χ. μέτρα ἀπέχει σημεῖόν τι ἀπὸ ἄλλου σημείου, ἢ κλίμαξ π. χ. τοῦ Βουλευτηρίου ἀπὸ τοῦ κιγκλιδώματος τοῦ περιβόλου αὐτοῦ, ἐὰν πρόκηται περὶ ἐγκλήματος διαπραχθέντος ἐν τῇ κλίμακι ἢ τῷ περιβόλῳ τοῦ Βουλευτηρίου. Ὁ ὑπογραμματεὺς οὗτος καὶ ὁ ἐμπειροτέχνης, κατὰ τὸν κείμενον νόμον, δὲν δύνανται νὰ λογισθῶσι μεταξὺ τῶν 24 ἐνόρκων, ἐξ ὧν οἱ δώδεκα θ’ ἀποτελέσωσι τὸ δικαστήριον, ὁ δὲ ἀποκλεισμὸς αὐτῶν οὗτος ἀναγέγραπται ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἀπὸ τοῦ 1836, καὶ ὁ κ. Κωνσταντόπουλος δὲ καὶ πάντες οἱ κατὰ τῆς τροπολογίας ἐπιτεθέντες ἰσχυρίζονται καὶ ὁμολογοῦσιν, ὅτι ἄριστα ἔχει ἡ διάταξις αὕτη τοῦ κειμένου νόμου. Γνωρίζουσι δὲ συγχρόνως οἱ κύριοι αὐτοὶ, ὅτι ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων δὲν ἀφῄρεσεν ἀπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως τὸ δικαίωμα τοῦ ἐξαιρεῖν τὸν ἐμπειροτέχνην ἢ τὸν ὑπογραμματέα, ἀλλ’ ἐν τούτοις ἀπῄτησεν οὔτε νὰ τίθηνται τὰ ὀνόματα αὐτῶν εἰς τὴν κληρωτίδα, ὡς καὶ πολλῶν ἄλλων, ἐχόντων οἱονδήποτε ἐκ τῆς δίκης συμφέρον. Τοιοῦτον ἔχοντες τὸν νόμον καὶ τοιοῦτον καθορῶντες τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, ἐθεωρήσαμεν, ὅτι καὶ θεωρητικῶς καὶ ἐπιστημονικῶς, ἀλλὰ καὶ πρακτικῶς, πολλῷ σπουδαιότερος λόγος ὑφίσταται, ἵνα περιληφθῇ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν, πλὴν τῶν ὀνομάτων τῶν ὑπογραμματέων, τῶν ἐμπειροτεχνῶν κλπ., τῶν ἁπλῶς ἐκ καθήκοντος ἐνεργησάντων, νὰ μὴ τίθηνται εἰς τὴν κληρωτίδα καὶ τὰ ὀνόματα τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ κατηγορουμένου, τοῦ γαμβροῦ ἐπ’ ἀδελφῇ αὐτοῦ, τοῦ ἀδελφοῦ καὶ τοῦ πατρὸς τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος, τοῦ πατρὸς τοῦ συνηγόρου καὶ τοῦ πατρὸς τοῦ κατηγορουμένου, ὡς πρὸς τὰ ὁποῖα παραδόξως οὐδεμία ὑπάρχει ἀπαγόρευσις ἐν τῇ κειμένῃ νομοθεσίᾳ, τῇ προνοησάσῃ μόνον διὰ τοὺς ὑπογραμματεῖς, τοὺς ἐμπειροτέχνας κλπ. Καὶ ἐρωτῶ πάντας νὰ μοὶ εἴπητε, ἐὰν ἀληθῶς εὑρίσκητε ἀξίαν μυκτηρισμοῦ διάταξιν τοιαύτην, συμπληροῦσαν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει μὲν νὰ τεθῇ ἐν τῇ κληρωτίδι τὸ ὄνομα παντὸς συμπράξαντος καθ’ οἱονδήποτε τρόπον εἰς τὴν ἀνάκρισιν, διότι τοιαύτη ἁπλῆ σύμπραξις δημιουργεῖ λόγον, καθιστῶντα ὕποπτον τὴν γνώμην τοῦ τοιούτου ἐνόρκου, δὲν ἀπαγορεύει δὲ νὰ τεθῇ τὸ ὄνομα τοῦ ἐνόρκου, ὅστις εἶναι πατὴρ ἢ υἱὸς ἢ ἀδελφὸς ἢ στενὸς συγγενὴς τοῦ κατηγορουμένου ἢ τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος. Ἡ τροπολογία εἶναι ἀξία μυκτηρισμοῦ ἢ τὰ κατ’ αὐτῆς λεχθέντα; Ἀλλὰ λέγουσιν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐξαιρεῖν ἓξ ἐνόρκους. Λησμονοῦσιν ὅμως οἱ Κύριοι, ὅτι ὁ νόμος, ὁ ἀναγράφων τὸ δικαίωμα τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ ἐξαιρεῖν ἐκ τῶν ἐν τῇ κληρωτίδι ἐνόρκων τοὺς ἕξ, ὁ ἴδιος αὐτὸς νόμος ἀπαγορεύει νὰ τίθηνται ἐν τῇ κληρωτίδι τὰ ὀνόματα ὡρισμένων ἐνόρκων. Διατὶ νὰ ἀναγράψῃ τὴν ἀπαγόρευσιν ταύτην ὁ νόμος, καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ τὸν Εἰσαγγελέα νὰ ἐξαιρῇ τοὺς τοιούτους ἐνόρκους; Διὰ τὸν λόγον, δι’ ὃν ὁ νόμος δὲν ἠρκέσθη εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαιρέσεως, ἀλλ’ ἀνέγραψε καὶ τὴν ἀπαγόρευσιν, διὰ τὸν ἴδιον αὐτὸν λόγον προτείνομεν ἡμεῖς τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἀπαγορεύσεως, ἀποροῦντες μάλιστα, πῶς ὁ νόμος ἐθεώρησε περισσότερον ὕποπτον τὸν μηχανικὸν, τὸν σχεδιάσαντα τὴν θέσιν, ἐφ’ ἧς ἐτελέσθη τὸ ἔγκλημα, ἀπὸ τὸν πατέρα, τὸν υἱὸν, τὸν ἀδελφὸν τοῦ κατηγορουμένου. Αἱ ἀπαγορεύσεις εἶναι σπουδαία ἐπικουρία εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ ἐξαιρεῖν, ἀναγράφονται δὲ δυνητικαὶ καὶ οὐχὶ ἐπιτακτικαί, οὐδ’ ἡ παραβίασις αὐτῶν γεννᾷ λόγον ἀκυρότητος, διότι δίδεται μόνον δικαίωμα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ὅστις τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ θὰ ποιῆται χρῆσιν, ὁσάκις ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν αὐτὸς περὶ τοῦ προσώπου ἔχει, ἦναι τοιαύτη, ὥστε νὰ τῷ ἐμβάλλῃ δισταγμοὺς περὶ τῆς εἰλικρινείας καὶ τῆς εὐσυνειδησίας τῆς ψήφου του. Οὐδὲ ἀποκλείει ὁ νόμος τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν καὶ συγγενῆ τοῦ ὑποδίκου εἰς τρίτον ἢ τέταρτον βαθμὸν δικαιοῦται ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ μὴ ἐξαιρέσῃ, ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ αὐτὸς πεποίθησιν ἐπὶ τὴν εὐσυνειδησίαν τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλ’ ὅταν δὲν ἔχῃ τοιαύτην πεποίθησιν, ἔχῃ δὲ λόγους ἄλλους, πείθοντας αὐτὸν, ὅτι ὀφείλει νὰ διαθέσῃ κατ’ ἄλλων ὑπόπτων ἐνόρκων ὁλόκληρον τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαιρέσεως τῶν ἕξ, ὅπερ ἔχει, τότε ὁ Εἰσαγγελεὺς, εἰς ἐπικουρίαν τοῦ δικαιώματός του τοῦ ἐξαιρεῖν, θὰ ζητήσῃ νὰ μὴ τεθῶσιν εἰς τὴν κληρωτίδα τὰ ὀνόματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τόσον στενῶς συνδέονται πρὸς τὸν κατηγορούμενον ἢ τὸν πολιτικῶς ἐνάγοντα ἢ τοὺς πληρεξουσίους αὐτῶν. Καὶ ἂν, ἀποτεινόμενος εἰς τὴν συνείδησιν ὑμῶν, ἐπεκαλέσθην τὴν μαρτυρίαν αὐτῆς περὶ τοῦ τίνα θεωρεῖτε ὑποπτότερον δικαστήν τινος, τὸν ὑπογραμματέα, εἰς ὃν ἐνεχειρίσθη ἡ μήνυσις, τὸν ἐμπειροτέχνην, τὸν ἁπλῶς γνωμοδοτήσαντα, ἀγνοοῦντα δὲ ἴσως παντελῶς τὸν κατηγορούμενον, ἢ τὸν πατέρα καὶ ἀδελφὸν τοῦ κατηγορουμένου, θεωρῶ ὅτι ἐπίσης δύναμαι νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὴν συνείδησιν ὑμῶν καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀπαγόρευσιν τὴν ἐκ τῆς στενοῦς συγγενείας πρὸς τὸν συνήγορον ἢ τὸν πολιτικῶς ἐνάγοντα. Εἶπέ τις τῶν ἀγορευσάντων, ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζω, ὅτι ἐνίοτε ἔχουσιν ἐνδιαφέρον οἱ δικηγόροι πρὸς τὴν ἔκβασιν τῆς δίκης· τοῦτο δὲ τὸ ἐνίοτε δικαιολογεῖται, διότι δὲν ὑπῆρξε ποτὲ δικηγόρος ὁ κ. Ὑπουργός· ἐγὼ ὅμως βεβαιῶ, ὅτι οὐχὶ ἐνίοτε, ἀλλὰ πάντοτε οἱ δικηγόροι ἔχουσιν ἐνδιαφέρον, καὶ ἐκ συμφέροντος καὶ ἐκ φιλοτιμίας, εἰς τὴν καλὴν ἔκβασιν τῶν ὑποθέσεων ὑπὲρ τῶν πελατῶν αὐτῶν. Διατὶ ὅλα αὐτὰ λησμονεῖτε, ἵνα ἐπιχειρήσητε τοιαύτην ἐπίθεσιν κατὰ τῆς συμπληρώσεως μιᾶς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ὁ Ὀργανισμὸς ἔχει; Αὐτοὶ, Κύριοι, οἱ λόγοι ἔπεισαν τὴν ἐπιτροπὴν, ὅτι ἀληθῶς εἶχεν ἐνώπιον αὐτῆς σπουδαίαν παράλειψιν τοῦ κειμένου νόμου, ἣν ὤφειλε νὰ συμπληρώσῃ, καὶ ὅτι ἡ προτεινομένη παρ’ αὐτῆς διάταξις, ἡ ἐπιτρέπουσα νὰ μὴ τίθηνται εἰς τὴν κληρωτίδα τὰ ὀνόματα καὶ ἄλλων κατηγοριῶν ἐνόρκων, καὶ ἐπιστημονικῶς ἐνδείκνυται, καὶ πρακτικῶς ἀναγνωρίζεται ὡς ἀναγκαία παρὰ τῶν θελόντων ἀπροσωπολήπτως νὰ κρίνωσιν. Ἀλλ’ ὅπως ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου εἶπον, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος, μὴ ἀρκεσθεὶς εἰς διαμαρτυρίαν κατὰ τοῦ ἐπιστημονικῶς δῆθεν ἀτόπου τῆς διατάξεως ταύτης, ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ καὶ τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας αὕτη ψηφιζομένη ἤθελεν ἐγείρει. Διὰ τοῦτο ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ὅπως δεχθῇ νὰ προστεθῇ ὁ προσδιορισμὸς «συγγενείας ὁμολογουμένης, ἢ δι’ ἐπισήμου ἐγγράφου παραχρῆμα βεβαιουμένης». Ἐὰν ὁμολογηθῇ ἡ συγγένεια, τὸ ὄνομα αὐτὸ δὲν θὰ τεθῇ εἰς τὴν κληρωτίδα· ἐὰν δὲν ὁμολογηθῇ, θ’ ἀποδειχθῇ. Κατὰ τίνα τρόπον θ’ ἀποδειχθῇ; Εἶναι γνωστὸν, ὅτι αὐτοὶ οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἐνόρκων, θὰ ὦσιν ἐκ τῶν κατοικούντων διαρκῶς ἐν τῇ πόλει, ἐν ᾗ ἑδρεύει τὸ Κακουργιοδικεῖον. Ἀλλὰ τίς τοὺς γνωρίζει; Τοὺς μὲν δικηγόρους γνωρίζει ὅλος ὁ κόσμος, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐνόρκους πᾶς ἐνδιαφερόμενος δύναται καὶ λίαν εὐκόλως καὶ λίαν ἐγκαίρως νὰ γνωρίζῃ. Κατὰ τὸν νόμον, τῶν δι’ ἕκαστον Κακουργιοδικεῖον κληρουμένων δι’ ἑκάστην σύνοδον ἐνόρκων τὰ ὀνόματα δέκα ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῶν Κακουργιοδικείων δημοσιεύονται ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», καὶ γνωστοποιοῦνται οὕτως ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα. Ἐπίσης ὁ προσδιορισμὸς τῶν δικῶν θέλει γίνεσθαι τοὐλάχιστον ὀκτὼ ἡμέρας πρὸ τῆς συζητήσεως αὐτῶν, ὥστε καὶ ὁ κατηγορούμενος καὶ ὁ πολιτικῶς ἐνάγων καὶ ὅλος ὁ κόσμος θὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἡ δίκη Α ὡρίσθη εἰς τὸ δεῖνα Κακουργιοδικεῖον, καὶ ὁ πολιτικῶς δὲ ἐνάγων θὰ γινώσκῃ, ποῖοι ἔνορκοι θὰ ἦναι συγγενεῖς τοῦ κατηγορουμένου, καὶ ὁ κατηγορούμενος, τίνες εἶναι συγγενεῖς τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀληθεῖς λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ προτείνῃ τὴν προσθήκην αὐτὴν εἰς τὸ ἄρθρον 18, καὶ διὰ τοὺς ὁποίους ἐπιμένομεν, παρακαλοῦντες τὴν Βουλὴν νὰ τὴν ἐπιψηφίσῃ.
§61ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πολλὴν ἀληθῶς κατηνάλωσεν εὐγλωττίαν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ἀναπτύξῃ ἰδέας, περὶ τῶν ὁποίων κατ’ ἀρχὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ διαφωνία. Ἀλλ’ ἵνα παράσχῃ ἡμῖν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀκούσωμεν τῆς θερμῆς αὐτοῦ εὐγλωττίας, ἀπέδωκεν εἰς ἡμᾶς γνώμας, τὰς ὁποίας οὐδὲ εἴχομεν, οὐδὲ ὑπεστηρίξαμεν. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ὑπεστήριξεν, ὅτι περισσότερον ἐνδιαφέρον δύναται νὰ ἔχῃ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ὁ ὑπογραμματεύς, ὁ ὁποῖος τυχὸν ἤθελε λάβει μέρος κατὰ τὴν ἀνάκρισιν, τοῦ συγγενοῦς, τοῦ πατρὸς, τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ κατηγορουμένου ἢ τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος· διότι ἐὰν τοιοῦτόν τι ὑπεστηρίζομεν, ἠθέλομεν εἶσθαι οἱ παραλογώτεροι τῶν ἀνθρώπων. Δὲν εἴπομεν ἡμεῖς, ὅτι ὁ συνήγορος τοῦ κατηγορουμένου δὲν ἔχει πάντοτε διαφέρον περὶ τῆς ἐκβάσεως τῆς δίκης, ὡς ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· τοὐναντίον συμφωνοῦμεν πληρέστατα πρὸς τὸν κ. πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι πάντοτε ὁ συνήγορος τοῦ κατηγορουμένου οὐ μόνον ἔχει, ἀλλὰ καὶ ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς ἐκβάσεως τῆς ὑποθέσεως, διότι δὲν δύναται οὔτε πρέπει νὰ ἀναλαμβάνῃ τὴν ὑποστήριξιν τῶν δικαίων ἀνθρώπων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων δὲν ἔχει τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ νόμου. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα πρὸ ἡμῶν, ὡς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, ἐγνώριζεν οὐ μόνον ὁ σοφὸς Μάουρερ, ὅτε ἐνομοθέτει τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων, ἀλλ’ ἐγνώριζον πάντες οἱ νομοθέται τοῦ κόσμου. Διὰ τίνα λόγον ἐκεῖνοι δὲν ἀνέγραψαν τὸν λόγον τῆς συγγενείας ὡς λόγον δυνάμενον νὰ δώσῃ ἀφορμὴν, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει αἰτήσεως ἑνὸς τῶν ἐνδιαφερομένων μὴ τεθῇ τὸ ὄνομα ἐν τῇ κληρωτίδι; Ὁ λόγος εἶναι καταφανής· διότι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄμεσος βεβαίωσις τοῦ προτεινομένου. Ἀπέναντι τοῦ λόγου τούτου, κατὰ τοῦ ὁποίου οὐδὲν δύναταί τις νὰ ἀντιτάξῃ, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἀντέταξε τὰ εὐγενῆ αἰσθήματα τῶν συνηγόρων καὶ τὸν πατριωτισμὸν τῶν λαμβανόντων μέρος κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν δικῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀναθέσωμεν τὴν τήρησιν τῶν νόμων, καὶ δὴ τῶν διαδικαστικῶν νόμων, εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων καὶ εἰς τὰ αἰσθήματα τῶν συνηγόρων, θὰ ἦτο ἐντελῶς περιττὴ ἡ νομοθέτησις οἱασδήποτε διατάξεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ τοσαύτη θρασύτης, λέγει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὥστε, ὅταν ἐρωτᾶται ὁ ἔνορκος περὶ τῆς συγγενείας, νὰ ἀρνῆται. Ἀλλ’ ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομοθετοῦμεν, διὰ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἤθελεν ὑπάρξει τοιαύτη θρασύτης. Καὶ ἂν ὑπάρξῃ τοιαύτη θρασύτης, τί μέλλει γενέσθαι; Ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπῆς ἐνόμισεν, ὅτι εὗρε τὸ φάρμακον, καὶ σᾶς εἶπε, νὰ προστεθῇ εἰς τὴν διάταξιν ἡ φράσις «ὅταν ἡ συγγένεια ὁμολογῆται, ἢ βεβαιοῦται ἀμέσως δι’ ἐπισήμου ἐγγράφου». Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται νὰ ὁμολογηθῇ ἡ συγγένεια, εἶναι περιττὴ πᾶσα διάταξις, διότι τὸ ὄνομα τοῦ ἐνόρκου, τοῦ ὁμολογοῦντος ὅτι εἶναι συγγενὴς, δὲν θὰ τεθῇ ἐν τῇ κληρωτίδι. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὁμολογῆται ἡ συγγένεια,—καὶ ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς περιστάσεως ταύτης πρέπει νὰ νομοθετήσωμεν,—κατὰ τίνα τρόπον θὰ βεβαιωθῇ αὕτη; Σᾶς ἀπαντᾷ ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς: «δι’ ἐπισήμου ἐγγράφου». Δὲν γνωρίζω εἰς τὴν νομοθεσίαν μας κἀνὲν ἐπίσημον ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ βεβαιῶται ἡ συγγένεια· ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον κ. πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς νὰ μοὶ ὑποδείξῃ, κατὰ τίνα διάταξιν δύναται νὰ προκληθῇ ἐπίσημον ἔγγραφον, ἀναμφισβητήτως βεβαιοῦν τὴν συγγένειαν μεταξὺ δύο προσώπων· ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν τὸ γνωρίζω. Θὰ φέρῃ πιστοποιητικὸν τοῦ Δημάρχου. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπίσημον ἔγγραφον, καὶ ὅταν δὲν βεβαιῶται δι’ ἐπισήμου ἐγγράφου ἡ συγγένεια, τότε τί μέλλει γενέσθαι; Ἀπόλλυται τὸ δικαίωμα, τὸ ἐκ τοῦ νόμου χορηγούμενον; Ἀλλ’ εἶναι νόμος πλέον αὐτὸς, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ δικαίωμά σου ἐξήρτηται ἀπὸ τοιαύτας διατάξεις, τὰς ὁποίας ἐπιζητεῖ ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἀναγράψῃ; Διὰ τίνα λόγον λοιπὸν θὰ νομοθετήσωμεν τὴν διάταξιν, ἀφοῦ τὸ δικαίωμα ἀπόλλυται, εὐθὺς ὡς δὲν ὁμολογηθῇ ἡ συγγένεια; Καὶ ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν περίστασιν ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ ὁ νόμος νὰ προλάβῃ· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀδύνατον. Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὰς προγενεστέρας νομοθεσίας, καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ παρὰ τοῖς ξένοις, δὲν περιελήφθη ὁ λόγος τῆς συγγενείας, καίτοι πολὺ ἰσχυρότερος τοῦ λόγου τῆς συμπράξεως κατὰ τὴν ἀνάκρισιν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐκτὸς τοῦ ὅτι, ἐπαναλαμβάνω, θὰ δημιουργήσῃ μεγάλην δυσχέρειαν, θέλει πολλάκις γείνῃ αἰτία νὰ ματαιωθῇ ἡ ἐκδίκασις δικῶν, καὶ θὰ ἴδωμεν τὴν δικαιοσύνην ἐξευτελιζομένην κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ, διὰ στρεψοδικιῶν. Ποῖον θὰ ἦναι λοιπὸν τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, ἐὰν ἡ προτεινομένη ἐξαίρεσις νομοθετηθῇ, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἀκόμη εἶναι δυνατὸν νὰ πιστοποιηθῇ δι’ ἐπισήμου ἐγγράφου ἡ συγγένεια; Ἄς ἴδωμεν. Ὁ πραγματογνώμων, ὁ λαβὼν μέρος εἰς τὴν ὑπόθεσιν κατὰ τὴν προδικασίαν, καὶ ὁ ἀνακριτὴς ἐξαιροῦνται, διότι ἐκ τῆς δικογραφίας ἐκ τῶν προτέρων καθίσταται ἀποδεδειγμένος ὁ λόγος τῆς ἐξαιρέσεως· ἀλλὰ ὁ συγγενὴς τοῦ συνηγόρου πῶς θὰ ἦναι γνωστὸς, ἀφοῦ ὁ συνήγορος εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ προσέλθῃ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς δίκης, ἀντικαθιστάμενος παρ’ ἄλλου, νὰ προσέλθῃ δὲ βραδύτερον, ὅταν ἡ κλήρωσις τῶν ἐνόρκων ἔχει γείνῃ; Τί σᾶς ὠφελοῦν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει αἱ διατάξεις περὶ ἐξαιρέσεως καὶ τὰ ἔγγραφα τὰ ἐπίσημα, δι’ ὧν θ’ ἀποδεικνύηται ἡ συγγένεια, ὅταν μετὰ τὴν κλήρωσιν τῶν ἐνόρκων δύναται νὰ προσέλθῃ ὁ συνήγορος καὶ νὰ καταλάβῃ τὴν ἕδραν; Τί γίνεται ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν σᾶς προτείνει νὰ νομοθετήσητε ἡ ἐπιτροπή; Ποῖον θὰ ἦναι τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα; Ἰδοὺ ποῖον θὰ ἦναι. Θὰ δώσωμεν ἀφορμὴν νὰ ἐξευτελίζηται ἡ δικαιοσύνη, καταδολιευομένων τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, νὰ γίνωνται συζητήσεις μακρόταται περὶ ἐπισημότητος ἢ μὴ ἐπισημότητος τοῦ ἐγγράφου, διὰ τοῦ ὁποίου πιστοποιεῖται ἡ συγγένεια, καὶ θὰ δυσχεράνωμεν τὰς ἐργασίας τῶν Κακουργιοδικείων. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, οὐ μόνον ἄσκοπον, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβῆ θεωρῶ τὴν ψήφισιν τοιαύτης προτάσεως, οὐχὶ διότι δὲν ἀναγνωρίζω, ὅτι ὁ λόγος τῆς ἐξαιρέσεως εἶναι σπουδαῖος καὶ σοβαρὸς, σοβαρώτερος ὅλων τῶν ἄλλων λόγων, τοὺς ὁποίους ἀναγράφει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου, καὶ ἦτο περιττὸν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἐξαντλήσῃ ὅλην τὴν εὐγλωττίαν του, διὰ νὰ καταδείξῃ ὅτι ὁ λόγος οὗτος τῆς ἐξαιρέσεως εἶναι πολὺ σοβαρώτερος τῶν ἄλλων λόγων, ἀλλὰ διότι εἶναι ἀδύνατος ἡ βεβαίωσις τοῦ λόγου, ἕνεκα τοῦ ὁποίου εἰς οὐδεμίαν νομοθεσίαν ἀνεγράφη ὡς λόγος κωλύματος τοῦ νὰ τεθῇ τὸ ὄνομα τοιούτου ἐνόρκου εἰς τὴν κληρωτίδα. Ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν μας νὰ μεταβάλωμεν τὰ κείμενα, χωρὶς νὰ συλλογισθῶμεν τὰς συνεπείας· καὶ ὅμως αἱ συνέπειαι θὰ ὦσι πολὺ δυσάρεστοι. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἔπραξα τὸ καθῆκόν μου· ἡ Βουλὴ ἂς κάμῃ τὸ ἰδικόν της.
§62ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤθελον λάβει ἐκ νέου τὸν λόγον, διότι φρονῶ εἰλικρινῶς, ὅτι οὐδὲν ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἀντέταξα κατὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον κἂν ἀνῃρέθη· ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου προέδρου τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπῆς ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω κατὰ προσθήκην ὀλίγας τινὰς παρατηρήσεις. Σφάλλει ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, ἀναμιγνύων τοὺς λόγους τῆς ἀνικανότητος τοῦ ἐνόρκου, τοὺς ἀναγομένους εἰς τὴν συμμετοχήν του εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ἑκάστοτε προκειμένης δίκης, καὶ τοὺς λόγους τοὺς ἀναγομένους εἰς τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἔχῃ ἐν τῇ δίκῃ· ὅλαι αἱ νομοθεσίαι ἐμερίμνησαν περὶ τοῦ πρώτου λόγου, καὶ ἐμερίμνησαν, διότι βάσις τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης εἶναι, ὅτι οἱ δικάζοντες πρέπει νὰ προσέρχωνται ἄνευ τινὸς προκαταλήψεως περὶ τῆς ὑποθέσεως, πάντες δὲ οἱ μέχρι τῆς εἰσαγωγῆς τῆς δίκης ἐργασθέντες δὲν θεωροῦνται τοιοῦτοι, διὰ τοῦτο οὔτε ὁ ἀνακριτὴς δύναται νὰ λάβῃ μέρος ὡς σύνεδρος, διὰ τοῦτο ὅλοι οἱ λαβόντες μέρος εἰς τὴν ἀνάκρισιν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λάβωσι μέρος ὡς ἔνορκοι εἰς τὸ δικαστήριον, ὅταν δικάζηται ἐπ’ ἀκροατηρίου ἡ ὑπόθεσις. Ὁ νόμος ἐθεώρησεν ὑπόπτους ὅλους αὐτοὺς, φοβούμενος μήπως τυχὸν προκατάληψίς τις εἰσέδυσεν εἰς τὴν ψυχήν των. Ἐξ αὐτῶν τινες λαμβάνουν σπουδαιότατον μέρος, ὅπως εἶναι οἱ ἀνακριταὶ καὶ οἱ κατ’ ἐντολὴν αὐτῶν ἐνεργοῦντες ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι, ἕτεροι ἐπουσιωδέστερον μέρος, ὅπως οἱ ὑπάλληλοι τῆς ἀνακρίσεως, ἀλλὰ καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ δύνανται νὰ σχηματίσωσι μίαν γνώμην, ἡ ὁποία νὰ τοὺς ἀποπλανήσῃ εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἀνέφερεν ὡς ἐπουσιωδῶς συμμετέχοντας εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοὺς πραγματογνώμονας, διότι ἐνδέχεται ὁ πραγματογνώμων νὰ ἐχρησίμευσε μόνον εἰς καταμέτρησιν ἀποστάσεώς τινος· ἀλλ’ ὁ πραγματογνώμων γνωμοδοτεῖ καὶ περὶ σπουδαιοτάτων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀναφύονται εἰς τὰς ποινικὰς ὑποθέσεις, περὶ τῆς ὑπάρξεως δηλητηριάσεως, περὶ τῶν αἰτίων τοῦ θανάτου, περὶ τοῦ βιωσίμου τοῦ νεογνοῦ κτλ. Πῶς ἠδύνατο ὁ νόμος νὰ κάμῃ διάκρισιν μεταξὺ οὐσιωδῶν καὶ μὴ οὐσιωδῶν πραγματογνωμόνων; Εἰς μίαν γενικὴν διάταξιν ἔθεσεν ἅπαντας. Ἀλλὰ τί ἀναμιγνύετε ταῦτα μετὰ τοῦ ἐνδιαφέροντος τοῦ γεννωμένου ἐξ ἄλλων λόγων, καὶ θέλετε ἐντεῦθεν νὰ δημιουργήσητε ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν σας; Τώρα οἱ συγγενεῖς τοῦ κατηγορουμένου καὶ τοῦ ἀδικηθέντος δύνανται νὰ ἔχωσι συμφέρον εἰς τὴν ὑπόθεσιν. Ἀλλ’ ὡς τοιούτους ἀναφέρει ὁ νόμος μόνους τοὺς ἔχοντας συμφέρον ὡς ζημιωθέντας ἢ ἀδικηθέντας. Ἐν τούτοις ἡ συγγένεια πρὸς τούτους δύναται νὰ καταστήσῃ ἀπαλλακτέους τοὺς ἐνόρκους, καὶ ὑπεβλήθησαν πολλάκις προτάσεις τοιαύτης ἀπαλλαγῆς καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἐνόρκων καὶ ὑπὸ τῶν διαδίκων, καὶ ἐγένοντο δεκταί. Διὰ τοῦτο δὲν θεωρῶ ὡς ἄτοπον τὴν διάταξιν, δι’ ἧς δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἀνίκανοι ἔνορκοι καὶ οἱ συγγενεῖς τοῦ κατηγορουμένου ἢ τοῦ παθόντος. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν ὑπό τινος τῶν ἀγορευσάντων, ὅτι εἰς οὐδεμίαν νομοθεσίαν εὕρηται τὸ τοιοῦτον. Ἐν τῇ Γερμανικῇ νομοθεσίᾳ δὲν δύναται νὰ ἦναι ἔνορκος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶναι συγγενὴς πρὸς τὸν παθόντα. Ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς οὐδέποτε ἐγεννήθη ἡ ἀνάγκη αὕτη, διότι οἱ Εἰσαγγελεῖς καὶ οἱ δικηγόροι τῶν κατηγορουμένων μεριμνῶσι περὶ τῆς ἐξαιρέσεως τῶν τοιούτων ἐνόρκων, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἐνδεδειγμένη, ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην. Ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἓν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς αὐτὸν προσωπικῶς ἐξ ἐλλείψεως τοῦ Εἰσαγγελέως· ἀλλὰ δὲν μᾶς εἶπεν, ἂν ὑπῆρχε τότε πολιτικὸς ἐνάγων. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε πολιτικὸς ἐνάγων, τί θὰ τῷ ἐχρησίμευεν ἡ τροποποίησις τῆς διατάξεως, ὅταν ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν θέλῃ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του; Λοιπὸν δὲν θεωρῶ ἄτοπον νὰ περιληφθῶσιν αἱ περὶ συγγενῶν διατάξεις, ἀλλὰ δὲν νομίζω καλὸν, μὴ ὑπαρχούσης μιᾶς ἐνδεδειγμένης οὐσιώδους ἀνάγκης, νὰ προβαίνωμεν εἰς τὴν τροποποίησιν τῆς κειμένης νομοθεσίας. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς συγγενεῖς τοῦ συνηγόρου τοῦ κατηγορουμένου, ἢ τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος, ἀποκρούω μετ’ ἀγανακτήσεως μίαν τοιαύτην διάταξιν, διότι ἡ ἀναγραφὴ αὐτῆς εἶναι προσβολὴ σπουδαίου σώματος, τῶν δικηγόρων, ὡς δυναμένων νὰ ἐπηρεάζωσι τοὺς συγγενεῖς των ὑπὲρ ἢ κατὰ τῶν κατηγορουμένων, καὶ δι’ αὐτῆς τίθεται ἐν ἀμφιβολίᾳ ἡ ὑπόληψις τοῦ συλλόγου. Καὶ διατὶ νὰ τεθῇ μία τοιαύτη διάταξις, ἀφοῦ εἶναι τόσον εὔκολον εἰς τοὺς διαδίκους νὰ ὑπεκφύγωσι τὴν ἐφαρμογήν της, διορίζοντες τοὺς δικηγόρους αὐτῶν μετὰ τὴν κλήρωσιν τῶν ἐνόρκων; Εἶπον πολλὰ περὶ τῆς ἀποδείξεως τῆς συγγενείας· ὁ κείμενος νόμος ἔχει ἤδη διαγράψει τὸν τρόπον τῆς ἀποδείξεως ἑτέρων ἀνικανοτήτων τῶν ἐνόρκων, διατάξας, ὅτι κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνόδου ὁ Εἰσαγγελεὺς ὀφείλει νὰ καλέσῃ τοὺς ἐνόρκους καὶ νὰ ὑποχρεώσῃ αὐτοὺς νὰ δηλώσωσιν, ἐπὶ ποινῇ, ἐὰν ὑπάγωνται εἰς τινα τῶν περὶ ἀνικανότητος ἢ ἀσυμβιβάστου διατάξεων τοῦ νόμου. Μεταξὺ τῶν ἀνικανοτήτων τούτων δὲν ὑπάρχει καὶ ἡ συγγένεια, διότι δὲν ἀπετέλει τότε ἀνικανότητα ἡ περίπτωσις τῆς συγγενείας. Θέλετε νὰ περιλάβητε καὶ τὴν συγγένειαν, καὶ νὰ τὴν βεβαιώσητε; Περιλάβετέ την εἰς τὸ ἄρθρον 36 τοῦ ἰσχύοντος νόμου, τὸ ὁποῖον λέγει ῥητῶς (ἀναγινώσκει): «Οἱ κληρωθέντες ἔνορκοι, πρὶν ἢ ἀναλάβωσι τὰ καθήκοντα αὐτῶν ἐν ἑκάστῃ συνόδῳ, ὀφείλουσι νὰ δηλώσωσι πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, καλούμενοι παρ’ αὐτοῦ ἐπὶ τούτῳ, ἐὰν ὑπάγωνται εἴς τινα τῶν περιπτώσεων ἀπαλλαγῆς, ἢ ἀνικανότητος, τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τῶν ἄρθρων 15–17.» Εἰς ὁμοίαν δήλωσιν περὶ τῆς συγγενείας αὐτῶν πρὸς τοὺς διαδίκους ὑποχρεώσατε τοὺς ἐνόρκους πρὸ τῶν κληρώσεων ἐν ἑκάστῃ δίκῃ. Τίνες δὲ αἱ συνέπειαι τῆς ἀποκρύψεως τῆς ἀληθείας; Κατὰ τὸ ἄρθρον 36, ὁ ἔνορκος τιμωρεῖται διὰ χρηματικῆς ποινῆς 50–500 δραχμῶν, ἣν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ καὶ αὐτὸ τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων, ἂν διαρκούσης τῆς δίκης βεβαιωθῇ, ὅτι ὁ ἔνορκος ἀπέκρυψε τὴν ἀλήθειαν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 30 τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιμένω φρονῶν, ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ, περιλαμβανομένων εἰς αὐτὸ τῶν διατάξεων τοῦ κειμένου νόμου. Τὸ δὲ ἄρθρον 32, ἐπαναλαμβάνω, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι εὑρίσκεται εἰς ἀντίφασιν μὲ τὸ ἄρθρον 38· πρέπει λοιπὸν ἢ τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο νὰ τροποποιηθῇ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 38, ἐὰν ὑπάρξωσι περιπτώσεις ἀπαλλαγῆς ἢ ἀνικανότητος; τί κάμνει τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων; Καλεῖ τοὺς λοιποὺς κληρωθέντας πρὸς ἀναπλήρωσιν. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, τί θὰ κάμῃ τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων; Θὰ κάμῃ νέαν κλήρωσιν.
§63ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ὑπάρχει ἀντίφασις· ἄλλοι εἶναι οἱ ἀναπληρωτικοὶ καὶ ἄλλοι οἱ τακτικοὶ ἔνορκοι.
§64ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν δίδετε προσοχὴν εἰς τὴν γνώμην μου. Γίνεται κλήρωσις ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν, καὶ μετὰ 10 ἡμέρας ἄρχεται ἡ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τῶν συνέδρων συζήτησις. Ἐκεῖ, ἤτοι μετὰ τὴν ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν κλήρωσιν, ἀναφαίνονται ἀνικανότητες καὶ ἀπαλλαγαί, καὶ ἀποφασίζει περὶ αὐτῶν τὸ δικαστήριον. Τί θὰ γείνῃ, ἂν δεχθῇ αὐτὰς τὸ δικαστήριον; Κατὰ τὸ ἄρθρον 38, «ἐὰν κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνόδου δὲν ἐμφανισθῶσι δι’ οἱονδήποτε λόγον οἱ τριάκοντα,— ἄρα καὶ ἂν ἀπεβίωσαν,— θὰ κληθῶσιν οἱ ἀναπληρωτικοί.» Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 32 τοῦ νομοσχεδίου, ἂν ἐκ τῶν κληρωθέντων ἀπεβίωσάν τινες, δὲν καλοῦνται πλέον οἱ ἀναπληρωταί, ἀλλὰ προβαίνει τὸ δικαστήριον εἰς νέαν κλήρωσιν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀναγνώσῃ τὰ ἄρθρα.
§65ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι τόσον ἁπλᾶ, ὥστε ἀπορῶ, πῶς ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος εἶσθε τόσον ἠσκημένος εἰς τὰ τοιαῦτα, δὲν ἐνοήσατε τὸν λόγον τῆς διατάξεως ταύτης. Πρόκειται περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καθ’ ὅλην τὴν σύνοδον δὲν δύνανται νὰ ὦσι παρόντες.
§66ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τῶν αὐτῶν.
§67ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· περὶ ἐκείνων πρόκειται, δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἀναπληρωτῶν· οἱ ἀναπληρωταὶ εἶναι, ὅπως ἀναπληρῶσι τοὺς ἐνόρκους, ὅσοι ἐκ κωλύματος προσωρινοῦ δὲν δύνανται νὰ παραστῶσι.
§68ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί «προσωρινοῦ»; Δὲν ἀνεγνώσατε τὸ ἄρθρον, ὅπερ προβλέπει καὶ περὶ τῶν ἀπαλλαγέντων κατὰ τὰ ἄρθρα 15–17 καὶ περὶ τῶν ἀνυπάρκτων· ἀλλ’ οὗτοι δὲν θὰ ἐμφανισθῶσι βεβαίως κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνόδου, καὶ ἀντ’ αὐτῶν, κατὰ τὸ ἄρθρον 38, θὰ κληθῶσιν οἱ ἀναπληρωτικοί. Λοιπὸν κατὰ μὲν τὸ ἄρθρον 38 θὰ κληθῶσιν οἱ ἀναπληρωτικοί, κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 32 θὰ ἐνεργηθῇ νέα κλήρωσις. Δὲν δύνανται νὰ ἰσχύουν καὶ τὰ δύο· πρέπει τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο νὰ λείψῃ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν λόγῳ κηδεστίας συγγένειαν, παρατηρῶ ὅτι, ἐὰν θέλητε νὰ περιλάβητε καὶ αὐτὴν ἐν τῷ νόμῳ, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ τὴν ἐπεκτείνητε μέχρι τετάρτου βαθμοῦ, διότι ἡ Πολιτικὴ Δικονομία ἐπὶ τακτικῶν δικαστῶν ἐπεκτείνει μὲν τὴν λόγῳ συγγενείας ἐξαίρεσιν μέχρι τετάρτου βαθμοῦ, ἀλλὰ λόγῳ κηδεστίας μέχρι τοῦ δευτέρου. Πῶς λοιπὸν δύνασθε νὰ θεωρήσητε τοὺς ἐνόρκους εἰς μεγαλείτερον βαθμὸν κωλυομένους, παρ’ ὅ,τι εἶναι ὅλοι οἱ δικασταὶ τοῦ Κράτους;
§69ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐγὼ προτείνω τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως.
§70ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι· εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν θέλομεν ἀποφασίσει ἐπὶ τῶν ὑποβληθεισῶν γνωμῶν.
§71ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ συζήτησις, παρατηρῶ ὅτι ἐξέκλινεν ἐντελῶς τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου ἐπροτάθη εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ νομοσχέδιον ἔμεινε κατὰ μέρος, διότι ἡ ἐπιτροπὴ συνέλαβε τὴν ἰδέαν νὰ εἰσάξῃ ἄλλο νομοθέτημα οἴκοθεν,— διότι τὸ ἄρθρον 18 δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὸ μοναδικὸν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον προέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς,— προεκλήθη δ’ ἐντεῦθεν μία τοιαύτη συζήτησις, καὶ εἶναι φυσικὸν νὰ ᾖναι ἡ συζήτησις πεισματώδης, διότι ἅπαντα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, βλέπετε, ὅτι ἀμύνονται μέχρις ἐσχάτων, καὶ ἑπομένως ἡ συζήτησις δὲν ἠδύνατο, παρὰ νὰ ἦναι πεισματώδης. Ἀλλὰ, Κύριοι, νομίζω ὅτι πρέπει κατὰ μέρος νὰ μείνουν καὶ αἱ φιλοτιμίαι, αἱ κακῶς ἐννοούμεναι, καὶ αἱ ὑπερβολαὶ εἰς τὰς σκέψεις μας, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται, εἰμὴ νὰ βλάψουν, ἀντὶ νὰ ὠφελήσουν, ὅταν πρόκηται νὰ διορθώσωμεν ἓν νομοθέτημα. Εἶναι ἀρχή, Κύριοι, παραδεδεγμένη, εἶναι ἔθιμον, παραδεδεγμένον εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια καὶ τὰ Ἔθνη τὰ εὐνομούμενα, ὅτι ποτὲ δὲν μεταβάλλεται νόμος, ἐὰν δὲν ἀποδειχθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς μεταβολῆς. Τί παρουσιάζεται σήμερον; Μία νέα ἰδέα· πρέπει νὰ ἀποκλεισθοῦν ἀπὸ τοῦ νὰ τίθηνται εἰς τὴν κληρωτίδα τῶν ἐνόρκων τὰ ὀνόματα τῶν συγγενῶν τῶν κατηγορουμένων καὶ τῶν συνηγόρων. Κατὰ τὴν πεντηκονταετῆ λειτουργίαν τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος, ἐρωτῶ, ὑπάρχει παράδειγμα συμβάντος ἀτοπήματος; ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ὑπέβαλε μίαν κἂν ἔκθεσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐκθέτουσα ὅτι ἐκ τῆς ἐλλείψεως ταύτης τοῦ νόμου ἐγεννήθη ἀτόπημα καὶ παρεβλάβη ἡ δικαιοσύνη; Πῶς εἰσάγετε νόμον, χωρὶς προηγουμένως νὰ βεβαιῶτε τὴν ἀνάγκην αὐτοῦ; πῶς ἐπαγγέλλεσθε νὰ νομοθετῆτε μὲ πρακτικὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν ἅπαξ εἰς τὸν βίον σας, ἢ μὲ σκέψεις ἰδικάς σας; πῶς τολμᾶτε νὰ μεταβάλλιτε ἓν κείμενον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει πρὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ λειτουργεῖ ἄνευ τοῦ ἐλαχίστου προσκόμματος ἐν τῇ χώρᾳ; Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐπὶ 48 ἔτη, καθ’ ἃ εἶμαι δικηγόρος, δὲν ἤκουσα ποτὲ τοιοῦτον παράδειγμα νὰ παρουσιασθῇ, ὅτι τὸ ὄνομα ἑνὸς συγγενοῦς, ἀδελφοῦ, ἢ γαμβροῦ, ἐτέθη εἰς τὴν κληρωτίδα, οὔτε κἂν ἐνεφανίσθη τοιοῦτος ὡς ἔνορκος. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἄνευ λόγου πετοῦν ἓν νομοθέτημα εἰς τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ πολὺ φυσικῶς τὰς ἀντιῤῥήσεις, αἵτινες δὲν δύνανται παρὰ νὰ ἦναι λογικαί, διότι στηρίζονται ἐπὶ ἑνὸς προηγουμένου μακροῦ καὶ ἀναμφισβητήτου, καὶ οὕτω βλέπετε ὅλην αὐτὴν τὴν ἀναστάτωσιν, ἡ ὁποία ἐπῆλθε, καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐπὶ τέλους δὲν θὰ προκύψῃ τίποτε ὀρθόν. Λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν, κατ’ ἐμὲ, δὲν ἔχουσι κἀμμίαν σοβαρότητα, καὶ δὲν δύνανται νὰ στηριχθῶσιν ἐπὶ τοῦ ἀληθοῦς πνεύματος τοῦ νόμου, οὐδ’ ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ καθ’ ὅλον τὸ μακρὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ νομοθεσία λειτουργεῖ. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, ἠκούσατε, ὅτι δι’ ὅλων τῶν ὑποθέσεων, καὶ δι’ ὅλων τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα δύναται μία θεωρία νὰ ἀναπτύξῃ, κατώρθωσε νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ἔργον του, ὑποστηρίζων ὅτι ἐπίκειται ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ θεραπευθῇ ἓν κακὸν, τὸ ὁποῖον ἀπειλεῖ τὴν κοινωνίαν καὶ τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, ἐνῷ, ὡς προεῖπον, οὐδεμία ἀφορμὴ ὑπάρχει· διότι ὁ νομοθέτης ἔκαμε δύο διακρίσεις· ἠθέλησε τὸν ἔνορκον ἐντελῶς ξένον τῆς δίκης, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ δικάσῃ, καὶ διὰ νὰ ἦναι ἐντελῶς ξένος τῆς δίκης, ἔπρεπε νὰ μὴ ἔλαβεν οὐδὲν μέρος εἰς τὴν προδικασίαν τῆς δίκης ταύτης, εἴτε ὡς μάρτυς, εἴτε ὡς ἀνακριτικὸς ὑπάλληλος, εἴτε ὡς πραγματογνώμων· ἠθέλησε λοιπὸν, ὁ πολίτης, τὸν ὁποῖον λαμβάνει ἐκ τοῦ μέσου τῆς κοινωνίας, διὰ νὰ δικάσῃ τὸν συμπολίτην του, νὰ ἦναι ξένος τῆς ὑποθέσεως ἐντελῶς, καὶ δι’ αὐτὸ ὥρισεν ὁ νομοθέτης, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἦναι οὔτε μάρτυς οὔτε πραγματογνώμων, ἀδιάφορον ἐὰν ἡ πραγματογνωμοσύνη θὰ ἀποβλέπῃ ἁπλῶς νὰ μετρήσῃ τὴν μεταξὺ τοῦ κτιρίου π. χ. τοῦ Βουλευτηρίου καὶ τοῦ προαυλίου ἀπόστασιν, ἢ νὰ βεβαιώσῃ, ἐὰν ὑπῆρξε δηλητηρίασις, φόνος, ἢ ἄλλο ἔγκλημα. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς σχέσεις τὰς προσωπικὰς τοῦ κατηγορουμένου ἢ τοῦ παθόντος πρὸ τοὺς ἐνόρκους, ἔδωκε τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαιρέσεως, καὶ τὸ ἔδωκε, χωρὶς νὰ ὑποχρεόνῃ οὔτε τὴν κατηγορίαν οὔτε τὴν ὑπεράσπισιν νὰ δώσουν τὸν λόγον τῆς ἐξαιρέσεως ταύτης· «σὲ ἐξαιρῶ, εἴτε διότι εἶσαι συγγενὴς ἢ φίλος ἢ ἐχθρός μου, εἴτε διότι δὲν ἔχω πεποίθησιν εἰς τὸν χαρακτῆρά σου». Ἔδωκε λοιπὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαιρέσεως, καὶ διὰ τοῦ δικαιώματος τούτου προλαμβάνει ὅλα αὐτὰ τὰ ἀτοπήματα, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε. Καὶ ἐν γνώσει τὸ ἔπραξε· διότι, ὡς εἶπον καὶ κατὰ τὴν πρώτην μου ἀγόρευσιν, δὲν παραδέχομαι, ὅτι ὁ νομοθέτης ἦτο ὑποδεέστερος ἀπὸ ἡμᾶς, δὲν παραδέχομαι, ὅτι ἐπὶ 50 ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα τὸ ποινικὸν δίκαιον παραδίδεται ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Πανεπιστημίου, δὲν εὑρέθη εἷς καθηγητὴς νὰ ἀναιρέσῃ αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα τῆς νομοθεσίας, οὔτε εἷς Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ἢ ἓν δικαστήριον τῶν συνέδρων, τὸ ὁποῖον νὰ ὑποβάλῃ μίαν εὐχὴν περὶ διορθώσεως τῆς νομοθεσίας. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαιρέσεως ἱκανοποίησε πάντοτε καὶ τὴν ὑπεράσπισιν καὶ τὴν κατηγορίαν. Νομίζετε ὅτι οἱ συγγενεῖς τοῦ τετάρτου βαθμοῦ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐπηρεάσουν περισσότερον ἀπὸ τὸν δεσμὸν, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ συνδέσῃ τὸν ἔνορκον μὲ τὸν κατηγορούμενον; Ποῖον δεσμόν; Κατὰ τὴν παροῦσαν ἐποχὴν δυστυχῶς τὸν κομματικόν. Ἐργάζεσθε νὰ μὴ θέσητε τὸ ὄνομα συγγενοῦς τετάρτου βαθμοῦ εἰς τὴν κληρωτίδα, καὶ παραβλέπετε τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ τεθῇ τὸ ὄνομα τοῦ φίλου τοῦ κομματικοῦ! Δὲν δύνασθε νὰ ἐμποδίσητε τὴν ἐνέργειαν, ἡ ὁποία γίνεται εἴτε ὑπὲρ εἴτε κατὰ τοῦ κατηγορουμένου, ὑπαγορευομένην ἀπὸ διάφορα συμφέροντα, καὶ πρὸ πάντων ἀπὸ τὴν πολιτικὴν, ἥτις ἰσχύει παντὸς ἄλλου συμφέροντος καὶ πάσης ἄλλης ἰδέας. Νομίζετε ὅτι ἐξασφαλίζετε τὴν δικαιοσύνην δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου; Ἀλλὰ τὸν συγγενῆ τὸν γνωρίζει ὁ Εἰσαγγελεὺς, καὶ θὰ τὸν ἐξαιρέσῃ· τὸν φίλον τὸν κομματικὸν ὅμως δὲν τὸν γνωρίζει δυστυχῶς. Ἑπομένως δὲν ἐξασφαλίζεσθε διὰ τῆς διατάξεως ταύτης· γεννᾶτε περιπλοκὰς, παρεμβάλλετε ἐμπόδια, προπαρασκευάζετε κινδύνους εἰς τὴν δικαιοσύνην, χωρὶς νὰ φθάσητε εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἔχετε, τοῦ νὰ ἐξασφαλίσητε τὴν δικαιοσύνην ἀπὸ κινδύνους ἐξωτερικούς. Εἶπεν ὁ ἐκ Μαντινείας κ. Βουλευτὴς, ὅτι, ἐὰν εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν, ὑποδεικνύει ὡς μέσον, νὰ προσθέσητε εἰς τὸ ἄρθρον 38, νομίζω, τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀνικανοτήτων εἶναι καὶ ἡ συγγένεια. Ἀλλὰ τίς σᾶς εἶπεν, ὅτι κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνόδου οἱ ἔνορκοι δηλόνουν τὰ κωλύματα καὶ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους εἶναι ἀνίκανοι; Τὴν συγγένειαν μὲ τὸν κατηγορούμενον εἰς μίαν δίκην δύναται νὰ τὴν προγνωρίζῃ ὁ κληρούμενος; Ἐπίσης δύναται νὰ γνωρίζῃ ποῖος θὰ ἦναι ὁ πολιτικῶς ἐνάγων, ὥστε νὰ προβάλῃ τὴν ἀνικανότητα; Ὥστε βλέπετε, ὅτι εἶναι πράγματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἂν θελήσητε νὰ εἰσέλθητε, θὰ περιπλεχθῆτε. Ἐγὼ ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου, καταδείξας τὸ ἄτοπον τῆς τροπολογίας.
§72ΡΑΛΛΗΣ. Ἀληθῶς πολλὴ ἐδαπανήθη εὐγλωττία καὶ ὑπὲρ καὶ κατὰ τῆς διατάξεως, καὶ παρῆλθεν ἡ ὥρα· ἑπομένως θὰ εἴπω μόνον ὀλίγας λέξεις, διότι φρονῶ, ὅτι ἀκριβῶς ὁ σπουδαιότερος λόγος, δι’ ὃν ἀποκρούεται ἡ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς προτεινομένη διάταξις, μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἀνεπτύχθη. Ὁ κείμενος νόμος, ὡς καὶ πᾶς ἕτερος νόμος, ἀφορῶν εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ δικαστηρίου τῶν Κακουργιοδικῶν, καθιστᾷ ἐντελῶς ἀνεξάρτητον τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων ἀπὸ τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων, διὰ δὲ τῆς διατάξεως, τῆς προβαλλομένης παρά τινων τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, θέλομεν καταστήσει τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων ὑποχείριον εἰς δικαστήριον τῶν συνέδρων. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει τὸν κείμενον νόμον, ὡς καὶ τὸν προηγούμενον, τὸν ὁποῖον ἀντικατέστησεν ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος, θέλετε ἴδει, ὅτι ὁ καταρτισμὸς τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητος τοῦ δικαστηρίου τῶν συνέδρων· ἐὰν σήμερον χορηγήσωμεν τὸ δικαίωμα, ἐπὶ τῇ αἰτήσει οἱουδήποτε κατηγορουμένου ἢ συνηγόρου, Εἰσαγγελέως ἢ πολιτικῶς ἐνάγοντος, νὰ κρίνῃ τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων περὶ τοῦ ἐάν τις τῶν ἐνόρκων δύναται ἢ δὲν δύναται νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων, θέλομεν καταστήσει ἀναγκαίως ὑποχείριον τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων εἰς τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων, ἐνῷ ἡ θέσις τῶν δύο δικαστηρίων εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητος, τοῦθ’ ὅπερ καὶ ἐπεζήτησεν ὁ νομοθέτης. Καὶ βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν, ἀφοῦ προέβλεψε τόσους ἄλλους λόγους ἐξαιρέσεως, νὰ παρέλειψε νὰ ἴδῃ, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ δικάζηται κατηγορούμενος, καὶ νὰ τὸν δικάζῃ ὁ πατὴρ αὐτοῦ ἢ ὁ συγγενὴς αὐτοῦ· ἀναμφισβητήτως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶδεν ἡ ἐπιτροπὴ, εἶδε πᾶς προγενέστερος νομοθέτης, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε νὰ δώσῃ ἀφορμὴν διὰ διατάξεως, οἵα ἡ προτεινομένη, νὰ ἐπέμβῃ τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων, καὶ διὰ τοῦτο ἀφῆκε τὴν φροντίδα περὶ τοῦ ἀμερολήπτου καταρτισμοῦ τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαιρέσεως, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Εἰσαγγελεὺς ἢ ὁ συνήγορος. Ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν καταστήσει οἱανδήποτε διαδικασίαν (καὶ πρέπει νὰ καταστήσωμεν τοιαύτην, ἐὰν δεχθῶμεν τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς,) διὰ τὴν ἀπόδειξιν τῆς συγγενείας, — βεβαίως ὅμως δὲν ὑποθέτω, ὅτι θὰ φθάσῃ εἰς τοσαύτην ἀπονίαν ἡ Βουλή, ὥστε νὰ δεχθῇ τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, τοῦ πιστοποιητικοῦ τοῦ Δημάρχου, ὡς πρὸς τὸν καταρτισμὸν τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων, διότι τοιουτοτρόπως ἠθέλομεν παραβῆ τὴν συνταγματικὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἀφαιρεῖται τοῦ φυσικοῦ του δικαστοῦ, — ἐν περιπτώσει, λέγω, καθ’ ἣν ἠθέλομεν καταστήσει οἱανδήποτε διαδικασίαν, ἠθέλομεν καταστήσει τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων ὑποχείριον εἰς τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων. Νομίζω, ὅτι ὁ λόγος οὗτος εἶναι τοσοῦτον καίριος, ὥστε εἶναι ἀδύνατον τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς νὰ μὴ δεχθῶσιν, ὅτι ἔσφαλον, μὴ λαβόντα ὑπ’ ὄψιν τὸν καίριον τοῦτον λόγον, τὸν ὁποῖον προέβλεψεν ὁ νομοθέτης καὶ εἰς ἄλλας διατάξεις, ὅπου ὁρίζει περὶ συγγενείας. Ἤκουσα μάλιστα καί τι τερατῶδες, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ κειμένου νόμου· ἤκουσα, ὅτι ὁ κείμενος νόμος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων νὰ ἐξετάζῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ λόγος τις τοιοῦτος ἀποβολῆς οἱουδήποτε ἐνόρκου, διὰ τῆς ἐκφράσεως «ἀδικηθεὶς ἢ ζημιωθείς». Ἐὰν τοιαύτην τινὰ ἔννοιαν εἶχεν ἡ ἔκφρασις αὕτη, βεβαίως ἠθέλομεν καταστήσει τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων ὑποχείριον εἰς τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων. Ἀδικηθεὶς ἢ ζημιωθεὶς εἶναι ὁ παθὼν, καὶ ὁ παθὼν εἶναι γνωστὸς, ὡς εἶναι γνωστοὶ ἐκ τῆς διαδικασίας πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνέπραξαν ὡς πραγματογνώμονες, ὡς μάρτυρες, ὡς ἀνακριταί· ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει δικαίωμα ἀνεξέλεγκτον τοῦ δικαστηρίου τῶν συνέδρων νὰ ἀποβάλλῃ ἢ νὰ μὴ ἀποβάλλῃ οἱονδήποτε ἔνορκον, ἐκεῖ ἡ ἀπόδειξις εἶναι πρόσφορος, εἶναι ἀσφαλής, καὶ ὁ νόμος λίαν ὀρθῶς ἀφῆκεν εἰς τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων, ὄχι νὰ βεβαιώσῃ, ἀλλὰ νὰ δώσῃ κῦρος εἰς τὴν ἀπόδειξιν τὴν ὑπάρχουσαν, καὶ διὰ τοῦτο διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ ἰσχύοντος νόμου οὔτε κατ’ ἐλάχιστον θίγεται ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων. Οἱ λόγοι οὗτοι, νομίζω, θέλουσι πείσει τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς προτεινομένης διατάξεως.
§73ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁμιλήσαντες, ἐξέφρασαν διαφόρους θεωρίας· ἄλλην ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, ἄλλην ὁ κ. Μπουρίδης, ἄλλην ὁ κ. Ράλλης. Τοῦτο δὲ ἀποδεικνύει τὴν ὀρθότητα τῆς ἡμετέρας ἀρχῆς. Ὁ κ. Ράλλης ἔθιξε σπουδαῖον μέρος τοῦ ζητήματος· ἐν τούτοις τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Ράλλη δὲν λύουσι τὸ ζήτημα. Ἐγὼ ἔχω πολλὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ὥστε νὰ μὴ παραδεχθῶ, ὅτι δικαστήριον, ἐκ τοιούτων δικαστῶν ἀπαρτιζόμενον, θὰ δημιουργήσῃ λόγους συγγενείας ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχουσι.
§74ΡΑΛΛΗΣ. Ἦτο τότε περιττὸν ὁ κείμενος νόμος νὰ ἀναγράψῃ ὅλην ἐκείνην τὴν διαδικασίαν· ἦτο ἁπλούστερον νὰ ἀναθέσῃ εἰς τοὺς συνέδρους τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐνόρκων. Βεβαίως οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον δύναμαι νὰ θεωρήσω ὡς ἀσφαλῆ τὴν γνώμην τῶν τακτικῶν δικαστῶν. Ἔχω διάταξιν συνταγματικὴν, ἡ ὁποία θέλει νὰ δικάζωνται τὰ ἐγκλήματα ὑπὸ τῶν δικαστῶν τῶν ἐνόρκων· οἱ τακτικοὶ δικασταὶ— καὶ τοιοῦτοι εἶναι οἱ σύνεδροι — εἶναι ὕποπτοι εἰς τὰ ὄμματα τοῦ νομοθέτου· καὶ θέλει ὁ κ. συνάδελφος, αὐτοὺς, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος ἐκήρυξεν ἀνικάνους νὰ ἀποφανθῶσιν ἐπὶ τῶν ἀδικημάτων, νὰ τοὺς καταστήσῃ κυρίους τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων!
§75ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν ὑποθέτω ὅτι εἶναι τόσον ὕποπτοι, ὥστε νὰ δημιουργήσωσι λόγους συγγενείας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν αʹ συζήτησιν, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ πληρωμῆς τῶν φόρων ἐπὶ των ἐπιτηδευμάτων τοῦ δήμου Ἀθηναίων).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 καὶ 15′ μ. μ.