1892.07.11
2.449 στίχοι · 18.319 λέξεις · 143 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 38
τῆς 11 Ἰουλίου 1892.
(Σάββατον).
Ὥρᾳ 10 καὶ 30′ π. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι κάτοικοι Πύργου τῆς Ἠλείας δι’ ἀναφορᾶς των παριστῶσι τὰς ζημίας, ἃς ὑπέστησαν ἐκ τῆς ἐνσκηψάσης εἰς τὰς σταφιδαμπέλους των νόσου, περονοσπόρου, καὶ ζητοῦσιν, ὅπως καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις συντρέξωσιν αὐτοὺς, ἀνασταλῆ δὲ ἡ πληρωμὴ τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον χρεῶν των ἐπὶ διετίαν.
§2ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ, ἡ ἀναφορὰ αὕτη νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ αὐτῆς ὑπ’ ὄψιν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει σταλῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Οἱ ἐν Ναυπλίῳ καπνοπῶλαι παραπονοῦνται κατὰ τῆς κακῆς ποιότητος τοῦ σιγαροχάρτου, ὅπερ προμηθεύει αὐτοῖς ὁ αὐτόθι ταμίας τοῦ Δημοσίου. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ φροντιστὴς τοῦ βασιλικοῦ ναυτικοῦ Λάζαρος Ζάκας καταγγέλλει τὸν φροντιστὴν τοῦ αὐτοῦ σώματος Ἐμμανουὴλ Χαλαράκην, ὡς μὴ κεκτημένον τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ὁ ἐν Πάτραις δικηγόρος Ἀνδρέας Τσάμης δι’ ἀναφορᾶς του καταγγέλλει τὸν ἐν Ναυπλίῳ ἐφέτην Ἀριστείδην Νικολαΐδην, ὡς μεροληπτοῦντα ἐν διαφόροις δικαστικαῖς ὑποθέσεσι πρὸς ζημίαν τοῦ καταγγέλλοντος δικηγόρου.
§4ΦΩΤΗΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, πρόκειται περὶ ὑποθέσεως, ἐχούσης δικαστικὸν χαρακτῆρα, καὶ βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἁρμοδία, οὔτε νὰ συζητήσῃ τοιοῦτον θέμα, οὔτε νὰ ἐπιληφθῇ ὑποθέσεως, ἐχούσης προσωπικὸν χαρακτῆρα. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀνηνέχθην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ ἐξετάσῃ ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ θὰ φέρῃ θεραπείαν. Προκειμένου περὶ ἑνὸς δικηγόρου χρηστοτάτου καὶ ἐντιμοτάτου, ἀπολαύοντος ὑπολήψεως ἐν Πάτραις, καὶ παρὰ τοῖς δικαστηρίοις καὶ παρὰ τῷ δικηγορικῷ συλλόγῳ, καθῆκον θεωρῶ, καίτοι τοιοῦτον ἔχει χαρακτῆρα ἡ ὑπόθεσις, νὰ εἴπω δύο λέξεις, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της, καθόσον ὁ εἰρημένος δικηγόρος, καίτοι, ὡς σᾶς εἶπον, χρηστότατος καὶ ἐντιμότατος, ἐνασκῶν τὸ ἐπάγγελμά του ἐπὶ δεκαετίαν ἐν Πάτραις καὶ μὴ δοὺς ποτὲ ἀφορμὴν οὔτε πειθαρχικῆς κἄν τιμωρίας, ἐν τούτοις, ὡς ἐκ τῶν διαφορῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἑνὸς ἐφέτου ἐν Ναυπλίῳ, κατήντησε νὰ ἦναι καὶ φυγόδικος καὶ φυγόποινος. Ἠγέρθη, κύριοι Βουλευταὶ, μία δικαστικὴ ἔρις μεταξὺ τοῦ ἐφέτου κ. Νικολαΐδου καὶ τοῦ δικηγόρου κ. Τσάμη, ἕνεκα κληρονομικῶν λόγων, ἐγένετο συντηρητικὴ κατάσχεσις, καὶ ἕνεκα τούτου ὁ ἐφέτης κ. Νικολαΐδης ὑπέβαλε μήνυσιν κατὰ τοῦ δικηγόρου, ὄντος μακρὰν τοῦ τόπου ἐκείνου, καὶ ἐνασκοῦντος τὸ ἐπάγγελμά του ἐν Πάτραις. Ἐπρόκειτο περὶ καρποῦ κατασχεθέντος συντηρητικῶς, καὶ ὁ ἐφέτης αὐτὸς κατήγγειλε τὸν δικηγόρον, ὅτι ὑπεξήρεσε τὸν καρπὸν, ἐνῷ ὁ καρπὸς ὑφίσταται, ἕνεκα δὲ τούτου ὁ δικηγόρος παρεπέμφθη εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, καὶ κατεδικάσθη ἐρήμην εἰς ἑνὸς ἔτους φυλάκισιν. Ὁ δικηγόρος μετέβη εἰς Ναύπλιον, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν ἀνακοπήν του· ἀλλ’ ὁ ἐφέτης Νικολαΐδης ὑπέβαλε ἐναντίον του μήνυσιν ἐπὶ πλαστογραφίᾳ δῆθεν τῆς ἐκθέσεως τῆς συντηρητικῆς κατασχέσεως, ἐνῷ δὲ ὁ δικηγόρος δὲν εἶναι οὔτε ὁ ἐπιβαλὼν τὴν κατάσχεσιν, οὔτε ὁ καθ’ οὗ ἡ κατάσχεσις, παρεπέμφθη ὡς ἠθικὸς αὐτουργὸς εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον! Παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ τὰς σχετικὰς δικογραφίας, νὰ ζητήσῃ τὸ ἔγγραφον τοῦ πρώην Προέδρου τῶν Ἐφετῶν κ. Εὐθυμίου, τοῦ νῦν Ἀρεοπαγίτου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐγγράφῳ ὁ πρώην Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν πολλὰ ἐκθέτει περὶ τοῦ ἐφέτου κ. Νικολαΐδου. Προκειμένου περὶ ἀνωτέρου δικαστικοῦ λειτουργοῦ καὶ ἰδιωτικῆς ὑποθέσεως, καὶ ὑποθέσεως ἐκκρεμοῦς ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων, δὲν ἔχω βέβαια δικαίωμα νὰ συζητῶ· προκειμένου μάλιστα περὶ προσώπου, τὸ ὁποῖον οὔτε δύναται νὰ ἀπαντήσῃ, οὔτε ἐν ἴσῃ μοίρᾳ μὲ ἐμὲ εἶναι, ὁμιλοῦντα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς· ἐπειδὴ ὅμως οἱ θρῆνοι καὶ οἱ ὀδυρμοὶ τοῦ δικηγόρου αὐτοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπάρχει πεποίθησις ἐκ μέρους ὅλης τῆς κοινωνίας τῶν Πατρῶν, ὅτι εἶναι χρηστότατος καὶ ἐντιμότατος, μὲ συνεκίνησαν, ὅπως καὶ ἄλλους συναδέλφους, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν, νὰ ζητήσῃ καὶ προσαγάγῃ ἐνταῦθα τὰς δικογραφίας, νὰ καταθέσῃ δὲ καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦ πρώην Προέδρου τῶν Ἐφετῶν κ. Εὐθυμίου, φέροντος τὰς κρίσεις αὐτοῦ περὶ τοῦ ἐν λόγῳ ἐφέτου, ἵνα ἴδωμεν, τί συμβαίνει εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, καὶ πῶς δικηγόρος, ὁ ὁποῖος ἐνασκεῖ τὸ ἐπάγγελμά του ἐπὶ δεκαετίαν καὶ δὲν ἐτιμωρήθη ποτὲ οὔτε πειθαρχικῶς, πῶς, ἕνεκα διαφορῶν, τὰς ὁποίας ἔχει μὲ ἕνα ἐφέτην, παρεπέμφθη καὶ κατεδικάσθη. Ἐπεθύμουν νὰ μελετήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς δικογραφίας καὶ τὰ βουλεύματα καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦ πρώην Προέδρου τῶν Ἐφετῶν κ. Εὐθυμίου, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα τὰ μελετήσωμεν καὶ ἡμεῖς, ὅτε καὶ θέλω λάβει πάλιν τὸν λόγον. Ἡ ὑπόθεσις ἀνεκοινώθη καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Μπουφίδην, καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω τὴν περὶ αὐτῆς γνώμην του.
§5ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸν περὶ οὗ πρόκειται δικηγόρον δὲν γνωρίζω προσωπικῶς, ἀλλὰ προχθὲς ἔλαβον παρ’ αὐτοῦ ἐπιστολήν, ἐν ᾗ ἐκθέτει τὰ τῆς ὑποθέσεως, ὡς ἐξέθεσε ταῦτα πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Φωτήλας. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἰς ἐμὲ προὐξένησε βαθυτάτην αἴσθησιν τὸ γεγονός, ὅτι δικηγόρος, ἔχων ἐκκρεμεῖς δίκας πρὸς ἐφέτην, μετὰ τοῦ ὁποίου συνεδέετο διὰ συγγενικῶν δεσμῶν, εὑρέθη αἴφνης φυγόποινος καὶ φυγόδικος, διότι συνεπείᾳ ἀμφισβητήσεως ὡς πρὸς τὸ κῦρος συντηρητικῆς τινος κατασχέσεως κατηγγέλθη ἐπὶ ὑφαιρέσει κατασχεθέντος, αὐτὸς, κάτοικος ὢν Πατρῶν, εἰσήχθη δὲ εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Ναυπλίου καὶ ἐρήμην κατεδικάσθη εἰς ἑνὸς ἔτους φυλάκισιν. Συνέβη ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως σύμπτωσις, ἀξία τῆς προσοχῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Καθ’ ἣν ἡμέραν ἐκαλεῖτο ὁ δικηγόρος νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν κατὰ τῆς ἐρήμην ἀποφάσεως ἀνακοπήν του ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου καὶ εἶχε μεταβῆ εἰς Ναύπλιον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, αἴφνης εἰδοποιεῖται, ὅτι ἐξεδόθη ἐναντίον του βούλευμα, διὰ τοῦ ὁποίου παραπέμπεται ὡς ἠθικὸς αὐτουργὸς πλαστογραφίας εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον. Ὁ δυστυχής, καίτοι νομικός, καὶ ἴσως μάλιστα διότι ἦτο νομικὸς, κατενόησεν, ὅτι πρόκειται περὶ πλεκτάνης, ὅτι, ἂν ἐπαρουσιάζετο νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀνακοπήν του, ἤθελε συλληφθῆ καὶ ἤθελε προφυλακισθῆ, Κύριος δὲ οἶδε, πότε ἔμελλε νὰ περατωθῇ ἡ ὑπόθεσίς του καὶ νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς φυλακίσεως, ἐκτὸς ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ κατωρθοῦτο νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὰς ἀξιώσεις τοῦ ἀντιδίκου του, τοῦ ἐφέτου· ἀναγκάζεται λοιπὸν καὶ τρέπεται εἰς φυγήν, ἵνα πλουτίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν φυγοδίκων τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πυλίας βουλευτοῦ κ. Καραπαύλου δι’ ἑνὸς ἔτι, καὶ ἵνα ἀναγραφῇ εἰς τὰ βιβλία τῶν φυγοποίνων κατὰ προσθήκην, ὅπως ταῦτα μὴ στερῶνται καὶ ἐπιστημόνων, καὶ δὴ δικηγόρων. Οὕτως ὁ ἄνθρωπος κατέστη φυγόποινος μὲν ἀφ’ ἑνὸς, φυγόδικος δὲ ἀφ’ ἑτέρου. Γράφει εἰς ἐμὲ, παραπονούμενος διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην, καὶ λέγει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ δικαιοσύνην, ἐφ’ ὅσον ὁ ἐφέτης, τὸν ὁποῖον ἔχει ἀντίδικον, παραμένει ἐν Ναυπλίῳ ὡς τοιοῦτος καὶ διευθύνει τὰ τῶν ὑποθέσεων. Ὅσοι συνέπεσε νὰ ἔχητε σχέσιν πρὸς τὰ δικαστήρια γνωρίζετε, τίνα ἐπιῤῥοὴν δύναται νὰ ἀσκήσῃ ἐπὶ τοῦ πνεύματος τῶν δικαστῶν ἡ ἰδιότης τοῦ διαδίκου, ὅταν οὗτος τύχῃ νὰ ἦναι συνάδελφος αὐτῶν. Χάριν τοῦ δικαστοῦ, χάριν τῆς συναδελφότητος, καὶ νόμοι διαστρέφονται καὶ αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας παρέχει ἡ Πολιτικὴ Δικονομία πρὸς τοὺς διαδίκους, τελείως ἀναιροῦνται. Νομίζω ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἄξιον τῆς προσοχῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, φρονῶ δὲ, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀπομακρύνῃ ἐκεῖθεν τὸν ἐφέτην, ἵνα δυνηθῇ ὁ δυστυχὴς κατηγορούμενος νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Δικαιοσύνην, μὴ φοβούμενος ὅτι θέλει αὕτη ἐπηρεασθῆ ἐκ τῆς ἀμέσου ἐνεργείας τοῦ ἐκεῖ παραμένοντος ἀντιδίκου του. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι τοῦτο ὀλίγον θὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ ἀποφύγῃ ἡ Δικαιοσύνη τὸν ἐπηρεασμὸν, ἀλλὰ τέλος πάντων νὰ παρασχεθῇ εἰς αὐτὸν ἡ ἐλπὶς, ὅτι, ἐφ’ ὅσον διατελεῖ ὁ ἀντίδικός του ἐφέτης μακρὰν τοῦ τόπου, ἔνθα μέλλει νὰ δικασθῇ ἐκεῖνος, ἐπὶ τοσοῦτον καὶ ὁ ἐπηρεασμὸς τῶν δικαστῶν ἔσται μικρότερος, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον θὰ ἐνισχυθῇ, ἡ ἐλπίς, ὅτι θὰ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη, σχετικὴ τοὐλάχιστον. Εἰς ἐμὲ, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι βαθυτάτην προὐξένησεν αἴσθησιν τὸ γεγονὸς τοῦτο. Πρόκειται περὶ δικηγόρου ἐντιμοτάτου, καθ’ ἃς πληροφορίας ἔχω, πρόκειται δὲ περὶ διαφορᾶς τοῦ Πολιτικοῦ Δικαίου, τὴν ὁποίαν φοβούμενος ἴσως ὁ ἐφέτης, ὅτι ἤθελεν ἀπολέσει ἐνώπιον τῆς Πολιτικῆς Δικαιοσύνης, κατώρθωσε διὰ περιστροφῶν νὰ τὴν εἰσαγάγῃ ἐνώπιον τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης, ἵνα, κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐκβιάζων διὰ τῆς ἀπειλῆς τῆς φυλακίσεως τὸν ἀντίδικόν του, κατορθώσῃ νὰ ἀπολαύσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἴσως ἀρνηθῆ εἰς αὐτὸν ἡ Πολιτικὴ Δικαιοσύνη, ἥτις ἄλλως, λόγῳ τῆς κατὰ βαθμοὺς διαδικασίας, παρέχει μείζονας ἐγγυήσεις ἀμεροληψίας. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβε γνῶσιν τοῦ θέματος τούτου, ἀλλὰ τὸν παρακαλῶ θερμῶς νὰ ζητήσῃ τὰς δικογραφίας ταύτας, νὰ τὰς μελετήσῃ, καὶ ἐὰν σχηματίσῃ πεποίθησιν, ὅτι διενηργήθη πλεκτάνη τις κατὰ τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ὁ νόμος ἐπιβάλλει εἰς αὐτόν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν,—ὄχι βεβαίως ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, καθ’ ὃ θὰ ἐργασθῇ ἡ Σύνοδος αὕτη, διότι τὸ πρᾶγμα θὰ ἦναι λίαν δυσχερὲς, ἀλλὰ διὰ τὸ μέλλον νὰ ἔχωμεν ταῦτα,—πίνακας, περιλαμβάνοντας τοὺς ἐν ἑκάστῃ περιφερείᾳ Πρωτοδικῶν ὑπάρχοντας φυγοδίκους, κατ’ ὀνοματεπώνυμον, τὸ εἶδος τῆς δικαστικῆς πράξεως, δι’ ἣν καταδιώκεται ἕκαστος, ἂν δηλ. αὕτη ἦναι ἔνταλμα ἢ κατασχετήριον ἢ βούλευμα, τὸ εἶδος τῆς πράξεως, δι’ ἣν κατηγορεῖται ἕκαστος, καὶ τὸν χρόνον καὶ τὸν τόπον τῆς τελέσεως τῆς πράξεως. Οἱ πίνακες οὗτοι θ’ ἀπαιτήσωσι χρόνον διὰ νὰ συνταχθῶσι, θεωρῶ ὅμως ἀναγκαιότατον νὰ προσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ὁμολογῶ, ὅτι διὰ τῆς ἐργασίας τῶν εἰσαγγελικῶν γραφείων ἀπηλπίσθην ὅτι δύναται ποτὲ νὰ γείνῃ ἐκκαθάρισις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀληθῶς ὑπαρχόντων φυγοδίκων. Ὅταν προσαχθῶσιν οἱ πίνακες οὗτοι, ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι πολλοὶ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, καὶ ἰδίᾳ ὁ ἐκ Πυλίας βουλευτὴς κ. Καράπαυλος, θέλουσι πεισθῆ, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἕνδεκα τόσων χιλιάδων φυγοδίκων εἶναι ἀριθμὸς ἀναγεγραμμένος εἰς τὰ βιβλία τῶν Εἰσαγγελέων, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε εἰργάσθησαν διὰ νὰ ἐκκαθαρίσωσι τὰ κατάστιχα αὐτῶν καὶ εὕρωσι τίνες ἀληθῶς εἶναι οἱ φυγόδικοι καὶ τίνες δὲν εἶναι. Τὸ ἔργον τοῦτο τέλος πάντων πρέπει νὰ κάμῃ ἡ Βουλή· ἐπειδὴ δὲ ἡ Βουλὴ σύγκειται ἐκ προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀντιπροσωπεύουσιν ἑκάστην τῶν ἐπαρχιῶν καὶ γνωρίζουσι τὰ πρόσωπα, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν ἐνταῦθα, συζητοῦντες καὶ ἀναγινώσκοντες τὰ ὀνόματα, νὰ ἀναφωνῶμεν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, ὅτι ὁ δεῖνα, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται ὡς φυγόδικος, πρὸ 15 ἐτῶν εἶναι ἔμπορος εἰς τὴν δεῖνα θέσιν τῆς δεῖνα ἀγορᾶς, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ κἂν ὁ ἄνθρωπος, ὅτι καταδιώκεται ὡς φυγόδικος καὶ θεωρεῖται τοιοῦτος. Ἔχω τὴν πεποίθησιν τὴν ἀκράδαντον, ὅτι, ἂν γείνῃ ἡ ἐργασία αὕτη, θέλει, πρὸς τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, γείνῃ καταφανὲς, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν φυγοδίκων εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπερβαίνῃ τοὺς 1500, ὅτι ἐξ αὐτῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ ὦσι φυγόδικοι ἐπικίνδυνοι πλέον τῶν 50 ἢ 60, πάντες δὲ οἱ ἄλλοι εἶναι φυγόδικοι μόνον εἰς τὰ ὄμματα τῶν Εἰσαγγελέων, οἵτινες διὰ τῶν ψευδῶν πινάκων δίδουσιν ἀφορμὴν καθ’ ἑκάστην, ἵνα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἀκούωνται τοσαῦτα κατὰ τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, τὰ ὁποῖα, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς μὲν καταστρέφουσιν ἠθικῶς τὴν πατρίδα ἡμῶν, παριστωμένην ὡς φωλεὰν παντὸς κακοποιοῦ στοιχείου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ συντελοῦσι τὰ μέγιστα εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Πρέπει τέλος πάντων, Κύριοι, περὶ τούτων πάντων νὰ γένηται ἔλεγχος ἀκριβής, ἵνα γνωρίσωμεν τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῆς δημοσίου ἀσφαλείας. Ἐκ τῶν στατιστικῶν ἐργασιῶν, τὰς ὁποίας ἐγὼ αὐτὸς προσωπικῶς ἐνήργησα παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ Ἀθηνῶν, ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ἡ πληθὺς τῶν ἐκκρεμῶν δικογραφιῶν καὶ ἡ πληθὺς τῶν φυγοδίκων, περὶ τῶν ὁποίων τοσαῦτα λέγονται καθ’ ἑκάστην ἐντεῦθεν, εἶναι ὅλα φανταστικά. Καὶ θὰ σᾶς φέρω ἓν πρόχειρον παράδειγμα. Προχθὲς ἔλαβον εἰς χεῖρας τὸ εὑρετήριον τῶν βουλευμάτων τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, καὶ ἐποιησάμην στατιστικὴν ἔρευναν ἐπὶ τῶν βουλευμάτων τῆς τελευταίας διετίας, τοῦ 1890 καὶ 1891. Γνωρίζετε πάντες, ὅτι αἱ ὑποθέσεις, ἐφ’ ὧν ἐκδίδονται βουλεύματα, ἔρχονται διὰ τῆς ἀνακρίσεως, καὶ ἑπομένως καταλογίζονται εἰς χρέος τῶν διαφόρων ἀνακριτῶν. Τί δὲ, νομίζετε, προέκυψεν ἐκ τῆς προχείρου ταύτης ἐρεύνης; Κατὰ τὸ 1890 ἐξεδόθησαν βουλεύματα παρὰ τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν ἐν ὅλῳ 2369. Πόσα νομίζετε ἐξ αὐτῶν εἶναι ἀθωωτικά, καὶ πόσα παραπεμπτικά; Προσέξατε, παρακαλῶ, εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, διότι οἱ ἀριθμοὶ ὁμιλοῦσι, καὶ ἡ ἐκ τῶν ἀριθμῶν ἀναλογία, ἣν παρατηροῦμεν εἰς τὰ βουλεύματα τῆς περιφερείας τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, θὰ μᾶς χρησιμεύσῃ ὡς βάσις, ἵνα κρίνωμεν τὰ πράγματα καὶ ὡς πρὸς τὰς περιφερείας τῶν λοιπῶν δικαστηρίων τοῦ Κράτους. Ἐκ τῶν 2369 τούτων βουλευμάτων εἰσὶ παραπεμπτικὰ μὲν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον καὶ Κακουργιοδικεῖον ἐν ὅλῳ 557, ἀθωωτικὰ δὲ, πόσα νομίζετε; 1812!!! Τί δηλοῖ, Κύριοι, τοῦτο; Τοῦτο δηλοῖ, ὅτι ὁ Ἕλλην, ὁ εὐφάνταστος Ἕλλην, ὡς πάντες οἱ ἀνατολικοὶ λαοί, ἐν στιγμῇ ὀργῆς, καὶ διὰ τὴν ἁπλουστάτην ἔριδα καὶ διὰ τὸ μικρότερον πταῖσμα ὑποβάλλει μήνυσιν, δι’ ἧς, ἐξογκῶν τὰ πράγματα καὶ χρωματίζων αὐτὰ ἐπὶ τὸ τραγικώτερον, χαρακτηρίζει τὴν ἁπλουστάτην αἰκίαν ὡς ἀπόπειραν ἀναιρέσεως. Ὅταν δὲ ἡ ὑπόθεσις διαλευκανθῇ ἐν τῇ ἀνακρίσει, ἀποδεικνύεται, ὅτι οὐδὲν τοιοῦτον συνέβη, ἢ συνέβη πρᾶξίς τις, δυναμένη τὸ πολὺ πολὺ νὰ παραπεμφθῇ ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδικείου. Ἐκ τῶν 557 παραπεμπτικῶν βουλευμάτων τοῦ 1890 πόσα, νομίζετε, εἶναι παραπεμπτικὰ εἰς τὸ Κακουργοδικεῖον; Μόνον 124!!! Ἐκ δὲ τῶν 124 τούτων πόσα, νομίζετε, θὰ σταθῶσιν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, ὅταν ὁ κατηγορούμενος μεριμνήσῃ περὶ τῶν μέσων τῆς ὑπερασπίσεώς του καὶ δικασθῇ κατ’ ἀντιμωλίαν ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικῶν; Ἐὰν σταθῶσι τὰ δύο τρίτα, θὰ ἦναι βεβαίως πολλά. Ἐκ τῶν 124 δὲ τούτων παραπεμπτικῶν βουλευμάτων εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον, πόσα ἀναλογοῦσιν εἰς τοὺς ἤδη διατελοῦντας ἐν προφυλακίσει κατηγορουμένους; Θέλετε νὰ δεχθῶμεν μόνον τὰ ἡμίση; Ἔστω. Ἐντεῦθεν δὲ προκύπτει, ὅτι ἡ περιφέρεια τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχῃ, κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦτον, οὔτε 60 φυγοδίκους. Οἱ 60 δὲ οὗτοι φυγόδικοι ἀναλογοῦσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, Θηβῶν, Λεβαδείας, Μεγαρίδος καὶ Αἰγίνης. Ἐκ τῶν 60 τούτων φυγοδίκων, οἱ ὁποῖοι ἀναλογοῦσιν εἰς τὰς πέντε ἐπαρχίας, πόσοι εἶναι οἱ ἐπικίνδυνοι, καὶ πόσοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κρύπτονται, χωρὶς νὰ προξενῶσι βλάβην τινά, μόνον ἵνα ἀποφύγωσι τὴν προφυλάκισιν, μέχρις οὗ κατορθώσωσι νὰ παρασταθῶσιν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου καὶ δώσωσι λόγον τῆς πράξεώς των; Πόσοι δὲ ἀναλογοῦσι κατὰ τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν φυγόδικοι; Εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν ἀναλογοῦσι, κατὰ τοὺς πίνακας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, 150 φυγόδικοι!! ἐνῷ κατὰ τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς πραγματικούς, εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν τῆς περιφερείας ἑνὸς τῶν δικαστηρίων, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγαλειτέραν περιφέρειαν, δὲν ἀναλογοῦσιν οὔτε 15. Πῶς κατορθοῦται, ὁ ἀριθμὸς, τὸν ὁποῖον φέρει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἀναβιβάζηται εἰς 150 δι’ ἑκάστην ἐπαρχίαν, ὁ ἀριθμὸς δὲ ὁ πραγματικὸς, ὁ ὁποῖος ἐξάγεται ἐκ τοῦ ἐλέγχου τῶν βουλευμάτων, νὰ καταβιβάζηται εἰς 15 ἢ 20 κατ’ ἐπαρχίαν; Τὸ πρᾶγμα εἶναι εὐεξήγητον. Οὐδέποτε, ἀφ’ ὅτου συνέστη τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, ὁ σημειωθεὶς φυγόδικος εἰς βιβλία τῆς Εἰσαγγελίας διεγράφη!
§6ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ εἶναι!
§7ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἶναι αὐτὸ ἀληθὲς, καὶ τὸ γνωρίζομεν πάντες, διατὶ, πρὸς ζημίαν τοῦ τόπου ἡμῶν, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐξακολουθοῦμεν νὰ συκοφαντῶμεν τὴν πατρίδα ἡμῶν, λέγοντες ὅτι αὕτη εἶναι ἡ φωλεὰ τῶν κακούργων, ἐνῷ τοὐναντίον ὀφείλομεν ν’ ἀναγνωρίσωμεν, μελετῶντες τὰ πράγματα, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ὁ εὐγενέστερος τῶν λαῶν τοῦ κόσμου; Ὅταν ἡ στατιστικὴ τῶν καταδίκων ἀποδεικνύῃ, ὅτι ἐγκλήματα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ παραστήσωσιν ἕνα λαὸν ὡς κακοήθη, ὡς ἄγριον, ὡς κακοῦργον ἐξ ἐνστίκτου, ὅταν, λέγω, ἐκ τῆς στατιστικῆς αὐτῆς ἀποδεικνύηται ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον, πῶς δικαιολογούμεθα, τοιαῦτα καθ’ ἑκάστην ἐκστομοῦντες; Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἄλλοτε, ὅτε ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Βουλπιώτης κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα στατιστικὸν τῶν καταδίκων τοῦ Κράτους, παρετηρήθη, ὅτι μεταξὺ τῶν τεσσάρων χιλιάδων καταδίκων ἐννέα μόνον τοιοῦτοι εἶχον καταδικασθῆ ἐπὶ ἀπάτῃ, μικρὸς, ἐλάχιστος ἀριθμὸς ἐπὶ φόνῳ, ἐλάχιστος ἀριθμὸς ἐπὶ κιβδηλίᾳ, ἐπὶ τοῖς ἐγκλήμασι δηλαδὴ ἐκείνοις, τὰ ὁποῖα προδίδουσι φύσιν κακοῦργον, ἄπειρος δὲ ἀριθμὸς ἐπὶ ἀναιρέσει καὶ τραύμασιν, ἤτοι ἐπὶ ἐγκλήμασιν ἐν βρασμῷ ψυχικῆς ὁρμῆς τελεσθεῖσιν. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀκριβὲς, δύναται νὰ δοθῇ ἀφορμὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς μελέτην τοῦ ζητήματος, ὅπως κατορθωθῇ νὰ προλαμβάνωνται τὰ ἐκ τοῦ εὐερεθίστου τοῦ Ἕλληνος προερχόμενα ἀδικήματα. Δὲν δύναται ὅμως τοῦτο νὰ χαρακτηρίσῃ τὸν Ἕλληνα ὡς ἄνθρωπον φύσει κακοῦργον, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ παρασταθῇ ἐνώπιον τοῦ εὐρωπαϊκοῦ κόσμου ὡς ἐπικίνδυνος διὰ τὰς κοινωνίας, καὶ ὡς ἄνθρωπος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου πρέπει τις ν’ ἀπομακρυνθῇ, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὴν περιουσίαν του, τὴν τιμήν του καὶ τὴν ζωήν του. Ἡ αὐτὴ ἀναλογία, Κύριοι, τῶν βουλευμάτων παρατηρεῖται καὶ εἰς τὸ ἔτος 1891. Κατὰ τὸ ἔτος 1891 ἐξεδόθησαν βουλεύματα 2095, ἐξ αὐτῶν δὲ παραπεμπτικὰ 751 καὶ ἀθωωτικὰ 1344· ἐκ τῶν 751 παραπεμπτικὰ εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον 160, καὶ εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον 551. Γνωρίζετε δὲ πάντες, ὅσοι προσέρχεσθε εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα, ὅτι ἐκ τῶν ἀριθμῶν τούτων πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε τὰ δύο τρίτα, διότι τὰ δύο τρίτα τῶν πράξεων θέλουσιν ἀποδειχθῆ ἐκ τῆς ἀποδεικτικῆς διαδικασίας ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου ἀβάσιμα, οὕτω δὲ θέλει περιορισθῆ ὁ ἀριθμὸς τῶν πράγματι ἐγκληματισάντων εἰς ἐλάχιστον. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ σημείωμά μου τοῦτο (καταθέτει αὐτὸ), καὶ νὰ παραγγείλῃ εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς νὰ καταγείνωσιν εἰς τὴν σύνταξιν τῶν πινάκων· ὅταν δὲ οἱ πίνακες οὗτοι ἑτοιμασθῶσι, νὰ τοὺς ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα προκληθῇ ὁ προσήκων ἔλεγχος, διὰ νὰ ἴδωμεν τέλος πάντων ποία εἶναι ἡ ἀληθὴς κατάστασις τοῦ τόπου.
§8ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐπειδὴ ἡ ἀνακοπὴ τοῦ δικηγόρου κ. Τσάμη εἶναι ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ διατάξῃ νὰ προσαχθῶσιν αἱ δικογραφίαι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μετὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ἀνακοπῆς καὶ τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν.
§9ΡΙΚΑΚΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπόθεσιν, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, καὶ τῆς ὁποίας ἔλαβον καὶ ἐγὼ γνῶσιν, νομίζω ὅτι ἡ μόνη ἐνέργεια ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἡ ἐπιβαλλομένη εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ σκανδάλου καὶ πρόληψιν πάσης ὑπονοίας, δυναμένης νὰ καταστήσῃ ἔστω καὶ ὕποπτον τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαιοσύνης, δὲν εἶναι ἄλλη ἢ μόνον ἡ ἀπομάκρυνσις ἐκ τοῦ τόπου ἐκείνου διὰ μεταθέσεως τοῦ δικαστοῦ, ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται ὡς διάδικος εἰς πολλὰς δίκας καὶ ὡς μηνυτὴς εἰς πολλὰς μηνύσεις· καὶ νομίζω ὅτι οὗτος εἶναι εἷς λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δύναται ἡ ὑπηρεσία, μεριμνῶσα περὶ τῆς καλῆς λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης, νὰ τὸν ἀπομακρύνῃ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς, λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ συστήσω τὴν αἴτησίν του, διότι εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ὅτι ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἐγεννήθη πρό τινων ἡμερῶν ἐνταῦθα, περὶ τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, οἱ κατάλογοι, οἱ ὁποῖοι προσήχθησαν, καὶ ἡ ζωηρὰ συζήτησις τοῦ ἐκ Πυλίας ἀξιοτίμου συναδέλφου ἔβλαψαν σπουδαίως τὸν τόπον, καὶ τὸν ἔβλαψαν καὶ ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν ἔποψιν. Εἰσάγομεν νομοσχέδια, ὑποβάλλομεν εἰς θυσίας τὸν τόπον, ἐπιζητοῦμεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἑλκύσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ κόσμου, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος λέγομεν, ὅτι 459 φυγόδικοι λῃσταὶ εἶναι εἰς τὴν Ἑλλάδα! Αὐτὸ λέγει ὁ κατάλογος, ὁ ὁποῖος κατετέθη. Σᾶς ἐρωτῶ: ποῦ εἶναι οἱ λῃσταὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα; πότε ἐγένοντο λῃστεῖαι ἀπὸ τόσα ἔτη; πότε κατεδιώχθησαν ὑπὸ τῶν δικαστηρίων τόσαι λῃστρικαὶ πράξεις, ὥστε 459 νὰ ᾖναι οἱ φυγόδικοι; Αὐτὸ δὲ δὲν περιωρίσθη μόνον ἐδῶ, αὐτὸ διεβιβάσθη καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ αὐτὸς ὁ ἀριθμὸς ἐθεωρήθη ἀριθμὸς λίαν ἀπαίσιος, δυνάμενος νὰ παραβλάψῃ σπουδαίως τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος. Δὲν πρέπει λοιπὸν καὶ δὲν συγχωρεῖται νὰ παρουσιάζωνται τοιοῦτοι πίνακες καὶ τοιαῦται πληροφορίαι ἀνεξετάστως, οὔτε νὰ γίνηται χρῆσις τοιούτων πληροφοριῶν δημοσίως, ὅταν δὲν ᾖναι βέβαιον, ὅτι εἶναι ἀκριβεῖς. Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως, κύριε Πρόεδρε, τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, χάριν τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας, χάριν τοῦ συμφέροντος αὐτοῦ τοῦ τόπου, νὰ ἐπανορθώσῃ τὰ γενόμενα, καὶ νὰ προσαχθῶσιν ἀκριβεῖς καὶ ἀληθεῖς πληροφορίαι ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν.
§10ΡΑΛΛΗΣ. Πᾶς Βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν ἐπισήμων πινάκων, οἱ ὁποῖοι κατατίθενται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἂν οἱ πίνακες ἦναι ἐσφαλμένοι, βεβαίως τὸ σφάλμα δὲν εἶναι τοῦ Βουλευτοῦ· ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, ἐπιστήσας τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοιαύτης καταστάσεως, οἵαν παριστῶσιν οἱ πίνακες ἐκεῖνοι.
§11ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐπιτραπήτω μοι, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, ὅτι τὸ δεύτερον ἤδη καθίσταται ἀντικείμενον ἐπικρίσεως ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ἀνώτερος δικαστικὸς ὑπάλληλος, καταγγελλόμενος μάλιστα ἐπὶ πράξεσιν ἐκθέσμοις. Τὸ τοιοῦτον εἶναι, νομίζω, ἀνάρμοστον, εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, προσβολὴ τῆς ἀξιοπρεπείας, τοῦ σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον πρέπει ἡ κοινωνία νὰ τρέφῃ πρὸς τὸν δικαστικὸν κλάδον, καὶ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ δὲν πρέπει νὰ λέγωνται πράγματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ διεγείρωσι τὴν δυσπιστίαν καὶ τὴν περιφρόνησιν τοῦ ἐκτὸς κόσμου. Ἂν ὁ εἰρημένος δικαστικὸς ὑπάλληλος, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω, ὑπέπεσεν εἰς οἱανδήποτε ἀξιόποινον πρᾶξιν, εἰς οἱονδήποτε παράπτωμα, ὑπάρχουσιν ἀνώτεραι δικαστικαὶ ἀρχαί, ἐνώπιον τῶν ὁποίων ἠδύνατο ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ τὸν καταγγείλῃ...
§12ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τίποτε κατ’ αὐτοῦ.
§13ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. ... Κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν ἠδύνατο νὰ καταγγείλῃ τὸν καταγγελλόμενον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, καὶ παρ’ αὐτοῦ νὰ ζητήσῃ δικαιοσύνην, ἀφοῦ μάλιστα ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνήκει εἰς τὰς τάξεις τῆς Συμπολιτεύσεως. Δύο μέλη τῆς Συμπολιτεύσεως ἔδωκαν σήμερον τὸ παράδειγμα τοῦ σκανδάλου αὐτοῦ, καταγγείλαντες δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπευθυνόμενοι...
§14ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν κατήγγειλα.
§15ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν λέγω σέ... Ἐνῷ, ἐπαναλαμβάνω, ἠδύναντο νὰ θεραπεύσωσι πᾶσαν παρεκτροπὴν, καταφεύγοντες εἴτε εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, εἴτε εἰς τὰς ἀνωτέρας ἀρχὰς, τὰς δικαστικὰς, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐντεταλμέναι νὰ κρίνωσι περὶ τῶν παρεκτροπῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Καθ’ ὅσον δὲ ἀποβλέπει τὴν παρατήρησιν τοῦ προλαλήσαντος περὶ τῶν φυγοδίκων, συγχαίρω αὐτὸν ἐπὶ ταῖς παρατηρήσεσι ταύταις, ἀλλ’ ἐπιτραπήτω μοι νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, ὅτι χθὲς δὲν ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα, ὅπως διαψεύσῃ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, παριστῶντα τὴν Ἑλλάδα ὡς χώραν, ἐν τῇ ὁποίᾳ οἱ πάντες ἐγκληματοῦσιν, ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον, καὶ ὅτι οὐδεμία ἀρχὴ, οὐδεμία ἐξουσία ἐκ τῶν ὑπαρχουσῶν δύναται νὰ περιστείλῃ τοὺς ἐγκληματοῦντας, καὶ ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ καταφύγωμεν εἰς ἔκθεσμα μέσα, εἰς παραβίασιν τοῦ Συντάγματος, διὰ νὰ πλάσωμεν δύναμιν, ὅπως σώσωμεν τὸν τόπον ἐκ τῆς τοιαύτης καταστάσεως τῶν πραγμάτων! Ἂν ὁ εὔγλωττος ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς ἀνήρχετο ἐπὶ τοῦ βήματος, μεθ’ ὅλης του τῆς εὐγλωττίας καὶ τοῦ σθένους, τὸ ὁποῖον τὸν χαρακτηρίζει, καὶ συνηγόρει ὑπὲρ τῶν δικαίων τοῦ τόπου, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελε τολμήσει νὰ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τοιούτου νόμου. Ἐκ τῶν ὁποίων δ’ ὑπέβαλεν ἤδη παρατηρήσεων περὶ τῶν καταλόγων, τῶν ἀφορώντων τοὺς φυγοδίκους καὶ φυγοποίνους, προκύπτει, ὅτι οἱ εἰρημένοι κατάλογοι προσήχθησαν μόνον ὅπως δικαιολογηθῇ τὸ ἔκθεσμον αὐτὸ νομοθέτημα. Προσοχῆς δ’ ἄξιον εἶναι καὶ τὸ προκύπτον ἐκ τῶν καταλόγων τούτων, ὅτι εἰς δύο ἰδίως νομοὺς παρουσιάζεται ἐκπληκτικὸς ἀριθμὸς φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων...
§16ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὸν νομὸν Μεσολογγίου.
§17ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εἰς τὸν τοῦ Μεσολογγίου παρουσιάζονται 1263 φυγόδικοι καὶ φυγόποινοι. Εἰς δευτέραν μοῖραν...
§18ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τῆς Ἀρκαδίας πόσοι εἶναι;
§19ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. .. εἰς δευτέραν μοῖραν ἔρχεται τῆς Ἀρκαδίας. Ἐγὼ δὲν μεροληπτῶ. Τῆς Ἀρκαδίας ἀνέρχονται εἰς 1225. Τοῦτο εἶναι ἐνδεικτικὸν, ὄχι τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, ἀλλὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πολιτευόμεθα, καὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διευθύνεται ἡ δικαιοσύνη ἰδίως παρὰ τῶν δικαστικοδιοικητικῶν ὀργάνων τῆς Πολιτείας.
§20ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῶν φοιτητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, δι’ ἧς ζητοῦσι παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῆς ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἐξαιρεθῶσι τῆς φορολογίας οἱ ἐγγεγραμμένοι ἤδη εἰς τὰ Μητρῷα τοῦ Πανεπιστημίου.
§21ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καθ’ ἃ γινώσκει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἐν Πειραιεῖ διαμένουσι πλεῖστοι ὅσοι συνταξιοῦχοι ναυτικοὶ, ἄῤῥενες καὶ θήλεις, οἵτινες, διὰ νὰ πληρόνωνται τὴν σύνταξίν των, ἀναγκάζονται νὰ ἀνέρχωνται εἰς Ἀθήνας ἐνίοτε δεκάκις τοῦ μηνός. Ἐκτὸς δὲ τῆς δαπάνης, ἣν ὑφίστανται, καὶ ἡ ὁποία μειοῖ ἐπαισθητῶς τὴν εὐτελῆ των σύνταξιν, ὑπέχουσι καὶ ἄλλας ἐνοχλήσεις, ἃς δὲν εἶναι τοῦ παρόντος ν’ ἀπαριθμήσω. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ προνοήσῃ, ἂν τῷ ἦναι εὔκολον, ὅπως ἡ πληρωμὴ γίνηται ἐν Πειραιεῖ, ἐπισύρων οὕτω τὰς εὐλογίας τῶν ἀτυχῶν συνταξιούχων.
§22ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Θέλω ἐξετάσει, ἂν ὑπάρχῃ τρόπος νὰ γίνηται ἡ πληρωμὴ ἐν Πειραιεῖ, καὶ λίαν προθύμως θέλω ἐνεργήσει.
§23Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ χορηγίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως 1891 ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 22,443.94. Ὅμοιον περὶ χορηγίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως 1891 ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 46,200. Ὅμοιον περὶ χορηγίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως 1892 ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 9,446,825.50. Ὅμοιον περὶ χορηγίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως 1891 ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 78,990. Ὅμοιον περὶ χορηγίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως 1891 ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 126,874. Ὅμοιον περὶ χορηγίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως 1891 ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 3,263,633.36. Ὅμοιον περὶ χορηγίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως 1891 ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 72,147. Ὅμοιον περὶ χορηγίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως 1892 ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 100,000. Ὑποβάλλω καὶ σχέδιον νόμου περὶ κυρώσεως συμβάσεως, ἀφορώσης εἰς δάνειον, συνομολογηθὲν κατὰ τὴν 18 Μαΐου ἐ. ἔ., ἐκ φράγκων χρυσῶν 16,500,000, ἢ λιρῶν στερλινῶν 660,000.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 202–210). Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις αὑτῆς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων: 1) Περὶ τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας. 2) Περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Βιέννῃ τὴν 4 Ἰουλίου 1891 συνομολογηθείσης συμφωνίας περὶ ἐγγραφῆς συνδρομῶν εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ περιοδικὰ συγγράμματα διὰ τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας. 3) Περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Βιέννῃ τὴν 4 Ἰουλίου 1891 συνομολογηθείσης διεθνοῦς συμφωνίας περὶ τῆς χρήσεως βιβλιαρίων ταυτότητος ἐν τῇ διεθνεῖ ταχυδρομικῇ ὑπηρεσίᾳ. 4) Περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Βιέννῃ τὴν 4 Ἰουλίου 1891 συνομολογηθείσης παγκοσμίου ταχυδρομικῆς συμβάσεως. 5) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἐν Παρισίοις τῇ 9|21 Ἰουνίου 1891 ἀναθεωρηθέντος Κανονισμοῦ τῆς διεθνοῦς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας. 6) Περὶ παραποιήσεως καὶ πωλήσεως γραμματοσήμων κλπ. ξένων Κρατῶν. 7) Περὶ κατασκευῆς λιμένος ἐν Λευκάδι. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 211–217).
§25ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν, κύριοι συνάδελφοι, νομοσχέδιον τοπικοῦ συμφέροντος, ἀλλὰ διὰ τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρονται ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι τῆς Ἑπτανήσου, πλὴν τῆς Κερκύρας. Θὰ παρακαλέσω μάλιστα τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐπιτρέψῃ, ὥστε ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν...
§26ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ Βουλὴ ἐπιτρέπει.
§27ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις συντάσσει τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δι’ αὐτὸ ἀπηυθύνθην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν... Λοιπὸν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε τὸ νομοσχέδιον ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ ψηφισθῇ, εἰ δυνατὸν, πρὸ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Συνόδου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐκ μέρους τῶν ἄλλων ἐξ Ἑπτανήσου συναδέλφων, διότι πάντες σχεδὸν ὑπέγραψαν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀποδεχόμενοι τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ. Ἰδοὺ περὶ τίνος πρόκειται. Ὅτε κατὰ τὸ 1866 ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ὁ περὶ εἰσαγωγῆς εἰς τὴν Ἑπτάνησον τῆς ἐν τῷ λοιπῷ βασιλείῳ νομοθεσίας ΡΝʹ νόμος...
§28Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐψηφίσθη.
§29ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἔστω... ἐξῃρέθη ὁ Ἰόνιος κῶδιξ, διότι ἐν τῷ λοιπῷ Κράτει δὲν ὑπάρχει ἀστικὸς νόμος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τότε εἶχεν ἐγερθῆ τὸ γνωστὸν ἀγροτικὸν ζήτημα τῆς Κερκύρας, οἱ ἐκ Κερκύρας Βουλευταὶ ἐζήτησαν καὶ κατεχωρίσθη ἐν τῷ νόμῳ διάταξις, ἀναστέλλουσα τὰς διατάξεις τοῦ Ἰονίου κώδικος, τὰς ἀφορώσας εἰς τὰς ἐπανελεύσεις τῶν κτημάτων, ὡς ὀνομάζονται ἐκεῖ αἱ περὶ διαλύσεως τῶν συμβολαίων ἀγροληψίας, ἐμφυτεύσεως καὶ ἐδαφονομῆς διατάξεις τοῦ Ἰονίου κώδικος, τουτέστιν αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἐπάνοδον τοῦ κτήματος, τοῦ δοθέντος εἰς τὸν καλλιεργητὴν πρὸς ἐμφύτευσιν ἢ καλλιέργειαν, ἕνεκα καθυστερήσεως τοῦ ἐμφυτευτικοῦ κανόνος ἢ τοῦ ἀγροληπτικοῦ μεριδίου ἐπὶ τρία συνεχῆ ἔτη. Αἱ διατάξεις αὗται ἀπὸ τῶν Βυζαντινῶν χρόνων ἰσχύουσιν ἐνταῦθα, καθὸ περιεχόμεναι εἰς τὴν Ἑξάβιβλον τοῦ Ἀρμενοπούλου, ἀλλ’ ἴσως ἐδῶ δὲν ἔχουσι συχνὴν ἐφαρμογήν, διότι τὰ λεγόμενα Νόβελλα, ἑνετικῆς καταγωγῆς, εἶναι μόνον ἐν χρήσει εἰς ὀλίγας ἐπαρχίας. Ἀλλ’ εἰς τὴν Ἑπτάνησον τοῦτο ἔχει περισσοτέραν σπουδαιότητα, διότι ἐκεῖ ὑπάρχει συνήθης ἡ σύμβασις αὕτη τῆς ἀγροληψίας καὶ τῆς ἐμφυτεύσεως. Ἀλλὰ μετὰ τὴν διαῤῥύθμισιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, γενομένην κατὰ τὸ 1867 καὶ 1868, δηλαδὴ δύο ἔτη μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς νομοθεσίας τοῦ λοιποῦ βασιλείου εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἤρθη ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη ὡς πρὸς τὴν Κέρκυραν, ἔμεινεν ὅμως ἰσχύουσα ὡς πρὸς τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας τοῦ πρώην Ἰονίου Κράτους, ἐνῷ αὗται οὐδὲν ἐνδιαφέρον εἶχον εἰς τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος Κερκύρας, διότι παρ’ αὐταῖς τοιοῦτο ζήτημα ποτὲ δὲν ἠγέρθη. Ἡ ἀναστολὴ δὲ αὐτῶν τῶν διατάξεων τοῦ Ἰονίου κώδικος ἐγένετο μέχρις ἐκδόσεως τοῦ ἀστικοῦ Ἑλληνικοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1866 παρῆλθον πολλὰ ἔτη μέχρι τῆς σήμερον, καὶ τὸ τότε ἐν ἐπεξεργασίᾳ εὑρισκόμενον νομοσχέδιον τοῦ ἀστικοῦ νόμου δὲν ἴσχυσεν ἔτι ὡς νόμος τοῦ Κράτους. Ἴσως ἠδύνατο νὰ μοὶ ἀντιταχθῇ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τοῦ ἀστικοῦ νόμου εὑρίσκεται αὖθις ἐν ἐπεξεργασίᾳ ὑπὸ τὰς σκέψεις ἐπιτροπῆς, ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέρος, καὶ ὅτι ἴσως δὲν εἶναι μακρὰν ὁ καιρὸς, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐκ τούτου μάλιστα λαμβάνω ἀφορμὴν, — διότι δὲν παρευρέθην κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Ρικάκης ἐποιήσατο παρατηρήσεις τινὰς ὡς πρὸς τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, — ἵνα πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ἐν ὀλίγοις περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς. Μετὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀστικοῦ νόμου, ἥτις ἐγένετο κατὰ τὸ 1866, ἐγένοντο ἔκτοτε δύο ἀναθεωρήσεις, μία κατὰ τὸ 1874, καὶ ἄλλη κατὰ τὸ 1882, ὑπουργοῦντος τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Ράλλη. Ἔκτοτε ὅμως τὸ νομοσχέδιον ἔμεινεν ἐγκαταλελειμμένον, καὶ οὐδεὶς διενοήθη ποτὲ νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ τῶν μετὰ ταῦτα Ὑπουργῶν, — καὶ ὀρθῶς· διότι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐδέετο ἀναθεωρήσεως. — Ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ πολλὰ Κράτη, μὴ ἔχοντα κωδικοποιημένην τὴν ἀστικὴν αὑτῶν νομοθεσίαν, ἐξέδωκαν κώδικας ἀστικοὺς, οὐχὶ δὲ πρὸ πολλοῦ ἡ Γερμανικὴ Αὐτοκρατορία κατήρτισε νομοσχέδιον ἀστικοῦ κώδικος, ἵνα ἰσχύσῃ καθ’ ὅλην τὴν Αὐτοκρατορίαν, καὶ ἐκλείψῃ ἡ διαφορὰ τῆς κατὰ Κράτη νομοθεσίας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἐψηφίσθη ἔτι ἐν Γερμανίᾳ, ὑφίσταται δὲ ἀκόμη τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἔρευναν τῶν ἐκεῖ σοφῶν, καὶ πολλαὶ παρατηρήσεις καὶ τροπολογίαι ὑπὸ ἐπιτροπῶν καὶ Πανεπιστημίων καὶ δικαστηρίων προετάθησαν. Ὅτε ὁ κ. Ζαΐμης συνέλαβε τὴν ἰδέαν νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ ὑπάρχοντος περὶ τοῦ ἀστικοῦ κώδικος νομοσχεδίου, κατήρτισε τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις ὁλονὲν ἐργάζεται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ εὑρέθη ἀπέναντι τοῦ διλήμματος, ἂν ὤφειλε νὰ ἀναθεωρήσῃ ἁπλῶς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπάρχον, διατηροῦσα τὴν οἰκονομίαν αὐτοῦ καὶ περιοριζομένη μόνον εἰς τὸ νὰ ἀνεύρῃ τὰς τυχὸν ἐν αὐτῷ ἀντινομίας, ἢ νὰ κανονίσῃ τὴν ἐπιστημονικωτέραν κατάταξιν τῆς ὕλης, ἢ τοὐναντίον ὤφειλεν, ἔχουσα ὑπ’ ὄψει τὰ μετὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου νομοθετικὰ ἔργα ἄλλων ἐθνῶν, νὰ προβῇ καὶ περαιτέρω, μεταῤῥυθμίζουσα διατάξεις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπαρχούσας, συμπληροῦσα δὲ καὶ προσθέτουσα ἄλλας, καθισταμένας ἀναγκαίας, ὡς ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῶν ἐννόμων σχέσεων, αἵτινες δὲν ἐκανονίζοντο ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ ὑπάρχοντος σχεδίου. Παρεδέχθη τὸ δεύτερον τοῦτο σύστημα, καὶ ἔχουσα ὑπ’ ὄψει τὸ Γερμανικὸν νομοσχέδιον, ἠρύσθη ἐκ τῶν διατάξεων αὐτοῦ ὅσας ἐνόμισεν ἀναγκαίας καὶ ἐφαρμοζομένας εἰς τὰς παρ’ ἡμῖν ἐννόμους σχέσεις, ἰδίως δὲ κατήρτισε τὸ γενικὸν μέρος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐλλείπει ἐξ ὅλων τῶν ἄλλων ἐν ἐνεργείᾳ μέχρι τοῦδε κωδίκων καὶ τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν τῷ Γερμανικῷ νομοσχεδίῳ. Κατόπιν δὲ ἠσχολήθη περὶ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ μέρους, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸ οἰκογενειακὸν δίκαιον. Μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου προέβησαν μέχρι τοῦδε αἱ ἐργασίαι τῆς ἐπιτροπῆς. Ὑπολείπονται ἀκόμη τρία σπουδαιότατα μέρη τοῦ νομοσχεδίου, τὸ πραγματικὸν, τὸ κληρονομικὸν καὶ τὸ ἐνοχικὸν μέρος. Διὰ τοῦτο, προβλέπων ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς ἐπιτροπῆς δὲν θὰ λήξωσι τόσον συντόμως, διότι γίνεται ἐργασία σπουδαία, μετὰ συζητήσεις μακρὰς καὶ μελέτας τὰς ἀπαιτουμένας, διὰ τοῦτο, λέγω, ἂν προέβλεπον ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἀστικοῦ κώδικος δὲν θ’ ἀπεῖχε μακρὰν τοῦ χρόνου τούτου, θὰ παρῃτούμην βεβαίως τῆς ἰδέας νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν περὶ νομοσχεδίου τοπικὸν ἔχοντος σκοπόν. Ἀλλὰ, Κύριοι, φρονῶ,—καὶ τὴν πεποίθησίν μου στηρίζω ἐπὶ γενομένων μοι παραπόνων,—ὅτι συμφέροντα ἰδιωτικὰ πάσχουσιν ἕνεκα τῆς παρατάσεως ταύτης τῆς ἀναστολῆς τῶν διατάξεων τοῦ Ἰονίου κώδικος. Ἄλλως τε δὲν εἶναι καὶ ὀρθὸν, ἀφοῦ ἓν τμῆμα τοῦ Κράτους, ὁ νομὸς τῆς Κερκύρας, διέπεται ὑπὸ τῶν διατάξεων ἐκείνων, τροποποιηθεισῶν κατὰ τὰς ἀνάγκας τὰς ὑποδειχθείσας, ὡς ἐκ τοῦ ἀναφυέντος ἐκεῖ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ἓν ἕτερον τμῆμα τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον διέπεται ὑπὸ τῶν λοιπῶν διατάξεων τοῦ Ἰονίου κώδικος, νὰ μὴ δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ τὰς διατάξεις ἐκείνας, τὰς ἀνασταλείσας ὄχι ἐκ λόγων τοπικῶν, ὄχι ἐκ λόγων εἰδικῶν, ἀναφερομένων εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, ἀλλὰ ἐκ λόγων ἰδιαζόντων εἰς ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία ἀπὸ πολλοῦ ἔλυσε τὰς μετὰ τῶν ἀγροτῶν της διαφορές. Πέπεισμαι δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἀποβλέπουσα καὶ εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ νομοθετήματος, θέλει ἐπιψηφίσει αὐτό.
§30ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 218).
§32ΠΕΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Παρακαλῶ τοὺς ἀξιοτίμους κκ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελλον, τὸν ἀφορῶντα τὴν ὑπόθεσιν τῆς κατασχέσεως ὑπὸ τοῦ κ. Ρόκου Δετζώρτζη ὁλοκλήρων τῶν προσόδων τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος, καὶ νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν, πῶς, ἐνῷ κατὰ νόμον δὲν ἐπετρέπετο ἡ κατάσχεσις τῶν προσόδων τῶν δήμων, εἰμὴ κατὰ τὸ πεμπτημόριον, ἡ δὲ διάταξις αὕτη εἶναι δημοσίας τάξεως, καὶ τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ὃ περιῆλθεν ἡ ὑπόθεσις, ἐνῷ ἠδύνατο αὐτεπαγγέλτως νὰ διατάξῃ τὴν διανομὴν τῶν τεσσάρων πεμπτημορίων ἐν τοῖς δήμοις, στερουμένοις πόρου πρὸς συντήρησιν αὐτῶν, τοὐναντίον διέταξε τὸν ταμίαν νὰ παρακρατῇ ὁλοκλήρους τὰς προσόδους τῶν δήμων, ἐνῷ εἶναι βέβαιον καὶ ἀναντίῤῥητον, ὅτι οὐδέποτε τὸ Δικαστήριον δύναται νὰ ἐπικυρώσῃ κατάσχεσιν ἐναντίον ἀπαγορευτικοῦ νόμου γενομένην. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην, διότι ἀπὸ τεσσάρων μηνῶν οἱ δῆμοι στεροῦνται τῶν προσόδων, αἵτινες ἀνήκουσιν εἰς αὐτούς.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1891 ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 1500.
§34ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Καίτοι, ὡς παρετήρησα χθὲς, ἡ φωνή μου ταράσσει τὰ νεῦρα τῆς Συμπολιτεύσεως, καὶ τρέπει αὐτὴν εἰς φυγὴν, καίτοι λυποῦμαι ἐπὶ τούτῳ, οὐχ ἧττον δὲν δύναμαι νὰ παύσω ἐλέγχων καὶ ἐπικρίνων τὰ ἄξια ἐλέγχου καὶ ἐπικρίσεως, διότι ἐν τούτῳ κεῖται ἡ ἀποστολή μου, ὡς Βουλευτοῦ. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ὁρμαθοῦ πιστώσεων, —αἱ παρατηρήσεις ἀφορῶσιν εἰς τὸ σύνολον τῶν νόμων περὶ πιστώσεων, —διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, λέγω, ὁρμαθοῦ πιστώσεων καὶ τῶν ἤδη ὑποβληθεισῶν πιστώσεων ζητεῖται ἡ ἐπιψήφισις ποσοῦ, ἀνερχομένου εἰς πλέον τῶν 35 ἑκατομμυρίων, καταλογιζομένων εἰς τὰς χρήσεις τῶν ἐτῶν 1890 καὶ 1891. Τὸ ποσὸν αὐτὸ, Κύριοι, τῶν 35 ἑκατομμυρίων ἐδαπανήθη καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, πρὸς τί κοπτόμεθα, πρὸς τί ἐρίζομεν, πρὸς τί διαπληκτιζόμεθα, συζητοῦντες προϋπολογισμοὺς καὶ νόμους περιοριστικοὺς τῶν δαπανῶν, ὅταν, ἀσεβοῦντες πρὸς τὸν νόμον τῶν νόμων, τὸν προϋπολογισμόν, προερχώμεθα εἰς ὑπερβάσεις, αἱ ὁποῖαι φθάνουν μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν δεκαπέντε καὶ εἴκοσιν ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος; Ἡ μόνη ἐγγύησις, Κύριοι, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τοὺς λαοὺς διὰ τοῦ πολιτεύματος, τὴν ὁποίαν πρέπει ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ νὰ προασπίζωμεν καὶ ὑπὲρ αὐτῆς νὰ ἀγωνιζώμεθα, εἶναι, νὰ μὴ δαπανᾶται οὔτε ὀβολὸς πέραν τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι χορηγοῦνται διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ μετὰ λελογισμένην παρὰ τῆς ἀντιπροσωπείας συζήτησιν. Ἀλλὰ, Κύριοι, βλέπετε, ὅτι ἐν Ἑλλάδι πλέον δὲν ὑπάρχει πολίτευμα, δὲν ὑφίσταται τίποτε ἔννομον, ἀλλὰ πᾶν κόμμα, ἐρχόμενον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δύναται, οἰστρηλατούμενον ἐκ τῶν συμφερόντων τοῦ κόμματος, ἐκ πλαγίων σκέψεων, ἐξ οἱασδήποτε ἀφορμῆς καὶ αἰτίας, νὰ προέρχηται εἰς τὸ νὰ δαπανᾷ ἑκατομμύρια, βέβαιον ὄν, ὅτι, ἐρχόμενον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τῶν πάντων θὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἔγκρισιν. Βεβαίως, Κύριοι, τοιαύτη κατάστασις πραγμάτων δὲν εἶναι κατάστασις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀξία ἐπικρίσεως καὶ κατακρίσεως. Δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ τοιαύτη κατάστασις ὡς ἡ κυριωτέρα, μία τοὐλάχιστον τῶν κυριωτέρων αἰτιῶν, ἕνεκα τῶν ὁποίων περιήλθομεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν τὴν σήμερον διατελοῦμεν. Ἀπευθύνων αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, Κύριοι, βεβαίως δὲν ζητῶ τὴν ἀπόῤῥιψιν τῶν πιστώσεων αὐτῶν· διότι καὶ ἂν τὸ ἐζήτουν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ. Λυποῦμαι μόνον, ὅτι οὐδέποτε εὑρέθη Κυβέρνησις, διαδεχομένη ἄλλην Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ τὰς πιστώσεις, καὶ ἐὰν αὗται ἐλήφθησαν πρὸς ζημίαν τοῦ τόπου, νὰ ζητήσῃ νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς βάρος τῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι προέβησαν εἰς τοιαύτας πιστώσεις, παραπληρωματικὰς ἢ ἐκτάκτους. Πολὺ λυπηρὸν εἶναι, ὅτι οὐδεμία ποτὲ Κυβέρνησις εὑρέθη νὰ πράξῃ τοῦτο, ἐκ τούτου δὲ ἀποδεικνύεται, ὅτι πᾶσα Κυβέρνησις, ἐρχομένη εἰς τὴν ἐξουσίαν, εἰς οὐδὲν ἄλλο σκοπεῖ ἢ εἰς τὸ νὰ καταλάβῃ τὴν ἀρχήν, ἀδιαφοροῦσα καὶ εἰς οὐδὲν λογιζομένη τὰ τῆς ἄλλης ἁμαρτήματα. Τὸ συμπέρασμα τῆς παρατηρήσεώς μου ταύτης ἀπολήγει εἰς τὸ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία σήμερον εἶναι πανίσχυρος, διότι μία μεγάλη πλειονοψηφία τὴν παρακολουθεῖ, ὅπου καὶ ἂν τὴν ὁδηγῇ, νὰ ῥυθμίσῃ τὴν πορείαν αὐτῆς οὕτω πως, ὥστε νὰ μὴ ὑποπέσῃ εἰς τὸ ἁμάρτημα, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσαν ὅλαι αἱ μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεις.
§35Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτής, θέλων νὰ ἐπικρίνῃ τὰ προτεινόμενα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὀφείλει νὰ καθορίζῃ τὰ ἐπικρινόμενα, διότι ὁ ἐπικρίνων ἀορίστως δὲν σπουδαιολογεῖ. Βεβαίως δὲν περιορίζεται εἰς ἀοριστίας φειδόμενος τοῦ χρόνου, διότι οὐδεὶς Βουλευτὴς ὀλιγώτερον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας φείδεται τοῦ χρόνου τῆς Βουλῆς. Ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀνακοινῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς κρίσεις του, ἀλλὰ τὸν παρακαλοῦμεν νὰ καθορίζῃ τὰ περὶ ὧν ζητεῖ ἐξηγήσεις. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι πολλὰ ἑκατομμύρια ἐδαπανήθησαν παρὰ τὸν νόμον, ὅτι τὰ ἀναγραφόμενα ἐν ταῖς πιστώσεσι κακῶς ἐν αὐταῖς ἀναγράφονται, οὐδεμίαν ὅμως τῶν ἀναγραφῶν καθορίζει, γινώσκων, ὅτι ὁ καθορισμὸς θὰ παρεῖχε καὶ τὴν διάψευσιν τῶν λόγων του, ἣν ζητεῖ νὰ διαφύγῃ δι’ ἀοριστολογιῶν, ἤτοι καθαπτόμενος διὰ γενικῶν ἐκφράσεων, ἐστερημένων ἐννοίας. Ἐρωτᾷ, διατὶ δὲν ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὰ μὴ ἀναγραπτέα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Φέρομεν ἐνταῦθα πίστωσιν 16 ἑκατομμυρίων περὶ σιδηροδρόμων καὶ ἄλλων, ἅτινα ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν πιστώσει, ὡς ἀνεγράφησαν. Οὕτως ἐπικρίνων ὁ κ. Βουλευτὴς, δὲν δύναται εὐλόγως νὰ ἀπεκδέχηται ἀπαντήσεις σπουδαίας. Εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ἀκούσωμεν τὰς παρατηρήσεις του καὶ νὰ τῷ δίδωμεν ἀπάντησιν, ἀλλ’ αἱ παρατηρήσεις του πρέπει νὰ ὦσιν ἄρτιαι. Καίτοι αἱ πλεῖσται τῶν πιστώσεων ἀνάγονται εἰς δαπάνας γενομένας παρὰ τῶν προκατόχων Ὑπουργῶν, θεωροῦμεν, ὅτι ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ ὑπερασπίσωμεν τὰ γενόμενα, ἐφ’ ὅσον κανονικῶς ἐγένοντο, ἢ, ἂν μὴ ἐγένοντο κανονικῶς, ἐφ’ ὅσον ὑπηγορεύθησαν ἐξ ἀπροόπτου ἀνάγκης, διότι τοῦτο ἀναπληροῖ τὸ κανονικόν. Τὰ σήμερον ὑποβαλλόμενα ἐξητάσθησαν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ δὲν δύναμαι μὲν νὰ εἴπω, ὅτι πάντα τὰ ὑπὸ τῶν προκατόχων ἡμῶν γενόμενα καὶ ἐνταῦθα περιλαμβανόμενα θὰ ἐγίνοντο ὡς ἐγένοντο, ἐὰν παρ’ ἡμῶν διεχειρίζετο τὸ χρῆμα, — εἶναι μάλιστα πιθανὸν, ὅτι τινὰ θὰ ἐγίνοντο ἄλλως, — δὲν θεωροῦμεν ὅμως, ὅτι ὑπάρχει λόγος, ἵνα μὴ κανονισθῶσιν αἱ δαπάναι αὗται συμφώνως πρὸς τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ὁριζόμενα, καὶ τούτου ἕνεκεν ὑπεβάλομεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περὶ πιστώσεων εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν γένηται παρατήρησις περὶ πιστώσεώς τινος καθωρισμένης ἐκ τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, θὰ δώσωμεν εὐθὺς ἐξηγήσεις περὶ αὐτῆς.
§36ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἔσφαλεν εἰς ὅσα παρετήρησε. Βεβαίως δὲν ἠθέλησε νὰ ἐλέγξῃ τὰς πιστώσεις, ἠθέλησε νὰ ἐλέγξῃ τὸ σύστημα τῆς δι’ ἁθρόων πιστώσεων ἐπιβαρύνσεως τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους. Ὅταν πρόκηται μετὰ δύο ἔτη ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς χρήσεως νὰ ἐξελέγξῃ ἡ Βουλὴ πιστώσεις, εἶναι ἀδύνατον ἐκ τῶν προτέρων νὰ σχηματίσῃ μίαν πλήρη ἰδέαν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς οἰκονομικῆς τοῦ Κράτους. Τοῦτο ἤλεγξεν ἀκριβῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας, καὶ οὐδαμῶς εἶχεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐπὶ τούτῳ.
§37Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν δὲν εἶχον ὑποβληθῆ εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς ἐγκαίρως αἱ πιστώσεις, δεδικαιολογημένως ὁ κ. Βουλευτὴς θὰ ἠδύνατο νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἤδη στερεῖται τῶν δεδομένων, ὅπως καθορίσῃ τὰς ἐπικρίσεις αὐτοῦ. Ἀλλ’ αἱ περὶ τῶν πιστώσεων προτάσεις ἐγένοντο λίαν ἐγκαίρως, ἐὰν δὲ δὲν ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἰς ἣν ἐγκαίρως ὑπεβλήθησαν, πρόκειται δὲ νὰ ψηφισθῶσιν ἤδη παρακαίρως, τοῦτο δὲν ἀφορᾷ βεβαίως εἰς ἡμᾶς. Ἐὰν ὑπῆρχε περὶ τὴν πρόκλησιν τῆς Βουλῆς εἰς κανονισμὸν τῶν δαπανῶν κυβερνητικὴ ὀλιγωρία, αὕτη θὰ ἦτο ἀντικείμενον κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου· τοιαύτη ὅμως ὀλιγωρία δὲν ὑπῆρξεν, ἀλλὰ πάντα κανονικῶς ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Πρόκειται ἤδη ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ, διότι ἡ προηγουμένη Βουλὴ δὲν ἀπεφάνθη, ἐκ λόγων μὴ συνδεομένων πρὸς ἡμετέραν ἐνέργειαν, μηδὲ παρεχόντων ἔδαφος εἰς τὰς ἐπικρίσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν, τῶν προκαλούντων εὐθύνας.
§38ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν προεκάλεσαν εὐθύνας.
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει λόγον καὶ ἐπὶ ταῖς ἰδίαις καὶ ἐπὶ ταῖς τῶν προκατόχων παραλείψεσιν, ἐφ’ ὅσον αὗται, δεόμεναι ἀναπληρώσεως, ἐγένοντο ἐν περιστάσεσιν, ἐφ’ ὧν καθῆκον ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Τὴν παράλειψιν τῆς ψηφίσεως τῶν πιστώσεων, περὶ ὧν ὁ λόγος, δὲν ἐθεωρήσαμεν γενομένην ἐν τοιαύταις περιστάσεσι.
§40ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ διὰ τῆς παρατηρήσεώς μου ἠθέλησα νὰ καταδείξω τὸ μέγα ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον πράττετε καὶ πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν καὶ πρὸς τὴν μειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς· διότι, καίτοι ψηφίζομεν προϋπολογισμόν, καίτοι κατὰ τὸν νόμον δὲν πρέπει νὰ γίνηται ὑπέρβασις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκτὸς ἐὰν παρουσιασθῇ ἔκτακτός τις μικρὰ ἀνάγκη, καθιερώθη τὸ σύστημα, ὅπως διὰ πιστώσεων δαπανῶνται ποσά, τὰ ὁποῖα πολλάκις ἀνέρχονται εἰς τὸ ⅓ ἢ πολλάκις εἰς τὸ ¼ τοῦ ὅλου ποσοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Αὐτὴ ἦτο ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν συνώδευσα μὲ μίαν εὐχὴν, ὅπως τουλάχιστον οἱ σήμερον κυβερνῶντες τὸν τόπον περιλάβωσιν ἁπάσας τὰς δαπάνας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὄχι μόνον τὰς ἀναγκαίας, ἀλλὰ καὶ ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ γεννηθῶσιν εἰς τὸ μέλλον. Ἂν δὲ ἐκ τούτου ὁ προϋπολογισμὸς περιλάβῃ ἀνώτερα ποσά, καὶ κατόπιν ἀποδειχθῇ, ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία, τοῦτο εἶναι πρὸς ἔπαινόν των.
§41Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ στεροῦνται πάσης ὑποστάσεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι αἱ δαπάναι τῶν 34 ἑκατομμυρίων, ὡς τὰς ὑπολογίζει, ἐγένοντο παρὰ τὸν προϋπολογισμόν, ἐνῷ, ἂν ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψει τὰ ἐν ταῖς πιστώσεσιν ἀναγραφόμενα, ἤθελεν ἴδει, ὅτι 15,660,000 ἀναγράφονται πρὸς ἐξόφλησιν τῶν μετατραπέντων δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825, ὁ κανονισμὸς δὲ τῆς ἐξοφλήσεως ταύτης εἶναι λογιστικὴ πρᾶξις, ἐπαγομένη ἀναγραφὴν πιστώσεως. Τίνα σχέσιν ἔχει τοιαύτη ἀναγραφὴ πρὸς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ; Ἐφ’ ὅσον δὲ πρόκειται περὶ τοιούτων ἐκτάκτων δαπανῶν, εἴτε λόγῳ μετατροπῆς δανείων, εἴτε λόγῳ σιδηροδρομικῶν ἔργων, εἴτε λόγῳ ναυπηγήσεως θωρηκτῶν, περὶ ὧν ἁπάντων ὑπάρχουσι νομοθετικῶς κεχορηγημέναι εἰδικαὶ ἄδειαι, κακῶς ὁ κ. Βουλευτὴς χαρακτηρίζει τὰς δαπάνας ὡς παρὰ τὸν νόμον γενομένας· διότι, ἐὰν ἀνεγίνωσκε τὸν λογιστικὸν νόμον ὁ κ. Βουλευτής, ἤθελεν ἴδει ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμένον, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς ἀπούσης τῆς Βουλῆς νὰ προκαλῶσιν ἐπὶ ὡρισμένων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων χορήγησιν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Ὅταν ἡ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφεῖσα πίστωσις πρὸς διατροφὴν καταδίκων ἀποδειχθῇ ἀνεπαρκής, θὰ ληφθῇ διὰ βασιλικοῦ διατάγματος ἔγκαιρος μέριμνα περὶ ἀναπληρώσεως τῆς πιστώσεως, καὶ εἶτα θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ πρότασις περὶ ἐγκρίσεως τοῦ διατάγματος. Περὶ ταύτης τῆς δαπάνης καὶ ἄλλων τοιούτων δαπανῶν προενόησεν ὁ νόμος· ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν προενόησεν ὁ νόμος, ἐπιτρέψας τὴν διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων χορήγησιν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, παρουσιασθῶσιν ὅμως ἔκτακτοι ἀνάγκαι, καθιστῶσαι τὴν δαπάνην ἀναπόδραστον, ἐκδίδεται βασιλικὸν διάταγμα, ἐπιτρέπον τὴν δαπάνην, τὸ διάταγμα δὲ τοῦτο κυροῦται κατόπιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἂν αὕτη πεισθῇ περὶ τῆς ἀνάγκης καὶ περὶ τοῦ ἀπροόπτου, δικαιολογοῦντος τὴν μὴ ἀναγραφὴν τῆς πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς φρονῇ, ὅτι παρὰ ταῦτα ἐγένοντο δαπάναι, καὶ ὅτι οὐχὶ δεδικαιολογημένως σήμερον ζητεῖται ἡ κύρωσις τῶν ἐπιτρεψάντων τὰς δαπάνας Β. διαταγμάτων, ὀφείλει νὰ καταδείξῃ τὸ μὴ δεδικαιολογημένον τῶν δαπανῶν, ὅτε καὶ τὴν Βουλήν, νομίζω, καὶ τὴν Κυβέρνησιν θὰ εὕρῃ προθύμους, ὅπως αὕτη μὴ προκαλέσῃ, ἐκείνη δὲ μὴ παράσχῃ τὴν ἔγκρισιν τῶν πιστώσεων.
§42ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ τὸ νόμιμον τῶν πιστώσεων, ἡ παρατήρησίς μου ἀνάγεται εἰς τὸ ὅτι αἱ Κυβερνήσεις διὰ τῶν προϋπολογισμῶν δὲν παρουσιάζουσι τὴν ἀλήθειαν. Δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι νομίμως ζητοῦνται ὅλαι αὗται αἱ πιστώσεις, ἀλλὰ διατὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲν ἐτέθησαν; διατὶ, ἀφοῦ ἐδαπανήθησαν ὅλα τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, κατόπιν ζητοῦσι διὰ τῶν πιστώσεων νὰ ἐπιβάλωσι νέα βάρη; (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ χορηγίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως 1891 ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 414,780.33. Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 8,290 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1891 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δρ. 989,623.30 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1891 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 77,287.51 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1891 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1891 ἐκ δραχ. 59,060. Περὶ κυρώσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 400,000 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1892. Περὶ κυρώσεως πιστώσεων τῆς χρήσεως 1891, ἀναπληρωματικῶν μὲν ἐκ δραχ. 1,259,517.81, ἐκτάκτων δὲ ἐκ δραχ. 1,129,301.46. Περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1891 ἐκ δραχμῶν 703,000. Περὶ κυρώσεως πιστώσεων τῆς χρήσεως 1890, ἀναπληρωματικῶν μὲν ἐκ δραχ. 622,957, ἐκτάκτων δὲ ἐκ δραχμῶν 16,743,380. Περὶ κυρώσεως πιστώσεων τῆς χρήσεως 1889, ἀναπληρωματικῶν μὲν ἐκ δραχμῶν 1,085,500, ἐκτάκτων δὲ ἐκ δραχμῶν 306,830.07. Περὶ ἐξωτερικῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κανονισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων.
§44ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πότε λήγει ἡ σύμβασις τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς.
§45ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ σύμβασις τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς εἶχε λήξει, ἐγένετο δὲ ἀνανέωσις αὐτῆς μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1893 μὲ πολλοὺς περιορισμοὺς, διότι, ἐνῷ πρότερον ὁ ἀριθμὸς τοῦ προσωπικοῦ ἦτο 19, εἰς τὴν ἀνανέωσιν μόνον 6 περιελήφθησαν.
§46ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφοῦ ἐπῆλθεν ἀνανέωσις, παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ ἡ σύμβασις.
§47ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, τὸ νομοσχέδιον περὶ συντηρήσεως τῶν ὁδῶν τοῦ Κράτους).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ἐν τῇ δικαστικῇ νομοθεσίᾳ ἐξισώσεως τῶν παλαιῶν δραχμῶν εἰς νέας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μοναδικὸν (ἀναγινώσκεται).
§50ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὁρίσῃ, πῶς γίνεται ὁ ὑπολογισμὸς αὐτὸς τῶν παλαιῶν δραχμῶν εἰς νέας; Κατὰ ποίαν διάταξιν;
§51ΡΑΛΛΗΣ. 112 δραχμαὶ παλαιαὶ ὑπολογίζονται πρὸς 110 νέας;
§52ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπάρχει νόμος.
§53ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἔπρεπε νὰ περιλάβῃ διάταξιν, ἀφορῶσαν εἰς τὰς ἤδη ἐκκρεμεῖς δίκας, διότι ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς δίκαι, ἐφ’ ὧν γεννᾶται ἀκριβῶς τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς ἁρμοδιότητος λόγῳ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, καὶ ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα.
§54ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τότε θὰ θεωρηθῇ ὁ νόμος ἑρμηνευτικός. Ὑπάρχει νομολογία ὑπὲρ τῆς λύσεως, ἣν δίδει τὸ νομοσχέδιον, ἥτις ἀμφισβητεῖται. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, αἱ λέξεις «Κατὰ τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ὁ νόμος καὶ ἡ Πολιτικὴ Δικονομία τίθησιν ἀνώτατον καὶ κατώτατον ὅρον» ν’ ἀντικατασταθῶσι διὰ τῶν λέξεων «Κατὰ τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς οἱ νόμοι ὁρίζουσιν ἀνώτατον ἢ κατώτατον ὅρον». Θὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «ὁ νόμος καὶ ἡ Πολιτικὴ Δικονομία τίθησιν». Παρακατιὸν δὲ, μετὰ τὰς λέξεις «πρὸς κανονισμὸν τῆς ἁρμοδιότητος», νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «πολιτικῶν καὶ ποινικῶν» δικαστηρίων, διότι πρόκειται καὶ περὶ κλοπῆς κτλ.
§55ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἴσως δὲν ἐξηγήθην καλῶς, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀντελήφθη ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ τίνος ἤθελον νὰ ὁμιλήσω. Ἐννοῶ, ὅτι νομοθετοῦμεν περὶ τοῦ ἀπὸ σήμερον καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, οὐχὶ περὶ τοῦ μέχρι τοῦδε. Ἀλλ’ ὑποθέσατε, ὅτι σήμερον ὑπάρχει ἔφεσις ἐκκρεμὴς ἀκριβῶς ἐπὶ τοιούτου ζητήματος. Πῶς θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος;
§56ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν πρόκηται περὶ ἐκδοθησομένης, ἀποφάσεως, ὑποθέτω θὰ δοθῇ ἡ λύσις αὐτή.
§57ΡΑΛΛΗΣ. Ναί, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι τὰ ἔνδικα μέσα καὶ ἡ ἀπόφασις ἡ ἐκδιδομένη ἀνατρέχουσιν εἰς τὸν χρόνον τῆς ἀγωγῆς. Ἄλλως τε ἐδῶ πρόκειται περὶ ζητήματος δικονομικοῦ, κατ’ ἀρχὴν δὲ αἱ δικονομικαὶ διατάξεις, ἐφ’ ὅσον δὲν τροποποιοῦνται, ἐφαρμόζονται.
§58ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει τὴν παρατήρησιν ταύτην. Θὰ τὴν μελετήσω, καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 171 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§61ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἀντὶ «Διὰ φυλακίσεως τοὐλάχιστον τριῶν μηνῶν τιμωρεῖται», νὰ τεθῇ «Διὰ φυλακίσεως τοὐλάχιστον ἑνὸς μηνός.
§62ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐγκρίνω τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ὑποβιβασμοῦ τῆς ποινῆς ὡς πρὸς τὸ ἀδίκημα τῆς ὑφαιρέσεως τῶν κατεσχημένων. Ἀκριβῶς τὸ μέτρον τῆς ποινῆς, τὸ ὁποῖον ἐπεβάλλετο μέχρι σήμερον ἐπὶ τοῦ ἀδικήματος τούτου, τῆς ὑφαιρέσεως τῶν κατεσχημένων, φέρει εἰς σεβασμὸν τῶν δικαστικῶν μέτρων, εἰς παράβασιν τῶν ὁποίων ἀφορᾷ τὸ ἀδίκημα. Τώρα εἶναι ἀληθές, ὅτι, ὅταν ἐπέρχηται ἡ ἐπιβολὴ τῆς ποινῆς, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὀρθῶς ποιοῦν, σπεύδει εἰς τὸ νὰ μειώσῃ τὴν ποινὴν διὰ χάριτος· ἀλλὰ οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος εἰς τὸ νὰ μειώσωμεν νομοθετικῶς τὴν ποινήν, προκειμένου περὶ ὑφαιρέσεως κατεσχημένων. Δὲν πρόκειται περὶ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον προσβάλλει ἀτομικὰ δικαιώματα· πρόκειται περὶ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον προσβάλλει αὐτὸ τὸ κῦρος τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιβάλλεται ἡ ποινή, ἡ ὁποία ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται βαρεῖα, ὅταν πρόκηται μάλιστα περὶ ἀντικειμένων εὐτελεστάτης ἀξίας, 200, 300, 500 δραχμῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποτιμᾶται τὸ κατεσχημένον· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, ὅτι διὰ τῆς παραβάσεως τῆς προκειμένης προσβάλλεται ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεβλήθη ἡ βαρεῖα ποινή. Σήμερον θέλετε συντελέσει εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τοιούτων ἀδικημάτων διὰ τῆς μειώσεως τῆς ποινῆς. Πρέπει νὰ ἔχῃ τις ὑπ’ ὄψιν τοῦτο, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κατέχει τὸ κατεσχημένον, εἶναι φυσικῶς δυνατὸν νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτοῦ, εἰς τὸ νὰ τὸ ἀπαλλοτριώσῃ, νὰ τὸ ἀφαιρέσῃ ἐκ τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ἡ κατάσχεσις. Καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ἡ ποινή, ἡ ὁποία ὁρίζεται ἐν τῷ νόμῳ.
§63ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν διὰ τοῦ νομοσχεδίου προσδιωρίζετο ὁ ἀνώτατος ὅρος, βεβαίως αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἤθελον εἶσθαι ὀρθαί· ἀλλ’ ἐνταῦθα τίθεται ὁ ἐλάχιστος ὅρος· ἑπομένως, ἐὰν αἱ συνθῆκαι, ὑφ’ ἃς ἐτελέσθη ἡ ἀξιόποινος πρᾶξις τῆς ὑπεξαιρέσεως, εἶναι τοιαῦται, ὥστε τὸ Δικαστήριον νὰ νομίσῃ ἀναγκαῖον νὰ ἐπιβάλῃ ποινὴν ἀνωτέραν, τὸ Δικαστήριον δύναται νὰ τὸ πράξῃ.
§64ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἴσως τὸ μόνον ἀδίκημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἐλευθερία εἰς τὸ Δικαστήριον ὡς πρὸς τὸν ὁρισμὸν τῆς ποινῆς ...
§65ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπέρχεται ἀθώωσις.
§66ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐπέρχεται ἀθώωσις. Ἀπ’ ἐναντίας, ἐκ πείρας παρετήρησα, ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀδικήματος τὰ δικαστήρια εἶναι αὐστηρότατα συνήθως, καὶ ὀφείλουσι νὰ ἦναι αὐστηρότατα, διότι ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελον συγχωρήσει τοιαῦτα ἀδικήματα κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, δὲν ἤθελεν ὑφίστασθαι πλέον τὸ κῦρος τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἐπὶ τοιούτων ὅμως ἀδικημάτων ἔπρεπε τὸ ὅριον τῆς ποινῆς νὰ ἦναι ὡρισμένον ἐπιτακτικῶς· διότι δὲν ὑπάρχουσιν ἐλαφρυντικαὶ περιστάσεις, τὰς ὁποίας δύναται νὰ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ποῖαι εἶναι αἱ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ὠθοῦσιν οἱονδήποτε εἰς τὸ ἀδίκημα αὐτό; Πρόκειται νὰ ἀφαιρέσῃ ἐκ τῶν ἐγγυήσεων τῶν δικαστικῶν τὸ κατασχεθέν· τὸ κατασχεθὲν τὸ θεωρεῖ ὡς ἴδιον καὶ τὸ ἀφαιρεῖ. Αἱ περιστάσεις αὐταὶ ἐφαρμόζονται εἰς πᾶσαν κατάσχεσιν καὶ εἰς πᾶσαν ὑφαίρεσιν· δὲν πρέπει δὲ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ εὐτελὲς τῆς ἀξίας τοῦ κατασχεθέντος καὶ ὑφαιρεθέντος, διότι δὲν πρόκειται, ὡς εἶπον, περὶ ἀδικήματος ἀπευθυνομένου κατὰ προσώπων, ἀλλὰ περὶ ἀδικήματος προσβάλλοντος τὸ κῦρος τῆς δικαιοσύνης.
§67ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ὁ νόμος δικαιότερος, ἐὰν ἐγίνετο διάκρισίς τις μεταξὺ τῆς ὑφαιρέσεως τῶν συντηρητικῶς κατασχεθέντων καὶ τῆς ὑφαιρέσεως τῶν καταναγκαστικῶς κατασχεθέντων. Τὰ δεύτερα, κύριε Πρόεδρε, ὑφαιροῦνται ἀπὸ τῆς κατοχῆς τοῦ ὀφειλέτου, καὶ παραδίδονται εἰς τὴν κατοχὴν τῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐκτελέσῃ τὸν νόμον. Τὰ πράγματα αὐτὰ βεβαίως πρέπει νὰ ἐξασφαλισθῶσι δι’ ὅλων τῶν μέσων, καὶ διὰ μιᾶς ἀκόμη μεγάλης ποινῆς, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ κατορθωθῇ διὰ τοῦ πλειστηριασμοῦ αὐτῶν ἡ ἱκανοποίησις τῶν δανειστῶν. Προκειμένου ὅμως, κύριε Πρόεδρε, περὶ συντηρητικῆς κατασχέσεως, τὰ πράγματα ἔχουσιν ὅλως ἀντιθέτως. Γίνεται κατάσχεσις, καὶ τὰ κατασχεθέντα μένουσιν ἐν τῇ κατοχῇ τοῦ ἰδιοκτήτου...
§68ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι πάντοτε.
§69ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς ἐὰν τὸ Δικαστήριον διατάξῃ τὸν διορισμὸν μεσεγγυούχων· ἑπομένως τὸ τοιοῦτον εἶναι ἐξαίρεσις. Ὅταν τις κατέχῃ τὰ πράγματά του, κύριε Πρόεδρε, ἡ δὲ δίκη, διὰ τῆς ὁποίας θ’ ἀποφασισθῇ ὁριστικῶς, ἐὰν τὰ πράγματα ταῦτα θὰ μένωσιν ὁριστικῶς εἰς αὐτὸν, διαρκῇ ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἐννοεῖται, ὅτι ὁ κάτοχος οὗτος ἐνδέχεται νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν πραγμάτων αὐτῶν, πρὶν ἢ ἐπέλθῃ ἡ ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου, ἡ ὁποία θὰ κανονίσῃ ὁριστικῶς ἐὰν ἦναι ἔγκυρος ἡ κατάσχεσις, καὶ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι αὕτη θὰ ἀκυρωθῇ. Πρέπει βεβαίως καὶ ὁ τοιοῦτος νὰ καταδιωχθῇ ποινικῶς διὰ τὴν ὑφαίρεσιν, ἀλλ’ αἱ ἐκτεθεῖσαι περιστάσεις, δικαιολογοῦσι τὴν ἐπιζητουμένην ἐλάττωσιν τῆς ποινῆς. Ἀλλ’ ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ἀφοῦ ἐν πάσῃ περιπτώσει εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Δικαστηρίου εἶναι νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς τὰς ἄλλας περιστάσεις βαρυτέραν ποινὴν, δὲν ἐπιμένω νὰ ὁρισθῇ καὶ ἐν τῷ νόμῳ ἐλάσσων ποινή. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ἀπὸ 13 Ἀπριλίου 1867 ὑπὸ τὰ στοιχεῖα ΣΗʹ περὶ λιπομαρτύρων ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου τῶν Κακουργιοδικῶν νόμου. Περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ἀπὸ 28 Μαΐου 1887 ᾼΨΠΔʹ νόμου περὶ ἐποπτείας καὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν γραφείων. Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 361 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας).
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φυγοδικίας.
§71ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑπάρχουσι τροποποιήσεις, κύριε Ὑπουργέ;
§72ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θ’ ἀνατυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον μὲ τὰς τροποποιήσεις διὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν εἰς αʹ συζήτησιν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–16).
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 17 (ἀναγινώσκεται).
§74ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν ἔχει κἀμμίαν ἔννοιαν μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας· διότι ὁ Δήμαρχος δὲν δύναται τίποτε νὰ παράσχῃ. Τὸ ἄρθρον λέγει: «Ἐν ἀπουσίᾳ τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς, ὁ Δήμαρχος καὶ ὁ ἀστυνόμος ὀφείλουσι νὰ λαμβάνωσι τὰ πρὸς καταδίωξιν πρόσφορα μέτρα...» Ὁ ἀστυνόμος μάλιστα, ὁ Δήμαρχος ὅμως εἶναι τώρα ἐντελῶς ἀλλότριος.
§75ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ παρατήρησίς σας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 17, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς αʹ συζήτησιν).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν.
§77ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κακίζω τὸ προκείμενον νομοσχέδιον διὰ τρεῖς λόγους. Πρῶτον, διότι παραβιάζει τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν οὐδεὶς ἀποστερεῖται τῶν φυσικῶν αὑτοῦ δικαστῶν· παραβιάζεται δὲ ἡ διάταξις αὕτη, διότι ἡ ἐκλογὴ τῶν ἐνόρκων δὲν γίνεται ἐκ τῆς ὅλης περιφερείας, ἀλλ’ ἐκ τῆς περιφερείας τοῦ Πλημμελειοδικείου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ λειτουργῶσι τὰ Κακουργιοδικεῖα. Δεύτερον, διότι ἡ ἀπασχόλησις Ἐφετῶν καὶ δικαστῶν τοῦ Πλημμελειοδικείου ἐπὶ δέκα μῆνας εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν Κακουργοδικείων θὰ φέρῃ εἰς παράλυσιν τὴν πολιτικὴν δικαιοσύνην, διατελοῦσαν, ὡς γνωρίζετε, εἰς οὐχὶ εὐάρεστον κατάστασιν. Τρίτον, διότι ἡ ἀρχὴ τῆς δωρεὰν παροχῆς τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἐνόρκων, τῆς ὁποίας λίαν εὐάρεστον παράδειγμα παρέχει σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, εἶναι ἀρχή, ἡ ὁποία ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἐπικρατοῦσαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, ἀντιβαίνει εἰς τὴν μεγάλην ἀρχὴν τὴν Ἀγγλικήν, ὅτι ὁ χρόνος εἶναι χρῆμα. Εὔχομαι, ὅπως εὑρεθῶσι συμπολῖται ἡμῶν, οἵτινες νὰ ὑπηρετήσωσιν ἀμισθεὶ καθ’ ὅλον αὐτὸν τὸν χρόνον εἰς τὰ Κακουργιοδικεῖα· ἀλλὰ δὲν τὸ ἐλπίζω· δὲν τὸ ἐλπίζω, ὅσον καὶ ἂν ἦναι εὐκατάστατοι, διότι δύνανται νὰ ἔχωσι μεγάλην κατάστασιν, ἀλλ’ ἔχουσι καὶ ἄλλας ἀσχολίας, καὶ βεβαίως δὲν θὰ καταλίπωσι μέγα μέρος αὐτῶν δωρεὰν εἰς τὰ Κακουργιοδικεῖα. Ἡ ἰδέα, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου θὰ φθάσωμεν εἰς οἰκονομίας, εἶναι ἰδέα λίαν ἐσφαλμένη. Ἐκ πείρας γνωρίζω, ὅτι ὅλα τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα διευθύνονται ἀπὸ ἀμίσθους συμβούλους, ὅλα φθάνουσιν εἰς τὴν ἀποτυχίαν, φθάνουσιν εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε ἔργα, τὰ ὁποῖα πολλάκις εἶναι λίαν σπουδαῖα, νὰ διευθύνωνται ἀπὸ ἓν ἢ δύο πρόσωπα. Ἤμην Πρόεδρος τῆς Ἐλεήμονος Ἑταιρίας· κατ’ ἀρχὰς εἶχον μερικοὺς συμβούλους, οἱ ὁποῖοι μοὶ παρεῖχον τὴν συνδρομήν των· ἐπὶ τέλους ἔμεινα μόνος μὲ τὸν κ. Δεικτάκην. Διετέλεσα σύμβουλος τῆς Τραπέζης ἐπὶ ἐννέα ἔτη, ἀμισθεὶ ὑπηρετῶν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι λίαν ἀδικαιολόγητον· καὶ ἐκεῖ παρετήρησα, ὅτι οἱ σύμβουλοι ἢ δὲν παρεῖχον κἀμμίαν συνδρομὴν, ἢ διὰ τὴν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν παρεῖχον, ἐλάμβανον πολλάκις ἀμοιβὰς, αἱ ὁποῖαι εἶναι πρὸς ζημίαν τῆς Τραπέζης. Ὑπηρέτησα εἰς τὴν σκοποβολήν. Εἰς τὰς προσκλήσεις μου ἐνεφανίζοντο ὅλα τὰ μέλη τῆς Διοικητικῆς ἐπιτροπῆς· ἐπὶ τέλους δὲν εἶχον οὐδὲ αὐτὸν τὸν Δεικτάκην. Λοιπὸν τὰ παραδείγματα ταῦτα καὶ πλεῖστα ἄλλα, τὰ ὁποῖα γνωρίζομεν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ταύτῃ βιοῦντες, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὸ σύστημα τῆς ἀμίσθου ὑπηρεσίας δὲν εἶναι σύστημα πρακτικὸν, δὲν εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ καθιεροῦται διὰ νόμου. Νὰ ὁρισθῇ μία ἀμοιβή, καὶ ἐὰν οἱ ἔνορκοι δὲν θέλωσι νὰ τὴν λάβωσι, τότε ἂς τὴν δωρήσωσιν· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ζητηθῇ παρ’ αὐτῶν ἡ ἄμισθος ὑπηρεσία, διότι φοβοῦμαι, μήπως ναυαγήσωμεν. Θὰ καλῶνται οἱ μάρτυρες, θὰ ἐμφανίζωνται οἱ κατηγορούμενοι, θὰ ζητῶνται ἔνορκοι, καὶ ἔνορκοι δὲν θὰ ὑπάρχωσιν· ἀναβολαὶ λοιπὸν ἐπὶ ἀναβολῶν καὶ ἐντεῦθεν διπλάσια ἔξοδα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θέλει ἀποφύγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος καὶ τῆς καταργήσεως τῆς μισθοδοσίας, τὴν ὁποίαν λαμβάνουσιν οἱ ἔξωθεν ἐρχόμενοι ἔνορκοι. Πλανᾶται δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς, νομίζων, ὅτι θὰ φθάσῃ εἰς οἰκονομίας 300,000 δραχμῶν. Δὲν θὰ φθάσῃ εἰς οἰκονομίας 300,000 δραχμῶν, διότι τὰ ἔξοδα τῶν μαρτύρων θὰ ἦναι πολὺ ἀνώτερα, ὅταν εἰς ἓν καὶ μόνον Κακουργιοδικεῖον θὰ προσέρχωνται οἱ μάρτυρες ἐκ τῶν διαφόρων μερῶν τῆς Ἑλλάδος. Ὥστε νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι καλῶς μελετημένον τὸ ἔργον, καὶ ἤθελε πράξει ἔργον συνέσεως ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐὰν παρεδέχετο ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου μέχρι τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς; διότι πιστεύω, ὅτι ἡ Σύνοδος αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραταθῇ πέραν τῆς 20 Ἰουλίου.
§78ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, λύσατε παρακαλῶ τὴν συνεδρίασιν, διότι βεβαίως δὲν εἶναι ἡ Βουλὴ εἰς κατάστασιν νὰ συζητήσῃ τώρα τοιαῦτα ζητήματα. Δὲν ἤθελον νὰ πίω τὸ πικρὸν ποτήριον τῆς μεταμεσημβρινῆς συνεδριάσεως, ἀλλὰ δὲν εἶναι συνεδρίασις αὐτή.
§79ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Βεβαίως δὲν εἴμεθα οὐδὲ τεσσαράκοντα Βουλευταὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ.
§80ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἂς διακόψωμεν διὰ τὴν μεταμεσημβρίαν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 12½ τῆς Μεσημβρίας). (Γενομένης ἀπαρτίας ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6 καὶ 30′ μ. μ.).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς πρώτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ Δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§83ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Ὑποβάλλω δύο τροπολογίας ἐπὶ τῶν ἄρθρων 14 καὶ 19, αἵτινες παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσι.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 219–220).
§85ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὑπάρχουσι καὶ πολλαὶ τροπολογίαι τῆς ἐπιτροπῆς.
§86ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐδήλωσα, ὅτι πολλὰς τούτων ἀποδέχομαι. Ἐνόμισα δὲ, ὅτι θὰ ἦναι εὐχερέστερον τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, ἂν περιλάβω ὅσας ἀποδέχομαι ἐν τῷ κειμένῳ, καὶ αὔριον ἡ δευτέρα συζήτησις νὰ γείνῃ ἐπὶ τοῦ νέου κειμένου.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναγκαστικῆς ἐκποιήσεως ἀκινήτων.
§88ΡΙΚΑΚΗΣ. Προκειμένου περὶ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, θὰ ζητήσω τὴν ἀναβολὴν, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ συνῆλθε κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην ἐπὶ μόνῳ τῷ σκοπῷ νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὰ ἔργα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σκοπὸν ἴδιον ἔχουσι νὰ βελτιώσωσι καὶ νὰ ἀνορθώσωσι τὴν δημοσίαν πίστιν καὶ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, ἥτις συνδέεται μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῶν ἰδιωτῶν· δὲν εἶναι ὅμως συγκεχωρημένον, τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν πάντες κατέχονται ὑπὸ τῆς ἀνησυχίας τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, ἐν τῇ στιγμῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ κεφάλαια ἔχουσι σταματήσει, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ αὐταὶ αἱ πιστωτικαὶ Τράπεζαι περιώρισαν τὰς ἐργασίας των, δὲν εἶναι συγκεχωρημένον, λέγω, νὰ ἐπισπεύδηται ἡ συζήτησις νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἔχωσι λίαν ἐπιβλαβῆ ἐπιῤῥοὴν εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιωτῶν, χωρὶς νὰ διευκολύνηται οὐδὲν συμφέρον, εἴτε δημόσιον, εἴτε ἰδιωτικόν. Μέχρι τοῦδε ἐλειτούργει διαδικασία, ἀποβλέπουσα εἰς τὴν ἐκποίησιν τῶν ἀκινήτων κτημάτων· καὶ ὅταν λέγω περὶ ἀκινήτων, ἐννοῶ τὰ ἀγροτικὰ, ὑπὲρ αὐτῶν συνηγορῶ, καὶ δι’ αὐτὰ θεωρῶ ἄτοπον τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἀστικῶν κτημάτων, διότι γνωρίζω, τί θὰ μοὶ ἀντιτάξωσι· τὰ ἀστικὰ κτήματα εὑρίσκουσι χρήματα εὐκόλως, ἀλλ’ οἱ γεωργοὶ, οἱ κτηματίαι, οἱ καλλιεργοῦντες τὴν γῆν, αὐτοὶ ἔχουσιν ἀνάγκην χρημάτων, καὶ αὐτοὺς πρέπει νὰ διευκολύνωμεν· αὐτοὶ ἀναμένουν νὰ σκεφθῶμεν περὶ συστάσεως Γεωργικῆς Τραπέζης,—ζήτημα, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἐπανελήφθη,—αὐτοὶ ἀναμένουν νὰ εὕρωμεν τὸν τρόπον, ὅπως διευκολύνωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἀνεύρεσιν χρημάτων μὲ μικρὸν τόκον. Ἐν τούτοις, ἐν ὥρᾳ, κατὰ τὴν ὁποίαν διατελοῦσιν εἰς κρίσιμον οἰκονομικὴν κατάστασιν, ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν δι’ ἀναφορῶν ζητοῦσιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ὅπως τὸ Κράτος ἔλθῃ εἰς ἀρωγὴν τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ὑπέστησαν θεομηνίαν, ἡμεῖς ψηφίζομεν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου διευκολύνομεν τοὺς τοκογλύφους νὰ ἐκποιήσωσι τὰ κτήματα τῶν πολιτῶν! Εἴμεθα δικαιολογημένοι ἀπέναντι τοῦ κόσμου, ἀπέναντι τῆς κοινωνίας, διὰ τοῦτο; Εἶναι ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν δικαιούμεθα νὰ σκεφθῶμεν, πῶς δύνανται οἱ ἔχοντες κεφάλαια νὰ τὰ διαθέσωσιν ἀσφαλέστερον καὶ ἀσφαλίσωσι τὴν εἴσπραξίν των βεβαιότερον; Δὲν συλλογίζεσθε, ὅτι σήμερον εἰς τὰς ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας ἡ θεομηνία ἐνέσκηψε καὶ ἐξακολουθεῖ,—διότι χθὲς ἡ βροχὴ ἐπλημμύρησεν ὅλην τὴν Πελοπόννησον,—δὲν συλλογίζεσθε, λέγω, ὅτι οἱ ἔχοντες λαμβάνειν θὰ ὠφεληθῶσιν ἀπὸ τὴν εὐκαιρίαν τοῦ νόμου τούτου; Ἀντὶ νὰ σκεφθῶμεν, πῶς δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν ἀρωγοὶ τῶν γεωργῶν, συνδράμοντες αὐτοὺς, ἐσπεύσαμεν νὰ ψηφίσωμεν νόμον, ὅπως ἐκποιήσωμεν μίαν ὥραν ἀρχήτερον τὰ κτήματά των! Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ σκεφθῇ ὡρίμως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Θὰ μοὶ ἀντιτάξωσιν ἴσως, ὅτι τοῦτο γίνεται, ἵνα διευκολύνωμεν τὰ κεφάλαια. Καὶ δὲν μοὶ λέγετε, ποῖοι κεφαλαιοῦχοι θὰ ἔλθωσι νὰ δανείσωσι τοὺς κτηματίας καὶ γεωργοὺς εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰ ἰδιωτικὰ κεφάλαια; Ἡ Τράπεζα δὲν δανείζει, καὶ δὲν δανείζει διότι οἱ τίτλοι τῆς ἰδιοκτησίας δὲν εἶναι ἐκκαθαρισμένοι· ἡ Τράπεζα ἀπαιτεῖ τίτλους· καὶ ἀφοῦ δὲν δίδει αὕτη χρήματα, νομίζετε, ὅτι θὰ δώσῃ ὁ Εὐρωπαῖος κεφαλαιοῦχος; Ποῖος λοιπὸν θὰ δανείσῃ; Ὁ κεφαλαιοῦχος, ὁ μένων εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὁ τοκίζων 24%, καὶ ὁ ὁποῖος θὰ βλέπῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον νὰ γείνῃ κύριος τοῦ κτήματος τοῦ ὀφειλέτου. Τὰ κεφάλαια λοιπὸν, τὰ ὁποῖα ἐπιζητεῖτε, δὲν θὰ εἰσέλθουν· θὰ ἔλθουν εἰς τὴν πόλιν, ὅπου ὑπάρχουν μεγαλείτεραι εὐκολίαι, δὲν θὰ συντρέξωσι τοὺς κτηματίας τῶν ἐπαρχιῶν. Ὡς λοιπὸν προεῖπον, θὰ διευκολύνητε τοὺς τοκογλύφους εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν, ὅπως γείνωσι κύριοι τῶν κτημάτων ἀντὶ εὐτελεστάτης τιμῆς· διότι, ἐὰν σήμερον θέλητε εἰς οἱανδήποτε σταφιδοφόρον ἐπαρχίαν νὰ ἐκποιήσητε κτήματα, ἀγορασταὶ θὰ παρουσιασθῶσιν οἱ δανεισταί. Ἡμεῖς ἀντιπροσωπεύομεν ἐπαρχίας, καὶ ἔχομεν νὰ δώσωμεν λόγον τῶν πράξεών μας· πῶς θέλετε, ἐσπευσμένως, μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων, ἅτινα πραγματικὴ ἀνάγκη ὑπηγόρευσε, νὰ ψηφίσωμεν τοιαῦτα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔρχονται νὰ τελειώσωσι τὴν πλήρη καταστροφήν; Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συναινέσῃ, ὥστε νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θ’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ· δὲν μένει καιρὸς νὰ τελειώσωμεν τὰ κατεπείγοντα· ποία ἡ βία; Παρακαλῶ καὶ ἐλπίζω, ὅτι αἱ παρατηρήσεις μου θὰ γείνωσι δεκταί, ὥστε νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§89ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὴν γνώμην τῆς ἀναβολῆς ἐνισχύω. Ἐπαινῶν τὸν ζῆλον, ὃν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δεικνύει, ὅπως φέρῃ βελτιώσεις εἰς τὴν δικαστικὴν ἡμῶν νομοθεσίαν, ἔχω καθῆκον νὰ τῷ ἐκφράσω ὡς γνώμην τὴν συμβουλήν, ἵνα εἰς τοιαύτην ἐργασίαν ἀκολουθήσῃ τὸ ἀρχαῖον λόγιον «σπεῦδε βραδέως». Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον καλούμεθα σήμερον νὰ συζητήσωμεν, εἶναι δικονομικὸς καὶ ἐκ τῶν χρῃζόντων ὡς μείζονος ἐπιστημονικῆς ἐπεξεργασίας. Τὸν σκοπὸν, ὃν ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον, τοῦ νὰ ἁπλοποιήσῃ τὴν διαδικασίαν τῆς ἐκτελέσεως, βεβαίως ἀσπάζομαι, ὡς καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν συναδέλφων· ἀλλὰ τὴν κυρίαν ἰδέαν, ἐφ’ ἧς τὸ νομοσχέδιον στηρίζεται, ἐφαρμόζον τὴν εἰς τὴν Τράπεζαν χορηγηθεῖσαν προνομιακὴν διαδικασίαν ἐκτελέσεως εἰς τὰ ἰδιωτικὰ δάνεια, τὴν διαίρεσιν τῆς ἐκτελέσεως ἐπὶ ἀκινήτων εἰς ἐκτέλεσιν ἐκ δανείου ἠσφαλισμένου διὰ συμβατικῆς ὑποθήκης, καὶ ἐκτέλεσιν ἀπαιτήσεως μὴ ἐχούσης τοιαύτην ἐξασφάλισιν, δὲν τὴν ἀποδέχομαι. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἰδιώτου δανειστοῦ κεφαλαίων μικρῶν, τοκογλύφων κερδοσκοπούντων ἐπὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ κτηματίου ἢ τοῦ γεωργοῦ, καὶ τοῦ ἱδρύματος τοῦ ἀποστολὴν ἔχοντος τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἰδιοκτησίας, εἶναι καταφανής. Τὴν ἐκ τῆς διαφορᾶς ταύτης διάφορον διαδικασίαν, τὴν μαρτυροῦσαν τὴν διάφορον τοῦ νομοθέτου ἐμπιστοσύνην πρὸς τοὺς δανειστὰς ἐκείνους καὶ πρὸς τὴν Τράπεζαν, ἕκαστος ὑμῶν ἐννοεῖ· διὰ τοῦτο ὅ,τι ἐδόθη εἰς τὴν Τράπεζαν δὲν εἶναι εὔλογον νὰ δώσωμεν εἰς πάντας τοὺς δανείζοντας ἐπὶ ἐξασφαλίσει ἑαυτῶν διὰ τῆς τοῦ ὀφειλέτου ἀκινήτου κτήσεως. Αἱ ἀσφάλειαι, τὰς ὁποίας ἡ Τράπεζα λαμβάνει πρὶν δανείσῃ, ἡ πίστις, ἣν παρέχει, ὅτι δὲν κερδοσκοπεῖ ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας, ἡ βεβαιότης, ὅτι θὰ παράσχῃ ἀναβολὴν ἐκτελέσεως ἢ ἄλλης εὐκολίας εἰς τοὺς δανειζομένους ἐν τῇ ἐκπνεύσει τῆς προθεσμίας, ἥτις ὁρίζεται πρὸς ἐπιστροφὴν τοῦ δανεισθέντος ποσοῦ, δικαιολογοῦσι τὴν πρὸς τὴν Τράπεζαν παροχὴν τοιαύτης προνομιακῆς διαδικασίας· ἀλλ’ εἰς τὸν τοκιστήν, τὸν δανείζοντα ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ ὠφεληθῇ μέγαν τόκον, νὰ ἁρπάσῃ δὲ εἰς πρώτην εὐκαιρίαν τὴν περιουσίαν τοῦ δανειζομένου, δὲν δύναμαι νὰ ἐμπιστευθῶ μετὰ πλήρους πεποιθήσεως τὸ αὐτὸ ὅπλον ἐκτελέσεως, τὴν διαδικασίαν τῆς ἐκτελέσεως, τὴν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν παραχωρηθεῖσαν. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου, δείκνυται ὑπὸ τοῦ νομοθέτου μεγάλη μὲν εὐμένεια πρὸς τὰ κεφάλαια, κατ’ ἴσον δὲ λόγον μεγάλη δυσμένεια κατὰ τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας. Θέλοντες νὰ διορθώσωμεν τὸ κακὸν τῶν παρελκύσεων τῆς διαδικασίας τῆς ἐκτελέσεως, ἂν πράξωμεν τοῦτο ἄνευ ἐπισταμένης μελέτης, δυνατὸν νὰ περιπέσωμεν εἰς τὸ νὰ ἀφῶμεν τὴν ἀκίνητον κτῆσιν ἕρμαιον τοκογλυφικοῦ κεφαλαίου. Ἂν ἡ σημερινὴ διαδικασία ἦναι εἰς ὑπερβολὴν εὐμενὴς τῇ ἰδιοκτησίᾳ, οὐχὶ ἄνευ λόγου ἔκαμε τοῦτο ὁ νομοθέτης τῆς Δικονομίας· διότι διέγνω, ὅτι ἡ ἀκίνητος ἰδιοκτησία (μάλιστα ὡς ἦτο ἀβεβαία μετὰ τὸν ἀγῶνα) ἐδεῖτο μεγάλης μερίμνης καὶ προσοχῆς ὑπὸ τῶν δικαστηρίων· διότι εἶναι καὶ ἡ κυριωτάτη, ἂν μὴ ἡ μόνη, πηγὴ τοῦ ἐθνικοῦ τῆς Ἑλλάδος πλούτου. Ἀμφότεροι οἱ λόγοι οὗτοι, τὸ μὴ καθαρὸν τῆς ἰδιοκτησίας ὡς πρὸς τοὺς τίτλους τῶν κυρίων, καὶ ἡ ἀξία αὐτῆς ὡς τοῦ μόνου ἐδάφους τῆς ἐθνικῆς φιλοπονίας, ὑφίστανται, τὸ μὲν πρῶτον κατὰ τὸ πλεῖστον, ἡ δὲ δευτέρα ἐπὶ μᾶλλον ηὐξημένη, καθ’ ὅσον ἡ ἰδιωτικὴ ἐργασία ἐκτείνεται. Ἀλλὰ πλὴν τούτου νομοθετοῦμεν περὶ ἐκτελέσεως ἐν τῷ μέλλοντι διὰ δάνεια συναφθέντα ἤδη ἐν τῷ παρελθόντι, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει τὸν τοιοῦτον τρόπον ἐκτελέσεως. Πρῶτον ἀποτέλεσμα τῆς ἀποτόμου μεταβολῆς, ἣν προτείνει τὸ νομοσχέδιον, ἔσται, ὅτι ὅλοι οἱ ἰδιοκτῆται ἀγροτικῶν κτημάτων, ὧν οὐδεὶς σχεδὸν ἔχει τὸ κτῆμά του ἐλεύθερον ἀπὸ τοῦ βάρους συμβατικῆς ὑποθήκης, θέλουσιν ἴδει τοὺς δανειστὰς θέτοντας χεῖρα ἐπὶ τῶν κτημάτων των καὶ ἐντὸς βραχέος χρόνου λαμβάνοντας αὐτὰ, ἑαυτοὺς δὲ ἐστερημένους τοῦ πόρου τῆς ζωῆς των καὶ τοῦ μέσου τῆς ἐργασίας των. Εἰς οὐδεμιᾶς δὲ ἴσως νομοθεσίας τὴν ἱστορίαν θέλομεν εὕρῃ τόσον ἐσπευσμένην μεταβολὴν, τόσον πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν δυσμενῆ διαδικασίαν, ὅσον εἶναι ἡ τοῦ νομοσχεδίου· διότι πανταχοῦ καὶ προθεσμίαι μεγαλείτεραι δίδονται, καὶ εὐκολίαι μείζονες παρέχονται, καὶ ἐξασφαλίσεις πολλῷ ἀνώτεραι δίδονται. Αἱ βάσεις τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἡ διάκρισις μεταξὺ ἐνυποθήκων δανείων καὶ μὴ ἐνυποθήκων τοιούτων εἶναι συζητήσιμος καινοτομία, ὡς πολλὰς δεχομένη παρατηρήσεις καὶ δεινὰς ἔχουσα συνεπείας. Ἡ λεπτομερὴς τοιούτου νομοσχεδίου μελέτη, ἡ γνώμη τῶν δικαστικῶν Συμβουλίων, ἡ ἀπόφανσις τῶν ἐπιστημόνων, τῶν καὶ κατὰ θεωρίαν τοιοῦτον ἀντικείμενον μελετησάντων καὶ ἐν τῇ πράξει προσεκτικῶς αὐτὸ ἐξετασάντων, ἡ συζήτησις ἐν λεπτομερείᾳ πρέπει νὰ γείνῃ εὐρεῖα, ὅσον ἔνεστι, καὶ βεβαίως εὐρύτερον ἐκείνης, ἣν τὸ νομοσχέδιον μᾶς δεικνύει, ἢ μᾶλλον ἣν δὲν μᾶς δεικνύει ὁ εἰσηγούμενος αὐτὸ Ὑπουργὸς, ἄγνωστον διατί, τηρῶν μυστικὴν ταύτην. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ νὰ προβῇ εἰς ἐπιψήφισιν, εἶμαι ἀπαράσκευος καὶ ἀνίκανος νὰ ἐκφέρω γνώμην ἐπὶ τῶν βάσεων καὶ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἀπεκδύομαι πάσης διὰ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ εὐθύνης.
§90ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις ἔχω νὰ εἴπω. Ἐγὼ δὲν θ’ ἀποφανθῶ κατ’ οὐσίαν, ὅπως ὁ ἔντιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς, ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τουτέστι δὲν θὰ χαρακτηρίσω αὐτὸ ὡς ὠφέλιμον ἢ ὡς ἐπιζήμιον, διότι πᾶσα τοιαύτη κρίσις, ἀπὸ τοῦδε ἐκφερομένη περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, νομίζω, ὅτι εἶναι πρόωρος, καὶ εἶναι πρόωρος, διότι δὲν ἐδόθη ὁ ἀπαιτούμενος καιρὸς εἰς τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ὅπως μελετήσωσιν αὐτὸ, καὶ μορφώσωσι περὶ αὐτοῦ ἀκριβῆ ἰδέαν καὶ τελείαν πεποίθησιν· εἶμαι ὅμως ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ ἐντίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, διότι νομοσχέδια τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα μεταβάλλουσι νόμους ὀργανικοὺς τοῦ Κράτους, καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει καὶ ἐλπίζεται ὅτι θέλουσι λειτουργήσει καλῶς καὶ θέλουσι κρατήσει ἐπὶ μακροὺς χρόνους, χρῄζουσι βεβαίως τοιαύτης μελέτης, ὥστε καὶ τὸ Κοινοβούλιον νὰ ᾖ παρεσκευασμένον δι’ αὐτῆς, καὶ ἐν ἐπιγνώσει τῶν συνεπειῶν των νὰ ψηφίζῃ αὐτὰ, καὶ ἡ κοινωνία νὰ τὰ ἀποδεχθῇ ἐν τελείᾳ συνειδήσει τῶν ἐξ αὐτῶν γεννωμένων ὑποχρεώσεων. Παρ’ ἡμῖν μάλιστα, ὅπου δὲν ὑπάρχει Συμβούλιον Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον νὰ παρασκευάζῃ τὰς εἰσαγομένας εἰς τὴν Βουλὴν νομοθετικὰς μεταῤῥυθμίσεις καὶ τὰ νομοσχέδια, φρονῶ, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται τοιαύτη σπουδὴ περὶ τὴν εἰσαγωγὴν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον, ἀλλοιοῦσιν, ὀργανικοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ἐφρόνον μάλιστα καὶ φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ προκαλέσῃ τὴν μελέτην καὶ γνώμην καὶ τῶν δικαστηρίων αὐτῶν, καὶ δικηγορικῶν συλλόγων ἀκόμη, ἐπὶ τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσάγει εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὰ ὁποῖα θέλουσι τροποποιήσει διατάξεις κρατούσας ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου. Διὰ τοὺς λόγους τούτους εἶμαι ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ ἐντίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, περὶ ἀναβολῆς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου εἰς τὴν ἐρχομένην Σύνοδον.
§91ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Λυποῦμαι, μὴ δυνάμενος νὰ ἀποδεχθῶ τὴν γενομένην περὶ ἀναβολῆς πρότασιν. Οἱ ἔντιμοι προλαλήσαντες προέβαλον ὡς λόγον ἀναβολῆς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, πρόκειται νὰ μεταβάλῃ ὀργανικοὺς νόμους τοῦ Κράτους, λειτουργοῦντας ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ βασιλείου, πρόκειται νὰ καθιερώσῃ νέαν διαδικασίαν, ἥτις δύναται νὰ βλάψῃ τοὺς κτηματίας πρὸ παντός. Πρὸ παντὸς ὅμως δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν των οἱ προαγορεύσαντες, ὅτι συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, ἢ νομίζοντες ὅτι συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῶν κτηματιῶν, ἀκριβῶς ὁμιλοῦσι κατ’ αὐτῶν, διότι ὁ σκοπὸς, εἰς τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, εἶναι ἡ ἀνύψωσις τῆς κτηματικῆς πίστεως, σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι ἀκριβῶς νὰ πολεμηθῇ ἡ τοκογλυφία, νὰ πολεμηθῇ ἡ στρεψοδικία. Τὸ εἰσαγόμενον νομοσχέδιον δὲν εἶναι πρόωρον, δὲν εἶναι ἄωρον, εἶναι προϊὸν μελέτης, εἶναι ἀνάγκη πανθομολογουμένη, εἶναι ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν πάντες οἱ ἀσχοληθέντες εἰς τὰ τῆς κτηματικῆς πίστεως παρ’ ἡμῖν ἀνομολογοῦσι πρὸ πολλοῦ. Εἶναι γνωστὸν σήμερον, ὅτι τὰ ἰδιωτικὰ κεφάλαια δὲν προσφέρονται εἰς τὰ ἐνυπόθηκα δάνεια. Καὶ πράγματι, ἂν ὑπάρχωσιν ἰδιωτικὰ κεφάλαια, διατιθέμενα εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια, ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς ἐκείνους, οἵτινες εἴτε ἐπὶ μεγάλῳ τόκῳ δανείζουσιν, εἴτε τὸν τοκογλύφον ἐπαγγέλλονται· διότι, ἐν τῷ μεγάλῳ τόκῳ, τὸν ὁποῖον λαμβάνουσιν, ὑπολογίζουσι τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἤθελον διατρέξει κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν. Οἱ ἔχοντες διαθέσιμα κεφάλαια παρ’ ἡμῖν, πρὸ πολλοῦ ἀπέχουσι νὰ χορηγήσωσιν αὐτὰ εἰς κτηματικὰ δάνεια, διότι γινώσκουσιν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ τὰ ἐπαναλάβωσι, διότι γινώσκουσιν, ὅτι πρέπει νὰ ὑποστῶσι δίκας ἀτελευτήτους, μέχρις ὅτου κατορθώσωσι νὰ ἐπαναλάβωσι τὸ χρῆμα αὐτῶν. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν γινώσκουσιν, ἂν ἓν περιστατικὸν ἀποδεικνύῃ, ὅτι, ὅστις εἶχε τὴν ἀφέλειαν καὶ τὴν ἀγαθότητα νὰ χορηγήσῃ ἐνυπόθηκον δάνειον, δὲν κατώρθωσε νὰ ἐπαναλάβῃ αὐτὸ, εἰμὴ μετὰ παρέλευσιν 15 καὶ 20 ἐτῶν. Ἡ ἰδέα τῆς γενικεύσεως τῶν διατάξεων, αἵτινες ἐχορηγήθησαν ἀπὸ τοῦ 1859 εἰς τὰς Τραπέζας τὰς προνομιούχους, εἶναι πρὸ πολλοῦ ὑπὸ τῆς κοινωνίας παραδεδεγμένη· δὲν εἶναι προνόμιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἶναι δικαίωμα, χορηγούμενον εἴς τε ταύτην καὶ εἰς τὰς ἄλλας προνομιούχους Τραπέζας, πρὸς διευκόλυνσιν τῶν ἐνυποθήκων δανείων. Λειτουργεῖ ὁ νόμος οὗτος ἀπὸ τοῦ 1859, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τούτου παρεβλάφθησαν συμφέροντα κτηματιῶν, οἵτινες ἐδανείσθησαν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Διατάξεις λοιπὸν ἀπὸ τοῦ 1859 τεθείσας ἐν ἐνεργείᾳ, ἀπροσκόπτως λειτουργούσας, πρόκειται νὰ γενικεύσωμεν διὰ τὴν χορηγίαν τῶν ἐνυποθήκων δανείων· κατὰ τῆς γενικεύσεως δὲ τῶν διατάξεων τούτων προβάλλονται σήμερον ἐπιχειρήματα, ἀφορῶντα πρὸ πάντων εἰς τὸ συμφέρον ἢ εἰς τὸ δῆθεν συμφέρον τῶν κτηματιῶν. Προεβλήθη ὑπό τινος τῶν συναδέλφων ὡς ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν χορηγεῖ ἐνυπόθηκα δάνεια, διότι εἶναι ἁπανταχοῦ οἱ τίτλοι τῆς ἰδιοκτησίας ὄχι ἐκκαθαρισμένοι. Βεβαίως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν χορηγεῖ τοιαῦτα δάνεια, ἀλλὰ δύνανται νὰ χορηγήσωσιν οἱ κεφαλαιοῦχοι, οἵτινες γινώσκουσιν, ὅτι τὸ κτῆμα ἀνήκει εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἔχει ἀνάγκην νὰ δανεισθῇ, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ δανεισθῇ παρὰ τῆς Τραπέζης, διότι ἐκεῖ πρέπει νὰ προσαγάγῃ τίτλους ἰδιοκτησίας ἐκκαθαρισμένους,—πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ κατορθωθῇ πρὶν ἢ καταρτισθῇ τὸ κτηματολόγιον. Ὅσοι τῶν κατ’ ἐπαρχίας καὶ κατὰ τόπους κεφαλαιούχων ἐχορήγησαν ἐνυπόθηκα δάνεια, πάντες, ὅτε κατωρθώθη μετὰ δίκας νὰ εἰσπράξωσι ταῦτα, ἐτράπησαν εἰς τὴν ἀπασχόλησιν αὐτῶν εἰς χρεώγραφα καὶ εἰς ἄλλας ἀξίας ἐπὶ τόκῳ ἐλάσσονι ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἠδύναντο νὰ ἀπολαύσωσιν ἀπὸ τὰ ἐνυπόθηκα δάνεια. Εἶπον καὶ εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅτι ὁ τόκος ἀποτελεῖται ἐκ δύο στοιχείων, ἐκ τῆς προσόδου τοῦ χρήματος καὶ ἐκ τοῦ ἀσφαλίστρου. Ἡ πρόσοδος τοῦ χρήματος εἶναι ἡ αὐτὴ, εἴτε εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια, εἴτε εἰς κτήματα, εἴτε εἰς ἀγορὰν οἱασδήποτε ἀξίας διατεθῇ. Ἀλλὰ τὸ ἀσφάλιστρον παραλλάσσει, ἀναλόγως τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους τὸ κεφάλαιον ἤθελε διατρέξει. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον, ὅταν μὲν πρόκηται νὰ ζητήσητε δάνειον ἐπὶ ἐνεχύρῳ ἀξίας μὴ ὑποβαλλομένης εἰς ἀμφισβητήσεις, θέλετε εὕρει τὸ δάνειον τοῦτο ἐπὶ τόκῳ ἐλάσσονι· ὅταν δὲ ζητήσητε δάνειον ἐνυπόθηκον, θέλετε ὑποβληθῆ εἰς τόκον ἀσυγκρίτως μείζονα, διότι τὸ ἀσφάλιστρον εἶναι μεγαλείτερον. Ποῖος ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ, ὅτι εἰς τὰς ὀρεινὰς ἐπαρχίας ὁ τόκος ὑπερβαίνει πολλάκις καὶ τὸ 20%; Ὁ λόγος δὲ εἶναι ἁπλούστατος· διότι ἐκεῖ οἱ κίνδυνοι ὑπῆρχον, ὑπάρχουσι μέχρι τοῦδε μεγαλείτεροι, καὶ οἱ κίνδυνοι κυρίως προέρχονται ἐκ τῶν διατάξεων περὶ ἐκτελέσεως, τῶν καθιερωμένων ὑπὸ τῆς Πολιτικῆς ἡμῶν Δικονομίας, ἡ ὁποία λειτουργεῖ τῷ ὄντι ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ βασιλείου ἡμῶν, καὶ ἥτις ἐλήφθη ἀπὸ Δικονομίαν ἄλλων ἐθνῶν, γενομένην κατὰ τὸ 1769, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, Δικονομίαν, ἥτις δὲν ὑφίσταται σήμερον, ἀλλὰ μετεβλήθη. Ὁ ἔντιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος παρετήρησεν, ὅτι ἀλλαχοῦ περιβάλλουσι μὲ πολλὰς ἐγγυήσεις τοὺς κτηματίας καὶ δὲν ἀφίνουσιν αὐτοὺς ἐκτεθειμένους εἰς τὴν τοκογλυφίαν, ὅτι ἀλλαχοῦ αἱ ἐκτελέσεις ὑποβάλλονται εἰς προθεσμίαν μεγαλειτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον. Ἐγὼ γινώσκω τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής· γινώσκω τοὐναντίον, ὅτι ἁπανταχοῦ τῶν πεπολιτισμένων καὶ μᾶλλον ἡμῶν προηγμένων ἐθνῶν κατωρθώθη, ὥστε ἡ χορηγία τῶν ἐνυποθήκων δανείων νὰ γίνηται ὅπως γίνεται καὶ ἡ χορηγία ἐπὶ ἐνεχύρῳ ἀξίας ἢ ἐπὶ ἐνεχύρῳ τίτλων. Αἱ προθεσμίαι ἁπανταχοῦ ἠλαττώθησαν, διότι ἁπανταχοῦ ἐνόησαν, ὅτι αἱ ἰδέαι, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν προφύλαξιν τῶν κτηματιῶν ἢ τῶν ἐχόντων ἀνάγκην δανείων, εἶναι ἀπηρχαιωμέναι, ὅτι, αὐτὸ τοῦτο, καταστρέφουσιν, ὅτι, αὐτὸ τοῦτο, βλάπτουσι, διότι παρακωλύουσιν, ἀναιροῦσι πᾶσαν προσφορὰν ἐνυποθήκων δανείων. Παρ’ ἡμῖν ἡ ἰδιοκτησία ἀποβαίνει ἄχρηστος, διότι οὐδεὶς τῶν ἐχόντων ἰδιοκτησίαν, καὶ πρὸ πάντων ἀγροτικὴν, δύναται σήμερον νὰ δανεισθῇ, ὅταν μάλιστα δὲν ἔχῃ τίτλους ἐκκαθαρισμένους, ἵνα δανεισθῇ παρὰ τῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἅμα ἀφαιρέσητε τὴν ἀμφιβολίαν, τὴν σήμερον κρατοῦσαν, ὡς ἐκ τῶν διατάξεων περὶ ἐκτελέσεως, ἂν παράσχητε εἰς τὸν ἔχοντα κεφάλαια διαθέσιμα τὴν εὐκολίαν νὰ δύναται, ὅταν καταστῇ ληξιπρόθεσμον τὸ χορηγηθὲν ὑπ’ αὐτοῦ δάνειον, νὰ προβῇ εἰς ἐκτέλεσιν καὶ λάβῃ τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἐδάνεισε, βεβαίως οὗτος θέλει προτιμήσει, τὰ κεφάλαιά του νὰ τὰ ἀπασχολήσῃ εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια, καὶ δὲν θέλει προτιμᾷ, ὡς σήμερον, τὴν χρησιμοποίησιν αὐτῶν εἰς ἐνέχυρα τίτλων, ἢ καὶ εἰς τὴν παρακαταθήκην αὐτῶν εἰς τὰς Τραπέζας ἐπὶ τόκῳ ἐλάσσονι. Σήμερον δὲν δύναται ὁ ἔχων κεφάλαια νὰ τὰ διαθέσῃ εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια, εἰμὴ μόνον ὅταν ἐξ ἐπαγγέλματος μετέρχηται τὸν τοκογλύφον, διότι οὗτος εἶναι ἀπησχολημένος διαρκῶς εἰς τὴν πρόληψιν παντὸς ἐμποδίου, εἰς τὴν ἄρσιν παντὸς ἐμποδίου, τὸ ὁποῖον ἤθελε παρεμβληθῆ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν, ἐνῷ, ὅταν καταστήσητε τὴν ἐκτέλεσιν εὐχερῆ, ὅταν παράσχητε εἰς τὰ κεφάλαια τὰς εὐκολίας, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ καθιερώσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, αὐτὸς δὲν θὰ δύναται νὰ δανείζῃ ἐπὶ τόκῳ μεγάλῳ ὡς σήμερον, διότι θέλει ἀπαντήσει ἀνταγωνισμὸν παρὰ τῶν ἐχόντων διαθέσιμα κεφάλαια. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι εἰς πάσας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου ὑπάρχουσι κεφαλαιοῦχοι κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον δυνάμενοι νὰ διαθέσωσιν ἐπαρκῆ κεφάλαια εἰς χορηγίαν ἐνυποθήκων δανείων, ὅταν δὲν διατρέχωσι τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους σήμερον διατρέχουσι κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν. Τί δὲ νέον πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Τῷ ὄντι δὲν ἠδύνατο, εἰμὴ νὰ γείνῃ διάκρισις μεταξὺ τῶν συμβατικῶν ὑποθηκῶν καὶ τῶν μὴ τοιούτων. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὰς συμβατικὰς ὑποθήκας, ἀντεγράφησαν αἱ διατάξεις αἱ χορηγούμεναι εἰς τὰς προνομιούχους Τραπέζας. Οὐδεὶς ὑπάρχει κίνδυνος νὰ γένηται κατάχρησις ἐκ μέρους τῶν ἰδιωτῶν. Ὁποῖον συμφέρον ἤθελεν ἐπιδιώξει ὁ δανειστής, ἐπισπεύδων τὸν πλειστηριασμὸν ἐν ὥρᾳ, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν δύναται τὸ κτῆμα τοῦτο νὰ ἐπιτύχῃ τῆς προσηκούσης τιμῆς;
§92ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ πωληθῇ. Θὰ πάρῃ τὸ κτῆμα ὁ δανειστής.
§93ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην. Τὸ κτῆμα θὰ τὸ πωλήσῃ, ὅπως πᾶς δανειστής, ὅταν ἐν τῷ πλειστηριασμῷ ἐλπίζῃ, ὅτι θὰ δοθῇ ἡ προσήκουσα τιμὴ καὶ θὰ λάβῃ τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν εἰς τὸν ὀφειλέτην.
§94Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἂν δὲν παρουσιασθῇ πλειοδότης;
§95ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν θέλητε ἐκ παντὸς τρόπου νὰ προστατεύσητε τὴν στρεψοδικίαν, ἂν θέλητε νὰ προστατεύσητε ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος, δανεισθεὶς ἐπὶ ὡρισμένῃ προθεσμίᾳ, δὲν κατώρθωσε νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις, νομίζω, ὅτι δὲν προστατεύετε τὴν κτηματικὴν πίστιν. Διότι τί λέγετε εἰς τοὺς ἔχοντας κεφάλαια; «Προσέξατε, μὴ χορηγήσητε ἐνυπόθηκα δάνεια, διότι, ἂν τοιαῦτα χορηγήσητε, διὰ τῶν διατάξεων, τῶν κρατουσῶν σήμερον, τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας θὰ κατορθώσω ἐπὶ δεκαετίαν ὁλόκληρον νὰ σὲ ἔχω ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων μετέωρον!» Νομίζετε, ὅτι προστατεύετε τὸν κτηματίαν, διότι παρέχετε εἰς αὐτὸν τὴν εὐκολίαν νὰ μὴ πληρώσῃ, ὅταν τὸ χρέος του κατέστη ληξιπρόθεσμον, νὰ μὴ τὸ ἐξοφλήσῃ πρὸς τὸν δανειστήν; Νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ τοιαύτη τις ἰδέα, ἀφορῶσα εἰς τὴν ἄρνησιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ἕκαστος τῶν δανειζομένων. Πολλάκις ἐντεῦθεν ἐγένετο λόγος περὶ τῆς δημοσίας πίστεως, καὶ πάντες εἶπον, ὅτι ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπό τινων ἐν ἄλλῃ Συνόδῳ τῆς Βουλῆς ἰδέα περὶ τῆς ἀθετήσεως τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους ἦτο ἰδέα, τὴν ὁποίαν δὲν ἐπετρέπετο νὰ ῥίψωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰς Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον. Καὶ σήμερον ἔρχονται οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ νὰ ὑποστηρίξωσι τοῦτο, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν ὀφειλέτην νὰ ἀθετήσῃ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ἀπέναντι τοῦ δανειστοῦ.
§96ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἠθέτησε τὰς ὑποχρεώσεις του.
§97ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν καταστῇ τὸ χρέος του ληξιπρόθεσμον καὶ δὲν πληρόνῃ αὐτὸ, τί ἄλλο εἶναι ἢ ἀθέτησις ὑποχρεώσεως; Τί ἄλλο ἦτο ἡ πρότασις, ἡ ὑποβληθεῖσα εἰς ἄλλην ἐποχὴν, νὰ μὴ πληρωθῇ ἐγκαίρως ἡ ὀφειλομένη ἐκ τῶν χρεωλυσίων δόσις τοῦ Κράτους, ἀλλὰ νὰ πληρωθῇ ἴσως εἰς ἄλλον χρόνον; Τί ἄλλο ἔπραξεν ἡ Τουρκία, παρὰ τοῦτο, νὰ ἀναβάλῃ τὴν πληρωμὴν τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεωλυσίου τῶν ἑαυτῆς δανείων; Ἀκριβῶς εἶναι ἀθέτησις ὑποχρεώσεως. Ὅταν τις δανείζηται, καὶ δανείζηται ἐπὶ ὡρισμένῃ προθεσμίᾳ, πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι θὰ πληρώσῃ κατὰ τὴν λῆξιν αὐτῆς. Ὑμεῖς θέλετε ἐκ παντὸς τρόπου νὰ προστατεύσητε ἀκριβῶς τὴν ὑπεκφυγὴν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν· οὕτω δὲ, συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῆς ἰδέας αὐτῆς, ἀκριβῶς καταστρατηγεῖσθε τῶν συμφερόντων τῶν κτηματιῶν, διότι δὲν δύνανται σήμερον νὰ δανείζωνται εὐκόλως, ὅπως θέλουσιν εὐκόλως δανείζεσθαι, ἂν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μεταβληθῇ εἰς νόμον. Προκειμένου λοιπὸν περὶ συμβατικῶν ὑποθηκῶν, χορηγοῦνται πᾶσαι αἱ διατάξεις, αἵτινες ἐχορηγήθησαν εἰς τὰς προνομιούχους Τραπέζας. Προκειμένου δὲ περὶ μὴ τοιούτων, ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ γίνηται, ὅπως καὶ μέχρι τοῦδε, κατάσχεσις διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος, πᾶσαι δὲ αἱ ὑπόλοιποι διατάξεις συναρμολογοῦνται κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε ἡ διαδικασία τῆς ἐκτελέσεως νὰ ἦναι κατὰ τὸ πλεῖστον ὁμοιόμορφος. Τὸ νομοσχέδιον προνοεῖ καὶ περί τινων ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἡ πεῖρα κατέδειξε. Σήμερον ὁ ἀναδεικνυόμενος ἐπὶ δημοσίου πλειστηριασμοῦ ἀγοραστὴς ἑνὸς κτήματος καὶ καταθεὶς τὸ τίμημα αὐτοῦ εἰς τὸν ἐπὶ τοῦ πλειστηριασμοῦ ὑπάλληλον, —ἢ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, κατὰ τὸν νόμον τὸν τελευταίως ψηφισθέντα, —διατρέχει τὸν κίνδυνον νὰ μὴ δύναται νὰ λάβῃ τὴν κατοχὴν τοῦ κτήματος αὐτοῦ ἴσως ἐπὶ πέντε ἢ καὶ δέκα ἔτη, διότι θέλει εὑρεθῆ ἀπέναντι κατόχου τοῦ κτήματος, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ὀφειλέτης, ἀλλ’ εἶναι κατ’ αὐτὸν ἢ κατ’ ἐκεῖνον τὸν τρόπον δικαιοπάροχος τοῦ ἀρχικοῦ ἰδιοκτήτου. Τοῦτο δὲ συνέβη ἀκριβῶς καὶ εἰς πλειστηριασμοὺς ἀναγκαστικοὺς, ἐπισπευσθέντας ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀφοῦ ὁ ἀγοραστὴς κατέθηκε τὸ τίμημα, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν περίληψιν τῆς κατακυρωτικῆς ἐκθέσεως, ἥτις ἀποτελεῖ τὸν τίτλον τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ, πρέπει νὰ παρασχεσθῇ εἰς αὐτὸν ἡ εὐκολία νὰ δύναται νὰ λάβῃ εἰς τὴν κατοχήν του τὸ κτῆμα, τὸ ὁποῖον ἠγόρασε. Πᾶσαι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἀκριβῶς εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀφορῶσι, νὰ ἄρωσι πάντα τὰ ἐμπόδια, ὅσα καθιστῶσι δύσκολον τὴν χορηγίαν ἐνυποθήκων δανείων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σκοπεῖ νὰ ἀνυψώσῃ τὴν κτηματικὴν πίστιν, νὰ ἐμπεδώσῃ τὴν κτηματικὴν πίστιν κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ δύναται νὰ χρησιμοποιῆται καὶ παρ’ ἡμῖν, ὅπως καὶ παρ’ ἄλλοις ἔθνεσιν, ἡ ἀκίνητος ἰδιοκτησία.
§98ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μίαν ἐρώτησιν, παρακαλῶ, εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου θὰ ἔχωσιν ἐφαρμογὴν καὶ ἐπὶ τῶν τετελεσμένων συμβάσεων, ἐπὶ τῶν ἐνυποθήκων δανείων, ἢ ἐπὶ τῶν τετελεσμένων συμβολαίων ἐν γένει; ἢ ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς θέλουσιν ἐφαρμοσθῆ;
§99ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τῶν ἀρξαμένων ἤδη ἐκτελέσεων, ἀλλ’ αἱ ἄλλαι ἐκτελέσεις θέλουσι περατωθῆ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰς ἀρξαμένας ἐν τῷ μέλλοντι ἐκτελέσεις θέλουσιν ἐφαρμοσθῆ αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου.
§100ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὥστε ἐφ’ ὅλων τῶν συμβολαίων τῶν ἐν Ἑλλάδι, τετελεσμένων καὶ μελλόντων, θέλουσιν ἐφαρμοσθῆ αὐταὶ αἱ διατάξεις. Δηλαδὴ ὁ νόμος θὰ ἔχῃ ὀπισθοδρομικὴν δύναμιν. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§101ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ βαρὺ καὶ ἀπότομον τῆς ἀποστροφῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς τοὺς ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς ὁμιλήσαντας καὶ ὁμιλήσοντας θὰ κατανοήσῃ, ἐλπίζω, ἄνευ τῆς ἀναπτύξεως ἡμῶν. Καὶ ἂν ἔλεγον, ὅτι πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ ὑπάρχουσα διαδικασία, καὶ τότε δὲν ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ, ὅτι προστατεύω τὴν στρεψοδικίαν. Ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο ἔλεγον, πάλιν ἤθελον εἴπει εἰς τὸν χαρακτηρίζοντα ὡς ὑποστήριξιν τῆς στρεψοδικίας τὴν ὑποστήριξιν τῆς ὑφισταμένης διαδικασίας, ὅτι ἀγνοεῖ καὶ ταύτην ἐντελῶς καὶ τὴν ἱστορίαν τῆς ἐφαρμογῆς της, ἤτοι τὰ γενόμενα ἐν τῇ διαδικασίᾳ τῆς ἐκτελέσεως μέχρι τοῦδε σφάλματα ἢ ἄτοπα καὶ τὰ αἴτια αὐτῶν, ἐξ ὧν φαίνεται, ὅτι τὰ καταδειχθέντα ἄτοπα δὲν ὀφείλονται τόσον εἰς τὴν στρεψοδικίαν τῶν δυστρόπων διαδίκων, ὅσον εἰς τὴν παρανόησιν τῶν νόμων ἐκ μέρους τῶν ἐφαρμοσάντων καὶ ἐφαρμοζόντων αὐτοὺς δικαστηρίων καὶ δικαστῶν· διότι, ἂν οἱ Πρόεδροι φειδωλῶς ἔδιδον ἀναστολὰς, ἂν τὰ δικαστήρια προσηκόντως ἐξετίμων τὰς ἐγειρομένας ἐπὶ δίκης περὶ τὴν διαδικασίαν τῆς ἐκτελέσεως καὶ προτεινομένας ἐνστάσεις, βεβαίως οὐδεὶς θὰ ὑπῆρχε λόγος νὰ σκεφθῶμεν περὶ μεταβολῆς τῆς διαδικασίας ταύτης. Ἐν τούτοις ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι ἐσμὲν τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει ν’ ἁπλοποιηθῇ κυρίως ὡς πρὸς τὰς δαπάνας ἡ διαδικασία τῆς ἐκτελέσεως, καὶ ἐζητήσαμεν περὶ τούτου νὰ κληθῇ ὅλος ὁ δικαστικὸς κόσμος νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του, ὅπως γίνεται, προκειμένου περὶ δικαστικῶν νομοσχεδίων, εἰς ἅπαντα τὰ Κράτη, τὰ ὑπὸ θεσμῶν ἐπιστημονικῶς συντεταγμένων διεπόμενα, εἰς πάντα τὰ Κράτη, τὰ νοοῦντα καὶ σεβόμενα τῆς ἐπιστήμης τὰς γνώμας. Τὰ διοικητικὰ νομοσχέδια, ἐκεῖνα, ὧν τὴν ἐφαρμογὴν καὶ τὴν ἑρμηνείαν ἔχει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, εὔκολον εἶναι νὰ ψηφίζωνται ὑπὸ Βουλῶν, καλουμένων ὑπὸ πολιτικῆς εἰς τοῦτο ἀνάγκης, καὶ νὰ διορθῶνται ταχέως, χωρὶς νὰ ἐπέρχηται μεγάλη ζημία· ἀλλ’ οἱ νόμοι, ὅσοι παραδίδονται εἰς πάντας τοὺς πολίτας, εἰς πάντα κλητῆρα, συμβολαιογράφον ἢ δικολάβον, πρὸς ἐκτέλεσιν, καὶ καθ’ οὓς τὰ σφάλματα τούτων ὑπέχει διὰ χρηματικῶν ζημιῶν ὁ πολίτης, δὲν δύναται δὲ νὰ ὁδηγήσῃ τὴν ἐφαρμογήν των οὐδεὶς, πλὴν τῶν δικαστηρίων, —καὶ ταῦτα μετὰ τὴν ἐπέλευσιν τῆς ζημίας, —οἱ νόμοι, ὅσοι διὰ μιᾶς καταλαμβάνουσι τὴν περιουσίαν ὅλων τῶν ἰδιωτῶν, εἶναι δίκαιον νὰ μελετῶνται, πρὶν εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ μελετῶνται οὕτως, ὥστε νὰ ἦναι ἐκ τῶν προτέρων βέβαιον, ὅτι συνελέγησαν ὅλων αἱ γνῶμαι καὶ ὅλαι αἱ πληροφορίαι, ὧν πόρισμα νὰ ἦναι ὁ κανὼν, ὅστις διατυποῦται εἰς νόμον. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἔχω γνώμην ὑπὲρ τῆς ἁπλοποιήσεως τῆς διαδικασίας, ἀλλ’ ὅτι ἡ μελέτη τοιούτων νομοσχεδίων οὔτε ἐπὶ γόνατος, οὔτε ὑπὸ πέντε ἀνθρώπων, οὔτε ὑπὸ κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς δύναται νὰ γείνῃ, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐν διαστήματι δύο ἢ τριῶν μηνῶν. Θέλετε νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν γνώμην τῶν Ὑπουργῶν, ὅσοι ἐζήτησαν ἀληθῶν ἐπιστημόνων τὴν γνώμην περὶ δικαστικῶν νομοσχεδίων, ἵνα σᾶς εἴπωσιν, ὅτι οἱ ἀληθεῖς ἐπιστήμονες ἐβράδυναν ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους, ἵνα διατυπώσωσι τὴν γνώμην, ἥτις ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ νόμος; Θέλετε νὰ σᾶς εἴπω, τί γίνεται εἰς ὅλα τὰ Κράτη διὰ τὴν ἐλαχίστην μεταβολὴν, καὶ ποία προεπεξεργασία ἐπιστημονικὴ γίγνεται, πρὶν εἰσαχθῶσιν εἰς νομοθετικὰ σώματα δικαστικὰ νομοσχέδια; Θὰ σᾶς ἔλεγον πολλὰ καὶ πᾶσι τοῖς περὶ τοὺς νόμους ἀναστρεφομένοις πασίγνωστα πράγματα. Ὁ ἐπιστήμων, ὅστις ἤθελεν ἐργασθῆ ἐπί τινος δικαστικοῦ νομοσχεδίου, πρέπει νὰ μελετήσῃ διὰ μακρῶν καὶ νὰ σταθμίσῃ πάσας τὰς νομοθεσίας, τὰς περὶ αὐτῶν ἀποφάσεις τῶν νομοδιδασκάλων, καὶ τὰς ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων, καὶ πρὸς ταῦτα νὰ λάβῃ τὴν γνώμην ὅλων τῶν ἐν τῷ τόπῳ εἰδικῶν ἀνδρῶν, ὅσοι, ἐφαρμόσαντες τὸν τροποποιούμενον νόμον, ἐννοοῦν, ποῦ κεῖται τὸ ἀληθὲς σφάλμα αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξετάζει τὸ ζήτημα ἀπὸ καθαρῶς οἰκονομικῆς, οὕτως εἰπεῖν, καὶ οὐχὶ ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ὄψεως· ἐξετάζει δὲ αὐτὸ καὶ ἀπὸ μονοπλεύρου οἰκονομικῆς ὄψεως, ἤτοι τῆς χρηματιστικῆς, τῆς τοῦ κεφαλαίου προστασίας, οὐχὶ δὲ καὶ τῆς ἀληθοῦς οἰκονομικῆς βάσεως, τῆς ἀκινήτου κτήσεως. Εἶπε: «θέλω νὰ ἐνισχύσω τὴν πίστιν τῶν κτηματιῶν, θέλω τὰ κεφάλαια νὰ προσέρχωνται εἰς τὰ κτήματα, θέλω τὰ κτήματα νὰ ἔχωσι τὴν ἀξίαν των». Θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργόν: ἠξεύρει, ὅτι τὰ 95/00 τῆς ἀκινήτου κτήσεως, ἀγροτικὰ ἢ ἀστικά, δὲν εἶναι ἐλεύθερα ὑποθηκῶν; Ἠξεύρει, ὅτι τὸ κεφάλαιον προσέρχεται εἰς τὴν ἀκίνητον κτῆσιν, οὐχὶ πάντοτε ἵνα συντρέξῃ αὐτήν, ἀλλ’ ἵνα τὴν ἀποῤῥοφήσῃ; Ἂς ἐρωτήσῃ τὰς ἐμπορικὰς ἐπαρχίας τῶν Πατρῶν, τῆς Ἠλείας, τοῦ Αἰγίου, ἔχουσι κτήματα ἐλεύθερα ὑποθηκῶν;
§102ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὄχι.
§103ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Νομίζει, ὅτι ἐκ στρεψοδικίας μόνον ὁ ὀφειλέτης δὲν δίδει τὸν τόκον ἐμπροθέσμως; Μία θεομηνία, μία χάλαζα, μία βροχὴ δύναται νὰ τὸν καταστήσῃ ἀνίκανον νὰ πληρώσῃ. Καὶ ὅταν ἦναι σήμερον βεβαιωμένον, ὅτι τὰ πλείονα δάνεια ἐπὶ τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων ἔχει ὄχι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἀλλὰ ὁ ἰδιώτης ὁ τοκογλυφῶν, ὁ ἰδιώτης ὁ φιλοδοξῶν νὰ γείνῃ μέγας κτηματίας, πῶς διὰ μιᾶς παραδίδομεν εἰς αὐτὸν πᾶσαν τὴν εὐκολίαν, ὅπως ἐντὸς διμήνου πωλήσῃ τὴν περιουσίαν τοῦ ἰδιοκτήτου; Ἄνευ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον προνοεῖ μόνον περὶ ταχυτέρας πωλήσεως, εἶναι ὑποβεβλημένα ἤδη τὰ κτήματα αὐτὰ εἰς ὑποθήκην, ἀπέκτησαν ἤδη οἱ δανεισταὶ πραγματικὰ δικαιώματα πρὸς ἐκποίησιν αὐτῶν ἐπὶ τόκῳ οὐχὶ μικρῷ, καὶ ἅμα εἰς τὰ τοιαῦτα δάνεια παράσχητε εὐκολίας νὰ μεταβληθῶσιν εἰς κτήματα, δὲν μένει, εἰμὴ διμηνία, ἵνα γυμνωθῶσιν οἱ γεωργοὶ καὶ οἱ μὴ εὐποροῦντες κτηματίαι ὑπὲρ τῶν τοκογλύφων. Αὐτῶν τῶν δανείων τὴν προστασίαν ἐπαγγέλλεται τὸ νομοσχέδιον; Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι προτίθεται νὰ ἐνισχύσῃ τὴν πίστιν τῶν κτηματιῶν καὶ τὴν καθόλου κοινωνικὴν οἰκονομίαν. Νομίζω, ὅτι ὁ σκοπὸς οὗτος θέλει ἀποτύχει, καὶ θέλει ἐπέλθει ὅλως ἀντίθετον ἀποτέλεσμα. Διατί; Διότι, ὅταν πολλὰ κτήματα περιέλθωσιν εἰς τοὺς τοκογλύφους, ἀφαιρούμενα ἀπὸ τῶν γεωργῶν, τῶν δι’ ὅλου τοῦ βίου των ἀσχολουμένων εἰς τὸ νὰ καταστήσωσιν αὐτὰ παραγωγικώτερα, ὅταν τὰ κτήματα περιέλθωσι, πολλὰ ὁμοῦ, εἰς χεῖρας κεφαλαιούχων, ἀφαιρούμενα ἀπὸ τῶν γεωργῶν, τότε θέλει ἐλαττωθῆ καὶ ἡ καλλιέργειά των, θέλει ἐλαττωθῆ ἡ ἐθνικὴ κτηματικὴ πρόσοδος, θέλει καταπέσει δὲ καὶ ἡ πίστις τῆς ἀγροτικῆς περιουσίας. Ἀλλὰ καὶ πόσα ἄλλα δύνανται νὰ γεννηθῶσιν ἀτοπήματα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοιαύτης διαδικασίας; Πῶς δύναμαι νὰ τὰ προΐδω, ἀφοῦ μόλις ἠδυνήθην ἅπαξ μόνον μέχρι τοῦδε καὶ ἐσπευσμένως νὰ ἀναγνώσω τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ, ἵνα μελετηθῇ, ἀπῄτει χρόνον, ὃν αἱ σημεριναὶ ἡμῶν ἐργασίαι δὲν μοὶ ἀφίνουσιν; Ὡς βέβαια παρατηρῶ δύο τινὰ περὶ τῆς ὑφισταμένης διαδικασίας τῆς ἐκτελέσεως, τὸ μὲν, ὅτι αἱ δαπάναι τῆς ἐκτελέσεως εἶναι πολυμεγάλαι, τὸ δὲ, ὅτι ἡ κακὴ ἐφαρμογὴ τῆς διαδικασίας τῆς ἐκτελέσεως, αἱ καταχρήσεις, αἱ γενόμεναι περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ περὶ αὐτῆς νόμου ὑπὸ τῶν δικαστηρίων, δικαιολογοῦσι νομοθετικὸν μέτρον πρὸς ἄρσιν τῶν κακῶν τούτων, χωρὶς νὰ ἐλαττῶνται ὑπὲρ τῶν κτημάτων ἐγγυήσεις, ἃς ἡ νῦν διαδικασία τῆς ἐκτελέσεως παρέχει. Τοῦτο δέον νὰ γείνῃ μετὰ προηγουμένην πρὸς μελέτην πρόσκλησιν ὅλων ἐκείνων, οἵτινες δύνανται νὰ συνεισφέρωσιν εἰς τὴν ἀποτέλεσιν νόμου, ὅστις νὰ διαρκέσῃ, ὅστις νὰ μὴ βλάψῃ, ὅστις νὰ ἦναι εὔληπτος καὶ νὰ μὴ μακρύνηται τῶν συνηθειῶν τοῦ τόπου· διότι πᾶς τις πρέπει νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι νόμος δικαστικὸς πρέπει νὰ γείνῃ τοιοῦτος, ὥστε νὰ ἦναι μακρόβιος, διὰ νὰ ἦναι δὲ μακρόβιος, πρέπει νὰ μελετηθῇ καλῶς καὶ ἐπιστημονικῶς, καὶ νὰ μὴ φανῇ ἔχων τρωτὰ μέρη ἐν τῇ πρώτῃ αὐτοῦ ἐφαρμογῇ· διότι πολὺ μεῖζον κακὸν ἔσται ἀποτυχία τοιούτου νόμου εἰσαγομένου ἢ ἡ διατήρησις ὑπάρχοντος, οὗ τὰ ἐλαττώματα ἐγνώσθησαν ἤδη ὑπὸ τῶν δικαστηρίων, ἅτινα ἤρξαντο καλῶς ἑρμηνεύοντα αὐτόν. Ἂς ἐννοηθῇ, ὅτι μεῖζον κέρδος εἶναι ἡ σταθερότης νομοθεσίας, ἔστω καὶ κατά τι ἀτελοῦς, ἢ τὸ εὐμετάβολον τοιαύτης, τοιαύτην καθολικὴν ἀξίαν ἐχούσης, οἵα ἡ εἰς τὴν διαδικασίαν τῆς ἐκτελέσεως ἀφορῶσα, ἡ ὁποία θὰ συνεπαγάγῃ μεγάλην ζημίαν εἰς τὰ συμφέροντα. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ μελετήσῃ τὴν πρότασιν ἡμῶν, ὅπως μετὰ μελέτην εἰδικῶν ἀνδρῶν, καὶ ἀφοῦ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τοῦ δικαστικοῦ καὶ ἐπιστημονικοῦ ἡμῶν κόσμου, χωρὶς νὰ σπεύδῃ, φέρῃ βραδύτερον νομοσχέδιον, περὶ οὗ, ἐπαναλαμβάνω, νὰ κληθῶσι καὶ φέρωσι γνώμην ὅσοι εἰσὶν ἁρμόδιοι, φέρωσι δὲ γνώμην τοιαύτην μετὰ μελέτην ἐπισταμένην καὶ ἠτιολογημένως, ἵνα τότε ἡ Βουλὴ ἔχῃ ὕλην ἐπαρκῆ, ὥστε, ἐρχομένου εἰς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ δύναται ὡρίμως καὶ ἐν ἐπιγνώσει νὰ ψηφίσῃ αὐτό. Μίαν παρατήρησιν ποιοῦμαι, ὅτι τὴν διαδικασίαν αὐτὴν περὶ τῆς ἐκτελέσεως διὰ κατασχέσεως καὶ ἐκποιήσεως κτημάτων ὑποβεβλημένων διὰ συμβάσεως εἰς ὑποθήκην, τόσον ἁπλῆν, ὅσον τὴν θεωρεῖ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν πιστεύω νὰ εὕρῃ τις εἰς δικονομίαν Κράτους εὐρωπαϊκοῦ, καλῶς συντεταγμένου. Ἡ δικονομία ἡ Ἰταλικὴ, ἥτις εἶναι ἐκ τῶν νεωτάτων, ἔχει διαδικασίαν ἐκτελέσεως, ἣν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐφορεύει ἀπ’ ἀρχῆς, καὶ ἥτις ἐξασφαλίζει τὴν ἀκίνητον κτῆσιν, ἐπίσης καὶ τὸν δανειστήν. Ἐκεῖ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία καθ’ ὅλα τὰ στάδια τῆς ἐκτελέσεως, ἀπὸ τῆς πρώτης αἰτήσεως πρὸς κατάσχεσιν, ἀφ’ ἧς τὸ δικαστήριον διορίζει τὸν πραγματογνώμονα, ὅστις θέλει περιγράψει καὶ ἐκτιμήσει τὸ κατασχεθησόμενον κτῆμα, μέχρι τέλους παρίσταται καὶ διευθύνει. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, μένει σχεδὸν κύριος διαχειριστὴς τῆς διαδικασίας. Τίς, νομίζετε, περιγράφει τὸ κτῆμα καὶ ἐκτιμᾷ αὐτὸ, κατὰ τὸ νομοσχέδιον; Ὁ δανειστής· καὶ ἂν ἡ διαδικασία αὕτη δὲν ἦναι τελεία...
§104ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ὀφειλέτης.
§105ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐννοεῖται κατὰ τὴν ὑποθήκευσιν ὅτι τὸ περιγράφει ὁ ὀφειλέτης· ἀλλ’ ἕως τώρα ἡ περιγραφὴ εἶναι τυπικὴ εἰς τὰ δανειστικὰ συμβόλαια, καὶ ἐκτίμησις τοῦ κτήματος δὲν γίγνεται εἰς αὐτά. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὴν περιγραφὴν δύναται νὰ κάμῃ ὁ δανειστής, ὁρίζων καὶ τὴν ἔκθεσιν διὰ τοῦ «ὡς ἔγγιστα». Δὲν δύναται νὰ ἔχῃ παράπονον ὁ ὀφειλέτης. Ἂν ὁ δανειστής, ἀντὶ νὰ προσδιορίσῃ τὴν ἔκτασιν ἀκριβῶς, τὴν προσδιορίσῃ ὡς ἔγγιστα, ἀρκεῖ, ἡ διαδικασία εἶναι ἔγκυρος, ὁ δικαστὴς δὲν δύναται νὰ παρέμβῃ. Εἴχετε ὑπ’ ὄψιν, τί ὁρίζει διὰ τὴν Τράπεζαν ὁ εἰδικὸς περὶ τούτου νόμος; ἀλλὰ ἡ Τράπεζα δὲν πράττει οὕτως. Αὕτη, ὅταν δανείζῃ, καταμετρεῖ τὸ κτῆμα καὶ τὸ ἐκτιμᾷ δι’ εἰδικῶν πραγματογνωμόνων, καὶ τὸ περιγράφει δι’ εἰδικοῦ ἀρχιτέκτονος· ὥστε πρὶν τὸ κατάσχῃ ἔχει εἰς τὸ κατάστημά της καὶ τὰ σχέδια καὶ τὰς περιγραφὰς καὶ τὴν ἐκτίμησιν, ἅπερ ἔχει λάβει διὰ τῆς τοῦ δανεισμοῦ συμβάσεως. Σήμερον τὰ πλεῖστα τῶν ὑποθηκευμένων κτημάτων δὲν περιγράφονται ἐν τοῖς συμβολαίοις ἢ τυπικῶς καὶ ἀτελῶς, ὥστε ἐπὶ τῆς ἐν αὐτοῖς περιγραφῆς δέον νὰ στηριχθῇ ἡ ἐπιταγὴ, ἡ ἀναπληροῦσα τὴν ἔκθεσιν τῆς κατασχέσεως καὶ ὁδηγοῦσα τὸν ἀγοραστὴν, ὅπως προσέλθῃ εἰς τὴν πώλησιν. Ταῦτα τὰ ὀλίγα προχείρως σημειῶ, ἀντὶ τῶν πολλῶν, ἅτινα ἠδύνατο ἐπισταμένη τοῦ νομοσχεδίου ἀνάλυσις νὰ δείξῃ. Βεβαίως, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἰδέα καὶ ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι δέον νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ ἁπλοποίησις τῆς διαδικασίας τῆς ἐκτελέσεως, εἶναι ὀρθή· ἀλλ’ ἐὰν νομίζῃ, ὅτι τοιοῦτον σκοπὸν ὑπηρετεῖ τὸ νομοσχέδιόν του, ἀπατᾶται, καὶ θὰ τὸ ἴδῃ, ἂν ἀφήσῃ καιρὸν εἰς τοὺς δυναμένους νὰ κρίνωσι, νὰ φέρωσι τὰς ἐπ’ αὐτοῦ κρίσεις των, ὅπερ ἐλπίζω ὅτι θέλουσιν εὑρεθῆ ἐπιστήμονες νὰ πράξωσιν, ἂν τὸ νομοσχέδιον θεωρήσωσι συζητήσεως ἐπιδεκτικόν.
§106ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀποκρούει τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς, θέλων νὰ ὑποδείξῃ ἓν συμφέρον τῶν κτηματιῶν, διότι βεβαίως, προκειμένου περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποβλέπει εἰς τὸ διοικητικὸν μέρος τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καθαρῶς κανονίζει ἰδιωτικὰ συμφέροντα, πρέπει νὰ ὑποδεικνύηται καὶ τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευσε καὶ ἐπέσπευσε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ὑπέδειξε λοιπὸν ἓν συμφέρον, καὶ τὸ συμφέρον αὐτὸ εἶναι τῶν κτηματιῶν. Πρὶν ἢ ἀναπτύξῃ τοὺς λόγους καὶ ἀποδείξῃ, ὅτι πρόκειται περὶ συμφέροντος τῶν κτηματιῶν, ὡς ἀντιπρόσωπος ἐπαρχίας, ἡ ὁποία περιέχει σπουδαιότατα κτήματα, καὶ ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει μέγαν ἀριθμὸν κτημάτων, τὸν εὐχαριστῶ διὰ τὴν ἀγαθήν του προαίρεσιν, ἀλλὰ δὲν δέχομαι τὴν πρότασίν του· προκαλῶ δὲ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, ἐὰν διαφωνῶσι πρὸς ἐμὲ, νὰ τὸ δηλώσωσιν· ἐὰν ἔχωσι λόγους νὰ πιστεύωσιν, ὅτι τὸ συμφέρον τῶν κτηματιῶν ὑπαγορεύει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἂς ἀποκρούσωσι τὴν πρότασίν μου, καὶ ἂς συμφωνήσωσι μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Οἱ κτηματίαι δὲν ὠφελοῦνται· τὸ συμφέρον τῶν κτηματιῶν δὲν ὑπηγόρευσε τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἐκδηλώσεις ὑπὲρ τούτου ὑπ’ οὐδενὸς ἐγένοντο, καὶ ὅταν ἔρχωνται ζητήματα τοιαῦτα νομοθετικὰ, ὑποτίθεται, ὅτι προκαλοῦνται ἀπὸ περιστάσεις κοινωνικῶν ἀναγκῶν καὶ ἀπὸ παραστάσεις, αἵτινες ἐβεβαιώθησαν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐῤῥίφθη εἰς τὴν Βουλὴν εἰς στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν πᾶν ἄλλο ἐσκεπτόμεθα ἢ τοῦτο. Ἐνταῦθα ἤλθομεν ὅλοι μὲ ἰδέας γενικωτέρας, καὶ ἐνῷ ἐργαζόμεθα, ἀσχολούμενοι ἀνενδότως εἰς τὸ κύριον ἡμῶν ἔργον, δι’ ὃ προωρίσθημεν, αἴφνης βλέπομεν ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τροποποιεῖ καὶ ἐπηρεάζει τὰ συμφέροντα τῶν ἐντολέων μας, καλούμεθα δ’ ἐν τῇ ἀνεμοζάλῃ ταύτῃ νὰ τὸ ψηφίσωμεν ἐσπευσμένως. Τὰ κεφάλαια ἐπλημμύρησαν τὴν Ἑλλάδα, καὶ δὲν τολμῶσι νὰ τοποθετηθῶσιν εἰς τὰ κτήματα. Ἡμεῖς ζητοῦμεν δάνειον ἐσωτερικὸν δέκα ἑκατομμυρίων, καὶ δὲν τὸ εὑρίσκομεν, μὲ ὅλας τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας τὸ Δημόσιον παρέχει, καὶ λέγομεν, ὅτι ἐπλημμύρησαν τὰ κεφάλαια! Δὲν λέγονται ταῦτα, Κύριοι, σπουδαίως, καὶ δὲν πρέπει νὰ λέγωνται. Σᾶς ἔγεινε καμμία παράστασις ἐκ μέρους τῶν κτηματιῶν; ἐπαρουσιάσθη κἀμμία ἀνάγκη, ἡ ὁποία ὑπέδειξε τὴν ἔλλειψιν ταύτην, καὶ ὅτι τὰ κεφάλαια ἄνευ τῆς προτεινομένης θεραπείας δὲν τολμῶσι νὰ ἐξέλθωσιν ἀπὸ τὰ ταμεῖα τῶν δανειστῶν; Δὲν πιστεύω ἰδιωτικὴ περιουσία νὰ εὑρίσκηται εἰς τόσον ἀκμαίαν κατάστασιν, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη τοιούτων μέτρων, ὅπως αὕτη ἐξασφαλισθῇ, διότι φρονῶ, ὅτι εἰς τοιαύτην περίστασιν καὶ ἡ δημοσία κατάστασις θὰ ἦτο καλλιτέρα, ἐνῷ τοὐναντίον τὸ Δημόσιον, καίπερ ἔχον μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις, εὑρίσκεται εἰς ἀνάγκας, καὶ ἐὰν πράγματι ὑπῆρχον κεφάλαια διαθέσιμα, ἠδύναντο ἀσφαλῶς νὰ τοποθετηθῶσιν. Ἢ λοιπὸν δὲν ὑπάρχουσι κεφάλαια, ἢ ὑπάρχουσιν εἰς τὰ ταμεῖα τῶν τοκογλύφων, οἱ ὁποῖοι δὲν εὐχαριστοῦνται μὲ τὸ 6%, τὸ ὁποῖον δίδει τὸ Δημόσιον, καὶ θέλετε νέαν θύραν ν’ ἀνοίξητε ὑπὲρ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ψηφισθῇ αὐτὸς ὁ νόμος, ἐπίκειται καταστροφή, καὶ καταστροφὴ μεγάλη. Παραδίδετε ὁλοκλήρους ἐπαρχίας εἰς τὴν διάκρισιν τῶν δανειστῶν, εἰς ἐποχὴν μάλιστα, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐκτὸς τῆς δημοσίας δυσφορίας, ἡ ὁποία μαστίζει τὸν τόπον, ἐπῆλθε καὶ θεομηνία εἰς τὴν παραγωγὴν πολλῶν ἐπαρχιῶν, ἡ ὁποία κατέστρεψεν αὐτάς. Ἐν ὀνόματι τουλάχιστον αὐτῆς τῆς καταστάσεως, ἐν ὀνόματι τῆς δυσπραγίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐπικαλοῦμαι νὰ ἀναστείλητε τὸ εὐεργετικὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐλάβετε ὑπὲρ τῶν κτηματιῶν. Τίποτε δὲν σᾶς βιάζει· ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ φανῆτε τόσον ἐπίμονοι, ὥστε νὰ ψηφίσητε νόμον, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἀπειλήσῃ καὶ φέρῃ τὴν καταστροφήν. Σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὅτι οὐδεμία νομοθεσία περιέχει τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι περιέχονται εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον· ὁ Ἰταλικὸς νόμος, τὸν ὁποῖον σᾶς ἀνέφερεν, ἐν ἰδίῳ κεφαλαίῳ, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀναγνώσῃ, ὁρίζει, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς μέχρι τέλους ὁλόκληρον τὸ δικαστήριον ἐνεργεῖ τὰ τῆς ἐκτελέσεως. Τὸ ζητούμενον προνόμιον ἐδόθη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διότι ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη ἄνευ κεφαλαίων· καὶ ὅμως, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν ἐγένετο κακὴ χρῆσις τοῦ προνομίου τούτου. Ἀλλὰ θέλετε αὐτὸν τὸν εἰδικὸν νόμον νὰ τὸν ἐφαρμόσητε εἰς τοὺς ἰδιώτας; Ἐπιμένω καὶ παρακαλῶ, ἐν ὀνόματι τουλάχιστον τῆς δυστυχίας, ἡ ὁποία ἀπειλεῖ τὰς ἐπαρχίας τῆς Πελοποννήσου κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην, νὰ ἀναστείλητε τὴν ψήφισιν τοιούτου νόμου.
§107ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ δήλωσις τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου θέλουσιν ἐφαρμοσθῆ καὶ ἐπὶ τῶν τετελεσμένων ἤδη δανειστικῶν συμβολαίων καὶ ἐπὶ πάντων τῶν ἐνυποθήκων δανείων, τὰ ὁποῖα ἀπὸ ἐτῶν ἔχουσι συνταχθῆ, μὲ ἀναγκάζει νὰ λάβω τὸν λόγον...
§108ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ δήλωσίς μου αὕτη ἀναφέρεται εἰς τὰς λεπτομερείας· ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον, φέρετε τὰς παρατηρήσεις σας.
§109ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰς ἐκθέσω ἀπὸ τοῦδε, διότι ἐπ’ αὐτῶν κυρίως ἐγὼ πρόκειται νὰ βασίσω τὴν πρότασίν μου. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐποίησεν ὀρθοτάτας σκέψεις περὶ τῆς προσφορᾶς τῶν κεφαλαίων, καὶ εἶπεν εὐλόγως, ὅτι, ὅταν δανείζηταί τις, ἀναλόγως τῆς πίστεως, ἣν ἔχει, παρέχει εἰς αὐτὸν ὁ δανειστὴς τὰ κεφάλαιά του, καὶ λαμβάνει παρ’ αὐτοῦ καὶ τόκον καὶ ἀσφάλειαν. Πράγματι, Κύριοι, ἡ Τράπεζα, δανείζουσα, ἐπειδὴ ἔχει πληρέστερα τὰ μέσα τῆς ἀσφαλείας, παρέχει τὰ κεφάλαια αὐτῆς ἀντὶ σχετικῶς ἐλαφροῦ τόκου, ἐνῷ οἱ ἰδιῶται, ἐπειδὴ δὲν ἔχουσι τὰς ἀσφαλείας καὶ τὴν σύντομον διαδικασίαν ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως, τὴν ὁποίαν παρέχει ὁ νόμος εἰς τὰς προνομιούχους Τραπέζας, καὶ δι’ ἄλλους λόγους, οὓς παραλείπω, ἐδάνεισαν ἤδη ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν μεγάλα ποσὰ ἀντὶ ὑπερόγκου τόκου. Ἤδη ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ προτείνει, ὅπως πάντες οὗτοι οἱ κεφαλαιοῦχοι, οἵτινες ἐπὶ μεγάλῳ τόκῳ παρέσχον τὰ κεφάλαια αὐτῶν, διότι περιέλαβον ἐν τῷ τόκῳ καὶ ἀσφάλιστρα, διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν εἰς τὰς Τραπέζας κεχορηγημένων ἀσφαλειῶν, ὅπως πάντες οὗτοι, λέγω, εὐεργετηθῶσι διὰ διατάξεων συντόμου διαδικασίας, καὶ ἀπολαύσωσι καὶ οὗτοι τὰ προνόμια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ αἱ λοιπαὶ προνομιοῦχοι συνάδελφοί της. Νομίζω ὅτι διὰ τῆς προτάσεως ταύτης παρέχεται μεγάλη δωρεὰ πρὸς τοὺς κεφαλαιούχους ἐκείνους, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἀκριβῶς οὐδεμία γενναιοδωρία ἔδει σήμερον νὰ χωρήσῃ. Οἱ ἀτυχεῖς μικροκτηματίαι τῆς Πελοποννήσου καὶ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος, οἱ ἰδιοκτῆται τῶν οἰκιῶν τῶν διαφόρων πόλεων τῆς ἄλλης Ἑλλάδος, κύπτουσιν ἤδη ἀπὸ ἐτῶν ὑπὸ τὸ βάρος ὑπερόγκων φόρων καὶ ἄλλων σκληρῶν συνεπειῶν τῆς οἰκονομικῆς καχεξίας· αὐτοὶ εἶναι οἱ ὀφειλέται, καὶ ὑπὲρ αὐτῶν ἔδει νὰ μεριμνήσωμεν, πῶς νὰ τοὺς σώσωμεν ἐκ τῆς τελείας καταστροφῆς, οὐχὶ δὲ ποτὲ ὑπὲρ τῶν τοκιστῶν, οἵτινες μεγάλα κέρδη ἀπολαμβάνουσι, χωρὶς οὐδὲ λεπτὸν φόρου νὰ πληρώνωσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει συμφέρον ὁ δανειστὴς νὰ πωλήσῃ τὸ κτῆμα τοῦ ὀφειλέτου. Ἀτυχῶς, Κύριοι, γνωρίζετε, ὅτι εἰς τὰς ἐπαρχίας πρὸ πάντων οἱ δανείζοντες καὶ εἰς τὸν τόκον πολλάκις ἀποβλέπουσιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ κτῆμα τοῦ εἰς ἀνάγκην δανεισμοῦ εὑρεθέντος κτηματίου. Ἑπομένως, καὶ διότι εὑρισκόμεθα εἰς μεγίστην οἰκονομικὴν κρίσιν, καὶ διότι συνεπείᾳ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θέλει ἐπιτραπῆ εἰς τοὺς κεφαλαιούχους, ὅπως ἀθρόα ἐκποιήσωσι τὰ κτήματα τῶν παρ’ αὐτοῖς δανεισθέντων, οἱ δανεισταὶ οὗτοι θὰ ἔχωσι δύο ἀφορμὰς κερδοσκοπίας· πρῶτον, ἕνεκα τοῦ ἀθρόου ποσοῦ τῆς προσφορᾶς, δὲν θὰ ὑπάρξωσιν ἐπαρκεῖς ἀγορασταί, ὅπως συναγωνισθῶσι πρὸς αὐτούς, καὶ δεύτερον, ὡς ἐκ τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, δὲν θὰ ὑπάρχωσι χρήματα. Οἱ ἄκαρδοι λοιπὸν οὗτοι δανεισταί, οἱ ὁποῖοι καιροφυλακτοῦσι νὰ ἁρπάσωσι, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, «δι’ ἕνα κομμάτι ψωμὶ» τὰ κτήματα τῶν ὀφειλετῶν αὐτῶν, θὰ ἔχωσιν εὐκαιρίαν λαμπράν, ὅπως δυνηθῶσι νὰ σφετερισθῶσι τὰ ἐνυπόθηκα κτήματα τῶν ἀτυχῶν ὀφειλετῶν. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει ἀγαθωτάτην τὴν πρόθεσιν, βεβαίως ἐπιθυμεῖ νὰ αὐξήσῃ τὴν πίστιν τῆς ἀκινήτου περιουσίας, ἵνα οὕτω τὸ δειλὸν χρῆμα προσφερθῇ ἀντὶ εὐθηνοτέρου τόκου, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι σήμερον ἡ κατάλληλος στιγμή, ὅπως ἐπιτευχθῇ τοῦτο. Ἄλλως ἡ ἐλευσομένη εὐθηνεία τῶν κεφαλαίων δὲν θὰ ὠφελήσῃ ποσῶς τοὺς συμβληθέντας ἤδη ἀντὶ ὑπερόγκου τόκου. Ἡ ἔλλειψις συναγωνισμοῦ καὶ ἡ προσφορὰ ἡ μεγάλη τῶν κτημάτων θέλει φέρει πλήρη καταστροφὴν εἰς τοὺς δυστυχεῖς κτηματίας, τῶν ὁποίων τὰ κτήματα εἶναι ἐνυπόθηκα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμολόγησεν, ὅτι μόνον ἐπὶ τῶν ἀρξαμένων ἐκτελέσεων δὲν θὰ ἔχῃ ἰσχὺν ὁ νόμος οὗτος. Πρέπει εἰς τὸ μέτρον τοῦτο τῆς ἐξαιρέσεως νὰ περιληφθῶσι καὶ πᾶσαι αἱ μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νῦν προτεινομένου νόμου κατηρτισμέναι συμβάσεις. Δὲν πρέπει δηλαδὴ κατ’ οὐδένα λόγον νὰ δοθῇ ὀπωσδήποτε ὀπισθοδρομικὴ δύναμις εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου.
§110ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ἠρχίσατε λαλοῦντες, σᾶς παρεκάλεσα νὰ ἀναβάλητε τὴν ὁμιλίαν σας μέχρι τῆς συζητήσεως τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου 15, διότι ἀφορᾷ εἰς τὰς λεπτομερείας, καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ δεχθῶ, ὅπως αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τούτου ἐφαρμοσθῶσι μόνον εἰς τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα θὰ συνομολογηθῶσιν ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς.
§111ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὴν τροπολογίαν ταύτην ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 15 προτείνω, καὶ χαίρω πολύ, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπεφάσισε νὰ δεχθῇ αὐτήν. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, οἱ συνάδελφοί μου, οἱ ἐν τῇ πολυμελεῖ ἐπιτροπῇ, εἶναι οἱ ἁρμοδιώτεροι, ὅπως φέρωσι τὰς παρατηρήσεις των. Νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ἤδη ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως προβῶμεν ἐν ἐπιγνώσει εἰς τὴν ψήφισιν. Ὁμολογῶ, ὅτι πρὸ ἡμερῶν ἀπετάθην εἰς πλεῖστα τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ζητῶν τὴν γνώμην των ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου νομοσχεδίου, πάντες δὲ μοὶ εἶπον, ὅτι χρήζουσι πολὺ μακροτέρου χρόνου τοῦ ὁρισθέντος πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου καὶ σχηματισμὸν πεφωτισμένης γνώμης ἐπ’ αὐτοῦ. Διὰ τοὺς λόγους τούτους συντάσσομαι καὶ ἐγὼ μὲ τὴν γνώμην τῶν ζητούντων τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§112ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἡ περὶ ἐκτελέσεως διαδικασία πρέπει νὰ μεταῤῥυθμισθῇ, καὶ ὀρθῶς ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, σκεφθεὶς περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς διαδικασίας ταύτης, διότι εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι αἱ ἐκτελέσεις προσκόπτουσιν. Ἀλλὰ δὲν ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ ἀπάντησιν εἰς τὴν γενομένην παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς. Ὤν καὶ ἐγὼ μέλος τῆς πολυμελοῦς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνετέθη ἡ ἐξέτασις τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἠδυνήθην νὰ μορφώσω πεποίθησιν, ὅπως δὲν ἠδυνήθησαν οὐδὲ τὰ λοιπὰ αὐτῆς μέλη, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο χρήζει μελέτης μακρᾶς, καὶ χρήζει μελέτης καὶ ὑπὸ τῶν εἰδικῶν, ὑπὸ τῶν δικαστικῶν συμβουλίων, ὑπὸ τῶν δικηγορικῶν συλλόγων, ὑπὸ τοῦ λαοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὸ μέλλον. Πῶς εἶναι δυνατὸν, Κύριοι, ἐν βραχυτάτῳ διαστήματι, ἐντὸς ὀλιγίστων ἡμερῶν, νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην ἐν ἐπιγνώσει καὶ σαφῶς ἐπὶ τοιούτων διατάξεων; Εἶναι πολὺ τολμηρὸν τοῦτο. Δὲν εἶναι εὔκολον, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ νομοθετῆτε. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι μόνον δι’ ἑνὸς σχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι δυνατὸν νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν πάντας τοὺς νόμους, καὶ ἰδίως τοὺς δικαστικούς, πλανώμεθα πλάνην μεγάλην. Δὲν δυνάμεθα ἐντὸς τόσῳ βραχέος χρονικοῦ διαστήματος νὰ ψηφίσωμεν νόμον, νὰ δεχθῶμεν νομοσχέδιον μεταῤῥυθμίζον καθεστὼς ἐπὶ τόσας δεκάδας ἐτῶν λειτουργοῦν. Δὲν καταστρέφονται, Κύριοι, συμφέροντα, ἐὰν ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοιούτου νομοσχεδίου ἐπὶ δύο ἔτι μῆνας. Πρέπει, Κύριοι, νὰ ἔχωμεν τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν, ὅτι οὐδὲν τῶν 21 μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκφράσῃ γνώμην ἀσφαλῆ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Διὰ τοῦτο λοιπὸν εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν.
§113ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἐὰν τὰ μέλη τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς δηλῶσιν, ὅτι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ σχηματίσωσι γνώμην περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τοὐναντίον ἐγὼ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποτυγχάνει τέλεον τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ του πρὸς ἐμψύχωσιν τῶν δειλῶν κεφαλαίων, ἤτοι τῆς ὑποστηρίξεως τῆς κτηματικῆς παρ’ ἡμῖν πίστεως. Ἔχω δὲ σχηματίσει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐν ἑαυτῷ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περιέχει τὴν ἀποτυχίαν του, διότι οὐδὲν ἄλλο ἀποτέλεσμα δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς νομοθετήσεώς του, εἰμὴ μόνον ἡ ἁπλῆ μεταῤῥύθμισις τῆς διαδικασίας τῶν τύπων τῆς κατασχέσεως, οὐχὶ ὅμως καὶ ἡ ἀνόρθωσις τῆς κτηματικῆς πίστεως, ἣν λίαν ἀξιεπαίνως ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐπιδιώκει διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καθόσον εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀφορᾷ τοῦτο ἢ μόνον εἰς τὴν ἁπλοποίησιν τῶν τύπων τῆς ἐκτελέσεως καὶ εἰς τὴν περιστολὴν τῆς στρεψοδικίας τῶν ὀφειλετῶν κατὰ τῶν δανειστῶν, ἣν ὑπολαμβάνει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡς μόνην αἰτίαν καὶ ἀφορμὴν τῆς ὑποτιθεμένης δειλίας τῶν κεφαλαίων, ἐνῷ ἐκ τῆς πείρας ὀφείλομεν νὰ γινώσκωμεν, ὅτι ἡ δειλία τῶν κεφαλαίων πρὸς τὴν κτηματικὴν πίστιν προέρχεται ἐξ ἄλλων αἰτιῶν, δευτερεύουσα δ’ εἶναι ἡ ἐκ τῆς στρεψοδικίας τῶν ὀφειλετῶν. Κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τῶν σχετικῶν περὶ ἐκτελέσεως διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἡ νομολογία τῶν δικαστηρίων μας, ἀμβλυωποῦσα πρὸ τῆς οὐσίας καὶ στενῶς ἐφαρμόζουσα τὰς τυπικὰς διατάξεις, πράγματι ὑπέθαλψε τὴν στρεψοδικίαν τῶν ὀφειλετῶν, ὁσάκις οὗτοι ἠμφισβήτουν τὸ κῦρος τῶν κατασχέσεων κατ’ ἐκτέλεσιν τῶν ἐκ συμβάσεων ἐνυποθήκων δανείων. Ἀλλ’ εἰς τοὺς ἔχοντας σήμερον πεῖραν τῶν δικαστικῶν εἶναι γνωστὸν, ὅτι πρὸ πολλῶν ἤδη ἐτῶν ἡ σταθερὰ νομολογία τῶν δικαστηρίων μας εἶναι ἐπὶ τοσοῦτον αὐστηρὰ ἀπέναντι πάσης στρεψοδικίας τῶν ὀφειλετῶν, ὥστε, οἱανδήποτε στρεψοδικίαν καὶ ἂν μεταχειρισθῇ ὁ ὀφειλέτης, δὲν κατορθόνει πλέον νὰ παρελκύῃ, ὡς ἄλλοτε, τὴν περαίωσιν τῆς κατασχέσεως ἢ μόνον ἐπὶ ὀλίγους μῆνας, καθόσον οὐ μόνον οἱ Πρόεδροι εἶναι φειδωλοὶ εἰς τὴν παροχὴν τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιτρεπομένων αὐτοῖς ἀναστολῶν, χορηγοῦντες αὐτὰς, ὁσάκις τὸ πράττωσι, μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῆς πρώτης ἀποφάσεως ἐπὶ ἀνακοπῆς, ἀλλὰ καὶ τὰ δικαστήρια ἐπιτρέπουσι τὴν ἀναστολὴν, ἐν περιπτώσει προδικαστικῆς ἀποφάσεως, μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ γείνῃ ἔφεσις κατ’ αὐτῆς....
§114ΡΙΚΑΚΗΣ. Πρόκειται, κύριε συνάδελφε, περὶ τῆς προτάσεώς μας, περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου· ὥστε μὴ ὁμιλεῖτε περὶ τῆς οὐσίας, διότι παραμερίζεται οὕτω ἡ πρότασίς μας.
§115ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, περὶ ἧς καὶ μόνον πρόκειται· ἄλλως δὲ, θὰ καταλήξω εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα, τῆς ἀναβολῆς, ἵνα καταρτισθῇ τελειότερον τὸ νομοσχέδιον. Εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς περὶ τὰ δικαστικὰ ἀσχολουμένους, ὅτι κατὰ τὴν ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἐτῶν σταθερὰν νομολογίαν τῶν δικαστηρίων μας, οἱ ὀφειλέται ἐλάχιστα κερδίζουσι στρεψοδικοῦντες, διότι, οἱονδήποτε πρὸς παρέλκυσιν τῆς κατασχέσεως μέσον καὶ ἂν μεταχειρισθῶσι, δὲν κατορθοῦσι νὰ ἀναβάλωσι τὴν ἐκτέλεσιν ἢ μόνον ἐπὶ ὀλίγους μῆνας. Τὸ πέρας ὅμως τῶν δικαστικῶν πλειστηριασμῶν παρατείνεται, κύριε Ὑπουργὲ, ὄχι διότι οἱ ὀφειλέται, ἀνακόπτοντες τὰς κατασχέσεις, στρεψοδικοῦσιν, ἀλλὰ διότι τρίτοι, ἔχοντες δικαιώματα ἢ συμφέροντα, ἢ ἐκ συμπαιγνίας μετὰ τοῦ ὀφειλέτου, τριτανακόπτοντες τὰς κατασχέσεις καὶ ἀναγγελλόμενοι ἐπὶ τοῦ ἐκπλειστηριάσματος, παρατείνουσιν ἰδίως τὴν ἐκκαθάρισιν αὐτοῦ διὰ δικῶν κατὰ τοῦ πίνακος τῆς κατατάξεως, ἕνεκα δὲ τῆς γνωστῆς φυγοπονίας τινῶν δικαστῶν, ἡ ὁποία δυστυχῶς χαρακτηρίζει ἀρκετοὺς ἐξ αὐτῶν, πᾶσα ἐπὶ δίκης πίνακος κατατάξεως φυσικῶς σχηματιζομένη ὀγκώδης δικογραφία ἀποδειλιᾷ τὸν φυγόπονον εἰσηγητὴν ἐπ’ αὐτῆς νὰ ἐπιληφθῇ τῆς μελέτης αὐτῆς, καὶ οὕτως ἐπέρχεται ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐκδόσεως ὁριστικῆς ἀποφάσεως ἐπανειλημμένως, οὐχὶ ἀσυνήθως, μόνον διατασσομένης τῆς προσαγωγῆς ἐγγράφου, μὴ ὑπάρχοντος δῆθεν ἐν τῇ δικογραφίᾳ, καὶ ἀναβαλλομένης τῆς ἐκδικάσεως ὁριστικῶς ἐπὶ χρόνον μακρὸν, ἐντεῦθεν δὲ ἐπέρχεται τὸ μεγαλείτερον κακὸν κατὰ τῆς κτηματικῆς πίστεως. Ὡς προεῖπον, ἡ τελευταία σχετικὴ νομολογία τῶν δικαστηρίων μας εἶναι σταθερά, παρακαλῶ δὲ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρ’ ὅλων τῶν δικαστηρίων τοῦ Κράτους, ἵνα πεισθῇ, ὅτι μόνον αἱ παρὰ τρίτων ἀνακοπαὶ κατὰ κατασχέσεων εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι παρατείνουσιν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τὰς δίκας, προσέτι δὲ, ὅτι ὀλίγαι εἶναι αἱ ἀνακοπαί, αἱ πρὸς τοῦτο τείνουσαι, τῶν ὀφειλετῶν, διότι γνωρίζουσιν ἤδη οἱ ὀφειλέται καὶ οἱ συμβουλεύοντες αὐτούς, ὅτι δὲν εὑρίσκουσι προστασίαν τὰ πρὸς παρέλκυσιν τοῦ πλειστηριασμοῦ συνήθη στρεψόδικα μέσα ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Τὸ νομοσχέδιον δὲ τοῦτο περὶ τῶν ἀνακοπῶν τρίτων οὐδεμίαν πρόνοιαν λαμβάνει.
§116ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἀπαγορεύει ἀπολύτως τὰς ἀναστολάς.
§117ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Λέγετε, ὅτι τὰς ἀπαγορεύει ἀπολύτως, διότι τὸ τελευταῖον ἄρθρον ὁρίζει, ὅτι ἡ περίληψις τῆς κατασχέσεως εἶναι τίτλος ἐκτελεστός. Ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ἀνακοπῆς διεκδικητικῆς ὑπὸ τρίτου. Τὸ νομοσχέδιον ἀπαγορεύει τὴν ἀναστολὴν ὑπὸ τοῦ Προέδρου, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἀναστολὴν τὴν διδομένην ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου, διότι δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν προστασίαν τοῦ νόμου, προκειμένου περὶ ἀξιώσεων καὶ συμφερόντων τρίτου. Καὶ τί δύναται νὰ πράξῃ τὸ δικαστήριον, ὅταν ὁ τρίτος, ἀνακόπτων κατάσχεσιν, ἰσχυρίζηται, ὅτι τὸ κατασχεθὲν ἀνήκει εἰς αὐτόν; Ματαιοπονοῦμεν ἑπομένως εἰσάγοντες καὶ συζητοῦντες τὸ νομοσχέδιον. Καὶ δὲν γνωρίζετε ὑμεῖς, ὡς δικηγόρος, ὅτι ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἐτῶν μόνον ἐλάχισται ἀνακοπαὶ εἰσάγονται εἰς τὰ δικαστήρια παρ’ ὀφειλετῶν, καὶ ὅτι ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων τούτων δίδεται μετὰ φειδοῦς ἡ ἀναστολὴ κατὰ τὴν πρώτην ἐκδίκασιν μόνον, ὑπὸ τὸν ὅρον πάντοτε νὰ μὴ γείνῃ ἔφεσις κατὰ τῆς ἀποφάσεως;
§118ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν τὸ γνωρίζω αὐτό.
§119ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Λυποῦμαι διότι τοῦτο εἶναι πασίγνωστον εἰς τὸν δικαστικὸν κόσμον.
§120ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅλαι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχω, εἶναι ἀντίθετοι πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἰσχυρίζεσθε.
§121ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Αἱ πληροφορίαι σας δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Ἐγὼ λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὰ δικαστήρια, προκειμένου πάντοτε περὶ ἀνακοπῆς παρ’ ὀφειλέτου, οὐδέποτε διατάσσουσι τὴν ἀναστολήν, ἂν δὲν ἐπιβάλωσι καὶ τὸν ὅρον τῆς ἐφέσεως, ἤτοι διατάσσουσι τὴν ἀναστολὴν τοῦ πλειστηριασμοῦ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ ἐφεσιβληθῇ ἡ ὑπόθεσις, καὶ ἑπομένως δὲν παρίσταται κίνδυνος νὰ παραταθῇ ἡ δίκη στρεψοδίκως δι’ ἐφέσεων κατὰ τῶν πρωτοδίκων ἀποφάσεων, ἀφοῦ ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου μόνον θὰ περατωθῇ ὁριστικῶς, καὶ εἴτε θὰ ἀκυρωθῇ ἡ κατάσχεσις, εἴτε θὰ διαταχθῇ ἡ πρόοδος τοῦ πλειστηριασμοῦ. Ἀλλ’ ὡς προεῖπον, ὁ κίνδυνος τῆς παρελκύσεως τοῦ πλειστηριασμοῦ δὲν εἶναι μόνον κατὰ τὸ στάδιον τῆς διαδικασίας τῆς κατασχέσεως μέχρι τοῦ πλειστηριασμοῦ ὁ σπουδαιότερος, ὁ πρακτικώτερος μάλιστα κίνδυνος παρίσταται κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ ἐκπλειστηριάσματος διὰ τοῦ πίνακος τῆς κατατάξεως. Κατὰ τὸ στάδιον τοῦτο, τελματοῦνται τὰ κεφάλαια καὶ παρατείνεται ἡ ἐκκαθάρισις ἐπὶ δεκαετίαν ὁλόκληρον. Ἐλάβετε κἀμμίαν πρόνοιαν περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ ἐκπλειστηριάσματος; Ἐγὼ δὲν τὴν εὑρίσκω.
§122ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἦτο δυνατὸν ὅλα νὰ ἔλθωσι διὰ μιᾶς· τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν διαδικασίαν τοῦ πίνακος τῆς κατατάξεως, εἶναι ἕτοιμον, ἀλλὰ θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ἑπομένην Σύνοδον· εἶναι φυσικὸν συμπλήρωμα τούτου. Τοῦτο προηγεῖται.
§123ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπὸς διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου εἶναι νὰ προστατευθῇ ἡ κτηματικὴ πίστις. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐπιτυγχάνεται.
§124ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Προστατεύεται κατὰ τὰ ¾· κατὰ τὸ ἄλλο ¼ θὰ προστατευθῇ τὴν ἑπομένην Σύνοδον.
§125ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ὑμεῖς νομίζετε, ὅτι διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ ἐμψυχώσητε τὰ κεφάλαια καὶ τὴν κτηματικὴν πίστιν, μόνον διὰ τῆς ἁπλοποιήσεως τῶν τύπων τῆς κατασχέσεως καὶ τῆς πωλήσεως τοῦ ἐνυποθήκου κτήματος διὰ σιδηροδρομικῆς ταχύτητος, ἀδιαφοροῦντες περὶ τῆς ἐπιδιωκομένης ἀναλήψεως τῶν κεφαλαίων. Καὶ τί ἐπιδιώκετε διὰ τῆς κατασχέσεως; Ἐπιδιώκετε νὰ εἰσπράξητε τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον κατεβάλετε· καὶ θὰ τὸ εἰσπράξητε, ἀφοῦ ἐπέλθῃ διὰ τοῦ πλειστηριασμοῦ ἡ περάτωσις τῆς κατατάξεως καὶ ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ ἐκπλειστηριάσματος.
§126ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιβαρύνεται διὰ κατασχέσεως τὸ ἐκπλειστηρίασμα.
§127ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ κατασχέσεως, κύριε Ὑπουργέ· πρόκειται περὶ ἀποδόσεως τοῦ ἐκπλειστηριάσματος. Μετὰ τὴν ἐκποίησιν τοῦ ἐνυποθήκου κτήματος ἀντὶ 10,000, θὰ ἀναγγελθῶσιν ὡς δανεισταὶ ὁ Α, ὁ Β, ὁ Γ, καὶ θὰ ἀξιώσῃ ἕκαστος, ὅτι αὐτὸς εἶναι προνομιοῦχος, καὶ θ’ ἀρχίσῃ ἐκεῖνος ὁ λαβυρινθώδης ἀγὼν ὁ δικαστικὸς καὶ ἡ συστηματικὴ παρέλκυσις τῶν στρεψοδικιῶν κλπ. Λοιπὸν, ἂν πράγματι θέλωμεν νὰ ἐμψυχώσωμεν τὴν κτηματικὴν πίστιν, ὀφείλομεν, ὡς πάντες ἀναγνωρίζομεν, ἐπειγόντως νὰ τακτοποιήσωμεν τὰ τῆς ἀναγκαστικῆς ἐκποιήσεως τῶν ἀκινήτων, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ ἐξεύρωμεν καὶ τὰ μέσα τῆς ἀποδόσεως τοῦ ἐκπλειστηριάσματος εἰς τοὺς δικαιουμένους ὡς τάχιστα· ἄλλως, ὅπως τὸ νομοσχέδιον ἔχει, βεβαίως θὰ ματαιοπονήσωμεν, θὰ ἀπασχολήσωμεν μάτην χρόνον τινὰ, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν θὰ μεταβληθῶσιν οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μέχρι σήμερον ὑφίστανται, καὶ οἱ ὁποῖοι, ὅπως πάντες γνωρίζομεν, συντελοῦσιν εἰς τὴν μὴ ἐμψύχωσιν τῆς κτηματικῆς πίστεως. Διὰ νὰ μὴ διαφωνήσω δὲ μὲ τὸν κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴν, διότι ἐκεῖνος μὲν ἰσχυρίσθη, ὅτι πρόκειται περὶ ἀναβολῆς μόνον, ἐγὼ δὲ ἔλαβον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τὸν λόγον, καταλήγω εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα, ὅτι, ἀφοῦ εἶναι ἀτελὲς τὸ νομοσχέδιον, δέον νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, μέχρις ὅτου καταρτισθῇ νομοσχέδιον, περιέχον ὄχι μόνον τὴν διαδικασίαν τῆς κατασχέσεως, ἀλλὰ καὶ τὴν μετὰ τὸν πλειστηριασμὸν διαδικασίαν τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ ἐκπλειστηριάσματος διὰ τοῦ πίνακος τῆς κατατάξεως.
§128ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως ταύτης, ἂν δὲν προεκαλούμην παρὰ τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Λοκρίδος, τοῦ κ. Χαλκιοπούλου. Ἀφοῦ προεκλήθην, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ἀπασχολοῦντος ἡμᾶς ζητήματος, καὶ ἀπροκαλύπτως ἀποφαίνομαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις πρόκειται. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα συνάδελφον, θεωροῦντα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλει ἐντελῶς ἀποτύχει. Ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὡρίμασε πλέον ἡ ἰδέα, ὅτι τὰ τῆς διαδικασίας τῆς ἐκτελέσεως πρέπει νὰ ἁπλοποιηθῶσι, πρέπει νὰ ἁπλοποιηθῶσιν οὐ μόνον δι’ οὓς λόγους ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐξέθηκεν, ἀλλὰ καὶ διὰ πολλοὺς ἄλλους λόγους, τοὺς ὁποίους ἴσως, ὅταν ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου βραδύτερον, θὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ἤδη θὰ περιορισθῶ νὰ εἴπω ὀλίγα, διότι ἀκούετε, ὅτι δὲν δύναμαι πάσχων νὰ συζητήσω διὰ μακρῶν. Εἶμαι, ἐπαναλαμβάνω, ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὢν δὲ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, δὲν συμφωνῶ οὐδὲ μὲ τὸν προλαλήσαντα συνάδελφον κ. Χαλκιόπουλον, ὅτι ἀπαιτεῖται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν ὁλοκλήρου τοῦ δικαστικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος, ἵνα διασκευασθῇ συμφώνως μὲ τὰς ἀξιώσεις τῆς κοινωνίας. Ἀλλὰ τοιαύτην ἔχων γνώμην περὶ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν θὰ διστάσω νὰ ὁμολογήσω, —θεωρῶ ἐμαυτὸν ἐπὶ τοσοῦτον τοὐλάχιστον σοφὸν, ὥστε νὰ γνωρίζω τοῦτο, —ὅτι ἐντὸς πέντε ἡμερῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ κατανοήσω τὸ νομοσχέδιον. Ἐξελέγην μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τῆς εἰκοσαμελοῦς, καὶ ἔσπευσα προθύμως νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου. Ἡ ἐπιτροπὴ διῃρέθη εἰς τρία τμήματα, ἐμὲ δὲ κατέταξαν ἀκριβῶς εἰς τὸ τμῆμα, εἰς ὃ ἔλαχεν ἡ προεξεργασία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκτελέσεως. Μετέβην εἰς τὴν συνεδρίασιν τοῦ τμήματος εἰς μίαν καὶ μόνην συνεδρίασιν, ὅτε ἐπληροφορήθην, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπέβαλεν ἡμῖν τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα ἐντὸς 5 ἡμερῶν ὑποβάλωμεν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁμολογῶ, ὅτι πρὸ τοιαύτης ἀξιώσεως τῶν κυρίων συναδέλφων ἀπενεκρώθην, διότι δὲν θεωρῶ ἐμαυτὸν ἱκανόν, ἵνα ἐντὸς πέντε ἡμερῶν μελετήσω καὶ κατανοήσω τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, νὰ εὕρω τὰ μέρη τὰ τρωτὰ, τὰ χρήζοντα διασκευῆς, καὶ νὰ ἀποφανθῶ ἐπὶ ὅλων τῶν διατάξεων. Αἱ λεπτομέρειαι πολλάκις ἐπὶ δικαστικῶν νομοσχεδίων μεταβάλλουσι καὶ αὐτὴν τὴν ἀρχήν, καὶ ἐνδεχόμενον ἐν ταῖς λεπτομερείαις νὰ ὑπάρχωσι τοιαῦται διατάξεις, αἱ ὁποῖαι νὰ ἐκτρέπωσιν ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου. Κύριε Πρόεδρε, οἱ νόμοι οἱ δικαστικοὶ εἶναι οἱ κατ’ ἐξοχὴν νόμοι· οἱ δικαστικοὶ νόμοι θίγουσιν ἀμέσως πάντα συλλήβδην τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα, παραδιδόμενα δὲ ταῦτα εἰς τὴν ἐφαρμογὴν καὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, ὑφίστανται βάσανον καὶ ἔλεγχον τοιοῦτον, ὥστε μετὰ πολλῆς περισκέψεως πρέπει τις νὰ θίγῃ τὰ κείμενα, ἵνα μὴ ἀνατρέψῃ διὰ μιᾶς πᾶσαν τὴν νομοθεσίαν καὶ παραλύσῃ αὐτήν. Τοιαύτην ἔχων γνώμην περὶ τοῦ νομοσχεδίου, καίπερ ἀποδεχόμενος τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ, ...
§129ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ὅλοι τὴν ἀποδεχόμεθα.
§130ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. .. δὲν δύναμαι νὰ ἐκφράσω γνώμην ἐν ταῖς λεπτομερείαις, διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶχον τὸν ἀπαιτούμενον ὑλικὸν χρόνον, ἵνα μελετήσω καὶ κατανοήσω ταύτας. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς συναινῇ εἰς τὴν ἀναβολὴν, προθύμως τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις θέλω παράσχει εἰς τὴν μελέτην καὶ τακτοποίησιν τῶν διατάξεων. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιμένῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, προθύμως θὰ ἐργασθῶ πάλιν, καθήμενος ἐνταῦθα καὶ συζητῶν, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιληφθῶ, ὅπως βελτιωθῶσι τὰ τυχὸν κακῶς νομοθετημένα. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη μου περὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ ταύτην ἐκφράζω, προκαλούμενος παρὰ τῶν κυρίων συναδέλφων.
§131ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἐκ Λοκρίδος ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκάκισε πάντας ἡμᾶς, τοὺς μὴ μεμυημένους εἰς τὰ τῆς Θέμιδος,
§132ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς ἐκάκισα.
§133ΣΤΑΗΣ. .. Ἐγὼ τοὐναντίον θεωρῶ εὐτύχημα, ὅτι πάντες οἱ παρακαθήμενοι ἐνταῦθα δὲν εἶναι λειτουργοὶ τῆς Θέμιδος, διότι τότε βεβαίως οὐδ’ ἐπὶ αἰῶνα ὁλόκληρον δὲν θὰ ἐψηφίζετο οὔτε ἓν νομοσχέδιον. Ἡμεῖς ἔχομεν ἀπεριόριστον καὶ ἀμέριστον πεποίθησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς λειτουργοὺς τῆς Θέμιδος, τοὺς ὁποίους μετεκαλέσατο παρ’ ἑαυτῇ, ἵνα συντάξῃ καὶ τὰ ἤδη ψηφισθέντα νομοσχέδια, ὡς καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν. Καὶ διὰ τοῦτο θὰ ψηφίσω συμφώνως μὲ τὰς πεποιθήσεις τῆς Κυβερνήσεως.
§134ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. συνάδελφος μὲ παρεξήγησεν. Εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ἠθέλησα νὰ μεμφθῶ τινος τῶν συναδέλφων. Εἶπον μόνον, ὅτι, ἀφοῦ οἱ εἰδικοὶ, οἱ νομικοὶ, οἱ ἀσχολούμενοι εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων καὶ τὴν ἐφαρμογὴν, ἀδυνατοῦσιν ἐν βραχεῖ διαστήματι νὰ ἐκφέρωσι γνώμην περὶ τοῦ ὀρθοῦ ἢ ἐσφαλμένου τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω, ὅτι θὰ ᾖναι ἀναρμόδιοι νὰ κρίνωσιν οἱ μὴ εἰδικοί, οἱ μὴ νομικοί, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀσχολοῦνται περὶ τὰ νομικά. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ διδασκαλικῶν νομοσχεδίων, βεβαιωθῆτε, κύριε συνάδελφε, πρῶτος ἐγὼ ἤθελον ὑποχωρήσει, ἤθελον ἀφήσει τὸ στάδιον εἰς ὑμᾶς, εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν ἁρμόδιοι. Ὥστε οὐδεὶς ἠθέλησε νὰ προσβάλῃ τινά· ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἔχει ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τοῦτο δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν ἐνταῦθα. Καὶ ἡμεῖς ἔχομεν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν ὑποστηρίζομεν διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, Κύριοι, σήμερον περὶ ψήφου ἐμπιστοσύνης, πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἄρδην ἀνατρέπει τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν...
§135ΣΤΑΗΣ. Καὶ τὸ ὁποῖον συνέταξαν σοφοὶ ἄνδρες τῆς Πολιτείας.
§136ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. .. Πρόκειται νὰ ψηφισθῇ νόμος, ὁ ὁποῖος ἂν μὲν ἐπιτύχῃ, ἔχει καλῶς τὸ πρᾶγμα, ἐὰν ὅμως ἀποτύχῃ, θὰ ἐπιφέρῃ καταστροφὰς, θὰ διαταράξῃ τὸ καθεστὼς, θὰ καταστρέψῃ συμφέροντα τῆς κοινωνίας ἄμεσα. Διὰ τοῦτο λοιπὸν συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διὰ τοῦτο ζητοῦμεν τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, παρακαλοῦντες πρὸς τοῦτο τὸν κ. Ὑπουργὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ὀφείλομεν χάριτας διὰ τὰ μέχρι τοῦδε εἰσαχθέντα παρ’ αὐτοῦ νομοσχέδια, ὡς λ. χ. τὸ νομοσχέδιον περὶ προφυλακίσεως, ἐν γένει δι’ ὅλα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐπεψηφίσαμεν. Ἀλλὰ διότι ὁμολογῶ, ὅτι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα ἦσαν ὀρθὰ καὶ ἐπείγοντα, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι καὶ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἶναι ὀρθὸν καὶ ἀνεπίδεκτον συζητήσεως καὶ ἀντιλογίας, καὶ ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ σήμερον. Δὲν μᾶς καταδεικνύετε, Κύριοι, τὴν ἀνάγκην, ἕνεκα τῆς ὁποίας πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ ψηφίσωμεν τοιοῦτο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει τοσαῦτα ἄρθρα, τὸ ὁποῖον μεταβάλλει, ἐπαναλαμβάνω, ῥιζικῶς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν, κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν;
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Ρικάκης ὑπέβαλε πρότασιν ἀναβολῆς. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 1–14 τοῦ νομοσχεδίου).
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται).
§139ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐδῶ εἶναι ἡ τροπολογία μου, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη ὁ κ. Ὑπουργός.
§140ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 15, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου).
§141ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ σύνολον παρακαλῶ, νὰ μὴ ψηφισθῇ. Δὲν εἶναι ἡ Βουλὴ εἰς θέσιν νὰ ψηφίσῃ τὸ σύνολον τοιούτου νομοσχεδίου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐξηγέρθησαν 15 Βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως, νὰ ψηφίζηται μὲ 25 Βουλευτάς. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ νὰ παρεμβάλω δυσχερείας, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ψηφισθῇ ἤδη τὸ σύνολον.
§142ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἂς ἀναβληθῇ.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 καὶ 30′ μ. μ.