Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΓ · Session Α› Sitting 37

1892.07.10

3,905 rows · 29,319 words · 1 table · 90 turns

Date
1892.07.10
Presidency
Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗ
Period
ΙΓ
Session
Α
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1893)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37

τῆς 10 Ἰουλίου 1892.

(Παρασκευή).

Ὥρα 10 καὶ 20′ π. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Χρηστίνα χήρα Ἀνδρέου Λερούνη, κάτοικος Κερτέζης, δι’ ἀναφορᾶς της παραπονεῖται κατὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου Καλαβρύτων. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.

§2ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Οἱ ἐργάται τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου δι’ ἀναφορᾶς των παραπονοῦνται, ὅτι ἐθεωρήθησαν ὡς ὑπάλληλοι, ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ ὑποχρεωτικῆς συμμετοχῆς τῶν δημοσίων λειτουργῶν εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον τῶν ὑπαλλήλων, τοῦ ψηφισθέντος τὸ 1891, καὶ ὅτι γίνονται κρατήσεις ἀπὸ τὰ ἡμερομίσθια αὐτῶν· ἐπειδὴ δὲ θεωροῦσιν ἀδίκους τὰς κρατήσεις ταύτας, παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπέλθῃ διόρθωσις τοῦ νόμου, ἵνα λαμβάνωσι πλῆρες τὸ ἡμερομίσθιόν των.

§3ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ σχετικὴν ἀναφορὰν τῶν ἐργατῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Σφραγιστηρίου.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῶσιν ἀμφότεραι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.

§5ΚΑΙΡΗΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν δύο ἀναφορὰς, τὰς ὁποίας χθὲς τὸ ἑσπέρας ἔλαβον, δύο καταδίκων, εὑρισκομένων εἰς τὰς φυλακὰς Αἰγίνης, οἱ ὁποῖοι παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὰς ἀναφοράς των θερμῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως τοῖς ἀπονεμηθῇ χάρις, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Δικαστηρίου τῶν Συνέδρων καὶ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως. Τὰς ἀναφορὰς ταύτας συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Θὰ συνοδεύσω δὲ τὴν σύστασίν μου καὶ δι’ ὀλιγίστων λέξεων. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης ἀνέγνωσα τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις, καθὼς καὶ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ εὗρον, ὅτι εἶναι βάσιμοι, καὶ ὅτι αἱ αἰτήσεις τῶν καταδίκων εἶναι δικαιόταται. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν Ἀντώνιον Ραπτάκην, ἐπικαλοῦμαι καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Μπουφίδου, ὅστις ὑπερησπίσθη τὴν ὑπόθεσιν ἐν τῇ προδικασίᾳ, καθὼς καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅστις δὲν εἶναι παρὼν, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος ὑπερησπίσθη τὴν ὑπόθεσιν ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ, καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι μετὰ θλίψεως εἶδε τὴν καταδίκην τοῦ Ραπτάκη, κατηγορουμένου ἐπὶ ἀπάτῃ, μὴ φερούσῃ ποινικὸν χαρακτῆρα· διότι οὗτος, ἐμπορευόμενος φορτία σιτηρῶν, ἐλάμβανε προκαταβολὰς ἀπὸ τοὺς ἐμπόρους διὰ τὰ φορτία, ἐσχάτως δὲ λαβὼν μίαν τῶν προκαταβολῶν, ἀνεχώρησεν εἰς Ἀλεξάνδρειαν. Ἡ πρᾶξις εἶναι ἀξιόμεμπτος· δύναται νὰ ἦναι ὑπεξαίρεσις κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ Ἐμπορικοῦ Δικαίου, δύναται νὰ ἦναι δολία χρεωκοπία, ἀλλ’ ἀπάτη κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ Ποιν. Νόμου δὲν εἶναι· οὐχ ἧττον τοιαύτην ἐχαρακτήρισαν τὴν πρᾶξιν οἱ ἔνορκοι, τὸ δὲ Δικαστήριον τῶν Συνέδρων, ἔχον ἀλλοίαν γνώμην, ὑπέβαλε πρότασιν ὁμοφώνως, ὅπως ἡ ποινὴ μεταβληθῇ εἰς φυλάκισιν ὀλίγων μηνῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἕτερον κατάδικον, Μιλτιάδην Πανταζῆν, οὗτος ὑπέπεσεν εἰς τὸ ἔγκλημα, διὰ τὸ ὁποῖον κατεδικάσθη, ἀλλὰ τὸ Δικαστήριον ἐν τῇ προτάσει του περὶ χαρακτηρισμοῦ τῆς πράξεως λέγει, ὅτι ὑπέπεσεν ἐκ κουφότητος, διότι οὐδὲν παράνομον ὄφελος προσεπορίσθη, ὑποπεσὼν εἰς τὸ ἔγκλημα τῆς ἐκβιάσεως· αὐτὸς ὑπέθεσεν, ὅτι, ἐὰν ἠμπόδιζε βιαίως τὸν ἀντίδικόν του νὰ δώσῃ ὅρκον, ἐνῷ δὲν τῷ εἶχε κοινοποιήσει τὴν ἀπόφασιν, ἤθελε τὸν καταστήσει ἐκπρόθεσμον καὶ ἤθελεν ὠφεληθῆ αὐτός. Ἡ πρᾶξις φέρει τὰ στοιχεῖα τῆς ἐκβιάσεως, κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ Ποιν. Νόμου, καὶ τιμωρεῖται ὡς λῃστεία. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου λείπει ὁ σκοπὸς τῆς παρανόμου ὠφελείας, καὶ διὰ τοῦτο τὸ Δικαστήριον τῶν Συνέδρων ὑπέβαλε πρότασιν περὶ μεταβολῆς τῆς ποινῆς καὶ ἐλαττώσεως τῶν δεκαετῶν προσκαίρων δεσμῶν εἰς διετῆ φυλάκισιν. Αἱ αἰτήσεις αὗται εἶναι δικαιόταται, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ διστάσῃ νὰ προκαλέσῃ τὴν βασιλικὴν χάριν· διότι, ἐὰν αὐτὸ τὸ φιλανθρωπότατον δικαίωμα τῆς χάριτος ἐθεσπίσθη, ἐθεσπίσθη, ἵνα συμβιβάζῃ τὴν αὐστηρότητα καὶ ἀκαμψίαν τοῦ νόμου πρὸς τὰς ἑκάστοτε προκυπτούσας εὐνοϊκὰς περιπτώσεις ὑπὲρ τῶν καταδικαζομένων, ἀλλοιούσας ἢ ἐλαττούσας τὸ ἀξιόποινον τῆς πράξεως· καὶ ἀληθῶς κατὰ τοῦτο ἡ χάρις εἶναι τὸ συμπλήρωμα τῆς δικαιοσύνης, καὶ τοῦτο τὸ συμπλήρωμα ζητοῦσιν οἱ κατάδικοι παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ θερμῶς τὰς ἀναφορὰς ταύτας εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν πρὸς ἀπονομὴν τῆς βασιλικῆς χάριτος.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπονται ἀμφότεραι αἱ ἀναφοραὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.

§7Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγένετο χθὲς ἐπερώτησις πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ πρῶτον ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄργους, παρακαλέσαντος τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διὰ ποῖον λόγον ἀπελύθησαν τῆς ὑπηρεσίας πάντες σχεδὸν οἱ δημοδιδάσκαλοι τῆς ἐπαρχίας Ἄργους. Καθ’ ἃς ἔλαβον πληροφορίας ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, οὐδεὶς ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ἄργους δημοδιδάσκαλος ἀπελύθη τῆς ὑπηρεσίας· εἰσέτι ἡ ὑπηρεσία δὲν ἠσχολήθη εἰς τὰ τῶν ὑπεραρίθμων τῆς ἐπαρχίας Ἄργους· ἠσχολήθη εἰς τὰ τῶν ὑπεραρίθμων τῆς Ἀττικῆς καὶ τῆς Ἀρκαδίας.

§8Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἑτοίμη καὶ εἰς τὰ τοῦ Ἄργους.

§9Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι πιθανὸν νὰ ἦναι ἑτοίμη καὶ ὡς πρὸς ταῦτα, καὶ βεβαίως θέλει προβῆ εἰς τὴν ἀπόλυσιν πάντων τῶν παρὰ τὸν νόμον διωρισμένων.

§10ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν τοὺς μεταθέτετε εἰς ἄλλας ἐπαρχίας, ὅπου δὲν ὑπάρχουν διδάσκαλοι;

§11Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ὑπεράριθμοι ἐν τῷ συνόλῳ, ὡς θέλετε πληροφορηθῆ ἐκ τῶν πινάκων, οὓς ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης.

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατατεθέντες πίνακες θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 195–196).

§13Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Πεισθεὶς εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀνακαλῶ ὅσα εἶπον ἐν τῇ ἐπερωτήσει μου.

§14ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἐκ Λακεδαίμονος ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς δι’ ἐπερωτήσεώς του ἐζήτησε νὰ προσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πίναξ τῶν δαπανῶν τοῦ Δημοσίου δι’ ἀποζημιώσεις καὶ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα ἐνόρκων. Τὸν πίνακα τοῦτον καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν.

§15ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ μὴ προσμετρήσεως εἰς τὸν χρόνον τῆς ἀρχαιότητος τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν οἱ ἀξιωματικοὶ διατελοῦσιν ἐν συνταγματικῇ ἀδείᾳ ἢ ἐν διαθεσιμότητι, ἐν ὡρισμένῃ καταστάσει.

§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 199).

§17ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβληθέντα δύο νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 197–198).

§19ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οἱ ὑποβληθέντες πίνακες παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐν μέρει ἐλλιπεῖς· ἡ ὑπηρεσία δὲν ἦτο εἰς θέσιν...

§20Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνδείξατε τὴν ἔλλειψιν, ἂν φρονῆτε, ὅτι ὑπάρχει.

§21ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν κατ’ ἔτος ἐγγραφομένων μαθητῶν εἰς ἑκάστην τάξιν τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων καὶ Γυμνασίων, πόσοι ἀνανεοῦσι τὰς ἐγγραφάς των, ποῖος ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐξεταζομένων, καὶ πόσοι προβιβάζονται ἀπὸ τάξεως εἰς τάξιν.

§22ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει ὁ πίναξ νὰ μᾶς λέγῃ, πόσοι οἱ μαθηταί, οἱ ὁποῖοι θὰ καταβάλωσι τὰ δίδακτρα.

§23Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀναφέρεται ὁ ἀριθμός. Εἶναι, νομίζω, 19,400.

§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.

§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς Συνόδου ταύτης ἐφρόνουν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀπαλλαγῶ τῆς ἀνάγκης νὰ μετάσχω τῶν συζητήσεων, τὰς ὁποίας ἔμελλον νὰ προκαλέσωσι τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἤθελε προβάλει ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν ἦσαν ἀληθῆ ὅσα αἱ ἐφημερίδες, αἱ οἰκειότεραι καὶ εἰς τοὺς νῦν κυβερνῶντας καὶ εἰς τοὺς πρὸ αὐτῶν κυβερνήσαντας, εἶχον δημοσιεύσει περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, μοί ἐφαίνετο, ὅτι πρώτιστον εἶχε καθῆκον ἡ νεοσχηματισθεῖσα Κυβέρνησις ν’ ἀσχοληθῇ ἀμέσως πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων ἐφρόνει, ὅτι ἤθελε δυνηθῆ ν’ ἀποσοβήσῃ τὸν ἐπικείμενον κίνδυνον, ἢ νὰ συντελέσῃ πρὸς βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἀφοῦ δὲ, καθ’ ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκεν ἑρμηνείαν εἰς τὴν ψῆφον τῆς τρίτης Μαΐου, ὑπελήφθη ὑπ’ αὐτοῦ, ὅτι ἡ ψῆφος ἐκείνη εἶχεν ἔννοιαν ἀποκλειστικὴν, τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπιδοκιμασίας τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἣν ἐφήρμοσε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ὀκταετίαν, ὅτι εἶχεν ἔννοιαν ἐμπιστοσύνης εἰδικῆς καὶ προσδιωρισμένης, τῆς ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἣν αὐτὸς κατὰ τὸ παρελθὸν διεξήγαγεν, ἔκρινα προσῆκον εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ μὴ ζητήσῃ οὔτε νὰ μεταβάλῃ, οὔτε νὰ τροποποιήσῃ ἢ βελτιώσῃ, πολλῷ δ’ ἧττον νὰ παρακωλύσῃ τὴν παροχὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῶν μέσων, ἅπερ ἔμελλεν αὐτὴ νὰ ζητήσῃ κατὰ τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐκδηλώσεως τοιαύτης λαϊκῆς ἐμπιστοσύνης. Ὅθεν προσῆκον μοὶ ἐφάνη ν’ ἀφήσω ἀκώλυτον τὴν ἐργασίαν τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἵνα ἐπιψηφίσῃ τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἤθελε προβάλει. Ἐπέβαλλε μάλιστα τοῦτο καὶ ἡ παροῦσα ὥρα τοῦ ἐνιαυτοῦ. Ὑπελάμβανον τότε, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν, ἀφοῦ οὕτως ἔχουσι τὰ κοινὰ, οὕτω δ’ εἶχε προβῆ ἡ ὥρα τοῦ ἐνιαυτοῦ, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς ὀργανώσεις κλάδων τῆς διοικήσεως, καὶ νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς εἰς μεταβολὴν ἰσχυόντων νόμων καὶ ἐπὶ θεμάτων ἐντελῶς ἀλλοτρίων τοῦ οἰκονομικοῦ δεινοῦ, τὸ ὁποῖον αἱ οἰκειότεραι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐφημερίδες ἀνήγγελλον εἰς τὸ κοινόν. Διὰ τοῦτο μετά τινος ἐκπλήξεως εἶδον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προσπαθεῖ, ἵνα ὀργανώσῃ καὶ κλάδους δημοσίας διοικήσεως, μεγίστην δέ μοι ἐνεποίησεν ἔκπληξιν τὸ νομοθέτημα, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν συζήτησιν προβαίνομεν, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀναίρεσις τῶν βάσεων τοῦ πολιτικοῦ οἰκοδομήματος, τὸ ὁποῖον πρὸ πεντήκοντα ἐτῶν ᾠκοδομήθη ἐν Ἑλλάδι. Καὶ δὲν ἀναιρεῖ μόνον τὰς βάσεις τοῦ πολιτικοῦ οἰκοδομήματος, τὸ ὁποῖον πρὸ πεντήκοντα ἐτῶν ἀνηγέρθη ἐν Ἑλλάδι, πολεμεῖ καὶ ἀντιβαίνει καὶ εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου τούτου, ὅστις, καὶ ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἐτέλει ὑπὸ τὴν δουλείαν τῶν Τούρκων, καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχε σύστημα δημοτικῆς διοικήσεως ἀκέραιον καὶ πλῆρες, ὅπερ εἶχε παραχωρηθῆ ὑπὸ τῶν κατακτητῶν. Καὶ ὅταν οἱ κατακτηταὶ ἐδήλουν τοιαύτην πρὸς τὸν λαὸν ἐμπιστοσύνην, πῶς ἠδυνάμην νὰ πιστεύσω, ὅτι μετὰ ἑβδομήκοντα ἔτη, τὰ ὁποῖα παρῆλθον ἔκτοτε, Κυβέρνησις κοινοβουλευτικὴ ἤθελε δηλώσει, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν δημοτικὴν διοίκησιν, διότι κρίνει, ὅτι οἱ πολῖταί εἰσιν ἀνεπαρκεῖς ἢ ἀνάξιοι τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως; Μοὶ ἐπεβάλλετο λοιπὸν τὸ καθῆκον νὰ προσέλθω, ἵνα μετάσχω τῶν συζητήσεων τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος τούτου. Ἐν τοῖς Κράτεσι τῆς Εὐρώπης, ἐν οἷς κρατοῦσιν οὐχὶ μόνον οἱ κοινοβουλευτικοὶ θεσμοὶ, ἀλλὰ καὶ οἱ θεσμοὶ οἱ συνταγματικοὶ, ὡς ἐνόει αὐτοὺς ἡ Εὐρώπη πρὸ τεσσαράκοντα ἢ πρὸ πεντήκοντα ἐτῶν, πάντες ἐκεῖ συμφωνοῦσιν εἰς τοῦτο, ὅτι ἀστυνομεῖν εἶναι τὸ διοικεῖν. Καὶ εὐλόγως· διότι ἡ εὐρύτης τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας καὶ ἡ πληθὺς τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων ἀποτελοῦσι τὴν κυρίως διοίκησιν τῆς χώρας, ἢ τῆς περιφερείας, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀσκεῖται ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία. Οἱ συγγραφεῖς, οἱ συγγράψαντες περὶ ἀστυνομίας, διαιροῦσιν αὐτὴν εἰς ἑβδομήκοντα δύο κλάδους. Καὶ ὄντως δὲν ὑπάρχει σχέσις ἀτομικὴ, εἴτε σχέσις ἀτόμων πρὸς ἄλληλα, εἴτε σχέσις ἀτόμου πρὸς κοινωνίαν, ἥτις νὰ μὴ ἀποτελῇ θέμα, τὸ ὁποῖον ὑπάγεται εἰς τὴν μέριμναν τῆς ἀστυνομίας. Δύο ἔτη μετὰ τὴν ἵδρυσιν τοῦ Βασιλείου, ἀπόντος τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ὁ τότε ἐνασκῶν τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν, καὶ σχεδὸν καὶ τὴν νομοθετικὴν, ἐξέδωκε τὸν ἀρχαιότερον, ἀλλὰ καὶ τὸν μόνον ὑπάρχοντα τελειότερον παρ’ ἡμῖν ἀστυνομικὸν θεσμὸν, τὸ διάταγμα τῆς 31 Δεκεμβρίου 1836 περὶ δημοτικῆς ἀστυνομίας. Ὁσάκις λάβῃ τις τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα μελετήσῃ τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, ἐκπλήσσεται πάντοτε διὰ μίαν νέαν σοφίαν, τὴν ὁποίαν ἀνακαλύπτει, διὰ μίαν νέαν πρόνοιαν τοῦ νομοθέτου ἐκείνου. Καὶ ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος ἦτο ἀρχικαγγελάριος ἡγεμόνος οὐχὶ συνταγματικοῦ, ἀλλ’ ἀπολύτου. Καὶ ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος εἶχεν ἔλθει ἐκ τῆς Εὐρώπης εἰς τόπον ἀσύντακτον καὶ ἀνοργάνωτον, ὅστις εἶχεν ἐξέλθει πρὸ δύο ἐτῶν ἀπὸ τοῦ πολέμου τῆς ἐπαναστάσεως. Καὶ ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος εἶχε περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχον πολλοὶ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους περὶ αὐτοῦ, καὶ ὑπελάμβανεν, ὅτι ἐκαλεῖτο νὰ νομοθετήσῃ περὶ λαοῦ, περὶ τῶν ἕξεων καὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ ὁποίου εἶχεν ἣν τότε οἱ πλεῖστοι ἐν Εὐρώπῃ εἶχον γνώμην. Ἐθεώρουν αὐτὸν κάτοικον τῆς Ἀνατολῆς, λαὸν Ἀνατολικὸν, ἔχοντα πάντα τὰ ἐλαττώματα τοῦ ἀνατολίτου, οὐδὲν δὲ πλεονέκτημα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διέκρινον τοὺς προγόνους ἡμῶν. Καὶ ὁ νομοθέτης αὐτὸς ἐνομοθέτησε τὰς ἰσχυούσας δημοτικὰς ἐλευθερίας, καὶ μετ’ αὐτῶν ἐκανόνισε τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, καὶ ἐνεπιστεύθη αὐτὴν εἰς τοὺς δήμους, ἤτοι εἰς τὸν λαόν. Μοὶ φαίνεται, ὅτι μοὶ ἐνεδεικνύετο ἡ κρίσις, ἣν ὤφειλον νὰ ἐξενέγκω ἐπὶ τῶν ἔργων του τούτων. Δὲν ἐκφέρω τοιαύτην κρίσιν, διότι εἰμὶ πολίτης Ἕλλην, ἀνήκων εἰς τὴν ἐθνικότητα ταύτην, οὔτε διότι πολιτεύομαι, οὔτε διότι ἀναμιγνύομαι εἰς τὰς σχέσεις τῆς τοπικῆς καὶ τῆς γενικῆς διοικήσεως. Δὲν ὁμιλῶ ὡς τοιοῦτος, ὁμιλῶ ὡς ξένος παρατηρητὴς, καὶ εὑρίσκω, ὅτι ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος εἰργάσθη μετὰ μεγάλης σοφίας. Τὸ ἀστυνομεῖν δὲν εἶναι ἔργον κοινόν. Αἱ πράξεις, διὰ τῶν ὁποίων ἀναιροῦνται εἴτε τῶν ποινικῶν νόμων αἱ διατάξεις, εἴτε τῶν ἀστυνομικῶν κανονισμῶν αἱ ῥῆτραι, εἶναι παντοδαπαὶ καὶ ποικίλαι. Τὰ συμβεβηκότα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἀναίρεσις ἢ παραβίασις τῶν ποινικῶν ἢ ἀστυνομικῶν νόμων, εἶναι παντοδαπὰ καὶ ποικίλα, οὔτε δύναταί τις νὰ προΐδῃ αὐτά. Ὅσῳ λοιπὸν εἰσὶν ἀπρόοπτοι τὰ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα ἐπάγουσι τὴν παραβίασιν καὶ ἀναίρεσιν τῶν ποινικῶν νόμων, ὅσῳ εἰσὶν ἀπρόοπτοι αἱ πράξεις, δι’ ὧν συνετελέσθησαν αἱ παραβάσεις τῶν ποινικῶν ἢ τῶν ἀστυνομικῶν διατάξεων, τοσοῦτον ἐλευθέρα καὶ ἀκώλυτος ἔπρεπε νὰ ἀφεθῇ ἡ ἐνέργεια τοῦ ἐνασκοῦντος τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν, διὰ νὰ δύναται νὰ προλαμβάνῃ ἢ νὰ καταστέλλῃ ταύτας, ἅμα τελουμένας. Ἂν ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον ἐνεπιστεύθησαν τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, ἦναι ὄργανον, τὸ ὁποῖον δὲν μετέχει τοῦ δημοτικοῦ βίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει τι κοινὸν μὲ τὴν διαχείρισιν τῆς δημοτικῆς ἐξουσίας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀλλότριον τῶν σκέψεων, αἵτινες κρατοῦσιν ἐν τῷ τόπῳ, τὸ ὁποῖον δὲν συνδέεται μετὰ τῶν πολιτῶν, περὶ τῆς ἀσφαλείας ἢ τῆς κοινωνικῆς εὐκοσμίας τῶν ὁποίων ἐτάχθη νὰ φροντίσῃ, ἂν ἦναι ξένος τοῦ τόπου ἐκείνου, ἓν θέλει αἰσθάνεσθαι κρατοῦν ἐν ἑαυτῷ συμφέρον, ἕνα θέλει ἔχει σκοπὸν, πῶς νὰ προλάβῃ διὰ παντὸς μέσου τὰς παραβάσεις, ἢ πῶς νὰ καταστείλῃ τὰς συντελεσθείσας ἤδη. Ἀλλὰ διὰ νὰ καταστείλῃ ταύτας, πρέπει νὰ ἔχῃ ἐξουσίαν ὅσῳ τὸ δυνατὸν μᾶλλον ἀπόλυτον· ἡ δ’ ἐξουσία αὕτη, ὅσῳ μᾶλλον ἀπόλυτος εἶναι, ἢ ὅσῳ μᾶλλον ἀκωλύτως ἐνασκεῖται, ἐπὶ τοσοῦτον προσκρούει εἰς τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν, ἐπὶ τοσοῦτον ἐνοχλεῖ ἢ στενοχωρεῖ αὐτοὺς ἐν τῷ κύκλῳ τῆς ἀτομικῆς ἑκάστου ζωῆς, ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῶν νομίμων σχέσεων αὐτοῦ, ἢ ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν δικαιωμάτων ἑκάστου, εἴτε τῶν ἐχόντων ἀντικείμενον τὰ πρόσωπα, εἴτε τῶν ἐξασφαλιζόντων τὰς κτήσεις αὐτῶν. Ἄν μόνον τὰς ἀστυνομικὰς φροντίδας ἔχῃ ὁ ἐνασκῶν τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, ἄν μόνον αὗται ὁδηγῶσιν αὐτόν, ἡ διαχείρισις τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας θέλει πολλάκις ἀναιρεῖ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, θέλει πιέζει αὐτὸν ἐν τῇ ὑπάρξει του, θέλει στερεῖ αὐτὸν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖά εἰσι συμφυῆ μὲ τὸ δικαίωμα τῆς ὑπάρξεως, ἢ μὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, ἢ μὲ τὰ δικιώματα τοῦ οἰκογενειακοῦ βίου. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ληφθῇ φροντὶς—καὶ τοῦτο ἦτο ὄντως τὸ κυριώτατον—νὰ ἀναζητηθῇ, ποίας ἰδιότητας πρέπει νὰ ἔχωσιν ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ Πολιτεία θέλει ἐμπιστευθῆ τὴν λεπτοτάτην ταύτην ἐξουσίαν, τὴν διαχείρισιν τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς. Διὰ τοῦτο καὶ οἱ φρονοῦντες ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι κυβερνητικὸν δικαίωμα προετίμησαν τοὺς ἄρχοντας τῶν δήμων. Οἱ ἄρχοντες τῶν δήμων εἰσὶν οἱ ἐκλεκτοὶ τῶν δημοτικῶν κοινωνιῶν, καὶ ἄν δὲν ᾖναι οἱ ἐκλεκτοὶ πάντων τῶν ἀποτελούντων τὴν δημοτικὴν κοινωνίαν μελῶν, εἶναι ὅμως οἱ ἐκλεκτοὶ τῶν πλειοτέρων, διότι, ἂν δὲν ἦσαν οἱ ἐκλεκτοὶ τῶν πλειοτέρων, δὲν ἤθελον ἀναβιβασθῆ εἰς τὸ δημαρχικὸν ἀξίωμα. Οἱ ἄνδρες οὗτοι χρεωστοῦσι νὰ πονῶσι τὸν τόπον των, νὰ φροντίζωσι περὶ τῶν συμπολιτῶν των καὶ περὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς εὐημερίας αὐτῶν· καὶ ὅσον ὀφείλουσι καὶ αὐτοὶ νὰ φροντίζωσιν, ἵνα τηρῆται ἡ τάξις, ἡ εὐκοσμία καὶ ἡ εὐπρέπεια ἐν τῇ κοινωνίᾳ τοῦ δήμου, τοῦ ὁποίου ἄρχουσιν, ὅσῳ ἔχουσι καθῆκον νὰ φροντίζωσιν, ἵνα συντηρῶνται αἱ ἰδιοκτησίαι, ἵνα ἀνακαλύπτωνται αἱ παραβάσεις τῶν νόμων καὶ καταδιώκωνται ὑπὸ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης οἱ αὐτουργοὶ αὐτῶν, ἐπὶ τοσοῦτον ἀφ’ ἑτέρου ἔχουσι συμφέρον νὰ μὴ ἀναδειχθῶσιν ἄγριοι καὶ καταθλιπτικοὶ διῶκται τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν, νὰ μὴ πιέσωσι καὶ καταθλίψωσιν αὐτοὺς, ὑποκείμενοι οὕτως ὑπὸ τὸν διπλοῦν αὐτῶν ἔλεγχον, καὶ τελοῦντες διπλῆν ἐνώπιον αὐτῶν εὐθύνην. Διατελοῦσιν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον οἱ δημόται ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἐνασκῶσιν ἐπ’ αὐτῶν, ἂν μετῆλθον τὴν δημοτικὴν ἐξουσίαν, καὶ ἑπομένως τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν, καταθλίβοντες, καταπιέζοντες, στενοχωροῦντες ἢ ἀδικοῦντες τοὺς συμπολίτας αὐτῶν. Πάντες ἐκεῖνοι θέλουσι ῥίψει μέλαιναν ψῆφον ἐν τῇ κάλπῃ των κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλὰ διατελοῦσι καὶ ὑπὸ τὸν ἄλλον ἔλεγχον, ὑπὸ τὸν ἔλεγχον, ἂν εἰς τὰς ἡμέρας αὐτῶν ἡ ἀστυνομικὴ διοίκησις παρέλυσεν, ἂν τὰ ἐγκλήματα δὲν κατεδιώχθησαν αὐστηρῶς, ἂν οἱ πολῖται δὲν εἶχον ἀσφάλειαν, ἂν τὰ κτήματά των ἐλεηλατήθησαν ἢ οἱ καρποὶ αὐτῶν διηρπάγησαν, ἂν ἡ καθαριότης ἐν τῇ πόλει ἢ ἐν τῇ κώμῃ δὲν ὑπῆρχεν, ἄν οἱ ὑγιεινοὶ ὅροι τῆς ἐν αὐταῖς ζωῆς μετεβλήθησαν, ἄν μιάσματα νοσηρὰ ἠπείλησαν τὸν τόπον. Καὶ ἡ εὐθύνη αὐτῶν ἐπὶ τούτοις εἶναι ὡσαύτως μεγάλη καὶ βαρεῖα ἐνώπιον τῶν συνδημοτῶν των· διότι, ἂν οὗτοι πεισθῶσιν, ὅτι εἰς τοιαύτην περιήγαγον τὸν τόπον κατάστασιν οἱ διαχειριζόμενοι τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, ἂν ἴδωσιν, ὅτι τοιαύτην μετῆλθον πολιτείαν καὶ τοιαύτην ἐπεδείξαντο ἀκηδείαν καὶ ὀλιγωρίαν περὶ τῆς ὑγείας καὶ ἀσφαλείας τῶν συμπολιτῶν των, περὶ τῆς κοσμιότητος καὶ εὐπρεπείας τῆς κοινωνίας, ἐν ᾗ βιοῦσι, βεβαίως θέλουσι ῥίψει μαύρην ψῆφον εἰς τὰς κάλπας αὐτῶν οἱ συνδημόται των κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς, ἥτις θέλει ἐπέλθῃ μετ’ ὀλίγον. Ἐν τῷ προσώπῳ λοιπὸν τῶν ἀρχόντων τῶν δήμων συνεκεράσθησαν τὰ δύο καθήκοντα, τὰ δύο συμφέροντα, καὶ ἐν τῷ συνδυασμῷ τούτῳ, ἐν τῇ συναντήσει ταύτῃ εὑρέθησαν ἐγγυήσεις, ὅτι καὶ τὰ προσήκοντα θέλουσιν ἐνεργεῖσθαι, ἵνα προλαμβάνωνται τὰ ἐγκλήματα, ἵνα προλαμβάνωνται αἱ παραβάσεις τῶν ποινικῶν νόμων ἢ τῶν ἀστυνομικῶν διατάξεων καὶ τὰ προσήκοντα θέλουσιν ἐκτελεῖσθαι, ἵνα, ἂν αὗται δὲν προελήφθησαν καὶ ἔλαβον χώραν, ἀνακαλύπτωνται οἱ ἐργάται αὐτῶν καὶ καταδιώκωνται ἐνώπιον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἂν μάλιστα μελετήσῃ τις τὸ διάταγμα τῆς 31 Δεκεμβρίου 1836, θέλει ἀνεύρει, ὅτι ὁ διορισμὸς εἰδικῶν ἀστυνόμων ἐν τοῖς δήμοις δὲν εἶναι ὁ γενικὸς κανὼν, τὸν ὁποῖον ἡ νομοθεσία ἀνέγραψεν. Ὁ γενικὸς κανὼν εἶναι νὰ μὴ ὑπάρχωσιν εἰδικοὶ ἀστυνόμοι, νὰ διαχειρίζωνται δὲ τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν αὐτοὶ οἱ Δήμαρχοι προσωπικῶς, διότι αὐτοὶ παρέχουσι πλήρεις τὰς ἐγγυήσεις, περὶ ὧν πρὸ μικροῦ διέλαβον, ἀγορεύων πρὸς ὑμᾶς. Ὁ διορισμὸς ἀστυνόμων ἐπετρέπετο μόνον ἂν ὁ πληθυσμὸς ἦτο μέγας, ἂν οἱ Δήμαρχοι τοσοῦτον περιεσπῶντο ὑπὸ τῶν ἄλλων αὐτῶν καθηκόντων, ὥστε δὲν ἐκρίνοντο ἱκανοὶ νὰ ἐπαρκέσωσι καὶ εἰς τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα, καὶ τότε μόνον ἐπετρέπετο ὁ διορισμὸς εἰδικῶν ἀστυνόμων, καὶ διωρίζοντο τοιοῦτοι ἐκ τῶν δημοτῶν, τῶν κατοικούντων ἐν τῇ κώμῃ ἢ τῇ πόλει ἢ τῷ δήμῳ. Εἰσὶ δὲ καὶ οὗτοι συμπολῖται ἐκείνων, μεταξὺ τῶν ὁποίων θέλουσιν ἐνασκήσει τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν προήρχοντο ἐξ ἐκλογῆς, ἐκρίθησαν παρέχοντες ἥσσονας ἐγγυήσεις ἐκείνων, τὰς ὁποίας παρέχουσιν οἱ Δήμαρχοι, οἵτινες προέρχονται ἐκ τῆς ἐκλογῆς. Τὸ σύστημα τοῦτο εἶχε νομοθετηθῆ κατὰ τὸ 1837, καὶ ἔκτοτε ἐξακολουθεῖ ὑφιστάμενον καὶ λειτουργοῦν, δηλαδὴ ἐπὶ ἔτη 54. Ἀλλ’ εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι σύστημα παραπλήσιον ἐλειτούργει καὶ ὅτε ἡ χώρα αὕτη ἐτέλει ὑπὸ τὸν ζυγόν· καὶ τότε τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν δὲν διεχειρίζοντο Ὀθωμανοὶ ἢ Μουσουλμάνοι, ἀλλ’ εἶχεν αὕτη ἀνατεθῆ εἰς τοὺς δημογέροντας καὶ εἰς τοὺς Κάπους, οἱ ὁποῖοι καὶ οὗτοι ἦσαν προϊόντα τῆς ἐκλογῆς τῶν συμπολιτῶν των. Εὐλόγως λοιπὸν, εἶπον, ἐξεπλάγην, πῶς μετὰ 54 ἔτη ἐθνικοῦ δημοσίου βίου ἡ Κυβέρνησις ἔκρινεν, ὅτι δὲν πρέπει πλέον νὰ ἐμπιστευθῇ τὴν διαχείρισιν τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας εἰς τὰ εἰρημένα ὄργανα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐμπιστευθῆ καὶ αὐτοὶ τῆς Τουρκίας οἱ τοπάρχαι, ὅτι οἱ κατοικοῦντες ἐν ταῖς δημοτικαῖς περιφερείαις δὲν εἶναι ἄξιοι ἐμπιστοσύνης, ὅτι δὲν ἔχουσι ζῆλον, δὲν φροντίζουσι περὶ τοῦ κοινοῦ καλοῦ, ἀδιαφοροῦσι περὶ τῆς εὐκοσμίας καὶ τῆς εὐπρεπείας τῆς κοινωνίας, ἐν ᾗ βιοῦσιν, ἀνέχονται δὲ τὰς παραβάσεις τῶν νόμων, καὶ οὐδόλως ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν συντήρησιν τῆς τάξεως. Πρὸ 45 ἐτῶν, Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἡγεῖτο ἐπιφανὴς καὶ διάσημος πολιτικὸς ἀνὴρ τῆς Ἑλλάδος, ὁ Ἰωάννης Κωλέττης, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔκρινεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ νομοθετηθῇ ἐξαιρετικόν τι μέτρον διὰ τὸν δῆμον τῆς πρωτευούσης τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου καὶ τὸν δῆμον Πειραιῶς. Τῷ ὄντι κατὰ τὸ 1846 εἰσήγαγε τῇ 18 Μαρτίου εἰς τὴν Γερουσίαν νομοσχέδιον περὶ συστάσεως διοικητικῆς ἀστυνομίας ἐν τοῖς δήμοις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ὡς δὲ ἀναφέρει ἡ πρὸς τὴν Γερουσίαν εἰσηγητήριος ἔκθεσις τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν εἶχον πλεονάσει τὰ ἐγκλήματα. Ἔμπορος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην κατετάσσετο εἰς τὴν πρωτεύουσαν τάξιν τοῦ ἑλληνικοῦ ἐμπορίου, καὶ ὁ ὁποῖος μετήρχετο συγχρόνως καὶ τραπεζιτικὰς πράξεις, ὁ Καπούδας, κατῴκει παρὰ τὴν Πύλην τῆς Ἀγορᾶς. Νύκτα οἱ ὑπηρέται αὐτοῦ, συνεννοηθέντες μετά τινων ἄλλων, εἰσέδυσαν εἰς τὸν κοιτῶνά του καὶ ἐφόνευσαν αὐτὸν, καὶ διήρπασαν τὴν περιουσίαν αὐτοῦ. Ἀνὴρ ἄλλος, μὴ ἀνήκων εἰς τὰς ἀπελευθερωθείσας χώρας, ἦλθεν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς καὶ ὠκοδόμησεν οἰκίαν ἐκτὸς τῆς πόλεως, νῦν ὅμως περιληφθεῖσαν ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς πόλεως, τὴν οἰκίαν, ἥτις περιῆλθεν εἰς τὴν κυριότητα τῶν ἀπογόνων τοῦ μακαρίτου Δημητρίου Βότσαρη καὶ χρησιμεύει νῦν ὡς στρατών, καὶ κατῴκει ἐν αὐτῇ. Οἱ ὑπηρέται αὐτοῦ συνενοήθησαν ὡσαύτως μετ’ ἄλλων, καὶ μίαν νύκτα εἰσέδυσαν εἰς τὸν κοιτῶνα αὐτοῦ, καὶ ἐφόνευσαν αὐτὸν, καὶ διήρπασαν τὴν περιουσίαν αὐτοῦ. Οἰκογένειά τις εἶχεν ἔλθει ἐκ Σμύρνης, ἀπετελεῖτο δ’ ἐκ γυναικῶν, αἵτινες εἶχον ἀργυρᾶ νομίσματα καὶ πολυτίμους λίθους καί τινα χρήματα· ἀλλὰ νύκτα τινὰ ἀλλότριοι τῆς οἰκίας εἰσέδυσαν εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ ἐλήστευσαν πᾶσαν τὴν περιουσίαν αὐτῶν, ἐλέχθη δὲ τότε,— ὅπερ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω,—ἐλέχθη ὅτι εἰς τὴν κλοπὴν ταύτην συνέπραξαν καὶ τὰ ὄργανα τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ὅτι καί τις εἴτε ἀστυνόμος δημοτικός, εἴτε ὑπαστυνόμος, δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἦτο εἷς ἐκ τῶν ἐργατῶν τῆς διὰ κλοπῆς ἀφαιρέσεως τῆς περιουσίας τῶν ἀδυνάτων τούτων γυναικῶν, αἵτινες ἦλθον ἐκ Σμύρνης, ἵνα ἐγκατασταθῶσιν ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Βασιλείου. Τὰ ἐγκλήματα ταῦτα εἶχον ἐγείρει θόρυβον καὶ ἀνησυχίαν εἰς τὴν πόλιν, ἔπρεπε δὲ νὰ δοθῶσιν εἰς τὸ κοινὸν ἐγγυήσεις, ὅτι δὲν ἤθελον ἐπαναληφθῆ τοιαῦτα ἀνομήματα. Διὰ τοῦτο ὁ Κωλέττης ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, ζητήσας νὰ νομοθετηθῇ ἐξαίρεσις τῆς γενικῆς νομοθεσίας περὶ ἀστυνομίας, καὶ νὰ ἐπιτραπῇ, ἵνα συστηθῇ ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ διοικητικὴ ἀστυνομία. Τὸ νομοσχέδιον εἰσήχθη κατὰ πρῶτον εἰς τὴν Γερουσίαν, ἀλλ’ εὗρεν ἐν αὐτῇ μεγάλην ἀντίδρασιν. Οἱ πρωτεύοντες μεταξὺ τῶν ἐν τῇ Γερουσίᾳ συνεδριαζόντων, ἄνδρες, οἵτινες διεκρίνοντο καὶ διὰ τὴν φιλοπατρίαν καὶ διὰ τὸν πόθον τῆς βελτιώσεως τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος, καὶ διὰ τὰς γνώσεις προσέτι, τὰς ὁποίας εἶχον περί τῶν ἐκτὸς ἡμῶν κειμένων καὶ περὶ τῶν ἐν ἄλλαις χώραις θεσμῶν, οἱ ἄνδρες οὗτοι παρέστησαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γένηται ἀποδεκτὴ τοιαύτη ἐξαίρεσις τοῦ γενικοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομίας, τὸ ὁποῖον ἐκράτει ἐν τῇ χώρᾳ. Εἷς μάλιστα ἐξ αὐτῶν, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα φέρει καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀναγνωρίζων τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποδοχῆς ἐξαιρέσεώς τινος ἐζήτησε νὰ νομοθετηθῇ ἡ ἐξαίρεσις ὡς μέτρον προσωρινὸν, καὶ νὰ ὁρισθῇ προθεσμία, μεθ’ ἣν θέλει παύσει τοῦ μέτρου ἡ ἰσχύς, ὅπως μὴ λάβῃ διάρκειαν καὶ μονιμότητα. Καὶ ἔλεγεν ἐκεῖνος πρὸς τοὺς γερουσιαστάς: «Νομίζετε, ὅτι πρόκειται, ἀντὶ τοῦ ἀστυνόμου, τὸν ὁποῖον διορίζει ἡ Κυβέρνησις τῇ προτάσει τοῦ Δημάρχου, νὰ διορισθῇ ἀστυνόμος, εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ ὁποίου δὲν μετέχει οὔτε ὁ Δήμαρχος, οὔτε αἱ ἄλλαι τοῦ δήμου ἀρχαί; Τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν ταπεινοτέραν ὄψιν τοῦ ζητήματος. Ἀποβλέψατε ὅμως εἰς τὰς συνεπείας τῆς ἐγκαταστάσεως ἀστυνομίας ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ τῷ παρακειμένῳ δήμῳ τοῦ Πειραιῶς, εἰς τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας τοιοῦτον σύστημα ἀστυνομικὸν δύναται νὰ ἐπιφέρῃ. Αὐτοὶ δὲν ἔχουσι πλέον κοινόν τι μὲ τὸν δῆμον, εἰσὶν ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι δ’ ἐνδεχόμενον, ἂν τώρα δεχθῶμεν τοῦτο εἰδικῶς διὰ τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ, μετ’ ὀλίγον νὰ προταθῇ τοιοῦτον μέτρον δι’ ὅλον τὸ Κράτος, καὶ μετ’ ὀλίγον νὰ ἐπέλθῃ πλήρης ἡ ἀνατροπὴ τοῦ συστήματος τῆς δημοτικῆς ἡμῶν ἀστυνομίας. Καὶ ἂν νομοθετηθῇ τοιαύτη ἀνατροπή, νομίζετε, ὅτι πρόκειται μόνον περὶ τῶν τοπικῶν εὐκολιῶν τῶν δημοτῶν; Οὐχί. Πρόκειται περὶ τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν τῆς χώρας, πρόκειται περὶ τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν αὐτῆς». «Στρέψατε τοὺς ὀφθαλμούς σας, ἔλεγεν εἷς φιλόπατρις Γερουσιαστής, πρὸς τὰ Κράτη, τὰ ἐκτὸς ἡμῶν ὑπάρχοντα, ὅπου αἱ ἀστυνομίαι εἰσὶ διοικητικαί, ὅπου τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν διαχειρίζονται ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ θέλετε μάθει, ποία πίεσις ἐνασκεῖται ἐκεῖ ἐπὶ τῶν πολιτῶν, θέλετε μάθει, ὅτι καὶ ἐν ταῖς οἰκίαις τῶν οὗτοι ἐπιτηροῦνται καὶ ἐν τοῖς περιπάτοις καὶ ἐν ταῖς λέσχαις καὶ ἐν τοῖς καφενείοις· θέλετε πληροφορηθῆ, ὅτι, καὶ ὅταν λέγωσί τι ἐπικρίνοντες τὴν κατάστασιν τῆς διοικήσεως ἢ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε δυσφοροῦντες ἐπὶ ταύτῃ, ἀμέσως ταῦτα μεταδίδονται εἰς τοὺς κυβερνῶντας· ἀλλὰ καὶ ὅταν δὲν λέγωσί τι, ὅταν σιωπῶσι, καὶ τότε ἐξηγεῖται ἡ σιωπή των ὡς ἔκφρασις δυσαρεσκείας, καὶ παραστάσεις καὶ περὶ τούτου γίγνονται εἰς τοὺς κυβερνητικοὺς κύκλους, καὶ ἐγείρεται ἡ περιέργεια καὶ ἡ προσοχὴ τῶν κυβερνώντων ἐπὶ τῶν ἀτόμων τούτων». Εἷς ἐκ τῶν μετασχόντων τότε τῆς συζητήσεως ταύτης ἐν τῇ Γερουσίᾳ ἐμνημόνευσε Κράτους, ἐν ᾧ ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία εἶχεν ἐκτραπῆ εἰς παραπλήσια ἀθεμιτουργήματα, ἐμνημόνευσε δὲ καὶ γεγονότος ἄλλου, τὸ ὁποῖον βεβαιοῖ ἡ ἱστορία, τῆς ἀνάγκης δηλονότι, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη μέγας δυνάστης, ὁ Ναπολέων Αʹ, ὅπως συστήσῃ ἀντιαστυνομίαν, ἵνα αὕτη ἐπιτηρῇ τὴν κυρίαν ἀστυνομίαν. Καὶ ἠναγκάσθη ὁ Ναπολέων νὰ συστήσῃ δύο ἀστυνομίας, μίαν τὴν ἐπίσημον καὶ μίαν τὴν ἡμιεπίσημον, ἥτις ἐπετήρει καὶ ἤλεγχε τὰς ὑπὸ τῆς ἐπισήμου μεταδιδομένας πληροφορίας καὶ ἐνεργουμένας πράξεις. Καὶ τότε ἐπρόκειτο, Κύριοι, περὶ θέματος ἁπλοῦ, διότι ἐπὶ τέλους ἠδύνατό τις νὰ ἰσχυρισθῇ: πῶς, ἀφοῦ ἐμπιστεύεσθε εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς χώρας τὴν διοίκησιν τμήματός τινος, πῶς, ἀφοῦ κρίνετε αὐτοὺς ἱκανοὺς, ἵνα μετέλθωσι τὴν διοίκησιν, διατὶ δυσπιστεῖτε εἰς αὐτοὺς, ὅταν πρόκηται νὰ ἀναλάβωσι μερίδα τινὰ τῆς ὅλης διοικήσεως ἐν μικρᾷ τινι περιφερείᾳ, ἔν τινι δήμῳ, ἢ ἔν τινι ἐπαρχίᾳ; Ἡ ἀντίῤῥησις αὕτη ἔχει εὐλογοφάνειάν τινα, ἀλλὰ δὲν εἶναι σπουδαία. Δὲν εἶναι σπουδαία, διότι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς χώρας, εἰς τοὺς ὁποίους ἐμπιστευόμεθα τὴν διοίκησιν τῶν ἐπαρχιῶν, εἴτε τὴν διεύθυνσιν τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, αὐτοὶ δὲν συνδέονται μετὰ τῶν πολιτῶν, τοὺς ὁποίους διοικοῦσι, διὰ τῶν δεσμῶν, διὰ τῶν ὁποίων συνδέονται οἱ Δήμαρχοι μετὰ τῶν συνδημοτῶν αὐτῶν, καὶ ὑπὸ τῶν ὁποίων ἐξελέχθησαν, καὶ μεταξὺ τῶν ὁποίων ἐκλήθησαν νὰ φροντίσωσιν, ἵνα τηρήσωσι τὴν τάξιν καὶ τὴν εὐκοσμίαν. Ἔλεγον τότε οἱ ἐν τῇ Γερουσίᾳ, ὅτι ἡ ἰδιότης ἰδίως ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνατίθεται ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία, ἀποτελεῖ τὴν οὐσίαν, διότι αὕτη συνιστᾷ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλει ἐνασκηθῆ ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία, καὶ ὅτι ἑπομένως εἰς τὴν ἰδιότητα τῶν ἀνδρῶν τούτων, τοὺς ὁποίους καλεῖτε εἰς τὴν δημοσίαν διοίκησιν, δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν ἐμποιεῖ ἡ ἰδιότης, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Δήμαρχος ἕνεκα τῆς ἱστορίας αὐτοῦ καὶ τῆς καταγωγῆς αὐτοῦ. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ Κωλέττης προέτεινεν ὡς ἐξαίρεσιν διὰ τὴν ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ τὸ ὁποῖον ἀκόμη ἐξακολουθεῖ λειτουργοῦν, τὸ σύστημα τοῦτο διαφέρει ἀπὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐνομοθετήθη ἀπὸ τοῦ 1836, κατὰ τοῦτο μόνον, ὅτι διὰ μὲν τοῦ συστήματος τοῦ ἀειμνήστου Κωλέττου σαφῶς ἐφηρμόζετο καὶ ἀκριβῶς ἐξετελεῖτο ἡ ἀρχή, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀναγράψει ἐν τῷ διατάγματι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1836 ὁ ἀρχικαγγελάριος Ἀρμανσπέργ. Τὸ διάταγμα τοῦ 1836, τοῦ ὁποίου ἐπῄνεσα τὴν σοφίαν καὶ ἐθαύμασα τὸ φιλελεύθερον, ἀνέγραφεν ἀρχήν τινα ἀφῃρημένην, ὅτι ἀνετίθει τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν εἰς τὰς ἀρχὰς τῶν δήμων, οὐχὶ ὡς ἀνήκουσαν εἰς τὴν φύσιν τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀνεγνώριζεν ἑπομένως, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι κυβερνητικὸν δικαίωμα καὶ οὐχὶ δημοτικόν. Ταύτην τὴν ἀρχὴν ἐφήρμοζε τὸ νομοσχέδιον τοῦ Κωλέττου, ἀλλ’ ἐφήρμοζε μόνον καὶ ἀποκλειστικῶς ἐν τοῖς δήμοις τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ἔλεγε λοιπὸν, ἂν τὸ ἀστυνομεῖν ἦναι δικαίωμα κυβερνητικὸν, καθὼς ἡ Κυβέρνησις ἀνέθηκεν ἐν πᾶσι τοῖς ἄλλοις δήμοις τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν εἰς τοὺς ἄρχοντας τῶν δήμων, οὕτω καὶ εἰς δύο δήμους, τοὺς δήμους Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἀναλαμβάνει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνασκήσῃ αὐτὴν διὰ τῶν ἰδίων αὑτῆς ὀργάνων. Ἑπομένως καὶ ἡ ἐξαίρεσις, τὴν ὁποίαν προέβαλε διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως διοικητικῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, δὲν ἦτο ἀναίρεσις τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν τὸ διάταγμα τοῦ 1836 εἶχεν ἀναγράψει, ἀλλ’ ἦτο ἐφαρμογὴ καὶ ἐκτέλεσις αὐτῆς, μετὰ μόνης τῆς διαφορᾶς, ὅτι ἀνεκάλει ἐν τοῖς δήμοις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν εἰς τοὺς λοιποὺς δήμους τοῦ Κράτους εἶχεν ἀναθέσει εἰς τοὺς ἄρχοντας τοῦ δήμου. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον, ὡς πρὸ μικροῦ ἔλεγον, συνεζητήθη ἐν τοῖς κοινοβουλευτικοῖς σώμασι τῆς Ἑλλάδος, ἐπροτάθη καὶ ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ 1837. Κατὰ τὸ 1837 ἐνομοθετήθησαν ἐν Γαλλίᾳ οἱ θεσμοὶ, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν δημοτικὴν διοίκησιν τοῦ Γαλλικοῦ Κράτους. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ ἀνεγράφετο ἡ ἀρχή, ὅτι τὴν ἀστυνομικὴν διοίκησιν ἐνασκοῦσιν αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ εἰσηγητὴς ὅμως τοῦ νομοσχεδίου, γνωστὸς εἰς τὴν ἐπιστήμην, διότι ὑπῆρξε συγγραφεὺς σπουδαίων συγγραμμάτων τοῦ διοικητικοῦ δικαίου, ἀντέστη, καὶ μετ’ αὐτοῦ ἀντέστησαν καὶ πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἠρνήθησαν μετὰ λόγου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κέκτηται τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν, καὶ ἀπέδειξαν, ὅτι τοῦτο ἀνήκει εἰς τοὺς δήμους. Αἱ ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ γενόμεναι τότε συζητήσεις ὑπῆρξαν μακραὶ, καὶ κατ’ αὐτὰς ἔλαβον τὸν λόγον πολλοὶ διάσημοι ἄνδρες. Κατ’ αὐτὰς ἐπανειλημμένως ἐπεκαλέσθησαν τὰς γνώμας ἀνδρὸς ἐπισήμου, τοῦ ὁποίου αἱ γνῶμαι ἔχουσιν αὐθεντείαν, τοῦ κ. Henrion de Pansey. Οὗτος πολλάκις ἐδίδαξεν, ὅτι, ὡς εἰς τὴν φύσιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τῆς Κυβερνήσεως, ἁρμόζει νὰ ἐνασκῇ τὴν γενικὴν ἀστυνομίαν ἐν τῷ Κράτει, καὶ νὰ κρίνῃ περὶ τῶν γενικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα κρίνονται ἀναγκαῖα πρὸς διατήρησιν τῆς γενικῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας τοῦ Κράτους, ὡς οἱ διοικηταὶ τῶν νομῶν ἐνασκοῦσιν ἐντὸς τῶν νομῶν τὴν γενικὴν ἀστυνομίαν, προνοοῦντες περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖά εἰσιν ἀναγκαῖα πρὸς τήρησιν τῆς ἀσφαλείας ἐν τοῖς νομοῖς, οὕτω καὶ ἐν τοῖς δήμοις, τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν ἀνήκει εἰς τοὺς διοικητὰς αὐτῶν. Ἀνήκει τὸ ἀστυνομεῖν εἰς τοὺς δήμους, ὡς ἀνήκει εἰς τὸ ἄτομον νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς ἰδίας αὑτοῦ ἀσφαλείας. Πῶς θέλετε ἀμφισβητήσει εἰς τὸν πολίτην τὸ δικαίωμα νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς ἀσφαλείας αὐτοῦ; Ἐν τῷ δικαιώματι τῆς ὑπάρξεως, τὸ ὁποῖον φυσικῶς ἔχει, ἔγκειται τὸ δικαίωμα νὰ προνοῇ περὶ τῆς προφυλάξεως τοῦ προσώπου του, καὶ περὶ τῆς ἀποσοβήσεως τῶν κινδύνων, οἵτινες δύνανται νὰ ἀπειλήσωσι τὴν προσωπικὴν αὐτοῦ ἀσφάλειαν. Ὡς δὲ ὁ πολίτης ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἐπίσης καὶ αἱ μικραὶ κοινωνίαι ἔχουσι τὸ δικαίωμα, ἵνα διοικῶσιν ἑαυτὰς, ἵνα μεριμνῶσι καὶ φροντίζωσι περὶ τῆς ἀσφαλείας τῶν συνδημοτῶν καὶ τῆς χώρας αὐτῶν. Ὁ ἰσχυρισμὸς τῶν ῥητόρων τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν δὲν εἶναι δικαίωμα κυβερνητικὸν, ἀλλὰ δικαίωμα τοῦ δήμου, ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος ἐκράτησε καὶ ἐγένετο ἀποδεκτὸς τότε ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς. Ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος ὁμολογῶ, ὅτι μὲ ἔπεισεν ἐντελῶς, καὶ μὲ ἔπεισεν οὐχὶ σήμερον, ὅτε ἐκπληρῶ τὴν δυσάρεστον ταύτην ὑπηρεσίαν, πειρώμενος νὰ πείσω πλειοψηφίαν, ἔχουσαν τὴν ἀπόφασιν νὰ μὴ πεισθῇ, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοὺς προτέρους χρόνους τῆς ζωῆς μου, καθ’ οὓς διεκήρυξα πάντοτε τὴν γνώμην, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν δὲν εἶναι κυβερνητικὸν, ἀλλὰ δημοτικὸν δικαίωμα, δημοσιεύσας μάλιστα τὴν γνώμην μου ταύτην ἐν πονήματι, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ 1862 ἐδημοσίευσα, τῷ πονήματι τῆς Ἑλληνικῆς Νομοθεσίας. Ἀλλὰ τὴν γνώμην ταύτην συνεζήτησα καὶ μετὰ τοῦ Ἡγεμόνος τῆς χώρας, τοῦ ὁποίου, τεθνεῶτος ἤδη πρὸ 25 ἐτῶν, μνημονεύω μετ’ εὐλαβείας καὶ σεβασμοῦ, τοῦ βασιλέως Ὄθωνος. Ἐτύγχανον ὑπάλληλος τοῦ Κράτους, ὁ δὲ Βασιλεὺς, ὅστις ἔμαθεν, ὅτι τοιαύτην περὶ τοῦ ἀστυνομεῖν εἶχον γνώμην, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι δικαίωμα δημοτικὸν, καὶ παρετήρει οὕτως, ὅτι ἡ γνώμη μου αὕτη ἀντέκειτο εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ διατάγματος τοῦ 1836 ἀναγεγραμμένην ἀρχὴν, διέταξε νὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιόν του. Ἐνεφανίσθην ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως, ὅστις μοὶ ἐδήλωσεν, ὅτι αὐτὸς ἐτύγχανε πεπεισμένος περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς ἀρχῆς, τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ Διατάγματι τοῦ 1836, ἐπειδὴ δ’ ἐτύγχανον λειτουργὸς δημόσιος, μοὶ καθίστα τοῦτο γνωστὸν, ἵνα μὴ ἀποφαίνωμαι κατὰ τῶν παραδεδεγμένων ὑπὸ τῆς νομοθεσίας ἀρχῶν. Ἐπειδὴ δ’ ὁ Βασιλεὺς μοὶ ἔδωκε τὴν ἄδειαν νὰ συζητήσω,—οἱ γνωρίσαντες δὲ τὸν Βασιλέα Ὄθωνα ἀναμιμνήσκονται τῆς εὐγενείας καὶ ἀξιοπρεπείας αὐτοῦ,— ἀνέλυσα καὶ ἀνέπτυξα τὰς ἐμὰς γνώμας, καίτοι δὲ αἱ πολιτικαὶ δόξαι τοῦ Βασιλέως ἐκείνου ἔκλινον πρὸς τὴν ἀπόλυτον Μοναρχίαν, ὁ Βασιλεὺς μοὶ ἐδήλωσεν, ὅτι ἐπείσθη, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν ἦτο δημοτικὸν δικαίωμα, ἀλλὰ μοὶ ἐσύστησε νὰ ἀποφεύγω νὰ δημοσιεύω τὰς τοιαύτας γνώμας μου, διότι, κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὁ λαὸς δὲν ἐκρίνετο ἔτι ὥριμος, ὅπως ἀναγνωρισθῶσι τὰ τοιαῦτα δικαιώματα αὐτοῦ. Πρέπει νὰ ἀφήσωμεν νὰ ἐνασκῆται ὑπὸ τῶν δήμων ἡ ἀστυνομία κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως, μοὶ εἶπεν ὁ Βασιλεὺς, κλείων τὴν συζήτησιν, ἵνα δυνάμεθα, ἐάν ποτε παραστῇ ἀνάγκη, νὰ ἀνακαλῶμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο. Κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ διακριθέντων κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ 1837, ἀστυνομεῖν εἶναι κυβερνᾶν· ἑπομένως, ἐὰν ἀφαιρεθῇ τὸ ἀστυνομεῖν ἀπὸ τοὺς δήμους, οἱ δῆμοι οὐδεμίαν θέλουσιν ἔχει πλέον ὕπαρξιν. Τί ἐστὶ Δήμαρχος, ἀφοῦ ἀπογυμνωθῇ τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας, δηλ. τῆς ἐντολῆς τοῦ προλαμβάνειν τὰς ἀξιοποίνους πράξεις, τὰς παραβάσεις τῶν ποινικῶν διατάξεων, τῆς ἐντολῆς τοῦ ἀνακαλύπτειν τοὺς παραβάτας τῶν νόμων, ὅπως οὗτοι παραπεμφθῶσιν ἐνώπιον τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Δικαστηρίων; τοῦ προνοεῖν περὶ τῆς ἀποσοβήσεως βλαβῶν ἢ ζημιῶν εἰς τὴν ὑγείαν τῶν συνδημοτῶν του, ἢ εἰς τὰς κτήσεις καὶ τὰ συμφέροντα αὐτῶν; τῆς ἐντολῆς νὰ διαχειρίζηται τὴν ὅλην ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν ἐν τῷ τόπῳ, κατὰ πάντας τοὺς κλάδους αὐτῆς, ἤτοι τὴν ἐπιμέλειαν καὶ τὴν διοίκησιν τῶν συμφερόντων τῆς δημοτικῆς κοινωνίας; Ἐὰν ἀφαιρεθῇ ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία ἀπὸ τὸν Δήμαρχον, οἱ Δήμαρχοι καταντῶσιν ἁπλοῖ ἐπιμεληταὶ τοῦ ταμείου τοῦ δήμου, τὸ ὁποῖον ὅμως παρ’ ἡμῖν, καὶ τοῦτο μετεβιβάσθη εἰς τοὺς δημοσίους ὑποταμίας διὰ τοῦ κατὰ τὸ 1887 ἐκδοθέντος περὶ τούτων νόμου. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου ἀφηρέθη τὸ δικαίωμα τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τῶν δήμων ἀπὸ τῶν δημοτικῶν ἀρχόντων, καὶ ἀνετέθη εἰς τοὺς ὑποταμίας. Καὶ προσεπάθησα μὲν κατὰ τὸ 1890, ὅτε ἐκλήθην ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ συμβιβάσω κατὰ τὸ δυνατὸν τὸν περιορισμὸν τοῦτον τῆς δημοτικῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ αὐτοβουλίας μετὰ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον οἱ κυβερνῶντες ἔχουσιν, ἵνα συντελῶσιν εἰς τὴν περιστολὴν τῶν καταχρήσεων καὶ λογιστικῶν ἀταξιῶν, καὶ διὰ τοῦ περὶ δήμων νόμου, ὅστις ἐψηφίσθη τῇ ἐμῇ εἰσηγήσει κατὰ τὸ 1891 ὡς νόμος τοῦ Κράτους, ἔθηκα περιορισμούς τινας εἰς τὴν διὰ τοῦ νόμου περὶ ὑποταμείων διαταχθεῖσαν ἀφαίρεσιν τοῦ δικαιώματος τούτου τῶν δήμων. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τοὺς περιορισμοὺς τούτους, ἐγὼ ἀμφιβάλλω, ἐὰν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν δὲν ἀναιρῆται τῶν δήμων ἡ αὐτοδιοικησία. Οὕτως, οἱ δῆμοι παρ’ ἡμῖν ἐστερήθησαν καὶ τούτου, τὸ ὁποῖον ἔλεγον οἱ Γάλλοι, ὅτι ἐσώζετο εἰς τοὺς Δημάρχους μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας. Ἀληθῶς, Κύριοι, τοσοῦτον περιώρισαν μέχρι τοῦδε τὴν ζωὴν τῶν δήμων, ὥστε δύναταί τις νὰ ἀποδεχθῇ, ὅτι οἱ δῆμοι ἐκλείπουσιν ὁσημέραι. Καὶ αὐτὴν τὴν μέριμναν καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ ἀσχολεῖσθαι περὶ τῆς ὁδοποιίας τοῦ δήμου, καὶ ταύτην ἀφῃρέσαμεν ἀπὸ τοὺς δήμους. Αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ συστάσεως ταμείου ὁδοποιίας καὶ τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιίας τοῦ 1867 καθ’ ὅλην τὴν λήγουσαν δεκαετίαν ἀνῃρέθησαν, διατεθέντων καὶ αὐτῶν τῶν τῆς δημοτικῆς ὁδοποιίας, οὐχὶ τῇ γνώμῃ τῶν δημοτικῶν συμβουλίων, ἀλλὰ τῇ θελήσει καὶ τῇ γνώμῃ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ αἱ ἀρχαὶ τῶν δήμων δὲν εἶχον εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῶν οὐδὲ δηνάριά τινα, ἵνα συντηρήσωσι τὰς δημοτικὰς ὁδοὺς, εἴτε ἐν τῇ κώμῃ εἴτε ἐν τοῖς ἀγροῖς. Ἐὰν κατὰ τὴν ἐπιμέλειαν τῶν περὶ τούτου κατεδείχθη που ἀκηδία ἢ ἀνικανότης, ἐὰν περὶ τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἀστυνομίας, ἐὰν περὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοτικῶν ἐσόδων συνέβησαν καταχρήσεις, αὗται θὰ ἠδύναντο νὰ ἐκλείψωσιν, ἂν συνετηρεῖτο ὁ θεσμὸς τῆς αὐτοδιοικησίας τῶν δήμων, διότι ὁ θεσμὸς οὗτος ἤθελεν ἀναμιμνήσκει ἡμῖν τὸ καθῆκον, ὅπερ εἴχομεν, τῆς περιστολῆς τῶν καταχρήσεων. Ἐγὼ διὰ τοῦ τῇ ἐμῇ εἰσηγήσει ἐκδοθέντος κατὰ τὸ 1891 νόμου περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων ἐφρόντισα νὰ ἀναγράψω τὸ δικαίωμα τῶν δημοτικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων, ὁσάκις πρόκηται περὶ κατασκευῆς ἢ ἐπισκευῆς ὁδῶν· ἀλλ’ ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον χθὲς ἐψηφίσατε, περὶ καταργήσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας, δὲν κατέστρεψε μόνους τοὺς βλαστοὺς, οἵτινες εἶχον ἀναφυῆ, ἀλλ’ ἐξεῤῥίζωσε τὴν αὐτοδιοικησίαν τῶν δήμων. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας, προχθὲς, ἐδήλωσα, ὅτι εἶμαι μὲν καὶ κατὰ τῆς ἀρχῆς καὶ κατὰ τῶν κατὰ μέρος διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ἐπεφυλάχθην ὅμως νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς γνώμας μου ἐν ἄλλῃ εὐκαιρίᾳ, διότι ἔκρινα, ὅτι ἠδυνάμην νὰ μὴ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν τότε, ἀφοῦ ἐπρόκειτο μετ’ ὀλίγον νὰ προκηρυχθῇ ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καθ’ ἣν ἤθελον ἐκθέσει τὰς περὶ τούτου γνώμας μου. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀναβάλω νὰ ἀνακοινώσω τὰς ἐμὰς γνώμας, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τυγχάνει μέρος ὅλου, οὐδὲ πρέπει νὰ ὀκνῶμεν νὰ ἀναζητήσωμεν τὰς ἐννοίας, αἵτινές εἰσι διεσπαρμέναι ἐν πολλοῖς τῶν νομοθετημάτων. Τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον εἶχεν ἀναγγελθῆ ἀπὸ τοῦ 1888 ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτε εἰσήγαγε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Κατὰ τὴν 10 Νοεμβρίου 1888, πρὶν ἢ εἰσαχθῇ τὸ ἀναγγελθὲν νομοσχέδιον, ἀφορμὴν λαβὼν ἐκ τῆς ἀναγγελίας, ὅτι ἔμελλε νὰ εἰσαχθῇ, προσεπάθησα νὰ ἀναστείλω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀπὸ τοῦ μέτρου τούτου. Εἶπον τότε εἰς τὴν Βουλὴν ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ὁ Πρωθυπουργὸς ἀνήγγειλε προχθὲς καὶ ἄλλον σκοπὸν αὐτοῦ, ἀνήγγειλεν, ὅτι προτίθεται νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν ἀπὸ τοὺς δήμους, ὅταν οἱ δῆμοι ἤθελον ζητήσει τοῦτο. Ὅπως δ’ ἐνθαῤῥύνῃ ἡμᾶς, ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι παρέλαβε τὰ σχέδια ταῦτα ἐκ νόμου ἐν Ἀγγλίᾳ ἀπὸ τοῦ 1836 λειτουργοῦντος. Οἱ φρονοῦντες, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν δὲν εἶναι κυβερνητικὸν δικαίωμα, ἀλλ’ ὅτι εἶναι δημοτικὸν, πείθονται, ὅτι δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοὺς δήμους νὰ παραιτηθῶσιν αὐτοῦ. Ἑπομένως, ἂν δῆμός τις ζητήσῃ νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπ’ αὐτοῦ ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία, ὅπως ἀναλάβῃ τὴν διαχείρισιν αὐτῆς ἡ δημοσία διοίκησις, ζητεῖ τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητῇ οὐδ’ ἡ δημοσία διοίκησις νὰ ἐπιτρέψῃ. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν. Δύναται καὶ συμφέρει τῷ Κράτει νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία ἀπὸ τοὺς δήμους, καὶ νὰ συγκεντρωθῇ εἰς χεῖρας τῆς γενικῆς διοικήσεως; Τὸ ζήτημα εἶναι λίαν σοβαρόν. Καὶ ἂν προταθῇ νομοσχέδιον τοιοῦτον,—εὔχομαι δὲ νὰ μὴ προταθῇ,—δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει τὸ συζητήσει μετὰ μεγίστης σπουδαιότητος, λησμονοῦσα πᾶσαν ἄλλην σκέψιν, καὶ θέλει ἁμιλληθῆ διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας, τὴν δημοτικὴν αὐτοβουλίαν, ὅπως δύνηται τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ τὴν λυσιτελεστάτην εἰς τὴν διοίκησιν τῆς χώρας ἐπικουρίαν τῶν μικρῶν αὐτῶν κοινωνιῶν». Ταῦτα ἔλεγον τὴν 10 Νοεμβρίου 1888· ἀλλὰ τὴν 10 Δεκεμβρίου 1888, ἤτοι μετὰ ἕνα μῆνα, εἰσήχθη ἓν νομοσχέδιον, οἷον εἶχεν ἀναγγελθῆ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις τοῦ χρόνου ἐκείνου, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκον καὶ ἐγὼ, ἐδήλωσεν ἐπανειλημμένως τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς νὰ πολεμήσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκθύμως καὶ μὴ παραλίπῃ οὐδὲν μέσον ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖά εἰσιν ἀνεκτὰ καὶ ἐπιτετραμμένα νῦν ἐν πᾶσι τοῖς Κοινοβουλίοις, καὶ ἐδήλωσα μάλιστα ἐγὼ ἐν τινι εὐκαιρίᾳ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἤθελε μετέλθει καὶ κωλυσιεργίαν, ἵνα προλάβῃ τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου ἠπείλει εἰς τὰς ἐλευθερίας καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Εὐτυχῶς δὲν ἐκρίθη ἀναγκαῖον τότε νὰ ἐπισπευσθῇ τοῦ νομοσχεδίου ἡ συζήτησις, ἐπέπρωτο δὲ νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ τμῆμα τοῦτο τῆς Συνόδου ταύτης. Ἀλλὰ πρὸς τοὺς εἰσαγαγόντας αὐτὸ δύναμαι ν’ ἀπευθύνω τὴν ἐρώτησιν: Δύνασθε σεῖς νὰ ὑποσχεθῆτε καὶ βεβαιώσητε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι, ἐὰν ἐγκαταστήσητε τὰς στρατιωτικὰς ἀστυνομίας, θέλετε ἀποκαταστήσει ἀσφαλῆ καὶ ἀκλόνητον τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν, ἢ τὴν εὐκοσμίαν καὶ εὐπρέπειαν ἐν ταῖς δημοτικαῖς κοινωνίαις; Ποίας ἔχετε ἐγγυήσεις περὶ τούτου; Ποίας ἀποδείξεις προσάγετε, διὰ νὰ μᾶς πείσητε, διὰ νὰ πείσητε τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Ὁμολογῶ, ὅτι ἐν τῷ στρατῷ ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ διακεκριμένοι. Ἔχομεν διακεκριμένους ἀξιωματικοὺς ἐν τῷ πυροβολικῷ. Νομίζετε, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πυροβολικοῦ εἰσιν ἐπιτήδειοι νὰ γένωνται ἀστυνόμοι τοῦ Κράτους; Ποίαν ἐκπαίδευσιν ἢ παρασκευὴν ἔλαβον, ἵνα ἐνασκῶσι τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν; Ὡς τυγχάνουσιν ἀνεπιτήδειοι, ἵνα γένωνται οἰκονομικοὶ ἔφοροι, νὰ γένωνται ταμίαι, οὕτως εἰσὶν ἀνεπιτήδειοι νὰ γένωνται ἀστυνόμοι. Ἔχετε ἀξιωματικοὺς τοῦ μηχανικοῦ, μορφωθέντας ἐπιστημονικῶς καὶ τεχνικῶς κατηρτισμένους. Νομίζετε, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι δύνανται νὰ γένωνται δημοτικοὶ ἀστυνόμοι ἢ δημόσιοι ἀστυνόμοι ἐν τινι ἐπαρχίᾳ τοῦ Κράτους, ἢ ἐν νομῷ τοῦ Κράτους; Ἀλλὰ διατί περιορίζομαι μόνον εἰς τὸ σῶμα τοῦ πυροβολικοῦ; Ἂς στραφῶ εἰς τὸ σῶμα τοῦ πεζικοῦ. Νομίζετε, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ δύνανται νὰ ὦσιν ἀστυνόμοι, ὅτι ἔλαβον τοιαύτην ἐκπαίδευσιν, καὶ ὅτι διὰ τοῦ στρατιωτικοῦ βίου, ὃν διήνυσαν, ἐγένοντο ἐπιτήδειοι, ἵνα ἀναλάβωσι τοιαύτην ἐξουσίαν; Εἰς ὑμᾶς τοὺς κυβερνῶντας δὲν ἀρκεῖ τοσαύτη ἐξουσία, τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι σᾶς ἀνέθηκαν, ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε καὶ αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι ἀνέθηκαν εἰς τὸν δῆμον, αὐτὴν τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσαν εἰς τοὺς δήμους, ἀναθέντες εἰς αὐτοὺς νὰ μεριμνῶσι περὶ τῆς εὐκοσμίας καὶ τάξεως ἐν ταῖς πόλεσι καὶ ταῖς κώμαις, περὶ τῆς ἀσφαλείας καὶ φυλακῆς τῶν ἀγρῶν αὐτῶν; Νομίζετε ὅτι ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως, ἐκτὸς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τῶν λειτουργούντων ὑπ’ αὐτὴν καὶ ἐκτελούντων τοὺς ἄλλους νόμους τοῦ Κράτους, τῶν ἀποτελούντων τὴν ἱεραρχίαν τῆς διοικήσεως, νομίζετε, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, πονοῦντες τὰ συμφέροντα τὰ κοινά; Νομίζετε ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ οὐδὲν ἐλατήριον ἁμίλλης, οὐδεὶς συναγωνισμὸς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀλλαχοῦ οὐδεμία εὐθύνη, ἐκτὸς τῆς εὐθύνης τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων; Ἐὰν πράττητε ταῦτα, διότι νομίζετε ἀνεπαρκῆ τὴν ἰσχύν σας, ποίας ἀποδείξεις προσάγετε, ὅτι τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὰ ὁποῖα τελοῦσιν ὑπὸ τὰς διαταγὰς ὑμῶν, ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των μετὰ τοταύτης τελειότητος, μετὰ τοσαύτης ἀκριβείας, ὥστε οὐδεμία φωνὴ ἠγέρθη ἐναντίον αὐτῶν; Ταῦτα δὲν λέγω πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς, τοὺς μετὰ τὴν 3 Μαΐου ἀνελθόντας ἐπὶ τὴν ἀρχήν· λέγω ταῦτα πρὸς πάντας τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ πρὸς τοὺς προκατόχους καὶ πρὸς τοὺς διαδόχους· τὰ λέγω πρὸς ἐμὲ αὐτὸν, ἐφ’ ὅσον ὑπῆρξα μέλος Κυβερνήσεως ἢ προϊστάμενος αὐτῆς. Ὁμολογῶ, ὅτι τὰ ὄργανα τῆς δημοσίας διοικήσεως, αὐτοί, οἵτινές εἰσι γνωστοὶ ὑπὸ τὸ χαρακτηριστικὸν ὄνομα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, ὅτι αὐτὰ τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας πολλάκις ἐδείχθησαν ὑποδεέστερα τῶν δημοτικῶν ἀρχόντων κατὰ τὴν ἐνάσκησην τῆς ἐξουσίας αὐτῶν. Ὁμολογῶ, ὅτι ἀνεῦρον καὶ ἀνευρίσκω ὁσημέραι ἐν αὐτοῖς τοιαύτας ἀτελείας, τοιαύτην ἄγνοιαν τῶν καθηκόντων, ἢ τοιαύτην ἀμάθειαν, ἐνιαχοῦ δὲ καὶ ἄλλα ἐλαττώματα, ὥστε ὁσάκις μοὶ ἀνετέθη ὑπὸ τοῦ Ἡγεμόνος τὸ καθῆκον νὰ φροντίσω περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων, διετέλουν πάντοτε ἐν ἀνησυχίᾳ, ἐκ τῆς ὑπονοίας, μὴ ἡ ἐπιτήρησίς μου ἐπ’ αὐτῶν δὲν ἦτο ἐπαρκής, μὴ δὲν ἠδύνατο νὰ καταστείλῃ τὰς παραβάσεις τῶν νόμων καὶ ἐνιαχοῦ τὰς καταχρήσεις. Καὶ ὅταν τοιαύτη δυστυχῶς ἦναι ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας διοικήσεως, δύναταί τις ἐξ ἡμῶν,— καὶ λέγω ἐξ ἡμῶν, κατατάσσω ἑαυτὸν εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκείνων, οἵτινες ἔρχονται νὰ ἐπανακάμψωσιν εἰς καιρὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν,— δύναταί τις εὐπροσώπως νὰ παραπονεθῇ κατὰ τῆς διοικήσεως τῶν δήμων; Θέλουσι μᾶς ἐρωτήσει οἱ διαχειριζόμενοι τὰ τῶν δήμων, τίνες εἶσθε σεῖς; τί ἐπράξατε σεῖς; Εἰς σᾶς ὁ νόμος περὶ ἀγροφυλακῆς ἔδωκε μικρὰν ἐξουσίαν, νὰ ἐπιτηρῆτε μόνον, ἐὰν οἱ σύλλογοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνετέθη ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀγροφυλάκων, ἐκτελῶσι τὸ καθῆκόν των, καὶ τοσοῦτον καταχρᾶσθε τῆς ἐξουσίας σας, καὶ ἐνίοτε προβαίνετε εἰς ἀσχημίας, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὀφείλετε νὰ κρύψητε τὸ πρόσωπον, καὶ ὑμεῖς καταγγέλλετε τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν, ὡς μὴ ἐκπληροῦσαν τὸν σκοπὸν αὐτῆς, ἀφοῦ τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῆς διοικήσεως;! Κύριοι, ἡ ἡλικία, τὴν ὁποίαν διανύω, δὲν μοὶ δίδει τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλω δυνηθῆ νὰ ἀκολουθήσω ἐπισκοπῶν τὴν κατάστασιν τῆς πατρίδος μου ἐπὶ πολλὰ ἀκόμη ἔτη, μοὶ ἐπιβάλλει ὅμως τὸ καθῆκον νὰ ἀπευθύνω συμβουλὰς εἰς τοὺς Βουλευτὰς, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὸ μόνον Κοινοβούλιον τῆς πατρίδος μου, νὰ συμβουλεύσω αὐτοὺς νὰ εὐλαβῶνται περισσότερον τὴν δημοτικὴν διοίκησιν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ βάσις τῆς Πολιτείας, καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ παρασκευάζονται οἱ ἄνδρες, οἵτινες πρόκειται νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Πολιτείαν, καὶ ἀσκοῦνται οἱ πολῖται εἰς τὴν χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ ἀνέθηκαν εἰς αὐτοὺς, καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλουσιν εἰς αὐτούς. Σέβονται δὲ τὰ δικαιώματα τῶν δήμων ἐκεῖνοι μόνοι τῶν κυβερνώντων, ὅσοι εὐλαβοῦνται τὴν αὐτοδιοικησίαν τῶν δήμων, καὶ ὅσοι δὲν ζητοῦσι νὰ ἀφαιρέσωσιν ἀπὸ τοὺς δήμους τὰς σάρκας αὐτῶν, ἵνα αὐξήσωσι τὰς ἰδίας των σάρκας. Νομίζω δὲ πεποιθότως, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ αὐξήσῃ τὰς σάρκας αὐτῆς, διότι εἶναι εὐτραφεστάτη, καὶ τρέφει αὐτὴν τὸ εὐάγωγον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ τὸ φιλόνομον καὶ τὸ συντηρητικὸν τῶν πολιτῶν, ὑποκειμένων εἰς τοὺς νόμους, τρέφουσιν αὐτὴν αἱ παραδόσεις τῆς χώρας. Ἂν ἡ διοίκησις, ἵνα καταστῇ ἱκανὴ νὰ διοικῇ, ζητῇ νὰ θρέψῃ περισσότερον τὰς σάρκας αὐτῆς, νὰ αὐξήσῃ αὐτὰς, θέλει πάθει πολυσαρκίαν, ἡ ὁποία θέλει γεννήσει νόσον, ἡ δὲ νόσος θέλει καταλήξει εἰς κίνδυνον. Καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, δὲν πρόκειται μόνον ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τῶν δήμων τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν, ἀλλὰ πρόκειται νὰ παραδώσωμεν τὰς ἀστυνομίας εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς ἄνδρας τοῦ στρατοῦ. Ὅταν αἱ Πολιτεῖαι ἀναγνωρίζωσι τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν ἰδίων αὐτῶν λειτουργῶν, ἕνεκα περιστάσεων ἐκτάκτων, αἱ ὁποῖαι ἐπέσκηψαν, εἴτε καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, εἴτε κατὰ τμῆμα αὐτοῦ, προσφεύγουσιν εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ζητοῦσι νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸς τὴν ἀποκατάστασιν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, καὶ νὰ κρατύνῃ τὴν ἰσχὺν αὐτῶν. Ἡ τοιαύτη κατάστασις λέγεται κατάστασις πολιορκίας. Κατ’ ἄλλην τινὰ ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν Πειραιεῖ ἐφρούρουν δέκα χιλιάδες στρατοῦ, Γαλλικοῦ καὶ Ἀγγλικοῦ, ὅτε ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν αὐτῶν συνεστήθη ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1854, διότι ὁ διαχειριζόμενος τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν ἠναγκάσθη νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν ἐπισκήψασαν ἀνάγκην, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην συνέβησαν δυσάρεστα συμβεβηκότα εἰς τὴν Ἑλλάδα. Εἶχον ἐπανέλθει ἐκ τῶν παρὰ τὰ βόρεια ὅρη τοῦ Κράτους ὑπὸ τὴν Τουρκίαν Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν οἱ ὁπλῖται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐκδράμει κατὰ τὸ 1854 ἐπὶ τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν Ἤπειρον, ἀπαρτίσαντες ἐπαναστατικὰς ὁμάδας, — ἐνθυμεῖσθε δὲ τὰ τότε κατὰ τὸν Ρωσσοτουρκικὸν πόλεμον λαβόντα χώραν καὶ τὰ ἀτυχήματα καὶ τὰς δυστυχίας, εἰς ἃς οἱ ἐκδραμόντες τότε περιέπεσαν. Οὗτοι εἶχον ἐγκαταλίπει τὰ ἔργα των, εἶχον δ’ ἐπανέλθει ἐκ τῆς ἐκδρομῆς, μεταλαβόντες κατ’ αὐτὴν τὰς ἕξεις τῆς αὐθαιρεσίας καὶ τῆς βίας. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν συνέβη καὶ αὐτὸς νὰ διαλύσῃ τὰ σώματα τῆς ὁροφυλακῆς ἀποτόμως, διὰ πράξεως σπασμωδικῆς, ἡ ὁποία ἐξετελέσθη ἄνευ προπαρασκευῆς καὶ βασάνου, καὶ ἔῤῥιψεν εἰς τὰς ὁδοὺς μέγαν ἀριθμὸν ὁπλιτῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι, εἰθισμένοι εἰς τὸν ἀγροδίαιτον ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς βίον, εὑρέθησαν αἴφνης ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐργασίας καὶ πόρου ζωῆς, καὶ ἐτράπησαν εἰς τὸν λῃστρικὸν βίον. Ἡ λῃστεία λοιπὸν ἕνεκα τούτου ἐπλεόνασε, καὶ ἐπειδὴ ἡ γείτων χώρα μετήρχετο πολιτικὴν ἐνισχύουσαν τὴν λῃστείαν, — διότι οὕτως ἐξησθένει ἡμᾶς καὶ ἐδυσφήμει τὴν ὑπόληψιν ἡμῶν,— τὸ Κράτος τότε τὸ Ἑλληνικὸν κατεκλύσθη ὑπὸ τῶν λῃστῶν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἑσπέραν τινὰ ἔλαβον παραγγελίαν, ὡς γενικὸς γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ φροντίσω περὶ τῆς προσωπικῆς ἀσφαλείας τοῦ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος ἔμελλε νὰ μεταβῇ εἰς τὸ θέατρον, διότι φόβος ὑπῆρχε, μήπως προσβληθῇ ὑπὸ λῃστῶν· λῃσταὶ δὲ τοσαύτην εἶχον τότε τόλμην, ὥστε διέβησαν διὰ μέσου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν! Ὁ πρέσβυς τότε τῆς Ἀγγλίας,—ἐτύγχανε δὲ τοιοῦτος ὁ κ. Οὐάϊς,—ἀπηύθυνε διακοίνωσιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν,—καὶ ἦτο τότε Πρωθυπουργὸς ὁ Μαυροκορδάτος,—καὶ διὰ τῆς διακοινώσεώς του δὲν συνεβούλευεν, ἀλλὰ μετήρχετο ὕφος, τὸ ὁποῖον μικρὸν διέφερε τοῦ ἐπιτακτικοῦ, καὶ συνίστα, ἵνα ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ζητήσῃ τὸ δικαίωμα νὰ κηρύσσῃ εἰς κατάστασιν πολιορκίας ὡρισμένας περιφερείας, ἐν τοῖς νομοῖς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας, Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, καὶ Εὐβοίας. Ὁ Μαυροκορδάτος, ἀνὴρ πολύπειρος, μοὶ ἐνετείλατο νὰ παρασκευάσω μελέτην τινὰ περὶ τοιούτου νόμου. Παρέστησα τότε εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, ὅστις ἦτο καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι διάταξις τοῦ Συντάγματος μὲ ἀπαλλάσσει τοῦ τοιούτου κόπου, διότι ὡς δημόσιος ὑπάλληλος δὲν ἠδυνάμην νὰ πράξω τι, τὸ ὁποῖον ἔκρινον, ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα. Ὁ Μαυροκορδάτος ἀνεγνώρισε τοῦτο, μὲ ἐπεφόρτισε δὲ νὰ λάβω συνέντευξιν μετὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης Ἀναστασίου Λόντου, καὶ ἀνακοινώσω αὐτῷ τὴν σημασίαν καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς νέας καταστάσεως, ἥτις θέλει δημιουργηθῆ διὰ τῆς νομοθετικῆς ἀναγραφῆς τοῦ δικαιώματος τοῦ κηρύσσειν ὡρισμένας περιφερείας εἰς κατάστασιν πολιορκίας. Ἀλλ’ ὁ Λόντος, ὅτε ἔλαβον μετ’ αὐτοῦ τὴν συνέντευξιν ταύτην, μοὶ εἶπε ῥητῶς, ὅτι οὐδέποτε θέλει ὑπογράψει τοιοῦτον νόμον. Οὕτω δὲ οὔτε ὁ Μαυροκορδάτος οὔτε ὁ Λόντος ἔστρεξαν νὰ εἰσαγάγωσι τοιοῦτον νομοθέτημα. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι κατάστασις πολιορκίας εἶναι μόνον ὅταν κηρύσσηται ἐν ἀργίᾳ ἡ κοινὴ νομοθεσία καὶ μεταβιβάζηται εἰς τὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν ὁ κανονισμὸς τῶν σχέσεων τῶν πολιτῶν; μόνον ὅταν παραδίδωται ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τῶν πολιτῶν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἐξουσίαν; μόνον ὅταν ἡ κοινὴ δικαιοσύνη, τὰ δικαστήρια τίθηνται ἐν ἀργίᾳ, καὶ ταῦτα ἀντικαθιστῶνται διὰ τῶν Στρατοδικείων; Δὲν διαφέρει ἡ ἐγκατάστασις τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἐν τῇ χώρᾳ ἀπὸ τὴν κήρυξιν αὐτῆς εἰς κατάστασιν πολιορκίας. Λέγω δὲν διαφέρει, διότι τὸ στρατιωτικὸν ἐπάγγελμα μεταδίδωσιν εἰς τὸν μετερχόμενον αὐτὸ ἰδιότητας καὶ ἕξεις, τὰς ὁποίας οἱ πολιτικοὶ ὑπάλληλοι δὲν δύνανται ἀκινδύνως νὰ ἔχωσιν. Ὁ στρατιωτικὸς πρέπει νὰ ἦναι ὑπερήφανος καὶ φιλότιμος· ἀλλὰ εἰς τοσοῦτον φθάνουσιν ὑπερβολῆς, ὥστε ἐκτείνουσιν ἐνίοτε τὴν φιλοτιμίαν μέχρι τοῦ τελευταίου ὁρίου. Ἡ ἐλαχίστη παρατήρησις ἢ ἀντίῤῥησις ὑπολαμβάνεται πολλάκις ὡς ὕβρις, διότι οὕτως ἤσκησεν αὐτὸν ἡ πειθαρχία, ἥτις ἀφήρεσεν ἀπ’ αὐτοῦ τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ γνώμην ἄλλην ἢ ἐκείνην, ἣν ἔχει ὁ προϊστάμενος αὐτοῦ. Ἡ ἀντίῤῥησις ἐξεγείρει αὐτὸν, τὸ δ’ ἐπιβλητικὸν ἦθος αὐτοῦ κατά τινας περιστάσεις ἐξωτερικεύεται ὡς βία καὶ αὐθαιρεσία, ὅταν πρόκηται περὶ δικαιωμάτων πολιτῶν. Ἐν Ἀθήναις προσεφύγομεν ἀληθῶς κατὰ διαφόρους ἐποχὰς εἰς στρατιωτικοὺς, ἀλλ’ ἐν Ἀθήναις ὑπάρχει ἀνάγκη, διότι ὑπάρχουσι 300 κλητῆρες, οἵτινες πρέπει νὰ ἦναι ἄνδρες κόσμιοι καὶ διδαχθέντες τὴν πειθαρχίαν, ἤλπισαν δὲ πολλάκις Κυβερνήσεις, ὅτι τοιαύτην ἀνατροφὴν καὶ παρασκευὴν ἠδύναντο νὰ δώσωσι εἰς τοὺς κλητῆρας Διευθυνταὶ τῆς ἀστυνομίας στρατιωτικοί. Ἵνα δὲ τὸ σῶμα τοῦτο τῶν τριακοσίων ἀνδρῶν λάβῃ ἕξεις πειθαρχικὰς, λάβῃ στρατιωτικήν τινα σύνταξιν καὶ κοσμιότητα, ἐκαλοῦντο εἰς τὴν διεύθυνσιν τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας στρατιωτικοί. Ἀλλὰ εἰς τὰς ἀστυνομίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσιν, εἰμὴ δύο κλητῆρας, θέλετε διορίσει ἀστυνόμον λοχαγὸν ἢ ταγματάρχην, ἵνα διοικήσῃ αὐτάς; Μελετήσατε, Κύριοι, ποῖα ἀποτελέσματα θέλουσι παραγάγει τὰ προτεινόμενα μέτρα. Φοβοῦμαι, ὅτι θέλουσιν εἶσθαι ὀδυνηρά. Εὔχομαι δὲ, ἂν σχηματισθῇ πεποίθησις, ὅτι τοιαῦτα ἤθελον ἐπέλθει ἀποτελέσματα, καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ πᾶς ἄλλος ἐξ ὑμῶν νὰ μὴ διστάσῃ νὰ δώσῃ μέλαιναν ψῆφον ἐπὶ τοιούτου νομοθετήματος. Ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχει νόμος περὶ καταστάσεως πολιορκίας. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1830 περιέλαβε διάταξιν, ἡ ὁποία εἰσήγαγεν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην τῶν γενικῶν νόμων, ἀλλὰ καὶ τὸ Σύνταγμα τῆς Δημοκρατίας τοῦ 1848 περιέλαβε διάταξιν τοιαύτην, καὶ ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1849 νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνετέθη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν. Κατὰ τὸ 1852 ἐξεδόθη ἕτερος νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνετέθη εἰς τὸν Ἡγεμόνα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ ἐν Γαλλίᾳ, κατὰ δυστυχίαν, καὶ ἐν ἄλλοις Κράτεσι τῆς Εὐρώπης, ὑπάρχουσι κοινωνικαὶ πληγαὶ καὶ νόσοι, αἵτινες δὲν μαστίζουσι μόνον τὴν κοινωνίαν, δὲν ἀπειλοῦσι μόνον αὐτὴν, ἀλλὰ ἀπειλοῦσι τὰς βάσεις αὐτῆς καὶ τὴν σύστασιν αὐτῆς. Ἐν Ἑλλάδι εὐτυχῶς δὲν ἔχομεν κοινωνιστὰς, δὲν ἔχομεν ἀναρχικοὺς, δὲν ἔχομεν οὐδὲ τὸν πόλεμον κατὰ τοῦ κεφαλαίου, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει ἐν ἄλλαις χώραις. Ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχομεν οὔτε τὰς ἐργατικὰς τάξεις πολεμίας κεφαλαίων καὶ ἀπειλούσας τὴν κοινωνικὴν τάξιν, οὐδὲ ἄνδρας κοινωνιστάς. Ἐν Ἑλλάδι κρατεῖ πνεῦμα τοσούτῳ συντηρητικὸν, ὥστε, ὅτε τελευταῖον κόμματα πολιτικὰ, κερδοσκοποῦντα πρὸ τῶν ἐκλογῶν, παρίστων πολέμιον τῆς Βασιλείας τὸ κόμμα, τοῦ ὁποίου ἡγούμην, καὶ διέδιδον ἐν ταῖς ἐπαρχίαις καὶ τοῖς δήμοις, ὅτι τὸ πολιτικὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐν τῇ ἀρχῇ πρὸ τῆς 18 Φεβρουαρίου, ἀντετάσσετο εἰς τὴν Βασιλείαν, καὶ ὅτι οἱ ἐκλογεῖς ἐκαλοῦντο δῆθεν νὰ λύσωσι ζήτημα μεταξὺ τῆς Βασιλείας καὶ ἐμοῦ, τοῦ πολίτου, ὅστις ἡγεῖτο τοῦ πολιτικοῦ κόμματος, περὶ οὗ ὁμιλῶ· ὅταν κόμματα πολιτικὰ, οὕτως ἀκολασταίνοντα, εἰς τοιαύτας προέβησαν ψευδεῖς διαδόσεις, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὑπέταξε τὰ πολιτικὰ αὑτοῦ φρονήματα εἰς τὸν συντηρητικὸν χαρακτῆρα αὑτοῦ, καὶ τοιαῦτα ὑπὲρ τῶν ἀντιπάλων μου διεσκεύασεν ἐκλογικὰ ἀποτελέσματα, οἷα ὑπὲρ οὐδενὸς εἶχον ἐκδηλωθῆ ἄλλοτε πολιτικοῦ κόμματος. Λέγω ταῦτα ἐν παρόδῳ, διότι περὶ τούτου θέλω διαλάβει κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτε θέλω ἀποδείξει τὴν ἔννοιαν, ἣν εἶχεν ἡ ψῆφος τῆς 3 Μαΐου. Εἶχεν ἔννοιαν ἐπιδοκιμασίας τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Εἶχεν ἔννοιαν ἐμπιστοσύνης καὶ ἀναγνωρίσεως, ὡς ὀρθῆς καὶ σώφρονος τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς αὐτοῦ ἐπὶ τὴν ὀκταετίαν; Ἢ εἶχεν ἄλλην ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν θέλει μοὶ δοθῆ ἡ εὐκαιρία, ἵνα παραστήσω προσεχῶς εἰς τὴν Βουλήν;

§26Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἠγόρευσεν ἐφ’ ἱκανὸν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γορτυνίας περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται εἰς τὴν ψῆφον ὑμῶν, καὶ ἠγόρευσεν ὡσανεὶ δὲν ἔζη ἐν Ἑλλάδι, ὡσανεὶ ἐκανονίζετο διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατάστασις ὅλως διάφορος τῆς ἐπιβαλλούσης καὶ εἰς Κυβέρνησιν καὶ εἰς Βουλὴν τὴν ψήφισιν μέτρων ἐκτάκτων περὶ τῶν ἀστυνομικῶν τῆς χώρας. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρίστα διὰ μακρῶν, ὅτι ἀντισυνταγματικὸν εἶναι τὸ ψηφίζειν νόμους περὶ καταστάσεως πολιορκίας, παρέστησε μάλιστα, ὅτι καὶ αὐτὸς ἔσωσεν ἄλλοτε τὴν Πολιτείαν ἀπὸ κινδύνου ψηφίσεως νόμου περὶ καταστάσεως πολιορκίας. Καὶ περὶ καταστάσεως πολιορκίας ποῖος προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν νόμον; Ἀλλὰ τῆς καταστάσεως πολιορκίας δύναται ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ὑφίστανται παρ’ ἡμῖν ἐν τῇ ἐκτελέσει πάντα τὰ κακὰ, τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀπαγορευόμενα; Τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἡ δημοσία ἀσφάλεια σώζεται καὶ συντηρεῖται διὰ τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων, ὑπὸ τὴν χειρίστην μορφὴν, ἄγνωστον ἀλλαχοῦ, τῆς καταστάσεως πολιορκίας; Καὶ φρονεῖτε, ὅτι τμῆμα τῆς Ἑλλάδος, ἐν ᾧ ἡ δημοσία τάξις ἐξασφαλίζεται διὰ τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων, διατελεῖ ἐν ἄλλῃ καταστάσει ἢ ἐν καταστάσει πολιορκίας; Ἐγὼ λέγω ἡ κατάστασις πολιορκίας εἶναι εὐεργέτημα, εἶναί τι ὑπέρτερον τῶν παθῶν λαοῦ, διατελοῦντος ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων. «Αὐθαιρεσία πλήρης! προσωπικὴ Κυβέρνησις!» ἀκούεται πανταχόθεν. Ἐδῶ εὐδοκιμεῖ οὗτος ὁ ἀνώτερος ἐπόπτης, ἐκεῖ εὐδοκιμεῖ ἐκεῖνος, ἀλλαχοῦ εὐδοκιμεῖ ἄλλος, ὡσανεὶ διατελοῦμεν ἐν Σατραπείαις ταῖς μᾶλλον ἀρχετύποις, ἐκεῖ, ὅπου οὐδὲ νόμοι ἀνεπτύχθησαν, οὐδ’ ἡ κοινωνία παρουσιάζεται ὑπὸ μορφὴν ἔμπεδον. Αὕτη εἶναι ἡ κατάστασις, ἡ ὑφισταμένη παρ’ ἡμῖν. Ἡ κατάστασις ἡ ἐκ τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων εἶναι παρ’ ἡμῖν ὁ κανών. Ἀλλὰ καὶ ὅπου τυχὸν δὲν ὑπάρχουσι μεταβατικὰ ἀποσπάσματα, ποία εἶναι ἡ ἀστυνομία τῆς χώρας; Ἀστυνομία τῆς χώρας εἶναι ἡ χωροφυλακὴ, ἡ χωροφυλακὴ συμπληρουμένη καὶ ὑπὸ τοῦ ἄλλου στρατοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν αὐτῆς. Ὁ κανονισμὸς τῆς χωροφυλακῆς εἶναι ὁ κανονισμὸς τῆς ἀστυνομίας τῆς χώρας, Ὡμίλει ὁ κ. Βουλευτὴς πρὸ ὀλίγου περὶ τοῦ διατάγματος τοῦ 1836, ὡσανεὶ ἐκεῖνο ἐκανόνιζε τὴν ἀστυνομίαν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ χώρᾳ, καὶ ὡσανεὶ μὴ ὑπῆρχε κεκανονισμένη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἡ χωροφυλακὴ, ἧς ἄνευ τὸ διάταγμα ἐκεῖνο οὐδεμίαν θὰ εἶχεν ἔννοιαν· διότι ἐν Ἑλλάδι ἀφαιρέσατε τὴν χωροφυλακὴν καὶ ἀποβλέψατε ἔπειτα εἰς τὸ διάταγμα τοῦ 1836, ἢ εἰς οἱονδήποτε ἄλλον νόμον περὶ ἀστυνομίας, καὶ εἰπέτε, ἂν πρόκηται περὶ θεσμοῦ ὑφισταμένου, ζῶντος, ἐφαρμοζομένου, ἐὰν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν Ἑλλάδι ἀστυνομικὴ διάταξις ἄνευ χωροφυλακῆς παραπλεύρως. Ἡ χωροφυλακὴ παρ’ ἡμῖν εἶναι ἡ ἀστυνομία τῆς χώρας, ὅπου ἐπικρατεῖ τάξις· τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα, ὅπου ὑπάρχει ἀνωμαλία. Αὕτη εἶναι ἡ ἀληθὴς κατάστασις, ἥτις ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν ὑφίσταται ἐν τῇ χώρᾳ, καὶ ἥτις ἐπιβάλλει εἰς πάντα κηδόμενον περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς χώρας, περὶ τῆς εὐημερίας τῆς χώρας, περὶ τῆς προόδου αὐτῆς, ὅπως προέλθῃ εἰς κανονισμὸν τῶν ἀκανονίστως ἐνεργουμένων· διότι ἐφθάσαμεν εἰς ἕνα οἱονεὶ ὀργανισμόν, εἰς κατάστασιν, ἣν δύναμαι νὰ ἀποκαλέσω ἡμιβάρβαρον, διότι ἡμιβάρβαρος εἶναι ἡ κατάστασις, ἐν ᾗ ἡ δημοσία ἀσφάλεια διατηρεῖται διὰ μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων, περὶ ὧν ἐψηφίσαμεν πολλάκις νόμους, ὅπως μὴ ἐργάζωνται ὡς ἐργάζονται, οἵτινες ὅμως οὐδέποτε ἠδυνήθησαν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν. Ἐψηφίσαμεν νόμους ἐπὶ νόμων περὶ καταλυμάτων, οὐδεὶς δ’ ἐκ τῶν νόμων τούτων οὐδέποτε ἔλαβεν ἐφαρμογήν, διότι τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα ἐργάζονται ὑπὸ τὸ κράτος τῆς αὐθαιρεσίας, καὶ μόνον διὰ τῆς αὐθαιρεσίας τελεσφοροῦσι. Ταύτην τὴν αὐθαιρεσίαν ἐρχόμεθα προτείνοντες πρὸς ὑμᾶς, ὅπως ἄρηται ἀπὸ τῆς κοινωνίας. Ἐρχόμεθα προτείνοντες, ὅπως ὑποβάλητε εἰς νόμιμον κανονισμόν, εἰς ὀργανισμόν, εἰς στρατιωτικὴν πειθαρχίαν, εἰς ἀληθῆ διοίκησιν τὰ τῆς ἀστυνομίας τῆς χώρας, ἀφαιροῦντες αὐτὴν ἀπὸ τοῦ ἀκαταρτίστου συστήματος, τοῦ μέχρι τοῦδε διέποντος τὰ κατ’ αὐτήν, καὶ ἀκούομεν, ὅτι πρόκειται νὰ εἰσαγάγωμεν κατάστασιν πολιορκίας, ἢ νὰ πράξωμέν τι, οὐδαμοῦ ἄλλοθι ἀκουσθὲν, μὴ ὑπάρξαν ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ τῇ πρώτῃ ἀποκαταστάσει αὐτῆς, μὴ ὑπάρξαν ἐν Ἑλλάδι οὐδὲ πρὸ τῆς ἀποκαταστάσεως αὐτῆς, ἀφοῦ ἐῤῥήθη πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητῶμεν τὰ παραδείγματα ἐν τῇ διοικήσει τῇ ὀθωμανικῇ, τῇ πρὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς Βασιλείας παρ’ ἡμῖν, τῇ ἀναγνωριζούσῃ τὰς τοπικὰς ἀστυνομίας. Παρεστήθη ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐμφορουμένη πλήρους σεβασμοῦ πρὸς τὰς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, καὶ ὅ,τι ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις ἔπραττεν ἐξ ἀδυναμίας, — διότι δὲν ἠδύνατο αὐτὴ ἀμέσως νὰ συλλέγῃ τοὺς φόρους, διότι δὲν ἠδύνατο αὐτὴ νὰ προνοῇ, καὶ δὲν ἐνδιεφέρετο ὅπως προνοῇ περὶ τῆς ἀσφαλείας τῶν πολιτῶν, — τοῦτο παρουσιάζεται εἰς ὑμᾶς ὡς πρότυπον ἀρχῆς κυβερνητικῆς, ἣν πρέπει νὰ σεβασθῶμεν καὶ ἀφ’ ἧς δὲν πρέπει νὰ ἀπομακρυνθῶμεν, ἵν’ ἀποκαταστήσωμεν τὴν εὐνομίαν καὶ τὴν ἐκτροχιασθεῖσαν παρ’ ἡμῖν αὐτοδιοίκησιν.

§27Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρότυπον αὐτονομίας τοπικῆς, οὐχὶ πολιτικῆς.

§28Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ αὐτονομία ἡ τοπικὴ ἐπὶ τῆς τουρκικῆς διοικήσεως δὲν ὑπῆρχεν ὡς συνέπεια ἀρχῶν εὐλαβείας πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, τοῦ ῥαγιᾶ.

§29Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως προνόμια ὑπῆρχον εἰς αὐτούς.

§30Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπῆρχε συνεπεία προνομίου, ἀλλ’ ὑπῆρχεν ἐξ ἀδυναμίας τῆς τουρκικῆς διοικήσεως, ὅπως αὐτὴ ἀμέσως διοικήσῃ, ὅπως αὐτὴ ἀμέσως εἰσπράξῃ, καὶ ἥτις, ἕνεκα τῆς ἰδίας ἀνεπαρκείας ἤρχετο εἰς συμφωνίαν πρὸς τὰς τοπικὰς διοικήσεις, ὅπως αὐταὶ, διαχειριζόμεναι τὰ ἴδια, ἀποδίδωσιν εἰς τὸ Δημόσιον ὅ,τι ἐπεθύμει ἡ τουρκικὴ διοίκησις νὰ λαμβάνῃ, ἀλλ’ ἀνεγνώριζεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ εἰσπράξῃ ἀμέσως αὐτή.

§31ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ γεγονὸς τῶν τοπικῶν διοικήσεων...

§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι.

§33ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπιτρέπει ὁ ἀγορεύων...

§34Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτρέπω ὅ,τι παρακωλύει τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Βουλευτής, μετὰ τὰ περὶ τουρκικῆς φιλελευθέρας Κυβερνήσεως καὶ ἀναγνωρίσεως παρ’ ἐκείνης τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἐλευθέρου πολίτου, μετέβη εἰς τὰ τῆς Ἀντιβασιλείας, καὶ παρέστησεν, ὅτι ἡ Ἀντιβασιλεία διὰ τῶν νομοθετημάτων αὐτῆς, καὶ ἰδίᾳ διὰ τοῦ διατάγματος περὶ Ἀστυνομίας, εἰς τοῦτο ἀπέβλεψεν, ὅπως ἀναγνωρίσῃ τὰ δικαιώματα τῶν τοπικῶν διοικήσεων, ἐνῷ αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνωμολόγησεν, ὅτι οὐδὲν τοιοῦτον ἀνεγνώριζεν ἡ Ἀντιβασιλεία, ὅτι τοὐναντίον ἐπρέσβευεν, ὅτι, ἵνα ἡ τοπικὴ διοίκησις ἀσκῇ τινα ἐξουσίαν, πρέπει νὰ λάβῃ περὶ τούτου ἐντολὴν παρὰ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, ἑπομένως ἀνεγνώρισεν, ὅτι εἶναι τοῦτο ζήτημα συμφέροντος, εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως, εἶναι ζήτημα σχετικὸν πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς χώρας. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις χώρας τινὸς δύναται ν’ ἀπαλλαγῇ τῶν βαρῶν, ἅτινα θὰ ἐπέβαλλεν εἰς αὐτὴν ἡ ἄμεσος διαχείρισις τῶν τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας, βεβαίως θὰ τὸ πράξῃ, διότι βεβαίως συμφέρει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, χάριν τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς, νὰ περιστοιχίζεται ὑπὸ ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγωτέρων ἀναγκῶν. Ἐὰν ἄρα δύνανται αἱ κατὰ τόπους περιφέρειαι νὰ προνοῶσι περὶ τῆς ἰδίας ἀστυνομίας, συμφέρον τῆς Πολιτείας, συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως τῆς Πολιτείας εἶναι νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὰς κατὰ τόπους διοικήσεις, ἵνα διαχειρίζωνται αὐταὶ περὶ τὰ ἀστυνομικὰ ὅ,τι ἐκ δικαιώματος δὲν ἀνήκει εἰς αὐτάς, ἀλλ’ ἀνήκει εἰς τὴν κεντρικὴν διοίκησιν. Αὕτη εἶναι ἡ ἀρχή, ἡ εἰσαχθεῖσα ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν ὑπὸ τῆς Ἀντιβασιλείας, ἀρχή, ἣν ἠρύσθη ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τῶν Γερμανικῶν Κρατῶν. Ἀλλ’ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τῶν Γερμανικῶν Κρατῶν πῶς βλέπομεν ἐφαρμοζομένην τὴν ἀρχὴν ταύτην; Διότι καὶ ἐφαρμογὴν ἐνταῦθα πρὸς ἑρμηνείαν τῆς ἐννοίας τῆς εἰσαχθείσης ἀρχῆς δὲν ἔχομεν, ἕνεκα τῆς συνάμα μετὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου εἰσαγωγῆς παρ’ ἡμῖν καὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, εἰς ἣν πράγματι ἀνετέθησαν τὰ καθήκοντα, τὰ κατὰ τύπους ἀνατεθειμένα διὰ τῶν διαταγμάτων εἰς ἄλλους. Ἀλλαχοῦ ὅμως τὸ σύστημα, τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ διατάγματι τοῦ Δεκεμβρίου 1836, ἐφαρμόζεται ὑπὸ ἀστυνομικῶν ἀρχῶν, ἐργαζομένων αὐτῶν καὶ μόνων πρὸς τοὺς σκοποὺς τοὺς ἀστυνομικούς. Καὶ τί βλέπομεν ἐν τοῖς Κράτεσιν ἐκείνοις; Ἂς λάβωμεν τὸ μεγαλείτερον τῶν Γερμανικῶν Κρατῶν, τὴν Πρωσσίαν, ὡς διακεκριμένην ἀπὸ τῶν ἄλλων Κρατῶν. Ἐν Πρωσσίᾳ τί βλέπομεν; Βλέπομεν ἐν ὅλαις ταῖς πόλεσιν ἐφαρμοζομένην τὴν ἀρχὴν τῆς ἀμέσου διοικήσεως τῶν ἀστυνομιῶν ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Ἐπιτρέπονται εἰς τὴν τοπικὴν διοίκησιν μόνον ἀστυνομικαὶ ἐργασίαι, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν πάντοτε τῆς κεντρικῆς διοικήσεως, ἀσήμαντοι ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἡ περιφέρεια εἶναι σπουδαιοτέρα, ἐπὶ τοσοῦτον ἀφαιροῦνται ἀπὸ τῆς τοπικῆς διοικήσεως τὰ τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως, διότι κατὰ τοσοῦτον θεωρεῖται ἡ τοπικὴ διοίκησις μᾶλλον ἀνίκανος, ἵνα ἐπιτελέσῃ ταῦτα. Καὶ τοῦτο δὲν βλέπετε μόνον ἐν Γερμανίᾳ· ποῦ βλέπετε; ἀπανταχοῦ τοῦ κόσμου, οὐ μόνον ἐν Εὐρώπῃ, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τῆς Εὐρώπης· ἐν αὐτῇ τῇ Ἀμερικῇ, βλέπετε ἐν τῷ σπουδαιοτέρῳ κέντρῳ, ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Κράτους, ἀστυνομοῦσαν τὴν Κυβέρνησιν τῆς Συμπολιτείας, οὐδαμοῦ δὲ τὴν διοίκησιν τὴν τοπικήν, διότι ἀνίκανος εἶναι ἡ τοπικὴ διοίκησις, ἵνα ἀστυνομεύσῃ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Κράτους, ἀνίκανος ἐν ταῖς Ἡνωμέναις Πολιτείαις, ἀνίκανος ἐν Γαλλίᾳ, ἀνίκανος ἐν Γερμανίᾳ, ἀνίκανος ἐν Αὐστρίᾳ, ἀνίκανος ἐν Ἰταλίᾳ· ἐν Ἰταλίᾳ μάλιστα, οὐ μόνον ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἁπανταχοῦ τοῦ Κράτους, ἀμέσως διοικεῖ τὰ τῆς ἀστυνομίας ἡ Κυβέρνησις, καὶ βεβαίως ἡ Ἰταλία δὲν εἶναι Κράτος, ἔνθα αἱ ἐλευθερίαι τοῦ πολίτου παραγνωρίζονται, ἢ τὰ δικαιώματα τῶν τοπικῶν διοικήσεων, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἔμφυτα εἰς αὐτάς, δύνανται νὰ παραμεληθῶσιν. Ἁπανταχοῦ ἄρα, καὶ οὐχὶ μόνον ἐν τοῖς Κράτεσιν, ἔνθα ἠρύσθημεν τὴν νομοθεσίαν, ἥτις ὑφίσταται παρ’ ἡμῖν ἀπὸ τοῦ 1836, ἁπανταχοῦ ἐθεωρήθη τὸ ἀστυνομεῖν ὡς ἔμφυτον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας τὴν κεντρικήν, καὶ μόνον ἐπιτρέπεται τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὰς τοπικὰς περιφερείας, αἵτινες ἀποδεικνύονται ἱκαναί, ἵνα διεξαγάγωσι τὸ ἔργον, εἴτε διότι ἡ διεξαγωγὴ τοῦ ἔργου διὰ τὴν σμικρότητα τῆς περιφερείας εἶναι εὐχερεστέρα, εἴτε διότι τὰ ἀνατιθέμενα εἰς τοπικὰς ἀρχὰς εὐρυτέρας περιφερείας ἀστυνομικὰ δικαιώματα εἶναι τὰ ἧττον σπουδαῖα, τηρουμένων ὑπὲρ τῆς κεντρικῆς διοικήσεως τῶν σπουδαιοτέρων. Αὕτη εἶναι ἡ ἀρχὴ, ἡ τηρουμένη ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου, αὕτη εἶναι ἡ ἀρχή, ἡ εἰσαχθεῖσα παρ’ ἡμῖν κατὰ τὸ 1836, καὶ μάλιστα ἐν περιστάσεσιν, αἵτινες δὲν ἐπιτρέπουσιν, ὅπως ἀπατηθῇ τις περὶ τῆς ἐννοίας τῆς ἀρχῆς· διότι ἦτο ἡ τοπικὴ διοίκησις, ἣν εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὁ νομοθέτης κατὰ τὸ 1836, τοπικὴ διοίκησις ἐλευθέρα, ἦτο τοπικὴ διοίκησις, ἔχουσα τὸν χαρακτῆρα, ὃν ὁ κ. Βουλευτὴς πρὸ ὀλίγου ἐξέθηκε πρὸς τὴν Βουλήν; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἐὰν ὁ Δήμαρχος κακῶς διεχειρίζετο τὴν ἀρχὴν, ἠδύνατο νὰ ἀποβληθῇ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ὑπὸ τῶν πολιτῶν; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ Δήμαρχος, ὅστις διεχειρίζετο τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχήν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀνετίθετο αὐτὴ εἰς ἄλλους, ὅτι ὁ Δήμαρχος πράγματι ἐξεπροσώπει τὴν γνώμην καὶ τὴν θέλησιν τῆς τοπικῆς περιφερείας, τῆς ὁποίας προΐστατο; Καὶ ποῖος ἀγνοεῖ, τίνες ἐξέλεγον τότε τὸν Δήμαρχον, καὶ ποία ἡ μετοχὴ τοῦ λαοῦ ἐν τῇ ἐκλογῇ ταύτῃ; Καὶ ποῖος ἀγνοεῖ, ποία ἡ μετοχὴ τῆς Κεντρικῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ διορισμῷ τοῦ Δημάρχου; Ποῖος ἐκλαμβάνει τὰ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν προτεινόμενα τότε πρόσωπα, ἐξ ὧν ἤθελεν ἐκλεχθῆ ὁ Δήμαρχος, ὡς ἐκπροσωποῦντα τὴν τοπικὴν περιφέρειαν; Ποῖος ἀγνοεῖ, ὅτι τοιοῦτον πρόσωπον, ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ τότε, οὔτε συνῄνει, ἵνα προταθῇ, καθ’ ὃν τρόπον τότε προετείνοντο οἱ ὑποψήφιοι, οὔτε ἐδέχετο, ἵνα διαχειρισθῇ τὰ τῆς τοπικῆς περιφερείας, ὡς προϊστάμενος αὐτῆς, ἐκ διορισμοῦ τῆς ἀνωτέρας ἀρχῆς, διορισμοῦ οὐχὶ κατὰ πρότασιν τοῦ λαοῦ, κατόπιν ἐκλογῆς ἐχούσης τὴν ἔννοιαν, ἣν δικαίως ἀποδίδομεν εἰς τὴν λέξιν ταύτην, τουτέστι κατόπιν ἐκλογῆς ἐχούσης ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀνάδειξιν τοῦ ἐκλεκτοῦ ὡς προϊσταμένου τοῦ δήμου, ἀλλ’ ἐπὶ ἐνδείξεσι παρεχούσαις εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα, ἵνα αὕτη διορίσῃ ὡς προϊστάμενον τῆς τοπικῆς περιφερείας τὸν ἐκλεκτὸν αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως μεταξὺ τριῶν ὑποψηφίων οὕτως ἐνδεικνυομένων; Τοιοῦτος ὁ Δήμαρχος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἡ ἀρχὴ ἡ τοπικὴ ἦτο ἀρχὴ κυβερνητική· συνεδέετο πρὸς τὸν δῆμον ἐκ προσόντων μᾶλλον, διότι ἔπρεπε νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸν δῆμον τὸ πρόσωπον, δηλαδὴ δὲν ἀπεκλείετο, ὅπως σήμερον οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, κατὰ τὸν ΦΜʹ νόμον περὶ ἀποκλεισμοῦ τῶν ἐντοπίων, ἀπὸ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν· ἐπεκράτει ἡ ἀντίθετος τῆς τοῦ νόμου ἐκείνου ἀρχή, ὅτι ὁ Δήμαρχος ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐντόπιος, ἔπρεπε δὲ νὰ φέρῃ ἐνδεικτικὰ προκρίτων τοῦ δήμου του. Ἀλλὰ τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν αὐτοδιοίκησιν τῶν δήμων; Βεβαίως σήμερον ὑπάρχει αὐτοδιοίκησις τῶν δήμων, συνεπείᾳ τῆς ἀρχῆς, τῆς ἀναγραφείσης ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1864, καθ’ ἣν οὐδεμίαν ἔχει μετοχὴν ἡ κεντρικὴ διοίκησις εἰς τὴν ἀνάδειξιν τοῦ Δημάρχου. Σήμερον ὁ Δήμαρχος εἶναι ὁ ἐκλεκτὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὁ μόνος αὐτοῦ ἐκλεκτὸς, καὶ σήμερον πᾶσα ἐξουσία, ἐνασκουμένη ὑπὸ τοῦ Δημάρχου, εἶναι ἐξουσία τοπικῆς διοικήσεως, ἐνῷ ἡ ἐνασκουμένη ἐξουσία ὑπὸ τοῦ Δημάρχου κατὰ τὸ σύστημα τοῦ 1836 δὲν ἦτο ἐξουσία τοπικῆς διοικήσεως· διότι ὁ Δήμαρχος τότε δὲν ἦτο διαχειριστὴς τῆς τοπικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ἦτο πράκτωρ τῆς κεντρικῆς διοικήσεως. Ὁ Δήμαρχος, κατὰ τὸ διάταγμα τοῦ 1836, ἐνήσκει αὐτὸς τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ἠδύνατο καὶ νὰ προτείνῃ εἰδικὸν ἀστυνόμον, διοριζόμενον ὅμως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις πάντοτε εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως αὐτοῦ, τὸ σπουδαιότερον τῶν δικαιωμάτων ἐν τῇ ἐξαρτήσει προσώπου ἀπὸ ἀνωτέρας ἀρχῆς. Ἀστυνομία, διοικουμένη ὑπὸ προσώπου ἐκτεθειμένου ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν εἰς ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ὑπὸ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, ὑφ’ ἧς καὶ διωρίσθη, δὲν ἦτο ἀστυνομία αὐτοτελὴς Ἀκέραιον δὲ διατηρεῖται καὶ σήμερον τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως τοῦ ἀστυνόμου ὑπὸ τῆς κεντρικῆς διοικήσεως Ποῦ ἄρα ἡ ἐν τοῖς ἀστυνομικοῖς τοπικὴ αὐτενέργεια; Ποῦ τὸ ἐν τούτῳ αὐτεξούσιον τοῦ Δημάρχου; Δὲν φέρω τὰς ἀντιῤῥήσεις ταύτας, παραδεχόμενος ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι τὸ κυριωδέστερον δικαίωμα τοῦ Δημάρχου· ἔχομεν ἐγγὺς ἡμῶν τὰ πράγματα, βοῶντα περὶ τοῦ ἐναντίου· ἔχομεν δύο Δημάρχους ἐν τῇ χώρᾳ, ἐστερημένους τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀστυνομεῖν, τὸν Δήμαρχον Ἀθηναίων, καὶ τὸν Δήμαρχον Πειραιῶς. Καὶ ποίους Δημάρχους γινώσκετε ἔχοντας τὸ παράστημα ἐν τῇ διοικήσει ἀνώτερον τῶν Δημάρχων Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς; Καὶ ποῖος ποτὲ ἐθεώρησεν ὅτι οἱ Δήμαρχοι Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς εἶναι Δήμαρχοι ὀλιγώτερον ἄρτιοι περὶ τὴν διαχείρισιν ἐξουσίας τοπικῆς τῶν ἄλλων Δημάρχων; Ποῖος δὲν ἐθεώρησεν αὐτοὺς ὡς ἐκπροσωποῦντας πληρέστερον τῶν πλείστων Δημάρχων τῆς χώρας τὴν τοπικὴν αὐτοδιοίκησιν, καίτοι οὗτοι εἶναι ἐστερημένοι τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀστυνομεῖν; Τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν, ὡς παρετήρησεν ὀρθῶς ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ὑπῆρξε Δήμαρχος ἐπὶ πολλὰ ἔτη, τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν εἶναι μᾶλλον βάρος εἰς τὸν Δήμαρχον, τὸ βάρος ὅμως τοῦτο θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ ἐπαφίετο εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχάς· τὸ δὲ ζήτημα τὸ προβαλλόμενον ὡς πρὸς τοῦτο σήμερον, δὲν εἶναι, ἂν ἔχωμεν ἢ δὲν ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοῦ Δημάρχου ἣν διαχειρίζεται ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν συμφέρῃ ἢ δὲν συμφέρῃ νὰ ἀφαιρέσωμεν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ Δημάρχου. Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀποφαινόμεθα, ἀπολύτως, ὅτι δὲν συμφέρει· καὶ ἀπολύτως μὲν ἀποφαινόμεθα, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἐπιθυμητὸν νὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὰς τοπικὰς ἀρχὰς, ὅπως αὗται ἀστυνομῶσιν, ἀλλ’ ὁλόκληρος ἡ ἱστορία τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἑλλάδος, ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς πρώτης Βασιλείας ἐν αὐτῇ, μαρτυρεῖ, ὅτι αἱ τοπικαὶ διοικήσεις παρ’ ἡμῖν εἶναι ἀνεπαρκεῖς πρὸς τὸ ἔργον τοῦτο, ὅτι ἡ ἀνεπάρκεια αὕτη, μὴ ἀναγνωριζομένη ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, εἶναι κατὰ πολὺ παραίτιος τῆς σημερινῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας τάξεως, ὅτι ὡς ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας ταύτης ἀνέλαβεν ἡ χωροφυλακὴ ἐν τῇ Πολιτείᾳ δρᾶσιν, εἰς ἣν δὲν εἶχε κληθῆ ἐκ τοῦ ἀρχικοῦ αὐτῆς προορισμοῦ καὶ ἥτις τούτου ἕνεκεν ἐνησκεῖτο ἄνευ τοῦ καταλλήλου ὀργανισμοῦ, καὶ ὅτι, ἐπειδὴ καὶ οὕτως ἀνεπαρκῶς εἶχον τὰ τῆς ἀστυνομίας τῆς χώρας, προσέφευγον αἱ Κυβερνήσεις εἰς μέτρα, μὴ ἐπιτετραμμένα ἐν πεπολιτισμέναις χώραις, εἰς τὴν διὰ τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων τήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, πῶς δύναται ὅ,τι τέως παρ’ ἡμῖν ἀπέτυχεν, ἡ τοπικὴ ἀστυνομία, ἡ ὑπὸ τῶν τοπικῶν ἀρχῶν διευθυνομένη, πῶς δύναται αὕτη νὰ ἀναπληρωθῇ ὑπὸ ἀρχῶν ἄλλων, καὶ ποῖαι αἱ καταλληλότεραι. Δὲν θὰ προέλθω εἰς ἐξέτασιν ἤδη τῶν τῆς ἀκαταλληλότητος τῶν τοπικῶν διοικήσεων πρὸς τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ πλημμελοῦς τῆς ἀστυνομικῆς διαχειρίσεως, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐλλείψεως ἐγγυήσεων, ἐν ᾗ διατελεῖ ἡ μειονότης ἐν τῇ τοπικῇ περιφερείᾳ ἐκ τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως ὑπὸ τῆς πλειονότητος, διότι τὸ ἐλάττωμα τοῦτο, καίτοι μέγιστον, καίτοι ὅλοι ἔχομεν γνῶσιν αὐτοῦ, ἐπισκιάζεται ὑπὸ τοῦ ἄλλου, τοῦ πολλῷ μείζονος κακοῦ, ὑπὸ τῆς ἐλλείψεως ἀστυνομικῆς διοικήσεως. Δὲν ἔχομεν ἀστυνομίαν πρὸς ἀστυνομικοὺς σκοποὺς, ἔχομεν ὅμως ἁπανταχοῦ ἀστυνομίαν πρὸς σκοποὺς πιέσεως τῆς μειονότητος ὑπὸ τῆς πλειονότητος. Αὕτη εἶναι ἡ μόνη παρ’ ἡμῖν ἀστυνομία, ἀλλ’ αὕτη ἀρτία καθ’ ἅπασαν τὴν χώραν. Δὲν ὑπάρχει ἄκρα τῆς χώρας καθ’ ἣν ἡ μειονοψηφία νὰ μὴ πιέζηται ὑπὸ τῆς τοπικῆς πλειονοψηφίας διὰ τῆς ἀστυνομίας, πρὸς τοιούτους σκοποὺς ἐνασκουμένης, μηδαμῶς δ’ ὑπαρχούσης πρὸς σκοποὺς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τοὺς ἄλλους παρεμφερεῖς.

§35ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν συστηματοποιεῖτε ἤδη.

§36Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ κακὸν εἶναι μέγα, τὸ ἐκ τῆς τοιαύτης πιέσεως τῆς μειονότητος ὑπὸ τῆς πλειονότητος, ἀλλὰ μεγαλείτερον εἶναι τὸ κακὸν τὸ ἐκ τῆς ἐλλείψεως ἀστυνομίας ἐν τῇ χώρᾳ. Πάντες συνοίδατε τοῦτο, καὶ οἱ νῦν ἐξανιστάμενοι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅταν ζητῆτε νὰ ἀρυσθῆτε ἐπιχειρήματα ἐκ πάντων, ὡς συνήθως πράττουσι παρ’ ἡμῖν αἱ Ἀντιπολιτεύσεις, τὴν κατάστασιν τῆς χώρας τὴν προερχομένην ἐκ τῆς ἐλλείψεως ἀστυνομίας ἐπιῤῥίπτετε εἰς τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸ τοῦτο, τὸ παρ’ ὑμῶν πραττόμενον, τί ἄλλο μαρτυρεῖ, εἰμὴ ὅτι ἐν τῇ συνειδήσει ὑμῶν τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι δικαίωμα τῆς κεντρικῆς Κυβερνήσεως καὶ καθῆκον ἀποκλειστικὸν αὐτῆς, καὶ ὅτι πάντα τὰ λεγόμενα καὶ γραφόμενα περὶ ἀστυνομικῶν δικαιωμάτων τῆς τοπικῆς διοικήσεως εἶναι παραγνώρισις τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τῆς διαχειρίσεως τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας ὑπὸ τῶν τοπικῶν ἀρχῶν, διαχειρίσεως οὕτω κανονιζομένης πρὸς τὸ συμφέρον τὸ κυβερνητικὸν τῆς χώρας, μηδαμῶς ὅμως συνδεομένης πρὸς τὰ δικαιώματα τῶν ἐνασκούντων τὴν τοπικὴν διοίκησιν; Δικαίως αἱ Ἀντιπολιτεύσεις, ἐφ’ ὅσον δὲν διαστρέφουσι τὰ γεγονότα, εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπιῤῥίπτουσι τὴν εὐθύνην ἐπὶ τῇ ἀστυνομικῇ καταστάσει τῆς χώρας, καίτοι διατελοῦμεν ὑπὸ νομοθεσίαν, παρέχουσαν εἰς τὰς τοπικὰς διοικήσεις ὁλόκληρον τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν. Ἐνθυμοῦμαι καὶ ἐγώ, — ἀφοῦ ἀνατρέχομεν εἰς τὸ παρελθὸν, ἵνα ἐπικαλεσθῶμεν μαρτυρίας περὶ τῆς ὀρθότητος τῶν σκέψεων ἡμῶν, — ἐνθυμοῦμαι καὶ ἐγὼ τὰς μακρὰς συζητήσεις ἐν παρελθούσαις Βουλαῖς, ὅτε Κυβερνήσεις, ἐφ’ ὧν τῇ ἐνεργείᾳ ἡμεῖς ὠφείλομεν λόγον, ἔπαυον τυχὸν ἀστυνόμον παρεκτρεπόμενον, ἢ δὲν διώριζον τυχὸν ἀστυνόμον προτεινόμενον ὑπὸ Δημάρχου. Κατὰ τὰς συζητήσεις ταύτας ἡμεῖς πάντοτε ἀνεγνωρίσαμεν, ὅτι, ἀφοῦ κατὰ νόμον εἰς τὸν Δήμαρχον ἦτο ἀνατεθειμένη ἡ πρότασις τοῦ διορισθησομένου ἀστυνόμου, ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ διορίζῃ τὸν ἀστυνόμον, τὸν παρὰ τοῦ Δημάρχου προτεινόμενον, προνοοῦσα οὕτω κατὰ τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου περὶ τῆς ἁρμονίας Δημάρχου καὶ ἀστυνόμου. Ἐν ὅσῳ τοιαύτη ἦτο ἡ νομοθεσία, δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐν τῇ ἐκτελέσει ὑποκαταστήσῃ τὴν ἰδίαν αὐτῆς γνώμην εἰς τὴν τοῦ νόμου ἀρχὴν, διορθοῦσα αὐθαιρέτως τὰς ἐλλείψεις αὐτοῦ. Σήμερον ὅμως ἡμεῖς ἐρχόμεθα διὰ νόμου ζητοῦντες, ὅπως ταῦτα κανονισθῶσι καθ’ ἣν ἔχομεν γνώμην περὶ τοῦ συμφέροντος τῇ Πολιτείᾳ, ἐρχόμεθα διὰ νόμου προτείνοντες, ὅπως ἡ ἀστυνομία τῆς χώρας μὴ χαρακτηρίζηται ὡς δικαίωμα τοῦ Δημάρχου, ὅπως ἡ ἀστυνομία τῆς χώρας μὴ παρέχῃ εἰς τὸν πλειονοψηφήσαντα τὸ μέσον, ὅπως πιέζῃ τὸν μειονοψηφήσαντα, ἐρχόμεθα εἰσηγούμενοι...

§37ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νὰ σφετερισθῆτε σεῖς αὐτὸ τὸ δικαίωμα.

§38Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός)... ἐρχόμεθα εἰσηγούμενοι νόμον, ὅστις θὰ παράσχῃ τὴν εὐκαιρίαν εἰς ὑμᾶς, τὸν ἐπὶ παντὶ ἀδιακρίτως ἐπικρίνοντα τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐπικρίνητε αὐτὴν ἐφ’ οἷς θὰ ὑπέχῃ εὐθύνας, ἐνῷ σήμερον, ἐπικρίνοντες τὰ τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας τάξεως, ἐπιῤῥίπτετε ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν εὐθύνας, αἵτινες κατὰ νόμον δὲν ἀνήκουσιν εἰς αὐτὴν, διότι δὲν ἔχει αὕτη τὴν ἐξουσίαν, ἐξ ἧς ἀποῤῥέουσιν αἱ εὐθύναι. Ἡμεῖς ζητοῦμεν, ὅπως ἀναλάβωμεν τὰς εὐθύνας ἐπὶ τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ, ἣν κατὰ τὸ νομοσχέδιον πράγματι θὰ διαχειριζώμεθα...

§39ΡΑΛΛΗΣ. Δι’ ἀπολυταρχίας.

§40Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. .. διότι, ὡς εἶπον, κατὰ νόμον δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιῤῥίπτητε εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς εὐθύνας ταύτας. Ἀλλ’ ἐν ᾧ κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ νόμου δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ὅμως ἔχετε αὐτὸ μέχρι τινὸς, διότι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ὁ νόμος ὁ ἀστυνομικὸς, ὁ ἀναθέτων εἰς τὰς τοπικὰς περιφερείας τὰ τῆς ἰδίας ἀστυνομίας, ἔμεινε χάρτης ἄγραφος, καὶ πράγματι αἱ Κυβερνήσεις εἶναι αἱ προνοοῦσαι περὶ τῆς ἀστυνομίας τῆς χώρας, οὐδεμιᾶς, ὡς ἐκ τοῦ κειμένου παρ’ ἡμῖν συστήματος, τυγχάνουσαι συνδρομῆς παρὰ τῶν τοπικῶν διοικήσεων, ἀλλὰ τοὐναντίον ὀφείλουσαι νὰ παλαίωσι κατὰ τῶν τοπικῶν διοικήσεων ὑπὲρ τῆς τάξεως· διότι μία τῶν μεγαλειτέρων δυσχερειῶν περὶ τὴν τήρησιν τῆς τάξεως, περὶ τὴν ἀστυνομίαν τῆς χώρας, τὴν ἐπιβαλλομένην γενικώτερον εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ σημερινοῦ συστήματος, μία τῶν μεγαλειτέρων δυσχερειῶν εἶναι ἡ ἀποῤῥέουσα ἐκ τῶν κακῶν τοπικῶν ἀστυνομιῶν. Ἄρτι ἠκούσαμεν περί τινος ἀστυνόμου, ὑποπεσόντος εἰς ἔγκλημα, ὅπερ ἠδυνήθη νὰ διαπράξῃ, χάρις εἰς τὴν ἐξουσίαν τὴν ἀστυνομικὴν, ἣν διεχειρίζετο. Τοιοῦτοι ἀστυνόμοι δὲν εἶναι ὀλίγοι, δὲν εἶναι ὀλίγοι ἀστυνόμοι, ὧν τὸ παρελθὸν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην. Τοιοῦτοι ἀστυνόμοι δὲν εἶναι ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως, διευκολύνοντα τὸ ἔργον αὐτῆς καὶ μετριάζοντα τὴν εὐθύνην αὐτῆς, τοιοῦτοι ἀστυνόμοι εἶναι προσκόμματα, καθ’ ὧν ὑπὲρ τῆς τάξεως ἔχει νὰ παλαίσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ζητεῖ παρ’ ὑμῶν ἤδη, ὅπως ἄρητε τὰ προσκόμματα ταῦτα καὶ ὅπως ἐπιτρέψητε, ἵνα τὰ τῆς ἀστυνομίας τῆς χώρας διέπωνται ὑπὸ ἑνιαίου συστήματος, κανονίζοντος τὸ καθεστὼς κατὰ τρόπον ἐξασφαλίζοντα, ὅπως οὐχὶ τὸ πρόσωπον, οὐχὶ τὸ κόμμα, ἀλλ’ ὁ νόμος ἄρχῃ ἐν τῇ χώρᾳ καὶ διέπῃ τὰ τῆς ἀστυνομίας αὐτῆς. Δὲν προτίθεμαι νὰ συζητήσω τὸ ζήτημα ἐν προσωπικῇ συσχετίσει πρὸς τὸν προαγορεύσαντα. Εἰς οὐδὲν θὰ ἐχρησίμευεν ἡ καταδήλωσις τῶν ἀντιφάσεων, εἰς ἃς περιέπιπτεν ἐπὶ παντὸς σχεδὸν θέματος, ὅπερ ἔθιγεν. Εἰς τί θὰ ὠφέλει ἡ παρατήρησις, ὅτι, ἐν ᾧ ἔλεγεν, ὅτι αὐτὸς ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τοῦ δήμου, τὸ ἀπόλυτον ἐπὶ τὴν ἀστυνομικὴν διοίκησιν, καὶ ἀρνεῖται τὴν κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐνάσκησιν αὐτῆς ὑπὸ τοῦ δήμου, ἐφ’ ᾧ καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ἐλέγχοντα τὴν γνώμην Βασιλέως, ἐντριβοῦς περὶ τὰ διοικητικὰ πράγματα τῆς χώρας, παρέλειψε νὰ ἐξηγήσῃ, διατὶ πολλάκις κυβερνήσας τὴν χώραν, οὐδέποτε διενοήθη νὰ καταργήσῃ τὸν παραγνωρίζοντα τὰς ἀρχὰς ταύτας θεσμὸν τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ; Τίνα θὰ εἶχε πρὸς τὴν Βουλὴν σημασίαν ἡ ἐξέτασις, ἂν ὅσα ἔλεγε περὶ ἀκαταλληλότητος ἀξιωματικοῦ τοῦ πυροβολικοῦ πρὸς ἀστυνομικὰ ἔργα συμβιβάζωνται πρὸς τὴν παρ’ αὐτοῦ ἐκλογὴν ἀξιωματικοῦ τοῦ πυροβολικοῦ ὡς διευθυντοῦ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας τῆς πρωτευούσης; Ἂν περιέπεσεν εἰς ἀντιφάσεις ὁ κ. Βουλευτὴς, τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ θέμα δὲν ἦτο δεκτικὸν κρείσσονος ὑπερασπίσεως. Πρέπει ἄρα πρὸς τὸ θέμα νὰ συζητήσω καὶ οὐχὶ πρὸς τὸν συνήγορον· καὶ πρὸς τὸ θέμα συζητῶν, λέγω, ὅτι ὁ ὑποβαλλόμενος περὶ τῶν τῆς ἀστυνομίας ὀργανισμὸς, καταργῶν τὴν μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ κανονίζων, ὅπως δι’ ἀξιωματικῶν διεξάγηται ἡ ὑπηρεσία τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, ὅπως διεξάγεται πράγματι καὶ μέχρι τοῦδε, λαμβάνει πᾶσαν πρόνοιαν, ὅπως οἱ ἀξιωματικοὶ διαχειρίζωνται τὴν ἐξουσίαν ταύτην κατὰ κανόνας, οὐχὶ τοὺς διέποντας τὰ τῆς καθαρῶς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ προσιδιάζοντας εἰς τὸν χαρακτῆρα τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας. Ὁ προτεινόμενος νόμος διατηρεῖ τὰς σχέσεις τῆς ἀστυνομίας πρὸς τὰς πολιτειακὰς ἀρχὰς, οἷαι πρότερον ὑπῆρχον, οὐδὲ καὶ αὐτὸν τὸν Δήμαρχον ἀποξενῶν αὐτῆς ἐντελῶς, τοὺς δὲ ἀξιωματικοὺς ὑπάγει εἰς τὴν κοινὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, λαμβάνων καὶ τὴν πρόσθετον πρόνοιαν, ὅπως ἐντὸς μηνὸς δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως αἱ μηνύσεις ἐκδικάζωνται, καὶ ὅπως εἰς πάντα πολίτην, θεωροῦντα ἑαυτὸν ὡς ἀδικηθέντα, ἐπιτρέπηται, κατ’ ἐξαίρεσιν τῆς ἀρχῆς, τῆς ἀπαιτούσης ἐγγύησιν πρὸς ἐνάσκησιν τῆς ἰδιωτικῆς κατηγορίας, ἡ ἄνευ ἐγγυήσεως ἐνάσκησις τοιαύτης κατηγορίας. Ἐνῷ δὲ προνοεῖ ὁ νόμος περὶ ἐπαρκῶν ἐγγυήσεων, κατὰ τῶν παρεκτροπῶν οὐδὲν παραλείπει τῶν δεόντων πρὸς τὴν ἐπάρκειαν τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως τῆς χώρας, διότι, ὡς εἶπον, τὸ κυρίως σκοπούμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ἡ ὕπαρξις ἐν τῇ χώρᾳ ἀστυνομίας ἀρτίας. Οἱ πίνακες, οἱ ὑποβληθέντες ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, δεικνύουσιν, ὅτι καταρτίζεται τὸ προσωπικὸν τῆς ἀστυνομίας ἐπ’ ἀναλογίαις ἀναγνωριζομέναις καὶ ἀλλαχοῦ ὡς ἐπαρκέσι. Τὰ τῶν ἀστυνομιῶν πανταχοῦ κανονίζονται ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑφισταμένην κατάστασιν. Ἐπεκαλέσθη ὁ προαγορεύσας τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας, ἵνα δείξῃ, ὅτι ἐκεῖ κατά τινα ὡρισμένον τρόπον τὰ τῆς ἀστυνομίας διεξάγονται. Ἀλλὰ ἐν Ἀγγλίᾳ θέλει εὕρει τὰ τῆς ἀστυνομίας ὁ κ. Βουλευτὴς διεξαγόμενα κατὰ τρόπους, τοὺς μᾶλλον ἀντιθέτους, ἀναλόγως πρὸς τὰς κατὰ τόπους περιστάσεις. Ἄλλως διευθύνεται ἡ ἀστυνομία ἐν τῇ Μητροπόλει, ὡς ὀνομάζεται ἐκεῖ τὸ σύνολον τῶν προαστείων τοῦ Λονδίνου, καὶ ἄλλως ἐν τῷ Ἄστει τοῦ Λονδίνου, ἄλλως ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τῆς Ἀγγλίας καὶ ἄλλως ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τῆς Σκωτίας, ὅλως δ’ ἰδιοῤῥύθμως ἐν Ἰρλανδίᾳ. Ἐν Ἰρλανδίᾳ τὸ προσωπικὸν τῶν ἀστυνομιῶν εἶναι πολυαριθμότερον ἢ ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ τοῦτο, διὰ λόγον σχετιζόμενον πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς Ἰρλανδίας. Κυβερνήσεις τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου συντηρητικαὶ καὶ φιλελεύθεροι, Κυβερνήσεις εἰσηγούμεναι αὐτονομίαν τοπικὴν ἢ καὶ ἐθνικὴν τῆς Ἰρλανδίας, ἀδιακρίτως διετήρησαν τὸ καθεστὼς σύστημα ἀστυνομίας ἐν Ἰρλανδίᾳ καθαρῶς κυβερνητικῆς, ἀμέσως ἐξαρτωμένης ἀπὸ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Βασιλείας ἐν Ἰρλανδίᾳ. Ἡ ἀστυνομία ἐν Ἰρλανδίᾳ διέπεται κατὰ σύστημα συγκεντρωτικώτατον, ἐνῷ ἐν Ἀγγλίᾳ βλέπομεν καὶ τὴν συγκέντρωσιν διέπουσαν τὰ τῆς ἀστυνομίας, βλέπομεν καὶ τὴν ἀποκέντρωσιν διέπουσαν τὰ τῆς ἀστυνομίας, διότι συγκέντρωσις καὶ ἀποκέντρωσις δὲν εἶναι ἀρχαὶ, ἔχουσαι σημασίαν καθ’ ἑαυτὰς, συγκέντρωσις καὶ ἀποκέντρωσις ἔχουσιν ἔννοιαν ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἀντικείμενον, εἰς ὃ ἐφαρμόζονται. Ἡ συγκέντρωσις τῆς ἀστυνομίας ἐν Ἰρλανδίᾳ θεωρεῖται χρήσιμος ἐκεῖ πρὸς τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν σκοπῶν αὐτῆς, καὶ ἄνευ ἐνδοιασμῶν διατηρεῖται· ἡ συγκέντρωσις τῆς ἀστυνομίας ἐν τῷ Ἄστει τοῦ Λονδίνου δὲν θεωρεῖται χρήσιμος πρὸς τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ σκοποῦ αὐτῆς καὶ ἐπίσης ἀνενδοιάστως ἐκεῖ ἐν τοῖς ἀστυνομικοῖς κρατεῖ τὸ σύστημα τῆς ἀποκεντρώσεως. Παραπλεύρως πρὸς τὴν ἀστυνομίαν, τὴν ἀμέσως διοικουμένην ἐν τοῖς προαστείοις τοῦ Λονδίνου, ἤτοι ἐν τῇ Μητροπόλει, ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς ἀστυνομίας, τοῦ παρ’ αὐτοῦ διοριζομένου, παραπλεύρως λειτουργεῖ ἄλλη ἀστυνομία, ἡ τοῦ Ἄστεως τοῦ Λονδίνου, ἐντελῶς ἀνεξάρτητος καὶ ἀπὸ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς ἀστυνομίας καὶ ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀρχαὶ γενικαὶ ἐν τούτω δὲν κρατοῦσι, διότι ἀμφισβήτησις περὶ δικαιώματος δὲν ὑπάρχει. Ἄν προέκειτο περὶ δικαιώματος, ἠδύνατο ἄλλο νὰ ἦναι τὸ δικαίωμα τοῦ Ἄστεως τοῦ Λονδίνου, καὶ ἄλλο τὸ δικαίωμα τῆς πόλεως τοῦ Λονδίνου, ἄλλο τὸ δικαίωμα τῆς Ἰρλανδίας, καὶ ἄλλο τὸ δικαίωμα τῆς Ἀγγλίας, καὶ ἄλλο πάλιν τὸ δικαίωμα τῆς Σκωτίας; Δὲν πρόκειται περὶ δικαιώματος, πρόκειται περὶ συμφέροντος τῆς Πολιτείας. Τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας ἐνδεικνύει κατὰ τίνα τρόπον δύναται λυσιτελέστερον, εὐστοχώτερον, τελεσφορώτερον, οἰκονομικώτερον νὰ διεξαχθῶσι τὰ τῆς ἀστυνομίας. Ἄν δύνανται τὰ τῆς ἀστυνομίας νὰ διεξαχθῶσιν ἐν τοπικῇ αὐτοτελείᾳ, ἀναντιῤῥήτως τὸ σύστημα τοῦτο θὰ ἦτο καὶ τὸ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς γενικῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους λυσιτελέστερον. Ὅταν ὅμως ἔχωμεν πολυετῆ πεῖραν, μαρτυροῦσαν, ὅτι τὸ παρ’ ἡμῖν λειτουργοῦν σύστημα καταλήγει εἰς τὴν πλήρη αὐθαιρεσίαν, νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποκρούσῃ μέτρον, μηδὲν ἄλλο σκοποῦν, εἰμὴ νὰ ὑπαγάγῃ εἰς σύστημα, νὰ ὑπαγάγῃ εἰς νόμον ὅ,τι σήμερον διαφεύγει πᾶν σύστημα καὶ πάντα νόμον. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1 μ.μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ὥρᾳ 6 μ. μ. παρόντων 143 Βουλευτῶν).

§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.

§42ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ὀλίγου καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πυλίας συνάδελφος χθὲς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν προχθὲς κατέγειναν εἰς τὸ νὰ παραστήσωσι ζοφερωτάτην τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, ἐνόμισαν δέ, ὅτι τοῦτο πράττοντες ἐνίσχυον τὴν ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν πεποίθησιν τῶν Βουλευτῶν, καὶ ἐστήριζον τὸ νομοθέτημά των. Οὕτως ὁ μὲν κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπεκάλεσε τὴν κατάστασιν ἡμιαγρίαν ἤ ἡμιβάρβαρον, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας ἠρίθμει κατὰ χιλιάδας τοὺς φυγοποίνους καὶ φυγοδίκους, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκήρυσσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀστυνομία. Ἀλλ’ αἱ περὶ τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίου ἀσφαλείας δηλώσεις των αὗται, Κύριοι, μακρὰν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐνισχύσωσι καὶ ἐνθαῤῥύνωσιν ὑμᾶς εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἐκθέσμου μέτρου τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τὴν ὁποίαν ἐξ ἀποστροφῆς ἐπέμενεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας ν’ ἀποκαλῇ διοικητικὴν ἀστυνομίαν, ἐπιβάλλουσιν ὑμῖν τὴν ἀπόκρουσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἠθέλησαν, μετατοπίζοντες τὴν εὐθύνην τῆς θλιβερᾶς ἀληθῶς καταστάσεως τῆς χώρας, τῆς θλιβερᾶς καταστάσεως τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, νὰ ἐπιῤῥίψωσιν αὐτὴν ἐπὶ τὰς δημοτικὰς ἀρχάς. Αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἐνέχονται εἰς τὴν τοιαύτην κατάστασιν τῆς δημοσίου ἀσφαλείας· ἐνέχονται εἰς αὐτὴν καὶ εὐθύνονται δι’ αὐτὴν μόνοι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν διεχειρίσαντο τὴν γενικὴν ἀστυνομίαν τοῦ Κράτους. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι ὑπεράνω τῆς τοπικῆς, ὑπεράνω τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, οἱ θεσμοὶ ἡμῶν ἔθηκαν τὴν γενικὴν ἀστυνομίαν τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν διαχειρίζονται διὰ τῶν Νομαρχῶν, διὰ τῆς χωροφυλακῆς, διὰ τῆς δημοσίας δυνάμεως, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις. Καὶ δύναταί τις νὰ ἐρωτήσῃ ἐκείνους, οἵτινες διεχειρίσθησαν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν τὰ κοινὰ ὡς διεχειρίσθησαν καὶ τὴν γενικὴν ἀστυνομίαν, πῶς ἐπετέλεσαν τὴν ἐντολὴν, ἣν ἔλαβον ἐκ τῶν θεσμῶν; Τὰ ἀποτελέσματα τῆς διαχειρίσεως ταύτης τὰ γνωρίζομεν ἐκ τῶν δηλώσεων αὐτῶν τῶν ὑπευθύνων, εἰς βάρος των δὲ σᾶς ἠρίθμησεν ἐντεῦθεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας κατὰ χιλιάδας τοὺς φυγοποίνους, κατὰ χιλιάδας τοὺς φυγοδίκους, δὲν εἶναι δὲ ἱκανὰ τὰ τῆς γενικῆς ἀστυνομίας ἀποτελέσματα νὰ σᾶς πείσωσι νὰ παραδώσητε αὐτοῖς καὶ τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν; Ἡ γενικὴ ἀστυνομία ἀναγέγραπται εἰς τοὺς θεσμοὺς ἡμῶν, ἀναγράφεται ὅλοις γράμμασιν ἐν τῷ ἄρθρῳ 20 τοῦ διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ (ἀναγινώσκει): «Ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ ὁ Νομάρχης ὀφείλει νὰ φροντίζῃ ἁρμοδίως περὶ τῆς διατηρήσεως τῆς κοινῆς ἡσυχίας καὶ ἀσφαλείας, λαμβάνων τὰ πρὸς τοῦτο ἀναγκαῖα νόμιμα μέτρα ἐν γένει δι’ ὅλον τὸν νομὸν, καὶ ἰδιαιτέρως δι’ ἐκεῖνα τὰ μέρη, ὅπου ἡ ἀνάγκη ἤθελε τὸ ἀπαιτήσει. Ἰδίως νὰ διατάσσῃ περιπόλους καὶ ἄλλα μέτρα ἐναντίον κλεπτῶν καὶ λῃστῶν, μεταχειριζόμενος πρὸς τὸν σκοπὸν τὴν χωροφυλακὴν, καὶ προκαλῶν τὴν σύμπραξιν τῶν πλησιεστέρων ἀποσπασμάτων ἐν περιπτώσει διαταράξεως τῆς κοινῆς ἀσφαλείας καὶ ἡσυχίας». Αὐτὰ ταῦτα ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 39 τοῦ περὶ δημοτικῆς ἀστυνομίας διατάγματος τοῦ 1836, ἀποδίδον εἰς τὴν χωροφυλακὴν τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς σύλληψιν τῶν δραπετῶν καὶ ἐν γένει ὅλων τῶν ἐγκληματιῶν. Τὰ αὐτὰ δὲ διαγράφει καὶ ὁ κανονισμὸς τῆς χωροφυλακῆς. Ὡς πρὸς δὲ τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν, τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν, τὰ καθήκοντα καὶ τὰ δικαιώματα αὐτῆς ἀναγράφονται κυρίως εἰς τὸν δημοτικὸν ἡμῶν νόμον, ἀναπτύσσονται δὲ καὶ ἐπεξηγοῦνται εἰς τὸ διάταγμα τὸ κανονιστικὸν τοῦ 1836, ὅπερ καθορίζει καὶ τὸ προσωπικὸν τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν. Ἀπέδωκαν τὴν πληθὺν τῶν φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων εἰς τὴν ἀμέλειαν καὶ ὀλιγωρίαν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν· ἀλλ’ εἴπετέ μοι, παρακαλῶ, διὰ τίνων ὀργάνων καὶ διὰ τίνων μέσων ἤθελον ἐκτελέσει τὰ ἐντάλματα καὶ τὰς καταδικαστικὰς ἀποφάσεις αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ, αἵτινες εὑρίσκονται εἰς χεῖρας οὐχὶ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, ἀλλὰ τῶν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἀποσπασμάτων τῆς χωροφυλακῆς, διὰ τῆς ὁποίας ἐνεργεῖται ἡ γενικὴ ἀστυνομία τοῦ Κράτους; Τίς ἔχει εἰς τὴν διεύθυνσιν αὑτοῦ τὴν ἔνοπλον δύναμιν; Οἱ Δήμαρχοι; Οἱ Δήμαρχοι, γνωρίζομεν ποῖον προσωπικὸν δύνανται νὰ διαθέσωσι· διαθέτουσι κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ περὶ ἀστυνομιῶν διατάγματος ὀλιγαρίθμους, ἂν οὐχὶ μονακρίβους, ὑπηρέτας. Δι’ ὑπηρετῶν ὅμως δὲν συλλαμβάνονται οἱ φυγόποινοι καὶ φυγόδικοι. Δὲν εὐθύνει ἑπομένως τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς ἡ κατάστασις τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, μάτην δ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπέχουσι τὴν εὐθύνην τῆς καταστάσεως, προσεπάθησαν νὰ πείσωσιν ἡμᾶς περὶ τοῦ ἐναντίου. Ὁ δημοτικὸς νόμος ἀπέδωκε πράγματι εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς ἀστυνομικὴν ἁρμοδιότητα, ἀπέδωκεν ὅμως τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν εἰς αὐτὰς, ὑπεράνω δὲ τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας ἵσταται ἡ γενικὴ ἀστυνομία, ἡ διαχειριζομένη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀληθῶς ἀστυνομεῖν καὶ διοικεῖν εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν ὁ σοφὸς ἡμῶν νομοθέτης ν’ ἀπαλλοτριώσῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου ἀπὸ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀστυνομεῖν. Ἀλλ’ ἀπέδωκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀπέδωκεν εἰς τὴν ἀνωτέραν διοίκησιν τὰ καθήκοντα ἐκεῖνα καὶ δικαιώματα, διὰ τῶν ὁποίων ἦτο δυνατὸν ν’ ἀσφαλισθῇ ἡ δημοσία τάξις, εἰς δὲ τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν διὰ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας ἀπέδωκε μόνον τὴν κατὰ μέρη, τὴν εἰς τοὺς δήμους ἐξασφάλισιν τῆς κοινῆς ἡσυχίας καὶ τάξεως. Αὕτη εἶναι ἡ ἀληθὴς ἁρμοδιότης τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν, ὑπὲρ τὰς ὁποίας ἵσταται ἡ διοίκησις. Δὲν δύναταί τις λοιπὸν νὰ ἀποδώσῃ τὴν παροῦσαν κατάστασιν εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχάς. Ἀφοῦ δ’ οὕτω καθωρίσαμεν τὴν ἁρμοδιότητα τῶν δύο ἀστυνομιῶν, τῆς γενικῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, τῆς τοπικῆς, καὶ ἀπεδώκαμεν τὴν εὐθύνην τῆς σημερινῆς καταστάσεως εἰς ἐκείνους, εἰς οὓς πράγματι ἀνήκει, ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη, ὁποῖον τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τί δι’ αὐτοῦ ζητεῖται. Ζητεῖ δι’ αὐτοῦ ἡ ἐξουσία ἐκείνη, ἥτις ἀπεδείχθη ἐντελῶς ἀνίκανος εἰς τὸ νὰ ἐπιτελέσῃ τὴν ἐντολὴν, ἣν ἔλαβε παρὰ τῶν θεσμῶν ἡμῶν ὡς πρὸς τὴν γενικὴν ἀστυνομίαν τοῦ Κράτους, ζητεῖ νὰ ἀποῤῥοφήσῃ καὶ τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν, τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν. Δὲν ἐστάθη ἱκανὴ ἡ κεντρικὴ ἐξουσία μέχρι σήμερον νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν, καὶ ζητεῖ, ὅταν παρ’ αὐτῶν τῶν διαχειρισαμένων αὐτὴν καταγγέλληται ἐπὶ τελείᾳ ἀνικανότητι, προβάλλει τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀποῤῥοφήσῃ τὴν ἐν γένει ἀστυνομίαν τοῦ τόπου, καὶ αὐτὴν τὴν δημοτικήν. Καὶ διὰ τίνων ὀργάνων ἐπαγγέλλεται νὰ διοικήσῃ αὐτήν; Διὰ τῶν ἀστυφυλάκων, διὰ τῆς χωροφυλακῆς. Καὶ οἱ μὲν ἀστυφύλακες θέλουσι χρησιμοποιηθῆ διὰ τὰ 36 κέντρα, τὰ ἔχοντα πληθυσμὸν ὑπεράνω τῶν 5,000 ψυχῶν ἕκαστον, ἡ ἀστυνομία δὲ τῶν λοιπῶν κέντρων παραδίδεται ἀκριβῶς εἰς ἐκεῖνα τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα καταγγέλλονται ὡς παραίτια τῆς σημερινῆς καταστάσεως τῆς δημοσίου ἀσφαλείας. Ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, συγχωνευομένη πλέον μετὰ τῆς γενικῆς ἀστυνομίας, παραδίδεται εἰς 404 δήμους τοῦ Κράτους εἰς χεῖρας τῆς χωροφυλακῆς, τῶν ἐνωμοταρχῶν. Ὁ Δήμαρχος εἶναι κατὰ τὸ ἄρθρον 40 τοῦ δημοτικοῦ νόμου ἡ πρώτη ἐκτελεστικὴ τοῦ δήμου ἀρχὴ ὡς πρῶτον δικαίωμα καὶ καθῆκον ἀναγράφεται ἐν ἄρθρῳ 15 τοῦ αὐτοῦ δημοτικοῦ νόμου τὸ ἀστυνομεῖν ἐν τῷ δήμῳ, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 30 τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐδὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ τῆς ἀστυνομίας, εἰς τὰ τῆς ἀσφαλείας καὶ ἡσυχίας τοῦ δήμου καὶ τῶν κατοίκων αὐτοῦ, εἰς τὰ τοῦ ἐμπορίου, εἰς τὰ τῆς βιομηχανίας, εἰς τὰ τῆς ὑγείας τῶν δημοτῶν, εἰς τὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν πόρων αὐτῶν. Πάντα ταῦτα ἐξέρχονται πλέον ἐκ τῶν χειρῶν τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς καὶ μεταβαίνουσιν εἰς τὸν χωροφύλακα ἢ τὸν ἐνωμοτάρχην, τὸν ὁποῖον διορίζει ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς. Καὶ δὲν ἔχει πλέον ὁ Δήμαρχος δικαίωμα οὐδ’ ἀναμίξεως εἰς τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα, δὲν δύναται νὰ ἐκδίδῃ ἀστυνομικὰς διατάξεις, δὲν δύναται κἂν ν’ ἀπευθύνῃ παρατήρησιν πρὸς τὸν ἀστυνόμον. Ἕν ἔχει μόνον δικαίωμα, νὰ ἀναφέρηται πρὸς τὸν Νομάρχην· ἀλλὰ καὶ ὁ Νομάρχης ἓν ἔχει πάλιν δικαίωμα, νὰ ἀναφέρηται πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς, ὑπὸ τὴν προεδρείαν δ’ αὐτοῦ τὸ μέγα Συμβούλιον, τὸ Ἀστυνομικὸν Συμβούλιον, συγκείμενον ἀπὸ διαφόρους τμηματάρχας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ δύο νομικοὺς συμβούλους, θ’ ἀποφασίζῃ περὶ πάντων τῶν ἀστυνομικῶν ἀντικειμένων τῶν ἀπωτάτων δήμων τοῦ Κράτους, καὶ περὶ τῶν σπουδαιοτέρων καὶ περὶ τῶν εὐτελεστέρων. Οὕτω θὰ λύωνται ἓν πρὸς ἓν τὰ διάφορα ζητήματα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τοὺς δήμους, καὶ θ’ ἀναμένωσι τὰ ζητήματα ταῦτα τὴν ἀπόφασιν τοῦ μεγάλου Συμβουλίου. Θὰ ἀναμένωσι τὴν ἀπόφασιν τοῦ μεγάλου Συμβουλίου, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐκδοθῇ οἱαδήποτε ἀστυνομικὴ διάταξις, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἀνοιχθῇ ἓν κρεωπωλεῖον, ἢ νὰ κλεισθῇ ἓν κατάστημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιβλαβεῖς συνεπείας ἐπὶ τὴν ὑγείαν τῶν πολιτῶν. Ἔχουσι δὲ, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἐν περιπλέον καθῆκον καὶ δικαίωμα οἱ Δήμαρχοι, νὰ δέχωνται καὶ μηνύσεις κατὰ τῶν ἐπιτελούντων τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν βαθμοφόρων. Ἀφῃρέθη ἀπὸ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς πᾶσα δικαιοδοσία ἐπὶ τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ἀφῃρέθη πᾶν δικαίωμα ἐπὶ τὴν διεύθυνσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀφῃρέθη ἐπί τινα χρόνον καὶ ἡ διαχείρισις ἀκόμη τῆς περιουσίας τῆς δημοτικῆς, κατόπιν τοῦ νόμου περὶ ὑποταμιῶν· σήμερον δ’ ἀφαιρεῖται καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν. Τί ὑπολείπεται εἰς τοὺς Δημάρχους; Ἀποβαίνουσιν οὗτοι σκιαὶ ἁπλαῖ. Καὶ ἀληθῶς δὲν δύναταί τις νὰ ἀνεύρῃ ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν διάταξιν ἀντικειμένην εἰς τοιοῦτο νομοσχέδιον· ἀλλ’ ἐρωτῶ: ὅταν τὸ ἄρθρον 105 τοῦ Συντάγματος ἀνέγραφεν, ὅτι αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ θὰ ἐκλέγωνται διὰ γενικῆς καὶ μυστικῆς διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίας, τίνας δημοτικὰς ἀρχὰς εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του; Τὰς σκιὰς αὐτάς; Ἀλλ’ ἦτο περιττὸν νὰ τὰς ὁπλίσῃ διὰ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας. Εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του δημοτικὰς ἀρχὰς δρώσας, δημοτικὰς ἀρχὰς κεκτημένας τοιαύτην ἐξουσίαν, ὥστε νὰ δύνανται ν’ ἀντιμετωπίσωσι τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν. Ἐὰν καθιέρωσε τὸ Σύνταγμα τὴν ἐκλογὴν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν διὰ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, ἀπεξένωσε δὲ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν πάσης ἀναμίξεως εἰς τὰ τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν, βεβαίως τοῦτο ἔπραξεν ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, ἡ ψηφίσασα τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, διότι ὁ Δήμαρχος τοιαῦτα ὑπέχει καθήκοντα καὶ τοιαῦτα κέκτηται δικαιώματα, ὥστε ἠθέλησε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐνάσκησιν αὐτῶν κατὰ πάσης ἀναμίξεως τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, ἠθέλησεν ἡ Ἐθνοσυνέλευσις τοῦ 1864, οὐδὲν πλέον, οὐδὲν ἔλαττον, ἢ νὰ καθιερώσῃ τὴν τοπικὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν δήμων. Ἀλλὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν δήμων σήμερον βεβαίως τὴν καταστρέφομεν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐξουθενοῦμεν δὲ τὰς δημοτικὰς ἀρχάς. Ἀληθῶς οἱ δῆμοι Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ οἱ Δήμαρχοι αὐτῶν φαίνονται ἔχοντες παράστημά τι, καίτοι ἀπαλλοτριωθέντες τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν πρὸ τοῦ 1864 ὅμως· ἀλλὰ τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν μεγάλην περιουσίαν τῶν δύο τούτων δήμων. Ἀφαιρέσατε ἀπὸ αὐτοὺς τὴν διαχείρισιν τῆς δημοτικῆς περιουσίας, καὶ θέλετε ἴδει, ἐὰν καὶ οἱ Δήμαρχοι τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς δὲν θὰ ἦναι ἁπλαῖ σκιαί, ἔχοντες μόνον μίαν ἐντολήν, νὰ παρευρίσκωνται εἰς τὰς δημοσίας τελετάς. Ἀντὶ τῶν Δημάρχων ἔχομεν ἤδη τοὺς ἀστυνόμους, ἀστυνόμους στρατιωτικούς. Αἱ Ἀθῆναι, Κύριοι, καὶ ὁ Πειραιεὺς ἐδοκίμασαν ἤδη τὰ θέλγητρα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ τὰ δοκιμάζουσι καθ’ ἡμέραν· εἶναι καιρὸς νὰ τὰ δοκιμάσητε καὶ ὑμεῖς. Ἀψευδῆ μάρτυρα τῶν ἄθλων τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας τῶν Ἀθηνῶν, ἔχω ὁλόκληρον τὸν τύπον τῆς πρωτευούσης. Ὑπῆρξεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπὶ ὁλόκληρον μῆνα οἱ πολῖται ἀπέφευγον νὰ διέρχωνται πρὸ τοῦ καταστήματος τῆς Διευθύνσεως τῆς ἀστυνομίας, ἕνεκα τῶν γοερῶν φωνῶν τῶν βασανιζομένων ἐν αὐτῷ. Εἶχε συμβῆ κλοπή τις ἔν τινι χρυσοχοείῳ, συνελήφθησαν πολλοί, καὶ πάντες ἀνεξαιρέτως ἐβασανίσθησαν ἀποτροπαίως. Ἀποτελέσματα τῶν τοιούτων προσπαθειῶν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας τίνα ὑπῆρξαν; Ὅτι κατωρθώθη νὰ ἀποσπασθῶσι παρ’ ἀθώων ὁμολογίαι ψευδεῖς, αἵτινες παρεπλάνησαν τὴν ἀνάκρισιν. Τελευταῖον, κατὰ τὰ δημοσιευθέντα, ἐκ συμπτώσεως ἀνεκαλύφθησαν οἱ δρᾶσται τῆς κλοπῆς, ἄλλοι παρὰ τοὺς βασανισθέντας. Εἶναι ἓν ἐκ τῶν πολλῶν ἄθλων τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἐν Ἀθήναις. Ἕτερον ἀναγράφει μία ἐφημερίς, ἐντελῶς φίλη τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ φύλλον τῆς χθές. (Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὴν ἔξοδον τῶν θεατῶν ἐκ τοῦ θεάτρου τοῦ «Παραδείσου» καὶ ὁ κ. Χ. Ἰατρὸς ἐξήρχετο μετά τινος γυναικὸς, ἥτις τὸν ἐκράτει ἀπὸ τοῦ βραχίονος. Ὁ ἀστυνόμος τοῦ Αʹ τμήματος, προβὰς ὀλίγα βήματα ἐπὶ τῆς γεφύρας, τῆς ἑνούσης τὰς δύο ὄχθας τοῦ Ἰλισσοῦ, διέταξεν αὐτοὺς νὰ σταθῶσι, καὶ τὴν γυναῖκα νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ. Ὁ κ. Χ. πρὸ τῆς τοιαύτης ἀπαιτήσεως τοῦ ἀστυνομικοῦ ὀργάνου ἐξανέστη, καὶ ἀπηύθυνεν αὐτῷ δριμείας παρατηρήσεις, ἐνῷ ἡ περίπολος διετάσσετο νὰ προβῇ εἰς τὴν σύλληψίν του. Ὁ κόσμος, συνωθούμενος ἐπὶ τῆς γεφύρας, ἐπὶ τῇ ἐπιθέσει ταύτῃ, ἐτράπη εἰς φυγήν, ἐκ τοῦ συνωστισμοῦ δὲ καὶ τῆς ταραχῆς ἄπορον εἶναι, πῶς δὲν συνέβησαν δυστυχήματα. «Εὐτυχῶς ἡ παρέμβασις τοῦ συνταγματάρχου τοῦ ἱππικοῦ κ. Μελεάγρου, ἀναλαβόντος ὑπ’ εὐθύνην του τὴν ὑπόθεσιν προέλαβε σκηνὰς αἱματηράς. Ὡς ἐγνώσθη μετὰ ταῦτα, ὁ κ. Χ. συνώδευε τὴν ... μνηστήν του ...» Θαυμάζω ὅτι ὁ ἰατρὸς Χ. δὲν ἔκαυσε τὰ μυαλὰ τοῦ ἀστυνόμου ἐκείνου· ἀλλὰ βεβαίως ἡ στρατιωτική σας ἀστυνομία ταχέως εἰς τοιαῦτα ἀποτελέσματα θὰ φέρῃ. (Ἀναγινώσκει): «... Ἡ σκηνὴ δὲ αὕτη δὲν εἶναι ἡ πρώτη λαβοῦσα χώραν. Προχθὲς πάλιν ἐντιμότατος πολίτης, ὁ κ. Σ., μεσίτης ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ, συνοδεύων τὴν ἀδελφήν του καὶ ἐξερχόμενος ἑνὸς τῶν θεάτρων, συνελήφθη ὑπὸ τῆς περιπόλου καί τινος ἀστυνόμου, οὗτινος δυστυχῶς δὲν ἐγνώσθη τὸ ὄνομα, καὶ ἐσύρετο εἰς τὸ κρατητήριον μετὰ τῆς ἀδελφῆς του, διότι ἡ ἀρχὴ ὑπέθετεν αὐτὴν γυναῖκα ξένην. Εὐτυχῶς τὸ πρᾶγμα ἔμεινεν ἕως ἐκεῖ, καὶ ὁ κ. Σ. ἀφέθη ἐλεύθερος, μετὰ σκανδαλωδέστατον ὅμως ἐπεισόδιον. «Τοιαύτη ἡ διαγωγὴ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων καὶ τοιαῦτα τὰ λαμβάνοντα χώραν ἐπεισόδια, ἐκ τῶν ὁποίων ἀνεφέραμεν δύο μόνον, τὰ χαρακτηριστικώτερα.» Τοιαῦτα εἶναι τὰ ὄργανα, εἰς τὰ ὁποῖα εἰς τὸ ἑξῆς θὰ ἀνατίθηται ἡ ἐξασφάλισις τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, τῆς ἰδιοκτησίας, τῆς τιμῆς τῶν συνδημοτῶν ἡμῶν! Ἀλλ’ ὁ κάτοικος τῆς Εὐρυτανίας, ὁ κάτοικος τῆς Ἀρκαδίας, ὁ κάτοικος τῆς Βονίτσης θὰ ἔχῃ ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀνέγραψε τὸ νομοσχέδιον, θὰ δύναται νὰ καταγγέλλῃ τὰς τοιαύτας πράξεις τῶν ἀστυνόμων· ὁ Δήμαρχος τὴν καταγγελίαν θὰ ὀφείλῃ νὰ διαβιβάζῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ἢ διὰ τοῦ Νομάρχου εἰς τὸ ἀνώτατον Συμβούλιον. Θὰ δύναται μάλιστα ὁ καταγγελεὺς νὰ παρίσταται καὶ ὡς ἰδιώτης κατήγορος, μὴ ὑπαγόμενος οὐδ’ εἰς ἐγγύησιν. Τοιαύτας χορηγεῖ ἀσφαλείας τὸ νομοσχέδιον εἰς τοὺς συνδημότας ὑμῶν, καὶ τὰς ἀσφαλείας ταύτας ἐξύμνησε σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ πάντοτε ὑπήγοντο εἰς τὰ κοινὰ Δικαστήρια τὰ ἀποσπάσματα καὶ οἱ χωροφύλακες. Ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, τίς ὁ δυστυχὴς ἀγρότης, ὅστις ἤθελε τολμήσει νὰ ὑποβάλῃ καταγγελίαν, καὶ τίς Δήμαρχος, ἀφοῦ τοιοῦτον τὸν καθιστᾶτε, θὰ τολμήσῃ νὰ παραπέμψῃ τὴν καταγγελίαν εἰς τὸν Νομάρχην ἢ τὸν Εἰσαγγελέα; Καὶ σήμερον ἀτυχῶς ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διαχειρίζεται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν γενικὴν ἀστυνομίαν, ἔχομεν πληθὺν σκανδάλων καὶ ἐγκλημάτων, ἔχουσιν αἱ ἐπαρχίαι τὴν μάστιγα τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων, πρὸς παρηγορίαν δέ, ἐβεβαίωσεν ἡμᾶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰς μέχρι τοῦδε περιοδικὰς ταύτας μάστιγας θὰ καταστήσῃ ἐνδημικὰς τὸ νομοσχέδιον εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ τοὺς δήμους. Ὁ ἐνωμοτάρχης μὲ τὸ βούνευρον εἰς χεῖρας ἐν τοῖς 404 δήμοις ἐκ τῶν 440 τοῦ Κράτους θὰ ἔχῃ τὴν πρωτοβουλίαν ἐπὶ πάντων τῶν ζητημάτων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ προκοπὴν τῶν μικρῶν κοινωνιῶν, ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῶν καταλληλοτέρων μέτρων ὑπὲρ τῆς προκοπῆς τῆς γεωργίας τῆς βιομηχανίας, τοῦ ἐμπορίου, περὶ πάντων τῶν ζητημάτων τῆς ὑγείας καὶ ἀσφαλείας τῶν δημοτῶν· διότι, μὴ λησμονεῖτε, Κύριοι, ὅτι, ὡς εἶπον, μόνον 36 κέντρα θὰ ἔχωσι τὴν τιμὴν νὰ ἔχωσιν ἀστυνομίαν, οἵα ἐκείνη τῶν Ἀθηνῶν, μὲ βαθμοφόρους ἀνταξίους τῶν πλείστων ἐκ τῶν ἀστυνόμων τῆς πρωτευούσης. Ἔχω μάλιστα τὴν πεποίθησιν, ὅτι δυσκόλως θὰ δυνηθῇ ἡ Διοίκησις νὰ ἀνεύρῃ μεταξὺ τῶν πολυπληθῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ καὶ ἑκατὸν ἀξιωματικούς, οἵτινες ἤθελον δεχθῆ τὴν ἀποστολὴν, ἡ ὁποία τοῖς δίδεται· ἀλλὰ καὶ ἂν τοὺς ἀνεύρῃ τοὺς 100 ἀξιωματικούς, βεβαίως θὰ τοὺς ἐκλέξῃ μεταξὺ τῶν χειροτέρων, μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες οὐδὲν εὑρίσκουσι γόητρον εἰς τὸ στρατιωτικόν των στάδιον, οἵτινες οὐδεμίαν ἔχουσι συναίσθησιν τῆς στρατιωτικῆς των ἀποστολῆς, καὶ ἐντεῦθεν οὐδόλως ἐλπίζουσι τὴν προαγωγήν των ἐν τῷ στρατῷ. Τοιαῦται, Κύριοι, εἶναι αἱ ἐπαγγελίαι, αἵτινες δίδονται ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν στρατιωτικοῦ νομοσχεδίου. Ὑπάρχει καὶ τελευταία τις, ἥτις ἀναγράφεται εἰς τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Κατ’ αὐτὸ, δίδεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ διὰ βασιλικοῦ διατάγματος τὴν ἔναρξιν τῆς ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει ἰσχύος τοῦ νομοσχεδίου. Οὕτως ὁ χρόνος τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος, ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου ὁρισθήσεται διὰ βασιλικοῦ διατάγματος. Οἱ τῆς πλειονοψηφίας — καὶ εὐτυχῶς διὰ τοὺς συνδημότας σας οἱ πλεῖστοι ἀνήκετε εἰς αὐτὴν—θὰ δυνηθῆτε νὰ σταματήσητε, χάρις εἰς τὴν διάταξιν ταύτην, τὴν λειτουργίαν, τὴν ἔκθεσμον καὶ ὀδυνηρὰν, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοθετήματος. Ἀλλοίμονον ὅμως εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον τυχὸν ἔχει Δήμαρχον μὴ φίλον τῆς Κυβερνήσεως! Κατ’ αὐτῶν θὰ λειτουργήσῃ τὸ νομοσχέδιον, γενόμενον νόμος, μετὰ πάσης αὐστηρότητος, οἱ δὲ ἐκλογεῖς ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐτόλμησαν νὰ ψηφίσωσι Δήμαρχον ἀντιθέτων φρονημάτων τῶν τῆς Κυβερνήσεως, ταχέως θέλουσι δοκιμάσει τὴν ἡδύτητα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τοὺς κολάφους, τοὺς δαρμοὺς, τὸ βούνευρον. Ἐπεθύμουν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐμελέτα καλλίτερον τὸ ζήτημα τῆς ἀναμίξεως τοῦ στρατοῦ εἰς τὰ τῆς ἀστυνομίας, διότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι, ἂν τοῦτο ἔπραττεν, ἤθελεν ἀποκρούσει αὐτὴν, καὶ ἤθελε προφυλάξει τὸν στρατὸν, ἀλλὰ καὶ τὴν κοινωνίαν, ἀπὸ τὰ δεινὰ, ἅτινα ἀναποδράστως θέλει ἐπιφέρει ἡ λειτουργία τοιούτου νομοθετήματος. Εἷς τῶν λόγων, δι’ οὓς ἀπεκεντρώθη πανταχοῦ ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, εἶναι ἀκριβῶς οὗτος: μὴ ἡ κεντρικὴ ἐξουσία ἐπισπάσῃ πρὸς αὐτὴν τὴν ἐχθρότητα τῶν ἀτόμων· διότι ὅ,τι πράττει ἡ ἀστυνομία ἀποδίδεται εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐξ ἧς ἐξαρτᾶται. Καὶ δύναται μία ἀστυνομία νὰ μὴ διαπράττῃ ἐγκλήματα, ἀλλὰ νὰ πράττῃ τοιαῦτα, νὰ ἦναι τόσον ὀχληρὰ, ὥστε νὰ ἐξεγείρῃ τὸ μῖσος καὶ νὰ ἐμπνέῃ τὸ αἴσθημα τῆς ἀντεκδικήσεως κατὰ τῆς ἐξουσίας, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται. Τοῦτο ἀνακηρύσσουσι πάντες οἱ δημοσιολόγοι ὡς τὸ μέγιστον ἐλάτωμα τῶν διοικητικῶν ἀστυνομιῶν. Καὶ ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς ὡς πρὸς τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν, κατὰ μείζονα λόγον εἶναι ἀληθὲς ὡς πρὸς τὴν στρατιωτικήν. Εὐτυχῶς μέχρι τοῦδε οὐδεὶς πολίτης Ἕλλην δύναται νὰ παραπονεθῇ, ὅτι διατελοῦμεν ὑπὸ στρατοκρατίαν, εὐτυχῶς μέχρι τοῦδε ὁ λαὸς οὐδόλως ἐχωρίζετο ἀπὸ τὸν στρατὸν, οὐδ’ ὁ στρατὸς τοῦ λαοῦ· ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, γενόμενον νόμος τοῦ Κράτους, θέλει ὁριστικῶς χωρίσει στρατὸν καὶ λαόν. Τὰ ἀδικήματα ὡρισμένων βαθμοφόρων θέλουσιν ἐπιῤῥιφθῆ ἐπὶ ὁλόκληρον τὸν στρατόν, καὶ μετ’ ὀλίγον θέλομεν ἀκούσει χαρακτηριζομένην τὴν Πολιτείαν ἡμῶν διὰ τῆς λέξεως, ἣν ἀπὸ τοῦ 1864 δὲν ἠκούσαμεν, στρατοκρατία! Ταῦτα εἶναι τὰ δεινά, τὰ ὁποῖα ἐπαγγέλλεται τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον· ἀπόδοσις εἰς ἐξουσίαν, κριθεῖσαν ἐντελῶς ἀνίκανον εἰς ἐνάσκησιν τῆς γενικῆς ἀστυνομίας, καὶ τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας, ἐξουθένωσις τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, καὶ ἀνάμιξις τοῦ στρατοῦ εἰς τὰ τῆς ἀστυνομίας. Ἀλλ’ ἐξετάσωμεν τὸ νομοσχέδιον καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν. Ἀφίνω τὸν ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς, ὅπως τιτλοφορῆται ὑποστράτηγος. Θέλομεν οὕτως ἔχει ἕνα περιπλέον ὑποστράτηγον, καὶ εἶναι ἐνδεδειγμένος, τὸν γνωρίζομεν ἐν Ἀθήναις, ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἣν ἄλλοτε ἐξετέλει, τρέχων ἀπὸ ῥυτῆρος ὄπισθεν τῆς ἁμάξης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα· ἀλλ’ ἀφίνω κατὰ μέρος, εἶπον, τὸν ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς. Θέλομεν ἔχει 1000 ἀστυφύλακας, διὰ τοὺς ὁποίους θέλομεν δαπανήσει περίπου 960,000 δρ. ἐκ τῆς ὁλικῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων, ἀνερχομένης εἰς 1,800,000. Διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ μισθοῦ τῶν ἀστυφυλάκων, τὸν μισθὸν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὰ ἐπιμίσθια αὐτῶν θ’ ἀποῤῥοφᾶται τὸ ποσὸν δραχ. 1,400,000, δι’ ἐνοίκια δὲ καὶ διὰ τὴν μὴ εἰσφορὰν ἀπόρων δήμων 400 χιλιάδων περίπου. Τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο τῶν 1,800,000 δρ. ὑπὲρ τίνων δήμων θὰ δαπανᾶται; Ὑπὲρ τῶν 36 κέντρων, τῶν ἐχόντων ὑπὲρ τὰς 5,000 κατοίκους· οἱ 404 δῆμοι τοῦ Κράτους οὐδὲν λαμβάνουσιν ἐκ τῆς εἰσφορᾶς των· οὗτοι θὰ λάβωσιν ἀντὶ ἐκείνου, ὅπερ ἔχουσι σήμερον, τὸ βούνευρον τῶν μεταβατικῶν καὶ τὸ βούνευρον τοῦ ἐνωμοτάρχου. Οὐδὲ θὰ ἔχωσι πλέον τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ Δημάρχου ἀστυνόμου. Οὕτω δημεύεται ἡ εἰσφορὰ 404 δήμων χάριν 36 κέντρων, ἀλλ’ οὐχὶ χάριν τῶν 36 κέντρων, ἀλλὰ χάριν 1000 ἀστυφυλάκων, χάριν 1000 λυμεώνων, τοὺς ὁποίους θέλει στρατολογήσει ἡ φατρία, καὶ οἵτινες, ἐὰν ἔχουν ζωήν, μετὰ τὸν χρόνον τὸν προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ συντάξεων, ἀφοῦ καταστοῦν ἐπὶ μακρὸν χρόνον μάστιγες τῆς κοινωνίας, θέλουσι κατασταθῆ κατόπιν μάστιγες τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων, ἤτοι τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ θέλουσιν αὐξήσει κατὰ 500 τοὐλάχιστον τοὺς ὑφισταμένους συνταξιούχους. Ἀφαιρεῖτε τὰ 50% ἀπὸ τοὺς δήμους διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, — διότι, ἐὰν ἔπαυσε λειτουργοῦν τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἡ εἰσφορὰ τῶν δήμων θὰ μείνῃ ὡς ἔχει, κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, — ἀφαιρεῖτε διὰ τὴν ἀστυνομίαν ἔτι 50%, οὕτω δὲ θέλουσιν ὑπολειφθῆ εἰς τοὺς δήμους 2,000, ἃς ἐπιφυλάσσει αὐτοῖς τὸ νομοσχέδιον.

§43Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ 50% μένουσιν ἄθικτα.

§44ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐξηγεῖται..... Ἀλλὰ τότε θέλετε ἐκθέσει τὸ Δημόσιον, καθ’ ἃς περιστάσεις εἶσθε ἠναγκασμένοι νὰ αὐξήσητε τὴν φορολογίαν κατὰ 11,000,000, εἰς ματικίαν δαπάνην τοὐλάχιστον ἑνὸς ἑκατομμυρίου, διότι τὸ 1,800,000 τῆς εἰσφορᾶς θέλουσιν ἀποῤῥοφήσει οἱ μισθοὶ τῶν ἀστυφυλάκων, οἱ μισθοὶ καὶ τὰ ἐπιμίσθια τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ τὰ ἐνοίκια τῶν ἀστυνομιῶν τῶν 36 κέντρων, οὐδὲν δ’ ὑπολειφθήσεται ἐκ τῆς εἰσφορᾶς διὰ τοὺς 404 λοιποὺς δήμους. Ταῦτα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τὰ οἰκονομικὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀγορεύων σήμερον, ἀνέπτυξε δύο νέας θεωρίας, αἵτινες βεβαίως καθιστῶσι τὴν ἀπολυταρχίαν, κατὰ τῆς ὁποίας ἐξανίστατο προχθές. Σᾶς ἔλεγεν: ἐὰν θέλητε εὐθύνας παρ’ ἐμοῦ, δώσατέ μοι καὶ τὴν ἐξουσίαν, δώσατέ μοι καὶ τὴν δύναμιν προσέθηκεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποβλέπητε εἰς τοὺς θεσμοὺς, ἀλλ’ εἰς τὸ συμφέρον. Ἀλλ’ αὗται ἀκριβῶς εἶναι αἱ θεωρίαι τῆς ἀπολυταρχίας. Δὲν ὑπάρχει μονάρχης ἢ δικτάτωρ, ὅστις νὰ μετῆλθεν ἀλλοίαν γλῶσσαν· οἱ δικτάτορες, σκοποῦντες τὴν συγκέντρωσιν πάσης ἐξουσίας, τὴν γλῶσσαν ταύτην μεταχειρίζονται, ὅπως παραπείσωσιν εἰς ἐγκατάλειψιν τῶν θεσμῶν· ἐπικαλοῦνται τὸ δημόσιον συμφέρον, ζητοῦσι δ’ ἀπόλυτον ἐξουσίαν, ὅπως φέρωσι δῆθεν πραγματικὰς εὐθύνας. Αἱ δύο θεωρίαι αὗται ἀποτελοῦσι τὸν ἐπίλογον τοῦ νομοσχεδίου. Ὀρθῶς δ’ ἔπραξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀναπτύξας αὐτάς. Ἔδωκεν ὑμῖν δι’ αὐτῶν τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ νομοσχεδίου. Πρόκειται σήμερον ν’ ἀποβάλωσιν αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ πᾶσαν ἀνεξαρτησίαν, πᾶσαν αὐτοτέλειαν, νὰ ὑποκύψωσι δὲ εἰς τὴν αὐθαίρετον θέλησιν τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας. Ψηφίσατε, καὶ θέλετε ἰδεῖ τὰ ἀποτελέσματα.

§45ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως τῶν τοπικῶν ἀστυνομιῶν ἀνεπτύχθη ἀρκούντως ὑπὸ τὰς πλείστας τῶν ἐπόψεων αὐτοῦ παρὰ τῶν προαγορευσάντων. Οὐχ ἧττον νομίζω, ὅτι ἡ εὐρυτέρα αὐτοῦ ἐξέτασις ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῆς ἐκτάκτου σημασίας τοῦ ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν νομοθετήματος. Ἔκτακτον σημασίαν παρουσιάζει τοῦτο ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν, οὐχὶ δὲ μικρὰν καὶ ὑπὸ στρατιωτικὴν καὶ ὑπὸ οἰκονομικήν. Ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν τίθεται ἐνώπιον ἡμῶν τὸ ζήτημα, ἂν ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία ἀποτελῇ μέρος ἀναπόσπαστον τῆς δημοτικῆς. Τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ λυθῇ κατὰ τὴν ἔννοιαν, ἣν θέλομεν νὰ δώσωμεν εἰς τὸ πολίτευμα ἡμῶν. Ἂν θέλωμεν νὰ ἐννοήσωμεν αὐτὸ ὡς πολίτευμα συγκεντρωτικὸν καὶ ἀπολυταρχικὸν, ἐπιδιῶκον μόνον τὴν τήρησιν τῆς τάξεως καὶ ἐν δευτέρᾳ μοίρᾳ τιθέμενον τὴν πολιτικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἔθνους, θὰ εὕρωμεν εὐκόλως λόγους, δικαιολογοῦντας οὐ μόνον τὴν ἀφαίρεσιν τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας ἀπὸ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ καὶ πάσης ἄλλης ἐξουσίας. Ἐὰν ὅμως ἐννοῶμεν τὸ πολίτευμα ἡμῶν τοιοῦτον, οἷον εἶναι, πολίτευμα δηλ. φιλελεύθερον καὶ προοδευτικόν, σκοποῦν τὴν ὑποστήριξιν, σὺν τῇ τάξει, καὶ τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν καὶ τὴν πραγματικὴν αὐτῶν ἀπόλαυσιν διὰ τῆς πολιτικῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἔθνους, ἡ τοπικὴ ἀστυνομία τότε ἀποβαίνει ἀναπόσπαστον καὶ ἀναγκαῖον μέρος τῆς δημοτικῆς ἐξουσίας. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀναγραφῇ εἰδικὴ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, ὅπως καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ αὕτη. Ἡ φύσις αὐτὴ τοῦ πολιτεύματος ἐμπεριέχει τὴν καθιέρωσιν αὐτῆς. Καὶ ὁ καταστατικὸς δὲ νόμος τῶν δήμων ἡμῶν, καίτοι συνετάχθη εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὸ ἔθνος δὲν ἐκυβερνᾶτο κοινοβουλευτικῶς, ἐμπεριέχει οὐχ ἧττον πλήρη τὴν καθιέρωσιν τοῦ ἀναποσπάστου τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας ἀπὸ τῆς ἐξουσίας τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν. Ἐν τῷ δημοτικῷ νόμῳ τοῦ 1833, δι’ οὗ συνεστήθησαν οἱ δῆμοι, καὶ ὅστις διέπει καὶ σήμερον αὐτοὺς, ὡς πρῶτον δικαίωμα καὶ καθῆκον τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν ἀναγράφεται τὸ ἀστυνομεῖν, τὸ κυρίως δηλ. δικαίωμα τοῦ διοικεῖν ἑαυτούς. Ἄνευ τούτου ὁ δῆμος βεβαίως δὲν αὐτοδιοικεῖται. Ἡ διεύθυνσις τῆς περιουσίας τοῦ δήμου καὶ τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων καὶ αἱ ἄλλαι ἐνέργειαι τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν δὲν ἀποτελοῦσι δημοτικὴν αὐτοδιοίκησιν. Τοιαύτην ἀποτελεῖ κυρίως ἡ διεύθυνσις καὶ διαχείρισις τῶν πολλῶν καὶ ποικίλων σχέσεων καὶ συμφερόντων τῶν μελῶν τοῦ δήμου. Αὕτη δὲ ἐνεργεῖται μόνον διὰ τῆς ἐξασκήσεως τῆς τοπικῆς καὶ δημοτικῆς ἀστυνομίας. Τὸ ἄρθρον 15 τοῦ δημοτικοῦ νόμου τοῦ 1833 λέγει ῥητῶς (ἀναγινώσκει): «Πᾶς δῆμος ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Κυβερνήσεως, αʹ) νὰ ἐνεργῇ κατὰ τοὺς καθεστῶτας νόμους τὴν κατωτέραν ἐντὸς τῆς περιοχῆς τοῦ δήμου τοπικὴν καὶ ἀγρονομικὴν ἀστυνομίαν, βʹ) νὰ διοικῇ ἀνεξαρτήτως τὰς ὑποθέσεις του κτλ.» Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀστυνομεῖν ὁ νόμος δι’ ἑτέρας αὐτοῦ διατάξεως ὑποβάλλει εἰς πλειοτέρους περιορισμοὺς, χαρακτηρίζων αὐτὴν ὡς ἐνεργουμένην ἐν ὀνόματι καὶ κατὰ διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀφαιρεῖ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ ἀστυνομεῖν ὡς τοῦ πρώτου δικαιώματος καὶ καθήκοντος τῶν δήμων. Τοιοῦτο δὲ θεωρῶν αὐτὸ ὁ νόμος τοῦ 1833, ἐν ἄρθρῳ μὲν 18 ὡς πρώτην δημοτικὴν δαπάνην ἀναγράφει τὴν ἀναγκαίαν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς τοπικῆς καὶ ἀγρονομικῆς ἀστυνομίας, ἐν ἄρθρῳ δὲ 40 ὡς πρώτην ἐνέργειαν τοῦ Δημάρχου χαρακτηρίζει τὴν τῆς ἐπιτοπίου ἀστυνομίας καὶ τῆς διοικήσεως τοῦ δήμου. Τοῦτο καθιεροῦται καὶ διὰ τῶν διατάξεων τῶν ἀστυνομικῶν νόμων τοῦ 1836 καὶ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1838, ὅστις ὡς συνέπειαν τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν ἐπιβάλλει εἰς τοὺς δήμους τὴν εὐθύνην ἀποζημιώσεως διὰ πᾶσαν φθορὰν δένδρων καὶ φυτειῶν. Ὁ συντάκτης τῶν νόμων τούτων σοφῶς συνεδύασε τὴν ἐξάσκησιν τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας διὰ τῆς ἀναθέσεως τῆς μὲν τοπικῆς ἀστυνομίας εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, τῆς δὲ γενικῆς εἰς τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέθηκεν ὡσαύτως τὴν ἐπίβλεψιν καὶ καθοδήγησιν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν. Διὰ τοιούτου συνδυασμοῦ δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ πραγματοποίησις τῶν δύο κυριωτέρων σκοπῶν παντὸς ἐλευθερίου πολιτεύματος, ἡ διατήρησις δηλ. τῆς τάξεως καὶ ἡ ἀνάπτυξις τῆς κοινωνίας κατὰ τρόπον καθιστῶντα αὐτὴν ἱκανὴν νὰ ἀπολαύσῃ πολιτικῶν ἐλευθεριῶν. Ἂν δὲ ὁ νομοθέτης τοῦ 1836 ἐν τῷ συνδυασμῷ τούτῳ ὑπέβαλεν εἰς πλειοτέρους περιορισμοὺς τὴν παρὰ τῶν δήμων ἐξάσκησιν τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας, καὶ ἐχαρακτήρισεν αὐτὴν ὡς ἐνεργουμένην ἐν ὀνόματι καὶ κατὰ διαταγὴν τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, ἔπραξε τοῦτο, ὀρθῶς σκεφθείς, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἐξερχόμενος τότε ἐκ τῆς τυραννίας καὶ ἐκ καταστρεπτικῆς ἐπαναστάσεως, εἶχεν ἀνάγκην πολιτικῆς τινος ἐκγυμνάσεως, ὅπως καταστῇ ἱκανὸς νὰ ἐνεργήσῃ ἀποτελεσματικῶς τὴν ἐξουσίαν ταύτην. Χάριν δὲ τῆς τοιαύτης αὐτοῦ ἐκγυμνάσεως ἐπεφυλάχθη τοῦ δικαιώματος τῆς εἰς τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν ἀναθέσεως καὶ τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν οἱ δῆμοι ἤθελον ἀποδειχθῆ ἀνίκανοι νὰ ἐνεργήσωσιν αὐτήν. Ἡ ἐπιφύλαξις ὅμως αὕτη δὲν δύναται νὰ ἔχῃ σήμερον τὴν σημασίαν, ἣν εἶχε τότε, καὶ διότι οἱ δῆμοι δὲν ἔδειξαν τοιαύτην ἀνικανότητα, καὶ διότι τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἀπὸ ἀπολύτου μοναρχίας μετεβλήθη εἰς συνταγματικὸν, οὗτινος ἡ φύσις ἐπιβάλλει τὸ ἀναπόσπαστον τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς. Ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ, διοικοῦσα αὐτὸν τὸν δῆμον διὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀστυνομικῶν διατάξεων, δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο τελειότερον πάσης ἄλλης. Ὁ Δήμαρχος, συνδεδεμένος ὢν μετὰ τοῦ τόπου, γνωρίζει κάλλιον παντὸς ἄλλου τοὺς κατοίκους τοῦ δήμου, τὰς σχέσεις καὶ τὰς ἀνάγκας αὐτῶν καὶ τὸ ποιὸν καὶ τὰς πράξεις ἑκάστου δημότου, καὶ δύναται, ἐκτελῶν τὸ καθῆκόν του, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν τάξιν ἐν τῷ δήμῳ αὐτοῦ. Ὁ αὐτὸς δὲ Δήμαρχος, ὡς διαφοροτρόπως συνδεόμενος μὲ τοὺς συνδημότας του καὶ ὡς ἐνδιαφερόμενος ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτῶν καὶ ὑπὲρ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ δήμου του, δὲν θὰ ἦναι ὁ ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων αὐτοῦ ξηρὸς καὶ τραχὺς ἐκτελεστὴς τῶν ἀστυνομικῶν διατάξεων· θὰ δύναται νὰ κρίνῃ, πότε αἱ μικραὶ καὶ καθημεριναὶ πράξεις, αἱ ἀποτελοῦσαι παραβάσεις τῶν διατάξεων τούτων, πρέπει, χάριν τῆς δημοσίας τάξεως, νὰ καταδιωχθῶσι καὶ τιμωρηθῶσι κατὰ τὸ αὐστηρὸν γράμμα τοῦ νόμου, καὶ πότε, χάριν τῆς ἐλευθέρας δράσεως καὶ ἀναπτύξεως τῆς κοινωνίας, πρέπει αὗται νὰ κριθῶσιν ἐπιεικῶς. Θὰ πράξῃ δὲ τοῦτο σταθμίζων τὴν βλάβην, ἥτις δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς αὐστηρᾶς ἢ ἐκ τῆς ἐπιεικοῦς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Αἱ πράξεις δὲ αὗται, ἐπὶ τῶν ὁποίων συνεχῶς παρουσιάζεται ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιεικοῦς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ἀφορῶσι τὰς καθημερινὰς σχέσεις τῶν μελῶν τῆς κοινωνίας, καὶ εἰσὶ μὲν μικραὶ καθ’ ἑαυτάς, ἔχουσιν ὅμως μεγάλην σημασίαν ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν, καὶ θέτουσι πολλάκις τῆς ἡμέρας ἕκαστον δημότην εἰς συνάφειαν μὲ τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχήν. Ἄν δ’ ἐπ’ αὐτῶν θελήσωμεν πάντοτε νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐστηρῶς καὶ ἀνεπιεικῶς τὰς ἀστυνομικὰς διατάξεις, θὰ περιστείλωμεν τὴν ἐλευθέραν ἐνέργειαν τῶν πολιτῶν, καὶ θὰ παρακωλύσωμεν τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν πρόοδον αὐτῶν ὑπό τε κοινωνικὴν καὶ ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν. Ἀλλά, λέγουσιν, αἱ δημοτικαὶ ἀρχαί, ὁ Δήμαρχος δηλαδή, ὁ ἐμπνεόμενος συνήθως ὑπὸ φατριαστικῶν σκέψεων καὶ συμφερόντων, φέρεται αὐστηρῶς μὲν πρὸς τοὺς ἀντιθέτους αὐτοῦ, ἐπιεικῶς δὲ πρὸς τοὺς φίλους του, καὶ καταδιώκει ἐκείνους, προστατεύει δὲ τούτους. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι ἡ κομματικὴ διαμάχη εἶναι ἓν ἐκ τῶν συστατικῶν τῶν φιλελευθέρων καὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν πολιτευμάτων· εἶναι τὸ ἐλάττωμα, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀρετὴ συνάμα αὐτῶν, ἕνεκα τοῦ καθημερινοῦ ἐλέγχου, ὅστις δι’ αὐτῆς ἐξασκεῖται ἐπὶ τῶν διαφόρων ἀρχῶν. Τὰ κακὰ ὅμως, ἅτινα παρουσιάζει ὁ κομματισμός, εἶναι πολὺ μικρότερα ἐκείνων, ἅτινα ἐμπεριέχει ὁ γενικώτερος πολιτικὸς φατριασμός. Ὁ Δήμαρχος αἰσθάνεται πάντοτε τὴν ἀνάγκην τῆς χρηστῆς περὶ αὐτοῦ ἰδέας τῶν συμπολιτῶν αὐτοῦ. Ἄνευ τῆς ἰδέας ταύτης δὲν δύναται μήτε νὰ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντά του, μήτε νὰ ἐλπίσῃ νὰ ἐκλεχθῇ ἐκ νέου. Ὅπως δὲ κερδήσῃ τὴν τοιαύτην ἰδέαν τῶν συνδημοτῶν αὐτοῦ, ὀφείλει ν’ ἀποφύγῃ πᾶσαν σκανδαλωδῶς φατριαστικὴν πρᾶξιν, διότι τοιαῦται πράξεις ἐξεγείρουσι κατ’ αὐτοῦ τὴν ἀγανάκτησιν τῶν ἀντιθέτων του, ἐμμέσως δὲ καὶ τὴν τῶν φίλων του. Ἀλλὰ καὶ ἂν Δήμαρχός τις, παραγνωρίζων τὸ τοιοῦτο συμφέρον καὶ καθῆκον αὐτοῦ, ἤθελε φατριάσει σκανδαλωδῶς κατὰ τῶν ἀντιθέτων του, πρὸς βλάβην τῆς ἐλευθέρας αὐτῶν δράσεως, ἢ ἤθελε φανῆ καθ’ ὑπερβολὴν ἐπιεικὴς πρὸς τοὺς φίλους του, πρὸς βλάβην τῆς δημοσίας τάξεως, ὑπάρχει δυνάμει τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας καὶ ἕτερος χαλινὸς κατὰ τῆς τοιαύτης αὐτοῦ διαγωγῆς, ἡ ἐπιτήρησις καὶ ἡ ἐπίβλεψις τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας. Ἄν οὗτος καταχρᾶται τῆς εἰς αὐτὸν ἀνατεθείσης ἐπιεικοῦς μέν, ἀλλὰ καὶ δικαίας ἐφαρμογῆς τῆς ἀστυνομικῆς νομοθεσίας, ἡ κεντρικὴ ἐξουσία ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτὸν εἰς τὸ καθῆκόν του. Δὲν εἶναι δ’ ἐπίμεμπτος ἡ εἰς τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν ἀνάθεσις τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας, ἂν ἡ ἐπιβλέπουσα καὶ καθοδηγοῦσα αὐτὴν κεντρικὴ ἐξουσία δὲν ἐκτελῇ τὰ εἰς αὐτὴν ἀνατεθειμένα καθήκοντα. Καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὑποστηρίζων σήμερον τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία τελειότερον καὶ ἐπωφελέστερον δύναται νὰ ἐνεργηθῇ παρὰ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς. Ὡς δικαιολογίαν δὲ τῆς ἀπὸ τῶν δήμων ἀφαιρέσεως τοῦ δικαιώματος καὶ τοῦ καθήκοντος τοῦ ἀστυνομεῖν, ἔφερε τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας τάξεως, ὡσεὶ ἡ κατάστασις αὕτη ὀφείλεται εἰς τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν κεντρικὴν διοίκησιν καὶ εἰς τὴν ἐξ αὐτῆς ἐξαρτωμένην γενικὴν ἀστυνομίαν. Πῶς δὲ πρόκειται διὰ τοῦ συζητουμένου νομοθετήματος ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ παρὰ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς ἐξάσκησις τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας, ἡ συμβιβάζουσα τὴν διατήρησιν τῆς τάξεως, μὲ τὴν ἀπόλαυσιν τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν; Διὰ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἀποκρούουσιν οὐ μόνον τὰ ἐλεύθερα Κράτη, ἀλλὰ καὶ πλεῖστα τῶν ἀπολυταρχικῶς διοικουμένων, διὰ τῆς ἀκράτου συγκεντρώσεως καὶ τῆς στρατιωτικῆς ἐκτελέσεως πασῶν τῶν τοπικῶν ἀστυνομιῶν. Οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ σύγκρισις μεταξὺ τοῦ συστήματος τούτου καὶ τῶν λειτουργουσῶν διοικητικῶν ἀστυνομιῶν ἐν ταῖς μεγάλαις πόλεσι τῆς Εὐρώπης καὶ ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς Ἑλλάδος, ἃς ἐπεκαλέσθησαν ὑπὲρ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Αἱ διοικητικαὶ αὗται ἀστυνομίαι, ἀποτελοῦσαι ἐξαίρεσιν τοῦ πανταχοῦ ἰσχύοντος γενικοῦ κανόνος, συνέστησαν ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν τῶν μεγαλοπόλεων τούτων, εἰς ἃς δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ ἡ δημοτικὴ ἀρχή, οὐδόλως δ’ ἀποτελοῦσι γενικὴν ἀστυνομικὴν συγκέντρωσιν καὶ στρατιωτικὴν αὐτῆς ἐκτέλεσιν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου συνιστᾶται εἶδος Ὑπουργείου Ἀστυνομίας, οἷον εὑρίσκομεν εἰς πολὺ παρελθούσας ἐποχὰς καὶ εἰς τὰ μᾶλλον ἀπολυταρχικὰ Κράτη, κἄτι τι ἀνάλογον μὲ τὸν Ζαπτιὲ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἱδρύεται θεσμός, ὅστις ἀλλαχοῦ καὶ εἰς ἄλλας ἐποχὰς συμπεριελάμβανε καὶ ὑπηρεσίας, ἃς βεβαίως οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ παραδεχθῇ, οἷα ἡ μυστικὴ ἀστυνομία, ἡ ἐπίσημος κατασκοπεία, ἡ ἐπεμβαίνουσα εἰς πάσας καὶ εἰς τὰς μᾶλλον ἰδιωτικὰς καὶ οἰκείας σχέσεις τῶν πολιτῶν. Ταῦτα καὶ τὰ παρόμοια αὐτῶν συμπαρομαρτοῦσι μὲ τὸν θεσμὸν τῆς συγκεντρώσεως τῶν τοπικῶν ἀστυνομιῶν. Δὲν θὰ ἔχωμεν Ὑπουργὸν τῆς Ἀστυνομίας, θὰ ἔχωμεν ὅμως ἓν εἶδος ὑφυπουργοῦ, μὲ τὸν τίτλον ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ὅστις ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ σὺν τῷ ἐπιτελείῳ αὐτοῦ θέλει ἐκτελεῖ τὴν ἐξουσίαν, ἥτις εἰς τὰ ἀπολυτόφρονα Κράτη ἀνατίθεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἀστυνομίας. Ἡ συγκεντρωμένη δὲ αὕτη ἀστυνομικὴ ἐξουσία θέλει ἐνεργεῖσθαι στρατιωτικῶς, μὲ τὸ πνεῦμα δηλαδὴ καὶ τὰς ἀρχὰς τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἥτις ἐν τῇ ἐνεργείᾳ αὐτῆς ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὡς μόνον ὁδηγὸν τὴν αὐστηρὰν τήρησιν τῆς τάξεως καὶ τὴν αὐστηρὰν καὶ τραχεῖαν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, χωρὶς νὰ ἐπηρεάζηται ἐκ τῆς ἰδέας τῆς ἐπιεικείας, ἣν ἐν ταῖς καθημεριναῖς σχέσεσι τῶν πολιτῶν μετὰ τῆς Ἀστυνομίας ἐπιβάλλει ἡ ἀνάγκη τῆς κοινωνικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς ἀναπτύξεως καὶ προόδου τῆς κοινωνίας. Τὴν κολοσσιαίαν δὲ ταύτην ἐξουσίαν δὲν ἀναθέτομεν εἰς Κυβέρνησιν, ἱσταμένην ἄνω τῶν κομματικῶν παθῶν καὶ τοῦ φατριασμοῦ, ὅπως ἐνεργήσῃ αὐτὴν ἀμερολήπτως καὶ χάριν τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων καὶ τῆς διατηρήσεως τῆς δημοσίας τάξεως, ἀλλ’ εἰς Κυβερνήσεις φατριαστικὰς καὶ κομματικάς, αἵτινες, χάριν τῆς ἐν τῇ ἀρχῇ διατηρήσεώς των, θέλουσι ποιήσει χρῆσιν τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας πρὸς καταπολέμησιν τῶν ἀντιπάλων αὐτῶν. Θ’ ἀποβῇ δὲ οὕτω παρ’ ἡμῖν ἡ συγκέντρωσις τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας καὶ ἡ στρατιωτικὴ αὐτῆς ἐνέργεια πολὺ τυραννικωτέρα ἢ ἐν τοῖς ἀπολυταρχικοῖς Κράτεσιν, ἐν οἷς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀποῤῥέει μήτε στηρίζεται ἐπὶ τῶν κομμάτων καὶ τοῦ φατριασμοῦ. Ἀλλὰ θὰ ἐπιτύχωμεν ἆρά γε τὴν αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων καὶ τὴν διατήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως, ἣν θεωρητικῶς φαίνεται ὑποσχόμενον τὸ σύστημα τῆς συγκεντρωμένης καὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας; Οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ἀστυφύλακες, οἵτινες θέλουσιν ἐνεργεῖ τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν, θὰ ὦσιν ἆρά γε πολὺ καλλίτεροι τοῦ Δημάρχου, τῶν δημοτικῶν ἀστυνόμων καὶ τῶν ἀστυνομικῶν κλητήρων; Ὑπὸ τοὺς πολιτικοὺς καὶ κοινωνικοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς εὑρισκόμεθα σήμερον, δυσκόλως δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τοῦτο. Καὶ οἱ ἀνώτεροι καὶ οἱ κατώτεροι ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ἀστυφύλακες δὲν θὰ ἐπιδιώξωσι μετὰ τῆς ὑποτιθεμένης αὐστηρότητος τὴν διατήρησιν τῆς τάξεως καὶ τὴν ἀκριβῆ ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Θὰ ὑπαχθῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν ἀνάγκην ἐπιεικοῦς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων των. Ἀλλ’ ἡ ἐπιείκεια, ἥτις θὰ ἐπηρεάζῃ αὐτοὺς, δὲν θὰ ἐξασκῆται, ὅπως ὑπὸ τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν, ὑπὲρ τῆς ἐλευθέρας δράσεως καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς κοινωνίας, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς φατρίας ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὑπὲρ τῶν ἰδιαιτέρων συμφερόντων τῶν προσώπων, ἅτινα θέλουσι διαχειρισθῆ τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν. Πολλοὶ ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες θὰ δεχθῶσι ν’ ἀφήσωσι τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ὅπως διευθύνωσιν ἀστυνομίας, δὲν θὰ πράξωσι τοῦτο χάριν μόνον τοῦ ἐπιμισθίου τῶν τριάκοντα ἢ πεντήκοντα δραχμῶν, ὅπερ θὰ λαμβάνωσι κατὰ μῆνα, ἀλλὰ καὶ χάριν τῶν ἐμμέσων ὠφελειῶν, ἃς θὰ δύνανται νὰ ἐπιτύχωσιν ἐν τῇ ἐξασκήσει τῶν πολλῶν καὶ ποικίλων ἐργασιῶν τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας, καὶ ἐν τῇ ἐπιεικείᾳ, ἣν θὰ δείξωσιν ἐν τῇ ἐξασκήσει τῶν καθηκόντων των. Οἱ ἀστυφύλακες, ἂν ὄχι πάντες, βεβαίως ὅμως οἱ πλεῖστοι, ἔσονται ὡσαύτως ἐπιεικεῖς ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων των, οὐχὶ χάριν τῆς ἐλευθέρας καὶ προοδευτικῆς δράσεως τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ χάριν τοῦ ἰδίου αὐτῶν συμφέροντος. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἀστυφύλαξ, λαμβάνων ἑβδομήκοντα δραχμὰς κατὰ μῆνα, νὰ ζήσῃ ἐκτὸς τῆς πατρίδος αὐτοῦ, χωρὶς νὰ ἐπιδιώξῃ καὶ ἄλλας ὠφελείας, ἃς θέλει εὕρει ἐν τῇ ἐξασκήσει τῶν ποικίλων καὶ πολυπλόκων ἐργασιῶν τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας. Ἔχομεν παράδειγμα τοὺς τελωνοφύλακας καὶ τοὺς δασοφύλακας, οἵτινες ἐν τῇ ἐξασκήσει τῶν καθηκόντων των τὸ ἴδιον συμφέρον ἐπιζητοῦσι κατὰ πρῶτον λόγον, καὶ κατὰ δεύτερον λόγον τὸ τοῦ Δημοσίου. Ἀξιωματικοὶ δὲ, ἀστυνόμοι καὶ δασοφύλακες θέλουσιν ἀναγκασθῆ νὰ ἐφαρμόσωσι, διὰ πολιτικοὺς καὶ φατριαστικοὺς λόγους, τὴν ἐπιείκειαν, ἣν ἐφαρμόζουσι σήμερον αἱ δημοτικαὶ ἀστυνομίαι διὰ τοπικὰς ἀφορμάς. Δὲν θὰ ἐπιτύχωμεν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοθετήματος τὴν ἐξασφάλισιν τῆς δημοσίας τάξεως, ἥτις διαθέτει πολλοὺς ἐξ ὑμῶν ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς αὐτοῦ. Καὶ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ θὰ παρουσιάσῃ ἀμέλειαν καὶ χαλαρότητα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀστυνομικῶν νόμων. Ἡ ἀμέλεια ὅμως καὶ ἡ χαλαρότης αὕτη θὰ ἐξασκῆται οὐχὶ ὑπὲρ τῆς προόδου καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῶν δήμων, ἀλλ’ ὑπὲρ ἀτόμων καὶ ὑπὲρ πολιτικῆς φατρίας. Κολοβοῦντες μέχρις ἐκμηδενίσεως ἕνα τῶν θεμελιωδεστέρων θεσμῶν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, τὴν δημοτικὴν ἐξουσίαν, διὰ τοῦ συζητουμένου νομοθετήματος, βλάπτομεν τὴν πολιτικὴν καὶ κοινωνικὴν δρᾶσιν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς κοινωνίας, χωρὶς νὰ ἐξασφαλίσωμεν μετὰ βεβαιότητος τὴν δημοσίαν τάξιν. Εἶναι βέβαιον, ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν κακῶς διαχειρίζονται τὴν εἰς αὐτοὺς ἀνατεθειμένην ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλ’ ὑπεύθυνοι εἰς τοῦτο δὲν εἶναι μόνον αἱ ἀρχαὶ αὗται, ἀλλὰ καὶ ἡ κεντρικὴ ἐξουσία. Δὲν ἕπεται δὲ, ἐπειδὴ ἕνεκα ἐλλείψεων εὐθυνουσῶν μᾶλλον τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν, τὴν μὴ ἐξασκήσασαν δεόντως τὴν εἰς αὐτὴν ἀνατεθειμένην ἐπιτήρησιν, δὲν ἐλειτούργησε κατὰ τρόπον τέλειον ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, ὅτι πρέπει νὰ καταστρέψωμεν θεσμὸν, ἐπιτυγχάνοντα τὴν πραγματοποίησιν τῶν δύο κυρίων σκοπῶν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, τὴν τάξιν καὶ τὴν ἐλευθερίαν, ν’ ἀντικαταστήσωμεν δ’ αὐτὸν δι’ ἑτέρου, οὐδόλως ὑποσχομένου τὴν διόρθωσιν τῶν ἐν αὐτῷ παρατηρουμένων ἐλλείψεων. Δὲν πρέπει ν’ ἀποκόψωμεν καρποφόρον δένδρον, διότι ἐπί τινα καιρὸν δὲν ἔφερε καρπούς, ἕνεκα ἐλλείψεως περιποιήσεως, ἀλλὰ νὰ περιποιηθῶμεν αὐτὸ, ὅπως δρέψωμεν τοιούτους. Ἀντὶ νὰ καταργήσωμεν τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν, ἄς διορθώσωμεν αὐτήν. Ἄς διορθώσωμεν δὲ ἰδίως τὴν ἄνω αὐτῆς λειτουργοῦσαν κεντρικὴν ἀστυνομίαν, καὶ τὴν παραπλεύρως μὲ αὐτὴν ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐνεργοῦσαν χωροφυλακὴν, καὶ θὰ ὦμεν βέβαιοι, ὅτι τοιουτοτρόπως καὶ τὴν διατήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως θὰ ἐπιτύχωμεν, καὶ τὴν ἐλευθέραν δρᾶσιν τῆς Πολιτείας θὰ ἐξασφαλίσωμεν. Δὲν νομίζω, ὅτι τὸ συζητούμενον νομοθέτημα δύναται νὰ βλάψῃ τὸν στρατὸν ἡμῶν. Λυποῦμαι τοιαύτην ἔχων γνώμην· διότι ἐπεθύμουν ὁ στρατὸς ἡμῶν νὰ εὑρίσκετο εἰς κατάστασιν δυναμένην νὰ πάθῃ ἐκ τῆς ἀποσπάσεως ἀπὸ τάξεων αὐτοῦ τῶν εἰς τὰς ἀστυνομίας χρησιμοποιησομένων ἀξιωματικῶν. Δυστυχῶς ὅμως, καὶ ἐν γένει καὶ ἰδίᾳ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ τελευταίου περὶ στρατολογίας νόμου, ἡ θέσις τοῦ στρατοῦ ἡμῶν εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ ἀπόσπασις ἑκατὸν ἢ καὶ πλειοτέρων ἀξιωματικῶν οὐδεμίαν θέλει ἐπιφέρει μεταβολὴν δυσάρεστον εἰς τὴν κατάστασιν αὐτοῦ. Δὲν θέλει φέρει μεταβολὴν, διότι πιστεύω, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες αἰσθάνονται τὴν σημασίαν τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτῶν καὶ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι νὰ ἐκπληρώσωσι πρὸς τὴν πατρίδα, δυσκόλως θὰ δεχθῶσι νὰ ἀφήσωσι τὰς τάξεις των, ὅπως ἀσχοληθῶσιν εἰς τὰ τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν, εἰς τὴν ἐπίβλεψιν τῶν ἀγορῶν καὶ ἄλλων καταστημάτων, εἰς τὴν διατήρησιν τῆς καθαριότητος καὶ εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν ἄλλων λεπτομερειῶν, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὸ ἔργον τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας. Ἐξετάζοντες τὸ παρὸν νομοθέτημα ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν ἢ μᾶλλον τὴν ταμιευτικὴν αὐτοῦ ἔποψιν, εὑρίσκομεν ὡς πρῶτον αὐτοῦ σκοπὸν τὴν ἐπίτευξιν οἰκονομίας τινὸς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως ἀριθμοῦ τινος ἀξιωματικῶν εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν. Εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποδοκιμάσωμεν τὸν σκοπὸν τοῦτον. Νομίζω ὅμως, ὅτι τὴν οἰκονομίαν ταύτην δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν, χωρὶς νὰ καταστρέψωμεν τὸ κυριώτερον μέρος τῆς ἐξουσίας τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν. Δυνάμεθα νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὴν οἰκονομικὴν ἀνάγκην, ἥτις σήμερον εἶναι δι’ ἡμᾶς σιδηρᾶ ἀνάγκη, ἀποφασίζοντες ὅτι οἱ δημοτικοὶ ἀστυνόμοι πρέπει νὰ ὦσιν ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, διοριζόμενοι μὲν καὶ ἀνακαλούμενοι ὑπὸ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας κατ’ αἴτησιν τῶν Δημάρχων, ἐργαζόμενοι δὲ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς καὶ οἱ σήμερον δημοτικοὶ ἀστυνόμοι, ὑποκείμενοι εἰς τὴν αὐτὴν ἐξάρτησιν καὶ διατηροῦντες τὰς αὐτὰς πρὸς τοὺς Δημάρχους καὶ τὴν Κυβέρνησιν σχέσεις. Ἐπιτυγχάνομεν οὕτω τὴν ἐπιδιωκομένην οἰκονομίαν, χωρὶς νὰ παρεμποδίσωμεν τὴν πραγματοποίησιν τῶν σκοπῶν, οὓς ἡ φύσις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν καὶ ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία ἐπιδιώκει διὰ τῆς ἀναθέσεως εἰς τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας. Ὑπάρχει καὶ ἕτερος οἰκονομικὸς σκοπὸς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, ἡ φορολογία τῶν δήμων. Ἐπιβάλλεται ἐπ’ αὐτῶν εἰσφορὰ, ἀνερχομένη εἰς 1,600,000 δραχμῶν περίπου, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Πῶς δὲ δικαιολογεῖται ἡ φορολογία αὕτη; «Οἱ δῆμοι εἶχον τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἐνεργῶσι τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν. Δὲν ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκον τοῦτο, ἢ τὸ ἐξετέλεσαν ἀτελῶς. Ἀφαιροῦμεν ἑπομένως ἀπ’ αὐτῶν τὸ δικαίωμά των, καὶ περιορίζοντες αὐτοὺς εἰς μόνον τὸ καθῆκον, ἀντικαθιστῶμεν τοῦτο διὰ τῆς πληρωμῆς, ἐν εἴδει προστίμου, δραχ. 1,600,000». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐκτεθεῖσα δικαιολογία τῆς φορολογίας ταύτης. Ἀλλὰ μήτε αὕτη εἶναι βάσιμος, μήτε ἡ ἑτέρα, καθ’ ἣν τὸ Κράτος, ἀναδεχόμενον τὰς τοπικὰς ἀστυνομίας, δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ τὴν δι’ αὐτὰς δαπάνην παρὰ τῶν δήμων. Ἂν τὸ Κράτος, καλῶς ἢ κακῶς, νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ στερήσῃ τοὺς δήμους τῶν τοπικῶν αὐτῶν ἀστυνομιῶν καὶ ἐνεργήσῃ αὐτὸ ταύτας, ὀφείλει συγχρόνως νὰ ἀναδεχθῇ καὶ τὴν δαπάνην αὐτῶν, ὡς ἐγένετο τοῦτο κατὰ τὴν σύστασιν τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Δαπανῶσιν οἱ δῆμοι διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν τοπικῶν ἀστυνομιῶν, ἀλλὰ πράττουσι τοῦτο ὑπὲρ ἔργου ἀνήκοντος εἰς αὐτοὺς καὶ ὅπερ ἐξασκοῦσι συμφώνως μὲ τὸ ἴδιον αὐτῶν συμφέρον καὶ ὑπὲρ τῆς ἰδίας αὐτῶν ἀναπτύξεως. Στερούμενοι δὲ τοῦ τοιούτου αὐτῶν δικαιώματος, δὲν ἕπεται, ὅτι πρέπει νὰ ὑποστῶσιν αὐτοὶ τὸ βάρος τῆς παρ’ ἄλλου ἐξασκήσεως αὐτοῦ. Φορολογοῦντες δὲ τοὺς δήμους διὰ ποσοῦ δρ. 1,600,000 περίπου, εἰς τί χρησιμοποιοῦμεν αὐτό; Εἰς τὴν θεραπείαν τῶν μεγάλων ἀναγκῶν, αἵτινες πιέζουσι σήμερον τὸ Κράτος καὶ αἵτινες δύνανται νὰ δικαιολογήσωσι πᾶσαν φορολογίαν; Οὐχί. Τὸ χρησιμοποιοῦμεν, ὅπως αὐξήσωμεν τὰς στρατιωτικὰς ἡμῶν δαπάνας. Παραπλεύρως πρὸς τὴν χωροφυλακὴν σχηματίζομεν ἓν ἕτερον στρατιωτικὸν σῶμα, χάριν τοῦ ὁποίου θὰ δαπανῶμεν ὁλόκληρον περίπου τὸ ποσὸν, ὅπερ λαμβάνομεν παρὰ τῶν δήμων. Πότε δὲ πράττομεν τοῦτο; Καθ’ ἣν στιγμὴν δηλοῦμεν, ὅτι θέλομεν ἐπιδιώξει ἐν τῷ στρατῷ οἰκονομίας, παραβλαπτούσας μὲν αὐτὸν, ἐπιβαλλομένας ὅμως ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν ἡμῶν. Καὶ ἀναγράφονται μὲν πράγματι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν οἰκονομίαι, ἐν πολλοῖς εἰκονικαὶ, ἀποφασίζομεν δὲ σήμερον τὴν αὔξησιν τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν διὰ τὸν σχηματισμὸν νέου στρατιωτικοῦ σώματος. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι καὶ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἔχω ὅμως τὴν ἐλπίδα, ὅτι, ὅταν γνωσθῇ παρὰ πάντων ἡ σημασία καὶ τὰ πιθανὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, ὁ λαὸς θέλει ἐκφράσει τὴν γνώμην αὐτοῦ πρός τε τοὺς ἀντιπροσώπους του καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι ἡ γνώμη αὐτοῦ αὕτη θέλει ἐξαναγκάσει αὐτὴν νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς τελευταίας διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ ν’ ἀναβάλῃ ἐπὶ πολὺ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ.

§46ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ λαὸς τὸ ἀσπάζεται.

§47ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει καταστῆ ἤδη ὑπὸ πολλὰς ἄλλας ἐπόψεις πρότυπον ἀληθῶς βασίλειον. Ἔχει καταστῆ πρότυπον βασίλειον ὑπὸ ἔποψιν κοινοβουλευτικὴν, καθ’ ἣν ἀνεστράφησαν παρ’ ἡμῖν οἱ ἀλλαχοῦ ἰσχύοντες ὅροι, οὕτως ὥστε ἀπὸ πολλοῦ νομοθετεῖ μὲν ἡ Κυβέρνησις, διοικεῖ δὲ ἡ Βουλή. Ἔχει καταστῆ πρότυπον βασίλειον ὑπὸ ἔποψιν νομοθετικὴν, καθ’ ἣν ὁ πρῶτος τυχὼν ὑπουργικὸς τμηματάρχης ἢ γραμματεὺς δύναται νὰ συντάξῃ ἓν οἱονδήποτε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, χωρὶς νὰ ἦναι συνηρμολογημένον πρὸς τὴν λοιπὴν σχετικὴν νομοθεσίαν μας, χωρὶς πολλάκις νὰ πληροῖ πραγματικήν τινα ἀνάγκην τοῦ τόπου ἢ τῆς ὑπηρεσίας, ἀρκεῖ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὅπως ἀβασανίστως ψηφισθῇ ὑπ’ αὐτῆς καὶ γείνῃ εἶτα νόμος τοῦ Κράτους· καὶ ἔχει οὕτω μεταβληθῆ ἡ νομοθεσία ἡμῶν εἰς ἀληθῆ κυκεῶνα! Ἡ Ἑλλὰς ἔχει καταστῆ πρότυπον βασίλειον ὑπὸ ἔποψιν παντὸς σχεδὸν κλάδου τοῦ δημοσίου βίου· διότι παρ’ ἡμῖν ἀπὸ πολλοῦ ἔχουσιν ἐπὶ τοσοῦτον ὀλιγωρηθῆ καὶ ἡ ἐκκλησία καὶ ἡ παιδεία καὶ ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ διοίκησις καὶ ἡ πολεμικὴ τῆς χώρας σύνταξις, ὥστε οἱ πλεῖστοι τῶν κλάδων τούτων μόνον κατ’ ὄνομα ὑφίστανται πλέον. Ἔχει καταστῆ πρότυπον βασίλειον ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν· διότι δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἄλλη τις χώρα, ἐὰν ἄλλο Κράτος κατώρθωσε ποτὲ, ἄνευ ἐξωτερικῶν πολέμων, ἄνευ ἐσωτερικῶν ἀναστατώσεων καὶ ἐμφυλίων σπαραγμῶν, ἄνευ δημοσίων ἔργων ἀξίων λόγου, νὰ δημιουργήσῃ ἐντὸς δεκαετίας μόλις ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων χρέη, ὡς ἡ Ἑλλὰς, καὶ νὰ ἐπαπειλῆται ἐν τῷ μέσῳ λιμένος γαληνίου ὑπὸ οἰκονομικοῦ ναυαγίου. Οὕτω δὲν ὑπελείπετο εἰς ἡμᾶς ἄλλο τι ἢ νὰ καταστῶμεν πρότυπον βασίλειον καὶ ὑπὸ ἔποψιν δημοτικὴν καὶ ἀστυνομικήν· καὶ τοῦτο σκοπεῖ βεβαίως τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Καὶ τί ἄλλο σημαίνει ἡ δι’ αὐτοῦ ἐπιδιωκομένη κατάργησις τῶν δημοτικῶν ἡμῶν θεσμῶν καὶ ἡ ἀντικατάστασις τῆς δημοτικῆς διὰ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας; Καθ’ ὃν χρόνον οὐ μόνον αἱ συνταγματικῶς κυβερνώμεναι χῶραι, ἀλλὰ καὶ αὐταὶ αἱ διὰ τὸ ἀπολυταρχικόν των πολίτευμα διακρινόμεναι, ὡς ἡ Ρωσσία, ὑποθάλπουσι καὶ προάγουσι τοὺς δημοτικούς των θεσμοὺς, προθυμοποιούμεναι, τίς ἐξ αὐτῶν νὰ παράσχῃ μείζονα αὐτονομίαν εἰς τοὺς δήμους καὶ τὰς κοινότητας, δὲν ἀποδεικνυόμεθα ἡμεῖς πρότυπον καὶ μοναδικὸν τῆς ὑφηλίου βασίλειον, ἐπιζητοῦντες τὴν κατάργησιν τῶν δημοτικῶν ἡμῶν θεσμῶν, τὴν ἀντικατάστασιν τῆς δημοτικῆς διὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἐν πλήρει εἰρήνῃ; Καὶ βεβαίως τὸ νομοσχέδιον εἰς τοῦτο καὶ μόνον ἀποβλέπει. Πρόκειται, Κύριοι, τῷ ὄντι περὶ ἀνατροπῆς τῶν δημοτικῶν ἡμῶν θεσμῶν, πρόκειται περὶ καταργήσεως καθόλου τοῦ δήμου ὡς κέντρου αὐτοδιοικήσεως. Κατὰ τὸν καταστατικὸν τῶν δήμων ἡμῶν νόμον (ἀναγινώσκει): «Πᾶς δῆμος ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Κυβερνήσεως, αʹ) νὰ ἐνεργῇ κατὰ τοὺς καθεστῶτας νόμους τὴν κατωτέραν ἐντὸς τῆς περιοχῆς τοῦ δήμου τοπικὴν καὶ ἀγρονομικὴν ἀστυνομίαν· βʹ) νὰ διοικῇ ἀνεξαρτήτως τὰς ὑποθέσεις του καὶ νὰ διαχειρίζῃ τὴν δημοτικὴν περιουσίαν· γʹ) νὰ διαχειρίζῃ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ τὴν περιουσίαν τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, καθ’ ὅσον αὕτη εἰς συμμίκτους δήμους δὲν ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς ἰδιαιτέραν θρησκείαν· δʹ) νὰ ἐκλέγῃ τὰς δημοτικὰς ἀρχάς του ἐκ τῶν ἰδίων αὐτοῦ μελῶν» (ἄρθρ. 15 τοῦ περὶ συστάσεως τῶν δήμων νόμου τοῦ 1833). Κατὰ ταῦτα ὁ δῆμος ἔχει διττὴν ὑπόστασιν: ὡς νομικὸν πρόσωπον τοῦ δημοσίου δικαίου, καὶ ὡς νομικὸν πρόσωπον τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου. Ὡς νομικὸν πρόσωπον τοῦ δημοσίου δικαίου διαχειρίζεται τὴν τοπικὴν καὶ ἀγροτικὴν ἀστυνομίαν, ἥτις εἶναι ἐνάσκησις ἀληθοῦς δημοσίας ἐξουσίας· ὡς νομικὸν πρόσωπον τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου, διαχειρίζεται τὴν ἰδίαν αὑτοῦ περιουσίαν καὶ τὴν τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, τῶν ἐντὸς τῆς περιφερείας του, καὶ κατὰ τοῦτο ἐξισοῦται πρὸς πάντα τὰ νομικὰ πρόσωπα τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου, συνεξομοιούμενος πρὸς πάντα τὰ φιλανθρωπικὰ καὶ ἐκπαιδευτικὰ καθιδρύματα, καὶ ὑποκείμενος μόνον εἰς παντοίους περιορισμοὺς ἐν τῇ διαχειρίσει. Ὁ δῆμος, καθ’ ὅσον ἀσκεῖ δημοσίαν ἐξουσίαν, καθίσταται νομικὸν πρόσωπον τοῦ δημοσίου δικαίου καὶ στοιχεῖον τοῦ διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χώρας, καὶ εἶναι τὸ μόνον δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν ὄργανον αὐτοδιοικήσεως. Ἵνα δὲ ὑπάρξῃ αὐτοδιοίκησις, τὸ ὄργανον αὐτῆς πρέπει κατ’ ἀνάγκην νὰ κοινωνῇ δημοσίας ἐξουσίας· ἀλλ’ ἡ κοινωνία αὐτοῦ αὕτη δὲν δηλοῖ ἄσκησιν ἐξουσίας ἀνεξαρτήτου τῆς τοῦ Κράτους. Πᾶσα δημοσία ἐξουσία ἀποῤῥέει ἐκ τοῦ Κράτους, ἡ διαφορὰ δὲ τῆς αὐτοδιοικήσεως ἀπὸ τῆς συγκεντρώσεως ἢ τῆς κυβερνητικῆς ἐνεργείας ἔγκειται ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς ἐξουσίας. Καὶ τὸ ὄργανον τῆς αὐτοδιοικήσεως ἐνεργεῖ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Βασιλέως, ἤτοι τῆς κυβερνητικῆς ἀρχῆς τοῦ Κράτους, ὡς δὲ καὶ πᾶσα ἄλλη διοικητικὴ ἀρχή, ὀφείλει νὰ ὑπακούῃ εἰς τὰς ἀνωτέρας τῆς ὑπερτάτης κυβερνητικῆς ἀρχῆς διαταγάς, διότι ἄλλως θ’ ἀπέβαινε Κράτος ἐν Κράτει. Ἀλλ’ ἐνῷ οἱ λοιποὶ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι διορίζονται παρὰ τῆς ὑπερτάτης κυβερνητικῆς ἀρχῆς, καὶ ἐνεργοῦσιν ὡς ἁπλοῖ ἐντολοδόχοι ταύτης, ἀσκοῦντες δικαίωμα, ὅπερ ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς αὐτήν, τὸ ὄργανον τῆς αὐτοδιοικήσεως ἐνεργεῖ ἰδίῳ δικαίῳ, ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ λαοῦ ἐκλεγόμενον ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, ὑπὸ περιορισμοὺς ἢ μὴ ἐν τῇ ἐκλογῇ. Ὁ δῆμος, ὡς πρόσωπον νομικὸν δημοσίου δικαίου, ὡς ἀσκῶν δηλαδὴ δημοσίαν ἐξουσίαν, ἢ ὡς διαχειριζόμενος τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν καὶ ἀγρονομίαν, κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου, εἶναι κυρίως ἀρχή, ὡς τοιαύτη ἀναγνωρισθεῖσα καὶ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ἐν ἄρθρῳ 105, ἔνθα ὁρίζεται, ὅτι «ἡ ἐκλογὴ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν θέλει γίνεσθαι δι’ ἀμέσου καθολικῆς καὶ μυστικῆς διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίας». Ἡμεῖς ἠθετήσαμεν ἤδη τὰ δικαιώματα τοῦ δήμου ὡς νομικοῦ προσώπου τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου, ἀφοῦ περιωρίσαμεν ἤδη καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας του, ἐπιβαλόντες εἰς αὐτὸν τὴν ἀναγκαστικὴν εἰσφορὰν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ζητοῦντες νῦν νὰ ἐπιβάλωμεν καὶ ἑτέραν ἀναγκαστικὴν εἰσφορὰν εἰς αὐτὸν ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, δι’ ὧν μέτρων ἀφαιροῦμεν ἀπ’ αὐτοῦ τὴν διαχείρισιν, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ πλείστου μέρους τῆς περιουσίας του. Ἐρχόμεθα δὲ νῦν νὰ ἀθετήσωμεν καὶ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ ὡς νομικοῦ προσώπου τοῦ δημοσίου δικαίου, ὡς ἀρχῆς καθόλου· διότι, ὅταν ἀποστερῶμεν αὐτὸν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀσκεῖν τὴν τοπικὴν καὶ ἀγρονομικὴν ἀστυνομίαν, καθ’ ἃ ἐπιζητεῖ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὁ δῆμος ἀποβάλλει πᾶσαν ἔννοιαν ἀρχῆς καὶ μετατρέπεται οὕτως εἰς ἁπλοῦν φιλανθρωπικὸν καθίδρυμα, εἰς ἓν εἶδος Συλλόγου «Παρνασσοῦ», ἢ Φιλοπτώχου Ἀδελφότητος. Ἀλλ’ ὅταν ὁ δῆμος παύῃ ὢν ἀρχή, δὲν ἀθετεῖται οὕτω καὶ ἡ ῥητὴ διάταξις τοῦ 105 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἐν ᾧ ὁ λόγος οὐχὶ περὶ δημοτικῶν φιλανθρωπικῶν καθιδρυμάτων, ἀλλὰ περὶ δημοτικῶν ἀρχῶν, ἐκλεγομένων δι’ ἀμέσου καθολικῆς καὶ μυστικῆς διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίας, καὶ οὐχὶ διοριζομένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ πρόκειται, Κύριοι, οὕτω πως οὐ μόνον μίαν τόσον σαφῆ καὶ ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως συνταγματικὴν διάταξιν ν’ ἀθετήσωμεν, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀνατρέψωμεν ἄρδην ἕνα θεμελιώδη ἡμῶν θεσμόν, ὅστις εἶναι ἡ κυριωτάτη ἐγγύησις τῶν πολιτικῶν ἡμῶν ἐλευθεριῶν, ἡ πρώτη βάσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος, καὶ ἐν ᾧ διασώζεται τὸ τελευταῖον ἴχνος αὐτοδιοικήσεως ἐν Ἑλλάδι. Δὲν εἶναι αὕτη, Κύριοι, γνώμη ἐμοῦ καὶ μόνου· εἶναι γνώμη ἐρειδομένη εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα, καὶ ἐξενεχθεῖσα ἤδη ὑπ’ ἄλλων ἀνδρῶν, σοφωτέρων καὶ πολυπειροτέρων καὶ ἐμοῦ καὶ ὑμῶν πάντων. Καὶ ἀρκοῦμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω νῦν, ὁποίαν γνώμην εἶχε περὶ τῶν δημοτικῶν ἡμῶν θεσμῶν, καὶ ἰδίᾳ περὶ τῆς δημοτικῆς ἡμῶν ἀστυνομίας, εἷς ἀείμνηστος ἀνὴρ, πρὸ τοῦ ὀνόματος τοῦ ὁποίου δὲν δύναται ἢ ν’ ἀποκαλυφθῇ μετὰ σεβασμοῦ καὶ αὐτὸς ὁ κύριος Πρωθυπουργός. Εἶναι οὗτος ὁ πατήρ σας, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅστις, συζητουμένου ἐν ἔτει 1846 τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσωρινῆς συστάσεως διοικητικῆς ἀστυνομίας ἐν μόνοις τοῖς δήμοις Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς, εἶπεν ἐν τῇ τότε Γερουσίᾳ τοὺς ἑξῆς ἀξιομνημονεύτους λόγους (ἀναγινώσκει): «Ἀλλὰ παραδεχθέντες τὴν ἀρχὴν ταύτην, (τῆς συστάσεως δηλαδὴ διοικητικῆς ἀστυνομίας διὰ τοὺς δήμους Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς) ᾐσθάνθημεν καὶ αἰσθανόμεθα, ὅτι ἀφῃρέσαμεν ἕνα θεμέλιον λίθον ἀπὸ τὸ πολιτικὸν οἰκοδόμημά μας. Τὸν θεμέλιον τοῦτον τῆς δημοτικῆς ἐλευθερίας μας λίθον τὸν ἔθεσε Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν πολλάκις ἐχαρακτηρίσαμεν ὡς δεσποτικὴν καὶ αὐθαίρετον, καὶ τὸν ἀφαιρεῖ σήμερον συνταγματικὴ καὶ κατὰ πάντα ἐλευθέρα». Ποῦ εἶσαι ὅμως τὴν σήμερον, Σπυρίδων Τρικούπη, ἵνα ἴδῃς μεθ’ ὁποίας ἀπαθείας ὁ υἱός σου ἀφαιρεῖ ὁλόκληρον τὸ θεμέλιον τοῦ πολιτικοῦ οἰκοδομήματός μας, ὑπὲρ τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ ὁποίου καὶ σύ, ὡς τόσοι ἄλλοι, τοσοῦτον ἐμόχθησας καὶ ἠγωνίσθης; ποῦ εἶσαι, ἵνα ἴδῃς, μεθ’ ὁποίας ἀπαθείας ὁ υἱός σου θέτει χεῖρα βέβηλον ἐπὶ τῶν δημοτικῶν ἡμῶν θεσμῶν, καὶ τολμᾷ νὰ καταλύσῃ τόσον ἀστόργως τὴν δημοτικὴν ἡμῶν ἐλευθερίαν, ὑπὲρ ἧς τοσοῦτον ἡ μεγάλη καρδία σοῦ ἔπαλλεν; Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι οἱ δημοτικοὶ ἡμῶν θεσμοὶ εἶναί τι ξένον καὶ ὀθνεῖον, μεταφυτευθέντες παρ’ ἡμῖν ἐκ Βαυαρίας, ἐπὶ τῆς ἀντιβασιλείας τοῦ Ὄθωνος, ἐν ἔτει 1833. Οὐδὲν ὅμως τούτου ἀνακριβέστερον, οὐδὲν ἀναληθέστερον. Δὲν ὑπάρχει, Κύριοι, γνησιώτερος ἑλληνικὸς θεσμὸς τοῦ δημοτικοῦ. Ὁ θεσμὸς οὗτος, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, εἶναι συμφυὴς πρὸς τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, εἶναι ἀναπόσπαστος αὐτοῦ ἀπὸ τῆς πρώτης ἐμφανίσεώς του ἐν τῇ ἱστορίᾳ μέχρι τῶν καθ’ ἡμᾶς χρόνων. Τὸν θεσμὸν αὐτὸν ἀνευρίσκομεν κατ’ αὐτοὺς τοὺς παναρχαίους χρόνους ὑπὸ τὸν τύπον τῶν πάλαι ἑλληνικῶν πολιτειῶν, αἵτινες, κυρίως εἰπεῖν, δὲν ἦσαν ἄλλο τι ἢ δῆμοι αὐτόνομοι. Τὸν θεσμὸν αὐτὸν ὑπὸ τὸν τύπον κοινοτικῆς αὐτοδιοικήσεως κατώρθωσε νὰ διασώσῃ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος καθ’ ὅλους τοὺς αἰῶνας, ἢ μᾶλλον καθ’ ὅλας τὰς χιλιετηρίδας, καθ’ ἃς διετέλεσεν ὑπὸ τὸ κράτος τῶν Μακεδόνων, τῶν Ῥωμαίων, τῶν Βυζαντίνων αὐτοκρατόρων, τῶν Φράγκων καὶ αὐτῶν τῶν Τούρκων. Τὸν θεσμὸν αὐτὸν δὲν μετεφύτευσεν ἡ Ἀντιβασιλεία τοῦ Ὄθωνος ἐκ Βαυαρίας εἰς τὴν Ἑλλάδα. Οἱ ἐν Βαυαρίᾳ τοὐναντίον ἠπόρησαν ἐπὶ τῇ δημοσιεύσει τοῦ δημοτικοῦ ἡμῶν νόμου ἐν ἔτει 1833. Εὗρον αὐτὸν τόσον φιλελεύθερον, τόσον ἀπάδοντα πρὸς τοὺς ἰδικούς των δημοτικοὺς θεσμοὺς καὶ πρὸς τὰς τότε κρατούσας παρ’ αὐτοῖς ἰδέας περὶ δημοτικῆς αὐτοδιοικήσεως, ὥστε δὲν ἀπέκρυψαν τὴν ἔκπληξίν των, ὅτε τὸ πρῶτον ἔλαβον αὐτοῦ γνῶσιν. Ἀλλ’ ἠγνόουν οἱ ἐν Βαυαρίᾳ, ὅτι διὰ τοῦ δημοτικοῦ ἡμῶν νόμου δὲν καθιεροῦτο νέος τις ἄγνωστος ἐν ἡμῖν θεσμὸς, ἀλλ’ ἀνεγνωρίζετο ἁπλῶς καὶ καθίστατο γραπτὸς νόμος ἓν δίκαιον, ἀνέκαθεν κρατοῦν ἐν Ἑλλάδι. Καὶ τὸν θεσμὸν ἐκεῖνον, Κύριοι, τὸν κατ’ ἐξοχὴν Ἑλληνικὸν, τὸν ὁποῖον ἐσεβάσθησαν τοσοῦτοι αἰῶνες, τοσαῦται χιλιετηρίδες, τὸν θεσμὸν, τὸν ὁποῖον δὲν ἐτόλμησε νὰ ἀνατρέψῃ οὐδεὶς ξένος κατακτητής, οὐδεὶς βάρβαρος ἐπιδρομεὺς τῆς χώρας ἡμῶν, τὸν θεσμὸν, καθ’ οὗ καὶ οἱ Τοῦρκοι αὐτοὶ δὲν ἐτόλμησαν ποτὲ νὰ ἐγείρωσι χεῖρα, τὸν θεσμὸν, τὸν ὁποῖον δὲν ἐδίστασαν ν’ ἀναγνωρίσωσιν ὡς νόμιμον καθεστὼς οἱ ξένοι Βαυαροί, καὶ καθ’ ὃν ἔτι χρόνον ἡ Ἑλλὰς, ἐξερχομένη ἐκ πολυετοῦς ἀγρίου ἀγῶνος, ἐκτραχύναντος εἰς τὸ ἔπακρον τὰ ἤθη, ἔχρῃζεν εἴπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτε συγκεντρωτικῆς καὶ ἀπολυταρχικῆς διοικήσεως, τὸν θεσμὸν, ὑφ’ οὗ ἔκτοτε διεπόμεθα καὶ ὑφ’ ὃν ἐγεννήθη, ἀνετράφη καὶ ἠνδρώθη ὁ νεώτερος Ἕλλην, τὸν θεσμὸν τοῦτον, λέγω, ἔρχονται τὴν σήμερον, μὲ τόσον ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν, νὰ ἀνατρέψωσιν, ἀψηφοῦντες ὅλως καὶ τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν ἱστορίαν καὶ τὰς παραδόσεις τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον κέκληνται νὰ κυβερνήσωσι. Πλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠρκέσθη εἰς μόνον τὸ κακὸν, τοῦ ὁποίου γίνεται οὕτω πρόξενος εἰς τὴν μικρὰν ταύτην γωνίαν γῆς, τὴν καλουμένην ἐλευθέραν Ἑλλάδα. Ἠθέλησε νὰ ἐπεκτείνῃ αὐτὸ καὶ πέραν τῶν στενῶν ὁρίων τῆς χώρας μας, ἐπὶ τοὺς ἀδελφούς μας, τοὺς στενάζοντας ὑπὸ τὸν ζυγὸν τῆς δουλείας. Ἰσχυρίσθη, ὅτι οἱ Τοῦρκοι οὐδεμίαν τοπικὴν αὐτονομίαν, οὐδεμίαν τοπικὴν διοίκησιν εἶχον ἀναγνωρίσει εἰς τὰ Ἑλληνικὰς κοινότητας, ἀλλ’ ὅτι ἐξ ἀδυναμίας μόνον, διότι δηλαδὴ οἱ ἴδιοι δὲν ἐπήρκουν εἰς τοῦτο, ἄφινον τὰς Ἑλληνικὰς κοινότητας νὰ αὐτοδιοικῶνται. Καὶ ὅτε ἐγὼ τὸν διέκοψα, εἰπὼν, ὅτι αἱ Ἑλληνικαὶ κοινότητες εἶχον ἐξασφαλίσει διὰ προνομίου τὴν τοπικὴν αὐτονομίαν καὶ αὐτοδιοίκησίν των, μὲ διέψευσεν ἐντόνως ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἠξεύρετε, Κύριοι, τί σημαίνει τοῦτο; Ἑλληνικαὶ κοινότητες ὑφίστανται ἔτι καὶ νῦν πλεῖσται ὅσαι ἐν Τουρκίᾳ, διασώζουσαι τὸ πάλαι προνόμιον τῆς τοπικῆς αὐτονομίας καὶ αὐτοδιοικήσεώς των, ὑπὸ αἱρετὰς δημογεροντίας. Τὸ προνόμιον τοῦτο δὲν ἔσχε τὸ θάῤῥος ἡ Πύλη νὰ προσβάλῃ μέχρι τοῦδε ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς, διότι ἔχει βεβαίως συνείδησιν τοῦ δικαίου τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος κοινοτήτων, ἴσως δὲ καὶ διότι φοβεῖται, μήπως ἐν τοιούτῳ ἀδίκῳ ἀγῶνι ἐξεγείρῃ καθ’ ἑαυτῆς τὴν κοινὴν γνώμην ἐν Εὐρώπῃ. Οὐχ ἧττον ὅμως ἀπὸ ἐτῶν ἤδη πάσης εὐκαιρίας δράττεται, ὅπως ὑπονομεύσῃ καὶ περιστείλῃ τὸ ἀπ’ αἰώνων χορηγηθὲν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς κοινότητας προνόμιον. Καθ’ ὃν δὲ χρόνον αἱ κοινότητες αὗται, διεξάγουσαι τὸν περὶ ὑπάρξεως ἀγῶνα πρὸς τὴν Πύλην, στρέφουσι τὰ βλέμματα πρὸς τὴν μητέρα Ἑλλάδα, ἀναμένουσαι ν’ ἀκούσωσιν ἐντεῦθεν παρήγορόν τινα λόγον πρὸς ἐνίσχυσιν ἐν τῷ ἀγῶνι αὐτῶν, ἐπέπρωτο ν’ ἀπηχήσῃ σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἡ ἀπαισία, ἡ ἄπελπις δι’ αὐτὰς φωνὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ συμβουλεύουσα τὴν Τουρκίαν: «Πλανᾶσαι, ἐὰν νομίζῃς, ὅτι οἱ ῥαγιάδες σου ἔχουσι κἀνὲν προνόμιον, ἐξασφαλίζον εἰς αὐτοὺς αὐτονομίαν καὶ αὐτοδιοίκησιν. Ἡ αὐτονομία καὶ αὐτοδιοίκησις αὕτη ὠφείλετο εἰς τὴν πρὶν ἀδυναμίαν σου, ὅπως ὑπαγάγῃς τὰς Ἑλληνικὰς κοινότητας εἰς τὴν ἄμεσον διοίκησίν σου. Αἰσθάνεσαι σεαυτὴν νῦν ἰσχυράν; Μὴ διστάσῃς διόλου, μιμουμένη τὸ ἡμέτερον ἐν Ἑλλάδι παράδειγμα, νὰ καταργήσῃς καὶ σὺ καὶ αὐτονομίαν καὶ αὐτοδιοίκησιν τῶν Ἑλληνικῶν κοινοτήτων ἐν τῷ Κράτει σου. Ἰδού, ὅτι τὴν συμβουλὴν ταύτην σοὶ ἀπευθύνει ἡ μόνη ὁμόφυλος καὶ ὁμόδοξος αὐτῶν Κυβέρνησις, παρ’ ἧς εἶχες ἴσως νὰ φοβηθῇς ἀντίστασίν τινα!» Οἱ ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν ὑπουργικὴν πτέρυγα) ἀγορεύσαντες μέχρι τοῦδε ἔκαμαν λόγον μόνον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἰσχυρισθέντες, ὅτι τοιαύτη ἔχει εἰσαχθῆ ἤδη καὶ ἀλλαχοῦ, εἰς ἀντικατάστασιν τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλὰ δὲν ἠρώτησαν, ποῦ ἀλλαχοῦ οἱ δημοτικοὶ θεσμοὶ καὶ ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία ἔχουσι τοιοῦτο παρελθὸν, τοιαύτην ἱστορίαν, ἔχουσι καταστῆ τι ἀναπόσπαστον τοῦ κοινωνικοῦ καὶ πολιτικοῦ βίου, ὡς ἐν Ἑλλάδι. Προσεποιήθησαν ὅτι ἀγνοοῦσιν, ὅτι εἰς τὰς πλείστας χώρας, ἐν αἷς ἀπαντᾷ ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία, αὕτη περιορίζεται εἰς μόνα τὰ μεγάλα ἀστικὰ κέντρα, εἰς μόνους τοὺς μεγάλους πληθυσμοὺς τῶν πόλεων, χωρὶς νὰ ἐπεκτείνηται καὶ εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς δήμους, ἔνθα διατηρεῖται ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία. Αὐτοί, παραγνωρίζοντες τέλεον τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ καὶ τῶν ἄλλων λαῶν, δὲν κηρύττονται τοὐλάχιστον ὑπὲρ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, ὡς αὕτη ἔχει εἰσαχθῆ ἀλλαχοῦ, οὐδ’ ἀρκοῦνται εἰς τὴν ἐπέκτασιν αὐτῆς παρ’ ἡμῖν καὶ ἐπὶ τοὺς ἀγροτικοὺς δήμους, ἀλλὰ προβαίνουσιν ἔτι περαιτέρω. Αὐτοὶ ζητοῦσι νὰ ἐφαρμόσωσιν ἐν Ἑλλάδι σύστημα πρωτοφανὲς καὶ ἀνήκουστον εἰς πᾶσαν ἄλλην χώραν. Θέλουσι νὰ εἰσαγάγωσι παρ’ ἡμῖν, ἀντὶ τῆς δημοτικῆς, οὐχὶ τὴν διοικητικήν, ἀλλὰ στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν. Καὶ ἠκούσθη που, Κύριοι, ἐφαρμοζομένη ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία; Ἀστυνομίαν τοιαύτην δὲν ἔχει ἐφαρμόσει μέχρι τοῦδε οὐδὲν Κράτος, οὔτε συνταγματικόν, οὔτε ἀπολυταρχικόν. Στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν δὲν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ οὔτε ἡ Τουρκία, οὔτε ἡ Ρωσσία αὐτή, ἥτις ὑπονομεύεται ὑπὸ τόσων μηδενιστικῶν καὶ ἀναρχικῶν στοιχείων, ἀνατρεπτικῶν πάσης καθεστηκυίας τάξεως. Εἰς ἀστυνομίαν τοιαύτην προσφεύγουσι τὰ Κράτη μόνον εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις, ἐν καιρῷ πολέμου ἢ ἐπαναστάσεως. Πλὴν τότε κηρύσσεται ὁ τόπος εἰς κατάστασιν πολιορκίας, καὶ ἐπικρέμαται εἰς αὐτὸν ὁ στρατιωτικὸς νόμος. Ἄνευ καταστάσεως πολιορκίας, ἄνευ στρατιωτικοῦ νόμου, εἶναί τι ὅλως ἀκατανόητον ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, καὶ μόνη ἡ Ἑλλὰς πρόκειται νὰ παράσχῃ νῦν τὸ μοναδικὸν παράδειγμα τῆς τοιαύτης ἀστυνομίας, καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἐν πλήρει εἰρήνῃ. Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνεγνώρισαν μὲν κατὰ θεωρίαν τὸ δίκαιον τῶν δήμων, ἵνα ἀσκῶσιν οἱ Δήμαρχοί των τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν καὶ ἀγρονομίαν, ἐκεῖ ὅμως, ὅπου ἔφθασαν τὰ πράγματα ἐν Ἑλλάδι, ἔνθα τὸ ἔγκλημα ὑπερῆρεν ἤδη τὴν κεφαλὴν καὶ περιήλθομεν, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰς ἡμιαγρίαν κατάστασιν, δὲν ὑπολείπεται εἰς ἡμᾶς ἄλλο μέτρον ἢ ἡ ἀντικατάστασις τῆς δημοτικῆς διὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Οἱ Δήμαρχοι εἶναι οἱ ὑπαίτιοι τῆς σημερινῆς κακοδαιμονίας μας, ἀποδειχθέντες ὅλως ἀνάξιοι τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Πολιτείας, ἀναθεμένης εἰς αὐτοὺς τὴν διαχείρισιν τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Κρίνω ἀνάξιον τοῦ κόπου νὰ ἀντείπω τι πρὸς ὅσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διετραγώδησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Πυλίας, ἀριθμήσας εἰς μυριάδας τοὺς φυγοδίκους καὶ φυγοποίνους ἡμῶν, καὶ παραστήσας τὴν Ἑλλάδα ὡς ἀνάπλεων ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον λῃστῶν καὶ κακούργων, ἐχόντων ἐνδιαίτημα τὰ ἁπανταχοῦ δημαρχικὰ γραφεῖα, ὑπὸ τὴν σκέπην καὶ προστασίαν αὐτῶν τῶν δημοτικῶν ἀρχόντων. Μὲ τόσον μελανὰ χρώματα δὲν περιέγραψε τὴν πατρίδα ἡμῶν οὐδ’ αὐτὸς ὁ ἐπιβόητος συγγραφεὺς τοῦ «Βασιλέως τῶν ὀρέων» (Le roi des montagnes). Καὶ ὅμως ἐπέπρωτο νὰ ἐκστομίσῃ ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου τοιαύτας ὕβρεις καὶ συκοφαντίας κατὰ τοῦ τόπου μας εἷς Ἕλλην Βουλευτής, χωρὶς ν’ ἀποδοκιμασθῇ παρὰ τῶν συναδέλφων του, χωρὶς νὰ ἐξεγείρῃ κἂν τὴν ἀγανάκτησιν τούτων! Θὰ ἠρώτων ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τί ἐμποδίζει ἤδη αὐτὸν ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν, ἀφοῦ τὴν ὅλην διοίκησιν καὶ γενικὴν ἀστυνομίαν τοῦ Κράτους ἔχει εἰς χεῖράς του; τί ἐμποδίζει αὐτὸν νὰ διατάξῃ τὴν αὐστηρὰν καταδίωξιν παντὸς Δημάρχου, ὀλιγωροῦντος τῶν καθηκόντων του καὶ κατάχρησιν ποιουμένου τῆς ἐξουσίας του; Μήπως δὲν ἔχῃ ἄφθονα καὶ ἐπαρκῆ τὰ πρὸς τοῦτο μέσα; Πρὸς δὲ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως θὰ παρετήρουν, ὅτι εἰς πάντα ἄλλον θὰ ἐπετρέπετο νὰ παραπονῆται διὰ τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς αὐτόν. Βεβαίως, ἂν ὑπάρχῃ τις, παρ’ οὗ πρέπει νὰ ζητηθῇ εὐθύνη διὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν, τοιοῦτος εἶναι αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐκυβέρνησεν ἐπὶ ὀκταετίαν περίπου τὴν Ἑλλάδα, ἔχων τὰ πάντα εἰς τὴν διάθεσίν του, καὶ νομοθετικὴν καὶ ἐκτελεστικὴν καὶ δικαστικὴν ἐξουσίαν· καὶ ὅμως διατὶ δὲν ἐπάταξε κατὰ κεφαλῆς τὸ ἔγκλημα; διατὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ἀκριβῶς ἀνεπτύχθη καὶ ἐπέδωκεν αὐτὸ εἰς βαθμὸν ἐπίφοβον, καὶ ἐδημιουργήθη οὕτω κατάστασις ἡμιαγρία ἐν Ἑλλάδι, ὡς εἶπε; Πλὴν αὐτὸς μᾶς παραπονεῖται τώρα, ὅτι αἴτιοι τοῦ κακοῦ εἶναι οἱ πτωχοὶ Δήμαρχοι, οἵτινες διεσταύρουν δῆθεν καὶ ἐματαίουν πάσας τὰς ὑπ’ αὐτοῦ καταβαλλομένας προσπαθείας πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας. Καὶ ἔλεγε σήμερον πρὸς ἡμᾶς: «Δὲν πρέπει νὰ ζητῆτε τὴν εὐθύνην παρὰ τῆς Κυβερνήσεως· ἀπόδοτε εἰς αὐτὴν πᾶσαν ἐξουσίαν ἐν τῷ Κράτει, καὶ αὐτὴν τὴν ἐναπολειπομένην ἔτι εἰς τοὺς Δημάρχους, καὶ τότε ζητήσατε παρ’ αὐτῆς εὐθύνην». Πλὴν τίς δύναται νὰ μᾶς ἐγγυηθῇ, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅτι ἡ νῦν ἡμιαγρία, κατὰ τὴν ἰδίαν σας ὁμολογίαν, δὲν θὰ μεταβληθῇ οὕτω εἰς ὅλως ἀγρίαν κατάστασιν; Καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑπολάβητε τοῦτο, Κύριοι, ὡς ὑπερβολήν τινα. Ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι, ἂν ψηφισθῇ τὸ παρὸν νομοσχέδιον καὶ καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους, ἀκριβῶς τότε θὰ ἔχωμεν νὰ φοβηθῶμεν τὰ χείριστα διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν. Δὲν εἶναι οἱ Δήμαρχοι οἱ κύριοι αἴτιοι τοῦ κατατρύχοντος ἡμᾶς κακοῦ. Ἡ πηγὴ τοῦ κακοῦ ἔγκειται ἀλλαχοῦ, ἔγκειται ἐν τῇ κεντρικῇ ἐξουσίᾳ, ἥτις οὐ μόνον δὲν ἀσκεῖ ἐπ’ αὐτῶν τὴν νόμιμον ἐπίβλεψιν διὰ τῶν ὀργάνων της, ἀλλὰ καὶ πλεῖστα ὅσα προσκόμματα παρεμβάλλει διὰ τούτων εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν καθηκόντων των, ὅταν οἱ Δήμαρχοι ἐννοῶσι νὰ ἐπιτελέσωσιν αὐτὰ πιστῶς καὶ εὐόρκως, ἐνῷ τοὐναντίον ἄλλους, ὀλιγωροῦντας τῶν καθηκόντων των καὶ κατάχρησιν ποιουμένους τῆς ἐξουσίας των, σκέπει καὶ προστατεύει. Ἐγνώρισα, Κύριοι, Δημάρχους, — καὶ τίνες ἐξ ὑμῶν δὲν ἐγνωρίσατε τοιούτους; — οἵτινες εἶχον συστηματικὸν πόλεμον παρὰ τῶν προϊσταμένων ἀρχῶν των, μὴ ἐγκρινουσῶν πολλάκις μήτε προϋπολογισμόν, μήτε φόρους διὰ τοὺς δήμους των. Ἐγνώρισα Δημάρχους, ὑπὸ τῶν ὁποίων πᾶν νομιμώτατον πρωτόκολλον περὶ διορισμοῦ ἀγροφυλάκων, ὑποβαλλόμενον εἰς τὰς προϊσταμένας ἀρχάς, ἀπέῤῥιπτον αὗται, ὅπως ἐγκρίνωσιν ἄλλα πλαστὰ πρωτόκολλα, δι’ ὧν καθίσταντο ἀγροφύλακες οἱ λυμεῶνες τῶν κτημάτων τῶν συνδημοτῶν των. Ἐγνώρισα Δημάρχους, εἰσάγοντας τακτικῶς πᾶσαν μήνυσιν τῶν συνδημοτῶν των ἐνώπιον τοῦ πταισματοδίκου, ὅστις ὅμως, ὑπείκων εἰς τὰ νεύματα τοῦ πρώτου τυχόντος ἀντιθέτου κομματάρχου, κατεδίκαζε μὲν ἀπηνῶς πάντα φίλον τοῦ Δημάρχου, ἠθώου δὲ σκανδαλωδῶς πάντα ἀντίθετον αὐτοῦ. Ἐγνώρισα Δημάρχους, προσφεύγοντας εἰς σταθμάρχας καὶ ὑπομοιράρχους, ὅπως ζητήσωσι τὴν συνδρομήν των διὰ τὴν πρόληψιν ἢ καταδίωξιν ἐγκλημάτων, καὶ προσκρούοντας εἰς τὴν παντελῆ τῶν ὀργάνων τούτων τῆς χωροφυλακῆς ἀδιαφορίαν. Καὶ διατὶ ὅλα ταῦτα; Διότι οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος Δήμαρχοι δὲν ἀνῆκον εἰς τὴν κρατοῦσαν μερίδα. Ἐγνώρισα ἀφ’ ἑτέρου καὶ ἄλλους Δημάρχους, τοὺς ὁποίους πᾶσα ἀρχὴ ἦτο πρόθυμος νὰ ἐξυπηρετήσῃ. Καὶ τῶν Δημάρχων τούτων καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ καὶ οἱ ἀπολογισμοὶ καὶ οἱ φόροι ἐνεκρίνοντο πάντοτε, ἄνευ οἱουδήποτε ἐλέγχου. Διὰ τοὺς Δημάρχους αὐτοὺς δὲν ὑπῆρχεν οὔτε νόμος, οὔτε ἀνωτέρα ἀρχή· τὰ πάντα ἠδύναντο ν’ ἀποτολμήσωσι, χωρὶς νὰ ἔχωσι τὸν ἐπιβλέποντα ἢ καταδιώκοντα αὐτούς. Εἰς τὴν τάξιν δ’ αὐτῶν θ’ ἀνῆκε βεβαίως καὶ ὁ Δήμαρχος ἐκεῖνος, οὗ τὸ γραφεῖον ἐπισκεφθεὶς ὁ φίλος Εἰσαγγελεὺς τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πυλίας Βουλευτοῦ, εὗρε κενὸν τὸ βιβλίον τῶν μηνύσεων, διότι ὁ καλὸς ἐκεῖνος Δήμαρχος ἐξέσχιζε πᾶσαν ἐπιδιδομένην εἰς αὐτὸν μήνυσιν. Ἐὰν ἠρώτα ὁ κ. Καράπαυλος τὸν φίλον του Εἰσαγγελέα, διατὶ δὲν κατεδίωξε ποινικῶς τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος Δήμαρχον, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον ἐκ τοῦ νόμου, θὰ ἐμάνθανε παρ’ αὐτοῦ ἴσως, ὅτι ὑπεράνω τοῦ καθήκοντός του ἵστατο τὸ συμφέρον τῆς φατρίας, καὶ τὸ συμφέρον τοῦτο ἐπέτασσεν αὐτῷ νὰ κλείσῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸ τῆς παρανομίας τοῦ φίλου της Δημάρχου. Καὶ παρίστανται σήμερον κατήγοροι τῶν Δημάρχων ἀκριβῶς ἐκεῖνοι ἴσως, οἵτινες ὑπέχουσι τὴν πρώτην εὐθύνην διὰ τὴν μὴ ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν καὶ τοῦ δημοτικοῦ, ὡς καὶ παντὸς ἄλλου θεσμοῦ ἐν ἡμῖν! Τοιαῦτα διϊσχυριζόμενος, Κύριοι, δὲν θέλω βεβαίως νὰ παραστήσω τοὺς Δημάρχους ἡμῶν ἀθώους ὡσεὶ περιστεράς. Ἔχουσι καὶ αὐτοὶ γεννηθῆ καὶ ἀνατραφῆ ὑπὸ τὴν πνιγηρὰν ἀτμόσφαιραν, ὑφ’ ἣν γεννώμεθα καὶ ἀνατρεφόμεθα πάντες ἐν Ἑλλάδι, ὡς μὴ ὤφελεν. Ἔχουσι καὶ αὐτοὶ τὰς κοινωνικὰς καὶ πολιτικὰς κακίας των. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, τίς δύναται νὰ βάλῃ πρῶτος λίθον κατ’ αὐτῶν; Οὐδὲ θέλω νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι οἱ δημοτικοὶ θεσμοὶ καὶ αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ λειτουργοῦσιν ὡς δεῖ ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ποῖος θεσμὸς, ποία ἀρχὴ λειτουργεῖ παρ’ ἡμῖν ὡς δεῖ; Ἐπιτελεῖ κάλλιον τῶν ἑκασταχοῦ δημοτικῶν ἀρχῶν ἡ χωροφυλακὴ τὸ καθῆκόν της; ἐπιτελεῖ κάλλιον αὐτῶν τὸ καθῆκόν της ἡ δικαιοσύνη, ἡ καθόλου διοίκησις, αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις; ἐπιτελοῦμεν κάλλιον αὐτῶν τὸ ἡμέτερον καθῆκον ἡμεῖς αὐτοί, οἱ βουλευόμενοι ἐνταῦθα περὶ τῶν κοινῶν; Ὄχι, μυριάκις ὄχι! Εἶναι ἀλήθεια πικρὰ, Κύριοι, ἣν ὅμως πρέπει ν’ ἀνομολογήσωμεν πάντες ἀνερυθριάστως. Οὐδεὶς θεσμὸς λειτουργεῖ παρ’ ἡμῖν, ὡς δεῖ. Τίποτε δὲν ἔχει μείνει εἰς τὴν θέσιν του ἐν Ἑλλάδι, ἀπὸ τῆς ἀνωτάτης ἀρχῆς μέχρι τῆς κατωτάτης. Ἀλλὰ τότε, ἐὰν ἡ μὴ προσήκουσα λειτουργία τῶν δημοτικῶν ἡμῶν θεσμῶν, τῶν δημοτικῶν ἡμῶν ἀστυνομιῶν θεωρῆται ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς λόγος ἀποχρῶν, ἵνα προβῶμεν σήμερον εἰς κατάργησιν καὶ ἀντικατάστασιν αὐτῶν, διατὶ νὰ μὴ προβῶμεν συγχρόνως καὶ εἰς κατάργησιν καὶ ἀντικατάστασιν καὶ παντὸς ἄλλου θεσμοῦ καὶ πάσης ἄλλης ἀρχῆς, μὴ λειτουργούσης ἐπίσης προσηκόντως ἐν ἡμῖν; Ἀλλὰ δεδόσθω, Κύριοι, πρὸς στιγμήν, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐξαίρεσις ὡς πρὸς μόνους τοὺς δημοτικοὺς ἡμῶν θεσμοὺς, ὡς πρὸς μόνας τὰς δημοτικὰς ἡμῶν ἀστυνομίας. Ἂς δεχθῶμεν πρὸς στιγμὴν τὴν κατάργησιν καὶ ἀντικατάστασιν αὐτῶν ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας· ἂς δεχθῶμεν, ὡς προεἶπον, νὰ γείνωμεν ἡμεῖς καὶ κατὰ τοῦτο πρότυπον Βασίλειον, κηρύσσοντες τὴν χώραν ἡμῶν ἐν πλήρει εἰρήνῃ εἰς κατάστασιν πολιορκίας, καὶ ἐγκαθιδρύοντες ἐν αὐτῇ τὴν στρατοκρατίαν. Ἀλλ’ ἆρά γε θὰ ἐπετυγχάνομεν καὶ οὕτω τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ; θὰ κατωρθοῦμεν καὶ οὕτω νὰ ἀποκαταστήσωμεν ἐν ἡμῖν τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν, ὡς ἐπαγγέλλεται ὁ κ. Πρωθυπουργός; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ! Ἐννοῶ, Κύριοι, διοικητικὴν ἀστυνομίαν διὰ τὰ μεγάλα ἀστικὰ κέντρα, ἔνθα ὁ κοινωνικὸς βίος ἔχει λάβει τοιαύτην ἀνάπτυξιν, ὥστε ὁ Δήμαρχος νὰ μὴ ἐπαρκῇ διὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων. Διὰ τὴν τοιαύτην ἀστυνομίαν ἀπαιτεῖται βεβαίως εἰδικότης, ἀπαιτοῦνται προσόντα. Ἀλλὰ ποίαν εἰδικότητα, ποῖα προσόντα δύναται νὰ ἔχῃ δι’ αὐτὴν ὁ στρατιωτικός; Οὗτος ἔχει πρῶτον καὶ κύριον προσὸν τὴν πειθαρχίαν, εἰς ἣν ὑποβάλλεται αὐτὸς ἀπέναντι τῶν ἀνωτέρων του καὶ ἣν ἀπαιτεῖ παρὰ τῶν κατωτέρων του. Ἀλλ’ ἐὰν τὴν πειθαρχίαν ἐφήρμοζε καὶ εἰς τὰς νέας ἀστυνομικάς του σχέσεις, δὲν θὰ προσέκρουεν οὕτως ἀνὰ πᾶν βῆμα; Διὰ τὸν ἀστυνόμον ἀπαιτεῖται εἰδικὴ μόρφωσις καὶ προπαρασκευὴ εἰς τὸ ἔργον του, ἀπαιτεῖται γνῶσις ἀκριβὴς ὅλων τῶν κλάδων τοῦ κοινωνικοῦ καὶ πολιτικοῦ βίου, ὧν ἐφάπτεται ὁ κύκλος τῆς ἐνεργείας. Ἀλλὰ τίνα εἰδικὴν μόρφωσιν καὶ προπαρασκευὴν κέκτηται πρὸς τοῦτο ὁ στρατιωτικός; Ὁ ἀστυνόμος ἔχει πολλάκις νὰ ἐπιτελέσῃ λεπτότατα καθήκοντα, ὅτι τὸ πᾶν ἐξήρτηται ἐκ τῆς προσωπικῆς του ἐκτιμήσεως καὶ αὐτοβουλίας, προκειμένου ἰδίᾳ νὰ ἐνεργήσῃ ἐπὶ ζητημάτων, καθ’ ἃ ἔρχεται εἰς σύγκρουσιν τὸ κοινῇ συμφέρον πρὸς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου. Τίνα σχέσιν ὅμως δύναται νὰ ἔχῃ πρὸς τὴν ἐπιτέλεσιν τοιούτων καθηκόντων ὁ στρατιωτικός, ὅστις ἐκ τοῦ βίου του εἶναι συνειθισμένος νὰ ἐκτελῇ συνήθως ἄνευ προσωπικῆς ἐκτιμήσεως καὶ αὐτοβουλίας τὰς διαταγὰς τῶν ἀνωτέρων του, ἢ νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοιούτων εἰς τοὺς κατωτέρους του; Τίνα σχέσιν δύναται νὰ ἔχῃ πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν λεπτοτάτων ἐκείνων καθηκόντων, καθ’ ἃ ἀπαιτεῖται πολλάκις περίσκεψις, ἐνδοτικότης, ἐπιείκεια, αὐτὸς ὁ ἐξῳκειωμένος ὡς ἐκ τοῦ βίου πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ἀποφασιστικότητα καὶ τραχύτητα; Ὅλα ταῦτα δὲν ἀποδεικνύουσι τὸν στρατιωτικὸν ἀνεπιτήδειον διὰ τὸ ἔργον τοῦ ἀστυνόμου, ὡς μαρτυρεῖ καὶ αὐτὴ ἡ μέχρι τοῦδε ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ γενομένη πεῖρα ὑπὸ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν; Καὶ ἐὰν τόσον οἰκτρῶς ἀπέτυχεν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἐνταῦθα, ἐν τῇ πρωτευούσῃ, ἔνθα ἐξελέγησαν δι’ αὐτὴν πάντως οἱ ἐπιτηδειότατοι τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἔνθα αὐτὴ ἔχει ὁπωσδήποτε ἕνα χαλινόν, διότι τελεῖ ὑπὸ τὸν ἄμεσον ἔλεγχον τοῦ τύπου καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἐννοεῖ πᾶς τις, ὁποία μέλλει νὰ ἦναι ἡ ἀποτυχία αὐτῆς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἐν τοῖς ἀπομεμακρυσμένοις ἀγροτικοῖς δήμοις, ὅπου βεβαίως δὲν θὰ ἀποσταλῶσιν οἱ ἐπιτηδειότατοι διὰ τὸ ἔργον τοῦ ἀστυνόμου ἀξιωματικοί, καὶ ὅπου οὐδεὶς θὰ ὑπάρχῃ ὁ ἐλέγχων καὶ ἐπιβλέπων αὐτούς. Ὄχι, Κύριοι, δὲν πρόκειται νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν ἐπὶ τὰ κρείττω τὴν δημοτικὴν ἡμῶν ἀστυνομίαν, ὑποκαθιστῶντες εἰς αὐτὴν τὴν στρατιωτικήν. Πρόκειται κυρίως περὶ ἄλλου τινός· πρόκειται νὰ κατενέγκωμεν ἓν καίριον τραῦμα κατὰ τοῦ στρατοῦ, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ συντελέσωμεν εἰς βελτίωσιν, ἀλλὰ τοὐναντίον εἰς ἐπιδείνωσιν τῆς νῦν ἡμιαγρίας ἡμῶν καταστάσεως. Θ’ ἀποσπάσωμεν ἐκ τοῦ στρατοῦ ἑκατὸν καὶ ἐπέκεινα ἀξιωματικούς, ὧν οἱ πλεῖστοι θὰ ἦναι κατώτεροι, τοιοῦτοι δηλαδή, ὁποῖοι θὰ ἔχωσιν ἀνάγκην ἀπόλυτον νὰ παραμένωσιν ἐν τῷ στρατῷ διαρκῶς, διότι ὁ στρατὸς εἶναι δι’ αὐτοὺς τὸ πρακτικὸν σχολεῖον. Οὐχὶ ἐπὶ δύο ἔτη, ὡς προέτεινεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριχωνίας συνάδελφος, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ δύο μόνον μῆνας ἂν ἀπομακρυνθῶσιν οἱ τοιοῦτοι ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, θὰ ἐπέλθῃ μεγάλη εἰς αὐτοὺς ζημία. Ἀλλὰ τὸ μέγιστον κακὸν εἶναι, ὅτι αὐτοί, καὶ μακρὰν τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ διατελοῦντες, θὰ διατηρῶσι τὸν βαθμόν των καὶ θὰ προβιβάζωνται κατ’ ἀρχαιότητα καὶ κατ’ ἐκλογήν. Φαντασθῆτε ὅμως, Κύριοι, ἕνα νέον ἀξιωματικόν, εἰσερχόμενον εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ὡς ἀνθυπολοχαγὸν, καὶ ἐξερχόμενον αὐτῆς μετὰ ἔτη ὡς ταγματάρχην, ἢ καὶ ἀνώτερον τούτου ἀξιωματικόν. Πῶς θὰ ἦναι εἰς θέσιν αὐτὸς οὐχὶ τάγμα, ἀλλὰ καὶ λόχον κἄν νὰ διοικήσῃ; Ἀλλ’ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀξιωματικὸς θὰ ἦναι ἀληθὴς λύμη διὰ τὸ στρατὸν, οὐχὶ μόνον διότι ἐπανερχόμενος εἰς τὰς τάξεις του θὰ καταλάβῃ παρ’ ἀξίαν ἀνώτερον ἐν αὐτῷ ἀξίωμα, ἀλλὰ καὶ διότι θὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὸν στρατὸν τὸν φατριασμὸν, ὑφ’ οὗ αὐτὸς θὰ δηλητηριασθῇ ἐξάπαντος, παραμένων ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ, θὰ ἐνσπείρῃ δὲ καὶ τὴν ἀπογοήτευσιν εἰς πάντα φιλότιμον ἀξιωματικὸν, ἐμμένοντα πιστὸν εἰς τὸ κύριον καθῆκον τοῦ στρατιώτου, καὶ βλέποντα, ὅτι ὁ μέχρι τῆς χθὲς ἀστυνόμος, ἐπανερχόμενος εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καταλαμβάνει παρ’ ἀξίαν ἴσην, ἂν οὐχὶ καὶ ἀνωτέραν αὐτοῦ, θέσιν. Πλὴν μήπως διὰ τὴν ἡσυχίαν καὶ ἀσφάλειαν τῆς χώρας θὰ ἦναι συντελεστικώτεροι οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἀξιωματικοὶ τῶν νῦν Δημάρχων ἀστυνόμων; Σᾶς εἶπε πρῶτος ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἐπανέλαβε δὲ καὶ εἶτα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι οἱ μὲν Δήμαρχοι, καθ’ ὃ ἐκλεγόμενοι ὑπὸ μερίδος ὡρισμένης, κυλίονται συνήθως ἐν τῷ βορβόρῳ τοῦ φατριασμοῦ, ἐν ᾧ οἱ ἀστυνόμοι ἀξιωματικοὶ, ὡς μὴ ἐκλεγόμενοι, θὰ ἵστανται πάντοτε ὑπεράνω αὐτοῦ. Ἀλλ’ οἱ Δήμαρχοι, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἔχωσι συμπαθῶς πρὸς τὴν μερίδα των, ὁσονδήποτε καὶ ἂν φατριάζωσιν, ἔχουσιν ὅμως ἕνα χαλινὸν ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς ἀστυνομικῆς των ἐξουσίας· διότι, ἀνήκοντες εἰς τὸν τόπον καὶ ἀναλογιζόμενοι, ὅτι, ὅπως ἐπανεκλεγῶσιν, ὀφείλουσι ν’ ἀπολαύωσι τῆς τιμῆς καὶ ὑπολήψεως τῶν συμπολιτῶν των, ἀναλογιζόμενοι προσέτι ὅτι δυνατὸν μίαν ἡμέραν ν’ ἀπολέσωσι τὸ ἀξίωμά των καὶ νὰ ἐκτεθῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὰς ἀντεκδικήσεις τῶν ἀντιπάλων των, δὲν ἐξωθοῦσι τὸν φατριασμὸν μέχρι τῶν ἄκρων. Ἄλλως ὅμως ἔχει τὸ πρᾶγμα ἐπὶ τοῦ ἀστυνόμου ἀξιωματικοῦ, τὸν ὁποῖον τίποτε δὲν συνδέει πρὸς τὸν τόπον, ἐν ᾧ καλεῖται νὰ ἀσκήσῃ τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, καὶ ὁ ὁποῖος τίποτε δὲν ἔχει νὰ ἐλπίζῃ ἢ νὰ φοβῆται ἐκ τῆς καλῆς ἢ κακῆς ὑπολήψεως τῶν πολιτῶν, ὧν ἡ περιφρούρησις καὶ ἡ ἀσφάλεια εἶναι εἰς αὐτὸν ἀνατεθειμέναι. Ὁ περὶ οὗ, ὁ λόγος ἀξιωματικὸς θὰ φροντίσῃ πάντοτε νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ συμφέρον τῆς φατρίας, ἥτις τὸν ἀπέσπασεν ἐκ τοῦ στρατοῦ καὶ τὸν ἐξαπέστειλε μὲ ἐπιμίσθιον εἰς τὴν νέαν θέσιν, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι τοῦ ν’ ἀμειφθῇ ὑπ’ αὐτῆς προσηκόντως. Καὶ θὰ ἔχῃ βεβαίως πρὸ ὀφθαλμῶν τὰ παραδείγματα ἄλλων ἀξιωματικῶν, οἵτινες προήχθησαν ἐκ τῶν κατωτάτων εἰς τὰ ἀνώτατα τοῦ στρατοῦ ἀξιώματα, οὐχὶ λόγῳ ἱκανότητος, οὐχὶ λόγῳ ἀρχαιότητος, ἀλλὰ κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν λόγῳ κομματικῶν ἐκδουλεύσεων. Θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ἰδίᾳ τὸ παράδειγμα ἑνὸς ἀντισυνταγματάρχου, ὅστις, προαχθεὶς κατὰ μικρὸν ἐξ ἁπλοῦ στρατιώτου εἰς τὸν βαθμὸν τοῦτον, κατώρθωσε τελευταῖον, μόνον χάριν κομματικῶν ἐκδουλεύσεων, νὰ γείνῃ καὶ συνταγματάρχης κατ’ ἐκλογὴν, καταπατῶν μάλιστα τὴν ἀρχαιότητα ἄλλων ἀξιωματικῶν, οἵτινες θεωροῦνται καὶ ὑπὸ ἔποψιν παιδεύσεως καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἱκανότητος ἀληθὲς ἐγκαλλώπισμα τοῦ στρατοῦ μας...

§48ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Περὶ τίνος ἀξιωματικοῦ πρόκειται;

§49ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸν γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, καὶ δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ σᾶς τὸν ὀνομάσω ἐγώ!

§50ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ὁ Στεφάνου.

§51ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ποῖος τὸν ἐπροβίβασεν;

§52ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐχὶ βεβαίως ὑμεῖς· πλὴν τοῦτο δὲν εἶναι λόγος νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ὁ προβιβασμός του δὲν ὀφείλεται εἰς κομματικὰς ἐκδουλεύσεις καὶ μόνας. Δὲν εἶναι ἀξιωματικὸς ἐξελθὼν ἐκ στρατιωτικῆς σχολῆς, δὲν εἶναι ἀξιωματικὸς διακρινόμενος ἐπὶ παιδείᾳ καὶ στρατιωτικῇ ἱκανότητι, καὶ ὅμως ἠδυνήθη νὰ φθάσῃ ἤδη εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑποστρατήγου.

§53ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιωματικός, περὶ οὗ πρόκειται, προεβιβάσθη διότι ἤρχετο τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, τὸ ὁποῖον ἤθελε τὸν θέσει ἐκτὸς τοῦ στρατοῦ· ἵνα δὲ μὴ τεθῇ ἐκτὸς τοῦ στρατοῦ ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ παράσχῃ ὑπηρεσίας μένων ἐν αὐτῷ, προὐβιβάσθη.

§54ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἀγνοῶ ὁποίας ὑπηρεσίας δύναται νὰ παράσχῃ εἰς τὸν στρατὸν ἀξιωματικὸς τοιοῦτος, παραμένων εἰς τὰς τάξεις αὐτοῦ. Γινώσκω μόνον, ὅτι, ἐνῷ ἄλλοι ἀξιωματικοί, ἀκμαῖοι ἔτι καὶ διανοητικῶς καὶ σωματικῶς, ἀξιωματικοί, διακρινόμενοι ἐπὶ στρατιωτικῇ παιδεύσει καὶ ἀρετῇ, ἀπεστρατεύθησαν ἀμειλίκτως, ἕνεκα τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀξιωματικὸς ἐδέησε νὰ προβιβασθῇ τηλεγραφικῶς, ἐπὶ καταπατήσει ἀρχαιότητος ἄλλων ἱκανωτέρων ἀξιωματικῶν, καὶ δὴ ἐπὶ προφανεῖ ἀθετήσει τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὅστις ἐν τῷ ὅπλῳ αὐτοῦ δὲν ἀναγνωρίζει βαθμὸν συνταγματάρχου. Βεβαίως ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, ἔχοντες συνείδησιν τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς των, δὲν θὰ δεχθῶσι ποτὲ νὰ ἀνταλλάξωσι τὸν ἐν τῷ στρατῶνι καὶ τῷ στρατοπέδῳ βίον πρὸς τὸ ἔργον τῶν ἀστυνομικῶν σμπίρων, τῶν δερβεναγάδων καὶ δραγατμπασσίδων, ὁποῖοι θὰ ἦναι κυρίως οἱ μέλλοντες στρατιωτικοὶ ἀστυνόμοι μας. Ἠκούσατε χθὲς ἀξιότιμον συνάδελφον, ἀνώτερον τοῦ στρατοῦ ἀξιωματικόν, ζητοῦντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ συμβιβάσῃ τὸ αἴσθημα τῆς στρατιωτικῆς τιμῆς του πρὸς τὸ καθῆκον τῆς κομματικῆς πειθαρχίας, καὶ προτείνοντα νὰ ἐξαιρεθῶσιν ἐκ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ὅπλου του, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι οὕτω πως ἠδύνατο τοὐλάχιστον νὰ διασώσῃ τὴν τιμὴν τοῦ σώματός του. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οὕτω πως θὰ σκεφθῇ πᾶς φιλότιμος ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ, ἀποφεύγων τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, θὰ δεχθῶσι δὲ ν’ ἀνταλλάξωσι πρὸς αὐτὴν τὸν στρατιωτικὸν βίον ἀξιωματικοί, ἔχοντες δι’ ἐλπίδος, οὕτω πως μόνον νὰ κάμωσι στάδιον, ἀξιωματικοί ἕτοιμοι ὄντες τὰ πάντα ν’ ἀποτολμήσωσι πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς φατρίας, ἐξ ἧς καὶ μόνης θὰ ἐξαρτήσωσι πλέον τὸ μέλλον των. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀνοίγεται ἡ θύρα τῆς κοινῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, εἰς ἣν δύναται νὰ προσφύγῃ πᾶς πολίτης, καταπιεζόμενος ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν ἀστυνόμων. Ἀλλὰ μήπως δὲν ἦναι ἀνοικτὴ εἰς αὐτὸν ἡ αὐτὴ θύρα καὶ ἐπὶ τῶν καταπιέσεων τῶν ἀποσπασμάτων καὶ τῆς χωροφυλακῆς; Πότε ὅμως εὗρε δίκαιον πολίτης, καταγγέλλων ἀξιωματικὸν ἢ ὑπαξιωματικὸν τοῦ μεταβατικοῦ καὶ τῆς χωροφυλακῆς; ποσάκις δὲ ἡ ὑπ’ αὐτοῦ ἐπιδοθεῖσα καταγγελία δὲν παρέσχε μόνον ἀφορμὴν εἰς νέας φοβερωτέρας καταπιέσεις! Μὴ πλανώμεθα, Κύριοι, ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία δὲν προώρισται ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν, ὡς νομίζουσί τινες· ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία προώρισται, ὡς προεῖπον, νὰ μεταβάλῃ τὴν ἤδη ἡμιαγρίαν εἰς ὅλως ἀγρίαν κατάστασιν, προώρισται νὰ ἐξωθήσῃ τὴν χώραν εἰς ταραχὰς καὶ ἀναστατώσεις. Ἤκουσα ὅτι, γενομένης ποτὲ προτάσεως πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν παρά τινος τῶν φίλων του, ἵνα περιορισθῇ πως ἡ καθολικὴ ψηφοφορία καὶ τεθῶσι προσόντα εἰς τοὺς ἐκλογεῖς, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξανέστη κατὰ τῆς τοιαύτης προτάσεως, εἰπὼν, ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἔπρεπε νὰ μὴ εἶχε δοθῆ ἀρχῆθεν, ἀφοῦ ὅμως ἅπαξ ἐδόθη, δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ τὸ περιορίσωμεν...

§55Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι, διότι ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ ἂν δὲν ἦτο δεδομένον.

§56ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τόσῳ τὸ καλλίτερον... Ἔπρεπεν ὅμως νὰ μὴ εἶχεν ὁ λαὸς καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν τοὺς ἀστυνόμους Δημάρχους του· ἀφοῦ ὅμως τὸ ἔχει, καὶ τὸ ἔχει ἀνέκαθεν, ὡς εἴδομεν, ἂν θελήσητε τώρα νὰ τὸ ἀφαιρέσητε ἀπ’ αὐτοῦ, βεβαίως θὰ τὸν ἐξωθήσητε εἰς τὰ ἄκρα. Τὴν σήμερον, ὅσον φατριαστικοὶ, ὅσον καταπιεστικοὶ καὶ ἂν ἦναι οἱ Δήμαρχοι ἀστυνόμοι, ὁ λαὸς ἔχει πάντοτε μίαν ἐλπίδα, ἵνα ἀποτινάξῃ ποτὲ τὸν ζυγόν των, καταψηφίζων αὐτοὺς ἐν καιρῷ τῶν νέων ἐκλογῶν. Ἀλλὰ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς καθιστᾶτε τὸν ζυγόν του ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ἐπαχθέστερον, ἀφ’ ἑτέρου τοῦ ἀποκόπτετε πᾶσαν ἐλπίδα εἰρηνικῆς ἀπαλλαγῆς ἐκ τῶν δεινῶν του. Ἀλλὰ δὲν ἐξωθεῖτε οὕτως αὐτὸν εἰς ἐξέργεσιν καὶ χρῆσιν βίας κατὰ τῆς βίας; Καταστρέφων, Κύριοι, τὸν λόγον, θὰ παρεκάλουν ἰδίᾳ ὑμᾶς, τοὺς τῆς πτέρυγος ἐκείνης, (δεικνύει τὴν ὑπουργικὴν πτέρυγα) νὰ σταθμίσητε καλῶς τὴν ψῆφον, ἣν καλεῖσθε νὰ δώσητε σήμερον. Κατήλθετε εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα τὴν 3 Μαΐου ὑπὸ τὴν σημασίαν, ἣν εἶχεν ἀναπετάσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐπὶ τῆς σημαίας ἐκείνης εἶχεν ἀναγράψει ὡς πρῶτον ἄρθρον τοῦ νέου πολιτικοῦ προγράμματός του τὴν αὐτοδιοίκησιν, ἣν ἐπηγγέλλετο ὡς πανάκειαν ὅλων τῶν δεινῶν, τῶν κατατρυχόντων τὴν Ἑλλάδα. Τίνα ὅμως λόγον θὰ δώσητε ὑμεῖς μίαν ἡμέραν, ἐπανερχόμενοι πρὸ τῶν ἐκλογέων σας, ἂν ψηφίσητε νῦν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, δι’ οὗ καταλύεται τὸ τελευταῖον ἴχνος αὐτοδιοικήσεως ἐν Ἑλλάδι; τίνα λόγον θὰ δώσητε πρὸς αὐτοὺς, καταργοῦντες νῦν τὸν θεσμὸν τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, ὅστις εἶναι, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ ἀειμνήστου Σπυρίδωνος Τρικούπη, ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς δημοτικῆς των ἐλευθερίας; Σταθμίσατε, Κύριοι, καλῶς τὴν ψῆφον, ἣν μέλλετε ὅσον οὔπω νὰ δώσητε, ἀναλογιζόμενοι ἰδίᾳ, ὅτι ἐξ αὐτῆς ἐξήρτηται νὰ ἀπαλλαγῇ ἢ μὴ ἡ χώρα ἐπικειμένων ταραχῶν καὶ ἀναστατώσεων, αἵτινες δύνανται οὐ μόνον τὸ ἐνεστὼς, ἀλλὰ καὶ τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ νὰ διακυβεύσωσι.

§57ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς μακρὰς, κύριοι Βουλευταί, καὶ λεπτομερεῖς ἀγορεύσεις τοσούτων συναδέλφων, κατανοῶ, ὅτι τὸ προκείμενον θέμα δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐξηντλημένον, καὶ συναισθάνομαι, ὅτι ἤθελον ὑποπέσει εἰς κατάχρησιν τῆς ὑμετέρας ἀνοχῆς, ἂν ἤθελον πραγματευθῆ περὶ αὐτοῦ ἐν ἐκτάσει. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι ὀλίγας μόνον λέξεις περὶ αὐτοῦ νὰ προσθέσω. Προτείνουσι, κύριοι Βουλευταί, τροποποίησιν σπουδαιοτάτου ὀργανισμοῦ τοῦ Κράτους, λειτουργοῦντος παρ’ ἡμῖν ἀπὸ τῆς συστάσεως ἀκόμη τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου· ὤφειλον ἑπομένως νὰ δηλώσωσι πρὸς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, τοὺς ἐπιβάλλοντας ἢ δικαιολογοῦντας τοιοῦτον μέτρον. Ἠκούσατε δὲ τίνα λόγον προέβαλον ἅπαντες οἱ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου ἀγορεύσαντες μέχρι τοῦδε· προέβαλον τὸν λόγον, ὅτι ἡ δημοσία τάξις παρ’ ἡμῖν ἐκ βάθρων διεσαλεύθη, ἕνεκα τῆς πλημμελοῦς λειτουργίας τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν. Δὲν εἶμαι βεβαίως ἐγώ, ὅστις θ’ ἀμφισβητήσω τὴν ἐκ βάθρων ἀληθῶς διατάραξιν τῆς δημοσίας τάξεως, διότι πολλάκις ἐφείλκυσα ἐπ’ αὐτῆς τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἔθνους. Ἀλλὰ τίνα, κύριοι Βουλευταὶ, τὰ αἴτια τῆς ὀδυνηρᾶς ἀληθῶς ταύτης καταστάσεως; Εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν αἰτίων τούτων προέβησαν ἤδη πολλοὶ τῶν ἀγορευσάντων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν ἔτι νὰ ἐγκύψωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι ὁ ἐπιχειρῶν θεραπείαν νοσηρᾶς τινος καταστάσεως, πρὸ πάντων ὀφείλει νὰ σχηματίσῃ ἀσφαλῆ γνώμην περὶ τῶν αἰτίων, ἐξ ὧν αὕτη προῆλθεν. Εἶναι ἐρωτῶ, ἀληθὲς, ὅτι ἡ δημοσία τάξις διεσαλεύθη ἐκ βάθρων παρ’ ἡμῖν ἕνεκα πλημμελοῦς λειτουργίας τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας; Ἐγὼ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι οἱ προβάλλοντες ἰσχυρισμὸν τοιοῦτον δὲν ἐμελέτησαν ἐπαρκῶς τοὺς νόμους, τοὺς κανονίζοντας παρ’ ἡμῖν τὰ τῆς ἀστυνομίας, καὶ δὲν ἐξετίμησαν δεόντως τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν μέχρι τοῦδε. Εἶπον ἤδη πρὸς ὑμᾶς οἱ ἀγορεύσαντες, ὅτι ἐν τῇ γενικῇ ἐννοίᾳ τῆς ἀστυνομίας πολλὰ καὶ ποικίλα περιέχονται καθήκοντα. Ἀλλ’ ἴσως δύνανται ταῦτα νὰ καταταχθῶσιν εἰς δύο κατηγορίας· εἰς τὰ ἀφορῶντα εἰς προστασίαν τῶν προσώπων καὶ τῶν πραγμάτων κατ’ ἀξιοποίνων πράξεων, διαταραττουσῶν τὴν δημοσίαν τάξιν, καὶ εἰς τὰ περιέχοντα πρόνοιαν ὑπὲρ τῆς ὑγείας, ὑπὲρ τῆς διατροφῆς, ὑπὲρ τῆς εὐζωΐας ἐν γένει τῶν πολιτῶν, καὶ ὑπὲρ προφυλάξεως αὐτῶν ἀπὸ τοσούτων κινδύνων, εἰς οὓς ἡ ἀνθρωπότης εἶναι ἐκτεθειμένη. Εἶναι δὲ ἀληθὲς, ὅτι τὴν ἀστυνομίαν ἐν τῇ γενικῇ σχεδὸν αὐτῆς ἐννοίᾳ ὁ νόμος ἀνέθηκεν ἀνέκαθεν εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, ἵνα ἐξασκήσωσιν αὐτὴν ἐν ὀνόματι, κατ’ ἐπιταγὴν καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἠρκέσθη ἆρά γε τὸ Κράτος εἰς μόνην ταύτην τὴν πρόνοιαν πρὸς τήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ; Ἀπεξεδύθη ἆράγε τοῦ δικαιώματος καὶ τοῦ καθήκοντος, ὅπερ ἔχει νὰ μεριμνήσῃ αὐτὸ περὶ τῆς διατηρήσεως τῆς δημοσίας τάξεως; Βεβαίως, Κύριοι, οὐχί· οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναθέσῃ τὸ Κράτος τὴν τήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ εἰς μόνας τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, ἅμα τῇ πρώτῃ αὐτῶν ἐμφανίσει ἐν τῷ Κράτει. Τὸ Κράτος ἐπεφύλαξε πλῆρες τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον, ἵνα ἐξασκήσῃ αὐτὸ τὴν ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ ἀστυνομίαν, ἵνα τηρήσῃ αὐτὸ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ τάξιν. Τὸ ἀποδεικνύει τὸ διάταγμα περὶ ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον ῥητῶς ἀναθέτει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο τὴν ἐξασφαλιστικὴν, ὡς τὴν λέγει, ἀστυνομίαν πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως, τὴν ἀστυνομίαν τῶν ἀγορῶν, τὴν ἠθικὴν, ὡς τὴν λέγει, ἀστυνομίαν, καὶ ἄλλα τοιαῦτα καθήκοντα. Τὸ ἀποδεικνύει αὐτὸς ὁ νόμος ὁ διοικητικὸς, ὁ κατόπιν ψηφισθεὶς, διὰ τοῦ ὁποίου εἰς τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς τοῦ Κράτους, εἰς τοὺς Νομάρχας, ἀνατίθενται ἐπίσης ὅλοι οἱ διάφοροι κλάδοι, οἱ περιεχόμενοι ἐν τῇ γενικῇ ἐννοίᾳ τῆς ἀστυνομίας. Διετήρησε λοιπὸν ἀναντιῤῥήτως εἰς ἑαυτὸ τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν τάξιν ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Καὶ ποῖα μέτρα ἔλαβε πρὸς τοῦτο; Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον κατήρτισε δύναμιν μεγάλην, ὠργάνωσεν αὐτὴν στρατιωτικῶς, τὴν ὑπέβαλεν εἰς στρατιωτικὴν πειθαρχίαν, τὴν ἔθηκεν ὑπὸ ἑνιαίαν διεύθυνσιν καθ’ ὅλην τὴν ἐπικράτειαν, διένειμεν αὐτὴν καθ’ ὅλην τὴν χώραν, καὶ τὴν ὠνόμασεν, ὡς ἐκ τοῦ προορισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχει, χωροφυλακήν. Ἀπὸ τῆς πρώτης λοιπὸν ἱδρύσεως τοῦ βασιλείου τούτου ὠργανώθη πλήρης αὐτὴ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, τὴν ὁποίαν δῆθεν σήμερον ἐπιχειροῦσι νὰ εἰσαγάγωσιν εἰς τὸ Κράτος, καὶ ἐλήφθη πρόνοια περὶ στρατολογίας καὶ μορφώσεως ἁπάντων τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν ὀργάνων, ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου μέχρι τοῦ κατωτάτου. Τί δὲ ἀνετέθη εἰς αὐτήν; Ἀκριβῶς ἐκεῖνος ὁ κλάδος τῆς ἀστυνομίας, ὅστις ἀφορᾷ εἰς τὴν τήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὸν κανονισμὸν τῆς χωροφυλακῆς. Τί θέλετε ἴδει ἐκεῖ; Δὲν μένει κἀνὲν καθῆκον, σχετικὸν μὲ τὴν τήρησιν τῆς τάξεως, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἀνετέθη εἰς τὴν χωροφυλακήν· αὐτὴ ὀφείλει νὰ περιπολῇ ἐν ταῖς πόλεσι καὶ ἐν τῇ ὑπαίθρῳ χώρᾳ, αὐτὴ ὀφείλει νὰ φυλάττῃ τὴν ἀσφάλειαν τῆς συγκοινωνίας, αὐτὴ νὰ προστατεύῃ τὴν ἀγροτικὴν ἰδιοκτησίαν, αὐτὴ νὰ παρίσταται εἰς πᾶσαν συνάθροισιν ἀνθρώπων, ἐξ ἧς ἠδύνατο νὰ προκύψωσιν ἀταξίαι, αὐτή νὰ συλλαμβάνῃ πάντας τοὺς κακοποιούς, ἢ τοὺς μὴ ἔχοντας σώας τὰς διανοητικάς των δυνάμεις. Πᾶσα πρόνοια, δυναμένη νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς τάξεως, ἀνετέθη εἰς τὴν χωροφυλακήν. Καὶ ἀνετέθη εἰς αὐτὴν καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐκτελῇ τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις, νὰ ἐκτελῇ τὰ ἐντάλματα καὶ τὰ κατασχετήρια τῶν ἀνακριτῶν κατὰ κατηγορουμένων καὶ φυγοδίκων. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, τὴν ὁποίαν ἀνέκαθεν ἐμόρφωσε τὸ Κράτος, ἵνα δυνηθῇ νὰ συντηρήσῃ τὴν τάξιν, καὶ ἔταξεν αὐτὴν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἰς ἣν ἀνετέθη ἡ γενικὴ ἀστυνομία. Παρὰ τῇ ἀστυνομίᾳ ταύτῃ λειτουργεῖ καὶ ἡ τοπικὴ ἀστυνομία, ἡ εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς ἀνατεθεῖσα. Ἀλλ’ αὕτη ἔχει ἀνάγκην τῶν ἐνισχύσεων ἐκείνης· διότι, ὡς ἐκ τῶν σχέσεων αὐτῆς μετὰ τῶν κατοίκων, ἐκ τοῦ φόβου τῶν παρεξηγήσεων, ἐκ τῆς ἐλλείψεως ἐπαρκοῦς δυνάμεως, ἀδυνατεῖ πολλάκις, ἵνα ἐκτελέσῃ δεόντως τὸ καθῆκον αὐτῆς. Δι’ ὃ καὶ ῥητὴ ὑποχρέωσις τῆς χωροφυλακῆς ἀνεγράφη νὰ συνδράμῃ τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν. Ἀλλὰ πῶς νὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν ταύτην ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, ἀφοῦ οὐδὲ σκιὰ χωροφυλακῆς εὑρίσκεται εἰς τοὺς πλείστους δήμους; Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία εὑρίσκεται ἐν ἥττονι ἀσυγκρίτῳ λόγῳ θέσει, ἵνα τηρήσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν, ἂν ἔχῃ πρὸς τοῦτο ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς τῆς χωροφυλακῆς, ἔχει ὅμως ἕτερα μέσα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰ ἄλλα ἐκεῖνα καθήκοντα, τὰ ὁποῖα εἰς αὐτὴν ἀνετέθησαν, τὰ καθήκοντα τῆς προστασίας τῆς ὑγείας, τῆς εὐημερίας, τῆς εὐζωΐας, τῆς ἀσφαλείας τῶν πολιτῶν. Καὶ τὰ μέσα ταῦτα δὲν εἶναι οἱ κλητῆρες καὶ ἡ ὑλικὴ βία· ὁ νόμος ἔδωκεν εἰς αὐτὴν ἓν ἄλλο δικαίωμα, μίαν μεγάλην ἐξουσίαν, οἵαν οὐδεμία ἄλλη ἀρχὴ ἔχει ἐν τῷ Κράτει· ἔδωκεν εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ ποινικοὺς νόμους, νὰ ἐκδίδῃ διατάξεις δι’ ὧν λαμβάνει περὶ τῆς εὐζωΐας, ὑγείας καὶ ἀσφαλείας, τῶν πολιτῶν μέτρα, τὰ ὁποῖα ὀφείλουσιν ἐπὶ ποινῇ νὰ ἐκτελῶσιν ὅλοι οἱ πολῖται. Αὐτή εἶναι ἡ κυρία δύναμις τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, τὸ ἐκδίδειν ἀστυνομικὰς διατάξεις. Δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου δύναται ἡ ἀστυνομία ἡ δημοτικὴ νὰ εἰσάγῃ βαθμηδὸν τὴν τάξιν, τὴν ἀσφάλειαν, τὴν εὐπρέπειαν, ὅλα αὐτὰ τὰ ἀγαθά, ἅτινα ἀποτελοῦσι τὸν νεώτερον πολιτισμόν. Γνωρίζομεν οὕτω, πῶς εἶναι παρ’ ἡμῖν ὠργανωμένη ἡ ἀστυνομία. Ἡ τήρησις τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας εἶναι καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκτελεῖ τοῦτο διὰ τῆς χωροφυλακῆς. Ἡ τοπικὴ ἐξασφάλισις τῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς εὐημερίας τῶν πολιτῶν εἶναι ἔργον τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ἐκτελεῖται διὰ τοῦ Δημάρχου, δι’ ἀστυνόμου ὑπὸ τοῦ Δημάρχου ὑποδεικνυομένου. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ὅταν ἔρχωνται οἱ κυβερνῆται καὶ λέγωσι πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἡ δημοσία τάξις διεταράχθη ἐκ βάθρων, ὅτι τὰ ἐγκλήματα ἐπολλαπλασιάσθησαν εἰς ἀπίστευτον βαθμόν, ὅτι οἱ φυγόδικοι, οἱ ὁποῖοι λυμαίνονται τὸ Κράτος, ἀνῆλθον εἰς 11,000, ὅταν λέγωσι ταῦτα πάντα, εἰς ποῖον ἄλλον ἐπιῤῥίπτουσι τὴν εὐθύνην ἢ εἰς ἑαυτούς; Καὶ πῶς ἡ Κυβέρνησις, διὰ τῆς μεγάλης αὑτῆς δυνάμεως, ἣν διαθέτει, καὶ ἥτις δύναται νὰ ἐνισχυθῇ δι’ ὅλου τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, πῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐμερίμνησεν, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ ἡ ἡμιβάρβαρος αὕτη κατάστασις, ὡς τὴν ὠνόμασαν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος διατελεῖ; Ποῖα μέτρα ἔλαβε πρὸς βελτίωσιν καὶ ἐνίσχυσιν αὐτῆς τῆς χωροφυλακῆς, ἡ ὁποία ἐπὶ μακρὰ ἔτη, Κύριοι, ἐπήρκεσεν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων της; Διατὶ αὕτη ἔπαυσε πλέον λειτουργοῦσα; Διότι οὐ μόνον δὲν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις μέτρον τι πρὸς βελτίωσιν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλ’ ἀντιθέτως ἔλαβε πᾶν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ τὴν περιαγάγῃ εἰς πλήρη παραλυσίαν καὶ ἀχρηστίαν. Μετέβαλεν ἀσυνέτως τὸν τρόπον τῆς στρατολογίας τῶν ὀργάνων αὐτῆς, καὶ ἀντὶ ἀρχαίων καὶ ἐμπείρων χωροφυλάκων, χορηγοῦσιν εἰς τὴν χωροφυλακὴν νέους ἀπείρους καὶ ἀνικάνους. Διαθέτουσι δὲ τὰ ὄργανα αὐτῆς, ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου, οὐχὶ ὅπως αἱ ἀνάγκαι τῆς δημοσίας τάξεως ἀπαιτοῦσιν, ἀλλ’ ὅπως τὰ συμφέροντα τῶν πολιτευομένων ἐπιβάλλουσιν. Ἐὰν λοιπὸν ἡ δημοσία τάξις διεταράχθη, τολμᾶτε νὰ ἐπιῤῥίπτητε τὴν εὐθύνην εἰς τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν τοῦ Κράτους, καὶ δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι εἰς ὑμᾶς πρὸ πάντων ἐπιπίπτει ἡ εὐθύνη αὕτη; Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσῃ τις: καὶ λοιπὸν ἐκπληροῖ δεόντως τὸ καθῆκον αὐτῆς ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία; Ὄχι, Κύριοι· ὑπάρχουσι βεβαίως ἀξιέπαινοι ἐξαιρέσεις Δημάρχων, οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν πράγματι διὰ πατρικῆς διοικήσεως νὰ τηρήσωσι πληρεστάτην τὴν τάξιν ἐν τοῖς δήμοις, καὶ νὰ προαγάγωσιν αὐτοὺς ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν· ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι κατὰ κανόνα δὲν λειτουργεῖ ὡς δεῖ καὶ ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία. Ἀλλ’ ἆρά γε μόνον ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας ἀναφαίνονται παρ’ ἡμῖν αἱ ἐλλείψεις; Λειτουργεῖ ἆρά γε κάλλιον τῆς ἀστυνομικῆς δικαιοσύνης ἡ δικαιοσύνη ἡ ὑπὸ τῶν Εἰσαγγελέων διευθυνομένη; Ὑπάρχουσιν, εἶπον, πολλαὶ μηνύσεις ἐκκρεμεῖς ἐπὶ πταίσμασι καὶ δὲν ὑπάρχουσι πλείονες ἀκόμη ἐπὶ πλημμελήμασι καὶ κακουργήμασι, σηπόμεναι εἰς τὰ εἰσαγγελικὰ καὶ ἀνακριτικὰ γραφεῖα; Παραγράφονται ἀληθῶς πταισματικαὶ παραβάσεις εἰς τὴν πταισματικὴν δικαιοσύνην· καὶ δὲν ἀναγινώσκετε τὰ βουλεύματα, ἵνα ἴδητε, ὅτι πλεῖστα ἐξ αὐτῶν ἀθωοῦσι τοὺς κατηγορουμένους, λόγῳ παραγραφῆς! Ἀλλὰ, καὶ ἐὰν πλημμελῶς λειτουργῇ ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, δὲν ὑπέχουσι τάχα εὐθύνην τινὰ ἐπὶ τούτῳ οἱ κυβερνῶντες; Βεβαίως ὑπέχουσι μεγάλην εὐθύνην, διότι ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία ἐξασκεῖται ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν. Ὁ Δήμαρχος ἢ ὁ ἀστυνόμος ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλλωσι καθ’ ἑκάστην προφορικῶς καὶ ἐγγράφως ἀναφορὰς εἰς τοὺς Νομάρχας καὶ Ἐπάρχους, καὶ ὀφείλουσι νὰ ἐκτελῶσι ταχέως τὰς διαταγὰς, τὰς ὁποίας λαμβάνουσι παρ’ ἐκείνων. Ἐὰν πλημμελῶς λειτουργῇ ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, τί ἐνήργησαν τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἐπαναφέρωσιν αὐτὴν εἰς τὸ καθῆκον; Ἀλλὰ πῶς εἶναι, Κύριοι, δυνατὸν νὰ τολμήσωσι τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀπευθύνωσιν ἐπιτιμήσεις ἢ τιμωρίας κατὰ τῶν ὀργάνων τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, ὅταν ταῦτα προστατεύωνται ὑπὸ φίλων τῆς Κυβερνήσεως πολιτευομένων; Καὶ πῶς οἱ ἐξασκοῦντες τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν Δήμαρχοι θὰ προσβλέψωσι μετὰ προσοχῆς εἰς τὰς παρατηρήσεις τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, ὅταν γνωρίζωμεν, ὅτι ἡ θέσις τῶν τελευταίων τούτων ἐξαρτᾶται πολλάκις ἀπὸ τῆς θελήσεως καὶ τῶν ἀπαιτήσεων ἐκείνων; Καὶ πῶς θέλετε νὰ προσενεχθῶσιν αὐστηρῶς πρὸς τοὺς Δημάρχους οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, ὅταν αὐτοὺς τοὺς Δημάρχους, περὶ τῶν ὁποίων τοσοῦτον δυσμενῶς συνάδελφοί τινες ἐξεφράσθησαν, ὅταν αὐτοὺς καλῶμεν ἐν Ἀθήναις κατὰ πᾶσαν παραμονὴν ἐκλογῶν, καὶ μετ’ αὐτῶν ἐν τοῖς προθαλάμοις τῶν Ὑπουργείων καταρτίζωμεν τοὺς ὑπουργικοὺς συνδυασμούς, ἐκλιπαροῦντες διὰ θωπειῶν καὶ ἄλλων μέσων τὴν ἐκλογικὴν ὑποστήριξιν αὐτῶν; Πᾶσα λοιπὸν ἡ εὐθύνη καὶ αὐτῆς τῆς κακῆς λειτουργίας τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν ἐπιβαρύνει κατὰ τὸ πλεῖστον αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἀντὶ, ἀναγνωρίζοντες οἱ κυβερνῆται τὴν ἰδίαν αὑτῶν εὐθύνην ἐπὶ τῇ ἐκ βάθρων διαταράξει τῆς δημοσίας τάξεως, νὰ μεριμνήσωσιν ἐπιμελέστερον πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἰδίων ἑαυτῶν καθηκόντων, τολμῶσι νὰ ἐπιῤῥίψωσιν ἅπασαν τὴν εὐθύνην εἰς τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν καὶ νὰ ζητήσωσι τὴν κατάργησίν της! Καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο, Κύριοι, ὅπως ἀξιόλογα πρὸ ὀλίγου εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ τοῦ δημοτικοῦ ἀστυνόμου ἀπὸ τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν, ἵνα ἀναθέσωμεν αὐτὸ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τηροῦντες κατὰ τὰ λοιπὰ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους νῦν λειτουργοῦσιν αἱ δημοτικαὶ ἀστυνομίαι, ἠδύνατό τις νὰ ὑποχωρήσῃ, διότι τοιοῦτόν τι μέτρον ἐλήφθη καὶ εἰς ἄλλα Κράτη. Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς τὴν σχετικὴν νομοθεσίαν ἄλλων Κρατῶν· ἀλλ’ ἐν Γαλλίᾳ εἰς ὅλους τοὺς δήμους δύναται νὰ διορίσῃ ἀστυνόμον ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἀλλ’ ἀστυνόμον διατελοῦντα εἰς σχέσιν πρὸς τὸν Δήμαρχον, ὅπως οἱ νῦν ἀστυνόμοι διατελοῦσιν. Ἀντὶ τούτου ὅμως τί, Κύριοι, προβάλλουσι; Τὴν πλήρη ἀφαίρεσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀστυνομεῖν, ὅπερ ἔχουσιν οἱ δημοτικοὶ ἄρχοντες! Καὶ εἰς ποῖον ἀναθέτουσι τὸ δικαίωμα τοῦτο; Εἰς τοὺς πλείστους τῶν δήμων ἀναθέτουσιν αὐτὸ εἰς αὐτὴν τὴν χωροφυλακὴν, αὐτὴν τὴν παραίτιον ὅλου τοῦ κακοῦ, αὐτὴν, ἕνεκα τῆς ἀδρανείας τῆς ὁποίας 11,000 φυγόδικοι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Κράτει, εἰς αὐτὴν τὴν χωροφυλακὴν ἀναθέτουσι τοῦ λοιποῦ πλήρη τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ χωροφυλακὴ δύναται νὰ ᾖναι ἐπιτηδεία εἰς τὸ νὰ φυλάττῃ τὴν τάξιν, νὰ συλλαμβάνῃ τοὺς κακοποιοὺς, νὰ ἐκτελῇ ἐντάλματα, ποίαν, ἐρωτῶ, ἔχει εἰδικότητα ἡ χωροφυλακὴ εἰς τὸ νὰ λαμβάνῃ δι’ ἀστυνομικῶν διατάξεων τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἀναγκαῖα εἰς προαγωγὴν καὶ εὐημερίαν τοῦ δήμου; Εἰς τίνας δὲ ἄλλους ἀναθέτουσι τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν; Εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ. Βεβαίως μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ ὑπάρχουσι καὶ ἄνδρες, δυνάμενοι νὰ ἐκπληρώσωσι πρεπόντως τὸ τοιοῦτον καθῆκον· καὶ ἀπόδειξις περιφανὴς τούτου εἶναι ὁ διευθύνων τὴν ἐν Ἀθήναις ἀστυνομίαν. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐν τῷ στρατῷ ὑπάρχουσιν ἐν μεγάλῳ ἀριθμῷ οἱ τοιοῦτοι ἄνδρες; Ἐκεῖνο, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ἐκ πείρας γνωρίζω, εἶναι, ὅτι εἰς τὸν διευθύνοντα ἐνταῦθα τὴν ἀστυνομίαν ἐδόθη πληρεστάτη ἐλευθερία, ἵνα ἐκλέξῃ τὰ ὄργανά του ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, οἵτινες ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ἐπιτηδειότεροι διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον. Καὶ προέβη ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος εἰς ἐκλογὴν τοιούτων ὀργάνων ἐξ ὅλης τῆς φρουρᾶς, τῆς ἐν Ἀθήναις ὑπηρετούσης. Καὶ ὅμως αὐτὸς ὁ ἴδιος, μετὰ παρέλευσιν οὐχὶ πολλοῦ χρόνου, προέτεινε τὴν ἀντικατάστασιν πολλῶν ἐξ αὐτῶν, διότι ἐκ πείρας ἀπεδείχθησαν μὴ ἐπαρκεῖς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Πῶς λοιπὸν δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ἐν τῷ στρατῷ μόνον ὑπάρχουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες δύνανται νὰ διεξαγάγωσι δεόντως αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν; Δύναται ὁ στρατιωτικὸς νὰ ἔχῃ φρόνημα, θάῤῥος, νὰ ἐπιβάλληται εἰς τὸν κόσμον, ἀλλὰ διὰ τὸν ἀστυνομικὸν ὑπάλληλον ἀπαιτοῦνται καὶ πολλὰ ἄλλα προσόντα, ἀπαιτοῦνται καὶ τρόποι ἤπιοι, καὶ λεπτότης ἐνεργείας, καὶ γνῶσις τῶν τοπικῶν κοινωνικῶν ἕξεων, καὶ γνῶσις τῆς νομοθεσίας, ἥτις διέπει τὴν ἀστυνομίαν καὶ κανονίζει ἐν πάσῃ περιπτώσει τὰ καθήκοντα τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς· καὶ τὰ προσόντα ταῦτα δὲν ἔχουσι πάντοτε οἱ στρατιωτικοί. Ἀλλὰ ἕτερόν τι συμβὰν ἔπρεπε νὰ καταστήσῃ ὑμᾶς δειλοτέρους εἰς τὴν πρότασιν τοῦ νομοσχεδίου. Τί ἔλεγε, Κύριοι, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ ὀλίγων ὡρῶν ἐνταῦθα; Ὅτι παρ’ ἡμῖν ἡ ὕπαρξις τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων ἀποτελεῖ κατάστασιν πραγμάτων χειροτέραν τῆς καταστάσεως τῆς πολιορκίας. Καὶ διατί; Κατάστασις τῆς πολιορκίας σημαίνει ἀναστολὴν τῆς ἰσχύος τῶν νόμων καὶ πάσης ἐξουσίας, ἵνα λειτουργήσῃ δικτατορικῶς ἡ στρατιωτικὴ ἐξουσία. Ἀλλὰ πῶς ἡ ἀποστολὴ ἀποσπασμάτων δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπάγουσα κατάργησιν τῶν νόμων; Τίνα ἔχει ἔννοιαν ἡ ἀποστολὴ ἀποσπασμάτων, κύριοι Βουλευταί; Ὅτι ἀνατίθεται εἰς ἀξιωματικόν τινα, ἐπὶ παροχῇ στρατιωτικῆς δυνάμεως, ἡ ὑπηρεσία τῆς συλλήψεως τῶν φυγοδίκων. Καὶ ἂν οἱ ἐκτελοῦντες τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν ἠσθάνοντο σέβας πρὸς ἑαυτούς, πρὸς τὸν νόμον, πρὸς τὰ δικαιώματα τῶν συμπολιτῶν των, οὐδεμίαν ἤθελεν ἀποτελέσει ἡ ἐκτέλεσις αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας ἔκνομον κατάστασιν, οὐδεμίαν ἤθελε προκαλέσει φωνὴν διαμαρτυρίας. Πόθεν προέρχονται αἱ κατ’ αὐτὴν συμβαίνουσαι καταχρήσεις καὶ τὰ μέχρις οὐρανοῦ πολλάκις ἐγειρόμενα παράπονα; Προέρχονται διότι αὐτοὶ, εἰς οὓς ἀναθέτετε τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, αὐτοὶ, τοὺς ὁποίους λαμβάνετε ἐκ τῶν κόλπων τοῦ στρατοῦ, αὐτοὶ δὲν ἐμφοροῦνται πολλάκις ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὸν νόμον, πρὸς τὸ καθῆκον, πρὸς τὰ δικαιώματα τῶν συμπολιτῶν των, ἀλλ’ εἴτε ἐκ κακῶς ἐννοουμένου ζήλου, εἴτε ἐκ φατριασμοῦ καὶ ἐξ ἰδιοτελείας, παρεκτρέπονται πολλάκις εἰς πράξεις κατὰ τῶν πολιτῶν ἀκατονομάστους, αἱ ὁποῖαι ἐγείρουσιν ἐνίοτε τὴν κατάπληξιν καὶ τὴν φρίκην. Καὶ ὅμως εἰς αὐτοὺς τοὺς ἰδίους πρόκειται νὰ ἀναθέσητε πᾶσαν τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν τοῦ Κράτους! Πῶς αὐτοὺς τοὺς ἰδίους ἐν μὲν τῇ μεταβατικῇ ὑπηρεσίᾳ παρεστήσατε ὡς προκαλοῦντας κατάστασιν πολιορκίας, ἐν δὲ τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας θεωρεῖτε μεταβληθέντας εἰς ἁγίους ἀνθρώπους; Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἄλλην τινὰ ἔποψιν δέον νὰ ἐξετασθῇ ὁ θεσμὸς, ὁ εἰσαγόμενος διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Γνωρίζομεν, ὅτι μεγάλην ἐκλογικὴν δύναμιν δύνανται νὰ ἐξασκήσωσι κατὰ τὴν ἐκλογὴν οἱ ἀστυνόμοι ἐν γένει τοῦ Κράτους, καὶ ἰδίως ὅταν ἦναι στρατιωτικοὶ, δύναμιν μείζονα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ οἱ Δήμαρχοι δύνανται νὰ διαθέσωσιν. Ἂν αἱ Κυβερνήσεις κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν ἀπέβλεπον εἰς μόνην τὴν τήρησιν τῆς τάξεως καὶ ἐπέβαλλον εἰς τὰ ὄργανα αὐτῶν ἀποχὴν ἀπὸ πάσης εἰς αὐτὰς ἀναμίξεως, ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ διορισμὸς στρατιωτικῶν ὡς δημοτικῶν ἀστυνόμων δὲν θέλει κατ’ οὐδὲν παραβλάψει τὴν ἐλευθερίαν τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, ἔχωμεν Κυβερνήσεις, οἷαι αἱ ἐνεργήσασαι τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1885, τοῦ 1887, τοῦ 1890, αἱ ὁποῖαι πρὸ οὐδενὸς ὑπεχώρησαν μέσου, ἵνα ὑποστηρίξωσι τοὺς φίλους αὑτῶν ὑποψηφίους, Κυβερνήσεις, αἵτινες καὶ ἔκτακτα ἀκόμη μέσα ἔθεσαν εἰς ἐνέργειαν, οἷον τὴν ἐκ τῶν φυλακῶν ἀπόλυσιν ἁπάντων τῶν ἐν αὐταῖς φυλακισμένων, ἵνα μεταβῶσιν εἰς τὰς ἑστίας των καὶ διαθέσωσι τοὺς συγγενεῖς των ὑπὲρ τῶν ὑπουργικῶν ὑποψηφίων. Ὅταν ἔχωμεν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία τὸν Νομάρχην καὶ τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν Ζακύνθου ἀπέστειλεν εἰς τὰ ἐκεῖ δεσμωτήρια, ἵνα ζητήσωσιν ὁμοίαν συνδρομὴν τῶν καταδίκων, ἐπὶ ὑποσχέσει χαρίτων, πῶς τότε, Κύριοι, δὲν φοβεῖσθε, μήπως ὁ διορισμὸς στρατιωτικῶν ἀστυνόμων, οἷος προτείνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, παραβλάψῃ καὶ ἀναιρέσῃ τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐκλογῶν; Πῶς δὲν φοβεῖσθε, μήπως ἐκτὸς τῶν Δημάρχων, τῶν καλουμένων κατὰ πᾶσαν ἐκλογὴν ἐνταῦθα, κληθῶσι καὶ αὐτοὶ οἱ στρατιωτικοὶ ἀστυνόμοι, ἵνα γνωμοδοτήσωσι περὶ τῶν προσώπων, ἅτινα θ’ ἀποτελέσωσι τοὺς ὑπουργικοὺς συνδυασμούς;

§58ΔΑΛΛΑΣ. Οἱ Δήμαρχοι θὰ ἦναι ἄχρηστοι τότε· θὰ καλοῦνται μόνον οἱ ἀστυνόμοι.

§59ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ λοιπὸν, κύριοι Βουλευταί, τίνες οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ δώσω ψῆφον ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Μόνον ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἀνατεθῇ ἁπλῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ τῶν δημοτικῶν ἀστυνόμων ἐξ οἱωνδήποτε προσώπων, καὶ ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους νῦν λειτουργεῖ ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, ἠδυνάμην νὰ δώσω ψῆφον ὑπὲρ τοῦ τοιούτου μέτρου. Δὲν ἐπιχειρῶ νὰ ἐξετάσω τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ στρατιωτικὴν ἢ οἰκονομικὴν ἔποψιν, ἀφοῦ ἄλλοι ἔπραξαν ἤδη τοῦτο, καὶ καταλήγων τὸν λόγον, προσθέτω μίαν μόνην παρατήρησιν. Ἐπικρατεῖ δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν πλημμελὴς ἕξις, νὰ ἀποδίδωμεν τὰ κακῶς ἔχοντα εἰς ἀτέλειαν τῶν νόμων, καὶ νὰ ζητῶμεν τὴν θεραπείαν αὐτῶν διὰ μεταβολῆς τῆς νομοθεσίας. Κατ’ ἐμὴν ὅμως γνώμην, τὰ κακῶς ἔχοντα προέρχονται, κατὰ κανόνα, ὀλίγας δυνάμενον νὰ ἔχῃ ἐξαιρέσεις, ἐξ ἐλλείψεων ἐκείνων, εἰς οὓς εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν προσώπων πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν ἑκάστοτε τὴν θεραπείαν.

§60ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Θὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις. Ἠκούσατε, κύριοι Βουλευταὶ, τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, λέγοντος, ὅτι ἡ κατάστασις ἡμῶν εἶναι ἡμιαγρία καὶ τὸ ἔγκλημα κατέκλυσε τὸν τόπον, καὶ ὅτι δέον νὰ καταφύγῃ εἰς ἔκτακτα μέτρα, ὅπως σώσῃ τὸν τόπον ἐκ τῆς τοιαύτης καταστάσεως, καὶ ζητοῦντος καὶ προτείνοντος ὡς τὸ μέτρον τὸ δυνάμενον νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν θεραπείαν τοῦ μεγάλου κακοῦ, ὡς περιέγραψεν αὐτὸ καὶ ὡς εἶναι πράγματι, ζητοῦντος νὰ καταλύσητε τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας, νὰ δημεύσητε τὴν δημοτικὴν περιουσίαν, ὅπως σχηματίσῃ σῶμα ἐκ χιλίων ἀνδρῶν, καὶ τὸ σχηματίσῃ ἐκ τῶν στοιχείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπαρτίζουσιν ἐν γένει πᾶσαν δύναμιν ἐκτελεστικὴν ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ. Ὅ,τι δὲν ἠδυνήθη νὰ κατορθώσῃ διὰ τῶν ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησε διοικῶν τὸν τόπον ἐπὶ ὀκτὼ ὅλα ἔτη διὰ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Βασιλείας καὶ τῶν Κοινοβουλίων, ἐλπίζει ὅτι θὰ κατορθώσῃ διὰ τῶν χιλίων ἀστυφυλάκων, τοὺς ὁποίους θὰ σχηματίσῃ, ἀφαιρῶν ἐκ τῆς δημοτικῆς ἐξουσίας καὶ τὴν δύναμιν, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύναται αὕτη νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀποστολήν της καὶ τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως αὐτῆς. Καὶ ἀπορεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ μὲ ἐπετίμησε, διότι τὰ πάντα κατακρίνω... (Θόρυβος).

§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, παρακαλῶ νὰ παύσουν οἱ διάλογοι.

§62ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Βεβαίως εἰς τοιαύτην Πολιτείαν, ἀπολήγουσαν εἰς τὴν ζοφερὰν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν περιέγραψε, καὶ ὑποσχομένην τοὺς καρποὺς, οἵτινες δυνατὸν νὰ προκύψωσιν ἐκ τοῦ μέτρου αὐτοῦ, βεβαίως δὲν ἐπιτρέπεται ἔπαινος, ἀλλὰ ψόγος καὶ κατάκρισις. Μεταβαίνω εἰς τὴν ἀναίρεσιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τῶν ῥητόρων τῆς Συμπολιτεύσεως πρὸς ἀντίκρουσιν τῶν λόγων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριξα τὴν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου γνώμην μου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἠμφισβήτησεν, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστον κλάδον τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, καὶ ὅτι προσβάλλεται ὁ θεμελιώδης ἡμῶν νόμος, τῆς ἐξουσίας τῆς ἀστυνομικῆς ἀφαιρουμένης ἀπὸ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς. Ἐστηρίχθη δὲ, πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ του τούτου, εἰς τὸν νόμον τοῦ 1849. Ἀλλὰ ὁ νόμος τοῦ 1849 εἶναι προηγούμενος τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ θεσμοὶ οἱ δημοτικοὶ ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς θεσμοὶ συνταγματικοί. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843 δὲν περιεῖχε διάταξιν, ὁποίαν περιέχει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864. Καὶ ὅμως ἠκούσατε, ὅτι, ὅτε ὑπεβλήθη ὁ νόμος ἐκεῖνος εἰς τὴν Γερουσίαν, ἠγέρθησαν φωναὶ σεβασταὶ, αἱ ὁποῖαι κατέκριναν τὸν νόμον ἐκεῖνον, καὶ μετὰ λύπης ὑπέκυψαν εἰς αὐτόν. Διότι ἔγεινεν ὁ νόμος αὐτὸς πρὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, καὶ διότι δὲν ἐζητήθη ἡ ἀναίρεσις αὐτοῦ, δὲν ἕπεται ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν κατέστησε πλέον τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας ἀπαραβιάστους καὶ ὑπερτέρας τῆς δικαιοδοσίας τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, χαρακτηρίσαν αὐτὰς ὡς θεμελιώδεις. Διατείνεται, ὅτι ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία παραχωρεῖται ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς μόνον κατὰ προαίρεσιν. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀληθὲς, Κύριοι. Ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία εἶναι ἀναπόσπαστος ἀπὸ πάσης ἀρχῆς, διαχειριζομένης ἐξουσίαν τινά. Ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος δὲν δύναται νὰ διευθύνῃ τὰς συνεδριάσεις τοῦ Σώματος ἄνευ ἀστυνομικῆς ἐξουσίας, ὅπως οἱονδήποτε σωματεῖον δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ὁ διαχειριζόμενος τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, ὅπως, ἂν ἐπισκεφθῇ τις καὶ Μονήν τινα, θὰ πεισθῇ, ὅτι ἄνευ Ἡγουμένου, διαχειριζομένου ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ τάξις ἐν αὐτῇ, τοιουτοτρόπως, Κύριοι, δημοτικὴ ἐξουσία, δημοτικὴ ἀρχὴ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ἂν δὲν συνυπάρχῃ τὸ συμφυὲς μετὰ τῆς ἰδιότητος τῆς ἀρχῆς, τὸ συμφυὲς τῇ δημοτικῇ ἀρχῇ, ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία. Ἀδύνατον, Κύριοι, ὁ Δήμαρχος νὰ βηματίσῃ εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ δήμου του, ἂν δὲν ἔχῃ τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, ἂν δὲν ἔχῃ τὰ πρὸς τοῦτο μέσα. Ἀλλὰ ἡ κεντρικὴ ἐξουσία, λέγετε, ἔχει τὴν ἀνωτέραν ἀστυνομίαν, ἑπομένως δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοῦ δήμου τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν. Ἡ μία ἀστυνομία εἶναι διάφορος τῆς ἄλλης. Δύνανται νὰ συνυπάρξωσι, καὶ συνυπάρχουσι, διότι τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας ἐπιβάλλει τοῦτο, καθόσον δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ ἀστυνομικῆς ἐξουσίας διοίκησις. Ὅπως ἡ κεντρικὴ ἐξουσία, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της, καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὴν διοίκησιν τῆς χώρας, ἔχει ἀνάγκην τῆς ἀστυνομίας, τοιουτοτρόπως καὶ ὁ Δήμαρχος, ἵνα ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκόν του ὡς Δήμαρχος, ἔχει ἀνάγκην τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Δύνασθε, ἂν θέλητε, νὰ πράξητε τὸ μὴ λογικὸν, δύνασθε νὰ καταλύσητε τὴν δημοτικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ δὲν δύνασθε, παρὰ τὴν λογικὴν, παρὰ τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων, νὰ ἰσχυρισθῆτε καὶ νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ἡ ἀστυνομία ἡ δημοτικὴ δύναται νὰ ἀποσπασθῇ ἀπὸ τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν, ἐνόσω ὑφίσταται δημοτικὴ ἀρχή. Ἀφ’ ἧς δὲ τὸ Σύνταγμα ἔθεσεν ὑπὸ τὴν σκέπην τοῦ Συντάγματος τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας, δὲν δύνασθε, χωρὶς νὰ παραβιάσητε αὐτὸ τὸ Σύνταγμα καὶ αὐτὰς τὰς ἐλευθερίας τὰς δημοτικάς, δὲν δύνασθε νὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν κἀμμίαν ἐξουσίαν, κἀμμίαν ἐνέργειαν, ἡ ὁποία εἶναι ἀναποσπάστως συνδεδεμένη μετὰ τῆς φύσεως τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ παραβιάζετε ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καταπατεῖτε τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας καὶ ἀνατρέπετε τὰς δημοτικάς. Δὲν παραδέχεται ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ὁ νόμος αὐτοῦ εἶναι δημευτικός. Τὸ Σύνταγμα σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ φορολογῆτε τοὺς πολίτας ἐξ ἴσου, καὶ δὲν σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα, κατ’ ἰδίαν νὰ φορολογῆτε τοὺς πολίτας, καὶ κατ’ ἰδίαν νὰ φορολογῆτε τοὺς ἀπαρτίζοντες τὴν κοινότητα. Οἱ ἀπαρτίζοντες τὴν κοινότητα φορολογοῦνται δυνάμει τῶν κειμένων φορολογικῶν νόμων. Δὲν δύνασθε περισσότερον. Διότι ὁ νόμος εἶπεν, ὅτι ὅλοι ὑποβαλλόμεθα ἐξ ἴσου εἰς τὸν φόρον ἀναλόγως τῆς περιουσίας μας, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ φορολογήσωμεν τὸν ἕνα, καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὸν ἄλλον ἀφορολόγητον. Λοιπόν, ἀφοῦ φορολογοῦνται ἐν γένει οἱ δημόται, δὲν δύνασθε νὰ φορολογήσητε, δὲν ἔχετε τὴν ἐξουσίαν νὰ φορολογήσητε τὴν κοινότητα, τὴν ἀπαρτιζομένην ἀπὸ πολίτας ἤδη φορολογηθέντας. Διὰ φόρων εἰδικῶν οἱ δῆμοι ἀπαρτίζουσι μίαν περιουσίαν, τὴν ὁποίαν προορίζουσιν εἰς ῥητὰς ἀνάγκας τοῦ δήμου. Αὐτὴ ἡ περιουσία εἶναι ἱερά, ὅπως εἶναι ἱερὰ ἡ ἰδική μου, ὅπως εἶναι ἡ ἰδική σας, καὶ ὅπως, ἂν θελήσητε νὰ σφετερισθῆτε τὴν ἰδικήν μου ἢ οἱουδήποτε πολίτου τὴν περιουσίαν, δι’ οἱανδήποτε ἀνάγκην τῆς Πολιτείας, πράττετε δήμευσιν, πράττετε αὐθαιρεσίαν, τοιουτοτρόπως, σφετεριζόμενοι τὴν περιουσίαν τῶν δήμων, πράττετε μίαν δήμευσιν, παραβιάζετε τὸ Σύνταγμα. Ἐδιδάχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ σοφιστεύεσθαι. Καὶ βεβαίως διατελεῖ ὑπὸ διδάσκαλον, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν Γοργίαν αὐτὸν ἤθελε κατανικήσει, ἂν ἐπρόκειτο νὰ τὸν ἀντικρούσῃ....

§63ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον; Τὸν Γοργίαν;

§64ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μάλιστα, τὸν Γοργίαν ἤθελε καταβάλει, ἂν ἐπρόκειτο νὰ τὸν ἀντικρούσῃ... Ἰσχυρίζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ὁ νόμος ἐπιβάλλει δαπάνην εἰς τοὺς δήμους διὰ τὴν ἀστυνομίαν. «Ὅ,τι λοιπὸν δὲν πράττει ὁ δῆμος ἢ πράττει κακῶς, δύναμαι νὰ τὸ πράξω ἐγώ», λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, λαμβάνων μέρος ἐκ τῆς περιουσίας τοῦ δήμου. Πρῶτον, ἡ βάσις τοῦ ἰσχυρισμοῦ δὲν εἶναι ἀληθής· ὁ νόμος δὲν ἐπιβάλλει εἰς τὸν δῆμον δαπάνην διὰ τὴν ἀστυνομίαν, ἀλλ’ ἀναθέτει εἰς τὸν Δήμαρχον, ὁ ὁποῖος λόγῳ τιμῆς θεωρεῖται ὅτι γίνεται Δήμαρχος, ἀναθέτει εἰς αὐτὸν τὴν ἐνάσκησιν καὶ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, διότι δὲν ἠδύνατο, σεβόμενος τὴν αὐτοδιοίκησιν τῶν δήμων, νὰ ἐπιβάλῃ δαπάνην, ἡ ὁποία δὲν ἤθελε θεωρηθῆ παρ’ αὐτοῦ τοῦ δήμου ἀναγκαία. Κατὰ γενικὸν κανόνα, οἱ δῆμοι δὲν δαπανῶσι σχεδὸν τίποτε διὰ τὴν ἀστυνομίαν, διότι καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι. Ὅσοι γνωρίζομεν τὸν τόπον γνωρίζομεν καλῶς, ὅτι οἱ Δήμαρχοι, καὶ χωρὶς νὰ ἔχωσιν ἀστυνόμους, δύνανται, ὅταν θέλωσι, νὰ ἐκπληρώνωσι τὰ μεθ’ ὧν βαρύνονται ἀστυνομικὰ καθήκοντα. Βεβαίως, ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελέσωσι καὶ τὴν ἀστυνομίαν, ἡ ὁποία βαρύνει τὴν ἐξουσίαν, δὲν ἦτο δυνατόν. Ἀλλὰ διὰ τὴν ἀστυνομίαν, ἡ ὁποία τοὺς βαρύνει, ἀνάγκην δαπάνης δὲν ἔχουσιν οἱ Δήμαρχοι. Πότε δὲ διορίζουν εἰς τὸν δῆμον ἀστυνόμους; Μόνον καθ’ ἣν περίστασιν ὁ δῆμος ἤθελε θεωρήσει, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη πρὸς τοῦτο, καὶ ὅτι ἔχει τὰ μέσα, ἵνα πληρώσῃ τὸν ἀστυνόμον. Τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ δαπάνη τῆς ἀστυνομίας διὰ τὸν δῆμον. Εἶναι προαιρετική. Ἀφοῦ εἶναι προαιρετική, καὶ ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει εἰς τὸν δῆμον δαπάνην διὰ τὴν ἀστυνομίαν, σοφιστευόμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπεστήριξεν, ὅτι «τὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ ὁ δῆμος διὰ τὴν ἀστυνομίαν, τὴν κάμνω ἐγώ, καὶ πρὸς τοῦτο λαμβάνω τὴν περιουσίαν του». Δὲν εἶναι δὲ ὀρθόν, Κύριοι, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἰδιοποιῆται τὴν περιουσίαν, τὴν ὁποίαν ὁ δῆμος, ἐπαναλαμβάνω, πορίζεται εἴτε ἀπὸ εἰδικῆς περιουσίας, εἴτε ἐκ φόρων εἰδικῶν, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλει εἰς τοὺς δημότας του, ὅτι δύναται νὰ τὴν ἰδιοποιῆται καὶ νὰ τὴν διαθέτῃ πρὸς οἱονδήποτε σκοπὸν, ἔστω καὶ πρὸς ὠφέλειαν τοῦ δήμου. Τότε μόνον αὕτη δύναται νὰ διατεθῇ, ὅταν ὁ δῆμος αὐτὸς τὸ ἀποφασίσῃ· ἂν γίνηται παρὰ τὴν θέλησίν του, εἶναι αὐθαιρεσία, καὶ ἡ ἀφαίρεσις τῆς περιουσίας τοῦ δήμου ἀποτελεῖ βεβαίως δήμευσιν τῆς περιουσίας του. Δὲν θέλω νὰ ὑποπέσω εἰς ἐπαναλήψεις, διότι βλέπω, ὅτι τὸ ζήτημα ἐξηντλήθη· ἀλλ’ ὅταν ἀφαιρῆτε ἀπὸ τὸν δῆμον τὴν ἐξουσίαν τὴν ἀστυνομικὴν, τοῦ ἀφαιρεῖτε καὶ τὰ μέσα· τότε δὲ πῶς ὁ Δήμαρχος θὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά του, μεθ’ ὧν κατὰ τὸν νόμον βαρύνεται; εἰς τί χρησιμεύει πλέον τὸ ὁποῖον φέρει ἀξίωμα; Ἀποβαίνει τοῦτο, ὡς ὀρθῶς παρετηρήθη, μία σκιά. Καταργήσατε τότε καὶ αὐτὴν, ἵνα μὴ πλανώμεθα, ὑπολαμβάνοντες ὅτι ἔχομεν δήμους καὶ δημοτικὰς ἐλευθερίας. Ἀδικεῖτε δὲ μεγάλως τὴν κοινωνίαν, σφετεριζόμενοι τὴν περιουσίαν τῶν δήμων, τὴν προωρισμένην εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν ὑποχρεώσεων ἱερῶν, μεθ’ ὧν βαρύνονται οἱ δῆμοι, καὶ κατεργάζεσθε τὴν δυστυχίαν τοῦ τόπου. Εἰς Αἴγιον, ἔχομεν δημοσυντήρητον Γυμνάσιον, καὶ τὸ Γυμνάσιον αὐτὸ εὐεργετεῖ ὄχι μόνον τὸ Αἴγιον, ἀλλὰ καὶ τὰς πλησίον αὐτοῦ ἐπαρχίας, διότι προστρέχουν ἐκεῖ καὶ νέοι ἐκ τῶν γειτονικῶν ἐπαρχιῶν τῆς Πελοποννήσου καὶ Ἠπείρου. Πῶς ἐπορίσθημεν τὸ πρὸς συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου τούτου ἀναγκαῖον χρηματικὸν ποσόν; Δημαρχεύοντος τοῦ μακαρίτου ἀδελφοῦ μου, ἐπέβαλον φόρους, καὶ τοὺς ἐπέβαλον ἀντιλεγόντων πολλῶν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐνόμιζον, ὅτι ἡ συντήρησις τοῦ Γυμνασίου εἶναι μέγα εὐεργέτημα διὰ τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα μου, ἐπέμενον καὶ κατίσχυσα, πολλοὺς ἐκ τῶν φίλων μου δυσαρεστήσας. Καὶ συντηρεῖται οὕτω τὸ Γυμνάσιον, οὐδ’ ὀβολὸν τοῦ Δημοσίου καταβάλλοντος. Ἐὰν ἤδη ἀφαιρέσητε ἐκ τοῦ δήμου τούτου τὰ ὅσα πορίζεται ἐκ τῶν ἐπιβληθέντων φόρων μέσα, καὶ διαθέσητε αὐτὰ χάριν σκοπῶν, οὓς ἀπέχω νὰ χαρακτηρίσω, σᾶς ἐρωτῶ, πῶς θὰ διατηρηθῇ τὸ Γυμνάσιον αὐτό; Δὲν ἀδικεῖτε τὸν δῆμον τοῦ Αἰγίου καὶ τὴν ἐπαρχίαν τῆς Αἰγιαλείας; δὲν πράττετε αὐθαιρεσίαν; δὲν δημεύετε περιουσίαν, ἡ ὁποία εἶναι προωρισμένη εἰς ἱερὸν σκοπόν; Τί δὲ ποιητέον ὡς πρὸς τὸ Γυμνάσιον τοῦτο; Θὰ ἀναλάβῃ τὴν περὶ αὐτοῦ δαπάνην τὸ Δημόσιον; Δὲν τὸ πιστεύω· διότι θὰ δίδετε ὅ,τι λαμβάνετε. Ἀφοῦ δὲ ἐφθάσατε εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ὥστε νὰ θέλητε διὰ τῆς δημεύσεως τῆς περιουσίας τῶν δήμων νὰ ὑπάρξητε, βεβαίως δὲν εἶναι πιθανὸν, ὅτι θὰ δυνηθῆτε προσεχῶς νὰ ἐπανορθώσητε τὸ μέγα ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον θὰ κάμητε εἰς τὴν Αἰγιάλειαν. Εἶναι λοιπὸν ἀποδεδειγμένον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀντιβαίνει εἰς τὸν Σύνταγμα, διότι παραβιάζονται δι’ αὐτοῦ αἱ ἐλευθερίαι αἱ δημοτικαὶ, καὶ διότι φέρει χαρακτῆρα δημευτικόν. Ἐλπίζω, ὅτι οἱ νέοι ἐκ τῶν Βουλευτῶν δὲν θὰ ὑποστηρίξωσιν αὐτό. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ ὑποστηρίξωσιν, ὑπάρχει καὶ ἀνωτέρα ἀρχὴ, ἡ ὁποία, ἂν ἦναι ἀληθὲς ὅτι μετέβαλε σύστημα τῆς μέχρι τοῦδε πολιτείας αὐτῆς ἀπέναντι τῶν κοινῶν, καὶ ὅτι θεωρεῖ ὡς καθῆκόν της τὸ νὰ παρακολουθῇ τὰς πράξεις τῶν Κυβερνήσεών της, δὲν θέλει κυρώσει ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄδικος καὶ ἔκθεσμος, καὶ δυνατὸν νὰ ἔχῃ πολὺ δυσάρεστα ἀποτελέσματα.

§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος ἵνα ὁμιλήσῃ. Κηρύσσεται ἡ συζήτησις περατωμένη. Κύριοι Βουλευταί, παρακαλῶ, καθήσατε εἰς τὰς ἕδρας σας. Θέλω προκαλέσει ψηφοφορίαν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν...

§66Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν κ.κ. Κ. Ἀργασάρη Δομβάρδου καὶ Π. Μερλοπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Μιλτ. Δάλλας ΟἈντ. Οἰκονομίδης
Ἀνδ. Παναγιωτόπουλος Γεώρ. Λιδωρίκης Ν
Ἰω. Μεσσηνέζης ΟΚων. Ἀναγνωστόπουλος Ο
Σπυρ. Μαρκέλλος ΝΓεώρ. Λύρας Ν
Ἀρ. Ἀργυρόπουλος ΝΚων. Παπαμιχαλόπουλος Ο
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος ΝΣταμάτ. Μήτσας Ν
Λεων. Καρυστινάκης ΝΔημ. Βουλπιώτης Ν
Δημ. Καΐρης ΝΚων. Ζῶτος
Μιχ. Κωτσάκος ΝἨλ. Μπλατσῆς Ν
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΟΔ. Γρανίτσας Ν
Ἠλ. Κανελλόπουλος ΝΔιον. Στεφάνου Ν
Γεώρ. Παχὺς ΝΚων. Ἀργασ. Δομβάρδος Ν
Μιχ. Π. Λάμπρος ΝΔιον. Ζήβας Πλακᾶς Ν
Κων. Καραπάνος ΟΓεώρ. Κρεστενίτης Ν
Κων. Σταυρόπουλος Χρ. Στεφανόπουλος Ν
Ἀλέξ. Σκουζὲς Ἀνδρ. Στεφανόπουλος
Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Διον. Παυλόπουλος Ν
Ἀλέξ. Ψύλλας ΝἈνδρ. Σπηλιάδης Ν
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ἄγγ. Πετραλιᾶς
Ἀλέξ. Ρετσίνας ΝἘπαμ. Δημητρίου Ν
Δημ. Ράλλης ΟΣτέφ. Σκουλούδης Ν
Α. Ζυγομαλᾶς ΟΝικ. Νομικὸς Ν
Ὄθ. Μακρυγιάννης Θωμᾶς Μαρκεζίνης Ν
Σ. Ζαχαρίτσας Νικήτας Συνοδινὸς Ν
Μιλ. Ὀριγώνης ΝΒαρβαῤῥῆγος Πήλικας Ν
Κωνστ. Βαλτινὸς ΝἈλέξ. Φωτήλας Ν
Ὀδυσ. Μοσχοβίτης ΝΚων. Σταμπουλόπουλος Ν
Γεώρ. Καρτάλης ΝΛεων. Πετιμεζᾶς Ν
Ἀργ. Κανταρτζῆς ΝὈδυσ. Λαμπρόπουλος
Νικ. Κοκωσλῆς ΝΓιαννούσης Τάκης
Νικ. Ἀξελὸς Ἠρ. Καλαμπάκας Ν
Νικ. Παῤῥησιάδης ΝἈντ. Π. Μαυρομιχάλης Ν
Ἰω. Γρίβας ΝΠερ. Πεῤῥωτῆς Ν
Ἐπ. Μαυρομμάτης ΝΚων. Φλέσσας Ο
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΟΚων. Ζωγλοπίτης Ν
Νικ. Σπυρακόπουλος ΝΠαν. Κουκορῖκος Ν
Περ. Ἀλεξάκης ΟΓεώρ. Φραγκίδης
Θεμ. Κορομάντζος ΝΔημ. Τερτίπης Ν
Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΟἈθαν. Κωστάμης
Κωνστ. Κοσσονάκος Ἀριστ. Χατζηνικολῆς Ο
Ἀριστ. Πετροπουλάκης Νικ. Μπαλάφας Ν
Νικ. Παπανικολάου ΝἈλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν
Παν. Λεβέντης Ἠλίας Ποταμιάνος
Βαπτιστής Βάστας ΝἈριστ. Ρούκης Ν
Γεώρ. Θεοτόκης ΝΣπ. Α. Κουμουνδοῦρος
Ἀλκίνοος Ζερβὸς ΝΓιαννοῦκος Μαυρομιχάλης
Ἠλίας Πολίτης Ξανθὸς Πικουλάκης Ν
Γουλλιέλμος Σκάρπας Ἀσημάκης Χρηστόπουλος Ο
Νικ. Μαρκέτης ΝΝικ. Παπαλέξης
Σπυρ. Λάσκαρης ΝΠαν. Λαμπρούλιας
Κων. Θ. Ρωμαῖος ΝΕὐάγγ. Ἀρδαβάνης Ν
Κων. Χρηστόπουλος Ἰω. Τυπάλδος Χαριτάτος Ν
Σωτ. Κροκιδᾶς Σπυρ. Μακρῆς Ν
Σπυρ. Νοταρᾶς Ἀνδρ. Σιμόπουλος Ν
Ἀναστ. Δημητριάδης Εὐστ. Παπαδάκης Ν
Γεώρ. Κούστας Πανούρ. Πανουργιᾶς Ν
Ἰω. Τσιμάρας ΝΘάνος Κανακάρης Ν
Γερ. Μουσούρης ΝἈχ. Χοϊδᾶς
Α. Ἄννινος Καβαλλιεράτος ΝἈντ. Ρικάκης
Θεόφραστος Μεταξᾶς ΝἸω. Τσερτίδης
Διόν. Καλούτσης ΝΝικ. Κουμανιώτης
Σπυρ. Στάης ΝἌγγ. Ροῦφος
Μιχ. Πολίτης ΝΝικ. Καράπαυλος Ν
Θεόδ. Θερμογιάννης Παν. Σάκκης Ο
Ἰω. Καλούτσης ΝΣπ. Γρίβας Ν
Στέφ. Κοπανίτσας ΝἸω. Βρυώνης
Κωνστ. Σαλταφέρος ΝΠ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
Πέτρ. Βαρβιτσιώτης ΝἸω. Γεωργιάδης Ν
Μελέτ. Ρουσόπουλος ΝΓεώργ. Ν. Μπούμπουλης
Δημοσθ. Ματάλας ΝΓεώργ. Π. Μπούμπουλης
Νικ. Καραστέργιος ΝἈλέξ. Γ. Σοῦτσος Ν
Ἀργ. Διδίκας Ἀνδρ. Γ. Συγγρὸς
Ἐδὶπ Σερὲφ Χασὴπ ΝΔημ. Βοκοτόπουλος Ν
Ἰω. Λάππας Ἰω. Γκιὼν Ν
Νικ. Μπουφίδης ΝΝικ. Φώσκολος Ν
Περ. Βαλαωρίτης ΝΣωτήρ. Χατζηγάκης Ν
Γερ. Σέρβος ΟΚωνστ. Χατζηπέτρος
Κωνστ. Χαλκιόπουλος ΝΧρ. Βλυτσάκης Ν
Ἀθαν. Εὐταξίας ΟΓ. Κανούτας Ν
Κων. Κωνσταντόπουλος ΟΕὐστ. Κοκκέβης
Παν. Μανέτας ΟΔημ. Παπατσώρης Ν
Ν. Τριανταφυλλᾶκος ΝΧρ. Καραβίτης Ν
Ἠλ. Ζέγγελης ΝΔιον. Κατρίτσης
Φίλ. Βάρβογλης Ἀριστ. Μάνεσης Ν
Ἀθαν. Σακελλαριάδης ΝἈνδρ. Σκαλτσοδῆμος Ν
Λεων. Ζέρβας ΝΒασ. Δροσινὸς Ν
Στέφ. Δραγοῦμης ΝΝικ. Βαλάσης Ν
Νικ. Φιλάρετος Ἐμμ. Δημητριάδης Ν
Χαρ. Τρικούπης ΝΚωνστ. Σαχτούρης
Ἰω. Τρικούπης ΝἘπαμ. Κριεζῆς
Ἀλκ. Δεληγιάννης ΝΝικ. Τσαμαδὸς Ν
Ἀντ. Καρατζᾶς ΝΒησαρ. Χατζηαγγελάκης Ν
Ἀθαν. Παπαχελᾶς ΝΝικ. Ζητουνιάτης Ν
Παν. Μερλόπουλος ΟΔημ. Ζουλούμης Ν
Χαρίλ. Προβελέγγιος ΝΝικ. Χατζῖσκος Ν
Ἀντ. Μάτσας Κωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ν
Λορέντζος Δελλαρόκας ΝΔημ. Κρίτσας Ν
Ἰω. Ναυπλιώτης ΝἩρ. Γαζέπης Ο
Στυλ. Βάλληνδας ΝΒ. Βουδούρης Ν
Ἰω. Ἰντζὲς ΝΝικ. Καλογερόπουλος Ν
Γεώργ. Σισμάνης ΝΘεμ. Α. Κανάρης Ν
Νικ. Καλαντζόπουλος ΝΚων. Παπανικολῆς Ν

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 152. Ἐκ τούτων 131 εἶπον Ναί, καὶ 21 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἐγένετο δεκτὴ διὰ ψήφων 131 κατὰ 21. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).

§69ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μετὰ τὰς λέξεις «μείζονα τῶν πέντε χιλιάδων» παρακαλῶ νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ ἐν τοῖς δήμοις αʹ τάξεως».

§70ΡΟΥΚΗΣ. Εἶναι ἡ πρότασις τοῦ κ. Παυλοπούλου, τὴν ὁποίαν ἀποδέχεται ὁ κ. Ὑπουργός.

§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 3–7).

§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).

§73ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὸ ἄρθρον 8, παρακαλῶ, μετὰ τὰς λέξεις: «Εἰς τοὺς ἀστυνόμους χορηγεῖται» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «κατὰ μῆνα». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει, τὸ ἄρθρον 9).

§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).

§75ΛΑΜΠΡΟΣ. Ἐν τῷ ἐδαφίῳ γʹ, νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους ἡ πραγματικὴ ὑπηρεσία νὰ περιορισθῇ εἰς ἑνὸς ἔτους, διότι πολλοὶ ὑπάρχουσιν οἱ δυνάμενοι εὐδοκίμως νὰ προσφέρωσι τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, οἱ ὁποῖοι ὅμως ὑπηρέτησαν μόνον ἐπὶ ἓν ἔτος εἰς τὸν στρατόν.

§76ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶναι πολλὴ ἡ ὑπηρεσία ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 11–21, ὡς ἔχουσι).

§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 22 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Ρουσόπουλος ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς: «θέλουσι δὲ οὗτοι μισθοδοτεῖσθαι ἐκ τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 33 καταβαλλομένου ὑπὸ τῶν δήμων ποσοῦ».

§78ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Κεφάλαιον 3ον τοῦ ψηφιζομένου ἤδη νομοσχεδίου περιλαμβάνει τρία ἄρθρα, ἀποκλειστικῶς ἀφορῶντα εἰς τὰ τῆς ἀγροφυλακῆς· ἀλλ’ ἐξ οὐδενὸς τούτων συνάγεται, πόθεν θὰ μισθοδοτῆται τὸ προσωπικὸν αὐτῆς. Καὶ δύναταί τις μὲν νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι κατ’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον οἱ ἀγροφύλακες θὰ πληρώνωνται ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 33 τοῦ νόμου καταλογισθέντων εἰς τοὺς δήμους διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας, ἐν τούτοις παρακαλῶ τοὺς ἁρμοδίους νὰ ἐκφρασθῶσι ῥητῶς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ ἂν δὲν ἔχωσιν, ὡς ἐλπίζω, διάφορον γνώμην, ν’ ἀποδεχθῶσι τὴν τροπολογίαν μου, διότι ἄλλως οἱ δῆμοι θὰ εὑρεθῶσιν εἰς δυσχερῆ θέσιν.

§79ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ πληρωμὴ τῶν μισθῶν τῆς ἀγροφυλακῆς δὲν θὰ γίνηται ἐκ τοῦ ποσοῦ, τοῦ προβλεπομένου ἐν ἄρθρῳ 33, ἀλλὰ θὰ γίνηται ὡς καὶ κατὰ τὸ παρελθόν· διότι ὅλοι οἱ ὑπολογισμοὶ ἐγένοντο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μισθοδοσίας τῶν ἀστυφυλάκων.

§80ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι οἱ δῆμοι θὰ περιστῶσιν οὕτως εἰς δεινὴν οἰκονομικὴν δυσχέρειαν, καὶ θὰ καταστῶσιν ἐντελῶς ἀνίκανοι, ὅπως ἀνταποκρίνωνται οὐ μόνον εἰς τοὺς σπουδαιοτέρους σκοποὺς τῆς συστάσεώς των, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὰς ἔτι τὰς ἀπολύτους ἀνάγκας τῆς συνήθους καὶ κανονικῆς ὑπηρεσίας.

§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ρουσοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 22, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 23–27, ὡς ἔχουσι).

§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 28 (ἀναγινώσκεται).

§83ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐνταῦθα καλὸν εἶναι νὰ προστεθῇ, ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται ἡ περὶ ἐγγυήσεως διάταξις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας οὐ μόνον, ὡς λέγει τὸ ἄρθρον, κατ’ ἀστυνόμου ἢ ἀξιωματικοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλὰ καὶ κατ’ ἀστυφύλακος.

§84ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα· δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 28 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 29–32, ὡς ἔχουσι).

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 33 (ἀναγινώσκεται). Ἐνταῦθα ὑπάρχει τροπολογία τοῦ ἐκ Σάμης βουλευτοῦ κ. Βρυώνη.

§86ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑποστηρίζεται.

§87ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 33. Οἱ ἀντικαταστήσαντες τὸ πρῶτον τὴν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ δημοτικὴν ἀστυνομίαν διὰ τῆς διοικητικῆς ἦσαν τοὐλάχιστον κατὰ τοῦτο συνεπεῖς, ὅτι δὲν ἠθέλησαν νὰ ἐπιβάλωσι τὴν συντήρησιν ταύτης εἰς τοὺς στερηθέντας τῆς τοιαύτης ἐξουσίας δήμους. Οἱ σήμερον ὅμως εἰσηγηταὶ τῆς ἀντικαταστάσεως τῆς δημοτικῆς διὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καθ’ ὅλους τοὺς δήμους τοῦ Κράτους οὐδὲ κατὰ τοῦτο ἐννοοῦσι νὰ ἦναι συνεπεῖς. Αὐτοὶ δὲν ἀρκοῦνται εἰς τὸ ὅτι ἀποστεροῦσι τοὺς δήμους τὴν μόνην ἐξουσίαν των, τὸ μόνον γνώρισμα τῆς αὐτοδιοικήσεώς των, ἀλλὰ θέλουσι νὰ ἐπιβάλλωσιν εἰς αὐτοὺς καὶ τὴν δαπάνην τῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐνασκήσεως τῆς ἐξουσίας των. Καὶ τὴν δαπάνην ταύτην ἐπιβάλλουσιν εἰς τοὺς δήμους, κύριε Πρόεδρε, οὐχὶ ὑπὸ τὸν τύπον φορολογίας, ὡς ἐνόμισάν τινες τῶν προαγορευσάντων, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν τύπον ἀναγκαστικῆς εἰσφορᾶς μᾶλλον, ἥτις μόνον ἐν καιρῷ πολέμου ἐπιτρέπεται· ἴσως διότι ἠθέλησαν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ὑπὸ τὸ κράτος τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας θὰ διατελῶμεν πράγματι εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν. Ἀλλὰ τὸ περιεργότατον πάντων εἶναι, ὅτι, ἐνῷ ἀπαλλάττουσι τῆς τοιαύτης ἀναγκαστικῆς εἰσφορᾶς τοὺς δύο εὐπορωτέρους δήμους τοῦ Κράτους, τοὺς δήμους Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς, ὑποβάλλουσιν εἰς αὐτὴν πάντας τοὺς λοιποὺς δήμους τοῦ Κράτους, οὐδ’ αὐτῶν τῶν ἀπορωτάτων ἐξαιρουμένων. Καὶ θὰ ἴδωμεν οὕτω, κύριε Πρόεδρε, τοὺς δήμους λ. χ. τῆς Δωρίδος, Λοκρίδος, Ναυπακτίας, Εὐρυτανίας, Γορτυνίας καὶ ἄλλων ἐπαρχιῶν...

§88ΡΟΥΚΗΣ. Καὶ τῆς Νέας Πέλλης.

§89ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα, καὶ αὐτῆς τῆς Νέας Πέλλης, ἂν ἀγαπᾶτε.... Θὰ ἴδωμεν, λέγω, τόσους δήμους, τῶν ὁποίων οἱ πόροι μόλις καὶ μετὰ βίας ἐπαρκοῦσιν εἰς συντήρησίν των, εἰσφέροντας ἐκ τοῦ ὑστερήματός των πρὸς συντήρησιν τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς! Τοῦτο μοὶ ὑπενθυμίζει ἑτέραν τινὰ φορολογίαν, ἐφάμιλλον καθ’ ὅλα πρὸς τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος εἰσφοράν. Εἴχομεν πρὶν τὰ διόδια, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεβάλλοντο ὅσοι ἔκαμνον χρῆσιν τῶν ἁμαξιτῶν ὁδῶν ἔφιπποι ἢ ἐφ’ ἁμάξης. Τότε παρεπονοῦντο πολλοὶ τῶν κατοίκων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ὅτι ἦσαν ἠναγκασμένοι διὰ πᾶσαν ἐκδρομήν των ἐφ’ ἁμάξης νὰ πληρώνωσι διόδια, ὁ δὲ κ. Τρικούπης, καὶ τότε Πρωθυπουργὸς ὤν, ἐσκέφθη νὰ θεραπεύσῃ τὸ τοιοῦτο κακὸν ἁπλούστατα, ὡς ἑξῆς. Κατήργησε τὰ διόδια, τὰ ὁποῖα οἱ εὔποροι τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς κάτοικοι ἐπλήρονον, ὁσάκις ἔκαμνον χρῆσιν τῶν ἁμαξιτῶν ὁδῶν, καὶ ἀντικατέστησεν αὐτὰ διὰ ποσοστῶν ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων, μὲ τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνονται οἱ πτωχοὶ ποιμένες τῆς Δωρίδος, Ναυπακτίας, Εὐρυτανίας καὶ ἄλλων παρομοίων ἐπαρχιῶν, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν κατεσκεύασεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τοὺς τόπους των, ὄχι ἁμαξιτούς, ἀλλ’ οὐδὲ γιδόστραταις. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰσότης καὶ δικαιοσύνη, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἐπὶ ἄλλων φορολογικῶν του μέτρων ἔχει καθιερώσει καὶ ἐπὶ τῆς προκειμένης ἀναγκαστικῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων δὲν ἐννοεῖ νὰ παραιτήσῃ. Τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ λάβωσιν ὑπὸ σημείωσιν κατ’ ἐξοχὴν οἱ ψηφίσαντες τὸ νομοσχέδιον Βουλευταὶ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, ὧν οἱ ἄποροι δῆμοι καταδικάζονται δι’ αὐτοῦ νὰ πληρώνωσι τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεως οὐ μόνον τῆς ἰδίας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀστυνομίας τῶν εὐπόρων δήμων Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 33, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 34–43 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ, εἰς γʹ συζήτησιν).

§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῆς Γενικῆς ἐπιθεωρήσεως τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ συστάσεως Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 201). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37
2τῆς 10 Ἰουλίου 1892.
3(Παρασκευή).
4Ὥρα 10 καὶ 20′ π. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Χρηστίνα χήρα Ἀνδρέου Λερούνη,
8κάτοικος Κερτέζης, δι’ ἀναφορᾶς της παραπονεῖται κατὰ
9τοῦ Εἰρηνοδίκου Καλαβρύτων. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ
10εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
11§2ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Οἱ ἐργάται τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου
12δι’ ἀναφορᾶς των παραπονοῦνται, ὅτι ἐθεωρήθησαν ὡς
13ὑπάλληλοι, ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ ὑποχρεωτικῆς συμμετο-
14χῆς τῶν δημοσίων λειτουργῶν εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον
15τῶν ὑπαλλήλων, τοῦ ψηφισθέντος τὸ 1891, καὶ ὅτι γί-
16νονται κρατήσεις ἀπὸ τὰ ἡμερομίσθια αὐτῶν· ἐπειδὴ δὲ
17θεωροῦσιν ἀδίκους τὰς κρατήσεις ταύτας, παρακαλοῦσι
18τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπέλθῃ διόρθωσις τοῦ νόμου, ἵνα λαμβά-
19νωσι πλῆρες τὸ ἡμερομίσθιόν των.
20§3ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ σχετικὴν ἀναφορὰν τῶν
21ἐργατῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Σφραγιστηρίου.
22§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῶσιν ἀμφότεραι εἰς τὸ Ὑπουρ-
23γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
24§5ΚΑΙΡΗΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν δύο ἀναφορὰς,
25τὰς ὁποίας χθὲς τὸ ἑσπέρας ἔλαβον, δύο καταδίκων, εὑρι-
26σκομένων εἰς τὰς φυλακὰς Αἰγίνης, οἱ ὁποῖοι παρακα-
27λοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὰς ἀναφοράς των θερμῶς
28εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως τοῖς ἀπονε-
29μηθῇ χάρις, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Δικα-
30στηρίου τῶν Συνέδρων καὶ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως. Τὰς ἀνα-
31φορὰς ταύτας συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Θὰ συνο-
32δεύσω δὲ τὴν σύστασίν μου καὶ δι’ ὀλιγίστων λέξεων.
33Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης ἀνέγνωσα τὰς
34δικαστικὰς ἀποφάσεις, καθὼς καὶ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ
35Εἰσαγγελέως, καὶ εὗρον, ὅτι εἶναι βάσιμοι, καὶ ὅτι αἱ αἰτή-
36σεις τῶν καταδίκων εἶναι δικαιόταται. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν
37Ἀντώνιον Ραπτάκην, ἐπικαλοῦμαι καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ
38ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Μπουφίδου, ὅστις ὑπερησπίσθη τὴν
39ὑπόθεσιν ἐν τῇ προδικασίᾳ, καθὼς καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ
40κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅστις δὲν εἶναι
41παρὼν, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος ὑπερησπίσθη τὴν ὑπόθεσιν ἐν τῷ
42ἀκροατηρίῳ, καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι μετὰ θλίψεως εἶδε τὴν
43καταδίκην τοῦ Ραπτάκη, κατηγορουμένου ἐπὶ ἀπάτῃ, μὴ
44φερούσῃ ποινικὸν χαρακτῆρα· διότι οὗτος, ἐμπορευόμενος
45φορτία σιτηρῶν, ἐλάμβανε προκαταβολὰς ἀπὸ τοὺς ἐμπό-
46ρους διὰ τὰ φορτία, ἐσχάτως δὲ λαβὼν μίαν τῶν προκατα-
47βολῶν, ἀνεχώρησεν εἰς Ἀλεξάνδρειαν. Ἡ πρᾶξις εἶναι ἀξιό-
48μεμπτος· δύναται νὰ ἦναι ὑπεξαίρεσις κατὰ τοὺς ὅρους
49τοῦ Ἐμπορικοῦ Δικαίου, δύναται νὰ ἦναι δολία χρεωκοπία,
50ἀλλ’ ἀπάτη κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ Ποιν. Νόμου δὲν εἶναι·
51οὐχ ἧττον τοιαύτην ἐχαρακτήρισαν τὴν πρᾶξιν οἱ ἔνορ-
52κοι, τὸ δὲ Δικαστήριον τῶν Συνέδρων, ἔχον ἀλλοίαν γνώ-
53μην, ὑπέβαλε πρότασιν ὁμοφώνως, ὅπως ἡ ποινὴ μετα-
54βληθῇ εἰς φυλάκισιν ὀλίγων μηνῶν.
55Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἕτερον κατάδικον, Μιλτιάδην Παν-
56ταζῆν, οὗτος ὑπέπεσεν εἰς τὸ ἔγκλημα, διὰ τὸ ὁποῖον κα-
57τεδικάσθη, ἀλλὰ τὸ Δικαστήριον ἐν τῇ προτάσει του περὶ
58χαρακτηρισμοῦ τῆς πράξεως λέγει, ὅτι ὑπέπεσεν ἐκ κουφό-
59τητος, διότι οὐδὲν παράνομον ὄφελος προσεπορίσθη, ὑποπε-
60σὼν εἰς τὸ ἔγκλημα τῆς ἐκβιάσεως· αὐτὸς ὑπέθεσεν, ὅτι,
61ἐὰν ἠμπόδιζε βιαίως τὸν ἀντίδικόν του νὰ δώσῃ ὅρκον,
62ἐνῷ δὲν τῷ εἶχε κοινοποιήσει τὴν ἀπόφασιν, ἤθελε τὸν
63καταστήσει ἐκπρόθεσμον καὶ ἤθελεν ὠφεληθῆ αὐτός. Ἡ
64πρᾶξις φέρει τὰ στοιχεῖα τῆς ἐκβιάσεως, κατὰ τοὺς ὅρους
65τοῦ Ποιν. Νόμου, καὶ τιμωρεῖται ὡς λῃστεία. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ
66προκειμένου λείπει ὁ σκοπὸς τῆς παρανόμου ὠφελείας, καὶ
67διὰ τοῦτο τὸ Δικαστήριον τῶν Συνέδρων ὑπέβαλε πρότασιν
68περὶ μεταβολῆς τῆς ποινῆς καὶ ἐλαττώσεως τῶν δεκαετῶν
69προσκαίρων δεσμῶν εἰς διετῆ φυλάκισιν.
70Αἱ αἰτήσεις αὗται εἶναι δικαιόταται, καὶ θὰ παρακα-
71λέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ διστάσῃ νὰ προκαλέσῃ τὴν
72βασιλικὴν χάριν· διότι, ἐὰν αὐτὸ τὸ φιλανθρωπότατον δι-
73καίωμα τῆς χάριτος ἐθεσπίσθη, ἐθεσπίσθη, ἵνα συμβιβάζῃ
74τὴν αὐστηρότητα καὶ ἀκαμψίαν τοῦ νόμου πρὸς τὰς ἑκά-
75στοτε προκυπτούσας εὐνοϊκὰς περιπτώσεις ὑπὲρ τῶν κατα-
76δικαζομένων, ἀλλοιούσας ἢ ἐλαττούσας τὸ ἀξιόποινον τῆς
77πράξεως· καὶ ἀληθῶς κατὰ τοῦτο ἡ χάρις εἶναι τὸ συμ-
78πλήρωμα τῆς δικαιοσύνης, καὶ τοῦτο τὸ συμπλήρωμα ζη-
79τοῦσιν οἱ κατάδικοι παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
80Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ θερμῶς
81τὰς ἀναφορὰς ταύτας εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν πρὸς ἀπονομὴν
82τῆς βασιλικῆς χάριτος.
83§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπονται ἀμφότεραι αἱ ἀναφοραὶ
84εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
85§7Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγένετο χθὲς ἐπε-
86ρώτησις πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ πρῶ-
87τον ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄργους, παρακαλέσαντος τὴν
88Κυβέρνησιν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διὰ ποῖον λόγον
89ἀπελύθησαν τῆς ὑπηρεσίας πάντες σχεδὸν οἱ δημοδιδάσκα-
90λοι τῆς ἐπαρχίας Ἄργους. Καθ’ ἃς ἔλαβον πληροφορίας
91ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, οὐδεὶς ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ἄργους δη-
92μοδιδάσκαλος ἀπελύθη τῆς ὑπηρεσίας· εἰσέτι ἡ ὑπηρεσία
93δὲν ἠσχολήθη εἰς τὰ τῶν ὑπεραρίθμων τῆς ἐπαρχίας Ἄρ-
94γους· ἠσχολήθη εἰς τὰ τῶν ὑπεραρίθμων τῆς Ἀττικῆς καὶ
95τῆς Ἀρκαδίας.
96§8Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἑτοίμη καὶ εἰς τὰ τοῦ
97Ἄργους.
98§9Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι πιθανὸν νὰ ἦναι ἑτοίμη καὶ
99ὡς πρὸς ταῦτα, καὶ βεβαίως θέλει προβῆ εἰς τὴν ἀπόλυ-
100σιν πάντων τῶν παρὰ τὸν νόμον διωρισμένων.
101§10ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν τοὺς μεταθέτετε εἰς ἄλλας ἐπαρχίας,
102ὅπου δὲν ὑπάρχουν διδάσκαλοι;
103§11Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ὑπεράριθμοι ἐν τῷ συνόλῳ,
104ὡς θέλετε πληροφορηθῆ ἐκ τῶν πινάκων, οὓς ἐζήτησεν ὁ
105κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης.
106§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνή-
107σεως κατατεθέντες πίνακες θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
108(Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 195–196).
109§13Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Πεισθεὶς εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρω-
110θυπουργὸς, ἀνακαλῶ ὅσα εἶπον ἐν τῇ ἐπερωτήσει μου.
111§14ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ
112ἐκ Λακεδαίμονος ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς δι’ ἐπερωτήσεώς
113του ἐζήτησε νὰ προσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πίναξ τῶν
114δαπανῶν τοῦ Δημοσίου δι’ ἀποζημιώσεις καὶ ὁδοιπορικὰ
115ἔξοδα ἐνόρκων. Τὸν πίνακα τοῦτον καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν.
116§15ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑπο-
117βάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ μὴ προσμε-
118τρήσεως εἰς τὸν χρόνον τῆς ἀρχαιότητος τοῦ χρόνου, καθ’
119ὃν οἱ ἀξιωματικοὶ διατελοῦσιν ἐν συνταγματικῇ ἀδείᾳ ἢ
120ἐν διαθεσιμότητι, ἐν ὡρισμένῃ καταστάσει.
121§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
122ράρτημα, ἀριθ. 199).
123§17ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). (Ὅρα
124Παράρτημα).
125§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτε-
126ρικῶν ὑποβληθέντα δύο νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ
127διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 197–198).
128§19ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οἱ ὑποβληθέντες πίνακες παρὰ τοῦ κ.
129Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐν μέρει ἐλλιπεῖς· ἡ ὑπη-
130ρεσία δὲν ἦτο εἰς θέσιν...
131§20Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνδείξατε τὴν
132ἔλλειψιν, ἂν φρονῆτε, ὅτι ὑπάρχει.
133§21ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ποῖος εἶναι ὁ ἀριθ-
134μὸς τῶν κατ’ ἔτος ἐγγραφομένων μαθητῶν εἰς ἑκάστην τά-
135ξιν τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων καὶ Γυμνασίων, πόσοι ἀνα-
136νεοῦσι τὰς ἐγγραφάς των, ποῖος ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐξεταζομέ-
137νων, καὶ πόσοι προβιβάζονται ἀπὸ τάξεως εἰς τάξιν.
138§22ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει ὁ πίναξ νὰ μᾶς λέγῃ, πόσοι οἱ
139μαθηταί, οἱ ὁποῖοι θὰ καταβάλωσι τὰ δίδακτρα.
140§23Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀναφέρεται ὁ ἀριθμός. Εἶναι, νομίζω,
14119,400.
142§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
143Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς
144τοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως.
145Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
146§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς Συ-
147νόδου ταύτης ἐφρόνουν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀπαλλαγῶ τῆς
148ἀνάγκης νὰ μετάσχω τῶν συζητήσεων, τὰς ὁποίας ἔμελ-
149λον νὰ προκαλέσωσι τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἤθελε
150προβάλει ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν ἦσαν ἀληθῆ ὅσα αἱ ἐφημερί-
151δες, αἱ οἰκειότεραι καὶ εἰς τοὺς νῦν κυβερνῶντας καὶ εἰς
152τοὺς πρὸ αὐτῶν κυβερνήσαντας, εἶχον δημοσιεύσει περὶ τῆς
153οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, μοί ἐφαίνετο, ὅτι
154πρώτιστον εἶχε καθῆκον ἡ νεοσχηματισθεῖσα Κυβέρνησις
155ν’ ἀσχοληθῇ ἀμέσως πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν μέτρων, διὰ τῶν
156ὁποίων ἐφρόνει, ὅτι ἤθελε δυνηθῆ ν’ ἀποσοβήσῃ τὸν ἐπι-
157κείμενον κίνδυνον, ἢ νὰ συντελέσῃ πρὸς βελτίωσιν τῶν
158οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἀφοῦ δὲ, καθ’ ἣν ὁ κ. Πρωθυ-
159πουργὸς ἔδωκεν ἑρμηνείαν εἰς τὴν ψῆφον τῆς τρίτης Μαΐου,
160ὑπελήφθη ὑπ’ αὐτοῦ, ὅτι ἡ ψῆφος ἐκείνη εἶχεν ἔννοιαν ἀπο-
161κλειστικὴν, τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπιδοκιμασίας τῆς οἰκονο-
162μικῆς πολιτικῆς, ἣν ἐφήρμοσε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν
163ὀκταετίαν, ὅτι εἶχεν ἔννοιαν ἐμπιστοσύνης εἰδικῆς καὶ
164προσδιωρισμένης, τῆς ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν
165οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἣν αὐτὸς κατὰ τὸ παρελθὸν
166διεξήγαγεν, ἔκρινα προσῆκον εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ
167μὴ ζητήσῃ οὔτε νὰ μεταβάλῃ, οὔτε νὰ τροποποιήσῃ ἢ
168βελτιώσῃ, πολλῷ δ’ ἧττον νὰ παρακωλύσῃ τὴν παροχὴν
169εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῶν μέσων, ἅπερ ἔμελλεν αὐτὴ νὰ
170ζητήσῃ κατὰ τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐκδηλώσεως τοιαύτης λαϊ-
171κῆς ἐμπιστοσύνης.
172Ὅθεν προσῆκον μοὶ ἐφάνη ν’ ἀφήσω ἀκώλυτον τὴν
173ἐργασίαν τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἵνα ἐπιψη-
174φίσῃ τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἤθελε
175προβάλει. Ἐπέβαλλε μάλιστα τοῦτο καὶ ἡ παροῦσα ὥρα
176τοῦ ἐνιαυτοῦ. Ὑπελάμβανον τότε, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν,
177ἀφοῦ οὕτως ἔχουσι τὰ κοινὰ, οὕτω δ’ εἶχε προβῆ ἡ ὥρα
178τοῦ ἐνιαυτοῦ, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Κυβέρ-
179νησις εἰς ὀργανώσεις κλάδων τῆς διοικήσεως, καὶ νὰ ἀπα-
180σχολήσῃ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς εἰς μεταβολὴν
181ἰσχυόντων νόμων καὶ ἐπὶ θεμάτων ἐντελῶς ἀλλοτρίων τοῦ
182οἰκονομικοῦ δεινοῦ, τὸ ὁποῖον αἱ οἰκειότεραι εἰς τὸ Ὑπουρ-
183γεῖον ἐφημερίδες ἀνήγγελλον εἰς τὸ κοινόν. Διὰ τοῦτο
184μετά τινος ἐκπλήξεως εἶδον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προσπαθεῖ,
185ἵνα ὀργανώσῃ καὶ κλάδους δημοσίας διοικήσεως, μεγίστην
186δέ μοι ἐνεποίησεν ἔκπληξιν τὸ νομοθέτημα, εἰς τοῦ ὁποίου
187τὴν συζήτησιν προβαίνομεν, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι αὐτὸ
188εἶναι ἀναίρεσις τῶν βάσεων τοῦ πολιτικοῦ οἰκοδομήματος,
189τὸ ὁποῖον πρὸ πεντήκοντα ἐτῶν ᾠκοδομήθη ἐν Ἑλλάδι.
190Καὶ δὲν ἀναιρεῖ μόνον τὰς βάσεις τοῦ πολιτικοῦ οἰκοδο-
191μήματος, τὸ ὁποῖον πρὸ πεντήκοντα ἐτῶν ἀνηγέρθη ἐν
192Ἑλλάδι, πολεμεῖ καὶ ἀντιβαίνει καὶ εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ
193τόπου τούτου, ὅστις, καὶ ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἐτέλει ὑπὸ τὴν
194δουλείαν τῶν Τούρκων, καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχε
195σύστημα δημοτικῆς διοικήσεως ἀκέραιον καὶ πλῆρες, ὅπερ
196εἶχε παραχωρηθῆ ὑπὸ τῶν κατακτητῶν. Καὶ ὅταν οἱ
197κατακτηταὶ ἐδήλουν τοιαύτην πρὸς τὸν λαὸν ἐμπιστοσύ-
198νην, πῶς ἠδυνάμην νὰ πιστεύσω, ὅτι μετὰ ἑβδομήκοντα
199ἔτη, τὰ ὁποῖα παρῆλθον ἔκτοτε, Κυβέρνησις κοινοβουλευ-
200τικὴ ἤθελε δηλώσει, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς
201τὴν δημοτικὴν διοίκησιν, διότι κρίνει, ὅτι οἱ πολῖταί εἰσιν
202ἀνεπαρκεῖς ἢ ἀνάξιοι τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως;
203Μοὶ ἐπεβάλλετο λοιπὸν τὸ καθῆκον νὰ προσέλθω, ἵνα
204μετάσχω τῶν συζητήσεων τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τοῦ νο-
205μοθετήματος τούτου.
206Ἐν τοῖς Κράτεσι τῆς Εὐρώπης, ἐν οἷς κρατοῦσιν οὐχὶ
207μόνον οἱ κοινοβουλευτικοὶ θεσμοὶ, ἀλλὰ καὶ οἱ θεσμοὶ οἱ
208συνταγματικοὶ, ὡς ἐνόει αὐτοὺς ἡ Εὐρώπη πρὸ τεσσαρά-
209κοντα ἢ πρὸ πεντήκοντα ἐτῶν, πάντες ἐκεῖ συμφωνοῦσιν
210εἰς τοῦτο, ὅτι ἀστυνομεῖν εἶναι τὸ διοικεῖν. Καὶ εὐλόγως·
211διότι ἡ εὐρύτης τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας καὶ ἡ πληθὺς
212τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων ἀποτελοῦσι τὴν κυρίως δι-
213οίκησιν τῆς χώρας, ἢ τῆς περιφερείας, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀσκεῖ-
214ται ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία. Οἱ συγγραφεῖς, οἱ συγγράψαντες
215περὶ ἀστυνομίας, διαιροῦσιν αὐτὴν εἰς ἑβδομήκοντα δύο
216κλάδους. Καὶ ὄντως δὲν ὑπάρχει σχέσις ἀτομικὴ, εἴτε σχέ-
217σις ἀτόμων πρὸς ἄλληλα, εἴτε σχέσις ἀτόμου πρὸς κοι-
218νωνίαν, ἥτις νὰ μὴ ἀποτελῇ θέμα, τὸ ὁποῖον ὑπάγεται
219εἰς τὴν μέριμναν τῆς ἀστυνομίας.
220Δύο ἔτη μετὰ τὴν ἵδρυσιν τοῦ Βασιλείου, ἀπόντος τοῦ
221Βασιλέως εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ὁ τότε ἐνασκῶν τὴν βασι-
222λικὴν ἐξουσίαν, καὶ σχεδὸν καὶ τὴν νομοθετικὴν, ἐξέδωκε
223τὸν ἀρχαιότερον, ἀλλὰ καὶ τὸν μόνον ὑπάρχοντα τελειό-
224τερον παρ’ ἡμῖν ἀστυνομικὸν θεσμὸν, τὸ διάταγμα τῆς 31
225Δεκεμβρίου 1836 περὶ δημοτικῆς ἀστυνομίας. Ὁσάκις
226λάβῃ τις τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα μελετήσῃ τὸ διάταγμα ἐκεῖνο,
227ἐκπλήσσεται πάντοτε διὰ μίαν νέαν σοφίαν, τὴν ὁποίαν
228ἀνακαλύπτει, διὰ μίαν νέαν πρόνοιαν τοῦ νομοθέτου ἐκεί-
229νου. Καὶ ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος ἦτο ἀρχικαγγελάριος ἡγε-
230μόνος οὐχὶ συνταγματικοῦ, ἀλλ’ ἀπολύτου. Καὶ ὁ νομο-
231θέτης ἐκεῖνος εἶχεν ἔλθει ἐκ τῆς Εὐρώπης εἰς τόπον ἀσύν-
232τακτον καὶ ἀνοργάνωτον, ὅστις εἶχεν ἐξέλθει πρὸ δύο ἐτῶν
233ἀπὸ τοῦ πολέμου τῆς ἐπαναστάσεως. Καὶ ὁ νομοθέτης
234ἐκεῖνος εἶχε περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὴν γνώμην, τὴν
235ὁποίαν εἶχον πολλοὶ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους περὶ αὐ-
236τοῦ, καὶ ὑπελάμβανεν, ὅτι ἐκαλεῖτο νὰ νομοθετήσῃ περὶ
237λαοῦ, περὶ τῶν ἕξεων καὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ ὁποίου εἶ-
238χεν ἣν τότε οἱ πλεῖστοι ἐν Εὐρώπῃ εἶχον γνώμην. Ἐθεώ-
239ρουν αὐτὸν κάτοικον τῆς Ἀνατολῆς, λαὸν Ἀνατολικὸν,
240ἔχοντα πάντα τὰ ἐλαττώματα τοῦ ἀνατολίτου, οὐδὲν δὲ
241πλεονέκτημα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διέκρινον τοὺς προγό-
242νους ἡμῶν. Καὶ ὁ νομοθέτης αὐτὸς ἐνομοθέτησε τὰς ἰσχυ-
243ούσας δημοτικὰς ἐλευθερίας, καὶ μετ’ αὐτῶν ἐκανόνισε τὴν
244ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, καὶ ἐνεπιστεύθη αὐτὴν εἰς τοὺς δή-
245μους, ἤτοι εἰς τὸν λαόν. Μοὶ φαίνεται, ὅτι μοὶ ἐνεδεικνύετο
246ἡ κρίσις, ἣν ὤφειλον νὰ ἐξενέγκω ἐπὶ τῶν ἔργων του τού-
247των. Δὲν ἐκφέρω τοιαύτην κρίσιν, διότι εἰμὶ πολίτης Ἕλ-
248λην, ἀνήκων εἰς τὴν ἐθνικότητα ταύτην, οὔτε διότι πο-
249λιτεύομαι, οὔτε διότι ἀναμιγνύομαι εἰς τὰς σχέσεις τῆς
250τοπικῆς καὶ τῆς γενικῆς διοικήσεως. Δὲν ὁμιλῶ ὡς τοι-
251οῦτος, ὁμιλῶ ὡς ξένος παρατηρητὴς, καὶ εὑρίσκω, ὅτι ὁ
252νομοθέτης ἐκεῖνος εἰργάσθη μετὰ μεγάλης σοφίας. Τὸ
253ἀστυνομεῖν δὲν εἶναι ἔργον κοινόν. Αἱ πράξεις, διὰ τῶν
254ὁποίων ἀναιροῦνται εἴτε τῶν ποινικῶν νόμων αἱ διατάξεις,
255εἴτε τῶν ἀστυνομικῶν κανονισμῶν αἱ ῥῆτραι, εἶναι παν-
256τοδαπαὶ καὶ ποικίλαι. Τὰ συμβεβηκότα, διὰ τῶν ὁποίων
257δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἀναίρεσις ἢ παραβίασις τῶν ποινικῶν
258ἢ ἀστυνομικῶν νόμων, εἶναι παντοδαπὰ καὶ ποικίλα, οὔτε
259δύναταί τις νὰ προΐδῃ αὐτά. Ὅσῳ λοιπὸν εἰσὶν ἀπρόοπτοι
260τὰ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα ἐπάγουσι τὴν παραβίασιν καὶ
261ἀναίρεσιν τῶν ποινικῶν νόμων, ὅσῳ εἰσὶν ἀπρόοπτοι αἱ πρά-
262ξεις, δι’ ὧν συνετελέσθησαν αἱ παραβάσεις τῶν ποινικῶν
263ἢ τῶν ἀστυνομικῶν διατάξεων, τοσοῦτον ἐλευθέρα καὶ ἀκώ-
264λυτος ἔπρεπε νὰ ἀφεθῇ ἡ ἐνέργεια τοῦ ἐνασκοῦντος τὴν
265ἀστυνομικὴν ἀρχὴν, διὰ νὰ δύναται νὰ προλαμβάνῃ ἢ νὰ
266καταστέλλῃ ταύτας, ἅμα τελουμένας. Ἂν ἐκεῖνος, εἰς τὸν
267ὁποῖον ἐνεπιστεύθησαν τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, ἦναι ὄρ-
268γανον, τὸ ὁποῖον δὲν μετέχει τοῦ δημοτικοῦ βίου, τὸ ὁποῖον
269δὲν ἔχει τι κοινὸν μὲ τὴν διαχείρισιν τῆς δημοτικῆς ἐξου-
270σίας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀλλότριον τῶν σκέψεων, αἵτινες
271κρατοῦσιν ἐν τῷ τόπῳ, τὸ ὁποῖον δὲν συνδέεται μετὰ τῶν
272πολιτῶν, περὶ τῆς ἀσφαλείας ἢ τῆς κοινωνικῆς εὐκοσμίας
273τῶν ὁποίων ἐτάχθη νὰ φροντίσῃ, ἂν ἦναι ξένος τοῦ τόπου
274ἐκείνου, ἓν θέλει αἰσθάνεσθαι κρατοῦν ἐν ἑαυτῷ συμφέρον,
275ἕνα θέλει ἔχει σκοπὸν, πῶς νὰ προλάβῃ διὰ παντὸς μέσου
276τὰς παραβάσεις, ἢ πῶς νὰ καταστείλῃ τὰς συντελεσθεί-
277σας ἤδη. Ἀλλὰ διὰ νὰ καταστείλῃ ταύτας, πρέπει νὰ ἔχῃ
278ἐξουσίαν ὅσῳ τὸ δυνατὸν μᾶλλον ἀπόλυτον· ἡ δ’ ἐξου-
279σία αὕτη, ὅσῳ μᾶλλον ἀπόλυτος εἶναι, ἢ ὅσῳ μᾶλλον
280ἀκωλύτως ἐνασκεῖται, ἐπὶ τοσοῦτον προσκρούει εἰς τὰ δι-
281καιώματα καὶ τὰς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν, ἐπὶ τοσοῦτον
282ἐνοχλεῖ ἢ στενοχωρεῖ αὐτοὺς ἐν τῷ κύκλῳ τῆς ἀτομικῆς
283ἑκάστου ζωῆς, ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῶν νομίμων σχέσεων αὐ-
284τοῦ, ἢ ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν δικαιωμάτων ἑκάστου, εἴτε τῶν
285ἐχόντων ἀντικείμενον τὰ πρόσωπα, εἴτε τῶν ἐξασφαλιζόν-
286των τὰς κτήσεις αὐτῶν. Ἄν μόνον τὰς ἀστυνομικὰς φρον-
287τίδας ἔχῃ ὁ ἐνασκῶν τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, ἄν μόνον
288αὗται ὁδηγῶσιν αὐτόν, ἡ διαχείρισις τῆς ἀστυνομικῆς
289ἐξουσίας θέλει πολλάκις ἀναιρεῖ τὴν προσωπικὴν ἐλευθε-
290ρίαν τοῦ πολίτου, θέλει πιέζει αὐτὸν ἐν τῇ ὑπάρξει του,
291θέλει στερεῖ αὐτὸν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖά εἰσι συμ-
292φυῆ μὲ τὸ δικαίωμα τῆς ὑπάρξεως, ἢ μὲ τὸ δικαίωμα τῆς
293ἰδιοκτησίας, ἢ μὲ τὰ δικιώματα τοῦ οἰκογενειακοῦ βίου.
294Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ληφθῇ φροντὶς—καὶ τοῦτο ἦτο ὄντως
295τὸ κυριώτατον—νὰ ἀναζητηθῇ, ποίας ἰδιότητας πρέπει
296νὰ ἔχωσιν ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ Πολιτεία θέλει ἐμπι-
297στευθῆ τὴν λεπτοτάτην ταύτην ἐξουσίαν, τὴν διαχείρισιν
298τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς. Διὰ τοῦτο καὶ οἱ φρονοῦντες ὅτι τὸ
299ἀστυνομεῖν εἶναι κυβερνητικὸν δικαίωμα προετίμησαν τοὺς
300ἄρχοντας τῶν δήμων. Οἱ ἄρχοντες τῶν δήμων εἰσὶν οἱ ἐκλε-
301κτοὶ τῶν δημοτικῶν κοινωνιῶν, καὶ ἄν δὲν ᾖναι οἱ ἐκλε-
302κτοὶ πάντων τῶν ἀποτελούντων τὴν δημοτικὴν κοινωνίαν
303μελῶν, εἶναι ὅμως οἱ ἐκλεκτοὶ τῶν πλειοτέρων, διότι, ἂν δὲν
304ἦσαν οἱ ἐκλεκτοὶ τῶν πλειοτέρων, δὲν ἤθελον ἀναβιβασθῆ
305εἰς τὸ δημαρχικὸν ἀξίωμα. Οἱ ἄνδρες οὗτοι χρεωστοῦσι νὰ
306πονῶσι τὸν τόπον των, νὰ φροντίζωσι περὶ τῶν συμπο-
307λιτῶν των καὶ περὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς εὐημερίας αὐτῶν·
308καὶ ὅσον ὀφείλουσι καὶ αὐτοὶ νὰ φροντίζωσιν, ἵνα τηρῆ-
309ται ἡ τάξις, ἡ εὐκοσμία καὶ ἡ εὐπρέπεια ἐν τῇ κοινωνίᾳ
310τοῦ δήμου, τοῦ ὁποίου ἄρχουσιν, ὅσῳ ἔχουσι καθῆκον νὰ
311φροντίζωσιν, ἵνα συντηρῶνται αἱ ἰδιοκτησίαι, ἵνα ἀνακα-
312λύπτωνται αἱ παραβάσεις τῶν νόμων καὶ καταδιώκωνται
313ὑπὸ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης οἱ αὐτουργοὶ αὐτῶν, ἐπὶ το-
314σοῦτον ἀφ’ ἑτέρου ἔχουσι συμφέρον νὰ μὴ ἀναδειχθῶσιν
315ἄγριοι καὶ καταθλιπτικοὶ διῶκται τῶν συμπολιτῶν αὐ-
316τῶν, νὰ μὴ πιέσωσι καὶ καταθλίψωσιν αὐτοὺς, ὑποκείμενοι
317οὕτως ὑπὸ τὸν διπλοῦν αὐτῶν ἔλεγχον, καὶ τελοῦντες δι-
318πλῆν ἐνώπιον αὐτῶν εὐθύνην. Διατελοῦσιν ὑπὸ τὸν ἔλεγ-
319χον, τὸν ὁποῖον οἱ δημόται ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἐνασκῶσιν
320ἐπ’ αὐτῶν, ἂν μετῆλθον τὴν δημοτικὴν ἐξουσίαν, καὶ ἑπο-
321μένως τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν, καταθλίβοντες, καταπιέ-
322ζοντες, στενοχωροῦντες ἢ ἀδικοῦντες τοὺς συμπολίτας αὐ-
323τῶν. Πάντες ἐκεῖνοι θέλουσι ῥίψει μέλαιναν ψῆφον ἐν τῇ
324κάλπῃ των κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλὰ δια-
325τελοῦσι καὶ ὑπὸ τὸν ἄλλον ἔλεγχον, ὑπὸ τὸν ἔλεγχον, ἂν
326εἰς τὰς ἡμέρας αὐτῶν ἡ ἀστυνομικὴ διοίκησις παρέλυσεν,
327ἂν τὰ ἐγκλήματα δὲν κατεδιώχθησαν αὐστηρῶς, ἂν οἱ πο-
328λῖται δὲν εἶχον ἀσφάλειαν, ἂν τὰ κτήματά των ἐλεηλα-
329τήθησαν ἢ οἱ καρποὶ αὐτῶν διηρπάγησαν, ἂν ἡ καθαριό-
330της ἐν τῇ πόλει ἢ ἐν τῇ κώμῃ δὲν ὑπῆρχεν, ἄν οἱ ὑγιεινοὶ
331ὅροι τῆς ἐν αὐταῖς ζωῆς μετεβλήθησαν, ἄν μιάσματα νο-
332σηρὰ ἠπείλησαν τὸν τόπον. Καὶ ἡ εὐθύνη αὐτῶν ἐπὶ τού-
333τοις εἶναι ὡσαύτως μεγάλη καὶ βαρεῖα ἐνώπιον τῶν συν-
334δημοτῶν των· διότι, ἂν οὗτοι πεισθῶσιν, ὅτι εἰς τοιαύτην
335περιήγαγον τὸν τόπον κατάστασιν οἱ διαχειριζόμενοι τὴν
336ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, ἂν ἴδωσιν, ὅτι τοιαύτην μετῆλθον
337πολιτείαν καὶ τοιαύτην ἐπεδείξαντο ἀκηδείαν καὶ ὀλιγω-
338ρίαν περὶ τῆς ὑγείας καὶ ἀσφαλείας τῶν συμπολιτῶν των,
339περὶ τῆς κοσμιότητος καὶ εὐπρεπείας τῆς κοινωνίας, ἐν ᾗ
340βιοῦσι, βεβαίως θέλουσι ῥίψει μαύρην ψῆφον εἰς τὰς κάλπας
341αὐτῶν οἱ συνδημόται των κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς,
342ἥτις θέλει ἐπέλθῃ μετ’ ὀλίγον. Ἐν τῷ προσώπῳ λοιπὸν
343τῶν ἀρχόντων τῶν δήμων συνεκεράσθησαν τὰ δύο καθή-
344κοντα, τὰ δύο συμφέροντα, καὶ ἐν τῷ συνδυασμῷ τούτῳ,
345ἐν τῇ συναντήσει ταύτῃ εὑρέθησαν ἐγγυήσεις, ὅτι καὶ τὰ
346προσήκοντα θέλουσιν ἐνεργεῖσθαι, ἵνα προλαμβάνωνται τὰ
347ἐγκλήματα, ἵνα προλαμβάνωνται αἱ παραβάσεις τῶν ποι-
348νικῶν νόμων ἢ τῶν ἀστυνομικῶν διατάξεων καὶ τὰ προσή-
349κοντα θέλουσιν ἐκτελεῖσθαι, ἵνα, ἂν αὗται δὲν προελήφθη-
350σαν καὶ ἔλαβον χώραν, ἀνακαλύπτωνται οἱ ἐργάται αὐ-
351τῶν καὶ καταδιώκωνται ἐνώπιον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης.
352Ἂν μάλιστα μελετήσῃ τις τὸ διάταγμα τῆς 31 Δε-
353κεμβρίου 1836, θέλει ἀνεύρει, ὅτι ὁ διορισμὸς εἰδικῶν ἀστυ-
354νόμων ἐν τοῖς δήμοις δὲν εἶναι ὁ γενικὸς κανὼν, τὸν ὁποῖον
355ἡ νομοθεσία ἀνέγραψεν. Ὁ γενικὸς κανὼν εἶναι νὰ μὴ ὑπάρ-
356χωσιν εἰδικοὶ ἀστυνόμοι, νὰ διαχειρίζωνται δὲ τὴν ἀστυνο-
357μικὴν ἐξουσίαν αὐτοὶ οἱ Δήμαρχοι προσωπικῶς, διότι αὐτοὶ
358παρέχουσι πλήρεις τὰς ἐγγυήσεις, περὶ ὧν πρὸ μικροῦ διέλα-
359βον, ἀγορεύων πρὸς ὑμᾶς. Ὁ διορισμὸς ἀστυνόμων ἐπετρέπετο
360μόνον ἂν ὁ πληθυσμὸς ἦτο μέγας, ἂν οἱ Δήμαρχοι τοσοῦ-
361τον περιεσπῶντο ὑπὸ τῶν ἄλλων αὐτῶν καθηκόντων, ὥστε
362δὲν ἐκρίνοντο ἱκανοὶ νὰ ἐπαρκέσωσι καὶ εἰς τὰ ἀστυνομικὰ
363καθήκοντα, καὶ τότε μόνον ἐπετρέπετο ὁ διορισμὸς εἰδικῶν
364ἀστυνόμων, καὶ διωρίζοντο τοιοῦτοι ἐκ τῶν δημοτῶν, τῶν
365κατοικούντων ἐν τῇ κώμῃ ἢ τῇ πόλει ἢ τῷ δήμῳ. Εἰσὶ δὲ
366καὶ οὗτοι συμπολῖται ἐκείνων, μεταξὺ τῶν ὁποίων θέλουσιν
367ἐνασκήσει τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν προ-
368ήρχοντο ἐξ ἐκλογῆς, ἐκρίθησαν παρέχοντες ἥσσονας ἐγ-
369γυήσεις ἐκείνων, τὰς ὁποίας παρέχουσιν οἱ Δήμαρχοι, οἵ-
370τινες προέρχονται ἐκ τῆς ἐκλογῆς. Τὸ σύστημα τοῦτο εἶχε
371νομοθετηθῆ κατὰ τὸ 1837, καὶ ἔκτοτε ἐξακολουθεῖ ὑφι-
372στάμενον καὶ λειτουργοῦν, δηλαδὴ ἐπὶ ἔτη 54.
373Ἀλλ’ εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι σύστημα παραπλήσιον
374ἐλειτούργει καὶ ὅτε ἡ χώρα αὕτη ἐτέλει ὑπὸ τὸν ζυγόν·
375καὶ τότε τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν δὲν διεχειρίζοντο Ὀθω-
376μανοὶ ἢ Μουσουλμάνοι, ἀλλ’ εἶχεν αὕτη ἀνατεθῆ εἰς τοὺς
377δημογέροντας καὶ εἰς τοὺς Κάπους, οἱ ὁποῖοι καὶ οὗτοι
378ἦσαν προϊόντα τῆς ἐκλογῆς τῶν συμπολιτῶν των. Εὐλόγως
379λοιπὸν, εἶπον, ἐξεπλάγην, πῶς μετὰ 54 ἔτη ἐθνικοῦ δημοσίου
380βίου ἡ Κυβέρνησις ἔκρινεν, ὅτι δὲν πρέπει πλέον νὰ ἐμπιστευθῇ
381τὴν διαχείρισιν τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας εἰς τὰ εἰρημένα
382ὄργανα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐμπιστευθῆ καὶ αὐτοὶ τῆς Τουρ-
383κίας οἱ τοπάρχαι, ὅτι οἱ κατοικοῦντες ἐν ταῖς δημοτικαῖς
384περιφερείαις δὲν εἶναι ἄξιοι ἐμπιστοσύνης, ὅτι δὲν ἔχουσι
385ζῆλον, δὲν φροντίζουσι περὶ τοῦ κοινοῦ καλοῦ, ἀδιαφοροῦσι
386περὶ τῆς εὐκοσμίας καὶ τῆς εὐπρεπείας τῆς κοινωνίας, ἐν ᾗ
387βιοῦσιν, ἀνέχονται δὲ τὰς παραβάσεις τῶν νόμων, καὶ
388οὐδόλως ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν συντήρησιν τῆς τάξεως.
389Πρὸ 45 ἐτῶν, Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἡγεῖτο ἐπιφανὴς
390καὶ διάσημος πολιτικὸς ἀνὴρ τῆς Ἑλλάδος, ὁ Ἰωάννης
391Κωλέττης, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔκρινεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ νο-
392μοθετηθῇ ἐξαιρετικόν τι μέτρον διὰ τὸν δῆμον τῆς πρω-
393τευούσης τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου καὶ τὸν δῆμον Πει-
394ραιῶς. Τῷ ὄντι κατὰ τὸ 1846 εἰσήγαγε τῇ 18 Μαρτίου
395εἰς τὴν Γερουσίαν νομοσχέδιον περὶ συστάσεως διοικητικῆς
396ἀστυνομίας ἐν τοῖς δήμοις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ὡς δὲ
397ἀναφέρει ἡ πρὸς τὴν Γερουσίαν εἰσηγητήριος ἔκθεσις τοῦ
398τότε Πρωθυπουργοῦ, ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν εἶχον πλεο-
399νάσει τὰ ἐγκλήματα. Ἔμπορος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἐπο-
400χὴν ἐκείνην κατετάσσετο εἰς τὴν πρωτεύουσαν τάξιν τοῦ
401ἑλληνικοῦ ἐμπορίου, καὶ ὁ ὁποῖος μετήρχετο συγχρόνως
402καὶ τραπεζιτικὰς πράξεις, ὁ Καπούδας, κατῴκει παρὰ τὴν
403Πύλην τῆς Ἀγορᾶς. Νύκτα οἱ ὑπηρέται αὐτοῦ, συνεννοη-
404θέντες μετά τινων ἄλλων, εἰσέδυσαν εἰς τὸν κοιτῶνά του
405καὶ ἐφόνευσαν αὐτὸν, καὶ διήρπασαν τὴν περιουσίαν αὐτοῦ.
406Ἀνὴρ ἄλλος, μὴ ἀνήκων εἰς τὰς ἀπελευθερωθείσας χώρας,
407ἦλθεν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς καὶ ὠκοδόμησεν οἰκίαν ἐκτὸς
408τῆς πόλεως, νῦν ὅμως περιληφθεῖσαν ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς πό-
409λεως, τὴν οἰκίαν, ἥτις περιῆλθεν εἰς τὴν κυριότητα τῶν
410ἀπογόνων τοῦ μακαρίτου Δημητρίου Βότσαρη καὶ χρησι-
411μεύει νῦν ὡς στρατών, καὶ κατῴκει ἐν αὐτῇ. Οἱ ὑπηρέται
412αὐτοῦ συνενοήθησαν ὡσαύτως μετ’ ἄλλων, καὶ μίαν νύκτα
413εἰσέδυσαν εἰς τὸν κοιτῶνα αὐτοῦ, καὶ ἐφόνευσαν αὐτὸν,
414καὶ διήρπασαν τὴν περιουσίαν αὐτοῦ. Οἰκογένειά τις εἶχεν
415ἔλθει ἐκ Σμύρνης, ἀπετελεῖτο δ’ ἐκ γυναικῶν, αἵτινες
416εἶχον ἀργυρᾶ νομίσματα καὶ πολυτίμους λίθους καί τινα
417χρήματα· ἀλλὰ νύκτα τινὰ ἀλλότριοι τῆς οἰκίας εἰσέδυ-
418σαν εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ ἐλήστευσαν πᾶσαν τὴν περιουσίαν
419αὐτῶν, ἐλέχθη δὲ τότε,— ὅπερ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώ-
420σω,—ἐλέχθη ὅτι εἰς τὴν κλοπὴν ταύτην συνέπραξαν καὶ
421τὰ ὄργανα τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ὅτι καί τις
422εἴτε ἀστυνόμος δημοτικός, εἴτε ὑπαστυνόμος, δὲν ἐνθυμοῦ-
423μαι, ἦτο εἷς ἐκ τῶν ἐργατῶν τῆς διὰ κλοπῆς ἀφαιρέσεως
424τῆς περιουσίας τῶν ἀδυνάτων τούτων γυναικῶν, αἵτινες
425ἦλθον ἐκ Σμύρνης, ἵνα ἐγκατασταθῶσιν ἐν τῇ πρωτευούσῃ
426τοῦ Βασιλείου.
427Τὰ ἐγκλήματα ταῦτα εἶχον ἐγείρει θόρυβον καὶ ἀνη-
428συχίαν εἰς τὴν πόλιν, ἔπρεπε δὲ νὰ δοθῶσιν εἰς τὸ κοινὸν
429ἐγγυήσεις, ὅτι δὲν ἤθελον ἐπαναληφθῆ τοιαῦτα ἀνομήματα.
430Διὰ τοῦτο ὁ Κωλέττης ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομο-
431σχέδιον, ζητήσας νὰ νομοθετηθῇ ἐξαίρεσις τῆς γενικῆς νο-
432μοθεσίας περὶ ἀστυνομίας, καὶ νὰ ἐπιτραπῇ, ἵνα συστηθῇ
433ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ διοικητικὴ ἀστυνομία. Τὸ νομο-
434σχέδιον εἰσήχθη κατὰ πρῶτον εἰς τὴν Γερουσίαν, ἀλλ’
435εὗρεν ἐν αὐτῇ μεγάλην ἀντίδρασιν. Οἱ πρωτεύοντες μεταξὺ
436τῶν ἐν τῇ Γερουσίᾳ συνεδριαζόντων, ἄνδρες, οἵτινες διεκρί-
437νοντο καὶ διὰ τὴν φιλοπατρίαν καὶ διὰ τὸν πόθον τῆς βελ-
438τιώσεως τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος, καὶ διὰ τὰς γνώσεις
439προσέτι, τὰς ὁποίας εἶχον περί τῶν ἐκτὸς ἡμῶν κειμένων καὶ
440περὶ τῶν ἐν ἄλλαις χώραις θεσμῶν, οἱ ἄνδρες οὗτοι παρέστη-
441σαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γένηται ἀποδεκτὴ τοιαύτη ἐξαίρε-
442σις τοῦ γενικοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομίας, τὸ ὁποῖον
443ἐκράτει ἐν τῇ χώρᾳ. Εἷς μάλιστα ἐξ αὐτῶν, τοῦ ὁποίου
444τὸ ὄνομα φέρει καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀναγνωρίζων τὴν
445ἀνάγκην τῆς ἀποδοχῆς ἐξαιρέσεώς τινος ἐζήτησε νὰ νομο-
446θετηθῇ ἡ ἐξαίρεσις ὡς μέτρον προσωρινὸν, καὶ νὰ ὁρισθῇ
447προθεσμία, μεθ’ ἣν θέλει παύσει τοῦ μέτρου ἡ ἰσχύς, ὅπως
448μὴ λάβῃ διάρκειαν καὶ μονιμότητα. Καὶ ἔλεγεν ἐκεῖνος
449πρὸς τοὺς γερουσιαστάς: «Νομίζετε, ὅτι πρόκειται, ἀντὶ
450τοῦ ἀστυνόμου, τὸν ὁποῖον διορίζει ἡ Κυβέρνησις τῇ προ-
451τάσει τοῦ Δημάρχου, νὰ διορισθῇ ἀστυνόμος, εἰς τὸν διο-
452ρισμὸν τοῦ ὁποίου δὲν μετέχει οὔτε ὁ Δήμαρχος, οὔτε αἱ
453ἄλλαι τοῦ δήμου ἀρχαί; Τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν ταπεινοτέ-
454ραν ὄψιν τοῦ ζητήματος. Ἀποβλέψατε ὅμως εἰς τὰς συνε-
455πείας τῆς ἐγκαταστάσεως ἀστυνομίας ἐν τῇ πρωτευούσῃ
456καὶ τῷ παρακειμένῳ δήμῳ τοῦ Πειραιῶς, εἰς τὰς συνε-
457πείας, τὰς ὁποίας τοιοῦτον σύστημα ἀστυνομικὸν δύναται
458νὰ ἐπιφέρῃ. Αὐτοὶ δὲν ἔχουσι πλέον κοινόν τι μὲ τὸν δῆ-
459μον, εἰσὶν ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι δ’ ἐνδεχόμενον,
460ἂν τώρα δεχθῶμεν τοῦτο εἰδικῶς διὰ τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν
461Πειραιᾶ, μετ’ ὀλίγον νὰ προταθῇ τοιοῦτον μέτρον δι’ ὅλον
462τὸ Κράτος, καὶ μετ’ ὀλίγον νὰ ἐπέλθῃ πλήρης ἡ ἀνα-
463τροπὴ τοῦ συστήματος τῆς δημοτικῆς ἡμῶν ἀστυνομίας.
464Καὶ ἂν νομοθετηθῇ τοιαύτη ἀνατροπή, νομίζετε, ὅτι πρό-
465κειται μόνον περὶ τῶν τοπικῶν εὐκολιῶν τῶν δημοτῶν;
466Οὐχί. Πρόκειται περὶ τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν τῆς χώρας,
467πρόκειται περὶ τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν αὐτῆς». «Στρέ-
468ψατε τοὺς ὀφθαλμούς σας, ἔλεγεν εἷς φιλόπατρις Γερου-
469σιαστής, πρὸς τὰ Κράτη, τὰ ἐκτὸς ἡμῶν ὑπάρχοντα, ὅπου
470αἱ ἀστυνομίαι εἰσὶ διοικητικαί, ὅπου τὴν ἀστυνομικὴν
471ἐξουσίαν διαχειρίζονται ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ
472θέλετε μάθει, ποία πίεσις ἐνασκεῖται ἐκεῖ ἐπὶ τῶν πολιτῶν,
473θέλετε μάθει, ὅτι καὶ ἐν ταῖς οἰκίαις τῶν οὗτοι ἐπιτη-
474ροῦνται καὶ ἐν τοῖς περιπάτοις καὶ ἐν ταῖς λέσχαις καὶ
475ἐν τοῖς καφενείοις· θέλετε πληροφορηθῆ, ὅτι, καὶ ὅταν λέ-
476γωσί τι ἐπικρίνοντες τὴν κατάστασιν τῆς διοικήσεως ἢ
477τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε δυσφοροῦντες ἐπὶ ταύτῃ, ἀμέσως
478ταῦτα μεταδίδονται εἰς τοὺς κυβερνῶντας· ἀλλὰ καὶ ὅταν
479δὲν λέγωσί τι, ὅταν σιωπῶσι, καὶ τότε ἐξηγεῖται ἡ σιωπή
480των ὡς ἔκφρασις δυσαρεσκείας, καὶ παραστάσεις καὶ περὶ
481τούτου γίγνονται εἰς τοὺς κυβερνητικοὺς κύκλους, καὶ ἐγεί-
482ρεται ἡ περιέργεια καὶ ἡ προσοχὴ τῶν κυβερνώντων ἐπὶ
483τῶν ἀτόμων τούτων». Εἷς ἐκ τῶν μετασχόντων τότε τῆς
484συζητήσεως ταύτης ἐν τῇ Γερουσίᾳ ἐμνημόνευσε Κράτους,
485ἐν ᾧ ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία εἶχεν ἐκτραπῆ εἰς παραπλή-
486σια ἀθεμιτουργήματα, ἐμνημόνευσε δὲ καὶ γεγονότος ἄλλου,
487τὸ ὁποῖον βεβαιοῖ ἡ ἱστορία, τῆς ἀνάγκης δηλονότι, εἰς
488τὴν ὁποίαν εὑρέθη μέγας δυνάστης, ὁ Ναπολέων Αʹ, ὅπως
489συστήσῃ ἀντιαστυνομίαν, ἵνα αὕτη ἐπιτηρῇ τὴν κυρίαν
490ἀστυνομίαν. Καὶ ἠναγκάσθη ὁ Ναπολέων νὰ συστήσῃ δύο
491ἀστυνομίας, μίαν τὴν ἐπίσημον καὶ μίαν τὴν ἡμιεπίσημον,
492ἥτις ἐπετήρει καὶ ἤλεγχε τὰς ὑπὸ τῆς ἐπισήμου μεταδι-
493δομένας πληροφορίας καὶ ἐνεργουμένας πράξεις.
494Καὶ τότε ἐπρόκειτο, Κύριοι, περὶ θέματος ἁπλοῦ, διότι
495ἐπὶ τέλους ἠδύνατό τις νὰ ἰσχυρισθῇ: πῶς, ἀφοῦ ἐμπιστεύε-
496σθε εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς χώρας τὴν διοίκησιν
497τμήματός τινος, πῶς, ἀφοῦ κρίνετε αὐτοὺς ἱκανοὺς, ἵνα με-
498τέλθωσι τὴν διοίκησιν, διατὶ δυσπιστεῖτε εἰς αὐτοὺς, ὅταν
499πρόκηται νὰ ἀναλάβωσι μερίδα τινὰ τῆς ὅλης διοικήσεως
500ἐν μικρᾷ τινι περιφερείᾳ, ἔν τινι δήμῳ, ἢ ἔν τινι ἐπαρχίᾳ;
501Ἡ ἀντίῤῥησις αὕτη ἔχει εὐλογοφάνειάν τινα, ἀλλὰ δὲν
502εἶναι σπουδαία. Δὲν εἶναι σπουδαία, διότι οἱ πολιτικοὶ
503ἄνδρες τῆς χώρας, εἰς τοὺς ὁποίους ἐμπιστευόμεθα τὴν
504διοίκησιν τῶν ἐπαρχιῶν, εἴτε τὴν διεύθυνσιν τῆς διοικητι-
505κῆς ἀστυνομίας, αὐτοὶ δὲν συνδέονται μετὰ τῶν πολιτῶν,
506τοὺς ὁποίους διοικοῦσι, διὰ τῶν δεσμῶν, διὰ τῶν ὁποίων
507συνδέονται οἱ Δήμαρχοι μετὰ τῶν συνδημοτῶν αὐτῶν, καὶ
508ὑπὸ τῶν ὁποίων ἐξελέχθησαν, καὶ μεταξὺ τῶν ὁποίων ἐκλή-
509θησαν νὰ φροντίσωσιν, ἵνα τηρήσωσι τὴν τάξιν καὶ τὴν
510εὐκοσμίαν. Ἔλεγον τότε οἱ ἐν τῇ Γερουσίᾳ, ὅτι ἡ ἰδιότης
511ἰδίως ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνατίθεται ἡ ἀστυνομικὴ
512ἐξουσία, ἀποτελεῖ τὴν οὐσίαν, διότι αὕτη συνιστᾷ τὸν
513τρόπον, καθ’ ὃν θέλει ἐνασκηθῆ ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία,
514καὶ ὅτι ἑπομένως εἰς τὴν ἰδιότητα τῶν ἀνδρῶν τούτων,
515τοὺς ὁποίους καλεῖτε εἰς τὴν δημοσίαν διοίκησιν, δὲν δύνα-
516σθε νὰ ἔχητε ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν ἐμποιεῖ ἡ ἰδιότης,
517τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Δήμαρχος ἕνεκα τῆς ἱστορίας αὐτοῦ καὶ
518τῆς καταγωγῆς αὐτοῦ.
519Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ Κωλέττης προέτεινεν ὡς
520ἐξαίρεσιν διὰ τὴν ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ
521τὸ ὁποῖον ἀκόμη ἐξακολουθεῖ λειτουργοῦν, τὸ σύστημα
522τοῦτο διαφέρει ἀπὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐνομοθετήθη
523ἀπὸ τοῦ 1836, κατὰ τοῦτο μόνον, ὅτι διὰ μὲν τοῦ συστή-
524ματος τοῦ ἀειμνήστου Κωλέττου σαφῶς ἐφηρμόζετο καὶ
525ἀκριβῶς ἐξετελεῖτο ἡ ἀρχή, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀναγράψει
526ἐν τῷ διατάγματι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1836 ὁ ἀρχικαγ-
527γελάριος Ἀρμανσπέργ. Τὸ διάταγμα τοῦ 1836, τοῦ ὁποίου
528ἐπῄνεσα τὴν σοφίαν καὶ ἐθαύμασα τὸ φιλελεύθερον, ἀνέ-
529γραφεν ἀρχήν τινα ἀφῃρημένην, ὅτι ἀνετίθει τὴν ἀστυνο-
530μικὴν ἐξουσίαν εἰς τὰς ἀρχὰς τῶν δήμων, οὐχὶ ὡς ἀνήκου-
531σαν εἰς τὴν φύσιν τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ κατ’ ἐντο-
532λὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀνεγνώριζεν ἑπομένως, ὅτι τὸ ἀστυ-
533νομεῖν εἶναι κυβερνητικὸν δικαίωμα καὶ οὐχὶ δημοτικόν.
534Ταύτην τὴν ἀρχὴν ἐφήρμοζε τὸ νομοσχέδιον τοῦ Κωλέττου,
535ἀλλ’ ἐφήρμοζε μόνον καὶ ἀποκλειστικῶς ἐν τοῖς δήμοις
536τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ἔλεγε λοιπὸν, ἂν τὸ ἀστυνο-
537μεῖν ἦναι δικαίωμα κυβερνητικὸν, καθὼς ἡ Κυβέρνησις
538ἀνέθηκεν ἐν πᾶσι τοῖς ἄλλοις δήμοις τὴν ἀστυνομικὴν ἐξου-
539σίαν εἰς τοὺς ἄρχοντας τῶν δήμων, οὕτω καὶ εἰς δύο δή-
540μους, τοὺς δήμους Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἀναλαμβάνει ἡ
541Κυβέρνησις νὰ ἐνασκήσῃ αὐτὴν διὰ τῶν ἰδίων αὑτῆς ὀργά-
542νων. Ἑπομένως καὶ ἡ ἐξαίρεσις, τὴν ὁποίαν προέβαλε
543διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως διοικητικῆς ἀστυνο-
544μίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, δὲν ἦτο ἀναίρεσις τῆς ἀρχῆς,
545τὴν ὁποίαν τὸ διάταγμα τοῦ 1836 εἶχεν ἀναγράψει, ἀλλ’
546ἦτο ἐφαρμογὴ καὶ ἐκτέλεσις αὐτῆς, μετὰ μόνης τῆς δια-
547φορᾶς, ὅτι ἀνεκάλει ἐν τοῖς δήμοις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς
548τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν εἰς τοὺς λοιποὺς
549δήμους τοῦ Κράτους εἶχεν ἀναθέσει εἰς τοὺς ἄρχοντας τοῦ
550δήμου.
551Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον, ὡς πρὸ μικροῦ ἔλεγον, συνεζη-
552τήθη ἐν τοῖς κοινοβουλευτικοῖς σώμασι τῆς Ἑλλάδος, ἐπρο-
553τάθη καὶ ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ 1837. Κατὰ τὸ 1837 ἐνο-
554μοθετήθησαν ἐν Γαλλίᾳ οἱ θεσμοὶ, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν
555δημοτικὴν διοίκησιν τοῦ Γαλλικοῦ Κράτους. Ἐν τῷ νομο-
556σχεδίῳ ἐκείνῳ ἀνεγράφετο ἡ ἀρχή, ὅτι τὴν ἀστυνομικὴν
557διοίκησιν ἐνασκοῦσιν αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ κατ’ ἐντολὴν τῆς
558Κυβερνήσεως. Ὁ εἰσηγητὴς ὅμως τοῦ νομοσχεδίου, γνω-
559στὸς εἰς τὴν ἐπιστήμην, διότι ὑπῆρξε συγγραφεὺς σπου-
560δαίων συγγραμμάτων τοῦ διοικητικοῦ δικαίου, ἀντέστη,
561καὶ μετ’ αὐτοῦ ἀντέστησαν καὶ πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν,
562οἱ ὁποῖοι ἠρνήθησαν μετὰ λόγου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κέκτη-
563ται τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν, καὶ ἀπέδειξαν, ὅτι τοῦτο
564ἀνήκει εἰς τοὺς δήμους. Αἱ ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ γενόμε-
565ναι τότε συζητήσεις ὑπῆρξαν μακραὶ, καὶ κατ’ αὐτὰς ἔλα-
566βον τὸν λόγον πολλοὶ διάσημοι ἄνδρες. Κατ’ αὐτὰς ἐπα-
567νειλημμένως ἐπεκαλέσθησαν τὰς γνώμας ἀνδρὸς ἐπισήμου,
568τοῦ ὁποίου αἱ γνῶμαι ἔχουσιν αὐθεντείαν, τοῦ κ. Henrion
569de Pansey. Οὗτος πολλάκις ἐδίδαξεν, ὅτι, ὡς εἰς τὴν φύ-
570σιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τῆς Κυβερνήσεως, ἁρμόζει
571νὰ ἐνασκῇ τὴν γενικὴν ἀστυνομίαν ἐν τῷ Κράτει, καὶ νὰ
572κρίνῃ περὶ τῶν γενικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα κρίνονται ἀναγ-
573καῖα πρὸς διατήρησιν τῆς γενικῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας
574τοῦ Κράτους, ὡς οἱ διοικηταὶ τῶν νομῶν ἐνασκοῦσιν ἐντὸς
575τῶν νομῶν τὴν γενικὴν ἀστυνομίαν, προνοοῦντες περὶ τῶν
576μέτρων, τὰ ὁποῖά εἰσιν ἀναγκαῖα πρὸς τήρησιν τῆς ἀσφα-
577λείας ἐν τοῖς νομοῖς, οὕτω καὶ ἐν τοῖς δήμοις, τὸ δικαίωμα
578τοῦ ἀστυνομεῖν ἀνήκει εἰς τοὺς διοικητὰς αὐτῶν. Ἀνήκει
579τὸ ἀστυνομεῖν εἰς τοὺς δήμους, ὡς ἀνήκει εἰς τὸ ἄτομον
580νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς ἰδίας αὑτοῦ ἀσφαλείας. Πῶς θέλετε
581ἀμφισβητήσει εἰς τὸν πολίτην τὸ δικαίωμα νὰ μεριμνᾷ περὶ
582τῆς ἀσφαλείας αὐτοῦ; Ἐν τῷ δικαιώματι τῆς ὑπάρξεως,
583τὸ ὁποῖον φυσικῶς ἔχει, ἔγκειται τὸ δικαίωμα νὰ προνοῇ
584περὶ τῆς προφυλάξεως τοῦ προσώπου του, καὶ περὶ τῆς
585ἀποσοβήσεως τῶν κινδύνων, οἵτινες δύνανται νὰ ἀπειλή-
586σωσι τὴν προσωπικὴν αὐτοῦ ἀσφάλειαν. Ὡς δὲ ὁ πολί-
587της ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἐπίσης καὶ αἱ μικραὶ κοινω-
588νίαι ἔχουσι τὸ δικαίωμα, ἵνα διοικῶσιν ἑαυτὰς, ἵνα μερι-
589μνῶσι καὶ φροντίζωσι περὶ τῆς ἀσφαλείας τῶν συνδημο-
590τῶν καὶ τῆς χώρας αὐτῶν.
591Ὁ ἰσχυρισμὸς τῶν ῥητόρων τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, ὅτι
592τὸ ἀστυνομεῖν δὲν εἶναι δικαίωμα κυβερνητικὸν, ἀλλὰ
593δικαίωμα τοῦ δήμου, ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος ἐκράτησε καὶ ἐγέ-
594νετο ἀποδεκτὸς τότε ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς. Ὁ ἰσχυ-
595ρισμὸς οὗτος ὁμολογῶ, ὅτι μὲ ἔπεισεν ἐντελῶς, καὶ μὲ ἔπει-
596σεν οὐχὶ σήμερον, ὅτε ἐκπληρῶ τὴν δυσάρεστον ταύτην
597ὑπηρεσίαν, πειρώμενος νὰ πείσω πλειοψηφίαν, ἔχουσαν τὴν
598ἀπόφασιν νὰ μὴ πεισθῇ, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοὺς προτέρους
599χρόνους τῆς ζωῆς μου, καθ’ οὓς διεκήρυξα πάντοτε τὴν
600γνώμην, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν δὲν εἶναι κυβερνητικὸν, ἀλλὰ
601δημοτικὸν δικαίωμα, δημοσιεύσας μάλιστα τὴν γνώμην μου
602ταύτην ἐν πονήματι, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ 1862 ἐδημο-
603σίευσα, τῷ πονήματι τῆς Ἑλληνικῆς Νομοθεσίας. Ἀλλὰ
604τὴν γνώμην ταύτην συνεζήτησα καὶ μετὰ τοῦ Ἡγεμόνος
605τῆς χώρας, τοῦ ὁποίου, τεθνεῶτος ἤδη πρὸ 25 ἐτῶν, μνη-
606μονεύω μετ’ εὐλαβείας καὶ σεβασμοῦ, τοῦ βασιλέως Ὄθω-
607νος. Ἐτύγχανον ὑπάλληλος τοῦ Κράτους, ὁ δὲ Βασιλεὺς,
608ὅστις ἔμαθεν, ὅτι τοιαύτην περὶ τοῦ ἀστυνομεῖν εἶχον γνώ-
609μην, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι δικαίωμα δημοτικὸν, καὶ
610παρετήρει οὕτως, ὅτι ἡ γνώμη μου αὕτη ἀντέκειτο εἰς τὴν
611ὑπὸ τοῦ διατάγματος τοῦ 1836 ἀναγεγραμμένην ἀρχὴν,
612διέταξε νὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιόν του. Ἐνεφανίσθην ἐνώ-
613πιον τοῦ Βασιλέως, ὅστις μοὶ ἐδήλωσεν, ὅτι αὐτὸς ἐτύγ-
614χανε πεπεισμένος περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς ἀρχῆς, τῆς ἀνα-
615γεγραμμένης ἐν τῷ Διατάγματι τοῦ 1836, ἐπειδὴ δ’ ἐτύγ-
616χανον λειτουργὸς δημόσιος, μοὶ καθίστα τοῦτο γνωστὸν,
617ἵνα μὴ ἀποφαίνωμαι κατὰ τῶν παραδεδεγμένων ὑπὸ τῆς
618νομοθεσίας ἀρχῶν. Ἐπειδὴ δ’ ὁ Βασιλεὺς μοὶ ἔδωκε τὴν
619ἄδειαν νὰ συζητήσω,—οἱ γνωρίσαντες δὲ τὸν Βασιλέα Ὄθωνα
620ἀναμιμνήσκονται τῆς εὐγενείας καὶ ἀξιοπρεπείας αὐτοῦ,—
621ἀνέλυσα καὶ ἀνέπτυξα τὰς ἐμὰς γνώμας, καίτοι δὲ αἱ πο-
622λιτικαὶ δόξαι τοῦ Βασιλέως ἐκείνου ἔκλινον πρὸς τὴν ἀπό-
623λυτον Μοναρχίαν, ὁ Βασιλεὺς μοὶ ἐδήλωσεν, ὅτι ἐπείσθη,
624ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν ἦτο δημοτικὸν δικαίωμα, ἀλλὰ μοὶ
625ἐσύστησε νὰ ἀποφεύγω νὰ δημοσιεύω τὰς τοιαύτας γνώ-
626μας μου, διότι, κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὁ λαὸς δὲν ἐκρί-
627νετο ἔτι ὥριμος, ὅπως ἀναγνωρισθῶσι τὰ τοιαῦτα δικαιώ-
628ματα αὐτοῦ. Πρέπει νὰ ἀφήσωμεν νὰ ἐνασκῆται ὑπὸ
629τῶν δήμων ἡ ἀστυνομία κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως,
630μοὶ εἶπεν ὁ Βασιλεὺς, κλείων τὴν συζήτησιν, ἵνα δυνάμεθα,
631ἐάν ποτε παραστῇ ἀνάγκη, νὰ ἀνακαλῶμεν τὸ δικαίωμα
632τοῦτο.
633Κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ διακρι-
634θέντων κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ 1837,
635ἀστυνομεῖν εἶναι κυβερνᾶν· ἑπομένως, ἐὰν ἀφαιρεθῇ τὸ
636ἀστυνομεῖν ἀπὸ τοὺς δήμους, οἱ δῆμοι οὐδεμίαν θέλουσιν
637ἔχει πλέον ὕπαρξιν. Τί ἐστὶ Δήμαρχος, ἀφοῦ ἀπογυμνωθῇ
638τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας, δηλ. τῆς ἐντολῆς τοῦ προλαμ-
639βάνειν τὰς ἀξιοποίνους πράξεις, τὰς παραβάσεις τῶν ποι-
640νικῶν διατάξεων, τῆς ἐντολῆς τοῦ ἀνακαλύπτειν τοὺς παρα-
641βάτας τῶν νόμων, ὅπως οὗτοι παραπεμφθῶσιν ἐνώπιον τῆς
642Ποινικῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Δικαστηρίων; τοῦ προνοεῖν
643περὶ τῆς ἀποσοβήσεως βλαβῶν ἢ ζημιῶν εἰς τὴν ὑγείαν
644τῶν συνδημοτῶν του, ἢ εἰς τὰς κτήσεις καὶ τὰ συμφέ-
645ροντα αὐτῶν; τῆς ἐντολῆς νὰ διαχειρίζηται τὴν ὅλην
646ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν ἐν τῷ τόπῳ, κατὰ πάντας τοὺς κλά-
647δους αὐτῆς, ἤτοι τὴν ἐπιμέλειαν καὶ τὴν διοίκησιν τῶν
648συμφερόντων τῆς δημοτικῆς κοινωνίας; Ἐὰν ἀφαιρεθῇ ἡ
649ἀστυνομικὴ ἐξουσία ἀπὸ τὸν Δήμαρχον, οἱ Δήμαρχοι καταν-
650τῶσιν ἁπλοῖ ἐπιμεληταὶ τοῦ ταμείου τοῦ δήμου, τὸ ὁποῖον
651ὅμως παρ’ ἡμῖν, καὶ τοῦτο μετεβιβάσθη εἰς τοὺς δημο-
652σίους ὑποταμίας διὰ τοῦ κατὰ τὸ 1887 ἐκδοθέντος περὶ
653τούτων νόμου. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου
654ἀφηρέθη τὸ δικαίωμα τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τῶν
655δήμων ἀπὸ τῶν δημοτικῶν ἀρχόντων, καὶ ἀνετέθη εἰς τοὺς
656ὑποταμίας. Καὶ προσεπάθησα μὲν κατὰ τὸ 1890, ὅτε ἐκλή-
657θην ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ συμβιβάσω κατὰ τὸ δυνατὸν
658τὸν περιορισμὸν τοῦτον τῆς δημοτικῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ
659αὐτοβουλίας μετὰ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον οἱ κυβερνῶν-
660τες ἔχουσιν, ἵνα συντελῶσιν εἰς τὴν περιστολὴν τῶν κατα-
661χρήσεων καὶ λογιστικῶν ἀταξιῶν, καὶ διὰ τοῦ περὶ δή-
662μων νόμου, ὅστις ἐψηφίσθη τῇ ἐμῇ εἰσηγήσει κατὰ τὸ 1891
663ὡς νόμος τοῦ Κράτους, ἔθηκα περιορισμούς τινας εἰς τὴν
664διὰ τοῦ νόμου περὶ ὑποταμείων διαταχθεῖσαν ἀφαίρεσιν τοῦ
665δικαιώματος τούτου τῶν δήμων. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τοὺς περιο-
666ρισμοὺς τούτους, ἐγὼ ἀμφιβάλλω, ἐὰν κατὰ τὴν ἐκτέ-
667λεσιν δὲν ἀναιρῆται τῶν δήμων ἡ αὐτοδιοικησία. Οὕτως,
668οἱ δῆμοι παρ’ ἡμῖν ἐστερήθησαν καὶ τούτου, τὸ ὁποῖον ἔλε-
669γον οἱ Γάλλοι, ὅτι ἐσώζετο εἰς τοὺς Δημάρχους μετὰ τὴν
670ἀφαίρεσιν τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας.
671Ἀληθῶς, Κύριοι, τοσοῦτον περιώρισαν μέχρι τοῦδε τὴν
672ζωὴν τῶν δήμων, ὥστε δύναταί τις νὰ ἀποδεχθῇ, ὅτι οἱ
673δῆμοι ἐκλείπουσιν ὁσημέραι. Καὶ αὐτὴν τὴν μέριμναν καὶ
674τὴν ἐξουσίαν τοῦ ἀσχολεῖσθαι περὶ τῆς ὁδοποιίας τοῦ δή-
675μου, καὶ ταύτην ἀφῃρέσαμεν ἀπὸ τοὺς δήμους. Αἱ διατά-
676ξεις τοῦ νόμου περὶ συστάσεως ταμείου ὁδοποιίας καὶ τοῦ
677νόμου περὶ ὁδοποιίας τοῦ 1867 καθ’ ὅλην τὴν λήγουσαν
678δεκαετίαν ἀνῃρέθησαν, διατεθέντων καὶ αὐτῶν τῶν τῆς
679δημοτικῆς ὁδοποιίας, οὐχὶ τῇ γνώμῃ τῶν δημοτικῶν συμ-
680βουλίων, ἀλλὰ τῇ θελήσει καὶ τῇ γνώμῃ τῆς Κυβερνήσεως.
681Καὶ αἱ ἀρχαὶ τῶν δήμων δὲν εἶχον εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῶν
682οὐδὲ δηνάριά τινα, ἵνα συντηρήσωσι τὰς δημοτικὰς ὁδοὺς,
683εἴτε ἐν τῇ κώμῃ εἴτε ἐν τοῖς ἀγροῖς. Ἐὰν κατὰ τὴν ἐπι-
684μέλειαν τῶν περὶ τούτου κατεδείχθη που ἀκηδία ἢ ἀνι-
685κανότης, ἐὰν περὶ τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἀστυνομίας, ἐὰν περὶ
686τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοτικῶν ἐσόδων συνέβησαν καταχρή-
687σεις, αὗται θὰ ἠδύναντο νὰ ἐκλείψωσιν, ἂν συνετηρεῖτο ὁ
688θεσμὸς τῆς αὐτοδιοικησίας τῶν δήμων, διότι ὁ θεσμὸς οὗ-
689τος ἤθελεν ἀναμιμνήσκει ἡμῖν τὸ καθῆκον, ὅπερ εἴχομεν, τῆς
690περιστολῆς τῶν καταχρήσεων. Ἐγὼ διὰ τοῦ τῇ ἐμῇ εἰση-
691γήσει ἐκδοθέντος κατὰ τὸ 1891 νόμου περὶ ἐπαρχιακῶν
692συμβουλίων ἐφρόντισα νὰ ἀναγράψω τὸ δικαίωμα τῶν
693δημοτικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων, ὁσάκις πρόκηται
694περὶ κατασκευῆς ἢ ἐπισκευῆς ὁδῶν· ἀλλ’ ὁ νόμος, τὸν
695ὁποῖον χθὲς ἐψηφίσατε, περὶ καταργήσεως τοῦ ταμείου
696τῆς ὁδοποιίας, δὲν κατέστρεψε μόνους τοὺς βλαστοὺς, οἵτι-
697νες εἶχον ἀναφυῆ, ἀλλ’ ἐξεῤῥίζωσε τὴν αὐτοδιοικησίαν τῶν
698δήμων.
699Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργή-
700σεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας, προχθὲς, ἐδήλωσα, ὅτι εἶ-
701μαι μὲν καὶ κατὰ τῆς ἀρχῆς καὶ κατὰ τῶν κατὰ μέρος
702διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ἐπεφυλάχθην ὅμως νὰ
703ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς γνώμας μου ἐν ἄλλῃ εὐ-
704καιρίᾳ, διότι ἔκρινα, ὅτι ἠδυνάμην νὰ μὴ ἀπασχολήσω τὴν
705Βουλὴν τότε, ἀφοῦ ἐπρόκειτο μετ’ ὀλίγον νὰ προκηρυχθῇ
706ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καθ’ ἣν ἤθελον
707ἐκθέσει τὰς περὶ τούτου γνώμας μου. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ συζητου-
708μένου νομοσχεδίου δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀναβάλω νὰ ἀνακοι-
709νώσω τὰς ἐμὰς γνώμας, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τυγ-
710χάνει μέρος ὅλου, οὐδὲ πρέπει νὰ ὀκνῶμεν νὰ ἀναζητήσω-
711μεν τὰς ἐννοίας, αἵτινές εἰσι διεσπαρμέναι ἐν πολλοῖς τῶν
712νομοθετημάτων. Τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον εἶχεν ἀναγ-
713γελθῆ ἀπὸ τοῦ 1888 ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτε εἰσή-
714γαγε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Κατὰ τὴν 10 Νο-
715εμβρίου 1888, πρὶν ἢ εἰσαχθῇ τὸ ἀναγγελθὲν νομοσχέδιον,
716ἀφορμὴν λαβὼν ἐκ τῆς ἀναγγελίας, ὅτι ἔμελλε νὰ εἰσα-
717χθῇ, προσεπάθησα νὰ ἀναστείλω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀπὸ
718τοῦ μέτρου τούτου. Εἶπον τότε εἰς τὴν Βουλὴν ταῦτα
719(ἀναγινώσκει):
720«Ὁ Πρωθυπουργὸς ἀνήγγειλε προχθὲς καὶ ἄλλον σκο-
721»πὸν αὐτοῦ, ἀνήγγειλεν, ὅτι προτίθεται νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν
722»δημοτικὴν ἀστυνομίαν ἀπὸ τοὺς δήμους, ὅταν οἱ δῆμοι
723»ἤθελον ζητήσει τοῦτο. Ὅπως δ’ ἐνθαῤῥύνῃ ἡμᾶς, ἔλεγεν ὁ
724»Πρωθυπουργὸς, ὅτι παρέλαβε τὰ σχέδια ταῦτα ἐκ νόμου
725»ἐν Ἀγγλίᾳ ἀπὸ τοῦ 1836 λειτουργοῦντος. Οἱ φρονοῦντες,
726»ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν δὲν εἶναι κυβερνητικὸν δικαίωμα, ἀλλ’
727»ὅτι εἶναι δημοτικὸν, πείθονται, ὅτι δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ
728»τοὺς δήμους νὰ παραιτηθῶσιν αὐτοῦ. Ἑπομένως, ἂν δῆμός
729»τις ζητήσῃ νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπ’ αὐτοῦ ἡ ἀστυνομικὴ ἐξου-
730»σία, ὅπως ἀναλάβῃ τὴν διαχείρισιν αὐτῆς ἡ δημοσία διοί-
731»κησις, ζητεῖ τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητῇ οὐδ’ ἡ
732»δημοσία διοίκησις νὰ ἐπιτρέψῃ. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν.
733»Δύναται καὶ συμφέρει τῷ Κράτει νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ δημοτικὴ
734»ἀστυνομία ἀπὸ τοὺς δήμους, καὶ νὰ συγκεντρωθῇ εἰς χεῖ-
735»ρας τῆς γενικῆς διοικήσεως; Τὸ ζήτημα εἶναι λίαν σοβα-
736»ρόν. Καὶ ἂν προταθῇ νομοσχέδιον τοιοῦτον,—εὔχομαι δὲ
737»νὰ μὴ προταθῇ,—δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει τὸ
738»συζητήσει μετὰ μεγίστης σπουδαιότητος, λησμονοῦσα
739»πᾶσαν ἄλλην σκέψιν, καὶ θέλει ἁμιλληθῆ διὰ τῆς ψήφου
740»αὐτῆς νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας, τὴν δη-
741»μοτικὴν αὐτοβουλίαν, ὅπως δύνηται τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ
742»τὴν λυσιτελεστάτην εἰς τὴν διοίκησιν τῆς χώρας ἐπικου-
743»ρίαν τῶν μικρῶν αὐτῶν κοινωνιῶν».
744Ταῦτα ἔλεγον τὴν 10 Νοεμβρίου 1888· ἀλλὰ τὴν 10
745Δεκεμβρίου 1888, ἤτοι μετὰ ἕνα μῆνα, εἰσήχθη ἓν νομο-
746σχέδιον, οἷον εἶχεν ἀναγγελθῆ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
747Ἡ Ἀντιπολίτευσις τοῦ χρόνου ἐκείνου, εἰς τὴν ὁποίαν
748ἀνῆκον καὶ ἐγὼ, ἐδήλωσεν ἐπανειλημμένως τὴν ἀπόφασιν
749αὐτῆς νὰ πολεμήσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκθύμως καὶ μὴ παρα-
750λίπῃ οὐδὲν μέσον ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖά εἰσιν ἀνεκτὰ καὶ
751ἐπιτετραμμένα νῦν ἐν πᾶσι τοῖς Κοινοβουλίοις, καὶ ἐδή-
752λωσα μάλιστα ἐγὼ ἐν τινι εὐκαιρίᾳ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις
753ἤθελε μετέλθει καὶ κωλυσιεργίαν, ἵνα προλάβῃ τὸν κίνδυ-
754νον, τὸν ὁποῖον ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου ἠπείλει εἰς τὰς
755ἐλευθερίας καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Εὐτυχῶς δὲν
756ἐκρίθη ἀναγκαῖον τότε νὰ ἐπισπευσθῇ τοῦ νομοσχεδίου ἡ
757συζήτησις, ἐπέπρωτο δὲ νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ
758τὸ τμῆμα τοῦτο τῆς Συνόδου ταύτης. Ἀλλὰ πρὸς τοὺς
759εἰσαγαγόντας αὐτὸ δύναμαι ν’ ἀπευθύνω τὴν ἐρώτησιν:
760Δύνασθε σεῖς νὰ ὑποσχεθῆτε καὶ βεβαιώσητε τὸν Ἑλληνι-
761κὸν λαὸν, ὅτι, ἐὰν ἐγκαταστήσητε τὰς στρατιωτικὰς ἀστυ-
762νομίας, θέλετε ἀποκαταστήσει ἀσφαλῆ καὶ ἀκλόνητον τὴν
763δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν, ἢ τὴν εὐκοσμίαν καὶ εὐ-
764πρέπειαν ἐν ταῖς δημοτικαῖς κοινωνίαις; Ποίας ἔχετε ἐγ-
765γυήσεις περὶ τούτου; Ποίας ἀποδείξεις προσάγετε, διὰ νὰ
766μᾶς πείσητε, διὰ νὰ πείσητε τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Ὁμο-
767λογῶ, ὅτι ἐν τῷ στρατῷ ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ διακε-
768κριμένοι. Ἔχομεν διακεκριμένους ἀξιωματικοὺς ἐν τῷ
769πυροβολικῷ. Νομίζετε, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πυροβολι-
770κοῦ εἰσιν ἐπιτήδειοι νὰ γένωνται ἀστυνόμοι τοῦ Κράτους;
771Ποίαν ἐκπαίδευσιν ἢ παρασκευὴν ἔλαβον, ἵνα ἐνασκῶσι τὴν
772ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν; Ὡς τυγχάνουσιν ἀνεπιτήδειοι, ἵνα
773γένωνται οἰκονομικοὶ ἔφοροι, νὰ γένωνται ταμίαι, οὕτως
774εἰσὶν ἀνεπιτήδειοι νὰ γένωνται ἀστυνόμοι. Ἔχετε ἀξιωμα-
775τικοὺς τοῦ μηχανικοῦ, μορφωθέντας ἐπιστημονικῶς καὶ
776τεχνικῶς κατηρτισμένους. Νομίζετε, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ
777οὗτοι δύνανται νὰ γένωνται δημοτικοὶ ἀστυνόμοι ἢ δημό-
778σιοι ἀστυνόμοι ἐν τινι ἐπαρχίᾳ τοῦ Κράτους, ἢ ἐν νομῷ
779τοῦ Κράτους; Ἀλλὰ διατί περιορίζομαι μόνον εἰς τὸ
780σῶμα τοῦ πυροβολικοῦ; Ἂς στραφῶ εἰς τὸ σῶμα τοῦ πε-
781ζικοῦ. Νομίζετε, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ δύνανται
782νὰ ὦσιν ἀστυνόμοι, ὅτι ἔλαβον τοιαύτην ἐκπαίδευσιν, καὶ
783ὅτι διὰ τοῦ στρατιωτικοῦ βίου, ὃν διήνυσαν, ἐγένοντο ἐπι-
784τήδειοι, ἵνα ἀναλάβωσι τοιαύτην ἐξουσίαν; Εἰς ὑμᾶς τοὺς
785κυβερνῶντας δὲν ἀρκεῖ τοσαύτη ἐξουσία, τὴν ὁποίαν οἱ
786νόμοι σᾶς ἀνέθηκαν, ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ ἀφαι-
787ρέσητε καὶ αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι ἀνέ-
788θηκαν εἰς τὸν δῆμον, αὐτὴν τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν
789ἐξεδήλωσαν εἰς τοὺς δήμους, ἀναθέντες εἰς αὐτοὺς νὰ με-
790ριμνῶσι περὶ τῆς εὐκοσμίας καὶ τάξεως ἐν ταῖς πόλεσι καὶ
791ταῖς κώμαις, περὶ τῆς ἀσφαλείας καὶ φυλακῆς τῶν ἀγρῶν
792αὐτῶν; Νομίζετε ὅτι ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως, ἐκτὸς τῶν
793δημοσίων ὑπαλλήλων, τῶν λειτουργούντων ὑπ’ αὐτὴν καὶ
794ἐκτελούντων τοὺς ἄλλους νόμους τοῦ Κράτους, τῶν ἀποτε-
795λούντων τὴν ἱεραρχίαν τῆς διοικήσεως, νομίζετε, ὅτι δὲν
796ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, πονοῦντες τὰ συμφέροντα τὰ κοινά;
797Νομίζετε ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ οὐδὲν ἐλατήριον ἁμίλ-
798λης, οὐδεὶς συναγωνισμὸς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀλ-
799λαχοῦ οὐδεμία εὐθύνη, ἐκτὸς τῆς εὐθύνης τῶν δημοσίων
800ὑπαλλήλων; Ἐὰν πράττητε ταῦτα, διότι νομίζετε ἀνε-
801παρκῆ τὴν ἰσχύν σας, ποίας ἀποδείξεις προσάγετε, ὅτι τὰ
802ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὰ ὁποῖα τελοῦσιν ὑπὸ
803τὰς διαταγὰς ὑμῶν, ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των μετὰ το-
804ταύτης τελειότητος, μετὰ τοσαύτης ἀκριβείας, ὥστε οὐδε-
805μία φωνὴ ἠγέρθη ἐναντίον αὐτῶν;
806Ταῦτα δὲν λέγω πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς, τοὺς μετὰ τὴν 3
807Μαΐου ἀνελθόντας ἐπὶ τὴν ἀρχήν· λέγω ταῦτα πρὸς πάν-
808τας τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ πρὸς τοὺς προκατόχους καὶ πρὸς
809τοὺς διαδόχους· τὰ λέγω πρὸς ἐμὲ αὐτὸν, ἐφ’ ὅσον ὑπῆρξα
810μέλος Κυβερνήσεως ἢ προϊστάμενος αὐτῆς. Ὁμολογῶ, ὅτι
811τὰ ὄργανα τῆς δημοσίας διοικήσεως, αὐτοί, οἵτινές εἰσι
812γνωστοὶ ὑπὸ τὸ χαρακτηριστικὸν ὄνομα τοῦ δημοσίου
813ὑπαλλήλου, ὅτι αὐτὰ τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας
814πολλάκις ἐδείχθησαν ὑποδεέστερα τῶν δημοτικῶν ἀρχόν-
815των κατὰ τὴν ἐνάσκησην τῆς ἐξουσίας αὐτῶν. Ὁμολογῶ,
816ὅτι ἀνεῦρον καὶ ἀνευρίσκω ὁσημέραι ἐν αὐτοῖς τοιαύτας
817ἀτελείας, τοιαύτην ἄγνοιαν τῶν καθηκόντων, ἢ τοιαύτην
818ἀμάθειαν, ἐνιαχοῦ δὲ καὶ ἄλλα ἐλαττώματα, ὥστε ὁσάκις
819μοὶ ἀνετέθη ὑπὸ τοῦ Ἡγεμόνος τὸ καθῆκον νὰ φροντίσω
820περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων, διετέλουν πάντοτε ἐν ἀνη-
821συχίᾳ, ἐκ τῆς ὑπονοίας, μὴ ἡ ἐπιτήρησίς μου ἐπ’ αὐτῶν
822δὲν ἦτο ἐπαρκής, μὴ δὲν ἠδύνατο νὰ καταστείλῃ τὰς
823παραβάσεις τῶν νόμων καὶ ἐνιαχοῦ τὰς καταχρήσεις. Καὶ
824ὅταν τοιαύτη δυστυχῶς ἦναι ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας
825διοικήσεως, δύναταί τις ἐξ ἡμῶν,— καὶ λέγω ἐξ ἡμῶν,
826κατατάσσω ἑαυτὸν εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκείνων, οἵτινες
827ἔρχονται νὰ ἐπανακάμψωσιν εἰς καιρὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν,—
828δύναταί τις εὐπροσώπως νὰ παραπονεθῇ κατὰ τῆς διοική-
829σεως τῶν δήμων; Θέλουσι μᾶς ἐρωτήσει οἱ διαχειριζόμενοι
830τὰ τῶν δήμων, τίνες εἶσθε σεῖς; τί ἐπράξατε σεῖς; Εἰς σᾶς
831ὁ νόμος περὶ ἀγροφυλακῆς ἔδωκε μικρὰν ἐξουσίαν, νὰ ἐπι-
832τηρῆτε μόνον, ἐὰν οἱ σύλλογοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνετέθη ἡ
833ἐκλογὴ τῶν ἀγροφυλάκων, ἐκτελῶσι τὸ καθῆκόν των, καὶ
834τοσοῦτον καταχρᾶσθε τῆς ἐξουσίας σας, καὶ ἐνίοτε προβαί-
835νετε εἰς ἀσχημίας, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὀφείλετε νὰ κρύψητε
836τὸ πρόσωπον, καὶ ὑμεῖς καταγγέλλετε τὴν δημοτικὴν ἀστυ-
837νομίαν, ὡς μὴ ἐκπληροῦσαν τὸν σκοπὸν αὐτῆς, ἀφοῦ τοι-
838αύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῆς διοικήσεως;!
839Κύριοι, ἡ ἡλικία, τὴν ὁποίαν διανύω, δὲν μοὶ δίδει
840τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλω δυνηθῆ νὰ ἀκολουθήσω ἐπισκοπῶν
841τὴν κατάστασιν τῆς πατρίδος μου ἐπὶ πολλὰ ἀκόμη ἔτη,
842μοὶ ἐπιβάλλει ὅμως τὸ καθῆκον νὰ ἀπευθύνω συμβουλὰς
843εἰς τοὺς Βουλευτὰς, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὸ μόνον Κοινο-
844βούλιον τῆς πατρίδος μου, νὰ συμβουλεύσω αὐτοὺς νὰ
845εὐλαβῶνται περισσότερον τὴν δημοτικὴν διοίκησιν, ἡ ὁποία
846εἶναι ἡ βάσις τῆς Πολιτείας, καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ παρασκευά-
847ζονται οἱ ἄνδρες, οἵτινες πρόκειται νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν
848Πολιτείαν, καὶ ἀσκοῦνται οἱ πολῖται εἰς τὴν χρῆσιν τῶν
849δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ ἀνέθηκαν
850εἰς αὐτοὺς, καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς
851ὁποίας ἐπιβάλλουσιν εἰς αὐτούς. Σέβονται δὲ τὰ δικαιώματα
852τῶν δήμων ἐκεῖνοι μόνοι τῶν κυβερνώντων, ὅσοι εὐλαβοῦν-
853ται τὴν αὐτοδιοικησίαν τῶν δήμων, καὶ ὅσοι δὲν ζητοῦσι νὰ
854ἀφαιρέσωσιν ἀπὸ τοὺς δήμους τὰς σάρκας αὐτῶν, ἵνα αὐ-
855ξήσωσι τὰς ἰδίας των σάρκας. Νομίζω δὲ πεποιθότως, ὅτι
856ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ αὐξήσῃ τὰς
857σάρκας αὐτῆς, διότι εἶναι εὐτραφεστάτη, καὶ τρέφει αὐτὴν
858τὸ εὐάγωγον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ τὸ φιλόνομον καὶ
859τὸ συντηρητικὸν τῶν πολιτῶν, ὑποκειμένων εἰς τοὺς νό-
860μους, τρέφουσιν αὐτὴν αἱ παραδόσεις τῆς χώρας. Ἂν ἡ
861διοίκησις, ἵνα καταστῇ ἱκανὴ νὰ διοικῇ, ζητῇ νὰ θρέψῃ
862περισσότερον τὰς σάρκας αὐτῆς, νὰ αὐξήσῃ αὐτὰς, θέλει
863πάθει πολυσαρκίαν, ἡ ὁποία θέλει γεννήσει νόσον, ἡ δὲ νό-
864σος θέλει καταλήξει εἰς κίνδυνον.
865Καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, δὲν
866πρόκειται μόνον ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τῶν δήμων τὸ δι-
867καίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν, ἀλλὰ πρόκειται νὰ παραδώσωμεν
868τὰς ἀστυνομίας εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς ἄνδρας τοῦ
869στρατοῦ. Ὅταν αἱ Πολιτεῖαι ἀναγνωρίζωσι τὴν ἀνεπάρ-
870κειαν τῶν ἰδίων αὐτῶν λειτουργῶν, ἕνεκα περιστάσεων ἐκ-
871τάκτων, αἱ ὁποῖαι ἐπέσκηψαν, εἴτε καθ’ ὅλον τὸ Κράτος,
872εἴτε κατὰ τμῆμα αὐτοῦ, προσφεύγουσιν εἰς τὸν στρατὸν,
873καὶ ζητοῦσι νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸς τὴν ἀποκατάστασιν καὶ
874τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, καὶ νὰ κρατύνῃ τὴν ἰσχὺν αὐ-
875τῶν. Ἡ τοιαύτη κατάστασις λέγεται κατάστασις πολι-
876ορκίας. Κατ’ ἄλλην τινὰ ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν
877Πειραιεῖ ἐφρούρουν δέκα χιλιάδες στρατοῦ, Γαλλικοῦ καὶ
878Ἀγγλικοῦ, ὅτε ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν αὐτῶν συνεστήθη ἡ
879Κυβέρνησις τοῦ 1854, διότι ὁ διαχειριζόμενος τὴν βασι-
880λικὴν ἐξουσίαν ἠναγκάσθη νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν ἐπισκήψασαν
881ἀνάγκην, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην συνέβησαν δυσάρεστα
882συμβεβηκότα εἰς τὴν Ἑλλάδα. Εἶχον ἐπανέλθει ἐκ τῶν
883παρὰ τὰ βόρεια ὅρη τοῦ Κράτους ὑπὸ τὴν Τουρκίαν Ἑλ-
884ληνικῶν ἐπαρχιῶν οἱ ὁπλῖται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐκδρά-
885μει κατὰ τὸ 1854 ἐπὶ τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν Ἤπειρον,
886ἀπαρτίσαντες ἐπαναστατικὰς ὁμάδας, — ἐνθυμεῖσθε δὲ τὰ
887τότε κατὰ τὸν Ρωσσοτουρκικὸν πόλεμον λαβόντα χώραν
888καὶ τὰ ἀτυχήματα καὶ τὰς δυστυχίας, εἰς ἃς οἱ ἐκδρα-
889μόντες τότε περιέπεσαν. Οὗτοι εἶχον ἐγκαταλίπει τὰ ἔργα
890των, εἶχον δ’ ἐπανέλθει ἐκ τῆς ἐκδρομῆς, μεταλαβόντες
891κατ’ αὐτὴν τὰς ἕξεις τῆς αὐθαιρεσίας καὶ τῆς βίας. Κατὰ
892τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν
893συνέβη καὶ αὐτὸς νὰ διαλύσῃ τὰ σώματα τῆς ὁροφυλακῆς
894ἀποτόμως, διὰ πράξεως σπασμωδικῆς, ἡ ὁποία ἐξετελέσθη
895ἄνευ προπαρασκευῆς καὶ βασάνου, καὶ ἔῤῥιψεν εἰς τὰς
896ὁδοὺς μέγαν ἀριθμὸν ὁπλιτῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι,
897εἰθισμένοι εἰς τὸν ἀγροδίαιτον ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς
898βίον, εὑρέθησαν αἴφνης ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐργασίας καὶ πόρου
899ζωῆς, καὶ ἐτράπησαν εἰς τὸν λῃστρικὸν βίον. Ἡ λῃστεία
900λοιπὸν ἕνεκα τούτου ἐπλεόνασε, καὶ ἐπειδὴ ἡ γείτων χώρα
901μετήρχετο πολιτικὴν ἐνισχύουσαν τὴν λῃστείαν, — διότι
902οὕτως ἐξησθένει ἡμᾶς καὶ ἐδυσφήμει τὴν ὑπόληψιν ἡμῶν,—
903τὸ Κράτος τότε τὸ Ἑλληνικὸν κατεκλύσθη ὑπὸ τῶν λῃ-
904στῶν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἑσπέραν τινὰ ἔλαβον παραγγε-
905λίαν, ὡς γενικὸς γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσω-
906τερικῶν, νὰ φροντίσω περὶ τῆς προσωπικῆς ἀσφαλείας τοῦ
907Βασιλέως, ὁ ὁποῖος ἔμελλε νὰ μεταβῇ εἰς τὸ θέατρον,
908διότι φόβος ὑπῆρχε, μήπως προσβληθῇ ὑπὸ λῃστῶν· λῃ-
909σταὶ δὲ τοσαύτην εἶχον τότε τόλμην, ὥστε διέβησαν διὰ
910μέσου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν!
911Ὁ πρέσβυς τότε τῆς Ἀγγλίας,—ἐτύγχανε δὲ τοιοῦτος ὁ
912κ. Οὐάϊς,—ἀπηύθυνε διακοίνωσιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
913Ἐξωτερικῶν,—καὶ ἦτο τότε Πρωθυπουργὸς ὁ Μαυροκορδά-
914τος,—καὶ διὰ τῆς διακοινώσεώς του δὲν συνεβούλευεν, ἀλλὰ
915μετήρχετο ὕφος, τὸ ὁποῖον μικρὸν διέφερε τοῦ ἐπιτακτικοῦ,
916καὶ συνίστα, ἵνα ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ζητήσῃ τὸ
917δικαίωμα νὰ κηρύσσῃ εἰς κατάστασιν πολιορκίας ὡρισμέ-
918νας περιφερείας, ἐν τοῖς νομοῖς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας,
919Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας, Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, καὶ
920Εὐβοίας.
921Ὁ Μαυροκορδάτος, ἀνὴρ πολύπειρος, μοὶ ἐνετείλατο
922νὰ παρασκευάσω μελέτην τινὰ περὶ τοιούτου νόμου. Παρέ-
923στησα τότε εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, ὅστις ἦτο καὶ Ὑπουρ-
924γὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι διάταξις τοῦ Συντάγμα-
925τος μὲ ἀπαλλάσσει τοῦ τοιούτου κόπου, διότι ὡς δημό-
926σιος ὑπάλληλος δὲν ἠδυνάμην νὰ πράξω τι, τὸ ὁποῖον
927ἔκρινον, ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα. Ὁ Μαυροκορδά-
928τος ἀνεγνώρισε τοῦτο, μὲ ἐπεφόρτισε δὲ νὰ λάβω συνέν-
929τευξιν μετὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης Ἀνα-
930στασίου Λόντου, καὶ ἀνακοινώσω αὐτῷ τὴν σημασίαν
931καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς νέας καταστάσεως, ἥτις θέλει δη-
932μιουργηθῆ διὰ τῆς νομοθετικῆς ἀναγραφῆς τοῦ δικαιώ-
933ματος τοῦ κηρύσσειν ὡρισμένας περιφερείας εἰς κατάστα-
934σιν πολιορκίας. Ἀλλ’ ὁ Λόντος, ὅτε ἔλαβον μετ’ αὐτοῦ
935τὴν συνέντευξιν ταύτην, μοὶ εἶπε ῥητῶς, ὅτι οὐδέποτε θέ-
936λει ὑπογράψει τοιοῦτον νόμον. Οὕτω δὲ οὔτε ὁ Μαυροκορ-
937δάτος οὔτε ὁ Λόντος ἔστρεξαν νὰ εἰσαγάγωσι τοιοῦτον
938νομοθέτημα.
939Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι κατάστασις πολιορκίας εἶναι μό-
940νον ὅταν κηρύσσηται ἐν ἀργίᾳ ἡ κοινὴ νομοθεσία καὶ μετα-
941βιβάζηται εἰς τὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν ὁ κανονισμὸς
942τῶν σχέσεων τῶν πολιτῶν; μόνον ὅταν παραδίδωται ἡ
943προσωπικὴ ἐλευθερία τῶν πολιτῶν εἰς τὴν στρατιωτικὴν
944ἐξουσίαν; μόνον ὅταν ἡ κοινὴ δικαιοσύνη, τὰ δικαστήρια
945τίθηνται ἐν ἀργίᾳ, καὶ ταῦτα ἀντικαθιστῶνται διὰ τῶν
946Στρατοδικείων; Δὲν διαφέρει ἡ ἐγκατάστασις τῆς στρα-
947τιωτικῆς ἀστυνομίας ἐν τῇ χώρᾳ ἀπὸ τὴν κήρυξιν αὐτῆς
948εἰς κατάστασιν πολιορκίας. Λέγω δὲν διαφέρει, διότι τὸ
949στρατιωτικὸν ἐπάγγελμα μεταδίδωσιν εἰς τὸν μετερχόμε-
950νον αὐτὸ ἰδιότητας καὶ ἕξεις, τὰς ὁποίας οἱ πολιτικοὶ
951ὑπάλληλοι δὲν δύνανται ἀκινδύνως νὰ ἔχωσιν. Ὁ στρατιω-
952τικὸς πρέπει νὰ ἦναι ὑπερήφανος καὶ φιλότιμος· ἀλλὰ εἰς
953τοσοῦτον φθάνουσιν ὑπερβολῆς, ὥστε ἐκτείνουσιν ἐνίοτε τὴν
954φιλοτιμίαν μέχρι τοῦ τελευταίου ὁρίου. Ἡ ἐλαχίστη παρα-
955τήρησις ἢ ἀντίῤῥησις ὑπολαμβάνεται πολλάκις ὡς ὕβρις,
956διότι οὕτως ἤσκησεν αὐτὸν ἡ πειθαρχία, ἥτις ἀφήρεσεν
957ἀπ’ αὐτοῦ τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ γνώμην ἄλλην ἢ ἐκείνην,
958ἣν ἔχει ὁ προϊστάμενος αὐτοῦ. Ἡ ἀντίῤῥησις ἐξεγείρει
959αὐτὸν, τὸ δ’ ἐπιβλητικὸν ἦθος αὐτοῦ κατά τινας περι-
960στάσεις ἐξωτερικεύεται ὡς βία καὶ αὐθαιρεσία, ὅταν πρό-
961κηται περὶ δικαιωμάτων πολιτῶν. Ἐν Ἀθήναις προσεφύ-
962γομεν ἀληθῶς κατὰ διαφόρους ἐποχὰς εἰς στρατιωτικοὺς,
963ἀλλ’ ἐν Ἀθήναις ὑπάρχει ἀνάγκη, διότι ὑπάρχουσι 300
964κλητῆρες, οἵτινες πρέπει νὰ ἦναι ἄνδρες κόσμιοι καὶ δι-
965δαχθέντες τὴν πειθαρχίαν, ἤλπισαν δὲ πολλάκις Κυβερνή-
966σεις, ὅτι τοιαύτην ἀνατροφὴν καὶ παρασκευὴν ἠδύναντο νὰ
967δώσωσι εἰς τοὺς κλητῆρας Διευθυνταὶ τῆς ἀστυνομίας
968στρατιωτικοί. Ἵνα δὲ τὸ σῶμα τοῦτο τῶν τριακοσίων ἀν-
969δρῶν λάβῃ ἕξεις πειθαρχικὰς, λάβῃ στρατιωτικήν τινα
970σύνταξιν καὶ κοσμιότητα, ἐκαλοῦντο εἰς τὴν διεύθυνσιν
971τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας στρατιωτικοί. Ἀλλὰ εἰς τὰς
972ἀστυνομίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσιν, εἰμὴ δύο κλη-
973τῆρας, θέλετε διορίσει ἀστυνόμον λοχαγὸν ἢ ταγματάρ-
974χην, ἵνα διοικήσῃ αὐτάς; Μελετήσατε, Κύριοι, ποῖα ἀπο-
975τελέσματα θέλουσι παραγάγει τὰ προτεινόμενα μέτρα.
976Φοβοῦμαι, ὅτι θέλουσιν εἶσθαι ὀδυνηρά. Εὔχομαι δὲ, ἂν
977σχηματισθῇ πεποίθησις, ὅτι τοιαῦτα ἤθελον ἐπέλθει ἀπο-
978τελέσματα, καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ πᾶς ἄλλος ἐξ
979ὑμῶν νὰ μὴ διστάσῃ νὰ δώσῃ μέλαιναν ψῆφον ἐπὶ τοιού-
980του νομοθετήματος.
981Ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχει νόμος περὶ καταστάσεως πολιορ-
982κίας. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1830 περιέλαβε διάταξιν, ἡ ὁποία
983εἰσήγαγεν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην τῶν γενι-
984κῶν νόμων, ἀλλὰ καὶ τὸ Σύνταγμα τῆς Δημοκρατίας τοῦ
9851848 περιέλαβε διάταξιν τοιαύτην, καὶ ἐξεδόθη κατὰ τὸ
9861849 νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνετέθη
987εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν. Κατὰ τὸ 1852 ἐξεδόθη ἕτερος
988νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνετέθη εἰς τὸν
989Ἡγεμόνα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ ἐν Γαλλίᾳ, κατὰ δυστυ-
990χίαν, καὶ ἐν ἄλλοις Κράτεσι τῆς Εὐρώπης, ὑπάρχουσι κοι-
991νωνικαὶ πληγαὶ καὶ νόσοι, αἵτινες δὲν μαστίζουσι μόνον
992τὴν κοινωνίαν, δὲν ἀπειλοῦσι μόνον αὐτὴν, ἀλλὰ ἀπειλοῦσι
993τὰς βάσεις αὐτῆς καὶ τὴν σύστασιν αὐτῆς. Ἐν Ἑλλάδι
994εὐτυχῶς δὲν ἔχομεν κοινωνιστὰς, δὲν ἔχομεν ἀναρχικοὺς,
995δὲν ἔχομεν οὐδὲ τὸν πόλεμον κατὰ τοῦ κεφαλαίου, ὁ ὁποῖος
996ὑπάρχει ἐν ἄλλαις χώραις. Ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχομεν οὔτε
997τὰς ἐργατικὰς τάξεις πολεμίας κεφαλαίων καὶ ἀπειλούσας
998τὴν κοινωνικὴν τάξιν, οὐδὲ ἄνδρας κοινωνιστάς. Ἐν Ἑλλάδι
999κρατεῖ πνεῦμα τοσούτῳ συντηρητικὸν, ὥστε, ὅτε τελευ-
1000ταῖον κόμματα πολιτικὰ, κερδοσκοποῦντα πρὸ τῶν ἐκλογῶν,
1001παρίστων πολέμιον τῆς Βασιλείας τὸ κόμμα, τοῦ ὁποίου
1002ἡγούμην, καὶ διέδιδον ἐν ταῖς ἐπαρχίαις καὶ τοῖς δήμοις,
1003ὅτι τὸ πολιτικὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐν τῇ ἀρχῇ πρὸ
1004τῆς 18 Φεβρουαρίου, ἀντετάσσετο εἰς τὴν Βασιλείαν, καὶ
1005ὅτι οἱ ἐκλογεῖς ἐκαλοῦντο δῆθεν νὰ λύσωσι ζήτημα μεταξὺ
1006τῆς Βασιλείας καὶ ἐμοῦ, τοῦ πολίτου, ὅστις ἡγεῖτο τοῦ
1007πολιτικοῦ κόμματος, περὶ οὗ ὁμιλῶ· ὅταν κόμματα πολι-
1008τικὰ, οὕτως ἀκολασταίνοντα, εἰς τοιαύτας προέβησαν ψευ-
1009δεῖς διαδόσεις, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὑπέταξε τὰ πολιτικὰ
1010αὑτοῦ φρονήματα εἰς τὸν συντηρητικὸν χαρακτῆρα αὑτοῦ,
1011καὶ τοιαῦτα ὑπὲρ τῶν ἀντιπάλων μου διεσκεύασεν ἐκλο-
1012γικὰ ἀποτελέσματα, οἷα ὑπὲρ οὐδενὸς εἶχον ἐκδηλωθῆ
1013ἄλλοτε πολιτικοῦ κόμματος.
1014Λέγω ταῦτα ἐν παρόδῳ, διότι περὶ τούτου θέλω δια-
1015λάβει κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτε
1016θέλω ἀποδείξει τὴν ἔννοιαν, ἣν εἶχεν ἡ ψῆφος τῆς 3 Μαΐου.
1017Εἶχεν ἔννοιαν ἐπιδοκιμασίας τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς
1018τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Εἶχεν ἔννοιαν ἐμπιστοσύνης καὶ
1019ἀναγνωρίσεως, ὡς ὀρθῆς καὶ σώφρονος τῆς οἰκονομικῆς πολι-
1020τικῆς αὐτοῦ ἐπὶ τὴν ὀκταετίαν; Ἢ εἶχεν ἄλλην ἔννοιαν,
1021τὴν ὁποίαν θέλει μοὶ δοθῆ ἡ εὐκαιρία, ἵνα παραστήσω
1022προσεχῶς εἰς τὴν Βουλήν;
1023§26Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἠγόρευσεν ἐφ’ ἱκα-
1024νὸν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γορτυνίας περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ
1025ὁποῖον πρόκειται εἰς τὴν ψῆφον ὑμῶν, καὶ ἠγόρευσεν ὡσα-
1026νεὶ δὲν ἔζη ἐν Ἑλλάδι, ὡσανεὶ ἐκανονίζετο διὰ τοῦ νομο-
1027σχεδίου τούτου κατάστασις ὅλως διάφορος τῆς ἐπιβαλλού-
1028σης καὶ εἰς Κυβέρνησιν καὶ εἰς Βουλὴν τὴν ψήφισιν μέτρων
1029ἐκτάκτων περὶ τῶν ἀστυνομικῶν τῆς χώρας. Ὁ κ. Βουλευτὴς
1030παρίστα διὰ μακρῶν, ὅτι ἀντισυνταγματικὸν εἶναι τὸ ψηφί-
1031ζειν νόμους περὶ καταστάσεως πολιορκίας, παρέστησε μάλι-
1032στα, ὅτι καὶ αὐτὸς ἔσωσεν ἄλλοτε τὴν Πολιτείαν ἀπὸ κιν-
1033δύνου ψηφίσεως νόμου περὶ καταστάσεως πολιορκίας. Καὶ
1034περὶ καταστάσεως πολιορκίας ποῖος προτείνει εἰς τὴν Βου-
1035λὴν νόμον; Ἀλλὰ τῆς καταστάσεως πολιορκίας δύναται
1036ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ὑφίστανται παρ’ ἡμῖν ἐν τῇ
1037ἐκτελέσει πάντα τὰ κακὰ, τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀπα-
1038γορευόμενα; Τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἡ
1039δημοσία ἀσφάλεια σώζεται καὶ συντηρεῖται διὰ τῶν μετα-
1040βατικῶν ἀποσπασμάτων, ὑπὸ τὴν χειρίστην μορφὴν, ἄγνω-
1041στον ἀλλαχοῦ, τῆς καταστάσεως πολιορκίας; Καὶ φρο-
1042νεῖτε, ὅτι τμῆμα τῆς Ἑλλάδος, ἐν ᾧ ἡ δημοσία τάξις ἐξα-
1043σφαλίζεται διὰ τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων, διατε-
1044λεῖ ἐν ἄλλῃ καταστάσει ἢ ἐν καταστάσει πολιορκίας;
1045Ἐγὼ λέγω ἡ κατάστασις πολιορκίας εἶναι εὐεργέτημα,
1046εἶναί τι ὑπέρτερον τῶν παθῶν λαοῦ, διατελοῦντος ὑπὸ τὴν
1047πίεσιν τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων. «Αὐθαιρεσία πλή-
1048ρης! προσωπικὴ Κυβέρνησις!» ἀκούεται πανταχόθεν. Ἐδῶ
1049εὐδοκιμεῖ οὗτος ὁ ἀνώτερος ἐπόπτης, ἐκεῖ εὐδοκιμεῖ ἐκεῖ-
1050νος, ἀλλαχοῦ εὐδοκιμεῖ ἄλλος, ὡσανεὶ διατελοῦμεν ἐν
1051Σατραπείαις ταῖς μᾶλλον ἀρχετύποις, ἐκεῖ, ὅπου οὐδὲ νόμοι
1052ἀνεπτύχθησαν, οὐδ’ ἡ κοινωνία παρουσιάζεται ὑπὸ μορφὴν
1053ἔμπεδον. Αὕτη εἶναι ἡ κατάστασις, ἡ ὑφισταμένη παρ’
1054ἡμῖν. Ἡ κατάστασις ἡ ἐκ τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμά-
1055των εἶναι παρ’ ἡμῖν ὁ κανών. Ἀλλὰ καὶ ὅπου τυχὸν δὲν
1056ὑπάρχουσι μεταβατικὰ ἀποσπάσματα, ποία εἶναι ἡ ἀστυ-
1057νομία τῆς χώρας; Ἀστυνομία τῆς χώρας εἶναι ἡ χωρο-
1058φυλακὴ, ἡ χωροφυλακὴ συμπληρουμένη καὶ ὑπὸ τοῦ ἄλλου
1059στρατοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν αὐτῆς. Ὁ κανονισμὸς τῆς
1060χωροφυλακῆς εἶναι ὁ κανονισμὸς τῆς ἀστυνομίας τῆς χώρας,
1061Ὡμίλει ὁ κ. Βουλευτὴς πρὸ ὀλίγου περὶ τοῦ διατάγμα-
1062τος τοῦ 1836, ὡσανεὶ ἐκεῖνο ἐκανόνιζε τὴν ἀστυνομίαν
1063ἐν τῇ Ἑλληνικῇ χώρᾳ, καὶ ὡσανεὶ μὴ ὑπῆρχε κεκανονι-
1064σμένη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἡ χωροφυλακὴ, ἧς ἄνευ τὸ
1065διάταγμα ἐκεῖνο οὐδεμίαν θὰ εἶχεν ἔννοιαν· διότι ἐν Ἑλ-
1066λάδι ἀφαιρέσατε τὴν χωροφυλακὴν καὶ ἀποβλέψατε ἔπειτα
1067εἰς τὸ διάταγμα τοῦ 1836, ἢ εἰς οἱονδήποτε ἄλλον νόμον
1068περὶ ἀστυνομίας, καὶ εἰπέτε, ἂν πρόκηται περὶ θεσμοῦ
1069ὑφισταμένου, ζῶντος, ἐφαρμοζομένου, ἐὰν δύναται νὰ ἐφαρ-
1070μοσθῇ ἐν Ἑλλάδι ἀστυνομικὴ διάταξις ἄνευ χωροφυλακῆς
1071παραπλεύρως. Ἡ χωροφυλακὴ παρ’ ἡμῖν εἶναι ἡ ἀστυνο-
1072μία τῆς χώρας, ὅπου ἐπικρατεῖ τάξις· τὰ μεταβατικὰ ἀπο-
1073σπάσματα, ὅπου ὑπάρχει ἀνωμαλία. Αὕτη εἶναι ἡ ἀλη-
1074θὴς κατάστασις, ἥτις ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν ὑφίσταται ἐν τῇ
1075χώρᾳ, καὶ ἥτις ἐπιβάλλει εἰς πάντα κηδόμενον περὶ τῆς
1076ἀξιοπρεπείας τῆς χώρας, περὶ τῆς εὐημερίας τῆς χώρας,
1077περὶ τῆς προόδου αὐτῆς, ὅπως προέλθῃ εἰς κανονισμὸν
1078τῶν ἀκανονίστως ἐνεργουμένων· διότι ἐφθάσαμεν εἰς ἕνα
1079οἱονεὶ ὀργανισμόν, εἰς κατάστασιν, ἣν δύναμαι νὰ ἀποκα-
1080λέσω ἡμιβάρβαρον, διότι ἡμιβάρβαρος εἶναι ἡ κατάστασις,
1081ἐν ᾗ ἡ δημοσία ἀσφάλεια διατηρεῖται διὰ μεταβατικῶν
1082ἀποσπασμάτων, περὶ ὧν ἐψηφίσαμεν πολλάκις νόμους, ὅπως
1083μὴ ἐργάζωνται ὡς ἐργάζονται, οἵτινες ὅμως οὐδέποτε
1084ἠδυνήθησαν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν. Ἐψηφίσαμεν νόμους ἐπὶ
1085νόμων περὶ καταλυμάτων, οὐδεὶς δ’ ἐκ τῶν νόμων τούτων
1086οὐδέποτε ἔλαβεν ἐφαρμογήν, διότι τὰ μεταβατικὰ ἀπο-
1087σπάσματα ἐργάζονται ὑπὸ τὸ κράτος τῆς αὐθαιρεσίας, καὶ
1088μόνον διὰ τῆς αὐθαιρεσίας τελεσφοροῦσι. Ταύτην τὴν αὐθαι-
1089ρεσίαν ἐρχόμεθα προτείνοντες πρὸς ὑμᾶς, ὅπως ἄρηται ἀπὸ
1090τῆς κοινωνίας. Ἐρχόμεθα προτείνοντες, ὅπως ὑποβάλητε
1091εἰς νόμιμον κανονισμόν, εἰς ὀργανισμόν, εἰς στρατιωτικὴν
1092πειθαρχίαν, εἰς ἀληθῆ διοίκησιν τὰ τῆς ἀστυνομίας τῆς
1093χώρας, ἀφαιροῦντες αὐτὴν ἀπὸ τοῦ ἀκαταρτίστου συστή-
1094ματος, τοῦ μέχρι τοῦδε διέποντος τὰ κατ’ αὐτήν, καὶ
1095ἀκούομεν, ὅτι πρόκειται νὰ εἰσαγάγωμεν κατάστασιν
1096πολιορκίας, ἢ νὰ πράξωμέν τι, οὐδαμοῦ ἄλλοθι ἀκουσθὲν,
1097μὴ ὑπάρξαν ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ τῇ πρώτῃ ἀποκαταστάσει
1098αὐτῆς, μὴ ὑπάρξαν ἐν Ἑλλάδι οὐδὲ πρὸ τῆς ἀποκαταστά-
1099σεως αὐτῆς, ἀφοῦ ἐῤῥήθη πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητῶ-
1100μεν τὰ παραδείγματα ἐν τῇ διοικήσει τῇ ὀθωμανικῇ, τῇ πρὸ
1101τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς Βασιλείας παρ’ ἡμῖν, τῇ ἀναγνω-
1102ριζούσῃ τὰς τοπικὰς ἀστυνομίας. Παρεστήθη ἡ Τουρκικὴ
1103Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐμφορουμένη πλήρους σεβα-
1104σμοῦ πρὸς τὰς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, καὶ ὅ,τι ἡ Ὀθωμα-
1105νικὴ Κυβέρνησις ἔπραττεν ἐξ ἀδυναμίας, — διότι δὲν ἠδύ-
1106νατο αὐτὴ ἀμέσως νὰ συλλέγῃ τοὺς φόρους, διότι δὲν ἠδύ-
1107νατο αὐτὴ νὰ προνοῇ, καὶ δὲν ἐνδιεφέρετο ὅπως προνοῇ
1108περὶ τῆς ἀσφαλείας τῶν πολιτῶν, — τοῦτο παρουσιάζεται εἰς
1109ὑμᾶς ὡς πρότυπον ἀρχῆς κυβερνητικῆς, ἣν πρέπει νὰ σεβα-
1110σθῶμεν καὶ ἀφ’ ἧς δὲν πρέπει νὰ ἀπομακρυνθῶμεν, ἵν’ ἀπο-
1111καταστήσωμεν τὴν εὐνομίαν καὶ τὴν ἐκτροχιασθεῖσαν παρ’
1112ἡμῖν αὐτοδιοίκησιν.
1113§27Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρότυπον αὐτονομίας τοπικῆς, οὐχὶ πολι-
1114τικῆς.
1115§28Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ αὐτονομία ἡ τοπικὴ ἐπὶ τῆς
1116τουρκικῆς διοικήσεως δὲν ὑπῆρχεν ὡς συνέπεια ἀρχῶν εὐλα-
1117βείας πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, τοῦ ῥαγιᾶ.
1118§29Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως προνόμια ὑπῆρχον εἰς αὐτούς.
1119§30Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπῆρχε συνεπεία προνομίου,
1120ἀλλ’ ὑπῆρχεν ἐξ ἀδυναμίας τῆς τουρκικῆς διοικήσεως, ὅπως
1121αὐτὴ ἀμέσως διοικήσῃ, ὅπως αὐτὴ ἀμέσως εἰσπράξῃ, καὶ
1122ἥτις, ἕνεκα τῆς ἰδίας ἀνεπαρκείας ἤρχετο εἰς συμφωνίαν
1123πρὸς τὰς τοπικὰς διοικήσεις, ὅπως αὐταὶ, διαχειριζόμεναι
1124τὰ ἴδια, ἀποδίδωσιν εἰς τὸ Δημόσιον ὅ,τι ἐπεθύμει ἡ τουρ-
1125κικὴ διοίκησις νὰ λαμβάνῃ, ἀλλ’ ἀνεγνώριζεν, ὅτι δὲν
1126ἠδύνατο νὰ εἰσπράξῃ ἀμέσως αὐτή.
1127§31ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ γεγονὸς τῶν τοπικῶν διοικήσεων...
1128§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι.
1129§33ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπιτρέπει ὁ ἀγορεύων...
1130§34Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτρέπω
1131ὅ,τι παρακωλύει τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
1132Ὁ κ. Βουλευτής, μετὰ τὰ περὶ τουρκικῆς φιλελευθέρας
1133Κυβερνήσεως καὶ ἀναγνωρίσεως παρ’ ἐκείνης τῶν δικαιω-
1134μάτων τοῦ ἐλευθέρου πολίτου, μετέβη εἰς τὰ τῆς Ἀντι-
1135βασιλείας, καὶ παρέστησεν, ὅτι ἡ Ἀντιβασιλεία διὰ τῶν
1136νομοθετημάτων αὐτῆς, καὶ ἰδίᾳ διὰ τοῦ διατάγματος περὶ
1137Ἀστυνομίας, εἰς τοῦτο ἀπέβλεψεν, ὅπως ἀναγνωρίσῃ τὰ
1138δικαιώματα τῶν τοπικῶν διοικήσεων, ἐνῷ αὐτὸς οὗτος ὁ
1139κ. Βουλευτὴς ἀνωμολόγησεν, ὅτι οὐδὲν τοιοῦτον ἀνεγνώρι-
1140ζεν ἡ Ἀντιβασιλεία, ὅτι τοὐναντίον ἐπρέσβευεν, ὅτι, ἵνα ἡ
1141τοπικὴ διοίκησις ἀσκῇ τινα ἐξουσίαν, πρέπει νὰ λάβῃ περὶ
1142τούτου ἐντολὴν παρὰ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, ἑπομένως
1143ἀνεγνώρισεν, ὅτι εἶναι τοῦτο ζήτημα συμφέροντος, εἶναι
1144ζήτημα ἐκτιμήσεως, εἶναι ζήτημα σχετικὸν πρὸς τὴν
1145κατάστασιν τῆς χώρας. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις χώρας τινὸς δύ-
1146ναται ν’ ἀπαλλαγῇ τῶν βαρῶν, ἅτινα θὰ ἐπέβαλλεν εἰς
1147αὐτὴν ἡ ἄμεσος διαχείρισις τῶν τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας,
1148βεβαίως θὰ τὸ πράξῃ, διότι βεβαίως συμφέρει εἰς τὴν Κυ-
1149βέρνησιν τῆς χώρας, χάριν τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς, νὰ περι-
1150στοιχίζεται ὑπὸ ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγωτέρων ἀναγκῶν.
1151Ἐὰν ἄρα δύνανται αἱ κατὰ τόπους περιφέρειαι νὰ προ-
1152νοῶσι περὶ τῆς ἰδίας ἀστυνομίας, συμφέρον τῆς Πολιτείας,
1153συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως τῆς Πολιτείας εἶναι νὰ ἐπιτρέψῃ
1154εἰς τὰς κατὰ τόπους διοικήσεις, ἵνα διαχειρίζωνται αὐταὶ
1155περὶ τὰ ἀστυνομικὰ ὅ,τι ἐκ δικαιώματος δὲν ἀνήκει εἰς αὐ-
1156τάς, ἀλλ’ ἀνήκει εἰς τὴν κεντρικὴν διοίκησιν. Αὕτη εἶναι
1157ἡ ἀρχή, ἡ εἰσαχθεῖσα ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν ὑπὸ τῆς Ἀντι-
1158βασιλείας, ἀρχή, ἣν ἠρύσθη ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τῶν Γερμα-
1159νικῶν Κρατῶν. Ἀλλ’ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τῶν Γερμανικῶν Κρα-
1160τῶν πῶς βλέπομεν ἐφαρμοζομένην τὴν ἀρχὴν ταύτην; Διότι
1161καὶ ἐφαρμογὴν ἐνταῦθα πρὸς ἑρμηνείαν τῆς ἐννοίας τῆς
1162εἰσαχθείσης ἀρχῆς δὲν ἔχομεν, ἕνεκα τῆς συνάμα μετὰ τοῦ
1163θεσμοῦ τούτου εἰσαγωγῆς παρ’ ἡμῖν καὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς
1164χωροφυλακῆς, εἰς ἣν πράγματι ἀνετέθησαν τὰ καθήκοντα,
1165τὰ κατὰ τύπους ἀνατεθειμένα διὰ τῶν διαταγμάτων εἰς
1166ἄλλους. Ἀλλαχοῦ ὅμως τὸ σύστημα, τὸ ἀναγεγραμμένον
1167ἐν τῷ διατάγματι τοῦ Δεκεμβρίου 1836, ἐφαρμόζεται ὑπὸ
1168ἀστυνομικῶν ἀρχῶν, ἐργαζομένων αὐτῶν καὶ μόνων πρὸς
1169τοὺς σκοποὺς τοὺς ἀστυνομικούς. Καὶ τί βλέπομεν ἐν τοῖς
1170Κράτεσιν ἐκείνοις; Ἂς λάβωμεν τὸ μεγαλείτερον τῶν Γερ-
1171μανικῶν Κρατῶν, τὴν Πρωσσίαν, ὡς διακεκριμένην ἀπὸ
1172τῶν ἄλλων Κρατῶν. Ἐν Πρωσσίᾳ τί βλέπομεν; Βλέπομεν
1173ἐν ὅλαις ταῖς πόλεσιν ἐφαρμοζομένην τὴν ἀρχὴν τῆς ἀμέ-
1174σου διοικήσεως τῶν ἀστυνομιῶν ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Ἐπι-
1175τρέπονται εἰς τὴν τοπικὴν διοίκησιν μόνον ἀστυνομικαὶ ἐρ-
1176γασίαι, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν πάντοτε τῆς κεντρικῆς διοι-
1177κήσεως, ἀσήμαντοι ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἡ περιφέρεια εἶναι σπου-
1178δαιοτέρα, ἐπὶ τοσοῦτον ἀφαιροῦνται ἀπὸ τῆς τοπικῆς διοι-
1179κήσεως τὰ τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως, διότι κατὰ τοσοῦ-
1180τον θεωρεῖται ἡ τοπικὴ διοίκησις μᾶλλον ἀνίκανος, ἵνα
1181ἐπιτελέσῃ ταῦτα. Καὶ τοῦτο δὲν βλέπετε μόνον ἐν Γερμα-
1182νίᾳ· ποῦ βλέπετε; ἀπανταχοῦ τοῦ κόσμου, οὐ μόνον ἐν Εὐ-
1183ρώπῃ, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τῆς Εὐρώπης· ἐν αὐτῇ τῇ Ἀμε-
1184ρικῇ, βλέπετε ἐν τῷ σπουδαιοτέρῳ κέντρῳ, ἐν τῇ πρω-
1185τευούσῃ τοῦ Κράτους, ἀστυνομοῦσαν τὴν Κυβέρνησιν τῆς
1186Συμπολιτείας, οὐδαμοῦ δὲ τὴν διοίκησιν τὴν τοπικήν, διότι
1187ἀνίκανος εἶναι ἡ τοπικὴ διοίκησις, ἵνα ἀστυνομεύσῃ τὴν
1188πρωτεύουσαν τοῦ Κράτους, ἀνίκανος ἐν ταῖς Ἡνωμέναις
1189Πολιτείαις, ἀνίκανος ἐν Γαλλίᾳ, ἀνίκανος ἐν Γερμανίᾳ, ἀνί-
1190κανος ἐν Αὐστρίᾳ, ἀνίκανος ἐν Ἰταλίᾳ· ἐν Ἰταλίᾳ μάλι-
1191στα, οὐ μόνον ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἁπαν-
1192ταχοῦ τοῦ Κράτους, ἀμέσως διοικεῖ τὰ τῆς ἀστυνομίας ἡ
1193Κυβέρνησις, καὶ βεβαίως ἡ Ἰταλία δὲν εἶναι Κράτος, ἔνθα
1194αἱ ἐλευθερίαι τοῦ πολίτου παραγνωρίζονται, ἢ τὰ δικαιώ-
1195ματα τῶν τοπικῶν διοικήσεων, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἔμφυτα εἰς
1196αὐτάς, δύνανται νὰ παραμεληθῶσιν. Ἁπανταχοῦ ἄρα, καὶ
1197οὐχὶ μόνον ἐν τοῖς Κράτεσιν, ἔνθα ἠρύσθημεν τὴν νομοθε-
1198σίαν, ἥτις ὑφίσταται παρ’ ἡμῖν ἀπὸ τοῦ 1836, ἁπαντα-
1199χοῦ ἐθεωρήθη τὸ ἀστυνομεῖν ὡς ἔμφυτον εἰς τὴν Κυβέρνη-
1200σιν τῆς χώρας τὴν κεντρικήν, καὶ μόνον ἐπιτρέπεται τὸ
1201δικαίωμα τοῦτο εἰς τὰς τοπικὰς περιφερείας, αἵτινες ἀπο-
1202δεικνύονται ἱκαναί, ἵνα διεξαγάγωσι τὸ ἔργον, εἴτε διότι
1203ἡ διεξαγωγὴ τοῦ ἔργου διὰ τὴν σμικρότητα τῆς περιφε-
1204ρείας εἶναι εὐχερεστέρα, εἴτε διότι τὰ ἀνατιθέμενα εἰς τοπι-
1205κὰς ἀρχὰς εὐρυτέρας περιφερείας ἀστυνομικὰ δικαιώ-
1206ματα εἶναι τὰ ἧττον σπουδαῖα, τηρουμένων ὑπὲρ τῆς
1207κεντρικῆς διοικήσεως τῶν σπουδαιοτέρων. Αὕτη εἶναι ἡ
1208ἀρχὴ, ἡ τηρουμένη ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου, αὕτη εἶναι ἡ
1209ἀρχή, ἡ εἰσαχθεῖσα παρ’ ἡμῖν κατὰ τὸ 1836, καὶ μάλι-
1210στα ἐν περιστάσεσιν, αἵτινες δὲν ἐπιτρέπουσιν, ὅπως ἀπα-
1211τηθῇ τις περὶ τῆς ἐννοίας τῆς ἀρχῆς· διότι ἦτο ἡ τοπικὴ
1212διοίκησις, ἣν εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὁ νομοθέτης κατὰ τὸ 1836,
1213τοπικὴ διοίκησις ἐλευθέρα, ἦτο τοπικὴ διοίκησις, ἔχουσα
1214τὸν χαρακτῆρα, ὃν ὁ κ. Βουλευτὴς πρὸ ὀλίγου ἐξέθηκε πρὸς
1215τὴν Βουλήν; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην,
1216ἐὰν ὁ Δήμαρχος κακῶς διεχειρίζετο τὴν ἀρχὴν, ἠδύνατο νὰ
1217ἀποβληθῇ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ὑπὸ τῶν πολιτῶν; Εἶναι ἀλη-
1218θὲς, ὅτι ὁ Δήμαρχος, ὅστις διεχειρίζετο τὴν ἀστυνομικὴν
1219ἀρχήν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀνετίθετο αὐτὴ εἰς ἄλλους, ὅτι ὁ Δή-
1220μαρχος πράγματι ἐξεπροσώπει τὴν γνώμην καὶ τὴν θέλη-
1221σιν τῆς τοπικῆς περιφερείας, τῆς ὁποίας προΐστατο; Καὶ
1222ποῖος ἀγνοεῖ, τίνες ἐξέλεγον τότε τὸν Δήμαρχον, καὶ ποία
1223ἡ μετοχὴ τοῦ λαοῦ ἐν τῇ ἐκλογῇ ταύτῃ; Καὶ ποῖος ἀγνοεῖ,
1224ποία ἡ μετοχὴ τῆς Κεντρικῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ διορισμῷ
1225τοῦ Δημάρχου; Ποῖος ἐκλαμβάνει τὰ πρὸς τὴν Κυβέρνη-
1226σιν προτεινόμενα τότε πρόσωπα, ἐξ ὧν ἤθελεν ἐκλεχθῆ ὁ
1227Δήμαρχος, ὡς ἐκπροσωποῦντα τὴν τοπικὴν περιφέρειαν;
1228Ποῖος ἀγνοεῖ, ὅτι τοιοῦτον πρόσωπον, ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ
1229τότε, οὔτε συνῄνει, ἵνα προταθῇ, καθ’ ὃν τρόπον τότε
1230προετείνοντο οἱ ὑποψήφιοι, οὔτε ἐδέχετο, ἵνα διαχειρισθῇ
1231τὰ τῆς τοπικῆς περιφερείας, ὡς προϊστάμενος αὐτῆς, ἐκ
1232διορισμοῦ τῆς ἀνωτέρας ἀρχῆς, διορισμοῦ οὐχὶ κατὰ πρό-
1233τασιν τοῦ λαοῦ, κατόπιν ἐκλογῆς ἐχούσης τὴν ἔννοιαν, ἣν
1234δικαίως ἀποδίδομεν εἰς τὴν λέξιν ταύτην, τουτέστι κατό-
1235πιν ἐκλογῆς ἐχούσης ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀνάδειξιν τοῦ
1236ἐκλεκτοῦ ὡς προϊσταμένου τοῦ δήμου, ἀλλ’ ἐπὶ ἐνδείξεσι
1237παρεχούσαις εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα, ἵνα αὕτη
1238διορίσῃ ὡς προϊστάμενον τῆς τοπικῆς περιφερείας τὸν ἐκλε-
1239κτὸν αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως μεταξὺ τριῶν ὑποψηφίων οὕ-
1240τως ἐνδεικνυομένων; Τοιοῦτος ὁ Δήμαρχος τῆς ἐποχῆς ἐκεί-
1241νης. Ἡ ἀρχὴ ἡ τοπικὴ ἦτο ἀρχὴ κυβερνητική· συνεδέετο
1242πρὸς τὸν δῆμον ἐκ προσόντων μᾶλλον, διότι ἔπρεπε νὰ
1243ἀνήκῃ εἰς τὸν δῆμον τὸ πρόσωπον, δηλαδὴ δὲν ἀπεκλείετο,
1244ὅπως σήμερον οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, κατὰ τὸν ΦΜʹ νόμον
1245περὶ ἀποκλεισμοῦ τῶν ἐντοπίων, ἀπὸ τῶν δημοσίων ὑπηρε-
1246σιῶν· ἐπεκράτει ἡ ἀντίθετος τῆς τοῦ νόμου ἐκείνου ἀρχή,
1247ὅτι ὁ Δήμαρχος ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐντόπιος, ἔπρεπε δὲ νὰ φέρῃ
1248ἐνδεικτικὰ προκρίτων τοῦ δήμου του. Ἀλλὰ τοῦτο ἀποτε-
1249λεῖ τὴν αὐτοδιοίκησιν τῶν δήμων; Βεβαίως σήμερον ὑπάρ-
1250χει αὐτοδιοίκησις τῶν δήμων, συνεπείᾳ τῆς ἀρχῆς, τῆς ἀνα-
1251γραφείσης ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1864, καθ’ ἣν οὐδεμίαν
1252ἔχει μετοχὴν ἡ κεντρικὴ διοίκησις εἰς τὴν ἀνάδειξιν τοῦ
1253Δημάρχου. Σήμερον ὁ Δήμαρχος εἶναι ὁ ἐκλεκτὸς τοῦ
1254λαοῦ, καὶ ὁ μόνος αὐτοῦ ἐκλεκτὸς, καὶ σήμερον πᾶσα
1255ἐξουσία, ἐνασκουμένη ὑπὸ τοῦ Δημάρχου, εἶναι ἐξουσία το-
1256πικῆς διοικήσεως, ἐνῷ ἡ ἐνασκουμένη ἐξουσία ὑπὸ τοῦ
1257Δημάρχου κατὰ τὸ σύστημα τοῦ 1836 δὲν ἦτο ἐξουσία
1258τοπικῆς διοικήσεως· διότι ὁ Δήμαρχος τότε δὲν ἦτο διαχει-
1259ριστὴς τῆς τοπικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ἦτο πράκτωρ τῆς κεν-
1260τρικῆς διοικήσεως. Ὁ Δήμαρχος, κατὰ τὸ διάταγμα τοῦ
12611836, ἐνήσκει αὐτὸς τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ἠδύ-
1262νατο καὶ νὰ προτείνῃ εἰδικὸν ἀστυνόμον, διοριζόμενον ὅμως
1263ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις πάντοτε εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς
1264παύσεως αὐτοῦ, τὸ σπουδαιότερον τῶν δικαιωμάτων ἐν τῇ
1265ἐξαρτήσει προσώπου ἀπὸ ἀνωτέρας ἀρχῆς. Ἀστυνομία, δι-
1266οικουμένη ὑπὸ προσώπου ἐκτεθειμένου ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν
1267εἰς ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ὑπὸ τῆς κεντρικῆς ἐξου-
1268σίας, ὑφ’ ἧς καὶ διωρίσθη, δὲν ἦτο ἀστυνομία αὐτοτελὴς
1269Ἀκέραιον δὲ διατηρεῖται καὶ σήμερον τὸ δικαίωμα τῆς
1270παύσεως τοῦ ἀστυνόμου ὑπὸ τῆς κεντρικῆς διοικήσεως
1271Ποῦ ἄρα ἡ ἐν τοῖς ἀστυνομικοῖς τοπικὴ αὐτενέργεια; Ποῦ
1272τὸ ἐν τούτῳ αὐτεξούσιον τοῦ Δημάρχου; Δὲν φέρω τὰς
1273ἀντιῤῥήσεις ταύτας, παραδεχόμενος ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν εἶ-
1274ναι τὸ κυριωδέστερον δικαίωμα τοῦ Δημάρχου· ἔχομεν ἐγ-
1275γὺς ἡμῶν τὰ πράγματα, βοῶντα περὶ τοῦ ἐναντίου· ἔχομεν
1276δύο Δημάρχους ἐν τῇ χώρᾳ, ἐστερημένους τοῦ δικαιώματος
1277τοῦ ἀστυνομεῖν, τὸν Δήμαρχον Ἀθηναίων, καὶ τὸν Δήμαρ-
1278χον Πειραιῶς. Καὶ ποίους Δημάρχους γινώσκετε ἔχοντας
1279τὸ παράστημα ἐν τῇ διοικήσει ἀνώτερον τῶν Δημάρχων
1280Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς; Καὶ ποῖος ποτὲ ἐθεώρησεν ὅτι οἱ
1281Δήμαρχοι Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς εἶναι Δήμαρχοι ὀλιγώ-
1282τερον ἄρτιοι περὶ τὴν διαχείρισιν ἐξουσίας τοπικῆς τῶν
1283ἄλλων Δημάρχων; Ποῖος δὲν ἐθεώρησεν αὐτοὺς ὡς ἐκπρο-
1284σωποῦντας πληρέστερον τῶν πλείστων Δημάρχων τῆς χώ-
1285ρας τὴν τοπικὴν αὐτοδιοίκησιν, καίτοι οὗτοι εἶναι ἐστερη-
1286μένοι τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀστυνομεῖν; Τὸ δικαίωμα τοῦ
1287ἀστυνομεῖν, ὡς παρετήρησεν ὀρθῶς ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
1288Ἐσωτερικῶν, ὅστις ὑπῆρξε Δήμαρχος ἐπὶ πολλὰ ἔτη, τὸ
1289δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν εἶναι μᾶλλον βάρος εἰς τὸν Δή-
1290μαρχον, τὸ βάρος ὅμως τοῦτο θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν εἰς τὴν
1291Πολιτείαν νὰ ἐπαφίετο εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχάς· τὸ δὲ ζή-
1292τημα τὸ προβαλλόμενον ὡς πρὸς τοῦτο σήμερον, δὲν εἶναι,
1293ἂν ἔχωμεν ἢ δὲν ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ
1294τοῦ Δημάρχου ἣν διαχειρίζεται ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, τὸ
1295ζήτημα εἶναι, ἂν συμφέρῃ ἢ δὲν συμφέρῃ νὰ ἀφαιρέσωμεν
1296αὐτὴν ἀπὸ τοῦ Δημάρχου. Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου
1297ἀποφαινόμεθα, ἀπολύτως, ὅτι δὲν συμφέρει· καὶ ἀπολύτως μὲν
1298ἀποφαινόμεθα, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἐπιθυμητὸν νὰ ἠδυνάμεθα νὰ
1299ἐπιτρέψωμεν εἰς τὰς τοπικὰς ἀρχὰς, ὅπως αὗται ἀστυνομῶσιν,
1300ἀλλ’ ὁλόκληρος ἡ ἱστορία τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἑλλάδος, ἀπ’
1301αὐτῆς τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς πρώτης Βασιλείας ἐν αὐτῇ,
1302μαρτυρεῖ, ὅτι αἱ τοπικαὶ διοικήσεις παρ’ ἡμῖν εἶναι ἀνε-
1303παρκεῖς πρὸς τὸ ἔργον τοῦτο, ὅτι ἡ ἀνεπάρκεια αὕτη, μὴ
1304ἀναγνωριζομένη ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, εἶναι κατὰ
1305πολὺ παραίτιος τῆς σημερινῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας
1306τάξεως, ὅτι ὡς ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας ταύτης ἀνέλαβεν ἡ
1307χωροφυλακὴ ἐν τῇ Πολιτείᾳ δρᾶσιν, εἰς ἣν δὲν εἶχε κληθῆ
1308ἐκ τοῦ ἀρχικοῦ αὐτῆς προορισμοῦ καὶ ἥτις τούτου ἕνεκεν
1309ἐνησκεῖτο ἄνευ τοῦ καταλλήλου ὀργανισμοῦ, καὶ ὅτι,
1310ἐπειδὴ καὶ οὕτως ἀνεπαρκῶς εἶχον τὰ τῆς ἀστυνομίας τῆς
1311χώρας, προσέφευγον αἱ Κυβερνήσεις εἰς μέτρα, μὴ ἐπιτε-
1312τραμμένα ἐν πεπολιτισμέναις χώραις, εἰς τὴν διὰ τῶν μετα-
1313βατικῶν ἀποσπασμάτων τήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως.
1314Τούτων οὕτως ἐχόντων, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, πῶς
1315δύναται ὅ,τι τέως παρ’ ἡμῖν ἀπέτυχεν, ἡ τοπικὴ ἀστυνο-
1316μία, ἡ ὑπὸ τῶν τοπικῶν ἀρχῶν διευθυνομένη, πῶς δύναται
1317αὕτη νὰ ἀναπληρωθῇ ὑπὸ ἀρχῶν ἄλλων, καὶ ποῖαι αἱ κα-
1318ταλληλότεραι. Δὲν θὰ προέλθω εἰς ἐξέτασιν ἤδη τῶν τῆς
1319ἀκαταλληλότητος τῶν τοπικῶν διοικήσεων πρὸς τὴν ἐνά-
1320σκησιν τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ πλημ-
1321μελοῦς τῆς ἀστυνομικῆς διαχειρίσεως, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς
1322ἐλλείψεως ἐγγυήσεων, ἐν ᾗ διατελεῖ ἡ μειονότης ἐν τῇ το-
1323πικῇ περιφερείᾳ ἐκ τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως ὑπὸ τῆς
1324πλειονότητος, διότι τὸ ἐλάττωμα τοῦτο, καίτοι μέγιστον,
1325καίτοι ὅλοι ἔχομεν γνῶσιν αὐτοῦ, ἐπισκιάζεται ὑπὸ τοῦ
1326ἄλλου, τοῦ πολλῷ μείζονος κακοῦ, ὑπὸ τῆς ἐλλείψεως
1327ἀστυνομικῆς διοικήσεως. Δὲν ἔχομεν ἀστυνομίαν πρὸς ἀστυ-
1328νομικοὺς σκοποὺς, ἔχομεν ὅμως ἁπανταχοῦ ἀστυνομίαν πρὸς
1329σκοποὺς πιέσεως τῆς μειονότητος ὑπὸ τῆς πλειονότητος.
1330Αὕτη εἶναι ἡ μόνη παρ’ ἡμῖν ἀστυνομία, ἀλλ’ αὕτη ἀρ-
1331τία καθ’ ἅπασαν τὴν χώραν. Δὲν ὑπάρχει ἄκρα τῆς χώρας
1332καθ’ ἣν ἡ μειονοψηφία νὰ μὴ πιέζηται ὑπὸ τῆς τοπικῆς
1333πλειονοψηφίας διὰ τῆς ἀστυνομίας, πρὸς τοιούτους σκοποὺς
1334ἐνασκουμένης, μηδαμῶς δ’ ὑπαρχούσης πρὸς σκοποὺς δημο-
1335σίας ἀσφαλείας καὶ τοὺς ἄλλους παρεμφερεῖς.
1336§35ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν συστηματοποιεῖτε ἤδη.
1337§36Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ κακὸν εἶναι μέγα, τὸ ἐκ τῆς
1338τοιαύτης πιέσεως τῆς μειονότητος ὑπὸ τῆς πλειονότητος,
1339ἀλλὰ μεγαλείτερον εἶναι τὸ κακὸν τὸ ἐκ τῆς ἐλλείψεως
1340ἀστυνομίας ἐν τῇ χώρᾳ. Πάντες συνοίδατε τοῦτο, καὶ οἱ
1341νῦν ἐξανιστάμενοι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅταν ζητῆτε νὰ
1342ἀρυσθῆτε ἐπιχειρήματα ἐκ πάντων, ὡς συνήθως πράττουσι
1343παρ’ ἡμῖν αἱ Ἀντιπολιτεύσεις, τὴν κατάστασιν τῆς χώρας
1344τὴν προερχομένην ἐκ τῆς ἐλλείψεως ἀστυνομίας ἐπιῤῥί-
1345πτετε εἰς τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸ τοῦτο, τὸ
1346παρ’ ὑμῶν πραττόμενον, τί ἄλλο μαρτυρεῖ, εἰμὴ ὅτι ἐν τῇ
1347συνειδήσει ὑμῶν τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι δικαίωμα τῆς κεν-
1348τρικῆς Κυβερνήσεως καὶ καθῆκον ἀποκλειστικὸν αὐτῆς,
1349καὶ ὅτι πάντα τὰ λεγόμενα καὶ γραφόμενα περὶ ἀστυνο-
1350μικῶν δικαιωμάτων τῆς τοπικῆς διοικήσεως εἶναι παρα-
1351γνώρισις τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τῆς διαχειρίσεως τῆς ἀστυ-
1352νομικῆς ἐξουσίας ὑπὸ τῶν τοπικῶν ἀρχῶν, διαχειρίσεως
1353οὕτω κανονιζομένης πρὸς τὸ συμφέρον τὸ κυβερνητικὸν τῆς
1354χώρας, μηδαμῶς ὅμως συνδεομένης πρὸς τὰ δικαιώματα
1355τῶν ἐνασκούντων τὴν τοπικὴν διοίκησιν; Δικαίως αἱ Ἀντι-
1356πολιτεύσεις, ἐφ’ ὅσον δὲν διαστρέφουσι τὰ γεγονότα, εἰς τὴν
1357Κυβέρνησιν ἐπιῤῥίπτουσι τὴν εὐθύνην ἐπὶ τῇ ἀστυνομικῇ
1358καταστάσει τῆς χώρας, καίτοι διατελοῦμεν ὑπὸ νομοθεσίαν,
1359παρέχουσαν εἰς τὰς τοπικὰς διοικήσεις ὁλόκληρον τὴν
1360ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν. Ἐνθυμοῦμαι καὶ ἐγώ, — ἀφοῦ ἀνα-
1361τρέχομεν εἰς τὸ παρελθὸν, ἵνα ἐπικαλεσθῶμεν μαρτυρίας
1362περὶ τῆς ὀρθότητος τῶν σκέψεων ἡμῶν, — ἐνθυμοῦμαι καὶ ἐγὼ
1363τὰς μακρὰς συζητήσεις ἐν παρελθούσαις Βουλαῖς, ὅτε Κυ-
1364βερνήσεις, ἐφ’ ὧν τῇ ἐνεργείᾳ ἡμεῖς ὠφείλομεν λόγον, ἔπαυον
1365τυχὸν ἀστυνόμον παρεκτρεπόμενον, ἢ δὲν διώριζον τυχὸν
1366ἀστυνόμον προτεινόμενον ὑπὸ Δημάρχου. Κατὰ τὰς συζη-
1367τήσεις ταύτας ἡμεῖς πάντοτε ἀνεγνωρίσαμεν, ὅτι, ἀφοῦ
1368κατὰ νόμον εἰς τὸν Δήμαρχον ἦτο ἀνατεθειμένη ἡ πρότα-
1369σις τοῦ διορισθησομένου ἀστυνόμου, ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε
1370νὰ διορίζῃ τὸν ἀστυνόμον, τὸν παρὰ τοῦ Δημάρχου προτει-
1371νόμενον, προνοοῦσα οὕτω κατὰ τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου περὶ
1372τῆς ἁρμονίας Δημάρχου καὶ ἀστυνόμου. Ἐν ὅσῳ τοι-
1373αύτη ἦτο ἡ νομοθεσία, δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν,
1374ἵνα ἐν τῇ ἐκτελέσει ὑποκαταστήσῃ τὴν ἰδίαν αὐτῆς γνώ-
1375μην εἰς τὴν τοῦ νόμου ἀρχὴν, διορθοῦσα αὐθαιρέτως τὰς
1376ἐλλείψεις αὐτοῦ. Σήμερον ὅμως ἡμεῖς ἐρχόμεθα διὰ νόμου
1377ζητοῦντες, ὅπως ταῦτα κανονισθῶσι καθ’ ἣν ἔχομεν γνώ-
1378μην περὶ τοῦ συμφέροντος τῇ Πολιτείᾳ, ἐρχόμεθα διὰ
1379νόμου προτείνοντες, ὅπως ἡ ἀστυνομία τῆς χώρας μὴ χαρα-
1380κτηρίζηται ὡς δικαίωμα τοῦ Δημάρχου, ὅπως ἡ ἀστυνομία
1381τῆς χώρας μὴ παρέχῃ εἰς τὸν πλειονοψηφήσαντα τὸ μέσον,
1382ὅπως πιέζῃ τὸν μειονοψηφήσαντα, ἐρχόμεθα εἰσηγούμενοι...
1383§37ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νὰ σφετερισθῆτε σεῖς αὐτὸ τὸ δι-
1384καίωμα.
1385§38Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός)... ἐρχόμεθα εἰσηγού-
1386μενοι νόμον, ὅστις θὰ παράσχῃ τὴν εὐκαιρίαν εἰς ὑμᾶς, τὸν
1387ἐπὶ παντὶ ἀδιακρίτως ἐπικρίνοντα τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐπι-
1388κρίνητε αὐτὴν ἐφ’ οἷς θὰ ὑπέχῃ εὐθύνας, ἐνῷ σήμερον, ἐπι-
1389κρίνοντες τὰ τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας τάξεως, ἐπιῤ-
1390ῥίπτετε ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν εὐθύνας, αἵτινες κατὰ νόμον
1391δὲν ἀνήκουσιν εἰς αὐτὴν, διότι δὲν ἔχει αὕτη τὴν ἐξου-
1392σίαν, ἐξ ἧς ἀποῤῥέουσιν αἱ εὐθύναι. Ἡμεῖς ζητοῦμεν, ὅπως
1393ἀναλάβωμεν τὰς εὐθύνας ἐπὶ τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ, ἣν κατὰ
1394τὸ νομοσχέδιον πράγματι θὰ διαχειριζώμεθα...
1395§39ΡΑΛΛΗΣ. Δι’ ἀπολυταρχίας.
1396§40Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ... διότι, ὡς εἶπον, κατὰ νόμον δὲν
1397ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιῤῥίπτητε εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς
1398εὐθύνας ταύτας. Ἀλλ’ ἐν ᾧ κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ νόμου δὲν
1399ἔχετε τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ὅμως ἔχετε
1400αὐτὸ μέχρι τινὸς, διότι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ὁ νόμος ὁ ἀστυ-
1401νομικὸς, ὁ ἀναθέτων εἰς τὰς τοπικὰς περιφερείας τὰ τῆς
1402ἰδίας ἀστυνομίας, ἔμεινε χάρτης ἄγραφος, καὶ πράγματι
1403αἱ Κυβερνήσεις εἶναι αἱ προνοοῦσαι περὶ τῆς ἀστυνομίας
1404τῆς χώρας, οὐδεμιᾶς, ὡς ἐκ τοῦ κειμένου παρ’ ἡμῖν συστή-
1405ματος, τυγχάνουσαι συνδρομῆς παρὰ τῶν τοπικῶν διοική-
1406σεων, ἀλλὰ τοὐναντίον ὀφείλουσαι νὰ παλαίωσι κατὰ τῶν
1407τοπικῶν διοικήσεων ὑπὲρ τῆς τάξεως· διότι μία τῶν με-
1408γαλειτέρων δυσχερειῶν περὶ τὴν τήρησιν τῆς τάξεως, περὶ
1409τὴν ἀστυνομίαν τῆς χώρας, τὴν ἐπιβαλλομένην γενικώτε-
1410ρον εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ σημερινοῦ
1411συστήματος, μία τῶν μεγαλειτέρων δυσχερειῶν εἶναι ἡ
1412ἀποῤῥέουσα ἐκ τῶν κακῶν τοπικῶν ἀστυνομιῶν. Ἄρτι
1413ἠκούσαμεν περί τινος ἀστυνόμου, ὑποπεσόντος εἰς ἔγκλημα,
1414ὅπερ ἠδυνήθη νὰ διαπράξῃ, χάρις εἰς τὴν ἐξουσίαν τὴν
1415ἀστυνομικὴν, ἣν διεχειρίζετο. Τοιοῦτοι ἀστυνόμοι δὲν εἶναι
1416ὀλίγοι, δὲν εἶναι ὀλίγοι ἀστυνόμοι, ὧν τὸ παρελθὸν ἔχει
1417σχέσιν πρὸς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην. Τοιοῦτοι ἀστυνόμοι
1418δὲν εἶναι ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως, διευκολύνοντα τὸ ἔρ-
1419γον αὐτῆς καὶ μετριάζοντα τὴν εὐθύνην αὐτῆς, τοιοῦτοι
1420ἀστυνόμοι εἶναι προσκόμματα, καθ’ ὧν ὑπὲρ τῆς τάξεως
1421ἔχει νὰ παλαίσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ζητεῖ παρ’ ὑμῶν
1422ἤδη, ὅπως ἄρητε τὰ προσκόμματα ταῦτα καὶ ὅπως ἐπι-
1423τρέψητε, ἵνα τὰ τῆς ἀστυνομίας τῆς χώρας διέπωνται ὑπὸ
1424ἑνιαίου συστήματος, κανονίζοντος τὸ καθεστὼς κατὰ τρό-
1425πον ἐξασφαλίζοντα, ὅπως οὐχὶ τὸ πρόσωπον, οὐχὶ τὸ κόμμα,
1426ἀλλ’ ὁ νόμος ἄρχῃ ἐν τῇ χώρᾳ καὶ διέπῃ τὰ τῆς ἀστυ-
1427νομίας αὐτῆς.
1428Δὲν προτίθεμαι νὰ συζητήσω τὸ ζήτημα ἐν προσωπικῇ
1429συσχετίσει πρὸς τὸν προαγορεύσαντα. Εἰς οὐδὲν θὰ ἐχρη-
1430σίμευεν ἡ καταδήλωσις τῶν ἀντιφάσεων, εἰς ἃς περιέπιπτεν
1431ἐπὶ παντὸς σχεδὸν θέματος, ὅπερ ἔθιγεν. Εἰς τί θὰ ὠφέλει
1432ἡ παρατήρησις, ὅτι, ἐν ᾧ ἔλεγεν, ὅτι αὐτὸς ἀναγνωρίζει τὸ
1433δικαίωμα τοῦ δήμου, τὸ ἀπόλυτον ἐπὶ τὴν ἀστυνομικὴν
1434διοίκησιν, καὶ ἀρνεῖται τὴν κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως
1435ἐνάσκησιν αὐτῆς ὑπὸ τοῦ δήμου, ἐφ’ ᾧ καὶ παρέστησεν ἑαυ-
1436τὸν ἐλέγχοντα τὴν γνώμην Βασιλέως, ἐντριβοῦς περὶ τὰ
1437διοικητικὰ πράγματα τῆς χώρας, παρέλειψε νὰ ἐξηγήσῃ,
1438διατὶ πολλάκις κυβερνήσας τὴν χώραν, οὐδέποτε διενοήθη
1439νὰ καταργήσῃ τὸν παραγνωρίζοντα τὰς ἀρχὰς ταύτας
1440θεσμὸν τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πει-
1441ραιεῖ; Τίνα θὰ εἶχε πρὸς τὴν Βουλὴν σημασίαν ἡ ἐξέτα-
1442σις, ἂν ὅσα ἔλεγε περὶ ἀκαταλληλότητος ἀξιωματικοῦ τοῦ
1443πυροβολικοῦ πρὸς ἀστυνομικὰ ἔργα συμβιβάζωνται πρὸς
1444τὴν παρ’ αὐτοῦ ἐκλογὴν ἀξιωματικοῦ τοῦ πυροβολικοῦ ὡς
1445διευθυντοῦ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας τῆς πρωτευούσης;
1446Ἂν περιέπεσεν εἰς ἀντιφάσεις ὁ κ. Βουλευτὴς, τοῦτο δὲν
1447ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ θέμα δὲν ἦτο δεκτικὸν κρείσσονος ὑπερα-
1448σπίσεως. Πρέπει ἄρα πρὸς τὸ θέμα νὰ συζητήσω καὶ
1449οὐχὶ πρὸς τὸν συνήγορον· καὶ πρὸς τὸ θέμα συζητῶν, λέγω,
1450ὅτι ὁ ὑποβαλλόμενος περὶ τῶν τῆς ἀστυνομίας ὀργανισμὸς,
1451καταργῶν τὴν μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ κανονίζων,
1452ὅπως δι’ ἀξιωματικῶν διεξάγηται ἡ ὑπηρεσία τῆς δημοσίας
1453ἀσφαλείας καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, ὅπως διεξάγεται πράγ-
1454ματι καὶ μέχρι τοῦδε, λαμβάνει πᾶσαν πρόνοιαν, ὅπως οἱ
1455ἀξιωματικοὶ διαχειρίζωνται τὴν ἐξουσίαν ταύτην κατὰ
1456κανόνας, οὐχὶ τοὺς διέποντας τὰ τῆς καθαρῶς στρατιωτι-
1457κῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ προσιδιάζοντας εἰς τὸν χαρακτῆρα
1458τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας. Ὁ προτεινόμενος νόμος διατηρεῖ
1459τὰς σχέσεις τῆς ἀστυνομίας πρὸς τὰς πολιτειακὰς ἀρχὰς,
1460οἷαι πρότερον ὑπῆρχον, οὐδὲ καὶ αὐτὸν τὸν Δήμαρχον ἀπο-
1461ξενῶν αὐτῆς ἐντελῶς, τοὺς δὲ ἀξιωματικοὺς ὑπάγει εἰς τὴν
1462κοινὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, λαμβάνων καὶ τὴν πρόσθετον
1463πρόνοιαν, ὅπως ἐντὸς μηνὸς δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως αἱ μη-
1464νύσεις ἐκδικάζωνται, καὶ ὅπως εἰς πάντα πολίτην, θεω-
1465ροῦντα ἑαυτὸν ὡς ἀδικηθέντα, ἐπιτρέπηται, κατ’ ἐξαίρεσιν
1466τῆς ἀρχῆς, τῆς ἀπαιτούσης ἐγγύησιν πρὸς ἐνάσκησιν τῆς
1467ἰδιωτικῆς κατηγορίας, ἡ ἄνευ ἐγγυήσεως ἐνάσκησις τοιαύ-
1468της κατηγορίας. Ἐνῷ δὲ προνοεῖ ὁ νόμος περὶ ἐπαρκῶν ἐγγυ-
1469ήσεων, κατὰ τῶν παρεκτροπῶν οὐδὲν παραλείπει τῶν δεόντων
1470πρὸς τὴν ἐπάρκειαν τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως τῆς χώρας,
1471διότι, ὡς εἶπον, τὸ κυρίως σκοπούμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου
1472τούτου εἶναι ἡ ὕπαρξις ἐν τῇ χώρᾳ ἀστυνομίας ἀρτίας. Οἱ
1473πίνακες, οἱ ὑποβληθέντες ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερι-
1474κῶν, δεικνύουσιν, ὅτι καταρτίζεται τὸ προσωπικὸν τῆς
1475ἀστυνομίας ἐπ’ ἀναλογίαις ἀναγνωριζομέναις καὶ ἀλλα-
1476χοῦ ὡς ἐπαρκέσι. Τὰ τῶν ἀστυνομιῶν πανταχοῦ κανο-
1477νίζονται ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑφισταμένην κατάστασιν. Ἐπε-
1478καλέσθη ὁ προαγορεύσας τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας, ἵνα
1479δείξῃ, ὅτι ἐκεῖ κατά τινα ὡρισμένον τρόπον τὰ τῆς ἀστυ-
1480νομίας διεξάγονται. Ἀλλὰ ἐν Ἀγγλίᾳ θέλει εὕρει τὰ τῆς
1481ἀστυνομίας ὁ κ. Βουλευτὴς διεξαγόμενα κατὰ τρόπους,
1482τοὺς μᾶλλον ἀντιθέτους, ἀναλόγως πρὸς τὰς κατὰ τόπους
1483περιστάσεις. Ἄλλως διευθύνεται ἡ ἀστυνομία ἐν τῇ Μη-
1484τροπόλει, ὡς ὀνομάζεται ἐκεῖ τὸ σύνολον τῶν προαστείων
1485τοῦ Λονδίνου, καὶ ἄλλως ἐν τῷ Ἄστει τοῦ Λονδίνου, ἄλ-
1486λως ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τῆς Ἀγγλίας καὶ ἄλλως ἐν ταῖς
1487ἐπαρχίαις τῆς Σκωτίας, ὅλως δ’ ἰδιοῤῥύθμως ἐν Ἰρλανδίᾳ.
1488Ἐν Ἰρλανδίᾳ τὸ προσωπικὸν τῶν ἀστυνομιῶν εἶναι πολυ-
1489αριθμότερον ἢ ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ τοῦτο, διὰ λόγον σχετιζό-
1490μενον πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς Ἰρλανδίας. Κυβερνήσεις
1491τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου συντηρητικαὶ καὶ φιλελεύθεροι,
1492Κυβερνήσεις εἰσηγούμεναι αὐτονομίαν τοπικὴν ἢ καὶ ἐθνι-
1493κὴν τῆς Ἰρλανδίας, ἀδιακρίτως διετήρησαν τὸ καθεστὼς
1494σύστημα ἀστυνομίας ἐν Ἰρλανδίᾳ καθαρῶς κυβερνητικῆς,
1495ἀμέσως ἐξαρτωμένης ἀπὸ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Βασιλείας
1496ἐν Ἰρλανδίᾳ. Ἡ ἀστυνομία ἐν Ἰρλανδίᾳ διέπεται κατὰ
1497σύστημα συγκεντρωτικώτατον, ἐνῷ ἐν Ἀγγλίᾳ βλέπομεν καὶ
1498τὴν συγκέντρωσιν διέπουσαν τὰ τῆς ἀστυνομίας, βλέπομεν
1499καὶ τὴν ἀποκέντρωσιν διέπουσαν τὰ τῆς ἀστυνομίας, διότι
1500συγκέντρωσις καὶ ἀποκέντρωσις δὲν εἶναι ἀρχαὶ, ἔχουσαι
1501σημασίαν καθ’ ἑαυτὰς, συγκέντρωσις καὶ ἀποκέντρωσις ἔχου-
1502σιν ἔννοιαν ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἀντικείμενον, εἰς ὃ ἐφαρμό-
1503ζονται. Ἡ συγκέντρωσις τῆς ἀστυνομίας ἐν Ἰρλανδίᾳ θεω-
1504ρεῖται χρήσιμος ἐκεῖ πρὸς τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν σκοπῶν αὐτῆς,
1505καὶ ἄνευ ἐνδοιασμῶν διατηρεῖται· ἡ συγκέντρωσις τῆς
1506ἀστυνομίας ἐν τῷ Ἄστει τοῦ Λονδίνου δὲν θεωρεῖται
1507χρήσιμος πρὸς τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ σκοποῦ αὐτῆς καὶ ἐπί-
1508σης ἀνενδοιάστως ἐκεῖ ἐν τοῖς ἀστυνομικοῖς κρατεῖ τὸ σύ-
1509στημα τῆς ἀποκεντρώσεως. Παραπλεύρως πρὸς τὴν ἀστυ-
1510νομίαν, τὴν ἀμέσως διοικουμένην ἐν τοῖς προαστείοις τοῦ
1511Λονδίνου, ἤτοι ἐν τῇ Μητροπόλει, ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
1512Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς ἀστυνομίας, τοῦ
1513παρ’ αὐτοῦ διοριζομένου, παραπλεύρως λειτουργεῖ ἄλλη
1514ἀστυνομία, ἡ τοῦ Ἄστεως τοῦ Λονδίνου, ἐντελῶς ἀνεξάρ-
1515τητος καὶ ἀπὸ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς ἀστυνομίας καὶ ἀπ’ αὐ-
1516τοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀρχαὶ γενικαὶ ἐν
1517τούτω δὲν κρατοῦσι, διότι ἀμφισβήτησις περὶ δικαιώματος
1518δὲν ὑπάρχει. Ἄν προέκειτο περὶ δικαιώματος, ἠδύνατο
1519ἄλλο νὰ ἦναι τὸ δικαίωμα τοῦ Ἄστεως τοῦ Λονδίνου, καὶ
1520ἄλλο τὸ δικαίωμα τῆς πόλεως τοῦ Λονδίνου, ἄλλο τὸ δι-
1521καίωμα τῆς Ἰρλανδίας, καὶ ἄλλο τὸ δικαίωμα τῆς Ἀγ-
1522γλίας, καὶ ἄλλο πάλιν τὸ δικαίωμα τῆς Σκωτίας; Δὲν
1523πρόκειται περὶ δικαιώματος, πρόκειται περὶ συμφέροντος
1524τῆς Πολιτείας. Τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας ἐνδεικνύει κατὰ
1525τίνα τρόπον δύναται λυσιτελέστερον, εὐστοχώτερον, τελε-
1526σφορώτερον, οἰκονομικώτερον νὰ διεξαχθῶσι τὰ τῆς ἀστυ-
1527νομίας. Ἄν δύνανται τὰ τῆς ἀστυνομίας νὰ διεξαχθῶσιν ἐν
1528τοπικῇ αὐτοτελείᾳ, ἀναντιῤῥήτως τὸ σύστημα τοῦτο θὰ
1529ἦτο καὶ τὸ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς γενικῆς διοικήσεως τοῦ
1530Κράτους λυσιτελέστερον. Ὅταν ὅμως ἔχωμεν πολυετῆ πεῖ-
1531ραν, μαρτυροῦσαν, ὅτι τὸ παρ’ ἡμῖν λειτουργοῦν σύστημα
1532καταλήγει εἰς τὴν πλήρη αὐθαιρεσίαν, νομίζω, ὅτι δὲν ἐπι-
1533τρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποκρούσῃ μέτρον, μηδὲν ἄλλο
1534σκοποῦν, εἰμὴ νὰ ὑπαγάγῃ εἰς σύστημα, νὰ ὑπαγάγῃ εἰς
1535νόμον ὅ,τι σήμερον διαφεύγει πᾶν σύστημα καὶ πάντα
1536νόμον.
1537(Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1 μ.μ. Ἐπανα-
1538λαμβάνεται δὲ ὥρᾳ 6 μ. μ. παρόντων 143 Βου-
1539λευτῶν).
1540§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
1541§42ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ
1542ὀλίγου καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πυλίας συνάδελφος χθὲς καὶ ὁ
1543κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν προχθὲς κατέγειναν εἰς
1544τὸ νὰ παραστήσωσι ζοφερωτάτην τὴν κατάστασιν τῆς
1545δημοσίου ἀσφαλείας, ἐνόμισαν δέ, ὅτι τοῦτο πράττοντες
1546ἐνίσχυον τὴν ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν πεποίθησιν τῶν Βουλευ-
1547τῶν, καὶ ἐστήριζον τὸ νομοθέτημά των. Οὕτως ὁ μὲν κ.
1548Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπεκάλεσε τὴν κατάστασιν
1549ἡμιαγρίαν ἤ ἡμιβάρβαρον, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας ἠρίθ-
1550μει κατὰ χιλιάδας τοὺς φυγοποίνους καὶ φυγοδίκους, ὁ δὲ
1551κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκήρυσσεν ἀπὸ τοῦ
1552βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀστυνομία. Ἀλλ’ αἱ
1553περὶ τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίου ἀσφαλείας δηλώσεις
1554των αὗται, Κύριοι, μακρὰν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐνισχύσωσι καὶ
1555ἐνθαῤῥύνωσιν ὑμᾶς εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἐκθέσμου μέτρου
1556τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τὴν ὁποίαν ἐξ ἀποστροφῆς
1557ἐπέμενεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας ν’ ἀποκαλῇ
1558διοικητικὴν ἀστυνομίαν, ἐπιβάλλουσιν ὑμῖν τὴν ἀπόκρου-
1559σιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἠθέλησαν, μετατοπίζοντες τὴν εὐθύ-
1560νην τῆς θλιβερᾶς ἀληθῶς καταστάσεως τῆς χώρας, τῆς
1561θλιβερᾶς καταστάσεως τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, νὰ ἐπιῤ-
1562ῥίψωσιν αὐτὴν ἐπὶ τὰς δημοτικὰς ἀρχάς. Αἱ δημοτικαὶ
1563ἀρχαὶ οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἐνέχονται εἰς τὴν τοιαύτην
1564κατάστασιν τῆς δημοσίου ἀσφαλείας· ἐνέχονται εἰς αὐτὴν
1565καὶ εὐθύνονται δι’ αὐτὴν μόνοι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπὶ μακρὰν
1566σειρὰν ἐτῶν διεχειρίσαντο τὴν γενικὴν ἀστυνομίαν τοῦ
1567Κράτους. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι
1568ὑπεράνω τῆς τοπικῆς, ὑπεράνω τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας,
1569οἱ θεσμοὶ ἡμῶν ἔθηκαν τὴν γενικὴν ἀστυνομίαν τοῦ Κρά-
1570τους, τὴν ὁποίαν διαχειρίζονται διὰ τῶν Νομαρχῶν, διὰ
1571τῆς χωροφυλακῆς, διὰ τῆς δημοσίας δυνάμεως, ὁ Ὑπουρ-
1572γὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις. Καὶ δύναταί τις
1573νὰ ἐρωτήσῃ ἐκείνους, οἵτινες διεχειρίσθησαν ἐπὶ μακρὰν
1574σειρὰν ἐτῶν τὰ κοινὰ ὡς διεχειρίσθησαν καὶ τὴν γενικὴν
1575ἀστυνομίαν, πῶς ἐπετέλεσαν τὴν ἐντολὴν, ἣν ἔλαβον ἐκ
1576τῶν θεσμῶν; Τὰ ἀποτελέσματα τῆς διαχειρίσεως ταύτης
1577τὰ γνωρίζομεν ἐκ τῶν δηλώσεων αὐτῶν τῶν ὑπευθύνων,
1578εἰς βάρος των δὲ σᾶς ἠρίθμησεν ἐντεῦθεν ὁ κ. Βουλευτὴς
1579ἐκ Πυλίας κατὰ χιλιάδας τοὺς φυγοποίνους, κατὰ χιλιά-
1580δας τοὺς φυγοδίκους, δὲν εἶναι δὲ ἱκανὰ τὰ τῆς γενικῆς
1581ἀστυνομίας ἀποτελέσματα νὰ σᾶς πείσωσι νὰ παραδώσητε
1582αὐτοῖς καὶ τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν; Ἡ γενικὴ ἀστυ-
1583νομία ἀναγέγραπται εἰς τοὺς θεσμοὺς ἡμῶν, ἀναγράφεται
1584ὅλοις γράμμασιν ἐν τῷ ἄρθρῳ 20 τοῦ διοικητικοῦ ὀργα-
1585νισμοῦ (ἀναγινώσκει): «Ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἐπὶ τῶν
1586Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ ὁ Νομάρχης ὀφείλει νὰ φροντίζῃ
1587ἁρμοδίως περὶ τῆς διατηρήσεως τῆς κοινῆς ἡσυχίας καὶ
1588ἀσφαλείας, λαμβάνων τὰ πρὸς τοῦτο ἀναγκαῖα νόμιμα μέ-
1589τρα ἐν γένει δι’ ὅλον τὸν νομὸν, καὶ ἰδιαιτέρως δι’ ἐκεῖνα
1590τὰ μέρη, ὅπου ἡ ἀνάγκη ἤθελε τὸ ἀπαιτήσει. Ἰδίως νὰ
1591διατάσσῃ περιπόλους καὶ ἄλλα μέτρα ἐναντίον κλεπτῶν
1592καὶ λῃστῶν, μεταχειριζόμενος πρὸς τὸν σκοπὸν τὴν χωρο-
1593φυλακὴν, καὶ προκαλῶν τὴν σύμπραξιν τῶν πλησιεστέρων
1594ἀποσπασμάτων ἐν περιπτώσει διαταράξεως τῆς κοινῆς ἀσφα-
1595λείας καὶ ἡσυχίας». Αὐτὰ ταῦτα ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 39
1596τοῦ περὶ δημοτικῆς ἀστυνομίας διατάγματος τοῦ 1836,
1597ἀποδίδον εἰς τὴν χωροφυλακὴν τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς σύλ-
1598ληψιν τῶν δραπετῶν καὶ ἐν γένει ὅλων τῶν ἐγκληματιῶν.
1599Τὰ αὐτὰ δὲ διαγράφει καὶ ὁ κανονισμὸς τῆς χωροφυλακῆς.
1600Ὡς πρὸς δὲ τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν, τὴν δημοτικὴν
1601ἀστυνομίαν, τὰ καθήκοντα καὶ τὰ δικαιώματα αὐτῆς ἀνα-
1602γράφονται κυρίως εἰς τὸν δημοτικὸν ἡμῶν νόμον, ἀναπτύσ-
1603σονται δὲ καὶ ἐπεξηγοῦνται εἰς τὸ διάταγμα τὸ κανονι-
1604στικὸν τοῦ 1836, ὅπερ καθορίζει καὶ τὸ προσωπικὸν τῶν
1605δημοτικῶν ἀστυνομιῶν.
1606Ἀπέδωκαν τὴν πληθὺν τῶν φυγοδίκων καὶ φυγο-
1607ποίνων εἰς τὴν ἀμέλειαν καὶ ὀλιγωρίαν τῶν δημοτικῶν
1608ἀρχῶν· ἀλλ’ εἴπετέ μοι, παρακαλῶ, διὰ τίνων ὀργάνων
1609καὶ διὰ τίνων μέσων ἤθελον ἐκτελέσει τὰ ἐντάλματα καὶ
1610τὰς καταδικαστικὰς ἀποφάσεις αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ, αἵτι-
1611νες εὑρίσκονται εἰς χεῖρας οὐχὶ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν,
1612ἀλλὰ τῶν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἀποσπασμάτων τῆς χωροφυλα-
1613κῆς, διὰ τῆς ὁποίας ἐνεργεῖται ἡ γενικὴ ἀστυνομία τοῦ
1614Κράτους; Τίς ἔχει εἰς τὴν διεύθυνσιν αὑτοῦ τὴν ἔνοπλον
1615δύναμιν; Οἱ Δήμαρχοι; Οἱ Δήμαρχοι, γνωρίζομεν ποῖον
1616προσωπικὸν δύνανται νὰ διαθέσωσι· διαθέτουσι κατὰ τὸ
1617ἄρθρον 3 τοῦ περὶ ἀστυνομιῶν διατάγματος ὀλιγαρίθμους,
1618ἂν οὐχὶ μονακρίβους, ὑπηρέτας. Δι’ ὑπηρετῶν ὅμως δὲν
1619συλλαμβάνονται οἱ φυγόποινοι καὶ φυγόδικοι. Δὲν εὐθύ-
1620νει ἑπομένως τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς ἡ κατάστασις τῆς δη-
1621μοσίου ἀσφαλείας, μάτην δ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπέχουσι τὴν
1622εὐθύνην τῆς καταστάσεως, προσεπάθησαν νὰ πείσωσιν ἡμᾶς
1623περὶ τοῦ ἐναντίου. Ὁ δημοτικὸς νόμος ἀπέδωκε πράγματι
1624εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς ἀστυνομικὴν ἁρμοδιότητα, ἀπέ-
1625δωκεν ὅμως τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν εἰς αὐτὰς, ὑπεράνω
1626δὲ τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας ἵσταται ἡ γενικὴ ἀστυνομία,
1627ἡ διαχειριζομένη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀληθῶς ἀστυ-
1628νομεῖν καὶ διοικεῖν εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν
1629ὁ σοφὸς ἡμῶν νομοθέτης ν’ ἀπαλλοτριώσῃ τὴν Κυβέρνησιν
1630τοῦ τόπου ἀπὸ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀστυνομεῖν. Ἀλλ’
1631ἀπέδωκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀπέδωκεν εἰς τὴν ἀνωτέ-
1632ραν διοίκησιν τὰ καθήκοντα ἐκεῖνα καὶ δικαιώματα, διὰ
1633τῶν ὁποίων ἦτο δυνατὸν ν’ ἀσφαλισθῇ ἡ δημοσία τάξις,
1634εἰς δὲ τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν διὰ τῆς δημοτικῆς ἀστυνο-
1635μίας ἀπέδωκε μόνον τὴν κατὰ μέρη, τὴν εἰς τοὺς δήμους
1636ἐξασφάλισιν τῆς κοινῆς ἡσυχίας καὶ τάξεως. Αὕτη εἶναι ἡ
1637ἀληθὴς ἁρμοδιότης τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν, ὑπὲρ τὰς
1638ὁποίας ἵσταται ἡ διοίκησις. Δὲν δύναταί τις λοιπὸν νὰ
1639ἀποδώσῃ τὴν παροῦσαν κατάστασιν εἰς τὰς δημοτικὰς
1640ἀρχάς.
1641Ἀφοῦ δ’ οὕτω καθωρίσαμεν τὴν ἁρμοδιότητα τῶν δύο
1642ἀστυνομιῶν, τῆς γενικῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς δημοτικῆς
1643ἀστυνομίας, τῆς τοπικῆς, καὶ ἀπεδώκαμεν τὴν εὐθύνην τῆς
1644σημερινῆς καταστάσεως εἰς ἐκείνους, εἰς οὓς πράγματι ἀνή-
1645κει, ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη, ὁποῖον τὸ σχέδιον τῆς Κυβερ-
1646νήσεως, καὶ τί δι’ αὐτοῦ ζητεῖται. Ζητεῖ δι’ αὐτοῦ ἡ ἐξου-
1647σία ἐκείνη, ἥτις ἀπεδείχθη ἐντελῶς ἀνίκανος εἰς τὸ νὰ
1648ἐπιτελέσῃ τὴν ἐντολὴν, ἣν ἔλαβε παρὰ τῶν θεσμῶν ἡμῶν
1649ὡς πρὸς τὴν γενικὴν ἀστυνομίαν τοῦ Κράτους, ζητεῖ νὰ
1650ἀποῤῥοφήσῃ καὶ τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν, τὴν δημοτικὴν
1651ἀστυνομίαν. Δὲν ἐστάθη ἱκανὴ ἡ κεντρικὴ ἐξουσία μέχρι
1652σήμερον νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν,
1653καὶ ζητεῖ, ὅταν παρ’ αὐτῶν τῶν διαχειρισαμένων αὐτὴν
1654καταγγέλληται ἐπὶ τελείᾳ ἀνικανότητι, προβάλλει τὴν
1655ἀξίωσιν νὰ ἀποῤῥοφήσῃ τὴν ἐν γένει ἀστυνομίαν τοῦ
1656τόπου, καὶ αὐτὴν τὴν δημοτικήν. Καὶ διὰ τίνων ὀργά-
1657νων ἐπαγγέλλεται νὰ διοικήσῃ αὐτήν; Διὰ τῶν ἀστυφυ-
1658λάκων, διὰ τῆς χωροφυλακῆς. Καὶ οἱ μὲν ἀστυφύλακες
1659θέλουσι χρησιμοποιηθῆ διὰ τὰ 36 κέντρα, τὰ ἔχοντα πλη-
1660θυσμὸν ὑπεράνω τῶν 5,000 ψυχῶν ἕκαστον, ἡ ἀστυνομία
1661δὲ τῶν λοιπῶν κέντρων παραδίδεται ἀκριβῶς εἰς ἐκεῖνα τὰ
1662ὄργανα, τὰ ὁποῖα καταγγέλλονται ὡς παραίτια τῆς σημερι-
1663νῆς καταστάσεως τῆς δημοσίου ἀσφαλείας. Ἡ δημοτικὴ
1664ἀστυνομία, συγχωνευομένη πλέον μετὰ τῆς γενικῆς ἀστυ-
1665νομίας, παραδίδεται εἰς 404 δήμους τοῦ Κράτους εἰς χεῖ-
1666ρας τῆς χωροφυλακῆς, τῶν ἐνωμοταρχῶν.
1667Ὁ Δήμαρχος εἶναι κατὰ τὸ ἄρθρον 40 τοῦ δημοτικοῦ
1668νόμου ἡ πρώτη ἐκτελεστικὴ τοῦ δήμου ἀρχὴ ὡς πρῶτον
1669δικαίωμα καὶ καθῆκον ἀναγράφεται ἐν ἄρθρῳ 15 τοῦ αὐ-
1670τοῦ δημοτικοῦ νόμου τὸ ἀστυνομεῖν ἐν τῷ δήμῳ, ἀλλὰ
1671κατὰ τὸ ἄρθρον 30 τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐδὲν ἔχει
1672δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ τῆς ἀστυνομίας, εἰς τὰ τῆς
1673ἀσφαλείας καὶ ἡσυχίας τοῦ δήμου καὶ τῶν κατοίκων αὐ-
1674τοῦ, εἰς τὰ τοῦ ἐμπορίου, εἰς τὰ τῆς βιομηχανίας, εἰς τὰ
1675τῆς ὑγείας τῶν δημοτῶν, εἰς τὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν
1676πόρων αὐτῶν. Πάντα ταῦτα ἐξέρχονται πλέον ἐκ τῶν χει-
1677ρῶν τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς καὶ μεταβαίνουσιν εἰς τὸν χω-
1678ροφύλακα ἢ τὸν ἐνωμοτάρχην, τὸν ὁποῖον διορίζει ὁ ἀρχη-
1679γὸς τῆς χωροφυλακῆς. Καὶ δὲν ἔχει πλέον ὁ Δήμαρχος
1680δικαίωμα οὐδ’ ἀναμίξεως εἰς τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα,
1681δὲν δύναται νὰ ἐκδίδῃ ἀστυνομικὰς διατάξεις, δὲν δύναται
1682κἂν ν’ ἀπευθύνῃ παρατήρησιν πρὸς τὸν ἀστυνόμον. Ἕν
1683ἔχει μόνον δικαίωμα, νὰ ἀναφέρηται πρὸς τὸν Νομάρχην·
1684ἀλλὰ καὶ ὁ Νομάρχης ἓν ἔχει πάλιν δικαίωμα, νὰ ἀναφέ-
1685ρηται πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς, ὑπὸ τὴν προε-
1686δρείαν δ’ αὐτοῦ τὸ μέγα Συμβούλιον, τὸ Ἀστυνομικὸν
1687Συμβούλιον, συγκείμενον ἀπὸ διαφόρους τμηματάρχας τοῦ
1688Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ δύο νομικοὺς συμβού-
1689λους, θ’ ἀποφασίζῃ περὶ πάντων τῶν ἀστυνομικῶν ἀντι-
1690κειμένων τῶν ἀπωτάτων δήμων τοῦ Κράτους, καὶ περὶ
1691τῶν σπουδαιοτέρων καὶ περὶ τῶν εὐτελεστέρων. Οὕτω θὰ
1692λύωνται ἓν πρὸς ἓν τὰ διάφορα ζητήματα, τὰ ἀφορῶντα
1693εἰς τοὺς δήμους, καὶ θ’ ἀναμένωσι τὰ ζητήματα ταῦτα
1694τὴν ἀπόφασιν τοῦ μεγάλου Συμβουλίου. Θὰ ἀναμένωσι
1695τὴν ἀπόφασιν τοῦ μεγάλου Συμβουλίου, ἐὰν πρέπῃ νὰ
1696ἐκδοθῇ οἱαδήποτε ἀστυνομικὴ διάταξις, ἐὰν πρέπῃ νὰ
1697ἀνοιχθῇ ἓν κρεωπωλεῖον, ἢ νὰ κλεισθῇ ἓν κατάστημα, τὸ
1698ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιβλαβεῖς συνεπείας ἐπὶ τὴν ὑγείαν
1699τῶν πολιτῶν. Ἔχουσι δὲ, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἐν περι-
1700πλέον καθῆκον καὶ δικαίωμα οἱ Δήμαρχοι, νὰ δέχωνται
1701καὶ μηνύσεις κατὰ τῶν ἐπιτελούντων τὴν ἀστυνομικὴν
1702ὑπηρεσίαν βαθμοφόρων.
1703Ἀφῃρέθη ἀπὸ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς πᾶσα δικαιοδο-
1704σία ἐπὶ τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ἀφῃρέθη πᾶν δικαίωμα
1705ἐπὶ τὴν διεύθυνσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀφῃρέθη
1706ἐπί τινα χρόνον καὶ ἡ διαχείρισις ἀκόμη τῆς περιουσίας
1707τῆς δημοτικῆς, κατόπιν τοῦ νόμου περὶ ὑποταμιῶν· σή-
1708μερον δ’ ἀφαιρεῖται καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν. Τί
1709ὑπολείπεται εἰς τοὺς Δημάρχους; Ἀποβαίνουσιν οὗτοι
1710σκιαὶ ἁπλαῖ. Καὶ ἀληθῶς δὲν δύναταί τις νὰ ἀνεύρῃ ἐν
1711τῷ Συντάγματι ἡμῶν διάταξιν ἀντικειμένην εἰς τοιοῦτο
1712νομοσχέδιον· ἀλλ’ ἐρωτῶ: ὅταν τὸ ἄρθρον 105 τοῦ Συν-
1713τάγματος ἀνέγραφεν, ὅτι αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ θὰ ἐκλέ-
1714γωνται διὰ γενικῆς καὶ μυστικῆς διὰ σφαιριδίων ψηφοφο-
1715ρίας, τίνας δημοτικὰς ἀρχὰς εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του; Τὰς σκιὰς
1716αὐτάς; Ἀλλ’ ἦτο περιττὸν νὰ τὰς ὁπλίσῃ διὰ τῆς καθολι-
1717κῆς ψηφοφορίας. Εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του δημοτικὰς ἀρχὰς
1718δρώσας, δημοτικὰς ἀρχὰς κεκτημένας τοιαύτην ἐξουσίαν,
1719ὥστε νὰ δύνανται ν’ ἀντιμετωπίσωσι τὴν κεντρικὴν ἐξου-
1720σίαν. Ἐὰν καθιέρωσε τὸ Σύνταγμα τὴν ἐκλογὴν τῶν δη-
1721μοτικῶν ἀρχῶν διὰ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, ἀπεξένωσε
1722δὲ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν πάσης ἀναμίξεως εἰς τὰ τῆς
1723ἐκλογῆς αὐτῶν, βεβαίως τοῦτο ἔπραξεν ἡ Ἐθνοσυνέλευ-
1724σις, ἡ ψηφίσασα τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, διότι ὁ Δήμαρχος
1725τοιαῦτα ὑπέχει καθήκοντα καὶ τοιαῦτα κέκτηται δι-
1726καιώματα, ὥστε ἠθέλησε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐνάσκησιν
1727αὐτῶν κατὰ πάσης ἀναμίξεως τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας,
1728ἠθέλησεν ἡ Ἐθνοσυνέλευσις τοῦ 1864, οὐδὲν πλέον, οὐδὲν
1729ἔλαττον, ἢ νὰ καθιερώσῃ τὴν τοπικὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν
1730δήμων. Ἀλλὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν δήμων σήμερον βε-
1731βαίως τὴν καταστρέφομεν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομο-
1732σχεδίου, ἐξουθενοῦμεν δὲ τὰς δημοτικὰς ἀρχάς. Ἀληθῶς
1733οἱ δῆμοι Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ οἱ Δήμαρχοι αὐτῶν
1734φαίνονται ἔχοντες παράστημά τι, καίτοι ἀπαλλοτριωθέν-
1735τες τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν πρὸ τοῦ 1864 ὅμως· ἀλλὰ
1736τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν μεγάλην περιουσίαν τῶν δύο τού-
1737των δήμων. Ἀφαιρέσατε ἀπὸ αὐτοὺς τὴν διαχείρισιν τῆς
1738δημοτικῆς περιουσίας, καὶ θέλετε ἴδει, ἐὰν καὶ οἱ Δήμαρ-
1739χοι τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς δὲν θὰ ἦναι ἁπλαῖ σκιαί,
1740ἔχοντες μόνον μίαν ἐντολήν, νὰ παρευρίσκωνται εἰς τὰς
1741δημοσίας τελετάς. Ἀντὶ τῶν Δημάρχων ἔχομεν ἤδη τοὺς
1742ἀστυνόμους, ἀστυνόμους στρατιωτικούς. Αἱ Ἀθῆναι, Κύ-
1743ριοι, καὶ ὁ Πειραιεὺς ἐδοκίμασαν ἤδη τὰ θέλγητρα τῆς
1744στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ τὰ δοκιμάζουσι καθ’ ἡμέ-
1745ραν· εἶναι καιρὸς νὰ τὰ δοκιμάσητε καὶ ὑμεῖς. Ἀψευδῆ
1746μάρτυρα τῶν ἄθλων τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας τῶν
1747Ἀθηνῶν, ἔχω ὁλόκληρον τὸν τύπον τῆς πρωτευούσης.
1748Ὑπῆρξεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπὶ ὁλόκληρον μῆνα οἱ
1749πολῖται ἀπέφευγον νὰ διέρχωνται πρὸ τοῦ καταστήματος
1750τῆς Διευθύνσεως τῆς ἀστυνομίας, ἕνεκα τῶν γοερῶν φωνῶν
1751τῶν βασανιζομένων ἐν αὐτῷ. Εἶχε συμβῆ κλοπή τις ἔν
1752τινι χρυσοχοείῳ, συνελήφθησαν πολλοί, καὶ πάντες ἀνεξαι-
1753ρέτως ἐβασανίσθησαν ἀποτροπαίως. Ἀποτελέσματα τῶν
1754τοιούτων προσπαθειῶν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας τίνα
1755ὑπῆρξαν; Ὅτι κατωρθώθη νὰ ἀποσπασθῶσι παρ’ ἀθώων
1756ὁμολογίαι ψευδεῖς, αἵτινες παρεπλάνησαν τὴν ἀνάκρισιν.
1757Τελευταῖον, κατὰ τὰ δημοσιευθέντα, ἐκ συμπτώσεως ἀνε-
1758καλύφθησαν οἱ δρᾶσται τῆς κλοπῆς, ἄλλοι παρὰ τοὺς
1759βασανισθέντας. Εἶναι ἓν ἐκ τῶν πολλῶν ἄθλων τῆς στρα-
1760τιωτικῆς ἀστυνομίας ἐν Ἀθήναις. Ἕτερον ἀναγράφει μία
1761ἐφημερίς, ἐντελῶς φίλη τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ φύλλον
1762τῆς χθές. (Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω (ἀνα-
1763γινώσκει):
1764«Κατὰ τὴν ἔξοδον τῶν θεατῶν ἐκ τοῦ θεάτρου τοῦ
1765«Παραδείσου» καὶ ὁ κ. Χ. Ἰατρὸς ἐξήρχετο μετά τινος γυ-
1766ναικὸς, ἥτις τὸν ἐκράτει ἀπὸ τοῦ βραχίονος. Ὁ ἀστυνόμος
1767τοῦ Αʹ τμήματος, προβὰς ὀλίγα βήματα ἐπὶ τῆς γεφύρας,
1768τῆς ἑνούσης τὰς δύο ὄχθας τοῦ Ἰλισσοῦ, διέταξεν αὐτοὺς
1769νὰ σταθῶσι, καὶ τὴν γυναῖκα νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ. Ὁ κ. Χ.
1770πρὸ τῆς τοιαύτης ἀπαιτήσεως τοῦ ἀστυνομικοῦ ὀργάνου
1771ἐξανέστη, καὶ ἀπηύθυνεν αὐτῷ δριμείας παρατηρήσεις, ἐνῷ
1772ἡ περίπολος διετάσσετο νὰ προβῇ εἰς τὴν σύλληψίν του.
1773Ὁ κόσμος, συνωθούμενος ἐπὶ τῆς γεφύρας, ἐπὶ τῇ ἐπιθέσει
1774ταύτῃ, ἐτράπη εἰς φυγήν, ἐκ τοῦ συνωστισμοῦ δὲ καὶ τῆς
1775ταραχῆς ἄπορον εἶναι, πῶς δὲν συνέβησαν δυστυχήματα.
1776«Εὐτυχῶς ἡ παρέμβασις τοῦ συνταγματάρχου τοῦ ἱπ-
1777πικοῦ κ. Μελεάγρου, ἀναλαβόντος ὑπ’ εὐθύνην του τὴν ὑπό-
1778θεσιν προέλαβε σκηνὰς αἱματηράς. Ὡς ἐγνώσθη μετὰ
1779ταῦτα, ὁ κ. Χ. συνώδευε τὴν ... μνηστήν του ...»
1780Θαυμάζω ὅτι ὁ ἰατρὸς Χ. δὲν ἔκαυσε τὰ μυαλὰ τοῦ
1781ἀστυνόμου ἐκείνου· ἀλλὰ βεβαίως ἡ στρατιωτική σας ἀστυ-
1782νομία ταχέως εἰς τοιαῦτα ἀποτελέσματα θὰ φέρῃ. (Ἀνα-
1783γινώσκει):
1784«... Ἡ σκηνὴ δὲ αὕτη δὲν εἶναι ἡ πρώτη λαβοῦσα χώ-
1785ραν. Προχθὲς πάλιν ἐντιμότατος πολίτης, ὁ κ. Σ., μεσίτης
1786ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ, συνοδεύων τὴν ἀδελφήν του καὶ
1787ἐξερχόμενος ἑνὸς τῶν θεάτρων, συνελήφθη ὑπὸ τῆς περιπό-
1788λου καί τινος ἀστυνόμου, οὗτινος δυστυχῶς δὲν ἐγνώσθη τὸ
1789ὄνομα, καὶ ἐσύρετο εἰς τὸ κρατητήριον μετὰ τῆς ἀδελφῆς
1790του, διότι ἡ ἀρχὴ ὑπέθετεν αὐτὴν γυναῖκα ξένην. Εὐτυχῶς
1791τὸ πρᾶγμα ἔμεινεν ἕως ἐκεῖ, καὶ ὁ κ. Σ. ἀφέθη ἐλεύθερος,
1792μετὰ σκανδαλωδέστατον ὅμως ἐπεισόδιον.
1793«Τοιαύτη ἡ διαγωγὴ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων καὶ
1794τοιαῦτα τὰ λαμβάνοντα χώραν ἐπεισόδια, ἐκ τῶν ὁποίων
1795ἀνεφέραμεν δύο μόνον, τὰ χαρακτηριστικώτερα.»
1796Τοιαῦτα εἶναι τὰ ὄργανα, εἰς τὰ ὁποῖα εἰς τὸ ἑξῆς θὰ
1797ἀνατίθηται ἡ ἐξασφάλισις τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, τῆς
1798ἰδιοκτησίας, τῆς τιμῆς τῶν συνδημοτῶν ἡμῶν! Ἀλλ’ ὁ κά-
1799τοικος τῆς Εὐρυτανίας, ὁ κάτοικος τῆς Ἀρκαδίας, ὁ κά-
1800τοικος τῆς Βονίτσης θὰ ἔχῃ ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀνέ-
1801γραψε τὸ νομοσχέδιον, θὰ δύναται νὰ καταγγέλλῃ τὰς
1802τοιαύτας πράξεις τῶν ἀστυνόμων· ὁ Δήμαρχος τὴν κα-
1803ταγγελίαν θὰ ὀφείλῃ νὰ διαβιβάζῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ἢ
1804διὰ τοῦ Νομάρχου εἰς τὸ ἀνώτατον Συμβούλιον. Θὰ δύ-
1805ναται μάλιστα ὁ καταγγελεὺς νὰ παρίσταται καὶ ὡς ἰδιώ-
1806της κατήγορος, μὴ ὑπαγόμενος οὐδ’ εἰς ἐγγύησιν. Τοιαύτας
1807χορηγεῖ ἀσφαλείας τὸ νομοσχέδιον εἰς τοὺς συνδημότας
1808ὑμῶν, καὶ τὰς ἀσφαλείας ταύτας ἐξύμνησε σήμερον ὁ κ.
1809Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ πάντοτε ὑπήγοντο εἰς
1810τὰ κοινὰ Δικαστήρια τὰ ἀποσπάσματα καὶ οἱ χωροφύλα-
1811κες. Ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, τίς ὁ δυστυχὴς ἀγρότης, ὅστις
1812ἤθελε τολμήσει νὰ ὑποβάλῃ καταγγελίαν, καὶ τίς Δήμαρ-
1813χος, ἀφοῦ τοιοῦτον τὸν καθιστᾶτε, θὰ τολμήσῃ νὰ παρα-
1814πέμψῃ τὴν καταγγελίαν εἰς τὸν Νομάρχην ἢ τὸν Εἰσαγ-
1815γελέα; Καὶ σήμερον ἀτυχῶς ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διαχει-
1816ρίζεται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν γενικὴν
1817ἀστυνομίαν, ἔχομεν πληθὺν σκανδάλων καὶ ἐγκλημάτων,
1818ἔχουσιν αἱ ἐπαρχίαι τὴν μάστιγα τῶν μεταβατικῶν ἀπο-
1819σπασμάτων, πρὸς παρηγορίαν δέ, ἐβεβαίωσεν ἡμᾶς ὁ κ.
1820Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰς μέχρι τοῦδε περιοδι-
1821κὰς ταύτας μάστιγας θὰ καταστήσῃ ἐνδημικὰς τὸ νομο-
1822σχέδιον εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ τοὺς δήμους. Ὁ ἐνωμοτάρ-
1823χης μὲ τὸ βούνευρον εἰς χεῖρας ἐν τοῖς 404 δήμοις ἐκ τῶν
1824440 τοῦ Κράτους θὰ ἔχῃ τὴν πρωτοβουλίαν ἐπὶ πάντων
1825τῶν ζητημάτων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ
1826προκοπὴν τῶν μικρῶν κοινωνιῶν, ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῶν
1827καταλληλοτέρων μέτρων ὑπὲρ τῆς προκοπῆς τῆς γεωργίας
1828τῆς βιομηχανίας, τοῦ ἐμπορίου, περὶ πάντων τῶν ζητη-
1829μάτων τῆς ὑγείας καὶ ἀσφαλείας τῶν δημοτῶν· διότι, μὴ
1830λησμονεῖτε, Κύριοι, ὅτι, ὡς εἶπον, μόνον 36 κέντρα θὰ
1831ἔχωσι τὴν τιμὴν νὰ ἔχωσιν ἀστυνομίαν, οἵα ἐκείνη τῶν
1832Ἀθηνῶν, μὲ βαθμοφόρους ἀνταξίους τῶν πλείστων ἐκ τῶν
1833ἀστυνόμων τῆς πρωτευούσης. Ἔχω μάλιστα τὴν πεποίθη-
1834σιν, ὅτι δυσκόλως θὰ δυνηθῇ ἡ Διοίκησις νὰ ἀνεύρῃ μεταξὺ
1835τῶν πολυπληθῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ καὶ
1836ἑκατὸν ἀξιωματικούς, οἵτινες ἤθελον δεχθῆ τὴν ἀποστολὴν,
1837ἡ ὁποία τοῖς δίδεται· ἀλλὰ καὶ ἂν τοὺς ἀνεύρῃ τοὺς 100
1838ἀξιωματικούς, βεβαίως θὰ τοὺς ἐκλέξῃ μεταξὺ τῶν χειρο-
1839τέρων, μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες οὐδὲν εὑρίσκουσι γόητρον εἰς
1840τὸ στρατιωτικόν των στάδιον, οἵτινες οὐδεμίαν ἔχουσι συν-
1841αίσθησιν τῆς στρατιωτικῆς των ἀποστολῆς, καὶ ἐντεῦθεν
1842οὐδόλως ἐλπίζουσι τὴν προαγωγήν των ἐν τῷ στρατῷ.
1843Τοιαῦται, Κύριοι, εἶναι αἱ ἐπαγγελίαι, αἵτινες δίδον-
1844ται ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν στρατιωτικοῦ νομοσχε-
1845δίου. Ὑπάρχει καὶ τελευταία τις, ἥτις ἀναγράφεται εἰς τὸ
1846τελευταῖον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Κατ’ αὐτὸ, δίδεται εἰς
1847τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ διὰ βασιλικοῦ δια-
1848τάγματος τὴν ἔναρξιν τῆς ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει ἰσχύος τοῦ
1849νομοσχεδίου. Οὕτως ὁ χρόνος τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος, ἐν
1850ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου ὁρισθήσεται
1851διὰ βασιλικοῦ διατάγματος. Οἱ τῆς πλειονοψηφίας — καὶ
1852εὐτυχῶς διὰ τοὺς συνδημότας σας οἱ πλεῖστοι ἀνήκετε εἰς
1853αὐτὴν—θὰ δυνηθῆτε νὰ σταματήσητε, χάρις εἰς τὴν διά-
1854ταξιν ταύτην, τὴν λειτουργίαν, τὴν ἔκθεσμον καὶ ὀδυνη-
1855ρὰν, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοθετήματος. Ἀλλοίμονον ὅμως
1856εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον τυχὸν ἔχει Δήμαρ-
1857χον μὴ φίλον τῆς Κυβερνήσεως! Κατ’ αὐτῶν θὰ λειτουρ-
1858γήσῃ τὸ νομοσχέδιον, γενόμενον νόμος, μετὰ πάσης αὐστη-
1859ρότητος, οἱ δὲ ἐκλογεῖς ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐτόλμησαν νὰ ψη-
1860φίσωσι Δήμαρχον ἀντιθέτων φρονημάτων τῶν τῆς Κυβερ-
1861νήσεως, ταχέως θέλουσι δοκιμάσει τὴν ἡδύτητα τῆς στρα-
1862τιωτικῆς ἀστυνομίας, τοὺς κολάφους, τοὺς δαρμοὺς, τὸ
1863βούνευρον.
1864Ἐπεθύμουν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐμε-
1865λέτα καλλίτερον τὸ ζήτημα τῆς ἀναμίξεως τοῦ στρατοῦ
1866εἰς τὰ τῆς ἀστυνομίας, διότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι, ἂν
1867τοῦτο ἔπραττεν, ἤθελεν ἀποκρούσει αὐτὴν, καὶ ἤθελε προ-
1868φυλάξει τὸν στρατὸν, ἀλλὰ καὶ τὴν κοινωνίαν, ἀπὸ τὰ
1869δεινὰ, ἅτινα ἀναποδράστως θέλει ἐπιφέρει ἡ λειτουργία τοι-
1870ούτου νομοθετήματος. Εἷς τῶν λόγων, δι’ οὓς ἀπεκεντρώθη
1871πανταχοῦ ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, εἶναι ἀκριβῶς οὗτος:
1872μὴ ἡ κεντρικὴ ἐξουσία ἐπισπάσῃ πρὸς αὐτὴν τὴν ἐχθρό-
1873τητα τῶν ἀτόμων· διότι ὅ,τι πράττει ἡ ἀστυνομία ἀπο-
1874δίδεται εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐξ ἧς ἐξαρτᾶται. Καὶ δύναται
1875μία ἀστυνομία νὰ μὴ διαπράττῃ ἐγκλήματα, ἀλλὰ νὰ
1876πράττῃ τοιαῦτα, νὰ ἦναι τόσον ὀχληρὰ, ὥστε νὰ ἐξεγείρῃ
1877τὸ μῖσος καὶ νὰ ἐμπνέῃ τὸ αἴσθημα τῆς ἀντεκδικήσεως
1878κατὰ τῆς ἐξουσίας, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται. Τοῦτο ἀνα-
1879κηρύσσουσι πάντες οἱ δημοσιολόγοι ὡς τὸ μέγιστον ἐλά-
1880τωμα τῶν διοικητικῶν ἀστυνομιῶν. Καὶ ἂν τοῦτο ἦναι
1881ἀληθὲς ὡς πρὸς τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν, κατὰ μεί-
1882ζονα λόγον εἶναι ἀληθὲς ὡς πρὸς τὴν στρατιωτικήν. Εὐ-
1883τυχῶς μέχρι τοῦδε οὐδεὶς πολίτης Ἕλλην δύναται νὰ
1884παραπονεθῇ, ὅτι διατελοῦμεν ὑπὸ στρατοκρατίαν, εὐτυχῶς
1885μέχρι τοῦδε ὁ λαὸς οὐδόλως ἐχωρίζετο ἀπὸ τὸν στρατὸν,
1886οὐδ’ ὁ στρατὸς τοῦ λαοῦ· ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, γε-
1887νόμενον νόμος τοῦ Κράτους, θέλει ὁριστικῶς χωρίσει στρα-
1888τὸν καὶ λαόν. Τὰ ἀδικήματα ὡρισμένων βαθμοφόρων θέ-
1889λουσιν ἐπιῤῥιφθῆ ἐπὶ ὁλόκληρον τὸν στρατόν, καὶ μετ’
1890ὀλίγον θέλομεν ἀκούσει χαρακτηριζομένην τὴν Πολιτείαν
1891ἡμῶν διὰ τῆς λέξεως, ἣν ἀπὸ τοῦ 1864 δὲν ἠκούσαμεν,
1892στρατοκρατία! Ταῦτα εἶναι τὰ δεινά, τὰ ὁποῖα ἐπαγ-
1893γέλλεται τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον· ἀπόδοσις εἰς ἐξου-
1894σίαν, κριθεῖσαν ἐντελῶς ἀνίκανον εἰς ἐνάσκησιν τῆς γενικῆς
1895ἀστυνομίας, καὶ τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας, ἐξουθένωσις τῶν
1896δημοτικῶν ἀρχῶν, καὶ ἀνάμιξις τοῦ στρατοῦ εἰς τὰ τῆς
1897ἀστυνομίας.
1898Ἀλλ’ ἐξετάσωμεν τὸ νομοσχέδιον καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν
1899ἔποψιν. Ἀφίνω τὸν ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς, ὅπως τι-
1900τλοφορῆται ὑποστράτηγος. Θέλομεν οὕτως ἔχει ἕνα περι-
1901πλέον ὑποστράτηγον, καὶ εἶναι ἐνδεδειγμένος, τὸν γνωρί-
1902ζομεν ἐν Ἀθήναις, ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἣν ἄλλοτε ἐξετέλει,
1903τρέχων ἀπὸ ῥυτῆρος ὄπισθεν τῆς ἁμάξης τοῦ κ. Πρωθυ-
1904πουργοῦ ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα· ἀλλ’ ἀφίνω κατὰ μέρος, εἶπον,
1905τὸν ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς. Θέλομεν ἔχει 1000 ἀστυ-
1906φύλακας, διὰ τοὺς ὁποίους θέλομεν δαπανήσει περίπου
1907960,000 δρ. ἐκ τῆς ὁλικῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων, ἀνερχο-
1908μένης εἰς 1,800,000. Διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ μισθοῦ τῶν
1909ἀστυφυλάκων, τὸν μισθὸν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὰ ἐπι-
1910μίσθια αὐτῶν θ’ ἀποῤῥοφᾶται τὸ ποσὸν δραχ. 1,400,000,
1911δι’ ἐνοίκια δὲ καὶ διὰ τὴν μὴ εἰσφορὰν ἀπόρων δήμων 400
1912χιλιάδων περίπου. Τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο τῶν 1,800,000 δρ.
1913ὑπὲρ τίνων δήμων θὰ δαπανᾶται; Ὑπὲρ τῶν 36 κέντρων,
1914τῶν ἐχόντων ὑπὲρ τὰς 5,000 κατοίκους· οἱ 404 δῆμοι τοῦ
1915Κράτους οὐδὲν λαμβάνουσιν ἐκ τῆς εἰσφορᾶς των· οὗτοι θὰ
1916λάβωσιν ἀντὶ ἐκείνου, ὅπερ ἔχουσι σήμερον, τὸ βούνευρον
1917τῶν μεταβατικῶν καὶ τὸ βούνευρον τοῦ ἐνωμοτάρχου. Οὐδὲ
1918θὰ ἔχωσι πλέον τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ Δημάρχου ἀστυνόμου.
1919Οὕτω δημεύεται ἡ εἰσφορὰ 404 δήμων χάριν 36 κέντρων,
1920ἀλλ’ οὐχὶ χάριν τῶν 36 κέντρων, ἀλλὰ χάριν 1000 ἀστυφυ-
1921λάκων, χάριν 1000 λυμεώνων, τοὺς ὁποίους θέλει στρα-
1922τολογήσει ἡ φατρία, καὶ οἵτινες, ἐὰν ἔχουν ζωήν, μετὰ
1923τὸν χρόνον τὸν προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ συντά-
1924ξεων, ἀφοῦ καταστοῦν ἐπὶ μακρὸν χρόνον μάστιγες τῆς
1925κοινωνίας, θέλουσι κατασταθῆ κατόπιν μάστιγες τοῦ τα-
1926μείου τῶν συντάξεων, ἤτοι τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ θέ-
1927λουσιν αὐξήσει κατὰ 500 τοὐλάχιστον τοὺς ὑφισταμένους
1928συνταξιούχους. Ἀφαιρεῖτε τὰ 50% ἀπὸ τοὺς δήμους διὰ
1929τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, — διότι, ἐὰν ἔπαυσε λειτουργοῦν
1930τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἡ εἰσφορὰ τῶν
1931δήμων θὰ μείνῃ ὡς ἔχει, κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρω-
1932θυπουργοῦ, — ἀφαιρεῖτε διὰ τὴν ἀστυνομίαν ἔτι 50%,
1933οὕτω δὲ θέλουσιν ὑπολειφθῆ εἰς τοὺς δήμους 2,000, ἃς ἐπι-
1934φυλάσσει αὐτοῖς τὸ νομοσχέδιον.
1935§43Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ 50% μένουσιν
1936ἄθικτα.
1937§44ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐξηγεῖται..... Ἀλλὰ τότε θέλετε ἐκ-
1938θέσει τὸ Δημόσιον, καθ’ ἃς περιστάσεις εἶσθε ἠναγκασμέ-
1939νοι νὰ αὐξήσητε τὴν φορολογίαν κατὰ 11,000,000, εἰς
1940ματικίαν δαπάνην τοὐλάχιστον ἑνὸς ἑκατομμυρίου, διότι τὸ
19411,800,000 τῆς εἰσφορᾶς θέλουσιν ἀποῤῥοφήσει οἱ μισθοὶ
1942τῶν ἀστυφυλάκων, οἱ μισθοὶ καὶ τὰ ἐπιμίσθια τῶν ἀξιω-
1943ματικῶν, καὶ τὰ ἐνοίκια τῶν ἀστυνομιῶν τῶν 36 κέντρων,
1944οὐδὲν δ’ ὑπολειφθήσεται ἐκ τῆς εἰσφορᾶς διὰ τοὺς 404 λοι-
1945ποὺς δήμους.
1946Ταῦτα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τὰ οἰκονομικὰ τοῦ νο-
1947μοσχεδίου.
1948Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀγορεύων σήμερον, ἀνέπτυξε δύο
1949νέας θεωρίας, αἵτινες βεβαίως καθιστῶσι τὴν ἀπολυταρ-
1950χίαν, κατὰ τῆς ὁποίας ἐξανίστατο προχθές. Σᾶς ἔλεγεν:
1951ἐὰν θέλητε εὐθύνας παρ’ ἐμοῦ, δώσατέ μοι καὶ τὴν ἐξου-
1952σίαν, δώσατέ μοι καὶ τὴν δύναμιν προσέθηκεν, ὅτι δὲν
1953πρέπει νὰ ἀποβλέπητε εἰς τοὺς θεσμοὺς, ἀλλ’ εἰς τὸ συμ-
1954φέρον. Ἀλλ’ αὗται ἀκριβῶς εἶναι αἱ θεωρίαι τῆς ἀπολυ-
1955ταρχίας.
1956Δὲν ὑπάρχει μονάρχης ἢ δικτάτωρ, ὅστις νὰ μετῆλ-
1957θεν ἀλλοίαν γλῶσσαν· οἱ δικτάτορες, σκοποῦντες τὴν συγ-
1958κέντρωσιν πάσης ἐξουσίας, τὴν γλῶσσαν ταύτην μεταχει-
1959ρίζονται, ὅπως παραπείσωσιν εἰς ἐγκατάλειψιν τῶν θε-
1960σμῶν· ἐπικαλοῦνται τὸ δημόσιον συμφέρον, ζητοῦσι δ’ ἀπό-
1961λυτον ἐξουσίαν, ὅπως φέρωσι δῆθεν πραγματικὰς εὐθύνας.
1962Αἱ δύο θεωρίαι αὗται ἀποτελοῦσι τὸν ἐπίλογον τοῦ νομο-
1963σχεδίου. Ὀρθῶς δ’ ἔπραξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
1964σεως, ἀναπτύξας αὐτάς. Ἔδωκεν ὑμῖν δι’ αὐτῶν τὴν ἀληθῆ
1965ἔννοιαν τοῦ νομοσχεδίου. Πρόκειται σήμερον ν’ ἀποβάλωσιν
1966αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ πᾶσαν ἀνεξαρτησίαν, πᾶσαν αὐτοτέ-
1967λειαν, νὰ ὑποκύψωσι δὲ εἰς τὴν αὐθαίρετον θέλησιν τῆς
1968κεντρικῆς ἐξουσίας. Ψηφίσατε, καὶ θέλετε ἰδεῖ τὰ ἀποτε-
1969λέσματα.
1970§45ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως τῶν
1971τοπικῶν ἀστυνομιῶν ἀνεπτύχθη ἀρκούντως ὑπὸ τὰς πλεί-
1972στας τῶν ἐπόψεων αὐτοῦ παρὰ τῶν προαγορευσάντων. Οὐχ
1973ἧττον νομίζω, ὅτι ἡ εὐρυτέρα αὐτοῦ ἐξέτασις ἐπιβάλλεται
1974ὑπὸ τῆς ἐκτάκτου σημασίας τοῦ ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν νομοθετή-
1975ματος. Ἔκτακτον σημασίαν παρουσιάζει τοῦτο ὑπὸ πο-
1976λιτικὴν ἔποψιν, οὐχὶ δὲ μικρὰν καὶ ὑπὸ στρατιωτικὴν καὶ
1977ὑπὸ οἰκονομικήν.
1978Ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν τίθεται ἐνώπιον ἡμῶν τὸ ζή-
1979τημα, ἂν ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία ἀποτελῇ μέρος ἀνα-
1980πόσπαστον τῆς δημοτικῆς. Τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει
1981νὰ λυθῇ κατὰ τὴν ἔννοιαν, ἣν θέλομεν νὰ δώσωμεν
1982εἰς τὸ πολίτευμα ἡμῶν. Ἂν θέλωμεν νὰ ἐννοήσω-
1983μεν αὐτὸ ὡς πολίτευμα συγκεντρωτικὸν καὶ ἀπολυ-
1984ταρχικὸν, ἐπιδιῶκον μόνον τὴν τήρησιν τῆς τάξεως καὶ
1985ἐν δευτέρᾳ μοίρᾳ τιθέμενον τὴν πολιτικὴν ἀνάπτυξιν
1986τοῦ ἔθνους, θὰ εὕρωμεν εὐκόλως λόγους, δικαιολογοῦντας
1987οὐ μόνον τὴν ἀφαίρεσιν τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας ἀπὸ τῆς
1988δημοτικῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ καὶ πάσης ἄλλης ἐξουσίας. Ἐὰν
1989ὅμως ἐννοῶμεν τὸ πολίτευμα ἡμῶν τοιοῦτον, οἷον εἶναι,
1990πολίτευμα δηλ. φιλελεύθερον καὶ προοδευτικόν, σκοποῦν
1991τὴν ὑποστήριξιν, σὺν τῇ τάξει, καὶ τῶν πολιτικῶν ἐλευ-
1992θεριῶν καὶ τὴν πραγματικὴν αὐτῶν ἀπόλαυσιν διὰ τῆς
1993πολιτικῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἔθνους, ἡ τοπικὴ ἀστυνομία
1994τότε ἀποβαίνει ἀναπόσπαστον καὶ ἀναγκαῖον μέρος τῆς
1995δημοτικῆς ἐξουσίας. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀναγραφῇ εἰδικὴ
1996διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, ὅπως καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ
1997αὕτη. Ἡ φύσις αὐτὴ τοῦ πολιτεύματος ἐμπεριέχει τὴν
1998καθιέρωσιν αὐτῆς. Καὶ ὁ καταστατικὸς δὲ νόμος τῶν δή-
1999μων ἡμῶν, καίτοι συνετάχθη εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὸ ἔθνος
2000δὲν ἐκυβερνᾶτο κοινοβουλευτικῶς, ἐμπεριέχει οὐχ ἧττον
2001πλήρη τὴν καθιέρωσιν τοῦ ἀναποσπάστου τῆς τοπικῆς
2002ἀστυνομίας ἀπὸ τῆς ἐξουσίας τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν. Ἐν
2003τῷ δημοτικῷ νόμῳ τοῦ 1833, δι’ οὗ συνεστήθησαν οἱ δῆ-
2004μοι, καὶ ὅστις διέπει καὶ σήμερον αὐτοὺς, ὡς πρῶτον δι-
2005καίωμα καὶ καθῆκον τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν ἀναγράφεται
2006τὸ ἀστυνομεῖν, τὸ κυρίως δηλ. δικαίωμα τοῦ διοικεῖν ἑαυ-
2007τούς. Ἄνευ τούτου ὁ δῆμος βεβαίως δὲν αὐτοδιοικεῖται.
2008Ἡ διεύθυνσις τῆς περιουσίας τοῦ δήμου καὶ τῶν φιλανθρω-
2009πικῶν καταστημάτων καὶ αἱ ἄλλαι ἐνέργειαι τῶν δημο-
2010τικῶν ἀρχῶν δὲν ἀποτελοῦσι δημοτικὴν αὐτοδιοίκησιν.
2011Τοιαύτην ἀποτελεῖ κυρίως ἡ διεύθυνσις καὶ διαχείρισις τῶν
2012πολλῶν καὶ ποικίλων σχέσεων καὶ συμφερόντων τῶν με-
2013λῶν τοῦ δήμου. Αὕτη δὲ ἐνεργεῖται μόνον διὰ τῆς ἐξασκή-
2014σεως τῆς τοπικῆς καὶ δημοτικῆς ἀστυνομίας. Τὸ ἄρθρον
201515 τοῦ δημοτικοῦ νόμου τοῦ 1833 λέγει ῥητῶς (ἀναγι-
2016νώσκει): «Πᾶς δῆμος ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑπο-
2017»χρέωσιν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Κυβερνήσεως, αʹ) νὰ
2018»ἐνεργῇ κατὰ τοὺς καθεστῶτας νόμους τὴν κατωτέραν
2019»ἐντὸς τῆς περιοχῆς τοῦ δήμου τοπικὴν καὶ ἀγρονομικὴν
2020»ἀστυνομίαν, βʹ) νὰ διοικῇ ἀνεξαρτήτως τὰς ὑποθέσεις
2021του κτλ.» Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώμα-
2022τος τοῦ ἀστυνομεῖν ὁ νόμος δι’ ἑτέρας αὐτοῦ διατάξεως
2023ὑποβάλλει εἰς πλειοτέρους περιορισμοὺς, χαρακτηρίζων
2024αὐτὴν ὡς ἐνεργουμένην ἐν ὀνόματι καὶ κατὰ διαταγὴν τῆς
2025Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀφαιρεῖ τὸν χαρακτηρι-
2026σμὸν τοῦ ἀστυνομεῖν ὡς τοῦ πρώτου δικαιώματος καὶ κα-
2027θήκοντος τῶν δήμων. Τοιοῦτο δὲ θεωρῶν αὐτὸ ὁ νόμος τοῦ
20281833, ἐν ἄρθρῳ μὲν 18 ὡς πρώτην δημοτικὴν δαπάνην
2029ἀναγράφει τὴν ἀναγκαίαν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς τοπικῆς
2030καὶ ἀγρονομικῆς ἀστυνομίας, ἐν ἄρθρῳ δὲ 40 ὡς πρώτην
2031ἐνέργειαν τοῦ Δημάρχου χαρακτηρίζει τὴν τῆς ἐπιτοπίου
2032ἀστυνομίας καὶ τῆς διοικήσεως τοῦ δήμου. Τοῦτο καθιε-
2033ροῦται καὶ διὰ τῶν διατάξεων τῶν ἀστυνομικῶν νόμων τοῦ
20341836 καὶ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1838, ὅστις ὡς συνέπειαν
2035τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν ἐπιβάλλει
2036εἰς τοὺς δήμους τὴν εὐθύνην ἀποζημιώσεως διὰ πᾶσαν φθο-
2037ρὰν δένδρων καὶ φυτειῶν. Ὁ συντάκτης τῶν νόμων τούτων
2038σοφῶς συνεδύασε τὴν ἐξάσκησιν τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας
2039διὰ τῆς ἀναθέσεως τῆς μὲν τοπικῆς ἀστυνομίας εἰς τὰς
2040δημοτικὰς ἀρχὰς, τῆς δὲ γενικῆς εἰς τὴν κεντρικὴν ἐξου-
2041σίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέθηκεν ὡσαύτως τὴν ἐπίβλεψιν καὶ
2042καθοδήγησιν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν. Διὰ τοιούτου συνδυα-
2043σμοῦ δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ πραγματοποίησις τῶν δύο
2044κυριωτέρων σκοπῶν παντὸς ἐλευθερίου πολιτεύματος, ἡ δια-
2045τήρησις δηλ. τῆς τάξεως καὶ ἡ ἀνάπτυξις τῆς κοινωνίας
2046κατὰ τρόπον καθιστῶντα αὐτὴν ἱκανὴν νὰ ἀπολαύσῃ πο-
2047λιτικῶν ἐλευθεριῶν. Ἂν δὲ ὁ νομοθέτης τοῦ 1836 ἐν τῷ
2048συνδυασμῷ τούτῳ ὑπέβαλεν εἰς πλειοτέρους περιορισμοὺς
2049τὴν παρὰ τῶν δήμων ἐξάσκησιν τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας,
2050καὶ ἐχαρακτήρισεν αὐτὴν ὡς ἐνεργουμένην ἐν ὀνόματι καὶ
2051κατὰ διαταγὴν τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, ἔπραξε τοῦτο,
2052ὀρθῶς σκεφθείς, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἐξερχόμενος τότε
2053ἐκ τῆς τυραννίας καὶ ἐκ καταστρεπτικῆς ἐπαναστάσεως,
2054εἶχεν ἀνάγκην πολιτικῆς τινος ἐκγυμνάσεως, ὅπως κατα-
2055στῇ ἱκανὸς νὰ ἐνεργήσῃ ἀποτελεσματικῶς τὴν ἐξουσίαν
2056ταύτην. Χάριν δὲ τῆς τοιαύτης αὐτοῦ ἐκγυμνάσεως ἐπε-
2057φυλάχθη τοῦ δικαιώματος τῆς εἰς τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν
2058ἀναθέσεως καὶ τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας, ἐν περιπτώσει,
2059καθ’ ἣν οἱ δῆμοι ἤθελον ἀποδειχθῆ ἀνίκανοι νὰ ἐνεργήσω-
2060σιν αὐτήν. Ἡ ἐπιφύλαξις ὅμως αὕτη δὲν δύναται νὰ ἔχῃ
2061σήμερον τὴν σημασίαν, ἣν εἶχε τότε, καὶ διότι οἱ δῆμοι
2062δὲν ἔδειξαν τοιαύτην ἀνικανότητα, καὶ διότι τὸ πολίτευμα
2063ἡμῶν ἀπὸ ἀπολύτου μοναρχίας μετεβλήθη εἰς συνταγμα-
2064τικὸν, οὗτινος ἡ φύσις ἐπιβάλλει τὸ ἀναπόσπαστον τῆς
2065ἀστυνομικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς. Ἡ δη-
2066μοτικὴ ἀρχὴ, διοικοῦσα αὐτὸν τὸν δῆμον διὰ τῆς ἐκτελέ-
2067σεως τῶν ἀστυνομικῶν διατάξεων, δύναται νὰ πράξῃ
2068τοῦτο τελειότερον πάσης ἄλλης. Ὁ Δήμαρχος, συνδεδεμένος
2069ὢν μετὰ τοῦ τόπου, γνωρίζει κάλλιον παντὸς ἄλλου τοὺς
2070κατοίκους τοῦ δήμου, τὰς σχέσεις καὶ τὰς ἀνάγκας αὐτῶν
2071καὶ τὸ ποιὸν καὶ τὰς πράξεις ἑκάστου δημότου, καὶ δύ-
2072ναται, ἐκτελῶν τὸ καθῆκόν του, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν τάξιν
2073ἐν τῷ δήμῳ αὐτοῦ. Ὁ αὐτὸς δὲ Δήμαρχος, ὡς διαφορο-
2074τρόπως συνδεόμενος μὲ τοὺς συνδημότας του καὶ ὡς ἐνδια-
2075φερόμενος ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτῶν καὶ ὑπὲρ τῆς ἀνα-
2076πτύξεως τοῦ δήμου του, δὲν θὰ ἦναι ὁ ἐν τῇ ἐκτελέσει
2077τῶν καθηκόντων αὐτοῦ ξηρὸς καὶ τραχὺς ἐκτελεστὴς τῶν
2078ἀστυνομικῶν διατάξεων· θὰ δύναται νὰ κρίνῃ, πότε αἱ
2079μικραὶ καὶ καθημεριναὶ πράξεις, αἱ ἀποτελοῦσαι παραβά-
2080σεις τῶν διατάξεων τούτων, πρέπει, χάριν τῆς δημοσίας
2081τάξεως, νὰ καταδιωχθῶσι καὶ τιμωρηθῶσι κατὰ τὸ αὐστη-
2082ρὸν γράμμα τοῦ νόμου, καὶ πότε, χάριν τῆς ἐλευθέρας δρά-
2083σεως καὶ ἀναπτύξεως τῆς κοινωνίας, πρέπει αὗται νὰ
2084κριθῶσιν ἐπιεικῶς. Θὰ πράξῃ δὲ τοῦτο σταθμίζων τὴν
2085βλάβην, ἥτις δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς αὐστηρᾶς ἢ ἐκ
2086τῆς ἐπιεικοῦς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Αἱ πράξεις δὲ αὗται,
2087ἐπὶ τῶν ὁποίων συνεχῶς παρουσιάζεται ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπι-
2088εικοῦς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ἀφορῶσι τὰς καθημερινὰς
2089σχέσεις τῶν μελῶν τῆς κοινωνίας, καὶ εἰσὶ μὲν μικραὶ καθ’
2090ἑαυτάς, ἔχουσιν ὅμως μεγάλην σημασίαν ἐν τῷ συνόλῳ
2091αὐτῶν, καὶ θέτουσι πολλάκις τῆς ἡμέρας ἕκαστον δημό-
2092την εἰς συνάφειαν μὲ τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχήν. Ἄν δ’ ἐπ’
2093αὐτῶν θελήσωμεν πάντοτε νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐστηρῶς καὶ
2094ἀνεπιεικῶς τὰς ἀστυνομικὰς διατάξεις, θὰ περιστείλωμεν
2095τὴν ἐλευθέραν ἐνέργειαν τῶν πολιτῶν, καὶ θὰ παρακωλύ-
2096σωμεν τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν πρόοδον αὐτῶν ὑπό τε κοι-
2097νωνικὴν καὶ ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν.
2098Ἀλλά, λέγουσιν, αἱ δημοτικαὶ ἀρχαί, ὁ Δήμαρχος
2099δηλαδή, ὁ ἐμπνεόμενος συνήθως ὑπὸ φατριαστικῶν σκέ-
2100ψεων καὶ συμφερόντων, φέρεται αὐστηρῶς μὲν πρὸς τοὺς
2101ἀντιθέτους αὐτοῦ, ἐπιεικῶς δὲ πρὸς τοὺς φίλους του, καὶ
2102καταδιώκει ἐκείνους, προστατεύει δὲ τούτους. Εἶναι ἀλη-
2103θές, Κύριοι, ὅτι ἡ κομματικὴ διαμάχη εἶναι ἓν ἐκ τῶν
2104συστατικῶν τῶν φιλελευθέρων καὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν
2105πολιτευμάτων· εἶναι τὸ ἐλάττωμα, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀρετὴ
2106συνάμα αὐτῶν, ἕνεκα τοῦ καθημερινοῦ ἐλέγχου, ὅστις δι’
2107αὐτῆς ἐξασκεῖται ἐπὶ τῶν διαφόρων ἀρχῶν. Τὰ κακὰ ὅμως,
2108ἅτινα παρουσιάζει ὁ κομματισμός, εἶναι πολὺ μικρότερα
2109ἐκείνων, ἅτινα ἐμπεριέχει ὁ γενικώτερος πολιτικὸς φατρια-
2110σμός. Ὁ Δήμαρχος αἰσθάνεται πάντοτε τὴν ἀνάγκην τῆς
2111χρηστῆς περὶ αὐτοῦ ἰδέας τῶν συμπολιτῶν αὐτοῦ. Ἄνευ
2112τῆς ἰδέας ταύτης δὲν δύναται μήτε νὰ ἐκτελέσῃ τὰ καθή-
2113κοντά του, μήτε νὰ ἐλπίσῃ νὰ ἐκλεχθῇ ἐκ νέου. Ὅπως δὲ
2114κερδήσῃ τὴν τοιαύτην ἰδέαν τῶν συνδημοτῶν αὐτοῦ, ὀφεί-
2115λει ν’ ἀποφύγῃ πᾶσαν σκανδαλωδῶς φατριαστικὴν πρᾶξιν,
2116διότι τοιαῦται πράξεις ἐξεγείρουσι κατ’ αὐτοῦ τὴν ἀγα-
2117νάκτησιν τῶν ἀντιθέτων του, ἐμμέσως δὲ καὶ τὴν τῶν
2118φίλων του. Ἀλλὰ καὶ ἂν Δήμαρχός τις, παραγνωρίζων τὸ
2119τοιοῦτο συμφέρον καὶ καθῆκον αὐτοῦ, ἤθελε φατριάσει
2120σκανδαλωδῶς κατὰ τῶν ἀντιθέτων του, πρὸς βλάβην τῆς
2121ἐλευθέρας αὐτῶν δράσεως, ἢ ἤθελε φανῆ καθ’ ὑπερβολὴν
2122ἐπιεικὴς πρὸς τοὺς φίλους του, πρὸς βλάβην τῆς δημοσίας
2123τάξεως, ὑπάρχει δυνάμει τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας καὶ
2124ἕτερος χαλινὸς κατὰ τῆς τοιαύτης αὐτοῦ διαγωγῆς, ἡ ἐπι-
2125τήρησις καὶ ἡ ἐπίβλεψις τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας. Ἄν οὗτος
2126καταχρᾶται τῆς εἰς αὐτὸν ἀνατεθείσης ἐπιεικοῦς μέν,
2127ἀλλὰ καὶ δικαίας ἐφαρμογῆς τῆς ἀστυνομικῆς νομοθεσίας,
2128ἡ κεντρικὴ ἐξουσία ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτὸν
2129εἰς τὸ καθῆκόν του. Δὲν εἶναι δ’ ἐπίμεμπτος ἡ εἰς τὴν δη-
2130μοτικὴν ἀρχὴν ἀνάθεσις τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας, ἂν ἡ
2131ἐπιβλέπουσα καὶ καθοδηγοῦσα αὐτὴν κεντρικὴ ἐξουσία δὲν
2132ἐκτελῇ τὰ εἰς αὐτὴν ἀνατεθειμένα καθήκοντα. Καὶ αὐτὸς
2133ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὑποστηρίζων σήμερον τὸ συζητούμενον
2134νομοσχέδιον, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ ἀστυνομικὴ
2135ἐξουσία τελειότερον καὶ ἐπωφελέστερον δύναται νὰ ἐνερ-
2136γηθῇ παρὰ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς. Ὡς δικαιολογίαν δὲ τῆς
2137ἀπὸ τῶν δήμων ἀφαιρέσεως τοῦ δικαιώματος καὶ τοῦ
2138καθήκοντος τοῦ ἀστυνομεῖν, ἔφερε τὴν σημερινὴν κατάστα-
2139σιν τῆς δημοσίας τάξεως, ὡσεὶ ἡ κατάστασις αὕτη ὀφείλε-
2140ται εἰς τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν κεντρι-
2141κὴν διοίκησιν καὶ εἰς τὴν ἐξ αὐτῆς ἐξαρτωμένην γενικὴν
2142ἀστυνομίαν. Πῶς δὲ πρόκειται διὰ τοῦ συζητουμένου νομο-
2143θετήματος ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ παρὰ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς
2144ἐξάσκησις τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας, ἡ συμβιβάζουσα τὴν
2145διατήρησιν τῆς τάξεως, μὲ τὴν ἀπόλαυσιν τῶν πολιτικῶν
2146ἐλευθεριῶν; Διὰ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἀποκρούουσιν οὐ
2147μόνον τὰ ἐλεύθερα Κράτη, ἀλλὰ καὶ πλεῖστα τῶν ἀπολυ-
2148ταρχικῶς διοικουμένων, διὰ τῆς ἀκράτου συγκεντρώσεως
2149καὶ τῆς στρατιωτικῆς ἐκτελέσεως πασῶν τῶν τοπικῶν
2150ἀστυνομιῶν. Οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ σύγκρισις μεταξὺ
2151τοῦ συστήματος τούτου καὶ τῶν λειτουργουσῶν διοικητι-
2152κῶν ἀστυνομιῶν ἐν ταῖς μεγάλαις πόλεσι τῆς Εὐρώπης
2153καὶ ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς Ἑλλάδος, ἃς ἐπεκαλέσθησαν
2154ὑπὲρ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Αἱ διοικητικαὶ αὗται
2155ἀστυνομίαι, ἀποτελοῦσαι ἐξαίρεσιν τοῦ πανταχοῦ ἰσχύον-
2156τος γενικοῦ κανόνος, συνέστησαν ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων ἀναγ-
2157κῶν τῶν μεγαλοπόλεων τούτων, εἰς ἃς δὲν δύναται νὰ
2158ἐπαρκέσῃ ἡ δημοτικὴ ἀρχή, οὐδόλως δ’ ἀποτελοῦσι γενι-
2159κὴν ἀστυνομικὴν συγκέντρωσιν καὶ στρατιωτικὴν αὐτῆς
2160ἐκτέλεσιν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου συνιστᾶται εἶδος
2161Ὑπουργείου Ἀστυνομίας, οἷον εὑρίσκομεν εἰς πολὺ παρελ-
2162θούσας ἐποχὰς καὶ εἰς τὰ μᾶλλον ἀπολυταρχικὰ Κράτη,
2163κἄτι τι ἀνάλογον μὲ τὸν Ζαπτιὲ τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
2164Ἱδρύεται θεσμός, ὅστις ἀλλαχοῦ καὶ εἰς ἄλλας ἐποχὰς συμ-
2165περιελάμβανε καὶ ὑπηρεσίας, ἃς βεβαίως οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν
2166δύναται νὰ παραδεχθῇ, οἷα ἡ μυστικὴ ἀστυνομία, ἡ ἐπίση-
2167μος κατασκοπεία, ἡ ἐπεμβαίνουσα εἰς πάσας καὶ εἰς τὰς
2168μᾶλλον ἰδιωτικὰς καὶ οἰκείας σχέσεις τῶν πολιτῶν. Ταῦτα
2169καὶ τὰ παρόμοια αὐτῶν συμπαρομαρτοῦσι μὲ τὸν θεσμὸν
2170τῆς συγκεντρώσεως τῶν τοπικῶν ἀστυνομιῶν. Δὲν θὰ ἔχω-
2171μεν Ὑπουργὸν τῆς Ἀστυνομίας, θὰ ἔχωμεν ὅμως ἓν εἶδος
2172ὑφυπουργοῦ, μὲ τὸν τίτλον ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς,
2173ὅστις ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν
2174καὶ σὺν τῷ ἐπιτελείῳ αὐτοῦ θέλει ἐκτελεῖ τὴν ἐξουσίαν,
2175ἥτις εἰς τὰ ἀπολυτόφρονα Κράτη ἀνατίθεται εἰς τὸν
2176Ὑπουργὸν τῆς Ἀστυνομίας. Ἡ συγκεντρωμένη δὲ αὕτη
2177ἀστυνομικὴ ἐξουσία θέλει ἐνεργεῖσθαι στρατιωτικῶς, μὲ
2178τὸ πνεῦμα δηλαδὴ καὶ τὰς ἀρχὰς τῆς στρατιωτικῆς ὑπη-
2179ρεσίας, ἥτις ἐν τῇ ἐνεργείᾳ αὐτῆς ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὡς μόνον
2180ὁδηγὸν τὴν αὐστηρὰν τήρησιν τῆς τάξεως καὶ τὴν αὐ-
2181στηρὰν καὶ τραχεῖαν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, χωρὶς νὰ ἐπη-
2182ρεάζηται ἐκ τῆς ἰδέας τῆς ἐπιεικείας, ἣν ἐν ταῖς καθημερι-
2183ναῖς σχέσεσι τῶν πολιτῶν μετὰ τῆς Ἀστυνομίας ἐπιβάλ-
2184λει ἡ ἀνάγκη τῆς κοινωνικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς ἀνα-
2185πτύξεως καὶ προόδου τῆς κοινωνίας. Τὴν κολοσσιαίαν δὲ
2186ταύτην ἐξουσίαν δὲν ἀναθέτομεν εἰς Κυβέρνησιν, ἱσταμένην
2187ἄνω τῶν κομματικῶν παθῶν καὶ τοῦ φατριασμοῦ, ὅπως
2188ἐνεργήσῃ αὐτὴν ἀμερολήπτως καὶ χάριν τῆς ἐκτελέσεως
2189τῶν νόμων καὶ τῆς διατηρήσεως τῆς δημοσίας τάξεως, ἀλλ’
2190εἰς Κυβερνήσεις φατριαστικὰς καὶ κομματικάς, αἵτινες,
2191χάριν τῆς ἐν τῇ ἀρχῇ διατηρήσεώς των, θέλουσι ποιήσει
2192χρῆσιν τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας πρὸς καταπολέμησιν τῶν
2193ἀντιπάλων αὐτῶν. Θ’ ἀποβῇ δὲ οὕτω παρ’ ἡμῖν ἡ συγκέν-
2194τρωσις τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας καὶ ἡ στρατιωτικὴ αὐτῆς
2195ἐνέργεια πολὺ τυραννικωτέρα ἢ ἐν τοῖς ἀπολυταρχικοῖς
2196Κράτεσιν, ἐν οἷς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀποῤῥέει μήτε στηρίζε-
2197ται ἐπὶ τῶν κομμάτων καὶ τοῦ φατριασμοῦ.
2198Ἀλλὰ θὰ ἐπιτύχωμεν ἆρά γε τὴν αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν
2199τῶν νόμων καὶ τὴν διατήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως, ἣν
2200θεωρητικῶς φαίνεται ὑποσχόμενον τὸ σύστημα τῆς συγκεν-
2201τρωμένης καὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας; Οἱ ἀξιωματικοὶ
2202καὶ οἱ ἀστυφύλακες, οἵτινες θέλουσιν ἐνεργεῖ τὴν τοπικὴν
2203ἀστυνομίαν, θὰ ὦσιν ἆρά γε πολὺ καλλίτεροι τοῦ Δημάρ-
2204χου, τῶν δημοτικῶν ἀστυνόμων καὶ τῶν ἀστυνομικῶν
2205κλητήρων; Ὑπὸ τοὺς πολιτικοὺς καὶ κοινωνικοὺς ὅρους,
2206ὑφ’ οὓς εὑρισκόμεθα σήμερον, δυσκόλως δυνάμεθα νὰ παρα-
2207δεχθῶμεν τοῦτο. Καὶ οἱ ἀνώτεροι καὶ οἱ κατώτεροι ἀξιω-
2208ματικοὶ καὶ οἱ ἀστυφύλακες δὲν θὰ ἐπιδιώξωσι μετὰ τῆς
2209ὑποτιθεμένης αὐστηρότητος τὴν διατήρησιν τῆς τάξεως
2210καὶ τὴν ἀκριβῆ ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Θὰ ὑπαχθῶσι καὶ
2211αὐτοὶ εἰς τὴν ἀνάγκην ἐπιεικοῦς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόν-
2212των των. Ἀλλ’ ἡ ἐπιείκεια, ἥτις θὰ ἐπηρεάζῃ αὐτοὺς, δὲν
2213θὰ ἐξασκῆται, ὅπως ὑπὸ τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν, ὑπὲρ
2214τῆς ἐλευθέρας δράσεως καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς κοινωνίας,
2215ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς φατρίας ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου
2216ὑπὲρ τῶν ἰδιαιτέρων συμφερόντων τῶν προσώπων, ἅτινα
2217θέλουσι διαχειρισθῆ τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν. Πολλοὶ ἐκ
2218τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες θὰ δεχθῶσι ν’ ἀφήσωσι τὰς τά-
2219ξεις τοῦ στρατοῦ, ὅπως διευθύνωσιν ἀστυνομίας, δὲν θὰ
2220πράξωσι τοῦτο χάριν μόνον τοῦ ἐπιμισθίου τῶν τριάκοντα
2221ἢ πεντήκοντα δραχμῶν, ὅπερ θὰ λαμβάνωσι κατὰ μῆνα,
2222ἀλλὰ καὶ χάριν τῶν ἐμμέσων ὠφελειῶν, ἃς θὰ δύνανται νὰ
2223ἐπιτύχωσιν ἐν τῇ ἐξασκήσει τῶν πολλῶν καὶ ποικίλων ἐρ-
2224γασιῶν τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας, καὶ ἐν τῇ ἐπιεικείᾳ, ἣν
2225θὰ δείξωσιν ἐν τῇ ἐξασκήσει τῶν καθηκόντων των. Οἱ
2226ἀστυφύλακες, ἂν ὄχι πάντες, βεβαίως ὅμως οἱ πλεῖστοι,
2227ἔσονται ὡσαύτως ἐπιεικεῖς ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόν-
2228των των, οὐχὶ χάριν τῆς ἐλευθέρας καὶ προοδευτικῆς δρά-
2229σεως τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ χάριν τοῦ ἰδίου αὐτῶν συμφέ-
2230ροντος. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἀστυφύλαξ, λαμβάνων ἑβδομή-
2231κοντα δραχμὰς κατὰ μῆνα, νὰ ζήσῃ ἐκτὸς τῆς πατρίδος
2232αὐτοῦ, χωρὶς νὰ ἐπιδιώξῃ καὶ ἄλλας ὠφελείας, ἃς θέλει
2233εὕρει ἐν τῇ ἐξασκήσει τῶν ποικίλων καὶ πολυπλόκων ἐρ-
2234γασιῶν τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας. Ἔχομεν παράδειγμα
2235τοὺς τελωνοφύλακας καὶ τοὺς δασοφύλακας, οἵτινες ἐν τῇ
2236ἐξασκήσει τῶν καθηκόντων των τὸ ἴδιον συμφέρον ἐπιζη-
2237τοῦσι κατὰ πρῶτον λόγον, καὶ κατὰ δεύτερον λόγον τὸ
2238τοῦ Δημοσίου. Ἀξιωματικοὶ δὲ, ἀστυνόμοι καὶ δασοφύλα-
2239κες θέλουσιν ἀναγκασθῆ νὰ ἐφαρμόσωσι, διὰ πολιτικοὺς
2240καὶ φατριαστικοὺς λόγους, τὴν ἐπιείκειαν, ἣν ἐφαρμόζουσι
2241σήμερον αἱ δημοτικαὶ ἀστυνομίαι διὰ τοπικὰς ἀφορμάς.
2242Δὲν θὰ ἐπιτύχωμεν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοθετή-
2243ματος τὴν ἐξασφάλισιν τῆς δημοσίας τάξεως, ἥτις διαθέ-
2244τει πολλοὺς ἐξ ὑμῶν ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς αὐτοῦ. Καὶ ἡ
2245ἐφαρμογὴ αὐτοῦ θὰ παρουσιάσῃ ἀμέλειαν καὶ χαλαρότητα
2246εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀστυνομικῶν νόμων. Ἡ ἀμέλεια
2247ὅμως καὶ ἡ χαλαρότης αὕτη θὰ ἐξασκῆται οὐχὶ ὑπὲρ τῆς
2248προόδου καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῶν δήμων, ἀλλ’ ὑπὲρ ἀτό-
2249μων καὶ ὑπὲρ πολιτικῆς φατρίας. Κολοβοῦντες μέχρις ἐκ-
2250μηδενίσεως ἕνα τῶν θεμελιωδεστέρων θεσμῶν τοῦ πολιτεύ-
2251ματος ἡμῶν, τὴν δημοτικὴν ἐξουσίαν, διὰ τοῦ συζητουμέ-
2252νου νομοθετήματος, βλάπτομεν τὴν πολιτικὴν καὶ κοινω-
2253νικὴν δρᾶσιν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς κοινωνίας, χωρὶς νὰ ἐξα-
2254σφαλίσωμεν μετὰ βεβαιότητος τὴν δημοσίαν τάξιν.
2255Εἶναι βέβαιον, ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν
2256κακῶς διαχειρίζονται τὴν εἰς αὐτοὺς ἀνατεθειμένην ἀστυ-
2257νομικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλ’ ὑπεύθυνοι εἰς τοῦτο δὲν εἶναι μόνον
2258αἱ ἀρχαὶ αὗται, ἀλλὰ καὶ ἡ κεντρικὴ ἐξουσία. Δὲν ἕπεται
2259δὲ, ἐπειδὴ ἕνεκα ἐλλείψεων εὐθυνουσῶν μᾶλλον τὴν κεντρι-
2260κὴν ἐξουσίαν, τὴν μὴ ἐξασκήσασαν δεόντως τὴν εἰς αὐτὴν
2261ἀνατεθειμένην ἐπιτήρησιν, δὲν ἐλειτούργησε κατὰ τρόπον
2262τέλειον ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, ὅτι πρέπει νὰ καταστρέ-
2263ψωμεν θεσμὸν, ἐπιτυγχάνοντα τὴν πραγματοποίησιν τῶν
2264δύο κυρίων σκοπῶν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, τὴν τάξιν καὶ
2265τὴν ἐλευθερίαν, ν’ ἀντικαταστήσωμεν δ’ αὐτὸν δι’ ἑτέρου,
2266οὐδόλως ὑποσχομένου τὴν διόρθωσιν τῶν ἐν αὐτῷ παρατη-
2267ρουμένων ἐλλείψεων. Δὲν πρέπει ν’ ἀποκόψωμεν καρποφό-
2268ρον δένδρον, διότι ἐπί τινα καιρὸν δὲν ἔφερε καρπούς,
2269ἕνεκα ἐλλείψεως περιποιήσεως, ἀλλὰ νὰ περιποιηθῶμεν
2270αὐτὸ, ὅπως δρέψωμεν τοιούτους. Ἀντὶ νὰ καταργήσωμεν
2271τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν, ἄς διορθώσωμεν αὐτήν. Ἄς
2272διορθώσωμεν δὲ ἰδίως τὴν ἄνω αὐτῆς λειτουργοῦσαν κεντρι-
2273κὴν ἀστυνομίαν, καὶ τὴν παραπλεύρως μὲ αὐτὴν ὑπὲρ
2274τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐνεργοῦσαν χωροφυλακὴν, καὶ θὰ
2275ὦμεν βέβαιοι, ὅτι τοιουτοτρόπως καὶ τὴν διατήρησιν τῆς
2276δημοσίας τάξεως θὰ ἐπιτύχωμεν, καὶ τὴν ἐλευθέραν δρᾶσιν
2277τῆς Πολιτείας θὰ ἐξασφαλίσωμεν.
2278Δὲν νομίζω, ὅτι τὸ συζητούμενον νομοθέτημα δύναται
2279νὰ βλάψῃ τὸν στρατὸν ἡμῶν. Λυποῦμαι τοιαύτην ἔχων
2280γνώμην· διότι ἐπεθύμουν ὁ στρατὸς ἡμῶν νὰ εὑρίσκετο εἰς
2281κατάστασιν δυναμένην νὰ πάθῃ ἐκ τῆς ἀποσπάσεως ἀπὸ
2282τάξεων αὐτοῦ τῶν εἰς τὰς ἀστυνομίας χρησιμοποιησομέ-
2283νων ἀξιωματικῶν. Δυστυχῶς ὅμως, καὶ ἐν γένει καὶ ἰδίᾳ
2284μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ τελευταίου περὶ στρατολογίας νό-
2285μου, ἡ θέσις τοῦ στρατοῦ ἡμῶν εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ ἀπό-
2286σπασις ἑκατὸν ἢ καὶ πλειοτέρων ἀξιωματικῶν οὐδεμίαν
2287θέλει ἐπιφέρει μεταβολὴν δυσάρεστον εἰς τὴν κατάστασιν
2288αὐτοῦ. Δὲν θέλει φέρει μεταβολὴν, διότι πιστεύω, ὅτι οἱ
2289ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες αἰσθάνονται τὴν σημασίαν
2290τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτῶν καὶ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα
2291ἔχουσι νὰ ἐκπληρώσωσι πρὸς τὴν πατρίδα, δυσκόλως θὰ
2292δεχθῶσι νὰ ἀφήσωσι τὰς τάξεις των, ὅπως ἀσχοληθῶσιν εἰς
2293τὰ τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν, εἰς τὴν ἐπίβλεψιν τῶν ἀγο-
2294ρῶν καὶ ἄλλων καταστημάτων, εἰς τὴν διατήρησιν τῆς
2295καθαριότητος καὶ εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν ἄλλων λεπτομε-
2296ρειῶν, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὸ ἔργον τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας.
2297Ἐξετάζοντες τὸ παρὸν νομοθέτημα ὑπὸ τὴν οἰκονομι-
2298κὴν ἢ μᾶλλον τὴν ταμιευτικὴν αὐτοῦ ἔποψιν, εὑρίσκομεν ὡς
2299πρῶτον αὐτοῦ σκοπὸν τὴν ἐπίτευξιν οἰκονομίας τινὸς ἐν
2300τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τῆς χρησιμοποιή-
2301σεως ἀριθμοῦ τινος ἀξιωματικῶν εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπη-
2302ρεσίαν. Εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν
2303ἡμῶν δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποδοκιμάσωμεν τὸν σκοπὸν τοῦτον.
2304Νομίζω ὅμως, ὅτι τὴν οἰκονομίαν ταύτην δυνάμεθα νὰ ἐπι-
2305τύχωμεν, χωρὶς νὰ καταστρέψωμεν τὸ κυριώτερον μέρος τῆς
2306ἐξουσίας τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν. Δυνάμεθα νὰ ἱκανοποιήσω-
2307μεν τὴν οἰκονομικὴν ἀνάγκην, ἥτις σήμερον εἶναι δι’ ἡμᾶς
2308σιδηρᾶ ἀνάγκη, ἀποφασίζοντες ὅτι οἱ δημοτικοὶ ἀστυνόμοι
2309πρέπει νὰ ὦσιν ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, διοριζόμενοι μὲν
2310καὶ ἀνακαλούμενοι ὑπὸ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας κατ’ αἴτη-
2311σιν τῶν Δημάρχων, ἐργαζόμενοι δὲ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους,
2312ὑφ’ οὓς καὶ οἱ σήμερον δημοτικοὶ ἀστυνόμοι, ὑποκείμενοι
2313εἰς τὴν αὐτὴν ἐξάρτησιν καὶ διατηροῦντες τὰς αὐτὰς πρὸς
2314τοὺς Δημάρχους καὶ τὴν Κυβέρνησιν σχέσεις. Ἐπιτυγχάνο-
2315μεν οὕτω τὴν ἐπιδιωκομένην οἰκονομίαν, χωρὶς νὰ παρεμ-
2316ποδίσωμεν τὴν πραγματοποίησιν τῶν σκοπῶν, οὓς ἡ φύσις
2317τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν καὶ ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία ἐπιδιώ-
2318κει διὰ τῆς ἀναθέσεως εἰς τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν τῆς τοπι-
2319κῆς ἀστυνομίας.
2320Ὑπάρχει καὶ ἕτερος οἰκονομικὸς σκοπὸς ἐν τῷ νομοσχε-
2321δίῳ τούτῳ, ἡ φορολογία τῶν δήμων. Ἐπιβάλλεται ἐπ’ αὐ-
2322τῶν εἰσφορὰ, ἀνερχομένη εἰς 1,600,000 δραχμῶν περί-
2323που, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
2324Πῶς δὲ δικαιολογεῖται ἡ φορολογία αὕτη; «Οἱ δῆμοι εἶχον
2325τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ
2326τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἐνεργῶσι τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν.
2327Δὲν ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκον τοῦτο, ἢ τὸ ἐξετέλεσαν ἀτε-
2328λῶς. Ἀφαιροῦμεν ἑπομένως ἀπ’ αὐτῶν τὸ δικαίωμά των,
2329καὶ περιορίζοντες αὐτοὺς εἰς μόνον τὸ καθῆκον, ἀντικαθι-
2330στῶμεν τοῦτο διὰ τῆς πληρωμῆς, ἐν εἴδει προστίμου, δραχ.
23311,600,000». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐκτεθεῖσα δικαιολογία τῆς φορο-
2332λογίας ταύτης. Ἀλλὰ μήτε αὕτη εἶναι βάσιμος, μήτε ἡ
2333ἑτέρα, καθ’ ἣν τὸ Κράτος, ἀναδεχόμενον τὰς τοπικὰς
2334ἀστυνομίας, δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ τὴν δι’ αὐτὰς δαπά-
2335νην παρὰ τῶν δήμων. Ἂν τὸ Κράτος, καλῶς ἢ κακῶς, νο-
2336μίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ στερήσῃ τοὺς δήμους τῶν τοπικῶν αὐ-
2337τῶν ἀστυνομιῶν καὶ ἐνεργήσῃ αὐτὸ ταύτας, ὀφείλει συγ-
2338χρόνως νὰ ἀναδεχθῇ καὶ τὴν δαπάνην αὐτῶν, ὡς ἐγένετο
2339τοῦτο κατὰ τὴν σύστασιν τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας Ἀθη-
2340νῶν καὶ Πειραιῶς. Δαπανῶσιν οἱ δῆμοι διὰ τὴν ἐνέργειαν
2341τῶν τοπικῶν ἀστυνομιῶν, ἀλλὰ πράττουσι τοῦτο ὑπὲρ
2342ἔργου ἀνήκοντος εἰς αὐτοὺς καὶ ὅπερ ἐξασκοῦσι συμφώνως
2343μὲ τὸ ἴδιον αὐτῶν συμφέρον καὶ ὑπὲρ τῆς ἰδίας αὐτῶν
2344ἀναπτύξεως. Στερούμενοι δὲ τοῦ τοιούτου αὐτῶν δικαιώ-
2345ματος, δὲν ἕπεται, ὅτι πρέπει νὰ ὑποστῶσιν αὐτοὶ τὸ βά-
2346ρος τῆς παρ’ ἄλλου ἐξασκήσεως αὐτοῦ. Φορολογοῦντες δὲ
2347τοὺς δήμους διὰ ποσοῦ δρ. 1,600,000 περίπου, εἰς τί χρη-
2348σιμοποιοῦμεν αὐτό; Εἰς τὴν θεραπείαν τῶν μεγάλων ἀναγ-
2349κῶν, αἵτινες πιέζουσι σήμερον τὸ Κράτος καὶ αἵτινες δύ-
2350νανται νὰ δικαιολογήσωσι πᾶσαν φορολογίαν; Οὐχί. Τὸ
2351χρησιμοποιοῦμεν, ὅπως αὐξήσωμεν τὰς στρατιωτικὰς ἡμῶν
2352δαπάνας. Παραπλεύρως πρὸς τὴν χωροφυλακὴν σχηματί-
2353ζομεν ἓν ἕτερον στρατιωτικὸν σῶμα, χάριν τοῦ ὁποίου θὰ
2354δαπανῶμεν ὁλόκληρον περίπου τὸ ποσὸν, ὅπερ λαμβάνομεν
2355παρὰ τῶν δήμων. Πότε δὲ πράττομεν τοῦτο; Καθ’ ἣν
2356στιγμὴν δηλοῦμεν, ὅτι θέλομεν ἐπιδιώξει ἐν τῷ στρατῷ οἰ-
2357κονομίας, παραβλαπτούσας μὲν αὐτὸν, ἐπιβαλλομένας ὅμως
2358ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν ἡμῶν. Καὶ ἀναγράφονται μὲν πράγματι
2359ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν
2360οἰκονομίαι, ἐν πολλοῖς εἰκονικαὶ, ἀποφασίζομεν δὲ σήμερον
2361τὴν αὔξησιν τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν διὰ τὸν σχημα-
2362τισμὸν νέου στρατιωτικοῦ σώματος.
2363Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι καὶ εἰς τρίτην ἀνάγνω-
2364σιν θὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἔχω ὅμως τὴν ἐλ-
2365πίδα, ὅτι, ὅταν γνωσθῇ παρὰ πάντων ἡ σημασία καὶ τὰ
2366πιθανὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, ὁ λαὸς θέλει
2367ἐκφράσει τὴν γνώμην αὐτοῦ πρός τε τοὺς ἀντιπροσώπους
2368του καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι ἡ γνώμη αὐτοῦ
2369αὕτη θέλει ἐξαναγκάσει αὐτὴν νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς τελευ-
2370ταίας διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ ν’ ἀναβάλῃ ἐπὶ
2371πολὺ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ.
2372§46ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ
2373λαὸς τὸ ἀσπάζεται.
2374§47ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει καταστῆ ἤδη ὑπὸ πολ-
2375λὰς ἄλλας ἐπόψεις πρότυπον ἀληθῶς βασίλειον. Ἔχει
2376καταστῆ πρότυπον βασίλειον ὑπὸ ἔποψιν κοινοβουλευτικὴν,
2377καθ’ ἣν ἀνεστράφησαν παρ’ ἡμῖν οἱ ἀλλαχοῦ ἰσχύοντες
2378ὅροι, οὕτως ὥστε ἀπὸ πολλοῦ νομοθετεῖ μὲν ἡ Κυβέρνησις,
2379διοικεῖ δὲ ἡ Βουλή. Ἔχει καταστῆ πρότυπον βασίλειον
2380ὑπὸ ἔποψιν νομοθετικὴν, καθ’ ἣν ὁ πρῶτος τυχὼν ὑπουρ-
2381γικὸς τμηματάρχης ἢ γραμματεὺς δύναται νὰ συντάξῃ ἓν
2382οἱονδήποτε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, χωρὶς νὰ ἦναι συνηρμο-
2383λογημένον πρὸς τὴν λοιπὴν σχετικὴν νομοθεσίαν μας, χωρὶς
2384πολλάκις νὰ πληροῖ πραγματικήν τινα ἀνάγκην τοῦ τόπου
2385ἢ τῆς ὑπηρεσίας, ἀρκεῖ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ
2386τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὅπως ἀβασανίστως ψηφισθῇ ὑπ’
2387αὐτῆς καὶ γείνῃ εἶτα νόμος τοῦ Κράτους· καὶ ἔχει οὕτω
2388μεταβληθῆ ἡ νομοθεσία ἡμῶν εἰς ἀληθῆ κυκεῶνα! Ἡ
2389Ἑλλὰς ἔχει καταστῆ πρότυπον βασίλειον ὑπὸ ἔποψιν παν-
2390τὸς σχεδὸν κλάδου τοῦ δημοσίου βίου· διότι παρ’ ἡμῖν ἀπὸ
2391πολλοῦ ἔχουσιν ἐπὶ τοσοῦτον ὀλιγωρηθῆ καὶ ἡ ἐκκλησία
2392καὶ ἡ παιδεία καὶ ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ διοίκησις καὶ ἡ
2393πολεμικὴ τῆς χώρας σύνταξις, ὥστε οἱ πλεῖστοι τῶν κλά-
2394δων τούτων μόνον κατ’ ὄνομα ὑφίστανται πλέον. Ἔχει
2395καταστῆ πρότυπον βασίλειον ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν· διότι
2396δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἄλλη τις χώρα, ἐὰν ἄλλο Κράτος κατώρ-
2397θωσε ποτὲ, ἄνευ ἐξωτερικῶν πολέμων, ἄνευ ἐσωτερικῶν ἀνα-
2398στατώσεων καὶ ἐμφυλίων σπαραγμῶν, ἄνευ δημοσίων ἔργων
2399ἀξίων λόγου, νὰ δημιουργήσῃ ἐντὸς δεκαετίας μόλις ἑκα-
2400τοντάδων ἑκατομμυρίων χρέη, ὡς ἡ Ἑλλὰς, καὶ νὰ ἐπα-
2401πειλῆται ἐν τῷ μέσῳ λιμένος γαληνίου ὑπὸ οἰκονομικοῦ
2402ναυαγίου. Οὕτω δὲν ὑπελείπετο εἰς ἡμᾶς ἄλλο τι ἢ νὰ
2403καταστῶμεν πρότυπον βασίλειον καὶ ὑπὸ ἔποψιν δημοτικὴν
2404καὶ ἀστυνομικήν· καὶ τοῦτο σκοπεῖ βεβαίως τὸ προκείμε-
2405νον νομοσχέδιον. Καὶ τί ἄλλο σημαίνει ἡ δι’ αὐτοῦ ἐπι-
2406διωκομένη κατάργησις τῶν δημοτικῶν ἡμῶν θεσμῶν καὶ ἡ
2407ἀντικατάστασις τῆς δημοτικῆς διὰ στρατιωτικῆς ἀστυνο-
2408μίας; Καθ’ ὃν χρόνον οὐ μόνον αἱ συνταγματικῶς κυβερ-
2409νώμεναι χῶραι, ἀλλὰ καὶ αὐταὶ αἱ διὰ τὸ ἀπολυταρχικόν
2410των πολίτευμα διακρινόμεναι, ὡς ἡ Ρωσσία, ὑποθάλπουσι
2411καὶ προάγουσι τοὺς δημοτικούς των θεσμοὺς, προθυμοποιούμε-
2412ναι, τίς ἐξ αὐτῶν νὰ παράσχῃ μείζονα αὐτονομίαν εἰς τοὺς
2413δήμους καὶ τὰς κοινότητας, δὲν ἀποδεικνυόμεθα ἡμεῖς πρό-
2414τυπον καὶ μοναδικὸν τῆς ὑφηλίου βασίλειον, ἐπιζητοῦν-
2415τες τὴν κατάργησιν τῶν δημοτικῶν ἡμῶν θεσμῶν, τὴν ἀντι-
2416κατάστασιν τῆς δημοτικῆς διὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνο-
2417μίας ἐν πλήρει εἰρήνῃ; Καὶ βεβαίως τὸ νομοσχέδιον εἰς
2418τοῦτο καὶ μόνον ἀποβλέπει.
2419Πρόκειται, Κύριοι, τῷ ὄντι περὶ ἀνατροπῆς τῶν δημο-
2420τικῶν ἡμῶν θεσμῶν, πρόκειται περὶ καταργήσεως καθόλου
2421τοῦ δήμου ὡς κέντρου αὐτοδιοικήσεως. Κατὰ τὸν καταστα-
2422τικὸν τῶν δήμων ἡμῶν νόμον (ἀναγινώσκει): «Πᾶς δῆμος
2423»ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρη-
2424»σιν τῆς Κυβερνήσεως, αʹ) νὰ ἐνεργῇ κατὰ τοὺς καθεστῶ-
2425»τας νόμους τὴν κατωτέραν ἐντὸς τῆς περιοχῆς τοῦ δήμου
2426»τοπικὴν καὶ ἀγρονομικὴν ἀστυνομίαν· βʹ) νὰ διοικῇ ἀνε-
2427»ξαρτήτως τὰς ὑποθέσεις του καὶ νὰ διαχειρίζῃ τὴν δημο-
2428»τικὴν περιουσίαν· γʹ) νὰ διαχειρίζῃ κατὰ τὸν αὐτὸν τρό-
2429»πον καὶ τὴν περιουσίαν τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων,
2430»καθ’ ὅσον αὕτη εἰς συμμίκτους δήμους δὲν ἀνήκει ἀποκλει-
2431»στικῶς εἰς ἰδιαιτέραν θρησκείαν· δʹ) νὰ ἐκλέγῃ τὰς δημο-
2432»τικὰς ἀρχάς του ἐκ τῶν ἰδίων αὐτοῦ μελῶν» (ἄρθρ. 15 τοῦ
2433περὶ συστάσεως τῶν δήμων νόμου τοῦ 1833). Κατὰ ταῦτα
2434ὁ δῆμος ἔχει διττὴν ὑπόστασιν: ὡς νομικὸν πρόσωπον τοῦ
2435δημοσίου δικαίου, καὶ ὡς νομικὸν πρόσωπον τοῦ ἰδιωτικοῦ
2436δικαίου. Ὡς νομικὸν πρόσωπον τοῦ δημοσίου δικαίου δια-
2437χειρίζεται τὴν τοπικὴν καὶ ἀγροτικὴν ἀστυνομίαν, ἥτις
2438εἶναι ἐνάσκησις ἀληθοῦς δημοσίας ἐξουσίας· ὡς νομικὸν πρό-
2439σωπον τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου, διαχειρίζεται τὴν ἰδίαν αὑτοῦ
2440περιουσίαν καὶ τὴν τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, τῶν
2441ἐντὸς τῆς περιφερείας του, καὶ κατὰ τοῦτο ἐξισοῦται πρὸς
2442πάντα τὰ νομικὰ πρόσωπα τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου, συνεξο-
2443μοιούμενος πρὸς πάντα τὰ φιλανθρωπικὰ καὶ ἐκπαιδευ-
2444τικὰ καθιδρύματα, καὶ ὑποκείμενος μόνον εἰς παντοίους
2445περιορισμοὺς ἐν τῇ διαχειρίσει. Ὁ δῆμος, καθ’ ὅσον ἀσκεῖ
2446δημοσίαν ἐξουσίαν, καθίσταται νομικὸν πρόσωπον τοῦ
2447δημοσίου δικαίου καὶ στοιχεῖον τοῦ διοικητικοῦ ὀργα-
2448νισμοῦ τῆς χώρας, καὶ εἶναι τὸ μόνον δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν
2449ὄργανον αὐτοδιοικήσεως. Ἵνα δὲ ὑπάρξῃ αὐτοδιοίκησις, τὸ
2450ὄργανον αὐτῆς πρέπει κατ’ ἀνάγκην νὰ κοινωνῇ δημοσίας
2451ἐξουσίας· ἀλλ’ ἡ κοινωνία αὐτοῦ αὕτη δὲν δηλοῖ ἄσκησιν
2452ἐξουσίας ἀνεξαρτήτου τῆς τοῦ Κράτους. Πᾶσα δημοσία
2453ἐξουσία ἀποῤῥέει ἐκ τοῦ Κράτους, ἡ διαφορὰ δὲ τῆς αὐτο-
2454διοικήσεως ἀπὸ τῆς συγκεντρώσεως ἢ τῆς κυβερνητικῆς
2455ἐνεργείας ἔγκειται ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς ἐξουσίας. Καὶ τὸ
2456ὄργανον τῆς αὐτοδιοικήσεως ἐνεργεῖ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Βασι-
2457λέως, ἤτοι τῆς κυβερνητικῆς ἀρχῆς τοῦ Κράτους, ὡς δὲ
2458καὶ πᾶσα ἄλλη διοικητικὴ ἀρχή, ὀφείλει νὰ ὑπακούῃ εἰς
2459τὰς ἀνωτέρας τῆς ὑπερτάτης κυβερνητικῆς ἀρχῆς διατα-
2460γάς, διότι ἄλλως θ’ ἀπέβαινε Κράτος ἐν Κράτει. Ἀλλ’ ἐνῷ
2461οἱ λοιποὶ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι διορίζονται παρὰ τῆς
2462ὑπερτάτης κυβερνητικῆς ἀρχῆς, καὶ ἐνεργοῦσιν ὡς ἁπλοῖ
2463ἐντολοδόχοι ταύτης, ἀσκοῦντες δικαίωμα, ὅπερ ἀνήκει ἀπο-
2464κλειστικῶς εἰς αὐτήν, τὸ ὄργανον τῆς αὐτοδιοικήσεως ἐνερ-
2465γεῖ ἰδίῳ δικαίῳ, ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ λαοῦ ἐκλεγόμενον ἀμέσως
2466ἢ ἐμμέσως, ὑπὸ περιορισμοὺς ἢ μὴ ἐν τῇ ἐκλογῇ. Ὁ δῆμος,
2467ὡς πρόσωπον νομικὸν δημοσίου δικαίου, ὡς ἀσκῶν δηλαδὴ
2468δημοσίαν ἐξουσίαν, ἢ ὡς διαχειριζόμενος τὴν τοπικὴν ἀστυ-
2469νομίαν καὶ ἀγρονομίαν, κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου, εἶναι
2470κυρίως ἀρχή, ὡς τοιαύτη ἀναγνωρισθεῖσα καὶ ὑπὸ τοῦ Συν-
2471τάγματος, ἐν ἄρθρῳ 105, ἔνθα ὁρίζεται, ὅτι «ἡ ἐκλογὴ
2472» τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν θέλει γίνεσθαι δι’ ἀμέσου καθολι-
2473» κῆς καὶ μυστικῆς διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίας». Ἡμεῖς ἠθε-
2474τήσαμεν ἤδη τὰ δικαιώματα τοῦ δήμου ὡς νομικοῦ προ-
2475σώπου τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου, ἀφοῦ περιωρίσαμεν ἤδη καὶ
2476αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας του,
2477ἐπιβαλόντες εἰς αὐτὸν τὴν ἀναγκαστικὴν εἰσφορὰν ὑπὲρ
2478τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ζητοῦντες νῦν νὰ ἐπιβά-
2479λωμεν καὶ ἑτέραν ἀναγκαστικὴν εἰσφορὰν εἰς αὐτὸν ὑπὲρ
2480τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, δι’ ὧν μέτρων ἀφαιροῦμεν
2481ἀπ’ αὐτοῦ τὴν διαχείρισιν, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ πλείστου μέ-
2482ρους τῆς περιουσίας του. Ἐρχόμεθα δὲ νῦν νὰ ἀθετήσωμεν
2483καὶ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ ὡς νομικοῦ προσώπου τοῦ δημο-
2484σίου δικαίου, ὡς ἀρχῆς καθόλου· διότι, ὅταν ἀποστερῶμεν
2485αὐτὸν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀσκεῖν τὴν τοπικὴν καὶ ἀγρο-
2486νομικὴν ἀστυνομίαν, καθ’ ἃ ἐπιζητεῖ τὸ προκείμενον
2487νομοσχέδιον, ὁ δῆμος ἀποβάλλει πᾶσαν ἔννοιαν ἀρχῆς καὶ
2488μετατρέπεται οὕτως εἰς ἁπλοῦν φιλανθρωπικὸν καθίδρυμα,
2489εἰς ἓν εἶδος Συλλόγου «Παρνασσοῦ», ἢ Φιλοπτώχου Ἀδελ-
2490φότητος. Ἀλλ’ ὅταν ὁ δῆμος παύῃ ὢν ἀρχή, δὲν ἀθετεῖται
2491οὕτω καὶ ἡ ῥητὴ διάταξις τοῦ 105 ἄρθρου τοῦ Συντάγμα-
2492τος, ἐν ᾧ ὁ λόγος οὐχὶ περὶ δημοτικῶν φιλανθρωπικῶν
2493καθιδρυμάτων, ἀλλὰ περὶ δημοτικῶν ἀρχῶν, ἐκλεγο-
2494μένων δι’ ἀμέσου καθολικῆς καὶ μυστικῆς διὰ
2495σφαιριδίων ψηφοφορίας, καὶ οὐχὶ διοριζομένων ὑπὸ τῆς
2496Κυβερνήσεως;
2497Καὶ πρόκειται, Κύριοι, οὕτω πως οὐ μόνον μίαν τόσον
2498σαφῆ καὶ ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως συνταγματικὴν διά-
2499ταξιν ν’ ἀθετήσωμεν, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀνατρέψωμεν ἄρδην ἕνα
2500θεμελιώδη ἡμῶν θεσμόν, ὅστις εἶναι ἡ κυριωτάτη ἐγγύη-
2501σις τῶν πολιτικῶν ἡμῶν ἐλευθεριῶν, ἡ πρώτη βάσις τοῦ
2502κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος, καὶ ἐν ᾧ διασώζεται
2503τὸ τελευταῖον ἴχνος αὐτοδιοικήσεως ἐν Ἑλλάδι. Δὲν εἶναι
2504αὕτη, Κύριοι, γνώμη ἐμοῦ καὶ μόνου· εἶναι γνώμη ἐρειδο-
2505μένη εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα, καὶ ἐξενεχθεῖσα ἤδη ὑπ’
2506ἄλλων ἀνδρῶν, σοφωτέρων καὶ πολυπειροτέρων καὶ ἐμοῦ
2507καὶ ὑμῶν πάντων. Καὶ ἀρκοῦμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω νῦν,
2508ὁποίαν γνώμην εἶχε περὶ τῶν δημοτικῶν ἡμῶν θεσμῶν, καὶ
2509ἰδίᾳ περὶ τῆς δημοτικῆς ἡμῶν ἀστυνομίας, εἷς ἀείμνηστος
2510ἀνὴρ, πρὸ τοῦ ὀνόματος τοῦ ὁποίου δὲν δύναται ἢ ν’ ἀπο-
2511καλυφθῇ μετὰ σεβασμοῦ καὶ αὐτὸς ὁ κύριος Πρωθυπουργός.
2512Εἶναι οὗτος ὁ πατήρ σας, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅστις, συζη-
2513τουμένου ἐν ἔτει 1846 τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσωρινῆς
2514συστάσεως διοικητικῆς ἀστυνομίας ἐν μόνοις τοῖς δήμοις
2515Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς, εἶπεν ἐν τῇ τότε Γερουσίᾳ τοὺς
2516ἑξῆς ἀξιομνημονεύτους λόγους (ἀναγινώσκει): «Ἀλλὰ
2517»παραδεχθέντες τὴν ἀρχὴν ταύτην, (τῆς συστάσεως δηλαδὴ
2518»διοικητικῆς ἀστυνομίας διὰ τοὺς δήμους Ἀθηναίων καὶ
2519»Πειραιῶς) ᾐσθάνθημεν καὶ αἰσθανόμεθα, ὅτι ἀφῃρέσαμεν
2520»ἕνα θεμέλιον λίθον ἀπὸ τὸ πολιτικὸν οἰκοδόμημά μας. Τὸν
2521»θεμέλιον τοῦτον τῆς δημοτικῆς ἐλευθερίας μας λίθον τὸν
2522»ἔθεσε Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν πολλάκις ἐχαρακτηρίσαμεν
2523»ὡς δεσποτικὴν καὶ αὐθαίρετον, καὶ τὸν ἀφαιρεῖ σήμερον
2524»συνταγματικὴ καὶ κατὰ πάντα ἐλευθέρα». Ποῦ εἶσαι
2525ὅμως τὴν σήμερον, Σπυρίδων Τρικούπη, ἵνα ἴδῃς μεθ’ ὁποίας
2526ἀπαθείας ὁ υἱός σου ἀφαιρεῖ ὁλόκληρον τὸ θεμέλιον τοῦ
2527πολιτικοῦ οἰκοδομήματός μας, ὑπὲρ τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ
2528ὁποίου καὶ σύ, ὡς τόσοι ἄλλοι, τοσοῦτον ἐμόχθησας καὶ
2529ἠγωνίσθης; ποῦ εἶσαι, ἵνα ἴδῃς, μεθ’ ὁποίας ἀπαθείας ὁ
2530υἱός σου θέτει χεῖρα βέβηλον ἐπὶ τῶν δημοτικῶν ἡμῶν
2531θεσμῶν, καὶ τολμᾷ νὰ καταλύσῃ τόσον ἀστόργως τὴν δη-
2532μοτικὴν ἡμῶν ἐλευθερίαν, ὑπὲρ ἧς τοσοῦτον ἡ μεγάλη καρ-
2533δία σοῦ ἔπαλλεν;
2534Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι οἱ δημοτικοὶ ἡμῶν
2535θεσμοὶ εἶναί τι ξένον καὶ ὀθνεῖον, μεταφυτευθέντες παρ’
2536ἡμῖν ἐκ Βαυαρίας, ἐπὶ τῆς ἀντιβασιλείας τοῦ Ὄθωνος, ἐν
2537ἔτει 1833. Οὐδὲν ὅμως τούτου ἀνακριβέστερον, οὐδὲν ἀνα-
2538ληθέστερον. Δὲν ὑπάρχει, Κύριοι, γνησιώτερος ἑλληνικὸς θε-
2539σμὸς τοῦ δημοτικοῦ. Ὁ θεσμὸς οὗτος, δύναταί τις νὰ εἴπῃ,
2540εἶναι συμφυὴς πρὸς τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους,
2541εἶναι ἀναπόσπαστος αὐτοῦ ἀπὸ τῆς πρώτης ἐμφανίσεώς
2542του ἐν τῇ ἱστορίᾳ μέχρι τῶν καθ’ ἡμᾶς χρόνων. Τὸν θεσμὸν
2543αὐτὸν ἀνευρίσκομεν κατ’ αὐτοὺς τοὺς παναρχαίους χρόνους
2544ὑπὸ τὸν τύπον τῶν πάλαι ἑλληνικῶν πολιτειῶν, αἵτινες,
2545κυρίως εἰπεῖν, δὲν ἦσαν ἄλλο τι ἢ δῆμοι αὐτόνομοι. Τὸν
2546θεσμὸν αὐτὸν ὑπὸ τὸν τύπον κοινοτικῆς αὐτοδιοικήσεως
2547κατώρθωσε νὰ διασώσῃ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος καθ’ ὅλους
2548τοὺς αἰῶνας, ἢ μᾶλλον καθ’ ὅλας τὰς χιλιετηρίδας, καθ’
2549ἃς διετέλεσεν ὑπὸ τὸ κράτος τῶν Μακεδόνων, τῶν Ῥω-
2550μαίων, τῶν Βυζαντίνων αὐτοκρατόρων, τῶν Φράγκων καὶ
2551αὐτῶν τῶν Τούρκων. Τὸν θεσμὸν αὐτὸν δὲν μετεφύτευσεν ἡ
2552Ἀντιβασιλεία τοῦ Ὄθωνος ἐκ Βαυαρίας εἰς τὴν Ἑλλάδα.
2553Οἱ ἐν Βαυαρίᾳ τοὐναντίον ἠπόρησαν ἐπὶ τῇ δημοσιεύσει
2554τοῦ δημοτικοῦ ἡμῶν νόμου ἐν ἔτει 1833. Εὗρον αὐτὸν τό-
2555σον φιλελεύθερον, τόσον ἀπάδοντα πρὸς τοὺς ἰδικούς των
2556δημοτικοὺς θεσμοὺς καὶ πρὸς τὰς τότε κρατούσας παρ’
2557αὐτοῖς ἰδέας περὶ δημοτικῆς αὐτοδιοικήσεως, ὥστε δὲν ἀπέ-
2558κρυψαν τὴν ἔκπληξίν των, ὅτε τὸ πρῶτον ἔλαβον αὐτοῦ
2559γνῶσιν. Ἀλλ’ ἠγνόουν οἱ ἐν Βαυαρίᾳ, ὅτι διὰ τοῦ δημοτι-
2560κοῦ ἡμῶν νόμου δὲν καθιεροῦτο νέος τις ἄγνωστος ἐν ἡμῖν
2561θεσμὸς, ἀλλ’ ἀνεγνωρίζετο ἁπλῶς καὶ καθίστατο γραπτὸς
2562νόμος ἓν δίκαιον, ἀνέκαθεν κρατοῦν ἐν Ἑλλάδι. Καὶ τὸν
2563θεσμὸν ἐκεῖνον, Κύριοι, τὸν κατ’ ἐξοχὴν Ἑλληνικὸν, τὸν
2564ὁποῖον ἐσεβάσθησαν τοσοῦτοι αἰῶνες, τοσαῦται χιλιετη-
2565ρίδες, τὸν θεσμὸν, τὸν ὁποῖον δὲν ἐτόλμησε νὰ ἀνατρέψῃ
2566οὐδεὶς ξένος κατακτητής, οὐδεὶς βάρβαρος ἐπιδρομεὺς τῆς
2567χώρας ἡμῶν, τὸν θεσμὸν, καθ’ οὗ καὶ οἱ Τοῦρκοι αὐτοὶ δὲν
2568ἐτόλμησαν ποτὲ νὰ ἐγείρωσι χεῖρα, τὸν θεσμὸν, τὸν ὁποῖον
2569δὲν ἐδίστασαν ν’ ἀναγνωρίσωσιν ὡς νόμιμον καθεστὼς οἱ
2570ξένοι Βαυαροί, καὶ καθ’ ὃν ἔτι χρόνον ἡ Ἑλλὰς, ἐξερχο-
2571μένη ἐκ πολυετοῦς ἀγρίου ἀγῶνος, ἐκτραχύναντος εἰς τὸ
2572ἔπακρον τὰ ἤθη, ἔχρῃζεν εἴπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτε συγκεν-
2573τρωτικῆς καὶ ἀπολυταρχικῆς διοικήσεως, τὸν θεσμὸν, ὑφ’ οὗ
2574ἔκτοτε διεπόμεθα καὶ ὑφ’ ὃν ἐγεννήθη, ἀνετράφη καὶ ἠν-
2575δρώθη ὁ νεώτερος Ἕλλην, τὸν θεσμὸν τοῦτον, λέγω, ἔρ-
2576χονται τὴν σήμερον, μὲ τόσον ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν, νὰ
2577ἀνατρέψωσιν, ἀψηφοῦντες ὅλως καὶ τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν
2578ἱστορίαν καὶ τὰς παραδόσεις τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον κέκλην-
2579ται νὰ κυβερνήσωσι.
2580Πλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠρκέσθη εἰς μόνον τὸ
2581κακὸν, τοῦ ὁποίου γίνεται οὕτω πρόξενος εἰς τὴν μικρὰν
2582ταύτην γωνίαν γῆς, τὴν καλουμένην ἐλευθέραν Ἑλλάδα.
2583Ἠθέλησε νὰ ἐπεκτείνῃ αὐτὸ καὶ πέραν τῶν στενῶν ὁρίων
2584τῆς χώρας μας, ἐπὶ τοὺς ἀδελφούς μας, τοὺς στενάζοντας
2585ὑπὸ τὸν ζυγὸν τῆς δουλείας. Ἰσχυρίσθη, ὅτι οἱ Τοῦρκοι
2586οὐδεμίαν τοπικὴν αὐτονομίαν, οὐδεμίαν τοπικὴν διοίκησιν
2587εἶχον ἀναγνωρίσει εἰς τὰ Ἑλληνικὰς κοινότητας, ἀλλ’
2588ὅτι ἐξ ἀδυναμίας μόνον, διότι δηλαδὴ οἱ ἴδιοι δὲν ἐπήρκουν
2589εἰς τοῦτο, ἄφινον τὰς Ἑλληνικὰς κοινότητας νὰ αὐτοδιοι-
2590κῶνται. Καὶ ὅτε ἐγὼ τὸν διέκοψα, εἰπὼν, ὅτι αἱ Ἑλληνικαὶ
2591κοινότητες εἶχον ἐξασφαλίσει διὰ προνομίου τὴν τοπικὴν
2592αὐτονομίαν καὶ αὐτοδιοίκησίν των, μὲ διέψευσεν ἐντόνως ὁ
2593κ. Πρωθυπουργός. Ἠξεύρετε, Κύριοι, τί σημαίνει τοῦτο;
2594Ἑλληνικαὶ κοινότητες ὑφίστανται ἔτι καὶ νῦν πλεῖσται
2595ὅσαι ἐν Τουρκίᾳ, διασώζουσαι τὸ πάλαι προνόμιον τῆς το-
2596πικῆς αὐτονομίας καὶ αὐτοδιοικήσεώς των, ὑπὸ αἱρετὰς
2597δημογεροντίας. Τὸ προνόμιον τοῦτο δὲν ἔσχε τὸ θάῤῥος ἡ
2598Πύλη νὰ προσβάλῃ μέχρι τοῦδε ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς, διότι
2599ἔχει βεβαίως συνείδησιν τοῦ δικαίου τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος
2600κοινοτήτων, ἴσως δὲ καὶ διότι φοβεῖται, μήπως ἐν τοιούτῳ
2601ἀδίκῳ ἀγῶνι ἐξεγείρῃ καθ’ ἑαυτῆς τὴν κοινὴν γνώμην ἐν
2602Εὐρώπῃ. Οὐχ ἧττον ὅμως ἀπὸ ἐτῶν ἤδη πάσης εὐκαιρίας
2603δράττεται, ὅπως ὑπονομεύσῃ καὶ περιστείλῃ τὸ ἀπ’ αἰώ-
2604νων χορηγηθὲν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς κοινότητας προνόμιον.
2605Καθ’ ὃν δὲ χρόνον αἱ κοινότητες αὗται, διεξάγουσαι τὸν
2606περὶ ὑπάρξεως ἀγῶνα πρὸς τὴν Πύλην, στρέφουσι τὰ βλέμ-
2607ματα πρὸς τὴν μητέρα Ἑλλάδα, ἀναμένουσαι ν’ ἀκούσωσιν
2608ἐντεῦθεν παρήγορόν τινα λόγον πρὸς ἐνίσχυσιν ἐν τῷ ἀγῶνι
2609αὐτῶν, ἐπέπρωτο ν’ ἀπηχήσῃ σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος
2610τούτου ἡ ἀπαισία, ἡ ἄπελπις δι’ αὐτὰς φωνὴ τοῦ κ. Πρω-
2611θυπουργοῦ, ἡ συμβουλεύουσα τὴν Τουρκίαν: «Πλανᾶσαι,
2612»ἐὰν νομίζῃς, ὅτι οἱ ῥαγιάδες σου ἔχουσι κἀνὲν προνόμιον,
2613»ἐξασφαλίζον εἰς αὐτοὺς αὐτονομίαν καὶ αὐτοδιοίκησιν. Ἡ
2614»αὐτονομία καὶ αὐτοδιοίκησις αὕτη ὠφείλετο εἰς τὴν πρὶν
2615»ἀδυναμίαν σου, ὅπως ὑπαγάγῃς τὰς Ἑλληνικὰς κοινό-
2616»τητας εἰς τὴν ἄμεσον διοίκησίν σου. Αἰσθάνεσαι σεαυτὴν
2617»νῦν ἰσχυράν; Μὴ διστάσῃς διόλου, μιμουμένη τὸ ἡμέτερον
2618»ἐν Ἑλλάδι παράδειγμα, νὰ καταργήσῃς καὶ σὺ καὶ αὐτο-
2619»νομίαν καὶ αὐτοδιοίκησιν τῶν Ἑλληνικῶν κοινοτήτων ἐν
2620»τῷ Κράτει σου. Ἰδού, ὅτι τὴν συμβουλὴν ταύτην σοὶ
2621»ἀπευθύνει ἡ μόνη ὁμόφυλος καὶ ὁμόδοξος αὐτῶν Κυβέρ-
2622»νησις, παρ’ ἧς εἶχες ἴσως νὰ φοβηθῇς ἀντίστασίν τινα!»
2623Οἱ ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν ὑπουρ-
2624γικὴν πτέρυγα) ἀγορεύσαντες μέχρι τοῦδε ἔκαμαν λόγον
2625μόνον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἰσχυρισθέντες, ὅτι τοι-
2626αύτη ἔχει εἰσαχθῆ ἤδη καὶ ἀλλαχοῦ, εἰς ἀντικατάστασιν
2627τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλὰ δὲν ἠρώτησαν, ποῦ ἀλ-
2628λαχοῦ οἱ δημοτικοὶ θεσμοὶ καὶ ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία
2629ἔχουσι τοιοῦτο παρελθὸν, τοιαύτην ἱστορίαν, ἔχουσι κατα-
2630στῆ τι ἀναπόσπαστον τοῦ κοινωνικοῦ καὶ πολιτικοῦ βίου,
2631ὡς ἐν Ἑλλάδι. Προσεποιήθησαν ὅτι ἀγνοοῦσιν, ὅτι εἰς τὰς
2632πλείστας χώρας, ἐν αἷς ἀπαντᾷ ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία,
2633αὕτη περιορίζεται εἰς μόνα τὰ μεγάλα ἀστικὰ κέντρα,
2634εἰς μόνους τοὺς μεγάλους πληθυσμοὺς τῶν πόλεων, χωρὶς
2635νὰ ἐπεκτείνηται καὶ εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς δήμους, ἔνθα δια-
2636τηρεῖται ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία. Αὐτοί, παραγνωρίζοντες
2637τέλεον τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ καὶ τῶν ἄλ-
2638λων λαῶν, δὲν κηρύττονται τοὐλάχιστον ὑπὲρ τῆς διοικη-
2639τικῆς ἀστυνομίας, ὡς αὕτη ἔχει εἰσαχθῆ ἀλλαχοῦ, οὐδ’
2640ἀρκοῦνται εἰς τὴν ἐπέκτασιν αὐτῆς παρ’ ἡμῖν καὶ ἐπὶ τοὺς
2641ἀγροτικοὺς δήμους, ἀλλὰ προβαίνουσιν ἔτι περαιτέρω.
2642Αὐτοὶ ζητοῦσι νὰ ἐφαρμόσωσιν ἐν Ἑλλάδι σύστημα πρω-
2643τοφανὲς καὶ ἀνήκουστον εἰς πᾶσαν ἄλλην χώραν. Θέλουσι
2644νὰ εἰσαγάγωσι παρ’ ἡμῖν, ἀντὶ τῆς δημοτικῆς, οὐχὶ τὴν
2645διοικητικήν, ἀλλὰ στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν. Καὶ ἠκού-
2646σθη που, Κύριοι, ἐφαρμοζομένη ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία;
2647Ἀστυνομίαν τοιαύτην δὲν ἔχει ἐφαρμόσει μέχρι τοῦδε
2648οὐδὲν Κράτος, οὔτε συνταγματικόν, οὔτε ἀπολυταρχικόν.
2649Στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν δὲν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ οὔτε ἡ
2650Τουρκία, οὔτε ἡ Ρωσσία αὐτή, ἥτις ὑπονομεύεται ὑπὸ τό-
2651σων μηδενιστικῶν καὶ ἀναρχικῶν στοιχείων, ἀνατρεπτικῶν
2652πάσης καθεστηκυίας τάξεως. Εἰς ἀστυνομίαν τοιαύτην
2653προσφεύγουσι τὰ Κράτη μόνον εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις,
2654ἐν καιρῷ πολέμου ἢ ἐπαναστάσεως. Πλὴν τότε κηρύσσε-
2655ται ὁ τόπος εἰς κατάστασιν πολιορκίας, καὶ ἐπικρέμαται
2656εἰς αὐτὸν ὁ στρατιωτικὸς νόμος. Ἄνευ καταστάσεως πο-
2657λιορκίας, ἄνευ στρατιωτικοῦ νόμου, εἶναί τι ὅλως ἀκατα-
2658νόητον ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, καὶ μόνη ἡ Ἑλλὰς πρό-
2659κειται νὰ παράσχῃ νῦν τὸ μοναδικὸν παράδειγμα τῆς τοι-
2660αύτης ἀστυνομίας, καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἐν
2661πλήρει εἰρήνῃ.
2662Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς
2663τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνεγνώρισαν μὲν κατὰ θεωρίαν τὸ δί-
2664καιον τῶν δήμων, ἵνα ἀσκῶσιν οἱ Δήμαρχοί των τὴν το-
2665πικὴν ἀστυνομίαν καὶ ἀγρονομίαν, ἐκεῖ ὅμως, ὅπου ἔφθα-
2666σαν τὰ πράγματα ἐν Ἑλλάδι, ἔνθα τὸ ἔγκλημα ὑπερῆρεν
2667ἤδη τὴν κεφαλὴν καὶ περιήλθομεν, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ
2668κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰς ἡμιαγρίαν κατάστασιν, δὲν ὑπολεί-
2669πεται εἰς ἡμᾶς ἄλλο μέτρον ἢ ἡ ἀντικατάστασις τῆς δη-
2670μοτικῆς διὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Οἱ Δήμαρχοι
2671εἶναι οἱ ὑπαίτιοι τῆς σημερινῆς κακοδαιμονίας μας, ἀπο-
2672δειχθέντες ὅλως ἀνάξιοι τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Πολιτείας,
2673ἀναθεμένης εἰς αὐτοὺς τὴν διαχείρισιν τῆς δημοτικῆς ἀστυ-
2674νομίας. Κρίνω ἀνάξιον τοῦ κόπου νὰ ἀντείπω τι πρὸς ὅσα
2675ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διετραγώδησεν ὁ ἀξιότιμος Βου-
2676λευτὴς Πυλίας, ἀριθμήσας εἰς μυριάδας τοὺς φυγοδίκους
2677καὶ φυγοποίνους ἡμῶν, καὶ παραστήσας τὴν Ἑλλάδα ὡς
2678ἀνάπλεων ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον λῃστῶν καὶ κακούργων,
2679ἐχόντων ἐνδιαίτημα τὰ ἁπανταχοῦ δημαρχικὰ γραφεῖα,
2680ὑπὸ τὴν σκέπην καὶ προστασίαν αὐτῶν τῶν δημοτικῶν
2681ἀρχόντων. Μὲ τόσον μελανὰ χρώματα δὲν περιέγραψε τὴν
2682πατρίδα ἡμῶν οὐδ’ αὐτὸς ὁ ἐπιβόητος συγγραφεὺς τοῦ
2683«Βασιλέως τῶν ὀρέων» (Le roi des montagnes). Καὶ
2684ὅμως ἐπέπρωτο νὰ ἐκστομίσῃ ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοι-
2685νοβουλίου τοιαύτας ὕβρεις καὶ συκοφαντίας κατὰ τοῦ τό-
2686που μας εἷς Ἕλλην Βουλευτής, χωρὶς ν’ ἀποδοκιμασθῇ
2687παρὰ τῶν συναδέλφων του, χωρὶς νὰ ἐξεγείρῃ κἂν τὴν ἀγα-
2688νάκτησιν τούτων!
2689Θὰ ἠρώτων ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν,
2690τί ἐμποδίζει ἤδη αὐτὸν ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν δημοσίαν
2691τάξιν καὶ ἀσφάλειαν, ἀφοῦ τὴν ὅλην διοίκησιν καὶ γενικὴν
2692ἀστυνομίαν τοῦ Κράτους ἔχει εἰς χεῖράς του; τί ἐμποδίζει
2693αὐτὸν νὰ διατάξῃ τὴν αὐστηρὰν καταδίωξιν παντὸς Δη-
2694μάρχου, ὀλιγωροῦντος τῶν καθηκόντων του καὶ κατάχρησιν
2695ποιουμένου τῆς ἐξουσίας του; Μήπως δὲν ἔχῃ ἄφθονα καὶ
2696ἐπαρκῆ τὰ πρὸς τοῦτο μέσα; Πρὸς δὲ τὸν ἀξιότιμον Πρόε-
2697δρον τῆς Κυβερνήσεως θὰ παρετήρουν, ὅτι εἰς πάντα ἄλ-
2698λον θὰ ἐπετρέπετο νὰ παραπονῆται διὰ τὴν παροῦσαν
2699κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς αὐ-
2700τόν. Βεβαίως, ἂν ὑπάρχῃ τις, παρ’ οὗ πρέπει νὰ ζητηθῇ
2701εὐθύνη διὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν, τοιοῦτος εἶναι αὐτὸς
2702ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐκυβέρνησεν ἐπὶ ὀκταετίαν περίπου
2703τὴν Ἑλλάδα, ἔχων τὰ πάντα εἰς τὴν διάθεσίν του, καὶ
2704νομοθετικὴν καὶ ἐκτελεστικὴν καὶ δικαστικὴν ἐξουσίαν·
2705καὶ ὅμως διατὶ δὲν ἐπάταξε κατὰ κεφαλῆς τὸ ἔγκλημα;
2706διατὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ἀκριβῶς ἀνεπτύχθη καὶ ἐπέ-
2707δωκεν αὐτὸ εἰς βαθμὸν ἐπίφοβον, καὶ ἐδημιουργήθη οὕτω
2708κατάστασις ἡμιαγρία ἐν Ἑλλάδι, ὡς εἶπε; Πλὴν αὐτὸς
2709μᾶς παραπονεῖται τώρα, ὅτι αἴτιοι τοῦ κακοῦ εἶναι οἱ
2710πτωχοὶ Δήμαρχοι, οἵτινες διεσταύρουν δῆθεν καὶ ἐματαίουν
2711πάσας τὰς ὑπ’ αὐτοῦ καταβαλλομένας προσπαθείας πρὸς
2712ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας. Καὶ
2713ἔλεγε σήμερον πρὸς ἡμᾶς: «Δὲν πρέπει νὰ ζητῆτε τὴν
2714εὐθύνην παρὰ τῆς Κυβερνήσεως· ἀπόδοτε εἰς αὐτὴν πᾶσαν
2715ἐξουσίαν ἐν τῷ Κράτει, καὶ αὐτὴν τὴν ἐναπολειπομένην ἔτι
2716εἰς τοὺς Δημάρχους, καὶ τότε ζητήσατε παρ’ αὐτῆς εὐθύ-
2717νην». Πλὴν τίς δύναται νὰ μᾶς ἐγγυηθῇ, κύριε Πρωθυ-
2718πουργέ, ὅτι ἡ νῦν ἡμιαγρία, κατὰ τὴν ἰδίαν σας ὁμολο-
2719γίαν, δὲν θὰ μεταβληθῇ οὕτω εἰς ὅλως ἀγρίαν κατάστα-
2720σιν; Καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑπολάβητε τοῦτο, Κύριοι, ὡς
2721ὑπερβολήν τινα. Ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι,
2722ἂν ψηφισθῇ τὸ παρὸν νομοσχέδιον καὶ καταστῇ νόμος τοῦ
2723Κράτους, ἀκριβῶς τότε θὰ ἔχωμεν νὰ φοβηθῶμεν τὰ χείρι-
2724στα διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν.
2725Δὲν εἶναι οἱ Δήμαρχοι οἱ κύριοι αἴτιοι τοῦ κατατρύ-
2726χοντος ἡμᾶς κακοῦ. Ἡ πηγὴ τοῦ κακοῦ ἔγκειται ἀλλαχοῦ,
2727ἔγκειται ἐν τῇ κεντρικῇ ἐξουσίᾳ, ἥτις οὐ μόνον δὲν ἀσκεῖ
2728ἐπ’ αὐτῶν τὴν νόμιμον ἐπίβλεψιν διὰ τῶν ὀργάνων της,
2729ἀλλὰ καὶ πλεῖστα ὅσα προσκόμματα παρεμβάλλει διὰ
2730τούτων εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν καθηκόντων των, ὅταν οἱ
2731Δήμαρχοι ἐννοῶσι νὰ ἐπιτελέσωσιν αὐτὰ πιστῶς καὶ εὐόρ-
2732κως, ἐνῷ τοὐναντίον ἄλλους, ὀλιγωροῦντας τῶν καθηκόντων
2733των καὶ κατάχρησιν ποιουμένους τῆς ἐξουσίας των, σκέπει
2734καὶ προστατεύει. Ἐγνώρισα, Κύριοι, Δημάρχους, — καὶ
2735τίνες ἐξ ὑμῶν δὲν ἐγνωρίσατε τοιούτους; — οἵτινες εἶχον
2736συστηματικὸν πόλεμον παρὰ τῶν προϊσταμένων ἀρχῶν των,
2737μὴ ἐγκρινουσῶν πολλάκις μήτε προϋπολογισμόν, μήτε φό-
2738ρους διὰ τοὺς δήμους των. Ἐγνώρισα Δημάρχους, ὑπὸ τῶν
2739ὁποίων πᾶν νομιμώτατον πρωτόκολλον περὶ διορισμοῦ
2740ἀγροφυλάκων, ὑποβαλλόμενον εἰς τὰς προϊσταμένας ἀρχάς,
2741ἀπέῤῥιπτον αὗται, ὅπως ἐγκρίνωσιν ἄλλα πλαστὰ πρωτό-
2742κολλα, δι’ ὧν καθίσταντο ἀγροφύλακες οἱ λυμεῶνες τῶν
2743κτημάτων τῶν συνδημοτῶν των. Ἐγνώρισα Δημάρχους,
2744εἰσάγοντας τακτικῶς πᾶσαν μήνυσιν τῶν συνδημοτῶν των
2745ἐνώπιον τοῦ πταισματοδίκου, ὅστις ὅμως, ὑπείκων εἰς τὰ
2746νεύματα τοῦ πρώτου τυχόντος ἀντιθέτου κομματάρχου,
2747κατεδίκαζε μὲν ἀπηνῶς πάντα φίλον τοῦ Δημάρχου, ἠθώου
2748δὲ σκανδαλωδῶς πάντα ἀντίθετον αὐτοῦ. Ἐγνώρισα Δη-
2749μάρχους, προσφεύγοντας εἰς σταθμάρχας καὶ ὑπομοιράρ-
2750χους, ὅπως ζητήσωσι τὴν συνδρομήν των διὰ τὴν πρόλη-
2751ψιν ἢ καταδίωξιν ἐγκλημάτων, καὶ προσκρούοντας εἰς τὴν
2752παντελῆ τῶν ὀργάνων τούτων τῆς χωροφυλακῆς ἀδιαφο-
2753ρίαν. Καὶ διατὶ ὅλα ταῦτα; Διότι οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος Δή-
2754μαρχοι δὲν ἀνῆκον εἰς τὴν κρατοῦσαν μερίδα. Ἐγνώρισα
2755ἀφ’ ἑτέρου καὶ ἄλλους Δημάρχους, τοὺς ὁποίους πᾶσα ἀρχὴ
2756ἦτο πρόθυμος νὰ ἐξυπηρετήσῃ. Καὶ τῶν Δημάρχων τούτων
2757καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ καὶ οἱ ἀπολογισμοὶ καὶ οἱ φόροι
2758ἐνεκρίνοντο πάντοτε, ἄνευ οἱουδήποτε ἐλέγχου. Διὰ τοὺς
2759Δημάρχους αὐτοὺς δὲν ὑπῆρχεν οὔτε νόμος, οὔτε ἀνωτέρα
2760ἀρχή· τὰ πάντα ἠδύναντο ν’ ἀποτολμήσωσι, χωρὶς νὰ
2761ἔχωσι τὸν ἐπιβλέποντα ἢ καταδιώκοντα αὐτούς. Εἰς τὴν
2762τάξιν δ’ αὐτῶν θ’ ἀνῆκε βεβαίως καὶ ὁ Δήμαρχος ἐκεῖνος,
2763οὗ τὸ γραφεῖον ἐπισκεφθεὶς ὁ φίλος Εἰσαγγελεὺς τοῦ ἀξιο-
2764τίμου ἐκ Πυλίας Βουλευτοῦ, εὗρε κενὸν τὸ βιβλίον τῶν
2765μηνύσεων, διότι ὁ καλὸς ἐκεῖνος Δήμαρχος ἐξέσχιζε πᾶσαν
2766ἐπιδιδομένην εἰς αὐτὸν μήνυσιν. Ἐὰν ἠρώτα ὁ κ. Καρά-
2767παυλος τὸν φίλον του Εἰσαγγελέα, διατὶ δὲν κατεδίωξε
2768ποινικῶς τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος Δήμαρχον, καθ’ ὃ εἶχε κα-
2769θῆκον ἐκ τοῦ νόμου, θὰ ἐμάνθανε παρ’ αὐτοῦ ἴσως, ὅτι
2770ὑπεράνω τοῦ καθήκοντός του ἵστατο τὸ συμφέρον τῆς φα-
2771τρίας, καὶ τὸ συμφέρον τοῦτο ἐπέτασσεν αὐτῷ νὰ κλείσῃ
2772τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸ τῆς παρανομίας τοῦ φίλου της Δη-
2773μάρχου. Καὶ παρίστανται σήμερον κατήγοροι τῶν Δημάρ-
2774χων ἀκριβῶς ἐκεῖνοι ἴσως, οἵτινες ὑπέχουσι τὴν πρώτην
2775εὐθύνην διὰ τὴν μὴ ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν καὶ τοῦ
2776δημοτικοῦ, ὡς καὶ παντὸς ἄλλου θεσμοῦ ἐν ἡμῖν!
2777Τοιαῦτα διϊσχυριζόμενος, Κύριοι, δὲν θέλω βεβαίως
2778νὰ παραστήσω τοὺς Δημάρχους ἡμῶν ἀθώους ὡσεὶ περι-
2779στεράς. Ἔχουσι καὶ αὐτοὶ γεννηθῆ καὶ ἀνατραφῆ ὑπὸ τὴν
2780πνιγηρὰν ἀτμόσφαιραν, ὑφ’ ἣν γεννώμεθα καὶ ἀνατρεφό-
2781μεθα πάντες ἐν Ἑλλάδι, ὡς μὴ ὤφελεν. Ἔχουσι καὶ
2782αὐτοὶ τὰς κοινωνικὰς καὶ πολιτικὰς κακίας των. Ἀλλ’
2783ἐρωτῶ, τίς δύναται νὰ βάλῃ πρῶτος λίθον κατ’ αὐτῶν;
2784Οὐδὲ θέλω νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι οἱ δημοτικοὶ θεσμοὶ καὶ
2785αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ λειτουργοῦσιν ὡς δεῖ ἐν Ἑλλάδι.
2786Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ποῖος θεσμὸς, ποία ἀρχὴ λειτουργεῖ παρ’
2787ἡμῖν ὡς δεῖ; Ἐπιτελεῖ κάλλιον τῶν ἑκασταχοῦ δημοτι-
2788κῶν ἀρχῶν ἡ χωροφυλακὴ τὸ καθῆκόν της; ἐπιτελεῖ
2789κάλλιον αὐτῶν τὸ καθῆκόν της ἡ δικαιοσύνη, ἡ καθόλου
2790διοίκησις, αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις; ἐπιτελοῦμεν κάλλιον αὐτῶν
2791τὸ ἡμέτερον καθῆκον ἡμεῖς αὐτοί, οἱ βουλευόμενοι ἐνταῦθα
2792περὶ τῶν κοινῶν; Ὄχι, μυριάκις ὄχι! Εἶναι ἀλήθεια πι-
2793κρὰ, Κύριοι, ἣν ὅμως πρέπει ν’ ἀνομολογήσωμεν πάντες
2794ἀνερυθριάστως. Οὐδεὶς θεσμὸς λειτουργεῖ παρ’ ἡμῖν, ὡς
2795δεῖ. Τίποτε δὲν ἔχει μείνει εἰς τὴν θέσιν του ἐν Ἑλλάδι,
2796ἀπὸ τῆς ἀνωτάτης ἀρχῆς μέχρι τῆς κατωτάτης. Ἀλλὰ
2797τότε, ἐὰν ἡ μὴ προσήκουσα λειτουργία τῶν δημοτικῶν
2798ἡμῶν θεσμῶν, τῶν δημοτικῶν ἡμῶν ἀστυνομιῶν θεωρῆται
2799ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς λόγος ἀποχρῶν, ἵνα προβῶ-
2800μεν σήμερον εἰς κατάργησιν καὶ ἀντικατάστασιν αὐτῶν,
2801διατὶ νὰ μὴ προβῶμεν συγχρόνως καὶ εἰς κατάργησιν καὶ
2802ἀντικατάστασιν καὶ παντὸς ἄλλου θεσμοῦ καὶ πάσης ἄλ-
2803λης ἀρχῆς, μὴ λειτουργούσης ἐπίσης προσηκόντως ἐν ἡμῖν;
2804Ἀλλὰ δεδόσθω, Κύριοι, πρὸς στιγμήν, ὅτι πρέπει νὰ
2805γείνῃ, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐξαίρε-
2806σις ὡς πρὸς μόνους τοὺς δημοτικοὺς ἡμῶν θεσμοὺς, ὡς
2807πρὸς μόνας τὰς δημοτικὰς ἡμῶν ἀστυνομίας. Ἂς δεχθῶμεν
2808πρὸς στιγμὴν τὴν κατάργησιν καὶ ἀντικατάστασιν αὐτῶν
2809ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας· ἂς δεχθῶμεν, ὡς προ-
2810εἶπον, νὰ γείνωμεν ἡμεῖς καὶ κατὰ τοῦτο πρότυπον Βασί-
2811λειον, κηρύσσοντες τὴν χώραν ἡμῶν ἐν πλήρει εἰρήνῃ εἰς
2812κατάστασιν πολιορκίας, καὶ ἐγκαθιδρύοντες ἐν αὐτῇ τὴν
2813στρατοκρατίαν. Ἀλλ’ ἆρά γε θὰ ἐπετυγχάνομεν καὶ οὕτω
2814τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ; θὰ κατωρθοῦμεν καὶ οὕτω νὰ
2815ἀποκαταστήσωμεν ἐν ἡμῖν τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν,
2816ὡς ἐπαγγέλλεται ὁ κ. Πρωθυπουργός; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ!
2817Ἐννοῶ, Κύριοι, διοικητικὴν ἀστυνομίαν διὰ τὰ μεγάλα
2818ἀστικὰ κέντρα, ἔνθα ὁ κοινωνικὸς βίος ἔχει λάβει τοιαύτην
2819ἀνάπτυξιν, ὥστε ὁ Δήμαρχος νὰ μὴ ἐπαρκῇ διὰ τὴν ἐνά-
2820σκησιν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων. Διὰ τὴν τοιαύτην
2821ἀστυνομίαν ἀπαιτεῖται βεβαίως εἰδικότης, ἀπαιτοῦνται
2822προσόντα. Ἀλλὰ ποίαν εἰδικότητα, ποῖα προσόντα δύνα-
2823ται νὰ ἔχῃ δι’ αὐτὴν ὁ στρατιωτικός; Οὗτος ἔχει πρῶ-
2824τον καὶ κύριον προσὸν τὴν πειθαρχίαν, εἰς ἣν ὑποβάλλεται
2825αὐτὸς ἀπέναντι τῶν ἀνωτέρων του καὶ ἣν ἀπαιτεῖ παρὰ
2826τῶν κατωτέρων του. Ἀλλ’ ἐὰν τὴν πειθαρχίαν ἐφήρμοζε
2827καὶ εἰς τὰς νέας ἀστυνομικάς του σχέσεις, δὲν θὰ προσέ-
2828κρουεν οὕτως ἀνὰ πᾶν βῆμα; Διὰ τὸν ἀστυνόμον ἀπαιτεῖ-
2829ται εἰδικὴ μόρφωσις καὶ προπαρασκευὴ εἰς τὸ ἔργον του,
2830ἀπαιτεῖται γνῶσις ἀκριβὴς ὅλων τῶν κλάδων τοῦ κοινωνι-
2831κοῦ καὶ πολιτικοῦ βίου, ὧν ἐφάπτεται ὁ κύκλος τῆς ἐνερ-
2832γείας. Ἀλλὰ τίνα εἰδικὴν μόρφωσιν καὶ προπαρασκευὴν
2833κέκτηται πρὸς τοῦτο ὁ στρατιωτικός; Ὁ ἀστυνόμος ἔχει
2834πολλάκις νὰ ἐπιτελέσῃ λεπτότατα καθήκοντα, ὅτι τὸ πᾶν
2835ἐξήρτηται ἐκ τῆς προσωπικῆς του ἐκτιμήσεως καὶ αὐτο-
2836βουλίας, προκειμένου ἰδίᾳ νὰ ἐνεργήσῃ ἐπὶ ζητημάτων,
2837καθ’ ἃ ἔρχεται εἰς σύγκρουσιν τὸ κοινῇ συμφέρον πρὸς τὴν
2838προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου. Τίνα σχέσιν ὅμως δύ-
2839ναται νὰ ἔχῃ πρὸς τὴν ἐπιτέλεσιν τοιούτων καθηκόντων ὁ
2840στρατιωτικός, ὅστις ἐκ τοῦ βίου του εἶναι συνειθισμένος νὰ
2841ἐκτελῇ συνήθως ἄνευ προσωπικῆς ἐκτιμήσεως καὶ αὐτο-
2842βουλίας τὰς διαταγὰς τῶν ἀνωτέρων του, ἢ νὰ ἐπιβάλλῃ
2843τὴν ἐκτέλεσιν τοιούτων εἰς τοὺς κατωτέρους του; Τίνα
2844σχέσιν δύναται νὰ ἔχῃ πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν λεπτοτά-
2845των ἐκείνων καθηκόντων, καθ’ ἃ ἀπαιτεῖται πολλάκις περί-
2846σκεψις, ἐνδοτικότης, ἐπιείκεια, αὐτὸς ὁ ἐξῳκειωμένος ὡς
2847ἐκ τοῦ βίου πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ἀποφασιστικότητα καὶ
2848τραχύτητα; Ὅλα ταῦτα δὲν ἀποδεικνύουσι τὸν στρατιω-
2849τικὸν ἀνεπιτήδειον διὰ τὸ ἔργον τοῦ ἀστυνόμου, ὡς μαρτυ-
2850ρεῖ καὶ αὐτὴ ἡ μέχρι τοῦδε ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ
2851γενομένη πεῖρα ὑπὸ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν; Καὶ
2852ἐὰν τόσον οἰκτρῶς ἀπέτυχεν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία
2853ἐνταῦθα, ἐν τῇ πρωτευούσῃ, ἔνθα ἐξελέγησαν δι’ αὐτὴν
2854πάντως οἱ ἐπιτηδειότατοι τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἔνθα αὐτὴ
2855ἔχει ὁπωσδήποτε ἕνα χαλινόν, διότι τελεῖ ὑπὸ τὸν ἄμεσον
2856ἔλεγχον τοῦ τύπου καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἐννοεῖ πᾶς τις,
2857ὁποία μέλλει νὰ ἦναι ἡ ἀποτυχία αὐτῆς ἐν ταῖς ἐπαρ-
2858χίαις, ἐν τοῖς ἀπομεμακρυσμένοις ἀγροτικοῖς δήμοις, ὅπου
2859βεβαίως δὲν θὰ ἀποσταλῶσιν οἱ ἐπιτηδειότατοι διὰ τὸ ἔρ-
2860γον τοῦ ἀστυνόμου ἀξιωματικοί, καὶ ὅπου οὐδεὶς θὰ ὑπάρχῃ
2861ὁ ἐλέγχων καὶ ἐπιβλέπων αὐτούς.
2862Ὄχι, Κύριοι, δὲν πρόκειται νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν ἐπὶ
2863τὰ κρείττω τὴν δημοτικὴν ἡμῶν ἀστυνομίαν, ὑποκαθι-
2864στῶντες εἰς αὐτὴν τὴν στρατιωτικήν. Πρόκειται κυρίως
2865περὶ ἄλλου τινός· πρόκειται νὰ κατενέγκωμεν ἓν καίριον
2866τραῦμα κατὰ τοῦ στρατοῦ, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ συντε-
2867λέσωμεν εἰς βελτίωσιν, ἀλλὰ τοὐναντίον εἰς ἐπιδείνωσιν
2868τῆς νῦν ἡμιαγρίας ἡμῶν καταστάσεως. Θ’ ἀποσπάσωμεν
2869ἐκ τοῦ στρατοῦ ἑκατὸν καὶ ἐπέκεινα ἀξιωματικούς, ὧν οἱ
2870πλεῖστοι θὰ ἦναι κατώτεροι, τοιοῦτοι δηλαδή, ὁποῖοι
2871θὰ ἔχωσιν ἀνάγκην ἀπόλυτον νὰ παραμένωσιν ἐν τῷ
2872στρατῷ διαρκῶς, διότι ὁ στρατὸς εἶναι δι’ αὐτοὺς τὸ πρα-
2873κτικὸν σχολεῖον. Οὐχὶ ἐπὶ δύο ἔτη, ὡς προέτεινεν ὁ ἀξιό-
2874τιμος ἐκ Τριχωνίας συνάδελφος, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ δύο μόνον
2875μῆνας ἂν ἀπομακρυνθῶσιν οἱ τοιοῦτοι ἐκ τῶν τάξεων τοῦ
2876στρατοῦ, θὰ ἐπέλθῃ μεγάλη εἰς αὐτοὺς ζημία. Ἀλλὰ τὸ
2877μέγιστον κακὸν εἶναι, ὅτι αὐτοί, καὶ μακρὰν τῶν τάξεων
2878τοῦ στρατοῦ διατελοῦντες, θὰ διατηρῶσι τὸν βαθμόν των
2879καὶ θὰ προβιβάζωνται κατ’ ἀρχαιότητα καὶ κατ’ ἐκλο-
2880γήν. Φαντασθῆτε ὅμως, Κύριοι, ἕνα νέον ἀξιωματικόν, εἰσερ-
2881χόμενον εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ὡς ἀνθυπολο-
2882χαγὸν, καὶ ἐξερχόμενον αὐτῆς μετὰ ἔτη ὡς ταγματάρχην,
2883ἢ καὶ ἀνώτερον τούτου ἀξιωματικόν. Πῶς θὰ ἦναι εἰς θέ-
2884σιν αὐτὸς οὐχὶ τάγμα, ἀλλὰ καὶ λόχον κἄν νὰ διοικήσῃ;
2885Ἀλλ’ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀξιωματικὸς θὰ ἦναι ἀληθὴς
2886λύμη διὰ τὸ στρατὸν, οὐχὶ μόνον διότι ἐπανερχόμενος εἰς
2887τὰς τάξεις του θὰ καταλάβῃ παρ’ ἀξίαν ἀνώτερον ἐν
2888αὐτῷ ἀξίωμα, ἀλλὰ καὶ διότι θὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὸν στρα-
2889τὸν τὸν φατριασμὸν, ὑφ’ οὗ αὐτὸς θὰ δηλητηριασθῇ ἐξά-
2890παντος, παραμένων ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ, θὰ ἐνσπείρῃ δὲ καὶ
2891τὴν ἀπογοήτευσιν εἰς πάντα φιλότιμον ἀξιωματικὸν, ἐμ-
2892μένοντα πιστὸν εἰς τὸ κύριον καθῆκον τοῦ στρατιώτου, καὶ
2893βλέποντα, ὅτι ὁ μέχρι τῆς χθὲς ἀστυνόμος, ἐπανερχόμενος
2894εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καταλαμβάνει παρ’ ἀξίαν
2895ἴσην, ἂν οὐχὶ καὶ ἀνωτέραν αὐτοῦ, θέσιν.
2896Πλὴν μήπως διὰ τὴν ἡσυχίαν καὶ ἀσφάλειαν τῆς χώ-
2897ρας θὰ ἦναι συντελεστικώτεροι οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἀξιω-
2898ματικοὶ τῶν νῦν Δημάρχων ἀστυνόμων; Σᾶς εἶπε πρῶτος
2899ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἐπανέλαβε δὲ καὶ
2900εἶτα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι οἱ μὲν Δήμαρχοι, καθ’ ὃ
2901ἐκλεγόμενοι ὑπὸ μερίδος ὡρισμένης, κυλίονται συνήθως ἐν
2902τῷ βορβόρῳ τοῦ φατριασμοῦ, ἐν ᾧ οἱ ἀστυνόμοι ἀξιωματι-
2903κοὶ, ὡς μὴ ἐκλεγόμενοι, θὰ ἵστανται πάντοτε ὑπεράνω αὐ-
2904τοῦ. Ἀλλ’ οἱ Δήμαρχοι, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἔχωσι συμπα-
2905θῶς πρὸς τὴν μερίδα των, ὁσονδήποτε καὶ ἂν φατριάζωσιν,
2906ἔχουσιν ὅμως ἕνα χαλινὸν ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς ἀστυνομικῆς
2907των ἐξουσίας· διότι, ἀνήκοντες εἰς τὸν τόπον καὶ ἀναλογι-
2908ζόμενοι, ὅτι, ὅπως ἐπανεκλεγῶσιν, ὀφείλουσι ν’ ἀπολαύωσι
2909τῆς τιμῆς καὶ ὑπολήψεως τῶν συμπολιτῶν των, ἀναλογι-
2910ζόμενοι προσέτι ὅτι δυνατὸν μίαν ἡμέραν ν’ ἀπολέσωσι τὸ
2911ἀξίωμά των καὶ νὰ ἐκτεθῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὰς ἀντεκδι-
2912κήσεις τῶν ἀντιπάλων των, δὲν ἐξωθοῦσι τὸν φατριασμὸν
2913μέχρι τῶν ἄκρων. Ἄλλως ὅμως ἔχει τὸ πρᾶγμα ἐπὶ τοῦ
2914ἀστυνόμου ἀξιωματικοῦ, τὸν ὁποῖον τίποτε δὲν συνδέει
2915πρὸς τὸν τόπον, ἐν ᾧ καλεῖται νὰ ἀσκήσῃ τὴν ἀστυνομι-
2916κὴν ἐξουσίαν, καὶ ὁ ὁποῖος τίποτε δὲν ἔχει νὰ ἐλπίζῃ ἢ
2917νὰ φοβῆται ἐκ τῆς καλῆς ἢ κακῆς ὑπολήψεως τῶν πολι-
2918τῶν, ὧν ἡ περιφρούρησις καὶ ἡ ἀσφάλεια εἶναι εἰς αὐτὸν
2919ἀνατεθειμέναι.
2920Ὁ περὶ οὗ, ὁ λόγος ἀξιωματικὸς θὰ φροντίσῃ πάντοτε
2921νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ συμφέρον τῆς φατρίας, ἥτις τὸν ἀπέ-
2922σπασεν ἐκ τοῦ στρατοῦ καὶ τὸν ἐξαπέστειλε μὲ ἐπιμίσθιον
2923εἰς τὴν νέαν θέσιν, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι τοῦ ν’ ἀμειφθῇ ὑπ’ αὐ-
2924τῆς προσηκόντως. Καὶ θὰ ἔχῃ βεβαίως πρὸ ὀφθαλμῶν τὰ
2925παραδείγματα ἄλλων ἀξιωματικῶν, οἵτινες προήχθησαν ἐκ
2926τῶν κατωτάτων εἰς τὰ ἀνώτατα τοῦ στρατοῦ ἀξιώματα,
2927οὐχὶ λόγῳ ἱκανότητος, οὐχὶ λόγῳ ἀρχαιότητος, ἀλλὰ κυ-
2928ρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν λόγῳ κομματικῶν ἐκδουλεύσεων. Θὰ
2929ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ἰδίᾳ τὸ παράδειγμα ἑνὸς ἀντισυνταγματάρ-
2930χου, ὅστις, προαχθεὶς κατὰ μικρὸν ἐξ ἁπλοῦ στρατιώτου
2931εἰς τὸν βαθμὸν τοῦτον, κατώρθωσε τελευταῖον, μόνον χάριν
2932κομματικῶν ἐκδουλεύσεων, νὰ γείνῃ καὶ συνταγματάρχης
2933κατ’ ἐκλογὴν, καταπατῶν μάλιστα τὴν ἀρχαιότητα ἄλ-
2934λων ἀξιωματικῶν, οἵτινες θεωροῦνται καὶ ὑπὸ ἔποψιν παι-
2935δεύσεως καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἱκανότητος ἀληθὲς ἐγκαλλώπισμα
2936τοῦ στρατοῦ μας...
2937§48ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Περὶ
2938τίνος ἀξιωματικοῦ πρόκειται;
2939§49ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸν γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, καὶ δὲν
2940ἔχετε ἀνάγκην νὰ σᾶς τὸν ὀνομάσω ἐγώ!
2941§50ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ὁ Στεφάνου.
2942§51ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ποῖος τὸν ἐπροβίβασεν;
2943§52ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐχὶ βεβαίως ὑμεῖς· πλὴν τοῦτο δὲν
2944εἶναι λόγος νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ὁ προβιβασμός του δὲν
2945ὀφείλεται εἰς κομματικὰς ἐκδουλεύσεις καὶ μόνας. Δὲν εἶναι
2946ἀξιωματικὸς ἐξελθὼν ἐκ στρατιωτικῆς σχολῆς, δὲν εἶναι
2947ἀξιωματικὸς διακρινόμενος ἐπὶ παιδείᾳ καὶ στρατιωτικῇ
2948ἱκανότητι, καὶ ὅμως ἠδυνήθη νὰ φθάσῃ ἤδη εἰς τὰ πρό-
2949θυρα τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑποστρατήγου.
2950§53ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιωματικός, περὶ οὗ
2951πρόκειται, προεβιβάσθη διότι ἤρχετο τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας,
2952τὸ ὁποῖον ἤθελε τὸν θέσει ἐκτὸς τοῦ στρατοῦ· ἵνα δὲ μὴ
2953τεθῇ ἐκτὸς τοῦ στρατοῦ ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος δύναται
2954νὰ παράσχῃ ὑπηρεσίας μένων ἐν αὐτῷ, προὐβιβάσθη.
2955§54ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἀγνοῶ ὁποίας ὑπηρεσίας δύναται
2956νὰ παράσχῃ εἰς τὸν στρατὸν ἀξιωματικὸς τοιοῦτος, παρα-
2957μένων εἰς τὰς τάξεις αὐτοῦ. Γινώσκω μόνον, ὅτι, ἐνῷ ἄλλοι
2958ἀξιωματικοί, ἀκμαῖοι ἔτι καὶ διανοητικῶς καὶ σωματικῶς,
2959ἀξιωματικοί, διακρινόμενοι ἐπὶ στρατιωτικῇ παιδεύσει καὶ
2960ἀρετῇ, ἀπεστρατεύθησαν ἀμειλίκτως, ἕνεκα τοῦ ὁρίου τῆς
2961ἡλικίας, ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀξιωματικὸς ἐδέησε νὰ προβι-
2962βασθῇ τηλεγραφικῶς, ἐπὶ καταπατήσει ἀρχαιότητος ἄλλων
2963ἱκανωτέρων ἀξιωματικῶν, καὶ δὴ ἐπὶ προφανεῖ ἀθετήσει
2964τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὅστις ἐν τῷ ὅπλῳ αὐτοῦ δὲν
2965ἀναγνωρίζει βαθμὸν συνταγματάρχου.
2966Βεβαίως ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, ἔχοντες συνείδησιν
2967τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς των, δὲν θὰ δεχθῶσι ποτὲ νὰ ἀνταλ-
2968λάξωσι τὸν ἐν τῷ στρατῶνι καὶ τῷ στρατοπέδῳ βίον πρὸς
2969τὸ ἔργον τῶν ἀστυνομικῶν σμπίρων, τῶν δερβεναγάδων
2970καὶ δραγατμπασσίδων, ὁποῖοι θὰ ἦναι κυρίως οἱ μέλ-
2971λοντες στρατιωτικοὶ ἀστυνόμοι μας. Ἠκούσατε χθὲς ἀξιό-
2972τιμον συνάδελφον, ἀνώτερον τοῦ στρατοῦ ἀξιωματικόν,
2973ζητοῦντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ συμβιβάσῃ τὸ αἴ-
2974σθημα τῆς στρατιωτικῆς τιμῆς του πρὸς τὸ καθῆκον τῆς
2975κομματικῆς πειθαρχίας, καὶ προτείνοντα νὰ ἐξαιρεθῶσιν
2976ἐκ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ὅπλου
2977του, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι οὕτω πως ἠδύνατο τοὐλάχιστον
2978νὰ διασώσῃ τὴν τιμὴν τοῦ σώματός του. Δὲν ἀμφιβάλλω,
2979ὅτι οὕτω πως θὰ σκεφθῇ πᾶς φιλότιμος ἀξιωματικὸς τοῦ
2980στρατοῦ, ἀποφεύγων τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, θὰ δε-
2981χθῶσι δὲ ν’ ἀνταλλάξωσι πρὸς αὐτὴν τὸν στρατιωτικὸν
2982βίον ἀξιωματικοί, ἔχοντες δι’ ἐλπίδος, οὕτω πως μόνον
2983νὰ κάμωσι στάδιον, ἀξιωματικοί ἕτοιμοι ὄντες τὰ πάντα
2984ν’ ἀποτολμήσωσι πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς φατρίας, ἐξ ἧς
2985καὶ μόνης θὰ ἐξαρτήσωσι πλέον τὸ μέλλον των.
2986Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχε-
2987δίου ἀνοίγεται ἡ θύρα τῆς κοινῆς ποινικῆς δικαιοσύνης,
2988εἰς ἣν δύναται νὰ προσφύγῃ πᾶς πολίτης, καταπιεζόμενος
2989ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν ἀστυνόμων. Ἀλλὰ μήπως δὲν ἦναι
2990ἀνοικτὴ εἰς αὐτὸν ἡ αὐτὴ θύρα καὶ ἐπὶ τῶν καταπιέσεων
2991τῶν ἀποσπασμάτων καὶ τῆς χωροφυλακῆς; Πότε ὅμως
2992εὗρε δίκαιον πολίτης, καταγγέλλων ἀξιωματικὸν ἢ ὑπα-
2993ξιωματικὸν τοῦ μεταβατικοῦ καὶ τῆς χωροφυλακῆς; πο-
2994σάκις δὲ ἡ ὑπ’ αὐτοῦ ἐπιδοθεῖσα καταγγελία δὲν παρέσχε
2995μόνον ἀφορμὴν εἰς νέας φοβερωτέρας καταπιέσεις! Μὴ
2996πλανώμεθα, Κύριοι, ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία δὲν προώ-
2997ρισται ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν, ὡς νο-
2998μίζουσί τινες· ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία προώρισται, ὡς
2999προεῖπον, νὰ μεταβάλῃ τὴν ἤδη ἡμιαγρίαν εἰς ὅλως ἀγρίαν
3000κατάστασιν, προώρισται νὰ ἐξωθήσῃ τὴν χώραν εἰς ταρα-
3001χὰς καὶ ἀναστατώσεις.
3002Ἤκουσα ὅτι, γενομένης ποτὲ προτάσεως πρὸς τὸν κ.
3003Πρωθυπουργὸν παρά τινος τῶν φίλων του, ἵνα περιορισθῇ
3004πως ἡ καθολικὴ ψηφοφορία καὶ τεθῶσι προσόντα εἰς τοὺς
3005ἐκλογεῖς, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξανέστη κατὰ τῆς τοιαύτης
3006προτάσεως, εἰπὼν, ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἔπρεπε νὰ μὴ
3007εἶχε δοθῆ ἀρχῆθεν, ἀφοῦ ὅμως ἅπαξ ἐδόθη, δὲν δυνάμεθα
3008πλέον νὰ τὸ περιορίσωμεν...
3009§55Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν εἶπον
3010τοιοῦτόν τι, διότι ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ δοθῇ τὸ
3011δικαίωμα τοῦτο, καὶ ἂν δὲν ἦτο δεδομένον.
3012§56ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τόσῳ τὸ καλλίτερον... Ἔπρεπεν ὅμως
3013νὰ μὴ εἶχεν ὁ λαὸς καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν τοὺς ἀστυνό-
3014μους Δημάρχους του· ἀφοῦ ὅμως τὸ ἔχει, καὶ τὸ ἔχει ἀνέκαθεν,
3015ὡς εἴδομεν, ἂν θελήσητε τώρα νὰ τὸ ἀφαιρέσητε ἀπ’ αὐτοῦ,
3016βεβαίως θὰ τὸν ἐξωθήσητε εἰς τὰ ἄκρα. Τὴν σήμερον, ὅσον
3017φατριαστικοὶ, ὅσον καταπιεστικοὶ καὶ ἂν ἦναι οἱ Δήμαρ-
3018χοι ἀστυνόμοι, ὁ λαὸς ἔχει πάντοτε μίαν ἐλπίδα, ἵνα ἀπο-
3019τινάξῃ ποτὲ τὸν ζυγόν των, καταψηφίζων αὐτοὺς ἐν καιρῷ
3020τῶν νέων ἐκλογῶν. Ἀλλὰ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχε-
3021δίου, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς καθιστᾶτε τὸν ζυγόν του ἀσυγκρίτῳ
3022τῷ λόγῳ ἐπαχθέστερον, ἀφ’ ἑτέρου τοῦ ἀποκόπτετε πᾶσαν
3023ἐλπίδα εἰρηνικῆς ἀπαλλαγῆς ἐκ τῶν δεινῶν του. Ἀλλὰ
3024δὲν ἐξωθεῖτε οὕτως αὐτὸν εἰς ἐξέργεσιν καὶ χρῆσιν βίας
3025κατὰ τῆς βίας;
3026Καταστρέφων, Κύριοι, τὸν λόγον, θὰ παρεκάλουν ἰδίᾳ
3027ὑμᾶς, τοὺς τῆς πτέρυγος ἐκείνης, (δεικνύει τὴν ὑπουρ-
3028γικὴν πτέρυγα) νὰ σταθμίσητε καλῶς τὴν ψῆφον, ἣν
3029καλεῖσθε νὰ δώσητε σήμερον. Κατήλθετε εἰς τὸν ἐκλογι-
3030κὸν ἀγῶνα τὴν 3 Μαΐου ὑπὸ τὴν σημασίαν, ἣν εἶχεν ἀνα-
3031πετάσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολι-
3032τεύσεως. Ἐπὶ τῆς σημαίας ἐκείνης εἶχεν ἀναγράψει ὡς
3033πρῶτον ἄρθρον τοῦ νέου πολιτικοῦ προγράμματός του τὴν
3034αὐτοδιοίκησιν, ἣν ἐπηγγέλλετο ὡς πανάκειαν ὅλων τῶν
3035δεινῶν, τῶν κατατρυχόντων τὴν Ἑλλάδα. Τίνα ὅμως λό-
3036γον θὰ δώσητε ὑμεῖς μίαν ἡμέραν, ἐπανερχόμενοι πρὸ τῶν
3037ἐκλογέων σας, ἂν ψηφίσητε νῦν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον,
3038δι’ οὗ καταλύεται τὸ τελευταῖον ἴχνος αὐτοδιοικήσεως ἐν
3039Ἑλλάδι; τίνα λόγον θὰ δώσητε πρὸς αὐτοὺς, καταργοῦν-
3040τες νῦν τὸν θεσμὸν τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, ὅστις εἶναι,
3041κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ ἀειμνήστου Σπυρίδωνος Τρικούπη,
3042ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς δημοτικῆς των ἐλευθερίας; Σταθ-
3043μίσατε, Κύριοι, καλῶς τὴν ψῆφον, ἣν μέλλετε ὅσον οὔπω
3044νὰ δώσητε, ἀναλογιζόμενοι ἰδίᾳ, ὅτι ἐξ αὐτῆς ἐξήρτηται
3045νὰ ἀπαλλαγῇ ἢ μὴ ἡ χώρα ἐπικειμένων ταραχῶν καὶ ἀνα-
3046στατώσεων, αἵτινες δύνανται οὐ μόνον τὸ ἐνεστὼς, ἀλλὰ
3047καὶ τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ νὰ διακυβεύσωσι.
3048§57ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς μακρὰς, κύριοι
3049Βουλευταί, καὶ λεπτομερεῖς ἀγορεύσεις τοσούτων συναδέλ-
3050φων, κατανοῶ, ὅτι τὸ προκείμενον θέμα δύναται νὰ θεω-
3051ρηθῇ ἐξηντλημένον, καὶ συναισθάνομαι, ὅτι ἤθελον ὑποπέ-
3052σει εἰς κατάχρησιν τῆς ὑμετέρας ἀνοχῆς, ἂν ἤθελον πραγ-
3053ματευθῆ περὶ αὐτοῦ ἐν ἐκτάσει. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι ὀλί-
3054γας μόνον λέξεις περὶ αὐτοῦ νὰ προσθέσω.
3055Προτείνουσι, κύριοι Βουλευταί, τροποποίησιν σπουδαιο-
3056τάτου ὀργανισμοῦ τοῦ Κράτους, λειτουργοῦντος παρ’ ἡμῖν
3057ἀπὸ τῆς συστάσεως ἀκόμη τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου·
3058ὤφειλον ἑπομένως νὰ δηλώσωσι πρὸς τὴν Βουλὴν τοὺς λό-
3059γους, τοὺς ἐπιβάλλοντας ἢ δικαιολογοῦντας τοιοῦτον μέ-
3060τρον. Ἠκούσατε δὲ τίνα λόγον προέβαλον ἅπαντες οἱ ὑπὲρ
3061τοῦ νομοσχεδίου ἀγορεύσαντες μέχρι τοῦδε· προέβαλον τὸν
3062λόγον, ὅτι ἡ δημοσία τάξις παρ’ ἡμῖν ἐκ βάθρων διεσα-
3063λεύθη, ἕνεκα τῆς πλημμελοῦς λειτουργίας τῶν δημοτικῶν
3064ἀστυνομιῶν. Δὲν εἶμαι βεβαίως ἐγώ, ὅστις θ’ ἀμφισβη-
3065τήσω τὴν ἐκ βάθρων ἀληθῶς διατάραξιν τῆς δημοσίας τά-
3066ξεως, διότι πολλάκις ἐφείλκυσα ἐπ’ αὐτῆς τὴν προσοχὴν
3067καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἔθνους. Ἀλλὰ τίνα, κύριοι Βου-
3068λευταὶ, τὰ αἴτια τῆς ὀδυνηρᾶς ἀληθῶς ταύτης καταστά-
3069σεως; Εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν αἰτίων τούτων προέβησαν ἤδη
3070πολλοὶ τῶν ἀγορευσάντων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν
3071ἔτι νὰ ἐγκύψωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι ὁ ἐπιχει-
3072ρῶν θεραπείαν νοσηρᾶς τινος καταστάσεως, πρὸ πάντων
3073ὀφείλει νὰ σχηματίσῃ ἀσφαλῆ γνώμην περὶ τῶν αἰτίων,
3074ἐξ ὧν αὕτη προῆλθεν. Εἶναι ἐρωτῶ, ἀληθὲς, ὅτι ἡ δημο-
3075σία τάξις διεσαλεύθη ἐκ βάθρων παρ’ ἡμῖν ἕνεκα πλημ-
3076μελοῦς λειτουργίας τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας; Ἐγὼ, Κύ-
3077ριοι, φρονῶ, ὅτι οἱ προβάλλοντες ἰσχυρισμὸν τοιοῦτον δὲν
3078ἐμελέτησαν ἐπαρκῶς τοὺς νόμους, τοὺς κανονίζοντας παρ’
3079ἡμῖν τὰ τῆς ἀστυνομίας, καὶ δὲν ἐξετίμησαν δεόντως τὰ
3080ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν μέχρι τοῦδε.
3081Εἶπον ἤδη πρὸς ὑμᾶς οἱ ἀγορεύσαντες, ὅτι ἐν τῇ γε-
3082νικῇ ἐννοίᾳ τῆς ἀστυνομίας πολλὰ καὶ ποικίλα περιέχον-
3083ται καθήκοντα. Ἀλλ’ ἴσως δύνανται ταῦτα νὰ κατατα-
3084χθῶσιν εἰς δύο κατηγορίας· εἰς τὰ ἀφορῶντα εἰς προστασίαν
3085τῶν προσώπων καὶ τῶν πραγμάτων κατ’ ἀξιοποίνων πρά-
3086ξεων, διαταραττουσῶν τὴν δημοσίαν τάξιν, καὶ εἰς τὰ περι-
3087έχοντα πρόνοιαν ὑπὲρ τῆς ὑγείας, ὑπὲρ τῆς διατροφῆς,
3088ὑπὲρ τῆς εὐζωΐας ἐν γένει τῶν πολιτῶν, καὶ ὑπὲρ προφυ-
3089λάξεως αὐτῶν ἀπὸ τοσούτων κινδύνων, εἰς οὓς ἡ ἀνθρω-
3090πότης εἶναι ἐκτεθειμένη. Εἶναι δὲ ἀληθὲς, ὅτι τὴν ἀστυ-
3091νομίαν ἐν τῇ γενικῇ σχεδὸν αὐτῆς ἐννοίᾳ ὁ νόμος ἀνέθηκεν
3092ἀνέκαθεν εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, ἵνα ἐξασκήσωσιν αὐτὴν
3093ἐν ὀνόματι, κατ’ ἐπιταγὴν καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Κυ-
3094βερνήσεως. Ἀλλ’ ἠρκέσθη ἆρά γε τὸ Κράτος εἰς μόνην ταύ-
3095την τὴν πρόνοιαν πρὸς τήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως ἐν τῇ
3096ἐπικρατείᾳ; Ἀπεξεδύθη ἆράγε τοῦ δικαιώματος καὶ τοῦ
3097καθήκοντος, ὅπερ ἔχει νὰ μεριμνήσῃ αὐτὸ περὶ τῆς διατη-
3098ρήσεως τῆς δημοσίας τάξεως; Βεβαίως, Κύριοι, οὐχί·
3099οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναθέσῃ τὸ Κράτος τὴν τήρησιν τῆς
3100δημοσίας τάξεως ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ εἰς μόνας τὰς δημοτι-
3101κὰς ἀρχὰς, ἅμα τῇ πρώτῃ αὐτῶν ἐμφανίσει ἐν τῷ Κράτει.
3102Τὸ Κράτος ἐπεφύλαξε πλῆρες τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆ-
3103κον, ἵνα ἐξασκήσῃ αὐτὸ τὴν ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ ἀστυνομίαν,
3104ἵνα τηρήσῃ αὐτὸ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ τάξιν. Τὸ
3105ἀποδεικνύει τὸ διάταγμα περὶ ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουρ-
3106γείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον ῥητῶς ἀναθέτει εἰς τὸ
3107Ὑπουργεῖον τοῦτο τὴν ἐξασφαλιστικὴν, ὡς τὴν λέγει, ἀστυ-
3108νομίαν πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως, τὴν ἀστυνομίαν τῶν
3109ἀγορῶν, τὴν ἠθικὴν, ὡς τὴν λέγει, ἀστυνομίαν, καὶ ἄλλα
3110τοιαῦτα καθήκοντα. Τὸ ἀποδεικνύει αὐτὸς ὁ νόμος ὁ διοι-
3111κητικὸς, ὁ κατόπιν ψηφισθεὶς, διὰ τοῦ ὁποίου εἰς τὰς διοι-
3112κητικὰς ἀρχὰς τοῦ Κράτους, εἰς τοὺς Νομάρχας, ἀνατί-
3113θενται ἐπίσης ὅλοι οἱ διάφοροι κλάδοι, οἱ περιεχόμενοι ἐν
3114τῇ γενικῇ ἐννοίᾳ τῆς ἀστυνομίας.
3115Διετήρησε λοιπὸν ἀναντιῤῥήτως εἰς ἑαυτὸ τὸ Κράτος
3116τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν τάξιν ἐν τῇ
3117Πολιτείᾳ. Καὶ ποῖα μέτρα ἔλαβε πρὸς τοῦτο; Πρὸς τὸν
3118σκοπὸν τοῦτον κατήρτισε δύναμιν μεγάλην, ὠργάνωσεν
3119αὐτὴν στρατιωτικῶς, τὴν ὑπέβαλεν εἰς στρατιωτικὴν πει-
3120θαρχίαν, τὴν ἔθηκεν ὑπὸ ἑνιαίαν διεύθυνσιν καθ’ ὅλην τὴν
3121ἐπικράτειαν, διένειμεν αὐτὴν καθ’ ὅλην τὴν χώραν, καὶ
3122τὴν ὠνόμασεν, ὡς ἐκ τοῦ προορισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχει, χω-
3123ροφυλακήν. Ἀπὸ τῆς πρώτης λοιπὸν ἱδρύσεως τοῦ βασι-
3124λείου τούτου ὠργανώθη πλήρης αὐτὴ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυ-
3125νομία, τὴν ὁποίαν δῆθεν σήμερον ἐπιχειροῦσι νὰ εἰσαγά-
3126γωσιν εἰς τὸ Κράτος, καὶ ἐλήφθη πρόνοια περὶ στρατολο-
3127γίας καὶ μορφώσεως ἁπάντων τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν
3128ὀργάνων, ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου μέχρι τοῦ κατωτάτου. Τί
3129δὲ ἀνετέθη εἰς αὐτήν; Ἀκριβῶς ἐκεῖνος ὁ κλάδος τῆς
3130ἀστυνομίας, ὅστις ἀφορᾷ εἰς τὴν τήρησιν τῆς δημοσίας
3131τάξεως καὶ ἀσφαλείας καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Λάβετε ὑπ’
3132ὄψιν τὸν κανονισμὸν τῆς χωροφυλακῆς. Τί θέλετε ἴδει ἐκεῖ;
3133Δὲν μένει κἀνὲν καθῆκον, σχετικὸν μὲ τὴν τήρησιν τῆς
3134τάξεως, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἀνετέθη εἰς τὴν χωροφυλακήν·
3135αὐτὴ ὀφείλει νὰ περιπολῇ ἐν ταῖς πόλεσι καὶ ἐν τῇ ὑπαί-
3136θρῳ χώρᾳ, αὐτὴ ὀφείλει νὰ φυλάττῃ τὴν ἀσφάλειαν τῆς
3137συγκοινωνίας, αὐτὴ νὰ προστατεύῃ τὴν ἀγροτικὴν ἰδιο-
3138κτησίαν, αὐτὴ νὰ παρίσταται εἰς πᾶσαν συνάθροισιν ἀν-
3139θρώπων, ἐξ ἧς ἠδύνατο νὰ προκύψωσιν ἀταξίαι, αὐτή νὰ
3140συλλαμβάνῃ πάντας τοὺς κακοποιούς, ἢ τοὺς μὴ ἔχοντας
3141σώας τὰς διανοητικάς των δυνάμεις. Πᾶσα πρόνοια, δυνα-
3142μένη νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς τάξεως, ἀνε-
3143τέθη εἰς τὴν χωροφυλακήν. Καὶ ἀνετέθη εἰς αὐτὴν καὶ τὸ
3144καθῆκον νὰ ἐκτελῇ τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις, νὰ ἐκτελῇ
3145τὰ ἐντάλματα καὶ τὰ κατασχετήρια τῶν ἀνακριτῶν κατὰ
3146κατηγορουμένων καὶ φυγοδίκων.
3147Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, τὴν
3148ὁποίαν ἀνέκαθεν ἐμόρφωσε τὸ Κράτος, ἵνα δυνηθῇ νὰ συν-
3149τηρήσῃ τὴν τάξιν, καὶ ἔταξεν αὐτὴν ὑπὸ τὰς διαταγὰς
3150τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἰς ἣν ἀνετέθη ἡ γενικὴ ἀστυ-
3151νομία. Παρὰ τῇ ἀστυνομίᾳ ταύτῃ λειτουργεῖ καὶ ἡ τοπικὴ
3152ἀστυνομία, ἡ εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς ἀνατεθεῖσα. Ἀλλ’
3153αὕτη ἔχει ἀνάγκην τῶν ἐνισχύσεων ἐκείνης· διότι, ὡς ἐκ
3154τῶν σχέσεων αὐτῆς μετὰ τῶν κατοίκων, ἐκ τοῦ φόβου τῶν
3155παρεξηγήσεων, ἐκ τῆς ἐλλείψεως ἐπαρκοῦς δυνάμεως, ἀδυ-
3156νατεῖ πολλάκις, ἵνα ἐκτελέσῃ δεόντως τὸ καθῆκον αὐτῆς.
3157Δι’ ὃ καὶ ῥητὴ ὑποχρέωσις τῆς χωροφυλακῆς ἀνεγράφη
3158νὰ συνδράμῃ τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν. Ἀλλὰ πῶς νὰ ζη-
3159τήσῃ τὴν συνδρομὴν ταύτην ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, ἀφοῦ
3160οὐδὲ σκιὰ χωροφυλακῆς εὑρίσκεται εἰς τοὺς πλείστους δήμους;
3161Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία εὑρίσκεται
3162ἐν ἥττονι ἀσυγκρίτῳ λόγῳ θέσει, ἵνα τηρήσῃ τὴν δημο-
3163σίαν τάξιν, ἂν ἔχῃ πρὸς τοῦτο ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς τῆς
3164χωροφυλακῆς, ἔχει ὅμως ἕτερα μέσα, διὰ τῶν ὁποίων δύ-
3165ναται ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰ ἄλλα ἐκεῖνα καθήκοντα, τὰ
3166ὁποῖα εἰς αὐτὴν ἀνετέθησαν, τὰ καθήκοντα τῆς προστα-
3167σίας τῆς ὑγείας, τῆς εὐημερίας, τῆς εὐζωΐας, τῆς ἀσφαλείας
3168τῶν πολιτῶν. Καὶ τὰ μέσα ταῦτα δὲν εἶναι οἱ κλητῆρες
3169καὶ ἡ ὑλικὴ βία· ὁ νόμος ἔδωκεν εἰς αὐτὴν ἓν ἄλλο δι-
3170καίωμα, μίαν μεγάλην ἐξουσίαν, οἵαν οὐδεμία ἄλλη
3171ἀρχὴ ἔχει ἐν τῷ Κράτει· ἔδωκεν εἰς αὐτὴν τὸ δι-
3172καίωμα νὰ ἐκδίδῃ ποινικοὺς νόμους, νὰ ἐκδίδῃ διατάξεις
3173δι’ ὧν λαμβάνει περὶ τῆς εὐζωΐας, ὑγείας καὶ ἀσφαλείας,
3174τῶν πολιτῶν μέτρα, τὰ ὁποῖα ὀφείλουσιν ἐπὶ ποινῇ νὰ ἐκ-
3175τελῶσιν ὅλοι οἱ πολῖται. Αὐτή εἶναι ἡ κυρία δύναμις τῆς
3176δημοτικῆς ἀστυνομίας, τὸ ἐκδίδειν ἀστυνομικὰς διατάξεις.
3177Δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου δύναται ἡ ἀστυνομία ἡ δημοτικὴ νὰ
3178εἰσάγῃ βαθμηδὸν τὴν τάξιν, τὴν ἀσφάλειαν, τὴν εὐπρέ-
3179πειαν, ὅλα αὐτὰ τὰ ἀγαθά, ἅτινα ἀποτελοῦσι τὸν νεώτε-
3180ρον πολιτισμόν. Γνωρίζομεν οὕτω, πῶς εἶναι παρ’ ἡμῖν
3181ὠργανωμένη ἡ ἀστυνομία. Ἡ τήρησις τῆς δημοσίας τά-
3182ξεως καὶ ἀσφαλείας εἶναι καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως καὶ
3183ἐκτελεῖ τοῦτο διὰ τῆς χωροφυλακῆς. Ἡ τοπικὴ ἐξασφάλι-
3184σις τῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς εὐημερίας τῶν πολιτῶν εἶ-
3185ναι ἔργον τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ἐκτελεῖται διὰ
3186τοῦ Δημάρχου, δι’ ἀστυνόμου ὑπὸ τοῦ Δημάρχου ὑποδει-
3187κνυομένου.
3188Τούτων οὕτως ἐχόντων, ὅταν ἔρχωνται οἱ κυβερνῆται
3189καὶ λέγωσι πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἡ δημοσία τάξις διεταράχθη ἐκ
3190βάθρων, ὅτι τὰ ἐγκλήματα ἐπολλαπλασιάσθησαν εἰς ἀπί-
3191στευτον βαθμόν, ὅτι οἱ φυγόδικοι, οἱ ὁποῖοι λυμαίνονται τὸ
3192Κράτος, ἀνῆλθον εἰς 11,000, ὅταν λέγωσι ταῦτα πάντα,
3193εἰς ποῖον ἄλλον ἐπιῤῥίπτουσι τὴν εὐθύνην ἢ εἰς ἑαυτούς;
3194Καὶ πῶς ἡ Κυβέρνησις, διὰ τῆς μεγάλης αὑτῆς δυνάμεως,
3195ἣν διαθέτει, καὶ ἥτις δύναται νὰ ἐνισχυθῇ δι’ ὅλου τοῦ
3196τακτικοῦ στρατοῦ, πῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐμερίμνησεν, ἵνα
3197μὴ ἐπέλθῃ ἡ ἡμιβάρβαρος αὕτη κατάστασις, ὡς τὴν ὠνό-
3198μασαν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος διατελεῖ; Ποῖα μέτρα
3199ἔλαβε πρὸς βελτίωσιν καὶ ἐνίσχυσιν αὐτῆς τῆς χωροφυ-
3200λακῆς, ἡ ὁποία ἐπὶ μακρὰ ἔτη, Κύριοι, ἐπήρκεσεν εἰς τὴν
3201ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων της; Διατὶ αὕτη ἔπαυσε πλέον
3202λειτουργοῦσα; Διότι οὐ μόνον δὲν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις
3203μέτρον τι πρὸς βελτίωσιν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς,
3204ἀλλ’ ἀντιθέτως ἔλαβε πᾶν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ
3205τὴν περιαγάγῃ εἰς πλήρη παραλυσίαν καὶ ἀχρηστίαν. Μετέ-
3206βαλεν ἀσυνέτως τὸν τρόπον τῆς στρατολογίας τῶν ὀργά-
3207νων αὐτῆς, καὶ ἀντὶ ἀρχαίων καὶ ἐμπείρων χωροφυλάκων,
3208χορηγοῦσιν εἰς τὴν χωροφυλακὴν νέους ἀπείρους καὶ ἀνι-
3209κάνους. Διαθέτουσι δὲ τὰ ὄργανα αὐτῆς, ἀπὸ τοῦ ἀνωτά-
3210του, οὐχὶ ὅπως αἱ ἀνάγκαι τῆς δημοσίας τάξεως ἀπαι-
3211τοῦσιν, ἀλλ’ ὅπως τὰ συμφέροντα τῶν πολιτευομένων ἐπι-
3212βάλλουσιν. Ἐὰν λοιπὸν ἡ δημοσία τάξις διεταράχθη,
3213τολμᾶτε νὰ ἐπιῤῥίπτητε τὴν εὐθύνην εἰς τὴν δημοτικὴν
3214ἀστυνομίαν τοῦ Κράτους, καὶ δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι εἰς ὑμᾶς πρὸ
3215πάντων ἐπιπίπτει ἡ εὐθύνη αὕτη;
3216Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσῃ τις: καὶ λοιπὸν ἐκπληροῖ δεόντως
3217τὸ καθῆκον αὐτῆς ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία; Ὄχι, Κύριοι·
3218ὑπάρχουσι βεβαίως ἀξιέπαινοι ἐξαιρέσεις Δημάρχων, οἱ
3219ὁποῖοι κατώρθωσαν πράγματι διὰ πατρικῆς διοικήσεως νὰ
3220τηρήσωσι πληρεστάτην τὴν τάξιν ἐν τοῖς δήμοις, καὶ νὰ
3221προαγάγωσιν αὐτοὺς ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν· ἀλλὰ δὲν δύνα-
3222μαι νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι κατὰ κανόνα δὲν λειτουργεῖ ὡς δεῖ καὶ
3223ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία. Ἀλλ’ ἆρά γε μόνον ἐν τῇ διαχει-
3224ρίσει τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας ἀναφαίνονται παρ’ ἡμῖν
3225αἱ ἐλλείψεις; Λειτουργεῖ ἆρά γε κάλλιον τῆς ἀστυνομικῆς
3226δικαιοσύνης ἡ δικαιοσύνη ἡ ὑπὸ τῶν Εἰσαγγελέων διευθυνο-
3227μένη; Ὑπάρχουσιν, εἶπον, πολλαὶ μηνύσεις ἐκκρεμεῖς ἐπὶ
3228πταίσμασι καὶ δὲν ὑπάρχουσι πλείονες ἀκόμη ἐπὶ πλημ-
3229μελήμασι καὶ κακουργήμασι, σηπόμεναι εἰς τὰ εἰσαγγε-
3230λικὰ καὶ ἀνακριτικὰ γραφεῖα; Παραγράφονται ἀληθῶς
3231πταισματικαὶ παραβάσεις εἰς τὴν πταισματικὴν δικαιοσύ-
3232νην· καὶ δὲν ἀναγινώσκετε τὰ βουλεύματα, ἵνα ἴδητε, ὅτι
3233πλεῖστα ἐξ αὐτῶν ἀθωοῦσι τοὺς κατηγορουμένους, λόγῳ
3234παραγραφῆς!
3235Ἀλλὰ, καὶ ἐὰν πλημμελῶς λειτουργῇ ἡ δημοτικὴ
3236ἀστυνομία, δὲν ὑπέχουσι τάχα εὐθύνην τινὰ ἐπὶ τούτῳ οἱ
3237κυβερνῶντες; Βεβαίως ὑπέχουσι μεγάλην εὐθύνην, διότι ἡ
3238δημοτικὴ ἀστυνομία ἐξασκεῖται ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν
3239διοικητικῶν ἀρχῶν. Ὁ Δήμαρχος ἢ ὁ ἀστυνόμος ὀφείλουσι
3240νὰ ὑποβάλλωσι καθ’ ἑκάστην προφορικῶς καὶ ἐγγράφως
3241ἀναφορὰς εἰς τοὺς Νομάρχας καὶ Ἐπάρχους, καὶ ὀφείλουσι
3242νὰ ἐκτελῶσι ταχέως τὰς διαταγὰς, τὰς ὁποίας λαμβάνουσι
3243παρ’ ἐκείνων. Ἐὰν πλημμελῶς λειτουργῇ ἡ δημοτικὴ ἀστυ-
3244νομία, τί ἐνήργησαν τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἐπανα-
3245φέρωσιν αὐτὴν εἰς τὸ καθῆκον; Ἀλλὰ πῶς εἶναι, Κύριοι,
3246δυνατὸν νὰ τολμήσωσι τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως νὰ
3247ἀπευθύνωσιν ἐπιτιμήσεις ἢ τιμωρίας κατὰ τῶν ὀργάνων
3248τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, ὅταν ταῦτα προστατεύωνται
3249ὑπὸ φίλων τῆς Κυβερνήσεως πολιτευομένων; Καὶ πῶς οἱ
3250ἐξασκοῦντες τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν Δήμαρχοι θὰ προσ-
3251βλέψωσι μετὰ προσοχῆς εἰς τὰς παρατηρήσεις τῶν διοι-
3252κητικῶν ὑπαλλήλων, ὅταν γνωρίζωμεν, ὅτι ἡ θέσις τῶν
3253τελευταίων τούτων ἐξαρτᾶται πολλάκις ἀπὸ τῆς θελήσεως
3254καὶ τῶν ἀπαιτήσεων ἐκείνων; Καὶ πῶς θέλετε νὰ προσε-
3255νεχθῶσιν αὐστηρῶς πρὸς τοὺς Δημάρχους οἱ διοικητικοὶ
3256ὑπάλληλοι, ὅταν αὐτοὺς τοὺς Δημάρχους, περὶ τῶν ὁποίων
3257τοσοῦτον δυσμενῶς συνάδελφοί τινες ἐξεφράσθησαν, ὅταν
3258αὐτοὺς καλῶμεν ἐν Ἀθήναις κατὰ πᾶσαν παραμονὴν ἐκλο-
3259γῶν, καὶ μετ’ αὐτῶν ἐν τοῖς προθαλάμοις τῶν Ὑπουργείων
3260καταρτίζωμεν τοὺς ὑπουργικοὺς συνδυασμούς, ἐκλιπαροῦν-
3261τες διὰ θωπειῶν καὶ ἄλλων μέσων τὴν ἐκλογικὴν ὑποστή-
3262ριξιν αὐτῶν;
3263Πᾶσα λοιπὸν ἡ εὐθύνη καὶ αὐτῆς τῆς κακῆς λειτουρ-
3264γίας τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν ἐπιβαρύνει κατὰ τὸ πλεῖ-
3265στον αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἀντὶ, ἀναγνωρίζοντες οἱ
3266κυβερνῆται τὴν ἰδίαν αὑτῶν εὐθύνην ἐπὶ τῇ ἐκ βάθρων
3267διαταράξει τῆς δημοσίας τάξεως, νὰ μεριμνήσωσιν ἐπιμε-
3268λέστερον πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἰδίων ἑαυτῶν καθηκόντων,
3269τολμῶσι νὰ ἐπιῤῥίψωσιν ἅπασαν τὴν εὐθύνην εἰς τὴν δημο-
3270τικὴν ἀστυνομίαν καὶ νὰ ζητήσωσι τὴν κατάργησίν της!
3271Καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο, Κύριοι, ὅπως ἀξιόλογα πρὸ ὀλίγου
3272εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ
3273ἀφαιρέσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ τοῦ δημοτικοῦ
3274ἀστυνόμου ἀπὸ τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν, ἵνα ἀναθέσωμεν αὐτὸ
3275εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τηροῦντες κατὰ τὰ λοιπὰ τοὺς ὅρους, ὑπὸ
3276τοὺς ὁποίους νῦν λειτουργοῦσιν αἱ δημοτικαὶ ἀστυνομίαι,
3277ἠδύνατό τις νὰ ὑποχωρήσῃ, διότι τοιοῦτόν τι μέτρον ἐλή-
3278φθη καὶ εἰς ἄλλα Κράτη. Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς τὴν σχε-
3279τικὴν νομοθεσίαν ἄλλων Κρατῶν· ἀλλ’ ἐν Γαλλίᾳ εἰς ὅλους
3280τοὺς δήμους δύναται νὰ διορίσῃ ἀστυνόμον ἡ ἐκτελεστικὴ
3281ἐξουσία, ἀλλ’ ἀστυνόμον διατελοῦντα εἰς σχέσιν πρὸς τὸν
3282Δήμαρχον, ὅπως οἱ νῦν ἀστυνόμοι διατελοῦσιν. Ἀντὶ τού-
3283του ὅμως τί, Κύριοι, προβάλλουσι; Τὴν πλήρη ἀφαί-
3284ρεσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀστυνομεῖν, ὅπερ ἔχουσιν οἱ
3285δημοτικοὶ ἄρχοντες! Καὶ εἰς ποῖον ἀναθέτουσι τὸ δι-
3286καίωμα τοῦτο; Εἰς τοὺς πλείστους τῶν δήμων ἀναθέτου-
3287σιν αὐτὸ εἰς αὐτὴν τὴν χωροφυλακὴν, αὐτὴν τὴν παραίτιον
3288ὅλου τοῦ κακοῦ, αὐτὴν, ἕνεκα τῆς ἀδρανείας τῆς ὁποίας
328911,000 φυγόδικοι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Κράτει, εἰς αὐτὴν τὴν
3290χωροφυλακὴν ἀναθέτουσι τοῦ λοιποῦ πλήρη τὴν δημοτι-
3291κὴν ἀστυνομίαν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ χωροφυλακὴ δύναται νὰ ᾖναι
3292ἐπιτηδεία εἰς τὸ νὰ φυλάττῃ τὴν τάξιν, νὰ συλλαμβάνῃ
3293τοὺς κακοποιοὺς, νὰ ἐκτελῇ ἐντάλματα, ποίαν, ἐρωτῶ, ἔχει
3294εἰδικότητα ἡ χωροφυλακὴ εἰς τὸ νὰ λαμβάνῃ δι’ ἀστυνο-
3295μικῶν διατάξεων τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ
3296θεωρηθῶσιν ἀναγκαῖα εἰς προαγωγὴν καὶ εὐημερίαν τοῦ
3297δήμου;
3298Εἰς τίνας δὲ ἄλλους ἀναθέτουσι τὴν δημοτικὴν ἀστυ-
3299νομίαν; Εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ. Βεβαίως
3300μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ ὑπάρχουσι καὶ
3301ἄνδρες, δυνάμενοι νὰ ἐκπληρώσωσι πρεπόντως τὸ τοιοῦτον
3302καθῆκον· καὶ ἀπόδειξις περιφανὴς τούτου εἶναι ὁ διευθύνων
3303τὴν ἐν Ἀθήναις ἀστυνομίαν. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ,
3304ὅτι ἐν τῷ στρατῷ ὑπάρχουσιν ἐν μεγάλῳ ἀριθμῷ οἱ τοιοῦ-
3305τοι ἄνδρες; Ἐκεῖνο, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ἐκ πείρας γνωρίζω,
3306εἶναι, ὅτι εἰς τὸν διευθύνοντα ἐνταῦθα τὴν ἀστυνομίαν ἐδόθη
3307πληρεστάτη ἐλευθερία, ἵνα ἐκλέξῃ τὰ ὄργανά του ἐκ τῶν
3308ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, οἵτινες ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν
3309ἐπιτηδειότεροι διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον. Καὶ προέβη ὁ ἀξιω-
3310ματικὸς ἐκεῖνος εἰς ἐκλογὴν τοιούτων ὀργάνων ἐξ ὅλης τῆς
3311φρουρᾶς, τῆς ἐν Ἀθήναις ὑπηρετούσης. Καὶ ὅμως αὐτὸς ὁ
3312ἴδιος, μετὰ παρέλευσιν οὐχὶ πολλοῦ χρόνου, προέτεινε τὴν
3313ἀντικατάστασιν πολλῶν ἐξ αὐτῶν, διότι ἐκ πείρας ἀπεδεί-
3314χθησαν μὴ ἐπαρκεῖς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Πῶς λοιπὸν δύνα-
3315σθε νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ἐν τῷ στρατῷ μόνον ὑπάρχουσιν
3316ἐκεῖνοι, οἵτινες δύνανται νὰ διεξαγάγωσι δεόντως αὐτὴν τὴν
3317ὑπηρεσίαν; Δύναται ὁ στρατιωτικὸς νὰ ἔχῃ φρόνημα, θάῤ-
3318ῥος, νὰ ἐπιβάλληται εἰς τὸν κόσμον, ἀλλὰ διὰ τὸν ἀστυ-
3319νομικὸν ὑπάλληλον ἀπαιτοῦνται καὶ πολλὰ ἄλλα προ-
3320σόντα, ἀπαιτοῦνται καὶ τρόποι ἤπιοι, καὶ λεπτότης ἐνερ-
3321γείας, καὶ γνῶσις τῶν τοπικῶν κοινωνικῶν ἕξεων, καὶ γνῶ-
3322σις τῆς νομοθεσίας, ἥτις διέπει τὴν ἀστυνομίαν καὶ κανο-
3323νίζει ἐν πάσῃ περιπτώσει τὰ καθήκοντα τῆς ἀστυνομικῆς
3324ἀρχῆς· καὶ τὰ προσόντα ταῦτα δὲν ἔχουσι πάντοτε οἱ
3325στρατιωτικοί.
3326Ἀλλὰ ἕτερόν τι συμβὰν ἔπρεπε νὰ καταστήσῃ ὑμᾶς
3327δειλοτέρους εἰς τὴν πρότασιν τοῦ νομοσχεδίου. Τί ἔλεγε,
3328Κύριοι, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ ὀλίγων ὡρῶν ἐνταῦθα;
3329Ὅτι παρ’ ἡμῖν ἡ ὕπαρξις τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμά-
3330των ἀποτελεῖ κατάστασιν πραγμάτων χειροτέραν τῆς
3331καταστάσεως τῆς πολιορκίας. Καὶ διατί; Κατάστασις τῆς
3332πολιορκίας σημαίνει ἀναστολὴν τῆς ἰσχύος τῶν νόμων καὶ
3333πάσης ἐξουσίας, ἵνα λειτουργήσῃ δικτατορικῶς ἡ στρατιω-
3334τικὴ ἐξουσία. Ἀλλὰ πῶς ἡ ἀποστολὴ ἀποσπασμάτων δύνα-
3335ται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπάγουσα κατάργησιν τῶν νόμων; Τίνα
3336ἔχει ἔννοιαν ἡ ἀποστολὴ ἀποσπασμάτων, κύριοι Βουλευ-
3337ταί; Ὅτι ἀνατίθεται εἰς ἀξιωματικόν τινα, ἐπὶ παροχῇ
3338στρατιωτικῆς δυνάμεως, ἡ ὑπηρεσία τῆς συλλήψεως τῶν
3339φυγοδίκων. Καὶ ἂν οἱ ἐκτελοῦντες τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν
3340ἠσθάνοντο σέβας πρὸς ἑαυτούς, πρὸς τὸν νόμον, πρὸς τὰ
3341δικαιώματα τῶν συμπολιτῶν των, οὐδεμίαν ἤθελεν ἀπο-
3342τελέσει ἡ ἐκτέλεσις αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας ἔκνομον κατάστα-
3343σιν, οὐδεμίαν ἤθελε προκαλέσει φωνὴν διαμαρτυρίας. Πόθεν
3344προέρχονται αἱ κατ’ αὐτὴν συμβαίνουσαι καταχρήσεις καὶ
3345τὰ μέχρις οὐρανοῦ πολλάκις ἐγειρόμενα παράπονα; Προέρ-
3346χονται διότι αὐτοὶ, εἰς οὓς ἀναθέτετε τὴν ὑπηρεσίαν ταύ-
3347την, αὐτοὶ, τοὺς ὁποίους λαμβάνετε ἐκ τῶν κόλπων τοῦ
3348στρατοῦ, αὐτοὶ δὲν ἐμφοροῦνται πολλάκις ἐκ σεβασμοῦ πρὸς
3349τὸν νόμον, πρὸς τὸ καθῆκον, πρὸς τὰ δικαιώματα τῶν συμ-
3350πολιτῶν των, ἀλλ’ εἴτε ἐκ κακῶς ἐννοουμένου ζήλου, εἴτε
3351ἐκ φατριασμοῦ καὶ ἐξ ἰδιοτελείας, παρεκτρέπονται πολλά-
3352κις εἰς πράξεις κατὰ τῶν πολιτῶν ἀκατονομάστους, αἱ
3353ὁποῖαι ἐγείρουσιν ἐνίοτε τὴν κατάπληξιν καὶ τὴν φρίκην.
3354Καὶ ὅμως εἰς αὐτοὺς τοὺς ἰδίους πρόκειται νὰ ἀναθέσητε
3355πᾶσαν τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν τοῦ Κράτους! Πῶς αὐτοὺς
3356τοὺς ἰδίους ἐν μὲν τῇ μεταβατικῇ ὑπηρεσίᾳ παρεστήσατε
3357ὡς προκαλοῦντας κατάστασιν πολιορκίας, ἐν δὲ τῇ ὑπηρε-
3358σίᾳ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας θεωρεῖτε μεταβληθέντας εἰς
3359ἁγίους ἀνθρώπους;
3360Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἄλλην τινὰ ἔποψιν δέον νὰ ἐξετασθῇ ὁ
3361θεσμὸς, ὁ εἰσαγόμενος διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Γνωρίζομεν,
3362ὅτι μεγάλην ἐκλογικὴν δύναμιν δύνανται νὰ ἐξασκήσωσι
3363κατὰ τὴν ἐκλογὴν οἱ ἀστυνόμοι ἐν γένει τοῦ Κράτους, καὶ
3364ἰδίως ὅταν ἦναι στρατιωτικοὶ, δύναμιν μείζονα ἐκείνης,
3365τὴν ὁποίαν αὐτοὶ οἱ Δήμαρχοι δύνανται νὰ διαθέσωσιν.
3366Ἂν αἱ Κυβερνήσεις κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν ἀπέ-
3367βλεπον εἰς μόνην τὴν τήρησιν τῆς τάξεως καὶ ἐπέβαλλον
3368εἰς τὰ ὄργανα αὐτῶν ἀποχὴν ἀπὸ πάσης εἰς αὐτὰς ἀναμί-
3369ξεως, ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ διορισμὸς στρατιωτικῶν
3370ὡς δημοτικῶν ἀστυνόμων δὲν θέλει κατ’ οὐδὲν παραβλάψει
3371τὴν ἐλευθερίαν τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι,
3372ἔχωμεν Κυβερνήσεις, οἷαι αἱ ἐνεργήσασαι τὰς ἐκλογὰς τοῦ
33731885, τοῦ 1887, τοῦ 1890, αἱ ὁποῖαι πρὸ οὐδενὸς ὑπε-
3374χώρησαν μέσου, ἵνα ὑποστηρίξωσι τοὺς φίλους αὑτῶν ὑπο-
3375ψηφίους, Κυβερνήσεις, αἵτινες καὶ ἔκτακτα ἀκόμη μέσα
3376ἔθεσαν εἰς ἐνέργειαν, οἷον τὴν ἐκ τῶν φυλακῶν ἀπόλυ-
3377σιν ἁπάντων τῶν ἐν αὐταῖς φυλακισμένων, ἵνα μεταβῶσιν
3378εἰς τὰς ἑστίας των καὶ διαθέσωσι τοὺς συγγενεῖς των ὑπὲρ
3379τῶν ὑπουργικῶν ὑποψηφίων. Ὅταν ἔχωμεν Κυβέρνησιν, ἡ
3380ὁποία τὸν Νομάρχην καὶ τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν
3381Ζακύνθου ἀπέστειλεν εἰς τὰ ἐκεῖ δεσμωτήρια, ἵνα ζητήσω-
3382σιν ὁμοίαν συνδρομὴν τῶν καταδίκων, ἐπὶ ὑποσχέσει χαρί-
3383των, πῶς τότε, Κύριοι, δὲν φοβεῖσθε, μήπως ὁ διορισμὸς
3384στρατιωτικῶν ἀστυνόμων, οἷος προτείνεται ἐν τῷ νομο-
3385σχεδίῳ, παραβλάψῃ καὶ ἀναιρέσῃ τὴν ἐλευθερίαν τῶν
3386ἐκλογῶν; Πῶς δὲν φοβεῖσθε, μήπως ἐκτὸς τῶν Δημάρχων,
3387τῶν καλουμένων κατὰ πᾶσαν ἐκλογὴν ἐνταῦθα, κληθῶσι
3388καὶ αὐτοὶ οἱ στρατιωτικοὶ ἀστυνόμοι, ἵνα γνωμοδοτήσωσι
3389περὶ τῶν προσώπων, ἅτινα θ’ ἀποτελέσωσι τοὺς ὑπουρ-
3390γικοὺς συνδυασμούς;
3391§58ΔΑΛΛΑΣ. Οἱ Δήμαρχοι θὰ ἦναι ἄχρηστοι τότε· θὰ
3392καλοῦνται μόνον οἱ ἀστυνόμοι.
3393§59ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ λοιπὸν, κύριοι Βου-
3394λευταί, τίνες οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν δύναμαι ἐγὼ
3395νὰ δώσω ψῆφον ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
3396Μόνον ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἀνατεθῇ ἁπλῶς εἰς τὴν Κυβέρ-
3397νησιν τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ τῶν δημοτικῶν ἀστυνό-
3398μων ἐξ οἱωνδήποτε προσώπων, καὶ ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς
3399ὁποίους νῦν λειτουργεῖ ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, ἠδυνάμην
3400νὰ δώσω ψῆφον ὑπὲρ τοῦ τοιούτου μέτρου.
3401Δὲν ἐπιχειρῶ νὰ ἐξετάσω τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ στρατιω-
3402τικὴν ἢ οἰκονομικὴν ἔποψιν, ἀφοῦ ἄλλοι ἔπραξαν ἤδη
3403τοῦτο, καὶ καταλήγων τὸν λόγον, προσθέτω μίαν μόνην
3404παρατήρησιν. Ἐπικρατεῖ δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν πλημμελὴς
3405ἕξις, νὰ ἀποδίδωμεν τὰ κακῶς ἔχοντα εἰς ἀτέλειαν τῶν
3406νόμων, καὶ νὰ ζητῶμεν τὴν θεραπείαν αὐτῶν διὰ μεταβο-
3407λῆς τῆς νομοθεσίας. Κατ’ ἐμὴν ὅμως γνώμην, τὰ κακῶς
3408ἔχοντα προέρχονται, κατὰ κανόνα, ὀλίγας δυνάμενον νὰ
3409ἔχῃ ἐξαιρέσεις, ἐξ ἐλλείψεων ἐκείνων, εἰς οὓς εἶναι ἀνατε-
3410θειμένη ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι εἰς
3411τὴν βελτίωσιν τῶν προσώπων πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν
3412ἑκάστοτε τὴν θεραπείαν.
3413§60ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Θὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις.
3414Ἠκούσατε, κύριοι Βουλευταὶ, τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
3415λέγοντος, ὅτι ἡ κατάστασις ἡμῶν εἶναι ἡμιαγρία καὶ τὸ
3416ἔγκλημα κατέκλυσε τὸν τόπον, καὶ ὅτι δέον νὰ καταφύγῃ
3417εἰς ἔκτακτα μέτρα, ὅπως σώσῃ τὸν τόπον ἐκ τῆς τοιαύτης
3418καταστάσεως, καὶ ζητοῦντος καὶ προτείνοντος ὡς τὸ μέ-
3419τρον τὸ δυνάμενον νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν θεραπείαν τοῦ με-
3420γάλου κακοῦ, ὡς περιέγραψεν αὐτὸ καὶ ὡς εἶναι πράγματι,
3421ζητοῦντος νὰ καταλύσητε τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας, νὰ
3422δημεύσητε τὴν δημοτικὴν περιουσίαν, ὅπως σχηματίσῃ
3423σῶμα ἐκ χιλίων ἀνδρῶν, καὶ τὸ σχηματίσῃ ἐκ τῶν στοι-
3424χείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπαρτίζουσιν ἐν γένει πᾶσαν δύ-
3425ναμιν ἐκτελεστικὴν ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ. Ὅ,τι δὲν ἠδυνήθη
3426νὰ κατορθώσῃ διὰ τῶν ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησε
3427διοικῶν τὸν τόπον ἐπὶ ὀκτὼ ὅλα ἔτη διὰ τῆς ὑποστηρί-
3428ξεως τῆς Βασιλείας καὶ τῶν Κοινοβουλίων, ἐλπίζει ὅτι θὰ
3429κατορθώσῃ διὰ τῶν χιλίων ἀστυφυλάκων, τοὺς ὁποίους θὰ
3430σχηματίσῃ, ἀφαιρῶν ἐκ τῆς δημοτικῆς ἐξουσίας καὶ τὴν
3431δύναμιν, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύναται αὕτη νὰ ἀνταπο-
3432κριθῇ εἰς τὴν ἀποστολήν της καὶ τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως
3433αὐτῆς. Καὶ ἀπορεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ μὲ ἐπετίμησε,
3434διότι τὰ πάντα κατακρίνω... (Θόρυβος).
3435§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, παρακαλῶ νὰ παύ-
3436σουν οἱ διάλογοι.
3437§62ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Βεβαίως εἰς τοιαύτην Πολιτείαν, ἀπο-
3438λήγουσαν εἰς τὴν ζοφερὰν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν περιέ-
3439γραψε, καὶ ὑποσχομένην τοὺς καρποὺς, οἵτινες δυνατὸν νὰ
3440προκύψωσιν ἐκ τοῦ μέτρου αὐτοῦ, βεβαίως δὲν ἐπιτρέπεται
3441ἔπαινος, ἀλλὰ ψόγος καὶ κατάκρισις.
3442Μεταβαίνω εἰς τὴν ἀναίρεσιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τῶν
3443ῥητόρων τῆς Συμπολιτεύσεως πρὸς ἀντίκρουσιν τῶν λόγων,
3444ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριξα τὴν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου γνώμην
3445μου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἠμφισβήτησεν, ὅτι
3446ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστον κλάδον
3447τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, καὶ ὅτι προσβάλλεται ὁ θεμελιώ-
3448δης ἡμῶν νόμος, τῆς ἐξουσίας τῆς ἀστυνομικῆς ἀφαιρουμέ-
3449νης ἀπὸ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς. Ἐστηρίχθη δὲ, πρὸς ὑπο-
3450στήριξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ του τούτου, εἰς τὸν νόμον τοῦ
34511849. Ἀλλὰ ὁ νόμος τοῦ 1849 εἶναι προηγούμενος τοῦ
3452Συντάγματος τοῦ 1864, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ θεσμοὶ οἱ δη-
3453μοτικοὶ ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς θεσμοὶ συνταγματικοί. Τὸ
3454Σύνταγμα τοῦ 1843 δὲν περιεῖχε διάταξιν, ὁποίαν περιέ-
3455χει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864. Καὶ ὅμως ἠκούσατε, ὅτι, ὅτε
3456ὑπεβλήθη ὁ νόμος ἐκεῖνος εἰς τὴν Γερουσίαν, ἠγέρθησαν
3457φωναὶ σεβασταὶ, αἱ ὁποῖαι κατέκριναν τὸν νόμον ἐκεῖνον,
3458καὶ μετὰ λύπης ὑπέκυψαν εἰς αὐτόν. Διότι ἔγεινεν ὁ νόμος
3459αὐτὸς πρὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, καὶ διότι δὲν ἐζη-
3460τήθη ἡ ἀναίρεσις αὐτοῦ, δὲν ἕπεται ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν
3461κατέστησε πλέον τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας ἀπαραβιάστους
3462καὶ ὑπερτέρας τῆς δικαιοδοσίας τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας,
3463χαρακτηρίσαν αὐτὰς ὡς θεμελιώδεις. Διατείνεται, ὅτι ἡ
3464ἀστυνομικὴ ἐξουσία παραχωρεῖται ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς
3465μόνον κατὰ προαίρεσιν. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀληθὲς, Κύριοι.
3466Ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία εἶναι ἀναπόσπαστος ἀπὸ πάσης
3467ἀρχῆς, διαχειριζομένης ἐξουσίαν τινά. Ὅπως ὁ κ. Πρόε-
3468δρος δὲν δύναται νὰ διευθύνῃ τὰς συνεδριάσεις τοῦ Σώ-
3469ματος ἄνευ ἀστυνομικῆς ἐξουσίας, ὅπως οἱονδήποτε σωμα-
3470τεῖον δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ὁ δια-
3471χειριζόμενος τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, ὅπως, ἂν ἐπισκε-
3472φθῇ τις καὶ Μονήν τινα, θὰ πεισθῇ, ὅτι ἄνευ Ἡγουμένου,
3473διαχειριζομένου ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, δὲν δύναται νὰ
3474ὑπάρξῃ τάξις ἐν αὐτῇ, τοιουτοτρόπως, Κύριοι, δημοτικὴ
3475ἐξουσία, δημοτικὴ ἀρχὴ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ἂν δὲν
3476συνυπάρχῃ τὸ συμφυὲς μετὰ τῆς ἰδιότητος τῆς ἀρχῆς, τὸ
3477συμφυὲς τῇ δημοτικῇ ἀρχῇ, ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία. Ἀδύ-
3478νατον, Κύριοι, ὁ Δήμαρχος νὰ βηματίσῃ εἰς τὴν διοίκη-
3479σιν τοῦ δήμου του, ἂν δὲν ἔχῃ τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν,
3480ἂν δὲν ἔχῃ τὰ πρὸς τοῦτο μέσα. Ἀλλὰ ἡ κεντρικὴ ἐξου-
3481σία, λέγετε, ἔχει τὴν ἀνωτέραν ἀστυνομίαν, ἑπομένως
3482δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοῦ δήμου τὴν δημοτικὴν ἀστυ-
3483νομίαν. Ἡ μία ἀστυνομία εἶναι διάφορος τῆς ἄλλης. Δύ-
3484νανται νὰ συνυπάρξωσι, καὶ συνυπάρχουσι, διότι τὸ συμφέ-
3485ρον τῆς Πολιτείας ἐπιβάλλει τοῦτο, καθόσον δὲν δύναται
3486νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ ἀστυνομικῆς ἐξουσίας διοίκησις. Ὅπως ἡ
3487κεντρικὴ ἐξουσία, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν
3488της, καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὴν διοίκησιν τῆς χώρας, ἔχει
3489ἀνάγκην τῆς ἀστυνομίας, τοιουτοτρόπως καὶ ὁ Δήμαρχος,
3490ἵνα ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκόν του ὡς Δήμαρχος, ἔχει ἀνάγ-
3491κην τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Δύνασθε, ἂν θέλητε, νὰ
3492πράξητε τὸ μὴ λογικὸν, δύνασθε νὰ καταλύσητε τὴν δη-
3493μοτικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ δὲν δύνασθε, παρὰ τὴν λογικὴν,
3494παρὰ τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων, νὰ ἰσχυρισθῆτε καὶ νὰ
3495παραδεχθῆτε, ὅτι ἡ ἀστυνομία ἡ δημοτικὴ δύναται νὰ
3496ἀποσπασθῇ ἀπὸ τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν, ἐνόσω ὑφίσταται
3497δημοτικὴ ἀρχή. Ἀφ’ ἧς δὲ τὸ Σύνταγμα ἔθεσεν ὑπὸ τὴν
3498σκέπην τοῦ Συντάγματος τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας, δὲν
3499δύνασθε, χωρὶς νὰ παραβιάσητε αὐτὸ τὸ Σύνταγμα καὶ
3500αὐτὰς τὰς ἐλευθερίας τὰς δημοτικάς, δὲν δύνασθε νὰ ἀφαι-
3501ρέσητε ἀπὸ τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν κἀμμίαν ἐξουσίαν, κἀμ-
3502μίαν ἐνέργειαν, ἡ ὁποία εἶναι ἀναποσπάστως συνδεδεμένη
3503μετὰ τῆς φύσεως τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς. Ἀλλὰ διὰ τοῦ
3504νομοσχεδίου αὐτοῦ παραβιάζετε ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συν-
3505τάγματος, καταπατεῖτε τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας καὶ
3506ἀνατρέπετε τὰς δημοτικάς. Δὲν παραδέχεται ὁ κ. Ὑπουρ-
3507γός, ὅτι ὁ νόμος αὐτοῦ εἶναι δημευτικός. Τὸ Σύνταγμα
3508σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ φορολογῆτε τοὺς πολίτας ἐξ ἴσου,
3509καὶ δὲν σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα, κατ’ ἰδίαν νὰ φορολογῆτε
3510τοὺς πολίτας, καὶ κατ’ ἰδίαν νὰ φορολογῆτε τοὺς ἀπαρτί-
3511ζοντες τὴν κοινότητα. Οἱ ἀπαρτίζοντες τὴν κοινότητα
3512φορολογοῦνται δυνάμει τῶν κειμένων φορολογικῶν νόμων.
3513Δὲν δύνασθε περισσότερον. Διότι ὁ νόμος εἶπεν, ὅτι ὅλοι
3514ὑποβαλλόμεθα ἐξ ἴσου εἰς τὸν φόρον ἀναλόγως τῆς περι-
3515ουσίας μας, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ φορολογήσωμεν τὸν ἕνα,
3516καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὸν ἄλλον ἀφορολόγητον. Λοιπόν, ἀφοῦ
3517φορολογοῦνται ἐν γένει οἱ δημόται, δὲν δύνασθε νὰ φορο-
3518λογήσητε, δὲν ἔχετε τὴν ἐξουσίαν νὰ φορολογήσητε τὴν
3519κοινότητα, τὴν ἀπαρτιζομένην ἀπὸ πολίτας ἤδη φορολο-
3520γηθέντας. Διὰ φόρων εἰδικῶν οἱ δῆμοι ἀπαρτίζουσι μίαν
3521περιουσίαν, τὴν ὁποίαν προορίζουσιν εἰς ῥητὰς ἀνάγκας
3522τοῦ δήμου. Αὐτὴ ἡ περιουσία εἶναι ἱερά, ὅπως εἶναι ἱερὰ
3523ἡ ἰδική μου, ὅπως εἶναι ἡ ἰδική σας, καὶ ὅπως, ἂν θελή-
3524σητε νὰ σφετερισθῆτε τὴν ἰδικήν μου ἢ οἱουδήποτε πολίτου
3525τὴν περιουσίαν, δι’ οἱανδήποτε ἀνάγκην τῆς Πολιτείας,
3526πράττετε δήμευσιν, πράττετε αὐθαιρεσίαν, τοιουτοτρόπως,
3527σφετεριζόμενοι τὴν περιουσίαν τῶν δήμων, πράττετε μίαν
3528δήμευσιν, παραβιάζετε τὸ Σύνταγμα.
3529Ἐδιδάχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ σοφι-
3530στεύεσθαι. Καὶ βεβαίως διατελεῖ ὑπὸ διδάσκαλον, ὁ ὁποῖος
3531καὶ τὸν Γοργίαν αὐτὸν ἤθελε κατανικήσει, ἂν ἐπρόκειτο νὰ
3532τὸν ἀντικρούσῃ....
3533§63ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον; Τὸν Γοργίαν;
3534§64ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μάλιστα, τὸν Γοργίαν ἤθελε κατα-
3535βάλει, ἂν ἐπρόκειτο νὰ τὸν ἀντικρούσῃ... Ἰσχυρίζεται
3536ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ὁ νόμος ἐπιβάλλει
3537δαπάνην εἰς τοὺς δήμους διὰ τὴν ἀστυνομίαν. «Ὅ,τι λοι-
3538πὸν δὲν πράττει ὁ δῆμος ἢ πράττει κακῶς, δύναμαι νὰ
3539τὸ πράξω ἐγώ», λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, λαμβάνων μέρος
3540ἐκ τῆς περιουσίας τοῦ δήμου. Πρῶτον, ἡ βάσις τοῦ ἰσχυ-
3541ρισμοῦ δὲν εἶναι ἀληθής· ὁ νόμος δὲν ἐπιβάλλει εἰς τὸν
3542δῆμον δαπάνην διὰ τὴν ἀστυνομίαν, ἀλλ’ ἀναθέτει εἰς τὸν
3543Δήμαρχον, ὁ ὁποῖος λόγῳ τιμῆς θεωρεῖται ὅτι γίνεται
3544Δήμαρχος, ἀναθέτει εἰς αὐτὸν τὴν ἐνάσκησιν καὶ τῆς δη-
3545μοτικῆς ἀστυνομίας, διότι δὲν ἠδύνατο, σεβόμενος τὴν
3546αὐτοδιοίκησιν τῶν δήμων, νὰ ἐπιβάλῃ δαπάνην, ἡ ὁποία
3547δὲν ἤθελε θεωρηθῆ παρ’ αὐτοῦ τοῦ δήμου ἀναγκαία.
3548Κατὰ γενικὸν κανόνα, οἱ δῆμοι δὲν δαπανῶσι σχεδὸν τίπο-
3549τε διὰ τὴν ἀστυνομίαν, διότι καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη, Κύ-
3550ριοι. Ὅσοι γνωρίζομεν τὸν τόπον γνωρίζομεν καλῶς, ὅτι
3551οἱ Δήμαρχοι, καὶ χωρὶς νὰ ἔχωσιν ἀστυνόμους, δύνανται,
3552ὅταν θέλωσι, νὰ ἐκπληρώνωσι τὰ μεθ’ ὧν βαρύνονται ἀστυ-
3553νομικὰ καθήκοντα. Βεβαίως, ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελέσωσι
3554καὶ τὴν ἀστυνομίαν, ἡ ὁποία βαρύνει τὴν ἐξουσίαν, δὲν
3555ἦτο δυνατόν. Ἀλλὰ διὰ τὴν ἀστυνομίαν, ἡ ὁποία τοὺς
3556βαρύνει, ἀνάγκην δαπάνης δὲν ἔχουσιν οἱ Δήμαρχοι. Πότε
3557δὲ διορίζουν εἰς τὸν δῆμον ἀστυνόμους; Μόνον καθ’ ἣν
3558περίστασιν ὁ δῆμος ἤθελε θεωρήσει, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη
3559πρὸς τοῦτο, καὶ ὅτι ἔχει τὰ μέσα, ἵνα πληρώσῃ τὸν ἀστυ-
3560νόμον. Τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ
3561δαπάνη τῆς ἀστυνομίας διὰ τὸν δῆμον. Εἶναι προαιρετική.
3562Ἀφοῦ εἶναι προαιρετική, καὶ ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ῥητὴ διά-
3563ταξις, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει εἰς τὸν δῆμον δαπάνην διὰ τὴν
3564ἀστυνομίαν, σοφιστευόμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερι-
3565κῶν, ὑπεστήριξεν, ὅτι «τὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ
3566ὁ δῆμος διὰ τὴν ἀστυνομίαν, τὴν κάμνω ἐγώ, καὶ πρὸς
3567τοῦτο λαμβάνω τὴν περιουσίαν του». Δὲν εἶναι δὲ ὀρθόν,
3568Κύριοι, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἰδιοποιῆται τὴν
3569περιουσίαν, τὴν ὁποίαν ὁ δῆμος, ἐπαναλαμβάνω, πορίζεται
3570εἴτε ἀπὸ εἰδικῆς περιουσίας, εἴτε ἐκ φόρων εἰδικῶν, τοὺς
3571ὁποίους ἐπιβάλλει εἰς τοὺς δημότας του, ὅτι δύναται νὰ
3572τὴν ἰδιοποιῆται καὶ νὰ τὴν διαθέτῃ πρὸς οἱονδήποτε σκο-
3573πὸν, ἔστω καὶ πρὸς ὠφέλειαν τοῦ δήμου. Τότε μόνον αὕτη
3574δύναται νὰ διατεθῇ, ὅταν ὁ δῆμος αὐτὸς τὸ ἀποφασίσῃ·
3575ἂν γίνηται παρὰ τὴν θέλησίν του, εἶναι αὐθαιρεσία, καὶ
3576ἡ ἀφαίρεσις τῆς περιουσίας τοῦ δήμου ἀποτελεῖ βεβαίως
3577δήμευσιν τῆς περιουσίας του. Δὲν θέλω νὰ ὑποπέσω εἰς
3578ἐπαναλήψεις, διότι βλέπω, ὅτι τὸ ζήτημα ἐξηντλήθη· ἀλλ’
3579ὅταν ἀφαιρῆτε ἀπὸ τὸν δῆμον τὴν ἐξουσίαν τὴν ἀστυνο-
3580μικὴν, τοῦ ἀφαιρεῖτε καὶ τὰ μέσα· τότε δὲ πῶς ὁ Δήμαρ-
3581χος θὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά του, μεθ’ ὧν κατὰ τὸν
3582νόμον βαρύνεται; εἰς τί χρησιμεύει πλέον τὸ ὁποῖον φέρει
3583ἀξίωμα; Ἀποβαίνει τοῦτο, ὡς ὀρθῶς παρετηρήθη, μία
3584σκιά. Καταργήσατε τότε καὶ αὐτὴν, ἵνα μὴ πλανώμεθα,
3585ὑπολαμβάνοντες ὅτι ἔχομεν δήμους καὶ δημοτικὰς ἐλευθε-
3586ρίας. Ἀδικεῖτε δὲ μεγάλως τὴν κοινωνίαν, σφετεριζόμενοι
3587τὴν περιουσίαν τῶν δήμων, τὴν προωρισμένην εἰς τὴν
3588ἐξυπηρέτησιν ὑποχρεώσεων ἱερῶν, μεθ’ ὧν βαρύνονται οἱ
3589δῆμοι, καὶ κατεργάζεσθε τὴν δυστυχίαν τοῦ τόπου. Εἰς
3590Αἴγιον, ἔχομεν δημοσυντήρητον Γυμνάσιον, καὶ τὸ Γυμνά-
3591σιον αὐτὸ εὐεργετεῖ ὄχι μόνον τὸ Αἴγιον, ἀλλὰ καὶ τὰς
3592πλησίον αὐτοῦ ἐπαρχίας, διότι προστρέχουν ἐκεῖ καὶ νέοι
3593ἐκ τῶν γειτονικῶν ἐπαρχιῶν τῆς Πελοποννήσου καὶ Ἠπεί-
3594ρου. Πῶς ἐπορίσθημεν τὸ πρὸς συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου
3595τούτου ἀναγκαῖον χρηματικὸν ποσόν; Δημαρχεύοντος τοῦ
3596μακαρίτου ἀδελφοῦ μου, ἐπέβαλον φόρους, καὶ τοὺς ἐπέ-
3597βαλον ἀντιλεγόντων πολλῶν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐνόμιζον, ὅτι ἡ
3598συντήρησις τοῦ Γυμνασίου εἶναι μέγα εὐεργέτημα διὰ τὴν
3599ἰδιαιτέραν πατρίδα μου, ἐπέμενον καὶ κατίσχυσα, πολ-
3600λοὺς ἐκ τῶν φίλων μου δυσαρεστήσας. Καὶ συντηρεῖται
3601οὕτω τὸ Γυμνάσιον, οὐδ’ ὀβολὸν τοῦ Δημοσίου καταβάλ-
3602λοντος. Ἐὰν ἤδη ἀφαιρέσητε ἐκ τοῦ δήμου τούτου τὰ ὅσα
3603πορίζεται ἐκ τῶν ἐπιβληθέντων φόρων μέσα, καὶ διαθέ-
3604σητε αὐτὰ χάριν σκοπῶν, οὓς ἀπέχω νὰ χαρακτηρίσω,
3605σᾶς ἐρωτῶ, πῶς θὰ διατηρηθῇ τὸ Γυμνάσιον αὐτό; Δὲν
3606ἀδικεῖτε τὸν δῆμον τοῦ Αἰγίου καὶ τὴν ἐπαρχίαν τῆς
3607Αἰγιαλείας; δὲν πράττετε αὐθαιρεσίαν; δὲν δημεύετε
3608περιουσίαν, ἡ ὁποία εἶναι προωρισμένη εἰς ἱερὸν σκοπόν;
3609Τί δὲ ποιητέον ὡς πρὸς τὸ Γυμνάσιον τοῦτο; Θὰ ἀνα-
3610λάβῃ τὴν περὶ αὐτοῦ δαπάνην τὸ Δημόσιον; Δὲν τὸ
3611πιστεύω· διότι θὰ δίδετε ὅ,τι λαμβάνετε. Ἀφοῦ δὲ ἐφθά-
3612σατε εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ὥστε νὰ θέλητε διὰ τῆς δημεύ-
3613σεως τῆς περιουσίας τῶν δήμων νὰ ὑπάρξητε, βεβαίως
3614δὲν εἶναι πιθανὸν, ὅτι θὰ δυνηθῆτε προσεχῶς νὰ ἐπανορ-
3615θώσητε τὸ μέγα ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον θὰ κάμητε εἰς τὴν
3616Αἰγιάλειαν.
3617Εἶναι λοιπὸν ἀποδεδειγμένον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο
3618ἀντιβαίνει εἰς τὸν Σύνταγμα, διότι παραβιάζονται δι’ αὐ-
3619τοῦ αἱ ἐλευθερίαι αἱ δημοτικαὶ, καὶ διότι φέρει χαρα-
3620κτῆρα δημευτικόν. Ἐλπίζω, ὅτι οἱ νέοι ἐκ τῶν Βουλευτῶν
3621δὲν θὰ ὑποστηρίξωσιν αὐτό. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ ὑποστηρίξωσιν,
3622ὑπάρχει καὶ ἀνωτέρα ἀρχὴ, ἡ ὁποία, ἂν ἦναι ἀληθὲς ὅτι
3623μετέβαλε σύστημα τῆς μέχρι τοῦδε πολιτείας αὐτῆς ἀπέ-
3624ναντι τῶν κοινῶν, καὶ ὅτι θεωρεῖ ὡς καθῆκόν της τὸ νὰ
3625παρακολουθῇ τὰς πράξεις τῶν Κυβερνήσεών της, δὲν θέλει
3626κυρώσει ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄδικος καὶ ἔκθεσμος,
3627καὶ δυνατὸν νὰ ἔχῃ πολὺ δυσάρεστα ἀποτελέσματα.
3628§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος ἵνα
3629ὁμιλήσῃ.
3630Κηρύσσεται ἡ συζήτησις περατωμένη.
3631Κύριοι Βουλευταί, παρακαλῶ, καθήσατε εἰς τὰς ἕδρας
3632σας. Θέλω προκαλέσει ψηφοφορίαν.
3633Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρα-
3634καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν...
3635§66Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύ-
3636ριε Πρόεδρε.
3637§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομο-
3638σχεδίου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
3639(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
3640τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν κ.κ.
3641Κ. Ἀργασάρη Δομβάρδου καὶ Π. Μερλοπούλου, κατὰ
3642τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
3643Μιλτ. Δάλλας ΟἈντ. Οἰκονομίδης
3644Ἀνδ. Παναγιωτόπουλος Γεώρ. Λιδωρίκης Ν
3645Ἰω. Μεσσηνέζης ΟΚων. Ἀναγνωστόπουλος Ο
3646Σπυρ. Μαρκέλλος ΝΓεώρ. Λύρας Ν
3647Ἀρ. Ἀργυρόπουλος ΝΚων. Παπαμιχαλόπουλος Ο
3648Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος ΝΣταμάτ. Μήτσας Ν
3649Λεων. Καρυστινάκης ΝΔημ. Βουλπιώτης Ν
3650Δημ. Καΐρης ΝΚων. Ζῶτος
3651Μιχ. Κωτσάκος ΝἨλ. Μπλατσῆς Ν
3652Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΟΔ. Γρανίτσας Ν
3653Ἠλ. Κανελλόπουλος ΝΔιον. Στεφάνου Ν
3654Γεώρ. Παχὺς ΝΚων. Ἀργασ. Δομβάρδος Ν
3655Μιχ. Π. Λάμπρος ΝΔιον. Ζήβας Πλακᾶς Ν
3656Κων. Καραπάνος ΟΓεώρ. Κρεστενίτης Ν
3657Κων. Σταυρόπουλος Χρ. Στεφανόπουλος Ν
3658Ἀλέξ. Σκουζὲς Ἀνδρ. Στεφανόπουλος
3659Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Διον. Παυλόπουλος Ν
3660Ἀλέξ. Ψύλλας ΝἈνδρ. Σπηλιάδης Ν
3661Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ἄγγ. Πετραλιᾶς
3662Ἀλέξ. Ρετσίνας ΝἘπαμ. Δημητρίου Ν
3663Δημ. Ράλλης ΟΣτέφ. Σκουλούδης Ν
3664Α. Ζυγομαλᾶς ΟΝικ. Νομικὸς Ν
3665Ὄθ. Μακρυγιάννης Θωμᾶς Μαρκεζίνης Ν
3666Σ. Ζαχαρίτσας Νικήτας Συνοδινὸς Ν
3667Μιλ. Ὀριγώνης ΝΒαρβαῤῥῆγος Πήλικας Ν
3668Κωνστ. Βαλτινὸς ΝἈλέξ. Φωτήλας Ν
3669Ὀδυσ. Μοσχοβίτης ΝΚων. Σταμπουλόπουλος Ν
3670Γεώρ. Καρτάλης ΝΛεων. Πετιμεζᾶς Ν
3671Ἀργ. Κανταρτζῆς ΝὈδυσ. Λαμπρόπουλος
3672Νικ. Κοκωσλῆς ΝΓιαννούσης Τάκης
3673Νικ. Ἀξελὸς Ἠρ. Καλαμπάκας Ν
3674Νικ. Παῤῥησιάδης ΝἈντ. Π. Μαυρομιχάλης Ν
3675Ἰω. Γρίβας ΝΠερ. Πεῤῥωτῆς Ν
3676Ἐπ. Μαυρομμάτης ΝΚων. Φλέσσας Ο
3677Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΟΚων. Ζωγλοπίτης Ν
3678Νικ. Σπυρακόπουλος ΝΠαν. Κουκορῖκος Ν
3679Περ. Ἀλεξάκης ΟΓεώρ. Φραγκίδης
3680Θεμ. Κορομάντζος ΝΔημ. Τερτίπης Ν
3681Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΟἈθαν. Κωστάμης
3682Κωνστ. Κοσσονάκος Ἀριστ. Χατζηνικολῆς Ο
3683Ἀριστ. Πετροπουλάκης Νικ. Μπαλάφας Ν
3684Νικ. Παπανικολάου ΝἈλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν
3685Παν. Λεβέντης Ἠλίας Ποταμιάνος
3686Βαπτιστής Βάστας ΝἈριστ. Ρούκης Ν
3687Γεώρ. Θεοτόκης ΝΣπ. Α. Κουμουνδοῦρος
3688Ἀλκίνοος Ζερβὸς ΝΓιαννοῦκος Μαυρομιχάλης
3689Ἠλίας Πολίτης Ξανθὸς Πικουλάκης Ν
3690Γουλλιέλμος Σκάρπας Ἀσημάκης Χρηστόπουλος Ο
3691Νικ. Μαρκέτης ΝΝικ. Παπαλέξης
3692Σπυρ. Λάσκαρης ΝΠαν. Λαμπρούλιας
3693Κων. Θ. Ρωμαῖος ΝΕὐάγγ. Ἀρδαβάνης Ν
3694Κων. Χρηστόπουλος Ἰω. Τυπάλδος Χαριτάτος Ν
3695Σωτ. Κροκιδᾶς Σπυρ. Μακρῆς Ν
3696Σπυρ. Νοταρᾶς Ἀνδρ. Σιμόπουλος Ν
3697Ἀναστ. Δημητριάδης Εὐστ. Παπαδάκης Ν
3698Γεώρ. Κούστας Πανούρ. Πανουργιᾶς Ν
3699Ἰω. Τσιμάρας ΝΘάνος Κανακάρης Ν
3700Γερ. Μουσούρης ΝἈχ. Χοϊδᾶς
3701Α. Ἄννινος Καβαλλιεράτος ΝἈντ. Ρικάκης
3702Θεόφραστος Μεταξᾶς ΝἸω. Τσερτίδης
3703Διόν. Καλούτσης ΝΝικ. Κουμανιώτης
3704Σπυρ. Στάης ΝἌγγ. Ροῦφος
3705Μιχ. Πολίτης ΝΝικ. Καράπαυλος Ν
3706Θεόδ. Θερμογιάννης Παν. Σάκκης Ο
3707Ἰω. Καλούτσης ΝΣπ. Γρίβας Ν
3708Στέφ. Κοπανίτσας ΝἸω. Βρυώνης
3709Κωνστ. Σαλταφέρος ΝΠ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
3710Πέτρ. Βαρβιτσιώτης ΝἸω. Γεωργιάδης Ν
3711Μελέτ. Ρουσόπουλος ΝΓεώργ. Ν. Μπούμπουλης
3712Δημοσθ. Ματάλας ΝΓεώργ. Π. Μπούμπουλης
3713Νικ. Καραστέργιος ΝἈλέξ. Γ. Σοῦτσος Ν
3714Ἀργ. Διδίκας Ἀνδρ. Γ. Συγγρὸς
3715Ἐδὶπ Σερὲφ Χασὴπ ΝΔημ. Βοκοτόπουλος Ν
3716Ἰω. Λάππας Ἰω. Γκιὼν Ν
3717Νικ. Μπουφίδης ΝΝικ. Φώσκολος Ν
3718Περ. Βαλαωρίτης ΝΣωτήρ. Χατζηγάκης Ν
3719Γερ. Σέρβος ΟΚωνστ. Χατζηπέτρος
3720Κωνστ. Χαλκιόπουλος ΝΧρ. Βλυτσάκης Ν
3721Ἀθαν. Εὐταξίας ΟΓ. Κανούτας Ν
3722Κων. Κωνσταντόπουλος ΟΕὐστ. Κοκκέβης
3723Παν. Μανέτας ΟΔημ. Παπατσώρης Ν
3724Ν. Τριανταφυλλᾶκος ΝΧρ. Καραβίτης Ν
3725Ἠλ. Ζέγγελης ΝΔιον. Κατρίτσης
3726Φίλ. Βάρβογλης Ἀριστ. Μάνεσης Ν
3727Ἀθαν. Σακελλαριάδης ΝἈνδρ. Σκαλτσοδῆμος Ν
3728Λεων. Ζέρβας ΝΒασ. Δροσινὸς Ν
3729Στέφ. Δραγοῦμης ΝΝικ. Βαλάσης Ν
3730Νικ. Φιλάρετος Ἐμμ. Δημητριάδης Ν
3731Χαρ. Τρικούπης ΝΚωνστ. Σαχτούρης
3732Ἰω. Τρικούπης ΝἘπαμ. Κριεζῆς
3733Ἀλκ. Δεληγιάννης ΝΝικ. Τσαμαδὸς Ν
3734Ἀντ. Καρατζᾶς ΝΒησαρ. Χατζηαγγελάκης Ν
3735Ἀθαν. Παπαχελᾶς ΝΝικ. Ζητουνιάτης Ν
3736Παν. Μερλόπουλος ΟΔημ. Ζουλούμης Ν
3737Χαρίλ. Προβελέγγιος ΝΝικ. Χατζῖσκος Ν
3738Ἀντ. Μάτσας Κωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ν
3739Λορέντζος Δελλαρόκας ΝΔημ. Κρίτσας Ν
3740Ἰω. Ναυπλιώτης ΝἩρ. Γαζέπης Ο
3741Στυλ. Βάλληνδας ΝΒ. Βουδούρης Ν
3742Ἰω. Ἰντζὲς ΝΝικ. Καλογερόπουλος Ν
3743Γεώργ. Σισμάνης ΝΘεμ. Α. Κανάρης Ν
3744Νικ. Καλαντζόπουλος ΝΚων. Παπανικολῆς Ν
3745§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 152. Ἐκ τού-
3746των 131 εἶπον Ναί, καὶ 21 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἡ
3747ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἐγένετο δεκτὴ διὰ ψήφων 131
3748κατὰ 21.
3749Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν
3750ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
3751Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
3752§69ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μετὰ
3753τὰς λέξεις «μείζονα τῶν πέντε χιλιάδων» παρακαλῶ νὰ
3754προστεθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ ἐν τοῖς δήμοις αʹ τάξεως».
3755§70ΡΟΥΚΗΣ. Εἶναι ἡ πρότασις τοῦ κ. Παυλοπούλου,
3756τὴν ὁποίαν ἀποδέχεται ὁ κ. Ὑπουργός.
3757§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτρο-
3758ποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερ-
3759θῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρε-
3760δέχθη.
3761(Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δε-
3762κτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 3–7).
3763§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
3764§73ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς
3765τὸ ἄρθρον 8, παρακαλῶ, μετὰ τὰς λέξεις: «Εἰς τοὺς ἀστυ-
3766νόμους χορηγεῖται» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «κατὰ
3767μῆνα».
3768(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8 μετὰ τῆς προσθή-
3769κης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δε-
3770κτὸν, ὡς ἔχει, τὸ ἄρθρον 9).
3771§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
3772§75ΛΑΜΠΡΟΣ. Ἐν τῷ ἐδαφίῳ γʹ, νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι
3773τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους ἡ πραγματικὴ ὑπηρεσία νὰ
3774περιορισθῇ εἰς ἑνὸς ἔτους, διότι πολλοὶ ὑπάρχουσιν οἱ δυνά-
3775μενοι εὐδοκίμως νὰ προσφέρωσι τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, οἱ
3776ὁποῖοι ὅμως ὑπηρέτησαν μόνον ἐπὶ ἓν ἔτος εἰς τὸν στρατόν.
3777§76ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν
3778εἶναι πολλὴ ἡ ὑπηρεσία ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους.
3779(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει, ἄνευ
3780ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ
3781γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 11–21, ὡς ἔχουσι).
3782§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 22 (ἀναγινώσκεται).
3783Ὁ κ. Ρουσόπουλος ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑποβάλλει
3784τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου νὰ προστε-
3785θῶσι τὰ ἑξῆς: «θέλουσι δὲ οὗτοι μισθοδοτεῖσθαι ἐκ τοῦ κατὰ
3786τὸ ἄρθρον 33 καταβαλλομένου ὑπὸ τῶν δήμων ποσοῦ».
3787§78ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Κεφάλαιον 3ον τοῦ ψηφιζομέ-
3788νου ἤδη νομοσχεδίου περιλαμβάνει τρία ἄρθρα, ἀποκλειστι-
3789κῶς ἀφορῶντα εἰς τὰ τῆς ἀγροφυλακῆς· ἀλλ’ ἐξ οὐδενὸς
3790τούτων συνάγεται, πόθεν θὰ μισθοδοτῆται τὸ προσωπι-
3791κὸν αὐτῆς. Καὶ δύναταί τις μὲν νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι κατ’ αὐτὸ
3792τὸ νομοσχέδιον οἱ ἀγροφύλακες θὰ πληρώνωνται ἐκ τοῦ
3793ποσοῦ τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 33 τοῦ νόμου καταλογισθέντων
3794εἰς τοὺς δήμους διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας, ἐν τού-
3795τοις παρακαλῶ τοὺς ἁρμοδίους νὰ ἐκφρασθῶσι ῥητῶς ἐπὶ
3796τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ ἂν δὲν ἔχωσιν, ὡς ἐλπίζω, διά-
3797φορον γνώμην, ν’ ἀποδεχθῶσι τὴν τροπολογίαν μου, διότι
3798ἄλλως οἱ δῆμοι θὰ εὑρεθῶσιν εἰς δυσχερῆ θέσιν.
3799§79ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ
3800πληρωμὴ τῶν μισθῶν τῆς ἀγροφυλακῆς δὲν θὰ γίνηται ἐκ
3801τοῦ ποσοῦ, τοῦ προβλεπομένου ἐν ἄρθρῳ 33, ἀλλὰ θὰ
3802γίνηται ὡς καὶ κατὰ τὸ παρελθόν· διότι ὅλοι οἱ ὑπολογι-
3803σμοὶ ἐγένοντο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μισθοδοσίας τῶν ἀστυ-
3804φυλάκων.
3805§80ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι
3806οἱ δῆμοι θὰ περιστῶσιν οὕτως εἰς δεινὴν οἰκονομικὴν δυσ-
3807χέρειαν, καὶ θὰ καταστῶσιν ἐντελῶς ἀνίκανοι, ὅπως ἀντα-
3808ποκρίνωνται οὐ μόνον εἰς τοὺς σπουδαιοτέρους σκοποὺς τῆς
3809συστάσεώς των, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὰς ἔτι τὰς ἀπολύτους
3810ἀνάγκας τῆς συνήθους καὶ κανονικῆς ὑπηρεσίας.
3811§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ
3812κ. Ρουσοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρον-
3813ται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
3814(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 22, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ
3815ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤ-
3816ῥήσεως τὰ ἄρθρα 23–27, ὡς ἔχουσι).
3817§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 28 (ἀναγινώσκεται).
3818§83ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐνταῦθα καλὸν εἶναι νὰ προστεθῇ,
3819ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται ἡ περὶ ἐγγυήσεως διάταξις τῆς Ποι-
3820νικῆς Δικονομίας οὐ μόνον, ὡς λέγει τὸ ἄρθρον, κατ’ ἀστυ-
3821νόμου ἢ ἀξιωματικοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλὰ καὶ κατ’
3822ἀστυφύλακος.
3823§84ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μά-
3824λιστα· δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
3825(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 28 μετὰ τῆς προσθή-
3826κης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται
3827δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 29–32, ὡς
3828ἔχουσι).
3829§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 33 (ἀναγινώσκεται).
3830Ἐνταῦθα ὑπάρχει τροπολογία τοῦ ἐκ Σάμης βουλευ-
3831τοῦ κ. Βρυώνη.
3832§86ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑποστηρίζεται.
3833§87ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ὀλίγας λέ-
3834ξεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 33.
3835Οἱ ἀντικαταστήσαντες τὸ πρῶτον τὴν ἐν Ἀθήναις καὶ
3836ἐν Πειραιεῖ δημοτικὴν ἀστυνομίαν διὰ τῆς διοικητικῆς
3837ἦσαν τοὐλάχιστον κατὰ τοῦτο συνεπεῖς, ὅτι δὲν ἠθέλησαν
3838νὰ ἐπιβάλωσι τὴν συντήρησιν ταύτης εἰς τοὺς στερηθέντας
3839τῆς τοιαύτης ἐξουσίας δήμους. Οἱ σήμερον ὅμως εἰσηγηταὶ
3840τῆς ἀντικαταστάσεως τῆς δημοτικῆς διὰ τῆς στρατιω-
3841τικῆς ἀστυνομίας καθ’ ὅλους τοὺς δήμους τοῦ Κράτους οὐδὲ
3842κατὰ τοῦτο ἐννοοῦσι νὰ ἦναι συνεπεῖς. Αὐτοὶ δὲν ἀρκοῦν-
3843ται εἰς τὸ ὅτι ἀποστεροῦσι τοὺς δήμους τὴν μόνην ἐξου-
3844σίαν των, τὸ μόνον γνώρισμα τῆς αὐτοδιοικήσεώς των,
3845ἀλλὰ θέλουσι νὰ ἐπιβάλλωσιν εἰς αὐτοὺς καὶ τὴν δαπάνην
3846τῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐνασκήσεως τῆς ἐξουσίας των.
3847Καὶ τὴν δαπάνην ταύτην ἐπιβάλλουσιν εἰς τοὺς δήμους,
3848κύριε Πρόεδρε, οὐχὶ ὑπὸ τὸν τύπον φορολογίας, ὡς ἐνόμι-
3849σάν τινες τῶν προαγορευσάντων, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν τύπον ἀναγ-
3850καστικῆς εἰσφορᾶς μᾶλλον, ἥτις μόνον ἐν καιρῷ πολέμου
3851ἐπιτρέπεται· ἴσως διότι ἠθέλησαν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύ-
3852την ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ὑπὸ τὸ κράτος τῆς στρατιωτικῆς
3853ἀστυνομίας θὰ διατελῶμεν πράγματι εἰς ἐμπόλεμον κατά-
3854στασιν. Ἀλλὰ τὸ περιεργότατον πάντων εἶναι, ὅτι, ἐνῷ
3855ἀπαλλάττουσι τῆς τοιαύτης ἀναγκαστικῆς εἰσφορᾶς τοὺς
3856δύο εὐπορωτέρους δήμους τοῦ Κράτους, τοὺς δήμους Ἀθη-
3857ναίων καὶ Πειραιῶς, ὑποβάλλουσιν εἰς αὐτὴν πάντας τοὺς
3858λοιποὺς δήμους τοῦ Κράτους, οὐδ’ αὐτῶν τῶν ἀπορωτά-
3859των ἐξαιρουμένων. Καὶ θὰ ἴδωμεν οὕτω, κύριε Πρόεδρε, τοὺς
3860δήμους λ. χ. τῆς Δωρίδος, Λοκρίδος, Ναυπακτίας, Εὐρυ-
3861τανίας, Γορτυνίας καὶ ἄλλων ἐπαρχιῶν...
3862§88ΡΟΥΚΗΣ. Καὶ τῆς Νέας Πέλλης.
3863§89ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα, καὶ αὐτῆς τῆς Νέας Πέλλης,
3864ἂν ἀγαπᾶτε.... Θὰ ἴδωμεν, λέγω, τόσους δήμους, τῶν
3865ὁποίων οἱ πόροι μόλις καὶ μετὰ βίας ἐπαρκοῦσιν εἰς συν-
3866τήρησίν των, εἰσφέροντας ἐκ τοῦ ὑστερήματός των πρὸς συν-
3867τήρησιν τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς!
3868Τοῦτο μοὶ ὑπενθυμίζει ἑτέραν τινὰ φορολογίαν, ἐφάμιλ-
3869λον καθ’ ὅλα πρὸς τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος εἰσφοράν. Εἴχομεν
3870πρὶν τὰ διόδια, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεβάλλοντο ὅσοι ἔκαμνον
3871χρῆσιν τῶν ἁμαξιτῶν ὁδῶν ἔφιπποι ἢ ἐφ’ ἁμάξης. Τότε
3872παρεπονοῦντο πολλοὶ τῶν κατοίκων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς,
3873ὅτι ἦσαν ἠναγκασμένοι διὰ πᾶσαν ἐκδρομήν των ἐφ’ ἁμά-
3874ξης νὰ πληρώνωσι διόδια, ὁ δὲ κ. Τρικούπης, καὶ τότε
3875Πρωθυπουργὸς ὤν, ἐσκέφθη νὰ θεραπεύσῃ τὸ τοιοῦτο κακὸν
3876ἁπλούστατα, ὡς ἑξῆς. Κατήργησε τὰ διόδια, τὰ ὁποῖα οἱ
3877εὔποροι τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς κάτοικοι ἐπλήρο-
3878νον, ὁσάκις ἔκαμνον χρῆσιν τῶν ἁμαξιτῶν ὁδῶν, καὶ ἀντι-
3879κατέστησεν αὐτὰ διὰ ποσοστῶν ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων,
3880μὲ τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνονται οἱ πτωχοὶ ποιμένες τῆς Δωρί-
3881δος, Ναυπακτίας, Εὐρυτανίας καὶ ἄλλων παρομοίων ἐπαρ-
3882χιῶν, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν κατεσκεύασεν ἡ Κυβέρνησις εἰς
3883τοὺς τόπους των, ὄχι ἁμαξιτούς, ἀλλ’ οὐδὲ γιδόστραταις.
3884Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰσότης καὶ δικαιοσύνη, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρω-
3885θυπουργὸς καὶ ἐπὶ ἄλλων φορολογικῶν του μέτρων ἔχει
3886καθιερώσει καὶ ἐπὶ τῆς προκειμένης ἀναγκαστικῆς εἰσφο-
3887ρᾶς τῶν δήμων δὲν ἐννοεῖ νὰ παραιτήσῃ. Τοῦτο νομίζω,
3888ὅτι πρέπει νὰ λάβωσιν ὑπὸ σημείωσιν κατ’ ἐξοχὴν οἱ ψη-
3889φίσαντες τὸ νομοσχέδιον Βουλευταὶ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων,
3890ὧν οἱ ἄποροι δῆμοι καταδικάζονται δι’ αὐτοῦ νὰ πληρώ-
3891νωσι τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεως οὐ μόνον τῆς ἰδίας, ἀλλὰ
3892καὶ τῆς ἀστυνομίας τῶν εὐπόρων δήμων Ἀθηναίων καὶ Πει-
3893ραιῶς.
3894(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 33, ὡς ἔχει, ἄνευ
3895ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ
3896γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 34–43 τοῦ
3897νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ, εἰς γʹ συ-
3898ζήτησιν).
3899§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτροπὴ
3900ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταρ-
3901γήσεως τῆς Γενικῆς ἐπιθεωρήσεως τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ
3902συστάσεως Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς. Θέλει τυπωθῆ
3903καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 201).
3904Λύεται ἡ συνεδρίασις.
3905Ὥρᾳ 10 μ. μ.