1892.07.08
2,971 rows · 22,456 words · 203 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35
τῆς 8 Ἰουλίου 1892.
(Τετάρτη)
Ὥρα 10 καὶ 20′ π. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τιμολέων Φιλήμων ὑποβάλλει ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλήν, δι’ ἧς, ἀναγγέλλων ὅτι ἐκδίδει βιβλίον περὶ καθηκόντων τῶν Δημάρχων, παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ συντρέξῃ αὐτὸν εἰς τὴν ἔκδοσίν του, ψηφίζουσα ἀνάλογον πίστωσιν πρὸς ἀγορὰν ἀντιτύπων.
§2ΛΑΜΠΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν, ἥτις ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἀντιτύπων, τὰ ὁποῖα θὰ κρατήσῃ ἡ Βουλή.
§3ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς Βουλῆς πρὸς ἀγορὰν βιβλίων. Τῆς πιστώσεως ταύτης εἶναι δίκαιον νὰ διατεθῇ μέρος πρὸς ἀγοράν τινων ἀντιτύπων.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν. Ὁ πρεσβύτερος υἱὸς τοῦ μακαρίτου ὁπλαρχηγοῦ τῆς Κρήτης Κωνσταντίνου Κριάρη παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ὅπως τῷ δοθῇ βοήθεια πρὸς συντήρησιν τῆς οἰκογενείας του. Θὰ παραπεμφθῇ καὶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν. Ὁ Νικόλαος Παπαδήμας ζητεῖ δι’ ἀναφορᾶς του νὰ φορολογηθῇ ἡ μεταξὺ νέου καὶ παλαιοῦ Φαλήρου ἄμμος προσφέρεται δὲ νὰ ἐνοικιάσῃ αὐτὴν ἀντὶ 2,000 δραχμῶν ἐτησίως. Θὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§5ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ἡμερῶν ἐζήτησα πληροφορίας τινὰς ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἰδίως καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν τῷ Κράτει καθειργμένων ὑποδίκων καὶ τὴν ἐποχὴν, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἕκαστος κρατεῖται. Αἱ πληροφορίαι αὗται εἶναι χρησιμώταται, ἰδίως σχετικῶς πρὸς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέβαλεν, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἦλθον εἰσέτι. Δὲν ἀρνοῦμαι τὴν καλὴν πρόθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὑποθέτω δὲ, ὅτι οἱ κύριοι Εἰσαγγελεῖς ὤκνησαν μέχρι τοῦδε νὰ προσκομίσωσι τὰς πληροφορίας αὐτὰς, καὶ τοῦτο ἀκόμη εἶναι μαρτυρία τῆς ἐλεεινῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Εἰσαγγελικὴ ὑπηρεσία. Διότι κατὰ τὴν ἰδέαν μου καὶ κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν, ὅταν ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ δὲν εὑρίσκηται ἐνήμερος, ὅταν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ δεκαπενθήμερον τοὐλάχιστον, δὲν ἔχῃ ἀκριβεστάτας πληροφορίας περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κρατουμένων ὑποδίκων, τότε ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν ὑφίσταται Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, σχετίζων τὴν πρότασίν μου ἐκείνην μὲ τὸ νομοσχέδιον τῆς Ἀστυνομίας, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μᾶς παρουσιάσῃ εἰκόνα τῆς καταστάσεως τῆς πταισματοδίκου τοὐλάχιστον δικαιοσύνης ἐν Ἑλλάδι, δηλ. νὰ μᾶς φέρῃ πίνακα, ἐμφαίνοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκδοθεισῶν κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος ἀποφάσεων ποινικῶν τῶν Πταισματοδικείων, πόσαι ἐκ τούτων εἶναι καταδικαστικαὶ, πόσαι ἀθωωτικαὶ, καὶ πόσαι ἐδέχθησαν τὴν παραγραφὴν τῶν μηνύσεων. Τὰς πληροφορίας αὐτὰς δύναται νὰ τὰς ἔχῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι ὑποθέτω, ὅτι συμφώνως πρὸς τὸ Διάταγμα τοῦ 1872 ὑπάρχουσιν αἱ τρίμηνοι ἐκθέσεις τῶν Εἰσαγγελέων, καὶ ἐξ αὐτῶν ἐξάγεται ἀκριβῶς ὁ ἀριθμός.
§6ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ διατυπώσῃ ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν του. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν θὰ ἦμαι εἰς θέσιν νὰ προσκομίσω ἀμέσως τὰς πληροφορίας, ὅσαι ἐζητήθησαν, διότι ὑποθέτω, ὅτι θ’ ἀπαιτήσῃ ἡ ἐργασία αὕτη πολὺν χρόνον. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὰ διὰ τῆς πρώτης ἐπερωτήσεώς του ζητηθέντα, βεβαιῶ αὐτὸν, ὅτι ὁ πίναξ εἶναι περὶ τὸ καταρτίζεσθαι, ὑποθέτω δὲ, ὅτι μετὰ δύο ἡμέρας θὰ κατατεθῇ, περιλαμβάνων πάσας τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας.
§7ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦ 1872, εἰς τὰς τριμηνιαίας ἐκθέσεις οἱ κ.κ. Εἰσαγγελεῖς σημειόνουσι τὸν ἀριθμὸν τῶν πταισμάτων καὶ τῶν ἐκδιδομένων ἀποφάσεων. Λοιπὸν, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιαῦται ἐκθέσεις τῆς τελευταίας τριμηνίας, δύνανται νὰ προσαχθῶσι.
§8ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι εἶναι δυνατὸν θὰ τὸ προσκομίσω. Παρακαλῶ μόνον νὰ διατυπώσητε τὴν αἴτησίν σας ἐγγράφως.
§9ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§10ΚΑΪΡΗΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἀτυχῶς δὲν ἤμην παρὼν, διὰ νὰ ἀκούσω, τί ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακεδαίμονος εἶπε προσωπικῶς κατ’ ἐμοῦ διὰ τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον ἤσκησα κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν κατὰ τοῦ Δικαστηρίου Σύρου, καὶ ἰδίως κατὰ τοῦ Προέδρου αὐτοῦ. Ἐπιφυλάττομαι νὰ ἀναγνώσω τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ, καὶ νὰ ἀπαντήσω ἐν καιρῷ. Ἤκουσα ὅτι παρέστησε τὸν κ. Μελετόπουλον, ὅτι εἶναι ἐκτάκτου ἱκανότητος, ἀμεροληψίας καὶ ἀκεραιότητος.
§11Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Μάλιστα, εἶναι.
§12ΚΑΪΡΗΣ. Εὔχομαι νὰ ᾖναι τοιοῦτος. Ἀλλὰ διὰ νὰ σχηματίσωμεν τὴν καλὴν γνώμην τὴν ὑπὲρ αὐτοῦ, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον: 1) Εἰς ποῖα Δικαστήρια ὑπηρέτησεν ὁ κ. Μελετόπουλος ἀπὸ τοῦ 1888 μέχρι σήμερον, ὡς δικαστὴς ἢ πρόεδρος. 2) Ἐκ πόσων δικαστῶν συνεκροτεῖτο ἕκαστον. 3) Πόσαι ὑποθέσεις πολιτικαὶ καὶ ἐμπορικαὶ συνεζητήθησαν, καὶ 4) εἰς πόσας ἐξ αὐτῶν κατ’ ἀντιμωλίαν ὑπῆρξεν εἰσηγητής.
§13ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε συνάδελφε, τὰ αἰτήματά σας μεταβάλλουν τὴν Βουλὴν εἰς Δικαστήριον.
§14ΚΑΪΡΗΣ. Διόλου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ τὰς πληροφορίας ταύτας. Μετὰ τὴν προσαγωγὴν δ’ αὐτῶν θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀπευθύναντα κατ’ ἐμοῦ παρατηρήσεις.
§15ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν αἴτησίν του, καθόσον φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν θὰ προσαγάγῃ τὰς ζητουμένας πληροφορίας, διότι εἶναι προσωπικὸν ζήτημα, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἐξέτασιν. Ὅ,τι ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἁρμοδιότητά μας, καὶ δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀντιποιηθῇ ἀλλότρια καθήκοντα. Καὶ ἄλλοτε ἔγεινε λόγος περὶ τούτου, καὶ ἡ Βουλὴ ἐνόμισεν, ὅτι τὸ ζήτημα ὑπεκφεύγει τὴν ἁρμοδιότητά της. Ἐὰν ὁ συνάδελφος νομίζῃ, ὅτι ὑπάρχουν λόγοι καθ’ ἑνὸς δικαστοῦ, δύναται νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπανόρθωσιν· ποτὲ ὅμως ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς δὲν φέρονται τοιαῦτα ζητήματα, οὔτε ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δεχθῇ τοιαύτην συζήτησιν.
§16ΚΑΪΡΗΣ. Δὲν κάμνω κατηγορητήριον. Ἐζήτησα πληροφορίας, καὶ νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ τὰς ὑποβάλῃ, διότι ἐπ’ αὐτῶν θὰ στηρίξω τὸν προσήκοντα ἔλεγχον.
§17ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Καΐρη, νὰ τὸν καταγγείλητε.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ Κύριοι, αὐτὰ καταντοῦν ἐντελῶς προσωπικὰ ζητήματα, καὶ δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀπασχολῆται εἰς αὐτά.
§19ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ ἐγὼ νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν Βουλὴν ἐπερωτήσεις ἀφορῶσαι ἐντελῶς προσωπικὰ ζητήματα. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχολῆται ἐπί τινος καταγγελίας κατὰ δικαστοῦ, ὁ ὁποῖος, οὕτως ἢ ἄλλως, ἐφάνη δυσάρεστος εἴς τινα. Εἶναι πολὺ ἄτοπον νὰ φέρωνται τοιαῦτα προσωπικὰ ζητήματα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§20ΚΑΪΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὅταν καταγγέλληται εἷς ὑπάλληλος ἐπὶ ἀμελείᾳ ἢ δι’ ἄλλον λόγον, ἔχω δικαίωμα νὰ ζητήσω πληροφορίας, ὅπως ἐλέγξω ἀκολούθως τὸν ἁρμόδιον. Οὐδόλως δὲ τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικόν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, ἔχετε δικαίωμα νὰ κάμητε ἐπερώτησιν, ἀλλ’ ὄχι κατηγορητήριον.
§22ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δύνασθε νὰ τὸν καταγγείλητε, καὶ ἂν ὑπέπεσεν εἰς οἱονδήποτε παράπτωμα, θὰ τιμωρηθῇ ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας δικαστικῆς ἀρχῆς· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ δικάσῃ, καὶ ποινὰς νὰ ἐπιβάλῃ· δύναται νὰ ἐλέγξῃ τὸν Ὑπουργὸν, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς δὲν διατάξῃ τὰ δέοντα. Ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε νὰ εἰσάγωνται τοιαῦτα προσωπικὰ ζητήματα, νὰ ἐλέγχητε δικαστικὸν ἀνώτερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶναι ὅλως διόλου παραβίασις τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας.
§23ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς φόρων πρὸς ἀνόρυξιν ἐσωτερικοῦ λιμένος ἐν Λευκάδι.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 179). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ κατὰ τὸν νόμον ᾼΦΜΖʹ προσθέτου προσωπικοῦ. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, εἰς αʹ συζήτησιν, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ χορηγίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1891 ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 1500. Περὶ χορηγίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1891 ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 414,780.33. Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 8,290 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1891 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δρ. 989,623. 30 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1891 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 77,287.51 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1891 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1891 ἐκ δραχ. 59,060. Περὶ κυρώσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 400,000 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1892. Περὶ κυρώσεως πιστώσεων τῆς χρήσεως 1891, ἀναπληρωματικῶν μὲν ἐκ δραχ. 1,259,517.81, ἐκτάκτων δὲ ἐκ δραχ. 1,129,301.46. Περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1891 ἐκ δραχμῶν 703,000).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως πιστώσεων τῆς χρήσεως 1890, ἀναπληρωματικῶν μὲν ἐκ δραχμῶν 622,957, ἐκτάκτων δὲ ἐκ δραχμῶν 16,743,380.
§26ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλήν, διὰ ποῖον λόγον ἡ πίστωσις αὕτη, ἡ ἀναγομένη εἰς τὸ 1890, δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Σύνοδον τοῦ 1891 καὶ ὑποβάλλεται σήμερον;
§27ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπεβλήθη, ἀλλὰ δὲν ἐπρόφθασε νὰ ψηφισθῇ.
§28Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βλέπετε ἐν τῇ ἐκθέσει, ὅτι αἱ πιστώσεις αὗται ἅπασαι ὑπεβλήθησαν κατὰ τὴν προηγουμένην Βουλὴν πρὸς κύρωσιν, ἀλλ’ ἡ ψήφισις τῶν ἀφορώντων εἰς αὐτὰς νομοσχεδίων καθυστέρησε, καὶ τούτου ἕνεκεν ὑποβάλλονται ἐκ νέου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως πιστώσεων τῆς χρήσεως 1889, ἀναπληρωματικῶν μὲν ἐκ δραχμῶν 1,085,500, ἐκτάκτων δὲ ἐκ δραχμῶν 306,830.07, καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐξωτερικῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑπολογισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως ἐν τῇ καταγινωσκομένῃ ποινῇ.
§30ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προεβλήθη ὑπὸ μὲν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης ἡ προσθήκη δευτέρου ἄρθρου, ἀφορῶντος εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως, ὑπὸ δὲ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ προεβλήθησαν ἀπορίαι τινὲς, ἢ παρατηρήσεις. Παρεκλήθη, ὅπως ὑποβάλῃ τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου· καίτοι δὲ εἶχεν ὑποσχεθῆ χθὲς, ὅτι θὰ τὸ πράξῃ, δυστυχῶς ἐζήτησα καὶ χθὲς τὸ ἑσπέρας καὶ σήμερον εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν τὴν εὗρον.
§31ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ αὕτη· ἂν θέλητε, λαμβάνετε γνῶσιν αὐτῆς.
§32ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης προεβλήθη ἡ προσθήκη τοῦ ἄρθρου δευτέρου, ὡς προεῖπον, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ καθορίζηται διὰ διαδικασίας, ἐν αὐτῷ ὁριζομένης, ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως· ἀλλ’ οἱ ἁρμόδιοι δικαστικοὶ, τοὺς ὁποίους συνεβουλεύθην, μοὶ παρετήρησαν, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ προσθήκη τοῦ ἄρθρου 2, διότι, κατὰ τὰ μέχρι σήμερον κρατοῦντα, δύσκολον εἶναι νὰ παρεισφρήσῃ λάθος εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως· συνήθως ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ὑποβάλλεται πλήρης ἡ δικογραφία, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὑπάρχει πάντοτε τὸ ἔνταλμα τῆς προφυλακίσεως, τὸ ὁποῖον δεικνύει ἀκριβῶς τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ καταδικαζόμενος προεφυλακίσθη. Ἐὰν ἐπῆλθε διακοπὴ κατὰ τὸν ἄλλον νόμον πάλιν θὰ ὑπάρχῃ ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου. Ἐν γένει δὲ εἶναι δυνατὸν, ἀφοῦ τὸ Δικαστήριον πρόκειται νὰ ἀφαιρέσῃ ἐκ τῆς καταγνωστέας ποινῆς τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως, εἶναι δυνατὸν, λέγω, νὰ προβληθῇ ἐκ μέρους τοῦ συνηγόρου τοῦ κατηγορουμένου πᾶσα περὶ τούτου ἔνστασις, καὶ οὕτω νὰ προσδιορισθῇ ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου ἀμέσως ἡ καταγνωστέα ποινή. Ἐὰν δεχθῶμεν τὴν προσθήκην τοῦ ἄρθρου 2 τῆς ἐπιτροπῆς, θέλομεν εὑρεθῆ πρό τινος δυσκολίας· διότι, ἂν ἤθελε παραλείψει ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ προσαγάγῃ τὸν πίνακα τοῦτον, ἴσως ἤθελεν ὑποληφθῇ ὡς μία ἔλλειψις τυπικὴ, δυναμένη νὰ προκαλέσῃ καὶ ἀναίρεσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου. Ἐν γένει δὲ, πάντες οἱ ἐπιτετραμμένοι τὰ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης μοὶ παρετήρησαν, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ κανονισθῇ δι’ εἰδικοῦ ἄρθρου ὁ τρόπος τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς προφυλακίσεως, διότι εἶναι πολὺ εὐχερὴς ἡ ἐξεύρεσις αὐτοῦ.
§33ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἐντελῶς μηχανικὴ ἐργασία.
§34ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναται δὲ, ἄλλως τε, διὰ μιᾶς ἐγκυκλίου νὰ κανονισθῇ, καὶ οὕτω νὰ μὴ προκύψῃ ἐκ τούτου ἄτοπόν τι. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος παρετήρησεν, ὅτι δὲν εἶναι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὡρισμένον, ἂν ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως ἀφορᾷ εἰς τὴν πρᾶξιν, διὰ τὴν ὁποίαν κατεδικάσθη τις. Νομίζω, ὅτι ἐκ τῆς οἰκονομίας τοῦ νομοσχεδίου προκύπτει τοῦτο· ἀλλ’ οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ, ὅπως εἰς τὸ νομοσχέδιον, μετὰ τὰς λέξεις «καθ’ ὃν χρόνον ὁ καταδικασθεὶς διετέλεσεν ἐν προφυλακίσει», προστεθῇ «ἐφ’ ᾗ πράξει κατεδικάσθη». Καὶ οὕτω καὶ αὐτὸς ὁ ἐνδοιασμὸς ἐκλείπει. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ μίαν ἄλλην ἀπορίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, περὶ τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον διατελεῖ ἐν προφυλακίσει ὁ ὑποβαλὼν αἴτησιν ἀναιρέσεως, νομίζω, ὅτι ἐν τῇ σημερινῇ τροπολογίᾳ δὲν ἀναφέρεται τοῦτο, ἀλλὰ χθὲς εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ διατελέσῃ ἐν προφυλακίσει ὁ ὑποβαλὼν αἴτησιν ἀναιρέσεως· εἶναι περίπτωσις, δυναμένη νὰ παρουσιασθῇ. Ἐπὶ τούτου, ἐὰν ἡ αἴτησις ἀναιρέσεως γένηται δεκτὴ ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου, τότε ἡ ἀπόφασις τοῦ Πλημμελειοδικείου ἢ τοῦ Κακουργιοδικείου εἶναι ἄκυρος, ὁ χρόνος δὲ κατὰ τὸν ὁποῖον καὶ μετὰ τὴν ἀπόφασιν αὐτῶν διετέλεσεν ἐν προφυλακίσει, βεβαίως ὅταν ἐκ νέου καταδικασθῇ, θὰ ὑπολογισθῇ· ἐν περιπτώσει δὲ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἀποῤῥιφθῆ, ὑπάρχει εἰδικὴ διάταξις, ὡς γινώσκετε, ἐν τῷ Ποινικῷ Νόμῳ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ποινὴ, ἡ ὁποία καταγινώσκεται, ἄρχεται ἀφ’ ἧς ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ἀποῤῥίπτουσα τὴν ἀναίρεσιν· διάταξις, ἡ ὁποία δὲν μεταβάλλεται τὸ παράπαν. Ἔχομεν μίαν ἀπόφασιν τοῦ Πλημμελειοδικείου ἢ Κακουργιοδικείου, καταγινώσκουσαν μίαν ὡρισμένην ποινὴν, εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τῆς ὁποίας ἐλήφθη ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως, ὅταν ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου· ἀλλ’ ὁ καταδικασθεὶς ἠθέλησε νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ μέσον τῆς ἀναιρέσεως· ἐὰν ἀποῤῥιφθῇ ἡ αἴτησις ἀναιρέσεως, τότε ἡ ποινὴ, ἡ καταγνωσθεῖσα εἰς αὐτὸν, θ’ ἀρχίσῃ ἀφ’ ἧς ἡμέρας δημοσιευθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅπως καὶ σήμερον γίνεται. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μεταβάλωμεν τὴν διάταξιν ταύτην.
§35ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦτο γίνεται σήμερον ὡς πρὸς μόνον τὰς ἀποφάσεις τῶν Κακουργιοδικῶν.
§36ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ τροπολογίᾳ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ προβλέπεται καὶ μία ἑτέρα περίπτωσις· ἐὰν ἡ ἐπιβληθεῖσα ποινὴ ἦναι χρηματικὴ, ἀφαιρεῖται ἐξ αὐτῆς ὡρισμένον τι ποσὸν χρηματικὸν λόγῳ τῆς προφυλακίσεως. Παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, εἰσάγει μίαν καινοτομίαν, ἐννοεῖται ὑπὲρ τῶν κατηγορουμένων· δὲν πρέπει εἰς τὴν καινοτομίαν ταύτην νὰ περιλάβωμεν πάσας τὰς περιπτώσεις, τὰς ὁποίας ἄλλαι νομοθεσίαι, πρὸ πολλοῦ ἔχουσαι τοιαύτην διάταξιν ἐν λειτουργίᾳ, περιέλαβον, καὶ νὰ προκαλέσωμεν νέαν διαδικασίαν πρὸς προσδιορισμὸν τῆς προφυλακίσεως εἰς χρήματα. Ἐὰν ἀναγάγωμεν τὴν προφυλάκισιν εἰς χρήματα, τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι παρ’ ἡμῖν ἴσως πηγὴ ἀτόπων, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀποδέχομαι τὴν τροποποίησιν ταύτην, παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου μετὰ μόνης τῆς προσθήκης «ἐφ’ ᾗ πράξει κατεδικάσθη». Ἐγένετο καὶ μία ἄλλη παρατήρησις, ἀφορῶσα εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἷς εἶναι προφυλακισμένος διὰ πολλὰς πράξεις· τί ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ γένηται; Ἀλλ’ εὑρίσκω, ὅτι τοῦτο ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ νόμου προχείρως καὶ εὐχερῶς λύεται· διότι ἅπαξ καὶ μόνον ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως διὰ μίαν πρᾶξιν θὰ συνυπολογισθῇ, δὲν θὰ συνυπολογισθῇ καὶ διὰ τὰς ἄλλας πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας τυχὸν κατηγορεῖται καὶ διὰ τὰς ὁποίας θὰ ἐπιβληθῇ ἰδία ποινή.
§37ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου διὰ τὴν αὔριον, διότι μόλις ἤδη κατετέθη ἡ τροπολογία τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου, ἐπὶ τῆς ὁποίας χθὲς ἀνέπτυξε τὰς γνώμας του. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἄξιον μελέτης περισσοτέρας, καὶ πρὸ πάντων ἔχομεν ἀνάγκην νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῆς τροπολογίας, ὅπως διετυπώθη, δὲν βλέπω δὲ καὶ κατεπείγοντα λόγον, ὅπως μὴ ἀναβληθῇ ἡ τρίτη συζήτησις δι’ αὔριον. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὴν Βουλὴν, ὅπως ἡ συζήτησις αὕτη γείνῃ αὔριον.
§38ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι! νὰ προχωρήσωμεν· δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀναβληθῇ.
§39ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅτε συνεζητήθη τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὑπεβλήθησαν διάφοροι ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς παρατηρήσεις, μία ἐκ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ ἐκείνη, ἣν ὡς γνώμην αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας χθὲς ὑπέβαλε, τουτέστι ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως, ὅστις μέλλει νὰ συμψηφισθῇ πρὸς τὴν ποινὴν, ἡ ὁποία θὰ καταγνωσθῇ εἰς τὸν κατηγορούμενον διὰ τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐκρίθη τότε συμφερώτερον νὰ μείνῃ ὡς εἶχε τὸ νομοσχέδιον ἀρχικῶς, ἐθεωρήθη ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ, ὅτι ἔπρεπε νὰ προστεθῇ δεύτερον ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ κανονίζωνται τὰ δικαιώματα τοῦ κατηγορουμένου, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθῃ, εἴτε ἐξ ἀμελείας, εἴτε ἐκ παρανοήσεως τυχὸν τοῦ Δικαστηρίου, ἀδικία εἰς αὐτὸν κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως. Ἡ διάταξις δὲ, τὴν ὁποίαν προσέθηκεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐν δευτέρῳ ἄρθρῳ, εἶναι κατὰ τοσοῦτον σπουδαία, καθ’ ὅσον ἐν τῇ πρακτικῇ παρατηρεῖται, ὅτι λίαν ἐπιπολαίως πολλάκις ἐξετάζονται τὰ πράγματα παρὰ τοῦ Δικαστηρίου, καὶ εἰς τὴν ἐπιπολαιότητα ταύτην βεβαίως δὲν θὰ εὕρισκε χάριν οὔτε ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπεδέχθη τὴν τροπολογίαν ταύτην, καὶ ἐπρόκειτο νὰ προστεθῇ αὕτη εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὡς δεύτερον ἄρθρον· ἀλλ’ ὡς σήμερον ἐβεβαίωσεν ἐντεῦθεν, παρὰ διαφόρων δικαστικῶν ἔμαθεν, ὅτι ἡ προσθήκη τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἐντελῶς περιττή· καὶ εὐλόγως τοιαύτην θὰ ἐλάμβανε πληροφορίαν, ἐφ’ ὅσον ἀπετείνετο πρὸς τοὺς κυρίους Εἰσαγγελεῖς. Οἱ κύριοι Εἰσαγγελεῖς ἀδιαφοροῦσιν ἐντελῶς περὶ τῆς τύχης τοῦ κατηγορουμένου καὶ περὶ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ὁ νόμος· βλέπουσι πρὸς ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν, πῶς νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν κάθειρξιν ἐν ταῖς φυλακαῖς πλειοτέρων ἀνθρώπων, ἀδιαφοροῦντες περὶ τοῦ ἂν δικαίως ἢ ἀδίκως οὗτοι ἐτοποθετήθησαν εἰς τὰς φυλακάς. Ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως, ἥτις καλεῖται ὑπευθύνως νὰ νομοθετήσῃ, δὲν εἶχεν αὐτὸ τὸ συμφέρον· ἡ ἐπιτροπὴ, συγκειμένη ἐξ ἀνθρώπων πεπειραμένων καὶ ἐχόντων γνῶσιν τῶν συμβαινόντων καθ’ ἑκάστην εἰς τὰ Δικαστήρια, ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ κατηγορουμένου διὰ τῆς προσθήκης τοῦ δευτέρου ἄρθρου, καὶ θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι κατὰ τίνα τρόπον διεξάγονται ἐν τῷ Πλημμελειοδικείῳ αἱ δίκαι, αἵτινες εἰσάγονται κατὰ ἑκατοντάδας, νὰ ἀποφανθῶσιν, ἐὰν δὲν ἦναι ἀναγκαιοτάτη ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, λαβὼν πληροφορίας παρὰ μόνον τῶν Εἰσαγγελέων, εἶπεν, ὅτι οἱ συνήγοροι τοῦ κατηγορουμένου θὰ ἔχωσι τὴν πρόνοιαν νὰ παραστήσωσιν εἰς τὸ Δικαστήριον τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον προεφυλακίσθη ὁ κατηγορούμενος, ἵνα κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως συμψηφισθῇ εἰς τὴν ποινήν. Ἀλλ’ ἀπέφυγον ἐπιμελῶς νὰ παραστήσωσιν οἱ δόντες τὴν πληροφορίαν ταύτην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ὁ κατηγορούμενος δύναται πολλάκις νὰ μὴ ἔχῃ συνήγορον, καὶ συνήθως δὲν ἔχει συνήγορον ὁ ἐν τῷ Πλημμελειοδικείῳ κατηγορούμενος καὶ διατελῶν ἐν προφυλακίσει, διότι οἱ διατελοῦντες ἐν προφυλακίσει καὶ δικαζόμενοι ἐν τῷ Πλημμελειοδικείῳ συνήθως εἶναι οἱ κατηγορούμενοι δι’ ἀδικήματα ἀναγόμενα εἰς τὰς κακὰς αὐτῶν ἕξεις, καὶ ὁ περισσότερος ἀριθμὸς στρέφεται περὶ τοὺς λωποδύτας. Θὰ ἐγερθῇ ἴσως ἀντίῤῥησις: καὶ περὶ αὐτῶν θὰ μεριμνήσωμεν; Ἐγὼ δὲν ποιοῦμαι διάκρισιν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων· θεωρῶ τὰ δικαιώματα ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἴσα, ὅταν μάλιστα ζῶμεν ἐν συνταγματικῇ πολιτείᾳ· ἑπομένως εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀποκρούω τὴν τοιαύτην ἀντίῤῥησιν. Συνήθως λοιπὸν, λέγω, οἱ κατηγορούμενοι οὗτοι δὲν ἔχουσι συνήγορον· δὲν ἔχουσι δὲ συνήγορον καὶ πολλοὶ κατηγορούμενοι, μὴ ὑπαγόμενοι εἰς τὴν τάξιν τῶν λωποδυτῶν, προφυλακισθέντες δὲ δι’ ἄλλην πρᾶξιν καὶ εἰσαγόμενοι εἰς Πλημμελειοδικεῖα ξένα τοῦ τόπου τῆς γεννήσεώς των καὶ τῆς κατοικίας των, ἔνθα δὲν εὑρίσκουσιν ἄνθρωπον ἐνδιαφερόμενον, ἵνα τοὺς προστατεύσῃ. Γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, πῶς διεξάγονται αἱ δίκαι αὗται ἐν τῷ Πλημμελειοδικείῳ; Ἐὰν ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ μεταβῇ μίαν ἡμέραν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Ἀθηνῶν, θὰ ἔβλεπε πόσον εὔλογος εἶναι ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω. Πρὶν ἢ προφθάσῃ νὰ εἰσέλθῃ ὁ μάρτυς ἢ ὁ κατηγορούμενος διὰ τῶν θυρῶν τοῦ Δικαστηρίου, ὁ κ. Πρόεδρος τῶν Πλημμελειοδικῶν ἔχει λάβει ἤδη τὴν ταὐτότητά του· πρὶν ἢ προφθάσῃ ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς περὶ τῆς κατοικίας του, τῆς θρησκείας του καὶ τῶν ἐτῶν του ἐρωτήσεις, ὁ κ. Πρόεδρος τὴν διαδικασίαν ταύτην τὴν ἔχει τελειώσῃ· πρὶν ἢ προφθάσῃ ν’ ἀπολογηθῇ περὶ τῶν πράξεων, διὰ τὰς ὁποίας κατηγορεῖται, ὁ κ. Πρόεδρος ἔχει ἀπαγγείλει τὴν ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας τὸν καταδικάζει! Ὁ δὲ κ. Πρόεδρος, ταῦτα πάντα ἐνεργῶν διὰ σιδηροδρομικῆς ταχύτητος, οὐδὲ βλέμμα ῥίπτει κἂν ἐπὶ τῆς δικογραφίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐνώπιόν του, καὶ πολλάκις τοῦτο συμβαίνει καὶ ὅταν ἀκόμη ὁ κατηγορούμενος ἔχῃ συνήγορον, ἐὰν ὁ συνήγορος οὗτος δὲν συμπέσῃ νὰ ἦναι ἐκ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐννοοῦσι νὰ κάμωσι χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων των. Πολλάκις συμβαίνει, Κύριοι, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ συνήγορος τοῦ κατηγορουμένου ἄρχεται ἀναπτύσσων τὴν ὑπεράσπισιν, οἱ κύριοι δικασταὶ νὰ ἀπαγγέλλωσι τὴν ἀπόφασιν, πρὶν ἢ ἀκούσωσιν οὐδὲ λέξιν κἂν τῆς ὑπερασπίσεως! Ὅταν δὲ συμβῇ νὰ μὴ ἔχῃ ὁ κατηγορούμενος συνήγορον, ποία εἶναι ἡ ἐγγύησις, ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ χρόνου θὰ γείνῃ ἀκριβὴς ἀπὸ τὸ Δικαστήριον τῶν Πλημμελειοδικῶν; Ἐὰν τοῦτο συμβαίνῃ καθ’ ἑκάστην, —καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν κυρίων συναδέλφων, ὅσοι ἀσχολοῦνται περὶ τὰ δικαστικὰ,—δὲν θὰ ἦτο παράλειψις καθήκοντος ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς νὰ μὴ μεριμνήσῃ, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ κατηγορουμένου, καθ’ ἣν στιγμὴν φέρει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἓν νομοσχέδιον πρὸς ψήφισιν, παρὰ τοῦ ὁποίου προσδοκᾷ, καὶ προσδοκᾶται ἀληθῶς μέγα ἀγαθόν; Διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ ἐπιμένει, ἢ τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου νὰ συνταχθῇ καθ’ ὃν τρόπον συνέταξε τοῦτο ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, νὰ ἀφεθῇ δηλ. ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅτε μένουσιν ἐν ἰσχύϊ καὶ αἱ διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ κατηγορούμενος δύναται, ἂν θεωρήσῃ, ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς ἐκεῖνος δὲν εἶναι ἀκριβὴς, νὰ ὑποβάλῃ αἴτησιν πρὸς ἀκριβέστερον ὑπολογισμὸν, ἢ, ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον περιλαμβάνει διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ὑποχρεοῦται τὸ Δικαστήριον, ἐν τῇ ἀποφάσει τῇ καταγινωσκούσῃ τὴν ποινὴν, νὰ προσδιορίσῃ τὸν χρόνον, καὶ ἐντεῦθεν τεκμαίρεται, ὅτι ἀποκλείεται εἰς τὸ μέλλον πᾶσα ἀναθεώρησις τῆς ἀποφάσεως ταύτης, ἔπρεπεν ἀναγκαίως νὰ περιληφθῇ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀκριβέστερος προσδιορισμὸς τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως νὰ ἐπιζητῆται καὶ διὰ μεταγενεστέρας αἰτήσεως ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κατηγορουμένου, ἢ καὶ ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως, ἵνα οὕτω μὴ ἀδικηθῇ ὁ κατηγορούμενος, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου θεσπίζομεν τὴν διάταξιν. Θεωρῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ νὰ μὴ ψηφισθῇ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἡ ἐπιτροπὴ, διὰ τὴν μεγάλην αὐτῆς πρακτικὴν ἀξίαν· παρακαλῶ δὲ πάντας τοὺς κυρίους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τῶν δικῶν ἐν τοῖς Πλημμελειοδικείοις, νὰ μαρτυρήσωσι...
§40ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§41ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. ... ἐὰν λόγοι πρακτικώτατοι καὶ σπουδαιότατοι δὲν ἐπιβάλλωσι τὴν ψήφισιν τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἡ ἐπιτροπή. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς ἀπορίας, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης παρεξήγησε ταύτας. Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, εἶναι ἀληθῶς σοβαρωτάτη, ἰδίως ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπέρχεται ἀναίρεσις τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔβλεπε τὴν περίστασιν ταύτην ὑπὸ μίαν μόνον ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν, κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται ν’ ἀποφασισθῇ, τί θὰ γείνῃ ἐν περιπτώσει ἀναιρέσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου τῶν Συνέδρων, ὅτε ὁ κατηγορούμενος διατελεῖ ἐν προφυλακίσει, λόγῳ τοῦ ἐκδοθέντος βουλεύματος. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ προσέξῃ εἰς τὴν ἑξῆς περίστασιν, τὴν ὁποίαν κυρίως ἀφορᾷ ἡ παρατήρησις τοῦ ἐντίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ. Εἰσάγεταί τις εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον χωρὶς νὰ ἦναι προφυλακισμένος διόλου, καὶ καταδικάζεται ἐπί τινι πράξει εἰς φυλάκισιν ἓξ μηνῶν, προσβάλλει τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν δι’ ἀναιρέσεως, καὶ μετὰ παρέλευσιν τριῶν μηνῶν ἀναιρεῖται ἡ ἀπόφασις· ἐν τούτοις, κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, τοὺς τρεῖς μῆνας διήνυσεν ἐν τῇ φυλακῇ, διότι ἡ ἀναίρεσις εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν Πλημμελειοδικῶν δὲν ἔχει ἀνασταλτικὴν δύναμιν. Τί θὰ γείνῃ, ἂν ἀναιρεθῇ ἡ ἀπόφασις καὶ πρόκηται νὰ δικασθῇ ἐκ νέου ὁ κατηγορούμενος, ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον διήνυσεν; ἐρωτᾷ ὁ ἔντιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτής· θὰ θεωρηθῇ ὡς προφυλάκισις, μολονότι δὲν εἶναι τοιαύτη, καὶ θὰ ὑπολογισθῇ εἰς τὴν νέαν ποινήν;...
§42ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Θὰ ὑπολογισθῇ.
§43ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Παρακαλῶ... Δὲν θὰ ὑπολογισθῇ, δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἐρώτημα εἶναι σοβαρὸν, καὶ τὸ θέμα εἶναι σπουδαῖον, καὶ δὲν θὰ διστάσω νὰ ἀποφανθῶ περὶ τοῦ ὀρθοῦ καὶ δικαίου τῆς τοιαύτης γνώμης· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐδῶ ἡ κατάλληλος θέσις, ἵνα συζητηθῇ τοιοῦτον θέμα, διότι τὸ νομοθέτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, δὲν προβλέπει τὴν περίστασιν ταύτην, διότι δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ σκεφθῇ κἂν περὶ αὐτῆς· τὸ νομοθέτημα προβλέπει τὴν περίστασιν, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 518 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, προκειμένου περὶ πταισμάτων, τουτέστι τὴν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν καταδικάζεταί τις προφυλακισμένος ἐπὶ τῇ αὐτῇ πράξει, διὰ τὴν ὁποίαν προεφυλακίσθη, ἀφορᾷ δὲ καθαρῶς εἰς μόνην τὴν προφυλάκισιν, διότι ἡ ποινὴ, τὴν ὁποίαν διήνυσεν ὁ καταδικασθεὶς δυνάμει ἀποφάσεως ἀναιρεθείσης, βεβαίως δὲν εἶναι προφυλάκισις, εἶναι ποινή, ἡ ὁποία ἐματαιώθη διὰ τῆς χρήσεως ἑνὸς ἐνδίκου μέσου. Πρέπει νὰ ζημιωθῇ τὸν χρόνον τοῦτον ὁ κατηγορούμενος, ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀπόφασις ἀναιρεθῇ καὶ πρόκηται ἐκ νέου νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ δίκη; Ὑπάρχει γνώμη θεωρητική, ὑποστηρίζουσα, ὅτι βεβαίως πρέπει νὰ τὴν ζημιωθῇ. Ἀλλ’ ὑπὸ τὸ σύστημα τῶν φυλακῶν, τὸ ὁποῖον κρατεῖ παρ’ ἡμῖν, καὶ κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διεξάγονται τὰ τῶν φυλακῶν ἐν γένει παρ’ ἡμῖν, ἐγὼ δὲν θεωρῶ, ὅτι πρέπει νὰ ζημιωθῇ τὸν χρόνον τοῦτον ὁ εἰς τοιαύτην ποινὴν καταδικασθείς, πρέπει ὁ χρόνος οὗτος νὰ συμψηφισθῇ εἰς τὴν ποινήν, τὴν μέλλουσαν νὰ ἐπιβληθῇ εἰς αὐτὸν κατὰ τὴν ἀναίρεσιν τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως· ἀλλὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐπιδιωχθῇ δι’ ἄλλου νομοθετήματος, δι’ εἰδικοῦ νομοθετήματος, διότι τὸ νομοθέτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται ν’ ἀποφασίσωμεν σήμερον, δὲν ἔχει κἀμμίαν σχέσιν μὲ τὴν περίστασιν ταύτην. Ταῦτα λέγω, διότι ἡ ἀναίρεσις κατ’ ἀποφάσεως Δικαστηρίου τῶν Συνέδρων, καὶ δεκτὴ γενομένη, δὲν θὰ φέρῃ εἰς κἀμμίαν ἀπορίαν, ὅταν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους· διότι, ὡς εἶναι γνωστόν, ἡ ἀναίρεσις κατ’ ἀποφάσεως τῶν Κακουργιοδικῶν ἔχει ἀνασταλτικὴν δύναμιν, ἑπομένως ὁ κατηγορούμενος ἐξακολουθεῖ διατελῶν ἐν ὑποδικίᾳ, ἐν προφυλακίσει, δυνάμει τοῦ βουλεύματος, τοῦ παραπέμψαντος αὐτὸν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον· ἑπομένως οὗτος, εἴτε γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀναίρεσις, εἴτε ἀποῤῥιφθῇ ἡ ἀναίρεσις, δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν περίστασιν, τὴν ὁποίαν προανέφερον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως θεραπευθῇ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, καὶ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ συμψηφίζηται καὶ ἡ ποινὴ τοῦ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην εὑρισκομένου καταδίκου. Ἤδη θὰ παρακαλέσω πάλιν τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ μὴ σιωπήσωσι, προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει, διότι κατὰ τὸ μέλλον θὰ εὑρεθῶσι πολλάκις εἰς θέσιν νὰ ἀγανακτήσωσιν ἕνεκα τῶν ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπέλθωσιν ὡς ἐκ τῆς ταχύτητος, μετὰ τῆς ὁποίας διεξάγονται τὰ τῆς ποινικῆς ἡμῶν δικαιοσύνης ἐν τοῖς Πλημμελειοδικείοις. Πρέπει πάντες, ὅσοι ἔχουσι πεῖραν αὐτοῦ τοῦ δεινοῦ, ἀφοῦ τὸ δεινὸν τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῇ διὰ νομοθετήματος, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ διεξαχθῶσι τὰ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ἐν τοῖς Πλημμελειοδικείοις, ὅταν εἰσάγωνται 100 ὑποθέσεις εἰς ἑκάστην συνεδρίασιν, πρέπει τὰ τοῦ δεινοῦ τούτου νὰ τὰ ὑποδείξωσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅστις πιθανὸν νὰ διατελῇ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ πράγματος, ἵνα μὴ ἀφεθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν ὁδὸν, ἣν ὑποδεικνύουσιν αὐτῷ οἱ ἀξιότιμοι κύριοι Εἰσαγγελεῖς, οἱ μηδόλως μεριμνῶντες περὶ ἄλλου τινός, ἢ περὶ τοῦ πῶς νὰ ἔχωσιν αὐτοὶ μὲν ἡσυχίαν, οἱ δὲ κατ’ αὐτοὺς ὑποτιθέμενοι πάντοτε ἔνοχοι νὰ ὑφίστανται περισσότερον χρόνον προφυλακίσεως. Διὰ τοῦτο θεωρῶ, ὅτι πρέπει ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει ὡς τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀφεύκτως νὰ συμψηφισθῇ μετὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἵνα οὕτω τὸ ἔργον ᾖ πλῆρες καὶ δίκαιον.
§44ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Χθές, κύριοι Βουλευταί, περιωρίσθην νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν διάφορα ζητήματα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἐγείρῃ ἡ ἰδέα τοῦ ὑπολογισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως εἰς τὴν ποινήν. Ὑπέδειξα δὲ τὰ ζητήματα ταῦτα, ἵνα λάβῃ αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλή, καὶ κατὰ τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ εἰς ἓν ἕκαστον αὐτῶν, μεριμνήσῃ περὶ προσηκούσης συντάξεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἐν τῇ ἀγνοίᾳ περὶ τῆς λύσεως, ἥτις εἰς ἕκαστον τῶν ζητημάτων τούτων ἠδύνατο νὰ δοθῇ, ἐγὼ δὲ εἶχον μεριμνήσει νὰ συντάξω σχέδιον τοιοῦτον. Μετὰ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι καλὸν ἦτο, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξα, νὰ συντάξω καὶ νομοσχέδιον, συνέταξα, Κύριοι, τὴν ἑξῆς τροπολογίαν (ἀναγινώσκει): «Ὁ χρόνος πάσης προφυλακίσεως, ἣν ὑπέστη ὁ καταδικασθείς, δύναται κατὰ τὴν ἀπαγγελίαν τῆς ἀποφάσεως νὰ ὑπολογισθῇ ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει». Διὰ τὴν σύνταξιν, Κύριοι, τῆς τροπολογίας ταύτης ἐγὼ κατέφυγον, ὅπως νομίζω, ὅτι ἀείποτε πρέπει νὰ πράττῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, εἰς τὰς νομοθεσίας ἄλλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου νὰ νομοθετήσωσι. Τί εὗρον ἐν τῇ Γερμανικῇ νομοθεσίᾳ; Ἡ ἀρχὴ αὕτη, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλοῦμεν, διὰ τίνων φράσεων εἰσήχθη ἐν τῇ Γερμανικῇ νομοθεσίᾳ; Ἁπλούστατα δι’ ὀλίγων λέξεων (ἀναγινώσκει): «Ἡ προφυλάκισις τὴν ὁποίαν ὑπέστη τις, δύναται κατὰ τὴν ἀπαγγελίαν τῆς ἀποφάσεως νὰ ὑπολογισθῇ ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει».
§45ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὸς ὁ ὑπολογισμός.
§46ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον καὶ χθές, ὅτι ἡ Γερμανικὴ νομοθεσία ἐπιτρέπει τὸν ὑπολογισμόν, δὲν τὸν ἐπιβάλλει. Βλέπετε, ὅτι τέσσαρες λέξεις ἤρκεσαν εἰς τὸν Γερμανόν, ἵνα διατυπώσῃ αὐτὴν τὴν ἰδέαν, περὶ τῆς ὁποίας ἡμεῖς συζητοῦμεν. Κατέφυγον εἰς τὴν Βελγικὴν νομοθεσίαν. Πῶς διετυπώθη ἡ ἰδέα αὕτη; Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «Πᾶσα προφυλάκισις, ἣν ὑπέστη τις πρὶν ἢ ἡ καταδίκη κατασταθῇ ἀμετάβλητος, θὰ ὑπολογισθῇ εἰς τὴν διάρκειαν τῶν κατὰ τῆς ἐλευθερίας ποινῶν». Οὐδὲν ἄλλο περιέχει καὶ ἡ Βελγικὴ νομοθεσία πρὸς καθιέρωσιν τῆς ἀρχῆς αὐτῆς. Καταφεύγομεν εἰς τὴν Ἰταλικὴν νομοθεσίαν. Ἰδοὺ πῶς διετυπώθη (ἀναγινώσκει): «Ἡ φυλάκισις, τὴν ὁποίαν ὑπέστη τις πρὶν ἢ ἡ ἀπόφασις κατασταθῇ ἀμετάκλητος, ἐκπίπτεται ἐκ τῆς ὅλης διαρκείας τῆς προσωρινῶς περιοριζούσης τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν ποινῆς». Ἰδού, Κύριοι, πῶς νομοθετοῦσιν εἰς ἄλλα Κράτη. Πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν ἡμεῖς περὶ τοῦ ἰδίου ἀντικειμένου, καὶ συντάσσεται ἓν ἄρθρον, ἐν τῷ ὁποίῳ περιλαμβάνονται μυρία ἄλλα ἀντικείμενα καὶ δὲν ἀρκεῖ τὸ ἓν ἄρθρον, ἀλλὰ προστίθεται καὶ δεύτερον καὶ τρίτον ἄρθρον, διὰ νὰ διατυπωθῶσιν αἱ ὀλίγαι αὗται λέξεις. Ἐγὼ λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, οὐδὲν ἄλλο ἔπραξα, ἢ νὰ καταφύγω εἰς τὴν νομοθεσίαν τῶν ἄλλων Κρατῶν, καὶ συντάξω ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῇ τροπολογίαν, ἡ ὁποία λύει ὅλα τὰ ζητήματα, περὶ ὧν χθὲς ἐποιησάμην λόγον. Ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ ζητήματα; Πᾶσα οἱαδήποτε φυλάκισις πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ εἰς τὴν ποινήν; Διατὶ νὰ ὑπολογίζηται ἡ μία καὶ νὰ μὴ ὑπολογίζηται ἡ ἄλλη; Διατὶ νὰ ὑπολογίζηται ἡ κατὰ τὴν προδικασίαν προφυλάκισις, καὶ νὰ μὴ ὑπολογίζηται ἐκείνη, τὴν ὁποίαν τις ἐκτίει, μέχρις οὗ ἀποφανθῇ τὸ Δικαστήριον ἐπὶ τῆς αἰτήσεώς του ἀναιρέσεως....
§47ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Θεωρεῖτε προφυλάκισιν καὶ αὐτήν;
§48ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἡμετέρα νομοθεσία θεωρεῖ προφυλάκισιν πᾶσαν ἐν τῇ φυλακῇ διαμονήν. Ἀλλὰ δὲν ἔχω οὐδεμίαν δυσκολίαν νὰ μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν φυλάκισιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι, ἐν περιπτώσει ἀποῤῥίψεως τῆς αἰτήσεως ἀναιρέσεως, δὲν ὑπολογίζεται ἡ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκτίσεως τῆς ποινῆς φυλάκισις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶναι βεβαίως νομικὸς, καὶ ἠδύνατο νὰ ὑποπέσῃ εἰς αὐτὸ τὸ λάθος, ἀλλ’ εἶναι γνωστόν, ὅτι πᾶσα φυλάκισις, τὴν ὁποίαν ἐκτίει τις, ὑπολογίζεται, καίπερ ἀποῤῥιπτομένης τῆς αἰτήσεως ἀναιρέσεως· ὥστε βλέπετε, ὅτι ἡ τροπολογία μου πραγματοποιεῖ τὴν ἰσχύουσαν νομολογίαν καὶ ἐπεκτείνει αὐτὴν εἰς πᾶσαν περίστασιν. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ τροπολογία μου ἔχει πολὺ καλῶς καὶ περιλαμβάνει τὰ πάντα. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, διὰ ποίαν πρᾶξιν κατεδικάσθη τις καὶ διὰ ποίαν προεφυλακίσθη, περιέλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς προσθήκην ἐν τῷ νομοσχεδίῳ του, καὶ δὲν ὑπάρχει πλέον περὶ τούτου ζήτημα. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸν τρόπον τοῦ ὑπολογισμοῦ, τὸ νομοσχέδιον ἔχει μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει εἰς οὐδεμίαν ἄλλην νομοθεσίαν, καὶ καθ’ ἣν τὸ Δικαστήριον λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὴν προφυλάκισιν καὶ τὰς ἄλλας περιστάσεις, καὶ προβαίνει εἰς τὸν ὑπολογισμόν. Τοῦτο θεωρῶ ἐγὼ περιττὸν, διότι φρονῶ, ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς τῆς ποινῆς δὲν πρέπει νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸ Δικαστήριον, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐκτελοῦσαν τὴν ἀπόφασιν ἀρχὴν, τὴν Εἰσαγγελικὴν, ἡ ὁποία καὶ κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν ὑπολογίζει αὐτὴν, καὶ πᾶσα ἔρις μεταξὺ Εἰσαγγελέως καὶ κατηγορουμένου λύεται διὰ προσφυγῆς εἰς τὸ Δικαστήριον. Ἡ Εἰσαγγελία, ἐκτελοῦσα τὴν ἀπόφασιν, θέλει ἐξετάσει, ποῖος εἶναι ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως, ποῖος ὁ χρόνος τῆς ποινῆς, καὶ εἰς τὰ βιβλία της θέλει σημειώσει, ὅτι ὁ δεῖνα ἀπολύεται τῶν φυλακῶν τὴν δεῖνα ἡμέραν. Ἂν αὐτὸς ἔχῃ ἀντίῤῥησιν, θέλει προσφύγει εἰς τὰ Δικαστήρια. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον ζήτημα, τοῦ ὑπολογισμοῦ τῆς προφυλακίσεως εἰς τὴν ἐπιβληθεῖσαν χρηματικὴν ποινὴν, εἶδον τὴν περὶ τούτου διάταξιν εἰς τὴν Ἰταλικὴν νομοθεσίαν, καὶ ἐν τῇ προσδοκίᾳ ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ δεχθῇ ταύτην, περιέλαβον αὐτὴν ἐν τῇ τροπολογίᾳ μου. Ὁρίζω δὲ τρεῖς δραχμὰς καθ’ ἡμέραν, διότι ὁ ἡμέτερος ποινικὸς νόμος αὐτὸ τὸ μέτρον ἀναγράφει.
§49ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον μέρος τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκετὰ δεδικαιολογημένη ἡ ἰδέα τοῦ νὰ συμπεριληφθῇ ἡ προφυλάκισις εἰς τὴν διάρκειαν τοῦ χρόνου μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῆς ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ἀναιρέσεως ἀποφάσεως, εἴτε κατὰ τὸν τρόπον τῆς τροπολογίας, εἴτε κατὰ τὸν τρόπον τοῦ νομοσχεδίου. Ὡς πρὸς τοῦτο νομίζω, ὅτι οὐδεὶς ἀντιφωνεῖ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶπον, ὅτι πρὸς συμπλήρωσιν καὶ ὀρθὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου πρέπει σήμερον νὰ περιορισθῶμεν εἰς μόνον τὴν συζήτησιν, καὶ αὔριον νὰ γείνῃ ἡ κατὰ τρίτην ἀνάγνωσιν ψήφισίς του. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν χρηματικὴν ποινὴν, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ὑπερβολικὴ ἡ ἐπέκτασις τοῦ συμψηφισμοῦ τῆς τροπολογίας, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον εἰς τὴν χρηματικὴν ποινὴν τὰ Δικαστήρια ἔχουσι δύο ὅρια, ἀρκετὰ ἐκτεταμένα, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἐπιβάλλουσι τὴν ποινὴν, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι τὸ Δικαστήριον, ἔχον ὑπ’ ὄψιν του τὴν προφυλάκισιν, ἀντὶ νὰ ἐπιβάλλῃ ποινὴν ἐκ δραχμῶν 100, θὰ ἐπιβάλλῃ τοιαύτην ἐκ δραχμῶν 50 ἢ ἐκ δραχμῶν 10. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν προσθήκην, ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συμπεριληφθῇ ἐν τῇ ἀποφάσει ἡ διάταξις, ὅτι συμψηφίζεται ἡ ποινή, διότι αὐτὸ ἀποβλέπει τὴν ἐκτέλεσιν, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν· πρέπει ὁ ὑπολογισμὸς νὰ γίνεται ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου· διότι, ὑποθέσατε, ὅτι ἡ προφυλάκισις εἶναι ἀνωτέρα τῆς ποινῆς, ὅτι εἶναι ἴση, πρέπει ἡ ἀπόφασις νὰ ποιήσηται τὸν ὑπολογισμὸν καὶ διατάξῃ τὴν ἀποφυλάκισιν τοῦ καταδικασθέντος.
§50ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν ὑπολογισμὸν αὐτὸν θὰ κάμῃ ἀμέσως ἡ Εἰσαγγελία.
§51ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ τρίτη ψήφισις, ἵνα διαῤῥυθμισθῇ τὸ νομοσχέδιον καταλλήλως.
§52ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος πρὸς ἀναβολήν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἐπεκαλέσθη κείμενα, τὰ ὁποῖα οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον εἶχον ὑπ’ ὄψει, καὶ ἐγίνωσκον καὶ οὗτοι, ὅτι ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως εὑρίσκεται ἀπὸ τὴν Εἰσαγγελίαν, εἴς τινα δὲ μέρη ἀπὸ τοὺς διευθυντὰς τῶν φυλακῶν. Ἀλλ’ ἄλλως ἔχουσιν ἐκεῖ τὰ πράγματα καὶ ἄλλως παρ’ ἡμῖν· ὡς ἐκ τούτου ἐκρίθη ἀπαραίτητον νὰ ἐνεργηθῇ ὁ ὑπολογισμὸς παρὰ τοῦ Δικαστηρίου. Πλὴν ὅμως τούτου, ἐγένετο πολὺς λόγος, καὶ ὑπὸ μέλους τῆς ἐπιτροπῆς ὑπεστηρίχθη ἐκθύμως, ὅτι, ὅπως διεξάγονται σήμερον αἱ δίκαι ἐν τοῖς Πλημμελειοδικείοις, εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψωσι λάθη εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα σπανιώτατα εἰσάγονται προφυλακισμένοι κατηγορούμενοι, ἀλλ’ ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι, προκειμένου περὶ προφυλακίσεως, ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὅπως σήμερον παρασκευάζει τὰς δικογραφίας του, οὕτω θὰ παρασκευάζῃ καὶ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως, πρὶν ἢ μεταβῇ εἰς τὸ Δικαστήριον. Ἑπομένως τὰ πάντα θὰ λύωνται προχείρως, χωρὶς νὰ ἔχωμεν διαδικασίαν πολύπλοκον. Φρονῶ δὲ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει καλῶς.
§53ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Περὶ τίνος νὰ ἔχωμεν διαδικασίαν;
§54ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σεῖς δίδετε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κατηγορούμενον νὰ κάμῃ διαδικασίαν.
§55ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτὸ, δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, ὁ κατηγορούμενος. Μία μόνον ὑπάρχει διαφορά, ὅτι, ὡς εἶναι συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀφαιρεῖται τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπὸ τὸν κατηγορούμενον. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ δώσωμεν δικαιώματα καὶ νὰ φανῶμεν ἐπιεικέστεροι πρὸς τὸν κατηγορούμενον, ὡς φαίνεται ὅτι εἶναι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀφαιροῦμεν καὶ τὸ δικαίωμα αὐτοῦ τοῦτο, διότι, ὡς τὸ νομοσχέδιον ἐκφράζεται, ἀποκλείεται πᾶς ἄλλος τρόπος ὑπολογισμοῦ, ἢ ἀναθεώρησις, εἰς τὸ μέλλον, ἐνῷ κατὰ τὰ κείμενα ὁ κατηγορούμενος ἔχει τὸ δικαίωμα δι’ αἰτήσεως πρὸς τὸ Δικαστήριον νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐκτελέσεως πρὸς τὴν Εἰσαγγελίαν. Διὰ τῆς προσθήκης, δὲ, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε, ζητεῖ αὕτη, ἵνα τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ὑπάρχον καὶ νῦν, διατηρηθῇ ἀκέραιον. Σημειώσατε δὲ καλῶς, Κύριοι, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ ἐπὶ ἑξήκοντα ἤδη ἔτη, διαγράφεται, ἐὰν δὲν γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ σκοπός σας δὲ δὲν εἶναι νὰ ἀφαιρέσητε δικαιώματα, εἶναι νὰ ἀναγνωρίσητε ἐπιεικεστέραν τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ἐνώπιον ὑμῶν, καὶ ὅμως ἀφίνεσθε εἰς τὴν ἐπιπολαιότητα ἢ τὴν αὐθαιρεσίαν ἑνὸς Δικαστηρίου Πλημμελειοδικῶν ἢ ἑνὸς Εἰσαγγελέως, ὅπως ἀποκλείσῃ τοῦ δικαιώματος τὸν κατηγορούμενον, τοῦ νὰ ἀποταθῇ εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ διόρθωσις ἑνὸς ἀτόπου, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐζημιώθη.
§56ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπάρχει ἡ ἐπιμονὴ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ δευτέρου ἄρθρου, ἀφοῦ εἰς τὴν οὐσίαν δὲν διαφωνοῦμεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶπεν, ὅτι ἀμφισβητεῖ τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγορουμένου, τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ γείνῃ ὁ ὑπολογισμὸς, ἀλλ’ εἶπεν, ὅτι αὐτὸς τὸ θεωρεῖ περιττὸν, διότι δύναται κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν νὰ ἐξετασθῇ, καὶ ἰδίως διότι οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον εἶχον τὰς διατάξεις αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν των, καὶ δὲν τὰς ἐθεώρησαν ἀναγκαίας. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ταῦτα δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἐπαρκῆ· ὑπάρχουσι καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ δώσωσι γνώμην ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων· τὸ ὅτι οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐθεώρησαν τοὺς λόγους αὐτοὺς βασίμους καὶ ἀξίους νὰ τεθῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δὲν θεωρῶ, ὅτι ἀποκλείει ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσῃ ἐναντίαν γνώμην· ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ὑπάρχει πλήρης ἡ ἐλευθερία, καὶ πρέπει νὰ συντρέξωμεν, ὅπως συντελεσθῇ τὸ νομοσχέδιον πληρέστερον. Ὡς πρὸς τὸν ἄλλον ἰσχυρισμὸν, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν τῆς ἀναιρέσεως αἴτησιν τῶν προφυλακισμένων, δὲν εἶναι ὀρθὴ, νομίζω ὅτι δὲν ἔχει χώραν ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, καὶ φρονῶ, ὅτι ὁ συνάδελφος κ. Μπουφίδης δύναται νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ. Πᾶσα προηγουμένη φυλάκισις, εἴτε προφυλάκισις εἴτε φυλάκισις, λόγῳ ἀναιρέσεως, ἢ δι’ οἱονδήποτε ἄλλον λόγον, πρέπει νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ. Καὶ οἱ ξένοι νόμοι, τοὺς ὁποίους ἀνέγνωσεν ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, εἰσὶ γενικοὶ, ἐν οὐδενὶ δὲ τῶν Κρατῶν ἐκείνων ἐγένετο ἄλλος νόμος διὰ τὴν προφυλάκισιν καὶ ἄλλος διὰ τὴν φυλάκισιν λόγῳ ἀναιρέσεως. Δι’ ὅλα ταῦτα θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν, κύριε Πρόεδρε, νὰ διαῤῥυθμισθῇ τὸ ἄρθρον ὀρθότερον, καὶ κατόπιν νὰ ψηφισθῇ, διότι αὐτοὶ οἱ νόμοι δὲν εἶναι νόμοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται καθ’ ἑκάστην νὰ μεταβάλλωνται, πλὴν δὲ τούτου, ἔχουσι καὶ σπουδαίας συνεπείας· ἀνατίθεται ἡ ἐκτέλεσίς των ὄχι εἰς ἀρχὰς διοικητικὰς, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ τοὺς ἑρμηνεύωσι δι’ ἑνὸς βασιλικοῦ διατάγματος ἢ διὰ μιᾶς ἐγκυκλίου, ἀλλ’ ἡ ἐκτέλεσίς των ἀνατίθεται εἰς τὰ Δικαστήρια, εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸν νόμον κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῇ.
§57ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι παρηρμηνεύθη ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ νομοσχέδιον βάσιν ἔχει, ὅτι μόνον τὸ Δικαστήριον δύναται νὰ προσμετρήσῃ τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως. Βεβαίως αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει τὸ νομοσχέδιον, διότι τὸ Δικαστήριον, τὸ ἐπιβάλλον τὴν ποινὴν, εἶναι ἁρμόδιον, ἀφοῦ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως, νὰ κανονίσῃ, ἀναλόγως αὐτοῦ, τὸν χρόνον τῆς φυλακίσεως. Λοιπὸν, ἐὰν ἀφαιρέσητε τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπὸ τὸ Δικαστήριον καὶ δώσητε αὐτὸ εἰς ἄλλην ἀρχὴν, ὅπως ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, θὰ ὑποπέσωμεν εἰς πλάνην, καὶ πλάνην ἐπιζημιωτάτην. Τὸ Δικαστήριον, ὅταν διατελῇ ἐν ἀγνοίᾳ τῆς προφυλακίσεως, ἐπιβάλλει ποινὴν, ἀγνοοῦν ὅτι ὁ κατηγορούμενος διετέλει ἐν προφυλακίσει. Ἐὰν δώσητε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κατηγορούμενον νὰ προσέλθῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα μετὰ τὴν καταδίκην καὶ ἐκεῖ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι πρὸ τῆς καταδίκης διετέλεσεν ἐν προφυλακίσει, θὰ ματαιώσητε ὅλας τὰς καταδίκας.
§58ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὸ Δικαστήριον πάντοτε θὰ ὁρίσῃ τὴν ποινὴν, καὶ κατόπιν θὰ ἀφαιρέσῃ τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως.
§59ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του πάντοτε κατὰ τὴν ἐπιβολὴν τῆς ποινῆς τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ κηρυχθεὶς ἔνοχος διετέλεσεν ἐν προφυλακίσει.
§60ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ τὸν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἀκολούθως θὰ ὑπολογισθῇ καὶ θὰ ἀφαιρεθῇ.
§61ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁρίσητε ἄλλην ἀρχὴν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ δώσητε τὸ δικαίωμα, μετὰ τὴν καταδίκην καὶ τὴν ἐπιβολὴν τῆς ποινῆς διὰ τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως, νὰ ἀνεύρῃ τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως καὶ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως, θὰ ματαιώσητε πάσας τὰς ἀποφάσεις. Ἐνῷ καταδικαστικὴ ἀπόφασις καταδικάζει τινὰ εἰς ὡρισμένην ποινὴν, δίδετε τὸ δικαίωμα εἶτα εἰς οἱανδήποτε ἀρχὴν θέλετε, νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν κατηγορούμενον, διότι κατὰ τὸν προηγούμενον χρόνον διετέλεσεν ἐν προφυλακίσει.
§62Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει τὸ νομοσχέδιον.
§63ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μετὰ τὰς γενομένας συζητήσεις, Κύριοι, θεωρῶ ἐπιβαλλόμενόν μοι νὰ λάβω τὸν λόγον, ὡς διατελέσας μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία ἐξήτασε τὸ νομοσχέδιον, καὶ νὰ ὑποστηρίξω τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς. Δύο συστήματα παρουσιάζονται εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου: τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον αἱ ἄλλαι νομοθεσίαι παρεδέχθησαν καὶ τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς ὑπεστήριξε, καὶ τὸ σύστημα τῆς ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου ἀφαιρέσεως ἀπὸ τῆς ἐπιβεβλημένης ἤδη ποινῆς τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως. Βεβαίως τὸ ὑποστηριχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ εἶναι τὸ φυσικώτερον καὶ τὸ ὁμαλώτερον. Πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως· ἑπομένως ἡ ἐντεταλμένη τὴν ἐκτέλεσιν ἀρχὴ ὀφείλει νὰ ἀφαιρέσῃ τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως, καὶ τοῦτο παρεδέχθησαν ἅπασαι αἱ εὐρωπαϊκαὶ νομοθεσίαι. Τοῦτο βεβαίως δὲν διέλαθε τὴν προσοχὴν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης, ὡς καὶ τῆς συνταξάσης τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ, Κύριοι, γινώσκετε, ὅτι ὁ νομοθέτης πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς διατελεῖ, καὶ τὸν τόπον, δι’ ὃν νομοθετεῖ. Καὶ ἀκριβῶς ὁ λόγος οὗτος συνετέλεσεν, ὥστε καὶ ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ γνωμοδοτήσασα περὶ τοῦ μέτρου τούτου, καὶ ἡ ἐπεξεργασθεῖσα τὸ νομοσχέδιον, νὰ προτιμήσωσι τὴν ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου ἀφαίρεσιν τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως ἐκ τῆς ποινῆς. Νομίζω μάλιστα, ὅτι τὸ ἀρχικῶς συνταχθὲν νομοσχέδιον ἦτο διατετυπωμένον κατὰ τὸ ἀντίθετον σύστημα, δηλαδὴ κατὰ τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας προταθὲν, τὸ παραδεδεγμένον παρὰ τῶν ἄλλων νομοθεσιῶν. Ἀλλ’ εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐν Ἑλλάδι, εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τῶν εἰσαγγελικῶν γραφείων καὶ τὸ πῶς ἐν αὐτοῖς διεξάγονται αἱ ὑποθέσεις, εἴχομεν δὲ πρὸ πάντων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρόκειται περὶ ποινῆς, ἀποστερούσης τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν· γινώσκετε δὲ οἱ μετὰ τῶν Δικαστηρίων εἰς ἄμεσον σχέσιν εὑρισκόμενοι, ὅτι δυστυχῶς πολλαὶ τῶν διατάξεων τῶν ἡμετέρων δικονομιῶν ἐκπληροῦνται οὐχὶ παρὰ τῶν ἀρχῶν, εἰς ἃς εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν, ἀλλὰ πολλάκις ὑπὸ τῶν τελευταίων γραφέων τῶν δικαστικῶν γραφείων. Εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν πρᾶξιν, τουτέστιν ὅτι ἐνίοτε κατάδικοι διατελοῦσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς καὶ πέραν τοῦ χρόνου τῆς ποινῆς αὐτῶν, διότι οὐδεὶς ὁ φροντίζων νὰ ἐξετάσῃ πότε ἡ ποινὴ ἔληξε καὶ πότε ὁ κατάδικος πρέπει νὰ ἐξέλθῃ τῆς φυλακῆς...
§64ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνδιαφέρονται οἱ κατάδικοι.
§65ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐξαρτᾶται τοῦτο πολλάκις ἐξ ὑπολογισμοῦ, ἐὰν ἤθελεν ὑπάρχει συγχώνευσις ποινῶν. Καὶ ἡ παρατήρησις ἀκριβῶς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μοὶ φέρει εἰς τὴν μνήμην περίπτωσιν, ἥτις συνέβη εἰς ἐμὲ, ὡς συνήγορον καταδίκου. Ὑπῆρχεν ἐν ταῖς φυλακαῖς κατάδικος, δὶς καταδεδικασμένος διὰ διαφόρων ἀποφάσεων, καὶ ὅστις ἰσχυρίζετο, ὅτι ἀδίκως κρατεῖται ἐν ταῖς φυλακαῖς καὶ ὅτι ἀπέτισε τὴν ἐπιβεβλημένην αὐτῷ ποινήν, λόγῳ συγχωνεύσεως τῶν ποινῶν. Τρεῖς ἀναφορὰς ἔκαμε μέχρι τοῦδε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· ἡ δὲ διαδικασία χρονολογεῖται ἀπὸ δύο ἐτῶν. Πολλάκις ἀνέβην τὰς κλίμακας τῶν Ὑπουργείων, ἐπιδιώκων, καὶ χάριν φιλανθρωπίας, καὶ διότι προσωπικῶς ἐγνώριζον τὸν κατάδικον, ὅπως ἀποφανθῇ ἡ ἁρμοδία διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ποινῆς ἀρχή, ἂν ἀπέτισεν, ἢ μὴ, ὁ κατάδικος τὴν ποινήν του. Δὲν κατώρθωσα δὲ νὰ λάβω μέχρι τοῦδε ὁριστικὴν ἀπάντησιν, ἂν καὶ κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, οὓς ἐγὼ κάμνω, ὁ κατάδικος αὐτὸς ἀδίκως κρατεῖται ἐν ταῖς φυλακαῖς. Καὶ ἐπὶ τέλους τὸ πρόσκομμα, κατὰ τοῦ ὁποίου προσέκοψα ὡς εἰς βράχον, εἶναι, ὅτι ἐχάθη τὸ ἀντίγραφον τῆς πρώτης ἀποφάσεως, τῆς ἐπιβαλλούσης τὴν ποινήν· δὲν ἀνευρίσκετο δὲ τὸ πρωτότυπον, ἵνα ληφθῇ καὶ δεύτερον ἀντίγραφον. Ταῦτα ἐν παρόδῳ. Εἴχομεν λοιπὸν ὑπ’ ὄψει τὴν κατάστασιν αὐτὴν τῶν δικαστικῶν γραφείων, καὶ μετὰ δισταγμοῦ θὰ παρεδεχόμεθα, ἵνα ἡ ἐντεταλμένη τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων ἀρχὴ ἐκτελῇ τὴν ἐργασίαν ταύτην τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως ἀπὸ τῆς ἐπιβεβλημένης ποινῆς. Εἴπομεν λοιπόν, ὅτι καταλληλότερον εἶναι τὸ Δικαστήριον, διότι τοῦτο, ἐπιλαμβανόμενον εὐθὺς, ἤτοι ἐν τῇ ἀποφάσει τῇ καταγινωσκούσῃ τὴν ποινὴν, θὰ ὑποχρεῶται, θέλει δὲν θέλει, νὰ κάμῃ τὴν ἀφαίρεσιν, καὶ οὕτως ὑπάρχει ἐγγύησις ὑπὲρ τοῦ καταδικαζομένου. Ἀλλ’ ὅτε τὸ νομοσχέδιον ἔφθασεν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, ὅπου καὶ αὖθις συνεζητήθη τὸ κύριον ζήτημα, ἂν ἡ ἀφαίρεσις πρέπῃ νὰ ἀνατεθῇ εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς ἢ εἰς τὸ Δικαστήριον, ἐγεννήθη ὁ δισταγμός: καὶ ἆρά γε τὸ Δικαστήριον θὰ ἦναι εἰς θέσιν, προχείρως φυλλολογοῦν τὰς γνωστὰς ἐκείνας δικογραφίας, τὰς ὁποίας ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παρομοιάσω μὲ τῆς τρελλῆς τὰ μαλλιὰ, θὰ ἦναι εἰς κατάστασιν προχείρως νὰ κάμῃ ἀκριβῆ τὸν προσδιορισμὸν τῆς διαρκείας τῆς φυλακίσεως; Διὰ τοῦτο εἰς τὸ τέλος ἐτέθη ῥητὴ διάταξις, ἵνα οἱ Εἰσαγγελεῖς ὑποχρεῶνται νὰ ἐπισυνάπτωσι πίνακα ἐν ἑκάστῃ δικογραφίᾳ, δηλοῦντα τὴν ἔναρξιν τῆς ποινῆς, τὴν τυχὸν διακοπὴν καὶ τὴν ἐπανάληψιν αὐτῆς, ὥστε τὸ Δικαστήριον νὰ μὴ ἔχῃ νὰ προσκόψῃ ἀπέναντι ἑτέρας δυσχερείας, ἀλλ’ ἔχον ὑπ’ ὄψιν τὸν πίνακα, προχείρως νὰ κάμνῃ τὴν ἀφαίρεσιν. Ἀλλὰ προβλέπει καὶ ἑτέραν περίστασιν ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς. Ὑποθέσατε, ὅτι δι’ ἕνα ἢ δι’ ἄλλον λόγον τὸ Δικαστήριον δὲν κάμνει ἀκριβῆ ὑπολογισμὸν, ἢ ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ πίναξ δὲν συνετάχθη κατ’ ἀκρίβειαν· θὰ ἀπολέσῃ ἆρά γε τὸ δικαίωμα ὁ κατηγορούμενος ἕνεκα λάθους ἑνὸς ὑπαλλήλου, ἢ καὶ αὐτοῦ τοῦ Δικαστηρίου, καὶ θὰ στερηθῇ τῆς ἐλευθερίας του; Βεβαίως λοιπὸν ἔπρεπε νὰ δοθῇ εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ Δικαστήριον καὶ ζητήσῃ τὸν ἀκριβέστερον ὑπολογισμὸν καὶ τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ λογιστικοῦ λάθους. Διὰ τοῦτο ἐτέθη ἡ τροπολογία ἐκείνη· ἦτο δὲ ἀνάγη νὰ τεθῇ, διότι πρόκειται καὶ περὶ Κακουργιοδικῶν, καὶ ἠδύνατο νὰ παρουσιασθῇ περίστασις, καθ’ ἣν τὸ Κακουργιοδικεῖον νὰ μὴ συνεδριάζῃ, καὶ τότε φυσικῷ τῷ λόγῳ ἔρχεται τὸ Δικαστήριον τῶν Ἐφετῶν, οὗτινος τμῆμα θεωρεῖται τὸ Δικαστήριον τῶν Συνέδρων, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ κατηγορούμενος θὰ δύναται νὰ ὑποβάλῃ τὴν αἴτησίν του. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ξηρὰν πρότασιν καὶ ὑποστήριξιν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἀρχικῶς συνετάχθη, ἀλλὰ νὰ παραδεχθῇ καὶ τὴν προσθήκην, τὴν προτεινομένην ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Διότι βεβαίως αἱ προσθῆκαι αὗται δὲν ἀποβλέπουσιν εἰς ἕτερόν τι ἢ εἰς τὸ νὰ ἐξασφαλίσωσι τὰ δικαιώματα τῶν κατηγορουμένων. Πρέπει δὲ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ κατάδικοι κρατοῦνται ἐν φυλακαῖς, οἷαι παρ’ ἡμῖν ὑπάρχουσι, καὶ αἵτινες δὲν διαφέρουσι πολὺ τῆς κολάσεως, οἵαν περιγράφει αὐτὴν ὁ Δάντης!
§66ΡΑΛΛΗΣ. Μετὰ προσοχῆς ἠκροάσθην τοὺς σοφοὺς λόγους ἐπὶ τοῦ ζητήματος περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως θέλει συμψηφίζεσθαι πρὸς τὸν χρόνον τῆς ποινῆς. Καὶ ὁ Δάντης αὐτὸς συνεισέφερεν εἰς λύσιν τοῦ ζητήματος τὰ φῶτά του! Πρὶν ἢ ὅμως ἐκθέσω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ὁμολογήσω, ὅτι δὲν κατώρθωσα νὰ ἐννοήσω τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, ἐντεῦθεν δὲ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ φέρω τὴν συζήτησιν ἐπὶ ἑτέρου ἐδάφους. Δὲν ἐνόησα τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, διότι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης καὶ πάντες οἱ ἀγορεύσαντες δὲν εἶναι σύμφωνοι ὡς πρὸς τὸν σκοπὸν, ὅστις ἐπιδιώκεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὑπηγόρευσε τὸ νομοσχέδιον σκοπὸς φιλανθρωπικὸς ἢ σκοπὸς ἀμύνης κατὰ τῆς ὀλιγωρίας τῶν ἀνακριτικῶν ἀρχῶν, σκοπὸς ἀμύνης ὑπὲρ τῶν κατηγορουμένων, τῶν ἐν προφυλακίσει διατελούντων; Ἂν σκοπὸς φιλανθρωπικὸς ἐπιδιώκηται, ἀποκρούω διαῤῥήδην τὸ νομοσχέδιον, διότι δὲν βλέπω διατὶ θὰ μειώσητε τὸ μέτρον τῆς ποινῆς ὡς πρὸς τοὺς προφυλακιζομένους, τοὺς μᾶλλον ἐπικινδύνους κατηγορουμένους, δὲν θὰ λάβητε δὲ ὑπ’ ὄψιν καὶ τοὺς κατηγορουμένους, οἵτινες δὲν διατελοῦσιν ἐν προφυλακίσει. Ἄλλως τὰ Δικαστήρια ἡμῶν, καίτοι ἀτελῶς λειτουργοῦσιν, οὐδέποτε παρεῖδον καὶ νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν διάρκειαν τῆς προφυλακίσεως κατὰ τὴν ἐπιμέτρησιν τῆς ποινῆς. Ἐντεῦθεν ἀποδεικνύεται ἄσκοπον τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἴσως θὰ ἦτο χρήσιμον τοῦτο, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἡ ἐπιβαλλομένη ποινὴ εἶναι ἐλάσσων τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν διήρκεσεν ἡ προφυλάκισις· ἀλλὰ κατὰ πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν οὐδένα λόγον ἔχει τὸ νομοσχέδιον, διότι τὸ Δικαστήριον κατὰ τὴν ἐπιμέτρησιν τῆς ποινῆς λαμβάνει πάντοτε ὑπ’ ὄψιν τὴν διάρκειαν τῆς προφυλακίσεως. Ἴσως ὅμως εἰς ἕτερον σκοπὸν ἀποβλέπει τὸ νομοσχέδιον, ὃν δὲν ἤκουσα ἀναπτυσσόμενον, εἰς τὸν σκοπὸν τῆς ἀμύνης τοῦ κατηγορουμένου κατὰ τῆς ἐπ’ ἄπειρον παρατάσεως τῆς προφυλακίσεως. Ἐνταῦθα ἀληθῶς δύναμαι νὰ εὕρω βάσιν εἰς τοιαύτην τινὰ νομοθετικὴν πρόνοιαν· διότι παρ’ ἡμῖν ἡ ἀνάκρισις πολλάκις παρετάθη ὑπὲρ πᾶν μέτρον. Ἐὰν τοιοῦτος ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, τότε ἔπρεπε νὰ διατυπωθῇ διαφόρως. Ἀνέγνωσαν ἐνταῦθα διατάξεις διαφόρων νομοθεσιῶν, ἀλλ’ οὐδεὶς τῶν συναδέλφων εὐηρεστήθη νὰ προσέξῃ ἐπὶ τὸ γράμμα τοῦ κειμένου τῆς Γερμανικῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Ἐὰν προσεῖχον, ἤθελον σπεύσει νὰ ζητήσωσι τὴν διαῤῥύθμισιν τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὰς διατάξεις ἐκείνης. Ἂν τὸ νομοσχέδιον ἔχῃ ὡς σκοπὸν τὴν ἄμυναν τοῦ κατηγορουμένου κατὰ τῆς ἐπ’ ἄπειρον παρατάσεως τῆς προφυλακίσεως, πρέπει τότε νὰ χορηγηθῇ εἰς τὸ Δικαστήριον τὸ δικαίωμα, κατὰ τὴν ἐπιμέτρησιν τῆς ποινῆς νὰ καταλογίζῃ ἢ νὰ συμψηφίζῃ πρὸς αὐτὴν τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως, καὶ πρὸς τοῦτο ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς νὰ περιλάβωσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὸ δυνητικόν «δύναται», λέγει ἡ Γερμανικὴ Ποινικὴ Δικονομία, διότι βεβαίως εἰς τὸν νοῦν τοῦ Γερμανοῦ νομοθέτου οὐδέποτε εἰσῆλθεν ἡ ἰδέα, ὅτι διὰ τοιούτου νομοθετήματος πρόκειται νὰ καταστῇ ἄνισον τὸ μέτρον τῆς ποινῆς ὡς πρὸς τοὺς ἐν προφυλακίσει ἀπέναντι τῶν λοιπῶν κατηγορουμένων. Τὸ πρῶτον καὶ κύριον ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ὅτι καθιστᾷ ὑποχρεωτικὸν τὸν συμψηφισμὸν τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως πρὸς τὴν ποινὴν, ἐνῷ ὤφειλε νὰ τὸν ἀφήσῃ εἰς τὴν διακριτικὴν ἐκτίμησιν τοῦ δικαστοῦ, διότι ὁ δικαστὴς, κύριος τοῦ μέτρου τῆς ποινῆς, δέον νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ καὶ περὶ τοῦ συμψηφισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως πρὸς τὴν ποινήν. Ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς ἡ προφυλάκισις ἀποτελεῖ ἄμυναν ὑπὲρ τῆς κοινωνίας, καὶ μάλιστα κοινωνίας μαστιζομένης ἀπὸ τὸ ἔγκλημα, οἷα ἡ ἡμετέρα, καὶ εἰς χεῖρας τῆς ὁποίας δὲν πρέπει νὰ οὐδετερώσητε τὸ ὅπλον τῆς προφυλακίσεως, ὅπερ πράττετε, καθιστῶντες ὑποχρεωτικὸν τὸν συμψηφισμὸν τῆς προφυλακίσεως πρὸς τὴν ποινὴν, καὶ ἐντεῦθεν ἄνισον τὸ μέτρον τῆς ποινῆς μεταξὺ τῶν καταδικαζομένων καὶ διατελούντων ἐν προφυλακίσει καὶ τῶν λοιπῶν κατηγορουμένων. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Νῦν δὲ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀτελὲς, διότι δὲν προβλέπει περὶ τῶν ἤδη καταδικασθέντων. Ἐὰν ἐπιδιώκητε δι’ αὐτοῦ σκοπὸν φιλανθρωπικὸν, διατὶ δὲν ἐπεκτείνετε τὴν φιλανθρωπίαν σας καὶ εἰς τὸ παρελθόν; διατὶ δὲν σκέπτεσθε καὶ περὶ ἐκείνων, οἵτινες διατελοῦσιν εἰσέτι ἐν φυλακῇ, περὶ ἐκείνων, οἵτινες ἴσως ἐπὶ πολλοὺς μῆνας ὑπέστησαν προφυλάκισιν; Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ, τί σημαίνει ἀκριβῶς καὶ ἡ φράσις: «ἐντεῦθεν ὅμως δὲν μεταβάλλεται τὸ εἶδος τῆς ποινῆς». Ἐὰν διὰ τῆς ἐκφράσεως ταύτης ἐννοῆτε, ὅτι ὁ διὰ τοῦ συμψηφισμοῦ τῆς προφυλακίσεως ὑποβιβασμὸς τοῦ χρόνου τῆς ποινῆς δὲν θὰ μεταβάλλῃ τὸν νομικὸν χαρακτηρισμὸν αὐτῆς, δὲν ἔπρεπεν ὁ νόμος νὰ ἐκφρασθῇ οὕτω. Διότι, ὅταν ὁ νόμος, προκειμένου περὶ ἐλαφρυντικῶν περιστάσεων, ὁρίζῃ, ὅτι ἡ παραδοχὴ τοιούτων δὲν μεταβάλλει τὸ εἶδος τῆς ποινῆς, ἐννοεῖ ὅτι ὁ δικαστὴς δὲν δύναται νὰ μειώσῃ τὴν ποινὴν πέραν τοῦ ἐλαχίστου ὅρου τῆς ποινῆς, πρὸς ὃν συμπίπτει ὁ νομικὸς χαρακτηρισμὸς αὐτῆς. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐννοεῖ, ὅτι ὁ συμψηφισμὸς τῆς προφυλακίσεως, ὅστις θὰ ἐπέλθῃ μετὰ τὴν ἐπιμέτρησιν τῆς ποινῆς, δὲν δύναται νὰ ἀλλοιώσῃ τὸν νομικὸν χαρακτῆρα αὐτῆς τῆς ποινῆς, καίπερ ὑποβιβάζων τὸν χρόνον αὐτῆς, ὅπερ ἐννοεῖ τὸ νόμιμον μέτρον· δηλαδὴ, ὅτι, ἐὰν διήρκεσεν ἡ προφυλάκισις ἓν ἔτος, πρόκειται δὲ περὶ πενταετοῦς εἱρκτῆς, ἡ ποινὴ θὰ ἐξακολουθῇ νὰ φέρῃ τὸν χαρακτῆρα τῆς εἱρκτῆς, καίτοι μετὰ τὸν συμψηφισμὸν τῆς προφυλακίσεως θὰ ἐπιβληθῇ ποινὴ τεσσάρων ἐτῶν. Αὐτὸ εἶναι νομικῶς σόλοικον· ἵνα δὲ ἀποφύγητε τὸν σολοικισμὸν τοῦτον, δὲν ἔχετε, παρὰ νὰ δεχθῆτε ἕτερον ὅρον, δὲν ἔχετε ἢ νὰ ἀναγράψητε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι συμψηφίζεται ὁ χρόνος τῆς διαρκείας τῆς προφυλακίσεως πρὸς τὴν ποινὴν, ἀκριβῶς ὡς γίνεται ἐπὶ τῆς συγχωνεύσεως τῶν ποινῶν. Καὶ ἐκ τούτου δικαιολογεῖται ἡ ἀπόδοσις εἰς τὰ Δικαστήρια τοῦ συμψηφισμοῦ τῆς προφυλακίσεως. Δὲν φρονῶ δὲ, Κύριοι, καίτοι δὲν εἶμαι ἐνθουσιασμένος ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν Δικαστηρίων μας, ὅτι κατέπεσαν ταῦτα μέχρι τοιούτου σημείου ἀσυνειδησίας, ὥστε νὰ ὑποθέτωμεν, ὅτι θέλουσι κερδοσκοπήσει ἐπὶ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως, καὶ ἐντεῦθεν νὰ διαγράφωμεν εἰδικὴν διαδικασίαν, ὅταν πρόκηται περὶ καθαρῶς μηχανικοῦ ζητήματος, περὶ ζητήματος ὑπολογισμοῦ. Οἱανδήποτε καὶ ἂν ἔχωμεν γνώμην περὶ τῶν Δικαστηρίων μας, δὲν πρέπει νὰ κηρύσσωμεν, ὅτι ἔφθασαν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν καταπτώσεως, ὥστε νὰ μὴ τοῖς ἐμπιστευώμεθα καὶ ἁπλοῦν ἀριθμητικὸν ὑπολογισμόν.
§67ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οἱ ἐντεῦθεν προαγορεύσαντες ἐλησμόνησαν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἰσήγαγον ὡς συμπλήρωμα τοῦ νομοσχεδίου περὶ φυγοδικίας· εἶπον τότε, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου θέλομεν συντελέσει εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν φυγοδίκων· πάντες δὲ οἱ ἀνήκοντες εἰς ἐπαρχίας, αἵτινες μαστίζονται ὑπὸ τῆς φυγοδικίας, γινώσκουσιν, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν φυγοδίκων εἶναι τοιοῦτοι, διότι φοβοῦνται τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως, διότι τινὲς διετέλεσαν προφυλακισμένοι ἐπὶ δύο καὶ τρία ἔτη. Δὲν εἶναι δὲ μόνον ἔργον ἐπιεικείας, ἀλλὰ καὶ δικαιοσύνης, οὐδεμία δ’ ἐπέρχεται ἀνισότης; διότι οὗτοι ὑπέστησαν τὴν προφυλάκισιν, ἥτις εἶναι ἀπότισις ποινῆς. Ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, νὰ κατασταθῇ δυνητικὴ ἡ διάταξις, οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἔχει, διότι καὶ σήμερον τὰ Δικαστήρια χρῶνται τῷ παρεχομένῳ αὐτοῖς δικαιώματι ἀνωτάτου καὶ κατωτάτου ὅρου, λαμβάνοντα ὑπ’ ὄψει τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως· ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὴ, διότι τότε δύναται νὰ παραγάγῃ τὰ ἐπιζητούμενα ἀποτελέσματα. Ἡ ἑτέρα παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, ὡς πρὸς τὴν ῥῆσιν, ὅτι ἐντεῦθεν δὲν μεταβάλλεται τὸ εἶδος τῆς ποινῆς, δὲν ἔχει πρακτικὴν σημασίαν, διότι ὅλοι γνωρίζετε, τί σημαίνει ὁ ὅρος οὗτος. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον, εἶπον, ὅτι ὅσα ἡ ἐπιτροπὴ νομίζει ὡς παραχθησόμενα ἐκ τῆς ἀναγραφῆς τοῦ προτεινομένου δευτέρου ἄρθρου δύνανται νὰ γείνωσι καὶ ἄνευ τούτου· ἀλλ’ ἐπειδὴ τοσαύτη ἐπιμονὴ ἀνεπτύχθη ἐκ μέρους τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, θὰ ἀποδεχθῶ τὴν προσθήκην τοῦ δευτέρου ἄρθρου, ἀφαιρουμένης τῆς πρώτης παραγράφου.
§68ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὅπως ἀποβῇ πλήρης ἡ συζήτησις, θὰ ὑποβάλω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν· ὅτι ἡ γενομένη συζήτησις ἐπὶ ἑνὸς νομοσχεδίου, ἀπαρτιζομένου ἐξ ἑνὸς ἄρθρου, καὶ ἐπὶ ὥρας διαρκέσασα, ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν εἶναι ἔργον εὐχερὲς τὸ τροποποιεῖν νομοθεσίαν κειμένην καὶ λειτουργοῦσαν ἀφ’ ἧς ὑπάρχει Ἑλλάς, καὶ ὅτι ὅλα τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια δέον ν’ ἀναβληθῶσι, καὶ νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰ μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ σχετιζόμενα νομοσχέδια. Λέγων ταῦτα, νομίζω ὅτι λέγω τὰ πρέποντα.
§69ΡΑΛΛΗΣ. Πλανᾶται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀποδίδων τὴν ἐπίτασιν τῆς φυγοδικίας εἰς τὸν φόβον τῆς παρατάσεως τῆς προφυλακίσεως. Ἡ ἀνάπτυξις τῆς φυγοδικίας ὀφείλεται εἰς τὴν σπασμωδικὴν ἐνέργειαν τῆς Δικαιοσύνης· ὁ φυγόδικος ἀναμένει νὰ ἔλθῃ τὸ κόμμα του. Μὴ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας! διὰ τοιούτων νομοσχεδίων δὲν θὰ θεραπεύσωμεν τὴν φυγοδικίαν. Παρετήρησα ὅμως εἰς τὸν λόγον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ὡρμήθη ἐκ σκοποῦ φιλανθρωπίας, καὶ ὅτι ἐννοεῖ νὰ μειώσῃ τὴν ποινήν.
§70ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐκ λόγων δικαιοσύνης καὶ δημοσίου ἀσφαλείας.
§71ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ τότε τὴν δικαιοσύνην σας, τὴν ὁποίαν εὑρίσκω ἐγὼ ἐντελῶς ἄνισον, νὰ τὴν ἐπεκτείνητε καὶ εἰς τὸ παρελθόν, εἰς ἐκείνους, οἵτινες διατελοῦσιν ἤδη ἐν φυλακῇ. Δὲν δύνασθε σήμερον, αὐθαιρέτως νομοθετοῦντες, νὰ ὑπολογίζητε τὴν προφυλάκισιν ὡς ποινὴν, χωρὶς νὰ ἐπεκτείνητε τὴν φιλανθρωπίαν σας καὶ εἰς τὸ παρελθόν. Ἂν ἡ φιλανθρωπία ἐπιβάλλῃ σήμερον νὰ συμψηφίζητε τὴν προφυλάκισιν, σᾶς ἐπιβάλλει νὰ τὴν συμψηφίζητε καὶ ὡς πρὸς τοὺς καταδικασθέντας ἤδη καὶ διατελοῦντας ἐν φυλακῇ. Μόνον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θέλετε δικαιολογήσει τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, ὅστις καθ’ ὑμᾶς εἶναι φιλανθρωπικός. Πράττετε δέ τι σόλοικον, ἀφίνοντες τὴν ἔκφρασιν «δὲν μεταβάλλεται τὸ εἶδος τῆς ποινῆς», διότι θὰ ἔχητε ἐν τῇ Ποινικῇ Δικονομίᾳ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν φράσιν μὲ δύο διαφόρους ἐννοίας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον....
§73ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, τὸ «ἄρθρον μόνον» τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ μετονομασθῇ ἄρθρον 1, διότι θὰ προστεθῇ καὶ ἄρθρον 2ον· εἰς δὲ τὸν πέμπτον στίχον αὐτοῦ, ὡς εἶπον, μετὰ τὰς λέξεις «διετέλεσεν ἐν προφυλακίσει» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ἐφ’ ᾗ πράξει κατεδικάσθη». (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1, καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2... Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδέχθη, ἵνα προστεθῇ ὡς ἄρθρον 2 τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης προταθὲν, ἀπαλειφομένης μόνον τῆς πρώτης παραγράφου αὐτοῦ, καὶ ὅπερ οὕτω ἔχει ὡς ἑξῆς:
§75ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 2. Ἐὰν ὁ κατηγορούμενος θεωρῇ ἐσφαλμένως γενόμενον τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως αὐτοῦ, δύναται νὰ αἰτήσηται ἀκριβέστερον αὐτοῦ ὑπολογισμὸν δι’ αἰτήσεως, εἰσαγομένης ἀνυπερθέτως διὰ τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως, προκειμένου μὲν περὶ πλημμελήματος, εἰς τὸ δικάσαν Πλημμελειοδικεῖον, προκειμένου δὲ περὶ κακουργήματος, ἐὰν μὲν ἐξακολουθῇ ἡ Σύνοδος, εἰς τὸ δικάσαν Δικαστήριον τῶν Συνέδρων, ἐὰν δὲ ἡ Σύνοδος ἔληξεν, εἰς τὸ Δικαστήριον τῶν Ἐφετῶν, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου ὑπήγετο τὸ δικάσαν Κακουργιοδικεῖον. Τὰ Δικαστήρια ταῦτα ἐξετάζουσι τὴν αἴτησιν ἐξ ἐπαγγέλματος, καὶ ἐὰν δὲν παραστῇ ὁ κατηγορούμενος. Ἡ διαδικασία διεξάγεται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου».
§76ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐκάμετε δήλωσιν, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ὁ χρόνος, ὃν ὁ κατηγορούμενος διανύει ἐν ταῖς φυλακαῖς τῶν ὑποδίκων ἕνεκα ἀναιρέσεως τῆς ἀποφάσεως, δὲν ὑπολογίζεται, κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰς ῥήσεις τοῦ νομοσχεδίου δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπολογισθῇ, ἀφοῦ τὸν ὑπολογισμὸν τὸν κάμνει τὸ Δικαστήριον, τὸ ἐπιβάλλον τὴν ποινήν. Φρονῶ ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ μία πρόνοια, ἵνα μὴ ἐμμέσως στερήσωμεν τὸν κατηγορούμενον τοῦ μέσου τῆς ἀναιρέσεως· διότι, ἂν ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον θέλει διανύσει ἐν τῇ φυλακῇ, δὲν συνυπολογίζηται εἰς τὸν χρόνον τῆς ποινῆς, τότε ὁ κατηγορούμενος θὰ σκεφθῇ, ἂν πρέπῃ νὰ κάμῃ ἀναίρεσιν. Φρονῶ δὲ, ὅτι, ἐπειδὴ μετὰ τὴν ἀναίρεσιν τῆς ἀποφάσεως ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ χρόνου εἶναι ζήτημα ἀριθμητικὸν ἁπλοῦν, δύναται νὰ εὑρεθῇ πόσος ἔσται ὁ χρόνος, ὁ ἀπὸ τῆς ἀναιρέσεως μέχρι τῆς ἀποῤῥίψεως τῆς ἀναιρέσεως, καὶ νὰ περιληφθῇ ἄρθρον, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Εἰσαγγελεὺς δύναται νὰ ὑπολογίσῃ καὶ τοῦτον.
§77ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πρῶτον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦτο. Ἀλλ’ εἶναι ἐναντίον καὶ κατ’ οὐσίαν· διότι, ἂν νομοθετήσωμεν, ὅτι ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον θέλει διανύσει ὁ κατηγορούμενος ἐν φυλακῇ, μέχρις ὅτου ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, θέλει συνυπολογισθῆ εἰς τὴν κατόπιν ποινήν, τότε δὲν θὰ ὑπάρξῃ κἀνεὶς καταδικαζόμενος, ὁ ὁποῖος δὲν ἤθελε καταφύγει εἰς τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀναιρέσεως, διότι δὲν ἔχει τίποτε νὰ ζημιωθῇ ἐκ τῆς ἀναιρέσεως. Σήμερον ἔχει κἄτι τι νὰ ζημιωθῇ· τότε ὅλοι, ὅσοι καταδικάζονται, θὰ καταφεύγωσιν εἰς τὴν ἀναίρεσιν.
§78ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἂν καταδικασθῇ εἰς μεγάλην ποινήν, δὲν ἔχει νὰ ἐλπίζῃ κἀμμίαν ὠφέλειαν ἐκ τῆς ἀναιρέσεως, διότι ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου ἐκδικάζονται εὐτυχῶς αἱ ποινικαὶ ἀναιρέσεις ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου· ἂν δὲ καταδικασθῇ ὑπὸ Πλημμελειοδικείου, ἔχει καὶ τὴν τοῦ προστίμου καταβολήν, ἡ ὁποία εἶναι κώλυμα εἰς αὐτόν, ὁ δὲ χρόνος οὗτος, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ὁρμᾶται ἐκ πνεύματος δικαιοσύνης, καὶ τοιοῦτο πνεῦμα ὑπαγορεύει τὴν διάταξιν τοῦ συμψηφισμοῦ τοῦ χρόνου, τὸν ὁποῖον διανύει ὁ κατηγορούμενος ἐν προφυλακίσει, νομίζω, ὅτι ἐπίσης εἶναι δίκαιον νὰ συμπεριληφθῇ. Διατὶ δὲ νὰ ἐμποδίσητε τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἀναιρέσεως; Πῶς ἐφοβήθη τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργός; Δὲν ἠξεύρει, ὅτι ἐπὶ ποινικῶν δικῶν εἶναι καθῆκον τῆς Πολιτείας νὰ παράσχῃ τῷ κατηγορουμένῳ πᾶσαν εὐκολίαν, πρὸς ἀκριβεστέραν δικαστικὴν ἐκτίμησιν τῆς ἀποδιδομένης αὐτῷ πράξεως;
§79ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ νομολογία τὸν περιέλαβε.
§80ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ νομολογία τὸν περιέλαβεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ;
§81ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§82ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὄχι πάντοτε. Ἄν ἀποῤῥιφθῇ ἡ ἀναίρεσις, ἀνατρέχει εἰς τὸν χρόνον τῆς καταδίκης, καὶ ὁ χρόνος ἀπόλλυται. Τοῦτο ἐγένετο πολλάκις, ὅσον ἐγὼ γνωρίζω.
§83ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτως ἔχει ἡ νομολογία.
§84ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ πρακτικὴ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ δέχεται συνήθως, ὅτι, ἀποῤῥιπτομένης τῆς αἰτήσεως ἀναιρέσεως, ἡ ποινὴ ἄρχεται ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐξεδόθη ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφασις. Ὁ χρόνος λοιπόν, ὁ μεσολαβῶν μέχρι τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, πολλάκις ἀπόλλυται. Βεβαίως τὸ ὀρθὸν τῆς τοιαύτης πρακτικῆς ἀμφισβητεῖται εὐλόγως· ὅ,τι ἠξεύρω εἶναι, ὅτι οἱ ἐπιστάται τῶν φυλακῶν πολλάκις ἀκολουθοῦσι τοιαύτην τοῦ νόμου ἐφαρμογήν, καὶ βιάζουσι τοὺς καταδίκους νὰ προσφεύγωσιν εἰς τὴν διαδικασίαν, ἣν ἡ Δικονομία προβλέπει διὰ τὰς ἐγειρομένας περὶ τὴν ἐκτέλεσιν ἀμφιβολίας, ὁπότε τὰ Συμβούλια λύουσι τὸ ζήτημα. Τινὰ δὲ τούτων, ἀποδίδοντα ἀνασταλτικὴν δύναμιν εἰς τὴν ἀναίρεσιν, δὲν ὑπελόγισαν τὸν μέχρι τῆς ἀποῤῥιπτούσης τὴν ἀναίρεσιν ἀποφάσεως χρόνον ἐπὶ κακουργημάτων.
§85ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐπὶ τῶν πλημμελημάτων;
§86ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μάλιστα, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἠγέρθη, ἀτόπως βέβαια, ἀμφισβήτησις ἄλλοτε.
§87ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον.
§88ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Φρονεῖτε;
§89ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ μοὶ εἴπητε τὸν νόμον.
§90ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Αὐτὸν τὸν βλέπετε. Θέλετε νὰ γείνω ἀναγνώστης;
§91ΛΑΣΚΑΡΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω. Ἀφοῦ διὰ τῆς τροπολογίας ἐπιτρέπεται εἰς τὸν κατηγορούμενον δι’ αἰτήσεως νὰ φέρῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Δικαστήριον τῶν Ἐφετῶν, ὅταν δὲν ὑφίσταται τὸ τῶν Συνέδρων, νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὸν νὰ παρίσταται καὶ διὰ πληρεξουσίου, ἀφοῦ ὁ κατηγορούμενος δὲν δύναται νὰ παραστῇ διὰ πληρεξουσίου, ἂν πρόκηται περὶ ποινῆς φυλακίσεως. Ἡ περιφέρεια τῶν Ἐφετῶν, ὡς ἠξεύρετε, εἶναι ἐκτεταμένη· πῶς θὰ ἐμφανισθῇ εὐκόλως αὐτὸς ὁ κατηγορούμενος αὐτοπροσώπως ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν; Νομίζω, ὅτι δύναται νὰ προστεθῇ μία διάταξις, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὸν καταδικασθέντα νὰ παρίσταται καὶ διὰ πληρεξουσίου.
§92ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ παράστασις.
§93ΛΑΣΚΑΡΗΣ. Διατὶ νὰ μὴ δύναται νὰ παρασταθῇ καὶ ὁ κατηγορούμενος, ἵνα συζητήσῃ ἀπέναντι τοῦ Εἰσαγγελέως;
§94ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι ἀνάγκη.
§95ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἂς ὑποβάλλῃ ὑπόμνημα.
§96ΛΑΣΚΑΡΗΣ. Ἀφοῦ δικάζει τὸ Δικαστήριον, εἶναι ὀρθὸν νὰ παρασταθῇ καὶ ὁ κατηγορούμενος ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἀνεγνώσθη. Ὡσαύτως δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 228 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας.
§98ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθῶς ἀξιέπαινος ἡ πρόθεσις, ἀπὸ τῆς ὁποίας ὡρμήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὑποβαλὼν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Εἶναι ἐπίσης ἀξιέπαινος ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· διότι, καθ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον διεῖδον, ἀναγινώσκων τὸ νομοσχέδιον, ἐπείσθην, ὅτι πρόκειται περὶ προστασίας, τὴν ὁποίαν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία θὰ ἐπιδαψιλεύσῃ εἰς τοὺς κατηγορουμένους ἐκείνους, περὶ τῶν ὁποίων προκύπτουσιν ἀρκεταὶ ἐνδείξεις, ὅτι ἀδίκως προεφυλακίσθησαν, ὅτι τουτέστι δὲν εἶναι ἔνοχοι. Ἀλλ’ ἂν πραγματικῶς, κύριε Πρόεδρε, θέλωμεν, τὸ εὐεργέτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον σκοποῦμεν ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τοὺς ἀδίκως προφυλακισθέντας, νὰ καταστήσωμεν πραγματικόν, πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν, ὥστε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ νομοθετήσωμεν, νὰ ἦναι πραγματικῶς εὐεργέτημα. Ἐκ τῆς πείρας ἐδιδάχθημεν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πολλάκις εἰς τοιούτου εἴδους ὑποθέσεις συνέβη, ὥστε ὁ ἐνεργῶν τὴν ἀνάκρισιν ἀνακριτὴς νὰ διαφωνήσῃ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, πολλάκις δὲ ἡ διαφωνία αὕτη ἐπιτείνεται ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἑκάτερος τῶν δικαστικῶν τούτων λειτουργῶν θεωρεῖ ζήτημα φιλοτιμίας τὴν ὑποχώρησιν καὶ τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς γνώμης του. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐν ὅσῳ δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ συμφωνία μεταξὺ Εἰσαγγελέως καὶ ἀνακριτοῦ, εἶναι δίκαιον ἑκάτερος τούτων νὰ δύναται νὰ ὑποβάλλῃ τὴν αἴτησιν, περὶ τῆς ὁποίας ποιεῖται λόγον τὸ νομοσχέδιον, εἰς τὸ ἁρμόδιον Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποφαίνηται, ἂν ὁ ἐν προφυλακίσει διατελῶν πρέπῃ νὰ ἀποφυλακισθῇ ἢ οὔ. Ἐπίσης καὶ ἑτέραν τινὰ παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω, τὴν ἑξῆς. Ἐκ τῆς πείρας ὡσαύτως γνωρίζομεν, ὅτι πολλάκις τοιούτου εἴδους ὑποθέσεις, ὑποβαλλόμεναι εἰς Συμβούλια, μένουσιν ἐκκρεμεῖς ἐπὶ πολὺν δυστυχῶς χρόνον, ἐπὶ περισσότερον παρ’ ὅσον ὤφειλον νὰ μένωσι παρὰ τοῖς Συμβουλίοις καὶ κυρίως παρὰ τοῖς εἰσηγηταῖς. Γνωρίζω ἐξ ἰδίας πείρας, ὅτι τοιαῦται ὑποθέσεις παρέμειναν ἐκκρεμεῖς ἐπὶ 10, 15 καὶ 20 ἡμέρας παρὰ τῷ εἰσηγητῇ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ταχθῇ προθεσμία τις, καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι μικρὰ προθεσμία ἡ τριήμερος, ἂν ὄχι μικροτέρα, ἐντὸς τῆς ὁποίας τὸ Συμβούλιον νὰ ἦναι ὑποχρεωμένον νὰ ἀποφαίνηται περὶ τῆς προφυλακίσεως ἢ μή.
§99ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὴν πρώτην τῶν παρατηρήσεων τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος διετύπωσε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς διὰ τῆς χθὲς κατατεθείσης παρ’ αὐτοῦ τροπολογίας. Παρατηρῶ εἰς ἀμφοτέρους, ὡς καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ καινοτομία, τὴν ὁποίαν εἰσάγομεν, ἀφορᾷ εἰς τοῦτο, ὅτι, ἂν ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ ἀνακριτὴς ἤθελον πεισθῆ ἐκ τοῦ χρόνου τῆς ἀνακρίσεως, ὅτι προεφυλακίσθησάν τινες, κατὰ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχουσιν ἁπλῶς ἐνδείξεις, ὅπως παραταθῇ ἡ προφυλάκισίς των μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ ὁριστικοῦ βουλεύματος, νὰ δύνανται οὗτοι νὰ ὑποβάλλωσιν εἰς τὸ Συμβούλιον τὴν ἀποφυλάκισιν αὐτῶν. Κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε κρατοῦντα, ἔπρεπεν οὗτοι νὰ ἀναμένωσι τὴν ἔκδοσιν τοῦ ὁριστικοῦ βουλεύματος. Ὅτε τὸ πρῶτον ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος ἐγένετο συζήτησις, ὑπῆρξαν οἱ ὑποστηρίζοντες, ὅτι, ἀφοῦ ἐν ἀρχῇ εἰς μόνον τὸν ἀνακριτὴν καὶ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ἡ Πολιτεία παρέσχε τὸ δικαίωμα νὰ δύνανται νὰ προφυλακίζωσιν οἱονδήποτε κατηγορούμενον, εἶναι λογικὸν εἰς μόνον αὐτοὺς τοὺς δύο νὰ δοθῇ καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀποφυλακίσεως. Ἀλλὰ παρετηρήθη, ὅτι ἐν τῇ πρώτῃ ἐμφανίσει, ἐν τῇ πρώτῃ διαπράξει μιᾶς ἀξιοποίνου πράξεως, βεβαίως δὲν ἐπιδρῶσι περιστάσεις ἐξωτερικαί. Ἀλλ’ ὅταν οὗτοι οἱ κατηγορούμενοι, ὁπωσδήποτε θεωρηθέντες ὕποπτοι καὶ προφυλακισθέντες, διατελῶσιν εἰς τὰς φυλακὰς, εἶναι πιθανὸν νὰ προκύψωσι τοιαῦται περιστάσεις, ὥστε νὰ προκύψῃ ἀδίκημα. Ὡς ἐκ τούτου ἐθεωρήθη ἀπαραίτητον νὰ τεθῇ ἡ ἐγγύησις ἡ πρόσθετος, νὰ ἀποφαίνηται τὸ Συμβούλιον. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει εἰς τὸ Συμβούλιον νὰ εἰσάγωνται τοιαῦται προτάσεις ὅλως διόλου ἐξαιρετικαὶ, μεταβάλλουσαι τὰ μέχρι τοῦδε κείμενα, παρὰ ὅταν καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ ἀνακριτὴς ἦναι σύμφωνοι, διότι τότε εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι τῷ ὄντι ἐκ τῆς ἀνακρίσεως προέκυψαν ἐνδείξεις, δυνάμεναι νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν περαιτέρω προφυλάκισιν. Ὡς ἐκ τούτου ἐπιμένω εἰς τὴν παραδοχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ὑπέβαλε καὶ ἑτέραν παρατήρησιν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀλλ’ ἐλησμόνησεν, ὅτι ὑπάρχει διάταξις κειμένου νόμου, καθ’ ἣν ὁ κατηγορούμενος δὲν δύναται νὰ γινώσκῃ, ποῖαι προέκυψαν ἐκ τῆς ἀνακρίσεως ἐνδείξεις περὶ τῆς ἐνοχῆς ἢ τῆς ἀθωότητος αὐτοῦ. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μείνωμεν εἰς τὸ κείμενον, καὶ ν’ ἀποφύγωμεν καινοτομίας, αἱ ὁποῖαι δὲν ὠφελοῦσιν.
§100ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὡς πρὸς τὴν πρώτην παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ, ὀφείλω νὰ τῷ ἀπαντήσω, ὅτι ἡ συμφωνία τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ ἀνακριτοῦ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει θὰ ἦτό τι σπάνιον καὶ δύσκολον, ὡς ἀπέδειξε πρότερον ἕτερος συνάδελφος. Πλὴν ἐγὼ δὲν θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν συμφωνίαν τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ ἀνακριτοῦ, προκειμένου νὰ ὑποβληθῇ αἴτησις εἰς τὸ Συμβούλιον περὶ διακοπῆς τῆς προφυλακίσεως. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἀλλαχοῦ ἔχουσι παραδεχθῆ τὴν τοιαύτην συμφωνίαν, ὡς ἐν Γερμανίᾳ, ἀλλὰ ἐκεῖ, κατ’ ἀκολουθίαν τῆς τοιαύτης συμφωνίας, δύνανται ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ ἀνακριτὴς νὰ διακόψωσι μόνοι τὴν προφυλάκισιν, χωρὶς νὰ προσφύγωσιν εἰς τὸ Συμβούλιον. Ἀκριβῶς ὅμως ἡ προσφυγὴ εἰς τὸ Συμβούλιον, ἣν ἀποδέχεται τὸ νομοσχέδιον, ἐνδεικνύει, νομίζω, τὴν προϋπόθεσιν τῆς διαφωνίας μεταξὺ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμὴν, ὅτι ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, καὶ ἀποβαίνει εὔκολος ἡ συμφωνία τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ ἀνακριτοῦ· ἡ συμφωνία αὕτη δὲν θὰ ἐπιτυγχάνηται πάντοτε ἐφ’ ὅλων ἐκείνων τῶν κατηγορουμένων, ὧν δίκαιον εἶναι νὰ διακοπῇ ἡ προφυλάκισις. Ὅταν αὐτοὶ δὲν εὐνοῶνται ὑπὸ τῆς κρατούσης μερίδος, δὲν θὰ ἦναι πολὺ δύσκολον νὰ ἐπηρεασθῇ ἢ ὁ ἀνακριτὴς ἢ ὁ Εἰσαγγελεὺς, καὶ ἰδίως ὁ τελευταῖος, ὅστις εἶναι μᾶλλον διοικητικὸς ὑπάλληλος καὶ ὑπόκειται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν εἰς παῦσιν, καὶ νὰ διαφωνήσῃ πρὸς τὸν ἕτερον, οὕτω δὲ νὰ ματαιωθῇ ἡ περὶ διακοπῆς τῆς προφυλακίσεως αἴτησις, ὅσον δικαία καὶ ἂν ἦναι αὕτη. Τί θὰ συμβῇ τότε; Φόβος εἶναι, μὴ ἀποκλεισθῶσιν ἐκ τῆς εὐεργετικῆς ταύτης διατάξεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὅσοι θεωροῦνται ἀντιπολιτευόμενοι, οὕτω δὲ, ἐν ᾧ ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζει, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου του καταφέρει ἓν τραῦμα κατὰ τῆς φυγοδικίας, ἴδωμεν ταύτην ἐπιτεινομένην κατ’ ἀκολουθίαν αὐτοῦ. Διότι δὲν εἶναι ἀπίθανον, ἕκαστος ἀντιπολιτευόμενος κατηγορούμενος νὰ σκέπτηται, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ φυγοδικῶν, ἕως οὗ ἔλθῃ ἡ μερίς του εἰς τὰ πράγματα, ὑφ’ ἣν θὰ ἐλπίζῃ νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς αὐτὸν ἡ ἰσχὺς τῆς προκειμένης εὐεργετικῆς διατάξεως. Δι’ ὅλα ταῦτα, κύριε Πρόεδρε, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιτραπῇ καὶ ἐπὶ διαφωνίας μεταξὺ Εἰσαγγελέως καὶ ἀνακριτοῦ νὰ ὑποβάλληται παρὰ τοῦ ἑνὸς τούτων ἡ αἴτησις εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν περὶ τῆς διακοπῆς τῆς προφυλακίσεως. Τὸ Συμβούλιον θὰ ἦτο τότε εἰς καλλιτέραν θέσιν νὰ ἀποφασίσῃ, ἐὰν ὑπάρχωσι λόγοι πρὸς ἀποφυλάκισιν, ὅταν ἀκούσῃ καὶ τοὺς ὑπὲρ καὶ τοὺς κατὰ λόγους τῶν διαφωνούντων. Ἀλλ’ ἐγὼ προέβην καὶ περαιτέρω, καὶ προέτεινα διὰ τῆς τροπολογίας μου, ἵνα ἐπιτραπῇ καὶ εἰς αὐτὸν τὸν κατηγορούμενον, ὅταν νομίζῃ, ὅτι ἀδίκως προεφυλακίσθη, ὅτι καὶ ὁ ἀνακριτὴς καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀπεπλανήθησαν ἴσως ἐκ τῶν πρώτων ἐντυπώσεων, νὰ προσφεύγῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς προβάλλει τὴν ἀντίῤῥησιν, ὅτι τοιουτοτρόπως θέλει ἐπισωρευθῆ πολλὴ ἐργασία εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν. Ἀλλὰ, κατ’ ἐμὴν γνώμην, τοῦτο δὲν εἶναι λόγος ἀποχρῶν, ὅπως, προκειμένου περὶ τοῦ τιμαλφεστάτου τῶν δικαιωμάτων, τὸ ὁποῖον κέκτηται ὁ πολίτης, περὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας του, προτιμῶμεν νὰ στερηθῇ τις τοῦτο μᾶλλον ἢ νὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ περισσοτέραν ἐργασίαν τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν.
§101ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ συνέταξα τροπολογίαν τινὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Εἰς τὴν σύνταξιν τῆς τροπολογίας ταύτης ἔπραξα ὅ,τι καὶ εἰς τὴν σύνταξιν τῆς προηγουμένης τροπολογίας, δηλ. κατέφυγον εἰς τὰς ξένας νομοθεσίας, ἵνα ἴδω, πῶς ἐκεῖ διατυποῦται αὐτὸ τὸ ἴδιον ἀντικείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν. Ἰδίως ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον νὰ ἀκολουθήσω τὴν Γερμανικὴν νομοθεσίαν, καθ’ ἣν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ καταργήσῃ τὸ ἐκδοθὲν βούλευμα ἀνατίθεται εἰς αὐτὸν τὸν ἀνακριτὴν, τὸν ἐκδόντα αὐτὸ, ἐὰν συμφωνῇ εἰς τοῦτο καὶ ὁ Εἰσαγγελεύς· ἐὰν ὅμως ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν συμφωνήσῃ, ἔχει καὶ τότε ἀκόμη τὸ δικαίωμα ὁ ἀνακριτὴς νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θ’ ἀποφασίσῃ ὁριστικῶς περὶ τούτου. Δὲν ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ χορηγήσωμεν ὅμοιον δικαίωμα καὶ εἰς τὸν κατηγορούμενον, διότι τῶν δικαιωμάτων τούτων δύναται νὰ γείνῃ κατάχρησις, καὶ νὰ παρατείνωνται τοιουτοτρόπως αἱ ἀνακρίσεις, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ νὰ μὴ συλλέγωνται ἀποδείξεις, αἱ ὁποῖαι ἴσως τρέχουν καὶ τὸν κίνδυνον νὰ ἀπολεσθῶσιν ἢ διαστραφῶσι. Περιωρίσθην λοιπὸν εἰς τὴν διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Γερμανικὸν κείμενον, ἔχει δὲ ἡ τροπολογία μου ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν).
§102ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀκριβῶς ἐπ’ αὐτῆς τῆς προτάσεως ἐγένετο συζήτησις, ἀλλὰ κατόπιν ἐπισταμένης μελέτης καὶ ἐμβριθεστάτης σκέψεως εὑρέθη, ὅτι παρ’ ἡμῖν τοῦτο, ὅπως προτείνεται παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, ἤθελεν εἶσθαι πολὺ ἐπικίνδυνον.
§103ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν βλέπω, τί ἐπικίνδυνον ἠδύνατο νὰ ἔχῃ, ἀφοῦ τὰ πάντα ἀνατίθενται, ὅπως βλέπετε ἐκ τῆς τροπολογίας αὐτῆς, εἰς τὸν ἰσόβιον ἀνακριτὴν, συμφωνοῦντος καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως, ἐν περιπτώσει δὲ διαφωνίας, ἀποφασίζει τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν.
§104ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ὑπεστήριξα, ὅτι, ὁσάκις συμφωνήσῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ ἀνακριτής, ὅπως φαίνεται ἀντιληφθεὶς ὁ κ. Ὑπουργὸς, πρέπει νὰ δύνανται ν’ ἀποφυλακίζουν τὸν κατηγορούμενον ἄνευ τῆς συμπράξεως τοῦ Συμβουλίου.
§105ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§106ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἐν διαφωνίᾳ μεταξὺ Εἰσαγγελέως καὶ ἀνακριτοῦ καλὸν εἶναι νὰ δύναται ἑκάτερος τούτων νὰ ὑποβάλῃ τὴν αἴτησιν εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν, τὸ ὁποῖον νὰ ἀποφαίνηται. Ὅμοιόν τι κρατεῖ καὶ ἐν Γαλλίᾳ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 94 τῆς Γαλλικῆς Ποινικῆς Δικονομίας, δύνανται ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ ἀνακριτὴς, συμφωνοῦντες, ν’ ἀποφυλακίσωσι τὸν προφυλακισθέντα, δὲν ὑπάρχει ὅμως ἐκεῖ ἡ ἐγγύησις τῆς συμπράξεως τοῦ Συμβουλίου, ὅπως προτείνει αὐτὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος. Ἂν λοιπὸν θέλωμεν νὰ μὴ καταστήσωμεν δῶρον ἄδωρον τὸ μελετώμενον εὐεργέτημα, ὀφείλομεν νὰ δεχθῶμεν τὴν ἱκανότητα τοῦ Εἰσαγγελέως, ἢ τοῦ ἀνακριτοῦ μεμονωμένως, ὅπως εἰσάγῃ τὴν αἴτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). Ἐνταῦθα ὑπάρχει ἡ τροπολογία τοῦ ἐκ Λοκρίδος βουλευτοῦ κ. Εὐταξία.
§108ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὴν ἀποσύρω, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν τὴν δέχεται.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἐπίσης τροπολογία τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου.
§110ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ τὴν ἀποσύρω.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε δὲν ὑπάρχει ἄλλη τροπολογία.
§112ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἶναι ἡ ἰδική μου τροπολογία.
§113ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι φιλολογικὴ παρατήρησις, διότι λέγετε ὅτι, ἀντὶ νὰ ὑπάρχῃ «ἐξέλιπεν ὁ λόγος...»
§114ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἰδοὺ διατί. Διότι, διὰ νὰ ἐκδοθῇ τὸ ἔνταλμα τῆς προφυλακίσεως, ἀρκεῖ ἡ ὑποψία· ἐν τούτοις δύναται κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἀνακρίσεως ὄχι μόνον ἡ ὑποψία αὕτη νὰ ἐκλείψῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ ὑπάρχωσι λόγοι, ἐνισχύοντες τὴν τοιαύτην ὑποψίαν. Ἐὰν λοιπὸν περιωρίζετο ὁ νόμος νὰ εἴπῃ ὅτι «ἐξέλιπεν ὁ λόγος», τότε τὸ Δικαστήριον θὰ περιωρίζετο ἁπλῶς νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ἐξέλιπεν ἢ μὴ ὁ λόγος ἐκεῖνος, ἐνῷ δύναται νὰ συμβῇ, νὰ μὴ ἐκλείψῃ μὲν ὁ λόγος, ἀλλὰ αἱ ὑποψίαι νὰ μὴ ἐνισχύωνται ἐκ τῆς διεξαγομένης ἀνακρίσεως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀποδέχηται τὴν τροπολογίαν αὐτὴν κατὰ τὴν φράσιν, θεωρῶν αὐτὴν ὡς φιλολογικὴν παρατήρησιν, τότε βεβαίως τὴν δευτέραν, δι’ ἧς προτείνεται, «ὅπως κατὰ τοῦ τοιούτου βουλεύματος μὴ ἐπιτρέπηται ἀνακοπὴ, μηδὲ ἀναίρεσις», φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ παραδεχθῇ, ἵνα ἀρθῇ πᾶσα τυχὸν γεννηθησομένη ἀμφιβολία, διότι τὸ ὑπάρχον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ «ἀνεκκλήτως» δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸν νόμον, διότι δὲν ὑπάρχει ἔφεσις κατὰ τοῦ βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου· τοὐλάχιστον νὰ τεθῇ «ἀμετακλήτως».
§115ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα, τὸ «ἀνεκκλήτως» νὰ μεταβληθῇ εἰς «ἀμετακλήτως». (Οὕτω διορθωθὲν τὸ ἄρθρον, γίνεται δεκτόν. Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν. Εἶτα γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, τὸ νομοσχέδιον περὶ δικαστικῶν ἐγγυήσεων καὶ καταθέσεων).
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 180). Ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φυγοδικίας ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 182). Ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναγκαστικῆς ἐκποιήσεως ἐπιτροπὴ ἐπεράτωσε τὴν ἐργασίαν της, ἐξετάσασα καὶ τροποποιήσασα τὸ νομοσχέδιον, ἐκ συνεννοήσεως δὲ μετὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἐγένετο ἀπὸ κοινοῦ δεκτόν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον ἀνατυπωθῇ, ὡς ἐτροποποιήθη, μετὰ δὲ τὴν διανομήν του θέλει ἀναγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 181). (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ὥρᾳ 6 καὶ 20′ μ. μ.).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως.
§118ΣΑΚΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ τόσα ἄλλα σπουδαῖα νομοθετήματα ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς εἰδικὰς ἐπιτροπὰς, νομίζω, ὅτι, προκειμένου περὶ τοσοῦτον σπουδαίου νομοθετήματος, ὀφείλει ἡ Βουλή, σεβομένη, οὕτως εἰπεῖν, προηγουμένας αὑτῆς ἀποφάσεις, νὰ παραπέμψῃ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν ἐκ δέκα τοὐλάχιστον Βουλευτῶν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρὸς μελέτην.
§119ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρεπέμφθη ἤδη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Ἐσωτερικῶν.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεπέμφθη εἰς τὴν οἰκείαν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της. Ἤδη λέγετε, νὰ παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν. Ὑποβάλλετε πρότασιν;
§121ΣΑΚΚΗΣ. Ὄχι, συνιστῶ ἁπλῶς.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ δὲν ὑποβάλλετε πρότασιν, δὲν δύναμαι νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§123ΣΑΚΚΗΣ. Ἄν συναινῇ ἡ Κυβέρνησις, βεβαίως· ἄλλως δὲν ἐπιμένω.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν συναινεῖ.
§125ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα τὰ ποσὰ, τὰ παρὰ τῶν δήμων συμφώνως μὲ τοὺς προϋπολογισμοὺς αὐτῶν δαπανώμενα πρὸς συντήρησιν τῶν ἀστυνομιῶν αὐτῶν· δεύτερον, τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν, ὅπερ θὰ ἀπαιτήσῃ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ προτεινομένου μέτρου, τῆς μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως.
§126ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑπάρχει κατάλογος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἕτοιμος.
§127ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ ὑποβληθῇ.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μεσσηνέζης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§129ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἡ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ πολιτεία μου δὲν ὑπαγορεύεται ἐκ πολιτικῶν λόγων ἢ σκοπῶν, ὑπαγορεύεται ἐκ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι ἡ κατάστασις ἡμῶν ἐδεινώθη, διότι ἔπαιξαν ἐν οὐ παικτοῖς, ὅτι ὁ ἡγέτης τῆς πλειοψηφίας ἐκλήθη εἰς τὴν ἐξουσίαν ὑπὸ τὰς δεινωθείσας αὐτὰς περιστάσεις, καὶ ἀνελθὼν εἰς αὐτὴν, εἶδε ψευσθείσας τὰς ἐλπίδας του, εὑρισκόμενος δὲ ἀπέναντι τῆς δεινωθείσης ταύτης καταστάσεως, προβαίνει ἀπαράσκευος εἰς μέτρα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἱκανά, ὅπως ἀντιμετωπίσωσι τὰς περιστάσεις, ὅπως σώσωσι τὸν τόπον ἐκ τῆς ἐπιδεινωθείσης καταστάσεως τῶν πραγμάτων. Ὅλα τὰ μέτρα, ὅσα λαμβάνει, προδίδουσιν, ὅτι ἀντιμετωπίζει τὴν κατάστασιν ταύτην, τὴν δεινήν, τῶν πραγμάτων, ὅλως ἀπροπαρασκεύαστος, καὶ προβαίνει εἰς μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶναι βεβιασμένα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἔργα μὴ λελογισμένα, μὴ μεμελετημένα, καὶ τὰ ὁποῖα βεβαίως, ἐπαναλαμβάνω, δὲν δύνανται νὰ σώσωσι τὸν τόπον ἐκ τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, ὑπὸ τὴν ὁποίαν διατελεῖ. Ἓν ἐκ τῶν νομοσχεδίων, ἓν ἐκ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλει ὁ ἡγέτης τῆς πλειοψηφίας εἰς τὴν Βουλὴν, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἀνορθώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, εἶναι καὶ τὸ προκείμενον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἴσως καὶ τὸ δεινότερον πάντων καὶ τὸ ὀλιγώτερον παντὸς ἄλλου συντελεστικόν. Ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία, Κύριοι, χρονολογεῖται ἀπὸ τοῦ 1849, καὶ ἐλήφθη τότε τὸ μέτρον, διότι ἐπῆλθον περιστάσεις, ἐπῆλθον διάφοροι στάσεις εἰς τὸ Κράτος, αἱ ὁποῖαι εἶχον φέρει εἰς τοιαύτην κατάστασιν τὴν πρωτεύουσαν, ὥστε ὁ δῆμος δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς δαπάνας πρὸς συντήρησιν τῆς τάξεως. Ἀπεφασίσθη λοιπὸν νὰ προσέλθῃ τὸ Δημόσιον εἰς ἀρωγὴν τοῦ δήμου, καὶ τότε ἐγκαθιδρύθη ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία. Ἀλλὰ ὁποῖοι οἱ καρποὶ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας; Δὲν παρῆλθε πολὺς καιρὸς καὶ ἡ ἀστυνομία ἡ διοικητικὴ παρήγαγε τὰ Σκιαδικά, δὲν παρῆλθε πολὺς καιρὸς καὶ ἡ Πολιτεία, ἀσεβοῦσα πρὸς τοὺς θεσμοὺς, καὶ τὸ σύστημα τῆς ἄκρας συγκεντρώσεως ἀσπαζομένη, προὐκάλει τὴν Φεβρουαρινὴν ἐπανάστασιν καὶ μετ’ οὐ πολὺ τὴν Ὀκτωβριανήν. Κατὰ τὸ διάστημα τῆς Μεσοβασιλείας οὐδεμίαν ὑπηρεσίαν ἠδυνήθη νὰ προσφέρῃ ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία ἐν τῇ πρωτευούσῃ· ἀπὸ δὲ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἂν ἐξετάσωμεν τὰ πράγματα, βλέπομεν ὅτι ἡ ἀστυνομία ἡ διοικητικὴ ἀπέτυχεν οἰκτρῶς, διότι εἰς οὐδὲν σημεῖον τοῦ Κράτους τελοῦνται τόσα κακουργήματα, ὅσα ἐν τῇ πρωτευούσῃ· διότι ἡ διαφθορὰ κατέκλυσε τὴν πρωτεύουσαν ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον, καὶ ἐξανίσταται ὁ κόσμος, μανθάνων ὁποῖα ὄργια τελοῦνται ἐν τῇ πρωτευούσῃ. Ἐν τῇ πρωτευούσῃ ὑπάρχει ἡ ἑστία ὅλων τῶν συμμοριῶν, αἱ ὁποῖαι τὴν σήμερον καταμαστίζουσι τὸν τόπον. Ἐδῶ εὑρίσκετε τὴν ἑστίαν, ἐντεῦθεν διευθύνεται καὶ ἡ ζωοκλοπὴ καὶ ἡ λῃστεία καὶ ἡ φυγοδικία· ἐδῶ προπαρασκευάζονται τὰ μεγαλείτερα ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα τὴν σήμερον συνταράττουσι τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν. Καὶ τί πράττει, καὶ τί παρουσιάζει, ὁποίους καρποὺς παρουσιάζει ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία; Ἐλάχιστα. Ὄχι μόνον δὲν δύναται, καίπερ οὖσα ἐξουσία προληπτική, νὰ προλάβῃ τὸ ἐλάχιστον ἔγκλημα, ἀλλὰ δὲν δύναται οὔτε νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἀνακάλυψιν τῶν κοινοτέρων ἐγκλημάτων, οὔτε εἰς τὴν σύλληψιν τῶν ἐκτελούντων, τῶν διαπραττόντων τὰ ἐγκλήματα, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἑστία τῆς μεγαλειτέρας φυγοδικίας εἶναι ἡ πρωτεύουσα. Ἂν λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὸ ὑπαγορεύῃ σκέψις περὶ βελτιώσεως τῆς δημοσίας τάξεως, σκέψις περὶ περιορισμοῦ τῶν ἐγκλημάτων, περὶ ἐπιτυχοῦς καταδιώξεως αὐτῶν, εἶναι ἀποτυχία πλήρης, διότι διὰ τῆς ἀστυνομίας τῆς διοικητικῆς βεβαίως δὲν θέλομεν φθάσει εἰς τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Εἶναι, λέγουσι, μέτρον καὶ αὐτὸ οἰκονομικόν. Δι’ αὐτοῦ ἐλπίζουσι νὰ ἀνορθώσωσι τὰ οἰκονομικά. Ἐξεταστέον κατὰ πρῶτον, Κύριοι, αὐτὸ τὸ μέτρον ἀντιβαίνει ἢ δὲν ἀντιβαίνει εἰς θεμελιώδεις διατάξεις τῶν θεσμῶν τοῦ τόπου; Δύναται δὲ νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τοιαύτας διατάξεις, διότι καταργεῖ τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν, παραβιάζον τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας, καὶ ἀντικαθίστησιν αὐτὴν δι’ ἀστυνομίας καθαρῶς στρατιωτικῆς καὶ οὐχὶ διοικητικῆς. Ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία ἦτο τοὐλάχιστον ἀστυνομία, ἡ ὁποία ἠμείβετο ἀπὸ τὸ Δημόσιον, τὸ Δημόσιον ὑφίστατο καὶ ὑφίσταται τὴν δαπάνην τῆς ἀστυνομίας τῆς διοικητικῆς. Διὰ δὲ τοῦ προκειμένου μέτρου ἡ Κυβέρνησις ἐπιβάλλει αὐθαιρέτως εἰς τοὺς δήμους τὴν πληρωμὴν, τὴν ἀποζημίωσιν ὅλων ἐκείνων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, τοὺς ὁποίους προτίθεται νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν τόπον, εἰς τοὺς δήμους, διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ δῆθεν τὴν τάξιν εἰς τὸν τόπον καὶ ἀνορθώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ διατὶ κυρίως; Διὰ νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸν τόπον καὶ τὸν τελευταῖον ὀβολὸν, τὸν ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ἔχωσιν οἱ δῆμοι, καὶ τὰ μέσα τοῦ νὰ συντηρῶνται καὶ νὰ ἐκτελῶσι κἀνὲν ἐκ τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα τοῖς εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν εὐεξίαν καὶ τὴν πρόοδον τῶν κατοίκων. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, ἀντιβαίνει εἰς τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ νόμου, διότι παραβιάζει τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι τὸ Παλλάδιον, εἶναι ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 προέβλεψε καὶ περὶ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, καὶ ῥητὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος, τὸ ἄρθρον 105, καθιεροῖ τὴν ἀνεξαρτησίαν, καθιεροῖ τὸ ἀπαραβίαστον τῶν δημοτικῶν ἡμῶν ἐλευθεριῶν, τῆς δημοτικῆς ἐξουσίας, λέγον, ὅτι αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ ἐκλέγονται διὰ καθολικῆς καὶ μυστικῆς διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίας. Αἱ δημοτικαὶ ἐλευθερίαι λοιπὸν δὲν θὰ ἐξαρτῶνται πλέον ἀπὸ τὴν θέλησιν τῆς ἐξουσίας, ἀπὸ τὴν θέλησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία ὑπείκει εἰς τὰ νεύματα ἑνὸς καὶ μόνου ἀνδρὸς, ἡ ὁποία δυστυχῶς—τοὐλάχιστον μέχρι τοῦδε ἀπεδείχθη—δὲν ἔχει ἰδίαν φωνὴν, ἰδίαν θέλησιν. Λοιπὸν δὲν ἀφῆκεν εἰς μόνην τὴν θέλησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὰς ἐλευθερίας τὰς δημοτικὰς, ἀλλὰ διὰ τοῦ Συντάγματος ἐχαρακτήρισεν αὐτὰς ὡς θεσμὸν συνταγματικόν. Πᾶν ὅ,τι πράττετε κατὰ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν εἶναι παραβίασις τοῦ Συντάγματος....
§130ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Μεσσηνέζη, ἐπιτρέψατέ μοι, παρακαλῶ, νὰ σᾶς διακόψω πρὸς στιγμήν. Κύριε Πρόεδρε, συνεδριαζούσης τῆς Βουλῆς, οὐδέποτε ἐπιτρέπεται νὰ συνεδριάζωσιν αἱ ἐπιτροπαὶ, καὶ μάλιστα ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§131ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δι’ αὐτὸ διελύθη.
§132ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διελύθη; Ἐν τούτοις ἐξακολουθεῖ νὰ ἐπιμένῃ.
§133ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὄχι.
§134ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως εἴδετε τὸ ἄτοπον καὶ διελύθητε, διότι ἠθέλετε νὰ τὸ κάμητε καὶ αὐτό.
§135ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρώτην φορὰν ἐννοοῦν, ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας νὰ κάμουν αὐτὴν τὴν συζήτησιν.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθήσατε, κύριε Μεσσηνέζη.
§137ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ δὲν παύουσιν οὖσαι τοιαῦται, ἐὰν στερηθῶσι τῶν ἐξουσιῶν, διὰ τῶν ὁποίων περιεβλήθησαν. Ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ πρέπει νὰ ἔχῃ ὅλα τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται, ὡς ἀπολύτως ἀναγκαῖα, ὅπως ἐκπληροῖ τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον συνέστησαν αἱ δημοτικαὶ ἀρχαί. Ὅταν ἀφαιρῆτε τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς δημοτικῆς ἐξουσίας, τότε δὲν ὑπάρχει δημοτικὴ ἀρχὴ, δὲν ὑπάρχει δημοτικὴ ἐξουσία, καὶ τότε παραβιάζετε τὸ Σύνταγμα, παραβιάζετε τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας τοῦ τόπου. Ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα, τὰ πρῶτα καὶ κύρια, κατὰ τὸν νόμον τὸν δημοτικὸν, τοῦ Δημάρχου; Ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία καὶ ἡ διοίκησις τῆς δημοτικῆς περιουσίας. Αὐτὰ εἶναι τὰ πρῶτα καὶ κύρια καθήκοντα τοῦ Δημάρχου. Ὅταν τοῦ ἀφαιρῆτε τὸ πρῶτον καὶ σπουδαιότατον, βεβαίως τοῦ ἀφαιρεῖτε καὶ τὸ ἀξίωμά του, τὴν κορωνίδα τοῦ ἀξιώματός του. Ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία εἶναι διοικητικὴ ἀρχὴ, εἶναι δημοτικὴ ἐξουσία· δὲν λαμβάνει ἀμοιβὴν ὁ Δήμαρχος, ἐκλέγεται τιμῆς ἕνεκα, καὶ ὑπηρετεῖ δωρεὰν τὸν τιμῶντα αὐτὸν δῆμον διὰ τῆς ψήφου του. Ὅταν ἀπὸ τοῦ Δημάρχου ἀφαιρῆτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ περιβάλῃ αὐτὸν διὰ μιᾶς ὑπεροχῆς, ὅταν τοῦ ἀφαιρῆτε τὰ μέσα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων ἠμπορεῖ νὰ τηρήσῃ τὴν θέσιν του, τὴν ἀξιοπρέπειάν του, καὶ νὰ δεικνύηται ἄρχων δυνάμενος καὶ νὰ διοικήσῃ, καὶ νὰ προλάβῃ ἀτακτήματα, καὶ νὰ τιμωρήσῃ αὐτὰ, τότε τὸν καταβιβάζετε ἀπὸ τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ τὸν ὑψώσῃ ὁ νομοθέτης, καὶ τὸν κάμνετε τυφλὸν ὄργανον τοῦ τελευταίου ἀξιωματικοῦ τῆς χωροφυλακῆς, τὸν ὁποῖον θὰ πέμψητε ὡς διοικητὴν τῆς ἀστυνομίας εἰς τὸν δῆμόν του. Ἀντίκειται λοιπὸν ἄντικρυς εἰς τοὺς θεμελιώδεις θεσμοὺς τοῦ τόπου, εἶναι παραβίασις τοῦ Συντάγματος, παραβίασις ἀναμφισβήτητος, τὸ νὰ ἀφαιρῆτε ἀπὸ τὸν Δήμαρχον, ἀπὸ τὴν δημοτικὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει καὶ ὑφίσταται καὶ λειτουργεῖ, ὄχι μόνον κατὰ τοὺς δημοτικοὺς νόμους, ἀλλὰ καὶ δυνάμει τοῦ Συντάγματος, νὰ ἀφαιρῆτε τὴν κυριωτέραν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν διαχειρίζεται. Δὲν δύνασθε, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὴν ἀφαιρέσητε. Τὸ νομοθέτημά σας, θὰ ἦναι νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἔχῃ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Ζητεῖτε νὰ καθιερώσητε τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν· καὶ ὅταν καθιερώσητε τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ποῦ εἶναι αἱ ἐλευθερίαι, ὄχι μόνον αἱ δημοτικαὶ, ἀλλὰ καὶ αἱ πολιτικαί; Ὅταν διοργανώσητε τὴν ἀστυνομίαν σας ὅπως θέλετε, κατὰ τὸ νομοσχέδιόν σας, τότε ἐλευθερίαι δὲν ὑπάρχουσι, τότε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ ἄλλη θέλησις, παρὰ ἡ θέλησις τῆς ἐξουσίας· οἱ πάντες πρέπει νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὴν θέλησιν αὐτῆς, καὶ ἐν ὥρᾳ ἐκλογῶν διὰ τῆς ἀστυνομίας θὰ ἀναδεικνύωμεν Βουλευτὰς τοὺς ἀρέσκοντας εἰς ἡμᾶς, καὶ ἐν ὥρᾳ δημοτικῶν ἐκλογῶν θὰ ἀναδεικνύωνται δῆθεν δημοτικοὶ ἄρχοντες, πράγματι δὲ τυφλὰ καὶ ἐλεεινὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας. Κύριοι, αὐτὸ τὸ τόλμημα δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀνεχθῶμεν· διότι ὁ τόπος οὗτος ἠνέχθη πολλὰ τολμήματα μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ ἀνεχθῇ καὶ τὸ τοιοῦτον· δὲν πιστεύω νὰ μὴ ἔχῃ τοῦτο ἀποτελέσματα. Θέλετε ν’ ἀντικαταστήσητε τὴν δημοτικὴν ἐξουσίαν διὰ τοῦ στρατοῦ. Μὰ τότε καταργήσατε τὴν δημοτικὴν ἐξουσίαν· διότι, ἂν ἀφήσητε ὑπάρχουσαν χωλὴν ἢ κεκολοβωμένην τὴν δημοτικὴν ἐξουσίαν, καὶ ἐγκαθιδρύσητε κράτος ἐν κράτει, παραδίδοντες τὴν δημοτικὴν ἐξουσίαν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ εἰς τὰ ὄργανα τῆς χωροφυλακῆς, τότε ὁ Δήμαρχος δὲν ὑφίσταται. Ἀλλὰ μὴ πιστεύετε ποτὲ, ὅτι οἱ Δήμαρχοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι προϊὸν τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ ἦναι Δήμαρχοι, πρέπει νὰ ἔχουν μίαν δύναμιν ἐν τῷ τόπῳ, μὴ νομίζετε, ὅτι θὰ ἀνεχθῶσι τὸ νὰ περιφρονῶνται, τὸ νὰ παραβιάζωνται τὰ δικαιώματά των ἀπὸ τὸν πρῶτον τυχὸν ἀξιωματικὸν τῆς χωροφυλακῆς, καὶ νὰ μὴ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ προστατεύσωσι τοὺς συμπολίτας των ἀδικουμένους, καὶ ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος θὰ ἦναι εἰς πλήρη ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν, πρὸς τὰ δικαιώματα, πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, ὅτι αὐτὸς ὁ ἀξιωματικὸς θὰ ἠμπορέσῃ νὰ διοικήσῃ τὸν δῆμον, νὰ διοικήσῃ κάλλιον τῶν δημαστυνόμων. Δὲν πιστεύω νὰ προβαίνητε εἰς τὴν κατάργησιν τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν, διότι δῆθεν ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία ἀπέτυχεν. Ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία ἐπέτυχε καλλίτερον τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, διότι ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ, ἀναλόγως τῆς ἐλλείψεως τῆς ἐξουσίας ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα γίνονται ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, εἶναι πολὺ ὀλιγώτερα ἀπὸ τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα διαπράττονται ἐν τῇ πρωτευούσῃ. Ὥστε λόγος ἀποτυχίας τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, λόγος βελτιώσεως τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων, δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον λαμβάνετε. Εἶναι ἓν μέτρον αὐθαίρετον, τὸ ὁποῖον τείνει εἰς τὴν συγκέντρωσιν ὅλης τῆς ἐξουσίας εἰς τὰς χεῖρας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Δὲν πιστεύω νὰ ἦναι πολὺς καιρὸς, ἀφ’ ἧς ὁ κ. ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας ἀπὸ τοῦ ἐξώστου ἐπηγγέλλετο, ὅτι ἐρχόμενος εἰς τὴν ἐξουσίαν ἤθελεν ἐφαρμόσει σύστημα εὐρυτάτης ἀποκεντρώσεως, καὶ ὅτι διὰ τῆς ἀποκεντρώσεως πλέον θὰ ἐβελτιοῦτο ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, καὶ θ’ ἀνωρθοῦτο ὁ τόπος, καὶ θὰ ἔφθανεν εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε ἡ εὐημερία πλέον νὰ κατακλύζῃ τὸν τόπον αὐτόν. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀποκέντρωσις, τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλλετο ὁ κ. ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας; Ἀπὸ τῆς ἀποκεντρώσεως νὰ φθάνωμεν εἰς τὴν συγκέντρωσιν, τὴν πλέον τρομερὰν, τὴν πλέον ἀποκλειστικήν; Νὰ ἦναι πλέον παραδεδομένος ὁ τόπος εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ πρώτου τολμητίου; Ἐὰν ἦτο τοὐλάχιστον δυνατὸν νὰ ἐκλέξῃ τις ἀπὸ τὸν στρατὸν τοὺς καλλιτέρους ἀξιωματικοὺς, ἠδύνατο νὰ κρίνῃ ἐπιεικῶς τὸ προτεινόμενον μέτρον. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχωμεν εἰς τὴν ἀστυνομίαν ἐκ τῶν καλλιτέρων ἀξιωματικῶν. Οὐδεὶς ἀξιωματικὸς, ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ ἦθος τὸ στρατιωτικὸν, ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σέβονται τὰς ἐπωμίδας των, ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν εἰς τὸ ἱερὸν τῆς ἀποστολῆς των, θὰ δεχθῇ τοιαύτην ὑπηρεσίαν, καταβιβάζουσαν αὐτὸν ἀπὸ τοῦ ὕψους, ἔνθα ἵσταται. Τοιοῦτος ἀξιωματικὸς εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ δημαστυνόμος. Θὰ παραδώσητε λοιπὸν τὴν ἀστυνομίαν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐκπληρώσωσι δεόντως τὰ καθήκοντα τοῦ ἀξιωματικοῦ, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνίκανοι νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ στρατῷ· δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν ἀπὸ τῶν τοιούτων ἀξιωματικῶν διοίκησιν πράγματι ἐπανορθωτικήν; Καὶ ἀφοῦ ἐφθάσαμεν εἰς τὴν θλιβερὰν κατάστασιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν διατελοῦμεν, μηδενίζετε τὴν δημοτικὴν ἐξουσίαν, τὴν ἀποτελοῦσαν τὴν βάσιν τοῦ ὅλου πολιτειακοῦ καὶ διοικητικοῦ συστήματος, καὶ ἀντικαθιστᾶτε αὐτὴν δι’ ἑνὸς συστήματος, ὅπερ εἶναι ἀδύνατον νὰ φέρῃ καρποὺς ἀγλαούς! Ὑποβάλλετε τὸν τόπον εἰς πειράματα, εἰς δοκιμασίας ἀλογίστους καθ’ ὁλοκληρίαν! Τοιαύτη κατάστασις πραγμάτων θέλει φέρει εἰς πλήρη ἀντίθεσιν τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς πρὸς τὴν ἐξουσίαν, θέλετε φέρει εἰς πλήρη ἀντίθεσιν τὸν ἀστυνόμον σας πρὸς τὸν Δήμαρχον, πρὸς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μίαν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὸν τόπον. Καὶ νομίζετε, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ συστήματος θὰ βελτιώσητε τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων; Μὰ τὴν ἀλήθειαν, πιθανὸν νὰ ἔχητε καλὰς διαθέσεις, ἀλλ’ ἔδει ν’ ἀφήσητε εἰς ὑμᾶς αὐτοὺς τὸν καιρὸν, ὅπως σκεφθῆτε ὀλίγον, διὰ νὰ εὕρητε μέσα καταλληλότερα καὶ ἱκανὰ, ὅπως καὶ τὴν κατάστασιν βελτιώσητε, καὶ τὸν τόπον μὴ ὑποβάλητε εἰς αὐτὴν τὴν λίαν ἐπιζήμιον ἀναστάτωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸν ὑποβάλλετε. Ὁ Δήμαρχος, Κύριοι, δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον τοῦ Δημάρχου, μένων ἄνευ ἐξουσίας, ἄνευ ὀργάνων. Δὲν καταλύετε αὐτὸν καθ’ ὁλοκληρίαν, δὲν τολμᾶτε εἰσέτι καὶ τοῦτο, δὲν λείπει ὅμως ἢ ἓν βῆμα, ὅπως ἐκλείψουν τὰ πάντα, καὶ ἰσχύῃ μόνη ἡ θέλησις ὑμῶν ἢ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος· ἀλλὰ μένει ὁ Δήμαρχος, καὶ θὰ μένῃ ὁ Δήμαρχος. Δὲν δύνασθε δὲ τὸν Δήμαρχον αὐτὸν νὰ τὸν ὑποβάλητε εἰς τὰς ὀρέξεις ἢ τὰς ἰδιοτροπίας ἑνὸς ἀξιωματικοῦ· καὶ ἐὰν τὸν ὑποβάλητε, δὲν δύνασθε νὰ ἐλπίσητε τὴν συνδρομὴν, ἡ ὁποία εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία, ὅπως ἐπιτύχῃ ὁ ἀξιωματικὸς εἴτε εἰς τὴν πρόληψιν, εἴτε εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν ἐγκλημάτων. Μόνοι οἱ ἄνθρωποι τοῦ τόπου, ὅταν θέλουν,—καὶ ἐν τούτῳ κεῖται ἡ ἐλευθερία, ἐν τούτῳ κεῖται ὁ εὐγενὴς συναγωνισμὸς, ὁ φλέγων τοὺς δημοτικοὺς ἄρχοντας καὶ ὁ ὁδηγῶν αὐτοὺς εἰς τὴν καλὴν διοίκησιν τοῦ δήμου, εἰς τὴν περιστολὴν καὶ καταδίωξιν τῶν ἐγκλημάτων,—μόνος ὁ ἄνθρωπος τοῦ τόπου, ὅταν ἔχῃ τὴν φιλοτιμίαν καὶ θέλῃ νὰ διακριθῇ, δύναται καὶ νὰ προλάβῃ καὶ νὰ καταδιώξῃ ἀποτελεσματικῶς τὸ ἔγκλημα, καὶ νὰ συντρέξῃ εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ εἰς τὴν ἀσφάλειαν τοῦ τόπου. Πῶς τολμᾶτε νὰ καταστρέψητε αὐτὴν τὴν δύναμιν, ἀφοῦ δὲν εἶσθε εἰς κατάστασιν οὔτε μέσα εἰς τὴν πρωτεύουσαν νὰ πλάσητε δύναμιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἐπιβάλλητε τὸν σεβασμὸν πρὸς τὸν νόμον, νὰ ἐπιβάλλητε τὴν τάξιν, ἀφοῦ βλέπετε, ὅτι καθ’ ἑκάστην φόνοι, καθ’ ἑκάστην βιαιοπραγίαι, καθ’ ἑκάστην κλοπαὶ, παντοῦ κατακλύζουν τὴν πρωτεύουσαν, παντοῦ ἀπαγωγαὶ, παντοῦ ἀποτρόπαιοι ἀσέλγειαι, παντοῦ πᾶν αἰσχρὸν ἔγκλημα! Καὶ ἐνῷ ἔχετε τοιαύτην κατάστασιν πρὸ τῶν ποδῶν σας, Κύριοι, τολμᾶτε νὰ θίξητε τὴν μόνην βάσιν, ἣν ἔχομεν, τῆς διοικήσεως, τὴν δημοτικὴν ἐξουσίαν! Πράττετε ἔγκλημα, καὶ εἶναι ἀσυγχώρητον, καὶ εἶσθε ἀσυγχώρητοι σεῖς, οἱ τῆς πλειονοψηφίας, ἂν παρακολουθήσητε τὸν ἡγέτην σας εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι λελογισμένα, δὲν εἶναι ἱκανὰ νὰ σώσωσι τὸν τόπον, εἶναι μέτρα ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ἀπροπαράσκευος, εὑρέθη ἀπέναντι καταστάσεως πραγμάτων δεινῆς, ἐπιδεινωθείσης διὰ πολλοὺς λόγους, καὶ ἤλπιζεν ἄλλα πράγματα δὲν εὗρε, καὶ τώρα πιάνεται ἀπὸ τὰ μαλλιά του· ἀλλὰ ὁ πιανόμενος ἀπὸ τὰ μαλλιά του δὲν σώζεται, πνίγεται ἀσφαλέστερα. Ἡ θέσις τοῦ τόπου εἶναι πολὺ δεινὴ, καὶ τοῦτο τὸ ἀποδεικνύει ἡ πορεία ἡμῶν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ· διότι ὁ λόγος δὲν ἰσχύει, διότι ἡ φρόνησις ἐγκατέλειψεν αὐτὴν, διότι οὐδεμία ἄλλη φωνὴ, ἐκτὸς τῆς φωνῆς τῆς πολιτικῆς, τῆς φωνῆς τοῦ κόμματος, ἠμπορεῖ νὰ εὕρῃ ἠχὼ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ! Καὶ θὰ βαδίσητε ἀπὸ μέτρου εἰς μέτρον, καὶ θὰ φέρητε τὰ πράγματα εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε ἡ θεραπεία νὰ μὴ ἦναι δυνατή. Καὶ ὅταν θέσωμεν τὰ πράγματα εἰς τὸ ἀπροχώρητον, τότε δὲν ἠξεύρω ποῖος εἶναι ὁ Ἡρακλῆς, ὁ δυνάμενος νὰ μᾶς σώσῃ. Ἐγὼ δὲν τὸν βλέπω, διότι οἱ ἀπ’ ἐδῶ καὶ οἱ ἀπ’ ἐκεῖ (δεικνύει τὰς δύο πτέρυγας τῆς Βουλῆς) εἶναι οἱ διαχειριζόμενοι τὴν ἐξουσίαν, δὲν βλέπω μεταξὺ αὐτῶν τὸν Ἡρακλῆ. Διατὶ ἐγὼ παλαίω ὑπὲρ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος; Διότι οἱ μεγάλοι κίνδυνοι προέρχονται ἐκ τοῦ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἢ ἓν καὶ μόνον σῶμα πολιτικόν, μία καὶ μόνη δύναμις· ὅ,τι ἀποφασίσῃ τοῦτο, καθίσταται νόμος τοῦ Κράτους. Πιθανὸν αὔριον νὰ μεταμεληθῆτε, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ μεταμεληθῆτε μετὰ παρέλευσιν ὄχι πολλῶν ἡμερῶν, διὰ τὸ μέτρον τῆς καταργήσεως τῶν Ἐπαρχείων, θὰ μεταμεληθῆτε, καὶ πικρῶς, ἀλλὰ ποῦ ἡ θεραπεία; Ἂν ὑπῆρχεν ὅμως ἓν σῶμα ἕτερον, εἶμαι βέβαιος, ὅτι εἰς τοιαῦτα μέτρα δὲν ἠθέλετε τολμήσει νὰ προβῆτε, καὶ ἂν ἐπροβαίνετε, ἤθελον σᾶς ἀποπέμψει κακοὺς κακῶς. Ἐν τούτοις τὸ κακὸν τοῦτο ὑπάρχει, καὶ τὸ κακὸν αὐτὸ δὲν θεραπεύεται βεβαίως τὴν σήμερον διὰ τῶν παρατηρήσεων αὐτῶν. Ἀλλὰ δύνασθε, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ περιορίσητε αὐτὸ τὸ κακὸν, αὐτὰ τὰ μέτρα νὰ μὴ τὰ θεωρήσητε πολιτικὰ, τὰς παρατηρήσεις μου, ὅπως εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, νὰ μὴ τὰς θεωρήσητε προερχομένας ἀπὸ πολιτικῶν λόγων, ἀλλ’ ὅτι ὑπαγορεύονται ἀπὸ τὸ συμφέρον καθαρὰ τοῦ τόπου. Κάμετε λοιπὸν μίαν διάκρισιν μεταξὺ ζητημάτων πολιτικῶν καὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὴν τάξιν, μὲ τὴν ἡσυχίαν, μὲ τὴν ὕπαρξιν τοῦ τόπου, μὲ τὰς ἐλευθερίας τοῦ τόπου, καὶ κηρύξατε πρὸς τὸν ἡγέτην σας, ὅτι, ἂν τὸν παρακολουθῆτε εἰς ὅλα τὰ ζητήματα, ἀλλὰ μέχρι βωμοῦ· δὲν δύνασθε νὰ παρασταθῆτε ἐνώπιον τῶν συμπολιτῶν σας ὡς μὴ ἔχοντες θέλησιν, ὡς μὴ ἔχοντες οὐδεμίαν πεποίθησιν· εἴπατέ τῳ, ὅτι, «ἂν οἱ ἀντίθετοι θελήσουν νὰ θέσουν ζήτημα πολιτικὸν, τοῖς ἀποδεικνύομεν, ὅτι αὐτοὶ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν τὴν σήμερον νὰ διοικήσουν τὸν τόπον, ἀλλὰ δὲν δεχόμεθα πᾶν ζήτημα νὰ γίνηται πολιτικόν, νὰ γίνηται ζήτημα ἐμπιστοσύνης»· διότι τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης εἶναι δικαίωμα τῆς μειοψηφίας, ἡ μειοψηφία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔχει τὸ δικαίωμα κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ λέγῃ: «ἔ! πλειοψηφία δὲν ἔχεις τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἔθνους, δὲν ἔχεις τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, καὶ ζητῶ νὰ διακριθῇ τοῦτο»· ἀλλ’ ἡ πλειοψηφία νὰ θέτῃ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ζήτημα ἐμπιστοσύνης, τοῦτο δεικνύει, ὅτι δὲν σέβεται ἑαυτὴν καὶ τοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι τὴν παρακολουθοῦν· καὶ δὲν ἐπιτρέπεται τοῦτο, προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, ζητημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀναστατώσουν, Κύριοι, τὰς ἐπαρχίας. Πολλοὶ ἐξ ὑμῶν δὲν θὰ ἠξεύρητε ποῦ νὰ σταθῆτε, ὅταν μεταβῆτε εἰς τὰς ἐπαρχίας σας. Προκειμένου, λέγω, περὶ τοιούτων ζητημάτων, δὲν πρέπει νὰ τὰ κάμητε ζητήματα πολιτικὰ καὶ ζητήματα ἐμπιστοσύνης. Ἡμεῖς τὸ ζήτημα δὲν τὸ θεωροῦμεν κομματικὸν, ἀλλὰ τὸ θεωροῦμεν ζήτημα ἐθνικόν. Ἐὰν καὶ σεῖς ἦσθε σύμφωνοι, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον, καὶ τότε οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ὅπως σκεπτώμεθα περὶ πολιτικῶν ζητημάτων. Οὐδεὶς ζητεῖ σήμερον τὴν ἐξουσίαν· ἂς τὴν διαχειρίζωνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὴν διαχειρίζονται, καὶ εἴθε νὰ ἐπιτύχουν, εἴθε νὰ σώσουν τὸν τόπον ἀπὸ τῶν σφαλμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπέπεσε· θὰ τοὺς χειροκροτήσωμεν ἡμεῖς πρῶτοι· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς αὐτοὺς, διότι κατέχουν τὴν ἐξουσίαν, νὰ χειροτερεύσουν τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, καὶ νὰ ὁδηγήσουν τὸν τόπον εἰς τὴν καταστροφήν. Τὸ ἄρθρον 40 τοῦ δημοτικοῦ νόμου λέγει: «Ὁ Δήμαρχος εἶναι ἡ πρώτη ἐκτελεστικὴ τοῦ δήμου ἀρχὴ, ἐνεργοῦσα καὶ διεκπεραιοῦσα ὅλας τὰς δημοτικὰς ὑποθέσεις, Αὐτὸς ἐνεργεῖ τὰ τῆς ἐπιτοπίου ἀστυνομίας καὶ τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου κατὰ τοὺς κειμένους νόμους.» Βλέπετε τὸ πρῶτον δικαίωμα καὶ τὸ πρῶτον καθῆκον τοῦ Δημάρχου εἶναι νὰ διαχειρίζηται τὰ τῆς ἀστυνομίας. Καθὼς σᾶς εἶπον, διὰ τοῦ Συντάγματος αἱ ἐλευθερίαι αἱ δημοτικαὶ κατετάχθησαν μεταξὺ τῶν θεσμῶν τῶν συνταγματικῶν· πῶς τολμᾶτε τὴν σήμερον νὰ θέτητε χεῖρα ἐπ’ αὐτῶν, ἀφαιροῦντες τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν τοῦ Δημάρχου, παραβιάζοντες τὸ σπουδαιότερον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Δήμαρχος; Δὲν ἔχετε τὴν ἐξουσίαν, κύριοι συνάδελφοι! Ὡς νομοθέται, δὲν ἔχομεν αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν! Καὶ δὲν φέρει, Κύριοι, αὐτὰ καὶ μόνα τὰ ἐλαττώματα ἡ πρότασις αὕτη, ἀλλὰ περιέχει καὶ ἄλλο, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ παραβίασιν τοῦ Συντάγματος. Δι’ αὐτοῦ, Κύριοι, τοῦ νομοσχεδίου προβαίνει εἰς δήμευσιν τῆς περιουσίας τοῦ δήμου· εἶναι περιουσία τοῦ δήμου τὸ προερχόμενον ἐκ τῶν δημοτικῶν φόρων· οἱ δημοτικοὶ αὐτοὶ φόροι λαμβάνονται καὶ εἶναι προωρισμένοι διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν ῥητῶν ὑποχρεώσεων τοῦ δήμου, καὶ ὅταν σεῖς ἔρχησθε, ὡς νομοθετικὴ ἐξουσία, χωρὶς νὰ ἔχητε τὸ δικαίωμα αὐτὸ, καὶ λέγητε «λαμβάνω 50% ἢ 25% ἀπὸ τὴν δημοτικὴν περιουσίαν, καὶ διαθέτω κατὰ βούλησιν, τὴν διαθέτω πρὸς ἰδίους σκοποὺς συγκεντρωτικούς,» νομίζω ὅτι πράττετε μίαν πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἔχει σχεδὸν τὸν χαρακτῆρα δημεύσεως, πρᾶξιν, μὴ ἐπιτρεπομένην εἰς ὑμᾶς. Καὶ ἐξητάσατε, ἐὰν οἱ περισσότεροι τῶν δήμων ἦναι εἰς κατάστασιν τὴν σήμερον νὰ παρέξουν τὴν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε παρ’ αὐτῶν δι’ ἑνὸς μέτρου αὐθαιρέτου ὅλως διόλου; Καὶ δὲν ἠξεύρετε, ὅτι οἱ περισσότεροι τῶν δήμων εἶναι εἰς κατάστασιν χρεωκοπίας, εἰς χειροτέραν ἀπὸ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐφέρατε τὸ Δημόσιον; Τί ζητεῖτε λοιπὸν παρὰ τῶν μὴ ἐχόντων; Ζητεῖτε νὰ ἀφαιρέσητε τὸν ἄρτον ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους; ζητεῖτε νὰ καταστήσητε ἀδύνατον τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τοῦ Δημάρχου, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνετέθη ἡ ἐκτέλεσις ὅλων τῶν νόμων; Ποῦ θὰ εὕρῃ αὐτὸς ὄργανα, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐκτελέσῃ τοὺς διαφόρους νόμους, τῶν ὁποίων ὅλη ἡ ἐκτέλεσις καταλήγει ἐκεῖ; Πῶς θὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά του, καὶ ποῦ ὠθεῖτε τὸν τόπον; Εἰς τὴν πλήρη ἀναρχίαν! εἰς τὴν παραλυσίαν τὴν ἐσχάτην! Σήμερον ἀκόμη τὸ κράτος τῶν νόμων ἐκλονίσθη, καὶ δὲν πιστεύει κἀνεὶς, ὅτι εἶναι εὔκολος πλέον ἡ ἀνόρθωσις αὐτῶν. Ἐὰν δὲ φθάσωμεν καὶ εἰς τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον σήμερον ζητεῖτε, ἡ ἀναρχία κατακλύζει τὸν τόπον, παύει ἡ ἰσχὺς τοῦ Δημάρχου, παύει ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου, οὐδενὸς ὑποβαλλομένου εἰς αὐτόν. Νομοσχέδιον πλέον αὐθαίρετον, πλέον ἄλογον τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, δὲν πιστεύω νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ. Ἐλπίζω ὅτι ἡ πλειονοψηφία δὲν θέλει σᾶς παρακολουθήσει μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ καταδικάσῃ τὴν Ἑλλάδα ὁλόκληρον εἰς τὴν ἀναρχίαν καὶ εἰς τὴν ἐσχάτην παραλυσίαν, καὶ νὰ ἴδωμεν πλέον τὴν ζωοκλοπὴν καὶ τὴν φυγοδικίαν καὶ τὴν ληστείαν βασιλεύουσαν καὶ δεσπόζουσαν ἐν Ἑλλάδι. Δὲν εἶναι μεμακρυσμένη ἡ ἐποχὴ, — τὴν ἐνθυμοῦμαι ἐγὼ, ἴσως καὶ πολλοὶ ἐξ ὑμῶν τὴν ἐνθυμοῦνται, — κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἄνθρωποι, οἱ κατέχοντες μίαν θέσιν εἰς τὴν Πολιτείαν, εὑρίσκοντο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συνθηκολογῶσι μὲ τοὺς ληστὰς καὶ μὲ τοὺς φυγοδίκους καὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους τῆς βίας καὶ τῆς ἀναρχίας! Εὑρισκόμεθα εἰς τὰ πρόθυρα μιᾶς τοιαύτης καταστάσεως πραγμάτων! Διὰ τοῦτο Κύριοι, προσέξατε εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπερ ἡμεῖς, οἱ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν χαρακτηρίζομεν ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ ὑμεῖς δὲν πρέπει νὰ χαρακτηρίσητε ὡς τοιοῦτον, ἀφίνοντες αὐτῷ τὸν χαρακτῆρα ἐθνικοῦ ζητήματος. Δὲν ζητοῦμεν τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως· ἂς μένῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν ὁ κ. Τρικούπης, ἀλλὰ, ἐὰν ἀγαπᾶτε ὑμᾶς αὐτοὺς καὶ τὸν τόπον σας, μὴ τὸν παρακολουθήσητε μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ, ὥστε νὰ κτυπήσητε θανασίμως τὰς ἐλευθερίας τὰς δημοτικὰς καὶ πολιτικὰς τοῦ τόπου! Πεπλανημένη ἡ πεποίθησις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διὰ τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς ἣν γνωρίζομεν κατάστασιν, ὅτι διὰ τῆς χωροφυλακῆς, ἡ ὁποία ἀπέτυχε πολλάκις καὶ κατεδικάσθη ἐν τῇ ἐθνικῇ συνειδήσει, διὰ τῆς χωροφυλακῆς, τὴν ὁποίαν ἀντλεῖτε ἐκ τῶν τάξεων ἐκείνων, ὅθεν βεβαίως δὲν δύνασθε νὰ ἐλπίσητε, ὅτι θὰ ἔχητε ἄνδρας ἔχοντας τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα δέον νὰ περικοσμῶσι τὸν ἀστυφύλακα ἢ τὸν εἰρηνοφύλακα, ὅτι διὰ τῆς χωροφυλακῆς, λέγω, δύναται νὰ βελτιώσῃ τὴν εἰς ἣν εὑρισκόμεθα ἀθλίαν κατάστασιν. Τὸ ἐγχείρημά σας εἶναι ἐγχείρημα βεβιασμένον, εἶναι ἐγχείρημα ἀπελπισίας. Διὰ τοῦτο πιστεύω, Κύριοι, ὅτι δὲν θὰ καταστήσητε καὶ αὐτὸ ὑπουργικὸν ζήτημα, καὶ ὅτι ἡ πλειονοψηφία δὲν θέλει παρακολουθήσει τὴν Κυβέρνησιν εἰς αὐτὸ τὸ στάδιον, τὸ ἄγον τὸν τόπον εἰς τὴν ἀποσύνθεσιν.
§138ΡΑΛΛΗΣ. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν ἐξετελέσθη ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὰς ἁρμοδίας ἐπιτροπάς. Βλέπομεν μίαν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Στρατιωτικῶν, μήτε τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν, πρόκειται δὲ περὶ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου θίγονται εἰς τὰ καίρια τὰ τοῦ στρατοῦ. Νομίζω ὅτι τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ γείνῃ, ἦτο νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη τῆς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτροπῆς, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀνακόψῃ τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως, μέχρις οὗ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀποφανθῶσιν ἐπ’ αὐτοῦ.
§139ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ ἦναι σεβασταί.
§140Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§141ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔπρεπε νὰ παραπεμφθῇ καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Στρατιωτικῶν.
§142Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀπεφάσισε τοῦτο ἡ Βουλή. Σήμερον γίνεται ἡ πρότασις αὕτη. Ἀνὰ πᾶν στάδιον δύναται νὰ γένηται πρότασις τοιαύτη. Ἐὰν γένηται σήμερον τοιαύτη πρότασις, ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ περὶ αὐτῆς. Ἐννοεῖται, ὅτι θὰ τὴν ἀποκρούσωμεν ἡμεῖς, θεωροῦντες ἐπαρκῆ τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν· εἰς ταύτην παρεπέμφθη τὸ νομοσχέδιον. Ἠδύνατο καὶ νὰ μὴ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν, ἵνα παραπεμφθῇ καὶ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Σήμερον γίνεται πρότασις, ἵνα παραπεμφθῇ καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν; Περὶ τούτου θὰ ληφθῇ ἀπόφασις παρὰ τῆς Βουλῆς, ἐὰν ὑποβληθῇ τοιαύτη πρότασις, διότι κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἐν παντὶ σταδίῳ τῆς συζητήσεως δύναται νὰ γένηται πρότασις περὶ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπήν· ἐὰν ὅμως ὑποβάλληται ἁπλῆ παρατήρησις, θέλομεν προβῆ εἰς τὴν συζήτησιν.
§143ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἰδίας προτάσεως, πρόκειται περὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν εἰσήγησιν αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, τὸ νομοσχέδιον παρεπέμφθη εἰς τὰς ἁρμοδίας ἐπιτροπάς.
§144Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐχὶ εἰς τὰς ἁρμοδίας ἐπιτροπὰς, ἀλλ’ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν.
§145ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπατᾶσθε· διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ν’ ἀκολουθήσωμεν τὰ διαγεγραμμένα παρὰ τοῦ Κανονισμοῦ, ἔπρεπε νὰ τὸ παραπέμψῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπιτροπὴν, ἢ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἁρμόδιαι ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ ἀποφανθῶσι· πρόκειται δὲ περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θίγει εἰς τὰ καίρια τὸν στρατὸν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κυρίως αἱ ἐπιτροπαὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Οἰκονομικῶν ἔπρεπε νὰ ἀποφανθῶσι. Σήμερον ἔχομεν μίαν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν· βεβαίως τὴν ἐγκρίνω, καὶ θεωρῶ ἁρμοδιωτάτους διὰ τὰ ζητήματα τὰ ἀστυνομικὰ τοὺς ὑπογράψαντας συναδέλφους, ἀλλὰ δὲν τοὺς θεωρῶ ἁρμοδιωτάτους εἰς τὰ ζητήματα τὰ στρατιωτικά. Ἰδίαν πρότασιν δὲν ὑποβάλλω, ὑπομιμνήσκω ὅμως εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἡ πλειονοψηφία βεβαίως δύναται, εἰσηγουμένου μάλιστα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ ἀνακαλῇ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν τὰς ἀποφάσεις της, δὲν ἐμπνέει ὅμως οὕτω σεβασμὸν πρὸς αὐτάς.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πόθεν ἐξάγετε, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὰς ἁρμοδίας ἐπιτροπάς;
§147ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία περὶ τούτου. Τὸ νομοσχέδιον εἰσάγεται παρὰ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν· ἁρμόδιοι κλάδοι εἶναι ἀμφότεροι· ἔχομεν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν· οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ἀμφότεραι αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται εἶναι ἁρμόδιαι νὰ ἐξετάσουν νομοσχέδιον, προερχόμενον ἐκ τῶν κλάδων τῆς ἁρμοδιότητός των. Διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ὅπως παραπεμφθῶσι τὰ νομοσχέδια εἰς τὰς ἁρμοδίας ἐπιτροπὰς, βεβαίως συνάγεται πληρέστατα, ἐὰν δὲν ἦναι καὶ ὁριστικῶς ἀποφασισμένον, τὸ τοιοῦτον δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἀλλ’ ἐκ μόνης τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς περὶ παραπομπῆς εἰς τὰς ἁρμοδίας ἐπιτροπὰς ἐξάγεται, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι μᾶλλον στρατιωτικὸν παρὰ διοικητικὸν, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τῶν δύο ἐπιτροπῶν· ἡ Βουλὴ ἔχει ἀνάγκην νὰ μάθῃ, τί σκέπτονται καὶ οἱ συνάδελφοι ἡμῶν, οἱ ἁρμοδιώτεροι νὰ ἐκφέρωσι γνώμην περὶ τῶν διατάξεων τῶν ἀναφερομένων εἰς τὸ στρατιωτικὸν μέρος· σχηματίζεται ὁλόκληρον νέον σῶμα, στρατιωτικῶς ὀργανοῦται, στρατιωτικῶς διοικεῖται παρ’ ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, ὑπάγεται εἰς τὰς διατάξεις τὰς στρατιωτικὰς, καὶ ἰσχυρίζεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἁρμοδία ἐπιτροπὴ νὰ κρίνῃ τοῦτο εἶναι μόνον ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὄχι ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν! Μᾶλλον ἠδύνατο νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι ἁρμοδία εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, οὐδεμία περὶ τούτου ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἂς συντάξῃ ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτροπὴ ἔκθεσιν περὶ τούτου, ἃς ὑποβάλῃ αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τότε προβαίνομεν. Δὲν νομίζω ὅτι ἔχομεν τοιαύτην βίαν, νὰ νομοθετήσωμεν, νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὥστε πρέπει νὰ προβῶμεν καὶ εἰς παραβίασιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς καὶ παραβίασιν ἐν γένει τῆς τάξεως τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν· θὰ ἐργασθῶμεν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας εἰσέτι, ἀφοῦ δὲ πρόκειται νὰ ἐργασθῶμεν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας εἰσέτι, διατὶ νὰ μὴ ἔχωμεν πλήρη τὴν ἐργασίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ σπουδαιότερον ἴσως τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν ἐφέτος εἰς τὴν Βουλήν; Πρόκειται περὶ ἀνατροπῆς πλήρους θεσμοῦ θεμελιώδους τοῦ τόπου, πρόκειται συνάμα καὶ περὶ μεταῤῥυθμίσεως ῥιζικῆς ἐν τῷ στρατῷ, καὶ πρέπει νὰ ψηφίσωμεν ταῦτα μετὰ σπουδῆς καὶ βίας τοιαύτης, ὥστε καὶ τὴν τυπικὴν αὐτὴν ἐργασίαν, τὴν ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ἐπιβαλλομένην, νὰ καταργήσωμεν; Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα μήτε προσωπικῆς μήτε κυβερνητικῆς φιλοτιμίας τὸ νὰ μελετήσωμεν πληρέστερον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀναγνώσητε τὰ πρακτικὰ, ἐκ τῶν ὁποίων δὲν ἐξάγεται, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ παραπέμψῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὰς ἐπιτροπὰς.
§149ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά.
§150ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχουν πρακτικὰ εἰδικῶς ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις, ἡ ὁποία ἐλήφθη γενικῶς ἐπὶ πάντων τῶν νομοσχεδίων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησεν, ὅπως γίνεται πάντοτε, τὴν ἀποστολὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὰς ἁρμοδίας ἐπιτροπὰς· ἀκριβῶς δὲ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῇ εἰσηγήσει τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔλαβεν ἡ Βουλή, ζητοῦμεν νὰ ἐκτελέσῃ σήμερον τὸ Σῶμα· οὐδὲν νεώτερον, οὐδὲν καινὸν ζητοῦμεν. Ἡ Βουλὴ, ἐννοεῖται, δύναται ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ἀπόφασίν της.
§151Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμία ὑπάρχει ἀπόφασις· ὅστις ἄρα θέλει, ἵνα προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς ἀπόφασιν, πρέπει νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ τῶν πρακτικῶν δὲν ἐξάγεται, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰς ἐπιτροπὰς τὸ νομοσχέδιον. (Διάλογοι).
§153ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ζητοῦμεν τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιαύτη ἀπόφασις.
§155ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὰ ζητήματα τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ὑποβάλλονται εἰς ψηφοφορίαν. Εἶναι ἀρχὴ, ὅτι πᾶν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπάγεται εἰς διάφορα Ὑπουργεῖα, παραπέμπεται εἰς τὰς σχετικὰς ἐπιτροπάς.
§156Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς, παρακαλῶ, νὰ ἀναγνώσῃ τὸν Κανονισμὸν, ἵνα ἴδῃ, ὅτι ὁ Κανονισμὸς δὲν παραπέμπει τὰ νομοσχέδια εἰς τὰς ἐπιτροπάς· ἡ Βουλὴ παραπέμπει αὐτά. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Κανονισμός: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς, ἢ καὶ πρὸ αὐτῆς, δύναται, ἂν τὸ κρίνῃ ἀναγκαῖον, νὰ παραπέμψῃ τὴν πρότασιν νόμου εἰς τὰς κατὰ τὸ ἄρθρον 48 ἐπιτροπάς». Ἡ Βουλὴ δὲν ἔκρινε τοῦτο ἀναγκαῖον ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καὶ δὲν παρέπεμψεν αὐτό. Θέλετε νὰ προτείνητε τὴν παραπομπὴν τώρα; Ἔχετε τὸ δικαίωμα· οὐδεὶς ἀρνεῖται εἰς ὑμᾶς, ὅπως, δυνάμει τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ Κανονισμοῦ, ὑποβάλητε πρότασιν περὶ παραπομπῆς. Καὶ τοῦτο εἴπομεν ἐξ ὑπαρχῆς τῆς συζητήσεως ταύτης, ἀλλ’ ὑμεῖς ἀπαιτεῖτε, ὅπως μὴ προτείνητέ τι, νὰ θεωρηθῇ ὁ Κανονισμὸς περιλαμβάνων ὅσα δὲν περιλαμβάνει. Ὁ Κανονισμὸς δίδει εἰς ὑμᾶς ὡρισμένον δικαίωμα, ὅπως ὑποβάλητε πρότασιν περὶ παραπομπῆς. Θέλετε νὰ κάμητε χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου; ἔχει καλῶς· δὲν θέλετε; ἄφετε νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις;
§157ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ἐνόουν τὴν ἀντίστασιν ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν προσῆγε μίαν ἀπόδειξιν, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ προκύπτῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφήνατο ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Ἐσωτερικῶν,—διότι τοῦτο δὲν ἐξηρτᾶτο ἐκ τῶν ὅρων τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ἠδύνατο κάλλιστα ἡ Βουλὴ νὰ τὸ πράξῃ. Ἀλλ’ ἤδη παρεπέμφθη εἰς τὰς ἁρμοδίας ἐπιτροπάς. Προκύπτει δὲ τοῦτο, διότι ἔχομεν μίαν ἔκθεσιν μιᾶς τῶν ἐπιτροπῶν· ἡ ἑτέρα ἐπιτροπή, ἡ ἁρμοδιωτέρα, δὲν ἀπεφήνατο, οὔτε εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον εἰς αὐτήν· σήμερον θέλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιληφθῇ ἀμέσως ἡ Βουλὴ τοῦ νομοσχεδίου· ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο ἀπ’ ἀρχῆς, ἠδύνατο ἀπ’ ἀρχῆς νὰ μὴ ζητήσῃ τὴν παραπομπὴν αὐτοῦ εἰς τὰς ἁρμοδίας ἐπιτροπάς.
§158ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχετε τὰ πρακτικὰ ἐνώπιόν σας, κύριε Πρόεδρε;
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν λέγουν τίποτε τὰ πρακτικά.
§160ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀναφέρουν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ παραπέμψῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν;
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σᾶς τὰ ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει): «Συνεδρ. 28.... Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατέθεσε νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως, συνοδευόμενον ὑπὸ ἐκθέσεως, ὅπερ ἐστάλη εἰς τύπωσιν.»
§162ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πῶς ἔχομεν τότε ἐνώπιόν μας ἔκθεσιν τῆς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπιτροπῆς;
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἔστειλα ἐγώ.
§164ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι! ὄχι! ἐῤῥέθη νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὰς ἁρμοδίας ἐπιτροπάς.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ αὐτὰ ἐπεκυρώθησαν, χωρὶς νὰ γείνῃ οὐδεμία ἀντίῤῥησις.
§166ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἰσχυρίσθη πρίν, ὅτι ἀπεφασίσθη νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν.
§167Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἰσχυρίσθην τοῦτο.
§168ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Συνήθως ἐφ’ ὅλων τῶν νομοσχεδίων αὐτὸ γίνεται, χωρὶς νὰ γίνηται ἰδιαιτέρα μνεία ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς. Τὸ ζήτημα εἶναι μόνον, ἐὰν πρέπῃ νὰ θεωρηθῶσι καὶ αἱ δύο ἐπιτροπαὶ ἁρμόδιαι, ἢ ὄχι· ἡμεῖς θεωροῦμεν καὶ τὰς δύο ἁρμοδίας· ἐὰν θέλητε μάλιστα, τὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν θεωροῦμεν ἁρμοδιωτέραν τῆς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. (Διάλογοι).
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προχωροῦμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§170ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). «Τὸ Σύνταγμα καθιεροῖ τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας», εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτής, «ὑποχρέωσιν ἔχομεν νὰ τηρήσωμεν ἄθικτα τὰ δικαιώματα τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, πᾶσα δὲ μείωσις τῆς δημοτικῆς ἐξουσίας ἀποτελεῖ πρᾶξιν ἀντικειμένην εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος». Δὲν εὐηρεστήθη ὅμως ὁ ἔντιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔγκειται ἐν τῇ φύσει τῆς δημοτικῆς ἐξουσίας· καθῆκον εἶχεν αὐτὸ πρωτίστως νὰ ἀποδείξῃ, ὅπως ἐπικαλεσθῇ τὸ Σύνταγμα καὶ ὅπως προκαλέσῃ τὴν Βουλήν, ἵνα μὴ ψηφίσῃ νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου αἱ διατάξεις ἀντίκεινται πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ τὴν ἀπόδειξιν ταύτην δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ δώσῃ, διότι οἱ νόμοι ἡμῶν ῥητῶς καθιεροῦσιν, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι δικαίωμα κυβερνητικόν. Τὸ βασιλικὸν διάταγμα τῆς 31 Δεκεμβρίου 1836 περὶ δημοτικῆς ἀστυνομίας ῥητῶς λέγει: «Ἡ ἀστυνομία θέλει ἐνεργεῖται παρὰ τῶν δήμων δι’ ἰδιαιτέρων ὀργάνων, ἐπ’ ὀνόματι, κατ’ ἐπιταγὴν καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τοὺς ἐπὶ τούτῳ ἐνεστῶτας νόμους.» Τὴν διάταξιν ταύτην ἐπαναλαμβάνει καὶ ὁ νόμος περὶ δήμων· ἑπομένως ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων οὐδὲν ἕτερον πράττει, ἢ νὰ ἐκτελῇ τὰ καθήκοντα ταῦτα κατὰ διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως· ἄρα ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ ἐνεργεῖ τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα κατ’ ἐντολὴν τοῦ ἔχοντος τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν, τὸ ὁποῖον ἔγκειται ἐν τῷ δικαιώματι τοῦ κυβερνᾷν. Ἐκ τούτου ἕπεται ἀριδήλως, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν δὲν εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ φύσει τῆς δημοτικῆς ἐξουσίας ἐνυπάρχει, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ στέρησις ἀποτελεῖ μείωσιν τῆς δημοτικῆς ἐξουσίας. Ἕν μόνον θέμα, κατ’ ἐμὲ, μένει πρὸς συζήτησιν, καὶ τοῦτο εἶναι ἡ ἐξάσκησις τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων. Ἡ γιγνομένη μέχρι τοῦδε παρὰ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν ἀπεδείχθη τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπιβάλληται ἡμῖν νὰ συζητήσωμεν τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ συστήματος τοῦ μέχρι σήμερον καθιερωθέντος, ἢ ἀπ’ ἐναντίας ἡ πεῖρα ὅλη τοῦ παρελθόντος ἀποδεικνύει, ὅτι ἀναγκαίως ἐπιβάλλεται ἡμῖν, ἵνα τὸ σύστημα τοῦτο ἐγκαταλείψωμεν, ἵνα καθιερώσωμεν ἕτερον σύστημα, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιτρέπῃ ἡμῖν τὴν προσδοκίαν, ὅτι βελτίωσις θέλει ἐπέλθει, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀστυνομίαν; Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ δημοτικῶν ἐλευθεριῶν, δὲν πρόκειται περὶ μειώσεως τῆς δημοτικῆς ἐξουσίας. Ἀπατῶνται οἱ ταῦτα λέγοντες, ἢ, ἐὰν δὲν ἀπατῶνται, οὐδὲν ἕτερον ἐπιδιώκουσι διὰ τῶν πομπωδῶν αὐτῶν φράσεων ἢ νὰ ἐγείρωσιν ἀντενέργειαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ νὰ κατορθώσωσι νὰ διασαλεύσωσι τὴν καλὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου γνώμην τῶν πολλῶν. Οὐδέποτε ἐφαντάσθην, ὅτι ἡ ἐξάσκησις τῆς δημοτικῆς ἐξουσίας, ἐὰν ἐξ αὐτῆς λείψῃ ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία, μειοῦται. Νομίζω ὅτι τὰ καθήκοντα τοῦ Δημάρχου εἶναι τόσον σπουδαῖα, ὥστε δύναται ἐν αὐτοῖς νὰ περιορισθῇ, καὶ ὅτι ἡ ἐκτέλεσις ἡ καλὴ αὐτῶν ἀρκεῖ, ἵνα ἱκανοποιήσῃ τὴν φιλοδοξίαν καὶ τοῦ δυσκολωτέρου τῶν Δημάρχων. Ἔχω μάλιστα τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ καλοὶ Δήμαρχοι, οἱ ἀσχολούμενοι ἵνα εὐόρκως ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκον αὐτῶν, ὅλοι ἐπιθυμοῦσι νὰ μὴ ἔχωσι τὰς ἐνοχλήσεις καὶ τὰς δυσαρεσκείας, τὰς ὁποίας ἡ ἐξάσκησις τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς ἐπιβάλλει. Καὶ ὅταν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀσχολώμεθα, εἶναι ἀνάγκη ἀπ’ ἀρχῆς νὰ ποιήσωμεν διάκρισιν, νὰ θέσωμεν ἐξ ἑνὸς μέρους τοὺς δήμους ἐκείνους, ὅπου λειτουργεῖ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ, καὶ ἐξ ἑτέρου τοὺς δήμους ἐκείνους, ὅπου οὐδόλως λειτουργεῖ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ. Τί ὁμιλοῦμεν περὶ ἀστυνομικῆς ἀρχῆς ἐξασκουμένης παρὰ τοῦ Δημάρχου; Ἐὰν ἀφαιρέσητε ὀλίγους δήμους, ὅπου ὑπάρχει ἀστυνομία, ἐν τοῖς πλείστοις ὑπάρχει τοιαύτη; Ὑπάρχει ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι ὁ Δήμαρχος εἶναι ἀστυνόμος, ἀλλὰ μόνον εἶναι ἀναγεγραμμένον.
§171ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐνασκεῖται ἡ ἀστυνομία ὑπὸ τῶν Δημάρχων.
§172ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Γνωρίζω τὸν νόμον, διότι εὐτυχῶς ἤμην Δήμαρχος ἐπὶ ἑξαετίαν, ἡ δὲ ἀνάμνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶναι δι’ ἐμὲ ἐκ τῶν καλλιτέρων· ἀλλ’ ὑμεῖς δὲν γνωρίζετε, ὅτι εἰς τοὺς πλείστους δήμους οἱ Δήμαρχοι ἔχουσι κατ’ ἐντολὴν τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν, ἀλλὰ δὲν ἔχουσιν ἀστυνομικὰ ὄργανα. Τί σημαίνει τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν, ὅταν δὲν ἔχωμεν ὄργανα, ἵνα τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐκπληρώσωμεν;
§173ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν γνωρίζετε...
§174ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τί δὲν γνωρίζω;
§175ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν γνωρίζετε πῶς διοικεῖται ὁ τόπος.
§176ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Γνωρίζω κάλλιστα, πῶς διοικεῖται ὁ τόπος, καὶ γνωρίζω, ὅτι ἔχομεν ἀφ’ ἑνὸς ἀστυνομίαν λειτουργοῦσαν ἐν πολὺ ὀλίγοις δήμοις, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἀστυνομίαν ἀπρακτοῦσαν, δι’ ἔλλειψιν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ἐν τοῖς πλείστοις. Ἐπιτρέπεται ἡμῖν νὰ φρονῶμεν, ὅτι αἱ ἐλευθερίαι αἱ δημοτικαὶ διατρέχουσι κίνδυνον, διότι ἐν τοῖς δήμοις, ἐν οἷς ἡ ἀστυνομία ἀπρακτεῖ ἐλλείψει ὀργάνων ἀστυνομικῶν, καθιστῶμεν ἀστυνομίαν δρῶσαν, διότι ἀντικαθιστῶμεν ἀνύπαρκτον σύστημα δι’ ἑτέρου συστήματος, περιέχοντος βεβαιότητα δράσεως; Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ: «Ὑπάρχουσι δῆμοί τινες, καίτοι ὀλίγοι, ὅπου ἀστυνομία ὑπάρχει καὶ λειτουργεῖ». Προκειμένου περὶ τῶν πλείστων δήμων, τῶν 300 ἴσως, ἡ συζήτησις αὕτη οὐδεμίαν ἔχει ἔννοιαν, διότι ὑπάρχει μὲν τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν ἐκεῖ, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἀστυνομία ἐνεργοῦσα. Παραδέχομαι τὴν συζήτησιν ὡς πρὸς τοὺς ὀλίγους δήμους, ἐν τοῖς ὁποίοις ἡ ἀστυνομία εἶναι δρῶσα, καὶ θέλω ἐξετάσει τὰ πλεονεκτήματα τοῦ ἑνὸς συστήματος καὶ τοῦ ἑτέρου. Ἐξετάζων, Κύριοι, τὰ τοῦ ζητήματος τούτου, διαιρῶ τὴν ἀστυνομίαν εἰς δύο μέρη, ὅπως ὁ νόμος διαιρεῖ ταύτην, εἰς δικαστικὴν καὶ εἰς διοικητικήν. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν δικαστικὴν, τί ἔχομεν βεβαιωμένον ἐκ πινάκων, οἱ ὁποῖοι καὶ ἄλλοτε ἐδημοσιεύθησαν, θὰ τὸ ἔχωμεν δὲ ἔτι μᾶλλον βεβαιωμένον, ὅταν οἱ αἰτηθέντες σήμερον πίνακες ὑποβληθῶσιν; Ὅτι κατηγορίαι ἐπὶ πταίσματι χιλιάδες μένουσιν ἐκκρεμεῖς καὶ παραγράφονται. Ὡς πρὸς δὲ τὸ ἕτερον μέρος, τὸ διοικητικὸν, οὐδὲν σπουδαιότερον, οὐδὲν μᾶλλον πολύπλοκον τοῦ δικαιώματος τούτου τοῦ ἀστυνομεῖν. Ἡ ἀστυνομία περιλαμβάνει πλεῖστα ὅσα, διότι σχετίζεται πρὸς τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους, πρὸς τὴν ἀσφάλειαν τῶν πολιτῶν, πρὸς τὴν ἀγορανομίαν, πρὸς τὴν βιομηχανίαν, πρὸς τὸ ἐμπόριον, πρὸς τὴν ὑγιεινήν. Δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσι, Κύριοι εἰς τὰ καθήκοντα ταῦτα οἱ Δήμαρχοι, ὅπως ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ πράγματα; Τίς δύναται τοιοῦτόν τι νὰ ὑποστηρίξῃ; Ἐν ἐκείνοις τοῖς δήμοις, ὅπου ἀστυνομία λειτουργεῖ, καὶ ὅπου εἶναι δυνατὸν διὰ τῶν ὑπαρχόντων ὀργάνων τὰ καθήκοντα νὰ ἐκπληρωθῶσιν, ὑπῆρχεν ἓν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες γνωρίζουσι τὸν τόπον, δύναται νὰ ἀρνηθῇ, καὶ τὸ ἄτοπον τοῦτο εἶναι, ὅτι ἡ κομματικὴ διαπάλη, ἡ σχετιζομένη πρὸς αὐτὴν τὴν ἐκλογὴν τοῦ Δημάρχου, τοιαῦτα διεγείρει πάθη, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀπαιτήσῃ τις παρ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐκ τῆς πάλης ταύτης τῆς πεισματώδους ἐξέρχεται, ἵνα ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν σπουδαιοτάτων αὐτοῦ καθηκόντων λησμονήσῃ, ὅτι ἐκ τῆς πάλης ταύτης ἐξῆλθεν, ὅτι κατὰ τὴν πάλην οἱ συνδημόται του ἐτάχθησαν εἰς δύο μερίδας, οἱ μὲν τῶν ὑποστηριζόντων αὐτὸν, οἱ δὲ ἄλλοι τῶν πολεμούντων αὐτὸν, ἐκτὸς δὲ ὀλιγίστων, οἵτινες δύνανται νὰ ἔχωσι τοσαύτην δύναμιν χαρακτῆρος, ὥστε τὴν ἐπαύριον τῆς ἐκλογῆς νὰ λησμονήσωσι τὰ γεγονότα τὰ πρὸ τῆς ἐκλογῆς, οἱ πλεῖστοι μοιραίως θὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὰ ἀποτελέσματα τῶν γεγονότων τούτων, καὶ τότε, ἀντὶ προστασίας τῶν ἀτόμων, θὰ ἔχητε ἐπίθεσιν κατὰ τῶν ἀτόμων, ἀντὶ ἐκτελέσεως κανονισμῶν πρὸς τὸ συμφέρον πάντων, θὰ ἔχητε ἐκτέλεσιν κανονισμῶν πρὸς βλάβην τῶν μὲν καὶ πρὸς ὄφελος τῶν δέ. Ἀντὶ νὰ ληφθῶσι μέτρα ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τοῦ δήμου ὑπαγορευόμενα, θὰ ληφθῶσι πολλάκις μέτρα ὑπὸ τοῦ κομματικοῦ συμφέροντος ὑπαγορευόμενα. Ἐὰν δὲ ἐκ τῶν δήμων ἐκείνων, ὅπου ἡ ἀστυνομία δρᾷ, ὅπου ἔχει ὄργανα, ἵνα κατὰ τὸ φαινόμενον τοὐλάχιστον ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἐπιβάλλει εἰς αὐτὴν, μεταβῶμεν εἰς τοὺς πλείστους δήμους, περὶ ὧν πρότερον ὡμίλησα, τί εὑρίσκομεν, Κύριοι; Εὑρίσκομεν ἕνα Δήμαρχον καὶ ἕνα ἢ δύο κλητῆρας, ἐνασχολουμένους ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν οἰκογενειακῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημάρχου, εὑρίσκομεν Δήμαρχον ἀνίκανον, ἵνα ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντα τὰ πολλαπλᾶ, τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου εἰς αὐτὸν ἐπιβαλλόμενα, ἀλλ’ ἔχοντα πάντοτε τὴν δύναμιν, ἵνα ἐπιτεθῇ κατὰ τῶν ἀντιπάλων του· διότι, ἐὰν ἡ προστασία τῶν πολλῶν ἀποβαίνῃ εἰς αὐτὸν ἀδύνατος, ἡ ἐπίθεσις καθ’ ἑνὸς σήμερον καὶ κατ’ ἄλλου αὔριον ἀποβαίνει εἰς αὐτὸν εὔκολος. Καὶ ἡ κατάστασις αὕτη, Κύριοι, μεγάλην ἐξασκεῖ ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας· καὶ ὅταν ἐν τῇ Βουλῇ πολλάκις περὶ δημοσίας ἀσφαλείας ἐγένετο λόγος, ἐλέχθη, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη, ἡ ἀνώμαλος, ἀποδοτέα εἰς τὴν ἀτέλειαν τῆς δικαιοσύνης καὶ εἰς τὸν ἀνεπαρκῆ ἀριθμὸν τῶν στρατιωτῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἰς ταῦτα πρέπει νὰ προσθέσωμεν, ὅτι εἰς τὴν οἰκτρὰν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας κατάστασιν μεγάλως συντελεῖ ἡ παντελὴς ἔλλειψις ἀστυνομίας. Καὶ ὅταν πρόκηται διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου νὰ ἀναπληρώσωμεν τὴν ἔλλειψιν ταύτην, νὰ ἄρωμεν ἕνα ἐκ τῶν λόγων, τῶν συντελούντων εἰς τὴν κακὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἔρχεται ὁ ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς καὶ μᾶς λέγει, ὅτι πρόκειται νὰ παραλύσῃ ἡ Ἑλλάς! πρόκειται νὰ καταστραφῶσιν αἱ δημοτικαὶ ἐλευθερίαι! καὶ ἐξορκίζει τοὺς Βουλευτὰς τῆς πλειονοψηφίας νὰ μὴ ψηφίσωσι νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ἀποτέλεσμα θὰ ᾖναι ἡ γενικὴ παράλυσις. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτής, ὅπως προδιαθέσῃ τοὺς ἀκροατὰς αὑτοῦ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐμνήσθη τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ ἀνέφερεν, ὅτι ἡ πεῖρα ἀποδεικνύει τὴν ἀποτυχίαν τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, διότι ἐν τῇ πρωτευούσῃ πολλὰ συμβαίνουσι κακουργήματα, διότι ἡ ἠθικὴ δὲν εἶναι εἰς εὐχάριστον θέσιν, καὶ ἀνέφερε τὰ πολλὰ κακὰ, τὰ μαστίζοντα τὴν πρωτεύουσαν. Ἐλησμόνησεν ὅμως, ὅτι, προκειμένου περὶ πρωτευούσης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀναλογία τῶν ἐγκλημάτων, ἡ ὁποία εἰς τὰς ἐπαρχίας κρατεῖ, δύναται νὰ κρατήσῃ καὶ ἐνταῦθα. Ἐν πρωτευούσῃ μεγάλῃ, ὅπου συῤῥέουσι πολλὰ ἄτακτα στοιχεῖα καὶ ἄνθρωποι ἄνευ ἐργασίας, δὲν δύνασθε ἢ νὰ περιμείνητε ἀριθμὸν μεγαλείτερον ἐγκλημάτων. Μένει ὅμως νὰ λύσωμεν τὸ ἑξῆς ζήτημα: Ἐὰν ἀντὶ τῆς ἀστυνομίας, ἥτις λειτουργεῖ σήμερον, ὑπῆρχε δημοτικὴ ἀστυνομία, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐγκλημάτων θὰ ἦτο μεγαλείτερος ἢ μικρότερος; Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, δὲν νομίζετε, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ἀπέτυχεν ὁ θεσμὸς τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας ἐν τῇ πρωτευούσῃ, τοῦτο ἀποδοτέον κυρίως εἰς τὴν κακὴν στρατολογίαν τῶν ἀποτελούντων τὴν δύναμιν τῆς διοικητικῆς ταύτης ἀστυνομίας;... Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως ἀποφύγωμεν τὸ κακὸν τοῦτο; Πρόνοια μεγάλη ἐλήφθη, ἵνα τὰ ἀποτελοῦντα τὴν ἀστυφυλακὴν πρόσωπα ἔχωσι τὰ προσόντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ πείσωσιν ἡμᾶς ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι καλῶς θὰ ἐκτελῶσι τὰ καθήκοντα αὐτῶν, θὰ διοικῶνται δὲ παρ’ ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, οἵτινες, μακρὰν τῶν πολιτικῶν καὶ τῶν τοπικῶν παθῶν, θὰ προσπαθήσωσιν, ἵνα ἐκτελῶσιν εὐόρκως τὰ εἰς αὐτοὺς ἀνατιθέμενα καθήκοντα. Καὶ λέγω μακρὰν τῶν τοπικῶν παθῶν, διότι δὲν δύνασθε νὰ ὑποστηρίξητε, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι θὰ ἔχωσι συμφέρον νὰ ἀναμιχθῶσιν εἰς τὰ τοπικὰ πάθη, οὔτε ὅτι θὰ ὑποστηρίξωσι τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα πολιτικόν· διότι, ἐὰν ἀναγνώσητε μετὰ προσοχῆς τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἴδητε, ὅτι πολλαὶ ὑπάρχουσιν ἐν αὐτῷ αἱ διατάξεις, αἵτινες καθιεροῦσι τὸ ἀμετάθετον τῶν ἀξιωματικῶν τούτων καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτῶν· ἐξέρχονται, οὕτως εἰπεῖν, ἐκ τῆς δράσεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐξαρτῶνται ἐκ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ἐκ τῶν ἐπιθεωρητῶν, οἵτινες θέλουσιν ἐξασκήσει εὐόρκως τὸ καθῆκόν των. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, Κύριοι, σεῖς, πολεμοῦντες τὸ νομοσχέδιον, βασίζεσθε ἐπὶ φόβου, τὸν ὁποῖον ἔχετε· ἐγώ, ὑποστηρίζων τὸ νομοσχέδιον, βασίζομαι ἐπὶ προσδοκιῶν, τὰς ὁποίας ἔχω. Προτιμῶ τὰς ἡμετέρας προσδοκίας ἀπὸ τὸν φόβον τὸν ἰδικόν σας. Πολεμοῦντες τὸ νομοσχέδιον, δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τὴν σημερινὴν, δὲν ἐξετάζετε τὰ πράγματα· περιορίζεσθε εἰς θεωρίας, ὁμιλεῖτε περὶ κινδύνου τῶν ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας οὐδεὶς ποτὲ διενοήθη νὰ προσβάλῃ, ἢ περὶ καταπατήσεως τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ποτὲ διενοήθη νὰ μὴ σεβασθῇ. Ἐγκαταλείψατε τὰς φράσεις καὶ τοὺς φανταστικοὺς κινδύνους, ἐξετάσατε τὴν κατάστασιν τὴν σημερινὴν ἐν παραβολῇ πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς αὔριον, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὡς πρὸς τοὺς δήμους, ὅπου συνιστᾶται ἀστυφυλακὴ, δὲν δύνανται νὰ ὑπάρχωσι δύο γνῶμαι. Ὡς πρὸς τοὺς δήμους, ὅπου ἕνεκεν ἐλλείψεως ἐπαρκῶν μέσων εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἔχωμεν χωροφυλακὴν, πάλιν καὶ ἐκεῖ οἱ φόβοι σας δὲν εἶναι δεδικαιολογημένοι· διότι σήμερον ποῖος ἐξασκεῖ τὰ ἀντισυνταγματικὰ καθήκοντα ἐν τοῖς δήμοις ἐκείνοις; Ἀκριβῶς ἡ χωροφυλακὴ, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ, ἀσχολουμένη εἰς τὴν τήρησιν τῆς τάξεως καὶ ἐν τοῖς δήμοις ἐκείνοις, ὅπου ἡμεῖς καθιεροῦμεν ἀστυφυλακὴν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἐπαρκῆ δύναμιν, ἵνα ἐν τοῖς ἀγροτικοῖς δήμοις ἐκτελῇ πρεπόντως τὸ καθῆκόν της. Ὄταν ὅμως ἐπιτραπῇ εἰς ἡμᾶς, ἵνα τὴν δύναμιν τῆς χωροφυλακῆς ἐπαυξήσωμεν ἐν τοῖς ἀγροτικοῖς δήμοις, οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ ἀστυνομία θὰ ἐκτελῆται δεόντως καὶ ἐν τοῖς δήμοις ἐκείνοις. Ἀλλὰ μᾶς ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς ἓν ἕτερον μέγα ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ παρ’ ἡμῶν προτεινόμενον νομοσχέδιον εἶναι δημευτικὸν, δημεύει τοὺς δημοτικοὺς πόρους! Ἐλησμόνησεν ὅμως, ὅτι ἡ ἀστυνομία ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ νόμου εἰς τοὺς δήμους, καὶ ὅτι δαπάνῃ τῶν δήμων ἡ ἀστυνομία αὕτη ἐκτελεῖται. Πῶς λοιπὸν κατηγορεῖ ἡμῶν ἐπὶ δημεύσει δημοτικῶν πόρων, ὅταν οὐδὲν ἕτερον πράττωμεν ἢ νὰ λάβωμεν τοὺς ἀναγκαίους πόρους, ὅπως ἐκτελῆται ἡ ἀστυνομία, τῆς ὁποίας ἡ δαπάνη βαρύνει τοὺς δήμους; Κατ’ ἀρχὴν λοιπὸν, Κύριοι, καὶ ἀνεξαρτήτως τῶν λόγων τῆς οἰκονομίας, οἱ ὁποῖοι βεβαίως εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δὲν ὑπῆρξαν οἱ πρωτεύοντες,—διότι, ἐὰν ὁ νέος θεσμὸς ἦτο προωρισμένος νὰ φέρῃ τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς, ποτὲ λόγοι οἰκονομικοὶ, ποτὲ ἐξοικονόμησις χιλιάδων τινῶν δραχμῶν, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ πείσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα παρίδῃ τὰ κακὰ ταῦτα,—κατ’ ἀρχὴν διατείνομαι, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἀνεξαρτήτως τῶν λόγων τῆς οἰκονομίας, ἐπιτρέπει ἡμῖν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι ὄχι μόνον ἡ παραλυσία, τὴν ὁποίαν φοβεῖσθε, δὲν θὰ ἐπέλθῃ, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ἡ σήμερον ὑφισταμένη παραλυσία θὰ παύσῃ, καὶ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι, ἐφαρμοζομένου τοῦ νομοσχεδίου παρ’ ἀνθρώπων, οἵτινες ἐπιζητοῦσιν, ἵνα παρ’ ἡμῖν λειτουργήσωσιν οἱ νόμοι, ἵνα παρ’ ἡμῖν ἐπικρατήσῃ ἡ τάξις, θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς αὐτοῦ, δὲν ἔπραξάν τι ἐπὶ βλάβῃ τῆς πατρίδος, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ἔπραξάν τι ἐπιβεβλημένον ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν τῆς πατρίδος.
§177ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν ἀπέδειξα, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀρχόμενος τῆς ἀπαντήσεώς του, ὅτι τὰ καθήκοντα τὰ ἀστυνομικὰ εἶναι τὰ κυριώτερα καθήκοντα, ἅτινα ἐπιβάλλονται εἰς τὸν Δήμαρχον, καὶ ὅτι τούτων ἀφαιρουμένων ἡ δημοτικὴ ἐξουσία δὲν ἔχει πλέον στάδιον ἐνεργείας τοιοῦτον, ὥστε νὰ πιστεύηται, ὅτι ἔχει προορισμόν τινα ἐν τῇ Πολιτείᾳ, καὶ ὅτι δύναται νὰ βαδίσῃ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ τούτου. Ἀλλὰ δὲν ἐπρόσεξε, φαίνεται, ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα, δὲν ἐμελέτησε, δὲν ἀνέγνωσεν, ὡς φαίνεται, τὸν δημοτικὸν νόμον, καὶ διὰ τοῦτο μοὶ ἀποδίδει, ὅτι ἀνέφερον πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀληθῆ. Τὸ ἄρθρον 40 τοῦ δημοτικοῦ νόμου ῥητῶς λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὁ Δήμαρχος εἶναι ἡ πρώτη ἐκτελεστικὴ τοῦ δήμου ἀρχὴ, ἐνεργοῦσα καὶ διεκπεραιοῦσα ὅλας τὰς δημοτικὰς ὑποθέσεις...» Πρῶτον καθῆκον θεωρεῖ αὐτὸ, διότι πῶς δύναται νὰ διοικήσῃ ὁ Δήμαρχος, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ περιορίζῃ τὰς παρεκτροπὰς τῶν δημοτῶν; Ἐὰν δὲν ἔχῃ τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, δὲν ἔχει λόγον πλέον ὑπάρξεως ὁ Δήμαρχος· ἀντικαταστήσατέ τον δι’ ἑνὸς ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος νὰ δέχηται τὰ ἀποστελλόμενα ἔγγραφα, καὶ νὰ τὰ διαβιβάζῃ εἰς τοὺς συνδημότας του. Τί δὲ λέγει τὸ αὐτὸ ἄρθρον περὶ τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως; (ἀναγινώσκει): «... Αὐτὸς (ὁ Δήμαρχος) ἐνεργεῖ τὰ τῆς ἐπιτοπίου ἀστυνομίας καὶ τὴν διοίκησιν τοῦ δήμου κατὰ τοὺς καθεστῶτας νόμους, καὶ ἐκτελεῖ ἐν αὐτῷ ὅσα οἱ νόμοι καὶ τὰ διατάγματα ἐπιβάλλουσιν εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς τῶν δήμων περὶ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως (état civil), περὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων φόρων καὶ περὶ στρατιωτικῶν ὑποθέσεων...» Λοιπὸν εἰς τὸν Δήμαρχον εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ἀστυνομία καὶ ὅλοι οἱ κλάδοι τῆς ἀστυνομίας· καὶ διατὶ, Κύριοι; Διότι οἱ νομοθέται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐσκέπτοντο ὀλίγῳ περισσότερον ἀπὸ ἡμᾶς σήμερον, ἐγνώριζον, ὅτι ὅλοι οἱ δῆμοι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ὑποστῶσι τὰ ἔξοδα μιᾶς ἀστυνομίας διοικητικῆς, καὶ εἶπον: ὁ Δήμαρχος, ὁ διοικῶν τὸν δῆμον, εἶναι καὶ ἀστυνόμος· μόνον ὅπου ἔχει ἔκτασιν ὁ δῆμος, καὶ δὲν δύναται ὁ Δήμαρχος νὰ ἐπαρκέσῃ, προστίθεται καὶ ἀστυνόμος. Διϊσχυρίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἕνεκεν ἐλλείψεως τῆς ἀστυνομίας τὸ ἔγκλημα κατέκλυσε σήμερον τὴν Ἑλλάδα. Λανθάνεσθε! Δὲν μελετᾶτε καλῶς οὔτε τὰς αἰτίας, οὔτε τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωνος, αὐτοὶ οἱ Δήμαρχοι ἐξήσκησαν τὴν ἀστυνομίαν, καὶ ὅμως δὲν εἶχον φθάσει εἰς αὐτὴν τὴν παραλυσίαν τὰ πράγματα. Μέχρις ἐσχάτων ἀκόμη, πρὶν ἀρχίσῃ αὐτὴ ἡ ἀγρία πάλη ἡ κομματικὴ, οἱ Δήμαρχοι ἐπήρκουν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των, καί που καί που ἐγίνοντο ἐγκλήματα, ἐνῷ σήμερον οἱ νόμοι δὲν λειτουργοῦν, διότι ὁ ἀνήκων εἰς τὸ κόμμα διαπράττει τὸ ἔγκλημα, καὶ εὑρίσκει προστασίαν. Λοιπὸν ἡ τοιαύτη κατάστασις εἶναι ἡ αἰτία ἡ πρώτη. Δεύτερον, δὲν ἔχομεν πλέον Δικαστήρια! Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι παρεγράφησαν πράξεις ὑπαγόμεναι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Πταισματοδικείων. Παραγράφονται, Κύριοι, πράξεις πολλάκις, αἱ ὁποῖαι εἶναι κακουργήματα, καὶ δὲν δίδετε κἀμμίαν προσοχὴν, καὶ οἱ Εἰσαγγελεῖς θέτουν τὰς καταγγελίας εἰς τὰ ἀρχεῖα, ὅταν πρόκηται περὶ φίλου τοῦ κόμματος, καὶ καταδιώκονται μόνον οἱ τοῦ ἀντιθέτου κόμματος. Λοιπὸν ἡ κατάστασις αὕτη ἔφερεν αὐτὴν τὴν ἀχρείαν ὄψιν εἰς τὸν τόπον, καὶ ἐξ αὐτῆς πηγάζει ἡ φυγοδικία καὶ ἡ ληστεία. Οἱ Δήμαρχοι ἐξεπλήρωσαν ἐπὶ τόσα ἔτη τὰ καθήκοντα τῆς ἀστυνομίας ἐπιτυχέστερον ἀπὸ τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκλέξητε. Ὁ Δήμαρχος ἔχει τὴν θέσιν του ἐν τῷ δήμῳ, ἔχει τὴν φιλοτιμίαν του, ἔχει τὸν πόθον νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι ἀγαθὸς Δήμαρχος, καὶ κατὰ συνέπειαν καταβάλλει πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως διακριθῇ καὶ εἰς τὴν καταδίωξιν ἀκόμη τῶν ἐγκλημάτων. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν ὑπόκεινται καὶ αὐτοὶ εἰς τὰ κομματικὰ, ὅτι δὲν ἔχουν φίλους καὶ ἐχθροὺς, ὅτι δὲν γίνονται παρεκτροπαί. Ἀλλ’ ὅταν γίνωνται τοιαῦται πράξεις ἀπὸ τὰ ὄργανα τὰ σπουδαιότερα τῆς ἐξουσίας, ζητεῖτε ἀπὸ τοὺς Δημάρχους νὰ ζυγίζουν τὰ πάντα μὲ τὴν πλάστιγγα τῆς Δικαιοσύνης, καὶ θέλετε νὰ καταργήσητε τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας δι’ αὐτὸν τὸν λόγον; Ἆ! δὲν πιστεύω νὰ σᾶς ἀκολουθήσουν οἱ ἄνθρωποι τοῦ τόπου, διότι πονοῦν τὸν τόπον. Θὰ σωθῶμεν, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀπὸ τὴν ἐμπάθειαν τὴν πολιτικὴν, ἀπὸ τὴν πάλην μεταξὺ τῶν κομμάτων, ἐὰν οἱ ἀστυνόμοι ἦναι ἀξιωματικοί. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοιαῦτα πράγματα δὲν πρέπει νὰ λέγωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅταν οἱ πάντες γνωρίζωμεν, ὅτι καὶ τὸν στρατὸν αὐτὸν τὸν ἀνεμίξαμεν εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ τὸν ἐφέραμεν εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε νὰ μὴ ἦναι στρατὸς τὴν σήμερον· τὸν διῃρέσαμεν εἰς δύο στρατόπεδα, καὶ ὀλίγου δεῖν νὰ ἔχωμεν στρατιωτικὴν ἐπανάστασιν, καὶ ἔπρεπε νὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἔπρεπεν ὅλοι νὰ ἐργασθῶμεν, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὸν κίνδυνον τοῦ ἐμφυλίου πολέμου, καὶ ἐμφυλίου πολέμου στρατιωτικοῦ, ἔπρεπεν ὅλοι νὰ ἐργασθῶμεν, διὰ νὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη. Καὶ ἀφοῦ ὡδηγήσαμεν τὸν στρατὸν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ἀφοῦ ἐδαπανήσαμεν ἑκατομμύρια εἰς ἀποστολὰς Γαλλικὰς καὶ διὰ μυρίων ὅσων νόμων καὶ κανονισμῶν ἐφέρομεν τὸν στρατὸν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, τώρα νὰ ἀμφισβητῶμεν τὰ ἔργα ἡμῶν, καὶ νὰ τολμῶμεν νὰ ἰσχυριζώμεθα, ὅτι διὰ τῶν ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους ἐφέρομεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, εἰς τοὺς ὁποίους ἐδώκαμεν τοιαῦτα μαθήματα, ὅτι διὰ τοῦ στρατοῦ αὐτοῦ θὰ σώσωμεν τὸν τόπον ἀπὸ τὴν ἐμπάθειαν τὴν πολιτικὴν καὶ ἀπὸ τὰς συγκρούσεις, μὲ συγχωρεῖτε, μᾶς ἐκλαμβάνετε, ὅτι εἴμεθα φελλάχοι, καὶ πιστεύετε, ὅτι ἡ πλειοψηφία δύναται νὰ σᾶς ἀκολουθήσῃ καὶ πιστεύσῃ, λέγοντας τοιαῦτα πράγματα! Ἐπαγγέλλεσθε, ὅτι θὰ φέρητε τὸν χρυσοῦν αἰῶνα, ὅτι θὰ παγιωθῇ ἡ τάξις ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον, ὅταν σεῖς ἐκλέξητε τὰ ὄργανα. Ἀλλ’ αὐτὴν τὴν τάξιν δὲν τὴν ἐφέρατε ἐδῶ, ὅπου ἐκλέγετε τὰ ὄργανα σεῖς. Διατὶ λέγουσι πάντες, ὅτι οἱ Διευθυνταὶ τῆς Ἀστυνομίας ἀποτυγχάνουσι; Διότι ἐπεμβαίνετε σεῖς καὶ διὰ τὸν τελευταῖον κλητῆρα, καὶ ἐπιβάλλετε εἰς τοὺς Διευθυντὰς τῆς Ἀστυνομίας ὄργανα, τὰ ὁποῖα εἶναι πᾶν ἄλλο ἢ ὄργανα ἱκανὰ, ὅπως ἐξυπηρετήσωσι τὴν τάξιν, εἶναι ὄργανα, τὰ ὁποῖα πολλάκις ἔρχονται εἰς συνάφειαν μὲ αὐτοὺς τοὺς κακούργους. Καὶ ἀφοῦ τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις ἐδῶ μέσα εἰς τὰς Ἀθήνας, ζητεῖτε νὰ καταλύσωμεν τὰς δημοτικάς μας ἐλευθερίας καὶ νὰ παραδώσωμεν τὴν τιμήν μας εἰς τοιαῦτα ὄργανα! Ὁ ἀστυνόμος τῆς ἐπαρχίας δὲν θὰ ἔλθῃ νὰ ζητήσῃ νὰ προσβάλῃ τὴν τιμήν μου, διότι εἶναι ἄνθρωπος τοῦ τόπου. Ὁ εἷς τὸν ἄλλον σεβόμεθα. Ἀλλ’ ὅταν μᾶς στέλλητε τοιαῦτα ὄργανα, δὲν γνωρίζω, ποῦ θὰ καταντήσωμεν. Θὰ ἐκλέξητε, λέγετε, τὰ ὄργανα. Ἀλλὰ ποῦ θὰ εὕρητε τοιαῦτα ὄργανα; Ποῖος ἐξ ὑμῶν εἶναι τοσοῦτον ἀμερόληπτος, τοσοῦτον ἄνθρωπος ὑπέρτερος εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ εἰς τὸ κοινὸν συμφέρον μόνον ἡμῶν, εἰς τὸ συμφέρον τὸ γενικὸν, ἀνεξάρτητος πάσης συστάσεως, ἀνεξάρτητος συμφέροντος ἀθλίου πολιτικοῦ, ὥστε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν προσώπων καὶ νὰ μὴ στείλῃ εἰς τὸ Αἴγιον ἔξαφνα ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐντὸς τῆς ἀγορᾶς ἐνδεχόμενον νὰ προσβάλωσι πάντα ἀντιφρονοῦντα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ὑπηρετεῖ; Μὲ συγχωρεῖτε, Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὰ μέτρα σας δὲν εἶναι λελογισμένα, δὲν ἐπιβάλλονται ἀπὸ τὴν σύνεσιν, ἀπὸ τὴν φρόνησιν, εἶναι βεβιασμένα μέτρα. Καὶ ἐξορκίζω τὴν πλειονοψηφίαν νὰ μὴ σᾶς ἀκολουθήσῃ ἐπὶ αὐτοῦ τοῦ σταδίου, νὰ ἀποβάλῃ τὸν χαλινὸν τοῦ κομματισμοῦ, ὁ ὁποῖος φανερὰ μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὴν παραλυσίαν, καὶ δὲν ἠξεύρω, ἂν δὲν μᾶς ὁδηγῇ καὶ εἰς σημεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ ἦναι πολὺ λυπηρὰ διὰ τὸν τόπον αὐτόν. Ἑλληνοκοποῦμεν! καὶ ἐγὼ αὐτὸς τελευταίως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἀλλ’ ὅταν προβαίνητε εἰς τοιαῦτα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἄρδην ἀνατρέπουσιν ὅλας τὰς ἀρχὰς τῆς καλῆς διοικήσεως, τῆς ἠθικῆς, τῆς ἀνεξαρτησίας, τῆς αὐτονομίας, τῆς αὐτοδιοικήσεως, ἔ! βεβαίως εἶναι πλήρης ἀπελπισία, καὶ δὲν δυνάμεθα πλέον ἀπὸ τοῦ στόματός μας νὰ ἐκστομίζωμεν πράγματα, τὰ ὁποῖα νὰ προδίδωσιν, ὅτι ἔχομεν ἐλπίδας εἰς τὸ μέλλον αὐτοῦ τοῦ τόπου. Ἐγὼ δὲν κατηγορῶ βεβαίως ἀπολύτως τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσιν εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς καὶ τοῦ στρατοῦ. Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν αἰσθήματα γενναῖα, ἄνθρωποι μὲ συναίσθησιν τοῦ καθήκοντος, διατεθειμένοι νὰ προσφέρωσιν ὑπηρεσίας· ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκλέξωσιν αὐτούς, δὲν εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκλέξωσιν, — ὅπως τὸ δεικνύει ἡ ὅλη πολιτεία των, — δὲν εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκλέξωσι τοὺς τοιούτους, καὶ ἂν τοὺς ἐκλέξωσι, δὲν θὰ μείνωσιν οὗτοι ἐλεύθεροι, καὶ ἂν θέλωσι νὰ ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν των, μία μετάθεσις ἀπὸ τὴν Ζαβέρδαν εἰς τὴν Λάρισσαν, καὶ ἀπὸ τὴν Σῦρον εἰς τὴν Σπάρτην. Λοιπὸν μὲ τοιαύτην διοίκησιν, μὲ τοιαῦτα μέτρα βεβιασμένα δὲν φθάνομεν εἰς ἀποτέλεσμα. Καὶ ἐνθυμεῖσθε τὸ λόγιον, ὅτι τὰ κακῶς ἔχοντα, εὖ κείμενα, μὴ κινεῖτε. Δὲν εἶναι μέτρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν οὐδὲ τῶν οἰκονομικῶν, οὐδὲ τῆς διοικήσεως. Λοιπὸν ἔχετε τὴν τόλμην, ἔχετε τὴν γενναιότητα, ἔχετε τὴν αὐταπάρνησιν νὰ εἴπητε, ὅτι ἀποσύρετε ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ὠφελήσῃ, τὸ ὁποῖον θὰ βλάψῃ σπουδαίως τὸν τόπον; Τότε σώζετε τὸν τόπον.
§178ΑΓΓΕΛΟΣ ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑποστηρίζοντος τὸ παρ’ αὐτοῦ εἰσαχθὲν νομοσχέδιον περὶ τῆς Στρατιωτικῆς Ἀστυνομίας, καὶ παρηκολούθησα τὰ ἐπιχειρήματα αὐτοῦ, δι’ ὧν ἠγωνίζετο νὰ παραστήσῃ τὰ ἀγαθὰ, ἅτινα θέλουσι προκύψει εἰς τὴν χώραν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ τούτου. Ἀφίνων εἰς ἄλλους ἁρμοδιωτέρους τὴν ἔρευναν τοῦ ζητήματος ὑπὸ τὴν καθαρῶς διοικητικὴν αὐτοῦ ἔποψιν, περιορίζομαι κυρίως εἰς τὴν ἔρευναν αὐτοῦ ὑπὸ καθαρῶς στρατιωτικὴν ἔποψιν. Εἰς τὸ ἔργον τοῦτο ἐλπίζω ὅτι θέλει προσφέρει τὸν ἔρανον αὐτοῦ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, καταδεικνύων καὶ οὗτος τὰς ὠφελείας, αἵτινες ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου θέλουσι παραχθῆ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Μέχρις οὗ ὅμως ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἀποφασίσῃ νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τόσον σπουδαίου καὶ ἐνδιαφέροντος ζητήματος, ὅπερ οὐχ ἧττον ἐνδιαφέρει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἢ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἀφορᾷ ἐξ ἴσου εἰς τὴν διοίκησιν καὶ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ στρατοῦ, ἐπιτραπήτω μοι νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅστις ἐπὶ πολλὰ ἔτη διηύθυνε τὰ τοῦ στρατοῦ τῆς πατρίδος, ἐὰν τὸ προβληθὲν σήμερον μέτρον ἦναι αὐτὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριζεν ἄλλοτε, τὸ μέτρον δηλαδὴ ἐκεῖνο, δι’ οὗ ἐπηγγέλλετο ἄλλοτε τὴν ἀνάπτυξιν ἐν τῷ στρατῷ, καὶ ἰδίᾳ ἐν τῷ κύκλῳ τῶν ἀξιωματικῶν, τοῦ στρατιωτικοῦ φρονήματος (esprit militaire). Ἐπιθυμῶ δηλαδὴ νὰ μάθω, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως φρονῇ, ὅτι τὸ εἰσαγόμενον νομοσχέδιον συντελεῖ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ στρατιωτικοῦ φρονήματος, κρατύνει τὸ πνεῦμα τῆς συναδελφότητος ἐν τῷ στρατεύματι, καὶ ὑψοῖ τὸ ἠθικὸν τῶν ἀφοσιωθέντων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος ἀνδρῶν· ἐὰν φρονῇ, ὅτι διὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἐξυπηρετεῖται ὁ ὑψηλὸς σκοπὸς, δι’ ὃν προωρίσθη ὁ στρατὸς, καὶ ὅτι διὰ τοῦ παρεισάκτου θεσμοῦ τούτου ἐνισχύεται ἡ ἰδέα, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς προετίμησε τὸ στάδιον τοῦτο, οὐχὶ ἀποβλέπων εἰς ἀσφαλῆ πορισμὸν τοῦ ἄρτου αὐτοῦ, ἀλλ’ εἰς εὐγενέστερον καὶ ὑψηλότερον σκοπὸν, εἰς περιφρούρησιν τῶν σεμνοτάτων καὶ τιμιωτάτων. Εἶναι ἀνάγκη νὰ πεισθῶμεν, ὅτι διὰ τοῦ προτεινομένου νομοθετικοῦ μέτρου οὐδὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ τὸ αἴσθημα καὶ τὸ ἠθικὸν τοῦ στρατοῦ, ὅτι τὸ ἰδανικὸν αὐτοῦ οὐδένα διατρέχει κίνδυνον νὰ μειωθῇ ἢ νὰ διαβληθῇ. Τὸ ὑπηρετεῖν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ εἶναι τιμὴ, καὶ τὸ αἴσθημα τοῦτο, τὸ ἐκλεκτὸν, ὀφείλει πρὸ παντὸς νὰ ἦναι ὑπεράνω πάσης ἀδυναμίας, παντὸς ἐπηρεασμοῦ. Τὴν τιμὴν καὶ τὴν δόξαν ἔχει καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ μόνα ἐλατήρια ὁ ἀξιωματικὸς, καὶ ὑπ’ αὐτῶν φλεγόμενος καὶ πρὸς αὐτὰς ἀποβλέπων ὁ ἀξιωματικὸς, ὑποβάλλεται εἰς τόσας ὑποχρεώσεις. Θὰ ἦτο βλασφημία νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι οὐχὶ χάριν ἰδανικοῦ τινος εὐγενοῦς, ἀλλὰ χάριν τοῦ μισθαρίου, σφριγῶντες καὶ φιλότιμοι νέοι ἀσπάζονται τὸ στρατιωτικὸν στάδιον. Οὐχί! Ἡ ἰδέα, ἡ ὠθοῦσα αὐτοὺς πρὸς τὸ εὐγενὲς τοῦτο στάδιον, τὸ αἴσθημα τὸ συναρπάζον αὐτοὺς πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς πατρίδος, εἶναι ὑψηλότερον ἢ ὥστε νὰ δύναταί τις νὰ τὸ καταβιβάσῃ μέχρι τῆς συμφεροντολογίας. Ἐνῷ λοιπὸν τόσον ὑψηλὸς καὶ σεμνὸς εἶναι ὁ προορισμὸς τοῦ στρατοῦ, δὲν δικαιοῦμαι νὰ ἐρωτήσω, ἐὰν τὸ παρὸν νομοσχέδιον σκοπῇ νὰ ἀναπτύξῃ τὸ στρατιωτικὸν φρόνημα, νὰ ἰσχυροποιήσῃ τὸ πνεῦμα τοῦ συνασπισμοῦ καὶ τῆς συναδελφότητος ἐν τῷ στρατεύματι, καὶ νὰ ζωογονήσῃ τὴν στρατιωτικὴν ἰδέαν; Εἶναι δυνατὸν νὰ τηρηθῇ ἀκέραιον τὸ στρατιωτικὸν φρόνημα καὶ τὸ πνεῦμα τῆς συναδελφότητος, ὅταν οὗτοι μὲν τῶν ἀξιωματικῶν τηρῶνται εἰς τὰς τάξεις καὶ εἰς τὸν προορισμὸν αὐτῶν, οὗτοι δὲ, —καὶ δὲν εἶναι ὀλίγοι,—ἀποσπῶνται εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν, μηδὲν ἔχουσαν τὸ κοινὸν πρὸς τὸν προορισμὸν τοῦ στρατοῦ; Δὲν ἀφαιρεῖται τοιουτοτρόπως ἀπὸ τοῦ στρατοῦ δύναμις; Καὶ ἡ δύναμις αὕτη τῶν ἀξιωματικῶν, ἐπὶ μακρὸν ὁπωςδήποτε χρόνον ἀποσπωμένη τοῦ στρατοῦ καὶ ἐν καθημερινῇ σχέσει διατελοῦσα μετὰ παντοπωλῶν, ὀπωροπωλῶν, λαχανοπωλῶν καὶ πασῶν τῶν ἄλλων ἐκείνων τάξεων, ὧν ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ πρὸ πάντων καλεῖται νὰ ἐφορᾷ, καὶ ἃς δὲν κατονομάζω, θὰ δυνηθῇ, ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, νὰ ἀναπτύξῃ τὰς στρατιωτικὰς αὐτῆς γνώσεις καὶ νὰ κρατύνῃ τὸ στρατιωτικὸν φρόνημα; Ἐὰν ἄλλοι ἔχωσιν ἄλλην γνώμην περὶ τῶν πραγμάτων τούτων, ἀδιαφορῶ. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία εἶναι κατάπτωσις καὶ κατάλυσις τοῦ στρατοῦ. Ναὶ, κύριε Πρωθυπουργέ! κατάπτωσις καὶ κατάλυσις τοῦ στρατοῦ! Ἄλλως τε δὲ, τὴν κεντρικὴν ἰδέαν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν τῆς διαλύσεως τοῦ στρατοῦ, τὴν ἐμάθαμεν εὐθὺς μετὰ τὰς ἐκλογάς. Τὴν ἰδέαν εὐηγγελίσαντο ἡμῖν τότε αἱ ἐφημερίδες τοῦ ἐξωτερικοῦ, αἵτινες ἔχουσι τὸ προνόμιον πρῶται νὰ ἐξαγγέλλωσι τὰ ἀναμορφωτικὰ σχέδια τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Μᾶς εἶπον τότε αἱ ἐφημερίδες τῆς Εὐρώπης, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης θὰ περιορίσῃ τὸν στρατὸν εἰς 12,000 μόνον. Καὶ ἰδοὺ ἡ ἐφαρμογή Ποῦ αἱ ὑπερήφανοι ἐπαγγελίαι σου, κύριε Πρωθυπουργέ, περὶ καταρτισμοῦ ἀξιομάχου στρατοῦ; Τί ἔγειναν τὰ βροντόφωνα ἐκεῖνα σχέδια περὶ στρατοῦ ἐξασκήσεως καὶ στρατοῦ ὑπηρεσίας; Ὅτε πρὸ πέντε περίπου ἐτῶν συνίστων τινὲς τῶν συναδέλφων οἰκονομίας ἐκ τοῦ στρατοῦ, ὑμεῖς, κύριε Πρωθυπουργέ, εἴπετε μετὰ στόμφου καὶ ὑπερηφανείας, ὅτι οἰκονομίαι ἐπὶ τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν δὲν εἶναι δυναταὶ, διότι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἐθνικὴν πολιτικὴν, ἔχει ὑποχρεώσεις καὶ παραδόσεις, καὶ ἑπομένως ἐν ὅσῳ δὲν ἀλλάξῃ ἡ ἐθνικὴ πολιτική, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ κάμνητε οἰκονομίας εἰς τὸν στρατὸν καὶ τὸν στόλον. Ἐρωτῶ: Ἠλλάξατε, κύριε Πρόεδρε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, πολιτικὴν σήμερον, ὅτε καταλύετε τὸν στρατὸν, ὅτε τὸν ἀναμιγνύετε εἰς ἀστυνομικὰ καθήκοντα, ὅτε τὸν ἀποσπᾶτε ἀπὸ τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ; Ἢ μὴ φρονῆτε, ὅτι τὸ στρατιωτικὸν φρόνημα ἀναπτύσσεται ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ οἱ στρατιωτικοὶ ἀστυνόμοι ἐξασκοῦνται στρατιωτικῶς, τρέχοντες μετὰ τῶν ἀγροφυλάκων εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν; Ἐὰν δὲν ἔχωμεν πλέον ἐθνικὴν πολιτικὴν, ἢ ἔχωμεν ἄλλην ἢ τὴν τοῦ 1887, τότε ὤφειλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀναβὰς τὸ βῆμα, νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ὁ κυβερνήτης τοῦ 1892 δὲν εἶναι ὁ κυβερνήτης τοῦ 1887, τοῦ ὁποίου τοὺς λόγους θὰ ἐπαναλάβω, ὅταν ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα, καὶ ὅτι ἡ πολιτικὴ τοῦ 1892 εἶναι ἄλλη ἢ ἡ πολιτικὴ τοῦ 1887. Τότε ἤθελε τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ στρατοῦ, ἤδη θέλει τὴν κατάλυσιν τοῦ στρατοῦ καὶ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἀστυνομίας, περὶ οὗ τόσα ὡραῖα πράγματα μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπὶ τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ ἐφάνη ὡς ἄνθρωπος ζητῶν νὰ εὕρῃ τινὰ θεραπείαν τῶν ἀστυνομικῶν πραγμάτων, καὶ μὴ εὑρὼν ἄλλην καταλληλοτέραν, ἐπαρουσίασε τὴν διὰ τῆς μεθόδου τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Καὶ τὴν μέθοδον ταύτην μεταχειρίζεται ἁπλούστατα. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιτηρῆται ἡ τάξις ἐν ταῖς πόλεσιν, ἡ καθαριότης, αἱ ἀγορανομικαὶ διατάξεις, τὰ διάφορα καταγώγια καὶ τὰ τοιαῦτα; Τὸ πρόβλημα ἐλύθη. Λαμβάνει ἑκατοντάδας τινὰς ἀξιωματικῶν καὶ τοὺς φορτώνει ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ οὕτω τὸ πρᾶγμα ἐτελείωσεν! Εἶναι ἀνάγκη νὰ φυλάττωνται τὰ βόσκοντα ζῶα; Πέρνει στρατιώτας καὶ τοὺς κάμνει ἀγροφύλακας, καὶ οὕτως ἐτελείωσε καὶ αὐτό! Τί εὐκολώτερον, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν; Τότε καὶ ἐγὼ γίνομαι Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἀκόμη! (ἱλαρότης). Ἡ Βουλὴ σᾶς κάμνει Ὑπουργοὺς, ἵνα διὰ τοιούτων μεθόδων διοικήσητε τὸν τόπον καὶ ἵνα πιέζητε τὸν λαὸν διὰ τοῦ κοπάνου τοῦ ὅπλου; Τότε παρεξηγεῖτε τὴν ἐντολήν σας. Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Χάριν τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς ἐζήτησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου—τοῦ βήματος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἀκούηται ἡ ἀλήθεια καὶ μόνη ἡ ἀλήθεια, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀτυχῶς ἐξέρχονται ἀνακρίβειαι, μηδὲν ἔχουσαι κοινὸν μὲ τὰ πράγματα,—ἐζήτησε, λέγω, νὰ χορηγηθῇ αὐτῷ τὸ ἥμισυ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους πρὸς ἀναδιοργάνωσιν καὶ ἀναμόρφωσιν τοῦ στρατοῦ. Ἆρά γε διὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας διοργανοῦται καὶ ἀναμορφοῦται ὁ στρατός; Κύριοι, προσέξατε! ἔχομεν καθήκοντα, τὰ ὁποῖα δὲν δυνάμεθα νὰ παραβῶμεν· ἔχομεν παραδόσεις, τὰς ὁποίας δὲν πρέπει νὰ προδώσωμεν· ἔχομεν ἱερὰν παρακαταθήκην, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ σεβασθῶμεν. Πρέπει νὰ ἀποφασίσωμεν, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἔχωμεν ἢ νὰ μὴ ἔχωμεν στρατόν. Μέσος ὅρος δὲν ὑπάρχει. Εἶπεν ἄλλοτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποχωρήσωμεν ἀπέναντι τῆς ἰδέας τῆς ἐθνικῆς, ἥτις στενῶς συνδέεται μὲ τὸν καταρτισμὸν στρατοῦ τοιούτου, ὅστις νὰ χρησιμεύῃ ὡς γενικὴ στρατιωτικὴ Σχολὴ πρὸς στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ ὅλου ἔθνους. Ἐπιτυγχάνεται λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὁ σκοπὸς οὗτος διὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἢ τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, ὅστις εἶναι ἡ πηγὴ, ἐξ ἧς τρέφεται ὁ στρατός; Ἵνα δὲ μὴ γείνῃ καταφανὴς ἡ διάλυσις τοῦ στρατοῦ διὰ τοῦ νέου προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν νέων νομοσχεδίων καὶ ἡ ἀντιπαραβολὴ πρὸς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, δι’ ἧς ἡ Βουλὴ θὰ ἐμάνθανεν, ἐὰν ἔχωμεν πλέον ἢ ὄχι στρατὸν, μᾶς ἐπαρουσίασαν ἀντὶ προϋπολογισμοῦ ἓν πρόχειρον ἐκ πέντε φύλλων κατάστιχον οἱονεὶ μικροπαντοπώλου, δι’ οὗ παραπέμπει εἰς ἄλλον προϋπολογισμὸν ἄλλης Κυβερνήσεως, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατηγόρησεν ὡς τυφλὴν, ἐπεκτείνας μάλιστα τὴν κατηγορίαν καὶ πρὸς τοὺς ἀκολουθοῦντας αὐτὴν, ὧν εἷς ἤμην καὶ ἐγώ. Ἐπειδὴ εἶπον ἀνωτέρω, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρέπει νὰ ἀκούηται μόνη ἡ ἀλήθεια, δὲν ἀντέχω εἰς τὸν πειρασμὸν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν φρονῇ ἀληθῶς, ὅτι οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ἦσαν τυφλοὶ, ἢ μήπως μᾶλλον ὅσα εἶπεν αὐτὸς ἦναι ἀνακριβῆ. Ὅπως διευκολύνω τὴν μνήμην αὐτοῦ, περιορίζομαι εἰς δύο μόνον αὐταποδείκτους ἀνακριβείας αὐτοῦ. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἐπεβάρυνε τὸν προϋπολογισμὸν μὲ 600,000 δραχμὰς, ἐπεκτείνασα τὸ προνόμιον τῆς Ἀτμοπλοΐας Σύρου ἐπὶ ἓν ἔτος, ἐνῷ ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι οὔτε κατὰ τὸ 1891 οὔτε κατὰ τὸ 1892 ἔμελλε νὰ δοθῇ ἡ χορηγία τῶν 600,000 δραχμῶν, ἀλλὰ τὸ 1893· ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἐπεβάρυνε τὸν προϋπολογισμὸν οὐδὲ κατὰ λεπτὸν, διότι ἡ σύμβασις λήγει τῇ 31 Δεκεμβρίου 1892, ἡ δὲ παράτασις, ἣν ἐπέτρεψεν ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐπὶ ἓν ἔτος, ἤτοι μέχρι τέλους τοῦ 1892, δὲν θέλει δοθῆ. Ἄλλη, αὐταπόδεικτος καὶ αὕτη, ἀνακρίβεια εἶναι αὕτη: Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ὑπαγαγοῦσα τὰς ἀτμοτελωνίδας εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπεβάρυνε τὸν προϋπολογισμὸν μὲ 119,040 δραχμὰς, ἐνῷ τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβές.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, τίνα σχέσιν ἔχουσι ταῦτα μὲ τὸ προκείμενον;
§180Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§182Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Θὰ ἔλθω εἰς τὸ θέμα. Διὰ τῆς ὑπαγωγῆς τῶν ἀτμοτελωνίδων ἀπὸ τοῦ ἑνὸς Ὑπουργείου εἰς τὸ ἄλλο δὲν ἐπήρχετο οὐδεμία προσθήκη δαπάνης. Εἶναι τὸ ἴδιον, ὡς νὰ λέγητε, ὅτι σπαταλᾶτε τὴν περιουσίαν σας, διότι τὴν ἐξάγετε ἐκ τοῦ δεξιοῦ θυλακίου σας καὶ τὴν θέτετε εἰς τὸ ἀριστερὸν θυλάκιον. Καὶ ὅμως, κύριε Πρόεδρε, ὁ νόμος ἐκεῖνος περὶ ἀφαιρέσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀτμοτελωνίδων ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τῆς ὑπαγωγῆς αὐτῶν εἰς τὸ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐτόνιζεν ἱερεμιάδας περὶ σπατάλης τοῦ δημοσίου χρήματος, ὁ νόμος, λέγω ἐκεῖνος—καὶ προσέξατε, παρακαλῶ, Κύριοι,—δὲν ἐπεκυρώθη, ἑπομένως δὲν ἐπῆλθε κἀμμία ζημία, ἑπομένως δὲν εἶχε λόγον, ἵνα θλίβηται ἡ καρδία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὴν μικρὰν ταύτην παρέκβασιν, Κύριοι, ἠναγκάσθην νὰ κάμω, διότι ὑβρίσθην ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μεθ’ ὅλων τῶν συναδέλφων μου, ὅσοι ὑπεστηρίζομεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη, καὶ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἰδέας μου, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρέπει νὰ ἀντηχῇ μόνη ἡ ἀλήθεια. Συμπεραίνων ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον δὲν ἀφορᾷ μόνον τὴν ἐσωτερικὴν τάξιν, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι τῆς ἀποκλειστικῆς ἁρμοδιότητος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν· εἶναι ζήτημα ἀποβλέπον κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὸν στρατὸν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω ὑπερασπίζοντα αὐτὸ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ τοὐλάχιστον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἅτε ἐπὶ μακρὸν διευθύναντα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ ἔχω τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην, διότι μόνον τότε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, ὅταν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἢ ὁ Πρωθυπουργὸς καταδείξωσιν, ὅτι διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ θὰ βελτιωθῇ, ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον, ὁ στρατὸς, ὅτι θ’ ἀναπτυχθῇ παρ’ αὐτῷ τὸ στρατιωτικὸν φρόνημα καὶ ἡ στρατιωτικὴ ἐκπαίδευσις, ὑπὲρ ὧν τὰ στρατιωτικὰ ἔθνη δαπανῶσι τὸ μεῖζον μέρος τῶν ἐσόδων αὐτῶν καὶ εἰς βαρυτάτας θυσίας ὑποβάλλονται, ἐὰν διὰ τοῦ συστήματος τούτου θὰ ἐνισχυθῇ τὸ πνεῦμα τῆς συναδελφότητος μεταξὺ τοῦ στρατοῦ καὶ ἡ εὐγενὴς ἅμιλλα μεταξὺ τῶν διαφόρων ὅπλων, καὶ ἐὰν οἱ ἀξιωματικοί, ἀφοῦ ἅπαξ ἐγκαταλίπωσι τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ τριβῶσιν εἰς ἐπάγγελμα ξένον τοῦ προορισμοῦ αὐτῶν, θὰ ὦσιν ἐπιτήδειοι πρὸς τὴν προτέραν ὑπηρεσίαν αὐτῶν καὶ κατὰ πάντα ἱκανοί, ὅπως ἐκπληρώσωσι τὸν προορισμὸν αὐτῶν. Τοιαῦται καινοτομίαι, Κύριοι, δὲν γίνονται ἀμελετήτως, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ καὶ ἡ ἐπ’ αὐταῖς εὐθύνη εἶναι μεγάλη καὶ τὰ ἐκ τούτων ἀποτελέσματα δύνανται νὰ ὦσιν ἀπαίσια διὰ τὸ ἔθνος. Ὁ στρατὸς εἶναι ἡ δύναμις, ἡ τιμή, ἡ δόξα τοῦ τόπου, ὁ δὲ παραλύων αὐτὸν ἀντιστρατεύεται εἰς τὰ ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Κράτους.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;... Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου 1, 2 καὶ 3).
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§185ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίαν, ἐὰν ὑπάρχῃ σήμερον ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς.
§186ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ ὁρισθῇ δι’ εἰδικοῦ νόμου.
§187ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σήμερον ὅμως ψηφίζομεν, ὅτι ἀναθέτομεν μίαν ὑπηρεσίαν εἰς πρόσωπον ἀνύπαρκτον, πρόσωπον τοῦ ὁποίου τὰ καθήκοντα καὶ ὁ κύκλος τῆς ἐνεργείας εἶναι ἄγνωστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 5–32).
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 33 (ἀναγινώσκεται).
§189ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὑπάρχει ἀντίφασίς τις, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξηγήσῃ αὐτήν. Τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι θ’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ κατὰ τὴν αʹ § τοῦ ἄρθρου τούτου, ἀναλογίζεται εἰς τοὺς δήμους τοῦ Κράτους πρὸς μίαν δραχμὴν κατὰ ψυχὴν, εἶτα δὲ ὁρίζεται, ὅτι οὐδέποτε δύναται νὰ ἦναι μεῖζον τῶν 50% ἢ ἔλασσον τῶν 15% τοῦ ὁλικοῦ ποσοῦ τῶν ἐκ τῶν φόρων τούτων ἐσόδων τοῦ δήμου.
§190ΡΑΛΛΗΣ. Ἄλλο εἶναι τὸ δαπανηθησόμενον καὶ ἄλλο τὸ εἰσπραχθησόμενον.
§191Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον ὁρίζει, ὅτι αἱ δαπάναι ἀναλογίζονται εἰς τοὺς δήμους τοῦ Κράτους· κατὰ τίνα τρόπον; Ἐπὶ τῷ μέτρῳ, τῷ ἐν αὐτῷ ἀναγραφομένῳ, δηλ. πρὸς μίαν δραχμὴν κατὰ ψυχὴν καὶ ὑπὸ τοὺς περιορισμοὺς, τοὺς ἐν τῷ ἄρθρῳ.
§192ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε ποία ἡ σχέσις μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τοῦ νόμου καὶ τοῦ ἀναγραφομένου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς δαπάνης;
§193Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅ,τι ἠθέλησε νὰ ὁρίσῃ ὁ νόμος, εἶναι τοῦτο, ὅτι αἱ δαπάναι γίνονται ὑπὸ τῶν δήμων κατὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀναγράφει. Τὸ ἄρθρον θέτει ὡς βάσιν ἀνὰ μίαν δραχμὴν κατὰ ψυχήν, ἀλλὰ θέτει καὶ τὸν περιορισμὸν, ὅτι οὐδέποτε ὁ δῆμος θὰ δώσῃ ποσὸν, ὅπερ νὰ τὸν ὑστερῇ 2,000 δραχμῶν ἢ 50% ἐκ τῶν εἰσπράξεων αὐτοῦ ἐκ τῶν ἀμέσων ἢ ἐμμέσων φόρων.
§194ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐξάγεται καὶ ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἕκαστος δῆμος θὰ δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον ἐπὶ τῇ ἀναλογίᾳ ταύτῃ, θὰ δαπανηθῇ ὁλόκληρον πρὸς συντήρησιν τῆς ἀστυνομίας τοῦ δήμου τούτου;
§195Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ ἐπιτελέσῃ τὰ ἐν τῷ νόμῳ, οἱ δὲ δῆμοι ὀφείλουσι νὰ ἐπιτελέσωσι τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ· ἡ δὲ συσχέτισις τῶν δαπανῶν καὶ τῶν εἰσφορῶν θὰ καταδηλωθῇ ἐκ τῶν ὑστέρων.
§196ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δύναται ἡ δαπάνη ἡ ἀστυνομικὴ ἑνὸς δήμου νὰ ἦναι ἀνωτέρα ἢ κατωτέρα τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ πληρώσῃ;
§197Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§198ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε φανερὸν, ὅτι πρόκειται περὶ φορολογίας καθαρᾶς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 33 ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 34–39).
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 40 (ἀναγινώσκονται).
§200ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐνταῦθα ἡ φράσις καθιστᾷ ἀναγκαίαν μίαν ἐξήγησιν. Ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι οἱ δῆμοι Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς δὲν θὰ πληρόνωσιν εἰς τὸ Δημόσιον, εἰμὴ ὅ,τι ἤθελε δαπανηθῆ διὰ τὴν συντήρησιν τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς πλέον τῶν δραχμῶν 360,000; Δηλαδὴ οἱ δῆμοι Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς θὰ πληρώσωσι μόνον 5,000 δραχμῶν, δηλ. θὰ ἔχωσι δωρεὰν ἀστυνομίαν μέχρι τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον μέχρι σήμερον δαπανᾶται, ἐνῷ οἱ ἄλλοι δῆμοι θὰ ἔχωσι τοιαύτην ἀκριβοπληρωμένην.
§201ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα· διότι δὲν πληρόνουσιν οὔτε σήμερον.
§202ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὔτε οἱ ἄλλοι πληρόνουσιν, ὅπου οἱ Δήμαρχοι εἶναι ἀστυνόμοι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 40, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς αʹ συζήτησιν).
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 45′ μ. μ.