Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΓ · Session Α› Sitting 17

1892.06.15

898 rows · 6,969 words · 41 turns

Date
1892.06.15
Presidency
Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗ
Period
ΙΓ
Session
Α
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1893)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17

τῆς 15 Ἰουνίου 1892.

(Δευτέρα)

Ὥρᾳ 10 π. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ἀκολούθως προσελθὼν ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ ἄρτι ἀφικόμενος βουλευτὴς Βώλου κ. Νικόλαος Ἀξελός).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ Προεδρεῖον, παρουσιασθὲν ἐνώπιον τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ἀνήγγειλε τὴν συγκρότησιν τοῦ Σώματος. Τὴν προσφώνησιν τοῦ Προέδρου καὶ τὴν ἀντιφώνησιν τοῦ Βασιλέως θέλει ἀναγνώσει πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Γραμματεύς.

§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Προσφώνησις. «Μεγαλειότατε! «Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, καταρτισθὲν ἤδη, λαμβάνει τὴν τιμὴν, ἐμφανιζόμενον ἐνώπιον τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος, νὰ ἀναγγείλῃ Αὐτῇ τὴν συγκρότησιν τοῦ Σώματος, καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ βαθυτάτου αὐτοῦ σεβασμοῦ. Δράττεται δὲ τῆς εὐκαιρίας ταύτης, ἵνα εὐχηθῇ, ὅπως ὁ Ὕψιστος σκέπῃ καὶ περιφρουρῇ τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα, τὴν Βασίλισσαν, τὸν Διάδοχον καὶ ἅπασαν τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν.» Ἀντιφώνησις. «Χαίρω βλέπων σήμερον ἐνώπιόν μου τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, καὶ σᾶς συγχαίρω, Κύριοι, διὰ τὴν πρὸς ὑμᾶς ἐμπιστοσύνην τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Ἐκφράζω δὲ ὑμῖν τε καὶ τῇ ὁλομελείᾳ τῆς Βουλῆς τὰς ἐκ βάθους τῆς καρδίας μου εὐχαριστίας διὰ τὰς ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ τῆς Βασιλικῆς μου οἰκογενείας εὐχάς σας. «Πέπεισμαι, ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν Ἀντιπροσώπων, ἀνταποκρινομένη πρὸς τὴν ὀρθοφροσύνην τοῦ λαοῦ μου καὶ τὰς προσδοκίας μου, θέλει συντελέσει κατὰ τὴν παροῦσαν Περίοδον εἰς τὴν εὐημερίαν τῆς φιλτάτης ἡμῶν Πατρίδος.»

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐκτελῶν καθῆκον θλιβερὸν, ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν θάνατον διαπρεποῦς μέλους αὐτῆς, τοῦ ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ Καίσαρος Ρώμα. Ἡ Βουλὴ βεβαίως ἔδει νὰ μὴ ὑστερήσῃ εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν ὀφειλομένων τιμῶν πρὸς τὸν ἔγκριτον συνάδελφον. Δυστυχῶς τὸ ἄγγελμα τοῦ θανάτου μετεβιβάσθη εἰς τὸ Προεδρεῖον χθὲς μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἠδυνήθην νὰ τὸ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν τούτοις, φρονῶν ὅτι ἐξεπροσώπουν τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς, κατήρτισα πενταμελῆ ἐπιτροπὴν, συνισταμένην ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους κ.κ. Βαλαωρίτην, ἀντιπρόεδρον, Καλογερόπουλον, ἔφορον τοῦ Βουλευτηρίου, Χατζηπέτρον, γραμματέα, Ἰωάννην Τρικούπην καὶ Στέφανον Κοπανίτσαν, ἥτις μεταβᾶσα κατέθηκεν ἐπὶ τοῦ νεκροῦ στέφανον ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, τοῦ κ. Καλογεροπούλου προσφωνήσαντος. Ἐπίσης προσεκάλεσα πάντας τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς νὰ συνοδεύσωσιν ἐν σώματι τὴν κηδείαν. Πέπεισμαι, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα τὸ Προεδρεῖον ἔλαβε.

§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ, ὅπως τὸ Προεδρεῖον ἐγγράφως ἐκφράσῃ εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἀποβιώσαντος συναδέλφου τὰ συλλυπητήρια τοῦ Σώματος.

§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπὴ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν μεταῤῥυθμίζουσαν τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑποβληθὲν νομοσχέδιον «περὶ ἑρμηνείας διατάξεών τινων τοῦ ΑΦΝΒʹ νόμου περὶ ἐνόρκων». Ἐπιθυμεῖτε νὰ ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν;

§8ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§9ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐτυπώθη ἡ ἔκθεσις;

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, καὶ θὰ διανεμηθῇ ἀμέσως.

§11ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐκ τῆς ἐκθέσεως, μεθ’ ἧς συνωδεύθη τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, γινώσκετε ἤδη τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ. Ὁ κρατῶν νῦν περὶ ἐνόρκων νόμος καὶ περὶ καταρτίσεως τῶν καταλόγων αὐτῶν δὲν εἶναι παλαιός. Ἐψηφίσθη κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1887, δι’ αὐτοῦ δὲ κατηργήθη ὁ μέχρι τότε κρατῶν νόμος τοῦ 1848. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου, οἱ κατάλογοι τῶν ἐνόρκων διαιροῦνται εἰς καταλόγους μονίμους, οἱ ὁποῖοι διαρκοῦσι τρία ἔτη, καὶ εἰς κατάλογον ἐνιαύσιον, ὁ ὁποῖος συντάσσεται ὑπὸ ἐπιτροπῆς, συγκειμένης ὑπὸ τοῦ Νομάρχου, τοῦ Προέδρου τοῦ Πρωτοδικείου καὶ ἑνὸς πρωτοδίκου. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου, οἱ κατάλογοι οἱ μέλλοντες νὰ ἰσχύσωσι διὰ τὴν τριετίαν, τὴν ἀρχομένην ἀπὸ τοῦ 1889, ἔπρεπε νὰ συνταχθῶσι κατὰ Μάϊον τοῦ 1888 καὶ νὰ καταστῶσιν ὁριστικοὶ μέχρι τέλους τοῦ ἔτους. Καὶ κατὰ μὲν τὸ ἔτος 1888 τὰ πάντα ἐλειτούργησαν κανονικῶς, διότι, ὡς φαίνεται, ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἐπεμελήθη καὶ ἐπεσκόπησεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τούτου. Οὕτως οἱ κατάλογοι τῶν ἐνόρκων, οἱ γενικοὶ καὶ οἱ ἐνιαύσιοι, οὐδὲν εἶχον τὸ ἐπιλήψιμον, καὶ καθ’ ὅλην τὴν τριετίαν τὰ τοῦ νόμου ἐφηρμόσθησαν ἀκριβῶς. Ἀλλὰ ληγούσης τῆς τριετίας κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1891, ἔπρεπεν ἐντὸς τοῦ 1891 νὰ συνταχθῶσιν οἱ γενικοὶ κατάλογοι, νὰ ἄρξωνται δὲ αἱ ἐργασίαι πρὸς κατάρτισιν τῶν γενικῶν καταλόγων ἀπὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1891. Καὶ καθ’ ἅπαν μὲν τὸ Κράτος αἱ ἐργασίαι, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν κατάρτισιν τῶν γενικῶν καταλόγων, φαίνεται, ὅτι ἐβάδισαν κανονικῶς. Ὑπῆρξεν ὅμως δῆμός τις τῆς περιφερείας τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν, ὁ τῶν Βουρῶν, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της ἀκριβῶς, καὶ οὕτω δὲν ἐτηρήθησαν αἱ προθεσμίαι, αἱ ὑπὸ τοῦ νόμου ὑπαγορευόμεναι. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὸν ἐνιαύσιον κατάλογον, τὸ κακὸν ἐξετάθη εἰς τὰς περιφερείας τῶν δύο Ἐφετείων Ἀθηνῶν καὶ Πατρῶν, διότι ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 12 ὀφείλουσα νὰ ἐκλέξῃ 120 ἐνόρκους κατὰ τοὺς νομοὺς Ἀττικοβοιωτίας καὶ Κυκλάδων, δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ ἔργον της ἐντὸς τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου. Ἐν δὲ τῇ περιφερείᾳ τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν ὑπέλαβε τὸ Ἐφετεῖον, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐκλέξῃ τοὺς 120 ἐνόρκους χωρὶς νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ κατάλογοι οἱ γενικοὶ τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου, τὸν ὁποῖον προανέφερον, ὅτι δηλ. εἰς τὸν δῆμον Βουρῶν δὲν συνετάχθησαν οἱ κατάλογοι πάντες κατὰ τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου τασσομένας προθεσμίας. Εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Λαρίσσης οἱ γενικοὶ κατάλογοι συνετάχθησαν κατὰ τὰς προθεσμίας τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου τασσομένας· ἐπίσης καὶ ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 12 ἐπιτροπὴ ἐντὸς τοῦ Δεκεμβρίου συνέταξε τὸν κατάλογον τῶν 120 ἐνόρκων, ἀλλὰ, ὡς τὸ Ἐφετεῖον ἐν πράξει, τὴν ὁποίαν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, ἰσχυρίσθη, ὁ κατάλογος οὗτος ἀπωλέσθη, συνετάχθη δὲ νέος κατὰ τὸν Μάρτιον. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐν ἀρχῇ μὲν τοῦ ἔτους φαίνεται, ὅτι οὐδεμίαν ἐνέδειξε φροντίδα, εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὰ Κακουργιοδικεῖα, διὰ τοὺς καταλόγους τῶν ἐνόρκων, διότι ὑπέλαβεν, ὅτι ἤθελε μεταβληθῆ εἰς νόμον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νομοσχέδιον. Οὕτω δὲ καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892, ὁ ὑποβληθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐκτελούμενος μέχρι τοῦδε, οὐδεμίαν περιέλαβε πίστωσιν, ἢ μᾶλλον περιλαμβάνει μόνον μίαν πίστωσιν 20,000 δραχμῶν, ἀντὶ 350,000, μόνον διὰ τὰς δαπάνας τῶν Εἰσαγγελέων, τῶν Προέδρων κλπ. Διὰ δηλώσεως δὲ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἐζητήθη ἡ προσθήκη 40,000 δραχμῶν, διότι ὁ Ὑπουργὸς ἐλησμόνησεν, ὅτι τὰ Κακουργιοδικεῖα, τὰ λειτουργοῦντα κατὰ τὸ ἔτος 1891, θὰ ἐξακολουθήσωσι λειτουργοῦντα ἀναγκαίως καὶ κατὰ τινας μῆνας τοῦ 1892. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἐψηφίσθη, ἠναγκάσθη τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον νὰ προκαλέσῃ πίστωσιν 170,000 δραχμῶν, καὶ μάλιστα, ἐπειδὴ δὲν ἠδύνατο νὰ συμβιβασθῇ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, τὴν πίστωσιν ταύτην νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς ἔκτακτον, ἐνῷ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγράφεται πίστωσις, ἀφορῶσα εἰς τοὺς ἐνόρκους, ἐξ 170,000, δραχμῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, μὴ γινῶσκον ὅλα τὰ ἐπισυμβάντα, ὅλα τὰ ἀτοπήματα ταῦτα, προεκάλεσε διάταγμα, κατὰ τὸ σύνηθες, περὶ συστάσεως Κακουργιοδικείων καθ’ ἅπαντα τὰ Ἐφετεῖα τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὅτε τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν προεκλήθη τρεῖς ἑβδομάδας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ Κακουργιοδικείου νὰ κληρώσῃ τοὺς ἀπαιτουμένους διὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐνόρκους, ἀπεφήνατο διὰ πράξεώς του, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἐτηρήθη ἡ προθεσμία τοῦ ἄρθρου 12, δηλαδή, ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπὴ ἐντὸς τοῦ Δεκεμβρίου δὲν ἐξέλεξε τοὺς 120 ἐνόρκους, καὶ ἐπειδὴ νομίζει τὴν προθεσμίαν τοῦ νόμου τούτου ἀνατρεπτικὴν, ἀρνεῖται νὰ προβῇ εἰς τὴν κλήρωσιν τῶν ἐνόρκων, καὶ οὕτω τὸ διάταγμα, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν λειτουργίαν Κακουργιοδικείων ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, ἐματαιώθη. Τοῦτ’ αὐτὸ συνέβη καὶ εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν. Τοῦτο ἐν ἀρχῇ ὑπέλαβεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ κληρώσῃ τοὺς ἐνόρκους ἐκ τῶν ἄλλων νομῶν, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁ νομὸς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, τοῦ ὁποίου οἱ γενικοὶ κατάλογοι δὲν εἶχον καταρτισθῆ, ἕνεκα τοῦ γεγονότος, τὸ ὁποῖον προανέφερον, ὅτι ἐν τῷ δήμῳ Βουρῶν εἶχε καθυστερήσει ὁ Δήμαρχος εἰς τὴν ἔγκαιρον τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου κατάρτισιν. Ὅτε τὸ Ὑπουργεῖον ἔλαβε γνῶσιν τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας εἶχεν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐν Πάτραις, ἐννοεῖται, ὅτι παρήγγειλεν εἰς αὐτὸν νὰ μὴ ἄρξωνται καὶ ἐκεῖ αἱ ἐργασίαι τοῦ Κακουργιοδικείου τούτου· οὕτω δὲ εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου ἐκείνου δὲν ἐλειτούργησαν τὰ Κακουργιοδικεῖα, καὶ περιέστησαν εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Τοὐναντίον τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσσης, εὑρίσκον ὅτι ἡ προθεσμία τοῦ νόμου, ἡ ἀφορῶσα πρὸ πάντων εἰς τὸν κατάλογον τὸν ἐνιαύσιον, δὲν εἶναι ἀνατρεπτικὴ, καὶ ἔχον ὑπ’ ὄψει καὶ τὸ γεγονὸς, ὅτι ἐγένετο μὲν ἡ ἐκλογὴ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 12, ἀλλ’ ὁ κατάλογος ἀπωλέσθη, συνέταξε νέον κατάλογον, καὶ προεχώρησεν εἰς τὴν κλήρωσιν, καὶ οὕτω τὰ Κακουργιοδικεῖα τοῦ Ἐφετείου Λαρίσσης ἤρξαντο λειτουργοῦντα ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ τρέχοντος μηνὸς Ἰουνίου. Εὑρέθη λοιπὸν πρὸ τῆς καταστάσεως ταύτης, αἰσθανθεὶς φυσικῶς μεγάλην λύπην ἐπὶ τῇ ἀργίᾳ τῶν Κακουργιοδικείων, διότι πολλοὶ ὑπόδικοι εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλακὰς, ἀναμένοντες νὰ δικασθῶσι, καὶ διότι ἤθελεν ἀδικήσει αὐτοὺς ἡ Πολιτεία, ἐὰν ἠρνεῖτο τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἀφορωσῶν εἰς αὐτοὺς ὑποθέσεων ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου. Ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων μοὶ ὑπεβλήθησαν δύο γνῶμαι· ἡ πρώτη ἀφορᾷ εἰς τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου, ἀφορῶντος εἰδικῶς εἰς τὴν ἄρσιν τῶν ὡρισμένων τούτων ἀνωμαλιῶν, ἡ δευτέρα εἰς ἐπιψήφισιν νόμου ἑρμηνευτικοῦ, ὡς δυναμένου νὰ ἄρῃ τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι αἱ ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1887 τασσόμενοι προθεσμίαι δὲν εἶναι ἀνατρεπτικαί. Ἔχω πρὸς τούτοις τὴν γνώμην, ὅτι ὁ νόμος περὶ ἐνόρκων πρόκειται νὰ μεταβληθῇ, ἂν ὄχι ἐντὸς τῆς ἐνεστώσης, βεβαίως ἐντὸς τῆς ἑπομένης Συνόδου. Εὗρον δ’ ὅτι ἤθελεν εἶναι ἁπλούστερον, ἂν ἤθελον ἀρθῆ πᾶσαι αἱ δυσκολίαι καὶ πάντες οἱ ἐνδοιασμοὶ περὶ ἐνδεχομένης ἀναιρέσεως τῶν ἀποφάσεων τῶν Κακουργιοδικῶν, ἂν ὑπέβαλλον εἰς τὴν Βουλὴν νόμον ἑρμηνευτικόν. Ἀλλὰ κατὰ τῆς ἀρχῆς ταύτης τῶν νόμων τῶν ἑρμηνευτικῶν πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων κυρίων συναδέλφων καί τινες τῶν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἀκόμη ἔχουσιν ἀντίθετον γνώμην, φρονοῦντες, ὅτι ἑρμηνευτικοὶ νόμοι δὲν εἶναι οἱ προσήκοντες, δύνανται μάλιστα νὰ παραγάγωσι καὶ ἄτοπα· μάλιστα δὲ εὗρον, ὅτι ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ῥῆσις, ὅτι ἡ μὴ τήρησις τῶν προθεσμιῶν δὲν ἀποτελεῖ λόγον ἀναιρέσεως, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς παραβιάζουσα τὰς γενικὰς ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης τῆς ποινικῆς. Μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης τῆς Βουλῆς συνεζήτησα εἰς δύο αὐτῆς συνεδριάσεις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἡ ἐπιτροπή, κατὰ πλειονοψηφίαν, εὑρίσκει, ὅτι εἶναι προτιμότερον τὸ σύστημα τῆς ἐπιψηφίσεως νόμου, κανονίζοντος εἰδικῶς τὰ τῶν καταλόγων τῶν ἐνόρκων διὰ τὸ 1892. Ἐγὼ συντάσσομαι πρὸς τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, διότι μόνον ἐπιζητῶ διέξοδον, κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσωσιν ἐγκαίρως κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τὰ Κακουργιοδικεῖα τῶν Ἐφετείων Ἀθηνῶν καὶ Πατρῶν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν νόμον τὸν ἑρμηνευτικὸν, εὑρίσκω, ὅτι δὲν εἶναι σήμερον ἐπιβεβλημένη ἡ ἀνάγκη, διότι ἐν τοῖς σχεδίοις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀποφασισμένη ἡ τροποποίησις τοῦ νόμου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τοὺς ἐνόρκους καὶ εἰς τοὺς καταλόγους τῶν ἐνόρκων. Ἑπομένως, ἐπειδὴ τὸ πρᾶγμα ἐπείγει, ἐπειδὴ διὰ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης αἴρεται ἡ ἀνωμαλία, πρὸ τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα, συντάσσομαι πρὸς τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἐκτὸς ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν ἤθελον προκύψει γνῶμαι ἄλλαι, τὰς ὁποίας δυνάμεθα τότε νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει. Κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν, ὡς σᾶς εἶπον καὶ πρότερον, ἀποδέχομαι (ἀναγινώσκει): «Διὰ τὴν συγκρότησιν τῶν κατὰ τὴν περιφέρειαν τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πάτραις Ἐφετῶν Κακουργιοδικείων τοῦ ἔτους 1892 ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου ΑΦΝΒʹ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ συνέλθῃ καὶ μέχρι τέλους Ἰουλίου ἐνεστῶτος ἔτους πρὸς ἐνέργειαν τῶν ἐπιβεβλημένων αὐτῇ ὑπὸ τοῦ νόμου καθηκόντων». Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, ὅπου γενικοὶ κατάλογοι ἁπανταχοῦ συνετάχθησαν κατ’ ἔτος ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν, τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου τασσομένων. Ἀλλὰ ὑπάρχει τι ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν δύναται μόνον τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ ἐπιφέρῃ τὴν προσήκουσαν διόρθωσιν· διότι ἐκεῖ διὰ γενικοὺς καταλόγους ὑπάρχει μία καθυστέρησις· εἰς ἕνα δῆμον, τὸν δῆμον Βουρῶν, οἱ γενικοὶ κατάλογοι δὲν συνετάχθησαν ἐντὸς τῶν τασσομένων ὑπὸ τοῦ νόμου προθεσμιῶν, καὶ περὶ τῆς ἀνωμαλίας ταύτης ἔρχεται νὰ προνοήσῃ τὸ ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἐκλογὴ τῶν ἐνόρκων ὑπὸ τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου ΑΦΝΒʹ ἐπιτροπῆς τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος θέλει γείνῃ διά τε τὸ ἐνεστὼς ἔτος καὶ διὰ τὰ ἔτη 1893 καὶ 1894 ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διὰ τὴν ἀρξαμένην τριετίαν δημοσιευθέντων καταλόγων τῶν νομῶν τῆς περιφερείας τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν καὶ τοῦ γενικοῦ καταλόγου τοῦ δήμου Βουρῶν, τοῦ διὰ τὴν παρελθοῦσαν τριετίαν ἰσχύσαντος». Δηλαδή, ὡς πρὸς τὸν δῆμον Βουρῶν, ἐπειδὴ ὁ κατάλογος, ὁ συνταχθεὶς καθ’ ὑπέρβασιν τῶν προθεσμιῶν, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἔγκυρος, διότι δὲν ὑπέστη τὴν προσήκουσαν δοκιμασίαν, δὲν ἐξετέθη εἰς ἀνάκρισιν, ἵνα γένωνται ἀντιῤῥήσεις κατ’ αὐτοῦ ἐντὸς τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ὡρισμένων προθεσμιῶν, δύναται νὰ γείνῃ ἡ ἐξαίρεσις αὕτη, νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὡς βάσις ὁ κατάλογος τοῦ νομοῦ, ὁ τῆς παρελθούσης τριετίας· ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν, νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ κατάλογοι οἱ γενικοί, οἱ ἐγκαίρως συνταχθέντες. Οὕτως εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρθῇ ἡ ἀνωμαλία καὶ νὰ λειτουργήσωσι τὰ Κακουργιοδικεῖα.

§12ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐνόμισα ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἔπρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ἐπιφέρω παρατηρήσεις τινὰς, διότι φρονῶ, ὅτι τοῦτο μὲν δὲν εἶναι ἐπιτυχὲς, ἡ δὲ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης γνώμη πρόκειται νὰ φέρῃ ἄλλην ἀνωμαλίαν. Ὁ σκοπὸς ἄλλως, τὸν ὁποῖον προτίθεμαι, θέλει ἐπιτευχθῆ ἀναμφισβητήτως, καθόσον αἱ παρατηρήσεις μου θὰ γεννήσωσιν ἴσως ἀντιπαρατηρήσεις, θὰ προκαλέσωσιν ἐξηγήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τέλος τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, οὕτω δὲ ὁ μέλλων ἑρμηνευτὴς τοῦ νόμου θὰ ἔχῃ τὰ στοιχεῖα πρὸς κατανόησιν τοῦ σκοποῦ καὶ τοῦ πνεύματος αὐτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θὰ ἦτο πλῆρες, ἂν ἔμενε μέχρι τῆς φράσεως «ἡ δὲ μὴ τήρησις αὐτῶν δὲν ἀποτελεῖ λόγον ἀναιρέσεως», καὶ περιωρίζετο εἰς τὴν περίοδον «αἱ προθεσμίαι τῶν ἄρθρων 6, 7, 8, 9 καὶ 12 τοῦ περὶ ἐνόρκων ΑΦΝΒʹ τῆς 30 Ἰουνίου 1887 νόμου δὲν εἶναι ἀνατρεπτικαί». Ἡ προσθήκη τῆς περιόδου «ἡ δὲ μὴ τήρησις αὐτῶν δὲν ἀποτελεῖ λόγον ἀναιρέσεως» εἶναι περιττὴ, ἢ τοὐλάχιστον ἀνεπαρκής. Λέγω, ὅτι εἶναι περιττή, διότι, ὅπως γνωρίζετε, οἱ λόγοι τῆς ἀναιρέσεως εἶναι ὡρισμένοι. Μεταξὺ τῶν λόγων τῆς ἀναιρέσεως ἀναγράφεται καὶ ἡ κακὴ σύνθεσις τοῦ δικαστηρίου. Λοιπὸν τὴν κακὴν σύνθεσιν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἡ κακὴ σύνθεσις τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων εἶναι λόγος ἀναιρέσεως; Δύναται ἡ δικαστικὴ ἐξουσία νὰ ἀποφανθῇ, ἂν ὁ Α ἢ ὁ Β κληρωθεὶς ἔνορκος κατὰ τὰς διατάξεις εἴτε τοῦ παλαιοτέρου νόμου, εἴτε τοῦ νόμου τοῦ 1887, δὲν ἦναι ἔνορκος; Τοῦτο, νομίζω, εἶναι ἐπέμβασις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἰς τὰ καθήκοντα καὶ δικαιώματα τῆς διοικητικῆς, καὶ κατὰ συνέπειαν, ὡς καὶ ἡ νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπειράκις ἀπεφάνθη, τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν, ἐκτὸς ἐὰν ἐπέλθῃ λόγος ἀνικανότητος μετὰ τὸν καταρτισμὸν τῶν καταλόγων. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, διότι ὑπάρχει ἡ βάσις, οἱ νομικοὶ συνειθίζουσι νὰ ἐξάγωσι συμπεράσματα, καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ ἔχωμεν τὸ ἐξ ἀντιδιαστολῆς λεγόμενον ἐπιχείρημα, ὅτι πᾶσα ἄλλη παράβασις εἶναι λόγος ἀναιρέσεως, ὅπερ προφανῶς ἀπαράδεκτον· καὶ τοῦτο, διότι ἡ περικοπὴ ἔχει τοῦτο τὸ ἐλάττωμα, ὅτι καθιεροῖ ἀρνητικῶς θετικὸν κανόνα. Αἱ περικοπαὶ λοιπὸν, αἱ ὁποῖαι καθιεροῦσιν ἀρνητικῶς θετικὰ, ὑπόκεινται εἰς τὸ ἐπιχείρημα ἐξ ἀντιδιαστολῆς, καὶ κατὰ συνέπειαν ὁ ἑρμηνευτὴς θὰ σκεφθῇ, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ μὴ τήρησις τῶν προθεσμιῶν δὲν εἶναι λόγος ἀναιρέσεως, ἕπεται, ὅτι ἡ μὴ τήρησις πάσης ἄλλης νομίμου διατυπώσεως εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, νομικῶς σόλοικος. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἡ περίοδος εἶναι περιττὴ, προστιθέμενος, ὅτι θὰ δώσῃ χώραν εἰς ψευδῆ ἐπιχειρήματα. Εἶπον πρὸς τούτοις, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκής. Καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει τωόντι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δέχεται, ὅτι δύναται ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἰς τὸ εἰδικὸν θέμα νὰ ἐπέμβῃ καὶ εἰς τὰ καθήκοντα τῆς διοικητικῆς, τότε διατὶ δὲν ἀναγράφεται, ὅτι ἡ παράβασις τοῦ νόμου, τοῦ ἐν γένει νόμου περὶ τῶν ἐνόρκων, δὲν εἶναι λόγος ἀναιρέσεως; Νομίζετε, ὅτι μόνον εἰς λόγον ἀναιρέσεως θὰ δώσῃ χώραν ἡ μὴ τήρησις τῶν προθεσμιῶν, καὶ μόνην ἔλλειψιν θὰ εὕρωμεν τὰς προθεσμίας; Ὅπως ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ τῶν Δημάρχων,—καὶ ὁμιλῶ ἐκ πείρας, —εἶναι ἀδύνατον, ἅμα δώσητε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὰ τῆς διοικητικῆς, νὰ μὴ παρουσιασθῶσιν ἀμέσως ἄλλαι ἐλλείψεις· κατὰ συνέπειαν, ἢ πρέπει νὰ ἀποκλεισθῇ τὸ μέρος «ἡ δὲ μὴ τήρησις αὐτῶν δὲν ἀποτελεῖ λόγον ἀναιρέσεως», ἢ πρέπει νὰ τεθῇ ὡς ὅρος, ὅτι ἡ παράβασις τοῦ νόμου τοῦ εἰδικοῦ περὶ ἐνόρκων, τοῦ 1887, δὲν εἶναι λόγος ἀναιρέσεως. Ἀληθῶς ἡ περικοπὴ αὕτη, οὕτω πως τροποποιουμένη, γεννᾷ ζητήματα, ἂν καὶ κατὰ πόσον ἐπιτρέπεται ἡ δικαστικὴ ἐξουσία νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὰ τῆς διοικητικῆς. Ὀρθότερον εἶναι, νομίζω, νὰ ἀποκοπῇ ἐντελῶς· ἀλλ’ ἂν δὲν ἦναι δυνατὸν τοῦτο, ἂς γείνῃ τοὐλάχιστον διὰ πᾶσαν παράβασιν τοῦ νόμου περὶ ἐνόρκων, καθόσον θὰ εὑρεθῆτε ἀμέσως εἰς τὴν ἀναγκαίαν ἀδιέξοδον, ἕνεκα τοῦ ἐπιχειρήματος τῆς ἐξ ἀντιδιαστολῆς ἑρμηνείας, θὰ εὑρεθῆτε ἀμέσως πρὸ πληθύος ἄλλης λόγων ἀναιρέσεως. Δὲν σκέπτομαι δὲ, ὅτι καὶ ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ὀρθή. Δι’ αὐτῆς νομίζω, ὅτι συνιστῶνται εἰδικὰ δικαστήρια. Ἡ νομοθεσία ἡμῶν εἶναι ὁμοιόμορφος, καὶ πρέπει νὰ ἦναι ὁμοιόμορφος. Ἂν ὁ νόμος, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, ψηφισθῇ, θὰ ἔχωμεν ἐνόρκους κατὰ τὸν νόμον τὸν γενικὸν τῆς 30 Ἰουνίου 1887, θὰ ἔχωμεν καὶ ἐνόρκους κατὰ τὸν νόμον τὸν εἰδικὸν, τὸν ψηφισθησόμενον σήμερον, καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ ἔχωμεν ἀμέσως εἰς τὰ Ἐφετεῖα, ἐν οἷς δὲν ἐτηρήθησαν αἱ διατυπώσεις τοῦ νόμου περὶ ἐνόρκων, θὰ ἔχωμεν ἀμέσως, λέγω, εἰδικὰ δικαστήρια, ἤτοι δικαστήρια κατ’ εἰδικὸν νόμον συντεταγμένα, ὅπερ εἶναι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος. Ἢ λοιπὸν πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀποκόπτοντες τὴν τελευταίαν περίοδον, ἢ, ἂν ἐπιμένῃ ἡ Βουλὴ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν περίοδον, αὕτη πρέπει νὰ γενικευθῇ, νὰ ληφθῇ δὲ φροντὶς, ὥστε τὸ ἄρθρον αὐτὸ νὰ καταργηθῇ συντόμως, διότι θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τοὺς ἑρμηνευτὰς ὡς ἀφετηρία πολλῶν συμπερασμάτων. Εἶναι περιττὸν, Κύριοι, νὰ σᾶς ὑπομνήσω, ὅτι εἴμεθα κύριοι τῶν νόμων, ἐν ὅσῳ νομοθετοῦμεν καὶ ψηφίζομεν αὐτούς· ἅμα ὅμως ἐξέλθωσιν οὗτοι τῆς αἰθούσης ταύτης, γίνονται κτῆμα κοινὸν, καὶ ἰδίως ἀντικείμενον ἑρμηνείας, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν εἴμεθα πάντοτε κύριοι νὰ ἐπιβαλλώμεθα.

§13ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἀνέπτυξε πολλὰ ἐπιχειρήματα, ἀλλὰ πάντα ταῦτα στρέφονται κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη προχθὲς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, συμφωνήσας μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς, παρῃτήθη. Ἤδη λοιπὸν πρόκειται συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης, υἱοθέτησε δὲ ὁ κ. Ὑπουργός. Κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἓν καὶ μόνον ἤκουσα ἐπιχείρημα, ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μοὶ ἐφάνη ὀλίγον παράδοξον. Ἤκουσα τοῦ κ. συναδέλφου λέγοντος, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου δημιουργοῦνται δύο εἰδῶν ἔνορκοι εἰς τὸ Κράτος. Ἐγὼ δὲν βλέπω τοιοῦτόν τι· βλέπω μόνον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἔδει νὰ συνέλθῃ κατὰ τὴν περιφέρειαν τῶν Ἐφετείων Ἀθηνῶν καὶ Πατρῶν, ἵνα ἐκλέξῃ τοὺς ἐνόρκους ἐκ τῶν γενικῶν καταλόγων, ἐπιτρέπει νὰ συνέλθῃ πρὸς τοῦτο καὶ μέχρι τοῦ Ἰουλίου, ἵνα λειτουργήσωσι τὰ Κακουργιοδικεῖα κατὰ τὸ 1892. Ἴσως θὰ ἦτο ἐντελῶς περιττὸν νὰ γείνῃ σκέψις περὶ νομοθετήματος τοιούτου εἰδικοῦ, ἐὰν δὲν ἐθεωρεῖτο ὡς ἀπρεπὲς νὰ ἐπέμβῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἰς τὰ καθήκοντα τὰ δικαστικά· ἐὰν ἦτο δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ τὰ Ἐφετεῖα νὰ προβῶσιν εἰς τὴν κλήρωσιν, τὰ πάντα θὰ εἶχον καλῶς· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν. Πρέπει ἄρα νὰ προνοήσωμεν νομοθετικῶς διὰ τὴν εἰδικὴν ταύτην περίπτωσιν. Ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ἡ μὴ σύνοδος τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ Δεκέμβριον δὲν φέρει κἀμμίαν διατάραξιν εἰς τὴν ὅλην οἰκονομίαν τοῦ νόμου, καὶ ἠδύνατο τὸ Ἐφετεῖον νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐνόρκων, ὡς προέβη τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσσης, χωρὶς νὰ προσέξῃ, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλθε κατὰ Νοέμβριον καὶ ἐξέλεξε τοὺς 120 ἐνόρκους, καθόσον πρέπει νὰ διακρίνωμεν, ὅτι ἐν τῇ ὅλῃ οἰκονομίᾳ τοῦ νόμου περὶ ἐνόρκων δὲν δημιουργοῦνται προθεσμίαι ἀνατρεπτικαὶ κατὰ τὴν ἔννοιαν τὴν δικονομικὴν, ἀλλὰ τάσσονται πρὸς ἔλεγχον τῆς συστάσεως τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων τοιαῦται, τῶν ὁποίων ἡ μὴ τήρησις ἀποστερεῖ τοὺς πολίτας Ἕλληνας ὑψίστου δικαιώματος. Τὸ σύστημα, ὡς γνωρίζετε, τὸ ὁρκωτικὸν στηρίζεται εἰς τὴν ἀρχὴν, ὅτι πᾶς πολίτης δικαιοῦται νὰ ἦναι δικαστὴς, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάγηται εἰς τὰς καταστάσεις, ἃς ὁρίζουσιν οἱ νόμοι, οἵτινες ἐπάγουσι μείωσιν τοῦ προσώπου καὶ δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς τὸ δικαστήριον. Ἡ ἀρχὴ αὕτη δὲν δύναται νὰ παροραθῇ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει, διότι ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος· ἵνα δὲ ἐντελῶς τηρῆται, πρέπει νὰ δίδεται εἰς τὸν πολίτην Ἕλληνα ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος, ὅπως ζητήσῃ νὰ ἐγγραφῇ αὐτὸς ὡς δικαστὴς, ἐὰν ἔχῃ τὰ προσόντα, ἢ νὰ διαγραφῇ ἕτερος, μὴ ἔχων ταῦτα. Τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποκαλῶ προθεσμίαν, ἵνα μὴ ταράξῃ τοὺς δικηγόρους, πρέπει νὰ ἦναι ὡρισμένον ἐν τῷ νόμῳ, ἵνα εὐχερῶς δύνηται ὁ πολίτης νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τοῦ καταλόγου τῶν ἐνόρκων· διότι, ἐὰν ὁ πολίτης δὲν λαμβάνῃ γνῶσιν, καὶ ἑπομένως δὲν ἀσκῇ ἐπ’ αὐτοῦ τὸν προσήκοντα ἔλεγχον, ἡ βάσις τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος καταπίπτει. Διὰ τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν ἐπεζήτουν νὰ δώσωσι διὰ τοῦ ἑρμηνευτικοῦ νόμου, ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν, ὅτι ὅλη ἡ οἰκονομία τοῦ νόμου ἠδύνατο νὰ παραλύσῃ, ὅτι αἱ διάφοροι διοικητικαὶ ἀρχαὶ ἐξ ἀδιαφορίας θὰ παραβλέπωσι τὰ ὁριζόμενα χρονικὰ διαστήματα ὑπὸ τοῦ νόμου πρὸς καταρτισμὸν τοῦ καταλόγου τῶν ἐνόρκων, οἱ δὲ πολῖται δὲν θὰ λαμβάνωσι γνῶσιν κατὰ τίνα τρόπον συντάσσονται οἱ κατάλογοι, ἵνα φέρωσι τὰς δεούσας ἐπ’ αὐτῶν παρατηρήσεις. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἀποφύγωμεν τὸν σκόπελον τοῦτον, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον νομίζομεν, ὅτι ἡ ἔννοια, ἡ διδομένη διὰ τοῦ ἑρμηνευτικοῦ νόμου εἰς τὸν νόμον περὶ ἐνόρκων, δὲν ἦτο καὶ ἡ ἔννοια ἡ πραγματικὴ τοῦ νόμου. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ προβῇ εἰς τοιαύτας σκέψεις ἡ ἐπιτροπὴ, ἐθεώρησεν, ὅτι ὀρθότερον καὶ ἁπλούστερον εἶναι, ἵνα δι’ εἰδικοῦ νόμου θεραπεύσῃ τὰ ἄτοπα, ὅπως λειτουργήσωσι τὰ Κακουργιοδικεῖα, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ θίξῃ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου περὶ ἐνόρκων, περὶ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ὁποίου βραδύτερον δύναται νὰ γείνῃ σκέψις. Πᾶσα ἡ προεξεργασία τῶν καταλόγων εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν Ἐφετείων Πατρῶν καὶ Ἀθηνῶν ἐγένετο κατὰ τὸν νόμον, ἰδίως ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν καταλόγων. Τί δὲ δὲν ἐγένετο; Δὲν ἐγένετο ἡ τυπικῶς γενομένη ἐκλογὴ κατὰ Δεκέμβριον ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς προεδρευομένης ὑπὸ τοῦ Νομάρχου, τῶν 120 ἐνόρκων, ὧν κατάλογος στέλλεται εἰς τὸ Ἐφετεῖον, ὅπερ ἐκλέγει ἐξ αὐτῶν ἑξήκοντα, καὶ ἐκ τῶν ἑξήκοντα κληροῦνται 30. Τοῦτο δὲν ἐγένετο κατὰ Δεκέμβριον, τὸ δὲ Ἐφετεῖον εἶπεν, ὅτι, «ἐπειδὴ δὲν ἐγένετο, ἀποφεύγω νὰ προβῶ εἰς τὴν κλήρωσιν». Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἔπραξεν ὀρθῶς ἢ μή.

§14Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀρθῶς ἔπραξε.

§15ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἔπραξεν ὀρθῶς, διότι ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς ἐπιτροπῆς, μὴ ὑπαγομένη εἰς δημόσιόν τινα ἔλεγχον, καὶ μὴ λαμβανόντων μέρος εἰς αὐτὴν τῶν πολιτῶν δι’ οὐδεμιᾶς αὐτῶν ἐργασίας, θεωρῶ, ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ καὶ βραδύτερον, ἐὰν δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ γείνῃ τὸν Δεκέμβριον. Τὸ ἄτοπον δὲν ἠδύνατο νὰ ἀρθῇ διὰ διοικητικῆς πράξεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παραγγέλλοντος εἰς τὸ Ἐφετεῖον νὰ ἐνεργήσῃ τὴν κλήρωσιν, διότι τοῦτο θὰ ἦτο ἀπρεπὴς ἀνάμιξις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὰ ἔργα τῆς δικαστικῆς. Τοῦτο λοιπὸν πρόκειται νὰ θεραπεύσωμεν διὰ τοῦ νόμου, ὁρίζοντες, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ὤφειλε νὰ συνέλθῃ κατὰ Δεκέμβριον, δύναται νὰ συνέλθῃ μέχρις Ἰουλίου πρὸς σύνταξιν τοῦ καταλόγου τῶν ἐνόρκων τοῦ ἔτους 1892. Ποῦ εὑρίσκει λοιπὸν ὁ κ. συνάδελφος διαφόρων εἰδῶν ἐνόρκους, δὲν ἐνόησα.

§16Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν ἔχω νὰ φέρω ἀντίῤῥησιν εἰς τὸ νομοσχέδιον, διότι νομίζω, ὅτι τοῦτο ἐκπληροῖ τὸν σκοπόν του· ἀλλὰ θὰ παρατηρήσω μόνον εἰς τὸν κ. συνάδελφον ὀλίγα τινὰ, διότι εἶπεν, ὅτι τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν ἠδύνατο, καίτοι μὴ ἔχον ὑπ’ ὄψιν καταλόγους συντεταγμένους ἐν προθεσμίᾳ, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐνόρκων. Τοῦτο εἶναι ἐπικίνδυνον, καὶ ἐπιφέρει σύγχυσιν τῶν ἐξουσιῶν. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι πρέπει ἡ δικαστικὴ ἐξουσία νὰ ἀκυροῖ τὰς πράξεις τῆς διοικητικῆς. Ὅταν ὅμως τὸ Ἐφετεῖον ἔχῃ ἐνώπιόν του παράβασιν ῥητῆς διατάξεως, καὶ διατάξεως ἀνατρεπτικῆς, δὲν δύναται νὰ προβῇ, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἔχωμεν ἐγγυήσεις. Ἡ διάταξις εἶναι ἀνατρεπτικὴ, διότι, ὅταν παρέλθωσιν αἱ προθεσμίαι, ὑπάρχει τὸ δικαίωμα τῶν ἐνστάσεων. Κάμνω τὴν παρατήρησιν ταύτην, διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἀπαρατήρητον, ὅτι τὰ Ἐφετεῖα δύνανται, ἂν δὲν ἔχωσι καταλόγους νομίμως συντεταγμένους, νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἐκλογὴν ἐνόρκων.

§17ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἠκούσατε, κύριοι Βουλευταί, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντος νομοσχεδίου του, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τῆς σήμερον εἰσαχθείσης τροπολογίας αὐτῆς, ζητοῦσι νὰ λάβωμεν νομοθετικὰ μέτρα πρὸς ἄρσιν τῶν κωλυμάτων, τὰ ὁποῖα παρενεβλήθησαν εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἵνα λοιπὸν δυνηθῶμεν νὰ ἐκτιμήσωμεν τὴν ὀρθότητα καὶ χρησιμότητα τῶν μέτρων, τῶν εἴτε διὰ τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, εἴτε διὰ τῆς τροπολογίας τῆς ἐπιτροπῆς ὑποβαλλομένων, εἶναι ἀνάγκη πρὸ παντὸς νὰ κατανοήσωμεν ἀκριβῶς, τίνα εἶναι τὰ κωλύματα αὐτά, τὰ παρεμβληθέντα εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, καὶ τῶν ὁποίων τὴν ἄρσιν ἐπιζητοῦσι τό τε νομοσχέδιον καὶ ἡ τροπολογία. Ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἐκτεθέντων, ἐγώ, Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐσχημάτισα ἀκόμη σαφῆ γνώμην καὶ ἰδέαν περὶ τῶν κωλυμάτων τούτων· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ αἰτιολογικῇ αὐτοῦ ἐκθέσει ἐκτίθησιν, ὅτι δύο ἀταξίαι ἔλαβον χώραν περὶ τὴν σύνταξιν τῶν καταλόγων τῶν ἐνόρκων· ἡ μία ἀταξία εἶναι ἡ ἑξῆς: ὅτι τέσσαρες ἐπιτροπαί, ἐντεταλμέναι νὰ προβαίνωσιν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐνόρκων, ὅσοι θὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸ προσεχὲς ἔτος, ἤγουν εἰς τὴν σύνταξιν τῶν ἐτησίων λεγομένων καταλόγων, τέσσαρες, λέγω, τοιαῦται ἐπιτροπαὶ δὲν προέβησαν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τούτου ἐντὸς τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὡς ὁ νόμος ὁρίζει, ἀλλὰ προέβησαν ἐντὸς τοῦ τρέχοντος. Τοιαῦται ἐπιτροπαὶ εἶναι, ὡς προκύπτει ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἡ τοῦ νομοῦ Κυκλάδων, ἡ τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ ἡ τοῦ νομοῦ Λαρίσσης. Αὐτὴ εἶναι ἡ μία ἀταξία, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν ἐτησίων καταλόγων. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα ἀταξία: Εἰς ἕνα δῆμον, τὸν δῆμον Βουρῶν τῆς Αἰγιαλείας, δὲν συνετάχθη, λέγει ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐντὸς τῶν νομίμων προθεσμιῶν ὁ γενικὸς κατάλογος τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα τοῦ ἐνόρκου. Ποῖα τώρα τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ἐπελθόντα ὡς ἐκ τῶν ἀταξιῶν τούτων; Ἐὰν, Κύριοι, ἤθελέ τις ἀναγνώσει νομοδιδασκάλους, πραγματευομένους τὰ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἐὰν ἀκόμη ἤθελε παρακολουθήσει καὶ τὴν νομολογίαν τοῦ ἡμετέρου ἀνωτάτου δικαστηρίου, ἤθελε μορφώσει τὴν γνώμην, ὅτι ἡ σύνταξις τῶν καταλόγων τῶν ἐνόρκων εἶναι ἔργον τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας, πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ ὁποίου τίθενται ὑπὸ τοῦ νόμου νόμιμοι προθεσμίαι, καὶ διαγράφονται αἱ δέουσαι διατυπώσεις. Καὶ ὀφείλει βεβαίως ἡ διοικητικὴ ἐξουσία νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς διατυπώσεις ταύτας καὶ τὰς προθεσμίας· ἀλλ’ ὅταν ἡ ἐξουσία αὕτη περατώσῃ τὰς ἐργασίας αὑτῆς, καὶ ἀποστείλῃ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν κατάλογον ἐνόρκων, ἡ δικαστικὴ ἐξουσία θὰ προβῇ περαιτέρω, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καταλόγου τούτου· οὐδὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ἐτήρησεν ἡ διοικητικὴ ἐξουσία τὰς προθεσμίας καὶ τὰς διατυπώσεις, τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου δι’ αὐτὴν διατασσομένας. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδεῶν τούτων ὤφειλέ τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι, καὶ ἂν βραδέως αἱ κατὰ νομοὺς ἐπιτροπαὶ προέβησαν εἰς τὴν σύνταξιν τῶν ἐτησίων καταλόγων, καὶ ὄχι ἐντὸς τοῦ παρελθόντος ἔτους, οὐδεμία ἐντεῦθεν ἐπέρχεται ἀκυρότης, καὶ οὐδὲν κώλυμα εἰς τὴν περαιτέρω πορείαν τῆς δικαιοσύνης· καὶ οὕτως ἀληθῶς παρεδέχθη τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσσης, τὸ ὁποῖον προέβη εἰς τὴν κλήρωσιν τῶν ἐνόρκων, καὶ τοῦ ὁποίου τὰ Κακουργιοδικεῖα βεβαίως λειτουργοῦσιν ἤδη. Ἀλλὰ τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, δὲν γνωρίζω, πῶς σκεπτόμενον, παρεδέχθη, ὅτι δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν κλήρωσιν τῶν ἐνόρκων. Ἔχω, Κύριοι, τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἐὰν ὑπεβάλλετο εἰς τὸ Δικαστήριον τῶν Ἐφετῶν νέα αἴτησις περὶ κληρώσεως τῶν ἐνόρκων, τὸ Δικαστήριον αὐτὸ, ὡριμώτερον σκεπτόμενον, ἤθελεν ἀναγνωρίσει, ὅτι ἐπλανήθη· ἀλλ’ ἐνδεχόμενον βεβαίως εἶναι καὶ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν γνώμην του. Ἰδοὺ, Κύριοι, τὸ κώλυμα τῆς ἀπονομῆς τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης: ἔλλειψις κληρώσεως, ἔλλειψις Κακουργιοδικείου ἐν τῇ περιφερείᾳ Ἀθηνῶν. Ἡ αὐτὴ ἀταξία περὶ τὴν σύνταξιν τοῦ ἐτησίου καταλόγου ἔλαβε χώραν καὶ εἰς Πάτρας· καὶ ἐκεῖ ὁ Νομάρχης καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου καὶ ὁ ἀρχαιότερος τῶν δικαστῶν δὲν προέβησαν ἐμπροθέσμως εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ἐτησίου καταλόγου. Ἀλλ’ ἐκεῖ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μᾶς ὑπέβαλεν, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τις ἀταξία, ὅτι δηλαδὴ εἰς τὸν δῆμον Βουρῶν δὲν συνετάχθη ἐμπροθέσμως οὔτε ὁ γενικὸς κατάλογος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐκλέγουσιν αἱ ἐπιτροπαὶ τοὺς ἐνόρκους, τοὺς περιεχομένους εἰς τοὺς ἐτησίους καταλόγους. Τώρα ἐγὼ δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς, ἐὰν οὐδόλως συνετάχθη ὁ γενικὸς κατάλογος τοῦ δήμου Βουρῶν, ἢ ἂν συνετάχθη βραδέως καὶ μετὰ παρέλευσιν τῶν νομίμων προθεσμιῶν, καὶ ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως» μετὰ τοῦ καταλόγου τῶν λοιπῶν δήμων τῆς περιφερείας τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας. Τίνες ἐν τούτοις αἱ συνέπειαι τῶν ἀταξιῶν τούτων ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν; Ἐγένετο ἆρα γε ἐκεῖ ὅ,τι ἐγένετο ἐν Ἀθήναις; Ὄχι, λέγει ἡ ἔκθεσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐγένετο ἕτερόν τι, καὶ τοῦτο τὸ ἕτερον δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς, Κύριοι, ὁποῖον εἶναι. Τὸ Ἐφετεῖον τῶν Πατρῶν, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐκθέσει του, προέβη εἰς τὴν κλήρωσιν τῶν ἐνόρκων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐτησίων καταλόγων, ἀλλὰ δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του ὅλους τοὺς ἐτησίους καταλόγους τῆς περιφερείας του. Φαίνετε, ὅτι τὸν ἐτήσιον κατάλογον τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας δὲν τὸν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, προέβη ὅμως εἰς κλήρωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν λοιπῶν ἐτησίων καταλόγων. Καὶ ἀφοῦ προέβη εἰς κλήρωσιν, ἑπόμενον εἶναι, ὅτι τὰ Κακουργιοδικεῖα τῆς περιφερείας τοῦ Ἐφετείου ἐκείνου λειτουργοῦσιν. Ἔχομεν λοιπὸν ἐκεῖ μίαν κατάστασιν πραγμάτων ὅλως διάφορον ἐκείνης, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν Ἀθήναις.

§18ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐγένετο κλήρωσις ἐν Πάτραις.

§19ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, τὰς πληροφορίας μου τὰς ἀρύομαι ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι «δὲν ἤρξαντο τῶν ἐργασιῶν οὐδὲ τὰ συστηθέντα κατὰ τὴν περιφέρειαν τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν Κακουργιοδικεῖα, διότι ἐγένετο ἀταξία τις ἐν τῇ κληρώσει τῶν ἐνόρκων, εἰς ἣν δὲν συμπεριελήφθησαν οἱ κατάλογοι ὅλων τῶν νομῶν.» Αὐτὰ ἐκτίθενται ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Πρέπει πρὸ παντὸς νὰ γνωρίζωμεν, ὁποία ἡ ἐν Πάτραις κατάστασις. Συνεστήθησαν Κακουργιοδικεῖα; ἐγένοντο αἱ κληρώσεις; ἤρχισαν τὰ Κακουργιοδικεῖα νὰ λειτουργῶσι; Διότι, ἂν ἐγένοντο αἱ κληρώσεις, εἰς τί θέλει χρησιμεύσει ἡ πρώτη διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγκρίνονται καὶ οἱ ἐκπροθέσμως συνταχθέντες κατάλογοι; Τίνας συνεπείας θὰ ἔχῃ ἡ ἔγκρισις αὕτη, ἀφοῦ ἐκεῖ ἐγένετο ἡ κλήρωσις, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁ ἐτήσιος κατάλογος τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος; Πῶς αἱ ἐργασίαι θὰ προχωρήσωσι περαιτέρω; Ἐὰν ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἦναι ἀκριβὴς, καὶ ἐνόσῳ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν βεβαιώσῃ, ὅτι ἀνακριβῶς ἔγραφεν ἐν τῇ ἐκθέσει του, ὀφείλομεν ν’ ἀναγνωρίσωμεν ὡς ἀκριβῆ τὰ ἐν αὐτῇ περιεχόμενα. Ἕνεκα τούτων φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν περαιτέρω, μέχρις ὅτου τὸ ζήτημα τοῦτο διευκρινηθῇ σαφῶς, καὶ κατόπιν δυνατὸν νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ περὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ περὶ τῆς ὅλης οἰκονομίας τοῦ νόμου τούτου.

§20ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Συμφωνῶ πρὸς τὸν προαγορεύσαντα ἀξιότιμον συνάδελφον κατὰ τοῦτο, ὅτι ἡ σύνταξις τῶν καταλόγων τῶν ἐνόρκων εἶναι ἔργον τῆς Διοικήσεως, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἔχομεν γνώμην δὲν συμμερίζονται πάντες οἱ δικαστικοί· ἀπορῶ μάλιστα, πῶς, ἐνῷ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἔχει τοιαύτην γνώμην περὶ τῆς πράξεως τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, πῶς δὲν διετύπωσε ταύτην ἐν ταῖς ἐνεργείαις τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, εἰς ὃ ἀνάγεται καὶ ἡ ἐνέργεια αὕτη. Τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν προεκλήθη νὰ προβῇ εἰς τὴν κλήρωσιν τῶν ἐνόρκων ἀρχομένου τοῦ μηνὸς Μαΐου· διὰ πράξεώς του φερούσης χρονολογίαν 6 Μαΐου 1892, ἀποφαίνεται, ὅτι ἀπέχει νὰ προβῇ εἰς τὴν συμφώνως τῇ προτάσει τοῦ Εἰσαγγελέως ἐκλογὴν τῶν 60 ἐνόρκων. Ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ Ἐφετείου διεβιβάσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης τὴν 10 Μαΐου. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον παρέμεινεν εἰς τὴν ἀρχὴν ὅλον τὸν Μάϊον, καὶ ἂν εἶχε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν, ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνῃ παρὰ τῷ Ἐφετεῖῳ, ὅπως ἀνακαλέσῃ τὴν ἀπόφασίν του. Βεβαίως τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσσης εἶχεν ἄλλην γνώμην, ὅτι αἱ προθεσμίαι, αἱ ὑπὸ τοῦ νόμου τασσόμεναι, δὲν εἶναι ἀνατρεπτικαί, καὶ ἑπομένως, ἐπειδὴ ἡ ἐκλογὴ τῶν ἐνόρκων δὲν ἐγένετο τὸν Δεκέμβριον, προέβη κατὰ Μάρτιον εἰς νέαν ἐκλογήν. Ἐγὼ ὅμως φρονῶ, ὅτι, εὐθὺς ὡς ἓν Ἐφετεῖον εἶχε γνώμην, ὁποίαν τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἀνάκλησιν τῆς γνώμης ταύτης, διότι θὰ ἦτο ἐπέμβασις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τὰ ἔργα τῆς δικαστικῆς. Ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο προεκλήθη καὶ ἡ γνώμη τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος, ἀναφερόμενος εἰς τὴν νομολογίαν τὴν κρατοῦσαν παρ’ ἄλλοις ἔθνεσιν, εἶπεν, ὅτι ἠδύναντο νὰ τεθῶσιν ἐν ἐνεργείᾳ οἱ κατάλογοι τῆς παρελθούσης τριετίας. Ἀλλὰ καὶ ἡ γνώμη αὕτη ἐθεωρήθη βεβιασμένη ὑπὸ ἑτέρων δικαστῶν. Ἐὰν ἓν Ἐφετεῖον ἔχῃ τὴν γνώμην, ὅτι αἱ προθεσμίαι εἶναι ἀνατρεπτικαί, ἐπέμενε δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀνακληθῇ ἡ πρᾶξις, δὲν νομίζετε, ὅτι ἠθέλομεν παράσχει ἔδαφος πρὸς ὑποβολὴν ἀναιρέσεων καθ’ ὅλων τῶν ἀποφάσεων τῶν Κακουργιοδικείων, τῶν συστηθέντων ἐπὶ τῇ βάσει καταλόγων ἐκπροθέσμως συνταχθέντων; Οὕτω, ὡς πρὸς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, τὸ μέρος τῶν προθεσμιῶν ἔχει καλῶς, καὶ δὲν νομίζω, ὅτι ἔχει ἀνάγκην ὁ προλαλήσας ἑτέρων πληροφοριῶν, ἵνα κρίνῃ περὶ τοῦ πρακτέου· οἱ κατάλογοι τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ τῶν Ἐφετείων Ἀθηνῶν ἐνόρκων εἶναι συντεταγμένοι κατὰ τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου τασσομένην προθεσμίαν. Μεταβαίνω εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν. Ἐν αὐτῷ ὑπάρχει ἰδιαίτερόν τι εἰς τὸν δῆμον Βουρῶν, ὅπου οἱ γενικοὶ κατάλογοι δὲν συνετάχθησαν ἐντὸς τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου τασσομένων προθεσμιῶν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐγεννήθησαν διάφοροι γνῶμαι, διότι τινὲς εἶπον, ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἡ ἐκλογὴ κατὰ τὸ ἄρθρον 12 ἐκ τῶν καταλόγων ὅλων τῶν ἄλλων δήμων, πλὴν τοῦ δήμου Βουρῶν. Τὴν γνώμην ταύτην δὲν ἠσπάσθη ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι εὕρισκεν, ὅτι οἱ κατάλογοι τῶν ἐνόρκων εἶναί τι ἑνιαῖον καὶ κατὰ νομὸν καὶ κατὰ περιφέρειαν· κατὰ νομὸν μὲν, διότι συντάσσονται οἱ ἐτήσιοι κατάλογοι τῶν 120 ἐνόρκων, κατὰ περιφέρειαν δὲ Ἐφετείου, διότι ἐκ τοῦ συνόλου σχηματίζεται τὸ ὁρκωτικὸν δικαστήριον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἀνεφέρθη εἰς τὴν ἔκθεσιν τὴν εἰσηγητικὴν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ᾐτήσατο ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ ἀναφερομένου ἐν αὐτῷ, ἐὰν τῷ ὄντι ἐγένετο κλήρωσις ἐνόρκων ἐν τῷ Ἐφετείῳ Πατρῶν. Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἐγένετο κλήρωσις, καὶ ἐγένετο κλήρωσις ἐκ τῶν καταλόγων τῶν ἄλλων νομῶν, πλὴν τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ἕνεκα τοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον προανέφερον ὑμῖν, ὅτι δηλ. εἰς τὸν δῆμον Βουρῶν δὲν ὑπῆρχε κατάλογος ἐμπροθέσμως συντεταγμένος· ἀλλὰ δὲν ἐδημοσιεύθησαν τὰ ἀποτελέσματα τῶν κληρώσεων, διότι καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν εἶχεν ἀμφιβολίαν, ἂν ἦναι ἔγκυρος ἡ πρᾶξις αὕτη, καὶ ἠτήσατο ὁδηγίας παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, καὶ οὕτως ἐσταμάτησαν αἱ ἐργασίαι τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, νὰ γένωνται δηλ. κληρώσεις ἐπὶ τῶν καταλόγων τῶν ἐτησίων τῶν ἄλλων νομῶν, πλὴν τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, νὰ μὴ δημοσιευθῶσι δὲ καὶ αὗται.

§21Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρα δὲν ἐγένοντο.

§22ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.

§23Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐδημοσιεύθησαν αἱ κληρώσεις;

§24ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· δὲν ἐδημοσιεύθησαν, δι’ ὃν λόγον σᾶς εἶπον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν δῆμον Βουρῶν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐξηνέχθη ἀπορία τις ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος, ἐὰν δηλ. οἱ κατάλογοι δὲν συνετάχθησαν, ἢ συνετάχθησαν ἐκπροθέσμως, παρατηρῶ, ὅτι ἐκπροθέσμως συνετάχθησαν, καὶ παρατηρῶ, ὅτι ὁ ἐτήσιος κατάλογος, ὁ δημοσιευθεὶς, ἀντὶ νὰ δημοσιευθῇ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» τὸν Σεπτέμβριον, ὡς ὁ νόμος ὁρίζει, ἐδημοσιεύθη τὸν Μάρτιον τοῦ 1892, μόνον ἕνεκα τῆς ἀταξίας ταύτης, τῆς ἀναφερομένης εἰς τὸν δῆμον Βουρῶν. Ἔχομεν λοιπὸν καὶ ἐκεῖ τῶν γενικῶν καταλόγων ὡς πρὸς ἕνα δῆμον ἀταξίαν, καὶ ὡς πρὸς τὸν νομὸν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος τὴν ἔλλειψιν ἐτησίου καταλόγου, ὅστις ἔπρεπε νὰ συνταχθῇ κατὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον, καὶ δὲν συνετάχθη. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον τὸ πρῶτον, εἶπον, ὅτι ἠδύναντο δι’ ἑνὸς ἑρμηνευτικοῦ νόμου νὰ τηρηθῶσιν αἱ προθεσμίαι αὗται, καὶ οὕτω νὰ λειτουργήσωσι τὰ Κακουργιοδικεῖα ἄνευ βλάβης τινός· ἀλλ’ ὅπως καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος παρετήρησε, καὶ ὅπως καὶ πολλοὶ τῶν ἄλλων συναδέλφων παρετήρησαν, ὑπῆρχε φόβος, μήπως, ἐὰν δοθῇ τοιαύτη ἑρμηνεία, ἡ ὅλη οἰκονομία τοῦ νόμου ἀνατραπῇ, καὶ αἱ πολλαὶ ἐπιτροπαὶ, αἱ ὁποῖαι ἐργάζονται εἰς τὴν κατάρτισιν τῶν καταλόγων, τοῦ λοιποῦ γένωνται ἀμελέστεραι περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἑαυτῶν καθηκόντων. Ἐγὼ ὅμως ὁμολογῶ, ὅτι, ἐπειδὴ ἔχω ἐν νῷ τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ νόμου περὶ ἐνόρκων, φρονῶ, ὅτι πρέπει οἱαδήποτε διέξοδος νὰ δοθῇ, διὰ νὰ λειτουργήσωσι τὰ Κακουργιοδικεῖα, καὶ εὑρίσκω, ὅτι καὶ ἡ διέξοδος ἡ διδομένη ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἐπίσης πρακτική. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ὑπάρχει τι τὸ ἀντισυνταγματικὸν, ὡς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, διότι συμβαίνει ἐν τῇ διατυπώσει τῇ διοικητικῇ νὰ ἐπέλθῃ μεταβολή τις καὶ νὰ ἐπέλθῃ διὰ νόμου· διότι ὡς πρὸς ἕνα δῆμον, ὁ ὁποῖος εἶναι πιθανὸν νὰ μετάσχῃ εἰς τὴν κατάρτισιν τῶν καταλόγων, πιθανὸν δὲ καὶ νὰ μὴ μετάσχῃ, θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ γενικοὶ κατάλογοι τῆς παρελθούσης τριετίας. Οὐδὲν τὸ ἀντισυνταγματικὸν βλέπω ἐν τῇ διατυπώσει ταύτῃ, διατυπώσει ἄλλως τε καθαρῶς ἐσωτερικῇ, καθαρῶς διοικητικῇ. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, διότι δι’ αὐτοῦ αἴρονται αἱ ἀνωμαλίαι. Δὲν ἐννοῶ δὲ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνωμεν εἰς τὴν κατάστασιν τὴν ἐκκρεμῆ, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, καὶ νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, διότι εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ ἀπροχωρήτου. Ἀφοῦ τὰ Ἐφετεῖα λέγουσιν, ὅτι ἀπέχουσι νὰ προβῶσιν εἰς τὴν κλήρωσιν, διότι οἱ κατάλογοι δὲν ἐγένοντο ἐντὸς τοῦ Δεκεμβρίου, ὡς ὤφειλον, βεβαίως εἶναι ἀδύνατον, εἶναί τι ἀδικαιολόγητον εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ πιέσῃ τὴν δικαστικὴν, ἵνα παραδεχθῇ ἄλλην γνώμην, παρὰ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν διὰ πράξεώς της διετύπωσε.

§25ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ τὴν ἀλληλογραφίαν, καὶ ἰδίως τὰς πράξεις τῶν Ἐφετείων Ἀθηνῶν, Πατρῶν καὶ Λαρίσσης.

§26ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἠκούσατε, ὅτι ἀπηύθυνε παρατήρησιν πρὸς ἐμέ, πῶς δὲν ἐφήρμοζον ὡς Ὑπουργὸς τὴν γνώμην περὶ νέας ὑποβολῆς τῆς ὑποθέσεως πρὸς τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν. Διὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ δώσω τὴν πληροφορία αὐτὴν εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργόν. Ἐγώ, τυχαίως ἀναπληρώσας ἀναχωρήσαντα τὸν κ. τέως Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἔλαβον γνῶσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, τὴν ἔκτασιν τῆς ὁποίας ἡ ὑπηρεσία δὲν ἐγνώριζεν ἀκριβῶς, διότι ἀμφιβολία ἐγεννήθη εἰς ἐμέ, τὴν ὁποίαν ἡ ὑπηρεσία δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναιρέσῃ, ὅτι οὐδόλως εἶχον δημοσιευθῆ οἱ γενικοὶ κατάλογοι τῶν ἐνόρκων κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἠγνοοῦμεν δὲ ἀκόμη καὶ τότε ἀκριβῶς, τί ἐγένετο ἐν Πάτραις, ἑπομένως ἐν Συμβουλίῳ, προκληθέντι ὑπ’ ἐμοῦ, πρὸς λῆψιν μιᾶς ὁριστικῆς ἀποφάσεως, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, νὰ ζητηθῶσι πλείονες πληροφορίαι, νὰ γείνῃ ἔρευνα ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», ἐὰν ἐδημοσιεύθησαν κατάλογοι, καὶ τότε νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ πρακτέου. Καὶ τότε μάλιστα εἶχον ἐκδηλώσει τὴν ἰδέαν, ὅτι ἔπρεπεν εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν ἐκ νέου νὰ ἀπευθυνθῶμεν, παρακαλοῦντες αὐτὸ νὰ μελετήσῃ ἐμβριθέστερον τὸ ζήτημα, ἢ νὰ προβῶμεν εἰς αἴτησιν ἀναιρέσεως ὑπὲρ τοῦ νόμου κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐφετείου, ὡς μὴ ἑρμηνεύσαντος ὀρθῶς τὸν νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐντὸς τοῦ προηγουμένου ἔτους ἔπρεπε νὰ ἐκλεχθῶσιν οἱ ἔνορκοι. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐγὼ ἔπαυσα νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, καὶ δὲν ἐγνώριζον ἀκριβῶς, τί εἶχε γείνῃ μέχρι τῆς παραιτήσεως ἡμῶν. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐμὴν ἐνέργειαν. Παρατηρῶ τώρα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι οὐδόλως ἔλυσε τὴν ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, πῶς θὰ κανονισθῶσι τὰ ἐν Πάτραις μετὰ τὴν γενομένην κλήρωσιν τῶν ἐνόρκων ἐκεῖ. Τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως διετυπώθη, θὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν νὰ θεωρηθῇ ἄκυρος ἡ γενομένη κλήρωσις, ἐνῷ δὲν ἀκυροῦνται οἱ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κληρώσεως ἐκείνης γενόμενοι κατάλογοι; Θὰ προβῇ περαιτέρω ἡ δικαστικὴ ὑπηρεσία; Περὶ τούτου τὸ νομοσχέδιον σιωπᾷ. Καὶ ἑτέραν τινὰ παρατήρησιν, Κύριοι, ὑπέβαλον. Ἀναγνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὁ περιβόητος κατάλογος τοῦ δήμου Βουρῶν ἐδημοσιεύθη τέλος ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» καὶ εὑρίσκεται δημοσιευμένος. Ἐρωτῶ λοιπὸν τότε, προκειμένου νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἐπιτροπαὶ κατάλογόν τινα διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐνόρκων, διατὶ τάχα νὰ μὴ λάβωσιν αὐτὸν τὸν ἤδη ὑπάρχοντα καὶ δημοσιευμένον, ἀλλὰ νὰ ἀνατρέχωσιν εἰς τὸν πρὸ τριετίας συνταχθέντα; Θέλετε νὰ δώσητε κῦρος εἰς κατάλογον δημοσιευθέντα, ὁ ὁποῖος, ἐπαναλαμβάνω, οὐδεμίαν ἀνάγκην κύρους ἔχει, διότι εἶναι ἔγκυρος, ἀλλὰ τέλος πάντων θέλετε νὰ δώσητε κῦρος, νὰ δώσητε κῦρος εἰς κατάλογον, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει καὶ ἔχει δημοσιευθῆ. Διατὶ νὰ καταφεύγητε εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος συνετάχθη πρὸ τριετίας; Ταύτας τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, καὶ ἐνδεχόμενον κατόπιν, εἰς δευτέραν καὶ τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ὑποβάλω καὶ ἑτέρας παρατηρήσεις.

§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).

§28ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὑποβάλλω τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ διάταξις, ἡ περιεχομένη ἐν αὐτῷ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν περιφέρειαν τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, εἶναι εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὰ πράγματα, διότι ὁμολογεῖτε, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ ἐν τῷ νομῷ αὐτῷ συνῆλθον καὶ ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκον αὐτῶν. Ἀφοῦ συνῆλθον καὶ ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκον αὐτῶν, δὲν βλέπω εἰς τί ἀποβλέπει ἡ διάταξις, ἡ λέγουσα, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ συνέλθῃ καὶ μέχρι τέλους Ἰουλίου τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους.

§29ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πρόκειται περὶ μιᾶς ἐπιτροπῆς, τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 12. Λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, κατὰ τὸν νόμον τὸν κρατοῦντα, ἔπρεπε νὰ συνέλθῃ καὶ νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἐκλογὴν ἐντὸς τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου...

§30ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἔγεινεν ἤδη.

§31ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔγεινεν.

§32ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἔγεινεν ἐν τῷ νομῷ Ἀχαΐας.

§33ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἐπιτρέπεται λοιπὸν εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις ὤφειλεν ἐντὸς τοῦ Δεκεμβρίου νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἐκλογὴν, νὰ τὴν ἐνεργήσῃ μέχρι τοῦ Ἰουλίου, οὕτω δὲ τὸ Ἐφετεῖον δυνηθήσεται νὰ ἐνεργήσῃ τὰ περαιτέρω.

§34ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλθεν, ἀλλὰ δὲν συνῆλθε κατὰ τὴν προθεσμίαν τὴν ὡρισμένην, ὡς συνελθοῦσα κατὰ Μάρτιον.

§35ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ δώσω μίαν πληροφορίαν ἐγώ, ὅστις εἶμαι ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου; Εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν συνῆλθεν ἡ ἐπιτροπή, κατὰ τὰς πληροφορίας ἡμῶν, οὐχὶ τὸν Δεκέμβριον, ἀλλὰ τὸν Μάρτιον. Διὰ τοῦτο — παρακαλῶ, προσέξατε, — διὰ τοῦτο ἡ φράσις τοῦ νομοσχεδίου ἔχει ὡς ἑξῆς: «Δύνανται νὰ συνέλθωσι καὶ μέχρι τέλους Ἰουλίου». Ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου μέχρι τέλους Ἰουλίου. Ὅσαι συνῆλθον, καλῶς συνῆλθον· αἱ μὴ συνελθοῦσαι παντελῶς, δύνανται νὰ συνέλθωσι καὶ αὗται μέχρι τέλους Ἰουλίου. Ὥστε βλέπετε, κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι συνῆλθον κατὰ τὸν Δεκέμβριον καὶ ἐντὸς τοῦ 1892, ἐπιτρεπομένου διὰ τοῦ νόμου νὰ συνέλθωσι καὶ μέχρι τοῦ Ἰουλίου, καλῶς συνῆλθον, καὶ ἑπομένως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκλογῆς ἐκείνης δύναται νὰ γείνῃ ἡ κλήρωσις. Ἐὰν εἴς τινα μέρη δὲν συνῆλθον ποσῶς, δύνανται νὰ συνέλθωσι μέχρι τέλους Ἰουλίου. Περιλαμβάνει ἀμφοτέρας τὰς περιστάσεις ἡ φράσις τοῦ ἄρθρου.

§36ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νομίζω ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου δέον νὰ ὦσιν ἐπιτακτικαί. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ διάταξις, ἡ λέγουσα ὅτι δύνανται νὰ συνέλθωσι, δὲν ἔχει κῦρος καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὸν νομὸν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, καὶ μάλιστα θέτει εἰς μίαν θέσιν δύσκολον κατόπιν τὴν δικαιοσύνην, ἂν πρόκηται νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς καλῆς ἢ κακῆς συγκροτήσεως τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων, διότι ὁ νόμος θέλει νὰ συνέλθωσι, καὶ κατὰ συνέπειαν θέλει νὰ γείνῃ νέα κλήρωσις, ἥτις ἐν τούτοις ἐγένετο ἐν τῷ νομῷ τούτῳ. Διὰ τοῦτο μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, ὅπως ὁ νόμος ἔχῃ τὸν τύπον τὸν διατακτικὸν, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ νόμος, ὡς πρὸς μὲν τὴν περιφέρειαν τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν δέον νὰ λέγῃ, ὅτι τὸ Κακουργιοδικεῖον συγκροτηθήσεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταλόγων, οἵτινες ἐγένοντο ἤδη κατὰ τὸν Μάρτιον. Τοῦτο ὅσον ἀποβλέπει τοὺς καταλόγους τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν· καθ’ ὅσον δὲ ἀποβλέπει τοὺς καταλόγους τῆς περιφερείας τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν, νομίζω, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἐπιβάλλει, ὅπως μὴ ἀδικῶνται οἱ συμπολῖται ἡμῶν ἕνεκα τῆς μὴ τακτικῆς λειτουργίας τῶν νόμων, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ εὐθύνεται βεβαίως ἡ ἐλεεινὴ ἡμῶν πολιτικὴ κατάστασις, παρατεινομένης ὡς ἐκ τούτου τῆς προφυλακίσεως τῶν ἐν ὑποδικίᾳ μόνον διατελούντων συμπολιτῶν ἡμῶν· δὲν πρέπει νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἀπονομὴν δικαιοσύνης τὸ ταγύτερον, καὶ δι’ οἱουδήποτε μέσου πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν συγκρότησιν τῶν Κακουργιοδικείων ὅπως ἡ δικαιοσύνη προβῇ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτῆς. Διὰ τοῦτο φρονῶ, Κύριοι, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὴν περιφέρειαν τοῦ Κακουργιοδικείου Πατρῶν, δέον νὰ ἐπιτραπῇ, ὅπως ἡ κλήρωσις γείνῃ ἐκ τῶν καταλόγων, οἱ ὁποῖοι ὑπεβλήθησαν ἀπὸ τὰς ἄλλας περιφερείας, μὴ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν παντάπασι τοῦ καταλόγου τῆς Ἀχαΐας, ὁ ὁποῖος δὲν συνεκροτήθη ἐγκαίρως, ἢ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ ἰσχύσαντος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τριετίαν. Τοιουτοτρόπως, Κύριοι, δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου λύομεν τοὐλάχιστον, ὅσον ἀποβλέπει καὶ τὸν νομὸν Ἀχαΐας, τὴν δυσχέρειαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, συγκροτουμένων οὕτω τὸ ταχύτερον καὶ τῶν δύο Κακουργιοδικείων, τοῦ τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ τῆς περιφερείας Ἀχαΐας. Αὕτη εἶναι, Κύριοι, ἡ γνώμη μου.

§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὅπως ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς αʹ συζήτησιν).

§38ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Μίαν ἐξήγησιν, παρακαλῶ. Ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ συνῆλθον προηγουμένως, πρέπει νὰ συνέλθωσιν ἐκ νέου;

§39ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι.

§40ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου, παρέχοντος ἄδειαν πρὸς παράτασιν τῆς μεταῤῥυθμίσεως τῆς δικαστικῆς ἐν Αἰγύπτῳ, συμφώνως πρὸς τὰ συμπεφωνημένα, ἐπὶ ἑτέραν πενταετίαν.

§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 75). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 11 π. μ...

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17
2τῆς 15 Ἰουνίου 1892.
3(Δευτέρα)
4Ὥρᾳ 10 π. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
7Ἀκολούθως προσελθὼν ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου
8τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ ἄρτι ἀφικόμενος βουλευτὴς Βώ-
9λου κ. Νικόλαος Ἀξελός).
10§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ Προε-
11δρεῖον, παρουσιασθὲν ἐνώπιον τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως,
12ἀνήγγειλε τὴν συγκρότησιν τοῦ Σώματος.
13Τὴν προσφώνησιν τοῦ Προέδρου καὶ τὴν ἀντιφώνησιν
14τοῦ Βασιλέως θέλει ἀναγνώσει πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Γραμ-
15ματεύς.
16§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
17Προσφώνησις.
18«Μεγαλειότατε!
19«Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, καταρτισθὲν ἤδη, λαμβάνει
20τὴν τιμὴν, ἐμφανιζόμενον ἐνώπιον τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειό-
21τητος, νὰ ἀναγγείλῃ Αὐτῇ τὴν συγκρότησιν τοῦ Σώματος,
22καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ βαθυτάτου αὐτοῦ σε-
23βασμοῦ. Δράττεται δὲ τῆς εὐκαιρίας ταύτης, ἵνα εὐχηθῇ,
24ὅπως ὁ Ὕψιστος σκέπῃ καὶ περιφρουρῇ τὴν Ὑμετέραν Με-
25γαλειότητα, τὴν Βασίλισσαν, τὸν Διάδοχον καὶ ἅπασαν
26τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν.»
27Ἀντιφώνησις.
28«Χαίρω βλέπων σήμερον ἐνώπιόν μου τὸ Προεδρεῖον τῆς
29Βουλῆς, καὶ σᾶς συγχαίρω, Κύριοι, διὰ τὴν πρὸς ὑμᾶς ἐμ-
30πιστοσύνην τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Ἐκφράζω δὲ
31ὑμῖν τε καὶ τῇ ὁλομελείᾳ τῆς Βουλῆς τὰς ἐκ βάθους τῆς
32καρδίας μου εὐχαριστίας διὰ τὰς ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ τῆς Βασι-
33λικῆς μου οἰκογενείας εὐχάς σας.
34«Πέπεισμαι, ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν Ἀντιπροσώπων, ἀντα-
35ποκρινομένη πρὸς τὴν ὀρθοφροσύνην τοῦ λαοῦ μου καὶ τὰς
36προσδοκίας μου, θέλει συντελέσει κατὰ τὴν παροῦσαν Περίο-
37δον εἰς τὴν εὐημερίαν τῆς φιλτάτης ἡμῶν Πατρίδος.»
38§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐκτελῶν καθῆκον θλι-
39βερὸν, ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν θάνατον διαπρεποῦς
40μέλους αὐτῆς, τοῦ ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ Καίσαρος Ρώμα.
41Ἡ Βουλὴ βεβαίως ἔδει νὰ μὴ ὑστερήσῃ εἰς τὴν ἀπόδοσιν
42τῶν ὀφειλομένων τιμῶν πρὸς τὸν ἔγκριτον συνάδελφον. Δυσ-
43τυχῶς τὸ ἄγγελμα τοῦ θανάτου μετεβιβάσθη εἰς τὸ Προε-
44δρεῖον χθὲς μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως, καὶ ὡς ἐκ
45τούτου δὲν ἠδυνήθην νὰ τὸ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν
46τούτοις, φρονῶν ὅτι ἐξεπροσώπουν τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Βου-
47λῆς, κατήρτισα πενταμελῆ ἐπιτροπὴν, συνισταμένην ἀπὸ
48τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους κ.κ. Βαλαωρίτην, ἀντιπρόε-
49δρον, Καλογερόπουλον, ἔφορον τοῦ Βουλευτηρίου, Χατζηπέ-
50τρον, γραμματέα, Ἰωάννην Τρικούπην καὶ Στέφανον Κο-
51πανίτσαν, ἥτις μεταβᾶσα κατέθηκεν ἐπὶ τοῦ νεκροῦ στέφα-
52νον ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, τοῦ κ. Καλογεροπούλου προσ-
53φωνήσαντος. Ἐπίσης προσεκάλεσα πάντας τοὺς κ. κ. Βου-
54λευτὰς νὰ συνοδεύσωσιν ἐν σώματι τὴν κηδείαν.
55Πέπεισμαι, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα
56τὸ Προεδρεῖον ἔλαβε.
57§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
58§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ,
59ὅπως τὸ Προεδρεῖον ἐγγράφως ἐκφράσῃ εἰς τὴν οἰκογένειαν
60τοῦ ἀποβιώσαντος συναδέλφου τὰ συλλυπητήρια τοῦ Σώ-
61ματος.
62§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
63§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπὴ ὑπέ-
64βαλεν ἔκθεσιν μεταῤῥυθμίζουσαν τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
65τῆς Δικαιοσύνης ὑποβληθὲν νομοσχέδιον «περὶ ἑρμηνείας
66διατάξεών τινων τοῦ ΑΦΝΒʹ νόμου περὶ ἐνόρκων».
67Ἐπιθυμεῖτε νὰ ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν;
68§8ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
69§9ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐτυπώθη ἡ ἔκθεσις;
70§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, καὶ θὰ διανεμηθῇ ἀμέσως.
71§11ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐκ τῆς
72ἐκθέσεως, μεθ’ ἧς συνωδεύθη τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον,
73γινώσκετε ἤδη τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν ὑπο-
74βολὴν αὐτοῦ. Ὁ κρατῶν νῦν περὶ ἐνόρκων νόμος καὶ περὶ
75καταρτίσεως τῶν καταλόγων αὐτῶν δὲν εἶναι παλαιός.
76Ἐψηφίσθη κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1887, δι’ αὐτοῦ δὲ κατηρ-
77γήθη ὁ μέχρι τότε κρατῶν νόμος τοῦ 1848. Κατὰ τὰς
78διατάξεις τοῦ νόμου τούτου, οἱ κατάλογοι τῶν ἐνόρκων
79διαιροῦνται εἰς καταλόγους μονίμους, οἱ ὁποῖοι διαρκοῦσι
80τρία ἔτη, καὶ εἰς κατάλογον ἐνιαύσιον, ὁ ὁποῖος συντάσσε-
81ται ὑπὸ ἐπιτροπῆς, συγκειμένης ὑπὸ τοῦ Νομάρχου, τοῦ
82Προέδρου τοῦ Πρωτοδικείου καὶ ἑνὸς πρωτοδίκου. Κατὰ
83τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου, οἱ κατάλογοι οἱ μέλλοντες
84νὰ ἰσχύσωσι διὰ τὴν τριετίαν, τὴν ἀρχομένην ἀπὸ τοῦ
851889, ἔπρεπε νὰ συνταχθῶσι κατὰ Μάϊον τοῦ 1888 καὶ
86νὰ καταστῶσιν ὁριστικοὶ μέχρι τέλους τοῦ ἔτους. Καὶ
87κατὰ μὲν τὸ ἔτος 1888 τὰ πάντα ἐλειτούργησαν κανονι-
88κῶς, διότι, ὡς φαίνεται, ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἐπεμελήθη
89καὶ ἐπεσκόπησεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ
90νόμου τούτου. Οὕτως οἱ κατάλογοι τῶν ἐνόρκων, οἱ γενικοὶ
91καὶ οἱ ἐνιαύσιοι, οὐδὲν εἶχον τὸ ἐπιλήψιμον, καὶ καθ’ ὅλην
92τὴν τριετίαν τὰ τοῦ νόμου ἐφηρμόσθησαν ἀκριβῶς. Ἀλλὰ
93ληγούσης τῆς τριετίας κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1891, ἔπρεπεν
94ἐντὸς τοῦ 1891 νὰ συνταχθῶσιν οἱ γενικοὶ κατάλογοι, νὰ
95ἄρξωνται δὲ αἱ ἐργασίαι πρὸς κατάρτισιν τῶν γενικῶν
96καταλόγων ἀπὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1891. Καὶ καθ’ ἅπαν μὲν
97τὸ Κράτος αἱ ἐργασίαι, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν κατάρτισιν
98τῶν γενικῶν καταλόγων, φαίνεται, ὅτι ἐβάδισαν κανονικῶς.
99Ὑπῆρξεν ὅμως δῆμός τις τῆς περιφερείας τῆς ἐπαρχίας
100Πατρῶν, ὁ τῶν Βουρῶν, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ
101δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της ἀκριβῶς, καὶ οὕτω δὲν
102ἐτηρήθησαν αἱ προθεσμίαι, αἱ ὑπὸ τοῦ νόμου ὑπαγορευόμε-
103ναι. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὸν ἐνιαύσιον κατάλογον, τὸ
104κακὸν ἐξετάθη εἰς τὰς περιφερείας τῶν δύο Ἐφετείων
105Ἀθηνῶν καὶ Πατρῶν, διότι ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον
10612 ὀφείλουσα νὰ ἐκλέξῃ 120 ἐνόρκους κατὰ τοὺς νομοὺς
107Ἀττικοβοιωτίας καὶ Κυκλάδων, δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ ἔργον
108της ἐντὸς τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου. Ἐν δὲ τῇ περιφερείᾳ τοῦ
109Ἐφετείου Πατρῶν ὑπέλαβε τὸ Ἐφετεῖον, ὅτι ἠδύνατο νὰ
110ἐκλέξῃ τοὺς 120 ἐνόρκους χωρὶς νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν
111οἱ κατάλογοι οἱ γενικοὶ τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος,
112ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου, τὸν ὁποῖον προανέφερον, ὅτι δηλ.
113εἰς τὸν δῆμον Βουρῶν δὲν συνετάχθησαν οἱ κατάλογοι πάν-
114τες κατὰ τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου τασσομένας προθεσμίας. Εἰς
115τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Λαρίσσης οἱ γενικοὶ κατά-
116λογοι συνετάχθησαν κατὰ τὰς προθεσμίας τὰς ὑπὸ τοῦ
117νόμου τασσομένας· ἐπίσης καὶ ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 12 ἐπι-
118τροπὴ ἐντὸς τοῦ Δεκεμβρίου συνέταξε τὸν κατάλογον τῶν
119120 ἐνόρκων, ἀλλὰ, ὡς τὸ Ἐφετεῖον ἐν πράξει, τὴν ὁποίαν
120ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, ἰσχυρίσθη, ὁ κατάλογος οὗτος ἀπωλέσθη,
121συνετάχθη δὲ νέος κατὰ τὸν Μάρτιον. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς
122Δικαιοσύνης ἐν ἀρχῇ μὲν τοῦ ἔτους φαίνεται, ὅτι οὐδεμίαν
123ἐνέδειξε φροντίδα, εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὰ Κακουργιοδικεῖα, διὰ
124τοὺς καταλόγους τῶν ἐνόρκων, διότι ὑπέλαβεν, ὅτι ἤθελε
125μεταβληθῆ εἰς νόμον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ προκατόχου
126Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νομοσχέδιον. Οὕτω δὲ καὶ ὁ
127προϋπολογισμὸς τοῦ 1892, ὁ ὑποβληθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν
128καὶ ἐκτελούμενος μέχρι τοῦδε, οὐδεμίαν περιέλαβε πίστω-
129σιν, ἢ μᾶλλον περιλαμβάνει μόνον μίαν πίστωσιν 20,000
130δραχμῶν, ἀντὶ 350,000, μόνον διὰ τὰς δαπάνας τῶν Εἰ-
131σαγγελέων, τῶν Προέδρων κλπ. Διὰ δηλώσεως δὲ τοῦ ἁρ-
132μοδίου Ὑπουργοῦ ἐζητήθη ἡ προσθήκη 40,000 δραχμῶν,
133διότι ὁ Ὑπουργὸς ἐλησμόνησεν, ὅτι τὰ Κακουργιοδικεῖα, τὰ
134λειτουργοῦντα κατὰ τὸ ἔτος 1891, θὰ ἐξακολουθήσωσι
135λειτουργοῦντα ἀναγκαίως καὶ κατὰ τινας μῆνας τοῦ 1892.
136Ἐπειδὴ ὅμως τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἐψηφίσθη, ἠναγ-
137κάσθη τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον νὰ προκαλέσῃ πίστωσιν
138170,000 δραχμῶν, καὶ μάλιστα, ἐπειδὴ δὲν ἠδύνατο νὰ
139συμβιβασθῇ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου
140λογιστικοῦ, τὴν πίστωσιν ταύτην νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς ἔκ-
141τακτον, ἐνῷ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγράφεται πίστωσις,
142ἀφορῶσα εἰς τοὺς ἐνόρκους, ἐξ 170,000, δραχμῶν.
143Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, μὴ γινῶσκον ὅλα τὰ
144ἐπισυμβάντα, ὅλα τὰ ἀτοπήματα ταῦτα, προεκάλεσε διά-
145ταγμα, κατὰ τὸ σύνηθες, περὶ συστάσεως Κακουργιοδικείων
146καθ’ ἅπαντα τὰ Ἐφετεῖα τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὅτε τὸ Ἐφε-
147τεῖον Ἀθηνῶν προεκλήθη τρεῖς ἑβδομάδας πρὸ τῆς ἐνάρ-
148ξεως τοῦ Κακουργιοδικείου νὰ κληρώσῃ τοὺς ἀπαιτουμέ-
149νους διὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐνόρκους, ἀπεφήνατο διὰ πράξεώς
150του, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἐτηρήθη ἡ προθεσμία τοῦ ἄρθρου 12,
151δηλαδή, ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπὴ ἐντὸς τοῦ Δεκεμβρίου δὲν ἐξέ-
152λεξε τοὺς 120 ἐνόρκους, καὶ ἐπειδὴ νομίζει τὴν προθε-
153σμίαν τοῦ νόμου τούτου ἀνατρεπτικὴν, ἀρνεῖται νὰ προβῇ
154εἰς τὴν κλήρωσιν τῶν ἐνόρκων, καὶ οὕτω τὸ διάταγμα, τὸ
155ἀφορῶν εἰς τὴν λειτουργίαν Κακουργιοδικείων ἐν τῇ περιφε-
156ρείᾳ τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, ἐματαιώθη. Τοῦτ’ αὐτὸ συνέβη
157καὶ εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν. Τοῦτο ἐν ἀρχῇ ὑπέλαβεν, ὅτι
158ἠδύνατο νὰ κληρώσῃ τοὺς ἐνόρκους ἐκ τῶν ἄλλων νομῶν,
159χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁ νομὸς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, τοῦ
160ὁποίου οἱ γενικοὶ κατάλογοι δὲν εἶχον καταρτισθῆ, ἕνεκα
161τοῦ γεγονότος, τὸ ὁποῖον προανέφερον, ὅτι ἐν τῷ δήμῳ Βου-
162ρῶν εἶχε καθυστερήσει ὁ Δήμαρχος εἰς τὴν ἔγκαιρον τοῦ
163ἐκλογικοῦ καταλόγου κατάρτισιν. Ὅτε τὸ Ὑπουργεῖον
164ἔλαβε γνῶσιν τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας εἶχεν ὁ Εἰσαγγε-
165λεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐν Πάτραις, ἐννοεῖται, ὅτι παρήγγειλεν
166εἰς αὐτὸν νὰ μὴ ἄρξωνται καὶ ἐκεῖ αἱ ἐργασίαι τοῦ Κα-
167κουργιοδικείου τούτου· οὕτω δὲ εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφε-
168τείου ἐκείνου δὲν ἐλειτούργησαν τὰ Κακουργιοδικεῖα, καὶ
169περιέστησαν εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Τοὐναντίον τὸ
170Ἐφετεῖον Λαρίσσης, εὑρίσκον ὅτι ἡ προθεσμία τοῦ νόμου,
171ἡ ἀφορῶσα πρὸ πάντων εἰς τὸν κατάλογον τὸν ἐνιαύσιον,
172δὲν εἶναι ἀνατρεπτικὴ, καὶ ἔχον ὑπ’ ὄψει καὶ τὸ γεγονὸς,
173ὅτι ἐγένετο μὲν ἡ ἐκλογὴ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου
17412, ἀλλ’ ὁ κατάλογος ἀπωλέσθη, συνέταξε νέον κατάλο-
175γον, καὶ προεχώρησεν εἰς τὴν κλήρωσιν, καὶ οὕτω τὰ Κα-
176κουργιοδικεῖα τοῦ Ἐφετείου Λαρίσσης ἤρξαντο λειτουργοῦντα
177ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ τρέχοντος μηνὸς Ἰουνίου.
178Εὑρέθη λοιπὸν πρὸ τῆς καταστάσεως ταύτης, αἰσθαν-
179θεὶς φυσικῶς μεγάλην λύπην ἐπὶ τῇ ἀργίᾳ τῶν Κακουρ-
180γιοδικείων, διότι πολλοὶ ὑπόδικοι εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλα-
181κὰς, ἀναμένοντες νὰ δικασθῶσι, καὶ διότι ἤθελεν ἀδική-
182σει αὐτοὺς ἡ Πολιτεία, ἐὰν ἠρνεῖτο τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἀφο-
183ρωσῶν εἰς αὐτοὺς ὑποθέσεων ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου.
184Ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων μοὶ ὑπεβλήθησαν δύο γνῶμαι· ἡ
185πρώτη ἀφορᾷ εἰς τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου, ἀφορῶντος εἰ-
186δικῶς εἰς τὴν ἄρσιν τῶν ὡρισμένων τούτων ἀνωμαλιῶν, ἡ
187δευτέρα εἰς ἐπιψήφισιν νόμου ἑρμηνευτικοῦ, ὡς δυναμένου νὰ
188ἄρῃ τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι αἱ ἐν
189τῷ νόμῳ τοῦ 1887 τασσόμενοι προθεσμίαι δὲν εἶναι ἀνα-
190τρεπτικαί. Ἔχω πρὸς τούτοις τὴν γνώμην, ὅτι ὁ νόμος
191περὶ ἐνόρκων πρόκειται νὰ μεταβληθῇ, ἂν ὄχι ἐντὸς τῆς
192ἐνεστώσης, βεβαίως ἐντὸς τῆς ἑπομένης Συνόδου. Εὗρον
193δ’ ὅτι ἤθελεν εἶναι ἁπλούστερον, ἂν ἤθελον ἀρθῆ πᾶσαι
194αἱ δυσκολίαι καὶ πάντες οἱ ἐνδοιασμοὶ περὶ ἐνδεχομέ-
195νης ἀναιρέσεως τῶν ἀποφάσεων τῶν Κακουργιοδικῶν, ἂν
196ὑπέβαλλον εἰς τὴν Βουλὴν νόμον ἑρμηνευτικόν. Ἀλλὰ
197κατὰ τῆς ἀρχῆς ταύτης τῶν νόμων τῶν ἑρμηνευτικῶν
198πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων κυρίων συναδέλφων καί τινες τῶν ἐκ-
199τὸς τῆς Βουλῆς ἀκόμη ἔχουσιν ἀντίθετον γνώμην, φρονοῦν-
200τες, ὅτι ἑρμηνευτικοὶ νόμοι δὲν εἶναι οἱ προσήκοντες, δύ-
201νανται μάλιστα νὰ παραγάγωσι καὶ ἄτοπα· μάλιστα δὲ
202εὗρον, ὅτι ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ῥῆσις, ὅτι ἡ μὴ τήρησις τῶν
203προθεσμιῶν δὲν ἀποτελεῖ λόγον ἀναιρέσεως, δύναται νὰ θεω-
204ρηθῇ ὡς παραβιάζουσα τὰς γενικὰς ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης
205τῆς ποινικῆς.
206Μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης τῆς Βουλῆς συνε-
207ζήτησα εἰς δύο αὐτῆς συνεδριάσεις ἐπὶ τοῦ θέματος τού-
208του. Ἡ ἐπιτροπή, κατὰ πλειονοψηφίαν, εὑρίσκει, ὅτι εἶναι
209προτιμότερον τὸ σύστημα τῆς ἐπιψηφίσεως νόμου, κανονί-
210ζοντος εἰδικῶς τὰ τῶν καταλόγων τῶν ἐνόρκων διὰ τὸ
2111892. Ἐγὼ συντάσσομαι πρὸς τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς,
212διότι μόνον ἐπιζητῶ διέξοδον, κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἦναι
213δυνατὸν νὰ λειτουργήσωσιν ἐγκαίρως κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο
214τὰ Κακουργιοδικεῖα τῶν Ἐφετείων Ἀθηνῶν καὶ Πατρῶν.
215Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν νόμον τὸν ἑρμηνευτικὸν, εὑρίσκω,
216ὅτι δὲν εἶναι σήμερον ἐπιβεβλημένη ἡ ἀνάγκη, διότι ἐν
217τοῖς σχεδίοις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀποφασισμένη ἡ τρο-
218ποποίησις τοῦ νόμου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τοὺς ἐνόρκους καὶ
219εἰς τοὺς καταλόγους τῶν ἐνόρκων.
220Ἑπομένως, ἐπειδὴ τὸ πρᾶγμα ἐπείγει, ἐπειδὴ διὰ τῆς
221προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης αἴρεται ἡ ἀνω-
222μαλία, πρὸ τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα, συντάσσομαι πρὸς τὴν
223γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ψη-
224φίσῃ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς,
225ἐκτὸς ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν ἤθελον προκύψει γνῶμαι
226ἄλλαι, τὰς ὁποίας δυνάμεθα τότε νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει.
227Κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν, ὡς σᾶς
228εἶπον καὶ πρότερον, ἀποδέχομαι (ἀναγινώσκει): «Διὰ τὴν
229»συγκρότησιν τῶν κατὰ τὴν περιφέρειαν τῶν ἐν Ἀθήναις
230»καὶ ἐν Πάτραις Ἐφετῶν Κακουργιοδικείων τοῦ ἔτους 1892
231»ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου ΑΦΝΒʹ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ
232»συνέλθῃ καὶ μέχρι τέλους Ἰουλίου ἐνεστῶτος ἔτους πρὸς
233»ἐνέργειαν τῶν ἐπιβεβλημένων αὐτῇ ὑπὸ τοῦ νόμου καθη-
234»κόντων». Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ
235Ἐφετείου Ἀθηνῶν, ὅπου γενικοὶ κατάλογοι ἁπανταχοῦ
236συνετάχθησαν κατ’ ἔτος ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν, τῶν ὑπὸ
237τοῦ νόμου τασσομένων. Ἀλλὰ ὑπάρχει τι ἐν τῇ περιφερείᾳ
238τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν δύναται μόνον τὸ
239ἄρθρον τοῦτο νὰ ἐπιφέρῃ τὴν προσήκουσαν διόρθωσιν· διότι
240ἐκεῖ διὰ γενικοὺς καταλόγους ὑπάρχει μία καθυστέρησις· εἰς
241ἕνα δῆμον, τὸν δῆμον Βουρῶν, οἱ γενικοὶ κατάλογοι δὲν
242συνετάχθησαν ἐντὸς τῶν τασσομένων ὑπὸ τοῦ νόμου προ-
243θεσμιῶν, καὶ περὶ τῆς ἀνωμαλίας ταύτης ἔρχεται νὰ προ-
244νοήσῃ τὸ ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατὰ τὸ προηγού-
245»μενον ἄρθρον ἐκλογὴ τῶν ἐνόρκων ὑπὸ τῆς κατὰ τὸ ἄρ-
246»θρον 12 τοῦ νόμου ΑΦΝΒʹ ἐπιτροπῆς τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας
247»καὶ Ἤλιδος θέλει γείνῃ διά τε τὸ ἐνεστὼς ἔτος καὶ διὰ
248»τὰ ἔτη 1893 καὶ 1894 ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διὰ τὴν ἀρξα-
249»μένην τριετίαν δημοσιευθέντων καταλόγων τῶν νομῶν
250»τῆς περιφερείας τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν καὶ τοῦ γενι-
251»κοῦ καταλόγου τοῦ δήμου Βουρῶν, τοῦ διὰ τὴν παρελ-
252»θοῦσαν τριετίαν ἰσχύσαντος». Δηλαδή, ὡς πρὸς τὸν δῆμον
253Βουρῶν, ἐπειδὴ ὁ κατάλογος, ὁ συνταχθεὶς καθ’ ὑπέρβασιν
254τῶν προθεσμιῶν, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἔγκυρος, διότι δὲν
255ὑπέστη τὴν προσήκουσαν δοκιμασίαν, δὲν ἐξετέθη εἰς ἀνά-
256κρισιν, ἵνα γένωνται ἀντιῤῥήσεις κατ’ αὐτοῦ ἐντὸς τῶν ὑπὸ
257τοῦ νόμου ὡρισμένων προθεσμιῶν, δύναται νὰ γείνῃ ἡ ἐξαί-
258ρεσις αὕτη, νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὡς βάσις ὁ κατάλογος τοῦ
259νομοῦ, ὁ τῆς παρελθούσης τριετίας· ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν περι-
260φέρειαν τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν, νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ
261κατάλογοι οἱ γενικοί, οἱ ἐγκαίρως συνταχθέντες. Οὕτως εἶ-
262ναι δυνατὸν νὰ ἀρθῇ ἡ ἀνωμαλία καὶ νὰ λειτουργήσωσι τὰ
263Κακουργιοδικεῖα.
264§12ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐνόμισα ὅτι κατὰ τὴν
265συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἔπρεπε νὰ λάβω
266τὸν λόγον, ἵνα ἐπιφέρω παρατηρήσεις τινὰς, διότι φρονῶ,
267ὅτι τοῦτο μὲν δὲν εἶναι ἐπιτυχὲς, ἡ δὲ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ
268τῆς Δικαιοσύνης γνώμη πρόκειται νὰ φέρῃ ἄλλην ἀνωμα-
269λίαν. Ὁ σκοπὸς ἄλλως, τὸν ὁποῖον προτίθεμαι, θέλει ἐπι-
270τευχθῆ ἀναμφισβητήτως, καθόσον αἱ παρατηρήσεις μου θὰ
271γεννήσωσιν ἴσως ἀντιπαρατηρήσεις, θὰ προκαλέσωσιν ἐξη-
272γήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τέλος τὴν
273ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, οὕτω δὲ ὁ μέλλων ἑρμηνευτὴς τοῦ
274νόμου θὰ ἔχῃ τὰ στοιχεῖα πρὸς κατανόησιν τοῦ σκοποῦ
275καὶ τοῦ πνεύματος αὐτοῦ.
276Τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θὰ ἦτο πλῆρες, ἂν
277ἔμενε μέχρι τῆς φράσεως «ἡ δὲ μὴ τήρησις αὐτῶν δὲν
278ἀποτελεῖ λόγον ἀναιρέσεως», καὶ περιωρίζετο εἰς τὴν περίο-
279δον «αἱ προθεσμίαι τῶν ἄρθρων 6, 7, 8, 9 καὶ 12 τοῦ
280περὶ ἐνόρκων ΑΦΝΒʹ τῆς 30 Ἰουνίου 1887 νόμου δὲν εἶναι
281ἀνατρεπτικαί». Ἡ προσθήκη τῆς περιόδου «ἡ δὲ μὴ τήρησις
282αὐτῶν δὲν ἀποτελεῖ λόγον ἀναιρέσεως» εἶναι περιττὴ, ἢ
283τοὐλάχιστον ἀνεπαρκής. Λέγω, ὅτι εἶναι περιττή, διότι,
284ὅπως γνωρίζετε, οἱ λόγοι τῆς ἀναιρέσεως εἶναι ὡρισμένοι.
285Μεταξὺ τῶν λόγων τῆς ἀναιρέσεως ἀναγράφεται καὶ ἡ κακὴ
286σύνθεσις τοῦ δικαστηρίου. Λοιπὸν τὴν κακὴν σύνθεσιν εἶχεν
287ὑπ’ ὄψιν ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἡ κακὴ σύν-
288θεσις τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων εἶναι λόγος ἀναιρέσεως;
289Δύναται ἡ δικαστικὴ ἐξουσία νὰ ἀποφανθῇ, ἂν ὁ Α ἢ ὁ Β
290κληρωθεὶς ἔνορκος κατὰ τὰς διατάξεις εἴτε τοῦ παλαιοτέ-
291ρου νόμου, εἴτε τοῦ νόμου τοῦ 1887, δὲν ἦναι ἔνορκος;
292Τοῦτο, νομίζω, εἶναι ἐπέμβασις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας
293εἰς τὰ καθήκοντα καὶ δικαιώματα τῆς διοικητικῆς, καὶ
294κατὰ συνέπειαν, ὡς καὶ ἡ νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου
295ἀπειράκις ἀπεφάνθη, τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν, ἐκτὸς ἐὰν
296ἐπέλθῃ λόγος ἀνικανότητος μετὰ τὸν καταρτισμὸν τῶν
297καταλόγων. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, διότι ὑπάρχει ἡ βάσις, οἱ
298νομικοὶ συνειθίζουσι νὰ ἐξάγωσι συμπεράσματα, καὶ κατὰ
299συνέπειαν θὰ ἔχωμεν τὸ ἐξ ἀντιδιαστολῆς λεγόμενον ἐπι-
300χείρημα, ὅτι πᾶσα ἄλλη παράβασις εἶναι λόγος ἀναιρέ-
301σεως, ὅπερ προφανῶς ἀπαράδεκτον· καὶ τοῦτο, διότι ἡ περι-
302κοπὴ ἔχει τοῦτο τὸ ἐλάττωμα, ὅτι καθιεροῖ ἀρνητικῶς
303θετικὸν κανόνα. Αἱ περικοπαὶ λοιπὸν, αἱ ὁποῖαι καθιεροῦ-
304σιν ἀρνητικῶς θετικὰ, ὑπόκεινται εἰς τὸ ἐπιχείρημα ἐξ
305ἀντιδιαστολῆς, καὶ κατὰ συνέπειαν ὁ ἑρμηνευτὴς θὰ σκεφθῇ,
306ὅτι, ἐπειδὴ ἡ μὴ τήρησις τῶν προθεσμιῶν δὲν εἶναι λόγος
307ἀναιρέσεως, ἕπεται, ὅτι ἡ μὴ τήρησις πάσης ἄλλης νομί-
308μου διατυπώσεως εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, νομικῶς σόλοικος.
309Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἡ περίοδος εἶναι περιττὴ, προστιθέ-
310μενος, ὅτι θὰ δώσῃ χώραν εἰς ψευδῆ ἐπιχειρήματα. Εἶπον
311πρὸς τούτοις, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκής. Καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει
312τωόντι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δέχεται, ὅτι δύναται ἡ δικα-
313στικὴ ἐξουσία εἰς τὸ εἰδικὸν θέμα νὰ ἐπέμβῃ καὶ εἰς τὰ
314καθήκοντα τῆς διοικητικῆς, τότε διατὶ δὲν ἀναγράφεται,
315ὅτι ἡ παράβασις τοῦ νόμου, τοῦ ἐν γένει νόμου περὶ τῶν
316ἐνόρκων, δὲν εἶναι λόγος ἀναιρέσεως; Νομίζετε, ὅτι μόνον
317εἰς λόγον ἀναιρέσεως θὰ δώσῃ χώραν ἡ μὴ τήρησις τῶν
318προθεσμιῶν, καὶ μόνην ἔλλειψιν θὰ εὕρωμεν τὰς προθε-
319σμίας; Ὅπως ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ τῶν Δημάρχων,—καὶ
320ὁμιλῶ ἐκ πείρας, —εἶναι ἀδύνατον, ἅμα δώσητε τὸ δικαίωμα
321εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὰ τῆς διοικη-
322τικῆς, νὰ μὴ παρουσιασθῶσιν ἀμέσως ἄλλαι ἐλλείψεις· κατὰ
323συνέπειαν, ἢ πρέπει νὰ ἀποκλεισθῇ τὸ μέρος «ἡ δὲ μὴ
324τήρησις αὐτῶν δὲν ἀποτελεῖ λόγον ἀναιρέσεως», ἢ πρέπει
325νὰ τεθῇ ὡς ὅρος, ὅτι ἡ παράβασις τοῦ νόμου τοῦ εἰδικοῦ
326περὶ ἐνόρκων, τοῦ 1887, δὲν εἶναι λόγος ἀναιρέσεως. Ἀλη-
327θῶς ἡ περικοπὴ αὕτη, οὕτω πως τροποποιουμένη, γεννᾷ
328ζητήματα, ἂν καὶ κατὰ πόσον ἐπιτρέπεται ἡ δικαστικὴ
329ἐξουσία νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὰ τῆς διοικητικῆς. Ὀρθότερον εἶναι,
330νομίζω, νὰ ἀποκοπῇ ἐντελῶς· ἀλλ’ ἂν δὲν ἦναι δυνατὸν
331τοῦτο, ἂς γείνῃ τοὐλάχιστον διὰ πᾶσαν παράβασιν τοῦ
332νόμου περὶ ἐνόρκων, καθόσον θὰ εὑρεθῆτε ἀμέσως εἰς τὴν
333ἀναγκαίαν ἀδιέξοδον, ἕνεκα τοῦ ἐπιχειρήματος τῆς ἐξ
334ἀντιδιαστολῆς ἑρμηνείας, θὰ εὑρεθῆτε ἀμέσως πρὸ πληθύος
335ἄλλης λόγων ἀναιρέσεως. Δὲν σκέπτομαι δὲ, ὅτι καὶ ἡ
336γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ὀρθή. Δι’
337αὐτῆς νομίζω, ὅτι συνιστῶνται εἰδικὰ δικαστήρια. Ἡ νο-
338μοθεσία ἡμῶν εἶναι ὁμοιόμορφος, καὶ πρέπει νὰ ἦναι ὁμοιό-
339μορφος. Ἂν ὁ νόμος, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς,
340ψηφισθῇ, θὰ ἔχωμεν ἐνόρκους κατὰ τὸν νόμον τὸν γενικὸν
341τῆς 30 Ἰουνίου 1887, θὰ ἔχωμεν καὶ ἐνόρκους κατὰ τὸν
342νόμον τὸν εἰδικὸν, τὸν ψηφισθησόμενον σήμερον, καὶ κατὰ
343συνέπειαν θὰ ἔχωμεν ἀμέσως εἰς τὰ Ἐφετεῖα, ἐν οἷς δὲν
344ἐτηρήθησαν αἱ διατυπώσεις τοῦ νόμου περὶ ἐνόρκων, θὰ
345ἔχωμεν ἀμέσως, λέγω, εἰδικὰ δικαστήρια, ἤτοι δικαστήρια
346κατ’ εἰδικὸν νόμον συντεταγμένα, ὅπερ εἶναι ἐναντίον τοῦ
347Συντάγματος. Ἢ λοιπὸν πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸ νο-
348μοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀποκόπτον-
349τες τὴν τελευταίαν περίοδον, ἢ, ἂν ἐπιμένῃ ἡ Βουλὴ, ὅσον
350ἀφορᾷ τὴν δευτέραν περίοδον, αὕτη πρέπει νὰ γενικευθῇ,
351νὰ ληφθῇ δὲ φροντὶς, ὥστε τὸ ἄρθρον αὐτὸ νὰ καταργηθῇ
352συντόμως, διότι θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τοὺς ἑρμηνευτὰς ὡς ἀφε-
353τηρία πολλῶν συμπερασμάτων.
354Εἶναι περιττὸν, Κύριοι, νὰ σᾶς ὑπομνήσω, ὅτι εἴμεθα
355κύριοι τῶν νόμων, ἐν ὅσῳ νομοθετοῦμεν καὶ ψηφίζομεν αὐ-
356τούς· ἅμα ὅμως ἐξέλθωσιν οὗτοι τῆς αἰθούσης ταύτης, γί-
357νονται κτῆμα κοινὸν, καὶ ἰδίως ἀντικείμενον ἑρμηνείας, εἰς
358τὴν ὁποίαν δὲν εἴμεθα πάντοτε κύριοι νὰ ἐπιβαλλώμεθα.
359§13ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἀνέπτυξε πολλὰ ἐπι-
360χειρήματα, ἀλλὰ πάντα ταῦτα στρέφονται κατὰ τοῦ νο-
361μοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη προχθὲς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουρ-
362γοῦ, καὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης,
363συμφωνήσας μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς, παρῃτήθη. Ἤδη λοιπὸν
364πρόκειται συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέ-
365βαλεν ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης, υἱοθέτησε δὲ ὁ κ.
366Ὑπουργός.
367Κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἓν καὶ μόνον ἤκουσα ἐπι-
368χείρημα, ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μοὶ ἐφάνη ὀλίγον
369παράδοξον. Ἤκουσα τοῦ κ. συναδέλφου λέγοντος, ὅτι διὰ
370τοῦ νομοσχεδίου δημιουργοῦνται δύο εἰδῶν ἔνορκοι εἰς τὸ
371Κράτος. Ἐγὼ δὲν βλέπω τοιοῦτόν τι· βλέπω μόνον, ὅτι
372τὸ νομοσχέδιον, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἔδει νὰ συνέλθῃ
373κατὰ τὴν περιφέρειαν τῶν Ἐφετείων Ἀθηνῶν καὶ Πατρῶν,
374ἵνα ἐκλέξῃ τοὺς ἐνόρκους ἐκ τῶν γενικῶν καταλόγων, ἐπι-
375τρέπει νὰ συνέλθῃ πρὸς τοῦτο καὶ μέχρι τοῦ Ἰουλίου, ἵνα
376λειτουργήσωσι τὰ Κακουργιοδικεῖα κατὰ τὸ 1892. Ἴσως
377θὰ ἦτο ἐντελῶς περιττὸν νὰ γείνῃ σκέψις περὶ νομοθετήμα-
378τος τοιούτου εἰδικοῦ, ἐὰν δὲν ἐθεωρεῖτο ὡς ἀπρεπὲς νὰ
379ἐπέμβῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἰς τὰ καθήκοντα τὰ δι-
380καστικά· ἐὰν ἦτο δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ τὰ
381Ἐφετεῖα νὰ προβῶσιν εἰς τὴν κλήρωσιν, τὰ πάντα θὰ εἶχον
382καλῶς· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν. Πρέπει ἄρα νὰ προ-
383νοήσωμεν νομοθετικῶς διὰ τὴν εἰδικὴν ταύτην περίπτωσιν.
384Ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ἡ μὴ σύνοδος τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ Δεκέμ-
385βριον δὲν φέρει κἀμμίαν διατάραξιν εἰς τὴν ὅλην οἰκονομίαν
386τοῦ νόμου, καὶ ἠδύνατο τὸ Ἐφετεῖον νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλο-
387γὴν τῶν ἐνόρκων, ὡς προέβη τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσσης, χωρὶς
388νὰ προσέξῃ, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλθε κατὰ Νοέμβριον καὶ
389ἐξέλεξε τοὺς 120 ἐνόρκους, καθόσον πρέπει νὰ διακρίνω-
390μεν, ὅτι ἐν τῇ ὅλῃ οἰκονομίᾳ τοῦ νόμου περὶ ἐνόρκων δὲν
391δημιουργοῦνται προθεσμίαι ἀνατρεπτικαὶ κατὰ τὴν ἔννοιαν
392τὴν δικονομικὴν, ἀλλὰ τάσσονται πρὸς ἔλεγχον τῆς συστά-
393σεως τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων τοιαῦται, τῶν ὁποίων ἡ
394μὴ τήρησις ἀποστερεῖ τοὺς πολίτας Ἕλληνας ὑψίστου δι-
395καιώματος. Τὸ σύστημα, ὡς γνωρίζετε, τὸ ὁρκωτικὸν στη-
396ρίζεται εἰς τὴν ἀρχὴν, ὅτι πᾶς πολίτης δικαιοῦται νὰ
397ἦναι δικαστὴς, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάγηται εἰς τὰς καταστάσεις, ἃς
398ὁρίζουσιν οἱ νόμοι, οἵτινες ἐπάγουσι μείωσιν τοῦ προσώπου
399καὶ δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς τὸ δικαστή-
400ριον. Ἡ ἀρχὴ αὕτη δὲν δύναται νὰ παροραθῇ ἐν οὐδεμιᾷ
401περιπτώσει, διότι ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ ὁρκωτικοῦ συ-
402στήματος· ἵνα δὲ ἐντελῶς τηρῆται, πρέπει νὰ δίδεται εἰς
403τὸν πολίτην Ἕλληνα ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος, ὅπως ζητήσῃ
404νὰ ἐγγραφῇ αὐτὸς ὡς δικαστὴς, ἐὰν ἔχῃ τὰ προσόντα, ἢ νὰ
405διαγραφῇ ἕτερος, μὴ ἔχων ταῦτα. Τὸ χρονικὸν τοῦτο διά-
406στημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποκαλῶ προθεσμίαν, ἵνα μὴ ταράξῃ
407τοὺς δικηγόρους, πρέπει νὰ ἦναι ὡρισμένον ἐν τῷ νόμῳ, ἵνα
408εὐχερῶς δύνηται ὁ πολίτης νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τοῦ κατα-
409λόγου τῶν ἐνόρκων· διότι, ἐὰν ὁ πολίτης δὲν λαμβάνῃ
410γνῶσιν, καὶ ἑπομένως δὲν ἀσκῇ ἐπ’ αὐτοῦ τὸν προσήκοντα
411ἔλεγχον, ἡ βάσις τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος καταπίπτει.
412Διὰ τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν ἐπεζήτουν νὰ δώσωσι διὰ
413τοῦ ἑρμηνευτικοῦ νόμου, ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν, ὅτι ὅλη
414ἡ οἰκονομία τοῦ νόμου ἠδύνατο νὰ παραλύσῃ, ὅτι αἱ διά-
415φοροι διοικητικαὶ ἀρχαὶ ἐξ ἀδιαφορίας θὰ παραβλέπωσι τὰ
416ὁριζόμενα χρονικὰ διαστήματα ὑπὸ τοῦ νόμου πρὸς καταρ-
417τισμὸν τοῦ καταλόγου τῶν ἐνόρκων, οἱ δὲ πολῖται δὲν θὰ
418λαμβάνωσι γνῶσιν κατὰ τίνα τρόπον συντάσσονται οἱ κατά-
419λογοι, ἵνα φέρωσι τὰς δεούσας ἐπ’ αὐτῶν παρατηρήσεις.
420Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἀποφύγωμεν τὸν σκόπελον τοῦτον,
421τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον νομίζομεν, ὅτι ἡ ἔννοια, ἡ διδο-
422μένη διὰ τοῦ ἑρμηνευτικοῦ νόμου εἰς τὸν νόμον περὶ ἐνόρ-
423κων, δὲν ἦτο καὶ ἡ ἔννοια ἡ πραγματικὴ τοῦ νόμου. Ἀντὶ
424λοιπὸν νὰ προβῇ εἰς τοιαύτας σκέψεις ἡ ἐπιτροπὴ, ἐθεώ-
425ρησεν, ὅτι ὀρθότερον καὶ ἁπλούστερον εἶναι, ἵνα δι’ εἰδικοῦ
426νόμου θεραπεύσῃ τὰ ἄτοπα, ὅπως λειτουργήσωσι τὰ Κα-
427κουργιοδικεῖα, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ θίξῃ τὴν ἑρμηνείαν
428τοῦ νόμου περὶ ἐνόρκων, περὶ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ὁποίου
429βραδύτερον δύναται νὰ γείνῃ σκέψις. Πᾶσα ἡ προεξεργασία
430τῶν καταλόγων εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν Ἐφετείων Πατρῶν
431καὶ Ἀθηνῶν ἐγένετο κατὰ τὸν νόμον, ἰδίως ἡ ἀφορῶσα
432εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν καταλόγων. Τί δὲ δὲν ἐγένετο; Δὲν
433ἐγένετο ἡ τυπικῶς γενομένη ἐκλογὴ κατὰ Δεκέμβριον ὑπὸ
434τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς προεδρευομένης ὑπὸ τοῦ Νομάρχου, τῶν
435120 ἐνόρκων, ὧν κατάλογος στέλλεται εἰς τὸ Ἐφετεῖον,
436ὅπερ ἐκλέγει ἐξ αὐτῶν ἑξήκοντα, καὶ ἐκ τῶν ἑξήκοντα κλη-
437ροῦνται 30. Τοῦτο δὲν ἐγένετο κατὰ Δεκέμβριον, τὸ δὲ
438Ἐφετεῖον εἶπεν, ὅτι, «ἐπειδὴ δὲν ἐγένετο, ἀποφεύγω νὰ
439προβῶ εἰς τὴν κλήρωσιν». Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἔπραξεν ὀρ-
440θῶς ἢ μή.
441§14Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀρθῶς ἔπραξε.
442§15ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἔπραξεν ὀρθῶς, διότι ἡ πρᾶξις
443αὕτη τῆς ἐπιτροπῆς, μὴ ὑπαγομένη εἰς δημόσιόν τινα
444ἔλεγχον, καὶ μὴ λαμβανόντων μέρος εἰς αὐτὴν τῶν πολι-
445τῶν δι’ οὐδεμιᾶς αὐτῶν ἐργασίας, θεωρῶ, ὅτι ἠδύνατο νὰ
446γείνῃ καὶ βραδύτερον, ἐὰν δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ γείνῃ
447τὸν Δεκέμβριον. Τὸ ἄτοπον δὲν ἠδύνατο νὰ ἀρθῇ διὰ διοι-
448κητικῆς πράξεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παραγ-
449γέλλοντος εἰς τὸ Ἐφετεῖον νὰ ἐνεργήσῃ τὴν κλήρωσιν, διότι
450τοῦτο θὰ ἦτο ἀπρεπὴς ἀνάμιξις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξου-
451σίας εἰς τὰ ἔργα τῆς δικαστικῆς. Τοῦτο λοιπὸν πρόκειται
452νὰ θεραπεύσωμεν διὰ τοῦ νόμου, ὁρίζοντες, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ,
453ἡ ὁποία ὤφειλε νὰ συνέλθῃ κατὰ Δεκέμβριον, δύναται νὰ
454συνέλθῃ μέχρις Ἰουλίου πρὸς σύνταξιν τοῦ καταλόγου τῶν
455ἐνόρκων τοῦ ἔτους 1892. Ποῦ εὑρίσκει λοιπὸν ὁ κ. συνά-
456δελφος διαφόρων εἰδῶν ἐνόρκους, δὲν ἐνόησα.
457§16Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν ἔχω νὰ φέρω ἀντίῤ-
458ῥησιν εἰς τὸ νομοσχέδιον, διότι νομίζω, ὅτι τοῦτο ἐκπληροῖ
459τὸν σκοπόν του· ἀλλὰ θὰ παρατηρήσω μόνον εἰς τὸν κ.
460συνάδελφον ὀλίγα τινὰ, διότι εἶπεν, ὅτι τὸ Ἐφετεῖον Ἀθη-
461νῶν ἠδύνατο, καίτοι μὴ ἔχον ὑπ’ ὄψιν καταλόγους συντε-
462ταγμένους ἐν προθεσμίᾳ, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν
463ἐνόρκων. Τοῦτο εἶναι ἐπικίνδυνον, καὶ ἐπιφέρει σύγχυσιν
464τῶν ἐξουσιῶν. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι πρέπει ἡ δικαστικὴ ἐξουσία
465νὰ ἀκυροῖ τὰς πράξεις τῆς διοικητικῆς. Ὅταν ὅμως τὸ
466Ἐφετεῖον ἔχῃ ἐνώπιόν του παράβασιν ῥητῆς διατάξεως, καὶ
467διατάξεως ἀνατρεπτικῆς, δὲν δύναται νὰ προβῇ, διότι ἄλ-
468λως δὲν θὰ ἔχωμεν ἐγγυήσεις. Ἡ διάταξις εἶναι ἀνατρε-
469πτικὴ, διότι, ὅταν παρέλθωσιν αἱ προθεσμίαι, ὑπάρχει τὸ
470δικαίωμα τῶν ἐνστάσεων. Κάμνω τὴν παρατήρησιν ταύ-
471την, διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἀπαρατήρητον, ὅτι τὰ Ἐφετεῖα δύ-
472νανται, ἂν δὲν ἔχωσι καταλόγους νομίμως συντεταγμένους,
473νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἐκλογὴν ἐνόρκων.
474§17ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἠκούσατε, κύριοι Βου-
475λευταί, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ εἰς
476τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντος νομοσχεδίου του, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ
477τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τῆς σήμερον εἰσαχθείσης τροπολογίας
478αὐτῆς, ζητοῦσι νὰ λάβωμεν νομοθετικὰ μέτρα πρὸς ἄρσιν
479τῶν κωλυμάτων, τὰ ὁποῖα παρενεβλήθησαν εἰς τὴν ἀπο-
480νομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἵνα λοιπὸν δυνηθῶμεν νὰ
481ἐκτιμήσωμεν τὴν ὀρθότητα καὶ χρησιμότητα τῶν μέτρων,
482τῶν εἴτε διὰ τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, εἴτε διὰ τῆς τρο-
483πολογίας τῆς ἐπιτροπῆς ὑποβαλλομένων, εἶναι ἀνάγκη
484πρὸ παντὸς νὰ κατανοήσωμεν ἀκριβῶς, τίνα εἶναι τὰ κω-
485λύματα αὐτά, τὰ παρεμβληθέντα εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς
486δικαιοσύνης, καὶ τῶν ὁποίων τὴν ἄρσιν ἐπιζητοῦσι τό τε
487νομοσχέδιον καὶ ἡ τροπολογία.
488Ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἐκτεθέντων, ἐγώ, Κύριοι, ὁμολογῶ,
489ὅτι δὲν ἐσχημάτισα ἀκόμη σαφῆ γνώμην καὶ ἰδέαν περὶ
490τῶν κωλυμάτων τούτων· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης
491ἐν τῇ αἰτιολογικῇ αὐτοῦ ἐκθέσει ἐκτίθησιν, ὅτι δύο ἀτα-
492ξίαι ἔλαβον χώραν περὶ τὴν σύνταξιν τῶν καταλόγων τῶν
493ἐνόρκων· ἡ μία ἀταξία εἶναι ἡ ἑξῆς: ὅτι τέσσαρες ἐπιτρο-
494παί, ἐντεταλμέναι νὰ προβαίνωσιν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν
495ἐνόρκων, ὅσοι θὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸ προσεχὲς ἔτος, ἤγουν
496εἰς τὴν σύνταξιν τῶν ἐτησίων λεγομένων καταλόγων, τέσ-
497σαρες, λέγω, τοιαῦται ἐπιτροπαὶ δὲν προέβησαν εἰς τὴν
498ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τούτου ἐντὸς τοῦ παρελθόντος
499ἔτους, ὡς ὁ νόμος ὁρίζει, ἀλλὰ προέβησαν ἐντὸς τοῦ τρέ-
500χοντος. Τοιαῦται ἐπιτροπαὶ εἶναι, ὡς προκύπτει ἐκ τῆς
501αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς
502καὶ Βοιωτίας, ἡ τοῦ νομοῦ Κυκλάδων, ἡ τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας
503καὶ Ἤλιδος καὶ ἡ τοῦ νομοῦ Λαρίσσης. Αὐτὴ εἶναι ἡ
504μία ἀταξία, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν
505ἐτησίων καταλόγων. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα ἀταξία: Εἰς ἕνα
506δῆμον, τὸν δῆμον Βουρῶν τῆς Αἰγιαλείας, δὲν συνετάχθη,
507λέγει ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐντὸς τῶν νομίμων προ-
508θεσμιῶν ὁ γενικὸς κατάλογος τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα
509τοῦ ἐνόρκου.
510Ποῖα τώρα τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ἐπελθόντα ὡς ἐκ
511τῶν ἀταξιῶν τούτων; Ἐὰν, Κύριοι, ἤθελέ τις ἀναγνώσει
512νομοδιδασκάλους, πραγματευομένους τὰ περὶ τοῦ ἀντικει-
513μένου τούτου, ἐὰν ἀκόμη ἤθελε παρακολουθήσει καὶ τὴν
514νομολογίαν τοῦ ἡμετέρου ἀνωτάτου δικαστηρίου, ἤθελε
515μορφώσει τὴν γνώμην, ὅτι ἡ σύνταξις τῶν καταλόγων τῶν
516ἐνόρκων εἶναι ἔργον τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας, πρὸς ἐκπλή-
517ρωσιν τοῦ ὁποίου τίθενται ὑπὸ τοῦ νόμου νόμιμοι προθε-
518σμίαι, καὶ διαγράφονται αἱ δέουσαι διατυπώσεις. Καὶ ὀφεί-
519λει βεβαίως ἡ διοικητικὴ ἐξουσία νὰ συμμορφωθῇ πρὸς
520τὰς διατυπώσεις ταύτας καὶ τὰς προθεσμίας· ἀλλ’ ὅταν ἡ
521ἐξουσία αὕτη περατώσῃ τὰς ἐργασίας αὑτῆς, καὶ ἀπο-
522στείλῃ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν κατάλογον ἐνόρκων, ἡ
523δικαστικὴ ἐξουσία θὰ προβῇ περαιτέρω, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ
524καταλόγου τούτου· οὐδὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν
525ἐτήρησεν ἡ διοικητικὴ ἐξουσία τὰς προθεσμίας καὶ τὰς
526διατυπώσεις, τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου δι’ αὐτὴν διατασσομένας.
527Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδεῶν τούτων ὤφειλέ τις νὰ παραδεχθῇ,
528ὅτι, καὶ ἂν βραδέως αἱ κατὰ νομοὺς ἐπιτροπαὶ προέβησαν
529εἰς τὴν σύνταξιν τῶν ἐτησίων καταλόγων, καὶ ὄχι ἐντὸς
530τοῦ παρελθόντος ἔτους, οὐδεμία ἐντεῦθεν ἐπέρχεται ἀκυ-
531ρότης, καὶ οὐδὲν κώλυμα εἰς τὴν περαιτέρω πορείαν τῆς
532δικαιοσύνης· καὶ οὕτως ἀληθῶς παρεδέχθη τὸ Ἐφετεῖον Λα-
533ρίσσης, τὸ ὁποῖον προέβη εἰς τὴν κλήρωσιν τῶν ἐνόρκων,
534καὶ τοῦ ὁποίου τὰ Κακουργιοδικεῖα βεβαίως λειτουργοῦσιν
535ἤδη.
536Ἀλλὰ τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, δὲν γνωρίζω, πῶς σκεπτό-
537μενον, παρεδέχθη, ὅτι δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν κλή-
538ρωσιν τῶν ἐνόρκων. Ἔχω, Κύριοι, τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἐὰν ὑπε-
539βάλλετο εἰς τὸ Δικαστήριον τῶν Ἐφετῶν νέα αἴτησις περὶ
540κληρώσεως τῶν ἐνόρκων, τὸ Δικαστήριον αὐτὸ, ὡριμώτερον
541σκεπτόμενον, ἤθελεν ἀναγνωρίσει, ὅτι ἐπλανήθη· ἀλλ’ ἐν-
542δεχόμενον βεβαίως εἶναι καὶ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν γνώμην
543του. Ἰδοὺ, Κύριοι, τὸ κώλυμα τῆς ἀπονομῆς τῆς ποινικῆς
544δικαιοσύνης: ἔλλειψις κληρώσεως, ἔλλειψις Κακουργιοδι-
545κείου ἐν τῇ περιφερείᾳ Ἀθηνῶν.
546Ἡ αὐτὴ ἀταξία περὶ τὴν σύνταξιν τοῦ ἐτησίου κατα-
547λόγου ἔλαβε χώραν καὶ εἰς Πάτρας· καὶ ἐκεῖ ὁ Νομάρχης
548καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου καὶ ὁ ἀρχαιότερος τῶν
549δικαστῶν δὲν προέβησαν ἐμπροθέσμως εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ
550ἐτησίου καταλόγου. Ἀλλ’ ἐκεῖ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
551σύνης μᾶς ὑπέβαλεν, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τις ἀταξία,
552ὅτι δηλαδὴ εἰς τὸν δῆμον Βουρῶν δὲν συνετάχθη ἐμπρο-
553θέσμως οὔτε ὁ γενικὸς κατάλογος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐκλέ-
554γουσιν αἱ ἐπιτροπαὶ τοὺς ἐνόρκους, τοὺς περιεχομένους εἰς
555τοὺς ἐτησίους καταλόγους. Τώρα ἐγὼ δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς,
556ἐὰν οὐδόλως συνετάχθη ὁ γενικὸς κατάλογος τοῦ δήμου
557Βουρῶν, ἢ ἂν συνετάχθη βραδέως καὶ μετὰ παρέλευσιν τῶν
558νομίμων προθεσμιῶν, καὶ ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν «Ἐφημερίδα
559τῆς Κυβερνήσεως» μετὰ τοῦ καταλόγου τῶν λοιπῶν δήμων
560τῆς περιφερείας τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας. Τίνες ἐν τούτοις αἱ
561συνέπειαι τῶν ἀταξιῶν τούτων ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου Πα-
562τρῶν; Ἐγένετο ἆρα γε ἐκεῖ ὅ,τι ἐγένετο ἐν Ἀθήναις; Ὄχι,
563λέγει ἡ ἔκθεσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐγένετο
564ἕτερόν τι, καὶ τοῦτο τὸ ἕτερον δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς, Κύ-
565ριοι, ὁποῖον εἶναι. Τὸ Ἐφετεῖον τῶν Πατρῶν, λέγει ὁ κ.
566Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐκθέσει του, προέβη εἰς τὴν κλήρωσιν τῶν
567ἐνόρκων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐτησίων καταλόγων, ἀλλὰ δὲν
568ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του ὅλους τοὺς ἐτησίους καταλόγους τῆς
569περιφερείας του. Φαίνετε, ὅτι τὸν ἐτήσιον κατάλογον τοῦ νο-
570μοῦ Ἀχαΐας δὲν τὸν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, προέβη ὅμως εἰς
571κλήρωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν λοιπῶν ἐτησίων καταλόγων.
572Καὶ ἀφοῦ προέβη εἰς κλήρωσιν, ἑπόμενον εἶναι, ὅτι τὰ
573Κακουργιοδικεῖα τῆς περιφερείας τοῦ Ἐφετείου ἐκείνου λει-
574τουργοῦσιν. Ἔχομεν λοιπὸν ἐκεῖ μίαν κατάστασιν πραγ-
575μάτων ὅλως διάφορον ἐκείνης, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν Ἀθήναις.
576§18ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐγένετο κλήρωσις ἐν Πά-
577τραις.
578§19ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, τὰς πληροφο-
579ρίας μου τὰς ἀρύομαι ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ
580ὁποῖος λέγει, ὅτι «δὲν ἤρξαντο τῶν ἐργασιῶν οὐδὲ τὰ
581»συστηθέντα κατὰ τὴν περιφέρειαν τῶν ἐν Πάτραις Ἐφε-
582»τῶν Κακουργιοδικεῖα, διότι ἐγένετο ἀταξία τις ἐν τῇ
583»κληρώσει τῶν ἐνόρκων, εἰς ἣν δὲν συμπεριελήφθησαν οἱ
584»κατάλογοι ὅλων τῶν νομῶν.» Αὐτὰ ἐκτίθενται ἐν τῇ
585ἐκθέσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Πρέπει πρὸ παντὸς νὰ γνωρί-
586ζωμεν, ὁποία ἡ ἐν Πάτραις κατάστασις. Συνεστήθησαν
587Κακουργιοδικεῖα; ἐγένοντο αἱ κληρώσεις; ἤρχισαν τὰ Κα-
588κουργιοδικεῖα νὰ λειτουργῶσι; Διότι, ἂν ἐγένοντο αἱ κλη-
589ρώσεις, εἰς τί θέλει χρησιμεύσει ἡ πρώτη διάταξις τοῦ
590νομοσχεδίου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγκρίνονται καὶ οἱ ἐκπρο-
591θέσμως συνταχθέντες κατάλογοι; Τίνας συνεπείας θὰ ἔχῃ
592ἡ ἔγκρισις αὕτη, ἀφοῦ ἐκεῖ ἐγένετο ἡ κλήρωσις, χωρὶς νὰ
593ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁ ἐτήσιος κατάλογος τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας
594καὶ Ἤλιδος; Πῶς αἱ ἐργασίαι θὰ προχωρήσωσι περαιτέρω;
595Ἐὰν ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἦναι ἀκριβὴς, καὶ ἐνόσῳ
596ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν βεβαιώσῃ, ὅτι ἀνακριβῶς ἔγραφεν ἐν
597τῇ ἐκθέσει του, ὀφείλομεν ν’ ἀναγνωρίσωμεν ὡς ἀκριβῆ τὰ
598ἐν αὐτῇ περιεχόμενα.
599Ἕνεκα τούτων φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν
600περαιτέρω, μέχρις ὅτου τὸ ζήτημα τοῦτο διευκρινηθῇ σα-
601φῶς, καὶ κατόπιν δυνατὸν νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ περὶ τοῦ
602νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ περὶ τῆς ὅλης οἰκονομίας τοῦ νό-
603μου τούτου.
604§20ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Συμ-
605φωνῶ πρὸς τὸν προαγορεύσαντα ἀξιότιμον συνάδελφον
606κατὰ τοῦτο, ὅτι ἡ σύνταξις τῶν καταλόγων τῶν ἐνόρκων
607εἶναι ἔργον τῆς Διοικήσεως, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ καὶ ὁ
608ἀξιότιμος συνάδελφος ἔχομεν γνώμην δὲν συμμερίζονται πάν-
609τες οἱ δικαστικοί· ἀπορῶ μάλιστα, πῶς, ἐνῷ ὁ ἀξιότιμος
610προλαλήσας ἔχει τοιαύτην γνώμην περὶ τῆς πράξεως τοῦ
611Ἐφετείου Ἀθηνῶν, πῶς δὲν διετύπωσε ταύτην ἐν ταῖς ἐνερ-
612γείαις τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, εἰς ὃ ἀνάγεται καὶ ἡ
613ἐνέργεια αὕτη. Τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν προεκλήθη νὰ προβῇ
614εἰς τὴν κλήρωσιν τῶν ἐνόρκων ἀρχομένου τοῦ μηνὸς
615Μαΐου· διὰ πράξεώς του φερούσης χρονολογίαν 6 Μαΐου
6161892, ἀποφαίνεται, ὅτι ἀπέχει νὰ προβῇ εἰς τὴν συμφώ-
617νως τῇ προτάσει τοῦ Εἰσαγγελέως ἐκλογὴν τῶν 60 ἐνόρ-
618κων. Ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ Ἐφετείου διεβιβάσθη εἰς τὸ
619Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης τὴν 10 Μαΐου. Εἶναι δὲ γνω-
620στόν, ὅτι τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον παρέμεινεν εἰς τὴν
621ἀρχὴν ὅλον τὸν Μάϊον, καὶ ἂν εἶχε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν
622ἐξήνεγκεν, ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνῃ παρὰ τῷ Ἐφετεῖῳ, ὅπως
623ἀνακαλέσῃ τὴν ἀπόφασίν του. Βεβαίως τὸ Ἐφετεῖον Λα-
624ρίσσης εἶχεν ἄλλην γνώμην, ὅτι αἱ προθεσμίαι, αἱ ὑπὸ τοῦ
625νόμου τασσόμεναι, δὲν εἶναι ἀνατρεπτικαί, καὶ ἑπομένως,
626ἐπειδὴ ἡ ἐκλογὴ τῶν ἐνόρκων δὲν ἐγένετο τὸν Δεκέμβριον,
627προέβη κατὰ Μάρτιον εἰς νέαν ἐκλογήν. Ἐγὼ ὅμως φρονῶ,
628ὅτι, εὐθὺς ὡς ἓν Ἐφετεῖον εἶχε γνώμην, ὁποίαν τὸ Ἐφε-
629τεῖον Ἀθηνῶν, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν Ὑπουρ-
630γὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἀνάκλησιν τῆς γνώ-
631μης ταύτης, διότι θὰ ἦτο ἐπέμβασις τῆς ἐκτελεστικῆς
632ἐξουσίας ἐπὶ τὰ ἔργα τῆς δικαστικῆς. Ὡς πρὸς τὸ θέμα
633τοῦτο προεκλήθη καὶ ἡ γνώμη τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ
634Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος, ἀναφερόμενος εἰς τὴν νομολογίαν
635τὴν κρατοῦσαν παρ’ ἄλλοις ἔθνεσιν, εἶπεν, ὅτι ἠδύναντο νὰ
636τεθῶσιν ἐν ἐνεργείᾳ οἱ κατάλογοι τῆς παρελθούσης τριε-
637τίας. Ἀλλὰ καὶ ἡ γνώμη αὕτη ἐθεωρήθη βεβιασμένη ὑπὸ
638ἑτέρων δικαστῶν. Ἐὰν ἓν Ἐφετεῖον ἔχῃ τὴν γνώμην, ὅτι
639αἱ προθεσμίαι εἶναι ἀνατρεπτικαί, ἐπέμενε δὲ ὁ Ὑπουργὸς
640τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀνακληθῇ ἡ πρᾶξις, δὲν νομίζετε, ὅτι
641ἠθέλομεν παράσχει ἔδαφος πρὸς ὑποβολὴν ἀναιρέσεων καθ’
642ὅλων τῶν ἀποφάσεων τῶν Κακουργιοδικείων, τῶν συστη-
643θέντων ἐπὶ τῇ βάσει καταλόγων ἐκπροθέσμως συνταχθέν-
644των; Οὕτω, ὡς πρὸς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, τὸ μέρος τῶν
645προθεσμιῶν ἔχει καλῶς, καὶ δὲν νομίζω, ὅτι ἔχει ἀνάγκην
646ὁ προλαλήσας ἑτέρων πληροφοριῶν, ἵνα κρίνῃ περὶ τοῦ
647πρακτέου· οἱ κατάλογοι τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ τῶν Ἐφε-
648τείων Ἀθηνῶν ἐνόρκων εἶναι συντεταγμένοι κατὰ τὴν ὑπὸ
649τοῦ νόμου τασσομένην προθεσμίαν. Μεταβαίνω εἰς τὴν
650περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν. Ἐν αὐτῷ ὑπάρχει ἰδι-
651αίτερόν τι εἰς τὸν δῆμον Βουρῶν, ὅπου οἱ γενικοὶ κατά-
652λογοι δὲν συνετάχθησαν ἐντὸς τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου τασσο-
653μένων προθεσμιῶν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐγεννήθησαν διάφοροι
654γνῶμαι, διότι τινὲς εἶπον, ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἡ ἐκλογὴ
655κατὰ τὸ ἄρθρον 12 ἐκ τῶν καταλόγων ὅλων τῶν ἄλλων
656δήμων, πλὴν τοῦ δήμου Βουρῶν. Τὴν γνώμην ταύτην δὲν
657ἠσπάσθη ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι εὕρι-
658σκεν, ὅτι οἱ κατάλογοι τῶν ἐνόρκων εἶναί τι ἑνιαῖον καὶ
659κατὰ νομὸν καὶ κατὰ περιφέρειαν· κατὰ νομὸν μὲν, διότι
660συντάσσονται οἱ ἐτήσιοι κατάλογοι τῶν 120 ἐνόρκων, κατὰ
661περιφέρειαν δὲ Ἐφετείου, διότι ἐκ τοῦ συνόλου σχηματί-
662ζεται τὸ ὁρκωτικὸν δικαστήριον.
663Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἀνεφέρθη εἰς τὴν ἔκθε-
664σιν τὴν εἰσηγητικὴν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ᾐτήσατο ἐξηγή-
665σεις ἐπὶ τοῦ ἀναφερομένου ἐν αὐτῷ, ἐὰν τῷ ὄντι ἐγένετο κλή-
666ρωσις ἐνόρκων ἐν τῷ Ἐφετείῳ Πατρῶν. Καθ’ ἃς ἔχω πλη-
667ροφορίας, ἐγένετο κλήρωσις, καὶ ἐγένετο κλήρωσις ἐκ τῶν
668καταλόγων τῶν ἄλλων νομῶν, πλὴν τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ
669Ἤλιδος, ἕνεκα τοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον προανέφερον ὑμῖν,
670ὅτι δηλ. εἰς τὸν δῆμον Βουρῶν δὲν ὑπῆρχε κατάλογος
671ἐμπροθέσμως συντεταγμένος· ἀλλὰ δὲν ἐδημοσιεύθησαν τὰ
672ἀποτελέσματα τῶν κληρώσεων, διότι καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν
673Ἐφετῶν εἶχεν ἀμφιβολίαν, ἂν ἦναι ἔγκυρος ἡ πρᾶξις
674αὕτη, καὶ ἠτήσατο ὁδηγίας παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς
675Δικαιοσύνης, καὶ οὕτως ἐσταμάτησαν αἱ ἐργασίαι τοῦ
676Ἐφετείου Πατρῶν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, νὰ γένωνται δηλ.
677κληρώσεις ἐπὶ τῶν καταλόγων τῶν ἐτησίων τῶν ἄλλων
678νομῶν, πλὴν τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, νὰ μὴ δη-
679μοσιευθῶσι δὲ καὶ αὗται.
680§21Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρα δὲν ἐγένοντο.
681§22ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
682§23Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐδημοσιεύθησαν αἱ κλη-
683ρώσεις;
684§24ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· δὲν ἐδημοσιεύθησαν, δι’ ὃν λόγον
685σᾶς εἶπον.
686Ὅσον ἀφορᾷ τὸν δῆμον Βουρῶν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐξηνέ-
687χθη ἀπορία τις ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος, ἐὰν δηλ. οἱ κατά-
688λογοι δὲν συνετάχθησαν, ἢ συνετάχθησαν ἐκπροθέσμως,
689παρατηρῶ, ὅτι ἐκπροθέσμως συνετάχθησαν, καὶ παρατηρῶ,
690ὅτι ὁ ἐτήσιος κατάλογος, ὁ δημοσιευθεὶς, ἀντὶ νὰ δημοσι-
691ευθῇ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» τὸν Σεπτέμ-
692βριον, ὡς ὁ νόμος ὁρίζει, ἐδημοσιεύθη τὸν Μάρτιον τοῦ 1892,
693μόνον ἕνεκα τῆς ἀταξίας ταύτης, τῆς ἀναφερομένης εἰς τὸν
694δῆμον Βουρῶν. Ἔχομεν λοιπὸν καὶ ἐκεῖ τῶν γενικῶν κατα-
695λόγων ὡς πρὸς ἕνα δῆμον ἀταξίαν, καὶ ὡς πρὸς τὸν νομὸν
696Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος τὴν ἔλλειψιν ἐτησίου καταλόγου,
697ὅστις ἔπρεπε νὰ συνταχθῇ κατὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον, καὶ
698δὲν συνετάχθη. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον
699τὸ πρῶτον, εἶπον, ὅτι ἠδύναντο δι’ ἑνὸς ἑρμηνευτικοῦ νόμου
700νὰ τηρηθῶσιν αἱ προθεσμίαι αὗται, καὶ οὕτω νὰ λειτουρ-
701γήσωσι τὰ Κακουργιοδικεῖα ἄνευ βλάβης τινός· ἀλλ’ ὅπως
702καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος παρετήρησε, καὶ
703ὅπως καὶ πολλοὶ τῶν ἄλλων συναδέλφων παρετήρησαν,
704ὑπῆρχε φόβος, μήπως, ἐὰν δοθῇ τοιαύτη ἑρμηνεία, ἡ ὅλη
705οἰκονομία τοῦ νόμου ἀνατραπῇ, καὶ αἱ πολλαὶ ἐπιτροπαὶ,
706αἱ ὁποῖαι ἐργάζονται εἰς τὴν κατάρτισιν τῶν καταλόγων,
707τοῦ λοιποῦ γένωνται ἀμελέστεραι περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν
708τῶν ἑαυτῶν καθηκόντων. Ἐγὼ ὅμως ὁμολογῶ, ὅτι, ἐπειδὴ
709ἔχω ἐν νῷ τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ νόμου περὶ ἐνόρκων, φρονῶ,
710ὅτι πρέπει οἱαδήποτε διέξοδος νὰ δοθῇ, διὰ νὰ λειτουρ-
711γήσωσι τὰ Κακουργιοδικεῖα, καὶ εὑρίσκω, ὅτι καὶ ἡ διέ-
712ξοδος ἡ διδομένη ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι
713ἐπίσης πρακτική. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ὑπάρχει τι τὸ ἀντι-
714συνταγματικὸν, ὡς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος,
715διότι συμβαίνει ἐν τῇ διατυπώσει τῇ διοικητικῇ νὰ ἐπέλθῃ
716μεταβολή τις καὶ νὰ ἐπέλθῃ διὰ νόμου· διότι ὡς πρὸς ἕνα
717δῆμον, ὁ ὁποῖος εἶναι πιθανὸν νὰ μετάσχῃ εἰς τὴν κατάρ-
718τισιν τῶν καταλόγων, πιθανὸν δὲ καὶ νὰ μὴ μετάσχῃ, θὰ
719ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ γενικοὶ κατάλογοι τῆς παρελθούσης
720τριετίας. Οὐδὲν τὸ ἀντισυνταγματικὸν βλέπω ἐν τῇ διατυ-
721πώσει ταύτῃ, διατυπώσει ἄλλως τε καθαρῶς ἐσωτερικῇ,
722καθαρῶς διοικητικῇ.
723Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ
724εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ
725τῆς ἐπιτροπῆς, διότι δι’ αὐτοῦ αἴρονται αἱ ἀνωμαλίαι. Δὲν
726ἐννοῶ δὲ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνωμεν εἰς τὴν κατά-
727στασιν τὴν ἐκκρεμῆ, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, καὶ νὰ ἀπο-
728δεχθῶμεν τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, διότι
729εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ ἀπροχωρήτου. Ἀφοῦ τὰ Ἐφετεῖα
730λέγουσιν, ὅτι ἀπέχουσι νὰ προβῶσιν εἰς τὴν κλήρωσιν, διότι
731οἱ κατάλογοι δὲν ἐγένοντο ἐντὸς τοῦ Δεκεμβρίου, ὡς ὤφει-
732λον, βεβαίως εἶναι ἀδύνατον, εἶναί τι ἀδικαιολόγητον εἰς
733τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ πιέσῃ τὴν δικαστικὴν, ἵνα
734παραδεχθῇ ἄλλην γνώμην, παρὰ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν διὰ
735πράξεώς της διετύπωσε.
736§25ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ
737τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ τὴν ἀλληλογραφίαν, καὶ ἰδίως
738τὰς πράξεις τῶν Ἐφετείων Ἀθηνῶν, Πατρῶν καὶ Λαρίσσης.
739§26ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ
740τῆς Δικαιοσύνης ἠκούσατε, ὅτι ἀπηύθυνε παρατήρησιν πρὸς
741ἐμέ, πῶς δὲν ἐφήρμοζον ὡς Ὑπουργὸς τὴν γνώμην περὶ
742νέας ὑποβολῆς τῆς ὑποθέσεως πρὸς τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν
743Ἀθήναις Ἐφετῶν. Διὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ δώσω τὴν πληρο-
744φορία αὐτὴν εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργόν. Ἐγώ, τυχαίως
745ἀναπληρώσας ἀναχωρήσαντα τὸν κ. τέως Ὑπουργὸν ἐπὶ
746τῆς Δικαιοσύνης, ἔλαβον γνῶσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς
747ὑποθέσεως ταύτης, τὴν ἔκτασιν τῆς ὁποίας ἡ ὑπηρεσία
748δὲν ἐγνώριζεν ἀκριβῶς, διότι ἀμφιβολία ἐγεννήθη εἰς ἐμέ,
749τὴν ὁποίαν ἡ ὑπηρεσία δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναιρέσῃ, ὅτι οὐδό-
750λως εἶχον δημοσιευθῆ οἱ γενικοὶ κατάλογοι τῶν ἐνόρκων
751κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἠγνοοῦμεν δὲ ἀκόμη καὶ τότε
752ἀκριβῶς, τί ἐγένετο ἐν Πάτραις, ἑπομένως ἐν Συμβουλίῳ,
753προκληθέντι ὑπ’ ἐμοῦ, πρὸς λῆψιν μιᾶς ὁριστικῆς ἀποφά-
754σεως, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, νὰ ζητηθῶσι πλείονες
755πληροφορίαι, νὰ γείνῃ ἔρευνα ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερ-
756νήσεως», ἐὰν ἐδημοσιεύθησαν κατάλογοι, καὶ τότε νὰ σκε-
757φθῶμεν περὶ τοῦ πρακτέου. Καὶ τότε μάλιστα εἶχον ἐκδη-
758λώσει τὴν ἰδέαν, ὅτι ἔπρεπεν εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν ἐκ
759νέου νὰ ἀπευθυνθῶμεν, παρακαλοῦντες αὐτὸ νὰ μελετήσῃ
760ἐμβριθέστερον τὸ ζήτημα, ἢ νὰ προβῶμεν εἰς αἴτησιν ἀναι-
761ρέσεως ὑπὲρ τοῦ νόμου κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐφετείου,
762ὡς μὴ ἑρμηνεύσαντος ὀρθῶς τὸν νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον
763ἐντὸς τοῦ προηγουμένου ἔτους ἔπρεπε νὰ ἐκλεχθῶσιν οἱ
764ἔνορκοι. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐγὼ ἔπαυσα νὰ διευθύνω τὸ
765Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, καὶ δὲν ἐγνώριζον ἀκριβῶς, τί εἶχε γείνῃ
766μέχρι τῆς παραιτήσεως ἡμῶν. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐμὴν
767ἐνέργειαν.
768Παρατηρῶ τώρα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιο-
769σύνης, ὅτι οὐδόλως ἔλυσε τὴν ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέ-
770βαλον, πῶς θὰ κανονισθῶσι τὰ ἐν Πάτραις μετὰ τὴν γε-
771νομένην κλήρωσιν τῶν ἐνόρκων ἐκεῖ. Τὸ νομοσχέδιον τῆς
772ἐπιτροπῆς, ὅπως διετυπώθη, θὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν νὰ θεω-
773ρηθῇ ἄκυρος ἡ γενομένη κλήρωσις, ἐνῷ δὲν ἀκυροῦνται οἱ
774ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κληρώσεως ἐκείνης γενόμενοι κατάλογοι;
775Θὰ προβῇ περαιτέρω ἡ δικαστικὴ ὑπηρεσία; Περὶ τούτου
776τὸ νομοσχέδιον σιωπᾷ.
777Καὶ ἑτέραν τινὰ παρατήρησιν, Κύριοι, ὑπέβαλον. Ἀνα-
778γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὁ περιβόητος κατάλογος τοῦ
779δήμου Βουρῶν ἐδημοσιεύθη τέλος ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς
780Κυβερνήσεως» καὶ εὑρίσκεται δημοσιευμένος. Ἐρωτῶ λοι-
781πὸν τότε, προκειμένου νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἐπιτροπαὶ
782κατάλογόν τινα διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐνόρκων, διατὶ τάχα
783νὰ μὴ λάβωσιν αὐτὸν τὸν ἤδη ὑπάρχοντα καὶ δημοσιευ-
784μένον, ἀλλὰ νὰ ἀνατρέχωσιν εἰς τὸν πρὸ τριετίας συντα-
785χθέντα; Θέλετε νὰ δώσητε κῦρος εἰς κατάλογον δημοσιευ-
786θέντα, ὁ ὁποῖος, ἐπαναλαμβάνω, οὐδεμίαν ἀνάγκην κύρους
787ἔχει, διότι εἶναι ἔγκυρος, ἀλλὰ τέλος πάντων θέλετε νὰ δώ-
788σητε κῦρος, νὰ δώσητε κῦρος εἰς κατάλογον, ὁ ὁποῖος ὑπάρ-
789χει καὶ ἔχει δημοσιευθῆ. Διατὶ νὰ καταφεύγητε εἰς ἐκεῖ-
790νον, ὁ ὁποῖος συνετάχθη πρὸ τριετίας;
791Ταύτας τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν
792κ. Ὑπουργὸν, καὶ ἐνδεχόμενον κατόπιν, εἰς δευτέραν καὶ
793τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ὑποβάλω καὶ ἑτέρας
794παρατηρήσεις.
795§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομο-
796σχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πε-
797ρισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
798Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
799§28ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὑποβάλλω
800τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ διάταξις, ἡ περιεχομένη ἐν αὐτῷ, ὅσον
801ἀφορᾷ τὴν περιφέρειαν τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, εἶναι εἰς ἀντί-
802φασιν πρὸς τὰ πράγματα, διότι ὁμολογεῖτε, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ
803ἐν τῷ νομῷ αὐτῷ συνῆλθον καὶ ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκον αὐτῶν.
804Ἀφοῦ συνῆλθον καὶ ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκον αὐτῶν, δὲν
805βλέπω εἰς τί ἀποβλέπει ἡ διάταξις, ἡ λέγουσα, ὅτι ἡ ἐπι-
806τροπὴ δύναται νὰ συνέλθῃ καὶ μέχρι τέλους Ἰουλίου τοῦ
807ἐνεστῶτος ἔτους.
808§29ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πρό-
809κειται περὶ μιᾶς ἐπιτροπῆς, τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 12.
810Λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, κατὰ τὸν νόμον τὸν κρατοῦντα,
811ἔπρεπε νὰ συνέλθῃ καὶ νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἐκλογὴν ἐντὸς τοῦ
812μηνὸς Δεκεμβρίου...
813§30ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἔγεινεν ἤδη.
814§31ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔγεινεν.
815§32ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἔγεινεν ἐν τῷ νομῷ Ἀχαΐας.
816§33ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ... Ἐπιτρέπεται λοιπὸν εἰς αὐτὴν τὴν
817ἐπιτροπὴν, ἥτις ὤφειλεν ἐντὸς τοῦ Δεκεμβρίου νὰ ἐνεργήσῃ
818τὴν ἐκλογὴν, νὰ τὴν ἐνεργήσῃ μέχρι τοῦ Ἰουλίου, οὕτω δὲ
819τὸ Ἐφετεῖον δυνηθήσεται νὰ ἐνεργήσῃ τὰ περαιτέρω.
820§34ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλ-
821θεν, ἀλλὰ δὲν συνῆλθε κατὰ τὴν προθεσμίαν τὴν ὡρισμέ-
822νην, ὡς συνελθοῦσα κατὰ Μάρτιον.
823§35ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ δώσω μίαν πληροφο-
824ρίαν ἐγώ, ὅστις εἶμαι ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου; Εἰς
825τὴν περιφέρειαν τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν συνῆλθεν ἡ ἐπι-
826τροπή, κατὰ τὰς πληροφορίας ἡμῶν, οὐχὶ τὸν Δεκέμβριον,
827ἀλλὰ τὸν Μάρτιον. Διὰ τοῦτο — παρακαλῶ, προσέξατε, — διὰ
828τοῦτο ἡ φράσις τοῦ νομοσχεδίου ἔχει ὡς ἑξῆς: «Δύνανται
829νὰ συνέλθωσι καὶ μέχρι τέλους Ἰουλίου». Ἀπὸ τοῦ Δεκεμ-
830βρίου μέχρι τέλους Ἰουλίου. Ὅσαι συνῆλθον, καλῶς συνῆλ-
831θον· αἱ μὴ συνελθοῦσαι παντελῶς, δύνανται νὰ συνέλθωσι
832καὶ αὗται μέχρι τέλους Ἰουλίου. Ὥστε βλέπετε, κατὰ τὴν
833ἔννοιαν τοῦ νόμου, ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι συνῆλθον κατὰ τὸν
834Δεκέμβριον καὶ ἐντὸς τοῦ 1892, ἐπιτρεπομένου διὰ τοῦ νό-
835μου νὰ συνέλθωσι καὶ μέχρι τοῦ Ἰουλίου, καλῶς συνῆλθον,
836καὶ ἑπομένως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκλογῆς ἐκείνης δύναται νὰ
837γείνῃ ἡ κλήρωσις. Ἐὰν εἴς τινα μέρη δὲν συνῆλθον ποσῶς,
838δύνανται νὰ συνέλθωσι μέχρι τέλους Ἰουλίου. Περιλαμβά-
839νει ἀμφοτέρας τὰς περιστάσεις ἡ φράσις τοῦ ἄρθρου.
840§36ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νομίζω ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου
841δέον νὰ ὦσιν ἐπιτακτικαί. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ διάταξις,
842ἡ λέγουσα ὅτι δύνανται νὰ συνέλθωσι, δὲν ἔχει κῦρος καθ’
843ὅσον ἀποβλέπει τὸν νομὸν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, καὶ μά-
844λιστα θέτει εἰς μίαν θέσιν δύσκολον κατόπιν τὴν δικαιοσύ-
845νην, ἂν πρόκηται νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς καλῆς ἢ κακῆς
846συγκροτήσεως τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων, διότι ὁ νόμος
847θέλει νὰ συνέλθωσι, καὶ κατὰ συνέπειαν θέλει νὰ γείνῃ νέα
848κλήρωσις, ἥτις ἐν τούτοις ἐγένετο ἐν τῷ νομῷ τούτῳ. Διὰ
849τοῦτο μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, ὅπως ὁ νόμος ἔχῃ
850τὸν τύπον τὸν διατακτικὸν, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ
851νόμος, ὡς πρὸς μὲν τὴν περιφέρειαν τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν
852δέον νὰ λέγῃ, ὅτι τὸ Κακουργιοδικεῖον συγκροτηθήσεται
853ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταλόγων, οἵτινες ἐγένοντο ἤδη κατὰ
854τὸν Μάρτιον. Τοῦτο ὅσον ἀποβλέπει τοὺς καταλόγους τῶν
855ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν· καθ’ ὅσον δὲ ἀποβλέπει τοὺς κατα-
856λόγους τῆς περιφερείας τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν, νομίζω, ὅτι
857ἡ δικαιοσύνη ἐπιβάλλει, ὅπως μὴ ἀδικῶνται οἱ συμπολῖ-
858ται ἡμῶν ἕνεκα τῆς μὴ τακτικῆς λειτουργίας τῶν νόμων,
859ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ εὐθύνεται βεβαίως ἡ ἐλεεινὴ ἡμῶν πολιτικὴ
860κατάστασις, παρατεινομένης ὡς ἐκ τούτου τῆς προφυλακί-
861σεως τῶν ἐν ὑποδικίᾳ μόνον διατελούντων συμπολιτῶν
862ἡμῶν· δὲν πρέπει νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἀπονομὴν
863δικαιοσύνης τὸ ταγύτερον, καὶ δι’ οἱουδήποτε μέσου πρέ-
864πει νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν συγκρότησιν τῶν Κακουργιοδικείων
865ὅπως ἡ δικαιοσύνη προβῇ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθη-
866κόντων αὐτῆς.
867Διὰ τοῦτο φρονῶ, Κύριοι, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀποβλέπει
868τὴν περιφέρειαν τοῦ Κακουργιοδικείου Πατρῶν, δέον νὰ ἐπι-
869τραπῇ, ὅπως ἡ κλήρωσις γείνῃ ἐκ τῶν καταλόγων, οἱ
870ὁποῖοι ὑπεβλήθησαν ἀπὸ τὰς ἄλλας περιφερείας, μὴ λαμ-
871βανομένου ὑπ’ ὄψιν παντάπασι τοῦ καταλόγου τῆς
872Ἀχαΐας, ὁ ὁποῖος δὲν συνεκροτήθη ἐγκαίρως, ἢ λαμβανομέ-
873νου ὑπ’ ὄψιν τοῦ ἰσχύσαντος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τριε-
874τίαν. Τοιουτοτρόπως, Κύριοι, δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου λύομεν
875τοὐλάχιστον, ὅσον ἀποβλέπει καὶ τὸν νομὸν Ἀχαΐας, τὴν
876δυσχέρειαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, συγκροτουμένων
877οὕτω τὸ ταχύτερον καὶ τῶν δύο Κακουργιοδικείων, τοῦ
878τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ τῆς περιφερείας Ἀχαΐας. Αὕτη εἶναι,
879Κύριοι, ἡ γνώμη μου.
880§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὅπως
881ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισ-
882σότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
883(Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δε-
884κτὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νο-
885μοσχεδίου, εἰς αʹ συζήτησιν).
886§38ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Μίαν ἐξήγησιν, παρακαλῶ. Ἂν ὑποθέ-
887σωμεν, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ συνῆλθον προηγουμένως, πρέπει νὰ
888συνέλθωσιν ἐκ νέου;
889§39ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι.
890§40ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑπο-
891βάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου, παρέχοντος ἄδειαν
892πρὸς παράτασιν τῆς μεταῤῥυθμίσεως τῆς δικαστικῆς ἐν Αἰ-
893γύπτῳ, συμφώνως πρὸς τὰ συμπεφωνημένα, ἐπὶ ἑτέραν πεν-
894ταετίαν.
895§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
896Παράρτημα, ἀριθ. 75).
897Λύεται ἡ συνεδρίασις.
898Ὥρᾳ 11 π. μ...