1892.06.11
1,434 rows · 10,878 words · 99 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 14
τῆς 11 Ἰουνίου 1892.
(Πέμπτη)
Ὥρᾳ 9 καὶ 15′ π. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, ὅπως εἰς τὸ τέλος τῆς πρώτης παραγράφου, ἤτοι μετὰ τὴν περικοπὴν «ἀποῤῥιφθείσης τῆς προτάσεως ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν Λοκρίδος, ἵνα τὸ μεταμεσημβρινὸν τοῦτο τμῆμα θεωρηθῇ ὡς ἰδιαιτέρα συνεδρίασις», προστεθῶσι τὰ ἑξῆς: «ἀφοῦ κατ’ αὐτὴν ἐγένετο ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου, χωρὶς νὰ ἦναι αὕτη ἀναγεγραμμένη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει»· διότι οὕτως εἶναι πλήρης ἡ πρότασίς μου ἐκείνη.
§3Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ταῦτα δὲν ἀναγράφονται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς δὲν ἀναγράφονται ἀρνητικὰ γεγονότα, ἀναγράφονται τὰ γενόμενα.
§4ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρόκειται περὶ γνώμης ἰδικῆς μου, τῆς ὁποίας ὁ πιστότερος διερμηνεὺς εἶμαι ἐγὼ βεβαίως.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγραφῶσιν;
§6ΦΩΝΑΙ. Ὄχι! ὄχι!
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεῤῥίφθη ἡ πρότασίς σας.
§8ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐγώ, ὑπείκων εἰς τὴν θέλησιν τῆς πλειονοψηφίας, μεταβαίνω εἰς ἄλλην τινὰ παρατήρησιν. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι προχθὲς ἀνεκοινώσατε εἰς τὴν Βουλὴν μόνον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐπιτροπῶν ὡς πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν· ὡς πρὸς τὴν μειονοψηφίαν δὲν ἀνεκοινώσατε τὸ ἀποτέλεσμα, ἐπεφυλάχθητε δὲ, ἀφοῦ εὑρέθησαν διπλᾶ ψηφοδέλτια αὐτῆς, νὰ γείνῃ προηγουμένως ἡ διαλογὴ καὶ ἀκολούθως νὰ ἀνακοινώσητε τὸ ἀποτέλεσμα. Παραδόξως πως ὅμως βλέπω τώρα, ὅτι ἀνεκοινώθη τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐπιτροπῶν καὶ ὡς πρὸς τὴν μειονοψηφίαν. Πῶς συμβαίνει τοῦτο;
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπροσέξατε, κύριε Βουλευτὰ, φαίνεται.
§10ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπὼν κατὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως, ἐπληροφορήθην τὸ πρᾶγμα παρ’ ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων· διὸ δὲν ἐπιμένω εἰς τοῦτο... Πλὴν ἔχω καὶ ἑτέραν παρατήρησιν ν’ ἀπευθύνω. Βλέπω, παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν, ὅτι ἀντὶ τοῦ γνησίου ψηφοδελτίου τῆς μειονοψηφίας περιελήφθη εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐπιτροπῶν ἓν ψηφοδέλτιον αὐτῆς ὑποβολιμαῖον. Πολὺ πιθανὸν νὰ ἔχῃ γείνῃ τοῦτο κατὰ λάθος. Ἐπειδὴ ἡ μειονοψηφία ἀπέσχε τῆς ψηφοφορίας κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου, τῶν ἀντιπροέδρων καὶ τῶν γραμματέων τῆς Βουλῆς, ἴσως ἡ πλειονοψηφία, παραχθεῖσα ἐντεῦθεν, ὑπέθεσεν ὅτι θὰ ἀπεῖχεν ἡ μειονοψηφία καὶ τῆς ψηφοφορίας διὰ τὰς ἐπιτροπὰς, καὶ ἠθέλησε νὰ καταρτίσῃ καὶ τὸ ψηφοδέλτιον ταύτης. Ἀφοῦ ὅμως ἐνεφανίσθη ἡ μειονοψηφία κατὰ τὴν ψηφοφορίαν μὲ ἴδιον ψηφοδέλτιον πλῆρες, δὲν ἔπρεπε, νομίζω, νὰ ψηφισθῇ τὸ ψηφοδέλτιον ἐκεῖνο τὸ ὑποβολιμαῖον.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Βουλευτὰ, παρακαλῶ νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι ἡ φράσις αὕτη...
§12ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου.
§13ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ διακόπτητε τοὺς ἀγορεύοντας. Ἂν ἔχητε παρατήρησιν, τὴν ὑποβάλλετε.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, μὲ συγχωρεῖτε, νομίζω, ὅτι ἡ φράσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος δὲν εἶναι πρέπουσα.
§15ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μὴ διακόπτῃ τὸν ἀγορεύοντα.
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὸ βῆμα, κύριε Εὐταξία, διὰ νὰ ἀκούωμεν.
§17ΕΥΤΑΞΙΑΣ (ἀπὸ τοῦ βήματος). Δὲν ἀμφιβάλλω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι κατὰ λάθος ἐψηφίσθη τὸ ψηφοδέλτιον ἐκεῖνο, τὸ ὑποβολιμαῖον διὰ τὴν μειονοψηφίαν, ἐπὶ τῇ προϋποθέσει, ὡς εἶπον, ὅτι ἡ μειονοψηφία δὲν θὰ εἶχεν ἴδιον ψηφοδέλτιον. Ἀφοῦ ὅμως αὕτη ἐνεφανίσθη ἐνταῦθα καὶ ὑπέβαλεν ἴδιον πλῆρες ψηφοδέλτιον, νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ ἄλλο ψηφοδέλτιον. Καὶ ἀφοῦ ὅμως ἐψηφίσθη τοῦτο, πρέπει ἡ Βουλὴ, ὡς ἀντικείμενον εἰς τὸν Κανονισμόν της, νὰ μὴ λάβῃ αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ τὸ γνήσιον τῆς μειονοψηφίας ψηφοδέλτιον. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ἡ πλειονοψηφία δικαιοῦται νὰ ἐκλέξῃ τὰ ⅔ τῶν ἐπιτροπῶν, τὸ δὲ ⅓ ἐπαφίεται εἰς τὴν μειονοψηφίαν νὰ τὸ ἐκλέξῃ. Διὰ τοῦ παρεισάκτου, οὕτως εἰπεῖν, ψηφοδελτίου ἡ μειονοψηφία στερεῖται δικαιώματος ἀναφαιρέτου, τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ ἀντιπροσωπεύηται αὕτη δι’ ἰδίων μελῶν ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς, καὶ νὰ ἐκλέγῃ τὰ καταλληλότερα δι’ αὑτὰς ἐκ τῶν μελῶν της. Ἐν τῷ ὑποβολιμαίῳ τῆς μειονοψηφίας ψηφοδελτίῳ ἀπαντῶσιν ἀναγεγραμμένα ὀνόματα Βουλευτῶν, ἀνηκόντων εἰς τὰς τάξεις τῆς πλειονοψηφίας· εὐθὺς ἐν ἀρχῇ αὐτοῦ, προκειμένου περὶ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀναγινώσκω τὰ ὀνόματα τῶν κ. κ. Μακρυγιάννη, Καρυστινάκη καὶ Χατζίσκου, ὡς δῆθεν μελῶν τῆς μειονοψηφίας. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἐρωτώμενοι οἱ κύριοι οὗτοι, δὲν θὰ διστάσωσι νὰ ὁμολογήσωσιν, ὅτι εἶναι μέλη τῆς πλειονοψηφίας. Πῶς δὲ, τοιοῦτοι ὄντες, δύνανται ν’ ἀντιπροσωπεύσωσι τὴν μειονοψηφίαν ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς; Κατὰ περίεργον δὲ τρόπον, ἐξ ἄλλων ἐπιτροπῶν, ὡς ἐκ τῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἔχουσιν ἀποκλεισθῆ ὅλως τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας. Ἐπειδὴ λοιπὸν, Κύριοι, τὸ ψηφοδέλτιον αὐτὸ ἀντίκειται εἰς τὸ πνεῦμα καὶ εἰς αὐτὸ τὸ γράμμα, δυνατὸν εἰπεῖν, τοῦ Κανονισμοῦ, ἀντίκειται εἰς τὴν εἰκοσιεπταετῆ ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, καθ’ ἣν οὐδέποτε ἐτόλμησεν ἡ πλειονοψηφία νὰ ὑποβάλῃ ψηφοδέλτιον τῆς μειονοψηφίας, πληροῦσα τοῦτο δι’ ἰδίων μελῶν της, διὰ ταῦτα παρακαλῶ νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ ψηφισθὲν τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ὑποβολιμαῖον ψηφοδέλτιον, καὶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει μόνον τὸ γνήσιον ψηφοδέλτιον τῆς πλειονοψηφίας. Ἡ αὐστηρὰ ἐφαρμογὴ τοῦ Κανονισμοῦ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ δὲν θὰ ἐμείου, ἀλλὰ θὰ ἀνύψου τὸ γόητρον τῆς πλειονοψηφίας, ἀπονεμούσης οὕτω δικαιοσύνην εἰς τὴν μειονοψηφίαν, καὶ ἀναγνωριζούσης τὰ ἀπαράγραπτα δικαιώματα ταύτης. Ἄλλως ὅμως πολιτευομένη ἡ πλειονοψηφία, θὰ ἐξετίθετο εὐθὺς κατὰ τὰ πρῶτα αὑτῆς βήματα εἰς τὴν κοινὴν κατάκρισιν, ὡς αὐθαιρέτως φερομένη πρὸς τὴν μειονοψηφίαν, ὡς κατάχρησιν ποιουμένη τῆς ἰσχύος αὑτῆς, πρὸς καταστρατήγησιν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ πρὸς ἀθέτησιν κεκτημένων δικαιωμάτων τῆς μειονοψηφίας. Ἄλλοτε, Κύριοι, ἐπρόκειτο ἐν τῇ Βουλῇ περὶ ζητήματος οὐχὶ τόσον σπουδαίου, ὅσον τὸ προκείμενον, ἐπρόκειτο περὶ ἀναπληρωτικῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐπειδὴ δὲ ἡ τότε πλειονοψηφία ἠθέλησε νὰ προβῇ εἰς αὐτὴν, χωρὶς νὰ ᾖναι ἀναγεγραμμένη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς Βουλῆς, ἐξανέστησαν κατ’ αὐτῆς τινες ἐκ τῶν τῆς μειονοψηφίας, ἐπιῤῥίπτοντες εἰς αὐτήν, ὅτι οὕτως ἐποιεῖτο κατάχρησιν τῆς ἰσχύος της. Δριμύτερον παντὸς ἄλλου ἐπετέθη τότε κατὰ τῆς πλειονοψηφίας ἐκείνης ὁ νῦν εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας κ. Τρικούπης, ἰσχυριζόμενος σὺν ἄλλοις καὶ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «.... Ἡ πλειονοψηφία δύναται νὰ μὴ παρακολουθήσῃ οὔτε Κανονισμὸν οὔτε νόμον, καὶ ν’ ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι εὐλόγως ἀντικείμενον ψηφοφορίας ἡ τήρησις ἢ μὴ τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ἵνα ψηφισθῇ τι, πρέπει νὰ ᾖναι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Δύναται νὰ ἐπέλθῃ τροποποίησις ὡς πρὸς τὰ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενα, τὰ ἐμπεριεχόμενα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀλλὰ ἀπόφασις νὰ γείνῃ παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἀπόφασις ὁριστικὴ καὶ ἀνέκκλητος, χωρὶς ἡ ἀπόφασις αὕτη νὰ ᾖναι προηγγελμένη διὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, τοῦτο εἶναι παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ, ἣν δύναται ἡ πλειονοψηφία νὰ πράξῃ, ἀλλὰ διὰ καταφανεστάτης καταχρήσεως τῆς ἰσχύος αὐτῆς». (Ἐφημ. Συζητήσεων Βουλῆς. Συνεδρ. 16, Ὀκτωβρίου 1875). Καὶ δύναται, Κύριοι, νὰ ὑπάρξῃ καταφανεστέρα κατάχρησις τῆς ἰσχύος τῆς πλειονοψηφίας ἀπὸ ἐκείνην, καθ’ ἣν αὕτη, ἀθετοῦσα τὸν Κανονισμὸν, θὰ κατεπάτει τὸ ἀναφαίρετον δικαίωμα, ὅπερ κέκτηται ἡ μειονοψηφία, ἵνα ἀντιπροσωπεύηται ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς κατὰ τὸ ἓν τρίτον δι’ ἰδίων μελῶν της, ὑπ’ αὐτῆς ταύτης ἐκλεγομένων; Ἰδοὺ διατὶ νομίζω, ὅτι ὁ νῦν εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ἀναμιμνησκόμενος, τί ἄλλοτε ἰσχυρίζετο ἐπὶ ζητήματος πολλῷ ἧττον σπουδαίου ἢ τὸ προκείμενον, θὰ σπεύσῃ ν’ ἀποδείξῃ νῦν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ αὐτὸς νὰ ὑποπέσῃ εἰς τὴν κατάχρησιν τῆς ἰσχύος τῆς πλειονοψηφίας, ἣν τόσον δριμέως κατέκρινεν ἀπέναντι ἄλλων, ὅτε αὐτὸς διετέλει ἐν τῇ μειονοψηφίᾳ, ἀλλ’ ὅτι ἐννοεῖ ν’ ἀποκαταστήσῃ πλήρη καὶ ἀκέραια τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας ἐν τῷ καταρτισμῷ τῶν ἐπιτροπῶν, συγκατατιθέμενος εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς προτάσεώς μου, καθ’ ἣν δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν οὐχὶ τὸ ὑποβολιμαῖον, ἀλλὰ τὸ γνήσιον τῆς μειονοψηφίας ψηφοδέλτιον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτου νὰ διορθωθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς ψηφοφορίας ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐπιτροπῶν.
§18Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. προαγορεύσας ὑπέθεσεν, ὅτι ἐγένετο λάθος παρὰ τῶν Βουλευτῶν τῆς πλειονοψηφίας ἐν τῷ τρόπῳ, καθ’ ὃν προέβησαν εἰς τὴν ψηφοφορίαν πρὸς καταρτισμὸν τῶν ἐπιτροπῶν, ὑπέθεσε δὲ τοῦτο, διότι, ὡς ἀπεδείχθη ἐξ ὅσων εἶπεν, ἔχει ἐν τῷ νῷ Κανονισμόν τινα, οὐδέποτε ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἔχει ἐν τῷ νῷ Κανονισμόν, διαιροῦντα τὰ ψηφοδέλτια εἰς ψηφοδέλτια πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας, καὶ παρέχοντα εἰς ταῦτα καὶ εἰς ἐκεῖνα διακεκριμένην ὑπόστασιν. Τοῦτο οὐδαμῶς ὑπάρχει ἐν τῷ Κανονισμῷ· δύναμαι δὲ νὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου μετὰ κύρους, διότι τοῦ Κανονισμοῦ συντάκτης, ὡς πρὸς τοῦτο τοὐλάχιστον, εἶμαι ἐγώ. Ὁ Κανονισμὸς περιέχει ἄρθρον, καθ’ ὃ τὰ ψηφοδέλτια πρὸς ἐκλογὴν τῶν ἐπιτροπῶν ἀναγράφουσι μόνον τὰ ⅔ τῶν ἐκλεκτέων. Οὐδὲν ἄλλο περιέχει ὁ Κανονισμός. Ἀρκεῖ ὁ Βουλευτὴς νὰ δώσῃ ψηφοδέλτιον ἀναγράφον μόνον τὰ ⅔ τῶν ἐκλεκτέων ἢ ὀλιγώτερα τῶν ⅔ πρόσωπα, καὶ ἡ ψῆφος αὐτοῦ εἶναι κανονική. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξέλαβε τὸν σκοπὸν, τὸν ὑπαγορεύσαντα τὴν διάταξιν ταύτην, οὕτω συντεταγμένην, ὡς ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Κανονισμῷ ὑπὸ τύπον ἄλλον, καὶ παρέχοντα δικαίωμα εἰς τὴν μειονοψηφίαν ἀπόλυτον ἐπὶ τοῦ ⅓ τῶν ἐκλεκτέων. Τοῦτο οὐδόλως ὑπάρχει. Ἂν ἡ μειονοψηφία δύναται νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης, ἵνα ἀντιπροσωπευθῇ διὰ τοῦ ⅓, τὸ ὁποῖον δὲν ἀναγράφεται ἐν τοῖς ψηφοδελτίοις, ἀποκτᾷ καὶ αὕτη ἐπὶ τοσοῦτον μετοχὴν ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς· ἂν δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο μόνη, τότε μόνον ἀποκτᾷ τὴν συμμετοχὴν, ὅταν ἡ πλειονοψηφία θέλῃ νὰ τὴν βοηθήσῃ, καὶ τοῦτο ἔπραξεν ἡ πλειονοψηφία. Ἡ πλειονοψηφία, ἐξετάζουσα, ἐξ ἧς ἔχει γνώσεως τῶν πραγμάτων τῶν ἐν τῇ Βουλῇ, τὰ τῆς σχετικῆς δυνάμεως τῆς μειονοψηφίας, καὶ θεωροῦσα, ὅτι κατὰ προηγουμένην ψηφοφορίαν ἀπεδείχθη αὕτη ὡς τὸ 1/25, νομίζω, τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι, κατ’ ἄλλας πληροφορίας, δημοσιογραφικὰς, ἠδύνατο ἴσως νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔχουσα δύναμιν τοῦ δεκατημορίου τῆς Βουλῆς, ἐνόμισεν ὅτι, ἂν δώσῃ εἰς αὐτὴν μετοχὴν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ἀνωτέραν τοῦ ἡμίσεως τοῦ τριτημορίου, δηλαδὴ ἐπὶ πλέον τοῦ ἑκτημορίου, οὐ μόνον ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν πρόθεσιν, ἣν εἶχεν ἡ Βουλὴ, ἡ ψηφίσασα τὸν Κανονισμὸν, ἀλλὰ παρέχει εἰς τὴν μειονοψηφίαν πλειοτέραν μετοχὴν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς τῆς ἀναλογούσης εἰς τὴν σχετικὴν αὐτῆς δύναμιν. Ἐγένετο μάλιστα καὶ εἰσήγησίς τις πρὸς τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας, ὅπως συνταχθῇ τὸ ψηφοδέλτιον τῆς μειονοψηφίας ἐκ συνεννοήσεως, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀπεδείχθη δυνατὸν· δὲν ἠθέλησαν οἱ πρὸς οὓς ἀπετάθησαν οἱ τῆς πλειονοψηφίας νὰ προσέλθωσιν εἰς συνεννόησιν. Ἐπὶ τούτοις ἐλήφθη τὸ ψηφοδέλτιον τῆς μειονοψηφίας, καὶ συνεπληρώθη ὑπὸ τῶν τῆς πλειονοψηφίας οὕτως, ὥστε ἐκ τοῦ ψηφοδελτίου ἐκείνου νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ἀριθμὸς ἀνώτερος τοῦ ἐνδεικνυμένου ὑπὸ τῆς ἀναλογίας. Ὅτι δὲ ἡ μειονοψηφία δὲν ἦτο ἐπαρκὴς, ἵνα αὕτη συμπληρώσῃ τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον ὁ Κανονισμὸς ἐπεφύλαξεν εἰς αὐτὴν, ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ψηφοδελτίου τῆς μειονοψηφίας, διότι ἐξ αὐτοῦ τοῦ ψηφοδελτίου της καταφαίνεται, ὅτι, ἂν ἡ πλειονοψηφία μὴ ἤρχετο ἐπίκουρος εἰς τὴν μειονοψηφίαν, ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου, ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς δὲν ἤθελον συμπληρωθῆ, ἀφοῦ ἐν τῷ ψηφοδελτίῳ αὐτῆς ἡ μειονοψηφία, μὴ ἔχουσα ἱκανὰ πρόσωπα εἰς πλήρωσιν τοῦ τρίτου,—διότι ὁ Κανονισμὸς δὲν ἐπιτρέπει, ὅπως τὸ αὐτὸ πρόσωπον ἀνήκῃ εἰς τρεῖς ἐπιτροπάς,—ἀφῆκεν ἐν ἑκάστῃ τῶν εἰρημένων ἐπιτροπῶν ἀσυμπλήρωτον τὸ ψηφοδέλτιον. Ἂν ἄρα ἡ πλειονοψηφία μὴ ἔπραττεν ὅ,τι ἔπραξε, θὰ εἴχομεν πέντε ἐπιτροπὰς ἀσυμπληρώτους, καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἰς νέαν ψηφοφορίαν, περὶ ἧς δὲν προβλέπει ὁ Κανονισμός. Ἡ πρᾶξις ἄρα τῆς πλειονοψηφίας συνετέλεσεν, ὅπως λάβῃ κῦρος τὸ ψηφοδέλτιον τῆς μειονοψηφίας, ἐν ἀναλογίᾳ μάλιστα ὑπερτέρᾳ τῶν δυνάμεων αὐτῆς, καὶ ὅπως ἐκπληρωθῇ ἐντελῶς ὁ σκοπὸς τοῦ ἄρθρου 51 τοῦ Κανονισμοῦ, ἔχοντος ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἐπιτροπαὶ ἐκλέγονται διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, σχετικῆς πλειονοψηφίας καὶ διὰ ψηφοδελτίων, ἕκαστον τῶν ὁποίων περιλαμβάνει τὰ δύο τρίτα τῶν ἐκλεκτέων». Τὰ ψηφοδέλτια τῆς πλειονοψηφίας περιελάμβανον πάντα ἀριθμὸν ἐκλεκτέων ἀναγεγραμμένον, ἴσον πρὸς τὰ ⅔ ἢ ἥσσονα τῶν ⅔. Ἀφοῦ τοῦτο ὑπάρχει, ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ ἐξεπληρώθη. Ἀφοῦ δὲ οὕτως ἐπετεύχθη, ὅπως αἱ ἐπιτροπαὶ ὦσι πλήρως κατηρτισμέναι, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ ἐπαινέσωμεν τὴν πλειονοψηφίαν ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ αὐτῆς ἐνεργείᾳ. Καὶ ἔτι μᾶλλον πρέπει νὰ ἐπαινέσωμεν αὐτὴν, διότι, μετασχοῦσα τοῦ ἔργου τῆς μειονοψηφίας, ὅπως ἀναπληρώσῃ τὴν ἀδυναμίαν ἐκείνης, μετέσχε διὰ τρόπου παρασχόντος εἰς τὴν μειονοψηφίαν μεγαλειτέραν ἀναλογίαν τῆς ἀνηκούσης εἰς αὐτὴν ὡς ἐκ τῆς ἀριθμητικῆς ἀδυναμίας της.
§19ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συνέπραξεν εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ ἄρθρου 51 τοῦ Κανονισμοῦ, περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὁποίου πρόκειται, ἀλλὰ βεβαίως ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ ἄρθρου ἐκείνου μέχρι σήμερον τοσοῦτος παρῆλθε χρόνος, ὥστε καὶ τὸ ἄρθρον δὲν ἀναγνωρίζει τὸν εἰσηγητήν του καὶ ὁ εἰσηγητὴς τὸ ἄρθρον του. Διότι πρόκειται ἀληθῶς, ὡς πρῶτος κάκιστος ἴσως οἰωνὸς τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ἄρχεται τοῦ ἔργου του, πρόκειται περὶ χονδροειδεστάτης παραβιάσεως καὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς μειονοψηφίας. Ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἤθελε τολμήσει τις, καὶ κατὰ μείζονα λόγον ἐκεῖνος, ὅστις ἰσχυρίζεται, ὅτι ὑπῆρξεν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ ἄρθρου, ν’ ἀμφισβητήσῃ περὶ τίνος ἐν αὐτῷ πρόκειται καὶ τί σκοπεῖ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ διατάξεως ἐχούσης ἔννοιαν, οἵαν ἀπέδωκεν αὐτῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διατὶ νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ ἀναγράψῃ ὁ νομοθέτης, ὅτι ἑκάτερον τῶν ψηφοδελτίων περιλαμβάνει τὰ ⅔ τῶν ἐκλεκτέων; Ἡ ἱστορία τοῦ ἄρθρου τούτου, ἣν βεβαίως θὰ ἐνθυμῆται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀποδεικνύει, ποῖον εἶναι τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, καὶ τί ἡ διάταξις αὕτη ἐσκόπει. Δὲν ἔχομεν δὲ ἀνάγκην ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰ Γαλλικὰ Συντάγματα καὶ τοὺς Κανονισμοὺς, ἐκ τῶν ὁποίων ἐλήφθη ἡ διάταξις· ἀρκεῖ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς πρὸ τοῦ 1862, καὶ τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ 1865, ἵνα ἐννοήσωμεν τὸν σκοπὸν τοῦ ἄρθρου. Ὑπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843, ἡ Βουλὴ ἐνήργει πάντοτε διὰ τμημάτων ἢ ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι ὅμως κατηρτίζοντο διὰ κληρώσεως. Ἐπρόκειτο περὶ τοῦ παναρχαίου τρόπου τοῦ καταρτισμοῦ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν, ἀφίνοντος εἰς τὴν τύχην τὸν καταρτισμὸν αὐτῶν, ἥτις ἠδύνατο νὰ ἀποκλείσῃ πᾶσαν εἰδικότητα. Ἔκτοτε ἔλαβον χώραν ὅλαι αἱ ποικίλαι καὶ σπουδαῖαι συζητήσεις πρὸς τὸν τελεσφόρον κανονισμὸν τῶν ἐργασιῶν τῶν Κοινοβουλίων, ἐκ τῶν ὁποίων προέκυψεν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 51, ἡ ὁποία εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς κατὰ τὸ 1838.....
§20Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον ἄρθρον.
§21ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχει· ἐὰν εἶχον πρόχειρον τὴν ἔκθεσιν τοῦ comte d’ Angout, θὰ σᾶς τὸ ἀπεδείκνυον.
§22Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο ἐλήφθη ἐκ τῆς ἀγγλικῆς νομοθεσίας.
§23ΡΑΛΛΗΣ. Ἀδιάφορον. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἐπεζήτησεν ὁ νομοθέτης τὴν ἐκπροσώπησιν τῆς μειονοψηφίας ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς, διότι αἱ συζητήσεις ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς ἔχουσι σκοπὸν νὰ διευκολύνωσι τὸ ἔργον τῶν γενικῶν συζητήσεων, τῶν κατόπιν ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς διεξαγομένων. Ἀλλὰ μετὰ 27 ὅλων ἐτῶν ἀπαράβατον ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ Κανονισμοῦ, ἔρχεται σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι ἠλέησε τὴν μειονοψηφίαν, διότι δὲν εἶχεν αὕτη ἱκανὸν ἀριθμὸν, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ. Καὶ τί ἔπραξεν, ἐλεήσας τὴν μειονοψηφίαν; Διώρισεν ἀντιπολιτευομένους Βουλευτάς; Ἐρωτήσατε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι περιελήφθησαν ἐν τῷ ψηφοδελτίῳ τῆς μειονοψηφίας, ἐὰν ἐκπροσωπῶσι τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας, καὶ θέλετε μάθει παρ’ αὐτῶν, ὅτι δὲν ἀποδέχονται τὸν διορισμόν των. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνευλάβειά τις πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ἐξομοίωσιν, αὕτη ἀποδοτέα εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐξηγοῦσιν, οὕτω τὸν Κανονισμὸν, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ τῆς Βουλῆς πρόκειται, νὰ καταρτισθῶσιν ἤδη παρ’ ἡμῖν, ὡς κατηρτίσθη ἡ Κεδιβικὴ Βουλή. Καὶ ἐκεῖ διωρίζοντο ἀντιπολιτεύσεις, καὶ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ διορισμοῦ Βουλευτῶν ὡς ἀντιπολιτευομένων.... Μειδιᾶτε, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν φρονῶ, ὅτι ὑπάρχει λόγος πρὸς γέλωτα, διότι δὲν εἶναι μακρὰν ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπετελεῖτε ἐλαχίστην μειονοψηφίαν.
§24ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι ὡς τὴν ἰδικήν σας.
§25ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἐσυνείθισα νὰ ἦμαι μειονοψηφία, ἐσυνείθισα νὰ ἀντιμετωπίζω τὰς πλειονοψηφίας ἀπὸ 20 ὅλων ἐτῶν, καὶ κἀμμία δὲν μὲ φοβίζει, διότι γνωρίζω, καὶ πῶς σχηματίζονται, καὶ πῶς ξεφτίζονται, καὶ πῶς σκορπίζονται, καὶ ὅταν ἐπέλθῃ ἡ ὥρα, θέλω σᾶς προείπει, τί θέλει συμβῆ καὶ περὶ ὑμῶν, εἰς τὰς προῤῥήσεις μου δὲ οὐδέποτε ἔσφαλον, οὔτε κατὰ τὸ 1885, οὔτε κατὰ τὸ 1890, οὔτε κατὰ τὸ 1892. Πρόκειται, εἶπον, περὶ διορισμοῦ Βουλευτῶν, ὡς ἀντιπολιτευομένων. Περιέλαβον δὲ εἰς τὸ ψηφοδέλτιον καί τινα ὀνόματα ἐκ τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας, καὶ λέγουσιν ἤδη: «ἰδού, ἐξεπληρώθη ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ· ὑπάρχει ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς καὶ πλειονοψηφία καὶ μειονοψηφία», χάρις εἰς τὴν εὐσπλαγχνίαν ἴσως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις μᾶς εἶπεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑποβιβάσῃ μάλιστα τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν συναντᾶται ἡ πλειονοψηφία πρὸς τὴν μεινοψηφίαν, ὅσον μικρὰ καὶ ἂν ἦναι αὕτη,—διότι τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας δὲν ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς ἀριθμητικῆς της δυνάμεως,—δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ δείξῃ ἡ πλειονοψηφία, ὅτι ἔχει τὴν πρόθεσιν, τὸ ἔδαφος, τὸ ὁποῖον ἀφῆκεν εἰς τὴν μειονοψηφίαν ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς καὶ τὸ Σύνταγμα, νὰ τὸ ἀφαιρέσῃ ἀπ’ αὐτῆς. Δύναται νὰ τὸ πράξῃ, καὶ θὰ δυνηθῇ νὰ τὸ πράξῃ, ὡς καὶ πᾶσα ἄλλη πλειονοψηφία, ἀφ’ ὅτου μάλιστα ἔχομεν τὰς τῶν τελευταίων ἐτῶν κολοσσιαίας πλειονοψηφίας, μὲ πόδας ὅμως ἀργίλου, διότι εἶναι εὔκολον εἰς πάντα εἰσηγητὴν πλειονοψηφίας νὰ διαιρῇ τὴν πλειονοψηφίαν εἰς μειονοψηφίαν καὶ πλειονοψηφίαν, καὶ νὰ ἀφαιρῇ αὕτη τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας. Πρόκειται περὶ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἐν τῷ ὁποίῳ ἡ μειονοψηφία ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκπροσωπῆται, διότι ἐν τῷ σταδίῳ τῆς συζητήσεως ἴσα ἔχει δικαιώματα αὕτη πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ἐὰν δὲν ἐκπροσωπῆται ἐν ταῖς συζητήσεσιν ἡ μειονοψηφία, παύει τὸ πολίτευμα τοῦ νὰ φέρῃ τὸν χαρακτῆρα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ. Διεκδικοῦμεν δὲ τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς μειονοψηφίας, οὐχὶ χάριν ἡμῶν, ἀλλὰ χάριν αὐτῆς τῆς πλειονοψηφίας, διότι διὰ τῆς προπαρασκευαστικῆς ἐργασίας ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς εὐκολύνεται τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ λάβωσι κατόπιν χώραν κόσμιαι καὶ εὐπρεπεῖς καὶ τελεσφόροι συζητήσεις. Ὅταν ἀποκλείωνται τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας ἐκ τῶν προπαρασκευαστικῶν ἐργασιῶν τῶν ἐπιτροπῶν, ἐπέρχεται ζημία ἀνυπολόγιστος ὡς πρὸς τὸ τελεσφόρον καὶ τὸ σπουδαῖον τῶν γενικῶν συζητήσεων, διότι εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἄνευ οὐδεμιᾶς προπαρασκευαστικῆς ἐργασίας, θὰ ἔρχωνται τὰ ζητήματα εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Τοσοῦτον δὲ νομίζω τὸ δικαίωμα τῆς μειονοψηφίας ἀναμφισβήτητον, ὥστε, ἐὰν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ κατέχω τὴν θέσιν, ἣν κατέχετε σεῖς, κ. Πρόεδρε, ἤθελον, ὡς τηρητὴς τοῦ Κανονισμοῦ, σχίσει τὰ νόθα ἐκεῖνα ψηφοδέλτια, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν προφανῆ τὴν πρόθεσιν τῆς καταδολιεύσεως τῶν δικαιωμάτων τῆς μειονοψηφίας. Καὶ ἡμεῖς δὲν εἴχομεν τὸν σκοπὸν ν’ ἀποδώσωμεν τοιαύτην πρόθεσιν εἰς τὸν εἰσηγητὴν καὶ τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας, τὰ ὁποῖα ἐψήφισαν ψηφοδέλτιον, ὅπερ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἴδῃ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας, ἀλλὰ τὴν ἐξήγησιν ταύτην ἐπέβαλλεν ἡμῖν ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὑπερασπίσαντος ψηφοδέλτιον, ὅπερ παραβιάζει τὸν Κανονισμὸν καὶ διαψεύδει τὰς προσδοκίας τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμοῦσι τὴν εἰλικρινῆ ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ οὐχὶ πρᾶξιν κωμῳδίας.
§26Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς παραπονεῖται, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἀφήρεσεν ἀπὸ τῆς μειονοψηφίας τὸ ἔδαφος, ὅπερ παρέχει αὐτῇ τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς, ἐγὼ δὲ ἀπέδειξα πρότερον, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἔδωκεν εἰς τὴν μειονοψηφίαν ἔδαφος, τὸ ὁποῖον ὁ Κανονισμὸς δὲν τῇ δίδει, οὐδὲ τὸ Σύνταγμα. Οὐδὲ κἂν ἀρκετὸν ἀριθμὸν μελῶν εἶχεν ἡ νῦν μειονοψηφία, ἵνα καταλάβῃ τὰς θέσεις, τὰς μὴ ἀμέσως ἀνηκούσας εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ἂν μὴ ἤρχετο ἀρωγὸς ἡ πλειονοψηφία εἰς τὸ ψηφοδέλτιον τῆς μειονοψηφίας, δὲν θὰ εἴχομεν ἀρτίας ἐπιτροπάς. Ὅτι δὲ τοῦτο δὲν συνέβη τὸ πρῶτον ἤδη, γινώσκει ὁ κ. Βουλευτὴς ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν συνεπράττομεν. Τότε εἴμεθα μειονοψηφία μικρὰ, ἀλλ’ οὐδόλως ἐπὶ τούτῳ ἐστενοχωρούμην, οὐδ’ ἐξεδήλουν δυσθυμίαν, οἷα ἡ διαπνέουσα ἐν ταῖς ἐκφράσεσι τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι θὰ διατελέσω πάλιν ἐν μειονοψηφίᾳ, ἀλλὰ διότι θὰ ἦμαι ἐν μειονοψηφίᾳ, δὲν θὰ πολιτεύωμαι ὡς πολιτεύεται ὁ κ. Βουλευτής, οὐδὲ θὰ νομίζω, ὅτι ἡ ἀριθμητικὴ ἐν τῇ Βουλῇ ἀδυναμία δικαιολογεῖ φράσιν οὐχὶ τὴν πρέπουσαν πρὸς τὴν Βουλὴν· θὰ ποιῶμαι χρῆσιν τὴν πρέπουσαν ἁπάντων τῶν δικαιωμάτων τῆς μειονοψηφίας, ἀλλὰ δὲν θὰ διαμαρτύρωμαι, δὲν θὰ κόπτωμαι, διότι ἡ πλειονοψηφία δὲν παραιτεῖ τὰ δικαιώματά της, ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς ἀξιοῖ σήμερον παρ’ αὐτῆς. Ἄλλοτε ἐκρίνομεν, ὅτι καλῶς εἶχεν ἡ μὴ συμπερίληψις ἡμῶν ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς. Τοῦτο συνέβαινεν, ὅτε ἀπετελοῦμεν τὸ πέμπτον κόμμα, ἦσαν δὲ τὰ τρία ἄλλα κόμματα συνηνωμένα.
§27ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἦσθε μειονοψηφία τῆς μειονοψηφίας.
§28Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατόπιν ἐπῆλθεν ἡ διαίρεσις τῶν κομμάτων, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ὁ ἀποκλεισμὸς ἡμῶν ἀπὸ τῶν ἐπιτροπῶν ἀπετέλει ἀδίκημα, οὐδ’ ὅτι ὁ ἀποκλεισμὸς ἡμῶν περιώριζε τὴν ἐνέργειαν ἡμῶν· ἐξ ἐναντίας, μὴ ὄντες μέλη τῶν ἐπιτροπῶν, εἰργαζόμεθα πλειότερον ἀπὸ τοῦ βήματος. Δυστυχῶς αἱ ἐπιτροπαὶ παρ’ ἡμῖν καὶ αἱ συζητήσεις περὶ ἐπιτροπῶν εἶναι ἀκαδημαϊκαὶ μᾶλλον ἢ πρακτικαί. Θὰ ηὐχόμην νὰ εἶχον καὶ πρακτικὴν σημασίαν αἱ συζητήσεις αὗται, διότι ποθῶ ἐπιτροπὰς λειτουργούσας, καὶ εὔχομαι, ὅπως δυνηθῇ ἡ περίοδος αὕτη τῆς Βουλῆς νὰ ἀναδείξῃ τὰς ἐπιτροπὰς τοιαύτας. Μέχρι τοῦδε ὅμως τοῦτο δὲν συμβαίνει, ἡ δὲ μετοχὴ ἢ μὴ μετοχὴ εἰς τὰς ἐπιτροπὰς πρακτικῶς ἐλαχίστην ἔχει σημασίαν. Ἀλλ’ ἔχει σημασίαν ἡ τήρησις τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ἂν ἐγένετο ἐν τούτῳ παραβίασις τοῦ Κανονισμοῦ, ὀφείλομεν νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς παραβιάσεως, ὡσανεὶ εἶχε μεγάλην πρακτικὴν σημασίαν τὸ γεγονὸς καὶ διὰ τοῦτο συζητῶ, καὶ διὰ τοῦτο ἔρχομαι νὰ παραστήσω, ὅτι καὶ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς περὶ Γαλλικοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ἐντελῶς ἀνύπαρκτα, ὅπως ἀνύπαρκτα εἶναι ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἔλεγε περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κανονισμοῦ. Ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ ἐπικρατεῖ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐκεῖθεν εἶχε παραλάβει ὁ ἡμέτερος Κανονισμὸς, ὁ πρὸ τῆς Μεταπολιτεύσεως. Κατὰ τὸ σύστημα ἐκεῖνο, ὑπετίθετο παρεχομένη ἐπαρκὴς μετοχὴ εἰς τὰς ἐπιτροπὰς πρὸς τὴν μειονοψηφίαν διὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν μελῶν τῶν ἐπιτροπῶν οὐχὶ παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ παρὰ τῶν τμημάτων, εἰς ἃ διὰ κληρώσεως κατηνέμοντο οἱ Βουλευταί, ὑπετίθετο, ὅτι ὁ κλῆρος θὰ παρεῖχεν εἰς τὴν μειονοψηφίαν τὴν ἐπικράτησιν ἔν τινι ἢ ἕν τισι τῶν τμημάτων, καὶ ὅτι τὰ τμήματα ταῦτα θὰ ἀπέστελλον εἰς τὰς ἐπιτροπὰς μέλη ἐκπροσωποῦντα τὴν γνώμην αὐτῆς. Ἄν τοῦτο τὸ σύστημα ἐφηρμόζετο νῦν παρ’ ἡμῖν, ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα; τίνα θὰ εἶχε μετοχὴν ἡ μειονοψηφία εἰς τὰς ἐπιτροπὰς; Δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν, τίνα θὰ εἶχε μετοχὴν, ἐκ τῶν τμημάτων τῶν ἐπὶ τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν. Ἐν οὐδενὶ τῶν τμημάτων τούτων ἐπικρατοῦσιν οἱ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ μειονοψηφίας, ἐν οὐδενὶ τούτων ἔχουσιν ἰσοψηφίαν, ἐν οὐδενὶ τούτων ἔχουσι κἂν μειονοψηφίαν ἀξίαν λόγου. Ἑπομένως κατὰ τὸ σύστημα ἐκεῖνο τὸ Γαλλικὸν, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ καλυφθῇ ὁ κ. Βουλευτὴς, οὐδένα θὰ εἶχεν ἡ μειονοψηφία ἀντιπρόσωπον ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς. Κατὰ τὸ σύστημα τὸ ἐν τῷ κειμένῳ Κανονισμῷ, πάλιν οὐδὲν θὰ εἶχε μέλος ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς, ἂν ἡ πλειονοψηφία μὴ ἤρχετο παρασχοῦσα εἰς τὴν μειονοψηφίαν ἐπικουρίαν, ὡς καὶ ἔπραξεν. Ἐνῷ δὲ τοῦτο ἔπραξεν ἡ πλειονοψηφία, ἑπομένη εἰς ἰδέαν ὀρθὴν καθ’ ἑαυτὴν, τῆς χρησιμότητος τῆς μετοχῆς τῆς μειονοψηφίας εἰς τὰς ἐπιτροπὰς, ὁ κ. Βουλευτὴς ἔρχεται ἐπικαλούμενος τὸν Κανονισμὸν καὶ τὰ ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τῆς μειονοψηφίας, ὅπως ἐπωφεληθῇ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀποδίδων αὐτὰ εἰς ἔλλειψιν γενναιοφροσύνης τῆς πλειονοψηφίας. Ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς περὶ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὀφείλοντος νὰ καταστρέψῃ ψηφοδέλτια συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν γεγραμμένα, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἄξια συζητήσεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς φαίνεται ἔχων ὑπ’ ὄψει ἕτερον Πρόεδρον, πρὸς ὃν ἐπεθύμει νὰ συζητῇ καὶ ὅστις εἶχεν ἀναγράψει ὡς ἀρχὴν, ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἐν τῇ ἐπιτελέσει τῶν καθηκόντων αὐτοῦ δὲν ἔχει ἰδίαν γνώμην, ὅτι τὰ δικαιώματα, τὰ κεχορηγημένα εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, δὲν διαχειρίζεται οὗτος κατὰ τὴν ἰδίαν πεποίθησιν καὶ συνείδησιν, ἀλλὰ διαχειρίζεται αὐτὰ κατὰ τὴν πεποίθησιν καὶ τὴν συνείδησιν τῆς πλειονοψηφίας. Δὲν ἔχομεν τὸ ἀτύχημα σήμερον νὰ προεδρευώμεθα ὑπὸ προσώπου τοιαῦτα πρεσβεύοντος, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐπιτελῶν τὸ καθῆκον αὐτοῦ, ἀνέγνω τὸ ἄρθρον 51 τοῦ Κανονισμοῦ, εἶδεν ὅτι ὅλα τὰ ψηφοδέλτια ἦσαν κατηρτισμένα συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦτο, καὶ ἀνεγνώρισε τὸ ἔγκυρον αὐτῶν. Ἐξετάζων καὶ κατ’ οὐσίαν τὰ ψηφοδέλτια, καίτοι τοῦτο δὲν ἦτο τῆς ἁρμοδιότητός του, θ’ ἀνεγνώρισεν, ὅτι μετὰ πολλῆς γενναιοφροσύνης προσηνέχθη ἡ πλειονοψηφία, ἀναπληρώσασα τὴν ἀδυναμίαν τῆς μειονοψηφίας· περὶ τούτου ὅμως δὲν ἐκαλεῖτο ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, ἵν’ ἀποφανθῇ γνώμην....
§29ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀποκλείσασα ὅλως διόλου τὴν μειονοψηφίαν.
§30Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι ἀπεκλείσθη ἡ μειονοψηφία. Τοῦτο γινώσκει, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι δὲν περιέλαβεν ἡ πλειονοψηφία ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς μόνον πρόσωπα τῆς ἰδίας ἐκλογῆς, περιέλαβεν ἐν τῷ ψηφοδελτίῳ, τῷ ἀναπληρώσαντι τὰς ἐλλείψεις τοῦ ψηφοδελτίου τῆς μειονοψηφίας, πρόσωπα τῆς μειονοψηφίας ἐκ τῶν ἐν τοῖς ψηφοδελτίοις τῆς μειονοψηφίας.
§31ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπὴν οὐδὲν πρόσωπον περιέλαβε.
§32Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν τοῦτο ἐγένετο, θὰ ὀφείληται εἰς ἐσφαλμένην ἐκτίμησιν τῶν πολιτικῶν φρονημάτων προσώπου τινὸς, ὅπερ πάντως θὰ ἦτο ἐκ τῶν ἐνδεδειγμένων ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας. Ἐνῷ οὕτως εἰργάσθη ἡ πλειονοψηφία, συμπράττουσα μετὰ τῆς μειονοψηφίας, οὐχὶ ἐκ συμφωνίας, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀποδοχῆς ὑπὸ τμήματος τῆς πλειονοψηφίας αὐτοῦ τοῦ δελτίου τῆς μειονοψηφίας, ἀφοῦ συνεπληρώθησαν τὰ ἐν αὐτῷ κενὰ, ἀκούομεν μομφὰς κατὰ τῆς πλειονοψηφίας, ἥτις ἀπέδειξεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ ἔχῃ ἀπέναντι αὐτῆς μειονοψηφίαν δρῶσαν, καὶ λυπεῖται, ὅταν βλέπῃ αὐτὴν παρεκτρεπομένην.
§33ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει βεβαίως ἀσθενῆ τὴν μνήμην, διότι ἠθέλησε, πρὸς δικαιολόγησιν τῶν χθὲς τελεσθέντων, νὰ ἐπικαλεσθῇ τὰ τελεσθέντα κατὰ τὸ 1875. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ γεγονότα τοῦ 1875, τὰ ὁποῖα φρονῶ, ὅτι ἔχω προχειρότερα εἰς τὴν μνήμην μου ἐγώ. Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἀληθῶς συνεπράττομεν μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπετελοῦμεν τὴν μειονοψηφίαν τῆς μειονοψηφίας· ἀπέναντι ἡμῶν ἀληθῶς εἴχομεν τὰ τρία τότε μεγάλα κόμματα συνησπισμένα, κατὰ τὸ στάδιον τῶν ἐκλογῶν ὅμως. Ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι ἐκ τῶν τότε Ὑπουργῶν οἱ μόνοι, οἵτινες δὲν συνέπραξαν κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1875 μετὰ τῶν τριῶν κομμάτων, ἦσαν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Σέρβος καὶ ἐγώ· πάντες οἱ ἄλλοι ἦσαν ἡνωμένοι, ὁ κ. Τρικούπης μὲ τὸν Δεληγεώργην, ὁ Πετιμεζᾶς μὲ τὸν Ζαΐμην, καὶ οὕτω καθεξῆς. Πολιτικὸς ἀγὼν διεξήχθη μόνον ἐν Ἀττικῇ κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας, μέχρι δὲ τοῦ πέρατος αὐτῶν βεβαίως διαίρεσις δὲν ὑπῆρχεν, οὐδὲ διεκρίνετο πλειονοψηφία καὶ μειονοψηφία. Ἀπετελοῦμεν τότε ἡμεῖς παροδικὸν Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ὅμως ἐσχηματίσθη ὑπὸ ὅλως διόλου διαφόρους περιστάσεις ἐκείνων, αἵτινες ἐπέτρεψαν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιστρέψῃ ἐνταῦθα ἐν πλειονοψηφίᾳ, διότι ἐπρόκειτο τότε περὶ συῤῥάξεως, ἥτις ἐπῆλθε μεταξὺ τῶν κομμάτων καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Βουλὴ δὲν ὑπῆρχε, διότι σύσσωμος ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀποτελοῦσα τὴν πλειονοψηφίαν, εἶχεν ἀπόσχει τῶν συνεδριάσεων, καὶ τὸ Στέμμα ἐκαλεῖτο τότε νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῶν προνομιῶν του πρὸς τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, ἀνέθηκε δὲ εἰς τὸν καὶ νῦν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν μετέσχον καὶ ἐγώ. Κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐκλογῶν οὐδεὶς ὑπῆρχε πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς, εἰμὴ ἐν Ἀττικῇ, ὅπου τὰ κόμματα, μὲ τὰ ὁποῖα συνέπραττε τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν, πλὴν τῆς τοῦ κ. Σέρβου, ἦσαν ἡνωμένα ἐναντίον μου, μέλους τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, καὶ κατέληξαν αἱ ἐκλογαὶ, ὅπου ἀναγκαίως ἔπρεπε νὰ καταλήξουν. Ἡμεῖς ἀπετελέσαμεν τὴν μειονοψηφίαν τῆς μειονοψηφίας, διότι ἀμέσως μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τὰ μεγάλα κόμματα ἔλαβον ἕκαστον τὴν οἰκείαν θέσιν. Συνέπραξε μετὰ τοῦ Κουμουνδούρου, προσκληθέντος νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, ὁ Ζαΐμης, ὅστις πάντοτε συνέπραττε μετ’ ἐκείνου, ἀπέναντι δὲ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἐτέθη ὡς μειονοψηφία ὁ Δεληγεώργης καὶ τὸ κόμμα αὐτοῦ. Ἡμεῖς κατωρθώσαμεν τότε κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου νὰ συγκεντρώσωμεν 13 λευκὰ ψηφοδέλτια. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῶμεν ὡς μειονοψηφία, καὶ νὰ διεκδικήσωμεν τὰ δικαιώματα αὐτῆς; Μήπως δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς μειονοψηφία σήμερον ὁ κ. Κωνσταντόπουλος; Τοιαύτη ἦτο ἡ θέσις τότε, καὶ συνεπῶς κατὰ τὸ 1875 οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον παρεβιάσθησαν τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας. Παρεπονέθημεν τότε, εἶναι ἀληθὲς, ὄχι ὅμως ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ἐν τῷ τύπῳ, καὶ παρεπονέθη αὐτὸς ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς γραφίδος του εἰς ἄρθρα ἐπανειλημμένα, δημοσιευθέντα ἐν τῇ «Ὧρᾳ», διὰ τὸν ἀποκλεισμὸν ἐκεῖνον, ἀλλὰ βεβαίως τὸ παράπονον ἐκεῖνο δὲν ἦτο βάσιμον· ἴσως ἁβροτέρα πλειονοψηφία ἤθελε περιλάβει καὶ τὰ ὀνόματα ἡμῶν εἰς τὸ ψηφοδέλτιον τῆς μειονοψηφίας, ἀλλὰ βεβαίως ἡ μειονοψηφία τοῦ 1875 οὐδὲν ἄλλο ἔπραττεν ἢ νὰ ἐνασκήσῃ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχε, διότι ἦτο πλειονοψηφία τῆς μειονοψηφίας. Οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον λοιπὸν ὁ κ. Πρόεδρος δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ ὑπὲρ τῶν χθὲς τελεσθέντων τὸ προηγούμενον τοῦ 1875. Ὤφειλεν ὅμως νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του τὸ τοῦ 1890, ὅτε δὲν ἠδύνατο νὰ συμπληρώσῃ διὰ τῶν φίλων αὐτοῦ τὸν ἀναγκαῖον ἀριθμὸν διὰ τὸν καταρτισμὸν ψηφοδελτίου μειονοψηφίας τῶν ἐπιτροπῶν. Καὶ ἐν τούτοις ἡ πλειονοψηφία ἐκείνη, ἥτις ἐπανειλημμένως κατηγορήθη παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἀσεβήσασα πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας, ἐσεβάσθη τὰ δικαιώματα αὐτῆς, ἀπουσιάζοντος δὲ αὐτοῦ καὶ τῶν φίλων του, κατήρτισεν ἐκ τῶν φίλων του ἀποκλειστικῶς ψηφοδέλτιον μειονοψηφίας. Ἂς δείξῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἕνα εἰς τὸ ψηφοδέλτιον ἐκεῖνο τῆς μειονοψηφίας τοῦ 1890 καὶ ἕνα μὴ ἀνήκοντα εἰς τὴν μερίδα αὐτοῦ, διότι ἡμεῖς, καίτοι ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει, ἀπεκλείσθημεν δικαίως τῶν ἐπιτροπῶν, ὡς ἀποτελοῦντες τὴν μειονοψηφίαν τῆς μειονοψηφίας. Παράδοσις 27 ὅλων ἐτῶν πρόκειται σήμερον διὰ τῆς περιέργου ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν τολμᾷ νὰ δώσῃ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς συγκροτήσεως τῆς Βουλῆς εἰς τὸν Κανονισμὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πρόκειται, λέγω, νὰ καταπατηθῇ. Ἐπὶ 27 ἔτη οὐδέποτε ἡρμηνεύθη ἄλλως τὸ σχετικὸν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ εἶχεν ἔννοιαν, ἐὰν δὲν εἶχε τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν πάντες ἀποδίδομεν εἰς αὐτὸ καὶ πᾶσαι αἱ μέχρι σήμερον Βουλαὶ ἀπέδωκαν εἰς αὐτό. Διότι τίνα ἔννοιαν θὰ εἶχεν ἡ διάταξις, καθ’ ἣν πρέπει νὰ ὑπάρχωσι δύο ψηφοδέλτια περιλαμβάνοντα τὰ ⅔ τῶν ἐκλεκτέων, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀποδοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν πλειονοψηφίαν νὰ κανονίζῃ ἑκάστοτε κατὰ πόσον ἐπιτρέπει τὴν συμμετοχὴν τῆς μειονοψηφίας εἰς τὰς ἐπιτροπάς; Βεβαίως τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ δὲν θὰ εἶχε λόγον ὑπάρξεως. Ἀλλὰ δὲν βλέπετε κατωτέρω τὸν τρόπον, καθ’ ὃν λειτουργοῦσιν αἱ ἐπιτροπαί; Δὲν ἔχετε παρὰ ν’ ἀναγνώσητε τὸ κατόπιν ἄρθρον, τὸ 53, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς περιλαμβάνεται ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἡ γνώμη τῆς μειονοψηφίας. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ ἑρμηνεία ὑμῶν ἦν ἡ ἀληθής, πῶς ἤθελε κατορθωθῆ ἡ γνώμη τῆς μειονοψηφίας νὰ περιληφθῇ ἐν τῇ ἐκθέσει; Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἰσχυρίζεται, ὅτι ἠλέησε πραγματικῶς τὴν μειονοψηφίαν, καὶ ἐξ οἴκτου ἐφρόντισε νὰ καταρτίσῃ τὰ ψηφοδέλτια αὐτῆς. Βεβαίως δὲν τὴν ἠλέησε, βεβαίως ἠθέλησε νὰ καταδολιευθῇ τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας, βεβαίως ἠθέλησε νὰ τὴν στερήσῃ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῷ Κανονισμῷ, ὅστις ἀφορᾷ εἰς τὴν τελεσφόρον ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος ὡς πρὸς τὴν λειτουργίαν τῆς Βουλῆς, διότι εἰς τὸ ψηφοδέλτιον τῆς μειονοψηφίας— τὸ ἀληθὲς, ὄχι τὸ νόθον,—θέλετε ἴδει, ὅτι ἀναγράφονται 20 Βουλευταί. Δύναται νὰ λέγῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ ἔκφρασις αὕτη δὲν εἶναι ἁβρὰ πρὸς αὐτὸν, ἀλλ’ εἶναι ὁ μόνος προσήκων χαρακτηρισμὸς τοῦ ψηφοδελτίου του. Τὸ ἀληθὲς ψηφοδέλτιον τῆς μειονοψηφίας περιελάμβανεν 20 ὀνόματα Βουλευτῶν, 20 δὲ Βουλευταὶ, περιλαμβανόμενοι δυνάμει ῥητῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ εἰς δύο ἕκαστος αὐτῶν ἐπιτροπὰς, ἀπετέλεσαν τὸν ἀριθμὸν τῶν 40. Πόσα εἶναι τὰ μέλη τῶν ἐπιτροπῶν; 120· ποῖον εἶναι τὸ ⅓; 40· πόσοι λοιπὸν Βουλευταὶ ἦσαν ἀναγκαῖοι; 20 μόνον Βουλευταί! Ἀλλὰ περιελήφθησαν τάχα εἰς τὸ ψηφοδέλτιόν μας πάντες οἱ ἀντιπολιτευόμενοι; Εἶναι εὔκολον νὰ ἀριθμήσωμεν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἀρχίσωμεν τὴν παλαιάν μας τέχνην, νὰ ἀμφισβητῶμεν τοὺς ἀριθμούς· εἶναι εὔκολον νὰ μετρήσωμεν ἐπὶ τῶν δακτύλων....
§34Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθ.). Κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν ὑμῶν, ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ θέσητε τὸ αὐτὸ πρόσωπον δίς.
§35ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι· δύναται νὰ τεθῇ τὸ αὐτὸ πρόσωπον εἰς δύο διαφόρους ἐπιτροπάς.... (Διάλογοι).
§36ΡΑΛΛΗΣ. Ἕκαστος Βουλευτὴς δὲν δύναται νὰ λάβῃ μέρος ἢ εἰς δύο τὸ πολὺ ἐπιτροπάς. Λοιπὸν τὸ αὐτὸ πρόσωπον λαμβάνει μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην ἐπιτροπήν. Ἔχετε λοιπὸν ἀνάγκην 40 ὀνομάτων Βουλευτῶν διὰ τὸ ψηφοδέλτιον τῆς μειονοψηφίας, καὶ ἐπειδὴ ἕκαστος Βουλευτὴς δύναται νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς δύο ἐπιτροπὰς, ἔχετε ἀνάγκην μόνον 20 Βουλευτῶν. Πόσοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι περιελήφθησαν εἰς τὸ ἀληθὲς ψηφοδέλτιον τῆς μειονοψηφίας; Ἀκριβῶς 20. Ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀριθμητικὴ δύναμις τῆς μειονοψηφίας; Δὲν περιελήφθη ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὁ κ. Καραπάνος, ὁ κ. Μεσσηνέζης, ἐγὼ καὶ ἄλλοι, δὲν περιελήφθημεν 8 ἐκ τῆς μειονοψηφίας, διότι δὲν ὑπῆρχε χῶρος, ὄχι διότι περιεφρονήσαμεν ἡμεῖς τὸ ἔργον τῶν ἐπιτροπῶν, δὲν ὑπῆρχεν ἀριθμὸς θέσεων, ἱκανὸς διὰ τοὺς Βουλευτὰς τῆς μειονοψηφίας. Ἡ παραβίασις ἡ γενομένη τῶν δικαιωμάτων τῆς μειονοψηφίας διὰ τοῦ νόθου ψηφοδελτίου εἶναι διπλῆ· εἶναι πρῶτον κατ’ ἀριθμὸν παραβίασις, διότι ἐκ τοῦ ὅτι δέκα Βουλευταὶ τῆς πλειονοψηφίας κατέλαβον τὴν θέσιν τῆς μειονοψηφίας εἰς τὰς ἐπιτροπὰς, ἀφῄρεσαν ἀπὸ 10 Βουλευτὰς τῆς μειονοψηφίας τὸ δικαίωμα νὰ ἐκπροσωπήσωσιν αὐτοὶ τὴν μειονοψηφίαν· εἶναι δεύτερον παραβίασις ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν, διότι βεβαίως εἰς τὴν πλειονοψηφίαν δὲν θὰ δώσῃ τις τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ τίνα ἐκ τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας θέλουσι μετάσχει εἰς μίαν ἑκάστην τῶν διαφόρων ἐπιτροπῶν. Διπλῆ λοιπὸν χονδροειδεστάτη παραβίασις τοῦ Κανονισμοῦ· καὶ δύναται νὰ παραπονῆται διὰ τὴν φράσιν μου ὁ κ. Πρόεδρος, ἀλλ’ ἐσυνείθισα νὰ λέγω τὰ σῦκα σῦκα καὶ τὴν σκάφην σκάφην, ἐνθυμεῖται δὲ, ὅτι τοῦτο ἔπραττον καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν συνεπράττομεν, καὶ τότε ηὐχαριστεῖτο. Σήμερον τὸν ταράσσει ἡ γλῶσσά μου. Ἀλλ’ ὅσον ταράσσεται, τόσον ἐνθαῤῥύνομαι, διότι ἡ ταραχή του ἀποδεικνύει τὸ δίκαιόν μου. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἀναμφισβητήτως ἐκ τῆς συζητήσεως, εἶναι ὅτι, ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπον, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς συναντήσεως τῆς πλειονοψηφίας μὲ τὴν μειονοψηφίαν, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μέχρι προχθὲς ἐκόπτετο καὶ ἐσχίζετο ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῆς μειονοψηφίας καὶ ἐζήτει τὴν παρέμβασιν τῆς Βασιλείας πρὸς τὴν εὐπρεπῆ καὶ κοσμίαν διεξαγωγὴν τῶν συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ, ἐκεῖνος φαίνεται εἰσηγητὴς ψηφοδελτίου, διὰ τοῦ ὁποίου νοθεύεται ἡ λειτουργία τῶν ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς καὶ κατανοσφίζονται τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας.
§37ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, Κύριοι, ἀναλογιζόμενος τὸ κρίσιμον τῶν περιστάσεων καὶ τὸ ἔκρυθμον τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, καὶ ὑπὲρ πᾶν ἄλλο ποιούμενος τὴν ἄρσιν τῆς μαστιζούσης τὸν τόπον οἰκονομικῆς κρίσεως καὶ τὴν ἐπάνοδον τῆς κανονικῆς λειτουργίας τῶν θεσμῶν καὶ τῶν νόμων, δὲν προτίθεμαι δι’ ἀκαίρων καὶ παρατεταμένων συζητήσεων νὰ παρεμποδίσω τὸ ἔργον τῆς πλειονοψηφίας, ἥτις πέπεισμαι, ὅτι θὰ ἔχῃ ὡς πρῶτον καὶ κύριον μέλημα τὰ εἰρημένα ζητήματα, τουτέστι τὴν ἀνόρθωσιν τῶν κειμένων νόμων καὶ τὴν ἄρσιν τῆς μαστιζούσης τὸν τόπον οἰκονομικῆς κρίσεως. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὴν πλειονοψηφίαν, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ σεβασθῇ τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας, καὶ νὰ μὴ προβαίνῃ ἀπὸ ὑπερβασίας εἰς ὑπερβασίαν, διότι τότε εἶναι ἀδύνατος ἡ σύμπραξις ἡ ὁμαλὴ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μετὰ τῆς Συμπολιτεύσεως, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ, καὶ ἂν ἐπικαλεσθῇ αὐτήν, ἡ Κυβέρνησις τὴν σύμπραξιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐν τῷ πατριωτισμῷ αὐτῆς, ὅπως λύσῃ τὰ μεγάλα ἐθνικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα σήμερον κεῖνται πρὸς τὴν λύσιν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Προβαίνει, λέγω, ἀπὸ ὑπερβασίας εἰς ὑπερβασίαν, ἐνῷ ὤφειλε, Κύριοι, νὰ σεβασθῇ τὸν Κανονισμὸν, διότι ἡ ἐνάσκησις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν διαχειρίζεται τὴν σήμερον ὡς πλειονοψηφία πρέπει νὰ γίνηται κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, μέχρις οὗ οἱ κείμενοι αὐτοὶ νόμοι ἤθελον τροποποιηθῆ, καταργηθῆ, ἢ ἀντικατασταθῆ διὰ νέων νόμων, παρὰ τοὺς κειμένους δὲ νόμους δὲν δύναται νὰ ἐξασκῇ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν της. Καὶ ἐν τούτοις, Κύριοι, ἀπὸ τῆς πρώτης συγκροτήσεως τοῦ Σώματος παρεβίασε τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν Πρόεδρος ἀνακηρύσσεται ὁ γεροντότερος τῶν Βουλευτῶν, διότι ἀνεκήρυξεν ὡς προεδρεύοντα ὄχι τὸν πρεσβύτερον· δὲν περιωρίσθη εἰς τοῦτο, προέβη προχθὲς εἰς ἄλλην ὑπερβασίαν. Παρὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἡ ὁποία κανονίζει τὴν ἐνάσκησιν τῆς λειτουργίας τῆς Βουλῆς, προέβη ἐρήμην, οὕτως εἰπεῖν, ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν μέχρι τέλους τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης, εἰς τὴν σπουδαίαν ἐνέργειαν, εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου. Βεβαίως ὁ καθήμενος τὴν σήμερον ἐπὶ τῆς ἕδρας αὐτοῦ ἐπαξίως κατέχει τὴν ἕδραν· διατὶ νὰ προβῆτε καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ὑπερβασίαν; Ἀλλὰ δὲν σέβεσθε τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας, καὶ θέλετε νὰ τὴν ἀποκλείσητε ἀπὸ τὴν συμμετοχὴν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λαμβάνῃ εἰς ὅλας τὰς πράξεις τοῦ Κοινοβουλίου! Λέγετε, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀριθμὸν ἱκανὸν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠδυνήθητε νὰ ἀποδώσητε εἰς ἡμᾶς ὅ,τι ἄλλως ἠθέλετε ἀποδώσει. Καὶ ἂν τοῦτο, Κύριοι, ἦτο ἀληθὲς, ὠφείλετε νὰ λάβητε ὁλόκληρον τὸ ψηφοδέλτιον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ συμπεριλάβητε εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν εἰς τὸ ψηφοδέλτιον, καὶ καθ’ ὅσον δὲν ὑπῆρχεν ἀρκῶν ἀριθμὸς διὰ τὴν συμπλήρωσιν ὅλων τῶν θέσεων, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουσιν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, νὰ συμπεριλάβητε ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἠθέλετε ἐκ τοῦ ψηφοδελτίου ὑμῶν τοῦ δευτέρου· ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ προβῆτε εἰς τὸ ψηφοδέλτιον μόνον, τὸ ὁποῖον εἴχετε δικαίωμα ὡς πλειοψηφία νὰ ὑποβάλητε, καὶ ἀφοῦ ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι τὸ ψηφοδέλτιον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν εἶχε τὸν κεκανονισμένον ἀριθμὸν, τὸν ἀνήκοντα εἰς τὴν μειονοψηφίαν, τότε νὰ συμπληρώσητε τὰς ἐπιτροπὰς τῶν ὑμετέρων φίλων. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐπράξατε, εἶναι μία ὑπερβασία ἀσυγχώρητος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων της συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμὸν, διότι ὁ Κανονισμὸς εἶναι ὁ νόμος τῶν νόμων· δὲν πρέπει νὰ παραβιάζωμεν τὸν νόμον τῶν νόμων, καὶ νὰ διδάσκωμεν τὴν ἀσέβειαν πρὸς τοὺς νόμους, τὴν περιφρόνησιν πρὸς αὐτοὺς, διότι τότε δὲν δυνάμεθα νὰ ἀπαιτήσωμεν παρ’ οὐδενὸς τὸν σεβασμὸν πρὸς τοὺς νόμους, δὲν δυνάμεθα ἀπηνεὶ νὰ καταδιώκωμεν τὸν πολίτην, τὸν μὴ ἔχοντα οὐδεμίαν εὐθύνην, διότι, ἐφορμώμενος ἐκ τῶν συμφερόντων του καὶ τῶν παθῶν του, προβαίνει εἰς τὴν καταπάτησιν τῶν νόμων. Διδάσκοντες διὰ τοῦ παραδείγματος ἡμῶν τὴν ἀνομίαν, ἡμεῖς φέρομεν ὅλην τὴν εὐθύνην, ἐπὶ τῇ κατακλυσάσῃ τὸν τόπον ἀνομίᾳ, καὶ οὐδόλως ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ τιμωρηθῶμεν μίαν ἡμέραν διὰ τὴν τοιαύτην διαγωγήν μας.
§38ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σύστασις τῶν ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς πρὸ πολλῶν χρόνων ἀπεδείχθη ἐντελῶς ἄχρηστος εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρευρίσκωμαι ἐνταῦθα, σπανιώτατα εἶδον ἐργασίας τινὰς τῶν ἐπιτροπῶν, πλὴν τῶν ἐπίτηδες ἐκλεγομένων, καὶ αὐταὶ δὲ αἱ ὀλίγαι ἐργασίαι, αἱ ἐπιβληθεῖσαι εἰς τὴν Βουλὴν, περιωρίζοντο εἰς τυπικὴν ἐπιδοκιμασίαν τῶν ἑκάστοτε εἰσαγομένων νομοσχεδίων. Ἕνεκα τούτου, καὶ διότι ἐκωλυόμην ἐξ ἄλλης ὑπηρεσίας προχθὲς, οὔτε παρεστάθην κἂν εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς· οὐδόλως δὲ ἤθελον ἀναμιχθῆ εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν, ἂν μὴ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτὴς ἐνόμιζον προσῆκον κατὰ τὴν διεξαγωγὴν αὐτῆς νὰ μνησθῶσι καὶ ἐμοῦ. Ἰδοὺ ὁ μόνος λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα. Ἡ ἀντιπροσωπεία τῆς μειοψηφίας ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς τῆς Βουλῆς εἶναι ἰδέα καθιερωμένη ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, ὅστις ὅμως συγχρόνως ὥρισε καὶ τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου πραγματοποιεῖται ἡ ἰδέα αὕτη. Ἡ ἰδέα αὕτη πραγματοποιεῖται, ἀναγράφοντος ἑκάστου τῶν Βουλευτῶν ἐν τῷ ψηφοδελτίῳ αὐτοῦ ὄχι ὁλόκληρον τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεκτέων μελῶν, ἀλλὰ μόνον τὰ ⅔ αὐτῶν· ἀναγκαία συνέπεια τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος τούτου κατὰ κανόνα θὰ ἦναι, ἄνευ ἄλλης τινὸς προνοίας, ἡ ἀντιπροσωπεία τῆς μειοψηφίας ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς. Ἕκαστος λοιπὸν τῶν Βουλευτῶν μένει ἐντελῶς ἐλεύθερος νὰ ἐγγράψῃ ἐν τῷ ψηφοδελτίῳ αὐτοῦ τὰ εἰς τὸ κόμμα αὐτοῦ ἀνήκοντα ὀνόματα, ἀρκεῖ νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν δύο τρίτων. Ἀλλ’ ἐνίοτε δὲν ἀρκεῖ μόνη ἡ πρόνοια τοῦ Κανονισμοῦ πρὸς νόμιμον συγκρότησιν τῶν ἐπιτροπῶν, τοῦτο δὲ συμβαίνει, ὁσάκις οὐδόλως παρίσταται ἡ μειοψηφία ἐν τῇ Βουλῇ, ἢ ὁσάκις σύγκηται αὕτη ἐξ ἀριθμοῦ Βουλευτῶν ἐλάσσονος τοῦ ἀπαιτουμένου πρὸς νόμιμον συγκρότησιν τῶν ἐπιτροπῶν. Τοιοῦτόν τι συνέβη κατὰ τὴν προηγουμένην περίοδον τῆς Βουλῆς, ὅτε ἀπεχώρησεν ὁλόκληρος ἡ ὑπὸ τὸν νῦν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως μερίς. Ἐδέησε τότε νὰ μεριμνήσωμεν ἡμεῖς περὶ τοῦ τρόπου τῆς συμπληρώσεως τῶν ἐπιτροπῶν ἐκ μελῶν τῆς μειοψηφίας. Ὁποία μέριμνα ἐλήφθη; Παρεκαλέσαμεν ὀλίγα τινὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας νὰ ἐγγράψωσιν εἰς τὰ ψηφοδέλτιά των μέλη ἐκ τῆς μειοψηφίας, διότι καὶ ἓν τοιοῦτον ψηφοδέλτιον, περιέχον ὀνόματα ἄλλα, παρὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ πλειοψηφία ἀναγράφει εἰς τὰ ψηφοδέλτιά της, ἂν εὑρίσκετο εἰς τὴν κάλπην, ἤθελεν ἀρκέσει, ἵνα ἐπιτύχωμεν τὸ ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ἀκολουθήσῃ τοιαύτην τακτικὴν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις· ἠδύνατο νὰ περιορισθῇ νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ ψηφοδελτίῳ αὐτῆς μόνα τὰ ἐκ τῆς πλειονοψηφίας μέλη, νὰ ἀφήσῃ δὲ εἰς τὴν μειονοψηφίαν, καὶ παρ’ ἑνὸς ἀκόμη ἔστω Βουλευτοῦ ἀντιπροσωπευομένην, νὰ ῥίψῃ ἓν ἄλλο ψηφοδέλτιον, περιέχον τὰ μέλη, τὰ ὁποῖα θὰ ἀντιπροσωπεύωσι τὴν μειονοψηφίαν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἀτόπως ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ λάβῃ αὐτὴν τὴν πρόνοιαν τῆς συμπληρώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐπιτροπῶν· ἠδύνατο νὰ περιορισθῇ εἰς τὸν ἀριθμὸν, ὃν κατὰ τὸν νόμον ἡ πλειοψηφία ἠδύνατο νὰ προτείνῃ, καὶ οὕτω δὲν θὰ προεκάλει οὐδὲν ἐκ τῶν παραπόνων, τὰ ὁποῖα τώρα ὑποβάλλονται. Ἀλλὰ θὰ ἐπήρκει ἆρά γε ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν τῆς μειοψηφίας διὰ νὰ καταρτισθῶσιν αἱ ἐπιτροπαί; Μὲ ὅλην, Κύριοι, τὴν μεγάλην πλειονοψηφίαν, νομίζω, ὅτι τὰ ὑπολειπόμενα μέλη τῆς Βουλῆς δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν, ἀφοῦ ἕκαστος Βουλευτὴς δύναται νὰ λάβῃ μέρος εἰς δύο ἐπιτροπάς. Ταῦτα, Κύριοι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀναφυὲν ζήτημα, ὅπερ θεωρῶ ὅλως ἄσκοπον, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ οὐδεμίαν εἶχον διάθεσιν νὰ ὁμιλήσω. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισε καλὸν νὰ μνησθῇ Προέδρου τινὸς τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν ἀλλόκοτον, κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἰδέαν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἑρμηνεύει καὶ ἐφαρμόζει τὸν Κανονισμὸν καὶ διεξάγει κατὰ τὴν κρίσιν του ὅλα τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ὁ Κανονισμὸς τῷ ἀναθέτει, ἅμα ὅμως γεννηθῇ ἀμφισβήτησις, περὶ τοῦ ἂν ἡ γνώμη τοῦ Προέδρου ᾖναι σύμφωνος πρὸς τὸν Κανονισμὸν, δὲν ἀπόκειται τότε εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ κρίνῃ αὐτὸς κατ’ ἰδίαν κρίσιν καὶ ἀρέσκειαν, ἂν ἡ ἀμφισβήτησις ᾖναι βάσιμος, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ἐρωτᾷ τὴν περὶ τούτου γνώμην τῆς Βουλῆς. Καὶ ἄλλοτε ἠμφισβητήθη ἡ γνώμη αὕτη τοῦ Προέδρου ἐκείνου τῆς Βουλῆς, ὅστις ἤμην ἐγὼ, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, λαβὼν τὸν λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀπέδειξα καὶ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ διὰ τῶν παρ’ ἄλλοις ἔθνεσι κρατούντων, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη εἶναι ὀρθοτάτη καὶ ἡ μόνη πρακτικὴ, ἡ μόνη ὠφέλιμος. Καὶ ἀπορῶ, πῶς μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν αὐτὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμένει νὰ τὴν θεωρῇ ἐσφαλμένην, καὶ ἀπεύχεται μάλιστα νὰ ἐκλεχθῇ τοῦ λοιποῦ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, οὕτως ἑρμηνεύων τὸν Κανονισμόν. Δὲν ἔχω τώρα προχείρους ὅλας τὰς ἀποδείξεις, διὰ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται τὸ ὀρθὸν τῆς γνώμης μου ἐκείνης. Ὡς ἐκ τούτου περιορίζομαι μόνον νὰ ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον ῥητῶς καὶ σαφῶς καθιεροῖ τὴν γνώμην ταύτην. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 29. Ὁσάκις ἰσχυρίζεταί τις, ὅτι παραβιάζονται αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος Κανονισμοῦ..., ἐὰν τὰς προτάσεις ταύτας ὑποστηρίξωσι καὶ δέκα ἄλλοι Βουλευταὶ, ἡ Βουλὴ (οὐχὶ ὁ Πρόεδρος) ἀποφασίζει πρῶτον περὶ τῶν παρεμπιπτόντων ζητημάτων, εἶτα δὲ περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου.» Ρητῶς, ὡς βλέπετε, Κύριοι, διατάσσει ὁ Κανονισμὸς, ὅτι, ὅταν ὑπάρξῃ διαφωνία περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν εἶναι ἁρμόδιος ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ Βουλὴ, ἵνα ἀποφανθῇ. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ὅτι ἀνέφερον τότε παράδειγμα Προέδρου Γαλλικῆς Βουλῆς, τοῦ κατόπιν Προέδρου τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας Γρεβὺ, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν: «Ἐγὼ εἶμαι ἐντολοδόχος τῆς Βουλῆς· ὅταν ἑπομένως τίθηται εἰς ἀμφισβήτησιν ἡ ὀρθότης τῶν ἐνεργειῶν μου, αὐτοὶ οἱ ἐντολεῖς μου εἶναι ἁρμόδιοι, ἵνα ἀποφασίσωσι.» Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὅλως ἀτόπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέμιξεν εἰς τὴν προκειμένην, ἐπαναλαμβάνω, ματαίαν ἐντελῶς συζήτησιν, ἐπίκρισιν τῆς διαγωγῆς μου, ὡς Προέδρου τότε τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἤκουσα, Κύριοι, καὶ ἑτέραν τινὰ περὶ ἐμοῦ γνώμην, ὅτι ἐγὼ ἀντιπροσωπεύω ἢ συνδέομαι, δὲν ἠξεύρω μετὰ τίνος μειοψηφίας.
§39ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ ἠξεύρω οὐδ’ ἐγώ.
§40ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου ὑπέδειξα, ὅτι τινὲς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μου ἦσαν διατεθειμένοι νὰ συνεννοῶνται καὶ συμπράττωσι μετ’ ἐμοῦ περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, τίνας ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, αὐτὸς προσωπικῶς, ὡς τοιούτους παρουσιάζει· διότι ἐγὼ βλέπω Βουλευτὰς ἀνήκοντα εἰς τὸν κ. Θεόδωρον Δηλιγιάννην, ἀλλὰ Βουλευτὴν ἀνήκοντα εἰς τὸν κ. Δημήτριον Ράλλην δὲν βλέπω κανένα. Ἑπομένως καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην μείζων ἡ ἐμὴ μειονοψηφία τῆς ἰδικῆς του (γέλως ἐν τῇ αἰθούσῃ).
§41ΡΑΛΛΗΣ. Ἴσως ἤθελε θεωρηθῆ ὡς παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ, διότι λαμβάνω τὸν λόγον τρίτην ἤδη φορὰν, ἀλλὰ θὰ συναινέσῃ, ἐλπίζω, ἡ πλειονοψηφία...
§42ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§43ΡΑΛΛΗΣ. .. διότι ἐτέθη ἓν ζήτημα προσωπικόν. Ἀληθῶς, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Κωνσταντόπουλος, ὁ περίεργος ἐκεῖνος Πρόεδρος, περὶ τοῦ ὁποίου ἐλάλησε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι αὐτὸς, ὅστις, ἀφοῦ διηύθυνε τὰς συνεδριάσεις τῆς πρώτης Συνόδου τῆς διαλυθείσης Βουλῆς κατὰ τρόπον, — καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, — κατὰ τρόπον, ὥστε ὁλόκληρος ἡ μειονοψηφία διεμαρτυρήθη διὰ τὴν ἀνευλάβειαν αὐτοῦ πρὸς τὰ δικαιώματα αὐτῆς, ἔχει τὴν τόλμην ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ θέλῃ νὰ δικαιολογῇ τὰ πεπραγμένα παρὰ τοῦ Προέδρου ἐκείνου, ὡς νὰ μὴ ἐγνώριζεν, ὅτι ὁ Πρόεδρος ἐκεῖνος ἐστιγματίσθη ἐσαεὶ εἰς τὰ χρονικὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἀληθῶς ὁ Πρόεδρος ἐκεῖνος εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι ὁ Κανονισμὸς εἶναι χαλινὸς διὰ τὴν μειονοψηφίαν, — διότι εἰς αὐτὸ καταλήγει ἡ θεωρία του· νομίζει, ὅτι σήμερον ἔχω ἐγὼ ἢ αὐτὸς ἀνάγκην χαλινοῦ, ὡς ἐνόμιζεν, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην τότε, κατὰ τὸ 1890, τοιούτου ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου καὶ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ Κανονισμὸς εἶναι χαλινὸς τῆς πλειονοψηφίας, τὸν ὁποῖον αὐτὴ ἡ πλειονοψηφία τίθησιν εἰς ἑαυτήν· διότι ἐν ὥρᾳ συζητήσεως καὶ ἐν ὥρᾳ τῆς ἐξ αὐτῆς θέρμης εὐκόλως ἡ πλειονοψηφία ὑπερπηδᾷ τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα τῇ εἶναι τεθειμένα, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ὀφείλει νὰ ὑπερπηδᾷ. Ἡ μειονοψηφία τί δύναται νὰ ὑπερπηδήσῃ; Νομίζει ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, ὅτι σήμερον μὲ τοὺς Κυανοῦς του δύναται νὰ παραβιάσῃ τὸν Κανονισμόν; Θὰ τοὺς ἴδῃ, ὡς εἶδεν ὅλους τοὺς ἄλλους, στρέφοντας αὐτῷ τὰ νῶτα,—διότι καὶ κατὰ τοῦτο ἀπεμιμήθη τὸν Ἀθηναῖον ἐκεῖνον, περὶ τοῦ ὁποίου ἀφηγεῖται ὁ Πολύβιος, ὅτι καθ’ ἡμέραν κατερχόμενος εἰς Πειραιᾶ, ηὐφραίνετο ἀριθμῶν τὰς καταγομένας καὶ ἀναγομένας ναῦς, ἃς ὑπελάμβανεν ὡς ἰδίας. Ἐγώ, Κύριοι, οὐδέποτε ἐκαυχήθην, ὅτι εἶμαι κομματάρχης. Ἀληθῶς εἰς ὡρισμένην ἐποχὴν, καταλιπὼν τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου, ἦλθε καὶ ἐκάθησε πλησίον μου ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, τεθεὶς ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν μου (γέλωτες), ἀλλὰ ποτὲ δὲν τὸν κατελόγισα ὡς ἴδιόν μου ὀπαδόν. Ἐξ ἐναντίας μετ’ ἀποστροφῆς, ὅτε ἐζήτησε νὰ συνεργασθῇ μεθ’ ἡμῶν, μετὰ τοῦ τρίτου κόμματος, μετ’ ἀποστροφῆς, λέγω, τὸν ἐδέχθην (ἱλαρότης), καὶ ἂν δὲν παρενέβαινεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Σωτηρόπουλος, ὅστις μὲ τὴν συνήθη του μετριοπάθειαν μοὶ ἔλεγεν «ἄφησέ τον νὰ καθήσῃ εἰς μίαν γωνίαν, τί σὲ πειράζει;», βεβαίως ποτὲ δὲν θὰ εἶχε τὴν τιμὴν νὰ λέγῃ, ὅτι παρεκάθησε παρ’ ἐμοί. Ἐγὼ οὐδέποτε, εἶπον, ὑπῆρξα κομματάρχης, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἂν ζητήσω τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος ψηφοφορίαν, ἡ μειονοψηφία σύσσωμος θὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην μου. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Θαυμάζω δὲ, ὅτι αὐτὸς, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐπολιτεύθη, διέψευσεν ὁλόκληρον τὸν δεκαετῆ πολιτικόν του βίον, θαυμάζω, λέγω, ὅτι ἔρχεται μὲ τοιαύτην τόλμην νὰ μεμφθῇ ἐκείνων, οἵτινες δικαιοῦνται νὰ κρατῶσι τὸ μέτωπον ὑψηλὰ, οἵτινες οὐδέποτε ὑπέκυψαν εἰς οἱονδήποτε πειρασμὸν μωροφιλοδοξίας, ἐκείνους, οἵτινες τὰ ἔκθεσμα δῶρα τὰ ἀπέκρουσαν πάντοτε, καίτοι ἠδύναντο διὰ τῶν δώρων ἐκείνων νὰ ἀνέλθωσιν ὑψηλότερον ἀφ’ ὅ,τι ἵστανται. Ἀλλὰ βεβαίως περὶ τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου οὐδεὶς σκέπτεται, μήτε περὶ τῶν Κυανῶν· θὰ τοὺς ἀναζητήσῃ τοὺς Κυανοῦς του μετ’ ὀλίγον, ἴσως σήμερον, ἴσως αὔριον, καὶ δὲν θὰ τοὺς ἀνεύρῃ.
§44ΡΟΥΚΗΣ. Ἔ, κὺρ Κωνσταντόπουλε, πρόσφωλο ἔβαλες, μάζευε τώρα αὐγά! Ἄ! Κουνενέ! (γέλωτες). Τί ἤθελες νὰ τὰ βάλῃς μὲ τὸν Ράλλην;
§45ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς παραβιάσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Καὶ ἱκετεύω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐμμείνῃ εἰς τὴν ἀρχικῶς ἐκφρασθεῖσαν γνώμην του, νὰ τηρήσῃ ἀκέραια χάριν τοῦ πολιτεύματος τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας, διότι γνωρίζει, ὅτι τὸ μέλλον ἄδηλον, ἐὰν δὲ ἔχωμεν τὴν τύχην ἄλλοτε νὰ ἔχωμεν διευθυντὴν πλέον τῆς πλειονοψηφίας κἄποιον Κωνσταντόπουλον, θέλετε ἴδει, ὅτι τὸν χαλινὸν, τὸν ὁποῖον θέτει ὁ Κανονισμὸς διὰ τὴν πλειονοψηφίαν, θὰ τὸν θέσῃ εἰς τὴν μειονοψηφίαν, καὶ θὰ μᾶς θέσῃ ἀντὶ χαλινοῦ φίμωτρον. Χάριν ἀκριβῶς τοῦ πολιτεύματος, σᾶς ἱκετεύω, ἀποδώσατε εἰς τὴν μειονοψηφίαν τὰ δικαιώματά της· ἀφήσατε αὐτὰ ἀκέραια, ὅπως τὰ ἀναγράφει ὁ Κανονισμός. Δὲν εἶσθε σεῖς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες φοβεῖσθε τὴν συζήτησιν. Σᾶς ἀναγνωρίζω τὴν ἀρετὴν ταύτην. Ἀφήσατε λοιπὸν ἀκεραίαν τὴν συζήτησιν ἐν τοῖς τμήμασιν, ἀφήσατέ την ἀκεραίαν ἐν τῇ αἰθούσῃ· δὲν θὰ ἦναι δὲ ποτὲ ἀκεραία ἐν τῇ αἰθούσῃ, ἂν δὲν ἦναι ἀκεραία ἐν τοῖς τμήμασι. Διότι κατὰ τοῦτο — καὶ θλίβομαι ἀληθῶς — συμπίπτουσιν αἱ γνῶμαι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὰς τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου. Καὶ ὁ μὲν καὶ ὁ δὲ θεωροῦσι τὰς ἐπιτροπὰς ὡς πέμπτον τροχόν. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι δύναται νὰ λειτουργήσῃ κοσμίως καὶ εὐπρεπῶς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ νὰ διεξαχθῇ κοσμίως καὶ εὐπρεπῶς συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, ἂν ὁ πέμπτος τροχὸς, ὅπως τὸν χαρακτηρίζετε, δὲν λειτουργῇ; Βεβαίως, ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐννοεῖ νὰ καταρτίσῃ τὰς ἐπιτροπὰς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσωσι, διότι ὁ ἀνταγωνισμὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἐν αὐταῖς, ὁ ἀνταγωνισμὸς, ὅστις ἀποβαίνει ἀδύνατος, ὅταν ἡ μειονοψηφία ἦναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς γνώμας της. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐκεῖνος, ὅστις σέβεται τὸ πολίτευμα, ἐκεῖνος, ὅστις ἐπαγγέλλεται, ὅτι ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος στηριζόμενος ἀνῆλθεν εἰς τὴν θέσιν, ἣν κατέχει, ὀφείλει ν’ ἀποδείξῃ πρῶτος τὴν εὐλάβειαν αὐτοῦ πρὸς τὸ πολίτευμα καὶ τοὺς θεσμούς. Ἡ εὐλάβεια δὲ αὕτη ἀπαιτεῖ νὰ ἀφεθῶσιν ἀκέραια τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας, καὶ νὰ ἀκυρωθῇ τὸ ψηφοδέλτιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον περιέλαβεν ἀτόπως ὡς μέλη τῆς μειονοψηφίας μέλη τῆς πλειονοψηφίας.
§46ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρχεν ἀληθῶς, ὡς ἱστορεῖται, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν ἀρχαιότητα Ἀθηναῖος, ἐκλαμβάνων ὡς ἴδια ἅπαντα τὰ εἰς τὸν λιμένα Πειραιῶς εἰσπλέοντα πλοῖα. Ἂν πρόκηταί τις νὰ εὕρῃ νῦν ἕτερον, ἔχοντα τὸ νόσημα τοῦ Ἀθηναίου ἐκείνου, ἀναγκαίως πρέπει νὰ παραδεχθῇ, ὅτι τοιοῦτος εἶναι ὁ προαγορεύσας ἐξ Ἀθηνῶν Βουλευτής. Καὶ τοῦτο ἐξάγεται ἐκ τοῦ ἰσχυρισμοῦ, τὸν ὁποῖον παραδόξως ἤκουσα ἐκφερόμενον σήμερον, ὅτι ἐγὼ διετέλεσα ποτὲ ὀπαδός του!
§47ΡΑΛΛΗΣ. Ποτὲ δὲν σᾶς ἐδέχθην· διεμαρτυρήθην.
§48ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. ἐξ Ἀθηνῶν Βουλευτὴς ὑπελάμβανε τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι τότε ἀπετέλουν τὸ λεγόμενον τρίτον κόμμα, ὡς ἀνήκοντας εἰς αὐτὸν, βεβαίως εἶχε πάθει τὸ πάθημα τοῦ Ἀθηναίου ἐκείνου, τοῦ ἐν Πειραιεῖ· διότι ἡμεῖς πρῶτον ὅρον τῆς ἑνώσεως ἡμῶν εἴχομεν θέσει, ὅτι οὐδένα ἀναγνωρίζομεν ἀρχηγὸν, ὅτι πλήρης ἰσοτιμία θὰ ἐπεκράτει μεταξὺ ἡμῶν, καὶ μετὰ τὴν ῥητὴν ἐκείνην συμφωνίαν συνεκροτήσαμεν τὸν σύνδεσμον. Τὰ μέλη, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν τὸ τρίτον κόμμα, εἶναι ἔντιμοι ἄνθρωποι καὶ γνωστοὶ εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὅλοι θὰ ἀποδοκιμάσωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξέθεσε.
§49ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ μέλη ἐκεῖνα τὰ κατεστήσατε μέλη τῆς κοινωνίας.
§50ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἔκαμα μέλη τοῦ Ὑπουργείου, ἐγὼ ὅσα ἤθελον (γέλωτες). Ὅσον ἀφορᾷ τὰ λοιπὰ, τὰ ὁποῖα προσέθηκεν ὁ κ. Βουλευτὴς, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀπαντήσω. Νομίζω, ὅτι λόγοι προσωπικῆς ἀξιοπρεπείας, καὶ ἡ ἐπιθυμία νὰ μὴ ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον τὴν Βουλήν, μοὶ ἐπιβάλλουσι τὴν σιωπήν.
§51ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀρχηγὸς τῆς πλειονοψηφίας ἐννοῇ νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ γενομένου ἀδικήματος. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, οὐδ’ αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέφερε τοιαύτην, ὅτι ἡ μειονοψηφία ἐν τῇ ἀναλογίᾳ, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει εἰς αὐτὴν ὁ Κανονισμὸς, καὶ οὐχὶ ἐν ταῖς ἀναλογίαις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει νὰ ἀποδώσῃ εἰς αὐτὴν, δικαιοῦται νὰ ἀντιπροσωπεύηται ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς. Δὲν εἶναι δυνατὴ λειτουργία ὁμαλὴ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἐὰν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ δὲν ὑπάρχῃ μειοψηφία καὶ πλειοψηφία. Συνέπεια δὲ πλήρης τῆς τοιαύτης λειτουργίας εἶναι ἡ ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς ἀντιπροσώπευσις τῆς μειοψηφίας κατὰ τὴν ἀναλογίαν, τὴν ὁποίαν ἀπονέμει εἰς αὐτὴν ὁ Κανονισμός. Ἡ ἀναλογία αὕτη παρεβιάσθη ἀναντιῤῥήτως διὰ τῆς γενομένης τελευταῖον ἐκλογῆς. Ἐπιθυμεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀρχηγὸς τῆς πλειοψηφίας νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ ἀδίκημα τοῦτο; Ἀποτείνω ἁπλῆν ἐρώτησιν, μολονότι πρότασις ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ. Πράττω δὲ τοῦτο, διότι οὐδεμία πρότασις δύναται νὰ ἔχῃ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἀπέναντι τοιαύτης πλειονοψηφίας.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ ἐρωτήσεων, μοὶ φαίνεται, δὲν λύονται τὰ ζητήματα ταῦτα, λύονται διὰ προτάσεων.
§53ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀρκετὰ σαφῶς ὡμίλησα καὶ ἐγὼ καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοί μου. Ἐννοοῦμεν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει μόνον τὸ ψηφοδέλτιον τὸ γνήσιον τῆς μειονοψηφίας ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Κανονισμοῦ.
§54ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀντικείμενον προτάσεως, οὐδὲ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν. Θεωροῦμεν, ὅτι ὀφείλει ἡ Βουλή, καὶ ὀφείλει κατ’ ἐντολὴν αὐτῆς ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἐκτελέσῃ τὸν Κανονισμόν, ὡς πρὸς τὰ ψηφοδέλτια, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ· τὰ ψηφοδέλτια ταῦτα πρέπει νὰ ἀκυρωθῶσιν. Ἤλπιζον καὶ ἐλπίζω ἀκόμη, ὅτι θὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ παρακαλέσῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἐκτελέσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸν Κανονισμόν. Ἐν περιπτώσει ὅμως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελαν ἀποδειχθῆ ἡ ἐλπὶς ἡμῶν αὕτη φρούδη, τότε θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ προκαλέσωμεν ψηφοφορίαν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι δεκτικὸν συζητήσεως τὸ πρᾶγμα, καὶ ἀπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμένω νὰ ἀπαιτῶ, ὅπως ζητήσῃ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός. Καθ’ ἥν στιγμὴν τὸ ψηφοδέλτιον τῆς μειονοψηφίας δὲν ἦτο συντεταγμένον, ἐννοῶ, ὅτι κατηρτίσθη τὸ ἕτερον ἐκεῖνο ψηφοδέλτιον, ὅπως πληρωθῇ τυπικῶς ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ μειονοψηφία, καταρτισθεῖσα, παρουσιάζει ἓν ψηφοδέλτιον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιμένητε, ὅτι τὸ ψηφοδέλτιον τὸ ἰδικόν σας, τὸ ὁποῖον ἐγένετο, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἀναπληρώσῃ τὸ ἐλλεῖπον ψηφοδέλτιον τῆς μειονοψηφίας, δύναται νὰ ὑπολογισθῇ.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ παρατηρήσεις αὗται, Κύριοι, ἐγένοντο ἐπὶ τῶν πρακτικῶν· ἑπομένως θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, ἐὰν ἐγκρίνῃ τὰ πρακτικά, ὅπως ἔχουσι.
§56ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι! Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Πρόεδρε. Ἡμεῖς διατυποῦμεν αὐτοτελῆ πρότασιν· διότι καθ’ ἥν ἡμέραν ἐξελέγησαν αἱ ἐπιτροπαί, τοὐλάχιστον καθ’ ἃς ἔλαβον πληροφορίας, δὲν ἀπηγγέλθη τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς ὡς πρὸς τὴν μειονοψηφίαν τῶν ἐπιτροπῶν, δὲν ἀπηγγέλθη δὲ, ἀκριβῶς διότι εὑρέθησαν δύο ψηφοδέλτια· ἐὰν δὲ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ ἀπεικονίζωσιν ἀκριβῶς τὰ τελεσθέντα, ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπε τότε, ὅτι κατόπιν θὰ γείνῃ διαλογὴ μεταξὺ τῶν δύο ψηφοδελτίων τῆς μειονοψηφίας. Οὕτως οἱ πλειοψηφοῦντες δὲν ἀνεκηρύχθησαν τότε. Λοιπὸν σήμερον ἔπρεπε νὰ λάβῃ χώραν ἡ ἀνακήρυξις, διότι ἡ ἀνακήρυξις δὲν ἐγένετο· ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ διαλογῆς, ἡ Βουλὴ οὐδένα ἔχει λόγον, ὅπως δυσπιστῇ ὡς πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ὡς προκύψαν ἐκ τῆς διαλογῆς βεβαιοῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ἀναμφισβήτητον θεωροῦμεν, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον σήμερον περιελήφθη εἰς τὰ πρακτικὰ, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξῆλθεν ἐκ τῶν καλπῶν. Ἀλλ’ ἔχομεν τὸ δικαίωμα, ἀφοῦ ἔλαβε χώραν ἡ διαλογὴ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν, ὅπως τὸ ψηφοδέλτιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θεωροῦμεν ὡς καταρτισθὲν ἐναντίον τῆς ῥητῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ψηφοδέλτιον ἐκεῖνο νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν τοῦτο παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ζητήσωμεν παρὰ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ ἐλπὶς ἡμῶν αὕτη δὲν ἤθελε πραγματοποιηθῆ, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν, ἵνα κυρωθῇ ἡ γνώμη ἡμῶν διὰ ψηφοφορίας.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε πρότασιν;
§58ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν πρότασιν αὐτὴν, ὅτι τὸ ψηφοδέλτιον ἐκεῖνο εἶναι ἄκυρον.
§59ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς εἴπετε, ὅτι ὁ Κανονισμὸς δὲν ψηφίζεται.
§60ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸ μὲν δεύτερον ψηφοδέλτιον τῆς πλειοψηφίας νὰ θεωρηθῇ ἄκυρον, αἱ δὲ ἐπιτροπαὶ νὰ συμπληρωθῶσιν ἀπὸ τὰ πρόσωπα τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὸ ψηφοδέλτιον τῆς μειοψηφίας.
§61ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν θεωρηθῇ ἄκυρον τὸ ψηφοδέλτιον τῶν 28, μένει ἀκέραιον τὸ ψηφοδέλτιον τῶν 20, καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ τὰς μειοψηφίας τῶν ἐπιτροπῶν. Ἀκριβῶς λοιπὸν ζητοῦμεν νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ ἀκύρου τοῦ ψηφοδελτίου τῶν 28.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Εὐταξία, ἔχετε πρότασιν;
§63ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν χρειάζεται πρότασις· προτείνομεν νὰ θεωρηθῇ ἄκυρον τὸ ψηφοδέλτιον τῶν 28, ὡς ἀντιβαῖνον εἰς τὸν Κανονισμόν.
§64ΡΑΛΛΗΣ. Ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς ψηφοδέλτιον τῆς μειοψηφίας τὸ γνήσιον τοιοῦτο τῆς μειοψηφίας· τὸ ἄλλο δὲν τὸ θεωροῦμεν ὡς ψηφοδέλτιον τῆς μειοψηφίας, διότι προδήλως περιλαμβάνει ὀνόματα Βουλευτῶν συμπολιτευομένων, οἱ ὁποῖοι δὲν δέχονται τὴν ἰδιότητα τῶν Βουλευτῶν τῆς μειοψηφίας.
§65Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύο λέξεις, παρακαλῶ, ὡς πρὸς τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος. Καίτοι δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσω τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἡ μειονοψηφία ἐννοεῖ νὰ διατυπώσῃ τὴν πρότασιν αὐτῆς, δύναμαι ὅμως νὰ ἐνδείξω αὐτῇ, ὅτι ἤδη πρόκειται μόνον περὶ κυρώσεως τῶν πρακτικῶν· ἑπομένως ἡ πρότασις πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ τῆς συντάξεως τῶν πρακτικῶν. Ταύτην πρέπει νὰ περιμένωμεν ἐκ τῆς μειονοψηφίας, ἀφοῦ ἰσχυρίζεται αὕτη, ὅτι τὸ ἕτερον τῶν ψηφοδελτίων τῶν πλειονοψηφούντων μελῶν τῆς Βουλῆς εἶναι ἄκυρον, καὶ ὅτι ὡς ἐκ τούτου ἐξελέχθησαν μέλη τῆς ἐπιτροπῆς οἱ ἐν τῷ ψηφοδελτίῳ τῶν μειονοψηφούντων. Τοῦτο εἶναι ζήτημα περὶ τῶν πεπραγμένων. Ἀναγράφοντα τὰ πρακτικὰ τὰ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν, ἀναγράφουσι καὶ τὸ συμπέρασμα αὐτῆς, εἰς τοῦτο δὲ τὸ συμπέρασμα ζητοῦσιν οἱ τῆς μειονοψηφίας, ὅπως ἀντικαταστηθῇ ἄλλο, ἀναγράφον, ὅτι ἐξελέχθησαν μέλη τῶν ἐπιτροπῶν οἱ ἐν τῷ ψηφοδελτίῳ τῆς μειονοψηφίας, καὶ οὐχὶ οἱ ἐν τῷ ἑτέρῳ τῶν ψηφοδελτίων τῆς πλειονοψηφίας. Μετὰ τὴν κύρωσιν τῶν πρακτικῶν, ἀναγραφόντων τὰ περὶ τούτου πεπραγμένα κατὰ τὰ ἀποφασισθησόμενα, εὐθὺς κατόπιν ἐπιτρέπεται ἡ ὑποβολὴ προτάσεως, ἣν ἤθελέ τις θεωρήσει ἀναγκαίαν περὶ τῶν τοῦ Κανονισμοῦ διὰ τὸ μέλλον. Οὕτω νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν· διότι τὰ ζητήματα, τ’ ἀνακινηθέντα παρ’ ἄλλων κυρίων Βουλευτῶν, δὲν δύνανται νὰ λυθῶσιν ἤδη, ὅτε περιοριζόμεθα ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ψήφισιν τῶν πρακτικῶν, ἤτοι εἰς τὴν κύρωσιν τῶν τελεσθέντων.
§66ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ, οὐδὲ ζητοῦμεν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸν Κανονισμόν. Δι’ ἐμὲ ἡ διάταξις εἶναι τόσον σαφὴς, ὥστε δὲν εἶναι δεκτικὴ ἑρμηνείας. Ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου ζητῶ παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ἀποφανθῇ, εἶναι, ἐὰν τὸ ψηφοδέλτιον τῶν 28 ἦναι ἄκυρον.
§67Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἀποφανθῇ ἐν τῷ σταδίῳ τούτῳ, ἤτοι ἐπὶ τῇ κυρώσει τῶν πρακτικῶν, περὶ ζητήματος μὴ περιλαμβανομένου ἐν τοῖς πεπραγμένοις, ἀλλὰ δύναται καὶ ὀφείλει ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ συμπεράσματος τῶν πεπραγμένων. Ἐὰν τῷ ὄντι ἦναι ἄκυρον τὸ δεύτερον ψηφοδέλτιον, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, συμπέρασμα τῶν πεπραγμένων εἶναι, ὅτι ἐξελέγησαν μέλη τῶν ἐπιτροπῶν οἱ τοῦ τρίτου ψηφοδελτίου, ἑπομένως ἐν τοῖς πρακτικοῖς πρέπει νὰ ἀναγραφῶσιν ὡς ἐκλεχθέντες οὐχὶ οἱ ἐν τῷ ἑτέρῳ ψηφοδελτίῳ τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλ’ οἱ ἐν τῷ ψηφοδελτίῳ τῆς μειονοψηφίας. Τοῦτο περιέχει τὴν ἔννοιαν τοῦ θέματος, οὗτινος ζητεῖ τὴν ἐπίλυσιν ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ σχετίζεται ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὰ πρακτικὰ, εἰς ὧν καὶ μόνον τὴν διαῤῥύθμισιν πρέπει νὰ περιορισθῶμεν τώρα.
§68ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς ζητοῦμεν τὴν διόρθωσιν τῶν πρακτικῶν, ὅπως εἰς τὰς ἐπιτροπὰς περιληφθῶσιν ὡς μέλη τῆς μειονοψηφίας τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῷ ψηφοδελτίῳ αὐτῆς. Θεωροῦμεν δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος παρερμηνεύει τὸν Κανονισμὸν, ἢ παραγνωρίζει τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας, διότι κατήρτισε τὰς ἐπιτροπὰς, αἱ ὁποῖαι μνημονεύονται εἰς τὰ πρακτικὰ, λαβὼν ὑπ’ ὄψει τὸ δεύτερον ψηφοδέλτιον τῆς πλειονοψηφίας. Νομίζομεν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος, ἢ δὲν ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν τῶν πρακτικῶν, καὶ μετὰ μίαν συζήτησιν τοιαύτην νὰ κανονίσωμεν τὰς ἐπιτροπὰς, ἢ, ἀφοῦ ἡρμήνευσε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὰ ψηφοδέλτια καὶ προέβη εἰς τὴν σύνταξιν τῶν πρακτικῶν κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον, πρέπει τὰ πρακτικὰ νὰ διορθωθῶσι, νὰ θεωρηθῇ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος, παρερμηνεύων τὸν Κανονισμὸν, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὸ δεύτερον ψηφοδέλτιον τῆς πλειονοψηφίας, νὰ λάβῃ δὲ ὑπ’ ὄψει τὸ ψηφοδέλτιον τῆς μειονοψηφίας, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ νὰ καταρτισθῶσιν αἱ ἐπιτροπαὶ, καὶ οὕτω πως νὰ διορθωθῶσι τὰ πρακτικὰ, δηλ. εἰς τὸ πρακτικὸν, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη, νὰ σημειωθῶσιν ὡς μέλη τῶν μειονοψηφιῶν τῶν ἐπιτροπῶν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται ἐν τῷ ψηφοδελτίῳ τῆς μειονοψηφίας.
§69ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν εἰς πρακτικόν τι συμπέρασμα τοιουτοτρόπως. Κατὰ τὸ τέλος τῆς παρελθούσης συνεδριάσεως ἡ διαλογὴ δὲν ἐγένετο, ἀλλ’ ἀνεβλήθη· ἐὰν πράγματι εἶχε γείνῃ τότε ἡ διαλογὴ καὶ ἀπεδεικνύετο ἡ γενομένη πλάνη, ὅτι ἡ μειοψηφία δὲν ἤθελε καταρτίσει ἴδιον ψηφοδέλτιον, τότε ἤθελε λάβει χώραν ἡ συζήτησις αὕτη κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν καὶ ἤθελε λυθῆ τὸ ζήτημα, πρὶν ἢ ἀνακηρυχθῶσι τὰ μέλη τῶν ἐπιτροπῶν. Νομίζω, ὅτι ἡ πρακτικὴ λύσις τοῦ ζητήματος εἶναι ἡ μὴ ἀναγραφὴ ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως τῶν ὀνομάτων τῶν μελῶν τῶν ἐπιτροπῶν, ὁ καταρτισμὸς τῶν ἐπιτροπῶν συμφώνως μὲ τὸ πνεῦμα καὶ μὲ τὸ γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ἡ καταχώρησις τῶν ὀνομάτων τῶν μελῶν αὐτῶν ἐν τῷ πρακτικῷ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως. Αὐτὴν νομίζω ὡς τὴν μόνην δυνατὴν καὶ πρακτικὴν λύσιν, ἐὰν πράγματι ἡ πλειοψηφία θέλῃ νὰ σεβασθῇ τὰ δικαιώματα τῆς μειοψηφίας.
§70ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ πρότασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀληθῶς λίαν εὐφυὴς καὶ λίαν ἐπιτηδεία. Πρόκειται νὰ παρακάμψῃ τὴν δυσχέρειαν, πρὸ τῆς ὁποίας εὑρέθη....
§71Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν.
§72ΡΑΛΛΗΣ. Εὑρέθη—καὶ ἂς λέγῃ οὐδεμίαν—πρὸ τῆς δυσχερείας τῆς παρερμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ· θέλει δὲ ν’ ἀποφύγῃ τὴν δυσχέρειαν ταύτην. Ἀλλ’ ἀποφεύγων τὴν δυσχέρειαν ταύτην, τί πράττει; Ἀπονέμει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν πλειοψηφίαν νὰ καθορίσῃ τίνα εἶναι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐξελέχθησαν ὑπὸ τῆς μειοψηφίας. Τοῦτο εἶναι δευτέρα παραβίασις τῶν δικαιωμάτων τῆς μειοψηφίας, διότι διὰ τῆς προτάσεώς σας πρόκειται νὰ ἀποφανθῶσι τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας, ἐὰν ἐξελέγησαν, καὶ τίνα ἐξελέγησαν μέλη τῆς μειοψηφίας, πρόκειται δηλ. ν’ ἀποφανθῆτε περὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς. Τοῦτο τὸ δικαίωμα βεβαίως δὲν σᾶς τὸ ἀναγνωρίζομεν. Δύνασθε νὰ τὸ πράξητε, διότι πρόκειται περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ τὸ ὅριον, τὸ ὁποῖον καὶ σεῖς θέτετε καὶ ἐγὼ ἔθηκα, ὡς πρὸς τὰ ζητήματα, τὰ δεκτικὰ ἑρμηνείας παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ προκύπτοντα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι λίαν ἀόριστον, καὶ δύναται εὐκόλως νὰ ὑπερπηδηθῇ. Δύνασθε, λέγω, νὰ τὸ πράξητε, ἀλλ’ οὐχ ἧττον θεωρῶ, ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοιαύτης προτάσεως ἀποτελεῖ νέαν παραβίασιν τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν, διότι θὰ ἀποφανθῇ, ὡς εἶπον, ἡ πλειοψηφία, τίνα εἶναι τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας, τὰ ὁποῖα ἐξελέγησαν, ἢ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐκλεχθῶσιν ὡς μειοψηφία τῶν ἐπιτροπῶν, τοῦτο δὲ τὸ δικαίωμα ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐννοῶ νὰ ἀναγνωρίσω εἰς τὴν πλειοψηφίαν. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας ὡς μελῶν ἑκάστης τῶν ἐπιτροπῶν ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν μειοψηφίαν, καὶ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δύναται ν’ ἀντιποιηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἡ πλειοψηφία· ἀντιποιεῖται δὲ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε τεθῆ τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν, ὅπως τὸ ἔθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ζήτημα δέον νὰ τεθῇ ὡς ἑξῆς, καὶ τοῦτο προτείνω ἐγώ: Ἀντίκειται εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Κανονισμοῦ τὸ ψηφοδέλτιον, τὸ ψηφισθὲν παρὰ τῶν 28, τὸ ψηφοδέλτιον τὸ μικτὸν, τὸ περιλαμβάνον ὀνόματα Βουλευτῶν τῆς τε μειοψηφίας καὶ τῆς πλειοψηφίας; Καὶ ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης παρακαλῶ νὰ προκληθῇ ἡ ψηφοφορία.
§73Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον θεωροῦμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα. Ἐγὼ ἐξέφρασα γνώμην ἐντελῶς σύμφωνον πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας. Ἐὰν δὲν θέλητε νὰ θέσητε τὸ ζήτημα ὡς προετάθη, ἢ θέλητε νὰ τὸ θέσητε ἄλλως, ἡμεῖς ὀπωσδήποτε εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ψηφίσωμεν.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὑποβάλλει πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας προτείνει τὸ ἄκυρον τοῦ δευτέρου ψηφοδελτίου τῶν 28, ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τῶν διαρκῶν ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῶν πρακτικῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συνεπῶς τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ὅσοι τῶν κ. κ. Βουλευτῶν δὲν ὡρκίσθησαν, παρακαλῶ νὰ προσέλθωσιν, ὅπως ὁρκισθῶσι. (Προσελθόντες ὀμνύουσιν ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον οἱ ἄρτι ἀφικόμενοι βουλευταὶ κ. κ. Κ. Ζῶτος, Σπυρ. Λάσκαρης, Ἀλκίνοος Ζερβὸς, Λορέντζος Δελλαρόκας, Ἡρακλῆς Γαζέπης, Ἀθ. Καζαμπάκας, Μιχ. Κωτσάκος καὶ Π. Κουκορῖκος.)
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἐγγράφου του πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἀναγγέλλει τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Σπεύδω νὰ ἀνακοινώσω δι’ ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ νέα Κυβέρνησις ἐσχηματίσθη ὡς ἑξῆς: Χαρίλαος Τρικούπης, Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Στέφανος Δραγούμης, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀνάργυρος Σιμόπουλος, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Γεώργιος Θεοτόκης, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Κωνσταντῖνος Κοσσονάκος, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Νικόλαος Τσαμαδὸς, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Στέφανος Σκουλούδης, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Ὁ Πρόεδρος.
ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ.»
§76Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν ταύτην οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω τὴν στιγμὴν ταύτην περὶ τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὡς πρὸς μὲν τὴν πολιτικὴν αὐτῆς ἀπεφάνθη τὸ ἔθνος διὰ τῶν ἐκλογῶν, ἀλλὰ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἡ πολιτικὴ αὕτη θὰ ἐφαρμοσθῇ, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ πραγματευθῶ σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Θὰ πραγματευθῶ περὶ αὐτοῦ, ὅταν ὑποβάλω καὶ τὸ σύστημα τῶν μέτρων, δι’ ὧν νομίζω, ὅτι ἐκπληροῦται ὁ σκοπὸς αὐτῆς, καὶ ἐλπίζω, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα, καταρτιζόμενα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, θὰ ὦσιν ἕτοιμα ἐντὸς ὀλιγίστων ἡμερῶν. Δὲν προτείνω ἄρα εἰς τὴν Βουλὴν ἀναβολήν· διότι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ συνέρχηται καὶ χάριν κυρώσεως ἐκλογῆς τινος, μήπω κυρωθείσης, καὶ χάριν ὁρκίσεως Βουλευτῶν, μήπω ἀφιχθέντων.
§77ΡΑΛΛΗΣ. Πότε θὰ συνεδριάσωμεν πάλιν;
§78Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὔριον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συνεδριάσωμεν, χάριν τῆς ἐκλογῆς Κυνουρίας, ἐὰν τώρα ὑποβληθῇ ἡ ἔκθεσις, καὶ τότε θὰ δυνηθῶμεν ἴσως νὰ ἀναγγείλωμεν ὁριστικώτερον κατὰ ποίαν ἡμέραν θὰ ἐπαναλάβῃ τὰ ἔργα αὐτῆς ἡ Βουλή, ὅπως εἰσαχθῶσι τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Βʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Κυνουρίας. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 72). Κύριοι Βουλευταί, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὅλοι ἐπιθυμεῖτε, ὅπως ἡ αἴθουσα τοῦ Βουλευτηρίου ἦναι ἐλευθέρα, καὶ μὴ εἰσέρχηται εἰς αὐτὴν πᾶς μὴ Βουλευτής. Συνεπῶς ἔδωκα αὐστηρὰν διαταγὴν εἰς τοὺς κλητῆρας περὶ τούτου· ἀλλ’ οἱ κλητῆρες παραπονοῦνται, ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ εἰσάγουσι φίλους των. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ πολὺ νὰ συντρέξητε καὶ ὑμεῖς, ὅπως ἐμποδισθῇ αὐστηρῶς ἡ εἴσοδος εἰς τοὺς μὴ Βουλευτὰς καὶ τηρηθῇ ἡ πρέπουσα τάξις.
§80ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ εἰσάγωσι φίλους των εἰς τὴν αἴθουσαν.
§81Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, συνιστῶ εἰς τὸ Προεδρεῖον ἄκραν αὐστηρότητα καὶ ὡς πρὸς τὰ ἐντὸς τῆς αἰθούσης καὶ ὡς πρὸς τὰ ἐν τοῖς θεωρείοις. Παρακαλοῦμεν τὸ Προεδρεῖον νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ τὴν ἐλαχίστην ἀπὸ τοῦ Κανονισμοῦ παρεκτροπήν. Ἐὰν δὲ οἱ ἐν τοῖς θεωρείοις, εἴτε δι’ ἐπιδοκιμασιῶν, εἴτε δι’ ἀποδοκιμασιῶν, θελήσωσι νὰ μετάσχωσι τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, παρακαλοῦμεν τὸ Προεδρεῖον νὰ λάβῃ εὐθὺς πάντα τὰ μέτρα, τὰ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ἐνδεικνυόμενα, ὅπως κατανοήσωσι πάντες, ὅτι τοιαῦται ἀσχημίαι δὲν θὰ ἐπιτραπῶσι, καὶ ὅτι ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου μόνον εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἐπιτρέπεται νὰ παρακάθηνται, ἐντὸς δὲ τῆς αἰθούσης μόνον εἰς αὐτοὺς ἐπιτρέπεται νὰ ὁμιλῶσι. Τοῦτο, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ Προεδρεῖον θὰ καταστήσῃ δῆλον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καὶ ἐξ ἀφορμῆς τῆς πρώτης, ἔστω καὶ ἐλαχίστης, παρεκτροπῆς. Ἐὰν ἀποπειραθῶσι νὰ μετάσχωσι τὰ θεωρεῖα καθ’ οἱονδήποτε τρόπον εἰς τὰ τῆς Βουλῆς, οὐδεμία πρέπει νὰ γένηται διαβάθμισις τῶν παρεκτροπῶν, ἀλλὰ κατὰ πάσης, καὶ τῆς ἐλαχίστης, πρέπει τὸ Προεδρεῖον ν’ ἀντεπεξέλθῃ αὐστηρότατα, ἐπιβάλλον εἰς τοὺς ἐν τοῖς θεωρείοις, ὅπως ἐπιδεικνύωσι τὸν σεβασμὸν αὑτῶν πρὸς τὴν Βουλήν, βλέποντες μόνον καὶ ἀκούοντες.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, βεβαιωθῆτε, ὅτι τὸ Προεδρεῖον θὰ κάμῃ τὸ καθῆκόν του· θὰ φανῇ ἀμείλικτον καὶ θὰ διατηρήσῃ τὴν τάξιν. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως νὰ παρακαλέσω τοὺς κκ. Βουλευτὰς νὰ μὴ ζητῶσι νὰ εἰσάγωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ἕτερα πρόσωπα....
§83ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ παρακαλέσητε, ἀλλὰ νὰ διατάξητε.
§84ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ Κανονισμῷ, ἡ ὁποία εὐκολύνει ὑμᾶς εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν μέτρων τούτων.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ τὴν γνωρίζω. Ἀλλ’ ὤφειλον ἐξ ἁβρότητος πρὸς τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ τοῖς κάμω μίαν εἰδοποίησιν.
§86ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποίαν διάταξιν; Ἐγὼ ἐννοῶ τὴν διάταξιν, ὅτι εἰς τὰ θεωρεῖα, ἐκτὸς ἑνὸς θεωρείου, νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ εἴσοδος οὐδενὸς, πλὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰσάγονται παρ’ ἑκάστου Βουλευτοῦ. Ἕκαστος δὲ Βουλευτὴς ἔχει δικαίωμα εἰς ὡρισμένον ἀριθμὸν εἰσιτηρίων ἐν πᾶσι τοῖς Κοινοβουλίοις, ἕκαστος Βουλευτὴς ἔχει ἓν ἢ δύο εἰσιτήρια, οὗτοι δὲ, καὶ μόνον οὗτοι, πρέπει νὰ κάμνωσι χρῆσιν τῶν εἰσιτηρίων, καὶ οὐχὶ τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Ὅταν τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς διαθέτῃ τὰ εἰσιτήρια τῶν θεωρείων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τάξιν καὶ ἡσυχίαν ἐν αὐτοῖς, διότι γνωρίζομεν τὰς πιέσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται, γνωρίζομεν τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον λαμβάνονται τὰ εἰσιτήρια, ἐνῷ, ὅταν ἕκαστος Βουλευτὴς, ὑπὸ ἀτομικήν του εὐθύνην, διαχειρίζηται τὸ εἰσιτήριόν του, βεβαίως θὰ διστάσῃ νὰ δώσῃ αὐτὸ εἰς πρόσωπον μὴ κατάλληλον. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ἠθέλησα νὰ σᾶς ὑπομνήσω τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Κανονισμοῦ, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως ταύτης θὰ εὐκολυνθῇ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον πάντες ἐπιθυμοῦμεν, καὶ τὸ ὁποῖον ὑμεῖς ἐκλήθητε νὰ ἐφαρμόσητε.
§87ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὴν ἐναντίαν γνώμην, διότι βλέπω, ὅτι ἐπινεύει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω, ὅτι πάντες οἱ πολῖται Ἕλληνες ἔχουσιν ἐλευθέραν τὴν εἴσοδον, ἐπ’ οὐδενὶ δὲ λόγῳ, νομίζω, ὅτι δύνανται ν’ ἀποκλεισθῶσιν οἱ πολῖται Ἕλληνες ἐκ τῶν ἀκροατηρίων τῆς Βουλῆς.
§88ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Γενικῶς εἶναι ἐλευθέρα ἡ εἴσοδος. Λυποῦμαι, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος παρεξήγησε τὴν γνώμην μου. Ὑπάρχει τὸ γενικὸν θεωρεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσέρχεται ἕκαστος.
§89ΡΑΛΛΗΣ. Ὅλα εἶναι γενικὰ, ἐκτὸς τῶν εἰδικῶν.
§90ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς δὲν ὁρίζει τοῦτο. Ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει, ὅτι ὑπάρχει ἓν γενικὸν θεωρεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἕκαστος εἰσέρχεται, ὑπάρχουσι δὲ ἄλλα θεωρεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα εἰσέρχονται μὲ εἰσιτήρια, τὰ ὁποῖα διανέμουσιν οἱ Βουλευταί.
§91ΡΑΛΛΗΣ. Ὅλα εἶναι γενικὰ, ἐκτὸς τῶν εἰδικῶν, ἤτοι τοῦ θεωρείου τῶν δημοσιογράφων καὶ τοῦ τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν κ. Καραπάνον). Κύριε Βουλευτὰ, σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ διὰ τὸ μάθημα, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐδώκατε...
§93ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· δὲν σᾶς ἔδωκα μάθημα.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν συνεννοούμεθα. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ θεωρείων, ὡμίλησα περὶ τῆς αἰθούσης· οἱ κλητῆρες παραπονοῦνται, ὅτι οἱ Βουλευταὶ εἰσάγουσι τοὺς φίλους των. Λοιπὸν ἐνόμισα εὐγενὲς ἐκ μέρους μου νὰ εἰδοποιήσω τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὅτι ἀπηγορεύθη αὐστηρῶς ἡ εἴσοδος εἰς τοὺς μὴ Βουλευτὰς καὶ μὴ ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς.
§95ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν ἐξήγησιν, παρακαλῶ. Εἰς τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προσέθηκε καὶ τὸ ζήτημα τῶν θεωρείων, καὶ ἐπὶ τούτων ἠθέλησα νὰ ὑποβάλω τὴν γνώμην μου.
§96ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά.
§97ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀνεξαρτήτως, Κύριοι, τῆς κυρίας ἐργασίας, τὴν ὁποίαν παρασκευάζει ἡ Κυβέρνησις, νομίζω, ὅτι δύναται ἥ τε Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἀπὸ τῆς αὔριον νὰ ἀσχοληθῶσιν εἰς τὴν πλήρωσιν μιᾶς νομοθετικῆς ἀνάγκης, ἐπειγούσης. Γνωρίζετε ὅτι τὰ Κακουργιοδικεῖα Ἀθηνῶν καὶ Πατρῶν δὲν λειτουργοῦσι, καὶ δὲν λειτουργοῦσι, διότι δὲν ὑπάρχει κατάλογος. Ἐὰν νομοθετικῶς δὲν ληφθῇ ἡ δέουσα πρόνοια, δὲν δύνανται νὰ λειτουργήσωσι τὰ Κακουργιοδικεῖα ἐκεῖνα ἐντὸς τοῦ ἔτους. Παρακαλῶ ἑπομένως, ἵνα κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἑτοιμάσῃ τὸ ἀναγκαῖον νομοσχέδιον καὶ ὑποβάλῃ αὐτὸ ἀμέσως πρὸς ψήφισιν, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι λίαν ἄδικον, ἂν ὄχι σκανδαλῶδες, ἐπὶ 6 ἤδη μῆνας νὰ ἀργῶσι τὰ Κακουργιοδικεῖα.
§98ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, διότι προέλαβε τὸν Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος προὐτίθετο αὔριον νὰ ὑποβάλῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον, Κύριοι, τὴν 8ην ὥραν π. μ. θὰ ἔχωμεν τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς Κυνουρίας. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 11 καὶ 25′ π. μ.