1892.02.15
1.556 στίχοι · 11.957 λέξεις · 88 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 38
Τῆς 15 Φεβρουαρίου 1892.
(Σάββατον)
Ὥρα 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τοῖς ἐπαρχιακοῖς ταμείοις κατατίθενται ὡς παρακαταθῆκαι χρήματα, ἐνίοτε ἄλλα τιμαλφῆ ἀντικείμενα, ἢ καὶ χρεώγραφα· ἔκρινα δ’ ὅτι ἤθελον εἶσθαι ἀσφαλέστερον πεφυλαγμένα καὶ ἐξασφαλίζοντα τὴν εὐθύνην τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐὰν ἀπεστέλλοντο εἰς τὸ τέλος ἑκάστου μηνὸς εἰς τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον. Πρὸς τοῦτο εἰσάγω νομοσχέδιον περὶ αὐτουσίων παρακαταθηκῶν. Εἰσάγω ἐπίσης νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 28,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τῆς χρήσεως 1891, καὶ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 183,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1891. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου αἱ 120,000 δραχμαὶ ζητοῦνται δι’ ἔξοδα κοπῆς καπνοῦ, αἱ δὲ 60,000 πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ παιγνιοχάρτων, καὶ αἱ 3,000 δι’ ἔξοδα μεταθέσεων. Εἰσάγω προσέτι νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνονται μεταῤῥυθμίσεις καὶ συμπληρώσεις τῶν παγίων διατάξεων τῶν φορολογικῶν νόμων. Ἡ μεταβολὴ συνίσταται ἰδίως εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ συστήματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πρὸς σύνταξιν τῶν φορολογικῶν καταλόγων τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐνομοθετήθη κατὰ τὸ 1890. Εἰσάγω καὶ τὸν ἐτήσιον φορολογικὸν νόμον, δι’ οὗ προτείνεται, πρὸς τοῖς ἄλλοις, ἡ προσθήκη ἑνὸς δεκατημορίου ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἴνων, διότι ἡ προσθήκη τῶν δύο δεκατημορίων ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ ἑνὸς ἔτι δεκατημορίου ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἴνων, δὲν ἐκρίθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ προταθῇ, ἵνα μὴ κατασταθῶσιν ὑπερόγκως βαρεῖς οἱ φόροι οὗτοι. Θέλω δ’ εἰσαγάγει νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θέλω προτείνει νὰ προστεθῇ ἐπὶ πλέον ἥμισυ λεπτὸν εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη τοῦ σίτου, ἵνα πορισθῶμεν ἐκ τῆς προσθήκης ταύτης τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλομεν στερηθῆ ἐκ τῆς παραιτήσεως τῶν δύο δεκατημορίων τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ τοῦ ἑνὸς δεκατημορίου τοῦ φόρου τῶν οἴνων.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 193–197.) Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀσθενῶν, ἀπέστειλεν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς διάφορα ἔγγραφα καὶ πληροφορίας, εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο πρὸς αὐτόν· ἐπίσης δὲ καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 34 ἐ. ἔ. φύλλον τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», ἐν ᾧ κατεχωρήθη ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ ἐγκρίνασα τὸν προϋπολογισμὸν τῶν διὰ τὸ τρέχον ἔτος ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ἱδρύματος τῶν Ὀλυμπίων καὶ κληροδοτημάτων Κωνσταντίνου Ζάππα. Ὡς Ὑπουργὸς δὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἀπέστειλε τὰ αἰτηθέντα ἀντίγραφα τῆς ὑπ’ ἀριθ. 2512 τοῦ 1890 ἀποφάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἀθηνῶν καὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 665 τοῦ 1891 βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐνταῦθα Πλημμελειοδικῶν. Οἱ βουλευταὶ Ἀρκαδίας κ.κ. Πέῤῥος καὶ Κατσικόπουλος ὑποβάλλουσι δύο προτάσεις νόμων περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 198.)
§3ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ καὶ αὖθις τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διορίσῃ διοικητὴν τῆς ὑπομοιραρχίας Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἀξιωματικόν, διότι οἱ κατὰ καιροὺς ὑπηρετοῦντες ἐκεῖ ὑπαξιωματικοὶ καταχρῶνται τῆς θέσεως αὑτῶν καὶ πιέζουσι τὸν λαὸν φατριαστικῶς. Πρὸ πολλοῦ ζητήσας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ εὑρίσκονται τὰ δημοτικὰ ἰδίᾳ Σχολεῖα τῆς ἐπαρχίας Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, δὲν ηὐτύχησα ἄχρι τοῦδε νὰ λάβω αὐτάς, ὡς καὶ πλείστας ἄλλας περὶ ἄλλων θεμάτων, διότι τοιοῦτον εἶναι τὸ σύστημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ: νὰ μὴ δίδῃ ποτὲ ἀπάντησιν εἰς τὰς ἀπευθυνομένας αὐτῷ ἐπερωτήσεις ἢ καὶ ἁπλᾶς ἐρωτήσεις. Ἐγὼ τοῦτο μόνον ἔχω νὰ προσθέσω σήμερον ἐντεῦθεν, ὅτι ἐντεῦθεν καθιστῶ αὐτὸν ὑπεύθυνον ἐνώπιον τῆς κοινωνίας διὰ τὴν ἀστοργίαν του. Ἑτέραν ἐπερώτησίν μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀναβάλλω, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι, ὡς παρατηρῶ, ἀπὼν σήμερον.
§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Δύναμαι νὰ δώσω δι’ ὀλίγων λέξεων πληροφορίας τινὰς εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον. Ἡ κατάστασις τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς δὲν παρέχει πάσας τὰς εὐκολίας, διότι ἄπειρος ἀριθμὸς ὑπάρχει κενῶν θέσεων, ὁ δὲ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν ἠραιώθη τὰ μέγιστα. Δὲν ὑπάρχει ἀριθμὸς μοιράρχων τοιοῦτος, ὥστε αἱ Μοιραρχίαι νὰ διοικῶνται πᾶσαι ὑπὸ μοιράρχων. Διὰ τοῦτο πολλαὶ διοικοῦνται ἀπὸ ἀντιμοιράρχους. Ἡ Μεσσηνία, παραδείγματος χάριν, ἡ Φθιῶτις ἕως χθές, δὲν εἶχον, εἰμὴ ἀντιμοιράρχους. Καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπομοιράρχων δὲν εἶναι ἐπαρκής. Εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν ὑπάγεται καὶ ἡ Ἐπίδαυρος Λιμηρά. Ἐὰν παρουσιασθῇ εὐκαιρία νὰ εὑρεθῇ ὑπομοίραρχος διαθέσιμος, θέλομεν στείλει αὐτὸν ἐκεῖσε. Ἐὰν ὁ διευθύνων ἐκεῖ τὴν Ὑπομοιραρχίαν παρέβη τὸν νόμον, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. συνάδελφον νὰ μοὶ δώσῃ σημείωσιν τῶν πράξεων ἢ παραλείψεων αὐτοῦ, ὅπως ἐξετάσω, καὶ ἐν ἀνάγκῃ μεταθέσω αὐτὸν ἐκεῖθεν.
§5ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ πράξεις ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς στρατιωτικῆς ἐξουσίας παρ’ οἱουδήποτε ὀργάνου αὐτῆς εἶναι τοιαῦται, ὥστε δὲν δύνανται νὰ διατυπωθῶσιν ἐν κατηγορίᾳ. Ὅλοι οἱ ἐν ἐπαρχίαις ζῶντες γνωρίζουσι κατὰ τίνα τρόπον δύνανται νὰ μεταχειρισθῶσι τὴν ἐξουσίαν, πρὸς μεγίστην κατάθλιψιν τῶν πολιτῶν, οἱ παραγνωρίζοντες τὸ καθῆκον των ἐνωμοτάρχαι κλπ. χωρὶς νὰ δίδωσιν ἀφορμὴν πρὸς διατύπωσιν ὡρισμένων καταγγελιῶν. Καταγγέλλει τις π. χ. ὅτι δῆθεν εἷς φίλος μου κατέχει σιγαρόχαρτον, εἴτε καπνὸν λαθρεμπορικόν· μεταβαίνει ἐκεῖ ὁ ἐνωμοτάρχης, καταλύει εἰς τὴν οἰκίαν, τρώγει καὶ πίνει δωρεάν. Ποῖος θὰ τὸν καταγγείλῃ; Ὁ χωρικός; Καὶ ποῦ θὰ εὕρῃ δικαιοσύνην; Διὰ τοῦτο δὲν ἠθέλησα νὰ εἴπω τίποτε, ἀλλὰ μόνον ἐζήτησα νὰ ὑπάρχῃ ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν παρέχει ὁ βαθμὸς τοῦ ἀξιωματικοῦ· ἂς ἀνήκῃ οὗτος εἰς τὴν ἀντίθετον πολιτικήν, εἰς ἐμὲ ἀρκεῖ ἡ ἐγγύησις τοῦ βαθμοῦ του. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι περισσῶς ἀπεσπασμένοι εἰς διαφόρους Ὑπομοιραρχίας, νὰ στείλῃ ἐκεῖ ἕνα, διὰ νὰ ἐκλείψῃ τοὐλάχιστον αὐτὴ ἡ κατάστασις.
§6ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εὐηρεστήθη νὰ ὑποβάλῃ πολλὰς ἀπαντήσεις ἐπὶ ἐπερωτήσεων διαφόρων. Αἱ ἀπαντήσεις εἶναι ἄξιαι λόγου· ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω, δύο πίνακες, οἱ ὁποῖοι περιέχονται εἰς μίαν ἀπάντησιν νὰ τυπωθῶσι, καθὼς καὶ ἄλλοι τινὲς πίνακες, οἱ ὑπ’ ἀριθ. 1 καὶ 11. Μὴ θέλων νὰ μακρηγορήσω, θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ἑνὸς σπουδαίου πράγματος. Ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα καταδιώκεται ἐν Ἑλλάδι, καὶ καταδιώκεται ἀπὸ τὴν Γαλλικὴν ἀποστολήν. Γνωρίζω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διάφορα δημόσια ἔργα ἐκτίθενται εἰς μειοδοσίαν εἰς γαλλικὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν οἱ ἐργολάβοι ἀγνοοῦντες, γίνονται θύματα, ἢ ἀναγκάζονται νὰ ἀποσύρωνται, πρὸς ὄφελος τῶν ἑταίρων τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς. Αὐτὸς ὁ Κελλενὲκ εἶναι συνεταῖρος τοῦ ὑπογείου σιδηροδρόμου. Θὰ φέρω δὲ δριμύτερον τὸν λόγον κατὰ τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος διατηρεῖται ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων.
§7ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ ἔκαμα λόγον ἐν τῇ προηγουμένῃ συνεδριάσει, περὶ μεταβιβάσεως τῆς συντάξεως τῶν ἀποθνησκόντων ἀγάμων πολιτικῶν, ναυτικῶν καὶ στρατιωτικῶν συνταξιούχων εἰς τὴν χήραν μητέρα καὶ τὰς ἀγάμους ἀδελφὰς αὐτῶν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 199).
§9ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ διαφόρων πιστώσεων, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο λόγος ἐν τῇ προηγουμένῃ συνεδριάσει.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 200–212). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντιβασιλείας ἢ διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν ἐνδεχομένῃ ἐκτὸς τοῦ Κράτους ἀποδημίᾳ τοῦ Βασιλέως κατὰ τὸ 1892. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως τῆς Ναξίας σμύριδος.
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ σμύριδος θὰ παρατηρήσω, ὅτι, ὡς εἶναι συντεταγμένον, φαίνεται ἐπαγγελλόμενον τὴν διάθεσιν σμύριδος ἐπὶ ὡρισμένην χρονικὴν περίοδον καὶ ἐπὶ ποσότητι, ἄλλῃ μὲν τὸ πρῶτον ἔτος, ἄλλῃ δὲ τὰ ἑπόμενα τέσσαρα ἔτη, καὶ πάλιν ἄλλη ἀπὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ πέμπτου ἔτους. Ἀλλ’ ἐνῷ αὕτη ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται οὖσα ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου, ἄλλη προκύπτει ἔννοια ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν διατάξεων αὐτοῦ· διότι, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαθέτῃ τὴν σμύριδα ἐπὶ χρονικὴν διάρκειαν μὴ ὑπερβαίνουσαν τὰ δέκα ἔτη, ἑπομένως δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ διαθέσῃ τὴν σμύριδα καὶ ἐπὶ ἓν μόνον ἔτος καὶ ἐπὶ πέντε ἔτη, καὶ ἐπὶ δέκα ἔτη· καὶ ἂν μὲν τὴν διαθέσῃ ἐπὶ ἓν ἔτος, ἡ διάθεσις, κατὰ τὸ ἄρθρον 3, γενήσεται ἐπὶ ποσῷ τοὐλάχιστον 70,000 στατήρων, ἐὰν ὅμως τὴν διαθέσῃ ἐπὶ πέντε ἔτη, γενήσεται ἡ διάθεσις ἐπὶ τῇ ὑποχρεώσει τῆς εἰς τὸν ἀγοραστὴν χορηγήσεως τοὐλάχιστον 90,000 στατήρων καθ’ ἕκαστον τῶν τελευταίων τεσσάρων ἐτῶν· ἐὰν δὲ πάλιν τὴν διαθέσῃ ἐπὶ δεκαετίαν, εἶναι ὑπόχρεως ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπαιτήσῃ, ὅπως λαμβάνῃ ὁ ἀγοραστὴς κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν τοὐλάχιστον 150,000 στατῆρας ἐτησίως. Ἐὰν ἄρα προέκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ νομοσχέδιον καθ’ ἣν φαίνεται ἐπιβάλλον ὑποχρέωσιν, τουτέστιν ἐπὶ δεκαετεῖ διαθέσει τῆς σμύριδος καὶ ἐπὶ παραλαβῇ ἐτησίᾳ παρὰ τοῦ ἀγοραστοῦ τῶν ἐν ἄρθρῳ 3 ἀναγεγραμμένων ποσῶν, θὰ ἠδύνατο ἴσως νὰ κριθῇ ὡς ἐπαρκὴς ἡ ὠφέλεια τοῦ Δημοσίου, ἀφοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν ἤθελεν εἶσθαι ὑπόχρεως ὁ ἀγοραστὴς νὰ πληρόνῃ, ἐπὶ ποσῷ 150,000 στατήρων κατ’ ἔτος, δραχμὰς 900,000, ἀποτελούσας πρόσοδον τοῦ Δημοσίου ἱκανῶς σπουδαίαν· ἀλλ’ ἐὰν μὴ ἀναλάβῃ ὁ ἀγοραστὴς ὑποχρέωσιν ἐπέκεινα τῆς πενταετίας, ἡ παρ’ αὐτοῦ πληρωμὴ 420,000 δραχμῶν ἀντὶ 70,000 στατήρων κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, καὶ 540,000 δραχμῶν ἀντὶ 90,000 στατήρων καθ’ ἕκαστον τῶν ἑπομένων τεσσάρων ἐτῶν, δὲν φαίνεται ἐπαρκής. Τὸ τίμημα τοῦ στατῆρος, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁριζόμενον εἰς 6 δραχμὰς, ἀντὶ τῶν 12 τῆς τελευταίας μισθώσεως, ἐπάγεται μείωσιν σπουδαίαν τῆς προσόδου τοῦ Δημοσίου, ἂν μὴ ἀντισκωθῇ διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐτησίως διατιθεμένου ποσοῦ τῆς σμύριδος· ἐν ᾗ ὅμως περιπτώσει γένηται ἡ διάθεσις τῆς σμύριδος δι’ ἓν μόνον ἔτος, ἡ εἰς 70,000 στατῆρας αὔξησις τοῦ τέως διατιθεμένου ποσοῦ δὲν εἶναι ἐπαρκὴς πρὸς τὴν πλήρη ἀντισήκωσιν τῆς ἐκ τοῦ μειωμένου τιμήματος ζημίας τοῦ Δημοσίου. Δὲν λέγω, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τοῦ τιμήματος εἶναι ἄτοπος· τοὐναντίον, κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς εἶχον καὶ πρότερον, ὅτε διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἔλαβον βραδύτερον, θεωρῶ, ὅτι θὰ ἦναι λίαν δυσχερὴς ἡ διάθεσις τῆς σμύριδος ἤδη ἐπὶ ταῖς τιμαῖς, ἐφ’ αἷς διετίθετο πρότερον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων εἶπεν, ὅτι ἤδη γίνονται ἀγοραὶ ἐπὶ μεγάλῳ τιμήματι, καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι γίνονται τοιαῦται ἀγοραὶ, καὶ θὰ ἐξακολουθῶσι γινόμεναι ἐπὶ μικροῦ ποσοῦ, ἀλλ’ ἐπὶ τιμήμασιν, ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτής, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεπτώμεθα περὶ πωλήσεως 70,000 στατήρων, ἢ 50,000, ἢ καὶ 40,000. Ἐλάχιστα ποσὰ δύνανται νὰ πωληθῶσιν ἐπὶ τοιούτοις τιμήμασι. Προκειμένου περὶ ἐλαχίστων ποσῶν, προκειμένου περὶ σμύριδος, προωρισμένης εἰς κατεργασίαν π. χ. τῶν πολυτίμων λίθων, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀπαιτήσει καὶ διπλάσιον καὶ τριπλάσιον καὶ δεκαπλάσιον τίμημα τοῦ σήμερον ὡρισμένου, ἤθελε τὸ λάβει, ἀλλ’ ἡ πρόσοδος θὰ ἦτο μικρὰ, διότι εἰς κατεργασίαν τῶν πολυτίμων λίθων ὀλίγη γίνεται ἀνάλωσις. Τὸ κατ’ ἐμὲ, τὸ ὅλον σύστημα τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι τὸ πρόσφορον εἰς τὴν Πολιτείαν· τὸ κατ’ ἐμὲ, ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλείψωμεν ἐντελῶς τὸ σύστημα τῶν ἐργολαβιῶν, ἔπρεπε τὸ Δημόσιον αὐτὸ νὰ συστήσῃ διὰ πρακτορείου αὐτοῦ οἱουδήποτε ἀποθήκας ἁπανταχοῦ τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀμερικῆς, ὅπου διενεργεῖται ἀξία λόγου πώλησις σμύριδος, ὁρίζον τιμὴν πωλήσεως καλύπτουσαν μὲν πάντα τὰ ἔξοδα τῆς ἐξορύξεως καὶ τῆς μεταφορᾶς εἰς τοὺς τόπους τῆς ἀποθηκεύσεως, καταλείπουσαν δὲ κέρδος ἐλάχιστον, ἵνα ἡ σμύρις ἡμῶν, καθισταμένη εὐωνοτέρα, ἀντικαταστήσῃ τὴν σμύριδα τῆς Σμύρνης καὶ τὰς σμύριδας τὰς τεχνητάς. Διὰ τοῦ συστήματος τούτου τὸ Δημόσιον ἴσως θέλει εἰσπράξει ὀλίγα, ἀλλ’ ἡ χώρα θὰ εἰσπράξῃ πολλά. Σμύριδος φυσικῆς, ὡς ἐῤῥήθη καὶ ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ, καταναλίσκονται ἐτησίως 15 ἕως 20 χιλιάδες τόννων, ἐκ τούτων δὲ, λειτουργούσης τῆς παλαιᾶς ἐργολαβίας, τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον διέθετε μόνον 2,000 τόννους, πᾶν δὲ τὸ ὑπόλοιπον συνίστατο εἰς σμύριδα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ἀλλὰ πλὴν τῆς φυσικῆς σμύριδος, πλὴν τούτου τοῦ ποσοῦ τῶν 15,000 ἕως 20,000 τόννων, μεγάλα ποσὰ τεχνητῆς σμύριδος καταναλίσκονται, ἅτινα δύνανται ν’ ἀντικατασταθῶσιν ὑπὸ τῆς σμύριδος τῆς Νάξου. Ἔχομεν ἄρα στάδιον ἀπὸ 2,000 τόννων εἰς 15 ἕως 20 χιλιάδας ἀντικαταστάσεως διὰ τῆς Ναξίας σμύριδος τῆς ἐν τῇ ἐμπορίᾳ διατιθεμένης σμύριδος τῆς Μ. Ἀσίας, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἑτέρας πολλὰς χιλιάδας τόννων τεχνητῆς σμύριδος, ἣν ἐπίσης δύναται ν’ ἀντικαταστήσῃ ἡ ἑλληνικὴ σμύρις, ἐὰν τὸ τίμημα αὐτῆς ὁρισθῇ ἐλάχιστον. Ἐπὶ τοιούτῳ τιμήματι, μικρὸν ἀποδίδοντι καθαρὸν κέρδος εἰς τὸ Δημόσιον ἐπὶ ἑκάστου τόννου, πιθανὸν ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου νὰ ἦναι μικροτέρα τῆς προσόδου, τῆς ἐκ τῆς παλαιᾶς ἐργολαβίας, ὅπως μικροτέρα ταύτης κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ ἦναι καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἡ πρόσοδος τῆς χώρας εἰς χρυσὸν θὰ ἦναι μεγαλειτέρα τῆς προγενεστέρας, καὶ ἡ ὠφέλεια ἄρα τῶν σμυριδορυκτῶν θὰ ἦναι ἀναλόγως σπουδαιοτέρα, ὅπερ ἐπίσης ἐνδιαφέρει τὴν Πολιτείαν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων, ὁμιλῶν χθὲς ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν συμφερόντων τῶν ἐργατῶν τῆς Νάξου, ἀπεφαίνετο, ὅτι συμφέρει εἰς τοὺς ἐργάτας ὁ περιορισμὸς τῆς ἐτησίας ἐξοδεύσεως τῆς Ναξίας σμύριδος, ὅπως μὴ ὑπερβαίνῃ ἡ ἐξόρυξις τὰς δυνάμεις τῶν ἐγχωρίων ἐργατῶν, καὶ δεήσῃ ν’ ἀναπληρωθῇ ἡ ἐργασία αὐτῶν δι’ ἐργατῶν ξένων ἢ διὰ μηχανημάτων. Ἀνάγκη προσλήψεως ἐργατῶν ξένων δὲν θέλει παρουσιασθῆ, διότι τῶν ἐργαλείων, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτής, παραστήσας αὐτὰ ὡς δυσχερῶς δυνάμενα νὰ λειτουργήσωσι, τῶν ἐργαλείων τούτων, κατ’ ἐμὴν γνώμην, εὐχαρεστάτη ἡ χρῆσις, τουτέστι τῶν τρυπάνων, τῶν φερόντων ἀδάμαντα κατὰ τὴν αἰχμήν. Καίτοι ταῦτα εἶναι ἀλλαχοῦ τὸ σύνηθες μέσον τοιαύτης ἐργασίας, δὲν εἶναι ὅμως ἐν χρήσει σήμερον ἐν τῇ νήσῳ, ἔνθα διὰ τοῦ πυρὸς ἐπιτυγχάνεται ἡ προπαρασκευαστικὴ διάῤῥηξις τοῦ βράχου. Ταῦτα καλῶς ἔχουσι σήμερον, ὅτε ἡ ἐργασία εἶναι κατωτέρα τῆς δυνάμεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐργατῶν, καὶ ἑπομένως, γινομένη οὕτως ἀρχετύπως, ἐπιτρέπει, ὅπως πάντες οἱ ἐργάται τῆς νήσου εὑρίσκωσιν ἐπασχόλησιν· εὐθὺς ὅμως ὡς τὸ ποσὸν τῆς παραγωγῆς ἢ ἀνώτερον τοῦ συνόλου τῆς δυνάμεως τῶν νῦν ἐργατῶν, θὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς χρήσεως τῶν ἐργαλείων, ὅπως καὶ πάντες οἱ ἐργάται ἔχωσιν ἐπασχόλησιν καὶ ἅπαν τὸ ποσὸν τῶν στατήρων, οὗτινος θὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη χάριν τῆς ηὐξημένης πωλήσεως, ἐξορύσσηται εὐχερέστερον. Σήμερον οὐδὲ ὁδοὶ κατασκευάζονται, οὐδὲ σιδηρόδρομοι ἐναέριοι, ἤτοι διὰ συρμάτων, πρὸς μεταφορὰν εἰς τοὺς λιμένας τῆς ἐξορυσσομένης σμύριδος, καὶ τοῦτο ἐπίσης, ἵνα παρέχηται ἐργασία εἰς τοὺς κατοίκους· εὐθὺς ὅμως, ὡς ἀντὶ 2,000 τόννων ἐξάγονται ἐκ τῆς νήσου 5 ἢ 10 ἢ 15 χιλιάδες τόννων, οὐδεὶς θὰ ὑπάρχῃ λόγος, ἵνα μὴ γίνηται ἐν τῇ νήσῳ ὅ,τι ἀναγκαῖον, χάριν τῆς οἰκονομικωτέρας μεταφορᾶς τοῦ ὀρυκτοῦ εἰς τὴν παραλίαν. Μόνον ἐὰν τὸ τίμημα τῆς Ναξίας σμύριδος μειωθῇ ἕως τοῦ ὅρου τοῦ καλύπτοντος τὰ ἔξοδα τῆς ἐξορύξεως καὶ τῆς μεταφορᾶς, μειωμένων καὶ τούτων διὰ τῆς χρήσεως τῶν καταλλήλων ἐργαλείων καὶ τῆς βελτιώσεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, ἀρκουμένου δὲ τοῦ Δημοσίου εἰς μικρόν τι κέρδος κατὰ στατῆρα ἐπὶ πλέον τῆς δαπάνης πρὸς ἐξόρυξιν καὶ μεταφορὰν, μόνον τότε θέλει δυνηθῆ ἡ σμύρις ἡμῶν νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὴν σμύριδα τῆς Σμύρνης καὶ πρὸς τὰς τεχνητὰς σμύριδας, ἐπαγομένη εἰσαγωγὴν εἰς τὴν χώραν χρυσοῦ ἐπὶ ποσῷ καθοριζομένῳ οὐχὶ ἐκ τῆς ἐλαχίστης καθαρᾶς προσόδου τοῦ Δημοσίου ἐξ ἑκάστου διατιθεμένου στατῆρος σμύριδος, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, ἥτις, ὡς ἐκ τῆς ηὐξημένης πωλήσεως, δὲν θὰ ἦναι ἀναξία λόγου. Τὸ κατ’ ἐμὲ ἄρα, ἔπρεπε τὸ νομοσχέδιον νὰ συνετάσσετο ἐπὶ ταύτης τῆς βάσεως, ὑποσχομένης ὑπὲρ τῆς χώρας πρόσοδον, ἥτις, ἐὰν εἰς 15,000 τόννους ὑπολογισθῇ τὸ ἐτησίως διατεθησόμενον ποσὸν τῆς σμύριδος, θὰ ἦτο πλέον ἢ ἑπταπλασία τῆς προσόδου, τῆς κατὰ τὴν παλαιὰν ἐργολαβίαν. Δὲν ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι αἱ ἰδέαι αὗται, εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου ἀφορῶσαι, θέλουσι γενῆ δεκταὶ, διὰ τοῦτο καὶ δὲν ἐνδιατρίβω· μεταβαίνω δὲ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, παρορῶν τὰ τῶν βάσεων, ἐφ’ ὧν εἶναι τοῦτο συντεταγμένον. Καὶ πρῶτον παρατηρῶ, ὅτι ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ ὁρισθῇ τὸ τίμημα εἰς χρυσόν. Τοῦτο, λεχθὲν χθὲς καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων καὶ ὑπὸ ἄλλου Βουλευτοῦ, εἶναι βεβαίως ὀρθὸν, καὶ διότι εἶναι εὐκολώτερον εἰς τὸν ἀποκτῶντα τὴν σμύριδα νὰ κανονίσῃ ἐπὶ τῷ νομίσματι τούτῳ τὰ συμφέροντα αὑτοῦ, καὶ διότι ἡ τιμὴ τοῦ χρυσοῦ εἶναι σταθερὰ, καὶ παρέχει ἀσφαλῆ βάσιν συναλλαγῆς, καὶ διότι τὸ Δημόσιον καὶ ἡ χώρα ἔχουσι συμφέρον ἐν τῇ εἰσαγωγῇ χρυσοῦ, ὡς ἀνταλλάγματος τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διατιθεμένων προϊόντων. Φρονῶ ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ νόμῳ καὶ ἡ διάρκεια τῆς παραχωρήσεως. Ἐὰν θεωρῇ ἡ εἰσαγαγοῦσα τὸ νομοσχέδιον Κυβέρνησις, ὅτι δεκαετὴς εἶναι ἡ πρόσφορος διάρκεια, ὡς ἐνδεικνύει ἡ διάταξις περὶ κατανομῆς ἐντὸς δεκαετίας, κατ’ ἀναλογίας διαφόρους, τῶν ποσῶν σμύριδος, εἰς ὧν τὴν παραλαβὴν ὑποχρεοῦται ἐτησίως ὁ ἀγοραστὴς, νομίζω ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ διαταχθῇ νομοθετικῶς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ὁ κανονισμὸς τῆς διαρκείας τῆς διαθέσεως τῆς σμύριδος διὰ πράξεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ὡς εἰκάζεται ἐκ τοῦ εἱρμοῦ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου, φρονῇ, ὅτι ἐπὶ δεκαετίαν πρέπει νὰ γένηται ἡ διάθεσις τῆς σμύριδος, ὀφείλει τὴν δεκαετίαν νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, οὐχὶ ὡς ἀνώτατον ὅρον, ἀλλ’ ὡς ὅρον πάγιον, ἐφ’ ᾧ θὰ γένηται ἡ διάθεσις τῶν ποσῶν κατὰ τὰς ἀναλογίας τοῦ ἄρθρου 3, τουτέστι τὸ πρῶτον ἔτος ἐπὶ ὑποχρεώσει ἀγορᾶς 70,000 στατήρων, ἀπὸ τοῦ δευτέρου ἕως καὶ τοῦ τετάρτου ἔτους ἐπὶ ὑποχρεώσει ἐτησίας ἀγορᾶς 90,000 στατήρων, καὶ τὰ τελευταῖα 5 ἔτη ἐπὶ ὑποχρεώσει ἐτησίας ἀγορᾶς 150,000 στατήρων. Ἀφοῦ δὲ ταῦτα ὁρισθῶσιν ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἤθελε θεωρήσει πρέπον, ἀλλὰ παγίως καὶ οὐχὶ δι’ ἀνωτάτων ὅρων, νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἀπαιτήσῃ, ὅπως ἡ διάθεσις γένηται διὰ δημοπρασίας. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ἵνα ἐπιτραπῇ ἡ δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας διάθεσις τῆς σμύριδος. Χθὲς μάλιστα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων προέτεινε, καὶ ἂν γένηται παραχώρησις δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας, αὕτη νὰ ἐπιτρέπηται μόνον ἐν ἀποτυχίᾳ τῆς δημοπρασίας. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐὰν τοιαύτη διάταξις περιελαμβάνετο ἐν αὐτῷ, δὲν θὰ ἦτο ἱκανῶς εὐκρινὴς, διότι θὰ ἠδύνατο ἡ δημοπρασία νὰ ἀφορᾷ εἰς ἄλλο, καὶ ἡ ἰδιαιτέρα συμφωνία εἰς ἄλλο, ἀφοῦ δὲν εἶναι καθωρισμέναι ὑπὸ τοῦ νόμου αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ ἀγοραστοῦ· πρέπει ἑπομένως, ἐὰν ἐπιτραπῇ ἡ δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας παραχώρησις κατόπιν ἀποτυχίας δημοπρασίας, νὰ γένηται αὕτη ἐπ’ αὐτοῖς τούτοις τοῖς ὅροις τῆς ἀποτυχούσης δημοπρασίας, τουτέστιν οὐδέποτε νὰ ἐπιτρέπηται παραχώρησις δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας, εἰμὴ ἐὰν ἐπὶ τοῖς ὅροις τῆς ἰδιαιτέρας ταύτης συμφωνίας ἐγένετο δημοπρασία, καὶ ἐπέτυχεν αὕτη. Ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ἐπιτρέπεται κατ’ αὐτὸ δημοπρασία δεκαετοῦς διαθέσεως τῆς σμύριδος, ἐπειδὴ δὲ αὕτη δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποτύχῃ, ἀφοῦ ἡ τελευταία πενταετία ἐπάγεται ὑποχρέωσιν ἀγορᾶς κατ’ ἔτος 150,000 στατήρων, θὰ ἠδύνατο, κατόπιν τῆς ἀποτυχίας τῆς δημοπρασίας, ἡ Κυβέρνησις δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας νὰ διαθέσῃ τὴν σμύριδα ἐπὶ ἔλαττον τῶν δέκα ἐτῶν, ἀπαλλάττουσα οὕτω τὸν ἀγοραστὴν ἀπὸ τῶν βαρειῶν ὑποχρεώσεων τῶν τελευταίων τῆς δεκαετίας ἐτῶν. Τοιαύτην ἔννοιαν δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ αἵρεσις, ἡ ἐν τῷ νόμῳ περιληφθησομένη· πρέπει ἡ ἰδιαιτέρα συμφωνία νὰ ἀφορᾷ ἀκριβῶς εἰς τὰ αὐτὰ, περὶ ἃ ἐστρέφετο καὶ ἡ ἀποτυχοῦσα δημοπρασία. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι πρέπει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ περιληφθῇ διάταξις θεμελιώδης, καθ’ ἣν διὰ δημοπρασίας διατίθεται ἡ σμύρις ἐπὶ χρόνον ὡρισμένον καὶ κατὰ λόγον ποσῶν, ἔστω καὶ τῶν ὡρισμένων ἐν τῷ ἄρθρῳ 3, ἐὰν ἡ διάρκεια τῆς διαθέσεως ἔσεται ἡ δεκαετία. Διὰ τὴν περίπτωσιν δὲ τῆς ἀποτυχίας τῆς ἐπὶ τοιούτοις ὅροις δημοπρασίας, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο πρέπον νὰ περιληφθῇ διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εὐρυτέρα τῆς ἐν τῷ διανεμηθέντι σήμερον προσθέτῳ ἄρθρῳ 8, καθ’ ὅ (ἀναγινώσκει): «Μέχρι τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 1ον τοῦ παρόντος νόμου διαθέσεως τῆς σμύριδος, δύναται τὸ Δημόσιον νὰ διαθέτῃ αὐτὴν τμηματικῶς, ἐν μὲν τοῖς ὅρμοις Ληῶνος καὶ Μουτσούνας πρὸς δραχμὰς 7 τὸν στατῆρα, ἐν δὲ τῷ ἐξωτερικῷ μόνον τὴν ὑπάρχουσαν ἐκεῖ πρὸς δραχμὰς 8.» Ἡ διάταξις, ὡς εἶναι συντεταγμένη, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει πολλὴν χρησιμότητα, διότι ὑποθέτει τὴν μήπω ἐκτέλεσιν τοῦ ἄρθρου 1, ἥτις δέον, ὅπως ἐπέλθῃ ταχέως· ἑπομένως, νομίζω, δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη προνοίας περὶ τοῦ ἐν τῷ μεταξὺ χρονικοῦ διαστήματος. Ὅ,τι πρέπει ἰδίως νὰ προνοηθῇ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, εἶναι ἡ παροχὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ δικαιώματος, ὅπως διαθέτῃ τὴν σμύριδα διαρκῶς, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον ἀποτύχει ἐν τῇ ἐκτελέσει τὰ τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω δὲ πιθανωτάτην τὴν ἀποτυχίαν. Ἐκ προνοίας περὶ τοιαύτης περιπτώσεως θὰ ἦτο, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὀρθὸν νὰ περιελαμβάνετο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἄδεια, κανονιζομένη ἐπὶ τῷ συστήματι, ὅπερ ἐξέθηκα, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, εἰς τὴν Βουλὴν, τουτέστιν ἐπιτρέπουσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει συστήσῃ αὕτη διὰ πρακτορείου αὑτῆς ἀποθήκας ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἔνθα νὰ πωλῆται εἰς πάντας ἡ σμύρις ἐπὶ τιμήματι ἐπαρκεῖ, πρὸς ἀπάντησιν τῶν ἐξόδων τῆς ἐξορύξεως καὶ τῆς μεταφορᾶς, καὶ πρὸς ἀπόδοσιν εἰς τὸ Δημόσιον ἐλαχίστου κατὰ στατῆρα κέρδους.
§13ΜΑΥΡΟΣ. Δὲν ὑποθέτετε ἀδύνατον τοῦτο νὰ γείνῃ διὰ πρακτορείου;
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λέγων τοῦτο, ἀφορῶ καὶ εἰς τὸ νῦν γινόμενον. Ὑπάρχει ἤδη ἑταιρία, ἡ τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος, ἀποστείλασα εἰς λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου εἰς τὸ ἐξωτερικὸν Ναξίαν σμύριδα, καὶ ἐπιδιώξασα ἐκεῖ τὴν πώλησιν. Δὲν ἐγένετο πώλησις ἀξία λόγου, διότι τὸ ὡρισμένον τίμημα ὑπὸ τοῦ κειμένου νόμου τῶν 8 δραχμῶν κατὰ στατῆρα ἦτο βαρὺ, ὅπως καὶ τώρα βαρὺ εἶναι τὸ ἐν τῷ προσθέτῳ ἄρθρῳ 8 ὁριζόμενον τίμημα· ἐπὶ τοιούτῳ τιμήματι εἶναι ἀδύνατον νὰ πωληθῇ ποσότης σπουδαία σμύριδος. Ναὶ μὲν τὸ κατὰ τὸν κείμενον νόμον τίμημα εἶναι 8 δραχμῶν χρυσῶν, ἐνῷ ἐν τῷ προσθέτῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι 7 δραχμῶν, οὐδὲν δὲ λέγεται περὶ τοῦ νομίσματος, ἑπομένως ἴσως θεωρηθῇ, ὅτι νοοῦνται δραχμαὶ χάρτιναι, ἐν ᾗ περιπτώσει εἶναι μεγάλη ἡ ἐλάττωσις τοῦ τιμήματος, ἀλλὰ, κατ’ ἐμὲ, καὶ αὕτη δὲν εἶναι ἐπαρκής. Διὰ τοῦ πρακτορείου ἄρα τούτου, τουτέστι τῆς ἑταιρίας τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων, ἢ δι’ ἄλλου οἱουδήποτε, ἢ καὶ διά τινος ἐκ τῶν Προξενείων, ἐπιτυχῶς δύναται νὰ ἐνεργῆται ἡ πώλησις τῆς σμύριδος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἀρκεῖ μόνον τὸ τίμημα νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν ἐπικράτησιν αὐτῆς ἐν τῷ συναγωνισμῷ πρὸς τὴν σμύριδα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ὅπως ἡ ἑταιρία τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων ἀνέλαβε τὴν διάθεσιν τῆς σμύριδος ἐπὶ ἐλαχίστῃ προμηθείᾳ, εἰς ἀποζημίωσιν διὰ τὴν φροντίδα, διότι αἱ δαπάναι ὅλαι τῆς μεταφορᾶς καὶ ἀποθηκεύσεως διατίθενται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, οὕτως ἐπὶ ἐλαχίστῃ προμηθείᾳ, εἴτε αὕτη εἴτε ἄλλο πρακτορεῖον, θ’ ἀνελάμβανε τὴν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πώλησιν ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ ἄρθρου 8· ὅτι δὲ παρουσιάζεται πρακτορεῖον παρέχον ἐγγυήσεις εἰς τὸ Δημόσιον περὶ εἰλικρινοῦς ἐργασίας, ἐπαρκῆ, νομίζω, παρέχει ἀπόδειξιν ἡ διαχείρισις τῆς σμύριδος, τῆς ἀποσταλείσης ἤδη εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐῤῥήθη χθὲς ὑπὸ Βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων, ὅτι ἡ σμύρις, ἡ ἀποσταλεῖσα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, δὲν ἦτο καλῆς ποιότητος, ἀλλ’ εἰς τοῦτο δὲν ἐνέχεται τὸ πρακτορεῖον, εἰς τοῦτο ἐνέχεται ἡ Κυβέρνησις· εἶπε μάλιστα ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἐνέχεται ἡ Κυβέρνησις ὡς ἐκ τῶν ἐκλογῶν καὶ δὲν καθώρισε τὰς ἐκλογάς....
§15ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι ἐνέχεται ἡ Κυβέρνησις, οὐδὲ ἀνέφερα κἀμμίαν Κυβέρνησιν· εἶπον μόνον, χάριν τῶν ἐκλογῶν.
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εὐαρεστήθητε νὰ καθορίσητε ποίων ἐκλογῶν.
§17ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Τῶν βουλευτικῶν καὶ τῶν δημοτικῶν· τῶν βουλευτικῶν ἰδίως.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μόνον τῶν δημοτικῶν. Ἐφρόντισα ἐγὼ νὰ ἐξετάσω τὰ περὶ τούτου, καὶ δηλῶ, ὅτι οὐδεμία ἐγένετο ἀποστολὴ κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογάς.
§19ΜΑΥΡΟΣ. Ἡ προκαταβολὴ ἐδόθη τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν· τὸ φορτίον ἐγένετο κατόπιν.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπε χθὲς, ὅτι ἡ σμύρις ἡ ἀποσταλεῖσα δὲν ἦτο καλῆς ποιότητος, καὶ τοῦτο, διὰ λόγους σχετιζομένους πρὸς τὰς ἐκλογὰς, ἀφῆκε δὲ ἀόριστον περὶ τίνων ἐκλογῶν ὡμίλει· ὥστε ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ, καίτοι σκοπὸς αὐτοῦ δὲν ἦτο οὗτος, ὅτι ἀφεώρων αἱ παρατηρήσεις του εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς, ἑπομένως εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν· αἱ παρατηρήσεις του ὅμως ἐσχετίζοντο μόνον πρὸς τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, ἑπομένως πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν.
§21ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐδόθησαν αἱ προκαταβολαὶ, πληρωθεισῶν 40,000 εἰς τοὺς ἐργάτας.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ προκαταβολῶν, διότι καλῶς ἐπληρώθησαν αἱ προκαταβολαί· πρόκειται περὶ τῆς ἀποσταλείσης σμύριδος, δοθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ τῆς πληροφορίας, ὅτι δὲν εἶχεν ἀποσταλῆ τὸ κατάλληλον ὀρυκτὸν, καὶ τοῦτο, διότι χαριζόμενοι οἱ παραλαμβάνοντες δὲν ἔδιδον τὴν δέουσαν προσοχὴν εἰς τὴν ποιότητα, παρελάμβανον μάλιστα, νομίζω ὅτι εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ἤδη σωρῶν, οἵτινες ἔπρεπε νὰ θεωρηθῶσιν ἄχρηστοι καὶ ἀποῤῥιπτέοι.
§23ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ὄχι καθ’ ὁλοκληρίαν.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι αὕτη ἦτο ἡ ἔννοια τῶν λόγων τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι ἐγένετο παραλαβὴ ἐκ τούτου τοῦ ὀρυκτοῦ, καὶ τοῦτο ἀπεστάλη εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§25ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν λέγω, ὅτι εἶναι ἀκριβές. Ἐγὼ εἶχον τὸ ἐνδιαφέρον, ἵνα διευκρινήσω, ὅτι τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων παρατηρηθὲν ὡς ἀκριβὲς δὲν ἐγένετο ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἂν δ’ ἐγένετο ἐπὶ τῆς παρούσης, ἀνάγεται εἰς τὴν κυβερνητικὴν ἐνέργειαν, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν τοῦ πρακτορείου, οὗτινος τὴν διαχείρισιν παρέστησα ὡς χρηστὴν καὶ συνιστῶσαν ὡς ἀσφαλῆ τὴν εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως διάθεσιν τῆς σμύριδος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διὰ πρακτορείου λαμβάνοντος ἐλαχίστην προμήθειαν, ἀλλ’ ἀποζημιουμένου παρὰ τοῦ Δημοσίου διὰ πᾶσαν δαπάνην μεταφορᾶς καὶ ἀποθηκεύσεως, καὶ μηδόλως ἐνεχομένου εἰς τὰ τῆς ἐξορύξεως. Ἐν τοιούτῳ συστήματι διαθέσεως τῆς σμύριδος, τὸ τίμημα αὐτῆς, κανονιζόμενον ἐπὶ τῷ ἐλαχίστῳ, δέον νὰ ᾖ καθωρισμένον, καὶ νὰ φέρηται καταλλήλως εἰς γνῶσιν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας μετὰ πληροφοριῶν περὶ τῶν ἀποθηκῶν, ἔνθα ἐπὶ τῷ τιμήματι τούτῳ δύναται ἐν πάσῃ ὥρᾳ ν’ ἀποκτηθῇ τὸ ὀρυκτόν, περιβεβλημένον διὰ πάσης ἐγγυήσεως περὶ τῆς γνησιότητος αὐτοῦ. Φρονῶ δὲ, ὅτι, ὅταν οὕτω κανονίσωμεν τὰ τῆς πωλήσεως τῆς σμύριδος, θέλομεν ἀντεπεξέλθει κατὰ τῆς σμύριδος τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ κατὰ τῶν τεχνητῶν σμυρίδων, καὶ θέλομεν δυνηθῆ ἐντὸς βραχέος χρόνου διὰ τῆς σμύριδος τῆς Νάξου νὰ ἀντικαταστήσωμεν τὸ πλεῖστον τῆς καταναλισκομένης ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἄλλης σμύριδος.
§27ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἠκολούθησε τὴν αὐτὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε χθὲς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως τοῦ στεατίτου. Καὶ χθὲς τὰ λεχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ διῃροῦντο εἰς τὸ γενικὸν μέρος καὶ εἰς τὸ μέρος τὸ ἐφαρμόσιμον. Καὶ γενικὸν μὲν μέρος ἀπετέλουν αἱ μελέται αὐτοῦ περὶ τῆς μελλούσης ἐπιτυχίας καὶ τῆς σκοπίμου διαθέσεως τοῦ ὀρυκτοῦ, περὶ οὗ πρόκειται· αἱ μελέται δ’ αὐτοῦ αἱ ἐφαρμόσιμοι ἀνάγονται εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Αἱ μελέται αἱ γενικαὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ δὲν εἶναι νέαι. Κατὰ τὸ 1876, δηλαδὴ πρὸ 16 ἐτῶν, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι αὐταὶ αὗται αἱ ἰδέαι ἐπροτάθησαν παρ’ αὐτοῦ πρὸς συζήτησιν, ἵνα ματαιωθῇ καὶ τότε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας εἶχε προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν περὶ διαθέσεως τῆς σμύριδος. Καὶ τότε ἐκρίνετο, ὅτι, ἂν ἡμεῖς παρεσκευάζομεν τὴν σμύριδα διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς βιομηχανίας, εἰς τὴν ὁποίαν χρησιμεύει, καὶ ἂν ἐπέμπομεν αὐτὴν εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ ἂν συνιστῶμεν ἐκεῖ ἀποθήκας καὶ πρακτορεῖα, ἠθέλομεν πωλεῖ τὴν σμύριδα εἰς καλλιτέραν τιμὴν, ἢ ἠθέλομεν πωλεῖ αὐτὴν εἰς μεγαλείτερα ποσὰ, ἂν δὲν εἰσεπράττομεν ἐξ αὐτῆς περισσότερα χρήματα. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ μελέτη αὕτη δύναται νὰ ᾖναι ὀρθὴ, καὶ ἂν ἡ μελέτη αὕτη ἦτο δυνατὸν νὰ ᾖναι ἐφαρμόσιμος, παρῆλθον ὅμως ἔκτοτε δέκα καὶ ἕξ ἔτη, καθ’ ἃ αὕτη δὲν ἐφηρμόσθη, εἰ καὶ μεταξὺ τῶν 16 τούτων ἐτῶν ἐπὶ ἐννέα περίπου ἔτη ἐκυβέρνησεν, ἄνευ διακοπῶν, αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁ τὰς μελέτας ταύτας καὶ τότε ἀνακοινώσας, καὶ νῦν μὴ διστάσας νὰ ἐπαναλάβῃ. Ὅθεν τὰς γνώμας ταύτας ἀπὸ τοῦ 1876 ἤκουσα, καὶ δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἀπόπειρα πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτῶν, εἶχον δὲ τὴν γνώμην ταύτην καθ’ ὅλον τὸ ἀπὸ τοῦ 1876 διαῤῥεῦσαν μέχρι τοῦδε διάστημα. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, καθ’ ἣν αὖθις προκαλούμεθα εἰς τὰς εἰρημένας μελέτας, τυγχάνομεν εἰς ἐξαιρετικὴν θέσιν, διότι δὲν μελετῶμεν, πῶς νὰ κατορθώσωμεν νὰ εἰσαγάγωμεν καὶ ἐφαρμόσωμεν σύστημα ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ὀρυκτοῦ τῆς σμύριδος τελειότερον, ἀλλ’ ἀσχολούμεθα νὰ εὕρωμεν, πῶς θέλει κατασταθῆ δυνατὸν νὰ πωλήσωμεν σμύριδα, διότι δύο ἤδη ἔτη διέῤῥευσαν, καθ’ ἃ δὲν ἐπωλήσαμεν παντάπασι σμύριδα, καὶ τὸ Κράτος ἐστερήθη τοῦ ἐσόδου, τὸ ὁποῖον συνήθως προσπορίζεται ἐκ τῆς σμύριδος. Τὸ 1890 διέῤῥευσε, καὶ δὲν ἐπωλήθη οὐδὲ τόννος σμύριδος, τὸ 1891 διέῤῥευσεν ὡσαύτως, καὶ δὲν ἐπωλήθη σμύρις. Ἡ φροντὶς λοιπὸν ἡμῶν δὲν εἶναι σήμερον νὰ παρασκευάσωμεν καὶ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον θέλει εἶσθαι καὶ εἶδος δοκιμῆς καὶ εἶδος ἀποπείρας, καὶ τὸ ὁποῖον ἑπομένως ἐνδέχεται νὰ ἀποτύχῃ, ἓν σύστημα ὁριστικὸν καὶ διαρκὲς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ὀρυκτοῦ, ὅσον εἶναι δυνατὸν ὠφελιμωτέρας, ἀλλὰ νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἀποκτήσωμεν τοὐλάχιστον κατὰ τὸ 1892 τόσον ἔσοδον, ὅσον συνήθως προσεπορίζετο τὸ ταμεῖον ἀπὸ τὴν σμύριδα. Εἶπον, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελε προβῆ εἰς τὴν μελέτην σχεδίου τινὸς ἐκμεταλλεύσεως τῆς σμύριδος, οἷον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου προέβαλεν, ἤθελε πρὸ παντὸς σταματήσει εἰς δισταγμούς, οἱ ὁποῖοι ἤθελον προταθῆ. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέλει φροντίζει νὰ ἐξορύσσῃ σμύριδα, νὰ φορτόνῃ αὐτὴν ἐπὶ πλοίων, νὰ μεταφέρῃ αὐτὴν εἰς τοὺς τόπους τῆς καταναλώσεως, καὶ νὰ συστήσῃ ἐκεῖ πρακτορεῖα, τὰ ὁποῖα νὰ ἐνοικιάσωσιν ἀποθήκας εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, νὰ φυλάττωσιν ἐν αὐταῖς τὴν σμύριδα, καὶ νὰ λαμβάνωσι ποσοστόν τι ἀντὶ προμηθείας. Ἐὰν τυχὸν δὲν ἐπωλεῖτο ἡ σμύρις εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως δι’ ἕνα ἢ δι’ ἄλλον λόγον, εἴτε διότι αὕτη ἤθελε φανῆ, ὅτι ἦτο ἀκριβή, εἴτε διότι ἤθελε φανῆ, ὅτι ἡ σύστασις αὐτῆς δὲν ἦτο ἀναντιῤῥήτως ἀναγκαία, τὸ δημόσιον ταμεῖον ἔπρεπε νὰ κάμῃ προκαταβολὰς, αἱ ὁποῖαι ἤθελον αὐξάνει, μέχρις οὗ ἤθελε πωληθῆ ἡ σμύρις, οὐδ’ ἤθελε προσπορισθῆ τὴν πρόσοδον, τῆς ὁποίας ἔχει νῦν ἀνάγκην. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, καὶ ἂν ὑπῆρχε βεβαιότης, ὅτι τοιοῦτο σύστημα ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ νὰ παραγάγῃ κέρδος τι, ἡ ὥρα, ἵνα ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα τοῦτο, τυγχάνει ἀκατάλληλος, διότι κατὰ τὴν ὥραν ταύτην δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ κάμωμεν ἀποπείρας καὶ δοκιμὰς πρὸς ἐφαρμογὴν νέου συστήματος. Δὲν γνωρίζω μάλιστα οὐδ’ ἐὰν τὸ γενόμενον κατὰ τὸ 1890, ἤτοι ἡ ἀποστολὴ σμύριδος διὰ τῆς ἑταιρίας τῶν μονοπωλίων εἰς τὴν Εὐρώπην πρὸς πώλησιν, ἂν ἐγένετο πρὸς ἔναρξιν δοκιμῆς τοιούτου συστήματος, ἢ ἐγένετο διότι οὐδὲν ἐπρόκειτο νὰ πράξωσιν ὠφελιμώτερον οἱ τὴν σμύριδα παραχωρήσαντες εἰς τὴν εἰρημένην ἑταιρίαν πρὸς πώλησιν. Ἴσως, ἀφοῦ δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἐνοικιασθῇ ἡ σμύρις, δὲν ὑπῆρχεν ἄλλος τρόπος πωλήσεως, εἰ μὴ ἡ ἀποστολὴ σμύριδος εἰς τὴν Εὐρώπην πρὸς πώλησιν διὰ τῆς ἑταιρίας τῶν μονοπωλίων καὶ εἰς λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ὅταν ἔφθασαν τὰ φορτία εἰς τὴν Εὐρώπην, ἰσχυρίσθησαν ἐκεῖ, ὅτι ἡ ἀποσταλεῖσα σμύρις δὲν ἦτο καλῆς ποιότητος. Ἀλλὰ δὲν ἦτο πράγματι καλῆς ποιότητος ἡ σμύρις; Δὲν γνωρίζω. Μήπως τυχὸν τοῦτο ἐπροτάθη ὡς λόγος διὰ νὰ ὑποτιμηθῇ ἡ σμύρις εἰς τιμὰς ὑποδεεστέρας τῶν ἀληθῶν; Δὲν γνωρίζω. Γνωρίζω ὅμως, ὅτι σμύρις δὲν ἐπωλήθη ἀκόμη. Ἀλλὰ διατί; Ἦτο κακῆς ποιότητος; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου μετὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν εὐσυνειδησίας ἐξήγησε τὸ πρᾶγμα. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡμεῖς ἀπεστείλαμεν σμύριδα κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, καὶ ἐπειδὴ ἐπεθυμοῦμεν νὰ ἐπηρεάσωμεν τοὺς ἐκλογεῖς τῆς ἐπαρχίας Νάξου, ἵνα δώσωσι τὰς ψήφους των εἰς τὸν κ. Δαμιράλην καὶ εἰς τὸν κ. Μαῦρον, οἱ ἀντιπρόσωποι ἡμῶν ἐχαρίσθησαν πρὸς τοὺς ὀρύκτας τῆς σμύριδος, καὶ παρέλαβον πέτρας καὶ λίθους ἀντὶ σμύριδος. Δὲν ἀπορῶ διὰ τὴν αἰτίασιν, διότι γνωρίζω τὰ ἤθη τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, οὐδὲ πρώτη ἢ μόνη εἶναι ἡ αἰτίασις αὕτη, ἡ ὁποία ἐκτοξεύεται καθ’ ἡμῶν ἀπὸ τὴν πτέρυγα ταύτην. Ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι εὔλογος καὶ δικαία μοὶ ἐφάνη ἡ γνώμη νὰ δοθῇ προκαταβολή τις εἰς τοὺς ὀρύκτας τῆς σμύριδος, ἵνα συντηρήσωσιν ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των, ἀφοῦ ἐξόρυξις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται, διότι ἡ σμύρις δὲν ἐξεμισθώθη. Ἀλλ’ ἡ προκαταβολὴ αὕτη συνέπεσε νὰ γένηται κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θήρας τοῦτο ἐνόει, ὅτι ἐδόθησαν χρήματα εἰς τοὺς ὀρύκτας τῆς σμύριδος, λόγῳ προκαταβολῶν διὰ μέλλουσαν ἐξόρυξιν. Ἐδόθησαν κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, διὰ νὰ ἦναι εὐμενεῖς εἰς τὸν κ. Δαμιράλην ἢ τὸν κ. Μαῦρον; Ἀλλὰ τότε ἐκυβέρνα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου καὶ οὐχὶ ἡμεῖς, ὁ δὲ κ. Δαμιράλης καὶ ὁ κ. Μαῦρος ἦσαν φίλοι ἡμῶν καὶ ἀνῆκον εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Τὰ φορτία δὲ, τὰ ὁποῖα ἐσχηματίσθησαν καὶ ἐστάλησαν, ἀφ’ ἧς ἡμεῖς ἤλθομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὰ φορτία ταῦτα ἐσχηματίσθησαν ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν συνδέονται δι’ οὐδενὸς πολιτικοῦ δεσμοῦ μεθ’ ἡμῶν. Ἐὰν αὐτοὶ παρέλιπον τὸ καθῆκόν των, βεβαίως δὲν τὸ παρέλιπον χάριν ἡμῶν καὶ ἵνα ὑπηρετήσωσι τὰ πολιτικὰ συμφέροντα ἡμῶν· ἐὰν δὲ ἡ ἐνδεχομένη κακὴ ποιότης τῆς σμύριδος πρέπῃ νὰ ἀποδοθῇ εἰς ὀλιγωρίαν, ἢ εἰς αἰσχροκερδῆ ἰδιοφέλειαν τῶν ὀρυκτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀντὶ σμύριδος μετέφερον εἰς τὸν τόπον τῆς ἐπιβιβάσεως λίθους, οὐδὲ τοῦτο γνωρίζω. Ὤφειλον ὅμως νὰ ἀποκρούσω αἰτίασιν καθ’ ἡμῶν, διότι εἴμεθα ἐντελῶς ἀθῶοι τῆς αἰτιάσεως ταύτης. Ἐὰν ἦναί τις ἔνοχος, ἀναζητηθήτω καὶ εὑρεθήτω· βεβαίως ἔνοχοι δὲν εἶναι οἱ Ὑπουργοὶ τῆς 14 Ὀκτωβρίου. Ἀλλὰ τέλος πάντων ἡ σμύρις δὲν ἐπωλήθη καὶ κεῖται ἀκόμη ἐκεῖ, ἔνθα ἀπεβιβάσθη· δὲν ἐπωλήθη δὲ, διότι ἡ τιμὴ εἶναι ἀκριβὴ, αἱ 8 δραχμαὶ, ἢ διότι δὲν ἐζητήθη παντάπασιν; Ἀλλὰ τὸ παράδειγμα τοῦτο δὲν πρέπει τάχα ν’ ἀποδειλιάσῃ ἡμᾶς, ἵνα μὴ ποιήσωμεν καὶ αὖθις νέαν ἀπόπειραν ἐφαρμογῆς τοιούτου τινὸς συστήματος; Ἢ ἂν τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ δειλιάσῃ ἡμᾶς, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀποτρέψῃ ἡμᾶς ἀπὸ τούτου ἡ ἀνάγκη προκαταβολῶν, ὅπως λειτουργήσῃ τὸ νέον αὐτὸ σύστημα, ἀφοῦ δὲν εἴμεθα ἐντελῶς βέβαιοι, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο ἤθελε μᾶς ἀγάγει εἰς πώλησιν μεγάλων ποσῶν σμύριδος; Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν δύναμαι νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἀνεμνήσθη, ὅτι εἶχε προτείνει κατὰ τὰ 1876, καὶ τὸ ὁποῖον ἐνεθυμήθη, νὰ προτείνῃ καὶ νῦν, κατὰ τὰ 1892. Εἰς τὰ 1876 ἦτο Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου ὁ Κουμουνδοῦρος καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, καὶ συνεβούλευεν αὐτοὺς νὰ μετέλθωσι καὶ ἐφαρμόσωσι τὸ σύστημα τοῦτο. Κατὰ τὸ 1892 συμβαίνει νὰ ἤμεθα ἡμεῖς. Κατὰ τὸν μεσολαβήσαντα χρόνον δὲν ἦτο αὐτὸς ὁ κυβερνῶν; δὲν ἦσαν αὐτοὶ Ὑπουργοί; Διατὶ δὲν ἐφήρμοσαν τὸ σύστημα τοῦτο; Διὰ τοῦτο εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐγκαταλίπω τὸ γενικὸν μέρος, τὰς γενικὰς μελέτας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὴ προσέξῃ εἰς ταύτας, τό γε νῦν ἔχον, ἤτοι νὰ ἀναβάλῃ εἰς χρόνον εἴτε προσεχῆ εἴτε ἀπώτερον, ὅτε ἴσως δὲν θὰ δύναται νὰ μὴ συνδυάζῃ τὰς μελέτας ταύτας μὲ ἐπικειμένας ἀνάγκας τοῦ δημοσίου ταμείου, ὅτε θὰ ᾖναι εἰς θέσιν νὰ μεριμνᾷ, πῶς δύναται ἐν ἀνέσει νὰ βελτιώσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, δὲν θὰ σπεύδῃ δὲ νὰ ἐξασφαλίσῃ ποσοστόν τι ἐσόδου, τὸ ὁποῖον ἀπώλεσεν ἐπὶ δύο ἤδη ἔτη. Μεταβαίνων ὅμως εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου, ἐπαναλαμβάνω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὑπὸ ποίας τινὸς γνώμης ὡρμήθημεν, ὅτε συνετάσσομεν τὸ νομοσχέδιον. Λέγω, ὅτι ἐπαναλαμβάνω, διότι εἶπον καὶ πρὸ μικροῦ τὴν γνώμην ταύτην. Ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν, ὅτι συνέφερε νὰ εὕρωμεν μισθωτὴν, ὁ ὁποῖος νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ὀρυχείων τῆς σμύριδος ἐπί τινα ἔτη. Ἐπὶ πόσα ἔτη; Προτιμότερον ἦτο ἐπὶ δεκαετίαν· ἀλλ’ ἂν ἐπρόκειτο μίσθωσις δεκαετὴς, ἠθέλομεν προβαίνει κλιμακωτῶς εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον κατ’ ἔτος ἤθελε λαμβάνει. Ἐὰν ὅμως δὲν ἐπαρουσιάζετό τις, στέργων νὰ μισθώσῃ τὰ ὀρυχεῖα ἐπὶ 10 ἔτη, ἢ ἐπὶ περισσότερα, ἢ ἐπὶ 5 ἔτη, ἠθέλομεν ἀρκεσθῆ καὶ εἰς τὴν τετραετῆ μίσθωσιν· ἐὰν δὲ δὲν ἔστεργον οὐδ’ ἐπὶ τέσσαρα ἔτη μίσθωσιν, ἠθέλομεν κατ’ ἀνάγκην στέρξει καὶ τὴν τριετίαν, διότι πρὸ παντὸς φρονοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν, πῶς νὰ πωλήσωμεν τὴν σμύριδα. Καὶ ὀφείλομεν νὰ φρονῶμεν οὕτω, καὶ ἑπομένως νὰ μὴ ἐπιμένωμεν ἀκάμπτως νὰ μισθώσωμεν τὸ ὀρυχεῖον ἐπὶ 10 ἔτη, οὐ μόνον διὰ νὰ βεβαιώσωμεν καὶ εἰσπράξωμεν ἐφέτος τὸ ἐκ σμύριδος ἔσοδον, ἀλλὰ καὶ χάριν τῶν κατοίκων τῆς Νάξου, οἱ ὁποῖοι πορίζονται τὰ πρὸς τὸ ζῆν, ἐργαζόμενοι εἰς τὴν ἐξόρυξιν καὶ μεταφορὰν τῆς σμύριδος. Εἴχομεν ὄντως καθῆκον, ὡς διοίκησις, νὰ μεριμνήσωμεν καὶ περὶ τῶν πολιτῶν τούτων, καὶ ἐξασφαλίσωμεν τὴν πρόσοδον αὐτῶν, πλὴν τοῦ καθήκοντος, ὅπερ εἴχομεν, νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς προσόδου τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐσκέφθημεν λοιπὸν νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν νὰ ἐκθέσωμεν εἰς δημοπρασίαν ἐπὶ δεκαετίαν τὴν μίσθωσιν τῆς σμύριδος· ἐὰν δ’ ἐπληροφορούμεθα, ὅτι ἦτο ἀδύνατος συναγωνισμὸς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δεκαετοῦς μισθώσεως, ἠθέλομεν ἐλαττώσει τὴν δεκαετίαν εἰς ὀκτὼ ἔτη, ἢ εἰς πέντε. Ἐὰν δὲ δὲν ἐπαρουσιάζοντο μὲν προσφέροντες τιμὰς ἐπὶ δημοπρασίας, ἤθελε δὲ παρουσιασθῇ εὐκαιρία νὰ μισθώσωμεν τὴν σμύριδα διὰ δύο ἢ δι’ ἓν ἔτος ἄνευ δημοπρασίας, θὰ ἐζητοῦμεν τὴν ἄδειαν νὰ στέρξωμεν, ἵνα καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μισθώσωμεν αὐτήν. Κατὰ τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, παρέστη τις, εἰσαχθεὶς εἰς ἐμὲ διὰ τοῦ κ. πρέσβεως τῆς Ἰταλίας, ζητήσας νὰ ἀγοράσῃ ποσὸν σμύριδος 100 τόννων· ὑπέλαβον δ’ ὅτι δὲν ἐζημίουν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἐὰν ἔστεργον τὴν πρότασιν, καὶ διὰ τοῦτο ἀπεδέχθην αὐτήν. Τοιαύτην τινὰ διάθεσιν δὲν εἶχον κατὰ νοῦν, ὅτε συνέγραφον τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλ’ ἐὰν ἐπειθόμην, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ μισθωτὴς διὰ δέκα ἢ δι’ ὀκτὼ ἢ διὰ πέντε ἔτη, ὑπέλαβον, ὅτι ὤφειλον νὰ ἐπιδιώξω διετῆ ἢ καὶ ἐτησίαν μίσθωσιν, ἂν καθίστατο δυνατὸν οὕτω νὰ διαθέσω ὀγδοήκοντα χιλιάδας, διότι ἤθελον εἰσπράξει 400 χιλιάδας φράγκων, ἐκ τῶν ὁποίων ἤθελον δώσει τὸ ἀνῆκον εἰς τοὺς ὀρύκτας, ἤθελε δὲ ὑπολειφθῆ τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὸ Δημόσιον. Δὲν ἤθελον δὲ δυσκολευθῆ νὰ δεχθῶ καὶ δύο προτάσεις, ἐὰν αὗται κατέληγον εἰς τὸ ἀνωτέρω ἀποτέλεσμα. Τὸν προσδιορισμὸν τῆς τιμῆς εἰς χρυσὸν δὲν ἐδυσκολεύθην νὰ δεχθῶ. Γνωρίζω μὲν, ὅτι, ἐὰν πρόκηται οἱ παρουσιαζόμενοι μισθωταὶ νὰ ἦναι ἐγχώριοι, οὐδὲν προσποριζόμεθα κέρδος, διότι ὁ χρυσὸς, τὸν ὁποῖον θέλουσι πληρώσει, θέλει πιθανῶς ζητηθῆ ἐν τῇ χώρᾳ,—διότι οἱ ἰθαγενεῖς ἔχουσιν ἀληθῶς πιστώσεις ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἀλλ’ αἱ πιστώσεις αὐτῶν δὲν εἶναι τόσον μεγάλαι, ὅπως δύνωνται νὰ διαθέσωσι μέγα ποσὸν, οὕτω δὲν δὲν κατορθοῦται νὰ εἰσαχθῇ διὰ τοῦ μέτρου τούτου χρυσὸς ἔξωθεν,—δέχομαι ὅμως νὰ προσδιορισθῇ ἡ τιμὴ, οὐχὶ εἰς δραχμὰς ἢ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀλλ’ εἰς χρυσόν· ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιπτώσει, πρέπει νὰ καταβιβασθῇ ἡ τιμὴ ἀπὸ ἓξ δραχμῶν εἰς πέντε φράγκα χρυσᾶ. Ἐπίσης δέχομαι νὰ μὴ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ διαθέτωσι δι’ ἰδιαιτέρας συμβάσεως τὴν σμύριδα, εἰμὴ μετὰ τὴν ἀποτυχίαν δημοπρασιῶν, ἀλλὰ δημοπρασιῶν, καθ’ ἃς ἤθελεν ὑπάρχει ὡς ὅρος ἡ δεκαετὴς μίσθωσις, ἢ καὶ βραχυτέρα τῆς δεκαετοῦς. Ἀλλ’ ἐὰν ἤθελον ἀποτύχει αἱ δημοπρασίαι, δὲν ἀποδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ἵνα καὶ ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ συμβάσει τηρηθῶσιν οἱ ὅροι, οἱ ὁποῖοι προεκηρύχθησαν διὰ τῆς δημοπρασίας. Τοῦτο γίνεται εἰς τὰς συνήθεις δημοπρασίας, ὅταν ζητῶμεν νὰ μᾶς προμηθεύσωσιν ἀντικείμενα, δὲν ἐγκρίνωμεν δὲ τὰ πρακτικὰ, διότι οἱ συναγωνισθέντες ἐζήτησαν ὑπερόγκους τιμὰς, ὅτε ἐπιτρέπεται ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ προμηθευθῶμεν ταῦτα δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας, ἂν ἔστεργον νὰ τὰ χορηγήσωσιν ἐπὶ μικροτέρᾳ τιμῇ· ἀλλ’ ὅταν πρόκηται νὰ πωλήσωμεν, τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει οὕτω, διότι δὲν εἶναι γνωστὸν, ἐὰν ἡ δημοπρασία θέλῃ ἀναδείξει ἀγοραστὴν ἢ μισθωτήν. Ὅταν δ’ ἀποτύχωμεν διὰ τῆς δημοπρασίας νὰ εὕρωμεν αὐτὸν, πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς ἡμᾶς νὰ εὕρωμεν τοιοῦτον διὰ βραχύτερον χρόνον, τηρουμένου ὅμως ἀμεταβλήτου τοῦ ὅρου τῆς τιμῆς, ἐὰν ἤθελε πραγματοποιηθῆ ἡ μίσθωσις διὰ συμβάσεως. Δέχομαι λοιπὸν νὰ προηγῆται πάντοτε ἡ δημοπρασία, ἀλλ’ ἐν ἀποτυχίᾳ τῆς δημοπρασίας, νὰ ἐπιτρέπηται ἡ διὰ συμβάσεως μίσθωσις διὰ χρόνον ὀλιγώτερον, ἀλλὰ τηρουμένου ἀμεταβλήτου τοῦ ὅρου τῆς τιμῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Νάξου, χθὲς ἀγορεύων, ἐπρότεινεν, ἵνα μεταβληθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3, ἥτις κανονίζει τὸ ποσὸν τῆς σμύριδος, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, πρέπει νὰ ἐξάγῃ ὁ μισθωτὴς καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τῆς διαρκείας τῆς μισθώσεως. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὁ μισθωτὴς ὀφείλει κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος νὰ ἐξαγάγῃ 70 χιλιάδας στατήρων, κατὰ δὲ τὰ τέσσαρα ἑπόμενα ἔτη ἀνὰ 90 χιλιάδας στατήρων. Δὲν ἦτο δ’ αὐθαίρετος ἡ περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ ποσοῦ εἰρημένη διάταξις, διότι καὶ τὸ παλαιὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζει ἡ Κυβέρνησις πρὸς διάθεσιν τῆς σμύριδος, βάσιν εἶχε, τὸ ἔσοδον τοῦ Δημοσίου νὰ ἦναι ὅσῳ τὸ δυνατὸν ἀνώτερον, ἑπομένως νὰ ἐξορυχθῇ καὶ πωληθῇ μεγαλείτερον ποσὸν, καὶ ἡ τιμὴ αὐτοῦ νὰ ἦναι μεγαλειτέρα. Ὁ συναγωνισμὸς τῆς ξένης σμύριδος, ἰδίως δὲ τὰ σχηματισθέντα ἀποταμιεύματα τῆς Ναξίας σμύριδος, ἐμείωσαν τὴν ζήτησιν τοῦ ἡμετέρου ὀρυκτοῦ, ἀναγκαζόμεθα δ’ ἕνεκα τούτου νὰ τραπῶμεν ἐπὶ ἄλλο σύστημα, ζητοῦντες νὰ εἰσπράξωμεν περισσότερα χρήματα, οὐχὶ διὰ τῆς ἀνωτέρας τιμῆς τῆς σμύριδος, ἀλλὰ διὰ τῆς πωλήσεως ὅσῳ τὸ δυνατὸν μείζονος ποσοῦ. Διὰ τοῦτο πρέπει, ἀντὶ νὰ ζητήσωμεν νὰ πωλήσωμεν 40 χιλιάδας στατῆρας σμύριδος πρὸς δραχ. 12 τὸν στατῆρα, νὰ στέρξωμεν νὰ πωλήσωμεν 80 χιλιάδας στατήρων πρὸς 6 δραχμάς. Ὅθεν ἐστέρξαμεν, ἵνα κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος μὴ ἐπιμείνωμεν νὰ πωλήσωμεν 80 χιλιάδας, ἀλλ’ 70 μόνον χιλιάδας στατῆρας, διότι κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος ὁ μισθωτὴς θέλει πάντως ὑποβληθῆ εἰς δαπάνας τινὰς ἐγκαταστάσεως, αἱ ὁποῖαι δικαιολογοῦσι τὴν τοιαύτην σύμβασιν ἡμῶν. Ἀλλὰ κατὰ τὰ τέσσαρα ἑπόμενα ἔτη ηὐξήσαμεν τὴν ἀναλογίαν εἰς 90 χιλιάδας στατῆρας, ἤτοι ηὐξήσαμεν τὸ ποσὸν κατὰ 10 χιλιάδας κατ’ ἔτος. Μετὰ τοιαύτης τινὸς σκέψεως συνετάχθη τὸ ἄρθρον 3. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Νάξου ἐπεθύμει νὰ μὴ ἀκολουθήσωμεν τὴν τακτικὴν ταύτην, ἀλλὰ καθ’ ἕκαστον μὲν τῶν πρώτων πέντε ἐτῶν νὰ λαμβάνῃ ὁ μισθωτὴς 80 χιλιάδας, καθ’ ἑκάτερον δὲ τῶν δύο ἑπομένων ἐτῶν 100 χιλιάδας στατήρων. Ἡ ἐξομοίωσις τοῦ πρώτου ἔτους μὲ τὰ τέσσαρα ἑπόμενα μοὶ φαίνεται, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐμβάλῃ εἰς δυσκολίας τινὰς τὸν μισθωτὴν, διὰ τοῦτο διεκρίναμεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐξαγάγει τὸ πρῶτον ἔτος, ἀπὸ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα θέλει ἐξαγάγει καθ’ ἕκαστον τῶν ἑπομένων τεσσάρων ἐτῶν. Καὶ ἐγὼ μὲν δὲν διστάζω νὰ στέρξω, ἵνα καθ’ ἕκαστον τῶν τεσσάρων μετὰ τὸ πρῶτον ἔτος ἐτῶν μειωθῇ τὸ ποσὸν τῆς σμύριδος, τὸ ὁποῖον θέλει ἐξαγάγει ὁ μισθωτής, εἰς 80 χιλιάδας καντάρια, ἀντὶ τῶν 90 χιλιάδων, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν αὐτὴν ἀξίωσιν καὶ διὰ τὸ πρῶτον ἔτος, πρέπει δὲ νὰ στέρξωμεν, τὸ ἐξαχθησόμενον κατὰ τοῦτο ποσὸν νὰ συνίσταται μόνον εἰς 70 χιλιάδας στατήρων, καθ’ ἕκαστον δὲ τῶν ἑπομένων πέντε ἐτῶν τῆς δευτέρας πενταετίας, δὲν ἐννοῶ διὰ ποῖον λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Νάξου ἐπιθυμεῖ, ἵνα τὸ ποσὸν περιορισθῇ εἰς 100,000.
§28ΔΑΜΙΡΑΛΗΣ. Εἶπον τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε· διότι ὑποπτεύομαι, ὅτι θὰ μένῃ ἀποταμίευμα ἀρκετὸν καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς δεκαετίας, διὰ τὸν λόγον, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ καταναλίσκηται τόσον ποσὸν σμύριδος τῆς Νάξου ἐτησίως, ὅσον θέλει παραδοθῆ κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη· ἑπομένως φοβοῦμαι, μὴ τυχὸν ὁ ἐκμισθωτὴς τῆς σμύριδος ἔχῃ ἓν ἀπόθεμα ἀρκετὰ μέγα, ὅπερ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς δεκαετίας θὰ διαχειρίζηται αὐτὸς, καὶ ἕτερος ἐκμισθωτὴς δὲν θὰ παρουσιασθῇ.
§29ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον φοβεῖσθε, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ συμβῇ.
§30ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠκούσαμεν τὸν λόγον.
§31ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Νάξου ἐπρότεινε νὰ μὴ ἐπιμείνωμεν, ἵνα ὁ μισθωτὴς ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξάγῃ 150 χιλιάδας στατῆρας καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τῆς δευτέρας πενταετίας, ἀλλὰ νὰ στέρξωμεν, ἵνα ἐξάγῃ μόνον 100 χιλιάδας. Ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ νὰ μοὶ εἴπῃ τὸν λόγον, μοὶ ἐπρότεινε δὲ λόγον, ὅστις εἶναι ὄντως ἄξιος συζητήσεως καὶ προσοχῆς. Μοὶ εἶπεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ μὴ ὑποχρεωθῇ νὰ ἐξάγῃ 150 χιλιάδας στατῆρας ὁ μισθωτής, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταναλίσκηται ὅλον τοῦτο τὸ ποσὸν ἐν ταῖς ἀγοραῖς, κατ’ ἀνάγκην δὲ θέλει σχηματισθῆ ἀποταμίευμα, διότι καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν θέλει μένει ἀδιάθετον ὑπόλοιπον· ἐὰν δὲ ἐξακολουθῇ νὰ μένῃ ἀδιάθετον ὑπόλοιπόν τι καθ’ ἕκαστον τῶν πέντε ἐτῶν, εἰς τὸ τέλος τῆς μισθώσεως ὁ μισθωτὴς θέλει εὑρεθῆ κύριος μεγάλου ἀποθέματος, θέλει δὲ κατασταθῆ ὀλιγώτερον εὔκολον εἰς ἡμᾶς νὰ εὕρωμεν διὰ τὴν ἄλλην δεκαετίαν μισθωτὴν τῆς σμύριδος· διότι θέλουσιν ὑπάρχει ἀπέναντι ἡμῶν ἀποθέματα, τὰ ὁποῖα θέλουσι συναγωνίζεσθαι, ὡς συνέβη κατὰ τὸ παρελθὸν, ὅτε ὁ μισθωτὴς κατὰ τὴν λῆξιν τῆς μισθώσεως εὑρέθη κύριος μεγάλου ἀποθέματος.
§32ΔΑΜΙΡΑΛΗΣ. Καὶ ἦτο καὶ ὀλιγώτερον τὸ ποσόν.
§33ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ὁ λόγος τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου εἶναι ἄξιος συζητήσεως. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἰς 100 χιλιάδας στατήρων ἐὰν προσδιορίσωμεν τὸ καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τῆς δευτέρας πενταετίας διατεθησόμενον ποσὸν, θέλει ἀποβῆ ἐπίσης ἀδύνατον ν’ ἀποφύγωμεν τὸν σχηματισμὸν ἀποθεμάτων, διότι δὲν θέλει εἶσθαι εὔκολον εἰς τὸν μισθωτὴν νὰ διαθέσῃ ἀμέσως οὐδὲ τὰς 80 χιλιάδας στατήρων, τὰς ὁποίας θέλει ἐξάγει καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τῆς πρώτης πενταετίας, οὐδὲ τὰς 100 χιλιάδας στατήρων, τὰς ὁποίας θέλει ἐξάγει καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τῆς δευτέρας πενταετίας. Ἑπομένως τὸ ἀπόθεμα θέλει ἀναποφεύκτως σχηματισθῆ, πρόκειται δὲ μόνον περὶ μεγάλου ἢ μικροῦ ἀποθέματος. Ἐὰν ἦναι δυνατὸν ν’ ἀποφύγωμεν τὰ μεγάλα ἀποθέματα, ἐγὼ δὲν διστάζω νὰ προσχωρήσω εἰς πᾶσαν γνώμην. Ἐὰν ὑπάρχῃ πιθανότης, ὅτι τὸ ἀπόθεμα θέλει εἶσθαι ἐλάχιστον, ἐὰν κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Νάξου προσδιορισθῆ τὸ ποσὸν τὸ ἐξορυκτέον καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τῆς δευτέρας πενταετίας εἰς 100 χιλιάδας στατήρων, ἐγὼ προσχωρῶ εἰς τὴν γνώμην ταύτην· ἀλλὰ τοιαύτη πιθανότης δὲν ὑπάρχει, νομίζω δὲ, ὅτι, καὶ ἐὰν 150 χιλιάδας στατήρων ὑποχρεωθῆ ὁ μισθωτὴς νὰ ἐξάγῃ, ὅτι καὶ τότε θέλει ὑπάρξει ἀπόθεμα ἄξιον λόγου, δὲν θέλει δὲ σχηματισθῆ ἀπόθεμα, μόνον ἐὰν γένηται δυνατὸν νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ ἡμετέρα σμύρις ἐν τῷ συναγωνισμῷ πρὸς τὰ ἄλλα ὁμοειδῆ ὀρυκτὰ, τὰ ἐν χρήσει εἰς τὴν βιομηχανίαν.
§34ΔΑΜΙΡΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι, ὅσον ὀλιγώτερον ποσὸν παραλάβῃ, τόσον μεγαλειτέρα βεβαιότης ὑπάρχει, ὅτι θὰ ἔχῃ ὀλιγώτερον ἀπόθεμα. Παραλαμβάνει 100,000 στατῆρας κατ’ ἔτος; Ἴσως τῷ μείνωσιν 20,000. Ἀλλ’ ἐὰν παραλαμβάνῃ 150,000, θὰ τῷ μείνωσιν 70,000 ἢ 80,000.
§35ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἡ διαφορὰ ὅμως συνίσταται εἰς 1,250,000 φράγκα, ἐν ᾗ περιπτώσει προσδιορισθῆ ἡ τιμὴ τῆς σμύριδος εἰς 5 φράγκα χρυσᾶ· διότι τὰς 250 χιλιάδας στατήρων, τὰς ὁποίας θέλει ἐξαγάγει κατὰ τὰ πέντε ἔτη, θέλει πληρώσει πρὸς 5 φρ. τὸν στατῆρα, οὕτω δ’ ἀποτελοῦνται 1,250,000 φράγκα.
§36ΔΑΜΙΡΑΛΗΣ. Συμφωνῶ, κύριε Πρόεδρε. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν δυνηθῇ τὸ Κράτος νὰ πωλήσῃ σμύριδα μετὰ τὴν λῆξιν τῆς δεκαετίας...
§37ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦτο διὰ τοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου ἐσκοποῦμεν νὰ εὐκολύνωμεν τὴν πώλησιν. Ἐὰν ἀπεδεχόμεθα τὸ σύστημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, οὐχὶ τὰς γενικὰς μελέτας αὐτοῦ, ἀλλὰ τὰς γνώμας του ἐπὶ τῶν ἄρθρων, ἠθέλομεν βεβαίως ἀποτύχει, καὶ δὲν ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ πωλήσωμεν οὐδ’ ἕνα στατῆρα. Δὲν γνωρίζω, ἂν τοῦτο εἶχε κατὰ νοῦν, ἀλλὰ βεβαίως, ἐὰν ὑπεχρεούμεθα, ἵνα καὶ κατὰ τὴν διὰ τῆς ἰδιαιτέρας συμβάσεως γενησομένην πώλησιν διατηρήσωμεν ἀμεταβλήτους πάντας τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους εἴχομεν ἐπικηρύξει κατὰ τὴν δημοπρασίαν, ἣν εἴχομεν προκηρύξει, καὶ καθ’ ἣν δὲν παρεστάθησαν προσφερταὶ, βεβαίως δὲν ἠθέλομεν εὕρει μισθωτὰς οὐδὲ δι’ ἰδιαιτέρων συμφωνιῶν, καὶ δὲν ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ διαθέσωμεν οὐδὲ στατῆρα σμύριδος. Δυνάμεθα δὲ νὰ ἀσφαλισθῶμεν κατὰ τοῦ κινδύνου τούτου, μόνον ἐὰν μεταβάλωμεν τὸ ἄρθρον αὐτὸ οὕτως, ὡς ἔχω γράψει αὐτὸ (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἐλάχιστον ποσὸν σμύριδος, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ παραλαμβάνῃ ὁ ἀγοραστὴς, ὁρίζεται διὰ τὸ πρῶτον ἔτος εἰς ἑβδομήκοντα χιλιάδας στατῆρας, εἰς ὀγδοήκοντα ὅμως χιλιάδας καθ’ ἕκαστον τῶν ἑπομένων τεσσάρων ἐτῶν, καὶ ἀπὸ τοῦ ἕκτου ἔτους ἀπὸ ἑκατὸν μέχρις ἑκατὸν πεντήκοντα χιλιάδων κατ’ ἔτος.» (Διαλογικαὶ συζητήσεις.)
§38ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὰς προηγουμένας μισθώσεις, ὁ ἀγοραστὴς ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὤφειλεν ὑποχρεωτικῶς νὰ παραλαμβάνῃ, ἠδύνατο νὰ παραλαμβάνῃ καὶ προαιρετικῶς ποσὸν, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ ὡρίζετο. Δὲν νομίζετε, ὅτι δύνασθε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ ἐνεργήσητε τὴν μίσθωσιν;
§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους δὲν ἠνώχλει τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἑπομένως τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὁ φόβος, ὅτι ἠδύναντο νὰ μείνωσι μεγάλα ἀποταμιεύματα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀποδεχθῶμεν τὸ προαιρετικὸν αὐτὸ ποσόν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θήρας, ἀφ’ ἑτέρου, ἐπρότεινε παρατήρησίν τινα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4· ἐζήτησεν, ἵνα μὴ ἐπιβληθῇ ὑποχρεωτικῶς εἰς τὸν μισθωτὴν ἡ ἀγορὰ τῆς ἐν Εὐρώπῃ ἀποτεθειμένης σμύριδος. Τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Συνοδινοῦ εὗρον ὀρθὴν, καὶ διὰ τοῦτο ἀντικατέστησα τὴν λέξιν «ὑποχρεοῦται» διὰ τῆς λέξεως «δύναται»· ἀφῆκα δὲ εἰς τὸν μισθωτὴν, ἂν νομίζῃ συμφέρον, νὰ ἀγοράσῃ τὴν ἐν Εὐρώπῃ ἀποτεθειμένην σμύριδα. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 8 εἶναι τὸ τελευταῖον καταφύγιον. Ἐν ἀποτυχίᾳ πασῶν τῶν προηγηθεισῶν διατάξεων, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελεν εὑρεθῆ οὐδεὶς μισθωτὴς, ὅστις νὰ δεχθῇ τὴν ἐξόρυξιν καὶ διάθεσιν τῆς σμύριδος ἐπὶ ὡρισμένῃ διαρκείᾳ χρόνου, ἐπὶ τιμῇ, τὴν ὁποίαν ἐστέρξαμεν ὡς ἐλάχιστον ὅρον, ἐπὶ τῷ ποσῷ τῷ ἐξενεκτέῳ κατ’ ἔτος, ζητοῦμεν διὰ τοῦ εἰρημένου ἄρθρου νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα πωλῇ σμύριδα εἰς τοὺς λιμένας τῆς Νάξου, ὁσάκις ἤθελε παρουσιασθῇ ἀγοραστὴς, ἐπὶ προσδιοριζομένῃ ἐνταῦθα τιμῇ.
§40ΜΑΥΡΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις θὰ λαμβάνῃ παρὰ τοῦ μισθωτοῦ χρυσόν· οἱ ἐργάται εἰς χρυσὸν θὰ πληρώνωνται;
§41ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἡμερομίσθιον τῶν ἐργατῶν εἶναι ὡρισμένον. Τὸ Δημόσιον πληρόνει τρεῖς δραχμὰς κατὰ στατῆρα ἐργατικὰ ἐκ τῶν 10 ἢ 12 δραχμῶν, τὰς ὁποίας λαμβάνει, ἤτοι τὸ ¼. Δὲν πρέπει νὰ μεταβάλωμεν τὰς ἀναλογίας ταύτας.
§42ΜΑΥΡΟΣ. Μάλιστα· ἀλλ’ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν ἔχουν ἄλλον πόρον ζωῆς.
§43ΔΑΜΙΡΑΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι δίκαιον, κύριε Πρόεδρε. Παρακαλῶ νὰ τὸ παραδεχθῆτε.
§44ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, διότι ἄλλοτε ἐξέφρασα τὴν γνώμην μου. Νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν ἐπέκτασιν καταναλώσεως τῆς σμύριδος διὰ μόνης τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω, ὅτι ὁ συνδυασμὸς τοῦ ἰδιωτικοῦ συμφέροντος μετὰ τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου εἶναι ἀναπόφευκτος, διότι ἡ κατανάλωσις τῆς σμύριδος δὲν εἶναι τοσοῦτον ἐκτεταμένη ἐν Εὐρώπῃ· ὥστε, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἰδιωτικὸν συμφέρον, ἐπιζητοῦν κατανάλωσιν, δυσκόλως θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν μεγάλην κατανάλωσιν. Μετ’ ἀπορίας μου εἶδον τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Κυκλάδων, εἰπόντα, ὅτι ἡ σμύρις, τὴν ὁποίαν παρέλαβεν ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων, εἶναι σμύρις κακῆς ποιότητος. Ἡ σμύρις αὕτη παρεδόθη ἐν μέρει μὲν κατὰ τὸ 1890, καὶ ἐν μέρει κατὰ τὸ 1891· ἡ παράδοσις ἐγένετο ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ κ. Γεράκη, ἀποσταλέντος παρ’ ἐμοῦ, καὶ ὑπὸ ὑπαλλήλων τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, οὐδέποτε δὲ ἤκουσα παρὰ τῆς Ἑταιρίας παρατήρησίν τινα, ὅτι ἡ σμύρις, ἣν παρέλαβεν, ἦτο σμύρις κακῆς ποιότητος· συνάμα δὲ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας μοὶ ἔδιδεν ἡ Ἑταιρία, εἶναι, ὅτι ἔχει πεποίθησιν, ὅτι θέλει πωλήσει καὶ εἰς τὴν τιμὴν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν προσδιορίζει ὁ νόμος...
§45ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρόκειται περὶ δευτέρας ἐξορύξεως.
§46ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ αὐτὴ ἡ σμύρις παρεδόθη κατὰ τοὺς αὐτοὺς τύπους· ὁ κ. Γεράκης, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς φίλος τῆς τότε Κυβερνήσεως, μετ’ ἀντιπροσώπων τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων παρέδωκε τὴν σμύριδα....Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ Ἑταιρία οὔτε περὶ ποιότητος, οὔτε περὶ ὑπερβολικῆς τιμῆς μοὶ ἀνέφερέ τι, ἐφ’ ὅσον διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ λέγω δὲ, διὰ νὰ δείξω, ὅτι ἡ ἐργασία ἡ ἐπιτυχὴς πρὸς κατανάλωσιν τῆς σμύριδος ἀπαιτεῖ τὸν συνδυασμὸν τοῦ ἰδιωτικοῦ συμφέροντος, διότι τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον δύναται νὰ ὠφεληθῇ καὶ ἐν ταῖς ἐσχάταις λεπτομερείαις.
§47ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Μετ’ εὐχαριστήσεως βλέπω, ὅτι πάντες, καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ πρώην καὶ πάντες οἱ κατὰ καιροὺς διατελέσαντες Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπελήφθησαν σπουδαίως τῆς συζητήσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Πάντες δὲ παραδέχονται, ὅτι αἰτία τῆς δυσκόλου διαθέσεως τοῦ ὀρυκτοῦ τούτου τῆς σμύριδος εἶναι ἡ αὔξησις τῆς τιμῆς αὐτῆς. Καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος ὡς πρὸς τοῦτο, καὶ δι’ αὐτὸ χθὲς συνέστησα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἐλαττώσῃ, ὅσον δύναται, τὴν τιμὴν τῆς σμύριδος, ἂν θέλωμεν νὰ καταβάλωμεν τὴν σμύριδα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Οὐδεὶς ὅμως τῶν κυρίων Ὑπουργῶν ἔθιξε καὶ ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔφερε σήμερον εἰς αὐτὴν τὴν δυσχερῆ θέσιν, τοῦ νὰ συζητῶμεν πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν λόγων καὶ τῶν αἰτίων τῆς μὴ καταναλώσεως τῆς σμύριδος. Ὑπάρχει λοιπὸν καὶ ἄλλος λόγος, καὶ οὗτος εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1859, ὁ ὁποῖος ἔθηκε φόρον πέντε δραχμῶν κατὰ στατῆρα ἐπὶ τῆς ἰδιωτικῆς σμύριδος. Ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι ὁ σπουδαιότερος, εἶναι ὁ εἰσαγαγὼν εἰς τὴν Εὐρώπην τὴν Ἐφεσίαν σμύριδα καὶ ἀποκλείσας τὴν σμύριδα τῆς Νάξου. Καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὡμίλησα περὶ τούτου, καὶ ἐφρόνουν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελε λάβει καὶ τὸν λόγον τοῦτον ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν. Ἂν ὁ φόρος ἐκεῖνος τῶν πέντε δραχμῶν δὲν ἐτίθετο εἰς τὴν ἰδιωτικὴν σμύριδα, ἡ σμύρις τῆς Ἐφέσου οὔτε κἂν θὰ ὑπῆρχε γνωστή, οὔτε κἂν θὰ ἐγίνετο ἔναρξις ἐργασίας πρὸς ἐξόρυξιν αὐτῆς. Ἡμεῖς εἴχομεν προτάσεις νὰ δώσωμεν 50 καὶ 100 χιλιάδας στατήρων ἐτησίως, καὶ ὅμως ὁ φόρος αὐτὸς, ὁ ἀπαγορευτικὸς, δὲν μᾶς ἐπέτρεπε, διότι οἱ ἀγορασταὶ ἔδιδον τιμὴν μόνον 5½ δραχμὰς κατὰ στατῆρα, ἐνῷ ἡμεῖς διὰ μόνον τὸν φόρον ἔπρεπε νὰ πληρώσωμεν 5 δραχμάς, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐξόδων.
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ ποῖον ἔτος ἐγένετο ὁ νόμος;
§49ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἀπὸ τὰ 1859 καὶ ἐντεῦθεν.
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τοῦ 1860 πρόκειται· δηλαδὴ ὁ νόμος οὗτος δὲν ἀνάγεται εἰς τὴν παροῦσαν γενεάν.
§51ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ὄχι βεβαίως· ὁ νόμος εἶναι παλαιός. Ἀλλ’ αἱ Κυβερνήσεις ὤφειλον νὰ ἀνεύρωσι τὸ αἴτιον, καὶ νὰ καταργήσουν τὸν νόμον ἐκεῖνον.
§52ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρώτην φορὰν ἀκούω τοῦτο. Ἂν αὐτὸ ἐγίνετο γνωστὸν, βεβαίως οἱαδήποτε Κυβέρνησις καὶ ἂν ἦτο, ἤθελε λάβει μέτρον κατάλληλον.
§53ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἀκόμη καὶ σήμερον, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μεριμνήσῃ, ὅπως ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ ἐλαττώσῃ τὸν φόρον—δὲν λέγω νὰ καταργήσῃ αὐτὸν, ἀλλὰ νὰ τὸν ἐλαττώσῃ ἀπὸ 5 εἰς δύο δραχμὰς,—θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ συναγωνισθῶμεν, διότι θὰ δυνάμεθα νὰ πωλήσωμεν πρὸς 3½ δραχμὰς τὸν στατῆρα, καὶ ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐγκρίνῃ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου τούτου, δύναται νὰ θέσῃ ἄρθρον τι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δι’ οὗ ἡμεῖς νὰ ὑποχρεούμεθα νὰ παραδίδωμεν ἀντὶ 1½ δραχμῆς τὸν στατῆρα σμύριδα ἐντὸς τῶν ἀτμοπλοίων διὰ λογαριασμὸν αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως. Οὕτω θὰ δυνηθῶμεν νὰ καταβάλωμεν τὴν Ἐφεσίαν σμύριδα. Πιθανὸν καὶ διὰ τῆς τιμῆς, τῆς ὁριζομένης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, νὰ καταβληθῇ. Δὲν ἀρνοῦμαι, καὶ ἔχω μάλιστα τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῆς τιμῆς τῆς Ναξίας σμύριδος θὰ ἐπιφέρῃ τὴν αὔξησιν τῆς καταναλώσεως αὐτῆς, παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἂν νομίζῃ, ὅτι εἶναι καλόν, νὰ ἀφήσῃ καὶ τὴν ἰδιωτικὴν σμύριδα ἐλευθέραν. Ὑπάρχει δὲ σμύρις καὶ ἐν Πάρῳ καὶ ἐν Φολεγάνδρῳ καὶ ἐν Σικίνῳ καὶ ἐν Ἡρακλείᾳ. Ἂς προσδιορισθῇ ὁ φόρος εἰς δύο δραχμὰς, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Σμύρνη δὲν θὰ ἐξαγάγῃ οὔτε στατῆρα ἐν τῷ μέλλοντι.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι ἀποδέχεται τὸν καθορισμὸν τοῦ τιμήματος εἰς χρυσὸν, προτείνει μάλιστα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ ἐλάττωσιν τοῦ τιμήματος. Εἶμαι σύμφωνος εἰς ἐλάττωσιν τοῦ τιμήματος, ἀλλὰ πλείονα τῆς προταθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ τοὐλάχιστον κανονιζομένην ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σημερινῆς, ἢ καὶ τῆς πρὸ ὀλίγου τιμῆς τοῦ χρυσοῦ. Ἂν τὸν χρυσὸν ἐκτιμήσωμεν ἐπὶ τῷ ὅρῳ 1 καὶ 40%, τῷ σήμερον κρατοῦντι, πρέπει νὰ ὁρίσωμεν τὸ τίμημα, ἀντὶ τῶν ἓξ δραχ. εἰς 4 καὶ 28, ἂν ἐπὶ τῷ ὅρῳ 1 καὶ 30%, εἰς 4,50. Καὶ ταῦτα, ἂν πρόκηται νὰ γένηται διαγωνισμός. Ἂν ὅμως δὲν πρόκηται περὶ διαγωνισμοῦ, ἄλλως ἔχει τὸ πρᾶγμα, καὶ πρέπει νὰ ζητήσωμεν τὴν ἐγγύησιν ἐν τῷ τιμήματι. Ὁ διαγωνισμὸς ἐξ ἀφετηρίας τοῦ ἐλαχίστου ὅρου θέλει ἐξασφαλίσει τὸ τίμημα τὸ ἀνάλογον. Διὰ τοῦτο καὶ εἰς 4 δραχμὰς ἂν ὁρίσωμεν τὸ τίμημα, δὲν διατρέχομεν κίνδυνόν τινα, ἀρκεῖ νὰ γένηται ἡ διάθεσις διὰ διαγωνισμοῦ, καὶ μόνον ἐν ἀποτυχίᾳ τοῦ διαγωνισμοῦ δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας, ἀλλ’ ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς πάντοτε τοῦ διαγωνισμοῦ ὅροις...
§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῆς τιμῆς;
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ τοῖς ἄλλοις ὅροις... Ἰδοὺ διατί. Ἂν παρὰ τοῦ συντάξαντος τὴν διακήρυξιν τοῦ διαγωνισμοῦ ζητηθῶσι παροχαὶ ἐπὶ τῷ ἀνωτάτῳ, ἐννοεῖται, ὅτι ἡ δημοπρασία θ’ ἀποτύχῃ, καὶ ἀνοίγει τὸ στάδιον τῆς ἰδιαιτέρας συμφωνίας· ἂν ἄρα ἐν τῷ σταδίῳ τούτῳ αἴρωνται αἱ ὑποχρεώσεις τοιούτων παροχῶν, ἡ διάταξις περὶ διαγωνισμοῦ εἶναι ὡς νὰ μὴ περιελαμβάνετο ἐν τῷ νόμῳ. Ἂν π. χ. γένηται ἡ δημοπρασία ἐπὶ τῷ ὅρῳ δεκαετοῦς διαθέσεως τῆς σμύριδος, ὅτε τῆς τελευταίας πενταετίας ἡ ὑποχρεωτικὴ παραλαβὴ θὰ ᾖναι κατ’ ἔτος 150,000 στατήρων σμύριδος, ἢ 100,000 στατήρων, ἐν ἀποτυχίᾳ τῆς δημοπρασίας οὐδαμῶς δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι θέλει εὑρεθῆ ἐργολάβος δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας ὑποχρεωθησόμενος, ὅπως κατὰ τὰ τελευταῖα πέντε ἔτη τῆς δεκαετίας παραλαμβάνῃ 150,000 στατήρων σμύριδος κατ’ ἔτος. Τοῦτο μοὶ φαίνεται ἀδύνατον, ἂν τὸ τίμημα ὁρισθῇ εἰς ἓξ δραχμὰς τραπεζικὰς ἢ 4,50 εἰς χρυσόν. Ἂν τὸ τίμημα ᾖναι κατώτερον, φρονῶ, ὅτι καὶ μεγαλείτερα ἔτι ποσὰ δυνάμεθα νὰ διαθέτωμεν ἐτησίως, ἀλλ’ ἐπὶ τοιαύτῃ τιμῇ, φρονῶ ὅτι ἴσως δυνηθῶμεν νὰ διαθέσωμεν ἐτησίως 70 χιλιάδας στατήρων, ἴσως καὶ 80 καὶ 90 χιλιάδας τὴν τελευταίαν πενταετίαν. Ἑπομένως, ὅταν γίνηται δημοπρασία ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κατὰ τὸν νόμον ἀνωτάτων ὅρων, ἐπὶ τῇ ἀποτυχίᾳ δ’ αὐτῆς, ἥτις εἶναι ἄφευκτος, ἐπιτρέπηται εἰς τὴν Κυβέρνησιν δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ἀναγνώρισιν ἐργολάβου ἄνευ τῶν ὅρων τούτων, ἐξαφανίζονται αἱ ἐπιδιωκόμεναι ἐγγυήσεις διὰ τῆς δημοπρασίας. Ἡ ἰδιαιτέρα συμφωνία τότε μόνον ἐξαρτᾶται ἀπὸ τῆς ἀποτυχίας τῆς δημοπρασίας, ὅταν γίνηται ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς ὅροις τῆς ἀποτυχούσης δημοπρασίας· ἂν γίνηται ἐπὶ ἄλλοις ὅροις, ὁ σύνδεσμος πρὸς τὴν ἀποτυχοῦσαν δημοπρασίαν οὐδεμίαν ἔχει ἔννοιαν, διότι πάντοτε εἶναι ἐφικτὴ ἡ ἀποτυχία τῆς δημοπρασίας, συνταττομένης τῆς διακηρύξεως τῆς δημοπρασίας ἐπὶ ὅροις ἀπαραδέκτοις. Πλὴν ἄρα τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ τιμήματος εἰς χρυσὸν κάτω τῶν πέντε δραχμῶν κατὰ στατῆρα, ἤτοι πρὸς 4 καὶ 28, ἢ ἀκόμη καὶ πρὸς τέσσαρας δραχμάς, ἀπαραίτητος εἶναι καὶ ἡ ὑποχρέωσις τῆς δημοπρασίας, ὅπως μόνον ἐν ἀποτυχίᾳ ταύτης ἐπιτρέπηται ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς τῆς ἀποτυχούσης δημοπρασίας ὅροις ἡ παραχώρησις τῆς ἐργολαβίας δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας. Ἐννοεῖται ὅτι, ἐλαττουμένου τοῦ τιμήματος ἐν τούτῳ τῷ ἄρθρῳ ἀπὸ 6 δραχμῶν εἰς 5 δραχμάς, ἢ εἰς 4 δραχμάς, δέον καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις ἄρθροις ν’ ἀναγραφῇ τὸ τίμημα ἠλαττωμένον κατὰ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν. Οὕτως ἐν τῷ προσθέτῳ ἄρθρῳ ἔχομεν ἀναγεγραμμένον τίμημα τῶν στατήρων, οὓς ἤθελε διαθέσει τὸ Δημόσιον μέχρι τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ παρόντος νόμου, ἑπτὰ δραχμῶν. Εἰς ἑπτὰ δραχμὰς ὡρίσθη τὸ τίμημα, διότι ὡρίζετο τὸ ἐπὶ τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου εἰς ἓξ δραχμάς. Ἐννοεῖται οἴκοθεν, ὅτι, μειουμένου τοῦ ὅρου τούτου, πρέπει ἐπὶ τῇ αὐτῇ ἀναλογίᾳ νὰ γένηται καὶ ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ἐν ἄρθρῳ 8 ἀναγραφομένου. Ἐπίσης ἐν τῇ αὐτῇ ἀναλογίᾳ πρέπει νὰ γένηται ὁ προσδιορισμὸς καὶ τοῦ ἐν ἄρθρῳ 4. Ταῦτα περὶ τοῦ τιμήματος, ἅτινα ὑπέθετον, ὅτι θὰ ἐτύγχανον ἑτοίμου ἀποδοχῆς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι, προκειμένου περὶ ἐλαχίστου ὅρου τιμήματος, ὅσον οὗτος εἶναι κατώτερος, κατὰ τοσοῦτον παρέχεται εἰς τὴν διακριτικὴν αὐτῆς ἐξουσίαν εὐρύτερον τὸ στάδιον. Εἰς δὲ τ’ ἀφορῶντα εἰς τὴν δημοπρασίαν, ὀφείλω νὰ ἐπιμείνω, διότι ἡ δημοπρασία εἶναι ἡ μόνη ἐγγύησις, ἥτις καθιστᾷ τοὺς ἐλαχίστους ὅρους, τοὺς προσδιοριζομένους εἴτε ὡς πρὸς τὸ τίμημα τῆς σμύριδος, εἴτε ὡς πρὸς τὴν χρονικὴν διάρκειαν τῆς ἐργολαβίας, ἀβλαβεῖς· διότι, εὐθὺς ὡς ἡ δημοπρασία ἤθελεν ἀποδειχθῇ ἀτελεσφόρητος καὶ ἐπὶ τοῖς ἐλαχίστοις τούτοις ὅροις, ἂν κατόπιν ταύτης ἐπιτευχθῇ ἡ διάθεσις τῆς σμύριδος δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας ἐπὶ τοῖς ὅροις τούτοις, οὐδεμία χωρεῖ ἐπίκρισις περὶ τοῦ εὐτελοῦς τοῦ τιμήματος. Ἀλλὰ μόνον ὅταν τοῦτο ἀποδειχθῇ ἐν δημοπρασίᾳ, μόνον τότε δύναται τὸ Δημόσιον νὰ θεωρηθῇ ἐξασφαλίσαν ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸν ἀνώτατον ὅρον τοῦ τιμήματος τῆς σμύριδος καὶ τῆς χρονικῆς διαρκείας τῆς ἐργολαβίας.
§57ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐπανέρχεται εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν του, καὶ ὑποστηρίζει, ὅτι, ἐὰν ἡ ἐνεργηθησομένη δημοπρασία προσδιορίσῃ διάρκειαν τὰ 10 ἔτη, ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ δύναται νὰ διαθέσῃ δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας τὴν σμύριδα ἐπὶ διαρκείᾳ μικροτέρᾳ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, οὐδὲ πρέπει νὰ δεσμευθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν ἡ δημοπρασία, ἡ ὁποία προκηρύσσεται μὲ διάρκειαν δεκαετῆ, ἀποτύχῃ, πρέπει νὰ ᾖναι ἐλευθέρα ἡ Κυβέρνησις νὰ διαθέσῃ τὴν σμύριδα δι’ ἓν ἔτος, ἢ διὰ δύο ἔτη, δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας, ἵνα μὴ χάνῃ τὸ Δημόσιον τὴν πρόσοδον. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι, ὅπως εἶναι συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον, ἐπιβάλλον, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελεν ἐνεργηθῇ δημοπρασία μὲ διάρκειαν πολυετῆ, εἰς τὸν ἀγοραστὴν τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ λαμβάνῃ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ποσὸν πολὺ ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἤθελε λάβει κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, βεβαίως θὰ συμβῇ τὸ ἄτοπον νὰ ἀποτύχῃ ἡ δημοπρασία. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι ὡρισμένος καὶ ὑποχρεωτικὸς ὁ ἐλάχιστος ὅρος, τὸν ὁποῖον ὁ ἀγοραστὴς, ὁσαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι τὰ ἔτη τῆς μισθώσεως, νὰ παραλαμβάνῃ, τὸ δὲ περιπλέον νὰ ᾖναι προαιρετικὸν διὰ τὸν ἀγοραστήν.
§58Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἀνέφερεν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρίδω. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἡ ἑπομένη· ὅτι, ἐὰν ἤθελε προκληθῆ δημοπρασία ἐπὶ τῇ βάσει τιμῆς μὲν πέντε φράγκων χρυσῶν, διαρκείας δὲ δεκαετοῦς, ἡ δημοπρασία θέλει ἀποτύχει, ἕνεκα τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ μισθωτοῦ νὰ ἐξάγῃ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου ἀναφέρονται. Ἑπομένως, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, παρέστησεν, ὅτι εἶναι τολμηρὸν νὰ μὴ ζητηθῶσι περαιτέρω ἐγγυήσεις, καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν διὰ συμβάσεως ἰδιαιτέρας νὰ διαθέσῃ τὴν σμύριδα. Ὅσην καὶ ἂν τὸ Κοινοβούλιον μεταδίδωσιν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν τὰ ζητήματα τίθηνται οὕτω, αἱ Κυβερνήσεις δὲν πρέπει βεβαίως νὰ ποιῶνται χρῆσιν τῆς ἐμπιστοσύνης ταύτης. Ὅταν προβάλλωνται, ὅτι βεβαίως θέλει ἀποτύχει ἡ δημοπρασία, δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι οἱ ὅροι, οἵτινες ἀνεγράφησαν ἐν τῷ νόμῳ, προσδιωρίσθησαν οὕτω, ἵνα ἀποτύχῃ ἡ δημοπρασία, ὅπως λάβῃ τὴν εὐκολίαν ἡ Κυβέρνησις νὰ διαθέσῃ τὴν σμύριδα δι’ ἰδιαιτέρας συμβάσεως. Διὰ τοῦτο ἐγὼ δὲν ζητῶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν, νὰ μοὶ μεταδώσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην, ἧς μὲ ἠξίωσε μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ δέχομαι τὴν τροποποίησιν, καὶ προτείνω νὰ συνταχθῇ καὶ προστεθῇ εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον δευτέρα παράγραφος, ἡ ἑπομένη (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ἡ δημοπρασία δὲν ἤθελε παραγάγει ἀποτελέσματα, ἐπιτρέπεται νὰ προκηρυχθῇ νέα, ἐπὶ διαρκείᾳ μισθώσεως μὴ ἥσσονι τῆς δεκαετίας. Ἐὰν δὲ καὶ ἡ δημοπρασία αὕτη ἀποτύχῃ, ἐπιτρέπεται νὰ διατεθῇ ἡ σμύρις δι’ ἰδιαιτέρας συμβάσεως, ἐπὶ διαρκείᾳ μικροτέρᾳ, καὶ ἐπὶ προσδιορισμῷ ποσοῦ ἐξενεκτέου κατ’ ἔτος, ὀλιγωτέρου τοῦ κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν περίοδον προσδιοριζομένου, ἀλλὰ τηρουμένου ἀμειώτου τοῦ ὅρου τῆς τιμῆς.» Οὕτω λοιπὸν θέλομεν ἔχει δύο δημοπρασίας, καὶ παρέχεται, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πᾶσα ἐγγύησις ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου ταμείου. Θέλομεν οὕτως ἔχει πρώτην δημοπρασίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλουσιν εἶσθαι δύο ὅροι ἀμετάβλητοι καὶ εἷς ὅρος μεταβλητός. Οἱ ὅροι οἱ ἀμετάβλητοί εἰσιν ἡ δεκαετὴς διάρκεια καὶ τὸ ποσὸν τῆς σμύριδος τὸ ἐξακτέον, ὁ τρίτος δ’ ὅρος, ὁ μεταβλητὸς, ἡ τιμή. Ἐὰν δὲν παρασταθῶσι πλειοδόται, διότι ἴσως δὲν στέργουσι νὰ μισθώσωσι τὴν σμύριδα ἐπὶ δεκαετίαν, καὶ ζητοῦσιν ὀλιγωτέραν διάρκειαν, ἢ διότι δὲν στέργουσι νὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ ἀγοράζωσι τὸ προσδιοριζόμενον διὰ τοῦ νόμου ποσὸν, ματαιοῦσα δὲ ἡ δημοπρασία, τότε θέλει προκηρύσσεσθαι ἄλλη δημοπρασία. Ἐὰν δὲ καὶ ἡ δημοπρασία αὕτη δὲν παραγάγῃ ἀποτελέσματα, τότε ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ μισθώσωσι δι’ ἰδιαιτέρας συμβάσεως τὴν διάθεσιν τῆς σμύριδος, βεβαίως ἐπὶ διαρκείᾳ χρόνου βραχυτέρου, ἐπὶ ποσῷ ὀλιγωτέρῳ, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ αὐτῇ τιμῇ τῶν πέντε φράγκων χρυσῶν κατ’ ἐλάχιστον ὅρον. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια τῆς προστιθεμένης εἰς τὸ 1 ἄρθρον περιόδου.
§59ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ λόγος, οὗ ἕνεκεν ἤθελεν ἀποτύχει μία δημοπρασία, ἀναφέρεται πρὸ πάντων εἰς τὸ ποσόν. Ἐὰν τηρηθῇ ὁ ὅρος, καθ’ ὃν ὁ ἀγοραστὴς εἶναι ὑπόχρεως νὰ παραλαμβάνῃ ποσὸν 150,000 στατήρων, εἶναι πιθανὸν νὰ μὴ παρουσιασθῇ ἀγοραστὴς, διότι ἔχει ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν δύναται ἴσως νὰ καταναλώσῃ τὸ ποσὸν αὐτό. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξήτησεν, ὥστε εἷς καὶ μόνος ὅρος νὰ τεθῇ ὡς βάσις τοῦ διαγωνισμοῦ, ὁ ὅρος τῆς τιμῆς. Ἔχει καλῶς οὗτος εἰς τὴν πρώτην δημοπρασίαν· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν δευτέραν, τί τὸν κωλύει νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὰς 150,000; Πρέπει καὶ οἱ δύο ὅροι νὰ μεταβληθῶσι.
§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος δὲν διέκρινε καλῶς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ὑποχρέωσις τοῦ μισθωτοῦ, ἵνα ἐξάγῃ καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τῆς δευτέρας πενταετίας ἀπὸ ἑκατὸν χιλιάδων μέχρις 150 χιλιάδων στατήρων, αὕτη ἡ ὑποχρέωσις δὲν ὑπάρχει πλέον, ὅταν γίνηται δευτέρα δημοπρασία. Ἡ δευτέρα δημοπρασία θέλει γίνεσθαι καὶ αὕτη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὅρου τῆς δεκαετοῦς μισθώσεως, ἑπομένως, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὅρου, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην πενταετίαν ὁ μισθωτὴς δὲν ὑποχρεοῦται νὰ ἐξάγῃ 100 χιλιάδας στατήρων, ἀλλὰ μόνον 70 χιλιάδας τὸ πρῶτον ἔτος, 80 δὲ χιλιάδας καθ’ ἕκαστον τῶν τεσσάρων ἄλλων ἐτῶν. Ἑπομένως δὲν πρόκειται περὶ 100 χιλιάδων στατήρων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει.)
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§63ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἄλλο εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου, καὶ ἄλλως διετυπώθη. Πρέπει νὰ τεθῇ καὶ ἀνώτατον ποσὸν, ἀφοῦ προσδιορίζεται τὸ ἐλάχιστον.
§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τί σημαίνει ἐλάχιστος ὅρος ἀπὸ 100 ἕως 150 χιλιάδων στατήρων;
§65ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶναι ὁ ἐλάχιστος ὅρος.
§66ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ παρατήρησίς σας ἀνάγεται εἰς τὴν φράσιν ἢ εἰς τὴν ἔννοιαν;
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λέγω, ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ, οἵτινες ἐζήτησαν, ὅπως ὁρισθῇ ἀνώτατος ὅρος, ἐφρόνουν, ὅτι τὸν ὅρον τῶν 150 χιλιάδων στατήρων δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑπερβῇ· ἐνῷ, ὅπως ἔχει τὸ ἄρθρον, δύναται νὰ τὸν ὑπερβῇ, διότι καὶ αἱ 100 χιλιάδες καὶ αἱ 150 χιλιάδες στατήρων εἶναι ἐλάχιστος ὅρος. Ἐγὼ δὲν παραδέχομαι τὴν ἀναγραφὴν ἀνωτάτου ὅρου, ἀφορᾷ δὲ ἡ παρατήρησίς μου εἰς τὴν ἔννοιαν τῶν 150 χιλιάδων στατήρων, ὡς ἀποτελούντων ἐλάχιστον ὅρον, ἥτις ὅμως ἐπάγεται τὴν διαγραφὴν τῶν 100 χιλιάδων στατήρων, διότι δύο ἐλάχιστοι ὅροι εἶναι ἀσυμβίβαστοι. Ὅ,τι ὅμως νομίζω, ὅτι ὀφείλει νὰ ἀπαιτήσῃ ἡ Βουλὴ, εἶναι τὸ ἀπαραμείωτον τοῦ ἐλαχίστου ὅρου τῶν ἐτησίως παραληπτέων στατήρων. Ἡ μετ’ ἀποτυχίαν δημοπρασίας παραχώρησις τῆς ἐργολαβίας ἐπὶ πέντε ἔτη καὶ ἐπὶ ἐτησίως παραληπτέῳ ποσῷ οἱῳδήποτε, τοῦτο δὲν φαίνεται ὀρθόν. Θὰ ἦναι ὑπερβολικὴ ἡ ὠφέλεια τοῦ ἐργολάβου, ἂν ἐπὶ τιμήματι 5 φράγκων μὴ ὑποχρεῶται εἰς παραλαβὴν μηδὲ 70 κἂν χιλιάδων στατήρων, ἀλλὰ μόνον εἰς 50, ἢ 40, ἢ 30 χιλιάδων. Ἐννοεῖται, ὅτι, προκειμένου περὶ 30, ἢ 20, ἢ 10 χιλιάδων στατήρων, πολλοὶ εἶναι πρόθυμοι, ὅπως ἀγοράσωσι σμύριδα πρὸς 5 φράγκα. Ὅ,τι καθιστᾷ τὴν δυσχέρειαν, εἶναι ἡ ὑποχρέωσις τῆς ἐτησίας παραλαβῆς 70,000 στατήρων, ἢ περιπλέον. Ἠκούσαμεν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων προχθὲς, εἰπόντος, ὅτι γίνονται προτάσεις σήμερον ἐπὶ τιμήματι 17 φράγκων κατὰ στατῆρα· ἀλλὰ πρόκειται περὶ μικρῶν ποσῶν· ἐπὶ συμφωνιῶν περὶ μικρῶν ποσῶν τὸ τίμημα τῶν 5 φράγκων κατὰ στατῆρα εἶναι ὅλως ἀνεπαρκές. Τὸ τίμημα ὅμως τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, ὁρίζεται ἀνώτερον τοῦ δέοντος, προκειμένου περὶ ὑποχρεώσεως παραλαβῆς σπουδαίων ποσῶν. Ἔπρεπε νὰ ὡρίζετο τὸ τίμημα εἰς 4 φράγκα κατὰ στατῆρα, ἀλλ’ ἐν συνδυασμῷ πρὸς ὑποχρέωσιν ἐτησίας παραλαβῆς τοὐλάχιστον 70,000 στατήρων. Θὰ ἐφρόνουν ἄρα, ὅτι ἔδει ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει τὸ ἐτησίως παραληπτέον ποσὸν θὰ ἦτο κατώτερον τῶν 70,000 στατήρων.
§68ΣΧΙΝΑΣ. Ἀπὸ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1888, ὅτε ἔγεινεν ἡ σύμβασις μετὰ τοῦ κ. Βαφειαδάκη, ἐφηρμόσθη τὸ μέτρον τῆς ἀποστολῆς σμύριδος εἰς διαφόρους ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης. Διὰ τῆς ἀποστολῆς ταύτης δὲν γίνεται τίποτε ἄλλο ἢ ὅτι παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς ἕνα ἐργολάβον, ἀντὶ νὰ ἀγοράσῃ ἀπ’ εὐθείας διὰ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀγοράσῃ ἐμμέσως διὰ τῆς ἑταιρίας τῶν μονοπωλίων. Ἤδη δὲ ἡ Κυβέρνησις, εὑρισκομένη εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην, μετὰ τὴν ἀποτυχίαν μιᾶς εἴτε δύο δημοπρασιῶν, νὰ ἐκποιήσῃ ποσὸν σμύριδος ἀπ’ εὐθείας, μὴ ὑποβαλλομένη εἰς ὅλας τὰς δαπάνας, δύναται νὰ πωλήσῃ ὁσονδήποτε ποσόν.
§69ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ 3 ἄρθρου προβάλλω τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ὅτι δὲν προβάλλει ἐπὶ τῆς ἐννοίας, ἀλλ’ ἐπιθυμεῖ νὰ μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι καὶ τὸ ποσὸν τῶν 150 χιλιάδων στατήρων εἶναι ἐλάχιστος ὅρος.
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ τοῦτο ἀκριβῶς θέλω.
§71ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε θέλετε τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου· ἀλλ’ εἴχετε προβάλει παρατήρησιν, ὅτι δὲν θέλετε τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου· ἡμεῖς δὲ, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλετε ὑμεῖς, μετεβάλομεν τὸ ἄρθρον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἐλάχιστον ποσὸν σμύριδος, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ παραλαμβάνῃ ὁ ἀγοραστὴς, ὁρίζεται διὰ τὸ πρῶτον ἔτος εἰς ἑβδομήκοντα χιλιάδας στατήρων, εἰς ὀγδοήκοντα δε χιλιάδας καθ’ ἕκαστον τῶν ἑπομένων τεσσάρων ἐτῶν, καὶ ἀπὸ τοῦ ἕκτου ἔτους ἀπὸ ἑκατὸν μέχρις ἑκατὸν πεντήκοντα χιλιάδων κατ’ ἔτος.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§73ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ἡ σμύρις αὕτη εἶναι ἐν τῷ τόπῳ τῆς καταναλώσεως, τυγχάνει δ’ ἕνεκα τούτου βεβαρυμένη μὲ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς, καὶ ἐπειδὴ ἐν τοῖς ὅρμοις πωλεῖται ἡ σμύρις πρὸς πέντε φράγκα χρυσᾶ, δὲν πρέπει νὰ τιμηθῇ ἐν τῷ τόπῳ τῆς καταναλώσεως ἀντὶ ἑπτὰ δραχμῶν, ἀλλὰ νὰ προσδιορισθῇ ἡ τιμὴ κατ’ ἀναλογίαν ἀντὶ τῶν πέντε φράγκων εἰς ἓξ φράγκα χρυσᾶ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 μὲ τὴν τροποποίησιν ταύτην καὶ μὲ τὴν ἀντικατάστασιν τῆς λέξεως «ὑποχρεοῦται» διὰ τῆς λέξεως «δύναται»).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§75ΜΑΥΡΟΣ. Ἔχω μίαν τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον 5. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως, ἀναγνωρίζων τὸ δίκαιον, αὐξήσῃ τὸ δικαίωμα τῶν ἐργατῶν ἀπὸ 2 δραχμῶν εἰς 2½.
§76ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὑπάρχει ἀναλογία τις μεταξὺ τοῦ προσδιωρισμένου ποσοῦ ὡς ἀντιτίμου ἐξορύξεως κατὰ στατῆρα, τοῦ πληρονομένου εἰς τοὺς ἐργάτας, πρὸς τὴν τιμὴν τῆς σμύριδος, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ αὕτη πωλεῖται καὶ διατίθεται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ἡ τιμὴ τῆς σμύριδος συνίστατο κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη εἰς δραχμὰς 12, νομίζω δ’ ὅτι κατῆλθε καὶ εἰς δραχμὰς 10. Ἐὰν λοιπὸν ἡ τιμὴ τῆς σμύριδος ἦτο ἀπὸ δραχ. 10 ἕως 12, τὸ ποσὸν κατὰ στατῆρα, τὸ ὁποῖον ἐπληρόνετο εἰς τοὺς ἐργάτας, εἶχε προσδιορισθῆ εἰς δραχμὰς 3, ἑπομένως αἱ δραχμαὶ τρεῖς ἀποτελοῦσι τὸ τρίτον καί τι πλέον τοῦ ποσοῦ τῶν δέκα δραχμῶν, τὸ τέταρτον τῶν δώδεκα δραχμῶν. Ἐὰν νῦν πωληθῇ ἡ σμύρις πρὸς πέντε φράγκα χρυσᾶ, ἂν ὑπολογίσωμεν ταῦτα εἰς τὸ κυκλοφοροῦν νόμισμα τραπεζικοῦ γραμματίου, εἰς τὴν τιμὴν, εἰς τὴν ὁποίαν συνηθέστερον πωλεῖται τὸ φράγκον, πρὸς 1 δραχ. καὶ 25 λεπτὰ, τὰ πέντε φράγκα ἰσοτιμῶνται πρὸς δραχ. 6 καὶ 25 λεπτά· ἑπομένως δύο δραχμαὶ παρουσιάζουσι τὸ τρίτον τῶν 6 καὶ 25, πλὴν ποσοστοῦ μικροῦ. Διὰ τοῦτο διστάζω νὰ συναινέσω, ὅπως αὐξηθῶσι τὰ πληρονόμενα εἰς τοὺς ὀρύκτας εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ προαγορεύσας κ. Βουλευτής· τὸ πολὺ δὲ, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γένηται, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, εἶναι νὰ προσθέσωμεν εἰς τοὺς ἐργάτας τὰ 25 λεπτὰ, τὰ ὁποῖα περισσεύουσι, καὶ νὰ λάβωσι δραχ. 2,25. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἤτοι αὐξηθέντος τοῦ ἐργατικοῦ δικαιώματος ἀπὸ δραχ. 2 εἰς δραχμὰς 2 καὶ 25)00. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 6 καὶ 7.)
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται.)
§78ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἐπειδὴ προσδιωρίσαμεν τὴν τιμὴν εἰς πέντε φράγκα χρυσᾶ, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τηρήσωμεν τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν, καὶ ὁρίσωμεν αὐτὴν εἰς ἓξ φράγκα χρυσᾶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, εἰς ἑπτὰ δ’ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, διότι εἶναι τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, εἰς γʹ συζήτησιν. Ἀναβληθείσης εἶτα τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1892 ἐκ δραχμῶν 24,300 καὶ περὶ ἀκυρώσεως ὑπολοίπων ἐκτάκτων πιστώσεων τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1891 ἐκ δραχμῶν 7,478.46, ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ συζήτησιν, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: αʹ) Περὶ παραχωρήσεως δικαιώματος ἐξορύξεως ἐν Τήνῳ τοῦ ὀρυκτοῦ στεατίτου. βʹ) Περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 150,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1891. γʹ) Περὶ χορηγήσεως πιστώσεως ἐκ δραχ. 172,147 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1891, καὶ περὶ ἀκυρώσεως ὑπολοίπου ἐκτάκτου πιστώσεως ὑπὸ κεφ. 26 τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχ. 172,147. δʹ) Περὶ χορηγίας πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 1600 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1891. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ φυλάκων τοῦ Ἐθνικοῦ Μουσείου καὶ περὶ βοηθῶν καὶ ἐπιστατῶν ἀρχαιοτήτων. 2) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 322,882.22 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1891, καὶ 3) Περὶ χορηγήσεως πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 77,287.51 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογιομοῦ τῆς χρήσεως 1891 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.)
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν κεχορηγημένης παγίας προκαταβολῆς.
§80ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ μοὶ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν. Διὰ τῆς αἰτήσεως ταύτης ζητεῖται νὰ δοθῇ ἡ ἀναγκαία πίστωσις διὰ προκαταβολὴν, ἥτις θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἐξόφλησιν μιᾶς ὀφειλῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, προερχομένης ἐκ προηγουμένης προσωρινῆς προκαταβολῆς. Κατὰ τὸ 1885 ἐδόθη ἔκτακτος προκαταβολὴ 300,000 δραχμῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐκ τῆς τακτικῆς προκαταβολῆς τῶν 500,000 δραχμῶν· ἐκ τῶν 300,000 τούτων δραχμῶν ἐδικαιολογήθησαν δαπάναι 91,278, ἔμειναν δὲ ἀδικαιολόγητοι δαπάναι ἐκ δραχμῶν 208,721. Ζητεῖται τώρα, τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 208,721, τὸ ὁποῖον ἔμεινεν ὡς προκαταβολὴ ἀδικαιολόγητος καὶ ὀφείλουσα νὰ δικαιολογηθῇ, ζητεῖται νὰ ἐξοφληθῇ διὰ νέας προκαταβολῆς, τῆς σήμερον ζητουμένης. Πῶς θὰ δικαιολογηθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο;
§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἡ προκαταβολή, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν νὰ καλύψωμεν διὰ τοῦ νόμου, εἶναι ὁ λογαριασμὸς τοῦ Γεωργαντᾶ, ὁ ὁποῖος δὲν ἐξωμαλύνθη εἰσέτι. Ἡ προκαταβολὴ αὕτη, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν, εἶναι προσωρινὴ κάλυψις, διότι ἔχομεν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἐξελέγχει τὸν λογαριασμὸν τοῦ κ. Γεωργαντᾶ· εὐθὺς δὲ, ὡς ὁ λογαριασμὸς οὗτος ἐξομαλυνθῇ, θ’ ἀποδοθῇ.
§82ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ προκαταβολὴ αὕτη εἶναι ἄλλη· οἱ λογαριασμοὶ αὐτοὶ οἱ ἐκκρεμεῖς ἀνέρχονται εἰς 217,898 δραχμάς· ἡ προκαταβολὴ αὕτη πρόκειται νὰ καλυφθῇ ἐκ τῆς προηγουμένης προκαταβολῆς. Αἱ 208,721 σχετίζονται μὲ τὴν ἔκτακτον προκαταβολὴν τῶν 300,000. Ἐκτὸς τῶν 446,428 δραχμῶν, ἐν ταῖς ὁποίαις περιλαμβάνονται αἱ 217,898, ὑπάρχει καὶ ἄλλη προκαταβολὴ ἔκτακτος ἐκ 300,000 δραχμῶν, ἐκ τῶν ὁποίων 91,278 ἐδικαιολογήθησαν, καὶ μένουσιν ἀδικαιολόγητοι 208,721. Τὰς 208,721 ζητεῖτε διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ μὴ τὰς δικαιολογήσητε, ἀλλὰ νὰ τὰς καλύψητε διὰ τῆς νέας προκαταβολῆς, καὶ οὕτω νὰ κλείσῃ ὁ λογαριασμός. Ἐὰν τοιοῦτόν τι πρόκηται, τότε μένει τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκκρεμὲς, ἐπὶ οὐδεμιᾶς στηριζόμενον δικαιολογίας.
§83ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἶναι ἀγορὰ ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον ἠγοράσθη εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠγοράσθησαν τὰ πλοῖα τῶν ποταμῶν, καὶ τῶν ὁποίων οἱ λογαριασμοὶ δὲν ὑπεβλήθησαν εἰσέτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Οἱ λογαριασμοὶ εἶναι ἐκκρεμεῖς, καὶ μετ’ ὀλίγον χρονικὸν διάστημα θὰ παρουσιασθῶσιν. Ὡς γνωρίζετε, καθόσον διετελέσατε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ λογαριασμοὶ, οἱ προερχόμενοι ἐξ ἀγορᾶς ὑλικοῦ, ἢ ἄλλων προμηθειῶν, βραδύνουσι νὰ παρουσιασθῶσι.
§84ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ ἄλλου τινὸς ἀνησυχεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης· θέλω δὲ δώσει τὴν ἐξήγησιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ὑπέλαβεν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρόκειται νὰ κηρυχθῇ ἐξωφλημένον τὸ ποσὸν ἐκεῖνο τῆς προκαταβολῆς, τὸ ὁποῖον δὲν δικαιολογεῖται. Ἦτο εὔλογος ἀφορμὴ νὰ ἀνησυχήσῃ, ἂν ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου ἦτο τοιαύτη. Ἀλλ’ ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι αὕτη. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐζήτησε νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὰ βάρη τῆς προκαταβολῆς αὑτοῦ τῶν δραχμῶν 446,428.64, τὴν ὁποίαν εἶχον ἐπιβαρύνει διὰ δραχμῶν 228,529.93, λόγῳ ἀνεξελέγκτων λογαριασμῶν, οἱ ὁποῖοι μειοῦσι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν εἰς διάθεσίν του, ὡς προκαταβολήν. Κατὰ τὴν 12 Νοεμβρίου 1885, ἐπειδὴ εἶχεν αὐξήσει ὁ ἀριθμὸς τῶν σκαφῶν τοῦ στόλου διὰ τῆς ἀγορᾶς τῶν ἀτμομυοδρομόνων, διὰ νόμου ἐχορηγήθη ποσὸν 300,000 δραχμῶν προσωρινῶς διὰ προκαταβολὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ὁ νόμος ἔλεγε προσωρινῶς, διότι προσεδοκᾶτο, ὅτι μετά τινα καιρὸν ἤθελον ἐξελεγχθῆ οἱ λογαριασμοὶ τῶν δραχμῶν 228,529.93, καὶ ἑπομένως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἤθελεν ἀνακτήσει τὸ ποσὸν αὑτοῦ, καὶ ἐπανέλθει εἰς τὴν ἀρχικὴν προκαταβολήν. Ἀλλ’ ἡ ἐξέλεγξις τῶν λογαριασμῶν ἐκείνων παρετάθη δυστυχῶς, καὶ ὄχι μόνον παρετάθη αὕτη, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς προκαταβολῆς τῶν 300,000 φαίνεται, ὅτι ὑπῆρξαν προσκόμματα λογιστικὰ, καὶ δὲν ἐκαθαρίσθησαν οὐδ’ οἱ λογαριασμοὶ αὐτῆς. Τοιουτοτρόπως τὸ ὑπόλοιπον τῶν 300,000 μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐκκαθαρισθεισῶν 91,228 δραχμῶν ἐπεβάρυνε πάλιν τὴν προκαταβολὴν, ἥτις ἕνεκα τούτου πάλιν ἐμειώθη, καὶ εἶχε καταντήσει νὰ περιορισθῇ εἰς 226,000. Αὕτη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ διὰ τὰς ἀνάγκας, μάλιστα μετὰ τὴν ἀγορὰν τῶν τριῶν θωρηκτῶν, καὶ ἐνῷ τὸ Ὑπουργεῖον ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ ἕνεκα τῶν θωρηκτῶν αὔξησιν περαιτέρω τῆς προκαταβολῆς, δὲν ἐζήτησε τοιαύτην, ἀλλ’ ἠρκέσθη νὰ ζητήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καθυστερεῖται. Τοιουτοτρόπως δὲ ἡ προκαταβολὴ αὕτη θέλει ἀναβιβασθῆ εἰς 855,646 δραχμάς. Ἀλλ’ ἐκ τούτων θέλει ἐξοφλήσει προσωρινῶς τὸ χρέος, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναλαβὸν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιστρέψῃ τὰς 300,000, ὅταν ἐκλίπῃ ἡ ἀνάγκη. Ὅταν δὲ ἐπιστρέψῃ τὰς 208,000, ἡ προκαταβολή του δὲν θέλει λογίζεσθαι 855,000 μεῖον 208,000, ἀλλὰ 855,000. Λοιπὸν οὐδ’ ἐξοφλεῖται, οὔτε καλύπτεται ὁ ἐκκρεμὴς πρῶτος λογαριασμὸς, οὔτε ὁ ἄλλος, ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν θέλει ἐξακολουθεῖ νὰ θεωρῆται ὑπόλογον διὰ προκαταβολὴν δραχμῶν 855,646.
§85ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δὲν εὐθύνεται διὰ προκαταβολὴν παρὰ μόνον δραχ. 646,000, ἐνῷ ἡ προκαταβολὴ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀνέρχεται εἰς 855,000. Λοιπὸν δὲν δίδει λογαριασμὸν διὰ τὰς 208 χιλιάδας, διότι, ὡς πολὺ ὀρθῶς παρετηρήσατε, δὲν ἔλαβεν ἀκόμη τὰ λογιστικὰ στοιχεῖα· δὲν δίδει λογαριασμὸν διὰ τὰς 208,000, διότι ὑπάρχουσι λογαριασμοὶ ἐκκρεμεῖς. Ἑπομένως, ἐνῷ μέλλει νὰ δώσῃ λογαριασμὸν δραχμῶν 646,000, λαμβάνει προκαταβολὴν 855,000.
§86ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Λοιπὸν, διὰ νὰ ἡσυχάσητε, ἀπαλείψατε τοὺς δύο τελευταίους στίχους τοῦ πρώτου ἐδαφίου: «αἱ δ’ ὑπολειφθησόμεναι 646,428.64 θέλουσι χρησιμεύσει ὡς παγία προκαταβολὴ τοῦ εἰρημένου Ὑπουργείου.»
§87ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε μάλιστα. Ἔχει καλῶς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ χορηγίας τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν ἐκτάκτου πιστώσεως δραχ. 510,000 ἐπὶ τῆς χρήσεως 1891 διὰ κατασκευὴν ἀτμολεβήτων. Περὶ χορηγήσεως πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 119,702.27)00 εἰς βάρος τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1891, καὶ περὶ ἀκυρώσεως ὑπολοίπου ἐκτάκτου τοιαύτης τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890. Περὶ χορηγήσεως πιστώσεων εἰς βάρος τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1891 καὶ περὶ ἀκυρώσεως ὑπολοίπων ἐκτάκτων τοιούτων τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890. Περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1891 ἐκ δραχμῶν 873,194.06.)
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 καὶ 15′ μ. μ.