| 745 | Λ. Δεληγεώργης | Ο | Ἠλ. Ποταμιάνος | Ν | |
| 746 | Δημ. Χατζόπουλος | Εὐστ. Τουρνάκης | Ν | ||
| 747 | Ν. Δ. Μακρῆς | Ο | Θ. Π. Δηλιγιάννης | Ο | |
| 748 | Χαρίλ. Τρικούπης | Ν | Θ. Β. Δηλιγιάννης | Ο | |
| 749 | Δ. Σ. Βουλιπιώτης | Ν | Π. Μανέτας | Ν | |
| 750 | Γεώργ. Σισμάνης | Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος | |||
| 751 | Ἀθ. Ἴσκος | Ο | Χρ. Χρηστόπουλος | Ο | |
| 752 | Μιχ. Ἰατρίδης | Ο | Φίλιπ. Βάρβογλης | Ο | |
| 753 | Ν. Ζῶτος | Ο | Κ. Κωνσταντόπουλος | Ν | |
| 754 | Ν. Φαρμάκης | Θ. Πέῤῥος | Ο | ||
| 755 | Δ. Πετρίδης | Ἠλ. Φλέσσας | Ο | ||
| 756 | Σπυρ. Νοταρᾶς | Ο | Εὐθ. Σπυράκης | Ο | |
| 757 | Γ. Φαρμακόπουλος | Κ. Κατσικόπουλος | Ο | ||
| 758 | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ἰω. Ἀντωνόπουλος | Ο | ||
| 759 | Δημ. Οἰκονόμου | Ο | Κ. Καραπάνος | ||
| 760 | Ἰω. Δηλιγιάννης | Ν | Γ. Παχὺς | ||
| 761 | Ἄγγελος Γεωργαντᾶς | Ο | Ἀντ. Ζυγομαλᾶς | Ν | |
| 762 | Ν. Λεβίδης | Ο | Γ. Μαυρομαρᾶς | Ο | |
| 763 | Δ. Ράλλης | Ο. Μαῦρος | Ο | ||
| 764 | Δ. Ν. Καλλιφρονᾶς | Κ. Νεγρεπόντης | |||
| 765 | Ἀλ. Σκουζὲς | Μ. Δαμιράλης | Ο | ||
| 766 | Ἀλ. Ρετσίνας | Δ. Γαβαλᾶς | Ο | ||
| 767 | Α. Συγγρὸς | Σ. Παγανέλης | Ο | ||
| 768 | Στέφ. Δραγούμης | Ν | Κ. Μαυρομιχάλης | ||
| 769 | Ἀλ. Ψύλλας | Γ. Πετροπουλάκης | |||
| 770 | Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Γεώργ. Μαυρομιχάλης | Ο | ||
| 771 | Ν. Φιλάρετος | Κ. Κοσσονάκος | Ν | ||
| 772 | Ν. Μπουφίδης | Ν | Κ. Παπαμιχαλόπουλος | Ν | |
| 773 | Τρύφων Μουτσόπουλος | Ο | Κ. Σαλταφέρος | ||
| 774 | Ἀχ. Χοϊδᾶς | Γιαννοῦκος Μαυρομιχάλης | |||
| 775 | Ἀν. Παπαγιαννακόπουλος | Ο | Στέφ. Κοπανίτσας | Ν | |
| 776 | Ἅγγελος Πετραλιᾶς | Ο | Ν. Βαρβιτσιώτης | ||
| 777 | Ν. Πετιμεζᾶς | Ο | Γ. Φιλάρετος | ||
| 778 | Λ. Σταμάτης | Ο | Νικ. Σχινᾶς | Ο | |
| 779 | Α. Παναγιωτόπουλος | Ο | Ἰωάν. Φίλιος | ||
| 780 | Α. Γεροκωστόπουλος | Ο | Ἰωάν. Παπαδόπουλος | Ο | |
| 781 | Ν. Κουμανιώτης | Ο | Νικ. Ριζόπουλος | ||
| 782 | Δ. Παυλόπουλος | Ο | Νικ. Γεωργιάδης | Ο | |
| 783 | Δ. Σπηλιάδης | Ο | Νικ. Κοκωσλῆς | ||
| 784 | Α. Ζαΐμης | Δ. Οἰκονομίδης | Ο | ||
| 785 | Ι. Ζωγράφος | Ο | Μ. Δάλλας | ||
| 786 | Κ. Ζαρειφόπουλος | Ο | Πούλιος Ζαρίμπας | ||
| 787 | Χρ. Κορύλλος | Ο | Κ. Κουμουνδοῦρος | ||
| 788 | Α. Κοντόσταυλος | Ἀσημ. Χρηστόπουλος | Ο | ||
| 789 | Α. Πετσάλης | Ο | Παναγ. Σάκκης | Ο | |
| 790 | Η. Γαζέπης | Κ. Φλέσσας | |||
| 791 | Π. Λεβέντης | Ο | Πέτρος Καπετανάκης | Ο | |
| 792 | Θ. Φλογαΐτης | Κωνστ. Δαγρὲς | |||
| 793 | Ἀριστ. Χατζηνικολῆς | Ο | Εὐστ. Κοκκέβης | Ο | |
| 794 | Γ. Καραβᾶς | Ο | Νικ. Μισυρλῆς | Ο | |
| 795 | Λ. Ρώμας | Περικλῆς Πεῤῥωτὴς | Ν | ||
| 796 | Ρ. Ρώμας | Ο | Δ. Λυμπερόπουλος | Ο | |
| 797 | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Σ. Σωτηρόπουλος | Ν | ||
| 798 | Δ. Στεφάνου | Χ. Κανελλόπουλος | Ν | ||
| 799 | Ι. Σέχος | Γ. Ν. Μπούμπουλης | Ο | ||
| 800 | Γ. Θεοτόκης | Ν | Σωτ. Χατζηγάκης | Ο | |
| 801 | Ε. Τσαρλαμπᾶς | Ο | Δ. Τερτίπης | Ο | |
| 802 | Α. Καποδίστριας | Βασ. Ἀζᾶς | Ο | ||
| 803 | Η. Κωνσταντᾶς | Ο | Ἀπόστ. Βασιαρδάνης | Ο | |
| 804 | Π. Βαλαωρίτης | Ν | Σπυρ. Γεωργόπουλος | ||
| 805 | Ἀλκίνοος Ζερβὸς | Ν | Γιαννούσης Τάκης | Ο | |
| 806 | Α. Ἀγάθος | Ο | Ν. Ταρμπάζης | ||
| 807 | Ε. Μπασιᾶς | Ἰω. Παλάσκας | Ο | ||
| 808 | Σ. Φορέστης | Ο | Νικ. Τσαμαδὸς | ||
| 809 | Ν. Βαλσαμάκης | Ο | Θεόδ. Γκίκας | ||
| 810 | Ἰω. Βρυώνης | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | |||
| 811 | Ἀναστ. Ζερβὸς | Ο | Ν. Χατζῖσκος | ||
| 812 | Π. Μαυροκέφαλος | Α. Εὐταξίας | |||
| 813 | Δ. Σπινέλης | Ο | Κ. Τράκας | ||
| 814 | Γ. Π. Μπούμπουλης | Ἀνδρ. Μαρλᾶς | Ο | ||
| 815 | Α. Μαυρογορδάτος | Ο | Ν. Κοντογιάννης | Ο | |
| 816 | Γ. Κόρπας | Ο | Κ. Ἀναγνωστόπουλος | Ο | |
| 817 | Ν. Συνοδινὸς | Ο | Π. Σκουμπουρδῆς | ||
| 818 | Κ. Ἀργυρόπουλος | Λ. Καραλίβανος | Ο | ||
| 819 | Π. Ταταράκης | Ο | Α. Μ. Κανάρης | Ο |
1892.02.14
1,763 rows · 12,875 words · 1 table · 85 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37
τῆς 14 Φεβρουαρίου 1892.
(Παρασκευὴ)
Ὥρα 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν καπνοπαραγωγῶν καὶ καπνεμπόρων Ξηρομέρου περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ. Ὡσαύτως ἀναφορὰν κατοίκων Βαρθολομιοῦ, αἰτουμένων τὴν εὔρυνσιν τοῦ καταστήματος τοῦ αὐτόθι σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ. Τηλεγράφημα Χρήστου Λαλιώτου ἐξ Αἰγίου, παραπονουμένου, ὅτι ὁ φονεὺς ἑνὸς συγγενοῦς του μένει ἀκαταδίωκτος. Διάφοροι κτηματίαι καὶ ποιμένες Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς αἰτοῦνται, ὅπως δι’ εἰδικοῦ νόμου ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς ἡ Βουλή, ἵνα ποιμαίνωσι τὰ ποίμνιά των ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ Ἀθηνῶν.
§2ΜΑΡΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης φρονῶ, ὅτι τὰ παράπονα τῶν ποιμένων τούτων εἶναι καὶ εὔλογα καὶ δίκαια. Διατὶ οἱ δυστυχεῖς οὗτοι ἄνθρωποι νὰ καταδιώκωνται ἀπηνέστατα; Οὗτοι ἦλθον καὶ ἐνῳκίασαν λειβάδια, ἔχουσι τὰς νομάς των· κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ εὕρωσιν ἀλλαχοῦ λειβάδια διὰ τὰ ποίμνιά των, οὐχ ἧττον ἡ ἐξουσία τοὺς ἐκδιώκει ἐντεῦθεν. Ποῦ θὰ ὑπάγωσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί; Ζητοῦσι, λοιπὸν, καὶ πολὺ εὐλόγως, μίαν προθεσμίαν, ἕως ὅτου ἐξεύρωσι λειβάδια, ἵνα φύγωσιν ἀπ’ ἐδῶ. Εἶναι ἀληθὲς, καὶ παραδέχομαι καὶ ἐγὼ, ὅτι ἡ διαταγὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν προέρχεται ἐκ τῆς ἰδέας νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰς ἰδιοκτησίας τῶν ἰδιοκτητῶν, ἀλλ’ ἡ ἐκτέλεσις τῆς διαταγῆς ταύτης ἔφυγεν ἀπὸ τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα εἶχε διαγράψει ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ ἔφθασεν εἰς χρηματολογικὸν σημεῖον· ἐξεμεταλλεύθησαν τὰς διαταγὰς αὐτοῦ, καὶ καθ’ ἑκάστην συλλαμβάνουσι τὰ ποίμνια καὶ λαμβάνουσι τὰ σύλληπτρα τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελέσεως. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν τῶν ποιμένων τούτων, καὶ νὰ τοῖς δώσῃ μίαν προθεσμίαν.
§3ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν δύναμαι βεβαίως νὰ ὑποστηρίξω ἐκθύμως τὴν σύστασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὰ παράπονα τῶν ποιμένων, διότι τὰ ποίμνια ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ Ἀθηνῶν ἐπιφέρουσιν ὁμολογουμένως μεγάλας καταστροφὰς εἰς τὰ κτήματα. Οὐχ ἧττον, ἐὰν ἦναι δυνατὸν εἰς ὀλίγας ἡμέρας νὰ οἰκονομήσωσι λειβάδια, καὶ ἂν πράγματι διὰ τοῦ ἐφαρμοζομένου ἤδη μέτρου ἀπειλῆται καταστροφὴ τῆς περιουσίας αὐτῶν, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, ἵνα δοθῇ εἰς αὐτοὺς μικρά τις προθεσμία, ἀλλὰ πρέπει αὐστηρότατα μετὰ τὴν προθεσμίαν ταύτην νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ νόμος.
§4ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅλη αὐτὴ ἡ ἀταξία, ἥτις παρουσιάζεται εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι ὁ νόμος περὶ ποιμνιοβοσκῆς, ἀφ’ ἧς ἐψηφίσθη, ἐτέθη εἰς ἀχρηστίαν, οὐδέποτε ἐφηρμόσθη, καὶ δικαίως, διότι περιέχει ἐν πολλοῖς διατάξεις δημευτικάς· οἱ δὲ ποιμένες διαφόρων μερῶν, μὴ γνωρίζοντες ὅτι ἐντὸς τοῦ λεκανοπεδίου τῆς Ἀττικῆς ὑπάρχει ἀπαγόρευσις πρὸς βόσκησιν τῶν ποιμνίων των, ἤρχοντο κατ’ ἔτος καὶ ἦλθον καὶ ἐφέτος μὲ χιλιάδας ποιμνίων, διὰ νὰ παραχειμάσουν ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ Ἀττικῆς, ἀλλ’ αἴφνης ἤρξατο ἤδη ἡ ἐκτέλεσις τοῦ περὶ ποιμνιοβοσκῆς νόμου, καὶ οἱ ἐν λόγῳ ποιμένες, καταδιωκόμενοι παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, κινδυνεύουσι νὰ καταστραφῶσι καθ’ ὁλοκληρίαν, μὴ ἔχοντες ποῦ νὰ καταφύγουν πρὸς διάσωσιν τῶν ποιμνίων των ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παύσῃ τὴν καταδίωξιν αὐτῶν ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας, ἕως ὅτου δυνηθῶσι νὰ εὕρωσι μέρος, ἵνα οἰκονομήσωσι τὰ ποίμνιά των. Πρόκειται περὶ καταστροφῆς πολλῶν χιλιάδων ποιμνίων, καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι καὶ δίκαιον καὶ φιλάνθρωπον ἐπὶ τέλους, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πεισθῇ νὰ διατάξῃ τὴν ἀστυνομίαν νὰ παύσῃ τὴν καταδίωξιν τῶν ἐν λόγῳ ποιμένων πρὸς πρόληψιν τῆς καταστροφῆς αὐτῶν. Ἄλλως τε οἱ ἀγροφύλακες δύνανται νὰ προφυλάττωσι τοὺς ἀγροὺς τῶν ἰδιοκτητῶν Ἀττικῆς, χωρὶς νὰ καταδιώκωσι, χάριν κερδοσκοπίας, τὰ ποίμνια δυστυχῶν ποιμένων.
§5ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δικαία ἡ αἴτησις. Πρέπει νὰ τοῖς δοθῇ μία προθεσμία, ἕως ὅτου κατορθώσουν οἱ ἄνθρωποι νὰ εὕρωσι λειβάδια.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Τήνου κ. Μαυρομαρᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπί τινων ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως δικαιώματος ἐξορύξεως τοῦ ἐν Τήνῳ ὀρυκτοῦ στεατίτου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
§7ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ ζητήσω πληροφορίαν τινὰ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐν τῇ ἀπουσίᾳ αὐτοῦ ἐλπίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δύναται, ἐὰν εὐαρεστῆται, νὰ μὲ πληροφορήσῃ περὶ τοῦ ἑξῆς. Ἔμαθον καὶ προφορικῶς λεγόμενον, καὶ εἶδον καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀναγεγραμμένον, ὅτι διωρίσθη ἐπιτροπή τις ἐκ μηχανικῶν καὶ ὑπαλλήλων ἄλλων τῆς Διοικήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνετέθη ἡ φροντὶς νὰ ἐξακριβώσῃ, τίνες ἔχουσι λαμβάνειν παρὰ τῆς πτωχευσάσης ἑταιρίας τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, καὶ πόσα ποσὰ ἔχει λαμβάνειν ἕκαστος. Τὸ διάβημα τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως ὑποδηλοῖ, ὅτι σκέπτεται νὰ προβῇ κατά τινα τρόπον, τὸν ὁποῖον αὐτὴ θὰ ἐγκρίνῃ, εἰς ἱκανοποίησιν τῶν ἀπαιτήσεων τῶν ἐχόντων λαμβάνειν. Ἐπειδὴ μεταξὺ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν προσώπων, εἰς τὰ ὁποῖα ὀφείλονται χρήματα παρὰ τῆς πτωχευσάσης ἑταιρίας, συμπεριλαμβάνονται καὶ ἑκατὸν περίπου συμπολῖταί μου, προσενεγκόντες ἐκεῖ ἐργασίας διαφόρου εἴδους, ἔχω τὸ ἐνδιαφέρον νὰ μάθω, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ πληροφορήσῃ καὶ ἐμὲ καὶ τὴν Βουλήν, τί σκοπεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ.
§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἐλπίζω ὅτι ὁ κύριος συνάδελφος ἐνθυμεῖται, ὅτι κατά τινα προγενεστέραν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν συνεζητεῖτο εἰς τελευταίαν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο ἡ κύρωσις τῆς συμβάσεως, τῆς συνομολογηθείσης μετὰ τῆς ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου, πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς κατασκευῆς τῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν, εἶχον δηλώσει εἰς τὴν Βουλήν, προκληθείς, ὅτι ἡ Διοίκησις θέλει φροντίσει, ἵνα μάθῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀφορμή τις, ὅπως ἔλθῃ ἐπίκουρος εἰς ἐκείνους, οἵτινες ὑπέστησαν μεγάλας ζημίας, περιελθόντες ἕνεκα τούτου μέχρις ἀμηχανίας. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προέβη εἰς παραπλησίαν τινὰ πρᾶξιν, θὰ προέβη βεβαίως διὰ νὰ συλλέξῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, αἵτινες θέλουσιν ὁδηγήσει αὐτὸν περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα κρίνει ἀναγκαῖον νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἑπομένως σήμερον πρόκειται περὶ μέτρων ληφθησομένων, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ θέλει λάβει ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσῃ, ὅταν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προβάλῃ τὰ μέτρα ταῦτα εἰς αὐτήν.
§9ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω βεβαίως, πότε καὶ πῶς σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀξιώσεων ἐκείνων· ἀλλὰ πιθανὸν τότε, ὅταν θὰ ἔχῃ εἰς χεῖράς της ἡ Κυβέρνησις τὰς πληροφορίας, πιθανὸν νὰ ᾖναι ἀργὰ, ὡς ἐκ τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς.
§10ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα καὶ ἐγὼ περὶ τῆς συστάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, περὶ τῆς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Λακωνίας. Βεβαίως ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη συνεστήθη τῇ παρακλήσει καὶ συστάσει πολλῶν ἐξ ἡμῶν καὶ τῇ ἐπιθυμίᾳ τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς ἐξακρίβωσιν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τῶν ὀφειλομένων εἰς διαφόρους παρὰ τῆς πτωχευσάσης Ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως αὕτη, καίτοι συνεστήθη πρὸ πολλῶν ἡμερῶν, ἄχρι τοῦδε ἀτυχῶς οὐδὲν ἐξετέλεσε, καὶ καθὼς εἶπεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ τελειώσῃ τὰς προκαταρκτικὰς αὐτῆς ἐργασίας καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν τούτων, ὑπάρχει φόβος, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἐργάζηται, διότι μετ’ οὐ πολλὰς ἡμέρας αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς βεβαίως θὰ λήξωσιν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἡ Κυβέρνησις, ὅσον ἐνδιαφέρον καὶ ἂν ἔχῃ, καὶ ὅσην ἐπιθυμίαν καὶ ἂν δεικνύῃ πράγματι περὶ τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν δικαιούχων, δὲν θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ ἐπενέγκῃ θεραπείαν τινὰ, διότι δὲν θὰ ὑπάρχῃ Βουλή. Τούτου ἕνεκα εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως πρὸ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ὅτε βεβαίως δὲν θὰ ἔχῃ περατώσει τὸ ἔργον της ἡ συστηθεῖσα ἐπιτροπὴ, ζητήσῃ πίστωσίν τινα, τὴν ὁποίαν ἐν ἀνάγκῃ καὶ κατὰ τὴν κρίσιν αὑτῆς νὰ ἀποφασίσῃ νὰ δώσῃ εἰς τοὺς δικαιούχους, πρὸς ἀποζημίωσιν εἴτε τοῦ ὅλου, εἴτε μέρους τῶν ὀφειλομένων αὐτοῖς. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τὸ μέσον, καὶ νὰ ἔχῃ καὶ τὴν ἄδειαν ἡ Κυβέρνησις νὰ τοὺς ἀποζημιώσῃ. Ἄλλως καὶ ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς καὶ τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον δεικνύομεν πάντες οἱ Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι γνωρίζομεν, ὅτι ἀδικοῦνται σπουδαίως οἱ δικαιοῦχοι ἐκεῖνοι, θέλουσιν ἀποβῆ μάταια. Τοῦτο συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα τὸ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν. Δὲν θὰ ἔχῃ νὰ ζημιωθῇ τίποτε ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ζητήσῃ πίστωσίν τινα, ὅπως διὰ τῆς πιστώσεως ταύτης, ἐν καιρῷ τῷ δέοντι, δυνηθῇ νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς ἀδικουμένους.
§11ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἐπειδὴ ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλουσι λήξει ταχέως αἱ ἐργασίαι τοῦ Κοινοβουλίου, προσδοκῶ, ὅτι θέλομεν εὑρεθῆ εἰς θέσιν νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει κρίνει ἀναγκαίας νὰ ὑποβάλῃ εἰς αὐτὴν, στηριζόμενος ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ συλλέξῃ. Λέγω, ὅτι ἐλπίζω, ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς δὲν θέλουσι λήξει ταχέως, διότι πολλὴ νομοθετικὴ ἐργασία ὑπολείπεται εἰσέτι, ἥτις ἀναγκαίως θέλει ἐπασχολήσει τὸ Κοινοβούλιον ἐπὶ καιρὸν ἀκόμη.
§12ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, χαίρω πολὺ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται νὰ λάβωσιν ἀρκετὰ χρηματικὰ ποσὰ παρὰ τῆς πτωχευσάσης ἑταιρίας. Τοῦτο ἀληθῶς εἶναι ἐκπλήρωσις ὄχι ὑποχρεώσεως, ἀλλὰ βεβαίως καθήκοντος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς ἡμετέρους συμπολίτας· διότι ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην βεβαίως παρέλειψε τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχεν, ἵνα μεριμνήσῃ ἐγκαίρως, ὥστε νὰ ἐξοφληθῶσιν αἱ ἀπαιτήσεις τῶν ἐργασθέντων εἰς τὸν σιδηρόδρομον, πρὶν ἢ πληρωθῇ ἡ ἑταιρία διὰ τὰ ἐκτελεσθέντα ἔργα. Χαίρω λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, διότι τὴν τοιαύτην ζημίαν, διὰ τὴν ὁποίαν εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις, διανοεῖται ἤδη ὀπωσδήποτε νὰ ἐλαττώσῃ. Φρονῶ ὅμως, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρὸς τοῦτο οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη ν’ ἀποσταλῇ ἐπιτροπὴ, ἵνα αὐτὴ ἐξεύρῃ τίνες εἰσὶν οἱ δικαιούμενοι λαμβάνειν. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ πτωχεύσασα ἑταιρία ἔχει ἀκριβῆ κατάλογον ἐκείνων, πρὸς τοὺς ὁποίους ὀφείλει, καὶ ἑπομένως ἀσφαλεστέρας δύναται ἡ Κυβέρνησις παρὰ τῆς ἑταιρίας αὐτῆς νὰ λάβῃ πληροφορίας ἢ παρὰ τῶν ἀμέσως ἐνδιαφερομένων, οἱ ὁποῖοι ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ μὴ ὑποβάλωσι καὶ εἰλικρινεῖς ἀκόμη προτάσεις πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία θὰ μεταβῇ, ἵνα ἀναζητήσῃ αὐτούς. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀποδεχθῇ τὴν ἰδέαν νὰ λάβῃ παρὰ τῆς ἑταιρίας τὰς πληροφορίας αὐτὰς, ἠδύνατο καὶ ταχύτερον νὰ τὰς ἔχῃ, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν νὰ προβῇ εἰς ἓν ὁριστικὸν μέτρον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως.
§13ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἰδίου ἀντικειμένου ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὁμιλῶν περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ὑπέδειξα, ὅτι οἱ κύριοι μηχανικοὶ, οἱ διευθύνοντες τὰ ἔργα ταῦτα, ἔδωκαν καὶ ὑπέβαλον, ὑπάλληλοι ὄντες, ἐπισήμους πιστοποιήσεις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἐπλήρωσεν, ὅσα ἐπλήρωσεν. Ἐὰν οἱ κύριοι μηχανικοὶ δὲν ἔπραττον ὅ,τι δὲν ὤφειλον νὰ πράξωσι συμφώνως πρὸς τὸ καθῆκον καὶ τὰς ὑποχρεώσεις των, καὶ οἱ ἐργολάβοι θὰ εἶχον σήμερον τὸ χρῆμά των, καὶ ἡ πτώχευσις δὲν θὰ ἐπήρχετο. Τὸ κακὸν αὐτὸ βεβαίως δὲν ἤρχισεν ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς προκατόχου. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ πληρώσῃ οὐκ ὀλίγα ἐν ἀρχῇ διὰ πολλοὺς λόγους, ἀλλ’ οὐχὶ ἀφ’ ἑαυτῆς, ἀλλὰ διὰ τῶν μηχανικῶν, τοὺς ὁποίους αὐτὴ μετεκαλέσατο. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα ἔχει καθῆκον νὰ ζητήσῃ λόγον παρὰ τῶν ὑπευθύνων, οἱ ὁποῖοι ψευδῶς καὶ παρὰ τοὺς κειμένους νόμους, τούς τε Γαλλικοὺς καὶ τοὺς Ἑλληνικοὺς, ἐπιστοποίησαν ἔργα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον ἐκτελεσθῆ. Μεταβαίνω εἰς ἄλλο ἀντικείμενον. Ἐν τῷ τελωνείῳ Πειραιῶς ἔστησαν τὴν ἕδραν των ἄλλοι Σκίρωνες, Προκροῦσται καὶ Πιτυοκάμπται. Ἡ ἑταιρία αὕτη ἀπαρτίζεται ἀπὸ τοὺς λεγομένους ἐνοικιαστὰς τοῦ δημοτικοῦ φόρου. Ἅπαντες θ’ ἀνεγνώσατε εἰς τὰς ἐφημερίδας ἁπάσας, καὶ ἄλλοτε καὶ σήμερον ἀκόμη, τί μαρτύρια ὑποφέρουσιν οἱ τελωνίζοντες, καὶ οὐ μόνον οἱ ἔμποροι, ἀλλὰ καὶ πᾶς πολίτης, ὁ ὁποῖος ἔχει νὰ παραλάβῃ καὶ τὸ ἐλάχιστον πρᾶγμα. Μαρτύρια ἀληθῆ ὑποφέρουσιν οὗτοι ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς νέους Προκρούστας. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι καὶ ἐμὲ τὸν ἴδιον, ὄχι σήμερον, ἀλλὰ εἰς ἄλλην ἐποχὴν, ἐζήτουν νὰ φορολογήσωσι δι’ ἁπλούστατα ἀντικείμενα, καίτοι γνῶσιν τῶν διατάξεων καὶ ὑποχρεώσεων αὐτῶν ἔχω, μὲ δεκαπλάσιον, Κύριοι, τοῦ νομίμου τέλους, ἐδέησε δὲ νὰ ὑψώσω τὴν φωνὴν μέχρι τρίτου οὐρανοῦ ἐν αὐτῷ τῷ τελωνείῳ, διὰ νὰ συγκατανεύσωσιν ἐπὶ τέλους νὰ λάβωσι τὰ νόμιμα. Ἐκτὸς δὲ τούτου, οἱ κύριοι οὗτοι, φορολογοῦντες τοὺς ἀνθρώπους, δὲν ἐκδίδουσι τὰς κατὰ νόμον ἀποδείξεις ἢ διπλότυπα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων οἱ πληρόνοντες νὰ δύνανται νὰ καταφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια, ἵνα ζητήσωσι τὸ δίκαιόν των καὶ καταδιώξωσιν αὐτοὺς ποινικῶς ἐπὶ παρανόμῳ φορολογίᾳ καὶ πιέσει. Συμβαίνει δὲ καὶ ἓν ἄλλο, σπουδαιότερον. Ἐκ τῆς πατρίδος μου πολλοὶ ἀποδημοῦσιν εἰς Αἴγυπτον, ὁ δὲ ἀριθμὸς αὐτῶν κατ’ ἔτος—μὴ σᾶς φανῇ παράδοξον—ὑπερβαίνει τὰς 3,000. Οἱ πλεῖστοι τούτων κατ’ ἔτος καὶ κατὰ διαφόρους ἐποχὰς ἐπανέρχονται εἰς τὰς ἑστίας των, ἐπειδὴ δὲ ἄλλο μέσον δὲν ὑπάρχει, καταπλέουσιν ἐξ Αἰγύπτου εἰς Πειραιᾶ διὰ τοῦ αἰγυπτιακοῦ ἀτμοπλοίου ἢ τοῦ ῥωσσικοῦ, ἐπ’ ἐσχάτων δὲ καὶ δι’ ἑλληνικοῦ ἀτμοπλοίου, καὶ ἐντεῦθεν μεταβαίνουσιν εἰς Βῶλον. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, ἐρχόμενοι, φέρουσι πράγματά τινα μεθ’ ἑαυτῶν, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται συνεπῶς τὸν τελωνισμὸν ἐν Πειραιεῖ, καὶ πληρόνουσι τὰ νόμιμα τέλη. Ἐν τοσούτῳ οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ὑποχρεοῦνται παρὰ τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, καίτοι ἀναχωροῦντες ἐκ Πειραιῶς τὴν αὐτὴν ἡμέραν, νὰ πληρώσωσι δημοτικὸν φόρον, μεταβαίνοντες δὲ εἰς τὴν πατρίδα των, πληρόνουσιν ἕτερον δημοτικὸν φόρον. Φρονῶ, ὅτι τὸ τοιοῦτον εἶναι μέγα ἀδίκημα καὶ παρανομία μεγίστη, διότι οὕτω φορολογεῖται δὶς καὶ βαρέως ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ διατάξῃ τὰ δέοντα, σχετικῶς πρὸς τὴν παράνομον καὶ ἄδικον ταύτην φορολογίαν, ἐξ ἧς πολλὰ δυσάρεστα δύνανται νὰ συμβῶσιν, ὡς καὶ πράγματι συνέβησαν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐν τῷ τελωνείῳ Πειραιῶς, ἔνθα, ὡς ἀνέγνων εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἐῤῥαπίσθη ἄνθρωπός τις ἔντιμος. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω ἄλλο τι. Εὐελπιστῶ δὲ, ὅτι θὰ ληφθῇ ἡ δέουσα πρόνοια.
§14ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὴν πρώτην ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, τὴν ἀναγομένην εἰς τὸν τρόπον τῆς φορολογίας, τὸν ὁποῖον ἐφαρμόζουσιν οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ δημοτικοῦ φόρου, ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν ἔφερον ἐκ Πατρῶν παλαιά τινα βιβλία, τὰ ὁποῖα, ὡς μὴ ὄντα τῆς πρώτης ἀνάγκης, εἶχον πρὸ χρόνων ἐκεῖ ἐγκαταλείψει. Κατὰ τὴν παραλαβὴν τῶν βιβλίων τούτων εἰς τὸν σιδηρόδρομον ἠναγκάσθη ὁ κομιστὴς νὰ πληρώσῃ 10 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ὡς δημοτικὸν φόρον. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν ἐγνώριζον, ὅτι τὰ μεταχειρισμένα βιβλία, αἱ βιβλιοθῆκαι τῶν διαφόρων ἐπιστημόνων ὑπόκεινται εἰς φόρον, καὶ μάλιστα δημοτικόν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ἦναι ἐπιτετραμμένη μία τοιαύτη φορολογία, ἢ ἐγένετο πρᾶξις ἀξιόποινος, ἡ ὁποία πρέπει νὰ καταδιωχθῇ κατὰ νόμον.
§15ΚΟΡΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μεταξὺ τῶν ὑποβληθέντων προχθὲς εἰς τὴν Βουλὴν ναυτικῶν νομοσχεδίων ὑπάρχουσί τινα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς τὴν ὀργάνωσιν τοῦ κλάδου, τὸν ὁποῖον σκοποῦσι νὰ μεταῤῥυθμίσωσιν· ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα σὺν τῇ ὀργανώσει τοῦ κλάδου, εἰς τὸν ὁποῖον ἀφορῶσιν, ἐπιφέρουσι καὶ σπουδαίας οἰκονομίας εἰς τὸ Κράτος. Τοιοῦτο νομοσχέδιον εἶναι τὸ περὶ μηχανικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Ἑπομένως, συμφώνως πρὸς τὴν χθὲς ἐκφρασθεῖσαν ἰδέαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ νὰ προταχθῶσι πάντα τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπιφέρουσι μείωσιν δαπανῶν, νομίζω πρέπον, καὶ παρακαλῶ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως στέρξωσι νὰ προταχθῇ καὶ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐὰν τῷ ὄντι, ὡς ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, φέρῃ μείωσιν δαπανῶν. Διὰ τῆς προτάσεώς μου δὲ ταύτης δὲν ἐννοῶ νὰ προεξοφλήσω καὶ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντιβασιλείας ἢ διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν ἐνδεχομένῃ ἐκτὸς τοῦ Κράτους ἀποδημίᾳ τοῦ Βασιλέως κατὰ τὸ 1892. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 10 ἐνεστῶτος μηνὸς συμβάσεως μεταξὺ Δημοσίου καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§18ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω, κ. συνάδελφοι, ὅτι οὐδένα ἐξ ὑμῶν διέφυγεν ἡ μεταβολὴ, ἥτις ἀπό τινων ἡμερῶν ἐπῆλθεν εἰς τὸ πνεῦμα καὶ τὰς ἰδέας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Καθ’ ὅλον τὸ παρελθὸν ἔτος, καὶ ἕως τὰ μέσα τοῦ λήξαντος μηνὸς Ἰανουαρίου, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἦτο ἐντελῶς ἀμέριμνος· ἐφρόνει, ὅτι ἡ ὁδὸς, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐβάδιζεν, ἦτο καθ’ ὅλα ὁμαλὴ καὶ εὐθεῖα· εἶχε λησμονήσει πάντα, ὅσα αὐτὸς καὶ ἡμεῖς ἐλέγομεν ἄλλοτε περὶ τῆς ἐν γένει διοικήσεως, καὶ ἰδίως περὶ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν· δὲν ἐνεθυμεῖτο πλέον, ὅτι κατὰ τὰς ἰδέας τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως οἱ προϋπολογισμοὶ καὶ οἱ ἀπολογισμοί, τοὺς ὁποίους παρεσκεύαζεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς, καὶ ὅτι τὰ πραγματικὰ ἐλλείμματα τῶν παρελθόντων ἐτῶν ἦσαν πολὺ ἀνώτερα τῶν ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς ἀναγραφομένων, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν λειτουργούντων φόρων εἶναι βαρεῖς, ἄνισοι, ἄδικοι, καταθλιπτικοὶ, καὶ ὅτι ἀποβαίνουσιν ἔτι καταθλιπτικώτεροι ὡς ἐκ τῆς ἀτελείας τῶν σχετικῶν νόμων περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως αὐτῶν, ὅτι τὰ τοῦ στρατοῦ δὲν ἔχουσι καλῶς, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῶσι περὶ αὐτοῦ ῥιζικὰ μέτρα, ὥστε καὶ ὁ στρατὸς νὰ καταστῇ ἀξιόμαχος, καὶ οἰκονομία εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους νὰ ἐπέλθῃ, καὶ ὅτι τέλος πάντων ἔπρεπε νὰ ἐκλείψῃ ἡ συναλλαγὴ καὶ ἡ κομματικὴ διοίκησις, καὶ νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸν τόπον διοίκησις ἀγαθὴ, χρηστὴ καὶ ἀμερόληπτος. Μίαν μόνην ἐκ τῶν πολλῶν ἐπαγγελιῶν, τὰς ὁποίας ἔδιδεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐνεθυμήθη, τὴν ἐπαγγελίαν περὶ καταργήσεως τῶν καπνοκοπτηρίων, διὰ νὰ λάβωσιν οἱ καπνοπῶλαι τὴν εὐχαρίστησιν νὰ στήσωσι πάλιν τὰς ὀρειχαλκίνους πλάστιγγας, καὶ νὰ προσκαλῶσι τοὺς ἀγοραστὰς, φωνάζοντες 8 καὶ 2, ἀλλὰ καὶ τούτων ἡ εὐχαρίστησις ὑπῆρξεν ἐφήμερος. Ἐνῷ δὲ ταῦτα ἐφρόνει, ἐπῆλθον κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔπεισαν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι δὲν ἐκάθευδεν ἐπὶ ῥόδων, ὅτι ἡ ὁδὸς, τὴν ὁποίαν ἐβάδιζε, δὲν ἦτο ὁμαλὴ καὶ εὐθεῖα, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας πολὺ σκολιὰ καὶ πλήρης ἀκανθῶν, καὶ ὅτι κινδυνεύει οὐχὶ μόνον ἡ θέσις του, ἀλλὰ καὶ ἡ τιμὴ τοῦ Ἔθνους. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς δὲ, καθ’ ἣν ἀντελήφθη τὸν κίνδυνον, ἔχασε τὴν ἀταραξίαν του, καὶ νομίζει τις, ὅτι δὲν εἶναι πλέον ὁ αὐτὸς ἄνθρωπος· ὁμοιάζει μὲ τὸν ἐπιστάτην ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνετέθη ἡ ἐπιτήρησις καὶ ἡ φύλαξις οἰκίας τινὸς, καὶ ὁ ὁποῖος δὲν ἐφρόντισεν ἐγκαίρως νὰ ἐπιδιορθώσῃ τὰ ὑπάρχοντα ἐπὶ τῆς στέγης ῥήγματα, ὅτε δὲ ἐπῆλθεν ἡ βροχὴ καὶ εἰσέῤῥεον πανταχόθεν τὰ ὄμβρια ὕδατα, ἐπροξένησαν πολλὰς ζημίας εἴς τε τὴν οἰκίαν καὶ τὰ ἐν αὐτῇ ἔπιπλα, προσελθὼν δὲ ὁ οἰκοδεσπότης, ἐζήτει παρ’ αὐτοῦ λόγον, ὁ ἐπιστάτης προσεπάθει νὰ τὸν πείσῃ, ὅτι αὐτὸς οὐδόλως παρημέλησεν, ὅτι ἡ στέγη τῆς οἰκίας ἦτο εἰς ἀρίστην κατάστασιν, ἀλλ’ ὅτι τὰς τελευταίας νύκτας, οἱ γάτοι, καταδιώκοντες τοὺς ποντικούς....
§19ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τῂς γάταις.
§20ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. .. μετετόπισαν κεραμίδιά τινα, καὶ ἐκ τούτου ἔγειναν ὀπαὶ, δι’ ὧν εἰσῆλθον τὰ ὕδατα, παρεκάλει δὲ τὸν οἰκοδεσπότην νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τοὺς λόγους του καὶ νὰ μὴ λάβῃ τὸν κόπον νὰ ἀναβῇ εἰς τὴν στέγην καὶ ζητήσῃ νὰ ἀντιληφθῇ ἰδίοις ὄμμασι, πόθεν προῆλθεν ἡ καταστροφὴ, ἀλλὰ νὰ τῷ δώσῃ τὰ μέσα, ἵνα ἐπιδιορθώσῃ τὰς γενομένας ζημίας. Εἰς τὴν αὐτὴν ἀκριβῶς μὲ τὸν ἐπιστάτην ἐκεῖνον εὑρίσκεται σήμερον θέσιν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐφαρμόζομεν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882 καὶ ἐντεῦθεν, τὸ οἰκονομικὸν ἡμῶν οἰκοδόμημα ἔχει πολλὰ καὶ μεγάλα ῥήγματα. Περὶ τῶν ῥηγμάτων τούτων ἐλάλει ἀπαύστως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀγορεύων ἐντεῦθεν καὶ ἀπὸ ἄλλων θέσεων. Ἀλλ’ ἀνελθὼν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὄχι μόνον δὲν ἔλαβε τὴν πρόνοιαν νὰ ἐλαττώσῃ, ἢ τοὐλάχιστον ν’ ἀποφράξῃ τινὰ ἐξ αὐτῶν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας τὰ ῥήγματα ἔγειναν ἔκτοτε καὶ περισσότερα καὶ μεγαλείτερα. Ἐκ τούτου προέρχονται κυρίως αἱ ἀνωμαλίαι, ἕνεκα τῶν ὁποίων κινδυνεύομεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Δὲν ἀγνοῶ, οὐδὲ ἀρνοῦμαι, ὅτι εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἔκαμον σπουδαίως τὸ μέρος των καὶ ἡ κερδοσκοπία τῶν χρηματιστῶν καὶ αἱ μηχανοῤῥαφίαι, εἰς τὰς ὁποίας ἀποδίδει συνήθως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰς ἀποτυχίας του. Ἀλλ’ ἡ κερδοσκοπία καὶ αἱ μηχανοῤῥαφίαι οὐδέποτε ἔλειψαν, οὐδόλως ὅμως δύνανται νὰ ἐπιδράσωσιν εἰς τὰ Κράτη, περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῶν ὁποίων ὑπάρχει πεποίθησις, ὅτι εὑρίσκονται ἐν καλῇ καταστάσει. Δυστυχῶς, διὰ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη πεποίθησις, διότι ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἐτῶν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀντεπολιτευόμεθα τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, διεκηρύττομεν, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν κακῶς ἔχουσι, καὶ τοῦτο λέγοντες, ἐλέγομεν ὅλην τὴν ἀλήθειαν· ἀφοῦ δὲ ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡ ἐκ τῶν σπλάγχνων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀποῤῥεύσασα Κυβέρνησις, ἐβεβαίωσεν ἐπισήμως, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ ἔτους 1889 δὲν εἶχε μόνον τὸ μικρὸν ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον παρίστανεν ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς, ἀλλ’ ὅτι τοῦτο ἦτο πολὺ μεγαλύτερον, καὶ ὁ μὲν κ. Καραπάνος τὸ ὑπελόγισεν εἰς 16 ἑκατομμύρια, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἐσχάτως τὸ ἀνεβίβασεν εἰς 21,000,000. Μεθ’ ὅσα λοιπὸν ἐλέγομεν ὡς ἀντιπολιτευόμενοι, καὶ μεθ’ ὅσα ἐβεβαίωσαν οἱ νέοι Ὑπουργοὶ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ ἡ περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως ἰδέα, ἀφοῦ ἡ νέα Κυβέρνησις οὐδὲν ἄλλο πράττει ἢ νὰ ἀντιγράφῃ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῆς προκατόχου, οἵτινες κατεκρίνοντο ὡς πλημμελεῖς καὶ ὡς μέλλοντες ν’ ἀφήσωσι μεγάλα ἐλλείμματα, ὅπως καὶ πραγματικῶς ἀφῆκαν, καὶ νὰ νομίζῃ, ὅτι, ἐπειδὴ τοὺς προϋπολογισμοὺς τούτους θὰ διαχειρισθῇ αὐτὴ καὶ οὐχὶ ἡ προκάτοχος, διὰ τοῦτον καὶ μόνον τὸν λόγον θὰ καταλήξωσιν εἰς περίσσευμα. Συνετέλεσε δὲ μεγάλως εἰς τὸ νὰ ἐπιτείνῃ τὴν ἀνωμαλίαν καὶ νὰ δώσῃ σπουδαίαν τροφὴν εἰς τὴν κερδοσκοπίαν καὶ τὰς μηχανοῤῥαφίας, καὶ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τοῦ νὰ πληρόνῃ ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ Κράτους τὰ τοκομερίδια, ἐγκαταλείψας ἀποτόμως τὴν τακτικὴν τοῦ προκατόχου του, ὅστις ἐπλήρονε ταῦτα διὰ δανείων. Ἐνόσῳ εὑρισκώμεθα ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, κυκλοφοροῦν νόμισμα εἶναι τὸ τραπεζογραμμάτιον, καὶ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια εἰσπράττονται ὅλα τὰ δημόσια ἔσοδα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ συνωμολογήσαμεν πολλὰ δάνεια εἰς χρυσὸν, τὸ Κράτος ἔχει ἀνάγκην νὰ εὑρίσκῃ καθ’ ἑξαμηνίαν 12–15 ἑκατομμύρια μεταλλικοῦ, ὅπως πληρόνῃ τὰ τοκομερίδια καὶ τὴν ἀξίαν ὑλικῶν τινων, τὰ ὁποῖα προμηθεύεται ἀπὸ τὸ ἐξωτερικόν. Ἕνεκα τούτου, ἅμα ἡ Κυβέρνησις ζητήσῃ νὰ προμηθευθῇ ἐνταῦθα καὶ ἐκ τῶν ἰδίων ἑαυτῆς εἰσπράξεων τὸ ἀναγκαῖον μεταλλικὸν, ἀγοράζουσα τοσούτων ἑκατομμυρίων συνάλλαγμα, πρόδηλον εἶναι, ὅτι θέλει ὑπερτιμηθῇ ὁ χρυσὸς, καὶ θέλει ἐκπέσει τὸ τραπεζογραμμάτιον· εἶναι δὲ καὶ τοῦτο ἀποτέλεσμα τῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Τρικούπη, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ ἐπλήρονε διὰ δανείων τὰ τοκομερίδια, δὲν ἔλαβε πρόνοιαν, εἴτε διότι δὲν εἶχε πραγματικὸν ἰσοζύγιον, εἴτε δι’ ἄλλους λόγους, ν’ ἀποδίδῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν μέρος τοὐλάχιστον τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ᾠκονόμει ἐκ τῶν νέων δανείων, καὶ νὰ ὀλιγοστεύσῃ βαθμιαίως τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων, οὕτω δὲ νὰ ἐπέλθῃ μετά τινα ἔτη ὁμαλῶς ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ νὰ μὴ συμβῇ καὶ πάλιν ὅ,τι συνέβη τὸ 1884, ὅτε ἐκ τῆς ἀποτόμου καὶ ἄνευ τῆς δεούσης προπαρασκευῆς ἄρσεως ἐπῆλθον μεγάλαι ἀνωμαλίαι καὶ διαταράξεις εἰς τὰς συναλλαγὰς τῶν πολιτῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρέλιπεν ὁ κ. Τρικούπης, ὤφειλε νὰ τὸ πράξῃ ὁ νῦν Πρωθυπουργός· ἀντὶ νὰ ἀγοράσῃ ἐνταῦθα συνάλλαγμα, ἔπρεπε νὰ προσπορισθῇ διὰ δανείων μέρος ἢ τὸ ὅλον τοῦ χρυσοῦ, τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀνάγκην, ἀποδίδων συγχρόνως ἴσης ἀξίας γραμμάτια εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν· οὕτω δὲ ἤθελεν ἐλαττωθῆ τὸ ποσὸν αὐτῶν, καὶ δὲν ἤθελον ἐπέλθει αἱ ἀνωμαλίαι, τῶν ὁποίων τὰς συνεπείας πάντες συναισθανόμεθα. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἄλλως ἐσκέφθη· ὑπέλαβεν ὅτι, ἐὰν ἤθελε κατορθώσει νὰ πληρώσῃ τὰ τοκομερίδια μιᾶς ἑξαμηνίας ἄνευ δανείου ἐξωτερικοῦ, ἤθελε δώσει εἰς τὸν ἔξω κόσμον ψηλαφητὴν ἀπόδειξιν τῆς οἰκονομικῆς εὐρωστίας τοῦ Ἔθνους, καὶ οἱ κεφαλαιοῦχοι ἤθελον δράμει νὰ τῷ προσφέρωσι τὰ κεφάλαιά των μὲ ὅρους συμφερωτάτους· ἐνῷ δὲ, ὡς ἀναγινώσκομεν εἰς τὰς ὑπουργικὰς ἐφημερίδας, ἠδύνατο νὰ κάμῃ δάνειον, ἔστω καὶ μικρὸν, μὲ ὅρους λίαν συμφέροντας, ἀπέφυγε τοῦτο καὶ ἠσχολήθη εἰς τὸ νὰ οἰκονομήσῃ τὸν ἀναγκαιοῦντα χρυσὸν, ἀγοράζων ἐνταῦθα συνάλλαγμα διὰ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα εἰσέπραττε... (θόρυβος εἰς τὰ ἀκροατήρια ἐκ βηχός).
§21ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἀσέβεια αὐτή!
§22ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ 30 σχεδὸν ἔτη ἀγορεύω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ οὐδέποτε μοὶ συνέβησαν τοιαῦτα... Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ λάβητε τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, ὅπως λείψουν αἱ ἀσχημίαι αὗται. Ἕνεκα τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπεσύρθη ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν τοῦ τόπου 15,000,000 συνάλλαγμα, ηὐξήθη δὲ ἀφ’ ἑτέρου κατὰ 10,000,000 τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων, καθόσον, μὴ ἐπαρκουσῶν τῶν εἰσπράξεων, ἐλήφθησαν ταῦτα ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἄφευκτον ἑπομένως ἦτο νὰ ἐπέλθῃ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, ἐὰν δὲ δὲν ἐφάνη αὕτη καθ’ ὃν χρόνον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠγόραζε τὸ συνάλλαγμα, ἐπῆλθεν ὅμως μετά τινα καιρὸν, ὅτε τὸ ἐμπόριον ἐζήτησε χρυσὸν διὰ τὰς ἰδίας αὐτοῦ ὑποθέσεις. Ἀλλ’ ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου προὐξένησεν ἄλλο κακὸν μεγαλείτερον· ἐνίσχυσε τὴν ἐπικρατοῦσαν δυστυχῶς ἐν Εὐρώπῃ γνώμην, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν βαίνουσιν ἐπὶ τὸ χεῖρον, ἐκ τούτου δὲ ἤρξατο ἡ ὑποτίμησις τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἅμα δὲ ἐγνώσθη ἐνταῦθα ἡ ὑποτίμησις αὕτη, ἐσχηματίσθη παρὰ πολλοῖς ἡ πεποίθησις, ὅτι δὲν θέλει δυνηθῆ ἡ Κυβέρνησις νὰ εὕρῃ δάνειον, διὰ νὰ πληρώσῃ τὰ τοκομερίδια τῆς νέας ἑξαμηνίας, καὶ ἑπομένως θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν αὐτὴν μέθοδον, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε διὰ τὴν προηγουμένην, τουτέστιν ὅτι θέλει προσπαθήσει νὰ πληρώσῃ τὰ τοκομερίδια διὰ συναλλάγματος ἀγοραζομένου ἐνταῦθα· ἀφοῦ δὲ ἐγεννήθη ἡ ἰδέα, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ζήτησις συναλλάγματος, ἑπόμενον ἦτο νὰ ὑψωθῇ ἔτι μᾶλλον ἡ τιμὴ αὐτοῦ, διότι κατὰ φυσικὸν λόγον ὑψοῦται ἡ τιμὴ παντὸς ἀντικειμένου, τοῦ ὁποίου προβλέπεται ἡ ζήτησις· ἕνεκα τούτων πάντων, συνεργούσης καὶ τῆς κερδοσκοπίας, ὡς καὶ τῆς μηχανοῤῥαφίας, ἐσχηματίσθη ὁ φοβερὸς ἐκεῖνος διάλληλος κύκλος, ὁ ὁποῖος περιέζωσε τὸ Χρηματιστήριον τῶν Ἀθηνῶν καὶ ὅλα τὰ Χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης, καὶ οὕτως εὑρέθημεν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀποκεκλεισμένοι πανταχόθεν· ἐνταῦθα μὲν ὑπετιμᾶτο τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον καὶ ὑψοῦτο ἡ τιμὴ τοῦ χρυσοῦ, ἐκεῖ δὲ ὑπετιμῶντο τὰ χρεώγραφα τοῦ Δημοσίου, καὶ ἑπομένως καθίστατο ἀδύνατον νὰ εὕρωμεν δάνειον. Τότε, ἀλλὰ μόνον τότε, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατενόησεν, ὅτι ὑφίσταται μέγας κίνδυνος, μὴ θέλων δὲ νὰ παραδεχθῇ, ὅτι εἰς τοῦτο συνετέλεσε κατὰ μέγα μέρος ἡ ἔλλειψις τῆς κυβερνητικῆς προνοίας, ἐνεφανίσθη ἐνώπιον ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύετε τὸν οἰκοδεσπότην λαὸν, καὶ σᾶς παρέστησεν, ὅτι αὐτὸς οὐδόλως εἶναι ὑπαίτιος διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην, ὅτι διὰ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσε, καὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβε, τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εὑρίσκονται εἰς ἀρίστην κατάστασιν, ἄλλοι δὲ εἶναι οἱ διὰ σατανικῶν μηχανοῤῥαφιῶν ἐργασθέντες καὶ ἐργαζόμενοι, ὅπως ἐπέλθωσιν ἀπροόπτως αἱ σημεριναὶ ἀνωμαλίαι, αἱ προκαλοῦσαι τὸν κίνδυνον, κατήγγειλε δὲ τοὺς χρηματιστὰς, ἀπειλήσας, ὅτι θέλει τοὺς τιμωρήσει παραδειγματικῶς, ἀλλὰ συγχρόνως ἐζήτησε παρ’ ὑμῶν νὰ δώσητε πίστιν εἰς τοὺς λόγους του, νὰ ἀποφύγητε πᾶσαν ἐξέτασιν, καὶ νὰ μὴ λάβητε τὸν κόπον νὰ ἀναβῆτε εἰς τὴν στέγην τῆς οἰκίας, διὰ νὰ ἰδῆτε, ποῖον τὸ αἴτιον τῆς εἰσροῆς τῶν ὑδάτων. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἔλεγχος περὶ τῆς ἐν γένει πολιτικῆς αὐτοῦ καὶ περὶ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ἤθελε λάβει ἀφεύκτως χώραν κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔλαβε τὸ μέτρον νὰ παραμερίσῃ τὴν συζήτησιν ταύτην, καὶ ἐνῷ αὕτη ἦτο ἀναγεγραμμένη ὡς πρῶτον ἀντικείμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, τὴν κατέταξεν ὡς ἕκτον κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας, ὡς 22ον χθὲς, καὶ ὡς 31ον σήμερον. Προσπαθεῖ ἐκ παντὸς τρόπου ν’ ἀποφύγῃ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι κατὰ ταύτην θέλουσιν ἐξετασθῆ πάντα τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα, καὶ θέλουσιν ἐρευνηθῆ ἐν λεπτομερείᾳ τὰ αἴτια, ἐξ ὧν προῆλθεν ἡ σημερινὴ κατάστασις. Ἐπιμένει δὲ νὰ ψηφισθῶσι τὰ παρ’ αὐτοῦ προτεινόμενα μέτρα, δι’ ὧν ἐλπίζει νὰ συγκαλύψῃ προσωρινῶς τὰς μικρὰς ὀπὰς τῆς παραμεληθείσης στέγης, καὶ νὰ κριθῇ παρ’ ἡμῶν ἐπιεικῶς. Ἄς ἴδωμεν ἤδη, ποῖα εἶναι τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἐλπίζει νὰ ἀποσοβήσῃ τὸν ἐπαπειλοῦντα ἡμᾶς κίνδυνον. Πρῶτον ἐζήτησε παρ’ ἡμῶν νὰ αὐξήσητε τὴν φορολογίαν, καὶ νὰ τὴν αὐξήσητε οὐχὶ διὰ δικαιοτέρας κατανομῆς τῶν φόρων, εἰς τρόπον ὥστε νὰ φορολογῶνται ἀναλόγως καὶ τάξεις τινὲς τῆς κοινωνίας, αἱ ὁποῖαι σήμερον δὲν φορολογοῦνται καθόλου, ἢ φορολογοῦνται ἐλαφρῶς, ὡς ἔλεγε χθὲς καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Συγγρὸς, ἀλλὰ διὰ τῆς ἐπιβολῆς προσθέτων δεκατημορίων εἰς τοὺς ὑπάρχοντας φόρους, καὶ ἰδίως εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπιβαρύνουν τὰς κατωτέρας τάξεις τῆς κοινωνίας, καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἐλέγομεν πάντοτε, ὅτι εἶναι βαρεῖς, ἄδικοι, καταθλιπτικοὶ, καὶ ὡς ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται, συνεπαγόμενοι μυρίας καταθλίψεις. Δεύτερον ἐζήτησε νὰ ἐλαττώσητε τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας, καὶ νὰ τὰς ἐλαττώσητε οὐχὶ διὰ μεταβολῆς τῶν ὀργανικῶν νόμων, καὶ καθ’ ὃν τρόπον ὑποδεικνύουσιν ἑκάστοτε εἰδικοὶ ἄνδρες, κατὰ τὴν γνώμην τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπενεχθῶσι μεγάλαι οἰκονομίαι, χωρὶς ἐκ τούτου νὰ πάθῃ ὁ στρατὸς, ἀλλὰ νὰ τὰς ἐλαττώσητε δι’ ἀπερισκέπτων — ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ λέξις — περικοπῶν, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἠναγκάσθη προχθὲς ὁ ἔντιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος ἡμῶν καὶ συνταγματάρχης κ. Σέχος νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἔχομεν στρατόν. Μετὰ ταῦτα ἐζήτησε νὰ ἱδρύσητε τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, χωρὶς νὰ λαμβάνῃ οὐδεμίαν πρόνοιαν περὶ τῶν καπνοπαραγωγῶν καὶ τῶν καπνοπωλῶν, διότι σήμερον περὶ οὐδενὸς ἄλλου σκέπτεται, εἰμὴ πῶς νὰ εὕρῃ δάνειον, καὶ ζητεῖ νὰ τὸ ψηφίσητε ὑμεῖς, κύριοι συνάδελφοι, τῆς πλειονοψηφίας, οἱ ὁποῖοι κατεξανίστασθε μέχρι τῆς χθὲς εἰς τὸ ἄκουσμα τοῦ μονοπωλίου, καὶ ἀπεκαλεῖτε προδότην πάντα συνηγοροῦντα ὑπὲρ αὐτοῦ...
§23ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές.
§24ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξαιρεῖται ὁ κ. Πετσάλης... Ἀλλὰ ταῦτα πάντα δὲν ἐφάνησαν ἀρκετὰ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ ἀπεφάσισε νὰ βάλῃ χεῖρα καὶ νὰ ἀπεμπολήσῃ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα πρὸ πολλοῦ εἶχεν ἀποκτήσει τὸ Κράτος καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἀκόμη καὶ σήμερον δύναται νὰ ἔχῃ σπουδαίαν πρόσοδον, ἥτις μετ’ ὀλίγον θὰ ἦναι πολὺ μεγαλειτέρα. Ἕν τῶν δικαιωμάτων τούτων εἶναι καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους, ὅπως συμμετέχῃ εἰς τὴν ὠφέλειαν, τὴν προκύπτουσαν ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἰς τοῦτο δὲ ἀφορᾷ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον καὶ ἡ εἰς αὐτὸ προσηρτημένη σύμβασις μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Συνομολογῶ μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Συγγροῦ, ὅτι ἡ Τράπεζα εἶναι ἵδρυμα ἐθνικὸν, καὶ πάντες πρέπει νὰ ἐνδιαφερώμεθα διὰ τὴν εὐημερίαν καὶ τὴν πρόοδον αὐτοῦ, διότι μετ’ αὐτοῦ συνδέονται πολλὰ συμφέροντα καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν πολιτῶν· ἀλλὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ ἐξετάσωμεν, ποία εἶναι ἡ ὠφέλεια, ἀπὸ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ παραιτηθῶμεν διὰ τῆς συμβάσεως, καὶ ποία ἡ ἀξία τοῦ ἀνταλλάγματος, τὸ ὁποῖον ἀντ’ αὐτῆς προσφέρει εἰς τὸ Δημόσιον. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει τὸ προνόμιον νὰ θέτῃ εἰς κυκλοφορίαν τραπεζικὰ γραμμάτια, τὸ προνόμιον δὲ τοῦτο ἔληγεν εἰς τὸ τέλος τοῦ 1891· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1880 ἡ Κυβέρνησις, λαβοῦσα ἀνάγκην χρημάτων, ἵνα συντηρήσῃ τὴν ἐπιστρατείαν, εἰς ἣν ὀφείλεται ἡ προσάρτησις τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἀπετάθη πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ συνῆψε μετ’ αὐτῆς σύμβασιν, δι’ ἧς ὑπεχρεοῦτο ἡ Τράπεζα νὰ δώσῃ εἰς τὸ Κράτος 25,000,000 δραχμὰς εἰς μεταλλικὸν καὶ 27,000,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ τόκῳ 1%, νὰ τῷ δανείσῃ δὲ ἐν ἀνάγκῃ καὶ ἕτερα 10,000,000 ἐπὶ τόκῳ 6%. Ἀπέναντι τούτων διετηρεῖτο τὸ δικαίωμα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ παρετείνετο ἐπὶ μίαν ἔτι 25ετίαν τὸ προνόμιον τῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων, τὸ ὁποῖον, ὡς προεῖπον, ἔμελλε νὰ λήξῃ κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1891. Ἀλλὰ διὰ τὴν παράτασιν ταύτην ἐδίδετο εἰς τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ 25% ἐκ τῆς ὠφελείας, ἡ ὁποία ἤθελε προκύπτει ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Ὡρίζετο δὲ ἐν τῇ συμβάσει ἐκείνῃ, ἥτις ἐκυρώθη διὰ νόμου, καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἤθελεν ἐξευρίσκεσθαι ἡ ὠφέλεια αὕτη. Πρόκειται λοιπὸν ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους 1892 νὰ μετέχῃ καὶ τὸ Δημόσιον εἰς τὰ κέρδη τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ποία δὲ εἶναι ἡ ἐκ τούτου ὠφέλεια; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγε προχθές, ὅτι κατὰ τοὺς γενομένους ὑπολογισμοὺς ἡ ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἔχει τὸ Κράτος, καὶ τὴν ὁποίαν πρόκειται σήμερον νὰ στερηθῇ, ἀνέρχεται εἰς 312,000 δραχμάς. Ἀλλ’ ἐγὼ λαμβάνω ὑπ’ ὄψει τὸν ἰσολογισμὸν τῆς Τραπέζης κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1891, καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν ἀπομακρύνομαι πολὺ τῆς ἀληθείας, ἐὰν τὰ ἀναγραφόμενα ἐν αὐτῷ ποσὰ θεωρήσω ὡς μέσον ὅρον διὰ τὸ ἑπόμενον ἢ διὰ τὰ πρῶτα ἑπόμενα ἔτη. Κατὰ τὸν ἰσολογισμὸν τοῦτον, ὑπῆρχον ἐν κυκλοφορίᾳ 115,454,000 τραπεζικῶν γραμματίων· ἀφαιρουμένων ἐκ τούτων τῶν 68,633,000, τὰ ὁποῖα ὠφείλοντο ἀπὸ τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ προσέτι τῶν 14,000,000 τοῦ μεταλλικοῦ τοῦ αὐτοῦ δανείου καὶ τῶν 2,978,000 τοῦ μεταλλικοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Τραπέζης, μένει ὑπόλοιπον 29,771,000. Τὸ ποσὸν τοῦτο δανειζόμενον πρὸς 7%, ἤτοι ἐπὶ τόκῳ, μὲ τὸν ὁποῖον ἡ Τράπεζα ἐνεργεῖ τὰς προεξοφλήσεις, φέρει ὠφέλειαν 2,084,000, ἐξ ὧν δικαιοῦται νὰ λάβῃ τὸ Δημόσιον δραχμὰς 521,000. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν 47,000,000, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν ἐν κυκλοφορίᾳ κατὰ τὴν 31 παρελθόντος Δεκεμβρίου, ἡ Τράπεζα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θέτῃ εἰς κυκλοφορίαν δι’ ἴδιον λογαριασμὸν 60,000,000, καὶ τοῦτο δύναται νὰ τὸ πράξῃ, ὁπόταν θέλῃ, ἀφοῦ ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν ὀφείλει νὰ κρατῇ ἀνάλογον μεταλλικὸν εἰς τὰ ταμεῖα αὐτῆς, τότε δὲ ἡ ὠφέλεια θέλει αὐξήσει κατὰ 1,000,000 ἔτι, ἐκ τοῦ ὁποίου τὸ Δημόσιον θέλει λάβει 250,000. Ὥστε κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦτον ἡ συμμετοχὴ τοῦ Δημοσίου δύναται ἀπὸ τοῦδε νὰ φθάσῃ τὰς 700,000 δραχ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο· ἡ κυκλοφορία τῶν τραπεζογραμματίων αὐξάνει ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, καὶ ἐὰν ἀναδράμωμεν εἰς τὸ παρελθόν, βλέπομεν, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτῶν διπλασιάζεται κατὰ πᾶσαν ὀκταετίαν, ἢ κατὰ πᾶσαν δεκαετίαν. Εἰς τὰ 1851 ὁ μέγιστος ὅρος τῆς κυκλοφορίας ἦτο 3,271,000. Μετὰ 10 ἔτη, ἤτοι κατὰ τὸ 1861, ἀνέβη εἰς 10,800,000· εἰς τὰ 1868, ἤτοι μετὰ 7 ἔτη, ἔφθασεν εἰς 23,825,000· κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1876, ὅτε δὲν ὑπῆρχεν ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἐκυκλοφόρουν 36 ἑκατομ. γραμμάτια, κατὰ δὲ τὸ 1884 69,000,000. Ἐὰν σήμερον ἡ Τράπεζα ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν 60,000,000 γραμμάτια, δὲν πρέπει νὰ ὑπολάβωμεν, ὅτι ὁ ὅρος αὐτὸς θὰ μένῃ ἀμετάβλητος, διότι καὶ ὁ πληθυσμὸς αὐξάνει, καὶ αἱ συναλλαγαὶ πολλαπλασιάζονται, ἑπομένως ἡ ὠφέλεια τῶν 500,000 ἢ 700,000 δύναται ν’ ἀναβιβασθῇ εἰς 1,000,000, καὶ ἴσως εἰς 2,000,000, μέχρι τῆς λήξεως τῶν 25 ἐτῶν. Ποῖον δ’ εἶναι τὸ ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον θέλει λάβει τὸ Κράτος ἀπέναντι τῆς θυσίας τῆς ὠφελείας ταύτης; Οὐδὲν ἕτερον, εἰμὴ μόνον δάνειον εἰς μεταλλικὸν ἐκ 2,500,000, τὸ ὁποῖον μαρτυρεῖ τὴν ἄκραν στενοχωρίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις, μὴ δυναμένη σήμερον νὰ δανεισθῇ ἀλλαχόθεν, οὔτε τὸ ἀσήμαντον τοῦτο ποσὸν, ἐνῷ, ἐὰν ἐλάμβανεν ἐγκαίρως τὰ κατάλληλα μέτρα, ἠδύνατο νὰ πορισθῇ μεγαλείτερα δάνεια, καὶ νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταφύγῃ εἰς τοσοῦτο μεγάλας θυσίας. Δάνειον 2,500,000 ἐπὶ τόκῳ 6% ἐξοφλεῖται χρεωλυτικῶς ἐντὸς 25 ἐτῶν διὰ τῆς πληρωμῆς ἐνιαυσίας δόσεως πρὸς 7,82. Ἑπομένως, ἐὰν ἐδανειζόμεθα ἀλλαχόθεν 2,500,000 μὲ τόκον 6% καὶ μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὸ ἐξοφλήσωμεν ἐντὸς 25 ἐτῶν, δηλ. ἐντὸς τοῦ διαστήματος, καθ’ ὃ ἤθελε διαρκεῖ ἡ σύμβασις τοῦ 1880, ἠθέλομεν πληρόνει κατ’ ἔτος 260,192 δραχμάς. Ἀντὶ δὲ τοῦ εὐτελοῦς τούτου ποσοῦ ἀπεμπολοῦμεν δικαίωμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἠδυνάμεθα νὰ εἰσπράττωμεν πολλῷ πλείονα, διπλάσια, τριπλάσια, τετραπλάσια καὶ δεκαπλάσια ἴσως ἀπὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον οἰκονομοῦμεν. Ἐξ ὅλων τούτων κατανοεῖτε, Κύριοι, ὅτι τὰ μέτρα, εἰς τὰ ὁποῖα προσφεύγει σήμερον ἡ Κυβέρνησις, εἶναι μέτρα βεβιασμένα, εἶναι μέτρα σπασμωδικά. Ἡ Κυβέρνησις βλέπει, ὅτι κακῶς ἔπραξε νὰ μὴ φροντίσῃ ἐγκαίρως περὶ εὑρέσεως δανείου τινός, καὶ ὅτι, ὡς ἐκ τῆς δυσπιστίας, ἡ ὁποία ἐγεννήθη διὰ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα, καὶ διὰ τὴν ὁποίαν εὐθύνονται ἔν τινι μέτρῳ καὶ οἱ χρηματισταὶ καὶ μηχανοῤῥάφοι, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ εὕρῃ δάνειον μὲ ὅρους συμφέροντας, ἑπομένως προσπαθεῖ νὰ οἰκονομήσῃ μὲ πᾶσαν θυσίαν τὰ ὀλίγα χρήματα, τὰ ὁποῖα τῇ χρειάζονται, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ πληρώσῃ τὰ τοκομερίδια τοῦ Μαρτίου, καὶ νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σταματήσῃ τὰς πληρωμὰς τῶν τοκομεριδίων. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει οὔτε δικαίωμα, οὔτε καθῆκον νὰ σπεύδῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν μέτρων, τοσούτῳ ἐπιβλαβῶν. Καὶ ὑπομονὴ δι’ ὅσα ἤδη ἐψηφίσθησαν, διότι ἡ αὔξησις τῶν φόρων καὶ ἡ ἐλάττωσις τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν (δὲν ὁμιλῶ πλέον περὶ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, διότι δὲν ἠξεύρω ποία τύχη τὸ περιμένει,) εἶναι ὅλως προσωρινά· ἡ διάρκεια αὐτῶν δύναται νὰ ἦναι βραχυτάτη, δυνάμεθα ταχέως νὰ τὰ μεταβάλωμεν, καὶ αἱ ἐπ’ αὐτῶν ζημίαι νὰ μὴ ἀποβῶσι πολὺ ἐπαισθηταί· ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὴν ὑπὸ συζήτησιν σύμβασιν· δι’ αὐτῆς πρόκειται νὰ παραιτηθῶμεν δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν ἔχει ἐπὶ 25 ἔτη· πρόκειται περὶ σπουδαίας ὠφελείας, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἤθελεν ἀπολαμβάνει ἐπὶ ὁλόκληρον 25ετίαν. Δὲν εἶναι δίκαιον, οὔτε πρέπον, νὰ ψηφίζωμεν ἀνεξετάστως τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τοιούτων δικαιωμάτων. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἡ Βουλὴ ὀφείλει, ἀφίνουσα κατὰ μέρος τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρόκειται, νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἐκ ταύτης θέλει ἐννοήσει, ποῖα τὰ αἴτια, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐφθάσαμεν εἰς ἣν θέσιν εὑρισκόμεθα σήμερον. Τότε θέλουν ἐξετασθῆ ἐν συνόλῳ τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα, καὶ θέλει ἀποδειχθῆ, ἂν τῷ ὄντι ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ καταφύγωμεν εἰς ἔκτακτα μέτρα, καὶ ἂν μεταξὺ τῶν ἐκτάκτων τούτων μέτρων πρέπῃ νὰ περιλάβωμεν καὶ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τοσούτῳ πολυτίμων δικαιωμάτων, ἢ μήπως δυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν ὅ,τι μᾶς ἀναγκαιοῖ δι’ οἰκονομιῶν ἢ ἄλλων μέσων. Ὅθεν προτείνω, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ἀφίνοντες κατὰ μέρος πᾶσαν ἄλλην συζήτησιν, ἐπιληφθῶμεν τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐξ ἧς θέλομεν ὁδηγηθῆ, ἐὰν πρέπῃ νὰ ψηφίζωμεν τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἢ ἐὰν δὲν ἔχωμεν καθῆκον νὰ σκεφθῶμεν περὶ ῥιζικωτέρου τινὸς μέτρου.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου....
§26ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγένετο πρότασις ἀναβολῆς, κύριε Πρόεδρε. Παρακαλοῦμεν δὲ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 10 ἐ. μ. συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος» λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνοματικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν κ. κ. Δ. Λυμπεροπούλου καὶ Ἀλκινόου Ζερβοῦ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας):
| Λ. Δεληγεώργης | Ο | Ἠλ. Ποταμιάνος | Ν |
| Δημ. Χατζόπουλος | Εὐστ. Τουρνάκης | Ν | |
| Ν. Δ. Μακρῆς | Ο | Θ. Π. Δηλιγιάννης | Ο |
| Χαρίλ. Τρικούπης | Ν | Θ. Β. Δηλιγιάννης | Ο |
| Δ. Σ. Βουλιπιώτης | Ν | Π. Μανέτας | Ν |
| Γεώργ. Σισμάνης | Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος | ||
| Ἀθ. Ἴσκος | Ο | Χρ. Χρηστόπουλος | Ο |
| Μιχ. Ἰατρίδης | Ο | Φίλιπ. Βάρβογλης | Ο |
| Ν. Ζῶτος | Ο | Κ. Κωνσταντόπουλος | Ν |
| Ν. Φαρμάκης | Θ. Πέῤῥος | Ο | |
| Δ. Πετρίδης | Ἠλ. Φλέσσας | Ο | |
| Σπυρ. Νοταρᾶς | Ο | Εὐθ. Σπυράκης | Ο |
| Γ. Φαρμακόπουλος | Κ. Κατσικόπουλος | Ο | |
| Ἀναστ. Δημητριάδης | Ἰω. Ἀντωνόπουλος | Ο | |
| Δημ. Οἰκονόμου | Ο | Κ. Καραπάνος | |
| Ἰω. Δηλιγιάννης | Ν | Γ. Παχὺς | |
| Ἄγγελος Γεωργαντᾶς | Ο | Ἀντ. Ζυγομαλᾶς | Ν |
| Ν. Λεβίδης | Ο | Γ. Μαυρομαρᾶς | Ο |
| Δ. Ράλλης | Ο. Μαῦρος | Ο | |
| Δ. Ν. Καλλιφρονᾶς | Κ. Νεγρεπόντης | ||
| Ἀλ. Σκουζὲς | Μ. Δαμιράλης | Ο | |
| Ἀλ. Ρετσίνας | Δ. Γαβαλᾶς | Ο | |
| Α. Συγγρὸς | Σ. Παγανέλης | Ο | |
| Στέφ. Δραγούμης | Ν | Κ. Μαυρομιχάλης | |
| Ἀλ. Ψύλλας | Γ. Πετροπουλάκης | ||
| Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Γεώργ. Μαυρομιχάλης | Ο | |
| Ν. Φιλάρετος | Κ. Κοσσονάκος | Ν | |
| Ν. Μπουφίδης | Ν | Κ. Παπαμιχαλόπουλος | Ν |
| Τρύφων Μουτσόπουλος | Ο | Κ. Σαλταφέρος | |
| Ἀχ. Χοϊδᾶς | Γιαννοῦκος Μαυρομιχάλης | ||
| Ἀν. Παπαγιαννακόπουλος | Ο | Στέφ. Κοπανίτσας | Ν |
| Ἅγγελος Πετραλιᾶς | Ο | Ν. Βαρβιτσιώτης | |
| Ν. Πετιμεζᾶς | Ο | Γ. Φιλάρετος | |
| Λ. Σταμάτης | Ο | Νικ. Σχινᾶς | Ο |
| Α. Παναγιωτόπουλος | Ο | Ἰωάν. Φίλιος | |
| Α. Γεροκωστόπουλος | Ο | Ἰωάν. Παπαδόπουλος | Ο |
| Ν. Κουμανιώτης | Ο | Νικ. Ριζόπουλος | |
| Δ. Παυλόπουλος | Ο | Νικ. Γεωργιάδης | Ο |
| Δ. Σπηλιάδης | Ο | Νικ. Κοκωσλῆς | |
| Α. Ζαΐμης | Δ. Οἰκονομίδης | Ο | |
| Ι. Ζωγράφος | Ο | Μ. Δάλλας | |
| Κ. Ζαρειφόπουλος | Ο | Πούλιος Ζαρίμπας | |
| Χρ. Κορύλλος | Ο | Κ. Κουμουνδοῦρος | |
| Α. Κοντόσταυλος | Ἀσημ. Χρηστόπουλος | Ο | |
| Α. Πετσάλης | Ο | Παναγ. Σάκκης | Ο |
| Η. Γαζέπης | Κ. Φλέσσας | ||
| Π. Λεβέντης | Ο | Πέτρος Καπετανάκης | Ο |
| Θ. Φλογαΐτης | Κωνστ. Δαγρὲς | ||
| Ἀριστ. Χατζηνικολῆς | Ο | Εὐστ. Κοκκέβης | Ο |
| Γ. Καραβᾶς | Ο | Νικ. Μισυρλῆς | Ο |
| Λ. Ρώμας | Περικλῆς Πεῤῥωτὴς | Ν | |
| Ρ. Ρώμας | Ο | Δ. Λυμπερόπουλος | Ο |
| Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Σ. Σωτηρόπουλος | Ν | |
| Δ. Στεφάνου | Χ. Κανελλόπουλος | Ν | |
| Ι. Σέχος | Γ. Ν. Μπούμπουλης | Ο | |
| Γ. Θεοτόκης | Ν | Σωτ. Χατζηγάκης | Ο |
| Ε. Τσαρλαμπᾶς | Ο | Δ. Τερτίπης | Ο |
| Α. Καποδίστριας | Βασ. Ἀζᾶς | Ο | |
| Η. Κωνσταντᾶς | Ο | Ἀπόστ. Βασιαρδάνης | Ο |
| Π. Βαλαωρίτης | Ν | Σπυρ. Γεωργόπουλος | |
| Ἀλκίνοος Ζερβὸς | Ν | Γιαννούσης Τάκης | Ο |
| Α. Ἀγάθος | Ο | Ν. Ταρμπάζης | |
| Ε. Μπασιᾶς | Ἰω. Παλάσκας | Ο | |
| Σ. Φορέστης | Ο | Νικ. Τσαμαδὸς | |
| Ν. Βαλσαμάκης | Ο | Θεόδ. Γκίκας | |
| Ἰω. Βρυώνης | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | ||
| Ἀναστ. Ζερβὸς | Ο | Ν. Χατζῖσκος | |
| Π. Μαυροκέφαλος | Α. Εὐταξίας | ||
| Δ. Σπινέλης | Ο | Κ. Τράκας | |
| Γ. Π. Μπούμπουλης | Ἀνδρ. Μαρλᾶς | Ο | |
| Α. Μαυρογορδάτος | Ο | Ν. Κοντογιάννης | Ο |
| Γ. Κόρπας | Ο | Κ. Ἀναγνωστόπουλος | Ο |
| Ν. Συνοδινὸς | Ο | Π. Σκουμπουρδῆς | |
| Κ. Ἀργυρόπουλος | Λ. Καραλίβανος | Ο | |
| Π. Ταταράκης | Ο | Α. Μ. Κανάρης | Ο |
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 94. Ἐκ τούτων 19 εἶπον Ναὶ καὶ 75 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς γʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ συζήτησιν, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 196 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως τῆς Ναξίας σμύριδος.
§30ΔΑΜΙΡΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§31ΜΑΥΡΟΣ. Ἐγὼ, ὁ ὁποῖος δὲν ἐνδιαφέρομαι οὔτε δι’ ἑταιρίας, οὔτε δι’ ἄλλο τι, ἔχω νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις, ἀποβλέπων μόνον εἰς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου. Θὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ θὰ παρακαλέσω αὐτὴν, νὰ μεριμνήσῃ διὰ μερικὰ πράγματα τοῦ τόπου μου, καὶ ὀφείλει νὰ μεριμνήσῃ, διότι τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσπράττει κατ’ ἔτος ἀπὸ τὴν νῆσον τῆς Νάξου πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν. Καὶ πρῶτον παρακαλῶ νὰ μεριμνήσῃ δι’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ἐργάτας τῆς σμύριδος, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν οὐδὲν ἄλλο εἰσόδημα, ἵνα αὐξηθῇ τὸ ἐργατικὸν δικαίωμα, καὶ μάλιστα ἐὰν γείνῃ δημοπρασία καὶ προσφερθῶσιν ἀνώτεραι τιμαὶ, ἀπὸ 2 δραχμῶν εἰς 3. Δεύτερον, παρακαλῶ νὰ ληφθῇ πρόνοια, διότι εἰς τὸ νομοσχέδιον δὲν προβλέπεται, πῶς θὰ γίνεται ἡ ἐξόρυξις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γίνεται κανονικὴ, δηλ. νὰ ἐργάζωνται οἱ ἐργάται ὑπὸ τὰς ὁδηγίας καὶ τὴν ἐπιτήρησιν ἑνὸς εἰδήμονος ἀνθρώπου, ἵνα τοιουτοτρόπως ἀπαλλάσσωνται καὶ ἀπὸ τοὺς κινδύνους, εἰς τοὺς ὁποίους ὑπόκεινται ὡς ἐκ τῆς ἐργασίας. Τρίτον, νὰ φροντίσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ βελτιώσῃ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, δηλ. νὰ κατασκευάσῃ δρόμους βατοὺς διὰ τὴν μεταφορὰν καὶ τὴν παράδοσιν τῆς σμύριδος. Τέταρτον, θὰ παρακαλέσω, ἐπειδὴ εἰς τὸν περίβολον, ὅπου συσσωρεύεται ἡ σμύρις, συμβαίνουν ἀλληλοκλοπαὶ ἐκ μέρους τῶν ἐργατῶν, φόνοι καὶ ἄλλα κακὰ, νὰ λάβῃ καὶ περὶ τούτου πρόνοιαν.
§32ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐγένετο πολὺς λόγος ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Δυστυχῶς αἱ προῤῥήσεις ἐπηλήθευσαν, εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τῶν ἀτυχῶν ἐργατῶν τῆς Νάξου, διότι τὸ μὲν δημόσιον ταμεῖον ἔχασε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 300 χιλιάδας δραχμῶν, οἱ δὲ ἐργάται ἔχασαν τὰς 120 χιλιάδας, τὰς ὁποίας ἐλάμβανον κατ’ ἔτος. Ἤδη δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου· θὰ συστήσω μόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ἑξῆς. Νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ σμύρις τῆς Ἐφέσου στοιχίζει ἐντὸς τοῦ ἀτμοπλοίου 2½ φράγκα κατὰ στατῆρα· ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τὴν τιμὴν κυρίως· διότι, ἐὰν ἀπαιτήσῃ ὑψηλὰς τιμὰς, βεβαίως δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξοδεύῃ οὔτε τὰς 70, οὔτε τὰς 100 χιλιάδας στατήρων· ἐὰν ὅμως προσβλέψῃ εἰς μικροτέρας τιμὰς, εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ 200,000 στατήρων θὰ ἐξοδεύῃ ἐτησίως, διότι ἡ ποιότης τῆς Ναξίας σμύριδος ἀναμφιβόλως εἶναι πολὺ ἀνωτέρα τῆς ποιότητος τῆς σμύριδος τῆς Ἐφέσου. Διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ θέσῃ ὡς κατώτερον ὅρον, ὄχι τὰς 6 δραχμὰς, ἀλλ’ ἄν ἦναι δυνατὸν, ἀκόμη ὀλιγώτερον. Ἂν γένηται συναγωνισμὸς, πιθανὸν νὰ φθάσῃ εἰς 8 καὶ 10 δραχμὰς ὁ στατήρ· ἀλλὰ τοῦτο ἀφορᾷ πλέον τοὺς μισθωτάς. Θὰ συστήσω πρὸς τούτοις εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἕτερον. Ἐὰν ἦναι δυνατὸν, τὰς δραχμὰς νὰ τὰς μεταποιήσῃ εἰς φράγκα χρυσᾶ, τοῦτο δὲ μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι καὶ συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πρὸς τούτοις νὰ ἀφαιρέσῃ ἐκ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἢ νὰ τροποποιήσῃ τὴν ἐπιτακτικὴν διάταξιν, καθ’ ἣν ὁ νέος ἀγοραστὴς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀγοράσῃ καὶ τὴν ἐν Εὐρώπῃ εὑρισκομένην σμύριδα· διότι πρέπει νὰ γνωρίσῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ ἐν Εὐρώπῃ εὑρισκομένη σμύρις δὲν ἐπωλήθη καὶ δὲν πωλεῖται, καὶ πολὺ εὐλόγως, διότι ἐφορτώθη κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, καὶ ἐφορτώθη ἀπὸ τὰ ἀπεῤῥιμένα συντρίμματα τῆς σμύριδος, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐμπορεύσιμα. Ἐὰν λοιπὸν ἦναι ἐπιτακτικὴ ἡ διάταξις, καὶ ὑποχρεοῦται ὁ νέος ἀγοραστὴς νὰ ἀγοράσῃ τὴν ἐν Εὐρώπῃ σμύριδα, ἡ ὁποία νομίζω, ὅτι ἀνέρχεται εἰς 30–35 χιλιάδας στατήρων...
§33ΔΑΜΙΡΑΛΗΣ. Εἶναι 20,000 μόνον.
§34ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Δὲν γνωρίζω· λέγω μόνον, ὅτι, ἐὰν ὑποχρεωθῇ ὁ νέος ἀγοραστὴς νὰ τὴν ἀγοράσῃ πρὸς 7 ἢ 8 δραχμὰς τὸν στατῆρα, θὰ προσκόψῃ εἰς τὴν σύμβασιν ἡ Κυβέρνησις, καὶ δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ διαθέσῃ καὶ τὴν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο σμύριδα, καὶ ἑπομένως θέλει ὑπάρξει ζημία εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ τοὺς ἐργάτας. Ἐν τέλει δὲ ἑνόνω καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου, ὅπως αὐξηθῇ τὸ ἡμερομίσθιον τῶν ἐργατῶν, μέχρις οὗ ἐφαρμοσθῶσι τὰ μέσα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀπαλλαγῶσιν αὐτοὶ ἀπὸ τὴν πολυδάπανον μεταφορὰν τῆς σμύριδος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–6.)
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου παρακαλῶ νὰ γένηται ἡ ἑξῆς μεταβολή. Μετὰ τὴν ἐν τῷ τρίτῳ στίχῳ λέξιν «σμύριδος», ἡ ἑπομένη φράσις νὰ μεταβληθῇ ὡς ἑξῆς· «ὁ χρόνος καὶ ὁ τρόπος τῆς καταθέσεως καὶ ἀναλήψεως τῆς ἐγγυήσεως, ὡς καὶ τῆς προκαταβολῆς τοῦ τιμήματος, κανονισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος.»
§37ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ τυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως μετεβλήθη.
§38ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχει κἀμμίαν μεταβολήν· μόνον ὅτι προστίθεται ὁ τρόπος.
§39ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν ἐνόησα καλῶς, ἡ προσθήκη τῆς λέξεως «τρόπος» ἐπηρεάζει καὶ τὴν προκαταβολήν.
§40ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν κατάθεσιν καὶ τὴν ἀνάληψιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ).
§41ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Προσέτι παρακαλῶ νὰ προστεθῇ καὶ 8ον ἄρθρον, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Μέχρι τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ παρόντος νόμου διαθέσεως τῆς σμύριδος δύναται τὸ Δημόσιον νὰ διαθέτῃ αὐτὴν τμηματικῶς, ἐν μὲν τοῖς ὅρμοις Ληῶνος καὶ Μουτσούνας πρὸς δραχμὰς 7 τὸν στατῆρα, ἐν δὲ τῷ ἐξωτερικῷ μόνον τὴν ἤδη ὑπάρχουσαν ἐκεῖ πρὸς δραχμὰς 8.»
§42ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ προσθῆκαι αὗται νὰ τυπωθῶσιν ἐν νέῳ σχεδίῳ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ τὰς συζητήσωμεν;
§43ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Τὸ γραφεῖον νὰ στείλῃ ἀπὸ τοῦδε τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ τυπογραφεῖον, ἵνα ἀνατυπωθῇ, ὡς ἐτροποποιήθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ προστεθὲν ἄρθρον 8, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1892 ἐκ δραχμῶν 24,300 καὶ περὶ ἀκυρώσεως ὑπολοίπων ἐκτάκτων πιστώσεων τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1891 ἐκ δραχμῶν 7,478.46.
§45ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀφορᾷ εἰς πίστωσιν. Ὑπεβλήθη εἰς τὴν προεξέτασιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὑπεβλήθη ὑπ’ αὐτῆς ἔκθεσις πρὸς τὴν Βουλήν; Διότι πάντα τὰ νομοσχέδια, τὰ ἀφορῶντα πιστώσεις, κατὰ τὰ παραδεδεγμένα, προεξετάζονται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ· εἶναι τοῦτο διάταξις συνταγματική.
§46ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ πίστωσις, ἐὰν δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§47ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κάμνω τὴν παρατήρησιν αὐτὴν, διότι, ἀφ’ ἧς ἐπεράτωσε τὰς ἐργασίας της ἡ ἐπιτροπὴ, δὲν προσεκλήθη εἰς συνεδρίασιν, καὶ ὑποθέτω, ὅτι βεβαίως δὲν ὑπεβλήθη οὔτε αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τότε θὰ ψηφίσωμεν μὲν ἡμεῖς τὴν πίστωσιν, ἀλλὰ θὰ ᾖναι ἄκυρος· δι’ αὐτὸν τὸν λόγον τὸ λέγω.
§48ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦτο παρετήρησα καὶ ἐγὼ προχθὲς, ἀλλὰ δὲν μοὶ ἐδόθη ἀπάντησις, καὶ ὑπέθεσα, ὅτι εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸ νομοσχέδιον.
§49ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς πιστώσεως διὰ τὸ ταμεῖον τῶν φάρων, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπεβλήθη ἔκθεσις, διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπέμεινα, ὅπως ἀσχοληθῇ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εὐηρεστήθη νὰ πράξῃ τοῦτο· ἔκτοτε δὲν ἐγένετο συνεδρίασις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ· οὐδέποτε προσεκλήθημεν παρὰ τοῦ Προέδρου αὐτῆς εἰς συνεδρίασιν. Ἑπομένως εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, δὲν ὑπεβλήθη ἔκθεσις· ὑποθέτω δὲ, ὅτι δὲν ὑπεβλήθη ἔκθεσις οὔτε διὰ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, περὶ πιστώσεως τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου, καὶ νομίζω, ὅτι καλὸν εἶναι ὅλα ταῦτα νὰ ἀναβληθῶσι, μέχρις οὗ ἡ ἐπιτροπὴ συνεδριάση, προεξετάσῃ ταῦτα, καὶ ὑποβάλῃ τὰς σχετικὰς ἐκθέσεις.
§50ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ἐγὼ σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῆς ἐκθέσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐγένετο λόγος νὰ ἐξετασθῶσι τὰ ζητήματα ταῦτα, καὶ δὲν ἠθελήσατε νὰ λάβητε μέρος, ἀλλ’ ἡμεῖς οἱ ἄλλοι ἐξηκολουθήσαμεν.
§51ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν φάρων, εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς ἐμὲ ἡ ἐξέτασις τοῦ νομοσχεδίου· μετὰ δύο ἡμέρας ἦλθον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ εἶπον, ὅτι εἶμαι ἕτοιμος νὰ συζητήσω,—ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν τῶν ἄλλων μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς,—καὶ ἐπανειλημμένως παρεκάλεσα ὑμᾶς, ὅπως συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλὰ δὲν ἠθελήσατε.
§52ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ὑπάρχουν αἱ ἐκθέσεις, νὰ προχωρήσωμεν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχουσι.
§54ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τότε πῶς ἀνεγράφησαν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει;
§55ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ἐπὶ τῶν πλείστων ὑπάρχουσιν.
§56ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε πλέον ἐκλήθημεν εἰς συνεδρίασιν· ἑπομένως, καὶ ἂν τυχὸν ἐψηφίσθησαν καὶ ἄλλα νομοσχέδια πιστώσεων ἄνευ ἐκθέσεων, νομίζω, ὅτι ἐψηφίσθησαν κακῶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ πρέπει νὰ ἐπανέλθουν πρὸς συζήτησιν. Αὐτὸ εἶναι τὸ συμπέρασμά μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐκ λόγων καθαρῶς συνταγματικῶν.
§57ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι νομοσχέδια πιστώσεων ὑποβληθέντα δὲν εἶναι ἄλλα, παρὰ ἓν ἐκ δραχμῶν 27,600 διὰ δαπάνας λόγῳ τοῦ θανάτου τῆς Μεγάλης Δουκίσσης Ἀλεξάνδρας. Ἀλλ’ εἰς τὸ ἔντυπον, τὸ ὁποῖον ἔχω ἀνὰ χεῖρας, βλέπω διαφόρους ἐκθέσεις ἐπὶ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει· βλέπω, ὅτι 12 νομοσχέδια ἔχουσιν ἐκθέσεις.
§58ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡμεῖς ἀμφισβητοῦμεν, ὅτι ὑπεβλήθη ἔκθεσις ἐπὶ ὅλων τῶν πιστώσεων, καὶ ζητοῦμεν, ὅπως γείνῃ μία συνεδρίασις τῆς ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ συζητηθῶσιν.
§59ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ συνεδρίασεν, ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ, καὶ συνετάχθησαν αἱ ἐκθέσεις.
§60ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καλὸν θὰ ἦναι, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ ἑκάστου νομοσχεδίου πιστώσεως νὰ ἔχητε παρηρτημένην τὴν ἔκθεσιν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Προηγεῖται ὅμως τὸ νομοσχέδιον περὶ στεατίτου τῆς Τήνου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συζητηθῇ.
§62ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως. Ἂς ἀναβληθῶσι μόνον τὰ περὶ πιστώσεων.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως δικαιώματος ἐξορύξεως ἐν Τήνῳ τοῦ ὀρυκτοῦ στεατίτου.
§64ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ τοῦ ὀρυκτοῦ τούτου ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ μελετήσω, ὅτε διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἰδιαιτέρως καὶ διὰ τοῦ ἁρμοδίου τμήματος. Κατὰ τὰς πληροφορίας δὲ, ἃς τότε ἔλαβον, εὑρίσκω τὰς περὶ τῆς τιμῆς αὐτοῦ ἀνακοινωθείσας γνώμας ὡς ἀπεχούσας τῆς πραγματικῆς ἀξίας αὐτοῦ. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας συνέλεξα τότε, ὁ στεατίτης φέρει καθαρὸν κέρδος τοὐλάχιστον 60 φράγκων κατὰ τόννον, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ὅλων τῶν δαπανῶν τῆς ἐξορύξεως καὶ τῆς μεταφορᾶς αὐτοῦ μέχρι τοῦ τόπου τῆς καταναλώσεως....
§65ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι ἐδόθησαν πληροφορίαι περὶ 50–60 φράγκων· ἔχω τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἁρμοδίου τμηματάρχου.
§66ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ βλέπω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγεγραμμένον ὡς κατώτατον ὅρον 10 δραχμὰς κατὰ τόννον, μὲ κάμνει νὰ ὑποθέσω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀκριβὴς γνῶσις τῆς ἀξίας αὐτοῦ. Ἐὰν ὁ ἑκάστοτε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχων γνῶσιν τῆς πραγματικῆς ἀξίας τοῦ ὀρυκτοῦ τούτου, ὁδηγῆται ἐξ αὐτῆς, ἐνδέχεται νὰ μὴ φέρῃ βλάβην, καὶ εἰς 10 δραχμὰς ὁριζόμενος ὁ ὅρος. Νομίζω ὅμως, ὅτι, παραδεχόμενοι ὅτι τιμᾶται περὶ τὰς 60 δραχμὰς ὁ τόννος, πρέπει νὰ ὁρίσωμεν καὶ ἐν τῷ νόμῳ τὸν ὅρον τῆς τιμῆς αὐτοῦ ἀνώτερον τῶν 10 δραχμῶν. Ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶναι πολὺ γνωστὸν εἰς πάντας τὸ ὀρυκτὸν τοῦτο, νομίζω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι καλὸν νὰ γίνηται καὶ πλειοδοσία τις, ὅπως γείνῃ γνωστὴ οὐ μόνον εἰς τοὺς ἐν τῷ τόπῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν Εὐρώπῃ, ἡ ὕπαρξις τοσοῦτον πλουσίου καὶ τοσοῦτον ἐκτεταμένου ὀρυκτοῦ, χρησίμου εἰς πολλὰς ἀνάγκας. Αὐταὶ εἶναι αἱ οὐσιαστικαὶ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἠθέλησα νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Εὑρίσκω δὲ καὶ μίαν ἄλλην ἀντίφασιν μεταξὺ δύο ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἄρθρον 1 ὁρίζει ὡς ἐλάχιστον ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὁ ἀνάδοχος θέλει λάβει, 3,000 τόνων, τὸ ἄρθρον ὅμως 8 ἐν τῷ τέλει τὸ ἐλάχιστον τοῦτο ποσὸν ὁρίζει εἰς 5,000 τόννων.
§67ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Εἶναι ἀληθῶς μία ἀντίφασις.
§68ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἀλλ’ οἱ 3,000 τόννοι εἶναι πολὺ ὀλίγοι, διότι καὶ 5,000 τόννοι καὶ πλέον δύνανται νὰ καταναλωθῶσιν ἐκ τοῦ ὀρυκτοῦ τούτου εἰς τιμὴν μὴ ἀπομεμακρυσμένην ἀπὸ τὰς 60 δραχμάς.
§69ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐπορίσθην ἐξ ἐκθέσεων τῶν προξενικῶν ἀρχῶν καὶ τῶν ἐν τῷ Κράτει διοικητικῶν, τὸ ποσὸν τὸ καταναλισκόμενον ἀνέρχεται 3,905 τόννους. Καταναλίσκονται π. χ. 50 τόννοι ἐν Σύρῳ, 1600 ἐν Μιτυλήνῃ, 2,000 ἐν Ὀδησσῷ, 250 ἐν Κρήτῃ. Αἱ δὲ τιμαὶ, ἐπὶ ταῖς ὁποίαις πωλεῖται τὸ ὀρυκτὸν εἰς τοὺς διαφόρους τόπους, παραλλάσσουσιν, εἴτε ἕνεκα τῆς μεγαλειτέρας ζητήσεως, εἴτε ἕνεκα τῶν ἐξόδων τῆς μεταφορᾶς· π. χ. εἰς τὴν Σῦρον πωλεῖται ἀντὶ 50 δραχμῶν ὁ τόννος, ἑπομένως δὲν δύναται νὰ συμπεράνῃ τις, ὅτι ἀφίνει ἑξήκοντα δραχμὰς κέρδος κατὰ τόννον. Εἰς τὴν Ὀδησσὸν πωλεῖται ἀντὶ 95 δραχμῶν, εἰς τὴν Σμύρνην ἀντὶ 100. Διὰ τοῦτο ἔδωκα χθὲς τὴν πληροφορίαν, ὅτι τὸ κέρδος περιστρέφεται μεταξὺ τῶν 50 καὶ 60 δραχμῶν. Ἡ δὲ ἀντίφασις, ἡ ὁποία παρατηρεῖται, εἶναι λάθος τυπογραφικόν. Ὁ προσδιορισμὸς μεγαλειτέρου ποσοῦ νομίζω, ὅτι θέλει περιορίσει τὸν συναγωνισμόν. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ μικροῦ ἀριθμοῦ καταναλωτῶν καὶ μικροῦ ποσοῦ καταναλώσεως, συμφέρει νὰ μὴ ἀποκλεισθῶσιν αἱ μικραὶ ἐπιχειρήσεις. Ἐάν τις ἀναλάβῃ τὴν ἐξόρυξιν τοῦ ὅλου ποσοῦ, ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐκτελέσῃ ἀποκατάστασιν δαπανηρὰν, ἐνῷ οἱ μικροὶ κεφαλαιοῦχοι δύνανται νὰ ἐμπορευθῶσι τὸ ὀρυκτὸν ἄνευ ζημίας τοῦ Δημοσίου, ἴσως δὲ καὶ ἐπὶ κέρδει, διότι οὕτω θέλει ἐπιτευχθῆ μικρός τις συναγωνισμὸς, καὶ θέλουσι πιθανῶς βελτιωθῆ αἱ τιμαί. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἐλάχιστον ὅρον 10 δραχμῶν, διότι, ὁσάκις ἐδίδετο πρότερον ἄδεια πρὸς ἐξόρυξιν ὀρυκτοῦ, εἰς μόνην ὑπεβάλλοντο οἱ λαμβάνοντες τὴν ἄδειαν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλλωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον κατάλογον τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἐξορυχθέντος καὶ ἐξαχθέντος ὀρυκτοῦ, ἐκ δὲ τοῦ καθαροῦ κέρδους ἐλάμβανε τὸ Δημόσιον τὸ ἀνῆκον εἰς αὐτὸ δικαίωμα. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο, οὐδέποτε ἐγένετο δυνατὸν νὰ λάβῃ τι τὸ Δημόσιον. Ἠρνήθην ἐγὼ τὴν ἄδειαν ταύτην, καὶ ἐζήτησα νὰ ὑποχρεωθῶσιν οἱ αἰτοῦντες νὰ καταθέτωσιν εἰς τὸ ταμεῖον ὡρισμένον ποσὸν χρημάτων κατὰ τόννον, νὰ μὴ ἐπιτρέπηται δὲ ἡ ἐξόρυξις καὶ ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ ὀρυκτοῦ, εἰμὴ μετὰ τὴν προσαγωγὴν τοῦ περὶ καταθέσεως τοῦ ὡρισμένου τούτου ποσοῦ ταμειακοῦ γραμματίου. Μοὶ ἐγένετο τότε πρότασις νὰ καταθέτωσι πέντε δραχμὰς κατὰ τόννον, ἀλλ’ ἐπέμεινα ζητῶν νὰ προσδιορισθῇ εἰς δέκα δραχμὰς κατὰ τόννον τὸ κατατεθησόμενον ποσὸν, ὑπὸ τὴν ὑποχρέωσιν, ἐὰν ὁ λογαριασμὸς τῆς διαχειρίσεως τοῦ ὀρυκτοῦ ἐπαρουσίαζε ποσὸν ἐσόδου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ καταβληθῇ δικαίωμα ἀνώτερον τῶν δέκα δραχμῶν κατὰ τόννον, νὰ καταβάληται ὑπὸ τοῦ λαβόντος τὴν ἄδειαν καὶ τὸ ἐλλεῖπον, πρὸς συμπλήρωσιν. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἐχορήγησα ἄδειαν ἐξορύξεως εἴς τινα μὲν ἑκατὸν τόννων, εἰς ἕτερον δὲ ποσοῦ μέχρι πεντακοσίων τόννων.
§70ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως μέχρι σήμερον δὲν ἠδύνατο τὸ Δημόσιον νὰ λάβῃ πλειότερον τῶν πέντε, νομίζω, ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν νόμον περὶ μεταλλείων καὶ ὀρυκτῶν ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ. Ἐγὼ εἶχον παραχωρήσει ἄδειαν ἐξορύξεως πρὸς δοκιμὴν, νομίζω δὲ, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον οὐδεμία ἀνάγκη χορηγήσεως τοιούτων ἀδειῶν, διότι τὸ ὀρυκτὸν τοῦτο εἶναι πλέον γνωστὸν εἰς τὸ Δημόσιον καὶ εἰς πολλοὺς μέχρι τοῦδε ἐξορύξαντας. Ἑπομένως, ἐὰν ἔχωμεν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἀξία τοῦ ὀρυκτοῦ τούτου ὑπερβαίνει τὰς 50 δραχμὰς κατὰ τόννον, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ὅλων τῶν ἐξόδων,—κατὰ τὰς ἰδικάς μου δὲ πληροφορίας, ἡ ἀξία αὐτοῦ ἀνήρχετο εἰς τὰς 60, ὅταν ἤξιζε τὸ φράγκον 130, — μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ τιμὴ τῶν 10 δραχμῶν ὡς κατωτάτου ὅρου δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ τιμὴ ἱκανοποιοῦσα τὸ Δημόσιον. Ἡ κατανάλωσις τοῦ ὀρυκτοῦ τούτου εἶναι γνωστή, πλὴν τῶν μερῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ εἰς ἄλλα, εἰς τὴν Ἰταλίαν π. χ., εἰς τὴν Ἰσπανίαν καὶ εἰς ἄλλας χώρας, ὁ ἰδικός μας δὲ στεατίτης θεωρεῖται ὡς ἀρίστης ποιότητος. Τὴν παρατήρησιν ταύτην περὶ τῆς τιμῆς ἠναγκάσθην νὰ κάμω, διότι φοβοῦμαι, μήπως ἡ κατωτάτη αὕτη τιμή, ἡ ὁριζομένη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δὲν ἐνθαῤῥύνει πολλοὺς, ὅπως μελετήσωσι τὰ περὶ τοῦ ὀρυκτοῦ τούτου. Ὑπάρχει δὲ ἐκτὸς τούτου ἀνάγκη νὰ γείνῃ συναγωνισμὸς μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες γνωρίζουσι τὸν στεατίτην, καὶ ἐκείνων, οἵτινες θὰ λάβωσι γνῶσιν αὐτοῦ ἤδη καὶ θὰ μελετήσωσι τὰ περὶ τούτου.
§71ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὁ κ. Καραπάνος βεβαίως ἀρύεται τὰς πληροφορίας του ἐκ τῶν ἐκθέσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν εἰς αὐτὸν, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐκ τῶν ἐπισήμων πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ὡς τοιοῦτος ἔλαβε. Μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς ἐξορύξεως μέχρι τοῦ σημείου τῆς πωλήσεως, εἶναι πολὺ ὑπέρτερα ἀπὸ τῶν ὑπολογισθέντων ὑπ’ αὐτοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ περὶ αὐτοῦ τοῦ ὀρυκτοῦ συνενόηθην μετ’ ἀνδρὸς εἰδικωτάτου, Γάλλου μηχανικοῦ (ingènieur des mines), ὁ ὁποῖος μετέβη ἐπὶ τόπου καὶ εἰργάσθη ἐπὶ ἓξ μῆνας, ἦτο δὲ καὶ ὀρυκτολόγος πρώτης τάξεως. Ἔχω ἐκθέσεις αὐτοῦ, ἐν ταῖς ὁποίαις μοὶ ἀναφέρει, ὅτι τὰ ἔξοδα θὰ φθάσωσιν εἰς 40 ἢ 45 δραχμὰς κατὰ τόννον. Ὑπελογίσατε τὸ καθαρὸν κέρδος εἰς ἑξήκοντα δραχμάς· γνωρίζετε ὅμως διατί; Διότι πρότερον, ὅταν ἐξώρυσσον τὸ ὀρυκτὸν δυνάμει ἀδειῶν, δὲν ἐπλήρονον τίποτε εἰς τὸ Δημόσιον. Ὥστε, ἂν ὑπολογίσητε καὶ τὸν φόρον τῶν 10 δραχμῶν, θέλετε ἴδει, ὅτι κατέρχεται τὸ ποσὸν αὐτὸ τοῦ κέρδους. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι μὲ τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον θὰ πληρόνωσι κατὰ τὸν νόμον, θὰ ὑπερβῶσι τὰ ἔξοδα τὰς 50 δραχμὰς, ὁ μέσος δὲ ὅρος τῆς πωλήσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβαίνῃ τὰς 92 δραχμάς· ὥστε τὸ καθαρὸν κέρδος δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἄνω τῶν 40 ἢ 45 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἔρχεται ὁ τρόπος τῆς διαθέσεως κατόπιν· πῶς θὰ διατεθῇ αὐτὸ τὸ ὀρυκτόν; Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, θὰ δοθῇ εἴτε εἰς μίαν ἑταιρίαν, εἴτε εἰς πολλοὺς ἰδιώτας. Ἐὰν δοθῇ εἰς ἕνα, εἰς μίαν ἑταιρίαν, βεβαίως θὰ γείνῃ μία μεγάλη ἐπιχείρισις καὶ θέλει ἱδρύσει ἐκεῖ ἡ ἑταιρία ἐργοστάσια, ἐν Πειραιεῖ δὲ καὶ ἀλλαχοῦ καταστήματα καὶ ἀποθήκας. Ὡς χθὲς δὲ σᾶς ἀπηρίθμησα, ἡ κατανάλωσις δὲν θὰ ᾖναι τόσον μεγάλη, ὥστε νὰ προσδιορίσωμεν ἐλάχιστον ὅρον τοιοῦτον· ὡς ἐκ τούτου δὲ, δύναται νὰ ματαιωθῇ ἡ ἐπιχείρησις. Μία ἑταιρία δύναται βεβαίως νὰ ἐξορύξῃ ποσὸν μέχρι τριῶν χιλιάδων τόννων· ἀλλ’ ἐὰν ἡ παραχώρησις γένηται κατὰ μέρη, δὲν δύναται ἡ ἐξόρυξις νὰ ὑπερβῇ τοὺς χιλίους τόννους. Προκειμένου λοιπὸν νὰ γείνῃ παραχώρησις κατὰ μέρη ὡρισμένα, τότε πρέπει ὁ ἐλάχιστος ὅρος νὰ ᾖναι μικρὸς, διότι ἄλλως ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ζημιωθῶσι καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ ἡ ἰδιαιτέρα μου πατρὶς, ἡ ὁποία ἔχει τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔχῃ ἐν τῷ ἐδάφει αὑτῆς αὐτὸ τὸ ὀρυκτὸν καὶ ἐξ αὐτοῦ προσδοκᾷ, ἄν ὄχι τι ἄλλο, τοὐλάχιστον νὰ ἔχωσιν ἐργασίαν οἱ κάτοικοι. Δι’ αὐτὸ ἔχω ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὴν δεχθῇ.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ τοῦ στεατίτου εἶχον ἑλκύσει τὴν προσοχὴν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἰδίως ἐξ ἀφορμῆς τῆς βιομηχανίας τοῦ σάπωνος. Παράπονα εἶχον διαβιβασθῆ ἐκ Ζακύνθου τὸ πλεῖστον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ ἐν Ζακύνθῳ σάπων, ὁ ὑπὸ τῆς μικρᾶς βιομηχανίας κατασκευαζόμενος, ἦτο νενοθευμένος, πρὸς ζημίαν τῆς ὑπολήψεως τοῦ σάπωνος, τοῦ εἰς μεγάλα ποσὰ παραγομένου ὑπὸ καταστημάτων γνωστῶν, καὶ ἐγένετο ἡ εἰσήγησις πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἡ νόθευσις αὕτη ἐλάμβανε χώραν διὰ τοῦ ὀρυκτοῦ τούτου, τὸ ὁποῖον κοινῶς ὠνομάζετο τάλκης. Τότε μάλιστα ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν, ψηφισθεῖσαν, περὶ βαρείας φορολογίας τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου τάλκου. Ἐθεωροῦμεν τὴν ψήφισιν τοῦ φόρου τούτου ὡς ἐπαρκὲς μέτρον προλήψεως τῆς νοθεύσεως, διότι στεατίτης ἢ τάλκης τότε ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐξωρύσσετο. Προετείνομεν ἑπομένως τότε καὶ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς δασμὸς 40 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, ὅστις ἦτο δασμὸς ἀπαγορευτικός· ἐδόθη μάλιστα καὶ ἡ ἐξήγησις εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι σκοπὸς τῆς τοιαύτης φορολογίας ἦτο ἡ ἀπαγόρευσις, δὲν ἐτίθετο ὅμως ἀπαγόρευσις ἐν τῷ νόμῳ, διότι ἦτο ἀναγκαῖος ὁ τάλκης εἴς τινας βιομηχανίας, εἰς πολὺ μικρὰ ποσά. Τοὺς βιομηχανικοὺς τούτους σκοποὺς βλέπω ὧδε ἐν ἐκθέσει ἀπαριθμουμένους, ἤτοι πρὸς παρασκευὴν ἀλειμμάτων τῶν ἁμαξῶν καὶ μηχανῶν, κόνεως τῶν ὑποδηματοποιῶν καὶ χειροκτιοποιῶν, ἔτι δὲ καὶ ψιμμυθίων, ὅταν ἦναι λευκός. Ἡ μέχρις ἀπαγορεύσεως ὅμως ἐπιβάρυνσις τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ τάλκου προεκάλεσε ζήτησιν τοῦ εἴδους ἐντὸς τοῦ Κράτους, καὶ ἀπέληξαν αἱ ἀνιχνεύσεις εἰς εὕρεσιν τάλκου ἐν Τήνῳ καὶ ἐν Σύρῳ· ἐπληροφορήθη δὲ τὸ Ὑπουργεῖον μετά τινα χρόνον ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου περὶ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου τάλκου, ὅτι τάλκης ὑπῆρχεν ἐν τῇ χώρᾳ, καὶ ὅτι οὗτος ἀντικατέστησε τὸν δασμολογικῶς ἐπιβαρυνθέντα, εὐωνότερον μάλιστα, διότι οὐδὲν ἐπλήρονε δικαίωμα εἰς οὐδένα. Ἐπὶ τούτοις τὸ Ὑπουργεῖον, ἔχον ὑπ’ ὄψει τὴν ἐξουσίαν, ἣν παρεῖχεν εἰς αὐτὸ ὁ νόμος περὶ μεταλλείων καὶ ὀρυκτῶν, καὶ θεωροῦν ὅτι ὁ τάλκης, ἤτοι ὁ στεατίτης, εἶναι ὀρυκτὸν ὑπαγόμενον εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἀπηγόρευσε τὴν ἐξόρυξιν. Ἐγένετο ἀντίῤῥησις, καὶ ἰδίως, ὅτι ὁ στεατίτης δὲν περιλαμβάνεται ἐν τοῖς ἀπαριθμουμένοις ὀρυκτοῖς ἐν τῷ νόμῳ, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον, κατόπιν γνωμοδοτήσεως τῶν ἁρμοδίων, ἀπεφάνθη, ὅτι ὁ τάλκης ἀνάγεται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, εἰς ἣν καὶ τὸ σήπιον, καὶ ἐπειδὴ τὸ σήπιον ἀπαριθμεῖται ἐν τῷ νόμῳ ὡς ὀρυκτὸν, καὶ ὁ στεατίτης δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ὀρυκτὸν· ἐνέμεινε δὲ τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὴν ἀπόφανσιν ταύτην. Ἐὰν ὁ στεατίτης θεωρηθῇ ὡς ὀρυκτὸν, ὁ νόμος περὶ μεταλλείων καὶ ὀρυκτῶν κανονίζει τὰ περὶ τούτου, ὁ δὲ κανονισμὸς, ὁ δι’ εἰδικοῦ νόμου, δύναται νὰ δικαιολογηθῇ μόνον, ἂν τὸ ὀρυκτὸν τοῦτο ἀποδειχθῇ ὅλως ἰδιάζον, παρέχον μεγάλας ἀπολαύσεις εἰς τὸν ἐξορύσσοντα, ἄνευ δαπανῶν ἀναλόγων, καὶ προκαλοῦν ἑπομένως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὴν πρόνοιαν, ὅπως μὴ τὸ κέρδος ὅλον διατίθηται ὑπὲρ ἰδιωτῶν, ἀλλ’ ἀπολαμβάνῃ ἐξ αὐτοῦ καὶ τὸ Δημόσιον ἐπ’ ἀναλογίᾳ μεγαλειτέρα τῆς ἐν τῷ νόμῳ περὶ μεταλλείων καὶ ὀρυκτῶν καθοριζομένης, διότι ὁ νόμος ἐκεῖνος ὑποθέτει δαπάνας σπουδαίας πρὸς ἐκμετάλλευσιν μεταλλείου καὶ ἐξόρυξιν ὀρυκτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἂν αἱ περιστάσεις ὑπηγόρευον τὴν πρόκλησιν εἰδικοῦ νόμου, ἔπρεπεν ὁπωσδήποτε ὁ νόμος οὗτος νὰ σεβασθῇ τὰ δικαιώματα τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς ἐπιφανείας, καὶ νὰ ἐπιβάλῃ περιορισμοὺς εἰς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τὰ τῆς διαθέσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξορύξεως. Τὸ ὑποβαλλόμενον ὅμως νομοσχέδιον οὔτε τὰ δικαιώματα τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς ἐπιφανείας, οἷα ἀναγράφονται ἐν τῷ νόμῳ περὶ μεταλλείων καὶ ὀρυκτῶν, ἀναγνωρίζει, οὔτε τοὺς περιορισμοὺς, εἰς οὓς ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ μεταλλείων καὶ ὀρυκτῶν ὑποβάλλεται ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ παραχωρήσει τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξορύξεως, διατηρεῖ. Κατὰ τὸν νόμον περὶ μεταλλείων καὶ ὀρυκτῶν, προκειμένου περὶ ὀρυχείου, κατ’ ἀντιδιαστολὴν πρὸς τὰ μεταλλεῖα, ὁ ἰδιοκτήτης ἔχει περὶ τὴν παραχώρησιν δικαίωμα προτιμήσεως, τοῦτο δὲ ἀποτελεῖ ἐν τῇ κειμένῃ ἡμῶν νομοθεσίᾳ δικαίωμα ἀπόλυτον τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς ἐπιφανείας, καὶ πολὺ ἀμφιβάλλω, ὅτι δυνάμεθα ἤδη διὰ νόμου νὰ κανονίσωμεν ἄλλως τὰ τῆς ἰδιοκτησίας ἢ ὅπως εἶναι κεκανονισμένα ὡς πρὸς τὴν διάθεσιν τοῦ προϊόντος τῆς ἐξορύξεως ὑπὲρ ἄλλου ἢ ὑπὲρ τοῦ ἰδιοκτήτου· διότι, ἐὰν κατὰ τὰ κείμενα παρ’ ἡμῖν ὁ ἰδιοκτήτης ἔχῃ δικαίωμα εἰς τὴν ἐξόρυξιν τοῦ ὀρυκτοῦ, τοῦ ἐν τῷ κτήματι αὐτοῦ, πῶς δυνάμεθα, ἄνευ δημεύσεως, τὸ δικαίωμα τοῦτο νὰ μεταβιβάσωμεν εἰς ἄλλον; Κατὰ τὸν νόμον περὶ μεταλλείων καὶ ὀρυκτῶν, ὁ ἰδιοκτήτης προτιμᾶται πάντοτε πρὸς ἐξόρυξιν τοῦ ὀρυκτοῦ τοῦ ἐν τῷ κτήματι αὐτοῦ· κανονισμὸς ἄρα διὰ νόμου ἄλλος δύναται νὰ γενῇ μόνον δι’ ἀναγκαστικῆς, οὕτως εἰπεῖν, ἀφαιρέσεως τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ, αὕτη δὲ ἡ ἀναγκαστικὴ ἀφαίρεσις δὲν δύναται νὰ γενῇ, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἢ ἐν περιπτώσει δημοσίας ἀνάγκης, δημοσία δὲ ἀνάγκη βεβαίως δὲν εἶναι ἡ ἀπόλαυσις ὑπὸ τοῦ Δημοσίου τοῦ μεγαλειτέρου κέρδους, ὅπερ ἀπεκδέχεται ἐκ τῆς ἐξορύξεως τοῦ ὀρυκτοῦ τούτου. Ἀλλὰ πλὴν τῆς ἀντιῤῥήσεως ταύτης, τῆς ἀφορώσης εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ ἰδιοκτήτου, ὑπάρχει ἡ ἄλλη ἀντίῤῥησις, ὅτι, κατὰ τὸν κείμενον νόμον, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαθέτῃ αὐτοβούλως τὰ τῶν μεταλλείων καὶ ὀρυχείων, ἀλλὰ ταῦτα, κατὰ τὸν νόμον, διατίθενται κατόπιν διαδικασίας, σπουδαίως συμπράττοντος καὶ τὴν κυριωδεστέραν μάλιστα διεξάγοντος ἀποστολὴν περὶ τὰ τῆς διαθέσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν Μεταλλείων. Ἤδη, ἄνευ τῆς συμπράξεως τοῦ Συμβουλίου τῶν Μεταλλείων, ζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως χορηγηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐξουσία, ὅπως αὐτὴ προτιμᾷ οἱονδήποτε, τὸν ἰδιοκτήτην, ἢ ἄλλον τινὰ, ζητήσοντα τὴν παραχώρησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξορύξεως, τὸν πρῶτον ζητήσαντα, ἢ ἄλλον βραδύτερον ζητήσοντα, τὸν προσφέροντα τὰ πλειότερα ἢ τὰ ὀλιγώτερα, ἑνὶ λόγῳ, ὅπως πάντα τὰ περὶ τὴν παραχώρησιν κανονίζῃ τῇ αὐθαιρέτῳ αὐτῆς βουλήσει. Τοῦτο, ὅλως ἐναντίον εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ κειμένου νόμου περὶ μεταλλείων καὶ ὀρυκτῶν, δὲν εἶναι καὶ καθ’ ἑαυτὸ ἀποδεκτὸν, διότι ὁ νομοθέτης ἐθεώρησε τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ἐν τῷ κειμένῳ νόμῳ, ἀνεπαρκεῖς, καὶ διὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1882 ἔθεσε νόμον, καταστήσαντα ἀργὰς τὰς περὶ παραχωρήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκμεταλλεύσεως διατάξεις τοῦ κειμένου νόμου ὡς πρὸς τὰ μεταλλεῖα καὶ ὡς πρὸς τὰ ὀρυκτὰ, τὰ ἀφομοιούμενα κατὰ τὸν νόμον πρὸς τὰ μεταλλεῖα, ἐπιφυλάξαντα δὲ ὑπὲρ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὸ δικαίωμα, ἵνα αὐτὴ ποιῆται τὰς τοιαύτας παραχωρήσεις. Ἐπεφυλάχθη τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἵνα δοθῶσι πλείονες ἐγγυήσεις εἰς τὴν Πολιτείαν, ἵνα ὑποβληθῇ εἰς πλείονας περιορισμοὺς ἡ Κυβέρνησις, οὐχὶ ἵνα μειωθῶσιν οἱ περιορισμοὶ τοῦ ἀρχικοῦ νόμου, οἵτινες εἶχον ἀποδειχθῆ ἀνεπαρκεῖς. Ὁ νόμος τοῦ 1882 δὲν ἀφορᾷ εἰς τὰ ὀρυχεῖα, τὰ μὴ ἀφομοιούμενα πρὸς τὰ μεταλλεῖα, οἷον τὸ προκείμενον, ἑπομένως ἤδη δὲν καλούμεθα, ὡς ἐκ τῆς ἀπαγορευτικῆς τοῦ νόμου τούτου διατάξεως, νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς παραχωρήσεως δικαιώματος ἐξορύξεως τοῦ ὀρυκτοῦ, διότι περὶ αὐτοῦ, εὐθὺς ὡς παραδεχθῶμεν, ὅτι ὑπάγεται ὁ στεατίτης εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ὀρυκτῶν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν τῶν λίθων, τουτέστιν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ λατομείου, ὡς ἠξίουν τινὲς τῶν ἐνδιαφερομένων, ἔχομεν λειτουργοῦντα τὸν ἀρχικὸν νόμον, τὸν κανονίζοντα τὰ τῆς παραχωρήσεως· ἐπίσης ἔχομεν τὸν ἀρχικὸν νόμον λειτουργοῦντα, καὶ ἂν μὴ χαρακτηρισθῇ ὁ στεατίτης ὡς ὀρυκτόν, ἀλλ’ ὡς λίθος, ἐφαρμοζομένων ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τῶν διατάξεων περὶ λατομείων, καθ’ ἃς τὰ δικαιώματα τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς ἐπιφανείας εἶναι μείζονα. Ἀφοῦ ἐν πάσῃ περιπτώσει τὰ δικαιώματα τοῦ ἰδιοκτήτου μένουσιν ἀκέραια, δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς μέτρον περὶ τοῦ θέματος τούτου, εἰμὴ ἀφ’ ἑνὸς μὲν σεβόμενοι τὰ δικαιώματα τοῦ ἰδιοκτήτου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ, ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλει γίνεσθαι ἡ παραχώρησις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, λαμβάνοντες πρόνοιαν, ἵνα τοὐλάχιστον αἱ κείμεναι ἐγγυήσεις διατηρηθῶσιν ὑπὲρ τῆς Πολιτείας, ἢ ὅπως οἱ αὐτοὶ τοῦ κειμένου νόμου περιορισμοὶ ἢ πλείονες καθορισθῶσι περὶ τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἐξουσίας τῆς Κυβερνήσεως. Οὐδαμῶς, νομίζω, δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ δεχθῇ, ὅπως ἡ παραχώρησις τοῦ μεταλλείου ἀνατεθῇ εἰς τὴν αὐτόβουλον ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως.
§73ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον διατίθεται δι’ εἰδικοῦ νόμου τὸ ὀρυκτὸν αὐτὸ, εἶναι διὰ νὰ ὠφεληθῇ τὸ Δημόσιον περισσότερα· διότι κατὰ μὲν τὸν νόμον περὶ μεταλλείων ἔχει 10% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἐνῷ κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον λαμβάνει 40%.
§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν οὗτος ἦναι ὁ μόνος λόγος, δι’ ὃν τὸ νομοσχέδιον ὑποβάλλεται, ὁ λόγος, ὃν λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι πρόκειται νὰ ὠφεληθῇ πλειότερα τὸ Δημόσιον, ὅτι δὲν ἀρκεῖται εἰς τὰ 10 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ἡ ἀπόλαυσις τῶν πλειόνων πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἐγγυήσεις· δὲν δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως κανονίσῃ αὕτη τὸ ποσοστὸν καὶ ὁρίσῃ αὐθαιρέτως τὸ πρόσωπον, ὅπερ θέλει λάβει τὴν παραχώρησιν, καὶ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς θέλει λάβει αὐτήν. Ἐὰν πρόκηται νὰ κανονισθῶσι ταῦτα ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, πρέπει ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ διατηρήσωμεν τοὐλάχιστον τὰς ἐγγυήσεις τοῦ νόμου περὶ μεταλλείων καὶ ὀρυκτῶν, τὰς ἐκ τῆς συμπράξεως τοῦ Συμβουλίου τῶν Μεταλλείων, τὰς ἐκ τῆς δημοσιότητος τῆς διαδικασίας καὶ ἄλλας. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο ἐπιβάλλεται, ἀλλ’ ἀφοῦ πρόκειται περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου, ἐνδείκνυται ὁ κανονισμὸς τοῦ ὅρου τῆς αὐξήσεως, γινομένης διὰ δημοπρασίας τῆς παραχωρήσεως, ἥτις καὶ ἐγγυήσεις παρέχει, ὅτι δὲν εἶναι χαριστικὴ ἡ προτίμησις τοῦ λαμβάνοντος τὴν παραχώρησιν. Μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς διὰ δημοπρασίας παραχωρήσεως δύνανται νὰ ἀφεθῶσιν ἀόριστα πάντα τὰ λοιπά. Περιττὴ τότε καὶ ἡ τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου γνώμη, περιτταὶ καὶ ἄλλαι διατάξεις, ἀναγραφόμεναι ἐν τῷ νόμῳ περὶ μεταλλείων καὶ ὀρυκτῶν· διότι ἡ δημοπρασία θέλει ἐξασφαλίσει τὴν παραχώρησιν εἰς τὸν προσφέροντα τὰ πλείονα, εἰς τὸν προτιμότερον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἀποδιδομένου εἰς τὸ Δημόσιον ποσοστοῦ, λαμβανομένης ἄλλης προνοίας ἐν τῇ διακηρύξει τοῦ διαγωνισμοῦ περὶ τῶν προσόντων τῶν διαγωνιζομένων καὶ περὶ τῶν λοιπῶν ἐγγυήσεων τοῦ κειμένου νόμου. Ταῦτα ὅμως, ὡς εἶπον, εἶναι ἄσχετα πρὸς τὸ ζήτημα τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἰδιοκτήτου, οὐχὶ τοῦ τῶν ὀφειλομένων ποσοστῶν εἰς τὸν κύριον τῆς ἐπιφανείας ἐπὶ τῶν ἐκ τῆς λειτουργίας τοῦ ὀρυχείου προσόδων, ἀλλὰ τοῦ ζητήματος τοῦ δικαιώματος προτιμήσεως περὶ τὴν παραχώρησιν τοῦ ὀρυχείου, διότι ταῦτα ἀποτελοῦσι, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀναφαίρετον παρακολούθημα τῆς ἰδιοκτησίας. Αἱ πληροφορίαι ὅμως, τὰς ὁποίας εἶχε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε διηύθυνε αὐτὸ, ἐνεδείκνυον ἐνέργειαν ὅλως διάφορον τοῦ ἐπιδιωκομένου ὑπὸ τοῦ νόμου. Τότε ἡ γνώμη, ἡ ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων σχηματισθεῖσα, ἦτο, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ πώλησις σάπωνος, περιέχοντος τάλκην, καὶ ὅτι νομοθετικῶς ἔδει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως μὴ γίνηται ἡ νόθευσις αὕτη. Ὑπέθετε δὲ ἡ ὑπηρεσία, δι’ οὓς λόγους αὕτη εἶχεν ἐκθέσει καὶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι, ἐὰν τοιοῦτος νόμος ἐψηφίζετο, οὐδεὶς θὰ ἐζήτει παραχώρησιν δικαιώματος ἐξορύξεως τάλκου, καὶ ὅτι, ὅπως ἀνευρέθη ἐν τῇ χώρᾳ ὁ τάλκης μόνον ὅταν ἡ νόθευσις ἀνεζήτησεν αὐτὸν, οὕτω πάλιν ἤθελε παραμεληθῆ ἐντελῶς, εὐθὺς ὡς ἡ νόθευσις θὰ ἀπηγορεύετο, διότι τὰ τοῦ ἐγχωρίου τιμήματος καὶ τὰ τῆς πωλήσεως εἰς τὸ ἐξωτερικὸν δὲν ἐθεωρήθησαν τότε ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας ὡς ὑποσχόμενα κέρδη ἱκανὰ, ὅπως ἀμείψωσιν ἐπιχείρησιν ἐξορύξεως. Ἡ γνώμη μου ἄρα εἶναι, ὅτι, ἐὰν μὴ ἐλήφθησαν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας νεώτεραι πληροφορίαι περὶ τοῦ θέματος, διάφοροι τῶν προηγουμένων, πρέπει νὰ ἀπαγορευθῇ ἡ διὰ τοῦ στεατίτου νοθεία τοῦ σάπωνος. Τοῦτο εἶναι λίαν ἀναγκαῖον πρὸς περιφρούρησιν τῆς ἱκανῶς σπουδαίας παρ’ ἡμῖν βιομηχανίας τῆς σαπωνοποιΐας· ἐὰν δὲ πρόκηται νὰ κανονίσωμεν τὰ τοῦ στεατίτου χάριν ἐξαγωγῆς, — διότι ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν ἐκτὸς τῆς νοθείας δὲν ὑπάρχει στάδιον πρὸς διάθεσιν τοῦ ὀρυκτοῦ τούτου, — πρέπει ἡ παραχώρησις νὰ γένηται διὰ τρόπου εὐλαβουμένου τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς ἐπιφανείας, καὶ ἐὰν μὴ θεωρηθῶσιν ἐπαρκεῖς αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ μεταλλείων καὶ ὀρυκτῶν περὶ συμπράξεως μετὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν παραχώρησιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Μεταλλείων, νὰ γένηται ἡ παραχώρησις διὰ διαγωνισμοῦ.
§75ΡΟΒΕΡΤΟΣ ΡΩΜΑΣ. Γίνεται ἐπίσης νοθεία καὶ διὰ θείου.
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ναὶ, ἀλλ’ αὕτη ἀναγνωρίζεται εὐκόλως ὑπὸ τῶν καταναλωτῶν.
§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, αἱ πρὸς χορήγησιν ἀδειῶν ἐξορύξεως τάλκης γενόμεναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον αἰτήσεις μοὶ ἔδωκαν ἀφορμὴν νὰ ἐπιθυμήσω νὰ μάθω τὰ περὶ τοῦ ὀρυκτοῦ τούτου. Ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τοῦ τμήματος, ἀλλ’ ἐν αὐτῷ οὐδεμίαν ἀνεῦρον πληροφορίαν. Ἠναγκάσθην λοιπὸν νὰ ζητήσω ἐγὼ πληροφορίας, καὶ ἐξέδωκα ἐγκύκλιον, φέρουσαν ἡμερομηνίαν 11 Σεπτεμβρίου 1892. Οὐδὲν ἐν τοῖς ἀρχείοις ὑπῆρχεν ἔγγραφον προγενέστερον περὶ τάλκης, δὲν εἶναι δὲ ἀκριβῆ ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου εἶπε πρὸ μικροῦ, ὅτι, ὅταν διῴκει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχε πορισθῆ πάσας τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, πλὴν ἄν ταύτας εἶχε πορισθῆ δι’ ἐπιστολῶν. Ἀπετάθην λοιπὸν πρὸς τοὺς Γενικοὺς Προξένους τῆς Ἑλλάδος ἐν Χανίοις, ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐν Σμύρνῃ καὶ ἐν Ὀδησσῷ, πρὸς τὸν Πρόξενον τῆς Ἑλλάδος ἐν Μιτυλήνῃ, πρὸς τὸν Νομάρχην Κυκλάδων, καὶ ἐζήτησα πληροφορίας περὶ τοῦ γλωσσολίθου, οὐ μόνον ὡς πρὸς τὸν κλάδον τῆς βιομηχανίας, εἰς τὸν ὁποῖον χρησιμεύει, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς ἀγοραίας τιμῆς αὐτοῦ, καὶ περὶ τῆς κατεργασίας ἢ τῆς πρὸς ἐμπορίαν παρασκευῆς αὐτοῦ. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔλαβον, εἰσὶ πρόχειροι, καὶ δύναμαι νὰ ἀναγνώσω αὐτάς. Ἐν πρώτοις ἐπληροφορήθην, ὅτι ἐν Ζακύνθῳ μόνον πέντε τόννοι εἶχον εἰσαχθῆ, ἑπομένως δὲν ἠδύναντο νὰ μοὶ δώσωσι πληροφορίας, ἐὰν διὰ τοῦ ἐγχωρίου γλυσσολίθου, ἢ διὰ γλυσσολίθου ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγομένου ἐνοθεύετο ἐκεῖ ὁ σάπων. Ἐὰν ἕνεκα τῆς νοθεύσεως ταύτης ὁ σάπων ὑπετιμᾶτο ἐν ταῖς ἀγοραῖς, τοῦτο εἶναι ζήτημα ἀλλότριον, ἀναγόμενον εἰς τὴν προστασίαν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας. Εὐθὺς ὡς κριθῇ, ὅτι ἡ χρῆσις γλυσσολίθου ἐν τῇ σαπωνοποιΐᾳ παραβλάπτει τὴν ποιότητα τοῦ σάπωνος, καὶ ἑπομένως συντελεῖ εἰς τὴν μείωσιν τῆς τιμῆς αὐτοῦ, καὶ καθιστᾷ τὸν σάπωνα, τὸν παραγόμενον ἐν Ἑλλάδι, ἀνίκανον νὰ συναγωνισθῇ πρὸς σάπωνα, παραγόμενον ἐν Εὐρώπῃ, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ λάβῃ μέτρα, ἵνα προστατεύσῃ τὴν ἐν Ζακύνθῳ καὶ ἀλλαχοῦ βιομηχανίαν τῆς σαπωνοποιΐας, ἀπαγορεύουσα τὴν χρῆσιν τῆς τάλκης. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἀναμίξωμεν μὲ τὴν διάθεσιν τοῦ ὀρυκτοῦ, οὐδὲ δύναται νὰ ἐπασχολήσῃ ἡμᾶς τὴν ἑσπέραν ταύτην, διότι οὐδ’ ἡ Βουλὴ εἶναι παρεσκευασμένη, ἵνα ἀποφανθῇ περὶ τούτου, οὐδ’ ἡμεῖς ὑπεβάλομεν τοιαύτην πρότασιν περὶ τούτου. (Ἀναγινώσκει ἐνταῦθα ὁ ἀγορεύων κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκθέσεις τῶν Ἀρχῶν περὶ τοῦ ὀρυκτοῦ). Αἱ πληροφορίαι αὗται ἐνδεικνύουσιν, ὅτι πρῶτον δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ καταναλώσωμεν ποσὰ μεγάλα, 50 καὶ 60 καὶ 80 χιλιάδων τόννων, ἡ δὲ κατανάλωσις θέλει περιστρέφεται μεταξὺ δύο, τριῶν ἢ πέντε τὸ πολὺ χιλιάδων τόννων. Δεύτερον, ὅτι ὁ τάλκης ἢ ἡ τάλκη αὕτη, ἐὰν πρόκηται νὰ ἐκμεταλλευθῶμεν αὐτὸν πρὸς ταμιευτικὸν σκοπὸν, ἀνταγωνίζεται πρὸς τὸν γλυσσόλιθον διαφόρων χωρῶν, ἑπομένως πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὸ μονοπώλιον, ἂν θέλωμεν νὰ πωλήσωμεν ποσὰ ἐξ αὐτῆς. Αἱ μελέται, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ τοῦ νόμου περὶ μεταλλείων, περὶ τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου, περὶ τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον ἀπαιτεῖ, ἤτοι περὶ ἀναλύσεως χημικῆς, περὶ δημοσιεύσεως διὰ τῶν ἐφημερίδων κλπ., οὐδαμῶς ἁρμόζουσιν, οὐδὲ κοινόν τι ἔχουσι πρὸς τὴν συζήτησιν ταύτην. Πᾶσαι ἐκεῖναι αἱ ἐγγυήσεις ἐνομοθετήθησαν χάριν ἄλλου σκοποῦ. Ἐκεῖ δὲν εἶναι γνωστόν, ἐὰν ὑπάρχῃ μετάλλευμα, ἐὰν τὸ μετάλλευμα τοῦτο ἦναι ἐμπορεύσιμον, ἤτοι βιομηχανικῶς ἐκμεταλλεύσιμον. Δὲν εἶναι γνωστὸν ἐκ τῶν προτέρων οὐδὲ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὁ πρὸς ὃν πρόκειται νὰ παραχωρηθῇ μεταλλεῖόν τι προσφέρει εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐκεῖ ὁ πολίτης ποιεῖται αὐτὸς ἰδίᾳ ἀναλύσεις καὶ ἐρεύνας, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ὑποβάλλει αἴτησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν οὐδένα ἔχει λόγον νὰ προτιμήσῃ αὐτὸν παντὸς ἄλλου, ζητοῦντος τὴν αὐτὴν παραχώρησιν. Προσδιώρισεν ὁ νόμος ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ὡς ποσοστὸν 5 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου. Καὶ οὐ μόνον δὲν ἔχει λόγον νὰ προτιμήσῃ αὐτὸν τὸν ζητήσαντα, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν ἄλλος νὰ ἔχῃ δικαίωμα ἐπὶ τοῦ μεταλλείου· διὰ τοῦτο ἀνέγραψεν ἐν τῷ νόμῳ τὴν ὑποχρέωσιν τῶν δημοσιεύσεων διὰ τῶν ἐφημερίδων τῆς ἀποστολῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δείγματος καὶ ἐκθέσεως τῆς ἀναλύσεως, διὰ νὰ πεισθῇ, ἐὰν ὑπάρχῃ μετάλλευμα, ἵνα μὴ συμβῇ νὰ παραχωρηθῇ ὡς μεταλλεῖον κτῆσις ἰδιωτικὴ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ ἰδιοκτήτου. Τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον ἦτο ἀνάγκη νὰ συγκαλῆται, διότι εἰς αὐτὸ προσῆκε νὰ ἐξετάσῃ, πρῶτον, ἐὰν ὑπάρχῃ μετάλλευμα, δεύτερον, ποῖον τὸ μετάλλευμα τοῦτο, τρίτον, ἂν ἐν τῇ αὐτῇ ἐκτάσει ὑπάρχωσι πολλὰ μεταλλεύματα, τέταρτον, ἐὰν ὑπάρχῃ λόγος τις ἴδιος, ὅπως προτιμηθῇ αὐτὸ ἄλλου τινός. Καὶ ὄντως, ἐάν τις ἐπιστήμων μεταλλουργὸς ἢ μεταλλευτὴς ζητῇ παραχώρησιν μεταλλείου, καὶ ζητῇ αὐτὴν καὶ ἕτερος μὴ τοιοῦτος, τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον ἔχει λόγον νὰ προτιμήσῃ τὸν πρῶτον ἀντὶ τοῦ δευτέρου, ὅστις δὲν ἔχει ἐπιστημονικὴν ἱκανότητα, θέλει δὲ ἀρυσθῆ αὐτὴν παρ’ ἄλλου, καὶ οὕτω τὰ ἔξοδα τῆς ἐκμεταλλεύσεως θέλουσιν εἶσθαι μεγαλείτερα, καὶ τὸ κέρδος τοῦ δημοσίου ταμείου μικρότερον. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἔχει τις νὰ διαθέσῃ, προκύπτει ὡσαύτως λόγος νὰ προτιμηθῇ ὁ εὔπορος, διότι δύναται νὰ ἐργασθῇ, ἐνῷ ὁ ἄπορος θέλει ζητήσει πρῶτον κεφάλαια, καὶ θέλει ἐργασθῆ, ἐὰν εὕρῃ τοιαῦτα, οὕτω δὲ δύναται νὰ μένῃ ἀργὸν τὸ μεταλλεῖον, καὶ νὰ ζημιωθῇ καὶ ἡ χώρα καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀλλ’ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ὀρυκτοῦ τούτου, περὶ οὗ πρόκειται, ποίαν ἔχετε νὰ ζητήσητε προτίμησιν; Οὐδεμίαν. Μίαν μόνον προτίμησιν ἔχετε, τὴν τῆς τιμῆς. Ὅποιος δώσει περισσότερον. Ἔχετε ἀνάγκην νὰ ζητήσητε βεβαιώσεις, ἐὰν ἦναι ὀρυκτὸν ὁ τάλκης; Ἔχετε πληροφορίας, ὅτι αὐτὸ εἶναι ὀρυκτὸν, καὶ ὅτι χρησιμεύει εἰς τοῦτο τὸ εἶδος τῆς βιομηχανίας, καὶ ὅτι τοσοῦτον ποσὸν δύναται νὰ καταναλωθῇ; Ἐννοῶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ δημοπρασία. Ἡ πρότασις αὐτοῦ αὕτη εἶναι ὀρθή. Ἔχει δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἐμπιστεύεται εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ διαθέσωσι τὸν τάλκην ἄνευ δημοπρασίας. Ἀλλ’ ἀφοῦ τοσοῦτον ποσὸν καταναλίσκεται, καὶ ἀφοῦ τοιαύτη τυγχάνει ἡ ἀγοραία τιμὴ αὐτοῦ, πόσον νομίζετε, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὑπερβῇ τὸ ποσὸν τῶν 10 δραχμῶν, τὰς ὁποίας προσδιορίζει ὡς ἐλάχιστον ὅρον τὸ νομοσχέδιον; Ἡ δημοπρασία θέλει τάχα ἀναβιβάσει αὐτὸ εἰς ἕνδεκα δραχμάς; Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ κατανάλωσις περιορίζεται εἰς 3,000 τόννους, ὑπάρχει κίνδυνος μὴ ζημιωθῶμεν τρεῖς χιλιάδας δραχμῶν. Μήπως ἡ δημοπρασία ἀναβιβάσῃ τὸ μίσθωμα εἰς 12 δραχμάς; Λοιπὸν θέλομεν κινδυνεύσει τότε νὰ ζημιωθῶμεν ἓξ χιλιάδας δραχμῶν. Τὸ ποσὸν εἶναι τοσοῦτον εὐτελές, ὥστε νομίζω, ὅτι ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ νὰ μὴ διατρέξῃ κίνδυνόν τινα τὸ δημόσιον ταμεῖον. Δὲν ἀνέγραψα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς διαθέσεως τῆς τάλκης διὰ δημοπρασίας, διότι ἡ δημοπρασία ἠδύνατο νὰ παραγάγῃ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα, οὐ μόνον διότι ὁ συναγωνισμὸς ἠδύνατο νὰ φέρῃ τιμὰς μικροτέρας τῶν 10 δραχμῶν, ἀλλὰ καὶ διότι οἱ μέλλοντες νὰ συναγωνισθῶσιν ἠδύναντο νὰ συνεννοηθῶσιν εὐχερῶς πρὸς ἀλλήλους, ἀφοῦ τὰ ποσὰ εἶναι μικρὰ, ἤθελε δ’ οὕτως ἀποτύχει ὁ νόμος. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ τοσοῦτον δυσπιστῇ, μήπως τυχὸν ζημιωθῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ζητῇ ἐγγυήσεις, ἐγὼ ἀναγνωρίζω, ὅτι ὀρθῶς καὶ δικαίως δύναται νὰ ζητήσῃ τὰς ἐγγυήσεις, ἐὰν ἔχῃ τοιαύτην γνώμην περὶ τῶν κυβερνώντων. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα ἀνεβιβάσθη προσέτι καὶ ὑψηλότερον, καὶ ἐφθάσαμεν καὶ μέχρι τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐχαρακτηρίσθη ὁ νόμος δημευτικός. Διὰ τοῦ νόμου τούτου διατηροῦνται πάντα τὰ δικαιώματα τῆς ἰδιοκτησίας, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ βλαφθῶσι, διότι ὁ νόμος περὶ ὀρυκτῶν καὶ μεταλλείων ἀνακηρύττει προτιμώμενον τὸν ἰδιοκτήτην, ἐνῷ ὁ συζητούμενος νόμος περὶ τοῦ στεατίτου κηρύττει προτιμώμενον τὸν δίδοντα περισσότερα χρήματα. Ἡ ἰδιοκτησία, ἡ ὁποία περιέχει στεατίτην, εἶναι ἰδιοκτησία ἀργή, δὲν ἀφαιρεῖται δ’ ἀπὸ αὐτὸν, ἀλλ’ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην θέλει δοθῆ ἓν ποσὸν, ὡς δικαίωμα πληρωτέον εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν, καὶ προσέτι ἀποζημίωσις διὰ τὰς ζημίας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ προκύψωσιν. Ὑπάρχουσι καὶ αἱ ἄλλαι διατάξεις, περὶ ἀστυνομίας τῆς ἐξορύξεως ὀρυκτῶν, ἢ τῆς ἐκμεταλλεύσεως μεταλλείων. Κατ’ αὐτὰς, δὲν δύναται νὰ γένηται ἐξόρυξις ἄνευ διαγραμμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐξασκοῦσα τὴν ἀστυνομίαν ἀρχὴ θέλει ἐπιθεωρήσει, ἡ δὲ ἀρχὴ αὕτη θέλει ἐπιτηρήσει αὐτάς. Διὰ τοῦτο ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἀνευρίσκω τὸν λόγον, δι’ ὃν ἐπροτάθησαν ὅσα ἐλέχθησαν. Ἐννοῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Τήνου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τήνου, ὁ ὁποῖος φροντίζει φυσικῶς διὰ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου του, δυσκολεύεται νὰ δεχθῇ ὡς ἐλάχιστον ὅρον τὴν τιμὴν τῶν 10 δραχμῶν, καὶ ἐπιθυμεῖ, ὡς εἰκὸς, ὀλιγωτέραν τιμὴν, διὰ νὰ ἦναι βέβαιος περὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἀλλὰ τοὺς λέγοντας, ὅτι ἡ τιμὴ εἶναι μικρὰ, ὅτι πρέπει νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ Δημόσιον διὰ δημοπρασίας, ὅπως μὴ συμβῇ κατάχρησίς τις, αὐτοὺς δὲν ἐννοῶ, ὡς δὲν ἐνόησα τὴν συνάφειαν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ μεταλλείων μὲ τὸ προκείμενον θέμα. Ὁ νόμος περὶ μεταλλείων, τοῦ ὁποίου ἐγένετο μνεία τὴν ἑσπέραν ταύτην, εἶναι νόμος ἀτελὴς, ἡ δὲ ἀτέλεια αὐτοῦ παρήγαγε παρ’ ἡμῖν ἀποτελέσματα ἀληθῶς γελοῖα. Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἦναι χώρα μεταλλοῦχος,—καὶ φαίνεται ὅτι εἶναι τοιαύτη,—πόσα ἐν τῇ χώρᾳ μεταλλεῖα ἐτέθησαν ἐν ἐκμεταλλεύσει; Ἐκτὸς τῶν δύο ἑταιριῶν, τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Γαλλικῆς, αἵτινες ἐργάζονται ἐν Λαυρίῳ, ἐκτὸς αὐτῶν τῶν ἑταιριῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι καὶ ὀρυχεῖά τινα παρακείμενα, δὲν εἶδον ἀκμάζουσαν οὐδεμίαν ἄλλην μεταλλευτικὴν ἐπιχείρησιν. Καὶ γνωρίζετε εἰς πόσους ἐγένοντο παραχωρήσεις, καὶ πόσοι ἔχουσι δικαίωμα μεταλλεύσεως μεταλλείων; Ἐὰν ἀναδιφήσητε τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως», θέλετε ἴδει, ὅτι τὸ ἥμισυ τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ κατώρθωσε ν’ ἀποκτήσῃ παραχώρησιν μεταλλείων, τὰ ὁποῖα, ἐξ ἐλλείψεως κεφαλαίων ἢ μεταλλευτικῆς ἱκανότητος, μένουσιν ὅλα ἀργὰ, πλὴν τινων, τὰ ὁποῖα μετεπωλήθησαν εἰς τὸν κ. Σερπιέρην, ὁ ὁποῖος συγκεντρόνει πᾶν μεταλλεῖον μεταλλεύσιμον. Κατὰ τὸν νόμον περὶ μεταλλείων, αἱ παραχωρήσεις τῶν μεταλλείων γίνονται πρὸς τοὺς ζητοῦντας, ἀλλ’ οἱ ζητοῦντες δὲν σκοποῦσι νὰ ἐκμεταλλεύσωσι τὰ μεταλλεῖα ταῦτα, ἀλλὰ νὰ μεταπωλήσωσιν αὐτὰ εἰς ἄλλους. Ὥστε οἱ λαμβάνοντες παραχωρήσεις μεταλλείων, κατὰ τὸν νόμον περὶ μεταλλείων, εἶναι προμηθευταὶ μεταλλείων, δὲ εἶναι ἐκμεταλλευταί. Καὶ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, ὀφείλοντες νὰ πληρώνωσι φόρον τριῶν λεπτῶν κατὰ στρέμμα, ἔσπευσαν πρὸ χρόνου πολλοῦ, ἀπὸ τοῦ 1876, νὰ ὑποβάλωσιν αἰτήσεις παραιτήσεων, αἵτινες δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν, ἀπὸ τοῦ 1876 δὲ ἐξακολουθοῦσιν οὗτοι νὰ ἀναγράφωνται ὡς ὀφειλέται τοῦ δημοσίου ταμείου διὰ τὸν ἐτήσιον στρεμματικὸν φόρον, τὸν ὁποῖον κατὰ τὸν νόμον πρέπει νὰ πληρώνωσιν ἐκ τοῦ μεταλλείου, τοῦ ὁποίου ἡ παραχώρησις ἐγένετο πρὸ αὐτούς. Ἀλλ’ αὐτοὶ οὐδ’ ἐξεμεταλλεύθησαν τὸ μεταλλεῖον, πολλοὶ δὲ οὐδὲ ἠδύναντο νὰ πατήσωσιν εἰς τὴν παραχωρηθεῖσαν αὐτοῖς ἔκτασιν, καὶ παραπονοῦνται εὐλόγως, διότι, εἰ καὶ ὑπέβαλον παραιτήσεις, δὲν ἀπήλλαξαν αὐτοὺς τῆς πληρωμῆς. Ἀλλὰ πῶς ὁ Ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ τὸν ταμίαν νὰ μὴ ζητήσῃ ἀπ’ αὐτοὺς τὸ ποσὸν τοῦ προσδιωρισμένου φόρου, ἀφοῦ δὲν ἔχει τοιαύτην ἐξουσίαν; Παράγονται ἑπομένως διηνεκεῖς περιπλοκαί. Ἐγὼ ἐν τινι μεταλλευτικῷ συμβουλίῳ, τὸ ὁποῖον συνεκροτήθη κατὰ τὴν διάρκειαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐσμὲν ἐν τῇ ἀρχῇ, καὶ τοῦ ὁποίου μετεῖχε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Μαντινείας, ὡς διατελέσας Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐπρότεινα νὰ ἀποφανθῇ τὸ μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, ἵνα προταθῇ ἡ ἀποδοχὴ τῶν παραιτήσεων τῶν λαβόντων τοιαύτας παραχωρήσεις. Δὲν ἐγένετο ὅμως δυνατὸν νὰ καταλήξωμεν εἰς ἀποτέλεσμα, καὶ μένει εἰσέτι ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις. Ὁ νόμος λοιπὸν περὶ μεταλλείων, ὄχι μόνον ὡς πρὸς τὰ ὀρυκτὰ, πρὸς τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει σχέσιν τινά, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὰ μεταλλεῖα εἶναι νόμος ἀτυχὴς, ὁ ὁποῖος οὐδαμῶς διηυκόλυνε τὴν μεταλλευτικὴν ἢ τὴν μεταλλουργίαν ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἐδημιούργησε πιθανῶς προσκόμματα, παρακωλύσαντα τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῶν· ἕνεκα τούτου προεκλήθη ὁ κατὰ τὸ 1882 ἐκδοθεὶς νόμος, ὁ ὁποῖος ἐσκόπει νὰ περιστείλῃ τὸ κακὸν τοῦτο διὰ τῆς μεταβολῆς τῶν κειμένων, κατὰ τὰ ὁποῖα δικαίωμα πρὸς παραχώρησιν μεταλλείων εἶχον καὶ ζητοῦντες ἐλάμβανον παραχωρήσεις οἱ προμηθευταὶ μεταλλείων, καὶ οὐχὶ οἱ δυνάμενοι νὰ ἐκμεταλλευθῶσι ταῦτα. Ἀλλὰ τί κοινὸν ἔχει ὁ νόμος τοῦ 1882, ὁ ἀπαγορεύσας τὴν παραχώρησιν μεταλλείων ἄνευ νόμου εἰδικοῦ, μετὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δι’ οὗ σκοπεῖται ὁ κανονισμὸς τῆς διαθέσεως τοῦ ὀρυκτοῦ τούτου; Ὅταν τὸ νομοσχέδιον ἐπιψηφισθῇ καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, καὶ γένηται νόμος, τότε ἡ ἐξόρυξις καὶ ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ ὀρυκτοῦ δὲν θέλει γίνεσθαι δυνάμει εἰδικοῦ νόμου, τούτου τοῦ ὑπὸ τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς σήμερον κειμένου;
§78ΣΧΙΝΑΣ. Κατὰ τὸν προηγούμενον νόμον, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, προτιμᾶται μὲν ὁ ἰδιοκτήτης, ἀλλὰ διὰ τοῦ ἰδίου νόμου καὶ ἀσφαλίζεται, ἐὰν ὁ λαβὼν τὴν παραχώρησιν δὲν ἦλθε προηγουμένως εἰς συμφωνίαν μετ’ αὐτοῦ· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, συνερχόμενον καὶ λαμβάνον ὑπ’ ὄψιν ἅπαντα τὰ ἐκτιθέμενα, κανονίζει τὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν δικαιοῦται νὰ λάβῃ ὁ ἰδιοκτήτης· ἑπομένως λόγος περὶ βλάβης τοῦ ἰδιοκτήτου δὲν δύναται νὰ γείνῃ. Ἕν μόνον θὰ παρατηρήσω. Ἡ παραχώρησις ἢ θὰ δοθῇ εἰς ἓν μόνον πρόσωπον ὅλη, ἢ θὰ δοθῇ κατὰ τμήματα. Ἐὰν δοθῇ κατὰ τμήματα, τίνι τρόπῳ θὰ δοθῇ, καὶ ποίας ὑποχρεώσεις θὰ ἔχῃ ὁ λαβὼν αὐτήν; Διότι, ἐὰν ἡ ὅλη κατανάλωσις ἀναβαίνῃ εἰς τρεῖς ἢ τέσσαρες χιλιάδας τόννους, ἔστω καὶ πέντε χιλιάδας, ἡ δὲ ὅλη ἔκτασις διαιρεθῇ εἰς πέντε ἢ ἓξ τμήματα, πόσον ποσὸν ἕκαστος τῶν λαμβανόντων τὴν παραχώρησιν εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἐξάγῃ; Βεβαίως πάντοτε θὰ ἐξάγῃ ὡρισμένον ποσὸν, ὀλιγώτερον τοῦ ὁλικοῦ ποσοῦ τῆς καταναλώσεως, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἔχομεν καὶ ἄλλα μέρη, τὰ ὁποῖα παρέχουσι τὸ ἴδιον ὀρυκτὸν, μολονότι κατὰ ποιὸν τὸ ἐξαγόμενον ἐκ Τήνου εἶναι καὶ ποικίλον καὶ καλλιτέρας ποιότητος. Ἄλλην μίαν παρατήρησιν θὰ κάμω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ στεατίτου, τὸ ὁποῖον ἐξάγεται εἰς κατάστασιν κόνεως, θὰ πληρόνῃ περισσότερον. Τὸ τοιοῦτον φρονῶ, ὅτι εἶναι ἄδικον διὰ τὸν τόπον, καθόσον ὁ τόπος ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀναπτύξῃ μίαν μικρὰν βιομηχανίαν μεταλλευτικήν. Τοῦτο εἶναι ὀρυκτὸν, τὸ ὁποῖον εὐκόλως τρίβεται, ὡς π. χ. τὸ μάρμαρον, τὸ ὁποῖον τρίβεται καὶ γίνεται ἡ κόνις, τὴν ὁποίαν μεταχειρίζονται εἰς κονιάματα· τοιουτοτρόπως καὶ ὁ στεατίτης δύναται νὰ μεταβληθῇ εἰς κόνιν. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι, ἀντὶ νὰ αὐξήσωμεν τὴν τιμήν, καλλίτερον εἶναι, ἐὰν δὲν τὴν ὁρίσωμεν μικροτέραν, νὰ τὴν ἀφήσωμεν τουλάχιστον ὡς ἔχει, ὥστε νὰ ὠφελῶνται κἄτι τι οἱ ἐν τῷ τόπῳ ἄνθρωποι, καὶ νὰ ἀναπτύσσηται κἄπως καὶ ἡ βιομηχανία. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ, ὡς ἔχει).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§80ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τήνου, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βώλου, τὴν δέχομαι. Ἑπομένως προτείνω τὴν διαγραφὴν τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀπαλειφθείσης τῆς βʹ παραγράφου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3–5, ὡς ἔχουσι).
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§82ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ τρίτῳ στίχῳ τοῦ ἄρθρου, πρὸ τῆς λέξεως «ἐντοίχων», παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «ἐντός», παραλειφθεῖσα ἐκ τυπογραφικῆς ἀβλεψίας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ, εἰς βʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, εἰς βʹ μὲν συζήτησιν τὰ νομοσχέδια: αʹ) Περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 150,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1891. βʹ) Περὶ χορηγήσεως πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 172,147 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1891 καὶ περὶ ἀκυρώσεως ὑπολοίπου ἐκτάκτου πιστώσεως ὑπὸ κεφ. 26 τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχ. 172,147. γʹ) Περὶ χορηγίας πιστώσεως ἐκ δραχ. 1600 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1891. Εἰς πρώτην δὲ συζήτησιν τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 322,882.22 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1891. 2) Περὶ χορηγήσεως πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 77,237.51 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1891 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. 3) Περὶ αὐξήσεως τῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν κεχορηγημένης παγίας προκαταβολῆς. 4) Περὶ χορηγίας τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν ἐκτάκτου πιστώσεως δραχ. 510,000 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1891 διὰ κατασκευὴν ἀτμολεβήτων. 5) Περὶ χορηγήσεως πιστώσεως ἐκ δραχ. 119,702.27 εἰς βάρος τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1891, καὶ περὶ ἀκυρώσεως ὑπολοίπου ἐκτάκτου τοιαύτης τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890. 6) Περὶ χορηγήσεως πιστώσεων εἰς βάρος τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1891 καὶ περὶ ἀκυρώσεως ὑπολοίπων ἐκτάκτων τοιούτων τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890. 7) Περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1891 ἐκ δραχμῶν 873,194.06, καὶ περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 577,583.56 ἐπὶ τῆς χρήσεως 1891).
§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ λάβωσι τὴν καλωσύνην νὰ ἔλθωσι πρὸς συνεδρίασιν καὶ αὔριον, διότι πρέπει νὰ σπεύσωμεν.
§84ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἰς τὰς 3 μ. μ. αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις Ὥρᾳ 9 καὶ 20′ μ. μ.