| 2529 | Λ. Δεληγεώργης | Θ. Π. Δηλιγιάννης | Ν | ||
| 2530 | Δ. Χατζόπουλος | Θ. Β. Δηλιγιάννης | Ν | ||
| 2531 | Νικ. Δ. Μακρῆς | Ν | Π. Μανέτας | ||
| 2532 | Χ. Τρικούπης | Α. Σακελλαρόπουλος | Ν | ||
| 2533 | Δημ. Σ. Βουλπιώτης | Χρ. Χρηστόπουλος | Ν | ||
| 2534 | Γεώργ. Σισμάνης | Φίλιπ. Βάρβογλης | Ν | ||
| 2535 | Ἀθ. Ἴσκος | Ν | Κ. Κωνσταντόπουλος | ||
| 2536 | Μιχ. Ἰατρίδης | Ν | Θ. Πέῤῥος | Ν | |
| 2537 | Ν. Ζῶτος | Ν | Ἠλίας Φλέσσας | Ν | |
| 2538 | Ν. Φαρμάκης | Εὐθ. Σπυράκης | Ν | ||
| 2539 | Δημ. Πετρίδης | Ν | Κ. Κατσικόπουλος | Ν | |
| 2540 | Σπ. Νοταρᾶς | Ἰω. Ἀντωνόπουλος | Ν | ||
| 2541 | Γ. Φαρμακόπουλος | Κ. Καραπάνος | |||
| 2542 | Ἀν. Δημητριάδης | Γ. Παχὺς | |||
| 2543 | Δημ. Οἰκονόμου | Ν | Ἀντ. Ζυγομαλᾶς | ||
| 2544 | Ἰω. Δηλιγιάννης | Ν. Λεβίδης | |||
| 2545 | Ἀγ. Γεωργαντᾶς | Ν | Δ. Ράλλης | ||
| 2546 | Ἠλίας Ποταμιάνος | Δημ. Ν. Καλλιφρονᾶς | |||
| 2547 | Εὐστ. Τουρνάκης | Ἀλέξ. Σκουζὲς | |||
| 2548 | Ἀλέξ. Ρετσίνας | Κ. Νεγρεπόντης | Ν | ||
| 2549 | Ἀνδρέας Συγγρὸς | Μ. Δαμιράλης | Ν | ||
| 2550 | Στέφ. Δραγούμης | Δ. Γαβαλᾶς | Ν | ||
| 2551 | Ἀλέξ. Ψύλλας | Σπ. Παγανέλης | Ν | ||
| 2552 | Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Κ. Μαυρομιχάλης | |||
| 2553 | Ν. Φιλάρετος | Γ. Πετροπουλάκης | |||
| 2554 | Ν. Μπουφίδης | Γεώρ. Μαυρομιχάλης | Ν | ||
| 2555 | Τρύφ. Μουτσόπουλος | Ν | Κ. Κοσσονάκος | ||
| 2556 | Ἀχ. Χοϊδᾶς | Ν | Κ. Παπαμιχαλόπουλος | Ο | |
| 2557 | Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Κ. Σαλταφέρος | Ν | |
| 2558 | Γιαννοῦκος Μαυρομιχάλης | ||||
| 2559 | Ἄγγελος Πετραλιᾶς | Ν | Στέφ. Κοπανίτσας | ||
| 2560 | Ν. Πετιμεζᾶς | Ν | Ν. Βαρβιτσιώτης | ||
| 2561 | Λ. Σταμάτης | Ν | Γ. Φιλάρετος | ||
| 2562 | Α. Παναγιωτόπουλος | Γ. Σχινᾶς | |||
| 2563 | Α. Γεροκωστόπουλος | Ν | Ἰωάννης Φίλιος | Ν | |
| 2564 | Ν. Κουμανιώτης | Ν | Ἰωάν. Παπαδόπουλος | ||
| 2565 | Δ. Παυλόπουλος | Ν | Νικ. Ριζόπουλος | ||
| 2566 | Νικ. Γεωργιάδης | Ν | |||
| 2567 | Α. Σπηλιάδης | Ν | Νικ. Κοκωσλῆς | ||
| 2568 | Α. Ζαΐμης | Δ. Οἰκονομίδης | Ν | ||
| 2569 | Ι. Ζωγράφος | Ν | Μιλτ. Δάλλας | ||
| 2570 | Α. Κοντόσταυλος | Πούλιος Ζαρίμπας | Ν | ||
| 2571 | Α. Πετσάλης | Ν | Κ. Κουμουνδοῦρος | Ν | |
| 2572 | Η. Γαζέπης | Ἀσημ. Χρηστόπουλος | Ν | ||
| 2573 | Π, Λεβέντης | Ν | Π. Σάκκης | Ν | |
| 2574 | Θεόδ. Φλογαΐτης | Ν | Κ. Φλέσσας | Ν | |
| 2575 | Ἀριστομ. Χατζηνικολῆς | Ν | Πέτρος Καπετανάκης | Ν | |
| 2576 | Γεώργ. Καραβᾶς | Ν | Κ. Δαγρὲς | Ν | |
| 2577 | Λ. Ρώμας | Ν | Εὐστ. Κοκκέβης | Ν | |
| 2578 | Ρ. Ρώμας | Ν | Ν. Μισυρλῆς | Ν | |
| 2579 | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Περικλῆς Πεῤῥωτὴς | |||
| 2580 | Δ. Στεφάνου | Δ. Λυμπερόπουλος | Ν | ||
| 2581 | Ι. Σέχος | Ν | Σωτ. Σωτηρόπουλος | ||
| 2582 | Γ. Θεοτόκης | Χ. Κανελλόπουλος | |||
| 2583 | Ε. Τσαρλαμπᾶς | Ν | Γ. Ν. Μπούμπουλης | Ν | |
| 2584 | Α. Καποδίστριας | Σωτ. Χατζηγάκης | Ν | ||
| 2585 | Π. Κωνσταντᾶς | Ν | Δημήτρ. Τερτίπης | Ν | |
| 2586 | Π. Βαλαωρίτης | Βασίλ. Ἀζᾶς | Ν | ||
| 2587 | Ἀλκίνοος Ζερβός | Ἀπόστ. Βασιαρδάνης | Ν | ||
| 2588 | Α. Ἀγάθος | Ν | Σπυρ. Γεωργόπουλος | ||
| 2589 | Ε. Μπασιᾶς | Ν | Γιαννούσης Τάκης | Ν | |
| 2590 | Σ. Φορέστης | Ν | Ν. Ταρμπάζης | Ν | |
| 2591 | Ν. Βαλσαμάκης | Ἰω. Παλάσκας | Ν | ||
| 2592 | Ἀναστ. Ζερβός | Ν | Νικ. Τσαμαδὸς | ||
| 2593 | Ι. Βρυώνης | Θεόδωρ. Γκίκας | |||
| 2594 | Π. Μαυροκέφαλος | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | |||
| 2595 | Δ. Σπινέλης | Ν | Ν. Χατζῖσκος | ||
| 2596 | Γ. Π. Μπούμπουλης | Α. Εὐταξίας | Ν | ||
| 2597 | Α. Μαυρογορδάτος | Ν | Κ. Τράκας | ||
| 2598 | Γ. Κόρπας | Ν | Ἀνδρ. Μαρλᾶς | Ν | |
| 2599 | Ν. Συνοδινὸς | Ν | Ν. Κοντογιάννης | Ν | |
| 2600 | Κ. Ἀργυρόπουλος | Κ. Ἀναγνωστόπουλος | Ν | ||
| 2601 | Π. Ταταράκης | Ν | Π. Σκουμπουρδῆς | ||
| 2602 | Γρ. Μαυρομαρᾶς | Ν | Λ. Καραλίβανος | Ν | |
| 2603 | Ο. Μαῦρος | Ν | Α. Μ. Κανάρης | Ν |
1892.02.08
2,609 rows · 19,330 words · 1 table · 107 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32
Τῆς 8 Φεβρουαρίου 1892.
(Σάββατον)
Ὥρα 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Συμπολῖταί μού τινες, διαμένοντες ἐν Βοστώνῃ τῆς Ἀμερικῆς, μοὶ ἀπέστειλαν ἀναφορὰν, δι’ ἧς ζητοῦσι τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἑλληνικοῦ καὶ τοῦ δημοτικοῦ σχολείου τοῦ χωρίου Βρεσθαίνων, πρωτευούσης τοῦ δήμου Οἰνοῦντος, τὰ ὁποῖα μένουσι κενά. Ὑπὲρ τῆς ἀξιεπαίνου καὶ φιλοστόργου ταύτης μερίμνης γονέων, μακρὰν τῆς πατρίδος πρὸς ἐργασίαν μενόντων, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ λάβῃ τὴν δέουσαν μέριμναν. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ συμπληρωθῶσι τὰ σχολεῖα τῶν χωρίων Καστανιᾶς, πρωτευούσης τοῦ δήμου Καστορίου, καὶ Βαμβακοῦς, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκ τῶν πολυπληθεστέρων καὶ καλλιτέρων χωρίων τῆς ἐπαρχίας ἡμῶν, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἄδικον νὰ στερῶνται διδασκάλων.
§2ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα Βρεσθαίνων καὶ Καστανιᾶς δὲν εἶναι ἐκ τῶν πλήρων, ἑπομένως κατὰ τὸ διάταγμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπληρωθῶσι διὰ βοηθῶν. Γνωρίζετε δὲ, ποία ἔλλειψις ὑπάρχει ἑλληνοδιδασκάλων, καὶ ἡ ἔλλειψις αὕτη εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐπληρώθησαν μέχρι τοῦδε τὰ σχολεῖα ἐκεῖνα, ὡς καὶ ἄλλα πολλὰ, καὶ οὐχὶ ἔλλειψις προνοίας τῶν Βουλευτῶν τοῦ νομοῦ.
§3ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ κύριος Βουλευτὴς νομίζω ὅτι δὲν ἐμέμφθη Βουλευτάς.
§4ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Ἐγὼ ὑπέβαλον ἀναφορὰν συμπολιτῶν, διαμενόντων ἐν Ἀμερικῇ.
§5ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Βουλευτὴν, καὶ θὰ τῷ ἐγνώριζον μεγίστην χάριν, ἐὰν ἀνεύρισκεν ἑλληνοδιδάσκαλον πρὸς συμπλήρωσιν τούτων.
§6ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι ἁρμόδιος.
§7ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ ἴδω τὴν ἀναφορὰν καὶ θὰ ἐνεργήσω τὰ δέοντα.
§8ΣΧΙΝΑΣ. Κατὰ τοὺς πρὸ τριετίας συνταχθέντας φορολογικοὺς καταλόγους κατελογίσθη εἰς τὴν τάξιν τῶν ἐργολάβων καὶ τάξις τις κοσμηματογράφων. Οἱ κοσμηματογράφοι οὗτοι, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται τρεῖς μόνον μῆνας τοῦ ἔτους, εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ὡς οἱ ἁπλοῖ τεχνῖται. Αὐτοὶ ἀναλαμβάνουσι τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν οἰκοδομῶν, καὶ κατὰ τοὺς τρεῖς μῆνας Μάϊον, Ἰούνιον, Ἰούλιον καὶ τὸν Αὔγουστον τὸ πολὺ, ἐργάζονται καὶ διακοσμοῦσι τὰς οἰκοδομάς. Ἅπαντες δὲ γνωρίζομεν, πόσον ὑστεροῦμεν κατὰ τὴν τέχνην ταύτην ἐν Ἑλλάδι, μόνον δὲ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη μερικοὶ ἐπεδόθησαν ἰδιαιτέρως, καὶ ἐγένοντο καλλίτεροι, καὶ δι’ αὐτὸ βλέπομεν σήμερον καλλίτερον κατά τι διακεκοσμημένας τὰς οἰκοδομάς μας. Τὸ ἡμερομίσθιον τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν δὲν ἀνέρχεται κατὰ μέσον ὅρον οὐδὲ εἰς τέσσαρας δραχμὰς καθ’ ἑκάστην, μὲ τὰς ὁποίας εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ διαθρέψωσι καὶ ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των. Κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον κατελογίσθη εἰς αὐτοὺς τὸ ποσὸν τῶν 125 δραχμῶν ὡς ἐτήσιος φόρος, ἤτοι 40–50 λεπτὰ τὴν ἡμέραν. Ποίαν ἀπολαυὴν πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, διὰ νὰ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσωσι τὸ ποσὸν αὐτό; Κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη τοὺς κατελόγισαν 40 ἢ 45 δραχμὰς, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ μολονότι καὶ αὐτὸ τὸ ποσὸν τοῖς ἐφαίνετο βαρὺ, τὸ ἐπλήρονον οἱ ἄνθρωποι. Ἤδη ὄχι μόνον ἀδυνατοῦσι νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον, ἀλλὰ θὰ κηρυχθῶσιν ὅλοι πένητες, διότι τοῖς εἶναι ὅλως ἀδύνατον νὰ πληρώσωσι ποσὸν 125 δραχμῶν, καὶ μὲ τὰς προσθέτους ποινὰς, τὰς σήμερον, 200 ἴσως δραχμάς. Εἶναι ἀδίκημα τοῦτο δι’ αὐτὴν τὴν τάξιν. Εἶμαι μηχανικὸς, καὶ γνωρίζω ἐκ τοῦ σύνεγγυς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, γνωρίζω πῶς ἐργάζονται, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι μεγαλείτερον ἀδίκημα δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ εἰς τάξιν, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ προστατεύσωμεν, διότι εἶναι κλάδος καλλιτεχνίας ἀρχιτεκτονικῆς. Ἄλλως εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ ἀφήσωσι τὴν τέχνην των καὶ τραπῶσιν εἰς ἄλλα ἐπαγγέλματα. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἀναφορὰν, ἡ ὁποία κατετέθη ὑπὸ πολλῶν ἐξ αὐτῶν, καὶ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα.
§9Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Νομίζω, ὅτι οἱ ἐπιτηδευματίαι οὗτοι ἔκαμον τὰς ἐνστάσεις των κατὰ τὸν νόμον.
§10ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν σημερινῶν καταλόγων, πρόκειται περὶ τῶν πρώην καταλόγων. Ἀδυνατοῦσι νὰ πληρώσωσι τοὺς πρώην φόρους, καὶ ὁδηγοῦνται καθ’ ἡμέραν εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ αὔριον δὲν θὰ ἔχωμεν ἀνθρώπους, ἵνα ἐργασθῶσι διὰ τὰς οἰκοδομάς. Ἐπειδὴ δὲ εὑρίσκομαι ἐπὶ τοῦ βήματος, θὰ παρακαλέσω πάλιν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως — διότι αἱ ἡμέραι λίαν πολύτιμοι—διὰ τὸν ἀτυχῆ ἐκεῖνον, τὸν δηχθέντα ὑπὸ λυσσαλέου κυνός. Χθὲς ἡ Βουλὴ ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμίαν, ἵνα τῷ δοθῇ τὸ εἰσιτήριον καὶ μικρά τις συνδρομὴ πρὸς μετάβασίν του εἰς Παρισίους.
§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶδον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς ἀσθενοῦντα πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν. Ἀλλ’ ὅ,τι ἐνθυμοῦμαι ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένη πίστωσις πρὸς πλήρωσιν τοιούτων ἀναγκῶν. Ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη πίστωσις πρὸς ἵδρυσιν ἐργαστηρίου τινὸς, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐπρόκειτο νὰ γένωνται δοκιμαὶ πρὸς θεραπείαν λυσσοδήκτων, ἀλλὰ πίστωσις πρὸς χορηγίαν βοηθημάτων εἰς τοὺς δυστυχεῖς, οἵτινες, δηχθέντες ὑπὸ κυνῶν, ἐπιθυμοῦσι νὰ ἀπέλθωσιν εἰς Παρισίους πρὸς θεραπείαν, δὲν ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη. Ἐὰν ὑπάρχῃ σύμβασις ἀτμοπλοϊκὴ, χορηγοῦσα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ δικαίωμα νὰ διαθέτῃ δωρεὰν εἰσιτήρια, βεβαίως θὰ πράξῃ τοῦτο· ἀλλὰ περὶ χρημάτων δὲν δύναμαι νὰ ὑποσχεθῶ, διότι γνωρίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει πίστωσις.
§12ΣΧΙΝΑΣ. Τοὐλάχιστον ἐκ τῶν χρημάτων τῶν προωρισμένων διὰ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἔχοντας ἀνάγκην ἄς τῷ δοθῇ ἓν μικρὸν βοήθημα. Εἶναι πατὴρ τεσσάρων τέκνων.
§13Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ προσαγάγῃ σημείωσίν τινα, ἥτις, τοὐλάχιστον εἰς ἐμὲ, θὰ ἦναι χρήσιμος κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἔχω ἀνάγκην σημειώσεως, εἰς ἣν νὰ ἀναφέρηται πόσα πρωτοτάξια καὶ διτάξια ἑλληνικὰ σχολεῖα ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Κράτει, κατὰ δήμους καὶ κατὰ χωρία, καὶ πόση ἡ δαπάνη ἡ ἀναγκαιοῦσα διὰ τὴν συντήρησιν αὐτῶν. Ὡσαύτως ἔχω ἀνάγκην ἑτέρας σημειώσεως, εἰς ἣν νὰ ἀναφέρηται πόσα Γυμνάσια ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Κράτει, κατὰ ἐπαρχίας καὶ κατὰ δήμους, ἐκτὸς ἐκείνων τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν, καὶ πόση εἶναι ἡ δαπάνη τῆς συντηρήσεως αὐτῶν. Ὡσαύτως ἔχω ἀνάγκην σημειώσεως, πόσοι καθηγηταὶ ἀναγκαιοῦσι δυνάμει τῶν ὀργανικῶν νόμων πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου, καὶ πόσοι εἶναι διωρισμένοι. Ὡσαύτως ἐπεθύμουν νὰ ἔχω καὶ τὴν ἑξῆς πληροφορίαν. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα νέον νόμον περὶ ἱδρύσεως ἐπιθεωρήσεων τῶν σχολείων, πόση θὰ ἦναι ἡ δαπάνη τῶν ἐπιθεωρητῶν, καὶ πόθεν θὰ πληρωθῶσιν οὗτοι;
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: αʹ) Περὶ μὴ κλήσεως ἐφέδρων πρὸς ἄσκησιν, καὶ βʹ) Περὶ ἀναβολῆς κατατάξεως διαθεσίμων ἀπογραφῆς 1891.)
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μονοπωλίου τοῦ ἐν τῷ Κράτει καταναλισκομένου καπνοῦ.
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ προβῆτε εἰς τὸ ἑπόμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, διότι ἀκόμη δὲν παρεσκευάσθησαν αἱ διατάξεις, αἵτινες ἐκρίθησαν ἀναγκαῖαι, ἵνα προστεθῶσι.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται)
§18ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὑπάρχει τροπολογία ἐπ’ αὐτοῦ, τυπωθεῖσα καὶ διανεμηθεῖσα.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει ἡ ἑξῆς τροπολογία τῶν κκ. Βουλευτῶν τοῦ νομοῦ Κυκλάδων κλπ. (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῶν ἰσχυόντων εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγομένων εἰδῶν προστίθενται δεκαπέντε τοῖς ἑκατόν. Ἐπὶ δὲ τοῦ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγομένου χάρτου ἐπιβάλλονται ἐπὶ πλέον τὰ ἑξῆς εἰσαγωγικὰ τέλη· 1) ἐπὶ μὲν τῶν εἰδῶν τοῦ χάρτου τῆς 229 κλάσεως λεπτὰ δέκα (10) κατ’ ὀκᾶν· 2) ἐπὶ τῶν τῆς κλάσεως 300 καὶ 303 λεπτὰ τριάκοντα (30) κατ’ ὀκᾶν, ἐξαιρουμένου μόνου τοῦ διὰ τὰς ἐφημερίδας χάρτου, ἐφ’ οὗ δέον νὰ τίθηται διακριτικὸν σημεῖον, καὶ 3) ἐπὶ τῆς κλάσεως 304 λεπτὰ εἴκοσι (20) κατ’ ὀκᾶν, εἰσπραττομένης ἐπὶ τῶν οὕτω συγκεφαλαιουμένων τελῶν τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ περὶ τελωνειακοῦ δασμολογίου ΑΥΚΕʹ νόμου τοῦ ἔτους 1887 νομισματικῆς διαφορᾶς.»
§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν σήμερον, δὲν εἶναι νομοσχέδιον περὶ ἀναθεωρήσεως καὶ μεταβολῆς τοῦ νόμου περὶ τελωνειακοῦ δασμολογίου, ἀλλὰ νομοσχέδιον περὶ προσθήκης 15% ἐπὶ τῶν τελωνειακῶν τελῶν, ἕνεκα τῶν παρουσιασθεισῶν οἰκονομικῶν ἀναγκῶν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ τροπολογία ἡ προτεινομένη, ἥτις σκοπεῖ τὴν βελτίωσιν τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου, δὲν ἔχει χώραν ἐνταῦθα. Ἀναγγέλλω ὅμως εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου ἐγένετο ἐργασία, ἡ ὁποία εἶναι σχεδὸν περατωμένη, περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου καὶ περὶ μεταβολῶν τινων αὐτοῦ, αἵτινες ἐκρίθησαν ἀναγκαῖαι· ὅταν δὲ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, τότε ἔχει χώραν καὶ ἡ τροπολογία αὕτη.
§21ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἀποσύρομεν λοιπὸν τὴν τροπολογίαν. Ὁ σκοπὸς αὐτῆς εἶναι καὶ προστατευτικὸς καὶ ταμιευτικὸς, διότι ὑπελογίσαμεν, ὅτι θὰ ἔχῃ πρόσοδον τὸ Δημόσιον 300 χιλιάδων δραχμῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§24ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἕκτον ἐδάφιον τοῦ ἀναγνωσθέντος ἄρθρου μοὶ φαίνεται πολὺ ἀόριστον. Προκειμένου λόγου νὰ ἐπιβάλωμεν ποινὴν ἐπὶ παραβάσει καὶ τούτου, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ λείψῃ, ἢ τοὐλάχιστον, ἂν ἦναι δυνατόν, νὰ ὁρισθῶσι καὶ αἱ περιστάσεις, περὶ τῶν ὁποίων ἠθέλησε νὰ προνοήσῃ ὁ νομοθέτης, διότι τὸ «καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον τρόπον ἤθελε ζημιώσει τις τὸ Δημόσιον» εἶναι τοσοῦτον ἀόριστον, ὥστε, προκειμένου λόγου νὰ ἐπιβληθῇ ποινὴ διὰ μίαν τελωνειακὴν παράβασιν, ἡ ὁποία ἐπιφέρει ἢ ἤθελεν ἐπιφέρει ζημίαν εἰς τὸ Δημόσιον, εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ συμβῶσιν ἀδικήματα.
§25ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα, ὅτι πρέπει τοὐλάχιστον νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἕκτον ἐδάφιον ἡ λέξις «δολίως», ἡ ὁποία ὑπάρχει καὶ εἰς τὸν καταργούμενον ἤδη νόμον· διότι, ἐν ᾗ περιπτώσει, «καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον τρόπον, μὴ ὁριζόμενον ἐν τῷ παρόντι» στερηθῇ τὸ Δημόσιον τῶν δικαιωμάτων, ὄχι ὅμως ἐκ δολίας προαιρέσεως, δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλληται ποινή.
§26ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ προσθήκη τῆς λέξεως «δολίως» δὲν περιστέλλει τὴν ἀοριστίαν.
§27ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ εὐκρινέστερον τὸ ἐδάφιον τοῦτο, διότι νομίζω, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου εἶναι νὰ τιμωρήσῃ τὴν πρόθεσιν τοῦ λαθρεμπορίου. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἡ πρόθεσις τοῦ λαθρεμπορίου, φρονῶ, ὅτι ὁ νομοθέτης δὲν σκοπεῖ νὰ ἐπιβάλῃ ποινήν. Ἐὰν λοιπὸν τοιαύτη ἦναι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως, διὰ τῆς προσθήκης τοιούτου τινὸς ὁρισμοῦ, ὅτι δηλαδή, ἐν ᾗ περιπτώσει προκύπτει ἡ πρόθεσις τοῦ λαθρεμπορίου, τότε νὰ ἐπιβάλληται ποινή, νομίζω ὅτι καθίσταται σαφεστέρα ἡ διάταξις, καὶ ἀποφεύγομεν τὰς ἀδικίας. Παρατηρῶ δὲ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ γείνῃ διασάφησίς τις καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ τέταρτον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν εὑρεθῇ ὁ,τιδήποτε ὑποκείμενον εἰς τελώνιον, κεκρυμμένον εἰς τὰ ἐνδύματά τινος ἐξερχομένου ἀπὸ πλοῖον ἢ εἰσερχομένου εἰς αὐτό.» Γνωρίζομεν πόσα βάσανα ὑποφέρουσιν οἱ ἐπιβάται οἱ ἐρχόμενοι εἰς τὸ Κράτος, καὶ πόσα παράπονα ἐγείρονται, ὡς ἐκ τῶν βασάνων αὐτῶν, κατὰ τῶν ὑπαλλήλων τῶν τελωνείων. Ἐὰν λοιπὸν δώσωμεν περισσοτέραν ἐξουσίαν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τούτους, καὶ ἐναποθέσωμεν εἰς τὸ αὐθαίρετον αὐτῶν τὴν παραπομπὴν ἐπιβατῶν, οἵτινες καὶ ἀκουσίως ἴσως φέρουσιν ἐντὸς τῶν ἐνδυμάτων των πράγματα ὑποκείμενα εἰς τελώνιον, τὰ ὁποῖα ἴσως αὐτοὶ φρονοῦσιν, ὅτι δὲν ὑπόκεινται, ἐννοεῖτε εἰς ποῖον σημεῖον δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν· οἱ τελωνοφύλακες δύνανται νὰ ἐρευνῶσι πάντα ἐπιβάτην, καὶ ἑπομένως πάντα ἐπιβάτην νὰ θεωρῶσιν ὡς λαθρέμπορον, φέροντα ἐπ’ αὐτοῦ ἀντικείμενον ὑποκείμενον εἰς τελώνιον, καὶ τὸ ὁποῖον φέρει πρὸς χρῆσίν του. Τοὐλάχιστον πρέπει νὰ ἐξαιρέσωμεν τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα παραδέχεται ὁ τελώνης, ὅτι φέρει ὁ ἐπιβάτης πρὸς χρῆσίν του, καὶ οὐχὶ πρὸς λαθρεμπορίαν. Σήμερον ἀκόμη συμβαίνει τοῦτο πολλάκις. Ἐπιβάται φέρουσι πράγματα πρὸς χρῆσιν ἰδίαν, καὶ ὅμως ὑποβάλλονται εἰς τελωνισμόν· φέρουσιν ἐνδύματα, τὰ ὁποῖα δὲν θεωροῦνται ἀρκετὰ τετριμμένα, καὶ ὑποβάλλονται εἰς τελωνισμόν. Καὶ τὸ νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τελωνισμόν, τὸ ἐννοῶ, ἀλλὰ νὰ ὑπόκηνται καὶ εἰς καταδίωξιν ὡς λαθρέμποροι, καὶ μάλιστα εἰς τὰς αὐστηρὰς ποινάς, τὰς ὁποίας παραδεχόμεθα διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἐννοεῖτε εἰς ποῖον σημεῖον δύναται νὰ φθάσῃ τὸ πρᾶγμα; Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ λεχθέντα, καὶ, γνωρίζων τὰ συμβαίνοντα καθ’ ἑκάστην, διασκευάσῃ τὸ ἐδάφιον τοῦτο, ὡς καὶ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, συμφώνως πρὸς τὰς γενομένας ἤδη παρατηρήσεις.
§28Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν μοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου, τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κεφαλληνίας. Ἐν πρώτοις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ τις κεκρυμμένον ἐν τοῖς ἱματίοις αὑτοῦ ἄκων πρᾶγμά τι ὑποκείμενον εἰς τέλος. Ἐὰν φέρῃ κεκρυμμένον τοιοῦτον, θέλει φέρει αὐτὸ ἑκὼν, μετὰ μελέτην. Ὡσαύτως θέλει εἶσθαι σπανιώτατον φαινόμενον, ὁ ὑπηρέτης τοῦ ἀτμοπλοίου, διὰ νὰ βλάψῃ τὸν ἐπιβάτην, νὰ παρεμβάλῃ εἰς τὸ θυλάκιόν του πρᾶγμα ὑποκείμενον εἰς τελωνειακὸν τέλος. Ἵνα ὑπάρχωσιν ἐν τοῖς θυλακίοις αὐτοῦ τοιαῦτα πράγματα, βεβαίως αὐτὸς ἐνέβαλε ταῦτα ἐν τοῖς θυλακίοις αὐτοῦ. Καὶ ἐὰν μὲν τὰ πράγματα ὑπόκηνται εἰς τέλος, τὰ ἐνέβαλε μετὰ τῆς προθέσεως, ἵνα ἀποφύγῃ τὸν τελωνισμόν. Ἐὰν δὲ δὲν ὑπόκηνται εἰς τέλος, ἐὰν ὑπόκηνται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν εἰς τὴν ἰδίαν χρῆσιν ἑκάστου ἀναγομένων, οὐδεὶς θέλει ἐνοχλήσει αὐτὸν, καὶ ἐὰν εὑρεθῶσι ταῦτα ἐν τοῖς θυλακίοις αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἀπάλειψις τῆς παραγράφου θέλει δώσει ἀφορμὴν εἰς εὐρύτατον λαθρεμπόριον. Γνωστὸν δ’ εἶναι, ὅτι τὰ πολυτιμότατα τῶν εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων εἶναι πράγματα μικροτάτου ὄγκου, δυνάμενα νὰ χωρήσωσιν ἐν τοῖς θυλακίοις. Καὶ ὑφάσματα λεπτῆς τέχνης, φορολογούμενα βαρέως, δύνανται νὰ χωρήσωσιν ἐν τοῖς ἱματίοις τινὸς, καὶ κοσμήματα παντοῖα καὶ πολύτιμοι λίθοι καὶ τὰ τοιαῦτα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις προστατεύει τὴν ἐμπορίαν ἀπὸ τοῦ λαθρεμπορίου, καὶ δὲν πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ. Ὡς πρὸς τὴν τελευταίαν διάταξιν τοῦ ἐδαφίου Ϛʹ, περὶ τῆς ὁποίας ἠγόρευσαν οἱ συνάδελφοι, συνετάχθη αὕτη ὑπὸ τοιαύτην ὀρθοτάτην τῶν συντακτῶν σκέψιν: Ἐὰν γείνῃ τις αἴτιος ζημίας τοῦ Δημοσίου, εἶναι σπανιώτατον νὰ γένηται αἴτιος αὐτῆς ἄκων, ἀλλὰ πάντως ἐγένετο αἴτιος μετὰ μελέτης. Τὸ νομοσχέδιον προέβλεψεν ὡρισμένας περιπτώσεις, τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐν τοῖς κιβωτίοις ἤθελέ τις τάξει ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπόκεινται εἰς τελώνιον, ἢ ὑπόκεινται εἰς ὀλιγώτερον τέλος, καὶ ἤθελεν ἐν αὐτοῖς παρεμβάλει ἀντικείμενα; τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται εἰς βαρύτερον τελώνιον. Ποικίλα ἄλλα μηχανεύματα ἐπενόησεν ὁ ἄνθρωπος, ἵνα ἀποφύγῃ τὴν πληρωμὴν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ὀφείλονται εἰς τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ εὐφυΐα, ἡ ἰδιάζουσα πρὸς ταῦτα, νὰ ἐξεύρῃ καὶ τρόπον μὴ περιλαμβανόμενον ἐν ταῖς κατηγορίαις, τὰς ὁποίας περιέλαβε τὸ ἄρθρον. Τοῦτο ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον διὰ τῶν φράσεων «καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον τρόπον ἤθελε γείνει τις αἴτιος τῆς ζημίας»· τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου, διὰ τοῦτο ἡ πρᾶξις τιμωρεῖται ὡς τὸ λαθρεμπόριον. Ἐὰν τοῦτο γένηται, ὁ δόλος ὑποτίθεται ἀναγκαίως· διότι, ἐάν τις γένηται ἐν ἀγνοίᾳ αἴτιος τῆς ζημίας τοῦ Δημοσίου, βεβαίως οὐδ’ ἡ τελωνειακὴ ἀρχή, οὐδὲ ἄλλος τις θέλει τιμωρήσει αὐτὸν, θέλει δ’ ἐφαρμόσει τὴν διάταξιν ταύτην, ἐὰν πεισθῇ, ὅτι δὲν διατελεῖ ἐν ἀγνοίᾳ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐδίστασαν περὶ τούτου, ἐγὼ στέργω νὰ τροποποιηθῇ.
§29ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὸ τέταρτον ἐδάφιον, τὸ τέλος τῆς φράσεως τοὐλάχιστον, φαίνεται ἀσαφές. Λέγει: «ἐὰν εὑρεθῇ ὅ,τι δήποτε ὑποκείμενον εἰς τελώνιον κεκρυμμένον εἰς τὰ ἐνδύματά τινος ἐξερχομένου ἀπὸ πλοῖον ἢ εἰσερχομένου εἰς αὐτό». Καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, εἰς τελώνιον δὲν ὑπόκειται ἢ μόνον ἡ εἰσαγωγὴ παρ’ ἡμῖν καὶ οὐχὶ ἡ ἐξαγωγή. Ὥστε ἡ φράσις αὕτη ἢ τὸ μέρος τῆς φράσεως «ἢ εἰσερχομένου εἰς αὐτὸ», μοὶ φαίνεται ἀκατάλληλος. Νὰ ὑπόκηται εἰς τελώνιον, «ἐὰν εὑρεθῇ εἰς τὰ θυλάκιά τινος ἐξερχομένου τοῦ πλοίου», ἔχει καλῶς, διότι ὑποτίθεται ὅτι θέλει νὰ τὸ εἰσαγάγῃ λαθραίως. Ἀλλὰ ποῖα ἀντικείμενα δύνανται νὰ τελωνισθῶσιν, εὑρεθέντα εἰς τὰ θυλάκια αὐτοῦ εἰσερχομένου;
§30ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκεῖνα τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα μεταφέρουσιν οἱ ἀπὸ λιμένος εἰς λιμένα τοῦ Βασιλείου καταπλέοντες, ταῦτα δὲν ὑπόκεινται εἰς πληρωμὴν τέλους, ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις ἐπ’ αὐτῶν. Ἡ διάταξις ἐφαρμόζεται ἐπὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀποβιβάζονται ἐκ πλοίου ἢ ἀτμοπλοίου, τοῦ ὁποίου τὰ μεταφερόμενα πράγματα ὑπόκεινται εἰς πληρωμὴν τέλους. Ὁ ἐρχόμενος ἐκ Ζακύνθου ἢ Κεφαλληνίας ἐνταῦθα, ὅ,τι καὶ ἂν εἰσαγάγῃ, δὲν ὑπόκειται εἰς τελώνιον, ἐκτὸς ἐὰν ἦναι ἔλαιον, τὸ ὁποῖον φορολογεῖται κατὰ τὴν ἐξαγωγήν. Τὰ ἄλλα πράγματα λοιπὸν δὲν ὑπόκεινται εἰς τελώνιον. Ἀλλ’ ὁ ἀποβιβαζόμενος ἐκεῖ ἀπὸ πλοίου ἢ ἀτμοπλοίου, τὸ ὁποῖον ἔρχεται ἐκ μέρους, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐὰν μεταφέρωνται πράγματα, ὑπόκειται εἰς τελώνιον, ἐκεῖνος βεβαίως ὑπόκειται εἰς πληρωμὴν τέλους.
§31ΣΚΟΥΖΕΣ. Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε. Ἀλλ’ ἐδῶ ἡ φράσις λέγει: «ἢ εἰσερχομένου εἰς αὐτό». Τί σημαίνει τοῦτο; Ἡ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν εἴπετε, εἶναι ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐρχόμενός τις ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἐξάγει λαθραίως τὸ ἐμπόρευμα ἐκ τοῦ πλοίου, καὶ συλλαμβάνεται· οὗτος εἶναι λαθρέμπορος. Ἀλλ’ ἡ φράσις αὕτη τί ἐννοεῖ; Ἐν Πειραιεῖ, ὑποθέσατε, ἐπιβιβάζεταί τις εἰς πλοῖον, μεταβαίνων εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, καὶ εἰσάγει ἐν ταῖς ἀποσκευαῖς αὐτοῦ ἀντικείμενα ὑποκείμενα εἰς τελώνιον. Θὰ τιμωρηθῇ ὡς λαθρέμπορος;
§32ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ μεταφέρων ἐμπορεύματα ἐντὸς τοῦ Κράτους ὀφείλει νὰ ποιήσηται δήλωσιν, ὅτι ταῦτα ὑπεβλήθησαν εἰς τελώνιον. Ἐὰν λοιπόν τις εἰσέρχηται εἰς πλοῖον μεταφέρων ἐμπορεύματα, χωρὶς νὰ δηλώσῃ αὐτὰ, καὶ χωρὶς νὰ πιστοποιήσῃ, ὅτι ταῦτα ὑπεβλήθησαν εἰς τελώνιον, ἀφομοιοῦται πρὸς τὸν εἰσάγοντα πράγματα διὰ λαθρεμπορίας.
§33ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Σκοπὸν εἶχον, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην, ἕνεκα τῆς ὥρας, καθ’ ἣν συνεζητεῖτο. Διὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ λάβω τὸν λόγον ἤδη, κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, ὅπως ὑποβάλω παρατηρήσεις τινάς. Ἀληθῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε κατέθηκε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἐχαρακτήρισεν ὡς μέτρον, καθιεροῦν διατάξεις δραστηριωτέρας πρὸς περιστολὴν τοῦ λαθρεμπορίου· καὶ πράγματι τοῦτο μοὶ ἐκίνησε τὴν περιέργειαν, ὥστε νὰ μελετήσω ἰδιαιτέρως τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως αὐτοῦ ἐπείσθην, ὅτι ἐλάχιστα νέα μέτρα εἰσάγονται δι’ αὐτοῦ. Καλεῖται δὲ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ διατάξεις ἤδη ἀπὸ πολλοῦ ὑφισταμένας καὶ λειτουργούσας, αἱ πλεῖσται τῶν ὁποίων ὑπάρχουσιν ἐν τῷ περὶ ὀργανισμοῦ τῶν τελωνείων τοῦ Κράτους νόμῳ τοῦ 1843, καὶ αἵτινες ἀπὸ τότε ἐφαρμόζονται, μηδεμίαν δυσχέρειαν παρασχοῦσαι μέχρι τοῦδε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Διὰ τοῦτο δὲν ἐννοῶ τίνος ἕνεκα λόγου αἱ διατάξεις αὗται μετηγγίσθησαν εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἐὰν σκοπὸς τούτου ἦτο νὰ κωδικοποιήσῃ τὰς ἐν τοῖς τελωνειακοῖς νόμοις ἐγκατεσπαρμένας διατάξεις, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν περιστολὴν τοῦ λαθρεμπορίου, τότε τὸ ἐννοῶ· ἀλλ’ ὅταν αἱ διατάξεις ἐκεῖναι ἀναγράφωνται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αὐτοτελεῖς, καὶ ἴσως–ἴσως οὐχὶ καὶ ὅλαι, τίς ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐλαχίστας τινὰς τροποποιήσεις καὶ νέας διατάξεις εἰσάγει, ὡς προεῖπον, τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ὁ συντάξας τοῦτο ὑπάλληλος, ἐντριβὴς μὲν περὶ τὴν τελωνειακὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ ἀδαὴς ἐντελῶς τῆς νομικῆς ἐπιστήμης, ἥτις πάντως τῷ ἦτο ἀναγκαία, ἵνα συναρμολογήσῃ καὶ κατατάξῃ τὰς διατάξεις ταύτας, προσέκοψεν εἰς βαθμὸν τοιοῦτον, ὥστε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ—συγχωρήσατέ μοι τὴν λέξιν—ἀπαντῶσι βλασφημίαι τοιαῦται, σολοικισμοὶ τοιοῦτοι, οἵτινες φέρουσιν εἰς ἀπορίαν, πῶς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, πρὶν ἢ θέσῃ τὴν ὑπογραφήν του εἰς τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἔλαβε τὴν πρόνοιαν νὰ ὑποβάλῃ τοῦτο εἰς τὸν δικαστικὸν τοὐλάχιστον σύμβουλον, ἢ εἴς τινα τῶν νομικῶν συμβούλων, ὅπως ἐπιθεωρήσῃ τὰς διατάξεις ταύτας καὶ διορθώσῃ τὸ τυχὸν ἐν αὐταῖς ὑποσκάζον. Διὰ τοῦτο βλέπομεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὴν ἐκτρωματικὴν τῷ ὄντι διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀποφαίνεται περὶ προφυλακίσεως τοῦ ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ κατηγορουμένου. Τοῦτο ἀνατρέπει θεμελιώδη κανόνα τῆς Ποινικῆς Δικονομίας...
§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν ταύτην, διὰ νὰ σᾶς ἀπαλλάξω τοῦ κόπου, παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ συντάξαντος τὸ νομοσχέδιον δὲν ἦτο αὕτη, τὴν ὁποίαν ἀπεδώκατε. Ἵνα ἀρθῇ δὲ πᾶσα ὑπόνοια, ὅτι ἄλλην περιέχει ἡ περίοδος ἐκείνη ἔννοιαν, μετὰ παρατήρησιν χθὲς γενομένην διεγράφη παρ’ ἐμοῦ· οὕτω δὲ θέλουσιν ἐφαρμόζεσθαι ἐν γένει αἱ διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας.
§35ΣΤΕΦΑΝΟΥ. ... Καὶ τὸ πάθημα τοῦτο ἔπαθεν ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον, διότι ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφίου ἐκείνου εἶναι πιστὴ ἀντιγραφὴ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου τοῦ 1877. Ἀλλὰ περὶ τῆς προφυλακίσεως τοῦ ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ κατηγορουμένου ἐνομοθετήθη διὰ νόμου μεταγενεστέρου, ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1887. Ἤθελε δὲ ὁ συντάκτης νὰ συναρμολογήσῃ τὴν ἑτέραν διάταξιν, καὶ ἐπειδὴ ἡ τελευταία περίοδος τοῦ ἄρθρου ἐκείνου ἀφεώρα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ἐξηκολούθησε γράφων τὴν φράσιν ἐκείνην, τὴν νῦν διαγραφομένην, περὶ τῆς προφυλακίσεως, μὴ ὢν ἐν συνειδήσει τοῦ τί πράττει. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ διάταξις διαγράφεται, δὲν ἔχω τι νὰ παρατηρήσω περαιτέρω. Ἔρχεται ὅμως ἑτέρα διάταξις, ἥτις σαλεύει ἐκ βάθρων τὰ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντα καὶ νενομολογημένα. Ἡ ἀπόπειρα τοῦ λαθρεμπορίου τιμωρεῖται; Μέχρι τοῦδε γινώσκομεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει τὴν ἀρχὴν, τὴν ἰσχύουσαν κατὰ διάταξιν ῥητὴν τοῦ τελωνειακοῦ ὀργανισμοῦ, ὅτι τὸ λαθρεμπόριον δὲν τιμωρεῖται, εἰμὴ ἂν συλληφθῇ ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Καὶ ὀρθῶς. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ διάταξις αὕτη ἐτέθη ἐν τῷ τελωνειακῷ ὀργανισμῷ ἀπὸ τοῦ 1843, ληφθεῖσα ἐκ τῶν νομοθεσιῶν τῶν ἄλλων εὐνομουμένων Κρατῶν· ἀλλ’ ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον μεταγγίζει ἐν τούτῳ ἑτέραν διάταξιν τοῦ τελωνειακοῦ ὀργανισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ τεταγμένοι πρὸς καταδίωξιν τῶν λαθρεμπόρων ὑποχρεοῦνται νὰ καταδιώκωσι πάντα τὸν ἀποπειρώμενον νὰ εἰσαγάγῃ λαθραίως εἰς τὸ Κράτος ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἴδη ὑποκείμενα εἰς τέλος. Ὅταν δ’ ἔρχηται κατόπιν εἰς τὴν ἑτέραν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὁσάκις λαθρέμπορος συλλαμβάνηται ἐπ’ αὐτοφώρῳ, φέρεται τὸ ἀνακαλυφθὲν εἰς τὸ τελωνεῖον, καὶ συντάσσεται περὶ τούτου πρωτόκολλον, ἐνόμισεν, ὅτι, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἀνακαλυφθῇ ἀπόπειρα πρὸς λαθρεμπορίαν, ἔπρεπε νὰ συνταχθῇ πρωτόκολλον, βεβαιοῦν τὴν ἀπόπειραν ταύτην. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἡ βεβαίωσις τῆς ἀποπείρας τοῦ λαθρεμπόρου τίνα σκοπὸν ἔχει; Οὐδένα βεβαίως. Διότι ὁ ἀποπειραθεὶς νὰ εἰσαγάγῃ λαθραίως δὲν ὑπέχει εὐθύνας, οὔτε ποινὴν διοικητικὴν, οὔτε ποινὴν δικαστικὴν, ὑπὸ τὴν καθαρὰν ἔννοιαν τῆς λέξεως. Τοῦτο προῆλθεν ἐκ τῆς πεπλανημένης ἰδέας, ἐν τῇ ὁποίᾳ διατελεῖ πολλάκις ἡ τελωνειακὴ ὑπηρεσία, ὅτι δύνανται νὰ συλλάβωσι καὶ νὰ προκαλέσωσι τὴν τιμωρίαν τῶν ἀποπειρωμένων νὰ εἰσαγάγωσιν εἰς τὸ Κράτος ἐμπόρευμά τι. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ ὑπηρεσία πολλάκις πολλαπλασιάζεται, διότι πολλαὶ τοιαῦται πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἔρχονται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς, ἥτις πολλάκις ἀτόπως καὶ παρανόμως τιμωρεῖ τοιαύτας πράξεις. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι καὶ ἐκ τοῦ ἄρθρου ἐκείνου πρέπει νὰ ἐκλείψῃ ἡ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ τελωνειακὴ ἀρχὴ ὑποχρεοῦται νὰ συντάξῃ πρωτόκολλον καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν βεβαιωθῇ, ὅτι ἐγένετο ἀπόπειρα πρὸς λαθρεμπορίαν. Ἀλλὰ καὶ ἑτέραν διάταξιν νέαν εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον, τὴν περὶ κατασχέσεως τῶν μέσων τῆς μεταφορᾶς. Ἡ διάταξις αὕτη ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ περὶ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος, κατόπιν δὲ, κατὰ μίμησιν τοῦ νόμου ἐκείνου, εἰσήχθη καὶ εἰς ἑτέρους, ὅτε συνεστήθησαν παρ’ ἡμῖν τὰ μονοπώλια. Ἡ διάταξις αὕτη ὑπάρχει εἰς τὸν περὶ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου νόμον. Ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς ἰδίας μου πείρας δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη μόνον κατὰ τὸ φαινόμενον εἰσάγει μέσον καταστολῆς τοῦ λαθρεμπορίου, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲ ἀποβαίνει ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ δημοσίου ταμείου· καὶ θὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν λόγον, Τὰ μέσα τῆς μεταφορᾶς θὰ ἦναι ἢ πλοῖα, ἢ ζῶα, ἢ φορτηγίδες, ἢ ἅμαξαι. Καὶ ἂν μὲν πρόκηται περὶ πλοίου, αἱ συνέπειαι τῆς κατασχέσεως συνεπάγονται πολλὰ ἄτοπα, διότι εὐθὺς τὸ πρῶτον μετὰ τὴν κατάσχεσιν πρέπει νὰ εὑρεθῇ καὶ φύλαξ τοῦ πλοίου, καὶ οὐ μόνον εἷς, ἀλλὰ καὶ πλείονες, διότι συνήθως τὰ πλοῖα, τὰ μετερχόμενα τὸ λαθρεμπόριον, εἶναι σαπιοκάραβα....
§36ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐξαιροῦνται τὰ πλοῖα.
§37ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἡ λέξις «λέμβος» σηκόνει νερό. Τὰ λαθρεμπορικὰ εἶναι πλοῖα μικρὰ, φέροντα τουρκικὴν σημαίαν καὶ πλέοντα μεταξὺ Ἠπείρου, Κερκύρας, Πρεβέζης. Ἀλλ’ ἔστω, καὶ περὶ ζώων προκειμένου, ὑποθέτω ὅτι, ὅταν τὰ ζῶα κατάσχωνται, πρέπει νὰ φυλαχθῶσι, νὰ τραφῶσι, νὰ συντηρηθῶσι, νὰ ὑπάρξῃ τις, ὁ ὁποῖος θὰ λάβῃ περὶ αὐτῶν πρόνοιαν· βεβαίως δὲ οὔτε ὁ τελώνης, οὔτε ὁ ἔφορος θὰ δυνηθῇ νὰ τὰ φυλάξῃ εἰς τὸ τελωνεῖον ἢ εἰς τὴν ἐφορίαν· θὰ τὰ παραδώσῃ λοιπὸν εἴς τινα μεσεγγυοῦχον, μέχρις οὗ ἀποφανθῇ ἡ ἁρμοδία ἀρχή· ἀλλὰ μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως θὰ παρέλθῃ καιρός. Τὰ φυλακτικὰ δικαιώματα — καὶ ὁμιλῶ ἐν γνώσει — ἀπεῤῥόφησαν πολλάκις τὴν ἀξίαν τοῦ ζώου, ὅπερ ἐν τῷ μεταξὺ κατήντησε κατεσκληκὸς, καὶ ἐπωλήθη εἰς εὐτελῆ τιμήν. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη θὰ χρησιμεύσῃ οὐχὶ πρὸς ὠφέλειαν τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ μόνον ὡς μέσον πρὸς καταπίεσιν, οὐχὶ βεβαίως ἀπὸ σκοποῦ πονηροῦ. Ἑτέραν νέαν διάταξιν εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κοινοποίησιν τῶν ἀποφάσεων τῶν καταδικαστικῶν εἰς τοὺς ἀπόντας, τοὺς ἀγνώστου διαμονῆς καὶ εἰς τοὺς ἀγνώστους ὑπαιτίους λαθρεμπορίας. Τὸ ζήτημα τοῦτο πράγματι ἀπησχόλησε τὴν ὑπηρεσίαν πολλάκις· διότι, ὅπως καὶ κατὰ τὴν ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων διαδικασίαν τὰ τῆς κοινοποιήσεως τῶν ἐρήμην ἀποφάσεων ἐπὶ πολὺ ἔμειναν ἐκκρεμῆ καὶ ἄλυτα, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος τὰ τῆς κοινοποιήσεως τῶν ἀποφάσεων τῶν ἐκδιδομένων ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ ἔμειναν ἀκανόνιστα. Ἀλλὰ τοῦτο εὑρίσκω ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ τὸ παράχορδον· ἡ διάταξις ὑποθέτει, ὅτι ἐκδίδεται ἀπόφασις καταδικαστικὴ ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ κατὰ ἀγνώστων· ἂν ὁ δράστης τῆς λαθρεμπορίας ἦναι ἄγνωστος, πῶς θὰ ἐπιβάλληται ποινὴ κατὰ τοῦ ἀγνώστου αὐτοῦ; Βεβαίως τοιαύτη ἀπόφασις εἶναι ἀνεπίδεκτος ἐκτελέσεως, διότι κατὰ τίνος θὰ ἐκτελεσθῇ; Κατὰ τοῦ ἀνακαλυφθησομένου; Ἀλλὰ κατ’ αὐτοῦ δὲν θὰ ὑπάρχῃ διατακτικὸν καταδίκης, καὶ οὔτε κανονίζεται ἐν τῷ νόμῳ τοιαύτη κατὰ τῶν ὑστέρων διαδικασία, ἐὰν ἀνακαλυφθῇ ἐκ τῶν ὑστέρων ὁ δράστης. Ἑπομένως σήμερον ἡ κατὰ τὸ νομοσχέδιον κοινοποίησις τίνα ἀποτελέσματα θὰ ἔχῃ; Οὐδέν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη παρέλκει. Τώρα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ καὶ εἰς τὸ λεκτικὸν καὶ τὴν ἔννοιαν, ὁ συντάκτης εἰς ἄρθρα τινὰ περιέπεσεν εἰς ἀσύγγνωστα λάθη, τὰ ὁποῖα ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἄρθρων νὰ ὑποδείξω· χάριν δὲ παραδείγματος ἀναφέρω τὰ ἑξῆς. Ἐν ἄρθρῳ 14 τὸ ἐδάφιον δεύτερον λέγει, ὅτι οἱ ἄγνωστοι τῆς παραβάσεως ἐπιδίδουσιν ὡς ἀνωτέρω ἔφεσιν. Οἱ ἄγνωστοι πῶς θὰ ἐπιδώσωσιν ἔφεσιν; Ἐπίσης ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ ὁ συντάκτης ἐνόμισεν, ὅτι ὀφείλει νὰ παρενείρῃ, ὅτι ἡ ἔφεσις γίνεται ἐπὶ χαρτοσήμου δραχμῆς· μήπως ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου δὲν κανονίζῃ τὰ τοῦ χαρτοσήμου τῆς ἐφέσεως; Ἐπίσης, προκειμένου περὶ τῶν εἰς ἀμοιβὴν δικαιουμένων, τὰ τῆς ἀμοιβῆς τῶν δικαιουμένων ἕνεκα συλλήψεως ἢ καταδιώξεως λαθρεμπορίων ἐκανόνισεν ὁ νόμος τοῦ 1889. Αἱ διατάξεις, αἵτινες εἰσάγονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν εἶναι νέαι, εἶναι αἱ λειτουργοῦσαι ὁλονέν, ἀλλ’ ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον ἐφρόνει, ὅτι ἠδύνατο κατά τι νὰ τὰς μεταβάλῃ, ὅπως π. χ. ἐν τῷ ἄρθρῳ 12, ἔνθα λέγει ὅτι «οἱ εἰς ἀμοιβὴν δικαιούμενοι ἐπιδίδουσιν ἔφεσιν εἰς τὴν τελωνειακὴν ἀρχήν». Εἶναι ἐπιτακτικόν. Καὶ ἂν δὲν ἔχωσι παράπονον;... Ὑποθέτω ὅτι θὰ εἶχε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἔχουσι τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως, καὶ τοιαύτη ἀναγράφεται ἡ διάταξις ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1889, ἀλλὰ προσθέτει καὶ «ἀπὸ τῆς εἰς αὐτοὺς κοινοποιήσεως τῆς ἀποφάσεως»· οὐδαμοῦ ὅμως τοῦ νόμου ἀναγράφεται ἡ ὑποχρέωσις εἰς τὸν τελώνην νὰ κοινοποιῇ τὴν ἀπόφασιν εἰς τοὺς τυχὸν δικαιουμένους εἰς ἀμοιβὴν, διότι πολλάκις εἰς τὰ πρωτόκολλα τὰ συντασσόμενα φαίνεται, ὅτι ἔλαβον μέρος εἰς καταδίωξιν σωρεία ὁλόκληρος κλητήρων, χωροφυλάκων, ἐνωμοταρχῶν, ἔχουσι δὲ οὗτοι συμφέρον, ἵνα τὸ ὄνομά των καταχωρηθῇ εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς βεβαιώσεως τῆς πράξεως, διότι τοῦτο εἶναι δι’ αὐτοὺς τίτλος, ὅπως ζητήσωσι τὴν ἀμοιβήν· ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τούτου καὶ ὁ τελώνης ὀφείλει νὰ συμπεριλάβῃ αὐτοὺς ἐν τῇ ἀποφάσει του. Ἂν λοιπὸν ἐμμέσως ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης ἐννοηθῇ, ὅτι ὀφείλει ἡ τελωνειακὴ ἀρχὴ νὰ κοινοποιήσῃ πρὸς αὐτοὺς πάντας, τοὺς ὁπωσδήποτε δικαιουμένους εἰς ἀμοιβὴν, τὴν ἀπόφασίν της, ἐννοεῖται ὅτι ἡ ὑπηρεσία θὰ πολλαπλασιασθῇ καταπληκτικῶς, ἰδίως εἰς τὰ τελωνεῖα πρώτης τάξεως, ὅπου αἱ τοιαῦται παραβάσεις εἶναι συχνόταται. Καὶ ἂν δὲν γείνῃ ἡ κοινοποίησις, αἱ ὑποθέσεις θὰ μένωσιν ἐκκρεμεῖς ἐπ’ ἄπειρον, διότι αὐτοὶ θὰ δικαιῶνται νὰ προσβάλλωσι τὴν ἀπόφασιν καὶ κάμνωσιν ἔφεσιν μέχρι παραγραφῆς τῆς ἀπαιτήσεως, ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς μὴ κοινοποιήσεως τῆς ἀποφάσεως. Καὶ πῶς δύνατε νὰ γνωρίζῃ ὁ τελώνης, ποῖοι εἶναι οἱ ἔχοντες ἀξιώσεις ἀμοιβῆς, διότι ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ἀνακάλυψιν καὶ καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου;
§38ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Κατ’ ἀρχὴν εἶσθε ὑπὲρ τῶν ἀμοιβῶν;
§39ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὴν ἀρχὴν ταύτην ἐδέχθη ὁ τελωνειακὸς νόμος ἀπὸ τοῦ 1843· ὥστε δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν νῦν περὶ τῆς ἀρχῆς. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον μεταβάλλει τὴν λαθρεμπορίαν εἰς κοινὸν ἔγκλημα, ἐξομοιοῦν αὐτὴν πρὸς τὴν κλοπήν. Τὰ περὶ τῆς ποινικῆς εὐθύνης δὲν ἐπραγματεύθην, διότι ἐκ τῆς περιλήψεως τῶν πρακτικῶν εἶδον, ὅτι ἄλλοι συνάδελφοι ἔλαβον τὸν λόγον. Καὶ ἐγὼ εἶμαι κατὰ τῆς ἐξομοιώσεως ταύτης τῆς λαθρεμπορίας πρὸς τὴν κλοπήν. Μεταξὺ τῶν νομικῶν σολοικισμῶν,— ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω,—τοὺς ὁποίους ἀνέγραψε τὸ νομοσχέδιον, εὑρίσκω καὶ τοῦτο, ἐνῷ οὐδὲν κοινὸν ἔχει ἡ λαθρεμπορία πρὸς τὴν κλοπήν· ἡ λαθρεμπορία εἶναι ἰδιογενὲς ἀδίκημα, καὶ ὡς τοιοῦτον ἐθεωρήθη παρ’ ὅλων τῶν νομοθεσιῶν καὶ παρὰ τῆς ἡμετέρας. Ἂν ἡ Κυβέρνησις φρονῇ, ὅτι αἱ ἀναγραφόμεναι ἐν τοῖς κειμένοις νόμοις διατάξεις δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς, δύναται νὰ προτείνῃ τὴν ἐπίτασιν τῶν ποινῶν, τῶν ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ἀναγεγραμμένων, οὐχὶ ὅμως νὰ ἐξομοιώσῃ τὴν λαθρεμπορίαν πρὸς κλοπὴν, διότι τὰ νομικὰ στοιχεῖα ἑκατέρας τῶν πράξεων δὲν ὁμοιάζουσιν. Ἑπομένως εἶμαι ἐναντίος τῶν διατάξεων ἐκείνων. Θεωρῶ δὲ καὶ ἐπαρκῆ τὸν νόμον τοῦ 1877, ὅστις ὁρίζει ποινὰς ἀπὸ τριῶν ἡμερῶν ἕως τριῶν μηνῶν, καὶ ἐν ὑποτροπῇ μέχρις ἓξ μηνῶν. Ἄλλως τε ὁ νόμος ἐκεῖνος τοῦ 1877, ὅστις, πρὸς τῇ ποινῇ τῇ διοικητικῇ, προσέθηκε καὶ τὴν ποινικὴν τιμωρίαν, ἀπέτυχε κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· ἀπέτυχε, διότι ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκείας τῶν ἀποδείξεων σπανιώτατα ὑπὸ τῶν Πλημμελειοδικείων καταδικάζονται κατηγορούμενοι ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ. Ἂν δὲ σήμερον, ἐφαρμόζοντες τὰς περὶ κλοπῆς διατάξεις, θὰ φέρητε αὐτοὺς ἐπὶ τῶν σπουδαίων λαθρεμπορικῶν πράξεων καὶ ἐνώπιον τοῦ Κακουργοδικείου, οἱ πλεῖστοι θὰ διαφεύγωσι τὴν τιμωρίαν ἐνώπιον τῶν ἐνόρκων, διότι τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν πρέπει νὰ διαφωτίζῃ ἡ τελωνειακὴ, δυστυχῶς δὲ αἱ ἀνακρίσεις, αἱ γινόμεναι ὑπὸ τῶν τελωνειακῶν ἀρχῶν, εἶναι ἀνεπαρκεῖς, καὶ τοῦτο ἐξ ἀνάγκης καὶ ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῆς τῶν πραγμάτων· διότι εἰς μὲν τὰ μεγάλα τελωνεῖα, ὅπου αἱ λαθρεμπορικαὶ πράξεις εἶναι περισσότεραι, οἱ τελῶναι εἶναι πολυάσχολοι, ἑπομένως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκῶσι καὶ δι’ ἀνακρίσεις ἐπὶ τοιούτων πράξεων, ἄλλως τε δὲν εἶναι καὶ ἱκανοὶ νὰ διευθύνωσιν ἀνακρίσεις τοιαύτας, ὥστε νὰ συλλέγωσι τὰς ἀναγκαίας ἀποδείξεις πρὸς τιμωρίαν τῶν λαθρεμπόρων· πολλάκις δὲ αἱ ἀνακρίσεις αὗται γίνονται μετὰ καιρὸν, καὶ ἕνεκα τοῦ πολυασχόλου, καθὼς ἔλεγον, τοῦ τελώνου, καὶ διότι πολλάκις οἱ μάρτυρες δὲν εἶναι πρόχειροι, συνήθως δὲ αἱ ἀποδείξεις αὗται στηρίζονται ἐπὶ τῶν βεβαιώσεων καὶ ἐπὶ τῶν καταθέσεων τῶν συλλαμβανόντων τὸ λαθρεμπόριον τελωνοφυλάκων, εἴτε ἄλλων ὑπηρετῶν τῆς δημοσίας δυνάμεως. Ἀλλ’ ἂν αἱ καταθέσεις αὐτῶν καὶ τὸ πρωτόκολλον τὸ συντασσόμενον ἔχωσιν ἰσχὺν ἀποδείξεως μέχρι προσβολῆς ἐπὶ πλαστογραφίᾳ ἐνώπιον τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς, δὲν ἔχει ὅμως οὕτω τὸ πρᾶγμα, ὅταν τὸ ζήτημα ἔρχηται ἐνώπιον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, διότι αὕτη ὀφείλει νὰ σταθμίσῃ τὰς καταθέσεις. Σημειώσατε δὲ, Κύριοι,—καὶ τοῦτο γινώσκω ἐξ ἰδίας πείρας,— ὅτι οἱ τεταγμένοι πρὸς καταδίωξιν τῶν λαθρεμπόρων, ἔχοντες προσωπικὸν συμφέρον, διότι δικαιοῦνται νὰ λάβωσι μέρος τῆς ἀμοιβῆς, πολλάκις δὲν εἶναι εἰλικρινεῖς· ἂν δὲ λάβητε ἀνὰ χεῖρας τὰ πρὸς βεβαίωσιν λαθρεμπορίων συντασσόμενα πρωτόκολλα, θὰ ἴδητε ὅτι πάντα ἀνεξαιρέτως εἶναι στερεότυπα· αἱ κατὰ μέρος περιστάσεις, αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὰ πρωτόκολλα ταῦτα, ἐπαναλαμβάνονται αὐτολεξεὶ ἐν ὅλοις τοῖς πρωτοκόλλοις, ὅτι δηλαδὴ «ὢν τεταγμένος πρὸς καταδίωξιν λαθρεμπόρων τὴν νύκτα, περὶ τὴν 1ην μετὰ τὸ μεσονύκτιον διέκρινον λέμβον, μακρόθεν ἐρχομένην πρὸς τὴν ἀκτήν, καὶ ὅτι κατοπτεύσας μετὰ τῶν συναδέλφων μου, εἶδον ὅτι ἐξῆλθον δύο ἄνθρωποι εἰς τὴν ξηράν, οἱ ὁποῖοι ἐκόμιζον κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἕνεκα τοῦ σκότους δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἴδωμεν, καὶ ὅτι δραμόντες δὲν κατωρθώσαμεν νὰ τοὺς συλλάβωμεν, ἀλλ’ εὕρομεν δύο βαρέλια ῥουμίου κτλ.» Ὅλα αὐτὰ ἀναλύονται, ὅτι καὶ ἡ λέμβος καὶ οἱ ἄνδρες εἶναι ἐντελῶς τῆς φαντασίας· ἡ οὐσία εἶναι, ὅτι τὰ δύο βαρέλια εὑρέθησαν ἐκεῖ κεκρυμμένα, καὶ κατάσκοπός τις, ἐνίοτε ἐξ αὐτῶν τῶν λαθρεμπόρων, οἱ ὁποῖοι διΐστανται κατόπιν πρὸς ἀλλήλους, προδίδει εἰς τοὺς τελωνοφύλακας τὴν πρᾶξιν, οἵτινες τὰ συλλαμβάνουν· ἡ ἐξεύρεσις δὲ, ἐν τοιαύταις περιπτώσεσιν, αἵτινες εἶναι καὶ αἱ συνηθέσταται, ἡ ἐξεύρεσις τῶν αὐτουργῶν τῆς λαθρεμπορίας εἶναι δυσχερεστάτη· διότι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὰ λαθρεμπορεύματα συλλαμβάνονται, ἀλλὰ δὲν συλλαμβάνονται καὶ οἱ δρᾶσται, ἀνακαλύπτονται δὲ κατόπιν, συνεπείᾳ ἐξετάσεων καὶ ἀνακρίσεων· καὶ ἐν τούτῳ ἔγκειται τὸ ἀτελὲς τῆς ἀνακρίσεως, διότι πρὸς μόρφωσιν τῆς πεποιθήσεως ἀρκοῦνται αἱ τελωνειακαὶ ἀρχαὶ εἰς ὀλιγώτερα, ἀρκοῦνται εἰς τὴν κατάθεσιν τοῦ ὑπαλλήλου αὐτῶν, τοῦ τελωνοφύλακος, ἢ τοῦ δεκάρχου, ἢ τῶν ἄλλων ὑπηρετῶν. Ὅταν ὅμως οἱ ὑπαίτιοι ἔλθωσιν ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων, καὶ τὸ δικαστήριον πρόκηται νὰ ἐπιβάλλῃ ποινήν, ἀκριβέστερον ἐξετάζει τὰ πράγματα, καὶ ζητεῖ ἀποδείξεις ἐπαρκεῖς, διὰ νὰ πεισθῇ καὶ ἐπιβάλῃ ποινήν. Διότι ὁ τελώνης ἐπιβάλλει μὲν ποινὴν χρηματικὴν, ἀλλ’ ἡ ποινὴ αὕτη συνήθως δὲν εἰσπράττεται, διότι οἱ λαθρέμποροι αὐτοί, οἱ μὲν διὰ λογαριασμὸν τῶν ὁποίων γίνεται τὸ λαθρεμπόριον μένουσιν ἀφανεῖς, οἱ δρᾶσται δὲ τῆς λαθρεμπορίας εἶναι ἄνθρωποι ἀφερέγγυοι, μηδὲν ἔχοντες νὰ χάσωσι. Τοιαῦται ἀποφάσεις ἀπόκεινται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πολλαὶ, διότι δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἐκτέλεσίς των ἐναντίον ἀνθρώπων, μὴ ἐχόντων οὐδεμίαν περιουσίαν. Ὁ τελώνης λοιπὸν, καθαδικάζων, εὐκόλως καταδικάζει εἰς ποινὰς ἀνερχομένας πολλάκις εἰς χιλιάδας δραχμῶν, ἀλλ’ ὁ ποινικὸς δικαστὴς, ὅταν πρόκηται νὰ ἐπιβάλῃ ποινὴν στερητικὴν τῆς ἐλευθερίας, βεβαίως ἄλλως σκέπτεται. Ἡ καταδίκη λοιπὸν ἡ ποινικὴ τῶν δραστῶν ἀποτυγχάνει ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκείας τῶν ἀνακρίσεων. Τώρα δύναταί τις νὰ μοὶ ἀντείπῃ: ἀλλ’ ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὅστις ἐπιλαμβάνεται τῆς ὑποθέσεως, δὲν δύναται νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις, καὶ δὲν δύναται αὐτὸς διὰ τοῦ ἀνακριτοῦ, εἴτε τοῦ πταισματοδίκου, εἴτε τοῦ εἰρηνοδίκου, νὰ συλλέξῃ τὰς ἀναγκαίας ἀποδείξεις; Ναὶ, βεβαίως· ἀλλ’ οἱ ἔχοντες γνῶσιν τῆς καταστάσεως τῶν εἰσαγγελικῶν καὶ ἀνακριτικῶν γραφείων παρ’ ἡμῖν—καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος εἶναι εἰς θέσιν κάλλιον ἐμοῦ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν—γνωρίζουσι κάλλιστα, πῶς διεξάγονται εἰς τὰ ἀνακριτικὰ γραφεῖα αἱ τοιαῦται ὑποθέσεις· ἠμπορεῖ νὰ χρονίσῃ μία τοιαύτη ὑπόθεσις ἐκεῖ καὶ ἓν καὶ δύο ἔτη, ἢ συλλέγονται προχείρως αἱ δυναταὶ ἀποδείξεις, αἱ ὁποῖαι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι ἀνεπαρκεῖς. Μὲ τοιαῦτα ἐφόδια ἔρχεται ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου, καὶ τὸ Πλημμελιοδικεῖον ἀπολύει τὸν κατηγορούμενον, ἕνεκα ἀνεπαρκείας ἀποδείξεων. Διὰ τοῦτο ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1877 δὲν ἔφερε τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα. Ἐθεωρήθη ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἀναγκαῖον νὰ εἰσαχθῇ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1889 ἡ προφυλάκισις τῶν κατηγορουμένων ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ, ἀλλὰ συγχρόνως ἐδόθη καὶ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἀνακριτὴν νὰ ἀπολύῃ αὐτοὺς ἐπὶ ἐγγυήσει προσωρινῶς, κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 236 καὶ 237 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας· καὶ τοῦτο ἔφερεν εἰς σύγχυσιν τὸν συντάκτην τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ παραγράφῳ ἐκείνῃ, καθ’ ἣν ἐνόμισεν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀπεφαίνετο περὶ προφυλακίσεως τοῦ κατηγορουμένου κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 236 καὶ 237, ἐνῷ τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα ἀφορῶσιν εἰς προσωρινὴν ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπόλυσιν, ἢ εἰς τὰς περιπτώσεις ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν ἐπιτρέπεται προσωρινὴ ἀπόλυσις, ὡς ἐπὶ ἀλλοδαπῶν, ἢ ἀλητῶν κτλ. Ἐπίσης θεωρῶ περιττὴν τὴν διάταξιν, τὴν ὁρίζουσαν ὡρισμένην προθεσμίαν πρὸς ἔκδοσιν τῶν ἀποφάσεων. Κατὰ θεωρίαν βεβαίως ἡ διάταξις φαίνεται καλή, ἀλλ’ ἂν δὲν ἔχῃ κύρωσιν, εἶναι ἐντελῶς περιττή. Εἶναι ἡ προθεσμία αὕτη ἀνατρεπτική; Βεβαίως ὄχι. Καὶ ἂν δὲν ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασιν αὑτοῦ εἴτε ὁ τελώνης, εἴτε τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἐντὸς τῆς ὡρισμένης προθεσμίας, τί δύνασθε νὰ πράξητε; Τοῦτο δύναται μόνον ἡ ὑπηρεσία νὰ πράξῃ, ἡ ὑπηρεσία, ἡ ἐπιβλέπουσα τὴν διοίκησιν, τὴν διαχείρισιν τῶν τελωνείων· αὐτὴ δύναται ἑκάστοτε νὰ ζητῇ παρ’ αὐτῶν λόγον, καὶ νὰ ἐπιδιώκῃ τὴν περαίωσιν τῶν ὑποθέσεων. Ἐπίσης καὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον εἶναι βεβαρυμένον διὰ πολλῶν ὑποθέσεων, δὲν πρέπει νὰ ὑποχρεωθῇ διὰ προθεσμίας, διότι οἱ νομικοὶ σύμβουλοι εἶναι οἱ δικηγόροι τοῦ Δημοσίου, καὶ ἕκαστος ἐξ αὐτῶν ἔχει πολλὰς δικαστικὰς ὑποθέσεις ἐνώπιον τῶν διαφόρων δικαστηρίων. Τὰ τῶν λαθρεμπορίων καὶ τὰ τῶν παραβάσεων τῶν ἄλλων φορολογικῶν νόμων ἔρχονται, οὕτως εἰπεῖν, πρόσθετα πρὸς αὔξησιν τοῦ βάρους τῆς ἐργασίας τῶν νομικῶν συμβούλων. Ἐξ ἀνάγκης λοιπὸν τὰ τῆς περαιώσεως τῶν ὑποθέσεων τούτων κανονίζονται ἀναλόγως τῆς περιστάσεως, ἤτοι τῆς ὀλιγωτέρας ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἕκαστος τῶν νομικῶν συμβούλων ἔχει, τῶν νομικῶν συμβούλων, λέγω, τῶν λαμβανόντων μέρος εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ τριμελοῦς Νομικοῦ Συμβουλίου, τοῦ δικάζοντος κατ’ ἔφεσιν τὰ λαθρεμπόρια. Ἂν λοιπὸν, ὄχι λόγοι νωθρότητος, ἀλλὰ λόγοι δεδικαιολογημένοι δικαιολογῶσι τὴν μὴ ἔκδοσιν ἐντὸς τῆς προθεσμίας τῶν ἀποφάσεων, ποία ἡ νόμιμος ἐκ τούτου συνέπεια; Βεβαίως αἱ ἀποφάσεις δὲν εἶναι ἄκυροι· βεβαίως θὰ ἰσχύωσι καὶ θὰ συνεπαγάγωσι τὰς νομίμους συνεπείας. Πρὸς τί λοιπὸν νὰ ἀναγραφῇ αὐτὴ ἡ διάταξις, ἡ, οὕτως εἰπεῖν, ἐνδεικνύουσα δυσπιστίαν πρὸς τὴν ἀρχὴν, τὴν ἐντεταλμένην νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον τοῦτο; Τελευταίαν παρατήρησιν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάσχεσιν τῶν μέσων τῆς μεταφορᾶς, ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑξῆς, ἥτις ἄλλως τε ὑπεβλήθη καὶ παρ’ ἄλλου συναδέλφου κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν· εἶναι τὸ τῆς ἐκποιήσεως τῶν μέσων τῆς μεταφορᾶς; καὶ τῆς ἀποδόσεως τοῦ τιμήματος ἐν περιπτώσει ἀθωώσεως τοῦ κατηγορουμένου. Τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι σκληρὸν, νομίζω, Κύριοι, διότι συνήθως τὰ κατασχόμενα, εἴτε ζῶα εἴτε λέμβοι, εἴτε ἄλλα εἴδη, ἐκποιοῦνται εἰς εὐτελεστάτην τιμὴν, εἰσπράττεται ἡ ἀξία, καὶ κατόπιν, ἀφοῦ ἀθωωθῇ ὁ κατηγορούμενος ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ, τῷ ἀποδίδεται τὸ εὐτελέστατον τίμημα, ἀφοῦ ἀφαιρεθῶσιν ἐξ αὐτοῦ αἱ δαπάναι τῆς συντηρήσεως τῶν ζώων καὶ αἱ τοῦ πλειστηριασμοῦ. Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἄδικος καὶ ἄνευ ἀποτελέσματος πρακτικοῦ, καὶ θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλὴν, ἢ μᾶλλον τὸν εἰσαγαγόντα τὸ νομοσχέδιον Ὑπουργὸν, νὰ συναινέσῃ, ὥστε νὰ ἀπαλειφθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις περὶ κατασχέσεως τῶν μέσων τῆς μεταφορᾶς, ἥτις, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἀπέφερεν ἐν τοῖς νόμοις, ὅπου ὑπάρχει, τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα.
§40ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρό τινων ἐτῶν σωρηδὸν ὑπεβάλλοντο τὰ νομοσχέδια εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς, καὶ μεταξὺ τῶν πολλῶν παραπόνων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς, ὡς ἀντιπολιτευόμενοι τότε, εἴχομεν κατὰ τῆς τοιαύτης ὑποβολῆς, ἦτο καὶ τοῦτο, ὅτι τὰ νομοσχέδια δὲν συνωδεύοντο διὰ τῶν ἀναγκαίων αἰτιολογικῶν ἐκθέσεων, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ ἦναι εὔκολον εἰς ἕκαστον τῶν Βουλευτῶν νὰ κατανοῇ, τίνες οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἔπεισαν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τίς ὁ σκοπὸς τῶν διατάξεών του. Δυστυχῶς τὴν τακτικὴν ταύτην βλέπομεν ἀπαρεγκλίτως τηρουμένην καὶ ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν· καὶ ἀπόδειξις μία τῆς τακτικῆς ταύτης εἶναι καὶ ἡ ὑποβολὴ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔρχεται νὰ μεταβάλῃ ἰσχύουσαν πρὸ ἐτῶν νομοθεσίαν. Εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν, χωρὶς νὰ γίνεται ἡ ἐλαχίστη μνεία τῶν λόγων μιᾶς ἑκάστης τῶν δι’ αὐτῶν εἰσαγομένων μεταβολῶν. Διὰ τοῦτο ἀληθῶς πρέπει νὰ ἤμεθα εὐγνώμονες εἰς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, ὁ ὁποῖος, ἔχων ἀφορμὰς ἐξ ἰδίας πείρας νὰ γνωρίζῃ τὰ τῆς νομοθεσίας ταύτης, ἀνέπτυξεν ἐν συντόμῳ πρὸς τὴν Βουλὴν τὸν σκοπὸν καὶ τὰς ἐπιδιωκομένας διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου συνεπείας. Ἠκούσατε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἁπλᾶς τροποποιήσεις ἐπιφέρει εἰς τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, τὸ ἄρθρον 1, περὶ οὗ συζητοῦμεν, ἀντεγράφη ἀπὸ τὸ ἄρθρον 88 τοῦ τελωνειακοῦ ὀργανισμοῦ. Ὁ τελωνειακὸς ὀργανισμὸς ὥριζε τὴν περίπτωσιν τοῦ λαθρεμπορίου διὰ γενικῶν ἐκφράσεων, ἵνα δὲ περιλάβῃ ἐν τῷ ὁρισμῷ τούτῳ πᾶσαν τυχὸν ἐνδεχομένην περίπτωσιν λαθρεμπορίου, περιεῖχε μίαν γενικὴν διάταξιν, καθ’ ἣν «εἰς τὴν αὐτὴν ποινὴν ὑποβάλλεται, καθ’ ὅσον ὁ παρὼν νόμος δὲν ὁρίζει ἄλλως πως, καὶ ὅστις ἤθελε καθ’ οἱονδήποτε τρόπον στερήσει δολίως τὸ Δημόσιον τῶν ὀφειλομένων τελῶν». Τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου ἠθέλησε, φαίνεται, νὰ διασαφήσῃ τὰς περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι περιείχοντο εἰς τὸ δεύτερον αὐτὸ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 88 τοῦ τελωνειακοῦ ὀργανισμοῦ, καὶ ἕνεκα τούτου ἐν πρώτῳ ἐδαφίῳ βλέπετε, ὅτι ἀναφέρει πέντε, νομίζω, ἰδιαιτέρας περιπτώσεις, περιεχομένας ἐν τῷ ἐδαφίῳ τῷ δευτέρῳ τοῦ ὀργανισμοῦ ἐκείνου, κατὰ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, ἐν τέλει δὲ περιλαμβάνει αὐτὸ τοῦτο τὸ ἄρθρον. Τὸ ἐπανέλαβε μάλιστα κολοβωμένον κατὰ τρόπον τόσον ἀσαφῆ, ὥστε ἠκούσατε, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀνεγνώρισεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «δολίως» ἡ ὁποία ἄνευ τινὸς λόγου σπουδαίου εἶχε παραλειφθῆ.
§41ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζετε ὅτι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, εἶναι πιστὴ ἑρμηνεία τῶν ὅσων ἐγὼ λέγω;
§42ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ἂν ἦναι πιστὴ ἑρμηνεία, διότι ἐγὼ δὲν ἤμην παρὼν χθὲς, ἀλλὰ σήμερον ἤκουσα τὸν κ. Ταταράκην ἐπιμένοντα εἰς τὴν δήλωσιν αὐτοῦ, καὶ ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν συναινοῦντα εἰς τὴν προσθήκην, καὶ ἐνόμισα ὅτι ἀνεγνώρισε τὸ λάθος τοῦ νομοσχεδίου.
§43ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶπεν ὅτι εἶναι περιττὸν, ἀλλὰ τὸ ἐδέχθη πρὸς διασάφησιν.
§44ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι περιττὸν, εἶναι ἀναγκαῖον· διότι ἄλλως, καὶ ἂν ἐξ ἀμελείας ἐγένετό τι, θὰ παραπέμπηται εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἐπὶ τῶν ἑπομένων ἄρθρων ἔχω παρατηρήσεις τινὰς νὰ ὑποβάλω, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἐγένετο δεκτή, καλλίτερον εἶναι νὰ ὑποβάλω αὐτὰς κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν οἰκείων ἄρθρων.
§45ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὁ κ. Στεφάνου ἔκαμε πολὺ ὀρθὰς καὶ λογικωτάτας παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὰς ὁποίας ἀσπάζομαι, διότι τῷ ὄντι ἔχουσι βάσιν λογικὴν καὶ συμβιβάζονται μὲ τὰς ἀρχὰς τῆς λοιπῆς νομοθεσίας· ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν καὶ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει δεχθῆ, ὥστε νὰ διαῤῥυθμισθῶσιν ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐν συμβιβασμῷ πρὸς τὴν λοιπὴν νομοθεσίαν, διότι τῷ ὄντι περιέχει νομικοὺς σολοικισμοὺς τὸ νομοσχέδιον ἔν τισι διατάξεσιν αὐτοῦ. Ἐκεῖνο ὅμως, εἰς ὃ δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν κ. Στεφάνου, εἶναι τὸ ἑξῆς. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, καλῶς διαῤῥυθμιζόμενον, δύναται νὰ φέρῃ καρποὺς ὡς πρὸς τὰ δημόσια ἔσοδα περισσοτέρους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους θέλουσι φέρει τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ψηφίζομεν. Καὶ νομίζω ὅτι ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ, ἡ πρωτοφανὴς ἀρχὴ τοῦ νὰ θεωρῆται ἡ λαθρεμπορία ὡς κοινὸν ἔγκλημα, εἶναι ἀρχὴ σωτηριωδεστάτη, ἵνα ἐξαλειφθῇ αὐτὴ ἡ κακοήθεια ἀπὸ τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος· ἡ πρωτίστη δὲ τῶν ἀρετῶν τοῦ νομοσχεδίου εἶναι αὐτὴ ἡ προφυλάκισις, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ, καὶ πρέπει νὰ τὴν δεχθῶμεν.
§46ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἰσχύει αὕτη εἰς βαθμὸν πλημμελήματος.
§47ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἀκριβῶς διότι ἀνυψώνει τὴν λαθρεμπορίαν εἰς βαθμὸν κακουργήματος, δι’ αὐτὸ θὰ σωθῶμεν ἀπὸ τὸ λαθρεμπόριον, διότι τὸ κακούργημα ἐπιφέρει τὴν προφυλάκισιν ἅμα ὑπερβαίνῃ τὰς 400 δραχμάς. Καὶ ποῖον θὰ ἦναι τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα; Θὰ ἦναι ἡ προφυλάκισις τῶν ἀκτημόνων, τῶν μὴ ἐχόντων οὐδὲν νὰ ἀπολέσωσι λαθρεμπόρων.
§48Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι νὰ μᾶς κάμῃ νὰ τρέχωμεν, διὰ νὰ τοὺς ἀποφυλακίζωμεν. Αὐτὸ θὰ ἦναι.
§49ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὤ! ὤ! ὤ! Τί εἶναι αὐτά!
§50Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Αὐτὸ θὰ ἦναι! καθαρὰ, καθαρά!
§51ΖΩΤΟΣ. Δὲν σᾶς δίδω τὸ δικαίωμα αὐτό!
§52Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὅλα αὐτὰ διαφθείρουν τὴν πολιτικὴν, καὶ τίποτε ἄλλο δὲν γίνεται.
§53ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἔχετε τὴν γνώμην σας, ἐγὼ θὰ ἔχω τὴν ἰδικήν μου. Δὲν μοὶ λέγετε, πόσους δράστας ἐκ τῶν καθ’ ἑαυτὸ λαθρεμπόρων συνέλαβέ ποτε ἡ ἐξουσία, καὶ πόσους ἐτιμώρησε; Γνωρίζετε πάντες, ὅτι οἱ κυρίως λαθρέμποροι κρύπτονται ὄπισθεν ἀκτημόνων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν νὰ χάσουν τίποτε· τοὺς συλλαμβάνουν αὐτοὺς, τοὺς καταδικάζουν, ἀλλὰ τί γίνεται; τίποτε· διότι αὐτοὶ δὲν ἔχουν νὰ καταβάλουν τίποτε. Ὅταν ὅμως ἠξεύρῃ ὁ δράστης, ἐκεῖνος ὁ τολμητίας, ὅτι θὰ προφυλακισθῇ ἐπὶ 6 μῆνας, ἐπὶ ἓν ἔτος, θὰ τὸ συλλογισθῇ πολὺ νὰ ὑπάγῃ νὰ γείνῃ ὄργανον τοῦ μὲν καὶ τοῦ δὲ, καὶ νὰ κάμῃ λαθρεμπόριον. Λοιπὸν τὴν ἀρίστην οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου τὴν εὑρίσκω εἰς τὴν προφυλάκισιν, τὴν ὁποίαν δέχεται τὸ νομοσχέδιον. Ἂν λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον διαῤῥυθμισθῇ εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ συμβιβάζηται μὲ τὰς διατάξεις τῆς λοιπῆς ἡμῶν νομοθεσίας, φρονῶ, ὅτι θέλει φέρει τὰ βέλτιστα ἀποτελέσματα, καὶ ὅτι θέλει συντείνει εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκομεν διὰ παντὸς τρόπου, καὶ μάλιστα εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις, ὧν ἕνεκα ψηφίζομεν φορολογικὰ νομοσχέδια πρόσθετα. Δὲν δέχομαι λοιπὸν τὴν γνώμην τοῦ κ. Μπούμπουλη, ἀλλ’ ἐμμένω εἰς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα. Εἰς ἓν πρᾶγμα διαφωνῶ, ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀφοῦ ἡ λαθρεμπορία ἀνυψοῦται εἰς κοινὸν ἔγκλημα, καὶ δύναται νὰ καταδιωχθῇ ὡς τὰ λοιπὰ ἐγκλήματα, κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν, νομίζω ὅτι αἱ ἀμοιβαὶ, αἱ ὁποῖαι καθιεροῦνται διὰ τοὺς λεγομένους καταδείκτας, τὸ ποιὸν τῶν ὁποίων τόσον σαφῶς ἐξετύλιξεν ὁ κ. Στεφάνου, νομίζω ὅτι αὐταὶ αἱ ἀμοιβαὶ βλάπτουσι τὴν οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὅτι θὰ ἦτο πολὺ λυσιτελέστερον, ἐὰν ἔλειπον ἐξ αὐτοῦ.
§54ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἡμέρας, ἵνα δυνηθῇ νὰ ὑποβάλῃ, εἴτε αὐτὸς εἰς δευτέραν ἐξέτασιν αὐτὸ καθ’ ὅλας τὰς λεπτομερείας, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀρχὴν, εἴτε καὶ, ἂν συναινέσῃ ἡ Βουλὴ, εἰς τὴν ἐξέτασιν ὀλιγομελοῦς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐντὸς βραχυτάτης προθεσμίας δύο τριῶν ἡμερῶν νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ νομοσχέδιον ἐνταῦθα πρὸς ψήφισιν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν δύναται νὰ προκαλέσῃ βεβαίως ἀντίδρασιν κομματικήν. Εἶναι κῶδιξ τοῦ λαθρεμπορίου, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ νομοθετηθῇ. Περιέλαβε διατάξεις ἐκ τοῦ κειμένου νόμου, προσέθηκε νέας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ κατέστησε κώδικα νέον, προνοοῦντα περὶ τοῦ λαθρεμπορίου, τὸ ὁποῖον πάντες ἡμεῖς τείνομεν νὰ περιορίσωμεν. Τίποτε λοιπὸν δὲν ὑπάρχει, τὸ ὁποῖον νὰ προκαλῇ οὔτε ἀντίδρασιν ἐκ μέρους ἡμῶν, οὔτε διαμαρτυρίας ἐκ μέρους ὑμῶν, τοῦτο δὲ, τὸ ὁποῖον προτείνω, τὸ προτείνω ἐν πλήρει πεποιθήσει καὶ μετὰ τῆς ἐλπίδος, ὅτι ἐπὶ τέλους θέλει ἡ Βουλὴ δεχθῆ τὴν πρότασίν μου. Πρόκειται, εἶπον, περὶ κώδικος τοῦ λαθρεμπορίου. Δὲν εἶχον δυστυχῶς εὐκαιρίαν νὰ ἐγκύψω εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ ἡ σύντομος ἀνάπτυξις τοῦ φίλου μου κ. Στεφάνου ἀποδεικνύει, ὅτι καλούμεθα ἐνταῦθα νὰ καταρτίσωμεν κώδικα, ὅστις οὐ μόνον ἀνεπαρκῶς θέλει κανονίσει τὰ ἐν αὐτῷ προβλεπόμενα θέματα, ἀλλὰ καὶ θέλει καταλύσει ὑπάρχοντα, ἐπ’ ἀγαθῷ δὲ ὑπάρχοντα, ἐν τῇ ὑφισταμένῃ νομοθεσίᾳ. Δύο μόνον θέλω παρατηρήσει ἐνταῦθα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἀπὸ τοῦ κώδικος τούτου ἐλλείπουσι τὰ συστατικὰ ἐκεῖνα, ὧν ἄνευ οὐδεὶς κῶδιξ, ἄξιος τοῦ ὀνόματος, ὑφίσταται, τὰ συστατικὰ ἐκεῖνα, ἅτινα, προκειμένου περὶ τοιούτου νομοθετήματος, παρασκευάζονται συνήθως ὑπὸ νομομαθῶν ἀνδρῶν. Ἀλλ’ ὁ γράψας τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν ἦτο, ὡς φαίνεται, νομομαθής· ἠγνόει ἐντελῶς, τί ἐστὶ ποινικὸς νόμος, ποινὴ, ποινικὴ δικονομία. Ἐν τούτοις τοιοῦτο κατασκεύασμα πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, ὅπως ἐφαρμοσθῇ ὑπὸ τῶν δικαστηρίων. Τὸ πρῶτον ἄρθρον ὁρίζει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἐστιγμάτισεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ὅτι λαθρέμπορος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις κατὰ τρόπον οἱονδήποτε, ἀλλὰ μὴ ὁριζόμενον ἐν τῷ νόμῳ, στερήσει τὸ Δημόσιον τῶν δικαιωμάτων του. Τοιοῦτος δὲ εἶναι βεβαίως ὁ πλημμελῶς δηλῶν τὰ ζῶά του, ὁ πλημμελῶς ἐνεργῶν τὴν φορολογικὴν δήλωσιν, ὁ πλημμελῶς δηλῶν π.χ. οἰνοπνευματοπώλης. Οὗτος ὁ πολίτης, ὁ οὕτω πλημμελῶς δηλῶν, κατ’ ἐξαίρεσιν ἐνταῦθα κηρύσσεται κλέπτης, καὶ καταδιώκεται ἀπηνῶς, μέχρι δεσμῶν 20 ἐτῶν καὶ στερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ταῦτα εἶναι βλασφημία· εἶναι δὲ κατάλληλος ἡ λέξις, ἣν μετεχειρίσθη ὁ κ. Βουλευτής. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἐκεῖνος, ὅστις οὐδέποτε ἐσκέφθη νὰ κλέψῃ, ἀλλ’ ἁπλῶς μόνον προσπαθεῖ νὰ μειώσῃ ἢ ἀποκρούσῃ διὰ τῆς πράξεως αὐτοῦ τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον τῷ ἐπιβάλλεται ὑπὸ φορολογικοῦ νόμου, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ κοινὸς κλέπτης; Ἀλλὰ κλέπται εἶναι τότε τὰ 9/10 τῶν Ἑλλήνων, διότι ἐγὼ ἀμφιβάλλω, ἐὰν ἐπὶ χιλίων Ἑλλήνων ὑπάρχωσιν ἑκατὸν, οἵτινες, προκειμένου περὶ φόρων, δὲν ἀποβλέπουσιν εἰς ἐλάττωσιν τοῦ βάρους, ὅπερ ἐπιβάλλεται αὐτοῖς. Λοιπὸν τοῦτον τὸν ἄνθρωπον κηρύσσετε κλέπτην καὶ καταδικάζετε εἰς φυλάκισιν, στιγματίζετε καὶ στερεῖτε αὐτὸν τὰ πολιτικὰ δικαιώματα. Τοῦτο βεβαίως οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠθέλησεν, ἀλλ’ οὔτε καὶ ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον ὑπάλληλος εἶχε πρὸ ὀφθαλμῶν. Θέλετε δὲ νὰ σᾶς δείξω μέχρι ποίου σημείου φθάνει ἡ ἔλλειψις ὑπὸ τοῦ συντάκτου τοῦ νομοσχεδίου ἀντιλήψεως τῶν νομικῶν στοιχείων; Νομίζομεν πάντες ἐνταῦθα, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν μέχρι καὶ ποινῆς κακουργήματος, καὶ τοῦτο ἤρεσε πολὺ ἰδίως εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυκλάδων, διότι ἐπιθυμεῖ αὐστηρότατα νὰ καταδιωχθῇ τὸ λαθρεμπόριον. Ἀλλ’ ἀπατᾶται, νομίζων ὅτι δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς ποινὴν κακουργήματος, διότι οὐδὲν τοιοῦτον ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον. Ὅταν ἀναγνώσῃ τις τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 4, βλέπει ὅτι ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον, μόνον πλημμελειοδίκας ἐνόησεν, ὅτι πρόκειται νὰ δικάσωσι· καὶ ἐνῷ κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἄρθρου γίνεται λόγος περὶ κακουργήματος, διὰ τοῦ τελευταίου ἐδαφίου ὁρίζεται, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ Κακουργιοδικείου, ἀλλὰ περὶ Πλημμελειοδικείου. Κινδυνεύομεν δηλαδὴ νὰ φθάσωμεν εἰς τοῦτο, ὅτι ἐξαιρετικῶς ἐνταῦθα ὁ κακουργῶν δὲν θὰ δικάζηται ὑπὸ τοῦ Κακουργιοδικείου ἐπὶ κακουργήματι ἀλλὰ ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου. Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἀποφάσεις τοῦ Πλημμελειοδικείου οὐδεμίαν ἀσκοῦσιν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν κατὰ τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ τελωνειακοῦ νόμου περὶ λαθρεμπορίας ἀποφάσεων τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς ἢ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, καὶ τἀνάπαλιν.» Αἱ ἀποφάσεις τοῦ Πλημμελειοδικείου οὐδεμίαν ἀσκοῦσιν ἐπιῤῥοήν. Ὁ συντάξας ἄρα τὸ νομοσχέδιον εἶχε κατὰ νοῦν, ὅτι τιμωρεῖ πλημμέλημα, καὶ ὁρίζει, ὅτι ποσὸν τὸ εἰς οὐδὲν χρησιμεύει, παρὰ μόνον, ἵνα διαγράψῃ τὰ ὅρια μεταξὺ πλημμελήματος καὶ κακουργήματος. Κύριοι, ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προταθῶσι. Προταθέντα δὲ, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ πολυάσχολος, δὲν εἶχε τὸν καιρὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ κώδικος τούτου, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν ἐνταῦθα. Δότε τὸν καιρὸν εἰς αὐτὸν, δότε καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Βουλὴν καιρὸν, διορίσατε τριμελῆ ἐπιτροπὴν ἐκ τῆς Βουλῆς, ἥτις ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐπαναφέρῃ οὕτως αὐτὸ διωρθωμένον πρὸς ψήφισιν. Διότι, ἂν ὑποθέσητε, ὅτι ἐσιωπῶμεν ἡμεῖς ἐνταῦθα, μὴ προλαβόντες νὰ μελετήσωμεν ἢ παραλείποντες νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ποία θέλετε νὰ ἦναι ἡ γνώμη τοῦ κοινοῦ περὶ τῆς σοφίας ἡμῶν τῶν νομοθετῶν; Ποῖα θέλουσιν εἶναι τὰ ἀποτελέσματα, ὅταν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων οἱ δικασταὶ, ἀδημονοῦντες, ἴσως δὲ καὶ φέροντες παράπονον κατὰ τῆς νομοθετικῆς ἀρχῆς, πεισθῶσιν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν ὑπ’ αὐτῆς ψηφισθέντα νόμον, πειθόμενοι δὲ περὶ τούτου, ζητήσωσιν ἴσως τρόπον ἀποφυγῆς τῆς ὑφαρπαγῆς αὐτοῦ; Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἐσκέφθητε, τί ἐστὶ κλοπή; Κλοπὴ εἶναι ἡ ἐν γνώσει αὐτογνωμόνως ἀφαίρεσις ξένης περιουσίας πρὸς ἰδιοποίησιν αὐτῆς. Τί δὲ εἶναι τὸ λαθρεμπόριον; Ὁ λαθρέμπορος ἀφαιρεῖ ξένην περιουσίαν ὑπὲρ ἑαυτοῦ. Ὁ λαθρέμπορος προσπαθεῖ νὰ στερήσῃ τὸ Δημόσιον νομίμου τέλους, ἵνα περιποιήσῃ εἰς ἑαυτὸν κέρδος. Πλάσατε, ἂν θέλητε, εἰδικὰς πράξεις λαθρεμπορίων, πράξατε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέγραφεν ὁ Ἰόνιος νόμος· ὁρίσατε, ὅτι ὁ λαθρέμπορος τιμωρεῖται ποινικῶς ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ, καὶ τιμωρήσατε αὐτὸν ὅσον θέλετε. Ἀλλὰ μὴ λέγετε, ὅτι εἶναι κλέπτης ὁ λαθρέμπορος. Εἶναι ταῦτα βλασφημίαι, αἵτινες ἐπάγονται ἀνεπανορθώτους συνεπείας ἐπὶ τῶν πολιτῶν καὶ ἐπὶ τῆς κοινωνίας. Μὴ ἐπιμένετε νὰ ψηφισθῶσι τοιαῦτα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν ἐμελετήθησαν ἀρκούντως ὑπὸ ἔποψιν νομοθετικήν. Βλέπω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἀναχωροῦντα ἀκριβῶς, ἐν ᾧ ἐσκόπουν νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ θέματος ἐνδιαφέροντος αὐτὸν, προκειμένου περὶ τῆς καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου. Ἐπιδιώκομεν πάντες νὰ περιορίσωμεν τὰς λαθρεμπορικὰς πράξεις. Ἐν Ἑλλάδι αἱ μεγαλείτεραι, αἱ περισσότεραι λαθρεμπορικαὶ πράξεις γίνονται διὰ θαλάσσης καὶ διὰ πλοίων, εἴτε ἀληθῶς ἐχόντων δικαίωμα νὰ φέρωσι ξένην σημαίαν, εἴτε προσλαμβανόντων τὴν ξένην σημαίαν καταχρηστικῶς. Τελευταῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔκρινε συμφέρον νὰ δημοσιεύσῃ διαφωνίαν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ σπουδαίας περιπλοκῆς, διότι εὑρίσκετο ὁ καταδιώκων τὸ λαθρεμπόριον ἔντιμος πλοίαρχος, δὲν ἐνθυμοῦμαι τίνος πολεμικοῦ ἀτμοπλοίου, ἀπέναντι λαθρεμπόρων ἐν ἑλληνικοῖς ὕδασι καταχρωμένων ξένης σημαίας, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ ἐλευθέρως. Ἀνηνέχθη ὁ πλοίαρχος εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ τὰ Ὑπουργεῖα διεφώνησαν· ὁ μὲν τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἶχε ταύτην τὴν γνώμην, ὁ δὲ σύμβουλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ καθηγητὴς τοῦ διεθνοῦς δικαίου, (ὅπως καθηγητὴς τοῦ διεθνοῦς δικαίου, τοῦ ναυτικοῦ, ἐν τῇ σχολῇ τῇ ναυτικῇ ἦτο ὁ κ. Χρυσανθόπουλος), εἶχεν ἄλλην γνώμην, ἑκάτερος δὲ τῶν Ὑπουργῶν ἐφαίνετο ἀσπαζόμενος τὴν γνώμην τοῦ εἰδικοῦ αὑτοῦ συμβούλου. Ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ νῦν, ἐνόμισε τελευταῖον, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἔδει νὰ γένηται πλεῖον φῶς, καὶ διέταξε τὴν δημοσίευσιν τῶν ἐγγράφων, ἐγγράφων σπουδαιοτάτων. Ἐκ τῶν γνωμοδοτήσεων τούτων τῶν δύο τμηματαρχῶν, ἐὰν ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει, θὰ ὑπάρξῃ δυνατὸν νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον διάταξις, ἥτις νὰ κανονίσῃ τὴν σχέσιν τῶν Ἑλλήνων πλοιάρχων, τῶν κυβερνητῶν τῶν ἀτμοτελωνίδων, τῶν κυβερνητῶν τῶν πολεμικῶν πλοίων, ἀπέναντι τῶν λαθρεμπόρων. Διότι σήμερον εὑρίσκονται ἐν πλήρει ἀδυναμίᾳ, ἀφωπλισμένοι ἀπέναντι αὐτῶν. Δὲν εἶναι δὲ δυνατόν, ἐὰν δὲν ληφθῇ πρόνοια εἰδικὴ περὶ τοῦ θέματος τούτου, νὰ φυλάξωμεν τὰς ἀκτὰς τῆς Ἑλλάδος, τῶν ὁποίων γνωρίζετε καὶ τὴν ἔκτασιν καὶ τὸν πολυσχιδῆ σχηματισμὸν καὶ τοὺς ὅρμους. Ἀναβάλετε λοιπὸν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας, ἐξετάσατε καὶ τὸ θέμα τοῦτο εἰδικῶς, καὶ μετὰ τρεῖς ἡμέρας ὑπάρχει καιρὸς νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς τρίτης ἀναγνώσεως, ἀλλ’ ἐπὶ νομοσχεδίου διεῤῥυθμισμένου καὶ παρέχοντος ἐχέγγυα· διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς ἔχει νῦν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ, ὡς δεῖ, ὑπὸ τῶν δικαστηρίων, καὶ ταχέως θέλομεν ἴδει ἐπιβαλλομένην τὴν ἀνάγκην ἄλλου νομοσχεδίου, πρὸς διόρθωσιν τῶν πλημμελειῶν τοῦ σημερινοῦ.
§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Δὲν ἠξεύρω, ποία ἦτο ἡ ἀνάγκη τῆς παρουσίας μου. Δὲν ἐπρόκειτο ἢ περὶ θέματος, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὅλος ὁ κόσμος. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Βουλευτὴν, ἀλλὰ δὲν ἦτο, νομίζω, ἀνάγκη νὰ ἦμαι παρών.
§56ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ εἶναι τρίτη ἀνάγνωσις, κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων ἐπὶ τῶν ἀτοπημάτων, ἅτινα ἐπάγονταί τινες τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Χαρακτηρίζεται τὸ λαθρεμπόριον, ἢ μᾶλλον ἐξισοῦται μὲ τὴν κλοπὴν, ὡς πρὸς τὸ ποσὸν, ἵνα ἐκ τοῦ ποσοῦ κανονίζηται ἡ ἁρμοδιότης τῶν δικαστηρίων, καὶ ὑπάγονται τὰ λαθρεμπόρια, τὰ ἀφορῶντα εἰς μείζονα τῶν 400 δραχμῶν ποσὰ, εἰς τὰ Κακουργιοδικεῖα, ὑποβάλλονται δὲ οἱ λαθρέμποροι εἰς βαρυτέρας ποινὰς πρὸς ἐκφόβισιν. Ἐν τοσούτοις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν ὁρίζεται ποίαν δέον νὰ λάβωμεν βάσιν: τὴν ἀξίαν τοῦ ἐμπορεύματος ἢ τὸ τέλος;
§57ΚΑΝΑΡΗΣ. Αὐτὸ ἐλέχθη χθὲς τὸ ἑσπέρας.
§58ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν ἤμην ἐδῶ, καὶ ἀγνοῶ, τί ἐῤῥέθη. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, καθ’ ἃ ἠκούσατε, τὰ μεγάλα λαθρεμπόρια γίνονται ἐν τῇ περιφερείᾳ μικρῶν τελωνείων, ὅπου ἡ βεβαίωσις αὐτῶν, ἐξαρτωμένη ἀπὸ τῶν ὑποτελωνῶν, τρέχει κίνδυνον, γενομένη ὑπὸ ἀμαθῶν ὑπαλλήλων, νὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ δικαστικὴν ἀξίαν. Ἄλλο μειονέκτημα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ὅτι ὡς μάρτυρες ἐπὶ τῶν δικῶν τοῦ λαθρεμπορίου φέρονται οἱ ἔχοντες ἐνδιαφέρον εἰς τὴν ἔκβασιν τῆς δίκης, διότι θὰ ἦναι ἐκ τῶν λαμβανόντων ἀμοιβήν. Τοῦτο δὲ, σχετιζόμενον πρὸς τὴν ἀτέλειαν τῶν ἀνακρίσεων, ἐπάγεται ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων βεβαίως δὲν θὰ κατατίθηται πάντοτε ἡ ἀλήθεια, οὐδὲ θὰ ἦναι αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις ἐστηριγμέναι ἐπὶ ἀσφαλῶν ἀποδείξεων. Ὑπεβλήθη σχέδιον νόμου περὶ διαῤῥυθμίσεως τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος, καθ’ ὃ ὁρίζεται, ὅτι αἱ ποινικαὶ δίκαι δὲν δύνανται νὰ προσδιορισθῶσιν εἰς Κακουργιοδικεῖον τοῦ τόπου, ἐν ᾧ ἐγένετο ἡ ἀξιόποινος πρᾶξις. Κατ’ ἀκολουθίαν, τὰ λαθρεμπόρια, τὰ γενόμενα ἐντὸς τῆς περιφερείας ἑνὸς δικαστηρίου Πρωτοδικῶν, δὲν δύνανται νὰ δικασθῶσι παρὰ τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ ἐκείνῃ συστηθησομένων Κακουργιοδικείων, ἀλλὰ παρ’ ἄλλων· οὕτω δὲ ἅπαν τὸ προσωπικὸν τῶν τελωνείων θέλει ἀποσπᾶται ἐπὶ ἱκανὸν χρόνον, ἵνα μεταβαίνῃ εἰς τὴν περιφέρειαν ἄλλου Πρωτοδικείου, ὅπου θὰ δικασθῇ τὸ ἔγκλημα ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου. Τὴν διάταξιν ταύτην δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν βεβαίως ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Λοιπὸν θὰ παραλύσῃ ἡ τελωνειακὴ ὑπηρεσία. Ἀλλὰ διατὶ ὑπάγονται τὰ λαθρεμπόρια εἰς τὰ Κακουργιοδικεῖα; Διὰ νὰ προφυλακίζηται, εἶπεν ὁ κ. Μαυρομαρᾶς, ὁ ὑπόδικος, καὶ νὰ ἔχῃ τὸν φόβον τοῦτον ὁ λαθρέμπορος. Λαθρέμπορος συνήθως εἶναι ἄνθρωπος μὴ φοβούμενος τὴν προφυλάκισιν. Ἀλλὰ μήπως ὁ νόμος ὁ ὑφιστάμενος δὲν δίδῃ τὸ δικαίωμα τῆς προφυλακίσεως, καὶ ὅταν ἡ πρᾶξις τοῦ λαθρεμπόρου χαρακτηρίζηται ὡς πλημμέλημα; Ἐὰν ἦναι βεβαιωμένη ἡ πρᾶξις, οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι θέλει ἐκδώσει ἔνταλμα φυλακίσεως ὁ ἀνακριτὴς, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι θὰ ἔχητε τὴν ἐγγύησιν τῆς ἐπιμελεστέρας ἐρεύνης τῆς πράξεως παρὰ τῶν τακτικῶν δικαστῶν. Πλὴν τούτου ὁ τελωνειακὸς νόμος περιεῖχεν ὅρον, ὁ ὁποῖος ἤρκει νὰ ὁρίσῃ τὸ λαθρεμπόριον. Ἔλεγεν: «ὅστις ζητεῖ νὰ στερήσῃ τὸ Δημόσιον δολίως τοῦ ἀνήκοντος νομίμου τέλους». Ἐὰν λάβωμεν μόνον τὸν ὅρον τοῦτον, ὅλαι αἱ ἄλλαι περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου πρώτου, καθ’ ἃς δύναταί τις ν’ ἀποφύγῃ τὴν πληρωμὴν τοῦ τέλους αὐτοῦ, καὶ ἃς ἐξ ἀπειρίας περὶ τὸ δημιουργεῖν νομικοὺς ὁρισμοὺς ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον κατεχώρησεν εἰς αὐτὸ ἀστοχάστως, εἶναι ἀμφιβολία, ἐὰν δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ λαθρεμπόριον, καίπερ τὸν δόλιον σκοπὸν τῆς στερήσεως ἀπὸ τοῦ Δημοσίου τοῦ ἀνήκοντος αὐτῷ τέλους περιέχουσαι. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὀλίγων ἡμερῶν μελέτη δὲν εἶναι ἐπιβλαβὴς, ὅταν οὐδεὶς ἄλλος λόγος ἐπείγῃ, ἀλλ’ ἔσται ὠφέλιμος διὰ νόμον, ὅστις, ὑποβαλλόμενος εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν δικαστῶν καὶ δικαστικὴν φύσιν διὰ τοῦτο ἔχων, θέλει γεννήσει δυσχερείας μὲν εἰς τὴν διαδικασίαν, βλάβην δὲ, ἀντὶ ὠφελείας, εἴς τε τὸ Κράτος καὶ τοὺς πολίτας.
§59ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πρὸς ταῖς παρατηρήσεσι, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω καὶ ἐγώ τινας, ἵνα δώσω ἀφορμὴν εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ μᾶλλον ἐπισταμένως τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ πρῶτον περὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 1, τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 4, καὶ τῶν διατάξεων περὶ τῶν ἀγνώστων λαθρεμπόρων, αἱ ὁποῖαι ἄλλως τε εἶναι περιτταὶ ἴσως, ἀλλ’ οὐχὶ ἐπιβλαβεῖς, διότι, ὡς πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ συνάδελφος κ. Στεφάνου, ἐὰν καταδικάζητε ἄγνωστόν τινα, εἶναι ὡς νὰ μὴ καταδικάζητέ τινα, διότι ἡ ἀπόφασις, ἡ καταδικάζουσα τὸν ἄγνωστοθ, καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας τοῦ δικαίου δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ, οὐδ’ ὑπάρχει τρόπος τις, ἵνα ἐκ τῶν ὑστέρων προσδιορισθῇ διὰ προσθήκης ὁ τέως ἄγνωστος. Ἑπομένως ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ συναινέσῃ νὰ ἐξαλειφθῶσι τοιαῦται ἄσκοποι διατάξεις, αἵτινες εἰς οὐδὲν ἄλλο συμβάλλουσιν ἢ μόνον εἰς τὸ νὰ δώσωσιν εἰς τοὺς μεταγενεστέρους σαφῆ τὴν εἰκόνα τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν νομοθετοῦμεν. Ἀλλ’ ἡ διάταξις τοῦ ἕκτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 1 § βʹ, αὐτὴ νομίζω, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀντίκειται πρὸς τὸ πρῶτον ἐδάφιον τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 4, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τὰ ἄτοπα, ἅτινα ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Δραγούμης. Ἀλλ’ ἀσχέτως πρὸς τὴν ἑρμηνείαν ταύτην, φρονῶ μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι, ὡς εἶναι συντεταγμένον τὸ ἐδάφ. Ϛʹ, ἀντίκειται προφανῶς πρὸς τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 4, διότι καταργεῖ τὴν ἀρχὴν τὴν ὀρθοτάτην, ὅτι τὸ λαθρεμπόριον τιμωρεῖται, ὅταν ἀνακαλυφθῇ ἐπ’ αὐτοφώρῳ (ἀναγινώσκει): «καὶ Ϛʹ) ἐπὶ τῇ περιπτώσει τῆς καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον τρόπον, μὴ ὁριζόμενον ἐν τῷ παρόντι, στερήσεως τοῦ Δημοσίου τῶν δικαιωμάτων του.» Τοῦτο εἶναι τοσοῦτον ἀόριστον, ὥστε δύναται νὰ γίνεται καταδίωξις δῆθεν λαθρεμπορίας, ἐνῷ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 4 τοιαύτη καταδίωξις δὲν δύναται νὰ γείνῃ, παρὰ μόνον ὅταν συλληφθῇ ὁ παραβάτης ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Μεταξὺ τῶν δύο τούτων διατάξεων εἶναι προφανῶς ἀντινομία. Ἐκτὸς ὅμως τοῦ λόγου τούτου, ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφίου ἕκτου τοῦ ἄρθρου 1 εἶναι καὶ δι’ ἄλλον λόγον ἐπιβλαβὴς, ὡς ἐκ τῆς ἀοριστίας, μεθ’ ἧς εἶναι συντεταγμένη· διότι καὶ ὅσα ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας καὶ ἄλλα ἄτοπα δύνανται νὰ λάβωσι χώραν, καὶ νὰ γεννηθῶσι ζητήματα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν εἶσθαι ἐπιβλαβῆ οὐ μόνον διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ τῶν πολιτῶν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ, λόγῳ τῆς ἀντινομίας, ἢ νὰ ὁρισθῇ κατὰ τρόπον, ὅστις νὰ αἴρῃ τὴν ἀντινομίαν, νὰ περιλαμβάνῃ δὲ ἡ διάταξις ὡρισμένον τι σημεῖον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἡ ἐνέργεια τῆς Πολιτείας νὰ ἀσκῆται. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θεωρῶ πάντως, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ, εἶναι ἡ διάταξις, δι’ ἧς ἐξομοιοῦται ἡ λαθρεμπορία πρὸς τὴν κλοπὴν, καὶ δι’ ὅσους λόγους ἀνέφερον οἱ συνάδελφοι, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ λαθρεμπορία εἶναι ἀδίκημα κατὰ συνθήκην, διότι ἡ Πολιτεία εἶχε καθῆκον καὶ συμφέρον νὰ δημιουργήσῃ ἓν ἀδίκημα τοιοῦτον, ὅπως προλάβῃ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ἕκαστος, μεριμνῶν περὶ τῶν ἰδίων, δύναται νὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὸ Δημόσιον.
§60ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι ἀφαίρεσις δικαιώματος τοῦ Δημοσίου.
§61ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι· εἶναι ζημία τοῦ Δημοσίου· πᾶσαν δὲ ζημίαν δὲν ὑποθέτω, ὅτι νομίζετε ἀδίκημα, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τὸ λαθρεμπόριον εἶναι κατὰ συνθήκην ἀδίκημα· διὰ τοῦτο δὲ ἡ ἐξομοίωσις αὐτοῦ πρὸς τὴν κλοπὴν οὐδαμῶς δύναται νὰ δικαιολογηθῇ· τοὐναντίον δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς πολλὰς ζημίας τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Οἱ συνάδελφοι ἀνέπτυξαν διαφόρους περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ἐξομοίωσις αὕτη θέλει εἶσθαι ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἐγὼ παρατηρῶ καὶ ἄλλην περίστασιν, λησμονηθεῖσαν. Γνωρίζετε πολὺ καλὰ πάντες, ὅτι ἡ κλοπὴ τιμωρεῖται ἀναλόγως μὲν τοῦ ποσοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς ἐξετελέσθη, καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐξετελέσθη· παραλλάσσει δὲ ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς βαρύτητος τοῦ ἀδικήματος κατὰ τὰς περιστάσεις ταύτας. Ἔλθωμεν ἤδη εἰς τὸ λαθρεμπόριον, ἵνα ἴδωμεν κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις αὗται. Ἡ κλοπὴ λ. χ., γενομένη εἰς κατῳκημένα κτίρια, τιμωρεῖται κατὰ τρόπον διάφορον τῆς ἁπλῆς κλοπῆς. Πῶς θὰ ἐννοηθῇ λαθρεμπόριον ὑπὸ τὰς διακρίσεις τῆς τελέσεως αὐτοῦ εἰς κατῳκημένα κτίρια, ἢ ἐν καιρῷ νυκτός, ἢ ὑπὸ δύο ἢ πλειόνων; Πάντα ταῦτα θὰ γεννήσωσι κυκεῶνα, ἀπὸ τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω κατὰ τίνα τρόπον θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξέλθῃ ἡ δικαστικὴ ἀρχή. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων θέλει βλάψει τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 378 τῆς κλοπῆς. Γνωρίζετε πάντες τὴν διάταξιν ταύτην. Αὕτη ὁρίζει, ὅτι, ἐὰν ὁ κλέπτης πρὸ πάσης ἀνακρίσεως ἀποδώσῃ τὰ κλαπέντα, ἢ ἱκανοποιήσῃ τὸν παθόντα, ἀπαλλάσσεται πάσης καταδιώξεως. Ἐφαρμόσατε ἤδη τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 378 ἐπὶ τοῦ λαθρεμπορίου, διὰ νὰ μὴ ἔχητε ποτὲ λαθρέμπορον. Τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ λαθρέμπορος θέλει κατανοήσει, ὅτι δυνατὸν νὰ συλληφθῇ, δὲν ἔχει ἢ νὰ καταβάλῃ τὸν φόρον· δὲν δύνασθε νὰ τὸν καταδιώξητε πλέον· ἐνῷ, ὡς ἔχει ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος, πάντοτε καταδιώκεται. Πρὸ πάσης ἀνακρίσεως, λέγει ὁ νόμος, καὶ ἴσα ἴσα ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 378 διαφέρει ἀπὸ τὴν γενικὴν διάταξιν τοῦ νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ συγγνώμη ἐπέρχεται, ὅταν αὐθορμήτως ἱκανοποιῇ τὸν παθόντα ὁ κατηγορούμενος, ἡ εἰδικὴ δὲ αὕτη διάταξις δὲν ἀπαιτεῖ οὔτε τὸ αὐθορμήτως, κατ’ ἐπέκτασιν δὲ, τὰ δικαστήρια ἐφήρμοσαν ἐνίοτε καὶ ἐπὶ τῆς κλοπῆς ταύτης. Ἀλλ’ ἐγὼ δέχομαι καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως ταύτης.
§62Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν αὕτη· πρόκειται περὶ ποινῶν.
§63ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ποινῶν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ποινῶν, ἠδύνατο τὸ νομοσχέδιον νὰ ἔλεγεν, ὅτι καταδιώκεται ποινικῶς καὶ τιμωρεῖται μὲ τὰς ποινάς, τὰς ἐπιβαλλομένας εἰς τὴν κλοπήν. Τοιαύτη ἔκφρασις θὰ ἦτο νοητή. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶπον, χαρακτηρίζει τὸ λαθρεμπόριον ὡς κλοπήν, ὅταν δὲ πρόκηται νὰ καλέσητε, κύριε συνάδελφε, δικαστὰς, ἵνα ἑρμηνεύσωσι τὸν νόμον καὶ κρίνωσι περὶ αὐτοῦ, δὲν θὰ κρίνωσι καθ’ ἃ ἡμεῖς κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ἀλλὰ θὰ κρίνωσι κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης· ὅταν δὲ εἷς νόμος σᾶς λέγῃ, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη χαρακτηρίζεται ὡς κλοπή, ὁ δικαστὴς ὁ τακτικὸς θὰ κρίνῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην κατὰ τὰ στοιχεῖα, κατὰ τὰ ὁποῖα κρίνει τὴν κλοπήν.
§64Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται νὰ ἐφαρμόσῃ μόνον τὰς ποινάς.
§65ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πρόκειται νὰ ἐφαρμόσῃ πάσας τὰς διατάξεις περὶ κλοπῆς ἐπὶ λαθρεμπορίου, διότι ὁ νόμος οὕτω τὸ χαρακτηρίζει. Ἐὰν λοιπὸν ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις περὶ κλοπῆς εἰς τὸ κατὰ συνθήκην ἀδίκημα τοῦ λαθρεμπορίου, θέλομεν εὑρεθῆ εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας προανέφερον, καὶ πρὸ πάντων πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 378 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ὅτε τὸ Δημόσιον θέλει ὑποστῆ σπουδαιοτάτην ζημίαν, καὶ ἡ λαθρεμπορία θέλει τότε ἀφόβως ἐξασκεῖσθαι. Διατὶ ἀφόβως; Ἁπλούστατον. Διότι, ὅταν γνωρίζῃ ὁ λαθρέμπορος, ὅτι ἔχει ἓν στάδιον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου δύναται νὰ σπεύσῃ νὰ καταβάλῃ τὸν φόρον, ἵνα ἀπαλλαχθῇ πάσης καταδιώξεως, θέλει ἐπιδίδοσθαι εὐκολώτερον εἰς τὴν λαθρεμπορίαν, ὢν ἕτοιμος καὶ προσέχων, ἐὰν τυχὸν παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη, νὰ σπεύσῃ νὰ καταβάλῃ τὸν ὀφειλόμενον φόρον, καὶ οὕτως ἀπαλλαγῆ τῶν φοβερῶν συνεπειῶν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 4. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ χαρακτηρίσωμεν τὴν πρᾶξιν τῆς λαθρεμπορίας ὡς κλοπὴν, μόνον καὶ μόνον, ἵνα οὕτως ἐπιτύχωμεν τὴν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου Βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων τόσον ἐπιθυμητὴν προφυλάκισιν τῶν λαθρεμπόρων, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο μάταιον, διότι τοῦτο τὸ ἔχομεν ἤδη, καὶ διότι, καὶ ἂν δὲν τὸ εἴχομεν, ἠδυνάμεθα νὰ τὸ νομοθετήσωμεν, ἐπιτρέποντες τὴν προφυλάκισιν ἐπὶ πλημμελημάτων, ὅπως ἰσχύει μέχρι τοῦδε. Τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος ἀναγράφει τὸ δικαίωμα τῆς προφυλακίσεως (ἀναγινώσκει): «Ἐν ταῖς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 1 ἐδαφίου αʹ τοῦ ἀπὸ 13 Ἰουνίου 1877 ΧΙϚʹ νόμου προνοουμέναις περιπτώσεσιν ὁ αὐτουργὸς ἢ συναίτιος λαθρεμπορίου δύναται νὰ προφυλακισθῇ, ἐφαρμοζομένων καὶ κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρ. 236 καὶ 237 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας.» Ἑπομένως τὸ δικαίωμα τῆς προφυλακίσεως εἰς τὴν καταδιωκτικὴν ἀρχὴν ὑπάρχει καὶ νῦν· δὲν πρόκειται νὰ τὸ νομοθετήσωμεν, ἀναβιβάζοντες τὸ λαθρεμπόριον εἰς κακούργημα, οὐδὲ πρόκειται διὰ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ λαθρεμπορίου ὡς κακουργήματος νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θέλομεν περιορίσει τὸ λαθρεμπόριον· διότι ἡ ποινὴ τῆς φυλακίσεως δὲν εἶναι ποινὴ μικρὰ, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ περιφρονήσῃ ὁ λαθρέμπορος· ἐκεῖνος δὲ, ὁ ὁποῖος ἤθελε περιφρονήσει τὴν ποινὴν τῆς φυλακίσεως, ὤ! βεβαιωθῆτε, ὅτι εὐκόλως περιφρονεῖ καὶ τὴν ποινὴν τῆς εἱρκτῆς, διότι, ὡς γνωρίζετε, ἡ ποινὴ τῆς φυλακίσεως ἐπεκτείνεται μέχρι διαρκείας πέντε ἐτῶν. Ἐὰν λοιπὸν, ἀντὶ νὰ χαρακτηρίζωμεν τὴν πρᾶξιν τῆς λαθρεμπορίας ὡς κλοπὴν, ἐλέγομεν, ὅτι ὁ λαθρέμπορος τιμωρεῖται διὰ φυλακίσεως, προφυλακιζόμενος κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἀνέφερον, θὰ εἴχομεν μίαν διάταξιν τελείαν, διάταξιν ἐπιδιώκουσαν τὸν ὁποῖον ἠθέλομεν σκοπὸν, χωρὶς νὰ περιπέσωμεν εἰς αὐτὸν τὸν κυκεῶνα, καὶ νὰ θέσωμεν εἰς ἀδιέξοδον πολλάκις τὰ δικαστήρια, μὴ γνωρίζοντα κατὰ τίνα τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσι διατάξεις ἀδικήματος τῆς κλοπῆς εἰς κατὰ συνθήκην, ὡς εἶπον, ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ καταληπτὸν ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας δύναται νὰ γείνῃ καταληπτὴ ἡ κλοπή. Ὁ κλέπτης εἰσῆλθεν εἰς ξένην οἰκίαν· ὁ κλέπτης μεταχειρίζεται ἐργαλεῖα, ἵνα ἀνοίξῃ τὰ δοχεῖα· ὁ κλέπτης συνεννοεῖται μετ’ ἄλλων καὶ μεταβαίνει ἔνοπλος, ἵνα διαπράξῃ τὴν κλοπήν· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῆτε τὸν λαθρέμπορον εἰσερχόμενον εἰς οἰκίαν, διὰ νὰ διαπράξῃ τὴν λαθρεμπορίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν φαντασθῆτε ὑπ’ οὐδεμίαν περίπτωσιν τῆς κλοπῆς, ὥστε νὰ ἐξομοιώσητε τὴν λαθρεμπορίαν μὲ τὴν κλοπήν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, καὶ ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν στέρξῃ εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἀνέφερον, περὶ τῆς ὁποίας δ’ ἐγὼ δὲν ἔχω λόγον νὰ ἐπιμείνω νὰ στέρξῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δικαιοῦμαι νὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ διορθώσῃ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4· δύναται δὲ νὰ τὴν διορθώσῃ, ἐὰν προσδιορίσῃ τὰς ποινὰς, ἀπαλειφομένου τοῦ χαρακτηρισμοῦ ὡς κλοπῆς, ὁ ὁποῖος θὰ γεννήσῃ ὅλας αὐτὰς τὰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας προανέφερον... Βλέπω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν μειδιῶντα καὶ ὑποθέτω...
§66ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξ εὐχαριστήσεως ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι.
§67ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. ... ὅτι οὐδεμίαν ἐντύπωσιν προὐξένησαν αἱ παρατηρήσεις μου εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐπερίμενα νὰ κριθῶ εὐμενέστερον παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον, ἐδήλωσα ἐξ ἀρχῆς, ὅτι δὲν προέρχονται ἐκ πνεύματος ἀντιδράσεως κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὑποθέτω ὅτι αἱ παρατηρήσεις αὗται συντελοῦσιν εἰς τὸ νὰ πείσωσι τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεριμνήσῃ μόνον περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ὀφείλει νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ πρέπει νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ὀφείλει νὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν. Εἰς ὅλους τοὺς νεωτέρους νόμους, ἰδίως τοὺς οἰκονομικοὺς, τοῦτο δυστυχῶς παρατηρεῖται, μέριμνα κατὰ τίνα τρόπον νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν εἴσπραξιν, οὐδεμία δὲ φροντὶς κατὰ τίνα τρόπον νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸν πολίτην κατὰ τῆς ἀδίκου καὶ ἐνίοτε μετ’ αὐθαδείας ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως ἐνεργουμένης ἐπιθέσεως. Θεωρεῖ λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι, ἂν δημιουργήσῃ ἀδίκημα εἰς βαθμὸν κακουργήματος, κατώρθωσε νὰ ἐξαλείψῃ τὴν λαθρεμπορίαν; Τὸν βεβαιῶ, ὅτι, ἂν τὸ δημιουργήσῃ, καθ’ ὃν τρόπον τὸ δημιουργεῖ, θέλει ἐνισχύσει τὴν λαθρεμπορίαν, καὶ ἐὰν δὲν λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως τοὐλάχιστον τὸ ζήτημα τῆς ἀποδόσεως τοῦ ὀφειλομένου φόρου πρὸ πάσης ἀνακρίσεως κανονισθῇ κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ ἐφαρμογὴν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 378 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, θὰ γείνῃ πρόξενος ὁ νόμος οὗτος, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, ἐπαυξήσεως τοῦ λαθρεμπορίου.
§68ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμολογῶ, ὅτι εἶχον διατεθῆ εἰς μειδίαμά τι, ὅταν ἤκουσα τοῦ εὐγλώττου Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας, ἀλλὰ καὶ τὸ μειδίαμα τοῦτο καὶ ἡ φαιδρότης, μεθ’ ἧς ἤκουον αὐτοῦ, ἐνεδήλουν τὸ εὐχάριστον αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ᾐσθανόμην, διότι διεγίνωσκον, ὅτι εἶχε τὴν διάθεσιν νὰ καταλήξωμεν εἰς τὰ αὐτὰ συμπεράσματα καὶ νὰ συμφωνήσωμεν. Τὴν διάθεσιν ταύτην διέγνων καὶ εἰς ἄλλους συναδέλφους. Ὅταν δὲ ἠγέρθητε ὑμεῖς, (ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Μπουφίδην) διὰ νὰ ἀγορεύσητε, σιγανῇ τῇ φωνῇ εἶπον, ὅτι θέλομεν ἀκούσει παρατηρήσεις νέας, καὶ ὄχι ἐκείνας τὰς ὁποίας οἱ συνάδελφοι ὑμῶν ἀπηύθυνον πρὸς τὴν Βουλήν. Καὶ ὄντως ἤκουσα παρ’ ὑμῶν ἐξενεχθείσας παρατηρήσεις ἄλλας, τοῦτο δὲ ἐθεράπευσε τὴν ἐμὴν φιλοτιμίαν, διότι ἠδυνήθην νὰ προΐδω αὐτὸ, τὸ ὁποῖον συνέβη. Ἑπομένως, σᾶς παρακαλῶ, μὴ δυσανασχετεῖτε, διότι μὲ εἴδετε φαιδρὸν, ὅταν σᾶς ἤκουον. Ἐγὼ τῇ ἀληθείᾳ, ἀφοῦ πάντες ὡμολογήσατε, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν ἔχει πολιτικὸν χαρακτῆρα, ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι καθαρῶς νομική, οὐδένα εἶχον δισταγμὸν νὰ ἀκούσω καὶ νὰ συζητήσω τὰς γνώμας σας· ἀλλ’ ἄν τοῦτο ἔπραττον, ἤθελον εὑρεθῇ εἰς ἀμηχανίαν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐπροτείνομεν ὡς μέτρον πρὸς καταστολὴν τῶν λαθρεμπορίων, παρέστησαν ὡς τυχαίαν, ἀμαθῆ καὶ ἄτεχνον κωδικοποίησιν τῶν ὑπαρχόντων νόμων· ἰσχυρίσθησαν, ὅτι οὐδὲν προσθέτει. Καὶ ἐνῷ ταῦτα εἶπον, ἰσχυρίσθησαν συγχρόνως, ὅτι νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι νόμος δρακόντειος κατὰ τοῦ λαθρεμπορίου. Πότερον τούτων νὰ πιστεύσω; Ὅτι εἶναι ἁπλῆ κωδικοποίησις τῶν ὑπαρχόντων νόμων; Ἀλλὰ τότε αἱ δρακόντειοι διατάξεις ὑπῆρχον ἐν τοῖς νόμοις τοῖς κωδικοποιημένοις· ἀλλ’ ὑμεῖς λέγετε, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιελάβομεν δρακοντείους διατάξεις. Καὶ ἰσχυρίσθησαν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποτελεῖ βλασφημίαν κατὰ τῆς Δικαιοσύνης! Ἀλλ’ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, τῇ κατασκευασθείσῃ ὄχι ἀπὸ τοῦ 1882, καθ’ ὃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχήν, καὶ ἐντεῦθεν, ὄχι ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου 1890, καθ’ ὃ ἐκλήθημεν ἡμεῖς ἐπὶ τὴν ἀρχὴν μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τῇ κατασκευασθείσῃ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου, παραπλήσιαι καὶ ὅμοιαι διατάξεις ὑπάρχουσι. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρέστησαν, ὅτι ἔχει ἀγρίας διατάξεις κατὰ τῶν λαθρεμπόρων καὶ ἐζήτησαν νὰ μαλακύνωμεν τὴν ψυχήν μας καὶ νὰ κρίνωμεν ἐπιεικῶς τὰ κατὰ τοὺς λαθρεμπόρους· ἀλλὰ συγχρόνως παρέστησαν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὐδὲν περιέχει τοιοῦτον, καὶ ὅτι ἐξ ἐναντίας ἐνισχύει τὸ λαθρεμπόριον, καὶ προσέτι εἶναι ἄδικον πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν τῶν ἀντιφάσεων, ποίαν νὰ τραπῶ ὁδόν, διὰ νὰ συμφωνήσω πρὸς τὴν γνώμην ὑμῶν; Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἤκουσα, καὶ τὸ ὁποῖον βεβαίως πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οὕτως ἔχει, εἶναι ἡ πιστοποίησις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, καὶ ἡ πιστοποίησις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐποιήσαντο περὶ τοῦ λόγου τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου κ. Στεφάνου. Εἶπον ἀμφότεροι οἱ κύριοι Βουλευταί, ὅτι αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Στεφάνου ἦσαν σοφαὶ καὶ ἐμβριθεῖς, καὶ ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι ὁ λόγος τοῦ κ. Στεφάνου ἦτο μεστὸς σοφίας νομικῆς καὶ ταμεῖον διδαγμάτων τῆς πείρας, πείρας πολυτίμου. Ἀλλ’ ὁ κ. Στεφάνου, ἐκ μεγάλης πρὸς ἡμᾶς ἐπιεικείας, ἐλησμόνησεν, ἐν τῷ μέσῳ πάσης τῆς νομικῆς σοφίας αὐτοῦ, διάταξιν τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅσα ἔργα παρουσιάζουσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς οἱ Ὑπουργοί, εὐθύνονται αὐτοὶ ἐπ’ αὐτοῖς, καὶ οὐχὶ οἱ τμηματάρχαι αὐτῶν. Ὁ κ. Στεφάνου ἠθέλησεν ὄπισθεν ἐμοῦ νὰ ἀναζητήσῃ ὡς συντάκτην τοῦ νομοσχεδίου τμηματάρχην, καὶ λυποῦμαι, διότι ἐλύπησεν ἕνα ὑπάλληλον, ὅστις ἴσως ἐλάχιστα εὐθύνεται ἐπὶ ταῖς πλημμελείαις ἐμοῦ· ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος εὐθύνεται, πλὴν ἐμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐρευνήσω τὰς ἀτελείας, τὰς ὁποίας ἡ σοφὴ μελέτη τοῦ κ. Στεφάνου ἀπεκάλυψε κεκρυμμένας ἐν τῇ πληθύϊ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἡ πρώτη τῶν πλημμελειῶν ἦτο, ὄχι ἐπὶ τοῦ ὅλου τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐπὶ διατάξεώς τινος αὐτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι πλημμελές, διότι ἀποτελεῖ ἀνατροπὴν τῆς δικαιοσύνης, διότι περιέχει ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 4 τὴν ἑπομένην διάταξιν (ἀναγινώσκει): «Ἀποφαίνεται δὲ περὶ τῆς προφυλακίσεως ἢ μὴ κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 236 καὶ 237 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας.» Κατὰ τὴν νομοθεσίαν τὴν ὑπάρχουσαν, ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν ἐκδίδει ἔνταλμα προφυλακίσεως, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀνακριτὴς, πρὶν ἢ ἐκδώσῃ ἔνταλμα προφυλακίσεως, ὀφείλει νὰ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως, ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς ἀποφαίνεται γνώμην περὶ τούτου. Ἡ διάταξις δὲ τοῦ ἄρθρου 4, περὶ ἧς πρόκειται, ποῖα μεταδίδει εἰς τὸν Εἰσαγγελέα περισσότερα δικαιώματα, ἢ ὅσα ἔχει; Δὲν ἀναγράφει, εἰμὴ μόνον τὸ εἰρημένον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἡ ὑπάρχουσα νομοθεσία, ἡ Ποινικὴ Δικονομία, παρέχει εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Καὶ ὅμως, εὐθὺς ὡς χθὲς μοὶ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, διὰ νὰ ἄρω καὶ τὴν ἐλαχίστην ὑπόνοιαν, ὅτι ἡμεῖς ἠθέλομεν νὰ μεταφέρωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐνταλμάτων τῆς προφυλακίσεως ἀπὸ τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς, ἥτις εἶναι φύσει δικαστικὴ, εἰς τὴν καταδιωκτικὴν ἀρχὴν, τὸν Εἰσαγγελέα, ἡ ὁποία δὲν εἶναι φύσει δικαστικὴ, ἀλλὰ διοικητικὴ, ἐστέρξαμεν νὰ διαγράψωμεν τὴν παράγραφον ὅλην, καὶ διεγράψαμεν ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 4 τὴν προτελευταίαν παράγραφον αὐτοῦ, τὴν ἔχουσαν οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἁρμόδιος Εἰσαγγελεὺς ἐπιλαμβάνεται τῆς καταδιώξεως αὐτεπαγγέλτως, ἢ ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ τοῦ ἁρμοδίου τελώνου, ὅστις συγχρόνως πέμπει αὐτῷ καὶ τὰς σχετικὰς ἀποφάσεις καὶ λοιπὰ ἔγγραφα. Ἀποφαίνεται δὲ περὶ τῆς προφυλακίσεως ἢ μὴ κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 236 καὶ 237 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας.» Οὕτως ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ καταγγελθεῖσα πλημμέλεια, ἥτις ἀντετίθετο εἰς τὰς βάσεις τῆς νομοθεσίας καὶ ἀνέτρεπε τὴν οἰκονομίαν τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, καὶ αὕτη ἐξέλιπε πλέον, ἀφοῦ εἴχομεν στέρξει εἰς τὴν διαγραφὴν αὐτῆς. Ἀλλ’ ὑπῆρχεν ἄλλη πλημμέλεια, τὴν ὁποίαν ἀνεκάλυψεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, καὶ ἡ πλημμέλεια ἦτο ἐν τῇ φράσει πλέον, καὶ ὄχι ἐν τῇ ἐννοίᾳ. Ὑπῆρχεν ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 14, ἐν τῇ τελευταίᾳ παραγράφῳ αὐτοῦ, ἡ ἑξῆς διάταξις (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διατρίβοντες, οἱ ἀγνώστου διαμονῆς καὶ οἱ ἄγνωστοι τῆς παραβάσεως....» Οἱ ἄγνωστοι τῆς παραβάσεως· δὲν εἶχε γραφῆ ἀρχῆθεν οὕτως, ἀλλ’ εἶχε γραφῆ οἱ ἄγνωστοι ὑπαίτιοι τῆς παραβάσεως· ἐν τῷ τυπογραφικῷ δοκιμίῳ παρελείφθη ἡ λέξις ὑπαίτιοι. Τοῦτο ἤρκεσε νὰ πείσῃ τὸν εὐσυνείδητον ἐρευνητὴν τῶν νόμων περὶ τῆς ἀμαθείας τῶν συντακτῶν τοῦ νομοσχεδίου καὶ περὶ τῆς ἀπροσεξίας ἐκείνου, ὅστις τὸ εἰσήγαγεν. Ἐγὼ ὑπέλαβον τὸ πρᾶγμα τόσῳ ἁπλοῦν, ὥστε δὲν ἐφρόνουν, ὅτι ἤθελεν ἑλκύσει τὴν προσοχὴν οὐδενὸς, εἶχον δὲ εἴπει χθὲς, ὅτι ἤθελον προτείνει τὴν διόρθωσιν καὶ οὐχὶ μόνην τὴν συμπλήρωσιν· διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συμπληρωθῇ, ὡς εἶχεν, αἰρομένου τοῦ τυπογραφικοῦ λάθους, τὸ ὁποῖον εἶχε παρεισφρήσει, ἤθελε γραφῆ «οἱ ἄγνωστοι ὑπαίτιοι τῆς παραβάσεως», ἀλλ’ ἐγὼ ἐφρόνουν ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσω τροποποίησιν, καὶ εἶχον γράψει «οἱ μὴ γενόμενοι γνωστοὶ ὑπαίτιοι τῆς παραβάσεως». Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου μὲ ἤλεγξεν, ὅτι εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον πρὶν ἢ μελετήσω αὐτὸ, καὶ ἀπέδωκε διὰ τοῦτο πάντα τὰ ἐλαττώματα τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὸν συντάκτην αὐτοῦ ὑπάλληλον, ἀπήλλαξε δ’ ἐμὲ τοῦ βάρους τῆς εὐθύνης διὰ τὰς πλημμελείας τοῦ νομοσχεδίου, μὲ ἐπετίμησεν ὅμως, ὡς μὴ ἀναγνόντα τὸ νομοσχέδιον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, διὰ νὰ μὲ ἐπικρίνῃ ὅτι δὲν ἀνέγνων τὸ νομοσχέδιον, ἐνεθάῤῥυνεν ἡμᾶς νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι οὗτος εἶχε μελετήσει τὸ νομοσχέδιον, δυστυχῶς ὅμως δὲν τὸ εἶχε μελετήσει, καὶ διὰ τοῦτο ὑπέλαβεν, ὅτι ἔν τινι παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 4 περιελαμβάνοντο μεταξὺ τῶν μεταγωγικῶν μέσων τοῦ λαθρεμπορίου καὶ τὰ πλοῖα· ὅταν δ’ ἀξιότιμος φίλος μου διέκοψεν αὐτόν, ἵνα τὸν ἀπαλλάξῃ ἀπὸ θεωρίας ματαίας, ἡ ὁποία δὲν εἶχε βάσιν, διότι τὰ πλοῖα δὲν περιελαμβάνοντο ἐν τῷ νόμῳ, τότε ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου μετ’ ἀξιοθαυμάστου εὐστροφίας πνεύματος ἰσχυρίσθη, ὅτι αἱ λέμβοι εἶναι πλοῖα, καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ νόμου ἡ λέξις «πλοῖα», διότι καὶ αἱ λέμβοι εἶναι πλοῖα. Ἰδίως ἐτάρασσε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου ἡ φράσις ἄλλου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, ἡ φράσις τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκει): «Οἱ εἰς ἀμοιβὴν δικαιούμενοι ἐπιδίδουσιν ἔφεσιν εἰς τὴν τελωνειακὴν ἀρχὴν κτλ.» Λοιπὸν αὐτοὶ δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἐπιδίδωσιν ἢ νὰ μὴ ἐπιδίδωσιν ἔφεσιν, ἀλλ’ εἶναι ὑπόχρεοι νὰ ἐπιδίδωσιν. Ἔδωκεν ἑρμηνείαν στενὴν ὁ κ. Βουλευτὴς εἰς τὸν ἐνεστῶτα, διότι ὁ ἐνεστὼς ἔχει πολλὰς ἐννοίας, δηλῶν καὶ τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον καὶ τὸ βούλεσθαι. Ἐπιδίδουσιν ἔφεσιν, ἐὰν θέλωσι νὰ ἐπιδώσωσιν ἔφεσιν. Ὅταν πρόκηται περὶ ἐκπληρώσεως ὑποχρεώσεως, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρασταθῇ ἀνάγκη τοιαύτη· ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ ἐνασκήσεως δικαιώματος, εἶναι δυνατὸν, καὶ νομίζω, ὅτι ἐταράχθη ἀδίκως ὁ κ. βουλευτής, ὑπολαβὼν καὶ τοῦτο ὡς πλημμέλειαν. Ἐνῷ δὲ ἔβαινεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἐρευνῶν τὴν φράσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπιτιμῶν τὰς ἐν τῇ συντάξει τοῦ νομοσχεδίου παρεισφρησάσας ἀτελείας ἢ ἐλλείψεις, καὶ ἐνῷ μάλιστα ἐξέτεινε τὸν λόγον καὶ ἐπὶ τῆς γραμματολογίας, διότι εὗρεν, ὅτι ὁ συντάκτης δὲν ἐγνώριζεν Ἑλληνικὰ, καὶ δὲν ἔγραψε γλῶσαν ἀνθοῦσαν καὶ ἐκλεκτὴν, ὁ κ. Μαυρομαρᾶς, βουλευτὴς ἐκ Τήνου, ἠρώτησεν αὐτὸν, ποίαν ἔχει γνώμην περὶ τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νομοσχεδίου χορηγουμένων εἰς τοὺς καταγγέλλοντας ἢ συλλαμβάνοντας τὰ λαθρεμπόρια ἀμοιβῶν. Ἠναγκάσθη τότε νὰ τραπῇ ἐπὶ θεωρίας, ἐγκαταλιπὼν τὰς περὶ τοῦ φραστικοῦ μελέτας του, οὕτω δὲ ἀπηλλάγημεν καὶ ἄλλων ἴσως ἐπιτιμήσεων ἐπὶ ἄλλαις ἐλλείψεσι, τὰς ὁποίας δὲν εἶχε δυνηθῆ νὰ ἀνακαλύψῃ μέχρι τοῦδε. Καὶ ἐτράπη ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν, τὴν ὑψηλοτέραν μελέτην τοῦ νομοσχεδίου· εἶπεν, ὅτι μία ἐκ τῶν ὕβρεων, τὰς ὁποίας διεπράξαμεν πρὸς τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος ἡμεῖς, οἱ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συντάξαντες καὶ προβαλόντες, εἶναι, ὅτι ἐξωμοιώσαμεν τὸ λαθρεμπόριον μὲ τὸ ἔγκλημα τῆς κλοπῆς. «Τί κοινὸν ἔχει ἡ λαθρεμπορία μὲ τὸ ἔγκλημα τῆς κλοπῆς;» ἠρώτων ἡμᾶς. Καὶ τὸ θέμα τοῦτο δὲν ἔψαυσε μόνον, ἀλλ’ ἀνέλυσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου. Καὶ ἀνέλυσεν αὐτὸ μετὰ μεγάλης εὐφυΐας καὶ δεξιότητος. Ὁ δὲ Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ἠρεύνησεν ἑκάστην τῶν περιπτώσεων, τὰς ὁποίας ὁ νόμος προέβλεψε περὶ τοῦ ἐγκλήματος τῆς κλοπῆς, καὶ ἠρώτησεν ἡμᾶς: ὁ λαθρέμπορος ἀνέρχεται δι’ ἀναβάσεως εἰς τὸ ἐπάνω πάτωμα τῆς οἰκίας, ὁ λαθρέμπορος ἀφαιρεῖ τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου διὰ ῥήξεως τῶν κιβωτίων; Καὶ ἐζήτει νὰ μᾶς εἰσαγάγῃ εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις, τὰς ὁποίας ὁ νομοθέτης ἠθέλησε νὰ προλάβῃ, ὅτε ἐνομοθέτει περὶ τοῦ ἐγκλήματος τῆς κλοπῆς. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι. Τὸ νομοσχέδιον δὲν εἰσάγει καινοτομίαν, ἀλλὰ μετῆλθε τὴν αὐτὴν φράσιν καὶ τὴν αὐτὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλαι διατάξεις τῆς ποινικῆς νομοθεσίας ἔχουσιν· ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν ἀνεγράφη, ὅτι τὸ λαθρεμπόριον εἶναι κλοπή, ἀλλ’ ἀνεγράφη, ὅτι τὸ λαθρεμπόριον τιμωρεῖται ὡς κλοπή!...
§69ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Χαρακτηρίζεται.
§70ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Χαρακτηρίζεται καὶ τιμωρεῖται ὡς κλοπή. Καὶ ἐὰν τὸ λαθρεμπόριον χαρακτηρίζηται καὶ τιμωρῆται ὡς κλοπή, νομίζετε, ὅτι ἐπὶ τούτου μόνου τοῦ ἐγκλήματος ἡ ποινικὴ νομοθεσία ἐποιήσατο τοιαύτην ἀναλογίαν καὶ παραπομπήν; Νὰ σᾶς ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρου 424 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἐπίσης μὲ τὴν πλαστογραφίαν κατὰ τοὺς ὅρους τῶν ἄρθρων 247–257 τιμωρεῖται ἡ πρὸς βλάβην ἄλλου ἐπιχειρουμένη ἐξαφάνισις ἢ ὑπεξαγωγὴ γνησίου τινὸς δημοσίου ἢ ἰδιωτικοῦ ἐγγράφου». Ἡ ἐξαφάνισις τοῦ δημοσίου ἢ ἰδιωτικοῦ ἐγγράφου, κατὰ τὸ ἀναγνωσθὲν ἄρθρον τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τιμωρεῖται καὶ αὐτὴ ὡς πλαστογραφία, ἀλλ’ εἶναι πλαστογραφία; ἔχει τι κοινὸν μὲ τοὺς ὅρους τῆς πλαστογραφίας; Πλαστογραφία εἶναι ἡ λεγομένη ὑλικὴ πλαστογραφία, καὶ ἡ λεγομένη κατ’ ἐπίνοιαν,— δὲν ἐνθυμοῦμαι τοὺς Λατινικοὺς ὅρους, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οὕτω μεταφράζονται. Πλαστογραφία κατ’ ἐπίνοιαν λέγεται ἡ βεβαίωσις γεγονότων μὴ ὑπαρχόντων, ἢ ὑπαρχόντων μὲν, ἀλλὰ κατ’ ἄλλον τρόπον ἢ ὡς ὑπάρχουσιν. Οἱ Γάλλοι νομοδιδάσκαλοι τὴν κατ’ ἐπίνοιαν πλαστογραφίαν λέγουσι faux intellectuel. Ὅθεν, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμόσῃ τις ἐπὶ τῆς ὑπεξαιρέσεως γνησίου ἰδιωτικοῦ ἐγγράφου τοὺς ὅρους τῆς πλαστογραφίας, ἤθελε σταματήσει καὶ ἤθελε ζητεῖ, ἐὰν ἡ ὑπεξαίρεσις ἐγένετο κατ’ ἐπίνοιαν ἢ ὑλική. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσηγάγομεν ἡμεῖς, διατάσσει, ὅτι ἡ λαθρεμπορία χαρακτηρίζεται καὶ τιμωρεῖται ὡς κλοπή· καὶ δὲν νομίζετε, ὅτι ἔχει ὄχι βεβαίως τὴν αὐτὴν καθαρῶς ἔννοιαν ἡ πρᾶξις τῆς κλοπῆς μὲ τὴν πρᾶξιν τῆς δολίας ἀφαιρέσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ κἄποιαν ἐγγύθεν ἢ πόῤῥωθεν συγγένειαν; Ὁ ἀφαιρῶν τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου διὰ πονηρευμάτων καὶ μετὰ δόλου δὲν ὑφαιρεῖ περιουσίαν τοῦ Δημοσίου, ἵνα ἀποκτήσῃ αὐτὸς αὐτὴν, ἢ δὲν ζητεῖ νὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως νὰ πληρώσῃ μέρος τῆς περιουσίας αὐτοῦ εἰς τὸ Δημόσιον; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς τὸ ἔγκλημα τοῦ λαθρεμπορίου εὗρεν, ὅτι εἶναι ἀδίκημα κατὰ συνθήκην· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν γνωρίζω ποῖα ἀδικήματα δὲν εἶναι κατὰ συνθήκην. Δὲν εἶναι κατὰ συνθήκην τὰ ἀδικήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προσβάλλουσιν ἢ ἀφαιροῦσι τὰ φυσικὰ δικαιώματα τοῦ ἀτόμου, ἀλλὰ πάντα τὰ ἄλλα εἶναι κατὰ συνθήκην. Εἶναι δὲ κατὰ συνθήκην, διότι ὑπηγόρευσε τὴν δημιουργίαν αὐτῶν καὶ τὴν ἀναγνώρισιν τῶν πράξεων ἢ τῶν παραλείψεων αὐτῶν τὸ συμφέρον τῆς συντηρήσεως τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τὸ Κράτος εἶναι ὡσαύτως πρόσωπον, ὡς εἶναι καὶ τὸ ἄτομον· ὡς δὲ τὸ ἄτομον, ὅταν πρόκηται ν’ ἀφαιρέσωσι τὴν περιουσίαν του, δύναται ν’ ἀμυνθῇ ὑπὲρ αὐτῆς, καὶ ἡ νομοθεσία ἔρχεται ἐπίκουρος αὐτῷ, ἵνα τιμωρήσῃ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀφαιρεῖ τὴν περιουσίαν αὐτοῦ, οὕτω καὶ ὅταν ὁ πολίτης ζητῇ νὰ ἐκφύγῃ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐκ τοῦ νόμου, ἵνα εἰσφέρῃ εἰς τὸ Κράτος, δὲν νομίζετε, ὅτι καὶ τὸ Κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ περιστείλῃ τὴν κατάχρησιν ταύτην; Ἐν τούτοις ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἀπέφυγε νὰ εἴπῃ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ γνώμην πρὸς τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων. Τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυκλάδων, ὅστις εἶναι πολιτευτὴς, ἔχων γνώσεις καὶ γνώμας ἀναλλοιώτους, συνήντησα τὸ πρῶτον, ὅτε ἐνεφανίσθην εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον, ἐν ταῖς αἰθούσαις τοῦ μεγάλου ἐκείνου σώματος τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως τοῦ 1863. Ὡρμᾶτο καὶ τότε κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του, ὡς μέλος τῆς Συνελεύσεως, ἐκ γενικῶν ἀρχῶν, στηριζομένων ἐπὶ τῶν αὐτῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ ὑπηνίξατο. Ὁ κ. Μαυρομαρᾶς νομίζει, ὅτι εἶναι ἀνήθικον τὸ μέσον τῆς ἐπικηρύξεως ἀμοιβῆς, εἴτε πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ ἐγκλήματος, εἴτε πρὸς βεβαίωσιν αὐτοῦ, εἴτε πρὸς ἐνθάῤῥυνσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται πρὸς ἀνακάλυψιν ἢ βεβαίωσιν τῶν αὐτουργῶν τοῦ ἐγκλήματος. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου δὲν ἔδωκεν αὐτῷ ἀπάντησιν· παρέπεμψεν αὐτὸν εἰς τὴν νομοθεσίαν. Τῷ ὄντι ἡ νομοθεσία, οὐχὶ ἀπὸ τοῦ 1843 μόνον, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς πρώτης ἀρχῆς, ἐν αὐτῇ τῇ Ποινικῇ Δικονομίᾳ, ἀνέγραψέ που διάταξιν, ἐπιτρέπουσαν τὴν προσφυγὴν εἰς τὸ μέτρον τῆς ἀμοιβῆς πρὸς ἀνακάλυψιν τοῦ ἐγκλήματος· τὸ 1843 ἀνέγραψε τὴν ἀμοιβὴν καὶ ἐν διατάγμασι περὶ καταδιώξεως τῆς λῃστείας, καὶ κατόπιν εἰσήγαγεν αὐτὴν ἐν πολλοῖς νόμοις. Ὁμολογῶ, ὅτι, ἂν ἐξετάσω ὑπὸ τοὺς ἠθικοὺς κανόνας, τοὺς ἐφαρμοστέους ἐπὶ τῆς πολιτικῆς, τὴν ἀνάγκην τοῦ μέτρου τούτου, θέλω εὕρει ἴσως λόγους, οἵτινες ἠδύναντο νὰ μὲ ἀποτρέψωσιν. Ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν τὸ πεπερασμένον τῆς ἀνθρωπίνης κοινωνίας, τὸ ἀτελὲς τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἐπιβάλλει πολλάκις τὴν ἀνάγκην εἰς τοὺς νομοθετοῦντας νὰ ἀνέχωνται καί τινας παρεκβάσεις ἀπὸ τοὺς γενικοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἡ ἠθικὴ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν πολιτικὴν ὑπαγορεύει. Ἀναγκαζόμεθα λοιπὸν νὰ δεχόμεθα τὸ μέτρον τῆς ἀμοιβῆς, οὐχὶ ὡς μέτρον ἐνδεικνύμενον ὑπὸ τῶν κανόνων τῆς ἀπολύτου ἠθικότητος, ἀλλ’ ὡς μέτρον τελεσφόρον πρὸς περιστολὴν ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον ἐπιπολάζει ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Διὰ τοῦτο ὁμολογῶ, ὅτι ἐν τῷ βίῳ μου ἀπεδέχθην τὸ σύστημα τῆς ἀμοιβῆς, καὶ ὅταν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπηρέτουν, ὡς μέσον πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστείας, καὶ ὅταν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν εἰσῆλθον, ὡς μέσον πρὸς ἀνακάλυψιν καὶ βεβαίωσιν ἐγκλημάτων περὶ τὴν βεβαίωσιν τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου. Καὶ ὄντως αἱ ἀμοιβαὶ εἶναι λυσιτελεῖς, ὡς εἶναι λυσιτελὲς καὶ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τῆς κατασχέσεως τῶν μέσων τῆς μεταγωγῆς. Καὶ τὸ τελευταῖον τοῦτο δικαίωμα ἀνεγράφη ἔν τινι διατάγματι τοῦ 1833, διὰ τοῦ ὁποίου συνεστάθη τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος, καὶ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ὁποίου ἐνηργεῖτο κατάσχεσις καὶ διετάσσετο δήμευσις τοῦ πλοίου, διὰ τοῦ ὁποίου μετεφέρετο τὸ ἅλας. Κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας ἦσαν ἀτελῆ, ἐχρησίμευον δ’ εἰς αὐτὴν τὰ ἱστιοφόρα πλοῖα ἰδίως· ὅστις δὲ περιέπεσεν εἰς τὸ ἔγκλημα τῆς λαθρεμπορίας, ὑπέκυψεν εἰς τὴν ποινὴν τῆς κατασχέσεως καὶ τῆς δημεύσεως τοῦ πλοίου αὐτοῦ. Συνέβαινεν ὅμως, ὅταν τὰ πλοῖα ἦσαν μεγαλείτερα, ἢ ἀξίας, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευον πρὸς συντήρησιν οἰκογενειῶν, οἱ δικασταὶ ἐξ ἐπιεικείας νὰ μὴ ἐφαρμόζωσι τὴν διάταξιν ταύτην. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὸ 1870, Ὑπουργὸς ὢν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτησα τὴν μεταβολὴν τῆς διατάξεως τοῦ διατάγματος τοῦ 1833, οὐχὶ ἐξ ἐπιεικείας πρὸς τοὺς λαθρεμπορευομένους τὸ ἅλας, ἀλλ’ ἐξ ἐπιθυμίας νὰ καταστήσω τὸν νόμον ἐκτελέσιμον. Ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν προτείνεται νὰ κατάσχωμεν τὰ ἀτμόπλοια ἢ τὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα μεταφέρουσι τὸ ἐμπόρευμα ἀπὸ τὴν ἀλλοδαπὴν εἰς τοὺς λιμένας τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ προτείνεται νὰ κατάσχωμεν τὰ μέσα ἐκεῖνα τῆς μεταφορᾶς, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσιν, ἵνα ἀποβιβάζωσι τὸ ἐμπόρευμα ἀπὸ τοῦ πλοίου εἰς τὴν ξηράν· καὶ τὰ μέσα ταῦτα εἶναι λέμβοι, φορτηγίδες, ἵπποι, ἡμίονοι, ἅμαξαι. Ἀλλ’ ἐρωτῶσι: πόσα θέλει κερδήσει τὸ Δημόσιον, ἐὰν κατάσχῃ ταῦτα καὶ τὰ ἐκποιήσῃ; Παρατηροῦσι δ’ ὅτι, ἐνῷ τὸ Δημόσιον δὲν κερδίζει τι, τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἀποζημιώσεις, καὶ ὅτι πρὸ πάντων ἀδικεῖ τὸν πολίτην, ὅστις ἐν ἀγνοίᾳ καὶ καλῇ πίστει παρέσχε τὰ μέσα τῆς μεταφορᾶς. Ἀλλ’ ἡ κατάσχεσις διατάσσεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου πρὸς ἄλλον σκοπὸν, πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ διδάξῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατέχουσι τοιαῦτα μέσα μεταφορᾶς, νὰ μὴ ἐκμισθόνωσιν αὐτὰ, οὔτε νὰ τὰ δανείζωσιν εἰς ἐκείνους, περὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει ὑπόνοια, ὅτι θέλουσι μεταχειρισθῇ αὐτὰ διὰ νὰ μεταφέρωσι λαθρεμπόριον εἰς τὴν ξηράν. Πῶς γίνεται τὸ λαθρεμπόριον ἐν τῇ Ἀττικῇ; Λέμβοι μικραὶ ἀποπλέουσιν ἐκ Πειραιῶς καὶ φθάνουσιν εἰς τὰς παρὰ τὸ Σούνιον μικρὰς νήσους, συναντῶσιν ἐκεῖ που τὸ πλοῖον, λαμβάνουσι τὸ ἐμπόρευμα, καὶ τὸ ἀποβιβάζουσι λαθραίως εἰς τὴν παραλίαν. Περὶ τῆς κατασχέσεως τῶν μικρῶν τούτων λέμβων πρόκειται, ἡ δὲ διάταξις αὕτη εἶναι διὰ τοῦτο λυσιτελεστάτη πρὸς περιστολὴν τοῦ λαθρεμπορίου. Ἐλέχθη, ὅτι ἡ διάταξις, ἡ ὁποία περιελήφθη ἐν τῷ ἄρθρῳ 16, ἐν τέλει, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν παρέχεται δικαίωμα ἀποζημιώσεως εἰς τὸν κύριον τῶν μέσων τῆς μεταγωγῆς τῶν κατασχεθέντων, καὶ ἀπαγορεύεται εἰς αὐτὸν καὶ ἡ προσφυγὴ εἰς τὸ δικαστήριον, ὅτι, λέγω, ἡ διάταξις αὕτη ἀνατρέπει τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου. Μοὶ φαίνεται, ὅτι, ἐὰν ἀποδεχθῶμεν τοιαύτην γνώμην, πρέπει νὰ τροποποιήσωμεν πάντας τοὺς νόμους, ἐν τοῖς ὁποίοις ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος διάταξις. Ἐνθυμοῦμαι δὲ νόμους τοιούτους, φέρ’ εἰπεῖν, τὸν νόμον περὶ προσωπικοῦ τῶν Προξενείων, τὸν νόμον περὶ διπλωματικῆς ὑπηρεσίας, τὸν νόμον περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, διὰ τῶν ὁποίων ἀφῃρέθη τὸ δικαίωμα ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους, ὅσοι κρίνουσιν ἑαυτοὺς ἀδικηθέντας, νὰ ζητῶσιν ἀπὸ τὸ Δημόσιον ἀποζημιώσεις, καὶ ἀπὸ αὐτὸν ἔτι τὸν ἐνεργήσαντα τὴν πρᾶξιν Ὑπουργόν· κατὰ δὲ τοὺς νόμους τούτους, ἄν τις ἐκίνησεν ἀγωγὴν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἕνεκα τοιαύτης πράξεως Ὑπουργοῦ, τὰ δικαστήρια ἀπεφήναντο, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ τότε μόνον δύνανται νὰ καταδικασθῶσιν εἰς ἀποζημιώσεις, ὅταν παραπεμφθῶσιν εἰς εἰδικὸν δικαστήριον ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐπὶ παραβάσει τῶν νόμων· ἑπομένως, ἐὰν ἀφῃρέθη τὸ δικαίωμα διὰ νὰ προστατευθῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ τῶν συνεπειῶν τῆς παραβάσεως τῶν νόμων, τῆς διαπραττομένης παρὰ τῶν Ὑπουργῶν, διατὶ διστάζετε νὰ ἀφαιρέσητε αὐτὸ καὶ ὅταν πρόκηται νὰ ἐκτελεσθῇ μέτρον, τὸ ὁποῖον συντελεῖ εἰς τὴν περιστολὴν τῶν λαθρεμπορίων; Ἐγὼ προχθὲς ἔλεγον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὁποίου προσδοκῶμεν, ὅτι θέλομεν περιστείλει τὸ θάῤῥος τῶν μετερχομένων τὸν λαθρέμπορον, ὡς καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ἀτμοτελωνίδων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσὶν αἱ δύο χεῖρες, διὰ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῇ ὁ Ὑπουργὸς νὰ καταστείλῃ τὸ λαθρεμπόριον. Ἡ ἀξίωσίς μου αὕτη ἠνώχλησε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου, ὁ ὁποῖος ἤρξατο λέγων, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὐδὲν ἄλλο εἶναι, εἰμὴ μόνον κωδικοποίησις τῶν τελωνειακῶν νόμων. Ἀλλ’ ἐν Κράτει, ἐν τῷ ὁποίῳ ἡ Πολιτεία ἠναγκάσθη νὰ αὐξήσῃ τὰ τελωνειακὰ τέλη τοσοῦτον, ὅσον ἡμεῖς ηὐξήσαμεν αὐτὰ ἐν Ἑλλάδι, τὸ μέγεθος τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον προβάλλεται εἰς τοὺς λαθρεμπόρους, παράγει καὶ ἐνισχύει τὸ λαθρεμπόριον. Δὲν εἶναι ὄντως σύνηθες, ὁ ἄνθρωπος νὰ ὑψοῦται τοσοῦτον, ὥστε νὰ ὑποτάσσηται εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι ἐπέβαλον αὐτῷ, καὶ προθύμως νὰ εἰσφέρῃ πρὸς συντήρησιν τοῦ Κράτους. Ἡ φροντὶς περὶ τοῦ ἰδίου αὑτοῦ ἀτόμου, περὶ τῆς οἰκογενείας του καὶ τοῦ μέλλοντος τῶν τέκνων του, παρασύρει αὐτὸν, καὶ ἐμποιεῖ αὐτῷ τὸ θάῤῥος νὰ πειρᾶται ν’ ἀποφύγῃ τὴν πληρωμὴν τῶν τελωνειακῶν τελῶν. Ὅσοι ἐπιθυμοῦσιν, ἵνα μὴ ματαιῶται ἡ τελωνειακὴ νομοθεσία, ἵνα εἰσπράττωνται, ὅσον εἶναι δυνατὸν, ἀκέραια τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, οἱ τοιοῦτοι πρέπει νὰ ἀσχολῶνται, ἵνα ἐρευνῶσι τὴν νομοθεσίαν καὶ κρίνωσιν, ἐὰν αὕτη δύναται νὰ λειτουργήσῃ σκοπίμως πρὸς τοῦτο. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου καὶ ἄλλοι ἀνεκάλυψαν ἑτέραν πλημμέλειαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι αἱ προθεσμίαι, αἱ ὁποῖαι ἐτάχθησαν εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον πρὸς ἔκδοσιν τῶν ἀποφάσεων αὐτοῦ, εἰσὶ περιτταὶ, διότι, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἐν τῷ νόμῳ κύρωσις τῶν προθεσμιῶν τούτων, τότε μάταιαί εἰσιν αἱ ἐν αὐτῷ ἀναγραφεῖσαι προθεσμίαι. Ὁμολογῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον οὐδεμίαν περιέχει κύρωσιν· δὲν περιέλαβε διάταξιν, ἀναγράφουσαν τὴν τιμωρίαν τῶν μελῶν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ὅταν βραδύνωσι νὰ ἐκδώσωσι τὴν ἀπόφασιν αὐτῶν· ἀλλὰ δὲν περιέλαβον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοιαύτην κύρωσιν, ὑπολαβὼν, ὅτι αἱ ποιναί εἰσιν ἀναγκαῖαι εἰς τοὺς συνήθεις τῶν βροτῶν, ἵνα ἐξαναγκάζωσιν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των, δὲν εἶναι ἀναγκαῖαι εἰς ἄνθρωπον, οἷος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ὅστις ἦτο νομικὸς σύμβουλος, οὐδὲ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι τοιοῦτοι σήμερον. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοί εἰσιν οἱ σοφοὶ, οἱ ὁποῖοι διδάσκουσι τοὺς ἐκτελεστὰς τῶν νόμων, τοὺς Ὑπουργοὺς, τί ὁ νόμος κελεύει, καὶ οἵτινες χαλιναγωγοῦσιν αὐτοὺς, ἔχοντες εἰς τὰς χεῖρας τὸ βιβλίον τοῦ νόμου. Αὐτοὶ λοιπὸν οἱ σοφοὶ, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἄλλο ἔχουσι κατὰ νοῦν ἢ μόνον τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ νόμου, καὶ οἱ ὁποῖοι ὑποτίθεται, ὅτι εἶναι ἕτοιμοι νὰ ἀγωνισθῶσιν ὑπὲρ τῆς κατισχύσεως τοῦ νόμου, αὐτοὶ οἱ σοφοὶ, ὅταν ἀναγινώσκωσιν ἐν τῷ νόμῳ διάταξιν, ὅτι πρέπει ἐντὸς τόσων ἡμερῶν νὰ ἐκδώσωσιν ἀπόφασιν, νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἀναγνώσωσι συγχρόνως καὶ ὅτι τιμωροῦνται, ἐὰν ὑπερβῶσι τὴν προθεσμίαν; Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐντελῶς ἄγευστος τῆς γνώσεως τῶν νόμων, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶμαι κατ’ ἐπάγγελμα νομικὸς, ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ κρίνω τοὺς κ. Βουλευτὰς, ὅσοι ἠγόρευσαν, οἵτινες βεβαίως ἔχουσι δίπλωμα Πανεπιστημίου καὶ εἶναι διδάκτορες τοῦ δικαίου, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται,—καὶ μετὰ δειλίας τολμῶ νὰ ἐκφράσω τὴν παρατήρησίν μου ταύτην,—μοὶ φαίνεται, ὅτι τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλει ἐκδικάζεσθαι ἡ τῶν διατάξεων περὶ λαθρεμπορίου παράβασις, δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς ὑπέλαβεν, ὅτι ἡ καταδιωκτικὴ ἀρχὴ, ὁ Ἀνακριτὴς, ὁ Εἰσαγγελεὺς, θέλουσιν ὁδηγηθῆ εἰς τὴν καταδιωκτικὴν ἐνέργειάν των ἐκ τῶν ἐξετάσεων, τὰς ὁποίας ἡ τελωνειακὴ ἀρχὴ ἔκαμε, καὶ ὅτι, ἐπειδὴ αἱ ἐξετάσεις αὗται θέλουσιν εἶσθαι ἀτελεῖς, ἐλάχιστον θέλει ἔχει φῶς ἡ καταδιωκτικὴ ἀρχή. Ἐγὼ δὲν ὑπέλαβον ποτὲ, ὅτι τὸ πρωτόκολλον τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς θέλει χρησιμεύσει εἰς τὴν καταδιωκτικὴν ἀρχὴν πρὸς ἔκδοσιν ἐντάλματος· ἐγὼ ὑπέλαβον, ὅτι αὕτη θέλει προβῆ εἰς δικαστικὴν ἀνάκρισιν, καὶ ὅταν συμπληρώσῃ ταύτην, θέλει πέμψει τοὺς κατηγορουμένους εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον ἢ τὸ Κακουργιοδικεῖον. Τὸ πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον συνέταξεν ὁ τελωνοφύλαξ, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου παρέστησεν, ὅτι αὐτὸς καὶ εἷς συνάδελφός του ἐφύλαττον, καὶ ὅτι λέμβος ἀναχωρήσασα ἐπανῆλθε, καὶ ἐν αὐτῇ εὑρέθησαν δύο βαρέλια ῥουμίου κλπ., ὅλα αὐτὰ καὶ τὰ ἄλλα, ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας Βουλευτὴς, δὲν παρακωλύουσι παντάπασι τὴν ἐνέργειαν τῆς καταδιωκτικῆς ἀρχῆς. Αὐτὴν τὴν γνώμην ἔχων, ἐδέχθην μετὰ θάῤῥους τὴν γνώμην νὰ παραπεμφθῇ τὸ ἔγκλημα τοῦ λαθρεμπορίου εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια. Εἶναι βέβαιον, ὅτι τὰ ἀνακριτικὰ γραφεῖα καὶ τὰ εἰσαγγελικὰ γραφεῖα εἶναι πλήρη ἀνακρίσεων καὶ δικογραφιῶν, καὶ ὅτι, εἴτε δι’ ἕνα εἴτε δι’ ἄλλον λόγον, δὲν εἶναι ταχεῖα ἡ ἐνέργεια τῆς καταδιωκτικῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ ταῦτα εἶναι ἄτοπα, τὰ ὁποῖα δὲν παράγει τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἄτοπα, τὰ ὁποῖα κρίνονται ἐν τῇ καταστάσει τῶν πραγμάτων. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἐὰν ἤθελεν ἐξεύρει τρόπον βελτιώσεως τοῦ κακοῦ, βεβαίως θέλει νομοθετήσει αὐτήν· ἀλλὰ, διότι τοιοῦτον κακὸν ὑφίσταται, πρέπει νὰ μὴ παραπέμψωμεν ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων τὴν ἐκδίκασιν τῆς λαθρεμπορίας; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις εἶναι ἐφάμιλλος ἐν τῇ Βουλῇ πρὸς τοὺς ἄλλους ἀγορεύσαντας, ἐφάμιλλος κατὰ τὴν γνῶσιν τῶν νόμων καὶ τὴν ἱκανότητα τοῦ ἑρμηνεύειν αὐτούς, παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἀτελές· δὲν τὸ ἐμελέτησεν, ἀλλὰ τὸ εὑρίσκει ἀτελές· ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μάλιστα δὲν εἶναι ἀτελὲς, ἀλλ’ εἶναι καταστρεπτικόν· δὲν ἔλαβε μὲν καιρὸν, διὰ νὰ τὸ σπουδάσῃ, ὡς εἶπεν, ἀλλ’ ἔῤῥιψεν ἓν βλέμμα ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ἐπείσθη, ὅτι εἶναι καταστρεπτικὸν καὶ ἄδικον, καὶ ἔφερεν ὡς παράδειγμα, ὅτι ὁ λαθρέμπορος οὐδὲν ἄλλο πράττει ἢ ὅ,τι πράττει ὁ μὴ δηλόνων τὰ κτήνη του, ἵνα μὴ ὑποβληθῇ εἰς τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἢ ὁ ἐνιστάμενος ἐνώπιον ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν τῶν ἐνστάσεων κατὰ τοῦ καταλόγου τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ ἀξιῶν ὅτι ἐπεβλήθη εἰς αὐτὸν φόρος ἀνώτερος ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ὀφείλει. Προσέθηκε δὲ, ὅτι δὲν ἠξεύρει, ἂν ὑπάρχωσιν ἑκατὸν Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι λαθρέμποροι. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς διῴκησε τὴν Ἑλλάδα ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, —ἀφίνω ὅτι ἀντεπροσώπευσεν αὐτὴν εἰς τὰς σχέσεις αὐτῆς τὰς ἐξωτερικὰς,—καὶ ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἔλαβε καιρὸν νὰ σπουδάσῃ τὴν κατάστασιν τὴν ἠθικὴν καὶ πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος. Τὸ πόρισμα αὐτοῦ εἶναι τοῦτο, νὰ μὴ ληφθῇ μέτρον κατὰ τῶν λαθρεμπόρων, πρὶν ἢ ληφθῇ ὅμοιον καθ’ ὅλων τῶν ἄλλων Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπρόθυμοι νὰ πληρώνωσι τοὺς φόρους. Ἐγὼ δὲν ἐκπλήσσομαι, διότι ἔχει τὴν γνώμην ταύτην ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἀλλὰ δικαιοῦμαι νὰ ἔχω ἰδίαν γνώμην, καὶ νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι ὀλίγοι λαοὶ εἶναι τοσοῦτον φιλόνομοι, τοσοῦτον ἀνεκτικοὶ, τοσοῦτον προσκεκολλημένοι εἰς τὸ αἴσθημα τῆς τάξεως, ὅσον ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Μοὶ συνέβη νὰ μὴ διέλθω ὅλον τὸν βίον μου ἐν Ἀθήναις, μοὶ συνέβη νὰ ἐξέλθω τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους καὶ νὰ μείνω χρόνον τινὰ ἐν χώραις τῆς ἀλλοδαπῆς, μοὶ συνέβη μάλιστα νὰ ἅψωμαι καὶ τῆς διοικήσεως καὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων ἐν ἄλλῳ τινὶ Κράτει, μεγάλῳ καὶ πανισχύρῳ. Ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν συνεκόμισα ἐκ τῆς γνώσεως αὐτῆς τῶν προσώπων καὶ πραγμάτων ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις, εἶναι, ὅτι ὀλίγοι λαοὶ ἐν Εὐρώπῃ εἶναι τοσοῦτον φιλόνομοι, ὅσον ὁ Ἑλληνικὸς λαός· καὶ τοσαύτη εἶναι ἡ φιλονομία αὐτοῦ, ὥστε πολλάκις δύναται νὰ παρεξηγηθῇ· ὁ δ’ ἐξετάζων τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον κυβερνώμεθα, —καὶ κυβερνώμεθα κατὰ τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐξελίσσονται αἱ σχέσεις τῶν πολιτῶν πρὸς τὸ Κράτος καὶ τῆς διοικήσεως πρὸς τοὺς πολίτας, —ὁ ἐξετάζων, λέγω, ταῦτα, δύναται νὰ αἰσθανθῇ ἔκπληξιν, πῶς αὐτὸς ὁ λαὸς ὑποφέρει ταῦτα. Δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι δύναται νὰ παρεξηγηθῇ. Βεβαίως μεταξὺ τοῦ λαοῦ ὑπάρχουσι καὶ λαθρέμποροι, ὡς ἐν ὅλαις ταῖς κοινωνίαις ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι ἐπιῤῥεπεῖς εἰς τὸ ἔγκλημα. Τὰ λαθρεμπόρια διαπράττονται κατὰ δύο τρόπους, εἴτε ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἀρχῶν, εἴτε ἐν γνώσει καὶ συνεννοήσει μετὰ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Καὶ ταῦτα μὲν δὲν δύναται νὰ περιστείλῃ ὁ νόμος οὗτος, ὡς δὲν δύναται νὰ περιστείλῃ οὐδ’ ὁ νόμος περὶ ἀτμοτελωνίδων. Ταῦτα δύναται νὰ περιστείλῃ μόνον ἀστυνομικὴ ἐνέργεια, τοιαύτη, ἡ ὁποία νὰ ἀνακαλύπτῃ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, τοὺς δίδοντας χεῖρα βοηθείας εἰς τὸν λαθρέμπορον. Ἀλλὰ εἰς τὴν διάπραξιν τοῦ πρώτου εἴδους τῶν λαθρεμπορίων, τῶν ἐκτελουμένων ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἀρχῶν, συντελεῖ μεγάλως ἡ γεωγραφικὴ σύστασις τῆς χώρας. Ὅταν μετέβην ἄλλοτε εἰς Θήραν, καὶ ἀπεβιβάσθην καὶ ἀνέβαινον τὸ ὄρος, ἵνα ὑπάγω εἰς Φηρὰ ἔφιππος, μοὶ ἔλεγεν ὁ συνοδός μου, ὅτι ἀναβιβάζονται ἀπὸ τοῦ μέρους ἐκείνου οἱ σάκκοι τοῦ καφέ. Αὐτὰ τὰ λαθρεμπόρια προσπαθοῦμεν νὰ προλάβωμεν· καὶ ἂν κατορθώσωμεν τοῦτο, δὲν θέλει ἠθικοποιηθῆ μόνον ἡ τάξις ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι μετέρχονται τὴν ἐγκληματικὴν ταύτην ἐνέργειαν, ἀλλὰ θέλει βελτιωθῆ καὶ ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου, διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι τὰ λαθρεμπορευόμενα ποσὰ ἀφαιροῦσιν ἀπὸ τοῦ Δημοσίου μεγάλα ἔσοδα. Προσήκει τῷ ὄντι ἡ ἐξέτασις τῶν λεπτομερειῶν νὰ γείνῃ ἐν τῇ κατ’ ἄρθρον συζητήσει· ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἐπελάβετο τοῦ ἔργου, ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ τὸν παρακολουθήσω, προσδοκῶν οὕτως, ὅτι θέλω ἀπαλλάξει πολλοὺς τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν νὰ ἄρξωνται τῆς ἐκ νέου συζητήσεως κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἐν πρώτοις ἐδήλωσα εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυκλάδων Βουλευτοῦ κ. Ταταράκη, ὅτι, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, τὸ κείμενον τῆς παραγράφου ἕκτης τοῦ ἄρθρου 1 περιέχει τὴν ἔννοιαν τοῦ δόλου περὶ τὴν στέρησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου, καὶ ὅτι δὲν ἤθελεν ὑποβάλλεσθαι εἰς τὰς ποινὰς, τὰς ὁποίας περιέχει τὸ ἄρθρον τοῦτο, πᾶς, ὅστις ἤθελε στερήσει τὸ Δημόσιον ἐσόδου αὐτοῦ, εἰμὴ ἂν ἐστέρησεν αὐτὸ μετὰ δόλου. Ἀλλ’ ἵνα μὴ τυχὸν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν γεννηθῇ περὶ τούτου ἀμφιβολία, ἔστερξα νὰ περιληφθῇ ἡ λέξις δολίως, καὶ τοιουτοτρόπως ἡ ἕκτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 1 μετεβλήθη οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῇ περιπτώσει τῆς καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον τρόπον, μὴ ὁριζόμενον ἐν τῷ παρόντι, δολίας στερήσεως τοῦ Δημοσίου τῶν δικαιωμάτων του.» Ἐν τῷ ἄρθρῳ 3, χθὲς τὸ ἑσπέρας μοὶ ἐδηλώθη ἐπιθυμία, ἵνα βεβαιόνηται ὑπὸ τῆς τωλωνειακῆς ἀρχῆς, ὅτι, ἐὰν οἱ πλοίαρχοι ἢ κυβερνῆται, ἔμποροι ἢ ἀγωγιᾶται, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι νὰ ὑπογράψωσιν ἐν βιβλίοις ἢ πράξεσιν, ἦναι ἀγράμματοι, καὶ ἕνεκα τούτου προσεκλήθη τρίτος καὶ ὑπογράφει, νὰ προσυπογράφῃ καὶ ἡ τελωνειακὴ ἀρχή. Ἡ παρατήρησις μοὶ ἐφάνη ὀρθή. Τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν πλοίαρχοι, ἢ κυβερνῆται, ἔμποροι ἢ ἀγωγιᾶται, ὀφείλοντες νὰ ὑπογράψωσιν εἰς βιβλία ἢ εἰς τὰς διδομένας παρ’ αὐτῶν δηλώσεις ἢ διασαφήσεις κατὰ τὸν τελωνειακὸν ὀργανισμὸν ἀγνοῶσι νὰ γράψωσι, προσκαλεῖται παρὰ τῶν ἰδίων τρίτος τις, γνωρίζων νὰ γράφῃ, καὶ ὑπογράφει ἀντ’ αὐτῶν.» Τὸ κείμενον τοῦτο ἐτροποποίησα ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν πλοίαρχοι, ἢ κυβερνῆται, ἔμποροι ἢ ἀγωγιᾶται, ὀφείλοντες νὰ ὑπογράψωσιν εἰς βιβλία ἢ εἰς τὰς διδομένας παρ’ αὐτῶν δηλώσεις ἢ διασαφήσεις κατὰ τὸν τελωνειακὸν ὀργανισμὸν, ἀγνοῶσι νὰ γράψωσι, προσκαλεῖται ἐνώπιον τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς παρ’ αὐτῶν τρίτος τις, γνωρίζων νὰ γράφῃ, καὶ ὑπογράφει ἀντ’ αὐτῶν·» προσέθηκα δὲ καὶ τάδε: «προσυπογραφούσης καὶ τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς ἐν ταῖς συνταχθείσαις πράξεσι, πρὸς βεβαίωσιν τῶν γενομένων.» Οὕτως ἡ τελωνειακὴ ἀρχὴ θέλει βεβαιοῖ, ὄχι μόνον, ὅτι ὁ πλοίαρχος ἢ κυβερνήτης, ἔμπορος ἢ ἀγωγιάτης, εἶναι ἀγράμματος, ἀλλὰ καὶ ὅτι προσῆλθεν ὡρισμένος πολίτης, ὁ ὁποῖος ὑπέγραψεν ἀντ’ αὐτῶν. Τοιουτοτρόπως ἤρθη ὁ δισταγμὸς, ἢ ἡ γνώμη τοῦ χθὲς ἀγορεύσαντος συναδέλφου καὶ καταγγείλαντος τὸ κενὸν τοῦτο. Ἡ τελευταία περίοδος τῆς παραγράφου δʹ τοῦ ἄρθρου 4 εἶχεν οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ἡ δὲ εἰσπραχθεῖσα ἀξία κρατεῖται ἀπέναντι τῆς χρηματικῆς ποινῆς καὶ τῶν ἄλλων πληρωτέων δικαιωμάτων κατὰ τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου.» Μοὶ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι ἔχει καλῶς ἡ φράσις «τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου», ὁσάκις γίνεται ἔφεσις κατὰ τῆς τελωνειακῆς ἀποφάσεως· ἐὰν ὅμως δὲν γείνῃ ἔφεσις κατὰ τῆς τελωνειακῆς ἀποφάσεως, τότε τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἐνδέχεται νὰ μὴ λάβῃ ἀφορμὴν νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν. Διὰ τοῦτο διέγραψα τὰς λέξεις «Νομικοῦ Συμβουλίου» καὶ ἔμεινεν: «Ἡ δὲ εἰσπραχθεῖσα ἀξία κρατεῖται ἀπέναντι τῆς χρηματικῆς ποινῆς καὶ τῶν ἄλλων πληρωτέων δικαιωμάτων κατὰ τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν.» Ἐκ τῆς ἑπομένης παραγράφου τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ἀφήρεσα, ὡς εἶχον εἴπει πρότερον, τὰς φράσεις: «Ἀποφαίνεται δὲ περὶ τῆς προφυλακίσεως ἢ μὴ κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 236 καὶ 237 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας.» Ὥστε ἔμεινεν ἀπόλυτος καὶ πλήρης ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἐπὶ τῶν ἄρθρων 14 καὶ 15 ἐπρότεινα προσθήκας τινὰς, αἱ ὁποῖαι κανονίζουσι προθεσμίας, ἰδίως τὰς προθεσμίας, ἐντὸς τῶν ὁποίων τὸ Νομικὸν Συμβούλιον πρέπει νὰ ἐκδίδῃ τὰς ἀποφάσεις του. Χθὲς μοὶ παρεστάθη, ὅτι ὑπάρχει ἀσάφεια· μοὶ ἐλέχθη, ὅτι ἡ προθεσμία τῶν ἕξ μηνῶν δὲν σαφηνίζεται εἰς ποίαν ἔφεσιν ἀναφέρεται, καὶ μοὶ παρεστάθη ἡ ἀνάγκη, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ σαφέστερον τὸ ἄρθρον. Διεσκεύασα λοιπὸν τὸ ἄρθρον μετὰ τῶν αὐτῶν ἐννοιῶν, ἀλλὰ σαφέστερον τὴν φράσιν. Οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 14. Κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς γίνεται ἔφεσις ἐπὶ χαρτοσήμου δραχμῆς, ἐπιδιδομένη διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ τὴν ἐκδοῦσαν τὴν ἀπόφασιν τελωνειακὴν ἀρχὴν, ἐντὸς τριακονθημέρου διορίας ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως· ἀποφαίνεται δὲ ἐπὶ τῆς ἐφέσεως...» προσέθηκα: «ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς ἀνωτέρω προθεσμίας τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ ᾼΚΑ’ νόμου τοῦ 1882 Νομικὸν Συμβούλιον ὁριστικῶς καὶ ἀνεκκλήτως, οὐδενὸς ἐπιτρεπομένου ἐνδίκου μέσου κτλ.» Εἰς τὸ ἄρθρον 15 προσέθηκα εἰς τὸν δεύτερον στίχον τὰς λέξεις «ἐντὸς μηνὸς», διεσκεύασα δὲ τὸ ἄρθρον μὲ τὰς αὐτὰς ἐννοίας, χωρὶς νὰ μεταβάλω τίποτε, ἀλλὰ κατέστησα σαφέστερον διὰ τοῦ ἑξῆς κειμένου (ἀναγινώσκει): «Τὸ Νομικὸν Συμβούλιον δύναται καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος ἐντὸς μηνὸς νὰ μεταῤῥυθμίζῃ τὰς ἀθωωτικὰς ἀποφάσεις τῶν τελωνειακῶν ἀρχῶν, αἵτινες ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλλωσι ταύτας εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεώς των...»
§71ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ πότε; Ἀφ’ ἧς παρέλαβεν εἰς χεῖράς του τὴν ἀπόφασιν;
§72ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ τὰς λάβωσι τὰς ἀποφάσεις. Δὲν δύναται νὰ ἄρχηται ἡ προθεσμία πρὶν ἢ λάβωσι τὰς ἀποφάσεις. Λοιπὸν ἀφ’ οὗ λάβωσι τὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ λάβωσιν ἐντὸς 8 ἡμερῶν, ἄρχεται ἡ προθεσμία τοῦ ἑνὸς μηνός...
§73ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν; Ἡ διάταξις αὕτη, τὴν ὁποίαν ἀναγινώσκετε τώρα, περιλαμβάνεται εἰς πολλοὺς οἰκονομικοὺς νόμους, καὶ ἔχει τι τὸ πράγματι ἔκτακτον, διότι ἐπιτρέπει, ἵνα αὐτεπαγγέλτως τὸ Νομικὸν Συμβούλιον μεταῤῥυθμίζῃ ἀθωωτικὴν ἀπόφασιν. Εἴς τινας τῶν νόμων ἐκείνων ἐλήφθη τὸ μέτρον—καὶ τὸ θεωρῶ πολὺ χρήσιμον— πρὶν ἢ προβῇ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον εἰς τοιαύτην ἐξ ἐπαγγέλματος ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεως, νὰ προκαλῇ τὴν ἀπολογίαν τοῦ ἀθωωθέντος, ἵνα τοιουτοτρόπως ὑπάρχωσι πλείονες ἐγγυήσεις ὀρθῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης.
§74ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀναθεώρησις κατόπιν εἶναι ἐπὶ λογιστικῶν λαθῶν. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον, ἵνα ἴδητε; (ἀναγινώσκει): «Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τὸ Νομικὸν Συμβούλιον μεταῤῥυθμίσει τὴν ἀθωωτικὴν ἀπόφασιν, ἐπιτρέπεται ἀναθεώρησις ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ Συμβουλίου. Καὶ ἡ μὲν ἀναθεώρησις ζητεῖται ὑπὸ τοῦ καταδικασθέντος δι’ αἰτήσεως, ἐπιδιδομένης διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον ἢ εἰς τὴν ἁρμοδίαν τελωνειακὴν ἀρχὴν ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς εἰς αὐτὸν κοινοποιήσεως τῆς ἀποφάσεως· τὸ δὲ Νομικὸν Συμβούλιον ἀποφαίνεται ἐπὶ ταύτης ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως ἐντὸς τριάκοντα ἡμερῶν....»
§75ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ λογιστικῶν λαθῶν.
§76ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ ἀναθεωρήσεως τῆς ἀποφάσεως, περὶ ἧς πρόκειται.
§77ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ νόμοι λοιπὸν ἐκεῖνοι, ἵνα προλάβωσι τὴν ἀναθεώρησιν ταύτην, ἡ ὁποία προκαλεῖται ἀπὸ τὸν ἀθωωθέντα, διέταξαν, πρὶν ἢ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον προβῇ εἰς μεταβολὴν ἀθωωτικῆς ἀποφάσεως, νὰ προκαλῇ ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἀπολογίαν τοῦ ἀθωωθέντος.
§78ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ὅταν ἐξέδωκεν ὁ τελώνης τὴν ἀπόφασίν του, δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἀπολογίαν τοῦ καταδικασθέντος; Ὁ τελώνης, πρὶν ἢ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του, ἐξήτασε τὸν λαθρέμπορον, ἂν ὑπάρχῃ παρανομία.
§79ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ νόμοι οἱ ἰσχύοντες περιέχουσιν, ἐπαναλαμβάνω, ῥητῶς τοιαύτην διάταξιν. Θεωρῶ δὲ αὐτὴν τὴν διάταξιν ἄχρηστον, διότι δύναται ὁ ἀπολογηθεὶς ἐνώπιον τοῦ τελώνου, βλέπων ὅτι τὸ Νομικὸν Συμβούλιον θέτει ἐκ νέου τὴν τύχην του ὑπὸ ἐκκρεμότητα, δύναται νὰ ὑποβάλῃ πληρεστέραν ἀπολογίαν, αἴρουσαν τὰς ὑπονοίας τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου.
§80ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πολὺ καλά. Ἐὰν ὑπάρχῃ, νὰ ζητῆται ἡ ἀπολογία του (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Ἐὰν ἡ τελωνειακὴ ἀρχὴ ἐν τῇ καταδικαστικῇ ἀποφάσει παρέλιπε νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς παραβάτας τῶν τελωνειακῶν νόμων τὴν νενομισμένην ποινὴν, ἐπιβάλλει ταύτην τὸ Νομικὸν Συμβούλιον. Καὶ κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐπιτρέπεται ἀναθεώρησις κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ προηγουμένου ἐδαφίου.» Ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον 18, πρὸ τῆς λέξεως «ποινὰς», προσέθηκα «χρηματικάς». Αὗται εἶναι αἱ τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας εἰσηγάγομεν. Δὲν εἶναι τροποποιήσεις ἐννοίας, εἶναι τροποποιήσεις φράσεως, λεκτικοῦ, διὰ τῶν ὁποίων καθίσταται σαφεστέρα ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν περιέχει τὸ ἄρθρον. Δύο μοὶ ὑπολείπεται ἀκόμη νὰ προσθέσω παρατηρήσεις. Δὲν διέλαβόν τι περὶ ἀντιῤῥήσεώς τινος, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ δύο τῶν ἀγορευσάντων ῥητόρων, καὶ ἡ ὁποία ἀφορᾷ τοὺς ἀγνώστους ἢ τοὺς μὴ γνωσθέντας ὑπαιτίους τῆς παραβάσεως. (Ἀναγινώσκει τὴν βʹ παράγραφον τοῦ ἄρθρου 14): «Οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διατρίβοντες, οἱ ἀγνώστου διαμονῆς καὶ οἱ ἄγνωστοι τῆς παραβάσεως ἐπιδίδουσιν ὡς ἀνωτέρω ἔφεσιν ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» καταχωρήσεως τῆς ἀποφάσεως. Ἐὰν δὲ δὲν ἐπιδοθῇ ἔφεσις, ὀφείλει ἡ τελωνειακὴ ἀρχὴ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν καὶ τὰς τοιαύτας ἀποφάσεις». Αἱ ἀποφάσεις λοιπὸν τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς ἐκδίδονται περὶ τῶν μὴ γνωσθέντων ὑπαιτίων τῆς παραβάσεως. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἰς τὴν τελωνειακὴν ἀρχὴν ἦσαν ἄγνωστοι οἱ ὑπαίτιοι τῆς παραβάσεως, πῶς ἠδυνήθη νὰ μάθῃ αὐτοὺς, ἵνα ἐκδώσῃ κατ’ αὐτῶν τὰς ἀποφάσεις της; Ἡ ἀπορία ἔχει εὐλογοφανῆ ἐμφάνισιν. Ἀλλ’ αἱ ἀποφάσεις τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς δὲν εἶναι μόνον κατὰ προσώπων, εἶναι καὶ περὶ πραγμάτων. Ἐὰν ἡ τελωνειακὴ ἀρχὴ δὲν ἠδυνήθη νὰ μάθῃ τὸ ὄνομα ἑνὸς τῶν ὑπαιτίων τοῦ λαθρεμπορίου, ἢ τοῦ μόνου ὑπαιτίου τῆς παραβάσεως τοῦ λαθρεμπορίου, κατέσχεν ὅμως τὸ πρᾶγμα, περὶ τοῦ ὁποίου ἐξέδωκεν ἀπόφασιν. Ἐὰν δέ τις ἐνδιαφέρηται διὰ τὸ πρᾶγμα καὶ ζητῇ νὰ ἀποφύγῃ τὴν ζημίαν, ἡ ὁποία ἤθελεν ἐπιγείνει αὐτῷ, ἂν ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ τελωνείου περὶ τοῦ πράγματος, δύναται νὰ κάμῃ ἔφεσιν, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ κύριος τοῦ πράγματος, ὁ ὁποῖος θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν ζημίαν. Ἑπομένως ἡ ἀπορία, πρὸς τί ἐγένετο λόγος περὶ τῶν μὴ γνωσθέντων ὑπαιτίων τῆς παραβάσεως, δὲν εἶναι ὑπαρκτή. Ὑπάρχει περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἐνδιαφέρον εἰς τὸν μὴ γνωσθέντα ὑπαίτιον τῆς παραβάσεως, καὶ οὗτος νὰ ζητήσῃ τὴν μεταβολὴν τῆς γενομένης ἀποφάσεως. Μία τελευταία παρατήρησις, ἡ ἐπιθυμία, ἡ πρότασις ἐξεδηλώθη, ἡ πρότασις νὰ τὸ ἀναβάλωμεν, νὰ διορισθῇ μία ἐπιτροπή, ἵνα τὸ μελετήσῃ, νὰ τὸ ἐξετάσωμεν καλλίτερον, διότι οἱ προτείναντες δὲν τὸ ἐμελέτησαν. Εἶναι ἓν σύστημα τακτικῆς ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις, ὅταν τις δὲν δύναται νὰ ἐκφέρῃ ἀκεραίαν καὶ πλήρη τὴν ἐπιθυμίαν του, διότι, καὶ ἂν τὴν ἐκφράσῃ, θέλει πεισθῆ μετὰ ταῦτα, ὅτι τὴν ἐξέφρασε μάτην· τότε ζητεῖ νὰ τὴν ἐκφράσῃ τμηματικῶς. Νομίζετε, ὅτι θὰ ζημιωθῇ τὸ Κράτος διὰ τῆς ἀναβολῆς ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας; Παντάπασιν, ἐὰν ἀναβληθῇ καὶ μελετηθῇ· διότι εἶναι ἀμελέτητον, διότι εἶναι νομοσχέδιον ἀπροσέκτως συνταχθὲν, νομοσχέδιον ὑπὸ ἀμαθῶν ἀνθρώπων συνταχθὲν, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ Ὑπουργὸς ἀκατανοήτως εἰς τὴν Βουλήν! Ἐγὼ δὲν δέχομαι τοὺς χαρακτηρισμοὺς τούτους τοῦ νομοσχεδίου, καὶ δὲν δέχομαι αὐτοὺς, δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκα ὑμῖν. Ἐὰν ὑμεῖς φρονῆτε, ὅτι ἡμεῖς ἀμαθῶς παρασκευάζομεν τοὺς νόμους καὶ ἀπροσέκτως εἰσάγομεν αὐτοὺς, ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἕνεκα τῆς ἀμαθείας ἡμῶν προσβάλλονται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, διότι ψηφίζονται νόμοι ἀμαθεῖς, εἶναι δικαίωμά σας νὰ τὸ νομίζητε, ὡς εἶναι δικαίωμά σας νὰ νομίζητε, ὅτι μόνον σεῖς εἶσθε σοφοὶ καὶ μόνον σεῖς ἠξεύρετε νὰ παρασκευάζητε νόμους. Δὲν παραπονοῦμαι διὰ τοῦτο, οὐδὲ σᾶς ἐπιτιμῶ, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην σας, οὐδὲ τοὺς λόγους αὐτοὺς, διότι ὀφείλω νὰ ἀποκρούσω αἰτίασιν, ἡ ὁποία ἐκτοξεύεται εἴτε κατὰ ὑπαλλήλου δημοσίου, ἐντίμως καὶ εὐόρκως ἐκπληροῦντος τὸ καθῆκόν του, τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ παραστήσητε ἀγράμματον, εἴτε κατὰ Ὑπουργοῦ, ὅστις ἀπροσέκτως εἰσήγαγε τὰ οὕτως ἀμαθῶς συνταχθέντα νομοσχέδια· τοιαύτην αἰτίασιν ἀποκρούω, καὶ ὄχι μόνον ἀποκρούω, ἀλλὰ καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἵνα τὴν ἀποκρούσῃ καὶ ἡ Βουλὴ.
§81ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἀποκρούσῃ τὰς προτάσεις, τὰς ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθείσας, ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ πλάσῃ δύο ἐπιχειρήματα, ὡς δῆθεν ὑπ’ ἐμοῦ προταθέντα, ὅπως ἔχῃ καί τι νὰ ἀντικρούσῃ· διότι ἐφρόντισε μετὰ πάσης ἐπιμονῆς νὰ μὴ ἅψηται τῶν θεμάτων μου, τῶν ὁποίων ἀντίκρουσις ἦτο βεβαίως ἀδύνατος. Εἶπεν ὅτι ἐγὼ κατέκρινα τὴν πρόθεσιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ καταδιώξῃ τὸ λαθρεμπόριον καὶ τιμωρήσῃ αὐτὸ αὐστηρότατα, ὅτι ἐγὼ ἔψεξα τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὡς παράνομον, καὶ ἐκ τούτου ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ πλέξῃ τὸ ἐγκώμιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ὅμως οὐδεὶς ἔψεξε, καὶ ἑπομένως κατέκρινεν ἐμὲ ὡς ἐπιδιώκοντα τὴν προστασίαν ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον πρέπει βεβαίως νὰ καταδιωχθῇ. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὰ λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ περὶ τῶν παραβάσεων τῶν φορολογικῶν, εἰς τὰς ὁποίας κατατάττει καὶ τὴν παράβασιν τοῦ τελωνειακοῦ νόμου, μετ’ ὀλίγον θὰ ἀποδείξω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αὐτὸς ὁ νομοθέτης τὴν παράβασιν τῶν τελωνειακῶν διατάξεων ἐξωμοίωσε πρὸς τὴν παράβασιν ἁπασῶν τῶν ἄλλων φορολογικῶν διατάξεων. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ ἄλλως· διότι τί ἄλλο εἶναι ἡ διὰ λαθρεμπορίαν παραβίασις τῶν τελωνειακῶν νόμων ἢ προσπάθεια πρὸς ἀποφυγὴν καὶ ἐπιτυχίαν πολλάκις ἀποφυγῆς τοῦ φόρου τοῦ τελωνειακοῦ, τοῦ τέλους; Ὅπως ἅπασαι αἱ παραβάσεις, αἱ περὶ τοὺς ἄλλους φόρους, αἱ περὶ τὰ μονοπώλια, ἡ παράβασις περὶ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ πετρελαίου, αἱ περὶ τὰ πυρεῖα, αἱ περὶ τὸ οἰνόπνευμα κλπ., εἶναι καὶ αὗται παραβάσεις φορολογικαί. Αἱ πλεῖσται δὲ τῶν παραβάσεων τούτων τιμωροῦνται καὶ διὰ ποινικῶν διατάξεων.
§82Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ......
§83ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων μοὶ ὑπομιμνήσκει τὰ ἀροτριῶντα ζῶα, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ καὶ ἐγὼ ἀνέφερον. Αἱ περὶ τὴν δήλωσιν παραβάσεις ὑπήγοντο εἰς ποινικὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ὅμως κατόπιν αὐτὸς ὁ νομοθέτης ἔκρινε προτιμότερον νὰ καταργήσῃ, διότι δι’ ἄλλων ζημιῶν ἐπετύγχανε τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, ἀπαλλάσσων τοὺς γεωργοὺς ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς των εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε καὶ κύριοι Βουλευταί, βεβαίως ἐγκρίνω τὴν πρόθεσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰσαγαγόντος τὸ νομοσχέδιον (καὶ ἐδήλωσα ἀπορίαν, πῶς δὲν ἀντελήφθη τοῦτο). Δὲν ἦτο δυνατὸν, παρὰ νὰ ἐγκρίνω τὴν πρότασιν αὐτοῦ, διότι ἐγὼ αὐτὸς, ἀνήκων εἰς τὰ μέλη τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐψήφισα νόμους αὐστηροὺς πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου, αὕτη δὲ ἡ διάταξις, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρεται τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ περὶ προφυλακίσεως, ἥτις ἀφίνεται ἐν ἰσχύϊ ἐν τῷ τελευταίῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, αὐτὴ ἡ διάταξις, λέγω, τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου τοῦ 1887, περὶ προφυλακίσεως, περιέχεται ἐν νόμῳ, τὸν ὁποῖον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, καὶ ἐμοῦ συμπράττοντος, εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν. Εἶμαι συμφωνότατος, ὅτι πρέπει διὰ παντὸς αὐστηροτάτου τρόπου νὰ καταδιωχθῇ τὸ λαθρεμπόριον· εἶμαι συμφωνότατος, ὅτι τὸ λαθρεμπόριον σήμερον ἀπεδείχθη ἀναγκαῖον νὰ τιμωρῆται οὐχὶ μόνον φορολογικῶς, διοικητικῶς, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν ποινικῶν δικαστηρίων. Καὶ τὴν γνώμην ταύτην, καὶ πρὶν ἢ εἰσέτι εἰσέλθω εἰς τὴν Βουλήν, εἶχον πάντοτε ἀσπασθῆ, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ὁ ἀείμνηστος Δεληγεώργης εἰσήγαγε τὸν νόμον τοῦ 1877, διὰ τοῦ ὁποίου ἐχαρακτήριζε τὸ λαθρεμπόριον ὡς πρᾶξιν ἀξιόποινον, ἠσπαζόμην αὐτὴν καὶ ἔτι πρότερον, ὅτε ἐν Ἑπτανήσῳ, ἀσχολούμενος περὶ τὰ τοῦ δικαίου, ἀντελήφθην, ὅτι ὁ Ἰόνιος νόμος περιεῖχεν ἐν ταῖς διατάξεσιν αὑτοῦ εἰδικὴν ποινικὴν διάταξιν περὶ λαθρεμπορίου. Τὸ λαθρεμπόριον ὅμως καὶ ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὡς καὶ πᾶς ἄλλος νόμος, ὁπουδήποτε γῆς κείμενος, τιμωρεῖ ὡς ἰδιόῤῥυθμον παραβίασιν τοῦ δικαίου, καὶ ἀναγράφει εἰς τὰς διατάξεις ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτοῦ ἀνάγεται. Οὐδεὶς νομοθέτης αὐθαιρέτως ἐχαρακτήρισε τὸ λαθρεμπόριον ὅπως ἔτυχε, προσαρμόσας αὐτὸ εἰς οἱανδήποτε ἀξιόποινον πρᾶξιν, προβλεπομένην ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου. Διὰ νὰ προσαρμόσωσιν ἐπ’ αὐτοῦ καὶ τὴν ποινὴν, ἀνέτρεξαν οἱ νομοθέται εἰς τοὺς ποινικοὺς αὑτῶν νόμους· εὗρον τὴν κατηγορίαν, εἰς ἣν ἥρμοζε νὰ καταταχθῇ τὸ λαθρεμπόριον, ὡς πρᾶξις ἀξιόποινος καὶ τιμωρητέα διὰ τῶν δικαστηρίων, καὶ τὸ εἰσήγαγον ἐκεῖ, εἴτε εἰς γενικωτέραν κατηγορίαν, εἴτε εἰς εἰδικωτέραν κατηγορίαν, ἀποτελοῦσαν ἴδιον κεφάλαιον, αὐτὸ τοῦτο τὸ λαθρεμπόριον. Καὶ μὴ νομίσητε, ὅτι καὶ ὁ ἡμέτερος νομοθέτης δὲν ἐξήτασε τὸ ζήτημα. Ὁ ἡμέτερος ποινικὸς νόμος, ὅστις εἶναι ἐκ τῶν τελειοτάτων, καίτοι τόσα παρῆλθον ἔτη ἀπὸ τῆς συντάξεως αὐτοῦ, δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις περὶ αὐτοῦ, ὅτι κατηρτίσθη τελειότερος, κατὰ τὸ γενικὸν αὐτοῦ διάγραμμα τοὐλάχιστον· ὁ ἡμέτερος νομοθέτης προεῖδε πάντα τὰ ζητήματα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰς παραβάσεις τῶν φόρων, καὶ ἠθέλησεν ἐκεῖ νὰ δώσῃ τὸν χαρακτῆρα τῶν παραβάσεων τούτων. Εὑρίσκομεν δὲ ἐν ἄρθρῳ 403 τοῦ ποινικοῦ νόμου τὸν χαρακτῆρα, διδόμενον ὑπὸ τοῦ νομοθέτου εἰς τὰς τοιαύτας παραβάσεις. Ὁ χαρακτὴρ οὗτος δὲν εἶναι ὁ τῆς κλοπῆς, ἀλλ’ ἄλλος, ὑπὸ κεφάλαιον εἰδικόν· ὀνομάζεται τὸ ἔγκλημα τῶν παραβάσεων τῶν φορολογικῶν, καὶ ὅταν τιμωρῆται ποινικῶς, καὶ ὅταν τιμωρεῖται διοικητικῶς, ὀνομάζεται «δι’ ἀπάτης μείωσις τῶν εἰς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων φόρων.» Ἐκεῖ ἄρα ἀνάγεται καὶ τὸ λαθρεμπόριον, καὶ τοῦτο ἐνόησε καὶ ὁ νομοθέτης τότε, ὅτι ἐκεῖ ἀνάγεται καὶ τὸ λαθρεμπόριον· δὲν ἠδύνατο ἢ τοῦτο νὰ ἐννοήσῃ, ἀφοῦ αὐτὸς οὗτος ὑπὸ τὸν ὁρισμὸν κατέτασσε πάντα τὰ ὑπ’ ὄψιν ὑπάρχοντα. Ποιεῖται δὲ εἰδικὴν μνείαν τῶν παραβάσεων τούτων, ποιεῖται εἰδικὴν μνείαν, ἵνα εἴπῃ, ὅτι ταύτας μὲν, τὰς ἐνταῦθα κατονομαζομένας, τιμωρεῖ οὕτω καὶ οὕτω, τὰς δὲ ἄλλας παραβάσεις, τὰς φορολογικὰς, παραπέμπει εἰς εἰδικὸν νόμον, ἵνα οὗτος ὁρίσῃ τὰ περὶ τιμωρίας αὐτῶν. Ἀλλὰ κατέταξε τὴν παράβασιν ἐν τῇ κατηγορίᾳ ταύτῃ, καὶ ἡ κατάταξις τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἡ κατάταξις ἡ συστηματικὴ ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς, θέλοντας νὰ νομοθετήσωμεν εἰδικώτερον ἐνταῦθα· δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐξαιρέσωμεν τὴν φορολογικὴν ταύτην παράβασιν, καὶ ταύτην μόνην νὰ χαρακτηρίσωμεν ὡς κλοπὴν, οὐδὲ ἀναγκαζόμεθα εἰς τοῦτο, ἵνα ἐπιβάλωμεν αὐστηρὰν ποινήν· διότι, οἱονδήποτε ὄνομα καὶ ἂν δώσωμεν, τὴν ποινὴν θέλομεν ἐπιβάλει, ὁδηγούμενοι οὐχὶ ἐκ τοῦ χαρακτῆρος τῆς παραβάσεως, ἀλλ’ ἐκ τῶν γενικῶν κανόνων, τῶν περὶ ποινῶν. Γνωρίζομεν δὲ, ὅτι αἱ σχετικαὶ ποιναὶ ἄρχονται ἀπὸ μιᾶς ἡμέρας, καὶ φθάνουσι μέχρις ἰσοβίων δεσμῶν. Δὲν ὑπάρχει ἄρα οὐδεμία ἀνάγκη νὰ χαρακτηρισθῇ τὸ λαθρεμπόριον ὡς κλοπὴ, ἵνα ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτὸ ποινὴν, ἔστω καὶ 25 καὶ 30 ἐτῶν. Ἡ πρόθεσις, ἵνα τιμωρηθῇ αὐστηρῶς τὸ λαθρεμπόριον, εἶναι ἐπαινετή· ἀλλ’ ἡ κατάταξις τοῦ λαθρεμπορίου, ἡ ἀφομοίωσις τοῦ λαθρεμπορίου πρὸς κλοπὴν, εἶναί τι, τὸ ὁποῖον ἀντιβαίνει ἄντικρυς εἰς πάντας τοὺς ὅρους, τοὺς ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ ἀναγεγραμμένους, περὶ ἀδικημάτων. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος ἐν ἄρθρῳ 403 (ἀναγινώσκει): «Ὅστις ζημιοῖ δι’ ἀπάτης τὸ Δημόσιον κατὰ τοὺς εἰς αὐτὸ ὀφειλομένους φόρους ἢ δασμούς, ἐκτὸς τῆς ποινῆς, τὴν ὁποίαν ἐπισύρει ἡ πρᾶξις δι’ ἄλλων περιστάσεων, τιμωρεῖται καὶ μὲ τὸ τετραπλοῦν τοῦ προσδοκηθέντος κέρδους. Μειώσεις καὶ ἀπάται, ἀφορῶσαι τὰ περὶ δασμῶν, τελωνείων, ἁλικῶν, ταχυδρομείων καὶ χαρτοσήμων, τιμωροῦνται κατὰ τὰς περὶ τούτου ἐκδεδομένας διατάξεις.» Ἰδοὺ ὅ,τι συνιστᾷ ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ τὴν πρᾶξιν τοῦ λαθρεμπορίου. Ἐφαρμόσατε ἐπ’ αὐτοῦ οἱανδήποτε θέλετε ποινήν, ἀλλὰ μὴ μεταβάλετε τὸν σκοπὸν αὐτοῦ, μὴ μεταβάλετε τὸν χαρακτῆρα τῆς πράξεως, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς αὐτοὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑμῶν διὰ πλήρους ὁρισμοῦ διαγράφετε. Διότι ἀληθῶς ἐν ἄρθρῳ 5 τοῦ νομοσχεδίου ἔχομεν τὸν ὁρισμὸν τῆς πράξεως· τὸν ἔδωκεν αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς (ἀναγινώσκει): «Αἱ διὰ τοῦ παρόντος νόμου ἐπιβαλλόμεναι χρηματικαὶ ποιναὶ εἰς πράξεις, δι’ ὧν θέλει τις νὰ στερήσῃ τὸ Δημόσιον δολίως τῶν ὀφειλομένων αὐτῷ τελῶν, ἐκτὸς τῶν εἰς τὸν πλοίαρχον ἢ ἀγωγιάτην ἐπιβαλλομένων χρηματικῶν ποινῶν, δύνανται νὰ λαμβάνωνται ἐκ τῆς ἀξίας τοῦ κατασχεθέντος ἐμπορεύματος κλπ.» Λοιπόν, κατ’ αὐτὸν τὸν ὁρισμὸν τοῦ νομοσχεδίου, αἱ πράξεις αἱ λαθρεμπορικαὶ εἶναι πράξεις, διὰ τῶν ὁποίων θέλει τις νὰ στερήσῃ τὸ Δημόσιον δολίως τῶν ὀφειλομένων αὐτῷ τελῶν. Πῶς θὰ στερήσῃ τις τὸ Δημόσιον τῶν ὀφειλομένων αὐτῷ τελῶν δολίως; Δι’ ἀπάτης. Παραπέμπει ἄρα ὁ ὁρισμὸς οὗτος λεληθότως εἰς τὸ ἄρθρον 403 τοῦ ποινικοῦ νόμου. Δότε λοιπὸν εἰς τὴν πρᾶξιν μέχρι τέλους τὸν χαρακτηρισμὸν τὸν ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ, καὶ παύει πᾶσα συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος· διότι ἡμεῖς, ἐπαναλαμβάνω, δὲν σκοποῦμεν νὰ περιορίσωμεν τὴν πρόνοιαν ὑμῶν πρὸς αὐστηρὰν τιμωρίαν τῶν λαθρεμπόρων. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τούτου. Ἀλλὰ ποῦ εὗρεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐνταῦθα ἐγὼ ἔψεξα τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐπὶ τάσει πρὸς παράβασιν τοῦ νόμου; καὶ τίς ἡ ἀνάγκη, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐγκωμιάσῃ, νὰ ἐπαινέσῃ τὸν μὴ ψεγόμενον Ἡρακλέα; Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τῆς γενικῆς τάσεως παντὸς ἀνθρώπου, εἴτε Ἕλλην εἶναι οὗτος, εἴτε ὁθενδήποτε ἄλλοθεν κατάγεται, εἰς τὸ νὰ ἀποφεύγῃ τὰ βάρη, τὰ ἐκ φόρων προερχόμενα. Ἐὰν τὴν ἀλήθειαν ταύτην, ὁ κ. Πρωθυπουργός, φθάσας εἰς ἣν ἄγει ἡλικίαν, δὲν ἠδυνήθη νὰ καταμάθῃ, εἰς τί πταίω ἐγώ; καὶ πρὸς τί τὰ πεπλασμένα ἐπιχειρήματα, ἵνα ἀντικρούσῃ αὐτά; Διατὶ νὰ δώσῃ αὐτὸς τὴν ἀφορμήν, ἵνα χύσῃ καὶ ἐνταῦθα χολήν, ἀναμιμνήσκων τὸν ἄνθρωπον τοῦ Θεοκρίτου, ὅστις τὴν χολὴν εἶχε πάντοτε ὑπὸ τὴν ῥῖνα; Ἐγώ, Κύριοι, ἓν πρᾶγμα ἐζήτησα, καὶ ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀποδεικνύει, ὅτι ὀρθῶς ἐζήτησα, δὲν ἔχω δὲ κἀνένα λόγον νὰ προτιμήσω τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην ἀπόφασιν αὐτοῦ. Ἐγὼ παρετήρησα, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν σπουδαιοτάτου νομοσχεδίου, συζήτησιν, ἥτις καὶ ἐκ πρωτοβουλίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ προτάσεων τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς φέρει πλῆθος τροπολογιῶν. Ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πολλὰς τροπολογίας, καὶ ἐν τούτοις παρέλειψε μίαν, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ εἶχον ὑποδείξει αὐτῷ καὶ τὴν ὁποίαν ἀναγκαίως θέλει παραδεχθῆ. Εἶπον λοιπὸν ἐγὼ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναβάλῃ τὴν σημερινὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τῶν τροπολογιῶν, νὰ διαῤῥυθμίσῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸς οὗτος μεθ’ ἁπασῶν τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας αὐτὸς ἔχει, καὶ νὰ τὸ παραδώσῃ πρὸς ἐπεξεργασίαν εἰς νομικὸν ἄνδρα,—δὲν εἶναι δὲ κἀμμία προσβολὴ τὸ νὰ εἴπῃ τις εἴς τινα, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν εἶναι νομομαθής, δὲν ἠσχολήθη διαρκῶς καὶ εἰδικῶς εἰς τὰ τῶν νόμων, δύναται νὰ πταίσῃ περὶ τὴν διατύπωσιν νόμων,—νὰ παραδώσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὸν δικαστικὸν σύμβουλον, τὸν παρ’ ἑαυτῷ, ἄνθρωπον πολυμαθῆ, ἵνα τὸ παρατηρήσῃ καὶ τὸ ἐπεξεργασθῇ, καὶ εἰς τὴν πρώτην συνεδρίασιν νὰ φέρῃ αὐτὸ εἰς ἡμᾶς, κατηρτισμένον ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου Ὑπουργοῦ· διότι ἡ κατάρτισις, ἡ ὁποία ἐγένετο, ἐὰν κατὰ τὰ ἄλλα ὑποτεθῇ ὅτι ἔχει ὀρθῶς, κατὰ τὸ καθαρῶς νομικὸν μέρος ἔχει πλημμελῶς. Αὕτη εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἐγὼ δὲ βεβαιῶ τὸν κ. Πρόεδρον, βεβαιῶ καὶ πάντας ὑμᾶς,— ὅσοι δὲ εἶσθε νομικοὶ, τὸ ἐννοεῖτε καλῶς,—ὅτι, καὶ ἄν αὐτὸν τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀρκαδίας, ὅστις εἶναι ἐντριβέστατος περὶ τὰ τῶν ποινῶν καὶ πάντα τὸν βίον κατέτριψε μελετῶν καὶ συγγράψας εὐδοκίμως περὶ ποινικῶν, ἐὰν καὶ αὐτὸν τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀρκαδίας ἐπιφορτίσητε νὰ παρασκευάσῃ ἀπόψε τὸ νομοσχέδιον ἄρτιον, εἶναι ἀνίκανος νὰ πράξῃ τοῦτο. Διότι δὲν αὐτοσχεδιάζονται, Κύριοι, αἱ διατάξεις τοιούτων νόμων· διότι, ἂν θέλητε μόνον νὰ μεταβάλητε τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως, πρέπει νὰ προσέξητε, μήπως ἀντὶ καλοῦ πράξητε κακόν. Θέλω δὲ σᾶς τὸ ἀποδείξει. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καταδιώκει αὐστηρῶς τὸ λαθρεμπόριον, καὶ εὐλόγως θέλει νὰ τὸ τιμωρήσῃ δι’ αὐστηρᾶς ποινῆς, διὰ ποινῆς, ἥτις ἐπέρχεται ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τοῦ ποινικοῦ περὶ κλοπῆς, καὶ κατορθόνει, διότι δὲν ἐγένετο ἐξέτασις εἰδικὴ τοῦ νομοσχεδίου ὡς πρὸς τὸ νομικὸν μέρος, κατορθόνει νὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς παραβαίνοντας τὸν νόμον τῆς ποινῆς τῆς πλαστογραφίας, διότι ἐν τῷ 1 ἄρθρῳ ὁρίζεται, ὅτι λαθρέμποροι εἶναι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες στεροῦσι τοῦ φόρου τὸ Δημόσιον ἐπὶ τῇ χρήσει πλαστῶν τελωνειακῶν ἢ εἰκονικῶν ναυτιλιακῶν ἐγγράφων πρὸς ἀποπλάνησιν τῆς ἀρχῆς. Οὗτοι εἶναι συνεργοί, κατὰ τὸν νόμον τὸν κείμενον, εἶναι συνεργοὶ πλαστογραφίας. Ἀλλ’ ὅπως σήμερον διετυπώθη τὸ ἄρθρον 4, οὗτοι ἀπαλλάσσονται ἐφεξῆς ἀπὸ πάσης καταδιώξεως ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, καὶ καταδιώκονται μόνον διὰ κλοπήν. Εἰς τοῦτο τὸ ἀντίθετον πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν αὐτοῦ φθάνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις, ἄν ἤθελε νὰ διατηρήσῃ ἀκεραίαν τὴν δύναμιν τῶν διατάξεων τοῦ κειμένου νόμου, ὤφειλε νὰ παρενθέσῃ φράσιν τινὰ, ἥτις νὰ μὴ ἀπαγορεύῃ τὴν καταδίωξιν καὶ ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, καὶ ἄν γίνηται καταδίωξις ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ. Τοῦτο λοιπὸν καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, μὴ θέλων παντελῶς νὰ ἐμποδίσω τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἤδη ἐψηφισμένη. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, θέτων κατὰ μέρος πᾶσαν φιλοτιμίαν, μὴ ἔχουσαν χώραν ἐνταῦθα, νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸ νομοσχέδιον διὰ τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου καὶ συναρμολογήσῃ οὕτως, ὥστε νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν, ὅτε θέλει ἔλθει εἰς συζήτησιν· διότι, ἂν ἐπιφυλάξωμεν μόνον τὴν ψῆφον ἡμῶν ἐπὶ τοῦ συνόλου εἰς τὴν αὔριον, ἡ τοιαύτη ἀναβολὴ εἰς οὐδὲν θέλει χρησιμεύσει, διότι κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ συνόλου μόνον λεκτικαὶ τροποποιήσεις δύνανται νὰ ἐπενεχθῶσι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου μετὰ τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προταθείσης προσθήκης τῆς λέξεως «δολίας» πρὸ τῆς ἐν τῷ προτελευταίῳ στίχῳ τῆς βʹ § λέξεως «στερήσεως».)
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§85ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ὀλίγου ἤθελον νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴν, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπέδειξε τὰ πηγὰς, ἐκ τῶν ὁποίων ἐλήφθη τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διὰ τροποποιήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπ’ αὐτοῦ ἐγένοντο. Ἐκ τούτου φανερὸν, ὅτι δὲν ἐπαναλαμβάνονται ἐνταῦθα αἱ διατάξεις τοῦ τελωνειακοῦ ὀργανισμοῦ ἢ ὁσάκις πρόκηται νὰ ἐπέλθῃ ἐπ’ αὐτοῦ τροποποίησίς τις· ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου εἶναι κατὰ λέξιν ἀντιγραφὴ τοῦ ἄρθρου 89 τοῦ τελωνειακοῦ ὀργανισμοῦ. Διατὶ λοιπὸν ἐπαναλαμβάνεται κατὰ λέξιν διάταξις ὑφισταμένη;
§86Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ συνεκεντρώθησαν πᾶσαι αἱ περὶ καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου διατάξεις.
§87ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἄλλαι, παραλειφθεῖσαι.
§88ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχουσι σχέσιν.
§89ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἰσχυρὸν ἐπιχείρημα. Φρονῶ, ὅτι ἡ διάταξις, ἡ ὁποία ἰσχύει ἁπλῶς, διότι δὲν κατηργήθη, θὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἰσχύῃ, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἀναγραφῇ ἐκ νέου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ).
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ).
§91ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀντὶ τοῦ «χαρακτηριζομένης ταύτης ὡς κλοπῆς», καλλίτερον νομίζω νὰ ἐπαναληφθῶσιν οἱ ὅροι τοῦ νόμου.
§92ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς. «Πρὸς τῇ τοῦ ὀκταπλοῦ τέλους ποινῇ κτλ. τιμωροῦνται ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ κατὰ τὰς περὶ κλοπῆς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου...»
§93ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ μὲ ὅσα ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπάρχει κατεπείγουσα ἀνάγκη τὸ λαθρεμπόριον νὰ τιμωρηθῇ αὐστηρότερον, παρ’ ὅσον ἤδη τιμωρεῖται, ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη πρὸς τιμωρίαν ἑνὸς ἀδικήματος δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ ἐπιβολὴν ποινῆς δυσαναλόγου πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν ἠθικὴν βαρύτητα τοῦ ἀδικήματος· διότι ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὴν νομοθεσίαν τοῦ Δράκοντος, ὁ ὁποῖος ἐνόμιζεν, ὅτι ἠδύνατο καὶ εἰς τὸ ἐλάχιστον ἀδίκημα νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν ἐσχάτην τῶν ποινῶν. Πάντοτε εἰς τὴν ἐπιβολὴν ποινῆς πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ἡ ἠθικὴ βαρύτης μιᾶς ἑκάστης πράξεως· δύναται ἡ ποινὴ νὰ αὐξηθῇ κατά τι, ἀλλὰ μέχρι τινὸς ὁρίου. Τοσούτῳ μᾶλλον τοῦτο ἐφαρμόζεται ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀδικήματος, καθόσον μέχρι πρὸ ὀλίγου ἔν τε τῇ ἑλληνικῇ νομοθεσίᾳ καὶ ἐν τῇ τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν ἡ πρᾶξις ἐθεωρεῖτο ἐντελῶς ἀτιμώρητος, μὴ δυναμένη νὰ συνεπαγάγῃ, εἰμὴ χρηματικὰς ποινάς. Πῶς δυνάμεθα σήμερον νὰ τὴν χαρακτηρίσωμεν ὡς κακούργημα; Ὅσα ἔλεγε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τῆς ἀδυναμίας τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἡ ὁποία λεληθότως παρεκτρέπεται εἰς πράξεις, ἐξ ὧν δύναται νὰ ἔχῃ ὠφέλειαν, εὑρίσκονται εἰς ἀντίφασιν μὲ τὴν αὐστηρότητα τῶν ποινῶν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ἐπιβάλῃ. Ἤδη ἐπιβάλλεται τιμωρία 6 μηνῶν φυλακίσεως· δύναται νὰ αὐξηθῇ εἰς 12 μῆνας, εἰς δύο, εἰς τρία ἔτη, καὶ εἶναι πλέον ἢ ἐπαρκής. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι, ἐπαυξάνοντες τὴν τιμωρίαν καὶ καθιστῶντες κακούργημα τὴν πρᾶξιν, συντελεῖτε εἰς τὴν καταστολὴν τοῦ λαθρεμπορίου; Τουλάχιστον ἐγὼ ἔχω πληρεστάτην πεποίθησιν, ὅτι τοιαύτη κατηγορία ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ εἶναι ἀδύνατον νὰ εὐδοκιμήσῃ ἐνώπιον τῶν ἐνόρκων, ἀφοῦ καὶ ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων ἠθωοῦντο τοιαῦται πράξεις. Μία τῶν περιστάσεων, ἃς ὁ νόμος ἀναγράφει ῥητῶς ὡς λαθρεμπορίαν, εἶναι καὶ ἂν ἐρχόμενός τις ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ἐξέρχηται τοῦ ἀτμοπλοίου, φέρων μεθ’ ἑαυτοῦ κόσμημα, ὅπερ ἀποκρύπτει, ἵνα μὴ ὑποβληθῇ εἰς φορολογίαν. Νομίζετε ὅτι διὰ τοιαύτην πρᾶξιν εἶναι δίκαιον νὰ καταδιώκηται ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ καταδικάζηται εἰς τὰ Κακουργιοδικεῖα ὡς κοινὸς ἐγκληματίας; Μὴ πλανώμεθα ἐκ τοῦ κινδύνου τοῦ λαθρεμπορίου, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι αἱ αὐστηραὶ ποιναὶ οὐδὲν ὠφελοῦσιν. Αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔφερε νομοσχέδια, δι’ ὧν ἐλαττόνει ποινὰς, διότι οὐδέποτε ἐφηρμόζοντο. Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὴν ἠθικὴν βαρύτητα τῆς πράξεως καὶ τῶν ποινῶν· ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, οἱανδήποτε ποινὴν καὶ ἂν ἀποφασίσητε νὰ ἐπιβάλητε εἰς τὸν λαθρέμπορον, φρονῶ ὅτι ὀφείλετε ν’ ἀποφύγητε τὸν χαρακτηρισμὸν, ὃν τὸ ἄρθρον 4 ἔχει, χαρακτηρίζον τὴν πρᾶξιν ὡς κλοπήν. Τίς ἡ ἀνάγκη νὰ χαρακτηρήσητε τὸν λαθρέμπορον ὡς κλέπτην; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τὸ τοιοῦτον, ἀναφέρων ἄρθρον τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, καθ’ ὃ ἡ ἐξαφάνισις ἐγγράφου θεωρεῖται ὡς πλαστογραφία. Δὲν εἶναι τὸ αὐτό. Ὁ νόμος λέγει ἐκεῖ, ὅτι ὁ ἐξαφανίζων ἔγγραφον τιμωρεῖται μὲ τὴν ποινὴν τῆς πλαστογραφίας· ἀλλὰ σεῖς δὲν λέγετε, ὅτι τιμωρεῖται μὲ τὴν ποινὴν τῆς κλοπῆς, ἀλλ’ ὅτι χαρακτηρίζεται ὡς κλοπή. Τότε τὸ δικαστήριον εἶναι ὑπόχρεον νὰ ἐφαρμόσῃ πάσας τὰς περὶ κλοπῆς διατάξεις καὶ ἐκείνην, ἥτις λέγει, ὅτι, ἂν ὁ κατηγορούμενος ἀποδώσῃ τὸ κλοπιμαῖον, δὲν τιμωρεῖται.
§94ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρὸ πάσης ἐξετάσεως.
§95ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐξετάζω τὰ περὶ τούτου. Ὁ λαθρέμπορος δύναται νὰ πληρώσῃ, καὶ οὕτως ἀπαλλάσσεται. Τὸ λαθρεμπόριον εἶναι πρᾶξις ἰδιοφυὴς, δὲν ἐξομοιοῦται μὲ ἕτερα ἀδικήματα. Ταῦτα ἠθέλησα νὰ εἴπω, διότι θεωρῶ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου νομικὸν σολοικισμόν.
§96Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὶν καταληφθῇ ὑπ’ ἀγανακτήσεως ὁ κ. Βουλευτὴς Μαντινείας, εἶχον εἴπει, ὅτι τὸ ἄρθρον ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς: «οἱ αὐτουργοὶ καὶ συνεργοὶ καταδιώκονται καὶ τιμωροῦνται κατὰ τὰς περὶ κλοπῆς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6.)
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται.)
§98ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἐνταῦθα νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ καὶ ἡ ποινή. (Θόρυβος). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 8–13. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἐτροποποιήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὰ ἄρθρα 14 καὶ 15, εἶτα δὲ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς γʹ συζήτησιν.)
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατετέθη ἡ ἔκθεσις τοῦ Βʹ τμήματος τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ συζήτησιν, τὰ νομοσχέδια: αʹ) περὶ αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ πετρελαίου· βʹ) περὶ ἐπιβολῆς εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ εἰδῶν τινων παραγομένων ἐν τοῖς παρὰ τῇ μεθορίῳ γραμμῇ διαμερίσμασι καὶ διὰ ξηρᾶς εἰσαγομένων, καὶ γʹ) περὶ προσωπικοῦ τῶν ἀτμοτελωνίδων.)
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ σίτου καὶ τοῦ σμιγοῦ.
§101ΜΠΑΣΙΑΣ. Εἶμαι ἐναντίος κατ’ ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ θὰ καταψηφίσω αὐτοῦ, διότι ὑπεσχέθην εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μου, ὅτι θὰ ἀποκρούσω δασμοὺς ἢ φόρους ἐπὶ εἰδῶν καταναλισκομένων ἀπὸ τὰς ἀπορωτέρας τάξεις, καὶ δεύτερον, διότι, ἐνῷ φορολογοῦμεν τὴν εἰσαγωγὴν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀφίνομεν ἀφορολόγητον τὸν σῖτον τοῦ ἐσωτερικοῦ, καὶ οὕτω καθιστῶμεν προνομιούχους ἐπαρχίας τινὰς τοῦ Κράτους, ἐπὶ ζημίᾳ ἄλλων ἐπαρχιῶν, μὴ παραγουσῶν σῖτον.
§102ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Μπασιᾶ, προσθέτων, ὅτι πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ ἡ Ἑπτάνησος τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου καὶ σμιγοῦ, καθόσον ἀρκετὰ εἶναι ἡ Ἑπτάνησος φορολογημένη, καὶ ἰδίως ἡ Κεφαλληνία. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν δημοσίων θεαμάτων, ἀκροαμάτων, χορῶν, λεσχῶν καὶ ᾠδικῶν καφενείων.
§104Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ διασκευασθῇ τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄλλον τρόπον, δηλ. νὰ παρασταθῇ ὡς νομοσχέδιον τὸ ἤδη ὡς τροπολογία προτεινόμενον, ὅπερ παρασκευάσας προτείνω. (Ἀναγινώσκεται τὸ ὡς τροπολογία προταθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νομοσχέδιον, εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἀρχικῶς ὑποβεβλημένου, καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι τροπολογία, τὸ σύνολον νὰ ψηφισθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἀνεγνώσθη, λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν κ. κ. Λυμπεροπούλου καὶ Κανάρη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας):
| Λ. Δεληγεώργης | Θ. Π. Δηλιγιάννης | Ν | |
| Δ. Χατζόπουλος | Θ. Β. Δηλιγιάννης | Ν | |
| Νικ. Δ. Μακρῆς | Ν | Π. Μανέτας | |
| Χ. Τρικούπης | Α. Σακελλαρόπουλος | Ν | |
| Δημ. Σ. Βουλπιώτης | Χρ. Χρηστόπουλος | Ν | |
| Γεώργ. Σισμάνης | Φίλιπ. Βάρβογλης | Ν | |
| Ἀθ. Ἴσκος | Ν | Κ. Κωνσταντόπουλος | |
| Μιχ. Ἰατρίδης | Ν | Θ. Πέῤῥος | Ν |
| Ν. Ζῶτος | Ν | Ἠλίας Φλέσσας | Ν |
| Ν. Φαρμάκης | Εὐθ. Σπυράκης | Ν | |
| Δημ. Πετρίδης | Ν | Κ. Κατσικόπουλος | Ν |
| Σπ. Νοταρᾶς | Ἰω. Ἀντωνόπουλος | Ν | |
| Γ. Φαρμακόπουλος | Κ. Καραπάνος | ||
| Ἀν. Δημητριάδης | Γ. Παχὺς | ||
| Δημ. Οἰκονόμου | Ν | Ἀντ. Ζυγομαλᾶς | |
| Ἰω. Δηλιγιάννης | Ν. Λεβίδης | ||
| Ἀγ. Γεωργαντᾶς | Ν | Δ. Ράλλης | |
| Ἠλίας Ποταμιάνος | Δημ. Ν. Καλλιφρονᾶς | ||
| Εὐστ. Τουρνάκης | Ἀλέξ. Σκουζὲς | ||
| Ἀλέξ. Ρετσίνας | Κ. Νεγρεπόντης | Ν | |
| Ἀνδρέας Συγγρὸς | Μ. Δαμιράλης | Ν | |
| Στέφ. Δραγούμης | Δ. Γαβαλᾶς | Ν | |
| Ἀλέξ. Ψύλλας | Σπ. Παγανέλης | Ν | |
| Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Κ. Μαυρομιχάλης | ||
| Ν. Φιλάρετος | Γ. Πετροπουλάκης | ||
| Ν. Μπουφίδης | Γεώρ. Μαυρομιχάλης | Ν | |
| Τρύφ. Μουτσόπουλος | Ν | Κ. Κοσσονάκος | |
| Ἀχ. Χοϊδᾶς | Ν | Κ. Παπαμιχαλόπουλος | Ο |
| Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Κ. Σαλταφέρος | Ν |
| Γιαννοῦκος Μαυρομιχάλης | |||
| Ἄγγελος Πετραλιᾶς | Ν | Στέφ. Κοπανίτσας | |
| Ν. Πετιμεζᾶς | Ν | Ν. Βαρβιτσιώτης | |
| Λ. Σταμάτης | Ν | Γ. Φιλάρετος | |
| Α. Παναγιωτόπουλος | Γ. Σχινᾶς | ||
| Α. Γεροκωστόπουλος | Ν | Ἰωάννης Φίλιος | Ν |
| Ν. Κουμανιώτης | Ν | Ἰωάν. Παπαδόπουλος | |
| Δ. Παυλόπουλος | Ν | Νικ. Ριζόπουλος | |
| Νικ. Γεωργιάδης | Ν | ||
| Α. Σπηλιάδης | Ν | Νικ. Κοκωσλῆς | |
| Α. Ζαΐμης | Δ. Οἰκονομίδης | Ν | |
| Ι. Ζωγράφος | Ν | Μιλτ. Δάλλας | |
| Α. Κοντόσταυλος | Πούλιος Ζαρίμπας | Ν | |
| Α. Πετσάλης | Ν | Κ. Κουμουνδοῦρος | Ν |
| Η. Γαζέπης | Ἀσημ. Χρηστόπουλος | Ν | |
| Π, Λεβέντης | Ν | Π. Σάκκης | Ν |
| Θεόδ. Φλογαΐτης | Ν | Κ. Φλέσσας | Ν |
| Ἀριστομ. Χατζηνικολῆς | Ν | Πέτρος Καπετανάκης | Ν |
| Γεώργ. Καραβᾶς | Ν | Κ. Δαγρὲς | Ν |
| Λ. Ρώμας | Ν | Εὐστ. Κοκκέβης | Ν |
| Ρ. Ρώμας | Ν | Ν. Μισυρλῆς | Ν |
| Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Περικλῆς Πεῤῥωτὴς | ||
| Δ. Στεφάνου | Δ. Λυμπερόπουλος | Ν | |
| Ι. Σέχος | Ν | Σωτ. Σωτηρόπουλος | |
| Γ. Θεοτόκης | Χ. Κανελλόπουλος | ||
| Ε. Τσαρλαμπᾶς | Ν | Γ. Ν. Μπούμπουλης | Ν |
| Α. Καποδίστριας | Σωτ. Χατζηγάκης | Ν | |
| Π. Κωνσταντᾶς | Ν | Δημήτρ. Τερτίπης | Ν |
| Π. Βαλαωρίτης | Βασίλ. Ἀζᾶς | Ν | |
| Ἀλκίνοος Ζερβός | Ἀπόστ. Βασιαρδάνης | Ν | |
| Α. Ἀγάθος | Ν | Σπυρ. Γεωργόπουλος | |
| Ε. Μπασιᾶς | Ν | Γιαννούσης Τάκης | Ν |
| Σ. Φορέστης | Ν | Ν. Ταρμπάζης | Ν |
| Ν. Βαλσαμάκης | Ἰω. Παλάσκας | Ν | |
| Ἀναστ. Ζερβός | Ν | Νικ. Τσαμαδὸς | |
| Ι. Βρυώνης | Θεόδωρ. Γκίκας | ||
| Π. Μαυροκέφαλος | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | ||
| Δ. Σπινέλης | Ν | Ν. Χατζῖσκος | |
| Γ. Π. Μπούμπουλης | Α. Εὐταξίας | Ν | |
| Α. Μαυρογορδάτος | Ν | Κ. Τράκας | |
| Γ. Κόρπας | Ν | Ἀνδρ. Μαρλᾶς | Ν |
| Ν. Συνοδινὸς | Ν | Ν. Κοντογιάννης | Ν |
| Κ. Ἀργυρόπουλος | Κ. Ἀναγνωστόπουλος | Ν | |
| Π. Ταταράκης | Ν | Π. Σκουμπουρδῆς | |
| Γρ. Μαυρομαρᾶς | Ν | Λ. Καραλίβανος | Ν |
| Ο. Μαῦρος | Ν | Α. Μ. Κανάρης | Ν |
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν συνόλῳ 83. Ἐκ τούτων 82 εἶπον Ναὶ καὶ 1 εἶπεν Ὄχι. Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 μ. μ.