1892.02.05
2,507 rows · 18,734 words · 129 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29
Τῆς 5 Φεβρουαρίου 1892.
(Τετάρτη)
Ὥρα 4η μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι, ἐλπίζω, ὅτι ἡ πατρὶς ἐσώθη, χάρις εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος, ὅστις παρεχώρησε τὴν προτεραιότητα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, δυνηθέντα οὕτω ν’ ἀναγνώσῃ, στιγμάς τινας ἐνωρίτερον, ἀγορεύσεις, πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐντεῦθεν ἀπαγγελθείσας· ἐλπίζω, ὅτι ἡ πατρὶς ἐσώθη, καὶ αἱ μηχανοῤῥαφίαι κατεστράφησαν. Ἐλπίζω, ὅτι ἔληξεν ὁ κηρυχθεὶς πόλεμος κατὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς πατρίδος, καὶ ὅτι ἐπιτρέπεται τέλος πάντων νὰ ζητήσωμεν καὶ ἡμεῖς τὸν λόγον, ὅπως ὁμιλήσωμεν καὶ περὶ ἄλλων θεμάτων, ἐκτὸς τῶν οἰκονομικῶν. Ἐλπίζω, ὅτι ἐτελείωσαν καὶ αἱ ἀμφιθεατρικαὶ παραστάσεις ἐν τῇ Βουλῇ, ὡς καὶ αἱ ἀγορεύσεις ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνέμνησαν ἄλλας ἐποχάς. Διὰ τοῦτο δὲν πιστεύω νὰ θεωρηθῇ ἄκαιρον νὰ ἐφελκύσωμεν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ἑτέρων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα, εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον, δὲν φαίνονται καὶ ξένα πρὸς τὰς οἰκονομικὰς συζητήσεις. Ἡ Βουλὴ γινώσκει, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀνελθὼν εἰς τὴν ἐξουσίαν, εὑρέθη στενοχωρημένος, μὲ δεδεμένας τὰς χεῖρας, ἔσπευσε δὲ καὶ μεταξὺ τῶν πρώτων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν, ὡς σκοποῦντα τὴν βελτίωσιν τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἦσαν καὶ ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο νὰ λυθῶσιν αἱ χεῖρες αὐτοῦ. Δὲν θὰ μιμηθῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅστις ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους ἀνέγνωσεν ἐντεῦθεν ἀγορεύσεις ῥητόρων μεμακρυσμένης ἐποχῆς, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον αἱ ἀγορεύσεις, περὶ ὧν πρόκειται, εἶναι ἔναυλοι εἰς τὰς ἀκοάς σας. Τοῦτο λέγω, ὅτι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 20 Δεκεμβρίου 1890, δηλαδὴ ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ἄνοδον τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐξουσίαν, εἰς τὰ κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης λεχθέντα, διότι ἠθέλησε νὰ λύσῃ τὰς χεῖρας αὐτοῦ, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησεν ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «ΖΑΙΜΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης διαμαρτύρεται, καὶ ἔχει δίκαιον νὰ διαμαρτύρηται, ἀφοῦ νομίζει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λυθῶσιν αἱ χεῖρες τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ νὰ δεθῶσιν. Ἡ ἔκφρασις τῆς γνώμης ταύτης τοῦ κ. Βουλευτοῦ δεικνύει, ὅτι δυσπιστεῖ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐγὼ, ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δυσπιστῶ πρὸς αὐτὴν, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον δυσπιστῶ πρὸς ἐμαυτόν. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.» Ὅτε δὲ κατόπιν ἤρξατο ἡ συζήτησις, καὶ ἐγὼ διεμαρτυρήθην κατὰ τῶν κινδύνων, οἵτινες ἐπέκειντο, εἷς τῶν συναδέλφων ἔλεγεν, ὅτι ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἴδωμεν ἐλεύθερον τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ἴδωμεν ὁποίαν χρῆσιν θὰ κάμῃ, ὅταν θὰ μείνῃ ἐλεύθερος. Καὶ ὁ κ. Ζαΐμης, διακόπτων με, ἔλεγε τότε: «ἐγὼ κάμνω καλὴν χρῆσιν, ὅταν ἦμαι ἐλεύθερος.» Ἀλλ’ εἰς ταῦτα ἀνταπήντων ἐγώ: «Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ ἐρωτήσω ὑμᾶς μετά τινα χρόνον περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ νόμου σας, καὶ τότε πιστεύω, διότι ἔχω ὑπόληψιν εἰς τὴν καλήν σας πίστιν, ὅτι ὑμεῖς ὁ ἴδιος θέλετε καταδικάσει τὸ νομοσχέδιόν σας, καὶ τοῦτο, ὡς καὶ τὰ ἄλλα.» Ἤδη ἔφθασεν ἡ στιγμή, ἵνα ζητήσω τὰ ἀποτελέσματα τῶν ψηφισθέντων νόμων. Μετὰ πολλὰς ὑπεκφυγὰς, κατετέθησαν αἱ πληροφορίαι αἱ ζητηθεῖσαι, οὐχὶ ὅλαι, ἐζήτησα δὲ καὶ τὴν τύπωσιν, τὴν ὁποίαν καὶ διέταξεν ἡ Βουλή, ἀτυχῶς ὅμως ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος δὲν εὐηρεστήθη νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν διαταγὴν τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν ἐτύπωσε τὰ συμπεράσματα ἐκεῖνα, συντομώτατα ἄλλως. Ὅθεν θέλω ἀναπληρώσει ἐγὼ τὴν ἔλλειψιν, ἀναλύων ἐν περιλήψει τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς κατατεθέντας. Ἀκούσατε, Κύριοι, τί ἐκόστισε εἰς τὴν Πολιτείαν καὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὸ λύσιμον τῶν χειρῶν τοῦ κ. Ζαΐμη. Εἶχον ζητήσει πληροφορίας περὶ τῶν γενομένων διορισμῶν, ἀπολύσεων καὶ μεταθέσεων τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ ὑπηρετῶν ἀπὸ τῆς 24 Ὀκτωβρίου 1890, ἡμέρας, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἐντολοδόχος τῆς λαϊκῆς θελήσεως κατὰ τὴν 14 Ὀκτωβρίου, ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῶν τῆς Πολιτείας, μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου 1890, καὶ ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1891 μέχρι τῆς 24 Ὀκτωβρίου 1891, διότι ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου ἤρξατο ἡ ἰσχὺς τῶν ψηφισθέντων νόμων, καὶ διὰ νὰ ὑπάρχῃ χρονικὸν διάστημα ἑνὸς ἔτους. Ἰδοὺ τί ἀπαντῶσιν οἱ ἀριθμοὶ διὰ τὴν ἐνιαυσίαν κίνησιν. Ἐκ μὲν τῶν ἰσοβίων διωρίσθησαν 31, ἀπεχώρησαν 2, μετετέθησαν 204, ἐν ὅλῳ 237. Ἐκ τῶν μὴ ἰσοβίων, εἰσαγγελέων καὶ ἀντεισαγγελέων, διωρίσθησαν 14, ἀπελύθησαν 19, μετετέθησαν 49, τὸ ὅλον 82. Γραμματεῖς Πρωτοδικείων διωρίσθησαν 13, ἀπελύθησαν 12, μετετέθησαν 24, ἐν ὅλῳ 49. Εἰρηνοδίκαι καὶ γραμματεῖς Εἰρηνοδικείων διωρίσθησαν 223, ἀπελύθησαν 236, μετετέθησαν 744, τὸ ὅλον 1203. Ἐν ὅλῳ μὴ ἰσόβιοι 1334. Ἐκ δὲ τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ, τοῦ κατωτέρου, διωρίσθησαν 579, ἀπελύθησαν 489, καὶ μετετέθησαν 72, τὸ ὅλον 1140. Τὰ ποσὰ ταῦτα προστιθέμενα φέρουσιν ἰσοβίους καὶ μὴ ἰσοβίους 1571, ἐκ δὲ τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ 1140, τὸ ὅλον 2711. Διὰ τοὺς περισσοτέρους τὰ καθέκαστα πιθανὸν νὰ μὴ προξενῶσι τὴν ἔκπληξιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ προξενῶσιν οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι· διὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι Πρόεδροι Πρωτοδικῶν ἐν ὅλῳ εἶναι 22, μετετέθησαν δὲ 35. Πρωτοδίκαι ἐν ὅλῳ εἶναι 141, μετετέθησαν 156. Εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν εἶναι 22, μετετέθησαν 26, ἐπαύθησαν 12. Ἀντεισαγγελεῖς εἶναι 12, μετετέθησαν 19 καὶ ἐπαύθησαν 6. Γραμματεῖς Πρωτοδικῶν εἶναι 22, μετετέθησαν 24, ἐπαύθησαν 12. Εἰρηνοδίκαι καὶ Πταισματοδίκαι εἶναι 240, μετετέθησαν 437 καὶ ἐπαύθησαν 24. Γραμματεῖς Εἰρηνοδικείων εἶναι ἐν ὅλῳ 240, μετετέθησαν 307, ἐπαύθησαν 212, καὶ διωρίσθησαν 202. Οὐδενὸς σχολίου ὑπάρχει ἀνάγκη, πιστεύω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ καὶ τὴν πληροφορίαν περὶ τοῦ δαπανηθέντος ποσοῦ, ἵνα ἐκτιμήσωμεν τὴν εἰλικρίνειαν τοῦ μετὰ τοσαύτης συγκινήσεως ὁμιλοῦντος κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῶν κινδύνων τῆς πατρίδος, πρὸς ἀποσόβησιν τῶν ὁποίων ἐπικαλεῖται τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων, ἵνα ἐπιβάλῃ φόρους. Δύνασθε ὅμως σεῖς νὰ ὑποθέσητε, τί ἐδαπανήθη διὰ τὴν μετακίνησιν 2711 δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ ὑπηρετῶν. Δὲν ἀντιλέγω, ὅτι ὑπῆρξαν καὶ μετακινήσεις τῆς ὑπηρεσίας, δὲν ἀντιλέγω ἀκόμη, ὅτι καὶ ἐπὶ τῆς τέως Κυβερνήσεως εἶχον παρεισδύσει πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔδει νὰ ἐξοβελισθῶσιν ἐκεῖθεν, ἀλλὰ βεβαιότατα δὲν δύνανται νὰ δικαιολογηθῶσιν αἱ μετακινήσεις 2711 δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ ὑπηρετῶν ἄνευ λόγου. Δὲν θέλω ἐπίσης νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰς συνεπείας τῶν τοιούτων μετακινήσεων. Τὸ γενόμενον ἄνευ συζητήσεως εἶναι κατὰ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα δύνασθε νὰ ἐννοήσητε καὶ μόνοι σας. Ἐπὶ τοιούτου θέματος βεβαίως δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἄπειρα, ἂν δὲ ἡ Βουλὴ τὸ νομίζῃ ἄξιον, ἂς διατάξῃ τὴν ἐκτύπωσιν τοῦ καταλόγου, ὃν ἀνέγνωσα καὶ ὃν δύναμαι καὶ νὰ ὑπογράψω.
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τί πίναξ εἶναι αὐτός;
§3Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἂς μὴ τυπωθῇ ὁ ἰδικός μου, ἀλλ’ ἂς τυπωθῇ τοὐλάχιστον αὐτός.
§4ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διατάξῃ τὴν ἐκτύπωσιν τοῦ καταλόγου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 138).
§6Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἄν τὴν στιγμὴν ταύτην εἶχον πρόχειρον τὴν ἱστορίαν ὅλων τῶν συνεπειῶν τῶν μετακινήσεων τούτων, τίς οἶδεν, ὁποῖα δράματα ἤθελον παρασταθῇ εἰς τὴν Βουλήν! Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἀρκεῖ ἕν, γενόμενον πρὸ τῶν ὀμμάτων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, πρόσφατον. Ἐξ αὐτοῦ θέλετε κρίνει καὶ περὶ τῶν ἄλλων. Ὑπῆρχεν ἐν Ἀθήναις Γραμματεὺς τοῦ Πρωτοδικείου ἐντιμότατος, ὡς πάντες γινώσκετε,— καὶ οἱ ἔχοντες ἀντίῤῥησιν δύνανται νὰ τὸν καταγγείλωσιν,—ὁ κ. Μάνθος Τριανταφυλλίδης, ἀκριβέστατος περὶ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν διαχείρισιν. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ θέσις τοῦ Γραμματέως τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν εἶναι ἐπικερδὴς, διότι καὶ πολλοὺς διορισμοὺς διαθέτει, καὶ νομίμους ἀπολαυὰς καὶ μέσα εἰς τοὺς θέλοντας νὰ ἀπολαύσωσι μὴ νόμιμα ἔχει, ἔπρεπε νὰ ἐκτοπισθῇ, καὶ ὁ κ. Τριανταφυλλίδης ἀντικατέστη ὑπὸ ἄλλου, ἔστω ἐκ τοῦ κόμματος, ἀλλ’ ἂν ἀνταπεκρίνετο εἰς τὰς ὑποχρεώσεις του, ἠδύνατό τις νὰ φανῇ συγκαταβατικός. Δὲν συνειθίζω νὰ ὁμιλῶ περὶ προσώπων, καὶ μάλιστα ἀπόντων, ὅταν δὲν ἔχω ὡρισμένα γεγονότα, διὰ τὰ ὁποῖα νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι συναφὲς μὲ τὴν ἐκκρεμῆ ἐπερώτησιν, καὶ εἰς ἀπόδειξιν τῶν λεγομένων ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ κ. Τριανταφυλλίδης ἀντικατέστη ὑπὸ κομματάρχου, ὅστις οὐδὲν ἕτερον προσὸν ἔφερεν ἢ ὅτι εἰργάσθη κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 14 Ὀκτωβρίου. Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς παραλυσία πλήρης εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον τῶν Ἀθηνῶν. Καὶ ἂν ἐπρόκειτο περὶ παραλυσίας ἁπλῆς, πάλιν ἠδύνατό τις νὰ φανῇ συγκαταβατικός· ἀλλ’ ἤρξαντο ὑπόνοιαι καὶ περὶ τῆς διαχειρίσεως, καὶ ἐζητήθη ἡ ἐπιθεώρησις τοῦ ἀρχείου του. Ἀλλ’ ὁ κ. Γραμματεὺς ἀνεχώρησεν, ἵνα ἀναπνεύσῃ τὸν καθαρὸν ἀέρα, εἰς τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα του. Τί προέκυψεν ἐκ τῆς ἐπιθεωρήσεως, δὲν γνωρίζω· ἐδημοσιεύθη ὅμως εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας τῶν Ἀθηνῶν, ὅτι ἐγγυήσεις δὲν εὑρέθησαν, οὔτε προκαταβολαὶ, καὶ ὅτι τῷ ἐδόθη ἡ εὐκολία, ὅπως ἀντικαταστήσῃ τὰ ἐλλείποντα. Πρό τινων ἡμερῶν ἐπανελήφθησαν αἱ ὑπόνοιαι, ἤκουσα δὲ, ὅτι καὶ σφράγισις ἐγένετο τοῦ κιβωτίου του, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσιν αἱ χρηματικαὶ καταβολαὶ καὶ αἱ ἐγγυήσεις. Πῶς τις περιέμενε νὰ παρουσιασθῇ ὁ κ. Γραμματεὺς, ἵνα δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του. Εὑρίσκεται ἐν Ἀθήναις;... Τί συνέβη, Κύριοι; Τῷ ἐδόθη ἄδεια 15 ἡμερῶν, χάριν τῆς ὑγείας του, ἵνα μεταβῇ εἰς Πύργον. Ἦτο φυσικὸν, τοὐλάχιστον νὰ γείνῃ ἀποσφράγισις ἀμέσως· δὲν ἐγένετο ὅμως. Παρῆλθον πολλαὶ ἡμέραι, 15 ἕως 20, ὡς μοὶ εἶπον. Ἐν τῷ μεταξὺ ἀναγινώσκομεν εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ὁ κ. Γραμματεὺς δὲν εὗρε καλὸν τὸν ἀέρα τοῦ Πύργου καὶ μετέβη εἰς τὴν Ἰταλίαν, ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν ἀποσφραγίζεται τὸ κιβώτιόν του! Ἔφθασεν ἡ στιγμὴ, καθ’ ἣν αὐτὸς εὑρίσκετο εἰς ἀσφαλὲς ἔδαφος, καὶ ἠνοίχθη τὸ κιβώτιον σήμερον, ὡς δὲ μὲ ἐπληροφόρησαν, εὗρον μέσα 13 δραχμὰς καὶ 10 λεπτά! Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω τὴν ἀκρίβειαν τοῦ ἀριθμοῦ· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, εἶναι, ὅτι διάδικοι καὶ δικηγόροι εἶναι εἰς ἀναστάτωσιν τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον, ζητοῦντες τὰ χρήματά των, οἱ δὲ δικηγόροι καλοῦνται νὰ καταβάλωσιν ἐκ νέου τὰς προκαταβολάς των. Γνωρίζετε δὲ, πόσην ὑπηρεσίαν ἔχει τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν. Λέγουσιν ὅτι τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 175 ἕως 200 χιλιάδας δραχμῶν. Δὲν γνωρίζω ἂν ἦναι ἀκριβές· ἀτυχῶς ἓν μόνον γνωρίζω, ὅτι εἷς δυστυχὴς Ἑλβετὸς, παρ’ ἐμοῦ ἀντιπροσωπευόμενος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ μικρᾶς ἡλικίας, μὲ τὴν γνωστὴν ἑλβετικὴν οἰκονομίαν, εἶχεν οἰκονομήσει καὶ σχηματίσει μικρὰν περιουσίαν, περιπλακεὶς εἰς δίκην, ἠναγκάσθη νὰ καταθέσῃ ὡς ἐγγύησιν τὴν περιουσίαν του ταύτην, τὸ δὲ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 35 χιλιάδας δραχμῶν, εἰς λαχειοφόρους ὁμολογίας, αἱ ὁποῖαι, ἕνεκα τῆς ὑπερτιμήσεως, ἐκτιμῶνται ἤδη εἰς 40 χιλιάδας δραχμῶν. Αὐταὶ αἱ ὁμολογίαι πτερυγίζουσιν ἤδη! Ὀρθῶς ἄλλοτε, κατὰ τὸ 1882, εἶχε γείνει νόμος πρὸς πρόληψιν τῶν τοιούτων ἀτοπημάτων, διότι ὁ Γραμματεὺς τοῦ Πρωτοδικείου, κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων, ὑποχρεοῦται μόνον εἰς ἐγγυοδοσίαν 200 ἕως 500 δραχμῶν, ἐνῷ παρ’ αὐτῷ γίνονται καταβολαὶ μεγάλαι· διὰ τοῦτο ὁ νόμος ἐκεῖνος διέτασσεν, ὅπως ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν τὰ χρήματα κατατίθηνται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ ἦναι κατατεθειμένα καὶ τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος. Ἴσως ἐπειδὴ αἱ μετοχαὶ εἶχον καὶ τὰ τοκομερίδια, ἅτινα καθ’ ἑξαμηνίαν ἔπρεπε νὰ δίδωνται, τὰς ἐκράτησεν ὁ Γραμματεύς. Ἐκτὸς αὐτοῦ εἶναι καὶ τόσα ἄλλα. Φαντασθῆτε, καθ’ ἣν ἐποχὴν μακραὶ γίνονται συζητήσεις περὶ τῆς οἰκονομικῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος, οἱ ξένοι νὰ μανθάνωσιν, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ κατατιθέμενα εἰς τὰ δικαστήρια, δὲν εἶναι ἀσφαλῆ! Βεβαίως εἰς ὅλα τὰ Κράτη γίνονται ἐγκλήματα καὶ εἰς Τραπέζας καὶ εἰς δημόσια γραφεῖα, ἀλλ’ ἐδῶ τὸ σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον παρασκευάζεται, εἶναι ἡ ἄδεια, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὸν Γραμματέα. Πῶς δίδετε ἄδειαν εἰς Γραμματέα Πρωτοδικῶν, περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ ὁποίου ὑπῆρχεν ὑπόνοια, καὶ τοῦ ὁποίου τὸ κιβώτιον εἶναι ἐσφραγισμένον;
§7ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ τῷ ἐδόθη μετὰ τὴν σφράγισιν.
§8Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἄδεια ἐδόθη πρὸ τῆς σφραγίσεως.
§9ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἄδεια ἐδόθη τέσσαρας ἡμέρας μετὰ τὴν πρώτην ἔφοδον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ Γραμματέως τῶν Πρωτοδικῶν.
§10ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ ἄδεια ἐδόθη παρὰ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, ὄχι παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ.
§11Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ ἓν πρᾶγμα γνωρίζω, καὶ ἓν ἐξάγω ἐξ ὅλης αὐτῆς τῆς συζητήσεως· πρῶτον, μὲν ὅτι τόσῳ ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργὸς, ὅσῳ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εὐθύνονται, διότι ἐδέχθησαν νὰ λυθῶσιν αἱ χεῖρες τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ἀφοῦ ἐκ τῶν προτέρων ἦτο, γνωστὸν, ὅτι οἱ καλοὶ καὶ τίμιοι Γραμματεῖς δὲν ἠδύναντο νὰ παυθῶσι, διότι τὰ δικαστικὰ συμβούλια, σεβόμενα ἑαυτὰ, δὲν ἠδύναντο νὰ γνωματεύσωσι περὶ ἀπολύσεώς των, τοὐναντίον δὲ ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, καὶ ὁ ἄριστος, ἠδύνατο νὰ παραπλανηθῇ ἀπὸ τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην αἰτίαν, ἵνα ἀντικαταστήσῃ τὸν καλὸν διὰ τοῦ κακοῦ. Οἱ πρῶτοι ὑπεύθυνοι λοιπὸν ὅλων τῶν γενομένων εἶναι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς καὶ ὁ Πρωθυπουργός. (Ποδοκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§12Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ (πρὸς τὰ ἀκροατήρια). Σᾶς παρακαλῶ, ποδοκροτήσατε καὶ πάλιν.
§13ΡΑΛΛΗΣ. Ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ πολιτικοῦ ζητήματος, πρόκειται περὶ τιμιότητος, καὶ δὲν πρέπει νὰ φανῇ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὑποστηρίζει τὸ ἔγκλημα. Δι’ αὐτὸ, κύριε Πρόεδρε, ἔχετε ἐπιβεβλημένον καθῆκον νὰ ἐκβάλητε ἐκεῖθεν ὅλους αὐτοὺς τοὺς παληανθρώπους (δεικνύει τὰ ἀτακτήσαντα ἀκροατήρια).
§14Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Ράλλη, νὰ διαφωνήσω μὲ ὑμᾶς. Θὰ τοὺς παρακαλέσω νὰ ποδοκροτήσωσιν ἀκόμη μίαν φοράν. Δὲν πταίουσιν αὐτοί· πταίει ὁ κ. Τρικούπης, καὶ δεύτερον ὁ κ. Δηλιγιάννης, οἱ ὁποῖοι κατέστρεψαν τὸ πολίτευμα, καὶ τοὺς ὁποίους θέλει δικάσει ὁ ἀληθὴς λαὸς, καὶ οὐχὶ αὐτοὶ οἱ ἐγκάθετοι· πταίουσιν αὐτοὶ, οἵτινες κατεβίβασαν καὶ τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα· δὲν πρέπει δὲ νὰ παραπονῶνται οἱ φίλοι τοῦ κ. Τρικούπη, διότι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του εἰσήχθη τὸ σύστημα αὐτὸ, καὶ ἐτελειοποιήθη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο εἴχομεν παράπονα κατὰ τῆς τελευταίας Κυβερνήσεως, ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἠγωνίσθημεν νὰ βελτιώσωμεν τὰ πράγματα. Καὶ ἦλθεν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, ὅστις ἐνόμισεν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶχε προσωπικὴν συμπάθειαν πρὸς τὸν κ. Θεόδωρον Δηλιγιάννην καὶ ἀντιπάθειαν πρὸς τὸν κ. Τρικούπην, μὴ ἐννοήσας δὲ τὴν ἀληθῆ τῆς μεταβολῆς αἰτίαν, δὲν ἐφρόντισε νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς ἰσχύος, διὰ τῆς ὁποίας τὸν περιέβαλεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Διὰ τοῦτο δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὸν κατεδίκασε, τὸν κατεδίκασε καὶ δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς χρόνος, ἵνα πεισθῇ περὶ τούτου. Γνωρίζω, Κύριοι, ὅτι ἐτακτοποιήθη ἡ ὑπηρεσία πρὸς χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα, καὶ δὲν πρέπει νὰ παραπονῶνται ἰδίως κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην οἱ ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ἥτις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ καλύψῃ τοὺς φορολογικοὺς νόμους, προπαρεσκεύασε τὴν θεατρικὴν ἐκείνην παράστασιν, τῆς ὁποίας συνέχειαν ἔχομεν. Τὸ συμπέρασμά μου, Κύριοι, εἶναι, ὅτι ὑπεύθυνοι καὶ τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ τῶν ἁπανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος γενομένων διὰ τοῦ χοροῦ, ὃν ἐχόρευσαν οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ καὶ ὑπηρέται, τὸν ἀριθμὸν 2.711, εἶναι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ κατὰ δεύτερον λόγον καὶ βαθμὸν ἐλάχιστον, ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, ὅστις ἐδάνεισε μόνον τὴν ὑπογραφήν του. Περαίνων τὰ περὶ τῆς λυπηρᾶς ταύτης ὑποθέσεως, δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἐκφράσω τὸ παράπονόν μου κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις νομίζει, ὅτι δύναται νὰ διαπράττῃ ἀτιμωρητεὶ τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη εἰς ἄλλας ἐποχὰς γενόμενα, καὶ ὅτι δύναται νὰ ψηφίζῃ φορολογικοὺς νόμους διὰ τοιούτων προπαρασκευῶν θεατρικῶν. Δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι σπουδαίως ἐργάζεται ὑπὲρ τῆς ἀνορθώσεως τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν πίστεως, ὅταν οὐ μόνον χαλαρῶς ἐργάζηται ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἀπηνῶς καταδιώκῃ αὐτήν· διότι δὲν λαμβάνει πρόνοιαν διὰ νομοθετικῶν μέτρων, ἀναλόγων πρὸς τὸν κίνδυνον, νὰ βελτιώσῃ ταύτην, ἀλλὰ καὶ διότι καὶ τοὺς ὑπάρχοντας νόμους δὲν ἐφαρμόζει, καὶ τοὺς ὀλίγους ἐκείνους καλοὺς, οἵτινες ἐγένοντο ὑπὸ τῆς τέως Κυβερνήσεως, ἔσπευσε νὰ καταργήσῃ. Ὅταν γείνῃ ἡ συζήτησις, ὅταν ἐξακολουθήσῃ ἡ γενικὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ συζήτησις, τότε ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀποδείξω διὰ τῶν πραγμάτων, πόσον ἔχω δίκαιον, λέγων, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καταχρᾶται τῆς ἰσχύος, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ τόπος τὸν περιέβαλε, θέλων νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ἥτις, δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ, ὅτι δὲν ἀποκρούει τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν.
§15ΔΑΓΡΕΣ....
§16Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προτίθεμαι νὰ ὑπερασπίσω τὸν Γραμματέα τῶν Πρωτοδικῶν, οὔτε τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τυγχάνοντα τὴν στιγμὴν ταύτην ἀπόντα, ἀλλὰ μόνον νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν μίαν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν. Σήμερον τὴν πρωΐαν, μετὰ τὴν γνωσθεῖσαν εἰς ὅλους κατάστασιν τοῦ Γραφείου τοῦ Πρωτοδικείου, γενομένης συζητήσεως, ὁ κ. Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν μοὶ εἶπεν: «Ἐγὼ ἴσως ἐπλανήθην, ἴσως ἠπατήθην, καὶ ἐχορήγησα αὐτῷ (τῷ Ἀχόλῳ) ἄδειαν 14 ἡμερῶν.» Λοιπὸν θέλω νὰ βεβαιώσω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ τοῦ ὁποίου ὁ κ. συνάδελφος ἐπετέθη, διατελεῖ ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τῶν πραγμάτων, κακῶς δὲ ἐξέλεξεν ὡς θέμα, διὰ νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ κ. συνάδελφος, διότι εἷς Γραμματεὺς καὶ συνάδελφος δικηγόρος ἔπταισεν, ἐὰν ἔπταισε. Δὲν γνωρίζομεν εἰσέτι, ἐὰν ἐγένετο ἐξέλεγξις τοῦ ταμείου τοῦ Πρωτοδικείου, καὶ κατὰ πόσον ὁ Γραμματεὺς αὐτοῦ εἶναι ἐλλειμματίας· δὲν γνωρίζω, ἐὰν τὰ χρεώγραφα, περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμε λόγον ὁ κ. συνάδελφος, εἶναι κατατεθειμένα ἢ ὄχι εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἦναι κατατεθειμένα, εἶναι ἄξιος τιμωρίας ὁ Γραμματεὺς, καὶ θὰ τιμωρηθῇ ὡς ὑπεξαιρέτης. Κατὰ τί ὅμως πταίει εἰς τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης; Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἠδύνατο νὰ παραπονεθῇ κατ’ αὐτῶν, ἐὰν ἤθελεν ἴδει, ὅτι παρέσχον συνδρομὴν εἰς τὸν Γραμματέα, ἢ ἄφησαν αὐτὸν ἀκαταδίωκτον. Εἶναι ὑπεύθυνος ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ὁ Ἄχολος, ὁ ὁποῖος εἶναι δικηγόρος, φέρων πάντα τὰ προσόντα, ἵνα καθέξῃ τὴν θέσιν τοῦ Γραμματέως Πρωτοδικῶν, καὶ νέος καλῆς οἰκογενείας, ἔπραξεν ἔγκλημά τι;
§17ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορῶ καὶ ἐγὼ, πῶς εὑρίσκοντο εἰς χεῖρας τοῦ Γραμματέως τῶν Πρωτοδικῶν τόσα χρήματα, ἀφοῦ ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος ὑποχρεοῖ τοὺς Γραμματεῖς τῶν Πρωτοδικῶν νὰ καταθέτωσι τὰ χρήματα εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα. Πρὸ τοῦ 1882 δὲν ὑπῆρχε τοιοῦτος νόμος, γνωρίζω δὲ, — διότι διετέλεσα καὶ ἐγὼ Γραμματεὺς τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν κατὰ τὸ 1875, — ὅτι, καίτοι δὲν ὑπῆρχε τότε νόμος, ὑποχρεῶν τοὺς Γραμματεῖς εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν χρημάτων εἰς τὸ ταμεῖον, ὅλα τὰ χρήματα, τὰ κατατιθέμενα εἰς ἡμᾶς, τὰ κατεθέτομεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐκρατοῦμεν δὲ μόνον τὰ μικρὰ ποσὰ, τῶν ὁποίων ταχέως ἐπρόκειτο νὰ ζητηθῇ ἡ ἐπιστροφὴ, ἵνα μὴ ὑποβάλλωμεν τοὺς δικαιούχους εἰς τὰς διατυπώσεις καὶ δυσκολίας τῆς ἐκ τοῦ ταμείου ἐπιστροφῆς. Ἀπορῶ, πῶς ἀφέθησαν τόσα χρήματα εἰς χεῖρας τοῦ Γραμματέως τῶν Πρωτοδικῶν, καὶ πῶς ἐδόθη ἄδεια ἀπουσίας εἰς αὐτὸν, περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ ὁποίου καὶ ἄλλοτε εἶχον γραφῆ εἰς τὰς ἐφημερίδας τινὰ, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως μηνὸς ἐδημοσιεύθη εἰς ἁπάσας τὰς ἐφημερίδας κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι ὑπέπεσεν εἰς ἔγκλημα σκανδαλῶδες καὶ ἀχρεῖον. Τὴν περίστασιν τὴν γνωρίζω, διότι οἱ παθόντες εἶναι συμπολῖταί μου, καὶ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ὅτι καὶ τὸ ἔγκλημα εἶναι βεβαιωμένον καὶ ἡ ἑνοχὴ ἀναμφισβήτητος. Γνωρίζω μάλιστα, ὅτι διὰ μέσου δικαστικοῦ προσώπου προσηνέχθησαν χίλιαι δραχμαὶ εἰς τοὺς παθόντας, διὰ νὰ ἀποσύρωσι τὴν μήνυσιν, ἡ ὁποία ἐδόθη, καὶ εὑρίσκεται ἐκκρεμὴς ἡ ἀνάκρισις παρὰ τῷ κ. Προέδρῳ τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν. Δὲν ἠθέλησα ἐξ ἀρχῆς νὰ κάμω λόγον περὶ τῆς ὑποθέσεως καὶ νὰ ἀναμιχθῶ, ἀλλ’ οἱ συμπολῖταί μου οἱ παθόντες μοὶ παρεπονέθησαν καὶ μοὶ ἐζήτησαν προστασίαν· ὡς ἐκ τούτου ἠναγκάσθην καὶ ἔκαμα μίαν ἐπιστολὴν πρὸ 15 περίπου ἡμερῶν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα μὴ τὸν ἐνοχλήσω δι’ ἐπερωτήσεως, καὶ ἐν τῇ ἐπιστολῇ ἐκείνῃ τῷ ἀνέφερον τὴν ὑπόθεσιν, καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως περαιωθῇ ἡ ἀνάκρισις, διότι ἦτο σκανδαλῶδες νὰ περιφέρηται ὁ μηνυθεὶς ἔξω τῶν φυλακῶν. Τώρα δὲ ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς μίαν σύμπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ ἀναχώρησις τοῦ Γραμματέως τῶν Πρωτοδικῶν ἐγένετο τὴν ἐπιοῦσαν ἢ μετὰ δύο ἡμέρας, ἀφ’ ἧς ἔδωκα τὴν ἐπιστολήν μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§18Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ ἐνθυμεῖται, ὅτι ἐγὼ δὲν ἀνέλαβον τὴν εὐθύνην τῶν ἀριθμῶν καὶ ὅλων τῶν γεγονότων· ἐκεῖνα τὰ γεγονότα, διὰ τὰ ὁποῖα ἀνέλαβον τὴν εὐθύνην, τὰ διέκρινα, βεβαίως ὅμως ἡ ἐξέλεγξις θὰ βεβαιώσῃ ἀκριβέστερον ταῦτα. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ κατ’ ἐμοῦ παράπονον, διότι ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος κατὰ σύμπτωσιν, φαίνεται, ἀπουσιάζει σήμερον, δὲν φαίνεται πολὺ εὐδιάθετος νὰ καταθέτῃ τὰς αἰτουμένας πληροφορίας, καθυστερεῖ δὲ πληροφορίας ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου, καὶ ἕνεκα τούτου ἔλαβον τὸ μέτρον νὰ ἀφίνω κατὰ μέρος τὰς παρακλήσεις καὶ νὰ συζητῶ τὰς ἐπερωτήσεις μου. Ἕν εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου παρεσκεύασε τὴν εὐκολίαν τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν Γραμματέων τῶν Πρωτοδικείων καὶ τῶν Εἰσαγγελέων, οἵτινες πρόκειται νὰ ἐπιθεωρῶσι τοὺς Γραμματεῖς, καὶ ὅλων ἐκείνων τῶν ὀργάνων τῆς ὑπηρεσίας, διὰ προσώπων τῆς ἀρεσκείας του, καὶ τοῦτο σήμερον ἐκθέτει αὐτὸν εἰς τὸν ἔλεγχον, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐν καιρῷ προεῖπον. Ἕν εἶναι βέβαιον, ὅτι πρὸ μηνῶν κατὰ τὴν ἐπιθεώρησιν ἀνεφύησαν γεγονότα, ἐπιβαρύνοντα τὸν κ. Γραμματέα, καὶ ὅτι μ’ ὅλα ταῦτα ἐτηρήθη εἰς τὴν θέσιν του. Δὲν γνωρίζω, τίς ἔδωκε τὴν ἄδειαν· ἐνδέχεται νὰ τὴν ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· ἀλλὰ γνωρίζω προσέτι, ὅτι εἰς ὅλας τὰς Ἀθηναϊκὰς ἐφημερίδας πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἐδημοσιεύθη, ὅτι τὸ κιβώτιον τοῦ Γραμματέως εἶναι ἐσφραγισμένον, διότι ἀνεφύησαν ὑπόνοιαι, ὅτι εἶναι κενόν. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς δὲν ἔμαθε καὶ αὐτὸς ὅ,τι πάντες ἔμαθον, διάδικοι καὶ δικηγόροι, καὶ ἐπεθύμουν νὰ πληροφορηθῶ, ἐὰν τὸ ἔμαθε, τίνα μέτρα ἔλαβεν, ὅπως ἐπαναφέρῃ τὸν ἀναχωρήσαντα Γραμματέα, πρὶν μεταβῇ εἰς τὴν Εὐρώπην. Εὔχομαι καὶ αἱ λαχειοφόροι ὁμολογίαι καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἀπολεσθέντα νὰ εὑρεθῶσι, καὶ τότε θὰ ζητήσω ἐδαφιαίως συγγνώμην ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ ἀπὸ τὸν Γραμματέα τῶν Πρωτοδικῶν, ἀλλὰ μικρὸς περίπατος μέχρι τοῦ γραφείου τοῦ Πρωτοδικείου δύναται νὰ βεβαιώσῃ πάντα συνάδελφον εἰς ποῖον ἀναβρασμὸν εὑρίσκονται πάντες οἱ ζημιούμενοι. Εἰς δὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσσηνίας συνάδελφον, παρατηρῶ, ὅτι διὰ τῶν μεταθέσεων οἱ κακοήθεις, ἰσόβιοι ἢ μὴ, δὲν γίνονται χρηστοήθεις, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐκδιώκωνται διὰ τῶν πειθαρχικῶν συμβουλίων, καὶ περὶ πειθαρχικῶν συμβουλίων ἐκεῖνος ὁ Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἔχῃ λελυμένας καὶ ὄχι δεδεμένας τὰς χεῖρας, οὐδεμίαν πρόνοιαν ἔλαβε.
§19ΡΑΛΛΗΣ. Ἴσως σήμερον δὲν εἶναι ἡ ὥρα νὰ καταλογίσῃ τις τὴν εὐθύνην ἑνὶ ἑκάστῳ τῶν ἐχόντων μέρος εἰς τὰ λαβόντα χώραν ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι ὑπῆρχον νόμοι, καταργηθέντες παρὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ ἀσφαλίσωσι τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἀπὸ τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης. Κατηργήθησαν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι, ἐπὶ τῇ τῇ ῥητῇ δηλώσει τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν δύνανται νὰ διοικήσωσι μὲ τοὺς νόμους ἐκείνους, καὶ ἐπὶ ταῖς δηλώσεσιν ἐκείναις ἀνέλαβον πᾶσαν τὴν εὐθύνην διὰ τὴν κατάργησιν τῶν διατάξεων τῶν προϋπαρχουσῶν καὶ διὰ τὴν ἐλευθέραν ἐνάσκησιν ἐκ μέρους αὐτῶν τοῦ δικαιώματος τοῦ παύειν καὶ διορίζειν. Εἰς τὴν θέσιν ταύτην ἀκριβῶς εὑρισκόμεθα, καὶ εἰς τὴν θέσιν ταύτην εὑρίσκονται ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δι’ ἑνὸς τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα τόσον προχείρως καὶ μετὰ τόσης σπουδῆς, ἡμῶν ἀντιλεγόντων καὶ διαμαρτυρομένων, ἐψήφισε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἡ Βουλή, κατηργήθη διάταξις τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ νόμου τοῦ 1887, διὰ τῆς ὁποίας «οἱ δικαστικοὶ ἐν γένει γραμματεῖς, οἱ εἰρηνοδίκαι, οἱ εἰδικοὶ πταισματοδίκαι, οἱ συμβολαιογράφοι καὶ οἱ εἰδικοὶ ὑποθηκοφύλακες παύονται ὁριστικῶς τῆς ὑπηρεσίας.... ἂν καταδειχθῶσιν ἀνίκανοι ἢ ἀμελεῖς περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των, ἢ ἀποδείξωσιν ὁπωσδήποτε ἀναξιοπρεπῆ ἢ ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν θέσιν των διαγωγήν, καὶ γνωμοδοτήσωσιν ὑπὲρ τῆς παύσεως οἱ ἁρμόδιοι Εἰσαγγελεῖς τῶν Πρωτοδικῶν καὶ Ἐφετῶν» κλπ. Παρετηρήθη τότε εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν κατάργησιν τῆς διατάξεως ταύτης, ἡ ὁποία ἐβελτίωσε κατά τι τὰ δικαστικὰ γραφεῖα, ἡ ὁποία ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ὁμαλωτέραν ἐξυπηρέτησιν τῶν πολλαπλῶν καὶ πολυτίμων συμφερόντων τῶν ἰδιωτῶν, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐκκρεμῆ εἰς τὰ δικαστικὰ γραφεῖα. Οὐδόλως ἠθέλησαν ν’ ἀκούσωσιν ἡμῶν, διαμαρτυρομένων· ἐζήτησαν, ἀναλαβόντες ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην, νὰ λυθῶσιν αὐτῶν αἱ χεῖρες, καὶ νὰ δύνανται νὰ διορίζωσι καὶ νὰ παύωσι τοὺς ὑπαλλήλους. Διορίζοντες ὅμως καὶ παύοντες τοὺς ὑπαλλήλους ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ, φέρουσιν ἀπέναντι τοῦ τόπου τῆς εὐθύνην τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν· ἐὰν δὲ σήμερον ἐλέγχωνται διὰ τοιαύτην ἐκλογὴν, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἐπιῤῥίπτωσι τὴν εὐθύνην εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν, ἢ εἰς οἱονδήποτε ἄλλον. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους εὐθύνεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ἔλαβον χώραν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς τὰς ἐφημερίδας. Κατὰ τὸ 1882, ὡς ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσσης κ. Βουλευτὴς, ἐψηφίσθη νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον (ἄρθρον 1) «πᾶς εἰρηνοδίκης, γραμματεὺς δικαστηρίου καὶ συμβολαιογράφος, εἰς ὃν ἕνεκα τοῦ δημοσίου αὑτοῦ χαρακτῆρος περιῆλθον ἢ διεπιστεύθησαν χρήματα πρὸς φύλαξιν, διανομὴν ἢ παράδοσιν εἰς ἄλλην ἀρχὴν ἢ ἰδιώτην, ὑποχρεοῦται νὰ παραδώσῃ ταῦτα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τῆς ἕδρας αὑτοῦ ἀπὸ τῆς λήψεως. Ἐὰν δὲ ἑδρεύῃ ἐν τόπῳ, ἔνθα δὲν ὑπάρχει ταμεῖον, ἡ παράδοσις γίνεται εἰς τὸ πλησιέστερον ταμεῖον ἐντὸς δέκα καὶ πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς λήψεως.» Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 8, «οἱ γραμματεῖς ὀφείλουσιν ὡσαύτως νὰ παραδίδωσιν εἰς τὸ ταμεῖον τὰ εἰς χρήματα, τίτλους παραστατικοὺς χρημάτων καὶ πολύτιμα πράγματα συνιστάμενα πειστήρια ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς κατασχέσεως ἢ τῆς λήψεως αὐτῶν καὶ ἐπὶ ταῖς ποιναῖς ταῖς ὁριζομέναις διὰ τοῦ ἄρθρου 6» κλπ. Καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 7, «αἱ εἰς πολύτιμα πράγματα ἢ παραστατικὰ χρημάτων ἔγγραφα συνιστάμεναι παρακαταθῆκαι παραδίδονται ὑπὸ τῶν λαβόντων αὐτὰς γραμματέων, ἐπὶ ταῖς ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ποιναῖς, εἰς τὸ ἁρμόδιον ταμεῖον ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς διατασσούσης τὴν παρ’ αὐτῷ κατάθεσιν ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου.» Πρόκειται λοιπὸν περὶ διατάξεων ῥητῶν τοῦ νόμου, διὰ τῶν ὁποίων ἀκριβῶς προετίθετο ὁ νομοθέτης νὰ προλάβῃ τὰ ἄτοπα. Ἐρωτῶ δὲ, ἄν ποτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐσκέφθη, ὅτι ὤφειλε νὰ καταστήσῃ ἐνεργὸν τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ νόμου διὰ τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν γραφείων· ἐρωτῶ, ἂν ἐφήρμοσεν, ἢ ἐζήτησε νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἢ ἠρώτησεν, ἂν ἐφηρμόσθη ἡ ἑτέρα διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1887, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ἐποπτείαν τῶν δικαστικῶν γραφείων, καθ’ ἣν εἰς τὴν ἔναρξιν ἑκάστης τριμηνίας ὀφείλει ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ ἐπιθεωρῇ τὰ δικαστικὰ γραφεῖα καὶ νὰ ἐξελέγχῃ κατὰ πόσον ἐξετελέσθησαν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1882. Ἐὰν εἶχον ἐκτελεσθῆ αἱ διατάξεις αὗται, βεβαίως δὲν ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν θέσιν νὰ λέγωμεν σήμερον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγομεν. Ἐὰν ὅμως δὲν ἐξετελέσθησαν αἱ διατάξεις αὗται, τοῦτο ὀφείλεται βεβαίως εἰς τὴν ὀλιγωρίαν τοῦ προϊσταμένου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, διότι ὑπέχει πᾶσαν εὐθύνην διὰ τὰς πράξεις τῶν Εἰσαγγελέων, τοὺς ὁποίους ἐλευθέρως πλέον ἠδύνατο νὰ διορίζῃ καὶ παύῃ, καὶ τοὺς ὁποίους ὤφειλεν αὐτὸς νὰ ἐπιβλέπῃ, ὡς διοικητικοὺς πλέον ὑπαλλήλους. Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα, Κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διευκρινηθῶσι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διευκρινηθῇ, κατὰ πόσον ἔχει εὐθύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἢ καθ’ ὅσον ἠθέλομεν πληροφορηθῆ, ἂν ἐξετελέσθησαν ἢ δὲν ἐξετελέσθησαν αἱ διατάξεις τῶν πολλαπλῶν νόμων, ἐκ τῶν ὁποίων μέρος ἀνέγνωσα ὑμῖν. Λοιπὸν ζητῶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις ἐπιθεωρήσεως τοῦ γραφείου τοῦ Πρωτοδικείου, πρὸς βεβαίωσιν τοῦ πότε καὶ παρὰ τίνος ἔλαβεν ἄδειαν ὁ Γραμματεύς, κατὰ τίνας ἐποχὰς, ἀπὸ τοῦ Μαΐου, ὅτε ἤρχισαν οἱ ψιθυρισμοὶ περὶ τῆς κακῆς διαχειρίσεως τοῦ γραφείου τοῦ Πρωτοδικείου, ἔλαβον χώραν αἱ ἐπιθεωρήσεις, καὶ τίνα ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐπιθεωρήσεων. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ εὐαρεστηθῇ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς νὰ διαβιβάσῃ τὴν ἐπερώτησίν μου, ἣν καταθέτω καὶ ἐγγράφως, ὅπως ἀμέσως ἀπὸ τῆς αὔριον προσκομίσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι βεβαίως δύσκολον νὰ συλλεχθῶσι.
§20ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς αἰτηθεισῶν πληροφοριῶν προστίθημι καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησιν, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προσαγάγῃ πάσας τὰς ἐκθέσεις ἐπιθεωρήσεων, τὰς γενομένας κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, τοῦ γραφείου τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων Εἰσαγγελέων κατ’ ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βουλευτής. Παρακαλῶ αὐτὸν προσέτι, ἵνα προσαγάγῃ, εἰ δυνατὸν, ἂν μέχρι τῆς αὔριον περατωθῇ ἡ ἐξέλεγξις τοῦ ταμείου τοῦ Γραμματέως τοῦ Πρωτοδικείου, ἀντίγραφον τῆς ἐκθέσεως ταύτης, ἐν ᾗ νὰ φαίνηται, (λαμβανομένων πρὸς τοῦτο πληροφοριῶν παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἐπὶ τῶν τοιούτων παρακαταθηκῶν τοῦ Πρωτοδικείου ὑπαλλήλων) ἀπὸ ποίας χρονολογίας ἑκάστη τῶν ἐκλειψασῶν παρακαταθηκῶν ἐγένετο, πότε ἐδόθησαν τὰ χρήματα ἢ τὰ χρεώγραφα, διὰ τίνος ἐκθέσεως, καὶ δυνάμει τίνος πράξεως, καὶ πρὸς ποῖον σκοπόν· διότι ἐκ τῆς παραβολῆς τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐξελέγξεως πρὸς τὰς πράξεις, αἵτινες διέτασσον τὰς καταθέσεις ταύτας, καὶ πρὸς τὰς ἐκθέσεις περὶ τῶν καταθέσεων τούτων, θέλει συναχθῆ καὶ τὸ γεγονὸς, ἂν ἡ Εἰσαγγελία ἐνήργησεν ἐγκαίρως ἀκριβῆ ἐξέλεγξιν, καὶ κατὰ πόσον ἐφηρμόσθη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 20, κατὰ τὸ ὁποῖον ἔδει ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς παρακαταθήκης τῶν χρεωγράφων ἢ χρημάτων νὰ παραδοθῶσι ταῦτα εἰς τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον. Οἱ διάδικοι οὐδένα τρέχουσιν, ἐλπίζω, κίνδυνον. Τὰ ἐλλείποντα χρήματα, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, θὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον ἀκέραια πρὸς τοὺς δικαιούχους, καὶ κατὰ τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι μᾶλλον ἀξία προσοχῆς ἡ ὑπόθεσις. Οὐδένα ποιοῦμαι λόγον περὶ τῆς ἄλλης αἰτιάσεως, περὶ ἧς παροδικῶς ἐποιήσατο λόγον ὁ πρῶτος τῶν ἀγορευσάντων ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης. Ἡ αἰτίασις αὕτη, ὁ κυκεὼν καὶ τὸ χάος ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Πρωτοδικείου, ἀφ’ ἧς ὁ ἀποδρὰς Γραμματεὺς διωρίσθη, ἔχουσιν ἀχθῆ εἰς τὸ ὕπατον σημεῖον. Πρὸ τριῶν καὶ τεσσάρων μηνῶν ἐκδεδομέναι ἀποφάσεις δὲν ἐκαθαρογράφησαν, πρακτικὰ δὲν ἀνευρίσκονται, διαθῆκαι φύρδην μετὰ δικαιογράφων καὶ δικογράφων εὑρίσκονται εἰς τὸ ἀρχεῖον. Πάντα ταῦτα εἶναι δευτερεύοντα. Τὸ σήμερον καταφανὲς εἶναι, (ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀκριβεῖς αἱ πληροφορίαι) ὅτι ἀπὸ τοῦ ταμείου τοῦ Γραμματέως 170,000 δραχμαὶ περίπου, ἀνήκουσαι μὲν εἰς ἰδιώτας, βαρύνουσαι δὲ τὸ Κράτος, ἔλειψαν, καὶ τὸ ἐγγύτερον πρὸς τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι, (ἂν τὰ γεγονότα, ὡς ἐξέθηκεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης, βεβαιωθῶσι, διότι περιέβαλε μὲν αὐτὰ δι’ ὅλης τῆς κοινοβουλευτικῆς εὐφημίας, ἀλλ’ ἡ οὐσία του εἶναι, ὅτι ὁ Γραμματεὺς ἐφυγαδεύθη,) ὅτι, ἐὰν ὁ νόμος ἐλειτούργει, αἱ καταχρήσεις ἤθελον πρὸ πολλοῦ ἀποκαλυφθῆ· τὸ δὲ πάντων χείριστον καὶ ἐγγύτερον ἔτι, ὅτι μετὰ τὴν καταφανῆ πλέον ἀποκάλυψιν τοῦ ἐγκλήματος ἐγένοντο ἐνέργειαι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐδόθη καιρὸς, καὶ τόσος, πρὸς φυγὴν τοῦ ἐνόχου. Δὲν πρέπει νὰ ὁμιλῶμεν διὰ περιστροφῶν. Πρέπει νὰ βεβαιωθῇ, τίς φέρει τὴν εὐθύνην τῆς φυγαδεύσεως, ἐὰν ἡ φυγάδευσις συνδέηται μὲ τὸ περιστατικὸν τοιούτων. Τὴν εὐθύνην τῆς ἀτομικῆς ἀξίας τοῦ Γραμματέως φέρει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Τοῦτο ἐσήμαινεν ἡ ἐλευθερία τῶν χειρῶν του· ἂν δὲν τὸ εἶχε προΐδει, ἂς ἐλέγχῃ ἑαυτόν. Τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον πρέπει νὰ ὑποστῇ μεθ’ ὑπομονῆς, ἴσης πρὸς τὴν ἐπιμονὴν, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν, ὅπως ἔχῃ τὰς χεῖράς του λελυμένας· διότι ἡμεῖς, οἱ περὶ τὰ δικαστικὰ ἀσχολούμενοι, ἐξηγέρθημεν τότε μιᾷ φωνῇ, καὶ ἐπιμόνοις παρατηρήσεσι κατεδείξαμεν ἔκτοτε τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα σήμερον καταφαίνονται. Ἐὰν δὲ ὁ ἄλλος συνάδελφος δυσαρεστῆται, διότι ἀντὶ 2,500 μεταβολῶν δὲν ἐγένοντο 5,000, ἃς περιμένῃ νὰ ἴδωμεν, ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα καὶ τῶν 2,500 ἐκείνων μεταβολῶν. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ βεβαιωθῇ, πότε ἐγένοντο αἱ παρακαταθῆκαι, διὰ τίνα λόγον, τί περὶ τῶν προκαταβολῶν τούτων ἀναφέρουσιν αἱ ἐκθέσεις τῶν Εἰσαγγελέων, ἐὰν αὗται περιῆλθον — καὶ περιῆλθον βεβαίως —εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ποίας ἐπὶ τῶν ἐκθέσεων τούτων ἔκαμεν ἐνεργείας τὸ Ὑπουργεῖον, ποῖα δὲ τὰ περιστατικὰ, τὰ συνοδεύοντα τὴν ἀναχώρησιν ἐπ’ ἀδείᾳ τοῦ Γραμματέως. Νὰ ἴδωμεν: ἀληθὲς εἶναι, ὅτι μετὰ τὴν σφράγισιν τῷ ἐδόθη ἡ ἄδεια; Ἐδόθη εἰς αὐτὸν ἡ ἄδεια ὑπὸ τοῦ Προέδρου, ἐνῷ εἶχε σφραγισθῆ τὸ ταμεῖον; Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἀνεκοινώθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ κατάχρησις; Πῶς ἀμέσως τηλεγραφικῶς δὲν ἐνετείλατο τὴν σύλληψιν τοῦ Γραμματέως; Ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔλαβε τὴν εἴδησιν, ὅτι κατηγγέλθη τοιαύτη πρᾶξις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον; Ὁ Ὑπουργὸς, ἅμα λαβὼν τὴν εἴδησιν, τί διέταξε; Πάντα ταῦτα πρέπει βεβαίως νὰ διαφωτίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Προτοῦ διαφωτισθῶσι ταῦτα, δὲν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν κρίσεις ἀσφαλεῖς καὶ ἔλεγχον ἀκριβῆ.
§21Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει σπεύσει νὰ δώσῃ πάσας τὰς ζητηθείσας πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν, εὐθὺς ὡς ἀπαλλαγεὶς τῆς κακοδιαθεσίας, ἥτις κρατεῖ αὐτὸν οἴκοι, ἤθελε προσέλθει εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος ὀρθῶς εἶπεν, ὅτι, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δώσῃ τὰς πληροφορίας, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἡ εὐθύνη ἑκάστου τῶν ἐχόντων δικαίωμα ἐπιτηρήσεως εἴτε ἐγγύθεν εἴτε πόῤῥωθεν. Τοῦτο δὲ, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας εἶπε, χρησιμεύει ὡς μόνη ἀπάντησις εἰς τοὺς Βουλευτὰς, οἵτινες ἠγόρευσαν πρὸ αὐτοῦ. Τὴν εὐθύνην ὅμως τῆς ἐλευθερίας τῶν Ὑπουργῶν πρὸς προτάσεις μεταθέσεων Εἰσαγγελέων καὶ Γραμματέων, τὴν εὐθύνην αὐτὴν ὑπέχομεν πάντες οἱ Ὑπουργοί· ἐὰν δὲ δὲν ἐσφάλομεν κατὰ τὰς κρίσεις ἡμῶν, ἐὰν ὀρθῶς ἐκρίναμεν περὶ τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ εὕρομεν τὰ περὶ τούτου κατὰ τὸ παρελθὸν, εὐπροσώπως θέλομεν ἀντιμετωπίσει πᾶσαν αἰτίασιν, ἥτις ἤθελεν ἐκτοξευθῆ καθ’ ἡμῶν, διότι ἐζητήσαμεν νὰ λυθῶσιν αἱ χεῖρες ἡμῶν. Ἕν δὲ παράδειγμα, εἴτε ἐγκλήματος, εἴτε παρεκτροπῆς, εἴτε ἄλλης τινὸς πράξεως, τιμωρουμένης ὑπὸ τῶν νόμων, ἢ μὴ τιμωρουμένης, τὸ παράδειγμα τοῦτο δὲν ἀρκεῖ, ἵνα πιστοποιήσῃ τοὺς ἰσχυρισμοὺς ἐκείνων, οἵτινες ἐζήτησαν νὰ ἐλέγξωσιν ἡμᾶς, διότι ἐζητήσαμεν παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐλευθερίαν, ὅπως προτείνωμεν μεταθέσεις καὶ παύσεις. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ποιήσωμαι μνείαν συμβεβηκότων, διότι ἡ μνεία αὕτη ἴσως ἤθελεν ὑποληφθῆ ὡς αἰτίασις κατὰ τῶν προκατόχων ἡμῶν. Ἀλλ’ ἔχομεν, καὶ ἐξακολουθοῦμεν νὰ ἔχωμεν, τὴν γνώμην, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσωμεν ὡς ἐπράξαμεν, ὅπως βελτιώσωμεν τὴν λειτουργίαν τῆς διοικήσεως διὰ τῆς ἐκλογῆς προσώπων, παρεχόντων περισοτέρας ἐγγυήσεις. Ἐὰν ἀπετύχομεν εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ Γραμματέως τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, δὲν ἐπράξαμεν πρᾶξιν ἐπιπόλαιον καὶ ἀπερίσκεπτον. Ὁ Γραμματεὺς τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν εἶναι διδάκτωρ τοῦ δικαίου, ἀνήκει δ’ εἰς οἰκογένειαν διακεκριμένην ἐν τῷ τόπῳ αὐτοῦ· ὁ πατήρ του ἐπὶ πολλὰς περιόδους διετέλεσε Βουλευτὴς, καὶ ἡ οἰκογένεια αὐτοῦ μεγάλας προσήνεγκε κατὰ τὸν ἀγῶνα ὑπηρεσίας. Ἐὰν ἀπεβλέψαμεν πρὸς αὐτὸν καὶ ἐπροτείναμεν αὐτὸν εἰς τὸν Βασιλέα, ἤμεθα ἐν πλήρει καλῇ πίστει, ὅτι ἐξεπληροῦμεν καθῆκον, καὶ ὅτι προσεφέρομεν συνδρομὴν εἰς ἄνθρωπον ἄξιον συνδρομῆς. Ἐὰν αὐτὸς κατεχράσθη τῆς δοθείσης αὐτῷ ἐντολῆς, ἐὰν κατεχράσθη τῆς ἐκλογῆς τῆς Κυβερνήσεως, οὗτος, περιπεσὼν εἰς ἐγκληματικὰς πράξεις, βεβαίως θέλει ὑπόσχει εὐθύνην, καὶ ὡς πολίτης ἀπέναντι τῶν νόμων, διότι θέλουσιν ἐφαρμοσθῆ κατ’ αὐτοῦ οἱ ποινικοὶ νόμοι, ἀλλὰ καὶ ὡς ἄτομον πρὸς τὴν κοινωνίαν, διότι ἐδείχθη τοσοῦτον ἀνάξιος τῶν προηγουμένων τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης ἡμῶν πρὸς τὰ δικαιώματα αὐτῆς.
§22Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ ἀπάντησις, ἡ δοθεῖσα εἰς τοὺς Βουλευτὰς, τοὺς ὁμιλήσαντας πρὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ναυπλίας συναδέλφου, δὲν ἦτο ἡ προσήκουσα, καὶ δύναται νὰ θεωρηθῇ μόνον ὡς ὑπεκφυγή. Τότε μόνον θὰ εἶχεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δικαίωμα ν’ ἀπαντήσῃ οὕτως, ὅταν ὁ συνάδελφός του κ. Ζαΐμης ἐξεπλήρου τὸ καθῆκόν του καὶ κατέθετε τὰς ζητουμένας πληροφορίας. Ἀλλ’ ὅταν ὁ κ. Ζαΐμης ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου καθυστερῇ σωρείαν πληροφοριῶν, ἀποφεύγων τὸν ἔλεγχον, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδὲν δικαίωμα εἶχε ν’ ἀπαντήσῃ ὡς ἀπήντησεν. Ἀναλαμβάνει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν εὐθύνην. Τὸν γνωρίζω πολὺ εὔκολον νὰ ἀναλαμβάνῃ τὰς εὐθύνας. Ἐνθυμοῦμαι καὶ τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν, ὅτε ἐψηφίσθη ἡ σύμβασις τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἥτις θὰ ἀπολήξῃ εἰς ἀποζημιώσεις, ὅπερ ἀπεύχομαι, εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου, θέλει δὲ μείνει ἀπέναντι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἡ ἐν τῷ χάρτῃ ἀναγραφομένη εὐθύνη. Θὰ ἐνόουν ἀληθῶς νὰ ἐκτιμήσω ὅσα πρὸ μικροῦ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τοῦ Γραμματέως τοῦ Πρωτοδικείου, διὰ τὸν ὁποῖον εὔχομαι ἐγκαρδίως νὰ φανῇ ἄξιος υἱὸς τοῦ πατρός του καὶ τῶν προγόνων του, τὰ δικαιώματα τῶν ὁποίων ἐγὼ οὐδένα λόγον ἔχω ν’ ἀμφισβητήσω, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ τῷ ὑπομνήσω ἕτερον παράδειγμα, ὅπως τῷ ἀποδείξω, ὅτι ἡ ἐλευθερία τῶν χειρῶν δὲν τῷ ἐχρησίμευσεν, ὅπως ποιήσηται τὴν προσήκουσαν χρῆσιν αὐτῆς· διότι ἐκ τοῦ αὐτοῦ νομοῦ ἐκλήθη, τῇ παρακλήσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἕτερος δημοσιογράφος, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον τοῦ Εἰσαγγελέως, ὅστις ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὴν ἀπειρίαν περὶ τὰ δικαστικὰ, ἀλλ’ εἶχε πᾶσαν τὴν καλὴν πρόθεσιν, καὶ ὅστις ἠθέλησε νὰ καταδιώξῃ τὰ χαρτοπαικτεῖα καὶ τοὺς ἀσέμνους οἴκους, ἀλλὰ διεφώνησε πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ ἡ διαφωνία αὕτη ἔφερεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν μετάθεσίν του εἰς Λευκάδα, ἵνα ἐκεῖθεν δοθῇ ἡ παραίτησις αὐτοῦ. Θὰ ἐνόουν λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν δὲν εἶχον τοιαῦτά τινα παραδείγματα. Προχείρως λίαν ἔκαμον λόγον ἐπὶ τῇ βάσει γεγονότων, δημοσιευθέντων ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, τοῦ καταγγείλαντος τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὡς ὑποβοηθοῦντα τὴν ὕπαρξιν τῶν χαρτοπαικτείων καὶ τῶν ἀσέμνων οἴκων, ἐν τοῖς ὁποίοις τελοῦνται τὰ μεγαλείτερα ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐκλείψωσι διὰ τῆς ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων τῶν ἐκκρεμῶν καὶ ἀναγεγραμμένων εἰς τὸ τέλος τῆς ἡμερησίας διατάξεως, μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν φορολογικῶν νόμων. Δὲν ἐπιτρέπεται, κύριε Πρόεδρε, πλέον νὰ λαλῶμεν ὡς ἄλλοτε, διότι εὑρισκόμεθα — ἂς μὴ τὸ κρύπτωμεν — ἐν πλήρει ἀναρχίᾳ!
§23ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πῶς τὸ ἐξάγετε;
§24Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εὑρισκόμεθα ἐν ἀποσυνθέσει! (Θόρυβος. Ποδοκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§25ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τὰ ἀκροατήρια). Βεβαίως δὶς διὰ λογαριασμὸν τοῦ Προεδρείου.
§26Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μὴ τοὺς ταράσσετε, διότι ἔσπευσαν νὰ πιστοποιήσωσιν ὅ,τι ἐγὼ εἶπον, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐν ἀποσυνθέσει, καὶ ὅτι σεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἐνῷ γνωρίζετε τὸν Κανονισμὸν, εὐχαριστεῖσθε εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην.
§27ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι πλήρης τάξις, καὶ ἔρχεσαι ἐδῶ μέσα καὶ ὁμιλεῖς.
§28Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι πλέον καιρὸς νὰ λάβωμεν τὰ μέτρα μας. Εὑρισκόμεθα ὁμολογουμένως ἐν ἀναρχίᾳ, καὶ βεβαίως ἡ καταλληλοτέρα στιγμὴ εἶναι αὕτη πρὸς ὑποβολὴν νομοσχεδίου περὶ παρανόμου ὁπλοφορίας.
§29ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἄνω ποταμῶν!
§30Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐνθυμῆται ὅλα τὰ γεγονότα, ὅταν νομίζῃ, ὅτι ἀπαντᾷ οὕτω συντόμως διὰ πρᾶξιν, ἥτις ἔπρεπε νὰ προσελκύσῃ ἐγκαίρως τὴν προσοχήν του, ἵνα μὴ φθάσῃ εἰς τὴν Βουλήν.
§31ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ λυποῦμαι διὰ τὴν ἀφέλειαν τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Βώλου. Ἀληθῶς εἶναι ἀφελής, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς συζητεῖ ἑκάστοτε μετὰ τοῦ Εἰσαγγελέως, τίνα ἐγκλήματα νὰ καταδιωχθῶσι, καὶ τίνα νὰ μὴ καταδιωχθῶσι. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βώλου ἀρύηται τὰς πληροφορίας του εἴτε ἀπὸ δημοσιεύματα μωρὰ καὶ ἀνόητα, εἴτε ἀπὸ διαδόσεις πονηρὰς καὶ κακοβούλους, ἀφίνω αὐτὸν νὰ τρέφηται μὲ τὴν πνευματικὴν ταύτην τροφήν, τὴν ὁποίαν ἐκλέγει. Ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ἐκπλήσσομαι, εἶναι, ὅταν ἀκούω Βουλευτὴν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὑποστηρίζοντα, ὅτι εἴμεθα ἐν ἀναρχίᾳ. Τοῦτο μοὶ ἐμποιεῖ ἔκπληξιν...
§32ΑΣΗΜ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι φθάσῃ λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βώλου.
§33ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. ἡ ὁποία ἔκπληξις εἶναι δυσανάλογος πρὸς τὴν ἀνοχὴν, μὲ τὴν ὁποίαν ἀφίνομεν τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ἐκδηλώνῃ τὴν ἀφέλειαν αὑτοῦ. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχῃ δικαιώματα ἐκ τοῦ Συντάγματος, αὐτῷ ἀπόκειται νὰ ἐνασκήσῃ αὐτά. Τίς ἀποτρέπει αὐτόν; Οὐδέποτε ὅμως ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν νὰ καταγγέλλῃ τὴν πατρίδα του, ὅτι εἶναι ἐν ἀναρχίᾳ, ἢ ἄν τὸ πράττῃ ἄνευ λόγου, ἔχει τὸν καταλογισμὸν τῆς πράξεώς του, καὶ ἡ κοινωνία τὸν καταλογίζει προσηκόντως. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§34Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Χαίρω πολύ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διέψευσε τὰ διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ κ. πρώην Εἰσαγγελέως γραφέντα. (Ποδοκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§35ΣΧΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι κατάστασις ἀκροατηρίων αὐτή!
§36ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔχουσι δίκαιον! Ἔρχεται εἷς Βουλευτὴς ἐδῶ, καὶ λέγει ἀῤῥητ’ ἀθέμιτα, διὰ νὰ γραφοῦν αὔριον εἰς τὰς ἐφημερίδας.
§37ΖΩΤΟΣ. Θὰ μᾶς κάμουν ὅ,τι θέλουν δύο Βουλευταί;
§38ΔΑΓΡΕΣ. Ἐὰν ὁ προλαλήσας ἀνέφερέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχεται ὑποστάσεως, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐκφράσῃ γνώμην· τὰ ἀκροατήρια οὐδὲν δικαίωμα ἔχουσι νὰ ἐκφράζωσι γνώμην. Λοιπὸν προτείνω ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ἐὰν οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἦναι ἀληθεῖς ἢ ὄχι, ἐὰν ὑπάρχῃ πλήρης τάξις ἢ ὄχι, ἐὰν τέλος πάντων ἡ Κυβέρνησις ἀπολαύῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς.
§39ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι δά!
§40ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐπιφυλαχθεὶς νὰ φέρω τὸν λόγον μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν πληροφοριῶν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ἥτις ἐπὶ ἀρκετὸν ἤδη ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν, ἀνάγκη εἶναι νὰ δηλώσω, ὅτι θὰ ἐπιφυλαχθῶ ἐπίσης νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν γενικῶν ἀποτελεσμάτων τῶν νόμων, οὓς ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ὅταν συζητηθῶσι τὰ προταθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νομοσχέδια. Μίαν μόνον ὑποβάλλω ἀπὸ τοῦδε παρατήρησιν εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐν τοῖς δικαστικοῖς ἡ ἀγαθὴ πίστις μόνον περὶ τὸν διορισμὸν τῶν προσώπων δὲν ἀρκεῖ, καὶ ὅτι ἡ δοκιμασία τῆς πνευματικῆς αὐτῶν καταστάσεως ἐξηλέγχθη ἐκ τῶν πραγμάτων ἀνεπαρκὴς, οἱ δὲ νόμοι, τοὺς ὁποίους κατήργησεν ἡ Βουλὴ, κατὰ τοῦτο παρεγνωρίσθησαν, ὅτι παρεῖχον εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν ἐξασφάλισιν καὶ περὶ τῆς ἠθικῆς ποιότητος τῶν προσώπων, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶχον ἐπιτήρησιν αἱ προϊστάμεναι ἀρχαὶ καὶ τὰ δικαστικὰ συμβούλια. Ἐὰν ἡ ἀρχὴ αὕτη δὲν παρεγνωρίζετο ἐν τῇ καταργήσει, δὲν θὰ συνέβαινον τὰ γενόμενα κακά· καὶ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο· πολλὰ ἄλλα θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν ἤθελον ἐπέλθει, καὶ ἡ βελτίωσις, βαθμιαίως μὲν, ἀλλὰ κατὰ κλίμακα ἀρκετὰ καταφανῆ, ἤθελεν ἐπέλθει εἰς τὸ δικαστικὸν σῶμα. Κατὰ τοῦτο δὲ, καὶ ἀγαθὴν πίστιν ἐὰν εἶχε τὸ Ὑπουργεῖον, φέρει ἅπασαν τὴν εὐθύνην. Καὶ ἂν δὲ ἀπὸ μόνου τούτου τοῦ γεγονότος δὲν κριθῶσι τὰ ἀποτελέσματα, δυστυχῶς τὸ δεύτερον γεγονὸς δὲν πρέπει νὰ παρίδῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ γεγονὸς τῶν ἀθρόων ἐκείνων, διπλῶν καὶ τριπλῶν καὶ πολλαπλῶν μεταθέσεων τῶν δικαστικῶν προσώπων, ἐξ ὧν τοσαῦτα ἐπῆλθον καὶ ἐπέρχονται ὁσημέραι βλαβερὰ εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης φαινόμενα.
§41ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ φυγάδευσις τοῦ Γραμματέως τοῦ Πρωτοδικείου ἐγένετο κυρίως πρὸς ἀποφυγὴν τῆς καταδίκης αὐτοῦ ἐπὶ τῷ ἄλλῳ ἐγκλήματι, τῷ ἰδιωτικῷ, τὸ ὁποῖον ἀνέφερον, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη καὶ ἐπὶ τῆς περιστάσεως ταύτης νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πῶς ἐπὶ δύο μῆνας μένει ἐκκρεμὴς ἡ ἀνάκρισις αὕτη, πῶς μέχρι τοῦδε ὁ Γραμματεὺς δὲν εἶχε φυλακισθῇ, ἐνῷ, καθ’ ἃς ἐγὼ ἔχω πληροφορίας, καὶ τὸ ἔγκλημα εἶναι βεβαιωμένον ἐκ τῆς ἀνακρίσεως, καὶ ἡ ἑνοχὴ αὐτοῦ, καὶ πῶς ἐγένετο ἡ σύμπτωσις αὕτη, νὰ φυγαδευθῇ ὁ Γραμματεὺς τοῦ Πρωτοδικείου τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν δι’ ἐπιστολῆς μου ἐδήλωσα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἔχω καθῆκον πρὸς τοὺς ἀδικηθέντας συμπολίτας μου νὰ ὑψώσω φωνὴν καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ δημοσιότητι διὰ τὸ ἀκαταδίωκτον τοῦ εἰρημένου.
§42ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μὲ ἤλεγξεν ὁ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς, καὶ δικαίως, διότι δὲν ἔσπευσα νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς κατηγορίας, τὰς ἀποδοθείσας εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἱππωνείας κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς ἐν Οὑγγαρίᾳ. Τὸ σφάλμα δὲν ἦτο ἐμόν. Ὡς εἶπον καὶ προχθὲς, ἅμα ὡς κατετέθη ὁ φάκελλος τῶν ἐγγράφων, ἐζήτησα νὰ μελετήσω αὐτὸν, ἀλλὰ προέλαβεν ὁ κ. συνάδελφος, καὶ ἐγὼ δὲν ἔσχον τὴν εὐχαρίστησιν νὰ λάβω τὸν λόγον. Ὁ κ. συνάδελφος ἔλαβε πρῶτος τὸν λόγον, καὶ ἀνέπτυξε τὴν κατηγορίαν κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἱππωνείας. Πρὶν ἢ ὅμως προβῶ εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, νομίζω, ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω δύο λέξεις καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην ἐπερώτησιν περὶ τῶν προκαταβολῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατέθηκε τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ συνεζητήθη ἡ προκαταβολὴ, ἡ δοθεῖσα εἰς τὸν ταγματάρχην τοῦ πυροβολικοῦ κ. Ζαφειρόπουλον, ἐναντίον τῆς ὁποίας οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω. Ἁπλῶς μόνον κατήγγειλα τὴν προκαταβολὴν, ὡς ἀντιβαίνουσαν εἰς τὸν νόμον καὶ ὡς καθιεροῦσαν ἀρχὴν, δυναμένην νὰ ἔχῃ κακὰ ἀποτελέσματα εἰς τὸ μέλλον, ὅτι δηλ. δὲν ἔπρεπε νὰ χορηγηθῇ προκαταβολὴ πρὸς ἀγορὰν ἵππου ἐν Εὐρώπῃ, διότι τοιαύτη δὲν δίδεται οὐδ’ ἐν Ἑλλάδι. Δὲν ἀμφιβάλλω βεβαίως διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ ἵππου, ἀφοῦ τὸ ἐβεβαίωσεν ἡ Κυβέρνησις, ἔτι δὲ τὸ ἐπεβεβαίωσε καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Κυκλάδων· ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ δὲν πρόκειται. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἄλλην προκαταβολὴν, τὴν δοθεῖσαν εἰς τὸν ἀνθυπολοχαγὸν Σκληρὸν, καὶ περὶ αὐτῆς ἐγὼ δὲν εἶπον τίποτε· ἁπλῶς ἀνέφερον μόνον, ὅτι ἐδόθη μία προκαταβολὴ, λογίζομαι δὲ εὐτυχὴς, διότι ἔμαθον παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι καὶ ἐγὼ συνετέλεσα πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ νέου τούτου. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκετὰ τὰ λεχθέντα ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τῶν προκαταβολῶν, καὶ ἤδη εἰσέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἱππωνείας. Ἀληθῶς ἀπεδόθησαν κατηγορίαι ἄδικοι καὶ ἄνευ ὑποστάσεως πρὸς ἀξιωματικοὺς, ἐπιτελέσαντας μετὰ τῆς μεγαλειτέρας ἀκριβείας καὶ τιμιότητος τὸ καθῆκόν των. Οἱ ἵπποι, τοὺς ὁποίους ἠγόρασεν ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἱππωνείας, ἐξουσιοδοτηθεῖσα παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ὅρων ὡρισμένων, οἱ ἵπποι οὗτοι οὐ μόνον ἀνταπεκρίνοντο εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἦσαν καὶ ἀνώτεροι τῶν προηγουμένων ἱππωνειῶν. Τούτους κατηγόρησαν ὡς ἀχρήστους,—καὶ θὰ ἴδωμεν ποῖος εἶναι ὁ κατήγορος,—ὅτι δηλ. οὗτοι δὲν ἔφερον τὴν ἡλικίαν, ἥτις ὡρίζετο εἰς τοὺς ὅρους τῆς συγγραφῆς, ἀλλ’ ἔφερον ἡλικίαν κάτω τῶν 5 ἐτῶν, τουτέστι τεσσάρων ἐτῶν. Τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι δύσκολον νὰ ἐξελεγχθῇ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον οἵ τε κτηνίατροι καὶ ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι σύμφωνοι εἰς τὸν ὁρισμὸν τῆς ἡλικίας, ἀναγράφεται δὲ ἐν τοῖς μητρῴοις αὐτῆς, ὅτι εἶναι τεσσάρων ἐτῶν καὶ ἡμίσεως κατὰ μῆνα Αὔγουστον ἢ Σεπτέμβριον· καὶ ἀληθῶς τοιαύτη εἶναι ἡ ἡλικία αὐτῶν, διότι πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι ἵπποι δὲν γεννῶνται εἰς ὅλας τὰς ἐποχάς· ἵπποι γεννῶνται εἰς ὡρισμένας τοῦ ἔτους ἐποχὰς, γεννῶνται τὸν Μάρτιον ἢ τὸ πολὺ τὸν Ἀπρίλιον· ἑπομένως τὸν Μάρτιον τοῦ 1890 οἱ ἵπποι ἔχουσι συμπληρώσει τὸ τέταρτον ἔτος τῆς ἡλικίας των, διήνυον ἄρα τὸ πέμπτον, ἑπομένως κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον εἶχον ἡλικίαν τεσσάρων ἐτῶν καὶ ἡμίσεως. Δὲν λέγω τοῦτο δι’ ὅλους τοὺς ἵππους, τὸ λέγω μόνον διὰ τὴν μερίδα τῶν ἵππων, τοὺς ὁποίους κατηγόρησαν, ὅτι δὲν εἶχον τὴν νόμιμον ἡλικίαν, οὗτοι δὲ ἀνέρχονται περίπου εἰς 80. Εἴθε νὰ ἦσαν περισσότεροι! Οἱ ὅροι τῆς συγγραφῆς ὥριζον ἡλικίαν τὸ 5ον ἔτος μέχρι τοῦ 7ου συμπεπληρωμένου, διότι δὲν ἦτο εὔκολον βεβαίως νὰ εὕρῃ ἡ ἐπιτροπὴ ὅλους τοὺς ἵππους ἐντὸς τοῦ μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον διέμεινεν ἐν Βουδαπέστῃ, ἤτοι καὶ τοὺς 600, ἄγοντας τὸ 5ον ἔτος. Οἱ ἵπποι λοιπὸν οὗτοι εἶναι ὡμολογημένον, ὅτι ἦγον τὸ 5ον ἔτος τῆς ἡλικίας των, καὶ δὲν ὑπάρχει κἀμμία ἀντίῤῥησις περὶ αὐτοῦ, διότι καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἱππωνείας ἀνέγραψε τὴν ἡλικίαν αὐτῶν, 4½ ἐτῶν. Ἀλλὰ λέγει μία κατάθεσις ἑνὸς ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ τοῦ ἱππικοῦ, ἡ ὁποία, νομίζω, κακῶς ἡρμηνεύθη, καὶ ἡ ὁποία βεβαίως συντελεῖ εἰς τὸ ἐπιχείρημα τὸ ἐμὸν, ὅτι ὁ ἵππος, ὁ ἄγων ἢ διανύων τὸ πέμπτον ἔτος, ὁ ἔχων ἡλικίαν 4 ἐτῶν καὶ 8 μηνῶν, ὀνομάζεται 4 ἐτῶν, διότι ἡ ἡλικία ἄρχεται ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει σύγχυσις· διότι, ἂν ἀληθῶς οἱ ἵπποι τὸν Μάρτιον συνεπλήρωσαν τὸ τέταρτον ἔτος, τὸν Ἰανουάριον, τουτέστι μετὰ πάροδον 10 μηνῶν, δὲν ἦσαν 5 ἐτῶν· καὶ ἐν τούτοις, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου, ἐγένοντο ἐνήλικοι δύο μῆνας πρὸ τῆς προθεσμίας. Λοιπὸν ὁ ἵππος, ὁ ἄγων τὸ 5ον ἔτος κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον, ἀναντιῤῥήτως εἶναι χρήσιμος διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, διότι ὁ ἵππος ἔχει ἀνάγκην μορφώσεως καὶ ἐκπαιδεύσεως, πρωτίστως δ’ ἔχει ἀνάγκην ἐκπαιδεύσεως. Ἑπομένως δὲν ἠδύναντο νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς τὸν στρατὸν πρὸ τῆς παρελεύσεως 6 μηνῶν, καὶ τοσοῦτος εἶναι ὁ χρόνος τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἑπομένως, ἅμα συνεπλήρωσαν τὸ πέμπτον ἔτος τῆς ἡλικίας των, συνεπλήρωσαν ἐνταὐτῷ καὶ τὴν ἐκπαίδευσίν των, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν κατέστησαν χρήσιμοι οὐ μόνον διὰ τὴν συνήθη ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐκστρατείαν. Ἡ ἔλλειψις ἄρα τῆς ἡλικίας τῶν ἵππων, ὅτι δηλαδὴ εἶναι κατωτέρα τῆς ἐφήβου, νομίζω, ὅτι εἶναι αἰτίασις ὅλως ἄδικος.
§43ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἐξηγεῖτε τὴν γνώμην τῶν ἀξιωματικῶν, τὴν ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ;
§44ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πρῶτον περὶ τῆς ἡλικίας αὐτοὶ δὲν ἀποφαίνονται ὡρισμένως· λέγουν μόνον, ὅτι οἱ ἵπποι εἶναι κάτω τῶν 5 ἐτῶν.
§45ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγουν ὅτι εἶναι καὶ τεσσάρων ἐτῶν.
§46ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τοὺς ἵππους τῶν τεσσάρων καὶ ἡμίσεως τοὺς λέγετε τεσσάρων ἐτῶν. Οἱ ἵπποι οἱ ἀγορασθέντες, περὶ ὧν ἡ αἰτίασις, ὅτι εἶναι τεσσάρων ἐτῶν, οἱ ὄντες πραγματικῶς τεσσάρων ἐτῶν καὶ ἡμίσεως, εἶναι ἵπποι χρήσιμοι εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν· ἑπομένως ἡ αἰτίασις τῆς ἀνηλικιότητος αἴρεται. Ἐρωτήσατε τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ἂν ἐκ τῶν ἵππων τούτων ἔμεινέ τις ἄνευ ὑπηρεσίας. Οὐδένα ἔχομεν τοιοῦτον· ὅλοι οἱ ἵπποι ὑπηρετοῦσι καλῶς. Ποῦ λοιπὸν στηρίζεται ἡ αἰτίασις, ὅτι δὲν εἶχον τὴν νόμιμον ἡλικίαν, καὶ ὅτι τοῦτο ἐπέφερε ζημίαν χιλιάδων δραχμῶν εἰς τὸ Δημόσιον;
§47ΣΕΧΟΣ. Συγχωρήσατέ μοι μίαν διακοπήν. Ἡ συγγραφὴ τῶν ὅρων ὥριζε νὰ ἔχουν τὸ πέμπτον ἔτος συμπεπληρωμένον, ἢ τοὺς θέλει ἄγοντας τὸ πέμπτον ἔτος;
§48ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἄγοντας.
§49ΣΕΧΟΣ. Τότε ἔχετε δίκαιον.
§50ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως ἄγοντας, διότι ἄλλως θὰ ἐχάνομεν ἑνὸς ἔτους ὑπηρεσίαν, καθόσον οἱ ἵπποι ὑπηρετοῦσιν ἀπὸ τοῦ πέμπτου ἔτους μέχρι τοῦ δεκάτου. Θὰ ἤμεθα λοιπὸν σπάταλοι τοῦ δημοσίου πλούτου, ἐὰν ἐφέρομεν ἵππους, οἱ ὁποῖοι διήνυσαν ἑνὸς ἔτους ὑπηρεσίαν ἀλλαχοῦ. Ἄλλως οἱ ἵπποι, μόλις συμπληρώσουν τὸ πέμπτον ἔτος τῆς ἡλικίας των, ἀποσύρονται ἀπὸ τοῦ ἐμπορίου, καθ’ ὃ πωλούμενοι. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀνάστημα, οἱ ἵπποι κατηγορήθησαν ἐπίσης, ὅτι δὲν ἔφερον τὸ κεκανονισμένον ἀνάστημα. Οἱ ὅροι τῆς συγγραφῆς ὁρίζουσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωσιν ἀνάστημα 145–152 κατ’ ἐλάχιστον ὅρον. Ἡ ἐπιτροπὴ, θέλουσα νὰ ἐξασφαλισθῇ ὡς πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, ὥρισεν ὡς κατώτερον ὅριον 152, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ἄλλας περιστάσεις· πρῶτον, διότι τὸ πέταλλον ἐν Εὐρώπῃ εἶναι παχύτερον, ἔχει ἐξοχὴν (τακοῦνι) πρὸς τὰ ὀπίσω, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς δὲν ἔχομεν· δεύτερον, ἡ ἐπιτροπὴ ἐγνώριζεν, ὅτι ἡ καταμέτρησις τῶν ἵππων ἐν Ἑλλάδι δὲν γίνεται ὡς ἐν Εὐρώπῃ, διότι δὲν ἔχομεν τὰ εἰδικὰ ἐργαλεῖα, καὶ ἐντεῦθεν ἡ σύγχυσις. Ἵππος λοιπὸν, μετρούμενος κανονικῶς, δύναται νὰ δώσῃ διαφορὰν δύο, τριῶν, τεσσάρων καὶ πέντε ἑκατοστῶν περισσοτέραν τῆς τοῦ ἵππου, ὁ ὁποῖος ἤθελε μετρηθῆ οὐχὶ κατὰ τοὺς κανόνας τῆς τέχνης. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐν Οὐγγαρίᾳ ἔφερε τοὺς ἵππους, ὅπως μετρηθῶσιν, ἐπὶ ξυλίνου ἐδάφους, ἔκλειε δὲ τὸν ἕτερον τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν πρὸς τὸ μέρος, ὅπου ἵστατο ὁ καταμετρητὴς, διότι ἡ ἐλαχίστη κίνησις τῆς κεφαλῆς τοῦ ἵππου ἠδύνατο νὰ δώσῃ διαφορὰν 2–3 ἑκατοστῶν.
§51ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ λέγει, ὅτι ἐμετρήθησαν μὲ ἱππόμετρον.
§52ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐνταῦθα ἔχομεν τὰ πρόχειρα ἱππόμετρα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ ἀξιωματικοί, καὶ δίδουν διαφοράν· δὲν ἔχομεν ἱππόμετρον ἐπίσημον.
§53ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§54ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐν Λαρίσσῃ κατεμετρήθησαν διὰ μετροταινιῶν καὶ διὰ ῥάβδων. Ἄλλως ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἀποκρύπτει τίποτε· εἰς τὰ μητρῷα φέρει ἀνάστημα 150 διὰ δύο ἵππους· ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπεία ἐδέσμευσε τὸν ἐργολάβον, δὲν ἐδέσμευσε καὶ ἑαυτήν, διότι, ἰδοῦσα 2 ἢ 3 ἵππους, οἱ ὁποῖοι εἶχον προσόντα ἐξαιρετικά, ἔκρινε καλὸν νὰ παραλείψῃ τὸ ἀνάστημα, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ δύο ἢ τρεῖς καλοὺς ἵππους. Ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ φαίνεται πρωτοφανὲς φαινόμενον: 12 ἵπποι, ἔχοντες τοὺς πόδας ῥαιβοὺς καὶ βλαισούς. Ἀμφιβάλλω, ἐὰν ὁ κύριος συνάδελφος γνωρίζῃ, τί σημαίνουσιν αἱ λέξεις αὗται.... Βλέπετε λοιπόν, κύριε συνάδελφε, ὅτι ἐγείνατε θῦμα τῆς εὐπιστίας σας!
§55ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§56ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐγνώριζε βεβαίως. Ραιβὸς ἢ βλαισὸς τοὺς πόδας σημαίνει, ὅταν αἱ ὁπλαὶ τοῦ ἵππου ἦναι ἐσωτερικῶς ἢ ἐξωτερικῶς ἐστραμμέναι. Αὐταὶ αἱ μικραὶ δυσμορφίαι τῆς φύσεως νομίζετε, ὅτι δύνανται νὰ ἐξετασθῶσι κατὰ τὴν ἀγορὰν ἵππων διὰ στρατόν; Ἀλλοίμονον! Μήπως ἐπρόκειτο νὰ ἀγορασθοῦν ἵπποι δι’ ἡγεμόνα τινὰ ἢ ἄρχοντα, διὰ νὰ ἐξετασθῶσι καθ’ ὅλην αὑτῶν τὴν εὐστάθειαν καὶ κανονικότητα; Ἀρκεῖ νὰ ἔχωσι τὰ προσόντα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν. Καὶ εἰς ἄλλα Κράτη ἀναγράφεται ῥητῶς εἰς τοὺς ὅρους τῆς συγγραφῆς, ὅτι τοιοῦτοι ἵπποι εἶναι δεκτοὶ εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Δώδεκα λοιπὸν τοιοῦτοι ἵπποι ἠγοράσθησαν, οἵτινες εἶναι ἰσχυρότατοι. Ἐξετάσατέ τους, καὶ θέλετε πεισθῆ περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λεγομένων. Πρέπει ἄρα νὰ τοὺς ἀποκλείσωμεν, τοιούτους ὄντας, ἀπὸ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν; Ἄλλη κατηγορία εἶναι, ὅτι τέσσαρες ἵπποι εὑρέθησαν φέροντες ἐξοστώσεις. Νομίζω, ὅτι εἶναι πολὺ τολμηρὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἵπποι, τέσσαρας μῆνας μετὰ τὴν ἄφιξίν των ἐπιθεωρηθέντες, ἔπασχον ἀπὸ ἐξοστώσεις πρὸ τῆς ἀφίξεώς των. Τὸ ζήτημα ἀνετέθη εἰς τοὺς κτηνιάτρους, οὗτοι δὲ διεφώνησαν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν χρόνον τῆς παθήσεως. Τί λέγει ὁ Ἕλλην κτηνίατρος κ. Καναβατσόγλους; Δὲν γνωρίζει τὴν ἐποχὴν τῆς παθήσεως, διότι ἡ ἐξόστωσις δύναται νὰ παραχθῇ μετὰ δύο ἡμέρας. Ἁπλοῦν κτύπημα, ἢ ἁπλοῦν λάκτισμα, ἢ ἐλαφρὰ πτῶσις τοῦ ἵππου, δύναται νὰ γεννήσῃ ἐξόστωσιν· καὶ δυνάμεθα νὰ ἀποφανθῶμεν ἡμεῖς, ὅτι ἡ ἐξόστωσις ὑπῆρχε πρὸ τεσσάρων μηνῶν; Οἱ ἄλλοι ὅμως κτηνίατροι λέγουν, ὅτι προϋπῆρχον. Ἀλλ’ ἴδωμεν, τίς εἶναι ὁ ἕτερος τῶν κτηνιάτρων τούτων. Εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος παρέλαβε τοὺς ἵππους· καὶ τί ἰσχυρίσθη ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ; ὅτι δὲν ἐγνώριζε τότε, ἐὰν ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ τοὺς ἵππους· ἐνόμιζεν, ὅτι ἔπρεπεν ἁπλῶς νὰ τοὺς παραλάβῃ. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: ἦτο ἀνάγκη νὰ σταλῇ κτηνίατρος, διὰ νὰ μετρήσῃ τοὺς ἵππους; Καὶ μάλιστα εἶπεν, ὅτι ὁ Πρόεδρος δὲν τὸν καθωδήγησεν εἰς τὸ καθῆκον του. Ἀλλ’ ἡ διαταγὴ ἦτο πρὸς τὸ Φρουραρχεῖον, καὶ ὄχι πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς, ὥστε οὗτος δὲν ἦτο ἀνάγκη ν’ ἀνακοινώσῃ τι εἰς τὸν κτηνίατρον. (Ἀναγινώσκει τὴν διαταγήν). Λοιπὸν αὐτὸς ἐπῆγε διὰ νὰ ἐξακριβώσῃ τοὺς ἵππους. Καὶ πῶς ἤθελεν ἐξακριβωθῆ ἡ ταυτότης τῶν ἵππων; Πρῶτον διὰ τῆς παραβολῆς τοῦ μητρώου πρὸς τὸν ἐξεταζόμενον ἵππον, ἐξ ἧς ἤθελε προκύψει ἡ ἡλικία, τὸ ἀνάστημα καὶ τὰ χαρακτηριστικά. Καὶ πῶς λοιπὸν ἀπέῤῥιψαν δύο ἵππους, πάσχοντας ἀπὸ ἐξοστώσεις; Διατὶ τοὺς ἀπέῤῥιψαν, ἀφοῦ δὲν τοὺς ἐπεθεώρησαν; Εἰδικώτερον δὲ εἰς τὴν δευτέραν παραλαβὴν (ἀναγινώσκει).... Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι αἱ διαταγαὶ εἶναι σαφεῖς καὶ καθαραί. Κατὰ συνέπειαν ὁ κτηνίατρος δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ λοιπὸν νὰ δυσπιστήσω πρὸς τὴν εἰλικρίνειαν τῆς καταθέσεώς του,—διότι δὲν δύναμαι νὰ δώσω πίστιν εἰς τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ,—νὰ στηριχθῶ δὲ μᾶλλον εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Καναβατσόγλου, ὁ ὁποῖος χαίρει καλλίστην ὑπόληψιν, ὡς ἱππογνώστης, ἐν τῷ στρατῷ.
§57ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συνομολογεῖ ὅλας τὰς παθήσεις ὁ κ. Καναβατσόγλους.
§58ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀλλ’ ὄχι καὶ τὸν χρόνον τῆς παθήσεως, διότι πολλοὶ ἵπποι ἀπέθανον, δὲν εἶναι ὅμως ὑπεύθυνος ἡ ἐπιτροπὴ, διότι ἀπέθανον. Ἀλλὰ δὲν περιορίζονται μέχρις ἐδῶ αἱ κατηγορίαι· εὑρέθησαν καὶ ἀσθενεῖς τρεῖς, εἷς καχεκτικὸς, εἷς ἀσθματικὸς καὶ εἷς ῥευματικὸς, καὶ εἰς τούτους ἀπεδόθη, ὅτι ἡ πάθησις προήρχετο ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Αὐτὸ, σᾶς βεβαιῶ, εἶναι ἀκατάληπτον! Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ πάσχων ἵππος, ὁ ἀσθματικὸς ἰδίως, ὁ μεταβαλὼν κλίμα, ὁ ταξειδεύσας ἐπὶ 8 ἡμέρας, ὁ ἀλλάξας τροφὴν, ὕδωρ, σταῦλον, περιποίησιν κτλ. νὰ εὑρίσκηται ἔτι μεταξὺ τῶν ζώντων, τέσσαρας ὅλους μῆνας μετὰ τὴν εἰς Ἑλλάδα ἄφιξίν του; Βεβαίως δὲν εἶναι σοβαρὰ ἡ κατηγορία. Εὗρον καὶ ἄλλους ἵππους ἀσθενεῖς, διότι ἀληθῶς ἐπῆλθεν ἓν εἶδος ἰνφλουέντζας εἰς τὸ ἱππικὸν αὐτὸ στρατόπεδον· οἱ ἵπποι ἔπαθον ἀπὸ ἀδενίτιδα ἐκ τῆς ταλαιπωρίας, καὶ ἐκ τῆς κακῆς περιποιήσεως, δύναμαι νὰ εἴπω, διότι κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν δὲν εἶχον ἔλθει οἱ κληρωτοὶ τοῦ 1890. Καὶ δι’ αὐτὸ ἄρα πταίει ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἱππωνείας; διότι ἔπαθον οἱ ἵπποι; Νομίζω, ὅτι αἱ αἰτιάσεις αὐταὶ δὲν εἶναι σοβαραί. Τί δὲ ἀνευρίσκομεν εἰς τὰς ἐκθέσεις τῆς ἐπιτροπῆς, ἰδίως εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Μελεάγρου, ὁ ὁποῖος, ὡς ἀληθὴς ἱππογνώστης, ἀποφαίνεται ὑπὲρ τῶν ἵππων, καὶ ἰδίως ὑπὲρ τῆς ἀξίας; Διότι καὶ τοῦτο ἀληθῶς ὑπῆρξε ζήτημα, ὅτι οἱ ἵπποι δὲν ἤξιζον ἑπτακόσια φράγκα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἐπλήρωσε δι’ αὐτούς. Ἀλλὰ τοῦτο ἦτο ἀδίκημα μέγα, διότι ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ, πόσα δαπανῶσιν οἱ στρατοὶ τῆς Εὐρώπης δι’ ἀγορὰν ἵππων, καὶ ἠθέλετε ἴδει, ὅτι δαπανῶνται μεγαλείτερα ποσὰ, καθόσον ἡ τιμὴ τῶν παρ’ ἡμῶν ἀγορασθέντων ἵππων εἶναι 550 φράγκα, τὰ δὲ λοιπὰ, μέχρι τῶν 700, εἶναι ἔξοδα μεταφορᾶς. Λοιπὸν νομίζετε, ὅτι διὰ 550 φράγκων θὰ εἴχομεν ἵππους καλλιτέρους; Ἀλλ’ οἱ ἀγορασθέντες εἶναι λαμπροὶ, παραβαλλόμενοι πρὸς τοὺς ἀγορασθέντας κατὰ τὸ 1885, τῶν ὁποίων ἡ ἀξία εἶναι ἀνωτέρα κατὰ 75 φράγκα. Καὶ ἔλεγεν ὁ συνάδελφος: «Γνωρίζω ποῦ θὰ στηριχθῇ ὁ κ. Τσαμαδός· θὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Μαυρομιχάλη.» Βεβαίως ἐπ’ αὐτῆς θὰ στηριχθῶ, καὶ ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Μελεάγρου.
§59ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει ἔκθεσιν ὁ Μελέαγρος.
§60ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Μαυρομιχάλη, ὁ ὁποῖος μετ’ ἀκριβείας καὶ σαφηνείας καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς συμπαθείας πρὸς τὸ ἓν ἢ τὸ ἕτερον μέρος περιγράφει τὴν κατάστασιν τῶν ἵππων, καὶ συμπεραίνει, ὅτι ἡ ἱππωνεία αὕτη εἶναι μία τῶν ἀρίστων.
§61ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγει, ὅτι ὑπῆρξε μία τῶν ἀρίστων.
§62ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀλλὰ τὸ συμπέρασμα τῶν ἰδεῶν του εἶναι αὐτό. Ὅλαι αἱ αἰτιάσεις καταπίπτουσι, καὶ ἡ τῆς ἡλικίας καὶ ἡ τοῦ ἀναστήματος.
§63ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγει, ὅτι δυνατὸν αἱ παθήσεις αὗται νὰ συνέβησαν ἐνταῦθα· δὲν λέγει, ὅτι εἶναι ἀρίστη ἡ ἱππωνεία.
§64ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ συνάδελφος εἶπεν, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἠναγκάσθησαν παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως νὰ παραλάβωσιν ἵππους, καὶ κατόπιν τοὺς ἐπέστρεψαν· ἀλλ’ ἐπλανήθη· διότι ἑκατὸν ἀξιωματικοὶ ἔλαβον ἵππους καὶ κατόπιν ἄλλοι ἑξήκοντα, καὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ λαμβάνωσι· τὸ δὲ περίεργον εἶναι, ὅτι ἵππους, τοὺς ὁποίους ἔλαβον ἀξιωματικοὶ ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ τοὺς ἐγκατέλιπον ὡς ἀνικάνους, ἕτεροι ἀξιωματικοὶ ἐδήλωσαν καὶ τοὺς ἔλαβον. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, καὶ πόθεν προῆλθε τὸ αἴτιον, πῶς οἱ ἵπποι οὗτοι κατηγγέλθησαν, καὶ διατὶ κατηγγέλθησαν. Βεβαίως ὑπάρχουσι λόγοι. Οἱ ἵπποι οὗτοι κατηγγέλθησαν ἐκ Βουδαπέστης, καὶ πρὶν ἢ ἔλθῃ ἡ ἀποστολὴ ἡ πρώτη, ἢ ἅμα τῇ ἀφίξει τῆς πρώτης ἀποστολῆς, ἐλήφθη τηλεγράφημα ἐκ μέρους δύο ἱππεμπόρων Ἑβραίων,—διότι πάντες Ἑβραῖοι εἶναι οἱ ἱππέμποροι,— ὅτι δῆθεν ἡ ἐπιτροπὴ ἠθέτησε τοὺς ὅρους, καὶ ὅτι ἔκαμε παραχωρήσεις εἰς τὸν ἐργολάβον, ἐναντίον τῶν ὅρων, καὶ τοιουτοτρόπως ὁ ἐργολάβος ἠδυνήθη νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον του. Ὁ ἐργολάβος εἶναι ὁ οἶκος Deutsehlnäder, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ μεγαλείτερος οἶκος ἐν Βουδαπέστῃ καὶ ὁ ὁποῖος ἐχορήγησεν εἰς πολλὰ Κράτη τῆς Εὐρώπῃ ἵππους. Λαβοῦσα λοιπὸν τὸ τηλεγράφημα ἡ Κυβέρνησις, βεβαίως ὤφειλε νὰ σπεύσῃ νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν περίστασιν, καὶ νὰ ἴδῃ, ἄν ἡ ἐπιτροπὴ παρεγνώρισε τὸ ἑαυτῆς καθῆκον καὶ προέβη εἰς τὴν ἀγορὰν ἵππων ἀχρήστων, τυφλῶν, χωλῶν, ἀναπήρων, ὅπως τοὺς ἔλεγον. Ἔστειλε λοιπὸν τὸ ἔγγραφον πρὸς τὸν ἁρμόδιον, πρὸς τὸν Πρόξενον Βουδαπέστης. Καὶ εἰς ποῖον ἄλλον ἠδυνάμεθα νὰ ἀναθέσωμεν τὴν ἐξακρίβωσιν, παρὰ εἰς τὸν Πρόξενον τῆς Ἑλλάδος, ἄνδρα τίμιον, ἐγνωσμένης ἀκεραιότητος, ἀπολαύοντα ἀμερίστου ὑπολήψεως, γνωστότατον καὶ πλουσιώτατον, τὸν κ. Χαρίσην; Αὐτὸς λοιπὸν ἐνήργησεν ὡς ἐμπρέπει εἰς ἄνδρα ἀκέραιον, καὶ διεβίβασε τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι οἱ κύριοι οἱ τηλεγραφήσαντες διεμαρτυρήθησαν ἀληθῶς, ὑπογράψαντες ἓν τηλεγράφημα, ἀλλὰ δὲν ἐγνώριζον Γαλλικὰ, δὲν ἐνόουν δὲ νὰ κατηγορήσουν, οὐδὲ νὰ καταγγείλουν κἀνένα, καὶ τὰ παρόμοια. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως ἡ διάδοχος δὲν περιωρίσθη ἕως ἐδῶ· ὑπωπτεύθη ἐπὶ συνενοχῇ τὸν Πρόξενον, καὶ τοῦτο μαρτυρεῖται ἐκ τῆς διαταγῆς, ἣν ἀπέστειλε πρὸς τὴν Πρεσβείαν ἐν Βιέννῃ, δι’ ἧς διετάσσετο, ἵνα ὁ Γραμματεὺς αὐτῆς μεταβῇ τὸ ταχύτερον εἰς Βουδαπέστην, καὶ πρὶν ἢ ἴδῃ τὸν Πρόξενον, ὅστις φαίνεται ἐνοχοποιούμενος εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, προβῇ εἰς τὴν ἄμεσον ἐξέτασιν τῶν καταγγειλάντων, καὶ ἰδίως προβῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν ὡρισμένου προσώπου, τοῦ Σβίμερ, ἱππεμπόρου ἐπίσης γνωστοῦ, ὅστις ἦτο ἐκ τῶν κυρίων ὀργάνων ὅλης αὐτῆς τῆς σκευωρίας, συνεννοηθεὶς καὶ μέ τινα ἐξ Ἑλλάδος πρόσωπα, ἐκεῖ ἐπὶ τούτῳ μεταβάντα, ἅτινα βεβαίως ἐπρόκειτο νὰ κερδοσκοπήσουν εἰς βάρος τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Ὁ Γραμματεὺς ἐνήργησε τὰς ἀνακρίσεις, δὲν ἐβεβαίωσε δέ τι περισσότερον τῶν ὅσων ἐβεβαίωσεν ὁ Πρόξενος. Κατετέθησαν καὶ εἰς αὐτὸν, ὅτι οἱ ἵπποι δὲν ἔχουσι τὴν πρέπουσαν ἡλικίαν, ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνοι μὲ τοὺς ὅρους τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ τί περὶ τοῦ Ἑβραίου λέγει ὁ κ. Μάνος; Ὅτι ὁ Σβίμερ οὗτος εἶναι προμηθευτὴς ἵππων ἰδίως εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ Τουρκίαν, καὶ μάλιστα λέγει, ὅτι εἰς τὴν Τουρκίαν ἔδωκεν ἀθλιεστάτους ἵππους, ἐνῷ περὶ τοῦ Deutschlander ὁμιλεῖ τὰ ἀντίθετα, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ καλλίτερος ἱππέμπορος καὶ σχετικῶς τιμιώτερος. Νομίζω, ὅτι κατόπιν ὅλων τούτων τὸ ζήτημα εἶναι ἐντελῶς ἐξηντλημένον, ὅτι οἱ ἵπποι δὲν εἶναι ὅπως παρεστάθησαν, ὅτι εἶναι ἄξιοι τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν ἐκτελοῦσιν. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι μόνον αὐτὸ τὸ αἴτιον· εἶναι καὶ ἕτερον αἴτιον, προκαλέσαν τὴν κατηγορίαν. Ὤφειλον καὶ οὗτοι νὰ κατηγορηθῶσιν, ὅπως πᾶσαι αἱ πράξεις τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως,—διότι ἠκούσαμεν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς ἀξίας τῶν θωρηκτῶν, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμιλήσῃ ὑπὲρ αὐτῶν. Καὶ θέλετε νὰ ὁμιλήσουν καλλίτερα διὰ τὰ ἀτυχῆ ταῦτα ζῶα; Ἔπρεπε νὰ κατηγορηθῶσι καὶ ταῦτα! Νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ ἐλέχθησαν διὰ τοὺς ἵππους, καὶ ὅτι δὲν ἀξίζουν πλειοτέρας συζητήσεως. Οἱ ἵπποι αὐτοὶ ὑπηρετοῦσιν εἰς τὸ στράτευμα, καὶ ὑπηρετοῦσι καλῶς, οὐδεὶς δὲ τούτων πάσχει. Ἐπειδὴ δὲ εὑρίσκομαι εἰς τὸ βῆμα, ἐπωφελούμενος τῆς περιστάσεως, θέλω προβάλει ἐπερώτησίν τινα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, λίαν σπουδαίαν. Δὲν πιστεύω νὰ ἀγνοῇ, ὅτι ὁ διοικῶν τὴν Μοιραρχίαν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κατηγγέλθη ἐπὶ ἐξυβρίσει κατ’ ἀνωτέρου. Τὸ ἁρμόδιον Στρατοδικεῖον ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως, δι’ ἐκθέσεως δὲ ὁμοφώνου τοῦ τε βασιλικοῦ ἐπιτρόπου καὶ τοῦ εἰσηγητοῦ προὐτάθη ἡ παραπομπὴ τοῦ εἰρημένου ἀξιωματικοῦ εἰς δίκην. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, συμφώνως πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ποινικὴν νομοθεσίαν, ὤφειλεν ἐντὸς 8 ἡμερῶν νὰ πέμψῃ τὸν κατηγορούμενον, ἵνα δικασθῇ ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει. Ἐν τούτοις 8 μῆνες παρῆλθον ἔκτοτε, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον κατακρατεῖ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἄνευ λόγου. Ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι, ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθές, διὰ τῆς πράξεως ταύτης ἡ πειθαρχία τοῦ στρατοῦ μένει τετραυματισμένη καιρίως, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἀληθῶς ἔχῃ οὕτως ἡ ἔκθεσις κατὰ τοῦ Μοιράρχου τῆς πρωτευούσης· διότι, ἂν ἔχῃ ἄλλως, βεβαίως ἀδίκως κατηγορεῖται. Ἐπίσης θέλω ἀπευθύνει καὶ ἑτέραν ἐπερώτησιν περὶ τοῦ αὐτοῦ προσώπου. Κατηγγέλθη ὁ αὐτὸς Μοίραρχος, ὡς ἀνέγνωσα εἴς τινας ἐφημερίδας, ὅτι κατεκράτησε χρήματα, ἀνήκοντα εἰς στρατιωτικούς, τὴν δὲ καταγγελίαν ἐποιήσατο εἷς ἀνθυπομοίραρχος ἀπόστρατος. Ἑπομένως παρακαλῶ καὶ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἀληθῶς ὑπάρχῃ τοιαύτη καταγγελία, καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται αὕτη.
§65ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω, κύριε Πρόεδρε, νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πάνθ’ ὅσα εἶπον περὶ τῆς ποιότητος τῶν ἵππων καὶ περὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν, στηρίζονται οὐ μόνον ἐπὶ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν ἐνόρκων καταθέσεων τῶν Ἀλεξάνδρου Σούτσου, συνταγματάρχου τοῦ ἱππικοῦ, Ἰωάννου Κωλέττη ταγματάρχου, Διονυσίου Νοταρᾶ ταγματάρχου, καὶ τῶν λοιπῶν ἀξιωματικῶν καὶ κτηνιάτρων, οὓς ἐπεκαλέσθη. Ἀνέγνων μάλιστα τὰ οἰκεῖα μέρη τῶν ἐνόρκων καταθέσεων αὐτῶν, καὶ ἑπομένως μένει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ κατὰ πόσον αἱ γνῶμαι καὶ αἱ κρίσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ὕδρας Βουλευτοῦ δύνανται νὰ ὑποκατασταθῶσι βασίμως εἰς τὰς ἐνόρκους καταθέσεις τῶν μαρτύρων ἐκείνων.
§66ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παράσχω πληροφορίας τινὰς, αἰτηθείσας μοι ὑπὸ διαφόρων συναδέλφων. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Βώλου κ. Φιλάρετος ἐπεθύμησε νὰ γνωρίζῃ, πόσα Δημοτικὰ καὶ Ἑλληνικὰ σχολεῖα εἶναι συστημένα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βώλου, καὶ τίνα ἐκ τούτων ἀργοῦσι. Τὴν ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεως ταύτης θὰ εὕρῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐν τῷ σημειώματι, τὸ ὁποῖον κατατίθημι. Καὶ προφορικῶς ὅμως πληροφορῶ αὐτὸν καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βώλου εἰσὶ συνεστημένα 47 δημοτικὰ σχολεῖα ἀῤῥένων καὶ 25 θηλέων. Ἐκ τούτων ἀργοῦσιν 8 ἀῤῥένων καὶ 1 θηλέων. Ἐν συνόλῳ δὲ ὑπηρετοῦσιν, εἰς μὲν τὰ τῶν ἀῤῥένων δημοδιδάσκαλοι 54, εἰς δὲ τὰ τῶν θηλέων 10. Ἐν τῷ πίνακι σημειοῦνται ταῦτα ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ. Ἐπίσης ἐν ἑτέρῳ συναφεῖ πίνακι εὑρίσκεται ἡ ἀπάντησις εἰς τὸ ἕτερον μέρος τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ αὐτοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ περὶ τῶν λειτουργούντων καὶ ἀργούντων Ἑλληνικῶν σχολείων τῆς ἐπαρχίας Βώλου. Ἐκ τῆς σημειώσεως ταύτης προχείρως ἀναφέρω, ὅτι εὐτυχῶς οὐδὲν τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων τῆς ἐπαρχίας Βώλου ἀργεῖ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς πολλὰ τούτων δὲν εἶναι πλήρης ὁ ἀριθμὸς τῶν διδασκάλων, τουτέστιν εἰς πολλὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔπρεπε κατὰ τὸν νόμον καὶ κατὰ τὰς διδακτικὰς ἀνάγκας νὰ ὑπάρχωσι τρεῖς διδάσκαλοι, ὑπηρετοῦσι δύο μόνον, βεβαρυμένοι μὲ τὴν ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐλλείποντος. Τοῦτο προέρχεται ἐκ τῆς ἀνάγκης δυστυχῶς, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως ἑλληνοδιδασκάλων, ἀφ’ ὅτου μάλιστα ἔκρινα πρέπον νὰ περιορίσω τὸν ἀριθμὸν τῶν βοηθῶν, οἵτινες κάκιστα ἀνεπλήρουν ἐκείνους. Οἱ βοηθοὶ, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἀποτελοῦσι τὴν φαγέδαιναν τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἐπὶ βλάβῃ αὐτῆς ἐδαπάνα τὸ Δημόσιον ταμεῖον περὶ τὰς τριακοσίας χιλιάδας δραχμῶν. Ἐλπίζω, οὐδέποτε ἐν τῷ βίῳ μου νὰ μεταμεληθῶ διὰ τὸ μέτρον τοῦτο.
§67Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὡς λειτουργοῦντα θεωρεῖτε τὰ σχολεῖα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα διωρίσθησαν διδάσκαλοι, ἀλλὰ πολὺ πιθανὸν νὰ ἔχητε διορίσει καὶ νὰ μὴ μετέβησαν εἰς τὰς θέσεις των.
§68ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ σημειώματι, τὸ ὁποῖον καταθέτω, εὑρίσκεται ἡ πληροφορία περὶ τῶν πράγματι λειτουργούντων, διότι ἐγὼ ἔδωκα παραγγελίας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νὰ σημειώσῃ, ποῖα ὄντως σχολεῖα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βώλου λειτουργοῦσι, καὶ ποῖα ὄντως ἀργοῦσι, καὶ οὐχὶ ἄν ὑπάρχῃ διδάσκαλος διωρισμένος ἐν τῷ χάρτῃ, διότι πληθὺς διδασκάλων, διορισθέντων ἢ μετατεθέντων, δὲν μετέβησαν εἰς τὰς θέσεις των. Ἐλπίζω ἑπομένως, ὅτι τὸ σημείωμα τοῦτο συνετάχθη μετὰ προσοχῆς καὶ μετὰ τῆς ἐννοίας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὴν παραγγελίαν μου· οὐχ ἧττον ἐπιφυλάσσομαι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνωμαλία τις εἰς τὰς πληροφορίας ταύτας, νὰ ζητήσω καὶ λάβω ἐπαρκεστέρας καὶ σαφεστέρας. Δευτέραν ἐπερώτησιν συναντῶ τὴν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας, ἐρωτῶντος νὰ μάθῃ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη συσταθέντων δημοτικῶν σχολείων. Τὴν πληροφορίαν ταύτην, τὴν ὁποίαν, ὁμολογουμένως, πρὸ πολλοῦ ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, τὴν παρέχω σήμερον.
§69ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περιέχει, παρακαλῶ, καὶ τὰ σχολεῖα τὰ συστηθέντα ἐντὸς τοῦ 1891;
§70ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπερώτησίς σας ἦτο περὶ τῶν συσταθέντων μέχρι τῆς 30 Νοεμβρίου 1891. Δὲν εἶμαι δὲ εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω, ἐὰν ἐν τῷ σημειώματι προσετέθησαν καὶ τὰ ἀπὸ τῆς 30 Νοεμβρίου μέχρι σήμερον τυχὸν συσταθέντα. Ἂν ἐπιθυμῆτε, δύναμαι νὰ προσαγάγω συμπλήρωσιν τῆς πληροφορίας ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐπερωτήσεώς σας, ὡς σήμερον τὴν διεῤῥυθμίσατε. Ἐν τῷ σημειώματι θέλετε παρατηρήσει πόσα σχολεῖα συνεστάθησαν ἀπὸ τοῦ 1888 μέχρι τῆς 30 Νοεμβρίου 1891, ὡς ὑποθέτω· ἐννοεῖται δὲ, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν συσταθέντων κατὰ τὸ 1891 εἶναι ἐλάχιστος, μὴ ἐπιδεκτικὸς συγκρίσεως πρὸς τὸ παρελθόν. Ὁ αὐτὸς ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ πληροφορήσω αὐτὸν, ὁποῖον τὸ ἐξαγόμενον τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὰ ἔτη 1888 1889 καὶ 1890. Δυστυχῶς τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην τοῦ κ. Βουλευτοῦ δὲν δύναμαι νὰ ἱκανοποιήσω, διότι—καὶ δὲν τὸ ἀγνοεῖ ὁ κ. συνάδελφος—οἱ ἀπολογισμοὶ τοῦ ταμείου τούτου, ἐργασία ἐκ τοῦ νόμου ἐπιβαλλομένη εἰς τὴν διοικοῦσαν τοῦτο ἐπιτροπὴν, δὲν συνετάχθησαν. Δὲν ἔχει παρὰ νὰ ἀναγνώσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς τὸ ἄρθρον 5 τοῦ ΑΧΜΑʹ νόμου τοῦ 1888. Μὲ τοῦτο δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι τὰ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι ἐντελῶς ξένα τῆς μερίμνης καὶ τῆς εὐθύνης τοῦ Ὑπουργείου, οὔτε, ἀφοῦ πρόκειται περὶ τοῦ παρελθόντος, νὰ ἐπιῤῥίψω τὴν εὐθύνην τῆς καθυστερήσεως ἐπὶ τοῦ προκατόχου μου, καθόσον ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ παράλειψις τῆς συντάξεως τῶν ἀπολογισμῶν τούτων δὲν δύναται, δικαίως, νὰ θεωρηθῇ βαρύνουσα οὔτε τὴν ἐπιτροπὴν, οὔτε τὸν προκάτοχόν μου, πολὺ ὀλιγώτερον, ἐννοεῖται, ἐμέ. Ἡ παράλειψις προῆλθε μᾶλλον ἐκ κενοῦ τοῦ σχετικοῦ νόμου, ὅπερ ἡ ἀβλεψία τῶν ἁρμοδίων ἐν τούτῳ κατέλιπε. Τῷ ὄντι ὁ νόμος ΑΧΜΑʹ ἐν ἄρθρῳ 4 ὁμιλεῖ περὶ ἑνὸς ἰδιαιτέρου γραφείου, ὅπερ θὰ συνιστᾶτο ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ διεξῆγε τήν τε ἄλλην ἐργασίαν καὶ τὴν τῶν ἀπολογισμῶν, ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν καὶ τὰς ὁδηγίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐλέχθη, ὅτι τὰ τοῦ γραφείου τούτου ἐπρόκειτο νὰ κανονισθῶσι δι’ ἰδιαιτέρου νόμου, καὶ ὅτι ὑπεβλήθη καὶ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἡ πληροφορία αὕτη ἦναι ἀκριβὴς, ἢ προὐβλήθη πρὸς δικαιολόγησιν τοῦ κενοῦ· τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι τοιοῦτος νόμος περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ γραφείου δὲν ὑπάρχει. Τοιουτοτρόπως ἔχομεν τὸν νόμον, τὸν καθιστῶντα τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ γραφείου, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν νόμον κανονίζοντα τὸ γραφεῖον, τὰ τοῦ προσωπικοῦ τουτέστιν αὐτοῦ. Ἐλπίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου θέλει σπεύσει νὰ δώσῃ διασαφήσεις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἐὰν τυχὸν ἦναι ἡμαρτημέναι αἱ πληροφορίαι, ἃς ἐγὼ δίδωμι. Τὴν ἰδίαν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν εἰς ἐμὲ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, περὶ τῶν ἀπολογισμῶν, εἶχον ἀπευθύνει καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ ταμείου ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναλάβω τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Ἡ ἐπιτροπὴ μοὶ ἀπήντησεν, ἐξηγοῦσα τοὺς λόγους τῆς μὴ συντάξεως τῶν ἀπολογισμῶν, δι’ ἐγγράφου αὐτῆς τῆς 27 Ὀκτωβρίου 1890, ὅπερ ἔχω εἰς χεῖράς μου. (Ἀναγινώσκει τὸ ἔγγραφον). Ὡς ἠκούσατε, ἐκ τῆς ἐλλείψεως τοῦ γραφείου τούτου, περὶ οὗ ἀνωτέρω ἀνέφερα, οὐ μόνον δὲν συνετάχθησαν οἱ ἀπολογισμοί, ἀλλὰ καὶ ἡ ὅλη ἐργασία τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐπαιδεύσεως διεξήγετο λίαν ἀτάκτως καὶ εἰς ἄκρον ἐλλιπῶς, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω. Ὅτε τὸν παρελθόντα Ἀπρίλιον ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, τροποποιοῦν τὸν νόμον περὶ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἔλαβον τὴν πρόνοιαν νὰ μεριμνήσω καὶ περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ γραφείου τούτου, τὸ ὁποῖον ἤδη ἤρξατο ἄριστα λειτουργοῦν ὑπὸ τὴν ἀκάματον διεύθυνσιν τοῦ κ. Γ. Πετροπούλου, ἐλπίζω δὲ περὶ τὰ τέλη τοῦ μηνὸς τούτου ἢ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἑπομένου νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1891. Δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ ὑποβληθῶσιν οἱ προηγούμενοι ἀπολογισμοί, ἀφοῦ ὁ τότε ἁρμόδιος ὑπάλληλος, ἤδη Γραμματεὺς παρὰ τῷ Λογιστηρίῳ, βεβαιοῖ, ὅτι οὐδὲν βιβλίον ἐκρατεῖτο· ἑπομένως ἐλλείπουσι πάντα τὰ στοιχεῖα, τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς καταρτισμὸν τῶν ἀπολογισμῶν. Τὸν ἀπολογισμὸν ὅμως τοῦ 1891, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θέλομεν ἔχει ταχέως κατηρτισμένον, ὡς καὶ τοὺς τῶν ἑπομένων ἐννοεῖται ἐτῶν, ἐν καιρῷ. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ δευτέρου μέρους τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ἐπιφυλασσόμενος, ἐὰν προκληθῇ συζήτησις, νὰ ἐκταθῶ εὐρύτερον ἐπὶ τοῦ θέματος, οὗτινος νῦν δὲν ἔθιξα οὐδεμίαν λεπτομέρειαν... Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ἑτέρου συναδέλφου, τοῦ κ. ἐκ Γυθείου Βουλευτοῦ, ἐπιθυμοῦντος νὰ μάθῃ, πόσα ἐν γένει σχολεῖα συνεστήθησαν κατὰ τὸ 1891 ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ του ἐπαρχίᾳ, κατατίθημι σημείωμα, περιέχον τὴν πληροφορίαν ταύτην....
§71ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλοῦμεν, κύριε Πρόεδρε, αὐτὰ νὰ τυπωθοῦν.
§72ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ τυπωθοῦν. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ἠρώτησε, πόσα δημοτικὰ σχολεῖα καὶ γραμματοσχολεῖα λειτουργοῦσιν ἤδη ἐν Γυθείῳ. Κατ’ ἀκριβῆ σημείωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς χεῖράς μου, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Γυθείου ὑπάρχουν συνεστημένα 17 δημοτικὰ σχολεῖα καὶ 3 γραμματοδιδασκαλεῖα. Ἐκ τούτων ἀργοῦσι μόνον 3 δημοτικὰ σχολεῖα, τὰ δὲ λοιπὰ πάντα λειτουργοῦσι, τὰ πλεῖστα μὲν διὰ δημοδιδασκάλων, τὰ ἄλλα δὲ διὰ γραμματοδιδασκάλων. Συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, αἰτησαμένου νὰ καταθέσω πίνακα περὶ τῶν γενομένων διδασκαλικῶν μεταβολῶν κατὰ τὴν τελευταίαν ἑβδομάδα τοῦ παρελθόντος Αὐγούστου, κατατίθημι πάντα τὰ τῆς ἑβδομάδος ταύτης φύλλα τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», ἐν οἷς εὕρηνται αἱ μεταβολαὶ αὗται. Καταθέτω ἐπίσης, κατ’ αἴτησιν τοῦ αὐτοῦ κ. Βουλευτοῦ, πίνακα τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐν Ἀθήναις Γυμνασίων, τοῦ Πρακτικοῦ Λυκείου καὶ τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων. Ἐπίσης προγράμματα ἀναλυτικὰ τῶν διδασκομένων μαθημάτων καὶ τὸ ὡρολόγιον αὐτῶν. Ἕτερος ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λευκάδος ἐζήτησε νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, «τίνος ἕνεκεν ἐν μέσῳ σχολικῷ ἔτει μετέθεσα δημοδιδάσκαλόν τινα». Κατατίθημι τὸ φύλλον τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἐκ τῶν ὁποίων ἀκόπως θέλει πεισθῆ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἡ μετάθεσις, περὶ ἧς ὁ λόγος, δὲν ἐξετελέσθη ἐν μέσῳ τοῦ σχολικοῦ ἔτους, ἀλλ’ ἐν μέσῳ διακοπῶν, ὅτι ἡ πρᾶξις ἡ σχετικὴ φέρει χρονολογίαν 31 Αὐγούστου, πιθανὸν ὅμως εἰς κοινοποίησίν τινα νὰ ἐτέθη κατὰ λάθος ἄλλη χρονολογία. Ἐκ περισσοῦ καταθέτω καὶ τὰ ἔγγραφα, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων προέβην εἰς τὴν μετάθεσιν ταύτην· λέγω δὲ «ἐκ περισσοῦ», καθόσον, ἀφοῦ ἡ μετάθεσις ἐγένετο κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν, δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ συντρέχουν οἱ ἐκ τοῦ νόμου λόγοι, οἱ ἐπιτρέποντες τὴν διαρκοῦντος τοῦ σχολικοῦ ἔτους μετάθεσιν. Ὅταν περὶ τούτου γείνῃ συζήτησις, θέλω ἐξηγήσει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔννοιαν, ἣν ἔδωκα εἰς τὸν νόμον περὶ μεταθέσεως τῶν δημοδιδασκάλων κατὰ τὰς διακοπὰς, καὶ τοὺς λόγους οἵτινες μὲ προήγαγον εἰς τὴν ἑρμηνείαν ταύτην, περὶ ἧς ἐζήτησα καὶ ἔλαβον ὁμοφώνους γνώμας τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Ἕτερος ἀξιότιμος συνάδελφος, βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων, ὁ κ. Γεωργόπουλος, ὅστις μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν τυγχάνει παρὼν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, εἶχεν ὑποβάλει ἐπερώτησιν περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἄδειαν συστάσεως ἰδιωτικοῦ σχολείου παρά τινος συμπολίτου του Μονδελιάνου. Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης καταθέτω πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ὁποίων ἐλπίζω ἀδιστάκτως, ὅτι θὰ πεισθῇ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅτι ἡ περὶ ἧς πρόκειται ἄδεια ἀφῃρέθη πρὸ πολλοῦ, ὅτι τὸ σχολεῖον δὲν λειτουργεῖ, ὅτι μάλιστα ὁ Μονδελιάνος ἀνεχώρησεν ἐκ Τρικκάλων, καὶ ὅτι περιπλέον ἀγνοεῖται ὁ τόπος τῆς νῦν διαμονῆς του· θέλει δὲ μείνει τελείως εὐχαριστημένος ἐκ τῆς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου, παρακολουθήσαντος κατὰ βῆμα τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διατεταγμένων, διότι ὁμολογουμένως, δὲν ἠξεύρω διατὶ, προσέκοπτεν ἡ ἐκτέλεσις τῆς διαταγῆς μας, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἐξετελέσθη αὕτη καὶ ἐκλείσθη τὸ παρανόμως λειτουργοῦν σχολεῖον. Ἐν τῷ σημειώματι τῷ κατατιθεμένῳ θέλει εὕρει πάσας τὰς σχετικὰς πληροφορίας, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι θέλει μείνει εὐχαριστημένος ἐκ τῆς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου. Μοὶ ἀπομένει εἰσέτι ἡ ἀπάντησις πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος. Ἡ ἀπάντησις αὕτη, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν δύναται νὰ δοθῇ δι’ ὀλίγων λέξεων, ὡς ἐκ τῶν πολλῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἀναγκαίως περικλείει, καὶ ὡς ἐκ τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους προκαλεῖ, διότι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπηρώτησε, πῶς ἐξηγοῦνται αἱ ἐπὶ πλέον διαφοραὶ ἐν ταῖς δαπάναις τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· διατὶ τουτέστιν, ἐνῷ φαίνονται ἐν ταῖς εἰσπράξεσιν αὐτοῦ δραχ. 1,475,235.25, εἰς τὸν πίνακα τῶν δαπανῶν φαίνονται ἐξοδευθεῖσαι δραχμαὶ 2,373,164.78, ἤτοι ἐπὶ πλέον δραχμαὶ 897,929.53. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἔντιμος συνάδελφος νὰ παρατηρήσω εἰς αὐτὸν, ὅτι δὲν εὑρίσκω τὴν ἀπορίαν αὐτοῦ παντάπασι δεδικαιολογημένην, καθόσον, ἐὰν ἀναδράμωμεν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ἴδωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῆς διαχειρίσεως τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὸ 1888, κατὰ τὸ 1889, κατὰ τὸ 1890, κολακεύομαι νὰ πιστεύω, ὅτι ἀντίθετον αἴσθημα ἐκπλήξεως ἔπρεπε νὰ κυριεύσῃ τὸν κ. Βουλευτὴν, ἔπρεπε δηλαδὴ νὰ τὸν κυριεύσῃ τὸ αἴσθημα τῆς ἐκπλήξεως, πῶς τοσοῦτον ὀλίγη σχετικῶς διαφορὰ παρατηρεῖται μεταξὺ τῶν εἰσπράξεων καὶ τῶν πληρωμῶν τοῦ 1891, ἐνῷ εἰς τὰ προηγούμενα ἔτη ἔχομεν κολοσσιαίας διαφοράς. Πρὶν ὅμως προχωρήσω εἰς τὴν παροχὴν τῶν αἰτηθεισῶν πληροφοριῶν, σπεύδω νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι εἰς τὸ ποσὸν τῶν 1,475,235.25 δὲν ἐγένετο εἰσέτι ὁ συμψηφισμὸς τῆς ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως χορηγίας τοῦ δημοσίου ταμείου· ἑπομένως, ἐὰν προστεθῇ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὀφείλει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πρὸς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, θέλομεν ἔχει ἔσοδα, ἀντὶ 1,475,235.25, 2 ἑκατομμυρίων περίπου, καὶ διὰ νὰ εἴπω ἀκριβῶς, 1,975,235 καὶ 25/00. Τοιουτοτρόπως ἡ διαφορὰ, ἀπὸ 897,929 δραχ. καὶ 53/00, θέλει περιορισθῆ εἰς δραχμὰς 397,929 καὶ 53/00. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ὁριστικῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως, διότι τοιαῦτα ἀποτελέσματα δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν εἰσέτι νὰ δώσωμεν, ἀλλ’ ὁμιλῶ μὲ τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ὁ πίναξ τῆς ληψοδοσίας τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δεικνύει, ἀρτίως καταρτισθείς...
§73ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡμιλήσατε περὶ τοῦ 1891, ἐνῷ προηγεῖται τὸ 1890. Διατὶ δὲν ἐγένετο τοιοῦτος κατὰ τὸ 1890;
§74ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο.
§75ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ εἴπετε.
§76ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν τὸ εἶπον, τὸ λέγω ἤδη. Κατὰ τὸ παρελθὸν, Κύριοι, αἱ διαφοραὶ, αἱ ὁποῖαι παρατηροῦνται μεταξὺ τῶν εἰσπράξεων καὶ τῶν πληρωμῶν τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἶναι φοβεραὶ, καὶ διὰ τοῦτο τὸ 1891 ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην εἶναι τὸ εὐτυχέστερον ἔτος, ἂν λάβωμεν μάλιστα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἕνεκα τῆς βραδείας ἐπιψηφίσεως τοῦ νέου νόμου περὶ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τοῦ μεταῤῥυθμίζοντος τὸν παλαιὸν, καὶ ἕνεκα τοῦ βραδέος κανονισμοῦ τοῦ ποσοστοῦ τῆς εἰσφορᾶς καὶ τῆς βραδείας δημοσιεύσεως τοῦ σχετικοῦ βασιλικοῦ διατάγματος, μόλις κατὰ Σεπτέμβριον ἤρξαντο αἱ εἰσπράξεις τῶν ἐσόδων τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ πίνακι μόνον τὰ ἀποτελέσματα μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου ἀναγράφονται, ἔχομεν δύο μηνῶν, τοῦ Σεπτεμβρίου καὶ τοῦ Ὀκτωβρίου, τὰς εἰσπράξεις. Ἐννοεῖται, ὅτι εἰς τοῦτο πρέπει νὰ μὴ ἀποδοθῇ ὑπερβολικὴ σημασία, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρόκειται περὶ λογιστικῶν μᾶλλον εἰσπράξεων ἢ πραγματικῶν, καθόσον διὰ τῆς ὑπὸ τῶν ταμείων παρακρατήσεως μέρους τῶν δημοτικῶν ἐσόδων γίνεται ἡ εἴσπραξις τῆς εἰσφορᾶς, ἀναντιῤῥήτως ὅμως ἡ βραδύτης, ἡ ὁποία ἐπῆλθε περὶ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν, ἔστω τὴν τυπικὴν, ἐπέδρασεν ὁπωσδήποτε· δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι, ἐνῷ τὸ ποσὸν τοῦ 1,475,235.25 παριστᾷ τὰς εἰσπράξεις δύο μόνον, ὡς ἐῤῥήθη, μηνῶν, τοὐναντίον τὸ ποσὸν τῶν 2,373,164.78 παριστᾷ τὰς πληρωμὰς ὁλοκλήρου τοῦ ἔτους, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους ἤρξαντο καὶ ἐγένοντο αἱ πληρωμαὶ ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1891. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ διαφορὰ κατὰ τὸ 1891 εἶναι ἐλαχίστη, ἀσυγκρίτῳ δὲ τῷ λόγῳ μικροτέρα τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, καθ’ ἃ ἔχομεν ἐλλείμματα ἐν συνόλῳ ἐν τῷ ταμείῳ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐκ δραχμῶν 2,169,000.
§77ΣΧΙΝΑΣ. Εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ συμπεριλαμβάνονται καὶ τὰ καθυστερούμενα εἰς μισθοὺς καὶ ἐνοίκια σχολείων; Διότι γνωρίζω καλῶς, ὅτι εἰς πλεῖστα ὅσα σχολεῖα καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου καὶ ἐν τῷ νομῷ μου οὔτε τὰ ἐνοίκια ἐπληρώθησαν οὔτε οἱ διδάσκαλοι ἔλαβον τὸν μισθὸν τοῦ Δεκεμβρίου 1890.
§78ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 2,169,000, τὸ ὁποῖον παριστᾷ τὴν διαφορὰν μεταξὺ εἰσπράξεων καὶ πληρωμῶν ἐν τῷ ταμείῳ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὰ τρία προηγούμενα ἔτη, βεβαίως δὲν συμπεριλαμβάνονται τὰ τυχὸν καθυστερούμενα, διότι τὸ ἀνωτέρω ποσὸν, εἰλημμένον ἐκ καταστάσεων καὶ διαχειρίσεων, παριστᾷ τὰς γενομένας, τὰς πραγματικὰς πληρωμὰς, καὶ οὐχὶ τὰς ὀφειλομένας.
§79ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πόθεν ἐλήφθη ὁ ἀνωτέρω ἀριθμός;
§80ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλήφθη ἐκ τῶν καταστάσεων τῶν ταμιῶν καὶ σημειώσεων τοῦ Λογιστηρίου. Ἀλλὰ τὰ ἐκκρεμῆ, περὶ ὧν μὲ ἠρώτησεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Βώλου, εὐτυχῶς δὲν ἀνέρχονται εἰς ὀγκῶδες ποσόν. Ἤδη, ὅτε συντάσσεται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διὰ τὸ 1892, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω, πόσα ὀφείλονται ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων, ἵνα συμπεριλάβω ποσὸν ἀνάλογον εἰς τὸν νέον προϋπολογισμὸν, καὶ πληρωθῶσιν οἱ δικαιοῦχοι. Ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1890 μοὶ φαίνεται ὅτι καθυστεροῦνται ἐν συνόλῳ δραχμαὶ μόνον 33,000· ἑπομένως, προκειμένου περὶ τοῦ ὀγκώδους ποσοῦ τῶν 2,169,000 δραχμῶν, ἡ προσθήκη αὕτη τῶν καθυστερουμένων τοῦ 1890 δὲν θέλει αὐξήσει ἐπὶ πολὺ τὴν διαφορὰν τῶν εἰσπράξεων καὶ τῶν πληρωμῶν· ἀνάλογον δὲ, καὶ σμικρότερον μάλιστα, μοὶ φαίνεται τὸ ποσὸν τῶν καθυστερουμένων ἐκ τῶν ἄλλων ἐτῶν. Ὥστε, Κύριοι, ἡ διαφορὰ μεταξὺ εἰσπράξεων καὶ πληρωμῶν διὰ τὸ ἔτος 1891 εἶναι ἐλαχίστη, ἐὰν λάβωμεν μάλιστα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν συνεψηφίσθη εἰσέτι ἡ ὀφειλομένη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου χορηγία εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§81ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πόθεν ἠρύσθητε τὰς πληροφορίας διὰ τὸ 1888;
§82ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὸ Λογιστήριον.
§83ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρὸ ὀλίγου ὡμολογήσατε, ὅτι ἦτο ἀδύνατος ὁ καταρτισμὸς τοῦ ἀπολογισμοῦ.
§84ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ὅτι ἦτο ἀδύνατος ὁ καταρτισμὸς τοῦ ἀπολογισμοῦ, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω· μοὶ εἶναι δὲ δύσκολον νὰ ὑποπτεύσω δι’ ὑμᾶς, ὅτι ἀγνοεῖτε τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀπολογισμοῦ καὶ τὴν διαφορὰν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν προσωρινῶν καταστάσεων ἢ τῶν πινάκων τῆς ληψοδοσίας, οἵτινες μόνον παριστῶσι τὰς πραγματικὰς εἰσπράξεις καὶ τὰς πραγματικὰς πληρωμὰς, καὶ ταύτας οὐχὶ κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον. Τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, κατὰ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ ᾼΧΜΑʹ νόμου τοῦ 1888, ὤφειλε νὰ συντάσσῃ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ τὸν νόμον τοῦτον ὑμεῖς εἰσηγήσασθε καὶ ἐφηρμόσατε. Ἀλλὰ δὲν συνετάχθησαν οἱ ἀπολογισμοὶ, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνταχθῶσιν, ἀφοῦ ἐν τῷ ῥηθέντι νόμῳ δὲν ἐλήφθη πρόνοια νὰ καταρτισθῇ τὸ γραφεῖον τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον ἁπλῶς μόνον μνημονεύεται ἐν αὐτῷ. Διότι, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ γραφεῖον τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης δὲν ὑφίστατο, ἕνεκα τῆς ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας ἀτελοῦς περὶ τούτου νομοθετικῆς προνοίας. Ὅταν ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως, εὗρον ὑπάλληλόν τινα, ἀπεσπασμένον ἐξ ἄλλου Ὑπουργείου, ἐκτελοῦντα τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ γραφείου τούτου τῇ βοηθείᾳ δημοδιδασκάλων. Ἦτο δὲ ὄντως φρικτὸν τὸ θέαμα τοῦ λεγομένου τούτου γραφείου τῆς ἐπιτροπῆς, ἐν ᾧ ἔκειντο φύρδην μίγδην ἐν σωρῷ τὰ ἐντάλματα καὶ αἱ καταστάσεις, οὔτε ἀρχείου οὔτε πρωτοκόλλου ὑπάρχοντος, καὶ ἦτο ἀληθῶς Ἡράκλειον ἔργον, ἐὰν ἠδύνατό τις νὰ εὕρῃ ἀναγκαῖόν τι ἔγγραφον, ἀφοῦ μάλιστα οὔτε σχέδια τῶν ἐξερχομένων ἐγγράφων ἐκρατοῦντο, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὰ ἀποστελλόμενα ὑπεγράφοντο ὑπό τινος, ἔφερον δὲ περίεργον ὑπογραφήν: «Ἐκ τοῦ γραφείου τῆς Ἐπιτροπῆς». Ὅσοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐπεσκέφθησαν τὸ γραφεῖον τοῦτο πρὸ τῆς ἐπ’ ἐσχάτων τακτοποιήσεώς του, αὐτοὶ βεβαίως θὰ ἀναγνωρίσωσιν, ὅτι πολὺ ἐπιεικῶς ἐκφράζομαι περὶ τῆς ἀταξίας αὐτοῦ.
§85ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ὀλίγου μᾶς ἐδώσατε ἕνα ἀριθμὸν 2,169,000, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπεῖ, ὡς εἴπετε, τὸ ἔλλειμμα τῶν ἐτῶν 1889, 1890 καὶ 1891. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὸ ἔλλειμμα τοῦτο καθ’ ἕκαστον ἔτος χωριστά; Διότι ἐγὼ οὐδὲν ἄλλο ἐζήτησα διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου, εἰ μὴ τὸ ἐξαγόμενον ἑκάστου ἀπολογισμοῦ.
§86ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εὔκολον τὸ πρῶτον μέρος τοῦ αἰτήματός σας, νὰ σᾶς δώσω δηλαδὴ χωριστὰ τὸ ἔλλειμμα ἑκάστου τῶν τριῶν ἐτῶν, ἀλλ’ ὄχι, ἐπαναλαμβάνω, ἐξ ἀπολογισμοῦ· καὶ προφανῶς λησμονεῖτε τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ κατὰ τὴν λογιστικὴν γλῶσσαν.
§87ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐσημείωσα τὸ ἔλλειμμα τῶν τριῶν ἐτῶν. Ἀλλὰ τὸ Δημόσιον κατὰ τὸ διάστημα τῶν τριῶν ἐτῶν τί ποσὸν κατέβαλεν ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὥστε μετὰ τὸν συμψηφισμὸν αὐτοῦ νὰ μένῃ τὸ ἔλλειμμα αὐτό;
§88ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἀποκρίνομαι. Τὸ Δημόσιον κατέβαλε κατὰ δύο τρόπους ποσά· κατέβαλε κατὰ τρόπον ἀνώμαλον καὶ κατὰ τρόπον θεωρηθέντα τακτικόν. Κατέβαλε κατὰ τρόπον ἀνώμαλον προκαταβολὰς κατὰ τὸ παλαιὸν σύστημα....
§89ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πρὸ τοῦ νόμου ἰσχῦον;
§90ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ μετὰ τὸν νόμον ἐγένοντο προκαταβολαί;
§91ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Τὸ πρὸ τοῦ νόμου διάστημα δὲν τὸ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν· τὸ θεωρῶ νομοθετικῶς νεκρόν. Ὁμιλῶ περὶ τῆς καταστάσεως μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, καὶ πρὶν ἢ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν πόσα κατέβαλε τὸ Δημόσιον, ἀπήντησα, ὅτι κατέβαλε κατὰ δύο τρόπους. Πλὴν τῆς χορηγίας, τῆς ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους παρεχομένης εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, τὸ Δημόσιον κατέβαλεν εἰσέτι 500–600 χιλιάδας δραχμῶν διὰ προκαταβολῶν· ἀλλ’ ᾐσθάνθη ἡ ὑπηρεσία, ὅτι οὕτως ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν σύγχυσιν τὴν πρὸ τοῦ 1888, καὶ ὅτι, ἐνῷ ἠθελήσαμεν νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸ ταμεῖον τοῦ Δημοσίου ἀπὸ τὴν γάγγραιναν τῶν προκαταβολῶν, πάλιν ὑπεπέσαμεν λεληθότως εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν. Ἐκρίθη λοιπὸν πρέπον νὰ τακτοποιηθῶσι τὰ περὶ τούτου, καὶ πρὸς τοῦτο διὰ νόμου τοῦ 1890 ἐχορηγήθη ἀναπληρωματικὴ πίστωσις 600,000 δραχμῶν λόγῳ τῶν δοθεισῶν προκαταβολῶν, καὶ ἐκανονίσθη, οὕτως εἰπεῖν, ὁ λογαριασμός. Ἀλλὰ δυστυχῶς, Κύριοι, οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπήνεγκον τὰ φοβερὰ ἐλλείμματα, τὰ πρὸ τοῦ 1888, οἱ αὐτοὶ λόγοι ἐπέβαλον καὶ τὰς γενομένας προκαταβολάς· ἡ δὲ παρηγορία, ὅτι θὰ ἐκλείομεν τοῦ λοιποῦ τὴν θύραν τῶν προκαταβολῶν διὰ τῆς χορηγίας τῆς πιστώσεως τῶν 600,000 δραχμῶν, καὶ αὕτη ἀπεδείχθη ματαία· διότι πάλιν προέκυψαν ἀνάγκαι, καὶ μετὰ τὴν πίστωσιν τῶν 600,000 δραχμῶν προκατεβλήθησαν καὶ ἄλλα ποσά.
§92ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ ποῖον ἔτος;
§93ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ 1890.
§94ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ ποίαν ἡμερομηνίαν;
§95ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς 11 Ὀκτωβρίου 1890 ἐχορηγήθη ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τῆς χρήσεως τοῦ 1890 δρ. 244,150· ἔχω δὲ ἀντίγραφον τῆς πράξεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐξέθετε τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου, καὶ ἀπέληγεν εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς αἰτήσεως τῆς ὡς ἄνω χορηγηθείσης προκαταβολῆς. Ἀμφότεραι αἱ πράξεις αὗται ἐδημοσιεύθησαν ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 271 τῆς 17 Ὀκτωβρίου 1890 φύλλῳ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως».
§96ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ 1888, τοῦ 1889 καὶ 1890 δὲν ἀναγράφουν ποσὸν ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως;
§97ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§98ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς αὐτῆς τῆς ἐπιχορηγίας ἐπληρώθησαν αἱ 600,000 δραχμαί;
§99ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ἐκτός. Δὲν ὑπελόγισα ἐγὼ τὰς 300,000 δραχμῶν, διότι αὕτη ἦτο τακτικὴ ὀφειλὴ τοῦ δημοσίου ταμείου· τὰ περιπλέον εἶναι προκαταβολαί.
§100ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ποῖον ποσὸν ἀνέρχεται τὸ ὅλον τῶν προκαταβολῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου κατὰ τὰ τρία ἔτη;
§101ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀνέλθουν εἰς 2,169,000.
§102ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἔλλειμμα;
§103ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τοῦτο ἀποτελεῖ καὶ τὸ ἔλλειμμα καὶ τὰς καταβολὰς τοῦ Δημοσίου· διότι τίς θὰ πληρώσῃ τὰ καθυστερηθέντα καὶ καθυστερητέα;
§104ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ τὰ δεδομένα σᾶς δικαιολογοῦσι νὰ ἀναγράψητε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὴν πίστωσιν τῶν 500,000 δραχμῶν; Νομίζετε ὅτι θὰ ἦναι ἐπαρκὴς ἡ πίστωσις αὕτη;
§105ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἀπαντῶ. Τὰ λεχθέντα περὶ τῶν ἐλλειμμάτων ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον νὰ μὲ ἐρωτήσῃ, ἐὰν ἡ γνῶσις τῶν ἐλλειμμάτων τούτων δικαιολογῇ ἀναγραφὴν ποσοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 500,000 μόνον. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι καὶ αἱ 500,000 καὶ 600,000 καὶ 700,000 καὶ 800,000 ἴσως δὲν θὰ ἀρκέσουν ἐντελῶς νὰ καλύψουν πάσας τὰς δαπάνας, τὰς ἀπαιτουμένας ὑπὸ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὅτι πάλιν εἶναι φόβος, μήπως εὑρεθῶμεν ἀπέναντι ἐλλειμμάτων, ὅπως καὶ ἐν τῷ παρελθόντι. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον, μετὰ πολλὴν βάσανον καὶ μελέτην, ἃς πιστεύσῃ ἡ Βουλή, συνήγαγον τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀπέτυχε τελέως εἰς τὸν σκοπὸν αὐτοῦ. Ἐμελέτησα ἐπισταμένως τὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου, ἐμελέτησα τὰς συζητήσεις, αἵτινες ἐγένοντο ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου, καὶ διέκρινα, ὅτι εἷς καὶ μόνος σκοπὸς ὑπηγόρευσε τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, ὁ σκοπὸς ὁ ταμιευτικός, ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ δημοσίου ταμείου ἀπὸ τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν προκαταβολῶν ἐπέπιπτον ἐπ’ αὐτοῦ· ἐκπαιδευτικόν τινα σκοπὸν δὲν βλέπω ἐν τῷ θεσμῷ τούτῳ, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχε, δὲν τὸν βλέπω ἐπενεγκόντα τοὺς καρποὺς αὐτοῦ. Ἐὰν λοιπὸν ἦναι βεβαιωμένον, ὅτι ὁ ταμιευτικὸς σκοπός, ὁ ὁποῖος καὶ μόνος ὑπηγόρευσε τὸν νόμον τοῦτον, ἀπέτυχεν, ἐὰν βεβαιωθῇ, ὅτι ἐκπαιδευτικὸς σκοπὸς δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχε, καὶ οὗτος δὲν ἀπέφερε τοὺς καρπούς του, δὲν βλέπω, Κύριοι, τὸν λόγον διατὶ νὰ ἀφήσωμεν ἐπὶ πλέον ὑφιστάμενον τὸν θεσμὸν τοῦτον, ἐπὶ βλάβῃ καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτε ἐγένετο ἡ συζήτησις τοῦ νόμου περὶ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐξηγῶν τοὺς λόγους, οἵτινες ἤγαγον τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου περὶ ἰδιαιτέρου ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὡς πρώτιστον λόγον ἐπρόβαλε τὸν ταμιευτικόν. Ἀλλ’ ἐὰν σήμερον ἀναδράμωμεν εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀπέδειξεν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου, θέλομεν ἴδει, ὅτι τὰ ἐλλείμματα ἐδιπλασιάσθησαν καὶ ἐτριπλασιάσθησαν. Ἂς ἀναδράμωμεν ὀλίγον εἰς τὴν ἱστορίαν τὴν οἰκονομικὴν, οὕτως εἰπεῖν, τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἥτις διαιρεῖται εἰς τέσσαρας χρονικὰς περιόδους. Εἰς τὴν ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου μέχρι τοῦ 1856, εἰς τὴν ἀπὸ τοῦ 1856 μέχρι τοῦ 1880, εἰς τὴν ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι τοῦ 1888, καθ’ ὃ ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ ἰδιαιτέρου ταμείου, καὶ εἰς τὴν ἀπὸ τοῦ 1888 μέχρι σήμερον. Ὡς κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε, ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου μέχρι τοῦ 1856 οἱ δημοδιδάσκαλοι ἐπληρόνοντο ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τῶν δήμων ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ πληρωμὴ αὕτη ἐγίνετο ἀτάκτως καὶ παρέλυεν ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, ἐκρίθη προσῆκον νὰ ληφθῇ πρόνοια, καὶ οὕτω κατὰ τὸ 1856 ἐψηφίσθη ὁ νόμος τῶν προκαταβολῶν, δι’ οὗ ὑπεχρεώθη τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ προκαταβάλλῃ εἰς βάρος τῶν δήμων τοὺς μισθοὺς τῶν δημοδιδασκάλων. Ἀπὸ τοῦ 1856 λοιπὸν μέχρι τέλους τοῦ 1880 τὰ καθυστερήματα ἐκ μέρους τῶν δήμων πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον λόγῳ τῶν προκαταβολῶν τούτων ἀνῆλθον εἰς δραχμὰς 4,488,000. Κατὰ τὸ 1880 ἐπῆλθε νόμος, ὁ ὁποῖος, ἐὰν δὲν ἐδώρησε τὰ ὀφειλόμενα ταῦτα εἰς τοὺς δήμους, τὰ παρεῖδε, κατά τινα τρόπον ἐπιεικέστατον, ὥστε περὶ αὐτῶν πλέον δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἄλλος λόγος, πλὴν μόνον ἱστορικός. Ἀπὸ τοῦ 1880, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐπῆλθε νεωτέρα πρόνοια, ἔσχομεν πάλιν καθυστερήματα μέχρι τοῦ 1886 περὶ τὰ δύο ἑκατομμύρια. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ καθυστέρημα τῶν 4,488,000 βαρύνει εἴκοσι τέσσαρα ἔτη, ἔχομεν ἐτήσιον καθυστέρημα κατ’ ἀναλογίαν ἀπὸ τοῦ 1856 μέχρι τοῦ 1880 δραχμῶν 187,000. Ἐὰν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι τοῦ 1886 διάστημα, ἔχομεν καθυστέρημα δραχμῶν 398,000 κατ’ ἔτος. Τὸ 1887 παρουσιάζει κατὰ τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν καθυστέρημα 600 χιλιάδων δραχμῶν. Καὶ ἀκριβὲς ἂν ὑποτεθῇ τοῦτο, δὲν δυνάμεθα τὸ μεμονωμένον τοῦτο γεγονὸς νὰ λάβωμεν ὡς βάσιν τῶν σκέψεών μας. Ἐπιφυλασσόμενος εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ ὑποβάλω κατάστασιν περὶ τοῦ καθυστερήματος τοῦ 1887, παραδέχομαι πρὸς στιγμήν, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἔσχομεν καθυστέρημα ὅσον ἰσχυρίζεται ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργός, ἤτοι 600,000 δραχμῶν· ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐπιμένω, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀπέδειξεν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν εἶναι παντάπασιν ἐνθαῤῥυντικά· διότι, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ μέχρι τοῦδε γνωστὰ ἐλλείμματα τοῦ ταμείου τούτου, ταῦτα ἀνῆλθον εἰς 2,169,000 δραχμῶν, ὥστε εὑρισκόμεθα εἰς κατάστασιν πολὺ χείρονα τῆς προηγηθείσης.
§106ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι, ὅπως ἔχωμεν ἀκριβῆ πληροφορίαν περὶ τῶν ταμειακῶν ἐλλειμμάτων, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν καὶ πόσα σχολεῖα προσετέθησαν μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου; Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ μᾶς δώσητε καὶ αὐτὴν τὴν πληροφορίαν.
§107ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμέσως σᾶς τὴν δίδω. Κατὰ τὸ ἔτος 1888 προσετέθησαν πέντε, κατὰ τὸ ἔτος 1889 τεσσαράκοντα ὀκτώ, κατὰ τὸ ἔτος 1890 ἑκατὸν ἕν, ἀλλ’ ἐκ τούτων τὰ ἑκατὸν συνεστήθησαν μέχρι τῆς 14 Ὀκτωβρίου 1890, πρὶν ἢ τουτέστιν ἡμεῖς ἀναλάβωμεν τὴν ἀρχήν, ἀπὸ δὲ τῆς 14 Ὀκτωβρίου μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1890 δὲν συνεστήθη, εἰμὴ μόνον ἕν. Κατὰ τὸ 1891 συνεστήθησαν σχολεῖα δημοτικὰ πεντήκοντα ἕν. Τοιουτοτρόπως ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ ταμείου προσετέθησαν 200 περίπου νέα σχολεῖα. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος κύριος συνάδελφος, λαμβάνων ἀφετηρίαν ἐκ τῆς πληροφορίας, τὴν ὁποίαν ἐζήτησε καὶ παρέσχον εἰς αὐτὸν, νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι καὶ ἐν τούτῳ διακρίνει τις ἓν ἔτι ἐλάττωμα τοῦ θεσμοῦ περὶ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι βεβαίως ἡ προσθήκη τῶν σχολείων καθ’ ἑαυτὴν εἶναί τι ἀγαθὸν, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ προσθήκη αὕτη δὲν ἐγένετο κατὰ τὰς ἐνδείξεις τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἀνάγκης ἑκάστου δήμου, ἐν ἰσότητι καὶ δικαιοσύνῃ. Ἐξηγεῖται ἑπομένως ἐν μέρει ἐκ τῆς προσθήκης ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ δὲν ἐξαγνίζεται ὁ θεσμὸς περὶ εἰδικοῦ ταμείου αὐτῆς, εἰς ὃν κατὰ τὸ πλεῖστον ἀποδοτέον τὴν χαριστικὴν σύστασιν τῶν σχολείων. Δὲν λέγω τοῦτο, ἵνα ἐλέγξω τὸν μὲν ἢ τὸν δὲ, ἀλλ’ ἵνα καταδείξω τὸ ἐλαττωματικὸν τοῦ συστήματος. Ὅταν, λαμβάνοντες τὰ χρήματα ἀπὸ τοὺς δήμους, συνιστῶμεν ἑταιρικὸν κεφάλαιον, καὶ τὸ κεφάλαιον τοῦτο τὸ διανέμωμεν ὅπου θέλομεν, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν δῆμον Α, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐλήφθησαν τὰ χρήματα καὶ ὅστις στερεῖται σχολείων, ὅτι συνεστήθησαν σχολεῖα ἐν ἄλλοις δήμοις; Ἀπὸ τοῦ ἑταιρικοῦ τούτου κεφαλαίου ἕκαστος συνεταῖρος προσπαθεῖ νὰ καρπωθῇ ὀφέλη ἀνώτερα τῆς ἀναλογίας τῆς καταβολῆς του.
§108ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ μόνον παρετήρησα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν σχολείων.
§109ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε, κύριε Ὑπουργὲ, πρότερον, ὅτι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε τὴν σύστασιν τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἦτο καθαρὸς ταμιευτικός· ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἕτερον λόγον, ὅτι δι’ αὐτοῦ ἐσκοπεῖτο νὰ ἀποκτήσωσι σχολεῖα καὶ οἱ ἀπορώτεροι τῶν δήμων.
§110ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πιθανὸν νὰ εἴχετε καὶ τὸν ἀγαθὸν τοῦτον σκοπὸν, ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ οὗτος ἀπέτυχε, χωρὶς τοὐλάχιστον νὰ ἐπιτύχῃ ὁ ταμιευτικός. Συμπέρασμα τούτων πάντων εἶναι, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ συστήματος τούτου, ὁ ταμιευτικὸς μὲν ἀπέτυχεν, ὁ ἐκπαιδευτικὸς δὲ, ὡς δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἐξ ἰδίας πείρας, παντάπασι δὲν ἐπέτυχε. Δύναμαι μετὰ λύπης μου νὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι, ὅτι τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἐγκαταλελειμμένα εἰς τὴν τύχην των. Οἱ μὲν Δήμαρχοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐν τῷ παρελθόντι οἱ ἐκ καθήκοντος ἐπόπται τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, αὐτοὶ δὲν αἰσθάνονται πλέον οὐδεμίαν εὐθύνην, ἀπέχουσιν ἐντελῶς πάσης μερίμνης, καὶ δὲν ῥίπτουσι παντάπασι τὸ βλέμμα των ἐπὶ τῶν δημοτικῶν σχολείων, τὸ δὲ κέντρον, ὅπερ διὰ τοῦ ταμείου κατεστήσαμεν, εἶναι ἐντελῶς ἐξησθενημένον. Φαντασθῆτε, ὅτι τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διοικοῦνται, ἀπὸ ἐπιτροπὴν, συγκειμένην ἐκ τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων, τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ τοῦ τμηματάρχου τῆς δημοτικῆς διοικήσεως, τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τοὺς ὑπαλλήλους τούτους χρειάζεται κόπος καὶ μόχθος διὰ νὰ συγκαλέσῃ τις ἐπὶ τὸ αὐτὸ, οὐχὶ διὰ νὰ συζητήσωσιν, ἀλλὰ διὰ νὰ θέσωσιν ἁπλῶς μίαν ὑπογραφήν. Παρ’ αὐτοῦ λοιπὸν τοῦ κέντρου, τοῦ ἀσθενεστάτου καὶ ποικιλομόρφου, διευθύνεται ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις! Ἡ μικρὰ, Κύριοι, πεῖρα, τὴν ὁποίαν ἐμόρφωσα ἐκ τῆς διαχειρίσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, μὲ ἔπεισεν, ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀπέτυχεν ἐντελῶς, καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἄλλως πως νὰ διαῤῥυθμίσωμεν τὰ περὶ τούτου. Εἴτε ὁ οἰκονομικὸς λόγος προὐκάλεσε τὴν τοῦ ταμείου σύστασιν, εἴτε προσεδοκήθη, ὅτι κάλλιον ἤθελεν ὑπηρετηθῆ δι’ αὐτοῦ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, ἐπεκτεινομένη, βελτιουμένη καὶ ἀπαιτοῦσα κατάλληλα ἐκπαιδευτήρια, οὐδέτερον τούτων ἐπετεύχθη. Τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι κατασκεύασμα συγκεντρωτικὸν, τοσούτῳ μᾶλλον ἐλαττωματικὸν, ὅσῳ τὸ κέντρον τυγχάνει ἀσθενέστερον τοῦ δέοντος. Ὁμολογῶ, ὅτι κατ’ ἀρχὰς ἐδίσταζον νὰ προτείνω τὴν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ τούτου, καὶ διὰ τοῦτο πέρυσιν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀναβάλωμεν τὴν περὶ τούτου ἀπόφασίν μας, καὶ νὰ ψηφίσωμεν τροποποιήσεις τινὰς, ἐξ ὧν ἤλπιζον βελτίωσιν· ἀλλὰ καὶ μετὰ τὰς τροποποιήσεις ταύτας δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀσφαλῶς ἀπέκτησα τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶναι θεσμὸς καταδεδικασμένος, θεσμὸς οὐδένα σκοπὸν ἐξυπηρετῶν. Ἀλλὰ, καίτοι ἐμόρφωσα τὴν πεποίθησιν ταύτην, καίτοι νομίζω, ὅτι πρέπει δι’ ἄλλου συστήματος νὰ κανονίσωμεν τὰ περὶ τούτου, δὲν ἐφαντάσθην, ὡς ἐνόμισάν τινες, ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν ἐν πᾶσιν εἰς τὸ σύστημα, καθ’ ὃ παρεδίδετο ἐντελῶς ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις εἰς τοὺς Δημάρχους. Νομίζω τοὐναντίον, ὅτι οἱ μισθοὶ τῶν δημοδιδασκάλων πρέπει νὰ πληρόνωνται ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὰ ἄλλα δὲ ἔξοδα τῶν σχολείων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι μικρὰ, αὐτὰ νὰ ἀφεθῶσιν εἰς τοὺς δήμους. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν στιγμὴν ταύτην ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν, θέλετε ἴδει τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ὑποσχεθῇ οὐσιώδη βελτίωσιν τῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐν τῇ μακρᾷ δὲ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει αὐτοῦ εὑρίσκονται οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔπεισαν νὰ παραδεχθῶ τὸ σύστημα τοῦτο. Ἐνόμισα πρὸς τούτοις, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφήσωμεν τὴν μέριμναν περὶ διδακτηρίων εἰς τοὺς δήμους, ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβῃ τὸ Δημόσιον πρόνοιαν περὶ κατασκευῆς σχολείων. Δι’ ἐνοίκια δημοδιδασκάλων, διδακτηρίων καὶ ἐπισκευὰς σχολείων δαπανῶμεν σήμερον ἐν ὅλῳ 720,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος, ἐνῷ τὸ ποσὸν τοῦτο δύναται ἄριστα νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ὑπηρεσίαν δανείου, προωρισμένου δι’ οἰκοδομὴν σχολείων κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ὑγιεινῆς καὶ παιδαγωγικῆς, διότι τὰ κτίρια, τὰ σήμερον χρησιμεύοντα διὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ἐμποιοῦσιν ἀλγεινοτάτην αἴσθησιν καὶ εἰς τὸν ἀπαθέστερον θεατήν. Ἕνεκα τῆς ἀκαταλληλότητος τῶν κτιρίων, τῶν θρανίων καὶ τῶν διδακτικῶν ὀργάνων, κινδυνεύουσι τὰ τέκνα τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν νὰ γείνωσι ῥαχιτικὰ, ἀναιμικὰ καὶ μυωπικά. Διὰ τοῦτο ἐπιβάλλεται νὰ προνοήσωμεν τάχιστα περὶ ἀποκτήσεως διδακτηρίων· πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον δι’ ἁρμοδιωτάτου τέκτονος κατήρτισα σχέδια, ἅτινα ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν ἀποκτήσωμεν διδακτήρια, καὶ διδακτήρια κατάλληλα, ματαιοπονοῦμεν, ὁμιλοῦντες περὶ ἐκπαιδευτικῶν συστημάτων καὶ ἐκπαιδευτικῶν ὀργανισμῶν, Ἑλβετικῶν ἢ Γερμανικῶν. Ποῦ θὰ ἐφαρμοσθῶσιν αὐτὰ τὰ συστήματα; Εἰς τὰς τρώγλας καὶ τὰ κατώγεια, εἰς τὰ ὁποῖα σήπονται, καθιστάμενα ῥαχιτικὰ, τὰ τέκνα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Ἐνόσῳ ἄρα δὲν λάβωμεν πρόνοιαν περὶ διδακτηρίων, δὲν δυνάμεθα νὰ σκεπτώμεθα περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐν τῷ κατατιθεμένῳ τὴν στιγμὴν ταύτην νομοσχεδίῳ λαμβάνεται πρόνοια πρὸς ἀνέγερσιν διδακτηρίων καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιβαρύνσεως τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἀλλὰ πρέπει νὰ προνοήσωμεν καὶ περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοδιδασκάλων, διότι καὶ πάλιν ἄνευ τούτου δὲν δυνάμεθα νὰ σκεπτώμεθα σπουδαίως περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Διότι καὶ δὲν ἐλπίζω καὶ ἀπεύχομαι νὰ ἐπανέλθωμεν ποτὲ εἰς τοὺς γραμματοδιδασκάλους. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐπάλαισα κατὰ πολλῶν ἀντιδράσεων, καὶ χαίρω, ὑπερνικήσας αὐτὰς καὶ προελθὼν εἰς τὴν δι’ ἑνὸς διατάγματος ἀπόλυσιν ἁπάντων τῶν γραμματοδιδασκάλων, ἀνερχομένων εἰς 1286, οἵτινες ἐλυμαίνοντο τὰς ἁπαλὰς τῶν παίδων καρδίας, μεταδίδοντες αὐτοῖς τὴν ἑαυτῶν ἀμάθειαν, καὶ διαστρέφοντες τὸ ἦθος, ἐκμυζῶντες δὲ περὶ τὰς 500,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Τὴν αὐτὴν εὐχαρίστησιν ἠσθάνθην ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν λεγομένων βοηθῶν τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων, οἵτινες ἀπεῤῥόφων 150,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐπὶ τρισμεγίστῃ ζημίᾳ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως· ἦτο δὲ ὄντως θλιβερὸν νὰ βλέπῃ τις τελειοφοίτους τῶν Γυμνασίων, φοιτητὰς τῆς Ἰατρικῆς καὶ Νομικῆς σχολῆς, νὰ διδάσκωσιν ἐν Ἑλληνικοῖς σχολείοις, καὶ ἐνίοτε νὰ διευθύνωσιν αὐτά! Ἀλλὰ προβὰς εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῶν γραμματοδιδασκάλων, σκοπὸν ἔκτοτε προεθέμην τὴν λῆψιν μέτρων, δι’ ὧν θὰ ηὐξάνετο ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοδιδασκάλων. Τοῦτο καὶ προφορικῶς συνεζήτησα μετὰ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, καὶ ἐν τῇ μακρᾷ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, τῇ προτασσομένῃ τοῦ εἰρημένου διατάγματος, ὑπεσχέθην. Ὅστις τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐπιθυμεῖ νὰ γείνῃ ἐνήμερος εἰς τὸ θέμα τοῦτο, δὲν ἔχει παρὰ νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσῃ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, δημοσιευμένην ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 259 τῆς 16 7βρίου π.ἔ. φύλλῳ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως». Ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ, πλὴν ἄλλων πολλῶν, ἔλεγον καὶ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Διὰ τῶν 500,000 δραχμῶν, ἃς οἰκονομοῦμεν ἐκ τῆς ἀπολύσεως τῶν γραμματοδιδασκάλων, καὶ τὰ Διδασκαλεῖα δυνάμεθα νὰ πολλαπλασιάσωμεν, ὅπως ἐντὸς ὀλίγου χρόνου ἐφοδιάσωμεν τὸ Κράτος δι’ εὐμεθόδων καὶ εὖ ἠγμένων δημοδιδασκάλων, καὶ διδακτήρια κατὰ τοὺς παιδαγωγικοὺς κανόνας νὰ ἀνεγείρωμεν, ἐνῷ σήμερον —τὸ λέγομεν μετὰ λύπης—τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ μαραίνονται ἐντὸς τρωγλῶν ῥυπαρωτάτων. Μόνον ὅμως διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοδιδασκάλων θὰ κατορθωθῇ νὰ ἐκλείψωσιν ὁριστικῶς οἱ γραμματοδιδάσκαλοι νὰ καὶ ἐκριζωθῇ ὁλοτελῶς τὸ παράσιτον τοῦτο, τὸ συγκολληθὲν εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν.» Χωρὶς λοιπὸν, Κύριοι, νὰ παραπλανώμεθα εἰς θεωρίας καὶ εἰς συγκριτικὰς μελέτας περὶ τῶν γιγνομένων παρ’ ἄλλοις ἔθνεσι, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς δὲν ἔχομεν τὰ μέσα, οὔτε τὴν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν δύναμιν νὰ ἀπομιμηθῶμεν, πρακτικώτερον μελετῶντες τὸ ζήτημα, εὑρίσκομεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἀπαραίτητον δημοδιδασκάλων καὶ διδακτηρίων. Πρὸς αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν διδασκάλων ἀνάγκη ἀπόλυτος παρίσταται, ὅπως συστηθῶσιν ἓν ἢ δύο ἔτι Διδασκαλεῖα. Ὠκονομήσαμεν, ὡς εἶπον, Κύριοι, διὰ τῆς ἀπολύσεως τῶν γραμματοδιδασκάλων 500 χιλιάδας δραχμῶν, ἐνῷ διὰ δύο ἔτι Διδασκαλεῖα δὲν ἀπαιτεῖται ἐτησίως δαπάνη πλέον τῶν 50,000 δραχμῶν. Ἐπείσθην ἀδιστάκτως, ὅτι δὲν δυνάμεθα μὲ τὰ ὑπάρχοντα Διδασκαλεῖα νὰ πορισθῶμεν οὐδέποτε τὸν ἀριθμὸν τῶν διδασκάλων, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην. Μοὶ φαίνεται, ὅτι εἰς 85 ἀνῆλθεν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀπολυθέντων ἐκ τῶν Διδασκαλείων δημοδιδασκάλων κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ἐὰν λάβωμεν ἀφ’ ἑνὸς ὑπ’ ὄψιν, ὅτι σήμερον ἐλλείπουσιν 780 δημοδιδάσκαλοι, καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι οἱ ὑπάρχοντες δὲν εἶναι ἀθάνατοι, οὐδὲ ὅλοι ἐμμένουσιν ἐν τῷ δημοδιδασκαλικῷ ἔργῳ, πρέπει νὰ συναγάγωμεν τὸ συμπέρασμα τὸ ἀσφαλὲς, ὅτι ἄνευ προσθήκης Διδασκαλείων, ἑνὸς ἢ δύο, δὲν πρέπει νὰ ἐλπίσωμεν τὴν ἀπόκτησιν τοῦ ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ τῶν δημοδιδασκάλων. Χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ χώρα ἡμῶν ἔχει ἀνάγκας προσθήκης δημοτικῶν σχολείων, ἐκ τῶν ὑπαρχόντων 1966 δημοτικῶν σχολείων τὰ 195 ἀργοῦσι, λόγῳ ἐλλείψεως δημοδιδασκάλων. Δύο, ἐπαναλαμβάνω, ἔτι Διδασκαλεῖα, ἓν ἐν Πάτραις καὶ ἕτερον ἐν Ἑρμουπόλει, μοὶ φαίνονται ἀπαραίτητα, ὅπως καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν συνεστημένων σχολείων πληρώσωμεν καὶ περὶ τῶν συσταθησομένων ἀπὸ τοῦδε προνοήσωμεν. Ἂς μιμηθῶμεν, ὅσον δυνάμεθα, τὰ πεπολιτισμένα Κράτη, ἅτινα ὡς βάσιν τῆς εὐημερίας αὐτῶν ἔθεντο τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ λαοῦ. Ἡ Γαλλία ἀπὸ τοῦ μετὰ τῆς Γερμανίας πολέμου ἠρύσθη τὸ σωτήριον δίδαγμα, ὅτι μέγας παράγων τῆς ἐθνικῆς εὐεξίας εἶναι ἡ πνευματικὴ μόρφωσις τῶν πολιτῶν, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν ἔκτοτε ἐν Γαλλίᾳ τεραστίας προόδους ἐν τῇ δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει· οἱ δημοδιδάσκαλοι ἀμφοτέρων τῶν φύλων, οἵτινες τὸ 1872 ἦσαν 75,000, σήμερον ἀνέρχονται εἰς 106,000· τὰ δημόσια σχολεῖα ἀπὸ 56,000 ηὐξήθησαν εἰς 67,000, οἱ δὲ μαθηταὶ ἀπὸ 3,000,000 ἀνέρχονται σήμερον εἰς 4,500,000· ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀγραμμάτων ἐλαττοῦται ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν· ἐκ τῶν νεοσυλλέκτων τοῦ στρατοῦ γνωρίζουσι σήμερον γραφὴν καὶ ἀνάγνωσιν 90%· αἱ δαπάναι ὑπὲρ τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἀπὸ 56,000,000 τὸ 1872, ἀνῆλθον σήμερον εἰς 126,000,000...
§111ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς σας, μετὰ 15 ἔτη θέλουσι παραγάγει τὰ Διδασκαλεῖα τοὺς ἀπαιτουμένους δημοδιδασκάλους.
§112ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λογαριασμός σας εἶναι ἐσφαλμένος, δὲν λαμβάνετε δὲ ὑπ’ ὄψιν τὰ δύο συστηθησόμενα Διδασκαλεῖα. Ἀλλὰ καὶ μετὰ 15 ἔτη ἐὰν ἔχωμεν πλήρη τὰ στελέχη τῶν δημοδιδασκάλων, πάλιν πρέπει νὰ ἤμεθα εὐχαριστημένοι, ἀφοῦ μὲ τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν οὐδὲ μετὰ 150 ἔτη ἐλπίζεται τοῦτο... Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ, Κύριοι, ἡ προσθήκη τῶν Διδασκαλείων, ἐὰν δὲν προνοήσωμεν ἀμέσως περὶ παρασκευῆς ἀνδρῶν εἰδικῶν, πρὸς μόρφωσιν δημοδιδασκάλων, ἀνδρῶν παιδαγωγικῶν, σπουδασάντων πᾶσαν τὴν σειρὰν τῶν παιδαγωγικῶν μαθημάτων καὶ ἀσκηθέντων ἐν προτύποις εὐρωπαϊκοῖς, ἵνα μάθωσι καὶ διδάσκωσι τοὺς παῖδας, οὐχὶ νὰ ψιττακίζωσιν, ἀλλὰ νὰ λαμβάνωσι σαφῆ ἔννοιαν τῶν διδασκομένων μαθημάτων, καὶ ἀποκτῶσι γνώσεις ὠφελίμους εἰς τὸν κοινωνικὸν βίον. Ὁ Φεῤῥύ, Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐν Γαλλίᾳ, ἀγορεύων ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων, εἶπεν: «Οὐδεὶς δύναται νὰ προσαγορευθῇ πολιτικὸς ἀνὴρ, ἂν μὴ ἡ πρακτικὴ ἐκπαίδευσις τοῦ λαοῦ κατέχῃ τὴν πρώτην θέσιν ἐν τῷ προγράμματι αὐτοῦ.» Ὁ δὲ πολὺς Γαμβέττας, ὁμιλῶν ἐν Βορδῷ τὴν 26 Ἰουνίου 1871, ἔλεγεν: «Ἐργασθῶμεν νὰ ἐξαφανίσωμεν τὴν τοῦ λαοῦ ἀπαιδευσίαν, ἐξ ἧς προέρχονται ἀλληλοδιαδόχως ὁ δεσποτισμὸς καὶ ἡ δημαγωγία.» Ἔχομεν ἀνάγκην λοιπὸν δημοδιδασκάλων ἐπιστημονικῶς κατηρτισμένων, ὅπως μορφόνωσιν ἐπιστημονικῶς τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω νομοσχέδια περὶ συστάσεως Διδασκαλείων καὶ περὶ ὑποτρόφων πρὸς σπουδὴν τῆς παιδαγωγικῆς, προσέτι δὲ καὶ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Συμπεραίνων, ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι, ἂν θέλωμεν σοβαρῶς νὰ θέσωμεν τὰ θεμέλια στερεᾶς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἂν θέλωμεν νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἠθικὴν ἐξυγίανσιν τῆς χώρας καὶ τὴν πραγματικὴν μόρφωσιν τῶν Ἑλληνοπαίδων, δὲν πρέπει νὰ διστάσωμεν εἰς τὴν παραδοχὴν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἀνωτέρω διὰ τῶν νομοσχεδίων προέβαλον, καὶ πρέπει τὸ ταχύτερον νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν. Ὅταν ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν ἴδωμεν ἀνεγηγερμένα καθ’ ἅπαντας τοὺς δήμους διδακτήρια εὐπρεπῆ καὶ ὑγιεινὰ, καὶ δημοδιδασκάλους ἐν αὐτοῖς μεθοδικῶς καὶ παιδαγωγικῶς διδάσκοντας, θὰ αἰσθανθῶμεν ἀγαλλίασιν, βλέποντες συῤῥέοντα ἐν τοῖς σχολείοις τούτοις τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ. Πιστεύσατε, ὅτι τοῦτο θ’ ἀποτελέσῃ σπουδαῖον καὶ ἀληθὲς βῆμα προόδου εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν.
§113ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεβάλετε πολλὰ σημειώματα καὶ πολλοὺς πίνακας, εἰς ἀπάντησιν τῶν διαφόρων ἐπερωτήσεων, αἱ ὁποῖαι σᾶς ἀπηυθύνθησαν, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, ἂν μεταξὺ αὐτῶν ἦναι καὶ πίναξ, διαλαμβάνων, πόσα εἰσεπράχθησαν καθ’ ἕκαστον τῶν παρελθόντων ἐτῶν ἀπὸ ἕκαστον τῶν δήμων, καὶ πόσα ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτῶν. Ἀπευθύνω δὲ τὴν ἐρώτησιν ταύτην, διότι καθ’ ἑκάστην ἀκούομεν πολλὰ παράπονα παρὰ πολλῶν δήμων, ὅτι, ἐνῷ οὗτοι συνεισφέρουσι πολλά, ὀλίγα δαπανῶνται διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτῶν.
§114ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσα ἕκαστος δῆμος εἰσφέρει, εὐκόλως τὸ μανθάνετε, ἀναγινώσκοντες τὸ σχετικὸν φύλλον τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», ἐν ᾧ εἶναι δημοσιευμένον τὸ βασιλικὸν διάταγμα, τὸ κανονίζον τὴν εἰσφοράν· δύναμαι δὲ νὰ προσαγάγω καὶ σημείωμα, δεικνῦον τὴν ἀπαιτουμένην δι’ ἕκαστον δῆμον ἐκπαιδευτικὴν δαπάνην, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας κανονίζεται ἡ εἰσφορὰ δυνάμει τῆς παραγράφου βʹ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ᾼϠΜΑʹ νόμου τῆς 27 Μαρτίου 1891. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι ἡ ἀπαιτουμένη αὕτη δαπάνη ἐκανονίσθη, καὶ δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ κανονισθῇ, παρὰ ἐπὶ τῇ βάσει προσεγγίσεων καὶ μέσων ὅρων, καθόσον ἡ δαπάνη αὕτη ποικίλλει, δυναμένη νὰ αὐξηθῇ ἢ νὰ μειωθῇ καὶ μόνον ἐκ τῆς προσθήκης ἢ τῆς ἀφαιρέσεως ἑνὸς δημοδιδασκάλου. Ἂν κατὰ μῆνα Ἰανουάριον π. χ. ἔχωμεν ἔν τινι δήμῳ ἓξ δημοδιδασκάλους, τὸν δὲ Φεβρουάριον πέντε, ἡ κατὰ Φεβρουάριον δαπάνη ἔσεται μηνιαίως κατὰ 200 περίπου δραχμὰς ὀλιγωτέρα, καὶ τὸ ἀντίθετον. Ὑπολογίσατε νῦν τὰ ἐνοίκια τῶν διδακτηρίων, ἅτινα δύνανται νὰ ὦσι διάφορα ἐν τῷ διαστήματι ἑνὸς ἔτους κτλ., καὶ θέλετε ἀκόπως σχηματίσει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἀπαιτουμένη ἐκπαιδευτικὴ δαπάνη δι’ ἕκαστον δῆμον εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπολογισθῇ μετ’ ἀλανθάστου ἀκριβείας.
§115ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι εἰς δῆμόν τινα ἤθελεν ὑπάρχει κενόν, —καὶ ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῆς ὁριστικῆς εἰσφορᾶς καὶ τῆς πραγματικῆς δαπάνης,—ὁ δῆμος αὐτὸς τί δύναται νὰ πράξῃ;
§116ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καίτοι ἡ ἐρώτησίς σας εἶναι ἀσαφής, οὐχ ἧττον, κολακευόμενος ὅτι τὴν μαντεύω, σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι ἡ καλὴ πίστις καὶ ἡ εὐλάβεια πρὸς τοὺς νόμους καὶ πρὸς τὸ μέτρον τῆς δικαιοσύνης δι’ ἕκαστον δῆμον ἐπιβάλλει εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ συναρμολογῇ τὴν ἐκπαιδευτικὴν δαπάνην ἑκάστου δήμου πρὸς τὴν εἰσφοράν αὐτοῦ, πλήν, ἐννοεῖται, τῶν ἀπόρων δήμων, τῶν οὐδὲν ἢ ἐλάχιστον εἰσφερόντων· περὶ τούτων θὰ μεριμνήσῃ ὁ Ὑπουργός, οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς εἰσφορᾶς των, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκπαιδευτικῆς των ἀνάγκης. Διὰ τοὺς ἀπόρους δήμους καταβάλλουσι καὶ ἔνιοι τῶν πλουσίων ὀλίγον τι πλειότερον, καὶ τὸ Δημόσιον χορηγεῖ 500,000 δραχμῶν, καὶ αἱ Μοναὶ 150,000 δραχμῶν. Δὲν εἶναι δέ, ἐπαναλαμβάνω, ἐνδεχομένη ἡ περίπτωσις νὰ ἀδικηθῇ δῆμός τις, ὥστε ν’ ἀπολαμβάνῃ ἐκπαιδεύσεως ὀλιγωτέρας τῆς ἀναλογούσης εἰς τὴν εἰσφοράν του· εἰς τοῦτο θὰ ἐμποδισθῇ ὁ Ὑπουργὸς, ὡς εἶπον, ἀπὸ τὴν καλὴν πίστιν, ἀπὸ τὴν εὐλάβειάν του πρὸς τοὺς νόμους, καὶ τέλος ἀπὸ τὴν ἠθικὴν τοὐλάχιστον εὐθύνην.... Γνωρίζετε ὑμεῖς, ὅστις ἐχρηματίσατε Ὑπουργός, καὶ ἐν τῷ αὐτῷ μάλιστα κλάδῳ, ἄλλους φραγμούς;...
§117ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μήπως ἐπιθυμῆτε, κύριε Ὑπουργέ, μικρὰν διακοπὴν πρὸς ἀναψυχήν;
§118ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, εὐχαριστῶ· δὲν αἰσθάνομαι ποσῶς τὴν ἀνάγκην. Πλὴν τῶν πρὸ μικροῦ κατατεθέντων, κύριοι Βουλευταί, νομοσχεδίων περὶ καταργήσεως τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, περὶ προσθήκης Διδασκαλείων καὶ περὶ ἀποστολῆς εἰς Εὐρώπην ὑποτρόφων πρὸς σπουδὴν τῆς παιδαγωγικῆς, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω καὶ ἕτερα νομοσχέδια. Ἑκάστου τούτων προτάσσεται μακρὰ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις διαλαμβάνουσα, τοὺς λόγους, οἵτινες κατ’ ἀρχὴν μὲ ἔπεισαν περὶ τῆς χρησιμότητος ἑκάστου αὐτῶν, καὶ ἐξηγοῦσα πάσας τὰς λεπτομερείας. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω ἐν εὐρύτητι, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε παρακαλῶ πάντας τοὺς κ. κ. συναδέλφους νὰ μελετήσωσιν ἐπισταμένως τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἵνα ἐν καιρῷ διὰ τῶν γνωμῶν των ἐπικουρήσωσιν εἰς τὸν ἐντελέστερον καταρτισμόν των. Τὰ θέματα τὰ ἐκπαιδευτικὰ δὲν εἶναι οὔτε κομματικά, οὔτε πολιτικά, καὶ δι’ αὐτὸ ἐλπίζω, ὅτι οἱ συνάδελφοι ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων δὲν θὰ συμβουλευθῶσιν ἐν τῇ περὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν γνώμῃ των, εἰμὴ τὴν συνείδησίν των καὶ τὸ ὑπὲρ τοῦ τόπου ἐνδιαφέρον των. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἐφ’ ὧν νῦν βραχείας θὰ φέρω παρατηρήσεις, εἰσὶ τὰ ἑξῆς: Περὶ ἐποπτείας καὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δημοτικῶν σχολείων. Αἱ διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1834 διατάξεις περὶ ἐποπτείας καὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δημοτικῶν σχολείων μετὰ ἑξηκονταετῆ πεῖραν ἀπεδείχθησαν καὶ ἀνεφάρμοστοι καὶ ἀνεπαρκεῖς, ἐνῷ δὲ ἐπὶ πάντων τῶν κλάδων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας εἰσὶ τεταγμένοι κατὰ μικρὰς ἢ μεγάλας περιφερείας ἐπόπται ἢ ἐπιθεωρηταί, δι’ ὧν ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία ἐπικοινωνοῦσα ἐνεργεῖ πεφωτισμένως καὶ ἐν ἐπιγνώσει, μόνη ἡ ἐκπαίδευσις κατελείφθη ἄνευ πραγματικῆς ἐποπτείας. Ἡ ἀνάγκη προνοίας ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι παγκοίνως παρὰ τοῖς ἁρμοδίοις ὡμολογημένη, ὥστε νὰ μὴ ἦναι ἀνάγκη νὰ ἐπιμείνω, ἐξηγῶν πλειότερον αὐτήν. Περὶ πλήρων δημοτικῶν σχολείων. Τὰ τοιαῦτα πλήρη σχολεῖα θὰ ὦσιν ὅμοια πρὸς τὰ πρότυπα, τὰ προσηρτημένα τοῖς Διδασκαλείοις. Διὰ τῶν σχολείων τούτων ἡ στοιχειώδης παίδευσις καθίσταται αὐτοτελής, περιλαμβάνουσα πάσας τὰς ἀναγκαίας γνώσεις, τὰς χρησίμους εἰς τὰ ποικίλα κοινωνικὰ ἔργα, διότι τὸ ποσὸν τῶν γνώσεων, ὅπερ σήμερον κτῶνται οἱ Ἑλληνόπαιδες ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις, δὲν εἶναι ἐπαρκές· τοῦθ’ ὅπερ ἀναγκάζει αὐτοὺς νὰ τρέπωνται εἰς τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ τὰ Γυμνάσια, ἐντεῦθεν δὲ καὶ τοὺς πένητας γονεῖς των ἐπιβαρύνουσι, καὶ ἀποστεροῦσι τὰς τέχνας, τὴν γεωργίαν, τὴν βιομηχανίαν, τῶν ἀναγκαίων χειρῶν, καθιστῶντες ἑαυτοὺς συγχρόνως δυστυχεῖς. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὴν Δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἤδη ἐν σχέσει πρὸς τὴν Μέσην ἐκπαίδευσιν. Εἶναι ὁμολογούμενον, ὅτι μία τῶν σπουδαιοτάτων ἐλλείψεων ἐν τῇ μέσῃ ἐκπαιδεύσει ἐστὶν ἡ παντελὴς σχεδὸν ἔλλειψις πρακτικῆς ἀσκήσεως τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως, οἵτινες εὐθὺς μετὰ τὴν θεωρητικὴν δοκιμασίαν διορίζονται καὶ ἀποστέλλονται νὰ ἀσκηθῶσιν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τῶν μαθητῶν. Δέον λοιπόν, ὡς πάντες οἱ ἐπιστήμονες, καὶ οἱ λειτουργοὶ τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως νὰ ὑποχρεωθῶσιν εἰς πρακτικὴν ἄσκησιν καὶ δοκιμασίαν, μεθ’ ἣν καὶ μόνον νὰ ἐπιτρέπηται ὁ διορισμὸς αὐτῶν. Πρὸς τούτοις καὶ τὰ προσόντα τῶν λειτουργῶν τούτων δέον νὰ κανονισθῶσιν, ἵνα ἐκλείψῃ τὸ ἄτοπον, ὅπερ βλέπομεν, πτυχιούχους τοῦ φυσικοῦ καὶ μαθηματικοῦ τμήματος νὰ σχολαρχῶσι, θεολόγοι δὲ νὰ διδάσκωσιν Ἑλληνικὰ καὶ Λατινικὰ ἐν Γυμνασίοις. Περὶ πάντων τούτων προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλλω ὑμῖν, περὶ προσόντων τῶν Γυμνασιαρχῶν καὶ καθηγητῶν. Πολὺς ἠγέρθη θόρυβος κατὰ τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων, προβληθείσης καὶ τῆς καταργήσεως αὐτῶν, ὡς ὅλως ἀνωφελῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν κατασταθῇ δυνατὸν διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν πλήρων δημοτικῶν σχολείων, περὶ ὧν ἀνωτέρω ὑπέβαλον νομοσχέδιον, ταῦτα νὰ περιλάβωσι τὴν ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς σχολείοις παρεχομένην παίδευσιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν περὶ καταργήσεως, ἀλλὰ περὶ βελτιώσεως αὐτῶν, ἀφοῦ μάλιστα στερούμεθα ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰδικῶν καὶ πρακτικῶν σχολείων. Τὴν βελτίωσιν ταύτην σκοπεῖ τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν Ἑλληνοδιδασκάλων, δι’ οὗ ἐπιζητεῖται ἡ ὁριστικὴ κατάργησις τῶν βοηθῶν, τῆς φαγεδαίνης ταύτης τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὅ,τι ἀνωτέρω εἶπον περὶ τῆς ἐλλείψεως ἐποπτείας καὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δημοτικῶν σχολείων, τοῦτ’ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνω προκειμένου περὶ τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως, ὅτι καὶ αὕτη ἐγκατελείφθη ἄνευ ἐποπτείας τινὸς, ἣν τοσοῦτον ἀναγκαίαν θεωρῶ, ὥστε νομίζω, ὅτι τὸ ἔθνος ὀφείλει δι’ ἁδρᾶς δαπάνης νὰ παρασκευάσῃ ἄνδρας, χρησίμους πρὸς τὸ μέγα τοῦτο ἔργον, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε δέον ἐκ τῶν ἐνόντων νὰ οἰκονομηθῇ ἡ ἔλλειψις αὕτη. Διὰ τῆς ἐπιθεωρήσεως τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως δύναται καὶ τὰ πόῤῥω γιγνόμενα νὰ βλέπῃ μετ’ ἀκριβείας, καὶ τὰς ἄλλας καταχρήσεις ἐν ταῖς ἐξετάσεσι καὶ τῇ διδασκαλίᾳ νὰ προλαμβάνῃ, νὰ καθοδηγῆται δὲ εἰς τὰς μεταβολὰς τοῦ προσωπικοῦ, ῥυθμιζομένας ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς ὑπηρεσίας. Τὰ περὶ τούτου κανονίζει τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ὑποβάλλω, περὶ μονίμων ἐπιθεωρητῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ἄλλα ὅμως ἄτοπα ἐν τῇ μέσῃ ἐκπαιδεύσει πρέπει νὰ ἐκλείψωσι, καθοριζομένου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν διδασκόντων ἐν ἑκάστῳ Ἑλληνικῷ σχολείῳ καὶ Γυμνασίῳ, καὶ προσδιοριζομένων τῶν ὡρῶν τῆς ἐργασίας, ἀπαγορευομένης ταὐτοχρόνως αὐστηρῶς τῆς ἰδιαιτέρας διδασκαλίας, ἐξ ἧς πλεῖστα ἀπεδείχθησαν ἄτοπα. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἀπαγόρευσις ἀναγκαίως συνεπάγεται κατά τι αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως, ὥστε νὰ δυνηθῶσι ν’ ἀφοσιωθῶσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ ἔργον τῆς δημοσίου διδασκαλίας· εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ διακριθῶσι διὰ νόμου διάφοροι βαθμοὶ καὶ μισθοὶ, ἀφοῦ εἶναι βέβαιον, ὅτι οἱ διδάσκοντες ἐν Γυμνασίῳ ἢ Ἑλληνικῷ σχολείῳ δὲν εἶναι ἴσοι, οὔτε κατὰ τὴν ἐπιστημονικὴν μόρφωσιν, οὔτε κατὰ τὸν κόπον ἐν τῇ διδασκαλίᾳ. Τὰ περὶ τούτου κανονίζονται διὰ τῶν νομοσχεδίων ἅπερ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλλω: Περὶ τοῦ ἀριθμοῦ, βαθμοῦ καὶ μισθοῦ τῶν καθηγητῶν. Περὶ τοῦ ἀριθμοῦ, βαθμοῦ, μισθοῦ καὶ διδασκαλίας τῶν Ἑλληνοδιδασκάλων. Ὀφείλομεν πρὸς τούτοις νὰ προνοήσωμεν καὶ περὶ μονιμότητός τινος τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως, καθόσον ἡ ἐπικειμένη καὶ ἀπειλουμένη μετάθεσις ἢ ἀπόλυσις ἐν πάσῃ τοῦ ἔτους ὥρᾳ δύναται νὰ καθυποτάξῃ καὶ τὸν εὐσυνειδητότερον τῶν ὑπαλλήλων, ὅταν μάλιστα οὗτος τυγχάνῃ περιβεβλημένος ὑπὸ οἰκογενειακῶν ἀναγκῶν. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ μονιμότητος τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλην κατάχρησιν εἶναι ἀνάγκη νὰ θέσωμεν φραγμὸν, ὅπως ἀνασταλῇ καὶ ἡ ἐν πάσῃ τοῦ σχολικοῦ ἔτους ὥρᾳ σύστασις ἐκπαιδευτηρίων τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἡ διαίρεσις τάξεων εἰς τμήματα λόγῳ πληθύος μαθητῶν, διότι τοῦτο, ἄνευ πραγματικῆς μάλιστα ἀνάγκης ἐνίοτε γινόμενον, φέρει σύγχυσιν καὶ ἀνωμαλίαν ἐν τῇ διδασκαλίᾳ. Τὴν τοιαύτην κατάχρησιν σκοπεῖ νὰ ἄρῃ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ὑποβάλλω, περὶ συστάσεως παιδευτηρίων τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως καὶ διαιρέσεως τάξεων τούτων. Οἱ σημερινοὶ καιροὶ ἐπιβάλλουσι τὴν πνευματικὴν καὶ θρησκευτικὴν μόρφωσιν τῶν κορασίων διὰ πληρεστέρας καὶ ὁμοιομόρφου παιδεύσεως, διότι ἡ διὰ τῶν δημοτικῶν σχολείων παρεχομένη δὲν εἶναι ἐπαρκής. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὰ παιδευτήρια τῆς Φιλεκπαιδευτικῆς Ἑταιρίας παρέχουσι τὴν ποθουμένην ἀνωτέραν ἐκπαίδευσιν τῶν κορασίων, ἀλλὰ τὰ παιδευτήρια ταῦτα δὲν εἶναι τοῖς πᾶσι προσιτὰ, καὶ λόγῳ τόπου καὶ λόγῳ διδάκτρων. Ἕνεκα τούτου, θεωρῶν δίκαιον νὰ προνοήσωμεν περὶ ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως τῶν Ἑλληνίδων κορασίων, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ἀνωτέρων παρθεναγωγείων, δαπάνῃ τοῦ Κράτους συντηρουμένων καὶ ἐχόντων ὀργανισμὸν παρεμφερῆ τῷ τοῦ Ἀρσακείου Παρθεναγωγείου, εὐχόμενος νὰ δυνηθῶ νὰ ὑποβάλω προσεχῶς νομοσχέδιον περὶ συστάσεως πρακτικῶν, τεχνικῶν καὶ καλλιτεχνικῶν γυναικείων σχολῶν, αἵτινες, λειτουργοῦσαι ἐν Εὐρώπῃ καὶ Ἀμερικῇ, ἐπέφερον εὐεργετικὰ ἀποτελέσματα. Πρὸς τούτοις ὑποβάλλω νομοσχέδια: Περὶ πειθαρχικῶν ποινῶν τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, καὶ Περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ΦΜʹ τοῦ 1875 περὶ διορισμοῦ μὴ ἐντοπίων ὡς πρός τινας τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, καθόσον οὐδεμία ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ νόμῳ πειθαρχικὴ ποινὴ κατ’ αὐτῶν’ τοῦθ’ ὅπερ ἄγει εἰς τὴν ἀπόλυσιν, ἐνῷ τοῦτο δὲν εἶναι πολλάκις δίκαιον, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς πολλαπλῆς διαβαθμίσεως τῶν παραπτωμάτων. Ἡ ἐφαρμογὴ δὲ τοῦ νόμου περὶ μὴ διορισμοῦ ἐντοπίων ἐνδεικνύεται ἀφ’ ὅτου τὰ ἀπολυτήρια χρησιμεύουσιν ὡς εἰσιτήρια εἰς δημοσίας ὑπηρεσίας, παρεσύρθησαν δὲ ἐνιαχοῦ δυστυχῶς οἱ διδάσκοντες εἰς τὴν τύρβην τῆς πολιτικῆς διαμάχης. Πλὴν τῶν κατατεθέντων νομοσχεδίων, σχετιζομένων πρὸς τὴν Δημοτικὴν καὶ τὴν Μέσην ἐκπαίδευσιν, ἀνάγκη νὰ προνοήσωμεν καὶ περὶ ἀναγκῶν τινων ἀρχαιολογικῶν. Ἡ σχετικὴ νομοθεσία δεῖται καὶ πολλῶν ἄλλων συμπληρώσεων, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος δέον νὰ προνοήσωμεν περὶ ἀντικειμένων, χρῃζόντων κατεπειγούσης μερίμνης. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ἰδιωτικῶν κτημάτων, κειμένων ἐν τοῖς κατὰ τὰ πέριξ τῶν Ἀθηνῶν λόφοις καὶ ἀρχαιολογικοῖς τόποις, καθόσον ἡ συντήρησις τῶν ἐν τοῖς πέριξ τῶν Ἀθηνῶν λόφων καὶ ὑψωμάτων εἶναι καθῆκον ἐκ τῶν πρωτίστων, ὅπερ τὸ Ἔθνος ἔχει πρὸς ἑαυτὸ καὶ τὸν πεπολιτισμένον κόσμον, εἶναι δὲ ὄντως θλιβερὸν καὶ βανδαλικὸν τὸ φαινόμενον, ὅπερ παρατηρεῖται πέριξ τῶν Ἀθηνῶν, ἔνθα καθ’ ἑκάστην βλέπομεν καταστροφὰς ἀρχαιολογικῶν τόπων, ἀποτελούντων ἢ ὑπομιμνησκόντων ἐνδόξους ἱστορικὰς ἐποχὰς καὶ γεγονότα. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως Μουσείου καὶ ἐργαστηρίου ἐκμαγείων. Ἐν τῷ ἐργαστηρίῳ θὰ κατασκευάζωνται γύψινα ἀντίτυπα τῶν ἐν τῷ Μουσείῳ ἡμῶν πρωτοτύπων ἔργων. Διὰ τῆς ἱδρύσεως τοιούτου ἐργαστηρίου ἐκμαγείων καὶ τὸ ἡμέτερον Μουσεῖον τῶν ἀντιτύπων δυνάμεθα νὰ πλουτίσωμεν, καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ Μουσείων νὰ πληρῶμεν, προσφέροντες ἐπ’ ἀνταλλαγῇ εἰς ταῦτα τὰ ἡμέτερα ἀντίτυπα, οὕτω δὲ θέλομεν ἔχει ἐν ἀντιτύποις πάντα τὰ πρωτότυπα ἔργα, ὧν στερεῖται τὸ Μουσεῖον ἡμῶν. Ἐπίσης εἶναι ἀνάγκη νὰ κανονισθῶσι πληρέστερον τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ἐθνικοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου ἡμῶν καὶ τὰ τοῦ ὑπηρετοῦντος ἐν αὐτῷ προσωπικοῦ. Ἡ ἀνάγκη αὕτη καθίσταται ἐπιτακτικὴ νῦν, ὅτε συνεπληρώθησαν τὰ τοῦ Μουσείου μας καὶ πλουσιώταται συλλογαὶ δυσυπολογίστου ἀξίας παρεδόθησαν εἰς τὴν ἐπίσκεψιν τοῦ κοινοῦ. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω νομοσχέδια: Περὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου καὶ Περὶ φυλάκων τοῦ Ἐθνικοῦ Μουσείου καὶ βοηθῶν καὶ ἐπιστατῶν ἀρχαιοτήτων. Ἡ ἀνάπτυξις τῶν ἀρχαιολογικῶν ἐργασιῶν ἐπεξετάθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δὲν δύναται τὸ Κράτος νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς πολυειδεῖς ἀνάγκας τῶν ἐργασιῶν τούτων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐπείγει ἡ διάσωσις τῶν περὶ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν ἱστορικῶν λόφων καὶ ὑψωμάτων, καταστρεφομένων ὁσημέραι διὰ τῆς ἐνεργουμένης λατομίας ὑπὸ τῶν ἐχόντων ἰδιόκτητα κτήματα ἐν τοῖς τόποις τούτοις, ὑπὲρ ὧν ἐξεδόθησαν δικαστικαὶ ἀποφάσεις. Οὐδὲν ἄλλο μέσον ὑπολείπεται πρὸς διάσωσιν ἢ ἡ ἀγορὰ τῶν κτημάτων τούτων, ἄλλως ἐπίκειται ἡ καταστροφὴ τῶν ἱερῶν βράχων τοῦ Ἀρείου Πάγου, τῆς Πνυκὸς, τοῦ Μνημείου τοῦ Φιλοπάππου κλπ. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον δίκαιον νομίζομεν νὰ διατεθῇ μέρος τῶν ἐκ τοῦ ἀρχαιολογικοῦ λαχείου πόρων, ἀφοῦ μάλιστα ἐξαιρετικῶς ἐπετράπη εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν ἡ ἔκδοσις λαχείου πρὸς ἱερὸν σκοπὸν, ἱερώτερος δὲ σκοπὸς τῆς διασώσεως τῶν ἐπισήμων ἀρχαιολογικῶν μνημείων τῆς πόλεως Ἀθηνῶν δὲν ὑπάρχει. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ διαθέσεως τῶν ἐκ τῶν ἀρχαιολογικῶν λαχείων ἐσόδων. Τελευταῖον νομοσχέδιον, ὅπερ παρέλειψα ἐν οἰκείῳ τόπῳ νὰ ὑποβάλω, καὶ ὅπερ καταθέτω τὴν στιγμὴν ταύτην, εἶναι τὸ περὶ συμπληρώσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καθόσον τὸ μέχρι τοῦδε ὑπάρχον τοιοῦτον ἀπεδείχθη λίαν ἀνεπαρκὲς πρὸς διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας, τεραστίως αὐξηθείσης ὡς ἐκ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν σχολείων παντὸς βαθμοῦ. Τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ προσωπικοῦ προσεπάθουν νὰ ἀναπληρῶσιν ἐν τῷ παρελθόντι διὰ προσκολλήσεως εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου βοηθῶν ἢ ἑλληνοδιδασκάλων, ἀποσπωμένων ἀπὸ τῶν ἔργων αὐτῶν, ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἀπόσπασις καὶ πηγὴ καταχρήσεων ἀπεδείχθη, καὶ τὴν ἀνάγκην δὲν ἐπλήρου. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου προστίθεται εἷς ὑπουργικὸς γραμματεὺς, δύο γραφεῖς καὶ εἷς κλητὴρ, ἀπαγορεύεται δὲ τοῦ λοιποῦ ἡ προσκόλλησις προσώπων ἐξ ἄλλων ὑπηρεσιῶν, ὅπερ ἐγίνετο πρὸς ζημίαν τῆς κυρίας ὑπηρεσίας των, ἄνευ σπουδαίας ὠφελείας τῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τοιαύτης. Ταῦτα τὰ νομοσχέδια εἶχον σήμερον νὰ ὑποβάλω. Ὑπολείπονται εἰσέτι τὰ ἀφορῶντα τὴν ἀνωτέραν ἐκπαίδευσιν καὶ τὰ Ἐκκλησιαστικά. Ἐντὸς τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος ἀφεύκτως θέλω καταθέσει καὶ ταῦτα, ἵνα τυπωθῶσιν ἅπαντα ἐν ἑνὶ τεύχει καὶ συζητηθῶσι κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, ὄχι μόνον διότι ἅπαντα ἀφορῶσιν εἰς τοὺς αὐτοὺς κλάδους τῆς Διοικήσεως, οὓς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω, ἀλλὰ καὶ διότι ὑπάρχει μεταξὺ τῶν πλείστων ἐξ αὐτῶν ἐσωτερικὸς σύνδεσμος, καὶ δὲν θὰ ἦτο προσῆκον νὰ διαχωρισθῶσι. Τὰ νομοσχέδια τὰ Ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὰ τῆς ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως, περὶ ὧν ὁ λόγος, εἰσὶ σχεδὸν κατηρτισμένα ἐν ταῖς βάσεσιν αὐτῶν, καὶ δὲν λείπει, παρὰ μόνον ἐπεξεργασία ἐπί τινων λεπτομερειῶν, ἥτις περατοῦται τὴν ἑβδομάδα ταύτην. Διὰ τῶν νομοσχεδίων περὶ ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως ὑποβάλλεται ὑμῖν τέλειος καὶ ὁριστικὸς διοργανισμὸς τοῦ Πανεπιστημίου, διότι εἶναι ἄτοπον, τὸ ἀνώτατον ἐθνικὸν ἐκπαιδευτικὸν ἵδρυμα νὰ διέπηται εἰσέτι διὰ τοῦ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς 14 Ἀπριλίου 1837· αἱ ἀνάγκαι δὲ τοῦ Πανεπιστημίου ὑπαγορεύουσι τὸν ὁριστικὸν αὐτοῦ κανονισμόν, ὅστις καὶ τὰ κενὰ τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ νὰ ἀναπληρώσῃ, καὶ τὰς ἐλλείψεις αὐτοῦ νὰ διορθώσῃ, καὶ τὰς ἐκ μακρᾶς πείρας καταδειχθείσας ἀνάγκας τῆς Πανεπιστημιακῆς διδασκαλίας νὰ θεραπεύσῃ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πολλαὶ, καὶ ἰδίως ἀπὸ τοῦ 1850, ἐγένοντο ἀπόπειραι ὑπὸ τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων πρὸς σύνταξιν ὁριστικοῦ κανονισμοῦ, ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδεμία τούτων κατώρθωσε νὰ καταλήξῃ εἰς πέρας. Ἀλλὰ καὶ ἂν αἱ ἀπόπειραι αὗται δὲν ηὐτύχησαν νὰ τελεσφορήσωσιν, οὐχ ἧττον κατέλιπον ἡμῖν σπουδαιοτάτην ἐργασίαν, ἐξ ἧς πολύτιμον συνδρομὴν ἠρύσθην. Ὁ θεσμὸς τῆς ἐνιαυσίου ἀρχῆς τοῦ Πανεπιστημίου ἀπεδείχθη ἀλυσιτελής, καὶ ὡς τοιοῦτος δεῖται μεταῤῥυθμίσεως, καὶ μεταῤῥυθμίζεται διὰ τοῦ ὑπὸ μελέτην σχεδίου, κατὰ τρόπον ἐγγυώμενον τὴν ἐπιστημονικωτέραν διοίκησιν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τὴν σκόπιμον καὶ προσήκουσαν διοίκησιν τῆς περιουσίας αὐτοῦ, ἀνερχομένης μετὰ τῶν παρ’ αὐτοῦ διαχειριζομένων κληροδοτημάτων εἰς ὀκτὼ περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἐπίσης διὰ τοῦ ὑποβληθησομένου νομοσχεδίου ὁρίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἑδρῶν ἑκάστης Σχολῆς, καθορίζονται σαφέστερον τὰ προσόντα τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ εἰς τὰ τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν λαμβάνεται πρόνοια, ἐξασφαλίζουσα τὴν ἀληθῆ ἱκανότητα. Ἐπίσης λαμβάνεται πρόνοια περὶ τῆς ὑφηγεσίας καὶ τῆς τύχης τῶν ὑφηγητῶν. Εἰς τὴν παραδοχὴν τῶν φοιτητῶν καὶ ἐγγραφὴν αὐτῶν τίθεται ἐν τῷ σχεδίῳ αὐστηροτέρα ἐξέλεγξις, ἵνα μὴ εἰσέρχωνται ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ νέοι ἐντελῶς ἀπαράσκευοι εἰς ἀκρόασιν ἐπιστημονικῶν μαθημάτων, ἐκ κατακριτέας συγκαταβάσεως τυχόντες ἀπολυτηρίου Γυμνασίου· καθορίζονται ἄλλως τὰ τῶν ἐξετάσεων τῶν φοιτητῶν, δεκτῆς γιγνομένης κατ’ ἀρχὴν τῆς ἐνιαυσίου ἐξετάσεως, διότι μακρὰ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι οὐχὶ σπανίως φοιτηταὶ προσέρχονται εἰς διδακτορικὰς ἐξετάσεις ἄγευστοι τῆς οἰκείας ἐπιστήμης. Σχηματίζεται ἐν τῇ Νομικῇ Σχολῇ ἴδιον τμῆμα διοικητικῶν σπουδῶν, χρήσιμον εἰς τοὺς νέους τοὺς παρασκευαζομένους διὰ τὰς διοικητικὰς τοῦ Κράτους λειτουργίας, ἵνα σὺν τῷ χρόνῳ μορφωθῇ τάξις δημοσίων ὑπαλλήλων ἐπιστημονικῶς μεμορφωμένων. Καθορίζονται πειθαρχικαὶ ποιναὶ κατὰ τῶν παραπτωμάτων καθηγητῶν καὶ φοιτητῶν, καθόσον ἡ ἔλλειψις αὕτη πολλάκις παρέσχε πράγματα εἰς τὴν Διοίκησιν. Αὗται εἶναι αἱ κυριώτεραι διατάξεις τοῦ περὶ Πανεπιστημίου νομοσχεδίου, ἐφ’ οὗ ἐν καιρῷ θέλω ἐπικαλεσθῆ πᾶσαν ὑμῶν τὴν προσοχὴν, ὅπως δι’ ὡρίμου καὶ πεφωτισμένης συζητήσεως ἀποτελεσθῇ κατὰ τὸ δυνατὸν τέλειον νομοθέτημα, ἀντάξιον τοῦ ὑπερτάτου ἐθνικοῦ ἐκπαιδευτηρίου, οὗτινος ἡ εὐεξία ἐνδιαφέρει οὐ μόνον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἀλλ’ ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικὸν γένος. Διὰ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νομοσχεδίων διαῤῥυθμίζονται τὰ τῆς διοικήσεως τῶν Μοναστηρίων, ἥτις ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κειμένης ἀτελοῦς καὶ ἔν τισιν ἐλαττωματικῆς νομοθεσίας ἐνεργεῖται πλημμελέστατα· ῥυθμίζονται κατ’ ἄλλον τρόπον τὰ τῶν Ἱερατικῶν σχολείων, ὧν ἡ λειτουργία ἐλαχίστους, ἵνα μὴ εἴπω οὐδένα, ἀπέφερε καρπούς· καθορίζονται τὰ προσόντα Ἐπισκόπων καὶ τὰ τοῦ τρόπου τῆς πληρώσεως τῶν χηρευουσῶν ἐπισκοπικῶν ἑδρῶν, λαμβάνεται δὲ πρόνοια περὶ συστάσεως Ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου καὶ μορφώσεως κλήρου. Εἶναι λυπηρὸν τὸ ἄκουσμα, ὅτι ἐκ 5,980 ἱερέων καὶ διακόνων 7 μόνον εἰσὶν ἀπόφοιτοι τῆς Ῥιζαρείου Σχολῆς, 130 δὲ μόλις ἐφοίτησαν εἰς Γυμνάσια. Τὰ θέματα, ὧν ἅπτονται τὰ ὑποβληθέντα καὶ ὑποβληθησόμενα νομοσχέδια, εἰσὶ πολλὰ καὶ σπουδαῖα· σήμερον δὲν ἔκαμα ἄλλο τι, παρὰ μόνον νὰ θίξω τὰ θέματα καὶ νὰ ἀναγγείλω τὰ νομοσχέδια. Δὲν ἀξιῶ, ὅτι παρουσιάζω εἰς ὑμᾶς σύστημα τέλειον ἐκπαιδευτικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ἀναμορφώσεως, ἀλλ’ ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι εἰργάσθην μετ’ εὐσυνειδήτου ζήλου, ἵνα ἀνεύρω τὰς μᾶλλον κατεπειγούσας ἀνάγκας ἔν τε τῇ Ἐκπαιδεύσει καὶ τῇ Ἐκκλησίᾳ, καὶ νὰ προσπαθήσω νὰ ἐξεύρω πρακτικὴν αὐτῶν θεραπείαν. Εἰργάσθην πρὸς τοῦτο ἐπὶ πολύ, πολλὰς ἡμέρας καὶ νύκτας διὰ τὸ ἔργον καταναλώσας· δὲν παρέλειψα δὲ νὰ συμβουλευθῶ πάσας τὰς εἰδικότητας καὶ πάντα ἁρμόδιον. Δὲν εἶχον, οὔτε ἔχω τὴν φιλοδοξίαν νὰ καταπλήξουν τὰ νομοσχέδιά μου, ἀλλὰ τὸν πόθον νὰ προκύψῃ ἐξ αὐτῶν ἀθορύβως πραγματικὴ ὠφέλεια. Ἑκάστου νομοσχεδίου προτάσσεται μακρὰ ἔκθεσις, ἐξηγοῦσα εὐρέως ὅσα μόνον ἔθιξα σήμερον ὑμῖν, ἐπιφυλάσσομαι δὲ καὶ ἐν τῇ συζητήσει, ἣν ποθῶ εὐρυτάτην, νὰ δώσω πᾶσαν ἐξήγησιν, καὶ νὰ ἀποδεχθῶ πᾶσαν ὀρθὴν τροποποίησιν, ὁθενδήποτε προερχομένην· παρακαλῶ μάλιστα πάντας ἀνεξαιρέτως, ἵνα μὲ βοηθήσωσιν, ὅπως συμπληρωθῶσιν αἱ τυχὸν ἀτέλειαι ἐν τοῖς νομοσχεδίοις, καὶ ἀρθῶσιν αἱ ἐν αὐτῆς πλημμέλειαι. Ἐπὶ τῆς συνδρομῆς ὑμῶν στηριζόμενος, τρέφω τὴν γλυκεῖαν ἐλπίδα, ὅτι τὰ τῆς Παιδείας καὶ τῆς Ἐκκλησίας θὰ κάμωσιν ἓν καλὸν βῆμα ἐπὶ τὰ πρόσω. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§119ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας μοὶ ἔδωκε, καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀπαντήσω.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κατατεθέντες πίνακες καὶ τὰ νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 139–166).
§121ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς. Ἔλαβον ἐκ τοῦ δήμου Θεσπιῶν τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας ἐπιστολὴν, δι’ ἧς μοὶ ἀνακοινοῦνται παράπονα περὶ καταχρήσεων γενομένων ἐκεῖ κατὰ τὴν καταμέτρησιν τῶν ἀδηλώτων οἴνων. Λέγει ἡ ἐπιστολὴ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τηλεγραφικῶς ἔλαβε καταγγελίας περὶ αὐτῶν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἵνα, ἐξετάζων τὰ πράγματα, συμφώνως καὶ πρὸς τὰ ἐν τῇ σημειώσει ταύτῃ ἀκριβέστερον ἐκτιθέμενα, πράξῃ τὰ νόμιμα. (Καταθέτει τὴν σημείωσιν). Ἐπίσης ὑποβάλλω ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, παρακαλούμενον νὰ προσαγάγῃ καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἅπαντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ Λ. Βατῆ ἀπὸ τῆς θέσεως προξενικοῦ πράκτορος τῆς Ἑλλάδος ἐν Πανόρμῳ τῆς Ἀσιατικῆς Τουρκίας.
§122ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ μικροῦ ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Σύρου, τὸ ὁποῖον φαίνεται, ὅτι ἀπεστάλη εἰς ὅλους τοὺς Βουλευτὰς ἐκ Κυκλάδων, διότι παρατηρῶ, ὅτι ἔχει σημειώσει 12 ἀποδέκτας. Εἶναι ὑπογεγραμμένον ὑπὸ 33 καπνεμπόρων, ἤτοι ὅλων τῶν καπνοπωλῶν τῆς Ἑρμουπόλεως, οἱ ὁποῖοι λέγουσι τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Κατάπληξιν προὐξένησεν ἡμῖν εἴδησις ὑποβολῆς νομοσχεδίου μονοπωλίου καπνοῦ. Τὸ μονοπώλιον, μέλλον νὰ καταστρέψῃ τελείως ἐμπόριον καπνοῦ, ἀποβήσεται ὀλέθριον ἰδίως εἰς ἀγορὰν Σύρου, ἧς σπουδαῖος κλάδος ἐμπορίας εἶναι τὰ καπνά. Διὰ τοῦτο παρακαλοῦμεν ὑμᾶς θερμῶς, ἵνα συστήσητε τῇ Κυβερνήσει νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ τῇ Βουλῇ νὰ ἀρνηθῇ ψῆφον εἰς νομοσχέδιον, δι’ οὗ μέλλει νὰ καταστραφῇ σπουδαιότατος κλάδος ἑλληνικῆς ἐμπορίας.»
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Σχινᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§124ΣΧΙΝΑΣ. Δι’ αὔριον, κύριε Πρόεδρε. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ἐνθυμηθῇ καὶ μίαν παράκλησιν ἰδικήν μου περὶ τῶν εὐεργετῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκληροδότησαν μεγάλα ποσὰ εἰς τὸ ἔθνος, καὶ περὶ τῶν διαθηκῶν αὐτῶν. Περὶ τούτου παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐκ καθήκοντος ὑπερτάτου, ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων τοῦ παρελθόντος ἔτους.
§125ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Προτείνομεν τὴν ἀναβολὴν δι’ αὔριον.
§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ νὰ γένηται διακοπὴ ἡμισείας ὥρας ἢ τριῶν τετάρτων, ὅπως μεταβῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ γευθῶσι, καὶ εἶτα ἐπανέλθωσιν, ἵνα ἐξακολουθήσωμεν τὸ ἔργον μας. Ὁ καιρὸς προβαίνει, ἰδίως δὲ ἡ συζήτησις τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις προέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναβάλληται, ἀφοῦ σκοποῦμεν δι’ αὐτῶν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς ἀνάγκας ὡμολογημένας. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μὴ βραδύνωμεν νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως αὐτῶν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ συναινέσωσι νὰ γένηται μόνον διακοπή τις.
§127ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ σύστημα αὐτὸ, κύριε Πρόεδρε, ἂς ἀκολουθήσωμεν ἀπὸ αὔριον, διότι σήμερον δὲν εἴμεθα παρεσκευασμένοι. Αὔριον παύουσιν αἱ ἐπερωτήσεις καὶ αἱ εἰσαγωγαὶ νομοσχεδίων, καὶ ἀρχίζει ἡ συζήτησις.
§128ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔστω· ἂς ἀρχίσωμεν ἀπὸ αὔριον.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ.