Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΒ · Session Β› Sitting 23

1892.01.28

1,703 rows · 11,297 words · 4 tables · 53 turns

Date
1892.01.28
Presidency
Ν. ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ
Period
ΙΒ
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1893)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 23

τῆς 28 Ἰανουαρίου 1892.

(Τρίτη)

Ὥρα 5 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα διαφόρων δικηγόρων Λευκάδος, ἀναιρούντων πάνθ’ ὅσα ἐγράφησαν κατὰ τοῦ ἐκεῖ εἰσαγγελέως Λάμαρη ἐν ταῖς ἐφημερίσιν. Ἀναφορὰ τοῦ Δημάρχου Αὐλῶνος, παρακαλοῦντος τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ ἀποστολῆς διδασκάλων εἰς τὰ ἐκεῖ ἀργοῦντα σχολεῖα. Ἡ Δημοτικὴ Ἐφορία Χανίων τῆς Κρήτης ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων τὴν συνέχειαν τῶν πρακτικῶν ἀπὸ τοῦ 1878 καὶ ἐντεῦθεν, καὶ τὴν παροχὴν βιβλίων πρὸς πλουτισμὸν τῆς ἀνακαινιζομένης ἐν Χανίοις Βιβλιοθήκης.

§2Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νὰ συστηθῇ εἰς τὸν κ. Ἔφορον τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς.

§3ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νὰ συστηθῇ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ὅπως ἐκ τῶν περισσευόντων βιβλίων σταλῶσιν εἰς Κρήτην.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Δήμαρχος Λετρίνων ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ ἀναφορὰν τοῦ λαοῦ Ἠλείας, δι’ ὧν παρακαλεῖται ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Διεύθυνσις τοῦ σιδηροδρόμου Πατρῶν–Πύργου, ὅπως φροντίσῃ περὶ τῆς ἑνώσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς μεταξὺ τῶν ἐν Πάτραις σταθμῶν.

§5ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἑνώσεως τῆς γραμμῆς ἐν τῇ πόλει Πατρῶν, καθόσον καὶ ἡ ἑταιρία καὶ οἱ πολῖται ὑφίστανται μυρίας δαπάνας ἐκ τῆς διακοπῆς τῆς γραμμῆς, ἡ μὲν ἑταιρία, διότι εἶναι ὑπόχρεως νὰ διατηρῇ διπλοῦν προσωπικὸν, οἱ δὲ πολῖται, διότι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ πληρόνωσι κόμιστρα διὰ τὰς ἀποσκευάς των, ὅπως ἐπιβιβάζωνται εἰς τὴν ἄλλην ἁμαξοστοιχίαν, ἐνίοτε δὲ δὲν προφθάνουσι καὶ τὴν ἄλλην ἁμαξοστοιχίαν, ὡς ἐκ τῆς καθυστερήσεως τῆς ἑτέρας, καὶ ἀναγκάζονται νὰ παραμένωσιν ἐν Πάτραις. Πλὴν τούτου, οἱ ταξειδεύοντες διὰ τοῦ σιδηροδρόμου ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Πύργου διὰ Πατρῶν πληρόνουσι διὰ τὰς ἀποσκευάς των, ἐξερχόμενοι εἰς Πάτρας, φόρον δημοτικὸν παράνομον, ἐν τούτοις εἶναι ὑποχρεωμένοι, διότι αἱ ἀποσκευαί των ἐξέρχονται εἰς τὸν πρῶτον σταθμόν. Διὰ τῆς ἑνώσεως τῆς γραμμῆς θὰ ἐκλείψωσι πάντα ταῦτα. Ἄλλως οὐδεὶς λόγος σπουδαῖος ὑπάρχει, ἐπιβάλλων τὴν μὴ ἕνωσιν τῆς γραμμῆς.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ ποιμένες τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, παραχειμάζοντες ἐν τῷ δήμῳ Πηνειΐων, παραπονοῦνται κατὰ τοῦ Δημάρχου τοῦ δήμου ἐκείνου, ὅτι διὰ μισθοφόρων ἐνόπλων τοὺς καταδιώκει καὶ τοὺς τυραννεῖ πολυτρόπως.

§7ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ ἀπευθύνεται καὶ πρὸς ἐμὲ, ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς: «Εἴμεθα γεωργοποιμένες ἐκ Μαζείκων τῶν Καλαβρύτων καὶ παραχειμάζομεν ἐν τῷ δήμῳ Πηνειΐων, ἔνθα ἔχομεν ἰδιοκτήτους γαίας. Ἀπὸ πεντήκοντα καὶ πλέον ἐτῶν οὐδεὶς μᾶς παρηνώχλησεν. Ἀπό τινος ὅμως χρόνου, καὶ ἰδίως πέρυσι καὶ ἐφέτος, ἐγενόμεθα ἀντικείμενον ἀγρίας ἐπιδρομῆς καὶ ξενηλασίας ἐκ μέρους τοῦ δημάρχου Κοτσομύτου, ὁ ὁποῖος διὰ μισθωτῶν ὁπλοφόρων ἀπειλεῖ τὴν ζωήν μας καὶ καταλαμβάνει τὰς γαίας μας· δέρει δὲ καὶ φυλακίζει πάντα, ὅστις ἤθελε τολμήσει νὰ κάμῃ τὴν ἐλαχίστην πρὸς αὐτὸν παρατήρησιν. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ μάθωμεν, ἂν δικαιούμεθα νὰ ἐλπίζωμεν προστασίαν ἐκ τῆς Πολιτείας, ἄλλως νὰ φύγωμεν, ἵνα σωθῶμεν.» Παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ Ἐπάρχου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, ἂν τὰ παράπονα τῶν ἀναφερομένων ἔχωνται ὑποστάσεως. Ἐξ ὅσων γνωρίζω ἐξωδίκως, τὰ παράπονά των εἶναι βασιμώτατα. Ἰδίως δὲ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὁ Δήμαρχος αὐτὸς διατηρεῖ ὁπλοφόρους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀγνώστου προελεύσεως, καὶ ἀποβαίνουσιν ἐπικίνδυνοι εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν τῶν πολιτῶν, προκαλοῦντες καθ’ ἑκάστην σκηνὰς, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξέρχονται ζημιωμένοι οἱ καθ’ ὧν ἐπιτίθενται, θ’ ἀναγκασθῶσι δὲ, ὅπως ἀμυνόμενοι φονεύσωσιν αὐτούς.

§8ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κλπ.). Οἱ ποιμένες οὗτοι ἀνηνέχθησαν καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης δι’ ἀναφορᾶς των. Τὴν μίαν τῶν ἀναφορῶν ἔπεμψα ἤδη πρὸς τὸν Νομάρχην Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, τὴν δὲ ἑτέραν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Πύργῳ Πρωτοδικῶν, καὶ ἐζήτησα πληροφορίας. Μόλις λάβω ταύτας, θὰ ἴδω, τί πρέπει νὰ πράξω.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Σοφικοῦ Δημήτριος Μαρτίκας παραπονεῖται κατὰ τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων του καὶ κατὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας. Ὁ βουλευτὴς Ἀρκαδίας κ. Σπυράκης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου, δι’ ἧς προτείνει νὰ ὑπαχθῶσι δῆμοί τινες τῆς ἐπαρχίας Κυνουρίας ἐκ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πρωτοδικείου Τριπόλεως. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 129).

§10ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν, κατὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα, τῶν κατὰ τὸ 1891 προϋπολογισθέντων, βεβαιωθέντων, εἰσπραχθέντων καὶ καθυστερούντων ἐσόδων καὶ τῶν προϋπολογισθέντων, ἐνταλθέντων καὶ ἐνταλτέων ἐξόδων τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως».

§11ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ὑποβάλῃ τοὺς διαφόρους πίνακας τῶν δανείων, τοὺς ὑποβληθέντας ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Σιμοπούλου, ὅπως ἡ Βουλὴ μελετήσῃ τούτους καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν δυνηθῇ νὰ ἐκφέρῃ γνώμην περὶ τῶν πεπραγμένων.

§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ ἐμὸς προκάτοχος, εὑρίσκουσιν ἐν τοῖς γραφείοις τῆς Βουλῆς οἱ θέλοντες. Ἂν δὲ δὲν ὑπάρχωσιν ἀντίτυπα, διὰ νὰ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς, ὁ κ. Πρόεδρος ἂς διατάξῃ νὰ τυπωθῇ ὁ πίναξ. Τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τοῦτον εὑρίσκετε εἰς τὴν Βουλήν. Ἂν δὲν ὑπάρχωσιν ἀντίτυπα αὐτοῦ, ἂς τυπωθῇ καὶ οὗτος. Ἐγὼ ὅμως, ὡς Ὑπουργὸς, δὲν δύναμαι νὰ καταθέσω τὸν πίνακα τοῦ κ. Σιμοπούλου ἢ ἄλλου τινὸς, ὀφείλω δὲ νὰ καταθέσω τὰς πληροφορίας, ἃς δύναμαι νὰ συλλέξω ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου.

§13ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Τροιζηνίας, παραπονουμένων κατὰ τοῦ ὑπερμέτρου φόρου τῆς ῥητίνης. Παρακαλῶ δὲ, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν σχετικὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς.

§14ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἰς τὸ βῆμα μὲ φέρει ἡ ὑποχρέωσις νὰ ἀποκρούσω μομφὴν, ἢ μᾶλλον συκοφαντίαν, ἐξενεχθεῖσαν χθὲς ἐναντίον ἀτόμων, ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου ὑπαρχόντων. Ὁ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτὴς κ. Παπαγιαννακόπουλος, ὁμιλῶν περὶ τῶν 56,000,000, ἅτινα ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, κατ’ αὐτὸν, κατεσπατάλησεν, ἀνέφερεν, ὅτι ἐκ τούτων ἐδαπανήθησαν ἀρκεταὶ χιλιάδες δραχμῶν πρὸς προμήθειαν ἵππων ἀχρήστων διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν, τουτέστι τοῦ τιμήματος τῆς ἀγορᾶς τῶν ἵππων, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Σιμόπουλος ἐν ὀλίγοις ἀνέπτυξεν. Ἑπομένως δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, πρόκειται περὶ τῆς συκοφαντίας, τῆς ἐξενεχθείσης ἐναντίον τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἱππωνείας, ἡ ὁποία διενήργησε τὴν προμήθειαν τῶν ἵππων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Κατὰ πόσον δὲ ἡ προμήθεια αὕτη ἐγένετο κανονικῶς, καὶ οἱ ἵπποι εἶναι χρήσιμοι ἐν τῇ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ, τοῦτο βεβαίως ἐμαρτύρησεν ἡ ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος ὑπηρεσία τῶν ἵππων τούτων ἐν τῷ στρατεύματι. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἡμῶν, οἱ ἀποτελέσαντες τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἱππωνείας, εἶχον πλήρη τὴν δικαιοδοσίαν νὰ ἀγοράσωσιν ἀπ’ εὐθείας τοὺς ἵππους, ὅπου καὶ ἂν εὕρισκον αὐτοὺς, οὐχ ἧττον, διὰ νὰ ἦναι ἀσφαλεῖς ἐν τῷ μέλλοντι καὶ διὰ νὰ ἀποσοβήσωσι πάντα κίνδυνον συκοφαντίας, διενήργησαν δημοπρασίαν κατὰ τὰ κεκανονισμένα ἐν Βουδαπέστῃ, ὅπου τὸ ἀποτέλεσμα ἐπῆλθεν. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται σήμερον, διότι ταῦτα θὰ συζητήσωμεν, ὁπόταν θὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας ἅπαντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Βεβαίως δὲ δὲν εὐθύνονται μόνον οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ, ἀλλὰ καὶ οἱ κατόπιν τούτων, οἱ παραλαβόντες τοὺς ἵππους ἐν Πειραιεῖ, ἤτοι αἱ συσταθεῖσαι ἐπιτροπαὶ, αἵτινες παρέστησαν εἰς τὴν ἀποβίβασιν τῶν ἵππων καὶ τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἱκανότητος καὶ τῆς χρησιμότητος. Ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις, ἐνδοῦσα εἰς τὰς ἀπαιτήσεις πολλῶν, εἰς τὰς καταγγελίας τὰς ἰδιαιτέρας, καὶ οὐχὶ ἐπισήμους, εἰς τὸ ὅτι δηλαδὴ οἱ ἵπποι οὗτοι εἶναι ἄχρηστοι εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, διέταξε προεξέλεγξιν, ἐσύστησε δηλαδὴ ἐπιτροπὴν ἐξ ἀξιωματικῶν ἐμπείρων, προεδρευομένην ὑπὸ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου κ. Μελεάγρου, ἱκανωτάτου καὶ εἰδήμονος περὶ τὰ τοιαῦτα, ὅπως ἐξετάσῃ τὴν ἱππωνείαν, κατὰ πόσον αὕτη ἀνταποκρίνεται εἰς τοὺς ὅρους τῶν συμφωνιῶν, εἰς τοὺς ἐπιβεβλημένους δηλαδὴ ὅρους, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος εἶχεν ἐκδώσει, καὶ κατὰ πόσον οἱ ἵπποι εἶναι χρήσιμοι εἰς τὸν στρατόν. Δὲν ἠρκέσθη δὲ εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ἐζήτησε καὶ τὴν γνώμην ἐπίσης ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, διακεκριμένου διά τε τὴν ἀκεραιότητα καὶ τιμιότητα αὐτοῦ, τοῦ συνταγματάρχου κ. Μαυρομιχάλη, ὅστις καὶ οὗτος ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῶν ἵππων τούτων. Κατόπιν λοιπὸν τοιαύτης ἐνεργείας καὶ τοιαύτης ἐξελέξεως, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑβρίζωνται οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, ὅτι ἐπρομήθευσαν ἵππους ἀχρήστους ἐν τῷ στρατῷ, καὶ ὅτι κατεσπαταλήθησαν τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου. Βεβαίως ὑπῆρξαν εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν ἵππων ἀνωμαλίαι, ἀλλ’ αἱ ἀνωμαλίαι αὗται δὲν ἀφορῶσιν ἡμᾶς· αἱ ἀνωμαλίαι αὗται, θὰ ἴδητε, ὅταν θὰ εὐαρεστηθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελλον, θὰ ἴδητε, ποῖον ἐπιβαρύνουσι. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελλον, τὸν σχετικὸν πρὸς τὴν ἱππωνείαν τοῦ 1890, διὰ νὰ γνωρίσῃ ἡ Βουλὴ κατὰ πόσον οἱ ἀγορασθέντες ἵπποι εἶναι εὔχρηστοι ἢ ἄχρηστοι εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐν τούτοις ἐπωφελοῦμαι τῆς περιστάσεως ταύτης, ἵνα καὶ αὖθις ὑπενθυμίσω εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ καταθέσῃ τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας περὶ τῶν ἐπιδομάτων τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ τῶν σὺν αὐτῷ ἀξιωματικῶν, ὡς καὶ τὰ περὶ ἐρεῶν τοῦ στρατοῦ, τὰ ὁποῖα διὰ προγενεστέρων ἐπερωτήσεών μου εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.

§15ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἐποιήσατο χρῆσιν τῆς λέξεως «συκοφαντία», καὶ ἀνέμενον νὰ ἀκούσω παρ’ αὐτοῦ, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθην χθὲς, ὅτι 500,000 χρυσῶν φράγκων περίπου ἐκ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης ἐχρησίμευσαν νὰ ἀγορασθῶσιν ἄχρηστοι ἢ ἀκατάλληλοι ἵπποι, ἦτο ἀνακριβές.

§16ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Περὶ τῶν ἵππων ὡς ἀχρήστων ὡμίλησα.

§17ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς, Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐπρόκειτο κυρίως περὶ τοῦ ἂν ἡ διάθεσις τοῦ χρήματος τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης ὑπῆρξε νόμιμος καὶ σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον ἢ ὄχι, εἶπον δὲ, ὅτι δὲν ἐνόουν νὰ ἐπέμβω εἰς τὴν λεπτομερῆ ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τούτου, διότι μένει ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ παρετήρησα, ὅτι ἔπρεπεν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς νὰ ἦναι ἐπιφυλακτικὸς, καθόσον θ’ ἀπεδεικνύετο, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλεγεν, ὅτι ἡ διάθεσις ἐγένετο σύμφωνα μὲ τὸν νόμον, δὲν ἦσαν ἀκριβῆ, διότι μεταξὺ ἄλλων ἐδαπανήθη καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον φράγκων χρυσῶν πρὸς ἀγορὰν ἵππων, ἐν μέρει ἀχρήστων διὰ τὸν στρατόν. Ἕκαστος λοιπὸν ἐννοεῖ, ὅτι περὶ τούτου κυρίως ἐπρόκειτο, περὶ τοῦ ἂν δηλαδὴ ἠγοράσθησαν ἵπποι ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου ἐκείνου. Ἀλλ’ αἰωνίως θέλουν νὰ ἐκτοπίζουν τὰ ζητήματα, διὰ νὰ εὑρίσκουν ἀσφαλὲς ὁπωσοῦν ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ σταθῶσι, διότι ἐπὶ τοῦ κυρίου ζητήματος σπανίως εἶχον τοιοῦτο. Καὶ μᾶς εἶπε σήμερον ὁ κύριος προαγορεύσας, ὅτι ἐσυκοφαντήσαμεν τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἠγόρασε τοὺς ἵππους. Ἡ ἐπιτροπὴ δυνατὸν νὰ συνεμορφώθη πρὸς τὰς διαταγὰς, τὰς ὁποίας εἶχε λάβει, καὶ νὰ ἠγόρασεν ἵππους, οὓς ἐθεώρησε καλοὺς, καίτοι δὲν ἐγένοντο δεκτοὶ ἀπὸ κἀνένα ἀξιωματικὸν, διότι ἀναντίῤῥητον εἶναι, ὅτι, ὅταν οἱ ἵπποι αὐτοὶ παρεδόθησαν εἰς τὰ στρατιωτικὰ σώματα, ἐκλήθησαν οἱ ἀξιωματικοὶ, ἵνα λάβωσιν ἐξ αὐτῶν, συνεπείᾳ δηλώσεώς των, καὶ ἐν τούτοις ἐλάχιστοι ἔλαβον. Μάλιστα δὲ καὶ ὑπέβαλον αἴτησιν νὰ τοῖς ἐπιτραπῇ νὰ λάβουν ἵππους ἐκ τῶν διὰ τοὺς ἱππεῖς προωρισμένων. Εὑρέθη τότε εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξαναγκάσῃ δι’ ἐντόνου διαταγῆς τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ λάβωσιν ἵππους. Περὶ τούτων ὅλων προκαλῶ τὴν ἐπίσημον μαρτυρίαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τοῦτο ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἐξέτασιν περὶ τοῦ ἂν οἱ ἵπποι ἐκεῖνοι ἦσαν κατάλληλοι διὰ τὸν στρατὸν ἢ ὄχι. Τώρα λέγει ὁ κ. προαγορεύσας, ὅτι ἀπεφάνθη ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι εἶναι κατάλληλοι, καὶ ὅτι ἐγένετο ἐξέτασις ὑπό τινος ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, ὅστις ἀπεφάνθη, ὅτι οἱ ἵπποι εἶναι καλοί. Αὐτὰ εἶναι γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι ἐν καιρῷ θὰ ἐξετασθῶσι, καὶ ἐλπίζω νὰ μάθῃ ὁ προαγορεύσας, ὅτι, ὅσα εἶπεν ἐδῶ, δὲν εἶναι πολὺ ἀκριβῆ, ὅπως τοὐλάχιστον ἠθέλησε νὰ τὰ παραστήσῃ διὰ τοῦ τόνου τῆς φωνῆς του. Ἂν ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία παρέλαβε τοὺς ἵππους, τοὺς ἐδέχθη χωρὶς νὰ φέρῃ παρατηρήσεις, τοῦτο εἶναι ζήτημα τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ περὶ τοῦ γεγονότος, ὅτι δὲν τοὺς ἐδέχοντο οἱ ἀξιωματικοί, τί λέγετε; Διατὶ δὲν τοὺς ἐδέχοντο; Ἐπ’ αὐτῶν θὰ συζητήσωμεν ἅμα ὡς προσαχθῶσι τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα.

§18ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν ἠθέλησα νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ἀλλ’ αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ προλαλήσας, δὲν ὑπῆρξαν, καθόσον οἱ προωρισμένοι διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἵπποι δὲν ἦσαν γνωστοί, δὲν ἦσαν ὁ Α, ὁ Β, ὁ Γ· μεταξὺ τῶν ἵππων ὅλων εἶχον τὸ δικαίωμα οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ ἐκλέξωσιν. Ὥστε αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ προλαλήσας, εἶναι νέον ἐντελῶς, καὶ ἐντελῶς ἀνύπαρκτον. Μεταξὺ τῶν τετρακοσίων κελήτων ἵππων εἶχον τὸ δικαίωμα πάντες οἱ δηλώσαντες ἀξιωματικοί, 180 τὸν ἀριθμὸν νὰ ἐκλέξωσι, τοῦθ’ ὅπερ καὶ ἐγένετο. Ὅτι δὲ δὲν ἐξέλεξαν ἵππους, δὲν εἶναι ἀληθές· ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐξέλεξαν καὶ ἐξακολουθοῦσιν ἐκλέγοντες. Ἑπομένως οὐδεμίαν ἔχει ἀκρίβειαν τὸ λεχθέν. Ὅτι δὲ ἡ ἀξία τῶν ἵππων εἶναι ἀνωτέρα τῆς πληρωθείσης, τοῦτο θὰ τὸ ἀποδείξωμεν, ὅταν θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, τόσον ἐπὶ τῆς ἡλικίας, ὡς καὶ ἐπὶ τῆς ἱκανότητος καὶ τῆς ἀξίας ἑκάστου τῶν ἵππων. Ὥστε δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποφύγωμεν τὴν συζήτησιν, τοὐναντίον ἡμεῖς θὰ φέρωμεν τὴν συζήτησιν, διότι αὕτη ἔσται ὑπὲρ ἡμῶν.

§19ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τοὺς ἀγορεύσαντας, καὶ ἰδίως τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ὕδρας, νὰ προσδιορίσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμεῖ νὰ κατατεθῶσιν ἐκ τοῦ φακέλλου περὶ τῆς γενομένης ἱππωνείας κατὰ τὸ 1890· διότι, ἂν φέρω τὸν φάκελλον ὅλον, ἐνδέχεται νὰ μὴ δυνηθῶσι νὰ ἀντλήσωσι τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ζητοῦσι.

§20ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁλόκληρος ὁ φάκελλος πρέπει νὰ κατατεθῇ, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην.

§21Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διενεμήθη εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς ἡμερησία διάταξις, φέρουσα ἐν αὑτῇ 58 νομοσχέδια, τῶν ὁποίων ἐλάχιστα εἶναι βουλευτικὰ, τὰ δὲ λοιπὰ ὑπουργικά. Πρῶτον φέρεται, ὡς γνωρίζετε, τὸ περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν Ἐφετῶν, καὶ δεύτερον ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐζήτησαν κατὰ τὰς 22 συνεδριάσεις, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὸ πρῶτον μέρος τῶν βουλευτικῶν ἐργασιῶν, πληροφορίας περὶ ζητημάτων, συνδεομένων μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ· αἱ ὑπομνήσεις, αἵτινες περὶ τούτου ἐγένοντο, ἡ μὴ κατάθεσις πληροφοριῶν παρ’ ἐμοῦ ζητηθεισῶν, μὲ κάμνει νὰ ἀμφιβάλλω, ἂν σπουδαίως ἀνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὡς δεύτερον ἀντικείμενον, ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀτυχῶς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καθυστεροῦσι· φαίνεται, ὅτι τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον ἐτέθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν, εἶναι πολὺ δυσβάστακτον, διότι καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον καθυστέρησεν εἰς τὴν κατάθεσιν πληροφοριῶν. Ἐνόμισεν ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δύναται νὰ περιφρονήσῃ τὸν ἐπερωτήσαντα Βουλευτὴν, ἢ νὰ παρέλθῃ ἐν σιγῇ. Τοῦτο ἴσως ἀποδοτέον εἰς ἀπειρίαν, καὶ ἐφάνην τότε συγκαταβατικός· ἀλλ’ ἤδη, ὅτε ἀπέκτησε πλειοτέραν πεῖραν, πρέπει νὰ φροντίσῃ νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα πρὸ δύο καὶ πλέον μηνῶν, ἀφοῦ μάλιστα ἡ Βουλὴ ἐκοιμᾶτο ἐπὶ τεσσαράκοντα ἡμέρας, καὶ εἶχε τὸν καιρὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα εἰς τὰς ἀνάγκας τὰς κοινοβουλευτικάς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι δὲν ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα νὰ καθυστερήσῃ εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν πληροφοριῶν, εἰς δὲ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἀναγράψῃ τὸν προϋπολογισμὸν ὡς δεύτερον ἀντικείμενον, πρὶν ἢ καταθέσῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας. Ἂν μάλιστα μοὶ ἐπιτρέπητε νὰ δώσω μίαν γνώμην, ἤθελον συμβουλεύσει τὴν συμπλήρωσιν τοῦ Ὑπουργείου, διότι ἴσως ἡ καθυστέρησις αὕτη προέρχεται ἐξ ἀνεπαρκείας. Πρὸς τούτοις, ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέβαλε σωρείαν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ὡς τὸ φάρμακον πρὸς θεραπείαν τῆς παρ’ ἡμῖν κρατούσης καχεξίας, ὡς δικαιολογητικὴν δὲ ἔκθεσιν τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων ἀναφέρει τὰς ἐκθέσεις τῶν διαφόρων Εἰσαγγελέων. Ἐπεβάλλετο, νομίζω, ἡ ταὐτόχρονος ὑποβολὴ τῶν ἐκθέσεων ἐκείνων ἀλλ’ ὄχι μόνον δὲν ὑπεβλήθησαν αὗται, ἀλλὰ καὶ ἀντιῤῥήσεις ἐγένοντο περὶ τῆς καταθέσεως, ἐξ ἐπιεικείας δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀναπληρῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν, συνῄνεσεν εἰς τὴν κατάθεσίν τινων ἐκ τῶν ἐκθέσεων ἐκείνων, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν ὑπεβλήθησαν αὗται. Νομίζω ὅτι, ἂν πρόκηται νὰ συζητήσωμεν σπουδαίως τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ὄχι εἰκονικῶς, ὡς ἐν τῷ παρελθόντι, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ καταθέτῃ προθυμότερον τὰς αἰτουμένας πληροφορίας, καὶ ἰδίᾳ τὰς ἀπαραιτήτους διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω μίαν ἐκ τῶν αἰτηθεισῶν πληροφοριῶν μου, ἵνα ἴδητε, ὅτι δὲν εἶναι ἀξία περιφρονήσεως. (Ἀναγινώσκει τὴν ὑποβληθεῖσαν ἐπερώτησίν του). Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω πλείονα· πάντες ἐνθυμούμεθα τοὺς σχετλιασμοὺς κατὰ τῆς τέως Κυβερνήσεως διὰ τὰ συμβαίνοντα, καὶ ὅταν ἑκατὸν καὶ πλέον εἰρηνοδίκαι μετετέθησαν πλέον τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν εἰρηνοδικῶν, νομίζω, ὅτι αἱ ζητούμεναι πληροφορίαι δὲν εἶναι ἄσχετοι μὲ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰ συζητούμενα νομοσχέδια. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν τοὺς ἐπισήμους ἀριθμοὺς πρὸς συζήτησιν.

§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν....

§23Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἐννοήσω, τίνα ἔννοιαν νὰ δώσω εἰς τὴν σιγὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· φαίνεται, ὅτι παραδέχεται τὰ λεχθέντα...

§24ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πρὸ τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἔδωκα ὁδηγίας εἰς τὰ διάφορα τμήματα τοῦ Ὑπουργείου, ὅπως παρασκευάσωσι τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας. Οἱ πίνακες, τοὺς ὁποίους ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατατεθῶσιν ἀμέσως· ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἐργασίας, καὶ διέταξα τοὺς ἁρμοδίους ὑπαλλήλους νὰ ἀσχοληθῶσιν εἰς τοῦτο. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθεν ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν, ὅτε δὲ χθὲς ἐπανελάβομεν αὐτὰς, ἐζήτησα καὶ ἔλαβον τὴν πληροφορίαν παρὰ τῶν ὑπαλλήλων, ὅτι τὰ ζητηθέντα εἶναι ἕτοιμα, δὲν τὰ κατέθηκα ὅμως, διότι δὲν ἠδυνήθην νὰ μεταβῶ σήμερον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐπιθυμῶ δὲ νὰ τὰ ἴδω πρῶτον.

§25ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἐρωτήσω τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἂν προτίθενται νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἰδίαν ἔκθεσιν· διότι ἡ ἔκθεσις, ἡ ὁποία διενεμήθη, φέρει τὰς ὑπογραφὰς μόνον τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας.

§26ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Προετιθέμην, ὅταν θὰ εἰσέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν τὴν γενικὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ εἴπω τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν κατέθηκεν ἰδίαν ἑαυτῆς ἔκθεσιν. Οὐ μόνον δὲ τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν ἐγένετο ἔκθεσις, ἤθελον εἴπει, ἀλλὰ προετιθέμην, ἐξ ἐντολῆς καὶ τῶν λοιπῶν συναδέλφων τῆς μειονοψηφίας, νὰ ἐκθέσω καὶ τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπὸ γενικωτέραν ἔποψιν ἐπέβαλλον τοῦτο. Ἐπειδὴ ὅμως προεκλήθην ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου, ὀφείλω νὰ μὴ παραλείψω, ὅτι, ὅτε ἀνεγνώσθη ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας, συνεσκέφθην μετὰ τῶν συναδέλφων τῆς μειονοψηφίας, ἐὰν ὠφείλομεν νὰ ὑποβάλωμεν ἰδίαν ἔκθεσιν. Ἡ κατάστασις ἡ οἰκονομικὴ, ἐν τῇ ὁποίᾳ τότε διετέλουν τὰ παρ’ ἡμῖν, ἔπεισεν ἡμᾶς, ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ ὑποβάλωμεν τοιαύτην ἔκθεσιν ἀμέσως, διότι ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ ἤθελεν ἐπέλθει βελτίωσίς τις, ἐξ ἐπιβαλλομένης τῇ Κυβερνήσει προνοίας, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ τὰς ἰδέας μας εἴχομεν μεταδώσει εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ἐκπροσωποῦσαν τὸ φρόνημα τῆς Κυβερνήσεως, λαβούσης βεβαίως γνῶσιν αὐτῶν, καὶ διότι, ἀφορῶντες εἰς γενικὰ τοῦ Κράτους συμφέροντα, ἐπροτιμήσαμεν ν’ ἀναβάλωμεν τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεώς μας ἐκ τοῦ φόβου, μὴ ἡ δημοσίευσις αὐτῆς συντελέσῃ εἰς τὴν ἐπιδείνωσιν τῆς δυσχερεστάτης τῶν οἰκονομικῶν μας καταστάσεως.

§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ παρατηρήσω περὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὅτι πρῶτον ἀντικείμενον ἐν αὐτῇ ἀναγράφεται ἡ συζήτησις νομοσχεδίου ἐπαγομένου αὔξησιν δαπανῶν. Καὶ περὶ μὲν τῆς προτεινομένης αὐξήσεως ἀπολύτως, οὐ μόνον ἐγὼ, ἀλλὰ, νομίζω, καὶ πᾶσα ἡ Βουλὴ θὰ ἦναι κατ’ ἀρχὴν σύμφωνος, ἔχουσα ἀντίῤῥησιν μόνον ὡς πρὸς τὸ ποσὸν, οὐχὶ ὡς ὑπερβολικὸν, ἀλλ’ ἴσως καὶ ἀνεπαρκὲς, ἀπολύτως, λέγω, πάντοτε· διότι, ἂν οὕτως ἐξετάσωμεν τὰ περὶ μισθοδοσίας τῶν Ἐφετῶν, πρέπει, νομίζω, νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι καὶ οἱ ηὐξημένοι μισθοὶ τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς, καὶ μισθὸς, οἷος ὁ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, σήμερον μόλις θὰ ἦτο ὁ ἀνάλογος πρὸς τὴν θέσιν τῶν Ἐφετῶν. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα ἀσχέτως πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας· ὅταν ὅμως καλώμεθα, ἵνα προέλθωμεν εἰς συζήτησιν γενικὴν περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, κυρίως εἰς τοῦτο ἀφορῶσαν, εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, ἑπομένως δὲ καὶ εἰς τὸ ζήτημα κατὰ πόσον ἐπιτρέπεται κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο νὰ προβῶμεν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν αὐξήσεων, ὧν τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ συμφέρον ἀπολύτως ἐνδείκνυται, ἄτοπον θεωρῶ πρὸ τῆς γενικῆς ταύτης συζητήσεως νὰ ἐπιληφθῶμεν οἱουδήποτε νομοσχεδίου, ἀφορῶντος εἰς αὔξησιν δαπανῶν. Προτείνω ἄρα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως προβῶμεν εὐθὺς εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων ἐν δευτέρᾳ μοίρᾳ, καὶ τάξωμεν τὸ πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀντικείμενον ὡς δεύτερον, τουτέστι μηδενὸς νὰ ἐπιληφθῶμεν ζητήματος, ἀφορῶντος εἰς αὔξησιν δαπανῶν, πρὶν ἢ διεξαχθῇ ἡ γενικὴ συζήτησις περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, καὶ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ γνώμην περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει νὰ κανονισθῶσι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τὰ τῶν δαπανῶν τῆς χώρας.

§28Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τῆς εἰδικῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου προσέβαλε, δὲν ἔχω νὰ ὑποβάλω ἀντίῤῥησιν. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι, ἐὰν ἐτάχθη πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν μελῶν τῶν Ἐφετείων, ἡ ἀναγραφὴ αὕτη ἦτο τυχαία, οὐδ’ ὑπηγορεύθη ὑπὸ εἰδικοῦ σκοποῦ, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐνεδεικνύετο ὡς προτακτέα πάντων τῶν ἄλλων νομοθετημάτων, διότι ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν μελῶν τῶν Ἐφετείων ἔμελλε νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ ἔτους. Ἀλλ’ εἰ καὶ ἐτάχθη τυχαίως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πρῶτον τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον, ἡ τοιαύτη ἐγγραφὴ αὐτοῦ εἶχεν ἔννοιάν τινα, τὴν ἔννοιαν νὰ ἐνδείξῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ὅτι ἐπιθυμεῖ μετὰ σπουδῆς νὰ συνεχίσῃ τὸ ἔργον, τοῦ ὁποίου κατήρξατο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ἤτοι τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Αἱ ἄλλαι δὲ θεωρίαι, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξέθηκεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν μελῶν τῶν Ἐφετείων, μοὶ ἐφάνησαν πρόωροι, καὶ δὲν γνωρίζω, πῶς ἠδυνήθη νὰ συνδυάσῃ τὴν ἐπιθυμίαν του τῆς ἐπιτάξεως τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν Ἐφετῶν, ἤτοι τὴν ἐπιθυμίαν του περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως αὐτοῦ, μετὰ τῆς ἐπιθυμίας, ἡ ὁποία ἔφλεγεν αὐτὸν, ὅτι οἱ μισθοὶ τῶν μελῶν τῶν Ἐφετείων πρέπει νὰ ἦναι μεγαλείτεροι ἐκείνων, τοὺς ὁποίους προτείνομεν. Λέγω δὲ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς ἠδυνήθη νὰ συνδυάσῃ ταῦτα, καὶ μετὰ τίνος σκοποῦ ἐπεχείρησε τὸ δυσχερὲς τοῦτο ἔργον, διότι ἡ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ θεραπεύσῃ τὸ νομοσχέδιον, καὶ τὴν ὁποίαν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία πέρυσιν ἀνωμολόγησεν ὡς ἀληθῆ, ἡ ἀνάγκη αὕτη δὲν εἶναι ἀνάγκη, ἡ ὁποία ἐγεννήθη χθὲς, οὔτε ἀνάγκη τῆς ὁποίας δὲν ἀντελάβετο ἡ κοινωνία, καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, καὶ ἡ Κυβέρνησις πρὸ πολλοῦ χρόνου. Καὶ ὅμως δὲν σκοπῶ νὰ ἐκφράσω οὐδεμίαν ἐπιθυμίαν, ὅπως τροποποιήσῃ τὰς ἰδέας του ὁ κ. Βουλευτὴς, τὴν εἰδικὴν ὅμως ἐπιθυμίαν αὑτοῦ περὶ ἐπιτάξεως τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δὲν ἔχω λόγον νὰ μὴ δεχθῶ.

§29Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως, ὅτι ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς εἶναι πολὺ γενναῖος εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν ὡς ἀντιπολιτευόμενος, καὶ μάλιστα ὑπερθεματίζει ἤδη· ἀλλὰ μοὶ εἶναι δύσκολον νὰ μὴ τῷ ὑπενθυμίσω, ὅτι δὲν ἐφάνη τοσοῦτον γενναῖος εἰς ἄλλας οἰκονομικὰς ἐποχὰς, ὅτε τὰ ἑκατομμύρια ἐξετρύποναν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη. Βεβαίως δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ συζητήσω τὸ νομοσχέδιον· κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναφέρω ἱστορικῶς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφων ἐπισήμων τῶν πρακτικῶν τὰς ἰδέας τοῦ κ. πρώην Πρωθυπουργοῦ· ἡ πρότασις ὅμως, ἡ γενομένη παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, μοὶ φαίνεται ὀρθή. Ἀλλὰ δὲν δέχομαι τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι τυχαία εἶναι ἡ πρόταξις· διότι, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὑπεβλήθη μετὰ τῶν λοιπῶν δικαστικῶν καὶ διενεμήθη ταὐτοχρόνως, ἐχωρίσθη κατὰ τὴν συζήτησιν, καὶ κατ’ ἐμὲ ἐχωρίσθη κακῶς, διότι, χωρὶς νὰ θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ νομοσχεδίου, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι πάντες μὲν ἔχουσι τὴν γνώμην, ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ καὶ πάντες ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι τὸ δικαστικὸν τάγμα ἔχει ἀνάγκην ἐκκαθαρίσεως, ὅλα δὲ τὰ ἔμπλαστρα,—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις, ὅσον ἀπότομος καὶ ἂν θεωρηθῇ,—τὰ ὁποῖα ἐκάλεσεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς δικαστικὰ νομοσχέδια, δὲν προβλέπουσι περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως ταύτης. Δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς αὐξήσεως τῶν δικαστικῶν μισθῶν, ἀλλὰ θὰ ἦμαι ἐναντίος αὐτῆς, ἐὰν δὲν λαμβάνωνται παραλλήλως καὶ τὰ μέτρα περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως. Ἡ δὲ ἐκκαθάρισις ἠδύνατο νὰ γείνῃ διὰ τῶν πειθαρχικῶν συμβουλίων. Δὲν βλέπω ὅμως ἐν τοῖς νομοσχεδίοις οὐδὲν περὶ τούτου, καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἰδέας, ὄχι μόνον νὰ ἐπιταχθῇ, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν μελῶν τῶν Ἐφετείων.

§30ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ ὁμοφωνία περὶ τῆς ἐπιτάξεως τοῦ νομοσχεδίου βεβαίως δεικνύει τὴν ὀρθότητα τῆς παρατηρήσεως τοῦ προτείναντος, ἡ προθυμία ὅμως τοῦ προαγορεύσαντος νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν, νομίζω ὅτι εἶναι πρόωρος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἤθελον προτείνει, εἶναι νὰ ταχθῇ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον ἀμέσως μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.

§31ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ προσδιορισμὸς τῆς τάξεως, τὴν ὁποίαν θέλουσι λάβει τὰ νομοσχέδια, οὐχὶ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ πάντα τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, εἶναι ἐνδεδειγμένος ὑπὸ τοῦ περιεχομένου αὐτῶν. Ἑπομένως θέλομεν προβῆ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ συνάμα θέλομεν συζητήσει τὰ συνδεόμενα μετ’ αὐτοῦ νομοσχέδια.

§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τοῦ 1892. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§33ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι βεβαίως ἀνάγκη νὰ λεχθῇ, ἢ μᾶλλον νὰ ἐπαναληφθῇ τὸ πολλάκις ἐντεῦθεν λεχθὲν, ὅτι ἡ γενικὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ συζήτησις παρέχει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπισκοπήσῃ τὰ πράγματα τῆς χώρας, καὶ ἐξετάσῃ τὴν πολιτείαν τῶν κυβερνώντων. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ λεχθῇ, ὅτι οὐδέποτε ἴσως ἐν τῷ παρελθόντι ἡ γενικὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ συζήτησις συνέπεσε πρὸς κατάστασιν πολιτικὴν, κατάστασιν διοικητικὴν, κατάστασιν ἰδίᾳ οἰκονομικὴν, οἵα ἡ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν. Οὐδέποτε ἴσως ἐν τῷ παρελθόντι ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ συζήτησις συνέπεσε πρὸς τοιαύτην κατάστασιν οἰκονομικὴν, ὥστε οἱ πάντες νὰ προσβλέπωσι πρὸς τὸ Κοινοβούλιον καὶ παρ’ αὐτοῦ ν’ ἀναμένωσι θεραπείαν, ἀφοῦ ἀπηλπίσθησαν ὡς πρὸς ἐκείνους, οἵτινές εἰσι τεταγμένοι πρὸς φρούρησιν τῶν συμφερόντων τῆς χώρας. Οὐδέποτε ἴσως ἐν τῷ παρελθόντι ἡ γενικὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ συζήτησις συνέπεσε πρὸς κατάστασιν, ἥτις ἐνέβαλε καὶ ἐμβάλλει τοὺς εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τεταγμένους εἰς ἐνδοιασμὸν, ἂν ἀνεπιφυλάκτως δύνανται νὰ συζητήσωσι τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν, ἐκ τοῦ φόβου μὴ παραβλάψωσι τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Ἐν τῷ ἐνδοιασμῷ τούτῳ διετελοῦμεν, ὅτε συνειργαζόμεθα μετὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἐφρονοῦμεν δ’ ὅτι ἦτο δυνατὸν ἐν τῷ μεσολαβήσοντι χρονικῷ διαστήματι μέχρι τῆς γενικῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ συζητήσεως νὰ ληφθῶσιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μέτρα γενναῖα, καὶ ἐπέλθῃ θεραπεία τις, ἔστω καὶ συμπτωματική. Ἀλλ’ ὅτε ὁ διαῤῥεύσας ἔκτοτε χρόνος εἰς ἓν μόνον συνετέλεσε, νὰ ἐπιβεβαιώσῃ τὸ ἀμέριμνον καὶ ἀνεπαρκὲς τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν τὰ πράγματα πείθωσι πλέον πάντα, ὅτι οὐδὲν δύναταί τις νὰ περιμένῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε τὸ κακὸν προέβη, ὅπου σήμερον ὑπάρχει, βεβαίως ἐπιβάλλεται πλέον εἰς πάντα τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου τὸ καθῆκον, νὰ ἐρευνήσωσι τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα ἄνευ ἐπιφυλάξεως καὶ ἐν πάσαις αὐτοῦ ταῖς λεπτομερείαις. Ὅτε πρὸ τριῶν σχεδὸν μηνῶν συνῆλθε τὸ πρῶτον ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ, καὶ ἐπελάβετο τῶν καθηκόντων αὐτῆς, ἐνόμισα, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς ἐμὲ τὸ καθῆκον νὰ προέλθω εἰς τὴν ἀπὸ ὑψηλοτέρας καὶ πρακτικωτέρας περιωπῆς ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, καὶ ἀπευθυνόμενος ἰδίᾳ πρὸς τοὺς συναδέλφους, τοὺς ἐκπροσωποῦντας τὸ φρόνημα τῆς Συμπολιτεύσεως, νὰ παρατηρήσω, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς παραμονὰς οἰκονομικῆς κρίσεως, ὅτι τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα διατελεῖ ἐν ὀξυτάτῳ σημείῳ, καὶ ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπεβάλλετο τὸ καθῆκον, ὅτε προσῆλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ κατέθετο τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892, νὰ ὑποδείξῃ εἰς αὐτὴν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε, τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα σκέπτεται νὰ λάβῃ πρὸς πρόληψιν τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπέσκηψεν ἤδη εἰς τὰ δημόσια καὶ εἰς τὰ κατ’ ἰδίαν οἰκονομικά. Ἔλεγον τότε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ,—καὶ ἐπικαλοῦμαι πάντων τῶν συναδέλφων τὴν μαρτυρίαν,—ὅτι ἦτο καιρὸς ἀκόμη νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τὰ ὑπ’ αὐτῆς μέχρι τότε συντελεσθέντα οὐ μόνον ἀνεπαρκῆ ὑπῆρξαν, ἀλλ’ ἀπεδείκνυον, ὅτι δὲν διατελεῖ ἐν συνειδήσει τῆς καταστάσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρισκόμεθα. Παρετήρουν τότε εἰς τοὺς συναδέλφους ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἡ ὑπερτίμησις τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος ἤρξατο ἤδη, καὶ φαίνεται ἀνερχομένη εἰς ἀνιοῦσαν κλίμακα, ἂν δὲ ἡ Κυβέρνησις δὲν λάβῃ μέτρα ἐπαρκῆ, θέλομεν μετ’ ὀλίγον τὴν ὑπερτίμησιν ταύτην ἴδει ἀνερχομένην ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μεταβληθῶμεν εἰς χαρτοβασίλειον. Ἀλλ’ οἱ συνάδελφοι τῆς πλειονοψηφίας εἶχον ἄλλην γνώμην· παρετήρουν εἰς ἡμᾶς, ὅτι διηρχόμεθα τότε τὸ τελευταῖον στάδιον τῆς χρηματικῆς κρίσεως, καὶ ὅτι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, νὰ πληρώσῃ τὰ τοκομερίδια τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας ἐκ τῶν ἰδίων ἡμῶν πόρων, χωρὶς νὰ καταφύγῃ εἰς δάνειον, μόνον τὸ μέτρον τοῦτο ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν πλήρη τῆς πίστεως ἡμῶν ἀνόρθωσιν. Ὅτε δὲ μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς παρεστάθημεν ἐν τῇ ἀναγνώσει τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειονοψηφίας, ἧς πάντες ἐλάβετε γνῶσιν, ἐθαυμάσαμεν τὸ εὐοίωνον τοῦ εἰσηγητοῦ καὶ τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας, ἅτινα ὑπέγραψαν τὴν ἔκθεσιν ταύτην. Ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας, ἥτις, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ,—ὡς ἐδήλωσεν ὁ εἰσηγητὴς αὐτῆς,—εἶχε προηγουμένως ὑποβληθῆ εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, θέλετε παρατηρήσει ὅ,τι καὶ πρότερον εἶπον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐφρόνει, ὅτι διηρχόμεθα τὸ τελευταῖον στάδιον τῆς χρηματικῆς κρίσεως, ὅτι τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ληφθέντα μέτρα ἦσαν πλέον ἢ ἐπαρκῆ, καὶ ὅτι, ἂν ἐκ τῶν ἐπαγγελιῶν τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως οὐδὲν ἄλλο ἐπραγματοποιήθη, ἐπραγματοποιήθη ὅμως ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν μείζονα ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων ἐπιμέλειαν. Πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, εἶναι ἐπάναγκες, Κύριοι, διὰ βραχέων νὰ ἐξετάσωμεν τὴν τῶν οἰκονομικῶν κατάστασιν, καθ’ ἣν παρέλαβε τὴν ἀρχὴν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις· διότι ἠκούσθη, καὶ πολλαχόθεν τὸ θρύλημα τοῦτο διαδίδεται, ὅτι, ἐὰν σήμερον εὑρισκώμεθα ἐν δυσχερεστάτῃ οἰκονομικῇ καταστάσει, αὕτη ὀφείλεται εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ὑπῆρξεν ἐξ ἀπογραφῆς κληρονόμος τῆς προκατόχου, καὶ ὅτι, ἂν δὲν δύναται νὰ βελτιώσῃ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τοῦτο, ὅτι ἐκείνη τὰ ἀφῆκεν εἰς κατάστασιν μὴ δεκτικὴν διορθώσεως. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892 εἶναι ὁ δεύτερος τῶν προϋπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1891, ὅστις ἦτο πιστὸν ἀντίγραφον τῶν προϋπολογισμῶν τῶν προκατόχων αὐτῆς, ἡ Κυβέρνησις προέβαλε τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι δὲν ὑπελείφθη εἰς αὐτὴν ὁ ἀπαιτούμενος ὑλικὸς χρόνος πρὸς πραγματοποίησιν τῶν ὁποίων ἔδωκεν ἐπαγγελιῶν ὡς Ἀντιπολίτευσις, καὶ ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892 θέλομεν ἴδει πάσας τὰς ἐπαγγελίας αὐτῆς πραγματοποιουμένας. Ἡμεῖς τότε παρετηροῦμεν, ὅτι πολυχρόνιος ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἐργασία καὶ τρίμηνος κατοχὴ τῶν Ὑπουργείων ἦτο ἐπαρκὴς, ὅπως ἡ Κυβέρνησις γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἑαυτῆς οἰκονομικὸν σύστημα. Ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς εὕρισκεν, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς τῆς Κυβερνήσεως ἦτο βάσιμος, καὶ ἐνέκρινε πάσας αὐτῆς τὰς προτάσεις. Διέῤῥευσεν ἔτος ἔκτοτε, ἐν τῷ διαστήματι δὲ τοῦ ἔτους τούτου πολλὰ ἐξηγγέλλοντο ὑπὸ τῶν ὑπουργικῶν ἐφημερίδων ὡς σχέδια, συνδεόμενα πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, πάντες δὲ ἀνεμένομεν, ὅτε ἐνταῦθα συνήλθομεν, κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, ν’ ἀκούσωμεν τὰ σχέδια ταῦτα, νὰ μάθωμεν τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων, κατὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἠδύνατο ἡ βελτίωσις αὕτη τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν νὰ πραγματοποιηθῇ. Καὶ εἴχομεν μὲν ἐν τῷ μεσολαβήσαντι ἔκτοτε χρόνῳ, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς πρώτης μέχρι τῆς δευτέρας Βουλευτικῆς συνόδου, μεταβολήν τινα Ὑπουργικὴν, ἥτις συνδέεται πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, εἴχομεν τουτέστι τὴν παραίτησιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ῥητῶς ἐδήλωσε διὰ τῆς ὑπογραφῆς του, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ἑαυτοῦ οἰκονομικὸν σύστημα δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὸν ὑπὸ τῶν συναδέλφων αὐτοῦ, ἠναγκάσθη ν’ ἀποχωρήσῃ. Κατὰ τὸν πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, τὸ σχέδιον αὐτοῦ ἦτο πλῆρες· διὰ τοῦ σχεδίου τούτου, γινομένου ἀποδεκτοῦ ὑπὸ τῶν συναδέλφων αὐτοῦ, ἐξησφαλίζετο ἡ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Δὲν προεβλήθη ὑπ’ αὐτοῦ μόνη ἡ μεταβολὴ τοῦ περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ συστήματος, ὡς ὁ ἴδιος εἰς ἐφημεριδογράφον, ἢ καὶ διὰ τῆς ὑπογραφῆς του, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐδήλωσεν, ἀλλ’ ὁλόκληρον σύστημα. Οἰκονομίαι ἐν ταῖς δαπάναις ἐκ δραχμῶν 5,000,000, αὔξησις τῶν προσόδων διὰ τῆς μεταῤῥυθμίσεως ἐγγείων τινῶν φόρων, διὰ τῆς βελτιώσεως τοῦ δασμολογίου, διὰ τῆς τροποποιήσεως τῆς περὶ τῶν μεταλλείων νομοθεσίας κλπ. Καὶ ὅσῳ βέβαιον εἶναι, ὅτι περὶ τοῦ σχεδίου του τούτου οὐδὲν εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, τόσῳ ἐξ ἄλλου εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 ὁμιλίαν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ διαφωνία μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ συνίστατο εἰς μόνον ἓν νομοσχέδιον· κατὰ τῆς τοιαύτης δὲ δηλώσεως τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς δὲν διεμαρτυρήθη, παραδεχθεὶς σιωπηρῶς, ὅτι εἰς μόνον ἓν νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ ὑπῆρξεν ἡ διαφωνία, ἐξ ἧς προῆλθεν ἡ ἀποχώρησίς του· ἀλλ’ ὅπως δήποτε, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ αὕτη εἰς τὸν διαχειριζόμενον τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, πάντες ἀνέγνωμεν ἐν ὑπουργικῇ ἐφημερίδι σχέδια κυοφορούμενα μεγάλα, ἀφορῶντα εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ὅτε ἠκούσαμεν εἰσηγούμενον τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, παρετηρήσαμεν, ὅτι ἓν καὶ μόνον νομοσχέδιον, μίαν καὶ μόνην φορολογικὴν καινοτομίαν εἰσήγαγε κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, ἤτοι τὴν μεταβολὴν τοῦ συστήματος περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ Ἀντιπολίτευσις παρετήρησεν, ὅτι δι’ αὐτοῦ οὐ μόνον δὲν θὰ αὐξήσωσιν αἱ ἐκ τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου δημόσιαι πρόσοδοι, ἀλλὰ τοὐναντίον θὰ ἐλαττωθῶσιν εἰς τὸ ἥμισυ, ὅτι, ἂν δὲν ἦναι ἡ ζημία τοῦ δημοσίου ταμείου μείζων, βεβαίως αὕτη θὰ ἀνέλθῃ εἰς 3,000,000, καὶ ὅτι αἱ περιστάσεις αἱ οἰκονομικαὶ, εἰς τὰς ὁποίας διατελοῦμεν, δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν τοιαύτην τοῦ συστήματος περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ μεταβολήν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι, ἐπειδὴ εἶχε τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ συστήματος περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ, ἐπειδὴ πρὸς τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν, ἠσθάνετο ἰδιάζουσαν στοργὴν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ· οὕτω δὲ μετά τινας ἴσως ἡμέρας θὰ ἔχωμεν τὸ νέον σύστημα τὸ φορολογικὸν τοῦ καπνοῦ λειτουργοῦν, καὶ θέλομεν ἀφεύκτως εὑρεθῆ πρὸ τῆς ἐλαττώσεως τῆς ἐκ τοῦ καπνοῦ προσόδου τοῦ Δημοσίου κατὰ ποσὸν ὑπερβαῖνον τὰ 3,000,000. Ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ τῆς προσόδου τῆς ἐκ τοῦ καπνοῦ, δέον νὰ παρατηρηθῇ, ὅτι ὡς πρὸς τὸ σύστημα τὸ φορολογικόν, τὸ μέχρι πρό τινος καὶ νῦν ἐν ἰσχύϊ διατελοῦν, τοιαύτην ἡ Κυβέρνησις ἐδείξατο ὀλιγωρίαν, ὥστε αἱ ἐκ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ πρόσοδοι τοῦ Δημοσίου ἠλαττώθησαν κατὰ 30%. Εἶπον πρότερον, ὅτι δέον νὰ ἐπισκοπήσωμεν διὰ βραχέων τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, καθ’ ἣν παρέλαβε τὰ οἰκονομικὰ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Ἐκ τῆς ἐξετάσεως ταύτης θέλομεν συναγάγει, ἐὰν ὄντως ἡ κατάστασις, ἐν τῇ ὁποίᾳ διατελοῦμεν, ἦναι κληροδότημα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἢ ἦναι προϊόν τῆς ἀνεπαρκείας τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Εἶπον, ὅτι διὰ βραχέων θέλομεν τοῦτο πράξει, διότι ἐν τῇ συζητήσει τῇ γενικῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891 διὰ μακρῶν τὸ θέμα τοῦτο ἐπραγματεύθην, καὶ κατέθηκα πίνακας ἀποδεικνύοντας, ὅτι πάνθ’ ὅσα ἐλέγοντο περὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ δημοσίου χρέους ἦσαν ἁπλᾶ θρυλήματα, πάνθ’ ὅσα ἐξετοξεύοντο κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως περὶ τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ προϊόντος τῶν συνομολογηθέντων ὑπ’ αὐτῆς δανείων πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν τακτικῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἦσαν πάντη ἀδέσποτα. Ἡ πρώην Ἀντιπολίτευσις ἀληθῶς, πρὶν ἢ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὴν ἀρχήν, πολλάκις ἐντεῦθεν ἰσχυρίσθη, ὅτι ἕκαστον τῶν προηγουμένων ἐτῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα διεχειρίζετο ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, κατέλειπεν ἔλλειμμα 20–25 ἑκατομμυρίων. Συνεπὴς πρὸς ἑαυτὸν ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὑπέλαβεν, ὅτι ἦτο ὑποχρεωμένος διὰ πινάκων, κατατιθεμένων εἰς τὸ νομοθετικὸν σῶμα, ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι εἶχε δίκαιον, ἰσχυριζόμενος ὅσα ἰσχυρίζετο ὡς ἀντιπολιτευόμενος· κατέθηκε λοιπόν, ὡς γνωστόν, μίαν κατάστασιν, ἥτις ἴσως τότε εἶχεν αὐτὸν τὸν σκοπόν, βραδύτερον δ’ ἐχρησίμευσεν ὡς βάσις καὶ ἀφετηρία τοῦ κατηγορητηρίου, περὶ ἧς καταστάσεως χθὲς ἐγένετο ἐντεῦθεν λόγος. Κατὰ τὴν κατάστασιν ταύτην ἐφαίνοντο ἄνευ διαθέσεώς τινος 56 ἑκατομμύρια. Καὶ ὁ μὲν πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἴσως ἄφινε νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ταῦτα ἐχρησίμευσαν πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τῶν 4 ἐτῶν, οἱ δὲ ὑπογράψαντες τὸ κατηγορητήριον ὑπέλαβον, ὅτι ταῦτα ἐχρησίμευσαν πρὸς σκοπούς, οὐδὲν τὸ κοινὸν ἔχοντας πρὸς τὸ δημόσιον συμφέρον. Καὶ ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891, καὶ ἐν τῇ εἰδικῇ συζητήσει, τῇ ἀφορώσῃ εἰς τὸ κατηγορητήριον κατὰ τῶν πρώην Ὑπουργῶν, διὰ τῶν ὁποίων κατέθηκα πινάκων, ἀπέδειξα, ὅτι ὁ πίναξ, ὃν κατέθηκεν ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ἦτο συντεταγμένος οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δημοσίων βιβλίων, ἦτο συντεταγμένος οὐχὶ ὡς ἔπρεπε νὰ συντάσσωνται πίνακες, κατατιθέμενοι ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ σκοποῦντες νὰ πιστοποιήσωσι τὴν ἀληθῆ καὶ πραγματικὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, ἀλλ’ ἦτο συντεταγμένος πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἀποδειχθῶσιν οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ ὡς διαχειρισθέντες 56,000,000 πρὸς πλήρωσιν τῶν ἐλλειμμάτων τῆς παρελθούσης τετραετίας. Δὲν θ’ ἀναπτύξω τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους κατέθηκα τότε, διότι ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως ἀξιότιμοι συνάδελφοι προέβαλον τὴν πρότασιν νὰ τυπωθῶσιν οἱ πίνακες οὗτοι, ἂν δὲν ὑπάρχωσιν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ διανεμηθῶσιν εἰς ἕκαστον ἐξ ὑμῶν· παρακαλῶ δὲ μόνον νὰ τοὺς μελετήσητε ἐπισταμένως. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παραλείψω, ὅτι δι’ ἑνὸς τῶν τεσσάρων πινάκων, τοὺς ὁποίους τότε κατέθηκα, ἀπέδειξα, ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ κατάστασις εἶχεν ἐλλείψεις ἀκριβῶς 56,000,000, αὐτὴ αὕτη ἡ κατάστασις, καθ’ ὅσον ἀπεδεικνύετο ἐκ τῶν φύλλων τῆς λεπτομερείας, τὰ ὁποῖα τὴν συνώδευον, ἐξηλέγχετο ἐσφαλμένη· διότι παραδόξως τὰ συμπεράσματα, ἅτινα διετυποῦντο ἐν τέλει τῆς καταστάσεως ταύτης, δὲν εἶχον οὔτε λογιστικὸν οὔτε λογικὸν χαρακτῆρα. Διὰ τῶν ἄλλων πινάκων, τοὺς ὁποίους κατέθηκα, ἀπέδειξα, ποῦ καὶ πῶς διετέθη τὸ προϊόν πάντων τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνωμολογήθησαν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ τέλος διὰ τοῦ τελευταίου τῶν πινάκων τούτων ἀπέδειξα, ὅτι καὶ τὰ ἐπὶ εἰδικῷ προορισμῷ συνομολογηθέντα ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως δάνεια διετέθησαν ἀκριβῶς πρὸς ὃν προωρίσθησαν σκοπόν. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη διὰ μόνων αὐτῶν τῶν πινάκων νὰ πιστοποιήσω ἐνώπιον ὑμῶν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἐλλείμματα 56,000,000 ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῆς τετραετοῦς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως; Δὲν ἀρκοῦσιν οἱ εἰς τὴν Βουλὴν προσαχθέντες ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἀπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν τούτων; Ἐὰν οἱ ἀπολογισμοὶ οὗτοι δὲν συνετάχθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπισήμων βιβλίων, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶναι ἐν τῇ κατοχῇ πάντων τῶν στοιχείων, δὲν ἤθελε καταγγείλει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς ἀνακριβείας τῶν ὑποβληθέντων ἀπολογισμῶν; Ἐκ τῶν τριῶν μάλιστα ἀπολογισμῶν τούτων οἱ δύο ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1887, οὐδὲν προέκυψεν ἔλλειμμα μεταξὺ τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1888, προέκυψεν ἔλλειμμά τι ἀσήμαντον. Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889, τὸν ὁποῖον ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ὑπέβαλε, βεβαιοῦται ἔλλειμμα 1,600,000. Ὑπολείπεται ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1890. Δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὸν τακτικὸν ἀπολογισμὸν. Ἔχομεν τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμόν.

§34ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διακόψω;

§35ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαρίστως.

§36ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πόσον ἀπεδείχθη τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1889 διὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον κατέθηκα εἰς τὴν Βουλήν; Ἀνεφέρατε ἕνα ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον δὲν ἤκουσα καλῶς.

§37ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 1,614,567 μεταξὺ τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων.

§38ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι ὁμολογῶ, ὅτι εὑρίσκω ἓν ἔλλειμμα ἀνώτερον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἴπετε.

§39ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἀμφισβητεῖτε, ὡς παρατηρῶ, τὸ ποσὸν τοῦ ἐλλείμματος, ἀναγκάζομαι νὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀριθμητικὰ ἐξαγόμενα τοῦ ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1889.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦτον τὰ
εἰσπραχθέντα τακτικὰ ἔσοδα ἀνέρχον-
ται εἰς δρ. 83,731,591.09
αἱ δὲ ἐκ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων
εἰσπράξεις τῆς αὐτῆς χρήσεως » 99,300,373.—
ἐν ὅλῳ δρ.183,031,964.09
τὰ δὲ πληρωθέντα ἔξοδα τῆς αὐτῆς
χρήσεως τακτικὰ καὶ ἔκτακτα » 168,739,262.39
ἤτοι πλεόνασμα δρ. 14,292,701.70

Ἀλλ’ ὅπως ἀνεύρωμεν τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα μεταξὺ εἰσπραχθέντων τακτικῶν ἐσόδων καὶ πληρωθέντων τακτικῶν ἐξόδων, ὀφείλομεν νὰ διακρίνωμεν ἐκ τῶν πληρωθέντων ὡς ἀνωτέρω ἐξόδων τὰ ἔκτακτα, ἤτοι τὰς δαπάνας ἐκείνας, αἵτινες, καὶ ὡς ἐκ τῆς φύσεώς των καὶ ὡς ἐκ τοῦ ἀποδοθέντος εἰς αὐτὰς ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας χαρακτῆρος, δὲν ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων. Ὡς πρὸς τὸν καταλογισμὸν τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων πιστεύω, ὅτι δὲν διαφωνῶ μετὰ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, καθόσον καὶ αὕτη ἀναγνωρίζει, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν τακτικῶν ἐσόδων δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνηται διὰ δαπανῶν, αἵτινές εἰσιν ὁμολογουμένως ἔκτακτοι, καὶ ὧν τὸ ποσὸν δέον νὰ καταβάλληται ἐξ ἐκτάκτων πόρων. Ἐκ τοῦ ἀναγραφέντος ἄρα ἀνωτέρω συνόλου τῶν κατὰ τὴν χρῆσιν 1889 ἐξόδων εἰσὶν ὁμολογουμένως ἔκτακτα τὰ ἑπόμενα:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἐξόφλησις προγενεστέρων δανείων δρ. 68,049,298.21
Κατασκευὴ θωρηκτῶν » 3,136,838.53
Σιδηρόδρομος Μύλων–Καλαμῶν » 6,838,014.28
» Μεσολογγίου–Ἀγρινίου» 1,892,675.68
» Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων» 534,963.73
Διώρυξ καὶ γέφυρα Κορίνθου » 125,490.96
Μελέται ὑδάτων Στυμφαλίας » 1,241.73
Προίκησις βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας» 400,000.—
Ἔκθεσις Παρισίων » 250,000.—
Οἰκοδομὴ Ἀρχαιολογικῶν Μου-
σείων Ἀθηνῶν καὶ Σπάρτης » 693,241.65
Ἔξοδα κατεδαφίσεως τειχῶν
φρουρίου Βώλου » 28,057.44
Συνδρομὴ ὑπὲρ τῶν ἐκ σει-
σμοῦ παθόντων ἐν Αἰγίῳ » 101,288.52
Συνδρομὴ ὑπὲρ τῶν ἐκ σει-
σμοῦ παθόντων ἐν Ἀγρινίῳ » 12,875.33
Ἀνέγερσις ἀποθήκης πετρελαίου » 34,919.16
Ἐκκαθάρισις ὑδραγωγείου
Τσακμάκου » 30,858.74
Ἐξωραϊσμὸς πρωτευούσης » 337,374.87
Συνδρομὴ προσφύγων Κρητῶν » 399,999.50
Δαπάναι ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν » 22,965.69
Ἀνέγερσις στρατιωτικῶν οἰκο-
δομῶν κλπ. » 503,000.—
Ἐὰν λοιπὸν διακριθῶσι καὶ
καταλογισθῶσιν ὡς ἔκτακτα
ἔξοδα τὰ ἀναγραφέντα ἐκ » 83,393,104.02
ἐκπεσθῶσι δὲ ταῦτα ἐκ τοῦ
ἀνωτέρω σημειωθέντος ἐν συν-
όλῳ ποσοῦ ἐξόδων » 168,739,262.39
ἀπομένουσι τακτικὰ ἔξοδα » 85,346,158.37
Εἰς μεταφορὰν δρ. 85,346,158.37
Ἐκ μεταφορᾶς δρ. 85,346,158.37
Ἐὰν δὲ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ
εἰσπράξεις τῶν τακτικῶν ἐσόδων » 83,731,591.09
ἔχομεν ἔλλειμμα ἐκ » 1,614,567.28

Κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἄρα ἀριθμητικὰ ἐξαγόμενα τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1889, τὸ μεταξὺ τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων προκύψαν ἔλλειμμα τῆς χρήσεως ταύτης ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 1,614,567. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἠδύνατο κατὰ τοὺς κρατοῦντας παρ’ ἡμῖν λογιστικοὺς κανόνας νὰ ἐλαττωθῇ ἔτι κατὰ δραχμὰς 155,923.73, καθόσον τὸ ποσὸν τοῦτο ἐδαπανήθη ἐκ τῆς διὰ τοῦ νόμου ΑΨΙΗʹ τῆς 19 Μαρτίου 1889 χορηγηθείσης εἰδικῆς ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δρ. 200,000 διὰ γενικὰς ἐαρινὰς ἀσκήσεις τοῦ στρατοῦ. Ἡ δι’ ἀσκήσεις τοῦ στρατοῦ πίστωσις εἶναι ὁμολογουμένως ἔκτακτος, καθόσον σπανίως ἀναγράφεται ἐν ταῖς ζητουμέναις διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν πιστώσεσιν. Ἀλλ’ ἵνα μὴ προκαλέσω ἀντίῤῥησίν τινα ὡς πρὸς τὸν χαρακτῆρα τῆς πιστώσεως ταύτης, προετίμησα νὰ ἀφήσω τὴν δαπάνην ταύτην μεταξὺ τῶν τακτικῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως 1889. Κατὰ ταῦτα, οἱ τρεῖς ἀπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν 1887, 1888 καὶ 1889 παρουσιάζουσιν ἔλλειμμα ἀσήμαντον. Ὑπολείπεται ὁ ἀπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1890. Ἔχομεν, ὡς εἶπον ὑμῖν, τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος, ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τῆς πείρας, ὀλίγον θέλει διαφέρει τοῦ τακτικοῦ ἀπολογισμοῦ. Εἰς τὸ διάστημα τῶν τελευταίων ἐτῶν πάντοτε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑπεβάλλετο ἐν ἀρχῇ ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς, βραδύτερον δὲ, μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν στοιχείων, ὁ τακτικὸς ἀπολογισμός. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τακτικοῦ καὶ προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ συνίστατο εἰς δεκάδας τινὰς χιλιάδων. Προκειμένου περὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1890, εἶναι ἀνάγκη νὰ παρατηρηθῇ, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διεχειρίσθη τοῦτον μόνον κατὰ τοὺς 8 πρώτους μῆνας, κατὰ τοὺς ὑπολοίπους δὲ 4 διεχειρίσθη αὐτὸν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις· δὲν δύναται ἑπομένως νὰ ὑπέχῃ ἐπὶ τῇ ἐκτελέσει τοῦ ἀπολογισμοῦ τούτου εὐθύνην ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, ἐπειδὴ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1890, τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχουσι προφανῶς ἀνακρίβειαι, εἶναι ἀνάγκη περὶ τούτου εἰδικωτέραν νὰ ποιήσωμαι μνείαν. Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1890, τὸν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα, αἱ μὲν ἐκ τακτικῶν ἐσόδων εἰσπράξεις ἀνέρχονται εἰς 79,824,101, αἱ δὲ δαπάναι αἱ τακτικαὶ εἰς 97,384,520, ἤτοι προκύπτει κατὰ τὴν πρόχειρον ἐξέτασιν τοῦ ἀπολογισμοῦ τούτου ἔλλειμμα 17,560,419. Ἀλλ’ ὡς πρὸς μὲν τὰ ἔσοδα ὑπάρχουσιν ἀνακρίβειαί τινες, ἡ παράλειψις τῶν ὁποίων εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει πρὸς ἐκτίμησιν τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἀπολογισμοῦ τούτου. Ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1890 δὲν ἀναγράφεται ἡ πρόσοδος ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων τοῦ δήμου Ἀθηναίων καί τινων ἄλλων δήμων τῆς χρήσεως 1890, ἕνεκεν ὀλιγωρίας τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας. Ἐκ τῆς προσόδου ταύτης, ἐὰν ἐγκαίρως ἐβεβαιοῦτο καὶ εἰσεπράττετο, βεβαίως ἤθελε προστεθῇ πρόσοδος ἐκ δραχμῶν 800,000. Εἰς τὴν ἀναγραφομένην πρόσοδον ἐξ ἀντιτίμου τοῦ ἅλατος παρεισέφρυσε βεβαίως λογιστικόν τι λάθος· διότι ἀναγράφεται ἐν τῇ προσόδῳ, τῇ ἀφορώσῃ εἰς τὸ ἅλας, ἔλλειμμα ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν τοῦ 1889, ἐνῷ γνωστὸν εἶναι ἐκ τῶν καταστάσεων τῶν ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ δημοσιευθεισῶν, ὅτι τοὐναντίον προέκυψε πλεόνασμα κατὰ ποσὸν ἀνώτερον τῶν δραχμῶν 89,000. Ἀληθῶς ὡς πρός τινας ἄλλας προσόδους ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1890 ἔπρεπε νὰ παρουσιάσῃ ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν τοῦ 1889 χρῆσιν ἔλλειμμά τι, ὡς ἐκ τῶν γενομένων ἐν τῇ φορολογικῇ ἡμῶν νομοθεσίᾳ κατὰ τὸ 1890 μεταβολῶν. Ὡς γνωστόν, κατὰ τὸ 1890 κατηργήθησαν πρῶτον τὰ δύο δεκατημόρια τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, μετεβλήθησαν δὲ καὶ αἱ ἑπτὰ κατώτεραι φορολογικαὶ κλάσεις. Ἐκ τούτου ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ καθυστέρησις 500,000. Ἐκ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου ἐπίσης, ὡς ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν δύο δεκατημορίων, ἔπρεπε νὰ ἀναμένωμεν ἐλάττωσιν κατὰ δραχμὰς 294,572. Ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου τοῦ καπνοῦ, ὁ ὁποῖος, ὡς γνωστόν, κατηργήθη πρὸς διευκόλυνσιν τῆς εἰς τὴν Αἴγυπτον καταναλώσεως τοῦ ἡμετέρου καπνοῦ, ἔπρεπε ν’ ἀναμένωμεν ἐλάττωσιν κατὰ δραχμὰς 184,801. Καὶ ἐκ τοῦ φόρου τῶν σύκων ἐπίσης, ἐπειδὴ κατηργήθη ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος εἰς τὰ σῦκα, τὰ ἐν τῷ Κράτει καταναλισκόμενα, ἔπρεπε ν’ ἀναμένωμεν ἐλάττωσιν κατὰ δραχμὰς 92,785, ἤτοι τὸ ὅλον 1,072,158. Τοσαύτην μόνον ἐλάττωσιν ἐσόδων ἀνεμένομεν ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890 καὶ μόνην τὴν ἐλάττωσιν ταύτην ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ἐν τῇ ἐκτιμήσει τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1890. Ἀλλὰ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1890 αἱ εἰσπράξεις εἶναι κατώτεραι τῶν τοῦ 1889 κατὰ δραχμὰς 3,907,489. Ποῦ ὀφείλεται ἡ τοιαύτη καθυστέρησις μεταξὺ τῶν δύο χρήσεων; Βεβαίως εἰς τὴν χαλάρωσιν τῶν εἰσπράξεων, τὴν ἐκ τῆς κυβερνητικῆς μεταβολῆς προελθοῦσαν. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διεχειρίσθη τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1890 μόνον κατὰ τοὺς 8 πρώτους μῆνας, ἡ δὲ σημερινὴ κατὰ τοὺς ὑπολοίπους 14, κατὰ τοὺς ὁποίους κυρίως ἐνεργεῖται καὶ ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρὸ πάντων παρουσιάζουσι δυσκολίας ἐν τῇ βεβαιώσει καὶ τῇ εἰσπράξει, Κατὰ τὸ 1889, ἐπὶ μείζονος ποσοῦ εἰσπρακτέων, ὑπελείφθησαν κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως καθυστεροῦντα ἐκ δραχμῶν 8,801,071, ἀναλογοῦντα πρὸς 9,50%. Κατὰ τὸ 1890, ἐπὶ εἰσπρακτέων ποσῶν κατωτέρων, ὑπελείφθησαν πλείονα καθυστεροῦντα, ἤτοι ἐκ δραχμῶν 9,563,393, ἀναλογοῦντα πρὸς 10,70%, ἤτοι ἡ καθυστέρησις ἀνῆλθεν εἰς 1,20% ἐπὶ πλέον. Οὐδεμία κατ’ ἀκολουθίαν ὑφίσταται ἀμφιβολία, ὅτι ἡ τοιαύτη καθυστέρησις ὀφείλεται εἰς τὴν κυβερνητικὴν ἐνέργειαν. Ἐὰν δ’ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῆς καθυστερήσεως ταύτης τῶν δραχμῶν 3,907,489 τὸ ποσὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐδικαιολογεῖτο ἡ μείωσις τῶν εἰσπράξεων, ὡς ἐκ τῶν γενομένων καταργήσεων καὶ φορολογικῶν μεταβολῶν, ἔχομεν ἀναμφισβήτητον ἔλλειμμα, μὴ δικαιολογούμενον, ἐκ δραχμῶν 2,835,331. Ἔχομεν ὅμως παρατηρήσεις καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, τὰ ἀναφερόμενα ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1890 ὡς τακτικὰ, διότι ἀνεγράφησαν μεταξὺ αὐτῶν τινα, ἅτινα ἐξ ὑπαρχῆς ἐχαρακτηρίσθησαν καὶ ἐκ τῆς φύσεώς των εἰσὶν ἔκτακτα, καὶ ἔπρεπεν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν νὰ περιληφθῶσι. Τοιαῦται εἶναι αἱ ἑπόμεναι, τῶν ποσῶν λαμβανομένων ἐκ τοῦ αὐτοῦ ἀπολογισμοῦ. Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Κεφ. 13. Περίθαλψις προσφύγων Κρητῶν 1,350,000.—
Κεφ. 14–3. Ἐπισκευὴ φυλακῶν Ἰθάκης 25,000.—
Εἰς μεταφορὰν δρ. 1,375,000.—
Ἐκ μεταφορᾶς δρ. 1,375,000.—
Κεφ. 27. Ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον 30,000.—
Κεφ. 32. Περίθαλψις οἰκογενείας λοχίου
Γεωργακοπούλου 2,000.—
Κεφ. 33. Ἀνέγερσις οἰκοδομῆς Διαδόχου δραχ. 150,000.—
Κεφ. 34. Ἐπισκευὴ Βυζαντινοῦ ναοῦ Δαφνίου δραχ. 10,000.—
Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν.
Κεφ. 6. Ἀγορὰ οἰκίας Αἰκατερίνης Ἀζάπη δραχ. 28,000.—
Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν.
Κεφ. 26. Στρατιωτικὰ κτίρια καὶ ἔργα 180,110.—
Ἡ διὰ τὰ στρατιωτικὰ κτίρια δαπάνη
ἀνεγνωρίσθη πάντοτε ὑπὸ τῆς νομοθετι-
κῆς ἐξουσίας ὡς ἔκτακτος, ὡς μὴ ἐπαρ-
κούντων πρὸς τοῦτο τῶν τακτικῶν πόρων
τοῦ προϋπολογισμοῦ.
Κεφ. 27—1. Προσωπικὸν ἀλλοδαπῶν ἀξιω-
ματικῶν γεωδαιτικῆς ἐπιτροπῆς δραχ. 63,025.23
Κεφ. 27—2. Ὑλικὸν ὑπηρεσίας αὐτῶν 16,037.50
Κεφ. 27—3. Προσωπικὸν ἀξιωματικῶν καὶ
ὁπλιτῶν γεωδαιτικῆς ἐπιτροπῆς δραχ. 62,050.—
Κεφ. 27—4. Ὑλικὸν ὑπηρεσίας αὐτῶν 15,571.88
Κεφ. 27—5. Γενικὰ ἔξοδα τῆς αὐτῆς ἐπιτροπῆς δραχ. 33,315.39
Αἱ διὰ τὴν γεωδαιτικὴν ἐπιτροπὴν
δαπάναι ἀνεγνωρίσθησαν νομοθετικῶς ὡς
ἔκτακτοι, καθ’ ὅσον ἡ κατάρτισις κτηματο-
λογίου δὲν δύναται νὰ καταλεχθῇ μεταξὺ
τῶν τακτικῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν.
Κεφ. Θʹ —1.Ἔξοδα μώλου Ναυστάθμου 20,000.—
Κεφ. Θʹ —2.Ἔξοδα τοποθετήσεως μονίμου ἱστοθέτου δραχ. 72,000.—
Κεφ. Θʹ —3.Ἔξοδα ἀνεγέρσεως στρατῶ-
νος τῆς ἀπὸ σταθμοῦ ἀμύνης δραχ. 50,000.—
Κεφ. Θʹ —4.Ἔξοδα ἀνεγέρσεως ἀποθηκῶν κλπ. 50,000.—
Κεφ. Θʹ —5.Ἔξοδα κατασκευῆς δεξαμενῆς καλωδίων δραχ. 60,000.—
Κεφ. Θʹ —6.Ἔξοδα κατασκευῆς ἐσχάρας τορπιλλοβόλων σκαφῶν δραχ. 40,000.—
Κεφ. Θʹ —7.Ἔξοδα ἐπισκευῆς μηχανοστασίου κλπ. 44,000.—
Κεφ. Θʹ —8.Ἔξοδα προμηθείας ἀντλιῶν κλπ. δραχ. 50,000.—
Κεφ. Θʹ —9.Ἔξοδα οἰκοδομῆς προγυμναστηρίου Πόρου δραχ. 50,000.—
Κεφ. ΙΑʹ Ἔξοδα ἐπισκευῆς «Ἀμφιτρίτης» καὶ «Μιαούλη» 100,000.—
Πᾶσαι αἱ ἀνωτέρω δαπάναι τοῦ Ὑπουρ-
γείου τῶν Ναυτικῶν ἐγένοντο δυνάμει ἐκ-
τάκτων πιστώσεων, αἵτινες ἐχορηγήθησαν
δι’ εἰδικῶν νόμων, ἀνεγνωρίσθησαν δὲ ἐξ
ὑπαρχῆς ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ὡς
Εἰς μεταφορὰν δρ. 2,501,110.—
Ἐκ μεταφορᾶς δρ. 2,501,110.—
ἔκτακτοι καὶ ὡς μὴ καταλογίσιμοι μεταξὺ
τῶν τακτικῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν.
Κεφ. 32. Ἔξοδα ἀνεγέρσεως Πολιτικοῦ
Πρακτορείου ἐν Σόφιᾳ 60,000.—
Δημόσιον χρέος.
Ὡς πρὸς τὰς πιστώσεις, τὰς ἀφορώσας
εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ὁ
προκάτοχος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν,
ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, ἐπή-
νεγκε καινοτομίαν τινὰ παράλογον. Ὡς ἐκ
τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν τὸ πρῶτον συνωμολο-
γήθησαν τὰ δάνεια τῶν 170 καὶ 135
ἑκατομμυρίων, εἶχεν ἐπικρατήσει ἀρχῆθεν
ἡ λογιστικὴ τάξις νὰ καταλογίζηται ἡ τῆς
δευτέρας ἑξαμηνίας δόσις τοκοχρεωλύτρων
εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ ἀμέσως ἑπομένου ἔτους.
Οὕτως ἑκάστη χρῆσις ἐπεβαρύνετο διὰ τοῦ
ποσοῦ, ὅπερ ἀπητεῖτο διὰ τὰ τοκοχρεώ-
λυτρα δύο ἑξαμηνιῶν· ἀλλ’ ὁ προκάτοχος
Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέλαβεν, ὅτι
ἦτο εἰς αὐτὸν ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπιβα-
ρύνῃ τὴν χρῆσιν 1890 διὰ τῶν τοκοχρεω-
λύτρων τριῶν ἑξαμηνιῶν. Ἐπὶ τῇ χρήσει
τοῦ 1890 ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ὑπέλαβε
τὴν προκάτοχον αὐτῆς ὡς ὑπέχουσαν εὐθύ-
νας, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἔθηκεν αὐτὴν ὑπὸ
δυσμένειαν. Ἄνευ λοιπὸν ἀποχρῶντος λό-
γου προεκλήθη δυνάμει νόμου πίστωσις ἐκ
δραχμῶν 5,575,686 διὰ τοκοχρεώλυτρα
τῶν δύο εἰρημένων δανείων εἰς βάρος τῆς
χρήσεως 1890, ἥτις ἦτο ἤδη διὰ τοῦ προϋ-
πολογισμοῦ βεβαρυμένη μὲ τὰ αὐτὰ τοκο-
χρεώλυτρα δύο ἑξαμηνιῶν. Προεκλήθη
συνάμα, δυνάμει ἑτέρου νόμου, ἑτέρα πί-
στωσις ἐκ δραχμῶν 1,000,000 λόγῳ ὑπερ-
τιμήσεως ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, ἥτις
δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἀναγκαία ἐν τῇ δια-
χειρίσει τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὡς
ἐπαρκούσης τῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
ἀρχικῶς ἀναγραφείσης. Ὡς ἐκ τοῦ παρα-
λόγου μέτρου τούτου ἐπεβαρύνθη ὁ προϋ-
πολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου
τῶν Οἰκονομικῶν μὲ τὸ ποσὸν δραχμῶν6,575,686
Πλὴν τῶν ἀνωτέρω, ἡ χρῆσις τοῦ 1890
ἐπεβαρύνθη μὲ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ δια-
γεγραμμένων χρήσεων κατὰ ποσότητα μὴ
συνήθη ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν ἐξόδων.
Ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι οὐδεμία τοι-
αύτη πίστωσις ἀναγράφεται ἐν τοῖς προ-
ϋπολογισμοῖς τῶν ἐτῶν 1891 καὶ 1892.
Τοιαύτη δαπάνη εἰς βάρος τῆς χρήσεως
1890 κατελογίσθη ἐπὶ τῶν ἑπομένων
Ὑπουργείων:
Ὑπουργ. Δικαιοσύνης δρ. 12,947.77
» Ἐσωτερικῶν » 192,552.95
» Ἐκκλησιαστικῶν » 57,111.12
» Στρατιωτικῶν » 246,175.89
508,787.73
Εἰς μεταφορὰν δρ. 9,136,796.—
Ἐκ μεταφορᾶς δρ.508,787.73
Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν » 92,673.55
» Οἰκονομικῶν » 628,913.03
πληρωτέα ὑπόλοιπα χρήσεως 1888 » 961,212.69
2,191,587
ἤτοι ἡ χρῆσις 1890 ἐπεβαρύνθη ἀτόπως
μὲ ποσὸν δραχμῶν11,328,383
Ἐκ τῶν ὁποίων παρέθηκα ἀνωτέρω
ἀριθμῶν, προκύπτει τὸ ἑπόμενον συμπέρασμα:
Εἰς τὰς εἰσπράξεις τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν79,824,101
δέον νὰ προστεθῶσι κατὰ τὰ ἀνωτέρω δρ. 3,724,331
ἤτοι αἱ εἰσπράξεις 1890 ἔδει νὰ ὦσιν ἐκ δρ. 83,548,432
Ἐκ δὲ τῶν ἀναγραφομένων εἰς τὸν προ-
σωρινὸν ἀπολογισμὸν τῆς αὐτῆς χρή-
σεως ἐξόδων ἐκ δραχμῶν97,384,520
δέον ν’ ἀφαιρεθῶσι τὰ ἀνωτέρω ἔκτακτα
ἔξοδα ἐκ δραχμῶν11,328,383
Ὥστε τὰ τακτικὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως
1890 ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς86,056,137
Ἄρα τὸ ἀληθὲς ἔλλειμμα τῆς χρήσεως 1890
ἐπὶ πληρωθέντων τακτικῶν ἐξόδων δρ. 86,056,137
καὶ ἐπὶ εἰσπράξεων δραχ. 83,548,432
ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς2,507,705

§40ΔΑΓΡΕΣ. Διατὶ τὰ ἀφαιρεῖτε αὐτά;

§41ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι τὰ 5,000,000 ἔπρεπε, κατὰ τὰ παραδεδεγμένα, κατὰ τὴν κρατοῦσαν λογιστικὴν τάξιν, νὰ ἐπιβαρύνωσι τὴν χρῆσιν τοῦ 1891 καὶ οὐχὶ τὴν τοῦ 1890, ἐδῶ δὲ συζητοῦμεν περὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1890, ὁ ὁποῖος ἐβαρύνθη δι’ αὐτῆς τῆς δαπάνης ἀτόπως, παραλόγως. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1890, προκειμένου νὰ κρίνητε τὴν κατάστασιν τὴν οἰκονομικὴν, καθ’ ἣν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις παρέλαβε, δέον νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει τὴν κατάστασιν τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1890, διότι μέχρις αὐτῆς τῆς ἡμέρας ἀφικνεῖται ἡ διαχείρισις τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ὅταν λοιπὸν ἔχητε ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1887 ἀνέδειξε μικρὸν περίσσευμα, αἱ χρήσεις τῶν ἐτῶν 1888 καὶ 1889 ἐλάχιστα ἐπίσης κατέλιπον ἐλλείμματα, ἡ δὲ χρῆσις τοῦ 1890 μέχρι 30 Σεπτεμβρίου οὐδὲν ἐπεδείκνυεν ἔλλειμμα, δὲν δύνασθε νὰ μὴ ὁμολογήσητε, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις παρέδωκεν εἰς τὴν σημερινὴν τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν ἐπαρκῶς ἠνωρθωμένην καὶ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας λίαν εὐάρεστον. Πλὴν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἀπολογισμῶν, ἡ εὐάρεστος κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῶν γεγονότων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πανταχοῦ ὑπολαμβάνονται ὡς τὰ καταλληλότερα σφυγμόμετρα πρὸς ἐκτίμησιν τῆς πίστεως παντὸς Κράτους. Ὀλίγους μῆνας πρὶν ἢ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις παραδώσῃ τὴν ἐξουσίαν, ἐπραγματοποίησε δάνειον 40,000,000 ἐπὶ τόκῳ 5% πρὸς 89%, ἤτοι ἐπὶ τόκῳ 5½% ἐπὶ τοῦ πράγματι εἰσαχθέντος εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον χρήματος. Ὀλίγους δὲ μῆνας πρότερον εἶχε πραγματοποιήσει τὸ δάνειον τῶν 5,000,000 λιρῶν ἐπὶ τόκῳ μόνον 5%. Πάντα τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια, ὧν ὁ τόκος εἶχε καταβιβασθῆ εἰς 5%, ἦσαν περιζήτητα. Τίς ἐξ ὑμῶν, τῶν ὁπωσδήποτε μελετώντων τὰ παρ’ ἡμῖν χρηματιστικά, δὲν γινώσκει, ὅτι πάντες οἱ ἔχοντες κεφάλαια διαθέσιμα ἐπεζήτουν τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμ., ὧν, ὡς ἐκ τῆς μεγάλης ζητήσεως, ἡ τιμὴ εἶχεν ὑπερβῆ τὸ ἄρτιον; Τὸν τόκον τῶν ἐντόκων γραμματίων εἶχε καταβιβάσει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἰς 4%, ἐπὶ τοιούτῳ δὲ τόκῳ ἐπεζητοῦντο ταῦτα, καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εὕρισκεν, ὅτι οὐδ’ ἐπὶ τόκῳ 4% συνέφερεν εἰς τὸ Δημόσιον νὰ δέχηται καταβολὰς ἢ τοποθετήσεις ἰδιωτικῶν κεφαλαίων. Θέλετε ἄλλο γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐπίσης καταλέγεται μεταξὺ τῶν σφυγμομέτρων πρὸς ἐκτίμησιν τῆς δημοσίας πίστεως; Ἐξετάσατε, ὁποία ἦτο ἡ τιμὴ τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, καθ’ ὃν χρόνον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις παρέδωκε τὴν ἐξουσίαν. Ἐπὶ 2 ἔτη ἐκυμαίνετο ἡ τιμὴ μεταλλικοῦ φράγκου μεταξὺ 120 καὶ 122 λεπτῶν, ἤτοι ὑπερετιμᾶτο τὸ μεταλλικὸν νόμισμα κατὰ 20–22%. Εἶχε σχεδὸν ἀποκτήσει σταθερὰν τιμήν, πάντες δὲ γινώσκομεν, ὅτι, ὅταν, ὑπαρχούσης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, κατορθωθῇ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, τοῦ χρυσοῦ, νὰ ἔχῃ μίαν σταθερὰν τιμὴν, αἱ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ζημίαι ἀποβαίνουσιν ἀνεπαίσθητοι, διότι πᾶσαι αἱ συναλλαγαὶ διεξάγονται ἐπὶ ἐδάφους σταθεροῦ, καὶ οὐ μόνον ὁ ἐμπορευόμενος δύναται νὰ ὑπολογίζῃ ἀσφαλῶς ἐπὶ πάσης ἐμπορικῆς ἐπιχειρήσεως, ἀλλὰ καὶ ὁ δανείζων καὶ ὁ δανειζόμενος δύνανται ἀσφαλῶς νὰ προέρχωνται εἰς συμβάσεις, καὶ ὁ διατελῶν ἐν συναλλαγαῖς μετὰ τῆς ἀλλοδαπῆς δύναται ὡσαύτως ἐκ τῶν προτέρων νὰ ὑπολογίζῃ ἐπὶ πάσης πράξεώς του. Τοὐναντίον δὲ, ὅταν ἡ τιμὴ τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος ὑφίσταται μεγάλας διακυμάνσεις, καὶ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν συναλλαγῶν ἡ λειτουργία ἀποβαίνει προβληματική, πολυειδῶς δὲ πάσχει καὶ βλάπτεται ἡ κοινωνία. Ἕτερον γεγονὸς, δυνάμενον νὰ πείσῃ καὶ τὸν μᾶλλον δύσπιστον, ὁποία ἦτο ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως, ὅτε ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, εἶναι αἱ τιμαὶ, καθ’ ἃς τὰ χρεώγραφα ἡμῶν ἐκυκλοφόρουν ἐν ταῖς εὐρωπαϊκαῖς ἀγοραῖς. Τὸ δάνειον τῶν 5%, κατὰ τὸ 1890, καθ’ ὃν χρόνον παρέδιδε τὴν ἐξουσίαν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, εἶχε 92%· τὸ δάνειον τῶν 4%, τὸ ἐπιλεγόμενον τοῦ μονοπωλίου, εἶχε 76%, τὸ πάγιον δάνειον, ἡ λεγομένη rente, εἶχε 74%. Βραδύτερον θέλω ἐξετάσει, ὁποία εἶναι ἡ τιμή, εἰς ἣν σήμερον κυκλοφοροῦσι τὰ χρεώγραφα ἡμῶν, διότι τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς ἐμῆς ἀγορεύσεως. Πλὴν τῶν χρεωγράφων ἡμῶν, πᾶσαι σχεδὸν αἱ ἑλληνικαὶ ἀξίαι ἑταιριῶν κλπ. ἐκυκλοφόρουν ἐπὶ τιμαῖς ἀρίσταις, ὁ ἐν ταῖς ἰδιωτικαῖς συναλλαγαῖς κρατῶν τόκος εἶχεν ἐλαττωθῆ, διότι γενικὴ ἐπεκράτει ἡ πεποίθησις, ὅτι ἡ εὐρωστία τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν ἀπετέλει ἀσφαλῆ παράγοντα ἐν τῷ οἰκονομικῷ μέλλοντι τῆς χώρας. Ὅ,τι εἶπον μέχρι τοῦδε ἐνδεικνύει, ὅτι πανταχοῦ ἀλλαχοῦ δύναταί τις ν’ ἀποδώσῃ τὰ αἴτια τῆς σημερινῆς καταστάσεως ἢ εἰς τὴν προκάτοχο Κυβέρνησιν. Ὅ,τι ἔλεγον μέχρι τοῦδε εἶχεν ἕνα σκοπὸν, νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον παρέλαβεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις τὴν ἐξουσίαν, ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις ἦτο ἐπαρκῶς ἠνωρθωμένη, τὰ χρεώγραφα ἡμῶν ἁπανταχοῦ τῆς Εὐρώπης εἶχον ἀνέλθει εἰς τιμὰς, ὧν ἕνεκεν τὸ Κράτος ἡμῶν κατετάσσετο ἀμέσως μετὰ τὰ πρῶτα εὐρωπαϊκὰ Κράτη ὡς πρὸς τὴν δημοσίαν πίστιν. Ὅτε παρελάμβανε τὴν ἐξουσίαν παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἡ σημερινή, εὕρισκε τὸ ποσὸν τῶν διὰ λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως κυκλοφορούντων ἀναγκαστικῶς γραμματίων ἐπαρκῶς ἠλαττωμένον....

§42ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι τίνος ποσοῦ;

§43ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1890, μέχρι τοῦ ὁποίου διεχειρίζετο τὰ κοινὰ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, τὸ ποσὸν τῶν διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων γραμματίων ἀνήρχετο εἰς 59,743,975.

§44ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ 1887 ἠμπορεῖτε νὰ εἰπῆτε πόσον ἦτο;

§45ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἴχετε ὑπομονὴν, θὰ ἠκούετε βραδύτερον τὴν σύγκρισιν μεταξὺ τοῦ 1887 καὶ 1890· ἀλλὰ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ σᾶς εἴπω καὶ νῦν, ὁποία συγκεκριμένως ἦτο ἡ ποσότης τῶν ἐν ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων. Κατὰ τὰ 1886 τὸν μῆνα Δεκέμβριον ἐκυκλοφόρουν

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
γραμμάτια ἀξίαςδρ.52,465,847
Κατὰ Δεκέμβριον 1887» » » 55,798,449
» » 1888» » » 46,401,477
» » 1889» » » 55,107,327
» » 1890» » » 55,945,595
» » 1891» » » 68,633,850

§46ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν κατάστασιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καθ’ ἣν κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890 διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου ἐκυκλοφόρουν γραμμάτια 60,000,000.

§47ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον, μάλιστα....

§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς). (πρὸς τὸν κ. Παπαγιαννακόπουλον). Νομίζω, ὅτι ἡ ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν προεβάλετε, δὲν ἔχετε ἔννοιαν τοιαύτην, ὁποίαν ζητεῖτε νὰ ἐξαγάγητε. Νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν ν’ ἀφήσητε τὸν ἀγορεύοντα νὰ ἀγορεύσῃ. Ὁ ἀγορεύων ἔλαβε τὸν μῆνα Δεκέμβριον ὡς σημεῖον παραβολῆς, διότι κατὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον ἐπληρώνοντο καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τὰ τοκομερίδια· ἀλλὰ, διὰ νὰ πληρώνωνται τὰ τοκομερίδια κατὰ Δεκέμβριον, ἐδανείζοντο κατὰ τὸν Νοέμβριον εἰς χρυσὸν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπλήρονον. Ἀφοῦ δ’ ἐπλήρονον διὰ τῶν δανείων τὰ τοκομερίδια, ἀνελάμβανον παρὰ τῶν Τραπεζῶν τὰ παρ’ αὐταῖς συγκεντρούμενα χρήματα τῶν ὑπεγγύων εἰσπράξεων. Ἀφοῦ δὲ ταῦτα εἶναι εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀπέδιδον ταῦτα κατὰ Νοέμβριον εἰς τὸν λογαριασμὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Οὕτω κατὰ Δεκέμβριον τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια χρέος τοῦ Δημοσίου ἦτο πάντοτε ἠλαττωμένον. Ἄφετε λοιπὸν τὸν ἄνθρωπον νὰ ἀγορεύῃ.

§49ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα προβαλλομένην τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὁ μὴν Δεκέμβριος δὲν ἔπρεπε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μέσον παραβολῆς, διότι κατὰ τὸν μῆνα αὐτὸν εἰσήγοντο εἰς τὴν Τράπεζαν τὰ χρήματα τὰ προωρισμένα διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τοκοχρεωλύτρων. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι τὰ ἐκ τῶν τοιούτων εἰσπράξεων χρήματα δὲν εἰσήγοντο πάντοτε τὸν Δεκέμβριον, ἀλλ’ ἄλλοτε μὲν τὸν Νοέμβριον, ἄλλοτε δὲ τὸν Ἰανουάριον, ἐνίοτε δὲ δὲν εἰσήγοντο εἰς τὴν Τράπεζαν ἀπέναντι τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείου, διότι ἐχρησιμοποιοῦντο εἰς ἐξόφλησιν προηγουμένων δανείων, καθ’ ὃν εἶχον προορισμὸν τὰ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ συνομολογούμενα δάνεια, ὧν τὸ προϊὸν ἐχρησιμοποιεῖτο προσωρινῶς πρὸς πληρωμὴν τοκοχρεωλύτρων. Ἀλλ’ ἐγὼ, ἐὰν ὁ μὴν Δεκέμβριος ἦναι τόσον δυσάρεστος εἰς τὸν ἀξιότιμον κύριον Πρωθυπουργὸν, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν καὶ ἄλλους μῆνας νὰ λάβω ὡς ὅρον συγκρίσεως· βεβαιῶ δὲ πάντα, ὅτι, οἱοσδήποτε μὴν καὶ ἂν ληφθῇ ὡς μέσον παραβολῆς, τὰ αὐτὰ θὰ παραχθῶσιν ἀποτελέσματα, διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως τὰ ποσὰ τῶν ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους τραπεζικῶν γραμματίων ἦσαν κατώτερα. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὅσα εἶπα ὑμῖν μέχρι τοῦδε πρὸς ἀπόδειξιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, καθ’ ἣν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις παρέλαβε τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν, εἶναι ἐπαρκῆ, διὰ νὰ πείσωσι καὶ τὸν μᾶλλον δύσπιστον, ὅτι, ἐὰν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοινῶν ἐπρυτάνευε τὸ αὐτὸ πνεῦμα, ἐὰν ἐτηρεῖτο τὸ αὐτὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον διῳκοῦντο τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1890, δὲν ἠθέλομεν εὑρεθῆ ἀντιμέτωποι καταστάσεως οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς, οἵα ἡ σημερινή. Τί ὅμως ἔπραξεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, εὐθὺς ὡς ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχήν; Πρωτίστως ὑπέλαβεν, ὅτι εἶχε πολιτικὸν συμφέρον ν’ ἀποδείξῃ ὡς βάσιμα, ὅσα εἶχεν ἄλλοτε, ὡς Ἀντιπολίτευσις, αἰτιαθῆ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως· ὑπέλαβεν, ὅτι ἦτο εἰς αὐτὴν ἐπιβεβλημένον ν’ ἀποδείξῃ, ὁπωσδήποτε καὶ παντὶ σθένει, ὅτι ἡ τετραετὴς διαχείρισις τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως κατέλιπε μέγιστα ἐλλείμματα. Δὲν ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προεῖπα, ὅτι ὁ διαδεχθεὶς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ διὰ τοῦ λόγου τοῦ εἰσιτηρίου ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891, καὶ διὰ τῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους κατέθηκε, κατήνεγκε τὸ καιριώτερον τῶν τραυμάτων κατὰ τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως. Ἀντιγράφων τὸν προϋπολογισμὸν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ ὑποβάλλων αὐτὸν εἰς τὴν Βουλήν, ἰσχυρίζετο, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις κατὰ τὴν τετραετῆ αὐτῆς διαχείρισιν κατέλειπεν ἔλλειμμα 20,000,000 ἀνὰ πᾶν ἔτος. Ποῖον ἦτο τὸ συμπέρασμα καὶ ὁ σκοπὸς τῆς τοιαύτης τακτικῆς; Πάντες οἱ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος διαμένοντες, πάντες οἱ μὴ γινώσκοντες τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἐκ τοῦ σύνεγγυς, πάντες οἱ μὴ ἔχοντες τὴν ἱκανότητα νὰ διαβλέπωσιν ἔσωθι τῶν γραμμῶν, ἐσχημάτιζον ἐκ τῶν διακηρύξεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδέποτε εἶχεν ἐπιτευχθῆ ἰσοζύγιον ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς καὶ ἀπολογισμοῖς ἡμῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διεκήρυττεν ἀνὰ πᾶσαν τὴν ὑφήλιον, ὅτι, ἐὰν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις κατέπεσε τῆς ἐξουσίας, κατέπεσεν ἀκριβῶς, διότι διεχειρίσθη ἐλαττωματικῶς τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, ἐὰν δὲ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀνῆλθεν ἀκριβῶς, ἵνα βελτιώσῃ ταῦτα. Καὶ ἐνῷ τοιαῦτα διεκήρυττεν, ἐξηκολούθει διαχειριζομένη τὰ κοινὰ ἐπὶ τῷ προϋπολογισμῷ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, μηδὲν κακὸν προβλέπουσα. Πᾶσα ἡ εὐγλωττία τῶν ῥητόρων τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως εἶχεν ἐξαντληθῆ κατὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, τοὺς ὁποίους μετεχειρίζετο ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, διὰ νὰ μὴ ὑποβάλῃ τὴν χώραν εἰς τὰς δυσχερείας ἐκείνας, τῶν ὁποίων σήμερον εἴμεθα πάντες μάρτυρες· διεκήρυττεν εἰς πάντα τὸν κόσμον, ὅτι τὰ τοκομερίδια τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους καθ’ ἅπασαν τὴν τετραετίαν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐπλήρονε πάντοτε διὰ νέων δανείων, καὶ οὕτω τὸ δημόσιον χρέος ηὔξησεν, ἡ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους δαπάνη ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἀνεβιβάζετο. Ἐνόσῳ ταῦτα ἐλέγοντο ὑπὸ τῶν ἀντιπολιτευομένων τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν Βουλευτῶν, ὑπῆρχον οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτά, ἀλλ’ ὑπῆρχον καὶ οἱ μὴ πιστεύοντες. Ἀλλ’ ὅταν τὰ αὐτὰ ἐπανελαμβάνοντο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, οὐδεὶς πλέον τῶν ἐν Εὐρώπῃ κεφαλαιούχων καὶ ἄλλων ὁπωσδήποτε ἐνδιαφερομένων ὑπὲρ τῶν πραγμάτων τῆς Ἑλλάδος, οὐδεὶς αὐτῶν ἀπέμεινεν ἀμφιβάλλων, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν παρελθοῦσαν τετραετίαν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐπλήρονε διὰ νέων δανείων τὰ τοκοχρεώλυτρα τοῦ δημοσίου χρέους. Δὲν γινώσκω, ὁποῖον συμφέρον τῆς χώρας ἐξυπηρέτει ὁ ἀποκρύπτων, ὅτι ἀληθῶς δι’ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν κατωρθοῦτο νὰ λαμβάνηται ἅπαν τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, τὸ χρησιμεῦον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Δὲν γινώσκω, ὁποῖον συμφέρον τῆς χώρας ἐξυπηρετεῖ ὁ μὴ ἀνομολογῶν, ὅτι συνωμολογήθησαν μὲν δάνεια, ἀλλὰ τὸ πραγματικὸν προϊόν τῶν δανείων τούτων ἐχρησιμοποιήθη εἰς τὴν ἐξόφλησιν δανείων ἐπιβαρυνόντων τὸ Κράτος μὲ τόκους ὑπερόγκους, ἢ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων, ἢ εἰς ναυτικὰς προπαρασκευὰς τῆς χώρας· ἂν δὲ ἐκ τοῦ εἰς μεταλλικὸν νόμισμα προϊόντος τῶν δανείων ἐλήφθη τὸ ἀναγκαιοῦν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ χρῆμα τὸ προωρισμένον διὰ τὰ τοκοχρεώλυτρα ἐχρησιμοποιήθη πρὸς ἐξόφλησιν τῶν προηγουμένων δανείων, ἐπὶ προφανεστάτῃ καὶ ἀνομολογουμένῃ ὠφελείᾳ τοῦ Κράτους. Γινώσκω ὅμως, ὅτι αἱ τοιαῦται διακηρύξεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν παρήγαγον τὴν βάσιμον ὑπόνοιαν, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Ἑλλὰς ἦτο ἀνίκανος ἐκ τῶν ἰδίων πόρων νὰ καταβάλῃ ὅ,τι ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἐν τῷ παρελθόντι καὶ κατώρθου νὰ τὸ ἀποκρύπτῃ, κατελογίζετο εἰς αὐτὴν κακὴ πίστις, καὶ ἐνεβάλλετο εἰς πάντας, εἴτε εἰς τοὺς κατόχους ἑλληνικῶν χρεωγράφων, εἴτε εἰς ἐκείνους, οἵτινες προεκαλοῦντο εἰς τὴν συνομολόγησιν νέου οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ, ἡ φυσικὴ σκέψις νὰ παύσωσι συναλλαττόμενοι μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ σήμερον ἀκόμη, ἄν τις παρακολουθήσῃ τὰς ἐφημερίδας, αἵτινες ἐμπνέονται ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας νὰ μὴ ἐπανίδωσιν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοινῶν τὸ πολιτικὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον κατεῖχε τὴν ἐξουσίαν μέχρι τῆς 20 Ὀκτωβρίου 1890, παρατηρεῖ, ὅτι πάντες ἰσχυρίζονται, ὅτι ἡ ἐπὶ τετραετίαν διαχειριζομένη τὰ κοινὰ Κυβέρνησις ἠκολούθει τὸ σύστημα τῆς διὰ νέου δανείου πληρωμῆς τῶν τόκων, καὶ ὅτι οὐδέποτε διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἐχρησιμοποιήθησαν ἢ ἐπήρκεσαν οἱ τακτικοὶ πόροι τοῦ Κράτους· οὐδεὶς ὅμως τούτων δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἐπελθοῦσαν ἐπαισθητὴν μείωσιν εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων, μείωσιν, προελθοῦσαν προφανῶς ἐκ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν. Οὐδεὶς αὐτῶν δύναται νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ ὅ,τι τὰ δημόσια βιβλία πιστοποιοῦσιν, ὅτι δηλαδὴ ἐν τῷ διαστήματι τῆς τετραετίας ἐπετεύχθη μείωσις ἢ οἰκονομία εἰς τὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους δαπανητέον ὑπὸ τοῦ Κράτους ποσὸν κατὰ 6½ ἑκατομμύρια. Ὑπάρχουσι πίνακες, κατατεθέντες εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ὑπάρχει πίναξ, κατατεθεὶς παρ’ ἐμοῦ κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1891, ἀποδεικνύων τὴν ἐπιτευχθεῖσαν ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ δημοσίου χρέους. Ἀλλὰ, ὅταν ἔχητε ὑπ’ ὄψει τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν τεσσάρων ἐτῶν, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ δυνάμενοι καὶ οἱ θέλοντες ν’ ἀναγνώσωσι βεβαιοῦνται, ὅτι οὐδὲν ἔλλειμμα ἄξιον λόγου κατέλιπον αἱ χρήσεις αὗται, πῶς δύνασθε νὰ ὑποστηρίξητε, ὅτι ὅ,τι ἐπληρώθη διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους κατὰ τὸ διάστημα τῆς τετραετίας ἐπληρώθη διὰ τῆς συνομολογήσεως νέων δανείων; Εἶπον προηγουμένως, ὅτι, ἐνόσῳ αἱ κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως περὶ μεγάλων ἐλλειμμάτων αἰτιάσεις προήρχοντο ἐκ μόνης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν προσεῖχον εἰς αὐτὰς οἱ κεφαλαιοῦχοι, οἱ ἐνδιαφερόμενοι περὶ τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων· ἀλλ’ ὅταν οἱ διαχειριζόμενοι ἐπισήμως τὰ κοινὰ ὁμιλῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἢ καὶ δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων κηρύττωσι τὴν ὕπαρξιν ἰδανικῶν ἐν τῷ παρελθόντι ἐλλειμμάτων, ὅταν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δίδων συνδιαλέξεις εἰς ἐφημεριδογράφους ἀλλοδαποὺς, ἐπαναλαμβάνῃ τὴν αὐτὴν αἰτίασιν κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τουτέστιν ὅτι ἐν τῷ παρελθόντι ἕκαστον ἔτος ἔκλειε μὲ ἔλλειμμα 15 ἢ 20 ἑκατομμυρίων, καὶ ὅτι ἀκριβῶς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, διότι τοιαῦτα διέβλεπε τὰ ἐλλείμματα, κατέῤῥιψε τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην καὶ ἀνήγαγεν εἰς τὴν ἀρχὴν τὴν σημερινὴν, πῶς θέλετε μετὰ τοιαύτας διακηρύξεις νὰ στηριχθῇ ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις; Τίς ἐξ ὑμῶν ἀρνεῖται, ὅτι ἡ πίστις τῶν Κρατῶν οὐδόλως διαφέρει τῆς πίστεως τοῦ τραπεζίτου ἢ ἐμπόρου, καὶ ὅτι οὐδὲν εὐπαθέστερον καὶ μᾶλλον εὐπρόσβλητον τῆς πίστεως; Οὔτε ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, οὔτε ἡμεῖς, οἱ ὑποστηρίξαντες ταύτην, εἴχομεν ἰσχυρισθῆ, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν εἶχον ἐπὶ τοσοῦτον βελτιωθῆ καὶ ἀνορθωθῆ, ὥστε νὰ μὴ ἔχωσιν ἀνάγκην περαιτέρω ἐνισχύσεως καὶ ἐνδελεχοῦς κυβερνητικῆς μερίμνης καὶ ἐργασίας. Τοὐναντίον πάντοτε διεκήρυξεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὅτι τὰ γενόμενα κατὰ τὴν τετραετίαν εἶχον μὲν συμβάλει εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς δημοσίας πίστεως, ἀλλ’ εἶχον μόνον συντελέσει τὴν θεμελίωσιν τοῦ οἰκοδομήματος· ἀλλὰ τὸ οἰκοδόμημα δὲν εἶχε πλήρως ἀνορθωθῆ, ἔπρεπε συνεχὴς καὶ ἐπιμεμελημένη διαχείρισις τῶν κοινῶν, ἔπρεπε μείζων προσοχὴ περὶ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν καὶ ὑπὸ τῶν διαδόχων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως νὰ καταβληθῶσιν, ἵνα διατηρηθῇ ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον τὴν εἶχε καταλίπει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὅτε κατῆλθε τῆς ἐξουσίας, ἵνα διὰ τῆς πίστεως ταύτης κατορθώσῃ καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ὅ,τι ἡ προκάτοχος κατώρθωσεν. Εὐθὺς ὡς ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἐπειδὴ ὡς Ἀντιπολίτευσις εἶχε μυκτηρίσει τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς τῆς προκατόχου, ὑπέλαβεν, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ προμηθεύηται δι’ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀνάγκην διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους· ἀπεπειράθη λοιπὸν νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς ἡμετέρας ἀγορᾶς ἓν περίπου ἑκατομμύριον φράγκων· ὅτε ὅμως παρετήρησεν, ὅτι ἀμέσως ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου κατῆλθε κατὰ τρία καὶ τέσσαρα τοῖς ἑκατὸν, παρῃτήθη τοῦ σχεδίου τούτου, καὶ προέβη εἰς συνδυασμοὺς οἰκονομικοὺς, κατ’ οὐδὲν παραλλάσσοντας ἐν τοῖς τύποις πρὸς τοὺς συνδυασμοὺς, τοὺς ὁποίους μετῆλθεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἀλλὰ διαφέροντας κατ’ οὐσίαν, διότι ἡ δημοσία πίστις δὲν εἶχε πλέον τὰ αὐτὰ στηρίγματα, δὲν ἦτο ἀλώβητος καὶ πλήρης, οἵαν παρέδωκεν εἰς αὐτὴν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Ἐνόησε τὸ σφάλμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσε, καὶ ἐσκέφθη, κατὰ τίνα τρόπον ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν πορείαν, ἣν εἶχε χαράξει ἡ πρὸ αὐτῆς Κυβέρνησις. Εὗρεν ὑπόλοιπον ἐκ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, τὸ ὁποῖον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχεν ἐπιφυλάξει διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, καὶ τὸ μετεχειρίσθη διὰ τὴν πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλύτρων· πραγματοποιήσασα δὲ βραδύτερον τὸ ἓν τρίτον τοῦ ὑπολοίπου ἡμίσεως τοῦ αὐτοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, μετεχειρίσθη τοῦτο πρὸς πληρωμὴν ἐντόκων γραμματίων. Μετὰ τοῦτο συνωμολόγησε προκαταβολὴν ἐπὶ ἐνεχύρῳ ὁμολογιῶν τοῦ αὐτοῦ δανείου ἐκ φρ. 5,000,000 καὶ μετ’ αὐτὴν ἑτέραν προκαταβολὴν ἐκ φρ. 6,500,000, καὶ διὰ τῶν χρηματιστικῶν αὐτῶν πράξεων, τὰς ὁποίας ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὁ ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, ἐχαρακτήριζε μὲ τὴν γαλλικὴν λέξιν «service de trésorerie», ᾠκονόμησε τὰ τοκοχρεώλυτρα τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ 1891 μετὰ πολλῆς στενοχωρίας. Ἀλλ’ ἤδη εἶχον ἀρχίσει τὰ ἡμέτερα χρεώγραφα νὰ καταπίπτωσιν, εἶχεν ἤδη καταφανῆ ὁ κλονισμὸς τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως, διότι ἐν μὲν τῇ πραγματοποιήσει τοῦ τρίτου τοῦ ὑπολοίπου ἡμίσεως τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ δεχθῇ 86%, ἀντὶ τῶν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐπιτευχθέντων 89%, ἐν δὲ ταῖς ληφθείσαις προκαταβολαῖς ἠναγκάσθη νὰ δώσῃ ἐνέχυρον τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, ἐνῷ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις συνωμολόγει τὰ προσωρινά τε καὶ πάγια δάνεια ἄνευ οὐδενὸς ἐνεχύρου ἢ ἐνεχυριάσεως δημοσίων προσόδων. Ἐνῷ δὲ ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις εἰργάζετο πρὸς ὑπονόμευσιν τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως, ἐγεννήθησαν συνάμα ἐν ταῖς εὐρωπαϊκαῖς ἀγοραῖς φόβοι ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ ἑτέρων Κρατῶν, τῆς Βρασιλίας, τῆς Ἀργεντινῆς Δημοκρατίας, τῆς Πορτογαλίας καὶ τῆς Ἱσπανίας. Τὰ εὐρωπαϊκὰ χρηματιστήρια κατελήφθησαν, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ, ὑπὸ δυσθυμίας ὡς πρὸς τὰ χρεώγραφα τῶν δευτερευόντων Κρατῶν. Εἰς τὴν δυσθυμίαν δὲ ταύτην ἀπέδωκε τὴν ἐπελθοῦσαν κατάπτωσιν τῶν χρεωγράφων τοῦ ἡμετέρου Κράτους. Ἀνέφερεν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, οὐ μόνον χρεώγραφα ξένων Κρατῶν, ἀλλὰ καὶ μετοχὰς καὶ ὁμολογίας Τραπεζῶν καὶ πιστωτικῶν καταστημάτων, εἰς ἃ ἐπῆλθεν ἔκπτωσις. Ἀληθῶς ἐπῆλθεν ἡ δυσθυμία αὕτη,— ἂν ἡ λέξις αὕτη κρίνηται πρόσφορος, διότι συνήθως, προκειμένου περὶ χρηματιστηρίων, ἡ δυσθυμία καὶ ἡ εὐθυμία συνυπάρχουσι, τῶν μὲν κερδιζόντων κατεχομένων ὑπὸ εὐθυμίας, τῶν δὲ μὴ κερδιζόντων ἀθυμούντων,— ἀλλὰ ἡ δυσθυμία αὕτη ὡς πρὸς τὰ χρεώγραφα τὰ ξένα ἦτο διαβατικὴ, ἦτο δὲ δυσανάλογος ἡ ἐπελθοῦσα κατάπτωσις μεταξὺ τῶν ἡμετέρων χρεωγράφων καὶ τῶν χρεωγράφων τῶν ἄλλων Κρατῶν· ἀλλὰ καὶ αὕτη ὡς πρὸς τὰ ξένα χρεώγραφα ἦτο διαβατικὴ, εὐθὺς δὲ, ὡς ἡ κρίσις παρῆλθεν, ἐπανῆλθον εἰς τὰ προτέρας τιμάς. Τί δὲ συνέβη ὡς πρὸς τὰ ἡμέτερα; Τὰ ἡμέτερα ἐξηκολούθησαν κυλιόμενα εἰς τὸν κατήφορον, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχον εἰσέλθει, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Ἦτο ἐν τούτοις ἐπιβεβλημένον εἰς αὐτὴν νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν τοκοχρεωλύτρων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1891. Ὡς εἶπεν ἐντεῦθεν, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὑπεβλήθησαν εἰς αὐτὸν προτάσεις περὶ συνομολογήσεως δανείου, προτάσεις, ὡς εἶπεν, ἁπλαῖ καὶ σύνθετοι, τινὲς δὲ τῶν προτάσεων τούτων, κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἐπίσης ἐπίσημον ὁμολογίαν, ἦσαν δεκτικαὶ συζητήσεως. Ἀλλ’ ὑπέλαβεν, ὅτι ἦτο συμφερώτερον εἰς τὸ Κράτος, ἢ προτιμότερον, κατὰ τὴν κρίσιν αὐτοῦ, νὰ μὴ δεχθῇ τὰς προτάσεις ταύτας. Προετίμησε δὲ νὰ πληρώσῃ διὰ τῶν ἰδίων πόρων, ὡς εἶπε, προετίμησε νὰ προμηθευθῇ ἐκ τῆς χρηματιστικῆς ἡμῶν ἀγορᾶς τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, ὅπερ ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τοκοχρεωλύτρων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι συνέτρεχον εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοιούτου σχεδίου περιστάσεις τινές, ἐξόχως εὐνοϊκαί· εἴχομεν κατὰ τὸ 1891 προσόδους τοῦ Δημοσίου ἀνωτέρας τῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἕνεκα τῆς εὐφορίας τῶν κυριωτέρων προϊόντων ἡμῶν, τῆς εὐφορίας τοῦ ἐλαίου ἐν Ἑπτανήσῳ, τῆς εὐφορίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν τῆς Θεσσαλίας, τῆς εὐφορίας τῆς σταφίδος. Τὰ προϊόντα ἡμῶν ταῦτα κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος ὑπῆρξαν ἐκτάκτως εὐτυχῆ, διότι οὐ μόνον ἡ ποσότης αὐτῶν ὑπῆρξεν ἀνωτέρα, ἀλλὰ καὶ αἱ τιμαί, ἐφ’ αἷς ταῦτα ἐπωλήθησαν, ἦσαν ἐξαιρέτως καλαί. Ἐκ τοῦ τιμήματος τῶν προϊόντων τούτων εἰσήχθη μεταλλικὸν νόμισμα ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς μεῖζον ἢ κατὰ τὴν ἀντίστοιχον ἐποχὴν τῶν παρελθόντων ἐτῶν· ἡ τιμὴ τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος ἦτο ἤδη ὑψωμένη μεταξὺ τῶν 128 καὶ 129, ἐνῷ ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐκυμαίνετο μεταξὺ 120–122. Ἡ Κυβέρνησις εὗρε τὴν ἐποχὴν προσφορωτάτην, ὡς ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς σταφίδος ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, καὶ κατώρθωσε νὰ προμηθευθῇ τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀναγκαῖον διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τοκοχρεωλύτρων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας· ἐπρομηθεύθη κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀναγκαῖον διὰ τὴν πληρωμὴν τῆς δόσεως τῶν τόκων τῆς rente, ἐπρομηθεύθη ἐπίσης κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον τὸ ποσὸν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης· οὕτω δὲ ἔλαβεν ἐκ τῆς ἡμετέρας ἀγορᾶς ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα ἐκ φράγκων 17,200,000, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐμνημόνευσεν εἰσηγούμενος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 κατάστασιν τῶν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 15 Νοεμβρίου 1891 γενομένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους πληρωμῶν. Ἐπειδή, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐπρομηθεύθη τὸ προσημειωθὲν ποσὸν ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, ἡ προσφορὰ ὑπερέβαινε τὴν ζήτησιν, δὲν ἐπῆλθεν ἀμέσως μεγάλη ὑπερτίμησις εἰς τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, καθ’ ὅσον αὕτη περιωρίσθη εἰς τρία τοῖς ἑκατόν· ἂν δὲ δὲν ἀπατῶμαι, αἱ τελευταῖαι τῆς Κυβερνήσεως προμήθειαι ἐγένοντο ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν λεπτῶν 131. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ παραπλανήσῃ τὴν Κυβέρνησιν. Κατὰ τὸ σοφὸν λόγιον ἐπιφανοῦς πολιτικοῦ Γάλλου τοῦ λήγοντος αἰῶνος, «τὸ κυβερνᾷν εἶναι τὸ προνοεῖν». Ὡς ἔχουσι νῦν τὰ τοῦ ἡμετέρου Κράτους, δὲν δύνανται τὰ ἡμέτερα πράγματα νὰ διοικῶνται καθ’ ὃν τρόπον διωκοῦντο ἐν παρῳχημένῃ ἐποχῇ. Οἱ κυβερνῶντες δὲν πρέπει μόνον τὰ τῆς ἡμέρας νὰ σκέπτωνται καὶ οἰκονομῶσιν, ἀλλ’ ὀφείλουσι νὰ προνοῶσι περὶ τοῦ μέλλοντος, ἔστω καὶ τοῦ ἀμέσως προσεχοῦς. Ὀφείλουσι νὰ γινώσκωσιν, ὅτι τὸ Κράτος ἡμῶν, καίτοι μικρόν, μετέχει πάντων ἐκείνων τῶν μειονεκτημάτων καὶ πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὰ μᾶλλον ἡμῶν προηγμένα οἰκονομικῶς Κράτη. Ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἀφαιροῦσα ἀπὸ τῆς ἡμετέρας ἀγορᾶς 17 ἑκατομμύρια μεταλλικοῦ νομίσματος, ἐδημιούργει χάσμα ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κατέλειπεν ἀθεραπεύτους καὶ ἐκτεθειμένας τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν ἐν γένει συναλλαγῶν, ὤφειλε, τέλος, ν’ ἀναλογισθῇ, ὅτι ἤθελεν ἔλθει ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε ζητηθῆ τὸ ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα πρὸς πληρωμὴν τῶν χρεῶν τοῦ ἐσωτερικοῦ πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν, μὴ ἐπαρκοῦντος δὲ τούτου, ἤθελεν ἐπέλθει ἀκατάσχετος ἡ ὑπερτίμησις τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος. Ἡ Κυβέρνησις ὑπελάμβανεν, ὅτι, δημοσιεύουσα διὰ τῶν ἐφημερίδων τὰς καταστάσεις τῶν δημοσίων εἰσπράξεων τῶν ἓξ ἢ ὀκτὼ μηνῶν τοῦ 1891 ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς τοῦ 1890, καὶ ἀποδεικνύουσα, ὅτι ἦσαν ἀνώτεραι, ἤθελεν ἐπιτύχει τὴν ἀνόρθωσιν τῆς δημοσίας πίστεως. Πάντες ἀνεγνώσατε εἰς τὰς ἐφημερίδας τὰς ὑπουργικὰς τὰς δημοσιευθείσας καταστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1891 ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς τοῦ 1890 ἀπεδείκνυον διαφορὰν ἐπὶ πλέον 12 καὶ 13 ἕως 14 ἑκατομμυρίων. Ὁ εὐοίωνος μάλιστα εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς ἀνήνεγκε τὰ 14 ἑκατομμύρια ὡς ἀποτελοῦντα μετὰ τῶν εἰσπράξεων τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου τὸ περίσσευμα τῆς τοῦ 1891 χρήσεως. Νομίζω, ὅτι εἶναι χρήσιμον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ γινώσκῃ, ἂν αἱ καταστάσεις, αἱ δημοσιευθεῖσαι εἰς τὰς ἐφημερίδας, αἱ φέρουσαι τύπον ἐπίσημον, ἦσαν ἀκριβεῖς ὡς πρὸς τὰ ἀριθμητικὰ συμπεράσματα αὐτῶν. Ἐνθυμεῖσθε πάντες, ὅτι, ὅτε ἐδημοσιεύθησαν αἱ καταστάσεις τῶν εἰσπράξεων τοῦ Ὀκτωβρίου, ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ παρίστατο ὡς ὑπερβαίνουσα τὰ 10 ἑκατομμύρια. Ἔχομεν ἤδη ὑπ’ ὄψει τὴν κατάστασιν τὴν δημοσιευθεῖσαν, καὶ γινώσκομεν τὴν διαφορὰν τῶν εἰσπράξεων τῶν δέκα πρώτων μηνῶν τοῦ 1891 ἐν συγκρίσει πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1890. Ἡ δημοσίευσις τῶν καταστάσεων τούτων ὑπηγορεύετο καὶ ὑπὸ τοῦ σκοποῦ νὰ ἐξαίρηται ἡ ὑπεροχὴ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Ὁ μὴν Ὀκτώβριος τοῦ 1890 ἦτο μὴν ἐκλογῶν, κατὰ τὸν ὁποῖον, δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ ἐκλογικοῦ καὶ τῶν παρομαρτουσῶν εἰς τὰς ἐκλογὰς περιστάσεων, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν εἰσπράξεις. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὡς ἀφετηρία τῶν κρίσεων αὐτῆς ἐλαμβάνετο ἡ κατάστασις τῶν εἰσπράξεων τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1891. Αἱ εἰσπράξεις κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1891 ἀναγράφονται ὡς ἀνερχόμεναι εἰς δραχμὰς 61,760,725, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐκ τούτων 3,969,507 προέρχονται ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς, ἥτις δὲν εἶναι πραγματικὴ εἴσπραξις. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν βουλευτικὴν περίοδον συνήφθη κοινοβουλευτικὸς ἀγὼν μεταξὺ τῆς τότε Συμπολιτεύσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ τοῦ τρόπου τοῦ καταλογισμοῦ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ, τοῦ ἐκ τῶν δανείων εἰσπραττομένου, διότι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχεν ὡς ἀρχὴν νὰ καταλογίζῃ ἐπὶ τῇ τιμῇ τῆς δραχμῆς τὸ φράγκον τῶν εἰσαγομένων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον χρημάτων ἐκ τοῦ προϊόντος τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνωμολόγει· κατ’ ἀκολουθίαν δὲ δὲν ἀνέγραφεν ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦ ἐκ τῶν δανείων προϊόντος, τὸ χρησιμοποιούμενον εἰς πληρωμὴν τοκοχρεωλύτρων. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, πρωτοστατοῦντος τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἠμφισβήτει τὴν ἀρχὴν ταύτην, καὶ ὑπεστήριζεν, ὅτι ἡ ὑπερτίμησις ἔπρεπε ν’ ἀναγράφηται εἰς τὰ ἔκτακτα ἔσοδα· παρετηροῦμεν τότε εἰς αὐτὸν, ὅτι ἡ ὑπερτίμησις, ἀναγραφομένη συνάμα εἰς τὰ ἔκτακτα ἔσοδα ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἐξαντλουμένη ἀφ’ ἑτέρου ἐν τῷ καταλογισμῷ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, δὲν ἐπαρουσίαζε διαφοράν τινα, ὡς πρὸς τὰ ἀριθμητικὰ ἐξαγόμενα· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶχεν ὡς ἀρχὴν νὰ ἀντιλέγῃ κατὰ πάσης ἐνεργείας καὶ πράξεως τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐπέμενεν ἐν τῇ ἑαυτοῦ ἰδέᾳ. Ἀναλαβὼν ὅμως τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπέλαβεν, ὅτι ἦτο ὑποχρεωμένος ν’ ἀναγράψῃ τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος ὡς ἔκτακτον ἔσοδον. Ὀρθότερον ἦτο νὰ μὴ ἀναγράφῃ τὴν συναλλαγματικὴν αὐτὴν διαφορὰν ὡς ἔσοδον, ἀλλὰ νὰ τὴν ἐκπίπτῃ ἐκ τοῦ πληρονομένου λόγῳ ὑπερτιμήσεως τοῦ χρησιμοποιουμένου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος. Οὕτω δὲν ἤθελεν ἔχει ἄσκοπον διπλῆν ἐγγραφήν. Ὁπωσδήποτε, ἵνα εὕρητε τὰς ἀληθεῖς εἰσπράξεις, ὀφείλετε ν’ ἀφαιρέσητε τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 3,969,507, οὕτω δὲ ἔχετε εἰσπράξεις ἐκ δραχμῶν 57,791,218. Ἂν δὲ ταῦτα συγκρίνητε πρὸς τὰς εἰσπράξεις τῶν πρώτων δέκα μηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1890 ἐκ δραχμῶν 52,272,570, θέλετε ἔχει ὡς διαφορὰν ἐπὶ πλέον μόνον τὸ ποσὸν δραχμῶν 5,518,999. Ἡ διαφορὰ δὲ αὕτη εἶναι εὐεξήγητος, προελθοῦσα οὐχὶ βεβαίως ἔκ τινος ἐκτάκτου ἐπιμελείας καὶ φροντίδος τῶν διαχειρισαμένων τὰ κοινά, ἀλλ’ ἐκ τυχαίων περιστάσεων. Πρῶτον δὲν συνετέλεσεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν εὐφορίαν τοῦ ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου, ἐκ τοῦ ὁποίου εἰσεπράχθη ἔγγειος φόρος ἐπὶ πλέον κατὰ δραχμὰς 2,080,893. Ἐκ τοῦ τελωνειακοῦ δασμοῦ προέκυψε πλεόνασμα ἐκ δραχ. 1,578,346. Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὴν ἔκτακτον εὐφορίαν, τὰς ἐκτάκτους εὐνοϊκὰς συνθήκας τοῦ 1891, ἐδικαιοῦσθε βεβαίως ν’ ἀναμένητε μείζονα τὴν αὔξησιν τῶν τελωνειακῶν εἰσοδημάτων, διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι ταῦτα κανονίζονται ἀναλόγως τῆς κρατούσης ἐν τῷ τόπῳ εὐπορίας. Ὅταν ἐν τῷ τόπῳ κρατῇ ἀφορία, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ χρῆμα πλεονάζον, ἡ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγωγὴ εἶναι ἐλάσσων, ἐλάσσονα δὲ καὶ τὰ εἰσπραττόμενα τέλη. Ὅταν ὅμως ἔχωμεν εὐφορίαν εἰς τοὺς δημητριακοὺς καρπούς, δικαιοῦσθε ν’ ἀναμένητε αὔξησιν τῶν εἰσαγωγικῶν δασμῶν. Ὅταν ἔχητε ἐν ταῖς σταφιδοφόροις ἐπαρχίαις ἀνωτέραν παραγωγὴν καὶ ἐξαιρέτους τιμὰς, δικαιοῦσθε ν’ ἀναμένητε εὐλόγως μείζονα εἰσαγωγὴν ἐμπορευμάτων ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Εἶναι μάλιστα γνωστὸν εἰς τοὺς ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφους, ὅτι ἕνεκα τῆς ἐπὶ ἓξ ἔτη ἐπικρατούσης ἀφορίας πάντες οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας εὑρίσκοντο ὑπὸ δίαιταν, ὡς πρὸς τὰ τοῦ βίου χρειώδη, τὰ μὴ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα. Εὐθὺς δέ, ὡς ἐπορίσθησαν χρήματα ἐκ τῆς εὐφορίας καὶ τῶν καλῶν τιμῶν τῶν σιτηρῶν, ἔσπευσαν εἰς τὴν προμήθειαν αὐτῶν, ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγομένων. Ὑπάρχει ὡσαύτως αὔξησις εἰς τὰ εἴδη τοῦ μονοπωλίου, ἀλλ’ εἰς τὴν αὔξησιν τὸ παράπαν δὲν συνεβάλλετο ἡ κυβερνητικὴ ἐνέργεια καὶ ἐπιμέλεια. Ὅπου ἔδει ν’ ἀποδειχθῇ ἡ ἐπιμέλεια καὶ ἡ ἱκανότης ἡ κυβερνητική, ἐκεῖ παρατηρεῖται μᾶλλον ἐλάττωσις εἰσπράξεων. Ἡ κυβερνητικὴ ἐνέργεια ἐνδεικνύεται εἰς τὰς προσόδους, τὰς προερχομένας ἐκ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου, τῶν εἰσπραττομένων δι’ ἀμέσου ἐπιστασίας. Ἐπὶ παραδείγματι, εἰς τὸ δικαίωμα καταναλώσεως καπνοῦ καὶ εἰς τὸ ἀντίτιμον τοῦ σιγαροχάρτου βλέπετε τὰς εἰσπράξεις τῶν δέκα πρώτων μηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1891 καθυστερούσας. Ἐν τούτοις ἐπιζητεῖται ἔπαινος ἐπὶ τοῖς μέτροις, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἐφήρμοσε κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος, ἵνα αὐξήσῃ τὰς προσόδους τοῦ Δημοσίου, ὁ δὲ εὐοίωνος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς ἐν τῇ ἐκθέσει του ἀνέγραψεν, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο συστημάτων εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἀπέδειξεν ἔκτακτον δραστηριότητα καὶ ἐπιμέλειαν περὶ τὰς εἰσπράξεις τῶν δημοσίων προσόδων....

§50ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι καιρὸς νὰ διακόψωμεν.

§51ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐξακολουθήσω.

§52ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ ὁ ἀγορεύων εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ δεχθῶμεν νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 23
2τῆς 28 Ἰανουαρίου 1892.
3(Τρίτη)
4Ὥρα 5 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα διαφόρων δικηγόρων Λευ-
8κάδος, ἀναιρούντων πάνθ’ ὅσα ἐγράφησαν κατὰ τοῦ ἐκεῖ
9εἰσαγγελέως Λάμαρη ἐν ταῖς ἐφημερίσιν.
10Ἀναφορὰ τοῦ Δημάρχου Αὐλῶνος, παρακαλοῦντος τὴν
11Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ ἀποστολῆς διδασκάλων
12εἰς τὰ ἐκεῖ ἀργοῦντα σχολεῖα.
13Ἡ Δημοτικὴ Ἐφορία Χανίων τῆς Κρήτης ζητεῖ
14παρὰ τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων τὴν συνέχειαν τῶν πρα-
15κτικῶν ἀπὸ τοῦ 1878 καὶ ἐντεῦθεν, καὶ τὴν παροχὴν βι-
16βλίων πρὸς πλουτισμὸν τῆς ἀνακαινιζομένης ἐν Χανίοις
17Βιβλιοθήκης.
18§2Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νὰ συστηθῇ εἰς τὸν κ. Ἔφορον τῆς
19Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς.
20§3ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νὰ συστηθῇ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουρ-
21γὸν, ὅπως ἐκ τῶν περισσευόντων βιβλίων σταλῶσιν εἰς
22Κρήτην.
23§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Δήμαρχος Λετρίνων ὑποβάλλει ψή-
24φισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ ἀναφορὰν τοῦ λαοῦ
25Ἠλείας, δι’ ὧν παρακαλεῖται ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Διεύ-
26θυνσις τοῦ σιδηροδρόμου Πατρῶν–Πύργου, ὅπως φροντίσῃ
27περὶ τῆς ἑνώσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς μεταξὺ τῶν
28ἐν Πάτραις σταθμῶν.
29§5ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Κυβέρ-
30νησιν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἑνώσεως τῆς γραμμῆς ἐν
31τῇ πόλει Πατρῶν, καθόσον καὶ ἡ ἑταιρία καὶ οἱ πολῖται
32ὑφίστανται μυρίας δαπάνας ἐκ τῆς διακοπῆς τῆς γραμμῆς,
33ἡ μὲν ἑταιρία, διότι εἶναι ὑπόχρεως νὰ διατηρῇ διπλοῦν
34προσωπικὸν, οἱ δὲ πολῖται, διότι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ
35πληρόνωσι κόμιστρα διὰ τὰς ἀποσκευάς των, ὅπως ἐπι-
36βιβάζωνται εἰς τὴν ἄλλην ἁμαξοστοιχίαν, ἐνίοτε δὲ δὲν
37προφθάνουσι καὶ τὴν ἄλλην ἁμαξοστοιχίαν, ὡς ἐκ τῆς
38καθυστερήσεως τῆς ἑτέρας, καὶ ἀναγκάζονται νὰ παρα-
39μένωσιν ἐν Πάτραις. Πλὴν τούτου, οἱ ταξειδεύοντες διὰ
40τοῦ σιδηροδρόμου ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Πύργου διὰ Πατρῶν
41πληρόνουσι διὰ τὰς ἀποσκευάς των, ἐξερχόμενοι εἰς Πά-
42τρας, φόρον δημοτικὸν παράνομον, ἐν τούτοις εἶναι ὑπο-
43χρεωμένοι, διότι αἱ ἀποσκευαί των ἐξέρχονται εἰς τὸν
44πρῶτον σταθμόν. Διὰ τῆς ἑνώσεως τῆς γραμμῆς θὰ ἐκλεί-
45ψωσι πάντα ταῦτα. Ἄλλως οὐδεὶς λόγος σπουδαῖος ὑπάρ-
46χει, ἐπιβάλλων τὴν μὴ ἕνωσιν τῆς γραμμῆς.
47§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ ποιμένες τῆς ἐπαρχίας Καλα-
48βρύτων, παραχειμάζοντες ἐν τῷ δήμῳ Πηνειΐων, παρα-
49πονοῦνται κατὰ τοῦ Δημάρχου τοῦ δήμου ἐκείνου, ὅτι
50διὰ μισθοφόρων ἐνόπλων τοὺς καταδιώκει καὶ τοὺς τυραν-
51νεῖ πολυτρόπως.
52§7ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ
53ἀπευθύνεται καὶ πρὸς ἐμὲ, ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς: «Εἴμεθα γεωρ-
54γοποιμένες ἐκ Μαζείκων τῶν Καλαβρύτων καὶ παραχει-
55μάζομεν ἐν τῷ δήμῳ Πηνειΐων, ἔνθα ἔχομεν ἰδιοκτήτους
56γαίας. Ἀπὸ πεντήκοντα καὶ πλέον ἐτῶν οὐδεὶς μᾶς παρη-
57νώχλησεν. Ἀπό τινος ὅμως χρόνου, καὶ ἰδίως πέρυσι καὶ
58ἐφέτος, ἐγενόμεθα ἀντικείμενον ἀγρίας ἐπιδρομῆς καὶ ξε-
59νηλασίας ἐκ μέρους τοῦ δημάρχου Κοτσομύτου, ὁ ὁποῖος
60διὰ μισθωτῶν ὁπλοφόρων ἀπειλεῖ τὴν ζωήν μας καὶ κατα-
61λαμβάνει τὰς γαίας μας· δέρει δὲ καὶ φυλακίζει πάντα,
62ὅστις ἤθελε τολμήσει νὰ κάμῃ τὴν ἐλαχίστην πρὸς αὐτὸν
63παρατήρησιν. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ μάθωμεν, ἂν δικαιούμεθα
64νὰ ἐλπίζωμεν προστασίαν ἐκ τῆς Πολιτείας, ἄλλως νὰ
65φύγωμεν, ἵνα σωθῶμεν.»
66Παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς
67Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ Ἐπάρχου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως νὰ
68ζητήσῃ πληροφορίας, ἂν τὰ παράπονα τῶν ἀναφερομένων
69ἔχωνται ὑποστάσεως. Ἐξ ὅσων γνωρίζω ἐξωδίκως, τὰ
70παράπονά των εἶναι βασιμώτατα. Ἰδίως δὲ ἐφιστῶ τὴν
71προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοῦ γε-
72γονότος, ὅτι ὁ Δήμαρχος αὐτὸς διατηρεῖ ὁπλοφόρους, οἱ
73ὁποῖοι εἶναι ἀγνώστου προελεύσεως, καὶ ἀποβαίνουσιν ἐπι-
74κίνδυνοι εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν τῶν
75πολιτῶν, προκαλοῦντες καθ’ ἑκάστην σκηνὰς, ἐκ τῶν ὁποίων
76ἐξέρχονται ζημιωμένοι οἱ καθ’ ὧν ἐπιτίθενται, θ’ ἀναγκα-
77σθῶσι δὲ, ὅπως ἀμυνόμενοι φονεύσωσιν αὐτούς.
78§8ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κλπ.). Οἱ ποι-
79μένες οὗτοι ἀνηνέχθησαν καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
80Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης δι’ ἀναφορᾶς των. Τὴν
81μίαν τῶν ἀναφορῶν ἔπεμψα ἤδη πρὸς τὸν Νομάρχην
82Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, τὴν δὲ ἑτέραν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα
83τῶν ἐν Πύργῳ Πρωτοδικῶν, καὶ ἐζήτησα πληροφορίας.
84Μόλις λάβω ταύτας, θὰ ἴδω, τί πρέπει νὰ πράξω.
85§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Σοφικοῦ Δημήτριος Μαρτίκας
86παραπονεῖται κατὰ τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων του καὶ
87κατὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας.
88Ὁ βουλευτὴς Ἀρκαδίας κ. Σπυράκης ὑποβάλλει πρό-
89τασιν νόμου, δι’ ἧς προτείνει νὰ ὑπαχθῶσι δῆμοί τινες τῆς
90ἐπαρχίας Κυνουρίας ἐκ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Πρωτοδικείου
91Σπάρτης εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πρωτοδικείου Τριπό-
92λεως. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα,
93ἀριθ. 129).
94§10ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν
95(ἀναγινώσκει):
96«Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
97παιδεύσεως, ὅπως ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν,
98κατὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα, τῶν κατὰ τὸ 1891 προϋπο-
99λογισθέντων, βεβαιωθέντων, εἰσπραχθέντων καὶ καθυστε-
100ρούντων ἐσόδων καὶ τῶν προϋπολογισθέντων, ἐνταλθέντων
101καὶ ἐνταλτέων ἐξόδων τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαι-
102δεύσεως».
103§11ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
104Οἰκονομικῶν, ὅπως ὑποβάλῃ τοὺς διαφόρους πίνακας τῶν
105δανείων, τοὺς ὑποβληθέντας ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ
106τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Σιμοπούλου, ὅπως ἡ
107Βουλὴ μελετήσῃ τούτους καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν δυνηθῇ
108νὰ ἐκφέρῃ γνώμην περὶ τῶν πεπραγμένων.
109§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸν πίνακα,
110τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ ἐμὸς προκάτοχος, εὑρίσκουσιν ἐν
111τοῖς γραφείοις τῆς Βουλῆς οἱ θέλοντες. Ἂν δὲ δὲν ὑπάρ-
112χωσιν ἀντίτυπα, διὰ νὰ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κ. κ. Βου-
113λευτὰς, ὁ κ. Πρόεδρος ἂς διατάξῃ νὰ τυπωθῇ ὁ πίναξ.
114Τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος κα-
115τέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τοῦτον εὑρίσκετε εἰς τὴν
116Βουλήν. Ἂν δὲν ὑπάρχωσιν ἀντίτυπα αὐτοῦ, ἂς τυπωθῇ
117καὶ οὗτος. Ἐγὼ ὅμως, ὡς Ὑπουργὸς, δὲν δύναμαι νὰ κατα-
118θέσω τὸν πίνακα τοῦ κ. Σιμοπούλου ἢ ἄλλου τινὸς, ὀφείλω
119δὲ νὰ καταθέσω τὰς πληροφορίας, ἃς δύναμαι νὰ συλλέξω
120ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου.
121§13ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῶν κατοίκων
122τῆς ἐπαρχίας Τροιζηνίας, παραπονουμένων κατὰ τοῦ ὑπερ-
123μέτρου φόρου τῆς ῥητίνης. Παρακαλῶ δὲ, ὅπως ληφθῇ
124ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν σχετικὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ φο-
125ρολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς.
126§14ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἰς τὸ βῆμα μὲ φέρει ἡ ὑποχρέωσις νὰ
127ἀποκρούσω μομφὴν, ἢ μᾶλλον συκοφαντίαν, ἐξενεχθεῖσαν
128χθὲς ἐναντίον ἀτόμων, ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου ὑπαρ-
129χόντων. Ὁ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτὴς κ. Παπα-
130γιαννακόπουλος, ὁμιλῶν περὶ τῶν 56,000,000, ἅτινα ἡ
131προκάτοχος Κυβέρνησις, κατ’ αὐτὸν, κατεσπατάλησεν, ἀνέ-
132φερεν, ὅτι ἐκ τούτων ἐδαπανήθησαν ἀρκεταὶ χιλιάδες δραχ-
133μῶν πρὸς προμήθειαν ἵππων ἀχρήστων διὰ τὴν στρατιωτι-
134κὴν ὑπηρεσίαν. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τὸ οἰ-
135κονομικὸν, τουτέστι τοῦ τιμήματος τῆς ἀγορᾶς τῶν ἵππων,
136ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Σι-
137μόπουλος ἐν ὀλίγοις ἀνέπτυξεν. Ἑπομένως δὲν πρόκειται
138περὶ αὐτοῦ, πρόκειται περὶ τῆς συκοφαντίας, τῆς ἐξενε-
139χθείσης ἐναντίον τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἱππωνείας, ἡ ὁποία
140διενήργησε τὴν προμήθειαν τῶν ἵππων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ.
141Κατὰ πόσον δὲ ἡ προμήθεια αὕτη ἐγένετο κανονικῶς, καὶ
142οἱ ἵπποι εἶναι χρήσιμοι ἐν τῇ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ, τοῦτο
143βεβαίως ἐμαρτύρησεν ἡ ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος ὑπηρεσία
144τῶν ἵππων τούτων ἐν τῷ στρατεύματι. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι
145οἱ ἀξιωματικοὶ ἡμῶν, οἱ ἀποτελέσαντες τὴν ἐπιτροπὴν
146τῆς ἱππωνείας, εἶχον πλήρη τὴν δικαιοδοσίαν νὰ ἀγοράσω-
147σιν ἀπ’ εὐθείας τοὺς ἵππους, ὅπου καὶ ἂν εὕρισκον αὐτοὺς,
148οὐχ ἧττον, διὰ νὰ ἦναι ἀσφαλεῖς ἐν τῷ μέλλοντι καὶ διὰ
149νὰ ἀποσοβήσωσι πάντα κίνδυνον συκοφαντίας, διενήργησαν
150δημοπρασίαν κατὰ τὰ κεκανονισμένα ἐν Βουδαπέστῃ,
151ὅπου τὸ ἀποτέλεσμα ἐπῆλθεν. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρό-
152κειται σήμερον, διότι ταῦτα θὰ συζητήσωμεν, ὁπόταν θὰ
153ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας ἅπαντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφο-
154ρῶντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Βεβαίως δὲ δὲν εὐθύνον-
155ται μόνον οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ, ἀλλὰ καὶ οἱ κατόπιν
156τούτων, οἱ παραλαβόντες τοὺς ἵππους ἐν Πειραιεῖ, ἤτοι
157αἱ συσταθεῖσαι ἐπιτροπαὶ, αἵτινες παρέστησαν εἰς τὴν
158ἀποβίβασιν τῶν ἵππων καὶ τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν ὑπὸ τὴν
159ἔποψιν τῆς ἱκανότητος καὶ τῆς χρησιμότητος. Ἐν τούτοις
160ἡ Κυβέρνησις, ἐνδοῦσα εἰς τὰς ἀπαιτήσεις πολλῶν, εἰς τὰς
161καταγγελίας τὰς ἰδιαιτέρας, καὶ οὐχὶ ἐπισήμους, εἰς τὸ
162ὅτι δηλαδὴ οἱ ἵπποι οὗτοι εἶναι ἄχρηστοι εἰς τὴν στρα-
163τιωτικὴν ὑπηρεσίαν, διέταξε προεξέλεγξιν, ἐσύστησε δη-
164λαδὴ ἐπιτροπὴν ἐξ ἀξιωματικῶν ἐμπείρων, προεδρευομέ-
165νην ὑπὸ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου κ. Μελεάγρου, ἱκανω-
166τάτου καὶ εἰδήμονος περὶ τὰ τοιαῦτα, ὅπως ἐξετάσῃ τὴν
167ἱππωνείαν, κατὰ πόσον αὕτη ἀνταποκρίνεται εἰς τοὺς
168ὅρους τῶν συμφωνιῶν, εἰς τοὺς ἐπιβεβλημένους δηλαδὴ
169ὅρους, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος εἶχεν ἐκ-
170δώσει, καὶ κατὰ πόσον οἱ ἵπποι εἶναι χρήσιμοι εἰς τὸν
171στρατόν. Δὲν ἠρκέσθη δὲ εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ἐζήτησε καὶ τὴν
172γνώμην ἐπίσης ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, διακεκριμένου διά τε
173τὴν ἀκεραιότητα καὶ τιμιότητα αὐτοῦ, τοῦ συνταγμα-
174τάρχου κ. Μαυρομιχάλη, ὅστις καὶ οὗτος ἀπεφάνθη ὑπὲρ
175τῶν ἵππων τούτων.
176Κατόπιν λοιπὸν τοιαύτης ἐνεργείας καὶ τοιαύτης ἐξε-
177λέξεως, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑβρίζωνται οἱ ἀξιω-
178ματικοὶ οὗτοι, ὅτι ἐπρομήθευσαν ἵππους ἀχρήστους ἐν τῷ
179στρατῷ, καὶ ὅτι κατεσπαταλήθησαν τὰ χρήματα τοῦ Δη-
180μοσίου. Βεβαίως ὑπῆρξαν εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν ἵππων ἀνω-
181μαλίαι, ἀλλ’ αἱ ἀνωμαλίαι αὗται δὲν ἀφορῶσιν ἡμᾶς· αἱ
182ἀνωμαλίαι αὗται, θὰ ἴδητε, ὅταν θὰ εὐαρεστηθῇ ὁ Ὑπουρ-
183γὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελλον, θὰ
184ἴδητε, ποῖον ἐπιβαρύνουσι. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ.
185Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελλον,
186τὸν σχετικὸν πρὸς τὴν ἱππωνείαν τοῦ 1890, διὰ νὰ γνω-
187ρίσῃ ἡ Βουλὴ κατὰ πόσον οἱ ἀγορασθέντες ἵπποι εἶναι εὔ-
188χρηστοι ἢ ἄχρηστοι εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν.
189Ἐν τούτοις ἐπωφελοῦμαι τῆς περιστάσεως ταύτης, ἵνα
190καὶ αὖθις ὑπενθυμίσω εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτι-
191κῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ καταθέσῃ τὰς αἰτηθείσας πλη-
192ροφορίας περὶ τῶν ἐπιδομάτων τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ
193καὶ τῶν σὺν αὐτῷ ἀξιωματικῶν, ὡς καὶ τὰ περὶ ἐρεῶν τοῦ
194στρατοῦ, τὰ ὁποῖα διὰ προγενεστέρων ἐπερωτήσεών μου
195εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
196§15ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος προαγο-
197ρεύσας ἐποιήσατο χρῆσιν τῆς λέξεως «συκοφαντία», καὶ
198ἀνέμενον νὰ ἀκούσω παρ’ αὐτοῦ, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
199ἰσχυρίσθην χθὲς, ὅτι 500,000 χρυσῶν φράγκων περίπου
200ἐκ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης ἐχρησίμευσαν
201νὰ ἀγορασθῶσιν ἄχρηστοι ἢ ἀκατάλληλοι ἵπποι, ἦτο
202ἀνακριβές.
203§16ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Περὶ τῶν ἵππων ὡς ἀχρήστων ὡμί-
204λησα.
205§17ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς, Κύριοι, ἐνθυμεῖ-
206σθε, ὅτι ἐπρόκειτο κυρίως περὶ τοῦ ἂν ἡ διάθεσις τοῦ
207χρήματος τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης ὑπῆρξε
208νόμιμος καὶ σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον ἢ ὄχι, εἶπον δὲ, ὅτι
209δὲν ἐνόουν νὰ ἐπέμβω εἰς τὴν λεπτομερῆ ἐξέτασιν τοῦ
210ζητήματος τούτου, διότι μένει ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς ἀνα-
211κριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ παρετήρησα, ὅτι ἔπρε-
212πεν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς νὰ ἦναι ἐπιφυλακτικὸς, καθόσον
213θ’ ἀπεδεικνύετο, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλεγεν, ὅτι ἡ διά-
214θεσις ἐγένετο σύμφωνα μὲ τὸν νόμον, δὲν ἦσαν ἀκριβῆ,
215διότι μεταξὺ ἄλλων ἐδαπανήθη καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον
216φράγκων χρυσῶν πρὸς ἀγορὰν ἵππων, ἐν μέρει ἀχρήστων
217διὰ τὸν στρατόν. Ἕκαστος λοιπὸν ἐννοεῖ, ὅτι περὶ τούτου
218κυρίως ἐπρόκειτο, περὶ τοῦ ἂν δηλαδὴ ἠγοράσθησαν ἵπποι
219ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου ἐκείνου. Ἀλλ’ αἰωνίως θέ-
220λουν νὰ ἐκτοπίζουν τὰ ζητήματα, διὰ νὰ εὑρίσκουν ἀσφα-
221λὲς ὁπωσοῦν ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ σταθῶσι, διότι
222ἐπὶ τοῦ κυρίου ζητήματος σπανίως εἶχον τοιοῦτο. Καὶ
223μᾶς εἶπε σήμερον ὁ κύριος προαγορεύσας, ὅτι ἐσυκοφαν-
224τήσαμεν τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἠγόρασε τοὺς ἵππους.
225Ἡ ἐπιτροπὴ δυνατὸν νὰ συνεμορφώθη πρὸς τὰς διατα-
226γὰς, τὰς ὁποίας εἶχε λάβει, καὶ νὰ ἠγόρασεν ἵππους, οὓς
227ἐθεώρησε καλοὺς, καίτοι δὲν ἐγένοντο δεκτοὶ ἀπὸ κἀνένα
228ἀξιωματικὸν, διότι ἀναντίῤῥητον εἶναι, ὅτι, ὅταν οἱ ἵπποι
229αὐτοὶ παρεδόθησαν εἰς τὰ στρατιωτικὰ σώματα, ἐκλήθη-
230σαν οἱ ἀξιωματικοὶ, ἵνα λάβωσιν ἐξ αὐτῶν, συνεπείᾳ δη-
231λώσεώς των, καὶ ἐν τούτοις ἐλάχιστοι ἔλαβον. Μάλιστα
232δὲ καὶ ὑπέβαλον αἴτησιν νὰ τοῖς ἐπιτραπῇ νὰ λάβουν
233ἵππους ἐκ τῶν διὰ τοὺς ἱππεῖς προωρισμένων. Εὑρέθη τότε
234εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξαναγκάσῃ δι’ ἐντόνου
235διαταγῆς τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ λάβωσιν ἵππους. Περὶ
236τούτων ὅλων προκαλῶ τὴν ἐπίσημον μαρτυρίαν τῆς
237Κυβερνήσεως, καὶ τοῦτο ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἐξέτασιν
238περὶ τοῦ ἂν οἱ ἵπποι ἐκεῖνοι ἦσαν κατάλληλοι διὰ τὸν
239στρατὸν ἢ ὄχι. Τώρα λέγει ὁ κ. προαγορεύσας, ὅτι ἀπε-
240φάνθη ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι εἶναι κατάλληλοι, καὶ ὅτι ἐγένετο
241ἐξέτασις ὑπό τινος ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, ὅστις ἀπεφάνθη,
242ὅτι οἱ ἵπποι εἶναι καλοί. Αὐτὰ εἶναι γεγονότα, τὰ ὁποῖα
243ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι ἐν καιρῷ θὰ
244ἐξετασθῶσι, καὶ ἐλπίζω νὰ μάθῃ ὁ προαγορεύσας, ὅτι, ὅσα
245εἶπεν ἐδῶ, δὲν εἶναι πολὺ ἀκριβῆ, ὅπως τοὐλάχιστον ἠθέ-
246λησε νὰ τὰ παραστήσῃ διὰ τοῦ τόνου τῆς φωνῆς του.
247Ἂν ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία παρέλαβε τοὺς ἵππους, τοὺς
248ἐδέχθη χωρὶς νὰ φέρῃ παρατηρήσεις, τοῦτο εἶναι ζήτημα
249τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ περὶ τοῦ γεγονότος, ὅτι δὲν τοὺς
250ἐδέχοντο οἱ ἀξιωματικοί, τί λέγετε; Διατὶ δὲν τοὺς ἐδέ-
251χοντο; Ἐπ’ αὐτῶν θὰ συζητήσωμεν ἅμα ὡς προσαχθῶσι
252τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα.
253§18ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν ἠθέλησα νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομε-
254ρείας, ἀλλ’ αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ προλαλήσας, δὲν
255ὑπῆρξαν, καθόσον οἱ προωρισμένοι διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς
256ἵπποι δὲν ἦσαν γνωστοί, δὲν ἦσαν ὁ Α, ὁ Β, ὁ Γ· μεταξὺ
257τῶν ἵππων ὅλων εἶχον τὸ δικαίωμα οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ
258ἐκλέξωσιν. Ὥστε αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ προλαλήσας,
259εἶναι νέον ἐντελῶς, καὶ ἐντελῶς ἀνύπαρκτον. Μεταξὺ τῶν
260τετρακοσίων κελήτων ἵππων εἶχον τὸ δικαίωμα πάντες
261οἱ δηλώσαντες ἀξιωματικοί, 180 τὸν ἀριθμὸν νὰ ἐκλέ-
262ξωσι, τοῦθ’ ὅπερ καὶ ἐγένετο. Ὅτι δὲ δὲν ἐξέλεξαν ἵπ-
263πους, δὲν εἶναι ἀληθές· ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐξέλεξαν καὶ
264ἐξακολουθοῦσιν ἐκλέγοντες. Ἑπομένως οὐδεμίαν ἔχει ἀκρί-
265βειαν τὸ λεχθέν.
266Ὅτι δὲ ἡ ἀξία τῶν ἵππων εἶναι ἀνωτέρα τῆς πλη-
267ρωθείσης, τοῦτο θὰ τὸ ἀποδείξωμεν, ὅταν θὰ συζητήσω-
268μεν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, τόσον ἐπὶ τῆς ἡλικίας, ὡς καὶ
269ἐπὶ τῆς ἱκανότητος καὶ τῆς ἀξίας ἑκάστου τῶν ἵππων.
270Ὥστε δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποφύγωμεν τὴν συ-
271ζήτησιν, τοὐναντίον ἡμεῖς θὰ φέρωμεν τὴν συζήτησιν,
272διότι αὕτη ἔσται ὑπὲρ ἡμῶν.
273§19ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τοὺς
274ἀγορεύσαντας, καὶ ἰδίως τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ὕδρας, νὰ
275προσδιορίσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμεῖ νὰ κατατε-
276θῶσιν ἐκ τοῦ φακέλλου περὶ τῆς γενομένης ἱππωνείας κατὰ
277τὸ 1890· διότι, ἂν φέρω τὸν φάκελλον ὅλον, ἐνδέχεται νὰ
278μὴ δυνηθῶσι νὰ ἀντλήσωσι τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας
279ζητοῦσι.
280§20ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁλόκληρος ὁ φάκελ-
281λος πρέπει νὰ κατατεθῇ, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν τὰ
282ἔγγραφα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην.
283§21Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διενεμήθη εἰς τοὺς κυρίους Βου-
284λευτὰς ἡμερησία διάταξις, φέρουσα ἐν αὑτῇ 58 νομοσχέ-
285δια, τῶν ὁποίων ἐλάχιστα εἶναι βουλευτικὰ, τὰ δὲ λοιπὰ
286ὑπουργικά. Πρῶτον φέρεται, ὡς γνωρίζετε, τὸ περὶ αὐξή-
287σεως τοῦ μισθοῦ τῶν Ἐφετῶν, καὶ δεύτερον ἡ γενικὴ συ-
288ζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων
289συναδέλφων ἐζήτησαν κατὰ τὰς 22 συνεδριάσεις, αἵτινες
290ἐγένοντο κατὰ τὸ πρῶτον μέρος τῶν βουλευτικῶν ἐργα-
291σιῶν, πληροφορίας περὶ ζητημάτων, συνδεομένων μετὰ τοῦ
292προϋπολογισμοῦ· αἱ ὑπομνήσεις, αἵτινες περὶ τούτου ἐγέ-
293νοντο, ἡ μὴ κατάθεσις πληροφοριῶν παρ’ ἐμοῦ ζητηθεισῶν,
294μὲ κάμνει νὰ ἀμφιβάλλω, ἂν σπουδαίως ἀνεγράφη ἐν τῇ
295ἡμερησίᾳ διατάξει, ὡς δεύτερον ἀντικείμενον, ἡ συζήτησις
296τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀτυχῶς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσω-
297τερικῶν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καθυστεροῦσι·
298φαίνεται, ὅτι τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον ἐτέθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν,
299εἶναι πολὺ δυσβάστακτον, διότι καὶ κατὰ τὴν προηγου-
300μένην σύνοδον καθυστέρησεν εἰς τὴν κατάθεσιν πληροφο-
301ριῶν. Ἐνόμισεν ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δύναται νὰ περι-
302φρονήσῃ τὸν ἐπερωτήσαντα Βουλευτὴν, ἢ νὰ παρέλθῃ ἐν
303σιγῇ. Τοῦτο ἴσως ἀποδοτέον εἰς ἀπειρίαν, καὶ ἐφάνην τότε
304συγκαταβατικός· ἀλλ’ ἤδη, ὅτε ἀπέκτησε πλειοτέραν πεῖ-
305ραν, πρέπει νὰ φροντίσῃ νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας
306ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα πρὸ δύο καὶ πλέον μηνῶν,
307ἀφοῦ μάλιστα ἡ Βουλὴ ἐκοιμᾶτο ἐπὶ τεσσαράκοντα ἡμέ-
308ρας, καὶ εἶχε τὸν καιρὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα
309εἰς τὰς ἀνάγκας τὰς κοινοβουλευτικάς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι
310δικαιοῦμαι νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι δὲν
311ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα νὰ καθυστερήσῃ εἰς τὴν κατάθε-
312σιν τῶν πληροφοριῶν, εἰς δὲ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἐπε-
313τρέπετο νὰ ἀναγράψῃ τὸν προϋπολογισμὸν ὡς δεύτερον
314ἀντικείμενον, πρὶν ἢ καταθέσῃ τὰς ζητηθείσας πληροφο-
315ρίας. Ἂν μάλιστα μοὶ ἐπιτρέπητε νὰ δώσω μίαν γνώμην,
316ἤθελον συμβουλεύσει τὴν συμπλήρωσιν τοῦ Ὑπουργείου,
317διότι ἴσως ἡ καθυστέρησις αὕτη προέρχεται ἐξ ἀνεπαρκείας.
318Πρὸς τούτοις, ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέβαλε σωρείαν νομο-
319σχεδίων, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ὡς τὸ φάρμακον πρὸς θεραπείαν
320τῆς παρ’ ἡμῖν κρατούσης καχεξίας, ὡς δικαιολογητικὴν
321δὲ ἔκθεσιν τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων ἀναφέρει τὰς ἐκθέσεις
322τῶν διαφόρων Εἰσαγγελέων. Ἐπεβάλλετο, νομίζω, ἡ ταὐ-
323τόχρονος ὑποβολὴ τῶν ἐκθέσεων ἐκείνων ἀλλ’ ὄχι μόνον
324δὲν ὑπεβλήθησαν αὗται, ἀλλὰ καὶ ἀντιῤῥήσεις ἐγένοντο
325περὶ τῆς καταθέσεως, ἐξ ἐπιεικείας δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
326ἀναπληρῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν, συνῄνεσεν εἰς τὴν κατάθεσίν
327τινων ἐκ τῶν ἐκθέσεων ἐκείνων, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν
328ὑπεβλήθησαν αὗται.
329Νομίζω ὅτι, ἂν πρόκηται νὰ συζητήσωμεν σπουδαίως
330τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ὄχι εἰκονικῶς, ὡς ἐν τῷ παρελ-
331θόντι, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ καταθέτῃ προθυμότερον
332τὰς αἰτουμένας πληροφορίας, καὶ ἰδίᾳ τὰς ἀπαραιτήτους
333διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς
334ἀναφέρω μίαν ἐκ τῶν αἰτηθεισῶν πληροφοριῶν μου, ἵνα
335ἴδητε, ὅτι δὲν εἶναι ἀξία περιφρονήσεως. (Ἀναγινώσκει
336τὴν ὑποβληθεῖσαν ἐπερώτησίν του).
337Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω πλείονα· πάντες ἐνθυμού-
338μεθα τοὺς σχετλιασμοὺς κατὰ τῆς τέως Κυβερνήσεως διὰ
339τὰ συμβαίνοντα, καὶ ὅταν ἑκατὸν καὶ πλέον εἰρηνοδίκαι
340μετετέθησαν πλέον τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν εἰρηνοδικῶν,
341νομίζω, ὅτι αἱ ζητούμεναι πληροφορίαι δὲν εἶναι ἄσχετοι
342μὲ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰ συζητούμενα νομοσχέδια.
343Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν τοὺς ἐπισήμους ἀριθμοὺς πρὸς συ-
344ζήτησιν.
345§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
346ταξιν....
347§23Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἐννοήσω, τίνα
348ἔννοιαν νὰ δώσω εἰς τὴν σιγὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· φαίνε-
349ται, ὅτι παραδέχεται τὰ λεχθέντα...
350§24ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πρὸ τῶν δια-
351κοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἔδωκα ὁδηγίας εἰς τὰ
352διάφορα τμήματα τοῦ Ὑπουργείου, ὅπως παρασκευάσωσι
353τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας. Οἱ πίνακες, τοὺς ὁποίους
354ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατατεθῶ-
355σιν ἀμέσως· ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἐργασίας, καὶ διέταξα τοὺς
356ἁρμοδίους ὑπαλλήλους νὰ ἀσχοληθῶσιν εἰς τοῦτο. Ἐν τῷ
357μεταξὺ ἐπῆλθεν ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν, ὅτε δὲ χθὲς ἐπα-
358νελάβομεν αὐτὰς, ἐζήτησα καὶ ἔλαβον τὴν πληροφορίαν
359παρὰ τῶν ὑπαλλήλων, ὅτι τὰ ζητηθέντα εἶναι ἕτοιμα,
360δὲν τὰ κατέθηκα ὅμως, διότι δὲν ἠδυνήθην νὰ μεταβῶ
361σήμερον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐπιθυμῶ δὲ νὰ τὰ ἴδω πρῶτον.
362§25ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ
363προϋπολογισμοῦ, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἐρωτήσω τὰ μέλη
364τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ,
365ἂν προτίθενται νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἰδίαν ἔκθε-
366σιν· διότι ἡ ἔκθεσις, ἡ ὁποία διενεμήθη, φέρει τὰς ὑπογρα-
367φὰς μόνον τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας.
368§26ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Προετιθέμην, ὅταν θὰ εἰσέλθῃ ἡ Βουλὴ
369εἰς τὴν συζήτησιν τὴν γενικὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ
370εἴπω τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτρο-
371πῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν κατέθηκεν ἰδίαν ἑαυτῆς ἔκθε-
372σιν. Οὐ μόνον δὲ τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν ἐγένετο ἔκθεσις,
373ἤθελον εἴπει, ἀλλὰ προετιθέμην, ἐξ ἐντολῆς καὶ τῶν λοιπῶν
374συναδέλφων τῆς μειονοψηφίας, νὰ ἐκθέσω καὶ τοὺς λόγους,
375οἵτινες ὑπὸ γενικωτέραν ἔποψιν ἐπέβαλλον τοῦτο. Ἐπειδὴ
376ὅμως προεκλήθην ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου,
377ὀφείλω νὰ μὴ παραλείψω, ὅτι, ὅτε ἀνεγνώσθη ἡ ἔκθεσις
378τῆς πλειονοψηφίας, συνεσκέφθην μετὰ τῶν συναδέλφων τῆς
379μειονοψηφίας, ἐὰν ὠφείλομεν νὰ ὑποβάλωμεν ἰδίαν ἔκθεσιν.
380Ἡ κατάστασις ἡ οἰκονομικὴ, ἐν τῇ ὁποίᾳ τότε διετέλουν
381τὰ παρ’ ἡμῖν, ἔπεισεν ἡμᾶς, ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ ὑποβάλω-
382μεν τοιαύτην ἔκθεσιν ἀμέσως, διότι ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἐν τῷ
383μεταξὺ ἤθελεν ἐπέλθει βελτίωσίς τις, ἐξ ἐπιβαλλομένης τῇ
384Κυβερνήσει προνοίας, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ τὰς ἰδέας μας
385εἴχομεν μεταδώσει εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς,
386τὴν ἐκπροσωποῦσαν τὸ φρόνημα τῆς Κυβερνήσεως, λαβού-
387σης βεβαίως γνῶσιν αὐτῶν, καὶ διότι, ἀφορῶντες εἰς γε-
388νικὰ τοῦ Κράτους συμφέροντα, ἐπροτιμήσαμεν ν’ ἀναβά-
389λωμεν τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεώς μας ἐκ τοῦ φόβου, μὴ
390ἡ δημοσίευσις αὐτῆς συντελέσῃ εἰς τὴν ἐπιδείνωσιν τῆς
391δυσχερεστάτης τῶν οἰκονομικῶν μας καταστάσεως.
392§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ παρατηρήσω περὶ τῆς ἡμερησίας
393διατάξεως, ὅτι πρῶτον ἀντικείμενον ἐν αὐτῇ ἀναγράφε-
394ται ἡ συζήτησις νομοσχεδίου ἐπαγομένου αὔξησιν δαπα-
395νῶν. Καὶ περὶ μὲν τῆς προτεινομένης αὐξήσεως ἀπολύτως,
396οὐ μόνον ἐγὼ, ἀλλὰ, νομίζω, καὶ πᾶσα ἡ Βουλὴ θὰ ἦναι
397κατ’ ἀρχὴν σύμφωνος, ἔχουσα ἀντίῤῥησιν μόνον ὡς πρὸς τὸ
398ποσὸν, οὐχὶ ὡς ὑπερβολικὸν, ἀλλ’ ἴσως καὶ ἀνεπαρκὲς, ἀπο-
399λύτως, λέγω, πάντοτε· διότι, ἂν οὕτως ἐξετάσωμεν τὰ περὶ
400μισθοδοσίας τῶν Ἐφετῶν, πρέπει, νομίζω, νὰ ἀναγνωρί-
401σωμεν, ὅτι καὶ οἱ ηὐξημένοι μισθοὶ τοῦ νομοσχεδίου δὲν
402εἶναι ἐπαρκεῖς, καὶ μισθὸς, οἷος ὁ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, σή-
403μερον μόλις θὰ ἦτο ὁ ἀνάλογος πρὸς τὴν θέσιν τῶν Ἐφε-
404τῶν. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα ἀσχέτως πρὸς τὴν οἰκονομικὴν
405κατάστασιν τῆς χώρας· ὅταν ὅμως καλώμεθα, ἵνα προέλ-
406θωμεν εἰς συζήτησιν γενικὴν περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, κυ-
407ρίως εἰς τοῦτο ἀφορῶσαν, εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστα-
408σιν τῆς χώρας, ἑπομένως δὲ καὶ εἰς τὸ ζήτημα κατὰ πό-
409σον ἐπιτρέπεται κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο νὰ προβῶμεν εἰς τὴν
410πραγματοποίησιν τῶν αὐξήσεων, ὧν τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ συμ-
411φέρον ἀπολύτως ἐνδείκνυται, ἄτοπον θεωρῶ πρὸ τῆς γενι-
412κῆς ταύτης συζητήσεως νὰ ἐπιληφθῶμεν οἱουδήποτε νομο-
413σχεδίου, ἀφορῶντος εἰς αὔξησιν δαπανῶν. Προτείνω ἄρα
414εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως προβῶμεν εὐθὺς εἰς τὴν συζήτησιν
415τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων ἐν δευτέρᾳ
416μοίρᾳ, καὶ τάξωμεν τὸ πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει
417ἀντικείμενον ὡς δεύτερον, τουτέστι μηδενὸς νὰ ἐπιληφθῶμεν
418ζητήματος, ἀφορῶντος εἰς αὔξησιν δαπανῶν, πρὶν ἢ διε-
419ξαχθῇ ἡ γενικὴ συζήτησις περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
420Κράτους, καὶ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ γνώμην περὶ τοῦ τρόπου,
421καθ’ ὃν πρέπει νὰ κανονισθῶσι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τὰ τῶν
422δαπανῶν τῆς χώρας.
423§28Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τῆς
424εἰδικῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσο-
425λογγίου προσέβαλε, δὲν ἔχω νὰ ὑποβάλω ἀντίῤῥησιν. Παρα-
426τηρῶ δὲ, ὅτι, ἐὰν ἐτάχθη πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει
427τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν μελῶν τῶν
428Ἐφετείων, ἡ ἀναγραφὴ αὕτη ἦτο τυχαία, οὐδ’ ὑπηγο-
429ρεύθη ὑπὸ εἰδικοῦ σκοποῦ, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐνεδεικνύετο
430ὡς προτακτέα πάντων τῶν ἄλλων νομοθετημάτων, διότι
431ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν μελῶν τῶν Ἐφετείων ἔμελλε νὰ
432ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας
433τοῦ ἔτους. Ἀλλ’ εἰ καὶ ἐτάχθη τυχαίως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ δια-
434τάξει πρῶτον τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον, ἡ τοιαύτη
435ἐγγραφὴ αὐτοῦ εἶχεν ἔννοιάν τινα, τὴν ἔννοιαν νὰ ἐνδείξῃ ἡ
436νομοθετικὴ ἐξουσία, ὅτι ἐπιθυμεῖ μετὰ σπουδῆς νὰ συνε-
437χίσῃ τὸ ἔργον, τοῦ ὁποίου κατήρξατο κατὰ τὴν παρελ-
438θοῦσαν σύνοδον, ἤτοι τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικα-
439στικῶν ὑπαλλήλων. Αἱ ἄλλαι δὲ θεωρίαι, τὰς ὁποίας ὁ κ.
440Βουλευτὴς ἐξέθηκεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως
441τοῦ μισθοῦ τῶν μελῶν τῶν Ἐφετείων, μοὶ ἐφάνησαν πρόω-
442ροι, καὶ δὲν γνωρίζω, πῶς ἠδυνήθη νὰ συνδυάσῃ τὴν ἐπι-
443θυμίαν του τῆς ἐπιτάξεως τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχε-
444δίου περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν Ἐφετῶν, ἤτοι τὴν ἐπι-
445θυμίαν του περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως αὐτοῦ, μετὰ
446τῆς ἐπιθυμίας, ἡ ὁποία ἔφλεγεν αὐτὸν, ὅτι οἱ μισθοὶ τῶν
447μελῶν τῶν Ἐφετείων πρέπει νὰ ἦναι μεγαλείτεροι ἐκεί-
448νων, τοὺς ὁποίους προτείνομεν. Λέγω δὲ, ὅτι δὲν δύναμαι
449νὰ ἐννοήσω, πῶς ἠδυνήθη νὰ συνδυάσῃ ταῦτα, καὶ μετὰ
450τίνος σκοποῦ ἐπεχείρησε τὸ δυσχερὲς τοῦτο ἔργον, διότι ἡ
451ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ θεραπεύσῃ τὸ νομο-
452σχέδιον, καὶ τὴν ὁποίαν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία πέρυσιν
453ἀνωμολόγησεν ὡς ἀληθῆ, ἡ ἀνάγκη αὕτη δὲν εἶναι ἀνάγκη,
454ἡ ὁποία ἐγεννήθη χθὲς, οὔτε ἀνάγκη τῆς ὁποίας δὲν ἀντε-
455λάβετο ἡ κοινωνία, καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, καὶ ἡ
456Κυβέρνησις πρὸ πολλοῦ χρόνου. Καὶ ὅμως δὲν σκοπῶ νὰ
457ἐκφράσω οὐδεμίαν ἐπιθυμίαν, ὅπως τροποποιήσῃ τὰς ἰδέας
458του ὁ κ. Βουλευτὴς, τὴν εἰδικὴν ὅμως ἐπιθυμίαν αὑτοῦ
459περὶ ἐπιτάξεως τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου,
460δὲν ἔχω λόγον νὰ μὴ δεχθῶ.
461§29Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως, ὅτι ὁ
462κ. πρώην Πρωθυπουργὸς εἶναι πολὺ γενναῖος εἰς τὴν αὔ-
463ξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν ὡς ἀντιπολιτευόμενος, καὶ
464μάλιστα ὑπερθεματίζει ἤδη· ἀλλὰ μοὶ εἶναι δύσκολον νὰ
465μὴ τῷ ὑπενθυμίσω, ὅτι δὲν ἐφάνη τοσοῦτον γενναῖος εἰς
466ἄλλας οἰκονομικὰς ἐποχὰς, ὅτε τὰ ἑκατομμύρια ἐξετρύπο-
467ναν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη. Βεβαίως δὲν εἶναι τοῦ παρόντος
468νὰ συζητήσω τὸ νομοσχέδιον· κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ
469ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναφέρω ἱστορικῶς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει
470ἐγγράφων ἐπισήμων τῶν πρακτικῶν τὰς ἰδέας τοῦ κ. πρώην
471Πρωθυπουργοῦ· ἡ πρότασις ὅμως, ἡ γενομένη παρὰ τοῦ κ.
472Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, μοὶ φαίνεται ὀρθή. Ἀλλὰ δὲν
473δέχομαι τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι τυχαία
474εἶναι ἡ πρόταξις· διότι, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὑπε-
475βλήθη μετὰ τῶν λοιπῶν δικαστικῶν καὶ διενεμήθη ταὐ-
476τοχρόνως, ἐχωρίσθη κατὰ τὴν συζήτησιν, καὶ κατ’ ἐμὲ
477ἐχωρίσθη κακῶς, διότι, χωρὶς νὰ θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν
478οὐσίαν τοῦ νομοσχεδίου, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι πάντες μὲν
479ἔχουσι τὴν γνώμην, ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου
480καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ καὶ πάντες ἔχομεν τὴν γνώ-
481μην, ὅτι τὸ δικαστικὸν τάγμα ἔχει ἀνάγκην ἐκκαθαρί-
482σεως, ὅλα δὲ τὰ ἔμπλαστρα,—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις,
483ὅσον ἀπότομος καὶ ἂν θεωρηθῇ,—τὰ ὁποῖα ἐκάλεσεν ὁ κ.
484ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς δικαστικὰ νομοσχέδια,
485δὲν προβλέπουσι περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως ταύτης. Δὲν εἶμαι
486ἐναντίος τῆς αὐξήσεως τῶν δικαστικῶν μισθῶν, ἀλλὰ θὰ
487ἦμαι ἐναντίος αὐτῆς, ἐὰν δὲν λαμβάνωνται παραλλήλως
488καὶ τὰ μέτρα περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως. Ἡ δὲ ἐκκαθάρισις
489ἠδύνατο νὰ γείνῃ διὰ τῶν πειθαρχικῶν συμβουλίων. Δὲν
490βλέπω ὅμως ἐν τοῖς νομοσχεδίοις οὐδὲν περὶ τούτου, καὶ
491διὰ τοῦτο εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἰδέας, ὄχι μόνον νὰ ἐπιταχθῇ,
492ἀλλὰ καὶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προκειμένου νομο-
493σχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν μελῶν τῶν Ἐφετείων.
494§30ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ ὁμοφωνία περὶ τῆς ἐπιτάξεως τοῦ
495νομοσχεδίου βεβαίως δεικνύει τὴν ὀρθότητα τῆς παρατη-
496ρήσεως τοῦ προτείναντος, ἡ προθυμία ὅμως τοῦ προαγο-
497ρεύσαντος νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν, νομίζω ὅτι εἶναι πρόω-
498ρος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἤθελον προτείνει, εἶναι νὰ
499ταχθῇ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον ἀμέσως μετὰ τὸν
500προϋπολογισμόν.
501§31ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ προσδιορισμὸς
502τῆς τάξεως, τὴν ὁποίαν θέλουσι λάβει τὰ νομοσχέδια,
503οὐχὶ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ πάντα τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ
504διατάξει, εἶναι ἐνδεδειγμένος ὑπὸ τοῦ περιεχομένου αὐτῶν.
505Ἑπομένως θέλομεν προβῆ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπο-
506λογισμοῦ, καὶ συνάμα θέλομεν συζητήσει τὰ συνδεόμενα
507μετ’ αὐτοῦ νομοσχέδια.
508§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν γενικὴν συζήτη-
509σιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ
510Κράτους τοῦ 1892.
511Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
512§33ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι βεβαίως ἀνάγκη νὰ λεχθῇ,
513ἢ μᾶλλον νὰ ἐπαναληφθῇ τὸ πολλάκις ἐντεῦθεν λεχθὲν, ὅτι
514ἡ γενικὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ συζήτησις παρέχει εἰς
515τὴν Βουλὴν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπισκοπήσῃ τὰ πράγματα
516τῆς χώρας, καὶ ἐξετάσῃ τὴν πολιτείαν τῶν κυβερνώντων.
517Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ λεχθῇ, ὅτι οὐδέποτε ἴσως ἐν τῷ
518παρελθόντι ἡ γενικὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ συζήτησις
519συνέπεσε πρὸς κατάστασιν πολιτικὴν, κατάστασιν διοικη-
520τικὴν, κατάστασιν ἰδίᾳ οἰκονομικὴν, οἵα ἡ πρὸ τῶν ὀφθαλ-
521μῶν ἡμῶν. Οὐδέποτε ἴσως ἐν τῷ παρελθόντι ἡ ἐπὶ τοῦ
522προϋπολογισμοῦ συζήτησις συνέπεσε πρὸς τοιαύτην κατά-
523στασιν οἰκονομικὴν, ὥστε οἱ πάντες νὰ προσβλέπωσι πρὸς
524τὸ Κοινοβούλιον καὶ παρ’ αὐτοῦ ν’ ἀναμένωσι θεραπείαν,
525ἀφοῦ ἀπηλπίσθησαν ὡς πρὸς ἐκείνους, οἵτινές εἰσι τεταγ-
526μένοι πρὸς φρούρησιν τῶν συμφερόντων τῆς χώρας.
527Οὐδέποτε ἴσως ἐν τῷ παρελθόντι ἡ γενικὴ ἐπὶ τοῦ
528προϋπολογισμοῦ συζήτησις συνέπεσε πρὸς κατάστασιν, ἥτις
529ἐνέβαλε καὶ ἐμβάλλει τοὺς εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολι-
530τεύσεως τεταγμένους εἰς ἐνδοιασμὸν, ἂν ἀνεπιφυλάκτως δύ-
531νανται νὰ συζητήσωσι τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν, ἐκ τοῦ
532φόβου μὴ παραβλάψωσι τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς χώ-
533ρας. Ἐν τῷ ἐνδοιασμῷ τούτῳ διετελοῦμεν, ὅτε συνειργα-
534ζόμεθα μετὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐν τῇ ἐπιτροπῇ
535τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἐφρονοῦμεν δ’ ὅτι ἦτο δυνατὸν ἐν τῷ
536μεσολαβήσοντι χρονικῷ διαστήματι μέχρι τῆς γενικῆς ἐπὶ
537τοῦ προϋπολογισμοῦ συζητήσεως νὰ ληφθῶσιν ὑπὸ τῆς
538Κυβερνήσεως μέτρα γενναῖα, καὶ ἐπέλθῃ θεραπεία τις, ἔστω
539καὶ συμπτωματική. Ἀλλ’ ὅτε ὁ διαῤῥεύσας ἔκτοτε χρόνος
540εἰς ἓν μόνον συνετέλεσε, νὰ ἐπιβεβαιώσῃ τὸ ἀμέριμνον καὶ
541ἀνεπαρκὲς τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν τὰ πράγματα πείθωσι
542πλέον πάντα, ὅτι οὐδὲν δύναταί τις νὰ περιμένῃ παρὰ τῆς
543Κυβερνήσεως, ὅτε τὸ κακὸν προέβη, ὅπου σήμερον ὑπάρ-
544χει, βεβαίως ἐπιβάλλεται πλέον εἰς πάντα τὰ μέλη τοῦ
545Κοινοβουλίου τὸ καθῆκον, νὰ ἐρευνήσωσι τὸ οἰκονομικὸν
546ζήτημα ἄνευ ἐπιφυλάξεως καὶ ἐν πάσαις αὐτοῦ ταῖς λε-
547πτομερείαις.
548Ὅτε πρὸ τριῶν σχεδὸν μηνῶν συνῆλθε τὸ πρῶτον ἡ
549ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ, καὶ ἐπελάβετο τῶν κα-
550θηκόντων αὐτῆς, ἐνόμισα, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς ἐμὲ τὸ καθῆ-
551κον νὰ προέλθω εἰς τὴν ἀπὸ ὑψηλοτέρας καὶ πρακτικω-
552τέρας περιωπῆς ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892,
553καὶ ἀπευθυνόμενος ἰδίᾳ πρὸς τοὺς συναδέλφους, τοὺς ἐκ-
554προσωποῦντας τὸ φρόνημα τῆς Συμπολιτεύσεως, νὰ παρα-
555τηρήσω, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς παραμονὰς οἰκονομικῆς κρί-
556σεως, ὅτι τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα διατελεῖ ἐν ὀξυτάτῳ ση-
557μείῳ, καὶ ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπεβάλλετο τὸ καθῆκον,
558ὅτε προσῆλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ κατέθετο τὸν προϋπο-
559λογισμὸν τοῦ 1892, νὰ ὑποδείξῃ εἰς αὐτὴν τὰ μέτρα, τὰ
560ὁποῖα ἔλαβε, τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα σκέπτεται νὰ λάβῃ
561πρὸς πρόληψιν τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπέσκηψεν ἤδη εἰς τὰ
562δημόσια καὶ εἰς τὰ κατ’ ἰδίαν οἰκονομικά. Ἔλεγον τότε
563εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ,—καὶ ἐπικαλοῦμαι
564πάντων τῶν συναδέλφων τὴν μαρτυρίαν,—ὅτι ἦτο καιρὸς
565ἀκόμη νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τὰ ὑπ’ αὐτῆς μέχρι
566τότε συντελεσθέντα οὐ μόνον ἀνεπαρκῆ ὑπῆρξαν, ἀλλ’ ἀπε-
567δείκνυον, ὅτι δὲν διατελεῖ ἐν συνειδήσει τῆς καταστάσεως,
568ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρισκόμεθα. Παρετήρουν τότε εἰς τοὺς συνα-
569δέλφους ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἡ ὑπερ-
570τίμησις τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος ἤρξατο ἤδη, καὶ φαί-
571νεται ἀνερχομένη εἰς ἀνιοῦσαν κλίμακα, ἂν δὲ ἡ Κυβέρ-
572νησις δὲν λάβῃ μέτρα ἐπαρκῆ, θέλομεν μετ’ ὀλίγον τὴν
573ὑπερτίμησιν ταύτην ἴδει ἀνερχομένην ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε
574νὰ μεταβληθῶμεν εἰς χαρτοβασίλειον. Ἀλλ’ οἱ συνάδελφοι
575τῆς πλειονοψηφίας εἶχον ἄλλην γνώμην· παρετήρουν εἰς
576ἡμᾶς, ὅτι διηρχόμεθα τότε τὸ τελευταῖον στάδιον τῆς
577χρηματικῆς κρίσεως, καὶ ὅτι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν
578ἡ Κυβέρνησις, νὰ πληρώσῃ τὰ τοκομερίδια τῆς δευτέρας
579ἑξαμηνίας ἐκ τῶν ἰδίων ἡμῶν πόρων, χωρὶς νὰ καταφύγῃ
580εἰς δάνειον, μόνον τὸ μέτρον τοῦτο ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν
581πλήρη τῆς πίστεως ἡμῶν ἀνόρθωσιν. Ὅτε δὲ μετὰ τὸ
582πέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς παρεστάθημεν ἐν τῇ
583ἀναγνώσει τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειονοψηφίας, ἧς πάντες ἐλά-
584βετε γνῶσιν, ἐθαυμάσαμεν τὸ εὐοίωνον τοῦ εἰσηγητοῦ καὶ
585τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας, ἅτινα ὑπέγραψαν τὴν
586ἔκθεσιν ταύτην. Ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας, ἥτις, εἰ-
587ρήσθω ἐν παρόδῳ,—ὡς ἐδήλωσεν ὁ εἰσηγητὴς αὐτῆς,—εἶχε
588προηγουμένως ὑποβληθῆ εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ ἁρμοδίου
589Ὑπουργοῦ, θέλετε παρατηρήσει ὅ,τι καὶ πρότερον εἶπον,
590ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐφρόνει, ὅτι διηρχόμεθα τὸ τελευταῖον στά-
591διον τῆς χρηματικῆς κρίσεως, ὅτι τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνή-
592σεως ληφθέντα μέτρα ἦσαν πλέον ἢ ἐπαρκῆ, καὶ ὅτι, ἂν
593ἐκ τῶν ἐπαγγελιῶν τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως οὐδὲν ἄλλο
594ἐπραγματοποιήθη, ἐπραγματοποιήθη ὅμως ἡ ἀφορῶσα εἰς
595τὴν μείζονα ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων ἐπιμέλειαν.
596Πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογι-
597σμοῦ τοῦ 1892, εἶναι ἐπάναγκες, Κύριοι, διὰ βραχέων νὰ
598ἐξετάσωμεν τὴν τῶν οἰκονομικῶν κατάστασιν, καθ’ ἣν
599παρέλαβε τὴν ἀρχὴν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις· διότι ἠκού-
600σθη, καὶ πολλαχόθεν τὸ θρύλημα τοῦτο διαδίδεται, ὅτι,
601ἐὰν σήμερον εὑρισκώμεθα ἐν δυσχερεστάτῃ οἰκονομικῇ κατα-
602στάσει, αὕτη ὀφείλεται εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν,
603ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ὑπῆρξεν ἐξ ἀπογραφῆς κλη-
604ρονόμος τῆς προκατόχου, καὶ ὅτι, ἂν δὲν δύναται νὰ
605βελτιώσῃ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα, τοῦτο ὀφείλε-
606ται εἰς τοῦτο, ὅτι ἐκείνη τὰ ἀφῆκεν εἰς κατάστασιν μὴ
607δεκτικὴν διορθώσεως.
608Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892 εἶναι ὁ δεύτερος τῶν
609προϋπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις
610ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ
6111891, ὅστις ἦτο πιστὸν ἀντίγραφον τῶν προϋπολογισμῶν
612τῶν προκατόχων αὐτῆς, ἡ Κυβέρνησις προέβαλε τὸν ἰσχυ-
613ρισμὸν, ὅτι δὲν ὑπελείφθη εἰς αὐτὴν ὁ ἀπαιτούμενος ὑλικὸς
614χρόνος πρὸς πραγματοποίησιν τῶν ὁποίων ἔδωκεν ἐπαγγε-
615λιῶν ὡς Ἀντιπολίτευσις, καὶ ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
616τοῦ 1892 θέλομεν ἴδει πάσας τὰς ἐπαγγελίας αὐτῆς πραγ-
617ματοποιουμένας. Ἡμεῖς τότε παρετηροῦμεν, ὅτι πολυ-
618χρόνιος ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἐργασία καὶ τρίμηνος κα-
619τοχὴ τῶν Ὑπουργείων ἦτο ἐπαρκὴς, ὅπως ἡ Κυβέρνησις
620γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἑαυτῆς οἰκονομικὸν σύστημα.
621Ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς εὕρισκεν, ὅτι ὁ ἰσχυρι-
622σμὸς τῆς Κυβερνήσεως ἦτο βάσιμος, καὶ ἐνέκρινε πάσας
623αὐτῆς τὰς προτάσεις. Διέῤῥευσεν ἔτος ἔκτοτε, ἐν τῷ δια-
624στήματι δὲ τοῦ ἔτους τούτου πολλὰ ἐξηγγέλλοντο ὑπὸ
625τῶν ὑπουργικῶν ἐφημερίδων ὡς σχέδια, συνδεόμενα πρὸς
626τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, πάντες δὲ ἀνε-
627μένομεν, ὅτε ἐνταῦθα συνήλθομεν, κατὰ τὴν ὑποβολὴν
628τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, ν’ ἀκούσωμεν τὰ σχέδια
629ταῦτα, νὰ μάθωμεν τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων, κατὰ τὴν
630Κυβέρνησιν, ἠδύνατο ἡ βελτίωσις αὕτη τῶν οἰκονομικῶν
631ἡμῶν νὰ πραγματοποιηθῇ. Καὶ εἴχομεν μὲν ἐν τῷ μεσο-
632λαβήσαντι ἔκτοτε χρόνῳ, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς λήξεως
633τῆς πρώτης μέχρι τῆς δευτέρας Βουλευτικῆς συνόδου,
634μεταβολήν τινα Ὑπουργικὴν, ἥτις συνδέεται πρὸς τὴν
635οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, εἴχομεν τουτέστι τὴν
636παραίτησιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις
637ῥητῶς ἐδήλωσε διὰ τῆς ὑπογραφῆς του, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ
638ἑαυτοῦ οἰκονομικὸν σύστημα δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὸν ὑπὸ
639τῶν συναδέλφων αὐτοῦ, ἠναγκάσθη ν’ ἀποχωρήσῃ. Κατὰ
640τὸν πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, τὸ σχέδιον
641αὐτοῦ ἦτο πλῆρες· διὰ τοῦ σχεδίου τούτου, γινομένου ἀπο-
642δεκτοῦ ὑπὸ τῶν συναδέλφων αὐτοῦ, ἐξησφαλίζετο ἡ ἀνόρ-
643θωσις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Δὲν προεβλήθη ὑπ’ αὐτοῦ
644μόνη ἡ μεταβολὴ τοῦ περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ συστή-
645ματος, ὡς ὁ ἴδιος εἰς ἐφημεριδογράφον, ἢ καὶ διὰ τῆς ὑπο-
646γραφῆς του, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐδήλωσεν, ἀλλ’ ὁλόκληρον
647σύστημα. Οἰκονομίαι ἐν ταῖς δαπάναις ἐκ δραχμῶν
6485,000,000, αὔξησις τῶν προσόδων διὰ τῆς μεταῤῥυθμί-
649σεως ἐγγείων τινῶν φόρων, διὰ τῆς βελτιώσεως τοῦ δα-
650σμολογίου, διὰ τῆς τροποποιήσεως τῆς περὶ τῶν μεταλ-
651λείων νομοθεσίας κλπ. Καὶ ὅσῳ βέβαιον εἶναι, ὅτι περὶ
652τοῦ σχεδίου του τούτου οὐδὲν εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τὴν
653Βουλὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, τόσῳ ἐξ ἄλλου
654εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ
655προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 ὁμιλίαν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος
656τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ διαφωνία
657μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουρ-
658γοῦ συνίστατο εἰς μόνον ἓν νομοσχέδιον· κατὰ τῆς τοιαύ-
659της δὲ δηλώσεως τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ ὁ πρώην
660ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς δὲν διεμαρτυρήθη, παρα-
661δεχθεὶς σιωπηρῶς, ὅτι εἰς μόνον ἓν νομοσχέδιον περὶ φο-
662ρολογίας τοῦ καπνοῦ ὑπῆρξεν ἡ διαφωνία, ἐξ ἧς προῆλθεν
663ἡ ἀποχώρησίς του· ἀλλ’ ὅπως δήποτε, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ μετα-
664βολὴ αὕτη εἰς τὸν διαχειριζόμενον τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν,
665πάντες ἀνέγνωμεν ἐν ὑπουργικῇ ἐφημερίδι σχέδια κυοφο-
666ρούμενα μεγάλα, ἀφορῶντα εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκο-
667νομικῶν ἡμῶν.
668Ἀλλ’ ὅτε ἠκούσαμεν εἰσηγούμενον τὰ τοῦ προϋπολο-
669γισμοῦ τοῦ 1892 τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργι-
670κοῦ Συμβουλίου, παρετηρήσαμεν, ὅτι ἓν καὶ μόνον νομο-
671σχέδιον, μίαν καὶ μόνην φορολογικὴν καινοτομίαν εἰσή-
672γαγε κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, ἤτοι τὴν μεταβολὴν τοῦ
673συστήματος περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Κατὰ τὴν συ-
674ζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ Ἀντιπολίτευσις παρε-
675τήρησεν, ὅτι δι’ αὐτοῦ οὐ μόνον δὲν θὰ αὐξήσωσιν αἱ ἐκ
676τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου δημόσιαι πρόσοδοι,
677ἀλλὰ τοὐναντίον θὰ ἐλαττωθῶσιν εἰς τὸ ἥμισυ, ὅτι, ἂν δὲν
678ἦναι ἡ ζημία τοῦ δημοσίου ταμείου μείζων, βεβαίως αὕτη
679θὰ ἀνέλθῃ εἰς 3,000,000, καὶ ὅτι αἱ περιστάσεις αἱ οἰκο-
680νομικαὶ, εἰς τὰς ὁποίας διατελοῦμεν, δὲν ἐπιτρέπουσι
681τὴν τοιαύτην τοῦ συστήματος περὶ φορολογίας τοῦ κα-
682πνοῦ μεταβολήν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι, ἐπειδὴ
683εἶχε τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ συστήμα-
684τος περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ, ἐπειδὴ πρὸς τὸ σύστημα
685τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν, ἠσθάνετο ἰδιάζουσαν στοργὴν
686ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐνό-
687μισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ·
688οὕτω δὲ μετά τινας ἴσως ἡμέρας θὰ ἔχωμεν τὸ νέον σύ-
689στημα τὸ φορολογικὸν τοῦ καπνοῦ λειτουργοῦν, καὶ θέλο-
690μεν ἀφεύκτως εὑρεθῆ πρὸ τῆς ἐλαττώσεως τῆς ἐκ τοῦ
691καπνοῦ προσόδου τοῦ Δημοσίου κατὰ ποσὸν ὑπερβαῖνον
692τὰ 3,000,000. Ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ τῆς προσόδου τῆς ἐκ
693τοῦ καπνοῦ, δέον νὰ παρατηρηθῇ, ὅτι ὡς πρὸς τὸ σύστημα
694τὸ φορολογικόν, τὸ μέχρι πρό τινος καὶ νῦν ἐν ἰσχύϊ δια-
695τελοῦν, τοιαύτην ἡ Κυβέρνησις ἐδείξατο ὀλιγωρίαν, ὥστε
696αἱ ἐκ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ πρόσοδοι τοῦ Δημο-
697σίου ἠλαττώθησαν κατὰ 30%.
698Εἶπον πρότερον, ὅτι δέον νὰ ἐπισκοπήσωμεν διὰ βρα-
699χέων τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, καθ’ ἣν παρέλαβε τὰ
700οἰκονομικὰ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Ἐκ τῆς ἐξετάσεως
701ταύτης θέλομεν συναγάγει, ἐὰν ὄντως ἡ κατάστασις, ἐν
702τῇ ὁποίᾳ διατελοῦμεν, ἦναι κληροδότημα τῆς προκατό-
703χου Κυβερνήσεως, ἢ ἦναι προϊόν τῆς ἀνεπαρκείας τῆς ση-
704μερινῆς Κυβερνήσεως. Εἶπον, ὅτι διὰ βραχέων θέλομεν
705τοῦτο πράξει, διότι ἐν τῇ συζητήσει τῇ γενικῇ τοῦ προϋ-
706πολογισμοῦ τοῦ 1891 διὰ μακρῶν τὸ θέμα τοῦτο ἐπραγ-
707ματεύθην, καὶ κατέθηκα πίνακας ἀποδεικνύοντας, ὅτι
708πάνθ’ ὅσα ἐλέγοντο περὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ δημοσίου χρέους
709ἦσαν ἁπλᾶ θρυλήματα, πάνθ’ ὅσα ἐξετοξεύοντο κατὰ
710τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως περὶ τῆς χρησιμοποιήσεως
711τοῦ προϊόντος τῶν συνομολογηθέντων ὑπ’ αὐτῆς δανείων
712πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν τακτικῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολο-
713γισμοῦ, ἦσαν πάντη ἀδέσποτα.
714Ἡ πρώην Ἀντιπολίτευσις ἀληθῶς, πρὶν ἢ ἀνέλθῃ ἐπὶ
715τὴν ἀρχήν, πολλάκις ἐντεῦθεν ἰσχυρίσθη, ὅτι ἕκαστον τῶν
716προηγουμένων ἐτῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα διεχειρίζετο ἡ προ-
717κάτοχος Κυβέρνησις, κατέλειπεν ἔλλειμμα 20–25 ἑκα-
718τομμυρίων. Συνεπὴς πρὸς ἑαυτὸν ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκο-
719νομικῶν Ὑπουργός, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης,
720ὑπέλαβεν, ὅτι ἦτο ὑποχρεωμένος διὰ πινάκων, κατατιθεμέ-
721νων εἰς τὸ νομοθετικὸν σῶμα, ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι εἶχε δί-
722καιον, ἰσχυριζόμενος ὅσα ἰσχυρίζετο ὡς ἀντιπολιτευόμε-
723νος· κατέθηκε λοιπόν, ὡς γνωστόν, μίαν κατάστασιν, ἥτις
724ἴσως τότε εἶχεν αὐτὸν τὸν σκοπόν, βραδύτερον δ’ ἐχρησί-
725μευσεν ὡς βάσις καὶ ἀφετηρία τοῦ κατηγορητηρίου, περὶ
726ἧς καταστάσεως χθὲς ἐγένετο ἐντεῦθεν λόγος. Κατὰ τὴν
727κατάστασιν ταύτην ἐφαίνοντο ἄνευ διαθέσεώς τινος 56
728ἑκατομμύρια. Καὶ ὁ μὲν πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουρ-
729γὸς ἴσως ἄφινε νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ταῦτα ἐχρησίμευσαν πρὸς
730κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τῶν 4 ἐτῶν, οἱ δὲ ὑπογράψαν-
731τες τὸ κατηγορητήριον ὑπέλαβον, ὅτι ταῦτα ἐχρησίμευ-
732σαν πρὸς σκοπούς, οὐδὲν τὸ κοινὸν ἔχοντας πρὸς τὸ δημό-
733σιον συμφέρον. Καὶ ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει τοῦ προϋπο-
734λογισμοῦ τοῦ 1891, καὶ ἐν τῇ εἰδικῇ συζητήσει, τῇ ἀφο-
735ρώσῃ εἰς τὸ κατηγορητήριον κατὰ τῶν πρώην Ὑπουργῶν,
736διὰ τῶν ὁποίων κατέθηκα πινάκων, ἀπέδειξα, ὅτι ὁ
737πίναξ, ὃν κατέθηκεν ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουρ-
738γός, ἦτο συντεταγμένος οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δημοσίων
739βιβλίων, ἦτο συντεταγμένος οὐχὶ ὡς ἔπρεπε νὰ συντάσ-
740σωνται πίνακες, κατατιθέμενοι ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου,
741καὶ σκοποῦντες νὰ πιστοποιήσωσι τὴν ἀληθῆ καὶ πραγ-
742ματικὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, ἀλλ’ ἦτο
743συντεταγμένος πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἀποδειχθῶσιν οἱ
744προκάτοχοι αὐτοῦ ὡς διαχειρισθέντες 56,000,000 πρὸς
745πλήρωσιν τῶν ἐλλειμμάτων τῆς παρελθούσης τετραετίας.
746Δὲν θ’ ἀναπτύξω τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους κατέθηκα
747τότε, διότι ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως ἀξιότιμοι συνά-
748δελφοι προέβαλον τὴν πρότασιν νὰ τυπωθῶσιν οἱ πίνακες
749οὗτοι, ἂν δὲν ὑπάρχωσιν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Βουλῆς, καὶ
750νὰ διανεμηθῶσιν εἰς ἕκαστον ἐξ ὑμῶν· παρακαλῶ δὲ μό-
751νον νὰ τοὺς μελετήσητε ἐπισταμένως. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι
752νὰ παραλείψω, ὅτι δι’ ἑνὸς τῶν τεσσάρων πινάκων, τοὺς
753ὁποίους τότε κατέθηκα, ἀπέδειξα, ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ κατά-
754στασις εἶχεν ἐλλείψεις ἀκριβῶς 56,000,000, αὐτὴ αὕτη
755ἡ κατάστασις, καθ’ ὅσον ἀπεδεικνύετο ἐκ τῶν φύλλων τῆς
756λεπτομερείας, τὰ ὁποῖα τὴν συνώδευον, ἐξηλέγχετο ἐσφαλ-
757μένη· διότι παραδόξως τὰ συμπεράσματα, ἅτινα διετυ-
758ποῦντο ἐν τέλει τῆς καταστάσεως ταύτης, δὲν εἶχον οὔτε
759λογιστικὸν οὔτε λογικὸν χαρακτῆρα. Διὰ τῶν ἄλλων πι-
760νάκων, τοὺς ὁποίους κατέθηκα, ἀπέδειξα, ποῦ καὶ πῶς
761διετέθη τὸ προϊόν πάντων τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνωμο-
762λογήθησαν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ τέλος
763διὰ τοῦ τελευταίου τῶν πινάκων τούτων ἀπέδειξα, ὅτι
764καὶ τὰ ἐπὶ εἰδικῷ προορισμῷ συνομολογηθέντα ὑπὸ τῆς
765προκατόχου Κυβερνήσεως δάνεια διετέθησαν ἀκριβῶς πρὸς
766ὃν προωρίσθησαν σκοπόν. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη διὰ μόνων
767αὐτῶν τῶν πινάκων νὰ πιστοποιήσω ἐνώπιον ὑμῶν, ὅτι
768δὲν ὑπάρχουσιν ἐλλείμματα 56,000,000 ἐκ τῆς διαχει-
769ρίσεως τῆς τετραετοῦς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως; Δὲν
770ἀρκοῦσιν οἱ εἰς τὴν Βουλὴν προσαχθέντες ὑπὸ τῆς σημε-
771ρινῆς Κυβερνήσεως ἀπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν τούτων; Ἐὰν
772οἱ ἀπολογισμοὶ οὗτοι δὲν συνετάχθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν
773ἐπισήμων βιβλίων, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶναι
774ἐν τῇ κατοχῇ πάντων τῶν στοιχείων, δὲν ἤθελε καταγ-
775γείλει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς ἀνακριβείας τῶν ὑποβλη-
776θέντων ἀπολογισμῶν; Ἐκ τῶν τριῶν μάλιστα ἀπολογι-
777σμῶν τούτων οἱ δύο ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυ-
778βερνήσεως.
779Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1887, οὐδὲν
780προέκυψεν ἔλλειμμα μεταξὺ τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων.
781Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1888, προέκυψεν ἔλλειμμά τι
782ἀσήμαντον. Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889, τὸν ὁποῖον
783ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ὑπέβαλε, βεβαιοῦται ἔλλειμμα
7841,600,000. Ὑπολείπεται ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1890. Δὲν
785ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὸν τακτικὸν ἀπολογισμὸν. Ἔχομεν τὸν
786προσωρινὸν ἀπολογισμόν.
787§34ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ
788σᾶς διακόψω;
789§35ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαρίστως.
790§36ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πόσον ἀπεδείχθη τὸ ἔλλειμμα τοῦ
7911889 διὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον κατέθηκα εἰς τὴν
792Βουλήν; Ἀνεφέρατε ἕνα ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον δὲν ἤκουσα
793καλῶς.
794§37ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 1,614,567 μεταξὺ τακτικῶν ἐσόδων
795καὶ ἐξόδων.
796§38ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι ὁμολογῶ, ὅτι εὑρίσκω ἓν
797ἔλλειμμα ἀνώτερον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἴπετε.
798§39ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἀμφισβητεῖτε, ὡς παρα-
799τηρῶ, τὸ ποσὸν τοῦ ἐλλείμματος, ἀναγκάζομαι νὰ μετα-
800δώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀριθμητικὰ ἐξαγόμενα τοῦ ὑπὸ
801τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν
802ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1889.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
803Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦτον τὰ
804εἰσπραχθέντα τακτικὰ ἔσοδα ἀνέρχον-
805ται εἰς δρ. 83,731,591.09
806αἱ δὲ ἐκ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων
807εἰσπράξεις τῆς αὐτῆς χρήσεως » 99,300,373.—
808ἐν ὅλῳ δρ.183,031,964.09
809τὰ δὲ πληρωθέντα ἔξοδα τῆς αὐτῆς
810χρήσεως τακτικὰ καὶ ἔκτακτα » 168,739,262.39
811ἤτοι πλεόνασμα δρ. 14,292,701.70
812Ἀλλ’ ὅπως ἀνεύρωμεν τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα με-
813ταξὺ εἰσπραχθέντων τακτικῶν ἐσόδων καὶ πληρωθέντων
814τακτικῶν ἐξόδων, ὀφείλομεν νὰ διακρίνωμεν ἐκ τῶν πλη-
815ρωθέντων ὡς ἀνωτέρω ἐξόδων τὰ ἔκτακτα, ἤτοι τὰς δα-
816πάνας ἐκείνας, αἵτινες, καὶ ὡς ἐκ τῆς φύσεώς των καὶ ὡς ἐκ
817τοῦ ἀποδοθέντος εἰς αὐτὰς ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας
818χαρακτῆρος, δὲν ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τῶν τακτικῶν
819ἐσόδων. Ὡς πρὸς τὸν καταλογισμὸν τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων
820πιστεύω, ὅτι δὲν διαφωνῶ μετὰ τῆς σημερινῆς Κυβερνή-
821σεως, καθόσον καὶ αὕτη ἀναγνωρίζει, ὅτι ὁ προϋπολογι-
822σμὸς τῶν τακτικῶν ἐσόδων δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνηται
823διὰ δαπανῶν, αἵτινές εἰσιν ὁμολογουμένως ἔκτακτοι, καὶ
824ὧν τὸ ποσὸν δέον νὰ καταβάλληται ἐξ ἐκτάκτων πόρων.
825Ἐκ τοῦ ἀναγραφέντος ἄρα ἀνωτέρω συνόλου τῶν κατὰ
826τὴν χρῆσιν 1889 ἐξόδων εἰσὶν ὁμολογουμένως ἔκτακτα
827τὰ ἑπόμενα:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
828Ἐξόφλησις προγενεστέρων δανείων δρ. 68,049,298.21
829Κατασκευὴ θωρηκτῶν » 3,136,838.53
830Σιδηρόδρομος Μύλων–Καλαμῶν » 6,838,014.28
831» Μεσολογγίου–Ἀγρινίου» 1,892,675.68
832» Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων» 534,963.73
833Διώρυξ καὶ γέφυρα Κορίνθου » 125,490.96
834Μελέται ὑδάτων Στυμφαλίας » 1,241.73
835Προίκησις βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας» 400,000.—
836Ἔκθεσις Παρισίων » 250,000.—
837Οἰκοδομὴ Ἀρχαιολογικῶν Μου-
838σείων Ἀθηνῶν καὶ Σπάρτης » 693,241.65
839Ἔξοδα κατεδαφίσεως τειχῶν
840φρουρίου Βώλου » 28,057.44
841Συνδρομὴ ὑπὲρ τῶν ἐκ σει-
842σμοῦ παθόντων ἐν Αἰγίῳ » 101,288.52
843Συνδρομὴ ὑπὲρ τῶν ἐκ σει-
844σμοῦ παθόντων ἐν Ἀγρινίῳ » 12,875.33
845Ἀνέγερσις ἀποθήκης πετρελαίου » 34,919.16
846Ἐκκαθάρισις ὑδραγωγείου
847Τσακμάκου » 30,858.74
848Ἐξωραϊσμὸς πρωτευούσης » 337,374.87
849Συνδρομὴ προσφύγων Κρητῶν » 399,999.50
850Δαπάναι ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν » 22,965.69
851Ἀνέγερσις στρατιωτικῶν οἰκο-
852δομῶν κλπ. » 503,000.—
853Ἐὰν λοιπὸν διακριθῶσι καὶ
854καταλογισθῶσιν ὡς ἔκτακτα
855ἔξοδα τὰ ἀναγραφέντα ἐκ » 83,393,104.02
856ἐκπεσθῶσι δὲ ταῦτα ἐκ τοῦ
857ἀνωτέρω σημειωθέντος ἐν συν-
858όλῳ ποσοῦ ἐξόδων » 168,739,262.39
859ἀπομένουσι τακτικὰ ἔξοδα » 85,346,158.37
860Εἰς μεταφορὰν δρ. 85,346,158.37
861Ἐκ μεταφορᾶς δρ. 85,346,158.37
862Ἐὰν δὲ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ
863εἰσπράξεις τῶν τακτικῶν ἐσόδων » 83,731,591.09
864ἔχομεν ἔλλειμμα ἐκ » 1,614,567.28
865Κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἄρα ἀριθμητικὰ ἐξαγόμενα τοῦ
866ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1889, τὸ μεταξὺ τακτικῶν
867ἐσόδων καὶ ἐξόδων προκύψαν ἔλλειμμα τῆς χρήσεως ταύ-
868της ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 1,614,567.
869Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἠδύνατο κατὰ τοὺς κρατοῦντας
870παρ’ ἡμῖν λογιστικοὺς κανόνας νὰ ἐλαττωθῇ ἔτι κατὰ
871δραχμὰς 155,923.73, καθόσον τὸ ποσὸν τοῦτο ἐδαπανήθη
872ἐκ τῆς διὰ τοῦ νόμου ΑΨΙΗʹ τῆς 19 Μαρτίου 1889 χο-
873ρηγηθείσης εἰδικῆς ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δρ. 200,000
874διὰ γενικὰς ἐαρινὰς ἀσκήσεις τοῦ στρατοῦ. Ἡ δι’ ἀσκή-
875σεις τοῦ στρατοῦ πίστωσις εἶναι ὁμολογουμένως ἔκτακτος,
876καθόσον σπανίως ἀναγράφεται ἐν ταῖς ζητουμέναις διὰ τὸ
877Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν πιστώσεσιν. Ἀλλ’ ἵνα μὴ
878προκαλέσω ἀντίῤῥησίν τινα ὡς πρὸς τὸν χαρακτῆρα τῆς
879πιστώσεως ταύτης, προετίμησα νὰ ἀφήσω τὴν δαπάνην
880ταύτην μεταξὺ τῶν τακτικῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως 1889.
881Κατὰ ταῦτα, οἱ τρεῖς ἀπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν 1887,
8821888 καὶ 1889 παρουσιάζουσιν ἔλλειμμα ἀσήμαντον.
883Ὑπολείπεται ὁ ἀπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1890. Ἔχο-
884μεν, ὡς εἶπον ὑμῖν, τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος,
885ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τῆς πείρας, ὀλίγον θέλει διαφέρει τοῦ
886τακτικοῦ ἀπολογισμοῦ. Εἰς τὸ διάστημα τῶν τελευταίων
887ἐτῶν πάντοτε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑπεβάλλετο ἐν ἀρχῇ
888ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς, βραδύτερον δὲ, μετὰ τὴν ἐξέ-
889λεγξιν τῶν στοιχείων, ὁ τακτικὸς ἀπολογισμός. Ἡ δια-
890φορὰ μεταξὺ τακτικοῦ καὶ προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ
891συνίστατο εἰς δεκάδας τινὰς χιλιάδων.
892Προκειμένου περὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ
8931890, εἶναι ἀνάγκη νὰ παρατηρηθῇ, ὅτι ἡ προκάτοχος
894Κυβέρνησις διεχειρίσθη τοῦτον μόνον κατὰ τοὺς 8 πρώ-
895τους μῆνας, κατὰ τοὺς ὑπολοίπους δὲ 4 διεχειρίσθη
896αὐτὸν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις· δὲν δύναται ἑπομένως νὰ
897ὑπέχῃ ἐπὶ τῇ ἐκτελέσει τοῦ ἀπολογισμοῦ τούτου εὐθύνην
898ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, ἐπειδὴ ἐν
899τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1890, τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τῆς ση-
900μερινῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχουσι προφανῶς ἀνακρίβειαι,
901εἶναι ἀνάγκη περὶ τούτου εἰδικωτέραν νὰ ποιήσωμαι
902μνείαν.
903Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1890, τὸν
904ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα, αἱ μὲν ἐκ τακτικῶν
905ἐσόδων εἰσπράξεις ἀνέρχονται εἰς 79,824,101, αἱ δὲ δα-
906πάναι αἱ τακτικαὶ εἰς 97,384,520, ἤτοι προκύπτει κατὰ
907τὴν πρόχειρον ἐξέτασιν τοῦ ἀπολογισμοῦ τούτου ἔλλειμμα
90817,560,419. Ἀλλ’ ὡς πρὸς μὲν τὰ ἔσοδα ὑπάρχουσιν
909ἀνακρίβειαί τινες, ἡ παράλειψις τῶν ὁποίων εἶναι ἀνάγκη
910νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει πρὸς ἐκτίμησιν τῶν ἀποτελεσμάτων
911τοῦ ἀπολογισμοῦ τούτου. Ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1890
912δὲν ἀναγράφεται ἡ πρόσοδος ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευ-
913μάτων τοῦ δήμου Ἀθηναίων καί τινων ἄλλων δήμων τῆς
914χρήσεως 1890, ἕνεκεν ὀλιγωρίας τῆς ἁρμοδίας ὑπηρε-
915σίας. Ἐκ τῆς προσόδου ταύτης, ἐὰν ἐγκαίρως ἐβεβαιοῦτο
916καὶ εἰσεπράττετο, βεβαίως ἤθελε προστεθῇ πρόσοδος ἐκ
917δραχμῶν 800,000. Εἰς τὴν ἀναγραφομένην πρόσοδον ἐξ
918ἀντιτίμου τοῦ ἅλατος παρεισέφρυσε βεβαίως λογιστικόν τι
919λάθος· διότι ἀναγράφεται ἐν τῇ προσόδῳ, τῇ ἀφορώσῃ εἰς
920τὸ ἅλας, ἔλλειμμα ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν τοῦ 1889, ἐνῷ
921γνωστὸν εἶναι ἐκ τῶν καταστάσεων τῶν ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ
922Ὑπουργοῦ δημοσιευθεισῶν, ὅτι τοὐναντίον προέκυψε πλεό-
923νασμα κατὰ ποσὸν ἀνώτερον τῶν δραχμῶν 89,000.
924Ἀληθῶς ὡς πρός τινας ἄλλας προσόδους ὁ ἀπολογι-
925σμὸς τοῦ 1890 ἔπρεπε νὰ παρουσιάσῃ ἐν συγκρίσει πρὸς
926τὴν τοῦ 1889 χρῆσιν ἔλλειμμά τι, ὡς ἐκ τῶν γενομένων
927ἐν τῇ φορολογικῇ ἡμῶν νομοθεσίᾳ κατὰ τὸ 1890 μετα-
928βολῶν. Ὡς γνωστόν, κατὰ τὸ 1890 κατηργήθησαν πρῶ-
929τον τὰ δύο δεκατημόρια τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων
930κτηνῶν, μετεβλήθησαν δὲ καὶ αἱ ἑπτὰ κατώτεραι φορο-
931λογικαὶ κλάσεις. Ἐκ τούτου ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ καθυστέ-
932ρησις 500,000. Ἐκ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου ἐπίσης, ὡς ἐκ
933τῆς καταργήσεως τῶν δύο δεκατημορίων, ἔπρεπε νὰ ἀνα-
934μένωμεν ἐλάττωσιν κατὰ δραχμὰς 294,572. Ἐκ τοῦ ἐγ-
935γείου φόρου τοῦ καπνοῦ, ὁ ὁποῖος, ὡς γνωστόν, κατηργήθη
936πρὸς διευκόλυνσιν τῆς εἰς τὴν Αἴγυπτον καταναλώσεως τοῦ
937ἡμετέρου καπνοῦ, ἔπρεπε ν’ ἀναμένωμεν ἐλάττωσιν κατὰ
938δραχμὰς 184,801. Καὶ ἐκ τοῦ φόρου τῶν σύκων ἐπίσης,
939ἐπειδὴ κατηργήθη ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος εἰς τὰ σῦκα,
940τὰ ἐν τῷ Κράτει καταναλισκόμενα, ἔπρεπε ν’ ἀναμένωμεν
941ἐλάττωσιν κατὰ δραχμὰς 92,785, ἤτοι τὸ ὅλον 1,072,158.
942Τοσαύτην μόνον ἐλάττωσιν ἐσόδων ἀνεμένομεν ἐν τῇ ἐκτε-
943λέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890 καὶ μόνην τὴν ἐλάτ-
944τωσιν ταύτην ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ἐν τῇ ἐκτιμή-
945σει τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1890.
946Ἀλλὰ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1890
947αἱ εἰσπράξεις εἶναι κατώτεραι τῶν τοῦ 1889 κατὰ δραχ-
948μὰς 3,907,489. Ποῦ ὀφείλεται ἡ τοιαύτη καθυστέρησις
949μεταξὺ τῶν δύο χρήσεων; Βεβαίως εἰς τὴν χαλάρωσιν
950τῶν εἰσπράξεων, τὴν ἐκ τῆς κυβερνητικῆς μεταβολῆς
951προελθοῦσαν. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διεχειρίσθη τὰ
952ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1890 μόνον κατὰ τοὺς 8 πρώτους
953μῆνας, ἡ δὲ σημερινὴ κατὰ τοὺς ὑπολοίπους 14, κατὰ
954τοὺς ὁποίους κυρίως ἐνεργεῖται καὶ ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ
955εἴσπραξις τῶν φόρων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρὸ πάντων πα-
956ρουσιάζουσι δυσκολίας ἐν τῇ βεβαιώσει καὶ τῇ εἰσπράξει,
957Κατὰ τὸ 1889, ἐπὶ μείζονος ποσοῦ εἰσπρακτέων, ὑπελεί-
958φθησαν κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως καθυστεροῦντα ἐκ
959δραχμῶν 8,801,071, ἀναλογοῦντα πρὸς 9,50%. Κατὰ
960τὸ 1890, ἐπὶ εἰσπρακτέων ποσῶν κατωτέρων, ὑπελείφθησαν
961πλείονα καθυστεροῦντα, ἤτοι ἐκ δραχμῶν 9,563,393, ἀνα-
962λογοῦντα πρὸς 10,70%, ἤτοι ἡ καθυστέρησις ἀνῆλθεν εἰς
9631,20% ἐπὶ πλέον. Οὐδεμία κατ’ ἀκολουθίαν ὑφίσταται
964ἀμφιβολία, ὅτι ἡ τοιαύτη καθυστέρησις ὀφείλεται εἰς τὴν
965κυβερνητικὴν ἐνέργειαν. Ἐὰν δ’ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῆς καθυ-
966στερήσεως ταύτης τῶν δραχμῶν 3,907,489 τὸ ποσὸν,
967κατὰ τὸ ὁποῖον ἐδικαιολογεῖτο ἡ μείωσις τῶν εἰσπράξεων,
968ὡς ἐκ τῶν γενομένων καταργήσεων καὶ φορολογικῶν μετα-
969βολῶν, ἔχομεν ἀναμφισβήτητον ἔλλειμμα, μὴ δικαιολο-
970γούμενον, ἐκ δραχμῶν 2,835,331.
971Ἔχομεν ὅμως παρατηρήσεις καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, τὰ
972ἀναφερόμενα ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1890 ὡς τακτικὰ,
973διότι ἀνεγράφησαν μεταξὺ αὐτῶν τινα, ἅτινα ἐξ ὑπαρχῆς
974ἐχαρακτηρίσθησαν καὶ ἐκ τῆς φύσεώς των εἰσὶν ἔκτακτα,
975καὶ ἔπρεπεν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν
976νὰ περιληφθῶσι. Τοιαῦται εἶναι αἱ ἑπόμεναι, τῶν ποσῶν
977λαμβανομένων ἐκ τοῦ αὐτοῦ ἀπολογισμοῦ.
978Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
979Κεφ. 13. Περίθαλψις προσφύγων Κρητῶν 1,350,000.—
980Κεφ. 14–3. Ἐπισκευὴ φυλακῶν Ἰθάκης 25,000.—
981 Εἰς μεταφορὰν δρ. 1,375,000.—
982 Ἐκ μεταφορᾶς δρ. 1,375,000.—
983Κεφ. 27. Ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον 30,000.—
984Κεφ. 32. Περίθαλψις οἰκογενείας λοχίου
985 Γεωργακοπούλου 2,000.—
986Κεφ. 33. Ἀνέγερσις οἰκοδομῆς Διαδόχου δραχ. 150,000.—
987Κεφ. 34. Ἐπισκευὴ Βυζαντινοῦ ναοῦ Δαφνίου δραχ. 10,000.—
988 Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν.
989Κεφ. 6. Ἀγορὰ οἰκίας Αἰκατερίνης Ἀζάπη δραχ. 28,000.—
990 Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν.
991Κεφ. 26. Στρατιωτικὰ κτίρια καὶ ἔργα 180,110.—
992 Ἡ διὰ τὰ στρατιωτικὰ κτίρια δαπάνη
993 ἀνεγνωρίσθη πάντοτε ὑπὸ τῆς νομοθετι-
994 κῆς ἐξουσίας ὡς ἔκτακτος, ὡς μὴ ἐπαρ-
995 κούντων πρὸς τοῦτο τῶν τακτικῶν πόρων
996 τοῦ προϋπολογισμοῦ.
997Κεφ. 27—1. Προσωπικὸν ἀλλοδαπῶν ἀξιω-
998 ματικῶν γεωδαιτικῆς ἐπιτροπῆς δραχ. 63,025.23
999Κεφ. 27—2. Ὑλικὸν ὑπηρεσίας αὐτῶν 16,037.50
1000Κεφ. 27—3. Προσωπικὸν ἀξιωματικῶν καὶ
1001 ὁπλιτῶν γεωδαιτικῆς ἐπιτροπῆς δραχ. 62,050.—
1002Κεφ. 27—4. Ὑλικὸν ὑπηρεσίας αὐτῶν 15,571.88
1003Κεφ. 27—5. Γενικὰ ἔξοδα τῆς αὐτῆς ἐπιτροπῆς δραχ. 33,315.39
1004 Αἱ διὰ τὴν γεωδαιτικὴν ἐπιτροπὴν
1005 δαπάναι ἀνεγνωρίσθησαν νομοθετικῶς ὡς
1006 ἔκτακτοι, καθ’ ὅσον ἡ κατάρτισις κτηματο-
1007 λογίου δὲν δύναται νὰ καταλεχθῇ μεταξὺ
1008 τῶν τακτικῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
1009 Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν.
1010Κεφ. Θʹ —1.Ἔξοδα μώλου Ναυστάθμου 20,000.—
1011Κεφ. Θʹ —2.Ἔξοδα τοποθετήσεως μονίμου ἱστοθέτου δραχ. 72,000.—
1012Κεφ. Θʹ —3.Ἔξοδα ἀνεγέρσεως στρατῶ-
1013 νος τῆς ἀπὸ σταθμοῦ ἀμύνης δραχ. 50,000.—
1014Κεφ. Θʹ —4.Ἔξοδα ἀνεγέρσεως ἀποθηκῶν κλπ. 50,000.—
1015Κεφ. Θʹ —5.Ἔξοδα κατασκευῆς δεξαμενῆς καλωδίων δραχ. 60,000.—
1016Κεφ. Θʹ —6.Ἔξοδα κατασκευῆς ἐσχάρας τορπιλλοβόλων σκαφῶν δραχ. 40,000.—
1017Κεφ. Θʹ —7.Ἔξοδα ἐπισκευῆς μηχανοστασίου κλπ. 44,000.—
1018Κεφ. Θʹ —8.Ἔξοδα προμηθείας ἀντλιῶν κλπ. δραχ. 50,000.—
1019Κεφ. Θʹ —9.Ἔξοδα οἰκοδομῆς προγυμναστηρίου Πόρου δραχ. 50,000.—
1020Κεφ. ΙΑʹ Ἔξοδα ἐπισκευῆς «Ἀμφιτρίτης» καὶ «Μιαούλη» 100,000.—
1021 Πᾶσαι αἱ ἀνωτέρω δαπάναι τοῦ Ὑπουρ-
1022 γείου τῶν Ναυτικῶν ἐγένοντο δυνάμει ἐκ-
1023 τάκτων πιστώσεων, αἵτινες ἐχορηγήθησαν
1024 δι’ εἰδικῶν νόμων, ἀνεγνωρίσθησαν δὲ ἐξ
1025 ὑπαρχῆς ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ὡς
1026 Εἰς μεταφορὰν δρ. 2,501,110.—
1027 Ἐκ μεταφορᾶς δρ. 2,501,110.—
1028 ἔκτακτοι καὶ ὡς μὴ καταλογίσιμοι μεταξὺ
1029 τῶν τακτικῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
1030 Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν.
1031Κεφ. 32. Ἔξοδα ἀνεγέρσεως Πολιτικοῦ
1032 Πρακτορείου ἐν Σόφιᾳ 60,000.—
1033 Δημόσιον χρέος.
1034 Ὡς πρὸς τὰς πιστώσεις, τὰς ἀφορώσας
1035 εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ὁ
1036 προκάτοχος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν,
1037 ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, ἐπή-
1038 νεγκε καινοτομίαν τινὰ παράλογον. Ὡς ἐκ
1039 τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν τὸ πρῶτον συνωμολο-
1040 γήθησαν τὰ δάνεια τῶν 170 καὶ 135
1041 ἑκατομμυρίων, εἶχεν ἐπικρατήσει ἀρχῆθεν
1042 ἡ λογιστικὴ τάξις νὰ καταλογίζηται ἡ τῆς
1043 δευτέρας ἑξαμηνίας δόσις τοκοχρεωλύτρων
1044 εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ ἀμέσως ἑπομένου ἔτους.
1045 Οὕτως ἑκάστη χρῆσις ἐπεβαρύνετο διὰ τοῦ
1046 ποσοῦ, ὅπερ ἀπητεῖτο διὰ τὰ τοκοχρεώ-
1047 λυτρα δύο ἑξαμηνιῶν· ἀλλ’ ὁ προκάτοχος
1048 Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέλαβεν, ὅτι
1049 ἦτο εἰς αὐτὸν ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπιβα-
1050 ρύνῃ τὴν χρῆσιν 1890 διὰ τῶν τοκοχρεω-
1051 λύτρων τριῶν ἑξαμηνιῶν. Ἐπὶ τῇ χρήσει
1052 τοῦ 1890 ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ὑπέλαβε
1053 τὴν προκάτοχον αὐτῆς ὡς ὑπέχουσαν εὐθύ-
1054 νας, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἔθηκεν αὐτὴν ὑπὸ
1055 δυσμένειαν. Ἄνευ λοιπὸν ἀποχρῶντος λό-
1056 γου προεκλήθη δυνάμει νόμου πίστωσις ἐκ
1057 δραχμῶν 5,575,686 διὰ τοκοχρεώλυτρα
1058 τῶν δύο εἰρημένων δανείων εἰς βάρος τῆς
1059 χρήσεως 1890, ἥτις ἦτο ἤδη διὰ τοῦ προϋ-
1060 πολογισμοῦ βεβαρυμένη μὲ τὰ αὐτὰ τοκο-
1061 χρεώλυτρα δύο ἑξαμηνιῶν. Προεκλήθη
1062 συνάμα, δυνάμει ἑτέρου νόμου, ἑτέρα πί-
1063 στωσις ἐκ δραχμῶν 1,000,000 λόγῳ ὑπερ-
1064 τιμήσεως ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, ἥτις
1065 δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἀναγκαία ἐν τῇ δια-
1066 χειρίσει τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὡς
1067 ἐπαρκούσης τῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
1068 ἀρχικῶς ἀναγραφείσης. Ὡς ἐκ τοῦ παρα-
1069 λόγου μέτρου τούτου ἐπεβαρύνθη ὁ προϋ-
1070 πολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου
1071 τῶν Οἰκονομικῶν μὲ τὸ ποσὸν δραχμῶν6,575,686
1072 Πλὴν τῶν ἀνωτέρω, ἡ χρῆσις τοῦ 1890
1073 ἐπεβαρύνθη μὲ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ δια-
1074 γεγραμμένων χρήσεων κατὰ ποσότητα μὴ
1075 συνήθη ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν ἐξόδων.
1076 Ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι οὐδεμία τοι-
1077 αύτη πίστωσις ἀναγράφεται ἐν τοῖς προ-
1078 ϋπολογισμοῖς τῶν ἐτῶν 1891 καὶ 1892.
1079 Τοιαύτη δαπάνη εἰς βάρος τῆς χρήσεως
1080 1890 κατελογίσθη ἐπὶ τῶν ἑπομένων
1081 Ὑπουργείων:
1082 Ὑπουργ. Δικαιοσύνης δρ. 12,947.77
1083 » Ἐσωτερικῶν » 192,552.95
1084 » Ἐκκλησιαστικῶν » 57,111.12
1085 » Στρατιωτικῶν » 246,175.89
1086 508,787.73
1087 Εἰς μεταφορὰν δρ. 9,136,796.—
1088 Ἐκ μεταφορᾶς δρ.508,787.73
1089 Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν » 92,673.55
1090 » Οἰκονομικῶν » 628,913.03
1091 πληρωτέα ὑπόλοιπα χρήσεως 1888 » 961,212.69
1092 2,191,587
1093 ἤτοι ἡ χρῆσις 1890 ἐπεβαρύνθη ἀτόπως
1094 μὲ ποσὸν δραχμῶν11,328,383
1095 Ἐκ τῶν ὁποίων παρέθηκα ἀνωτέρω
1096 ἀριθμῶν, προκύπτει τὸ ἑπόμενον συμπέρασμα:
1097 Εἰς τὰς εἰσπράξεις τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν79,824,101
1098 δέον νὰ προστεθῶσι κατὰ τὰ ἀνωτέρω δρ. 3,724,331
1099 ἤτοι αἱ εἰσπράξεις 1890 ἔδει νὰ ὦσιν ἐκ δρ. 83,548,432
1100 Ἐκ δὲ τῶν ἀναγραφομένων εἰς τὸν προ-
1101 σωρινὸν ἀπολογισμὸν τῆς αὐτῆς χρή-
1102 σεως ἐξόδων ἐκ δραχμῶν97,384,520
1103 δέον ν’ ἀφαιρεθῶσι τὰ ἀνωτέρω ἔκτακτα
1104 ἔξοδα ἐκ δραχμῶν11,328,383
1105 Ὥστε τὰ τακτικὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως
1106 1890 ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς86,056,137
1107 Ἄρα τὸ ἀληθὲς ἔλλειμμα τῆς χρήσεως 1890
1108 ἐπὶ πληρωθέντων τακτικῶν ἐξόδων δρ. 86,056,137
1109 καὶ ἐπὶ εἰσπράξεων δραχ. 83,548,432
1110 ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς2,507,705
1111§40ΔΑΓΡΕΣ. Διατὶ τὰ ἀφαιρεῖτε αὐτά;
1112§41ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι τὰ 5,000,000 ἔπρεπε, κατὰ
1113τὰ παραδεδεγμένα, κατὰ τὴν κρατοῦσαν λογιστικὴν τά-
1114ξιν, νὰ ἐπιβαρύνωσι τὴν χρῆσιν τοῦ 1891 καὶ οὐχὶ τὴν
1115τοῦ 1890, ἐδῶ δὲ συζητοῦμεν περὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς
1116χρήσεως τοῦ 1890, ὁ ὁποῖος ἐβαρύνθη δι’ αὐτῆς τῆς δα-
1117πάνης ἀτόπως, παραλόγως.
1118Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ
11191890, προκειμένου νὰ κρίνητε τὴν κατάστασιν τὴν οἰ-
1120κονομικὴν, καθ’ ἣν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις παρέλαβε, δέον
1121νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει τὴν κατάστασιν τῶν εἰσπράξεων καὶ
1122δαπανῶν τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1890, διότι μέχρις αὐτῆς
1123τῆς ἡμέρας ἀφικνεῖται ἡ διαχείρισις τῆς προκατόχου Κυ-
1124βερνήσεως. Ὅταν λοιπὸν ἔχητε ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἡ
1125χρῆσις τοῦ 1887 ἀνέδειξε μικρὸν περίσσευμα, αἱ χρήσεις
1126τῶν ἐτῶν 1888 καὶ 1889 ἐλάχιστα ἐπίσης κατέλιπον
1127ἐλλείμματα, ἡ δὲ χρῆσις τοῦ 1890 μέχρι 30 Σεπτεμβρίου
1128οὐδὲν ἐπεδείκνυεν ἔλλειμμα, δὲν δύνασθε νὰ μὴ ὁμολογή-
1129σητε, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις παρέδωκεν εἰς τὴν
1130σημερινὴν τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν ἐπαρκῶς ἠνωρθω-
1131μένην καὶ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας λίαν
1132εὐάρεστον.
1133Πλὴν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἀπολογισμῶν, ἡ εὐά-
1134ρεστος κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ἐπὶ τῆς προ-
1135κατόχου Κυβερνήσεως ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῶν γεγονό-
1136των ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πανταχοῦ ὑπολαμβάνονται ὡς τὰ
1137καταλληλότερα σφυγμόμετρα πρὸς ἐκτίμησιν τῆς πίστεως
1138παντὸς Κράτους. Ὀλίγους μῆνας πρὶν ἢ ἡ προκάτοχος
1139Κυβέρνησις παραδώσῃ τὴν ἐξουσίαν, ἐπραγματοποίησε δά-
1140νειον 40,000,000 ἐπὶ τόκῳ 5% πρὸς 89%, ἤτοι ἐπὶ
1141τόκῳ 5½% ἐπὶ τοῦ πράγματι εἰσαχθέντος εἰς τὸ
1142δημόσιον ταμεῖον χρήματος. Ὀλίγους δὲ μῆνας πρότερον
1143εἶχε πραγματοποιήσει τὸ δάνειον τῶν 5,000,000 λιρῶν
1144ἐπὶ τόκῳ μόνον 5%. Πάντα τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια, ὧν ὁ
1145τόκος εἶχε καταβιβασθῆ εἰς 5%, ἦσαν περιζήτητα. Τίς ἐξ
1146ὑμῶν, τῶν ὁπωσδήποτε μελετώντων τὰ παρ’ ἡμῖν χρημα-
1147τιστικά, δὲν γινώσκει, ὅτι πάντες οἱ ἔχοντες κεφάλαια
1148διαθέσιμα ἐπεζήτουν τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 26
1149ἑκατομμ., ὧν, ὡς ἐκ τῆς μεγάλης ζητήσεως, ἡ τιμὴ εἶχεν
1150ὑπερβῆ τὸ ἄρτιον; Τὸν τόκον τῶν ἐντόκων γραμματίων
1151εἶχε καταβιβάσει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἰς 4%,
1152ἐπὶ τοιούτῳ δὲ τόκῳ ἐπεζητοῦντο ταῦτα, καὶ ὅμως ἡ Κυ-
1153βέρνησις ἐκείνη εὕρισκεν, ὅτι οὐδ’ ἐπὶ τόκῳ 4% συνέφε-
1154ρεν εἰς τὸ Δημόσιον νὰ δέχηται καταβολὰς ἢ τοποθετή-
1155σεις ἰδιωτικῶν κεφαλαίων.
1156Θέλετε ἄλλο γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐπίσης καταλέγεται
1157μεταξὺ τῶν σφυγμομέτρων πρὸς ἐκτίμησιν τῆς δημοσίας
1158πίστεως; Ἐξετάσατε, ὁποία ἦτο ἡ τιμὴ τοῦ ἐξωτερικοῦ
1159συναλλάγματος, καθ’ ὃν χρόνον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις
1160παρέδωκε τὴν ἐξουσίαν. Ἐπὶ 2 ἔτη ἐκυμαίνετο ἡ τιμὴ
1161μεταλλικοῦ φράγκου μεταξὺ 120 καὶ 122 λεπτῶν, ἤτοι
1162ὑπερετιμᾶτο τὸ μεταλλικὸν νόμισμα κατὰ 20–22%.
1163Εἶχε σχεδὸν ἀποκτήσει σταθερὰν τιμήν, πάντες δὲ γινώ-
1164σκομεν, ὅτι, ὅταν, ὑπαρχούσης ἀναγκαστικῆς κυκλοφο-
1165ρίας, κατορθωθῇ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλ-
1166λάγματος, τοῦ χρυσοῦ, νὰ ἔχῃ μίαν σταθερὰν τιμὴν, αἱ
1167ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ζημίαι ἀποβαίνουσιν
1168ἀνεπαίσθητοι, διότι πᾶσαι αἱ συναλλαγαὶ διεξάγονται ἐπὶ
1169ἐδάφους σταθεροῦ, καὶ οὐ μόνον ὁ ἐμπορευόμενος δύναται
1170νὰ ὑπολογίζῃ ἀσφαλῶς ἐπὶ πάσης ἐμπορικῆς ἐπιχειρή-
1171σεως, ἀλλὰ καὶ ὁ δανείζων καὶ ὁ δανειζόμενος δύνανται
1172ἀσφαλῶς νὰ προέρχωνται εἰς συμβάσεις, καὶ ὁ διατελῶν
1173ἐν συναλλαγαῖς μετὰ τῆς ἀλλοδαπῆς δύναται ὡσαύτως
1174ἐκ τῶν προτέρων νὰ ὑπολογίζῃ ἐπὶ πάσης πράξεώς του.
1175Τοὐναντίον δὲ, ὅταν ἡ τιμὴ τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγμα-
1176τος ὑφίσταται μεγάλας διακυμάνσεις, καὶ τοῦ ἐμπορίου
1177καὶ τῶν συναλλαγῶν ἡ λειτουργία ἀποβαίνει προβλημα-
1178τική, πολυειδῶς δὲ πάσχει καὶ βλάπτεται ἡ κοινωνία.
1179Ἕτερον γεγονὸς, δυνάμενον νὰ πείσῃ καὶ τὸν μᾶλλον
1180δύσπιστον, ὁποία ἦτο ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἡμῶν
1181πίστεως, ὅτε ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἡ παροῦσα Κυβέρνη-
1182σις, εἶναι αἱ τιμαὶ, καθ’ ἃς τὰ χρεώγραφα ἡμῶν ἐκυκλοφό-
1183ρουν ἐν ταῖς εὐρωπαϊκαῖς ἀγοραῖς. Τὸ δάνειον τῶν 5%,
1184κατὰ τὸ 1890, καθ’ ὃν χρόνον παρέδιδε τὴν ἐξουσίαν ἡ
1185προκάτοχος Κυβέρνησις, εἶχε 92%· τὸ δάνειον τῶν 4%,
1186τὸ ἐπιλεγόμενον τοῦ μονοπωλίου, εἶχε 76%, τὸ πάγιον
1187δάνειον, ἡ λεγομένη rente, εἶχε 74%. Βραδύτερον θέλω
1188ἐξετάσει, ὁποία εἶναι ἡ τιμή, εἰς ἣν σήμερον κυκλοφο-
1189ροῦσι τὰ χρεώγραφα ἡμῶν, διότι τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὸ
1190συμπέρασμα τῆς ἐμῆς ἀγορεύσεως.
1191Πλὴν τῶν χρεωγράφων ἡμῶν, πᾶσαι σχεδὸν αἱ ἑλ-
1192ληνικαὶ ἀξίαι ἑταιριῶν κλπ. ἐκυκλοφόρουν ἐπὶ τιμαῖς ἀρί-
1193σταις, ὁ ἐν ταῖς ἰδιωτικαῖς συναλλαγαῖς κρατῶν τόκος
1194εἶχεν ἐλαττωθῆ, διότι γενικὴ ἐπεκράτει ἡ πεποίθησις, ὅτι
1195ἡ εὐρωστία τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν ἀπετέλει ἀσφαλῆ
1196παράγοντα ἐν τῷ οἰκονομικῷ μέλλοντι τῆς χώρας.
1197Ὅ,τι εἶπον μέχρι τοῦδε ἐνδεικνύει, ὅτι πανταχοῦ ἀλ-
1198λαχοῦ δύναταί τις ν’ ἀποδώσῃ τὰ αἴτια τῆς σημερινῆς
1199καταστάσεως ἢ εἰς τὴν προκάτοχο Κυβέρνησιν. Ὅ,τι ἔλε-
1200γον μέχρι τοῦδε εἶχεν ἕνα σκοπὸν, νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι, καθ’
1201ὃν χρόνον παρέλαβεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις τὴν ἐξου-
1202σίαν, ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις ἦτο ἐπαρκῶς ἠνωρθωμένη,
1203τὰ χρεώγραφα ἡμῶν ἁπανταχοῦ τῆς Εὐρώπης εἶχον ἀνέλ-
1204θει εἰς τιμὰς, ὧν ἕνεκεν τὸ Κράτος ἡμῶν κατετάσσετο
1205ἀμέσως μετὰ τὰ πρῶτα εὐρωπαϊκὰ Κράτη ὡς πρὸς τὴν
1206δημοσίαν πίστιν. Ὅτε παρελάμβανε τὴν ἐξουσίαν παρὰ
1207τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἡ σημερινή, εὕρισκε τὸ ποσὸν
1208τῶν διὰ λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως κυκλοφορούντων
1209ἀναγκαστικῶς γραμματίων ἐπαρκῶς ἠλαττωμένον....
1210§42ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι τίνος ποσοῦ;
1211§43ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1890,
1212μέχρι τοῦ ὁποίου διεχειρίζετο τὰ κοινὰ ἡ προκάτοχος Κυ-
1213βέρνησις, τὸ ποσὸν τῶν διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους
1214ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων γραμματίων ἀνήρχετο εἰς
121559,743,975.
1216§44ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ 1887 ἠμπορεῖτε νὰ εἰπῆτε πόσον ἦτο;
1217§45ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἴχετε ὑπομονὴν, θὰ ἠκούετε
1218βραδύτερον τὴν σύγκρισιν μεταξὺ τοῦ 1887 καὶ 1890·
1219ἀλλὰ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ σᾶς εἴπω καὶ νῦν, ὁποία συγ-
1220κεκριμένως ἦτο ἡ ποσότης τῶν ἐν ἀναγκαστικῇ κυκλοφο-
1221ρίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων.
1222Κατὰ τὰ 1886 τὸν μῆνα Δεκέμβριον ἐκυκλοφόρουν
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1223 γραμμάτια ἀξίαςδρ.52,465,847
1224Κατὰ Δεκέμβριον 1887» » » 55,798,449
1225» » 1888» » » 46,401,477
1226» » 1889» » » 55,107,327
1227» » 1890» » » 55,945,595
1228» » 1891» » » 68,633,850
1229§46ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν κατάστασιν
1230τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καθ’ ἣν κατὰ Ὀκτώ-
1231βριον τοῦ 1890 διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου ἐκυκλο-
1232φόρουν γραμμάτια 60,000,000.
1233§47ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον, μάλιστα....
1234§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς). (πρὸς τὸν κ.
1235Παπαγιαννακόπουλον). Νομίζω, ὅτι ἡ ἐρώτησις, τὴν
1236ὁποίαν προεβάλετε, δὲν ἔχετε ἔννοιαν τοιαύτην, ὁποίαν
1237ζητεῖτε νὰ ἐξαγάγητε. Νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν ν’ ἀφή-
1238σητε τὸν ἀγορεύοντα νὰ ἀγορεύσῃ. Ὁ ἀγορεύων ἔλαβε
1239τὸν μῆνα Δεκέμβριον ὡς σημεῖον παραβολῆς, διότι κατὰ
1240τὸν μῆνα Δεκέμβριον ἐπληρώνοντο καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν
1241τὰ τοκομερίδια· ἀλλὰ, διὰ νὰ πληρώνωνται τὰ τοκομερί-
1242δια κατὰ Δεκέμβριον, ἐδανείζοντο κατὰ τὸν Νοέμβριον
1243εἰς χρυσὸν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπλήρονον. Ἀφοῦ
1244δ’ ἐπλήρονον διὰ τῶν δανείων τὰ τοκομερίδια, ἀνελάμβα-
1245νον παρὰ τῶν Τραπεζῶν τὰ παρ’ αὐταῖς συγκεντρούμενα
1246χρήματα τῶν ὑπεγγύων εἰσπράξεων. Ἀφοῦ δὲ ταῦτα εἶναι
1247εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀπέδιδον ταῦτα κατὰ Νοέμ-
1248βριον εἰς τὸν λογαριασμὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.
1249Οὕτω κατὰ Δεκέμβριον τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ
1250εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια χρέος τοῦ Δημοσίου ἦτο πάντοτε
1251ἠλαττωμένον. Ἄφετε λοιπὸν τὸν ἄνθρωπον νὰ ἀγορεύῃ.
1252§49ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα προβαλλομένην τὴν παρα-
1253τήρησιν, ὅτι ὁ μὴν Δεκέμβριος δὲν ἔπρεπε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς
1254μέσον παραβολῆς, διότι κατὰ τὸν μῆνα αὐτὸν εἰσήγοντο εἰς
1255τὴν Τράπεζαν τὰ χρήματα τὰ προωρισμένα διὰ τὴν πληρω-
1256μὴν τῶν τοκοχρεωλύτρων. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι τὰ
1257ἐκ τῶν τοιούτων εἰσπράξεων χρήματα δὲν εἰσήγοντο πάντοτε
1258τὸν Δεκέμβριον, ἀλλ’ ἄλλοτε μὲν τὸν Νοέμβριον, ἄλλοτε
1259δὲ τὸν Ἰανουάριον, ἐνίοτε δὲ δὲν εἰσήγοντο εἰς τὴν Τρά-
1260πεζαν ἀπέναντι τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείου,
1261διότι ἐχρησιμοποιοῦντο εἰς ἐξόφλησιν προηγουμένων δα-
1262νείων, καθ’ ὃν εἶχον προορισμὸν τὰ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ συνο-
1263μολογούμενα δάνεια, ὧν τὸ προϊὸν ἐχρησιμοποιεῖτο προ-
1264σωρινῶς πρὸς πληρωμὴν τοκοχρεωλύτρων. Ἀλλ’ ἐγὼ, ἐὰν ὁ
1265μὴν Δεκέμβριος ἦναι τόσον δυσάρεστος εἰς τὸν ἀξιότιμον
1266κύριον Πρωθυπουργὸν, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν καὶ ἄλλους
1267μῆνας νὰ λάβω ὡς ὅρον συγκρίσεως· βεβαιῶ δὲ πάντα, ὅτι,
1268οἱοσδήποτε μὴν καὶ ἂν ληφθῇ ὡς μέσον παραβολῆς, τὰ
1269αὐτὰ θὰ παραχθῶσιν ἀποτελέσματα, διότι γνωστὸν εἶναι,
1270ὅτι ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως τὰ ποσὰ τῶν ἀναγ-
1271καστικῶς κυκλοφορούντων διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους
1272τραπεζικῶν γραμματίων ἦσαν κατώτερα.
1273Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὅσα εἶπα ὑμῖν μέχρι τοῦδε πρὸς
1274ἀπόδειξιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, καθ’ ἣν ἡ ση-
1275μερινὴ Κυβέρνησις παρέλαβε τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν,
1276εἶναι ἐπαρκῆ, διὰ νὰ πείσωσι καὶ τὸν μᾶλλον δύσπιστον,
1277ὅτι, ἐὰν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοινῶν ἐπρυτάνευε τὸ
1278αὐτὸ πνεῦμα, ἐὰν ἐτηρεῖτο τὸ αὐτὸ σύστημα, κατὰ τὸ
1279ὁποῖον διῳκοῦντο τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν μέχρι τοῦ Ὀκτω-
1280βρίου τοῦ 1890, δὲν ἠθέλομεν εὑρεθῆ ἀντιμέτωποι κατα-
1281στάσεως οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς, οἵα ἡ σημερινή.
1282Τί ὅμως ἔπραξεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, εὐθὺς ὡς ἀνῆλ-
1283θεν ἐπὶ τὴν ἀρχήν; Πρωτίστως ὑπέλαβεν, ὅτι εἶχε πολι-
1284τικὸν συμφέρον ν’ ἀποδείξῃ ὡς βάσιμα, ὅσα εἶχεν ἄλλοτε,
1285ὡς Ἀντιπολίτευσις, αἰτιαθῆ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως·
1286ὑπέλαβεν, ὅτι ἦτο εἰς αὐτὴν ἐπιβεβλημένον ν’ ἀποδείξῃ,
1287ὁπωσδήποτε καὶ παντὶ σθένει, ὅτι ἡ τετραετὴς διαχείρισις
1288τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως κατέλιπε μέγιστα ἐλλείμ-
1289ματα. Δὲν ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προεῖπα, ὅτι
1290ὁ διαδεχθεὶς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν Ὑπουργὸς τῶν
1291Οἰκονομικῶν, καὶ διὰ τοῦ λόγου τοῦ εἰσιτηρίου ἐπὶ τοῦ προϋ-
1292πολογισμοῦ τοῦ 1891, καὶ διὰ τῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους
1293κατέθηκε, κατήνεγκε τὸ καιριώτερον τῶν τραυμάτων κατὰ
1294τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως. Ἀντιγράφων τὸν προϋπολο-
1295γισμὸν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ ὑποβάλλων αὐτὸν
1296εἰς τὴν Βουλήν, ἰσχυρίζετο, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις
1297κατὰ τὴν τετραετῆ αὐτῆς διαχείρισιν κατέλειπεν ἔλλειμμα
129820,000,000 ἀνὰ πᾶν ἔτος. Ποῖον ἦτο τὸ συμπέρασμα καὶ
1299ὁ σκοπὸς τῆς τοιαύτης τακτικῆς; Πάντες οἱ ἐκτὸς τῆς
1300Ἑλλάδος διαμένοντες, πάντες οἱ μὴ γινώσκοντες τὰ οἰκο-
1301νομικὰ ἡμῶν ἐκ τοῦ σύνεγγυς, πάντες οἱ μὴ ἔχοντες τὴν
1302ἱκανότητα νὰ διαβλέπωσιν ἔσωθι τῶν γραμμῶν, ἐσχημά-
1303τιζον ἐκ τῶν διακηρύξεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομι-
1304κῶν τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδέποτε εἶχεν ἐπιτευχθῆ ἰσοζύγιον
1305ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς καὶ ἀπολογισμοῖς ἡμῶν. Ὁ Ὑπουρ-
1306γὸς τῶν Οἰκονομικῶν διεκήρυττεν ἀνὰ πᾶσαν τὴν ὑφήλιον,
1307ὅτι, ἐὰν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις κατέπεσε τῆς ἐξουσίας,
1308κατέπεσεν ἀκριβῶς, διότι διεχειρίσθη ἐλαττωματικῶς τὰ
1309οἰκονομικὰ τῆς χώρας, ἐὰν δὲ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἀνῆλ-
1310θεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀνῆλθεν ἀκριβῶς, ἵνα βελτιώσῃ ταῦτα.
1311Καὶ ἐνῷ τοιαῦτα διεκήρυττεν, ἐξηκολούθει διαχειριζομένη
1312τὰ κοινὰ ἐπὶ τῷ προϋπολογισμῷ τῆς προκατόχου Κυβερ-
1313νήσεως, μηδὲν κακὸν προβλέπουσα. Πᾶσα ἡ εὐγλωττία τῶν
1314ῥητόρων τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως εἶχεν ἐξαντληθῆ
1315κατὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, τοὺς ὁποίους μετε-
1316χειρίζετο ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, διὰ νὰ μὴ ὑποβάλῃ
1317τὴν χώραν εἰς τὰς δυσχερείας ἐκείνας, τῶν ὁποίων σήμε-
1318ρον εἴμεθα πάντες μάρτυρες· διεκήρυττεν εἰς πάντα τὸν
1319κόσμον, ὅτι τὰ τοκομερίδια τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους
1320καθ’ ἅπασαν τὴν τετραετίαν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις
1321ἐπλήρονε πάντοτε διὰ νέων δανείων, καὶ οὕτω τὸ δημόσιον
1322χρέος ηὔξησεν, ἡ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους
1323δαπάνη ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἀνεβιβάζετο. Ἐνόσῳ ταῦτα
1324ἐλέγοντο ὑπὸ τῶν ἀντιπολιτευομένων τὴν προκάτοχον Κυ-
1325βέρνησιν Βουλευτῶν, ὑπῆρχον οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτά,
1326ἀλλ’ ὑπῆρχον καὶ οἱ μὴ πιστεύοντες. Ἀλλ’ ὅταν τὰ αὐτὰ
1327ἐπανελαμβάνοντο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν,
1328οὐδεὶς πλέον τῶν ἐν Εὐρώπῃ κεφαλαιούχων καὶ ἄλλων
1329ὁπωσδήποτε ἐνδιαφερομένων ὑπὲρ τῶν πραγμάτων τῆς Ἑλ-
1330λάδος, οὐδεὶς αὐτῶν ἀπέμεινεν ἀμφιβάλλων, ὅτι καθ’ ὅλην
1331τὴν παρελθοῦσαν τετραετίαν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις
1332ἐπλήρονε διὰ νέων δανείων τὰ τοκοχρεώλυτρα τοῦ δημο-
1333σίου χρέους.
1334Δὲν γινώσκω, ὁποῖον συμφέρον τῆς χώρας ἐξυπηρέτει
1335ὁ ἀποκρύπτων, ὅτι ἀληθῶς δι’ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν
1336κατωρθοῦτο νὰ λαμβάνηται ἅπαν τὸ μεταλλικὸν νόμισμα,
1337τὸ χρησιμεῦον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Δὲν
1338γινώσκω, ὁποῖον συμφέρον τῆς χώρας ἐξυπηρετεῖ ὁ μὴ ἀνο-
1339μολογῶν, ὅτι συνωμολογήθησαν μὲν δάνεια, ἀλλὰ τὸ πραγ-
1340ματικὸν προϊόν τῶν δανείων τούτων ἐχρησιμοποιήθη εἰς
1341τὴν ἐξόφλησιν δανείων ἐπιβαρυνόντων τὸ Κράτος μὲ τό-
1342κους ὑπερόγκους, ἢ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων, ἢ
1343εἰς ναυτικὰς προπαρασκευὰς τῆς χώρας· ἂν δὲ ἐκ τοῦ εἰς
1344μεταλλικὸν νόμισμα προϊόντος τῶν δανείων ἐλήφθη τὸ
1345ἀναγκαιοῦν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ
1346χρῆμα τὸ προωρισμένον διὰ τὰ τοκοχρεώλυτρα ἐχρησιμο-
1347ποιήθη πρὸς ἐξόφλησιν τῶν προηγουμένων δανείων, ἐπὶ προ-
1348φανεστάτῃ καὶ ἀνομολογουμένῃ ὠφελείᾳ τοῦ Κράτους. Γι-
1349νώσκω ὅμως, ὅτι αἱ τοιαῦται διακηρύξεις τοῦ Ὑπουργοῦ
1350τῶν Οἰκονομικῶν παρήγαγον τὴν βάσιμον ὑπόνοιαν, ὅτι,
1351ἀφοῦ ἡ Ἑλλὰς ἦτο ἀνίκανος ἐκ τῶν ἰδίων πόρων νὰ κατα-
1352βάλῃ ὅ,τι ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους
1353ἐν τῷ παρελθόντι καὶ κατώρθου νὰ τὸ ἀποκρύπτῃ, κατελο-
1354γίζετο εἰς αὐτὴν κακὴ πίστις, καὶ ἐνεβάλλετο εἰς πάντας,
1355εἴτε εἰς τοὺς κατόχους ἑλληνικῶν χρεωγράφων, εἴτε εἰς
1356ἐκείνους, οἵτινες προεκαλοῦντο εἰς τὴν συνομολόγησιν νέου
1357οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ, ἡ φυσικὴ σκέψις νὰ παύσωσι συναλ-
1358λαττόμενοι μετὰ τῆς Ἑλλάδος.
1359Καὶ σήμερον ἀκόμη, ἄν τις παρακολουθήσῃ τὰς ἐφη-
1360μερίδας, αἵτινες ἐμπνέονται ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας νὰ μὴ ἐπα-
1361νίδωσιν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοινῶν τὸ πολιτικὸν κόμμα,
1362τὸ ὁποῖον κατεῖχε τὴν ἐξουσίαν μέχρι τῆς 20 Ὀκτω-
1363βρίου 1890, παρατηρεῖ, ὅτι πάντες ἰσχυρίζονται, ὅτι ἡ
1364ἐπὶ τετραετίαν διαχειριζομένη τὰ κοινὰ Κυβέρνησις ἠκο-
1365λούθει τὸ σύστημα τῆς διὰ νέου δανείου πληρωμῆς τῶν
1366τόκων, καὶ ὅτι οὐδέποτε διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου
1367χρέους ἐχρησιμοποιήθησαν ἢ ἐπήρκεσαν οἱ τακτικοὶ πόροι
1368τοῦ Κράτους· οὐδεὶς ὅμως τούτων δύναται νὰ ἀμφισβη-
1369τήσῃ τὴν ἐπελθοῦσαν ἐπαισθητὴν μείωσιν εἰς τὸ ποσὸν,
1370τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους,
1371τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων,
1372μείωσιν, προελθοῦσαν προφανῶς ἐκ τῶν οἰκονομικῶν συν-
1373δυασμῶν. Οὐδεὶς αὐτῶν δύναται νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ ὅ,τι
1374τὰ δημόσια βιβλία πιστοποιοῦσιν, ὅτι δηλαδὴ ἐν τῷ δια-
1375στήματι τῆς τετραετίας ἐπετεύχθη μείωσις ἢ οἰκονομία
1376εἰς τὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους δαπανητέον
1377ὑπὸ τοῦ Κράτους ποσὸν κατὰ 6½ ἑκατομμύρια.
1378Ὑπάρχουσι πίνακες, κατατεθέντες εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ
1379τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ὑπάρχει πίναξ, κατατεθεὶς
1380παρ’ ἐμοῦ κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογι-
1381σμοῦ τοῦ ἔτους 1891, ἀποδεικνύων τὴν ἐπιτευχθεῖσαν
1382ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ
1383δημοσίου χρέους. Ἀλλὰ, ὅταν ἔχητε ὑπ’ ὄψει τοὺς ἀπολο-
1384γισμοὺς τῶν τεσσάρων ἐτῶν, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ δυνάμενοι
1385καὶ οἱ θέλοντες ν’ ἀναγνώσωσι βεβαιοῦνται, ὅτι οὐδὲν ἔλ-
1386λειμμα ἄξιον λόγου κατέλιπον αἱ χρήσεις αὗται, πῶς δύ-
1387νασθε νὰ ὑποστηρίξητε, ὅτι ὅ,τι ἐπληρώθη διὰ τὴν ὑπη-
1388ρεσίαν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους κατὰ τὸ διάστημα τῆς
1389τετραετίας ἐπληρώθη διὰ τῆς συνομολογήσεως νέων δα-
1390νείων; Εἶπον προηγουμένως, ὅτι, ἐνόσῳ αἱ κατὰ τῆς προ-
1391κατόχου Κυβερνήσεως περὶ μεγάλων ἐλλειμμάτων αἰτιά-
1392σεις προήρχοντο ἐκ μόνης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν προσ-
1393εῖχον εἰς αὐτὰς οἱ κεφαλαιοῦχοι, οἱ ἐνδιαφερόμενοι περὶ
1394τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων· ἀλλ’ ὅταν οἱ διαχειριζόμενοι
1395ἐπισήμως τὰ κοινὰ ὁμιλῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἢ
1396καὶ δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων κηρύττωσι τὴν ὕπαρξιν ἰδανι-
1397κῶν ἐν τῷ παρελθόντι ἐλλειμμάτων, ὅταν ὁ πρώην
1398Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δίδων συνδιαλέξεις εἰς ἐφημε-
1399ριδογράφους ἀλλοδαποὺς, ἐπαναλαμβάνῃ τὴν αὐτὴν αἰτία-
1400σιν κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τουτέστιν ὅτι ἐν
1401τῷ παρελθόντι ἕκαστον ἔτος ἔκλειε μὲ ἔλλειμμα 15 ἢ 20
1402ἑκατομμυρίων, καὶ ὅτι ἀκριβῶς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, διότι
1403τοιαῦτα διέβλεπε τὰ ἐλλείμματα, κατέῤῥιψε τὴν Κυβέρ-
1404νησιν ἐκείνην καὶ ἀνήγαγεν εἰς τὴν ἀρχὴν τὴν σημερινὴν,
1405πῶς θέλετε μετὰ τοιαύτας διακηρύξεις νὰ στηριχθῇ ἡ
1406δημοσία ἡμῶν πίστις; Τίς ἐξ ὑμῶν ἀρνεῖται, ὅτι ἡ πίστις
1407τῶν Κρατῶν οὐδόλως διαφέρει τῆς πίστεως τοῦ τραπεζίτου
1408ἢ ἐμπόρου, καὶ ὅτι οὐδὲν εὐπαθέστερον καὶ μᾶλλον εὐπρόσ-
1409βλητον τῆς πίστεως;
1410Οὔτε ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, οὔτε ἡμεῖς, οἱ ὑποστη-
1411ρίξαντες ταύτην, εἴχομεν ἰσχυρισθῆ, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ
1412ἡμῶν εἶχον ἐπὶ τοσοῦτον βελτιωθῆ καὶ ἀνορθωθῆ, ὥστε
1413νὰ μὴ ἔχωσιν ἀνάγκην περαιτέρω ἐνισχύσεως καὶ ἐνδελε-
1414χοῦς κυβερνητικῆς μερίμνης καὶ ἐργασίας. Τοὐναντίον πάν-
1415τοτε διεκήρυξεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὅτι τὰ γενό-
1416μενα κατὰ τὴν τετραετίαν εἶχον μὲν συμβάλει εἰς τὴν
1417ἀνόρθωσιν τῆς δημοσίας πίστεως, ἀλλ’ εἶχον μόνον συντε-
1418λέσει τὴν θεμελίωσιν τοῦ οἰκοδομήματος· ἀλλὰ τὸ οἰκο-
1419δόμημα δὲν εἶχε πλήρως ἀνορθωθῆ, ἔπρεπε συνεχὴς καὶ
1420ἐπιμεμελημένη διαχείρισις τῶν κοινῶν, ἔπρεπε μείζων
1421προσοχὴ περὶ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν
1422καὶ ὑπὸ τῶν διαδόχων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως νὰ
1423καταβληθῶσιν, ἵνα διατηρηθῇ ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις εἰς
1424τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον τὴν εἶχε καταλίπει ἡ προκά-
1425τοχος Κυβέρνησις, ὅτε κατῆλθε τῆς ἐξουσίας, ἵνα διὰ τῆς
1426πίστεως ταύτης κατορθώσῃ καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις
1427ὅ,τι ἡ προκάτοχος κατώρθωσεν.
1428Εὐθὺς ὡς ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἡ σημερινὴ Κυβέρ-
1429νησις, ἐπειδὴ ὡς Ἀντιπολίτευσις εἶχε μυκτηρίσει τοὺς οἰ-
1430κονομικοὺς συνδυασμοὺς τῆς προκατόχου, ὑπέλαβεν, ὅτι
1431δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ προμηθεύηται δι’ οἰκονομικῶν συνδυα-
1432σμῶν τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀνάγκην
1433διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους· ἀπεπειράθη λοι-
1434πὸν νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς ἡμετέρας ἀγορᾶς ἓν περίπου
1435ἑκατομμύριον φράγκων· ὅτε ὅμως παρετήρησεν, ὅτι ἀμέσως
1436ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου κατῆλθε κατὰ
1437τρία καὶ τέσσαρα τοῖς ἑκατὸν, παρῃτήθη τοῦ σχεδίου τού-
1438του, καὶ προέβη εἰς συνδυασμοὺς οἰκονομικοὺς, κατ’ οὐδὲν
1439παραλλάσσοντας ἐν τοῖς τύποις πρὸς τοὺς συνδυασμοὺς, τοὺς
1440ὁποίους μετῆλθεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἀλλὰ διαφέ-
1441ροντας κατ’ οὐσίαν, διότι ἡ δημοσία πίστις δὲν εἶχε πλέον
1442τὰ αὐτὰ στηρίγματα, δὲν ἦτο ἀλώβητος καὶ πλήρης, οἵαν
1443παρέδωκεν εἰς αὐτὴν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Ἐνόησε
1444τὸ σφάλμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσε, καὶ ἐσκέφθη, κατὰ
1445τίνα τρόπον ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν πορείαν, ἣν εἶχε χαράξει
1446ἡ πρὸ αὐτῆς Κυβέρνησις. Εὗρεν ὑπόλοιπον ἐκ τοῦ δανείου
1447τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, τὸ ὁποῖον ἡ προκά-
1448τοχος Κυβέρνησις εἶχεν ἐπιφυλάξει διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς
1449κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, καὶ
1450τὸ μετεχειρίσθη διὰ τὴν πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλύτρων·
1451πραγματοποιήσασα δὲ βραδύτερον τὸ ἓν τρίτον τοῦ ὑπο-
1452λοίπου ἡμίσεως τοῦ αὐτοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λα-
1453ρίσσης, μετεχειρίσθη τοῦτο πρὸς πληρωμὴν ἐντόκων γραμ-
1454ματίων. Μετὰ τοῦτο συνωμολόγησε προκαταβολὴν ἐπὶ
1455ἐνεχύρῳ ὁμολογιῶν τοῦ αὐτοῦ δανείου ἐκ φρ. 5,000,000
1456καὶ μετ’ αὐτὴν ἑτέραν προκαταβολὴν ἐκ φρ. 6,500,000,
1457καὶ διὰ τῶν χρηματιστικῶν αὐτῶν πράξεων, τὰς ὁποίας
1458ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὁ ἐξ Ἄρτης
1459Βουλευτὴς, ἐχαρακτήριζε μὲ τὴν γαλλικὴν λέξιν «ser-
1460vice de trésorerie», ᾠκονόμησε τὰ τοκοχρεώλυτρα τῆς
1461πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ 1891 μετὰ πολλῆς στενοχωρίας.
1462Ἀλλ’ ἤδη εἶχον ἀρχίσει τὰ ἡμέτερα χρεώγραφα νὰ
1463καταπίπτωσιν, εἶχεν ἤδη καταφανῆ ὁ κλονισμὸς τῆς δη-
1464μοσίας ἡμῶν πίστεως, διότι ἐν μὲν τῇ πραγματοποιήσει
1465τοῦ τρίτου τοῦ ὑπολοίπου ἡμίσεως τοῦ δανείου τοῦ σιδη-
1466ροδρόμου Λαρίσσης ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ δεχθῇ
146786%, ἀντὶ τῶν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως
1468ἐπιτευχθέντων 89%, ἐν δὲ ταῖς ληφθείσαις προκα-
1469ταβολαῖς ἠναγκάσθη νὰ δώσῃ ἐνέχυρον τὰς ὁμολογίας τοῦ
1470δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, ἐνῷ ἡ προκάτοχος
1471Κυβέρνησις συνωμολόγει τὰ προσωρινά τε καὶ πάγια δά-
1472νεια ἄνευ οὐδενὸς ἐνεχύρου ἢ ἐνεχυριάσεως δημοσίων προ-
1473σόδων.
1474Ἐνῷ δὲ ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις εἰργάζετο πρὸς ὑπονό-
1475μευσιν τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως, ἐγεννήθησαν συνάμα
1476ἐν ταῖς εὐρωπαϊκαῖς ἀγοραῖς φόβοι ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ
1477ἑτέρων Κρατῶν, τῆς Βρασιλίας, τῆς Ἀργεντινῆς Δημο-
1478κρατίας, τῆς Πορτογαλίας καὶ τῆς Ἱσπανίας. Τὰ εὐρω-
1479παϊκὰ χρηματιστήρια κατελήφθησαν, κατὰ τὴν φράσιν
1480τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ, ὑπὸ δυσθυμίας ὡς πρὸς τὰ
1481χρεώγραφα τῶν δευτερευόντων Κρατῶν. Εἰς τὴν δυσθυ-
1482μίαν δὲ ταύτην ἀπέδωκε τὴν ἐπελθοῦσαν κατάπτωσιν τῶν
1483χρεωγράφων τοῦ ἡμετέρου Κράτους. Ἀνέφερεν, ὡς ἐνθυ-
1484μεῖσθε, οὐ μόνον χρεώγραφα ξένων Κρατῶν, ἀλλὰ καὶ με-
1485τοχὰς καὶ ὁμολογίας Τραπεζῶν καὶ πιστωτικῶν καταστη-
1486μάτων, εἰς ἃ ἐπῆλθεν ἔκπτωσις. Ἀληθῶς ἐπῆλθεν ἡ
1487δυσθυμία αὕτη,— ἂν ἡ λέξις αὕτη κρίνηται πρόσφορος, διότι
1488συνήθως, προκειμένου περὶ χρηματιστηρίων, ἡ δυσθυμία
1489καὶ ἡ εὐθυμία συνυπάρχουσι, τῶν μὲν κερδιζόντων κατε-
1490χομένων ὑπὸ εὐθυμίας, τῶν δὲ μὴ κερδιζόντων ἀθυμούν-
1491των,— ἀλλὰ ἡ δυσθυμία αὕτη ὡς πρὸς τὰ χρεώγραφα τὰ
1492ξένα ἦτο διαβατικὴ, ἦτο δὲ δυσανάλογος ἡ ἐπελθοῦσα
1493κατάπτωσις μεταξὺ τῶν ἡμετέρων χρεωγράφων καὶ τῶν
1494χρεωγράφων τῶν ἄλλων Κρατῶν· ἀλλὰ καὶ αὕτη ὡς πρὸς
1495τὰ ξένα χρεώγραφα ἦτο διαβατικὴ, εὐθὺς δὲ, ὡς ἡ κρίσις
1496παρῆλθεν, ἐπανῆλθον εἰς τὰ προτέρας τιμάς.
1497Τί δὲ συνέβη ὡς πρὸς τὰ ἡμέτερα; Τὰ ἡμέτερα ἐξη-
1498κολούθησαν κυλιόμενα εἰς τὸν κατήφορον, εἰς τὸν ὁποῖον
1499εἶχον εἰσέλθει, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν διαχείρισιν τῶν κοι-
1500νῶν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Ἦτο ἐν τούτοις ἐπιβεβλη-
1501μένον εἰς αὐτὴν νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν τοκοχρεωλύτρων τῆς
1502δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1891. Ὡς εἶπεν ἐντεῦθεν, εἰση-
1503γούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892, ὁ ἀξιότιμος Πρόε-
1504δρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὑπεβλήθησαν εἰς αὐ-
1505τὸν προτάσεις περὶ συνομολογήσεως δανείου, προτάσεις,
1506ὡς εἶπεν, ἁπλαῖ καὶ σύνθετοι, τινὲς δὲ τῶν προτάσεων
1507τούτων, κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἐπίσης ἐπίσημον ὁμολο-
1508γίαν, ἦσαν δεκτικαὶ συζητήσεως. Ἀλλ’ ὑπέλαβεν, ὅτι
1509ἦτο συμφερώτερον εἰς τὸ Κράτος, ἢ προτιμότερον, κατὰ
1510τὴν κρίσιν αὐτοῦ, νὰ μὴ δεχθῇ τὰς προτάσεις ταύτας.
1511Προετίμησε δὲ νὰ πληρώσῃ διὰ τῶν ἰδίων πόρων, ὡς εἶπε,
1512προετίμησε νὰ προμηθευθῇ ἐκ τῆς χρηματιστικῆς ἡμῶν
1513ἀγορᾶς τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, ὅπερ ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν
1514πληρωμὴν τῶν τοκοχρεωλύτρων τῆς δευτέρας ἑξαμη-
1515νίας. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι συνέτρεχον εἰς τὴν πραγματο-
1516ποίησιν τοιούτου σχεδίου περιστάσεις τινές, ἐξόχως εὐνοϊ-
1517καί· εἴχομεν κατὰ τὸ 1891 προσόδους τοῦ Δημοσίου ἀνω-
1518τέρας τῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἕνεκα τῆς εὐφορίας
1519τῶν κυριωτέρων προϊόντων ἡμῶν, τῆς εὐφορίας τοῦ
1520ἐλαίου ἐν Ἑπτανήσῳ, τῆς εὐφορίας τῶν δημητριακῶν
1521καρπῶν τῆς Θεσσαλίας, τῆς εὐφορίας τῆς σταφίδος. Τὰ
1522προϊόντα ἡμῶν ταῦτα κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος ὑπῆρξαν ἐκτά-
1523κτως εὐτυχῆ, διότι οὐ μόνον ἡ ποσότης αὐτῶν ὑπῆρξεν ἀνω-
1524τέρα, ἀλλὰ καὶ αἱ τιμαί, ἐφ’ αἷς ταῦτα ἐπωλήθησαν, ἦσαν
1525ἐξαιρέτως καλαί. Ἐκ τοῦ τιμήματος τῶν προϊόντων
1526τούτων εἰσήχθη μεταλλικὸν νόμισμα ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς
1527μεῖζον ἢ κατὰ τὴν ἀντίστοιχον ἐποχὴν τῶν παρελθόντων
1528ἐτῶν· ἡ τιμὴ τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος ἦτο ἤδη
1529ὑψωμένη μεταξὺ τῶν 128 καὶ 129, ἐνῷ ἐπὶ τῆς προκα-
1530τόχου Κυβερνήσεως ἐκυμαίνετο μεταξὺ 120–122. Ἡ
1531Κυβέρνησις εὗρε τὴν ἐποχὴν προσφορωτάτην, ὡς ἐκ τῆς
1532ἐξαγωγῆς σταφίδος ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, καὶ
1533κατώρθωσε νὰ προμηθευθῇ τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, τὸ
1534ὁποῖον ἦτο ἀναγκαῖον διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τοκοχρεω-
1535λύτρων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας· ἐπρομηθεύθη κατὰ τὸν
1536αὐτὸν τρόπον τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀναγκαῖον διὰ τὴν
1537πληρωμὴν τῆς δόσεως τῶν τόκων τῆς rente, ἐπρομη-
1538θεύθη ἐπίσης κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον τὸ ποσὸν διὰ τὰς
1539ἀνάγκας τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης·
1540οὕτω δὲ ἔλαβεν ἐκ τῆς ἡμετέρας ἀγορᾶς ἐξωτερικὸν
1541συνάλλαγμα ἐκ φράγκων 17,200,000, κατὰ τὴν ὁποίαν
1542ἐμνημόνευσεν εἰσηγούμενος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892
1543κατάστασιν τῶν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 15 Νοεμβρίου
15441891 γενομένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους
1545πληρωμῶν.
1546Ἐπειδή, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐπρομηθεύθη τὸ προσημειω-
1547θὲν ποσὸν ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, ἡ προσφορὰ ὑπερέ-
1548βαινε τὴν ζήτησιν, δὲν ἐπῆλθεν ἀμέσως μεγάλη ὑπερτί-
1549μησις εἰς τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, καθ’ ὅσον αὕτη περιω-
1550ρίσθη εἰς τρία τοῖς ἑκατόν· ἂν δὲ δὲν ἀπατῶμαι, αἱ τε-
1551λευταῖαι τῆς Κυβερνήσεως προμήθειαι ἐγένοντο ἐπὶ τῇ
1552τιμῇ τῶν λεπτῶν 131. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ παρα-
1553πλανήσῃ τὴν Κυβέρνησιν. Κατὰ τὸ σοφὸν λόγιον ἐπιφα-
1554νοῦς πολιτικοῦ Γάλλου τοῦ λήγοντος αἰῶνος, «τὸ κυβερ-
1555νᾷν εἶναι τὸ προνοεῖν». Ὡς ἔχουσι νῦν τὰ τοῦ ἡμετέρου
1556Κράτους, δὲν δύνανται τὰ ἡμέτερα πράγματα νὰ διοι-
1557κῶνται καθ’ ὃν τρόπον διωκοῦντο ἐν παρῳχημένῃ ἐποχῇ.
1558Οἱ κυβερνῶντες δὲν πρέπει μόνον τὰ τῆς ἡμέρας νὰ
1559σκέπτωνται καὶ οἰκονομῶσιν, ἀλλ’ ὀφείλουσι νὰ προνοῶσι
1560περὶ τοῦ μέλλοντος, ἔστω καὶ τοῦ ἀμέσως προσεχοῦς.
1561Ὀφείλουσι νὰ γινώσκωσιν, ὅτι τὸ Κράτος ἡμῶν, καίτοι
1562μικρόν, μετέχει πάντων ἐκείνων τῶν μειονεκτημάτων καὶ
1563πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὰ μᾶλλον ἡμῶν προηγ-
1564μένα οἰκονομικῶς Κράτη. Ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ
1565ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἀφαιροῦσα ἀπὸ τῆς ἡμετέρας ἀγορᾶς 17 ἑκα-
1566τομμύρια μεταλλικοῦ νομίσματος, ἐδημιούργει χάσμα
1567ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, ὤφειλε
1568νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κατέλειπεν ἀθεραπεύτους καὶ ἐκτεθει-
1569μένας τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν ἐν γένει συν-
1570αλλαγῶν, ὤφειλε, τέλος, ν’ ἀναλογισθῇ, ὅτι ἤθελεν ἔλθει
1571ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε ζητηθῆ τὸ ἐξωτερικὸν
1572συνάλλαγμα πρὸς πληρωμὴν τῶν χρεῶν τοῦ ἐσωτερικοῦ πρὸς
1573τὸ ἐξωτερικὸν, μὴ ἐπαρκοῦντος δὲ τούτου, ἤθελεν ἐπέλθει
1574ἀκατάσχετος ἡ ὑπερτίμησις τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος.
1575Ἡ Κυβέρνησις ὑπελάμβανεν, ὅτι, δημοσιεύουσα διὰ τῶν
1576ἐφημερίδων τὰς καταστάσεις τῶν δημοσίων εἰσπράξεων
1577τῶν ἓξ ἢ ὀκτὼ μηνῶν τοῦ 1891 ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς
1578τοῦ 1890, καὶ ἀποδεικνύουσα, ὅτι ἦσαν ἀνώτεραι, ἤθελεν
1579ἐπιτύχει τὴν ἀνόρθωσιν τῆς δημοσίας πίστεως. Πάντες
1580ἀνεγνώσατε εἰς τὰς ἐφημερίδας τὰς ὑπουργικὰς τὰς δημο-
1581σιευθείσας καταστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ εἰσπράξεις
1582τοῦ 1891 ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς τοῦ 1890 ἀπεδείκνυον
1583διαφορὰν ἐπὶ πλέον 12 καὶ 13 ἕως 14 ἑκατομμυρίων. Ὁ
1584εὐοίωνος μάλιστα εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπὶ
1585τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς ἀνήνεγκε τὰ 14 ἑκατομ-
1586μύρια ὡς ἀποτελοῦντα μετὰ τῶν εἰσπράξεων τοῦ μηνὸς
1587Νοεμβρίου τὸ περίσσευμα τῆς τοῦ 1891 χρήσεως.
1588Νομίζω, ὅτι εἶναι χρήσιμον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ γινώ-
1589σκῃ, ἂν αἱ καταστάσεις, αἱ δημοσιευθεῖσαι εἰς τὰς ἐφημε-
1590ρίδας, αἱ φέρουσαι τύπον ἐπίσημον, ἦσαν ἀκριβεῖς ὡς πρὸς
1591τὰ ἀριθμητικὰ συμπεράσματα αὐτῶν. Ἐνθυμεῖσθε πάν-
1592τες, ὅτι, ὅτε ἐδημοσιεύθησαν αἱ καταστάσεις τῶν εἰσπρά-
1593ξεων τοῦ Ὀκτωβρίου, ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ παρίστατο ὡς
1594ὑπερβαίνουσα τὰ 10 ἑκατομμύρια. Ἔχομεν ἤδη ὑπ’ ὄψει
1595τὴν κατάστασιν τὴν δημοσιευθεῖσαν, καὶ γινώσκομεν τὴν
1596διαφορὰν τῶν εἰσπράξεων τῶν δέκα πρώτων μηνῶν τοῦ
15971891 ἐν συγκρίσει πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1890.
1598Ἡ δημοσίευσις τῶν καταστάσεων τούτων ὑπηγορεύετο
1599καὶ ὑπὸ τοῦ σκοποῦ νὰ ἐξαίρηται ἡ ὑπεροχὴ τῆς σημερι-
1600νῆς Κυβερνήσεως. Ὁ μὴν Ὀκτώβριος τοῦ 1890 ἦτο μὴν
1601ἐκλογῶν, κατὰ τὸν ὁποῖον, δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ ἐκλογι-
1602κοῦ καὶ τῶν παρομαρτουσῶν εἰς τὰς ἐκλογὰς περιστάσεων,
1603δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν εἰσπράξεις. Ἐν
1604τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὡς ἀφετηρία τῶν κρίσεων
1605αὐτῆς ἐλαμβάνετο ἡ κατάστασις τῶν εἰσπράξεων τοῦ
1606Ὀκτωβρίου τοῦ 1891. Αἱ εἰσπράξεις κατὰ τοὺς δέκα
1607πρώτους μῆνας τοῦ 1891 ἀναγράφονται ὡς ἀνερχόμεναι
1608εἰς δραχμὰς 61,760,725, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζῃ
1609ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐκ τούτων 3,969,507 προέρχονται ἐκ νο-
1610μισματικῆς διαφορᾶς, ἥτις δὲν εἶναι πραγματικὴ εἴσ-
1611πραξις.
1612Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν βουλευτικὴν περίοδον συνήφθη
1613κοινοβουλευτικὸς ἀγὼν μεταξὺ τῆς τότε Συμπολιτεύσεως
1614καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ τοῦ τρόπου τοῦ καταλογι-
1615σμοῦ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ, τοῦ ἐκ τῶν δανείων
1616εἰσπραττομένου, διότι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχεν ὡς
1617ἀρχὴν νὰ καταλογίζῃ ἐπὶ τῇ τιμῇ τῆς δραχμῆς τὸ φράγ-
1618κον τῶν εἰσαγομένων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον χρημάτων
1619ἐκ τοῦ προϊόντος τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνωμολόγει·
1620κατ’ ἀκολουθίαν δὲ δὲν ἀνέγραφεν ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς
1621τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, ὡς πρὸς
1622τὸ μέρος τοῦ ἐκ τῶν δανείων προϊόντος, τὸ χρησιμοποιού-
1623μενον εἰς πληρωμὴν τοκοχρεωλύτρων. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολί-
1624τευσις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, πρωτοστατοῦντος τοῦ πρώην
1625ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἠμφισβήτει τὴν ἀρχὴν
1626ταύτην, καὶ ὑπεστήριζεν, ὅτι ἡ ὑπερτίμησις ἔπρεπε ν’ ἀνα-
1627γράφηται εἰς τὰ ἔκτακτα ἔσοδα· παρετηροῦμεν τότε εἰς
1628αὐτὸν, ὅτι ἡ ὑπερτίμησις, ἀναγραφομένη συνάμα εἰς τὰ
1629ἔκτακτα ἔσοδα ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἐξαντλουμένη ἀφ’ ἑτέρου ἐν
1630τῷ καταλογισμῷ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, δὲν ἐπα-
1631ρουσίαζε διαφοράν τινα, ὡς πρὸς τὰ ἀριθμητικὰ ἐξαγόμενα·
1632ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶχεν ὡς ἀρχὴν νὰ ἀντιλέγῃ κατὰ πάσης ἐνερ-
1633γείας καὶ πράξεως τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐπέμενεν
1634ἐν τῇ ἑαυτοῦ ἰδέᾳ. Ἀναλαβὼν ὅμως τὴν διεύθυνσιν τοῦ
1635Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπέλαβεν, ὅτι ἦτο ὑποχρεω-
1636μένος ν’ ἀναγράψῃ τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλ-
1637λάγματος ὡς ἔκτακτον ἔσοδον. Ὀρθότερον ἦτο νὰ μὴ
1638ἀναγράφῃ τὴν συναλλαγματικὴν αὐτὴν διαφορὰν ὡς ἔσο-
1639δον, ἀλλὰ νὰ τὴν ἐκπίπτῃ ἐκ τοῦ πληρονομένου λόγῳ
1640ὑπερτιμήσεως τοῦ χρησιμοποιουμένου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν
1641τοῦ δημοσίου χρέους ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος. Οὕτω δὲν
1642ἤθελεν ἔχει ἄσκοπον διπλῆν ἐγγραφήν. Ὁπωσδήποτε, ἵνα
1643εὕρητε τὰς ἀληθεῖς εἰσπράξεις, ὀφείλετε ν’ ἀφαιρέσητε τὸ
1644ποσὸν τῶν δραχμῶν 3,969,507, οὕτω δὲ ἔχετε εἰσπρά-
1645ξεις ἐκ δραχμῶν 57,791,218. Ἂν δὲ ταῦτα συγκρίνητε
1646πρὸς τὰς εἰσπράξεις τῶν πρώτων δέκα μηνῶν τῆς χρή-
1647σεως τοῦ 1890 ἐκ δραχμῶν 52,272,570, θέλετε ἔχει ὡς
1648διαφορὰν ἐπὶ πλέον μόνον τὸ ποσὸν δραχμῶν 5,518,999.
1649Ἡ διαφορὰ δὲ αὕτη εἶναι εὐεξήγητος, προελθοῦσα οὐχὶ
1650βεβαίως ἔκ τινος ἐκτάκτου ἐπιμελείας καὶ φροντίδος τῶν
1651διαχειρισαμένων τὰ κοινά, ἀλλ’ ἐκ τυχαίων περιστάσεων.
1652Πρῶτον δὲν συνετέλεσεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν εὐφορίαν τοῦ
1653ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου, ἐκ τοῦ ὁποίου εἰσεπράχθη ἔγγειος
1654φόρος ἐπὶ πλέον κατὰ δραχμὰς 2,080,893. Ἐκ τοῦ τελω-
1655νειακοῦ δασμοῦ προέκυψε πλεόνασμα ἐκ δραχ. 1,578,346.
1656Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὴν ἔκτακτον εὐφορίαν, τὰς ἐκτάκτους
1657εὐνοϊκὰς συνθήκας τοῦ 1891, ἐδικαιοῦσθε βεβαίως ν’ ἀνα-
1658μένητε μείζονα τὴν αὔξησιν τῶν τελωνειακῶν εἰσοδημά-
1659των, διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι ταῦτα κανονίζονται ἀναλό-
1660γως τῆς κρατούσης ἐν τῷ τόπῳ εὐπορίας. Ὅταν ἐν τῷ
1661τόπῳ κρατῇ ἀφορία, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ χρῆμα πλεονάζον,
1662ἡ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγωγὴ εἶναι ἐλάσσων, ἐλάσσονα δὲ
1663καὶ τὰ εἰσπραττόμενα τέλη. Ὅταν ὅμως ἔχωμεν εὐφορίαν
1664εἰς τοὺς δημητριακοὺς καρπούς, δικαιοῦσθε ν’ ἀναμένητε
1665αὔξησιν τῶν εἰσαγωγικῶν δασμῶν. Ὅταν ἔχητε ἐν ταῖς
1666σταφιδοφόροις ἐπαρχίαις ἀνωτέραν παραγωγὴν καὶ ἐξαι-
1667ρέτους τιμὰς, δικαιοῦσθε ν’ ἀναμένητε εὐλόγως μείζονα
1668εἰσαγωγὴν ἐμπορευμάτων ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Εἶναι μά-
1669λιστα γνωστὸν εἰς τοὺς ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφους, ὅτι
1670ἕνεκα τῆς ἐπὶ ἓξ ἔτη ἐπικρατούσης ἀφορίας πάντες οἱ κά-
1671τοικοι τῆς Θεσσαλίας εὑρίσκοντο ὑπὸ δίαιταν, ὡς πρὸς
1672τὰ τοῦ βίου χρειώδη, τὰ μὴ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα.
1673Εὐθὺς δέ, ὡς ἐπορίσθησαν χρήματα ἐκ τῆς εὐφορίας καὶ
1674τῶν καλῶν τιμῶν τῶν σιτηρῶν, ἔσπευσαν εἰς τὴν προμή-
1675θειαν αὐτῶν, ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγομένων. Ὑπάρχει
1676ὡσαύτως αὔξησις εἰς τὰ εἴδη τοῦ μονοπωλίου, ἀλλ’ εἰς
1677τὴν αὔξησιν τὸ παράπαν δὲν συνεβάλλετο ἡ κυβερνητικὴ
1678ἐνέργεια καὶ ἐπιμέλεια. Ὅπου ἔδει ν’ ἀποδειχθῇ ἡ ἐπιμέ-
1679λεια καὶ ἡ ἱκανότης ἡ κυβερνητική, ἐκεῖ παρατηρεῖται
1680μᾶλλον ἐλάττωσις εἰσπράξεων.
1681Ἡ κυβερνητικὴ ἐνέργεια ἐνδεικνύεται εἰς τὰς προσό-
1682δους, τὰς προερχομένας ἐκ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου,
1683τῶν εἰσπραττομένων δι’ ἀμέσου ἐπιστασίας. Ἐπὶ παρα-
1684δείγματι, εἰς τὸ δικαίωμα καταναλώσεως καπνοῦ καὶ εἰς
1685τὸ ἀντίτιμον τοῦ σιγαροχάρτου βλέπετε τὰς εἰσπράξεις
1686τῶν δέκα πρώτων μηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1891 καθυ-
1687στερούσας. Ἐν τούτοις ἐπιζητεῖται ἔπαινος ἐπὶ τοῖς μέ-
1688τροις, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἐφήρμοσε κατὰ τὸ λῆξαν
1689ἔτος, ἵνα αὐξήσῃ τὰς προσόδους τοῦ Δημοσίου, ὁ δὲ εὐοίω-
1690νος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολο-
1691γισμοῦ ἐπιτροπῆς ἐν τῇ ἐκθέσει του ἀνέγραψεν, ὅτι ὑπάρ-
1692χει διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο συστημάτων εἰς τοῦτο, ὅτι
1693ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἀπέδειξεν ἔκτακτον δραστηριότητα
1694καὶ ἐπιμέλειαν περὶ τὰς εἰσπράξεις τῶν δημοσίων προ-
1695σόδων....
1696§50ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι καιρὸς νὰ διακόψωμεν.
1697§51ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐξακο-
1698λουθήσω.
1699§52ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ ὁ ἀγορεύων
1700εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ, δὲν δυνάμεθα ἢ
1701νὰ δεχθῶμεν νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
1702§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
1703Ὥρᾳ 8 μ. μ.