1892.01.27
2.091 στίχοι · 16.222 λέξεις · 91 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 22
τῆς 27 Ἰανουαρίου 1892.
(Δευτέρα)
Ὥρα 4 μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ βουλευτοῦ Παρνασσίδος κ. Καραλιβάνου).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς ἐπὶ τοῦ κατηγορητηρίου κατὰ τῶν πρώην Ὑπουργῶν προανακριτικῆς ἐπιτροπῆς ζητεῖ παράτασιν τῆς εἰς αὐτὴν χορηγηθείσης προθεσμίας, διότι δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποπερατώσῃ τὴν ἐργασίαν της.
§2ΔΑΓΡΕΣ. Νὰ ἀναπτύξῃ τοὺς λόγους ὁ Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς.
§3ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ τούτου παρακαλῶ νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιά τινα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, εἰσάγω νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ ἀκυρώσεως ὑπολοίπων πιστώσεων χορηγηθεισῶν κατὰ τὸ ἔτος 1891 διὰ νόμου, καὶ περὶ χορηγήσεως πιστώσεως 24,200 δραχμῶν δι’ ἔξοδα ἀσφαλείας τοῦ θωρηκτοῦ «Ψαρῶν». Κατ’ ἐπιθυμίαν τοῦ αὐτοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἰσάγω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνεται ἡ ἀκύρωσις πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 4,063,387.95, χορηγηθείσης κατὰ τὸ ἔτος 1890, καὶ ζητεῖται ἡ χορήγησις πιστώσεως ἐκ δραχ. 3,480,442.87 δι’ ἔξοδα ναυπηγήσεως πλοίων. Πρόκειται πάντοτε περὶ τῶν δαπανῶν, αἵτινες ἐγένοντο διὰ τὴν ναυπήγησιν τῶν τριῶν θωρηκτῶν. Κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ αὐτοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἰσάγω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται νὰ χορηγηθῇ πίστωσις δραχμῶν 35,536 δι’ ἔξοδα ἐπιστασίας, ναυπηγήσεως πλοίων καὶ δοκιμῶν, καὶ δραχμῶν 34,026 δι’ ἔξοδα παραλαβῆς καὶ μεταφορᾶς πλοίων. Εἰσάγω ὡσαύτως νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται νὰ χορηγηθῇ πίστωσις 101,500 δραχμῶν, καταλογιζομένη εἰς τὰ ἄρθρα καὶ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ, τῶν ὁποίων αἱ πιστώσεις προορίζονται διὰ τόκους χρηματικῶν ἐγγυήσεων καὶ δι’ ἔξοδα Γενικοῦ Λογιστηρίου. Εἰσάγω ὡσαύτως νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται πίστωσις δραχμῶν 323,565.70 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 10, ἐπιγραφομένου «δημόσια χρέη», ἄρθρου 2 «χρέη κυμαινόμενα.» Κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, τὴν 31 Δεκεμβρίου μηνὸς ἐνεργεῖται ἐπιθεώρησις πάντων τῶν ταμείων, τῶν τε γενικῶν καὶ τῶν εἰδικῶν, ἐπὶ παρουσίᾳ τῆς ἁρμοδίας διοικητικῆς καὶ δημοτικῆς ἀρχῆς. Ἐπειδὴ τὰ ὄργανα, ἐπὶ παρουσίᾳ τῶν ὁποίων γίνεται ἡ ἐπιθεώρησις, δὲν ἐπαρκοῦσιν, ἡ δὲ ἐπιθεώρησις κατήντησε νὰ γίνηται μόνον τυπική, οὐδ’ ἐκπληροῦται ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου, διὰ τοῦτο εἰσάγω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου προβάλλω τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 196 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ὅπως καθίσταται ἐφικτὴ ἡ ἐπιτυχία τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ὁ νομοθέτης προέθετο. Τὰ τῶν προκαταβολῶν τῶν ἐξόδων πρὸς διατροφὴν τῶν καταδίκων εἰσὶν ἀτελῶς κεκανονισμένα, τὸ δὲ δημόσιον ταμεῖον προκαταβάλλει μὲν τὰ χρήματα, δὲν δύναται δὲ νὰ εἰσπράξῃ τὰ προκαταβαλλόμενα. Κατὰ τὸ 1891 π.χ. προκατεβλήθησαν 68,000 δραχμῶν, τῶν ὁποίων καθίσταται ἀνέφικτος ἡ εἴσπραξις. Πρὸς πληρέστερον κανονισμὸν τῶν περὶ τούτου, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπιγράφεται «περὶ τακτοποιήσεως τῶν ἐξόδων διατροφῆς τῶν καταδίκων». Προέβαλον κατὰ τὸ πρῶτον τμῆμα τῆς συνόδου ταύτης νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπρότεινα γνώμην περὶ τροποποιήσεως τῶν ποσοστῶν, τὰ ὁποῖα δίδονται εἰς τοὺς διαφόρους ταμίας κατὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἀλλ’ ἡ ταμειακὴ ὑπηρεσία εἶναι δεκτικὴ καί τινων ἄλλων βελτιώσεων, τὰς ὁποίας προτείνω διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσάγω. Ὡσαύτως προτείνω, ἵνα εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγον τότε, καὶ τοῦ ὁποίου ἐμνημόνευσα πρὸ μικροῦ, προστεθῶσι δύο ἄρθρα, τῶν ὁποίων αἱ διατάξεις θέλουν συντελέσει εἰς τὴν εὐκολωτέραν κίνησιν τῆς ταμειακῆς ὑπηρεσίας. Τὰ ἐκ τῆς τελωνειακῆς ὑπηρεσίας εἰσπραττόμενα ἔσοδα ἀποτελοῦσι κυριώτατον κλάδον ἐσόδων τοῦ δημοσίου ταμείου. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν μόνος ὁ λόγος τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν εἰς ποσὸν ἀνώτερον τοῦ προσήκοντος ἐπήνεγκε τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ λαθρεμπορίου ἐν Ἑλλάδι· ἀλλ’ ἐνδέχεται καὶ ἄλλοι νὰ συνετέλεσαν εἰς τοῦτο λόγοι. Τὴν διάπραξιν ὅμως τοῦ λαθρεμπορίου προστατεύει ἡ γεωγραφικὴ τῆς χώρας σύστασις, καὶ διὰ τοῦτο πολλὰ τῶν εἰσαγομένων εἰδῶν λαθρεμπορεύονται μετὰ μεγάλης εὐκολίας, ὑπάρχουσι δὲ τμήματα τῆς χώρας, ἐν οἷς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη εἰσὶν ἄγνωστα, τὰ δὲ προϊόντα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλονται, πωλοῦνται εἰς τιμὰς ἥσσονας ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας πωλοῦνται ἐν ἄλλοις τμήμασι τοῦ Κράτους. Τὸ κακὸν τοῦτο δὲν στερεῖ μόνον τὸ δημόσιον ταμεῖον τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ, συνταράσσει καὶ τὴν ἁρμονικὴν κίνησιν τοῦ ἐμπορίου, καὶ ἀπειλεῖ νὰ λάβῃ διαστάσεις μεγαλειτέρας ἐκείνων, ἐν ταῖς ὁποίαις νῦν ὑφίσταται. Διὰ τοῦτο μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἔπρεπε νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀσχοληθῇ ἐπὶ μέτρων τινῶν, τὰ ὁποῖα θεωρῶ ἀναπόφευκτα, ὅπως περισταλῇ, ὅσον εἶναι δυνατὸν περισσότερον, τὸ λαθρεμπόριον. Ὁμολογῶ, ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν, καθ’ ἣν διεχειριζόμεθα τὰ κοινὰ, καὶ ὁ ἐμὸς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῷ προκάτοχος κ. Καραπάνος, καὶ ἐγὼ, κατεβάλλομεν ἰδίας προσπαθείας, ἵνα περιστείλωμεν τὸ λαθρεμπόριον, μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι αἱ προσπάθειαι ἡμῶν αὗται δὲν ἀπέβησαν ἐντελῶς ἄκαρποι. Ἀλλ’ ἡ νομοθέτησις μέτρων, συντελούντων πρὸς περιστολὴν αὐτοῦ, θέλει χρησιμεύσει τὰ μάλιστα πρὸς ἐλάττωσιν κακοῦ, τὸ ὁποῖον παράγει ἀποτελέσματα λίαν δυσάρεστα. Ἕν ἐκ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάγκη νὰ νομοθετηθῶσιν, εἶναι ἡ ὑπαγωγὴ τῶν ἀτμοτελωνίδων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ἀνέγραψε μὲν τὰς μεταβολὰς, τὰς ὁποίας ἐπάγει τὸ μέτρον τοῦτο, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892, ὃν εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ τὰ περὶ τούτου ἔπρεπε νὰ κανονισθῶσι καὶ διὰ νόμου. Κατὰ τὸ 1877 εἶχον κατασκευασθῆ πέντε ἀτμοτελωνίδες, ἐκρίναμεν ὅμως ἀναγκαῖον εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦτον νὰ προστεθῶσι δύο μικρὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀγορασθῇ κατὰ τὸ 1884, καὶ φέρουσιν ὀνόματα πτηνῶν, προσέτι δὲ νὰ ναυπηγηθῶσι τρεῖς ἀτμάκατοι. Οὕτως ὁ ἀριθμὸς τῶν πλοίων θέλει ἀναβιβασθῆ εἰς δέκα· ταῦτα δὲ ἀσφαλέστερον θέλουσιν ἐξασφαλίσει τὰς παραλίας ἡμῶν ἀπὸ τῆς ἐπιδρομῆς τῶν λαθρεμπορικῶν πλοίων. Εἰς τὴν Βουλὴν εἰσάγω κατὰ συνέπειαν νομοσχέδιον περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ἀτμοτελωνίδων καὶ τῶν ἄλλων πλοίων, τὰ ὁποῖα προορίζονται διὰ τὴν τελωνειακὴν ὑπηρεσίαν, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Μετὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲ εἰσάγω καὶ αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι τὸ ἓν τῶν μέτρων, πρόκειται δὲ νὰ εἰσαγάγω μετ’ ὀλίγας ἡμέρας εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σκοπεῖ νὰ ἐπιφέρῃ τροποποίησιν τῶν μέχρι τοῦδε περὶ τελωνειακῶν παραβάσεων καὶ λαθρεμπορίων ἰσχυουσῶν νομοθετικῶν διατάξεων. Ἐν τῇ νήσῳ Τήνῳ ὑπάρχει ὀρυκτὸν, τὸ ὁποῖον γνωρίζεται μὲ τὸ ὄνομα τὸ κοινὸν «Γλοισόλιθος». Κατὰ τοὺς ἀσχολουμένους περὶ τὴν ὕλην ταύτην, τὸ ὀρυκτὸν τοῦτο εἶναι τὸ γνωστὸν ἐν τῇ ἐπιστήμῃ ὑπὸ τὸ ὄνομα στεατίτης. Δὲν γνωρίζω ἐὰν καὶ οἱ ἐμοὶ προκάτοχοι, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ἐχορηγήσαμεν προσωρινὰς ἀδείας ἐξορύξεως εἰς τοὺς ζητήσαντας τοιαύτας, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ γνωρίσωμεν κάλλιον τὰ τῶν ἰδιοτήτων τοῦ ὀρυκτοῦ, τὰ τῆς χρησιμότητος αὐτοῦ ἐν τῇ βιομηχανίᾳ, καὶ τὰ τῶν ἀγοραίων τιμῶν αὐτοῦ, καὶ ἑπομένως ὁδηγηθῶσι νὰ προβάλωσι προτάσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἤθελον νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν αὐτό. Ἐπῆλθε δὲ νῦν ὁ χρόνος, ἵνα νομοθετηθῶσι τὰ περὶ τούτου. Διὰ τοῦτο εἰσάγω νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνεται, ἵνα παραχωρηθῇ, εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τῆς παραχωρήσεως τῆς ἐξορύξεως τοῦ ὀρυκτοῦ στεατίτου, εἴτε καθ’ ὅλην τὴν νῆσον, εἴτε εἰς μέρη, ἑπομένως εἴτε εἰς ἓν πρόσωπον, εἴτε εἰς Ἑταιρίαν, εἴτε εἰς πολλοὺς, ὑπὸ ὅρους, τοὺς ὁποίους τὸ νομοσχέδιον διαγράφει. Οἱ ὅροι προσδιορίζουσι καὶ τὰ τῆς ἐξορύξεως αὐτοῦ, καὶ τοὺς ἐλαχίστους ὅρους τῆς τιμῆς τοῦ ποσοῦ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον θέλει πληρόνεσθαι εἰς τὸ Δημόσιον. Καταθέτω προσέτι εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῆς ἐτησίας στρατιωτικῆς δυνάμεως, καὶ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νομοθετεῖται ἡ χορηγία ἐπιμισθίου 20 δραχμῶν κατὰ μῆνα, λόγῳ φθορᾶς ἱματισμοῦ, εἰς τοὺς ἐν τῷ λόχῳ τῶν πυροσβεστῶν ἐργαζομένους ὑπαξιωματικοὺς καὶ ἀνθυπασπιστάς. Τὸ ἐπιμίσθιον τοῦτο δὲν πρόκειται νὰ ἀναγράψῃ νέαν δαπάνην, διότι ἐχορηγεῖτο ἤδη πρὸ πολλοῦ χρόνου, εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ ἀνθυπασπιστὰς τῶν πυροσβεστῶν τὸ ἐπιμίσθιον τοῦτο, ἀλλὰ ἐχορηγεῖτο ἄνευ νόμου· διὰ τοῦτο, ὅταν ἔλαβον τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διέταξα τὴν παῦσιν τῆς χορηγήσεως αὐτοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ἕνεκα τῆς παύσεως τοῦ ἐπιμισθίου ὑποχρεοῦται τὸ Δημόσιον, ἵνα ἀναπληρώνῃ τὸν καταστρεφόμενον ἱματισμὸν τῶν εἰρημένων στρατιωτικῶν, ἡ δὲ δαπάνη ἀποβαίνει μεγαλειτέρα ἴσως τῆς ἕνεκα τῆς πληρωμῆς τοῦ ἐπιμισθίου, ἔκρινα, ὅτι ὀφείλω νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ὅπως νομοθετηθῇ τοῦ ἐπιμισθίου ἡ χορηγία.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 116–128). Ὁ Πρόεδρος τῆς προανακριτικῆς ἐπιτροπῆς ζητεῖ παράτασιν προθεσμίας.
§7ΔΑΓΡΕΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ αἴτησις. (Ἀναγινώσκεται).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις νὰ δοθῇ προθεσμία;
§9ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει.
§10ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ὁ ἔχων ἀντίῤῥησιν νὰ ἀναπτύξῃ τοὺς λόγους.
§11ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προτίθεμαι, Κύριοι, νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας τοῦ θέματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνάγεται ἡ πρὸ ὀλίγου ἀναγνωσθεῖσα αἴτησις τοῦ Προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, διότι τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, οὐδὲ προτίθεμαι νὰ μεμφθῶ τινος ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, καθόσον καὶ τὸ πνεῦμα, τὸ ὑπαγορεῦσαν τὴν ἐκλογὴν τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας, καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν εἰργάσθη ἡ ἐπιτροπή, ἀνάγονται εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος. Φρονῶ ὅμως, ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Ὁ νόμος οὗτος εἶναι ὑποχρεωτικὸς εἰς τὴν Βουλὴν, ἀποτελεῖ δὲ τὴν δικονομίαν περὶ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὰ τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Ὀφείλει ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἀπαρεγκλίτως νὰ συμμορφώνηται πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου αὐτοῦ, διότι πάντοτε τῶν δικονομικῶν διατάξεων ἡ σταθερὰ καθιέρωσις ἀπεδείχθη ἐν εὐνομουμένῃ Πολιτείᾳ ὡς τὸ μόνον μέσον, τὸ ἐξασφαλίζον τὴν πλήρη ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἡ Βουλή, ὅτε ἐξελέξατο τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν, ὥρισε πρὸς διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς προθεσμίαν ἑνὸς μηνός. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 14 περὶ ὁρισμοῦ προθεσμίας ὑπηγορεύθη βεβαίως ὑπὸ σπουδαιοτάτου λόγου, διότι ἡ λειτουργία τοῦ περὶ εὐθύνης νόμου ἀποτελεῖ ἕνα τῶν σπουδαιοτάτων σκοπῶν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐξετάσω, διατὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐντὸς τῆς ταχθείσης προθεσμίας δὲν ἀπεπεράτωσε τὸ ἔργον αὐτῆς. Τῇ αἰτήσει ἑνὸς τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ἡ Βουλὴ παρέτεινε τὴν προθεσμίαν ἀπὸ ἑνὸς μηνὸς ἐπὶ εἴκοσιν ἡμέρας ἔτι. Ἐντὸς τῆς πεντηκονταημέρου ταύτης προθεσμίας, ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποπερατώσῃ τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῇ ἐντολὴν, οὐδὲ νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Προεδρείου τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Δὲν κρίνω προσῆκον νὰ προκαλέσω συζήτησιν ἐπὶ τῶν λόγων, ὧν ἕνεκεν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποπερατώσῃ τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῇ ἐντολὴν, διότι ἡ συζήτησις περὶ τῶν λόγων τούτων δύναται νὰ δώσῃ χώραν εἰς ἐγκλήσεις καὶ ἀντεγκλήσεις, περὶ ὧν σήμερον δὲν πρόκειται. Ἡ Βουλὴ σήμερον εὑρίσκεται πρὸ τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ μὴ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐντὸς τῆς ὁρισθείσης ὑπὸ τούτου προθεσμίας, ἡ Βουλὴ ἢ διορίζει ἄλλην ἐπιτροπὴν, ἢ προβαίνει ἄνευ ἐκθέσεως εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως. Ἡ ἐπιτροπή, μὴ ἀποπερατώσασα ἐντὸς τῆς ταχθείσης αὐτῇ προθεσμίας τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῇ ἐντολὴν, δὲν ὑφίσταται σήμερον νόμῳ, οὐδὲ δύναται νὰ γένηται συζήτησις περὶ παρατάσεως προθεσμίας, ἀφοῦ ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας παρῆλθον ἤδη εἴκοσιν ἡμέραι· οὐδὲ εἶναι ἀπαιτούμενον νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν πρὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς ἡ πρὸ ὀλίγου ἀναγνωσθεῖσα αἴτησις. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ὑφίσταται, οὐδὲ δύναται νὰ γένηται συζήτησις περὶ παρατάσεως. Ἡ Βουλὴ σήμερον ὀφείλει εἰς μίαν ἐκ τῶν δύο ἀποφάσεων νὰ προέλθῃ: ἢ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν ἄλλης ἐπιτροπῆς, ἢ νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς περὶ κατηγορητηρίου προτάσεως ἄνευ ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ προτιμήσῃ τὴν ἄνευ ἐκθέσεως συζήτησιν, διότι εἶναι πρέπον ἡ ὑπόθεσις αὕτη ν’ ἀποπερατωθῇ τέλος πάντων. Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι εἰς τὴν περὶ κατηγορητηρίου πρότασιν ἀπεδόθη ὁ χαρακτὴρ τῆς πολιτικῆς ἐμπαθείας· δὲν πρέπει δὲ, παραβαίνοντες τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν πρότασιν ταύτην τὸν χαρακτῆρα τοῦ γελοίου. Δὲν πρέπει συνάμα νὰ λησμονῶμεν, ὅτι εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος ὁ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμος ἀποτελεῖ τὸν πρώτιστον παράγοντα. Εἶναι πρέπον, εἶναι ἐπιβεβλημένον ἐκ γενικωτέρων τοῦ ἔθνους συμφερόντων, τὸ Κοινοβούλιον ἡμῶν νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ διαχειρισθῇ τὸν ὑψίστης σπουδαιότητος νόμον περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Δὲν πρέπει νὰ ἀναβάλῃ οὐδὲ ἐπὶ στιγμὴν τὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀπόφασίν του. Δὲν εἶναι ἄλλως τε οὐδὲ ἀναγκαῖον, κατ’ ἐμὲ, νὰ διορισθῇ καὶ νέα ἐπιτροπὴ, διότι, καίτοι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της, εἶναι οὐχ ἧττον βέβαιον, ὅτι ἡ ἐργασία αὐτῆς συνετέλεσεν εἰς τὴν συνάθροισιν πάσης τῆς ὕλης, ἥτις ἦτο ἀναγκαία πρὸς διαφώτισιν τῆς Βουλῆς. Ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἶναι δυνατὸν οἱ ἔχοντες ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν γνώμην ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ὑποστηρίξωσιν αὐτὴν καὶ νὰ φωτίσωσι τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λάβῃ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀληθῶς προέβη εἰς τὴν ἐξέτασιν ὅλων σχεδὸν τῶν θεμάτων τοῦ κατηγορητηρίου· καὶ περὶ μὲν τῶν ἄλλων ἀπεφήνατο κατὰ πλειονοψηφίαν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν, ἐσταμάτησε δὲ πρὸ τοῦ ἄρθρου τοῦ κατηγορητηρίου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τῆς κατὰ ὑπαξιωματικῶν δικαστικῆς ἀποφάσεως....
§12ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπεφάσισε.
§13ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἔγκυρος πρὶν ἢ τοὐλάχιστον ζητηθῇ ἢ προσκληθῇ εἰς ἀπολογίαν ὁ κατηγορούμενος· αἱ ἀποφάσεις, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος, δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἔγκυροι, διότι εἶναι προκαταρκτικαί... Ἕν καὶ μόνον θέμα δὲν ἐξητάσθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ἀφορῶν εἰς τὰ δάνεια· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο, ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς εἰς οὐδὲν ἢ εἰς ἐλάχιστον θὰ ὠφελήσῃ τὴν Βουλὴν, διότι ἐκ τῶν ζητηθέντων παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πινάκων, καὶ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως αὐτῶν, καὶ ἐκ τῆς εὐμεθόδου συζητήσεως ἐπ’ αὐτῶν, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ μορφώσῃ γνώμην, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐν τῷ θέματι τούτῳ ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν κατὰ τῶν ὑπευθύνων. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ κρατῇ ἐπὶ πλέον μετέωρον τὴν ὑπόληψιν τῶν ἀνδρῶν, οἵτινες ἐκυβέρνησαν τὴν χώραν ἡμῶν, δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ κρατῇ ἐπὶ πλέον μετέωρον ὑπόθεσιν, ἥτις καὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους οὐσιωδῶς ἐπηρεάζει. Δὲν πρέπει δὲ, Κύριοι, νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἓν τῶν κτυπημάτων κατὰ τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως ὑπῆρξε καὶ τὸ κατηγορητήριον, ὅπερ ἀτόπως ἀνέγραψεν ὡς ἐπελθοῦσαν ἐξάτμισιν ἐπὶ 56,000,000. Ἡ ὕλη αὕτη παρεσκευάσθη καὶ κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία προσεκλήθη τότε νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις ἐπὶ τῶν ὑπ’ ἐμοῦ κατατεθέντων εἰς τὴν Βουλὴν πολλῶν πινάκων, ἐξ ὧν ἀριδήλως ἀποδεικνύεται, ὅτι πᾶν ἄλλο ὑπῆρξεν ἢ ἐξάτμισις 56,000,000. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν τοῦ κατηγορητηρίου ἄνευ ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, διότι ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως οὐ μόνον αὕτη θὰ φωτισθῇ, ἀλλὰ καὶ τὸ κοινὸν, οὐ μόνον δὲ οἱ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ οἰκοῦντες, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος θέλουσι πεισθῆ, ὅτι ἡ περὶ κατηγορητηρίου πρότασις στερεῖται ὑποστάσεως, νομικῆς τε καὶ οὐσιαστικῆς.
§14ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος ὑπεστήριξεν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ παράτασιν προθεσμίας εἰς τὴν ἐπιτροπήν, διότι εἰς τοῦτο ἀντίκειται δῆθεν ὁ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμος. Μοὶ φαίνεται, ὅτι πλανᾶται. Κατὰ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, «ἐντὸς τῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὁρισθείσης προθεσμίας, ἥτις δύναται νὰ παραταθῇ τῇ αἰτήσει τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ εἰσηγητὴς ἢ ἄλλο μέλος ταύτης ἀναγινώσκει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπὶ τῆς προανακρίσεως ἔκθεσιν». Ὑπάρχει ἀληθῶς καὶ τὸ ἄρθρον 19, καθ’ ὃ, ἐὰν δὲν ὑποβληθῇ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐμπροθέσμως ἡ ἔκθεσις, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ συστήσῃ ἑτέραν ἐπιτροπήν, ἢ καὶ νὰ προβῇ ἄνευ ἐκθέσεως εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ κατηγορητηρίου. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν ἀναιρεῖ τὸ ἄρθρον 17. Ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν δύο ἄρθρων προκύπτει καθαρῶς, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον, ἂν δὲν κατορθώσῃ νὰ περατώσῃ τὰς ἐργασίας αὑτῆς, νὰ ζητήσῃ παράτασιν προθεσμίας, καὶ περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Λέγει ῥητῶς τὸ 17 ἄρθρον, ὅτι ἡ προθεσμία δύναται νὰ παραταθῇ τῇ αἰτήσει τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ βεβαίως δύναται νὰ παραταθῇ οὐχὶ μόνον ἅπαξ, ἀλλὰ καὶ ἐκ δευτέρου καὶ ἐκ τρίτου· ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίσῃ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἔδειξεν ἀμέλειαν, ὅτι δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ ἐργασθῇ σπουδαίως, ὅτι δὲν ἐκπληροῖ μετὰ ζήλου τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῇ ἐντολήν, δύναται ν’ ἀντικαταστήσῃ αὐτήν, ἐκλέγουσα ἄλλην, ἢ καὶ νὰ προβῇ ἀπ’ εὐθείας εἰς ἀπόφασιν. Τοῦτο προκύπτει ἐκ τοῦ ἄρθρου 19, ὅπερ ὀφείλει ὁ θέλων νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸν νόμον νὰ συμβιβάσῃ πρὸς τὸ ἄρθρον 17, καθ’ ὃ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν. Μοὶ φαίνεται λοιπὸν, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, νομίζων, ὅτι δὲν εἶναι νόμιμος ἡ χορήγησις νέας παρατάσεως προθεσμίας. Ἐπειδὴ δὲ εἰς τοῦτον καὶ μόνον τὸν λόγον ἐστηρίχθη, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τι περισσότερον. Ἕν μόνον ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ εἰργάσθη μετὰ πολλοῦ ζήλου κατ’ ἀμφοτέρας τὰς δοθείσας αὐτῇ προθεσμίας, καίτοι τέσσαρα μέλη τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς ἦσαν καὶ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ ἐπιτροπὴ σχεδὸν εἰργάζετο καθ’ ἑκάστην· ἐμελέτησε μετ’ ἐπιστασίας ὅλα σχεδὸν τὰ κεφάλαια τοῦ κατηγορητηρίου, τὰ ὁποῖα, ὡς γνωστὸν, ἦσαν πολλά· διῆλθε σωρὸν ἐγγράφων, ἐγένετο δὲ καὶ ἐξέτασις μαρτύρων κατ’ ἐπανάληψιν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας· ἐκ τούτου δὲ ἦτο φυσικὸν νὰ μὴ ἀρκέσῃ ἡ προθεσμία. Ἐβεβαίωσεν ὡσαύτως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ὅτι συνηθροίσθη ὅλη ἡ ἀπαιτουμένη ὕλη, καὶ συνηθροίσθη ἀκριβῶς διότι ἡ ἐπιτροπὴ εἰργάσθη μετὰ δραστηριότητος καὶ ζήλου. Συναθροισθείσης τῆς ὕλης, ὀλίγαι ὑπολείπονται ἡμέραι, ὅπως καταρτισθῇ ἡ ἀπαιτουμένη ἔκθεσις. Ἕνεκα τούτου δὲν εὑρίσκω, ὅτι ὑπάρχει λόγος ν’ ἀνατεθῇ εἰς ἑτέραν ἐπιτροπὴν ἡ ἐργασία, οὔτε νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ ἄνευ ἐκθέσεως εἰς ἀπόφασιν.
§15ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μεταξὺ τῶν δύο ἄρθρων τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου ἀντινομία δὲν ὑπάρχει. Τὸ ἄρθρον 17 λέγει, ὅτι «ἡ Βουλὴ δύναται νὰ παρατείνῃ τὴν ταχθεῖσαν προθεσμίαν». Τὸ δὲ 19 λέγει, ὅτι, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ ἐντὸς τῆς προθεσμίας δὲν ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, ἡ ἐπιτροπὴ λογίζεται νομίμως ἐκπεσοῦσα τῆς ἐντολῆς της, καὶ ἡ Βουλὴ ἢ διορίζει ἄλλην ἐπιτροπὴν, ἢ προβαίνει καὶ ἄνευ ἐκθέσεως εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τῆς περὶ κατηγορίας προτάσεως. Ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν εἶναι ἢ δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὸς διὰ τὴν Βουλήν; Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, εἶναι· διότι ὁρίζει τὴν διαδικασίαν, ἣν ὀφείλει ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ Βουλή, δεχομένη πρότασιν περὶ συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς κατὰ Ὑπουργῶν· καὶ εἶναι ὑποχρεωτικὸς ὁ νόμος, διὰ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν πλειονοψηφίαν ἀπὸ παρελκύσεων καὶ ὑπερβασιῶν ἐπιβλαβῶν τοῦ εἰσαγγελθέντος Ὑπουργοῦ. Ὁ νόμος εἶναι ἐπιβλητικὸς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τὴν ὑψίστην αὐτοῦ ἀποστολήν, τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ παραγνωρίζῃ ἡ Βουλή, ἥτις ὀφείλει νὰ δεικνύῃ εἰς αὐτὸν τὸν σεβασμόν, οὗτινος εἶναι ἄξιος, ἂν θέλωμεν νὰ λειτουργῇ καθ’ ἣν ὥρισε τὸ Σύνταγμα ἀποστολήν, καὶ ἂν θέλῃ νὰ δεικνύῃ σεβασμὸν εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ καταγγελλομένου Ὑπουργοῦ. Ὁ νόμος πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ λοιπὸν ὡς τοιοῦτος κατὰ τὰς γενικὰς διατάξεις, καθ’ ἃς ἑρμηνεύονται οἱ νόμοι. Λέγον τὸ ἄρθρον 17, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν, ἐννοεῖ, ὅτι πρέπει ἡ προθεσμία νὰ ὑφίστατο καὶ νὰ μὴ ἔληξεν. Ἐὰν ἔληξεν, ἡ Βουλὴ θὰ ἐφαρμόσῃ τὸ ἄρθρον 19, καθ’ ὃ ἡ Βουλὴ ἢ ἐκλέγει νέαν ἐπιτροπήν, τῆς πρώτης στερηθείσης τῆς ἐντολῆς της, ἢ προβαίνει εἰς τὴν ἄμεσον συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς προτάσεως. Μετὰ τὴν προθεσμίαν αἴτησις παρατάσεως εἶναι ἐκπρόθεσμος. Τοῦτο δικαστικῶς ἰσχύει, ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 17 ἔχει καὶ τὴν ἔννοιαν, χρώμενον ἐνεστῶτι, ὅτι ἐφάπαξ μόνον παρατείνει τὴν προθεσμίαν ἡ Βουλή, καὶ τοῦτο, διότι δὲν ἤθελε νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν δι’ ἀλλεπαλλήλων παρατάσεων νὰ κρατῇ μετέωρον τὴν ὑπόληψιν ἑνὸς Ὑπουργοῦ. Ἄλλην ἑρμηνείαν δὲν δύναται νὰ δεχθῇ ἡ Βουλή· καὶ ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς: ἐὰν ὡς δικαστὴς ἐφήρμοζε τὰ δύο ταῦτα ἄρθρα ἐπὶ δικαστικῆς ὑποθέσεως, ἠδύνατο ἢ ἐτόλμα νὰ εὕρῃ ἀντίφασιν εἰς αὐτά; ἢ ὤφειλε νὰ τὰ συμβιβάσῃ, δεχόμενος, ὅτι τὸ μὲν 17 ἄρθρον χρησιμεύει εἰς τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ δίδει ἐφάπαξ νέαν προθεσμίαν, ὑφισταμένης τῆς πρώτης δοθείσης, καὶ πρὶν ἢ αὕτη λήξῃ, τὸ δὲ δεύτερον ἔχει χώραν, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν; Δὲν προσφεύγω εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 17, ὅτι ἐφάπαξ μόνον παρατείνεται ἡ προθεσμία. Λέγω μόνον, ὅτι μεταξὺ τῶν δύο τούτων ἄρθρων, τοῦ 17 καὶ τοῦ 19, δὲν ὑπάρχει ἀντίφασις, καὶ ὅτι, ἀφοῦ ἔληξεν ἤδη ἡ προθεσμία, δὲν δύναται ἡ Βουλή, παρὰ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ 19 ἄρθρου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια. Θέλετε σεῖς νὰ κάμητε ἄλλως; κάμετέ το· ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ σᾶς ὑποδείξωμεν, ὅτι, τοῦτο πράττοντες, δεχόμενοι δηλ. τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, θέλετε παραβιάσει τὸν νόμον, καὶ πράττετε τοῦτο, παραγνωρίζοντες τὰ δικαιώματα τοῦ μηνυθέντος Ὑπουργοῦ. Ἐὰν ἦναι ἡ πρώτη ἢ ἡ δευτέρα ἢ ἡ τρίτη παραβίασις, ἣν κάμνετε, τοῦ νόμου ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, τοῦτο θὰ ἐξετάσωμεν ἄλλοτε. Μίαν ἔχω ἔτι παρατήρησιν, ὅτι, καὶ ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ᾐτήσατο τὴν παράτασιν τῆς προθεσμίας, ἡ προθεσμία εἶχε λήξει, διότι ἦτο εἰκοσαήμερος· ἀρχομένη τὴν 18 Δεκεμβρίου, ἔληγε τὴν 7 Ἰανουαρίου, καὶ ἡ αἴτησις ἐγένετο τὴν 8 Ἰανουαρίου.
§16ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἡ προθεσμία ἔληγε τὴν 8 Ἰανουαρίου, διότι ἤρξατο τὴν 19 Δεκεμβρίου.
§17ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ προθεσμία ἄρχεται ἀφ’ ἧς ἐκλεχθῇ ἡ ἐπιτροπή, καὶ οὐχὶ ἀπὸ τῆς ἐπιούσης. Καὶ μετὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν τοῦτο συμβαίνει ἐν τῇ ἐσωτερικῇ λειτουργίᾳ τῆς Βουλῆς· διότι, ἀφ’ ἧς ἡ Βουλὴ ἐξέλεξε τὴν ἐπιτροπὴν καὶ πρὸ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν, ἡ ἐπιτροπὴ λογίζεται ἐν ἐνεργείᾳ· καὶ εἰς ἀπόδειξιν τούτου σᾶς ἀναφέρω τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ὁ Πρόεδρος, ἅμα τῇ ἐκλογῇ του, λαμβάνει τὴν ἕδραν, μὴ ἀναμένων τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν, γινομένην εἰς τὴν ἐπιοῦσαν συνεδρίασιν. Ἐπίσης ἐκλέγομεν ἐπιτροπάς, αἵτινες αὐθωρεὶ καὶ πολλάκις κατὰ τὴν ἰδίαν συνεδρίασιν ὑποβάλλουσιν ἐκθέσεις. Τοῦτο πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ περὶ ὅλων τῶν ἐπιτροπῶν, αἵτινες καλοῦνται ἐν τῇ ἐσωτερικῇ λειτουργίᾳ τῆς Βουλῆς.
§18ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀργολίδος παρεδέχθη ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκα ἐγὼ εἰς τὸν νόμον· εἶπεν ὅμως, ὅτι, ὅπως δοθῇ ἡ ἔννοια αὕτη, ἀπαιτεῖται ἡ αἴτησις περὶ παρατάσεως προθεσμίας νὰ γείνῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τῆς προθεσμίας. Ἐν πρώτοις παρατηρῶ, ὅτι ἐγένετο ἡ αἴτησις ἐντὸς τῆς προθεσμίας, διότι τὴν 19 Δεκεμβρίου ἐδόθη ἡ νέα εἰκοσαήμερος προθεσμία, καὶ τὴν 8 Ἰανουαρίου ἐδόθη ἡ αἴτησις πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι καὶ τὴν 9 Ἰανουαρίου ἠδύνατο νὰ δοθῇ, διότι ἡ προθεσμία δὲν ἀρχίζει τὴν ἰδίαν ἡμέραν, οὐχὶ διὰ τὸν λόγον τῆς μὴ ἐπικυρώσεως ἐν τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ τῶν πρακτικῶν, ἀλλὰ διότι ἡ Βουλὴ συνεδριάζει τὴν νύκτα, καὶ ἀπὸ τῆς ἐπιούσης ἄρχονται ἀναγκαίως αἱ ἐργασίαι τῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀποτελοῦσα μέρος τῆς προθεσμίας ἡμέρα καταναλωθεῖσα ἤδη, καθ’ ἣν ἀδύνατον εἶναι ἑπομένως νὰ συνεδριάσῃ ἡ ἐπιτροπή. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶπε καί τι ἄλλο, εἰς τὸ ὁποῖον, ὡς προσωπικόν, ἐπιτραπήτω μοι νὰ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων λέξεων· εἶπεν ὅτι ἐπικαλεῖται τὴν γνώμην μου ὡς δικαστοῦ εἰς τὸ ζήτημα περὶ ἑρμηνείας τοῦ νόμου, σχετικῶς πρὸς τὴν αἰτουμένην παράτασιν προθεσμίας. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω πανδήμως,—καὶ ὁ βίος μου ὅλος μαρτυρεῖ τοῦτο— ὅτι, ὁσάκις ἑρμηνεύω νόμον, ἀείποτε ἑρμηνεύω αὐτὸν ὡς δικαστής.
§19ΡΑΛΛΗΣ. Ἐντύπωσιν μοὶ ἐνεποίησε θλιβερὰν ὁ τρόπος, δι’ οὗ συζητεῖται ἡ αἴτησις αὕτη. Θέμα σοβαρώτατον εἴδομεν συζητούμενον διὰ παραδόξων ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἥρμοζον ἐνώπιον ἡμῶν, ἀλλ’ ἐνώπιον μικροῦ δικαστηρίου. Δὲν γνωρίζω, διατὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς ἠρκέσθη ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν τακτικὴν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀργολιδοκορινθίας ἐπὶ τοῦ θέματος. Δὲν γνωρίζω, διατὶ ἐσταμάτησεν ἡ ἐπιτροπὴ τὰς ἐνεργείας της, διατὶ ἐθεώρησεν, ὅτι πρόκειται περὶ ἀνακριτικῆς προθεσμίας ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας ἔπαυσαν τὰ ἔργα. Θαυμάζω, ὅτι ἐπὶ τοιούτου καὶ τοσοῦτον σπουδαίου ἀντικειμένου εἰσήλθομεν εἰς τόσον ἱλαρὰν συζήτησιν. Τὸ ζήτημα τίθεται ὡς ἑξῆς: Ἡ Βουλὴ δικαιοῦται μετὰ τὴν πρώτην παράτασιν τῆς προθεσμίας νὰ χορηγήσῃ καὶ ἄλλην, ναὶ ἢ ὄχι; Καὶ τὸ ζήτημα λύεται διὰ τοῦ ἄρθρου 17. Τὸ ἄρθρον 19 οὐδὲν ἔχει τὸ κοινὸν πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ζήτημα. Τὸ μόνον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλήν, εἶναι τὸ 17, διότι τὸ 19 οὐδένα ἄλλον ἔχει σκοπὸν ἢ νὰ καθοδηγήσῃ τὴν Βουλήν, τίνα ὀφείλει νὰ τηρήσῃ δικονομίαν ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἤθελε φθάσει μέχρι τοῦ βήματος αὐτῆς ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτε τὸ ἄρθρον 19 ὁρίζει, ὅτι ἡ Βουλή, ἢ δύναται νὰ προβῇ εἰς ἐκλογὴν νέας ἐπιτροπῆς, ἢ νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς συζήτησιν ἄνευ ἐκθέσεως· προκειμένου ὅμως νὰ λύσωμεν τὸ ὑπὸ συζήτησιν ζήτημα, πρέπει νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 17, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι δύναται νὰ παραταθῇ ἡ ἀρχικῶς ὁρισθεῖσα προθεσμία, δὲν ὁρίζει δὲ, ὅτι ἅπαξ ἢ δίς· δύναται νὰ παραταθῇ καὶ πολλάκις, καθ’ ὅσον ἡ Βουλὴ θεωρεῖ δεδικαιολογημένην τὴν παράτασιν ταύτην. Ἠξίουν, καὶ μετ’ ἐμοῦ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀκούσωμεν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, τίνες ἦσαν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι παρημπόδισαν τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως μετὰ πάροδον εἴκοσιν ἡμερῶν· διότι φρονῶ, ὅτι ὑπῆρξεν ἀληθὴς ὀλιγωρία τοῦ καθήκοντος τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι δὲν ἐξετέλεσε τὴν ἐντολὴν, διότι διέκοψε τὰς ἐργασίας της, θεωροῦσα ὅτι εὑρίσκετο ἐνώπιον εἰσηγητοῦ παρέδρου, ἢ ἐνώπιον Εἰρηνοδικείου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἀληθῶς αἱ προθεσμίαι εἶναι ἀνατρεπτικαὶ, καὶ ἡ παράτασις πρέπει νὰ ζητηθῇ πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς ἤδη ταχθείσης προθεσμίας. Τοιοῦτος δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἔθηκεν ὁ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμος, ὅταν ἐπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίζῃ προθεσμίαν πρὸς ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς· ὁ σκοπὸς ἦτο, ὅπως ἐπιταχύνῃ τὰς ἐργασίας καὶ μὴ παρελκύῃ τοιαύτας ὑποθέσεις. Ὤφειλε λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ νυχθημερὸν νὰ ἐργασθῇ καὶ οὐχὶ μέχρι τῆς 10 Ἰανουαρίου. Ἀναμένω λοιπὸν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἡ παράτασις ἔχῃ σκοπὸν τὴν παρέλκυσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἢ τὴν ἐπιτάχυνσιν τῆς ὑποβολῆς τῆς ἐκθέσεως, ἄνευ τῆς ὁποίας δύσκολον εἶναι ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§20ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀρκετὰ εὐκρινῶς καὶ μὲ ὅλον τὸ κῦρος τῆς νομικῆς ἀξίας του ὁ ἔντιμος συνάδελφος ὡμίλησε, καὶ ἐνόμιζον ὡς ἐκ τούτου, ὅτι ἤθελον ἀποφύγει νὰ λάβω τὸν λόγον· ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ἡ ὁμιλία τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου δὲν ἔπρεπεν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς. Ἦσαν πράγματι ὀρθὰ μόνον ὡς πρὸς τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος τὰ ἐπιχειρήματα τῶν προλαλησάντων, ἀλλὰ δὲν ἦσαν ἄξια αὐτοῦ τοῦ ὑψίστου ζητήματος. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἤθελε νὰ μάθῃ, ποῖοι οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ παράτασις τῆς προθεσμίας. Πολλάκις ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς τὰ μέλη μιᾶς ἐπιτροπῆς δὲν θέλουσι νὰ κάμωσι γνωστὰς οὐδὲ τὰς ἐλαχίστας λεπτομερείας, ἀφοῦ ἐκ προοιμίων εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὰ μέλη ἐμπνέουσι πλήρη ἐμπιστοσύνην. Δὲν πρέπει νὰ νομίσῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἤλθομεν ἐνταῦθα νὰ κάμωμεν ἀντεγκλήσεις· καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Φθιώτιδος ἀπέφυγε τοῦτο· σᾶς ἀπέδειξα δὲ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της, ὅτι ἔλυσε ὅλα τὰ ζητήματα, καὶ ὅτι δὲν ἔμεινε παρὰ ἡ λύσις ἑνὸς μόνου ζητήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπερατοῦτο, ἐὰν δὲν ἐπήρχοντο αἱ ἑορταὶ καὶ δὲν ἠναγκάζοντό τινα τῶν μελῶν, ἕνεκα λόγων οἰκογενειακῶν, ν’ ἀναχωρήσωσι τῶν Ἀθηνῶν, καὶ οὕτω δὲν ὑπῆρχεν ἡ δέουσα ἀπαρτία. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι καὶ ἡ μειονοψηφία, διὰ λόγους γνωστοὺς, προέβαλλε καθ’ ἑκάστην ἐπιχειρήματα, λέγουσα, ὅτι δὲν δύναται πλέον νὰ ἐργασθῇ ἡ ἐπιτροπὴ, διότι παρῆλθεν ἡ προθεσμία. Ἀπαρτία δὲν ὑπῆρχε, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐθεώρησε ὀρθὸν νὰ κάμῃ αἴτησιν πρὸς τὴν Βουλήν. Δὲν ὑπολείπεται, Κύριοι, ἢ ἓν ζήτημα μόνον· ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι λελυμένα· ἑπομένως δέκα ἡμερῶν προθεσμία οὔτε τὴν Βουλὴν ἤθελε καταβιβάσει τῆς ἀξίας αὐτῆς, οὔτε τὰ συμφέροντα τῶν ἐνδιαφερομένων ἤθελε βλάψει. Ἀφοῦ δὲ οἱ ἐνδιαφερόμενοι ὁμολογοῦσιν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της, ὅτι δὲν ἔπαυσεν ἐργαζομένη, νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ δοθῇ νέα προθεσμία, χάριν τοῦ ὕψους τοῦ ζητήματος. Μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι πᾶσα περαιτέρω συζήτησις εἶναι περιττή.
§21ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος νὰ διαφωνήσω πρὸς αὐτὸν ὡς πρὸς τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος περὶ τῆς ἑρμηνείας τῶν ἄρθρων 17 καὶ 19, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς· διότι, κατ’ ἐμὲ, τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα εἶναι ἀλληλένδετα. Καὶ θὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἄγουσιν εἰς τὸ συμπέρασμά μου. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ, διαχειριζομένη τὰ τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ἀποβάλλει τὸν νομοθετικὸν αὐτῆς χαρακτῆρα, καὶ περιβάλλεται τὸν δικαστικὸν, ἀλλ’ ὁ νομοθέτης δὲν ἠδύνατο νὰ λησμονήσῃ, ὅτι τὸ σῶμα ἐκεῖνο, εἰς ὃ ἀπέδιδε τὴν ἁρμοδιότητα ταύτην, τὴν δικαστικὴν, ἦτο σῶμα πολιτικὸν, καὶ δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποχωρισθῇ εὐκόλως τῆς πολιτικῆς. Διὰ τοῦτο ὁ νομοθέτης, ὅστις ὑπογραμμὸν εἶχε τὰ εὐρωπαϊκὰ νομοθετήματα, ἅτινα ὑπῆρξαν ἀπόῤῥοια μελέτης καὶ συζητήσεως καὶ πείρας τῶν ἐθνῶν, ἠθέλησε νὰ θέση φραγμὸν εἰς τὴν παραφορὰν τοῦ σώματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ κρίνῃ τὰ περὶ τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Φραγμὸς δὲ ἀνυπέρβλητος ἐτέθη τὸ ἄρθρον 19. Ἂν εἰς τὸ ἄρθρον 17 ἐδίδετο ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ δώσῃ, τουτέστιν ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ παρατείνῃ ἑκάστοτε τὴν προθεσμίαν, καὶ μόνον ἂν ἔχῃ ὑπονοίας ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐκτελεῖ πρεπόντως τὸ καθῆκον αὑτῆς, νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τοῦ ἐν τῷ ἄρθρῳ 19 ἀναγεγραμμένου. Ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα· διότι, ἂν οὕτως εἶχε, φαντασθῆτε εἰς ποῖον ἄτοπον θὰ ἐφερόμεθα! Καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω ἀμέσως. Ὅταν πρόκηται περὶ κατηγορίας τοῦ Ὑπουργοῦ, συνήθως οἱ κατηγορούμενοι εἶναι ἔκπτωτοι τῆς ἀρχῆς· τὰ τῆς κατηγορίας λοιπὸν διαχειρίζεται ἡ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ μερὶς, καὶ ἂν ἡ μερὶς αὕτη,— ἂν ἡ Βουλὴ, ἂς εἴπω, διότι ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ Βουλὴ, —καὶ ἂν ἡ Βουλὴ, ἐκ πολιτικῶν λόγων ἀγομένη, παρατείνῃ τὰ τῆς ἐξετάσεως τοῦ κατηγορητηρίου, —καὶ ἔχει τὸ μέσον νὰ παρατείνῃ ταύτην ἐπ’ ἄπειρον, παρατείνουσα τὴν προθεσμίαν τὴν δοθεῖσαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, —εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρίσκωνται οἱ κατηγορούμενοι πρώην Ὑπουργοὶ, καὶ ποῖα μέσα πλέον θὰ ἔχωσιν, ἵνα ἀμυνθῶσι; Τοῦτο εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὁ νομοθέτης, ὅταν ὥριζεν ἐν τῷ ἄρθρῳ 19, ὅτι, ληξάσης τῆς προθεσμίας, τῆς δοθείσης εἰς τὴν ἐπιτροπὴν κατὰ παράτασιν, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ἢ ἓν τῶν δύο νὰ πράξῃ, εἴτε νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν τῆς κατ’ οὐσίαν κατηγορίας, εἴτε νὰ ἀναθέσῃ τὴν προανάκρισιν εἰς ἄλλην ἐπιτροπήν. Ἐν τῷ πνεύματι λοιπὸν τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου, κατ’ ἐμὲ, ἐν τῇ διατάξει αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου 17 πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται περαιτέρω παράτασις.
§22Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§23ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν ἐπιτρέπεται λοιπὸν περαιτέρω παράτασις, καὶ ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἠδυνήθη, εἴτε διὰ τὸν ἕνα, εἴτε διὰ τὸν ἄλλον λόγον, νὰ περαιώσῃ τὴν ἐργασίαν αὑτῆς κατὰ τὴν παρασχεθεῖσαν προθεσμίαν, ἐξ ἀνάγκης ἡ Βουλὴ εἶναι ὑπόχρεως ἐκ τοῦ ἄρθρου 19, εἴτε νὰ ἐκλέξῃ νέαν ἐπιτροπὴν, εἴτε νὰ προβῇ εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν τῆς περὶ κατηγορίας προτάσεως. Δὲν ἐξετάζω δὲ τὰ ζητήματα τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν, ἂν ἡ πρότασις περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας ἐγένετο ἐμπροθέσμως ἢ οὔ· διότι, τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, θεωρῶ τὴν ἀνατεθεῖσαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐντολὴν ὡς λήξασαν, καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 19 ἐπιτακτικῶς ἐπιβαλλομένην εἰς τὴν Βουλήν. Τώρα, ὡς καὶ ἄλλοτε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, προκειμένου περὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ Βουλὴ εἶναι σῶμα κυρίαρχον, μὴ ὑποκείμενον εἰς ἔλεγχον, καὶ ἑπομένως δύναται νὰ πράξῃ ὅ,τι ἂν βούληται, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἂν πράξῃ τὸ ἐναντίον τοῦ ἄρθρου 19, δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ ὀρθῷ καὶ νομίμῳ, παραβιάζει τὸν περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμον, καὶ ἀφοῦ ἅπαξ παρεβίασεν αὐτὸν, νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παραβιάσῃ αὐτὸν καὶ αὖθις, διότι ἑνὸς ἀτόπου δοθέντος μυρία ἔπονται...
§24ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία εἶναι ἡ ἄλλη παραβίασις;
§25ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξα κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς, δηλαδὴ ἡ ἀναβολὴ κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον εἰς τὴν ἑπομένην.
§26ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παραβίασις ἦτο ἐκείνη;
§27ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Πολὺ καλά· ἔχετε σεῖς τὴν ἰδέαν σας, καὶ ἐγὼ τὴν ἰδικήν μου. Δὲν ἐπιτρέπεται λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δευτέρα παραβίασις. Ὀφείλει δὲ σπουδαίως νὰ σκεφθῇ· διότι, ἂν σήμερον ἡ παραβίασις δὲν ἔχῃ συνεπείας, ἀλλ’ αὐτὸ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς προηγούμενον, ἵνα προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς παραβιάσεις ἔτι σπουδαιοτέρας. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος Βουλευτοῦ εἶναι ἡ μόνη ὀρθή, καὶ ταύτην ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ.
§28Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, διὰ νὰ ἀποκρούσω τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ προλαλήσας. Ὑπεστήριξεν ὅτι τὰ ἄρθρα 17 καὶ 19 τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου εἶναι ἄρθρα ἀλληλένδετα, δὲν δύνανται νὰ χωρισθῶσι, καὶ ὅτι ὡς συνέπεια ἐπέρχεται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου 19. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ποῦ εὑρίσκει τὴν ἀλληλουχίαν τῶν ἄρθρων αὐτῶν. Τὸ ἄρθρον 19 εἶναι ἐν σχέσει πρὸς τὸ 17, ὅταν πεισθῶμεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπή, ἡ διορισθεῖσα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται ἐκ προσκομμάτων ἀνυπερβλήτων νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ ἑαυτῆς καθῆκον· τότε ἔρχεται ὡς συνέπεια τὸ ἄρθρον 17, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἡ Βουλὴ προβαίνει ἄνευ ἐκθέσεως εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας, ἤ, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἔδειξεν ὀλιγωρίαν περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός της, προβαίνει εἰς τὴν ἐκλογὴν ἄλλης ἐπιτροπῆς. Δὲν βλέπω λοιπὸν, κατὰ τί συνδέεται τὸ ἓν ἄρθρον πρὸς τὸ ἄλλο. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπεν, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἐπικαλεσθῆτε τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 17, διότι ἡ προθεσμία ἔληξεν. Ἀλλ’ ἀξιότιμε συνάδελφε, ὅταν τὸ ἄρθρον λέγῃ, ὅτι ἡ προθεσμία παρατείνεται, καὶ ἡ Βουλὴ πρόκηται νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς προθεσμίας, νομίζω, ὅτι οὐδεὶς λόγος νομικὸς δύναται νὰ παρεμποδίσῃ τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ, ὡς σῶμα δικαστικὸν, ὀφείλει νὰ ἀκούσῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ζητεῖται ἡ παράτασις. Ἂν εἶχεν ἡ ἐπιτροπὴ ἀδυναμίαν εὔλογον, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δώσῃ παράτασιν· ἂν εἴπῃ, ὅτι εὗρε προσκόμματα ἀνυπέρβλητα, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ ἄλλως. Ἀλλὰ δὲν ἠκούσαμεν, οὔτε ἀπὸ τοὺς μὲν οὔτε ἀπὸ τοὺς δὲ, λόγους ἀδυναμίας, οὔτε ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἀδυνατεῖ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἐργασίαν αὑτῆς, ὅτε εἰς μάτην θὰ ἐζητεῖτο ἡ προθεσμία· οὐδὲν τοιοῦτον ἠκούσαμεν. Τὴν εὔλογον ἀδυναμίαν, φαίνεται, σιωπηλῶς τὴν ἀναγνωρίζουν καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δέ. Ἂν λοιπὸν παρατείνωμεν ἐπὶ δέκα ἡμέρας τὴν προθεσμίαν, δὲν προσκόπτομεν οὔτε εἰς τὸ δίκαιον οὔτε εἰς τὸν νόμον. Ἂν μᾶς ἔλεγον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ ἑαυτῆς καθῆκον, ὅσην προθεσμίαν καὶ ἂν δώσητε, τότε ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ σκεφθῇ ἄλλως· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ τοιοῦτον οὐδέποτε ἐλέχθη, πρέπει νὰ δοθῇ ἡ αἰτουμένη προθεσμία. Ἀποφασίζουσα δὲ ἀντιθέτως ἡ Βουλὴ, θέλει προφανῶς παραβῆ τὸ καθῆκον, ὅπερ ἔχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὡς σῶμα δικαστικόν.
§29ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ πεισθῇ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ὅτι ἡ μόνη ὀρθὴ ἑρμηνεία, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ εἰς τὰ ἄρθρα 17 καὶ 19 τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου, εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Διὰ νὰ πεισθῇ δὲ, ἂς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς συνεπείας, εἰς τὰς ὁποίας ἤθελεν ἀγάγει ἡ γνώμη αὐτοῦ, καὶ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ Βουλευτὴς Φθιώτιδος. Εἶπεν ὅτι εἶναι ἀνατρεπτικὴ ἡ προθεσμία, καὶ ὅτι ἡ ἤδη παραταθεῖσα προθεσμία δὲν δύναται ἐκ νέου νὰ παραταθῇ, ἡ δὲ Βουλὴ ὀφείλει νὰ πράξῃ ἓν τῶν δύο: ἢ νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως ἄνευ ἐκθέσεως, ἢ νὰ ἐκλέξῃ νέαν ἐπιτροπήν. Καὶ νομίζετε, ὅτι οὕτω πως τὰς παραβιάσεις, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ Βουλευτὴς Ζακύνθου, θέλομεν τὰς ἀποφύγει; Ἂν ἡ Βουλὴ ἦναι κυρία μετὰ τὴν ἔκπνευσιν τῆς παραταθείσης προθεσμίας ν’ ἀντικαταστήσῃ τὴν ἐπιτροπὴν, ἐμφορῆται δὲ ὑπὸ μόνου τοῦ σκοποῦ τῆς παρελκύσεως τῆς προανακρίσεως, δὲν χορηγεῖ αὐτῇ πρόχειρον τὸ μέσον τὸ ἄρθρον 19 τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον δίδει αὐτῇ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ νέαν ἐπιτροπήν; Ἀλλὰ διὰ νὰ εἴπῃ τις, ὅτι μία καὶ μόνη εἶναι ἡ ὀρθὴ ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 17, δὲν ἔχει ἢ νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ ἄρθρον 22, ἐκ τοῦ ὁποίου προκύπτει, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀνατρεπτικῆς προθεσμίας, πρόκειται μόνον περὶ προθεσμίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποβλέπει ὁ νόμος περὶ εὐθύνης, διότι θέλει τὸ ταχύτερον ὁπωσδήποτε νὰ λήξῃ τὸ ἐπεισόδιον μιᾶς προτάσεως περὶ προανακρίσεως. Τὸ ἄρθρον 22 τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου ὁρίζει ὅτι, «ἂν ἡ Βουλὴ διαλυθῇ ἢ κυρηχθῇ ἡ λῆξις τῆς συνόδου πρὶν ἢ ἀναγνώσῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἐπὶ τῆς προανακρίσεως ἔκθεσιν, κατὰ τὴν ἀμέσως ἑπομένην σύνοδον τῆς αὐτῆς ἢ ἄλλης περιόδου ἐκλέγεται νέα πρὸς τοῦτο ἐπιτροπή». Λοιπὸν δύναται καὶ μέχρι πέρατος ἀκόμη τῆς συνόδου νὰ μὴ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τότε, ἂν ἐπρόκειτο περὶ προθεσμίας ἀνατρεπτικῆς, τί ἔπρεπε νὰ γείνῃ; ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ ὑπάρχουσα πλέον ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ προθεσμίας ἀνατρεπτικῆς, ἀλλὰ περὶ προθεσμίας, ἥτις σκοπὸν ἔχει νὰ θέσῃ ἓν τέρμα εἰς πρότασιν περὶ προανακρίσεως, ἡ ὁποία βεβαίως δημιουργεῖ μίαν ἀνώμαλον κατάστασιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ἐν ὅσῳ δὲν ὑπάρχει κύρωσις ἄλλη εἰς τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδουσιν εἰς τὰ ἄρθρα 17 καὶ 19, ἢ ἐκείνη, ἥτις ἀναγράφεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 19, δηλαδὴ ἡ ἐκλογὴ νέας ἐπιτροπῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ πείσῃ τις, ὅτι τὸ ἄρθρον 17, ὅταν ὁρίζῃ, ὅτι δύναται νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία, ὁρίζει ὅτι δύναται νὰ παραταθῇ ἐφ’ ἅπαξ καὶ οὐχὶ κατ’ ἐπανάληψιν. Τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα οὐσιαστικόν. Ἀληθῶς, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ὀφείλει νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ τὴν ἐπ’ ἄπειρον παράτασιν τῆς προανακρίσεως, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ πεισθῇ, ὁσάκις ἑκάστοτε ζητοῦνται παρατάσεις, ἂν ὁ σκοπὸς τῶν αἰτήσεων τούτων ἦναι ἡ διαφώτισις τῆς Βουλῆς, ἢ σκοπὸς ἦναι μόνον ἡ παρέλκυσις. Διὰ νὰ ἀποδείξω δὲ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου, ὅτι δὲν ἠδύνατο ὁ νομοθέτης νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς ἀνατρεπτικὴν τὴν προθεσμίαν, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει ἡ Πολιτικὴ ἡμῶν Δικονομία ἐπὶ κοινῶν ὑποθέσεων, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄτοπα, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἦγεν ἡ γνώμη αὐτοῦ, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐγίνετο δεκτή· θὰ ἦγεν εἰς τὴν ἀτέλειαν τῆς προανακρίσεως, ἐὰν ἐθεωροῦμεν ἀνατρεπτικὴν τὴν προθεσμίαν· διότι, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ἐξακολουθούσης τῆς προανακρίσεως γεννᾶται ἡ ἀνάγκη κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν ἐξετάσεως ἄλλου τινὸς μάρτυρος ἢ ἀτόμου, ἢ τῆς ἐρεύνης ἐγγράφου, δὲν θὰ εὑρίσκετο ἐν ἀδυναμίᾳ ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ ἐν συνειδήσει περὶ τοῦ βασίμου ἢ μὴ τῆς αἰτήσεως περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας; Ἀκριβῶς ἐκ τῶν αὐτῶν λόγων ἀναχωρῶν ὁ νομοθέτης τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, οὐδεμίαν τάσσει προθεσμίαν πρὸς διεξαγωγὴν τῶν προανακρίσεων, διότι ἤθελεν ὑποχρεωθῇ ἄλλως ὁ δικαστὴς, ἢ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε νὰ παραπέμψῃ ἐκεῖνον, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἔχει χειροπιαστὰς ἀποδείξεις, ἢ νὰ κλείσῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸ τῶν ἀποδείξεων, τὰς ὁποίας ἤθελε συλλέξει, ἀλλὰ δὲν εἶχε τὴν πρὸς τοῦτο ἀναγκαίαν προθεσμίαν.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τῆς ἐννοίας τῶν ἄρθρων, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος, οὐδεμίαν ἐγὼ ἔχω ἀμφιβολίαν. Ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι δὲν εἶναι δεκτικὸν ἀμφισβητήσεως, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ὑπόχρεως ἵνα ἐκτελέσῃ τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 19, καὶ ὅτι ταῦτα καθαρῶς κελεύουσιν, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ πράξῃ ἓν τῶν δύο, ἢ νὰ ἐκλέξῃ νέαν ἐπιτροπὴν, ἢ νὰ προβῇ εὐθὺς εἰς τὴν συζήτησιν ἄνευ ἐκθέσεως. Ἀλλὰ τοῦτο ὀλίγον μὲ ἐνδιαφέρει, καὶ δὲν ἔρχομαι νὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου· ἔρχομαι νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ προϋποθέσει, τὴν ὁποίαν, πιστεύω, οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι τὸ ἄρθρον 19, ἂν δὲν ὑποχρεοῖ, ἐπιτρέπει ὅμως. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι τὸ ἄρθρον 19 ἐπιτρέπει εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα προβῇ ἄνευ ἐκθέσεως· καὶ ἐγὼ ἔρχομαι, ἵνα εἴπω, ὅτι, καίτοι θεωρῶ ὅτι εἶναι ὑπόχρεως, δὲν ἐπικαλοῦμαι ὅμως τοῦτο, ἐπικαλοῦμαι τὸ ἕτερον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν ἄδειαν νὰ πράξῃ· ἀφοῦ δὲ ἔχει τὴν ἄδειαν νὰ πράξῃ, λέγω, ὅτι εἶναι ἠθικῶς ὑπόχρεως, ἵνα πράξῃ. Τοῦτο εἶναι ἠθικὴ ὑποχρέωσις ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, διότι πρόκειται περὶ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ζητοῦμεν παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως μὴ μᾶς παραπέμψῃ εἰς τὸ δικαστήριον· ἡμεῖς ζητοῦμεν, ὅπως μᾶς παραπέμψῃ τὸ ταχύτερον, καὶ παραπονούμεθα, διότι δὲν μᾶς παραπέμπει. Ἤκουσα πρὸ ὀλίγου συζήτησιν, καθ’ ἣν ἐφαινόμεθα ὡσανεὶ ἐζητοῦμεν, ἵνα προασπίσῃ ἡμᾶς ὁ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμος κατὰ τῶν παραφορῶν τῆς πολιτικῆς· ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν προάσπισιν κατὰ τῶν παραφορῶν τούτων, ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ ἐντείνητε τὴν παραφορὰν, νὰ ἐργασθῆτε ὅμως γοργῷ τῷ βήματι, καὶ ἐντείνοντες τὴν παραφορὰν, νὰ μᾶς παραπέμψητε τὸ ταχύτερον ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης. Ζητοῦμεν δὲ τοῦτο, οὐχὶ περὶ ἡμῶν προσωπικῶς,—διότι, ἐὰν προέκειτο περὶ προσωπικοῦ ζητήματος, ἔπρεπεν ἐν τῷ θέματι τούτῳ νὰ σιωπῶμεν,—ἀλλὰ διότι αὐτὸ τοῦτο ἀπαιτεῖ τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωποῦμεν ἐν τῷ θέματι τούτῳ. Ἠκούσατε τὰ περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τί ἐκ τούτων προῆλθεν. Ἠκούσατε, ὅτι περὶ τῶν πλείστων θεμάτων ἐγένετο ἐν αὐτῇ ἐξέτασις· ἂν περὶ τούτων ἡ ἐπιτροπὴ ἐξήνεγκεν ἀπόφασιν, ἢ ἂν ἐξήνεγκε γνώμας προκαταρκτικὰς, ἐπιφυλαττομένη νὰ ἐκδώσῃ ἀποφάσεις ἀφοῦ ἐξετελοῦντο τὰ κατὰ νόμον, περὶ τούτου δὲν ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω, ἀλλὰ ὅ,τι συνάγεται, ἐξ ὅσων ἠκούσαμεν, εἶναι, ὅτι τὸ κύριον θέμα τῆς κατηγορίας, τὸ ἀφορῶν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν προκάτοχον προσωπικῶς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν ἐν γένει καὶ, ἐν ταῖς συνεπείαις αὐτοῦ, εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, τοῦτο δὲν διελευκάνθη ἔτι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ· τὸ θέμα, λέγω, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν εἰλικρινῆ ἐκτέλεσιν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς πρὸς τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἔλαβε παρὰ ξένων κεφαλαιούχων. Τοῦτο εἶναι θέμα, ἐφ’ οὗ δὲν ἐπετρέπετο, κατ’ ἐμὲ, δι’ ἀναβολῆς παρανόμου νὰ μένῃ ἡ ὑπόληψις τοῦ Κράτους ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους ἐν ἀμφιβόλῳ ἀπέναντι τοῦ ἐξωτερικοῦ. Τοῦτο τὸ ζήτημα δὲν ἐπιτρέπεται ἐκ τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους νὰ ἐξακολουθῇ παρελκυόμενον διὰ τῶν συζητήσεων τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ τὴν καλὴν πίστιν, ἀλλὰ καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ τὸ βραδὺ τῆς ἐργασίας. Ἐν ποίαις περιστάσεσιν οἰκονομικαῖς εὑρισκόμεθα σήμερον, πάντες γινώσκομεν, καὶ πάντες γινώσκομεν, ὁποία ἐγένετο ἐκμετάλλευσις πρὸς τὴν ἀνωμαλίαν τὴν οἰκονομικήν, ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα, τοῦ ψευδοῦς ἐπιχειρήματος, ὅτι ὑπῆρξεν Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἥτις παρεβίασε τὰς ἐκ τῆς συμβάσεως ὑποχρεώσεις αὑτῆς πρὸς τοὺς μεθ’ ὧν συνηλλάγη, παρεβίασε δὲ τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς πρὸς ζημίαν ἐκείνων· διότι, ἐὰν τῷ ὄντι ἐγένετο ἡ παραβίασις, τὴν ὁποίαν εὑρέθη δυστυχῶς Ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος νὰ παραστήσῃ ὡς γενομένην διὰ πίνακος ψευδοῦς, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς, ἂν ὑπῆρξε τῷ ὄντι Ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, ὅστις νὰ διαπράξῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν πίναξ παρίστα τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ὡς διαπράξασαν, δικαίως τὰ χρηματιστήρια τοῦ ἔξω κόσμου κλείουσι τὰς πύλας αὑτῶν πρὸς ἡμᾶς. Διὰ τοῦτο σᾶς λέγω: Κύριοι, σπεύσατε νὰ ἐπιτείνητε τὴν παραφοράν σας, καὶ στείλατε ἡμᾶς ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, ἵνα ἐκεῖ ἀποδείξωμεν, ὅτι δὲν ἔλεγε τ’ ἀληθῆ ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὅτε ὑπέβαλλε πίνακα ψευδῆ, ὁ ὁποῖος ἐσυκοφάντει τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν καὶ τὴν Ἑλλάδα, παραστήσας ὅτι ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς ἐν Ἑλλάδι, ὁ ὁποῖος χρημάτων ἱερῶν,—διότι, ἐφ’ ὅσον εἶναι ὑποβεβλημένη ἡ χρῆσις αὐτῶν εἰς ὑποχρεώσεις πρὸς τρίτους, εἶναι ἱερὰ,—τῶν χρημάτων τούτων ἐποιήσατο ἀνοσίαν χρῆσιν. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ συνελέχθη ἅπαν τὸ ὑλικὸν, τὸ ἀναγκαιοῦν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος· ἐπὶ ἄλλου τινὸς θέματος ἤκουσα, ὅτι δὲν συνελέχθη τὸ ὑλικὸν, ἤκουσα ὅτι ἠρνήθη τὸ Ὑπουργεῖον νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ τοῦ τί αὐτὸ ἔπραξεν ἐν θέματι, περὶ τοῦ ὁποίου κατηγοροῦνται οἱ προκάτοχοι· ἀλλ’ ἐν τούτῳ ἤκουσα, ὅτι ἔδωκε πληροφορίας τὸ Ὑπουργεῖον, πληροφορίας, οὐχὶ καλῶς συντεταγμένας, ἀλλὰ πληροφορίας ὁπωσδήποτε κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ πλήρεις. Τούτων τῶν πληροφοριῶν τὸ κῦρος πρόκειται ἡμεῖς ἐνταῦθα ν’ ἀμφισβητήσωμεν. Ἀλλὰ κυρίως δὲν πρόκειται ἐνταῦθα ν’ ἀμφισβητήσωμεν αὐτὰς, πρόκειται νὰ συζητήσωμεν περὶ αὐτῶν ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης. Ἐνταῦθα θέλομεν συζητήσει μόνον, ἵνα προπαρασκευάσωμεν τὴν ἐργασίαν τῆς δικαιοσύνης, διότι, ὡς εἶπον, ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν νὰ συζητήσωμεν, ἵνα ζητήσωμεν παρ’ ὑμῶν ἀθωωτικὴν ψῆφον· δὲν τὴν θέλομεν! Ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἀθωωθῶμεν παρὰ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, καὶ μεθ’ ἡμῶν νὰ ἀθωωθῇ καὶ τὸ Ἔθνος· διότι, ἂν ἡμεῖς διεπράξαμεν ὅσα κατηγορούμεθα ὅτι διεπράξαμεν, τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὅπερ ἔφερεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἀνθρώπους, οἷοι θὰ ἦσαν οἱ τοιαῦτα διαπράξαντες, τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καταδικάζεται παρ’ ἡμῖν· καὶ ἐπειδὴ ἡ Ἑλλὰς κυβερνᾶται κοινοβουλευτικῶς, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κυβερνᾶται ἄλλως ἢ κοινοβουλευτικῶς, καταδικάζεται συνάμα μεθ’ ἡμῶν καὶ αὐτὴ ἡ ὕπαρξις καὶ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἀνέβην εἰς τὸ βῆμα, ἵνα παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ σπεύσητε, καὶ εὐθὺς, ἢ νὰ συζητήσητε, ἢ, βέλτιον ἔτι, νὰ θέσητε ἐνταῦθα τὰς κάλπας. Ἐὰν ἐγὼ εἶχον ψῆφον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὑπόσχομαι, ὅτι πρῶτος ἤθελον δώσει αὐτὴν ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς ἐμοῦ αὐτοῦ καὶ τῶν συναδέλφων, διότι μόνον διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἤθελεν ἐπιτευχθῇ, ὅπως ἀποπλυθῇ ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος ὁ ῥύπος, τὸν ὁποῖον ἐπέθεσαν ἐπ’ αὐτῆς ἀσυνείδητοι κατηγορίαι, Εἶχον βεβαίως τὸ δικαίωμα οἱ κατήγοροι νὰ πράξωσιν ὅ,τι ἔπραξαν, καὶ οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ὑποβάλωσι πληροφορίας, ὁποίας ὑπέβαλον, ἀλλὰ καὶ ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος ἡμῶν ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἀποδείξῃ διὰ τῆς ἐτυμηγορίας αὐτῆς, ὅτι καὶ οἱ κατήγοροι καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνήργησαν κινούμενοι ὑπὸ αἰσθήματος ὑπηρετοῦντος τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας, ὑπαγορευομένου ἐκ καθήκοντος πρὸς τὴν Πολιτείαν, ἀλλὰ τοὐναντίον παρεγνώρισαν πάντα τὰ καθήκοντα αὑτῶν πρὸς τὴν Πολιτείαν, οὕτω πολιτευθέντες. (Χειροκροτήματα).
§31ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὴν ἐκσφενδονισθεῖσαν λέξιν, ὅτι ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπέβαλον ψευδῆ πίνακα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐσυκοφαντήθη ἡ ὑπόληψις τοῦ πρώην Ὑπουργείου. Ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλον, εἶναι ἀπόῤῥοια τῶν λογιστικῶν βιβλίων, τὰ ὁποῖα συνέταξεν αὐτὸς ὁ κ. Τρικούπης, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ἀπόῤῥοια ἐγγραφῶν ἐπισήμων, καὶ οὐ μόνον ἐγγραφῶν ἐπισήμων, ἀλλὰ καὶ ἀποτελεσμάτων θετικῶν καὶ ὑπολογιζομένων εἰς χρήματα. Ἂν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου νομίζῃ, ὅτι ἀπέκρυψα τὰ ἑκατομμύρια, ἅτινα εἰσέπραξεν ὁ ἴδιος ἐκ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, καὶ ἔδειξα εἰς τὴν Βουλὴν μόνον ἑπτὰ ἑκατομμύρια, ἂν νομίζῃ τοιοῦτόν τι, ἔχει δίκαιον νὰ προσβάλλῃ τὸν πίνακα ὡς ψευδῆ· ἂν ὅμως ὁ ἴδιος παραδέχηται, ὡς ὀφείλει νὰ παραδεχθῇ τὰ ἀναμφισβήτητα, ὅτι ἑπτὰ ἑκατομμύρια περίπου ἦσαν τὰ παρ’ αὐτοῦ ἀφεθέντα, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ κατακρίνῃ τὸν ὑποβληθέντα παρ’ ἐμοῦ πίνακα. Ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλον, εἶναι ἀκριβής, ἀληθέστατος. Ἀλλ’ οὐδέποτε ἐγὼ ἔδωκα τὸν χαρακτηρισμόν, τὸν ὁποῖον ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἠθέλησε σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ἀποκρούσῃ, ὡς πράττει τοῦτο διαρκῶς διὰ τῶν ὀργάνων του. Ἂν ποτε ἔλθῃ συζήτησις περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ πίνακος ἐκείνου καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ὁριστικῶν τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, θὰ εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου· ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὐδέποτε εἶπον τὴν γνώμην μου, καὶ οὐδέποτε ἐχαρακτήρισα τὴν δαπάνην ἐκείνην ὡς ἐπιβάλλουσαν τὴν παραπομπὴν εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον. Δὲν νομίζω ἑπομένως, ὅτι δικαιοῦται νὰ προσβάλλῃ τὰς λογιστικὰς ἐγγραφὰς τοῦ πίνακος ἐκείνου, διότι αἱ λογιστικαὶ αὗται ἐγγραφαὶ ἐξήχθησαν παρὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ὑπὸ ἐπιτροπῆς, συγκειμένης ἐκ τῶν λογιστικῶν ἐκείνων προσώπων, τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον ἀμέσως μετὰ τὴν παραίτησίν του, ἀλλὰ καὶ προηγουμένως διηύθυνον τὸ Γενικὸν ἡμῶν Λογιστήριον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ πίνακες, οὓς ὑπέβαλεν ὁ προκάτοχος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, παρίστων, ὅτι ἐξητμίσθησαν 56,000,000 ἐκ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, —μεταχειρίζομαι δὲ τὴν λέξιν, τὴν ὁποίαν αἱ ἐφημερίδες αἱ ὑποστηρίζουσαι τὴν Κυβέρνησιν μετεχειρίσθησαν, ἵνα ἐξηγήσωσι, τί περιεῖχεν ὁ γενικὸς πίναξ, καὶ ποία ἦτο ἡ ἔννοια τῶν συμπερασμάτων αὐτοῦ....
§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδέποτε μετεχειρίσθην τὴν λέξιν αὐτὴν ἐγώ.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον, ὅτι τὴν λέξιν ταύτην μετεχειρίσθη ἡ δημοσιογραφία, ἥτις ὑπεστήριζε τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν τότε Ὑπουργὸν, διότι ὁ πίναξ τοιαύτην ὑπεδείκνυεν ἔννοιαν περὶ τοῦ ποσοῦ 56,000,000. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι προκειμένου περὶ 56,000,000 δὲν πρόκειται περὶ μόνου τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο λογοδοσία, οὐχὶ περὶ 56,000,000, ἀλλὰ περὶ 40,000,000. Ἐπὶ τοῦ πίνακος δ’ ἐκείνου τοῦ γενικοῦ, τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἠρύσθη ἐκ τῶν ἐπισήμων στοιχείων, ἐπὶ τοῦ πίνακος ἐκείνου προεκλήθη συζήτησις, καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν φύλλων τῆς λεπτομερείας ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ φύλλον τὸ γενικὸν ἐβεβαίου τὰ μὴ ἀληθῆ, καὶ ὅτι τὰ 56,000,000, ἅτινα παριστῶντο ὡς ἐξατμισθέντα, ἀνευρίσκοντο ἐν αὐτοῖς τούτοις τοῖς φύλλοις τῆς λεπτομερείας, ἅτινα συνώδευον τὸ γενικὸν φύλλον, τοῦ ὁποίου πόρισμα ἦτο ἡ ἔλλειψις τῶν 56,000,000. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ὅστις τότε εἰσηγήσατο τὴν συζήτησιν ταύτην, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἰδίους πίνακας, ἐξ ὧν ἀπεδεικνύετο, ὅτι οἱ πίνακες, οἱ ὑποβληθέντες ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἀπέληγον εἰς ἔλλειμμα 56,000,000, ὅπως ἔλεγε τὸ γενικὸν φύλλον τὸ παρ’ ἐκείνου ὑποβληθὲν, ἀλλ’ ἀπέληγον ἀπ’ ἐναντίας εἰς πλήρη ἀπόδειξιν, ὅτι χρῆσις ἐγένετο τῶν χρημάτων τῶν δανείων, ὁποία ὤφειλε νὰ γείνῃ. Καὶ ἤδη ἠκούσατε τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης λέγοντος, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἠδύνατο αὐτὸς νὰ πράξῃ, ἀφοῦ ἐκ τῶν 40,000,000 τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης εὑρίσκοντο ἐν τῷ ταμείῳ μόνον 7,000,000. Ἀλλὰ μήτοι τὸ ζήτημα ἦτο, πόσα ἐκ τῶν κεφαλαίων τοῦ δανείου ἐκείνου εὑρίσκοντο ἐν τῷ ταμείῳ; Τὸ ζήτημα ἦτο, ποία χρῆσις ἐγένετο τῶν χρημάτων τούτων, καὶ ἂν ἡ χρῆσις ἦτο σύμφωνος πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Τοῦτο ὠφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, καὶ ἐὰν τοῦτο δὲν ἐβεβαιοῦτο, ἐπιτρέπετο νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐξητμίσθησαν πάντα τὰ ἐπὶ πλέον τῶν 7,000,000 εἰσπραχθέντα. Ἀλλὰ ταῦτα διὰ τῶν πινάκων, οὓς ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ἀπεδείχθη, ὅτι διετέθησαν πάντα ὅπως ὁ νόμος ἀπῄτει. Οἱ πίνακες δὲ οὗτοι, ὡς ἐπληροφορήθην, ἀπεστάλησαν παρὰ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐζητήθη παρ’ αὐτῆς, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀποφανθῇ, ἐὰν οἱ πίνακες τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος ἦσαν ἀκριβεῖς ἢ οὔ; Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ἀνάγεται εἰς τὰ καθήκοντα αὐτοῦ ν’ ἀποφανθῇ, ἐὰν ἦναι ἀκριβεῖς οἱ πίνακες ἐκεῖνοι ἢ οὔ, ἀλλ’ ἔργον αὐτοῦ εἶναι νὰ ὑποβάλῃ ἰδίους πίνακας. Ὑπέβαλε δὲ πίνακας, οἵτινες δὲν συνεφώνουν πρὸς τοὺς πίνακας τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς. Καὶ ἐκεῖνοι καὶ οὗτοι ἐκ τῶν βιβλίων ἀπέῤῥεον, διότι ἐν τοῖς βιβλίοις δύναταί τις νὰ ἀντλῇ ἄνευ τῆς προσηκούσης φροντίδος, ὅπως ἀναγράφῃ πάντα, ὅσα εἶναι ἀναγκαῖα πρὸς καταρτισμὸν πλήρους παραστάσεως τοῦ θέματος, περὶ οὗ ζητοῦνται πληροφορίαι. Ἐπὶ τῶν πινάκων τούτων βεβαίως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος—τῶν τελευταίων, λέγω, πινάκων, τῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν διαβιβασθέντων εἰς τὴν ἐπιτροπὴν,— θὰ ὑποβάλῃ παρατηρήσεις, καὶ οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι θ’ ἀποδειχθῇ ἐξ αὐτῶν, ὅτι οὐ μόνον τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων δανείων,—διότι, ὡς εἶπον, τὰ 56,000,000 ἀνάγονται καὶ εἰς ἄλλα δάνεια,—ἐγένετο χρῆσις συμφώνως πρὸς τὰς ἀποῤῥεούσας ἐκ τῶν νόμων τῶν καταστατικῶν τῶν δανείων ἐκείνων ὑποχρεώσεις. Συμφώνως πρὸς ταύτας, τὰς ἐκ τῶν νόμων ἀποῤῥεούσας ὑποχρεώσεις, ἐγένετο διάθεσις ἅπαντος τοῦ εἰσπραχθέντος χρήματος εἰς ἐξόφλησιν ἄλλων δανείων, ἀποδεικνύεται δὲ ἐξ ὅσων θὰ ὑποβληθῶσι πινάκων, οὐ μόνον ὅτι ἐγένετο τοιαύτη, σύμφωνος πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, διάθεσις τοῦ χρήματος, τοῦ εἰσπραχθέντος ἐκ τῶν δανείων, τῶν ἐπαγομένων εἰδικὰς ὑποχρεώσεις, ἀλλ’ ἀποδεικνύεται, ὅτι πρὸς ὁμοίους σκοποὺς ἐγένετο διάθεσις καὶ ἄλλου χρήματος, ληφθέντος ἐκ δανείων, ἅτινα δὲν ἐπήγοντο τοιαύτας ὑποχρεώσεις. Συνωμολογήθησαν καὶ δάνεια, ὅπως δι’ αὐτῶν ἐπαρκέσῃ ἡ Πολιτεία εἰς τακτικὰς αὐτῆς ἀνάγκας, καὶ ὅμως καὶ ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν δανείων τούτων διετέθησαν ποσὰ πρὸς σκοποὺς, ὁμοίους τῶν διαλαμβανομένων ἐν τοῖς νόμοις, τοῖς ἀφορῶσιν εἰς τὰ δάνεια τὰ ὑπὸ ἐξέλεγξιν. Καὶ ὅμως, ἐνῷ ὑπάρχουσι περισσεύματα ἐξοφληθέντων, ἐνῷ οὐ μόνον ἐξεπληροῦντο αἱ περὶ ἐξοφλήσεως ὀφειλῶν τοῦ Κράτους ἐπιβαλλόμεναι ὑποχρεώσεις ὑπὸ τῶν νόμων, εἰς οὓς ἀνάγονται τὰ 56,000,000, ἀλλ’ ἐξωφλήθησαν ἐπὶ πλέον καὶ ἄλλαι ὁμοίας φύσεως ὀφειλαί, ὑπεβλήθησαν πίνακες παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ τότε, οἵτινες ἐν τῷ γενικῷ φύλλῳ —οὐχὶ ἐν τοῖς φύλλοις τῆς λεπτομερείας—παρίστων, ὅτι χρήματα εἰσπραχθέντα ἐκ δανείων διετέθησαν ἄλλως ἢ ὅπως οἱ περὶ τῶν δανείων νόμοι καθώριζον ἐπὶ ποσῷ 56,000,000. Τοῦτο εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ διευκρινηθῇ. Καὶ βεβαίως οἱ ἁρμόδιοι ἵνα διευκρινήσητε τοῦτο, δὲν εἶσθε ὑμεῖς· οἱ ἁρμόδιοι ἵνα διευκρινήσωσι τοῦτο δὲν εἶναι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς. Οἱ ἁρμόδιοι ἵνα διευκρινήσωσι τοῦτο εἶναι οἱ ταχθέντες ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ νόμου, τοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Συντάγματος ψηφισθέντος, ὅπως ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων ἀποφαίνωνται. Τὸ ζήτημα εἶναι τοσούτῳ σπουδαῖον, ὥστε φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει ἐνταῦθα νὰ μακρηγορῶμεν ἐπὶ τοῦ θέματος, ἵνα μὴ ἀναβάλωμεν μηδ’ ἐπὶ μίαν ἡμέραν τὴν παραπομπὴν αὐτοῦ εἰς τὴν δικαιοσύνην. Εἰς τὴν δικαιοσύνην δὲ, λέγω, μὴ παραπέμψητε μόνον τὰ τοῦ θέματος τούτου· παραπέμψατε καὶ πάντα τὰ ἄλλα, εἴτε περὶ αὐτῶν ἐξέφρασε γνώμην, εἴτε περὶ αὐτῶν ἐξήνεγκεν ἀπόφασιν ἡ ἐπιτροπή· πάντα ταῦτα, ἀδιαφόρως, τὰ ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ παραπέμψατε εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν. Ἤκουσα πολλάκις λεγόμενον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐν τοῖς περὶ εὐθύνης ἀσκεῖ δικαστικὴν ἐξουσίαν. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἀσκεῖ ἡ Βουλὴ ἐξουσίαν μετέχουσαν δικαστικοῦ χαρακτῆρος· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἐθεωρήθη ὑπὸ τοῦ νόμου ὡς σῶμα, ὅπερ ἤθελε διεξαγάγει ἐν τούτῳ τὸ καθῆκον αὐτοῦ πολιτικῶς. Διὰ τοῦτο ἀνέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ νόμος τὰ τῆς παραπομπῆς τῶν Ὑπουργῶν, διότι ἠθέλησεν ἡ παραπομπὴ νὰ μετέχῃ πολιτικοῦ χαρακτῆρος. Ἐὰν προέκειτο ἡ παραπομπὴ νὰ γίνηται ἁπλῶς ὡς πρᾶξις δικαστικὴ, δὲν θὰ ἐκανονίζοντο τὰ τῆς παραπομπῆς τῶν Ὑπουργῶν δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ὁ νομοθέτης δὲν ἠδύνατο νὰ ἀγνοῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι σῶμα κομματικῶς συντεταγμένον, διότι ἡ κομματικὴ σύνταξις τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ ἐξασφαλίζουσα αὐτὴν ἀπὸ ἀναρχίας κοινοβουλευτικῆς. Μόνον κομματικῶς, ἐν τοιαύτῃ τῆς λέξεως ἐννοίᾳ, λειτουργεῖ ἡ Βουλὴ, καὶ ἐν παντὶ θὰ ἐργάζηται κομματικῶς, θὰ ἐργάζηται δὲ κομματικῶς τουτέστι πολιτικῶς καὶ ἐν αὐτῷ τῷ ζητήματι τῆς εὐθύνης. Καὶ ἐρωτῶ, Κύριοι, τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν ἐν συνειδήσει δύνανται νὰ εἴπωσιν, ὅτι εἰργάσθησαν ὡς δικασταὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ....
§35ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μάλιστα.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄν εἰργάσθησαν ὡς μέλη Δικαστικοῦ Συμβουλίου....
§37ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἂς ὁμολογήσωσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν οὕτως εἰργάσθησαν, ἀνεπαρκῶς ἐμελέτησαν τὰ συνταγματικὰ αὑτῶν καθήκοντα.
§39ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὄχι! ἐκ μεγάλου φρονήματος, ἐξ ἱπποτισμοῦ.
§40ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θέλετε νὰ μὴ ὑπάρχωσιν οἱ Βουλευταί, παρὰ ὡς ὀπαδοὶ κομμάτων;
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ νόμος ἠθέλησε, τὸ ζήτημα τῆς παραπομπῆς τῶν Ὑπουργῶν νὰ μετέχῃ χαρακτῆρος πολιτικοῦ, ἔδωκεν ὅμως ἐγγυήσεις ἐπαρκεῖς καὶ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν κατὰ τῶν παρεκτροπῶν τῆς πολιτικῆς, ἀνατιθεὶς τὴν ἀπόφασιν εἰς ἀρχὴν καθαρῶς δικαστικήν, καὶ ἐφρόντισεν, ὅπως καταρτισθῇ τὸ δικαστήριον διὰ τρόπου, μὴ ἐπιτρέποντος δισταγμοὺς περὶ τῆς ἀκεραιότητος αὐτοῦ. Εἰς τὴν Βουλὴν δὲν θ’ ἀπηυθύνετο ὁ νομοθέτης, ἂν ἐζήτει δικαστήν· ἀπευθύνεται εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς τὴν παραπομπήν, διότι ταύτην δὲν θεωρεῖ ὡς ζήτημα καθαρῶς δικαστικόν· ἐζήτησεν ὁ νομοθέτης ἐν τῇ Βουλῇ τὸν προωρισμένον ἵνα λάβῃ ὡσαύτως ὑπ’ ὄψει καὶ τὸ ζήτημα τὸ πολιτικόν. Καὶ ἡ Βουλή, εἴτε ἐν συνειδήσει τῆς τοιαύτης ἐννοίας τῆς ψήφου αὑτῆς, εἴτε καὶ ἄνευ τῆς συνειδήσεως ταύτης, βεβαίως ἡ Βουλὴ κατὰ τὸν τοιοῦτον αὑτῆς προορισμὸν ἐργάζεται ἐν τῷ θέματι τούτῳ. Ἐγὼ δὲ δὲν παρεπονέθην, οὐδὲ παραπονοῦμαι, ὅτι οὕτως ἐργάζεται· ἐξ ἐναντίας ἐγὼ θέλω οὕτω νὰ ἐργασθῇ· ἀλλὰ θέλω νὰ ἐργασθῇ ταχέως· θέλω, τὴν ἐγγύησιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἔδωκεν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν, τὴν ἐγγύησιν τῆς ἐκδικάσεως τῆς ὑποθέσεως ὑπὸ τακτικῶν δικαστῶν, τὴν ἐγγύησιν ἐκείνην νὰ καταστήσητε ἐνεργὸν ὡς τάχιστα. Ἂς σπεύσωμεν λοιπὸν νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως, ἂς σπεύσωμεν νὰ ἐπιληφθῶμεν αὐτῆς ἐν πνεύματι πολιτικῷ, ἐν ᾧ πρέπει καὶ ἐν τούτῳ νὰ ἐργαζώμεθα· ἀλλὰ αὐτὸ τοῦτο τὸ πολιτικὸν πνεῦμα, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπαγορεύσῃ τὰς γνώμας ἡμῶν κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν, αὐτὸ τοῦτο πρέπει νὰ μᾶς καθοδηγήσῃ, ἵνα μὴ ἀρκεσθῶμεν ἐνταῦθα εἰς ψῆφον ἀπαλλαγῆς· δὲν πρέπει οὐδ’ ἡμεῖς ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς τοιαύτην ψῆφον, ἀλλὰ καὶ ὑμεῖς οὐδαμῶς πρέπει νὰ θέλητε δι’ ἀπαλλαγῆς νὰ δώσητε τέρμα εἰς τὸ ζήτημα· πρέπει νὰ παραπέμψητε αὐτὸ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης. Εἶναι ἀληθές, ὅτι, παραπέμποντες ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, περιπλέκετε τὰ πράγματα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχητε ἱκανὴν φιλοπατρίαν, ἵνα μὴ διστάσητε ν’ ἀντιμετωπίσητε τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου. Ἐννοῶ ὅτι θὰ ἦναι τοῦτο δυσάρεστον εἰς τοὺς ὑπογράψαντας τὸ κατηγορητήριον. Ἐννοῶ ὅτι θὰ ἦναι δυσάρεστον εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἢ τοὺς Ὑπουργοὺς, τοὺς ὑποστηρίξαντας αὐτοὺς διὰ τῶν πινάκων, οὓς ὑπέβαλον, ἵνα ἴδωσι τὴν δικαιοσύνην ἀποφαινομένην, ὅτι ἀνυποστάτως ἐγένετο ἡ κατηγορία, ὅτι ἀτελῶς καὶ πλημμελῶς συνετάχθησαν οἱ ὑποβληθέντες πίνακες. Ἀλλὰ τοῦτο, πρέπει νὰ ἔχητε ἱκανὴν φιλοπατρίαν, ἵνα ἀντιμετωπίσητε ἐῤῥωμένως. Δὲν πρέπει ἐκ τοῦ φόβου τῆς ἐκβάσεως νὰ δώσητε ψῆφον ἀπαλλακτικήν· πρέπει νὰ δώσητε καὶ ὑμεῖς μεθ’ ἡμῶν ψῆφον παραπομπῆς, ἵνα λυθῇ ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου τὸ θέμα, καὶ πιστεύσωσι τότε πάντες, καὶ οἱ ἐν τῇ χώρᾳ καὶ οἱ ἐκτὸς τῆς χώρας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος, ὡς καὶ πᾶσα Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἤξευρε νὰ εὐλαβῆται τῶν ὑποχρεώσεων αὑτῆς, καὶ ὅτι ὅσοι ἐμπιστεύονται εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ χρῆμα αὑτῶν οὐδένα κίνδυνον διατρέχουσιν, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι ὁ κυβερνῶν, νὰ ἴδωσι τοῦτο διατιθέμενον ἄλλως ἢ ὅπως ὑπεχρεώθη ἡ Πολιτεία νὰ διαθέσῃ αὐτὸ ἐν συμβάσει πρὸς τοὺς δανειστάς.
§42ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, κύριοι συνάδελφοι, ἀκαδημαϊκὴ μᾶλλον καταντᾷ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία μᾶς ἀπασχολεῖ, ἀλλ’ ὅταν ἀκούωνται θεωρίαι τινὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὰς ὁποίας βεβαίως οὐδεὶς Βουλευτὴς δύναται νὰ ἀποδεχθῇ, νομίζω, ὅτι αἱ τοιαῦται θεωρίαι δὲν πρέπει νὰ μείνωσιν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἄνευ ἀντικρούσεως. Καὶ ἐπειδὴ ἡ συζήτησις δὲν περιστρέφεται βεβαίως εἰς τὴν οὐσίαν, διὰ τοῦτο οὐδεμίαν αἰσθάνομαι ψυχικὴν δυσχέρειαν, ὅπως ἀντεπεξέλθω κατὰ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου συναδέλφου, καὶ ἀντεπεξέλθω, μὴ προκειμένου περὶ τῆς οὐσίας, μετ’ ἀγανακτήσεως κατὰ τῶν θεωριῶν, αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Καὶ πρῶτον ἠκούσθη ἡ θεωρία, ὅτι ἡ Βουλή, ἐκτελοῦσα τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐκτελέσῃ ἐν τῷ ζητήματι τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, οὐ μόνον ἐνεργεῖ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐνεργῇ πολιτικῶς, κομματικῶς! Εἶναι καὶ αὕτη, φαίνεται, μία τῶν θεωριῶν ἐκείνων, διὰ τῶν ὁποίων ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς, καταχρώμενος τοῦ ἑαυτοῦ θάῤῥους, πολλάκις παταγεῖ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ἀνάλογοι ἴσως θεωρίαι κατωρθώθη, δὲν ἠξεύρω πῶς, καὶ νὰ ἐπικρατήσωσιν εἰς πολλοὺς, καὶ νὰ θεωρηθῶσιν ὡς δόγματα κοινοβουλευτικά. Τὸ τερατωδέστερον βεβαίως, Κύριοι, ἐν τῇ νέα θεωρίᾳ εἶναι τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἐκτελοῦσα τὸ ἐξόχως δικαστικὸν αὐτῆς καθῆκον, δύναται καὶ νὰ παραπέμπῃ Ὑπουργούς, ὅτι ἡ πλειοψηφία δύναται καὶ ὀφείλει νὰ παραπέμπῃ τοὺς ἀντιπάλους αὐτῆς εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον ἐκ λόγων πολιτικῶν!
§43ΠΕΤΖΑΛΗΣ. Ἀλλοίμονον τότε! (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§44ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦτο ἀνάξιον τὸ ἔθνος ἐκεῖνο νὰ ὑπάρχῃ, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ εὑρίσκετο πλειοψηφία κοινοβουλευτική, παραπέμπουσα ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, στιγματίζουσα ἔστω καὶ ἐπὶ στιγμὴν τοὺς ἀντιπάλους αὐτῆς, ἐκ λόγων πολιτικῶν! Ἐὰν οἱ λόγοι οἱ πολιτικοὶ, καὶ οἱ εὐσυνείδητοι ἔστω, οὕτως εἰπεῖν, πολιτικοὶ λόγοι, ἄν δηλ. ἡ σκέψις περί τινος πολιτικοῦ συμφέροντος τῆς πατρίδος, ἤθελεν ἐπιτρέπει καὶ τὴν παραπομπὴν, ὅπως τίθηνται ἐκποδὼν οἱ ἀντίπαλοι τῆς πλειονοψηφίας, τότε τὸ πρῶτον καθῆκον ἑκάστης πλειοψηφίας θὰ ἦτο νὰ παραπέμπῃ τοὺς ἀντιπάλους ἐνώπιον εἰδικοῦ δικαστηρίου, διότι τὴν πολιτικὴν αὐτῶν τὴν θεωρεῖ ἐπιβλαβῆ εἰς τὸ Κράτος. Βεβαίως εἰς τοῦτο τὸ συμπέρασμα θὰ ἔληγον αἱ θεωρίαι ὑμῶν. Δὲν ἠξεύρω ὅμως, ἄν ὑμεῖς αὐτοὶ θὰ ἦσθε διατεθειμένοι νὰ πράττητε τοῦτο κατὰ τῶν ἀντιπάλων σας ἐκ λόγων πολιτικῶν, διὰ νὰ ἐφαρμόσητε τὸ δόγμα αὐτό· διότι ὑμεῖς δύνασθε εὐσυνειδήτως νὰ πρεσβεύητε, ὅτι οἱ ἀντίπαλοι ὑμῶν εἶναι ἐπιβλαβέστατοι εἰς τὴν Πολιτείαν, καὶ ἑπομένως, κατὰ τὴν θεωρίαν σας, πρέπει νὰ τοὺς παραπέμψητε ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, διὰ νὰ προλάβητε αὐτὸ τὸ κακὸν, τοῦ νὰ κυβερνῶσι τὸν τόπον οἱ ἀντίπαλοί σας. Ἀλλ’ ἄν, κύριοι συνάδελφοι, τοιαῦται τερατώδεις ἀρχαὶ ἤθελον ἐπικρατήσει, ἀνατρέπουσαι αὐτὸ τὸ ὕψιστον συμφέρον πάσης Πολιτείας, αὐτὸν τὸν λόγον καὶ τὸν σκοπὸν τῆς ὑπάρξεώς της, τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δικαίου, ἡ ἀνακήρυξις καὶ ἀποδοχὴ τοιούτων, ὁποίας ἠκούσατε, ἰδεῶν ἤθελε καταστήσει τὸ Κράτος ἀνάξιον νὰ ὑπάρχῃ καὶ ν’ ἀναγνωρίζηται! Τὸ πολὺ πολὺ, κύριε πρώην Πρωθυπουργὲ, καθ’ ἓν ἠδύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι μετέχει πολιτικῆς τινος ἐννοίας ἡ ἀνάθεσις εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ ἐξόχως καὶ κυρίως δικαστικοῦ τούτου καθήκοντος. Ὅταν ἡ Βουλὴ πρόκηται νὰ παραπέμψῃ, βεβαίως ποτὲ δὲν δύναται νὰ τὸ πράξῃ ἐκ πολιτικῶν λόγων· ἀλλὰ δύναταί τις νὰ ὁμολογήσῃ μόνον τοῦτο· ὅτι ὁ νομοθέτης εἶχε τῷ ὄντι ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἐνῷ περὶ τὰ ἄλλα τὰ κοινοβουλευτικὰ σώματα δεικνύονται αὐστηρὰ, παραφερόμενα ἐνίοτε περὶ τὴν κυρίως πολιτικὴν πάλην, ἀλλ’ ἐν τῇ πράξει, προκειμένου ἴσως ἰδίως περὶ Ἑλλάδος, θὰ συμβαίνῃ ἴσως πολλάκις καὶ θὰ δύναται τῷ ὄντι ἡ Βουλὴ ἐν τῇ συνειδήσει αὑτῆς, ἐκ λόγων πολιτικοῦ ὑψίστου συμφέροντος, νὰ δειχθῇ ἐπιεικὴς, ὅσον δὲν δύναται νὰ δειχθῇ μία δικαστικὴ ἀρχὴ, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν παραπομπὴν ἐκ λόγων πολιτικῶν, οὐχὶ ὅμως ποτὲ νὰ πράξῃ τὸ ἀποτροπαιότερον πάντων, νὰ παραπέμψῃ ἐκ λόγων πολιτικῶν. Μόνον ἐν τούτῳ ὑπάρχει ἡ πρόνοια ἡ σοφὴ τοῦ νομοθέτου, ὅστις εἰς τὴν Βουλὴν ἀνέθηκε τὸ ἔργον τοῦ νὰ ἐξελέγξῃ καὶ ὑπὸ ποινικὴν ἔποψιν τὰ τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν τῶν μειοψηφούντων, τῶν ἐκπεσόντων τῆς ἀρχῆς, νὰ ἐξετάσῃ ταῦτα, καὶ μὲ τὸ πνεῦμα ἐκεῖνο τῆς πολιτικῆς συνέσεως καὶ τοῦ καλῶς ἐννοουμένου συμφέροντος καὶ αὐτῶν τῶν κομμάτων νὰ περιστείλῃ τὴν κατηγορίαν, ἐὰν πράγματι ὕψιστα τοῦ Κράτους συμφέροντα ἤθελον ἐπιβάλει τοῦτο, καὶ ἐὰν βεβαίως δὲν πρόκηται περὶ ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν ἀποσιώπησιν ἢ τὴν ἐπιείκειαν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος πρώην κ. Πρωθυπουργὸς, ὡμίλει καὶ κατά τινα τρόπον προηγουμένως, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ διαχειρισθῇ τὴν ἑαυτοῦ περιουσίαν, καὶ σᾶς ἔλεγε, (δὲν ἐξετάζω, ἂν τὸ ἔλεγε σπουδαίως ἢ μὴ, καὶ πρὸς τίνα σκοπὸν): «ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ μᾶς παραπέμψητε». Λέγων τοῦτο, ὑπέθετεν, ὅτι εἶναί τι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ διαθέσῃ, δηλαδὴ, ὅτι ὁ κατηγορούμενος ἐνώπιον ἑνὸς δικαστηρίου, ἢ ἐνώπιον τῆς ἀνακρίσεως, δύναται νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἀνακριτὴν καὶ εἰς τὸν εἰσαγγελέα: «Τί βραδύνεις, κύριε ἀνακριτὰ, καὶ ἐξετάζεις πολὺ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν; Ἐγὼ σοῦ ἀπαιτῶ νὰ μὲ παραπέμψῃς, καὶ ἀφοῦ σοῦ τῷ ἀπαιτῶ ἐγὼ, ὁ ἐνδιαφερόμενος, διατὶ βραδύνεις καὶ ἐξετάζεις πολὺ τὰ πράγματα; διατὶ πονοκεφαλᾷς εἰς μάτην; Ἐγὼ, ὁ δικαιοῦχος, σοῦ λέγω παράπεμψόν με· διότι ἔχω σκοπόν τινα νὰ ἐπιδιώξω.» Φρονεῖ λοιπὸν ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅπως θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ: «ὁμολογῶ, ὅτι ὁ ἀγρὸς οὗτος δὲν εἶναι ἐμὸς, καὶ ἂς ἐπιδικασθῇ εἰς τὸν ἀντίδικον»; Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ τῆς περιουσίας ὑμῶν, ἀξιότιμε πρώην Πρωθυπουργέ. Τὸ ἂν ἡ Βουλὴ θὰ σκεφθῇ περὶ παραπομπῆς ἢ περὶ ἀπαλλαγῆς, τοῦτο εἶναι δικαίωμα καὶ καθῆκον τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ ὁποίου οὐδεμίαν δύναται νὰ ἀσκήσῃ ἐπιῤῥοὴν ἡ θέλησις, ἡ διάθεσις ἢ ἡ πολιτικὴ σκέψις τοῦ μὲν ἢ τοῦ δέ. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Βουλὴ, ἐκτελοῦσα τὸ ἐξόχως δικαστικὸν αὑτῆς καθῆκον, καὶ θέλουσα νὰ ἐξαντλήσῃ τὰ τῆς προπαρασκευῆς τῆς διαφωτίσεως τῆς ἀληθείας, ἔχῃ ἀνάγκην τῆς προθεσμίας τῶν πέντε ἡμερῶν, βεβαίως ἡ Βουλὴ θὰ τὴν δώσῃ τὴν προθεσμίαν, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, τί ζητοῦσιν οἱ καθ’ ὧν ἀπηυθύνθη μία κατηγορία, ἀλλὰ καὶ χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἄλλας σκέψεις, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἡμῶν συμφέροντα κατήντησαν εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ὥστε πρέπει νὰ τὰ σώσωμεν, παραπέμποντες ἢ μὴ παραπέμποντες ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, δίδοντες ἢ μὴ δίδοντες προθεσμίαν, καὶ ὅτι ἴσως εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ τοιούτου καθήκοντος καὶ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου ἀκόμη πρέπει νὰ ἐπενεργήσῃ καὶ ἡ κατάστασις τῆς ἀγορᾶς καὶ τῶν χρεωγράφων. Ἐγὼ δὲν ὑποθέτω, ὅτι ὑπάρχει οἱαδήποτε ἐπίδρασις, προκειμένου σήμερον περὶ τῆς λύσεως αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, τῆς προθεσμίας τῶν πέντε ἡμερῶν, τῆς χορηγήσεως ἢ τῆς μὴ χορηγήσεως αὐτῆς. Ἐκεῖνο ὅμως, εἰς τὸ ὁποῖον βεβαίως ἔχουσι δικαίωμα οἱ πρώην κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, εἶναι τὸ ἄλλο, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπιτρέπεται ἡ ἐλαχίστη ἐπιῤῥοὴ πολιτικῆς σκέψεως καὶ πολιτικοῦ συμφέροντος, προκειμένου τυχὸν περὶ τῆς παραπομπῆς αὐτῶν, ὅτι ἐπίσης ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπιτρέπεται παράτασις ἀδικαιολόγητος καὶ μὴ ἐπιβαλλομένη οὐδ’ ἐπὶ μίαν ὥραν μόνον· διότι κόμμα ὁλόκληρον παρουσιάζεται ὑπόδικον ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης τῆς Βουλῆς.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τούτου ἀδιαφοροῦμεν.
§46ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἔχει βεβαίως μεγάλην ἐπιῤῥοὴν, ὄχι διότι ἡ δικαιοσύνη πρόκειται νὰ λύσῃ οἰκονομικὰ ζητήματα, νὰ λύσῃ τὴν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν τοῦ Κράτους ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη ἀπόφασις τῆς δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἔχει ἐπιῤῥοὴν, διότι παρίσταται τὸ ἥμισυ τοῦ Κράτους δικαζόμενον καὶ ἐλεγχόμενον ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους αὐτοῦ· διότι δικαίως ὁ νομοθέτης ἐσκέφθη, ὅτι πρὸς πᾶν ἄλλο ἠδύνατο νὰ παραφερθῇ ἡ πλειοψηφία, παρὰ πρὸς τοιαύτην κατάχρησιν, ὥστε νὰ ἐξευτελίσῃ ἑαυτὴν, ἐπηρεαζομένη ποτὲ ἀπὸ πολιτικοὺς λόγους, ὥστε νὰ παραπέμψῃ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης τοὺς ἀντιπάλους αὐτῆς. Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι ἁπλοῦν. Ἐὰν ᾖναι δεδικαιολογημένη ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς περὶ χορηγήσεως νέας προθεσμίας, ἐὰν δὲν ἐπέρχηται παρέλκυσις, δύναται νὰ χορηγηθῇ ἡ μικρὰ αὕτη προθεσμία. Ἐὰν δὲν ᾖναι ἀρκούντως δεδικαιολογημένη, ἐὰν προκαλῆται παρέλκυσις ἢ ἄδικος παράτασις, τότε βεβαίως ἔχουσι δικαίωμα οἱ πρώην Ὑπουργοὶ νὰ εἴπωσι «σταματήσατε», ὄχι διότι ἔχουσι δικαίωμα νὰ εἴπωσι «παραπέμψατέ μας», ἀλλ’ ὅτι «δὲν σᾶς ἐπιτρέπετε νὰ παρατείνητε τὴν ὑποδικίαν ἡμῶν οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἀδίκως.»
§47ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σκοπῶ, Κύριοι, νὰ ἀμφισβητήσω εἰς τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν, ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ ἐπιλάβηται συζητήσεως ἐπὶ τῶν κεφαλαίων τῆς κατηγορίας, καίτοι αὕτη ὑφίσταται ἔτι ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Τοῦτο ἀφορᾷ τὰς ἰδίας του σκέψεις καὶ τὰς ἰδίας του βλέψεις. Τῷ παρατηρῶ ὅμως, ὅτι ὤφειλε νὰ ᾖναι ἐφεκτικώτερος εἰς τὰς προκλήσεις του καὶ φειδωλότερος καὶ ἧττον ὁρμητικὸς εἰς τὰς ἐπιθέσεις του. Δὲν θὰ τὸν παρακολουθήσω οὔτε εἰς τὰς ἐν γένει παραδόξους θεωρίας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξε πρὸ μικροῦ ἀπὸ τοῦ βήματος, χωρὶς νὰ πιστεύῃ εἰς αὐτὰς, οὔτε εἰς τὴν ἰδιαιτέραν ἐκείνην καὶ πρωτάκουστον, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ποινικῆς καταδιώξεως τῶν Ὑπουργῶν εἶναι καθαρῶς πολιτικόν....
§48ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κομματικὸν μάλιστα.
§49ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. ... Οὐδὲ θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν λεπτομερῆ ἐξέτασιν τοῦ κεφαλαίου ἐκείνου τῆς κατηγορίας, τοῦ ὁποίου ἥψατο ὁ πρώην Πρωθυπουργός. Θὰ ἔλθῃ καιρὸς νὰ μάθῃ καὶ ἡ Βουλὴ, νὰ μάθῃ καὶ ὁ κόσμος, καὶ ὁ ἔσω καὶ ὁ ἔξω, ἂν ᾖναι σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον ἡ διάθεσις καὶ διαχείρισις τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς– Λαρίσσης, ὅταν δι’ αὐτοῦ μεταξὺ ἄλλων ἠγόραζεν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς καὶ ἵππους ἢ ἀχρήστους ἢ ἀκαταλλήλους διὰ τὸν στρατὸν (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Θὰ ἔλθῃ καιρὸς καὶ θὰ μάθῃ πάντα ταῦτα ὁ κόσμος, θὰ τὰ μάθῃ ἐν ταῖς λεπτομερείαις των ἡ Βουλὴ καὶ πάντες ὅσοι δὲν τὰς γνωρίζουν. Ἀλλ’ ὅ,τι πρὸ πάντων δὲν ἐννοῶ ν’ ἀφήσω ἀπαρατήρητον, εἶναι μία πρόκλησις ἡ ἑξῆς: «Παραπέμψατέ μας», εἶπεν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, «θέλομεν νὰ μᾶς παραπέμψητε.» Ἀλλὰ, κύριε πρώην Πρωθυπουργὲ, ἐὰν ταῦτα τὰ λέγητε σπουδαίως καὶ οὐχὶ κατὰ προσποίησιν, διατὶ οἱ φίλοι σας οἱ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ προσεπάθησαν ἐκ παντὸς τρόπου νὰ ματαιώσουν καὶ ἐματαίουν τὰς συνεδριάσεις, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἡμεῖς σήμερον ζητοῦμεν παράτασιν διορίας; Καὶ ὀφείλω, Κύριοι, ἐδῶ νὰ δώσω εὐρυτέρας ἐξηγήσεις, διότι εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μάθῃ ἡ Βουλή...
§50ΣΑΚΚΗΣ. Καὶ μᾶς εἶπον ῥητῶς, ὅτι δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος τῶν δανείων, ἂν δὲν ἐκπληρωθῶσιν αἰτήσεις τινὲς ἀδικαιολόγητοι.
§51ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Σεῖς εἶσθε πλειοψηφία.
§52ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰργάσθημεν, Κύριοι, ὅσον ἦτο δυνατὸν κατὰ τὸ πρῶτον τριακονθήμερον διάστημα, τὸ ὁποῖον ἐχορήγησεν ἡ Βουλή. Καὶ ὅτι τοῦτο εἶναι βέβαιον, ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῆς σιωπῆς, τὴν ὁποίαν ἐτήρησαν τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας, ὅτε ἐζητήσαμεν τὴν πρώτην παράτασιν τῆς διορίας. Εἰργάσθημεν ἐπίσης καὶ κατὰ τὰς 20 ἡμέρας, τὰς ὁρισθείσας κατόπιν, ἀλλὰ κατὰ τὰς τελευταίας συνεδριάσεις, ἐνῷ εἴχομεν ἀποφασίσει περὶ ὅλων τῶν κεφαλαίων τῆς κατηγορίας καὶ ἔμενε μόνον ὑπὸ ἐξέτασιν τὸ κεφάλαιον τῶν δανείων, οἱ κύριοι ὀπαδοὶ τοῦ κυρίου πρώην Πρωθυπουργοῦ μᾶς προέβαλον ἀδοκήτως, ὅτι τοῖς ἐχρειάζοντο ἔγγραφά τινα, ἀναγόμενα εἰς κεφάλαιον κατηγορίας, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἤδη ἡ ἐπιτροπὴ εἶχεν ἀποφασίσει, μᾶς ἔλεγον δὲ, ὅτι, ἂν δὲν ἤθελον ἔλθει τὰ ἔγγραφα ταῦτα, δὲν ἐνόουν νὰ λάβουν μέρος εἰς τὴν συζήτησιν. Συνέπεσε, Κύριοι, δυστυχῶς νὰ ἀπουσιάζωσι δύο μέλη τῆς πλειοψηφίας, ὁ κ. Γ. Μαυρομιχάλης καὶ ὁ κ. Γ. Πετροπουλάκης, ὁ μὲν ἐξ ἀσθενείας, ὁ δὲ διότι ἀπεδήμησε χάριν τῶν ἑορτῶν, ἑπομένως εἴμεθα 6 μέλη τῆς πλειοψηφίας καὶ 4 τῆς μειοψηφίας, ὥστε μόνοι ἡμεῖς οἱ ἕξ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἀποτελέσωμεν ἀπαρτίαν, Ἐπρόκειτο λοιπὸν, ὡς σᾶς εἶπον, νὰ συζητήσωμεν τὸ μόνον κεφάλαιον τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἔμενεν ἐκκρεμές. Ἡμεῖς δὲν ἀντελέγομεν. Ἐξ ἐναντίας μετὰ προθυμίας ἐδεχόμεθα νὰ ζητῶμεν πάντα τὰ ἔγγραφα, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ παρεκαλοῦμεν νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν δανείων, διότι ἐπέκειτο ἡ ἔκπνευσις τῆς διορίας. Ἐν τούτοις οἱ ὀπαδοὶ τοῦ κ. πρώην Πρωθυπουργοῦ δὲν ἐπείθοντο, καὶ ἀπεχώρουν, μέχρις οὗ ἡ διορία ἐξέπνευσε. Ῥητῶς μάλιστα ἐδήλουν, ὅτι ἀπεχώρουν, καὶ συνετάχθησαν περὶ τούτου πρακτικά. Πῶς λοιπὸν, Κύριοι, συμβιβάζεται ἡ προκλητικὴ στάσις τοῦ κ. Τρικούπη πρὸς τὴν φυγομαχίαν, πρὸς τὴν ἀποχώρησιν τῶν φίλων του καὶ τὴν ματαίωσιν τῶν ἔργων τῆς ἐπιτροπῆς; «Θέλομεν, εἶπεν ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς, νὰ μᾶς παραπέμψητε ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος μας, ὅπως ἀθωωθῶμεν οὐχὶ ἡμεῖς, ἀλλὰ τὸ ἔθνος μεθ’ ἡμῶν, τὸ ὁποῖον ἐσυκοφαντήθη!» Δὲν ἠξεύρω, τίς θὰ ἦναι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς παραπομπῆς, οὐδὲ τίς θὰ ἦναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παραπεμφθῇ, ἂς μὴ προεξοφλῇ τόσον εὐκόλως τὴν ψῆφον τῶν δικαστῶν του. Πολὺ ταπεινὴν ἰδέαν πρέπει νὰ ἔχῃ περὶ τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος του, ἂν νομίζῃ, ὅτι θὰ τύχῃ ψήφου ἀθωωτικῆς. «Πρέπει, εἶπεν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ μάθῃ ὁ κόσμος, ὅτι, ὅταν ἐμπιστεύηται εἰς ἡμᾶς τὰ χρήματά του, δὲν ποιοῦμεν αὐτῶν χρῆσιν κακὴν καὶ ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ.» Αὐτὸ βεβαίως ἐπιδιώκομεν καὶ ἡμεῖς, καὶ οὐδεὶς ὑπάρχει ἐκ τούτου κίνδυνος. Ὑφίσταται ὅμως εἷς ἕτερος κίνδυνος, ὁ κίνδυνος μήπως ἐξ ἀμέτρου καὶ κακῶς ἐννοουμένης ἐπιεικείας δὲν παραπεμφθῇ ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, ὁπότε θὰ πιστεύσῃ ὁ κόσμος, ὁ ἐμπιστευόμενος εἰς ἡμᾶς τὰ χρήματά του, ὅτι ἀσπαζόμεθα τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν ἐκείνου, ἡ ὁποία ἤγαγε τὸ ἔθνος εἰς τὸ χεῖλος τῆς ἀβύσσου. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§53ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρωτίστως, ἀνελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα, προτίθεμαι ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν πρώην Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ἐξ Ἄρτης ἀξιότιμον συνάδελφον· λυποῦμαι δὲ, ὅτι δὲν εἶναι παρὼν, διὰ νὰ ἀκούσῃ ὅ,τι πρόκειται, πρὸς αὐτὸν ἀπευθυνόμενος, νὰ εἴπω. Ὁ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν παρεσκεύασε τὸν πίνακα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται τὸ κατηγορητήριον, πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἱδρυθῇ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ πρότασις κατηγορίας κατὰ τῶν πρώην Ὑπουργῶν. Δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν διάνοιαν αὐτοῦ· πιθανὸν εἶναι, ὅτε τὸ πρῶτον τὸν πίνακα ἐκεῖνον παρεσκεύασε, νὰ εἶχεν ἄλλο τι ἐν νῷ, πιθανὸν νὰ ἤθελε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχεν ἔλλειμμα 56 ἑκατομμυρίων· τοῦτο ἴσως ἐνόμιζεν, ὅτι ἦτο σύμφωνον, πρὸς ὅσα πρότερον ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἐπηγγέλλετο· ἀλλ’ ὅταν εἴκοσι Βουλευταὶ, ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ πίνακος στηριχθέντες, κατήρτισαν κατηγορητήριον, καὶ ὑπέβαλον αὐτὸ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, προεκλήθη ἐντεῦθεν συζήτησις, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην διὰ πινάκων λεπτομερῶν, τοὺς ὁποίους κατέθηκα εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἀπέδειξα, ὅτι τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον καταλήγει ὁ ὑπ’ αὐτοῦ συνταχθεὶς πίναξ, εἶναι πάντη ἀβάσιμον, καὶ ὅτι τοὐναντίον πάντα τὰ χρήματα, ἅτινα εἰσεπράχθησαν ἐκ δανείων, πάντα διετέθησαν πρὸς ὃν σκοπὸν προωρίσθησαν, καὶ προσέτι ἀπέδειξα διὰ τῶν πινάκων ἐκείνων, ὅτι οἱ ὑπ’ αὐτοῦ συνταχθέντες πίνακες οὔτε ἐπὶ λογιστικῇ ἀκριβείᾳ διακρίνονται, οὔτε ἐπὶ καλῇ πίστει· τὸν προεκάλεσα δὲ, προκειμένου περὶ κατηγορητηρίου κατὰ τῶν πρώην κυβερνητῶν τῆς χώρας ἡμῶν, νὰ ἐπανορθώσῃ ὅσα ἐν τοῖς πίναξιν ἐκείνοις εἶχεν ἀναγράψει, τὸν προεκάλεσα δὲ, ὄχι μόνον κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἐσιώπα. Ἐρωτῶ δὲ, Κύριοι, ὑμᾶς: ἀφοῦ πρόκειται περὶ κατηγορητηρίου, στηριζομένου εἰς τοὺς πίνακας αὐτοὺς, ἀφοῦ προεκλήθη, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ παράσχῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας,—διότι ἐφρόνουν, ὡς ῥητῶς τῷ εἶπον τότε, ὅτι ἡ πρότασις τῆς κατηγορίας μᾶλλον εἶχε τύπον ἐπερωτήσεως πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν,—δὲν ὤφειλεν, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐξ εὐλαβείας πρὸς τοὺς προκατόχους του, καὶ ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὴν δημοσίαν ὑμῶν πίστιν, καὶ ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἀλήθειαν, νὰ μὴ ἀφήσῃ ἀνεξέλεγκτα τὰ ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ, καθ’ ὅ 56 ἑκατομμύρια οὐ μόνον ἐξητμίσθησαν, ἀλλὰ καὶ ἐνοσφίσθησαν καὶ κατεσπαταλήθησαν πρὸς σκοποὺς ἰδιοτελεῖς; Προεκλήθη ἐπανειλημμένως, καὶ ὅμως ἐσιώπησε, διὰ δὲ τῆς σιωπῆς του ἔπεισε πάντας, ὅτι τοιοῦτον εἶχον σκοπὸν οἱ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντες πίνακες. Μετὰ τὰ ὕστερον γενόμενα πρὸς τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ πρὸς παραπομπὴν τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἰς ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ τις φρονῶν, ὅτι δὲν ἀπεδόθη εἰς τὸ ζήτημα τοῦ κατηγορητηρίου πολιτικὸς χαρακτήρ; Ἀπορίας δὲ ἄξιον εἶναι, πῶς παρουσιάζονταί τινες συνάδελφοι, ἰσχυριζόμενοι, ὅτι τὸ καθῆκον τοῦτο τῆς Βουλῆς εἶναι ἐξόχως δικαστικόν. Ποῦ εὑρίσκεται ὁ δικαστικὸς χαρακτὴρ ἐν πράξεσι Κοινοβουλίου; Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ μεταβάλλῃ χαρακτῆρα· εἶναι πάντοτε σῶμα πολιτικόν. Τὸ κατηγορητήριον εἶναι οὕτω πως συντεταγμένον, ὥστε ἡ Βουλὴ ἠδύνατο εὐθὺς νὰ ἐκφέρῃ ἐπ’ αὐτοῦ γνώμην, ἀλλ’ αὕτη ἐπροτίμησε νὰ παραπέμψῃ τὸ ζήτημα εἰς δωδεκαμελῆ ἐπιτροπήν, τοῦτο δὲ ἔπραξεν, ὅπως ἐξυπηρετήσῃ σκοποὺς πολιτικούς. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ μὴ εἴπω ὀλίγας λέξεις εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Εἰσηγητὴς τοῦ κατηγορητηρίου ἐκ τῆς θέσεως ταύτης. Εἶπεν ἐντεῦθεν: πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστευθῇ, ὅτι διεχειρίσθη ἐπ’ αὐτῷ τῷ εἰδικῷ σκοπῷ τὸ δάνειον τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, ὅταν ἐξ αὐτοῦ ἐδαπάνα πρὸς ἀγορὰν κτηνῶν τοῦ στρατοῦ; Βεβαίως τὸ ἐπιχείρημα εἶναι ἄκρως δικηγορικὸν, καὶ ἠδύνατο νὰ πλανηθῇ τις, ἀκούων τοῦτο καὶ μὴ γινώσκων, ὅτι πράγματι ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα διαθέσιμον ποσὸν εἰς χρυσὸν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὅταν εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πληρώσῃ τὸ εἰς χρυσὸν ἀπαιτούμενον ποσὸν διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν κτηνῶν, διέταξε νὰ πληρωθῇ ἐξ αὐτοῦ τὸ σχετικὸν ἔνταλμα, ἀλλὰ τὸ ἀντίτιμον αὐτοῦ εἰσήχθη ἀμέσως εἰς τὸ ποσὸν τοῦ δανείου. Βεβαίως, ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψει τοὺς πίνακας αὐτούς, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ κατατεθῶσιν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀπομείνῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι τὸ χρῆμα, τὸ εἰσπραχθὲν ἐκ τῶν διαφόρων δανείων, διετέθη ἀκριβῶς πρὸς οὓς προωρίσθη σκοπούς. Καὶ ἐνόμισεν ὁ κύριος ἐξ Ἀχαΐας Βουλευτής, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπικρίνῃ τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι προὐκάλεσε τὴν Βουλὴν νὰ σπεύσῃ εἰς τὸ πέρας τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι ἄνευ τούτου καὶ ἡ Πολιτεία ἡμῶν συκοφαντεῖται. Βεβαίως συκοφαντεῖται! Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας Βουλευτὴς δὲν συνέπεσε νὰ ταξειδεύσῃ εἰς Εὐρώπην κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος· ἄν συνέπιπτε νὰ ταξειδεύσῃ καὶ νὰ συζητήσῃ μετ’ ἀνθρώπων, οἵτινες ἐνδιαφέρονται εἰλικρινῶς ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, ἤθελεν ἀκούσει τὴν ἐρώτησιν, ἄν ἦτο δυνατὸν νὰ παραπεμφθῶσιν οἱ πρώην κυβερνῆται τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ νοσφίσει 56 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐκ δανείων εἰσεπράχθησαν. Βεβαίως ὅσοι ἐκ τούτων συνεζήτησαν μετ’ ἐμοῦ ἐπείσθησαν, ὅτι αἱ κατηγορίαι αὗται ἦσαν πάντη ἀνυπόστατοι· ἀλλὰ δύναταί τις νὰ συζητήσῃ μετὰ πάντων τῶν λαβόντων γνῶσιν τοιούτου κατηγορητηρίου, διὰ νὰ πείσῃ αὐτοὺς, ὡς θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἡ κατηγορία αὕτη στερεῖται πάσης ὑποστάσεως, καὶ νομικῆς καὶ πραγματικῆς καὶ ἠθικῆς; (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§54Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ, διατὶ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι καὶ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν ἔλαβον μέρος, ἐπιλανθάνονται σήμερον τῶν καθηκόντων αὑτῶν, ὅπως μᾶς παρασύρωσιν, ἐνῷ δὲν εἶχον δικαίωμα, εἰς συζήτησιν ἄκαιρον. Νομίζουσιν, ὅτι πάντοτε δύναται νὰ ἔχῃ κυκλοφορίαν νόμισμα, ἀποδειχθὲν οὐχὶ γνήσιον; Νομίζουσιν ὅτι διὰ τῆς στεντορείας αὐτῶν φωνῆς καὶ διὰ τῆς προώρου συζητήσεως δύνανται νὰ ἀποφύγωσι τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν φέρουσι διὰ τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων; Ὑπῆρξε πραγματικῶς τοιαύτη ἐποχὴ, καὶ πολὺ ὠφελήθησαν ἐξ αὐτῆς, ἀλλὰ πλανῶνται, καὶ πλανῶνται πλάνην οἰκτρὰν, ἐὰν νομίζωσιν, ὅτι δύνανται νὰ ὠφελῶνται, οὕτω φερόμενοι. Ἡ νωθρὰ ἐνάσκησις τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων, μετὰ τῆς ὁποίας ἤρξατο ἡ παροῦσα Σύνοδος τῶν ἐργασιῶν της, προεκάλεσεν ἀγωνίαν ἐν τῷ τόπῳ, ἐπαυξήσασαν τὴν πρὸ πολλοῦ βασανίζουσαν τὸν τόπον οἰκονομικὴν καχεξίαν. Ὁ τόπος ὅλος ἔχει ἐστραμμένα τὰ βλέμματα πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, καὶ ἀναμένει ἐντεῦθεν τὴν ἔκδοσιν ἀποφάσεως καταδικαστικῆς, ἢ ἀναμένει νὰ ἀκούσῃ τοὐναντίον φωνὴν ἐλπίδος, ἐὰν ὑπάρχῃ πλέον ἐλπίς. Καὶ περιέργως πως ἀναμιγνύεται ἡ ἀγωνία αὕτη μὲ τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην, διότι φαίνεται, ὅτι ὑπάρχει δίκης ὀφθαλμὸς, ὃς τὰ πάνθ’ ὁρᾷ. Καὶ ἐνῷ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ξένοι εἰς τὴν παροῦσαν νοσηρὰν κατάστασιν, ὤφειλον νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν θεραπείαν, νομίζουσιν, ὅτι δύνανται νὰ στενοχωρήσωσι τὴν Βουλὴν εἰς τὴν στενωπὸν, ἐνῷ ἐκ τῆς στενωποῦ ἐκείνης δύνανται νὰ ἐξέλθωσι τετραυματισμένοι δεινῶς. Ἐννοῶ, ὅτι ἓν μόνον εἶχον δικαίωμα οἱ ὑπόδικοι: νὰ συζητήσωσιν, ἐὰν ὑπάρχῃ ἢ δὲν ὑπάρχῃ σκοπὸς παρελκύσεως τῆς ἀνακρίσεως· καὶ ὤφειλον νὰ μὴ ἐξέλθωσι τοῦ σημείου ἐκείνου· ἡ Βουλὴ δὲ, ὀφείλουσα νὰ ἐκτιμήσῃ τὰ γεγονότα, ὑπεχρεοῦτο ν’ ἀποφανθῇ εὐσυνειδήτως. Ἀλλ’ ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς δὲν δύναται νὰ λησμονήσῃ ἑαυτὸν, δὲν δύναται νὰ λησμονήσῃ, ὅτι πρὸ δεκαετίας εἰσήγαγεν ἐντεῦθεν εἰς τὴν Πολιτείαν ἀρχὰς καὶ θεωρίας, αἵτινες ὁμολογουμένως ὤθησαν κατὰ κρημνῶν τὸν τόπον, καὶ τολμᾷ ἀκόμη, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, καθ’ ἣν στιγμὴν αὕτη καλεῖται ἐκ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νὰ ἀσκήσῃ καθήκοντα δικαστικὰ καὶ ἐξόχως δικαστικὰ, τολμᾷ νὰ εἴπῃ πρὸς αὐτήν: ὀφείλεις νὰ μὴ λησμονήσῃς πρὸς στιγμὴν τὸ μάθημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐδίδαξα πρὸς σὲ, ὀφείλεις νὰ μὴ λησμονήσῃς, ὅτι εἶσαι φατρία, διότι καὶ ἐγὼ τοιοῦτος εἶμαι, τοιοῦτος ὑπῆρξα, τοιοῦτος θὰ ὑπάρξω! Πρὸς τίνας ἀπευθύνεται οὕτω; Νομίζει ὅτι δύναται νὰ ὑφαρπάσῃ τὴν κοινὴν γνώμην, καὶ νὰ πιστευθῇ, ὅτι εἶναι τὸ θῦμα; Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἐκφέρω γνώμην ἐπὶ τῶν συγκεκριμένων κατηγοριῶν, διότι, ὡς δικαστὴς, ὀφείλω νὰ λησμονήσω οἱανδήποτε ἔχω γνώμην περὶ ἄλλων πράξεων ἐκείνου· ὀφείλω, συμφώνως μὲ τὸν νόμον, ν’ ἀκούσω τὴν ἔκθεσιν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ν’ ἀκούσω τὴν συνείδησίν μου, καὶ νὰ ἀποφανθῶ. Ἐπιφυλάσσω λοιπὸν τὸ δικαίωμά μου αὐτὸ, τὸ ὁποῖον μοὶ παρέχει ὁ νόμος. Ἀλλὰ διατὶ ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς σπεύδει τοσοῦτον, ἵνα διευθυνθῇ εἰς τὴν πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἄγουσαν, ὅταν ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ὁποίου καὶ ἐκεῖνος συμμετέσχεν, ὑποβαλὼν μάλιστα καὶ ἴδιον νομοσχέδιον, ἀνέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ τὰ γεγονότα καὶ ἀποφανθῇ οὕτως ἢ ἄλλως; Ἔχει ὅμως δίκαιον, καὶ τὸ δίκαιον τοῦτο τῷ ἐχορήγησεν ὁ κ. νῦν Πρωθυπουργὸς, ὅστις κακῶς ἤρξατο καὶ δὲν δύναται παρὰ κακῶς νὰ τελειώσῃ τὴν νῦν, καὶ ἐλπίζω τὴν τελευταίαν, πρωθυπουργικὴν αὑτοῦ περίοδον, διότι ἐνόμισεν, ὅτι ὁ λαὸς, ὅστις ὕψωσε τὴν στεντορείαν αὑτοῦ φωνὴν καὶ τὴν ἑβδόμην Ἀπριλίου 1885 καὶ τὴν 14 Ὀκτωβρίου 1890, τὴν ὕψωσεν ὑπὲρ τοῦ κ. Δηλιγιάννη προσωπικῶς, ἐξ ἀκρατήτου ἐπιθυμίας, ὅπως τὸν ἴδῃ Πρωθυπουργόν· διότι ἐλησμόνησε, γενόμενος Πρωθυπουργὸς, καὶ τὰς ἐπαγγελίας καὶ τὸ καθῆκόν του· διότι ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὰ πάντα κομματικῶς, καὶ αὑτὸν τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Δύναται νὰ λέγῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅσον θέλει, ὅτι οὐδὲν ἔλαβε μέρος εἰς τὴν προπαρασκευὴν τῆς κατηγορίας, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, ἂν θὰ ὑπάρξῃ καὶ εἷς κἄν, ὅστις νὰ πιστεύσῃ αὐτόν. Ἀτυχῶς ἐξεμεταλλεύθη τὸν ὕψιστον νόμον, τὸν θεμέλιον λίθον τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, διότι ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ ζητήσῃ σπουδαίως εὐθύνας παρὰ τῶν πρώην συναδέλφων του, ἀλλ’ ἐπρόκειτο νὰ ὠφεληθῇ κομματικῶς. Διότι, ἂν σπουδαίως ἐσκέπτετο νὰ ζητήσῃ εὐθύνας, αὐτὸς, ὁ διευθύνων τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ὤφειλε νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς ἰσχύος τῆς λαϊκῆς, ἥτις τὸν εἶχεν ὑποδείξει κατ’ ἀνάγκην ὡς ἡγούμενον τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, καὶ ἔπρεπεν εὐθὺς μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Προεδρείου τῆς Αʹ Συνόδου νὰ εἰσαχθῇ κατηγορία, οὐχὶ φέρουσα τὸν ἀκριβῶς ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν τῶν 20 Βουλευτῶν, ἀλλὰ 50 καὶ 60 ὑπογραφὰς, καὶ διὰ κατηγορίας σπουδαίας, διὰ τὰς ὁποίας ὅλοι ἡμεῖς εἴχομεν λάβει ἐντολὴν νὰ ζητήσωμεν εὐθύνην, νὰ ζητήσωμεν εὐθύνην ποινικὴν καὶ οὐχὶ πολιτικήν. Καὶ ἂς μὴ προσποιῆται ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν ἐννοεῖ τὴν διάκρισιν, θέλων νὰ συγχύσῃ τὴν πολιτικὴν μὲ τὴν ποινικὴν εὐθύνην, διότι διὰ τῆς πολιτικῆς εὐθύνης κατεδικάσθη πρὸ πολλοῦ καὶ κατ’ ἐπανάληψιν, καὶ κατεδικάσθη ὅσον οὐδεὶς ἄλλος ἀπὸ τοῦ 1843. Καὶ πρέπει ἡμεῖς ν’ ἀναμείνωμεν τὴν ἀπόφασιν τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου, διὰ νὰ ἴδωμεν ποίας ἰδέας ἔχει ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς περὶ τοῦ κοινοβουλευτικῶς πολιτεύεσθαι; Ὡς νὰ μὴ ἠκούσαμεν πρὸ μικροῦ ἔτι, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικῶς πολιτεύεσθαι εἶναι κατ’ αὐτὸν τὸ φατριάζειν! Ὑπεβλήθη τὸ κατηγορητήριον ἀρκετὰ ἀργὰ, καὶ ἐνόησεν ἡ Βουλὴ καὶ ὁ τόπος, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ὑπουργικῆς εὐθύνης· διότι δὲν ἐκλέγεται ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλ’ ἀναβάλλεται τοῦτο εἰς τὴν Βʹ Σύνοδον, ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἀναβληθῇ,—διότι ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἐπιχειρήματα βεβαίως οὐδένα ἔπεισαν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκλεχθῇ ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ τὴν Αʹ Σύνοδον.—Καὶ ἤρξατο ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς κατὰ τὴν Βʹ Σύνοδον· καὶ δὲν δύναμαι μὲν νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι εἰργάσθη, ἀλλὰ βεβαίως δὲν θὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ εἰργάσθη ὅσον ὤφειλε, διότι πολὺ ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος πρὸ μικροῦ σᾶς ἀνέπτυξεν, ὅτι οὐδεὶς νόμος ἠμπόδιζεν αὐτὴν, ὅπως ἔχῃ ἑτοίμην τὴν ἔκθεσίν της καὶ φέρῃ αὐτὴν σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐζητήθη παράτασις προθεσμίας· ἡ Βουλὴ θὰ ἐκτιμήσῃ, ἐὰν πρέπῃ νὰ δοθῇ ἡ παράτασις, πόση θὰ δοθῇ, καὶ ἐὰν αὕτη πρέπῃ νὰ δοθῇ διὰ τελευταίαν φοράν· δὲν ἐπιτρέπεται δὲ εἰς τὸν κ. πρώην Πρωθυπουργὸν, οὐδ’ εἰς τὰ μέλη τῆς Βουλῆς νὰ συζητῶσι τὴν οὐσίαν πρὸ ἀκροατηρίου, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζει ἐπισήμως τὴν γενομένην ἀνάκρισιν. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ νόμισμα, ἐκ τοῦ ὁποίου πολὺ ὠφελήθη ἐν τῷ παρελθόντι, δὲν ἰσχύει πλέον, τὸ νόμισμα τῆς διαστροφῆς τῶν γεγονότων, καὶ τῶν ῥητορικῶν σοφιστειῶν, διὰ στεντορείας φωνῆς ἐκ τοῦ βουλευτικοῦ βήματος ἀπαγγελλομένων.
§55ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι συνάδελφοι, καίτοι πάσχων, νὰ εἴπω δύο λέξεις, ἀπαντῶν εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Παπαγιαννακόπουλος εἶπε περὶ τῆς προόδου τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἧς ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος. Ὡς ἐτέθη τὸ ζήτημα, σχετικῶς πρὸς τὴν ἀπαιτουμένην παράτασιν τῆς προθεσμίας ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πλέον ἀνάγκη νὰ συζητῶμεν. Ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου καὶ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν, ἣν μετὰ πεποιθήσεως ὑποστηρίζομεν ἡμεῖς, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν μειονοψηφίαν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἐπιτρέπει ὅμως εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἄνευ ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἐπιβάλλεται πλέον εἰς ὑμᾶς, τὴν πλειονοψηφίαν, ἡ ἠθικὴ ὑποχρέωσις ν’ ἀποδεχθῆτε, ὅπως ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τῆς ἐξετάσεως τῶν θεμάτων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν κατηγορίαν. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον πλέον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ φέρῃ συζήτησιν περὶ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης ἐννοίας τῶν ἄρθρων 17 καὶ 19, ἀλλ’ ὀφείλει ἀμέσως νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς δὲν δύναται νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν πλειότερον, ἢ ὅσον δύναται νὰ φωτίσῃ ταύτην ἡ προφορικὴ ἀνάπτυξις ὑφ’ ἑνὸς ἑκάστου τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Περὶ τούτου νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ἐπὶ πλέον νὰ ἐνασχοληθῶμεν. Ἀλλὰ θεωρῶ, ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις νὰ ἀπαντήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Παπαγιαννακόπουλον, ἀφοῦ πρῶτον δηλώσω τὸν θαυμασμόν μου, πῶς κατωρθώθη, ἐν ζητήματι, ἐν τῷ ὁποίῳ ἔχει τοσοῦτον ἄδικον, νὰ ἐπιδείξῃ τοσοῦτον θάῤῥος, ὥστε πρὸς στιγμὴν νὰ ὑποθέσωσι πάντες, ὅτι τῷ ὄντι ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐφυγομάχησε. Τοῦτο λέγω, διότι ἐγώ, ὡς ἀποτελῶν μέρος τῆς μειοψηφίας, δὲν ἀπουσίασα οὐδὲ κατὰ μίαν συνεδρίασιν.
§56ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Οὔτε ἐγώ.
§57ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Περὶ τὸ τέλος μόνον τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ τὴν 3 Ἰανουαρίου, ἠναγκάσθην, ἕνεκεν οἰκογενειακῶν λόγων, νὰ ἀπέλθω εἰς Λεβαδείαν. Ὅσα ἐλέχθησαν ἐνταῦθα περὶ ληφθεισῶν ἀποφάσεων, διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀκριβῆ. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ συνεζητήθησαν πάντα τὰ ζητήματα τοῦ κατηγορητηρίου, καὶ ἀντηλλάγησαν γνῶμαι, ἀλλὰ ἀπόφασις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται, χωρὶς περὶ τούτου νὰ συνταχθῇ πρακτικὸν, ἵνα γένωνται ἐν αὐτῷ καταφανεῖς αἱ γνῶμαι ἑνὸς ἑκάστου τῶν μελῶν. Ἠκούσατε δέ, ὅτι ἐζητήθη παράτασις τῆς προθεσμίας· δὲν ἔχομεν ἑπομένως τετελεσμένην ἐργασίαν. Καὶ ἀφοῦ ἀπέδειξα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἐλήφθη ἐπὶ οἱουδήποτε ζητήματος ἀπόφασις, θὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ συνάδελφος κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος σχετικῶς πρὸς τὴν συμπεριφορὰν τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας. Κύριοι, καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἡ μειοψηφία εἰργάζοντο ἐπ’ ἀρκετὸν χρόνον μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι πᾶσα πληροφορία ζητουμένη ἤθελεν, ἐφ’ ὅσον τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους δὲν ἠμπόδιζον, δίδεσθαι ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν· καθ’ ὅσον δὲ εἶναι γνωστὸν, τὰ θέματα τῆς κατηγορίας δὲ συνεδέοντο μετ’ οὐδενὸς ἄλλου συμφέροντος τοῦ Κράτους ἢ μόνον μετὰ τοῦ συμφέροντος ἐκείνου, περὶ τοῦ ὁποίου τόσος ἐγένετο λόγος, καὶ τὸ ὁποῖον τόσον ἐπιτηδείως διεχειρίσθησαν οἱ ἁρμόδιοι νὰ διαχειρίζωνται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ὅταν ἓν πρὸς ἓν ἐξητάζοντο τὰ θέματα τῆς κατηγορίας, ἐν μιᾷ φωνῇ ἡ ἐπιτροπὴ ἐξήνεγκε γνώμην, ὅτι πάντα ταῦτά εἰσιν ἀνάξια προσοχῆς, πλὴν ἑνὸς μέλους, τὸ ὁποῖον εἰς πάντα τὰ ζητήματα ἐθεώρει, ὅτι ὑπῆρχεν ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν, καὶ ἐλλόγως, διότι τὸ μέλος τοῦτο, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, εἶχε θέσει τὴν ὑπογραφήν του κάτωθεν τοῦ κατηγορητηρίου καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἀπαρνηθῇ ταύτην. Ἄλλοι, γενναιότεροι ὄντες καὶ ἴσως μεταμελούμενοι δι’ ὅσα ἔπραξαν, πολλάκις ἠναγκάσθησαν, καίτοι ὑπέγραψαν τὰ κατηγορητήριον, νὰ ἀπαρνηθῶσιν αὐτὸ, παραδεχόμενοι, ὅτι δὲν εἶναι ἄξια συζητήσεως τοιαῦτα πράγματα. Ὅταν ἦλθεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, τῆς ἀφορώσης τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων κατὰ τῶν ὑπαξιωματικῶν Λεμπεσοπούλου, Παπαναστασίου καὶ Παπαῤῥώδη, πολλαὶ γνῶμαι ἐξηνέχθησαν, μετὰ μακρὰν δὲ σκέψιν ἐπείσθησαν πάντες, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑποτιθεμένην μὴ ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Παπαῤῥώδη, δὲν πρέπει νὰ γίνηται λόγος. Ὅταν ὅμως ἦλθε,—καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξῃ ἐδῶ ἡ Βουλὴ,—ὅταν ἦλθεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος, τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως κατὰ Λεμπεσοπούλου καὶ Παπαναστασίου, κατὰ τὴν ὁποίαν παθόντες ἦσαν δύο ἐκ τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς...
§58ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Αὐτὰ εἶναι τῆς οὐσίας.
§59ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. .. μέλη τινὰ τῆς μειοψηφίας, ἐζήτησαν, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν πιστοποιήσῃ, πότε καὶ κατὰ τίνα τρόπον περιῆλθεν εἰς γνῶσιν αὐτοῦ ἡ ἀπόφασις, ἡ ἀποῤῥίπτουσα τὴν ἀναίρεσιν κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῶν ἐν Χαλκίδι Πλημμελειοδικῶν κατὰ τῶν δύο τούτων ὑπαξιωματικῶν. Μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων ἡμερῶν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀπέστειλεν ἔγγραφον, ὅπερ εἶχε περίπου ὡς ἑξῆς: «Ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἀνεκοινώθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν 19 Δεκεμβρίου, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν βιβλίων». Ἐθεωρήσαμεν πάντες, ὅτι ἡ πληροφορία αὕτη δὲν ἦτο ἐπαρκὴς, ἀλλ’ ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἄλλο σχετικὸν ἔγγραφον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ἑπομένως περιωρίσθημεν τότε εἰς τὴν διὰ τοῦ ἐγγράφου τούτου διδομένην δῆθεν πληροφορίαν. Ἀλλὰ μετὰ παρέλευσιν δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, ἐγὼ αὐτὸς λαμβάνω τὴν πληροφορίαν, μὲ σημείωσιν ὡρισμένων ἀριθμῶν ἐγγράφων, ὅτι περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἶχε διεξαχθῆ μακρὰ ἀλληλογραφία μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅτι εἶχον ἀνταλλαγῆ πολλὰ καὶ μακρὰ ἔγγραφα, καὶ ὅτι ἐκκρεμὴς ὑρίστατο ἀκόμη ἀναίρεσις, αἰτηθεῖσα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὅτι ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λαβὼν γνῶσιν τῶν περιστάσεων τούτων ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, διέταξε καὶ ἐζητήθησαν ἐπισήμως πληροφορίαι παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ἵνα κανονίσῃ ἴσως τὰ κατ’ αὐτήν. Ὅταν ἤκουσα, ὅτι τοιαύτη ἐγένετο ἀλληλογραφία, καὶ ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, τὴν ζητοῦσαν πᾶσαν σχετικὴν πληροφορίαν, δὲν δίδεται ἢ μόνον ἡ πληροφορία, ἥτις ἐδόθη, ὁμολογῶ, ὅτι ἠγανάκτησα, διότι ἐθεώρησα, ὅτι οὐχὶ ἄνευ σκοποῦ ἀπεκρύβησαν ἀπὸ τῆς ἐπιτροπῆς αἱ ἐνέργειαι αὗται τῆς ὑπηρεσίας, καὶ φυσικῷ τῷ λόγῳ ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἀποστολὴν πάντων τούτων τῶν ἐγγράφων, τῶν σχετιζομένων μὲ τὴν ὑπόθεσιν. Τινὰ τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας ἔλεγον, ὅτι περὶ τούτου ἤδη ἀπεφάνθη ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη τῶν ἐγγράφων· ἀπήντων δ’ ἐγὼ, ὅτι, οἱανδήποτε ἀπόφασιν καὶ ἂν ἔλαβεν ἡ ἐπιτροπή, πρὶν ἢ συντάξῃ τὴν ἔκθεσιν, ἔχει τὸ δικαίωμα ἐπὶ τῇ βάσει νεωτέρων ἐγγράφων νὰ προβῇ εἰς νέαν ἀπόφασιν μετὰ τὴν μελέτην τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, διότι ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς ἐκδηλοῦται διὰ τῆς ὑπογραφῆς τῆς ἐκθέσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἀνεγνώρισε τὴν ὀρθότητα τῶν παρατηρήσεών μου, καὶ ἡνώθη μετ’ ἐμοῦ, ὑποστηρίξας, ὅτι πρέπει νὰ ζητηθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα· ἐγὼ δὲ αὐτὸς συνέταξα τὸ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο ἡ ἀποστολὴ τῶν ἐγγράφων, ὁριζομένων κατ’ εἶδος καὶ κατ’ ἀριθμόν. Μετὰ τὴν ἀποστολὴν τοῦ ἐγγράφου τούτου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐγὼ ἀνεχώρησα, ἔμαθον δὲ παρὰ τῶν συναδέλφων, ὅτι παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος οὐδαμῶς καταδεικνύει τὴν καλὴν πίστιν τοῦ Ὑπουργείου, κατωρθώθη νὰ ἀποσπασθῶσιν ἓν πρὸς ἓν τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τὰ ὁποῖα τόσον φῶς ἐπρόκειτο νὰ χύσουν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ δὲν κατωρθώθη νὰ ἀποσταλῶσιν ἐπὶ τέλους πάντα τὰ ἔγγραφα· διότι, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, δὲν ἀπεστάλη τὸ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἀπήντα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβε παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐπισυνάπτον τὸ ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως, ἐν τῷ ὁποίῳ περιείχετο καὶ γνώμη αὐτοῦ ὑπὲρ τῆς ὀρθότητος τῆς ζητουμένης ἀναιρέσεως.
§60ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τοῦ εἰσαγγελεύοντος.
§61ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀφοῦ τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν ἐδίδοντο παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, οἱ συνάδελφοι λίαν εὐλόγως ἔλεγον, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς συζήτησιν, ἐνόσῳ δὲν δοθῶσι ταῦτα τὰ ἔγγραφα, τῶν ὁποίων τοὺς ἀριθμοὺς εἴχομεν ὑποβάλει διὰ τοῦ ἐγγράφου ἡμῶν, τὸ ὁποῖον ἀπεστείλαμεν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον. Καὶ ὁ κ. συνάδελφος σᾶς λέγει, ὅτι ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἀπεχώρησε φυγομαχοῦσα, διότι εἶχε τὴν ἀξίωσιν νὰ παρίσταται ἡ μειοψηφία ἐκεῖ ὡς μάρτυς ὅσων ἤθελον διαπράξει, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο καὶ αὕτη νὰ φωτισθῇ, καὶ πρὸ πάντων νὰ φωτισθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία. Καὶ δικαίως τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας τότε εἶπον, ὅτι «δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ προβῶμεν εἰς συζήτησιν ἐπὶ οὐδενὸς θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν μᾶς δίδονται αἱ ζητούμεναι πληροφορίαι.» Ταῦτα ἐνόμισα καθῆκον νὰ εἴπω, ἵνα ἀποκρούσω τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. συνάδελφος ἠθέλησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας, λέγων, ὅτι ταῦτα ἐφυγομάχουν. Ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἀποτελεῖται ἐξ ὀκτὼ μελῶν, καὶ πρὸ μακροῦ χρόνου δύο ἐκ τῶν μελῶν ἀπουσίαζον,—ὁ κ. Βαλσαμάκης, δὲν γνωρίζω ἀπὸ ποίας ἐποχῆς ἀπουσιάζων, καὶ ὁ κ. Πετροπουλάκης, ἀσθενῶν ἢ μὴ ὢν ἐν Ἀθήναις,—ἡμεῖς δὲ προσηρχόμεθα πάντοτε, ἀποτελοῦντες ἀπαρτίαν καὶ ἐργαζόμενοι μέχρι βαθυτάτης νυκτός. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ συνάδελφος ἔλειψεν ἀρκετὰς ἡμέρας ἐν Πάτραις χάριν τῶν ἐκλογῶν. Θεωρῶ λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ῥιφθῇ αἰτίασις κατὰ τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας, διότι ταῦτα ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των μετὰ περισσοτέρου ζήλου ἢ ὅσον ἐπεδείξαντο τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας, καὶ εἶχον συμφέρον πρὸς τοῦτο καὶ καθῆκον οὕτω νὰ προσενεχθῶσι, διότι εἶχον τὴν πεποίθησιν, καὶ ἔχουν τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον παρατείνεται ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ἐπὶ τοσοῦτον σπουδαιοτάτη ζημία ἐπέρχεται εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι, Κύριοι, ἄξιον νὰ προκαλέσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο τὸν χλευασμὸν ἐνίων, ἐχόντων ἴσως συμφέρον εἰς τὴν παράτασιν, διότι οὐδεὶς πρέπει νὰ λησμονήσῃ, ὅτι ἡ κατάστασις, ἐν ᾗ διατελεῖ ὁ τόπος ἡμῶν, ἐὰν μὴ κυρίως, κατὰ τὸ πλεῖστον ὅμως, ὀφείλεται εἰς ὅσα περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν ἑκατομμυρίων ἐλέχθησαν καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἡ νῦν πλειοψηφία ἦτο μειοψηφία καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἐγένετο πλειοψηφία καὶ εἰσήγαγε τὸ κατηγορητήριον. Τί ζητοῦμεν ἡμεῖς παρ’ ὑμῶν; Νὰ ἐφαρμόσητε τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 19. Οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι κωλύεται ἡ Βουλὴ ἔκ τινος ἄλλης διατάξεως. Δικαίωμα αὐτῆς εἶναι νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ κατηγορητηρίου, διότι πάντα τὰ ἔγγραφα ἤδη εὑρίσκονται κατατεθειμένα. Διατὶ δὲν σπεύδετε, ἀποδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην; Διατὶ θέλετε νὰ παρατείνητε τὴν ἀγωνίαν τοῦ τόπου ἀκόμη ἐπὶ μακρὸν, ἵνα δικαιολογῆσθε οὕτω, κατέχοντες θέσιν, ἡ ὁποία δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἦναι πλέον ζηλωτή, εἰς ὃ σημεῖον ἤδη περιῆλθεν ἐκ τῆς ἀνικανότητος ὑμῶν;
§62ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω, κύριε Πρόεδρε, νὰ παρατηρήσω πρὸς τὸν κύριον προλαλήσαντα, ὅτι ἐλησμόνησεν, ἢ τοὐλάχιστον δὲν ἐνεθυμήθη, ἢ ἠθέλησεν ὀλίγον νὰ μὴ ἦναι πολὺ ἀκριβής· ἀναγκάζομαι δὲ νὰ τῷ ὑπενθυμίσω ὅσα ἐγένοντο, ἀναγινώσκων τὰ πρακτικὰ τῆς ἐπιτροπῆς (ἀναγινώσκει): «Συνεδρίασις τῆς 4ης Ἰανουαρίου...
§63ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ τὴν 4ην Ἰανουαρίου ἀπουσίαζον.
§64ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀναγινώσκει τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς ἐπιτροπῆς τῆς 4 καὶ 7 Ἰανουαρίου).
§65ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§66ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δύο λέξεις, παρακαλῶ, ἐπὶ τοῦ πρωτοκόλλου.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγεῖται ὁ κ. Πετσάλης.
§68ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἂς ὁμιλήσῃ ὁ κ. Στεφάνου.
§69ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἡ ἀνάγνωσις τοῦ πρωτοκόλλου ἐκείνου ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συναδέλφου μὲ ἀναγκάζει νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ἐξηγήσω ἅπαξ διὰ παντὸς τὰ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ λαβόντα χώραν, καὶ πῶς ἡ ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ συντάξῃ τὸ πρωτόκολλον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι μοναδικὸν, διότι δὲν ἔχει ἀδελφοὺς ἄλλους, γεννηθέντας πρὸ αὐτοῦ. Τὸ ζήτημα τῶν πρακτικῶν ἐγεννήθη εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδριάσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Τὰ ἀποτελοῦντα τὴν μειονοψηφίαν μέλη ἐζήτησαν, ἀπῄτησαν μάλιστα, νὰ συντάσσωνται πρακτικὰ, ἀλλ’ οὐδέποτε, πρωτοστατοῦντος τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας Βουλευτοῦ, τοῦ καὶ γραμματέως τῆς ἐπιτροπῆς, οὐδέποτε ἡ πλειονοψηφία ἠθέλησε νὰ ὑποταχθῇ ἀπέναντι τῆς εὐλόγου παραστάσεως τῆς μειονοψηφίας τοῦ νὰ συντάσσωνται πρακτικὰ, ἵνα, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δυνηθῶμεν νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἕκαστος ἐξήνεγκεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Τότε δὲ μόνον ὑπὸ τοῦ γραμματέως τῆς ἐπιτροπῆς, τοῦ ἐξ Ἀχαΐας Βουλευτοῦ, ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀνάγκη τοῦ πρακτικοῦ, ὅταν ἠθέλησε διὰ τοῦ πρακτικοῦ νὰ πιστοποιήσῃ δῆθεν ἡ ἐν μὴ ἀπαρτίᾳ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ἡ μειονοψηφία ἐφυγομάχησε.
§70ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν συνετάχθησαν πρακτικὰ πολλῶν ἔτι συνεδριάσεων.
§71ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Φέρει ὑπογραφάς;
§72ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μὲ φέρει εἰς τὸ ν’ ἀνακοινώσω καὶ τὸ ἑξῆς. Ἅμα τῷ καταρτισμῷ τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ πρῶτον πρακτικὸν ὑπεγράφη παρ’ ὅλων τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ κατόπιν πρακτικὰ ἐθεωρήθη, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ φέρωσι τὰς ὑπογραφὰς ὅλων τῶν μελῶν, ἀλλὰ μόνον τὰς τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Γραμματέως.
§73ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ὑπάρχουσι πρακτικὰ κατόπιν, φέροντα τὰς ὑπογραφὰς πολλῶν μελῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἄλλα μέλη ἀνεχώρουν πρὸ τοῦ τέλους τῆς συνεδριάσεως καὶ ἄλλα κατόπιν, δὲν κατωρθώθη νὰ κρατηθῶσι τακτικὰ πρακτικά. Δὲν εἶναι δὲ ἀληθὲς, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἀπέκρουσε τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας, τοῦ νὰ συντάσσωνται πρακτικά.
§74ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἶναι ἀληθές.
§75ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Οὐδεὶς ἀποδίδει ὀλιγωρίαν κατὰ τοῦ κ. Προέδρου, οὐδὲ διὰ τῆς διανοίας μου διῆλθε τοιοῦτόν τι. Ἐγὼ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ γενόμενα. Ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ πεισθῇ, ἂς ἐξετάσῃ τὸ περιεχόμενον τῶν πρακτικῶν, καὶ θέλει ἰδεῖ, ποῖον χάσμα ὑπάρχει.
§76ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀποδίδω σημασίαν εἰς τὸν τρόπον τῆς συντάξεως τῶν πρακτικῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν βεβαίωσιν τῶν ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Σᾶς παρακαλῶ νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλὴν, ἂν οἱ συνάδελφοι ὑμῶν τῆς πλειοψηφίας ὑπέβαλον πρότασιν, ὅπως συζητηθῇ τὸ τελευταῖον κεφάλαιον, σεῖς δὲ ἀπέσχετε· διότι ἤκουσα τὸν κ. Τρικούπην νὰ σχίζηται ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς πίστεως, καὶ νὰ ἰσχυρίζηται, ὅτι ἡ ἐκκρεμότης τοῦ κεφαλαίου τούτου τῆς κατηγορίας κατέστρεψε τὴν πίστιν τοῦ Δημοσίου,—διότι θεωρεῖ, φαίνεται, ὅτι αὕτη εἶναι συνδεδεμένη μετὰ τοῦ ἀτόμου του,— ἐπιθυμῶ δὲ νὰ μάθω, ἂν ἡ Βουλὴ ἦναι ἡ αἰτία τῆς καταστροφῆς ταύτης.
§77ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἰς τοῦτο θὰ καταλήξω· ἤρχισα ἀπὸ τοῦ πρακτικοῦ, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πρακτικοῦ ἠθέλησε νὰ μᾶς κατηγορήσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας Βουλευτής. Οὐδέποτε τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας ἔλειψαν ἀπὸ τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς· καὶ ἂν ἐτηροῦντο πρακτικὰ, θὰ ἐφαίνετο τοῦτο· καὶ προκαλῶ τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας νὰ τὸ βεβαιώσωσι.
§78ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Μέχρι τῶν τελευταίων ἡμερῶν, δηλαδὴ τοῦ Ἰανουαρίου, τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας ἤρχοντο τακτικῶς.
§79ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Θὰ ἔλθω εἰς τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ Ἰανουαρίου. Ἐγὼ ὁμιλῶ κατὰ τάξιν χρονικήν. Ὑπάρχει λοιπὸν βεβαιωμένον ὅτι τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἦσαν τακτικὰ, καὶ συνέπραξαν, ἐφ’ ὅσον ἠδύναντο, ἵνα αἱ ἐργασίαι τῆς ἐπιτροπῆς βαίνωσιν ἀπροσκόπτως....
§80ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἀναμφισβήτητον.
§81ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τοῦτο μοῦ ἀρκεῖ... Δὲν θὰ κουράσω τὴν Βουλὴν ἐπαναλαμβάνων ὅ,τι ὁ ἀξιότιμος κ. Μπουφίδης, πρὸ ὀλίγου ἐξέθηκεν ἀπὸ τοῦ βήματος σχετικῶς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν Λεμπεσοπούλου καὶ Παπαναστασίου, διότι αὕτη ὑπῆρξεν ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου. Ἐξέθηκεν ὑμῖν ὁ προαγορεύσας, πῶς ἡ ἐπιτροπὴ ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ προέβη μέχρι τοῦ σημείου τῆς ἀνταλλαγῆς γνωμῶν, καὶ πῶς, ἐξετάζουσα τὸ κεφάλαιον τοῦτο τῆς κατηγορίας, ἠσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἠξίου δὲ εὐλόγως, ἵνα καὶ τοῦτο, ὅπως ἐν πᾶσι τοῖς ἄλλοις κεφαλαίοις τοῦ κατηγορητηρίου τὰ Ὑπουργεῖα, πρὸς ἃ ἀπηυθύνθημεν, προθύμως ἐχορήγησαν πληροφορίας, ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ παράσχῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, ἀλλ’ ἡ αἴτησις τῆς ἐπιτροπῆς προσέκοψεν. Ἐνῷ δὲ ἡ ἐπιτροπὴ ἀπὸ τῆς 17 Δεκεμβρίου—καὶ σημειώσατε τὴν ἡμερομηνίαν—δι’ ἐγγράφου κατεπειγόντως εἶχε ζητήσει πληροφορίας παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον ἔλαβεν ἐπίσημον γνῶσιν, καὶ διὰ τίνος ἐγγράφου, ὅτι ἡ ἀναίρεσις τῶν Λεμπεσοπούλου καὶ Παπαναστασίου εἶχεν ἀποῤῥιφθῆ, καὶ ἂν προσεκλήθη ὑπὸ τῆς νομίμου ἀρχῆς, τῆς ἐντεταλμένης τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, ἤτοι τοῦ Εἰσαγγελέως Χαλκίδος, ἵνα ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν κατὰ τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐκείνων, τὸ Ὑπουργεῖον ἐσιώπησε, καὶ ἐσιώπησεν ἐπὶ 15 ἡμέρας. Καὶ ὅταν ὁ κ. Μπουφίδης, ἐκ τύχης καὶ ἐξ ὁμιλίας τινὸς ἀνεκάλυψεν, ὅτι μακρὰ ἀλληλογραφία διημείφθη μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ὅτι αὐτὸς ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ μακαρίτης Μαντζούφας, εἶχεν ἐκφέρει γνώμην ὑπὲρ τῆς ἀναιρέσεως τῆς ἀποφάσεως, κατ’ αἴτησιν ἡμῶν, τῆς μειονοψηφίας, ἡ ἐπιτροπὴ ἐζήτησε τὰ ἔγγραφα παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ τοῦτο ἐκώφευε. Τί ἠθέλατε λοιπὸν νὰ πράξωμεν; Δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνωμεν, ὅπως τὰ ἔγγραφα ἔλθωσιν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς; Τί δὲ ἀντέταξαν τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας; Ὅτι πρόκειται περὶ ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς τετελεσμένης, περὶ δεδικασμένου· καὶ ὅταν ἐθέσαμεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς, τοῦ ὁποίου τὴν ἀμεροληψίαν ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, τὸ ζήτημα καὶ τῷ εἴπωμεν: Κύριε Πρόεδρε, ὑμεῖς, ὡς δικαστὴς καὶ νομοδιδάσκαλος καὶ νομοκράτωρ, τί ἠθέλετε πράξει, ἄν προεδρεύατε δικαστικῆς πιτροπῆς, ἥτις εἶχεν, ἔστω, προβῆ εἰς ἀπόφασίν τινα, ἣν ἄλλως δὲν εἶχεν ἐκφέρει ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει, τί ἠθέλατε πράξει, ἂν ἀνεκαλύπτετε ἔγγραφον, ἢ πληροφορίας, ἢ μαρτυρίας, μεταβαλλούσας ἐντελῶς τὰ πράγματα ἢ ὅπως παρέστησε μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης; Δὲν ἠθέλατε ἀναστείλει τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως; Καὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ δικαστήριον ἢ οἱοσδήποτε νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἀλλοίαν τῆς πρώτης, ἄν ἤθελε φωτισθῆ τὴν τελευταίαν στιγμήν;...
§82ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς ἐχορηγήθησαν πληροφορίαι.
§83ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν ἦσαν πλήρεις... Τί ἔλεγον δὲ τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας; «Θὰ ἔλθουν τὰ ἔγγραφα, ἀλλὰ ταῦτα θὰ χρησιμεύσωσι μόνον διὰ τὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συζήτησιν, διότι ἡμεῖς δὲν μεταβάλλομεν γνώμην. Ἐν τούτοις ἂς προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ τελευταίου κεφαλαίου τῆς κατηγορίας.» Τί δὲ ἀντετάξαμεν ἡμεῖς εἰς τοῦτο; (διότι, σημειώσατε, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας). «Πολὺ καλά· ἔστω, ὅτι ἡ ἀπόφασις ἐκείνη τῆς ἐπιτροπῆς ἦτο ὁριστικὴ καὶ ἀμετάκλητος, ὅπερ ἀμφισβητοῦμεν, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὴν γνώμην μας, καὶ ταύτην θὰ ἐκτιμήσῃ ἡ Βουλή· καὶ ἡ γνώμη ἡμῶν αὕτη οὐδεμίαν ἀξίαν θὰ ἔχῃ, ἂν δὲν στηρίζηται ἐπὶ ἐγγράφων. Ἅμα δὲ λήξωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς ἐπιτροπῆς, ἔγγραφα πλέον δὲν στέλλονται.» Ἀλλὰ ποῖος ἦτο ὁ σκοπὸς, ὁ ἐπιδιωκόμενος κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην; Νὰ περατωθῇ ἡ προεξέλεγξις τοῦ κατηγορητηρίου ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, καὶ ἅπαξ καταρτισθείσης τῆς ἀποφάσεως κατὰ πλειονοψηφίαν, νὰ μὴ ἀποσταλῶσι πλέον τὰ ἔγγραφα. Ποῖον λοιπὸν μέσον ὑπελείπετο ἡμῖν πρὸς ἐξαναγκασμὸν, οὐχὶ τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἢ ἐκεῖνο, ὅπερ μετήλθομεν; Καὶ τὸ μέσον τοῦτο, Κύριοι, ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων δραστήριον· διότι μόνον ὅταν ἐπεμείναμεν νὰ παραλύσωμεν τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς, τότε ἐστάλησαν τὰ ἔγγραφα, ἀλλὰ καὶ ταῦτα κεκολοβωμένα. Ἐὰν δὲ τὸ ἀντικείμενον ἐκεῖνο, ὅπερ ἐπὶ τόσας ἡμέρας ἀπησχόλησε τὴν ἐπιτροπὴν, δὲν ἐξηντλεῖτο καθ’ ὁλοκληρίαν, πῶς ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν περαιτέρω; Ἀλλὰ μᾶς ἀντέταξαν, ὅτι εἴμεθα εἰς τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας, καὶ ὀφείλει ἡ ἐπιτροπὴ νὰ προβῇ οὕτω πως· ἀλλ’ εἰς τοῦτο ἀντετάξαμεν, ὅτι, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔχανε τὸν καιρόν της, ἐξετάζουσα, κατ’ ἀπαίτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας, μάρτυρας ἐν Θεσσαλίᾳ εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ χόρτου, ἀδίκως καὶ παραλόγως, βεβαίως ὅλα τὰ κεφάλαια τῆς κατηγορίας ἤθελον περατωθῆ, οὐδὲ ἡ δευτέρα προθεσμία θὰ ἦτο ἀναγκαία· ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπὶ ματαίῳ κατηναλώσαμεν τὴν χορηγηθεῖσαν προθεσμίαν, ἐφθάσαμεν εἰς τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς λήξεως τῆς δευτέρας προθεσμίας· καὶ τότε ἀνεφάνη ὅλος ὁ ζῆλος, ἵνα περατωθῇ ἡ ἐξέτασις τοῦ κατηγορητηρίου. Διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ αἰτιῶνται τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας, ὅτι ταῦτα συνετέλεσαν εἰς τὴν ματαίωσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὅτι ἐφυγομάχησαν. Δὲν ἐφυγομαχήσαμεν, ἀλλ’ ἠθελήσαμεν νὰ συντελέσωμεν, ὥστε νὰ μὴ διαπραχθῇ τι μὴ ὀρθὸν, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι.
§84ΡΑΛΛΗΣ. Ἀληθῶς καὶ ἐκ τῶν ἐξηγήσεων, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ζακύνθου, καὶ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν πρακτικῶν τῆς ἐπιτροπῆς προκύπτει, ὅτι τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας δὲν ἐφυγομάχησαν, ἀλλὰ διὰ παντὸς τρόπου προσεπάθησαν νὰ παραλύσωσι τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς, καθ’ ἣν στιγμὴν αὕτη, τῇ προτάσει τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας, ἐπρόκειτο νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος ἐκείνου, διὰ τὸ ὁποῖον σήμερον τόσον ἠγανάκτησεν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι τοσοῦτον χρόνον ἔμεινεν ἐκκρεμές. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, καὶ οὐδὲν τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας θέλει ἀρνηθῆ, ὅτι τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας ἐζήτησαν, καθ’ ὃν χρόνον ἀνέμενον τὴν ἀποστολὴν τῶν συμπληρωτικῶν ἐγγράφων ἐπὶ δύο κεφαλαίων κατηγορίας, νὰ προβῇ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ τελευταίου κεφαλαίου. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου ἐξήγησεν, ὅτι ἡ μειονοψηφία, ἂν δὲν ἠθέλησε νὰ συμπράξῃ εἰς τοῦτο, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸν σκοπὸν, ὅπως ἐξαναγκάσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ χορηγήσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησεν ὡς ἀναπόφευκτα εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ κεφαλαίου ἐκείνου τῆς κατηγορίας, δι’ ὃ ἐζητήθησαν. Θαυμάζω ὅτι τοιαῦτα ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ζακύνθου, ὁ ὁποῖος ἐπὶ μακρὰ ἔτη ὑπῆρξεν εἷς ἀληθῶς τῶν καλλίστων καὶ τῶν ἐξόχων ἡμῶν δικαστικῶν. Θαυμάζω δὲ, διότι πρῶτος πρὸ ὀλίγου καὶ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως ἀνεκήρυξε τὸ δόγμα, ὅτι κατὰ τὸ στάδιον τοῦτο ἐνεργεῖ καθήκοντα δικαστικὰ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ, ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτοῦ· ἀλλ’ οὐχ ἧττον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ζακύνθου ἐθεώρησεν, ὅτι ἦτο ἐπιτετραμμένον αὐτῷ, συμπράττοντι εἰς ἐπιτροπὴν δικαστικὴν, νὰ παραλύσῃ τὰς συνεδριάσεις αὐτῆς, πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα χορηγήσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐθεώρει ἀναγκαῖα εἰς τὴν ἐξέλεγξιν ἑτέρας κατηγορίας. Τοιαύτην ὁμολογίαν, ἐκφερομένην ἐκ στόματος τοῦ Βουλευτοῦ Ζακύνθου, ἀδύνατον βεβαίως νὰ ἐννοήσω. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω αὐτὴν καὶ δι’ ἕτερον λόγον, διότι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ζυκύνθου, ὁ μετὰ τόσης δεινότητος χειριζόμενος τὸν λόγον, θὰ ἠδύνατο βεβαίως νὰ ἐπιτύχῃ κατὰ τὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συζήτησιν τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἐπιτύχῃ διὰ τῶν ἐγγράφων τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελον ἐκτυλιχθῆ ἐνταῦθα γεγονότα, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ προέκυπτεν, ὅτι συνεπεία τῆς προσαγωγῆς ὡρισμένων ἐγγράφων θ’ ἀνετρέπετο ὡρισμένη κατηγορία, ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου δὲν ἔπρεπε νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελε δεχθῆ τὴν γνώμην αὐτοῦ, καὶ ἤθελεν ἐπιβάλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα. Διότι ἡμεῖς, Κύριοι, μεθ’ ὅλας τὰς θεωρίας τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου, δὲν θεωροῦμεν τόσον παράφρονας τοὺς νομοθέτας τῶν συνταγματικῶν νόμων, ὥστε νὰ ὑπολαμβάνωμεν, ὅτι ἀπέδωκαν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγορεῖν τοὺς Ὑπουργοὺς, μόνον διὰ νὰ δύναται ἡ πλειονοψηφία νὰ θέτῃ ἐκποδὼν τοὺς ἀντιπάλους· ἡμεῖς διάφορον ἔννοιαν ἀποδίδομεν εἰς τὴν διάταξιν ἐκείνην καὶ τοῦ ἡμετέρου καὶ τῶν ἄλλων Συνταγμάτων. Ἡμεῖς θεωροῦμεν, ὅτι ἀσφαλίζει αὕτη τοὺς Ὑπουργοὺς ἔτι μᾶλλον, διότι μόνον οἱ ὁμότιμοι τῶν Ὑπουργῶν δύνανται νὰ κατηγορήσωσιν αὐτούς· ἤθελε δ’ ἀληθῶς θεωρηθῆ λίαν ἐξευτελιστικὸν διὰ τοὺς Βουλευτάς, ἐὰν ἀπεδεχόμεθα τὴν θεωρίαν τοῦ κ. πρώην Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ θεωρίαι, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ἐσκόπουν ἓν καὶ μόνον, νὰ συγκαλύψωσι τὴν εὐθύνην, ἣν φέρει αὐτὸς καὶ οἱ φίλοι του διὰ τὴν μὴ περαίωσιν τῆς ἐντολῆς τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἠθέλησαν ἀπὸ ἀδίκων καὶ ἀδικούντων ν’ ἀποδείξωσιν ἑαυτοὺς ἀδικουμένους καὶ θύματα, ἠθέλησαν νὰ συνδέσωσι τὴν κατηγορίαν, περὶ τῆς ὁποίας οὐδὲ λόγος ἐγένετο ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, πρὸς τὴν τελευταῖον κλονισθεῖσαν πίστιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Ἤθελεν εἶσθαι εὐτυχὴς ἡ ἡμέρα ἐκείνη διὰ τὴν πίστιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν πείσει τὸν εὐρωπαϊκὸν κόσμον καὶ τὰ εὐρωπαϊκὰ κεφάλαια, ὅτι τέλος πάντων ἡ δικαιοσύνη ἠθέλησε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς διαχειρίσεως ἡμῶν· ἀληθῶς ἤθελεν ἀνακύψει ἡ πίστις τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ ἡ πίστις τοῦ Κράτους, ἐὰν τοιαύτην πεποίθησιν ἠδυνάμεθα νὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς τὰ κεφάλαια τὰ εὐρωπαϊκά. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἀπέδωκε σημασίαν τινὰ εἰς τὴν ὑπὸ συζήτησιν κατηγορίαν· ἐὰν δὲ κατέπεσε καὶ ἐξακολουθῇ καταπίπτουσα ἡ πίστις ἡ ἑλληνικὴ, αὐτὸ ὀφείλεται εἰς τὴν διαχείρισιν, ἥτις ἀπὸ ἑπταετίας εἰσήχθη παρ’ αὐτοῦ τοῦ κ. πρώην Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἥτις ἐξακολουθεῖ μέχρι τῆς σήμερον ἀληθῶς. Ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποθέσουν οἱ ξένοι κεφαλαιοῦχοι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθῃ ἡ δικαιοσύνη ἀμερόληπτος καὶ ἀδέκαστος εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς διαχειρίσεως τῶν ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα διὰ δανείων εἰσῆλθον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ταμεῖον, βεβαίως ἤθελον ἀποδώσει τὴν πίστιν, ἥτις ὀφείλεται εἰς τὸ Κράτος, εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Ἀλλὰ τοιαύτην πεποίθησιν δὲν ἔχουσι. Δύναται δὲ νὰ ᾖναι ἥσυχος ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅτι εἴτε παραπεμφθῇ, εἴτε θεωρηθῇ ὡς ἀνυπόστατος ἡ κατ’ αὐτοῦ κατηγορία, ἡ ἑλληνικὴ πίστις δὲν θέλει οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ζημιωθῆ πέραν τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον τὴν ἤγαγε διὰ τοῦ οἰκονομικοῦ του συστήματος. Τὸ οἰκονομικὸν αὐτὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον τυφλῶς ἀκολουθεῖ καὶ ἡ νῦν Κυβέρνησις, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤγαγεν εἰς τὰ σημερινὰ ἀποτελέσματα. Ἂς μὴ θέλῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου νὰ συνδέσῃ τὴν προσωπικότητα αὑτοῦ πρὸς τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος· εἶναι εἰσέτι ἀρκετὰ μεγάλη ἡ πίστις αὐτῆς, ἀρκετὰ δὲ μικρὸς αὐτὸς ἀπέναντι αὐτῆς, ὅπως μὴ ὑπάρξῃ ἀνάγκη ἀλληλεγγύης μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἐκείνης πρὸς τὴν διάσωσίν της.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§86ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσω τὴν συζήτησιν περατωμένην.
§88ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Προτείνω, ἡ προθεσμία νὰ περιορισθῇ εἰς δέκα ἡμέρας.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς προανακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως δοθῇ παράτασις δεκαήμερος;
§90ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 καὶ 10′ μ.μ.