| 1400 | εἰς μισθοὺς προσωπικοῦ | δραχ. | 206,160 | |
| 1401 | διὰ τοῦ περὶ κεκλεισμένων χρήσεων νόμου | » | 1,747.26 | |
| 1402 | διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας | » | 69,032 | |
| 1403 | διὰ τοῦ νόμου περὶ κεκλεισμένων χρήσεων | » | 546.78 | |
| 1404 | διὰ τοῦ προϋπολ. δι’ ἔξοδα κοπῆς καὶ συσκευῆς | » | 345,000 | |
| 1405 | δι’ εἰδικῆς πιστώσεως δι’ ἔξοδα ὅμοια | » | 215,354 | |
| 1406 | διὰ τοῦ νόμου τῶν κεκλεισμένων χρήσεων | » | 13,704.89 |
1891.12.13
4,092 rows · 30,922 words · 1 table · 191 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 14
Τῆς 13 Δεκεμβρίου 1891.
(Παρασκευή).
Ὥρᾳ 4 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα ἐκ Νησίου Ἀναστασίου Φακωνᾶ, παραπονουμένου ὅτι δὲν κατεδιώχθησαν οἱ φονεῖς τοῦ ἀδελφοῦ του. Τηλεγράφημα διαφόρων καπνοπαραγωγῶν Ὑπάτης, παρακαλούντων νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Ὅμοιον ἐκ τοῦ δήμου Ὠλενείας. Τηλεγράφημα πολιτῶν ἐκ Βερβίτσης τῆς Γορτυνίας, παριστώντων, ὅτι πολλὰ ἀροτριῶντα κτήνη τοῦ δήμου Τροπαίων τοῦ λήγοντος ἔτους δὲν ἐβεβαιώθησαν ὑπὸ τῶν ἀπαριθμητῶν.
§2ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως εἶχον καὶ ἐγὼ ἰδιαιτέραν ἐπιστολὴν, δι’ ἧς μοὶ παραπονοῦνται ὅτι μέγας ἀριθμὸς κτηνῶν δὲν ἀπηριθμήθη, ὑπόσχονται δὲ, ἅμα ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ ἐνεργήσῃ, ν’ ἀποδείξωσι τὸν ἰσχυρισμόν των. Διὰ τοῦτο θεωρῶ καλὸν, τὸ τηλεγράφημα ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§3ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν αὐτὴν παράκλησιν. Τηλεγραφικῶς πολλοὶ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων παραπονοῦνται, ὅτι εἰς μεγάλας διαστάσεις γίνονται αἱ καταχρήσεις ὡς πρὸς τὴν παράληψιν τῆς δηλώσεως τῶν κτηνῶν. Ἑπομένως ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι αἱ καταχρήσεις δὲν ἔχουσιν ὅριον, καὶ δὲν ἠξεύρω ποῦ θὰ φθάσωμεν, ἄν δὲν ληφθῇ μέτρον.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα ἐκ Πύργου Χρυσάνθου Παναγιωτοπούλου, καταγγέλλοντος ὅτι πέντε ἄγνωστοι τῷ ἀφήρεσαν 8 πρόβατα. Τηλεγράφημα Γεωργίου Ἀντωνίου, ἐκ Πατρῶν, καταγγέλλοντος, ὅτι ὁ Παναγιώτης Παυλόπουλος παρανόμως ζητεῖ τὴν ἀποκατάστασιν εἰς τὰ πολιτικά του δικαιώματα.
§5ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τηλεγράφημα ὅμοιον ἀπεστάλη καὶ εἰς ἐμὲ παρὰ τοῦ Ἀντωνίου αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω, ἐπειδὴ ὅμως μὲ ἐνεθυμήθη, ἐνόμισα καλὸν νὰ εἴπω δύο λέξεις καὶ νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ τηλεγράφημα τοῦτο κατὰ τὴν ἀπόφασίν του ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως.
§6ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ αὐτὸ τηλεγράφημα ἀπεστάλη καὶ εἰς ἐμὲ, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν, ἀφοῦ πρόκειται οὗτος νὰ χρησιμεύσῃ καὶ ὡς εἰσηγητὴς εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.
§7ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ ἀναφερόμενος Παυλόπουλος τυγχάνει στενώτατος συγγενής μου, πρῶτος ἐξάδελφος, δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τοὺς κυρίους, ὅτι, ἀφ’ ἧς οὗτος ἐξῆλθε τῶν φυλακῶν, πρὸ δωδεκαετίας, εἰς οὐδὲν ἔγκλημα ὑπέπεσεν· ἄλλως τε διαβεβαιῶ τοὺς κυρίους, ὅτι ὑπάρχουσι πιστοποιητικὰ, ἐκδεδομένα πρὸ 15 ἡμῶν ἐκ τῆς Εἰσαγγελίας τῶν Ἐφετῶν καὶ Πρωτοδικῶν, ἐξ ὧν τεκμαίρεται, ὅτι οὐδαμῶς ὑπέπεσεν εἰς ἕτερον ἔγκλημα. Ἐγὼ θὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. ἐκ Μολάων Βουλευτὴν, ὅτι, ἀφοῦ δὲν ἐγνώριζε, τίς ὁ τηλεγραφήσας, ὤφειλε νὰ ὑπονοήσῃ, ὅτι πρόκειται περὶ πολιτικοῦ τεχνάσματος, διότι ἐκεῖ θὰ ἔχωμεν μετ’ ὀλίγον βουλευτικὰς ἐκλογὰς, ὁ δὲ Παναγιώτης Παυλόπουλος ἐν τῷ δήμῳ Μυρτουντίων κέκτηται μεγάλην ἐπιῤῥοὴν, καὶ θέλουσι νὰ τὸν δυσφημήσωσιν ἄνευ λόγου.
§8ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν ἁπλουστάτην παρατήρησίν μού τι, τὸ ὁποῖον νὰ προσβάλλῃ κανένα. Ταύτην τὴν στιγμὴν μόνον ἀντιλαμβάνομαι, ὅτι πρόκειται περὶ προσώπου ὁμωνύμου ὑμῶν. Ἐγὼ ἁπλῶς εἶπον, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ τηλεγράφημα ἀπεστάλη καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, εἰς αὐτὸν ἐναπόκειται νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἐγκρίνει. Διατὶ ὑμεῖς νομίζετε, ὅτι κακῶς ἔπραξα, εἰπὼν αὐτὰς τὰς ὀλίγας μεμετρημένας λέξεις; Τὸ αὐτὸ θὰ ἐπράττετε καὶ ὑμεῖς, ὡς ἀντιπρόσωπος ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους, ἐὰν ἐλαμβάνετε ὅμοιον τηλεγράφημα.
§9ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Τὸ τηλεγράφημα, κύριε Πρόεδρε, τὸ σταλὲν πρὸς τοὺς Βουλευτὰς καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, προέρχεται ἐκ τοῦ αὐτοῦ προσώπου;
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ.
§11ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, γνωρίζει κάλλιστα τὸ καθῆκόν του, καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ τοῦ τὸ ὑπομνήσῃ ὁ τηλεγραφήσας. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, συγχρόνως μὲ τὰς πληροφορίας, ἃς θὰ ζητήσῃ, νὰ ζητήσῃ νὰ μάθῃ καὶ τὴν ποιότητα τοῦ τηλεγραφήσαντος. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὑπάρχουσι τὰ πιστοποιητικὰ, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ὁλόκληρον τὸ Ἐφετεῖον, καὶ ἐκήρυξεν ἀποκαταστάσιμον τὸν Παυλόπουλον· ἔχει δὲ δικαίωμα ὁ Παυλόπουλος νὰ καταγγείλῃ ἐπὶ συκοφαντίᾳ τὸν τηλεγραφήσαντα. Εἶναι εὔκολον εἰς πάντα νὰ δυσφημῇ τὴν ὑπόληψιν τῶν ἄλλων χωρὶς ν’ ἀναφέρῃ γεγονότα. Πολλάκις ἐλέχθη, ὅτι τοιαῦτα τηλεγραφήματα δὲν ἔπρεπε νὰ λαμβάνωνται ποσῶς ὑπ’ ὄψιν· ἀκριβῶς, διότι δὲν γνωρίζουσι τὸ πρόσωπον οἱ κύριοι Βουλευταὶ, καὶ διότι οὐδὲν ὡρισμένον γεγονὸς ἀνέφερε, δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ δώσωσι τόσην σπουδαιότητα. Ἔπρεπε νὰ ἦναι πεπεισμένοι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἐξετάσῃ τὸ πρᾶγμα, προκειμένου ν’ ἀποκαταστήσῃ αὐτὸν εἰς τὰ πολιτικά του δικαιώματα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ζητήσῃ πληροφορίας καὶ περὶ τοῦ ποιοῦ τοῦ τηλεγραφοῦντος· διότι, ἂν ὑπάρχῃ τοιοῦτον πρόσωπον ὑπαρκτὸν ἐν Ἠλείᾳ, τὸ ὁποῖον ψευδῶς τοιαῦτα πράγματα ἀνήγγειλεν, ἵνα παρεμποδίσῃ τὴν ἀποκατάστασιν εἰς τὰ πολιτικὰ δικαιώματα ἐντίμου πολίτου, πρέπει νὰ καταδιωχθῇ.
§12ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος δὲν γνωρίζω ποῦ εὗρε τὸ ἄτοπον, ἀφοῦ ἓν τηλεγράφημα ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς Βουλευτὰς, ἐὰν οἱ Βουλευταὶ ἔκαμον λόγον, μὴ ἐγγυώμενοι περὶ τῆς ἀληθείας τοῦ περιεχομένου, ἀλλ’ ἀνακοινοῦντες αὐτὸ ἁπλῶς. Ὑποθέτω ὅτι τὸ πρόσωπον θὰ ἦναι ὑπαρκτὸν, καὶ ὁ κ. Παυλόπουλος δύναται νὰ τὸ καταδιώξῃ ἐπὶ συκοφαντίᾳ. Ἐν τῷ τηλεγραφήματι ἀναφέρονται ὡρισμένα γεγονότα· ἀναφέρεται, ὅτι ἐξεδόθη βούλευμα, δι’ οὗ παύει πρὸς καιρὸν ἡ καταδίωξις, ἀναφέρεται, ὅτι ἐνεργοῦνται ἀνακρίσεις· ἡμεῖς λοιπὸν ἁπλῶς ἀπετάθημεν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλοῦντες νὰ ἐξετάσῃ τὸ πρᾶγμα, διότι πολὺ ἐνδεχόμενον τὰ πιστοποιητικὰ, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ὡς βάσις τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Ἐφετείου, νὰ ἐλήφθησαν κατὰ τρόπον μὴ εὐθύνοντα τοὺς κ. Εἰσαγγελεῖς· διότι πολλάκις οἱ κατώτεροι ὑπάλληλοι ἐργάζονται εἰς τοιαύτας ὑποθέσεις, καὶ δὲν παρέχουσι πολλὴν πίστιν. Δὲν πρέπει λοιπὸν ὁ κ. συνάδελφος νὰ παραπονῆται καθ’ ἡμῶν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ τοῦ ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύλου καταδίκου Νικολάου Παπαδόγκονα, παραπονουμένου, ὅτι ἀδίκως κατεδικάσθη.
§14ΣΑΚΚΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης θ’ ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον τὴν Βουλήν. Πρόκειται περὶ καταδίκου καταδικασθέντος ἐκ πλάνης τοῦ Δικαστηρίου. Οὗτος κατάγεται ἐκ Λακωνίας, ὅπου καὶ εἶναι ἐγκατεστημένος. Κατεδικάσθη δὲ πρὸ ἑνὸς ἔτους εἰς φυλάκισιν 13 ἐτῶν, ὡς φονεύσας Δικαιόπουλόν τινα. Καὶ πέρυσιν ἐγένετο λόγος εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἔλαβε καιρὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐνεργήσῃ. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἂν κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μελετήσῃ τὴν δικογραφίαν, θέλει πεισθῆ ὅτι ὁ Παπαδόγκονας κατεδικάσθη ἐντελῶς ἀδίκως· διότι κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ φόνου αὐτὸς εὑρίσκετο μακρὰν 30 ὥρας. Ὁ φόνος διεπράχθη ἐν τῷ δήμῳ Μέσσης, αὐτὸς δὲ συνελήφθη τὴν 4ην μεταμεσημβρινὴν ὥραν ἐκεῖ ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς, ὡς φυγόποινος δι’ ἑτέραν πρᾶξιν. Τὸ δικαστήριον τῶν ἐν Τριπόλει συνέδρων, πεισθὲν εἰς τὴν κατάθεσιν τῆς μητρὸς τοῦ Δικαιοπούλου, τοῦ καρατομηθέντος διὰ πρᾶξιν ἀποτρόπαιον, καὶ ἥτις εἶχε πάθος κατὰ τοῦ γένους τῶν Παπαδογκοναίων, κατεμαρτύρησε κατ’ αὐτοῦ· ἦτο δὲ ἡ μόνη κατάθεσις ἐναντίον αὐτοῦ· πᾶσαι αἱ λοιπαὶ μαρτυρίαι ἦσαν ὑπὲρ αὐτοῦ· ὁ ἀστυνόμος Κορώνης, ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ, πάντες οἱ ξένοι ὑπάλληλοι ἦσαν ὑπὲρ αὐτοῦ· ἀλλὰ τὸ Δικαστήριον ἐστηρίχθη εἰς τὴν κατάθεσιν τῆς μητρὸς τοῦ Δικαιοπούλου, καὶ κατεδίκασε τὸν Παπαδόγκονα. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ τὴν δικογραφίαν ταύτην, καὶ ἐρευνήσῃ τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος κατεδικάσθη ὢν ἐντελῶς ἀθῶος.
§15ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Καὶ ἄλλοτε, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, ὅτι ὁ Παπαδόγκονας κατὰ πλάνην εὑρίσκετο εἰς τὰς φυλακάς· ἑπομένως νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ τὸ πρᾶγμα· διότι, ἐὰν τῳόντι αὐτὸς δὲν ἦναι ἔνοχος, ὀφείλει νὰ τῷ ἀπονείμῃ χάριν, καὶ δὲν δικαιολογεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἰσχυριζόμενος, ὅτι θέλει νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὸ σύστημά του, τοῦ μὴ ἀπονέμειν χάριν· διότι ὑπάρχουσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀδίκως κατεδικάσθησαν, διότι ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης γίνεται παρ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν νὰ σφάλλωσι, καὶ διὰ τοῦτο ὑπάρχει τὸ προνόμιον τῆς χάριτος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσῃ τοῦτο, καὶ ἂν πεισθῇ, ὅτι ὁ Παπαδόγκονας εἶναι ἀθῶος, πρέπει νὰ τῷ ἀπονείμῃ χάριν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ Παναγιώτας χήρας Ξενοφῶντος Γραμματικοπούλου, αἰτουμένης βοήθειαν.
§17ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ἀτυχῆ οἰκογένειαν Γραμματικοπούλου, ὅστις ὑπηρέτησε τὴν Βουλὴν ἐπὶ 18 ὅλα ἔτη, καὶ παθὼν τὰς φρένας, ηὐτοκτόνησεν ἐν αὐτῷ τῷ Βουλευτηρίῳ, κατέλιπε δὲ πέντε ἢ ἓξ ὀρφανὰ λιμοκτονοῦντα. Παρακαλῶ, λοιπὸν τὴν Βουλὴν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀπονείμῃ χάριν φιλανθρωπίας μικράν τινα χορηγίαν, ὅπως μὴ ἀποθάνωσι τῆς πείνης τὰ ὀρφανὰ τοῦ ἀτυχοῦς αὐτοῦ ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος ἐξεπλήρου τὸ καθῆκόν του ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἐῤῥέθη, ὅτι τοιοῦτον προηγούμενον δὲν πρέπει νὰ καθιερωθῇ· ἀλλὰ τοιοῦτον προηγούμενον δὲν θὰ εἶχε σχέσιν μὲ τὴν φιλανθρωπίαν· παρακαλῶ λοιπὸν νὰ χορηγηθῇ βοήθημά τι εἰς τὰ πενόμενα ἀτυχῆ τέκνα τοῦ μακαρίτου Γραμματικοπούλου.
§18ΑΣΗΜ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καίτοι ἡ ὁμιλία τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος δὲν ἀφῆκε κενὸν, οὐχ ἧττον θὰ προσθέσω δύο λέξεις, διότι ἡ ἀντίληψίς μου εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη μετὰ προθυμίας τὴν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος. Ὅσοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν συνέπεσε κατὰ τὰς παρελθούσας Περιόδους νὰ ἦναι μέλη τῆς Βουλῆς, γνωρίζουσιν, ὅτι ὁ μακαρίτης Γραμματικόπουλος μετὰ προσηνείας καὶ μεγάλης προθυμίας προσέφερεν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς τὴν ὑπηρεσίαν του· λέγω προθυμίας, διότι σπανίως εὑρίσκει τις τοιαύτην μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων· ὁ ὑπάλληλος δὲ οὗτος, παθὼν τὰς φρένας, ηὐτοκτόνησεν ἔξωθεν τοῦ Βουλευτηρίου, πεσὼν εἰς τὸ φρέαρ τοῦ κήπου, κατέλιπε δὲ χήραν καὶ ὀρφανὰ, τὰ ὁποῖα πένονται κυριολεκτικῶς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως χορηγήσῃ εἰς τὴν οἰκογένειαν ταύτην βοήθημά τι.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ συστηθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀναφορὰ 115 Ἰταλῶν, ἐργαζομένων εἰς τὴν ἑταιρίαν τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, παραπονουμένων κατὰ τῆς ἑταιρίας ταύτης, ὡς κατακρατούσης τὰ ἡμερομίσθιά των. Οἱ ἐν Τρικκάλοις ἔμποροι δι’ ἀναφορᾶς των ζητοῦσιν, ὅπως ἐπιβληθῇ ἀνώτερος δασμὸς εἰς τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα ὑφάσματα ἐκ βάμβακος.
§20ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης οἱ ἀναφερόμενοι ζητοῦσιν, ὅπως ἐπιβληθῇ ἀνώτερος δασμὸς ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων ὑφασμάτων ἐκ βάμβακος, διότι πλεῖστα τοιαῦτα πανικὰ κατέκλυσαν τὴν Ἠπειροθεσσαλίαν ἐκ Βουλγαρίας, καὶ πρόκειται νὰ καταστραφῶσι τὰ ὀλίγα ἐν Θεσσαλίᾳ ὑφαντουργεῖα. Συνιστῶ λοιπὸν τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα λάβῃ πρόνοιαν πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ Παναγιώτου Δ. Μαυρομιχάλη, κατοίκου Ἀρεοπόλεως, αἰτουμένου, ὅπως διορισθῇ εἰς δημοσίαν θέσιν, ἢ αὐξηθῇ ἡ σύνταξίς του. Ἀναφορὰ τελωνοφυλάκων, ἐξαιτουμένων, ὅπως οἱ ἔχοντες ὑπηρεσίαν 20 ἐτῶν, ἀφιέμενοι τοῦ σώματος τῆς τελωνοφυλακῆς, λαμβάνωσι σύνταξιν.
§22ΣΑΚΚΗΣ. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν· διότι, ὡς ἔχει ἡ σύνταξις τῶν τελωνοφυλάκων, δὲν χρησιμεύει εἰς αὐτούς· πρέπει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ συντάξεως αὐτῶν, καὶ νὰ ὁρισθῇ μικρότερον χρονικὸν διάστημα, ὥστε νὰ δύνανται ν’ ἀποσύρωνται, ὅταν συμπληρῶσι μικρότερον χρόνον ὑπηρεσίας τοῦ ἤδη ὡρισμένου. Ἡ αἴτησίς των εἶναι δικαιοτάτη.
§23ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ συστήσω νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορὰ αὕτη, καὶ ἀπονεμηθῇ δικαιοσύνη.
§24ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὑπέβαλον ὁμοίαν ἀναφορὰν, ἐν τῇ ὁποίᾳ τελωνοφύλακες ἐκθέτουσι τοὺς λόγους, δι’ οὓς νομίζουσιν, ὅτι ἀδικοῦνται, καὶ ὅτι δὲν βλάπτονται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐὰν ἀπονεμηθῇ εἰς αὐτοὺς δικαιοσύνη. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορὰ αὕτη, καὶ ὑποβληθῇ σχετικὸν νομοσχέδιον.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ Τιμοθέου Βαρδουνιώτου καταδίκου ἐν ταῖς φυλακαῖς Αἰγίνης, παρακαλοῦντος νὰ τῷ ἀπονεμηθῇ βασιλικὴ χάρις. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Φιλάρετος καὶ Α. Πετσάλης ὑποβάλλουσι πρότασιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς·
§26ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 47 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, παρακαλοῦμεν τὸν κ. Πρόεδρον, ὅπως ἀναγράψῃ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ ἀπὸ 16 Φεβρουαρίου 1891 κατὰ τὴν λήξασαν σύνοδον ὑποβληθὲν παρ’ ἡμῶν νομοσχέδιον περὶ κοινοτήτων τῶν νομῶν Λαρίσσης καὶ Ἄρτης, τῶν ἐπαρχιῶν Καλαμπάκας καὶ Ξηροχωρίου καὶ τῆς κοινότητος Λίμνης τοῦ δήμου Αἰγαίων.»
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσσης κ. Σχινᾶς, ὑποβάλλει τὰς ἑξῆς ἐπερωτήσεις.
§28ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλῶ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν: αʹ) Εἰς ποῖον ποσὸν ἀνέρχεται ὁ ἀρχικὸς προϋπολογισμὸς τῆς ἀνεγέρσεως ἀνακτόρου τῆς Α. Ὑ. τοῦ Διαδόχου. βʹ) Ὁποῖαι καὶ διὰ τίνων νόμων ἐχορηγήθησαν πρὸς τοῦτο πιστώσεις. γʹ) Εἰς τί ποσὸν ἀνέρχονται αἱ μέχρι τοῦδε, ἀπέναντι τῶν ἄνω πιστώσεων, ἐνεργηθεῖσαι πληρωμαί, καὶ πότε. δʹ) Ὁποῖον ποσὸν, καὶ διὰ τίνα λόγον (δικαιολογούμενον ἀποχρώντως), ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἐντελῆ καθ’ ὁλοκληρίαν μετὰ τῆς διακοσμήσεως τῶν τοίχων, ἐλαιοχρωματισμῶν, κιγκλιδωμάτων κλπ. ἀποπεράτωσιν τοῦ ἀνακτόρου τῆς Α. Ὑ. τοῦ Διαδόχου.» «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: αʹ) Ὁπόσας καὶ ὁποίου δανείου ἐκέκτητο ὁμολογίας τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. βʹ) Ἀπὸ ποίας ἐποχῆς χρονολογεῖται ἡ λῆψις αὐτῶν. γʹ) Πόσαι ἐκ τούτων καὶ πότε ἐπληρώθησαν, πότε ἐλήφθη τὸ χρῆμα καὶ πότε ὡρισμένως εἰσήχθη εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. δʹ) Κατὰ ποίας ἐποχὰς ἐξωφλήθησαν τὰ τοκομερίδια, καὶ πότε τὸ ἐκ τούτων λαμβανόμενον ποσὸν εἰσήχθη εἰς τὸ ταμεῖον. εʹ) Τί ἀπέγειναν αἱ μὴ κληρωθεῖσαι, ποῦ εὑρίσκονται νῦν, καὶ ἂν ἐξωφλήθησαν, παρὰ τίνος ἐξωφλήθησαν, καὶ ποῦ εἰσήχθη τὸ χρῆμα αὐτῶν. Προστίθημι, ὅτι αἱ μετοχαὶ αὗται ἐγνωρίζοντο διὰ τῶν ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς τῆς ὁδοποιίας ἀριθμῶν αὐτῶν.»
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Σαλταφέρος ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν.
§30ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα εὐαρεστούμενος δώσῃ τῇ Βουλῇ τὰς ἑξῆς πληροφορίας, σχετικῶς πρὸς τὰς κατασκευαζομένας ὁδοὺς ἀπὸ Σπάρτης εἰς Τρίπολιν καὶ Μονεμβασίαν. «1) Τὴν κατασκευὴν τῆς ἀπὸ Σπάρτης εἰς Τρίπολιν ὁδοῦ εἶχεν ἀναλάβει ὁ Γάλλος ἐργολάβος κ. Βιὰρ, ὅστις ἐπληρόνετο διὰ τὴν ἐκτελεσθεῖσαν ἐργασίαν κατὰ δόσεις, φαίνεται ὅμως ὅτι ὁ ἐργολάβος οὗτος δὲν συνεμορφώθη πρός τε τὰ ἀρχικὰ σχεδιαγράμματα καὶ ὑπολογισμοὺς ὡς πρὸς τὴν διεύθυνσιν τῆς ὁδοῦ, παρεκκλίνων δεξιόθεν ἢ ἀριστερόθεν τῆς γενομένης χαράξεως πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ δυσκόλου ἐδάφους καὶ τῶν μεγάλων χωματισμῶν· συνεπείᾳ παραπόνων καὶ ἐγερθεισῶν ἀμφιβολιῶν περὶ τῆς ἐκτελεσθείσης ὁλικῆς ἐργασίας, διετάχθησαν μηχανικοὶ ἐπὶ τούτῳ ἀποσταλέντες διὰ τὴν τελικὴν καὶ λεπτομερῆ καταμέτρησιν τῶν ἐκτελεσθεισῶν ἐργασιῶν, οἵτινες καὶ ὑπέβαλον τῷ Ὑπουργείῳ πρὸ διετίας περίπου τὴν σχετικὴν ἔκθεσιν, ἐξ ἧς ἀπεδεικνύετο, ὅτι ὁ ἐργολάβος κ. Βιὰρ εἶχε λάβει δραχμὰς 152 χιλιάδας ἐπὶ πλέον τῆς ἐκτελεσθείσης ἐργασίας. Κατόπιν τούτου ἑτέρα ἐπιτροπὴ, ἐκ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ κ. Βλάση καὶ τῶν νομομηχανικῶν κ. κ. Γκίνη καὶ Βεῤῥοπούλου, διαταχθεῖσα μετέβη πρὸς μείζονα ἐξακρίβωσιν καὶ ἐπιβεβαίωσιν τῶν καθ’ ὑπέρβασιν πληρωθεισῶν 152 χιλιάδων δραχμῶν, ἀλλ’ εἰ καὶ παρῆλθον ἤδη 20 περίπου μῆνες ἀπὸ τῆς ἐκεῖσε μεταβάσεως τῶν κ.κ. ἐπιθεωρητοῦ καὶ νομομηχανικῶν, οὔτε ἡ παραλαβὴ τοῦ ἔργου ἐγένετο μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ ὁ ἐργολάβος ἐπέστρεψε τὸ ἐπὶ πλέον πληρωθὲν ποσόν. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν, προσάγοντα καὶ τὰς σχετικὰς ἐκθέσεις ἀμφοτέρων τῶν ἐπιτροπῶν, ἵνα εὐαρεστηθῇ καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν μέτρων, ἅτινα ἐλήφθησαν πρός τε ὑποχρέωσιν τοῦ ἐργολάβου περὶ ἐπιστροφῆς τῶν σφετερισθεισῶν 152 χιλιάδων δραχμῶν, καὶ πρὸς τιμωρίαν καὶ καταδίωξιν τῶν συντελεσάντων εἰς τὴν σκανδαλώδη ταύτην ὑπόθεσιν. «2) Εἰς τὸν αὐτὸν ἐργολάβον κ. Βιὰρ παρεχωρήθη ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ Σπάρτης–Μονεμβασίας ἐχούσης μῆκος 72 χιλιομέτρων περίπου, ἡ ἀξία καὶ πληρωμὴ τοῦ ἔργου ὡρίσθη κατὰ χιλιόμετρον, ἤτοι ὁ ἐργολάβος θὰ ἐπληρόνετο μὲ τὸ ἐν τῇ συμβάσει ὁρισθὲν ποσὸν δι’ ἕκαστον χιλιόμετρον ἐκτελεσθείσης ὁδοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει καὶ ἀκριβεῖ ἐφαρμογῇ τῶν ἐγκεκριμένων σχεδιαγραμμάτων καὶ ὑπολογισμῶν. Τὸ πλάτος τῆς ὁδοῦ εἶχεν ὁρισθῆ εἰς 7 μέτρα, τὸ δὲ τῶν τεχνικῶν ἔργων εἰς μὲν τὰ πεδινὰ μέρη εἰς 7, εἰς δὲ τὰ ὀρεινὰ εἰς 5 μέτρα. Πλὴν ὁ ἐργολάβος οὐχὶ μόνον κατεσκεύασεν ὁλόκληρον τὴν γραμμὴν, ὡς καὶ τὰ ἐπ’ αὐτῆς τεχνικὰ ἔργα, μὲ πλάτος μόνον 5 μέτρων ἀντὶ 7, ἀλλὰ συνάμα δὲν συνεμορφώθη οὔτε πρὸς τὰ σχεδιαγράμματα καὶ ὑπολογισμούς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διεύθυνσιν τῆς χαράξεως καὶ τὰς μετακινήσεις τῶν χωμάτων· ἕνεκα τῆς μειώσεως ταύτης τοῦ πλάτους ἐκ 2 μέτρων καὶ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τῶν σχεδιαγραμμάτων προέκυψεν εἰς τὸν ἐργολάβον κ. Βιὰρ ὄφελος περὶ τὰς 400 χιλιάδας δραχμῶν. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐγένετο ἔκπτωσις, καὶ ποία κατὰ χιλιόμετρον διὰ τὴν λίαν ἐπαισθητὴν ταύτην μείωσιν τοῦ πλάτους τῆς ὁδοῦ εἰς 5 μέτρα ἀντὶ 7, πρὸς δὲ εὐαρεστηθῇ νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης σχετικὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπὶ τόπου μεταβάσης ἐπιτροπῆς. «Ὁ αὐτὸς ἄνω ἐργολάβος κ. Βιὰρ κατασκευάζει τὸ τμῆμα τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Λεβετσόβων εἰς Τάραψαν, καθ’ ἃς δ’ ἔχω θετικὰς πληροφορίας, ἅπαντα σχεδὸν τὰ τεχνικὰ ἔργα τῆς ὁδοῦ ταύτης κατέπεσον ἕνεκα τῆς κακῆς κατασκευῆς, τὰ δὲ ἐπίλοιπα ἔργα κατασκευάζονται λίαν πλημμελῶς.»
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Φλογαΐτης, ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 30, τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας», μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 60).
§32ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Ἐν τῇ ἐνταῦθα ἐκδιδομένῃ ἐφημερίδι «Ἄστει», ἐδημοσιεύθη σειρὰ διατριβῶν ἐνυπογράφων κατὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης Κωνσταντινίδου, διὰ τῶν ὁποίων πολλαὶ τῷ ἀποδίδονται κατηγορίαι. Ἐν μιᾷ δὲ τούτων ἀναφέρεται, ὅτι ὁ εἰρημένος ὑπάλληλος, διδάσκων ἄλλοτε εἰς τὰ ἐν Φιλιππουπόλει Ζαρίφεια ἐκπαιδευτήρια, ἐξεδιώχθη ἐκεῖθεν νύκτωρ, διὰ διαγωγὴν κακοήθη. Παρακαλῶ τὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως κ. Ὑπουργὸν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν γνωρίζῃ τι περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ἐὰν ἐξήτασε τὰ κατ’ αὐτήν· ἐὰν δὲ ἡ κατηγορία ἔχηται ἀληθείας, πῶς ὁ κύριος οὗτος μένει εἰς τὴν θέσιν του;
§33ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν ὑπογραφὴν ἔφερον αἱ διατριβαί;
§34ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Ἑνὸς Φ. Α. Στεργίου. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις τοῦ ἐν Φιλιππουπόλει Γενικοῦ Προξένου περὶ τῆς κατὰ τὸ σχολικὸν ἔτος 1886–1887 ἐν τοῖς Ζαριφείοις Διδασκαλείοις, καὶ ἰδίᾳ τῷ τῶν θηλέων, σκανδαλώδους διαγωγῆς τοῦ τότε Διευθυντοῦ αὐτῶν Γ. Κωνσταντινίδου, τὴν ἐπισυνημμένην ἐν ἀντιγράφῳ ἔκθεσιν τῆς Δημογεροντίας καὶ τῆς Μητροπόλεως Φιλιππουπόλεως, δι’ ἧς οὗτος κατηγγέλλετο εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, ὡς καὶ τὰς σχετικὰς περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐκθέσεις τῆς ἐκ Κωνσταντινουπόλεως σταλείσης Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§35ΣΑΚΚΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω, σχετικὴν πρὸς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀπηύθυνε. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ὁ κατηγορῶν τὸν Ἔφορον τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης ᾖναι ὁ ἀπολυθεὶς τῆς ὑπηρεσίας ὑπάλληλος τῆς Βιβλιοθήκης Στεργίου...
§36ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω, τίς εἶναι ὁ καταγγέλλων, καὶ δι’ αὐτὸ ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὴν κατάθεσιν τῶν σχετικῶν ἐγγράφων.
§37ΤΡΑΚΑΣ. Δὲν συνειθίζω, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν μὲ ἀσκόπους ἐπερωτήσεις καὶ ἀγορεύσεις, ἀνέρχομαι ὅμως εἰς τὸ βῆμα σήμερον μετὰ λύπης καὶ ἀγανακτήσεως, διότι ἔχω νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν σπουδαῖα συμβεβηκότα διὰ τὴν Λαμίαν. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτε ἀνῆλθεν ἡ νέα Κυβέρνησις, καὶ ἐγενόμην Βουλευτής, καὶ ἤμην μόνος φίλος τῆς Κυβερνήσεως ἐκ Φθιώτιδος, ἠναγκάσθην, βλέπων τὸν τόπον καταστρεφόμενον ἀπὸ τὴν φυγοδικίαν, ἡ ὁποία ἐσήκωσε φοβερὰν κεφαλὴν, διότι πολλοὶ φυγόδικοι ἔκαμαν ληστείας, νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ γείνῃ καταδίωξις σοβαρὰ καὶ ἀποτελεσματικὴ, καὶ ἐσύστησα στρατιωτικοὺς, οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς εἰργάσθησαν καὶ κατώρθωσαν κατὰ τὸ παρελθὸν αὐτὸ διάστημα νὰ ἐξοντωθῇ ἡ φυγοδικία, καὶ ἐκ τῶν κακοποιῶν αὐτῶν, ἄλλοι μὲν ἀπεμακρύνθησαν ἄλλοι δὲ συνελήφθησαν καὶ ἐτέθησαν εἰς τὰς φυλακάς· δυστυχῶς ὅμως ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐτέθησαν εἰς τὰς φυλακὰς, ἑπτὰ τὸν ἀριθμὸν ἀπέδρασαν. Εἶπον, κύριοι, ὅτι μετ’ ἀγανακτήσεως θέλω ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅσα θὰ εἴπω, διότι προτοῦ νὰ φύγω ἀπὸ τὴν Λαμίαν, ἐπέστησα τὴν προσοχὴν καὶ τοῦ φρουράρχου καὶ τῆς Εἰσαγγελίας καὶ τῆς Νομαρχίας. Ἐλθὼν δὲ ἐνταῦθα, ἔδωκα σημείωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὁ κατάδικος Παππακυριτσόπουλος, μὲ ἄλλους συμμορίτας του, θὰ φύγῃ ἀπὸ τὰς φυλακὰς, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ τοὺς μεταφέρουν ἀπὸ τὰς φυλακὰς Λαμίας εἰς ἄλλας φυλακάς. Φύλαξ τῶν φυλακῶν Λαμίας εἶναι κάποιος Ζολώτας, τὸν ὁποῖον εἰς τὸ παρελθὸν ἐσύστησα καὶ διωρίσθη, ἀλλ’ ἀφοῦ τὸν εἶδον, ὅτι δὲν ἦτο κατάλληλος, ἐζήτησα τὴν ἀπόλυσίν του, καὶ ἔδωκα σημείωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ὁ Ζολώτας αὐτὸς ἡτοίμασε διάφορα ἐργαλεῖα νὰ τὰ δώσῃ εἰς τοὺς κακούργους αὐτοὺς, διὰ νὰ τρυπήσουν τὰς φυλακὰς καὶ ἀποδράσουν, καὶ ἀνάγκη εἶναι νὰ παυθῇ. Δυστυχῶς ὑπάρχει διάταξις εἰς τὸν νόμον, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ πρότασις τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς τῶν φυλακῶν, δηλ. τοῦ Νομάρχου, τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν· ἔδωκα δὲ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἔγγραφον τοῦ ἐπιστάτου, λέγοντος αὐτὰ ταῦτα, ὅτι πρέπει νὰ παυθῇ ὁ φύλαξ αὐτὸς, διότι συνεννοεῖται μετὰ τῶν καταδίκων τούτων, καὶ πιθανὸν οἱ κατάδικοι νὰ ἀποδράσουν. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη τοῦ ἐπιστάτου ἐστάλη εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ἀλλὰ τὴν Εἰσαγγελίαν τὴν διευθύνει ἀπὸ καιροῦ ὁ γραμματεὺς Ἀθανάσιος Παπαδόπουλος, συγγενὴς τῶν κυρίων Χατζίσκου καὶ Κοντογιάννη, καὶ φίλος πολιτικὸς ἤδη τοῦ Κοντογιάννη.
§38ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τί ἔκαμεν;
§39ΤΡΑΚΑΣ. Εἰσαγγελεὺς ἦτο ὁ κ. Σπηλιώτης, ὁ ὁποῖος ἔπασχε, καὶ διηύθυνεν ὁ γραμματεὺς τὴν Εἰσαγγελίαν, καὶ ὁ ὁποῖος Εἰσαγγελεὺς φοβούμενος τὴν παῦσίν του ἀπὸ τοὺς ἰσχύοντας Βουλευτὰς, ἐφρόντιζε νὰ ὑπακούῃ εἰς τὰς προτάσεις τοῦ Γραμματέως, ἵνα εὐχαριστῇ αὐτοὺς, καὶ ἡ αὐτὴ τακτικὴ ἐξακολουθεῖ καὶ ἤδη ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελεύοντος.
§40ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σεῖς δὲν εἶσθε;
§41ΤΡΑΚΑΣ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ, ἀλλ’ ἐκ τῶν καταδιωκομένων. Εἰδοποιήθη λοιπὸν ἀμέσως ὁ κ. Τσιριμῶκος, ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ κ. Κοντογιάννη, ὅτι ἐγένετο καταγγελία κατὰ τοῦ Ζολώτα καὶ θὰ παυθῇ, ἀνάγκη λοιπὸν νὰ προληφθῇ ἡ παῦσίς του, ἴσως μάλιστα ὁ γραμματεὺς συνετέλεσε νὰ κάμῃ μήνυσιν ὁ Ζολώτας κατὰ τοῦ ἐπιστάτου τῶν φυλακῶν, δι’ ὅσας αὐτὸς ἤθελε σκευωρίας. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ προκληθῇ ἐκ μέρους τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ πρότασις περὶ ἀπολύσεως τοῦ φύλακος Ζολώτα, ἡ Εἰσαγγελία καὶ ὁ Νομάρχης, τί ἔκαμαν; Ἀπέστειλαν τὰς ἀμοιβαίας αὐτὰς καταγγελίας εἰς τὴν ἀνάκρισιν, καὶ ἡ ἀνάκρισις μὲν θέλει κάμει τὸ ἔργον της, ἀλλὰ μετὰ δύο ἔτη θὰ ἔχωμεν τὸ ἀποτέλεσμα, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἔφυγον ἀπὸ τὰς φυλακὰς 7 κακοῦργοι. Ἠξεύρετε δὲ, κύριοι, πῶς κατώρθωσαν νὰ φύγουν; Ἐβίασαν τὸν ἐπιστάτην οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τοὺς ἰσχύοντας, νὰ θέσῃ αὐτὸν τὸν Παπακυριτσόπουλον εἰς ἓν δωμάτιον, τὸ ὁποῖον ἔβλεπεν εἰς τὴν ἔξω θύραν, ἡ ὁποία ἔμενε πάντοτε ἀνοικτὴ, δῆθεν διὰ νὰ ἔχῃ τὸν ἀέρα του ὁ ἄνθρωπος· καὶ διὰ νὰ ἔχῃ τὸν ἀέρα, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ καὶ τοὺς συγκαταδίκους του ἐκείνους, τοὺς ὁποίους εἶχε πρὶν συμμορίτας, καὶ τοὺς ἐπῆρε μαζύ του εἰς τὸ δωμάτιον. Κατὰ τὸ μεσονύκτιον λοιπὸν μιᾶς ἡμέρας, τῆς 9 πρὸς 10 τρέχ. μηνὸς, ἐν καιρῷ χειμῶνος, ἔφυγον, συντρεχθέντες πρὸς τὴν ἀπόδρασιν καὶ ὑπὸ τῶν σκοπῶν, διότι κατωρθώθη εἷς αὐτῶν, νὰ ἦναι ἀνεψιὸς τοῦ ἀποδράντος Χριστοδούλου, καὶ ὁ ἕτερος στενὸς φίλος τοῦ Τσουκαλᾶ. Δυστυχῶς δὲν ἐδόθη ἡ δέουσα καὶ ἔγκαιρος φροντὶς ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν, διότι, ἐὰν ἐνηργεῖτο καταλληλοτέρα καταδίωξις, ἤθελον συλληφθῆ πάντες, καθόσον ἠδύναντο τηλεγραφικῶς νὰ εἰδοποιήσουν ὅλας τὰς πέριξ στρατιωτικὰς καὶ πολιτικὰς ἀρχὰς, καὶ νὰ ἐνεργήσωσιν ἐρεύνας ἐν τῇ Λαμίᾳ καὶ τοῖς χωρίοις, ὅπερ δὲν ἐγένετο· καὶ οὕτω δὲν συνελήφθησαν, καὶ θὰ ἔχωμεν τώρα τρομερὰν συμμορίαν εἰς ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέρη τῆς τε Φθιώτιδος καὶ Θεσσαλίας.
§42Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διὰ ποῖον ἔγκλημα κατεδικάσθησαν;
§43ΤΡΑΚΑΣ. Ὁ μὲν Παπακυριτσόπουλος μετὰ τοῦ Τσιγαρίδα καὶ Τσουκαλᾶ ἐπὶ ἀπαγωγῇ, ὁ δὲ Τσούκας εἶναι ὑπόδικος ἐπὶ λῃστείᾳ, καὶ οἱ ἄλλοι δι’ ἄλλας ἐγκληματικὰς πράξεις. Καὶ ἐπειδὴ μοὶ ἐδώσατε ἀφορμὴν, θὰ εἴπω, ὅτι ὁ λοχαγὸς Μαυροδῆμος ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἐνήδρευε περὶ τὸν Σπερχειὸν διὰ νὰ συλλάβῃ τὸν Τσούκαν τοῦτον μετὰ τεσσάρων ἄλλων συμμοριτῶν, μέλλοντας νὰ διέλθωσιν, ἀλλ’ αὐτοὶ διῆλθον τὸν Σπερχειὸν ἀπὸ ἄλλο μέρος, εἰσελθόντες εἰς ἓν πλοιάριον (πορθμεῖον), τοῦ ὁποίου ἐκόπη τὸ σχοινίον, καὶ παρασυρθὲν ὑπὸ τοῦ ποταμοῦ, ἐστάθη εἰς τὸ μέσον αὐτοῦ ἐπί τινος νησιδρίου, ὅπου καταφθάσας περὶ τὴν πρωΐαν ὁ Μαυροδῆμος συνέλαβεν αὐτούς. Ὁ Μαυροδῆμος ὅμως, ὅστις εἶναι εἷς ἐκ τῶν καλῶν στρατιωτικῶν, δὲν ἠμείφθη, ὅπως ἔπρεπεν, οὔτε διὰ βασιλικῆς εὐαρεσκείας, οὔτε διὰ παρασήμου τοὐλάχιστον, καὶ εἶναι δίκαιον ν’ ἀμείψῃ αὐτὸν ἡ Κυβέρνησις, διότι τοιουτοτρόπως ἐξεγείρεται ἡ φιλοτιμία τῶν στρατιωτικῶν καὶ ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των μετὰ ζήλου, κακουχιῶν κλπ. Ὅθεν πρὸς πρόληψιν τῆς ἐξακολουθήσεως τοιαύτης καταστάσεως, παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ν’ ἀποστείλῃ Εἰσαγγελέα εἰς Λαμίαν· ἐπίσης τὸν παρακαλῶ, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀποστείλῃ Νομάρχην εἰς τὴν Φθιώτιδα, διότι ἡ Νομαρχία, ἀφοῦ τὴν διηύθυνε κακῶς ὁ Θεοχάρης, διευθύνεται καὶ σήμερον ἀπὸ ἕνα δημολογιστὴν, ἡ δὲ Εἰσαγγελία ἀπὸ τὸν Γραμματέα αὐτῆς. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ Εἰσαγγελίας, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ μὴ δύνανται νὰ διορισθοῦν γραμματεῖς τῶν Εἰσαγγελιῶν οἱ ἐντόπιοι. Συγχρόνως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ φροντίσῃ, ὅσον τάχιον ν’ ἀναθέσῃ εἰς στρατιωτικοὺς καταλλήλους τὴν διοίκησιν τῶν μεταβατικῶν οὐ μόνον τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐπαρχιῶν Δομοκοῦ, Ἁλμυροῦ, Καρδίτσης καὶ τῶν Φαρσάλων, διότι εἶναι γειτονικαὶ αἱ ἐπαρχίαι αὗται, καὶ ἡ συμμορία αὕτη εἶναι φοβερὰ, καὶ ἐὰν τὴν ἀφήσωμεν καὶ δὲν τὴν καταδιώξωμεν ἐγκαίρως, τώρα ὅτε ἀκόμη δὲν εἶναι διωργανωμένη, θὰ ἔχωμεν φοβερὰ ἀποτελέσματα. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ληφθοῦν δραστηριώτερα μέτρα.
§44Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἴπετε, ὅτι ἐγνωρίζετε τὴν μέλλουσαν δραπέτευσιν· πῶς εἴχετε ἀφορμὴν νὰ τήν γνωρίζητε;
§45ΤΡΑΚΑΣ. Ὁ Παπακυριτσόπουλος, δεκαοκταέτης ὤν, ἀπεστάλη εἰς τὴν ἐν Κερκύρᾳ προπαρασκευαστικὴν σχολὴν· ἐγὼ μάλιστα, εἰς τὰ 1885, φίλος ὢν τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἐφρόντισα καὶ τὸν εἰσήγαγον εἰς τὴν σχολὴν, διότι ὁ πατήρ του ἦτο φίλος μου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν σχολὴν δυστυχῶς τὸ παιδὶ αὐτὸ, ἀντὶ νὰ μανθάνῃ γράμματα, ἔκαμνε τρομερὰς ἀταξίας, ἐξῆλθε δὲ ἀπὸ τὴν σχολὴν δεκανεύς. Ὡς δεκανεὺς ἐστάλη εἰς στρατιωτικὰς ὑπηρεσίας· ἐν ὑπηρεσίᾳ δὲ διατελῶν ἐπυροβόλησε κατὰ διαφόρων πολιτῶν, συνεπείᾳ τοῦ ὁποίου ἐστάλη εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Παλαμηδίου, ὅπου ἐπλήγωσε συμφυλακισμένον πολίτην, ἐξελθὼν δὲ τῶν φυλακῶν, καὶ ἐπανελθὼν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐλιποτάκτησε, συλληφθεὶς δὲ ὡς λιποτάκτης, καὶ συνοδευόμενος ὑπὸ φρουρᾶς, ἐδραπέτευσε καθ’ ὁδὸν καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸ χωρίον του· ἐκεῖ μένων ἀπήγαγε μίαν νέαν μετὰ τῆς μητρός της ὑπὸ τὸ πρόσχημα μὲν τοῦ γάμου, ἀλλὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ὠφεληθῇ χρήματα· δὲν κατώρθωσεν ὅμως τοῦτο, διότι αἱ γυναῖκες ἀπηλλάγησαν ὑπὸ ἀποσπάσματος, τυχαίως διελθόντος ἀπὸ τὸ χωρίον· ἐν τῇ φυγοδικίᾳ του δὲ ταύτῃ ἠνώθη μετ’ ἄλλων, διέπραξε ληστείας, ἦλθεν εἰς Λαμίαν νύκτωρ, ἵνα ληστεύσῃ καὶ κακοποιήσῃ τὸν πατέρα τῆς ἀπαχθείσης κόρης, καὶ συλληφθέντος ὑπὸ τῶν περιπόλων ἑνὸς τῶν συμμοριτῶν του, ἀπέτυχε τοῦ σκοποῦ του. Διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην τῆς ἀπαγωγῆς κατεδικάσθη εἰς 5 χρόνια. Εἰς τὰς φυλακὰς διαμένων ἀπεπειράθη νὰ φονεύσῃ τινὰ, τὸν ὁποῖον ἐπλήγωσεν, ὅταν δὲ ἐδικάσθη καὶ κατεδικάσθη, εἶπεν, ὅτι ἦτο 23 ἐτῶν, καὶ εἰσερχόμενος εἰς τὰς φυλακὰς εἶπε: «πέντε χρόνια θὰ μείνω μέσα, ἐὰν δὲν μὲ βγάλουν οἱ φίλοι μου· θὰ ἦμαι 28 ἐτῶν, ἔχω καιρὸν νὰ ἐκδικηθῶ.» Ὅλα αὐτὰ λοιπὸν μ’ ἔκαμαν νὰ ὑποπτεύω, ὅτι ἤθελε δραπετεύσει, καὶ δι’ αὐτὸ ἐφρόντισα καὶ ἐζήτησα ὅσα ἀνέφερον πρὸ ὀλίγου.
§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τῶν γενομένων δοκιμαστικῶν ἐργασιῶν ἐν τῷ δήμῳ Ναφθίων τῆς Ζακύνθου πρὸς ἐξέτασιν τῆς ἀναβλυζούσης ἐκεῖ πισσασφαλτώδους πηγῆς καὶ περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθη κατὰ τὰς δοκιμαστικὰς ταύτας ἐργασίας. Καὶ περὶ μὲν τοῦ ποσοῦ τούτου λέγω, ὅτι ἀνῆλθεν εἰς δραχμὰς 13,365.85, καταθέτω δὲ κατάλογον τῶν δαπανηθέντων. Περὶ δὲ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν δοκιμῶν, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ δοκιμαὶ αὗται ἀπέτυχον, διότι προσέκοψαν κατὰ τὴν διάτρησιν, τὸ πρῶτον μὲν εἰς βράχον, τὸν ὁποῖον ἐπὶ τέλους διέτρησαν, ἀλλὰ κατόπιν, ἀφοῦ εὗρον πτωχόν τι κοίτασμα ἀσφαλτώδους οὐσίας, συνήντησαν ἄλλον βράχον, καὶ ἐκεῖ ἡ διάτρησις δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ προοδεύσῃ, θραυσθέντων τῶν ἐργαλείων, διὰ τῶν ὁποίων ἐγένετο ἡ διάτρησις. Ἑπομένως ἠναγκάσθημεν σύμφωνα μὲ τὴν γνώμην τῶν μηχανικῶν νὰ ἐγκαταλίπωμεν τὴν ἐργασίαν ταύτην· Νομίζω, ὅτι ἡ διάτρησις ἔφθασε μέχρι μέτρων 97. Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 989,623.30. Διὰ τοῦ νόμου τῆς 21 Μαρτίου 1891 ἐχορηγήθη πίστωσις πρὸς πληρωμὴν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, ἀλλὰ τότε δὲν περιελήφθη ἀρκοῦσα πίστωσις διὰ τὴν νομισματικὴν διαφορὰν, πρὸς πληρωμὴν δὲ ταύτης ζητεῖται ἡ πίστωσις.
§47ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Καταθέτω τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Δραγούμης. Διὰ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀρνεῖται τὴν πληρωμὴν ἐντάλματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπὲρ τοῦ Πρακτορείου Havas. Τὴν θεώρησιν ἀρνεῖται τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον διὰ δύο λόγους· πρῶτον, διότι ἡ σύμβασις ἡ μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Μεσημβρινοῦ Πρακτορείου, συνομολογηθεῖσα ἐν Ἀθήναις, δὲν στηρίζεται εἰς νόμον, οὔτε ἐγένετο ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξιν νομοθετικῆς κυρώσεως· δεύτερον, διότι ἡ σύμβασις δὲν ἐγένετο ἐπὶ τοῦ προσήκοντος χαρτοσήμου. Μετὰ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, τῇ ἀποφάσει καὶ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, συνεμορφώθη πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Θεωρῶ ὅμως ἀναγκαῖον, ὑποβάλλων τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν, νὰ ἐκθέσω, πῶς τὰ πράγματα ἔλαβον χώραν καὶ πῶς προῆλθον αἱ ἀνωμαλίαι, καθ’ ὧν προσέκρουσε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Κατὰ τὸν παρελθόντα Μάϊον ὑπέγραψα μετὰ τοῦ κ. Στεφανόπολι σύμβασιν; διὰ τῆς ὁποίας ἀνελάμβανεν οὗτος νὰ ἱδρύσῃ ἐν Ἀθήναις ἴδιον Πρακτορεῖον τηλεγραφικῶν εἰδήσεων, ἐπονομασθὲν Μεσημβρινὸν Πρακτορεῖον, ἀναλαβὼν νὰ ἐκτελῇ πάσας τὰς τηλεγραφικὰς ὑπηρεσίας, αἵτινες ἀναγράφονται ἐν τῇ συμβάσει. Ἀπέναντι τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν συνεφωνήθη νὰ λαμβάνῃ ὁ κ. Στεφανόπολις τὸ ἀντίτιμον τῶν τηλεγραφημάτων, ἅτινα ἤθελεν ἀποστέλλει, καὶ τῶν ὁποίων ὡρίσθη ἐν τῇ συμβάσει ὁ ἀνώτατος καὶ κατώτατος κατ’ ἔτος ὅρος, καὶ δεύτερον νὰ λαμβάνῃ ἀποζημίωσιν ἐκ 12,000 φράγκων, ὄχι αὐτὸς, ἀλλὰ τὸ ἐν Παρισίοις Πρακτορεῖον Havas, ἀπέναντι τῆς ὑπηρεσίας τοῦ διατηρεῖν ἐνήμερον τὸ ἐν Ἀθήναις Πρακτορεῖον καὶ μεταδίδειν τὰς ἐξ Ἑλλάδος τηλεγραφικὰς εἰδήσεις. Ὅταν ἐγένετο ἡ σύμβασις αὕτη, σκοπὸν εἴχομεν νὰ διανείμωμεν τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα· τοῦτο ἔπραττον καὶ αἱ προκάτοχοι Κυβερνήσεις μὲ τὰ Πρακτορεῖα Havas καὶ Reuter· ἑπομένως τοιαύτη σύμβασις δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ κυρωθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι τὸ ποσὸν, τὸ ἐξ αὐτῆς ὀφειλόμενον, ἤθελε διανέμεσθαι ἐπὶ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων καὶ ἐπὶ πιστώσεων ἀναγεγραμμένων ἐν τοῖς εἰδικοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν Ὑπουργείων. Διὰ τοῦτο οὔτε ἐν τῇ συμβάσει συνωμολογήθη νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς. Ὅταν ὅμως, μετὰ τὴν ἕναρξιν τῆς ἐκτελέσεως τῆς συμβάσεως, ἠθελήσαμεν νὰ πληρώσωμεν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὴν ἑταιρίαν Χαβᾶς, προσεκρούσαμεν εἰς δυσκολίας τοιαύτας, ὥστε ἠναγκάσθημεν νὰ ἐγκαταλίπωμεν τὸ πρῶτον σχέδιον, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν τὰ Ὑπουργεῖα νὰ πληρώνωσι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὡρίσθη νὰ ἐπιβαρύνωσιν ἕκαστον αὐτῶν. Ἕνεκα τούτου ἐσκέφθημεν νὰ μεταβάλωμεν τὰς ἐκτελέσεις τῆς συμβάσεως αὐτῆς. Ἐν τούτοις ἐπιεζόμεθα νὰ ὑποβάλωμεν τὰ ἐντάλματα πρὸς πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων, καὶ ἠναγκάσθημεν νὰ προκαλέσωμεν Β. Διάταγμα ἐκτάκτου πιστώσεως, ἐπεσυνήψαμεν δὲ εἰς τὸ ἔνταλμα, τὸ πρὸς θεώρησιν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ὑποβληθὲν, τὴν σύμβασιν τὴν ὑπάρχουσαν, ἐκείνην δηλαδὴ, καθ’ ἣν δὲν ὑπεχρεούμεθα νὰ ὑποβάλωμεν αὐτὴν εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δικαίως εὗρεν, ὅτι τοιαύτη σύμβασις οὔτε ἐπὶ νόμων ἐστηρίζετο, οὔτε τουλάχιστον συνωμολογήθη ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς, ὅπως ᾖ νόμιμος. Ἅμα τοῦτο ἐδήλωσε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ ἠρνήθη τὴν θεώρησιν καὶ διὰ τὸ τρέχον ἔτος, ἀπεφασίσαμεν νὰ διαιρέσωμεν, καὶ διῃρέσαμεν τὴν σύμβασιν, ὑπογράψαντες ἄλλας, συμφώνως καὶ πρὸς τὰς ἀνάγκας καὶ πρὸς τὸν νόμον. Ἐπειδὴ ἡ σύμβασις ὥριζεν, ὅτι ἡ πενταετία, ἢ ἐν περιπτώσει μὴ καταγγελίας ἡ δεκαετία, θὰ ἤρχετο ἀπὸ τῆς 1 Ἰουνίου 1891, ὡς καὶ πραγματικῶς ἤρχισεν, ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα τῶν ἑπτὰ μηνῶν ἀπὸ τῆς 1 Ἰουνίου μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1891 νὰ τὸ χωρίσωμεν δι’ ἰδιαιτέρας συμβάσεως τοῦ ἄλλου χρονικοῦ διαστήματος, καὶ νὰ ζητήσωμεν δι’ αὐτὸ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἀναγκαιοῦντος ποσοῦ διὰ διατάγματος ἐκτάκτου πιστώσεως, ἐπιφυλασσόμενοι μετὰ τοῦ διατάγματος αὐτοῦ νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν σύμβασιν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ διάστημα τῶν ἑπτὰ μηνῶν. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς πενταετίας ἢ δεκαετίας, ὑπεγράψαμεν ἄλλην σύμβασιν, ἥτις ἤθελεν ὑποβληθῆ, δυνάμει τοῦ ἐν αὐτῇ ὅρου, εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς. Ἐχρειάσθη χρόνος τις, ὅπως ἡ ἑταιρία τοῦ Μεσημβρινοῦ Πρακτορείου καὶ ἡ τοῦ Χαβᾶς συγκατανεύσωσι καὶ ὑπογράψωσι τὴν μεταβολὴν αὐτήν. Οὕτως ἐγένοντο δύο συμβάσεις, μία διὰ τοὺς ἑπτὰ μῆνας, καὶ ἄλλη ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου καὶ ἐφεξῆς. Ὑπεβλήθησαν τότε τὰ ἐντάλματα εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐθεώρησεν αὐτά. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην ἔλλειψιν, τὴν παρατηρηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δηλαδὴ τὴν τοῦ χαρτοσήμου, ἐπίσης ἡ ὑπηρεσία, ἕνεκα συνηθείας, διότι καὶ πρὶν ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου εἶχον συνομολογηθῆ αἱ μετὰ τῶν Πρακτορείων συμφωνίαι, δὲν ἐφρόντισε νὰ γραφῇ ἐπὶ χαρτοσήμου, μὴ προσέξασα εἰς τὸν νέον νόμον περὶ χαρτοσήμου, ὁ ὁποῖος ῥητῶς καὶ τὰς μεταξὺ Δημοσίου καὶ ἰδιωτῶν συμβάσεις ὑποβάλλει εἰς τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου. Εὕρομεν λοιπὸν, ὅτι ἦτο νόμιμος ἡ γνώμη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ ἡ νέα σύμβασις, ἡ ὁποία συνήφθη, συνετάχθη ἐπὶ τοῦ προσήκοντος χαρτοσήμου. Ἰδοὺ πῶς συνέβησαν τὰ πράγματα, καὶ ἐκ τίνων λόγων τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εὑρέθη ἀπέναντι ἀνωμαλιῶν. Ἐπίσης καταθέτω καὶ τὸ φύλλον τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», τὸ περιέχον τὸ διάταγμα τῆς 25 Ἰουνίου 1891, τὸ πρῶτον τουτέστι, τὸ ὁποῖον μετὰ ταῦτα ἠκυρώθη δι’ ἄλλου, ἀφοῦ μετεβλήθη ἡ σύμβασις, διαιρεθεῖσα εἰς δύο συμβάσεις.
§48ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ Μεσημβρινὸν Πρακτορεῖον, τὸ συναλλαξάμενον διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτοῦ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀποτελεῖ ἠθικὸν πρόσωπον, ἢ δὲν ὑπάρχει τοιοῦτο πρόσωπον, ἀλλὰ μόνον ὁ συναλλαξάμενος ἐκδότης τοῦ «Ἀγγελιαφόρου»;
§49ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ὑπάρχει ἠθικὸν πρόσωπον. Ὁ κ. Στεφανόπολις, διευθυντὴς ἐφημερίδος ἐν Ἀθήναις, καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἰδιότητα παριστάμενος, ἀναλαμβάνει νὰ ἱδρύσῃ τὸ Μεσημβρινὸν Πρακτορεῖον ἐν Ἀθήναις. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ἠθικοῦ προσώπου.
§50ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ δημοσιευθῶσι καὶ ταῦτα τὰ ἔγγραφα ἐγκαίρως σὺν τοῖς ἄλλοις.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὰ νομοσχέδια: αʹ) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 16,328 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1891. βʹ) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ 1891. γʹ) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 60,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1891, καὶ δʹ) Περὶ τῶν διὰ τοῦ νόμου ᾼϠΞΗʹ ψηφισθεισῶν ὑπὸ τὰ κεφάλαια 12 καὶ 13 πιστώσεων πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν).
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς αʹ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ ἐν τῷ Κράτει καταναλισκομένου καπνοῦ καὶ τουμπεκίου. Ὁ κ. Σχινᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§53ΣΧΙΝΑΣ. Ἀνήκων, κύριοι Βουλευταί, εἰς νομὸν παράγοντα τὴν μεγαλειτέραν ποσότητα καπνοῦ ἐν τῷ Κράτει, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ζητήσω τὸν λόγον καὶ ἐξηγήσω ὑμῖν, ἐφ’ ὅσον δύναμαι καὶ ἀντελήφθην, τὰ καθέκαστα ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἀρχόμενος ἀπὸ τῆς καλλιεργείας. Παρηκολούθησα καθ’ ὅλας τὰς συζητήσεις τοὺς προαγορεύσαντας συναδέλφους, καὶ ἤκουσα τὰς εὐγλώττους καὶ πειστικὰς αὐτῶν ἀγορεύσεις, ἰδίως δὲ τὴν προσοχήν μου προὐκάλεσεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Συγγροῦ. Ὁ κ. Συγγρὸς, ὅστις δυστυχῶς σήμερον ἀπουσιάζει, μεταξὺ ἄλλων ὡμίλησε περί τε μονοπωλίου καὶ περὶ δανείου, ἀνυψώσας τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων εἰς τὸν ὕψιστον βαθμὸν, καὶ ὡς συναφθὲν ὑπὸ τοὺς αἰσιωτέρους καὶ ἐλαφροτέρους ὅρους, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἐτιτλοφόρησεν αὐτὸ ὡς γενόμενον δωρεὰν εἰς τὸ Κράτος. Βεβαίως ὥρα κατάλληλος τῆς συζητήσεως ταύτης δὲν εἶναι, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ἀπουσιάζων σήμερον συνάδελφος παρημέλησε νὰ μοὶ δώσῃ μικράν τινα ἀπάντησιν εἰς ἐρώτησίν μου, ἀπευθυνθεῖσαν αὐτῷ, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ συμπληρώσω τὴν παράλειψίν του, διὰ νὰ μὴ ἀφήσω κενόν τι εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς ὅσους μὲ ἀκροῶνται. Ὁ κ. Συγγρὸς, μὴ ἀρκεσθεὶς εἰς τὸ νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ δάνειον ἐκεῖνο συνήφθη δωρεὰν, προσέθετο, ὅτι αὐτὸ συνετέλεσε καὶ εἰς τὴν ἐξόφλησιν ἄλλων χρεῶν τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα εἶχον βαρυτέρους τόκους. Πάντες ὀφείλομεν νὰ γνωρίζωμεν, πῶς καὶ ὑπὸ τίνας ὅρους τὰ δάνεια πάντα συνήφθησαν, ἓν δὲ τῶν καθηκόντων καὶ ἐμοῦ αὐτοῦ ἐθεώρησα νὰ μετάσχω, ἔστω καὶ ἄκρῳ δακτύλῳ, τῶν μεγάλων αὐτῶν χρηματικῶν ζητημάτων. Τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων συνήφθη ἀληθῶς πρὸς 4%, ἀλλ’ ἐπραγματοποιήθη, ὡς εἶναι γνωστὸν, εἰς τὰ 67%, ἤτοι ἀναλογεῖ τόκος ἐνιαύσιος 5 καὶ 90%· ἀλλ’ ὁ τόκος αὐτὸς δὲν εἶναι τόκος τοιοῦτος, ὥστε νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ δάνειον συνήφθη δωρεὰν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον καὶ σήμερον ἀκόμη ἐν Ἀθήναις πραγματοποιοῦνται δάνεια μεγάλων ποσῶν εἰς ἰδιώτας πρὸς 6 καὶ 7%. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ δανείου καὶ τοῦ τόκου αὐτοῦ· οἱ συνάψαντες τὸ δάνειον, οἱ μετασχόντες ἢ οἱ συντελέσαντες εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου ἐτήρησαν δι’ ἑαυτοὺς ἓν μικρὸν προνόμιον, τὸ προνόμιον τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος. Ἠξεύρετε, τί εἶναι τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος; Ὡς εἶπον καὶ τὸ παρελθὸν ἔτος, δίδεται κέρδος 5 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν μονοπωλίων, ἑταιρίαν μὴ οὖσαν ὑποχρεωμένην νὰ ἔχῃ σχεδὸν οὐδὲν κεφάλαιον. Ἡ ἑταιρία τῶν μονοπωλίων, ἥτις ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ ἔχῃ τὰς ἀποθήκας της διὰ τὰ ἄλλα εἴδη, ἤτοι τὸ πετρέλαιον κτλ., ὑπεχρεώθη διὰ τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος νὰ συστήσῃ μόνον 36 νέας ἁλαταποθήκας. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι διὰ 36 ἁλαταποθήκας, μισθοὺς, ἐνοίκια αὐτῶν κλπ. δὲν ἀπαιτεῖται δαπάνη μείζων τῶν 60–70 χιλιάδων δραχμῶν ἐτησίως· ἰδίως δὲ οἱ διατελέσαντες Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν δύνανται νὰ βεβαιώσωσι τοῦτο κάλλιον ἐμοῦ. Τί δὲ εἰσπράττει ἡ ἑταιρία; Ἡ πώλησις τοῦ ἅλατος ἀνέρχεται κατ’ ἔτος εἰς 14 ἑκατομμύρια, ἑπομένως πρὸς 5 λεπτὰ εἰσπράττονται 700,000 δραχμῶν ἐκ μέρους τῆς ἑταιρίας τῶν μονοπωλίων καὶ εἰς ὄφελος αὐτῆς ταύτης. Κατὰ συνέπειαν, ἄν ἀφαιρέσητε ἐκ τῶν 700,000 δραχμῶν διὰ τὰς ἁλαταποθήκας καὶ τὴν μεταφορὰν τοῦ ἅλατος εἰς τὰς διαφόρους θέσεις, ἢ ἔστω καὶ τὸ ἥμισυ, μένουν 300 ὅλαι χιλιάδες δραχμῶν κέρδος εἰς τοὺς συντελέσαντας εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δωρεὰν δανείου. Ποῖοι δὲ εἶναι οἱ συντελέσαντες; Εἶναι γνωστοί· εἶναι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἑταιρίαν τοῦ μονοπωλίου. Ἤθελον νὰ εἴπω καί τινα ἄλλα, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι περὶ δανείων, περιορίζομαι εἰς αὐτὰ, προσθέτων μόνον, ὅτι ἓν μέγα μέρος τοῦ ἅλατος πωλεῖται εἰς αὐτὰς τὰς κεντρικὰς ἀποθήκας, τὰς εὑρισκομένας παρὰ ταῖς ἁλικαῖς, καὶ πωλεῖται εἰς τὰς ἀποθήκας ἐκείνας πρὸς 15 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ἐδόθη παρὰ τοῦ συναδέλφου μία προτροπὴ καὶ συμβουλὴ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως: νὰ φροντίσῃ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους νὰ συνάψῃ δάνεια νέα. Θὰ δώσω καὶ ἐγὼ — ἂν μοὶ ἐπιτραπῇ — μίαν ταπεινὴν συμβουλήν: νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν νόμον ΑΥΟΔʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 καὶ τὸ ἄρθρον 8 τῆς συμβάσεως, ἥτις ὁρίζει, ὅτι δύναται νὰ ἀπαλλαχθῇ τὸ Δημόσιον ἀπὸ τὴν ἐγγύησιν τῶν μονοπωλίων, ἂν ἀσφαλίσῃ εἰς τοὺς κατόχους τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου αὐτοῦ τοὺς τόκους τῶν ἑξαμηνιῶν. Ἑπομένως, ἐπειδὴ καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σᾶς ἐδήλωσε, καὶ οἱ πλεῖστοι, οἱ ἐλεύθερα φρονήματα ἔχοντες, εἴμεθα κατὰ τῶν μονοπωλίων, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ ἄρθρου 8 τῆς συμβάσεως ἐκείνης, νὰ φροντίσῃ νὰ ἀπαλλάξῃ τὸ ἔθνος ἀπὸ αὐτὰ τὰ μονοπώλια, καὶ ἀπὸ τὴν τυραννίαν αὐτήν.... Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λίαν δικαίως μοὶ δεικνύει διὰ τῶν δακτύλων τὴν ἔλλειψιν χρημάτων. Ἀλλὰ θὰ τοῦ ἀπαντήσω εἰς αὐτὸ ἓν μόνον. Κατὰ τοὺς ὑποβαλλομένους ὑπολογισμοὺς καὶ προϋπολογισμοὺς τοῦ Κράτους, τὰ προμηθευόμενα κατ’ ἔτος κιβώτια πετρελαίου ἀνέρχονται εἰς 185,000, ἕκαστον κιβώτιον περιέχει 26 ὀκάδας, ἑπομένως εἰσάγονται εἰς τὸ Κράτος 4,810,000 ὀκάδες πετρελαίου· τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ. Ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ τοιαύτην κατανάλωσιν ἔχοντες, ἐπέστησαν τὴν προσοχήν των, ἵνα ἐξετάσωσι, τί ποσὸν πετρελαίου δαπανᾷ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον; Εἶναι ἁπλούστατον, Κύριοι· θὰ σᾶς ἀποδείξω δὲ τὴν ἁπλότητα τῶν λογαριασμῶν διὰ τῶν ἀριθμητικῶν πράξεων, διὰ νὰ εὐχαριστήσω καὶ τὸν κ. Συγγρόν. Κατὰ τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1879, αἱ οἰκογένειαι τῆς μὲν παλαιᾶς Ἑλλάδος ἀνέρχονται εἰς 357,527, αἱ δὲ τῆς προσαρτηθείσης Θεσσαλίας κατὰ τὸ 1881 ἀνήρχοντο εἰς 152,859· ἤτοι τὸ ὅλον 409,386 ὡς ἔγγιστα οἰκογένειαι εὑρίσκοντο ἐν Ἑλλάδι κατὰ τὸ 1881, ἤτοι μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας. Ἂς λάβωμεν τὸν στρογγύλον ἀριθμὸν τῶν 400 χιλιάδων, διὰ νὰ κάμωμεν εὐκολώτερον τοὺς ὑπολογισμοὺς ἡμῶν. Δὲν θέλω νὰ ὑπολογίσω τὰ διαφόρου εἴδους καταστήματα, ἤτοι παντοπωλεῖα, καφεῖα καὶ τὰ παρόμοια· ὑπολογίζω μόνον τὰς οἰκογενείας. Ἂν κατὰ μέσον ὅρον ὑπολογίσητε, ὅτι ἑκάστη οἰκογένεια δαπανᾷ καθ’ ἑκάστην 100 δράμια, θέλετε ἔχει ἐτησίαν κατανάλωσιν 36,500,000 ὀκάδας....
§54ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διατὶ ὑπελογίσατε 100 δράμια καὶ ὄχι 200, ἢ 10 ἢ 50;
§55ΣΧΙΝΑΣ. Ἂν λάβητε ὡς βάσιν τὰ 50 δράμια, θὰ καταλήξητε εἰς 18,000,000· ἂν τὰ 10 δράμια, θὰ καταλήξητε εἰς 4 ἑκατομμύρια ἐτησίως. Ὁ ἁπλοῦς λοιπὸν αὐτὸς λογαριασμὸς ἀποδεικνύει, ὅτι διὰ τοῦ μονοπωλίου δὲν εἰσέρχεται χρῆμα εἰς τὸ ταμεῖον ἀνάλογον τῆς γιγνομένης καταναλώσεως, δὲν εἰσέρχεται δὲ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη καὶ ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, διότι ἐπικρατεῖ ἡ ἰδέα τῶν μεγάλων δασμῶν. Οἱ μεγάλοι δασμοὶ δημιουργοῦν λαθρεμπόρους, κακοήθεις, κλέπτας καὶ μυρία ἄλλα κακά, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐκ τῶν καταδιώξεων τῶν λαθρεμπόρων, καὶ τὰ ὁποῖα πάντες γνωρίζετε. Ἑπομένως, ἂν ζητηθῇ ἡ μείωσις τοῦ δασμοῦ τοῦ πετρελαίου, καὶ ἀφεθῇ ἐλεύθερον ἀπὸ τὸ μονοπώλιον τὸ πετρέλαιον, τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράττῃ περισσότερα ἀπὸ ὅσα εἰσπράττει σήμερον διὰ τοῦ μονοπωλίου. Ἀλλὰ, Κύριοι, οἱ προαγορεύσαντες λίαν εὐγλώττως ἐξέθεντο ὑμῖν τοὺς ἀριθμοὺς καταστάσεως ὑποβληθείσης κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Κατὰ τὸν πίνακα, τὸν ἐμφαίνοντα τὴν ἐτησίαν κατανάλωσιν καπνοῦ ἐν τῷ τόπῳ, τὸ μεγαλείτερον ὅριον τῆς καταναλώσεως κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, ἀπὸ τοῦ 1881 καὶ ἐντεῦθεν, ἀνέρχεται σχεδὸν εἰς τὸ ἑκατομμύριον· ἀλλὰ τὰ πλεῖστα ἔτη ἡ κατανάλωσις αὕτη κατῆλθε τοῦ ἑκατομμυρίου, ποσὸν δὲ 800 χιλιάδων δύναται νὰ ληφθῇ ὡς μέσος ὅρος. Ἐπιτρέψατέ μοι καὶ αὖθις νὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ ἁπλοῦν τινα ὑπολογισμόν. Κατὰ τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1889, ἔχομεν ἄῤῥενας 1,007,000. Ἂν ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀῤῥένων ἀφαιρέσητε τοὺς ἄγοντας ἡλικίαν μέχρις 20 ἐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐν μὲν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι ἀνέρχονται εἰς 417,000, ἐν δὲ τῇ Θεσσαλίᾳ εἰς 72,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ 489,000, θέλετε ἔχει ἄῤῥενας, ἄγοντας ἡλικίαν ἀνωτέραν τῶν 20 ἐτῶν, τὸ ὅλον 516,000. Ἐκ τούτων, ἂν θέλητε, λάβετε ὡς ἔγγιστα 400,000 ὡς καπνίζοντας· ἂν δὲ παραδεχθῆτε ἕκαστον ὡς καπνίζοντα 6 ἢ 7 δράμια τὴν ἡμέραν, θέλετε ἔχει 200 δράμια, ἤτοι ἡμίσειαν ὀκᾶν κατ’ ἄτομον τὸν μῆνα, ἤτοι ἓξ ὀκάδας τὸ ἔτος, καὶ ἑπομένως θέλετε ἔχει ὁλικὴν ἐτησίαν κατανάλωσιν καπνοῦ 2,400,000 ὀκάδων.
§56ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν καπνίζουν πολλοὶ τόσον, κύριε Σχινᾶ.
§57ΣΧΙΝΑΣ. Λοιπὸν λογαριάσατε καὶ ὀλιγώτερον ἀκόμη. Πόσον θέλετε; πέντε δράμια; Μειώσατε ὅσον θέλετε· θὰ εὕρητε, ὅτι ἐκ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ δὲν φορολογεῖται οὔτε τὸ ἥμισυ, διότι 800,000 ὀκάδες φορολογοῦνται, ἐνῷ, κατὰ τοὺς ὡς ἔγγιστα ὑπολογισμούς, ὁ καταναλισκόμενος καπνὸς εἶναι 2 ἕως 2½ ἑκατομμύρια ὀκάδες. Αὐτὸς εἶναι λογαριασμὸς πρακτικὸς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου φρονῶ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις. Δυνάμεθα νὰ καταβιβάσωμεν τὸ ποσὸν τῆς καταναλώσεως καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν καπνιζόντων, ἀλλὰ πάντοτε θὰ φθάσωμεν εἰς 1,800,000 ὀκάδας καπνοῦ κατ’ ἐλάχιστον ὅρον. Ἀλλ’ ἂς ἐρευνήσωμεν, πόθεν προέρχεται τὸ κακὸν τοῦ ὅτι φορολογοῦμεν μόνον 800,000 ὀκάδας καπνοῦ καὶ ὄχι περισσότερον. Προέρχεται, Κύριοι, διότι ἡ ἡμετέρα χώρα εἶναι τόπος παραγωγῆς καπνοῦ, καὶ ἑπομένως ὑπάρχει ὁ καπνὸς εἰς φύλλα, καὶ εἰς μικρὰ ποσὰ διανέμεται τῇδε κἀκεῖσε, μεταβάλλεται εἰς καπνὸν κεκομμένον καὶ πωλεῖται· καὶ διατὶ πωλεῖται οὕτω; Διότι ἡ τιμὴ τοῦ καπνοῦ, ἀρχομένη ἀπὸ 50 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, φθάνει εἰς τὰς 4 δραχμὰς τὴν ὀκᾶν. Τί πληρόνει δὲ ὡς φόρον, καὶ ὁ τῶν 50 λεπτῶν καὶ ὁ τῶν τεσσάρων δραχμῶν; Πληρόνει δι’ ἔξοδα κοπῆς καὶ συσκευῆς, σιγαρόχαρτον κλπ. 8 δραχμὰς καὶ 50 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ἑπομένως ἕκαστος προσπαθεῖ ν’ ἀποφύγῃ τὸν φόρον αὐτόν· ἀποφασίζει νὰ κινδυνεύσῃ καπνὸν ἀξίας 50 λεπτῶν, καὶ νὰ τὸν ῥίψῃ ἐν ἀνάγκῃ, ἐγκαταλείπων αὐτὸν εἰς χεῖρας τῆς ἐξουσίας· διότι, ἂν ἐπιτύχῃ νὰ πωλήσῃ λαθραίως τὸν καπνὸν αὐτὸν κεκομμένον, ὅπερ καὶ συνηθέστερον, θὰ ἔχῃ μέγα κέρδος. Διὰ τῶν καπνοκοπτηρίων λέγετε, ὅτι ἀγοράζετε δέκα δράμια καπνοῦ, ἀλλὰ δὲν ἀγοράζετε 10 δράμια, διότι εἰς τὰ 10 δράμια, δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου, περιλαμβάνεται καὶ τὸ σιγαρόχαρτον, καὶ ἀντὶ 10 δραμίων ἀγοράζετε ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ μόνον δράμια.
§58ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δέκα δράμια πρέπει νὰ ὑπάρχωσι.
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ζυγίζεται μετὰ τοῦ καπνοῦ τὸ σιγαρόχαρτον.
§60ΣΧΙΝΑΣ. Διαβεβαιῶ τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι ὁ καπνὸς, ὁ περιεχόμενος εἰς τὰ κυτία, δὲν εἶναι δέκα δράμια, διότι ζυγίζεται ὑγρός....
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄλλο ζήτημα τοῦτο.
§62ΣΧΙΝΑΣ. .. καὶ ἀντὶ δέκα δραμίων ἀγοράζετε 7 μόνον δράμια, ἢ καὶ ὀλιγώτερον.
§63ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Γίνονται καταχρήσεις ἐντὸς τῶν καπνοκοπτηρίων.
§64ΣΧΙΝΑΣ. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ἓν ἐκ τῶν εὐαισθητοτέρων, οὕτως εἰπεῖν, προϊόντων εἶναι ὁ καπνὸς, παρομοιάζων καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ εἶδος τοῦ καφέ. Δύνασθε ν’ ἀγοράσητε καφὲν λαμπρᾶς ποιότητος, νὰ ψήσητε αὐτὸν, καὶ νὰ τὸν δώσητε κατόπιν εἰς 3 ἢ 4 ἀνθρώπους, ἵνα σᾶς τὸν ἑτοιμάσωσι πρὸς πόσιν, θέτοντες τὸ αὐτὸ ποσὸν δι’ ἕκαστον κυαθίσκον (φλυτζάνι). Δὲν θὰ πίητε τὸν ἴδιον καφὲν καὶ ἀπὸ τοὺς τέσσαρας. Διατί; Διότι ὁ καφὲς ἔχει κἄτι τι τὸ λεπτὸν εἰς τὴν παρασκευὴν πρὸς πόσιν, κἄτι τι τὸ ἰδιάζον, τὸ ὁποῖον γνωρίζει μόνον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πολλάκις μετεχειρίσθη τὸν καφὲν, καὶ ὄχι ὁ τυχών. Τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὸν καπνόν. Ὁ καπνὸς ἔχει τὴν αὐτὴν εὐαισθησίαν· πρέπει νὰ βραχῇ μετὰ μεγάλης τέχνης, νὰ ἁπλωθῇ, ὥστε νὰ λάβῃ μίαν ξήρανσιν ἀνάλογον, κατόπιν ἐν καταλλήλῳ στιγμῇ νὰ κοπῇ, νὰ ὑποστῇ ὅλας τὰς ἀπαιτουμένας προετοιμασίας μετὰ τὴν κοπὴν, νὰ ἁπλωθῇ, καὶ κατόπιν νὰ συσκευασθῇ. Σήμερον τί γίνεται, Κύριοι, διὰ τῶν καπνοκοπτηρίων; Βρέχεται ὁ καπνὸς εἰς τὸ κατάστημα τοῦ καπνοπώλου, μεταφέρεται εἰς τὸ καπνοκοπτήριον, σπεύδει ἐκεῖ ὁ καπνοπώλης, ἵνα κόψῃ τὸν καπνὸν, ἀλλ’ εἶναι ἠναγκασμένος νὰ ἀναμένῃ, διότι ἄλλος προηγεῖται, ὁ δὲ καπνὸς μένει βρεγμένος, δύναται δὲ νὰ μείνῃ, κατὰ τὸν νόμον, μέχρι τριῶν ἡμερῶν, ἐὰν δὲν πληρώσῃ νόμιμά τινα τέλη κτλ. καὶ ἐπὶ τέλους ὁ καπνὸς πᾶν ἄλλο γίνεται ἢ καπνὸς πρὸς χρῆσιν. Διὰ τοῦτο δὲ σήμερον ὅλοι οἱ καπνίζοντες δὲν δύνανται νὰ εὐχαριστηθῶσιν ἐκ τοιούτου καπνοῦ. Ἀλλὰ τί ἔχει τὸ μονοπώλιον; Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ ἐκ Ζακύνθου κ. συνάδελφος ἀνέπτυξεν ὅλα τὰ κακὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, ἐξεθείασε δὲ ὅλα τὰ καλὰ τοῦ συστήματος τῶν καπνοκοπτηρίων.
§65ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν τὰ ἐξεθείασα, κύριε συνάδελφε. Εἶπον, ὅτι εἶναι προτιμότερον τὸ σύστημα τοῦτο τοῦ ἄλλου.
§66ΣΧΙΝΑΣ. Ἐτάχθητε ὑπὲρ αὐτοῦ· μάλιστα. Ποῖα τὰ καλὰ τῶν καπνοκοπτηρίων; Πρῶτον εἶναι ἡ δυσχέρεια περὶ τὴν κοπὴν τοῦ καπνοῦ, καὶ αἱ ὡς ἐκ τούτου πολλαπλαῖ ζημίαι. Ὑποθέσατε π. χ. ὅτι καπνοπώλης τις λαμβάνει σήμερον ἐντολὴν, ἵνα διὰ τοῦ ἀναχωροῦντος ἀτμοπλοίου ἀποστείλῃ, εἴτε εἰς τὸ ἐσωτερικὸν, εἴτε εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καπνὸν κεκομμένον τόσας ὀκάδας· μεταφέρει τὸν καπνὸν εἰς τὸ καπνοκοπτήριον, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουσι κόπται ἀρκετοί· πρέπει νὰ περιμείνῃ, ἕως ὅτου ἔλθῃ ἡ σειρά του. Ἀλλὰ τὸ ἀτμόπλοιον ἀναχωρεῖ, καὶ ὁ καπνοπώλης ζημιοῦται. Ἔχομεν καὶ ἄλλο. Ὁ καπνοπώλης ἠγόρασε καπνὸν 1000 ὀκάδας π. χ. πρὸς 1–1½ δρ. κατὰ μέσην τιμὴν, καὶ ἐπλήρωσε 1500 δραχμάς· ἀλλ’ ἵνα φέρῃ εἰς ἀνάλωσιν τὰς χιλίας αὐτὰς ὀκάδας καπνοῦ, ἤτοι νὰ τὰς πωλήσῃ, ὀφείλει νὰ προκαταβάλῃ προηγουμένως εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον 8,500 δραχμὰς, νὰ ὑποστῇ ὅλα τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς ἐκ τοῦ καταστήματός του εἰς τὸ καπνοκοπτήριον, ἐκ τοῦ καπνοκοπτηρίου εἰς τὴν παραλίαν καὶ καθεξῆς, νὰ ἀπασχολήσῃ ἀνθρώπους κλπ. καὶ ἐπὶ τέλους νὰ στείλῃ τὸ ἐμπόρευμά του, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσε φόρον 8,500 δραχμῶν, διὰ νὰ περιμένῃ νὰ πάρῃ τὰς 1500 δραχμάς. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι διὰ τῶν καπνοκοπτηρίων, οὕτως ἐνεργουμένης τῆς ἐργασίας, παρεμβάλλονται μεγάλα προσκόμματα εἰς τὸ ἐμπόριον τοῦ καπνοῦ, διότι, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἀναγκάζεται ὁ ἔμπορος νὰ ἔχῃ πενταπλάσιον καὶ ἑξαπλάσιον ποσὸν καπνοῦ καὶ δαπάνας μεγαλειτέρας. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς ἔλεγεν, ὅτι τὸ νέον νομοσχέδιον, τὸ προταθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, φέρει μεγάλα προσκόμματα, διότι ἀφ’ ἑνὸς ὑποχρεοῖ τὸν χωρικὸν εἰς δηλώσεις, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θέλει τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον γνωρίζοντα διπλογραφίαν κλπ. Ἀλλὰ μὴ τάχα καὶ τὸ ἐν ἰσχύϊ ἤδη σύστημα δὲν ἔχῃ τὰς αὐτὰς ἀπαιτήσεις; Δὲν ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὸν πτωχὸν καὶ ἐλάχιστον καπνοπώλην νὰ συντάξῃ δήλωσιν εἰς διπλοῦν, καὶ τὴν καταθέσῃ εἰς τὸ καπνοκοπτήριον; Δὲν ὑποχρεοῖ τὸν τελευταῖον ἔμπορον; Καὶ πρέπει, Κύριοι, νὰ ἦσθε εἰς τὰς καπνοφόρους ἐπαρχίας, ἵνα ἴδητε, τίνες ἐμπορεύωνται τὸν καπνόν· δὲν τὸν ἐμπορεύονται οἱ μεγαλέμποροι· στέλλουσιν ἄλλους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῆς παραλείψεως διατυπώσεών τινων πολλάκις γίνονται θύματα. Δὲν δύνανται νὰ τρέχωσιν οἱ μεγαλέμποροι εἰς τὰ χωρία, ἵνα ἀγοράσωσι τὸν καπνὸν κατὰ ποσότητας, αἱ ὁποῖαι δὲν εὑρίσκονται συγκεντρωμέναι, ἀλλὰ συλλέγουσιν αὐτὸν οἱ μικρέμποροι κατὰ μικρὰς ποσότητας. Πρέπει νὰ συλλογισθῆτε, ὅτι αὐτοὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι, ὅταν ἀγοράσωσιν ἀπὸ τὸν παραγωγὸν τὸν καπνὸν, δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου, νὰ κάμωσι δήλωσιν εἰς τὸν Ἔφορον ἢ τὸν Εἰρηνοδίκην, νὰ λάβωσιν ἄδειαν, καὶ διὰ τῆς ἀδείας νὰ συνοδεύσωσι τὸ ἐμπόρευμά των· ἐὰν δὲ ἦναι μέγα τὸ ποσὸν, εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ἀγοραστὴς νὰ μεταφέρῃ ὅλα τὰ κάῤῥα διὰ μιᾶς ἢ ὅλα τὰ φορτία, διότι δὲν ἔχει πανταχοῦ ἁμάξας, ἵνα μεταφέρῃ τὸ ἐμπόρευμά του. Αἱ πιέσεις αὗται ἐξακολουθοῦσιν ὑπὸ τὸ σήμερον λειτουργοῦν σύστημα. Ἀπαλλάξατε ἀπὸ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτὰς τὸ ἐμπόριον, ὅσον τὸ δυνατὸν, ἀσφαλίζοντες ὅμως πάντοτε εἰς τὸ Δημόσιον μίαν πρόσοδον, ἀναγκαίαν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ τῶν ἐκ τῶν δανείων. Τὰ καπνοκοπτήρια, Κύριοι, μέγαν πλοῦτον καὶ μέγαν θησαυρὸν προσέφερον εἰς τὸ ταμεῖον, ἀλλ’ ἔγειναν ἀφορμὴ νὰ προστεθῇ εἰς τὸ λεξικόν μας καὶ μία νέα λέξις, δυστυχῶς, ἡ λέξις «καπνοφάντης». Δὲν εἶναι ἀρχαία λέξις, Κύριοι, εἶναι νεωτέρα, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη ἕνεκα τῶν καπνοκοπτηρίων. Τί δὲ ἐμάθομεν; ὅτι σμῆνος ἀνθρώπων εἰσήγοντο καὶ εἰσάγονται ἴσως ἀκόμη εἰς τὰ καπνοκοπτήρια, οἱ ὁποῖοι μισθοδοτοῦνται, χωρὶς σχεδὸν οὐδὲν νὰ ἐκτελῶσι. Κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνόδου τῆς Βουλῆς πέρυσιν ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε μεταξὺ τῶν πρώτων νομοσχεδίων αὐτοῦ, τὴν ψήφισιν συμπληρωματικῆς πιστώσεως διὰ τὰ καπνοκοπτήρια. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν, τί ποσὸν πιστώσεων ἔχει ψηφισθῆ διὰ τὰ καπνοκοπτήρια, διότι, νέηλυς ὢν ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γνωρίζω τὰς λεπτομερείας ὅλας· ἀλλ’ ἕνεκα τῶν μεγάλων ἀσχολιῶν αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τότε δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ἵνα προσκομίσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας. Ἐγὼ ὅμως, ἐπειδὴ εἶχον ὀλιγωτέρας ἀσχολίας, ἐφρόντισα καὶ ἀνεῦρον, ὅτι κατὰ τὸ 1889 ἐδαπανήθησαν πέραν τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου διὰ τὰ καπνοκοπτήρια· ἤτοι, ἐὰν ὑπολογίσωμεν, ὅτι εἰσεπράξαμεν 5 ἑκατομμύρια, ἐδαπανήσαμεν τὸ 1 ἑκατομμύριον, ἤτοι 20–25% σχεδόν. Δαπάνη 25% δι’ εἴσπραξιν φόρου, τὴν ἐθεώρησα ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὑπέρογκον, καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως, εἰς ἣν καὶ σήμερον κάθημαι, παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ μέριμναν περὶ τοῦ φόρου αὐτοῦ καὶ περὶ τροποποιήσεως τοῦ φορολογικοῦ συστήματος. Ἐζήτησα πανταχοῦ, Κύριοι, πληροφορίας περὶ τοῦ παραγομένου καπνοῦ κατὰ νομοὺς, κατ’ ἐπαρχίας καὶ κατὰ δήμους. Δυστυχῶς τοιαῦται ἀπογραφικαὶ πληροφορίαι σπουδαῖαι δὲν ὑπάρχουσιν, οὐδ’ ἐν τῇ Βουλῇ κατετέθησαν, μόνον δὲ δι’ ἀπογραφικῶν πληροφοριῶν τοιούτων δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν εἰς ἀληθῆ συμπεράσματα, δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτελέσματα πραγματικά. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν, εἶναι, ποῖα γενικῶς μέρη ἔχουσι καλλιέργειαν καὶ παραγωγὴν καπνοῦ. Τοιαῦτα δὲ εἶναι, σχεδὸν ὁλόκληρος ἡ Θεσσαλία, ἡ Φθιῶτις, ἡ παραλία τῆς Ἀταλάντης, ἡ Αἰτωλία καὶ Ἀκαρνανία, ἡ Ἀργολίς...
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχουσι στατιστικαὶ λεπτομερεῖς, ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δεδημοσιευμέναι.
§68ΣΧΙΝΑΣ. Μάλιστα, κύριε συνάδελφε, γνωρίζω ὅτι ὑπάρχουσι τοιαῦται, ἀλλὰ κεχωρισμένως.
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι κεχωρισμένως, ἀλλ’ ἐν συνόλῳ.
§70ΣΧΙΝΑΣ. Τότε φυλάσσονται, φαίνεται, διὰ τοὺς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, καὶ ὄχι διὰ τὴν Βουλήν.
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διενεμήθησαν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τῆς προηγουμένης περιόδου. Εἶναι βιβλίον ὁλόκληρον, δεδημοσιευμένον καὶ φέρον ἐπιγραφὴν «Πίνακες τῶν ἀμέσων φόρων».
§72ΣΧΙΝΑΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ διὰ τὴν πληροφορίαν. Ἐκ τῆς στατιστικῆς ταύτης καὶ ἐγὼ θὰ μάθω καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἴσως δὲν εἶδον τὸ βιβλίον αὐτὸ, ποία ἡ κατὰ δήμους καὶ ἐπαρχίας παραγωγὴ τοῦ καπνοῦ. Εἶναι γνωσταὶ λοιπὸν, Κύριοι, αἱ ἐπαρχίαι, εἰς ἃς ὁ καπνὸς καλλιεργεῖται. Βεβαίως δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ Ἀχαΐα καλλιεργεῖ καπνὸν, ἢ ἡ Τριφυλία· ἐὰν δὲ καλλιεργῶσι, θὰ καλλιεργῶσιν ἓν ἢ δύο στρέμματα, ἑπομένως ποσὸν ἀνάξιον λόγου. Ἀλλὰ ποῖον τὸ συμπέρασμά μου; Τίνι τρόπῳ πρέπει νὰ φορολογῆται ὁ καπνός; Δυνάμει τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὀφείλει ὁ χωρικὸς νὰ κάμῃ δηλώσεις, νὰ λάβῃ ἀντίγραφα τῶν δηλώσεων, νὰ ἐφοδιασθῇ, ὅταν θὰ τὸν πωλήσῃ, δι’ ἄλλων δηλώσεων, νὰ τρέχῃ δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ, καὶ νὰ ἀναγκάζηται καὶ ὁ ἔμπορος καὶ ὁ καλλιεργητὴς νὰ εὑρίσκωνται εἰς αἰωνίας δοσοληψίας (καὶ κατὰ τὸ παλαιὸν νομοσχέδιον καὶ κατὰ τὸ σήμερον συζητούμενον) μετὰ τῶν Οἰκονομ. Ἐφόρων καὶ τῶν διαφόρων ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐπιτετραμμέναι τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ καπνοῦ. Ἡ συλλογὴ τοῦ καπνοῦ, Κύριοι, γνωστὸν τυγχάνει, ὅτι ἄρχεται ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἰουνίου, καὶ λήγει περὶ τὰ τέλη Σεπτεμβρίου, σχεδὸν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Γνωρίζετε ἅπαντες, ὅτι ὁ καπνὸς κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην περᾶται εἰς νήματα, κρεμᾶται, καὶ διαδοχικῶς, τῇ καθημερινῇ ἐποπτείᾳ τοῦ χωρικοῦ, ξηραίνεται. Καθ’ ὅλον δὲ τὸ διάστημα αὐτὸ, καὶ μέχρι τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου ὡς ἔγγιστα, ὁ παραγωγὸς ἢ ὁ καλλιεργητής, καραδοκῶν τοὺς καιροὺς καὶ τὰς περιστάσεις, ἐξάγει ἐκ τῆς πτωχῆς καλύβης του τὸν καπνὸν αὐτὸν, διὰ νὰ κάμῃ, ὅσον τὸ δυνατὸν, τεχνικωτέραν τὴν ἀποξήρανσίν του, ἀπὸ δὲ τοῦ Νοεμβρίου, ὅτε ἄρχονται καὶ αἱ βροχαὶ, οἱ χωρικοὶ εἰς ἄλλα μὲν μέρη ἀθροίζουσιν ἀνὰ ὀκτὼ, δέκα καὶ δώδεκα φύλλα, καὶ τὰ σχηματίζουσιν εἰς δέματα, τὰ ὁποῖα ἐν Θεσσαλίᾳ ὀνομάζουσι καλούπια, ἀλλαχοῦ δὲ συσκευάζουσιν αὐτὸν εἰς τὰ λεγόμενα τέγγια. Σημειώσατε δὲ, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ὁρίσητε τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἐργασία αὕτη, διότι ἡ ἐργασία αὕτη ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ καιροῦ· πρέπει νὰ πνέῃ νότιος ἄνεμος. Μὲ βόῤῥειον ἄνεμον δὲν τολμῶσι νὰ ἐπιληφθῶσι τοιαύτης ἐργασίας, διότι τότε ὁ καπνὸς μετατρέπεται εἰς κόνιν. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐπικρατῇ ὁ κατάλληλος καιρὸς, ἵνα ὁ καπνὸς σχηματισθῇ εἰς δέματα. Ὅταν δὲ σχηματισθῇ εἴτε εἰς καλούπια, εἴτε εἰς τέγγια, σωρεύεται εἰς διαφόρους θέσεις καὶ ἀναμένει τὸν ἀγοραστήν. Διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις νὰ κρατήσῃ ὁ χωρικὸς τὸν καπνὸν ἐν τῇ πτωχικῇ αὑτοῦ καλύβῃ. Βεβαίως εἶναι ἓν μέτρον θεάρεστον, διότι ὁ χωρικὸς ἔχει παρ’ ἑαυτῷ τὸ προϊόν του, καὶ ἀναμένει τὸν ἀγοραστήν. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι, ἐὰν μόνον αὐτὸ μεταβάλωμεν, δυνάμεθα νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸν χωρικὸν ὅλων τῶν διατυπώσεων. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν γνωρίζουσι τὰ καταστήματα τῆς διαμετακομίσεως, ἐπιμήκη καταστήματα, ἔχοντα διαιρέσεις μικρὰς ἢ μεγάλας, ἅτινα παραδίδονται εἰς διαφόρους ἐμπόρους, οἱ ὁποῖοι ἐναποθέτουσιν ἐν αὐτοῖς τὰ ἐμπορεύματά των, ἤτοι καθιστῶσιν ἐν αὐτοῖς μικρὰ ἐμπορικὰ καταστήματα, καὶ διαδοχικῶς πωλοῦσι κατὰ μικρὰς ποσότητας εἰς διαφόρους ἐμπόρους, εἴτε ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, εἴτε ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Τοιοῦτον ὡραῖον κατάστημα λειτουργεῖ ἐν Κερκύρᾳ, ἔνθα οἱ χωρικοὶ ἅπαντες εὑρίσκονται εἰς ἄμεσον, ἂν οὐχὶ καθημερινήν, ἀλλὰ δὶς ἢ τρὶς τῆς ἑβδομάδος συνάφειαν μετὰ τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου των, ἅπαξ δὲ ἢ δὶς τῆς ἑβδομάδος καὶ μετὰ τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας των, ὅπου μεταβαίνοντες πωλοῦσι τὰ διάφορα ἐμπορεύματά των, καὶ προμηθεύονται τὰ ἀναγκαιοῦντα αὐτοῖς. Ἑπομένως, ἐὰν μελετηθῇ τὸ ζήτημα, δύνανται εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν νὰ κτισθῶσι καταστήματα τοιαῦτα μεγάλα ἐν εἴδει διαμετακομίσεως τελωνειακῆς, ἢ εἰς πρωτευούσας δήμων τινῶν, εἰς τοὺς ὁποίους γίνεται μεγάλη παραγωγὴ καπνοῦ, θὰ ἔχωμεν δὲ τὴν εὐκολίαν, ὅτι ὁ χωρικὸς, ἐξάγων τὸν καπνόν του, θὰ τὸν ἐναποθέτῃ εἰς ἴδια διαμερίσματα, ἀναλόγως τῆς ποσότητος, καὶ θὰ τὸν κλειδόνῃ, ἀφοῦ τὸν παραδώσῃ καὶ τὸν ζυγίσῃ, καὶ ἑπομένως θὰ λαμβάνῃ μίαν ἀπόδειξιν, ἄνευ οὐδεμιᾶς δηλώσεως, καὶ θὰ μεταβαίνῃ εἰς τὸν οἶκόν του, κατὰ δὲ τὰς ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ γίνηται ἀγορὰ ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ δήμου ἢ τῆς ἐπαρχίας, ὁ ἔμπορος ἢ ἀγοραστὴς θὰ εὑρίσκηται ἐνώπιον μεγάλης ἀγορᾶς καπνοῦ, διότι θὰ εὑρίσκῃ ἐκεῖ ὅλας τὰς ποιότητας ἐκτεθειμένας, καὶ θὰ ἐκλέγῃ τὸν ἀρέσκοντα αὐτῷ καπνόν. Ἀλλὰ πῶς θέλομεν βεβαιωθῆ, ἐὰν ὁ ἀγορασθεὶς καπνὸς ἠγοράσθη ἐκ τῆς ἀποθήκης τῆς διαμετακομίσεως, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ καπνοῦ, ἢ ἐκλάπη; Εὔκολον. Ὅλα τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα ἐξάγονται ἐκ τῆς διαμετακομίσεως, ἵνα μεταφερθῶσιν ἀλλαχοῦ, ὑποβάλλονται εἰς ἰδιαιτέραν τινὰ διατύπωσιν, περιδένονται δι’ ἑνὸς σύρματος καὶ σφραγίζονται· οὕτω καὶ τὸ δέμα τοῦ καπνοῦ, ἅμα ἀπὸ δήμου τινὸς ἐξέλθῃ τῆς κεντρικῆς ἀποθήκης, θὰ περιδένηται διὰ σύρματος, θὰ σφραγίζηται, καὶ οὕτω ὁ καπνὸς, μεταφερόμενος ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέρους εἰς τὸ ἄλλο, καὶ φέρων τὴν ἐπίσημον σφραγίδα τοῦ Δημοσίου, δὲν θὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ὑποστῇ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ζύγισιν τοῦ Α ἢ τοῦ Β, ἐνῷ διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου καὶ διὰ τοῦ παλαιοῦ ὑφίσταται τὸ τοιοῦτον· οὐχὶ ὀρθῶς δ’ εἶπεν ὁ κύριος συνάδελφος ἐκ Ζακύνθου προχθὲς, ὅτι διὰ τοῦ σημερινοῦ μόνον νομοσχεδίου τὸν σταματᾷ ὁ ἐνωμοτάρχης, τοῦ καταβιβάζει τὸ φορτίον, καὶ ἀπαιτεῖ νὰ τὸ ζυγίσῃ κλπ., διότι τὸ αὐτὸ γίνεται καὶ μέχρι τοῦδε· ὁ ἔμπορος, Κύριοι, ἀγοράζων τὸν καπνὸν ἐκ τῶν χωρίων καὶ μεταφέρων αὐτὸν εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀφήσῃ πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν καὶ νὰ σπεύσῃ νὰ παρουσιασθῇ ταπεινῶς ἐνώπιον τοῦ κ. Ἐφόρου, νὰ τῷ καταθέσῃ δήλωσιν, ποῦ θὰ ἔχῃ τὸν καπνόν του, καὶ πόσας ὀκάδας ἔχει, καὶ ὁ κ. Ἔφορος ἢ ἄλλος τις ἐπιθεωρητὴς ἔχει τὸ ἀπεριόριστον δικαίωμα νὰ τῷ εἴπῃ: «ἔλα ἐδῶ, ἄφησε τὴν δουλειά σου τὴν ἄλλην, καὶ ἔλα νὰ ζυγίσωμεν τὸν καπνὸν,» ἔστω καὶ δέκα ὀκάδας· ἐνῷ κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ προτείνω, ὁ ἐπιθεωρητὴς δὲν ἔχει νὰ πράξῃ ἄλλο ἢ μόνον νὰ ἐπιθεωρήσῃ, ἐὰν ὁ καπνὸς ἦναι περιδεδεμένος μὲ τὸ σύρμα καὶ ἐσφραγισμένος μὲ τὴν σφραγίδα τοῦ Δημοσίου· ἐὰν δ’ ὁ ἔμπορος λύσῃ τὰ δέματά του, ἵνα κάμῃ ἕνωσιν καπνοῦ, θὰ ἦναι ἀμέσως ὀφθαλμοφανὴς ἡ παραβίασις τῶν δεμάτων. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου λοιπὸν ἀπαλλάσσονται καὶ οἱ ἔμποροι καὶ οἱ παραγωγοί. Πιστεύω, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μελετήσῃ τὴν ταπεινήν μου ταύτην γνώμην, θὰ ἴδῃ, ὅτι τοιουτοτρόπως ἀπαλλάσσεται πάσης ὑποχρεώσεως καὶ ὁ καλλιεργητὴς καὶ ὁ ἔμπορος, καὶ παύει πᾶσα ἀλληλογραφία, πᾶσα καταδίωξις κλπ. Θὰ διευκολυνθῇ μάλιστα τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ ὑπηρεσία. Ἀλλὰ καί τι ἄλλο, Κύριοι. Ὁ ἔμπορος, ἀγοράζων τὸν καπνὸν ἐκ τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ πληρώσῃ· δύνασθε εἰς μίαν μερίδα τῆς ἐγγυήσεως, ἥτις ὑπάρχει, νὰ λάβητε ἀξιόχρεων ἐγγύησιν, ὅτι ἀναλόγως τῆς ποσότητος τοῦ καπνοῦ, τὴν ὁποίαν θὰ ἀγοράσῃ, διὰ δύο ἢ τρεῖς μῆνας, θὰ πληρώσῃ, — ἂς σχηματισθῇ μία κλίμαξ — παρελθούσης δὲ τῆς προθεσμίας ταύτης, μένει ὑπόχρεως ὁ ἔμπορος εἰς μικρόν τι πρόστιμον καὶ εἰς τόκον τινὰ, ἐὰν δὲν πωλήσῃ τὸν καπνόν του. Ἐὰν δὲν πωλήσῃ τὸν καπνόν του, καραδοκῶν κέρδος μεγαλείτερον, ἂς ὠφεληθῇ καὶ τὸ Δημόσιον κἄτι, ἀπολαμβάνον ἕνα τόκον ἐπὶ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα δὲν εἰσέπραξε. Θέσατε 8 ἢ 10%, καὶ τὸ Δημόσιον τοιουτοτρόπως δὲν χάνει τίποτε.
§73ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ὑπάρχουσι διατετυπωμέναι εἰς νομοσχέδιον αὗται αἱ σκέψεις ὑμῶν;
§74ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν ηὐτύχησα ἀκόμη νὰ γείνω Ὑπουργός· ἐκφέρω μόνον τὰς ἰδέας μου, κύριε συνάδελφε, ἁπλῶς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι καὶ ὑμεῖς αὐτὸς δύνασθε, ἐὰν τὰς εὕρητε καλὰς, νὰ τὰς ἀποδεχθῆτε, ἐὰν δὲ τὰς εὕρητε ἀντικειμένας, νὰ τὰς ἀποῤῥίψητε. Δὲν θέλω νὰ ἐπιβάλω τὴν γνώμην μου εἰς κἀνένα· φρονῶ ὅμως, ὅτι, ἐπειδὴ εἶμαι καπνοφόρου νομοῦ ἀντιπρόσωπος, ἔχω καθῆκον νὰ προστατεύσω τὰ συμφέροντα καὶ τῶν πολιτῶν καὶ τοῦ Δημοσίου.
§75ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἐνόμιζον, ὅτι εἴχετε διατυπώσει τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἐκθέτοντες τὰς σκέψεις σας συστηματικῶς.
§76ΣΧΙΝΑΣ. Συστηματικῶς τὰς ἐκθέτω ἐδῶ, διότι εἴμεθα εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ὑπάρχει δὲ τὸ ἀπαιτούμενον χρονικὸν διάστημα, ὥστε νὰ μελετηθῇ μία γνώμη ταπεινὴ ἑνὸς Βουλευτοῦ, μὴ ἀνήκοντος οὔτε εἰς τὸν χρηματιστικὸν οὔτε εἰς τὸν οἰκονομικὸν κόσμον, ἀνήκοντος δὲ μόνον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τοὺς ἐκλογεῖς, οἵτινες τὸν ἔστειλαν ἐδῶ, ἵνα τοὺς ἀντιπροσωπεύσῃ. Νομίζω δ’ ὅτι ἐκτελῶ τὸ καθῆκόν μου, ἐκθέτων τὰς ἰδέας μου. Ἐὰν ἦναι ἀποῤῥιπτέαι, ἀποῤῥίψατέ τας. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐκτὸς αὐτοῦ ἔχομεν καὶ ἄλλην μίαν πρόσοδον, ἡ ὁποία παρελείφθη. Καὶ ἐγὼ εἶμαι ἀντιπρόσωπος χώρας καλλιεργητῶν καπνοῦ, ἀλλ’ ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ ζητῶ, καὶ θὰ ζητῶ πάντοτε, τὴν ἰσότητα πρὸς ἅπαντας. Διατὶ, Κύριοι, φορολογεῖτε, τὸν ἁπλοῦν λαόν; Διατὶ φορολογεῖτε τὸν καλλιεργητὴν τῶν ἐλαιῶν, καὶ διατὶ δὲν φορολογεῖτε τὸν καλλιεργητὴν τῶν καπνῶν; Διατὶ καταργεῖτε τὸν ἔγγειον φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ; Ἠξεύρετε, τί σημαίνει κατάργησις τοῦ ἐγγείου φόρου; Ἑκατὸν χιλιάδων δραχμῶν ἀπώλειαν! Ἡ μέση παραγωγὴ τοῦ καπνοῦ ἐν Ἑλλάδι, εἰς γενικὸν λογαριασμὸν, πιστεύω, ὅτι ἀνέρχεται εἰς 4,000,000 ὀκάδας· ἑπομένως, ἐὰν θέσητε φόρον δώδεκα λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, —θὰ ἔλθω εἰς ἄλλο συμπέρασμα, δὲν εἶναι μόνον χρηματιστικὸν,—ἐὰν, λέγω, θέσητε φόρον 12 ἢ 13 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, θὰ εἰσπράξητε 500,000 δρ. ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου· διὰ δὲ τῆς μεθόδου, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξα, οὐδὲν εὐκολώτερον· διότι, ἐξάγων τις τὸν καπνόν του, δὲν ἔχει νὰ πληρώσῃ τίποτε· θὰ πληρώσῃ τὸν ἔγγειόν του φόρον ὁ χωρικὸς, ὅταν πωλήσῃ τὸν καπνόν του. Ἀλλὰ τί ὠφελεῖ ὁ ἔγγειος φόρος; Ζητῶ νὰ πιέσω ἐγὼ τὸν χωρικόν; Ὄχι· ἀπ’ ἐναντίας, ζητῶ νὰ τὸν προστατεύσω. Διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ ἐγγείου φόρου τί ἐκάμετε; Παρέχετε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν καλλιεργητὴν νὰ καλλιεργήσῃ καπνὸν οἱασδήποτε ποιότητος, διότι δὲν πληρόνει τίποτε· ζητεῖ λοιπὸν νὰ καλλιεργήσῃ τὰς γαίας του, καὶ νὰ παραγάγῃ καπνὸν τῆς εὐτελεστέρας ποιότητος. Τί δὲ κακὸν φέρει ὁ καπνὸς τῆς εὐτελεστέρας ποιότητος; Καταβιβάζει τὴν ἀξίαν τοῦ καλοῦ. Οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐκ σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, γνωρίζουσι καλῶς, ὅτι ἡ κακὴ ποιότης τῆς σταφίδος καταβιβάζει καὶ τὴν τιμὴν τῆς καλῆς ποιότητος. Ὅ,τι δὲ γίνεται διὰ τὴν σταφίδα, τὸ αὐτὸ γίνεται καὶ διὰ τὸν καπνόν. Ἐὰν λοιπὸν τεθῇ φόρος ἐπὶ τῆς ποιότητος τοῦ καπνοῦ, ὁ καλλιεργητὴς θὰ φροντίσῃ νὰ κάμῃ ὀλιγωτέρας μὲν ποσότητος καπνὸν, ἀλλὰ καλλιτέρας ποιότητος. Σημειώσατε δὲ, Κύριοι, ὅτι ὁ καπνὸς εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον προσοδοφόρων, δηλ. δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι μετὰ τὰς σταφιδαμπέλους καὶ τὰς ἀμπέλους ἔρχεται ἡ καλλιέργεια τοῦ καπνοῦ. Δὲν θέλω νὰ ἀνατρέξω εἰς τὴν Ἀκαρνανίαν καὶ εἰς ἄλλη μέρη· περιορίζομαι μόνον ἐν τῇ ἐμῇ πατρίδι, τῇ Θεσσαλίᾳ. Γνωρίζετε ἅπαντες τὸν ὀνομαστὸν καπνὸν τῶν Φαρσάλων, τοῦ Ἁλμυροῦ, ὅτι ἔχει καλὴν τιμὴν, καὶ ὅτι εἶναι ὁ περιζήτητος καπνός. Θὰ σᾶς εἴπω ἐν ὀλίγοις, ἵνα λάβητε γνῶσιν, τίνας ὠφελείας δίδει. Ἡ καλλιέργεια τοῦ καπνοῦ τελεῖται, ὡς γνωστὸν τοῖς πᾶσι, κατ’ ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἄλλοι χωρικοὶ κάθηνται, κυρίως δὲ τὴν καλλιέργειαν ταύτην τελοῦσιν αἱ γυναῖκες, διὰ τὸ ἐλαφρὸν τῆς ἐργασίας, τὰ παιδία καὶ τὰ κοράσια· μόνον τὰς προεισαγωγικὰς ἐργασίας κάμνει ὁ χωρικὸς, τὰς δὲ λοιπὰς ἐργασίας τελοῦσιν οἱ ἄνθρωποι τῆς οἰκίας. Ἐὰν δὲ ὑπολογίσητε πληρωμὴν τῶν μεγαλειτέρων ἡμερομισθίων μετὰ τῆς ἀπαιτουμένης κόπρου, ἡ κατὰ στρέμμα καλλιέργεια τοῦ καπνοῦ δὲν ὑπερβαίνει ποτὲ τὰς 20 ἢ 25 δραχμὰς τὸ πολὺ διὰ τὴν καλλίστην ποιότητα, ὅπως εἰς τὴν σταφίδα τὰ ἔξοδα δι’ ἕκαστον στρέμμα δὲν ὑπερβαίνουσι τὰς 55 ἢ 60 δραχμὰς διὰ τὴν καλλίστην ποιότητα. Ἡ παραγωγὴ τοῦ καπνοῦ εἰς τὰ μέρη τῶν Φαρσάλων καὶ τοῦ Ἁλμυροῦ ἀνέρχεται εἰς 30–60 ὀκάδας κατὰ στρέμμα· ἑπομένως, ἐὰν λάβητε κατὰ μέσον ὅρον τιμὴν δύο δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν, ἔχετε 90 δραχμὰς εἰσόδημα κατὰ στρέμμα. Ἀφαιρουμένων τῶν 25, μένει καθαρὸν εἰσόδημα 70 δρ. Διατί αὐτὸ τὸ καθαρὸν εἰσόδημα νὰ μὴ τὸ φορολογήσῃ τὸ Δημόσιον, ἔχον ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἐλπίδα, ὅτι διὰ τῆς φορολογίας θὰ καλλιτερεύσῃ τὸ εἶδος, διότι, ὅσον μικροτέρα ἡ ποσότης, τόσον καλλίτερος ὁ καπνός;
§77ΖΩΤΟΣ. Λησμονεῖτε, ὅτι ἡ ποιότης τῶν γαιῶν κάμνει τὸν καλὸν καπνόν, καὶ οὐχὶ ἡ καλλιέργεια.
§78ΣΧΙΝΑΣ. Ὅπως τελεῖται ἡ καλλιέργεια παρ’ ἡμῖν, καλλιεργοῦνται μόνον τὰ μέρη, ὅπου διαβαίνουσι τὰ πρόβατα. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. συνάδελφος νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι ἐλησμόνησεν ἴσως, ἢ δὲν ἠθέλησε νὰ μελετήσῃ, ὅτι εἰς ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου, ὅπου γίνονται αἱ ὡραιόταται παραγωγαὶ τοῦ καπνοῦ, δὲν ἐκλέγουν μόνον τοιαύτας γαία, ἀλλὰ κάμνουν τὴν τεχνητὴν καλλιέργειαν· καθιστῶσι τὸ ἔδαφος δεκτικὸν τῆς τοιαύτης καλλιεργείας διὰ τῆς κόπρου...
§79ΖΩΤΟΣ. Πηγαίνετε εἰς τὴν Ἀργολίδα, καὶ ἴδετε, ἐὰν ἠμπορῆτε νὰ καταστήσητε δεκτικὸν τὸ ἔδαφος τοιαύτης καλλιεργείας.
§80ΣΧΙΝΑΣ. Ἐὰν ζητήσωμεν τὴν ἐπιβολὴν μικροῦ τινος φόρου, θὰ ἐξαναγκάσωμεν τοὺς χωρικούς, οἱ ὁποῖοι μόνον εἰς τὴν μεγάλην ποσότητα ἀποβλέπουν ἐν γένει, νὰ ἐλαττώσωσι τὴν παραγωγὴν τοῦ ποσοῦ, καὶ θὰ ἔχουν ποιότητα καλλιτέραν, καὶ τότε θὰ ἔχουν ἀπολαυὴν μεγαλειτέραν, ὅπερ δὲν ἐννοεῖ ὁ χωρικός, διότι δὲν ἐννοεῖ νὰ σπείρῃ χωρὶς νὰ βάλῃ κόπρον καὶ χωρὶς νὰ κάμῃ κἀμμίαν ἐργασίαν. Εἰς τὰ πεδινὰ χωρία ὁ χωρικὸς παράγει 50 ἕως 100 ὀκάδας, ἀλλ’ ὁ καπνὸς εἶναι βεβαίως κατωτέρας ἀξίας, καὶ συντελεῖ εἰς τὸ νὰ ὑποβιβάζῃ ἐν μέρει τὴν ἀξίαν τοῦ ἑτέρου. Ἐκ τῆς ὅλης ἀναπτύξεως κατέδειξα, νομίζω, πρῶτον, ὅτι τὸ μικρὸν ποσὸν τῆς γινομένης καταναλώσεως κατ’ ἔτος προέρχεται ἐκ τοῦ μεγάλου δασμοῦ· ἤτοι 8½ δραχμαὶ κατ’ ὀκᾶν εἶναι φόρος ἐπαχθής. Ὁ φόρος, ὁ ἐπιβαλλόμενος σήμερον παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τῶν 5 δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν, προστιθεμένων καὶ 2 δρ. διὰ τὸ σιγαρόχαρτον, ἐπίσης εἶναι ἐπαχθής. Εἰς τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα θέλομεν φθάσει, ἐὰν ζητήσωμεν νὰ τηρήσωμεν τοὺς μεγάλους φόρους, διότι θὰ γεννήσωμεν τὰ λαθρεμπόρια, καὶ θὰ πολλαπλασιάσωμεν τὴν γραφικὴν ἐργασίαν. Ἑπομένως, πρῶτον θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἐμμένῃ εἰς τὸ σιγαρόχαρτον, νὰ μειώσῃ τὴν ἀξίαν αὐτοῦ κατ’ ὀκᾶν εἰς μίαν δραχμὴν, καὶ τότε εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ καταναλίσκῃ μεγαλειτέραν ποσότητα. Δεύτερον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐλαττώσῃ καὶ τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως, ἂν ὄχι εἰς τρεῖς, ἀλλὰ μεταξὺ τριῶν καὶ τεσσάρων δραχμῶν. Ἐπειδὴ δὲ, ὡς προηγουμένως κατέδειξα, ὁ καταναλισκόμενος καπνὸς ἔσεται πάντοτε πλέον τῶν 2,000,000 ὀκάδων, (ἐὰν ὑπολογίσητε ἡμερησίως μόνον 6 δράμια εἰς ἕκαστον καπνίζοντα) ἐὰν ἐπιβάλλωμεν φόρον 3½ δραχμῶν, θὰ ἔχωμεν εἴσπραξιν ἄνευ δαπανῶν 7 ὅλων ἑκατομμυρίων. Θὰ ἦναι δὲ βεβαία ἡ εἴσπραξις, διότι μὲ τοιοῦτον φόρον τὸ λαθρεμπόριον θὰ περιστῇ εἰς μεγίστην κατάπτωσιν.
§81ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ ποίου συστήματος φρονεῖτε, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν φορολογίαν τῶν δύο ἑκατομμυρίων ὀκάδων;
§82ΣΧΙΝΑΣ. Διὰ τοῦ συστήματος τοῦ νὰ ἐναποτίθηται ὁ παραγόμενος καπνὸς εἰς ἀποθήκας διαμετακομίσεως εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τῶν δήμων. Κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν ἀγορῶν ὁ ἔμπορος θὰ εὑρίσκῃ ἐκεῖ συνηθροισμένους ὅλους τοὺς παραγωγοὺς, καὶ θὰ κάμνῃ τὴν συναλλαγήν του πολὺ εὐκόλως.
§83ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θέλομεν 500 ἀποθήκας.
§84ΣΧΙΝΑΣ. Εἶπον ἐν ἀρχῇ, ὅτι τὰ μέρη, τὰ ὁποῖα παράγουν καπνὸν, εἶναι ὡρισμένα. Δὲν θέλετε 500 ἀποθήκας, οὔτε 200, ἀπέναντι δαπάνης ἑνὸς ὅλου ἑκατομμυρίου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου καὶ τῶν καπνοφαντῶν.
§85ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι ἓν ἑκατομμύριον, εἶναι μόνον 240 χιλιάδες.
§86ΣΧΙΝΑΣ. Κατὰ τὸν μῆνα Νοέμβριον, ὅτε ἀπεχωρήσατε τῆς ἐξουσίας, ὑπῆρχε πίστωσις διὰ τὸ 1890 650,112 δραχμῶν, καὶ ἐζητήθη καὶ συμπληρωτικὴ πίστωσις, διὰ τῆς ὁποίας τὰ ἔξοδα ὑπερβαίνουσι τὰς 300,000 δραχμάς.
§87ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας εἶναι 240,000, τὰ δὲ ἔξοδα τῆς κοπῆς εἶναι 500,000.
§88ΣΧΙΝΑΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, διότι 240,000 δραχμαὶ ἀντιστοιχοῦσιν εἰς κεφάλαιον 4,800,000 πρὸς 5%, καὶ διὰ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ κάμνω ἀποθήκας πολὺ περισσοτέρας, παρ’ ὅσαι χρειάζονται.
§89ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Θὰ τὰς προκαταβάλητε ὅμως.
§90ΣΧΙΝΑΣ. Ἅμα πληρόνητε τοὺς τόκους, εὑρίσκετε εὐκόλως τὸ κεφάλαιον, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, ἂν κάμητε τὰς ἀποθήκας ἄνευ πολυτελείας, θὰ ἐκτελέσητε τὸ ἔργον μόνον μὲ 150,000 δραχμάς.
§91ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν θὰ ἦναι ἀκριβὴς ὁ ἀριθμὸς, τὸν ὁποῖον συνήγαγεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς περὶ τῶν ἐξόδων, τῶν γενομένων κατὰ τὸ σύστημα τὸ ἰσχῦον τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1890, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι ὑπεβλήθη εἰς φορολογίαν καπνὸς 707,000 ὀκάδων, διὰ μόνην τὴν κοπὴν τοῦ ὁποίου, πρὸς 50 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἐδαπανήθησαν δραχ. 353,500.
§92ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τοῦ 1889, καὶ ἔχω τοὺς ἑξῆς ἀριθμούς: 262,533 δραχ. διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ προσωπικοῦ καὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου κατὰ τὸ 1888, κατὰ δὲ τὸ 1889 δραχ. 241,877· δι’ ἔξοδα δὲ κοπῆς, τὸ μὲν 1888 δραχ. 544,772, τὸ δὲ 1888 δραχ. 518,672.
§93ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὑπάρχει μία τις διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους ὑμεῖς ἀναφέρετε, καὶ τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους ἐγὼ συνήγαγον ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν καὶ τῶν πιστώσεων. Κατὰ τὸ 1889 ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν διὰ προσωπικὸν ἐργοστασίων δραχμαὶ 186,811.08, δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας δραχμαὶ 54,690.07, δι’ ἔξοδα κοπῆς καὶ συσκευῆς τοῦ καπνοῦ δραχ. 518,672.19, τὸ ὅλον δραχ. 760,173.34· ἐπειδὴ δ’ εἰσεπράχθησαν 4,556,233.12, ἡ καθαρὰ πρόσοδος συνίσταται μόνον εἰς 3,796,059.78, ἡ δ’ ἀναλογία τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα εἰς 17 πρὸς 100.
§94ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸν ἀπολογισμόν, παρακαλῶ.
§95ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ δὲν εἶναι μόνα τὰ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ἀναγραφόμενα, διότι πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει καὶ τὰ ζητηθέντα διὰ τῶν κεκλεισμένων ἢ διαγεγραμμένων χρήσεων. Οὕτω δι’ ἔξοδα φορολογίας τοῦ καπνοῦ κατὰ τὸ 1888 ἐζητήθησαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ
| εἰς μισθοὺς προσωπικοῦ | δραχ. | 206,160 |
| διὰ τοῦ περὶ κεκλεισμένων χρήσεων νόμου | » | 1,747.26 |
| διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας | » | 69,032 |
| διὰ τοῦ νόμου περὶ κεκλεισμένων χρήσεων | » | 546.78 |
| διὰ τοῦ προϋπολ. δι’ ἔξοδα κοπῆς καὶ συσκευῆς | » | 345,000 |
| δι’ εἰδικῆς πιστώσεως δι’ ἔξοδα ὅμοια | » | 215,354 |
| διὰ τοῦ νόμου τῶν κεκλεισμένων χρήσεων | » | 13,704.89 |
Καὶ οὕτως ἀνέβησαν τὰ ἔξοδα τοῦ 1888 εἰς δραχμὰς 851,544.93.
§96ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προκειμένου ν’ ἀποδείξωμεν, ποῖα εἶναι τὰ ἔξοδα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου, εἶναι παράλογον νὰ καταλογίσωμεν τὰ ἔξοδα τῆς κοπῆς ὡς ἔξοδα, διότι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὑμῶν θὰ ὑποβληθῇ εἰς ἔξοδα πολὺ περισσότερα ὁ φορολογούμενος.
§97ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἐξετάσητε τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν τοῦ 1885 καὶ 1886, θέλετε εὕρει, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τοῦ ἐμοῦ, κατὰ μὲν τὸ 1885 ἐδαπανήθησαν δραχ. 73,305.95, κατὰ δὲ τὸ 1886 ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 70,073.27.
§98ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς ἀπαντήσω, τί εἰσεπράξατε διὰ τῆς δαπάνης ταύτης. Κατὰ τὸ 1886 δραχ. 1,992,906.94. ... (Διαλογικαὶ συζητήσεις).
§99ΣΧΙΝΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἰσῆλθον εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τῶν προσόδων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θέλομεν παρατηρήσει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραχθὲν, ἀλλὰ μόνον τὸ φορολογηθέν. Διὰ τοῦ αὐτοῦ προσωπικοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ἠθέλομεν φορολογήσει τὸ ἓν ἑκατομμύριον ὀκάδων πρὸς 2 δραχμὰς, θέλομεν τὸ φορολογεῖ καὶ πρὸς 4 δραχμάς. Ἑπομένως ἡ συζήτησις πρέπει νὰ γείνῃ κυρίως ἐπὶ τῶν ὀκάδων, τὸ ὁποῖον καὶ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος χρόνου, πιστεύω δὲ, ὅτι εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει εὐαρεστηθῆ νὰ προσαγάγῃ τακτικὴν σημείωσιν, ἐκ τῆς ὁποίας θέλει καταδειχθῆ, πόσα εἰσεπράχθησαν, καὶ τί ἐδαπανήθη κατ’ ὀκᾶν.
§100ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ἀντίγραφα τῶν δελτίων τῶν δημοσιευθέντων ὑπὸ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», μετὰ παραπομπῆς τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ φύλλου.
§101ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ ὑπάρχον σύστημα παρέχει μεγάλας δυσκολίας εἰς τοὺς παραγωγοὺς, καὶ πρὸ πάντων εἰς τοὺς ἐμπόρους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς διηνεκῆ συναλλαγὴν μετὰ τῶν κ. Ἐφόρων καὶ ἐπιμελητῶν, καὶ ἀπαιτεῖτε παρ’ ἀνθρώπων, μὴ γνωριζόντων ἢ μόνον τὰς τέσσαρας πράξεις τῆς Ἀριθμητικῆς καὶ ὀλίγα γράμματα, νὰ γνωρίζουν καὶ διπλογραφίαν διπλῆν! Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος, ὁ ἀναχωρήσας, εἶπεν, ὅτι θέλομεν ἀποθήκας πολλάς. Μεταβάλετε τὰ καπνοκοπτήρια εἰς ἀποθήκας, καὶ περιορίσατε ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς ὁποίους ἔχετε τώρα, εἰς ἕνα ἐπόπτην, ὁ ὁποῖος θὰ κρατῇ τὴν κλεῖδα τῆς ἀποθήκης, καὶ εἰς ἕνα ὑπάλληλον, ὅστις θὰ κρατῇ τὸ βιβλίον τῆς εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς. Εἰς τὴν Λάρισσαν ἔχετε τελωνεῖον· κάμετέ το ἀποθήκην. Εἰς τὸν Βῶλον ὑπάρχει διαμετακόμισις· κάμετέ την ἀποθήκην. Εἰς τὸ Μεσολόγγιον ἐπίσης. Εἰς δὲ τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει καπνοφυτεία, δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ δημιουργήσητε ἀποθήκας, καθὼς εἰς τὴν Λακωνίαν, εἰς τὸ Γύθειον, εἰς τὴν Ἀχαΐαν, κλπ. Τὸ ὑπάρχον σύστημα ἔχει καὶ ἓν ἄλλο κακόν. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ἐν Ἀλεξανδρείᾳ εἰσάγονται καπνὰ ἔκ τε τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος καὶ ἐκ τῆς δούλης, κυρίως δὲ ἐκ Μακεδονίας, ἐκ τῆς Καβάλλας. Αὐτὰ τὰ καπνὰ εἰσέρχονται εἰς τὴν διαμετακόμισιν, ἑνοῦνται τὰ θεσσαλικὰ μετὰ τῶν καπνῶν τῆς Καβάλλας, καὶ μετασχηματιζόμενα εἰς σιγαρέτα, ἔχουν καταπλημμυρήσει ὅλην τὴν Εὐρώπην καὶ φέρουν τὴν σφραγῖδα τοῦ Αἰγυπτιακοῦ καπνοῦ, ὁ ὁποῖος οὐδαμοῦ ὑπάρχει, ἐνῷ ἠδυνάμεθα διὰ τῆς μεθόδου τῆς διαμετακομίσεως νὰ συγκεντρώσωμεν ἐν Ἑλλάδι τὴν βιομηχανίαν αὐτὴν, ἀλλ’ ἐδώκαμεν, ἕνεκα τῆς ἀδιαφορίας μας, τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐν Αἰγύπτῳ νὰ ἔχουν εἰς χεῖράς των τὸ ἐμπόριον τοῦ καπνοῦ ἐν Εὐρώπῃ. Διὰ τῆς μεθόδου δὲ ταύτης δὲν θὰ ἐπεριμένομεν νὰ εὐδοκήσῃ ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις, ὅπως μᾶς ἐπιτρέψῃ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ καπνοῦ ἐν Αἰγύπτῳ. Ἕν μέρος τοῦ καπνοῦ, τοῦ εἰσαγομένου εἰς Αἴγυπτον ἐξ Ἑλλάδος, ὡς εἶπον, δὲν καταναλίσκεται ἐν Αἰγύπτῳ, ἀλλ’ ἀναμιγνυόμενον μετὰ καπνοῦ τῆς Καβάλλας καὶ μεταποιούμενον εἰς σιγαρέτα, ἐξάγεται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς ἀγοράς. Ἐὰν συστηθῇ καπνοκοπτήριον διαμετακομίσεως, δύναται ἅπαντα τὰ ἐκ τῆς ἀναμίξεως ταύτης τοῦ καπνοῦ τῆς Καβάλλας μετὰ καπνοῦ ἐντοπίου καὶ τῆς μεταποιήσεως εἰς σιγαρέτα κέρδη νὰ τὰ ὠφελῆται ἡ ἀγορὰ τοῦ Βώλου, πλησιέστερον τοῦ ὁποίου κεῖται ἡ Καβάλλα, καὶ νὰ μένωσι τὰ κέρδη εἰς τὸν τόπον. Ἀλλὰ τὸ καπνοκοπτήριον τῆς διαμετακομίσεως δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ἕνεκα τοῦ ἰσχύοντος νόμου, διὰ λόγους γνωστοὺς εἰς τοὺς καπνεμπόρους.
§102ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχει τὸ καπνοκοπτήριον τῆς διαμετακομίσεως ἐν τῷ νόμῳ.
§103ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν λειτουργεῖ ὅμως.
§104ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λειτουργεῖ, ἀλλ’ ὁ κείμενος νόμος δὲν προενόησε περὶ τούτου.
§105ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν προενόησεν ὁ νόμος, διότι ὑπάρχει τὸ μονοπώλιον τοῦ σιγαροχάρτου.
§106ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ὡς πρὸς τὸ μονοπώλιον τοῦ σιγαροχάρτου ἐπαρκοῦσιν αἱ κείμεναι διατάξεις, καὶ ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἐγένετο ἐργασία κατασκευῆς σιγαρέτων ἐν τῇ διαμετακομίσει, καὶ ἦλθεν ὁ κ. Γεωργαντόπουλος ἐνταῦθα πρὸς τοιαύτην ἐργασίαν, δὲν γινώσκω δὲ, ἐὰν ἐξηκολούθησεν ἐπὶ τοῦ νῦν Ὑπουργείου. Οἱ νόμοι οἱ κείμενοι ἐπιτρέπουσι τὴν ὑπὸ διαμετακόμισιν ἐνάσκησιν τῆς βιομηχανίας ταύτης· ὁ νόμος, περὶ οὗ συζητοῦμεν, ἀπαγορεύει αὐτήν.
§107ΡΑΛΛΗΣ. Οὔτε ὁ νόμος ὁ κείμενος, οὔτε ὁ νόμος ὁ ὑπὸ συζήτησιν δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ τοῦτο, διότι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ σιγαροχάρτου.
§108ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπιτρέπεται ἡ εἰσαγωγὴ αὐτοῦ εἰς τὸ κατάστημα τῆς διαμετακομίσεως, ὅπως ἐκ τοῦ καταστήματος τῆς διαμετακομίσεως ἐξαχθῇ ὑπὸ μορφὴν σιγαρέτων. Περὶ τούτου δύνασθε νὰ λάβητε γνῶσιν σχετικῶν ὁδηγιῶν ἐν τῷ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείῳ.
§109ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦτο ἀποτελεῖ παράβασιν τοῦ νόμου. Ἐὰν ἐδόθησαν τοιαῦται ὁδηγίαι παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, βεβαίως αὗται ἀποτελοῦσι πλήρη παράβασιν τοῦ νόμου, τοῦ ἰσχύοντος, περὶ φόρου καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, διότι δὲν ἐπιτρέπεται, συνεπείᾳ τοῦ μονοπωλίου τοῦ σιγαροχάρτου, ἡ εἰσαγωγὴ σιγαροχάρτου ἐν τῷ Κράτει.
§110ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπιτρέπεται ὅμως ἡ διαμετακόμισις αὐτοῦ. Ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ἐφαρμόζονται ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ σιγαροχάρτου εἰς τὸ Κράτος, ἐν τῷ καταστήματι ὅμως τῆς διαμετακομίσεως, κατὰ τὰ κείμενα περὶ διαμετακομίσεως, ἐπιτρέπεται καὶ ἡ χρῆσις τοῦ σιγαροχάρτου ἀφορολογήτου.
§111ΣΧΙΝΑΣ. Ἐὰν, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ κ. Βουλευτὴς, διὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου ἐπετρέπετο ἡ κατασκευὴ σιγαρέτων, ἐστὲ βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐν Βώλῳ ἠθέλομεν ἔχει τέσσαρα καὶ πέντε καταστήματα κατασκευῆς σιγαρέτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπέστελλον εἰς Εὐρώπην τὰ σιγαρέτα αὐτῶν. Πιθανὸν νὰ ἔδωκε τοιαύτας ὁδηγίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ οἱ καπνοπῶλαι καὶ οἱ καπνέμποροι τοιοῦτον νόμον οὔτε ἐγνώριζον οὔτε γνωρίζουσι· τοῦτο δὲ τὸ γνωρίζω καλῶς, διότι, καὶ πρὶν ἐκλεχθῶ Βουλευτὴς καὶ ἔπειτα, μοὶ παρεπονέθησαν περὶ τούτου. Καταλήγων, Κύριοι, τὸν λόγον, φρονῶ, ὅτι, ὡς τὰ πράγματα ἐξηγήθησαν ἤδη, καὶ ὡς διὰ τῆς ταπεινῆς μου γνώμης ἀπέδειξα, δυνάμεθα, ἀποφεύγοντες τὰς διαφόρους δοσοληψίας, ἀνταλλαγὰς, μεταφορὰς τοῦ καπνοῦ κτλ., νὰ συστήσωμεν ἀποθήκας διαμετακομίσεως εἰς τὰς ἐπαρχίας, εἰς ἃς τελεῖται καλλιέργεια καπνοῦ, ὡς καὶ εἰς τὰς πρωτευούσας τινῶν δήμων, ἐχόντων μεγάλην παραγωγὴν, καὶ ἐκεῖ ἀποταμιευόμενος ὁ καπνὸς, εὑρισκόμενος ὡς ἐν γενικῷ ἐμπορίῳ, νὰ τυγχάνῃ τῆς ταὐτοχρόνου ἐπισκέψεως παρὰ τοῦ καπνεμπόρου, καὶ οὕτω καὶ ὁ καπνέμπορος διευκολύνεται, μὴ ὑποχρεούμενος νὰ τρέχῃ ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον, διὰ νὰ εὕρῃ τὸν παραγωγὸν, συνάμα δὲ καὶ ὁ παραγωγὸς καὶ ὁ καταναλωτὴς ὠφελεῖται, διότι γίνεται συναγωνισμὸς, καὶ ὁ μὲν παραγωγὸς θὰ φιλοτιμῆται νὰ παράγῃ καλλιτέραν ποιότητα καπνοῦ, ὁ δὲ ἔμπορος ν’ ἀγοράζῃ αὐτὸν, πληρόνων ἔστω καὶ μεγαλειτέραν τιμήν. Τέσσαρα ἑπομένως εἶναι τὰ ζητήματά μου. Πρῶτον, ἡ ἐπιβολὴ φόρου ἐγγείου ἐπὶ τῶν καλλιεργητῶν τοῦ καπνοῦ κατ’ ὀκᾶν ἐλαχίστου καὶ πληρονομένου κατὰ τὴν πώλησιν ἢ μεταβίβασιν, μὲ μόνον τὸν σκοπὸν τῆς βελτιώσεως τῆς ποιότητος. Δεύτερον, ἡ συγκέντρωσις τοῦ καπνοῦ εἰς κεντρικὰς ἀποθήκας, πληρονομένου τοῦ κατ’ ὀκᾶν φόρου μετὰ τὴν πώλησιν τοῦ καπνοῦ παρὰ τοῦ καπνεμπόρου εἰς ὡρισμένας δόσεις κατὰ προθεσμίας, παρελθούσης δὲ τῆς προθεσμίας, πληρονομένου τόκου ἀναλόγου, παρεχομένης πάντοτε σταθερᾶς καὶ ἀσφαλοῦς ἐγγυήσεως. Τρίτον, ὁ καπνὸς, ὁ ἐξαγόμενος ἐκ τῶν ἀποθηκῶν, νὰ σφραγίζηται, ὡς τὰ ὑπὸ διαμετακόμισιν μεταφερόμενα ἐμπορεύματα. Οὕτω δὲ θέλομεν ἔχει τὸν παραγωγὸν καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπηλλαγμένον ἀπὸ τὰς ἐνοχλήσεις τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, ἢ ἄλλου οἱουδήποτε οἰκονομικοῦ ὑπαλλήλου. Τέταρτον, νὰ ἐπιτραπῇ ἡ σύστασις διαμετακομίσεως ἐν τοῖς τελωνείοις Αʹ τάξεως, ἐν οἷς ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ τελώνου νὰ ἐπιτραπῇ ἡ εἰσαγωγὴ ξένου καπνοῦ, ὁ ὁποῖος, ἑνούμενος μετὰ τοῦ ἡμετέρου, νὰ χρησιμεύῃ πρὸς κατασκευὴν σιγαρέτων, διὰ σιγαροχάρτου βεβαίως ἀφορολογήτου. Ἐπειδὴ δὲ, ἂν ἡ ταπεινή μου γνώμη τύχῃ ἀποδοχῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὸ παρὸν ἔτος, ἀλλὰ κατὰ τὸν προσεχῆ Νοέμβριον, διότι πρέπει νὰ ἑτοιμασθῶσι πρῶτον αἱ ἀποθῆκαι, θὰ παρακαλέσω νὰ μείνῃ τὸ ὑπάρχον σύστημα, διατηρουμένου μόνον τοῦ ἀνωτέρου προσωπικοῦ, καὶ παραχωρουμένου τοῦ δικαιώματος εἰς τοὺς καπνοπώλας νὰ ἔχωσιν ἰδικά των ἐργαλεῖα ἐν τοῖς καπνοκοπτηρίοις καὶ ἰδικούς των κόπτας, νὰ πληρώνωσι δὲ μόνον τὸν φόρον, ὁ ὁποῖος θέλει ὁρισθῆ, καὶ τὸ σιγαρόχαρτον.
§112ΣΚΟΥΖΕΣ. Δηλαδὴ συμμερίζεσθε τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑπέδειξα ἐν ἡμέρᾳ, καθ’ ἣν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ζητήματος πρὸς τὴν Βουλήν.
§113ΣΧΙΝΑΣ. Ἐξ ἀνάγκης, καὶ μόνον διὰ τὸ ἔτος αὐτό. Διότι καὶ αὐτὴ ἡ μέθοδος διὰ τῆς διατηρήσεως τῶν καπνοκοπτηρίων θὰ ἐξαναγκάζῃ ὅλους τοὺς χωρικοὺς νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν πόλιν, ἵνα κόπτωσι τὸν καπνὸν, ἢ νὰ ἀγοράζωσι καπνὸν διὰ τὰ χωρία των. Φαντασθῆτε δὲ, τί θὰ ὑποφέρωσιν οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι, ὡς π. χ. οἱ συμπολῖται τοῦ συναδέλφου ἡμῶν κ. Γ. Φιλαρέτου, θ’ ἀναγκάζωνται νὰ διανύωσι δεκατεσσάρων ὡρῶν δρόμον, ὅπως ἔλθωσιν εἰς τὸν Βῶλον καὶ κόψωσι τὸν καπνόν των· φαντασθῆτε δὲ καὶ εἰς ποίαν κατάστασιν θὰ ἐπαναφέρωσιν εἰς τὰ χωρία των ἐν ὥρᾳ καύσωνος, μετὰ τοσούτων ὡρῶν δρόμον, τὸν καπνόν των, καὶ ἄν ᾖναι δυνατὸν νὰ τὸν διαθέσωσι πλέον, μεταβαλλόμενον οὕτως εἰς κόνιν. Ἡ δυσκολία δὲ αὕτη καὶ ἡ καταστροφὴ, ἣν ὑφίσταται ὁ καπνὸς, ἕνεκα τῶν τοιούτων μετακομίσεων, εἶναι καὶ εἷς τῶν κυριωτέρων λόγων τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἐκ τῶν καπνοκοπτηρίων ἐσόδου διὰ τῆς κρυφίας ἐκκοπῆς τοῦ καπνοῦ, διότι οἱ ἄνθρωποι θέλουσι νὰ καπνίζωσι καπνὸν καὶ ὄχι κόνιν.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§115ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θ’ ἀπαντήσῃ τις ἐκ τῆς Κυβερνήσεως;
§116ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Μετὰ τὸν κ. Κωνσταντόπουλον ζητῶ καὶ ἐγὼ τὸν λόγον.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι.
§118ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἀσχολούμενοι, κύριοι Βουλευταὶ, περὶ τὰ φορολογικὰ, ἅπαντες συμφωνοῦσιν, ὅτι μεταξὺ τῶν φορολογουμένων ἀντικειμένων τὸ μᾶλλον δεκτικὸν φορολογίας εἶναι ἀντιῤῥήτως ὁ καπνὸς, διότι οὐδεμίαν ἀνάγκην τοῦ ἀνθρώπου ἱκανοποιεῖ, καὶ εἰς οὐδεμίαν ἄλλην βιομηχανίαν χρησιμεύει. Περὶ τοῦ τρόπου ὅμως τῆς ἐπιβολῆς τῆς φορολογίας ταύτης, δύνανται βεβαίως νὰ ὑπάρχωσι διάφοροι γνῶμαι. Τὸ κατ’ ἐμὲ φρονῶ, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ καὶ παρ’ ἡμῖν τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ ἤθελεν εἶσθαι ἡ καλλιτέρα λύσις τοῦ ζητήματος τούτου. Γνωρίζω τὰς κατὰ τοῦ μονοπωλίου προβαλλομένας ἀντιῤῥήσεις, καὶ τὰς εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ ἀπαντωμένας δυσχερείας. Περὶ τούτων καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλάκις ἐγένετο λόγος. Ἐγὼ ὅμως, κύριοι, φρονῶ, ὅτι τὰ παραδείγματα τόσων ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ ἀντλοῦσι μέγιστα ποσὰ, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι καὶ αἱ προβαλλόμεναι ἀντιῤῥήσεις δὲν εἶναι βάσιμοι, καὶ αἱ δυσχέρειαι τῆς ἐφαρμογῆς δὲν εἶναι ἀνυπέρβλητοι. Τινὰ μάλιστα τῶν ἐθνῶν τούτων διατελοῦσιν ὑπὸ ὁμοίας πρὸς τὰς ἡμετέρας γεωγραφικὰς καὶ κλιματολογικὰς περιστάσεις. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν πρόκειται σήμερον νὰ συζητήσωμεν περὶ εἰσαγωγῆς ἢ μὴ τοῦ μονοπωλίου, σήμερον πρόκειται νὰ ἀνεύρωμεν, ἐν ἐλλείψει μονοπωλίου, τίς εἶναι ὁ προτιμότερος τρόπος τῆς ἐπιβολῆς τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ παρ’ ἡμῖν. Τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι, δὲν ἀναφύεται κατὰ πρῶτον σήμερον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἀνεφύη καὶ κατὰ τὸ 1881, καὶ κατὰ τὸ 1884, καὶ κατὰ τὸ 1885, καὶ κατὰ τὸ 1887, καὶ ἄλλοτε πολλάκις παρεμπιπτόντως ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐδόθησαν δὲ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἐκ περιτροπῆς λύσεις ἐντελῶς ἀντίθετοι. Εἰς τὰ 1884 ἐπροτιμήθη ἡ διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογία, εἰς τὰ 1885 κατηργήθη ἡ φορολογία αὕτη, καὶ εἰσήχθη ἑτέρα διὰ συστήματός τινος δηλώσεων, εἰς τὰ 1887 ἐπανῆλθεν ἡ διὰ κοπτηρίων φορολογία, ἤδη σήμερον ζητεῖται ἡ κατάργησις τοῦ συστήματος τῶν κοπτηρίων, καὶ ἡ εἰσαγωγὴ ἑτέρου συστήματος. Νομίζω, κύριοι, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι αἱ τοιαῦται μετατροπαὶ τῆς φορολογίας, αἱ τοιαῦται ἀντίθετοι λύσεις ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος, ἐπερχόμεναι μάλιστα κατὰ χρονικὰ διαστήματα τοσοῦτον βραχέα, δὲν περιποιοῦσι βεβαίως πολλὴν τιμὴν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἡμῶν ἐξουσίαν, ὑποβάλλουσι δὲ τὸ Δημόσιον εἰς μεγάλας δαπάνας, καὶ τὴν κοινωνίαν εἰς πολλὰς περιπλοκὰς καὶ ζημίας. Ἕνεκα τούτου νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν ὡριμώτερον περὶ τοῦ ζητήματος τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου πόρου τοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου ἡ ἐξασφάλισις καὶ ἡ ἐνίσχυσις καὶ βελτίωσις δύναται νὰ ἔχῃ μεγίστην ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν ῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα, ὡς πάντες συνομολογοῦσιν, εἰς λίαν κρίσιμον περιῆλθον σημεῖον. Ἑπομένως, ὀφείλομεν νὰ συνεργασθῶμεν ἐν συμπνοίᾳ πάντες, ἵνα ἀνεύρωμεν τέλος, τίς ὁ προτιμότερος τρόπος τῆς φορολογίας, ὁ συνδυάζων μᾶλλον τὸ δημόσιον συμφέρον πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας, καὶ ὁ παρέχων ἐπὶ τέλους πιθανότητα διαρκείας μείζονος τῶν μέχρι τοῦδε ἐφαρμοσθέντων τρόπων. Πρὸς τοῦτο, ἔρχομαι νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν ἐμὴν γνώμην, παρακαλῶ δὲ αὐτὴν νὰ μὲ ἀκροασθῇ μετ’ εὐμενοῦς προσοχῆς. Ἰδίως παρακαλῶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους τῆς πλειονοψηφίας, νὰ μὴ ἐπηρεασθῶσιν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν λόγων μου ἐκ τῆς περιστάσεως, ὅτι πρό τινος χρόνου ἔπαυσα ὑποστηρίζων τὴν Κυβέρνησιν, καὶ κατετάχθην εἰς ἰδίαν πολιτικὴν μερίδα. Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω αὐτούς, ὅτι τὴν γνώμην μου ἐμόρφωσα ἄνευ πολιτικοῦ τινος ὑπολογισμοῦ, ἄνευ οὐδεμιᾶς προκαταλήψεως, ἄνευ πλαγίας τινὸς σκέψεως οἱασδήποτε, τὴν ἐμόρφωσα ἀποβλέπων εἰς μόνον τὸ δημόσιον συμφέρον ἐκ τῆς μελέτης τοῦ προκειμένου ζητήματος, καθ’ ἑαυτὸ θεωρουμένου, καὶ ἐκ τῆς μελέτης τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα παρήγαγον τὰ μέχρι τοῦδε ἐν ἐνεργείᾳ τεθέντα συστήματα. Περὶ τίνος, Κύριοι, πρόκειται σήμερον; Πρόκειται ἆρά γε νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, ἐὰν πρέπῃ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ νὰ ἐπιβληθῇ ἔγγειος φόρος; Οὐχί· καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ οὐδόλως εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἤθελον ἀρνητικῶς λύσει. Σήμερον πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ, ἐπαφίνοντες ἀφορολόγητον τὸν καπνὸν μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς καταναλώσεως. Πρόκειται λοιπὸν νὰ ἀνεύρωμεν, διὰ τίνος μέτρου εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ ἑκάστοτε κάτοχος τοῦ καπνοῦ νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον πρὸς τὸ Δημόσιον πρὶν καταναλώσῃ τὸν καπνόν. Ἐὰν ἀποβλέψωμεν, Κύριοι, καὶ εἰς τὰ παρ’ ἡμῖν καὶ εἰς τὰ παρ’ ἄλλοις ἔθνεσι τεθέντα εἰς ἐνέργειαν μέσα, θέλομεν ἀνεύρει, ὅτι ταῦτα εἶναι πολλὰ καὶ διάφορα, δύνανται ὅμως, φρονῶ, τὰ μέτρα ταῦτα τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ νὰ διαιρεθῶσιν εἰς δύο ἐντελῶς διακεκριμένας κατηγορίας. Εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν κατατάσσονται τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα σκοποῦσι νὰ βεβαιώσωσι τὸ ἐτήσιον ποσὸν τῆς παραγωγῆς τοῦ καπνοῦ, παρακολουθοῦντα δὲ τὴν κίνησιν καὶ κυκλοφορίαν τοῦ καπνοῦ, νὰ προσδιορίσωσιν εἰς τίνας χεῖρας εὑρίσκεται ἑκάστοτε ὁ καπνός, καὶ τοῦτο, ἵνα ζητῆται ἐν πάσῃ στιγμῇ λόγος παρὰ τοῦ κατόχου ἐκείνου, ἂν ἐπλήρωσεν ἀληθῶς φόρον εἰς τὸ δημόσιον, ἢ ἂν ἄνευ τοιαύτης πληρωμῆς κατηνάλωσε τὸ εἰς χεῖράς του πρᾶγμα. Τοιαῦτα μέτρα, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι πολλὰ καὶ ποικίλα, ἄδεια πρὸς καλλιέργειαν τοῦ καπνοῦ, προσδιορισμὸς τῆς ἐκτάσεως τῶν γαιῶν τῶν πρὸς τοῦτο χρησίμων, ἐκτίμησις τῆς παραγωγῆς ἐπὶ τοῦ ἀγροῦ πρὸ τῆς συλλογῆς τοῦ καπνοῦ, δήλωσις τοῦ παραγωγοῦ μετὰ τὴν συλλογὴν περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ παραχθέντος καπνοῦ, μεταφορὰ τοῦ καπνοῦ εἰς δημοσίας ἀποθήκας, ὅπως πρὸ ὀλίγου ἐπρότεινεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, δήλωσις πάσης κοπῆς καπνοῦ, ἄδεια ἐπὶ προηγουμένῃ ἐγγυήσει διὰ τὴν μεταφορὰν τοῦ καπνοῦ ἐκδιδομένου διαβατηρίου, καὶ τασσομένης προθεσμίας πρὸς τοῦτο, ἐπὶ τέλους βιβλίον πιστοχρεώσεων, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐγγράφονται εἰς χρέωσιν ἑκάστου παραγωγοῦ ἢ ἀγοραστοῦ πάντα τὰ ποσὰ τοῦ καπνοῦ, τὰ ὁποῖά τις ἀποκτᾷ, καὶ εἰς πίστωσιν αὐτοῦ πάντα τὰ ποσὰ τοῦ καπνοῦ, τὰ ὁποῖα μεταβιβάζει εἰς ἄλλον ἢ θέτει εἰς κατανάλωσιν. Τοιαῦτα εἶναι, κύριοι, τὰ μέτρα τῆς πρώτης κατηγορίας. Τὰ μέτρα τῆς δευτέρας κατηγορίας σκοποῦσι νὰ κανονίσωσι τὰ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ἦναι δύσκολος, νὰ ἦναι ἐπικίνδυνος ἡ κατανάλωσις ἄνευ προηγουμένης πληρωμῆς τοῦ φόρου. Τοιαῦτα εἶναι τὰ κοπτήρια, ἡ περιβολὴ τοῦ φορολογουμένου καπνοῦ ὑπὸ δημόσια σήματα, ἡ ἀνάθεσις τῆς πωλήσεως εἰς ὡρισμένα πρόσωπα, ἡ ἀπαγόρευσις τῆς πωλήσεως ἢ καταναλώσεως ποσοῦ μὴ φορολογηθέντος. Τώρα, κύριοι, ἐὰν θελήσῃ τις νὰ συγκρίνῃ ἐν γένει τὰ μέτρα τῆς μιᾶς κατηγορίας πρὸς τὰ μέτρα τῆς ἑτέρας κατηγορίας, φρονῶ, ὅτι ἀμερολήπτως κρίνων, ὀφείλει νὰ παραδεχθῇ, ὅτι τὰ δεύτερα ταῦτα μέτρα εἶναι ἐπιτηδειότερα πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς φορολογίας, περιέχουσι μείζονα ἐξαναγκασμὸν πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου. Καὶ διατί; Διότι ὑπὸ τὸ κράτος τῶν μέτρων τῆς πρώτης κατηγορίας, ἂν ὁ κάτοχος τοῦ καπνοῦ μορφώσῃ τὴν πονηρὰν ἀπόφασιν νὰ καταναλώσῃ τὸν καπνὸν χωρὶς νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον πρὸς τὸ Δημόσιον, οὐδὲν θέλει ἀπαντήσει κώλυμα εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης· δύναται νὰ κόψῃ τὸν καπνόν του καὶ δώσῃ αὐτὸν εἰς κατανάλωσιν. Τρέχει βεβαίως τὸν κίνδυνον νὰ καταδιωχθῇ, ἂν κατόπιν ἐκ τῆς ἐξελέγξεως τοῦ εἰς χεῖράς του ποσοῦ ἀποδειχθῇ ἐλλειμματίας. Ἀλλ’ αὐτὸς ὁ φόβος δὲν εἶναι ἀρκετὸς νὰ ἐμποδίσῃ αὐτὸν ἀπὸ πράξεως, ἐκ τῆς ὁποίας μεγάλην θὰ ἔχῃ ὠφέλειαν, διότι δύναται πολλὰς ἐλπίδας νὰ ἔχῃ, ὅτι θὰ κατορθώσῃ νὰ διαφύγῃ τὴν ἀνακάλυψιν καὶ τὴν τιμωρίαν. Τοὐναντίον ὑπὸ τὸ κράτος τῶν μέτρων τῆς δευτέρας κατηγορίας ἂν ἀποφασίσῃ ὁ κάτοχος νὰ καταναλώσῃ καπνὸν χωρὶς νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον τοῦ Δημοσίου, δὲν θὰ δυνηθῇ οὔτε εὐκόλως οὔτε ἀκινδύνως νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἀπόφασίν του, διότι ὀφείλει νὰ προμηθευθῇ ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ τὰ ὄργανα τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ, νὰ ἐκτελέσῃ τὴν κοπὴν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, νὰ ἀναζητήσῃ μυστικῶς καταναλωτὰς, νὰ μεταχειρισθῇ πρὸς τοῦτο ἄλλα πρόσωπα, καὶ νὰ διανείμῃ μεθ’ ὅλων τούτων τὸ ἀθέμιτον κέρδος. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι προδήλως μείζονα ἰσχὺν καὶ σημασίαν ἔχουσι πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς φορολογίας τὰ μέτρα τῆς δευτέρας κατηγορίας. Ἀλλὰ, κύριοι, ὑπάρχει καὶ ἑτέρα σπουδαιοτάτη διαφορὰ μεταξὺ τῶν μέτρων τῆς πρώτης καὶ τῶν τῆς δευτέρας κατηγορίας. Τὰ μέτρα τῆς πρώτης εἶναι πάντα πιεστικὰ τῆς παραγωγῆς, ὑποβάλλουσι τοὺς παραγωγοὺς εἰς ὀχληρὰς διατυπώσεις, κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὁποίων δίδονται ἀφορμαὶ εἰς πολλὰς καταχρήσεις, δυναμένας νὰ ἐξωθήσωσι τοὺς παραγωγοὺς εἰς παραβίασιν τῶν νόμων, ὅπερ εἶναι δυστύχημα καὶ διὰ τὸ Δημόσιον καὶ δι’ αὐτοὺς καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν. Ἐπίσης τὸ ἐμπόριον τοῦ καπνοῦ παρακωλύεται ἐκ τῶν μέτρων τῆς πρώτης κατηγορίας, διότι ἀπαιτοῦνται δηλώσεις τῆς ἀγοραπωλησίας, ἐγγυήσεις, ἄδειαι μεταφορᾶς, προκαταβολαὶ χρημάτων, πλεῖσται δυσκολίαι. Τοὐναντίον τὰ μέτρα τῆς δευτέρας κατηγορίας ἀφίνουσι καὶ τὴν παραγωγὴν καὶ τὸ ἐμπόριον ἐντελῶς ἐλεύθερα. Παρεμβάλλουσιν ἴσως μικρά τινα προσκόμματα εἰς τοὺς καπνοπώλας, ἅτινα ὁ προαγορεύσας ἐξέθηκε πρὸ ὀλίγου· ἀλλὰ δὲν ἤκουσα παράπονον ἐγερθὲν ἐν τῇ κοινωνίᾳ περὶ τοιούτων κωλυμάτων, καὶ ὑποθέτω, ὅτι δὲν θὰ ἔχωσι κἀμμίαν σπουδαιότητα καὶ σημασίαν. Συμπεραίνων λοιπὸν φρονῶ ὅτι, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν φορολογίαν τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ διὰ τῶν μέτρων τῆς δευτέρας κατηγορίας, οὐδόλως ἔπρεπε νὰ διστάσωμεν νὰ προτιμήσωμεν αὐτὰ, καὶ ἂν ἀκόμη ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν ἤθελε προκαλέσει μείζονα δαπάνην ἐκείνης, ἣν τὰ μέτρα τῆς πρώτης κατηγορίας ἤθελον προκαλέσει. Ἡ προστασία τῆς παραγωγῆς καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ ἐμπορίου εἶναι ἀγαθὰ, ἡ ἀπόκτησις τῶν ὁποίων πολλὰς τοιαύτας δαπάνας δύναται νὰ δικαιολογήσῃ. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε δυνατὸν τὰ ἐπιτύχωμεν τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν τῆς φορολογίας ὅλου τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ διὰ τῶν μέτρων τῆς δευτέρας κατηγορίας; Ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν πρὸς λύσιν τῶν ἀμφιβολιῶν ἡμῶν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς. Ὁ νόμος τοῦ 1884 οὐδὲν ἕτερον μέτρον ἔλαβεν ἢ τὰ μέτρα τῆς δευτέρας κατηγορίας, τὴν διὰ τῶν δημοσίων κοπτηρίων κοπὴν τοῦ καπνοῦ, τὴν περιβολὴν τοῦ τοιούτου καπνοῦ διὰ ταινιῶν, καὶ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς πωλήσεως καπνοῦ, μὴ ἐξελθόντος ἐκ τῶν κοπτηρίων, ἐλειτούργησε δὲ ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ δέκα μῆνας. Ποῖον ποσὸν καπνοῦ κατωρθώθη νὰ φορολογηθῇ διὰ τοῦ συστήματος τούτου; Καὶ σημειώσατε ὅτι δὲν ἐξετάζω ποσῶς ἐγὼ τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραχθὲν ἐκ τοῦ φόρου, διότι τοῦτο βεβαίως ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου, ἐγὼ ἐξετάζω πόσον ποσὸν καπνοῦ κατωρθώθη νὰ φορολογηθῇ διὰ τοῦ συστήματος τοῦ 1884. Κατὰ τὸ ἔτος 1884 ὀκάδες 850,000, τὸ 1885 μέχρι 10 Σ)βρίου 589.000 ὀκάδες. Τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα εἶναι βεβαίως πολλοῦ λόγου ἄξια καὶ λίαν σπουδαῖα· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ταῦτα ὡς ἐπαρκῆ, διότι ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἀπέδειξε πρὸ ὀλίγου δι’ ἀναμφισβητήτων ὑπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους ἐπικυροῦσιν ὅλαι αἱ σχετικαὶ πληροφορίαι, ὅτι πλέον τῶν 2 ἑκατομμυρίων ὀκάδων καπνοῦ καταναλίσκεται ἐτησίως ἐν Ἑλλάδι, καὶ ὅμως διὰ τῶν μέτρων τοῦ νόμου τοῦ 1884 δὲν ἠδυνήθημεν νὰ φορολογήσωμεν ἢ μόνον 850,000. Διατί τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου δὲν ἀπέβησαν, ὡς ἡμεῖς ἐπεθυμοῦμεν, ἐπαρκῆ; Ἐνδέχεται νὰ συνετέλεσεν οὐσιωδῶς εἰς τοῦτο καὶ ἡ ἔλλειψις παρ’ ἡμῖν ἀστυνομίας καὶ προληπτικῆς καὶ δικαστικῆς· ὅταν βεβαιώμεθα ὅτι εἰς πόλεις πολλὰς, εἰς πλείστας κωμοπόλεις, εἰς ὅλα τὰ χωρία δημοσίᾳ καὶ ἀναφανδὸν παραβιάζεται ὁ νόμος καὶ καταναλίσκεται καπνὸς, μὴ ἐξελθὼν τῶν καπνοκοπτηρίων, καὶ ὅμως οὐδεμία παρίσταται Ἀρχή, ἵνα δώσῃ κῦρος καὶ ἐφαρμογὴν εἰς τὸν νόμον, πῶς δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι, προκειμένου περὶ φορολογικοῦ νόμου, μόνη τοῦ καθήκοντος ἡ συναίσθησις, ἤθελεν ἐμποδίσει τοὺς πολίτας νὰ μὴ προβαίνωσιν εἰς τοιαύτας παραβάσεις; Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι καὶ τοῦτο τὸ αἴτιον συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀποτυχίαν τοῦ συστήματος τοῦ 1884· ἀλλὰ πάντοτε ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο δὲν ἤθελέ ποτε φθάσει εἰς τὸ εὐχάριστον ἀποτέλεσμα νὰ φορολογήσῃ ποσότητα καπνοῦ, ἂν μὴ ὑπερβαίνουσαν τὰ δύο, ὑπερβαίνουσαν ὅμως τὸ 1½ ἑκατομμύριον. Διὰ τοῦτο συμπεραίνω, ὅτι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ἀπεδείχθη, ὅτι τὰ μέτρα τῆς δευτέρας κατηγορίας δὲν εἶναι ἐπαρκῆ, ἵνα ἐπιτύχωμεν τὴν φορολογίαν ὁλοκλήρου τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε ἐπιτηδειότερα πρὸς τὸν σκοπὸν τὰ μέτρα τῆς κατηγορίας; Εἶπον ἤδη πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἐκ τῆς ἐν συγκρίσει ἐξετάσεως αὐτῶν ὀφείλομεν νὰ ἀνομολογήσωμεν, ὅτι πολὺ ἰσχυρότερα εἶναι τὰ μέτρα τῆς δευτέρας κατηγορίας, καὶ ἂν ταῦτα δὲν ἔφερον τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα, πῶς ἔσται δυνατὸν νὰ προέλθῃ τοῦτο ἐκ τῶν μέτρων τῆς πρώτης κατηγορίας; Τί ἐφορολογήθη τῷ 1885 ἐπὶ 4 σχεδὸν μῆνας; 666,000 ὀκάδες καπνοῦ. Ἐκ τῆς πρώτης ἐντυπώσεως δύναταί τις νὰ φθάσῃ εἰς συμπεράσματα ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζω. Ἀλλ’ ὀφείλει τις νὰ λάβῃ πολλὰ ὑπ’ ὄψιν, ἵνα ἐξηγήσῃ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο. Πρὸ μηνῶν εἶχεν ἀναγγελθῆ ἡ ἐπικειμένη κατάργησις τοῦ συστήματος τῶν καπνοκοπτηρίων, καὶ πᾶσα δι’ αὐτῶν κατανάλωσις εἶχε σχεδὸν ἐκλείψει, προσδοκώντων τῶν κατόχων τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νόμου, καθ’ ὃν ὁ φόρος ἠλαττοῦτο ἐκ τριῶν δραχμῶν εἰς δύο. Ἐκτὸς τούτου ὁ νόμος τοῦ 1885 ἐξεδόθη εἰς χρόνον, καθ’ ὃν οἱ κάτοχοι τοῦ καπνοῦ εἶχον ἤδη τοποθετήσει αὐτὸν ἐντὸς ἀποθηκῶν εἰς τὰ κεντρικώτερα μέρη τοῦ Κράτους, δὲν ἐδόθη δὲ εἰς αὐτοὺς χρονικὸν διάστημα ἐπαρκὲς, ἵνα μεριμνήσωσι περὶ ἀποκρύψεως τοῦ καπνοῦ, διότι ὤφειλον ἐπὶ αὐστηραῖς ποιναῖς νὰ δηλώσωσιν ὁλόκληρον τὸν εἰς χεῖράς των καπνὸν ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ φόρου. Ἐὰν ταῦτα λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, τί θέλει συμπεράνει; ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀσφαλῆ συμπεράσματα ἐκ τῶν πρώτων ἀποτελεσμάτων τοῦ συστήματος. Ἐρχόμεθα ὅμως εἰς τὸ 1885. Τί ποσὸν εὑρίσκομεν φορολογηθέν; 543,826! Ὁπόσον δὲ μέχρι τῆς 9 Αὐγούστου 1887; ὀκάδας 364,321!!
§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πόθεν ἀρύεσθε τὰς πληροφορίας ταύτας;
§120ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ἐπισήμου ἐκθέσεως, ὑποβληθείσης ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§121ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν εἰσεπράχθη ἀνώτερον ποσὸν κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν κατὰ τὸ 1886, τοῦτο προῆλθε, διότι ὑπῆρχε βεβαιωμένος καπνὸς κατὰ τὸ 1885. (Διαλογικαὶ συζητήσεις).
§122ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀριδήλως λοιπὸν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἀποδεικνύεται, ὅτι τὰ μέτρα τῆς πρώτης κατηγορίας εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωσιν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν πλήρη φορολογίαν τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ. Νομίζω ἑπομένως, κύριοι Βουλευταὶ, ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ἀποδεδειγμένον, ὅτι οὔτε τὰ μέτρα τῆς πρώτης κατηγορίας, οὔτε τὰ μέτρα τῆς δευτέρας καθ’ ἑαυτὰ ἐφαρμοζόμενα εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς δώσωσι τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα, τὴν πλήρη φορολογίαν τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ. Τί ἐπιβάλλεται νὰ πράξωμεν; νὰ ἐνισχύσωμεν τὰ μέτρα τῆς μιᾶς κατηγορίας διὰ τῶν μέτρων τῆς ἑτέρας, ἵνα δυνηθῶμεν οὕτω πως νὰ ἔχωμεν εἰς ἐνέργειαν μείζονας δυνάμεις πρὸς ἐπιτυχίαν τῶν ἀποτελεσμάτων ἐκείνων. Τοῦτο ἀκριβῶς ἐγένετο τὸ 1887. Ὁ νόμος τοῦ 1887 δὲν περιωρίσθη νὰ ἐπαναλάβῃ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰσαχθῆ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1884, ἀλλ’ ἐπανέλαβε καὶ πάντα τὰ μέτρα, ὅσα περιέχει ὁ νόμος τοῦ 1885, δύο μόνον ἐξαιρουμένων. Τί μέτρα παρέλιπε; Τὰς δηλώσεις τῶν παραγωγῶν πρὸς τοὺς δημάρχους καὶ τὰς ἐντεῦθεν ζυγίσεις καὶ τὰς ἐγγυήσεις κατὰ τὴν μεταφοράν. Ἐφιστῶ μεγάλως τὴν προσοχὴν τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως ταύτης· ὅτι ὁ ἰσχύων νόμος περιέχει οὐ μόνον τὰ μέτρα τοῦ 1884, ἀλλὰ καὶ πάντα τὰ μέτρα τοῦ 1885, διότι ἡ παρατήρησις αὕτη ὑποδεικνύει ἢ μᾶλλον ἐπιβάλλει τὴν ὀρθὴν λύσιν τοῦ συζητουμένου θέματος. Καὶ τί προκύπτει ἀμέσως ἐκ τῆς παρατηρήσεως ταύτης; ὅτι ὅσα οἱ μέχρι τοῦδε ἀγορεύσαντες ἐξέθηκαν πρὸς ὑμᾶς, ἐπικρίνοντες δῆθεν τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἀφορῶσι πράγματι εἰς ἐπίκρισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ εἰς ἐπίκρισιν τοῦ ἰσχύοντος νόμου, οὗ τὰς διατάξεις ἐπαναλαμβάνει ἁπλῶς τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον εἰσηγήσατο εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ προεκάλεσε τὴν ἐπιψήφισίν του ἡ μερὶς ἐκείνη, εἰς ἣν ἀνήκουσιν οἱ ἐπικρίνοντες τὸ νομοσχέδιον! Καὶ ἀληθῶς, εἶπον ὑμῖν ὅτι κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον δὲν ὑποχρεοῦται ὁ παραγωγὸς εἰς δήλωσιν πρὸς τὸν Δήμαρχον, ὑποχρεοῦται ὅμως εἰς δήλωσιν πρὸς τὸν Ἔφορον, ἅμα θελήσῃ νὰ μεταφέρῃ τὸν καπνὸν ἐκ τοῦ τόπου τῆς παραγωγῆς, καὶ χρεοῦται τότε εἰς τὸ βιβλίον. Ἐπίσης ὑποχρεοῦται πᾶς μεταφέρων καπνὸν καὶ κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, εἴτε παραγωγὸς εἴτε ἀγοραστής, νὰ ζητήσῃ ἄδειαν μεταφορᾶς, ὁρίζουσαν τὸ ποσὸν τοῦ μεταφερομένου καπνοῦ, ἤτοι ἀπαιτεῖται νὰ λάβῃ διαβατήριον.
§123ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§124ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄδεια, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ μαζύ του. Δὲν εἶναι διαβατήριον; Καὶ νὰ πραγματοποιήσῃ συγχρόνως τὴν μεταφορὰν καὶ ἐντὸς μηνός. Ὅταν λοιπὸν διεκτραγῳδῶσιν ἐνώπιον ὑμῶν τὰς περιπετείας τοῦ παραγωγοῦ καὶ τοῦ ἀγοραστοῦ, μεταφέροντος τὸ πρᾶγμα, καὶ περιπίπτοντος διαδοχικῶς εἰς χωροφύλακας ἢ ἄλλους δημοσίους ὑπηρέτας τοῦ Δημοσίου, καὶ ὑφισταμένου πιέσεις καὶ ζημίας, ἐπικρίνουσιν οὐχὶ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ τὸν νόμον, ὃν αὐτοὶ παρεσκεύασαν. Ὅταν τέλος παριστῶσι τὰς δυσχερείας τῆς τηρήσεως τοῦ βιβλίου τῶν πιστοχρεώσεων, τὸ ἴδιον αὐτῶν ἔργον ἐπικρίνουσι, διότι καὶ ὁ ἰσχύων νόμος περιέχει τὰς αὐτὰς περὶ τοῦ βιβλίου τούτου διατάξεις. Ἐπαναλαμβάνω, ὑποβάλλων εἰς τοὺς κυρίους, ὅτι ὁ ἰσχύων νόμος περιέλαβε πάντα τὰ μέτρα τοῦ νόμου τοῦ 1884, καὶ πάντα τὰ μέτρα τοῦ νόμου τοῦ 1885..... Ὁποῖα ἤδη τὰ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου ἀποτελέσματα; Λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἰδίαν ἐπίσημον κατάστασιν. Κατ’ αὐτὴν ἐφορολογήθησαν κατὰ τοὺς 4 τελευταίους μῆνας τοῦ 1887 391,000 ὀκάδες, καὶ σημειώσατε ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τῆς ἐφαρμογῆς εἶναι ἀδύνατον νὰ παραγάγῃ μεγάλα ἀποτελέσματα, διότι μεριμνῶσιν οἱ καταναλωταὶ πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου νὰ προμηθευθῶσιν ἄφθονον καπνὸν πρὸς κατανάλωσιν. Κατὰ τὸ 1888 ἐφορολογήθη 1,059,000 ὀκάδων, κατὰ τὸ 1889 1,007,000 καὶ κατὰ τὸ 1890 803,000 ὀκάδες.
§125ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Εἰς αὐτὸ τὸ ποσὸν περιέχεται καὶ ὁ καπνὸς ὁ εἰς διαμετακόμισιν.
§126ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1890 ἀποδεικνύουσι τὴν ὀρθότητα τῶν λόγων τοῦ κ. Βαλσαμάκη, ὅτι ἐπὶ τῆς φορολογίας δύο καὶ δύο δὲν κάμνουν τέσσαρα. Εἰς τὰ 1890 ηὔξησεν ἔτι μᾶλλον ἡ φορολογία τοῦ καπνοῦ, καὶ ἀντὶ νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις, ἐπῆλθεν ἐλάττωσις. Δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ἐπαρκῆ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὁ ἰσχύων νόμος παρήγαγε μέχρι τοῦδε; Ὄχι. Ἐγὼ δὲν τὰ θεωρῶ ἐπαρκῆ, ἐνόσῳ τὸ φορολογούμενον ποσὸν δὲν πλησιάσῃ τοὐλάχιστον τὸ ἀναλισκόμενον. Τί λοιπὸν ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν, ἵνα ἐπιτύχωμεν ἀποτελέσματα μείζονα, μᾶλλον εὐάρεστα; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προτείνει ἁπλούστατα νὰ ἐπαναφέρωμεν ἐν ἰσχύϊ τὸν νόμον τοῦ 1885, μετὰ προσθήκης ποινικῶν καταδιώξεων κατὰ τῶν παραβατῶν. Εἰς ἐμὲ, κύριοι, ὁμολογῶ εἰλικρινῶς, ὅτι ἔκπληξιν προξενεῖ ἡ τοιαύτη γνώμη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὰ ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1885 περιεχόμενα μέτρα ἐφηρμόσθησαν κατὰ τὸ 1885 καὶ 1886, καὶ τὰ ἀποτελέσματα ἦσαν μικρότερα τῶν κατὰ τὸ 1884 ἐπιτευχθέντων· πῶς λοιπὸν ζητοῦσι νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπέτυχον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ; Καὶ ἂν ἀπέτυχον τότε, ὅτε ὁ φόρος ἦτο μόνον δύο δραχμαὶ, πῶς ἐλπίζουσι νὰ ἐπιτύχωσι νῦν, ὅτε ὁ φόρος ὑπερέβη τὰς ἑπτὰ δραχμάς; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἅπαντα τὰ μέτρα ἐκεῖνα περιέχονται, ὡς εἴδομεν, ἐν τῷ ἰσχύοντι νόμῳ, περιέχονται δὲ ἐν αὐτῷ καὶ πάντα τὰ μέτρα τοῦ νόμου τοῦ 1884, καὶ ἐν συνόλῳ τὰ μέτρα ταῦτα δὲν παρήγαγον τὰ ἐπιζητούμενα ἀποτελέσματα· πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ πιστεύῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι θὰ ἐπιτύχωμεν τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα, καταργοῦντες τὰ ἡμίση τῶν ἐν ἰσχύϊ μέτρων; Ἐὰν μηχάνημά τι δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ δεόντως διὰ δυνάμεως 10 ἵππων, πῶς θὰ ὑποστηρίξητε, ὅτι δύναται νὰ λειτουργήσῃ διὰ δυνάμεως πέντε μόνον ἵππων; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι καταγγέλλοντες ἐπὶ ἀποτυχίᾳ τὸν ἰσχύοντα νόμον, ἀπαγγέλλετε ἀμετάκλητον ἐπὶ ἀποτυχίᾳ καταδίκην τοῦ ἰδίου ὑμῶν συστήματος. Ἢ ἐλπίζει τάχα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι, ἡ εἰς τὸ νομοσχέδιον προσθήκη τῶν μέτρων τοῦ 1885, τῶν μὴ περιληφθέντων ἐν τῷ ἰσχύοντι νόμῳ, τοῦ μέτρου τῶν δηλώσεων τῶν παραγωγῶν εἰς τὸν Δήμαρχον καὶ τῆς ἐγγυήσεως πρὸς μεταφορὰν καπνοῦ θὰ ἔχωσι τὴν θαυματουργὸν δύναμιν νὰ παραγάγωσι τὰ εὐάρεστα ἐκεῖνα ἀποτελέσματα; Διὰ μίαν στιγμὴν παραδέχομαι τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον, ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διατὶ τάχα δὲν εἰσῆγε κατὰ προσθήκην ἐν τῷ ἰσχύοντι νόμῳ τὰ μέτρα ταῦτα, τὰ παραλειφθέντα κατὰ τὸ 1887, ἄνευ ἄλλης μεταβολῆς τοῦ καθεστῶτος, μέχρις ὅτου ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων βεβαιωθῇ ἡ θαυματουργὸς δύναμις, ὅτι δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν περὶ καταργήσεως ἑτέρων μέτρων, τὰ ὁποῖα δὲν θεωρεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατάλληλα; Ἀλλὰ μέχρι τούτου διατί νὰ ἐξαλείψωμεν ἀπὸ τῆς νομοθεσίας ἡμῶν μέτρα διὰ μεγάλων δαπανῶν εἰσαχθέντα καὶ λειτουργοῦντα, μέτρα τὰ ὁποῖα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἀπεδείχθησαν ἰσχυρότατα, μέτρα τὰ ὁποῖα οὔτε τὴν παραγωγὴν παραβλάπτουσιν οὔτε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου; Ἕνα μόνον λόγον προβάλλουσιν ὑπὲρ τῆς γνώμης των, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα εἶναι δαπανηρά. Ὡς πρὸς τοῦτο ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, κύριοι, τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους τὸν εἰσαχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Παρατηρῶ τὰς δαπάνας τοῦ ἰσχύοντος νόμου, τὰς δαπάνας τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ εἰσαγομένου, καὶ βλέπω διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον 462,000· ἄρα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑποστηρίζει, ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως τῶν καπνοκοπτηρίων θὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν 462,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, γνωρίζετε, ὅτι μέρος τῆς δαπάνης ταύτης γίνεται ὑπὲρ τῶν καταναλωτῶν, καὶ ἑπομένως ἀναλαμβάνεται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ἐκτὸς τούτου τίς δύναται, κύριοι, νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἐν τοῖς κοπτηρίοις δὲν διορίζονται μόνον οἱ πράγματι ἐν αὐτοῖς ἐργαζόμενοι εἰς τὴν κοπὴν τοῦ καπνοῦ, ἀλλὰ καὶ πλῆθος ἑτέρων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι εἰς πᾶν ἄλλο ἀσχολοῦνται, ἢ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν κοπτηρίων; Ἐὰν λοιπὸν ἡ ἑκάστοτε ἰσχύουσα πολιτικὴ ἐπιβαρύνῃ τὴν δαπάνην τοῦ φόρου, εἶναι δίκαιον νὰ θεωρήσωμεν ἡμεῖς τὸν φόρον ἐλαττωματικόν; Τέλος ἄνθρωποι δυνάμενοι νὰ ἔχωσιν ἀσφαλῆ γνώμην, οἷος ὁ κ. Συγγρὸς, βεβαιοῦσιν ἡμᾶς, ὅτι, ἐὰν θελήσωμεν νὰ παραχωρήσωμεν εἰς ἑταιρίαν εἰς ἐργολαβίαν τὴν κοπὴν τοῦ καπνοῦ, δυνάμεθα τὸ πλεῖστον τῆς δαπάνης νὰ οἰκονομήσωμεν. Λοιπὸν δὲν φρονῶ, ὅτι τοιοῦτον ἐπιχείρημα εἶναι ἱκανὸν νὰ μεταβάλῃ τὰς γνώμας ἡμῶν περὶ τοῦ τί δέον γενέσθαι... Ἀλλὰ, κύριοι, εἶναι ἀληθὴς ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι τὰ κατὰ προσθήκην λαμβανόμενα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ μέτρα εἶναι ἆρά γε τοιαῦτα, ὥστε νὰ στηρίξωμεν ἐπ’ αὐτῶν ἐλπίδας μειζόνων ἀποτελεσμάτων; Ποίαν ἔννοιαν, καὶ ποῖα ἀποτελέσματα δύναται νὰ ἔχῃ ἡ ὑποχρέωσις τῶν παραγωγῶν νὰ δηλῶσι πρὸς τὸν οἰκεῖον Δήμαρχον τὸ ποσὸν τῆς παραγωγῆς; Ἔχουσιν οὗτοι τρίμηνον διάστημα, καθ’ ὃ δύνανται ἀσφαλῶς καὶ ἀνέτως ν’ ἀποκρύψωσιν, ὅσον ποσὸν τῆς παραγωγῆς των θελήσωσιν· ὅταν δηλώσουν τὸ ὑπόλοιπον, θὰ φοβηθῶσιν ἆρά γε τὴν ἐπικειμένην ζύγισιν, ἀφοῦ αὐτοὶ πρὸ τῆς ζυγίσεως διέπραξαν πᾶσαν παράβασιν, τὴν ὁποίαν ἤθελον νομίσει θεμιτὴν νὰ διαπράξωσιν; τί ἔννοιαν ἔχει, ἐπαναλαμβάνω, ἡ δήλωσις αὕτη ἐκ τῆς ὁποίας προσδοκῶνται τόσῳ μεγάλα ἀποτελέσματα; Ἓν μόνον ἀποτέλεσμα βλέπω ἐγὼ, ὅτι δυσκολεύεται οὐσιωδῶς ἡ θέσις αὐτῶν τῶν δυστυχῶν παραγωγῶν, ὑποβαλλομένων εἰς ὅλας τὰς πιέσεις τῶν ζυγίσεων καὶ τοῦ ἐλέγχου. Ἀλλ’ ἆρά γε θέλει ἔχει μεγάλα ἀποτελέσματα ἡ ἐγγύησις, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται νὰ δοθῇ κατὰ τὴν μεταφορὰν τοῦ καπνοῦ, καὶ ἥτις θέλει δώσει ἀφορμὴν εἰς τὰς μεγαλειτέρας πιέσεις τῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ ἐμπορίου, ἃς ἄλλοι ἐξέθηκαν πρὸς ὑμᾶς, ἕνεκα τοῦ μεγάλου ποσοῦ, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἡ ἐγγύησις δοθήσεται; Καθ’ ὅσον τοὐλάχιστον ἐγὼ συνάγω ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἐγγύησις ζητεῖται μόνον πρὸς πραγματοποίησιν τῆς μεταφορᾶς· ὁ νόμος τοῦ 1885 ἀπῄτει τὴν ἐγγύησιν καὶ διὰ τὸν φόρον· τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, μεταβάλλον τὸ σχετικὸν ἄρθρον, ἀπαιτεῖ τὴν ἐγγύησιν διὰ τὰς ποινὰς ἐν γένει, ἀλλ’ ἐννοῶ διὰ τὰς ποινὰς τῆς μὴ ἐμπροθέσμου μεταφορᾶς τοῦ καπνοῦ εἰς τὸν τόπον τῆς ἀποστολῆς του, καὶ ἑπομένως αἴρεται ἡ ἐγγύησις μεταχθέντος τοῦ πράγματος. Ἄλλως τε, κύριοι, ὅταν ἐκεῖνος, ὑπὲρ οὗ ἡ ἐγγύησις, κατορθώνῃ οὐδεμίαν νὰ ὑποστῇ ποινὴν, τί θὰ μᾶς ὠφελήσῃ πλέον ἡ ὑπὲρ αὐτοῦ δοθεῖσα ἐγγύησις; Διὰ ταῦτα δὲν φρονῶ, ὅτι ἐκ τῆς ἐγγυήσεως δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν καλλίτερα ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ καὶ αἱ ἐν τῷ ἰσχύοντι νόμῳ περιεχόμεναι διατυπώσεις δὲν μοὶ φαίνονται μᾶλλον ἀποτελεσματικαί. Αὐτὸ τὸ βιβλίον τῆς πιστοχρεώσεως θέλει ἆρά γε συντελέσει εἰς τὸ ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα; Ἤκουσα τοῦ ἐκ Ζακύνθου κ. Βουλευτοῦ, τοῦ ἐπὶ ἔτη ἐκδικάζοντος τὰς σχετικὰς ὑποθέσεις, ἀγνοοῦντος καὶ τὴν ὕπαρξίν του, δηλώσαντος δ’ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι τοιαῦται δυσκολίαι ἀνεφύησαν εἰς τὴν τήρησιν τῶν βιβλίων, ὥστε καὶ Ἔφοροι ἐτιμωρήθησαν, καὶ ἐπὶ τέλους ἡ τήρησις κατέστη ἀνέφικτος. Ἀλλ’ ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι κατορθοῦτε πράγματι διὰ τοῦ βιβλίου τῆς πιστοχρεώσεως νὰ γνωρίζητε τὸν κάτοχον ἑκάστου ποσοῦ καπνοῦ· νομίζετε, ὅτι ἀρκεῖ τοῦτο, ἵνα ὑποβληθῇ αὐτὸς εἰς φορολογίαν; Αὐτὸς δύναται διὰ πολλῶν καὶ διαφόρων μέσων νὰ ἀποφύγῃ τὴν φορολογίαν, ὁτὲ μὲν ἐκποιῶν εἰκονικῶς τὸν καπνὸν εἰς πρόσωπον ἐντελῶς ἀφερέγγυον, ἢ ὅλως ἄγνωστον καὶ ἀνύπαρκτον, ἄλλοτε ἀποστέλλων δῆθεν τὸ προϊόν του εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, μὴ ἀποστέλλων δὲ πράγματι, εἰμὴ ἐλάχιστον ποσὸν, καὶ ἀπαλλασσόμενος οὕτω πάσης εὐθύνης. Ἀλλὰ καὶ διὰ δώρων πρὸς τοὺς ἐνεργοῦντας τὸν ἔλεγχον ὑπηρέτας δύναται νὰ πείσῃ αὐτοὺς νὰ παραλείψωσι τὸ καθῆκόν των, καὶ τοιουτοτρόπως ν’ ἀποφύγῃ τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών του. Μὴ στηρίζετε λοιπὸν μεγάλας ἐλπίδας εἰς τὸ βιβλίον τῆς πιστοχρεώσεως. Νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἐξεταζόμενον τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καὶ δι’ ὅσα ἐγὼ εἶπον, καὶ δι’ ὅσα ἕτεροι τῶν προαγορευσάντων εἶπον, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα μὴ ἐπὶ πλέον τὴν κουράζω, νομίζω, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δὲν εἶναι δυνατὸν, ἢ νὰ ἐλαττώσῃ σπουδαίως τὰς προσόδους τοῦ Δημοσίου. Ἐγὼ δύναμαι, Κύριοι, νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι οὐδὲ τὸ ἥμισυ τῶν νῦν εἰσπραττομένων προσόδων θὰ δυνηθῶμεν νὰ εἰσπράξωμεν, ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ καὶ ὁ νόμος ὁ ἰσχύων εἶναι ἀνεπαρκὴς, τὸ ἀνεγνώρισα ἤδη· τί λοιπὸν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν πρὸς ἐπιτυχίαν καλλιτέρων ἀποτελεσμάτων; Νὰ σκεφθῶμεν, ἐπαναλαμβάνω, περὶ προσθήκης νέων μέτρων εἰς τὰ ἐν τῷ ἰσχύοντι νόμῳ περιεχόμενα. Ἐγὼ δὲν ἐγκρίνω ὡς τοιοῦτο μέτρον τὰς δηλώσεις τῶν παραγωγῶν πρὸς τὸν οἰκεῖον Δήμαρχον, διότι εἰς πολλὰς πιέσεις καὶ ὀχλήσεις ὑποβάλλει τοὺς παραγωγούς. Δὲν ἐγκρίνω, ὡς τοιοῦτο μέτρον τὴν εἰς δημοσίους ἀποθήκας τοποθέτησιν τοῦ καπνοῦ, ὡς ὁ προλαλήσας συνάδελφος ἐπρότεινε· διατί; διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς ὁ μακρὰν τῆς ἀποθήκης διατελῶν ἰδιοκτήτης τοῦ καπνοῦ θέλει δυνηθῆ νὰ ἐπιβλέπῃ καὶ νὰ ἐκποιῇ τὸν καπνόν. Ὀφείλει πρὸς τοῦτο νὰ μεταβαίνῃ ἑκάστοτε ἐπὶ μῆνας ἴσως ἀπὸ τοῦ χωρίου του εἰς τὸν τόπον τῆς ἀποθηκεύσεως, ἵνα ἐκεῖ ἐπιδεικνύῃ αὐτὸ εἰς τοὺς διαφόρους ἀγοραστάς. Ἐγὼ, Κύριοι, ἓν μέτρον ἐκ τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιεχομένων, καὶ τὰ ὁποῖα ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν ἐπιμένῃ ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν νὰ ψηφισθῶσιν, ἓν μόνον ἐξ ὅλων τούτων θεωρῶ χρήσιμον καὶ συντελεστικὸν εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς φορολογίας, τὸν σχηματισμὸν ὑπαλληλίας, κύριον καὶ ἀποκλειστικὸν καθῆκον ἐχούσης τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προκειμένου νόμου, ἢ καὶ ἄλλων νόμων, ἀφορώντων εἰς φόρους καταναλώσεως. Θὰ αὐξήσῃ βεβαίως ἐντεῦθεν ἡ δαπάνη τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ θὰ αὐξήσῃ κατὰ πολὺ μείζονα λόγον κατ’ ἐμὴν γνώμην τὸ ποσὸν τοῦ φορολογουμένου καπνοῦ. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ἐμπιστεύωνται τὴν ἐφαρμογὴν τῶν φορολογικῶν νόμων εἰς τοὺς συνήθεις ἀνακριτικοὺς καὶ διοικητικοὺς ὑπαλλήλους. Ἡ ἐκτέλεσις τῶν τοιούτων νόμων ἀνατίθεται πάντοτε εἰς εἰδικὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία ἐπισκοπεῖ τὴν κατανάλωσιν ἀπὸ τοῦ κέντρου τῆς ἐπικρατείας μέχρι τοῦ τελευταίου ἄκρου ἀγρύπνως, ἵνα ἀνακαλύψῃ πᾶσαν παράβασιν, ἵνα βεβαιώσῃ αὐτὴν, ἵνα εἰσαγάγῃ τὸν παραβάτην πρὸς τιμωρίαν. Ἡμεῖς, Κύριοι, περιμένομεν νὰ πτοηθῶσιν οἱ ἄνθρωποι, ἐκ μόνης τῆς ἀναγραφῆς ποινῶν ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ, νὰ μὴ προβῶσιν εἰς τὰς παραβάσεις αὐτοῦ, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀκατόρθωτον. Ἄνευ ἀστυνομίας προληπτικῆς, ἄνευ ἀστυνομίας δικαστικῆς βεβαιούσης ἀμέσως, ἄνευ ἐκδικάσεως ταχείας καὶ παραδειγματικῆς τιμωρίας, εἶναι ἀδύνατον νὰ περιορισθῶσι τὰ ἐγκλήματα. Καὶ ὅταν τὰ ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ ἐγκλήματα δὲν περιορίζωνται, θέλετε νὰ περιορισθῶσιν ἐκ μόνης τῆς ἀναγραφῆς ποινῶν αἱ παραβάσεις τῶν φορολογικῶν νόμων, ὧν ἀμφίβολος δυστυχῶς εἶναι ἡ ἠθικὴ βαρύτης ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ κόσμου, εἰς τὰς ὁποίας πολλάκις προβαίνουσιν ἄνθρωποι ἀνωτέρας περιωπῆς, καὶ παιδείας, καὶ κοινωνικῆς καταστάσεως; Ἀνάγκη λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, ἐπιτηρήσεως αὐστηρᾶς, ἵνα ἐφαρμοσθῶσιν οἱ νόμοι, καὶ πρὸς τοῦτο ἀνάγκη νὰ μορφωθῇ ἀστυνομία. Μόνον δι’ αὐτῆς θέλετε κατορθώσει νὰ ἐφαρμοσθῶσι πράγματι αἱ διατυπώσεις τοῦ ἰσχύοντος νόμου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν μεταφορὰν τοῦ καπνοῦ καὶ τὴν τήρησιν τοῦ βιβλίου τῶν πιστοχρεώσεων, καὶ ἐπιτύχει ἐν γένει τὴν τακτικὴν λειτουργίαν τοῦ νόμου. Διὰ τῆς ἀστυνομίας αὐτῆς θέλετε προλάβει καὶ τὰς παραβάσεις τοῦ νόμου, διότι, ὅσῳ μείζονες δυσκολίαι πρὸς ἐπιτυχίαν ἑνὸς ἀθεμίτου κέρδους, τόσῳ σπανιωτέρα ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιδιώξεως αὐτοῦ. Ποῖον εἶναι λοιπὸν, Κύριοι, τὸ τελικὸν πόρισμα τῶν ὅσων ἐξέθηκα πρὸς ὑμᾶς; Ὅτι κατ’ ἐμὴν γνώμην ὀφείλομεν νὰ ἀφήσωμεν ἐντελῶς ἄθικτον τὸ ἰσχῦον σύστημα, νὰ ἐνισχύσωμεν ὅμως αὐτὸ καὶ διὰ τοῦ σχηματισμοῦ ὑπαλλήλων, ἐχόντων ἀποκλειστικὸν ἔργον τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, καὶ δι’ οἱωνδήποτε ἄλλων μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ὑπ’ εὐθύνην της θεωρήσει χρήσιμα, ἀλλ’ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει νὰ καταργήσωμεν μέτρα ἰσχύοντα καὶ λειτουργοῦντα, καὶ ἰδίως τὰ κοπτήρια, διότι ἐπ’ αὐτῶν ἐγὼ κυρίως βασίζομαι, προσδοκῶν τὴν ἐπαύξησιν τοῦ φορολογουμένου καπνοῦ. Ταῦτα εἶχον, Κύριοι, νὰ εἴπω ἐν συνόλῳ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Πολλὰς δύναμαι νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ καθ’ ἕκαστον ἄρθρα αὐτοῦ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοῦτο δύναμαι νὰ πράξω εἰς τὰς ἑπομένας ἀναγνώσεις. Ἰδίως θὰ πολεμήσω, Κύριοι, τὸ σύστημα τῆς ἐπιβολῆς τῶν χρηματικῶν ποινῶν ὑπὸ διοικητικῶν ἀρχῶν, διότι, ὡς καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, εἰσηγουμένων ὁμοίων νομοσχεδίων παρὰ τῆς πρώην Κυβερνήσεως, τὴν τοιαύτην ἐπιβολὴν ἐγὼ θεωρῶ ἀντιβαίνουσαν εἰς τὸ Σύνταγμα.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπούμπουλης ἔχει τὸν λόγον.
§128ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ψηφισθῇ πρῶτον τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. (Διάλογοι).
§129ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὅσοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι πρὸ ἐμοῦ νὰ ὁμιλήσωσι κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν παραιτῶνται, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον. (Διάλογοι).
§130ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡμεῖς οὐδένα ἔχομεν δισταγμὸν νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ δύο καὶ τρεῖς καὶ πλείονες ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον θεωροῦμεν ὡς προκαλοῦν σπουδαίως τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἀνεμένομεν μέχρι τοῦδε νὰ ἀκουσθῇ εἰσήγησίς τις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, πλὴν οὐδὲ λέξις ἐλέχθη ἐπ’ αὐτοῦ. Περὶ τοιούτου οὐσιώδους ἐννοίας νομοσχεδίου ὄχι μόνον δὲν ἔχομεν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, ἀλλ’ οὐδὲ τὴν παραμικρὰν προφορικὴν εἰσήγησιν. Νομίζομεν ὅτι ἦτο ἄξιον μείζονος φροντίδος ἐκ μέρους τῶν εἰσαγαγόντων αὐτό.
§131ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ εἰσαγαγόντες τὸ νομοσχέδιον δὲν σκοποῦσι νὰ μὴ ὁμιλήσωσι, καὶ δὲν ἔδωκαν μέχρι τοῦδε ἀφορμὴν, ἵνα οὕτως ἑρμηνευθῇ ἡ μέχρι τοῦδε κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν σιωπὴ αὐτῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὑπάρχει ὅμως εἰθισμένον κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν νὰ ὁμιλῶσιν οἱ κατὰ τῶν νομοσχεδίων ἀντιλέγοντες, εἰς τὴν δευτέραν δὲ μετέχουσι τῆς συζητήσεως οἱ ὑπερασπιζόμενοι αὐτὰ, μεταξὺ δὲ αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἀκούσῃ ὅλας τὰς ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας οἱ ἀντιλέγοντες ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἤθελον προβάλει.
§132ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ὅταν πρόκηται ἡ συζήτησις ἑνὸς νομοσχεδίου κατ’ ἀρχὴν, εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν γίνεται ἀνάπτυξις τῶν γνωμῶν καὶ ἐκ τῆς μιᾶς καὶ ἐκ τῆς ἄλλης πτέρυγος. Δὲν εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι συνήθεια εἶναι, κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν νὰ ἐπικρίνηται τὸ νομοσχέδιον παρὰ τῶν ἀντιφρονούντων εἰς αὐτὸ, κατὰ τὴν δευτέραν δὲ νὰ ἐπέρχηται ἡ ἀνάπτυξις ὑπὸ τῶν ὑπερασπιζομένων αὐτό.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσωσι παραιτοῦνται ἅπαντες. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον;
§134ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. ... (Διάλογοι).
§135ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὀλιγώτερον παντὸς ἄλλου δικαιοῦνται νὰ παραπονῶνται οἱ Κύριοι (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα) ἐπὶ τῆς σιωπῆς τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν. Πάντες ἐνθυμοῦνται, ὅτι ἐπὶ συζητήσεως προϋπολογισμοῦ ὁλοκλήρου ὡμίλουν ἐντεῦθεν (δεικνύει τὴν δεξιὰν) πέντε καὶ ἓξ ῥήτορες, προσβάλλοντες τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν ἡ τότε Κυβέρνησις, καὶ ἐν τούτοις ἐτηρεῖτο σιγὴ ἰχθύος ἐκεῖθεν (δεικνύει τὴν ἀριστεράν).
§136ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς πληροφορεῖ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐν τῷ παρελθόντι δὲν ἐγίνετο εἰσήγησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅτι ἄνευ εἰσηγήσεως ἐγίνετο συζήτησις ὑπὸ τῶν ἀντιφρονούντων. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐδεμία εἰσήγησις ἐγένετο, καὶ περὶ τούτου παραπονούμεθα οἱ ἐντεῦθεν καθήμενοι. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς δύναται νὰ πείσῃ τὴν πλειονότητα τῆς Βουλῆς, ὅτι κατὰ τὰ προηγούμενα ἐργάζεται ἡ Βουλὴ, διότι ἐν τῷ παρελθόντι δὲν ἐγίνετο εἰσήγησις προϋπολογισμοῦ, ἐγὼ βεβαίως δὲν θέλω ἐπιχειρήσει νὰ διασείσω τὴν ἐπὶ τὴν εὐπιστίαν τῆς πλειονότητος τῆς Βουλῆς πεποίθησίν του.
§137ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ εἰσηγήσεως, ὡμίλησα περὶ γεγονότος, τὸ ὁποῖον πάντες ἐνθυμοῦνται, ὅτι ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ περὶ αὐτὸν δὲν ἀπήντων εἰς ῥήτορας πέντε ἢ ἓξ, ἀδιακόπως ὁμιλοῦντας. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα μίαν περίστασιν μὲ τὸν κ. Σωτηρόπουλον, τὸν ὁποῖον εἰδικῶς αὐτὸν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς ἐθεώρει ἀνάξιον ἀπαντήσεως.
§138ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀναφερόμενος ὁ κ. Βουλευτὴς εἰς ὡρισμένην τινὰ περίστασιν, λέγει, ὅτι ἐγὼ ἠρνήθην νὰ ἀπαντήσω. Προκαλούμενος τότε, ὅπως εἰς ἕκαστον Βουλευτὴν ἀπαντῶ εὐθὺς ὡς οὗτος κατήρχετο τοῦ βήματος, εἶπον, ὅτι, ἀφοῦ ἐποιησάμην τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς ἐμὲ ἀνῆκε νὰ κανονίσω, πότε θὰ ἐδευτερολόγουν, καὶ ὅτι δὲν ἦτο εὔλογος ἡ ἀξίωσις, ὅπως εἰς ἕνα ἕκαστον τῶν κκ. Βουλευτῶν ἀπαντῶ εὐθύς· εἶπον, ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ δύναμαι νὰ θεωρῶ τὴν ἐπίκρισιν ἐξηντλημένην, καὶ ὅτι μόνον ἀφοῦ ἀναπτυχθῇ ἡ συζήτησις ἐφ’ ἱκανὸν, θὰ ἀπήντων εἰς πάντας συλλήβδην· οὐδέποτε ὅμως ἀφῆκα συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ κλείσῃ ἄνευ ἀπαντήσεως εἰς τοὺς ἐπικρίναντας τὰ ἐν τῇ εἰσηγητηρίῳ ἀγορεύσει μου. Ἤδη ὅ,τι προκαλεῖ παράπονον εἶναι, ὅτι οὐδεμία ἐγένετο εἰσήγησις, προκειμένου περὶ νομοσχεδίου ἀναντιῤῥήτως δεομένου ὑποστηρίξεως, διότι ἐγκαταλειπόμενον τοῦτο ἄνευ συνηγορίας, νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ γένηται εὐσυνειδήτως παραδεκτὸν παρ’ οὐδενός. Δὲν πρόκειται ἤδη μόνον περὶ εἰσαγωγῆς νέου νομοθετήματος, ἀλλὰ πρόκειται καὶ περὶ καταργήσεως τοῦ προϋπάρχοντος, καὶ ἔπρεπε νὰ ἀκούσωμεν παρὰ τῶν ζητούντων τὴν κατάργησιν τοῦ κειμένου νόμου τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα προτείνεται ἡ μεταβολή. Πρὸ ὀλίγου ἠκούσαμεν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, λέγοντος, ὅτι τὸ μέγιστον τῶν κακῶν ἐν τῇ φορολογίᾳ ταύτῃ ὑπῆρξεν ἡ συχνὴ μεταβολή, ἡ κατάργησις τοῦ πρώτου νομοθετήματος, καὶ ἡ ἀντικατάστασις αὐτοῦ παρ’ ἄλλου, καὶ πάλιν ἡ ἐκ νέου ψήφισις τοῦ πρώτου· ἤδη τοιοῦτόν τι προτείνεται νὰ ἐνεργηθῇ καὶ πάλιν, πρέπει δὲ νὰ ἀκούσωμεν, διατὶ προτείνεται, ἀφοῦ ἔχομεν καὶ πεῖραν ἐκ τοῦ παρελθόντος καὶ τῶν κατὰ τὸν κείμενον νόμον καὶ τῶν κατὰ τὸν προτεινόμενον. Ταύτης τῆς πείρας τὰ πορίσματα νομίζω, ὅτι ὀφείλει νὰ ἐκθέσῃ πρὸς ἡμᾶς ἀξιωματικῶς ἡ Κυβέρνησις. Πρέπει παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀκούσωμεν, πῶς αὕτη ἀντιλαμβάνεται τῶν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τοῦ κειμένου, καὶ διὰ τίνας λόγους ἐπανέρχεται εἰς σύστημα, τὸ ὁποῖον καθ’ ἡμᾶς ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ἀτελεσφόρητον. Δὲν δυνάμεθα βεβαίως νὰ ὑποχρεώσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκον αὐτῆς τοῦτο, ἐδηλώσαμεν ὅμως, ὅτι περιμένομεν νὰ ἀκούσωμεν τῆς εἰσηγήσεως αὐτῆς, καὶ ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι αὕτη δὲν θέλει προβῆ εἰς εἰσήγησιν, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, καὶ ἄλλοι, καὶ ἐγώ, θέλομεν ὁμιλήσει, θέλομεν δὲ ὁμιλήσει καὶ ἐπὶ τῇ πρώτῃ ἀναγνώσει, διότι δὲν παραδεχόμεθα ὡς ἀκριβῆ τὰ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λεχθέντα, ὅτι εἴθισται κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν νὰ μὴ πολεμῶνται τὰ νομοσχέδια, νὰ ἐπέρχηται δὲ ἡ ἐπ’ αὐτῶν ψηφοφορία κατὰ τὴν δευτέραν καὶ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Τοῦτο γίνεται ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, περὶ ὧν δὲν ὑπάρχει διαφορὰ γνώμης ὡς πρὸς τὴν ἀρχήν· ἐπὶ τοιούτων νομοσχεδίων, ἐν τῇ δευτέρᾳ καὶ τῇ τρίτῃ ἀναγνώσει συζητοῦνται αἱ λεπτομέρειαι, ἐνδέχεται δὲ καὶ τὸ σύνολον· ὅταν ὅμως ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς διαφωνῶμεν, ὅταν φρονῶμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταργηθῇ τὸ ὑπάρχον σύστημα, ὅταν φρονῶμεν, ὅτι τὸ πολὺ ἐν τῷ ὑπάρχοντι συστήματι δύνανται νὰ ἐπιζητηθῶσι συμπληρώσεις, ἰδίως δὲ ὅταν φρονῶμεν, ὅτι τὸ προτεινόμενον σύστημα εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ κειμένου εἶναι ὅλως ἀτελεσφόρητον, βεβαίως πρέπει ἀπ’ αὐτῆς τῆς πρώτης ἀναγνώσεως νὰ εἴπωμεν τοὺς λόγους, δι’ οὓς θεωροῦμεν τὴν προτεινομένην μεταβολὴν ἀπαράδεκτον, καὶ ἂν ἡ συζήτησις δὲν δύναται νὰ γενῇ κατ’ ἀντιμωλίαν, θέλομεν ἀναπτύξει τὴν γνώμην ἡμῶν μονολογοῦντες.
§139ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλπίζω νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν θέσιν ταύτην ὁ πρώην Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἵνα συζητήσῃ μονολογῶν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐὰν ἄλλοτε ἐδόθησαν παραδείγματα τοιαῦτα, ἀπαίσια εἰς τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, βεβαιοῦμεν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡμεῖς εἰσηγούμεθα τὴν πλειονοψηφίαν, οὐδέποτε θέλει δοθῆ τοιοῦτον παράδειγμα. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου θέλει ὁμολογήσει, ὅτι καὶ μέχρι τοῦδε, ἐφ’ ὅσον εἰσηγησάμεθα τὴν πλειονοψηφίαν, ἡ συζήτησις ἦτο εὐρυτάτη, οὐδ’ ἐπιέσαμεν τὴν Βουλὴν ἢ τὴν μειονοψηφίαν κατὰ τὴν συζήτησιν. Παρατηρῶ ὅμως εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι ἐπικαλεῖται κοινοβουλευτικοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους μόνος αὐτὸς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπικαλῆται. Ἀληθῶς δὲν ἐποιήσαμην εἰσήγησιν γραπτὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὅταν εἰσηγάγομεν αὐτὸ, διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ νέου νομοθετήματος. Τὸ νομοθέτημα τοῦτο εἰσηγάγομεν κατὰ τὸ 1885, καὶ τὸ εἰσηγάγομεν διὰ μακρᾶς ἐκθέσεως, καὶ συνεζητήσαμεν αὐτὸ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις, καὶ ὄχι μόνον οἱ κ. Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον Βουλευταὶ κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην, ἐνθυμοῦνται τὰς συζητήσεις, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος ἐν Ἑλλάδι, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ γνωρίζῃ, ὅτι ἡμεῖς ὑπεστηρίξαμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καὶ σήμερον προβάλλομεν, καὶ ὅτι ἡμεῖς ἐξηλέγξαμεν καὶ ἐπεκρίναμεν τὸ σύστημα τῶν κοπτηρίων διὰ τὰ ποικίλα ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα καὶ σήμερον θέλομεν ἀφηγηθῆ. Ἀλλ’ ὑπελάβομεν ὅτι ἠθέλομεν ἀπασχολήσει μάτην τὴν Βουλήν, καθ’ ὃν χρόνον ἐγγίζουσιν αἱ ἑορταί, ἐὰν ἀφηροῦμεν ἀπ’ αὐτῆς τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον ἠθέλομεν καταναλώσει εἰς εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει καὶ συμφέρον καὶ δικαίωμα νὰ ἐπικρίνῃ τὸ νομοσχέδιον ἡμῶν, ἐσταυρώσαμεν τὰς χεῖράς μας, καὶ ἀκούομεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν, περιμένοντες νὰ ἐξαντλήσῃ τέλος πάντων πάντα τὰ ἐπιχειρήματα, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀπαντήσωμεν ἐπὶ πάντων, καὶ διαφωτίσωμεν τὴν Βουλήν, ἵνα ἐν ἐπιγνώσει δώσῃ τὴν ψῆφον αὐτῆς. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε τί ἐλέχθη ὑπὸ τῶν ἀγορευσάντων; Νὰ ἐγερθῶ διὰ νὰ ἀνασκευάσω τὰς βεβαιώσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, ὁ ὁποῖος τολμᾷ νὰ ὁμιλῇ ἐν ὀνόματι τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τοῦ 1885, ἐνῷ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου δὲν ἦτο εἰμὴ δικαστικὸς σύμβουλος, ἤτοι μέλος τοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἀπεφαίνετο ἐπὶ τῶν προτεινομένων ἐφέσεων κατὰ τῶν ὑπὸ τῶν ἐφόρων ἐπιβληθεισῶν ποινῶν; Καὶ ὁμιλεῖ ἐν ὀνόματι τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου, διὰ νὰ περιβάλῃ μὲ περισσότερον κῦρος τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτοῦ! Τί εἶπον μέχρι τοῦδε οἱ κ. κ. Βουλευταὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ἀγορεύσαντες, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ σπεύσωμεν νὰ ἀναιρέσωμεν ἡμεῖς; Ἐμνήσθησαν τῶν κατοίκων τῆς Τριχωνίας, καὶ ἐλεεινολόγησαν αὐτούς, καὶ εὗρον αὐτοὺς συρομένους ἐπὶ τῶν ἀπροσίτων ὀρέων· ἔπρεπε τάχα νὰ ποιήσωμεν γεωγραφικὰς διορθώσεις; Εἶπον ὅτι ὁ νόμος περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, διὰ τῶν κοπτηρίων, δὲν ἐπάγει περισσότερα ἔξοδα, διότι πρέπει ἐκ τῶν ἐξόδων αὐτοῦ νὰ ἀφαιρέσωμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δαπανῶνται εἰς κοπὴν καὶ συσκευὴν τοῦ καπνοῦ. Ἀλλ’ ἔπρεπε τάχα νὰ ἐγερθῶμεν, ἵνα εἴπωμεν εἰς τοὺς ταῦτα λέγοντας, πῶς στέργουσι καὶ προστιθέασιν εἰς τὰ ἐκ τοῦ συστήματος τῶν κοπτηρίων ἔσοδα καὶ τὰ πληρονόμενα διὰ κοπὴν καὶ συσκευὴν τοῦ καπνοῦ, ἐνῷ, ὅταν πρόκηται περὶ τῶν ἐξόδων, ζητοῦσι νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰ ἔξοδα τῆς κοπῆς καὶ τῆς συσκευῆς; Νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὰ βιβλία τῆς πιστοχρεώσεως δὲν ἀπαιτοῦσι διπλογραφικὰς γνώσεις; Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει πλὴν τῶν ἀγορευσάντων εἶναι καὶ ἄλλοι λογάδες, καὶ τῶν ὁποίων τὴν γνώμην ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἀκούσῃ, περιμένομεν νὰ ἀκούσωμεν καὶ τούτους, ἵνα ἀπαντήσωμεν πρὸς ὅλους. Καὶ ἐλέγχουσιν ἡμᾶς, ὅτι ἡμεῖς σιωπῶμεν, ὅτι ἀπέχομεν τῆς συζητήσεως, καὶ ἀφίνομεν τὸ στάδιον εἰς τοὺς κυρίους νὰ συζητῶσι μονολογοῦντες; Νομίζω, ὅτι πολὺ πλανᾷ αὐτοὺς ἡ πρὸς τὰ πρόσωπα αὐτῶν ἀγάπη· φρονῶ δὲ, ὅτι δὲν πρέπει οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τοσοῦτον νὰ ἀγαπῶσιν ἑαυτούς, ἵνα μὴ λέγωσιν, ἵνα δύνωνται νὰ κινῶσι τὴν ἔκπληξιν ἢ τὸν γέλωτα τῶν ἀκουόντων. Ὀφείλουσιν, ἀναμιμνησκόμενοι τὴν Πολιτείαν αὑτῶν, νὰ ἦναι δίκαιοι, καὶ νὰ μὴ ἐπικρίνωσι τοὺς ἄλλους ἄνευ ἀφορμῆς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§140Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπὶ τοῦ παρεμβληθέντος ζητήματος δύο λέξεις. Συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσιν εἰς τὴν πεσοῦσαν Κυβέρνησιν, δὲν ἔχουσι πολλὰ δικαιώματα ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ θὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν ἐκ Μεσσηνίας κ. Βουλευτὴν, ὅτι εἷς τῶν λόγων, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐγένετο ὁ ἀγὼν τῆς 14 Ὀκτωβρίου, ἦτο ἀκριβῶς καὶ οὗτος, ὁ τρόπος τῆς πρεπούσης ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεως. Ἐὰν λοιπὸν ἦμαι σύμφωνος, ὅτι τὸ σήμερον συμβαῖνον συνέβη καὶ τότε, καὶ ὅτι δὲν εἶναι τὸ πρέπον, δὲν νομίζω, ὅτι ἐπαρκῶς δικαιολογοῦνται οἱ φρονοῦντες, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ μονόλογος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέπεμψε τοὺς Βουλευτὰς εἰς ὅσα εἶπε καὶ ἔγραψεν εἰς ἄλλην περίοδον, δηλαδὴ πρὸ 6 ἐτῶν· πιθανὸν ἄλλοι νὰ ἔχωσιν ἰσχυροτέραν ἐμοῦ τὴν μνήμην καὶ νὰ ἐνθυμῶνται πάντα ταῦτα, ἀλλὰ τῇ ἀληθείᾳ θὰ διστάσω, ὅτι πάντες ἔχουσι πρόχειρα τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἵνα τοῖς χρησιμεύσωσιν εἰς ἀντίκρουσιν τῶν λεχθέντων κατὰ τὰς τελευταίας συνεδριάσεις.
§141ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Εἰς ὅσα εἶπεν εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον.
§142Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι ἐδικαιολογεῖτο ἐπαρκῶς νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἀναμένει ὅλας ἀνεξαιρέτως τὰς γνώμας, ἵνα ἀπαντήσῃ καὶ ἅπαξ. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον τοῦτο εἶναι ἀκριβὲς, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ πτέρυξ ἡ ἐντεῦθεν δύναται νὰ ἔχῃ ἓν παράπονον, ὅτι οὐδὲν ἤκουσε λεχθὲν παρὰ τῶν ὑποστηριζόντων τὸ νομοσχέδιον πλὴν τῆς Κυβερνήσεως· ἆρά γε θὰ μᾶς παραπέμψωσιν εἰς τὰ γραφέντα καὶ λεχθέντα πρὸ ἑξαετίας; ἢ μήπως πρόκηται περὶ ἐπουσιώδους τινὸς νομοσχεδίου; Λησμονοῦμεν ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς ὑπέδειξε τὸ βάραθρον, εἰς τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ πέσωμεν μετ’ οὐ πολὺ, ἕνεκα τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα ἔλαβε καὶ ἡ τέως καὶ ἡ νῦν Κυβέρνησις; Μήπως πρόκηται περὶ φορολογίας δευτερευούσης καὶ τριτευούσης ἀξίας, ἢ πρόκηται περὶ τοῦ καπνοῦ, ὅστις καὶ ἐν τῷ ἐνεστῶτι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὡς ἓν τῶν μεγίστων προϊόντων τῆς χώρας ἡμῶν; Λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν· τὸ Σύνταγμα τὸ ὁποῖον ἐνέγραψε τὰς τρεῖς συζητήσεις, εἶχε τὴν ἔννοιάν του, ἡ πρώτη ἀνάγνωσις εἶνε ἡ προειδοποίησις πρὸς τοὺς παραγωγοὺς τοὺς ἐμπόρους καὶ ὅλους. Ἑπτὰ ῥήτορες ἐντεῦθεν, ἅπαντες μηδενὸς ἐξαιρουμένου, ὡμίλησαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὁ ἀξιότιμος δὲ ἐκ Λαρίσσης συνάδελφός μου, ὑπὸ τοιαύτας τροποποιήσεις ἐν τῷ μέλλοντι ὑπεστήριξε τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὑπέδειξε μάλιστα, ὅτι δέχεται νὰ διατηρηθῇ ἐπὶ χρόνον ὡρισμένον τὸ σύστημα τῶν καπνοκοπτηρίων, ὥστε καὶ αὐτὸς κατεδίκασε τὸ νομοσχέδιον. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μὴ παραδεχθῶ ἀνεξετάστως, ὅτι ἡ σιωπὴ τῆς Συμπολιτεύσεως ἔχει τοῦτον τὸν σκοπὸν, ἵνα βραδύτερον γείνῃ ἡ πρέπουσα συζήτησις. Ἡ σιωπὴ καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν φίλων αὐτῆς δὲν δύναται νὰ μὲ κάμῃ νὰ παραδεχθῶ ἄλλο τι ἢ μόνον, ὅτι οἱ μὲν φίλοι τῆς Κυβερνήσεως ἀσπάζονται τὰ ἐπιχειρήματα τῶν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀγορευσάντων, ἡ δὲ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ δεχθῇ τὸ ῥιπτόμενον πρὸς αὐτὴν χειρόκτιον.
§143ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπαγγέλλεται, ὅτι θέλει εἰσπράξει 5 ἑκατομμύρια δραχμῶν, εἰσήγαγε δὲ αὐτὸ εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνόδου ταύτης μετὰ τῆς προθέσεως νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν συζήτησιν, τοῦτο τοὐλάχιστον ἐνομίζομεν, ὅπως φθάσῃ εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας. Ἐπαγγελλόμενος δὲ, ὅτι θέλει εἰσπράξει τὰ πέντε ἑκατομμύρια, ἅτινα ἔλεγεν ὅτι δὲν ἠδυνήθημεν νὰ εἰσπράξωμεν ἡμεῖς διὰ τῶν μέχρι τοῦδε νόμων, ὑπολογίζων, ὡς ὑπελόγιζεν, εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου καὶ τὰ ἔξοδα τῆς κοπῆς, λέγει, ὅτι σπεύδει νὰ ἐπιτελέσῃ τὴν ἐργασίαν τῆς μεταβολῆς διὰ τῆς ἀναγνώσεως εἰς πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ λησμονεῖ, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συνόδου ταύτης οὐδὲν ἐπράξαμεν ἕνεκα αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐπὶ δεκαπέντε ἡμέρας δὲν ἠθέλησε νὰ συνεδριάσωμεν, καίτοι ἦτο παροῦσα καὶ κατηρτισμένη ἡ Βουλή, ἐπὶ δέκα δὲ πάλιν ἡμέρας κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα δὲν συνεδριάσαμεν, ἄνευ οὐδενὸς λόγου, καὶ χθὲς ἔτι δὲν συνεδριάσαμεν ἄνευ οὐδενὸς λόγου. Ὑμεῖς ἀπεδείξατε, ὅτι οὐδόλως σπεύδετε, ὅπως προχωρήσωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, καὶ ὅμως λέγετε, ὅτι ἡμεῖς παρακωλύομεν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἀπῃτήσαμεν νὰ συζητήσωμεν ἐνταῦθα ἐν τῇ πρώτῃ ἀναγνώσει! Ἡμεῖς ἀπεδείξαμεν, ὅτι πράττομεν πᾶν ὅ,τι συντελεῖ, ὅπως προοδεύσωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὑμεῖς παρακωλύετε αὐτάς. (Ποδοκροτήματα ἔν τισι θεωρείοις).
§144ΡΑΛΛΗΣ, ΣΧΙΝΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρέπει νὰ ἀνέχησθε τὴν κατάστασιν αὐτήν.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ κενωθῶσι τὰ ἀτακτήσαντα θεωρεῖα. (Κενοῦνται τρία θεωρεῖα).
§146ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως κατηγορήθημεν, ὅτι παρακωλύομεν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι διὰ τοῦτο δὲν ὁμιλεῖ, διότι, ἂν ὁμιλήσῃ, θέλει ἀναβληθῆ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τὴν ἑσπέραν ταύτην.
§147ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον αὐτό.
§148ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἴπετε, ὅτι διὰ τῶν συζητήσεων τῆς μειονοψηφίας παρακωλύεται ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν.
§149ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐνεκάλεσα τὴν μειονοψηφίαν, ὡς παρακωλύουσαν τὰς ἐργασίας, οὐδὲ αἰτίασίν τινα, εἴτε ἄμεσον εἴτε ἔμμεσον, ἀπηύθυνα κατὰ τῆς μειονοψηφίας.
§150ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι ἀμέσως ἀπηυθύνατε αἰτίασιν κατὰ τῆς μειονοψηφίας, δέχομαι δὲ καὶ ὅτι οὐδ’ ἐμμέσως ἀπηυθύνατε τοιαύτην αἰτίασιν· λέγω ὅμως, ὅτι εἴπατε, ὅτι σπεύδετε νὰ ψηφίσητε ἀπόψε τὸ νομοσχέδιον, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ὁμιλεῖτε.
§151ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ποιήσῃ θυσίαν τινὰ, τὴν θυσίαν νὰ μείνῃ νὰ συζητήσῃ, μέχρις ὅτου ψηφίσωμεν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον. Μέχρι τοῦδε οὐδέποτε ἐζήτησά τι τοιοῦτον, πρῶτος δ’ ἐγὼ, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὀγδόη ὥρα, λαμβάνω τὸν πῖλόν μου καὶ ἀναχωρῶ. Οὐδέποτε ἐζήτησα νὰ καταγγείλω ἢ στηλιτεύσω τινὰ, διότι δὲν παραμένει μέχρι πρωΐας ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ· εἶπον μόνον, ὅτι ἐγὼ σκοπεύω νὰ ἀπαντήσω συλλήβδην πρὸς πάντας, ὅταν ὁμιλήσωσι πάντες, ἵνα μὴ ἀναγκάζωμαι νὰ ἔρχωμαι εἰς διαλογικὰς συζητήσεις μετ’ αὐτῶν. Διατὶ ἀποδίδετε εἰς ἐμὲ λέξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐξῆλθον τοῦ ἕρκους τῶν ὀδόντων μου; Διατὶ ἀποδίδετε εἰς τὴν διάνοιάν μου ἐννοίας, τὰς ὁποίας δὲν συνέλαβον; Συζητοῦμεν οὐχὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας, συζητοῦμεν ἐπὶ τῆς τακτικῆς, ἐπὶ τῆς τακτικῆς δὲ ὑποστηρίζω καὶ παρακαλῶ τοὺς κυρίους ῥήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ὁμιλήσωσιν, ἵνα ἀπαντήσω πρὸς πάντας.
§152ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Χαίρω, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξηγήθη.
§153ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχετε ἀφορμὴν οὐδὲ νὰ χαρῆτε, οὔτε νὰ λυπηθῆτε· ἐγὼ ἐπανέλαβον ἤδη ὅ,τι εἶχον εἴπει καὶ πρότερον.
§154ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ οὕτως ἀντελήφθην. Χαίρω, ὅτι δὲν σπεύδει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τελειώσῃ τὴν ἐργασίαν, καὶ λέγω, ὅτι, ἂν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐφάνησαν σπουδαῖοι οἱ λόγοι τῶν προαγορευσάντων, λόγοι μεστοὶ ἐννοίας, μεστοὶ ἐπιχειρημάτων, μεστοὶ ἐπεμβάσεων εἰς τὰς λεπτομερείας, ἐὰν ταῦτα δὲν ἐφάνησαν σπουδαῖα, δὲν προὐξένησε τοὐλάχιστον ἐντύπωσιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὸ συμπέρασμα τῆς ὁμιλίας ἑνὸς τῶν προαγορευσάντων, τὸ συμπέρασμα τῆς ὁμιλίας τοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συναδέλφου, τοῦ πεπειραμένου καὶ ἄριστα γινώσκοντος τὰ τῶν οἰκονομικῶν περιστάσεων τῆς χώρας, ὅτι πᾶσα ἐλάττωσις τῶν εἰσπράξεων τοῦ Κράτους—καὶ τοιαύτην βλέπει, ὅτι ὑπισχνεῖται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,—δύναται νὰ φέρῃ ἀνεπανορθώτους συνεπείας εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους; Ἡμεῖς ἔχομεν ἄλλην γνώμην. Ἡ σοβαρὰ προειδοποίησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἀφῆκεν ἀτάραχον τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου περὶ ἐπαναφορᾶς ἀποτυχόντος συστήματος, ἐνῷ αὐτὸς οὗτος ἐν τῇ εἰσηγήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐδεικνύετο ἄτολμος εἰς δοκιμὰς, καὶ διὰ τοῦτο δὲν κρίνει ἀναγκαῖον νὰ ὁμιλήσῃ. Ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους πρέπει νὰ ἐξακολουθῶμεν νὰ συζητῶμεν, δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ οὕτως, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν μονολογοῦντες.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κυκλάδων κ. Μπούμπουλης ἔχει τὸν λόγον, ἀλλ’ εἶναι ἀπών. Μετὰ τὸν κ. Μπούμπουλην ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Ταταράκης.
§156ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, κύριε Πρόεδρε.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τράκας.
§158ΤΡΑΚΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, πραγματικῶς ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ, ἢ τὸ εἰσαχθὲν νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ εἶναι σπουδαῖον, καὶ ἀπαιτεῖ μεγάλην συζήτησιν. Δυστυχῶς εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλλωμεν φόρον εἰς τὸν καπνὸν καὶ φόρον βαρὺν, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου τούτου πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὄχι μόνον τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ τὴν κατάστασιν καὶ τὰ συμφέροντα τῶν παραγωγῶν, τῶν καταναλωτῶν, τῶν ἐμπόρων καὶ τῆς κοινωνίας ἐν γένει. Διὰ τοῦ συστήματος τοῦ ἰσχύοντος τῶν καπνοκοπτηρίων, παρατηροῦμεν, ὅτι ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἐπέρχεται ἐλάττωσις τῶν ἐσόδων τοῦ καπνοῦ καὶ ἐλάττωσις τοιαύτη, ὥστε πιθανὸν εἶναι, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1892 δὲν θέλει ὑπερβῆ τὸ ἔσοδον τοῦτο τὴν φορολογίαν τῶν πεντακοσίων χιλιάδων ὀκάδων, ἀφοῦ κατὰ τὸ 1890 ἐφορολογήθησαν 713 χιλιάδες ὀκάδες, καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος περὶ τὰς ἑξακοσίας χιλιάδας ὀκάδας. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ κατανάλωσις τοῦ καπνοῦ ἐν Ἑλλάδι ὑπερβαίνει τὰ 3½ ἑκατομμύρια ὀκάδων, τοῦτο δὲ, διότι κατὰ τοὺς πιθανωτέρους ὑπολογισμοὺς πίνουν καπνὸν 600,000 κατοίκων, καὶ ἂν εἰς ἕκαστον καπνίζοντα ὑπολογίσωμεν κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἓξ ὀκάδας κατ’ ἔτος, ἔχομεν 3,600,000 ὀκάδας κατ’ ἔτος καπνὸν καταναλισκόμενον, φορολογεῖται δὲ μόνον τὸ ἓν ἕβδομον. Πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὸς ὁ νόμος; Ὄχι· διότι εἶναι νόμος ἐντελῶς καταδεδικασμένος, διότι οὔτε εἰσοδήματα φέρει εἰς τὸ Δημόσιον, οὔτε τοὺς καπνοπαραγωγοὺς ὠφελεῖ. Δὲν ὠφελεῖ δὲ, ἀλλὰ τοὐναντίον ζημιοῖ μεγάλως τοὺς καπνοπαραγωγοὺς, διότι ἕκαστος ἔμπορος ἀγοράζει τὴν μικρὰν ἐκείνην ποσότητα, τὴν ὁποίαν θὰ δυνηθῇ ὑπὸ τὸ βάρος τῶν διατάξεων τοῦ ὑφισταμένου νόμου νὰ πωλήσῃ, ὁ δὲ καπνοπαραγωγὸς ἀναγκάζεται τὸ ἀπομένον εἰς αὐτὸν ποσὸν τοῦ καπνοῦ νὰ τὸ δώσῃ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι ζητήσει τοῦτο τὴν νύκτα, καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ πληρώσωσι τὸ προϊόν του εἰς τὸ ἥμισυ τῆς τιμῆς, διότι οὗτοι τὸ ἀγοράζουσι διὰ νὰ ἐνεργήσωσι λαθρεμπόριον· ἐὰν δὲ δὲν δεχθῇ νὰ τὸ πωλήσῃ εἰς τοὺς τοιούτους λαθρεμπόρους, θὰ ἀφήσῃ ἀποθηκευμένον τὸ πρᾶγμά του ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη, καὶ θὰ καταστραφῇ. Πρέπει λοιπὸν νὰ σκεφθῶμεν σπουδαίως ὄχι μόνον διὰ νὰ εἰσπράξωμεν φόρους, ἀλλὰ καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ προστατεύσωμεν τοὺς παραγωγούς, οἱ ὁποῖοι κατεστράφησαν. Ἡ παραγωγὴ ἐν Ἑλλάδι εἶναι πλέον τῶν 6,000,000 ὀκάδων, ἐξ ὧν 3,500,000 καταναλίσκονται ἐν Ἑλλάδι, καὶ 2,500,000 ἐξέρχονται εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐπειδὴ δὲ παρεδέχθημεν καὶ τὰ ξενικὰ καπνὰ εἰς διαμετακόμισιν, μεγάλως παρακωλύεται ἡ Ἑλληνικὴ παραγωγὴ νὰ ἐξαγάγῃ καπνὰ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Περὶ πάντων τούτων πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως βελτιωθῇ ἡ κατάστασις τοῦ προϊόντος τούτου, καὶ παύσωσιν αἱ καταχρήσεις αἱ κατὰ τὴν φορολογίαν αὐτοῦ ἐπιζήμιαι εἰς ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας. Διὸ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον καὶ ἐγὼ ἀναγκάζομαι νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν μίαν γνώμην, ἡ ὁποία βεβαίως θὰ φανῇ πολὺ ἀπηρχαιωμένη καὶ βάρβαρος, ἀλλ’ εἶναι ἡ μόνη, ἥτις καὶ τὸ ἔσοδον τοῦ Δημοσίου θὰ ἐξασφαλίσῃ, καὶ τοὺς καπνοπαραγωγοὺς καὶ τοὺς ἐμπόρους καὶ τοὺς καταναλωτὰς θὰ εὐεργετήσῃ. Νομίζω, ὅτι δυνάμεθα ἀντὶ παντὸς ἄλλου συστήματος νὰ εἰσπράξωμεν τὸν φόρον, φορολογοῦντες ἅπαξ κατ’ ἔτος ἕκαστον τῶν καπνιζόντων. Καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἄδικον οἵ τε πλούσιοι καὶ οἱ πτωχοὶ νὰ πληρώνωσιν ἴσον φόρον, νὰ ὁρίσωμεν τέσσαρας τάξεις, καὶ ἡ μὲν πρώτη τάξις τῶν καπνιζόντων νὰ πληρώσῃ 50 δραχμὰς κατ’ ἔτος, ἡ δευτέρα 25, ἡ τρίτη 15 καὶ ἡ τετάρτη, εἰς ἣν θὰ καταταχθῶσιν οἱ πτωχότεροι, μόνον 5 δραχμὰς κατ’ ἔτος. Ἐγὼ μάλιστα ἔκαμα περὶ τούτου λόγον εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ ζητήσῃ ἀπὸ πάντα πίνοντα καπνὸν νὰ κάμῃ μίαν δήλωσιν, διὰ νὰ ἴδωμεν εἰς ποῖον ἀριθμὸν θὰ ἀνέλθωσιν οἱ καπνίζοντες.
§159ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ δηλώσεις θὰ γείνωσι κατὰ τάξεις;
§160ΤΡΑΚΑΣ. Ὄχι· αἱ τάξεις θὰ ὁρισθῶσι κατόπιν διὰ συστηθησομένης ἐπιτροπῆς. Ταῦτα ἀφορῶσι τὰς λεπτομερείας· τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, εἶναι, ἂν ἐπιτρέπηται τοιαύτη φορολογία.
§161ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι ἀντισυνταγματικὴ, κεφαλικὴ φορολογία, βάρβαρος.
§162ΤΡΑΚΑΣ. Πλέον βάρβαρος εἶναι τὰ καπνοκοπτήρια, τὰ ὁποῖα εἶναι χειρότερα ἀπὸ τὴν κεφαλικὴν φορολογίαν.
§163ΣΚΟΥΖΕΣ. Αὐτὴ, ἣν προτείνετε, εἶναι φορολογία μᾶλλον στομαχική.
§164ΤΡΑΚΑΣ. Ὅπως θέλετε, ὀνομάσατέ την, νομίζω ὅμως, ὅτι αὕτη θέλει ἀσφαλίσει τὸ εἰσόδημα τοῦ Δημοσίου εἰς ὅσον ποσὸν ἤθελεν ὁρισθῆ, καὶ συγχρόνως θὰ εὐεργετήσῃ ἅπασαν τὴν κοινωνίαν καὶ θὰ καταπαύσῃ τὸ ἐπαχθὲς καὶ λῃστρικὸν τῆς φορολογίας ταύτης σύστημα. Προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ ὑπάρχων νόμος τῶν καπνοκοπτηρίων εἶναι ἐπιβλαβὴς καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τῶν παραγωγῶν, καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ποιουμένων χρῆσιν τοῦ καπνοῦ, καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἀπόδειξις δὲ εἶναι τὸ λαθρεμπόριον, τὸ ὁποῖον κατέστη κοινότατον.
§165ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Οἱ παραγωγοὶ δὲν παρεπονέθησαν.
§166ΤΡΑΚΑΣ. Παρεπονέθησαν σπουδαίως, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπῆλθεν ὁ νόμος τοῦ 1885, ὁ ὁποῖος ὅμως δυστυχῶς δὲν ἐφηρμόσθη καταλλήλως, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔπεσεν.
§167ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφηρμόσθη ἐπὶ τρεῖς μῆνας.
§168ΤΡΑΚΑΣ. Ἡ νέα Κυβέρνησις ἀπὸ πρώτης Μαΐου 1886 ἄφησε τοὺς ἀνθρώπους νὰ κάμουν ὅ,τι θέλουν, δὲν ἐπεμελήθη τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐκείνου, καὶ οὕτως, ὅ,τι εἶχε δηλωθῆ ἕως τότε, ἐφορολογήθη, τὸ ἄλλο ἔμεινεν ἀφορολόγητον. Ὁ δῆμος Ὑπάτης κατ’ ἔτος παράγει 300– 500 χιλιάδας ὀκάδας, καὶ ἐνῷ μέχρι τοῦ ἔτους 1885 δὲν ἠδύνατο νὰ πωλήσῃ πλέον τοῦ 50–60 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν τὸν καπνὸν, κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, καὶ κατὰ τὸ 1886 ἐπώλησαν τὸν καπνὸν πρὸς 1,80. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον μοὶ ἔδωσαν τὴν ψῆφόν των ἤδη διὰ νὰ ἐπανέλθῃ πάλιν ὁ νόμος τοῦ 1885. Βεβαίως ὁ νόμος ὁ εἰσαγόμενος ἔχει τὰ ἐλαττώματά του· ἀλλ’ ὁ ὑπάρχων εἶναι καταδικασμένος, καὶ εἶπον τοὺς λόγους. Ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω ἤδη τὸν εἰσαγόμενον. Ὅλοι οἱ ῥήτορες οἱ λαλήσαντες, καὶ μάλιστα ὁ ἐκ Ζακύνθου συνάδελφος, εἶπον, ὅτι καταστρέφεται ὁ παραγωγὸς, διότι θὰ παραδοθῇ εἰς τὸν καπνέμπορον δέσμιος, διότι ὁ παραγωγὸς θὰ δώσῃ τὴν ἐγγύησιν κτλ. Ποῦ τὸν ὑποχρεοῖ εἰς τοῦτο ὁ νόμος, ἐγὼ δὲν βλέπω· ὁ παραγωγὸς μόνον ὑποχρεοῦται νὰ κάμῃ μίαν δήλωσιν, ἥτις θὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἡ μόνη βάσις τῆς φορολογίας· ἀλλὰ καὶ τὸ Δημόσιον ὀφείλει νὰ συντρέχῃ τὸν παραγωγὸν καὶ φροντίζῃ νὰ ἐξοδεύσῃ τὸν καπνόν του ἔν τε τῷ ἐσωτερικῷ καὶ τῷ ἐξωτερικῷ ὁ ἄνθρωπος οὗτος, διότι τότε θὰ βελτιωθῇ ἡ παραγωγή. Ἐγὼ εἶμαι ἀπὸ ἐπαρχίαν, τῆς ὁποίας τὸ δεύτερον εἰσόδημα μετὰ τὸν σῖτον εἶναι ὁ καπνός. Ἡ Φθιῶτις κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, πρὶν ἔλθουν οἱ νόμοι αὐτοὶ, παρήγαγεν 1,200,000 ὀκάδας, τώρα παράγει ἴσως 400,000, καὶ θὰ παύσῃ ἐντελῶς, διότι δὲν ἐξοδεύεται τὸ πρᾶγμα. Εἰς τὰ 1885 σχεδὸν ὅλοι οἱ Δήμαρχοι, διότι δυστυχῶς ἐν τῷ νομῷ Φθιώτιδος κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν οἱ Δήμαρχοι, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸ ἀντίθετον κόμμα, ἦσαν τὰ ¾, ἔδωσαν συμβουλὰς εἰς τοὺς παραγωγοὺς νὰ μὴ δηλώσουν ἀκριβῶς, ἐπίτηδες διὰ νὰ φανῇ ὁ νόμος κακὸς, καὶ οὕτω κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογήν του περιεπλέχθησάν τινες τῶν παραγωγῶν, ἀλλὰ καὶ πάλιν, ὡς ἐβεβαίωσαν οἱ κατὰ τοῦ νόμου τούτου ὁμιλήσαντες συνάδελφοι, ἐντὸς τῶν τριῶν πρώτων μηνῶν καὶ 20 ἡμερῶν ἐβεβαιώθη φορολογήσιμος καπνὸς ὀκάδες 666 χιλιάδας, καὶ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1886 ὀκάδες 563 χιλιάδας, ἤτοι ἐν ὅλῳ ὀκάδες ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ διακόσιαι χιλιάδες, τουτέστιν ἐφορολογήθησαν ἐτησίως 900,000 ὀκάδες καὶ πλέον· ὥστε καὶ μ’ ὅλην τὴν ἐγκατάλειψιν, ἣν ἔλαβεν ὁ νόμος οὗτος ὑπὸ τῆς διαδόχου Κυβερνήσεως, πάλιν ἐφορολόγησεν ἀρκετὴν ποσότητα καπνοῦ.
§169ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ πίνακες ἀποδεικνύουσι τὸ ἐναντίον· ἀποδεικνύουσιν ὅτι μετὰ τὴν ἄνοδον τῆς Κυβερνήσεως, τῆς διευθυνομένης ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη, ηὔξησαν αἱ δηλώσεις. Κατὰ τὸ 1886 ἔχομεν κατὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον μέχρι Μαΐου τὰ ἑξῆς ποσά: 27, 32, 34, 33 χιλιάδας, δραχμῶν, ἀπὸ δὲ τοῦ Μαΐου 44, 54, 51, 42, 54, 64 χιλιάδας, καὶ 63 χιλιάδας τὸν Δεκέμβριον, καὶ ἐξακολουθοῦσιν οὕτω μέχρις Αὐγούστου 1887, ὅτε ἐφηρμόσθη ὁ νέος νόμος.
§170ΤΡΑΚΑΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι· ἀφοῦ κατὰ τὸν Σεπτέμβριον, Ὀκτώβριον, Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον τοῦ 1885, ἐδηλώθησαν 660,000 ὀκάδες, ἀποδεικνύεται λοιπὸν, ὅτι ἡ συμβουλὴ ἐδόθη τοιαύτη. Ἐκτὸς δὲ τούτου ἀποδεικνύεται, ὅτι οὔτε οἱ ὑπάλληλοι πρὸς ἐπιτήρησιν τοῦ καπνοῦ, οὔτε οἱ ἔφοροι καθωδήγησαν τοὺς παραγωγοὺς νὰ δηλώσωσιν ἀκριβῶς τὸν καπνὸν, δι’ αὐτὸ οὗτοι ὑπέπεσαν εἰς διάφορα σφάλματα. Ὅταν ὅμως ὁ νόμος ἐφαρμοσθῇ καταλλήλως, ὅταν πεισθῇ ὁ παραγωγὸς, ὅτι τὸ συμφέρον του εἶναι νὰ δηλώσῃ ἀκριβῶς, τότε ἐκλείπει τὸ λαθρεμπόριον καὶ πᾶς ἄλλος φόβος λαθρεμπορίας. Λοιπὸν, εἶμαι κατ’ ἀρχὴν συμφωνότατος πρὸς τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, ἀλλ’ ὡς παρατηρῶ, ἂν θέλωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον 5 δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν, πάλιν δίδομεν αἰτίαν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ λαθρεμπόριον, καθὼς καὶ ἂν ἐξακολουθῇ νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὸν τὸ σιγαρόχαρτον. Διὰ νὰ καταστραφῇ τὸ λαθρεμπόριον, εἶναι ἀνάγκη τὸ μὲν σιγαρόχαρτον νὰ μείνῃ μονοπώλιον εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ τὰ 100 φύλλα νὰ πωλῶνται πρὸς 10 λεπτὰ, νὰ πωλῶνται δὲ καὶ 50 φύλλα πρὸς 5 λεπτὰ,—διότι ὁ πτωχὸς ποῦ νὰ εὕρῃ τὰ 10 λεπτὰ διὰ τὸ χαρτὶ καὶ τὰ εἴκοσι διὰ τὸν καπνόν; — νὰ μὴ ἦναι δὲ ὑποχρεωτικὸν τὸ σιγαρόχαρτον, διότι εἷς δὲν θέλει σιγάρα, θέλει νὰ πίνῃ τσιμποῦκι, ἕτερος, μὴ εὐκολυνόμενος νὰ πληρώσῃ ταὐτοχρόνως τὰς 2 δραχμὰς ἢ μίαν διὰ τὸ σιγαρόχαρτον, ἐπιθυμεῖ νὰ τὸ ἀγοράζῃ ἐκ διαλειμμάτων. Ὁ δὲ καπνὸς, ἀντὶ 5 δραχμῶν, θεωρῶ συμφέρον τοῦ Δημοσίου νὰ ἐλαττωθῇ εἰς 3 δραχμὰς, ἔχω δὲ πεποίθησιν, ὅτι τότε θὰ φορολογήσωμεν βεβαίως πλέον τῶν 2 ἑκατομμυρίων ὀκάδων, ἀλλ’ ἀρκοῦν καὶ τὰ 2,000,000· πρὸς 3 δραχμὰς φέρουν φόρον δραχ. 6,000,000, καὶ πρὸς μίαν δραχμὴν τὸ σιγαρόχαρτον, θὰ εἰσπράξωμεν ἄλλα 2 ἑκατομμύρια. «Ἡ φθήνια τρώγει τὸν παρᾶν!» Μὴ φεύγετε ἀπὸ αὐτό. Ὅσον φόρον ἐπιβάλλετε περισσότερον, τόσον χειρότερον γίνεται τὸ λαθρεμπόριον. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκ τῶν οἰκονομολόγων νὰ κρατῶ λογαριασμοὺς καὶ πίνακας, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι πολὺ καλὰ, ὅτι πρὶν ἔλθουν οἱ νόμοι αὐτοὶ οἱ τελωνειακοί, εἴχομεν 22,000,000 εἰσπράξεις ἀπὸ φόρους εἰσαγωγῆς. Ἀφοῦ δὲ ἐπεβάλλομεν δυσβαστάκτους τελωνειακοὺς δασμοὺς 30, 40, 50 καὶ εἴς τινα εἴδη 400% παραπάνω, καὶ ἐνῷ τὰ 22 ἔπρεπε νὰ γείνουν 50 ἢ 60 ἑκατομμύρια, ηὔξησαν μόνον εἰς 27 ἢ 28 ἑκατομμύρια· διότι ὁ ἔμπορος, ὅστις φέρει 100 χιλιάδων δραχμῶν πρᾶγμα ἀπὸ τὴν Εὐρώπην, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ πληρώσῃ 50 χιλιάδας δραχμὰς φόρους τελωνειακοὺς καὶ τοῖς μετρητοῖς, θὰ συνεννοηθῇ μὲ τὸν τελώνην, μὲ τὸν ἐλεγκτὴν καὶ μὲ τοὺς τελωνοφύλακας καὶ ἄλλους, καὶ θὰ πληρώσῃ μόνον 15,000, καὶ τὸ Δημόσιον θὰ χάσῃ τὰς 35 χιλιάδας. Ὑπῆρξε τῷ ὄντι αὔξησις κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, διότι ἡ Κυβέρνησις κατέγεινε περισσότερον, ὡς στενοχωρήσασα τοὺς ὑπαλλήλους νὰ ἦναι ἐπιμελέστεροι καὶ αὐστηρότεροι, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ αὔξησις αὕτη σπουδαία, διότι, ἂν σήμερον τὰ τελωνεῖά μας τεθῶσιν ὑπὸ τοιαύτην ἐπιτήρησιν, ὥστε νὰ φορολογηθῶσι σωστὰ τὰ ἐμπορεύματα, θὰ ἔχωμεν τὰ διπλάσια εἰσοδήματα.
§171ΣΧΙΝΑΣ. Ὄχι βεβαίως μὲ μισθοὺς 100 δραχμῶν.
§172ΤΡΑΚΑΣ. Βεβαίως, πρέπει νὰ διπλασιάσωμεν καὶ τριπλασιάσωμεν τοὺς μισθοὺς τῶν τελωνειακῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ νὰ μορφώσωμεν τοιούτους ἱκανοὺς καὶ εἰλικρινεῖς ὑπαλλήλους. Ἐγὼ πρὸ 22 ἢ 23 ἐτῶν ἤμην τελώνης κατὰ τοὺς μῆνας τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος, καὶ διὰ τοῦ λαθρεμπορίου, τὸ ὁποῖον ἐγένετο τότε, ἐγὼ εἰσέπραττον περισσότερα τότε ὡς τελώνης, παρ’ ὅσα ἄλλοτε κατὰ τὰς αὐτὰς ἐποχὰς, ὅτε ἦτο τετραπλασία ἡ εἰσαγωγή· ἀλλ’ ὅταν εἰδοποίησα τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι εἴς τι ὑποτελωνεῖον δὲν βλέπω εἰσπραττόμενον οὔτε τὸ δωδέκατον τοῦ πραγματικοῦ φόρου, καὶ παρεκάλουν νὰ μοὶ δοθῇ ἡ ἄδεια νὰ μεταβῶ ὁ ἴδιος καὶ ἀναθέσω τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν ταμίαν, χωρὶς ὅμως νὰ τὸ μάθουν ἐκεῖ, μ’ ἔπαυσαν μετὰ 10 ἡμέρας, διότι θὰ συνελάμβανον τὰ 800 μουλάρια, τὰ ὁποῖα ἐπερνοῦσαν ἀφορολόγητα. Κύριοι Βουλευταί, εἶναι τελῶναι, οἱ ὁποῖοι πρὸ 20 ἐτῶν ἦσαν πτωχοὶ ἄνθρωποι, καὶ ἤδη δίδουν εἰς τὰ κορίτσια των 50,000 δραχμὰς προῖκα· τελωνοφύλακες μὲ 50 δραχμὰς μισθὸν ἔχουν 50,000 δραχμὰς περιουσίαν. Ἐδῶ φορολογοῦνται ὀλίγοι καὶ ἰδίως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἱππόται, ἢ φιλότιμοι οἰκοκυραῖοι, ἢ ἀνεπιτήδειοι (μπουνταλάδες), καὶ οἱ ἄλλοι οἱ ἐπιτήδειοι δὲν φορολογοῦνται. Ἔμπορος τῶν Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος πρὸ 3 ἐτῶν ἵδρυσε κατάστημα, ἔχει 500,000 δραχ. περιουσίαν. Πῶς τὴν ἔκαμε; Μὲ λαθρεμπόριον, τὸ ὁποῖον γίνεται ὄχι μὲ κίνδυνον, ἀλλὰ μέσα εἰς τὸ τελωνεῖον, νομιμοποιημένον! Ἐπιβάλετε φόρους, ἀλλὰ καταστήσατε αὐτοὺς ἀνεκτοὺς, καὶ φροντίσατε νὰ φορολογῆτε σωστὰ καὶ πάντας. Σπουδαῖον δὲ εἶναι τὸ ζήτημα τῆς διαμετακομίσεως, ἵνα ἐξέλθῃ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν καὶ ὁ κεκομμένος καὶ ὁπωςδήποτε συνεσκευασμένος ἐξ Ἑλλάδος ἀφορολόγητος. Νομίζω ὅτι αὐτὸ δὲν τὸ διαλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ διάταξις, κανονίζουσα τὰ περὶ τούτου. Εἰς τὰς ἐπαρχίας παράγεται ὁ καπνὸς ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου. Καθ’ ὅν χρόνον θὰ κάμῃ τὴν δήλωσιν ὁ παραγωγὸς, μένει ἐλευθέρα ἡ μεταφορὰ τοῦ καπνοῦ τοῦ κεκομμένου, ὥστε δι’ αὐτοῦ ἐνισχύεται τὸ λαθρεμπόριον, διότι ὁ ἀγοράζων 100 ὀκάδας καπνὸν ἀπὸ τὸν παραγωγὸν καὶ τὸν ἔχει εἰς τὸ κατάστημα μὲ τὸ δηλωτικόν του κεκομμένον, ἀγοράζει καὶ ἄλλον καπνὸν κεκομμένον καὶ τὸν μεταφέρει, καὶ ἔχει πάντοτε ἐκ τῶν 100 ὀκάδων εἰς τὸ κατάστημά του. Λοιπόν, διὰ νὰ προλάβωμεν αὐτὸ, πρέπει νὰ προστεθῇ διάταξις, ἡ ὁποία νὰ ἐμποδίζῃ τὴν τοιαύτην κατάχρησιν. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ φροντίσῃ δι’ ὅλων τῶν μέσων, καὶ διὰ τῶν ὑπαλλήλων, καὶ διὰ τῶν Δημάρχων νὰ γνωστοποιήσῃ εἰς τοὺς παραγωγοὺς, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον των, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ εἰλικρινῶς, διότι, ἐὰν γείνουν αἱ δηλώσεις ἐν ἀκριβείᾳ, οἱ παραγωγοὶ θὰ ἔχουν κέρδη διπλάσια, διότι θὰ πωλήσουν τὸν καπνόν των ἐν ζητήσει μεγάλῃ καὶ διπλασίᾳ ἀξίᾳ, διότι, καταστρεφομένου τοῦ λαθρεμπορίου, θὰ γείνῃ κατανάλωσις 2½ ἑκατομμυρίων, καὶ τότε ὁ παραγωγὸς εἶναι εὐτυχής. Περιοριζόμενος εἰς αὐτὰ ἐπὶ τοῦ παρόντος, προτείνω τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τὰς προεκτεθείσας τροποποιήσεις.
§173ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Εἶναι ἑτοίμη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς πιστώσεως τῶν δύο δωδεκατημορίων, καὶ τὴν ὑποβάλλω.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 62). Εἶναι ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσωσιν ὁ κ. Μισυρλῆς, ὁ κ. Ζωγράφος....
§175ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σιμόπουλος.
§177ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐλόγως, Κύριοι, τὸ περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ νομοσχέδιον διεγείρει τὸ ὕψιστον ἐνδιαφέρον τοῦ τε Κοινοβουλίου καὶ τοῦ κοινοῦ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἄρδην ἀνατρέπεται τὸ ἤδη λειτουργοῦν φορολογικὸν σύστημα, ἐκ τοῦ ὁποίου ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους ἀρύεται ποσὸν 7,000,000 δραχμῶν περίπου. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ Κυβέρνησις προτείνει τολμηροτάτην καινοτομίαν εἰς τὸ παρ’ ἡμῖν φορολογικὸν καθεστώς. Ἐχαρακτήρισα τὴν καινοτομίαν ταύτην τολμηροτάτην, διὰ νὰ μὴ ἀφήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν δυσάρεστον ἐντύπωσιν, ἣν ἐνεποίησεν αὐτῇ ἡ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου αἰτηθεῖσα συγγνώμη ἐπὶ ἀτολμίᾳ ὡς ἐκ τῆς μὴ μεταῤῥυθμίσεως τῶν νόμων, οἵτινες κανονίζουσι τοὺς φόρους ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐπὶ τῶν ζώων καὶ ἐπὶ τῶν οἴνων, διότι καὶ οἱ τρεῖς οὗτοι φόροι, συλλήβδην λαμβανόμενοι, ἀποτελοῦσι πρόσοδον τοῦ Δημοσίου κατωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑπονομεύεται, ἢ μᾶλλον κινδυνεύει νὰ καταστῇ ἄγονον, τὸ μόνον παρ’ ἡμῖν φορολογικὸν ἔδαφος, τὸ ὁποῖον καὶ νῦν ἀποτελεῖ παράγοντα ἐν τῷ δημοσίῳ ἡμῶν θησαυρῷ, καὶ τὸ ὁποῖον, πεφωτισμένως καὶ μεμελετημένως καλλιεργούμενον, δύναται νὰ καταστῇ εἷς τῶν πρωτίστων παραγόντων τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Προσέσχον εἰς τὴν γενομένην ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπιόντος ἔτους 1892. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὥραν κατηνάλωσεν, ἵνα πείσῃ τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι ἐπήνεγκεν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους οἰκονομίας περίπου 1,000,000 δραχμῶν. Πολλὰ ἀπηρίθμησεν ἐπιχειρήματα, ἵν’ ἀποδείξῃ, ὅτι τὰ χρεώγραφα τοῦ ἡμετέρου Κράτους δὲν ὑπέστησαν ἔκτακτον ἔκπτωσιν, ἀλλὰ παρηκολούθησαν τὴν ἔκπτωσιν, ἣν ὑπέστησαν τὰ χρεώγραφα τῶν μεγάλων Κρατῶν τῆς Εὐρώπης, ὡς ἐκ τῆς ἐνσκηψάσης δυσθυμίας εἰς τὰ χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι μετὰ στόμφου ἀνέφερεν ἐντεῦθεν, ὅτι κατώρθωσε διὰ τῶν ἰδίων μέσων νὰ πληρώσῃ τὰ τοκομερίδια τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους τῆς τελευταίας ἑξαμηνίας, ὡσανεὶ τοῦτ’ αὐτὸ δὲν ἐγένετο καὶ πρότερον, ὑπελάμβανε δὲ, ὅτι τοῦτο θὰ συμβάλῃ εἰς τὴν ἀνύψωσιν τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως. Ἐμνήσθην τῶν λόγων τούτων, ἵν’ ἀπομακρύνω ἐκ τῆς διανοίας ὑμῶν τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἔχει πλήρει συνείδησιν τῆς ὀξείας κρίσεως, τὴν ὁποίαν διέρχονται τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἡμῶν. Ἀποκρούων δὲ τὴν ὑπόνοιαν ταύτην, μίαν καὶ μόνην ἐξήγησιν δίδω εἰς τὴν τόλμην, μεθ’ ἧς ἐνεπλήσθη, ὅπως ἀποφασίσῃ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν τολμηρὰν καινοτομίαν τοῦ φορολογικοῦ ἡμῶν καθεστῶτος ὡς πρὸς τὸν φόρον τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ. Βεβαίως εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν παρεπλανήθη ἐκ τῆς ἰδιαιτάτης στοργῆς, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται ὑπὲρ τοῦ συστήματος τῶν δηλώσεων ἐν τῇ φορολογίᾳ τοῦ καπνοῦ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν εἰσάγει τὸ σύστημα τοῦτο τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, οὔτε ἡ δευτέρα, ἀλλ’ εἶναι ἡ τρίτη φορὰ,—ὅπερ ἀποδεικνύει τὸ αἴσθημα τῆς ἰδιαζούσης στοργῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸ παρελκύον αὐτὸν μέχρι παραβλέψεως τῶν πρὸς τὸ Κράτος καθηκόντων του. Εἰς ἔθνη μᾶλλον ἡμῶν προηγμένα καὶ ὡς πρὸς τὸν πολιτισμὸν καὶ ὡς πρὸς τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν αὐτῶν, ὁ καπνὸς ἐθεωρήθη πάντοτε ὡς παρέχων τὸ μᾶλλον πρόσφορον ἔδαφος πρὸς δημιουργίαν μιᾶς τῶν πρωτίστων προσόδων τοῦ Κράτους. Ἐν ἀρχῇ μὲν αἱ Κυβερνήσεις καὶ αἱ Βουλαί, ἐπὶ τῷ αἰτιολογικῷ λόγῳ, ὅτι προστατεύουσι τὴν ὑγείαν τῶν συμπολιτῶν των, ἐπέβαλον τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως. Βραδύτερον, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὁ καπνὸς εἶναι ἀντικείμενον πολυτελείας, προέβησαν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου αὐτοῦ, καὶ τέλος, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ δὲν ἐπιβαρύνει παρὰ μόνον τοὺς θέλοντας νὰ καπνίσωσιν, ἐμονιμοποίησαν καὶ ἀνήγαγον εἰς ἀνωτάτην φορολογικὴν περιωπὴν τὴν μέριμναν τῆς ἐκ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ δημιουργίας ὅσον οἷόν τε ἀνωτέρας δημοσίας προσόδου. Συστήματα γνωστὰ ἐπὶ τῇ φορολογίᾳ τοῦ καπνοῦ εἰσὶ τρία. Ὅπου ἡ παραγωγὴ τοῦ καπνοῦ δὲν συνεβιβάζετο πρὸς τὴν ἰδιοφυίαν τοῦ ἐδάφους ἢ γενικώτερον δὲν ἦτο ἀξία λόγου, ἐκεῖ ἐκρίθη προτιμότερον τὸ σύστημα τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου ἐν τῇ εἰσαγωγῇ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀπηγορεύθη δὲ ἡ ἐν τῇ ἡμεδαπῇ παραγωγὴ τοῦ καπνοῦ, καθὼς ἐν Ἀγγλίᾳ. Ὅπου ἡ παραγωγὴ ἀποτελεῖ γεωργικὸν πλοῦτον, ἐκεῖ ἐπροτιμήθη τὸ σύστημα τῆς μονοπωλίας. Ὅπου τὸ σύστημα τῆς μονοπωλίας ὑπελήφθη ὡς δυνάμενον νὰ παραβλάψῃ τὰ συμφέροντα τῶν παραγωγῶν, ἐκεῖ προετιμήθη ἕτερον σύστημα, τῆς ἐπιβολῆς φόρου κατὰ τὴν κοπὴν καὶ συσκευὴν τοῦ καπνοῦ. Τὸ τελευταῖον τοῦτο σύστημα λειτουργεῖ εἰσέτι ἐν μιᾷ μεγάλη ἐπικρατείᾳ, ἐν Ῥωσσίᾳ. Ὑπάρχει καὶ τέταρτόν τι σύστημα, ἀλλὰ τοῦτο δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ὁμοιάζον πρὸς τὸ σύστημα τὴν ἐγγείου φορολογίας, δηλαδὴ τὸ σύστημα τοῦ εἰσπράττειν τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως καθ’ ὃν χρόνον ὁ καπνὸς συγκομίζεται, ἀφοῦ προηγηθῇ δήλωσις περὶ τοῦ καθ’ ὑπολογισμὸν παραχθησομένου ποσοῦ καπνοῦ. Τὸ τελευταῖον σύστημα τοῦτο νομίζω, ὅτι διατηρεῖται ἔτι ἐν Γερμανίᾳ. Παρ’ ἡμῖν, ἐπειδὴ ἡ παραγωγὴ τοῦ καπνοῦ ὑπερβαίνει τὰς ἀνάγκας τῆς ἐσωτερικῆς καταναλώσεως, αἱ μέχρι τοῦ 1867 Κυβερνήσεις ὑπέλαβον, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὰς νὰ σκεφθῶσι περὶ ἐπιβολῆς φόρου καταναλώσεως, ἠρκοῦντο δὲ εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ μικροῦ ἐγγείου φόρου, ἐκ τοῦ ὁποίου εἰσεπράττομεν περὶ τὰς 150 χιλιάδας δραχμῶν ἐνιαυσίως. Κατὰ τὸ 1867 τὸ πρῶτον ἐγένετο σύσκεψις περὶ ἐπιβολῆς φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, διότι τὸ πρῶτον τότε ἐγένετο σκέψις περὶ τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης εἰς αὐτὰ διαταράξεως, ὡς ἐκ τῶν μετὰ τὸ 1862 συνομολογηθέντων εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου χρεῶν. Καὶ τότε μεταξὺ τῶν σκεφθέντων περὶ τοῦ καταλληλοτέρου συστήματος πρὸς ἐπιβολὴν φόρου ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ ἐθεωρήθη προτιμότερον τὸ ἐν Ῥωσσίᾳ ἐπικρατοῦν, τὸ σύστημα τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου κατὰ τὴν κοπὴν τοῦ καπνοῦ, συνετάχθη δὲ ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων τὸ πρὸς τοῦτο νομοσχέδιον. Ἐπρόκειτο δὲ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτε, ὡς ἐκ τῶν ἐγερθεισῶν διαμαρτυρήσεων ὑπὸ τῶν εἰς τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν ἐμπορίαν τοῦ καπνοῦ ἀσχολουμένων κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὁ πρωθυπουργὸς ἀοίδιμος Κουμουνδοῦρος ἔκρινεν, ὅτι ἔπρεπεν ἐπὶ ἄλλου ἐδάφους νὰ ζητηθῇ ἡ αὔξησις τῶν προσόδων τοῦ Δημοσίου, οὕτω δὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς φόρου καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔκτοτε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἡμῶν εἶχον εἰσέλθει εἰς τὸ στάδιον τῶν δυσχερειῶν, οἱ μετὰ τὸ 1867 Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔπαυσαν σκεπτόμενοι περὶ ἐπιβολῆς φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἵνα δημιουργηθῇ ἐνταῦθα μία πρόσοδος νεωτέρα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων. Οὕτω, νομίζω, εἰς ἐποχὴν προγενεστέραν ὁ ἀξιότιμος νῦν Πρωθυπουργὸς εἶχεν, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ 1872, ἀσχοληθῆ εἰς τὴν κατάρτισιν νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς τοιούτου φόρου· ἀλλ’ ἕνεκα πολιτικῶν λόγων παρεκωλύθη εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρὸς τὸ Κοινοβούλιον. Κατὰ τὸ 1876 ὅμως τὸ πρῶτον εἴδομεν εἰσαχθὲν εἰς τὸ Κοινοβούλιον νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ. Εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἦτο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς κ. Σωτηρόπουλος, ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου. Τὸ ὑποβληθὲν τότε εἰς τὸ Κοινοβούλιον νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ ἐστηρίζετο εἰς τὴν βάσιν τῆς ἀποταμιεύσεως τοῦ καπνοῦ εἰς ἀποθήκας, ὑποβαλλομένας εἰς ὅσας ὑποβάλλονται ὑποχρεώσεις αἱ ἀποθῆκαι τῆς διαμετακομίσεως, ἤτοι ἐπιβλεπομένας καὶ διαχειριζομένας ὑπὸ τῶν δημοσίων ἀρχῶν, καὶ ὅπου δὲν ὑπῆρχον τοιαῦτα καταστήματα δημόσια, εἰς ἀποθήκας ἰδιωτικὰς, τῶν ὁποίων αἱ κλεῖδες ἔπρεπε νὰ διατελῶσιν εἰς τὴν κατοχὴν τῶν δημοσίων ἀρχῶν. Τὸ προταθὲν τότε ὑπὸ τοῦ κ. Σωτηροπούλου σύστημα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶχέ τινα ὁμοιότητα πρὸς τὸ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Λαρίσσης σήμερον προταθέν. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὐδεμιᾶς ἠξιώθη προσοχῆς ἐκ μέρους τοῦ Κοινοβουλίου, ὡς μὴ ἀναγραφὲν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Κατὰ τὸ 1879, ὁ νῦν Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ, εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1879, μετ’ ἐλλείμματος 10,000,000 περίπου, προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρῶτον τότε τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ, ἔχον τὰς αὐτὰς βάσεις, τὰς ὁποίας εἶχε καὶ τὸ κατὰ τὸ 1885 εἰσαχθὲν καὶ μεταβληθὲν εἰς νόμον νομοσχέδιον, τὰς αὐτὰς δὲ, οἷας καὶ τὸ σήμερον ὑποβαλλόμενον. Εἰσάγων τότε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διὰ τοῦ εἰσηγητηρίου αὑτοῦ λόγου εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶναι ἐπείγουσα ἡ ἐπιβολὴ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφετο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1880. Ὑπελόγιζεν, ὅτι ὁ καταναλισκόμενος ἐν Ἑλλάδι καπνὸς ἀνέρχεται εἰς 2,000,000 ὀκάδας, προέβαλλε δὲ τὴν ἐπιβολὴν φόρου 1 δραχμῆς μόνον κατ’ ὀκᾶν, καὶ ἐμνημόνευσε τῆς μονοπωλίας τοῦ καπνοῦ ὡς παραβλαπτούσης τὴν παραγωγὴν ἐν Ἑλλάδι, καὶ ὡς ἐπαγομένης πολλὰς διατυπώσεις, πολλὰς τὰς δυσχερείας, αἵτινες παρομαρτοῦσιν ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ συστήματος τούτου. Ἀλλὰ καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἔσχε τὴν τιμὴν νὰ συζητηθῇ ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου. Μετὰ ἓν ἔτος, ἤτοι κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους 1880, τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου εὑρέθη ἠναγκασμένον νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, οἱ δὲ συνομολογήσαντες τὸ δάνειον τοῦτο ἀπῄτησαν, ὅπως παρασχεθῶσιν ἐπαρκεῖς ἀσφάλειαι καὶ ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῶν δανειστῶν, μίαν δὲ τῶν τοιούτων ἀσφαλειῶν ὑπέλαβον, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν ἐπὶ τῇ δημιουργίᾳ φόρου ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ, ἢ μᾶλλον ἐν τῇ εἰσαγωγῇ τῆς μονοπωλίας αὐτοῦ καὶ ἐν τῇ ἐκχωρήσει τοῦ φόρου τούτου ὑπὲρ τῶν δανειστῶν. Καὶ ὄντως ἐν τῇ συμβάσει, ἥτις συνωμολογήθη τὴν 4 Δεκεμβρίου 1880 ἐν Παρισίοις μεταξὺ τοῦ ἡμετέρου Πρέσβεως, ὡς ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ τῆς Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις παρέσχεν ὡς πρώτην ἀσφάλειαν ὑπὲρ τῶν δανειστῶν τοῦ δανείου ἐκείνου τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ, διὰ δὲ τοῦ ἄρθρου 9 τῆς συμβάσεως ἐκείνης ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὁμοῦ μὲ τὴν σύμβασιν τοῦ δανείου, νομοσχέδιον κανονίζον τὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ, ἐπιτρέπον τὴν ἐκμίσθωσιν τῆς εἰσπράξεως αὐτοῦ, καὶ παρέχον εἰς τοὺς συνομολογήσαντας τὸ δάνειον ἐκεῖνο τὴν προτίμησιν τῆς μισθώσεως τοῦ φόρου τούτου. Ἡ σύμβασις τοῦ δανείου ἐπεψηφίσθη ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου ἀκριβῶς κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ 1880, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ δὲν εἶχεν ὑποβληθῆ ἔτι εἰς τὴν Βουλὴν, ἕνεκα τῶν παρουσιαζομένων δυσχερειῶν περὶ τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ καταλληλοτέρου συστήματος φορολογίας. Ἀλλ’ οἱ συνομολογήσαντες τὸ δάνειον, ἐπειδὴ ἀκόμη τοῦτο δὲν εἶχε πραγματοποιηθῆ ὁλόκληρον, παρεπονέθησαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη κατὰ τὴν 19 Φεβρουαρίου 1881 νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶχεν ὑποβληθῆ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσσηνίας βουλευτοῦ κ. Σωτηροπούλου καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχε δὲ οἵαν βάσιν ἔχει καὶ τὸ σήμερον λειτουργοῦν σύστημα τῶν καπνοκοπτηρίων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διῆλθε τὴν πρώτην συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ. Κατὰ τὴν δευτέραν δὲ συζήτησιν ἠναγκάσθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ μακρῶν νὰ ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίζετο, προβάλλων τοιοῦτο φορολογικὸν νομοσχέδιον· ἐξήγησε τὰ ἐλαττώματα τοῦ συστήματος τῆς ἀποταμιεύσεως, ὅπερ εἶχε προτιμήσει κατὰ τὸ 1876, δὲν παρέλιπε δὲ νὰ ἐξηγήσῃ διὰ μακρῶν καὶ τὰ ἐλαττώματα τοῦ συστήματος τῆς μονοπωλίας, ὡς παραβλάπτοντα τὴν παραγωγήν, ἣν ὀφείλουσιν αἱ Κυβερνήσεις νὰ περιθάλπωσι, καὶ ἐν τέλει συνηγόρησεν ὑπὲρ τοῦ συστήματος τῶν καπνοκοπτηρίων, ἀνήνεγκε δὲ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὡς ἕνα τῶν ὑπὲρ αὐτῆς δικαιολογητικῶν λόγων, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο λειτουργεῖ εἰς Κράτη ἄριστα ὠργανισμένα καὶ ἀποδίδει ἀξιόλογον εἰς τὸ Δημόσιον πρόσοδον, ῥητῶς δὲ ἐμνημόνευσε τὴν Ρωσσίαν. Ὑπάρχει ὅμως μία διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἐν Ρωσσίᾳ γενομένων καὶ τῶν παρ’ ἡμῖν. Ἐν Ρωσσίᾳ, δὲν ἔχει τὸ Κράτος καπνοκοπτήρια, ὅπως ἡμεῖς ἔχομεν. Ἐν Ρωσσίᾳ, τὸ Κράτος ἓν διετήρησεν εἰς ἑαυτὸ δικαίωμα, νὰ μὴ δύναται οὐδεὶς νὰ συνιστᾷ ἐργοστάσιον πρὸς κοπὴν καπνοῦ, εἰμὴ τῇ ἀδείᾳ τῆς Κυβερνήσεως, χορηγουμένῃ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ὑποβάλλωνται οἱ διευθύνοντες τὴν ἐργασίαν ταύτην εἰς ἐγγυήσεις μεγάλας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ ἀποδέχωνται πάσας τὰς ὑποχρεώσεις, ὅσαι ἀσφαλίζουσιν εἰς τὸ Κράτος τὴν εἴσπραξιν τοῦ νομοθετημένου φόρου διὰ τῆς ἐπιβολῆς ταινιῶν ἢ χαρτοσήμου. Ὡς ἐκ τούτου εἰς τὰς μεγαλοπόλεις τῆς Ρωσσίας βλέπετε ἐπαρκῆ τοιαῦτα ἰδιωτῶν ἐργοστάσια, ἄριστα ὠργανωμένα καὶ κανονικῶς λειτουργοῦντα, πάντα ὅμως ταῦτα διατελοῦσιν ὑπὸ τὴν αὐστηρὰν ἐπιτήρησιν τῶν δημοσίων ἀρχῶν, παρεδρεύει δ’ ἐν ἑκάστῳ τούτων ὑπάλληλος, πολλάκις δὲ καὶ δύο ὑπάλληλοι δημόσιοι, οἵτινες διαχειρίζονται τὰς ταινίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀναγράφεται ὁ εἰσπραττόμενος ὑπὲρ τοῦ Κράτους φόρος. Ἐνῷ δὲ, ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπον, τοσούτῳ ἦτο ἐνδεδειγμένη καὶ ἐπιβεβλημένη ἡ ἐπιβολὴ φόρου ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ, ἐνῷ εἰσέτι τὸ δάνειον τῶν 120,000,000 δὲν εἶχεν ὁλόκληρον πραγματοποιηθῆ, ἐν τῇ Βουλῇ τοσαῦται προέκυψαν ἀντιῤῥήσεις ἕνεκα τοῦ φόβου, ὅτι θέλει παραβλαφθῆ ἡ παραγωγὴ τοῦ καπνοῦ, ὥστε ἐδέησεν ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν δευτέραν αὐτοῦ ἀνάγνωσιν. Μετ’ ὀλίγον ἐπῆλθεν ἡ λῆξις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐκείνης, καὶ ἡ φορολογία τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ ἀπέμεινε καὶ αὖθις ἐν σχεδίῳ. Τῷ 1883 ἡ ὑπὸ τὸν νῦν ἡγέτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως Κυβέρνησις ἔσχε τὸ πρῶτον τὴν ἐπιμονὴν νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ παρὰ τοῦ Κοινοβουλίου τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου, δημιουργοῦντος τοιοῦτον φόρον. Σημειωτέον, ὅτι καὶ εἰς τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Σωτηροπούλου ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, καὶ εἰς τὸ τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ κ. Τρικούπη ψηφισθὲν, καὶ εἰς τὰ μετὰ ταῦτα ὑποβληθέντα νομοσχέδια ἀναγράφεται πάντοτε διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τὸ δικαίωμα τοῦ κόπτειν τὸν καπνὸν καὶ εἰσπράττειν τὸν φόρον αὐτοῦ ἤθελε παραχωρηθῆ δι’ ἐκμισθώσεως, θὰ προσκληθῶσιν οἱ συνομολογήσαντες τὸ δάνειον τῶν 120,000,000 ν’ ἀσκήσωσι τὸ τῆς προτιμήσεως δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τοῖς ἐχορηγήθη διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου κατὰ τὸ 1881 καὶ τοῦ ὑποβληθέντος κατὰ τὸ 1883 ἦτο, ὅτι κατὰ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ὑπελάμβανεν, ὅτι ἦτο ὑποχρεωμένη τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ νὰ τὸν παραχωρήσῃ εἰς ἐκμίσθωσιν, καὶ μάλιστα προεκάλει δημοπρασίαν δι’ ἐνσφραγίστων δελτίων, ἀναγραφέντος καὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἠδύναντο νὰ προτιμηθῶσιν οἱ συνομολογήσαντες τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, ἐνῷ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τῷ ψηφισθέντι κατὰ τὸ 1883, ἀνεγράφη μὲν ἡ διάταξις αὕτη, ἀλλ’ ἀνεγράφη ὡς καὶ κατὰ τὸ 1887, οὕτως ὥστε ἐκ τῶν προτέρων νὰ ᾖναι γνωστόν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ παραχωρηθῇ εἰς ἐκμίσθωσιν, διότι ἐτίθετο ἐν τῷ νόμῳ μὲν τοῦ 1883 ὁ ὅρος, ὅτι τότε καὶ μόνον θέλει δοθῆ εἰς ἐκμίσθωσιν, ὅταν ἡ ταύτην ἀναλαμβάνουσα ἑταιρία ἐξασφαλίσῃ πρόσοδον τοῦ Δημοσίου τοὐλάχιστον ἐκ δρ. 8,000,000, κατὰ δὲ τὸν νόμον τοῦ 1887 μίσθωμα τοὐλάχιστον ἐκ δρ. 11,000,000, ὅπερ ἀπέβαινε δύσκολον ἢ μᾶλλον ἀδύνατον. Πᾶς νέος νόμος φορολογικὸς ἐν ἀρχῇ προσκόπτει κατὰ πολλῶν δυσχερειῶν. Ἑπόμενον ἦτο καὶ ὁ νόμος οὗτος νὰ ἀπαντήσῃ πλείστας ὅσας δυσχερείας. Καὶ οἱ παραγωγοὶ τοῦ καπνοῦ καὶ οἱ ἐμπορευόμενοι τὸν καπνὸν καὶ οἱ καπνοπῶλαι καὶ οἱ καταναλίσκοντες αὐτὸν βαρέως ἐν ἀρχῇ ἔφερον τὴν κατὰ δραχ. 3 κατ’ ὀκᾶν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ, πάντες δὲ ἐδυσφόρουν ἐπὶ τῇ ὑπερτιμήσει τοῦ καπνοῦ, ἕνεκα τοῦ ἐπιβληθέντος φόρου. Ἦτο δὲ φυσικὸν νὰ γεννηθῇ ἀμέσως, πρὸ πάντων εἰς τοὺς ἀποκτήσαντας τὴν ἕξιν νὰ ὑπεκφεύγωσι τὰς πρὸς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεις, ἡ ἐπιθυμία καὶ τὸ συμφέρον νὰ εὕρωσι τρόπον πρὸς ὑπεκφυγὴν τοῦ νέου τούτου φόρου, καθ’ οὗ εἶχε κηρυχθῆ καὶ ἡ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης Ἀντιπολίτευσις. Ἐν τούτοις, μεθ’ ὅλας τὰς ἀτελείας τοῦ νόμου ἐκείνου, καὶ μεθ’ ὅλας τὰς ἐν τῇ ἐφαρμογῇ δυσχερείας κατὰ τὰ ἔτη 1884 καὶ 1885, τὸ Δημόσιον κατώρθωσε νὰ φορολογήσῃ 850,000 περίπου ὀκάδας ἐτησίως. Κατὰ τὰ ἐπίσημα βιβλία, κατὰ τὸ 1884 ὑπεβλήθησαν εἰς φόρον ὀκ. 850,628, ἑκάστου νεωτέρου μηνὸς παρουσιάζοντος προϊοῦσαν αὔξησιν, κατὰ δὲ τοὺς 8 πρώτους μῆνας τοῦ 1885 ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν ὀκ. 589,723, ἤτοι 72,000 ὀκ. περίπου κατὰ μῆνα. Ἀξιοπαρατήρητον δὲ εἶναι, ὅτι, καθ’ ὅσον προέβαινεν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἐκείνου, κατὰ τοσοῦτον αἱ εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου ηὔξανον. Κατὰ τὸ 1884 ἡ εἴσπραξις κατὰ μῆνα Ἰανουάριον ἀνῆλθεν εἰς ὀκ. 45,000, ἀλλ’ εὐθὺς κατὰ τὸν ἑπόμενον μῆνα ηὔξησεν εἰς 51,000, τὸν ἑπόμενον εἰς 66,000, καὶ οὕτω καθεξῆς, ἀνῆλθε δὲ τὸν Ὀκτώβριον εἰς 85,000· ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι καὶ οἱ καπνοπῶλαι καὶ οἱ καπνοκαταναλωταὶ ἤρξαντο ἐξοικειούμενοι μὲ τὴν ἰδέαν τῆς φορολογίας, καὶ αἱ ἁρμόδιοι ἀρχαὶ ἐξετέλουν κρεῖσσον τὸ ἑαυτῶν καθῆκον. Ἀλλ’ ἦλθον αἱ ἐκλογαὶ τῆς 7 Ἀπριλίου 1885, κατὰ δὲ τὰς ἐκλογὰς ταύτας ἐχρησιμοποιήθη ἡ φορολογία τοῦ καπνοῦ ὡς μέσον ἀντιδράσεως κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὅσοι τότε συνηγωνιζόμεθα εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς τῆς 7 Ἀπριλίου 1885 ἐνθυμούμεθα, ὅτι οἱ ἀντιπολιτευόμενοι τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ὑπέσχοντο μεταξὺ τῶν ἄλλων νὰ ἐπαναφέρωσι τὴν πώλησιν τοῦ καπνοῦ εἰς τὸ 8 καὶ 2, ἢ εἰς τὸ 4 καὶ 1, δηλαδὴ εἰς ἐλευθέραν ἄνευ κυτίων καὶ ταινιῶν πώλησιν ἐπὶ τιμῇ 8 λεπ. τοῦ καπνοῦ καὶ 2 τοῦ σιγαροχάρτου, καὶ ὡς ἔπαθλον τῆς ἐκλογικῆς νίκης ὑπέσχοντο εἰς τοὺς ἐμπορευομένους τὸν καπνόν, εἰς τοὺς καπνοπώλας καὶ εἰς τοὺς καπνίζοντας ἐκλογεῖς, τὴν κατάργησιν τοῦ συστήματος, τοῦ τότε λειτουργοῦντος. Ἀφ’ ἑνὸς λοιπὸν ὡς ἐκ τῶν ἐπαγγελιῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἧς ἡγέτης ἦτο ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργός, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὡς ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας στοργῆς, τὴν ὁποίαν πρὸς τὸ ἴδιον αὑτοῦ τέκνον, πρὸς τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων, ἠσθάνετο ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1885, κατὰ μῆνα Ἰούνιον, τὸν νόμον περὶ καταργήσεως τοῦ μέχρι τότε κρατοῦντος φορολογικοῦ συστήματος, καὶ περὶ εἰσαγωγῆς τῶν δηλώσεων, τὸ ὁποῖον καὶ σήμερον διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου προβάλλει εἰς τὴν Βουλήν. Ἀντετάχθημεν τότε, διατελοῦντες ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, προβάλλοντες ὡς πρώτιστον λόγον τὴν ἐλάττωσιν τῶν δημοσίων εἰσπράξεων ἐν ἐποχῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικὰ διήρχοντο κρίσιν οὐχ ἧττον τῆς σημερινῆς ὀξεῖαν. Ἀλλ’ αἱ φωναὶ ἡμῶν ἦσαν φωναὶ βοώντων ἐν τῇ ἐρήμῳ, τὸ δὲ νομοσχέδιον μετεβλήθη εἰς νόμον καὶ ἐφηρμόσθη ἀπὸ τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου τοῦ 1885 μέχρι τοῦ μηνὸς Αὐγούστου τοῦ 1887, ἤτοι ἐπὶ 23 ὅλους μῆνας. Τὰ ταμιευτικὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου ἐκείνου εἰσὶ γνωστὰ ἐκ τῶν ἐπισήμων καταστάσεων τῶν ὑπὸ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ἐξ Ἄρτης ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, κατατεθεισῶν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ ὅμως ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος Βουλευτοῦ ἐγένετο μνεία τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως ἐκείνης, ὑπὸ δὲ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἠμφισβητήθησαν οἱ ἀριθμοί, πρὸ πάντων ὡς πρὸς τὸ 1886, εἶναι ἀνάγκη δι’ ὀλίγων λέξεων νὰ ἐξηγήσω τὸν λόγον, οὗ ἕνεκα μεταξὺ τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1886, περὶ τοῦ ὁποίου μνείαν ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὑπάρχει διαφορά. Κατὰ τὴν ἐπίσημον κατάστασιν, τὴν ὑπὸ τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργείου κατατεθειμένην ἐν τῇ Βουλῇ, κατὰ τὸ 1886 ἐφορολογήθησαν ὀκ. 543,826, ἐξ αὐτῶν δὲ εἰσεπράχθησαν δρ. 1,359,562. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου παρετήρησεν, ὅτι, ἵνα ἐξευρεθῇ τὸ πράγματι κατὰ τὸ 1886 καταναλωθὲν ποσὸν καπνοῦ, δέον νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ εἰσπραχθὲν ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως καπνοῦ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1886, καὶ νὰ διαιρέσωμεν αὐτὸ διὰ τῶν 2½ δραχμῶν, εἰς ὅσας ἀνήρχετο ὁ κατ’ ὀκᾶν φόρος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, οὕτω δὲ θέλομεν ἀνεύρει τὸ ποσὸν τὸ καταναλωθὲν κατὰ τὸ 1886. Ὑπενθυμίζω ὅμως εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος τοῦ 1885 εἰσήγαγε, καὶ τὸ ὁποῖον εὐτυχῶς δὲν ἐπαναλαμβάνεται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν, ἐχορηγεῖτο διορία διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου. Καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὸ 1885 εἴχομεν, ἕνεκα λόγων γνωστῶν, εἰσαγωγὴν καπνοῦ εἰς ποσότητα ἀνωτέραν τῆς ὑπὸ τῆς καταναλώσεως ἀπαιτηθείσης, ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ τοῦ ἀναγραφομένου εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1885 εἰσεπράχθη ἐν μέρει κατὰ τὸ 1886, ἐκ τούτου δὲ ἡ διαφορὰ εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1886. Οἴκοθεν δ’ ἐννοεῖται, ὅτι μεταξὺ τῶν δύο συστημάτων, τοῦ συστήματος τῶν δηλώσεων, καὶ τοῦ συστήματος τῶν καπνοκοπτηρίων, ὑπάρχει μία διαφορά. Ὅταν πρόκηται νὰ εἰσαχθῇ τὸ σύστημα τῶν κοπτηρίων, ὅσοι εἶναι κάτοχοι καπνοῦ, σπεύδουν νὰ τὸν κόψωσιν, ἵνα μὴ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς ἐνοχλήσεις τῆς διὰ τῶν δημοσίων κοπτηρίων κοπῆς, οὐδὲ εἰς τὸν φόρον, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ, οὐδὲ εἰς τὰ ἔξοδα τῆς κοπῆς καὶ συσκευῆς, οὐδὲ εἰς τὰς ταινίας, ἐνῷ τοὐναντίον ὑπὸ τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων καὶ τῶν διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου χορηγουμένων προθεσμιῶν σπεύδουσιν οἱ κάτοχοι καπνοῦ νὰ δηλώσωσιν αὐτὸν, ἐκ τοῦ φόβου, μήπως ἐπανέλθῃ τὸ σύστημα τῶν καπνοκοπτηρίων! Οὕτω κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νόμου τοῦ 1885 τὸν πρῶτον μῆνα, ἤτοι τὸν Σεπτέμβριον 1885, βλέπομεν δηλωθέντα καπνὸν 215,795 ὀκάδων, ποσὸν ὑπερβολικὸν καὶ δυσανάλογον πρὸς τὰς αἰτήσεις τῆς καταναλώσεως, καθόσον αἱ δηλώσεις δὲν εἶχον ὡς ἄμεσον συνέπειαν τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου, οὗ ἕνεκεν ἔσπευσαν νὰ δηλώσωσιν ἅπαντες οἱ κάτοχοι καπνοῦ. Κατ’ ἀκολουθίαν ἐσφαλμένως ἐν τῇ κατατεθείσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καταστάσει τὸ ποσὸν τοῦτο σημειοῦται ὡς καταναλωθέν. Κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1885, ἕνεκα τῆς καταστάσεως τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὴν ψηφισθεῖσαν αὔξησιν τοῦ φόρου ἀπὸ 2 εἰς 2½ δραχμὰς, προανήγγειλε δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὅτι πρόκειται ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1886 ὁ φόρος τῆς καταναλώσεως ἀπὸ 2 δρ. νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς 2½· ὡς ἐκ τούτου ἔσπευσαν πάντες νὰ δηλώσωσι τὸν καπνὸν, οὗτινος διετέλουν κάτοχοι, καὶ οὕτω κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1885 ὁ καπνὸς, ὁ ὑποτιθέμενος ὡς καταναλωθεὶς, ἀνῆλθεν εἰς 325,568 ὀκ. Οὕτω δὲ εἰς διάστημα 4 μηνῶν βλέπομεν ἀναγραφόμενον ἐν τῇ καταστάσει ταύτῃ ποσὸν καπνοῦ ἐξ ὀκάδων 666,695. Διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξακριβώσωμεν τὸ πράγματι ὑπὸ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου τοῦ 1885, ἤτοι τοῦ καὶ νῦν προβαλλομένου συστήματος τῶν δηλώσεων καταναλωθὲν, ἢ τὸ πράγματι φορολογηθὲν ποσὸν καπνοῦ, εἶναι δίκαιον, ὡς ἐγράφη καὶ εἰς μίαν Ἀθηναϊκὴν ἐφημερίδα, ἥτις λίαν ἐπιτυχῶς τὸ προκείμενον θέμα ἐπραγματεύθη, νὰ μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν τοῦ 1886, ἡ ὁποία ἐπηρεάσθη βεβαίως ἀπὸ τὸν καπνὸν, ὁ ὁποῖος ἐδηλώθη κατὰ τοὺς τελευταίους 4 μῆνας τοῦ 1885, ἀλλὰ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1886 καὶ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν τοῦ 1887. Αὗται αἱ δύο ἑξαμηνίαι δὲν ἐπηρεάσθησαν τὸ παράπαν ἀπὸ τὸν καπνὸν, ὁ ὁποῖος εἰσήχθη κατὰ τοὺς 4 μῆνας τοῦ 1885, καὶ ἐνδεικνύουσι τὸ πράγματι φορολογηθὲν ποσόν. Ἐντὸς τῶν δύο αὐτῶν ἑξαμηνιῶν ὑπεβλήθη εἰς φορολογίαν ποσὸν καπνοῦ ἐξ ὀκάδων 635,034. Ἐπ’ αὐτοῦ λοιπὸν τοῦ ποσοῦ δυνάμεθα νὰ στηρίξωμεν τοὺς ὑπολογισμούς μας. Αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα δύναταί τις ἐπακριβῶς, στηριζόμενος ἐπὶ τῶν δημοσίων βιβλίων, νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἀπέδωκεν ὁ νόμος, ὁ κατὰ τὸ 1885 καὶ 1886 λειτουργήσας.
§178ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πόσας χιλιάδας ὀκάδας εἴπατε;
§179ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 635,034. Αὐτὸ εἶναι τὸ ποσὸν τοῦ καπνοῦ, ὅστις κατηναλώθη κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1886 καὶ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν τοῦ 1887, κατὰ τὴν κατατεθειμένην εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ. Εἶναι ἀπαραίτητον νὰ γινώσκῃ ἡ Βουλή, ὅτι τὸ ἐν διαστήματι ἑνὸς ἔτους εἰς φόρον ὑποβληθὲν ποσὸν καπνοῦ ἐξ ὀκάδων 635,034 ἐτέλεσε φόρον 2½ δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν. Πιστεύω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθῃ παρ’ ἐμοῦ ἡ Βουλή, ἂν ἦναι δυνατόν, ἐπὶ φόρῳ οὐχὶ 2½ ἀλλὰ 7 δραχμῶν, ὡς σήμερον ὁρίζεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν συστήματος, ἂν ἦναι δυνατόν, αὐτὸ τοῦτο τὸ ποσὸν τῶν 635,000 ὀκάδων νὰ ἦναι ἐκ τῶν προτέρων βέβαιον ὡς φορολογηθησόμενον. Ἐὰν λάβωμεν ὡς παράδειγμα τὸ γενόμενον ἐπὶ τῆς τελευταίας αὐξήσεως τοῦ καπνοῦ, δυνάμεθα βασίμως νὰ ὑπολογίσωμεν, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν ὀκ. 635,000, ὅπερ ὑπὸ τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων, τὸ νῦν προβαλλόμενον καὶ λειτουργῆσαν πρότερον, δὲν θέλει βεβαίως ὑποβληθῆ εἰς φόρον, διότι καὶ ἡ κατανάλωσις ἐλαττοῦται ὑπὸ τοὺς μεγάλους φόρους, καὶ ἡ λαθρεμπορία ἐπιτείνεται. Ἑπομένως αἰσθητὴν μείωσιν τῆς προσόδου θέλομεν ἔχει. Ἡ μείωσις βεβαίως ἔσται κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 20%. Θὰ ἔχωμεν ἄρα ὑπὸ τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων ποσὸν καπνοῦ ὑποβληθησομένου εἰς φόρον 500,000 ὀκάδων, ἐπὶ φόρῳ δὲ 5 δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν, θὰ ἔχωμεν 2,500,000, καὶ ἀντὶ τῶν νῦν εἰσπραττομένων δύο ἑκατομμυρίων ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου θὰ ἔχωμεν μόνον ἕν. Ἐν συμπεράσματι θὰ ἔχωμεν μείωσιν τῆς προσόδου ἀνωτέραν τῶν δραχμῶν 3,000,000. Κατὰ τὸ 1886, ὡς γνωστόν, ἐπῆλθε κυβερνητικὴ μεταβολή. Ἴσως τινὲς μοὶ παρατηρήσωσιν, ὅτι ὁ τότε Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔσχε τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὸν ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ νῦν ἔτι ἰσχύοντα νόμον, δι’ οὗ κατηργήθη τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων, καὶ ἐπανῆλθε τὸ σύστημα τῶν κοπτηρίων, τοῦτο δὲ ἀποδοτέον εἰς τὴν ἰδιαιτάτην στοργὴν αὐτοῦ ὑπὲρ τοῦ συστήματος τῶν κοπτηρίων. Καὶ τούτου δοθέντος, ἡ στοργὴ αὕτη ἦτο δεδικαιολογημένη, ἡ δὲ μεταβολὴ ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸν ἐκ τῶν πραγμάτων, διότι ὑπὸ τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων, μεθ’ ὅλας τὰς πιέσεις τῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ ἐμπορίου, δὲν ἠδύνατο τὸ Δημόσιον νὰ ὑποβάλῃ εἰς φόρον οὐδὲ τὸ ποσὸν τῶν 700,000. Εἶχε λοιπὸν λόγον ἐκ τοῦ δημοσίου συμφέροντος νὰ ὑποβάλῃ τὴν κατάργησιν τοῦ συστήματος ἐκείνου καὶ τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ συστήματος τῶν κοπτηρίων μετά τινων τροποποιήσεων, αἵτινες, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἐξ Ἀρκαδίας ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀφεώρων εἰς τὴν ἄσκησιν ἐλέγχου τινὸς ὡς πρὸς τὴν μεταφορὰν τοῦ καπνοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς εἶπεν ἐντεῦθεν, ὅτι, ἐὰν διὰ τοῦ νῦν λειτουργοῦντος συστήματος ἐπεβλήθησαν διατυπώσεις ὡς πρὸς τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν ἐμπορίαν τοῦ καπνοῦ, αὗται δὲν διαφέρουσιν ἐκείνων, αἵτινες καθιεροῦνται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, κρίνω ἐπάναγκες δι’ ὀλίγων λέξεων νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὁποῖαι μεταξὺ τῶν δύο συστημάτων ὡς πρὸς τὰς διατυπώσεις ταύτας ὑφίστανται διαφοραί. Ὁ νομοθέτης τοῦ 1887 ὑπέλαβεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξασκήσῃ ἔλεγχον ὡς πρὸς τὴν μεταφορὰν τοῦ καπνοῦ, καὶ καθιέρωσε διατυπώσεις τινὰς, αἵτινες ἠδύναντο εἰς τὰς δημοσίας ἀρχὰς, εἰς ἃς εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου, νὰ παράσχωσιν ἀφετηρίαν πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν καταχρήσεων, ἀλλ’ εἰς οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ὑπέβαλε τὸν παραγωγόν· ἀφῆκεν αὐτὸν ἀπολύτως ἐλεύθερον. Εἰς μόνον τὸν ἔμπορον, ὅστις ἐκ τοῦ τόπου τῆς παραγωγῆς ἐπεχείρει νὰ μεταφέρῃ καπνὸν εἰς ἑτέραν ἐπαρχίαν, ἐπέβαλε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ποιήσηται μίαν δήλωσιν εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, ἢ ἐὰν ἡ ἕδρα τούτου ἔκειτο μακρὰν, εἰς τὸν ἁρμόδιον Εἰρηνοδίκην. Οὐδὲν διαβατήριον ἐδίδετο αὐτῷ, οὐδεμία ὑποχρέωσις ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸν, ὅπως δεχθῇ οἱανδήποτε ἔρευναν κατὰ τὴν πραγματοποίησιν τῆς μεταφορᾶς, καὶ ἐν περιπτώσει ἔτι, καθ’ ἣν ὁ καπνὸς ἦτο ἀνώτερος τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐδήλωσεν εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον. Ἐπειδὴ ὅμως οὗτος κατὰ νόμον ἐχρεοῦτο εἰς τὸ βιβλίον τῶν πιστοχρεώσεων ἐν τῇ Οἰκονομικῇ Ἐφορίᾳ τῆς ἐπαρχίας, εἰς ἣν ἀνάγεται ἡ παραγωγὴ, ὑπεχρέωσεν αὑτὸν, ὅταν ἤθελεν ἀποταμιεύσει τὸν καπνὸν εἰς ἀποθήκην ἄλλης ἐπαρχίας, νὰ τὸν δηλώσῃ εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, εἰς οὗ τὴν περιφέρειαν ἀνήκει ἡ ἀποθήκη τῆς ἀποταμιεύσεως καὶ ὅστις εἶναι ὑπὸ τοῦ νόμου ὑποχρεωμένος νὰ γνωρίσῃ τοῦτο εἰς τὸν Ἔφορον τῆς ἐπαρχίας τῆς παραγωγῆς, ὅπως οὕτως ἀκυρωθῇ ἡ γενομένη χρέωσις εἰς τὸ βιβλίον τῶν πιστοχρεώσεων. Κατὰ τὸν κρατοῦντα νόμον, ἡ δήλωσις χρησιμεύει εἰς τὴν ἄσκησιν ἐλέγχου τινὸς, καὶ οὐχὶ ὡς βάσις βεβαιώσεως ἢ ἐνάρξεως τοῦ φόρου, εἰς ἣν σκοπεῖ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ὁ νόμος οὗτος ἐλειτούργησε κατὰ τοὺς τελευταίους 4 μῆνας τοῦ ἔτους 1887, διότι ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν κατὰ τὸν μῆνα Αὔγουστον. Ἑπομένως τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1887 δὲν δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν. Κατὰ τὰ ἔτη 1888 καὶ 1889 ἔχομεν τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα· κατὰ τὸ 1888, κατὰ τὴν κατάστασιν τὴν κατατεθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν, ὑπεβλήθη εἰς φορολογίαν ποσότης καπνοῦ ὀκ. 1,059,004, κατὰ δὲ τὸ 1889 ὀκ. 1,007,049. Ἀλλὰ πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ ποσὸν τῆς καταστάσεως ταύτης περιλαμβάνει καὶ τὸν καπνὸν τὸν κοπέντα εἰς τὰ καταστήματα τῆς διαμετακομίσεως, οὕτω δὲ τὸ πράγματι ὑποβληθὲν εἰς φορολογίαν ποσὸν ἀνέρχεται εἰς ὀκάδας 929,000.
§180ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι κατὰ τὰ δημοσιευθέντα δελτία εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως».
§181ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί. Κατὰ τὴν ἐπίσημον κατάστασιν, τὴν κατατεθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν.
§182ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὰ δελτία, τὰ δημοσιευθέντα εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως»,—σᾶς ἀναφέρω δὲ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν φύλλων τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» 207, 402, 500, 757,—ἔχομεν κατὰ τὸ 1888 ὀκάδας 892,000. Κατὰ δὲ τὰ δελτία τῶν φύλλων τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» 228, 436, 474, ἐφορολογήθησαν κατὰ τὸ 1889 ὀκάδας 888,978.
§183ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ τις ὡς ἐκ τοῦ τουμπεκίου, ὅπερ εἰς τὰς βασίμους καταστάσεις καὶ εἰς τὴν τοῦ τέως συναδέλφου πάντοτε περιλαμβάνεται. Κατὰ τὸ 1890 ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ ἀπὸ 4 δραχμῶν ἀνεβιβάσθη εἰς 5,20. Κατὰ μὲν τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν τὸ πρῶτον εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ προσδιορισμοῦ τῶν ἐγγείων φόρων καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας διὰ τὸ 1890, ἀνεβιβάζετο εἰς 5 δραχμὰς, ἡ προσθήκη δὲ τῆς 1 δραχμῆς εἶχε δικαιολογητικὸν λόγον, ὅτι προετάθη συνάμα ἡ κατάργησις τῶν δύο δεκατημορίων ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τοῦ οἴνου, καὶ ἡ ἐλάττωσις τῶν φορολογικῶν κλάσεων. Εἶχε δὲ ὑπολογισθῆ ἡ ζημία τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐκ τῶν ἐλαττώσεων τούτων εἰς ἓν ἑκατομμύριον, καὶ δι’ αὐτὸ προεβλήθη, τὸ πρῶτον, αὔξησις μιᾶς δραχμῆς κατ’ ὀκᾶν, ἵνα πορισθῇ τὸ Δημόσιον τὸ ἐκ τῶν ἐλαττώσεων ἀπολλύμενον ἓν ἑκατομμύριον. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἶχεν ὑποβληθῆ τὸ νομοσχέδιον περὶ προσδιορισμοῦ τῶν ἐγγείων φόρων διὰ τὸ 1890, ἐγένετο γνωστὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὑπ’ αὐτῆς δὲ ἀνηγγέλθη τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις ἠλάττωσε τὸν φόρον, ὅστις ἐπεβάλλετο εἰς τὸν καπνὸν, τὸν ἐξαγόμενον ἐκ τῆς Ὀθωμανικῆς ἐπικρατείας εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἐπαισθητῶς, ἤτοι ἀπὸ 5 γροσίων εἰς ἕν. Καὶ ἐπειδὴ ὁ καπνὸς, ὁ ἐν Τουρκίᾳ παραγόμενος, εἶναι ὑπέροχος κατὰ τὴν ποιότητα τοῦ ἡμετέρου, ὑπελήφθη, καὶ εὐλόγως, ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὅτι δυσκόλως ὁ ἡμέτερος καπνὸς δύναται πλέον ν’ ἀντιστῇ εἰς τὸν διαγωνισμὸν τοῦ τουρκικοῦ καπνοῦ, ἐκρίθη δὲ τότε ὑπ’ αὐτῆς ὡς μόνον βοήθημα ἡ κατάργησις τοῦ παρ’ ἡμῖν ἐγγείου φόρου, τοῦ ἐπιβαρύνοντος καὶ τὸν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐξαγόμενον καπνὸν, ἐξ οὗ τὸ Κράτος εἰσέπραττεν ἐτησίως 150 μέχρι 200 χιλ. δραχμῶν, ὡς ἐκ τούτου δὲ προὐτάθη καὶ ἐψηφίσθη νὰ προστεθῶσιν 20 ἔτι λεπτά. Τὸ 1890 δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἔτος φορολογικῶς ὁμαλὸν, διότι κατ’ αὐτὸ ἐγένοντο ἐκλογαὶ, αἱ ὁποῖαι ὁπωσδήποτε εἰς τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν ἐπάγονται μείζονας δυσχερείας. Ἀλλὰ τὸ 1890 παρουσιάζει σπουδαίας ἐλαττώσεις κατὰ τοὺς δύο τελευταίους μῆνας, δηλαδὴ κατὰ Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον. Κατὰ τοὺς μῆνας τούτους τοῦ 1889 ὑπεβλήθησαν εἰς φόρον καπνοῦ ὀκάδες 152,595, κατὰ δὲ τοὺς αὐτοὺς δύο τελευταίους μῆνας τοῦ 1890 μόνον 117,000, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον 35,355. Ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐπῆλθεν ἡ ἐλάττωσις αὕτη, εἶναι πρόδηλος. Τὰ οἰκονομικὰ διεχειρίζετο κατὰ τοὺς μῆνας αὐτοὺς οὐχὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Ὁπωσδήποτε ἡ παρατηρηθεῖσα ἐλάττωσις καὶ κατὰ τοὺς προηγουμένους μῆνας, εἰς διαστάσεις ἐλάσσονας τῶν δύο τελευταίων μηνῶν, ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ πρακτέου πρὸς πρόληψιν πάσης μειώσεως τοῦ ἐσόδου αὐτοῦ. Ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι ὁ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διαχειριζόμενος τὰ οἰκονομικὰ πρώην Πρωθυπουργὸς προσεκάλεσε πολλοὺς τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὰ τοῦ καπνοῦ καὶ εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἐν γένει, καὶ συνεβουλεύθη αὐτοὺς περὶ τοῦ καταλληλοτέρου συστήματος πρὸς βελτίωσιν τῶν τῆς φορολογίας ταύτης. Ἐὰν δὲ παρέμενεν εἰς τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἤθελε βεβαίως προκαλέσει τὴν Βουλὴν εἰς τὴν μελέτην καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ ὁποίου εἶχε παρασκευάσει νομοθετήματος. Ἐπειδὴ δὲν ἦτο τῆς ἐμῆς πρωτοβουλίας τὸ σχεδιασθὲν σύστημα τῆς βελτιώσεως ἐπὶ τοῦ προκειμένου φόρου, δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀνακοινώσω τὰς λεπτομερείας τοῦ σχεδίου, ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἂν ὁ τέως Πρωθυπουργὸς ἤθελε λάβει ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, δὲν θέλει δυσκολευθῆ νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ὑπελάμβανεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν πρόσοδον ταύτην τοῦ Δημοσίου ἄνευ βλάβης τῆς παραγωγῆς. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἦτο νὰ μειώσῃ αἰσθητῶς τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον, ὡς ἐκ τῶν σημερινῶν τιμῶν τοῦ φορολογουμένου καπνοῦ, ἔχουσιν οἱ λαθρέμποροι, νὰ καταστήσῃ δηλονότι ἐλάχιστον τὸ κέρδος, ὅπερ ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν οἱ τὴν λαθρεμπορίαν νῦν μετερχόμενοι, δυσανάλογον δὲ πρὸς οὓς διατρέχουσι κινδύνους. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τούτου. Ἄλλως ἔδοξε ταῖς ἐκλογαῖς τῆς 14 Ὀκτωβρίου, καθ’ ἃς οἱ πλεῖστοι τῶν ἐκλογέων, ὡς ἐκ τῶν παραστάσεων καὶ τῶν ἐπαγγελιῶν τῆς τελευταίας Ἀντιπολιτεύσεως, περιέπεσαν εἰς πλάνην, τὴν ὁποίαν θὰ ἦναι καιρὸς νὰ διορθώσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅταν θὰ κληθῇ προσεχῶς νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἐτυμηγορίαν του. Τὸ νῦν Ὑπουργεῖον, διαχειριζόμενον τὰ κοινὰ πλέον τοῦ ἔτους, ἀλλὰ καὶ τὸ πρῶτον δεκάμηνον δὲν ὑπέλαβεν, ὅτι ὤφειλε ν’ ἀνατρέψῃ τὸ λειτουργοῦν φορολογικὸν σύστημα ἐκ βάθρων· ἴσως διότι τῶν οἰκονομικῶν προΐστατο οὐχὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος, ὁ ὁποῖος δὲν παρέλιπεν ὡς πρὸς τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον νομοσχέδιον. Ἐνόμιζεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ βελτιώσῃ τὸ λειτουργοῦν σύστημα, ἂν τὸν καπνὸν διῄρει εἰς ποιότητας, καὶ ἂν κατώρθου νὰ ὑποβάλῃ τοὺς παραγωγοὺς εἰς τοὺς πόθους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους δημιουργεῖ τὸ ὑποβαλλόμενον σήμερον νομοσχέδιον. Ἐν τῇ εἰσαγωγικῇ ἐκθέσει ῥητῶς ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Δὲν ἐθεώρησα συνᾴδουσαν πρὸς τὰς γνωστὰς οἰκονομικὰς ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου τὴν ἄμεσον ἀντικατάστασιν τοῦ λειτουργοῦντος συστήματος, διότι αὕτη (ἡ ἀντικατάστασις) θὰ φέρῃ ἐπί τινα καιρὸν διατάραξιν εἰς τὰς ἐκ τοῦ φόρου τούτου εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου· ἡ κατάστασις δὲ τῶν οἰκονομικῶν δὲν ἐπιτρέπει τοῦτο.» Κατὰ τὴν αὐτὴν σύνοδον, δηλαδὴ τὴν ἀμέσως προηγουμένην, νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτὴς ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ καὶ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ μονοπωλίου πρὸς αὔξησιν τῆς προσόδου ταύτης τοῦ Δημοσίου, ὁ δὲ τέως Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διακόπτων αὐτὸν, τὸν ἤλεγξε, μάλιστα δὲ κατελόγισεν αὐτῷ νεανικὸν σφρῖγος, ὡς συμβουλεύοντι τὴν ἄμεσον ἀντικατάστασιν τοῦ λειτουργοῦντος συστήματος διὰ τοῦ συστήματος τοῦ μονοπωλίου· ἂν ἐνθυμῶμαι καλῶς, ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔλεγεν, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ μονοπωλίου δὲν δύναται ἀβασανίστως καὶ ἐκ τοῦ προχείρου νὰ ἐνστερνισθῇ, διότι δι’ αὐτοῦ δύναται νὰ στειρεύσῃ πηγὴ σπουδαία τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου. Τοιαύτας εἶχε τότε ἰδέας ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ λειτουργοῦντος συστήματος νομοσχέδιον, ὅπερ ὅμως δὲν ἔτυχε τῆς τιμῆς οὔτε νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι ἡ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιτροπὴ, εἰς τῆς ὁποίας τὴν προεξέτασιν εἶχε παραπεμφθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δι’ ἐκθέσεώς της παρέστησιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον ἠδύνατο νὰ παραβλάψῃ τὴν παραγωγὴν, οὐδεμίαν δὲ ἤθελε προσπορίσει εἰς τὸ Κράτος ὠφέλειαν. Ἡ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιτροπὴ, εἰσηγουμένου τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ συμπολίτου μου, ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ἐπὶ τοσοῦτον εὗρεν ἀτυχὲς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὥστε ὑπέλαβεν, ὅτι ἦτο ἐπιβεβλημένον αὐτῇ νὰ συντάξῃ πρὸς ἀντικατάστασιν αὐτοῦ ἴδιον νομοσχέδιον πρὸς βελτίωσιν τοῦ λειτουργοῦντος συστήματος. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑπὸ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ ὑποβληθὲν, παρέμεινεν ἐκκρεμὲς, μὴ ἀξιωθὲν οὐδὲ τῆς πρώτης ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεως, διότι ἐπείσθη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι, ἂν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἀνεγράφετο εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ἐπελαμβάνετο τῆς συζητήσεως αὐτοῦ ἡ Βουλὴ, βεβαίως ἤθελε τὸ ἀποῤῥίψει, ὡς ἐκ τούτου δὲ πιθανὸν ἦτο νὰ ὑποληφθῇ ἡ ἀπόῤῥιψις αὐτοῦ ὡς πολιτικὴ ἧττα τῆς Κυβερνήσεως· διὰ τοῦτο εὐσχήμως ὁ τέως Ὑπουργὸς ἀπέσυρε τὸ περὶ οὗ εἴρηται νομοσχέδιον, ὡς ἀπέσυρε καὶ ἕτερα νομοσχέδια, ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντα, περὶ σμύριδος, περὶ βαρυτίνης κλπ. Τὸ περίεργον δὲ εἶναι, ὅτι, ἐνῷ τοιαύτας εἶχεν ἰδέας περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὀλίγους μῆνας μετὰ τὴν λῆξιν τῆς παρελθούσης Βουλευτικῆς συνόδου, ἤτοι μετὰ δεκάμηνον, ἀφ’ ἧς διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπεχώρησε τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ οὗτος μὲν δι’ ἰδίας ἐνυπογράφου δηλώσεως, καταχωρηθείσης εἰς ἐφημερίδα τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ἑτέρας δι’ ἀνακοινώσεων γενομένων πρὸς ἐφημερίδας εὐρωπαϊκὰς, ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐν γένει διεφώνησε μετὰ τῶν συναδέλφων του ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνορθωθῶσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν διεφώνησεν ἢ εἰς ἓν καὶ μόνον, εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Ὡς πρὸς τοῦτο ἐνθυμοῦμαι, ὅτι καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐγένετο λόγος ἐν τῇ παρούσῃ συνόδῳ, ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας συνάδελφος, μετὰ τοῦ ὁποίου στενώτερον νῦν φαίνεται συνδεόμενος ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν προεκάλεσε νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλήν....
§184ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὴ κάμνετε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ μάντεως.
§185ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα διεφώνησεν· ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὑπέλαβεν, ὅτι δὲν εἶχεν ὑποχρέωσιν ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ὁποίας εἶχε περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ ἰδέας. Οὐδὲν δὲ ἔχω ἐγὼ δικαίωμα νὰ προκαλέσω τὸν ἐξ Ἄρτης συνάδελφον νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὁποίας ἔχει ἰδέας περὶ φόρου ἢ περὶ προσόδου ἐκ τοῦ καπνοῦ, νομίζω ὅμως, ὅτι ἐπιβάλλεται αὐτῷ ἡ ὑποχρέωσις νὰ φωτίσῃ τὸ Κοινοβούλιον, οὐ μόνον ὁ Βουλευτὴς, ἀλλὰ καὶ ὁ διαχειρισθεὶς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, περὶ τῶν ἰδεῶν, ἃς ἔχει περὶ τῆς φορολογίας ταύτης, καὶ περὶ δημιουργίας μιᾶς προσόδου, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ ἀνορθώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου. Λέγω δὲ, ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν, διότι, ἂν ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχέδιόν του, καὶ ἂν πείσῃ αὐτὴν, ὅτι δι’ αὐτοῦ δύναται ν’ ἀσφαλισθῇ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ν’ ἀνορθωθῇ ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις, νομίζω, ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ τὸν παρακολουθήσῃ, ἴσως δὲ ἐκ τούτου δύναται νὰ προκύψῃ καὶ πολιτικὸν γεγονὸς, δυνάμενον νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ μέλλοντος τῆς χώρας ἡμῶν, δύναται ἴσως νὰ δημιουργηθῇ καὶ νέον πολιτικὸν κόμμα, διότι τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικὰ κατέχουσιν ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κοινοβουλίῳ πρωτεύουσαν θέσιν, τοῦ δὲ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρώτιστον μέλημα εἶναι καὶ ἔσεται ἡ ὁριστικὴ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν παρομαρτεῖ ἡ εὐημερία τῆς χώρας καὶ ἡ πλήρωσις τῶν πόθων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀλλὰ τὰ τῆς ἐπελθούσης μετὰ δεκάμηνον μεταβολῆς ἐν τῇ Κυβερνήσει ἡμῶν παρῆλθον ἄνευ συζητήσεως ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καί τοι ἠδύνατό τις εὐλόγως νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ ἐπελθοῦσα μεταβολὴ προσέδιδε χαρακτῆρα μεταβολῆς τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως· διότι, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ δεκάμηνον διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου ἀποχωρῇ καὶ ἀναχωρῇ, δηλῶν, ὅτι διεφώνησε πρὸς τοὺς συναδέλφους αὑτοῦ ὡς πρὸς τὸ ἐν γένει οἰκονομικὸν σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπελάμβανεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλισθῇ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ἡ βελτίωσις, βεβαίως τὸ πρᾶγμα ἔχρηζεν εἰδικωτέρας κοινοβουλευτικῆς συζητήσεως. Ἀλλ’ ἐγὼ βεβαίως, ὅπως καὶ οἱ τὰς αὐτὰς μεθ’ ἡμῶν ἔχοντες πολιτικὰς πεποιθήσεις, οὐδὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ καταστήσωμεν ἀντικείμενον κοινοβουλευτικῆς ἀσχολίας τὸ ὑπουργικὸν τοῦτο ἐπεισόδιον, τὸ μὲν, διότι οὐδέποτε παρεδέχθημεν, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἔχει ὡρισμένην οἰκονομικὴν πολιτικὴν, τὸ δὲ, διότι οὐδεὶς Βουλευτὴς ὑποβάλλεται εἰς τὸν ἔλεγχον ἑτέρου Βουλευτοῦ· ἐπερώτησις πρὸς Βουλευτὴν δὲν ἐπιτρέπεται. Πρὶν ἢ συναντηθῶμεν ἐνταῦθα κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, πολλὰ καὶ διὰ τῶν ἐφημερίδων καὶ ἐν ἄλλοις κύκλοις ἐλέγοντο περὶ μελετωμένων σχεδίων οἰκονομικῶν, διὰ τῶν ὁποίων, καὶ ἀφοῦ ἀπεχώρησε τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος, ἐπρόκειτο νὰ ἐξασφαλισθῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ ἰσοζύγιον καὶ νὰ ἐμπεδωθῇ ἡ πίστις τοῦ Κράτους. Αἱ προηγηθεῖσαι τῆς ἐνταῦθα συναντήσεώς μας διαδόσεις παρεσκεύαζον ἡμᾶς εἰς ἔκπληξιν. Ἀντὶ τούτων ἓν καὶ μόνον φορολογικὸν ἢ οἰκονομικὸν νομοσχέδιον εἴδομεν, τὸ περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892. Καὶ ἐνόμισεν, ὅτι, δι’ ὅσων εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, μετέδωκεν εἰς αὐτὴν τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπηγόρευσαν εἰς αὐτὸν τὴν ὑποβολὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Τὸ κυριώτερον ἐξ ὅσων εἶπεν ἦτο, ὅτι τὸ λειτουργοῦν σύστημα στερεῖται ἑνὸς προσόντος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διακρίνῃ τὴν λειτουργίαν τοῦ φορολογικοῦ νόμου, τοῦ προσόντος τῆς χρηστότητος· ἀλλὰ προσέθηκεν, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος, ὅστις ὑπηγόρευσεν εἰς αὐτὸν τὴν μεταβολὴν τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, ἀλλὰ κυρίως λόγος ταμιευτικός· ῥητῶς εἶπεν, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν ἀναπόδραστον τὸ καθῆκον νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν μεταβολὴν τοῦ καθεστῶτος, διότι ὑπὸ τὸ λειτουργοῦν σύστημα κατὰ μὲν τὸ 1890 εἴχομεν ἐλάττωσιν τῶν ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ εἰσπράξεων κατὰ 300,000 δραχμὰς, κατὰ δὲ τὸ 1891 ἔτι μείζονα· κατ’ ἀκολουθίαν φυσικὸν εἶναι, ὡς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Τράκας ἔλεγε πρὸ ὀλίγου ἐντεῦθεν, ὅτι, ἀφοῦ ὁσημέραι βλέπομεν τὰς εἰσπράξεις ἠλαττωμένας, δέον νὰ περιμένωμεν, ὅτι μετ’ ὀλίγους μῆνας θέλομεν ἴδει ἐκμηδενιζομένην τὴν πρόσοδον ταύτην. — Βεβαίως, ὅταν ᾖναι γνωστὸν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι εἰς πᾶσαν κυβερνητικὴν μεταβολὴν τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ θὰ μεταβάλληται, ὅταν ἐγένετο γνωστὸν ἰδίως, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ διατηρηθῇ τὸ σύστημα τῶν καπνοκοπτηρίων, φυσικὸν εἶναι τὸ φαινόμενον, ὅτι πάντες οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, τοῦ καθιεροῦντος τὴν φορολογίαν διὰ τοῦ συστήματος τῶν καπνοκοπτηρίων, ἐχαλαρώθησαν, καὶ ἐδείχθησαν ὀλίγωροι εἰς τὰ ἐπιβεβλημένα, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω. Τοῦτο ἀποδεικνύεται οὐ μόνον ἐκ τῆς καθυστερήσεως τῶν τελευταίων τοῦ 1890 δύο μηνῶν, τοὺς ὁποίους ἐμνημόνευσα πρὸ ὀλίγου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν δέκα πρώτων μηνῶν τοῦ λήγοντος ἔτους 1891, εἰς οὓς ἡ ἐλάττωσις τῶν εἰσπράξεων εἶναι ἀσυγκρίτως μείζων. Κατὰ τὰς ἐπισήμους καταστάσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ πρώτης Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1890, ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν καπνοῦ ὀκάδες 621,667. Κατὰ τοὺς αὐτοὺς δέκα μῆνας τοῦ 1891, ἐφορολογήθησαν μόνον 536,951 ὀκάδες, δηλαδὴ ἠλαττώθη ἡ φορολογία κατὰ 100 χιλιάδας περίπου ὀκάδας. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι ὁ μὴν Νοέμβριος παρουσίασεν ἔτι ἐλάσσονας εἰσπράξεις, διότι ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι τὸ σύστημα τῶν καπνοκοπτηρίων καταργεῖται, πᾶς δὲ κάτοχος καπνοῦ, ὅστις εἶχε σκοπὸν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὰ καπνοκοπτήρια καπνὸν, θέλει ἀναμείνει νὰ λειτουργήσῃ τὸ νέον σύστημα τῶν δηλώσεων, ὑφ’ ὃ θέλει ἀποφύγει τὴν φορολογίαν. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον ἀνήνεγκεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει, κατ’ αὐτὸν, τὴν μεταβολὴν τοῦ ὑπάρχοντος φορολογικοῦ συστήματος, τουτέστιν, ὅτι τὸ κρατοῦν φορολογικὸν σύστημα ἐπάγεται μεγάλας δαπάνας, ἐνῷ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσάγει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τὰς δαπάνας ταύτας ἐλαττώνει κατὰ τὰ τρία τέταρτα. Οὕτως ἡ πρώτη ἐντύπωσις εἶναι τοιαύτη εἰς πάντα τὸν μὴ μελετήσαντα τὰς λεπτομερείας. Διὰ νὰ λειτουργήσῃ τὸ σύστημα, τὸ ἀναγραφόμενον εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀπαιτοῦνται κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892 200,000 δραχμαί· μεταξὺ 200,000 δραχμῶν καὶ 800,000, ὅσαι ἀπαιτοῦνται πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τοῦ νῦν λειτουργοῦντος, ὑπάρχει διαφορὰ 600,000 δραχμῶν. Ὅσοι ἠκούσατε ἕνα τοιοῦτον ἀριθμὸν ἐντεῦθεν ἀπαγγελλόμενον, βεβαίως ὑπελάβετε, ὅτι ἦτο ἰσχυρότατον τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο πρὸς δικαιολογίαν τῆς μεταβολῆς τοῦ συστήματος. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ γένηται διάκρισις μεταξὺ τῶν δαπανῶν τοῦ προσωπικοῦ τῶν καπνοκοπτηρίων, καὶ τῶν δαπανῶν τῆς κοπῆς καὶ συσκευῆς τοῦ καπνοῦ καὶ τῶν ταινιῶν· διότι, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, μεταβληθὲν εἰς νόμον, λειτουργήσῃ, βεβαίως οἱ καπνοπῶλαι θὰ λάβωσιν ὑπὸ σημείωσιν τὰς δαπάνας, εἰς τὰς ὁποίας θέλουσιν ὑποβληθῆ διὰ νὰ κόψωσι καὶ συσκευάσωσι τὸν καπνόν. Εἶπόν τινες, ὅτι ἀντὶ 15 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ μεταβάλωσι τὸν καπνὸν εἰς κατάστασιν ἁρμοδίαν πρὸς τὴν συνήθη αὐτοῦ χρῆσιν. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν ἔχουσι πεῖραν τοῦ πράγματος οἱ τοιαῦτα ἰσχυρισθέντες, διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς συσκευῆς αὐτοῦ· ἄλλως τε τὸ δικαίωμα τῆς κοπῆς δὲν ἦτο ποτὲ 15 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ἐὰν ἐρωτήσητε τίμιον καπνοπώλην, θ’ ἀκούσητε παρ’ αὐτοῦ, ὅτι πρὸς τοῦτο ἀπαιτοῦνται ἄνω τῶν 25 λεπτῶν. Δέον λοιπὸν ἡ σύγκρισις νὰ περιορισθῇ μεταξὺ τῶν ἐξόδων τοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ νέου συστήματος, καὶ τοῦ σήμερον ὑπάρχοντος. Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889, διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν καπνοκοπτηρίων ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 186,914 καὶ δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας δρ. 54,963, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 241,877, ἤτοι ἐπὶ πλέον τῶν προϋπολογιζομένων πρὸς λειτουργίαν τοῦ συστήματος τῶν δηλώσεων δρ. 50,000 περίπου, χωρὶς νὰ ὑπολογισθῇ ἡ παραταθησομένη ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐφορειῶν. Αἱ δαπάναι δὲ τῆς κοπῆς καὶ συσκευῆς τοῦ καπνοῦ εἰσπράττονται ἀπὸ τοὺς καταναλωτὰς, καὶ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς βάρος πρόσθετον καὶ ἐπαγόμενον τὴν ἐλάττωσιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ τὸ ὑποβαλλόμενον ἤδη σύστημα πρωτίστως, πρὸς ποῖον ἐκ τῶν γνωστῶν συστημάτων, τῶν λειτουργούντων εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη, ὁμοιάζει περισσότερον. Οἱ λαβόντες ἀφορμὴν νὰ μελετήσωσι τὰ παρ’ ἄλλοις ἔθνεσι κρατοῦντα ὡς πρὸς τὴν πρόσοδον τοῦ καπνοῦ φορολογικὰ συστήματα, γινώσκουσιν, ὅτι τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων εἶναι πανταχοῦ ἄγνωστον, προκειμένου περὶ φόρου καταναλώσεως· ἴσως ἠδύνατο τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων νὰ ἐννοηθῇ, προκειμένου περὶ φόρου ἐγγείου ἢ ἀμέσου ἐπὶ τῆς παραγωγῆς. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἶπεν ὀλίγας λέξεις καὶ κατὰ τοῦ μονοπωλίου· εἶπεν, ὅτι παρά τισι τῶν πολιτικῶν ἡμῶν ἀνδρῶν εἶναι ἐσχηματισμένη ἡ γνώμη, ὅτι πρέπει νὰ προτιμηθῇ πρὸ παντὸς ἄλλου τὸ σύστημα τοῦ μονοπωλίου. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι κατὰ παντὸς μονοπωλίου, ῥητῶς μάλιστα ἐμνημόνευσε τῶν ὑφισταμένων παρ’ ἡμῖν μονοπωλίων, καὶ προσέθηκεν, ὅτι, ἐὰν ἐπέτρεπον εἰς αὐτὸν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ δάνειον τῶν 135,000,000, εὐχαρίστως ἤθελε καταργήσει τὰ ὑπάρχοντα παρ’ ἡμῖν μονοπώλια. Ἡ ἐξόφλησις τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 προϋποθέτει τὴν ὁριστικὴν βελτίωσιν καὶ ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἀλλ’ εἰς ταύτην δὲν ὁδηγοῦσι τὰ παρὰ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ληφθέντα μέτρα, οὔτε εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν καὶ διαχείρισιν τῶν πόρων τοῦ Κράτους, οὔτε εἰς τὴν ἐν γένει διοίκησιν. Ἀγνοῶ, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶναι κατὰ τῶν μονοπωλίων ἐν γένει, ἢ μόνον κατὰ τῶν μονοπωλίων τῶν διαχειριζομένων παρ’ ἑταιριῶν· ἄλλοτε ἔλεγεν ἐνταῦθα, ὅτι ἡ διαχείρισις τῶν μονοπωλίων παρ’ ἑταιρίας ἀποτελεῖ κατάργησιν τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους· τὸ ἐπ’ ἐμοί, δὲν ἀποδέχομαι τὴν θεωρίαν αὐτήν. Εἰς ἄλλα ἔθνη, λίαν ζηλότυπα τῶν τοῦ Κράτους δικαιωμάτων, παρεχωρήθη ἡ διαχείρισις τῶν μονοπωλίων εἰς ἑταιρίας, καὶ δι’ αὐτῶν ἐξυπηρετήθησαν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου ἀποτελεσματικώτερον ἢ ὅσον ἤθελον ἐξυπηρετηθῇ ὑπὸ δημοσίων ὑπαλλήλων. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι εἴς τινα Κράτη καὶ τὰ μονοπώλια καὶ οἱ σιδηρόδρομοι διαχειρίζονται ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τῶν δημοσίων λειτουργῶν. Ἀλλ’ εἰς τὰ Κράτη ταῦτα ἡ δημοσία ὑπηρεσία εἶναι ὠργανισμένη κρεῖσσον ἢ παρ’ ἡμῖν, οἱ δὲ δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ ὑπηρέται καὶ μᾶλλον μεμορφωμένοι τυγχάνουσι, καὶ εἰδικὰς γνώσεις κέκτηνται, ἰδίᾳ δὲ εἰσιν ἀφωσιωμένοι εἰς τὸ καθῆκόν των, καὶ εἰς οὐδεμίαν διατελοῦσιν ἐξάρτησιν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς. Γνωστὸν μάλιστα εἶναι, ὅτι εἰς δευτερεύοντά τινα Κράτη, οἷον εἰς Σερβίαν, Ῥουμανίαν καὶ Βουλγαρίαν, ἡ Κυβέρνησις ἀντικατέστησε διὰ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων λειτουργούσας μέχρις ἐσχάτων ἑταιρίας σιδηροδρόμων κλπ. Ἀλλ’ εἶναι λυπηρὰ ἀλήθεια, ὅτι παρ’ ἡμῖν δὲν κατωρθώθη εἰσέτι ὅ,τι εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα ἐπετεύχθη τελευταίως, νὰ χωρισθῇ ἡ διοίκησις ἀπὸ τὴν πολιτικήν. Ἐπεχειρήθη τοῦτο διὰ τῶν κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν ψηφισθέντων νόμων περὶ προσόντων, ἀλλ’ ἡ ἐπελθοῦσα κυβερνητικὴ μεταβολὴ εἶχε πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τοῦτο τὸ μειονέκτημα, ὅτι οἱ νόμοι οὗτοι ἀνετράπησαν, ὅπως κατορθωθῇ ἡ εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν εἰσαγωγὴ προσώπων, μὴ κεκτημένων τὰ δι’ ἑκάστην τῶν ὑπηρεσιῶν ἀπαιτούμενα προσόντα. Ἔπρεπε δὲ εἰς τὸ περίεργον φαινόμενον τῆς ἀνατροπῆς τῶν περὶ προσόντων νόμων νὰ προστεθῇ καὶ τὸ σήμερον συζητούμενον νομοσχέδιον, δι’ οὗ, ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου, ζητεῖται ἡ ἀνατροπὴ λειτουργοῦντος φορολογικοῦ νόμου, ἐπὶ προφανεστάτῳ κινδύνῳ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν ἔδει καὶ τοὺς ὑπάρχοντας φορολογικοὺς νόμους νὰ συμπληρώσωμεν καὶ βελτιώσωμεν, καὶ νὰ ἐξεύρωμεν νέους πόρους πρὸς πλήρη ἐξασφάλισιν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐνῷ δὲ εὔχομαι νὰ βελτιωθῶσι τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικὰ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἐξόφλησις τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, καὶ διὰ τῆς ἐξοφλήσεως αὐτοῦ νὰ παύσῃ ὑφισταμένη ἡ ἑταιρία τῶν μονοπωλίων, ὀφείλω ἐξ αἰσθήματος δικαιοσύνης νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ ἑταιρία αὕτη οὐ μόνον εἰς οὐδὲν ἐζημίωσε τὸ Κράτος, ἀλλὰ τοὐναντίον σπουδαίως συνεβάλλετο εἰς τὴν αὔξησιν τῆς ἐκ τῶν διαχειριζομένων ὑπ’ αὐτῆς εἰδῶν μονοπωλίου προσόδου τοῦ Κράτους, διότι, ἀφ’ ἧς αὕτη συνεστήθη, ἡ αὔξησις τοῦ δημοσίου ἐσόδου ἐξ ἁπάντων τῶν τοῦ μονοπωλίου εἰδῶν ὁσημέραι προάγεται. Ἄν οἱ τῆς ἑταιρίας αὐτῆς μέτοχοι ὠφελήθησαν, καὶ ἰδίως ἐκ τῶν κατατεθέντων πρὸς σύστασιν αὐτῆς κεφαλαίων, τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι ἐζημιώθη τὸ Κράτος.—Ἄν ἀπολύτως κριθῇ ἡ ἰδέα τῆς μονοπωλίας, βεβαίως δύναται νὰ ὑποληφθῇ αὕτη ὡς παραβλάπτουσα τὸ ἐμπόριον, ἤτοι τὸν ἐλεύθερον ἐμπορικὸν συναγωνισμόν. Ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην τὰ μονοπώλια ἔχουσιν ὅ,τι κακὸν ἔχουσιν ἐν γένει οἱ φόροι. Ἂν ἄνευ φόρων δύναται νὰ ὑπάρξῃ εὐημεροῦσα Πολιτεία, δέον νὰ καταργηθῶσι καὶ τὰ μονοπώλια, ὡς ἀποτελοῦντα εἶδος φορολογίας. Μήπως καὶ πρὶν ἢ νομοθετηθῶσι τὰ τελευταῖα μονοπώλια, δὲν εἴχομεν τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος; Μήπως καὶ πρὶν ἢ συσταθῇ ἡ ἑταιρία τῶν μονοπωλίων, ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶχε παραχωρήσει τὴν μονοπωλίαν τοῦ πετρελαίου καὶ τῶν πυρείων εἰς ἰδιώτας; Ἐν τούτοις νῦν ἐγείρεται πρὸ ἡμῶν ζήτημα τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ· Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἀναμένω ν’ ἀκούσω τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον, ἐνῷ σήμερον εἶμαι κατὰ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, νὰ μὲ μεταπείσῃ, καὶ διὰ τοῦτο περιορίζομαι μόνον εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον προβάλλεται ἡμῖν διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δέον νὰ τὸ ἐξετάσωμεν ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις. Δέον νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐπὶ τῆς παραγωγῆς ἐπηρείας. Δέον νὰ ἐξετάσωμεν τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ ἐπὶ τῶν μετερχομένων τὸν καπνοπώλην καὶ τὸν καπνέμπορον. Δέον νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ταμιευτικῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσῃ· δέον, τέλος, νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς χρηστότητος, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δηλονότι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν καταχρήσεων, εἰς τὰς ὁποίας θέλει δώσει χώραν. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, φρονῶ, ὅτι, ἄν ἐπρόκειτο νὰ καθιερωθῇ παρ’ ἡμῖν ἡ μονοπωλία τοῦ καπνοῦ, κατὰ τῆς ὁποίας ἐκηρύχθη ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὐδέποτε ἠδύναντο νὰ νομοθετηθῶσιν ὑποχρεώσεις καὶ διατυπώσεις μείζονες ἐκείνων, αἵτινες ἀναγράφονται εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὡς πρὸς τοὺς παραγωγούς. Ἀνέγνων πολλοὺς νόμους ἐκ τῶν καθιερούντων τὴν μονοπωλίαν εἰς ἄλλα Κράτη, εἰς οὐδένα δὲ τούτων ἀπήντησα ὑποχρεώσεις μείζονας ὡς πρὸς τοὺς καπνοπαραγωγούς. Χάριν ἀκριβείας ὁμολογῶ, ὅτι κατὰ πλεονασμὸν ὑπάρχει μόνον ἡ τῆς καπνοφυτείας δήλωσις, ἀλλ’ αἱ ἄλλαι διατυπώσεις εἶναι αἱ αὐταί. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὁ καπνοπαραγωγὸς εἶναι ὑποχρεωμένος ἀπὸ τοῦ μηνὸς Αὐγούστου, ὅτε ἄρχεται ἡ συγκομιδή, μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου νὰ παρασκευάζηται διὰ τὴν ὁποίαν περὶ τὸ τέλος τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου εἶναι ὑπόχρεος νὰ παρουσιάσῃ δήλωσιν τοῦ παραχθέντος ὑπ’ αὐτοῦ ποσοῦ. Τὸ νομοσχέδιον ὑπολαμβάνει τὸν παραγωγὸν κατὰ τὸ διάστημα τῶν τεσσάρων μηνῶν ἐν πλήρει ἀργίᾳ, ἐν πλήρει ἀκινησίᾳ. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν θέλει ἐν τῷ μεταξὺ ὁ καπνοπαραγωγὸς νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν μεταφορὰν καπνοῦ, ἐκ τῆς ἰδίας αὐτοῦ καλύβης ἢ ἀποθήκης, θέλει προσκόψει πρὸ πολλῶν δυσχερειῶν, διότι εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποβάλῃ εἰδικὴν δήλωσιν εἰς τὸν Δήμαρχον. Ὑποθέσατε παραγωγὸν, ὁ ὁποῖος ἐν τῷ μεταξὺ λαμβάνει ἀνάγκην νὰ ἐκποιήσῃ μέρος τοῦ προϊόντος του’ εἶναι ὑποχρεωμένος, καθ’ ἣν ἡμέραν ἀπεφάσισε τοῦτο, νὰ προσέλθῃ πρὸς τὸν Δήμαρχον τοῦ δήμου, εἰς τὸν ὁποῖον καλλιεργεῖ τὴν καπνοφυτείαν, νὰ ποιήσηται πρὸς αὐτὸν δήλωσιν διὰ τὸ ἐκποιηθησόμενον ἢ μετενεχθησόμενον ποσὸν, καὶ νὰ παρακαλέσῃ αὐτὸν ν’ ἀποστείλῃ τὴν δήλωσιν εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον’ διότι ἄνευ τούτου εἰς οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔλθῃ πρὸς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον σχέσιν. Ὁπόσαι ἡμέραι θέλουσι μεσολαβήσει μεταξὺ τῆς δηλώσεως, τῆς γενομένης πρὸς τὸν Δήμαρχον, καὶ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν θέλει διαβιβασθῆ αὕτη εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, καὶ μέχρις ὅτου ἐνεργήσῃ ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος τὴν ἐγγραφὴν αὐτῆς εἰς τὸ βιβλίον τῶν δηλώσεων, περιττὸν θεωρῶ νὰ φωτίσω ὑμᾶς. Ἐπὶ τέλους ἔρχεται εἰς σχέσιν μετὰ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, ἵνα λάβῃ τὴν ἄδειαν καταναλώσεως ἢ μεταφορᾶς. Εἶναι ὑποχρεωμένος, προκειμένου περὶ καταναλώσεως, πρὶν ἢ παρουσιασθῇ εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, νὰ προσέλθῃ εἰς τὸν ταμίαν καὶ πληρώσῃ τὸν φόρον τοῦ ἀναλωθησομένου ποσοῦ, καὶ λάβῃ τὴν ἄδειαν νὰ θέση τὸν καπνὸν εἰς κατανάλωσιν. Ἐὰν δὲ πρόκηται περὶ μεταφορᾶς, εἶναι ὑπόχρεως, ὅπως εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον παρουσιασθῇ ὄχι πλέον μόνος, ἀλλὰ μετ’ ἐγγυητοῦ ἀξιοχρέου, διὰ νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν μεταφορᾶς, ἔστω καὶ ἐντὸς τῆς ἰδίας ἐπαρχίας, διότι οὐδεμίαν ποιεῖται τὸ νομοσχέδιον διάκρισιν τοῦ τόπου τῆς μεταφορᾶς. Προκειμένου δὲ περὶ μεταφορᾶς, ἡ ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν εἶναι ὑπόχρεως νὰ χορηγήσῃ εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, δέον νὰ μὴ περιορίζηται εἰς τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, ἀλλ’ εἰς τὸ διπλάσιον, δηλ. εἰς τὸ πρόστιμον, τὸ ὁποῖον ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἤθελεν ἐξαγάγει εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν τὸν καπνὸν, ἢ δὲν ἤθελε μεταφέρει εἰς μέρος, ὅπου ἑδρεύει Οἰκονομικὸς Ἔφορος, θέλει ὑποχρεωθῆ νὰ πληρώσῃ. Πάντες γινώσκομεν, ποίας καταστάσεως εἶναι οἱ πλεῖστοι τῶν παρ’ ἡμῖν καπνοπαραγωγῶν, οἱ ὁποῖοι, ἐκτὸς μικρῶν ἐξαιρέσεων, δὲν γινώσκουσιν, οὐδὲ σχετίζονται ἕτερον, ὅπως προσφέρωσιν ὡς ἐγγυητήν. Λαμβάνουσι λοιπὸν ἕνα συγχώριόν των, καὶ παρουσιάζονται εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον’ νομίζετε, ὅτι ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος θὰ δεχθῇ τὸν συγχώριον; Βεβαίως οὐχὶ, διότι ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὸν ἐγγυητήν. Ὁπωσδήποτε ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου ὑπέλαβεν, ὅτι, εὐθὺς ὡς ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος ἦναι ὑπεύθυνος ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου, βεβαίως αὐτὸς θὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ Δημόσιον, λησμονῶν ὅτι οἱ πλεῖστοι Οἰκονομικοὶ Ἔφοροι εἶναι προϊόντα τῆς πολιτικῆς’ οἱ πλεῖστοι δὲ ἐξ αὐτῶν δὲν διακρίνονται ἐπὶ φερεγγυότητι, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος ἤθελε δεχθῆ ἕνα ἀφερέγγυον, προκειμένου περὶ ποσοτήτων μεγάλων καπνοῦ, ὁποίας δύνανται νὰ δηλώσωσι μεγάλοι τινὲς παραγωγοὶ τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, οἱ ὁποῖοι, ὡς ὀρθότατα παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐκ Φθιώτιδος, δύνανται νὰ ἐξαγάγωσιν ἐκεῖθεν ποσὸν ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ὀκάδων, τί γενήσεται; Προκειμένου περὶ 1000 ὀκάδων, ἔχετε, πρὸς δέκα δρ. κατ’ ὀκᾶν, 10,000 δρ. ἐγγύησιν’ προκειμένου περὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, αἱ ἐγγυήσεις θέλουσιν ἀνέλθει εἰς τὸ μέγιστον ποσὸν τῶν δραχμῶν 10,000,000. Ὑπάρχει Οἰνομικὸς Ἔφορος φερέγγυος ἐπὶ τοιαύτῃ ποσότητι; Εἰς τὸ διάστημα τῶν τεσσάρων μηνῶν ὁ παραγωγὸς εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς ὑποχρεώσεις ὑποβάλλεται· μετὰ τοὺς 4 μῆνας, ἀφοῦ παρέδωκε τὴν δήλωσιν αὑτοῦ πρὸς τὸν Δήμαρχον, θὰ περιμείνῃ κατὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον τοὺς ἐπιτηρητὰς καὶ λογιστὰς, διὰ νὰ ἐνεργήσουν τὴν βεβαίωσιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐδήλωσε. Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἀξιότιμοι συνάδελφοι πρὸ ἐμοῦ εἶπον περὶ τῶν ἀνωμαλιῶν, αἵτινες ἐπάγονται ἐκ τοῦ τοιούτου συστήματος τοῦ ἐλέγχου. Κατὰ μῆνα Δεκέμβριον ἅπαντα τὰ χωρία, πᾶσαι αἱ ἐπαρχίαι αἱ καπνοφόροι θὰ εὑρίσκωνται εἰς ἀναστάτωσιν, θὰ διατελῶσι ὑπὸ τὴν διάθεσιν τῶν ἐπιστατῶν καὶ λογιστῶν, οἵτινες διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἔχουσι τὸ καθῆκον καὶ τὴν εὐθύνην τῆς ἐπαληθεύσεως τῶν δηλώσεων. Αἱ καλύβαι τῶν χωρικῶν καὶ αἱ οἰκίαι τῶν φίλων αὐτῶν θὰ ὑποβάλλωνται καθ’ ἑκάστην ἡμέραν εἰς ἐξέτασιν, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον ὁ ἐπιτηρητὴς νὰ λάβῃ τὴν ὑπόνοιαν ἢ τὴν πληροφορίαν, ὅτι οἱ παραγωγοὶ καπνοῦ, οὓς εἶχον ἐπισκεφθῆ τὴν προτεραίαν, μετήνεγκον πρὸ τῆς ἐπισκέψεώς των μέρος τοῦ προϊόντος εἰς οἰκίας συγχωρίων, ἢ εἰς οἰκίας γειτονικῶν χωρίων. Γινώσκομεν πάντες ὁποῖα ὑπῆρξαν τὰ ἄτοπα τῆς τοιαύτης κατ’ οἶκον ἐρεύνης, εἴτε ὑπὸ τῶν ἐπιστατῶν τοῦ Δημοσίου, εἴτε ὑπὸ τοῦ ἐνοικιαστοῦ. Κατάγομαι ἀπὸ ἐπαρχίαν, ἥτις παράγει βρωσίμους ἐλαίας. Εἰς ἐποχὴν παρῳχημένην ὑπῆρχε τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ φόρου τῶν βρωσίμων ἐλαιῶν καὶ τῆς βεβαιώσεως αὐτῶν ἐν αἷς οἰκίαις ἢ ἀποθήκαις ἀπεταμίευον αὐτὰς οἱ ἐλαιοκτηματίαι. Ὁλόκληρος ἡ ἐπαρχία Παρνασσίδος ἐν διαστήματι ἑνὸς καὶ δύο μηνῶν ἦτο ἐν πλήρει ἐπαναστάσει ἕνεκα τῆς κατ’ οἶκον ἐρεύνης. Λοιπὸν ὁ παραγωγὸς, ὁσάκις λάβῃ ἀνάγκην νὰ μεταφέρῃ μικράν τινα ποσότητα καπνοῦ, κατὰ τὸ λειτουργοῦν σύστημα, ἐκτὸς μιᾶς καὶ μόνης δηλώσεως πρὸς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον ἢ τὸν Εἰρηνοδίκην, εἰς οὐδεμίαν ἄλλην ὑποβάλλεται ὑποχρέωσιν· κατὰ τὸ σύστημα ὅμως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἶναι ὑποχρεωμένος πρὸ τοῦ ἐλέγχου καὶ μετ’ αὐτὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τοιαύτας καὶ τοσαύτας ὑποχρεώσεις, ὥστε νὰ κατασταθῇ εἰς αὐτὸν ἀδύνατος ἡ μεταφορὰ τοῦ καπνοῦ πρὸς μεταπώλησιν. Ὑποθέσατε παραγωγὸν, ὅστις λαμβάνει ἀνάγκην πρὸ τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου νὰ μεταφέρῃ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας του 10 ὀκάδας καπνοῦ, ἵνα ἐκ τοῦ ἀντιτίμου αὐτοῦ πορισθῇ τὰ μέσα πρὸς ἀγορὰν τῶν ἀναγκαιούντων αὐτῷ πραγμάτων. Εἶναι ὑποχρεωμένος, πρὶν ἢ ἐπιχειρήσῃ τὴν μεταφορὰν αὐτοῦ, νὰ ποιήσηται δήλωσιν πρὸς τὸν Δήμαρχον, νὰ περιμείνῃ, μέχρις οὗ εὐδοκήσῃ ὁ Δήμαρχος ν’ ἀποστείλῃ αὐτὴν εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον μετ’ ἐγγράφου του, ἢ νὰ μεταφέρῃ μόνος εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον τὸ τοιοῦτον ἔγγραφον τοῦ Δημάρχου, ὅπως ὑπὸ τοῦ Ἐφόρου ἐγγραφῇ εἰς τὸ βιβλίον τῶν πιστοχρεώσεων καὶ χρεωθῇ διὰ τοῦ δηλωθέντος ποσοῦ. Μετὰ τοῦτο ὀφείλει νὰ ἐπισκεφθῇ τὸν ταμίαν καὶ προκαταβάλῃ τὸν φόρον, διὰ νὰ λάβῃ τὸ διπλότυπον εἰσπράξεως, ὅπερ ὀφείλει νὰ προσαγάγῃ εἰς τὸν Ἔφορον, ἵνα λάβῃ παρ’ αὐτοῦ τὴν ἄδειαν, δυνάμει δὲ ταύτης ἐπανέλθῃ εἰς τὸ χωρίον του καὶ μεταφέρῃ τὸν καπνὸν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας πρὸς πώλησιν. Ἐὰν ὅμως δὲν θελήσῃ νὰ προκαταβάλῃ τὸν φόρον, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ παρουσιάσῃ ἀξιόχρεων ἐγγυητὴν, ὅπως λάβῃ τὴν ἄδειαν, ἢ μᾶλλον τὸ διαβατήριον, οὗ δυνάμει δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ χωρίον του, διὰ νὰ λάβῃ τὸν καπνὸν καὶ τὸν μεταφέρῃ· ὅταν δὲ πρόκηται εἰς τὴν ἀγορὰν νὰ πωλήσῃ τὸν καπνόν, ὀφείλει νὰ παραλάβῃ τὸν ἀγοραστὴν, καὶ μετ’ αὐτοῦ νὰ μεταβῇ εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, ἵνα γείνῃ ἡ δήλωσις τῆς μεταβιβάσεως τοῦ καπνοῦ. Εἶναι πρόδηλον, ὅτι ὑπὸ τοιαύτας διατυπώσεις καὶ ὑποχρεώσεις, οἱ παραγωγοὶ θὰ ἦναι δεσμευμένοι, ὡς μὴ δυνάμενοι νὰ ἐπιχειρήσωσιν οὐδεμίαν μεταφορὰν ἢ πώλησιν τοῦ παραχθέντος ὑπ’ αὐτῶν καπνοῦ εἰς μικρὰς ποσότητας. Μὴ δυνάμενοι δ’ ἐν γένει νὰ κινηθῶσιν ἄνευ τῆς ἐκπληρώσεως διατυπώσεων τοσούτῳ δι’ αὐτοὺς ὀχληρῶν, θὰ προτιμήσωσι νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν καπνοφυτείαν, ἥτις διά τινας τῶν ἐπαρχιῶν ἀποτελεῖ τὸν πρώτιστον παράγοντα τοῦ πλούτου αὐτῶν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς εἶχεν ἰσχυρισθῆ, ὅτι, μετὰ τὴν σταφιδάμπελον καὶ τὴν ἄμπελον, ἡ καπνοφυτεία εἶναι ἡ μᾶλλον συμφέρουσα εἰς τοὺς ἀσχολουμένους εἰς τὸν κλάδον τοῦτον τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἐγὼ ὅμως παρατηρῶ, ὅτι οἱ καλλιεργοῦντες τὸν καπνὸν προσπορίζονται πρόσοδον ἀνωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν πορίζονται οἱ καλλιεργοῦντες τὴν σταφιδάμπελον καὶ τὴν ἄμπελον, διότι δὲν ὑποβάλλονται εἰς ὅσα οἱ καλλιεργοῦντες ταύτας ἔξοδα. Κατὰ τὴν γνωστὴν στατιστικὴν, ὁ καπνὸς ὁ παραγόμενος ἐν Ἑλλάδι ἀνέρχεται εἰς 4,500,000 ὀκάδας. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐξάγεται καπνὸς ἐκ 3,000,000 ὀκάδων. Ὁ ἑλληνικὸς καπνὸς δὲν ἐξάγεται μόνον εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἐξάγεται εἰς τὴν Ὁλλανδίαν, εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἰς ἄλλα μέρη, ὑπάρχει δὲ καὶ μεγάλη ποσότης καπνοῦ, μὴ ὑποβαλλομένη εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν ἑλληνικῶν ἀρχῶν, διότι ὑπάρχουν λόγοι, ὑπαγορεύοντες εἰς τοὺς καπνεμπόρους τὴν λαθραίαν ἐκ τῶν ἑλληνικῶν λιμένων ἐξαγωγήν. Εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν ὑπάρχει μία παράλειψις σπουδαιοτάτη, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν νόμον τὸν λειτουργήσαντα κατὰ τὰ ἔτη 1885 καὶ 1886. Ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ὑπῆρχε διάταξις προνοοῦσα τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὁ καπνὸς ἐξ οἱασδήποτε βλάβης ἤθελε καταστῆ ἀνεπιτήδειος πρὸς χρῆσιν· ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἀναγράφεται ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ, ὁ δὲ παραγωγός, καὶ ὅταν ἤθελε βεβαιωθῆ διὰ τοῦ ἐλέγχου, ὅτι ὁ καπνὸς ὑπέστη βλάβην τινὰ οἱανδήποτε, θὰ ὑποχρεωθῇ εἰς πρόστιμον ἴσον πρὸς τὸ διπλάσιον τοῦ φόρου. Κατὰ τὸν προηγούμενον νόμον, ὡρίζετο διορία διετὴς, μετὰ τὴν ὁποίαν ὑπεχρεοῦτο ὁ παραγωγὸς νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ φόρου, ἀλλὰ σήμερον τοιαύτη τις διορία δὲν ἀναγράφεται. Ὡς βλέπετε, ὁ παραγωγὸς καπνοῦ τίθεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑπὸ τὴν πλέον αὐστηρὰν πίεσιν, οὐδεμίαν μεταφορὰν ἢ πώλησιν τοῦ προϊόντος αὐτοῦ δύναται νὰ ἐπιχειρήσῃ, πανταχοῦ δὲ ἀπαντᾷ τὴν ἀνάγκην τῆς δηλώσεως, τῆς ἀδείας, τοῦ διαβατηρίου τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου, καὶ φόρου τοσοῦτον μεγάλου, καὶ τέλος τὴν ἀνάγκην ἐγγυήσεως, πρὸς χορήγησιν τῆς ὁποίας εὑρίσκεται εἰς ἀπόλυτον ἀδυναμίαν. Περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω, ὁποῖαι ἀπειλοῦνται καταχρήσεις ἐν τῇ συντάξει τοῦ πρωτοκόλλου τῆς ἐπαληθεύσεως, διότι γνωστὸν εἶναι, ὁποίας καταπιέσεις ὑπέστησαν οἱ παραγωγοὶ καπνοῦ κατὰ τὴν ὀλιγοχρόνιον λειτουργίαν τοῦ αὐτοῦ συστήματος ἐν τῷ παρελθόντι. Ἐξεταστέον εἶναι, ὡς προεῖπον, τὸ νομοσχέδιον καὶ ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν αὐτοῦ ὡς πρὸς τὴν ἐμπορίαν τοῦ καπνοῦ. Πρῶτον παρατηρῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διαφέρει τοῦ νόμου τοῦ 1885 καὶ κατὰ τοῦτο, ὅτι τότε διέκρινε καπνοπώλας καὶ καπνεμπόρους, καὶ παρεῖχε διορίας πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου. Σήμερον ὁ μετερχόμενος τὴν ἐμπορίαν τοῦ καπνοῦ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ποιήσηται ἐνώπιον τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου δήλωσιν κοινὴν μετὰ τοῦ παραγωγοῦ διὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον παρ’ ἑκάστου τῶν παραγωγῶν ἠγόρασε. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι οἱ μετερχόμενοι τὴν ἐμπορίαν ταύτην δὲν ἀγοράζουν παρ’ ἑνὸς καὶ μόνου τὸ ποσὸν, τὸ ἀναγκαιοῦν εἰς αὐτοὺς, ἀλλὰ ἀπὸ πολλοὺς τῶν χωρικῶν τοῦ αὐτοῦ χωρίου καὶ ἀπὸ πολλὰ χωρία συγχρόνως. Ὀφείλει λοιπὸν, εὐθὺς ὡς συμβληθῇ μετ’ αὐτῶν, νὰ συμβληθῇ διὰ προσωρινῆς συμβάσεως, νὰ κανονίσῃ τὴν τιμὴν, καὶ ἔπειτα μετ’ αὐτῶν νὰ μεταβῇ εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, ἵνα ὑπογράψῃ μεθ’ ἑκάστου αὐτῶν τὰς ἀναγκαίας δηλώσεις περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἕκαστος αὐτῶν πωλεῖ πρὸς τὸν ἔμπορον. Ἀφοῦ συνταχθῶσι τὰ πρωτόκολλα ταῦτα, καὶ εἰς τὸ βιβλίον τῶν πιστοχρεώσεων πιστωθῶσιν οἱ παραγωγοὶ καὶ χρεωθῇ ὁ ἔμπορος, τότε ὑποχρεοῦται οὗτος νὰ προσαγάγῃ εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον ἀξιόχρεων ἐγγυητήν. Πρὸς εὕρεσιν ἀξιοχρέου ἐγγυητοῦ, ὁ καπνέμπορος εὑρίσκεται πρὸ δυσυπερβλήτου δυσκολίας. Ὁ ἔμπορος ὁ ἐξ Ἀθηνῶν συμβαίνει ἐν Λαμίᾳ νὰ μὴ ἔχῃ σχέσεις πρὸς τοὺς αὐτόθι ἀξιοχρέους ἐμπόρους· ἀλλὰ καὶ ἂν εὕρῃ ἐγγυητὴν καὶ παρουσιάσῃ αὐτὸν, ἔχει δικαίωμα ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὁ παρουσιαζόμενος δὲν εἶναι ἀξιόχρεως. Ἀναγκαίως λοιπὸν ὀφείλει νὰ καταφύγῃ εἰς τραπεζικὴν ἐγγύησιν, ἀλλ’ ἡ Τράπεζα, ἢ ὁ τραπεζίτης, θὰ ζητήσῃ βεβαίως δικαίωμα προμηθείας, ἡ ὁποία θὰ ἦναι εἰς βάρος τοῦ παραγωγοῦ. Ὅλα αὐτὰ τὰ βάσανα ἐτελείωσαν, καὶ ἐπὶ τέλους ἔλαβε τὴν ἄδειαν καὶ τὸ διαβατήριον, καὶ μεταβαίνει εἰς τὰ χωρία, καὶ ἄρχεται ἡ ἐργασία τῆς μεταφορᾶς τοῦ καπνοῦ εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον. Πρὸ τούτου ἐννοεῖται, ὅτι πρέπει ἐκ τῶν προτέρων νὰ ὑπολογίσῃ πόσα διαβατήρια θὰ λάβῃ παρὰ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, ἵνα τὰ δώσῃ εἰς ἕκαστον τῶν ἀγωγιατῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐνεργήσωσι τὴν μεταφορὰν, διότι δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ μεταφέρῃ ἅπαντα τὸν καπνὸν τὴν αὐτὴν ἡμέραν. Ἀφοῦ διά τινων ζώων μεταφέρει μίαν ποσότητα τριακοσίων ὀκάδων π. χ., πρέπει νὰ ὑπολογίσῃ πόσους ἡμιόνους δύναται νὰ εὕρῃ, διὰ νὰ διαιρέσῃ τὰ διαβατήρια εἰς ἀνάλογα τμήματα. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο κατωρθώθη ἐπὶ τέλους, καὶ ἄρχεται ἡ μεταφορὰ τοῦ καπνοῦ εἰς τὸν λιμένα ἢ εἰς τὸν σταθμὸν, ὅπου πρόκειται νὰ φορτωθῇ. Ἐννοεῖται, ὅτι πρόκειται νὰ διατρέξῃ διάστημα 10 καὶ 20 ὡρῶν, θ’ ἀπαντήσῃ δὲ καθ’ ὁδὸν πολλοὺς χωροφύλακας καὶ ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἐκ τοῦ νόμου ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ τὸν σταματήσωσι καὶ νὰ ζητήσωσι νὰ ἐξακριβωθῇ, ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦ μεταφερομένου καπνοῦ συμφωνῇ πρὸς τὸ διαβατήριον. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυκλάδων συνάδελφος εἶπεν, ὅτι τελευταίως εὑρέθη ἓν εἶδος πλάστιγγος, τὸ ὁποῖον πᾶς τις δύναται νὰ ἔχῃ εἰς τὸ θυλάκιόν του, ὅπως δι’ αὐτοῦ ζυγίζῃ ἐκ τοῦ προχείρου οἱονδήποτε βάρος. Δὲν γινώσκω αὐτὸ τὸ σύστημα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ Δημόσιον πρέπει νὰ προμηθευθῇ δύο τοὐλάχιστον χιλιάδας τοιαύτας πλάστιγγας καὶ νὰ τὰς διανείμῃ εἰς τοὺς χωροφύλακας, ὥστε νὰ ζυγίζωσιν εὐκόλως τὸν καπνόν. Ἄλλως τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον θὰ πράξῃ ὁ ὑπάλληλος, ὅταν εὕρῃ καθ’ ὁδὸν μεταφερόμενον καπνὸν, εἶναι νὰ εἴπῃ εἰς τὸν συνοδεύοντα τὸν καπνὸν ἔμπορον ἢ ἀγωγέα: «ὑποπτεύω, ὅτι ὁ καπνὸς δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ διαβατήριον, δέον δὲ νὰ μεταβῆτε εἰς τὴν πόλιν, ὅπου ὑπάρχουν τὰ μέσα πρὸς ζύγισιν.» Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὁ συνοδεύων τὸν καπνὸν ἔμπορος, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς καὶ τὰς βραδύτητας, θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ὑποβληθῇ εἰς πᾶσαν φορολογίαν πρὸς τὸν χωροφύλακα. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐμνημόνευσε τῶν ὑφισταμένων ἐλαττωμάτων εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου τῶν ζώων, ὅτι οἱ δυστυχεῖς κτηνοτρόφοι εἶναι ὑποβεβλημένοι εἰς μυρίας πιέσεις, διότι αὐτοὶ συνήθως διαιτῶνται εἰς ἔρημα μέρη, ὅπου οἱ χωροφύλακες καὶ οἱ ὑπάλληλοι εὑρίσκουσιν αὐτοὺς ἐντελῶς ἀπροστατεύτους. Δὲν ἐνεθυμήθη ὅμως αὐτὸ ὡς πρὸς τοὺς μεταφέροντας διὰ τῶν ἐρήμων ὁδῶν τὸν καπνὸν καὶ ἐκτεθειμένους εἰς μείζονας τῶν κτηνοτρόφων κινδύνους. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους καὶ ὅλας αὐτὰς τὰς δυσκολίας ὑπερενίκησεν, καὶ ἀφίκετο μετὰ τοῦ καπνοῦ εἰς τὴν πόλιν, δι’ ἣν ἦτο προωρισμένος· θὰ παρουσιάσῃ τὸ διαβατήριον εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, θὰ δηλώσῃ τὰς ἀποθήκας, ἔνθα θὰ ἀποταμιεύσῃ τὸν καπνὸν, θὰ περιμείνῃ τὴν ἐξάντλησιν τῆς ἀποθήκης, διὰ νὰ λύσῃ τὴν ἐγγύησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν. Ἐὰν θελήσῃ δὲ ἐκ τῆς ἀποθήκης αὐτῆς νὰ μεταφέρῃ τὸν καπνὸν εἰς μέρος ἄλλο, θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις, ὥστε θὰ ἦναι ὑποχρεωμένος, ὅπου ἅπαξ τὸν μεταφέρῃ, νὰ τὸν ἐξοδεύῃ. Ἐὰν ὁ ἐμπορευόμενος ὑποβάλλεται εἰς τοιαύτας στενοχωρίας, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον θὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ ἐπάγγελμα αὐτὸ, καὶ θὰ τρέψῃ τὰ κεφάλαιά του πρὸς ἄλλας ἐπιχειρήσεις, μὴ ὑποβαλλούσας αὐτὸν εἰς τοιαύτας ὑποχρεώσεις. Ἀλλ’ ὑποθέσατε, ὅτι ἡ ἀποθήκη ἔπαθεν, εἴτε ἐκ πυρκαϊᾶς, εἴτε ἐκ βροχῆς, εἴτε ἐξ ἄλλης βλάβης· οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια ν’ ἀπαλλαγῇ τοῦ φόρου· αὐτὸς εἶναι χρεωμένος εἰς τὸ βιβλίον τῶν πιστοχρεώσεων, καὶ θὰ πληρώσῃ ὄχι μόνον τὸν φόρον, ἀλλὰ καὶ πρόστιμον, ἴσον πρὸς διπλοῦν φόρον. Ἔχω καὶ ἄλλα νὰ σᾶς εἴπω περὶ τῶν πιέσεων, εἰς ἃς ὑποβάλλονται οἱ καπνέμποροι καὶ οἱ καπνοπῶλαι, ἀλλὰ θὰ σταματήσω καὶ θὰ μεταβῶ εἰς τὴν ἄλλην ἄποψιν τῶν καταχρήσεων καὶ τῶν ταμιευτικῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ προβαλλομένου συστήματος.
§186ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Θὰ ἐξακολουθήσητε πολὺ ἀκόμη;
§187ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§188ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν θέλητε, νὰ διακόψητε.
§189ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως διὰ τὴν αὔριον.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 11 καὶ 45′ μ. μ.