1891.03.21
1.846 στίχοι · 14.319 λέξεις · 95 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 69
Τῆς 21 Μαρτίου 1891.
(Πέμπτη)
Ὥρα 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Ἀργυρόπουλος.
§2ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον προχθὲς, ὅτε ὡμίλουν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, ὅτι, ἂν δὲν ἀποβληθῶσιν ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῆς Ἑταιρίας οἱ ἐκμεταλλευταὶ, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπιτηρήσῃ μετ’ αὐστηρότητος τὴν διαχείρισιν τῆς Ἑταιρίας, ἂν δὲν ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ἐκ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ δοθῶσιν ἤδη ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, πληρωθῶσι κατὰ προτίμησιν ἐκ τῶν ἐχόντων λαμβάνειν οἱ πτωχότεροι, οἱ ἐργάται καὶ οἱ ναῦται, θὰ διατεθῶσι τὰ χρήματα πρὸς ἐξυπηρέτησιν προσωπικῶν συμφερόντων καὶ παθῶν, δὲν θέλουσι χρησιμοποιηθῆ ἄλλως ὑπὲρ τῆς Ἑταιρίας τὰ χρήματα, καὶ θέλει ματαιωθῆ ὁ ὑπὲρ τῆς Σύρου καὶ ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τῆς συγκοινωνίας ἐν γένει εὐεργετικὸς σκοπὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,—αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπον, ἐνωρὶς ἤρξατο πραγματοποιούμενον. Ἀπὸ τῆς χθὲς καὶ σήμερον περιάγεται εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς Ἑρμουπόλεως πιστοποιητικὸν καλῆς διαγωγῆς τοῦ δικηγόρου ἐκείνου, συνταχθὲν παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, ὅπερ εἶναι καὶ ἔγγραφον ἐξυβριστικὸν καὶ ἀποδοκιμασίας κατ’ ἐμοῦ. Τὸ περιάγει τις, ὅστις ἔλαβεν ὑπόσχεσιν, ὅτι διὰ τὸν κόπον του θὰ προσληφθῇ ὑπάλληλος εἰς τὴν Ἑταιρίαν· τὸ ὑπογράφουσιν οἱ ἔχοντες λαμβάνειν παρὰ τῆς Ἑταιρίας καὶ οἱ προσδοκῶντες νὰ λάβωσι θέσεις ἐν αὐτῇ, πρὸς τοὺς ὁποίους οἱ ἐνδιαφερόμενοι λέγουσιν, ὅτι ἐκεῖνοι μόνον ἐκ τῶν ἐχόντων λαμβάνειν θὰ πληρωθῶσιν, ἐκεῖνοι μόνον ἐκ τῶν ἀξιούντων θέσιν ἐν τῇ Ἑταιρίᾳ θὰ προσληφθῶσιν, ὅσοι θὰ ὑπογράψωσι τὸ πιστοποιητικὸν καλῆς διαγωγῆς τοῦ δικηγόρου, τὸ ἔγγραφον τὸ ἐξυβριστικὸν καὶ ἀποδοκιμαστικὸν κατ’ ἐμοῦ. Καὶ τὸ ὑπογράφουσι κατ’ ἀνάγκην, ἀλλ’ ἐξ ἐλευθέρας συνειδήσεως οὐδεὶς, διότι πάντες γνωρίζουσι καὶ τὴν διαγωγὴν τοῦ δικηγόρου ἐκείνου καὶ ἐμὲ ἐπίσης. Διὰ τῶν αὐτῶν ὑποσχέσεων περὶ παροχῶν ὁ δικηγόρος αὐτὸς ἔπεισε προχθὲς τὸν κ. Γεώργιον Παγανέλην, ἀδελφὸν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ ἐτηλεγράφησεν εἰς Σῦρον μὲ τὴν ὑπογραφήν του, ὅτι ἐγὼ ὡμίλησα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, ἐνῷ, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐγὼ ὡμίλησα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου καὶ μόνον ἐστιγμάτισα τὰς καταχρήσεις, τὰς γενομένας ἐν τῇ Ἑταιρίᾳ, καὶ ἔπραξα τοῦτο ἐξ ἀγάπης πρὸς τὴν Σῦρον, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ ἠδίκησαν, ἐξ ἐνδιαφέροντος πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Σύρου, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ κατέστρεψαν. Καὶ ἐτηλεγράφησε προσέτι, ὅτι μόνος ἐγὼ ἐκ τῶν Βουλευτῶν ὡμίλησα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐνῷ γνωρίζετε, ὅτι πολλοὶ μὲν Βουλευταὶ ὡμίλησαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐγὼ δὲ ὡμίλησα ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ προσέθεσεν εἰς τὸ τηλεγράφημά του ὅσας ἤθελεν ὕβρεις κατ’ ἐμοῦ. Τὸ δὲ τηλεγράφημά του ἐδημοσιεύθη ἐν παραρτήματι ἐν Σύρῳ καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς Σύρου. Καὶ ἐτύπωσα μὲν τὴν ὁμιλίαν μου ἐν ἰδιαιτέρῳ φύλλῳ, καὶ ἔπεμψα ἀντίτυπα αὐτῆς εἰς τὴν Σῦρον, καὶ οἱ Ἑρμουπολῖται, ἔχοντες ἤδη εἰς χεῖράς των τὴν ὁμιλίαν μου, εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνωσι περὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ τηλεγραφήσαντος· ἐν τούτοις, πρὶν ἢ σταλῶσι τὰ ἀντίτυπα τῆς ὁμιλίας μου εἰς Σῦρον, πιστευθεισῶν τῶν ἐν τῷ τηλεγραφήματι ψευδολογιῶν, ἐξηγέρθησαν σφοδρῶς ἐναντίον μου οἱ Ἑρμουπολῖται, καὶ προέβησαν εἰς ἀποδοκιμασίας κατ’ ἐμοῦ ἐν τῇ διαδηλώσει τῆς Κυριακῆς. Τοιοῦτοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἑταιρίας, τοὺς ὁποίους συνάδελφοί τινες ἐπροθυμοποιήθησαν προχθὲς νὰ ὑπερασπισθῶσι μέχρι παρεκτροπῆς, ἑαυτοὺς ἀδικήσαντες. Καὶ τέλος ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ Ἑταιρία δὲν θὰ ὀρθοποδήσῃ, ἂν δὲν ληφθῇ πρόνοια νὰ ἐξορισθῇ ἀπὸ τὴν Σῦρον ὁ διαφθορεὺς ἐκεῖνος δικηγόρος.
§3ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Δὲν εἶδον τὸ τηλεγράφημα, ἵνα κρίνω περὶ ὅσων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Τὸν βεβαιῶ ὅμως, ὅτι τὸ πρόσωπον, τοῦ ὁποίου ἐμνημόνευσεν, ὁ Γεώργιος Παγανέλης, δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ὑποτάσσουσι τὰς γνώμας των εἰς τὰς γνώμας τῶν ἄλλων.
§4ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά.... Εἶναι ἀληθῆ λοιπὸν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐτηλεγράφησεν; Ἂν ἦναι ἀληθῆ, μάλιστα.
§5ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν εἴδετε τὸ τηλεγράφημα. Ἄλλο τὸ ἓν καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο.
§6ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Εἶπον, ὅτι τὸ πρόσωπον, τοῦ ὁποίου ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κυκλάδων, δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ὑποτάσσουσι τὰς γνώμας των εἰς τὰς γνώμας τῶν ἄλλων.
§7ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Λαμπρὸς εἶναι, ἀλλ’ ἐτηλεγράφησεν ἀναμφισβητήτως ψευδῆ πράγματα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἕτερός τις τὸν λόγον;
§9ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 17 Μαρτίου, ὅτε ἐψηφίσθη εἰς γʹ ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, περὶ μελέτης καὶ παραχωρήσεως ἀργυρούχου βαρυτίνης, συνέβη μία ἔλλειψις· διότι, μολονότι ὑπάρχει ὁ τίτλος τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀδείας πρὸς παραχώρησιν δικαιώματος μεταλλεύσεως ἀργυρούχου βαρυτίνης», καὶ λέγεται, ὅτι παρεδέχθη αὐτὸ κατ’ ἀρχὴν ἡ Βουλὴ, ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ νόμου παρελείφθη ἡ λέξις «βαρυτίνη». Ὁ νόμος ἑπομένως δίδει τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κάμῃ μελέτας, χωρὶς νὰ ὁρίζῃ ἐπὶ τίνος ἀντικειμένου. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο δύσκολον σήμερον, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, νὰ προσθέσωμεν τὴν λέξιν «βαρυτίνην» ἐντὸς τοῦ κειμένου τοῦ νόμου. Ὑποβάλλω ἑπομένως νέον νομοσχέδιον, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησίς τις, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ γνωστοῦ ζητήματος, νὰ ἀναγνωσθῇ εἰς αʹ συζήτησιν.
§10ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄλλο λοιπὸν νομοσχέδιον ματαιοῦται;
§11ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνωσθῇ εἰς αʹ συζήτησιν;
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον «περὶ ἀδείας πρὸς ἐκτέλεσιν ἐπιστημονικῶν μελετῶν περὶ τῆς ἐν Μήλῳ, Κιμώλῳ καὶ Πολυαίγῳ ἀργυρούχου βαρυτίνης».
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 331). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ ποινικῆς καταδιώξεως τῶν πρώην Ὑπουργῶν κ. κ. Χαριλάου Τρικούπη, Στεφάνου Δραγούμη, Δημητρίου Βουλπιώτου, Γεωργίου Θεοτόκη καὶ Νικολάου Τσαμαδοῦ.
§15ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως ὅσα χθὲς ἐῤῥήθησαν ἐντεῦθεν ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑπὸ συζήτησιν πρότασιν περὶ ποινικῆς καταδιώξεως τῶν πρώην Ὑπουργῶν. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μείνωσιν ἄνευ ἀπαντήσεως τὰ ῥηθέντα, καθ’ ὅσον καὶ χωρὶς αὐτῶν εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς ἀναφορικῶς πρὸς τὰ θέματα τῆς κατηγορίας, ἅτινα διατυποῦνται ἐν τῇ προτάσει. Καὶ πρῶτον φρονῶ, ὅτι, ὅσῳ μεμετρημένη καὶ εὐπρεπὴς, τόσῳ καὶ ἀνεπαρκὴς ὑπῆρξεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτοῦ, ὡς πρὸς τὸν σκοπὸν, ὅστις δι’ αὐτῆς ἐπεδιώχθη. Ὁ κ. συνάδελφος περιώρισε τὰς ἐρεύνας του εἰς ἓν καὶ μόνον θέμα τῆς κατηγορίας, τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὴν ἐναντίον ὡρισμένων νόμων δαπάνην τῶν 56,000,000 δραχμῶν, τῶν προερχομένων ἐκ δανείων χρεωλυτικῶν καὶ παγίων, συναφθέντων καὶ πραγματοποιηθέντων κατὰ τὰ τέσσαρα τελευταῖα ἔτη, καθ’ ἃ διεῖπε τὰ κοινὰ ἡ πρώην Κυβέρνησις. Ἠσχολήθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴς ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι οἱ ἐπίσημοι πίνακες τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καθὼς καὶ αἱ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας προφορικῶς ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβεῖς, καὶ τόσον ἀνακριβεῖς, ὥστε εἰκοσιτεσσάρων ὅλων ἑκατομμυρίων σφάλματα ἀνεῦρεν ἐν αὐτοῖς. Πρὶν ἢ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου περὶ τῆς ἀξίας, ἣν ἀποδίδω εἰς τὴν τοιαύτην ἔρευναν τοῦ κ. ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτοῦ, προλαμβάνω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡμεῖς, προκειμένου νὰ κατηγορήσωμεν, δὲν δικαιούμεθα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει ἢ μόνον τὰς ἐπισήμους καταστάσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὰς στηριζομένας ἐπὶ τῶν δημοσίων βιβλίων, καὶ τὰς αὐθεντικὰς διαβεβαιώσεις τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Οἱαδήποτε ἄλλη καὶ ὁθενδήποτε προερχομένη σημείωσις δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσῃ δι’ ἡμᾶς ἀπόδειξιν κατ’ ἀρχήν. Ἀλλὰ καὶ ἀσχέτως πρὸς τὴν ἀπόλυτον ταύτην γνώμην, τὴν ὁποίαν εἴμεθα ὑπόχρεοι ν’ ἀκολουθήσωμεν, εἶναι ἆρά γε σπουδαῖα ὅσα χθὲς ἐῤῥήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτοῦ; Ἀναιροῦσι ταῦτα τὸ πρῶτον κεφάλαιον τῆς κατηγορίας, ἢ ἐξεναντίας τὸ συνομολογοῦσιν; Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι διὰ δύο λόγους εἶναι ἐσφαλμένοι οἱ κατατεθέντες πίνακες. Καὶ ὁ μὲν πρῶτος εἶναι, ὅτι ὑπάρχουσιν, ὡς εἴρηται, σφάλματα μεγάλων ποσῶν, ὁ δὲ δεύτερος, ὅτι δὲν ἀνεγράφησαν ποσὰ πολλῶν ἑκατομμυρίων. Καὶ ποίαν μὲν ἀξίαν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος, ὅτι πίνακες, προερχόμενοι ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου καὶ θεμελιούμενοι ἐπὶ τῶν δημοσίων βιβλίων, δύνανται νὰ περιέχωσι σφάλματα εἰκοσιτεσσάρων ὅλων ἑκατομμυρίων, ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε. Ἓν μόνον παρατηρῶ, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐμυκτήριζον καὶ ἔσκωπτον ἕνα Βουλευτὴν, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι οὗτος ἔκαμνε χονδρικοὺς λογαριασμοὺς ὡς πρὸς τὰ ἑκατομμύρια, δὲν εἶχον δικαίωμα τοιαῦτά τινα περὶ χονδρικῶν σφαλμάτων νὰ εἴπωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ εἴπωσιν, ὅτι οἱ πίνακες αὐτοὶ περιέχουσι σφάλματα εἰκοσιτεσσάρων ὅλων ἑκατομμυρίων δραχμῶν· διότι, κἂν διαῤῥαγῶσι ταῦτα λέγοντες, οὐδεὶς θέλει εὑρεθῆ, ἵνα δώσῃ πίστιν καὶ προσοχὴν εἰς τὰ λεγόμενά των. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, καὶ ἂν ἀφήσωμεν τὰ εἰκοσιτέσσαρα αὐτὰ ἑκατομμύρια τῶν σφαλμάτων, καὶ ἔλθωμεν εἰς τὸ ὑπόλοιπον, μέχρι τῆς συμπληρώσεως τοῦ ποσοῦ τῶν 56 ἑκατομμυρίων, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσωμεν: Τί ἐγένετο τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο, ἤτοι τὰ 32 ἑκατομμύρια δραχμῶν; Ὁ κ. ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴς εἶχε τοὐλάχιστον κατὰ τοῦτο τὴν παῤῥησίαν νὰ εἴπῃ, ὅτι τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα ἀληθῶς ἐδαπανήθησαν ἐναντίον τῶν σχετικῶν νόμων, δι’ ὧν ταῦτα συνωμολογήθησαν, εἰς σκοποὺς ἄλλους, παρὰ τοὺς πρὸς οὓς προωρίσθησαν. Ἐνθυμεῖσθε δὲ τὴν παράδοξον ἐκείνην αἰτιολογίαν, ἣν περὶ τούτου ἠθέλησε νὰ δώσῃ. Εἶπε δηλαδὴ, ὅτι ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις, ταῦτα πράττουσα, ἐνήργει ἐν καλῇ πίστει. Ἀλλ’ εἴπατέ μοι, παρακαλῶ, ποίαν βαρύτητα δύναται νὰ ἔχῃ τοιαύτη δικαιολογία; Τί εἴδους καλὴ πίστις εἶναι αὐτὴ πάλιν, ὅταν μία Κυβέρνησις δαπανᾷ ἐναντίον τῶν νόμων τριάκοντα δύο ὅλα ἑκατομμύρια δραχμῶν, κατὰ τὴν ἰδίαν της ὁμολογίαν; Καὶ ἐὰν, ἐνῷ ζητεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς ἄδεια πρὸς συνομολόγησιν δανείων προωρισμένων δι’ εἰδικοὺς σκοποὺς, δαπανῶνται ταῦτα κατόπιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς θεραπείαν ἄλλων ἀγνώστων ἀναγκῶν, ἐν ἀγνοίᾳ ὑμῶν, τί γίνεται τότε ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος; Τὸ πρῶτον δικαίωμα, ἐν ταὐτῷ δὲ καὶ τὸ πρώτιστον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἓν Κοινοβούλιον, εἶναι, νὰ γνωρίζῃ ποῖα εἶναι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ποῖα εἶναι τὰ ἔξοδα, καὶ πρὸ πάντων ποῦ καὶ πῶς τὰ ἔξοδα ταῦτα διατίθενται. Ὅταν ὅμως ἐπιτρέψητε εἰς τὴν πρώην Κυβέρνησιν νὰ σᾶς λέγῃ μετὰ ζηλωτῆς εὐκολίας, ὅτι ναὶ μὲν ἐδαπάνησε τριάκοντα δύο ὅλα ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐναντίον τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους σεῖς ἐψηφίσατε, ἀλλ’ ὅτι τοῦτο ἔπραξεν ἐν καλῇ πίστει, τότε ἀναιρεῖτε τὰς βάσεις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀποβάλλετε πλέον ἑκουσίως τὸ δικαίωμα, καὶ παραβαίνετε τὸ καθῆκον τῆς ἐνασκήσεως ἐλέγχου ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως. Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα βάσιν ἔχει τὴν δυσπιστίαν πρὸς τοὺς κυβερνῶντας. Ἀπέναντι δὲ τῆς δυσπιστίας ταύτης, ἥτις εἶναι ἡ βάσις ὑγιοῦς κοινοβουλευτικῆς λειτουργίας, πολὺ ἁπλοϊκοὶ ἐλέγχονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ν’ ἀντιτάξωσι πρὸς δικαιολόγησιν τῶν παρανομιῶν τὴν καλὴν αὐτῶν πίστιν. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι μόνον περὶ τῆς ξηρᾶς παρανομίας πρόκειται; ὅτι πρόκειται μόνον περὶ τῆς παραβιάσεως τῶν νόμων, διὰ τῶν ὁποίων τὰ δάνεια συνωμολογήθησαν; Τοῦτο προσεπάθησαν νὰ παραστήσουν οἱ χθὲς ἀγορεύσαντες, ἀλλὰ καὶ ἡ πρότασις περὶ ποινικῆς καταδιώξεως, καὶ ὅσα ἐῤῥήθησαν ἐντεῦθεν κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῆς, πᾶν ἄλλο ἢ τοῦτο ἀποδεικνύουσιν. Ἡ παράβασις τῶν νόμων ἐπὶ τοῦ προκειμένου συνεδέθη ἀῤῥήκτως καὶ πρὸς ἄλλους σκοπούς, σκοποὺς σπατάλης, σκοποὺς καταχρήσεων, τῶν ὁποίων ἡ ἔρευνα ἀνήκει εἰς τὴν ἐκλεχθησομένην ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν. Δὲν εἴπομεν ἡμεῖς, μόνον ὅτι ἐδαπανήθησαν τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα εἰς ἄλλους σκοποὺς ἐναντίον τῶν νόμων, ἀλλ’ εἴπομεν ἐν ταὐτῷ καὶ ὅτι ἐδαπανήθησαν ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἔπρεπε νὰ δαπανηθῶσιν. Εἴπομεν, ὅτι ἐδαπανήθησαν πρὸς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους οὐδὲ γνωρίζει κἂν ἀκόμη ἡ Βουλή. Ὁσάκις ἐζητήθη λόγος παρὰ τῶν πρώην Ὑπουργῶν διὰ τὰ δάνεια ταῦτα, κατέστρωσαν ἐξ ἐνόχου προνοίας λαβυρινθώδεις λογαριασμοὺς τῆς ὅλης τοῦ Κράτους ληψοδοσίας, ἀπέναντι τῆς ὁποίας εἰς οὐδὲν ἠδυνάμεθα νὰ φθάσωμεν ἀσφαλὲς συμπέρασμα. Χθὲς μόλις, στενοχωρηθεὶς ὁ κύριος ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴς, εἶπεν ἡμῖν, ὅτι ἐκ τῶν δανείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἦσαν προωρισμένα εἰς ἰδικούς σκοποὺς, ἐδαπανήθησαν ἄλλα μὲν εἰς δημόσια κτίρια, ἄλλα διὰ τὴν προίκισιν τῆς βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας, ἄλλα δι’ ἐξωραϊσμὸν τῆς πρωτευούσης, ἄλλα διὰ τοὺς Κρῆτας καὶ ἄλλα διὰ κάλυψιν ἐλλείμματος τοῦ 1886. Ἀλλὰ πότε ἐλέχθη ἐνώπιον ἡμῶν, πότε εἶπον οἱ πρώην κυβερνῶντες, ὅτι 16 ὅλα ἑκατομμύρια δραχμῶν, καθ’ ἃ ἐξέθηκε χθὲς ἐντεῦθεν ὁ ἐκ Φθιώτιδος κ. Βουλευτὴς, ἐδαπάνησαν ἀπὸ πάγια καὶ χρεωλυτικὰ δάνεια εἰς κάλυψιν ἐλλείμματος τοῦ ἔτους 1886; Εἶπον ποτὲ ὡρισμένως καὶ κατηγορηματικῶς, ὅτι ἐκ τῶν δανείων αὐτῶν ἐγένετο χρῆσις 16 ἑκατομμυρίων πρὸς κάλυψιν τοιούτου ἐλλείμματος; Τὸ συμπέρασμα εἶναι, ὅτι ἡ χθεσινὴ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτοῦ, ὄχι μόνον δὲν ἀνήρεσε τὸ Αʹ κεφάλαιον τῆς κατηγορίας, ἀλλὰ ἐξ ἐναντίας τὸ συνωμολόγησεν, ἂν ὄχι κατὰ τὸ ὅλον, ἀλλὰ τοὐλάχιστον κατὰ τὸ πλεῖστον. Πλὴν δὲν περιωρίσθησαν ἕως ἐδῶ. Ἠθέλησαν νὰ θίξωσι καὶ τὸ Βʹ κεφάλαιον τῆς κατηγορίας, ἀλλὰ τὸ ἔθιξαν κατὰ τρόπον, ὅστις εἶναι μὲν οἰκεῖος καὶ συνήθης αὐτοῖς, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος οὐδὲν κοινὸν ἔχει πρὸς τὴν καλὴν πίστιν, ἵνα μή τι βαρύτερον εἴπω. Ἀκολουθοῦντες πατροπαράδοτον, οὕτως εἰπεῖν, πολιτικὴν καὶ ταλτικὴν, ἠθέλησαν νὰ ῥίψωσιν εἰς τὸ μέσον ἓν σκάνδαλον, νομίζοντες, ὅτι οὕτω θὰ ἠδύναντο νὰ παρασύρωσι καὶ ἄλλους μεθ’ ἑαυτῶν ἐν τῇ ἠθικῇ καταπτώσει. Εὐτυχῶς τὰ συκοφαντικὰ βέλη, τὰ ὁποῖα ἐξετόξευσαν καθ’ ἑνὸς μέλους τῆς Κυβερνήσεως, ἀπεδείχθησαν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὅλως ἀβλαβῆ καὶ ἀκίνδυνα, ἐστράφησαν δὲ κατὰ τῶν ἰδίων. Διὰ τοῦτο δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε περὶ τοῦ ἐπεισοδίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον, ἀντὶ νὰ τοὺς ὠφελήσῃ, τοὺς ἔβλαψεν εἰς τὰ καίρια, περιορίζομαι δὲ μόνον εἰς τοὺς ἰσχυρισμοὺς, διὰ τῶν ὁποίων ἐπειράθησαν ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι τὸ κεφάλαιον τοῦτο τῆς κατηγορίας εἶναι ἀστήρικτον. Τί εἴπομεν ἡμεῖς πρὸς αὐτοὺς, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἐπὶ τοῦ προκειμένου κεφάλαιον; Τοῖς εἴπομεν, ὅτι ἐναντίον γνωμοδοτήσεως ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι συνεκρότησαν, ἐξέδωκαν τὴν προμήθειαν τῆς τροφῆς διὰ τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ εἰς πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἐνέκειτο αὐτοῖς ἐγγύτατα, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον κατεκυρώθη σκανδαλωδῶς ἡ προμήθεια, πρὸς βλάβην τῶν δημοσίων συμφερόντων. Τί ἀπήντησεν εἰς ταῦτα; Ἐδῶ, Κύριοι, ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν θλῖψίν μου, διότι ἐλεεινὸν ἀληθῶς καὶ ἀξιοδάκρυτον παρέστησε χθὲς θέαμα ὁ πρώην Πρωθυπουργός. Θέλων νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν κατὰ τῆς τοιαύτης κατηγορίας, ἐπεκαλέσθη τὴν ἐπικουρίαν δικηγόρου ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, τοῦ ὁποίου ἀνέγνω ἐγγράφους προτάσεις, ὡσανεὶ εὑρισκόμεθα εἰς Εἰρηνοδικεῖον τρίτης τάξεως. Ποῖοι εἶναι οἱ ἰσχυρισμοὶ, τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθη, ἵνα πείσῃ ἡμᾶς περὶ τοῦ ἀβασίμου τῆς κατηγορίας; Μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐζημιώθησαν οἱ ἐργολάβοι. Ἀλλὰ μήπως ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι κατηγοροῦμεν τοὺς ἐργολάβους, διότι ὠφελήθησαν, καὶ ἦλθον αὐτοὶ, ἵνα ἀποδείξωσι τὸ ἐναντίον; Μήπως ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι ἐν τῇ ὠφελείᾳ τῶν ἐργολάβων κεῖται ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου; Ἡμεῖς εἴπομεν αὐτοῖς, ὅτι χαριζόμενοι πρὸς τρίτους ἐζημίωσαν τὸ Δημόσιον, διότι δὲν συνεμορφώθησαν πρὸς τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς. Εἰς τοῦτο τί ἀπήντησαν; Τίποτε. Δὲν τοῖς συμφέρει ν’ ἀπαντήσουν, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπὶ ἄλλα ἐτράπησαν. Καὶ εἴδομεν χθὲς προσαγομένους ἐνταῦθα λογαριασμοὺς τῶν ἐργολάβων, ὡσανεὶ εἴμεθα σύνδικοι πτωχεύσεώς τινος, καὶ ἐπρόκειτο νὰ κρίνωμεν, ἐὰν ὑπάρχῃ πτώχευσις ἢ χρεωκοπία. Διατὶ δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ γνωμοδότησις τῆς ἐπιτροπῆς; Διατὶ ἐγένετο δεκτὴ ἡ προσφορὰ τοῦ ἀναλαβόντος τὴν προμήθειαν, ἐναντίον τῆς διακηρύξεως τῆς δημοπρασίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ καταθέσῃ ἐγγύησιν 30,000 δραχμῶν εἰς τὸ Φρουραρχεῖον, καὶ τὴν ὁποίαν δὲν κατέθηκε; Διατὶ, ἐνῷ ἐπρόκειτο περὶ προμηθείας χόρτου ἐκ Θεσσαλίας, ἐγένετο ἡ δημοπρασία μόνον ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν διαστήματι 10 ἡμερῶν; Τί ἀπήντησαν εἰς ταῦτα; Οὐδέν. Ἐνόμισαν, ὅτι ἤθελον κλονήσει τὴν πεποίθησιν τῆς Βουλῆς μὲ λογαριασμοὺς τῶν ἐργολάβων, οἵτινες ἔχουν πλήρη ἐλευθερίαν νὰ γράφωσιν ὅ,τι ἂν θέλωσιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐξηκριβωμένον τὸ ποσὸν τῆς ζημίας τοῦ Δημοσίου. Ἔστω. Τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον ἐρεύνης ἐν τῇ ἀνακρίσει. Ὅλα τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα σημειοῦμεν, δὲν ἀποτελοῦσιν ἁπλᾶς ἐνδείξεις, ἀλλὰ πλήρεις ἀποδείξεις, διότι στηρίζονται ἐπὶ δημοσίων ἐγγράφων. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπί τινων ὑπάρχωσιν ἀμφισβητήσεις, μένει εἰς τὴν ἀνάκρισιν νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον. Καὶ πῶς θέλετε νὰ μὴ θεωρῶ ὡς πλήρη ἀπόδειξιν τὴν ἔγγραφον γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι, ἂν ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προμηθευθῇ τὴν τροφὴν τῶν κτηνῶν ἀπ’ εὐθείας, ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ τὸ ἥμισυ τῆς τιμῆς; Τοῦτο ὁμολογοῦσιν ἐνταῦθα καὶ ὅλοι οἱ ἐκ Θεσσαλίας κύριοι Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι εἶναι παντὸς ἄλλου ἁρμοδιώτεροι νὰ δώσωσι πληροφορίας ἀκριβεῖς. Ἐλέχθη χθὲς, κατὰ τρόπον ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, ὅτι πρὸς 13 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ἐπωλεῖτο ἐν Πειραιεῖ χόρτον, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἐποχὴν τὸ ἐπλήρωνε πρὸς 19. Ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν ὑπάρχῃ τις δισταγμὸς περὶ τούτου, ἰδοὺ ἡ ἀνάκρισις. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ Βʹ κεφάλαιον τῆς κατηγορίας, κατὰ τοῦ ὁποίου ἀντεπεξῆλθε χθὲς ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, μεθ’ ὃν ἀνῆλθε τὸ βῆμα ὁ τέως Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος, ἀντὶ νὰ δώσῃ, ὡς ὤφειλεν, ἐξηγήσεις, ἐφ’ οἷς ἐγκαλεῖται, ἐνόμισε προτιμότερον νὰ περιορισθῇ εἰς ἀοριστολογίας, ἃς ἐκόσμησε καὶ δι’ ἀπειλῶν καὶ ὕβρεων. Θὰ τὸν παρακολουθήσω, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι πάνθ’ ὅσα εἶπεν εἶναι ἀνακριβῆ, καὶ δὲν δύναται οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον ν’ ἀνατρέψωσι τὰ θέματα τῆς κατηγορίας, ὡς ταῦτα διετυπώθησαν. Καὶ περὶ μὲν τοῦ πρώτου ἠρκέσθη εἰς τὸ νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτοῦ· ἀλλὰ ποίας ἀξίας εἶναι αὕτη, πρὸ ὀλίγων στιγμῶν τὸ εἶπον. Ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ δὲ, πολλὰ μὲν, ἀλλ’ ἀνωφελῆ ἢ μᾶλλον ἐπιβλαβῆ δι’ αὐτὸν εἶπεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου κ. Βουλευτὴς, δηλ. ὁ κ. Τρικούπης. Δανειζόμενος τὴν φρασεολογίαν ἐκ τῶν ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ὀργάνων του, ἀνεμάσσα χθὲς τὰς λέξεις ἀρβύλαι, καττύματα, χόρτον, ἅμαξα, προκαταβολαὶ στρατιωτικαὶ, καὶ ἠρώτα: «Δι’ αὐτὰ μοῦ ζητεῖτε λόγον; Αὐταὶ εἶναι αἱ κατηγορίαι, τὰς ὁποίας ἐμελετᾶτε ἀπὸ τόσου χρόνου; Ταῦτα ἐλέγετε πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς σας; Ἐὰν ταῦτα ἐλέγετε, οὐδεμίαν ἠθέλετε λάβει ψῆφον.» Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ τέως Πρωθυπουργὸς ἐδῶ ἔχει δίκαιον. Ἀληθῶς δὲν εἶνε αὐτὰ μόνα, τὰ ὁποῖα ἐλέγομεν πρὸς τὸ Ἔθνος καὶ τοὺς ἐκλογεῖς μας. Εἶναι καὶ ἄλλα πολλὰ, δικαίως δὲ διηπόρει ὁ ἐκ Μεσολογγίου κ. Βουλευτὴς, διατὶ καὶ ταῦτα δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν. Ἔπρεπε τῷ ὄντι ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς ἀρχαιοτέραν ἐποχὴν, ὅπως συναντήσωμεν τὸ ἀπαισίας μνήμης καὶ ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων ἀποδεδειγμένον γεγονὸς, ὅτι ὁ τέως Πρωθυπουργὸς κ. Τρικούπης, ἐν στιγμαῖς, καθ’ ἃς ἡ πατρὶς ἀπῄτει τὴν ὁμόνοιαν καὶ σύμπνοιαν ἁπάντων τῶν τέκνων της, πρὸ πάντων δὲ τῶν πολιτευτῶν της, φλεγόμενος ὑπὸ τοῦ πόθου νὰ καταλάβῃ τὴν ἐξουσίαν, συνενοεῖτο διὰ νυκτὸς μετὰ τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, ὅπως διὰ τῆς ἀποτυχίας τῆς ἐθνικωτέρας τῶν ὑποθέσεών μας ἀναῤῥιχηθῇ εἰς τὴν πρωθυπουργίαν. Ἔπρεπε βεβαίως νὰ μὴ λησμονήσωμεν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐνῷ τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν ζήτημα εὑρίσκετο εἰς τὸ ὀξύτατον αὐτοῦ σημεῖον, ἐκεῖνος ἐλάμβανε συνεντεύξεις μετὰ τοῦ Ῥῶμβολδ, κατόπιν τῶν ὁποίων ἤρχετο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὕψονε τὴν σημαίαν τῆς διαιρέσεως, ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ πατρὶς ἔλεγεν: «Ἐν τοιούτοις καιροῖς ὁ ὑποδαυλίζων κομματικὰς διαιρέσεις δὲν πράττει ἔργον πατριωτικόν». Δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφήσωμεν ἀπαρατήρητον καὶ τὸ διαβόητον ἐκεῖνο τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον οἱ φίλοι του καθ’ ὑπαγόρευσιν αὐτοῦ ἀπέστελλον εἰς ἐφημερίδα τοῦ Λονδίνου, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἔλεγον, ὅτι ὁ παρὰ τὰ σύνορα Ἐγιοὺπ–πασσᾶς ἦτο στρατηλάτης ἐκ τῶν ἀρίστων, ὅτι εἶχε στρατεύματα ἐμπειροπόλεμα καὶ ἕτοιμα νὰ εἰσβάλουν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὅτι οὐδεὶς ὑπῆρχε νὰ ἀναχαιτίσῃ τὴν θριαμβευτικὴν εἰσβολὴν τῶν Τούρκων, διότι ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἦτο ἄθροισμα ἀνδρῶν ἀγυμνάστων καὶ ἀσυντάκτων. Τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο μία ἐφημερὶς, ἡ ὁποία σήμερον δὲν εὑρίσκει εἰς τὸ ἑλληνικὸν λεξικὸν ἀρκετὰ κοσμητικὰ καὶ ἐγκωμιαστικὰ ἐπίθετα διὰ τὸν τέως Πρωθυπουργὸν, ἀπεκάλει ἀποτρόπαιον! Ἔπρεπε νὰ μὴ ἀφήσωμεν ἀπαρατήρητον καὶ τὴν διαγωγὴν τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ εἰς τὸ ζήτημα τῆς περιαγωγῆς τῶν αἰχμαλώτων τῆς Κούτρας ἀνὰ τὴν Μακεδονίαν. Καὶ τίς δὲν ἐνθυμεῖται, τί εἶπε τότε ἐντεῦθεν ὁ τέως Πρωθυπουργός; Ἐρωτηθεὶς παρ’ ἡμῶν, ἀπήντησεν, ὅτι περιήχθησαν μὲν οἱ αἰχμάλωτοι ἀνὰ τὴν Μακεδονίαν, ἀλλ’ ὅτι τοῦτο ἐγένετο κατὰ παρασπόνδησιν τῶν Τούρκων. Καὶ τί ἔπραξεν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς κατὰ τῆς παρασπονδήσεως ταύτης, καὶ τίνα μέτρα εἶχε λάβει πρὸς πρόληψιν αὐτῆς; Οὐδέν! Καὶ εἶναι γνωστὸν, διατί οὐδὲν ἔπραξε καὶ οὐδὲν προληπτικὸν μέτρον ἔλαβεν. Ἐσυνείθισα νὰ μὴ κρύπτω τοὺς στοχασμούς μου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ παρασπονδήσει τῶν Τούρκων ᾐσθάνετο εἶδός τι χαιρεκακίας καὶ ἱκανοποιήσεως ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, διότι ἐφρόνει, ὅτι οὕτως ἀπεδείκνυε τοὺς ἀπαισίους ἰσχυρισμούς του, ὅτι ὁ στρατὸς τῆς Ἑλλάδος δὲν ἠδύνατο ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ τοῦ Ἐγιοὺπ, ὅτι ἦτο ἄθροισμα ἀνδρῶν ἀγυμνάστων, καὶ ὅτι ἦτο αὐτόχρημα ἀγέλη ἀγομένη ἐπὶ σφαγήν. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον ἐθεώρει τὴν περιαγωγὴν τῶν αἰχμαλώτων ὡς ἱκανοποιοῦσαν τὰς προῤῥήσεις του, καθ’ ὅσον τὴν ἐπεκαλεῖτο καὶ πρὸς οὐδετέρωσιν πάντων τῶν ἄλλων γεγονότων, ὅσα ἐν ταῖς συμπλοκαῖς τῶν μεθορίων ἐτίμησαν καὶ ἐκλέϊσαν τὰ ἑλληνικὰ ὅπλα. Μήπως ταῦτα πάντα δὲν ἐπιστοποίησε σειρὰ μεταγενεστέρων γεγονότων; Πάντες, ὅσοι ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, κατεδιώχθησαν ἐμπαθῶς, ἐξ ἐναντίας δὲ ἐβραβεύθησαν διὰ πολλῶν ἐνδείξεων πάντες ἐκεῖνοι, οἵτινες οὐ μόνον δὲν ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, ἀλλὰ καὶ συνετέλεσαν ἐκ φατριαστικῶν βλέψεων εἰς τὸ ἄγος τῆς Κούτρας. Ἐνθυμεῖσθε πόσα περὶ τούτων ἐδημοσιεύθησαν ἐσχάτως. Εἶχε λοιπὸν δίκαιον ὁ κ. τέως Πρωθυπουργὸς νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονηθῶσι ταῦτα. Ἀλλὰ μήπως ἔπρεπε νὰ παρέλθωμεν ἐν σιγῇ τὸ ἐπεισόδιον τοῦ Νίκολσων; Ἐνθυμεῖσθε ποίαν καὶ ἐδῶ διαγωγὴν ἔδειξεν ὁ τότε κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος. Ἔχει, φαίνεται, τὴν γενναιότητα νὰ ὑβρίζῃ καὶ ἀπειλῇ ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς, ἐντεῦθεν, ὅταν ὅμως πρόκηται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, ὡς διέπων τὰς τύχας τοῦ ἔθνους, ἀποδεικνύεται, οἷος ἀπεδείχθη, οὐ μόνον ἐδῶ, ἀλλὰ καὶ εἰς πᾶν ἄλλο δύσκολον ὁπωσοῦν ἐξωτερικὸν ζήτημα: δειλὸς καὶ ἐνδοτικός. Οὐδεμίαν φαίνεται ἔχων συναίσθησιν τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας. Εἰς τοῦτο ὀφείλεται, ὅτι ἐταπείνωσε κατὰ τρόπον ἀξιοθρήνητον τὸ ἔθνος εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ καὶ ἡ Κρήτη ἔπρεπε νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, ἡ Κρήτη, ἥτις τὴν σημερινὴν κατάστασίν της ὀφείλει εἰς τὴν τακτικὴν τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, ἡ Κρήτη, ἡ ὁποία διὰ πρώτην φορὰν εἶδε τὰ τουρκικὰ στρατεύματα εἰσελαύνοντα εἰς μέρη ἀπρόσιτα, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε εἶχε μολύνει ποῦς Τούρκου, ἡ Κρήτη, ἥτις, ἐνῷ ἤλπιζεν ἕνωσιν μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος, εἶδεν αἴφνης ν’ ἀναιρεθῶσι καὶ αὐτὰ τὰ διὰ τοσούτων αἱμάτων κτηθέντα προνόμια, ἐναντίον τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου. Ἤκουσα προχθὲς τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, εἰπόντος ἐντεῦθεν, ὅτι εἴτε ἔπραττεν οὗτος ὅσα ἔπραξεν, εἴτε δὲν ἔπραττεν αὐτὰ, ὁ Σακὴρ–πασσᾶς θὰ εἰσήρχετο εἰς τὴν Κρήτην, καὶ θὰ κατελάμβανεν ὅσα κατέλαβε στρατηγικὰ σημεῖα. Διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς βλασφημίας ταύτης, διότι οὐδέποτε ἄλλοτε στρατεύματα τουρκικὰ ἠδυνήθησαν νὰ καθυποτάξουν τὴν Κρήτην, ὅπως τὴν καθυπέταξαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, χειραγωγοῦντος αὐτὰ διὰ τοῦ ἐκεῖ προξένου του. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων.).
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἀκροατήρια νὰ μένουν ἥσυχα.
§17ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀφήσωμεν τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα, καὶ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὰ ἐσωτερικὰ, δὲν ἔπρεπεν ἆρά γε νὰ μνησθῶμεν τῆς περιλαλήτου ἐκείνης τῶν πλοίων παραγγελίας, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπετράπη εἰς οὐδένα Ἕλληνα ἀξιωματικὸν νὰ παραστῇ εἰς τὴν κατασκευὴν αὐτῶν; Καὶ τοῦτο ἦτο ἑπόμενον, ἀφοῦ ἡ κατασκευὴ ἐδόθη κατ’ ἀνάγκην, καὶ οὐχὶ ἑκουσίως, ὡς πλούσιον ἀντάλλαγμα τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ γνωστοῦ δανείου τῶν 135,000,000. Καὶ ἂν ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμέν τι περισσότερον περὶ τῆς παραγγελίας τῶν πλοίων, ἀναντίῤῥητον ὅμως εἶναι, ὅτι καὶ ἐδῶ αἱ καταχρήσεις ὑπερηκόντισαν πᾶν ὅριον. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς ὑπομνήσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴς ἔλεγε χθὲς ἐντεῦθεν. Δὲν πρέπει, εἶπε, νὰ ὑπολογίσωμεν 26,000,000 διὰ τὰ πλοῖα, ἀλλὰ πρέπει νὰ προσθέσωμεν ὡς δαπανηθέντα ἐκ τῶν δανείων καὶ τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστασίας, καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα πλησιάζουν νὰ φθάσουν εἰς 6,000,000. Εἰς τί ἐχρησίμευσαν ὅλα ταῦτα τὰ πρόσθετα ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν, δὲν γνωρίζει τις ἀκόμη, ὑποθέτω ὅμως, ὅτι γίνονται αἱ προσήκουσαι καὶ περὶ τούτου ἔρευναι. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι ἀπὸ τοῦδε νὰ εἴπω, εἶναι, ὅτι ἐπλούτησαν πολλοὶ εἰς βάρος τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἀλλὰ τὰ δημόσια ἔργα; Ἐδῶ πάλιν ἔχομεν ἀνεξάντλητον μεταλλεῖον χρυσοῦ ὑπὲρ τῶν εὐνοσυμένων ξένων καὶ ἡμεδαπῶν, εἰς βάρος τοῦ λαοῦ. Εἶναι κοινῶς πλέον γνωστὰ τὰ περὶ τούτου. Πλεῖστα αἴσχη ἀπεκαλύφθησαν ἀρτίως ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Λαρίσσης κυρίου Σχινᾶ’ καὶ παραλείπων τόσα ἄλλα, ἀρκοῦμαι νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι εἰς ἓν μόνον ἔργον ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐνῷ προϋπελογίσθησαν 270,000 δραχμῶν, διὰ συμπληρωτικῶν προϋπολογισμῶν ἀνῆλθε τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς 800,000, καὶ ὅμως τὸ ἔργον δὲν ἐτελέσθη! Τί δὲ νὰ εἴπωμεν περὶ τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου; Γνωστὸν ὅτι ἐσυλήθη καὶ τοῦτο· ἀλλὰ τίνες οἱ ἔνοχοι; Ὁ Ραφτόπουλος; Ἀλλὰ τὰ πλεῖστα τῶν ὑπ’ αὐτοῦ κλαπέντων νομισμάτων ἦσαν νόθα, ἅτινα πρὸ πολλοῦ εἶχον ἀντικαταστήσει τὰ γνήσια. Ποῖος λοιπὸν ἔκλεψε τὰ γνήσια; Τί εἶπε περὶ τούτου ἡ δικαιοσύνη; Δυστυχὴς δικαιοσύνη, ὅπως εἶχε καταντήσει ἐν Ἀθήναις ἐπὶ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ! Ἡ δικαιοσύνη ἐμερίμνησεν, ὅπως καλύψῃ τοὺς ἐνόχους, καὶ ὄχι ὅπως ἀνακαλύψῃ αὐτούς· οὗτοι δὲ εἶναι οἱ ἐκ τοῦ ἀφανοῦς λιβελλογραφοῦντες κατὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Ποῖον ἀδίκημα καὶ ποῖον ἔγκλημα δὲν εὗρε προστασίαν ἰδιάζουσαν καὶ ἰδιαιτέραν ὑπὸ τῆς πρώην Κυβερνήσεως; Οἱ ἀρχαιοκάπηλοι ἐπλημμύρησαν τὸν κόσμον. Τί ἔπαθον; Ἐξῆλθον περιστερᾶς ἀθωότεροι. Καὶ πληρόνουσι τὴν πρώην κυβερνητικὴν προστασίαν διὰ ναυτιωδῶν ἐγκωμίων ὑπὲρ τοῦ κ. Τρικούπη, διὰ κακοήθων δὲ λιβέλλων κατὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Οὐδ’ ἔπρεπε νὰ διαλάθῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Οὐδεὶς ἐλησμόνησε τὰς ἁμάξας τῆς Ἀστυνομίας, αἵτινες ἀπήγαγον τοὺς ἱεράρχας δίκην δημίων καὶ τοὺς καθήλωσαν ἐπὶ τῶν ἑδρῶν των, διὰ νὰ ἐνθρονίσωσι Μητροπολίτην ἐκεῖνον, ὃν ἤθελεν ὁ κ. Τρικούπης. Ἀλλὰ καὶ τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας τάξεως δὲν ἔπρεπε νὰ παρίδωμεν, ἀφοῦ τὰ ὄργανα τῆς ἀστυνομίας ἐδολοφόνουν τοὺς πολίτας ἀτιμωρητεί. Ἐνθυμηθῆτε τὸ στενὸν τῆς Ρόμβης, καὶ τὴν πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας, ἔνθα συνήπτοντο μάχαι, καὶ ἐφονεύοντο οἱ ἀμερίμνως διερχόμενοι πολῖται· οὐδὲ πρέπει νὰ λησμονήσητε τὰς ἀνθρωποκτονίας κατά τινα ἀθώαν διαδήλωσιν τῶν Κρητῶν, ἀνθρωποκτονίας, ἃς προεκάλεσεν ἡ τότε Κυβέρνησις. Νομίζετε, ὅτι ἐφρόντιζεν ἡ πρώην Κυβέρνησις περὶ τῆς ζωῆς τῶν πολιτῶν; Αὐτὴ μίαν πάντοτε εἶχεν ἐπιθυμίαν, ἕνα σκοπὸν, πῶς νὰ συγκρατήσῃ τὴν ἀρχὴν, καὶ πῶς νὰ ἱδρύσῃ κόμμα πανίσχυρον. Παραλείπω τὰς θεατρικὰς τελετὰς κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν τῆς 4 Ἰανουαρίου 1887, καὶ τὰ κατὰ τὰς χάριτας, διότι πλειστάκις περὶ τούτων ἐγένετο λόγος, δὲν πρέπει ὅμως ν’ ἀφήσω ἄνευ ἰδιαιτέρας μνείας τὴν ἀπονομὴν τοῦ ἀδαμαντοκολλήτου μεγαλοσταύρου πρὸς τὸν Σουλτάνον, ὅστις τόσον ἕνεκα τούτου ἐνεθουσιάσθη ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων, ὥστε, ἀφοῦ ἠρήμωσε τὴν Κρήτην διὰ τοῦ Σακὴρ, κατέλυσε καὶ τὰ προνόμιά της! Θαυμαστὸς ἀνὴρ ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, ὁ κ. Τρικούπης! Μετὰ τοιούτους ἄθλους θὰ ἦτο ἴσως ἀνάξιον λόγου νὰ μνησθῶμεν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅπερ παρεγέμισεν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς μὲ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ κόμματος. Ἤθελε νὰ τὸ ἔχῃ καὶ αὐτὸ ὑποχείριον, καὶ διὰ τοῦτο χθὲς ὁ ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴς ἔλεγεν, ὅτι ἡ εὐθύνη τῆς πρώην Κυβερνήσεως ἐκαλύφθη ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅπερ ἐθεώρησεν ὅλα τὰ ἐντάλματα διὰ τὰ 56 ἑκατομμύρια. Εἶχεν ὑποκύψει ἐν μέρει καὶ τὸ ἀτυχὲς Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὡς τοῦτο ἐξάγεται ἐκ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Σπάρταλη, ἐφ’ ἧς ἐξέδωκε τρεῖς ἢ τέσσαρας ἀντιφατικὰς ἀποφάσεις, κατόπιν διαταγῶν καὶ ἀπειλῶν τοῦ κ. Τρικούπη, Ἰδοὺ διατὶ εἶπον, ὅτι εἶχε δίκαιον ὁ πρώην κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἀπορίαν του, ἐπὶ τῷ ὅτι περιωρίσθημεν εἰς τὰ ὀλίγα ἐν τῇ προτάσει περὶ ποινικῆς καταδιώξεως κεφάλαια. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο. Ὅτε τὸ πρῶτον ἐποιησάμην λόγον περὶ ποινικῆς εὐθύνης τῶν πρώην Ὑπουργῶν, ἔσπευσα νὰ κάμω διάκρισιν μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῆς πολιτικῆς ἢ ἠθικῆς εὐθύνης, εἶπον δὲ τότε, ὅτι διὰ μὲν τὴν πολιτικὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἀποτελοῦσι κατὰ τὸ πλεῖστον αἱ πράξεις, ὧν ἐμνημόνευσα, δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν λόγον ἀπὸ Ὑπουργοὺς, οἵτινες ἐξέπεσον τῆς ἀρχῆς, καὶ καθ’ ὧν κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος δὲν δύναται ν’ ἀσκηθῇ....
§18ΑΝΑΣΤ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἐλησμονήσατε τὰς ἐπεμβάσεις εἰς τὰς ἐκλογάς.
§19ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρώτη πρᾶξις, περὶ ἧς ἐγένετο λόγος, ἐπάγεται βεβαίως ποινικὴν εὐθύνην. Ὅτε δηλαδὴ ὁ πρώην κ. Πρωθυπουργὸς ἤρχετο εἰς συνεννοήσεις μετὰ πράκτορος ξένης Δυνάμεως, δυσμενῶς διατεθειμένης εἰς τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν ζήτημα, καὶ διηυκόλυνεν οὕτω τὸν ἀποκλεισμὸν, ἠδίκει τὴν πατρίδα του, καὶ διὰ τὴν ἀδικίαν ταύτην ὑπέχει ποινικὴν, καὶ οὐχὶ πολιτικὴν εὐθύνην· ἀλλὰ τότε δὲν ἦτο Ὑπουργὸς, καὶ ἑπομένως δὲν εἴμεθα ἁρμόδιοι νὰ τὸν κατηγορήσωμεν ἡμεῖς ἐπὶ τούτῳ. Αἱ ἄλλαι πράξεις ἀποτελοῦσι τὴν πολιτικὴν εὐθύνην, ἢ καλύπτονται διὰ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν διατυπώσεων τοῦ νόμου, καὶ διὰ τοῦτο, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῇ προτάσει περὶ ποινικῆς καταδιώξεως, κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου. Ἄλλως οὐδεμία πρᾶξις θὰ παρελείπετο. Περὶ τούτου ἔστω βέβαιος καὶ ὁ κ. Τρικούπης καὶ πάντες οἱ περὶ αὐτόν. Ἀλλ’ ἆρά γε, καὶ ἐκτὸς αὐτῶν, τὰ διατυπωθέντα κεφάλαια τῆς κατηγορίας εἶναι μικρὰ καὶ ἀνάξια προσοχῆς; Εἶναι μικρὸν πρᾶγμα, ὅταν λέγωμεν τοῖς πρώην Ὑπουργοῖς: «σᾶς κατηγοροῦμεν, διότι ἐδαπανήσατε εἰς ἀγνώστους σκοποὺς 56 ὅλα ἑκατομμύρια δραχμῶν, κατὰ τὰς ἐπισήμους καταστάσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἐναντίον τῶν νόμων, δι’ ὧν συνωμολογήθησαν τὰ δάνεια ταῦτα, καὶ δι’ ὧν ἐπραγματοποιήθησαν»; Ποίαν ἄλλην σπουδαιοτέραν, ποίαν ἄλλην σοβαρωτέραν κατηγορίαν πρέπει νὰ φέρωμεν; Ἐὰν περιωρίζοντο νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἡ κατηγορία αὕτη εἶναι ἀβάσιμος, βεβαίως θὰ τοὺς ἐνόουν, καὶ ἠδυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν· ἀλλὰ τὸ νὰ λέγωσιν, ὅτι ἡ κατηγορία αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν εἶναι γελοία, ἀποδεικνύει, ὅτι αὐτοὶ δὲν ἀπέχουσι πολὺ τοῦ γελοίου καὶ τοῦ κωμικοῦ. Καὶ μήπως δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τὸ αὐτὸ διὰ τὴν κατηγορίαν τοῦ δευτέρου ἄρθρου, κατὰ τὸ ὁποῖον κατηγορεῖται ἡ πρώην Κυβέρνησις, ὅτι κατὰ 300 ὅλας σχεδὸν χιλιάδας δραχμῶν ἐζημίωσε τὸ Δημόσιον χάριν τρίτων; Ἀλλὰ αἱ ἀρβύλαι; Καὶ ποιοῦνται κατὰ κόρον χρῆσιν τῆς λέξεως «ἀρβύλαι», διὰ νὰ γελοιοποιήσουν δῆθεν τὸ θέμα. Τοῖς λέγομεν ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς, ὅτι παρεβίασαν τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, μὲ τὴν προαίρεσιν νὰ ὠφελήσουν τρίτα πρόσωπα, ἐπὶ βλάβῃ τῶν δημοσίων συμφερόντων. Εἶναι τοῦτο ἀνάξιον προσοχῆς; Πρέπει νὰ προσποιῆταί τις τὸν ἠλίθιον, ἵνα τοιαύτην ἐκφράζῃ γνώμην. Τὸ αὐτὸ δύναταί τις νὰ εἴπῃ καὶ δι’ ὅλα τὰ ἄλλα κεφάλαια τῆς κατηγορίας. «Ἐδώκαμεν, λέγουσι, 2½ χιλιάδας δραχμῶν εἰς ἕνα στρατηγόν. Τί πρὸς τοῦτο; Ἀληθῶς παρεβιάσαμεν τὸν νόμον· ἀλλ’ εἶναι ζήτημα αὐτὸ, διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ προκαλέσῃ κατηγορίαν;» Καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι καθ’ ἑαυτὸ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἄξιον νὰ προκαλέσῃ κατηγορίαν καὶ σύρῃ Ὑπουργοὺς εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον, ἀλλὰ περὶ τῆς μεμονωμένης πράξεως τῆς προκαταβολῆς πρόκειται; Ἔχομεν ἁπλῆν παράβασιν νόμου χάριν εὐκολίας ἑνὸς ἀξιωματικοῦ; Τί λέγει ἡ πρότασις τῆς κατηγορίας, καὶ τί εἶπον ἐγὼ, ὅτε εἰσηγησάμην αὐτήν; Εἶπον, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῶν τρισχιλίων δραχμῶν, διότι καὶ περισσότεραι ἂν ἐδίδοντο λόγῳ προκαταβολῆς, οὐδεὶς θὰ κατεδέχετο νὰ κάμῃ λόγον, προκειμένου περὶ τοῦ στρατηγοῦ Καραϊσκάκη. Ἂς μὴ ὑποκρίνωνται, ὅτι δὲν ἐννοοῦσι. Τὸ ζήτημα κεῖται ἀλλαχοῦ. Ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, χάριν κομματικῶν σκοπῶν, ἐνόει νὰ ἐξευτελίζῃ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα, τούτου δὲ ἕνεκα καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐξεμεταλλεύθη τὰς οἰκογενειακὰς ἀνάγκας τοῦ σεβαστοῦ ἐκείνου προσώπου, καὶ τὸ παρέσυρεν εἰς ἐκλογικὰς ἐνεργείας, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐν τῇ προτάσει ἐγγράφων. Τοῦτ’ αὐτὸ λέγω καὶ διὰ τὸν λοχαγὸν κ. Σκυλοδῆμον. Ἔλαβε καὶ οὗτος παρὰ τὸν νόμον χρηματικόν τι ποσὸν, ἀλλὰ τὸ ἔλαβεν ἀφοῦ ἐσπευσμένως ἐκλήθη ἐνταῦθα εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν πρὸς ἐκλογικὰς συνεννοήσεις διὰ τὴν ἐπαρχίαν Βάλτου. Ἀνάλογον ἔχω νὰ δώσω ἐξήγησιν καὶ διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἁμάξης. Δὲν ἀφορᾷ κυρίως ἡ κατηγορία εἰς τὸ ὅτι τὸ Δημόσιον ἐζημιώθη ἑπτὰ χιλιάδας δραχμῶν, ἀλλ’ εἰς τὸ ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ἐδείκνυε τόσην ἀνευλάβειαν περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου, ὥστε διέθετεν αὐτὰ χαριστικῶς καὶ αὐθαιρέτως, ὡσὰν νὰ ἦσαν ἰδικά του. Οὕτω δύναται νὰ ἐξηγηθῇ, πῶς κατὰ πρωτοφανῆ τρόπον διέταξε τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον νὰ πληρώσῃ ἄνευ οὐδεμιᾶς νομίμου διατυπώσεως ἐκ τοῦ τιμήματος τῶν κτηνῶν ἑπτὰ χιλιάδας δραχμῶν. Ποῖος τῷ ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ σκορπίζῃ καὶ νὰ δωρῇ κατὰ βούλησιν τὸ χρῆμα τοῦ Δημοσίου εἰς τοῦτον ἢ ἐκεῖνον; Καὶ ὅταν οὕτω πως διατυποῦται ἡ κατηγορία, πῶς ἔρχονται καὶ μᾶς λέγουν, ὅτι πρόκειται περὶ μικρῶν καὶ ἀναξίων προσοχῆς πράξεων; Ἐν γένει δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὅλα τὰ θέματα τῆς κατηγορίας,—καὶ εἰς τοῦτο πρέπει νὰ προσέξωμεν,—δὲν εἶναι περιωρισμένα μόνον εἰς τὴν ξηρὰν παράβασιν τοῦ νόμου, ἀλλὰ συνδέονται μὲ προαίρεσιν ὠφελείας εὐνοουμένων, ἐπὶ θυσίᾳ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ ὑπὲρ ἐπιῤῥώσεως τοῦ κόμματος. Οὕτω διατυποῦνται αἱ κατηγορίαι, ἐὰν δὲ ἦναι ἀληθεῖς ἢ μὴ, τοῦτο θ’ ἀποδειχθῇ ἐν καιρῷ τῷ προσήκοντι, μολονότι καὶ ἀπὸ τοῦδε δύναταί τις νὰ μορφώσῃ πεποίθησιν, ἀφοῦ τὰ πλεῖστα κεφάλαια αὐτῶν στηρίζονται ἐπὶ δημοσίων ἐγγράφων. Εἴς τινα τῶν κεφαλαίων τούτων εὑρίσκουσιν οἱ ἀντιλέγοντες ποσὰ μικρὰ καὶ εὐτελῆ, μὴ δικαιολογοῦντα δῆθεν κατηγορίαν ἐνώπιον εἰδικοῦ δικαστηρίου. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἠμπορῇ κἀνεὶς νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι εἶναι μικρὰ τὰ ἐν τῇ προτάσει ποσά· ἀλλὰ καὶ ἂν ἦναι, τί πρὸς τοῦτο; «Τὸ δίκαιον καὶ τὸ εὐσεβές, κἄν τ’ ἐπὶ μικροῦ τις, κἄν τ’ ἐπὶ μείζονος παραβαίνῃ, τὴν αὐτὴν ἔχει δύναμιν». Ἐὰν ἡ ἀλήθεια αὕτη δύναται νὰ ῥηθῇ, καὶ λέγεται, διὰ τὸν ἀποχειροβίωτον ἀγρότην ἢ διὰ τὸν ὀρεσίβιον ποιμένα, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ λεχθῇ διὰ τοὺς Ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι πρέπει ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ νὰ φυλάττωσι τοὺς νόμους, καὶ νὰ διαχειρίζωνται μετ’ εὐλαβείας θρησκευτικῆς τὰ δημόσια χρήματα; Πρέπει νὰ μὴ ἔχῃ τις οὐδὲ ἴχνος συνειδήσεως τοῦ πρὸς τοὺς νόμους σεβασμοῦ, διὰ νὰ κάμνῃ ἐναντίας σκέψεις. Ἐὰν αἱ κατηγορίαι, αἵτινες διατυποῦνται ἐν τῇ προτάσει καὶ προκύπτουσιν ἐκ δημοσίων ἐγγράφων, ἦναι ἀνάξιαι προσοχῆς, τότε τίνες εἶναι αἱ σπουδαῖαι; Εὑρίσκουν ἆρά γε σπουδαιοτέρας τὰς συκοφαντικὰς ἐκείνας διαδόσεις, τὰς ὁποίας ἠρύοντο ἄλλοτε ἐκ τῶν τριόδων κατὰ τοῦ ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτοῦ καὶ κατὰ τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου; Ἢ ἐλησμόνησαν τὰ μηχανήματα τῶν «καϊμέδων», τὰ ὁποῖα ἔλεγον τότε, ὅτι ὑπῆρχον εἰς τὸ ὑπόγειον τοῦ ἀοιδίμου ἐκείνου ἀνδρός; Αὐτὸς εἶναι ὁ κ. Τρικούπης, ὁ ὁποῖος ἔρχεται καὶ μᾶς λέγει: δὲν πρόκειται περὶ σπουδαίων κατηγοριῶν, ἀλλὰ περὶ κωμικῶν καὶ γελοίων. Μιμεῖται καὶ κατὰ τοῦτο τὰ δημοσιογραφικά του ὄργανα. Ἀρνεῖται νὰ ἐκτελέσῃ ἀποφάσεις δικαστικὰς, καὶ ἔπειτα διατείνεται, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι τόσον ἀσήμαντον, ὥστε καταντᾷ μέχρι τοῦ γελοίου· ἀπέφυγε δὲ νὰ κάμῃ λόγον καὶ περὶ τούτου εἰδικῶς, καὶ ἔπραξε καλῶς, διότι δὲν εἶχε τίποτε καλλίτερον τῆς σιγῆς νὰ εἴπῃ. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως εἶναι ἐξεταστέον τὸ ζήτημα. Νομίζετε, τάχα, ὅτι τὸ πρᾶγμα θὰ περιορισθῇ ἕως ἐδῶ; Νομίζετε ὅτι δὲν θ’ ἀποκαλυφθοῦν ἄλλαι πράξεις, αἵτινες περιέχουσιν ἐν ταὐτῷ καὶ παράβασιν νόμου καὶ πρόθεσιν πρὸς καταδολίευσιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου; Ἂς εἰσαχθῇ ἡ σμίλη ἅπαξ ἐπὶ τῶν χαινουσῶν πληγῶν, καὶ τότε θὰ ἴδητε πόσαι ἄλλαι θ’ ἀναφανοῦν εἰς τὸ πλῆρες ἠθικῶν ἑλκῶν σῶμα τῆς πρώην Κυβερνήσεως. Ὀλίγαι ἡμέραι εἶναι, ἀφ’ ἧς εἰσήχθη ἡ πρότασις περὶ κατηγορίας, καὶ ἰδοὺ πόσα ἄλλα ἔκτοτε προέκυψαν γεγονότα, ἐκθέτοντα τὴν ποινικὴν εὐθύνην τῶν πρώην Ὑπουργῶν. Καὶ ἂν ταῦτα προέκυψαν ἐν ὀλίγαις ἡμέραις, καὶ πρὶν ἢ ἀρχίσῃ ἡ ἀνάκρισις, σᾶς ἀφίνω νὰ φαντασθῆτε ποῖα ἄλλα θὰ προκύψωσιν ἐν τῇ διόδῳ αὐτῆς. Ἔχω ἐδῶ π. χ. ἔνταλμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1889, ὑπ’ ἀριθ. 7032, ἐκ δραχμῶν 1400 περίπου, ἐδόθησαν δὲ αἱ δραχμαὶ αὗται εἰς ἕνα πρώην τμηματάρχην, ὁ ὁποῖος, μόλις ἦλθεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἐτράπη εἰς φυγήν, διὰ νὰ δείξῃ, ὅτι εἶναι πιστὸς καὶ ἀφωσιωμένος φίλος τοῦ κ. πρώην Πρωθυπουργοῦ. Καὶ τώρα θὰ μ’ ἐρωτήσητε: διατὶ ἐδόθησαν τὰ χρήματα ταῦτα εἰς τὸν κύριον ἐκεῖνον; Ἡ αἰτιολογία, τὴν ὁποίαν φέρει τὸ ἔνταλμα, εἶναι, ὅτι μετέβη εἰς διαφόρους πόλεις τῆς Εὐρώπης χάριν ὑπηρεσίας!
§20ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς ὀνομάζεται ὁ τμηματάρχης;
§21ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναστάσιος Δαμβέργης.
§22ΑΝΑΣΤ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἐπῆγε εἰς τὴν ἔκθεσιν τῶν Παρισίων.
§23ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ εἴπατέ μοι, παρακαλῶ, ἐκ τίνος κονδυλίου τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπληρώθη αὐτὸ τὸ ποσόν; Ποῦ ἀναγράφονται ἔξοδα περιηγήσεως εἰς τὰς διαφόρους πόλεις τῆς Εὐρώπης χάριν ὑπηρεσίας; Ἰδοὺ διατὶ ἔλεγον, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς παραβιάσεως τῶν νόμων συνδέεται μὲ πολλὰς καταχρήσεις, αἵτινες, προϊόντος τοῦ χρόνου καὶ κατὰ τὴν δίοδον τῆς ἀνακρίσεως θὰ προέλθωσιν εἰς φῶς. Περὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐῤῥήθη ἤδη, ὅτι τὴν μίαν ἡμέραν ἠρνεῖτο νὰ θεωρῇ ἐντάλματα, τὴν ἄλλην δὲ ἠναγκάζετο νὰ λέγῃ τὸ ἐναντίον. Διατί; Διότι ἔπρεπε νὰ θεραπευθῶσι συμφέροντα τοῦ κόμματος. Ἐν τούτοις εἶναι ἀξιοσημείωτος ἡ πάλη, ἥτις διεξήγετο μεταξὺ αὐτοῦ, ἀμυνομένου ὑπὲρ τῶν νόμων, καὶ τῶν Ὑπουργῶν, παραβαινόντων αὐτούς· ἡ πάλη δὲ αὕτη εἶχεν εὐρείας διαστάσεις, καὶ διὰ τοῦτο πολλαὶ ἀποκαλύψεις ἐπιφυλάσσονται ἡμῖν. Ἔχω ὑπ’ ὄψει πρᾶξιν τοῦ Συνεδρίου, δι’ ἧς τοῦτο ἐπέστρεψεν ἀθεώρητον ἔνταλμα τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἐζητεῖτο πληρωμὴ ὑπαλλήλων καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ πρᾶξις (ἀναγινώσκει): «13 Σεπτεμβρίου 1890. Παρατηρήσαντες, ὅτι δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ τὸ ἔνταλμα τοῦτο, διότι οἱ σημειούμενοι ὑπάλληλοι θεωροῦνται ὑπεράριθμοι, ἐνέκριναν νὰ ἐπιστραφῇ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.» Ὥστε βλέπετε, ὅτι οἱ Ὑπουργοί, οἱ πρώην, προκειμένου νὰ θεραπεύσωσι κομματικὰ ἢ ἄλλα συμφέροντα, οὐδόλως παρεκωλύοντο ὑπὸ τῶν νόμων. Ἄλλη παρανομία, ἀνακαλυφθεῖσα μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς προτάσεως, εἶναι ἡ ἑξῆς. Δύο ἀξιωματικοὶ κατελήφθησαν ὑπὸ τοῦ ὁρίου ἡλικίας, ἀντὶ δὲ νὰ τοὺς προσκαλέσῃ ὁ κ. Τρικούπης νὰ ὑποβάλωσιν αἴτησιν ἀποστρατεύσεως, ἤ, τούτου μὴ γενομένου, νὰ τοὺς θέση ἐξ ἐπαγγέλματος εἰς ἀποστρατείαν, προέβη ἐξ ἐναντίας εἰς τὸν προβιβασμόν των. Ἔχω τὴν περὶ τούτου πιστοποίησιν τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ γραφεῖον καταχωρήσεως πιστοποιεῖ, ὅτι οἱ κατὰ τὸ 1888 προβιβασθέντες εἰς ταγματάρχας λοχαγοὶ τῆς οἰκονομίας Σταθόπουλος καὶ Γεωργαντᾶς δὲν προσεκλήθησαν κατὰ τὸν νόμον διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου, ὅπως αἰτήσωνται τὴν ἀποστρατείαν των ἕνεκα ὁρίου ἡλικίας.» Καὶ ἐνταῦθα τοῦ λόγου γενομένου, ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω ὑμῖν, ὅτι εἰς χεῖρας τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν αὐτὸς ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν ἐχρησίμευσεν εἰς καταδυνάστευσιν μὲν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν εὐνοούμενοι, εἰς προαγωγὴν δὲ παράνομον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐτύγχανον τῆς εὐνοίας του. Ἐγένετο ἄλλοτε συζήτησις μακρὰ περὶ ἑνὸς συγγενοῦς τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, τοῦ κ. Ντάη, καὶ λυποῦμαι, διότι δὲν ἐνεθυμήθην τὴν περίστασιν, ἵνα τὴν περιλάβω ἐν τῇ προτάσει, διότι ἀληθῶς ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ αὕτη. Ἐνῷ λοιπὸν κατελήφθησαν οἱ εἰρημένοι ἀξιωματικοὶ ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, καὶ ἐνῷ ὤφειλεν ὁ Ὑπουργὸς νὰ τοὺς προσκαλέσῃ κατὰ τὸν νόμον νὰ ὑποβάλουν αἰτήσεις πρὸς ἀποστράτευσιν, ἐξεναντίας τοὺς ἐπροβίβασεν εἰς ταγματάρχας. Καὶ τοιοῦτος ὢν ὁ πρώην Πρωθυπουργός, εἶχε τὸ θάῤῥος,—ἵνα μὴ εἴπω τὴν λέξιν ἀναγραμματισμένην,—νὰ εἴπῃ χθὲς ἐντεῦθεν, ὅτι, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔκαμεν ἕνα παράνομον προβιβασμόν, τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα σπουδαῖον! Ἀλλὰ περὶ ἑνὸς πρόκειται; Πρὸς ποίους λέγουν αὐτά; Οὐδὲ πρέπει ν’ ἀφήσωμεν ἀμνημόνευτον τὴν περίστασιν ἐκείνην τοῦ ὑπαξιωματικοῦ, τὸν ὁποῖον ἐσχάτως προεβίβασεν εἰς ἀνθυπασπιστὴν λόγῳ ἀνδραγαθίας, ἀφοῦ ἕνεκα δεινῆς ἀξιοποίνου πράξεως κατηγγέλθη οὗτος, καὶ ἀφοῦ αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε συστήσει πειθαρχικὸν συμβούλιον, ὅπερ ἀπεφήνατο, ὅτι ὁ ὑπαξιωματικὸς ἐκεῖνος ἔπρεπε νὰ ἐκπέσῃ τοῦ βαθμοῦ του, ὄχι μόνον διὰ τὴν ὡρισμένην ἐκείνην πρᾶξιν, ἀλλὰ καὶ διότι τριακοντάκις εἶχε τιμωρηθῆ μὲ φυλάκισιν καὶ μὲ κράτησιν. Καὶ ἐν τούτοις, τίς θὰ τὸ πιστεύσῃ; Μετὰ τοιαύτην ἀπόφασιν τοῦ πειθαρχικοῦ συμβουλίου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὄχι μόνον δὲν ἀπέβαλε τὸν ὑπαξιωματικὸν ἐκεῖνον, ἀλλὰ τὸν προήγαγεν εἰς ἀνθυπασπιστήν! Καὶ πότε; Δύο ἢ τρεῖς μῆνας πρὸ τῶν ἐκλογῶν, διότι εἶχεν ἀνάγκην, φαίνεται, αὐτοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ τακτική, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ σεβασμὸς, τὸν ὁποῖον εἶχεν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς πρὸς τοὺς νόμους, καὶ οὕτως ἐπόνει τὸν στρατὸν, αὐτὸς, ὁ ὁποῖος χθὲς σᾶς ἔλεγε: «Θὰ ἔλθῃ καιρὸς νὰ δώσητε λόγον διὰ τὴν κατὰ τοῦ στρατοῦ διαγωγήν σας, τὸν ὁποῖον ἠθελήσατε νὰ παρασύρητε εἰς στασιαστικὰ κινήματα.» Δὲν περιελήφθησαν πάντα ταῦτα ἐν τῇ προτάσει, διότι δὲν ἦσαν γνωστά, βεβαίως ὅμως θὰ περιληφθῶσιν, ἐν συμπληρωτικῇ προτάσει, ὅταν ἐπιστῇ ἡ κατάλληλος στιγμή. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἓν ἄλλο ἀκόμη ὀφείλω νὰ κάμω λόγον. Ἡ πρώην Κυβέρνησις ἐπὶ ἕνα καὶ ἥμισυν μῆνα πρὸ τῶν ἐκλογῶν εἶχε πολεμικὸν πλοῖον εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἐν Εὐβοίᾳ κυβερνητικῶν ὑποψηφίων, ὡς δ’ ἐννοεῖτε, ἡ πρᾶξις αὕτη, πλὴν τῆς ἠθικῆς, ἐπάγεται καὶ ποινικὴν εὐθύνην, διότι τὸ Δημόσιον ὑπέστη ζημίαν πολλῶν χιλιάδων δραχμῶν. Δυστυχῶς δὲν εἶχε περιέλθει εἰς γνῶσίν μου τὸ γεγονὸς τοῦτο πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς προτάσεως, καὶ διὰ τοῦτο δὲν περιελήφθη ἐν αὐτῇ. Ἐλπίζω, ὅτι, μεθ’ ὅλα ταῦτα, τὰ ὁποῖα προσεπάθησα νὰ καταστήσω ἀνεπίδεκτα ἀμφισβητήσεως, δὲν θὰ ὑπάρξῃ ὁ ἐλάχιστος ἐνδοιασμὸς, ὅπως ψηφίσῃ ἡ Βουλή, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ποινικὴ καταδίωξις κατὰ τῶν πρώην Ὑπουργῶν, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι μετ’ ὀλίγας στιγμὰς θὰ ἐπικυρωθῶσιν οἱ λόγοι μου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, ἐπιλανθανόμενος καθ’ ὁλοκληρίαν τῆς θέσεως, εἰς ἣν εὑρίσκετο, ἦλθε χθὲς ἐνταῦθα, καὶ ἀντὶ νὰ δώσῃ εὐπρεπῶς καὶ κοσμίως ἐξηγήσεις, ἐξετραχηλίσθη ἐξ ἐναντίας εἰς ἀπειλὰς καὶ ὕβρεις ἐναντίον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας· ἀλλὰ τὰς μὲν ὕβρεις ἡμεῖς περιφρονοῦμεν, τὰς δὲ ἀπειλὰς θεωροῦμεν καὶ χαρακτηρίζομεν ὡς κωμικάς. Δι’ ἓν καὶ μόνον θὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διὰ τὸ ὅτι δὲν ἠρκέσθη εἰς τὰς ἀπειλὰς, ὅσας ἠδύνατο νὰ στηρίξῃ εἰς τὰς ἰδίας αὐτοῦ δυνάμεις, ἀλλ’ ἠθέλησεν ἀσεβῶς καὶ ἀνευλαβῶς, προεξοφλῶν τὴν γνώμην τοῦ Ἡγεμόνος, νὰ ἐπισείσῃ καθ’ ἡμῶν τὴν χρῆσιν τῆς βασιλικῆς παρανομίας τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε διὰ συκοφαντιῶν καὶ ὕβρεων κατ’ αὐτοῦ τοῦ Βασιλέως ἐπεδίωξε νὰ ἀνέλθῃ, καὶ ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν (χειροκροτήματα). Οὐδεμία ὕβρις καὶ οὐδεμία ἀπειλὴ, ὁθενδήποτε προερχομένη, θὰ μᾶς ἀποτρέψῃ ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας· ὅταν δὲ ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς δικαιοσύνης, ἂς ἐκπληρώσῃ καὶ ἐκείνη τὸ ἰδικόν της. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ἀκροατηρίων.)
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττομεν τὴν συζήτησιν περατωμένην. Κατὰ τὸ ἄρθρον 13 τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ἡ συζήτησις περιορίζεται μόνον, εἰς τὸ ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἢ νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις· ἡ δὲ περὶ τούτου ἀπόφασις γίνεται διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Ἑπομένως τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ τεθῶσιν εἰς ψηφοφορίαν, εἶναι, ἂν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ νὰ διατάξῃ προανάκρισιν, ἢ ἂν ἐγκρίνῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Νομίζω, ὅτι ἑκατέρα τῶν γνωμῶν θὰ ἐκδηλῶται ἐγγράφως διὰ ψηφοδελτίου.
§25ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσοι μὲν εἶναι γνώμης νὰ μεταβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, θὰ ψηφίσωσιν εἰς τὸ Ὄχι, ὅσοι δὲ εἶναι ὑπὲρ τῆς κατηγορίας, ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς, θὰ ψηφίσωσιν εἰς τὸ Ναί. Οὕτως ἐκάμαμεν καὶ ἄλλοτε.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι νὰ γείνῃ προανάκρισις θὰ γράψωσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι καὶ ἑπομένως θέλοντες νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν θὰ γράψωσιν Ὄχι.
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω ἕνα δισταγμόν, περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ Προεδρεῖον προσδιορίζει τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, ἡ μυστικὴ ψηφοφορία γίνεται κατὰ τρόπους διαφόρους· διὰ ψηφοδελτίων γίνεται μόνον, ὅταν πρόκηται περὶ ἐκλογῆς προσώπων. Ἑπομένως διστάζω, μήπως τυχὸν ἡ μυστικὴ ψηφοφορία δὲν πρέπει νὰ γένηται διὰ ψηφοδελτίων, ἀλλὰ διὰ σφαιριδίων. Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐξετάσῃ τὸν δισταγμόν μου τοῦτον.
§28ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἄλλοτε ἐπὶ τοιούτων θεμάτων, ὡς ἐπὶ τῆς κατὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Πετιμεζᾶ κατηγορίας, καὶ πρὸ τοῦ νόμου τούτου, ἐγένετο ἡ μυστικὴ ψηφοφορία διὰ σφαιριδίων· καὶ τὸ λέγει ῥητῶς τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 61 τοῦ Κανονισμοῦ ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). «Διὰ σφαιριδίων δὲ μυστικὴ ψηφοφορία γίνεται ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων, τῶν ἀφορώντων πρόσωπα, ὀνομαστὶ ἀναφερόμενα, ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς....» Τὸ δὲ ἄρθρον 62 λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία γίνεται ὡς ἐφεξῆς. Ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν λαμβάνει παρὰ τοῦ γραφείου ἓν ψηφοδέλτιον ἐξ ὁμοιομόρφου καὶ ἄνευ διακριτικοῦ σημείου χάρτου καὶ μίαν ψῆφον· μετὰ δὲ τὸν χρόνον πρὸς ἐγγραφὴν τῶν ἀναγκαίων ὀνομάτων εἰς τὰ ψηφοδέλτια, εἷς τῶν γραμματέων ἐκφωνεῖ τὸ ὄνομα ἑκάστου τῶν Βουλευτῶν κατὰ τὴν ἐν τῷ καταλόγῳ τοῦ γραφείου τάξιν, οὗτος δὲ προσερχόμενος καταθέτει τὸ μὲν ψηφοδέλτιον εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ βήματος κειμένην ψηφοδόχον κάλπην, τὴν δὲ ψῆφον εἰς τὴν ἐπὶ τούτῳ παρακειμένην, ἐπιτηρούντων καὶ δύο ψηφολεκτῶν, παρὰ τοῦ Προέδρου προσκαλουμένων, ὡς εἴρηται....»
§30ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε λοιπὸν εἶναι ἀντίθετα. (Διάλογοι).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τότε πῶς θὰ γείνῃ ἡ ψηφοφορία; διὰ ψηφοδελτίων;
§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν θὰ τεθῇ τὸ ζήτημα διὰ Ναὶ καὶ Ὄχι, ὅπως τὸ Προεδρεῖον πρὸ μικροῦ διέγραψε, θέλομεν ψηφοφορήσει κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ψηφοφοροῦμεν νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ Κανονισμὸς διατάσσει τὴν ψηφοφορίαν. Ἐψηφίσαμεν πολλάκις νομοσχέδια περὶ συντάξεως, καὶ ταῦτα ἐψηφίσαμεν διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, ἐψηφίσαμεν ὅμως ταῦτα διὰ σφαιριδίων. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ζήτημα ἐκλογῆς προσώπων, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα ἀποδοχῆς γνωμῶν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε λοιπὸν θὰ γείνῃ ψηφοφορία διὰ σφαιριδίων.
§34ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ ἴδιον ἔγεινε καὶ ἄλλοτε.
§35ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πόσαι κάλπαι;
§36ΕΤΕΡΟΙ. Μία.
§37ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ὁρισθῇ, κύριε Πρόεδρε, τὸ Ναὶ καὶ τὸ Ὄχι.
§38ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πλὴν τοῦ δισταγμοῦ, τὸν ὁποῖον προέβαλον ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας, καὶ ἄλλον ἔχω νὰ ἀνακοινώσω δισταγμόν, καὶ παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ βασανίσῃ καὶ τοῦτον, ἵνα ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην αὐτοῦ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ μέλλει νὰ ἐκδώσῃ, ὅπως εἰσαχθῇ τις εἰς δίκην, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ μέλλει νὰ ἐκδώσῃ ἐπὶ τοῦ ἂν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ συστηθῇ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ, ἵνα προβῇ εἰς προανάκρισιν καὶ ἔρευναν τῶν διαφόρων θεμάτων. Ἄν ἐπρόκειτο περὶ ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ μέλλει νὰ ἐκδώσῃ, ἀποφαινομένη ἂν στέργῃ νὰ γένηται κατηγορία, ἢ δὲν στέργῃ νὰ γένηται κατηγορία κατὰ τινος τῶν πρώην Ὑπουργῶν, τὸ ζήτημα εἶναι λεπτὸν, ἔπρεπε δ’ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς νὰ ἐξενεχθῇ κατὰ πρόσωπον, κατ’ ἄτομον. Μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι καὶ κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξενέγκῃ τὴν γνώμην της κατ’ ἄτομον, διότι, ἂν ἐξενέγκῃ γνώμην διὰ μιᾶς ψήφου περὶ ὅλων τῶν προσώπων, περὶ τῶν ὁποίων πραγματεύεται ἡ πρότασις τοῦ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, λύει ἀμέσως ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον οὔτε συνεζητήθη, οὔτε ἦλθεν ἡ ὥρα, ἵνα ἀποφήνηται ἡ Βουλὴ περὶ τούτου γνώμην. Τὸ ζήτημα τῆς κοινῆς κυβερνητικῆς εὐθύνης ἢ τῆς εὐθύνης τῆς εἰδικῆς. Ἡ εὐθύνη ἡ κυβερνητικὴ, ἥτις ἐπιβαρύνει πάντας συλλήβδην τοὺς Ὑπουργοὺς, δὲν ἀκολουθεῖ πᾶσαν Ὑπουργοῦ πρᾶξιν, οὐδ’ εἶναι ὀρθὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς χθὲς ἔλεγεν, ἰσχυριζόμενος, ὅτι πάντες οἱ Ὑπουργοὶ εὐθύνονται διὰ πᾶσαν παράλειψιν Ὑπουργοῦ τινος, καὶ ἐν αὐτῇ τῇ διοικήσει τοῦ κλάδου, ὁ ὁποῖος ἀνετέθη ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ. Ἄν λοιπὸν ἡ Βουλὴ θέλῃ ψηφοφορήσει ἰδίως μίαν μόνην ψῆφον, εἴτε ὅτι ἀποφασίζει νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, οὐδεμίαν διδοῦσα προσοχὴν εἰς τὴν πρότασιν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, εἴτε ὅτι ἐπιθυμεῖ τὴν σύστασιν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, εἴτε ψηφοφορήσει, ὅτι στέργει νὰ συστηθῇ ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ, θέλει δηλώσει ὅτι θεωρεῖ πάντας τοὺς ἐν τῇ προτάσει τῶν κκ. εἴκοσι Βουλευτῶν μνημονευομένους Ὑπουργοὺς συνυπευθύνους δι’ ἑκάστην τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας ἡ πρότασις τῶν κ. Βουλευτῶν ἀφορᾷ. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι ὥριμον, οὔτε ἡ Βουλὴ καλεῖται νὰ ἐξενέγκῃ ἀπὸ τοῦδε γνώμην τοιαύτην. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις τῶν κκ. εἴκοσι Βουλευτῶν ἐπὶ ἑκάστου τῶν προσώπων, καὶ ἐπὶ ἑκάστου αὐτῶν ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή: στέργει νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἢ στέργει νὰ συστηθῇ προανακριτικὴ ἐπιτροπὴ πρὸς προανάκρισιν τῶν πράξεων, αἵτινες μνημονεύονται ἐν τῇ προτάσει τῶν κκ. εἴκοσι Βουλευτῶν; Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐρευνήσῃ καὶ τὰ περὶ τούτου, ἵνα ἐξενέγκῃ γνώμην, καὶ ὁδηγηθῶμεν καὶ ἡμεῖς περὶ τοῦ πρακτέου.
§39ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἔχω γνώμην, ὅτι, ἂν πρόκηται νὰ διαιρεθῇ κατὰ πρόσωπα, πρέπει νὰ διαιρεθῇ καὶ κατὰ κατηγορίας. Ἔχετε δέκα κεφάλαια, καὶ περὶ τῶν δέκα κεφαλαίων δὲν κατηγοροῦνται ὅλοι ὡς συναυτουργοὶ ἢ ἐκ συστάσεως ἐνεργήσαντες· συγκατηγοροῦνται πέντε ἢ ἓξ πρόσωπα. Ἀνάγκη ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ: θέλει ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν περὶ ὅλων τῶν πράξεων ἢ περὶ τινων, καὶ περὶ ποίων ἐξ αὐτῶν; Θέλει τοιαύτην δι’ ἕκαστον τῶν προσώπων, ἢ διά τινα μόνον, καὶ τίνα; Εἶναι δέκα κεχωρισμέναι κατηγορίαι καὶ πέντε οἱ κατηγορούμενοι· πρέπει περὶ ἑκάστης κατηγορίας νὰ γείνῃ χωριστὴ ψηφοφορία δι’ ἕκαστον πρόσωπον. Δύνασθε νὰ ψηφοφορήσητε περὶ ὅλων τῶν κατηγορουμένων;
§40ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Περὶ ὅλων.
§41ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν ὁρίζονται τὰ ὅρια τῆς ἐπιτροπῆς· δὲν λέγετε πρὸς αὐτήν: περὶ αὐτῆς τῆς κατηγορίας δὲν σοι ἐπιτρέπω νὰ ἐνεργήσῃς, περὶ αὐτῆς σοὶ ἐπιτρέπω.
§42ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ δικαστήριον θὰ κρίνῃ.
§43ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι. Ἡ παραγγελία, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ Εἰσαγγελεὺς εἰς τὸν ἀνακριτὴν διὰ νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, ἀνάγκη νὰ ὁρίζῃ περὶ ποίας πράξεως θὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις καὶ κατὰ τίνων προσώπων· αὐτὴ ἡ πρότασις περὶ τοῦ ἂν ἦναι κατηγορούμενοι οἱ Ὑπουργοὶ, εἶναι πρότασις, τὴν ὁποίαν δύνασθε διὰ προβουλεύματος ν’ ἀποῤῥίψητε, καὶ ἂν πρόκηται νὰ δώσητε παραγγελίαν, θὰ δώσητε περὶ ἑνὸς ἑκάστου.
§44ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔχομεν τὸ παρελθόν. Ἄλλοτε ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς καὶ μόνου προσώπου· πρέπει νὰ λάβωμεν τὴν διαδικασίαν τὴν γενομένην ὑπὸ ἔποψιν τοιαύτην τότε, καὶ ἐπ’ αὐτῆς ν’ ἀποφασίσωμεν. Ἄλλοτε, ὅτε κατηγορήθη εἷς Ὑπουργὸς, ὅπως καὶ σήμερον κατηγοροῦνται οἱ πρώην Ὑπουργοὶ, ἔλαβεν ἡ Βουλὴ ὑπ’ ὄψιν της καὶ ἐγένετο μία καὶ μόνον ψηφοφορία, ἂν ἔπρεπε νὰ συστηθῇ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, ἢ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἡ Βουλὴ συνέστησε πραγματικῶς ἐπιτροπὴν τότε, ὅτε δὲ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἀπεπεράτωσε τὰς ἀνακρίσεις της, ἐπαρουσίασεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον εἶχε συντάξει, καὶ ἔφερεν αὐτὸ ἐνώπιον τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, ἀποφαινομένη ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς· τότε ἡ Βουλὴ ἐφ’ ἑκάστου θέματος ἔθηκεν ἰδίαν κάλπην, ἦτο δ’ ἀναγεγραμμένον ἐπ’ αὐτῆς καὶ τὸ θέμα, ἐφ’ οὗ ἐπρόκειτο νὰ ψηφοφορήσῃ ἕκαστος Βουλευτής. Σήμερον δὲν πρόκειται ἡμεῖς νὰ ἀποφανθῶμεν, ἂν οἱ πρώην Ὑπουργοὶ ἦναι πράγματι ἔνοχοι ἢ ὄχι, διότι σήμερον ἔχομεν δέκα κεφάλαια, ἐφ’ ὧν κατηγοροῦμεν τούτους, ἡ δὲ κατηγορία εἶναι μία καὶ ἡ αὐτή· πρόκειται λοιπὸν σήμερον ν’ ἀποφανθῶμεν, ἂν θὰ συστηθῇ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, ἢ θὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§45ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τότε κάμετε τοῦτο διὰ μιᾶς κάλπης.
§46ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Διὰ μιᾶς μόνης ὄχι. Μετὰ τὴν σύστασιν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ὅταν αὕτη φέρῃ τὴν ἐργασίαν της, τότε ἐφ’ ἑκάστου κεφαλαίου κατηγορίας θὰ γείνῃ διὰ μιᾶς ψήφου ψηφοφορία ἐφ’ ἑκάστου θέματος, ὡς εἶπον, διότι ἠμπορεῖ ὁ Α Ὑπουργὸς νὰ κατηγορῆται, καὶ νὰ ἦναι ἔνοχος διὰ μίαν πρᾶξιν, — ἐκτὸς τῆς ἠθικῆς εὐθύνης, ἥτις ὑπάρχει διὰ πᾶσαν πρᾶξιν, — ἀλλὰ νὰ μὴ ἦναι διὰ τὴν ἄλλην, ἐνῷ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ τοῦ θέματος· σήμερον πρόκειται νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή: Θὰ κάμῃ προανακριτικὴν ἐπιτροπήν; — νομίζει, ὅτι τὰ κεφάλαια, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθημεν, εἶναι ὀρθὰ καὶ δίκαια, ἢ ὄχι; — ἢ θὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν; Μοὶ φαίνεται λοιπὸν, ὅτι ὁ δισταγμὸς, τὸν ὁποῖον ἔχει ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι δισταγμὸς, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἔχῃ βάσιν νομικὴν, διότι ἔχομεν τὸ παρελθὸν, ὅπερ μᾶς ὁδηγεῖ.
§47ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ δισταγμὸς, τὸν ὁποῖον ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει βάσιν νομικήν. Ἂν ἡ Βουλὴ θεωρῇ τινας τῶν κατηγοριῶν ἀναξίας προσοχῆς, ἀναξίας συζητήσεως, ἀναξίας ν’ ἀπασχολήσωσι τοὺς παρ’ αὐτῆς ἐνταλθησομένους ἀνακριτὰς, δὲν πρέπει νὰ εἴπῃ τοῦτο ἐν μιᾷ ψηφοφορίᾳ; Καὶ ἂν θεωρῇ, ὅτι διά τινας τῶν πράξεων τούτων δὲν ἐνέχονται ὅλοι, ἀλλὰ τινὲς μόνον τῶν κατηγορουμένων, δὲν πρέπει νὰ εἴπῃ καὶ τοῦτο; Δὲν πρόκειται περὶ μιᾶς μόνον κατηγορίας· πρόκειται περὶ διαφόρων κατηγοριῶν, ὑπαγομένων εἰς διαφόρους διατάξεις τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν καὶ τοῦ ποινικοῦ νόμου· περὶ ἑκάστης τούτων θέλει ἀσχοληθῆ ἰδίᾳ. Ἄλλο εἶναι τὸ πῶς θὰ διατυπώσητε τὸ κατηγορητήριον, τὸ ὁποῖον θέλει ἀπασχολήσει τὸ δικαστήριον· τότε βεβαίως καὶ πάλιν θὰ ἐπαναλάβητε τὸ αὐτὸ, ἀλλὰ σήμερον, διδόντες ἐντολὴν πρὸς ἀνάκρισιν, πρέπει νὰ εἴπητε περὶ τίνων πράξεων καὶ κατὰ τίνων προσώπων δίδετε ἐντολήν· διότι οὕτω καὶ τῶν κατηγορουμένων τὴν θέσιν ὁρίζετε, καὶ τῶν Βουλευτῶν τὴν ψῆφον δὲν δεσμεύετε.
§48ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν δίδομεν κἀμμίαν ἐντολήν.
§49ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Λησμονεῖτε τὰς βάσεις τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου, λέγοντες τοῦτο. Ἡ πρᾶξις ὑμῶν καὶ τῶν ἄλλων Βουλευτῶν, ἡ ὑποβληθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπέχει θέσιν καταγγελίας, ἀλλὰ δὲν ἀποτελεῖ τὴν ὤθησιν τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς κατὰ τῶν Ὑπουργῶν· τὴν ὤθησιν τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς τὴν ἔχει ἡ Βουλή· ἡ Βουλή, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει ἐν τῷ θέματι τούτῳ καὶ ἐπὶ τοιούτων προσώπων τὸν ἀντιπροσωπεύοντα τὴν δημοσίαν κατηγορίαν. Ἡ Βουλή, συνιστῶσα ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν, δίδει ὤθησιν εἰς τὴν ποινικὴν ἀγωγὴν καὶ πράττει ὅ,τι πράττει ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὅστις δίδει παραγγελίαν εἰς τὸν ἀνακριτὴν νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις. Ἂν θέλῃ νὰ τὸ πράξῃ γενικῶς, διαφέρει τὸ πρᾶγμα, ἀλλ’ ὅταν δὲν ἔχῃ ὡρισμένην κατηγορίαν, καταγγελίαν περὶ ὡρισμένων πράξεων, πρέπει τὴν ἐντολὴν νὰ τὴν δώσῃ περὶ ἑκάστης πράξεως καὶ δι’ ἕκαστον τῶν κατηγορουμένων. Αὐτὴν ἔχω τὴν γνώμην, καὶ τοιαύτην ἀποδίδω ἔννοιαν εἰς τὴν διαδιδασίαν, τὴν κανονισθεῖσαν ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ ἄλλως νὰ τὸ κανονίσῃ, κυρία εἶναι νὰ τὸ πράξῃ· ἂς τὸ κανονίσῃ ὅπως θέλῃ· ἀλλὰ θὰ πράξῃ οὐχὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἔννοιαν τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου καὶ μὲ τὰ καθήκοντα τῶν Βουλευτῶν.
§50ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, τοῦ ὁποίου τὰς διατάξεις καλούμεθα νὰ ἐκτελέσωμεν, ἐξεδόθη τὸ 1876, ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι κατὰ μεταγενεστέραν τοῦ ἔτους ἐκείνου ἐποχὴν ἡ Βουλὴ ἐπελαμβάνετο τοιούτου καθήκοντος ἐπὶ ἑνὸς τῶν Ὑπουργῶν, καὶ συνέστησε τὸ πρῶτον ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν, ἀφοῦ δὲ αὕτη ἐπέρανε τῆς ἐργασίαν της, ἐπροτάθη ἡ σύστασις ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη τὴν πρότασιν τῆς συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς· ἐπροτάθη δὲ τότε ἡ σύστασις τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς κατὰ ἑνὸς προσώπου, ἀλλὰ διὰ πολλὰς πράξεις. Ἂν δὲν σφάλλω κατὰ τὴν μνήμην, νομίζω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἔπρεπε νὰ ἀναζητήσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, καὶ ἴδῃ κατὰ τίνα τρόπον ἐφήρμοσε τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, δηλαδὴ οὐχὶ ἐπὶ τοῦ χωρισμοῦ τῆς ψηφοφορίας τῆς Βουλῆς κατ’ ἄτομον, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ χωρισμοῦ τῆς ψηφοφορίας τῆς Βουλῆς κατὰ πρᾶξιν. Ἄλλως ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἐνδέχεται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς φωτισμὸν τῆς Βουλῆς, οὐχὶ ἵνα πράξῃ αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ πράξῃ, ἀλλὰ διὰ νὰ ὁδηγηθῇ εἰς τὴν ἀπόφασίν της καλλίτερον.
§51ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καθ’ ὅσον ἐνθυμεῖσθε, κατὰ πρᾶξιν ἐγένετο τότε;
§52ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐνθυμοῦμαι.
§53ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κατὰ πρᾶξιν.
§54ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. ἐκ Ξηροχωρίου Βουλευτὴς νομίζω, ὅτι ἐνθυμεῖται, ὅτι ἡ Βουλὴ προεχώρησε μέχρι κατηγορητηρίου, καὶ ἐψηφοφόρησε κατὰ πρᾶξιν, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ κατηγορητηρίου....
§55ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὸ εἶπον καὶ ἐγώ.
§56ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ἐνθυμεῖται, ἂν ἐψηφοφόρησε κατὰ πρᾶξιν, καὶ ὅταν ἐπρόκειτο περὶ συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, διὰ νὰ μὴ βασανίζωμεν τὴν μνήμην ἡμῶν, εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τὰ πρακτικὰ ν’ ἀναπληρώσωμεν αὐτήν.
§57ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἂς εὑρεθῶσι τὰ πρακτικά. Ἐν τούτοις νομίζω, ὅτι, ἂν τότε εἶχε συστηθῆ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, καὶ μετ’ αὐτὴν συνέστη ἀνακριτική, καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ταύτην κατηγορίαν κατηγορεῖτο ἓν πρόσωπον, ἐνισχύεται ἡ ἰδική μου γνώμη. Καταγγέλλομαι· ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ προβούλευμα, ὅταν ἠξεύρῃ, ὅτι ἡ καταγγελλομένη πρᾶξις εἶναι προφανῶς ἀνύπαρκτος, καθ’ ὃ δὲ ἔχει δικαίωμα, δύναται, προκειμένου περὶ δύο κατηγορουμένων, ν’ ἀποῤῥίψῃ διὰ βουλεύματος τὴν κατηγορίαν ὡς πρὸς τὸν ἕνα, νὰ διατάξῃ δὲ ἀνακρίσεις ὡς πρὸς τὸν ἄλλον. Ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν σήμερον θὰ κάμητε περὶ συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι ἀρχὴ ποινικῆς διαδικασίας, καθ’ ἣν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ὁρίσῃ τοὺς κατηγορουμένους καὶ τὰς πράξεις, ἐφ’ αἷς ἕκαστος τούτων κατηγορεῖται.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ πρότασις τοῦ νὰ διαταχθῇ προανάκρισις κατὰ ὡρισμένων προσώπων καὶ διὰ πολλὰς πράξεις, διὰ πλείονα πρόσωπα καὶ διὰ πλείονα πράξεις, εἶναι πρότασις, κατ’ ἐμὲ, σύνθετος. Ὁσάκις ἐπὶ συνθέτων ζητημάτων ζητεῖται ἡ διαίρεσις, ἡ διαίρεσις πρέπει νὰ διαταχθῇ· ἑπομένως τὴν πρότασιν τοῦ νὰ γείνῃ ἰδιαιτέρα ψηφοφορία περὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν προσώπων, καθ’ ὧν ἀπευθύνεται ἡ πρότασις, τὴν εὑρίσκω νομιμωτάτην, ἀγνοῶ δὲ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης τὰ προηγούμενα. Ἐπίσης νομίζω, ὅτι, ἂν γείνῃ πρότασις καὶ περὶ διαιρέσεως τῶν πράξεων, καὶ περὶ τούτου πρέπει νὰ διαταχθῇ ἡ διαίρεσις. Τὸ Προεδρεῖον ἐκδηλοῖ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην του, καὶ ζητεῖ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς γνώμης του· τοσούτῳ δὲ μᾶλλον θεωρεῖ τὴν διαίρεσιν τῶν πράξεων νόμιμον, καθ’ ὅσον τὸ ἄρθρον 20 τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, προκειμένου οὐχὶ πλέον περὶ προανακρίσεως, ἀλλὰ περὶ παραπομπῆς, ῥητῶς διατάσσει, ὅτι κατὰ κεφάλαιον γίνεται ἡ ψηφοφορία. Ἀνάλογόν τι δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη τοῦ Προεδρείου. Ἀπόκειται τώρα εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὅσοι ἔχουσιν ἀντιῤῥήσεις, νὰ τὰς ὑποβάλωσι, διὰ νὰ προκαλέσω τὴν ἀπόφασιν τοῦ σώματος.
§59ΛΕΒΙΔΗΣ. Δύο εἶναι τὰ ζητήματα, ἅτινα ἐγεννήθησαν ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης· πρῶτον, ἂν ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα τῶν Ὑπουργῶν θέλῃ τεθῆ μία κάλπη, ἢ πλειότεραι, ὅσοι εἶναι οἱ Ὑπουργοί· καὶ δεύτερον, ἂν ἡ ψηφοφορία ἐπὶ ἑκάστης τῶν κατηγοριῶν θέλῃ γείνῃ διακεκριμένως, ἢ συλλήβδην. Νομίζω, ὅτι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ὃν ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν ἔχει σχέσιν τινὰ καὶ συνάφειαν πρὸς τὸ προκείμενον ζήτημα, διότι περὶ τούτου ὑπάρχει εἰδικὴ διάταξις τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Τὸ ἄρθρον 3ον τοῦ πρώτου νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, τοῦ νόμου ΦΠϚʹ, λέγει ῥητῶς (ἀναγινώσκει): «Ὑπουργὸς, μὴ συμμετασχὼν εἰς τὴν διάπραξιν τῶν ἀνωτέρω ἀδικημάτων, εὐθύνεται οὐχ ἧττον ὡς συναυτουργὸς, ἂν συνήνεσεν εἰς αὐτὴν ἐν πράξει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, φερούσῃ καὶ τὴν ἑαυτοῦ ὑπογραφήν.» Ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν τὸ κατηγορητήριον τοῦτο, καθ’ ὃ κατηγοροῦνται μὲν Ὑπουργοὶ διὰ πράξεις τινὰς, δι’ ἄλλας ὅμως πράξεις ἄλλοι δὲν κατηγοροῦνται, νομίζω, ὅτι ὑπόχρεοι εἴμεθα νὰ ψηφοφορήσωμεν κατὰ τὰ πρόσωπα τῶν Ὑπουργῶν, διότι ἐξαίφνης εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ χόρτου οὐδεμίαν σχέσιν, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχει ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἢ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὸ ἄρθρον 3ον ῥητῶς καθορίζει τὰ πράγματα· μόνον ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐν πράξει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου φέρεται ἡ ὑπογραφὴ καὶ μὴ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, μόνον τότε δύναται νὰ ὑπάρξῃ γενικὴ εὐθύνη· ἑπομένως, ὅπως οἱ κύριοι Βουλευταὶ ψηφίσωσιν ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ συνειδήσεως, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα κἂν, ὅτι πρέπει νὰ τεθῶσι τόσαι κάλπαι, ὅσοι εἶναι οἱ κατηγορούμενοι ὑπὸ τοῦ κατηγορητηρίου. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ζήτημα ὅμως, νομίζω, ὅτι ὁ κ. ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτὴς δὲν ἔχει δίκαιον· δὲν πιστεύω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ καὶ εἰδικὴ ψηφοφορία ἐφ’ ἑκάστου τῶν κατηγορουμένων ζητημάτων, οὔτε ἔχει σχέσιν τινὰ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὰ περὶ συνθέτων ζητημάτων, διότι, ὅταν ἀναγνώσωμεν τὸ 20ὸν ἄρθρον τοῦ αὐτοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, θέλομεν ἴδει, ὅτι εἰδικῶς περὶ τοῦ ζητήματος τούτου προνοεῖ ὁ νόμος. Τὸ ἄρθρον 20ὸν λέγει (ἀναγινώσκει): «Μετὰ τὸ πέρας τῆς γενικῆς ταύτης συζητήσεως, ἡ ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς ψηφοφορία γίνεται μυστικὴ καὶ ἰδιαιτέρα ἐφ’ ἑκάστου κεφαλαίου αὐτῆς.» Ἐκεῖ λοιπὸν, ὅπου ὁ νομοθέτης ἠθέλησε νὰ δηλώσῃ τὴν ἰδιαιτέραν ἐπὶ ἑκάστου ζητήματος ψηφοφορίαν, ἐδήλωσε τοῦτο ῥητῶς καὶ καθαρῶς διὰ τοῦ ἄρθρου 20. Μόνον ὅταν ἔλθῃ ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ καὶ φέρῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς, καὶ συμπεράνῃ ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ζητήματος, τότε μόνον ἡ Βουλὴ, νομίζω, ὅτι θέλει ψηφίσει εἰδικῶς ἐπὶ ἑκάστου ζητήματος· ἀλλ’ ἐν τῷ σταδίῳ τῆς προανακρίσεως ταύτης, εἰς ὃ εὑρισκόμεθα, νομίζω, ὅτι ἐκ τοῦ γράμματος καὶ ἐκ τοῦ πνεύματος τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν δὲν ἐξάγεται ἐκεῖνο, ὅπερ ἰσχυρίσθη ὁ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτής. Μάλιστα ἂν ἐπιμείνωμεν εἰς τὰς λέξεις τοῦ ἄρθρου, θέλομεν ἐνισχύσει ἔτι μᾶλλον τὴν ἰδέαν ταύτην, διότι διὰ τῆς λέξεως «μετὰ τὸ πέρας τῆς γενικῆς ταύτης συζητήσεως» (καὶ τονίζω τὴν λέξιν ταύτης) δηλοῦται, ὅτι ἐπὶ τῶν ἄλλων ψηφοφοριῶν, αἵτινες προηγήθησαν ταύτης τῆς ψηφοφορίας, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου θέματος χωριστά. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἂν δὲν πλανῶμαι περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν ἄρθρων τοῦ νόμου τούτου, εὑρίσκομαι ἐν τῇ ἀκριβείᾳ, λέγων ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὰ πρόσωπα τῶν Ὑπουργῶν, πρέπει νὰ τεθῶσι τόσαι κάλπαι, ὅσοι οἱ κατηγορούμενοι, ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὰ ζητήματα, πρέπει νὰ τεθῇ συλλήβδην δι’ αὐτὰ μία κάλπη.
§60ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Δὲν συμφωνῶ παντάπασι μὲ τὸν προαγορεύσαντα, τοῦ νὰ τεθῶσι τόσαι κάλπαι, ὅσα τὰ πρόσωπα τῶν κατηγορουμένων Ὑπουργῶν. Τὸ κατηγορητήριον περιέχει τόσα πρόσωπα, ὥστε εἶναι δῆλον ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 3, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ προαγορεύσας, πάντες οἱ πρώην Ὑπουργοὶ εἶναι ὑπεύθυνοι, ἄλλοι μὲν ὡς αὐτουργοὶ τῶν πράξεων τῶν ἀναφερομένων ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ, καὶ ἄλλοι ὡς συνεργοί, διότι ὑπάρχουσιν ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμέναι πράξεις, αἵτινες ἐπήγασαν ἐκ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐὰν σήμερον ψηφοφορήσωμεν ἰδίᾳ δι’ ἕκαστον τῶν πρώην Ὑπουργῶν, καὶ δι’ ἕνα ἐξ αὐτῶν εἴπῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δὲν εἶναι πλέον κατηγορούμενος, οὐδὲ δύναται πλέον κατὰ τὸν νόμον νὰ γείνῃ καταγγελία κατ’ αὐτοῦ· ἂν ὅμως κατὰ τὴν πρόοδον τῆς προανακρίσεως ἀνακαλυφθῶσι πράξεις καὶ κατ’ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ, τὸν ὁποῖον σήμερον θὰ ἀπαλλάξῃ ἡ Βουλὴ, πῶς θέλομεν τὸν ἐπαναφέρει εἰς τὸ ἐδώλιον τοῦ κατηγορουμένου; Τίνι τρόπῳ θὰ ἐξέλθωμεν ἀπ’ αὐτὴν τὴν δυσχερῆ θέσιν, εἰς ἣν θέλετε διὰ τῶν πολλῶν καλπῶν νὰ μᾶς φέρητε; Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπόν. Μία Κυβέρνησις, Κυβέρνησις ἑνιαία· μία κατηγορία, ἑνιαία ἡ κατηγορία. Πρέπει λοιπὸν νὰ τεθῇ μία κάλπη καὶ διὰ τὰ πρόσωπα καὶ διὰ τὰς πράξεις.
§61ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐκ τῶν ἀντιφάσεων, εἰς ἃς περιέρχονται οἱ δύο προαγορεύσαντες, ἐνισχύεται ἔτι μᾶλλον ἡ ἐμὴ θεωρία. Ὅταν δὲ ὑπεμίμνησκεν ὁ Βουλευτὴς Κυκλάδων τὸ ἄρθρον 3, ἐλησμόνει τὸ σχετικὸν τῇ κατηγορίᾳ. Λοιπὸν ἐρωτῶ αὐτὸν, προκειμένου περὶ τῆς πληρωμῆς τοῦ τάδε καὶ τάδε ἀξιωματικοῦ, συνετάχθη περὶ τῶν πληρωμῶν τούτων πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου; Ἂν ὄχι, διατὶ θεωρεῖτε ὑπευθύνους τοὺς ἄλλους Ὑπουργοὺς, τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν;
§62ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Δὲν γνωρίζομεν, ἂν συνετάχθη ἢ μή.
§63ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ τοῦτο. Ἂν ὑπάρχῃ, ἔπρεπε νὰ λέγεται ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ ὡς γεγονὸς συστατικὸν τῆς συνενοχῆς. Μὴ λησμονῆτε, ὅτι τὸ ἄρθρον 11 λέγει, ὅτι τὸ κατηγορητήριον αὐτὸ πρέπει νὰ ἦναι ὡρισμένον, ἐπὶ ποινῇ ἀπαραδέκτου. Ἂν καὶ κατὰ πόσον ἦναι ὡρισμένον, τοῦτο βεβαίως δὲν θέλει κριθῆ ἐν τῇ ψηφοφορίᾳ, οὔτε ζητῶ νὰ τεθῇ ζήτημα ἀπαραδέκτου, ἀλλὰ σᾶς λέγω, περὶ ἐκείνων τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας γνωρίζομεν ἐκ τοῦ νόμου, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐνεργεῖ μόνος, καὶ διὰ τὰς ὁποίας κατὰ συνέπειαν δὲν εὐθύνονται ὅλοι οἱ Ὑπουργοὶ, πῶς θὰ διατάξητε καθ’ ὅλων τῶν Ὑπουργῶν προανάκρισιν, ἀφοῦ τὸ ἄρθρον 3 λέγει, ὅτι ἐνέχονται ὅλοι, μόνον ὅταν συνυπογράψουν πρᾶξιν Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου; Ὅταν ὁ μὲν λέγῃ, ὅτι πρέπει νὰ διακρίνητε ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα, ὁ δὲ θέλει μίαν κάλπην, δὲν εὑρίσκετε ἐν τούτῳ, ὅτι τὸ συμφωνότερον πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου εἶναι νὰ ψηφίσητε, ποῖοι εὐθύνονται, καὶ διὰ ποίας ἕκαστος πράξεις, ποῖοι δὲ δὲν εὐθύνονται, παρὰ διὰ μίαν μόνον πρᾶξιν; Θὰ διατάξητε ἀνάκρισιν, καὶ πρέπει νὰ ὁρίσητε τὰ ὅρια τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Ὁμιλῶ δὲ περὶ τούτου, μόνον ὡς πρὸς τὴν ἠθικὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ψῆφος ἑκάστου Βουλευτοῦ.
§64ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἀκριβῶς ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔλυσε τὸ ζήτημα, καὶ ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν προαγορεύσαντα, εἰπὼν, ὅτι, ὅταν θὰ φθάσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ στάδιον τοῦ νὰ παραπέμψῃ εἰς τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν, τότε θὰ τεθῇ ἕκαστον θέμα ἐπὶ ἑκάστης κατηγορίας. Αὐτὸ τὸ στάδιον τὸ ἀναγράφει ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Σήμερον δὲν ἔχομεν νὰ χωρίσωμεν οὐδὲν θέμα ὡς πρός τινα τῶν Ὑπουργῶν, τῶν κατηγορουμένων, καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ λύεται ἐκ τοῦ νόμου ἡ ἀπορία τοῦ προαγορεύσαντος, εἶναι περιττὴ πᾶσα συζήτησις.
§65ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, κύριε Πρόεδρε. (Διάλογοι).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δύο ζητήματα ἀνεφύησαν· ...
§67ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§68ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ συνάδελφος δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀκριβείᾳ, λέγων ὅσα ἐπὶ τοῦ θέματος ἐξέθηκεν. Ἔχω μάλιστα εἰς χεῖράς μου τὴν πρότασιν, ἥτις διαμαρτύρεται κατὰ τῶν ἰδεῶν τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος. Ἡ καταγγελία αὕτη οὐ μόνον διαιρεῖται εἰς κεφάλαια, ἀλλὰ καὶ εἰδικῶς καθορίζει τὴν εὐθύνην ἑκάστου τῶν κυρίων τέως Ὑπουργῶν. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ πρώτῳ ὁμιλοῦσιν οἱ καταγγέλλοντες περὶ τῆς εὐθύνης τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ δευτέρῳ ἐν ἀρχῇ λέγουσι: «Κατὰ Μάρτιον τοῦ 1887 ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κλπ.» Ἐν τῷ κεφαλαίῳ τετάρτῳ ὁμιλοῦσιν εἰδικῶς περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν τοῖς κεφαλαίοις 3, 5, 6 καὶ 7 ἐπίσης περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν τῷ κεφαλ. 8 περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, καὶ οὕτω καθεξῆς. Πῶς εἶναι δυνατόν, Κύριοι, ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ συνειδήσεως νὰ ψηφίσῃ τις, ὅταν ἐν μιᾷ κάλπῃ πρόκηται ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ πράξεων, αἵτινες δύνανται νὰ εὐθύνωσί τινας τῶν τότε κκ. Ὑπουργῶν, δυνατὸν ὅμως νὰ μὴ εὐθύνωσιν ἄλλους; Μόνον δυνάμει τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν ἐν συνόλῳ περὶ τῶν Ὑπουργῶν, ἂν οἱ κύριοι Βουλευταὶ γινώσκωσιν, ὅτι αἱ πράξεις αὗται φέρουσι τὰς ὑπογραφὰς πάντων τῶν Ὑπουργῶν, καὶ τότε εἴμεθα ἐν τῇ ἀληθείᾳ καὶ τῷ δικαίῳ. Ἀλλ’ ὁ προαγορεύσας ἠθέλησε νὰ συσχετίσῃ τὸ ζήτημα, τὸ ἐν τῇ Βουλῇ ἀναφυέν, πρὸς τὰ γινόμενα ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι καὶ ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων, ἐάν τις ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ ἐγχειρίσῃ μήνυσιν κατὰ τριῶν προσώπων, περὶ ἑκάστου δὲ αὐτῶν ἀναφέρῃ ὡρισμένον ἀδίκημα, νομίζετε λέγω, ὅτι, ἂν ἐν τῇ καταγγελίᾳ ταύτῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς εὕρῃ πρόσωπον, καθ’ οὗ δὲν ὁρίζει τι ἡ καταγγελία, ὅτι εἶναι ὑπόχρεως ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ εἰσαγάγῃ τὸν καταγγελλόμενον τοῦτον ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου; Παντάπασι δὲν εἶναι ὑπόχρεως· καὶ ἂν πρόκηται νὰ διατάξῃ προανάκρισιν, θέλει διατάξει τοιαύτην κατ’ ἐκείνων, οἵτινες ἐκ τοῦ σώματος τῆς καταγγελίας ἐμφαίνονται ὡς ἄξιοι νὰ καταγγελθῶσι. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, καὶ ἂν ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, καὶ ἂν ῥίψωμεν ἁπλοῦν καὶ τυχαῖον βλέμμα εἰς τὴν καταγγελίαν τῶν κυρίων Βουλευτῶν, καὶ ἂν ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα ἐκ τῶν συμβαινόντων ἐνώπιον τῆς τακτικῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, θέλομεν πεισθῆ, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, ἣν ἡμεῖς ὑπεστηρίξαμεν, εἶναι ἡ λογικωτέρα.
§69ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἕκαστος τῶν κατηγορουμένων ὑποχρεοῦται νὰ προσαγάγῃ ἐνώπιον τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς τὰ μέσα τῆς ἰδίας αὐτοῦ ὑπερασπίσεως, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ κρίνητε σεῖς μεθαύριον. Ἂν εἴπητε, ὅτι ὅλοι οἱ κατηγορούμενοι δι’ ὅλας τὰς πράξεις εὐθύνονται, αὐτοὶ θὰ περιέλθωσιν εἰς ἀδυναμίαν προσκομίσεως ἀποδεικτικῶν μέσων· ἂν δὲ εἴπητε, ὅτι «διὰ μόνην τὴν πρᾶξιν ταύτην θὰ ἀπολογηθῇς σύ», αὐτὸς θὰ ἠξεύρῃ περὶ τίνος πρόκειται, καὶ θὰ συλλέξῃ τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως. Ἂν εἴπητε, ὅτι ὅλοι δι’ ὅλας τὰς πράξεις πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ἀνακρίσεις, λέγετέ τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναίρεσις τῶν δικαιωμάτων τῆς ὑπερασπίσεως τῶν κατηγορουμένων.
§70ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ νόμου, καὶ ἰδίως περὶ ἐκτελέσεως νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, μοὶ ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ποίαν ἔχομεν περὶ τῶν διατάξεων αὐτοῦ γνώμην. Δύο ὑπεβλήθησαν θέματα πρὸς συζήτησιν: αʹ) ἂν διὰ μιᾶς ψήφου δύναται νὰ ἀποφανθῇ καὶ ἐπὶ τῶν πέντε πρώην Ὑπουργῶν, περὶ τῶν ὁποίων διαλαμβάνει ἡ πρότασις πρὸς σύστασιν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς· βʹ) ἂν πρέπῃ ν’ ἀποφήνηται γνώμην περὶ ἑκάστου τῶν πρώην Ὑπουργῶν δι’ ἰδίας ψήφου. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν δύναται νὰ προκύψῃ εὔλογος δισταγμός, ὅτι περὶ ἑκάστου τῶν πρώην Ὑπουργῶν πρέπει νὰ δώσῃ ἰδίαν ἡ Βουλὴ ψῆφον, καὶ ν’ ἀποφήνηται, ἂν ἐγκρίνῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἢ ἂν ἐγκρίνῃ νὰ συστηθῇ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή. Ἕκαστος Ὑπουργὸς ἔχει ἰδίαν εὐθύνην διὰ τὰ ἔργα τῆς διοικήσεως αὑτοῦ. Τὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐκανόνισαν τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Ὑπουργείων, ἀνεκήρυξαν τὸν προϊστάμενον ἑκάστου Ὑπουργείου ἀνώτατον διευθυντὴν τοῦ κλάδου, ὁ ὁποῖος ὑπήχθη εἰς αὐτόν· οἱ Ὑπουργοὶ δὲ συλλήβδην ἀποτελοῦσι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἕκαστος δὲ τῶν Ὑπουργῶν δὲν ἔχει μόνον τὴν ἰδίαν αὑτοῦ εὐθύνην διὰ τὰς πράξεις τοῦ κλάδου, τοῦ ὁποίου ἐτέθη ἀνώτερος διευθυντής, ἀλλὰ μετέχει καὶ τῆς εὐθύνης τῶν ἄλλων, ἂν συνεσκέφθη μετ’ αὐτῶν ἐπὶ ὡρισμένης πράξεως καὶ ἔδωκεν ἐπ’ αὐτῆς γνώμην. Διπλῆ λοιπὸν εἶναι ἡ εὐθύνη ἑκάστου Ὑπουργοῦ, εὐθύνη ὡς μέλους τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εὐθύνη εἰδικὴ ὡς Ὑπουργοῦ διὰ τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἔπραξεν, ἢ τὰς παραλείψεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑπέπεσεν ὡς ἀνώτερος διοικητὴς τοῦ κλάδου, τοῦ ὁποίου προΐσταται· ἑπομένως τὰς ἐνδείξεις ταύτας τῆς νομοθεσίας πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ Βουλή, καὶ δὲν προσήκει αὐτῇ νὰ ἀποφήνηται περὶ πάντων ὡς κοινωνῶν τῆς αὐτῆς εὐθύνης, πρὶν ἢ προηγουμένως ἐξετάσῃ, ἂν ἦναι κοινωνοὶ τῆς αὐτῆς εὐθύνης, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν ῥητῶς προσδιώρισε πότε εἶναι κοινὴ ἡ εὐθύνη. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ψηφοφορήσῃ ἐπὶ ἑκάστου τῶν Ὑπουργῶν, ἂν ἐγκρίνῃ νὰ συστηθῇ προανακριτικὴ περὶ αὐτοῦ ἐπιτροπή, ἢ ἂν πρέπῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ὅμως θέματος ἔχω ἀντίθετον γνώμην πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκεν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίου. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίου, γνωμοδοτήσας, ἡρμήνευσε τὸν νόμον, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἀποφήνηται ἰδίαν ψῆφον ἐπὶ ἑκάστης τῶν πράξεων, περὶ τῶν ὁποίων διέλαβεν ἡ πρότασις τῶν Βουλευτῶν, τῶν ζητησάντων τὴν ἐπιτροπήν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ ὅλων τῶν πράξεων συλλήβδην, καὶ νὰ ἀποφανθῇ ἐν γένει περὶ τοῦ καθολικοῦ ζητήματος· ἐπιθυμεῖ νὰ συστηθῇ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, ἢ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν; Ἔχω δὲ τὴν γνώμην ταύτην, στηριζόμενος εἰς τὰς περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν θεωρίας, καὶ προσέτι εἰς τὴν θεωρίαν ἐκείνην, ἥτις ἐγένετο ἀποδεκτὴ ὑπὸ ὅλων τῶν νομοθεσιῶν, ἵνα προασπισθῶσιν οἱ Ὑπουργοὶ ἀπὸ τὴν καταδίωξιν τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς. Τὸ προνόμιον τῶν Ὑπουργῶν, νὰ μὴ καταγγέλλωνται ἐνώπιον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, εἰμὴ μόνον ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τὸ προνόμιον τοῦτο δὲν διεῤῥυθμίσθη, ἵνα ἐξασφαλισθῇ ἡ ἀνόρθωσις τοῦ νόμου, ἂν ὁ νόμος παρεβάθη ποτὲ, ἀλλ’ ἵνα ἐξασφαλισθῇ ὁ Ὑπουργὸς ἀπὸ καταγγελιῶν, αἵτινες κατὰ πᾶσαν στιγμὴν δύνανται ν’ ἀπευθύνωνται κατ’ αὐτοῦ. Ἂν δὲ πολλαὶ καταγγελίαι κατά τινος Ὑπουργοῦ ἀπευθύνωνται, καὶ ἂν περὶ πολλῶν ἐζητήθη ὑπὸ εἴκοσι Βουλευτῶν, ἵνα συστηθῇ προανακριτικὴ ἐπιτροπή, τί πρέπει ἰδίως νὰ ἐξετάσωμεν; Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἀναιρέσωμεν τὴν ἀσυλίαν ταύτην τοῦ Ὑπουργοῦ, ἂν πρέπῃ νὰ τὸν παραδώσωμεν εἰς τὴν δικαστικὴν καταδίωξιν ἢ ὄχι. Καὶ εἶναι γνωστὸν ἤδη, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν παραδίδονται εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης διὰ πᾶσαν παράβασιν τοῦ νόμου, ἀλλὰ μόνον ὅταν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν δικαστικὴν καταδίωξιν. Ἂν λοιπὸν διά τινα τῶν πράξεων τὸ προνόμιον τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκλίπῃ, καὶ ἡ Βουλὴ κρίνῃ, ὅτι διὰ μίαν οἱανδήποτε πρᾶξιν πρέπει νὰ ἀρθῇ ἡ ἀσυλία, καὶ νὰ παραδοθῇ εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, δὲν ὑπάρχει λόγος διὰ νὰ ἐρευνήσωμεν, ἂν πρέπῃ συγχρόνως νὰ συστηθῇ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ καὶ δι’ ἄλλας πράξεις, ἀφοῦ ἡ ἀσυλία τοῦ Ὑπουργοῦ ἐξέλιπεν ἤδη, διότι ἡ Βουλὴ ἐνέκρινεν, ὅτι πρέπει νὰ γένηται προανάκρισις διὰ μίαν πρᾶξιν ἐκ τῶν πολλῶν, αἵτινες ἀποδίδονται εἰς αὐτόν. Καὶ ταύτην μὲν τὴν γνώμην μὲ ἐνισχύει νὰ ἔχω ἡ περὶ τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν θεωρία, ἥτις ἐγένετο ἀποδεκτὴ ὑπὸ ὅλων σχεδὸν τῶν νομοθεσιῶν τῆς Εὐρώπης. Ἀλλὰ ταύτην τὴν γνώμην μὲ ἐνισχύουσι νὰ ἔχω καὶ αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ περὶ ἀδικημάτων, καὶ ὁμιλεῖ περὶ καταδιώξεως καὶ ποινικῆς ἀγωγῆς ἕνεκα τῶν ἀδικημάτων. Ἔχω λοιπὸν ὑπ’ ὄψει περίπτωσιν αἰτήσεως πρὸς σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἢ κατόπιν πρὸς σύστασιν ἐπιτροπῆς προανακριτικῆς ἕνεκα ἀδικημάτων πολλῶν, καὶ ἐνῷ ἔχομεν τοιαύτην περίπτωσιν ὑπ’ ὄψει, ἔχομεν περίπτωσιν ἑνὸς μόνου καταγγελλομένου. Τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νόμου λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὴν ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω ἀδικημάτων ποινικὴν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, διατελοῦντος ἢ μὴ ἐν τῇ ἀρχῇ, καὶ τῶν τυχὸν συναιτίων ἢ συνεργῶν τούτου, μόνη ἡ Βουλὴ δικαιοῦται νὰ ἐνασκήσῃ ἐνώπιον τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος εἰδικοῦ δικαστηρίου». Ἑπομένως ἔχει ὑπ’ ὄψει τὸν Ὑπουργόν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀποδίδονται πολλὰ ἀδικήματα, καὶ διατάσσει, ὅπως μία γίνηται ψηφοφορία. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ δευτέρου σταδίου, ὅταν δὲν πρόκηται νὰ ἐρευνηθῇ, ἐὰν περιέπεσεν εἰς τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἀποδίδονται εἰς αὐτὸν, ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ κατηγορίας, ὁρίζει ἐν ἄρθρῳ 17, ὅτι «ἡ ἔκθεσις αὕτη, περιέχουσα τὸ ἐξαγόμενον τῆς προανακρίσεως καὶ τοὺς λόγους τῶν πλειοψηφούντων καὶ τῶν μειοψηφούντων, καταλήγει εἰς πρότασιν περὶ τῆς διὰ τὴν καταγγελθεῖσαν πρᾶξιν εἰσαγωγῆς ἢ μὴ εἰς δίκην τοῦ καταγγελθέντος Ὑπουργοῦ....» Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει πράξει συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, ἐὰν ψηφοφορήσῃ ἐπὶ ἑκάστου τῶν πέντε πρώην Ὑπουργῶν, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο ἡ πρότασις, νὰ ψηφοφορήσῃ δὲ συλλήβδην περὶ ὅλων τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας ἡ αἴτησις τῶν κυρίων Βουλευτῶν περιέλαβε, διδοῦσα γνώμην, ἐὰν πρέπῃ δι’ αὐτὰς νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἢ νὰ προβῇ εἰς τὴν κατηγορίαν. Εἰς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι καὶ προηγούμενον τῆς Βουλῆς. Ὅτε πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐγένετο ἀντικείμενον ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, καὶ κατὰ πρῶτον ἐπροτάθη ἡ σύστασις προανακριτικῆς ἐπιτροπῆς, εἰς αὐτὸν ἀπεδίδοντο πολλαὶ συλλήβδην πράξεις, ἔχουσαι τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀξιοποίνου, ἡ δὲ Βουλὴ μίαν μόνον ἔδωκε ψῆφον ἐπὶ πασῶν τῶν πράξεων, ἀποφηναμένη, ὅτι πρέπει νὰ συστηθῇ ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή.
§72ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Βεβαίως δὲν εἶμαι νομικός, ἀλλὰ διὰ τῆς λογικῆς ὑποθέτω, ὅτι δύναμαι νὰ φθάσω εἰς ἓν συμπέρασμα, καθόσον διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν μίαν ψηφοφορίαν. Νομίζω, ὅτι ὁλόκληρον τὸ ὑπὸ κατηγορίαν Ὑπουργεῖον πρέπει νὰ ψηφοφορήσωμεν διὰ μιᾶς κάλπης· διότι, ἐὰν ψηφοφορήσωμεν κατ’ ἰδίαν, τὸν μὲν ἕνα θὰ παραπέμψωμεν εἰς τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν, διὰ δὲ τὸν ἄλλον θέλομεν μεταβῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ οὕτω θέλει ἀπαλλαχθῆ οὗτος τῆς εὐθύνης τῶν πράξεων ἐκείνων τοῦ κατηγορητηρίου, δι’ ἃς εἶναι συνυπεύθυνος. Καὶ ἐν τούτοις τὰ ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ γεγονότα, τὰ ἐν αὐτῷ ἀναφερόμενα ἑκατομμύρια, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ διεχειρίσθη μόνος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι, διὰ τῆς λογικῆς κρίνων τις, δὲν δύναται νὰ παραδεχθῇ, ὅτι πρέπει νὰ ψηφοφορήσωμεν κατ’ ἰδίαν περὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν πρώην Ὑπουργῶν.
§73ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θὰ τολμήσω καὶ ἐγὼ νὰ διαφωνήσω. Ὅτι τὸ ζήτημα ἐλύθη διὰ τῆς γνώμης τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔχω πλέον ἀμφιβολίαν, ἀφοῦ τὸ ζήτημα ἦτο πολιτικόν. Ὅμως, ἐπειδὴ τὰ πρακτικὰ αὐτὰ πρόκειται ποτὲ ν’ ἀποτελέσωσι νομολογίαν, καὶ ἡ γνώμη ἑκάστου δέον νὰ ἔχῃ τὰ ἴδια αὐτῆς ἐπιχειρήματα, νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον, πάντα λόγον, ὃν δὲν ἐπρότεινα μέχρι τοῦδε, νὰ τὸν εἴπω, ὅπως ἐνισχύσω τὴν ἰδίαν ἐμοῦ γνώμην. Τὸ νὰ ἐπιγράφηται τὸ σχετικὸν κεφάλαιον τοῦ νόμου «περὶ ἀδικημάτων καὶ ποινῶν», εἶναι εὐνόητον, διότι εἰς ὅλους τοὺς ποινικοὺς νόμους θὰ εὕρητε τοιαύτην ἐπιγραφήν· τὸ νὰ ὁμιλῇ δὲ εἰς ἑνικὸν ἀριθμὸν, εἶναι ὁ τύπος τοῦ νόμου. Διὰ τοῦτο περὶ τῆς εὐθύνης ἑκάστου ὁρίζουσιν εἰδικαὶ διατάξεις περὶ συνυπαιτιότητος συναιτιότητος καὶ συναυτουργίας. Ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγῃ, ὅτι ἕκαστος Ὑπουργὸς ὑπέχει δύο εὐθύνας, τὴν μίαν ἐκ τῆς διοικήσεως τοῦ ἰδίου αὑτοῦ κλάδου, τὴν ἄλλην ἐκ τῆς συμμετοχῆς αὑτοῦ εἰς πράξεις, γενομένας ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, λέγει τὸ ὀρθόν. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ἓν ἐπιχείρημα, τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 11, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ νὰ ἦναι ὡρισμένη ἡ ἀποδιδομένη εἰς ἕκαστον Ὑπουργὸν πρᾶξις, καὶ τοῦτο ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος. Ὅθεν, λέγων ὅτι πρέπει νὰ ἦναι ὡρισμένη, ἐννοεῖ, ὅτι δι’ ὅλας τὰς πράξεις πρέπει ν’ ἀποφασισθῇ, ἐὰν πρέπῃ νὰ παραβιασθῇ ἡ ἀσυλία τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἡ ἐνέργεια ἀνακρίσεως εἶναι ἀρχὴ ὑποδικίας, ἡ σύστασις ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἡ εἰς ἐνέργειαν θέσις τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς, εἶναι παραγγελία διδομένη πρὸς τὸν ἀνακριτὴν, καὶ ἀφ’ ἧς ἡμέρας τεθῇ τις ὑπὸ ἀνάκρισιν, διατελεῖ ὑπὸ ὑποδικίαν. Ὅταν δὲ σεῖς ἀποφανθῆτε ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς εἰς δίκην, θὰ ἐκδώσητε τὴν πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων ἐντολὴν, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν ὑποδικίαν· ἀλλ’ ὅταν δὲν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ὁ νόμος ἔθηκεν ὡς ὅριον τῆς ἐξουσίας σας, πράττετε ἀδικίαν. Ὅταν πρόκηται περὶ πράξεως ἑνὸς ἢ δύο Ὑπουργῶν, καὶ δι’ αὐτῶν παραπέμπητε καὶ ἄλλους, χωρὶς ῥητῶς νὰ ἀναφέρητε καὶ τὸ γεγονός, τὸ καθιστῶν αὐτοὺς συνεργοὺς ἢ συνενόχους, τὴν φύσιν τῆς συνενοχῆς των εἰς τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἔπραξαν, σᾶς ἐπαναλέγω, ὅτι ὑπερβαίνετε τὰ δικαιώματά σας, καὶ παραβιάζετε τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου.
§74ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα δὲν φαίνεται, ὅτι ἔχει πολλὴν πρακτικὴν ἀξίαν, διότι κατ’ ἀνάγκην, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν πιστώσεων, φαίνονται συνυπεύθυνοι ὅλοι οἱ Ὑπουργοί, διότι ἔχομεν ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἅπασαι αἱ πιστώσεις αὗται ἐλήφθησαν διὰ πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, δὲν λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§75ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, κύριε Πρόεδρε, ἐκεῖνοι, οἵτινες μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τῆς θέσεως τῶν ζητημάτων, ἀφ’ ἑνὸς μὲν δὲν ἠσχολήθησαν νὰ ἀνεύρωσι τὴν διαφοράν, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τῆς Βουλῆς, ἐνασκούσης καθήκοντα εἰσαγγελέως, καὶ τοῦ εἰσαγγελέως ἀτόμου, πάντες δ’ ἀφ’ ἑτέρου ἀπέβλεψαν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἐξ ἀντικειμένου, ἤτοι ἐκ τῶν καταγγελλομένων, καὶ οὐχὶ ἐξ ὑποκειμένου, ἐκ τοῦ εἰσαγγελέως, ἢ τοῦ ἐνασκοῦντος τὰ καθήκοντα τοῦ εἰσαγγελέως. Ἀλλ’ ἀκριβῶς, ὅταν τὸ ἄρθρον 30 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἀνέγραφεν ὡς ἀρχὴν ἀπαράβατον τὴν διαίρεσιν τῶν συνθέτων ζητημάτων, ἀπέβλεπε βεβαίως εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς γνώμης, ἣν ἠθέλησε νὰ καθιδρύσῃ ἐν τῇ Βουλῇ ὑπὲρ ἑνὸς ἑκάστου τῶν Βουλευτῶν. Ἐὰν ἐπρόκειτο ἓν καὶ μόνον ἄτομον νὰ ἐνασκήσῃ τὴν ποινικὴν ἀγωγήν, βεβαίως ἔπρεπε ν’ ἀποφανθῶμεν ὅπως ἐλέχθη ἤδη, διότι τὸ ἄτομον δὲν δύναται νὰ διχογνωμήσῃ πρὸς ἑαυτὸ, καὶ κατὰ λόγον τῆς πεποιθήσεως, ἣν ἤθελε σχηματίσει ἐπὶ ἑκάστης καταγγελλομένης πράξεως, ἤθελε διατάξει ἢ ὄχι προανάκρισιν. Ἀλλὰ περὶ ἑνὸς ἀτόμου πρόκειται ἐνταῦθα ἢ περὶ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς; Καὶ πῶς θέλετε νὰ δεσμεύσητε τὴν ἐλευθερίαν τῆς γνώμης τῶν Βουλευτῶν, θεσπίζοντες ὅτι δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφανθῶσιν, ἐὰν ἡ δεῖνα πρᾶξις, ἡ περιληφθεῖσα ἐν τῇ καταγγελίᾳ, ἦναι ἀξία προανακρίσεως, ἢ ἦναι ἀναξία τοιαύτης; Καὶ εἰς τοῦτο εὐθὺ ἄγετε, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δεχθῆτε, ὅτι ὀφείλει νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ περὶ πασῶν τῶν καταγγελλομένων πράξεων διὰ μιᾶς καὶ μόνης ψήφου. Μὴ ἀποβλέπετε ἀποκλειστικῶς εἰς τοὺς καταγγελλομένους, ἀποβλέψατε εἰς τὰ δικαιώματα τῶν Βουλευτῶν,—δι’ ὧν σώζονται καὶ τὰ δικαιώματα ἐκείνων,—ἅτινα εἶναι κατὰ πολὺ τιμιώτερα ἀπὸ τὰ δικαιώματα τῶν καταγγελλομένων, διότι μόνον ἀποβλέποντες εἰς τὰ δικαιώματα τῶν Βουλευτῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπνεύσητε τὴν πεποίθησιν εἰς τὸν λαὸν, νὰ ἐμπνεύσητε τὴν πεποίθησιν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι αἱ ἀποφάσεις ὑμῶν εἶναι ἀποφάσεις βεβασανισμέναι, ἀποφάσεις σοβαραὶ, καὶ ἐντεῦθεν ὀφείλουσαι νὰ ἐπιβάλωσι τὸ σέβας εἰς πάντα. Τί εἶπον μέχρι τοῦδε, ὅπως δυνηθῶσι νὰ φθάσωσιν εἰς τὸ ἄτοπον συμπέρασμα, ὅτι συλλήβδην κατ’ ἄλλους περὶ πάντων τῶν καταγγελλομένων, κατ’ ἄλλους περὶ ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν, ἀλλὰ συλλήβδην περὶ πάντων τῶν ζητημάτων ὀφείλει ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν δέον νὰ ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις; Ἐξήτασαν τὴν ἱστορίαν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ἐν ᾗ οὐδὲν περὶ τοῦ ζητήματος εὕρηται. Ἡ ἱστορία τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναιρῇ τὸ δικαίωμα ἑκάστου Βουλευτοῦ, τοῦ ν’ ἀποφαίνηται ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης προβαλλομένης προτάσεως, μήτε εἶναι δυνατὸν νὰ καθιστᾷ ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν ἀλληλεγγύην μεταξὺ προσώπων, ἢ σύνδεσμον μεταξὺ καταγγελλομένων πράξεων, ὃν δὲν ἀνευρίσκει ἐν τῇ συνειδήσει του ὁ Βουλευτής. Καὶ πῶς οὕτως ἀορίστως ἐκ τῆς ἱστορίας τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου, ἥτις οὐδὲν, ὡς εἶπον, λέγει περὶ τοῦ ζητήματος, θέλουσι νὰ ἐξαγάγωσιν, ὅτι ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς περιπτώσεως, ἐφ’ ἧς, λόγῳ τῆς σπουδαιότητος τῆς ἀποφάσεως, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πλήρης ἡ ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως τοῦ Βουλευτοῦ, δὲν ὑπάρχει αὕτη; Προσέφυγαν καὶ εἰς τὸ κείμενον τοῦ νόμου, ἵνα ἀνεύρωσιν ἐπιχειρήματα καὶ στηρίξωσι τὸ ἐντελῶς σαθρὸν οἰκοδόμημά των, καὶ τὰ ἐπιχειρήματά των ἤντλησαν κυρίως, παραβάλλοντες τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου 11 πρὸς τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου 20. Ἠρεύνησαν μάλιστα, πῶς ἐπιγράφεται τὸ κεφάλαιον, ὅπερ περιλαμβάνει τὰ ἄρθρα 10 καὶ 13, καὶ τί ὁρίζουσι ταῦτα· ἐκ τοῦ ὅτι δὲ τὸ μὲν ἄρθρον 10 ὁμιλεῖ εἰς τὸν πληθυντικὸν περὶ τῆς ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἀδικημάτων ποινικῆς ἀγωγῆς κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, τὸ δὲ ἄρθρον 13 ὁρίζει, ὅτι ἡ συζήτησις περιορίζεται εἰς τὸ «ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἢ νὰ διατάξῃ προανάκρισιν», ἐξήγαγον τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ὁ χωρισμὸς τῶν διαφόρων πράξεων, τῶν ἐν τῇ προτάσει προανακρίσεως. Ἀλλὰ, παρακαλῶ, ἐπιστήσατε τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τὸ ἄρθρον 11, ὅπερ παρεμπίπτει μεταξὺ τῶν ἄρθρων 10 καὶ 13, καὶ ὅπερ ἐξηγεῖ τὴν ῥῆσιν τοῦ ἄρθρου 13. Τὸ ἄρθρον 11 διατάσσει: «Ἡ περὶ καταδιώξεως πρότασις εἶναι ἀπαράδεκτος....ἐὰν μὴ ὁρίζῃ ἀκριβῶς....τὴν παραβίασιν, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ ἀντικείμενον τῆς κατηγορίας.» Ἐνῷ εἰς τὰ προηγούμενα ἄρθρα καθορίζονται τὰ κατὰ μέρος ἀδικήματα, τὰ καθιστῶντα τὴν ποινικὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν, πρὸς δὲ, τίς ἐνασκεῖ τὴν κατ’ αὐτῶν ποινικὴν ἀγωγὴν, ἔρχεται τὸ ἄρθρον 11 καὶ ὁρίζει πλέον τὸν τρόπον, καθ’ ὃν εἰσάγεται ἡ κατηγορία, κατ’ αὐτὸ δὲ τὸ στάδιον δὲν λαλεῖ πλέον ὁ νόμος περὶ πολλαπλῶν ἀδικημάτων, ἅτινα ἀνέγραψαν τὰ προηγούμενα ἄρθρα, ἀλλὰ «περὶ τῆς παραβιάσεως», ἥτις ἀποτελεῖ τὸ ἀντικείμενον τῆς κατηγορίας». Ἐπὶ τῆς μιᾶς δὲ ταύτης παραβιάσεως ὁρίζει τὸ ἄρθρον 13, τί ὀφείλει νὰ πράξῃ ἡ Βουλή. Ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὸ κείμενον τῶν δύο ἄρθρων τούτων, δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν, διατὶ δὲν διακρίνει τὸ ἄρθρον 13 τὰ πρόσωπα τὰ καταγγελλόμενα ἢ τὰς καταγγελλομένας πράξεις, οὐδὲ ὁρίζει τι περὶ διαιρέσεως αὐτῶν. Τὸ ἄρθρον 13 προτίθεται νὰ κανονίσῃ, τί ἐπὶ τοιαύτης προτάσεως περὶ τῆς μιᾶς παραβιάσεως ἔχει ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, καὶ ὁρίζει, ὅτι «κατὰ τὴν ὡρισμένην ἡμέραν ἡ συζήτησις περιορίζεται εἰς τοῦτο μόνον, ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἢ νὰ διατάξῃ προανάκρισιν». Ἀλλ’ οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ὤφειλε τὸ ἄρθρον 13, ἐκ τοῦ ὁποίου ἤντλησαν τὸ ἀντίθετον ἐπιχείρημα, νὰ ἀναγράψῃ τὸ διαιρετὸν, ἐξ οὗ πηγάζει τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίζῃ κατὰ συνείδησιν ἕκαστος Βουλευτὴς ἐπὶ ἑκάστης πράξεως καὶ περὶ ἑκάστου καταγγελλομένου; Εἶχεν ἀνάγκην τὸ ἄρθρον 13 νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν θεμελιώδη γενικὴν ἀρχὴν, ἣν ἀναγράφει ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, περὶ τοῦ διαιρετοῦ τῶν συνθέτων ζητημάτων, ὅταν, ὡς εἶπον ἤδη, τὸ διαιρετὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἦναι μᾶλλον οὐσιῶδες καὶ προφυλάττῃ τιμαλφέστερα δικαιώματα ἢ ἐν παντὶ ἄλλῳ ζητήματι; Βεβαίως ὄχι. Πρῶτον, διότι εἶχεν ἀναγράψει ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 30, τὴν ὁρῶσαν εἰς τὰ τοιαῦτα ζητήματα, καὶ δεύτερον, διότι τὸ ἄρθρον 11 ὁρίζει πλέον, ἀφοῦ ἐν τοῖς προηγουμένοις ἄρθροις ὡρίσθησαν τὰ κατὰ μέρος ἀδικήματα, ὁρίζει πλέον περὶ μιᾶς καὶ μόνης παραβάσεως, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ ἀντικείμενον τῆς κατηγορίας. Ἀναμφισβητήτως λοιπὸν μέχρι τοῦ σημείου τούτου δὲν ἀνευρίσκομεν, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεύρωμεν ἐν τῷ κειμένῳ διάταξιν, ἥτις νὰ καθιστᾷ, ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς περιπτώσεως, ἐν ᾗ τὸ διαιρετὸν τῶν ζητημάτων τοσαύτην ἐνέχει σπουδαιότητα, ἀνέφικτον τὴν διαίρεσιν τῶν συνθέτων τοιούτων. Ἀλλ’ ἀντιτάσσουσι τὸ ἄρθρον 20. Πρόκειται ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ περὶ τοῦ δευτέρου σταδίου, περὶ τοῦ σταδίου ἐκείνου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐκδίδει τὸ βούλευμα τῆς παραπομπῆς ἢ τὸ βούλευμα τῆς ἀπαλλαγῆς, καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 20 ἀληθῶς ἀναγέγραπται τὸ καθῆκον τῆς Βουλῆς, νὰ ψηφίσῃ ἐν ἰδιαιτέρᾳ ψηφοφορίᾳ περὶ ἑνὸς ἑκάστου κεφαλαίου τῆς κατηγορίας. Καὶ λέγουσιν: «ἀφοῦ ἀνεγράφη τὸ καθῆκον τοῦτο ἐν τῷ ἄρθρῳ 20, τοῦτο σημαίνει ἐξ ἀντιδιαστολῆς, ὅτι ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν δὲν ἠθέλησε νὰ γίνεται τὸ αὐτὸ, ὅταν πρόκηται καὶ περὶ προτάσεως προανακρίσεως». Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος, ὅστις ὑπηγόρευσε τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 20. Ἐδῶ δὲν ἀναγράφεται δικαίωμα, ἀλλὰ καθῆκον. Ἐδῶ πλέον δὲν ἀφῆκεν ὁ νόμος εἰς τοὺς Βουλευτὰς τὸ δικαίωμα νὰ προτείνωσιν ἢ νὰ μὴ προτείνωσι τὸ σύνθετον, νὰ ζητήσωσιν ἢ μὴ τὴν διαίρεσιν τῶν ζητημάτων. Ἐδῶ τοῖς ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον ν’ ἀποφανθῶσι περὶ ἑνὸς ἑκάστου ζητήματος, διότι πρόκειται περὶ παραπομπῆς πλέον. Ἀλλ’ εἰς τὸ στάδιον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα, δὲν εἶχεν ἀνάγκην, προκειμένου νὰ διαταχθῇ ἁπλῆ προανάκρισις, δὲν εἶχεν ἀνάγκην ν’ ἀναγράψῃ ἔτι ἅπαξ ὁ νόμος, τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀνέγραψεν ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἐν ἄρθρῳ 30. Ἀφῆκε λοιπὸν εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ κρίνωσιν, ἐὰν δύνανται ν’ ἀποφανθῶσι συλλήβδην περί τε τῶν προσώπων καὶ τῶν καταγγελλομένων πράξεων, ἤ, ἂν ἡ συνείδησίς των ὑπαγορεύῃ αὐτοῖς τοῦτο, νὰ ζητήσωσι τὴν διαίρεσιν, στηριζόμενοι εἰς τὴν γενικὴν καὶ θεμελιώδη ἀρχὴν τοῦ ἄρθρου 30. Καὶ τοιαύτη, Κύριοι, δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἡ μόνη ἀληθὴς καὶ ὀρθὴ ἑρμηνεία τῶν διαφόρων διατάξεων τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου, συνδυαζομένων πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, δι’ ἐκείνους, οἵτινες γινώσκουσι ν’ ἀναγινώσκωσι τὰ κείμενα. Εἶπον, ὅτι ἀκριβῶς κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς κατὰ Κυβερνήσεως ἢ Ὑπουργῶν, δηλ. κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ὑπερτάτου δικαιώματος ἐκ μέρους τοῦ Βουλευτοῦ, δὲν ἠδύνατο ὁ νομοθέτης ν’ ἀποκλείσῃ αὐτῷ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ν’ ἀποφαίνηται περὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν καταγγελλομένων προσώπων καὶ περὶ μιᾶς ἑκάστης τῶν καταγγελλομένων πράξεων. Τὸ ἄτοπον τῆς ἐναντίας θεωρίας προκύπτει κατάδηλον ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει. Ἀληθῶς περὶ πασῶν ἐκείνων τῶν πράξεων, αἵτινες περιελήφθησαν ἐν τῇ προτάσει προανακρίσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ βεβαιώσῃ τις, ὅτι πάντες οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἔχουσι μίαν καὶ τὴν αὐτὴν γνώμην; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ βεβαιώσῃ τις, ὅτι πάντες οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἔχουσι μίαν καὶ τὴν αὐτὴν γνώμην καὶ περὶ τῆς εὐθύνης τῶν καταγγελλομένων προσώπων διὰ μίαν ἑκάστην τῶν αὐτῶν πράξεων; Σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμος ὁρίζει τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι συνυπεύθυνοι· τὰς ὁρίζει ἀληθῶς, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται νὰ συμπέσωσι πάντα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα, ἅτινα ἀποτελοῦσι τὴν ποινικὴν εὐθύνην. Καὶ δύναταί τις ν’ ἀποφαίνηται περὶ τοῦ ἑνὸς Ὑπουργοῦ, ὅτι ἐκ προθέσεως ἐνήργησε, καὶ νὰ φρονῇ οὐχ ἧττον, ὅτι ἕτερος δὲν ἐνήργησεν ἐκ προθέσεως· ἐν τούτοις εἰς τίνα ἀποτελέσματα ἤθελεν ἀγάγει ἡ θεωρία περὶ τοῦ ἀδιαιρέτου τῆς περὶ προανακρίσεως προτάσεως; Ἤθελεν ἀποκλείσει τὸν Βουλευτὴν τοῦ δικαιώματος, ἵνα σκεφθῇ, ἐὰν ὑπῆρξε πρόθεσις ἐκ μέρους τοῦ δεῖνα Ὑπουργοῦ ἐπὶ ὡρισμένης καταγγελίας, ἢ ἂν δὲν ὑπῆρξε τοιαύτη, ἐὰν ἡ δεῖνα καταγγελία ἦναι σπουδαία, ἢ δὲν ἦναι τοιαύτη κατ’ αὐτόν. Ἐγὼ αὐτὸς θὰ εὑρισκόμην εἰς τὴν θέσιν ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευσα νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἡ σπουδαιοτέρα τῶν καταγγελιῶν, ἡ πρώτη ἐκ τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῇ προτάσει προανακρίσεως, καὶ ἥτις ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἡ μόνη σπουδαία, κατ’ ἐμέ, εἶναι ἐντελῶς ἕωλος. Ἀληθῶς ἐγένετο χρῆσις ἐκτάκτων πόρων, οὓς ἔλαβεν εἰς χεῖρας ἡ Κυβέρνησις δυνάμει εἰδικῶν νόμων, ἐναντίον τοῦ προορισμοῦ των καὶ πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν συνήθων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, καὶ φαίνεται ἀληθῶς, ὅτι ὡρισμένοι πόροι, οὓς δι’ ὡρισμένους σκοποὺς ἐζήτησε τὴν ἄδειαν καὶ ἐπρομηθεύθη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, διετέθησαν οὐχ ἧττον πρὸς ἄλλους σκοπούς, παρὰ ἐκείνους, εἰς οὓς ὥριζον οἱ εἰδικοὶ νόμοι, ὅτι ὤφειλον νὰ διατεθῶσι. Δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ καταχρήσεως. Ὑπάρχει ἀληθῶς εἷς ἄτοπος ὑπαινιγμὸς ἐν τῇ προτάσει, ἀλλ’ εἰς τὸν ὑπαινιγμὸν ἐκεῖνον βεβαίως οὐδὲ νὰ προσέξῃ ὀφείλει ἡ Βουλή, οὐδ’ ἐπ’ αὐτοῦ δύναται νὰ ἐγερθῇ σήμερον συζήτησις, διότι ἔχομεν τὸ ἄρθρον 11, ὅπερ εὐτυχῶς διατάσσει, ἐν τῇ προτάσει νὰ καθορίζωνται αἱ κατὰ μέρος πράξεις, αἱ παραβιάσεις. Λοιπὸν μίαν μόνην παραβίασιν περιλαμβάνει τὸ πρῶτον κεφάλαιον, χρῆσιν ἐκτάκτων πόρων δι’ ἀλλοίους σκοποὺς ἢ ἐκείνους, οὓς καθώρισαν οἱ εἰδικοὶ νόμοι. Ἀλλ’ ἔλαβε χώραν τοιαύτη παράβασις; εἶναι ἀληθὲς, ὅτι διετέθησαν ἔκτακτοι πόροι, ἐναντίον τῶν ἐπαγγελιῶν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ ἐναντίον τῆς ψήφου, ἣν ἔδωκεν ἡ τελευταία Βουλή; Βεβαίως ὄχι. Τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἦτο γνωστὸν τοῖς πᾶσι. Τί ἔλεγεν, ὅτε διέγραφε τὸ σύστημα τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Δὲν ἔλεγεν ἀκριβῶς, ὅτι τὸ οἰκονομικόν της σύστημα ἐστηρίζετο ἐπὶ οἰκονομικοὺς τοιούτους συνδυασμούς; Δὲν ἔλεγεν ὅτι διὰ τῶν ἐκτάκτων πόρων προετίθετο νὰ προμηθευθῇ τὸν χρυσὸν, ὅστις τῇ ἦν ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖος πρὸς τὴν ἐν μέρει πληρωμὴν τῶν τακτικῶν δαπανῶν; Δὲν ἔλεγεν, ἀκριβῶς τοῦτο, ὅταν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ διέγραφε τὴν συναλλαγματικὴν διαφοράν; Ἀφοῦ δ’ ἐκήρυττεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ προμηθευθῇ ἐν τῷ τόπῳ τὸν ἀναγκαῖον χρυσὸν, καὶ ὅτι μόνον ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἠδύνατο νὰ τὸν προμηθευθῇ, ἕπεται, ὅτι ἐζήτει παρὰ τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς ἐπὶ τοῦ οὕτω συντασσομένου προϋπολογισμοῦ, μὴ περιλαμβάνοντος τὴν συναλαγματικὴν διαφορὰν, ἐζήτει τὴν ἄδειαν, ὅπως κάμῃ χρῆσιν τῶν ἐκτάκτων ἐκείνων πόρων, τῶν προωρισμένων δι’ εἰδικοὺς σκοποὺς, πρὸς κάλυψιν τακτικῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ διὰ τῆς ψήφου ταύτης τῆς Βουλῆς ἐκείνης ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν ἀνῃροῦντο οἱ εἰδικοὶ σκοποὶ, οὓς ἀνέγραφον οἱ εἰδικοὶ νόμοι περὶ τῶν ἐκτάκτων πόρων, καὶ ἐκαλύπτετο οὕτως ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως. Οὕτως ἐκλείπει ἐντελῶς, κατ’ ἐμὲ, τὸ πρῶτον κεφάλαιον τῆς κατηγορίας, οὐδὲ δύναται νὰ γείνῃ ἀντικείμενον σπουδαίας προανακρίσεως καὶ νὰ ὑποστῇ τὴν δικαστικὴν βάσανον, διότι αἱ ἐπανειλημμέναι ψηφοφορίαι τῆς Βουλῆς ἐκείνης ἐχορήγησαν εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν ἐκτάκτων πόρων ὑπὲρ ἄλλων ἀναγκῶν παρ’ ἐκείνας, ἃς διαγράφουσιν οἱ εἰδικοὶ νόμοι. Καὶ ὅταν τοιαύτη ἦναι ἡ ἐκτίμησίς μου ἐπὶ τοῦ πρώτου τούτου κεφαλαίου, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ ἐξαναγκάσητε νὰ ψηφίσω συλλήβδην καὶ περὶ αὐτοῦ καὶ περὶ πάντων τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ προτάσει; Ἠθέλετε μὲ καταστήσει ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ μετάσχω τῆς ψηφοφορίας, διότι ἠθέλετε μὲ ἐξαναγκάσει νὰ ψηφίσω κεφάλαιον προανακρίσεως, ὅπερ θεωρῶ ὅλως ἀβάσιμον. Καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω περὶ ἐμαυτοῦ, καὶ περὶ τοῦ πρώτου κεφαλαίου, ἐφαρμόζεται ἀναμφιβόλως καὶ εἰς πλείστους ἄλλους συναδέλφους καὶ εἰς πάντα τὰ τῆς προτάσεως κεφάλαια. Εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ ἐπ’ αὐτῶν συλλήβδην ψηφοφορία. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω ἤδη εἰς τὴν κατὰ μέρος ἐξέλεγξιν τῶν ποικίλων ἐκείνων ἄρθρων τῆς προτάσεως, ἵν’ ἀποδείξω ὑμῖν τὸ κατὰ τὸ πλεῖστον ἀβάσιμον αὐτῶν, ἵν’ ἀποδείξω ὑμῖν, ὅτι τὰ πλεῖστα εἶναι ἀληθῶς ἀνάξια νὰ κινήσωσι τὴν μεγάλην μηχανὴν τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης. Ἐκ τῆς ἀξίας τοῦ πρώτου κεφαλαίου ἐσχηματίσατε βεβαίως ἤδη τὴν περὶ τῶν λοιπῶν πεποίθησιν ὑμῶν, ἀλλ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖ αὕτη, πῶς θέλετε δυνηθῆ νὰ τὴν ἐκδηλώσητε, ὅταν ἐξαναγκασθῆτε νὰ ψηφίσητε συλλήβδην διὰ πάσας τὰς καταγγελλομένας πράξεις περὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν Ὑπουργῶν; πῶς θέλετε δυνηθῆ ν’ ἀποφανθῆτε, ἐὰν ὑπάρχῃ κοινὴ ἢ ἀτομικὴ εὐθύνη καὶ περὶ μιᾶς ἑκάστης ἐξ αὐτῶν; Ἐλάλησα ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῆς ψήφου τῶν Βουλευτῶν, καὶ ὑπὲρ αὐτῆς ζητῶ τὴν διαίρεσιν καὶ κατὰ πρόσωπα καὶ κατὰ πράξεις, ἵνα ἐν συνειδήσει δυνηθῶμεν νὰ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ ἑκάστης αὐτῶν.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύο εἶναι τὰ ζητήματα, ἐφ’ ὧν καλεῖται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ. Πρῶτον, ἐὰν πρέπῃ τὸ παραδεκτὸν τῆς προτάσεως περὶ ποινικῆς καταδιώξεως τῶν πρώην Ὑπουργῶν νὰ ψηφοφορηθῇ ἰδιαιτέρως δι’ ἕκαστον, καὶ δεύτερον, ἐὰν ἡ αὐτὴ πρότασις πρέπῃ νὰ ψηφοφορηθῇ ἰδιαιτέρως δι’ ἑκάστην τῶν πράξεων. Κατὰ πρῶτον θὰ ἐρωτήσω περὶ τοῦ πρώτου ζητήματος, ἐὰν παραδέχηται ἡ Βουλὴ νὰ διαιρεθῇ ἡ ψηφοφορία δι’ ἕνα ἕκαστον τῶν πρώην Ὑπουργῶν.
§77ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι τὸ ἄρθρον 30 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς δὲν ἐπιτρέπει νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τοιαύτην πρότασιν· ὀφείλετε νὰ κάμητε νὰ λειτουργήσῃ τὸ ἄρθρον 30, καὶ νὰ ἀποδοθῇ εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἡ ἐλευθερία νὰ ψηφίσωσιν ὡς θέλουσι.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶμαι τῆς ὑμετέρας γνώμης. Ἠκούσατε ὅμως διαφόρους Βουλευτάς, ὑποστηρίζοντας ἄλλην γνώμην· ἑπομένως εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν διαίρεσιν τοῦ ζητήματος δι’ ἕνα ἕκαστον τῶν πρώην Ὑπουργῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπολείπεται τὸ δεύτερον: ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ τὸ διαιρετὸν τῆς προτάσεως ὡς πρὸς μίαν ἑκάστην τῶν πράξεων. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἰδιαιτέρως τὸ ζήτημα ὡς πρὸς μίαν ἑκάστην τῶν πράξεων παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§79ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δηλῶ, ὅτι ἀπέχω τῆς ψηφοφορίας.
§80ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ ἐγώ.
§81ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ τεθῶσι πέντε κάλπαι. (Παρατίθενται πέντε κάλπαι, ἐφ’ ὧν εἶναι ἀναγεγραμμένα κατ’ ἀλφαβητικὴν τάξιν τὰ ὀνόματα τῶν πρώην Ὑπουργῶν).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ μεταβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ψηφίζουσιν εἰς τὸ Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι ψηφίζουσιν εἰς τὸ Ὄχι.
§83ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν σύστασιν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς.
§84ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἡμερησία διάταξις εἶναι ἀπωτέρα, διὰ τοῦτο καλῶς ἔθηκε τὸ ζήτημα ὁ κ. Πρόεδρος.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω: Οἱ παραδεχόμενοι νὰ μεταβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν δίδουσι ψῆφον εἰς τὸ Ναὶ, οἱ παραδεχόμενοι τὴν σύστασιν προανακριτικῆς ἐπιτροπῆς ψηφίζουσιν εἰς τὸ Ὄχι.
§86ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ψηφοφοροῦσι. Νὰ σημειωθῇ, ὅτι εἴμεθα παρόντες, ἀλλὰ δὲν ψηφοφοροῦμεν. (Γίνεται μυστικὴ ψηφοφορία διὰ σφαιριδίων, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ὡς ψηφολεκτῶν τῶν βουλευτῶν κκ. Χρ. Χρηστοπούλου καὶ Γ. Μαυρομιχάλη, σφαιριδιοδότου ὄντος τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Χοϊδᾶ, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 91 Βουλευταὶ, καὶ 6, οἱ κκ. Ὑπουργοί, δὲν μετέσχον τῆς ψηφοφορίας. Ἐν τῇ κάλπῃ τοῦ κ. Βουλπιώτου εὑρέθησαν εἰς μὲν τὸ Ναὶ ψῆφοι 27, εἰς δὲ τὸ Ὄχι 63· ἑπομένως ἐλλείπει μία ψῆφος.
§88ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τί εἶναι τὸ Ὄχι;
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε τί ἐψηφίσατε, κύριε Βουλευτά; ... Τὸ Ὄχι εἶναι, ὅτι 27 λέγουσι νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, 63 δὲ νὰ σχηματισθῇ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων, ἐπιδοκιμασίαι ἐν τῇ αἰθούσῃ). Ἐν τῇ κάλπῃ τοῦ κ. Δραγούμη 25 εὑρέθησαν εἰς τὸ Ναὶ καὶ 66 εἰς τὸ Ὄχι. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων, ἐπιδοκιμασίαι ἐν τῇ αἰθούσῃ). Ἐν τῇ κάλπῃ τοῦ κ. Θεοτόκη 30 ψῆφοι εὑρέθησαν εἰς τὸ Ναὶ, 62 εἰς τὸ Ὄχι. Ἑπομένως ἐνταῦθα ὑπάρχει μία ψῆφος πλεονάζουσα. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων, ἐπιδοκιμασίαι ἐν τῇ αἰθούσῃ).
§90ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τί θὰ γείνῃ διὰ τὴν πλεονάζουσαν ψῆφον; Κατὰ τὸν περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμον, πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τοῦ Ναί.
§91ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ἔχει κἀμμίαν σημασίαν μία ψῆφος ἀπέναντι τόσων.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τῇ κάλπῃ τοῦ κ. Τρικούπη εὑρέθησαν 27 ψῆφοι εἰς τὸ Ναί, 64 εἰς τὸ Ὄχι. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα καὶ ἐπευφημίαι ζωηραὶ ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις, ἐπιδοκιμασίαι ἐν τῇ αἰθούσῃ). Ἐν τῇ κάλπῃ τοῦ κ. Τσαμαδοῦ 37 ψῆφοι εὑρέθησαν εἰς τὸ Ναὶ, 54 εἰς τὸ Ὄχι. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα καὶ ζητωκραυγαὶ ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις). Ἑπομένως ἡ Βουλὴ παρεδέχθη νὰ συστηθῇ ἡ κατὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν δωδεκαμελὴς ἐπιτροπὴ πρὸς ἐξέτασιν τῶν κατὰ τῶν πρώην Ὑπουργῶν κκ. Χαρ. Τρικούπη, Στεφ. Δραγούμη, Δημ. Βουλπιώτου, Γ. Θεοτόκη καὶ Ν. Τσαμαδοῦ κατηγοριῶν. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν, ἐπιθυμεῖ νὰ προβῶμεν ἤδη εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἢ νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον, μεταβαίνοντες ὅμως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§93ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε, διότι ἀπόψε δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐργασθῶμεν αὔριον.
§94ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 μ. μ.