1891.03.19
3.195 στίχοι · 23.854 λέξεις · 259 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 67
Τῆς 19 Μαρτίου 1891.
(Τρίτη)
(Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ὁ Πρόεδρος κηρύσσει τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσέτι, Κύριοι, δὲν περιῆλθον εἰς τὸ Προεδρεῖον ἐκτετυπωμένα ὅλα τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως· ἐλλείπουσι σελίδες τινές. Ἑπομένως προτείνω νὰ προβῶμεν εἰς τὰς ἐργασίας μας, καὶ ἅμα ἔλθωσι, τὰ ἀναγινώσκομεν ἐν τῷ μέσῳ τῆς συνεδριάσεως πρὸς ἐπικύρωσιν.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς κατέθηκε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς ἐκτάκτου συνόδου τοῦ 1890.
§4ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ἐγὼ, ὡς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, οὐδεμίαν ἔχω γνῶσιν. Τί πράγματα εἶναι αὐτά!
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς τὴν ἐπιστρέφω, ἵνα καλέσητε τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἐξετάσητε, τί συμβαίνει. Διάφοροι κάτοικοι Πειραιῶς παραπονοῦνται κατὰ τοῦ αὐτόθι οἰκονομικοῦ ἐφόρου, ὅτι δὲν συμμορφοῦται πρὸς τὸν νόμον περὶ παραχωρήσεως εἰς τοὺς κατοίκους ἐθνικῶν γηπέδων, καὶ ἐξαιτοῦνται ὅπως διαταχθῇ ἡ ἀκύρωσις τῶν ὑπ’ αὐτοῦ συνταχθέντων πρωτοκόλλων περὶ κτημάτων κατεχομένων ὑπὸ τῶν ἀναφερομένων, κακῶς δὲ χαρακτηριζομένων ὡς ἀνηκόντων τῷ Δημοσίῳ. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§6ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ τελευταῖον ψηφισθεὶς νόμος περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τοῦ Προέδρου καὶ Ἀντιπροέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου συνεπάγεται τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας καὶ τῶν πρέσβεων. Ὁ νόμος περὶ Πρεσβειῶν ἐν ἄρθρῳ 2 ἀναφέρει, ὅτι οἱ μὲν ἔκτακτοι ἀπεσταλμένοι καὶ πληρεξούσιοι Ὑπουργοὶ ἔχουσι βαθμὸν Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ μισθὸν τοῦ βαθμοῦ των ἴσον πρὸς τὸν μισθὸν τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, οἱ δὲ πρόεδροι Ὑπουργοὶ ἔχουσι βαθμὸν καὶ μισθὸν τοῦ Ἀντιπροέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι ἐκ τοιαύτης αἰτίας δὲν πρέπει νὰ μεταβληθῶσι καὶ τὰ τῆς μισθοδοσίας τῶν πρέσβεων, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ μένωσιν ὡς ἔχουσι νῦν. Διὰ τοῦτο φέρω νομοσχέδιον, τροποποιοῦν τὸ ἄρθρον 2 τοῦ εἰρημένου νόμου, καὶ καθ’ ὃ ὁ μὲν βαθμὸς μένει ὁ αὐτὸς, δὲν αὐξάνει δὲ ὁ μισθός.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 321).
§8ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ᾼΡΟϚʹ περὶ μηχανικῶν νόμου», καὶ ἕτερον «περὶ τροποποιήσεως τῶν ᾼΡΟΗʹ καὶ ᾼΨΚΖʹ νόμων περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου»..
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 322–323).
§10ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κατὰ ἐπιθυμίαν ἐκφρασθεῖσαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὑποβάλλω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διὰ τὸ ἔτος 1891.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Λογιστικοῦ, ὡς μανθάνω τὴν στιγμὴν ταύτην, εἶχε συνέλθει ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ προέδρου αὐτῆς. Συναινέσαντος δὲ ἤδη καὶ τούτου, ἡ ὑποβληθεῖσα ἔκθεσις ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς ἐκτάκτου συνόδου τοῦ 1890 θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 324). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§12ΜΑΡΛΑΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ προταχθῇ, ὡς κατεπεῖγον, τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου χορηγεῖται ἄδεια εἰς τοὺς ἐν Πειραιεῖ Τζὼν Μὰκ–Δουὰλ καὶ Βάρβουρ πρὸς σύστασιν ναυπηγείου εἰς Κερατσίνιον.
§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§14ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προτάξητε νομοσχέδιον τοιαύτης σημασίας, τὸ ὁποῖον μόλις χθὲς ἐσπευσμένως εἰσήχθη ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἔκθεσις ἀκόμη δὲν ἦλθεν εἰς χεῖράς μας. Ἐγὼ τὸ ἔλαβον ταύτην τὴν στιγμήν.
§15ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν δὲν διενεμήθη, δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις.
§16ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸ ἔλαβον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ θελήσῃ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ σήμερον, ἀφοῦ μάλιστα μόλις τὴν μεσημβρίαν διενεμήθη. Ἐπειδὴ δὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ὑψίστης σημασίας ὡς πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὶν ἢ συζητήσωμεν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, — κατὰ τὴν ὁποίαν εἶμαι ἠναγκασμένος, ὡς ἐκ τοῦ παρελθόντος μου καὶ τῆς θέσεώς μου, νὰ συζητήσω διὰ μακρῶν, ἐπικαλούμενος καὶ συγγραφεῖς, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης μου,—Θὰ παρακαλέσω, λέγω, τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μοὶ δώσῃ τὰς ἑξῆς πληροφορίας, τῶν ὁποίων ἔχω ἀνάγκην, διὰ νὰ φωτισθῇ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἐν γνώσει ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ἀντικειμένου (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ νὰ προσαγάγῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν σχεδιάγραμμα γεωγραφικὸν ὑπὸ κλίμακα ἀνεπτυγμένην, παριστάνον ὅλην τὴν παραλίαν τῆς Στερεᾶς, ἀπὸ τῆς θέσεως Ἁγίου Κοσμᾶ μέχρι τῆς θέσεως Σκαραμαγκᾶ, τὴν νῆσον Ψυττάλειαν καὶ ὅλα τὰ ἀνατολικὰ παράλια τῆς νήσου Σαλαμῖνος, ἀπὸ τοῦ νοτιανατολικοῦ ἀκρωτηρίου αὐτῆς μέχρι τῆς θέσεως Ἀράπη, ἔνθα ὑφίσταται ὁ Ναύσταθμος, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς νήσου Ἁγίου Γεωργίου. Ἐν τῷ σχεδιαγράμματι τούτῳ πρέπει νὰ σημειῶνται καθαρῶς καὶ εὐκρινῶς ἅπαντα τὰ ὀχυρώματα, τὰ ἀνεγερθέντα καὶ ἀνεγερθησόμενα, ὑποδειχθέντα δὲ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἐκ Γάλλων ἀξιωματικῶν συγκροτηθείσης, καὶ τῆς ἐξ Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν τοιαύτης. Ἐν τῷ αὐτῷ σχεδιαγράμματι πρέπει νὰ διαγράφωνται ὅλα τὰ τόξα τῆς σκοπεύσεως τῶν διαφόρων πυροβολείων, τὰ διαγραφόμενα ὑπὸ τῆς ἀκτῖνος τῆς βολῆς τῶν πυροβόλων, καὶ τὰ διάφορα σημεῖα, εἰς ἃ γίνεται ἡ δυνατὴ συγκέντρωσις τῆς σκοπεύσεως τῶν πυροβόλων τῶν διαφόρων πυροβολείων. Ἐν τῷ αὐτῷ σχεδιαγράμματι πρέπει νὰ παρίσταται εὐκρινῶς ἡ διὰ διπλῆς ἢ τριπλῆς γραμμῆς ὀχύρωσις ἐκ τορπιλλῶν τῶν στενῶν μεταξὺ τῆς νήσου Ψυτταλείας, τῆς ἀπέναντι Στερεᾶς καὶ τῆς νήσου Σαλαμῖνος. «Νὰ προσαχθῇ ὡσαύτως εἰς τὴν Βουλὴν ἡ πρωτότυπος ἔκθεσις τῶν Γάλλων ἀξιωματικῶν, τῶν γνωμοδοτησάντων ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς θέσεως τοῦ Ναυστάθμου καὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν διαφόρων σημείων τῶν ὀχυρώσεων. Μετὰ τοῦ πρωτοτύπου νὰ προσαχθῇ καὶ μετάφρασις αὐτῆς εἰς τὸ Ἑλληνικόν.»
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, τυπωθέντα, ἐλήφθησαν ἤδη καὶ θ’ ἀναγνωσθῶσι. (Ἀναγινώσκονται καὶ μετά τινας διορθώσεις ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§18ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μεταξὺ τῶν δικαιουμένων ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων ὑπάρχει ποσὸν 2,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον δὲν συμπεριελήφθη εἰς τὴν χθεσινὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Δι’ ὃ ἐπὶ τούτου ὑποβάλλω εἰδικὸν νομοσχέδιον.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 325).
§20ΣΧΙΝΑΣ. Χθὲς ἐπηρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς Ναξίας σμύριδος, ἐὰν σκέπτηται νὰ ὑποβάλῃ σχετικὸν νομοσχέδιον, καθόσον, ὡς πληροφοροῦμαι, ἡ Ναξία σμύρις πρόκειται νὰ κατακλύσῃ τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης, ἑπομένως θέλομεν εὑρεθῆ εἰς χείρονα θέσιν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν ἔχῃ σχετικὰς πληροφορίας περὶ τούτου, καὶ νὰ τὰς ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον.
§21ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὴν Βουλὴν ὑπεβλήθη νομοσχέδιον παρὰ τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐμελέτησε τὴν σύμβασιν, τὴν μὴ ἐπιψηφισθεῖσαν παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος. Ἐὰν θέλῃ, τὸ νομοσχέδιον εἶναι ὑποβεβλημένον, καὶ δύναται νὰ τὸ συζητήσῃ.
§22ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ υἱοθετεῖ ἡ Κυβέρνησις;
§23ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀφοῦ ὑπεβλήθη, ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ, δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς συζήτησίν του, καὶ ἡμεῖς θὰ φέρωμεν τὰς γνώμας μας ἐπὶ τῶν διατάξεων αὐτοῦ.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἐν τῇ παρούσῃ ὥρᾳ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ νομοσχέδιον, κανονίζον τὰ τῆς σμύριδος ἐπὶ μακρὸν χρόνον, ἐπὶ δωδεκαετίαν ἢ εἰκοσαετίαν. Τοιαῦτα νομοσχέδια πρέπει ἀναντιῤῥήτως νὰ εἰσάγωνται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἤδη πρέπει νὰ ληφθῇ, τῇ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως, προσωρινόν τι μέτρον, ὅπως κατὰ τὸ 1891 μὴ μείνῃ ἀδιάθετος ἡ σμύρις, τὸ μέτρον δὲ τοῦτο νὰ σχετίζηται ὁπωσδήποτε πρὸς τὸ καθεστός. Σήμερον ἐπιτρέπεται ἡ πώλησις τῆς σμύριδος δι’ ἐπιστασίας, ἀλλὰ περιλαμβάνει ὁ νόμος διάταξιν περὶ τοῦ τιμήματος, ἐφ’ ᾧ ἐπιτρέπεται ἡ πώλησις· ὁ ὅρος δὲ τοῦ τιμήματος εἶναι τεθειμένος, ὡς πρὸς τὴν σμύριδα πρώτης ποιότητος, τόσον ὑψηλὰ, ὥστε νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἐπιτευχθῇ πώλησις σπουδαία, καὶ ὅμως πρέπει νὰ ἔχωμεν πώλησιν σπουδαίαν κατὰ τὸ 1891 καὶ ὡς ἐκ τῶν ἀναγκῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἵνα μὴ νέμηται τὰς ἀγορὰς τοῦ ἐξωτερικοῦ ἡ Σμυρναϊκὴ σμύρις ἄνευ συναγωνισμοῦ πρὸς τὴν Ναξίαν, καὶ παρασκευάζηται οὕτω ὁ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἀποκλεισμὸς ἐξ αὐτῶν τοῦ ἡμετέρου ὀρυκτοῦ. Διὰ τοῦτο θὰ ἦτο πρέπον νὰ ἐζήτει ἡ Κυβέρνησις παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν, ὅπως, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων, ἐκποιῆται ἡ σμύρις πρώτης ποιότητος ἐπὶ τιμῇ μετριωτέρᾳ· ἐγὼ μάλιστα θὰ ἤμην γνώμης, ἵνα ὁ νομοθετικῶς τεθησόμενος κατώτατος ὅρος τιμῆς καλύπτῃ μόνον τὸ ἔξοδον τῆς ἐξορύξεως καὶ τῆς μεταφορᾶς μετὰ τῶν παρομαρτούντων, ὅπως μὴ ὑπάρχῃ ζημία. Νομίζω ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κανονίσῃ ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει ἐπιτροπῆς, ὑπὸ τοῦ νόμου καταρτισθησομένης, τὰ τῆς ἐπὶ πλέον τιμῆς. Ἐὰν μὴ μετριάσωμεν τὸν κατώτατον ὅρον τῆς τιμῆς τῆς σμύριδος πρώτης ποιότητος, σήμερον ὁριζόμενον εἰς 8 δραχμὰς χρυσᾶς καὶ ἐπὶ πλέον εἰς τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς εἰς τὸ ἐξωτερικόν, φρονῶ ὅτι ἡ πώλησις θὰ ἦναι ὅλως ἀσήμαντος.
§25ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχομεν δύο ὅρους κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον· ἔχομεν ὅρον 8 φράγκων κατὰ στατῆρα καὶ ὅρον 3½ φράγκων. Βεβαίως, ἐὰν δὲν πρόκηται νὰ συζητηθῇ ῥιζικώτερον τὸ ζήτημα τῆς σμύριδος, σκεπτόμεθα νὰ φέρωμεν πρότασίν τινα, διορθοῦσαν κατὰ τὸ ἐνὸν τὰς δυσκολίας, αἵτινες ὑφίστανται σήμερον εἰς τὴν ἐκποίησιν τῆς σμύριδος· τοιοῦτόν τι θὰ φέρωμεν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἦτο ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τῆς ῥιζικωτέρας διαῤῥυθμίσεως τῆς σμύριδος, διὰ τοῦτο δὲν ἐφέρομεν τοιοῦτον προσωρινόν.
§26ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐστερήθη βεβαίως 200,000 φράγκων χρυσῶν, συνεπείᾳ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἰσήγαγε καὶ ἐπεψήφισε, κινδυνεύει δὲ νὰ ἀπολέσῃ καὶ κατὰ τὸ ἐνεστὸς ἑτέρας 200 χιλιάδας κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν προβῇ εἰς τὴν ὑποβολὴν νομοθετήματος πρὸς διάθεσιν τῆς σμύριδος. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἀπεῤῥίφθη τὸ νομοσχέδιον μετὰ τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· τὸ νομοσχέδιον ὅμως, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον ἐγὼ, καὶ τὸ ὁποῖον μοὶ φαίνεται ὅτι ἐκπληροῖ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐπιδιώξῃ σήμερον, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ οὔτε κἂν ἀνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ, εἰ δυνατόν, νὰ προσκαλέσῃ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ σήμερον, διότι αἱ ἡμέραι τῶν συνεδριάσεων εἶναι ὀλίγαι, διὰ τῆς συζητήσεως δὲ θέλει πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἐπιδιώκεται καὶ τὰ συμφέροντα τῶν ἐργατῶν ἐξασφαλίζονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τροποποιουμένου ὅπως ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀποφασίσει. Δὲν πρέπει ὅμως, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ, νὰ ὑποβληθῇ νομοθέτημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπὶ ἓν ἔτος προσωρινῶς νὰ διατεθῇ τὸ προϊὸν τοῦτο τῆς σμύριδος, διότι τότε, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι ὁ μέλλων νὰ καταναλώσῃ τὴν σμύριδα, δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ ἔλθῃ εἰς ὁριστικὰς συμφωνίας μετὰ τῶν ἐν Εὐρώπῃ, καὶ κατὰ συνέπειαν διατρέξομεν τὸν κίνδυνον ἐντὸς τοῦ ἔτους αὐτοῦ οἱ διαθέτοντες τὴν Σμυρναϊκὴν σμύριδα νὰ συντάξωσι συμβόλαιον ἐπὶ 10 καὶ 20 ἔτη, καὶ ν’ ἀποκλείσωσιν ἐντελῶς τὸ προϊὸν τῆς Ναξίας σμύριδος. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον, οὐχὶ διὰ προσωρινῶν μέτρων, ἀλλὰ διὰ παντὸς νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς σμύριδος, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου ταμείου· ἡμεῖς δὲ, οἱ ἔχοντες ἰδιοκτησίας σμύριδος, μένομεν ὀπίσω, ἀπέναντι τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου. Ἐὰν ὅμως δὲν πρόκηται νὰ ὑποβάλῃ νομοθέτημα, ἂς μᾶς λύσῃ τὰς χεῖρας διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου, καὶ ἡμεῖς ἔχομεν ἕτοιμα τὰ συμβόλαια, ἵνα ἐκποιήσωμεν τὴν σμύριδα. Ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος ἐπιβαρύνει τὴν σμύριδα, δυνάμει ἑνὸς νόμου προγενεστέρου, εἶναι 5 δραχμαὶ κατὰ στατῆρα, ἐνῷ ἡ Σμυρναϊκὴ σμύρις πωλεῖται ἐν Εὐρώπῃ φράγκα 5. Ἐὰν εἰς 2 δραχμὰς περιορισθῇ ὁ φόρος τῆς ἰδιοκτήτου σμύριδος, τὸ Δημόσιον θὰ λαμβάνῃ 200,000 φράγκα, χωρὶς νὰ ὑφίσταται κἀμμίαν δαπάνην. Εἶναι λοιπὸν ἄδικον, καὶ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ἓν μέτρον, ἢ νὰ διαθέσῃ τὴν ἰδικήν της περιουσίαν, ἢ νὰ ἀφήσῃ ἐλευθέρους τοὺς ἰδιοκτήτας, διὰ νὰ εἰσέρχηται χρῆμα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖτε νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ ὑμέτερον νομοσχέδιον;
§28ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Βεβαίως.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ εἶχεν ὑποβληθῆ ὡς πρότασις τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἐνομίζομεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ ὡς τροπολογία, καθ’ ὃν χρόνον θὰ συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν ἐπιμένητε νὰ συζητηθῇ ἰδιαιτέρως, θὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§30ΜΑΥΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ὁ καλλίτερος τρόπος εἶναι νὰ κάμῃ δημοπρασίαν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν σμύριδα, καὶ τίποτε ἄλλο.
§31ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ συναγωνισμὸς ἕπεται φυσικῶς μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου (διάλογοι).
§32ΜΑΥΡΟΣ. Ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ ὄχι μόνον διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ τῶν ἐργατῶν, διότι οὗτοι ἔχουσι δικαιώματα κεκτημένα· ἀνήκει μὲν τὸ ὀρυκτὸν αὐτὸ εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ἔχουσι μέρος καὶ αὐτοί, διότι εἶναι εἰς τὰ κτήματά των· πρέπει δὲ νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν δύναται αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους νὰ τοὺς πετάξῃ εἰς τοὺς δρόμους· αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουσιν ἄλλον πόρον. Πρέπει δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐπαρχίαν τῆς Νάξου, ἡ ὁποία εἶναι μία τῶν μᾶλλον προσοδοφόρων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, εἰσφέρουσα εἰς τὸ Δημόσιον ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν κατ’ ἔτος. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν.
§33ΔΑΜΙΡΑΛΗΣ. Ὁ καταλληλότερος τρόπος τῆς διαθέσεως τῆς σμύριδος εἶναι ὁ ἐκφρασθεὶς καὶ παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, προεδρεύετε, δηλ. νὰ διατεθῇ ὑπὸ ὅρους διὰ δημοπρασίας. Αὐτὸ ἠκολούθησαν ἅπασαι αἱ Κυβερνήσεις ἀπὸ τοῦ 1850. Ὅλοι οἱ νόμοι ὤριζον, ὅτι ἡ σμύρις τῆς Νάξου διατίθεται διὰ δημοπρασίας, ἐπὶ ὡρισμένῳ ποσῷ ἐξαγωγῆς σμύριδος καὶ ἐπὶ ὡρισμένῳ τιμήματι. Ἔχετε τελευταίας προτάσεις ὑπὸ συμφέροντας διὰ τὸ Δημόσιον ὅρους· νὰ δοθῇ λοιπὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ νόμου ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα προκηρύξῃ διαγωνισμὸν ὑπὸ ὅρους ὁριζομένους.
§34ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ θὰ λύσῃ αὐτὸ, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως, κατὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον τρόπον.
§35ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δικαίως δύναμαι σήμερον νὰ παραπονεθῶ κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως διὰ τὴν παντελῆ παραμέλησιν, τὴν κατ’ ἐμὲ ἀσύγγνωστον, τὴν ἐπιδειχθεῖσαν παρ’ αὐτοῦ πρὸς Βουλευτὴν, ζητήσαντα ἐπανειλημμένως καὶ ἐπιμείναντα νὰ λάβῃ πληροφορίας τινάς. Δικαίως δύναμαι νὰ παραπονεθῶ διὰ τὴν μέχρι τοῦδε καθυστέρησιν τῶν πληροφοριῶν, ὅσας κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ δι’ ἐγγράφου ἐπερωτήσεώς μου, κατατεθείσης εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ ἀναγραφείσης εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, καθὼς καὶ δι’ ἑτέρας, ἥτις χρονολογεῖται ἤδη ἀπὸ μηνῶν, τῆς περὶ τῶν ἰταλικῶν σχολείων. Ἐπανειλημμένως ὑπέμνησα αὐτῷ τὴν ἐπερώτησιν ἐκείνην κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας· μετὰ ταῦτα ἀνέγνων εἰς διαφόρους ἐφημερίδας, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐζήτησεν ἐκθέσεις παρὰ διαφόρων προσώπων, ὑπαγομένων εἰς τὴν ἁρμοδιότητα αὐτοῦ, περὶ τῶν ἰταλικῶν σχολείων, τῶν τε ἐν Ἀθήναις καὶ ἀλλαχοῦ τοῦ Κράτους λειτουργούντων. Καὶ ἐσκεπτόμην μὲν καὶ οἴκοθεν, ὄχι πλέον νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὰς ἐπερωτήσεις μου ἐκείνας, ἀλλὰ νὰ παραπονεθῶ κατ’ αὐτοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ ψέξω αὐτὸν διὰ τὴν καθυστέρησιν αὐτοῦ τὴν ἀδικαιολόγητον· σήμερον ὅμως μοὶ ἐδόθη ἀφορμή τις ἐπίκαιρος, τῆς ὁποίας θὰ κάμω μνείαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀλλὰ πρὸ τούτου θὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν θεωρίαν τινὰ, τὴν ὁποίαν ἤκουσα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐξενεχθεῖσαν ἐντεῦθεν πρό τινων ἡμερῶν, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τίνος ἀγορεύσεως αὐτοῦ, ὅτι εὐχῆς ἔργον ἤθελεν εἶσθαι, ἂν καὶ ἄλλα Ὑπουργεῖα, ἢ ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ, ἠδύναντο νὰ λειτουργῶσι κεχωρισμένως τῆς πολιτικῆς, ἄνευ τοῦ ἐπηρεασμοῦ αὐτῆς.
§36ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Μήπως ἡ ἀντίληψίς σας δὲν ἦναι ἀκριβής;
§37ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν δέχομαι διακοπάς.
§38ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διακόπτω μόνον ὅταν θέτητε εἰς τὸ στόμα μου λέξεις καὶ ἐννοίας, τὰς ὁποίας δὲν εἶπον, καὶ ἔχω δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ προσπαθήσω νὰ ἐπανορθώσω τὰ εἰς βάρος μου λεγόμενα.
§39ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐὰν θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ν’ ἀμφισβητήσῃ τοῦτο, ὀχυρούμενος ὄπισθεν τῆς ἐπισημότητος τοῦ ἀξιώματός του, ἥτις εἰς ἕκαστον ἡμῶν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ σιγὴν,—διότι ἡ ἐπισημότης τοῦ ὑπουργικοῦ ἀξιώματος εἶναι ὑπερτέρα,—καὶ νὰ ἀρνῆται τὴν ἀξίαν τῆς προσωπικῆς διαβεβαιώσεως ἑκάστου ἐξ ἡμῶν, ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου εἰς ὁμοίαν ἔκφρασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ ἄλλης ὑποθέσεως. Προχθὲς λίαν συγκεκριμένως, ἐπὶ ἐπερωτήσει τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Μισυρλῆ, ὡς πρὸς τὰς ἀρχαιότητας, ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι λυπεῖται ὅτι δὲν δύναται διὰ νομοθετικοῦ τινος μέτρου ν’ ἀπαγορεύσῃ εἰς τοὺς Ἄγγλους νὰ ἐκφράζωνται οὕτως ἢ ἄλλως περὶ τῶν Ἑλλήνων.
§40ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, αὐτὸ τὸ εἶπον· λυποῦμαι δὲ, διότι δὲν ἐνοήσατε τὴν ἔννοιαν.
§41ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τούτοις δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ ἓν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον γνωρίζει ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ, ὅτι μετὰ παρέλευσιν 40 ἢ 50 ἴσως ἡμερῶν, ἀφ’ ἧς ὑπέβαλον τὴν ἐπερώτησίν μου περὶ τῶν ἰταλικῶν σχολείων, οὐδεμίαν προσεκόμισε πληροφορίαν ἐπ’ αὐτῆς. Σήμερον ἀνέγνων περὶ τῶν ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ αὐτοῦ πατρίδι ἰταλικῶν σχολείων ἔν τινι ἐφημερίδι πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἶναι καλὸν ν’ ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ, διότι θὰ φανῇ ἐξ αὐτῶν καὶ θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ ἀνησυχία, τὴν ὁποίαν ἔδειξα ἀρχῆθεν ὡς πρὸς τὴν ἐπίδρασιν τῶν ἰταλικῶν σχολείων ἐν Ἑλλάδι, καὶ τῶν παρ’ αὐτῶν ἐπιδιωκομένων σκοπῶν, ἦτο δικαία. Ἐν τῇ ἐφημερίδι «Καιροὶ» τῆς σήμερον ἀνέγνωσα τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὸν ἐν Πάτραις ἀνταποκριτὴν ἡμῶν—γράφουσιν οἱ «Καιροὶ»—ἡ αὐτόθι Ἰταλικὴ Σχολὴ τῶν ἀῤῥένων καὶ τῶν θηλέων πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἐσωτερικὴν αὐτῆς λειτουργίαν. Ἀποτελεῖ λύμην καὶ φαγέδαιναν παντὸς ἑλληνικοῦ αἰσθήματος. Ἐν αὐτῇ φοιτῶσιν 100 περίπου ἑλληνόπαιδα ἀμφοτέρων τῶν φύλων, ἅτινα παρασύρουσι διὰ πολλῶν μέσων, τὰ ὁποῖα πείθουσι τοὺς ἀνοήτους γονεῖς. Παρέχεται αὐτοῖς δωρεὰν συνεχὴς διδασκαλία τῆς ἰταλικῆς, ἅπαξ μόνον τῆς ἑβδομάδος τῆς ἑλληνικῆς. Δαψιλῆ εὑρίσκουσιν ἐν αὐτῇ αὐτῇ τὰ πρὸς ἄνεσιν καὶ μάθησιν, οἴκημα εὐπρεπὲς καὶ καθάριον, ὑπηρεσίαν πρόθυμον καὶ τρόπον εὐγένειαν, παντοῖα γλυκίσματα, ἀναψυκτικὰ ποτὰ, τὰ δὲ δυστροπώτερα παιδία καὶ ποικίλα ἐδέσματα. Διὰ πολλῶν διατυπώσεων κατώρθωσα νὰ εἰσχωρήσω εἰς τὴν Σχολὴν, καὶ κατεπλάγην, ἀντιληφθεὶς ὅσα ἀνωτέρω ἀνέφερον. Ἀλλὰ τίς τέλος δὲν γνωρίζει τὰ ἀποκαλυφθέντα σκάνδαλα πρὸ τινος χρόνου κατὰ τὴν διδασκαλίαν τῆς γεωγραφίας, καθ’ ἣν τὰ τέκνα τῶν Ἑλλήνων διδάσκονται, ὅτι οὐδεμίαν ἀξίωσιν ἐπεκτάσεως τῶν ἑλληνικῶν ὁρίων δύναται νὰ ἔχῃ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, πρέπει δὲ νὰ ἀρκῆται εἰς τὰ παρόντα; Συμβαίνουσιν ὅμως ἄλλα πλεῖστα σκάνδαλα ὁμοίας φύσεως ἐν τῇ Ἰταλικῇ Σχολῇ, τῶν ὁποίων τὴν ἔκθεσιν δὲν μοι ἐπιτρέπει ὁ χῶρος τῶν «Καιρῶν», ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ πράξω τοῦτο βραδύτερον. Ὁ γυμνασιάρχης κ. Παπαδημητρίου, μεταβὰς νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὴν Σχολὴν, δὲν ἐγένετο ἐν ἀρχῇ δεκτὸς, εἰσῆλθε δὲ κατόπιν πολλῶν προφυλάξεων βραδύτερον, ἀφοῦ ἐβεβαίωσε τοὺς διευθυντὰς τῆς Σχολῆς, ὅτι τὸ μέτρον τῆς ἐπιθεωρήσεως εἶναι γενικόν. Ἀξίζει λοιπὸν νὰ γνωσθῶσι τὰ ἐν ταῖς ἰταλικαῖς σχολαῖς συμβαίνοντα, νὰ ἐπισπάσωσι δὲ τὴν προσοχὴν τῆς κοινωνίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἂς μὴ χανώμεθα διὰ τὸ τίποτε, καθ’ ὃν χρόνον εἰς τὰς ἑλληνικὰς πόλεις ἐμφωλεύει ἤδη ἡ ἰταλικὴ ἔχιδνα, χύνουσα ἀντεθνικὸν δηλητήριον εἰς τὰς ἀθώας ψυχὰς νεαρῶν ἑλληνοπαίδων.» Ἀρκούμενος εἰς τὴν ὑπόμνησιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου καὶ εἰς τὸ διατυπωθὲν κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παράπονον, καὶ εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν τῆς πληροφορίας ταύτης ἐφημερίδος, ὄχι βεβαίως πρὸς ἐμὲ, ἀλλὰ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν φιλικῶς διακειμένης, μεταβαίνω εἰς ἄλλο ζήτημα. Ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πληροφορίαν περὶ τῶν ἐν Ἀθήναις ὑπαρχόντων δημοτικῶν σχολείων ἀμφοτέρων τῶν φύλων, περὶ τῶν θέσεων, ὅσας ἔχει ἕκαστον τῶν σχολείων τούτων διὰ διδασκάλους ἢ διδασκαλίσσας, καὶ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐν ἑκάστῳ τῶν σχολείων τούτων διδασκόντων διδασκάλων ἢ διδασκαλισσῶν. Τὴν ἐπερώτησίν μου περιώρισα μόνον διὰ τὰ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ σχολεῖα, διὰ τὴν εὐκολίαν τῆς παροχῆς τῶν πληροφοριῶν· ἐφρόνουν δὲ, ὅτι τοῦτο ἦτο ζήτημα ἐργασίας ὀλίγων μόνον ὡρῶν δι’ ὑπηρεσίαν Ὑπουργείου ὑφισταμένην καὶ λειτουργοῦσαν ἔστω καὶ ἀτελῶς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν, ἐπὶ τῇ ὑπομνήσει μου, πρό τινων ἡμερῶν, ὅτι δὲν τηροῦνται βιβλία ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας, καὶ ὅτι δὲν εἶναι εὔκολος ἡ περισυλλογὴ τῶν πληροφοριῶν τούτων! Ἔκτοτε παρῆλθον ἀρκεταὶ ἡμέραι, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἐδόθη ὁ καιρὸς νὰ συναθροισθῶσι καὶ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ πληροφορίαι αὗται. Ἐζήτησα δὲ αὐτὰς, διότι εἶχον πληροφορίαν, ὅτι ἔν τισι τῶν σχολείων τῆς πρωτευούσης ὑπάρχει ἀριθμὸς διδασκάλων καὶ διδασκαλισσῶν μέγας, λίαν δυσανάλογος πρὸς τὴν ἀνάγκην ἑκάστου αὐτῶν. Ἀναμένων καὶ τὴν ἐπὶ τούτου ἐξήγησιν καὶ πληροφορίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὑποβάλλω, τὸ πρῶτον νῦν, ἑτέραν ἐπερώτησιν πρὸς αὐτὸν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἴσως δυνηθῇ νὰ ἀπαντήσῃ κατὰ τὰς ὑπολειπομένας ὀλίγας ἡμέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς· ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως δὲ ταύτης ἤθελον ἐπιστήσει ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κ. Παπαγιαννακοπούλου, σχετικῶς πρὸς τὸ παρ’ αὐτοῦ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν κατηγορητήριον κατὰ τῆς πρώην Κυβερνήσεως. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπῆρχον προσκεκολλημένοι 17 βοηθοὶ ἑλληνικῶν σχολείων, ἀγνοῶ ποίαν ὑπηρεσίαν ἕκαστος τούτων ἐκτελοῦντες· ἀλλὰ γνωσθέντος, ὅτι ἡ συσσώρευσις τόσων προσώπων ἀέργων,—διότι διὰ 17 πρόσθετα πρόσωπα οὐδὲ θέσεις, οὐδὲ τράπεζα κἂν ὑπάρχει ἐν τῷ στενῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν,—γνωσθέντος, λέγω, ὅτι ἡ συσσώρευσις τούτων ἦτο ὑπόθεσις ἀξία προσοχῆς καὶ ἐλέγχου, ὁ κ. Ὑπουργὸς προέβη ἐσπευσμένως καὶ ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ εἰς τὴν παῦσιν αὐτῶν. Ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. Παπαγιαννακόπουλον, τὸν ὑποβαλόντα, μεταξὺ ἄλλων ἄρθρων κατηγορίας κατὰ τῶν πρώην Ὑπουργῶν, καὶ τὴν κατὰ τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ κατηγορίαν, ὅτι κατέβαλεν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐπιμίσθιον εἴς τινα καθηγητὴν μὴ διδάσκοντα, ἤθελον ἐρωτήσει, λέγω, τὸν κ. Παπαγιαννακόπουλον, ἐὰν δὲν πρέπῃ ἢ νὰ διαγράψῃ ἐκ τοῦ κατηγορητηρίου του τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, ἢ νὰ προσθέσῃ εἰς αὐτὸ καί τινα τῶν νῦν Ὑπουργῶν, ἐπὶ τῇ αὐτῇ παραβάσει, διότι οἱ 17 ἐκεῖνοι ἑλληνοδιδάσκαλοι, ὡς ἀνήκοντες εἰς διάφορα ἑλληνικὰ σχολεῖα, δὲν ἐξεπλήρουν βεβαίως τὸ καθῆκόν των· ἐξεπλήρουν δὲ, ἐρωτῶ, καθῆκον καὶ ἐργασίαν τινὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐμισθοδοτοῦντο;
§42ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ποῖος τοὺς διώρισε;
§43ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νῦν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. Ὑπουργὸς, ὅστις καὶ αὐθημερὸν, ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ ἡμέρᾳ, ἀπέλυσεν αὐτοὺς ἅπαντας. Ἐκθέσας καὶ τὴν πρᾶξιν ταύτην καὶ ὑπομνήσας τὰς προηγουμένας ἐπερωτήσεις μου, ἀναμένω τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§44ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ ὁμολογήσω χάριτας, χωρὶς ν’ ἀποβλέψω εἰς τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι προὐκάλεσαν τὴν προσοχὴν τοῦ ἐκ Λακωνίας κ. Βουλευτοῦ, νὰ ὁμολογήσω, λέγω, χάριτας αὐτῷ, διότι ἔχω τὴν εὐτυχίαν συχνὰ πυκνὰ νὰ ἐφελκύω τὴν προσοχὴν αὐτοῦ τὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ οὕτω πως νὰ ἔχω κατά τινα τρόπον διὰ τοῦ ἀγρύπνου ἐλέγχου του καὶ αὐτὸν ἀρωγὸν εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν καθηκόντων μου, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ ἀνθρωπίνῃ ἀτελείᾳ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐκτελῶ ἐν πᾶσι προσηκόντως. Ὁ ἐκ Λακωνίας κ. Βουλευτὴς δὲν ἔπαυσεν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνόδου ταύτης νὰ ἐπιλαμβάνηται θεμάτων, ἀναγομένων εἰς τὸν κλάδον, τὸν ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διοικῶ, καὶ νὰ προκαλῇ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς δι’ ἐπερωτήσεων, τὰς ὁποίας θεωρεῖ ἀξίας νὰ καταναλίσκωσι τὸν χρόνον ἡμῶν. Καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον ἐνασκεῖ, ἔχει δικαίωμα, καὶ καθῆκον μάλιστα, νὰ τὸν ἐνασκῇ, καὶ δὲν δύναμαι νὰ παραπονεθῶ ἐπὶ τούτῳ· ἔχω ὅμως δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ, ὄχι νὰ ψέξω αὐτὸν, ἔχω δικαίωμα, λέγω, νὰ παραπονεθῶ κατ’ αὐτοῦ, ὅτι λέγει ἀνακριβείας, εἰς τὰς ὁποίας δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑποπίπτῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· δύναται νὰ ἐκχύνῃ τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον κοχλάζει ἐν τῇ ψυχῇ του, ὑπὲρ τοῦ διευθύνοντος τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅσον θέλει ἀκρατήτως, ἀλλὰ πρέπει νὰ περιορίζηται ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς ἀκριβείας καὶ τῆς ἀληθείας. Εἶπε π. χ.—διὰ νὰ ἀρχίσω ἀπὸ μίαν ἀνακρίβειαν, τὴν ὁποίαν ἤκουσα τὴν στιγμὴν ταύτην,—ὅτι δῆθεν ἐγὼ ἐβεβαίωσα, ὅτι τὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ τῆς Ἐκπαιδεύσεως δυστυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὀρθοποδήσουν, καὶ δὲν ὠρθοπόδησαν οὔτε ἐπὶ τῶν προκατόχων μου, οὔτε νῦν, διότι ὑφιστάμεθα καθ’ ἑκάστην τὴν πίεσιν τῆς πολιτικῆς...
§45ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ἐγὼ αὐτά;
§46ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα....καὶ τὴν ἐπίδρασιν τῶν Βουλευτῶν, καὶ, δὲν γνωρίζω ποίας ἄλλας ἐκφράσεις, ἐνῷ ἐγὼ, κύριοι Βουλευταί, τοιαύτας λέξεις οὐδέποτε εἶπον, οὔτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, οὔτε ἀπ’ ἐκείνης τῆς θέσεως (δεικνύει τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια)· εἶπον μόνον, ὅτι τὰ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τοσοῦτον σοβαρὰ, τοσοῦτον σπουδαῖα, ἔχουν ἀνάγκην τοιαύτης ὡρίμου μελέτης, ὥστε εὐκτέον θὰ ἦτο, ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καθίστατο Ὑπουργεῖον ὑπηρεσίας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐξακολουθῶσιν ἄνευ λύσεως τῆς συνεχείας αἱ περὶ τούτου μέριμναι καὶ μελέται τῶν ἁρμοδίων. Βεβαίως ἡ μία ἰδέα ἀπὸ τὴν ἄλλην ἀπέχει πολὺ, δὲν εἶναι δὲ ἰδικόν μου ἐλάττωμα, ἐὰν τὴν ἀπόστασιν τῆς μιᾶς ἀπὸ τῆς ἄλλης ἰδέας δὲν τὴν κατανοεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅστις ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν δικαιοῦται νὰ μεθερμηνεύῃ τοὺς λόγους μου κατὰ τὸ δοκοῦν, θέτων εἰς τὸ στόμα μου ἐκφράσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐξῆλθον ἐξ αὐτοῦ. Σήμερον δὲ ὁ αὐτὸς κ. συνάδελφος, λαβὼν ἀφορμὴν ἀπὸ μίαν ἀνταπόκρισιν, καταχωρηθεῖσαν, δὲν γνωρίζω εἰς τίνα ἐφημερίδα, ἔκρινε καλὸν νὰ ἄρξηται πάλιν τὰς ἱερεμιάδας αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ὀλέθρου, τὸν ὁποῖον ὑπούλως κατεργάζεται ἡ Ἰταλία καθ’ ἡμῶν διὰ τοῦ προσηλυτισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐξασκεῖ ἐν μέσαις Ἀθήναις καὶ ἐν μέσαις Πάτραις διὰ τῶν ἰταλικῶν σχολείων. Καίτοι δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν ἔρευναν τοῦ θέματος τούτου, βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἀποκρύψω, ὅτι δὲν συμμερίζομαι τοὺς φόβους, οἱ ὁποῖοι κατέχουσι τὴν ψυχὴν καὶ τὴν διάνοιαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ, περὶ τοῦ κινδύνου, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀπειλεῖ, νὰ ὑπονομευθῶμεν τουτέστι πολιτικῶς καὶ θρησκευτικῶς διὰ τῶν σχολείων τῶν ἰταλικῶν, τῶν ἱδρυομένων ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πάτραις. Εἴθε ὅλοι οἱ κίνδυνοι, οἱ ἀπειλοῦντες τὴν πατρίδα ἡμῶν, νὰ ἦσαν ὡς ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους διέκρινεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής. Ἐν τούτοις, καίτοι δὲν συμμερίζομαι τοὺς φόβους αὐτοῦ, εἶπον ὅμως εἰς αὐτὸν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, ὅτε ὑπέβαλε τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, ὅτι πρὶν ἢ τὴν ὑποβάλῃ, πρὶν ἢ προκαλέσῃ τὴν προσοχήν μου, εἶχον ἤδη προνοήσει περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, παραγγείλας τὰς σχολικὰς ἀρχὰς, ἵνα προσηκόντως μάθωσι καὶ πληροφορηθῶσιν, ἐὰν ἐν τοῖς σχολείοις τοῖς ἰταλικοῖς τηρῶνται οἱ νόμοι τοῦ Κράτους, διότι ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦτον ἐπετράπη, ὄχι ὑπ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν προκατόχων μου, ἡ λειτουργία αὐτῶν. Δὲν εἶναι δὲ ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἐμερίμνησε τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου· ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ἂν καὶ νομίζω, ὅτι καὶ κατὰ τὴν προχθεσινὴν ὁμιλίαν μου δὲν τὸ παρέλειψα, ὀφείλω, λέγω, νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ οἱ προκάτοχοί μου εἶχον μεριμνήσει περὶ τοῦ θέματος τούτου, ὡς δεικνύει ἡ ἀλληλογραφία, ἡ εὑρισκομένη ἐν τοῖς ἀρχείοις τῶν Ὑπουργείων τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Περιεστρέφετο δὲ κυρίως ἡ ἐνέργεια αὕτη οὐχὶ κατὰ τοῦ προσηλυτισμοῦ, ἀλλὰ κατὰ τῶν διευθυνόντων τὰ ἰταλικὰ ταῦτα σχολεῖα, ὡς ὀκνούντων νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὰ περὶ συστάσεως καὶ συντηρήσεως ἰδιωτικῶν σχολείων διατεταγμένα. Πρὶν δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ὑποβάλῃ τὴν ἐπερώτησίν του, εἶχον διατάξει τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν ἁπανταχοῦ ἑτεροδόξων σχολείων, καὶ ἤρξαντο συγκεντρούμεναι αἱ ἐκθέσεις τῶν διαφόρων ἐπιθεωρητῶν. Δὲν συνεκεντρώθησαν δὲ εἰσέτι ὅλαι, ὡς ἐκ τῆς ἐπελθούσης ἀντικαταστάσεως τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἧς ἕνεκεν ἐπῆλθον μεταβολαί τινες, σχετιζόμεναι πρὸς τοὺς ἐντεταλμένους τὴν ἐπιθεώρησιν ταύτην. Ἐὰν ἐπιθυμῇ λοιπὸν ὁ κ. συνάδελφος, διὰ νὰ λείψῃ τὸ παράπονόν του, δύναμαι αὔριον, ἢ καὶ τώρα ἀμέσως, νὰ προσκομίσω τὰς ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι μέχρι τοῦδε ὑπάρχουσιν. Ἡ ἀνταπόκρισις, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσε, τὸν ἐπληροφόρησεν, ὅτι δὲν ἐδέχθησαν τὸν Γυμνασιάρχην Πατρῶν, ἵνα ἐπιθεωρήσῃ τὰ σχολεῖα ταῦτα, καὶ ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν περὶ τούτου. Ἡ πληροφορία του αὕτη εἶναι ἀνακριβής, διότι ὁ Γυμνασιάρχης Πατρῶν ἐγένετο δεκτὸς παρὰ τῶν διευθυνόντων τὰ σχολεῖα ταῦτα μετὰ πάσης προσηνείας, ἐπεθεώρησε ταῦτα, καὶ ὑπέβαλεν ἀκριβῆ ἔκθεσιν, εὑρισκομένην ἐν τῷ φακέλλῳ τῶν συγκεντρουμένων ὁσημέραι ὁμοίων ἐκθέσεων. Τί λέγει ὁ ἀνταποκριτὴς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας, δὲν γνωρίζω, καὶ ἀπορῶ, πῶς ἐπείσθη, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ γένηται δεκτὸς ὁ Γυμνασιάρχης εἰς ἐπιθεώρησιν.
§47ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ὁ ἀνταποκριτὴς ἐμοῦ, ὁ ἀνταποκριτὴς τῶν «Καιρῶν».
§48ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ἀνταποκριτής σας, διότι ἐδώκατε τοσαύτην προσοχὴν εἰς τὰ παρ’ αὐτοῦ γραφόμενα, ὥστε ἐπανεφέρατε τὸ ζήτημα ἐν μέσῳ τοσαύτης ἐργασίας, ἀπασχολούσης τὴν Βουλήν. Πρὸς τούτοις ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας κατάλογον τῶν σχολείων τῶν δημοτικῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς κατὰ φῦλον. Τοιοῦτον κατάλογον, εἶπον ἐν μιᾷ τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων, πρὸς αὐτὸν ἀποτεινόμενος, ὅτι ἔχω, ἀλλὰ τοιοῦτος κατάλογος εἶναι ἀνεπαρκὴς, καὶ εἰς οὐδὲν δύναται νὰ τῷ χρησιμεύσῃ. Ἠθέλησα νὰ συγκεντρώσω μελέτας τινὰς συναφεῖς, διδούσας πλήρη φῶτα ἐπὶ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦσι τὸν κ. Βουλευτὴν, τουτέστι καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν μαθητῶν καὶ μαθητριῶν ἑκάστου σχολείου, καὶ τὸ πρόγραμμα τῶν μαθημάτων, καὶ τὸ ποσὸν τῶν ὡρῶν τῆς διδασκαλίας· ταῦτα δὲ πάντα ἐν συγκρίσει πρὸς διαφόρους ἐποχάς. Ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι αὗται ἀκόμη δὲ συνεκεντρώθησαν. Ἂν θέλῃ τὰς πληροφορίας τὰς ἀτελεῖς, τὰς δεικνυούσας μόνον τὸν ἀριθμὸν τῶν σχολείων καὶ τῶν δικασκάλων καὶ διδασκαλισσῶν, τὰς καταθέτω προθύμως καὶ ἀμέσως. Ὁ κ. συνάδελφος ἐπιφύλαξεν εἰς τὴν τρισυπόστατον ἐπερώτησίν του, ὡς τελευταῖον κεφάλαιον, ἐκεῖνο, μὲ τὸ ὁποῖον ἐνόμισεν, ὅτι ἤθελε μὲ κατακεραυνώσει, διότι ἤθελε μὲ ἀποδείξει ἄξιον κατηγορίας καὶ κατηγορητηρίου. Δὲν πιστεύω, ἄν ποτε διετυποῦτο τοιοῦτον κατηγορητήριον κατ’ ἐμοῦ, νὰ δώσω εὐκαιρίαν νὰ θλιβῇ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος ἐπὶ τῇ ἀτυχίᾳ, ἥτις ἤθελε μὲ καταλάβει. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ κεφάλαιον τῆς τοιαύτης κατηγορίας; Μὲ ἐπηρώτησε, ποῖον εἶναι τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου. Εἶπον, ὅτι τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἦτο ἀνεπαρκές· διὰ τοῦτο οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ ἠναγκάσθησαν νὰ διατηρῶσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου διὰ προσκολλήσεως ὡρισμένον ἀριθμὸν βοηθῶν Ἑλληνικῶν σχολείων, κυμαίνοντα ἀπὸ 5 ἕως 15. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔδωκε χώραν εἰς τὴν κατάχρησιν τῶν προσκολλήσεων, διότι ἀντὶ 5 προσεκολλῶντο 15, καὶ ἠναγκάσθην πρὸ πολλοῦ, πρὸ ἐκείνου τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν μὲ ἐπηρώτησεν ὁ κ. συνάδελφος, ν’ ἀπολύσω ἅπαντας τοὺς βοηθοὺς, διότι προσεδόκων, ὅτι θὰ ἐγίνετο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ σχετιζόμενον μὲ μικράν τινα προσθήκην εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἵνα οὕτως ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἥτις ἀνεπτύχθη καταπληκτικῶς ὡς ἐκ τῆς προσθήκης πολλῶν Γυμνασίων, πλείστων δὲ ἑλληνικῶν σχολείων καὶ δημοτικῶν. Ταῦτα εἶχον νὰ ἀπαντήσω· ἠδυνάμην καὶ πλειότερα, ἀλλὰ δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, καλουμένην ν’ ἀσχοληθῇ εἰς ζητήματα σπουδαιότερα· ὅσα δὲ καὶ ἂν εἴπω, δὲ θέλω δυνηθῆ νὰ σβύσω τὴν δίψαν τῆς περιεργείας τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι καὶ πάντας ἂν πείσω τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, καὶ τοὺς ἀκροατὰς ἀκόμη, οὗτος δὲν θέλει παύσει, λαμβάνων ἀφορμὴν ἀπὸ σαθρῶν ὑποθέσεων, νὰ ἔρχηται καθ’ ἑκάστην νὰ καλῇ καὶ νὰ ἐγκαλῇ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§49ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχε δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι θὰ μὲ πείσῃ ἐφ’ ὅσον ἐξέθηκα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἀποριῶν ὡς πρὸς τὴν ὑπ’ αὐτοῦ διαχείρισιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν· οὐδ’ ἐδικαιοῦτο νὰ ἐλπίζῃ τοῦτο, ἕνεκα τῆς χαλυβδίνης, ὡς εἰπεῖν, σιωπῆς, ἣν ἐπὶ πεντήκοντα ὅλας ἡμέρας ἐτήρει ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεών μου. Βεβαίως δὲν θὰ μὲ πείσῃ ποτὲ, ἐν ὅσῳ δὲν φέρῃ τὰς πληροφορίας εἰς τὰς ἐπερωτήσεις μου, εἰς τὰς κατηγορίας,— ἐὰν θέλητε,—τὰς ὁποίας διετύπωσα κατ’ αὐτοῦ, ἐφ’ ὅσον δὲν φέρῃ ἀπάντησιν καὶ δὲν φέρῃ πληροφορίας, εὐκολωτάτας νὰ χορηγηθῶσι· καὶ βεβαίως δὲν θὰ μὲ πείσῃ ὡς πρὸς τὴν λειτουργίαν τῶν ἰταλικῶν σχολείων, τὴν ὁποίαν ἐγὼ οὐδέποτε ἐχαρακτήρισα τόσον τραγικῶς, ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς παρέστησεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἐξέθηκα ἐγὼ αὐτὴν, καὶ πάντες ἐνθυμεῖσθε πῶς ὡμίλησα. Βεβαίως δὲν θὰ μὲ πείσῃ περὶ τῆς κανονικῆς λειτουργίας τῶν ξένων αὐτῶν σχολείων ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς ἐπικρατείας, ἐφ’ ὅσον δὲν φέρῃ τὴν ἐπίσημον ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν εἶπεν, ὅτι παρήγγειλε καὶ διέταξε νὰ ὑποβάλωσιν εἰς αὐτὸν ἁρμόδια πρόσωπα. Βεβαίως οὐδὲν πάλιν οὐδὲ σήμερον μοὶ ἔδωκε φῶς δι’ ὅσων εἶπεν, καὶ εἰς μάτην ἐπατάγησαν τὰ χειροκροτήματα ἔνθεν καὶ ἐκεῖθεν ὑπὲρ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος, ἐπαναλαμβάνω, ἐπὶ πεντήκοντα ὅλας ἡμέρας οὐδὲν προσήγαγεν, ἐξ ὅσων ζητοῦνται παρ’ ἐμοῦ. Τοῦτο μόνον εἶχον ν’ ἀπαντήσω, καὶ ἀναμένω, πρὸς ἀναπλήρωσιν τῆς σιωπῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ν’ ἀπαντήσωσι πρὸς ἐμὲ διὰ ποδοκροτήσεων οἱ χειροκροτήσαντες αὐτόν.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεων τοῦ ᾼΨϚʹ νόμου περὶ διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ βακουφίων κλπ.)
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κατατάξεως ὡς ὑπολογιστῶν ὑπηρετησάντων ὡς τοιούτων ὑπὲρ τὴν τριετίαν. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ μόνου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου ὑπάρχει τροπολογία τῶν κκ. Σάκκη καὶ Ζυγομαλᾶ, καὶ ἑτέρα τοῦ κ. Κρεστενίτου.
§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὴν τροπολογίαν τῶν κκ. Ζυγομαλᾶ καὶ Σάκκη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ· τὴν τροπολογίαν ὅμως τοῦ κ. Κρεστενίτου δέχομαι. Καὶ τὸ μὲν πρῶτον μέρος τῆς τροπολογίας ταύτης θὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ μόνου ἄρθρου, τὸ ὁποῖον οὕτω γίνεται ἄρθρον 1, τὸ δὲ ἕτερον μέρος θὰ τεθῇ ὡς ἄρθρον 2.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Κρεστενίτου, ἥτις θὰ τεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου μόνου, γενομένου ἤδη ἄρθρου 1, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «ὡς καὶ οἱ κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου ὑπηρετοῦντες τακτικοὶ ἢ ἔκτακτοι ὑπάλληλοι παρὰ τῷ Ναυτικῷ Ἀπομαχικῷ Ταμείῳ διδάκτορες ἢ προλύται τῆς νομικῆς καὶ μὴ ὑπερβάντες τὸ τριακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας των». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἡ τροπολογία τῶν κκ. Σάκκη καὶ Ζυγομαλᾶ ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Νὰ προστεθῶσιν ἐν τῇ πρώτῃ § τοῦ μοναδικοῦ ἄρθρου, μετὰ τὰς λέξεις «ὡς τοιοῦτοι», αἱ λέξεις «ἢ ὡς λιμενικοὶ βοηθοί». Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τὸ δεύτερον μέρος τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Κρεστενίτου, τὸ ὁποῖον θὰ τεθῇ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως». Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ ὡς ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους....
§56ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐπίκειται ἡ λῆξις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Μεταξὺ τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀντικειμένων εἶναι καὶ τὸ τῆς προτάσεως κατηγορίας κατὰ τῶν πρώην κυρίων Ὑπουργῶν. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ παραμείνῃ ἐπὶ ἓξ ἢ ἑπτὰ ἀκόμη ἡμέρας, διότι τινὰ τῶν νομοσχεδίων δὲν συνεζητήθησαν οὐδὲ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, εἶναι δὲ σπουδαῖα, καθόσον συνδέονται μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὥστε ἀφεύκτως πρέπει νὰ συζητηθῶσιν. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι ἐνδεχόμενον, ἂν ὄχι πολλοί, τινὲς ὅμως τῶν κυρίων Βουλευτῶν νὰ μὴ ἦναι παρόντες κατὰ τὰς προσεχεῖς συνεδριάσεις, διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ὅπως πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ γείνῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ κατηγορίας. Τοῦτο δὲν εἶναι μόνον ἐπιβαλλόμενον ἡμῖν ὡς ἐκ τῆς σπουδαιότητος τοῦ ἀντικειμένου, ἀλλὰ καὶ ἐκ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν πρὸς τοὺς κυρίους πρώην Ὑπουργοὺς, οἵτινες εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐκφράσωσι παράπονον, ὅτι εἰσήχθη πρότασις πρὸς κατηγορίαν κατ’ αὐτῶν ἐπὶ σκοπῷ νὰ μείνῃ ἄνευ συζητήσεως. Προτείνω λοιπὸν νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως κατηγορίας κατὰ τῶν πρώην Ὑπουργῶν.
§57Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ εἶχον ἀντίῤῥησιν πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων προέβαλεν, ἐὰν ἡ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν ἡ νομοθετικὴ ἀρχὴ μετέδωκεν εἰς ἡμᾶς, δὲν εἶχεν ἤδη λήξει. Διὰ τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐπεψηφίσθη, ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ ποιήσωμεν χρῆσιν τῶν δύο δωδεκατημορίων τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ τὰ δύο δωδεκατημόρια ἀφεώρων τὰ ἔξοδα τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου. Εἴμεθα ἤδη εἰς τὴν 19 τοῦ Μαρτίου μηνὸς, εἴμεθα δὲ ἠναγκασμένοι νὰ μὴ ἐντελλώμεθα πληρωμὴν ἐξόδων ἀναγομένων εἰς τὸν μῆνα τοῦτον, διότι δὲν ἔχομεν τὴν ἐξουσίαν καὶ δὲν ἔχομεν πίστωσιν. Διὰ τοῦτο ἔχομεν συμφέρον νὰ προηγηθῇ ὅσον τάχιστα ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων, τῶν εἴκοσι συναδέλφων, δύναται νὰ ἦναι μακρὰ, ἑπομένως εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ παρέλθωσιν ἡμέραι πολλαὶ, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς νὰ μένῃ εἰσέτι ἐκκρεμὴς, καὶ ἡμεῖς νὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἀναστέλλωμεν τὰς πληρωμὰς διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρότασιν αὐτοῦ τῆς προηγήσεως. Ἄλλως τε νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι ὁ προϋπολογισμὸς ἐπεψηφίσθη ἤδη κατὰ τὸ πλεῖστον τῶν μερῶν αὐτοῦ, δὲν ὑπολείπεται δὲ ἢ μόνον ἡ ἔρευνα τῶν τριῶν Ὑπουργείων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, αὕτη δὲ μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ ἦναι ἁπλουστάτη· ἑπομένως, ἐὰν δὲν χάσωμεν τὸν καιρὸν, ἐκτρεπόμενοι περὶ ἄλλα ἔργα, θέλομεν ταχέως φθάσει εἰς τὸ ἔργον τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἴσως δυνηθῶμεν καὶ ἐντὸς τῆς ἑσπέρας ταύτης νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως καὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων καὶ τῶν ἄλλων κυρίων συναδέλφων.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 2,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1891. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 326).
§59ΣΧΙΝΑΣ. Χθὲς συνεστήθη ἐπιτροπὴ πρὸς ἐξέτασιν τοῦ ὑποβληθέντος παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νομοσχεδίου «περὶ προβιβασμοῦ ὑπαξιωματικῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ καὶ ἀνθυπασπιστῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ κλπ.» Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη συνελθοῦσα συνέταξε τὴν ἔκθεσίν της, τὴν ὁποίαν, ὡς εἰσηγητὴς αὐτῆς, καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 327). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1891.
§61ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ὑποβάλλω πρότασιν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ δεχθῇ ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ εἰρημένου Ὑπουργείου ἡ ἐπιχορήγησις τῶν 7,000 δραχμῶν τοῦ Μοντζενιγείου κληροδοτήματος, ἡ ὁποία κατὰ λάθος ἴσως παρελείφθη, διότι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1885 χορηγεῖται ἡ πίστωσις αὕτη, ἐφέτος δὲ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δὲν ὑπάρχει.
§62ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ παρατήρησίς σας, ὅταν φθάσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ κεφαλαίου καὶ ἄρθρου τοῦ προϋπολογισμοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 1 «Κεντρικὴ ὑπηρεσία» καὶ τὰ ἄρθρα αὐτοῦ, τὸ ὅλον δρ. 73,180).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 2ον. Κλῆρος. Ἄρθρον 1. «Προσωπικὸν Ἱερᾶς Συνόδου δρ. 33,240».
§64ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Διὰ τοῦ νόμου τῆς 9 Ἰουλίου 1882 προσετέθησαν δύο ἀντιγραφεῖς εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὀνομασθέντες ἀμφότεροι δευτέρας τάξεως, μὲ μισθὸν 90 μόνον δραχμῶν κατὰ μῆνα. Τὸ προσωπικὸν τοῦ γραφείου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἀποτελεῖται ὑπὸ προσώπων, τινὰ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ προλύται τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, ὁ δὲ μισθὸς τῶν 90 δραχμῶν εἶναι δι’ αὐτοὺς οὐ μόνον ἀνεπαρκής, ἀλλὰ καὶ ἀναξιοπρεπής. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δεχθῇ, ὅπως ἀναγραφῇ διὰ τὸν ἕνα τουλάχιστον ἐκ τῶν δύο γραφέων πίστωσις 360 δραχμῶν δι’ ὅλον τὸ ἔτος, καὶ οὕτω δυνηθῇ ἀπὸ δευτέρας νὰ γείνῃ πρώτης τάξεως γραφεύς. Ἐλπίζω ἐπὶ τὴν εὐθυδικίαν του, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ μὴ δυσκολευθῇ εἰς τὴν ἀναγραφὴν τόσον μικρᾶς, ἀλλὰ καὶ δικαίας πιστώσεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 «Ἔξοδα Ἱερᾶς Συνόδου 8,310.»
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3. «Ἐπίδομα ἐπισκόπων δραχ. 101,000.»)
§66ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρατηρῶ, Κύριοι, μετ’ ἀπορίας, ὅτι ἐκ τοῦ ἄρθρου «ἐπίδομα ἐπισκόπων» ἔχει διαγραφῆ ἡ πίστωσις οὐ μόνον δι’ ὅλας τὰς χηρευούσας Ἀρχιεπισκοπὰς καὶ Ἐπισκοπὰς τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐκείνας ἔτι ἐξ αὐτῶν, δι’ ἃς εἶχεν ἀναγραφῆ τοιαύτη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1890. Καὶ δὲν εἶναι ὀλίγαι αἱ ἐν χηρείᾳ διατελοῦσαι Ἀρχιεπισκοπαὶ καὶ Ἐπισκοπαὶ ἡμῶν. Εἰς τεσσαράκοντα ἐν ὅλῳ ἀνέρχονται αἱ Ἀρχιεπισκοπαὶ καὶ Ἐπισκοπαὶ τοῦ Κράτους, ἐξ αὐτῶν δὲ στεροῦνται ἀρχιερέων αἱ δέκα καὶ ὀκτώ, ἤτοι αἱ Φθιώτιδος, Μονεμβασίας καὶ Σπάρτης, Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας, Τρίκκης, Κεφαλληνίας, Δημητριάδος, Φαναρίου καὶ Φαρσάλων, Λευκάδος, Παξῶν, Ἰθάκης, Ἄνδρου καὶ Κέας, Φωκίδος, Θηβῶν καὶ Λεβαδείας, Καλαβρύτων καὶ Αἰγιαλείας, Γυθείου, Γορτυνίας καὶ Μεγαλοπόλεως, Οἰτύλου καὶ Γαρδικίου. Πολλαὶ ἐξ αὐτῶν διατελοῦσιν ἐν χηρείᾳ ἀπὸ δέκα, δέκα καὶ πέντε καὶ ἐπέκεινα ἐτῶν, οὕτω δ’ ἔχει δημιουργηθῆ πολλαχοῦ τοῦ Κράτους ἔκρυθμος ἐκκλησιαστικὴ κατάστασις, κατάστασις ἀνατρέπουσα ἐκ βάθρων αὐτὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸν ἡμῶν πολίτευμα, ὅπερ ἐθέσπισαν οἱ θεῖοι καὶ ἱεροὶ κανόνες, ἀνεγνώρισαν δὲ καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας ἀναφερόμενοι νόμοι ἡμῶν, καὶ ὅπερ διακρίνει τὴν ἡμετέραν ἀπὸ τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν. Περιττὸν νομίζω νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ πολὺ εἰς τὰ ἐντεῦθεν πηγάζοντα ἄτοπα. Πάντες, Κύριοι, ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἔχετε τὸ ἀτύχημα νὰ στερηθῆτε ἀρχιερέων ἐν ταῖς ὑμετέραις ἐπαρχίαις, γινώσκετε κάλλιστα, ὁποία ἔκλυσις, ὁποία ἀναρχία ἐκκλησιαστικὴ ἀπαντᾷ ἐν αὐταῖς καὶ παρὰ τῷ κλήρῳ καὶ παρὰ τῷ λαῷ, ὁπόσον δὲ ὁσημέραι καταπίπτει τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα, καὶ ἐπιπολάζει ἡ κακία καὶ ἡ τάσις πρὸς τὸ ἔγκλημα. Αἱ διοικοῦσαι τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος Ἀρχιεπισκοπὰς καὶ Ἐπισκοπὰς ἐπιτροπαί, ἐξ ἱερέων ἀπαρτιζόμεναι, δὲν εἶναι μόνον θεσμὸς ἀλλότριος τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, ὡς τοιοῦτος ἀπόζων προτεσταντισμοῦ, ἀλλ’ ἀποβαίνει καὶ ἄλλως ἐπιβλαβὴς τὰ μάλιστα. Οἱ ἀπαρτίζοντες τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος ἐπιτροπὰς δὲν δύνανται νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τοὺς ὁμοιοβάθμους των ἱερεῖς, ἀποδεικνύονται δὲ καὶ ἄλλως πάντη ἀνίκανοι, ἵνα ἀναπληρώσωσι τοὺς ἀρχιερεῖς: διότι οὔτε τὰ καθαρῶς θρησκευτικά, οὔτε τὰ ποιμαντικὰ τούτων καθήκοντα δύνανται νὰ ἐπιτελέσωσιν αὐτοί, οὔτε ἐπίβλεψιν καὶ ἔλεγχόν τινα νὰ ἐνασκήσωσιν, ἀφοῦ οὐδὲ περιοδεύουσί ποτε, ὡς γνωστόν, τὰς διαπεπιστευμένας αὐτοῖς Ἀρχιεπισκοπὰς καὶ Ἐπισκοπάς. Τὴν κατάστασιν ταύτην συνησθάνοντο καὶ ἔφερον βαρέως κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ὀκταετίαν πάντες, ὅσοι, διασώζοντες ἔτι ἀκμαῖον τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα, ἐπιθυμοῦσι νὰ ἴδωσι τὴν Ἐκκλησίαν ἡμῶν ἀποκτῶσαν κἂν τὰ κυριώτατα αὐτῆς ὄργανα, δι’ ὧν θὰ ἠδύνατο, εἰ μή τι ἄλλο, νὰ λειτουργῇ τοὐλάχιστον ἀπροσκόπτως. Πάντες οὗτοι ἐπέῤῥιπτον εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν ὀλιγωρίαν ἀσύγγνωστον, διότι, ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη διέπουσα τὰς τύχας τῆς Ἑλλάδος, οὐ μόνον οὐδεμίαν οὐδέποτε πρόνοιαν ἔλαβε περὶ βελτιώσεως τῶν κακῶς ἐχόντων ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπεστέρει αὐτὴν ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη πολλῶν ποιμεναρχῶν της, συντελοῦσα οὕτω εἰς τὴν ἐπὶ μᾶλλον παράλυσιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Διὰ τοῦτο πάντες οἱ ἀληθῶς πονοῦντες τὴν Ἐκκλησίαν ἀνέμενον μετὰ πόθου τὴν ἐπελθοῦσαν κυβερνητικὴν μεταβολήν, ἐξ αὐτῆς ἀπεκδεχόμενοι καὶ πᾶσαν ἄλλην ἐκκλησιαστικὴν βελτίωσιν, πρὸ παντὸς δὲ τὴν πλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν Ἀρχιεπισκοπῶν καὶ Ἐπισκοπῶν τοῦ Κράτους. Ὁπόσον ὅμως οὗτοι θὰ ἴδωσι νῦν διαψευδομένας τὰς προσδοκίας των, μανθάνοντες ὅτι οὐδ’ ἀναγράφεται κἂν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1891 ἡ ἀναγκαία πίστωσις διὰ τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος Ἀρχιεπισκοπὰς καὶ Ἐπισκοπάς! Λοιπὸν θὰ μείνωσιν αὗται ἄνευ ἀρχιερέων καὶ καθ’ ὅλον τὸ ἐνεστὸς ἔτος; Αἱ ἐπαγγελίαι, Κύριοι, τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργοῦ περὶ συντάξεως καὶ ὑποβολῆς εἰς τὴν προσεχῆ τῆς Βουλῆς σύνοδον πάντων τῶν νομοσχεδίων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἠκούσθησαν παρὰ πάντων εὐχαρίστως. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι, νομίζω, λόγος ἀποχρῶν, ἵνα μὴ προβῶμεν ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν Ἀρχιεπισκοπῶν καὶ Ἐπισκοπῶν. Καὶ ἐὰν ἔτι ἡ Κυβέρνησις ἐσκέπτετο νὰ συγχωνεύσῃ τινὰς ἐξ αὐτῶν διὰ τῶν νέων νομοσχεδίων, ὅπερ καὶ ἐγὼ εὑρίσκω εὔλογον ἐν πολλοῖς, τοῦτο βεβαίως δὲν κωλύει, ἵνα πληρωθῶσιν αἱ κυριώταται ἐξ αὐτῶν, τοὐλάχιστον αἱ Ἀρχιεπισκοπαί. Διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν αὐτὴν νὰ δεχθῇ ἀνάλογόν τινα αὔξησιν τῆς οἰκείας πιστώσεως, καὶ νὰ προκαλέσῃ ὅσον οἷόν τε τάχιον τὴν χειροτονίαν τῶν ἀναγκαίων ἀρχιερέων.
§67ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς πόσον ἀνέρχεται ἡ αὔξησις αὕτη;
§68ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοῦτο δύναται νὰ ὁρίσῃ μόνη ἡ Κυβέρνησις, ἀποδεχομένη κατ’ ἀρχὴν τὴν πρότασίν μου. Ἐγώ, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, θὰ συνίστων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἵνα ἐν τοῖς νομοσχεδίοις, ἅτινα προτίθεται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν προσεχῆ τῆς Βουλῆς σύνοδον, λάβῃ πρόνοιαν περὶ κρείττονος διαῤῥυθμίσεως τῶν κατὰ τὰς Ἀρχιεπισκοπὰς καὶ Ἐπισκοπὰς ἡμῶν. Ἀνάγκη πᾶσα νὰ καθιερωθῶσιν ἴδια προσόντα ἐπὶ τῶν ὑποψηφίων ἀρχιερέων, καὶ νὰ παύσῃ τὸ ἄτοπον ἐκεῖνο, καθ’ ὃ τὴν σήμερον δὲν ἀπαιτεῖται ἀπ’ αὐτῶν οὐδ’ ἀπολυτήριον Ἑλληνικοῦ σχολείου, ὅπερ ἀπαιτεῖται ἐπὶ τῶν ὑποψηφίων ἱερέων τῶν κωμοπόλεων. Πρέπει προσέτι νὰ εἰσαχθῇ παρ’ ἡμῖν ὁ θεσμὸς τῶν πρωτοσυγκέλλων, οἵτινες, φέροντες πτυχίον θεολογικῆς σχολῆς, νὰ ὦσιν, οὕτως εἰπεῖν, βοηθοὶ τῶν ἀρχιεπισκόπων καὶ ἐπισκόπων ἐν τῇ διοικήσει, καὶ ν’ ἀναπληρῶσιν αὐτοὺς, ἀπόντας ἐκ τῆς ἕδρας των, προαλειφόμενοι οὕτως ἐμπράκτως καὶ αὐτοὶ διὰ τὸ ἀρχιερατικὸν ἀξίωμα. Πρέπει προσέτι νὰ εἰσαχθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν ὁ θεσμὸς τῶν τοποτηρητῶν τῶν Ἀρχιεπισκοπῶν καὶ Ἐπισκοπῶν, ἐν περιπτώσει χηρείας, νὰ ἀναδεικνύωνται δὲ τοιοῦτοι οἱ πρωτοσύγγελοι καὶ οἱ ἱεροκήρυκες. Ὁ θεσμὸς οὗτος εἶναι ἀρχαιότατος ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἡμῶν, εἶναι ὁ μόνος συνᾴδων πρὸς τὸ καθόλου ἐκκλησιαστικὸν ἡμῶν πολίτευμα, ὡς τοιοῦτος ἀπαντῶν ἔτι καὶ νῦν καὶ ἀλλαχοῦ τοῦ ὀρθοδόξου κόσμου καὶ ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἀναφέρω ὡς σύστασιν διὰ τὰ νομοσχέδια, ἅτινα μέλλει νὰ συντάξῃ ὁ κ. Ὑπουργός· τό γε νῦν ὅμως, ἐπιμένω ἐν τῇ πρώτῃ προτάσει μου περὶ αὐξήσεως τῆς πιστώσεως, ἥτις ἔχει ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὡς «ἐπίδομα ἐπισκόπων», κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα τὴν ἐντὸς τοῦ ἔτους πλήρωσιν τοὐλάχιστον τῶν χηρευουσῶν Ἀρχιεπισκοπῶν τοῦ Κράτους.
§69ΔΑΓΡΕΣ. Μετὰ λύπης μου παρατηρῶ, Κύριοι, ὅτι ὅλαι αἱ προτάσεις τείνουσιν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, οὐδένα δὲ ἤκουσα νὰ προτείνῃ ἐλάττωσιν δαπάνης. Αἱ προσθῆκαι, αἱ ὁποῖαι μέχρι τοῦδε ἐγένοντο εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, φρονῶ ὅτι θὰ κάμουν αὐτὸν νὰ ὑπερβῇ τὰ 100 ἑκατομμύρια. Ἐκ πείρας γινώσκω, ὅτι ἄλλοτε οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Κοινοβούλιον ἡμιλλῶντο, τίς νὰ προτείνῃ ἐλάττωσιν δαπανῶν, τοὐναντίον βλέπω σήμερον. Τώρα, ἐξακολουθούσης αὐτῆς τῆς καταστάσεως, τί θὰ γείνῃ; Φωνάζομεν ἀφ’ ἑνὸς, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς δυσχερείας οἰκονομικὰς, εἴμεθα ἴσως εἰς τὰ πρόθυρα τῆς χρεωκοπίας, καὶ ἐν τούτοις τείνομεν, πῶς νὰ καταστήσωμεν τὸ ἥμισυ τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ ἔμμισθον. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν συμπλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων τῶν Ἀρχιεπισκοπῶν καὶ Ἐπισκοπῶν, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω μίαν γνώμην. Ἐγὼ προτείνω τὸν περιορισμὸν τῶν ἀρχιεπισκόπων καὶ ἐπισκόπων, τὴν συγχώνευσιν δηλ. πολλῶν Ἀρχιεπισκοπῶν καὶ Ἐπισκοπῶν. Ἤθελον προτείνει νὰ μὴ γίνωνται χειροτονίαι ὡς γίνονται σήμερον. Ἔχω λόγους νὰ εἴπω τὴν τολμηρὰν ἔκφρασιν, ὅτι οἱ σπουδάσαντες εἰς σχολεῖα τοῦ ἐξωτερικοῦ, εἰς πολιτείας καὶ κοινωνίας πλέον ἀνεπτυγμένας, δὲν ἔχουν ἰδέας θρησκευτικὰς ὀρθάς. Ἀμφιβάλλω, ἂν πολλοὶ τῶν ἐπισκόπων πρεσβεύωσιν ἐνδομύχως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διατάσσει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, εἶναι νὰ πολλαπλασιάσῃ τοὺς ἱεροκήρυκας. Ὅλη ἡ προσοχὴ ἡμῶν συγκεντροῦται εἰς τὰς πρωτευούσας, ἐνῷ ὁ καθαυτὸ λαὸς δὲν μεταλαμβάνει τῆς θείας διδασκαλίας ποσῶς. Ἤθελον λοιπὸν συστήσει, ὥστε οἱ σπουδάσαντες εἰς τὰ κέντρα διαμαρτυρομένων πληθυσμῶν νὰ ἀποκλείωνται τῶν ἐπισκοπικῶν καὶ ἀρχιεπισκοπικῶν θέσεων· ἤθελον δὲ συστήσει καὶ παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς χειροτονίας τῶν ἱερέων, ἥτις κατήντησε κατάχρησις βδελυρά. Δὲν ὑπάρχει αἴσθημα θρησκευτικὸν πλέον! τὰ πάντα ἐξέκλινον καὶ χωλαίνουσιν! Ἡ θρησκεία ἐκείνη, ἡ ὁποία μᾶς διέσωσε τὴν γλῶσσαν τὴν ἑλληνικὴν καὶ τὰ μέγιστα ἐξυπηρέτησε τὴν ἀπελευθέρωσιν ἡμῶν, ἐκείνη δὲν ὑπάρχει πλέον, ἢ δὲν ὑπάρχει τοὐλάχιστον ὡς ἔδει.
§70ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ γνώμη, Κύριοι τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσσηνίας, συνιστῶν τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἀρχιεπισκοπῶν καὶ Ἐπισκοπῶν τοῦ Κράτους, εἶναι γνώμη, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἀσπάζομαι, ὡς ὑπέδειξα ἤδη ἐν τῇ προηγουμένῃ ἀγορεύσει μου. Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι εἰς Βουλευτὴν γηραιὸν, οἷος ὁ κ. Δαγρὲς, ἥρμοζε νὰ ῥήξῃ κραυγὴν κατὰ τῆς σπατάλης, καὶ νὰ κηρυχθῇ ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν, προκειμένου περὶ πιστώσεως δικαιοτάτης, περὶ πιστώσεως, καθ’ ἣν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τύχωσιν ἀρχιερέων καὶ ἐπαρχίαι, ἀπὸ πολλοῦ στερούμεναι τοιούτων. Ἀφοῦ πᾶσαι αἱ ἐπαρχίαι εἰσφέρουσιν ἐξ ἴσου εἰς τὰ δημόσια βάρη, διατὶ ἄλλαι μὲν ἐξ αὐτῶν νὰ ἔχωσι καὶ ἄλλαι νὰ στερῶνται ἀρχιερέων ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη; διατὶ λ.χ. ἡ Φθιῶτις, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, νὰ στερῆται ποιμενάρχου ἀπὸ δεκαετηρίδων ἤδη, ἡ δὲ Μεσσηνία νὰ ἔχῃ πάντοτε τοιοῦτον;
§71ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Σᾶς τὸν χαρίζομεν! εἶναι ὁ Πανάρετος!
§72ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσσηνίας δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο καὶ μόνον. Ὁ κ. Δαγρὲς προήχθη καὶ εἰς γενικωτέρας σκέψεις περὶ κλήρου καὶ Ἐκκλησίας· διεξετραγῴδησε τὴν ἀσέβειαν, ἥτις ἐπεπόλασε παρ’ ἡμῖν, καὶ ἀνεῦρε τὴν αἰτίαν τοῦ κακοῦ παρὰ τοῖς θεολόγοις καὶ κληρικοῖς ἡμῶν, οἵτινες, ἀπελθόντες εἰς τὴν Ἑσπερίαν, πρὸς τελειοποίησιν τῶν θεολογικῶν των σπουδῶν, καὶ φοιτήσαντες ἐκεῖ, ἰδίᾳ εἰς Πανεπιστήμια διαμαρτυρομένων, ἀπέβαλον δῆθεν τὴν πίστιν τῶν πατέρων των καὶ, καταλαβόντες εἶτα ἀνώτερα παρ’ ἡμῖν ἐκκλησιαστικὰ ἀξιώματα, συνετέλεσαν, εἴπερ τις καὶ ἄλλος, εἰς τὴν ἀπονέκρωσιν τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος τοῦ λαοῦ. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐντόνως κατὰ τοῦ τοιούτου ἰσχυρισμοῦ τοῦ ἀξιοτίμου ἡμῶν συναδέλφου, ὅστις ἐνέχει κατ’ ἐμὲ ὕβριν βαρεῖαν κατὰ πολλῶν διαπρεπῶν θεολόγων καὶ κληρικῶν τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας, φοιτησάντων εἰς Πανεπιστήμια τῆς Ἑσπερίας. Τοιοῦτοι εἶναι οἱ ἀείμνηστοι ἱεράρχαι Νικηφόρος Θεοτόκης, Εὐγένιος Βούλγαρις, Μισαὴλ Ἀποστολίδης, Ἀλέξανδρος Λυκοῦργος καὶ ὁ πρώην Μητροπολίτης Καισαρείας Εὐστάθιος, ὅστις ἀπεστόμωσε τὸν ἀπεσταλμένον τοῦ Πάπα Πίου Θʹ, ὅτε ἐπέδωκεν οὗτος εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον τὴν πρόσκλησιν εἰς τὴν σύνοδον τοῦ Οὐατικανοῦ, καὶ τόσοι ἄλλοι, ὧν δὲν δύναμαι ν’ ἀπομνημονεύσω ἐνταῦθα ἐκ τοῦ προχείρου. Τοιοῦτοι εἶναι καὶ πολλοὶ ἔτι ἐπιζῶντες ἱεράρχαι, οἵτινες, διακρινόμενοι ἐπὶ εὐσεβείᾳ, τιμῶσι τὴν Ἐκκλησίαν ἡμῶν, ὡς ὁ πολὺς Φιλόθεος Βρυέννιος, ὁ Μητροπολίτης Νικομηδείας, ὅστις μετὰ σεβασμοῦ ἀναφέρεται ὑπὸ τῶν θεολόγων ἁπάσης τῆς οἰκουμένης, ὁ νῦν Καισαρείας Ἰωάννης καὶ τόσοι ἄλλοι. Τοιοῦτοι ἦσαν καὶ οἱ ἀοίδιμοι θεολόγοι Φαρμακίδης, Κλεώπας, Κοντογόνης, καὶ Ρομπότης, τοιοῦτοι εἶναι καὶ πάντες σχεδὸν οἱ θεολόγοι ἡμῶν τὴν σήμερον, ὧν κρίνω περιττὸν νὰ ἀναφέρω ἐνταῦθα τὰ ὀνόματα, καὶ ὧν οὐδείς ποτε κατηγόρησεν ἐπὶ ἀσεβείᾳ. Ἀλλ’ ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ Βουλευτοῦ Μεσσηνίας ἀπευθύνεται ἐμμέσως καὶ καθ’ ὅλων τῶν λογίων κληρικῶν ἡμῶν, τῶν φοιτησάντων εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, διότι καὶ πάντες οὗτοι ἐδιδάχθησαν παρὰ καθηγητῶν σπουδασάντων ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ, δι’ ὧν πάντως ἐποτίσθησαν καὶ αὐτοὶ τὰ θολερὰ τῆς Διαμαρτυρήσεως νάματα. Πλὴν τότε παρὰ τίσι πρέπει ν’ ἀναζητήσωμεν τὴν εὐσέβειαν; Δὲν ἀγνοῶ, Κύριοι, ὅτι μεταξὺ τῶν εἰς τὴν Ἑσπερίαν φοιτησάντων ἀπαντῶσι καί τινες, οὔτ’ ἐπὶ εὐσεβείᾳ διακρινόμενοι, οὔτ’ ἐπὶ χρηστότητι τοῦ ἤθους. Τοιοῦτος δ’ εἶναι, ὡς μὴ ὤφελε, καὶ ἐκεῖνος, ὃν ἔχων πρὸ ὀφθαλμῶν ὁ κ. Δαγρὲς, ἠθέλησε νὰ κατακρίνῃ συλλήβδην πάντας τοὺς σπουδάσαντας ἐν γερμανικοῖς Πανεπιστημίοις. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι οὗτος ἀποτελεῖ ἐξαίρεσιν, ἐξαίρεσιν εὐτυχῶς σπανιωτάτην μεταξὺ τῶν εἰς τὴν Ἑσπερίαν φοιτησάντων θεολόγων ἡμῶν. Πρέπει δὲ νὰ ἔχῃ τις τῇ ἀληθείᾳ πολὺ ταπεινὴν γνώμην καὶ περὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ περὶ τῶν θεολόγων ἡμῶν, οἵτινες, κατηρτισμένοι ἤδη ἐν τοῖς δόγμασι καὶ τῇ διδασκαλίᾳ αὐτῆς, ἀπέρχονται πρὸς τελειοποίησιν τῶν σπουδῶν των εἰς Γερμανίαν, ὅπως πιστεύσῃ, ὅτι εἶναι δυνατὸν οὗτοι ἐξ οἱασδήποτε ἄλλης διδασκαλίας νὰ ἐπηρεασθῶσι καὶ κλονισθῶσιν ἐν τῇ πίστει αὐτῶν. Διαβεβαιῶ δὲ ὡς ἐκ περισσοῦ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι αἱ ἐν Γερμανίᾳ ἰδίᾳ θεολογικαὶ σχολαὶ οὐδεμίαν ἔχουσι προσηλυτιστικὴν τάσιν. Οἱ καθηγηταὶ αὐτῶν, προηγμένοι τὰ μάλιστα ἐν τῇ θεολογικῇ ἐπιστήμῃ, ἔπαυσαν οἱ πλεῖστοι ἐπιδιώκοντες τὴν ἐμπέδωσιν τῶν δογμάτων τῶν Ἐκκλησιῶν, εἰς ἃς ἀνήκουσιν. Ἐπιζητοῦντες ἐν πᾶσι τὴν ἀλήθειαν, προήγαγον κατ’ ἐξοχὴν τὸν ἑρμηνευτικὸν καὶ ἱστορικὸν τῆς θεολογίας κλάδον εἰς βαθμὸν, κινοῦντα τὸν θαυμασμὸν, καὶ κατέστησαν καθόλου τὴν ἐπιστημονικὴν ἔρευναν πρότυπον καὶ ὑπογραμμὸν εἰς πάντας τοὺς ἐφιεμένους ἀληθοῦς θεολογικῆς παιδεύσεως. Ἀλλὰ τότε τίς ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ; θὰ μὲ ἠρώτα ἴσως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσσηνίας, πόθεν δὲ προῆλθεν ἡ ἐκκλησιαστικὴ κατάπτωσις ἡμῶν, πόθεν ἡ νῦν ἀπονέκρωσις τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Εἶναι πολλὰ καὶ ποικίλα, Κύριοι, τὰ αἴτια τὰ παραγαγόντα τὴν τοιαύτην κατάστασιν, ἅτινα δὲν εἶναι βεβαίως τοῦ παρόντος νὰ ἐκθέσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Νομίζω ὅμως, ὅτι δύναμαι νὰ ὑποδείξω ἓν τούτων, καὶ δὴ τὸ κυριώτατον πάντων. Τὸ πρώτιστον αἴτιον τοῦ κακοῦ εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ἡ ἀσύγγνωστος ὀλιγωρία, ἣν ἐπέδειξαν ἀείποτε καὶ αἱ Κυβερνήσεις καὶ αἱ Βουλαὶ ἡμῶν, καὶ ὁλόκληρον σχεδὸν τὸ Ἔθνος, πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν. Ταχέως, Κύριοι, μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν ἡμῶν ἐγενόμεθα ἐπιλήσμονες ἐκείνου, ὅπερ ὀφείλομεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἥτις ὑπῆρξεν ἡ παρήγορος ἡμῶν ἐν καιροῖς χαλεποῖς, ἥτις διέσωσε καὶ τὴν γλῶσσαν καὶ τὸν ἐθνισμὸν ἡμῶν, καθ’ ὅλην τὴν μακραίωνα δουλείαν τοῦ Γένους. Ἀλλὰ καὶ παρεγνωρίσαμεν τέλεον τὸν ὑψηλὸν αὐτῆς προορισμὸν, καὶ ἀπεστερήσαμεν αὐτὴν μόνον οὐχὶ πάντων τῶν μέσων, δι’ ὧν ἠδύνατο νὰ ἐπιτελέσῃ αὐτὸν ἐπ’ ἀγαθῷ πρὸ πάντων αὐτοῦ τοῦ Ἔθνους ἡμῶν. Διὰ τοῦ καταστατικοῦ νόμου ὑπεδουλώσαμεν σχεδὸν τὴν Ἐκκλησίαν εἰς τὴν Πολιτείαν, καὶ κατεστήσαμεν αὐτὴν ὑποχείριον τοῦ ἑκάστοτε κρατοῦντος φατριασμοῦ. Ἀφοῦ δὲ οὕτω κατεστείλαμεν πᾶσαν αὐτοτελῆ αὐτῆς δρᾶσιν καὶ ἐνέργειαν, δὲν ἐφροντίσαμεν κἂν νομοθετικῶς νὰ διαῤῥυθμίσωμεν τὰ κατ’ αὐτὴν οὕτως, ὥστε νὰ δύναται τουλάχιστον νὰ ζῇ καὶ λειτουργῇ ἀπροσκόπτως ἐντὸς τῆς καθαρῶς θρησκευτικῆς δικαιοδοσίας της. Οἱ ἐν ἰσχύϊ νόμοι ἡμῶν, οἱ κανονίζοντες τὰ τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἐλλιπεῖς, ἐλλιπέστατοι, καὶ παρέχουσιν ἀφορμὴν εἰς πλείστας ὅσας καταχρήσεις καὶ ἐκ μέρους Ὑπουργῶν ἀχαλινώτων καὶ ἐκ μέρους ἱεραρχῶν ἀσυνειδήτων, χωρὶς νὰ ἐξασφαλίζωσι τὴν τιμωρίαν τῶν ἐνόχων. Ἐσυλήσαμεν μέγα μέρος τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας διὰ τῆς καταργήσεως πολλῶν μονῶν καὶ τῆς ἐκποιήσεως τῶν κτημάτων αὐτῶν δῆθεν ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας· ἀλλὰ πόσα τῳόντι εἰσεπράχθησαν καὶ διετέθησαν ὑπὲρ αὐτῆς; Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐλήφθη πρόνοιά τις περὶ μισθοδοσίας τῶν ἀρχιερέων, ἀλλ’ οὔτε προσόντα παρ’ αὐτῶν ἀπῃτήθησαν, οὔτε ἡ δέουσα προσοχὴ ἐδόθη εἰς τὸ ἦθος αὐτῶν κατὰ τὴν ἐκλογὴν καὶ τὴν χειροτονίαν. Διὰ τοῦτο οὐκ ὀλίγοι ἐξ αὐτῶν, παρεισδύσαντες εἰς τὴν ἱεραρχίαν ἐν ἐνδύμασι προβάτων, δὲν ἐβράδυναν ν’ ἀποδειχθῶσιν εἶτα λύκοι βαρεῖς, μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου. Ἐμισθοδοτήσαμεν καὶ εὐαρίθμους πάνυ ἱεροκήρυκας· ἀλλὰ μήπως καὶ εἰς τὴν ἐκλογὴν τούτων ἐδόθη ποτὲ ἡ δέουσα προσοχή; Τί δὲ δύνανται νὰ ὠφελήσωσιν ἱεροκήρυκες, κηρύττοντες ἅπαξ τοῦ ἔτους, ἢ κατὰ 2 καὶ 3 ἔτη ἐνίοτε, τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ὡς μάλιστα πολλοὶ τούτων κυρύττουσιν αὐτὸν συνήθως; Καὶ οἱ ἄριστοι ὅμως πάντων ἐὰν ἦσαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ ἱεροκήρυκες ἡμῶν, δὲν θὰ ἦσαν ἱκανοὶ αὐτοὶ μόνοι, ἵνα ἀναζωπυρήσωσι τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα τοῦ λαοῦ ἡμῶν, καὶ ποδηγετήσωσιν αὐτὸν εἰς τὴν εὐσέβειαν καὶ τὴν ἀρετήν. Οἱ καθ’ ἡμέραν πρὸς αὐτὸν ἀναστρεφόμενοι καὶ εἰς ἄμεσον, οὕτως εἰπεῖν, σχέσιν διατελοῦντες πρὸς αὐτὸ εἶναι οἱ ἐφημέριοι, οἵτινες ὡς ἐκ τούτου θὰ ἦσαν εἰς θέσιν ὑπὲρ πάντα ἄλλον νὰ ἐπιδράσωσιν εὐεργετικῶς ἐπὶ τὸν λαόν. Πλὴν ποία πρόνοια ἐλήφθη περὶ αὐτῶν μέχρι τοῦδε; Οὐδεμία ἀπολύτως. Ὁ κατώτερος κλῆρος ἀφέθη εἰς τὴν τύχην του, ἢ μᾶλλον παρεδόθη ἕρμαιον εἰς τὴν διάκρισιν ἀσυνειδήτων ἱεραρχῶν, οἵτινες ῥίπτουσι πολλάκις τὰ ἅγια τοῖς κυσί, καπηλευόμενοι τὰ θεῖα καὶ χειροτονοῦσι ἀπειραρίθμους καὶ ἀνικάνους ἱερεῖς, μόνον προσὸν κεκτημένους, ὅτι δύνανται νὰ διαθέσωσι ποσόν τι πρὸς ἐξαγορὰν τῆς ἱερωσύνης, ἣν καὶ αὐτοὶ εἶτα καπηλεύονται πρὸς πορισμόν, σκανδαλίζοντες οὕτω τὴν συνείδησιν παντὸς πιστοῦ. Πῶς θέλετε δὲ, ὑπὸ τοιαύτην κατάστασιν, νὰ μὴ ἀπονεκρώνηται τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα τοῦ λαοῦ, καὶ νὰ μὴ ἐξοκέλλῃ οὗτος εἰς πᾶσαν κακίαν; Πολὺς πολλάκις ἐγένετο λόγος καὶ ἐν τῷ τύπῳ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοῦ ἀκατασχέτου ῥεύματος τῆς ἐγκληματικότητος, ὅπερ κινδυνεύει νὰ κατακλύσῃ τὴν χώραν ἡμῶν. Πολλὰ καὶ διάφορα ὑπεδείχθησαν αἴτια τοῦ κακοῦ, ἅτινα πάντα κατ’ ἐμὲ εἶναι ἐπουσιώδη καὶ δευτερεύοντος λόγου. Τὸ πρῶτον καὶ κύριον αἴτιον εἶναι, ὡς ἐγὼ νομίζω, ἡ ἔλλειψις πάσης θρησκευτικῆς ἀγωγῆς, ἡ ἀσέβεια. Ὁ φόβος τοῦ νόμου καὶ τῆς δικαιοσύνης μόνος δὲν ἀρκεῖ βεβαίως νὰ ἀποτρέψῃ τὸν λαὸν ἀπὸ τοῦ κακοῦ. Πρέπει οὗτος νὰ ἔχῃ τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀδεκάστου ἐκείνου κριτοῦ, ὅστις δύναται νὰ τιμωρήσῃ πᾶσαν πρᾶξιν αὐτοῦ, καὶ ἐκείνην ἔτι, ἣν ἀδυνατεῖ ν’ ἀποκαλύψῃ καὶ τιμωρήσῃ ἡ ἀνθρωπίνη δικαιοσύνη. Πρὸ ὀλίγων ἔτι ἡμερῶν, ἐπιλαμβανόμενοί τινες συνάδελφοι ἐνταῦθα τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος τῆς ἐγκληματικότητος ἐν Ἑλλάδι, συνεφώνησαν κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον εἰς τὴν καταπολέμησιν τοῦ κακοῦ δι’ αὐστηροτέρων ποινικῶν διατάξεων, δι’ αὐστηροτέρας ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἐρωτῶ αὐτοὺς, εἰς τί θὰ ὠφέλουν πάντα ταῦτα, ἄνευ τῆς βάσεως καὶ κρηπίδος πάσης δικαιοσύνης, τῆς εὐσεβείας; Πῶς εἶναι δυνατὸν, καὶ ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς αὐστηροτάτους νόμους καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν αὐστηροτάτην ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ν’ ἀνακαλύψητε καὶ τιμωρήσητε τὸ ἔγκλημα, ὅταν δὲν ἔχητε ἀσφαλεῖς μαρτυρίας, ὅταν διὰ τὴν ἐπιπολάσασαν ἀσέβειαν ἡ ἐπιορκία ἦναι τὸ συνηθέστατον τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐγκλημάτων; Μὴ πλανώμεθα, Κύριοι· ἡ πρωτίστη πηγὴ τοῦ κακοῦ εἶναι ἡ κατάπτωσις τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος παρ’ ἡμῖν. Ἄνευ τῆς ἀναζωπυρήσεως αὐτοῦ ἀδύνατον, ἀπολύτως ἀδύνατον ν’ ἀνασταλῇ καὶ περιορισθῇ ἡ ἐγκληματικότης ἐν Ἑλλάδι. Τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα θ’ ἀναζωπυρωθῇ παρ’ ἡμῖν τότε καὶ μόνον, ὅταν ὑποβοηθήσωμεν τὴν Ἐκκλησίαν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ὑψηλοῦ αὐτῆς προορισμοῦ. Τοῦτο δὲ δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἄλλως, εἰμὴ διὰ ῥιζικῶν μεταῤῥυθμίσεων, δι’ ὧν θὰ διωρθοῦντο τὰ νῦν κακῶς ἔχοντα ἐν αὐτῇ. Πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου. Οἱ πόροι αὐτοῦ εἶναι ἐνδεδειγμένοι ὑπ’ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων. Πρῶτος πόρος εἶναι ἡ μοναστηριακὴ περιουσία, ἣν κατασπαταλῶσι τὴν σήμερον ὀλίγοι τινές. Ἐὰν περιωρίζομεν τὸν ἀριθμὸν τῶν μονῶν εἰς 5 ἢ 6 τοιαύτας καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, καὶ ἐξηναγκάζομεν νὰ ἐγκαταβιώσωσιν ἐν αὐταῖς πάντες οἱ μοναχοί, οἱ πράγματι τοιοῦτοι, ἀπολαμβάνοντες μηνιαῖόν τινα μισθὸν πρὸς συντήρησίν των, ἐὰν εἰσήγομεν ἐν ταὐτῷ αὐστηρὰν διαχείρισιν εἰς τὴν μοναστηριακὴν περιουσίαν, τιθέμενοι αὐτὴν ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, θὰ ἐπερίσσευεν ἐτησίως οὐκ εὐκαταφρόνητον ποσὸν ὑπὲρ αὐτοῦ. Δεύτερος πόρος εἶναι τὸ μονοπώλιον τοῦ κηροῦ, ὅπερ καὶ ἐν Ρωσσίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ τοῦ ὀρθοδόξου κόσμου ἔχει εἰσαχθῆ πρὸ πολλοῦ καὶ ἀποφέρει σπουδαῖα κέρδη ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας. Τρίτος πόρος εἶναι τὸ λεγόμενον παπαδικόν, ὅπερ νῦν οἱ ἐφημέριοι εἰσπράττουσιν ἑκασταχοῦ, δίκην ἐπαιτῶν πολλάκις, εἰς εἴδη καὶ εἰς χρήματα, καὶ ὅπερ, εἰσπραττόμενον ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, θὰ καθίστατο πολλοῦ λόγου ἄξια πρόσοδος δι’ αὐτό. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι πόροι δευτερευούσης σημασίας, οὓς κρίνω περιττὸν ν’ ἀναφέρω νῦν. Οὕτω πως θὰ ἠδύνατο τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον νὰ διαθέτῃ ἐτησίως ἱκανὰ ἑκατομμύρια, δι’ ὧν κατὰ μικρὸν θὰ ἐξησφαλίζετο ἡ οἰκονομικὴ ἀποκατάστασις τοῦ κλήρου, ἰδίᾳ τοῦ κατωτέρου. Ἄνευ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, διαθέτοντος ἄξια λόγου ποσά, οὐδὲν γενναῖον δύναται νὰ συντελεσθῇ ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας. Πρέπει εἶτα διὰ σειρᾶς νομοθετημάτων, προσαρμοζομένων εἰς τοὺς θείους καὶ ἱεροὺς κανόνας καὶ εἰς τὴν ἔκτοτε ἐπελθοῦσαν κοινωνικὴν καὶ πολιτικὴν μεταβολήν, νὰ κανονισθῶσι πᾶσαι αἱ σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν Πολιτείαν καὶ καθ’ ἑαυτήν. Πρέπει νὰ διαῤῥυθμισθῇ νομοθετικῶς, κατὰ τρόπον μὴ συγχωροῦντα τὰς νῦν παραβάσεις καὶ ἀσχημίας, ἡ λειτουργία τῆς Ἱερᾶς Συνόδου· νὰ τεθῶσι προσόντα ἐπὶ τῶν Ἀρχιερέων καὶ καθορισθῶσιν ἀκριβῶς τὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα αὐτῶν καὶ πάντων τῶν ὑπ’ αὐτοὺς διατελούντων κληρικῶν· νὰ παταχθῇ ἰδίᾳ κατὰ κεφαλῆς διὰ ποινῶν ἀμειλίκτων ἡ χειροτονία ὑπεραρίθμων καὶ ἀνικάνων ἱερέων, νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ μορφώσεως τούτων, ἀνταποκρινομένης πρὸς τὴν σημερινὴν ἀνάπτυξιν καὶ πρόοδον τῆς κοινωνίας, περὶ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν καὶ περὶ μισθοδοσίας, ἥτις, ἐκ μικρῶν ἀρχομένη, θὰ αὐξάνῃ, καθ’ ὅσον αὐξάνουσιν αἱ πρόσοδοι τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, καὶ θὰ μειῶται ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν. Ἰδού, Κύριοι, ἐν γενικαῖς γραμμαῖς αἱ ἐπενεκτέαι εἰς τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἡμῶν πράγματα νομοθετικαὶ μεταῤῥυθμίσεις. Δι’ αὐτῶν θ’ ἀνακύψῃ ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν ἐκ τῆς νῦν καταπτώσεως, καὶ θὰ δυνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ παρ’ ἡμῖν τὸν ὑψηλὸν αὐτῆς προορισμόν. Τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος μεταῤῥυθμίσεις συνιστῶν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν ὑπ’ αὐτοῦ ἐπηγγελμένων νομοσχεδίων, ἐπιφυλάττομαι ν’ ἀναπτύξω εὐρύτερον ἐν ἄλλῃ εὐκαιρίᾳ τὰς περὶ αὐτῶν γνώμας μου. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ὀλίγων τούτων ἐλπίζω νὰ ἐπείσθη ἤδη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής Μεσσηνίας, ὁ προκαλέσας τὴν ἀπάντησίν μου ταύτην, ὅτι αἴτιον τοῦ κατατρύχοντος τὴν σήμερον τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὴν κοινωνίαν ἡμῶν κακοῦ δὲν εἶναι ἡ φοίτησις τῶν ἡμετέρων κληρικῶν καὶ θεολόγων εἰς τὰ Πανεπιστήμια τῆς Ἑσπερίας, ὡς αὐτὸς νομίζει. Τὸ αἴτιον εἶναι βαθύτερον καὶ σπουδαιότερον, ὡς εἴδομεν, καὶ χρήζει τῆς συντόνου μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀρθῇ ἐκ τοῦ μέσου καὶ δυνηθῇ οὕτω καὶ ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν νὰ λειτουργήσῃ ἀπροσκόπτως ἐν τῷ μέλλοντι, ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς πατρίδος καὶ τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου, καὶ ἡ ἐγκληματικότης νὰ στειρεύσῃ ἐν αὐτῇ τῇ πηγῇ. Τὸ ἔργον τοῦτο κέκληται νὰ πληρώσῃ ἰδίᾳ ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις καὶ ἡ ἐνεστῶσα Βουλή, αἱ περιβληθεῖσαι ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δι’ ἐκτάκτου ἐμπιστοσύνης, ὅπως πάντα τὰ κακῶς κείμενα παρ’ ἡμῖν ἀνορθώσωσι καὶ ἐν τῇ Πολιτείᾳ καὶ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ.
§73ΔΑΓΡΕΣ. Εὐτυχῶς ὁ προλαλήσας κατὰ τὸ πλεῖστον συνεφώνησε μετ’ ἐμοῦ. Παρεδέχθη, ὅτι τὸ αἴσθημα τὸ θρησκευτικὸν δὲν ὑπάρχει, καὶ ἀληθῶς δὲν ὑπάρχει εἰς οὐδεμίαν τάξιν. Συνεφώνησε καὶ εἰς τὸ ἄλλο, ὅτι διὰ τοὺς χειροτονουμένους ἀρχιερεῖς πρέπει νὰ ὁρισθῶσι προσόντα. Τί ἄλλο εἶπον ἐγώ, παρὰ ὅτι αἱ χειροτονίαι, ἂν γίνωνται ὡς ἐγίνοντο μέχρι τοῦδε, καλλίτερον νὰ παύσουν νὰ γίνωνται. Εἶπον νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐπισκόπων. Ἐρωτῶ δὲ ὑμᾶς, Κύριοι, εἶχον ἐκπαιδευθῆ οἱ ἀρχιερεῖς τοῦ 1821 εἰς τὴν Εὐρώπην; εἶχον σπουδάσει εἰς θεολογικὰς σχολὰς τῆς Δύσεως, οἱ χριστιανοὶ αὐτοί, οἱ ἥρωες εἰς τὰ θρησκευτικά; Καὶ ποία ἦτο ἡ κατάστασις τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ποῖον ἦτο τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα παρὰ τῷ λαῷ, ἐφ’ ὅσον οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἦσαν ποιμένες τοῦ λαοῦ; Καὶ ποῖον εἶναι σήμερον τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα τοῦ λαοῦ καὶ εἰς τί ὀφείλεται; Εἰς τὴν ὀλίγην προσοχήν, τὴν ὁποίαν δίδουν οἱ ἐν Εὐρώπῃ σπουδάζοντες καὶ ἔπειτα χειροτονούμενοι ἀρχιερεῖς. Εἴπετε πρὸ ὀλίγου, ὅτι εἰς τὴν χειροτονίαν δὲν δίδεται προσοχή. Τί λέγω ἐγώ; Ἡ χειροτονία σήμερον δίδεται ἀντὶ ἀργυρίου· καὶ δὲν ἐνόησα τὸν Πανάρετον, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Πετρίδης. Ἐν τῷ νομῷ Μεσσηνίας εἶνε δύο, ὁ εἷς ἀρχιεπίσκοπος καὶ ὁ ἕτερος ἐπίσκοπος· ὁ μὲν εἷς ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἐσπούδασεν ἐν Εὐρώπῃ....
§74ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἐσπούδασε πουθενά.
§75ΔΑΓΡΕΣ. Ἀλλὰ δὲν μοῦ λέγετε, ὑπάρχει τὸ ἐλάχιστον παράπονον κατὰ τοῦ Τριφυλίας; Ἂν ἐρωτήσητε δὲ τὸν ποιμαινόμενον λαὸν περὶ τοῦ Παναρέτου, δὲν θὰ εὕρητε ἕνα ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος νὰ τὸν δικαιολογήσῃ.
§76ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ Πανάρετος οὐ μόνον ἐσπούδασεν ἐν Εὐρώπῃ, ἀλλὰ καὶ σύγγραμμα ἐξέδωκεν ἄριστον. Τώρα, ἂν δὲν ἦναι καλὸς ἀρχιερεὺς, εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§77ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ἐννοῶ ὅλους, ἀλλὰ οἱ πλεῖστοι τῶν σπουδασάντων εἰς τὴν Εὐρώπην ἔρχονται μὲ χαλαρὰς θρησκευτικὰς ἰδέας. Ἐγὼ αὐτὸς ἄλλοτε ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Κολιάτσου, παρόντων καὶ ἄλλων 5–6 κληρικῶν, σπουδασάντων ἐν Εὐρώπῃ, μετὰ ὁμοίαν συζήτησιν περὶ θρησκευτικῶν, αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἐξέφρασα· τοῖς εἶπον: «ἂν εἶχον ἐξουσίαν, ἤθελον ἀπαγορεύσει τὴν χειροτονίαν ὑμῶν». Ὁ θέλων νὰ σπουδάσῃ θεολογίαν, τὴν σπουδάζει καὶ ἐν Ἀθήναις, χωρὶς νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Δύσιν, ὅπου, περικυκλούμενος ὑπὸ ἀλλοθρήσκων καὶ ἄλλων δογμάτων φοιτητῶν, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ μεταλάβῃ τῶν ἰδεῶν ἐκείνων. Ὅσοι θέλουν νὰ χειροτονηθοῦν ἀρχιερεῖς, ἂς ὑπάγουν εἰς τὴν Ρωσσίαν. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω νὰ συστήσω εἰς τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἱεροκηρύκων, ἵνα δίδηται πνευματικὴ τροφὴ εἰς τὰ ἀγροτικὰ πλήθη, τὰ ὁποῖα πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως εἶναι ἐγκαταλελειμμένα, νὰ φέρῃ δὲ νόμον περὶ μισθοδοσίας ἱερέων.
§78ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§79ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κύριοι, δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ ζητήματος ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν εὐρεῖαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν προσεπάθησαν νὰ τὸ πραγματευθῶσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, διότι δὲν καλούμεθα τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ συζητήσωμεν τὸ θέμα τοῦτο, εἰμὴ μόνον ὑπὸ τὴν στενὴν ἔννοιαν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐὰν τουτέστι τὸ ἀναγραφὲν κονδύλιον ἦναι ἐπαρκὲς ἢ οὔ. Τὰ τοῦ θέματος εἶναι ἄξια ἰδιαιτέρας νομοθετικῆς προνοίας, καὶ περὶ τούτου ἠσχολήθην, ὡς εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωσί τινες τῶν κυρίων συναδέλφων, καὶ συνέταξα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἕνεκα τῶν γνωστῶν λόγων δὲν ὑπεβλήθησαν εἰσέτι. Ἐξ ἀνάγκης ἄρα περιορίζομαι σήμερον μόνον εἰς τὰ περὶ ἀναγραφῆς τῆς πιστώσεως, καὶ συναινῶ νὰ ἀναγραφῇ πρόσθετος τοιαύτη ἐκ δραχμῶν 24,633 εἰς τὸ «Ἐπίδομα ἐπισκόπων». Τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν πλήρωσιν πασῶν τῶν χηρευουσῶν ἐπισκοπικῶν καὶ ἀρχιεπισκοπικῶν θέσεων ἐπὶ τέσσαρας μῆνας, ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου μέχρι τέλους τοῦ ἔτους. Οὕτω θὰ γένηται δυνατὸν νὰ συμπληρωθῶσι ταχέως αἱ χηρεύουσαι ἐπισκοπικαὶ ἕδραι, καὶ νὰ πληρωθῇ σπουδαιοτάτη ἀνάγκη, συμφώνως καὶ πρὸς τὴν εὐχὴν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης, αὐξηθέντος οὕτω τοῦ ποσοῦ εἰς δραχμὰς 125,633).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4. «Μισθοὶ ἱεροκηρύκων 38,400».
§81ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπέβαλα πρότασιν περὶ προσθήκης ὁδοιπορικῶν διὰ τοὺς ἱεροκήρυκας.
§82ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Ἡ ὑπάρχουσα πίστωσις ἐπαρκεῖ, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἔχομεν, ὅπως διορίσωμεν ἱεροκήρυκας. Ἂς προστεθῇ ὅμως ἓν ποσὸν δραχμῶν 3,000 δι’ ὁδοιπορικὰ ἱεροκηρύκων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης, ἀνελθόντος οὕτω τοῦ ποσοῦ εἰς δρ. 41,400).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5. «Ἐκκλησιαστικαὶ καὶ ἐκπαιδευτικαὶ ἐξωτερικαὶ δαπάναι 7,000».
§84ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου τούτου βεβαίως εἶναι νὰ δαπανᾶται τὸ κονδύλιον αὐτὸ μόνον διὰ τοὺς κληρικοὺς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ προτείνει νὰ γείνῃ ἀπάλειψις τοῦ «καὶ», ὅπως μὴ δυνηθῇ νὰ γένηται καταδολίευσις τοῦ ἄρθρου καὶ χρησιμοποιῆται ἡ πίστωσις καὶ εἰς κληρικοὺς ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ.
§85ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἄλλοτε ἡ δαπάνη αὕτη διῃρεῖτο εἰς δύο ἐδάφια, διὰ μαθητὰς ἀπόρους ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ διὰ μαθητὰς ἀπόρους κληρικούς. Πολὺ ὀρθῶς ἄλλοτε δὲν ἐγένετο διάκρισις μεταξὺ κληρικῶν ἐξωτερικοῦ καὶ ἐσωτερικοῦ, ἀλλ’ ἤρκει νὰ ἦναί τις κληρικός. Ἤδη ἡνώθησαν τὰ δύο ἐδάφια εἰς ἓν, καὶ ἂν ἀπαλειφθῇ τὸ «καὶ», ἀναγκαίως θὰ δίδωμεν τὴν συνδρομὴν εἰς μόνον κληρικοὺς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6. «Ἐκκλησιαστικαὶ ἐσωτερικαὶ δαπάναι 1170».
§87Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐν τῇ ἀκροπόλει Μονεμβασίας ὑπάρχει ναὸς Βυζαντινὸς, ᾠκοδομηθεὶς, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὑπὸ τοῦ Ἀνδρονίκου, ἐπὶ τῆς ἐξορίας αὐτοῦ. Ὁ ναὸς οὗτος εἶναι τέχνης λαμπρᾶς, ᾠκοδομημένος κατὰ τὸ σχέδιον τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει ναοῦ τῆς ἁγίας Σοφίας, τοῦ ὁποίου φέρει καὶ τὸ ὄνομα. Ἐπειδὴ δυστυχῶς ὁ ναὸς οὗτος εἶναι ἑτοιμόῤῥοπος, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅπως συναινέσῃ νὰ ἀναγραφῇ πίστωσις ἐκ δραχμῶν 1000 τοὐλάχιστον, πρὸς ἐπισκευὴν τοῦ ναοῦ τούτου, ἵνα γείνωσι στηρίγματά τινα καὶ διασωθῇ.
§88ΣΧΙΝΑΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι, προκειμένου περὶ τοιούτου ἀντικειμένου, οὔτε λόγος πρέπει νὰ γείνῃ, διότι εἶναι τοσαύτης σπουδαιότητος καὶ τοσαύτης ἀξίας τὰ διασωζόμενα ἔτι ἀρχαῖα λείψανα, ὥστε περὶ αὐτῶν πρέπει νὰ μεριμνῶμεν μετ’ ἰδιαζούσης προνοίας· φρονῶ δὲ, ὅτι ἔγκλημα θέλομεν πράξει, ἐὰν δὲν μεριμνήσωμεν περὶ τοῦ ἐν τῇ ἀκροπόλει Μονεμβασίας ἑτοιμοῤῥόπου ναοῦ, κατόπιν τῆς δηλώσεως τοῦ κ. συναδέλφου.
§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ περιελήφθη πίστωσις πρὸς ἐπισκευὴν κτιρίων, ἀνηκόντων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης δύναται νὰ ληφθῇ ποσόν τι, ἀναγκαῖον διὰ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ ναοῦ τῆς Μονεμβασίας, ὡς ἐπίσης καὶ ἄλλων ναῶν.
§90ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§91ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 6 συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ ἀντιμισθία τοῦ ἱερέως τοῦ ἐν Νέᾳ Πέλλῃ συνοικισμοῦ τῶν Μακεδόνων. Ἄλλοτε ἐπήρκει τὸ ποσόν, διότι ἦσαν ἀρκετοὶ κάτοικοι, σήμερον ὅμως οἱ πλεῖστοι τῶν κατοίκων ἀνεχώρησαν, ἕνεκα τῆς ἑλώδους καταστάσεως τοῦ μέρους, καὶ ἀνάγκη εἶναι νὰ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν τοὐλάχιστον κατὰ 60 δραχμάς.
§92ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Ἡ ἀντιμισθία λοιπὸν τοῦ ἱερέως νέας Πέλλης ἀντὶ δραχμῶν 540 ἂς γείνῃ 600. (Γίνεται δεκτὴ ἡ προσθήκη αὕτη καὶ ἡ αὔξησις τοῦ ὅλου ποσοῦ τοῦ ἄρθρου 6 ἀπὸ δραχ. 1170 εἰς δρ. 1230).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7. «Μισθὸς πνευματικῶν ἀρχηγῶν μωαμεθανικῶν κοινοτήτων δραχ. 8,400».
§94ΦΙΛΙΟΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ, ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ, νὰ ἀναγραφῇ ἀντιμισθία τις διὰ τὸν ἀρχιῤῥαβῖνον τῆς ἰσραηλιτικῆς κοινότητος Λαρίσσης, διότι καὶ αὐτὸς εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος, ἐκδίδει ἔγγραφα καὶ πιστοποιητικά. Ἀφοῦ λαμβάνουσι μισθὸν οἱ μουφτῆδες Λαρίσσης, Φαρσάλων, Τρικκάλων καὶ Βώλου, δίκαιον εἶναι νὰ λάβῃ καὶ ὁ ἀρχιῤῥαβῖνος.
§95ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον 7 περιλαμβάνει τοὺς μισθοὺς τῶν πνευματικῶν ἀρχηγῶν τῶν ἀλλοδόξων. Ἂς προστεθῇ λοιπὸν καὶ διὰ τοὺς ῥαβίνους Λαρίσσης καὶ Ἄρτης ποσὸν δραχμῶν 600 ἐπὶ 6 μῆνας. Ἂς διορθωθῇ δὲ ἡ φράσις «μωαμεθανικῶν κοινοτήτων» εἰς «ἀλλοθρήσκων κοινοτήτων».
§96ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐγὼ εἶχον ζητήσει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6. Θὰ πληροφορήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι ἀπὸ τὴν ἐκποίησιν τῶν κτημάτων τῶν ἐπισκοπῶν Θήρας εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον πλέον τῶν 500,000 δραχμῶν, ἀνεγράφετο δὲ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ποσὸν πρὸς συντήρησιν τριῶν ναῶν ἐν Θήρᾳ 600 δραχμῶν· οἱ ναοὶ οὗτοι πλησιάζουσι νὰ καταστραφῶσι. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν, ἐπειδὴ τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι δίκαιον, κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος νὰ ἀναγραφῇ πίστωσις πρὸς συντήρησιν αὐτῶν.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον 7 διορθοῦται ὡς ἑξῆς: «Μισθὸς πνευματικῶν ἀρχηγῶν ἀλλοθρήσκων», τὸ δὲ ποσὸν αὐξάνεται κατὰ 600 δραχμὰς διὰ μισθοδοσίαν τῶν ῥαβίνων Λαρίσσης καὶ Ἄρτης ἐπὶ 6 μῆνας, ἤτοι ἀντὶ 8,400 γίνεται 9,000.
§98ΣΕΧΟΣ. Καὶ διὰ τὸν ἐν Κερκύρᾳ ῥαβῖνον τίποτε;
§99ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ διὰ τὸν ἐν Χαλκίδι ῥαβῖνον;
§100ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρόκειται μόνον περὶ τῶν ῥαβίνων τῶν νέων ἐπαρχιῶν.
§101ΣΕΧΟΣ. Καὶ μήπως ὁ τῆς Κερκύρας δὲν εἶναι ἀληθὴς ἰσραηλίτης; (ἱλαρότης). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7 μετὰ τῆς προσθήκης τῶν 600 δραχμῶν, καὶ τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου 2, ἀνερχόμενον μετὰ τῶν γενομένων προσθηκῶν εἰς δραχ. 225,813).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 3. Ἀνωτέρα καὶ μέση ἐκπαίδευσις. Ἄρθρον 1. «Προσωπικὸν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου 276,300».
§103Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μακρὰ συζήτησις ἔλαβε χώραν πρὸ ὀλίγου περὶ ἐπισκόπων καὶ ἀρχιεπισκόπων, καὶ ἠκούσαμεν γνώμας καὶ παράπονα, ὅτι δὲν ἔχομεν κληρικούς ἀξίους τοῦ προορισμοῦ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἀπαντῶ εἰς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους: πῶς θέλετε νὰ ἔχωμεν κληρικοὺς ἀξίους, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν Σχολὴν Θεολογικὴν, δυναμένην νὰ ἀναπτύξῃ καὶ μορφώσῃ τὸν κλῆρον, ὅπως μορφῶνται ἀρχιερεῖς; Ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ σήμερον, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, δὲν εἶναι Σχολὴ, εἶναι σκελετὸς Σχολῆς, διότι ἐκ τῶν 18 ἑδρῶν αὐτῆς μόνον 3 ἢ 4 εἶναι πλήρεις, αἱ λοιπαὶ δὲ θέσεις, τῆς ῥητορικῆς τοῦ ἄμβωνος, τῆς κατηχητικῆς, τῆς λειτουργικῆς, τῆς δογματικῆς καὶ πολλαὶ ἄλλαι λείπουσι. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν οὔτε ἐγὼ οὔτε ἡ Σχολὴ νὰ πληρωθῶσιν ὅλαι αἱ ἕδραι, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ δαπάνη 2,000 δραχμῶν διὰ τὴν ἕδραν τῆς ῥητορικῆς τοῦ ἄμβωνος, διότι δι’ αὐτῆς θὰ μορφωθῶσιν ἱεροκήρυκες. Τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει παραστάσεις περὶ τούτου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως προστεθῇ δαπάνη διὰ τὴν ἕδραν ταύτην.
§104ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅπως ἔχει τὴν σήμερον ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Ἐθνικοῦ ἡμῶν Πανεπιστημίου, πρέπει ἢ νὰ συμπληρωθῇ ἢ νὰ καταργηθῇ ὅλως. Πρὸς συμπλήρωσιν αὐτῆς θεωρῶ ὅλως ἀνεπαρκῆ τὴν μίαν μόνην ἕδραν, ἣν προέτεινεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας. Ἡ Θεολογία, Κύριοι, πλὴν τοῦ μαθήματος τῆς Ἐγκυκλοπαιδείας, δι’ ἧς εἰσάγεται, οὕτως εἰπεῖν, εἰς αὐτὴν ὁ θέλων ν’ ἀσχοληθῇ περὶ τὴν ἐπιστήμην ταύτην, περιλαμβάνει τέσσαρας κλάδους, τὸν ἐξηγητικὸν, τὸν ἱστορικὸν, τὸν συστηματικὸν καὶ τὸν πρακτικόν. Ἕκαστος τῶν κλάδων τούτων ὑποδιαιρεῖται εἰς πλείονα μαθήματα. Ὁ ἐξηγητικὸς περιλαμβάνει τὴν Ἑρμηνείαν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πρὸς τῇ διδασκαλίᾳ τῆς Ἑβραϊκῆς, τὴν Ἑρμηνείαν τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ τὰς βοηθητικὰς αὐτῶν ἐπιστήμας: Ἑβραϊκὴν Ἀρχαιολογίαν, Εἰσαγωγὴν εἰς τὴν Παλαιὰν καὶ Καινὴν Διαθήκην, Κριτικὴν καὶ Ἑρμηνευτικήν. Ὁ ἱστορικὸς κλάδος περιλαμβάνει τὴν Ἱερὰν Ἱστορίαν, τὸν Βίον τοῦ Ἰησοῦ, τὸν Βίον τῶν Ἀποστόλων καὶ τὴν σύστασιν τῆς Ἐκκλησίας, τὴν Ἐκκλησιαστικὴν Ἱστορίαν, καὶ τὰς βοηθητικὰς ἐπιστήμας: Ἱστορίαν τῶν Δογμάτων, Πατρολογίαν, Συμβολικὴν, Ἐκκλησιαστικὴν Ἀρχαιολογίαν καὶ Στατιστικήν. Ὁ συστηματικὸς κλάδος περιλαμβάνει τὴν Ἀπολογητικὴν, τὴν Δογματικὴν καὶ τὴν Ἠθικὴν, καὶ ὁ πρακτικὸς τὴν Κατηχητικὴν, τὴν Λειτουργικὴν, τὴν Ὁμιλητικὴν, τὴν Ποιμαντικὴν καὶ τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Δίκαιον. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ἡ θεολογικὴ ἐπιστήμη περιλαμβάνει ὑπὲρ τὰ 20 μαθήματα, δι’ ἃ ἀπαιτοῦνται κυρίως περὶ τοὺς 10 καθηγητάς. Καὶ ὅμως τὶς θὰ τὸ πιστεύσῃ; Ἡ Θεολογικὴ ἡμῶν Σχολὴ ἔχει τέσσαρας μόνον καθηγητὰς, ἤτοι δύο διὰ τὸν ἐξηγητικὸν, ἀνὰ ἕνα διὰ τὸν ἱστορικὸν καὶ συστηματικὸν καὶ οὐδένα διὰ τὸν πρακτικὸν κλάδον. Ἠπόρησάν τινες τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτε ἤκουσαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀποκρούοντος τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Αἰτωλίας κ. Χατζοπούλου περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἱεροκηρύκων, διὰ τὸν λόγον, ὅτι δὲν ἔχομεν ἱκανοὺς πρὸς τοῦτο κληρικούς. Καὶ πῶς θέλετε νὰ μορφωθῶσιν ἱεροκήρυκες ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἐν αὐτῷ καθηγητὴς τῆς Ὁμιλητικῆς, ἤτοι τῆς ἐκκλησιαστικῆς ῥητορικῆς; Παρετήρησα, Κύριοι, εὐχαρίστως τὸ ἐνδιαφέρον, ὅπερ ἔδειξε τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ Βουλὴ ὑπὲρ τῆς μορφώσεως τοῦ κλήρου ἡμῶν, ἀλλ’ ἡ μόρφωσις αὕτη δὲν δύναται νὰ ἐπενεχθῇ ἄνευ πλήρους Θεολογικῆς Σχολῆς. Διὰ τοῦτο θεωρῶ κατεπείγουσαν τὴν προσθήκην εἰς αὐτὴν τριῶν ἔτι ἑδρῶν τοὐλάχιστον.
§105ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ τὴν χρησιμότητα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς· ἀλλὰ καὶ ἄλλαι Σχολαὶ εἶναι ἐλλιπεῖς, τὸ δὲ ζήτημα τῆς συμπληρώσεως αὐτῶν εἶναι ζήτημα ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου· δὲν δύναται νὰ λυθῇ διὰ μιᾶς πιστώσεως.
§106ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐδ’ ἐγὼ ἀξιῶ τοιοῦτόν τι. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀχαΐας, ἐὰν εἶχε τὴν ὑπομονὴν ν’ ἀκούσῃ τὸ τέλος τοῦ λόγου μου, θὰ ἔβλεπεν, ὅτι ἐγώ, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ἀντωνοπούλου νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς συμπληρώσεως τῆς Θεολογικῆς τοῦ Πανεπιστημίου Σχολῆς, δὲν ἐνόουν βεβαίως, ὅτι αὕτη ἠδύνατο νὰ γείνῃ διὰ τῆς ἀναγραφῆς τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἐγὼ συνέστησα τὴν προσθήκην τριῶν ἔτι τοὐλάχιστον ἑδρῶν εἰς αὐτήν, μιᾶς εἰς τὸν ἱστορικὸν καὶ δύο εἰς τὸν πρακτικὸν αὐτῆς κλάδον, διότι γινώσκω, ὅτι ὑπάρχουσι νῦν τέσσαρες κεναὶ ἕδραι ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ἐξ ὧν θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διαθέσῃ τὰς τρεῖς ἐξ αὐτῶν ὑπὲρ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, πρᾶγμα συγχωρούμενον κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου, ἐπιφυλαττόμενος νὰ ζητήσω δύο ἔτι ὑπὲρ αὐτῆς ἕδρας, ἐάν ποτε εἰσήγετο εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νέου ὀργανισμοῦ αὐτοῦ. Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι πρέπει ἢ νὰ συμπληρωθῇ οὕτως ἡ Θεολογικὴ Σχολή, ἢ νὰ καταργηθῇ ὅλως· διότι, ὡς ἔχει νῦν, εἶναι παρῳδία Θεολογικῆς Σχολῆς, οὐδόλως ἐκπληροῦσα τὸν προορισμόν της, ματαία δὲ ὅλως ἀποβαίνει καὶ ἡ δαπάνη πρὸς συντήρησιν τῶν τεσσάρων ἐν αὐτῇ ἑδρῶν.
§107ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἔχω καθῆκον νὰ ἑνώσω τὴν παράκλησίν μου, συνιστῶν τὴν πρότασιν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, καὶ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ. Ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ χωλαίνει σκανδαλωδῶς. Δὲν ἔχει ἐλλείψεις, ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ὑπάρχει Σχολή. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίσῃ ἀναγκαῖον νὰ δεχθῇ τὰς προτάσεις περὶ συμπληρώσεως τῶν ἐπισκοπικῶν ἑδρῶν, κατὰ πλείονα λόγον μοὶ φαίνεται, ὅτι ὀφείλει νὰ δεχθῇ, ὅπως ἀναγραφῇ πίστωσις πρὸς συμπλήρωσιν τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς. Ἐὰν δὲν συμβαίνῃ πάντοτε νὰ εὑρίσκωμεν ἱκανοὺς ἐπισκόπους, τοῦτο εἶναι, διότι ὁ νόμος δὲν ἀναγράφει προσόντα.
§108ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά, ἀρκετά.
§109ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἀναγραφῇ πίστωσις διὰ τρεῖς ἕδρας, ἢ νὰ καταργηθῇ ἡ Σχολή, διότι εἶναι ἐντροπὴ νὰ λέγωμεν, ὅτι ἔχομεν Σχολὴν Θεολογικὴν ἄνευ καθηγητῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα (2) «Προσωπικὸν Γραφείου» καὶ 2 «Προσωπικὸν Ἀστυκλινικῆς».)
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3. «Ἔξοδα Ἀκαδημίας 3,202».
§111ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Παρακαλῶ ἐνταῦθα νὰ προστεθῇ δαπάνη δραχμῶν 960 δι’ ἀντιμισθίαν ἑνὸς ἔτι κλητῆρος, τὸ ὅλον 4,162. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 μὲ τὴν προσθήκην ταύτην).
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4. «Προσωπικὸν Βιβλιοθηκῶν 29,160».
§113ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μετὰ λύπης παρατηρῶ, ὅτι κατηργήθη ὁ μισθὸς ἑνὸς βιβλιοφύλακος. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη σήμερον μένει ἀνοικτὴ καὶ τὴν νύκτα, ἑπομένως ἔχει ἀνάγκην μείζονος προσωπικοῦ.
§114ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Ἔχω ὑποβάλει δήλωσιν, ὅπως τὸ ἄρθρον 4 τοῦ κεφαλαίου 3 αὐξηθῇ κατὰ 4,080 δραχμάς· ὥστε γίνεται τὸ ὅλον δρ. 33,240.
§115ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐγγραφῇ καὶ ποσὸν πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς τυπώσεως τῶν καταλόγων τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης.
§116ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀνάγκην ταύτην μοὶ παρέστησε καὶ ὁ ἔφορος τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης, οὐχ ἧττον ἐν συνεννοήσει μετ’ αὐτοῦ ἀπεφασίσθη νὰ μείνῃ τὸ ποσὸν ὡς ἔχει· ἂν δὲ παρουσιασθῇ ἔλλειψίς τις, δύναται ν’ ἀναπληρωθῇ ἐξ ἄλλων πόρων, ὥστε νὰ μὴ προσκόψῃ ἡ σύνταξις τοῦ καταλόγου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 μετὰ τῆς προσθήκης τῶν 4,080 δραχμῶν, ἐν ὅλῳ δρ. 33,240. Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 ὡς ἔχει).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6. «Προσωπικὸν Ἀστεροσκοπείου 8,760».
§118ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντες ἐνθυμούμεθα, ὅτι πολὺς καὶ μακρὸς ἐγένετο ἐνταῦθα λόγος πέρυσιν, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ Διευθυντοῦ τοῦ Ἀστεροσκοπείου· τοιοῦτος διωρίσθη μετὰ ταῦτα, κατὰ τὸν νέον νόμον, ὁ κ. Αἰγινήτης, οὗ ἡ ἀξία καὶ ἡ ἱκανότης παρὰ πάντων ἀναγνωρίζεται. Ἀλλὰ κατ’ ἀντίστροφον λόγον τὸ Ἀστεροσκοπεῖον καθίσταται, κατέστη σχεδὸν ἄχρηστον, ἕνεκα τῆς ἀπολύτου ἀδυναμίας τοῦ κ. Αἰγινήτου πρὸς ἐργασίαν, διὰ τὴν ἔλλειψιν παντὸς μέσου. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἀστεροσκοπείου ἀναγράφεται ποσὸν δραχμῶν 8,760 μόνον, ἐκ τούτων δὲ αἱ μὲν δρ. 7,200 εἰσὶν ὁ μισθὸς τοῦ διευθυντοῦ, αἱ δὲ λοιπαὶ 1560 προορίζονται διὰ τὰς λοιπὰς δαπάνας, ἤτοι μισθὸν βοηθοῦ δρ. 1200 καὶ φύλακος δρ. 360· ἐν δὲ τῷ ἑπομένῳ ἄρθρῳ 6 ἀναγράφεται δαπάνη δρ. 1000 ὡς «ἔξοδα Ἀστεροσκοπείου», ἤτοι διὰ καθημερινὰς χρείας, φωτισμὸν, θέρμασιν κλπ. δρ. 800, καὶ διὰ μετεωρολογικὰ τηλεγραφήματα καὶ ἀλληλογραφίαν μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ δραχ. 200. Διὰ τοιούτων δαπανῶν καὶ τοιούτων μέσων βεβαίως τὸ Ἀστεροσκοπεῖον καθίσταται καὶ διατελεῖ ἄχρηστον· ἀδυνατεῖ ἐν πρώτοις νὰ ἐκτελέσῃ ἀκριβῶς καὶ αὐτὰς τὰς μετεωρολογικὰς παρατηρήσεις, αἵτινες, καὶ καθ’ ἑαυτὰς οὖσαι σπουδαῖαι καὶ ὠφελιμώταται, φέρουσιν ἡμᾶς εἰς τιμητικὸν σύνδεσμον μετὰ τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν, μεθ’ ὧν ἀνταλλάσσομεν τὰς μετεωρολογικὰς πληροφορίας. Πλὴν τούτων ὅμως, οὐδ’ ἑτέραν, μικροτέραν ἔτι, ὑπηρεσίαν δύναται νὰ παράσχῃ τὸ Ἀστεροσκοπεῖον ἡμῶν, οὐδὲ τὴν μεσημβρίαν κἂν δεικνύει πλέον εἰς τὴν πόλιν, διότι ὁ μόνος φύλαξ, ὁ ἀνυψῶν καὶ τὴν σημαίαν, ἐδραπέτευσεν ἐκεῖθεν ἐκ πείνης, διότι αἱ 30 δραχμαὶ κατὰ μῆνα βεβαίως δὲν ἀρκοῦσιν αὐτῷ· ἀλλὰ καὶ ἄν ἀρκῶσι, τίς θ’ ἀγοράσῃ αὐτῷ τρόφιμα, ἀφοῦ δὲν ἔχει ἀντικαταστάτην; Καὶ ταῦτα μέν εἰσι τὰ ἐπουσιωδέστερα, τὰ ἐπίγεια οὕτως εἰπεῖν ἐνασχολήματα τοῦ Ἀστεροσκοπείου. Τί δὲ νὰ εἴπῃ τις περὶ τῆς κυρίας ἐργασίας αὐτοῦ, τῆς ἐπουρανίου; Καὶ κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ ἐργασθῇ ὁ ἀξιώτατος νέος διευθυντής, στερούμενος τηλεσκοπίων καὶ ἄλλων ἀναγκαίων ὀργάνων; Ἄλλοτε ὑπὸ ὅρους βελτίονας παρέσχε τὸ Ἀστεροσκοπεῖον ἡμῶν εἰς τὴν ἐπιστήμην ὑπηρεσίας ἐκτιμηθείσας μεγάλως. Καὶ νῦν πρέπει νὰ χορηγηθῶσιν αὐτῷ τὰ μέσα πρὸς τοῦτο. Γινώσκω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει ὑπὸ τὴν διάθεσιν αὐτοῦ χρηματικὸν ποσὸν ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν ἐκ τοῦ κληροδοτήματος Δωρίδου. Ταύτας δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ χρησιμοποιήσῃ πρὸς βελτίωσιν τοῦ Ἀστεροσκοπείου, ἵνα δυνηθῇ τοῦτο νὰ λειτουργήσῃ, ἀφοῦ εὐτυχῶς ἔχομεν ἀστρονόμον ἄριστα κατηρτισμένον.
§119ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὰ περὶ τῶν ἐλλείψεων τοῦ Ἀστεροσκοπείου εἶναι τόσον ὡμολογημένα καὶ ἀνεγνωρισμένα παρὰ πάντων, ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω οὔτε λέξιν· δυστυχῶς ὅμως διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ἐπαρκὴς πρόνοια πρὸς θεραπείαν τῶν ἐλλείψεων τούτων. Ἔχομεν προέλθει εἰς σκέψεις καὶ μελέτας ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ κ. Αἰγινήτου, αἵτινες ἀπέληξαν εἰς διατύπωσιν νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως χρόνου δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ τοῦτο νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ συνόδῳ ταύτῃ. Ἐν τούτοις ἐκ τῶν ἐνόντων πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις πρὸς θεραπείαν τῶν μᾶλλον κατεπειγουσῶν, ἵνα μὴ εἴπω κραυγαζουσῶν, ὡς ἄλλος τις εἶπεν, ἀναγκῶν, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ, ὅπως ἀντὶ τῶν δραχμῶν 800, ὡς ἐν τῷ φύλλῳ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, σελ. 12, ἀναφέρεται, «διὰ καθημερινὰς χρείας, φωτισμόν, θέρμανσιν καὶ λοιπὰς ἀνάγκας τοῦ Ἀστεροσκοπείου», ἀναγραφῶσι δραχμαὶ 2,800. Ἐπίσης νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο καὶ ἐδάφιον γʹ, ὡς ἑξῆς: «διὰ τὴν σύστασιν μετεωρολογικῶν σταθμῶν δραχμαὶ 15,000».
§120ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ δώσητε ἕνα βοηθόν.
§121ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἷς βοηθὸς ὑπάρχει· ἐὰν ἐννοῆτε περὶ προσθήκης ἑνὸς ἔτι βοηθοῦ, δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ πράξωμεν, διότι χρειάζεται πρὸς τοῦτο εἰδικὸς νόμος. Διὰ τοῦτο προσεθέσαμεν τὰς 2,000 δραχμὰς, ἵνα ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου γένηται δυνατὸν, ὅπως εἴς τινας περιστάσεις βοηθῆται ὁ διευθυντὴς ὑπὸ ἐκτάκτου τινὸς ὑπαλλήλου, ἀμειβομένου ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης· ἔχω δὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ δυνηθῶμεν καὶ ἐξ ἄλλου πόρου καὶ ὡρισμένως, μοὶ φαίνεται, ἐκ τοῦ κληροδοτήματος Δωρίδου, νὰ πορισθῶμεν τὰ μέσα, ὅπως ἐπαρκέστερον ἐπέλθωμεν ἀρωγοὶ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἀστεροσκοπείου, ἕως ὅτου γένηται δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ εἰδικὸς νόμος, ὅτε καὶ τὰ περὶ τῆς δαπάνης ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἢ ἐκ κληροδοτημάτων θὰ κανονισθῶσι τακτικώτερον.
§122ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Περὶ τοῦ φύλακος;
§123ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ μισθὸς τοῦ φύλακος εἶναι ὡρισμένος διὰ τοῦ νόμου, δὲν δύναται δὲ ἡ Βουλὴ νὰ τὸν αὐξήσῃ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6 ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, «Ἔξοδα Ἀστεροσκοπείου», μετὰ τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν προταθεισῶν προσθηκῶν ἐκ δρ. 17,000, αὐξηθέντος οὕτω τοῦ ποσοῦ εἰς δρ. 18,000. Ἀκολούθως γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 8ον «Προσωπικὸν Βοτανικοῦ κήπου» καὶ 9ον «Ἔξοδα»).
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10. «Συνδρομαὶ καὶ βοηθήματα 11,300».
§125ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Χθὲς ἐψηφίσαμεν μίαν δαπάνην 4,000 δραχμῶν διὰ τὸν Διδασκαλικὸν Σύλλογον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐδῶ πάλιν βλέπω ἀναγεγραμμένην εἰς τὸ φύλλον τῶν λεπτομερειῶν πίστωσιν 700 δραχμῶν. Δι’ αὐτὸ προτείνω τὴν ἀπάλειψιν αὐτῆς.
§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Διδασκαλικὸς Σύλλογος ἐκδίδει περιοδικόν, τὸν «Πλάτωνα», καὶ διὰ τοῦτο ἀνεγράφη τοιαύτη πίστωσις· εἶναι ἴσως ὁ μόνος Σύλλογος, ὁ ὁποῖος εἰσφέρει πνευματικῶς εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου.
§127ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἶναι τόσον μικρὰ ἡ δαπάνη, καὶ τόσον καλαὶ αἱ ἐργασίαι τοῦ Συλλόγου, ὥστε δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ πίστωσις αὕτη. Ἐπίσης προτείνω, ὅπως ἡ διὰ τὴν Ἱστορικὴν καὶ Ἐθνολογικὴν Ἑταιρίαν συνδρομὴ ἀπὸ 400 δραχμῶν ἀναβιβασθῇ εἰς 800.
§128ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§129ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ στέρξῃ, ὅπως εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο προστεθῶσι 500 δραχμαί, αἵτινες νὰ δοθῶσι διὰ τὴν «Ἱστορίαν τῶν Ἀθηνῶν» τοῦ κ. Δ. Καμπούρογλου, διότι νομίζω τὸ ἔργον χρήσιμον.
§130ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει περὶ τούτου.
§131ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Παραδεχόμεθα νὰ προστεθῶσι 500 δραχμαί. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10 μετὰ τῶν ἀνωτέρω προσθηκῶν, ἀνερχομένου οὕτω τοῦ ποσοῦ εἰς δραχμὰς 12,200).
§132ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καλὸν εἶναι, κύριε Πρόεδρε, νὰ γείνῃ μικρὰ διακοπή.
§133ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ ἡμίσειαν περίπου ὥραν).
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11 «Προσωπικὸν ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας δρ. 46,560»).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12. «Ἔξοδα ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας 91,500».
§136ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ τὴν προσθήκην πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 60,000, ἀπαιτουμένης διὰ τὴν ἑξῆς ἀνάγκην. Ἀνασκαπτομένων ἐν Ἀθήναις ἰδιοκτήτων τινῶν τόπων πρὸς ἀνέγερσιν οἰκοδομῶν, ἀνεκαλύφθησαν ἀρχαιότητες πολλοῦ λόγου ἄξιαι, κατὰ τὰς παραστάσεις τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας. Ἡ ἀνακάλυψις αὕτη ἐπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως, συνεννοούμενον μετὰ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, ὅπως ἐμποδίσῃ τὴν πρόοδον τῆς ἐργασίας εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας· ἀλλ’ ἐνῷ ἀπηγορεύθη εἰς αὐτοὺς ἡ πρόοδος τῆς οἰκοδομῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲν ὑπῆρχον τὰ μέσα, ὅπως ἀγορασθῶσιν οἱ τόποι οὗτοι. Ἀπετάθημεν πρὸς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, ὅπως παράσχῃ τὴν συνδρομὴν αὐτῆς πρὸς τὴν ἀνάγκην ταύτην, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἀπήντησεν, ὅτι δὲν δύναται. Ἑπομένως τὰ πράγματα ἔμειναν ἐκκρεμῆ, οἱ δὲ ἰδιοκτῆται δικαίως παραπονοῦνται καὶ ἐξακολουθοῦσι παραπονούμενοι καθ’ ἑκάστην, λέγοντες ἡμῖν: «ἂν σᾶς χρησιμεύωσι τὰ οἰκόπεδά μας, ἀγοράσατέ τα, ἄλλως ἀφήσατέ μας νὰ οἰκοδομήσωμεν». Ἔχουσι δὲ δίκαιον, διότι δὲν δικαιούμεθα νὰ καταδικάσωμεν εἰς ἀδράνειαν τὴν ἰδιοκτησίαν των. Τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται πρὸς τὴν ἀγορὰν ταύτην κατὰ τὰς γενομένας ἐκτιμήσεις, ἀνέρχεται εἰς πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν. Δὲν ἀναγράφομεν ὅμως ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦτο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ μόνον μέρος αὐτοῦ, ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ, ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία θέλει δυνηθῆ βραδύτερον νὰ μᾶς βοηθήσῃ ἐν μέρει. Ἂν ὅμως ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία δὲν δυνηθῇ νὰ πράξῃ τοῦτο, τότε θέλομεν περιορισθῆ, ὅπως διὰ τοῦ ἀναγραφομένου ποσοῦ ἐξαγοράσωμεν τοὺς πολυτιμοτέρους τόπους, διότι δυστυχῶς δὲν δύναται ὁ προϋπολογισμὸς νὰ βαρυνθῇ μὲ τὸ ὅλον τῆς δαπάνης.
§137ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ ψηφισθῇ δαπάνη ὡρισμένη πρὸς ἀγορὰν γηπέδων, ἐν οἷς ἀνεκαλύφθησαν ἀρχαιότητες, ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο, ὅπως περιορίζεται, εἶναι ἀνεπαρκές. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, χωρὶς νὰ εἴπῃ τίνες εἶναι οἱ ἰδιοκτήτοι χῶροι, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἀνεκαλύφθησαν ἀρχαιότητες, ζητεῖ ἀορίστως προσθήκην 60,000 δραχμῶν, ἵνα ἐξαγοράσῃ αὐτοὺς κατὰ τὸ ἥμισυ, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιτρία θέλει προσθέσει τὸ ἕτερον ἥμισυ. Ἐν τούτοις φρονῶ, ὅτι τὸ μέτρον πρέπει νὰ ἦναι γενικώτερον καὶ μᾶλλον ὡρισμένον. Ἐν Πάτραις π.χ. προκειμένου νὰ ἐγείρῃ οἰκίαν ὁ Δημήτριος Πατρινὸς, προέβη εἰς ἐργασίας προκαταρκτικὰς, αἵτινες ἔφερον εἰς φῶς ᾠδεῖον μεγίστης ἀρχαιολογικῆς ἀξίας, ἕνεκα δὲ τῆς ἀνακαλύψεως ταύτης παρεκωλύθη, ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἀπὸ τοῦ νὰ ἀνεγείρῃ τὴν οἰκοδομήν του· οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐστερήθη καθ’ ὁλοκληρίαν τῆς ἐλευθέρας διαθέσεως τῆς ἰδιοκτησίας του. Ὥστε δίκαιον εἶναι νὰ ἐξαγορασθῇ τὸ οἰκόπεδόν του, ὅπερ ἔχει ἀξίαν κατ’ ἐλάχιστον ὅρον πεντήκοντα χιλιάδων δραχμῶν. Καὶ ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ζητεῖ πίστωσιν μόνον 60,000 δραχμῶν δι’ ὅλα τὰ γήπεδα ἢ οἰκόπεδα, ἐν οἷς ἀνεκαλύφθησαν ἀρχαιότητες. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ ἀναγραφῇ εἰδικῶς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πίστωσις δραχμῶν 45,000, ἡ ὁποία κατὰ προσέγγισιν θέλει χρησιμεύσει πρὸς ἐξαγορὰν τοῦ οἰκοπέδου τοῦ Δημητρίου Πατρινοῦ ἐν Πάτραις. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι δὲν ὑποβάλλεται πρότασις παρὰ Βουλευτοῦ πρὸς προσθήκην ποσοῦ μὴ ἀναγραφομένου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἢ πρὸς ἀπονομὴν συντάξεως· ἀλλ’ ὅταν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἦναι ἀναγεγραμμένον κονδύλιον σχετικὸν, νομίζω ὅτι ἔχει δικαίωμα πλέον ὁ Βουλευτὴς νὰ ζητήσῃ τὴν αὔξησιν.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀόριστον.
§139ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀδιάφορον. Ἀρκεῖ ὅτι τὸ κονδύλιον εἶναι ἀναγεγραμμένον· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει δύναται ὁ Βουλευτὴς νὰ προτείνῃ τὴν τροποποίησιν αὐτοῦ, ζητῶν εἴτε τὴν ἐλάττωσιν εἴτε τὴν αὔξησιν.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν, ἐὰν παραδέχηται νὰ τεθῇ ὡρισμένον ποσὸν ἐκ 45,000 δραχμῶν πρὸς ἀποζημίωσιν οἰκοπέδου ἐν Πάτραις τοῦ Δημητρίου Πατρινοῦ.
§141ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὴν προτείνει τὸ Ὑπουργεῖον;
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν προτείνει ὁ κ. Βουλευτής.
§143ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τότε εἶναι ἀπαράδεκτος.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε θὰ ἐρωτήσω πρῶτον τὴν Βουλὴν περὶ ἀπαραδέκτου.
§145ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι πᾶσα πρότασις περὶ αὐξήσεως ἢ μειώσεως ἀναγεγραμμένου κονδυλίου εἶναι δεκτή, ἔστω καὶ ἂν ὑποβάλληται ὑπὸ Βουλευτοῦ.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος (ἀναγινώσκει): «Οὐδεμία πρότασις, ἀφορῶσα αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ μισθοδοσίαν ἢ σύνταξιν ἢ ἐν γένει δι’ ὄφελος προσώπου, πηγάζει ἐκ τῆς Βουλῆς».
§147ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἀποζημιώσεως.
§148ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Ἄν ἡ Πολιτεία ἔχῃ ἀνάγκην τῆς ἰδιοκτησίας πολίτου τινός, ὀφείλει νὰ τὸν ἀποζημιώσῃ· ὥστε δὲν πρόκειται ἐδῶ περὶ ὠφελείας προσώπου, ὁπότε δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑποβληθῇ πρότασις παρὰ Βουλευτοῦ. Πῶς λοιπὸν θέλετε νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑπέβαλον, ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν, μόνον ἐὰν πρόκηται περὶ ὠφελείας ἀπονεμηθησομένης εἴς τι πρόσωπον, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Βουλευτὴν νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν; Περὶ τούτου πρόκειται ἐνταῦθα; Βεβαίως ὄχι.
§149ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶναι ἐκκαθαρισμένη ἡ ἀπαίτησις δικαστικῶς;
§150ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφισβήτησις περὶ τῆς κυριότητος τοῦ Πατρινοῦ.
§151ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Περὶ τῆς ἀξίας της ἐννοῶ.
§152ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνατὸν περὶ τούτου νὰ ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις, ἀλλ’ ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον θέλῃ νὰ ἀγοράσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτὴν, θὰ προκαλέσῃ πραγματογνωμοσύνην. Ἐγὼ σήμερον δὲν ζητῶ νὰ ὁρισθῇ ποσὸν, ἵνα τὸ λάβῃ ὁ ἰδιοκτήτης αὐτὸς, ζητῶ νὰ ὁρισθῇ ποσὸν κατὰ προσέγγισιν ὡς πίστωσις, ἀπὸ τὴν ὁποίαν θὰ πληρωθῇ ὁ ἰδιοκτήτης, ὅταν οἱ πραγματογνώμονες ἀποφανθῶσι (διάλογοι).
§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ χώρου, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ἀνευρέθη ἡ ἀρχαιότης, ἔχει δίκαιον ἀνεγνωρισμένον καὶ ἀναμφισβήτητον. Ὁ ἰδιοκτήτης ἔχει δικαίωμα νὰ ποιῆται οἱανδήποτε θέλει χρῆσιν τῆς ἰδιοκτησίας του· ἐὰν ὅμως τὸ Κράτος ἀναστέλλῃ τὸ δικαίωμα αὐτοῦ, ἀπαγορεῦον αὐτῷ νὰ ποιῆται οἱανδήποτε θέλει χρῆσιν τῆς ἰδιοκτησίας του, ὁ ἰδιοκτήτης ἔχει δικαίωμα νὰ εἴπῃ εἰς τὸ Κράτος: «ἀποζημίωσέ με»· οὐδεὶς δὲ δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ ἰδιοκτήτου. Εἰς τοιαύτην εὑρίσκεται περίπτωσιν, καθ’ ἃ εἶπον οἱ προαγορεύσαντες, ὁ ἐν Πάτραις ἰδιοκτήτης κ. Πατρινός. Ἡ Κυβέρνησις βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραγνωρίσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ἂν ἡ πίστωσις, τὴν ὁποίαν ἀνέγραψεν ἐν τῇ προϋπολογισμῷ, ἐπαρκῆ, ἵνα ἀποζημιώσῃ τὸν κ. Πατρινόν. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀνεγράφη πίστωσις 60,000 δραχμῶν ἄνευ εἰδικοῦ τινος προορισμοῦ, ἀλλὰ μόνον ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς ἀποζημίωσιν ἰδιοκτητῶν, τῶν ὁποίων θὰ κατελάμβανε τὰς ἰδιοκτησίας ἕνεκεν ἀνάγκης δημοσίας· ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἦναι ἐπαρκὲς εἰς ἀποζημίωσιν τοῦ κ. Πατρινοῦ, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως θέλει συνεννοηθῆ μὲ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, καὶ θέλει παρακαλέσει αὐτὴν νὰ καταβάλῃ τὸ ποσὸν, πρὸς ἀποζημίωσιν τοῦ κ. Πατρινοῦ, ἐπὶ τῇ ὑποσχέσει, ἵνα ἐπιστρέψῃ εἰς αὐτὴν μετὰ ταῦτα τὰ χρήματα. Οὕτως ἐγένετο πολλάκις. Διὰ τὰς ἐν Ἐλευσῖνι ἀνασκαφὰς ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, ἐπιθυμοῦσα νὰ καταλάβῃ διάφορα οἰκόπεδα δι’ ἐρεύνας ἀρχαιολογικάς, κατέβαλε τὸ ποσὸν, ἀντὶ τοῦ δημοσίου ταμείου, ὅπερ κατόπιν ἀπεζημίωσεν αὐτήν. Διὰ νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν λοιπὸν τὸν προϋπολογισμὸν πέραν τοῦ δέοντος, καθόσον δὲν γνωρίζομεν, ἐὰν ἡ ἀξία τοῦ περὶ οὗ πρόκειται γηπέδου ἦναι 45,000 δραχμῶν, διὰ τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς δὲν προέτεινε τὴν αὔξησιν τῆς πιστώσεως ταύτης· ἀλλὰ βεβαίως δὲν θέλομεν ἀφήσει οὔτε ὁ κ. Πατρινὸς νὰ ζημιωθῇ, οὔτε τὸ δικαίωμα αὐτοῦ νὰ ἀπολεσθῇ.
§154ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν ἔχω τίποτε νὰ εἴπω. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12 μετὰ τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως προταθείσης προσθήκης δραχμῶν 60,000, ἀνερχομένου οὕτω τοῦ ποσοῦ εἰς δραχμὰς 151,500).
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13. «Προσωπικὸν Γυμνασίων δρ. 572,480».
§156ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ δεχθῇ, ἵνα ἀναγραφῇ τὸ κονδύλιον τῶν 7,000 δραχμῶν ὡς ἐπιχορήγησις διὰ τὸ Πετρίτσειον Ἑλληνικὸν Γυμνάσιον Ληξουρίου, τὸ ὁποῖον ποσὸν διέγραψεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας κ. Θεοτόκης, τὸν ὁποῖον καὶ ἐπικαλοῦμαι μάρτυρα, ἐὰν προηγουμένως δὲν ὑπῆρχον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 6,000 δραχμῶν διὰ τὴν πληρωμὴν δύο καθηγητῶν καὶ 1000 δραχμῶν λόγῳ ἐνοικίου, αἱ ὁποῖαι ἀφηρέθησαν κατὰ τὸ 1887, ὡς μὴ ὤφειλε. Δὲν θὰ κατέλθω δὲ τοῦ βήματος, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν μὲ βεβαιώσῃ, ὅτι θὰ ἀναγράψῃ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἄλλως, παραιτοῦμαι τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος.
§157ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν Ἀμφίσσῃ, Κύριοι, ὑπάρχει Ἑλληνικὸν Σχολεῖον καὶ Γυμνάσιον, συντηρούμενον κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ τῶν πόρων τοῦ κληροδοτήματος Γιαγτσῆ, ἔχον δὲ ἐπιχορήγησίν τινα ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, καθόσον οἱ πόροι τοῦ ἐν λόγῳ κληροδοτήματος δὲν ἐπαρκοῦσιν. Εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον καὶ τὸ Γυμνάσιον τῆς Ἀμφίσσης, φοιτῶσι μαθηταὶ ὄχι μόνον ἐκ τῆς ἐπαρχίας Παρνασσίδος, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἐπαρχίας Λοκρίδος καὶ ἐκ τῆς ἐπαρχίας Δωρίδος, ἐν μέρει δὲ καὶ ἐκ τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας· εἶναι, ὡς βλέπετε, τὸ μόνον Γυμνάσιον, τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ διὰ τὰς τέσσαρας αὐτὰς ἐπαρχίας. Προτιμῶσι δὲ οἱ μαθηταὶ νὰ φοιτῶσιν εἰς αὐτὸ, διότι καὶ τὸ κλῖμα ἐκεῖ εἶναι ὑγιεινὸν καὶ ὁ βίος εὔωνος, πρὸ πάντων δὲ ἐπικρατοῦσιν ἤθη αὐστηρὰ, ὅπερ κατ’ ἐμὲ εἶναι τὸ σπουδαιότατον.
§158ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἴμεθα σύμφωνοι, κύριε Βουλευτὰ, εἰς ὅ,τι θέλετε νὰ ζητήσητε.
§159ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἂν συγκατατίθησθε εἰς τὴν προσθήκην τῶν διαγραφεισῶν 3,000 δραχμῶν, τότε εἶναι περιττὸν βεβαίως νὰ ἐξακολουθήσω τὴν ἀγόρευσίν μου.
§160ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§161ΣΕΧΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ παραδεχθῇ τὴν δαπάνην μιᾶς ἕδρας καθηγητοῦ τῆς ἀγγλικῆς ἐν τῷ Γυμνασίῳ Κερκύρας, διότι καὶ ἔγγραφα πολλὰ ἀγγλιστὶ εἶναι συντεταγμένα καὶ ἐμπόριον μετὰ Ἄγγλων γίνεται καὶ εἰς μεγάλην χρῆσιν ἡ ἀγγλικὴ γλῶσσα ἐν Κερκύρᾳ εἶναι.
§162ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη εἰδικῆς προνοίας περὶ τούτου· ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡ δαπάνη αὕτη ἀνάγεται εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ προσωπικοῦ τῶν Γυμνασίων· ἑπομένως ὑποθέτω, ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ πληρωθῇ ἡ ἐπιθυμία αὕτη τοῦ ἐκ Κερκύρας κ. συναδέλφου.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Σωτηρόπουλος προτείνει, ὅπως ἀναγραφῇ ἡ ἀπαλειφθεῖσα πίστωσις τῶν 3,000 δραχμῶν πρὸς συνδρομὴν τοῦ ἐν Φιλιατροῖς Γυμνασίου.
§164ΔΑΓΡΕΣ. Συνιστῶ, Κύριοι, τὴν πρότασιν ταύτην διὰ τὸ Γυμνάσιον τῶν Φιλιατρῶν, διότι ἄλλοτε ἐδίδετο ποσόν τι ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον τελευταῖον ἀφῃρέθη. Ἡ πόλις τῶν Φιλιατρῶν, Κύριοι, ἔχει ἀρκετὸν πληθυσμόν, ἐκτὸς δὲ τῶν ἐκ τῶν περιχώρων καὶ ἄλλων δήμων μαθητευόντων εἰς τὸ Γυμνάσιον τῶν Φιλιατρῶν, φοιτῶσιν εἰς αὐτὸ καὶ οἱ ἐκ Πυλίας μαθηταί· πρὸς τούτοις δὲ πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν καταστροφήν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἡ πόλις τῶν Φιλιατρῶν πρό τινων ἐτῶν ἐκ τῶν σεισμῶν, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ συντηρήσῃ τὸ Γυμνάσιον. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ προστεθῇ ἡ δαπάνη αὕτη.
§165ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐγώ, Κύριοι, θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις διὰ τὸ Γυμνάσιον τοῦ Πύργου τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας, ἡ ὁποία εἶναι μία μεταξὺ τῶν ὀλιγίστων ἐπαρχιῶν κατὰ τὸ ποσὸν τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους εἰσφέρει εἰς τὸ Δημόσιον. Τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀρχὰς ἐδίδετο ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀνήρχετο εἰς δραχμὰς 6,000· μετὰ τοῦτο περιεστάλη εἰς τὰς 3,000, καὶ ἐπεβαρύνθη τὸ Λιμενικὸν ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται κολοσσιαίαν δαπάνην διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ λιμένος· κάμνω δὲ γνωστὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι πρὸ δύο ἐτῶν ὑπέστη φοβερὰν ζημίαν ἐκ 2 ἑκατομμυρίων δραχμῶν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ λιμένος, σήμερον δὲ δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἔργου. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως δεχθῇ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἐδίδετο εἰς τὸ Γυμνάσιον Πύργου ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου.
§166ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Καὶ ἡμεῖς, οἱ ἐκ τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης, θὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν ἦναι δυνατόν, νὰ δεχθῇ, ὅπως περιληφθῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δαπάνη 6,000 δραχμῶν διὰ τὸ Γυμνάσιον Καρδίτσης.
§167ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τρεῖς ἤδη προτάσεις διετυπώθησαν περὶ παροχῆς συνδρομῆς εἰς δημοσυντήρητα Γυμνάσια. Φρονῶ ὅμως, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ Γυμνάσια Φιλιατρῶν καὶ Πύργου, εὑρίσκονται οἱ δῆμοι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ μὴ ἔχωσιν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς ἐπικουρίας τοῦ Δημοσίου. Τὸ τοῦ Πύργου μάλιστα συντρέχει καὶ τὸ Λιμενικὸν ταμεῖον Πύργου–Κατακώλου, προσφέρον διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου Πύργου 16,000 δραχμάς· ὥστε μικρά τις ἐπικουρία ἐκ τοῦ δήμου Λετρίνων συμπληροῖ τὸ ὅλον τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης. Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, νὰ μὴ θελήσωσι νὰ ἐπιμείνουν εἰς τὴν πρότασίν των, τὴν ὁποίαν ἐξ ἰδιαιτέρας τοπικῆς στοργῆς ἔκαμον. Τὴν αὐτὴν παράκλησιν ἀπευθύνω καὶ πρὸς τὸν κ. Δαγρὲν, καθόσον ὁ δῆμος Φιλιατρῶν δὲν εὑρίσκεται εἰς στενόχωρον οἰκονομικῶς θέσιν. Δὲν δύναμαι ὅμως ἀτυχῶς νὰ εἴπω τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὸ Γυμνάσιον Καρδίτσης, καθόσον ὁ δῆμος δὲν εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν ἀνθηρὰν, καὶ εἶναι προσῆκον νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις, ὄχι ὅμως ἐν τῷ μέτρῳ, τὸ ὁποῖον προέτεινεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀλλὰ μόνον διὰ τῆς συνδρομῆς 3,000 δραχμῶν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ δύο ἄλλα Γυμνάσια, ἀπεδέχθην ἤδη τὴν πρότασιν τοῦ ἐκ Πάλλης βουλευτοῦ κ. Φορέστη περὶ προσθήκης 6,000 δραχμῶν διὰ τὸ ἐν Ληξουρίῳ Πετρίτσειον Ἑλληνικὸν Σχολεῖον καὶ Γυμνάσιον καὶ 1000 διὰ τὸ ἐνοίκιον, τὸ ὅλον 7,000· ἐπίσης καὶ τὴν τοῦ κ. Εὐταξία διὰ τὸ Γλάγτσειον Γυμνάσιον τῆς Παρνασσίδος δρ. 3,000.
§168ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ τοῦ Γυμνασίου ὁποῖον συνέστη ἐν Μεσσήνῃ, διότι ὁ δῆμος δὲν εἶναι τόσον εὔπορος, ὅπως συντηρήσῃ αὐτό. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13 μετὰ τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως προταθεισῶν προσθηκῶν ἐκ δραχ. 12,000, αὐξηθέντος οὕτω τοῦ ὅλου ποσοῦ εἰς δραχ. 584,480. Ὡσαύτως γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα: 13 «Προσωπικὸν Γυμνασίων» καὶ 14 «Ἐπιθεώρησις, διδακτικὰ ὄργανα κλπ. Γυμνασίων»).
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15. «Διάφορα ἄλλα ἔξοδα Γυμνασίων 164,860». Ἐνταῦθα θὰ προστεθῇ τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως προταθὲν ποσὸν 1000 δραχμῶν δι’ ἐνοίκιον τῶν ἐν Ληξουρίῳ Πετριτσείων ἐκπαιδευτηρίων, καὶ οὕτω τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 165,860. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 15 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης).
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 16. «Προσωπικὸν Ἑλληνικῶν σχολείων 1,015,972».
§171ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ ἀναγράψῃ τὴν ἀπαλειφθεῖσαν πίστωσιν τῶν ναυτοδιδασκάλων.
§172ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Οἱ ναυτοδιδάσκαλοι πρέπει νὰ μισθοδοτῶνται ἐκ τοῦ Βαρβακείου κληροδοτήματος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 16, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 17, «Ἔξοδα Ἑλληνικῶν σχολείων δραχ. 211,700», καὶ τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου 3, ἀνερχόμενον μετὰ τῶν γενομένων προσθηκῶν εἰς δραχμὰς 2,575,404).
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 4. Δημοτικὴ Ἐκπαίδευσις. Ἄρθρον 1. «Προσωπικὸν δημοτικῶν σχολείων 304,800».
§174ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι 200,000 δραχμαὶ ὡς ἔξοδα συνδρομῆς εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§175ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀρκοῦσι, κύριε Πρόεδρε. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 μετὰ τῆς ἀνωτέρω προσθήκης, αὐξηθὲν εἰς δραχ. 504,800. Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει, τὸ ἄρθρον 2 «Ἔξοδα δημοτικῶν σχολείων»).
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3. «Προσωπικὸν Διδασκαλείων 87,360».
§177ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Προκειμένου περὶ Διδασκαλείων, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τὴν σύστασιν δύο τοιούτων, ἑνὸς ἐν Πελοποννήσῳ καὶ ἑτέρου ἐν Στερεᾷ, διότι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, εἰς ἣν εὑρίσκεται κατάστασιν, δὲν εἶναι πλέον ἐκπαίδευσις. Εἶναι ἀνάγκη ἀπόλυτος νὰ συστηθῶσι τὰ Διδασκαλεῖα ταῦτα, ἵνα ἀποκτήσωμεν δημοδιδασκάλους.
§178ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ σύστασις ἄλλου Διδασκαλείου πρέπει δι’ εἰδικοῦ νόμου νὰ γείνῃ.
§179ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνασθε ν’ αὐξήσητε τώρα τὴν πίστωσιν, καὶ αὔριον νὰ ὑποβάλητε τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως τῶν δύο Διδασκαλείων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 «Ἔξοδα δρ. 64,600», καὶ τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου 4 ἐκ δρ. 659,960. Εἶτα δὲ γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1891, ἀνερχόμενον εἰς δραχμὰς 3,534,357).
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1891.
§181ΣΕΧΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δηλώσῃ, ἐὰν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι αὗται φέρουσιν αὐξομειώσεις τινὰς, καὶ ἐὰν ἔχῃ σκοπὸν νὰ τὰς παραδεχθῇ.
§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἐζήτησα ἐπὶ ἑκάστης αὐτῶν τὰς γνώμας τῆς ὑπηρεσίας, τὰς γνώμας τῶν γραφείων· εἶναι εἰδικὴ δὲ ἔκθεσις γραπτὴ, ἥτις δίδει πληροφορίας ἐπὶ ἑκάστης τῶν προτάσεων, αἵτινες προετάθησαν. Αἱ πληροφορίαι αὗται δὲν μὲ πείθουσιν, ὅτι αἱ παρατηρήσεις ὑπῆρξαν βάσιμοι, καὶ ἐὰν ἔχητε τὴν καλωσύνην, ὅταν φθάσωμεν ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου καὶ κεφαλαίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου περιστρέφονται αἱ παρατηρήσεις αὗται, θέλω ἀνακοινώσει εἰς ὑμᾶς τὰς ὑπαρχούσας πληροφορίας.
§183ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν ἐννοῶ, πῶς δὲν γίνεται δεκτὴ μία πρότασις οἰκονομίας 78,000 δραχμῶν. Πρόκειται περὶ ἵππων, ὧν δὲν γίνεται χρῆσις.
§184ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς κλπ.). Εἰς τὸ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον πραγματεύεται περὶ νομῆς ἵππων, γίνεται ἔκπτωσις ποσοῦ τινος, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 272,618 δραχμάς. Καὶ τοῦτο μὲν μοὶ ἐδικαιολόγησε τὸ λογιστικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τῶν ἑξῆς λόγων (ἀναγινώσκει), ἐγὼ δὲ δὲν δύναμαι νὰ διαμφισβητήσω τὴν ἀκρίβειαν αὐτῶν.
§185Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Πρὶν ἢ προβῶμεν, Κύριοι, εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὑποβάλλω παρατηρήσεις τινάς. Δὲν γνωρίζω, ποῖοι λόγοι τῆς ὑπηρεσίας ἔπεισαν τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν νὰ διαγράψῃ τὸν ἐπιθεωρητὴν τοῦ ὅπλου τῶν ἐφίππων σωμάτων. Βεβαίως δὲν ἔχω ν’ ἀντιτάξω τι κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Βεβαιῶ ὅμως πάντα Ὑπουργὸν καὶ πάντας τοὺς συναδέλφους, ὅτι οὐδεὶς ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τῶν ἄλλων ὅπλων δύναται νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὰ ἔφιππα σώματα, ἢ ἀξιωματικὸς ἀνώτερος τοῦ αὐτοῦ ὅπλου. Ἀφοῦ τέλος πάντων ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐθεώρησεν ἀναγκαίαν τὴν διαγραφὴν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ ὅπλου τούτου, θὰ παρακαλέσω νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, φύλλῳ λεπτομερείας, ἀντὶ γραφείου τοῦ ἱππικοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, «Τμῆμα ἱππικοῦ», ὅπως τοῦτο ἀναπληροῖ τὴν ἔλλειψιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Ὡσαύτως ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Εἷς τῶν σπουδαιοτέρων κλάδων τοῦ στρατοῦ εἶναι ὁ ὑγειονομικὸς, πολὺς δὲ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ παρελθὸν ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ὑγείας τοῦ στρατοῦ. Ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ἕνα καὶ μόνον γενικὸν ἀρχίατρον ἐπιθεωρητὴν, ὅστις λαμβάνει μέρος καὶ εἰς τὴν ἀνωτάτην στρατιωτικὴν ὑγειονομικὴν ἐπιτροπήν. Δὲν γνωρίζω, ἂν τὸ αὐτὸ ἄτομον δύναται νὰ ἐκτελέσῃ δύο ὑπηρεσίας· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω καὶ ἡ ἀνάγκη τοῦ στρατοῦ ἀπαιτεῖ, εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ δεύτερος ἐπιθεωρητὴς, ὅστις νὰ καταγίνηται εἰς τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου· διὰ τοῦ προσδιορισμοῦ δευτέρου ἐπιθεωρητοῦ εὐκολύνεται ἡ ἐπιθεώρησις ὅλων τῶν στρατιωτικῶν νοσοκομείων καὶ θεραπευτηρίων τῆς χώρας, καθὼς καὶ τῶν ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ· δίδεται δὲ καὶ μικρά τις ἱκανοποίησις εἰς τὸν ὑγειονομικὸν κλάδον, τοῦ ὁποίου ἀπὸ πολλοῦ ἡ πρόοδος ἐσταμάτησε. Πιστεύω, ὅτι αἱ ὑποβληθεῖσαι παρατηρήσεις μου θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι καὶ αἱ ὑπηρεσίαι καὶ αἱ ἀνάγκαι τοῦ στρατοῦ τὸ ἀπαιτοῦσι.
§186ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς κλπ.). Ὁ προϋπολογισμὸς συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ· ἐὰν δὲ ἀπηλείφθη ἡ πίστωσις περὶ εἰδικοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ ἱππικοῦ, τοῦτο δὲν ἐγένετο αὐθαιρέτως ὑπ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐψηφίσθη νόμος τροποποιῶν τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, καταργήσας τὸν εἰδικὸν ἐπιθεωρητὴν τοῦ ἱππικοῦ. Ἐὰν ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἱππικοῦ διεξάγηται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπὸ γραφείου καὶ οὐχὶ ὑπὸ τμήματος, οὐδὲ τοῦτο ἔπραξα αὐθαιρέτως, ἀλλὰ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς προσδοκῶ, ὅτι θέλει γείνῃ ἡ δέουσα μελέτη περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἡ δὲ μελέτη αὕτη θέλει ἐπεκταθῆ ἐφ’ ὅλων τῶν μερῶν τοῦ ὀργανισμοῦ.
§187ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὅσον σέβομαι τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, καθὸ στρατιώτης, τόσον εὐλαβοῦμαι καὶ τοὺς κειμένους νόμους τῆς πατρίδος μου. Δὲν πρόκειται διὰ τῆς αἰτήσεώς μου νὰ μεταβάλω ὀργανικὸν νόμον, οὔτε ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ μόνον ἐζήτησα νὰ ὀνομασθῇ τὸ γραφεῖον τμῆμα, τὸ ὁποῖον θὰ συνίσταται ἀπὸ τὰ αὐτὰ πρόσωπα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα συνίσταται καὶ τὸ γραφεῖον. Ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ λέγει τμῆμα, ὁ δὲ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νῦν ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸ ἔκαμε γραφεῖον, καὶ τότε ὡμίλησα περὶ τῆς διατάξεως, καὶ εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατέστη μητρυιὰ εἰς τὸ σῶμα ἐκεῖνο καὶ οὐχὶ μήτηρ· ὅταν ἀφαιρῶμεν τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ ὅπλου τούτου, διατὶ νὰ μὴ ὀνομάσωμεν τὸ γραφεῖον τμῆμα; Κατὰ τί προσβάλλεται ὁ ὀργανισμὸς ἢ μεταβάλλεται; Δὲν πρόκειται ν’ αὐξήσωμεν ἢ νὰ ἐλαττώσωμεν πρόσωπα. Πῶς, Κύριοι, δύναται ἀξιωματικὸς τοῦ πεζικοῦ νὰ κάμῃ τὴν πρέπουσαν εἰσήγησιν περὶ πραγμάτων ἀφορώντων τὸ ἱππικόν; Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν παράκλησίν μου, περὶ τοῦ δευτέρου ἐπιθεωρητοῦ τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου, παρατηρῶ, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ κανονίζει θέσεις καὶ οὐχὶ πρόσωπα. Ἠδύνατο λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὁ πρώην καὶ ὁ νῦν, εἰς τὸν πίνακα τὸν ὑγειονομικὸν νὰ θέσῃ 2, 3 καὶ 5 θέσεις. Εἶναι δὲ ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη εἰς τὸν ὑγειονομικὸν κλάδον, ὅστις ἐργάζεται μετὰ τόσων κόπων. Δὲν ὑποβάλλω πρότασιν, οὐδὲ ζητῶ αὔξησίν τινα· ὑποβάλλω παράκλησιν.
§188ΣΧΙΝΑΣ. Πολλάκις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ὑγειονομικῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ· πολλάκις δὲ ἐζητήθησαν πληροφορίαι, καὶ εἰς οὐδὲν ἀποτέλεσμα κατέληξαν. Ἐπῆλθον δειναὶ περιστάσεις εἰς τὴν πατρίδα, καὶ ἡ ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία τοῦ στρατοῦ ἐκλήθη νὰ τρέξῃ πανταχοῦ. Ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ ἔτρεξαν εἰς τοὺς σεισμοὺς τῆς Παρνασσίδος, τῆς Χίου, εἰς τὴν πυρκαϊὰν τῆς Θεσσαλονίκης, εἰς τοὺς σεισμοὺς τῆς Πελοποννήσου· πάντες δὲ ὡμολόγησαν τοὺς κόπους καὶ τὰ μεγάλα βάσανα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνταπεκρίνοντο οἱ στρατιωτικοὶ ἰατροί. Ἡ στρατιωτικὴ ἰατρικὴ ὑπηρεσία τῆς Ἑλλάδος, μεταξὺ τῶν ἀρχαιοτέρων ἰατρῶν, καὶ τῶν νεωτέρων ἔτι, ἀριθμεῖ ἰατροὺς διακεκριμένους, κατέχοντας περίβλεπτον θέσιν μεταξὺ τῶν ἰατρῶν. Ὁμολογουμένως δὲ ἓν τῶν σπουδαιοτέρων ζητημάτων τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ, εἶναι ἡ ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία, ἰδίως δὲ μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς γενικῆς στρατολογίας, διὰ τῆς ὁποίας καλοῦνται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ πάντα τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ. Ἀντιγράφομεν τοὺς κανονισμοὺς τῶν ξένων Κρατῶν, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀντιγραφῆς λαμβάνομεν μόνον τὰ κακά. Ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ζητήσῃ πληροφορίας, θέλει μάθει, ὅτι ὁ φαρμακευτικὸς κλάδος στερεῖται τοῦ ἀναγκαίου προσωπικοῦ· ἂν δὲ ζητήσῃ πληροφορίας περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου κατὰ βαθμόν, θέλει ἰδεῖ, ὅτι ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ τῶν ἀρχαιοτέρων πρὸς τοὺς νεωτέρους, καὶ μεγάλα ἀδικήματα προσγίνονται, διότι ἐπὶ πολλὰ ἔτη πολλοὶ ὑπηρετοῦσι καὶ δὲν κατώρθωσαν νὰ λάβωσι τὸν πρέποντα αὐτοῖς καὶ δίκαιον βαθμόν. Ὑπάρχουσιν ἰατροί, οἱ ὁποῖοι ἐθεράπευον λοχίας, καὶ σήμερον οἱ μὲν λοχίαι εἶναι ταγματάρχαι, ὁ δὲ ἰατρὸς εὑρίσκεται εἰς τὸν αὐτὸν ἔτι βαθμόν! Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ῥίψῃ βλέμμα ἐπὶ τῆς «Ἐπετηρίδος τῶν ἀξιωματικῶν», θέλει ἰδεῖ, ὅτι ἀρχαῖοι ἰατροί, ἔχοντες ὅλα τὰ προσόντα, ὅπως τύχωσιν ἀνωτέρου βαθμοῦ, μαραίνονται, διότι δὲν ἔχουσι θέσιν· διότι κακῶς ἀντεγράψαμεν τοὺς γαλλικοὺς κανονισμούς, καὶ κρατοῦμεν μέγαν ἀριθμὸν ἀνθυπιάτρων. Διατὶ δὲν ἀναθέτετε εἰς τοὺς ἰατροὺς τὰ ἐν τοῖς τάγμασι θεραπευτήρια, ὅπως ὁρίζουσιν οἱ γαλλικοὶ κανονισμοί; Ἐὰν σήμερον ζητήσῃ πληροφορίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, θέλει ἰδεῖ, ὅτι τὰ νοσοκομεῖα βρίθουσιν ἀσθενῶν· ἡ ὕπαρξις δὲ θεραπευτηρίων ἐν τοῖς συντάγμασιν εἶναι ἀπαραίτητος, τὴν δὲ διεύθυνσιν τῶν θεραπευτηρίων πρέπει νὰ λάβωσιν οἱ ἰατροὶ τοῦ συντάγματος, ἔχοντες βαθμὸν ταγματάρχου. Ἐκτὸς τούτου οἱ ἰατροὶ τοῦ συντάγματος δύνανται νὰ ἐκπληρῶσιν ἄλλα μεγαλείτερα καθήκοντα, ὡς ἐν Γαλλίᾳ· δύνανται π. χ. νὰ ἐκπαιδεύωσι τοὺς νοσοκόμους ἑκάστου συντάγματος, οὐχὶ ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ, ὡς παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ἐν αὐτῷ τῷ συντάγματι. Πῶς θέλετε, ὅταν πληγωθῇ εἷς στρατιώτης, νὰ μεταφερθῇ; Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω ἰδιαζόντως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ καὶ, εἰ δυνατόν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοὺς γαλλικοὺς κανονισμούς καὶ τὰς σχέσεις τῶν ἀνωτέρων θέσεων πρὸς τὰς κατωτέρας, διότι οὕτω μόνον θ’ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς τὸν ἠδικημένον αὐτὸν κλάδον. Ἰδιαιτέρως δὲ συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Γεωργαντᾶ ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν καὶ ἑτέρου ἐπιθεωρητοῦ. Ἡ θέσις τοῦ γενικοῦ ἀρχιάτρου ἀνήκει πάντοτε εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι προσήνεγκον ὑπηρεσίας ἐπὶ πολλὰ ἔτη, καὶ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ βλέπωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ ἰατροὶ τοὺς λοχίας προαγομένους εἰς συνταγματάρχας, αὐτοὺς δὲ εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν ἢ εἰς βαθμὸν ὀλίγον ἀνώτερον. Τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι ὀρθὸν δι’ ἐπιστήμονας ἄνδρας. Ἡ οἰκογένεια π. χ. τοῦ ἀποθανόντος ἰατροῦ Βασιλείου λαμβάνει σύνταξιν ἐντελῶς ἀνεπαρκῆ. Ὅθεν θερμῶς παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ κλάδου τούτου καὶ προνοήσῃ περὶ τῆς ἀναλόγου καὶ δικαίας προαγωγῆς του.
§189ΜΑΚΡΗΣ. Τὸ ζήτημα τοῦ ἰατρικοῦ κλάδου πρέπει νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν καθαρὰν αὐτοῦ στρατιωτικὴν ἔποψιν. Τὸ παράπονον τοῦ στρατοῦ εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβε πρόνοιαν, ἵνα καταρτήσῃ χειρούργους διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ. Κυρίως διὰ τὸν στρατιώτην εἶναι ἀναγκαῖος ὁ χειροῦργος ἐν πολέμῳ· ὅταν δὲ πάσχῃ διὰ τὸ νοσοκομεῖον, ἐκεῖ εἶναι οἱ παθολόγοι. Διὰ τοῦτο δὲ ὁ Ἕλλην πληγονόμενος δίδει περισσοτέραν προσοχὴν εἰς τὸν ἐμπειρικόν, ἐλαχίστην δ’ ἔχουσι πεποίθησιν εἰς τοὺς χειρούργους τοῦ στρατοῦ, διότι οἱ στρατιωτικοὶ ἰατροὶ δὲν κατέγειναν εἰς τοῦτο, ἀλλὰ μᾶλλον εἰς τὴν παθολογίαν, ἐπαγγέλλονται δὲ τὸν ἰατρὸν εἰς τὰς πόλεις καὶ κώμας. Εἰς τὰς κώμας δ’ ἔχουσι πεποίθησιν οἱ ἄνθρωποι εἰς τὴν ἱκανότητα τῶν στρατιωτικῶν ἰατρῶν, διότι οὗτοι ἔχουσι καὶ παιδείαν καὶ πεῖραν. Φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε ν’ ἀποστείλῃ ἀξιωματικοὺς ἰατροὺς εἰς Εὐρώπην, μὲ τὴν ῥητὴν ἐντολὴν νὰ σπουδάσωσι τὴν χειρουργικὴν, διότι αὐτὴ χρειάζεται ἐν ὥρᾳ πολέμου. Ἐνταῦθα δὲν ἔχομεν χειρούργους, πλὴν ὀλίγων. Εἰς τοῦτο λοιπὸν θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ φεισθῇ δαπάνης 15 ἢ 20 χιλιάδων δραχμῶν, ὅπως ἀποστείλῃ νέους εἰς Εὐρώπην πρὸς σπουδὴν τῆς χειρουργικῆς. Ὡς πρὸς τοὺς βαθμοὺς καὶ τὰ ἄλλα, μοὶ φαίνεται, ὅτι ὅλα εἶναι ἀνάλογα πρὸς τὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους· καὶ οἱ ἰατροὶ ἔλαβον βαθμοὺς καὶ οἱ φαρμακοποιοὶ, βλέπω δὲ μεταξὺ αὐτῶν καὶ ταγματάρχας καὶ ἀντισυνταγματάρχας. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω, εἶναι νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς ὑγείας τῶν τέκνων τῆς Ἑλλάδος, καὶ δὲν πρέπει νὰ φεισθῇ ν’ ἀναγράψῃ καὶ 50,000 δραχμὰς, διὰ νὰ καταρτισθῶσι κατάλληλοι ἀξιωματικοὶ χειρουργικοὶ τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου.
§190ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μεθ’ ὅσα οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι εἶπον περὶ τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου, περὶ οὗ καὶ ἐγὼ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω κατ’ ἐπανάληψιν, ἤθελον συστήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἂν δὲν ἀντίκηται εἰς τὴν γνώμην αὐτῆς περὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, νὰ ἐξαλείψῃ διαφορὰν ὑπάρχουσαν ἐν ταῖς μισθοδοσίαις τῶν ἀξιωματικῶν τῶν διαφόρων σωμάτων. Τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ οἱ μισθοί εἰσι κατὰ 20 δραχμὰς κατὰ μῆνα καὶ κατ’ ἄτομον ὀλιγώτεροι τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἄλλων ὅπλων. Ὡς πρὸς τοὺς ὑγειονομικοὺς δὲ ἀξιωματικούς, εἰς μὲν τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπιάτρου καὶ ὑπιάτρου ἡ διαφορὰ αὕτη δὲν ὑφίσταται, ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ ὅμως τοῦ ἰατροῦ (λοχαγοῦ) ἡ διαφορὰ τῆς μισθοδοσίας ἐπανέρχεται αὖθις, ὥστε οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου ἀπὸ τοῦ λοχαγοῦ καὶ ἀνωτέρω μισθοδοτοῦνται κατὰ 20 δραχμὰς ἔλασσον τῶν ἄλλων, πλὴν τῶν τοῦ πεζικοῦ. Θεωρῶ λοιπὸν ἀναγκαῖον καὶ πρέπον νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ διαφορὰ αὕτη, ἥτις οὐδὲν καλὸν παράγει διὰ τὸν στρατόν. Καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ ἀσχολοῦνται εἰς μελέτας, καὶ ἔχουσιν ἀνάγκην συγγραμμάτων καὶ περιοδικῶν πρὸς ταύτας· πρεπόντως δὲ θὰ προστεθῇ ἡ εἰκοσάδραχμος αὔξησις αὕτη, ἥτις δι’ ἀγορὰν ἀκριβῶν συγγραμμάτων ἐγένετο διὰ τοὺς λοιποὺς ἀξιωματικούς. Περὶ δὲ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου δύναταί τις κατ’ ἀσυγκρίτως μείζονα λόγον νὰ ἰσχυρισθῇ τοῦτο· μάλιστα οὗτοι ἔδει ν’ ἀμείβωνται δαψιλέστερον πάντων τῶν λοιπῶν, διότι εἰσὶν ἀξιωματικοὶ καὶ συγχρόνως ἐπιστήμονες, ὡς τοιοῦτοι δὲ ὑποχρεοῦνται νὰ δαπανῶσι πλείονα εἰς ἀγορὰν συγγραμμάτων καὶ περιοδικῶν καὶ ὀργάνων καὶ ἐργαλείων, ἵνα μὴ ὑστερῶσιν ἐν τῇ προόδῳ τῆς ἐπιστήμης. Τὸ ζήτημα τοῦτο λαμβάνει χαρακτῆρα ζητήματος φιλοτιμίας μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν διαφόρων ὅπλων, καὶ οὐχὶ μόνον χρηματικῆς διευκολύνσεως διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν ἀξιωματικῶν· διὰ δὲ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου παρουσιάζεται καὶ ὡς ζήτημα συμφέροντος τῆς πολιτείας καὶ αὐτῆς ἔτι τῆς ἐπιστήμης, ἣν κέκληνται νὰ ἐξασκῶσιν εἰς τὸν στρατὸν, ὅστις πάλιν οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ ἡ κοινωνία αὐτή.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 1ον. Ἄρθρον 1. «Μισθὸς ἀξιωματικῶν Ὑπουργείου 200,000».
§192ΣΕΧΟΣ. Εἰς τὸ κεφάλαιον 1ον, ἄρθρον 1, τὸ φύλλον λεπτομερείας τοῦ συζητουμένου προϋπολογισμοῦ ἐνδιαλαμβάνει δαπάνην 207,840 δραχμῶν, κατὰ δὲ τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ δαπάνη αὕτη ἐσημειοῦτο διὰ δραχμὰς 206,880. Καὶ κατὰ μὲν τὸ παρελθὸν ἔτος ἀφῃρεῖτο, κατὰ τὸ δοκοῦν, λόγῳ ἐνδεχομένων μεταβολῶν καὶ κενῶν θέσεων, ποσὸν ἐκ δραχμῶν 21,880, καὶ τὸ ὑπόλοιπον ἐκ δραχμῶν 185,000 ἔμενε διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1890. Κατὰ δὲ τὸν νῦν προϋπολογισμὸν, ἐκ τοῦ φύλλου λεπτομερείας, τοῦ ἐνδιαλαμβάνοντος δαπάνην δραχμῶν 207,840, ἀφαιρεῖται δι’ ἐνδεχομένας κενὰς θέσεις κτλ. ποσὸν ἐκ δρ. 7,840 μόνον, ἀντὶ τοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἀφαιρεθέντος ποσοῦ ἐκ δραχμῶν 21,880. Ἐνῷ οὔτε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος οὔτε κατὰ τὸ ἐνεστὸς ὑπάρχει θέσις τις κενὴ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ὄχι μόνον αἱ θέσεις εἶναι συμπεπληρωμέναι κατὰ τὸν ὀργανισμὸν, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ προσκεκολλημένοι εἶναι διὰ τὴν μεγάλην πράγματι ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν καταλαμβάνω, ποῖαι εἶναι αἱ κεναὶ θέσεις, ὧν ἕνεκα ἀφαιρεῖται τὸ κονδύλιον τῶν 7,840 δραχμῶν. Ἂν πρόκηται περὶ ἀδειῶν ἀξιωματικῶν, τὸ Δημόσιον ἐξ αὐτῶν τῶν ἀδειῶν δὲν ὠφελεῖται σχεδὸν οὐδόλως, διότι ὠφελεῖται μόνον τὸ ἐνοίκιον τῶν ἀξιωματικῶν. Ὁ μισθὸς τοῦ ἀξιωματικοῦ διαιρεῖται εἰς μισθὸν βαθμοῦ, μισθὸν ὑπηρεσίας καὶ εἰς ἀποζημιώσεις ἐνοικίου, ἵππου, διδακτικῶν βιβλίων καὶ ἐπιμισθίου. Ἂν ὁ ἀξιωματικὸς μεταβῇ εἰς ἄδειαν, ἓν μέρος τοῦ μισθοῦ του δίδεται εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον, ἕτερον δὲ μέρος λαμβάνει ὁ ἴδιος ἐν ἀδείᾳ, ὥστε τὸ Δημόσιον δὲν κερδίζει, εἰμὴ μόνον τὸ ἐνοίκιον. Καὶ τοῦ μὲν ἀντισυνταγματάρχου καὶ ταγματάρχου τὸ ἐνοίκιον εἶναι 70 δραχμαὶ, οἱ ἄλλοι δὲ βαθμοὶ ἔχουσι μικρὸν ἐνοίκιον, 50 ἢ 30 δραχμῶν. Ἂν λοιπὸν παραδεχθῇ τις ὡς κενὰς θέσεις τὰς τῶν ἐν ἀδείᾳ ἀξιωματικῶν, τὸ κέρδος τοῦ Δημοσίου ἔσεται τὸ πολὺ–πολὺ δραχ. 840· τὸ ποσὸν τοῦτο δ’ ἔπρεπε ν’ ἀφαιρεθῇ καὶ οὐχὶ 7,840, διότι δὲν ὑπάρχουσι κεναὶ θέσεις· ὡς δ’ εἶπον ἄλλοτε, ὁ τρόπος τῆς συντάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι παράδοξος, καὶ δὲν καταλαμβάνω, ἀφοῦ ὅλαι αἱ θέσεις εἶναι πλήρεις, διατὶ νὰ ἀφαιρῆται τοιοῦτον ποσὸν, κατὰ τὸ δοκοῦν, ἵνα οἱ ἀριθμοὶ στρογγυλεύωνται.
§193ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς κλπ.). Μοὶ φαίνεται, ὅτι, ὃν λόγον ἔχει ὁ συνάδελφος, προσδιορίζων ὡς ἀφαιρετέον ποσὸν δραχμὰς 840, τὸν αὐτὸν λόγον ἔχουσι καὶ τὰ γραφεῖα, προϋπολογίζοντα τὴν δαπάνην τὴν ἀφαιρετέαν εἰς 7,840 δρ. Ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς αὐτῶν περὶ τοῦ μέλλοντος, ἐν τῷ ὁποίῳ οὐδὲν ὑπάρχει δεδομένον νὰ ὁδηγήσῃ αὐτοὺς, ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ σφάλλωσιν, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρίσῃ τις κατὰ πόσον σφάλλουσιν; Εἶναι ἐνδεχόμενον 7,840 νὰ μὴ πρέπῃ νὰ ἐκπεσθῶσι, καὶ νὰ πρέπῃ νὰ πληρωθῶσι 207,840. Ἂν τοῦτο συμβῇ, θέλει ζητηθῆ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις. Εἶναι ὅμως ἐνδεχόμενον νὰ περισσεύωσιν 7,840 δραχμαὶ, διότι πολλάκις συμβαίνει νὰ ὑπηρετῶσιν ἀξιωματικοὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐλάσσονες ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, εἴτε νὰ μείνωσι διαλείμματα χρόνου, κατὰ τὰ ὁποῖα νὰ μὴ ᾖναι πλήρεις μία ἢ δύο θέσεις. Π. χ. ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει, ὅτι ὁ ὑπασπιστὴς τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι ταγματάρχης, καὶ περιλαμβάνει μισθὸν ταγματάρχου, ἀλλὰ δὲν εἶναι ταγματάρχης ὁ νῦν ὑπασπιστὴς τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ πληρόνεται μισθὸς λοχαγοῦ. Τοῦτο ἀποτελεῖ διαφοράν. Σᾶς φέρω τοῦτο ὡς παράδειγμα, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι πολλαὶ διαφοραὶ τοιαῦται δύνανται νὰ ὑπάρξωσι. Δέν μοι φαίνεται, ὅτι δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἐπακριβῶς 840 δραχμαὶ καὶ ὄχι 7,840. Θέλομεν ὁδηγηθῆ ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§194ΣΕΧΟΣ. Ἀντὶ νὰ καταφεύγωμεν εἰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, πρέπει νὰ ζητήσωμεν, ὅπως ὁ προϋπολογισμὸς συνταχθῇ ἀκριβής· ἔχομεν δὲ πεῖραν, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι περισσότεροι ἀξιωματικοὶ τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων· π. χ. ἤδη εἰς τὸ τμῆμα τῆς χωροφυλακῆς ὁ προϋπολογισμὸς ἐνδιαλαμβάνει ἕνα ἀνώτερον ἀξιωματικὸν ταγματάρχην καὶ ἕνα ἀξιωματικὸν ὑπομοίραρχον ἢ ἀνθυπομοίραρχον· καὶ ἂν ἐξετάσῃ τις, θὰ εὕρῃ τρεῖς ἀνθυπομοιράρχους ἐργαζομένους.
§195ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄν ᾖναι εἷς πλέον τοῦ παρὰ τοῦ ὀργανισμοῦ ὡρισμένου ἀριθμοῦ, αὐτὸς πληρόνεται.
§196ΣΕΧΟΣ. Οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι πάντοτε πλήρεις, καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀφαιρεῖται λόγῳ κενῶν θέσεων, εἶναι μέγα. Αὐτὸ τοὐλάχιστον ἐγὼ φρονῶ, καὶ αὐτὸ εἶναι ἀληθές. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 1 ἄρθρον 1, ὡς ἀνεγνώσθη).
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 2ον. Ἄρθρον 1. «Μισθὸς ἀξιωματικῶν μηχανικοῦ 300,000».
§198ΣΕΧΟΣ. Τὴν αὐτὴν παρατήρησιν κάμνω καὶ διὰ τὸ μηχανικὸν καὶ δι’ ὅλα τὰ ὅπλα· π. χ. διὰ τὸ μηχανικὸν ἀφαιρεῖται δι’ ἐνδεχομένας μεταβολὰς ἀδειῶν καὶ κενῶν θέσεων ποσὸν δραχμῶν 18,760, ἐνῷ ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ τοῦ μηχανικοῦ, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ συμπληρώσουν ὅλας τὰς ὑπηρεσίας τοῦ μηχανικοῦ καὶ ὅλας τὰς θέσεις. Πρὸς τί αὐτὴ ἡ ἀφαίρεσις; Διὰ νὰ προσεγγίσωμεν εἰς τὴν ἀλήθειαν, ἀφοῦ κεναὶ θέσεις δὲν ὑπάρχουσι, δὲν πρέπει ν’ ἀφαιρῶμεν, εἰμὴ μόνον τοὺς ἐν ἀδείᾳ ἢ ἐξ ἀσθενείας ἀπουσιάζοντας· ἡ δὲ ὡς ἐκ τῶν μεταβολῶν τούτων προσγιγνομένη εἰς τὸ Δημόσιον ὠφέλεια εἶναι ἐλαχίστη, καὶ οὐχὶ ἡ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειουμένη. Τὴν ἰδίαν παρατήρησιν κάμνω καὶ διὰ τὸ πυροβολικόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, εἶτα δὲ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3 καὶ τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου 2 ἐκ δραχμῶν 610,300, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 3 «Μισθὸς ἀξιωματικῶν πυροβολικοῦ κλπ.» ἐκ δραχ. 1,230,400).
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 4ον. Ἄρθρον 1. «Μισθὸς ἀξιωματικῶν ἱππικοῦ 265,000».
§200Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Χωρὶς νὰ θέλω νὰ προσκρούσω εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ὑποβάλλω μίαν παρατήρησιν. Ὁ ὀργανισμὸς σκοπὸν ἔχει τὸν καταρτισμὸν μιᾶς στρατιᾶς, πρὸς δὲ τὴν συναρμολόγησιν τῶν τμημάτων εἰς μονάδα ἀσκήσεως, καὶ τούτων εἰς μεγαλειτέραν μονάδα. Αὐτὸ τοῦτο καλεῖται ὀργανισμός. Ἑπομένως εἰς τὸ πεζικὸν ἡ πρώτη μονὰς εἶναι ὁ λόχος, ὅστις συνίσταται ἐκ δύο οὐλαμῶν καὶ τεσσάρων διμοιριῶν· εἰς τὸ ἱππικὸν ἡ ἴλη εἶναι ἡ πρώτη μονὰς, διαιρεῖται δὲ εἰς δύο ἡμιλαρχίας καὶ τέσσαρας οὐλαμοὺς, ὁ λόχος διοικεῖται ἀπὸ τρεῖς ἀξιωματικοὺς—πρώτη διμοιρία, δευτέρα καὶ τετάρτη,—ἡ δὲ τρίτη διμοιρία τοῦ λόχου, τῆς καὶ σπουδαιοτέρας μονάδος τοῦ στρατοῦ,—καὶ στρατὸς καλεῖται τὸ πεζικὸν,—διοικεῖται, ὡς μὴ ὤφειλε, παρ’ ὑπαξιωματικοῦ, ὁτὲ μὲν παρ’ ἐπιλοχίου, ὁτὲ δὲ παρὰ λοχίου· εἶναι δίκαιον, δικαιότατον, καὶ ἀναγκαῖον διὰ τὸν στρατὸν καὶ διὰ τὴν σύστασιν τῆς μονάδος τοῦ πεζικοῦ, ἡ τρίτη διμοιρία νὰ διοικῆται παρ’ ἀνθυπασπιστοῦ. Πρόκειται λοιπὸν περὶ διοικήσεως τῆς τρίτης διμοιρίας, καὶ ὄχι περὶ ὀργανισμοῦ. Ὅθεν παρακαλῶ τὸν σεβαστὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσθέσῃ τοὺς ἀναγκαίους τούτους διμοιρίτας ἐξ ἀνθυπασπιστῶν, οἵτινες ὀνομάζονται καὶ οὐλαμαγοί. Αὐτὸ δὲ τοῦτο πρόκειται νὰ γείνῃ καὶ εἰς τὸ ἱππικόν. Ἡ τακτικὴ τοῦ ἱππικοῦ καὶ ὁ κανονισμὸς τῶν ἀσκήσεων αὐτοῦ προσδιορίζει τέσσαρας οὐλαμαγούς· οἱ οὐλαμαγοὶ δὲ τοῦ ἱππικοῦ δὲν εἶναι ἐντὸς τῆς γραμμῆς, οὔτε ὄπισθεν τῆς γραμμῆς τοῦ οὐλαμοῦ, προηγοῦνται τοῦ μετώπου τοῦ οὐλαμοῦ αὐτῶν· λοιπὸν, παρὰ τὸν κανονισμὸν τῶν ἀσκήσεων τοῦ ἱππικοῦ, τὸν οὐλαμὸν διοικεῖ ὑπαξιωματικός, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ τὸν διοικῇ ἀξιωματικός. Τοῦτο δὲ δὲν συμβαίνει εἰς ἄλλα ὅπλα. Αὐτὸ ὄχι μόνον ἀδίκημα εἶναι, ἀλλὰ καὶ σκανδαλῶδες. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ παρατηρήσεις μου αὗται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου 4 ἐκ δρ. 559,600, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Ὡσαύτως γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ κεφάλαια 5–13 καὶ ἐκ τοῦ κεφαλαίου 14 τὸ ἄρθρον 1 «Τροφαὶ 1,180,000»).
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. «Ἱπποφορβὴ, 1,300,000».
§202ΣΧΙΝΑΣ. Ἓν τῶν σπουδαιοτέρων ἀντικειμένων τοῦ στρατοῦ εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν ὑπηρεσία· δυστυχῶς κατὰ τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν χωλαίνομεν, διότι συνεδέσαμεν τὴν οἰκονομικὴν μετὰ τῆς λογιστικῆς. Ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία εἶναι ἡ δεξιὰ χεὶρ παντὸς στρατηγοῦ, ἐπ’ αὐτῆς δὲ θέλει στηρίξει ἁπάσας τὰς ἐνεργείας του ὁ στρατηγός. Εἰς πᾶσαν κινητοποίησιν, διὰ νὰ καταρτισθῇ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία, πρέπει νὰ ᾖναι τοιαύτη κατηρτισμένη ἐν καιρῷ εἰρήνης. Δυστυχῶς τὸ σύστημα, ὅπερ ἡμεῖς ἀκολουθοῦμεν, μᾶς ἄγει εἰς κακὸν σημεῖον. Αἱ ἑκάστοτε γενόμεναι δι’ ἐργολαβιῶν προμήθειαι, καὶ ἰδίως τῆς ἱπποφορβῆς, ἔδωκαν μεγίστας ἀφορμὰς παραπόνων καὶ λοιδοριῶν κατ’ ἀτόμων, τὰ ὁποῖα ἐνήργησαν ταύτας. Μέχρι τοῦδε τὸ σύστημα τοῦτο ἐξηκολούθει ἕνεκεν ἐλλείψεως δημοσίων νομῶν, σήμερον ὅμως, ὁπότε ἡ Ἑλλὰς ηὐτύχησε νὰ ἑνωθῇ μετὰ τῆς Θεσσαλίας, ἡ ὁποία δύναται νὰ παράσχῃ τὸ ὅλον καὶ πολλαπλάσιον τοῦ ἀναγκαιοῦντος διὰ τὴν διατροφὴν τῶν κτηνῶν τοῦ στρατοῦ, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ μεριμνήσῃ δι’ ἄλλης ὁδοῦ νὰ προμηθεύηται τὴν ἀναγκαίαν τροφὴν ἐν καιρῷ καταλλήλῳ. Δύναται ἡ Κυβέρνησις ἐν καιρῷ καταλλήλῳ καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συγκομιδῆς νὰ προμηθευθῇ χόρτον ἀρίστης ποιότητος ἐπὶ ἐλαχίστῃ τιμῇ, τὸ ὁποῖον, σωρευόμενον παρὰ τὴν γραμμὴν τοῦ σιδηροδρόμου, νὰ μεταφέρῃ εἰς ὅλας τὰς διευθύνσεις. Πρέπει νὰ μάθωσιν οἱ κύριοι ἀξιωματικοὶ τοῦ οἰκονομικοῦ νὰ συγκομίζωσι καὶ μεταφέρωσι τὸ χόρτον ὡς καὶ τὴν κριθήν. Τῷ 1885, ἐὰν εἰσηκουόμην, ἠθέλομεν ἔχει 50% οἰκονομίαν εἰς τὰς προμηθείας, ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ τετριμμένοι ἀξιωματικοὶ τῆς οἰκονομίας δὲν ἤκουσαν τὰς δικαίας παραστάσεις μου, καὶ ἐπῆλθεν, ἕνεκεν τῆς μετέπειτα ὑπερτιμήσεως, μεγάλη ζημία. Ἡ ἀναγραφομένη σήμερον πίστωσις εἶναι ὑπέρογκος, διότι τὰ ὑπάρχοντα κτήνη δὲν ὑπερβαίνουσι τὰς 2,000 ἐν Ἀθήναις, καὶ μετὰ τῶν ἄλλων, τῶν εὑρισκομένων εἰς ἄλλα μέρη, ἀνέρχονται εἰς 2,500, καὶ οὐχὶ, ὡς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, Κεφ. 14, ἄρθρ. 2, εἰς 3,400. Ἐὰν δὲ μεριμνήσωμεν καταλλήλως ἐπὶ τῆς προμηθείας ταύτης, θέλομεν ἔχει οἰκονομίαν κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 300 ἢ 400 χιλιάδων δραχμῶν. Μέγα δὲ μέρος τῶν κτηνῶν δυνάμεθα νὰ διατρέφωμεν κάλλιστα ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅπου ἡ νομὴ εἶναι πολὺ εὐθηνοτέρα, καὶ ὁ στρατὸς καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ δύνανται νὰ διαιτῶνται πολὺ καλλίτερον. Διὰ τοῦτο λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ταῦτα, καὶ νὰ φροντίσῃ, ὅπως τοῦ λοιποῦ γίνωνται αἱ προμήθειαι ἐν καταλλήλῳ ὥρᾳ καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ, οὐχὶ δὲ ἐν Ἀθήναις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3–9).
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10. «Ἱππωνεία ....»
§204ΣΕΧΟΣ. Ὁ ὑπ’ ὄψιν προϋπολογισμὸς ἐνδιαλαμβάνει 3,403 κτήνη καὶ δαπάνην δραχ. 1,552,618.75, ἀφαιροῦσι δὲ, δι’ ἐνδεχομένας ἐλλείψεις, δραχ. 252,618.75, κατὰ τὸ δοκοῦν καὶ ἵνα στρογγυλεύσωσι τὸν ἀριθμὸν τῆς δαπάνης εἰς 1,300,000. Ἱππωνείαν δὲν ἐνδιαλαμβάνει ὁ προϋπολογισμὸς, ἑπομένως κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δαπανηθῇ δι’ ἱππονομὴν τὸ κονδύλιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὁ προϋπολογισμὸς ἐνδιαλαμβάνει, διότι, κατὰ τὸν καταστατικὸν πίνακα τῆς 10 Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 1890, εἴχομεν 2129 ἵππους, καὶ ἡμιόνους 413, ἤτοι κτήνη ἐν ὅλῳ 2,542, διὰ τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖται δαπάνη διατροφῆς δραχ. 1,159, 787.50, ἤτοι 140,212.50 ὀλιγώτερον τοῦ προϋπολογιζομένου ποσοῦ. Τὰ κτήνη ταῦτα βεβαίως δὲν θ’ αὐξήσωσιν, ἀφοῦ κονδύλιον ἱππωνείας δὲν ὑπάρχει, τοὐναντίον δὲ θὰ ἐλαττωθῶσι, διότι ἐκ γήρατος ἢ θὰ πωληθῶσιν ἢ θὰ ψοφήσωσιν· ὥστε εἶναι ἀληθὲς καὶ βέβαιον, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἐνδιαλαμβάνει δι’ ἱππονομὴν δαπάνην ἀνωτέραν τοῦ δέοντος κατὰ δραχμὰς περισσοτέρας τῶν 140,000.
§205ΣΧΙΝΑΣ. Τὰ ζῷα ὅλα, μάλιστα δὲ τὰ τοῦ στρατοῦ, δὲν πρέπει νὰ ὑπερβαίνουν τὸ δωδέκατον ἢ τὸ δέκατον τέταρτον τὸ πολὺ ἔτος τῆς ἡλικίας των. Λαμβάνονται ταῦτα κατ’ ἐλάχιστον ὅρον εἰς τὸ τέταρτον ἔτος τῆς ἡλικίας των, διατηροῦνται δὲ εἰς τὸν στρατὸν ἐπὶ δέκα τὸ πολὺ ἔτη. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαρχόντων ἐν τῷ στρατῷ κτηνῶν εἶναι 2,500, ἑπομένως πρέπει νὰ ἀνανεῶνται κατ’ ἔτος περὶ τὰ 250. Τὴν δαπάνην διὰ τὴν τοιαύτην ἱππωνείαν πρέπει νὰ περιλάβωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, διότι ἄλλως θέλομεν ἀναγκασθῆ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος νὰ ἀγοράσωμεν 500 κτήνη, τοῦτο δὲ θὰ φέρῃ δυσκολίαν μεγίστην περὶ τὴν ἐκγύμνασιν αὐτῶν, τὴν ὁποίαν δὲν δύνανται νὰ ἐκτελέσωσι μόνοι οἱ παλαιοὶ ἱππεῖς, καὶ ἥτις εἶναι ἀπαραίτητος. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ, ἵνα τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ περισσεύσῃ ἐκ τῆς ἱπποφορβῆς, διατεθῇ εἰς ἀγορὰν κτηνῶν. Ἀλλ’ ἰδιαιτέρως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μελετήσῃ ἐπισταμένως τὸ ζήτημα τῆς συστάσεως ἱπποφορβείων ἐν Θεσσαλίᾳ. Ὁ κ. Μαυρογορδάτος, ὁ ὁποῖος ἀπέκτησε κτῆμα ἐκεῖ, καθὼς καὶ ἄλλοι, ἐπελήφθησαν τῶν ἱπποφορβείων, ἤτοι τῆς προσκτήσεως ἵππων καταλλήλων, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ καὶ τὸ Δημόσιον, διότι τρέχομεν τὸν κίνδυνον, ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης νὰ κλεισθῶσιν ἡμῖν αἱ θύραι τῶν ξένων ἀγορῶν, καὶ νὰ μείνωμεν ἄνευ ἵππων· τὸ δὲ χρῆμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ μείνῃ τοιουτοτρόπως ἐν τῷ τόπῳ, ἐξάγεται τῆς χώρας ἕνεκεν ἀδιαφορίας τῶν τὰ κοινὰ διεπόντων. Τὸ δὲ μέτρον, ὅπερ εἶχε ληφθῆ, νὰ φέρωσιν ἐπιβήτορας ἐκ Τουρκίας καὶ ἐξ Εὐρώπης, βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι, ἐὰν τὸ ἐξακολουθήσωμεν καὶ προσπαθήσωμεν νὰ βελτιῶμεν τὴν γενεὰν τῶν ἵππων, θέλομεν ἀσφαλίσει ἓν καλὸν εἰσόδημα διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τοὺς κτηνοτρόφους ἡμῶν.
§206ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀναγραφὴ ποσοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διότι ἡ ἱππωνεία τοῦ ἔτους 1891 ἐγένετο κατὰ τὸ ἔτος 1890. Προκειμένου νὰ γένηται ἡ ἱππωνεία τοῦ ἔτους 1890, ἐθεωρήθη πρέπον, ἐπειδὴ εἶχε προχωρήσει ὁ χρόνος, νὰ γένηται συνάμα καὶ ἡ τοῦ 1891, ὥστε ἡ ἱππωνεία τοῦ ἔτους τούτου ἐξετελέσθη. Βεβαίως πρέπει κανονικῶς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ νὰ ἀναγράφηται ἐτησίως πίστωσις ἱππωνείας διὰ τὸ δέκατον τῆς δυνάμεως, εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, διὰ τὸ ἕβδομον λέγουσιν ἄλλοι, καὶ τοῦτο ἀποδέχεται ἡ ὑπηρεσία, ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἐγένετο κατὰ τὸ 1889 παραγγελία περὶ τῆς ἱππωνείας τοῦ 1890, ἀλλ’ ἐγένετο αὕτη ἐντὸς τοῦ ἔτους 1890, ἐγένετο τότε ἐν τῇ αὐτῇ παραγγελίᾳ καὶ ἡ ἱππωνεία διὰ τὸ ἔτος 1891. Πρέπει ὅμως νὰ γίνεται εἰς τὸ ἑξῆς ἡ ἱππωνεία οὐχὶ διὰ δύο ἔτη, ἀλλὰ καθ’ ἕκαστον ἔτος· ἑπομένως, ἀφοῦ ἐγένετο ἡ παραγγελία διὰ τὸ ἔτος 1891 κατὰ τὸ 1890, γενομένης ἐπιπροσθέτως ἱππωνείας χάριν τῶν ἀξιωματικῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δηλώσεων αὐτῶν, πίστωσις οὐδεμία εἶναι ἀναγκαία ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τῷ νῦν ψηφιζομένῳ, καὶ μόνον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892 θὰ δεήσῃ ν’ ἀναγραφῇ πίστωσις ἐτησίας ἱππωνείας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως καὶ τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου 14 ἐκ δρ. 4,075,000. Ὡσαύτως γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 15–25.)
§207Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν γνωρίζω, διατὶ τὸ ἄρθρον περὶ προσωπικοῦ ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν ἀνεγράφη ὑπ’ ἀριθ. κεφαλαίου 27, ἐνῷ τὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι 25, καὶ μετὰ τοῦ διὰ τῆς δηλώσεως προτεινομένου ἐν ὅλῳ 26. Ὑποθέτω, ὅτι εἶναι λάθος.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθῇ.
§209ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τῇ ὑποβληθείσῃ δηλώσει μου περὶ προσθήκης κεφαλαίου 26ου, ὑπὸ τὸν τίτλον «Τοπογραφικαὶ καὶ γεωδαιτικαὶ ἐργασίαι», παρακαλῶ νὰ γείνωσιν αἱ ἑξῆς μεταβολαί. Ἡ ἐν τοῖς τίτλοις τῶν ἄρθρων 2 καὶ 4 λέξις «ὑλικὸν» ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέξεως «ἔξοδα», νὰ προστεθῇ δὲ ἐδάφιον βʹ εἰς τὸ ἄρθρον 5, ἐν τῷ φύλλῳ λεπτομερείας, ὡς ἑξῆς: «δι’ ἀγορὰν ὀργάνων, ἐργαλείων καὶ ἄλλου ὑλικοῦ δρ. 10,000». (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 26 μετὰ τῶν μεταβολῶν τούτων, ἀνερχομένου οὕτω τοῦ ποσοῦ εἰς δρ. 165,000. Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως 1891, ἀνερχόμενον εἰς δραχμὰς 17,799,065).
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1891.
§211ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐννοῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ σπεύδει νὰ φθάσῃ εἰς τὸ πέρας τῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐργασιῶν της, ἤδη δὲ τὸ μεσονύκτιον παρῆλθεν, ἑπομένως θὰ περιορισθῶ, ἵνα ὑποβάλω ὀλίγας παρατηρήσεις, ὅσον τὸ δυνατὸν βραχύτερον, ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ὁ προϋπολογισμὸς, οἷος ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, παρουσιάζει σπουδαίας αὐξήσεις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους, καὶ αἱ αὐξήσεις αὗται δικαιολογοῦνται κυρίως, ὡς ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναφέρεται, ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ναυτῶν. Εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελέσω μέρος τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, καὶ ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν πίνακας στατιστικοὺς, ἵνα ἴδω, ἂν πράγματι ἡ δύναμις αὕτη, ἡ ἀναγραφομένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἦναι δυνατὸν ἐκ τῶν διαφόρων πηγῶν τῆς ναυτολογίας νὰ ληφθῇ. Ἐκ τῶν πινάκων τούτων, νομίζω, ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ δύναμις αὕτη εἶναι ὑπερβολικὴ, διότι ὁ Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκθέσει, τὴν ὁποίαν ἐδημοσίευσε, καὶ ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἐξαίρεσιν μεταξὺ τῶν ἐκθέσεων τῶν ἄλλων Ὑπουργείων διὰ τὴν ἀκρίβειαν αὐτῆς, μνημονεύει ὅλας τὰς πηγὰς, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἔλθωσιν οἱ ναῦται κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Οἱ ναῦται οὗτοι εἶναι: 1) οἱ ὑπηρετοῦντες ἤδη· 2) ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἐκ τῆς τετάρτης τριμηνίας τῆς παρούσης ἀπογραφῆς· 3) ἐκεῖνοι ἐκ τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1891, οἵτινες δύνανται νὰ κληθῶσι· 4) οἱ καθυστεροῦντες τῶν προηγουμένων ἀπογραφῶν, καὶ τέλος οἱ ἐθελονταὶ, δηλαδὴ οἱ ἀφυπηρετήσαντες πτυχιοῦχοι, οἱ ζητοῦντες ἀνακατάταξιν. Ἐκ τούτων δέον ν’ ἀφαιρεθῶσιν οἱ κατὰ τὸ ἔτος ἀπολυόμενοι.» Οἱ πίνακες, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέβαλεν, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἐκ τῶν διαφόρων αὐτῶν πηγῶν θέλει προέλθει ἀριθμὸς, μακρὰν πολὺ ἀφιστάμενος τοῦ ἀριθμοῦ, τοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένου· προσθέτει ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἐν ἀνάγκῃ θέλει ἀναπληρώσει τὴν ἔλλειψιν ἀνδρῶν ἐξ ἐθελοντῶν, συμφώνως πρὸς τὸν περὶ ναυτολογίας νόμον. Ἐζήτησα τὸν πίνακα τῶν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη καταταχθέντων ἐθελοντῶν, καὶ εἶδον, ὅτι κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ὁ ἀριθμὸς οὗτος ἀνῆλθεν εἰς 150, καὶ πιστεύω, ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ ὑποθέσῃ τις κατάταξιν ἀριθμοῦ σπουδαίως ἀνωτέρου. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ὁ ἀριθμὸς ἀνδρῶν, ὁ ἀναγραφεὶς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, εἶναι ὑπερβολικὸς, καὶ τὴν παρατήρησιν ταύτην ποιοῦμαι, διότι ἐξ αὐτῆς ἀποῤῥέουσι πορίσματα, τὰ ὁποῖα θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς καταργεῖ πρῶτον τὴν ἐν παροπλισμῷ κατάστασιν τῶν πλοίων καὶ παραδέχεται δύο μόνον καταστάσεις, κατάστασιν ἐνεργείας καὶ κατάστασιν ἐφεδρείας. Ἐνόμισα καλὸν νὰ ἀναφέρω, ὅσα εἶπον περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ναυτῶν, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πραγματικῶν ἀριθμῶν, καὶ ὄχι τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφέντων, νὰ πραγματοποιηθῶσιν αἱ ἰδέαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· εἶναι ἀδύνατον, μὲ τοὺς ἄνδρας, τοὺς ὁποίους ἔχομεν, νὰ ἐπαρκέσωμεν, ὅπως ἔχωμεν ἐν ἐνεργείᾳ ὅλα τὰ πλοῖα, τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναφερόμενα· διότι ὡς ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, ἀναγνώσας τὴν ἔκθεσιν, παρετήρησεν, ἐν ἐνεργείᾳ τίθενται ἡ «Βασίλισσα Ὄλγα», ὁ πάρων «Ἄρης», οἱ ἀτμομυοδρόμονες «Πηνειὸς», «Ἀχελῷος», «Εὐρώτας» καὶ «Ἀλφειὸς», τὸ θωρηκτὸν αἱ «Σπέτσαι», ἡ θαλαμηγὸς «Σφακτηρία», αἱ ἀτμοημιολίαι «Πάραλος», «Σαλαμινία», «Σῦρος», «Πληξαύρα», «Ναύπλιον» καὶ «Ἀφρόεσσα», καὶ ἡ ἡμιολία «Αὔρα»· ἐν ἐφεδρείᾳ δὲ, τὰ θωρηκτὰ «Ὕδρα» καὶ «Ψαρὰ», ἡ θωρακόβαρις «Γεώργιος», ὁ ἀτμοδρόμων «Ἑλλὰς», τὸ καταδρομικὸν «Ναύαρχος Μιαούλης», τὸ τορπιλλοβόλον «Κανάρης», τὰ ὁπλιταγωγὰ «Μπουμπουλίνα» καὶ «Ἀμφιτρίτη», καὶ αἱ ἀτμοβάριδες «Ἀμβρακία» καὶ «Ἄκτιον». Ἀδύνατον ἀπολύτως, ἵνα διὰ τῆς δυνάμεως τῶν ἀνδρῶν τῆς πραγματικῆς, καὶ οὐχὶ τῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένης, ταῦτα πάντα νὰ ἐκτελεσθῶσιν· ἀλλὰ καὶ ἂν ταῦτα δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσι, κατ’ ἐμὲ, ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἠκολούθησε τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπεβάλλετο, κατὰ τὴν ἰδέαν μου, καὶ ἐπιβάλλεται ἐκ τῶν ἀναγκῶν τοῦ ναυτικοῦ. Κατ’ ἐμὲ, καὶ ἐν τῇ περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπῆρχεν ὁ ἀριθμὸς, ὁ ὁποῖος ἀναγράφεται, καὶ ὁ ὁποῖος ἀναντιῤῥήτως δὲν ὑπάρχει, δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ θέσῃ ἐν καταστάσει ἐφεδρείας τὰ δύο τῶν θωρηκτῶν. Σημειώσατε δὲ, ὡς πρὸς τοῦτο, ὅτι δὲν θέτει ταῦτα ἐν ἐφεδρείᾳ, ἀλλὰ πλάττει νέαν τινὰ κατάστασιν, μὴ ἐν τοῖς διατάγμασι, τοῖς κανονίζουσι τὸ ἀντικείμενον, περιλαμβανομένην, διότι ἐν τοῖς ὀργανικοῖς διατάγμασιν ὁρίζεται ἡ δύναμις τῶν διαφόρων πλοίων ἐν ἐνεργείᾳ, ἐν ἐφεδρείᾳ καὶ ἐν παροπλισμῷ, ἤδη δὲ γίνεται μία νέα κατάστασις, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἑξῆς: «Ὑπελόγισα, λέγει ἡ ἔκθεσις, μεταξὺ τῶν ἐφέδρων πλοίων τὰ δύο θωρηκτὰ μὲ τὸ ἥμισυ τῆς ἠλαττωμένης ἐν ἐνεργείᾳ ὀργανικῆς αὐτῶν δυνάμεως, τὸ μὲν διότι ἀπέβλεψα εἰς λόγους οἰκονομικοὺς, τὸ δὲ διότι διὰ τῶν ἀνδρῶν, τῶν ἀποτελούντων τὴν δύναμιν ταύτην, καὶ τὰ τοῦ πυροβολικοῦ γυμνάσια ἀνελλιπῶς θὰ ἐκτελῶνται, καὶ ἡ συντήρησις τῶν πλοίων καὶ τῶν μηχανημάτων αὐτῶν εὐχερῶς καὶ ἀποτελεσματικῶς θὰ ἐνεργῆται». Ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἔχῃ ἐν ἐνεργείᾳ ἓν τῶν τριῶν θωρηκτῶν, δηλ. «τὰς Σπέτσας», τὰ δύο δὲ ἕτερα, «Ψαρὰ» καὶ «Ὕδραν», θὰ θέση ἐν τῇ νέᾳ αὐτῇ καταστάσει, τῇ μὴ ἀναγραφομένῃ ἐν τοῖς νόμοις καὶ τοῖς διατάγμασι. Παρατηρεῖ δὲ, ὅτι διὰ τῆς δυνάμεως αὐτῆς θὰ δυνηθῶσι καὶ τὰ γυμνάσια ἀνελλιπῶς νὰ γίνωνται καὶ τὸ ὑλικὸν νὰ συντηρῆται, θὰ μεταφέρῃ δὲ ἐκ περιτροπῆς τὸ πλήρωμα τῶν «Σπετσῶν» εἰς τὰ δύο ἕτερα. Κατ’ ἐμὲ, τὸ σύστημα αὐτὸ εἶναι ἐλαττωματικὸν, καὶ σκοπὸς τῶν παρατηρήσεών μου εἶναι, ὅπως, εἰ δυνατόν, πεισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἵνα ἐγκαταλείψῃ τὸ σύστημα τοῦτο. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχεν ἀποφασίσει ν’ ἀκολουθήσῃ, κατόπιν γνωμοδοτήσεως καὶ τῆς τότε ὑφισταμένης Γαλλικῆς ἀποστολῆς καὶ ἄλλων ἀξιωματικῶν Ἑλλήνων, ἦτο ὅλως διάφορον τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Κατὰ τὸ σύστημα ἐκεῖνο, ἐν ἐνεργείᾳ ἐτίθεντο καὶ τὰ τρία θωρηκτά. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐνόμιζεν, ὅτι σπουδαιοτάτη μέριμνα πρέπει νὰ καταβληθῇ, ὅπως τὰ τρία ταῦτα πλοῖα, τὰ ἀποτελοῦντα μετὰ τῶν τορπιλλοφόρων τὴν πραγματικὴν δύναμιν τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν, ὦσι πάντοτε ἐν ἐνεργείᾳ, καὶ τοῦτο κυρίως, ὅπως οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ γυμνασθῶσιν ἐν τοῖς πλοίοις. Εἶναι ἀνάγκη οἱ ὑπαξιωματικοὶ νὰ μένωσιν ἐν τῷ αὐτῷ πλοίῳ, ὅπως δυνηθῶσιν ἐν δεδομένῃ στιγμῇ νὰ ἐνεργήσωσιν· εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι πλοῖα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα διὰ πρώτην φορὰν γίνονται γνωστὰ εἰς τὸ ἡμέτερον ναυτικὸν, εἰς τὰ ὁποῖα πρώτην φορὰν ὑπηρετοῦσιν οἱ ἡμέτεροι ἀξιωματικοὶ, εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῶ, ὅτι, ἐὰν τὰ πλοῖα ταῦτα τεθῶσιν ἐν παροπλισμῷ, δύνανται ἐν δεδομένῃ στιγμῇ νὰ ἐνεργήσωσιν. Ἑπομένως, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἐπιθυμητὸν, ὅπως τὰ τρία ταῦτα πλοῖα ὦσιν ἐν ἐνεργείᾳ, ἵνα οἱ κυβερνῆται αὐτῶν καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ γυμνασθῶσιν. Εἶναι ἀνάγκη, ὅπως τὰ πλοῖα ταῦτα διατελῶσιν ἐν ἐνεργείᾳ, καὶ, εἰ δυνατὸν, καταρτισθῇ ἐξ αὐτῶν μοῖρα, ὅπως καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ ὁ ναύαρχος, ὁ μέλλων νὰ διοικήσῃ τὴν μοῖραν ταύτην, ἀποκτήσωσι διὰ τῶν ἐν εἰρήνῃ γυμνασίων τὴν πεῖραν ἐκείνην, ἥτις μίαν ἡμέραν θέλει παρασκευάσει αὐτοὺς, ἵνα ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῶσι. Κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶναι ἀδύνατον, μὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν, τὸν ὁποῖον δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, νὰ πραγματοποιηθῇ τοῦτο· καὶ βεβαίως δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ, ἐὰν πρόκηται ὅλα τὰ πλοῖα, τὰ ἀναφερόμενα ἐν τῇ ἐκθέσει, νὰ διατελῶσιν ἐν ἐφεδρείᾳ· τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, διότι δύναμις ἀνδρῶν τοιαύτη, ὅπως ἐπιτρέψῃ τοῦτο, δὲν ὑπάρχει. Ἐὰν πρόκηται ὅλα τὰ πλοῖα νὰ ἦναι ἐν ἐφεδρείᾳ, πρέπει νὰ καταλήξωμεν εἰς μέτρον, οἷον ὑποδεικνύει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν· τὰ πλεῖστα τῶν πλοίων δύνανται κάλλιστα νὰ μένωσιν ἐν τῇ καταστάσει τοῦ παροπλισμοῦ. Ἐκ τούτου οὐδὲν κακὸν ἀποτέλεσμα δύναται νὰ προέλθῃ. Καὶ προβλέπω τὴν ἔνστασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ: Εἶναι δυνατὸν μένωσι τὰ πλοῖα ἐν παροπλισμῷ; Εἶναι τοῦτο καλόν; Ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος ἐπιτρέπει ἡμῖν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι τὰ ἐν παροπλισμῷ πλοῖα συντηροῦνται δεόντως. Πιστεύω, ὅτι ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος οὐδόλως ἀπέδειξεν, ὅτι τὰ ἐν παροπλισμῷ πλοῖα δὲν συντηροῦνται καλῶς· ἀλλὰ, καὶ ἐὰν τοῦτο ἀπεδεικνύετο, καὶ πάλιν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταδικάσωμεν τὸ σύστημα τοῦ παροπλισμοῦ. Εἰς ὅλα τὰ ναυτικὰ ἔθνη τὰ πλεῖστα τῶν πλοίων διατελοῦσιν ἐν παροπλισμῷ. Ἐὰν αἱ ἀρχαί, αἱ φέρουσαι τὴν εὐθύνην τῆς καλῆς καταστάσεως τῶν πλοίων τούτων, ἐκτελῶσιν ἀκριβῶς τὸ καθῆκόν των περὶ τῆς συντηρήσεως τῶν πλοίων, οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι δύνανται καλῶς νὰ συντηρηθῶσιν· ἑπομένως, καὶ ἐὰν ἐπίκρισιν ὁ κ. Ὑπουργὸς σκοπῇ νὰ κάμῃ, στηριζομένην εἰς τὸ γεγονὸς, ὅτι ἐνίοτε τὸ καθῆκον τοῦτο παρημελήθη, ἡ ἐπίκρισις αὕτη οὐδόλως εἶναι βάσιμος, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι μὲ δύναμιν σχετικῶς πολὺ μικρὰν ἐν ἑκάστῳ πλοίῳ δύνανται ταῦτα κάλλιστα νὰ χρησιμοποιηθῶσιν, ἀρκεῖ μόνον αἱ ἐν τῷ Ναυστάθμῳ ἀρχαὶ, αἱ ἔχουσαι τὸ καθῆκον νὰ μεριμνήσωσι περὶ τῆς συντηρήσεως τῶν ἐν παροπλισμῷ πλοίων, ἐκτελέσωσιν ἀκριβῶς τὸ αὐταῖς ἀνατεθειμένον καθῆκον. Δύναμαι καὶ ἑτέραν νὰ κάμω παρατήρησιν, ἀποβλέπουσαν εἰς τὴν κατάστασιν τῶν πλοίων τούτων. Δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μοὶ εἴπῃ: «ἡ κατάστασις τῶν λεβήτων τῶν ἐν παροπλισμῷ πλοίων δὲν ἦτο καθ’ ὅλα εὐάρεστος»· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα ὅλως ἀνεξάρτητον πρὸς τὴν καλὴν ἢ κακὴν συντήρησιν τῶν πλοίων. Ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι τὰ πλοῖα μετὰ παρέλευσιν χρονικοῦ τινος διαστήματος ἔχουσιν ἀνάγκην ἀλλαγῆς λεβήτων, ὅτι μετὰ παρέλευσιν ἐτῶν τινων οἱ λέβητες πρέπει ν’ ἀντικατασταθῶσιν. Ἀλλ’ ἄλλο συντήρησις ἐν παροπλισμῷ πλοίου, καὶ ἄλλο ἀντικατάστασις λεβήτων. Ἄλλως τε καὶ περὶ τούτων σπουδαιοτάτη κατεβλήθη μέριμνα. Ἤδη γίνεται ἐργασία πρὸς τοποθέτησιν νέων λεβήτων τῆς «Μπουμπουλίνας», καὶ πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν λεβήτων τῶν «Ψαρῶν».
§212ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ποία φροντὶς ἐλήφθη διὰ τοὺς λέβητας τῶν «Ψαρῶν»;
§213ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς λέβητας, γινώσκετε κάλλιστα, ὅτι ἕκαστον ἔτος παρερχόμενον χειροτερεύει τὴν κατάστασιν αὐτῶν. Τὸ ζήτημα τῶν λεβήτων ἀπησχόλησε τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἥτις ἔλαβε μέτρα πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἐργασίας ταύτης. Σεῖς συχνάκις μεταβαίνετε εἰς τὸν Ναύσταθμον· θὰ ἴδητε, ὅτι δι’ ἁδρᾶς δαπάνης ἐγένετο ἡ σύστασις ἑνὸς καρφωτῆρος ὑδραυλικοῦ, ἄνευ τοῦ ὁποίου εἶναι ἀδύνατος ἡ κατασκευὴ λεβήτων. Ἡ κατάστασις τῶν συνεργείων ἦτο τοιαύτη, ὥστε πρὸς κατασκευὴν ἑνὸς λέβητος καὶ 10 ἔτη ἠδύναντο νὰ παρέλθωσι, χωρὶς νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα. Μὲ τὰς μηχανὰς, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἐπρομηθεύθη, βεβαίως ἡ ἐργασία εὐκολύνεται μεγάλως, ὥστε ἐν βραχεῖ διαστήματι νὰ καθίσταται δυνατὴ ἡ ἀντικατάστασις τῶν ἐφθαρμένων λεβήτων. Ὡς πρὸς τὰ «Ψαρὰ», τὰ σήμερον ὀνομαζόμενα «Κανάρης», ἐπειδὴ τὰ συνεργεῖα ἠσχολοῦντο εἰς τοὺς λέβητας τῆς «Μπουμπουλίνας», ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε φροντίσει, ἵνα τοὺς λέβητας παραγγείλῃ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ ἀπηυθύνθη εἰς διαφόρους ἐργοστασιάρχας, Ἄγγλους καὶ Γάλλους, ζητοῦσα πληροφορίας περὶ τῆς τιμῆς τῶν λεβήτων. Αἱ πληροφορίαι ἔφθασαν ἕνα μῆνα πρὸ τῆς πτώσεως ἡμῶν, καὶ σχέδια ὑπεβλήθησαν, καὶ τιμαὶ προὐτάθησαν, καὶ χρόνος ἐκτελέσεως τῆς ἐργασίας ὡρίσθη· τὰς πληροφορίας ταύτας θὰ εὕρητε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ πληρεστάτας, καὶ δὲν ἔχετε ἢ νὰ παραγγείλητε τὴν κατασκευὴν, ὅπως ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν οἱ λέβητες τοῦ «Κανάρη» ἀντικατασταθῶσι· σημειώσατε δὲ, ὅτι, προκειμένου περὶ λεβήτων, ἔπρεπε νὰ περιμείνωμεν, ὅπως οἱ ὑπάρχοντες φθάσωσιν εἰς βαθμὸν φθορᾶς, καθιστώσης ἀναγκαίαν τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῶν. Σήμερον ἡ φθορὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ ἄμεσος ἀντικατάστασις ἐπιβάλλεται· ἐλπίζω δὲ, ὅτι δὲν θέλει παρέλθει ἀσκόπως ὁ χρόνος, καὶ ὅτι θέλετε σπεύσει νὰ δώσητε διαταγὰς, ὅπως κατασκευασθῶσιν οἱ λέβητες τοῦ «Κανάρη», οἵτινες ἐντὸς 7 μηνῶν ἀπὸ τῆς παραγγελίας δύνανται νὰ κατασκευασθῶσιν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῶν λεβήτων, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπιμένετε, εἶνε, κατ’ ἐμὲ, ἐντελῶς ἄσχετον πρὸς τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ τῆς καταστάσεως ἐν ἐφεδρείᾳ ἢ ἐν παροπλισμῷ τῶν πλοίων’ τὸ ὅτι οἱ λέβητες ἔφθασαν εἰς σημεῖον, ἐπιβάλλον τὴν ἀντικατάστασιν μερικῶν ἐξ αὐτῶν, τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι πλοῖα ἐν παροπλισμῷ δὲν δύνανται καλῶς νὰ συντηρηθῶσιν· ἄλλως τε ἀπατᾶσθε, ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἡ κατάστασις ἐν ἐφεδρείᾳ, τὴν ὁποίαν ἡ ἔκθεσις ὑμῶν διατυποῖ, δύναται νὰ ἐξυπηρετήσῃ καλλίτερον τὴν ἀνάγκην τῆς καλῆς συντηρήσεως· διότι, ναὶ μὲν ἀναφέρετε ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἐν τοῖς πλοίοις ἔχετε πλήρη τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ τῶν ὑπολόγων ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ ποῦ θὰ εὕρητε τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαξιωματικῶν τὸν ἀναγκαῖον; ποῦ ἰδίως θὰ εὕρητε τὸν ἀναγκαῖον ἀριθμὸν ἀνδρῶν; Θὰ ἔχητε τοὺς ὑπολόγους, ἀλλὰ πῶς οὗτοι θὰ βελτιώσωσι τὴν κατάστασιν τῶν πλοίων ἄνευ ἀνδρῶν; Θὰ ἔχητε τοποθετημένους ἀξιωματικοὺς μὲ θαλασσίας ἀποδοχάς, οἱ ὁποῖοι θὰ μεταβαίνωσι τὴν πρώτην ἑκάστου μηνὸς, ὅπως καταστρώνωσι τὰς καταστάσεις ἑκάστου μηνός· τοῦτο δὲ βεβαίως δὲν θὰ ἐξασφαλίσῃ καλλίτερον τὴν συντήρησιν τῶν πλοίων, διότι ἀναντιῤῥήτως δὲν θὰ ἔχητε τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ ναυτῶν τὸν ἀναγκαῖον, ὅπως θέσητε εἰς τὰ πλοῖα ταῦτα, κατὰ τοὺς ἐν ἰσχύι ὀργανισμούς. Ἐπανερχόμενος εἰς τὴν ἀρχικὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐγκατέλειψα, ὡς ἐκ τῆς παρεκβάσεως, εἰς ἣν μὲ ἤγαγεν ἡ περὶ λεβήτων παρατήρησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, λέγω, ὅτι τὸ σύστημα τὸ ἡμέτερον ἦτο τὸ ἑξῆς· τὰ τρία θωρηκτὰ ἔπρεπε νὰ διατηρῶνται ἐν ἐνεργείᾳ, ἔπρεπε δὲ νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ μοῖρα τῶν γυμνασίων· ἀδύνατον δὲ διὰ τῆς δυνάμεως, τῆς ἐκ τοῦ περὶ ναυτολογίας νόμου προερχομένης, νὰ ἔχητε καὶ τὰ τρία θωρηκτὰ ἐν ἐνεργείᾳ καὶ τὴν μοῖραν τῶν γυμνασίων ἐν ἐνεργείᾳ· ἀδύνατον δὲ νὰ μορφώσητε ναύτας ἄνευ τῆς μοίρας τῶν γυμνασίων. Ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν τῆς δυσκολίας ταύτης· καὶ πῶς; Ἐσκέφθημεν, ἐκ τῶν τεσσάρων πλοίων τῆς μοίρας τῶν γυμνασίων νὰ τηρήσωμεν ἓν μόνον πλοῖον ἐν ἐνεργείᾳ, τὰ δ’ ἕτερα τρία νὰ προσκολλήσωμεν εἰς τὰ θωρηκτὰ, ὥστε ἕκαστον τῶν θωρηκτῶν θὰ εἶχε προσκεκολλημένον ἑαυτῷ ἓν τῶν τριῶν πλοίων τῆς μοίρας. Τὰ θωρηκτὰ θὰ ἐξέρχωνται ἐπὶ 15 ἡμέρας διὰ γυμνάσια, κατὰ δὲ τὴν ἐπάνοδόν των εἰς τὸν λιμένα ἓν μέρος τοῦ πληρώματος ἑκάστου τῶν θωρηκτῶν θὰ μεταβαίνῃ εἰς ἓν τῶν μικρῶν πλοίων τῆς μοίρας, ὅπου θὰ γίνωνται τὰ γυμνάσια. Διὰ τοῦ συστήματος τούτου ἐπιτυγχάνομεν τὴν ἐκγύμνασιν τῶν ἀνδρῶν, κατορθόνομεν δὲ καὶ τὴν διατήρησιν τῶν τριῶν θωρηκτῶν ἐν ἐνεργείᾳ. Βεβαιωθῆτε, ὅτι, ἐὰν τὰ θωρηκτὰ δὲν ἦναι ἐν ἐνεργείᾳ, πᾶσα ἡ δαπάνη τῆς κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως αὐτῶν εἰς οὐδὲν θὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα. Συμβουλευθῆτε οἱονδήποτε θέλετε ἐκ τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, καὶ οὐδεὶς θὰ σᾶς εἴπῃ τὰ ἐναντία. Πιστεύω δὲ, ὅτι ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἔχωμεν κατάστασιν τοιαύτην πληρωμάτων, ἥτις νὰ ἐπιτρέπῃ, ἄν ποτε παρουσιασθῇ περίστασις, νὰ κάμωμεν χρῆσιν τῶν πλοίων τούτων. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἵνα μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ ἰδέας ταύτας, καὶ σκεφθῇ ὡρίμως ἐπ’ αὐτῶν· ἡ ψήφισις δὲ τοῦ προϋπολογισμοῦ, οἷος ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἀποκλείει τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἰδεῶν τούτων, καθόσον, καίτοι ἐν τῇ ἐκθέσει διατυποῦται τὸ σύστημα, ὅπερ σκοπεύει τὸ Ὑπουργεῖον ν’ ἀκολουθήσῃ, ὁ προϋπολογισμὸς χορηγεῖ γενναίαν διὰ τὰ πληρώματα πίστωσιν, δικαιουμένου τοῦ Ὑπουργοῦ, ἵνα διαθέσῃ ταύτην κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας. Ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ὑποβάλω τὰς παρατηρήσεις ταύτας, διότι πιστεύω, ὅτι συμφέρον τῆς Πολιτείας ἀπόλυτον εἶναι, ὅπως τὰ τρία πλοῖα μένωσι διαρκῶς ἐν ἐνεργείᾳ, ἵνα κινηθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον, καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ ἐξασκηθῶσιν. Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, ὅπως τὰ τρία πλοῖα ἀποτελέσωσι μοῖραν, ὑπὸ τὴν διοίκησιν μοιράρχου, ὁ ὁποῖος νὰ δυνηθῇ μετὰ τὴν ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν γυμνασίοις ἀποκτηθεῖσαν πεῖραν νὰ διοικῇ ταῦτα ἐν πολέμῳ, πρᾶγμα ἀπολύτως ἀδύνατον ἄνευ προηγουμένης ἐξασκήσεως.
§214ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἐπιθυμητὸν εἶναι, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἦτο δυνατὸν ὅλος ὁ στόλος νὰ τεθῇ εἰς κατάστασιν ἐνεργείας, καὶ νὰ διορισθῇ μοίραρχος εἰς διοίκησιν αὐτοῦ, ἀλλ’ αὐτὰ δὲν ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς θελήσεώς τινος, ἀλλ’ ἐκ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπει τὸ σύστημα, εἰς τὸ ὁποῖον μᾶς ὑπέβαλεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Βεβαίως, Κύριοι, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν εἰς ἐνέργειαν τὰ τρία θωρηκτὰ, ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν ἀρκετοὺς μηχανικοὺς, ἀναλόγως τῆς δυνάμεως τῶν μηχανῶν τῶν θωρηκτῶν, καὶ ἀρκετοὺς θερμαστάς. Ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ ὡραῖον σύστημα εἰς τὴν κεφαλήν του καὶ ἐπρόκειτο νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ, δὲν εἶχε προβλέψει ἐν καιρῷ νὰ αὐξήσῃ τὸ σῶμα τῶν μηχανικῶν, ὡς ἐπέβαλλεν ἡ νέα κατάστασις τῶν πραγμάτων, οὐδὲ τὸ σῶμα τῶν θερμαστῶν, καὶ διὰ τοῦτο εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διατηρήσωμεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν βλέπετε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Δὲν εἶναι εὔκολον εἰς ἐμὲ, καὶ τὰ πλοῖα νὰ κινήσω, καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ γυμνάσω, διότι θὰ φέρω ἐκ περιτροπῆς ἕκαστον εἰς ἐνέργειαν, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν οὐδενὸς Κράτους τὰ ἐν ἐνεργείᾳ πλοῖα νὰ ταξειδεύσωσι πάντοτε, καὶ νὰ γυμνάζωνται οἱ ἄνδρες αὐτῶν ἐν πλῷ πάντοτε· κατὰ τὸ μεγαλείτερον χρονικὸν διάστημα εἶναι ἠγκυροβολημένα, ἐπὶ δύο δὲ μόνον ἢ τρεῖς μῆνας τοῦ ἔτους ἐξέρχονται ἐν πλῷ, διότι καὶ τὰ μεγαλείτερα Κράτη δὲν δύνανται νὰ διατηρῶσιν ἐν ταξειδίοις τὴν ναυτικὴν αὐτῶν μοῖραν. Ἠγκυροβολημένα λοιπὸν, θὰ ἔχωσι μόνον τὴν ἀρκοῦσαν δύναμιν, ἵνα συντηρῶνται, καὶ ἵνα γίνωνται εἰκονικὰ γυμνάσια τῶν μενόντων ἐν ἐφεδρείᾳ πληρωμάτων. Ὅταν δ’ ἐκ περιτροπῆς ἔρχωνται εἰς ἐνεργὸν κατάστασιν, συμπληρούμενα ἐκ τῶν πληρωμάτων τῶν ἐνεργῶν πλοίων, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὰ γυμνάσια πλήρη, καὶ οὐχὶ εἰκονικά. Ὁ λόγος λοιπὸν, ὁ ὁποῖος μὲ ἀναγκάζει νὰ κρατῶ τὰ δύο πλοῖα ἐν ἐφεδρείᾳ, εἶναι ὅτι δὲν ἔχω τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ θερμαστὰς τοὺς ἀπαιτουμένους. Προχθὲς ἔκαμα ταξείδιον πρὸς δοκιμὴν τῆς λειτουργίας τῶν μηχανῶν, καὶ ἠναγκάσθην νὰ προσλάβω ἐκ τῶν πλοίων τῆς ἐφεδρείας τῶν ἐν τῷ Ναυστάθμῳ μηχανικοὺς καὶ θερμαστὰς, ἵνα συμπληρώσω δύο φρουρὰς, ἐνῷ τὰ πλοῖα ἔχουσιν ἀνάγκην τεσσάρων φρουρῶν, διότι τὰ ἰδικά μας πλοῖα ἔχουσι θερμοκρασίαν ἀνωτέραν τῶν ἄλλων θωρηκτῶν. Ἀλλὰ μᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας καὶ ἑτέραν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν μοῖραν τῶν γυμνασίων εἰς κατάστασιν παροπλισμοῦ, καὶ ἐξ αὐτῆς νὰ συμπληρῶμεν τὰ πληρώματα. Δυστυχῶς οἱ μηχανικοὶ καὶ θερμασταὶ δὲν εἶναι ἀρκετοί, ὥστε νὰ ὑπηρετῶσι τὰ πλοῖα ταῦτα. Ἄλλως τε, ἐὰν θέσωμεν εἰς κατάστασιν παροπλισμοῦ τὰ πλοῖα, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν ναύτας κατὰ τὸν νόμον τῆς ναυτολογίας, διότι ἡ μοῖρα τῶν γυμνασίων ἢ ἐκπαιδευτικὴ δὲν ἀποκαθιστᾷ τοὺς ναύτας τελείους· εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάγωσιν εἰς τὴν μοῖραν τῶν γυμνασίων, διὰ νὰ ἁλατισθῶσιν, οὕτως εἰπεῖν. Πάντα ταῦτα δὲν ἠδυνάμεθα νὰ παρίδωμεν. Ἔθηκα δὲ πάντα τὰ πλοῖα ἐν ἐφεδρείᾳ, διότι δὲν ἤθελον νὰ κρατῶ αὐτὰ εἰς τὴν εἰκονικότητα, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο ἐπὶ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὅστις εἶχε κατάστασιν πλοίων ἐν παροπλισμῷ, ἀλλ’ εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην ἐκ περιτροπῆς νὰ τὰ θέτῃ εἰς ἐνέργειαν. Ἡ κατάστασις αὕτη τοῦ παροπλισμοῦ δὲν εἶναι εὐχάριστος εἰς τὰ πλοῖα. Ὑπάρχει κατάστασις τοιαύτη εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, ἀλλ’ ἐκεῖ οἱ ναύσταθμοι εἶναι καλῶς κατηρτισμένοι, ἔχουσι τὸ ἀναγκαῖον προσωπικόν, καὶ πάντα τὰ μέσα, καὶ ἐκ περιτροπῆς εἰσέρχονται εἰς τὰ πλοῖα οἱ ἄνδρες καὶ γυμνάζονται. Ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ μεταχειρισθῶμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ κ. Θεοτόκης. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν παρέλειψα νὰ κάμω δοκιμὰς τοῦ νέου συστήματος, τὸ ὁποῖον εἰσάγω διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ κατήρτισα ὁπωσδήποτε τὰ ἐν ἐφεδρείᾳ ἠγκυροβολημένα πλοῖα ἐν Ναυστάθμῳ, καὶ διέταξα τὰ τῆς συντηρήσεως αὐτῶν οὕτως, ὥστε εἰς δεδομένην περίστασιν, ἐντὸς 24 ἢ τὸ πολὺ 48 ὡρῶν, εὐθὺς ὡς κατασκευασθῶσιν οἱ λέβητες οἱ ἀναγκαιοῦντες, νὰ ἦναι ὅλα ἕτοιμα, ἐν καταστάσει πολέμου. Δύο λέξεις θὰ προσθέσω ἤδη ὡς πρὸς τὴν μέριμναν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διὰ τοὺς λέβητας τῶν πλοίων. Κανὼν ὑπάρχει, Κύριοι, καὶ κανὼν ἀπαράβατος ἐκ μέρους ὅλων τῶν Κρατῶν, νὰ ὑπάρχωσιν ἀμοιβεῖς λέβητες· ἀμοιβεῖς δὲ λέβητες λέγονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἕτοιμοι νὰ ἀναπληρώσωσι τοὺς τυχὸν ἐκ βλάβης μὴ ὄντας εἰς κατάστασιν νὰ ἐνεργήσωσι πλέον. Ὁ κ. πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς δὲν διῴκησε 4 ἢ 5 ἢ 6 μῆνας, διῴκησε τέσσαρα ἔτη, ἐδανείσθη δὲ 135,000,000, ἐξ ὧν μέρος νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὸν στόλον, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐμερίμνησε περὶ κατασκευῆς λεβήτων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, οὐδὲ περὶ ἐπισκευῆς τῶν βεβλαμμένων τοιούτων εἰς τὸν Ναύσταθμον τὸν ἰδικόν μας. Ἔγραψεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν, μᾶς εἶπεν ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς, καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν. Ἀλλὰ παρακαλῶ αὐτὸν, νὰ μοὶ εἴπῃ ποῦ νὰ ἀνεύρω τὴν πίστωσιν· διότι ἔχω ἀπεριόριστον ἐπιθυμίαν, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον νὰ κατασκευάσω τοὺς λέβητας. Εἶναι ἀληθές, κύριε πρώην Ὑπουργὲ, ὅτι ἐγράψατε νὰ ἔλθουν οἱ λέβητες, ἀλλὰ μόνον περὶ τῆς πιστώσεως ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ εἴπητε, διότι, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι αὔριον εὑρίσκομαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ διατάξω τὴν κατασκευήν.
§215ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ βεβαίως ἤθελον ζητήσει τὴν πίστωσιν, ἣν δὲν ἤθελεν ἀρνηθῆ ἡ Βουλή. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, οὐδεμίαν θὰ εἶχον δυσκολίαν ν’ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην τῆς παραγγελίας ἄνευ πιστώσεως, ἀδιαφορῶν πληρέστατα περὶ μέλλοντος κατηγορητηρίου.
§216ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς εὐθύνης, πρόκειται περὶ τῆς μερίμνης, τὴν ὁποίαν ἐλάβετε· διότι ἐγράψατε εἰς τὴν Ἀγγλίαν, εἴπετε, καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, καὶ ἐγράψατε κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, ὅτε ἐγνωρίζετε, ποία ἦτο ἡ θέσις σας.
§217ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅταν ἐπαρουσιάσθη ἡ ἀνάγκη, ἐνηργήσαμεν, ἐνῷ ὑμεῖς, παρουσιασθείσης τῆς ἀνάγκης, οὐδὲν ἐπράξατε.
§218ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὸ τεσσάρων ἐτῶν ἐπαρουσιάσθη ἡ ἀνάγκη.
§219ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι δά!
§220ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα. Μέχρι σήμερον ἔχουν ἕνδεκα ἔτη εἰς τὴν ἐργασίαν των οἱ λέβητες· ὑμεῖς τέσσαρα ἔτη εἴχετε τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἔπρεπε πρὸ τεσσάρων ἐτῶν νὰ φροντίσητε περὶ τῆς κατασκευῆς, ἢ ἔστω καὶ πρὸ τριῶν ἢ καὶ πρὸ δύο ἐτῶν, ἢ καὶ πρὸ ἑνὸς ἔτους, ὄχι κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν.
§221ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τί ἔχουν νὰ κάμουν αἱ ἐκλογαί; Αἱ ἐκλογαὶ δὲν σχετίζονται οὐδόλως μὲ τοὺς λέβητας.
§222ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι μόνον δι’ αὐτὸ δὲν ἐφροντίσατε, ἀλλὰ δὲν ἐφροντίσατε καὶ διὰ τὰ τορπιλλοβόλα ἐνῷ εἴχετε, ἐπαναλαμβάνω, ἐκθέσεις.
§223ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὰ τορπιλλοβόλα κατελήφθησαν παρ’ ὑμῶν εἰς λαμπροτάτην κατάστασιν.
§224ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν ἔντιμον συνάδελφον ἐκ Λακωνίας, ὁ ὁποῖος μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ συνοδεύσῃ εἰς τὸν Ναύσταθμον, νὰ εἴπῃ, ἂν ἐγὼ πράγματι διέταξα νὰ ἐπισκευάσουν τὰ τορπιλλοβόλα, καὶ ἂν ἤρξατο ἡ πρὸς τοῦτο ἐργασία.
§225ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τέλος πάντων θὰ διατάξητε· τὸ καθῆκόν σας εἶναι νὰ ἐργασθῆτε· βεβαιωθῆτε ὅμως, ὅτι ἡ ἐργασία ὑμῶν, ἐὰν τυχὸν εἰς ταύτην προβῆτε, δὲν ἀποκλείει τὴν ἄλλοτε παρ’ ἡμῶν γενομένην.
§226ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὸ τεσσάρων ἐτῶν σᾶς εἶχον εἴπει τοῦτο ἐπανειλημμένως, καὶ δὲν εἴχετε λάβει μέριμναν περὶ αὐτοῦ.
§227ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπέπρωτο νὰ λάβητε σεῖς περισσοτέραν μέριμναν!
§228ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ βεβαίως, ἐνόσῳ τὰ μέσα τῆς χώρας μοὶ τὸ ἐπιτρέπουσι, θὰ φροντίσω, ἐστὲ βέβαιος περὶ αὐτοῦ, ἂν καὶ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ βεβαιώσω, διότι εἶναι γνωστὸς ὁ χαρακτήρ μου. Ἠκούσατε, Κύριοι, τοὺς λόγους, οἵτινες μὲ ἠνάγκασαν νὰ ἀκολουθήσω τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀνέγραψα εἰς τὸν προϋπολογισμόν, καὶ τὸ ὁποῖον νομίζω ὡς τὸ εὐστοχώτερον, τὸ σωστικώτερον καὶ τὸ ἀποτελεσματικώτερον, διότι τοιουτοτρόπως θέλω δυνηθῆ νὰ συντηρήσω τὰ θωρηκτά, θέλω δυνηθῆ νὰ ἔχω αὐτὰ ἑτοιμοπόλεμα εἰς ἐνδεχομένην περίστασιν, ὡς καὶ ὅλα τὰ ἄλλα, καὶ δὲν θέλω νὰ κάμω εἰκονικά τινα πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν μοὶ ἐπιτρέπει ἡ ὥρα νὰ ἀναφέρω ἤδη, διότι εἶναι μία μετὰ τὸ μεσονύκτιον.
§229ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔκαμε μίαν παρατήρησιν, ἡ ὁποία, ἂν ἦτο ἀκριβὴς, θὰ μὲ ἠνάγκαζε νὰ καταλήξω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι, διότι εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἀρκετοὶ μηχανικοὶ καὶ θερμασταὶ, ὅπως διατηρηθῶσιν ἐν ἐνεργείᾳ τὰ τρία θωρηκτά. Τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι ἀκριβές. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν εὑρίσκεται κατ’ ἀνάγκην εἰς δύσκολον θέσιν,—αὐτὸ εἶναι ἀναντίῤῥητον,—διότι διὰ μιᾶς προσετέθησαν τρία θωρηκτὰ, δηλαδὴ προσετέθη δύναμις πολὺ ἀνωτέρα τῆς προηγουμένης δυνάμεως, ἑπομένως ὑπάρχουσι δυσκολίαι, ἐκ τῶν πραγμάτων προκύπτουσαι, ἀλλὰ τὰς ὁποίας καλὴ θέλησις καὶ σκόπιμος ἐργασία δύνανται νὰ ὑπερνικήσωσι. Θέλετε δὲ τὴν ἀπόδειξιν τούτου; Εἴπατέ μοι, παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, κατηρτίσθησαν, ναὶ ἢ ὄχι, παρ’ ἡμῶν συμφώνως πρὸς τοὺς ὀργανισμοὺς τὰ πληρώματα τῶν δύο θωρηκτῶν; Ἐστάλησαν εἰς Γαλλίαν πρὸς παραλαβὴν αὐτῶν πληρώματα πλήρη; Ἐστείλαμεν, ναὶ ἢ ὄχι, τοὺς μηχανικοὺς καὶ τοὺς θερμαστὰς, τοὺς ὑπὸ τῶν ὀργανισμῶν ἀπαιτουμένους, ὅπως μεταφέρωσι τὰ πλοῖα; Ἐστείλαμεν, ἢ ὄχι, τοὺς μηχανικοὺς καὶ τοὺς θερμαστὰς, τοὺς παρὰ τῶν ὀργανισμῶν ἀπαιτουμένους, ὅπως μεταφέρωσι τὰς «Σπέτσας» καὶ τὴν «Ὕδραν»; Ὅταν δὲ ἐστάλησαν τὰ πληρώματα ταῦτα, ὅταν ἐστάλησαν οἱ μηχανικοὶ καὶ οἱ θερμασταὶ,— καὶ ἐστάλησαν, ἐπαναλαμβάνω, ἀκριβῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τῶν ὀργανισμῶν ἀπαιτοῦνται,—εἴχομεν ἢ ὄχι ἐν ἐνεργείᾳ τὴν μοῖραν τῶν γυμνασίων; εἴχομεν ἢ ὄχι ἐν ἐνεργείᾳ τὰ πλοῖα τὰ σταθμεύοντα εἰς διαφόρους λιμένας; εἴχομεν ἢ ὄχι ἐν ἐνεργείᾳ τὰς ἀτμοτελωνίδας, τὴν «Ὄλγαν», τὸν «Ἄρην»; Πῶς λοιπὸν λέγετε, ὅτι δὲν ἔχομεν μηχανικοὺς καὶ θερμαστάς; Βεβαίως οἱ μηχανικοὶ, οἱ πλεῖστοι, δὲν εἶναι τελείως κατηρτισμένοι, δὲν εἶναι οἷοι οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν ξένοις πλοίοις, ἀλλὰ βεβαίως θὰ φθάσουν εἰς τὸν βαθμὸν ἐκεῖνον τῆς τελειότητος, ὅταν ἐπί τινα χρόνον ὑπηρετήσωσιν ἐν τοῖς θωρηκτοῖς· δὲν εἶναι δύσκολον νὰ ἐννοήσῃ τις, πῶς μηχανικοί, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ἐν μικροῖς πλοίοις μέχρι τοῦδε, εὑρίσκουσι δυσκολίαν, ὑπηρετοῦντες εἰς πλοῖα μεγάλα, ἀκριβὲς δὲ δὲν εἶναι τὸ παρ’ ὑμῶν λεχθὲν, ὅτι ἡ θερμοκρασία ἐν τοῖς ἡμετέροις θωρηκτοῖς εἶναι ἀνωτέρα ἐκείνης τῶν θωρηκτῶν ἄλλων Κρατῶν, διότι θὰ εὕρητε ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου ἐκθέσεις, ἐν αἷς ἀναφέρεται ἡ θερμοκρασία ὅλων τῶν πλοίων τῶν ναυπηγηθέντων κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη, καὶ ἐκ τῶν συγκριτικῶν πινάκων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ θερμοκρασία τῶν ἡμετέρων εἶναι κατωτέρα τῆς θερμοκρασίας τῶν ὑπὸ ἄλλων Κρατῶν ναυπηγηθέντων θωρηκτῶν.
§230ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε σημειώσει εἰς ποῖον βαθμὸν ἀνέρχεται, ὡς ἔγγιστα, ἡ θερμοκρασία;
§231ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ ἀνωτέρα εἶναι μέχρι 38 ἢ 40 βαθμῶν· ἔχομεν δὲ πλοῖα, κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη ναυπηγηθέντα παρ’ ἄλλων Κρατῶν, ἐν οἷς ἡ θερμοκρασία ὑπερβαίνει καὶ τὸν 45ον βαθμόν· ἡ θερμοκρασία μάλιστα ἐν τῇ «Ὕδρᾳ» καὶ τῷ ἑτέρῳ τῶν θωρηκτῶν, τοῖς «Ψαροῖς», εἶναι κατωτέρα ἐκείνης ὅλων τῶν πλοίων τῶν ναυπηγηθέντων κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τὸ σπουδαῖον. Ἔχομεν, ἢ ὄχι, μηχανικοὺς καὶ θερμαστάς; Ἡμεῖς τοὺς εὕρομεν· ποίαν δυσκολίαν ἔχετε νὰ τοὺς εὕρητε καὶ ὑμεῖς; Ἡμεῖς προεκηρύξαμεν διαγωνισμὸν πρὸς κατάταξιν μηχανικῶν· ἡ προκήρυξις ἦτο ἑτοίμη, καὶ ἔκτοτε ὁ διαγωνισμὸς δὲν ἐγένετο. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀπολύτως ἀδύνατον, καὶ καθ’ ἣν περίπτωσιν ὁ ἀριθμὸς τῶν μηχανικῶν πρέπει ν’ αὐξηθῇ, νὰ συμπληρώσητε τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμόν. Ἄλλως τε, ἂν δεχθῶμεν ὅτι, συμφώνως πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ἐν τῇ ἐκθέσει ἐκδηλουμένας, θὰ θέσητε τὸν ἀπαιτούμενον ὑπὸ τῶν ὀργανισμῶν ἀριθμὸν μηχανικῶν καὶ θερμαστῶν ἐν τοῖς διαφόροις πλοίοις, τοῖς τεθειμένοις ἐν ἐφεδρείᾳ, βεβαίως ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς διὰ τὰ πλοῖα ταῦτα εἶναι πολὺ ἀνώτερος τοῦ ἀριθμοῦ, τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὰ τρία θωρηκτά· ἑπομένως ἡ παρατήρησις ὑμῶν, καίτοι ἐφαίνετο καταστρέφουσα τὰς ἰδέας τὰς ἐμάς, οὐ μόνον δὲν τὰς κατέστρεψεν, ἀλλ’ ἀπεναντίας νέα μοὶ ἔδωσεν ἐπιχειρήματα πρὸς ὑποστήριξιν.
§232ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι, διὰ νὰ ταξειδεύσῃ τὸ θωρηκτὸν ἀπ’ ἐδῶ ἕως τὴν Σῦρον καὶ ἐπανέλθῃ, οἱ μηχανικοὶ καὶ οἱ θερμασταὶ εἶναι ἀρκετοὶ νὰ ἐκπληρῶσιν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν ἐπὶ μακρόν, δὲν εἶναι ἀρκετοὶ διὰ νὰ ἐκπληρῶσι τὴν ὑπηρεσίαν των. Τὸ εἶπα προτήτερα, τὸ εἶπα κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀγορεύσεώς μου, καὶ λυποῦμαι πολύ, διότι δὲν μὲ ἔψεξεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος· ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνω: μήπως ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ λησμονήσῃ ἡ Βουλὴ ὅ,τι εἶπον ἐν ἀρχῇ, καὶ κατὰ συνέπειαν ὅτι ἡ μεταβολὴ τῶν λόγων του ἠδύνατο νὰ ἀνατρέψῃ ὅ,τι ἐγὼ ἀπέδειξα ἀκριβῶς; Ἤθελον μάλιστα παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Κυκλάδων, τὸν πρώην Ὑπουργὸν, τόν τε καὶ εἰδικόν, ὡς ναυτικὸν ἄνθρωπον, νὰ εἴπῃ, μεταξὺ ἡμῶν τὶς ἔχει τὸ δίκαιον, ἂν δύνανται νὰ ὑπηρετῶσι μὲ τὰς ὑπαρχούσας δυνάμεις, μὲ δύο φυλακὰς δηλαδὴ μόνον νὰ ὑπηρετηθῶσιν αἱ μηχαναὶ τῶν θωρηκτῶν.
§233ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν τῷ ὀργανισμῷ μηχανικῶν καὶ θερμαστῶν.
§234ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἴχετε προβλέψει περὶ αὐτοῦ;
§235ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ἠξεύρω, ὅτι μὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν τῷ ὀργανισμῷ ἀναγραφομένων μηχανικῶν καὶ θερμαστῶν τρεῖς φυλακὰς πρέπει νὰ ἔχητε, καὶ ὄχι δύο.
§236ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἠναγκάσθη τὸ θωρηκτὸν «Σπέτσαι», διὰ νὰ καταπλεύσῃ εἰς τὸν Πειραιᾶ, ἐπειδὴ δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν μηχανικῶν καὶ θερμαστῶν, νὰ ἀγκυροβολῇ εἰς πολλοὺς λιμένας, ἕως ὅτου φθάσῃ εἰς Πειραιᾶ, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ ἀνθέξωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν οἱ ναῦται· κατὰ τὴν ὁμολογίαν δὲ τοῦ κ. Σαχτούρη, λιποθύμους, ὡς ἐκ τῆς θερμότητος, τοὺς μετέφερον εἰς τὸ κατάστρωμα.
§237ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές.
§238ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀναφέρω ὄνομα ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, καὶ σᾶς τὸ ἀναφέρω ἐπισήμως· δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ διαψεύδητε.
§239ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν σᾶς διαψεύδω, ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβές.
§240ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὗτος βεβαιοῖ ἐπὶ λέξει «Δὲν δύναμαι, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ καταπλεύσω εἰς Πειραιᾶ κατ’ εὐθεῖαν· εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ καταπλέωμεν εἰς διαφόρους λιμένας καὶ διαφόρους ὅρμους, διὰ νὰ δυνηθῶσι ν’ ἀναπνεύσωσιν οἱ θερμασταί μου καὶ οἱ μηχανικοί μου, διότι δὲν ἔχομεν ἀρκετοὺς φύλακας, ἵνα ἀναπληρῶσιν αὐτοὺς καὶ ἡ θερμοκρασία εἶναι τόσον μεγάλη, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνθέξωσιν οἱ θερμασταί». Αὐτὰ μοὶ ἔγραφεν ὁ κ. Σαχτούρης· ἐγὼ δὲ, κύριε πρώην Ὑπουργὲ, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εἰς τὸ ταξεῖδι, τὸ ὁποῖον ἔκαμα,—καὶ τὸ βεβαιῶ ἐπισήμως, ὡς Ὑπουργὸς,—δὲν ἠδυνήθην νὰ μείνω οὔτε πέντε λεπτά.
§241ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως σεῖς καὶ ἐγὼ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ μείνωμεν (γέλωτες).
§242ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐπισκεφθῶ, διότι δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπῆγα, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἔκαμα τὸ ταξεῖδι, καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐπισκεφθῶ τὰς μηχανάς. Ὅταν δ’ ἐπεσκέφθην τὰς μηχανάς, καὶ ἠναγκάσθην νὰ ἐξέλθω ἀμέσως, ὁ μηχανικὸς ὁ ἴδιος μοὶ εἶπεν, ὅτι ἡ θερμοκρασία εἶναι μεγίστη.
§243ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τέλος πάντων τὸ ζήτημα δύναται νὰ λυθῇ, ἐὰν εὐαρεστηθῆτε νὰ ἐξετάσητε τὴν θερμοκρασίαν τῶν διαφόρων θωρηκτῶν, τῶν ναυπηγηθέντων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Τώρα βεβαίως οἱ θερμασταὶ καὶ οἱ μηχανικοὶ οἱ ἰδικοί μας, συνειθισμένοι εἰς μικρὰ πλοῖα ὅπου ἀναπνέουν καθαρὸν ἀέρα, εὑρίσκουσι δυσκολίας εἰς θερμοκρασίαν ἀνωτέραν, ἀλλὰ δὲν εἶναι γυμνασμένοι ἀρκετά· μετὰ παρέλευσιν χρόνου τινὸς θὰ ἔχουν τὴν γύμνασιν, τὴν ὁποίαν ἔχουν οἱ Γάλλοι καὶ οἱ Ἄγγλοι, καὶ δὲν θὰ παραπονῶνται.
§244ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Φαντασθῆτε δὲ, ὅτι δὲν ἠδύναντο οἱ θερμασταὶ ἡμῶν καὶ οἱ μηχανικοὶ νὰ μείνωσιν εἰς τὰς μηχανάς. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον τὴν Βουλήν, διότι εἶπον τόσον ἀληθῆ πράγματα καὶ καταφανῆ, ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω περισσότερα.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον. (Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ὑπὸ τὸν τίτλον «Μισθοὶ» κεφάλαιον Αʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν ἐκ τοῦ κεφαλαίου Βʹ «Ὑλικόν», τὸ ἄρθρον 1 «Ἱματισμὸς 319,488»).
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. «Τροφαὶ 1,100,000».
§247ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ ποσὸν αὐτὸ νομίζω ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ, διότι ὑποθέτω, ὅτι ὑπελογίσατε κάτω τῆς δραχμῆς.
§248ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἀναγνώσατε τὸν νόμον, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι δυνάμει αὐτοῦ ἔχω τὸ δικαίωμα ν’ αὐξήσω τὸ ποσὸν, ἂν συμβῇ ὁ ὑπολογισμὸς νὰ μὴ ἦναι ἀκριβής.
§249ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἐλησμόνησα νὰ ἀναγνώσω αὐτὸν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον καὶ ἐγὼ εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην τὴν δυσάρεστον νὰ κάμω τοῦτο· ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῆτε τὸν νόμον, ὅταν ἀποδεικνύηται ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι τὸ σημειούμενον ποσὸν δὲν εἶναι ἀρκετόν. Καὶ ἐγὼ ὑπέπεσα εἰς αὐτὸ τὸ λάθος, νομίζων ὅτι αἱ δημοπρασίαι ἠδύναντο νὰ φθάσωσιν εἰς ἀποτελέσματα εὐάρεστα, καὶ δι’ αὐτὸ εἴδετε, ὅτι ὑπελόγισα κάτω τῆς δραχμῆς· βλέπων ὅμως τὰ ἀποτελέσματα τῶν δημοπρασιῶν, ἀνέγραψα δραχμὴν, καίτοι δὲ ἀνέγραψα δραχμὴν, καὶ αὕτη ἀπεδείχθη ἀνεπαρκὴς, διότι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν δημοπρασιῶν ἔφθασεν εἰς δραχμὴν καὶ τέσσαρα λεπτά· σεῖς δὲ ἐν τῇ ἐκθέσει σας λέγετε (ἀναγινώσκει): «.... θὰ ἀνήρχετο δὲ ἡ ἐπὶ πλέον αὕτη διαφορὰ εἰς πολὺ ἀνώτερον ποσὸν, ἐὰν τὸ ἀντίτιμον ἑκάστης μερίδος προϋπελογίζετο πρὸς μίαν δραχμὴν, ὡς εἶχε προϋπολογισθῆ κατὰ τὸ ἔτος 1890. Ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅμως συμφερωτέρων τιμῶν κατὰ τὰς ἤδη ἐνεργουμένας δημοπρασίας, τὸ ἀντίτιμον ἑκάστης μερίδος προϋπελογίσθη πρὸς λεπτὰ 85.» Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἂν ἔχητε ἀκόμη τὴν ἀμφιβολίαν, ὅτι εἶναι δυνατὸν αὐτὸ τὸ ποσὸν νὰ ἐπαρκέσῃ· διότι, ἐὰν τὸ ἐναντίον φρονῆτε, καὶ βεβαίως τοῦτο φρονεῖτε, ἡ ἀναγραφὴ ποσοῦ ἀνωτέρου ἐπεβάλλετο εἰς ὑμᾶς.
§250ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι, δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἔχομεν τὸν νόμον, καὶ δυνάμεθα ἐν ἀνάγκῃ ν’ αὐξήσωμεν τὸ ποσόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 «Ἐπισκευὴ καὶ συντήρησις Β. πλοίων 600,000»).
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4ον....
§252ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Παρακαλῶ νὰ ἀναγραφῇ πίστωσις ἐκ δραχμῶν 36,000 πρὸς ἐπισκευὴν καὶ κατασκευὴν λεβήτων τῶν ἀτμοτελωνίδων. Ἡ πίστωσις αὕτη θὰ ἀναγραφῇ ὡς ἄρθρον 4ον τοῦ κεφαλαίου, τὰ δὲ ὑπ’ ἀριθ. 4–7 ἄρθρα θὰ ταχθῶσιν ὑπὸ τοὺς ἀριθμοὺς 5–8. (Γίνεται δεκτὴ ἡ προσθήκη τῆς πιστώσεως δρ. 36,000, ὡς 4ον ἄρθρον, δι’ ἐπισκευὴν καὶ κατασκευὴν λεβήτων τῶν ἀτμοτελωνίδων. Μεθ’ ὃ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου Βʹ ἐκ δραχμῶν 2,715,488. Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1891, ἀνερχόμενον εἰς δραχμὰς 6,022,698. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τροποποιηθὲν κατὰ τὰς ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν διαφόρων Ὑπουργείων γενομένας μεταβολὰς, τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1891, καθ’ ὃ τὰ ἔξοδα ταῦτα ἀνέρχονται εἰς δρ. 100,411,479.40.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ ποινικῆς καταδιώξεως τῶν πρώην Ὑπουργῶν Χαριλάου Τρικούπη, Στεφάνου Δραγούμη, Δημητρίου Βουλπιώτου, Γεωργίου Θεοτόκη καὶ Νικολάου Τσαμαδοῦ.
§254ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§255ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὥρα εἶναι 1 μετὰ τὸ μεσονύκτιον· πῶς θὰ συζητήσωμεν;
§256ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἐπειδὴ θέλει νὰ ὁμιλήσῃ....
§257ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν θέλητε, ἂς ἀναβάλωμεν, διότι ἡ συζήτησις θὰ διαρκέσῃ πολύ.
§258ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 1 μετὰ τὸ μεσονύκτιον.